You are on page 1of 295

Η ΣΙΔΕΡΕΝΙΑ ΦΤΕΡΝΑ

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ - ΣΕΙΡΑ A
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ - ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Β. I. ΦΙΛΙΑ

Jack London
(Τζάκ Λόντον)

Η ΣΙΔΕΡΕΝΙΑ ΦΤΕΡΝΑ

Μετάφραση: ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΦΙΛΙΠΠΑΤΟΥ
Πρόλογος: ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΦΙΛΙΠΠΑΤΟΣ

Τίτλος πρωτοτύπου:

The Iron Heel

Εκδόσεις: ANT. ΛΙΒΑΝΗΣ & Σία Ε.Ε. «ΝΕΑ ΣΥΝΟΡΑ»
Σόλωνος 94, τηλ. 36.10.589, ΑΘΗΝΑ 1980.

ΠΡΟ Λ Ο ΓΟ Σ

Ά π ό τό 1907 πού δημοσιεύτηκε γιά πρώτη φορά αύτό τό μυ­
θιστόρημα πολιτικής φαντασίας, ή Ιδιοφυής πρόβλεψη τοϋ Τζάκ
Λόντον γιά τόν έκφασισμό τής άστικής κοινωνίας δέν έχει χάσει
τίποτα άπό τή δύναμή της, Ιδιαίτερα γιά λαούς σάν τό δικό μας
πού ατά τελευταία πενήντα χρόνια γνώρισε τρεις φασισμούς.
Ή Σιδερένια Φτέρνα είναι μιά πολιτική παραβολή πού άναφέρεται ατό πολιτικό μέλλον τοϋ καπιταλισμού, μιά προσπάθεια
τοϋ Λόντον νά διαδώσει μέ τή μορφή μυθιστορήματος όρισμένες
Ιδέες τοϋ Μ άρξ σ ’ ένα κοινό εύαίσθητο στό μεγάλο συγγραφικό
του κύρος, μιά πολεμική έναντίον τοϋ ρεφορμισμού τοϋ όποίου
οί αύταπάτες θά όδηγήσουν τό έργατικό κίνημα σέ ήττες καϊ άποτυχίες και μιά καταγγελία των προθέσεων τών κυρίαρχων τά­
ξεων πού μπορούν νά φτάσουν σέ όριακές καταστάσεις όργανωμένης άγριότητας γιά νά διατηρήσουν τόν πλούτο καϊ τήν κυ­
ριαρχία τους.
Αύτό τό μυθιστόρημα πολιτικής φαντασίας θά δοθεί άπό τό
Λόντον μέ τή μορφή Αναμνήσεων τής ΑΙηβις Έβερχαρντ. Τό
χειρόγραφο τών άναμνήσεων πού άρχίζει τό 1912 και τελειώνει
χωρίς νά όλοκληρωθεΐ τό 1932, χρονιά πού ή «συντάκτριά» του,
συλλαμβάνεται, θά άνακαλυφθεϊ τό 2368, έποχή πού, μετά τρεις
αιώνες φασιστικής κυριαρχίας, έχει έπικρατήσει ό σοσιαλισμός.
Τρεις αΙώνες φασισμού είναι πολύ μεγάλο διάστημα γιά νά
μήν κατηγορηθεϊ ό Λόντον γιά άπαισιοδοξία.

Ό Λόντον όμω ς δέν είναι θεωρητικός. Είναι ένας μαχόμενος ποιητής πού προσπαθεί ν ' Αφυπνίσει μέ τις ύπερβολές τής
παραβολής του τό έργατικό κίνημα γιά κείνο πού πρόκειται νά
συμβεί. Ά ν ή όργανωμένη βαρβαρότητα τών ναζί Απέδειξε πώς
ή άγρια καταστολή πού περιγράφεται στή Σιδερένια Φτέρνα δέν
ήταν καθόλου υπερβολή, ή υπερβολή τοϋ χρόνου άς μάς κάνει
νά σκεφτοϋμε τις Ικανότητες προσαρμογής τοϋ καπιταλισμού
καί τις διαφορετικές μορφές έκφασισμοϋ πού μπορεί νά πάρει ή
Αστική κοινωνία. Ά ς μή μάς διαφεύγει ότι τό αύταρχικό κράτος
τοϋ σύχρονου καπιταλισμού έχει άποκτήσει μέ τήν Ιδιαίτερη ένίσχυση τών κατασταλτικών του μηχανισμών καί τή διαμόρφωση
ενός θεσμικού παραφασιστικού πλαισίου, Ικανά άποθέματα υλι­
κής καί νομικής βίας.

Ή Σιδερένια Φτέρνα ήταν ή Απάντηση στις αυταπάτες τών
ρεφορμιστών γιά τήν προοπτική μιάς σταθερής ειρηνικής προό­
δου πού θά συνδύαζε μιά διαρκή άνθιση τής δημοκρατίας μέ μιά
ουσιαστική κοινωνική μεταρρύθμιση. Ό Λόντον θ' άντιπαραθέσει στήν εΙρηνική πρόοδο τή σώρευση τών κοινωνικών Αντιθέ­
σεων καί τήν Ανάπτυξη τής ταξικής πάλης, καί στήν άδιατάραχτη έξέλιξη τής δημοκρατίας τόν έφιάλτη τοϋ φασισμού.
Ή περιφρονητική συγκατάβαση μέ τήν όποια ή σοσιαλδη­
μοκρατική κριτική ύποδέχτηκε τή Σιδερένια Φτέρνα γιά τις ρο­
μαντικές της υπερβολές άποδεικνύει, ότι ό ρομαντικός Αμερικα­
νός συγγραφέας είχε πολύ πιο μεγάλη πολιτική διορατικότητα
Απ' όλους μαζί τούς ήγέτες τής Δεύτερης Διεθνούς.
Είκοσι πέντε χρόνια μετά τήν περιφρονητική τους συγκατά­
βαση, οί σοσιαλδημοκράτες ήγέτες, άφοϋ προηγουμένως συνοδηγήσουν μέ τις άρχουσες τάξεις τούς έργάτες στο μεκελειό τοϋ
Πρώτου Παγκοσμίου Πόλεμου καί ήγηθοϋν τής συντριβής τής
Γερμανικής ’Ε πανάστασης, θά έχουν τήν πικρή τύχη νά σκεφτοϋν στις φυλακές καί στά ναζιστικά στρατόπεδα θανάτου δτι
«οί παραβολές δέν ψεύδονται».
Ό Λόντον γράφει τή Σιδερένια Φτέρνα όταν οί έπιπτώσεις
άπό τήν άποτυχημένη ρωσική έπανάσταση τοϋ 1905 έχουν δώ ­
σει τή δυνατότητα στο ρεφορμισμό νά κυριαρχήσει πλήρως πά­
νω στο έργατικό κίνημα. Ή καταστολή τής έπανάστασης τοϋ
1905 καί Ιδιαίτερα ή συντριβή τής Παρισινής Κομμούνας τό 1871
άποτελοϋν Αναμφίβολα τά πρότυπα γιά τήν περιγραφή τής ά­
γριας καταστολής τής φανταστικής Κομμούνας τοϋ Σικάγου.
Ά λ λ ά στή Σιδερένια Φτέρνα δέν πρόκειται γιά μιά νικήτρια τάξη
πού ικανοποιεί τό ταξικό της μίσος καί στερεώνει τή νίκη της μέ

τή σφαγή τών ήττημένων έπαναστατών. Πρόκειται γιά ένα έφιαλτικό κρατικό μηχανισμό, γιά μιά όλιγαρχικά δομημένη κοι­
νωνία, όπου ή Αριστοκρατία τοϋ χρήματος στηριγμένη στις ένσωματωμένες κοινωνικές κατηγορίες τών προνομοιούχων μι­
σθωτών, σέ είδικές στρατιωτικές δυνάμεις καί σέ είδικά σώμα­
τα καταστολής καί πληροφόρησης, κυριαρχεί καί μεθοδεύει τήν
έξόντωση κάθε πιθανού Αντίπαλου μέ τόν ψυχρό ύπολογισμό
πού οί ναζί θά συλλάβουν καί ΘΑ έφαρμόσουν τήν «τελική
λύση».
Σ ’αύτό τό κείμενο πολιτικής φαντασίας πού δέ λείπουν, ού­
τε οί Αδυναμίες καί οί σχηματοποιήσεις στήν έκθεση τών μαρξι­
στικών Ιδεών, όπω ς ή πεποίθηση γιά τήν έκταση πού μπορεί νά
πάρει ή προλεταριοποίηση τών μεσαίων τάξεων, ούτε οί αύταπάτες πού είχαν διαμορφωθεί στο ΑμερικΑνικο έργατικό κίνημα,
όπως ή πίστη γιά τή δύναμη τής γενικής Απεργίας, έκεϊνο πού
εντυπωσιάζει είναι ή πνευματική τόλμη καί ή πολιτική διορατι­
κότητα στον τομέα τής ιστορίας.
Ό Λόντον ΘΑ Αποδώσει στή Σιδερένια Φτέρνα τά σκοτεινά
χρώματα τής έφιαλτικής νωπογραφίας τοϋ φασισμού, τήν κυ­
βερνητική του τεχνική, τήν πολιτική του ψυχολογία, τήν έξαρση
στο ένστικτο τής καταστροφής καί τού θανάτου καί τή μορφή οΙκονομίας πού θέλησε νά έπιβάλει ό ναζισμός στους λαούς τής
Εύρώπης.

Τό χρονικό διάστημα πού έζησε ό Λόντον, (1876 -1916), όριοθετεϊ τή γέννηση καί τήν πτώση τοϋ Αμερικάνικου σοσιαλι­
στικού κινήματος καί τή διαμόρφωση τοϋ μονοπωλιακού καπι­
ταλισμού.
Οί μεταβολές πού έπιφέρει τό μονοπώλιο σέ μιά χώρα όπου
ή έλευθερία τής έπιχείρησης άποτελούσε θεσμό πριν μεταβληθεΐ
σέ Ιδεολογικό μϋθο, καί ή διάβρωση τοϋ Αμερικάνικου έργατικοϋ κινήματος Από τό ρεφορμιστικό πνεύμα, περικλείουν όλη έκείνη τήν έκρηκτική δύναμη πού ό Λόντον θ ’ Αποτυπώσει στήν
πολιτική παραβολή τής Σιδερένιας Φτέρνας.
Οί κοινωνικές Αντιθέσεις πού θά δημιουργήσει ή άνάπτυξη
τών μονοπωλίων θά διαμορφώσουν δύο Ισχυρά λαϊκά κινήματα.
Τό πρώτο θά προέλθει άπό τήν έργατική τάξη, τό δεύτερο Από τα
μικροαστικά καί μεσοαστικά στρώμματα πού κατάστρεφε ό άνταγωνισμός τών μονοπωλίων.
Τό 1901 θά ιδρυθείμέ τή συνένωση τοϋ «Σοσιαλδημοκρατι­
κού Κόμματος τών Ηνωμένων Πολιτειών» καί διαφόρων σο­

σιαλιστικών και συνδικαλιστικών όμάδων τό «Σοσιαλιστικό
Κόμμα τής Αμερικής» μέ ήγέτη τό θερμαστή Ατμομηχανών Ε.
Debs. Ή δυναμική τής ένωσης και οί Ικανότητες τοϋ Debs, πού
γυρίζοντας όλόκληρη τή χώρα θέρμαινε τις ψυχές τών έργατών
μέ τήν έλπίδαμιάς δίκαιης κοινωνίας. Ισχυροποιούν τό σοσιαλι­
στικό κίνημα. Ά π ό έκατό χιλιάδες ψήφους πού είχε πάρει στις
προεδρικές έκλογές τοϋ 1900, ό Debs συγκεντρώνει ένιακόσιες
χιλιάδες τό 1912, τρομοκρατώντας μέ τό φάντασμα ένός σοσια­
λιστή Προέδρου τούς καπετάνιους τής βιομηχανίας και τού χρή­
ματος.
Τό 1905 ό Debs, ό D e Leon, ήγέτης τοϋ «Σοσιαλιστικοϋ Ε ρ ­
γατικού Κόμματος», και ό Χαίηγουντ, πρόεδρος τής « Έ νω σης
Δυτικών Άνθρακορύχων,» Ιδρύουν τό έπαναστατικό συνδικάτο
τών «Βιομηχανικών Έργατών τοϋ Κόσμου», (ΒΕΚ), προορισμέ­
νο ν ’ άντιταχθεϊ στό ρεφορμισμό τής « Αμερικάνικης Συνομο­
σπονδίας ’Ε ργασίας» πού προωθούσε μόνο τά στενά κλαδικά
συμφέροντα τών είδικευμένων έργατών.
Οί Β .Ε .Κ , πού στήν πλειοψηφία τους είναι άνειδίκευτοι έργάτες προερχόμενοι άπό τις φτωχές εύρωπαϊκές χώρες, θά υΙοθετήσουν τις πιό άκραΐες μορφές συνδικαλιστικού άγώνα και θά
προκαλέσουν τήν πιό άγρια άντίδραση τών κατασταλτικών μ η ­
χανισμών.
Αύτή ή διχοτόμιση τοϋ έργατικοϋ κινήματος σέ μιά Συνομο­
σπονδία πού ένδιαφερόμενη γιά τά στενά κλαδικά συμφέροντα
τών μελών της θά είναι νομιμόφρων στό κοινωνικό σύστημα και
σ'ένα έργατικό συνδικάτο πού ή μαχητική του δράση θά θέτει σέ
κίνδυνο τή λειτουργία τού συστήματος, διχοτόμιση πού γενικά
Αντιστοιχούσε στό διαχωρισμό έπαναστατών και ρεφορμιστών
στό πολιτικό έπίπεδο, θά διαμορφώσει στό Λόντον τήν πεποίθη­
ση ότι θά όδηγήσει στήν ήττα τό έργατικό κίνημα και θά δώσει
τή δυνατότητα στήν καπιταλιστική όλιγαρχία νά έπιβάλει μιά όλοκληρωτική ρύθμιση και μιάν άπόλυτη διοικητική κυριαρχία
πάνω στήν άστική κοινωνία.

Ό Λόντον, ένεργό μέλος τού Σοσιαλισμού Κόμματος, έ­
χοντας ζήσει άνάμεσα στή « θλιβερή άφθονία» τών άνέργων,
στούς μικρούς καταχρεωμένου φάρμερς πού ζητιάνευαν πίστω­
ση και στούς άπελπισμένους περιθωριακούς τής περιπλάνισης,
κι έχοντας ύποστεϊό ίδιος σάν έργάτης τήν άγρια καπιταλιστική
ί.κμε τάλλευση τών άρχών τοϋ αΙώνα μας, θά βρεθεί στήν καρδιά
τοϋ συνδικαλιστικού και πολιτικοϋ άγώνα τής άμερικάνικης έργατικής τάξης, θαυμαστής τοϋ Debs, ό Λόντον θά πολεμήσει τή
10

ρεφορμιστική τάση τοϋ Κόμματος και θ'άφιερώσει δλη τήν ένεργητικότητά τον στήν υπόθεση τοϋ άμερικάνικου σοσιαλισμού.
Μέ τό κύρος τοϋ μεγαλύτερου άμερικανοϋ συγγραφέα τής έποχής του θά άσκήσει μιά σκληρή κριτική τοϋ καπιταλιστικού
συστήματος και θά έκλαϊκεύσει μέ δύναμη και έλκυστικούς ό­
ρους τις Ιδέες τοϋ σοσιαλισμού, όπως ή ήρωας τής Σιδερένιας
Φτέρνας Έρνεστ Έβερχαρντ, πού ό Λόντον προίκισε μέ τή δι­
κή του σωματική διάπλαση και τό δικό του στρατευμένο πάθος.
Ή βίαιη άποστροφή πού ό Έβερχαρντ άπευθύνει γιά λογα­
ριασμό τής στρατιάς τών έργαζόμενων πρός τούς έπιχειρηματίες και τούς φιλελεύθερους διανοούμενους τής Λέσχης τών Φι­
λομαθών, «Καμιά συνθηκολόγηση. Μ άς χρειάζονται δλα όσα
κατέχετε. Δ έ θ ’ άρκεστούμε σέ τίποτα λιγότερο ά π 'δ λ α όσα κα­
τέχετε. θέλουμε νά πάρουμε στά χέρια μας τά ή via τής έξουσίας
και τή μοίρα τοϋ άνθρώπινου γένους», είναι δανεισμένη κατά λέ­
ξη άπό μιά όμιλία μέ τίτλο Revolution πού είχε κάνει ό Λόντον τό
1905 σέ διάφορα πανεπιστήμια και τό 1906 σ ' ένα δμιλο νεοϋρκέζων έπιχειρηματιών πού είχαν τις ίδιες άντιδράσεις μέ τά μέλη
τής Λ έσχης τών Φιλομαθών. Είναι πολύ πιθανό δτι ό Λόντον θά
διέκρινε ίσως γιά πρώτη φορά στά παραμορφωμένα άπό τήν όργή πρόσωπα και στό άνήσυχο βλέμα τών άκροατών του τή φονι­
κή μανία τού έπερχόμενου φασισμού.
Τό ισχυρό κίνημα διαμαρτυρίας τών μικρών βιομηχάνων,
τών βιοτεχνών, τών έμπόρων και τών φάρμερς πού θ ’ άναπτυχθεΐ τό 1902, θά στραφεί κατά τών μονοπωλίων πού άπειλοϋσαν
τήν οίκονομική τους ύπόσταση και κατά τής κυβέρνησης πού
οργάνωσε τήν έθνική οίκονομία πρός όφελος τών μεγάλων έπιχειρήσεων.
Τό κίνημα αύτό θά έναντιωθεΐ στά τράστ, θά έπικρίνει τή
νοθεία τών προϊόντων τών μεγάλων έπιχειρήσεων και τή δια­
φθορά στή διοίκηση και θά έπιδιώξει τήν έπιστροφή τής Αμερι­
κάνικης κοινωνίας στήν προμονοπωλιακή της περίοδο.
Αύτό τό κίνημα τών μικρών καπιταλιστών πού άναζητοΰν
τήν έπάνοδο στό παρελθόν, θά έμπνεύσει στό Λόντον μερικές ά­
πό τις καλύτερες σελίδες τής Σιδερένιας Φτέρνας, θ ά όνομάσει
τις φιλελεύθερες μεσαίες τάξεις «καταστροφεϊς μηχανών» δεί­
χνοντας τόν ούτοπικό και άναχρονιστικό χαρακτήρα τοϋ κινήιιατός τους. Προβλέποντας μιά μεγαλύτερη έπέκταση τών τράστ
θά τούς κατηγορήσει δτι θέλουν «νά κερδίζουν χρήματα σέ βά­
ρος τών άλλων και νά έμποδίζουν τούς άλλους νά πραγματο­
ποιούν κέρδη σέ βάρος τους».
Ό Έβερχαρντ θά τούς άποδείξει δτι έπιδιώκουν τήν κατα­
στροφή τοϋ τεχνολογικού όρθολογισμοϋ κι όχι τής άνορθολογι11

κής ύφής τών κοινωνικών σχέσεων κι δτι δέν κατανοούν πώς οί
παλιές σχέσεις παραγωγής πού θέλουν ν ’ άποκαταστήσουν έ­
χουν άνατραπεΐάπό τήν έξέλιξη αυτών τών σχέσεων, άπό τήν ί­
δια τήν άστική τάξη πού δέν μπορεΐ νά ύπάρχει χωρίς νά έπαναστατικοποιεϊ άδιάκοπα τά μέσα παραγωγής.
'Ωστόσο, στις έπικλήσεις τού Έβερχαρντ ν ’ άφήσουν τό
μάταιο άγώνα τής έπιστροφής στό παρελθόν καί νά συνενωθούν
μέ τό σοσιαλιστικό κίνημα πού σκοπεύει νά κοινωνικοποιήσει
καί νά όρθολογίσει κοινωνικά τις μεγάλες έπιχειρήσεις, θ'άπαντήσουν άρνητικά. ’Α ξιοσημείωτη άρνηση πού θά έπαναληφθεϊ
πολλές φορές άπό τις άρχές τοϋ 20ου αίώνα. Ή διπλή φοβία
τών μικροαστικών καί μεσοαστικών στρωμμάτων, φοβία γιά τό
μεγάλο κεφάλαιο καί φοβία γιά τό ένδεχόμενο άπαλλοτρίωσής
τους άπό ένα σοσιαλιστικό καθεστώς, θά τά σπρώχνει συνήθως
σέ θολά πολιτικά σχήματα παρασοσιαλιστικού ή λαϊκίστικου
χαρακτήρα.

Μπορούμε νά βρούμε τήν άρχική Ιδέα τής Σιδερένιας Φτέρ­
νας στό The Question o f Maximum πού ό Λόντον γράφει τό 1898.
Σ ’ αύτό τό κείμενο πού μέ μιά Ισχυρή πολιτική διαίσθηση ό Λόν­
τον προβλέπει τήν άνιση άνάπτυξη τών καπιταλιστικών έθνών,
τόν άγώνα γιά τήν κατάκτηση τών άγορών καί τά δεινά τής σύγ­
χρονης άνάπτυξης, πού πρόσφατα μόνο άρχίσαμε νά κατανοού­
με, άναφέρεται γιά πρώτη φορά τό ένδεχόμενο σχηματισμού
μιάς βιομηχανικής όλιγαρχίας πού θά κυριαρχήσει πάνω στήν
κεντρική κυβέρνηση.
Ό Λόντον γράφοντας τή Σιδερένια Φτέρνα θά είχε άσφαλώ ς στό νοΰ του τόν τρόπο γραφής τού Η. Wells πού στό έργο
του συνδυάζει τή ρεαλιστική άφήγηση καί τήν κοινωνική κριτική
μέ μιά φαντασία πού στηριγμένη σέ πραγματικές καταστάσεις
τις ώθεΐ ώ ς τό έσχατο όριό τους.
'Ανακαλύπτουμε στή Σιδερένια Φτέρνα τά κύρια στοιχεία
γραφής τοϋ Wells καθώς καί τό ύφος ένός λαϊκού μυθιστορήμα­
τος, τοϋ radical novel, πού είχε Ιδιαίτερη έπιτυχία στις άρχές τού
αίώνα μας στήν 'Αμερική.
"Ομως, παρά τά δάνεια ύφους, ή Σιδερένια Φτέρνα άποτελεΐ
μιά Ιδιαίτερη σύνθεση πού τή διαπερνάει τό μεγάλο συγγραφικό
ταλέντο καί ή Ισχυρή πολιτική διορατικότητα τού Λόντον. Μιά
σύνθεση άπό διάλογο καί περιγραφή πού συνδυάζει τή σκηνική
οικονομία ένός θεατρικού έργου καί τήν καθολική έποπτεία ένός
ιστορικού πού άναλύει μιά μάχη πού πρόκειται νά δοθεί.
Σ 'αύ τή τή μάχη πού πρόκειται νά χαθεί, ή μοίρα τών ήρώων
12

δέν ένδιαφέρει. Δέν είναι δραματικοί χαραχτήρες, άΛλά μορφές,
σύμβολα κοινωνικών δυνάμεων πού παλεύουν, γι αύτό σ ' αύτή
τή χαμένη μάχη δέν ύπάρχει παρά ή άμφίβολη νίκη τής βασι­
λείας τοϋ τρόμου. Οί νικημένοι πού θ ' άνασυνθέτουν μέ τήν έξέγερση, τήν άπεργία καί τό άντάρτικο πόλεων νέες μορφές άγώ­
να, φαίνεται ν ’ άπαντοΰν μέ τούς στίχους τοϋ John Milton.
Τί κ ι' άν ή μάχη χάθηκε
Δέν χάθηκαν δλα — ή άκατάβλητη θέληση
Κι ή μελέτη τής έκδίκησης, αιώνιο μίσος
Καί τό κουράγιο ποτέ νά μ ή σκύβει τό κεφάλι
Ποτέ νά μ ή λυγίζει:
Καί τότε τί δέν μ πορεΐ νά νικηθεί;

Ό Τζάκ Λόντον, ό μεγαλύτερος άμερικανός συγγραφέας
τών άρχών τοϋ αίώνα μας, θά φέρει μέ τό βίαιο λυρισμό του, τήν
ένστικτώδη βιαιότητα τών ήρώων του καί τήν κριτική τής άμερικάνικης κοινωνίας, ένα καινούργιο ρίγος σέ μιά χώρα όπου ή
περιπέτεια τής «κινούμενης μεθορίου» άνήκε στον ιστορικό
χρόνο.
Μέ τά άποθέματα έντυπώσεων πού είχε σωρεύσει στις περι­
πλανήσεις του, τήν αίσθηση τής περιπέτειας καί τή ρομαντική
του διάθεση θά ξαναδείμέμιά καινούργια ματιά τή σχέση τοϋ άνθρώπου μέ τή φύση καί τή θέση τοϋ άτόμου στήν κοινωνία.
Τά θέματα τής φύσης άνακαλοϋσαν στις μνήμες τών άμερικανών τή μεγάλη περιπέτεια τής κατάκτησης τής Δύσης καί τά
κοινωνικά θέματα τούς ώθοϋσαν νά κρίνουν τις άντιθέσεις τής
έποχής τους, τό 'έπίστρωμα φόβου, δυστυχίας καί άνασφάλειας
πού κάλυπτε μιά έκπληκτική τεχνολογική άνάπτυξη και μιά μυ­
θική σώρευση πλούτου.
Αύτά τά θέματα πού άποκάλυπτανμιά ύπάρχουσα δυστυχία
κ ι ' άνακαλοϋσαν στή μνήμη μιά χαμένη άθωότητα πού ίσως πο­
τέ δέν ύπήρξε, γραμμένα μ 'έν α δωρικό ύφος καί μ 'έν α βίαιο λυ­
ρισμό θά κάνουν τό Λόντον νά γνωρίσει μιά έκπληκτική έπιτυχία στις Ενωμένες Πολιτείες καί στήν Εύρώπη.
Πέρα όμω ς άπ 'τήν έκπληκτική έπιτυχία, τό έργο τού Λόν­
τον άποτελεί τομή στήν άμερικάνικη λογοτεχνία. Ή σύνδεση
τής μοίρας τοϋ άτόμου μέ τις συνθήκες πού έπικρατοϋν στήν
κοινωνία, ή κριτική τοϋ παθιασμένου άγώνα γιά οίκονομική καί
κοινωνική προβολή, ή πολεμική κατά τής ήθικής τού άμερικάνικου όνειρου τής έπιτυχίας και ή έξέγερση κατά τών θεσμών καί
τών μύθων τής άμερικάνικης κοινωνίας θά δεσπόσουν στό έργο
τών μεγάλων άμερικανών συγγραφέων Ντράιζερ, Ντός Πάσος
13

και Στάϊμπεκ. Συγχρόνως μέ τό μυθιστόρημά του Martin Eden
(1908), μιά βίαιη κριτική τής ήθικής τής έπιτυχίας καί τοϋ άτομισμοΰ καί μιά έπιλογή θανάτου άντίμιάς ζωής μέσα στό κενό τής
πλήξης καί τής ψυχικής διάλυσης, μιά έπιλογή πού έρχεται σά
φυσική τιμωρία ένός μοναχικού καί χωρίς πίστη άγώνα, ό Λόν­
τον γίνεται πρόδρομος τοϋ Φιτζέραλντ καί τού Χέμινγουαίη.
Ό πρώτος παγκόσμιος πόλεμος, ή μεγαλύτερη χρυσοφόρα
φλέβα πού άνακάλυπτε μέχρι τότε ή 'Αμερική, θά σταθεί μοι­
ραίος τόσο γιά τό άμερικάνικο σοσιαλιστικό κίνημα, όσο και γιά
τό συγγραφέα.
Ό Λόντον θά πάρει θέση ύπέρ τής δεξιάς πτέρυγας πού ευ­
νοούσε τή στρατιωτική έπέμβαση τών Ενωμένων Πολιτειών
καί θά στραφεί κατά τής άριστεράς καί τοϋ Debs πού θεωρούσαν
τόν πόλεμο έσωτερική άντίθεση τοϋ καπιταλισμού. Οί κριτικές,
οί παραιτήσεις, ή συμμετοχή στόν πόλεμο καί ή άπόσχιση τής ά­
ριστεράς ά π ' τήν όποία θά γεννηθεί τό Κ. Κ. Ενωμένων Π ολι­
τειών θά τραυματίσουν θανάσιμα τό άμερικάνικο σοσιαλιστικό
κίνημα.
Ό μ ω ς ή θέση τοϋ Λόντον ύπέρ τοϋ πολέμου καί ή παραίτη­
σή του άπό τό κόμμα τό Μάρτη τοϋ 1916 είναι τό τέλος μιάς πο­
ρείας πού είχε άρχίσει άπό τό 1908. Ή άπόκτηση μιάς θαλαμη­
γού πάνω στήν όποία κατά τή διάρκεια ένός μακρόχρονου ταξειδιού στις θάλασσες τού Νότου θά γράψει τό καλύτερο μυθιστό­
ρημά του τό Martin Eden, καί ή άγορά μέ πίστωση ένός μεγάλου
άγροκτήματος θά μεταμορφώσουν τό Λόντον σέ μιά μηχανή Α­
πόκτησης χρημάτων γιά νά έξοφλήσει τά χρέη του. Δέν έχει πιά
καιρό νά σκεφθεϊ τήν πολιτική δουλειά. Οί σύντροφοί του άρχι­
σαν νά βλέπουν μέ δυσπιστία τόν έπιδεικτικό τρόπο ζωής του,
τρόπο πού στήν 'Αμερική τοϋ καιρού του καθόριζε τήν ταυτότη­
τα τών έπιτυχημένων.
Α ύτός ό τρόπος ζωής θά άπομακρύνει τούς συντρόφους του
παρά τούς καλούς μισθούς πού πλήρωνε στούς έργάτες τοϋ κτή­
ματος, τή φιλοξενία πού πρόσφερε ατούς περιπλανώμενους ά­
νεργους καί τις άδιάκοπες είσφορές του στά άπεργιακά ταμεία
τών έργατών.
Η δυσαρέσκεια τών παλιών του συντρόφων θά μετατραπεί
σέ άποδοκιμασία όταν θ' Αναγκαστεί τό 1914 γιά μιά θέση άνταποκριτή στό έπαναστατημένο Μεξικό, ν ’ άπαρνηθεϊ τήν πατρό­
τητα ένός άντιμιλιταριστικοϋ του κειμένου μέ τίτλο «ό Καλός
στρατιώτης» καί νά γράψει ύβριστικά γιά τούς μεξικάνους Επα­
ναστάτες.
14

Ή βίαιη άντίθεση τών συντρόφων του θά συντρίψει ψυχικά
τό Λόντον. Παραιτημένος άπό τό κόμμα πού γιά 15 χρόνια ήταν
ένα άπό τά πιό έπιφανή καί μαχητικά μέλη του, άνακαλύπτοντας
ότι ή έπιτυχία τόν είχε άπομακρύνει άπό τήν έργατική τάξη χω ­
ρίς νά τόν κάνει ικανό νά ένταχθεϊστήν άστική, και μήν έχοντας
τή δύναμη νά ζήσει και νά πολεμήσει μόνο γιά τόν έαυτό του, θά
μιμηθεϊ τόν ήρωά του Martin Eden και «θά πεθάνει γιά τόν έαυτό
του», συνθλιμένος άνάμεσα στό άμερικάνικο όνειρο και τή σο­
σιαλιστική έλπίδα.
'Αλλά ή αύτοκτονία τοϋ Λόντον τό Νοέμβρη τού 1916 θά
σβύσει άπό τή μνήμη τών συντρόφων του τις περασμένες διαφο­
ρές. ΟΙ άμερικάνοι σοσιαλιστές θά τοϋ άποδώσουν τις τιμές πού
άξιζε σάν μαχητής και σάν συγγραφέας. Ό Debs, πού τόν Ιούνιο
τοϋ 1918 είχε καταδικαστεί μέ τό νόμο κατασκοπείας σέ δέκα
χρόνια φυλακή γιά τις άντιπολεμικές του θέσεις, θά τόν συγχω­
ρήσει. Μέχρι τό χρόνο τοϋ θανάτου του (1926) ό ήγέτης τοϋ Σ ο ­
σιαλιστικού Κόμματος τής 'Αμερικής δήλωνε: « Ό Λόντον ήταν
Αναμφισβήτητα μιά Ιδιοφυία, ένας πολύ μεγάλος καλλιτέχνης.
Δέν ύπάρχει γιά μένα τίποτα τό έκπληκτικό πού ό Τζάκ πήρε θέ­
ση ύπέρ τού πολέμου. Είχε τήν αίσθηση τής περιπέτειας και μιά
ρομαντική ψυχή πού ή συνένωσή τους δέν μπορούσε νά μάς κά­
νει νά έλπίσουμε ότι θ'άποδεχόταν τή δική μας λογική και πρα­
κτική».
Λ Ε Υ Τ Ε Ρ Η Σ ΦΙΛΙΠΠΑ ΤΟΣ

15

Κεφάλαιο I

Ό άετός μου
Ή καλοκαιρινή αύρα κουνάει τΙς πελώριες σεκόΐες καί οΐ ρυ­
τίδες τοϋ νερού τοϋ Γουάΐλντ-Γουώτερ χτυπούν ρυθμικά πάνω
στίς χορταριασμένες πέτρες του. Πεταλούδες χορεύουν στδν ήλιο κι
άπδ παντού άρχ(χει ν’ άκούγιεται τδ νανουριστικό βομβητδ τών
μελισσών. Μόνη, περιστοιχισμένη άπδ μιά βαθειά γαλήνη, κάθομαι
σκεπτική καί άνήσυχη. Αύτή άκριβώς ή ήσυχία μέ άναστατώνει.
Μοϋ φαίνεται άφύσικη. "Ολα είναι ήρεμα δπως συμβαίνει πρίν ά­
πδ μιά θύελλα. ’Ακούω καί παρακολουθώ μ’ δλες μου τΙς αίσθήσεις κάθε τι πού θά πρόδιδε τή θύελλα πού είναι άναπόφευχτη. 'Αρ­
κεί νά μήν είναι πρόωρη. Ώ ! άρκεϊ νά μή ξεσπάσει νωρίτερα άπ’
δτι πρέπει!(Ι)
Ή άνησυχία μου έξηγείται. Σκέπτομαι, σκέπτομαι χωρίς άνάπαυλα καί δέ μπορώ νά σταματήσω νά σκέπτομαι. Έζησα τόσο πολύ
καιρδ στήν καρδιά τών γεγονότων πού αύτή ή ήσυχία καί ή ήρεμία μέ πιέζουν ένώ ή σκέψη μου ξαναγυρίζει άθελά μου στδν άνεμοστρόβιλο τού θανάτου καί τής καταστροφής πού δπου νάναι θά
ξεσπάσει. Νομίζω πώς άκούω τΙς κραυγές τών θυμάτων, νομίζω
πώς βλέπω, δπως τά είδα στό παρελθόν (2) δλα έκεϊνα τά τρυφερά
1. Ή Δεύτερη ’Εξέγερση ήταν κατά μεγάλο μέρος, έργο τοϋ Έρνεστ
Έβερχαρντ άν καί είχε φυσικά συνεργαστεί μέ τους ΕύρωπαΙους ήγέτες.
Ή σύλληψη καί έκτέλεση τοϋ "Εβερχαρντ ήταν τό μεγάλο γεγονός τήν ά­
νοιξη τοϋ 1932. Είχε δμως έτοιμάσει τόσο λεπτομερώς αϋτήν τήν έξέγερση πού οί σύντροφοι-συνωμότες μπόρεσαν νά πραγματοποιήσουν τά
σχέδιά του χωρίς πολύ σύγχιση καί καθυστέρηση. Είναι μετά τήν έκτέλε­
ση τοϋ Έβερχαντ πού ή χήρα του άποτραβήχτηκε στό Γουέΐκ Ρόμπιν
Λότζ, σ’ ένα μικρό ξύλινο σπίτι στά βουνά Σονόμα τής Καλιφόρνιας.
2. ’Εδώ άναφέρεται χωρίς άμφιβολία στήν Κομμούνα τοϋ Σικάγου.

17

καί ώραϊα σώματα, κακοποιημένα καί άκρωτηριασμένα, δλες έκεϊνες τΙς ψυχές άποσπασμένες Δγρια άπό υπέροχα σώματα καί πε­
ταμένες κατά πρόσωπο τοϋ θεοϋ. Πόσο άξιολύπητα δντα είμαστε
άφοϋ πρέπει νά καταφύγουμε στή σφαγή καί τήν καταστροφή γιά νά
φτύσουμε στό σκοπό μας, νά έγκαθιδρύσουμε πάνω στή γή τήν εύτυχία καί τή διαρκή είρήνη.
Κι έπειτα είμαι όλομόναχη! "Οταν δέ σκέπτομαι αύτό πού
πρόκειται νά συμβεί, άναπολώ αύτό πού ύπήρξε καί πού δέν ύπάρχει πιά. Σκέφτομαι τόν ’Αετό μου πού χτυπούσε τό κενό μέ τά άκούραστα φτερά του καί πέταξε πρός τό δικό του ήλιο, πρός τό λαμπε­
ρό Ιδεώδες τής άνθρώπινης έλευθερίας. Δέ θά μπορούσα νά καθήσω μέ σταυρωμένα τά χέρια περιμένοντας τό μεγάλο γεγονός
πού είναι έργο δικό του, άν καί τώρα δέν είναι πιά έδώ γιά νά τό
δεϊ νά πραγματοποιείται. Είναι έργο τών χεριών του. Δημιούργημα
τού πνεύματός του. ’Αφιέρωσε σ’ αύτό τά ώραιότερά του χρόνια.
Έδωσε γι αύτό τήν Ιδια του τή ζωή. (3)
Νά γιατί θέλω ν’ άφιερώσω αύτή τήν περίοδο άναμονής καί
άγωνίας στήν άνάμνηση τού συζύγου μου. Μόνον έγώ άπ’ δλους
όσους ζούνε γνωρίζω δλα δσα μπορούν νά φωτίσουν καί νά έξάρουν τόν εύγενικό του χαρακτήρα. 'Υπήρξε μιά μεγάλη ψυχή! "Ο­
ταν ό έρωτάς μου έξαγνίζεται άπό κάθε έγωϊσμό, θλίβομαι άφάνταστα πού δέν είναι πιά έδώ γιά νά δεϊ τήν αύριανή αύγή. Δέν εί­
ναι δυνατόν ν’ άποτύχουμε. Τό οίκοδόμημά του τό έχτισε πολύ
στέρεο καί μ’ άπόλυτη άσφάλεια. Κατάρα στή Σιδερένια Φτέρνα!
Σύντομα θ’ άπαλλάξουμε άπ’ αύτήν τήν ύποταγμένη άνθρωπότητα. Μόλις τό σήμα δοθεί θά ξεσηκωθούν άπό παντού οί λεγεώνες
τών έργαζομένων καί ποτέ παρόμοιο πράγμα δέ θάχει ξαναγίνει
στήν Ιστορία. Ή άλληλεγγύη τών έργατικών μαζών είναι έξασφαλισμένη καί γιά πρώτη φορά θά ξεσπάσει μιά διεθνής έπανάσταση τόσο μεγάλη όσο κι ό κόσμος. (4)
3. Μέ δλο τό σεβασμό πού τρέφουμε στήν ΑΙηβις Έβερχαρντ πρέπει
νά πούμε δτι ό Έβερχαρντ ήταν ένας άπό τούς πολλούς Ικανούς ήγέτες
πού σχεδίασαν τή Δεύτερη Εξέγερση. Σήμερα κυττάζοντας πίσω μέσα ά­
πό τούς αίωνες μπορούμε νά πούμε μέ βεβαιότητα δτι κι άν άκόμα είχε έπιζήσει, ή Δεύτερη ’Εξέγερση δέ μπορούσε παρά νά έχει τήν Ιδια οίκτρά
άποτυχία.
4. Ή Δεύτερη έξέγερση ύπήρξε πραγματικά διεθνής. Ή ταν ένα σχέδιο
τόσο κολοσιαϊο πού δέν ήταν δυνατόν νά τό έχει έπεξεργαστεΐ ή ΙδιοφυΤα ένός μόνο άνθρώπου. Σ’ δλες τΙς όλιγαρχίες τού κόσμου, οί έργαζόμενοι ήταν έτοιμοι νά ξεσηκωθούν μόλις θά δινόταν τό σύνθημα. Ή Γερ­
μανία, ή ’Ιταλία, ή Γαλλία καί όλόκληρος ή Αύστραλία ήταν χώρες έργα-

18

Είμαι γεμάτη άπ’ αύτό πού πρόκειται νά συμβεί. Έδώ καί πο­
λύ καιρό τό δχω ζήσει τόσο πολύ μέρα καί νύχτα καί στίς πιό μι­
κρές του λεπτομέρειες πού δέ φεύγει καθόλου άπ’ τό μυαλό μου.
Γι αύτό δέν μπορώ νά σκεφτώ τό συζυγό μου χωρίς νά τό συνδέ­
σω μ’ αύτό. Ύπήρξε ή ψυχή αύτοϋ πού περιμένουμε, πώς θά μπο­
ρούσα νά τά ξεχωρίσω στή σκέψη μου;
"Οπως είπα μόνον έγώ μπορώ νά ρίξω φώς στό χαρακτήρα
του. "Ολοι ξέρουν ότι δούλευε σκληρά καί ύπόφερε πολλά γιά
τήν έλευθερ(α. Τό πόσο σκληρά πάλαιψε καί τό πόσο πολύ ύπόφε­
ρε δέν τό ξέρει κανείς καλλίτερα άπό μένα, γιατί αύτά τά είκοσι
ταραγμένα χρόνια μοιράστηκα τή ζωή του, μπόρεσα νά έκτιμήσω
τήν ύπομονή του, τή συνεχή του προσπάθεια, τήν άπόλυτη άφοσ(ωση του στήν Υπόθεση γιά τήν όποία μόλις πρίν άπό δύο μήνες
έδωσε τή ζωή του.
θ ά προσπαθήσω νά διηγηθώ άπλά, πώς ό Έρνεστ Έβερ­
χαρντ μπήκε στή ζωή μου, πώς τόν συνάντησα γιά πρώτη φορά,
πώς ή έπιρροή του πάνω μου μεγάλωσε μέχρι πού έγινα ένα μέ­
ρος τού έαυτοϋ του, καί ποιές τρομερές άλλαγές έπέφερε στή
μοίρα μου. Έτσι θά μπορέσετε νά τόν δείτε μέσα άπό τά δικά μου
μάτια καί νά τόν γνωρίσετε δπως τόν γνώρισα έγώ ή Ιδια, έξω ά­
πό μερικά τρυφερά μας μυστικά πού δέ θά μπορούσα ν’ άποκαλύψω.
Τόν είδα γιά πρώτη φορά τό Φεβρουάριο τοϋ 1912, δταν μπή­
κε στό σπίτι μας στό Μπέρκλεϋ προσκαλεσμένος άπό τόν πατέρα
μου(5) γιά τό δείπνο. Δέν μπορώ νά πώ δτι ή πρώτη μου έντύπωση
ύπήρξε εύνοΐκή γι αύτόν. Είχαμε πολύ κόσμο καί περιμέναμε στό
ζομένων, σοσιαλιστικά κράτη. Ή ταν Ετοιμοι νά βοηθήσουν τήν ’Επανά­
σταση. Καί τά πράξανε γενναία. Γι αύτό δταν συντρίφτηκε ή Δεύτερη 'Ε­
ξέγερση, συντρίφτηκαν κι αύτοί άπά τΙς ένωμένες άλιγαρχίες δλου τοϋ
κόσμου καί οί σοσιαλιστικές κυβερνήσεις τους άντικαταστάθηκαν άπό
κυβερνήσεις όλιγαρχικές.
5.
Ό Τζών Κάννιγκαμ, ό πατέρας τής ΑΙηβις Έβερχαρντ, ήταν καθηγη­
τής στό Κρατικό Πανεπιστήμιο τού Μπέρκλεϋ στήν Καλιφόρνια. Ή ειδι­
κότητά του ήταν οί φυσικές έπιστήμες. Έκανε δμως καί άλλες προτότυπες έρευνες καί είχε διακριθεϊ σάν ένας μεγάλος έπιστήμονας. Κύρια
συμβολή του στήν έπιστήμη υπήρξαν οΐ μελέτες του γιά τό ήλεκτρο καί
τό μνημειώδες έργο του «Ταυτότητα τής Ύλης καί τής ’Ενέργειας» δπου
καθόρισε χωρίς καμιά πλέον δυνατή άμφισβήτηση δτι ή έσχατη ένωση
τής ϋλης καί ή έσχατη ένωση τής ένέργειας είναι ταυτόσημη.
Αύτήν τήν Ιδέα τήν είχαν συλλάβει πρίν άπ’ αύτόν χωρίς δμως νά τήν άποδείξουν ό σέρ Ό λιβερ Λότζε καί άλλοι μελετητές πού δούλευαν στόν
καινούργιο τομέα τής ραδιενέργειας.

19

σαλόνι νά φτάσουν οί καλεσμένοι μας, δταν έκανε μιά μάλλον άταίριαστη έμφάνιση. Ή ταν ή βραδυά τών Ιεροκυρήκων, δπως έλεγε ό πατέρας μεταξύ μας, καί άσφαλώς ό Έρνεστ δέ φαινόταν
νάχει τή θέση του άνάμεσα σ’ αύτοϋς τούς άνθρώπους τής έκκλησίας.
Κατ’ άρχήν τά ρούχα του ήταν κακοραμένα. Φορούσε ένα κο­
στούμι άπό σκούρο ύφασμα πού δέν ήταν στά μέτρα του. Ή άλήθεια είναι δτι δέν μπόρεσε ποτέ νά βρεί ένα έτοιμο ρούχο πού νά
τού πηγαίνει καλά. ’Εκείνο τό βράδυ δπως πάντοτε, οί μύς του άνασήκωναν τό ύφασμα καί τό παλτό έκανε ένα σωρό ζάρες στούς
ώμους έξ αΙτίας τοϋ πλατειού του στέρνου. Είχε τό λαιμό ένός
πρωταθλητή τού μπόξ®, χοντρό καί δυνατό. Νάτος λοιπόν, έλεγα
μέσα μου, αύτός ό κοινωνικός φιλόσοφος, πρώην πεταλωτής, πού
άνακάλυψε ό πατέρας μου. Κι άσφαλώς ό ρόλος τοϋ πήγαινε μ’
αύτά τά ποντίκια στά μπράτσα κι αύτό τό λαιμό. Τόν φαντάστηκα
άμέσως σάν ένα είδος παιδιού θαύματος, έναν Μπλάϊντ Τόμ,7),
τής έργατικής τάξης.
Καί τότε μού έσφιξε τό χέρι! Τό σφίξιμο τού χεριού του ήταν
πολύ σταθερό καί δυνατό, μά πάνω άπ’ δλα τά μαύρα του μάτια
μέ κυττοϋσαν μέ έπιμονή... μέ πολύ έπιμονή μάλιστα κατά τή γνώ­
μη μου. Καταλαβαίνετε ήμουνα ένα πλάσμα τού περιβάλλοντός
μου καί τήν έποχή έκείνη τό ταξικό μου ένστικτο ήταν δυνατό. Αύ­
τή ή τόλμη θά μού φαινόταν άσυγχώρητη άπό έναν άνθρωπο τοϋ
δικοϋ μου κόσμου. Δέν μπόρεσα νά μήν κατεβάσω τά μάτια κι δ­
ταν μέ προσπέρασε, γύρισα μέ πραγματική άνακούφιση νά χαιρε­
τήσω τόν ’Επίσκοπο Μορχάουζ, έναν άπ’ αύτούς πού συμπαθού­
σα πολύ, έναν άνδρα μέσης ήλικίας, γλυκό καί σοβαρό, μέ τήν δψη καί τήν καλοσύνη ένός Χριστού καί πάνω άπ’ δλα ένα σοφό.
’Αλλά αύτή ή τόλμη πού έγώ τήν έπαιρνα γιά ύπεροψία ήταν
τό σπουδαιότερο κλειδί πού θά μού άποκάλυπτε τό χαρακτήρα
τού "Ερνεστ Έβερχαρντ. Ή ταν άπλός, ντόμπρος, δέ φοβόταν τί­
ποτα καί δέν έννοοϋσε νά χάνει τό χρόνο του σέ συμβατικούς εύγενικοΰς τρόπους. «Μοϋ είχες άρέσει άμέσως, μού έξήγησε πολύ
6. Τόν καιρό έκεϊνο οί Ανθρωποι συνήθιζαν νό κάνουν άγώνες μέ χρη­
ματικά έπαθλα. Χτυπούσε 6 ένας τόν άλλο μέ τΙς μπουνιές του. "Οταν ό έ­
νας άπ’ τούς δυό έπεφτε άναίσθητος ή σκοτωνόταν, ό άλλος έπαιρνε τά
χρήματα.
7. Αύτή ή δχι καί τόσο καθαρή παρομοίωση άναφέρεται σ’ ένα τυφλό
νέγρο μουσικό πού είχε ξεσηκώσει τόν κόσμο στό δεύτερο μισό τοϋ δέ­
κατου ένατου αίώνα τής Χριστιανικής έποχής.

20

άργότερα, γιατί λοιπόν νά μή γεμίσω τά μάτια μου μ’ αύτό πού
μού άρεσε». Είπα προηγουμένως ότι τίποτα δέν τόν φόβιζε. ’ Η­
ταν ένας έκ φύσεως άριστοκράτης παρά τό γεγονός δτι άνήκε
στό άντίπαλο στρατόπεδο τών άριστοκρατών. Ή ταν ένας ύπεράνθρωπος. Ή ταν τό ξανθό δν πού πριέγραψε ό Νίτσε (8) μά πά­
νω άπ’ δλα ήταν ένας φλογερός δημοκράτης.
Καθώς ήμουνα άπασχολημένη μέ τούς άλλους προσκεκλημμένους κι έξ αίτίας Ισως τής κακής έντύπωσης πού μοϋ έκανε, ξέχασα σχεδόν τελείως τό φιλόσοφο τής έργατικής τάξης άν καί
μία ή δυό φορές κατά τή διάρκεια τοϋ γεύματος κύτταξα τά μάτια
του πού γελούσαν πονηρά καθώς άκουγε νά μιλάει πότε ό ένας
Ιεροκύρηκας καί πότε ό άλλος. Κατάλαβα δτι ήταν άνθρωπος μέ
χιούμορ καί τού συγχώρησα σχεδόν τό άλλόκοτο ντύσιμό του. Ή
ώρα δμως περνούσε, τό δείπνο προχωρούσε καί δέν είχε άκόμα
άνοίξει τό στόμα του, ένώ οΐ αίδεσιμώτατοι συζητούσαν άτέλειωτα γιά τήν έργατική τάξη, τΙς σχέσεις της μέ τήν ’Εκκλησία καί γιά
δλα δσα ή ’Εκκλησία είχε κάνει κι έξακολουθοϋσε νά κάνει γι αύ­
τή. Παρατήρησα πώς ό πατέρας δυσανασχετούσε πού ό Έρνεστ
δέ μιλούσε. Σέ κάποια στιγμή πού δέ μιλούσε κανείς τοϋ ζήτησε
νά πεϊ τή γνώμη του. Ό "Ερνεστ άρκέστηκε νά σηκώσει τούς ώ­
μους καί μετά άπό ένα σύντομο «δέν έχω τίποτα νά πώ» συνέχισε
νά μασάει τ’ άλατισμένα μύγδαλα.
Ό πατέρας μου δμως δέν τό έβαζε εύκολα κάτω καί μετά ά­
πό λίγο δήλωσε.
— "Εχουμε μαζί μας ένα μέλος τής έργατικής τάξης. Είμαι βέ­
βαιος δτι θά μπορούσε νά μάς δώσει μιά καινούργια, ένδιαφέρουσα καί ζωντανή άποψη τών πραγμάτων. Άναφέρομαι στόν κύριο
"Εβερχαρντ.
01 άλλοι έδειξαν εύγενικό ένδιαφέρον καί πίεσαν τόν Έρνε­
στ νά έκθέσει τΙς άπόψεις του. Ή στάση τους άπένταντί του ήταν
τόσο μεγάθυμη, τόσο άνεκτική τόσο καλοκάγαθη πού Ισοδυναμοϋσε μέ καθαρή συγκατάβαση. Είδα δτι ό Έρνεστ τό παρατήσησε κι δτι αύτό τόν διασκέδαζε. Γυρόφερε τά μάτια του άργά σ’ ό­
λους τούς γύρω του καί τά είδα πού γελούσαν πονηρά.
—Δέ συνηθίζω νά πέφτω στή φιλοφροσύνη τών έκκλησιαστιθ. Φρειδερίκος Νίτσε, ό τρελός φιλόσοφος τού 19ου αίώνα τής Χριστια­
νικής 'Εποχής πού είχε μερικές φωτεινές Ιδέες πάνω στήν άλήθεια άλλά
πού τό λογικό του σάλεψε καθώς γύριζε συνεχώς μέσα στόν κύκλο τής
άνθρώπινης σκέψης.

21

κών άντιγνωμιών Αρχισε καί μετά φάνηκε νά διστάζει δείχοντας
κάποια μετριοφροσύνη καί άναποφασιστικότητα.
Άκούστηκαν λόγια ένθαρρυντικά «Συνεχίστε, συνεχίστε»
καί ό δόκτωρ Χάμμερφιλντ είπε.
—Δέ φοβόμαστε τήν άλήθεια τού όποιουδήποτε άνθρώπου.
Άρκεϊ νά είναι ειλικρινής, πρόσθεσε.
—Χωρίζετε λοιπόν τήν ειλικρίνεια άπό τήν άλήθεια; είπε
γρήγορα ό Έρνεστ γελώντας.
Ό δόκτωρ Χάμμερφιλντ έμεινε γιά λίγο μ’ άνοιχτό τό στόμα
καί στό τέλος κατάφερε νά ψελλίσει.

Ό καλλίτερος άπό μάς μπορεϊ νά πέσει έξω νεαρέ μου, ό
καλλίτερος.
’Εκείνη τή στιγμή ό Έρνεστ άλλαξε έντελώς ύφος. Σέ μιά
στιγμή μέσα έγινε άλλος άνθρωπος.
— Πολύ καλά, άπάντησε, άπ’ τήν άρχή λοιπόν σάς λέω δτι πέ­
φτετε όλοι έξω. Δέν ξέρετε τίποτα, κι άκόμα λιγότερο άπό τό τί­
ποτα γιά τήν έργατική τάξη. Ή κοινωνιολογία σας είναι τόσο έσφαλμένη καί άπογυμνωμένη άπό κάθε άξία δσο καί ή μέθοδος
τού συλλογισμού σας.
Τινάχτηκα μόλις άρχισε νά μιλάει όχι τόσο γι αύτά πού έλεγε
δσο γιά τόν τρόπο πού τά έλεγε. Τά λόγια του είχαν τήν τόλμη
τών ματιών του. Ή ταν ό ήχος μιάς σάλπιγκας πού μέ δόνησε όλόκληρη. "Ολοι οΐ συνδαιτημόνες τήν άκουσαν, ξύπνησαν άπό τή
μονότονη καί χωρίς καμιά ζωντάνια συζήτηση πού συνεχιζόταν.
—ΤΙ είναι λοιπόν αύτό τό τόσο τρομερά έσφαλμένο καί άπογυμνωμένο άπό κάθε άξία στή μέθοδο συλλογισμού μας, νεαρέ;
ρώτησε ό Δρ Χάμμερφιλντ καί ό τόνος τής φωνής του κι ό τρόπος
πού τά είπε πρόδιδαν κι δλας τή δυσαρέσκεια.
—Είστε μεταφυσικοί. Μπορεϊτε μέ τή μεταφυσική ν’ άποδείξετε ότιδήποτε καί μετά κάποιος άλλος μεταφυσικός όποιος καί
νάναι, γιά προσωπική του Ικανοποίηση, ν’ άποδείξει δτι κάνετε
λάθος. Είστε άναρχικοΐ στό πεδίο τής σκέψης. "Εχετε τό τρελό
πάθος τών κοσμολογικών κατασκευών. Καθένας άπό σάς κατοι­
κεί ένα κόσμο φτιαγμένο στά μέτρα του, μέ τΙς δικές του φαντα
σίες καί τΙς δικές του έπιθυμίες. Δέ γνωρίζετε τίποτα άπό τόν άληθινό κόσμο μέσα στόν όποιο ζεϊτε καί οΐ σκέψεις σας δέν έχουν
καμιά σχέση μέ τήν πραγματικότητα, έκτός άν τΙς δει κανείς σάν
φαινόμενα διανοητικής πλάνης. Ξέρετε τί σκεφτόμουνα, πρό όλίγου, καθώς σάς άκουγα νά μιλάτε περί άνέμων καί ϋδάτων; Μοϋ
22

θυμίσατε αυτούς τούς σχολαστικούς τού Μεσαίωνα πού σηζητούσαν σοβαρά καί μ’ έπιχειρήματα γιά τδ πόσοι άγγελοι θά μπορού­
σαν νά χορέψουν στή μύτη μιάς καρφίτσας. Κύριοι είστε τόσο μα­
κριά άπό τήν πνευματική ζωή τού 20ου αΙώνα, δσο θά ήταν κι ένας
έρυθρόδερμος μάγος πού άσκούσε τή μαγεία, έδώ καί δέκα χιλιά­
δες χρόνια, σέ κάποιο παρθένο δάσος.
’Εκτοξεύοντας αύτή τήν άποστροφή ό "Ερνεστ φαινόταν
πραγματικά θυμωμένος. Τό ξαναμμένο του πρόσωπο, τά συνο­
φρυωμένα του φρύδια, οΐ λάμψεις των ματιών του, οΐ κινήσεις τού
σαγονιοϋ του καί τής όδοντοστοιχίας του, δλα πρόδιναν μιά διά­
θεση έπιθετικότητας. Δέν ήταν δμως παρά ένας άπό τούς τρό­
πους του νά ένεργεϊ. Προκαλοϋσε πάντα τούς άλλους. Ή άστραπιαία του έπίθεση τούς έκανε έξω φρενών. 'Όλοι οΐ καλεσμένοι
μας είχαν ξεχάσει τώρα τούς καλούς τους τρόπους. Ό ’Επίσκο­
πος Μορχάουζ, σκύβοντας πρός τά μπρός, άκουγε προσεχτικά.
Τό πρόσωπο τού Δρ Χάμμερφιλντ ήταν κόκκινο άπό όργή καί άγανάκτηση. Καί οΐ άλλοι ήσαν άγανακτισμένοι. Μερικοί χαμογελού­
σαν μ’ ένα Οφος συγκαταβατικής άνωτερότητας. Όσο γιά μένα
εϋρισκα τή σκηνή πολύ διασκεδαστική. Κύτταξα τόν πατέρα καί
νόμισα πώς ήταν έτοιμος νά σκάσει στά γέλια, βλέποντας τό άποτέλεσμα αύτής τής άνθρώπινης βόμβας πού είχε τήν τόλμη νά έκτοξεύσει άναμεσά μας.
—01 όροι σας είναι λίγο άόριστοι, διέκοψε 6 Δρ Χάμμερφιλντ. ΤΙ θέλετε νά πείτε άκριβώς άποκαλώντας μας μεταφυσικούς.
—Σάς άποκαλώ μεταφυσικούς, συνέχισε ό Έρνεστ, γιατί
σκέπτεστε κατά τρόπο μεταφυσικό. Ή μέθοδός σας είναι τό άντίθετο τής έπιστημονικής μεθόδου καί τά συμπεράσματά σας δέν έ­
χουν καμιά άξία. Άποδεικνύετε τά πάντα καί δέν άποδεικνύετε τί­
ποτα, καί δέν ύπάρχουν δυό άπό σάς πού νά μπορούν νά συμφω­
νήσουν πάνω σ’ όποιοδήποτε σημείο. Καθένας άπό σάς προσπα­
θεί μέσα άπό τήν Γδια του τή συνείδηση νά έξηγήσει τό σύμπαν
καί τόν έαυτό του. Τό νά θέλεις νά έξηγήσεις τή συνείδηση διά
τής συνείδησης είναι σά νά θέλετε νά σηκωθείτε άπό τή καρέκλα
τραβώντας τόν έαυτό σας άπό τά κορδόνια μέ τά όποια δένετε τΙς
μπόττες σας.
—Δέν καταλαβαίνω, έπενέβη ό ’Επίσκοπος Μορχάουζ. Μού
φαίνεται ότι δλα όσα έχουν σχέση μέ τό πνεύμα είναι μεταφυσι­
κά. Ή πιό άκριβής καί πειστική έπιστήμη, τά μαθηματικά, είναι κα­
θαρά μεταφυσικά. Καί ή πιό μικρή πνευματική διαδικασία πού κά­
23

νει ό έπιστήμονας είναι κι αύτό μεταφυσική. Σ’ αύτό τό σημείο, ά­
σφαλώς θά συμφωνείτε μαζύ μου.
— "Οπως τό λέτε κι έσεϊς ό Ιδιος δέν καταλαβαίνετε, άπάντησε ό Έρνεστ. Ό μεταφυσικός βγάζει συμπεράσματα παίρνοντας
σάν άφετηρία τήν Ιδια του τήν ύποκειμενικότητα. Ό έπιστήμονας
σκέπτεται έπαγωγικά γιατί βασίζεται πάνω στά δεδομένα πού
τοϋ προσφέρει τό πείραμα. Ό μεταφυσικός έρμηνεύει τά γεγονό­
τα σύμφωνα μέ τή θεωρία του, ό έπιστήμονας προχωρεί έπαγωγικά άπό τά γεγονότα στή θεωρία. Ό μεταφυσικός έξηγεϊ τό σύμπαν ξεκινώντας άπό τόν έαυτό του, ό έπιστήμονας έξηγεϊ τόν έ­
αυτό του ξεκινώντας άπό τό σύμπαν.
—Δόξα τώ θεώ δέν είμαστε έπιστήμονες μουρμούρισε ό Δρ
Χάμμερφιλντ, μ’ ένα ύφος εύδαιμονίας.
—Τότε τί είστε λοιπόν;
—Φιλόσοφοι.
—Νάτα μας, είπε ό Έρνεστ γελώντας. ’Αφήσατε τό πραγμα­
τικό καί στέρεο έδαφος καί πετάτε στόν άέρα μέ μιά λέξη πού παί­
ζει τό ρόλο πτητικής μηχανής. Πρός θεού, ξανακατεβεϊτε έδώ κά­
τω καί πέστε μου σάς παρακαλώ μέ τή σειρά σας τί έννοεϊτε άκριβώς μέ τή λέξη φιλοσοφία.
—Ή φιλοσοφία είναι... (ό Δρ Χάμμερφιλντ κόμπιασε κι έβηξε
γιά νά καθαρίσει τό λαιμό του) κάτι τι πού δέν μπορεϊ νά όριστεϊ
καί νά γίνει κατανοητό παρά μόνο στά φιλοσοφικά πνεύματα,
στίς φιλοσοφικές Ιδιοσυγκρασίες. Ό κοντόφθαλμος έπιστήμονας
μέ τή μύτη κολλημένη στούς πειραματικούς του σωλήνες δέ θά
μπορούσε νά καταλάβει τή φιλοσοφία.
Ό Έρνεστ έμεινε άσυγκίνητος σ’ αύτή τήν έπίθεση. Είχε δ­
μως τή συνήθεια νά άνταποδίδει τό χτύπημα στόν άντίπαλο κι αύ­
τό έκανε άμέσως μ’ ένα ύφος καί μιά φωνή πού ξεχείλιζαν άπό κα­
λοκάγαθη άδερφικότητα.
—Σ’ αύτή τήν περίπτωση θά καταλάβετε άσφαλώς τόν όρισμό τής φιλοσοφίας πού θά σάς προτείνω. Πρίν άρχίσω δμως σάς
παρακαλώ ή νά σημειώσετε τά λάθη ή νά διατηρείστε μιά μεταφυ­
σική σιωπή. Ή φιλοσοφία είναι άπλούστατα ή πιό άχανής άπ’ δ­
λες τΙς έπιστήμες. ’Ακολουθεί τήν Ιδια μέθοδο πού μεταχειρίζε­
ται όποιαδήποτε είδική έπιστήμη καί δλες οί έπιστήμες. Κι άκριβώς μ’ αύτή τή μέθοδο, τήν έπαγωγική μέθοδο, ή φιλοσοφία συγ­
χωνεύει δλες τΙς είδικές έπιστήμες σέ μιά μόνη καί μεγάλη έπι­
στήμη. "Οπως λέγει ό Σπένσερ τά δεδομένα κάθε είδικής έπιστή24

μης είναι ένα μέρος τής συνολικής γνώσης. Ή φιλοσοφία ένοποιεΐ τΙς γνώσεις πού τής προσφέρουν οί έπιστήμες. Ή φιλοσο­
φία είναι ή έπιστήμη τών έπιστημών, θά έλεγα ή άρχόντισα τών έπιστημών, άν τό προτιμάτε. Πώς σάς φαίνεται ό όρισμός μου;
— Πολύ άξιόπιστος, πολύ άξιόπιστος, μουρμούρισε άδέξια ό
Δρ Χάμμερφιλντ.
Άλλά 6 Έρνεστ ήταν άνελέητος.
— Προσέχτε καλά, είπε. Ό όρισμός μου είναι μοιραίος γιά τή
μεταφυσική. Έάν άπό τώρα δέν μπορεϊτε νά σημειώσετε καμιά
ρωγμή στόν όρισμό μου, σέ λίγο θάχετε χάσει τό δικαίωμα νά
χρησιμοποιήσετε μεταφυσικά έπιχειρήματα. θ ά είστε ύποχρεωμένος νά περάσετε τή ζωή σας ψάχνοντας γι αύτή τή ρωγμή καί
νά μείνετε μεταφυσικά σιωπηλός μέχρι νά τή βρήτε.
Ό Έρνεστ περίμενε. Ή σιωπή γινόταν βαρειά. Ό Δρ Χάμμερφιλντ ύπέφερε κι έννοιωθε μπερδεμένος. Τά τσεκουράτα χτυ­
πήματα τοϋ Έρνεστ τόν έφεραν σέ πλήρη άμηχανία. Δέν ήταν
συνηθισμένος στήν άπλή καί στήν κατά μέτωπο μέθοδο τής άντιδικίας. Τό βλέμμα του Ικετευτικό έκανε τό γύρω τοϋ τραπεζιού,
άλλά κανένας δέν άπαντοϋσε στή θέση του. Συνέλαβα τόν πατέ­
ρα νά καγχάζει πίσω άπό τή πετσέτα του.
— 'Υπάρχει κι άλλος τρόπος ν’ άπορίψουμε τούς μεταφυσι­
κούς, συνέχισε ό Έρνεστ, δταν ό Δρ Χάμμερφιλντ είχε έντελώς
έξουδετερωθεϊ, νά τούς κρίνουμε άπό τά έργα τους. ΤΙ έχουν κά­
νει γιά τήν άνθρωπότητα έξω άπό τό νά υφαίνουν τΙς άερώδεις
φαντασίες τους καί νά παίρνουν γιά θεούς τούς Ιδιους τους τούς
Ισκιους; Δέχομαι δτι έδωσαν μερικές χαρές στό άνθρώπινο γέ­
νος, άλλά ποιό καλό χειροπιαστό κάναν γι αύτό; φιλοσόφησαν
—συγχωρέστε μου αύτόν τόν άδόκιμο δρο— πάνω στήν καρδιά
σάν έπίκεντρο τών συγκινήσεων, ένώ δλο αύτό τό καιρό οί έπιστήμονες μελέτησαν τήν κυκλοφορία τού αίματος. Διεκύρηξαν μέ
στόμφο ότι ή πείνα καί ή χολέρα είναι μάστιγες τοϋ θεού, ένώ οΐ
έπιστήμονες χτίζαν άποθήκες γιά τά τρόφιμα καί κατασκεύαζαν
άποχετευτικό δίκτυο μέσα στίς πόλεις. Κατασκευάζαν θεούς σύμ­
φωνα μέ τΙς δικές τους σκιές καί τΙς δικές τους έπιθυμίες ένώ οΐ έ­
πιστήμονες κατασκεύαζαν δρόμους καί γέφυρες. Περιέγραφαν
τή γή σάν τό κέντρο τού σύμπαντος, ένώ οί έπιστήμονες άνακάλυπταν τήν ’Αμερική καί έξερευνούσαν τό διάστημα γιά ν’ άνακαλύψουν νέους άστερισμούς καί τούς νόμους πού τούς κυβερνούν.
Μέ λίγα λόγια οί μεταφυσικοί δέν έκαναν τίποτα, άπολύτως τίπο­
25

τα γιά τήν άνθρωπότητα. ’Αναγκάστηκαν νά ύποχωρήσουν βήμα
πρδς βήμα μπροστά στίς κατακτήσεις τής έπιστήμης. Μόλις τά έπιστημονικά έξακριβωμένα γεγονότα άνέτρεπαν τΙς ύποκειμενικές τους έρμηνείες, φτιάχναν καινούργιες θεωρίες σέ πλατύτερη
κλίμακα γιά νά μπορέσουν έτσι νά συμπεριλάβουν τήν έρμηνε(α
τών τελευταίων έπιστημονικών δεδομένων. Καί δέν άμφιβάλω ότι
αύτό θά συνεχίσουν νά κάνουν μέχρι τή συντέλεια τών αίώνων.
Κύριοι, ό μεταφυσικός είναι ό μάγος τής φυλής μέ τά μαγικά βό­
τανα. ’Ανάμεσα σέ σάς καί στόν Έσκιμώο πού φαντάζεται ένα
θεό πού τρώει λίπος καί φοράει γούνα δέν ύπάρχει άλλη διαφορά
παρά μόνον μερικές χιλιάδες χρόνια έξακριβωμένων άπό τήν έπιστήμη γεγονότων. Αύτό είναι όλο.
—Έν τούτοις ή σκέψη τού ’Αριστοτέλη κυριάρχησε στήν Εύρώπη έπΐ δώδεκα αίώνες άνήγγειλε μέ στόμφο ό Δρ Μπάλλινγκφορντ, καί ό ’Αριστοτέλης ήταν ένας μεταφυσικός.
Ό Δρ Μπάλλινγκφορντ έκανε μέ τά μάτια τό γύρο τού τρα­
πεζιού καί είσέπραξε νοήματα καί χαμόγελα έπιδοκιμάσίας.
—Τό παράδειγμά σας είναι πολύ άτυχές, άπάντησε ό Έρνεστ. Άναφέρεστε σέ μιά πολύ σκοτεινή περίοδο τής άνθρώπινης Ιστορίας, αύτή πού όνομάζουμε άκριβώς περίοδο τών Σκοτει­
νών ΑΙώνων. Μιά έποχή όπου ή έπιστήμη ήταν δέσμια τής μετα­
φυσικής, δπου ή φυσική είχε περιοριστεί στήν άναζήτηση τής Φι­
λοσοφικής Πέτρας, δπου ή Χημεία είχε άντικατασταθεΐ άπό τήν
άλχημεία καί ή άστρονομία άπό τήν άστρολογία. Τί θλιβερή κυ­
ριαρχία άσκησε αύτή ή σκέψη τού ’Αριστοτέλη!
Ό Δρ Μπάλλινγκφορντ φάνηκε ένοχλημένος, άλλά σέ λίγο
τό πρόσωπό του φωτίστηκε καί είπε.
— Άκόκα κι άν άποδεχτοϋμε αύτόν τό φοβερό πίνακα πού
μόλις τώρα ζωγραφίσατε, θά πρέπει νά όμολογήσετε δτι ή μετα­
φυσική είχε τήν έσωτερική έκείνη δύναμη πού τής έπέτρεψε νά
βγάλει τήν άνθρωπότητα άπό αύτή τή σκοτεινή περίοδο καί νά
τήν όδηγήσει στούς φωτεινούς αίώνες πού άκολούθησαν.
—Ή μεταφυσική δέν έχει καμιά σχέση μ’ αύτό, άπάντησε ό
"Ερνεστ.
—Πώς; φώναξε ό Δρ Χάμμερφιλντ δέν είναι ή σκέψη καί ή φι­
λοσοφική θεώρηση πού όδήγησαν στίς έξερευνήσεις;
— Ά χ ! άγαπητέ κύριε, είπε ό Έρνεστ χαμογελώντας, νόμιζα
δτι σάς είχα έξουδετερώσει. Δέ βρήκατε άκόμη καμιά ρωγμή
στόν όρισμό μου γιά τή φιλοσοφία. Είστε έντελώς ξεκρέμαστος.
26

Άλλά αύτδς είναι ό τρόπος τών μεταφυσικών καί σάς συγχωρώ.
"Οχι, έπαναλαμβάνω, ή μεταφυσική δέν έχει καμιά σχέση μ’ αύτήν τήν Ιστορία. Τό ψωμί καί τό βούτυρο, τό μετάξι καί τά κοσμή­
ματα, τά δολλάρια καί τά σέντς καί τό συμπτωματικό κλείσιμο
τών έμπορικών όδών διά ξηράς πρός τήν Ινδία, νά τΐ προκάλεσε
τά ταξε(δια τών έξερευνήσεων. Μέ τό πέσιμο τής Κωσταντινούπολης, στό 1453, οΐ Τούρκοι κλεΐσαν τό δρόμο στό καραβάνια γιά
τήν ’Ινδία. 01 έμποροι τής Εύρώπης έπρεπε νά βρούν κάποιον άλ­
λον. Αύτή ύπήρξε ή πρωταρχική αΙτία αύτών τών έξερευνήσεων.
Ό Κολόμβος έκανε τά θαλάσσια ταξείδια του γιά νά βρει ένα νέο
δρόμο γιά τΙς Ινδίες. Τό λένε καθαρά δλα τά Ιστορικά βιβλία. Μέ
τήν εύκαιρία αύτή έγιναν γνωστά νέα δεδομένα πάνω στή φύση,
τό μέγεθος καί τό σχήμα τής γής καί τό σύστημα τού Πτολεμαίου
άφηνε τΙς τελευταίες του άναλαμπές.
Ό Δρ Χάμμερφιλντ γρύλισε.
—Δέ συμφωνείτε μαζύ μου; ρώτησε ό "Ερνεστ. Τότε πέστε
μου πού βρίσκεται τό λάθος μου.
—Μπορώ μόνο νά έπιμείνω στήν άποψή μου, άπάντησε θυ­
μωμένα ό Δρ Χάμμερφιλντ. Είναι πολύ μεγάλη Ιστορία γιά νά τήν
ξεκινήσουμε τώρα έδώ.
—Δέν υπάρχει πολύ μεγάλη Ιστορία γιά τόν έπιστήμονα, ά­
πάντησε ό "Ερνεστ μέ γλυκύτητα. Γι αύτό ό έπιστήμονας φτάνει
κάπου. Γι αύτό έφτασε στήν ’Αμερική.
Δέν έχω σκοπό νά περιγράφω όλόκληρη τή βραδυά, άν καί
μού είναι πολύ εύχάριστο νά ξαναφέρνω στή μνήμη μου κάθε
στιγμή, κάθε λεπτομέρεια αύτών τών πρώτων ώρών, αύτής τής
πρώτης συνάντησης, τής πρώτης γνωριμίας μου μέ τόν "Ερνεστ
"Εβερχαρντ.
Ή μάχη έγινε θυελώδης καί οΐ αίδεσιμώτατοι άναβαν καί
κοκκίνιζαν τΙς στιγμές κυρίως πού ό 'Ερνεστ τούς άποκαλοϋσε
ρομαντικούς φιλόσοφους, όθόνες μαγικής λατέρνας καί άλλα πα­
ρόμοια. Καί κάθε φορά τούς σταματούσε καί τούς έπανέφερε στά
γεγονότα. «Τό γεγονός, κύριοι τό άναντίρρητο γεγονός» φώναζε
θριαμβευτικά κάθε φορά πού κατάφερνε σ’ έναν άπ’ αύτούς ένα
άποφασιστικό χτύπημα. Σηκώνονταν οΐ τρίχες του στή λέξη γεγο­
νότα. Τούς έβαζε τρικλοποδιές μέ τά γεγονότα, τούς έστηνε ένέδρες μέ τά γεγονότα, τούς πλευροκοπούσε μέ τά γεγονότα.
—Φαίνεται ότι έχετε άφοσιωθεί στή λατρεία τού γεγονότος,
είπε σαρκαστικά ό Δρ Χάμμερφιλντ.
27

—Δέν ύπάρχει άλλος θεάς έκτός άπδ τά Γεγονδς καί δ κύ­
ριος Έβερχαρντ είναι δ προφήτης, αύτοϋ, παράφρασε δ Δρ
Μπάλλινγκφορντ.
Ό Έρνεστ χαμογέλασε μέ συγκατάβαση.
— Είμαι σάν τδν άνθρωπο άπδ τδ Τέξας, είπε. Καί καθώς τδν
πίεζαν νά τούς έξηγήσει τί έννοούσε, πρόσθεσε.
—Βλέπετε δ άνθρωπος άπδ τδ Μισούρι λέει πάντα «πρέπει
νά μού τδ δείξεις» άλλά δ άνθρωπος άπδ τδ Τέξας λέει «πρέπει νά
μού τδ βάλεις στδ χέρι». Άπ’ αύτδ φαίνεται δτι δέν είναι μεταφυ­
σικός.
Σέ κάποια άλλη στιγμή δπου 6 Έρνεστ μόλις είχε πει δτι οΐ
μεταφυσικοί φιλόσοφοι δέ θά μπορούσαν ποτέ ν’ άντέξουν τό
τέστ τής άλήθειας, ό Δρ Χάμμερφιλντ ρώτησε ξαφνικά.
— Ποιά είναι ή άπόδειξη τής άλήθειας νεαρέ, έχετε τήν καλο­
σύνη νά μάς έξηγήσετε αύτό πού τόσο πολύ άπασχόλησε κεφά­
λια πολύ σοφώτερα άπό τό δικό σας;
— Άσφαλώς, άπάντησε ό Έρνεστ, μ’ αύτή τήν άπόλυτη βε­
βαιότητα πού τούς έρέθιζε. 01 σοφές κεφαλές έχουν περιπλέξει
άξιοθρήνητα τό ζήτημα τής άλήθειας γιατί τήν κυνηγούν έκεϊ ψη­
λά στά σύννεφα. Ά ν είχαν παραμείνει πάνω στή σταθερή γή θά
τήν είχαν βρει άρκετά εύκολα, θά μπορούσαν μάλιστα νά πειρα­
ματιστούν πάνω στήν άλήθεια μέ τήν κάθε πρακτική ένέργεια καί
σκέψη πού άφορά τή ζωή τους.
—Τό πείραμα, τό πείραμα, έπανέλαβε άνυπόμονα ό Δρ Χάμμερφιλντ. Δέ μάς ένδιαφέρει τό προοίμιον. Δώστε μας αύτό πού
τόσο καιρό άναζητούμε, δώστε μας τό πείραμα γιά τήν άπόδειξη
τής άλήθειας καί θά γίνουμε θεοί.
'Υπήρχε σ’ αύτά τά λόγια καί στόν τρόπο πού είπώθηκαν μιά
άγένεια κι ένας σαρκαστικός σκεπτικισμός πού άπολάμβαναν
κρυφά οί πιό πολλοί καλεσμένοι άν καί ό Επίσκοπος Μορχάουζ
φάνηκε ένοχλημένος.
— Ό Δρ Τζόρνταν·91 τό έχει ξεκαθαρίσει, άπάντησε ό Έρνεστ.
Καί νά ό τρόπος του νά έλέγχει τήν άλήθεια: «Λειτουργεί; θ ά έμπιστευόσαστε τή ζωή σας σ’ αύτή;».
— Πίφ! γρύλισε ό Δρ Χάμμερφιλντ. "Εχετε άφήσει έξω άπό
9.
Ένας σπουδαίος δάσκαλος στά τέλη τοϋ 19ου αιώνα καί στίς άρχές
τοϋ 20ου τής Χριστιανικής έποχής. Ή ταν Πρόεδρος τού Πανεπιστημίου
τού Στάνφορτν πού είχε γίνει άπό δωρεά τής έποχής έκεΐνης.

28

τούς ύπολογισμούς σας τόν έπίσκοπο Μπέρκλεϋ1101. Κανείς δέν
τοϋ έχει δώσει άπάντηση μέχρι τώρα.
—Μάλιστα, αύτός είναι ό εύγενέστερος μεταφυσικός όλης
τής παρέας, είπε γελώντας ό "Ερνεστ, άλλά δέν μπορεϊ νά σάς
βοηθήσει σέ τίποτα. Ή μεταφυσική του δέ λειτούργησε όπως τό
άπέδειξε ή Ιδια ή ζωή τοϋ Μπέρκλεϋ.
Ό Δρ Χάμμερφιλντ έγινε έντελώς έξω φρενών. Θά έλεγε κα­
νείς ότι είχε συλλάβει τόν "Ερνεστ νά κλέβει ή νά ψεύδεται.
—Νεαρέ, βροντοφώναξε, αύτή ή δήλωση ταιριάζει μ’ αύτά
πού ξεστομίσατε άπόψε, είναι άβάσιμη καί άνάξια λόγου ή ύπόθεση πού κάνετε.
—Μέ κατατροπώσατε, μουρμούρισε ό "Ερνεστ μέ συντριβή.
Μόνο δέν ξέρω πώς τά καταφέρατε. Πρέπει νά μού τό κάνετε λια­
νά Δόκτωρ.
—Βεβαίως, βεβαίως, ψέλλισε ό Δρ Χάμμεφιλντ. Πώς τό ξέρετε;
Δέν μπορεϊτε νά λέτε ότι ό έπίσκοπος Μπέρκλεϋ άπέδειξε ότι ή
μεταφυσική του δέ λειτούργησε. Δέν έχετε άποδείξεις, νεαρέ.
Πάντοτε λειτούργησε.

Ή καλλίτερη άπόδειξη ότι ή μεταφυσική τοϋ Μπέρκλεύ δέ
λειτούργησε —ό "Ερνεστ πήρε ήρεμα άνάσα γιά μιά στιγμή— εί­
ναι γιατί ό Ιδιος ό Μπέρκλεϋ είχε τήν άθεράπευτη συνήθεια νά
περνάει άπό τΙς πόρτες κι όχι μέσα άπό τούς τοίχους. Γιατί έμπιστευόταν τή ζωή του στίς στέρεες τροφές, τό ψωμί, τό βούτυρο
καί τό ψητό. Γιατί ξυριζόταν μ’ ένα ξυράφι πού έκοβε καλά όταν
τό περνούσε πάνω στά γένεια του.
—Μά αύτά είναι πράγματα τής καθημερινής ζωής, φώναξε ό
Δρ Χάμμερφιλντ. Ή μεταφυσική άνήκει στό πνεύμα.
—Καί λειτουργεί, έννοώ μέσα στό πνεύμα; ρώτησε ήρεμα ό
Έρνεστ. Ό άλλος έκανε ένα νεύμα έπιδοκιμασίας.
—Κι ένα πλήθος άγγέλων μπορούν νά χορεύουν στή μύτη
μιάς καρφίτσας, μέσα στό πνεύμα, συνέχισε ό Έρνεστ, μέ ύφος
σκεφτικό. “Ενας θεός πού τρώει λίπος καί φοράει προβιά μπορεϊ
νά ϋπάρχει καί νά λειτουργεί, μέσα στό πνεύμα φυσικά, έπειδή
δέν ύπάρχουν άποδείξεις περί τού άντιθέτου, κι αύτές μέσα στό
πνεύμα. 'Υποθέτω Δόκτωρ ότι ζείτε μέσα στό πνεθμα.
10.
Μονιστής Ιδεαλιστής πού γιά πολύ καιρό ίβαλε a t άμηχαν(α τούς
φιλόσοφους τής έποχής έκεΐνης. Άρνιόταν τήν ύπαρξη τής Ολης άλλά τά
έπιδέξια έπιχειρήματά του καταρίφτηκαν τελικά δταν τά νέα έμπειρικά
δεδομένα τής έπιστήμης έγιναν γενικά άποδεκτά στή φιλοσοφία.

29

—Τ6 πνεύμα μου είναι τό βασίλειό μου, ήταν ή άπάντηση.
—Αύτός είναι ένας άλλος τρόπος γιά νά όμολογήσετε ότι ζεϊτε
στά σύννεφα. Άλλά έπανέρχεστε στή γή, είμαι βέβαιος τήν ώρα
τού φαγητού καί όταν γίνεται ένας σεισμός. Γιά πέστε μου Δόκτωρ, μήπως δέν πρόκειται νά άντιληφθεϊτε τό σεισμό έπειδή τό
άσαρκο σώμα σας δέν μπορεϊ νά χτυπηθεί άπό ένα άϋλο κερα­
μίδι;
’Εκείνη τή στιγμή κι έντελώς άσυνείδητα ό Δρ Χάμμερφιλντ
έβαλε τό χέρι στό κεφάλι του δπου μιά ούλή σκεπαζόταν άπό τά
μαλλιά του. Ό "Ερνεστ είχε πέσει κατά τύχη πάνω σ’ ένα κατάλ­
ληλο γιά τήν περίσταση παράδειγμα. Κατά τή διάρκεια τού Μεγά­
λου Σεισμού*111ό Δρ Χάμμερφιλντ είχε κινδυνέψει νά σκοτωθεί ά­
πό μιά καμινάδα. "Ολοι ξέσπασαν σέ γέλια.
—Λοιπόν, είπε ό Έρνεστ, δταν ή Ιλαρότητα κόπασε, περιμέ­
νω τΙς άποδείξεις σας περί τού άντιθέτου.
Καί μέσα στή γενική σιωπή ρώτησε πάλι «λοιπόν;» καί πρόσθεσε «καλούτσικο τό έπιχείρημά σας άλλά δέ φτάνει».
Ό Δρ Χάμμεψιλντ βγήκε πρόσκαιρα έκτός μάχης, άλλά αύτή
συνεχίστηκε πρός άλλες κατευθύνσεις. Ό Έρνεστ προκαλοϋσε
συστηματικά τούς αίδεσιμώτατους καί τούς κατάφερνε τό ένα
πλήγμα μετά τό άλλο. Ό ταν Ισχυρίζονταν ότι γνώριζαν τήν έργατική τάξη τούς έλεγε βασικές άλήθειες γι αύτή τήν τάξη πού άγνοούσαν καί τούς προκαλοϋσε νά τόν διαψεύσουν. Τούς έδινε
γεγονότα καί μόνο γεγονότα, έλεγχε τΙς έξάρσεις τους πρός τό
φεγγάρι καί τούς έφερνε πίσω στή στέρεη γή καί στά γεγονότα.
Πόσο καλά θυμάμαι αύτή τή σκηνή! Νομίζω πώς καί τώρα
τόν άκούω, μ’ αύτή τή φωνή του σάν πολεμική σάλπιγκα, νά τούς
μαστιγώνει μέ τά γεγονότα, κάθε γεγονός κι ένα ράπισμα πού
σού έρχεται άπανωτά καί τό ένα πονάει περισσότερο άπό τό άλ­
λο. ΤΗταν άνελέητος, ούτε ζητούσε, ούτε έδινε χάρη(12)σέ κανένα.
Δέ θά ξεχάσω ποτέ τό τελευταίο χτύπημα πού τούς κατάψερε.
— ’Αναγνωρίσατε έπανειλημένα άπόψε, μέ τΙς αύθόρμητες όμολογίες σας ή μέ τήν άγνοιά σας δτι δέ γνωρίζετε τήν έργατική
τάξη. ’Αλλά κανείς δέ σάς κατακρίνει γι αύτό. Πώς θά μπορούσα­
11. Ό μεγάλος σεισμός τού 1906 πού κατάστρεψε τό Σάν Φραντσίσκο.
12. Αύτή ή εΙκόνα βασίζεται στά 6θιμα τής έποχής έκεΐνης. "Οταν άνάμεσα στους άνδρες πού πάλευαν μέχρι θανάτου κατά τόν τρόπο τών ά­
γριων ζώων, ό 6νας έριχνε κάτω τά δπλα νικημένος, ήταν στήν κρίση τοϋ
νικητή άν θά τόν θανάτωνε ή θά τού χάριζε τή ζωή.

30

τε νά ξέρετε ότιδήποτε γιά τήν έργατική τάξη; Δέ ζεϊτε στά Ιδιο
μέρος μέ τήν έργατική τάξη. Έσεΐς βόσκετε μαζί μέ τήν καπιταλι­
στική τάξη σ’ άλλα χωράφια. Καί γιατί όχι; Ή καπιταλιστική τάξη
σάς πληρώνει, σάς τρέφει, σάς ρίχνει στήν πλάτη αύτά τά ροϋχα
πού φοράτε έδώ άπόψε. Σέ άντάλαγμα διδάσκετε στά άφεντικά
σας αύτά τά άχυρα τής μεταφυσικής πού τούς είναι Ιδιαίτερα εύπρόσδεκτα καί είναι εύπρόσδεκτα γιατί δέν άπειλοϋν τήν έδραιωμένη κοινωνική τάξη πραγμάτων.
Αύτές οί φράσεις προκάλεσαν άναταραχή καί διαμαρτυρίες
άπό τή μεριά τών καλεσμένων.
— ΤΩ! δέ βάζω σέ δοκιμασία τήν είλικρίνειά σας, συνέχισε ό
"Ερνεστ, είστε ειλικρινείς. Διδάσκετε αύτό πού πιστεύετε. ’Εδώ
βρίσκεται τό πόση δύναμη άντλεί άπό σάς ή καπιταλιστική τάξη
καί τό πόσο άξίζετε γι αύτήν. Ά ν δμως άλλάζατε τΙς πεποιθήσεις
σας μέ κάτι πού θά άπειλοϋσε τή σημερινή τάξη πραγμάτων, ή δι­
δασκαλία σας θά ήταν άπαράδεκτη γιά τά άφεντικά σας καί θά
σάς πέταγαν έξω. Άλλωστε κάθε τόσο ξαποστέλνουν καί κά­
ποιον άπό σάς<13). Ή μήπως δέν είναι έτσι;
Αύτή τή φορά δέν ύπήρξαν διαμαρτυρίες. 'Υπήρξε μιά σιω­
πηρή έπιδοκιμασία μέ έξαίρεση τόν Δρ. Χάμμερφιλντ πού είπε.
— Μόνον δταν ή σκέψη τους είναι έσφαλμένη, τότε μόνον
τούς ζητούν νά παραιτηθούν.

Πού σημαίνει δηλαδή ότι ό τρόπος πού σκέφτονται είναι ά·
παράδεκτος, τοϋ άπάντησε ό "Ερνεστ καί συνέχισε. Άκούστε με
λοιπόν, συνεχίστε νά διδάσκετε καί νά κερδίζετε τό ψωμί σας, άλ­
λά γιά όνομα τοϋ θεού άφήστε ήσυχη τήν έργατική τάξη. Ανήκε­
τε στό άντίπαλο στρατόπεδο. Δέν έχετε τίποτα τό κοινό μέ τήν
έργατική τάξη. Τά χέρια σας είναι τρυφερά γιατί άλλοι έργάζονται γιά σάς. Τά στομάχια σας είναι στρογγυλά γιατί είναι γεμάτα,
(έδώ ό Δρ Μπάλλινγκφορντ έκανε μιά έλαφριά γκριμάτσα καί ό­
λων τά μάτια καρφώθηκαν στό μεγαλοπρεπές πρικοίλι του. Λέγα­
νε ότι δέν είχε δεί τά πόδια του έδώ καί πολύ καιρό). Καί τά μυαλά
σας είναι γεμάτα θεωρίες πού χρησιμεύουν γιά ύποστηρίγματα
στήν ύπάρχουσα τάξη πραγμάτων. ΕΙσαστε μισθοφόροι
—ειλικρινείς μισθοφόροι, τό παραδέχομαι—δπως ήσαν οί άν13.
Κατά τή διάρκεια αυτής τής περιόδου πολλοί Ιερωμένοι διώχτηκαν
άπό τήν ’Εκκλησία μέ τή δικαιολογία δτι δίδασκαν άπαράδεχτες θεωρίες.
Διώχτηκαν κυρίως δταν τό κύρηγμά τους περιείχε άποχρώσεις σοσιαλι­
στικών Ιδεών.

31

δρες τής ’Ελβετικής Φρουράς041. Ά ς είστε πιστοί σ’ αύτοϋς πού
σάς δίνουν τδ ψωμί σας καί τδ μισθό σας, προστατεύσετε μέ τή δι­
δασκαλία σας τά συμφέροντα τών άφεντικών σας, άλλά μήν πλη­
σιάζετε τήν έργατική τάξη γιά νά τήν καθοδηγήσετε μέ ψεύτικες
θεωρίες. Δέν μπορεϊτε νά άνήκετε τίμια καί στά δύο στρατόπεδα
ταυτόχρονα. Ή έργατική τάξη έκανε καί χωρίς έσάς. Πιστέψτε
με, θά συνεχίσει καί χωρίς έσάς. Καί δχι μόνον αύτό, άλλά ή έργα­
τική τάξη θά τά καταφέρει καλλίτερα χωρίς έσάς, παρά μέ σάς.

14.
01 έμμισθοι παλατιανοί φρουροί τοϋ Λουδοβίκου XVI, βασιλιά τής
Γαλλίας πού άποκεφαλίστηκε άπό τά λαό.

32

Κεφάλαιο 2ο

Προκλήσεις
Μόλις φϋγαν οΐ καλεσμένοι ό πατέρας μου έπεσε σέ μιά πο­
λυθρόνα κι άρχισε νά καγχάζει σάν τό Γαργαντούα. Μετά τό θά­
νατο τής μητέρας μου δέν τόν είχα ξανακούσει νά γελάει έτσι μέ
όλη του τήν καρδιά.
—θ ά στοιχιμάτιζα ότι ό Δρ. Χάμμερφιλντ δέν είχε ποτέ άντιμετωπ(σει κάτι τέτοιο στή ζωή του, είπε καί γελούσε. Πού οΐ εύγενικοΐ τρόποι στήν άνάπτυξη τών έκκλησιαστικών άοριστολογιών!
Παρατήρησες πώς ξεκίνησε σάν άρνάκι, έννοώ τόν Έβερχαρντ,
καί πόσο γρήγορα έγινε ένα λιοντάρι πού βρυχάται; Έ χει ένα έξαιρετικά πειθαρχημένο μυαλό, θά γινόταν ένας θαυμάσιος έπιστήμονας, άν είχε στρέψει τΙς δραστηριότητές του πρός αύτή τήν
κατεύθυνση.
Χρειάζεται μήπως νά πώ πόσο βαθειά μ’ ένδιέφερε ό Έρνε­
στ Έβερχαρντ. Δέν μ’ ένδιέφεραν μόνο αύτά πού είπε κι ό τρό­
πος πού τά είπε άλλά κι ό Ιδιος σάν άντρας. Ποτέ δέν είχα συναν­
τήσει άλλον άντρα σάν κι αύτόν. Υποθέτω πώς αύτός είναι ό λό­
γος πού παρά τά είκοσι τέσσαρά μου χρόνια, δέν είχα άκόμη παν­
τρευτεί. Μοϋ άρεσε, έπρεπε νά τό όμολογήσω στόν έαυτό μου. Ή
συμπάθειά μου γι αύτόν βασιζόταν σέ άλλα πράγματα πέρα άπό
τήν έξυπνάδα του καί τόν τρόπο πού μιλούσε. Παρά τούς φου­
σκωμένους του μϋς καί τό στέρνο ένός μποξέρ μού έδωσε τήν έντύπωση ένός άθώου άγοριού. Κατάλαβα δτι κάτω άπό τή μάσκα
τού άλλαζόνα διανοούμενου κρυβόταν ένα πνεύμα λεπτό καί
εύαίσθητο. Τό έννοιωσα χωρίς νά μπορώ νά πώ μέ τ( τρόπο. Ίσως
μέ βοήθησε ή γυναικεία μου διαίσθηση.
Υπήρχε κάτι σ’ αύτό τό σαλπιγκτήριο κάλεσμά του, πού πή­
33

γε Ισια στήν καρδιά μου. ’Ηχούσε άκόμα στ’ αύτιά μου κι αισθανό­
μουνα τήν έπιθυμία νά τό ξανακούσω πάλι καί νά ξαναδώ πάλι τά
μάτια του νά πετούν έκεϊνες τΙς σπίθες τού γέλιου πού διάψευδαν
τήν άδιαπέραστη σοβαρότητα τού προσώπου του. Καί ύπήρχαν κι
άλλα άπώτερα, άπροσδιόριστα κι άκαθόριστα αίσθήματα πού μέ
κατέκλυζαν καί μέ συγκλόνιζαν. Τόν είχα κι δλας σχεδόν έρωτευτεϊ, άν καί είμαι βέβαιη δτι άν δέν τόν ξανάβλεπα αύτά τά άκαθό­
ριστα συναισθήματα θάσβηναν καί εύκολα θά τόν ξεχνούσα.
Δέν ήταν δμως τής μοίρας μου νά μή τόν ξαναδώ. Τό ένδιαφέρον γιά τήν κοινωνιολογία πού μόλις τότε είχε γεννηθεί στόν
πατέρα μου καί τά δείπνα πού έδινε, άπέκλειαν αύτό τό ένδεχόμενο. Ό πατέρας δέν ήταν κοινωνιολόγος. Ό γάμος του μέ τή μητέ­
ρα μου ύπήρξε πολύ εύτυχισμένος καί οΐ έρευνές του πάνω στήν
έπιστήμη του, τή φυσική, πολύ πετυχημένες. Άλλά δταν ή μητέρα
πέθανε οΐ έργασίες του δέν τού γέμιζαν τό κενό. Στήν άρχή πλα­
τσούρισε έλαφρά στή φιλοσοφία, μετά, καθώς τό ένδιαφέρον του
μεγάλωνε, παρασύρθηκε άπό τήν πολιτική οίκονομία καί τήν κοινωνιολογία. ’Επειδή είχε έντονο τό αίσθημα τής δικαιοσύνης δέν
άργησε νά ριχτεί μέ πάθος στήν έπανόρθωση τών άδικιών. Είδα
μέ άνακούφιση αύτά τά νέα του ένδιαφέροντα στή ζωή άν καί δέν
άμφέβαλα γιά τό ποιά θά ήταν ή κατάληξη. Μέ τόν ένθουσιασμό
ένός έφήβου έπεσε μέ τά μούτρα σ’ αύτές τΙς νέες του άσχολίες
χωρίς νά τόν νοιάζει καθόλου τό πού θά τόν όδηγούσαν.
Συνηθισμένος δπως ήταν νά χρησιμοποιεί πάντοτε τό έργαστήριο, μετέτρεψε τήν τραπεζαρία σέ κοινωνιολογικό έργαστήριο. Άνθρωποι δλων τών είδών καί όλων τών κοινωνικών τά­
ξεων, έπιστήμονες, πολιτικοί, τραπεζίτες, έμποροι, καθηγητές, ήγέτες τής έργατικής τάξης, σοσιαλιστές καί άναρχικοΐ έρχονταν
στά δείπνα. Τούς έσπρωχνε στή συζήτηση μεταξύ τους καί μετά
άνάλυε τΙς σκέψεις τους γιά τή ζωή καί τήν κοινωνία.
Είχε γνωρίσει τόν Έρνεστ λίγο πρίν τή «βραδιά τών Ιεροκη­
ρύκων». Μετά τήν άναχώρηση τών καλεσμέων, έμαθα πώς τόν εί­
χε γνωρίσει καθώς περνούσε μιά νύχτα άπό ένα δρόμο καί είχε
σταματήσει γιά ν’ άκούσει έναν άνθρωπο πού άνεβασμένος σ’ έ­
να κιβώτιο άπό σαπούνια, έβγαζε λόγο σέ μιά άμάδα έργατών. Ό
άνθρωπος πάνω στό κιβώτιο ήταν ό "Ερνεστ. Δέν ήταν ένας άπλός ρήτορας άπ’ αύτούς πού συνήθιζαν νά μιλούν άνεβασμένοι
σέ κάποιο κιβώτιο. Βρισκόταν ψηλά άνάμεσα στούς συμβούλους
τού σοσιαλιστικού κόμματος, ήταν ένας άπό τούς άρχηγούς καί ό
34

άναγνωρισμένος θεωρητικός τοϋ σοσιαλισμού. Είχε δμως τό χά­
ρισμα νά παρουσιάζει μέ άπλά λόγια τΙς πιό άφηρημένες έννοιες
κι έτσι αύτός ό γεννημένος δάσκαλος κι έκλαϊκευτής δέν περίφρονούσε τό κιβώτιο άπό σαπούνι όταν έπρόκειτο νά έξηγήσει
τήν πολιτική ο(κονομ(α στούς έργαζόμενους.
Ό πατέρας μου σταμάτησε νά τόν άκούσει, έδειξε ένδιαφέρον
γι αύτά πού έλεγε, πραγματοποίησε μιά συνάντηση μαζί του καί
άφού τόν γνώρισε άρκετά καλά, τόν προσκάλεσε στό δείπνο τών
Ιερομένων. Μόνο μετά τό δείπνο ό πατέρας μού είπε αύτά τά λίγα
πράγματα πού γνώριζε γι αύτόν.
Ή ταν γυιός έργατών άν καί καταγόταν άπό τήν παλιά οικο­
γένεια τών "Εβερχαρντ πού είχε έγκατασταθεί στήν ’Αμερική*1’ έ­
δώ καί διακόσια χρόνια. Σέ ήλικία δέκα έτών είχε πάει νά έργαστεί στό έργοστάσιο καί άργότερα, άφού μαθήτευσε σέ κάποιον
πεταλωτή, έγινε κι ό Ιδιος πεταλωτής. Ή ταν αύτοδίδακτος, έμα­
θε μόνος του γερμανικά καί γαλλικά κι έκείνη τήν έποχή κέρδιζε
περιορισμένα τή ζωή του μεταφράζοντας έπιστημονικά καί φιλο­
σοφικά έργα γιά ένα μαχητικό σοσιαλιστικό έκδοτικό οίκο στό Σι­
κάγο. Στά χρήματα πού κέρδιζε πρόσθετε καί τά συγγραφικά δι­
καιώματα άπό τΙς περιορισμένες πωλήσεις δικών του οικονομι­
κών καί φιλοσοφικών έργων.
Αύτά ήταν όλα κι δλα πού έμαθα γι αύτόν πρίν πάω νά πλα­
γιάσω κι έμεινα πολύ ώρα ξύπνια άναπλάθοντας μέ τή μνήμη μου
τόν ήχο τής φωνής του. 01 σκέψεις μου μέ φόβιζαν. Δέν έμοιαζε
καθόλου μέ τούς άνθρώπους τής τάξης μου. Μού φαινόταν τόσο
ξένος, τόσο δυνατός! Ή αύτοκυριαρχία του μέ γοήτευε καί μέ
τρόμαζε καί ή φαντασία μου όργίαζε μέχρι πού συνέλαβα τόν έ­
αυτό μου νά τόν σκέπτεται σάν έραστή, σά σύζυγο. Είχα άκούσει
ότι πάντοτε ή δύναμη στούς άνδρες έξασκεί άκατανίκητη έλξη
στίς γυναίκες, άλλά αύτός πάρα ήταν δυνατός. «Όχι, όχι» φώνα­
ξα «είναι άδύνατον, παράλογο!» Καί τήν έπομένη τό πρωί πού ξύ­
πνησα άνακάλυψα μέσα μου τή βαθειά έπιθυμία νά τόν ξαναδώ.
Ή θελα νά τόν δώ νά δαμάζει τούς άλλους στή συζήτηση. Ή θελα
ν’ άκούσω τήν πολεμική Ιαχή τής φωνής του, νά τόν θαυμάσω μέ­
σα σ’ δλη του τήν αύτοπεποίθηση καί τή δύναμη, λεηλατώντας
τήν αύταρέσκεια τους καί ταρακουνώντας τήν άπολιθωμένη τους
1. ’Εκείνη τήν έποχή ή διάκριση άνάμεσα στους γηγενείς καί σ’ αυτούς
πού είχαν γεννηθεί σέ άλλη χώρα ήταν ξεκάθαρη καί τή διατηρούσαν μέ
ζήλο.

35

σκέψη. Τ( πείραζε ό κομπασμός του; Γιά νά χρησιμοποιήσω τά Ι­
δια του τά λόγια μ’ αύτό τόν τρόπο «λειτουργούσε», προκαλοϋσε
αίσθηση. Κι έκτός άπ’ αύτό ήταν ώραϊο νά τόν βλέπεις νά κομπά­
ζει. Σέ προκαλοϋσε νά ριχτείς στή μάχη.
Πέρασαν άρκετές μέρες διαβάζοντας τά βιβλία τού "Ερνεστ
πού μού δάνεισε ό πατέρας. Ό γραπτός του λόγος ήταν δπως καί
ό προφορικός, καθαρός καί πειστικός. Ή άπόλυτη άπλότητά του
σέ έπειθε άκόμα κι δταν συνέχιζες ν’ άμφιβάλεις. Είχε τό δώρο
τής σαφήνειας. ΤΗταν ό τέλειος έρμηνευτής μιάς θεωρίας. Υπήρ­
χαν δμως πολλά πράγματα στά γραφτά του πού παρά τό ώραϊο ύ­
φος τού γραψίματός του δέ μοϋ άρεσαν. ’Επέμενε πάρα πολύ σ’
αύτό πού όνόμαζε πάλη τών τάξεων, άνταγωνισμό μεταξύ κεφα­
λαίου καί έργασίας, σύγκρουση συμφερόντων.
Ό πατέρας μοϋ άνάφερε μέ άγαλίαση τήν έκτίμηση πού έκα­
νε ό Δρ. Χάμμερφιλντ γιά τόν Έρνεστ, «ένας αύθάδης νεανίας, '
παραφουσκωμένος άπό αύταρέσκεια καί άπό λίγες καί πολύ άνεπαρκεϊς γνώσεις». "Αλλωστε ό Δρ Χάμμερφιλντ άρνήθηκε μέ κά -'
ποια εύγένεια νά ξανασυναντήσει τόν "Ερνεστ.
Ό ’Επίσκοπος Μορχάουζ δμως ένδιαφέρθηκε πολύ γιά τόν
Έρνεστ κι έπιθυμοϋσε άνυπόμονα νά τόν ξανασυναντήσει. «Έ ­
νας δυνατός νέος άνδρας» είπε «καί πολύ, πάρα πολύ ζωντανός.
Άλλά είναι τόσο βέβαιος, τόσο βέβαιος».
Ό Έρνεστ ήρθε ένα άπόγευμα μέ τόν πατέρα. Ό ’Επίσκο­
πος ήταν κι δλας έκεϊ καί πήραμε τσάι στή βεράντα. Πρέπει νά πώ
ότι ή παραμονή τού Έρνεστ στό Μπέρκλεϋ συνεχιζόταν, γιατί
παρακολουθούσε είδικά μαθήματα βιολογίας στό Πανεπιστήμιο
καί έργαζόταν σκληρά πάνω σ’ ένα νέο του βιβλίο μέ τίτλο «Φιλο­
σοφία καί ’Επανάσταση»®.
Ό τα ν ό Έρνεστ έφτασε, ή βεράντα φάνηκε νά μικραίνει. Ό ­
χι πώς ήταν έξαιρετικά μεγαλόσωμος —ήταν μόνο έπτά πόδια
καί έννέα Ιντσες— άλλά τόν περιέβαλε ένας άέρας μεγαλείου.
Καθώς σταμάτησε νά μέ χαιρετήσει άφησε νά φανεί κάποια άμηχανία πού έρχόταν σέ παράξενη άντίθεση μέ τό τολμηρό βλέμμα
τών ματιών του καί τό σταθερό, σίγουρο χέρι του τή στιγμή τής
χειραψίας. Κι έκείνη τήν ώρα τό βλέμμα του ήταν σταθερό καί σί­
2. Αύτό τό βιβλίο έξακολουθοϋσε νά τυπώνεται μυστικά κατά τή διάρ­
κεια τών τριών αΙώνων τής Σιδερένιας Φτέρνας. Υπάρχουν πολλά άντίτυπα τών διαφόρων έκδόσεων στήν ’Εθνική Βιβλιοθήκη τής Άρντης.

36

γουρο. Φάνηκε μόνο σάν κάτι νά ρωτά κι όπως τήν προηγούμενη
φορά μέ κύτταξε έπίμονα.
— Έχω διαβάσει τή «Φιλοσοφία τής έργατικής τάξης» σας,
είπα καί τά μάτια του λάμψαν άπό εύχαρίστηση.
—Φυσικά, άπάντησε θά λάβατε ύπ’ δψη σας τό άκροατήριο
στό όποιο άπευθυνόταν ή διάλεξη.
— Βέβαια, καί έπειδή τό έλαβα ύπ’ δψη μου γι αύτό θέλω νά
μιλήσουμε, τόν προκάλεσα.
—Κι έγώ θέλω νά άντιδικήσω μαζί σας κύριε Έβερχαρντ, εί­
πε ό ’Επίσκοπος Μορχάουζ.
Ό Έρνεστ άνασήκωσε τούς ώμους θέλοντας νά δείξει τήν
καλή του διάθεση καί δέχτηκε ένα φλυτζάνι τσάι.
Ό ’Επίσκοπος έκλεινε έλαφρά τό κεφάλι γιά νά μοϋ δείξει δτι μού παραχωρεί τήν προτεραιότητα.
—Υποδαυλίζετε τό μίσος άνάμεσα στίς τάξεις, είπα, νομίζω
δτι είναι λάθος καί έγκληματικό νά έπικαλεΐστε δ,τι στενόμυαλο
καί βάναυσο ύπάρχει στήν έργατική τάξη. Τό ταξικό μίσος είναι
άντικοινωνικό καί μοϋ φαίνεται άντισοσιαλιστικό.
—Δέν είμαι ένοχος, άπάντησε. Δέν υπάρχει ταξικό μίσος ού­
τε στό γράμμα, ούτε στό πνεύμα αύτών πού έχω γράψει.
— Ώ ! φώναξα μ’ ένα ύφος έπίπληξης καί άρπαξα τό βιβλίο
καί τό άνοιξα.
Έπινε γουλιά, γουλιά τό τσάϊ του καί μού χαμογελούσε κα­
θώς ξεφύλλιζα τΙς σελίδες.
—ΣελΙς 132, διάβασα δυνατά: «Έτσι ή πάλη τών τάξεων πα­
ρουσιάζεται στό τωρινό στάδιο τής κοινωνικής άνάπτυξης μετα­
ξύ τής τάξης πού πληρώνει τό μεροκάματο καί τής τάξης πού τό
παίρνει».
Τόν κύτταξα μέ ύφος θριαμβευτικό.
—Δέν ύπάρχει θέμα ταξικού μίσους έδώ πέρα, ξαναχαμογέλασε.
—Μά, ρώτησα, λέτε «πάλη τών τάξεων».

Είναι διαφορετικό πράγμα άπό τό ταξικό μίσος, άπάντησε.
Καί πιστέψτε με δέν ύποδαυλίζουμε τό μίσος. Λέμε δτι ή πάλη
τών τάξεων είναι ένας νόμος τής κοινωνικής έξέλιξης. Δέν είμα­
στε ϋπεύθυνοι γι αύτόν. Δέν τήν κάνουμε έμείς τήν ταξική πάλη.
'Απλώς τήν έξηγοϋμε, δπως ό Νεύτων έξήγησε τή βαρύτητα. ’Ε­
ξηγούμε τή φύση τής σύγκρουσης συμφερόντων πού προκαλεί
τήν ταξική πάλη.
37

—Μά δέ θάπρεπε νά υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων! φώ­
ναξα.
—Συμφωνώ μαζ( σας μέ δλη μου τήν καρδιά, άπάντησε. Αύτά
είναι πού έμείς οΐ σοσιαλιστές προσπαθούμε νά φέρουμε, τήν κα­
τάργηση τής σύγκρουσης συμφερόντων. Συγνώμην, έπιτρέψτε
μου νά διαβάσω μιά περικοπή. Πήρε τό βιβλίο του καί γύρισε πί­
σω μερικές σελίδες.
—ΣελΙς 126, «ό κύκλος τής πάλης τών τάξεων πού άρχισε μέ
τήν κατάλυση τοϋ άρχέγονου κομμουνισμού τής φυλετικής κοι­
νωνίας καί τή γέννηση τής άτομικής Ιδιοκτησίας θά τελειώσει μέ
τήν κατάργηση τής άτομικής Ιδιοκτησίας στά μέσα τής κοινωνι­
κής ύπαρξης».
—Δέν συμφωνώ μαζί σας, έπενέβη ό ’Επίσκοπος καί στό ώχρό άσκητικό του πρόσωπο μιά έλαφριά κοκκινίλα πρόδιδε τήν
ένταση τών συναισθημάτων του. 01 δυό πρώτοι όροι τοϋ συλλογι­
σμού σας είναι λανθασμένοι. Δέν ύπάρχει τέτοια σύγκρουση συμ­
φερόντων μεταξύ τής έργασίας καί τοϋ κεφαλαίου ή μάλλον δέ
θάπρεπε νά ύπάρχει.
—Σάς εύχαριστώ, είπε σοβαρά ό "Ερνεστ. Μέ τήν τελευταία
σας φράση μού έπιστρέψατε τούς δύο πρώτους όρους τοϋ συλλο­
γισμού μου.
— Μά γιατί θά πρέπει νά ύπάρχει σύγκρουση, ρώτησε ό ’Επί­
σκοπος μέ θέρμη.
Ό Έρνεστ σήκωσε τούς ώμους.
— Γιατί είμαστε έτσι φτιαγμένοι, ύποθέτω.
— Μά δέν είμαστε έτσι φτιαγμένοι! φώναξε ό άλλος.
— Μιλάτε γιά τόν Ιδεώδη άνθρωπο; ρώτησε ό Έρνεστ, τόν άνιδιοτελή, τόν κατ’ εΙκόνα τοϋ θεοϋ πού είναι τόσο λίγοι σέ άριθμό, ώστε στήν ούσία δέν ύπάρχουν ή μιλάτε γιά τόν κοινό μέσο
συνηθισμένο άνθρωπο;
—Τόν κοινό καί συνηθισμένο άνθρωπο, ήταν ή άπάντηση.
—Αύτός πού είναι άδύνατος, άμαρτωλός, πού εύκολα πέφτει
σέ λάθη;
Ό ’Επίσκοπος Μορχάουζ έκανε ένα νεύμα συναίνεσης.
— Καί πονηρός κι έγωΐστής;
Πάλι συγκατένευσε.
— Προσέξτε! Τόν προειδοποίησε ό Έρνεστ, είπα έγωΐστής.
—Ό μέσος άνθρωπος είναι έγωΐστής, δήλωσε μέ τόλμη ό ’Ε­
πίσκοπος.
38

—Τά θέλει δλα δσα μπορεϊ ν* άποκτήσει.
—Τά θέλει δλα δσα μπορεϊ ν’ άποκτήσει, είναι άξιοθρήνητο,
μά άληθινό.
—Τότε σάς έχω στό χέρι καί τά δόντια τού "Ερνεστ χτύπη­
σαν δπως δταν κλείνει μιά παγίδα. Ά ς πάρουμε ένα παράδειγμα.
"Ας πάρουμε έναν άνθρωπο πού έργάζεται στά τράμ.
—Δέ θά μπορούσε νά έργάζεται άν δέν ύπήρχε τό κεφάλαιο,
τόν διέκοψε ό ’Επίσκοπος.
— ’Αληθινό, άλλά θά μού έπιτρέψτε νά πώ δτι τό κεφάλαιο θά
χανόταν άν δέν υπήρχαν τά έργατικά χέρια γιά νά αύξάνουν τά
μερίσματα τών μετοχών.
Ό ’Επίσκοπος παρέμενε σιωπηλός.
—Δέ συμφωνείτε; έπέμενε ό "Ερνεστ.
Ό ’Επίσκοπος συγκατένευσε.
—Επομένως οΐ προτάσεις μας άναιροϋνται άμοιβαϊα, είπε
μέ βεβαιότητα ό "Ερνεστ, καί βρισκόμαστε έκεΐ πού ξεκινήσαμε.
Ξαναρχίζουμε λοιπόν. 01 έργαζόμενοι στά τράμ προσφέρουν έργασία. 01 μέτοχοι προσφέρουν τό κεφάλαιο. Μέ τή συνδυασμένη
προσπάθεια έργασίας καί κεφαλαίου, κερδίζεται χρήμα131. Μοιρά­
ζονται μεταξύ τους τό χρήμα πού κερδίζεται. Τό μερίδιο τοϋ κε­
φαλαίου όνομάζεται «μερίσματα». Τό μερίδιο τής έργασίας όνομάζεται «ήμερομίσθια».
—Πολύ ώραϊα, έπενέβη ό ’Επίσκοπος, καί δέν υπάρχει λό­
γος ώστε ή μοιρασιά νά μή γίνεται φιλικά.
—Ξεχάσατε κι δλας αύτό γιά τό όποιο μείναμε σύμφωνοι, ά­
πάντησε ό "Ερνεστ. Συμφωνήσαμε δτι ό μέσος άνθρωπος είναι έγωϊστής, ό μέσος άνθρωπος έτσι δπως είναι. Πήγατε στά σύννε­
φα καί κανονίσατε μιά μοιρασιά άνάμεσα σ’ ένα είδος άνθρώπων
δπως θάπρεπε νά είναι, άλλά πού δέν είναι. ’ Ας ξαναγυρίσουμε
δμως στή γή. Ό έργαζόμενος, έπειδή είναι έγωϊστής, θέλει νά πά­
ρει δσα μπορεϊ περισσότερα στή μοιρασιά. Ό καπιταλιστής έπειδή κι αύτός είναι έγωϊστής θέλει κι αύτός τά πιό πολλά στή μοιρα­
σιά. "Οταν ένα πράγμα βρίσκεται σέ περιορισμένη ποσότητα καί
δύο άνθρωποι θέλουν νά πάρουν ό καθένας δσο τό δυνατόν πε­
ρισσότερο, τότε ύπάρχει σύγκρουση συμφερόντων. Αύτή είναι ή
σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ έργασίας καί κεφαλαίου, καί εΐ3.
Τήν έποχή έκε(νη όμάδες άπό άρπαχτικά άτομα Ελεγχαν τά μέσα
συγκοινωνίας καί τό κοινό δπρεπε νά πληρώνει είσφορά γιά νά τά χρησι­
μοποιήσει.

39

ναι μιά σύγκρουση άσυμφιλίωτη. Όσο θά ύπάρχουν έργαζώμενοι
καί καπιταλιστές θά συνεχίζουν νά τσακώνονται γιά τή μοιρασιά.
Έάν είσαστε στό Σάν ΦραντσΙσκο σήμερα τό άπόγευμα θά είσαστε υποχρεωμένος νά πάτε μέ τά πόδια. Δέν ύπάρχει τράμ.
—Κι άλλη άπεργία,·41ρώτησε ό ’Επίσκοπος ταραγμένος.
— ’Ασφαλώς μαλώνουν γιά τή μοιρασιά πάνω στά κέρδη τών
τράμ.
Τά λόγια αύτά έρέθισαν τόν ’Επίσκοπο.
—Έχουν άδικο! φώναξε. 01 έργάτες δέ βλέπουν πέρα άπό
τή μύτη τους. Πώς μπορούν νά έλπίζουν ότι θά έχουν τή συμπάθειά μας—
—Ό ταν είμαστε άναγκασμένοι νά πάμε μέ τά πόδια, συμ­
πλήρωσε πονηρά ό"Ερνεστ.
’Αλλά ό ’Επίσκοπος Μορχάουζ δέν έδωσε σημασία καί συνέ­
χισε.
—Ή άποψή τους είναι πολύ στενόμυαλη. Ob άνθρωποι θάπρεπε νάναι άνθρωποι, δχι κτήνη. Τώρα θάχουμε πάλι βία καί φό­
νους, λυπημένες χήρες καί όρφανά. Τό κεφάλαιο καί ή έργασία
θάπρεπε νάναι φίλοι, θ ά έπρεπε νά βαδίζουν χέρι χέρι γιά τό άμοιβαϊο τους συμφέρον.
— 'Αχ! Τώρα πήγατε πάλι στά σύννεφα, παρατήρησε ό Έρ­
νεστ ξερά. Ξαναγυρίστε στή γή. Μή ξεχνάτε δτι συμφωνήσαμε δτι ό μέσος άνθρωπος είναι έγωϊστής.
—Μά δέ θάπρεπε νάναι! φώναξε ό ’Επίσκοπος.
—Κι έγώ συμφωνώ μαζί σας, ήταν ή άπάντηση τού Έρνεστ.
Δέ θάπρεπε νάναι έγωϊστής, άλλά θά συνεχίσει νάναι έγωϊστής ό­
σο θά ζεϊ μέσα σ’ ένα σύστημα πού βασίζεται σέ μιά ήθική γιά
γουρούνια.
Ό ’Επίσκοπος έμεινε κατάπληκτος κι ό πατέρας μου χαμογέ­
λασε κάτω άπό τά μουστάκια του.
— Μάλιστα ήθική γιά γουρούνια, συνέχισε ό Έρνεστ χωρίς
τύψεις. Αύτή είναι ή ούσία τού καπιταλιστικού συστήματος. Καί
4.
Παρόμοιες διενέξεις ήταν πολύ συνηθισμένες έκεϊνα τά χρόνια τού
παράλογου καί τής άναρχίας. Μερικές φορές οΐ έργάτες άρνούνταν νά
δουλέψουν. Ά λλ ες πάλι φορές οΐ καπιταλιστές δέν άφηναν τούς έργά­
τες νά έργαστοϋν. Άπό τΙς βιαιότητες καί τΙς ταραχές πού προκαλοϋσαν
αύτές οΐ διαφωνίες καταστρέφονταν πολλές περιουσίες καί χάνονταν
πολλές ζωές. Όλα αύτά σήμερα μάς φαίνονται άκατανόητα, τόσο άκατα­
νόητα δσο καί μιά άλλη συνήθεια τής έποχής έκεΐνης: τή συνήθεια πού εί­
χαν οΐ άνδρες τών κατώτερων τάξεων νά σπάζουν τά έπιπλα δταν τσακώ­
νονταν μέ τΙς γυναίκες τους.

40

αύτήν ύποστηρ(ζει ή ’Εκκλησία σας, καί αύτή διδάσκετε κάθε φο­
ρά πού άνεβαίνετε στάν άμβωνα. ’Ηθική γιά γουρούνια. Δέν ύπάρχει άλλη λέξη γι αύτήν.
Ό ’Επίσκοπος Μορχάουζ γύρισε Ικετευτικά πρός τόν πατέ­
ρα μου, άλλά αύτός γελούσε καί κουνούσε τό κεφάλι του συγκα­
ταβατικά.
—Φοβούμαι ότι ό κύριος Έβερχαρντ έχει δίκιο, είπε. Είναι ή
πολιτική τοϋ Laissez-faire, ό καθένας γιά τόν έαυτό του κι ό σώζων έαυτόν σωθήτω. Όπως μάς είπε ό κύριος Έβερχαρντ, τΙς
προάλλες, τό καθήκον πού έκπληρώνετε σεις οΐ άνθρωποι τής έκκλησίας είναι νά μή διασαλευτεί ή ύπάρχουσα τάξη πραγμάτων
στήν κοινωνία καί ή κοινωνία στηρίζεται πάνω σ’ αύτά τά θεμέλια.
— Μά ό Χριστός δέ διδάσκει αύτά τά πράγματα! φώναξε ό ’Ε­
πίσκοπος.
— Ή ’Εκκλησία τήν σήμερον ήμέραν δέ διδάσκει τή χριστια­
νική θεωρία, παρενέβη γρήγορα ό Έρνεστ. Γι αύτό οί έργάτες
δέν έχουν τίποτα νά κάνουν μέ τήν έκκλησία. Ή ’Εκκλησία άποδέχεται τήν τρομερή κτηνωδία καί άγριότητα μέ τήν όποία ή καπι­
ταλιστική τάξη μεταχειρίζεται τήν έργατική.
— Ή Έκκλησιά δέν τό άποδέχεται αύτό, άντέτεινε ό ’Επίσκο­
πος.
— Ή ’Εκκλησία δέ διαμαρτύρεται γι αύτό, άπάντησε ό Έ ρ­
νεστ. Καί δσο δέ διαμαρτύρεται τό άποδέχεται, γιατί μή ξεχνάτε
δτι ή Έκκλησία συντηρείται άπό τήν καπιταλιστική τάξη.
—Δέν είχα άντιμετωπίσει τά πράγματα κάτω άπό αύτό τό
πρίσμα, είπε μέ άφέλεια ό ’Επίσκοπος, θ ά πρέπει νά κάνετε λά­
θος. Ξέρω ότι ύπάρχουν πολλά πράγματα λυπηρά καί άσχημα σ’
αύτό τόν κόσμο. Ξέρω δτι ή ’Εκκλησία έχει χάσει αύτό πού έσείς
όνομάζετε προλεταριάτο·51.
—Δέν τόχατε ποτέ τό προλεταριάτο, φώναξε ό Έρνεστ. Τό
προλεταριάτο άνδρώθηκε έξω άπό τήν ’Εκκλησία καί χωρίς τήν
’Εκκλησία.
—Δέν μπορώ νά σάς παρακολουθήσω, είπε μέ σβυσμένη φω­
νή ό ’Επίσκοπος.
5. Προλεταριάτο, λέξη πού προέρχεται άπό τή λατινική Proletarli. Τό ό­
νομα δόθηκε —κατά τήν άπογραφή πού έκανε ό Σέρβιους Τούλιους— σέ
κείνους πού ή μόνη ύπηρεσία πού πρόσφεραν στό Κράτος ήταν ή άνατροφή παιδιών (Proles). Μέ άλλα λόγια δέ διέθεταν ούτε πλούτο, ούτε κοινω­
νική θέση, ούτε Ιδιαίτερες Ικανότητες.

41

—Τότε άφήστε με νό σάς έξηγήσω. Μέ τήν είσαγωγή τής μη­
χανής καί τό έργοστασιακό σύστημα, στά τέλη τού 18ου αίώνα, ή
μεγάλη μάζα τών άγροτών ξεριζώθηκε άπό τή γή. Τό παλιό σύ­
στημα έργασίας διαλύθηκε. 01 έργαζόμενοι διώχτηκαν άπό τά
χωριά τους καί στοιβάχτηκαν στίς βιομηχανικές πόλεις. 01 μητέ­
ρες καί τά παιδιά βάλθηκαν νά έργαστούν στίς καινούργιες μηχα­
νές. Ή οικογενειακή ζωή σταμάτησε. 01 συνθήκες έργασίας ήταν
τρομακτικές. Είναι μιά Ιστορία γραμμένη μέ αίμα.
—Τό γνωρίζω, τό γνωρίζω, διέκοψε ό ’Επίσκοπος Μορχάουζ
μέ μιά έκφραση άγωνίας στό πρόσωπό του. Ή ταν τρομερό. ’Αλ­
λά αύτό συνέβη πρίν άπό ένάμισυ αίώνα.
— ’Εδώ λοιπόν καί ένάμισυ αίώνα γεννήθηκε τό σύγχρονο
προλεταριάτο, συνέχισε ό "Ερνεστ. Καί ή ’Εκκλησία τό άγνόησε.
Ένώ οί καπιταλιστές χτίζαν αύτά τά σφαγεία γιά τό λαό, ή ’Εκ­
κλησία σιωπούσε. Δέ διαμαρτυρήθηκε, όπως δέ διαμαρτύρεται
καί σήμερα. "Οπως λέει ό Ώστιν Λιούϊς(β) μιλώντας γιά κείνη τήν
έποχή, αύτοί στούς όποίους άπευθυνόταν ή έντολή «όδηγήσατε
είς τήν βοσκήν τό Ποίμνιόν μου» διεσκόρπησαν αύτά τά πρόβατα
γιά νά πουληθούν στά σκλαβοπάζαρα καί νά δουλεύουν μέχρι θα­
νάτου χωρίς καμιά διαμαρτυρία'71. Ή ’Εκκλησία τότε παρέμενε
βουβή. Προτού νά συνεχίσω θέλω νά μού πείτε ξεκάθαρα άν συμ­
φωνείτε ή όχι μαζί μου. Σιωπούσε τότε ή ’Εκκλησία ναΐ ή όχι;
Ό ’Επίσκοπος Μορχάουζ δίστασε. Όπως καί δ Δρ Χάμμερφιλντ ήταν άσυνήθιστος σ’ αύτή τή λυσσώδη «κατ’ Ιδίαν έπίθεσι»,
δπως τήν όνόμαζε ό "Ερνεστ.
— Ή Ιστορία τού 18ου αίώνα έχει πιά γραφτεί συμπέρανε ό
"Ερνεστ. "Αν ή ’Εκκλησία δέ σιωπούσε δέ θά τή βρίσκαμε νά σιω­
πά μέσα στά βιβλία.
—Φοβούμαι δτι ή ’Εκκλησία έμεινε βουβή, όμολόγησε ό ’Επί­
σκοπος.
6. Υποψήφιος Κυβερνήτης τής Καλιφόρνιας πού κατέβηκε μέ τό σο­
σιαλιστικό κόμμα, στίς έκλογές τοϋ φθινόπωρου τού 1906 τής Χριστιανι­
κής έποχής. "Αγγλος στήν καταγωγή, συγγραφέας πολλών οικονομικών
καί φιλοσοφικών έργων καί ένας άπό τούς σοσιαλιστές ήγέτες τής έπο­
χής έκεΐνης.
7. Δέν ύπάρχουν στήν Ιστορία πιό φριχτές σελίδες άπό τή μεταχείριση
τών παιδιών καί τών γυναικών πού είχαν μετατραπεϊ σέ σκλάβους μέσα
στά άγγλικά έργοστάσια στό δεύτερο μισό τού 18ου αίώνα τής Χριστιανι­
κής έποχής. Μερικές άπό τΙς περιουσίες τής έποχής έκε(νης γιά τΙς ό­
ποιες οί Ιδιοκτήτες τους ήταν περήφανοι, είχαν γεννηθεί μέσα σ’ αύτή τή
βιομηχανική κόλαση.

42

—Καί ή ’Εκκλησία παραμένει βουβή καί σήμερα.
— ’Εδώ δέ συμφωνώ, είπε 6 ’Επίσκοπος.
Ό Έρνεστ σταμάτησε, τόν κύτταξε μέ βλέμμα διαπεραστικό
καί δέχτηκε τήν πρόκληση.
— Πολύ καλά, είπε άς τό δούμε. Στό Σικάγο ύπάρχουν γυναί­
κες πού έργάζονται δλη τήν έβδομάδα γιά ένενήντα σέντς. Διαμαρτυρήθηκε ή ’Εκκλησία;
—Αύτό τώρα τό μαθαίνω, ήταν ή άπάντηση. ’Ενενήντα σέντς
τήν έβδομάδα! Είναι τρομερό!
—Διαμαρτυρήθηκε ή ’Εκκλησία; έπέμεινε ό Έρνεστ.
— Ή ’Εκκλησία δέν τό γνωρίζει, άντιστεκόταν σθεναρά ό ’Ε­
πίσκοπος.
— Έν τούτοις ή έντολή πρός τήν ’Εκκλησία ήταν. «θρέψατε
τά πρόβατά Μου» είπε ό Έρνεστ μέ σαρκασμό. Κι άμέσως πρόσθεσε. Συγχωρέστε μου τό σαρκασμό Αίδεσιμώτατε. ’Αλλά είναι
δυνατόν νά έκπλήτεσθε πού χάνουμε τήν ύπομονή μαζί σας; Διαμαρτυρηθήκατε στίς καπιταλιστικές σας συνόδους ένάντια στήν
έργασία τών παιδιών μέσα στά βαμβακουργεία τού Νότου;(8).
8. Ό "Εβερχαντ θά μπορούσε νά δώσει μιά πιό πειστική εΙκόνα άναφέροντας τή στάση πού υΙοθέτησε ή ’Εκκλησία τού Νότου πρίν άπό τόν ’Εμ­
φύλιο Πόλεμο παίρνοντας άνοιχτά θέση ύπέρ τής δουλείας όπως αύτό
φαίνεται άπό πολλά ντοκουμέντα τής έποχής έκείνης κι άπ’ τά όποια πα­
ραθέτουμε μερικά: Στά 1835 ή Γενική Συνέλευση τής Πρεσβυτεριανής
’Εκκλησίας κατάληξε δτι: «Ή δουλεία άναγνωρίζεται είς τήν Παλαιάν καί
τήν Καινήν Διαθήκην καί δέν καταδικάζεται άπό τήν αύθεντίαν τού
θεού». 'Η "Ενωση τών Βαπτιστών τού Τσάρλεστον έλεγε σέ μιά προσφώ­
νηση τόν Ιδιο χρόνο: «Τό δικαίωμα τό όποιον έχουν οί κύριοι νά διαθέ­
τουν τόν χρόνον τών δούλων των έχει άναγνωρισθεϊ σαφώς άπό τόν Δη­
μιουργόν δλων τών πραγμάτων, δστις είναι άσφαλώς έλεύθερος νά άποδώση τό δικαίωμα τής Ιδιοκτησίας οίουδήποτε άντικειμένου είς οίονδήποτε άρέσει είς Αύτόν». Ό αίδεσιμώτατος E.D. Simon, δόκτωρ θεολογίας
καί καθηγητής στό Κολλέγιο τών Μεθοδιστών Ράντολφ-Μακόν στή Βιρτζίνια έγραφε: «ΠερικοπαΙ τής 'Αγίας Γραφής βεβαιώνουν κατηγορηματι­
κούς τό δικαίωμα Ιδιοκτησίας έπΐ τών σκλάβων ώς καί δτι συνεπάγεται τό
δικαίωμα τούτον. Τό δικαίωμα τής άγοράς καί τής πωλήσεως άναφέρεται
σαφώς. ΕΙς πάσαν παρίπτωσιν είτε συμβουλευόμεθα τήν Ιουδαϊκήν πολιτικήν τήν όποΐαν έγκαθίδρυσεν ό Ιδιος ό θεός, είτε τήν όμόφωνον γνώ­
μην καί πρακτικήν τού άνθρωπίνσυ γένους δλων τών αίώνων, είτε τέλος
τάς έπιταγάς τής Καινής Διαθήκης καί τόν ήθικόν νόμον, άγώμεθα είς τό
συμπέρασμα ότι ή δουλεία δέν είναι άνήθικος. "Εχοντας παραδεχθεί δτι
οί πρώτοι ’Αφρικανοί νομίμως έχουν περιέλθει είς τήν κατάστασιν τής
δουλείας, τό δικαίωμα νά κρατά κανείς τά τέκνα των είς τήν αύτήν κατάστασιν άποτελεϊ μιάν άπαραίτητον συνέπειαν. Οϋτω βλέπομεν δτι ή δου­
λεία ήτις υπάρχει είς τήν ’Αμερικήν βασίζεται είς τό δίκαιον».
Δέν είναι λοιπόν περίεργο πού τήν Ιδια αύτή θεωρία ξαναχρησιμοποίη-

43

«Παιδιά Εξι καί έπτά έτών νά έργάζονται σέ βάρδιες δώδεκα
ώρες δλη τή νύχτα; Δέ βλέπουν ποτέ τά εύλογημένο φώς τοϋ ή­
λιου. Πεθαίνουν σάν τΙς μύγες. Τά μερίσματα τών μετοχών πλη­
ρώνονται μέ τό αίμα τους. Καί μ’ αύτά τά χρήματα χτίζονται μεγα­
λοπρεπείς ’Εκκλησίες στή Νέα -’Αγγλία δπου οΐ δμοιοί σας διδά­
σκουν εύχάριστες άερολογίες σ’ αύτές τΙς γυαλιστερές παραφουσκωμένες κοιλιές πού μέσα τους πέφτουν αύτά τά μερίσματα
τών μετοχών.
—Δέν τό γνωρίζω, μουρμούρισε μέ σβυσμένη φωνή ό ’Επί­
σκοπος. Τό πρόσωπό του ήταν ώχρό καί φαινόταν νά ύποφέρει ά­
πό ναυτία.
— Πάντως δέ διαμαρτυρηθήκατε.
Ό ’Επίσκοπος κούνησε τό κεφάλι.
— 'Επομένως ή ’Εκκλησία παραμένει βουβή καί σήμερα δ­
πως καί τόν 18ο αίώνα.
Ό ’Επίσκοπος παρέμεινε σιωπηλός καί γιά πρώτη φορά ό
"Ερνεστ άπέφυγε νά έπιμείνει.
—Καί μή ξεχνάτε δτι κάθε φορά πού κάποιος κληρικός προ­
σπαθεί νά διαμαρτυρηθεΐ, τόν άπαλλάσσουν άπό τά καθήκοντά
του.
—Βρίσκω πώς δέν είναι καθόλου δίκαιο, παρατήρησε.
—θ ά διαμαρτυρηθείτε; ρώτησε ό "Ερνεστ.
—Δείξτε μου τέτοια δεινά, σάν αύτά πού άναφέρατε, στή δι­
κή μας ένορία καί θά διαμαρτυρηθώ.
—θ ά σάς δείξω, είπε ήρεμα ό Έρνεστ. Είμαι στή διάθεσή
σας. θ ά σάς πάρω γιά ένα ταξείδι καί θά διασχίσουμε τήν κόλα­
ση.
— Καί έγώ θά διαμαρτυρηθώ. Ό ’Επίσκοπος όρθώθηκε στήν
πολυθρόνα του καί στό εύγενικό του πρόσωπο άπλώθηκε ή σκλη­
ράδα τού μαχητή.
σε ή ’Εκκλησία μιά δυδ γενιές Αργότερα γιά νά υπερασπίσει τήν καπιταλι­
στική Ιδιοκτησία. Στό μεγάλο μουσείο τής Άσγκάρ υπάρχει ένα βιβλίο μέ
τίτλο Essays In Application γραμμένο από τόν Χένρυ Βαν Ντάϊκ. Τό βι­
βλίο αύτό δημοσιεύτηκε στά 1905 τής Χριστιανικής έποχής. ’Απ’ ότι μπο­
ρούμε νά συμπεράνουμε ό Βάν Ντάϊκ πρέπει νά ήταν άνθρωπος τής ’Εκ­
κλησίας. Τό βιβλίο άποτελεί ένα καλό παράδειγμα αύτοϋ πού ό Έβερχαρντ θά όνόμαζε άστική σκέψη. ’Αξίζει νά σημειώσει κανείς τήν όμοιότητα άνάμεσα στή δήλωση τής "Ενωσης τών Βαπτιστών τοϋ Τσάρλεστον
πού άναφέραμε πιό πάνω καί τά παρακάτω λόγια τοϋ Βάν Ντάϊκ, έβδομήντα χρόνια άργότερα: «Ή βίβλος διδάσκει δτι ό θεός είναι κύριος τοϋ
κόσμου. Τόν μοιράζει είς κάθε άνθρωπον κατά πώς άρέσει είς Αύτόν συμφώνως πρός τούς γενικούς νόμους».

44

—Ή Έκκλησία δέ θά παραμεΐνει βουβή!
—Θά σάς άπολύσουν, τόν προειδοποίησε ό "Ερνεστ.
—θ ά σάς άποδείξω τό άντ(θετο, ήταν ή άπάντηση. θά άποδε(ξω, άν είναι έτσι αύτά πού λέτε, ότι ή Εκκλησία έσφαλε άπό ά­
γνοια. Κι άκόμα πιστεύω ότι δλα αύτά τά φριχτά πράγματα πού γί­
νονται στή βιομηχανική κοινωνία όφείλονται στήν άγνοια τής κα­
πιταλιστικής τάξης, θ ά έπανορθώσει ότι είναι άδικο μόλις λάβει
τό μήνυμα. Καί αύτό τό μήνυμα είναι καθήκον τής Εκκλησίας νά
τό μεταδώσει.
Ό Έρνεστ έβαλε τά γέλια. Γελούσε σκληρά κι έγώ αίσθάνθηκα τήν άνάγκη νά ύπερασπιστώ τόν Επίσκοπο.
— Μήν ξεχνάτε, είπα, ότι βλέπετε τή μιά όψη τού νομίσματος.
'Υπάρχει πολύ καλωσύνη μέσα μας άν καί σείς δέ μάς πιστώνετε
μέ τίποτα τό καλό. Ό αΐδεσιμώτατος Μορχάουζ έχει δίκηο. Τά
δεινά τής βιομηχανίας όσο τρομερά κι άν είναι όφείλονται στήν ά­
γνοια. Οί κοινωνικοί διαχωρισμοί έχουν δημιουργήσει ένα μεγά­
λο χάσμα.
—Ό άγριος ’Ινδιάνος δέν είναι τόσο σκληρός καί άδυσώπητος όσο ή καπιταλιστική τάξη, άπάντησε. Εκείνη τή στιγμή τόν μι­
σούσα.
—Δέ μάς γνωρίζετε, άπάντησα. Δέν είμαστε τόσο σκληροί
καί άδυσώπητοι.
—’Αποδείξτε το, μέ προκάλεσε.

Πώς μπορώ νά τ’ άποδείξω... σέ σάς; άρχισα νά θυμώνω.
Κούνησε τό κεφάλι του.
—Δέ ζητώ νά τό άποδείξετε σέ μένα, σάς ζητώ νά τό άποδεΙξετε στόν έαυτό σας.
—Ξέρω, είπα
—Δέ ξέρετε τίποτα, άπάντησε σκληρά.
— Έ! Έ ! παιδιά μου, είπε ό πατέρας μέ τόνο συμβιβαστικό.
—Δέ μέ νοιάζει, άρχισα άγανακτισμένη, άλλά ό Έρνεστ μέ
διέκοψε.
—Καταλαβαίνω ότι θάχετε έπενδύσει χρήματα, σείς ή ό πα­
τέρας σας, τό Ιδιο κάνει, στά Κλωστοϋφαντουργεία τής Σιέρρα.
— Καί τ( έχει νά κάνει αύτό, φώναξα.
—Τίποτα τό σπουδαίο, άρχισε, έκτός άπό τό ότι τό φόρεμα
πού φοράτε έχει λεκέδες άπό αίμα. Ή τροφή πού τρώτε έχει τή
γεύση αίματος. Τό αίμα μικρών παιδιών καί δυνατών άντρών στά­
ζει άπό τά δοκάρια τού σπιτιού σας. Δέν έχω παρά νά κλείσω τά
45

μάτια μου καί νά τ’ άκούω ντρίπ, ντρόπ, ντρίπ, ντρόπ, πού στάζει
γύρω μου.
Καί προσαρμόζοντας τΙς κινήσεις στά λόγια του, έκλεισε τά
μάτια του καί ξάπλωσε καλά στήν πολυθρόνα του. Ξέσπασα σέ
κλάματα άπό τήν ταπείνωση καί τόν πληγωμένο μου έγωϊσμό. Πο­
τέ στή ζωή μου δέ μοϋ είχαν συμπεριφερθεΐ τόσο σκληρά. Ό Επί­
σκοπος καί ό πατέρας μου βρέθηκαν σέ δύσκολη θέση καί ταρά­
χτηκαν καί οΐ δυό. Προσπάθησαν νά κατευθύνουν τή συζήτηση
πρός άλλα θέματα λιγώτερο καυτά. Άλλά ό Έρνεστ άνοιξε τά
μάτια, μέ κύτταξε καί τούς σταμάτησε μέ μιά κ(νηση τοϋ χεριού
του. Τό στόμα του ήταν αύστηρό, τό βλέμμα του έπΙσης καί δέν ά­
φηνε νά φανεί καμιά χαραμάδα γέλιου. Τ( θά έλεγε πάλι, ποιά φο­
βερή τιμωρία θά μού έπέβαλε, δέν τδμαθα ποτέ γιατί έκε(νη τή
στιγμή ένας άνθρωπος πού περνούσε άπό τό πεζοδρόμιο, σταμά­
τησε καί μάς κύτταξε. Ή ταν ένας γεροδεμένος άντρας ντυμένος
φτωχικά πού κουβαλούσε στήν πλάτη του ένα βαρύ φορτίο άπό
καρέκλες, ξύλινα πλαίσια καί βάσεις γιά λάμπες άπό στριμμένο
ψαθί καί καλάμι. Κοντοστάθηκε καί κύτταξε τό σπίτι, σά νά δίστα­
ζε άν θάπρεπε νά έπιχειρήσει νά πουλήσει κάτι άπό τήν πραμά­
τεια του.
—Αύτός ό άνθρωπος όνομάζεται Τζάκσον, είπε ό Έρνεστ.
—Μ’ αύτό τό γεροδεμένο κορμί έπρεπε νά έργάζεται κι δχι
νά κάνει τόν πλανώδιο έμπορα*9’, άπάντησα ξερά.

Προσέξτε τό μανίκι τού άριστεροϋ του χεριού, είπε σιγανά
ό Έρνεστ.
Κύτταξα καί είδα δτι τό μανίκι ήταν άδειο.
—Τό αίμα πού άκουγα νά πέφτει άπό τή σκεπή σας ήταν καί
λίγο άπό αύτό τό μπράτσο, συνέχισε ό Έρνεστ τό Ιδιο σιγανά. Έ ­
χασε τό χέρι του στά Κλωστοϋφαντουργεία τής Σιέρρα καί σάν έ­
να άκρωτηριασμένο άλογο τό πετάξατε στό δρόμο νά ψοφήσει.
"Οταν λέω «έσεΐς» έννοώ τό διευθυντή καί τούς άλλους υπαλλή­
λους πού έσείς καί οΐ άλλοι μέτοχοι πληρώνετε γιά νά διευθύ­
νουν τά κλωστοϋφαντουργεία γιά σάς. Τό δυστύχημα συνέβη για­
τί προσπάθησε νά έξοικονομήσει μερικά δολλάρια στήν έταιρεία.
9.
Τόν καιρό έκεϊνο υπήρχαν έκατοντάδες όπ’ αυτούς τούς φτωχούς
έμπόρους πού τούς όνόμαζαν πλανόδιους. Μετέφεραν άπό πόρτα σέ
πόρτα όλο τους τό έμπόρευμα. Ή ταν μιά πραγματική σπατάλη δυνά­
μεων. Τό σύστημα διανομής ήταν τόσο μπερδεμένο καί παράλογο δσο όλόκληρο τό κοινωνικό σύστημα.

46

Ό δδοντωτός κύλινδρος τής ξαντικής μηχανής τούκοψε τδ μπρά­
τσο. θ ά μπορούσε ν’ άφήσει νά περάσει μέσα άπό τά δόντια τό μι­
κρό χαλικάκι πού είδε, άλλ’ αύτό θά έσπαζε μιά διπλή σειρά δον­
τάκια. Προσπαθώντας δμως νά φτάσει τό πετραδάκι, πιάστηκε τό
χέρι του κι έγινε κομμάτια άπό τήν άκρη τών δακτύλων μέχρι τόν
ώμο. ΤΗταν νύχτα. Στίς μηχανές δούλευαν ύπερωρίες. Τό μέρι­
σμα πληρώθηκε πλουσιοπάροχα έκεΐνο τό τετράμηνο. Ό Τζάκσον είχε έργαστεϊ πολλές ώρες έκείνη τή νύχτα καί οΐ μϋς του εί­
χαν χάσει τήν έλαστικότητά τους καί τήν ένεργητικότητά τους.
Έκανε τις κινήσεις λ(γο άργά. Νά γιατ( πιάστηκε στή μηχανή. Εί­
χε γυναίκα καί τρ(α παιδιά.
—Και ή έταιρεία τ( έκανε γι αύτόν; ρώτησα.
—Τίποτα. Ά ! ναΐ έκαναν κάτι. Άπέριψαν μέ έπιτυχία τήν άγωγή του γιά άποζημίωση πού έκανε δταν βγήκε άπό τό νοσοκο­
μείο. Ή έταιρεία ξέρετε, χρησιμοποιεί πολύ καλούς δικηγόρους.
—Δέ μού διηγηθήκατε δλη τήν Ιστορία, είπα μέ πεποίθηση ή
δέν τήν ξέρετε όλόκληρη. Ίσως ό άνθρωπος νά ήταν αύθάδης.
—Αύθάδης, χά! χά! Τό γέλιο του ήταν μεφιστοφελικό. Μεγά­
λε θεέ, αύθάδης. Καί μέ τό χέρι του κομματάκια. Τουναντίον ήταν
ένας γλυκός καί ταπεινός ύπηρέτης καί κανείς δέν άνάφερε ποτέ
δτι ήταν αύθάδης.
—Στό δικαστήριο δμως, έπέμενα, ή άπόφαση δέ θά μπορού­
σε νά έκδοθεϊ έναντίον του άν δέν ύπήρχε τίποτα άλλο στήν ύπόθεση άπ’ αύτά πού άναφέρατε.
—Ό κυριότερος νομικός σύμβουλος τής 'Εταιρείας είναι δ
συνταγματάρχης Ίνγκραμ. Είναι 6νας Ικανότατος δικηγόρος. Ό
Έρνεστ μέ κύτταξε έπίμονα γιά μιά στιγμή καί συνέχισε, «θά σάς
πώ τί μπορείτε νά κάνετε δεσποινίς Κάννιγκαμ. Νά κάνετε μιά έ­
ρευνα γιά τήν περίπτωση τού Τζάκσον».
—Τό είχα ήδη άποφασίσει, άπάντησα ψυχρά.
Πολύ ώραΐα, έλαμψε τό πρόσωπό του άπό χαρά, καί θά σάς
πώ πού θά τόν βρείτε. Άλλά τρέμω γιά σάς δταν σκέπτομαι πόσο
θά ύποφέρετε μέ τδ μπράτσο τού Τζάκσον.
Καί νά πώς ό ’Επίσκοπος κι έγώ δεχτήκαμε κι οΐ δυδ τις προ­
κλήσεις τού Έρνεστ. Φύγαν μαζί καί μ’ άφησαν νά υποφέρω γιά
τήν άδικία πού είχε γίνει σέ μένα καί στήν τάξη μου. Ό άνθρωπος
αύτός ήταν ένα κτήνος. Τόν μισούσα έκείνη τή στιγμή καί μέ πα­
ρηγορούσε μόνο ή σκέψη δτι δέ μπορούσε νά περιμένει κανείς
καλλίτερη συμπεριφορά άπό έναν άνθρωπο τής έργατικής τάξης.
47

Κεφάλαιο 3ο

Τό χέρι τοϋ Τζάκσον
Δέν θά μπορούσα ποτέ νά φανταστώ τό μοιραίο ρόλο πού θάπαιζε στή ζωή μου τό χέρι τού Τζάκσον. Ό Ιδιος ό Τζάκσον δέ μ’
έντυπωσίασε δταν έψαξα καί τόν βρήκα. "Εμενε σέ μιά άπερίγραπτη τρώγλη·1' κοντά στόν κόλπο, στήν άκρη τού βάλτου. Γύρω ά­
πό τό σπίτι ύπήρχαν λακοϋβες γεμάτες λιμνάζοντα νερά σκεπα­
σμένα άπό πρασινωπούς άφρούς πού άφήναν μιά άβάσταχτη μυ­
ρουδιά.
Βρήκα τόν Τζάκσον έναν άνθρωπο γλυκό και ταπεινό όπως
μού τόν είχαν περιγράψει. "Εφτιαχνε κάτι μέ βούρλα καί έργαζόταν χωρίς διακοπή καθώς μιλούσα μαζί του. Άλλά παρά τήν πρα­
ότητα καί τήν ταπεινοφροσύνη του συνέλαβα στή φωνή του τό
πρώτο δείγμα πίκρας δταν μού είπε:
—θ ά μπορούσαν νά μέ βάλουν κάπου νυχτοφύλακα·21. Δέν έ­
βγαζα πολλά πράγματα άπ’ αύτόν. Μού έδινε τήν έντύπωση χα1. A crazy ramshackle house: έκφραση πού θέλει νά περιγράφει τά ά­
θλια κι έρειπωμένα έκεϊνα σπίτια Οπου τήν έποχή έκείνη ένας μεγάλος άριθμός έργαζομένων έβρισκε μέρος ν’ άπαγκιάσει. Πλήρωναν πάντοτε
νοίκι στούς Ιδιοκτήτες πού ήταν ένα ποσά έξαιρετικά ύψηλό άν πάρει κα­
νείς ύπ’ δψη του τήν άξία αύτών τών οΙκημάτων.
2. Τήν έποχή έκείνη ή κλεψιά ήταν άπίστευτα διαδεδομένη. Ό ένας έ­
κλεβε τόν άλλο. 01 άρχοντες τής κοινωνίας έκλεβαν νόμιμα ή νομιμο­
ποιούσαν τις κλεψιές τους, ένώ οΐ φτωχότερες τάξεις έκλεβαν παράνο­
μα. Τίποτα δέν ήταν άσφαλισμένο άν δέ τό φύλαγαν. Ένας τεράστιος ά·
ριθμός άνθρώπων έργάζονταν σάν φύλακες γιά νά προστατεύουν τις πε­
ριουσίες. Τά σπίτια τών πλουσίων ήταν ένας συνδυασμός άπό χρηματοκι­
βώτια, θολωτά υπόγεια καί όχυρωμένους πύργους. Ή τάση πού παρατηρεϊται στά δικά μας παιδιά σήμερα, πού προσπαθούν νά ιδιοποιηθούν
πράγματα πού άνήκουν στούς άλλους, θεωρείται σά μιά έλάχιοτη έπιβίωση αύτής τής άρπαχτικής διάθεσης πού τότε ήταν παγκόσμια.

49

ζοϋ, άν καί κάτι τέτοιο δέ στεκόταν όταν έβλεπες τήν έπιδεξιότητα μέ τήν όποία έργαζόταν μέ τό ένα χέρι. Ή σκέψη αύτή μού έ­
δωσε μιά ιδέα.
—Πώς συνέβη καί πιάστηκε τό χέρι σας στή μηχανή; ρώτη­
σα.
Μέ κύτταξε σκεπτικός καί κάπως άφηρημένα καί κούνησε τό
κεφάλι.
—Δέν ξέρω, συνέβη έτσι δά.
— ’Αμέλεια Ισως, συμπέρανα.
— Ό χι, άπάντησε, δέν είναι έτσι δά πού τό λέτε. Δούλευα ύπερωρία καί θάμουνα κομμάτι κουρασμένος. Δούλεψα δέκα έφτά
χρόνια σ’ αύτά τά έργοστάσια καί είδα δτι τά περισσότερα άτυχήματα γίνονται λ(γο πρίν σφυρίξει ή σφυρ(χτρα(3). Βάζω στοίχημα
δτι πιό πολλά άτυχήματα γίνονται λ(γο πρίν τή σφυρίχτρα παρά
δλη τήν άλλη μέρα. Δέν είσαι τόσο σβέλτος όταν έχεις δουλέψει
γιά ώρες. Έχουνε δει πολλά τά μάτια μου, πολλούς άνθρώπους
κομματιασμένους, ροκανισμένους, λιανισμένους.
— Πολλούς; ρώτησα.
— Έκατοντάδες κι έκατοντάδες και παιδιά μαζί.
’Εκτός άπό μερικές φριχτές λεπτομέρειες, ή Ιστορία γύρω ά­
πό τό άτύχημα τού Τζάκσον ήταν ή Ιδια μ’ αύτή πού είχα άκούσει.
"Οταν τόν ρώτησα άν είχε παραβεϊ κανένα κανονισμό στό χειρι­
σμό τής μηχανής, κούνησε τό κεφάλι του.
— Έβγαλα τόν Ιμάντα μέ τό δεξΐ χέρι, είπε, καί μέ τό άριστερό έκανα νά πιάσω τό πετραδάκι, δέ σταμάτησα νά δώ άν ή λουρί­
δα είχε βγει. Νόμιζα ότι τό δεξί μου χέρι, τήν είχε κάνει τή δου­
λειά αύτή, άλλά ή λουρίδα είχε μισοβγεΐ καί βάζοντας γρήγορα
τό άριστερό μου, μού τό σμπαράλιασε.
—θά ήταν πάρα πολύ όδυνηρό, είπα μέ συμπάθεια.
—Μά τήν Παναγία, τό λιάνισμα τών κοκάλων δέν είναι δά εύχάριστο, ήταν ή άπάντησή του.
Αύτά πού ήξερε σχετικά μέ τήν άγωγή άποζημίωσης ήταν
μάλλον συγκεχυμένα. Μόνο ένα πράγμα ήξερε καλά, ότι δέν τοϋ
είχαν δώσει τήν παραμικρή άποζημίωση. Είχε καταλάβει δτι ή άπόφαση τού δικαστηρίου στηρίχτηκε πάνω στίς καταθέσεις τοϋ
άρχιεργάτη καί τοϋ έπιστάτη και πού δπως ό Ιδιος μοϋ είπε «δέν
3. Οι έργαζόμενοι καλούνταν στή δουλειά τους καί έφευγαν άπ’ αύτή
μέ τό Αγριο, διαπεραστικό καί έκνευριστικό σφύριγμα μιάς άτμοκίνητης
σειρήνας.

50

έπρεπε, κόρη μου, νά πούνε αύτά πού είπαν». ’Αποφάσισα νά πάω
νά τούς βρώ.
"Ενα πράγμα ήταν όλοφάνερο. Ή κατάσταση τού Τζάκσον ή­
ταν άξιοθρήνητη. Ή ύγεία τής γυναίκας του ήταν κακή κι αύτή ή
δουλειά τού πλανώδιου έπιδιορθωτή ψαθωτών άντικειμένων δέν
τού έδινε άρκετά γιά νά θρέψει τήν οίκογένειά του. Είχε καθυστε­
ρήσει τό νοίκι του καί ό μεγαλύτερος γυιός του, ένα άγόρι έντεκα
χρόνων είχε άρχ(σει νά έργάζεται στό έργοστάσιο.
—θ ά μπορούσανε νά μού δώσουνε κομμάτι έκείνη τή θεσού­
λα τού νυχτοφύλακα, ήταν οί τελευταίες του λέξεις τή στιγμή πού
έφευγα.
Μετά τή συνάντηση πού είχα μέ τό δικηγόρο πού ύποστήριξε
τήν ύπόθεση τού Τζάκσον, καθώς καί μέ τούς δυό άρχιεργάτες
καί τόν έπιστάτη πού είχαν καταθέσει, άρχισα νά καταλαβαίνω δτι τά λεγάμενα τού Έρνεστ ήταν βάσιμα.
Μέ τήν πρώτη ματιά πού έριξα στό δικηγόρο, ένας άνθρω­
πος άδύνατος καί άνίκανος, κατάλαβα γιατί ό Τζάκσον έχασε τήν
ύπόθεσή του. Γιά μιά στιγμή σκέφτηκα δτι καλά νά πάθει άφού
διάλεξε ένα τέτοιο δικηγόρο. Ά λλά άμέσως μετά οί φράσεις τού
Έρνεστ μούρθαν ξαφνικά στό νοϋ: «Ή 'Εταιρεία πληρώνει πολύ
καλούς δικηγόρους» καί «ό συνταγματάρχης Ίνγκραμ είναι ένας
πολύ Ικανός δικηγόρος». Έκανα μερικές γρήγορες σκέψεις. Φυ­
σικά, σκέφτηκα, ή έταιρεία είχε κάθε δυνατότητα νά χρησιμοποι­
ήσει αύθεντίες τής νομικής έπιστήμης, πράγμα πού δέν μπορού­
σε νά κάνει ένας φουκαράς έργάτης σάν τό Τζάκσον. Αύτό δμως
ήταν μιά σκέτη λεπτομέρεια. "Ημουν βέβαιη δτι ύπήρχε άλλος λό­
γος πού ό Τζάκσον έχασε τήν ύπόθεση.
— Γιατί χάσατε τήν ύπόθεση; ρώτησα.
Ό δικηγόρος φάνηκε νά ένοχλήθηκε καί βρέθηκε σέ άμηχανία γιά μιά στιγμή. Ένοιωσα λύπηση γι’ αύτή τήν άθλια ύπαρξη.
Άρχισε νά μιλάει μ’ ένα ϋφος κλαψιάρικο. Πιστεύω δτι ήταν γεν­
νημένος κλαψιάρης άπ’ αύτούς πού είναι άποτυχημένοι άπό τήν
κούνια τους. Παραπονέθηκε γιά τΙς καταθέσεις τών μαρτύρων
πού εύνοούσαν μόνο τόν άντίδικο. Δέν μπόρεσε νά τούς άποσπάσει ούτε μιά λέξη πού θά βοηθούσε τόν Τζάκσον. "Ηξεραν καλά
μέ ποιά μεριά ήταν τό συμφέρον τους. Έπειτα ό Τζάκσον φέρθη­
κε άθλια. Άφησε τόν συνταγματάρχη "Ινγκραμ νά τόν έκφοβίσει
καί νά τόν μπερδέψει. 'Ο συνταγματάρχης Ίνγκραμ ήταν περίφη­
μος στήν έξέταση κατ’ άντιπαράσταση. Τά κατάφερε έτσι ώστε ό
51

Τζάκσον ν’ άπαντήσει στίς έρωτήσεις του κατά τρόπο πού έβλα­
ψε τόν έαυτό του.
—Πώς μπορούσαν οί άπαντήσεις τού Τζάκσον νά είναι έναντΐον του έάν είχε τό δίκαιο μέ τό μέρος του; ρώτησα.
—Τ( σχέση έχει τό δίκαιο μ’ αύτό; μέ ρώτησε κι αύτός μέ τή
σειρά του. Βλέπετε δλα αύτά τά βιβλία καί στράφηκε δείχνοντας
μέ τό χέρι τά ράφια γεμάτα μέ βιβλία πού σκέπαζαν τούς τοίχους
τοϋ μικροσκοπικοΰ του γραφείου. Ή άνάγνωση καί ή μελέτη ό­
λων αύτών μέ δίδαξαν ότι άλλο πράγμα είναι ό νόμος κι άλλο τό
δίκαιο. Ρωτήστε όποιονδήποτε δικηγόρο. Πρέπει νά πάτε στό Κα­
τηχητικό γιά νά μάθετε τί είναι δίκαιο. Άλλά πρέπει νά άνατρέξετε σ’ αύτά τά βιβλία γιά νά μάθετε... τό νόμο.
— Εννοείτε μήπως ότι ό Τζάκσον είχε τό δίκηο μέ τό μέρος
του καί παρ’ όλα αύτά έχασε τήν υπόθεση; ρώτησα διατακτικά.
Μήπως θέλετε νά μού πείτε δτι ό Δικαστής Κάλντγουελ δέν άπέδωσε δικαιοσύνη;
Ό ταλαίπωρος δικηγόρος γούρλωσε τά μάτια του καί τού έ­
φυγε κάθε μαχητική διάθεση.
—Δέν είχα καθόλου τύχη, άρχισε νά κλαψουρίζει πάλι. Ά ρ ­
χισαν νά χλευάζουν τόν Τζάκσον καί μένα μαζί. Πώς μπορούσα
νά έπιτύχω; Ό συνταγματάρχης Ίνγκραμ είναι μεγάλος δικηγό­
ρος. Ά ν δέν ήταν μεγάλος δέ θάχε άναλάβει νομικός σύμβουλος
στά Κλωστοϋφαντουργεία τής Σιέρρα, στό Συνδικάτο Γαιοκτημόνων τοϋ Έρστον, στή Διαχείρηση Ενοποιημένων Κεφαλαίων τοϋ
Μπέρκλεϋ, τοϋ Όοκλαντ, τοϋ Σάν Λεάντρο καί τής Ηλεκτρικής
'Εταιρείας τοϋ Πλήζαντον; Είναι δικηγόρος Εταιρειών καί οΐ δι­
κηγόροι τών 'Εταιρειών δέν πληρώνονται γιά νά πιάνονται κορόϊδα<4). Γιατί νομίζετε ότι μόνον τά Κλωστοϋφαντήρια τής Σιέρρα
τοϋ δίνουν είκοσι χιλιάδες δολλάρια τό χρόνο; Γιατί γι’ αύτοϋς άξίζει τά είκοσι χιλιάδες δολλάρια, νά γιατί. ’Εγώ δέν άξίζω τόσα
πολλά. Ά ν τάξιζα δέ θά βρισκόμουνα νά πεινάω στήν άπέναντι
4. Ό ρόλος τών δικηγόρων τών έταιριών ήταν νό ύπερετοϋν μέ παρά­
νομες μεθόδους τΙς άρπαχτικές διαθέσεις αύτών τών έταιριών. Σύμφωνα
μ’ αύτά ό Θεόδωρος Ροϋσβελτ πρόεδρος τότε τών ’Ενωμένων Πολιτειών
έλεγε τό 1905 κατά τήν έναρκτήρια μέρα τών μαθημάτων στό Χάρβαρτ:
« Όλοι ξέρουμε δτι δπως έχουν τά πράγματα σήμερα, πολλά άπό τά πιό Ι­
σχυρά καί τά πιό καλά άμειβόμενα μέλη τοϋ δικηγορικού σώματος, ειδι­
κεύονται σ’ όλα τά κέντρα τού πλούτου μέ τό νά έπεξεργάζονται τολμηρά
και ιδιοφυή σχέδια μέ τά όποια οί πλούσιοι πελάτες τους, άτομα ή έταιρΐες, μπορούν νά παραβοϋν τούς νόμους πού έχουν θεσπιστεί γιά νά ρυθ­
μίζουν πρός τό συμφέρον τού κοινού τή διάθεση τού μεγάλου πλούτου».

52

μεριά άπ’ αύτοϋς καί δέ θ’ άναλάμβανα ύποθέσεις σάν αύτή τοϋ
Τζάκσον. Καί τ( νομίζετε δτι θάπαιρνα άν κέρδιζα τήν ύπόθεσή
του;
—θ ά τάν γδέρνατε κατά πάσα πιθανότητα, άπάντησα.
—Φυσικά καί θά τδκανα, φώναξε θυμωμένα, πρέπει νά ζήσω(5).
— Έχει γυναίκα καί παιδιά, τόν έπέπληξα.
— Κι έγώ έχω γυναίκα καί παιδιά, άπάντησε. Καί δέν υπάρχει
κανείς στόν κόσμο νά νοιαστεί άν θά πεθάνουν άπό τήν πείνα ή δχΐ·
-αφνικά τό πρόσωπό του πήρε μιά γλυκύτητα. Ά νοιξε τή με­
ταλλική θήκη τοϋ ρολογιού του καί μοϋ έδειξε μιά μικρή φωτο­
γραφία μέ μιά γυναίκα καί δυό μικρά κοριτσάκια.
— Έδώ είναι. Κυττάξτε τις. Περνάμε δύσκολες μέρες, πολύ
δύσκολες. Είχα έλπίσει νά τΙς στείλω στήν έξοχή άν κέρδιζα αύτή
τήν ύπόθεση. Δέν είναι πολύ καλά στήν ύγεία τους έδώ, άλλά δέν
μπορώ νά τΙς στείλω άλλοϋ.
"Οταν έτοιμάστηκα νά φύγω άρχισε πάλι νά κλαψουρίζει.
—Δέν είχα ούτε τόση δά τύχη. Ό συνταγματάρχης Ίνγκραμ
καί ό δικαστής Κάλντγουελ είναι πολύ καλοί φίλοι. Δέ λέω δτι, άν
είχα άποσπάσει τΙς καταθέσεις πού έπρεπε στήν κατ’ άντιπαράσταση έξέταση τών μαρτύρων, αύτή ή φιλία θάταν άποφασιστική
γιά τήν υπόθεση. Άλλά πρέπει νά πώ άκόμα δτι ό δικαστής Κάλντγουελ έκανε δτι μπορούσε γιά νά μ’ έμποδίσει ν’ άποσπάσω αύτές τΙς καταθέσεις. Βλέπετε 6 δικαστής Κάλντγουελ καί ό συν­
ταγματάρχης Ίνγκραμ πηγαίνουν στό Ιδιο θεωρείο στό θέατρο,
στήν Γδια λέσχη. Κατοικούν στήν Ιδια συνοικία, στήν όποία έγώ
βέβαια δέ μπορώ νά μείνω. 01 γυναίκες τους είναι συνεχώς ή μιά
στό σπίτι τής άλλης. Παίζουν χαρτιά πάντοτε μαζί κι έχουν κι άλ­
λα πάρε δώσε.
—Νομίζετε πάντως δτι ό Τζάκσον είχε τό δίκηο μέ τό μέρος
του; ρώτησα σταματώντας γιά μιά στιγμή στό κατώφλι.
—Δέν τό νομίζω. Είμαι βέβαιος γι’ αύτό, ήταν ή άπάντηση.
Στήν άρχή πίστευα δτι είχε άρκετές άποδείξεις. Άλλά δέν τό είπα
5.
Τυπικό παράδειγμα τοϋ άλληλοσπαραγμοϋ πού διαπερνούσε τΙς
φλέβες δλης τής κοινωνίας. 01 άνθρωποι ρίχνονταν ό ένας πάνω στόν άλ­
λο. σάν πεινασμένοι λύκοι. 01 μεγάλοι λύκοι έτρωγαν τούς μικρούς καί ό
Τζάκσον μέσα σ’ αύτή τήν άνθρώπινη ζούγκλα ήταν ένας άπό τούς πιό άδύναμους, άνάμεσα στούς μικρούς λύκους.

53

στή γυναίκα μου. Δέν ήθελα νά τής δώσω ψεύτικες έλπίδες. Είχε
τόσο πολύ έπιθυμήσει 6να ταξίδι στήν έξοχή. Τό χτύπημα θάταν
άρκετά σκληρό.
Στόν Πήτερ Ντόννελυ, έναν άπό τούς άρχιεργάτες πού κατέ­
θεσαν στή δίκη έθεσα τήν έξής έρώτηση:
— Πώς δέν προσέξατε τό γεγονός δτι ό Τζάκσον προσπάθη­
σε νά σώσει τή μηχανή άπό βλάβη;
Σκέφτηκε πολύ πρίν μοϋ άπαντήσει. Μετά κύτταξε μέ άγωνία
γύρω του καί είπε.
— Γιατί έχω μιά καλή γυναικούλα καί τρία παιδιά, τά γλυκύ­
τερα στόν κόσμο, νά γιατί.
—Δέν καταλαβαίνω, είπα.
—Μάλλα λόγια θάταν κομμάτι έπικίνδυνο.
—’Εννοείτε... άρχισα.
Άλλά μέ σταμάτησε μέ πάθος.
—’Εννοώ αύτό πού λέω. Είναι πολλά τά χρόνια πού έργάζομαι στά Κλωστοϋφαντουργεία. Άρχισα πολύ μικρός στ’ άδράχτια κι άπό τότε έργάζομαι συνέχεια. Μέ σκληρή δουλειά κατάφερα σήμερα νά φτάσω ψηλά σ’ αύτό τό πόστο. Είμαι άρχιεργάτης
κυρά μου. Κι άμφιβάλλω άν υπάρχει κανένας κερατάς μέσα στό
έργοστάσιο πού θά μούδινε τό χέρι γιά νά μέ τραβήξει έξω άπό
τό νερό καί νά μή πνιγώ. Άλλοτε άνήκα στό Συνδικάτο. Άλλά ή
'Εταιρεία μέ άνάγκασε νά μείνω μέσα στό έργοστάσιο σέ δυό άπεργίες. Μέ είπαν «πουλημένο». Κανένας άπ’ αύτούς δέ θά πιει
μαζί μου ένα ποτήρι κρασί άμα τού πώ νά τόν κεράσω. Βλέπετε
αύτά τά σημάδια στό κεφάλι μου; μοϋριξαν κεραμίδια σωρό. Δέ
θά βρεις κανένα παιδί στ’ άδράχτια πού νά μή μέ άναθεματάει. Τό
μόνο μου άποκούμπι είναι ή 'Εταιρεία. Δέν ύποστηρίζω τό έργοστάσιο άπό καθήκον άλλά αύτό είναι τό ψωμί καί ή ζωή τών παι­
διών μου. Νά γιατί δέν είπα τίποτα.
—Καί σέ τί φταίει ό Τζάκσον; ρώτησα.
— Έπρεπε νά πάρει τή άποζημίωση. ΤΗταν καλός έργάτης
καί ποτέ δέν έκανε φασαρίες.
—Επομένως δέν είσαστε έλεύθερος νά πείτε όλη τήν άλήθεια δπως όρκιστήκατε νά τό κάνετε;
Κούνησε τό κεφάλι του.
—Τήν άλήθεια, δλη τήν άλήθεια καί μόνον τήν άλήθεια; είπα
μέ έπίσημο ύφος.
54

Πήρε πάλι έκεϊνο τό παθιασμένο ύφος καί σήκωσε τό κεφάλι
του όχι πρός έμένα άλλά πρός τόν ούρανό.
—©άφηνα τή ψυχή μου καί τό σώμα μου νά σιγοψήνουνται
στήν κόλαση γι’ αύτά τά άγγελούδια, άπάντησε.
Ό Χένρυ Ντάλλας, ό έπιστάτης, ήταν ένας άνθρωπος μέ άλεπουδίσια φάτσα. Μέ κύτταξε μέ άναίδεια καί άρνήθηκε νά μοϋ μι­
λήσει. Δέν μπόρεσα ν’ άποσπάσω άπ’ αύτόν ούτε μιά λέξη σχετι­
κά μέ τή δ(κη καί τήν κατάθεσή του.
Μέ τόν άλλο δμως άρχιεργάτη είχα περισσότερη τύχη. Ό
Τζαίημς ΣμΙΘ ήταν ένας άνθρωπος μέ σκληρά χαρακτηριστικά καί
αίσθάνθηκα ένα σφίξιμο στήν καρδιά μόλις τόν άντίκρυσα. Κι αύ­
τός έπίσης μοϋ έδωσε τήν έντύπωση πώς δέν ένοιωθε έλεύθερος,
άλλά μέ τή συζήτηση κατάλαβα δτι τό πνευματικό του έπίπεδο ή­
ταν άνώτερο άπό τό μέσο έπ(πεδο τών άνθρώπων τού είδους του.
Συμφωνούσε κι αύτός μέ τόν Πήτερ Ντόννελυ δτι ό Τζάκσον έ·
πρεπε νά πάρει άποζημ(ωση. Προχώρησε άκόμα πάρα πέρα καί
χαρακτήρισε άπάνθρωπο καί φριχτό τό δτι ό έργάτης πετάχτηκε
στό δρόμο μετά άπό τό άτύχημα πού τόν έκανε άνίκανο γιά κάθε
έργασία. Μού έξήγησε έπίσης δτι γινόσαντε πολλά άτυχήματα
στά κλωστοϋφαντουργεία κι δτι ή πολιτική τής 'Εταιρείας ήταν
νά δίνει τή μάχη μέχρις έσχάτων γιά ν’ άποφύγει τΙς άποζημιώσεις πού προκαλούν αύτές οΐ καταστάσεις.
—Αύτές οΐ άποζημιώσεις άντιπροσωπεύουν έκατοντάδες χι­
λιάδες δολλάρια τό χρόνο γιά τούς μετόχους, είπε, καί καθώς μι­
λούσε θυμήθυκα τό τελευταίο μέρισμα πού πήρε ό πατέρας μου
καί πού μέ τά χρήματα αύτά άγόρασε ένα ώραΐο φόρεμα γιά μένα
καί βιβλία γιά τόν έαυτό του. θυμήθηκα δτι ό "Ερνεστ μέ είχε κα­
τηγορήσει γιά τό φόρεμά μου, δτι είχε λεκέδες άπό αίμα κι αΙσθάνθηκα τό κορμί μου ν’ άνατριχιάζει κάτω άπό τά ρούχα μου.
— "Οταν καταθέσατε στή δίκη δέν τονίσατε δτι ό Τζάκσον έπαθε τό άτύχημα προσπαθώντας νά σώσει άπό βλάβη τή μηχανή;
ρώτησα.
— "Οχι, ήταν ή άπάντηση κι έσφιξε τά χείλια του μέ πίκρα.
Κατάθεσα δτι ό Τζάκσον πληγώθηκε άπό άμέλεια καί άπροσεξία
καί δτι ή ’Εταιρεία δέν ήταν ύπεύθυνη, ούτε έφταιγε σέ τίποτα γι’
αύτό.
— Ή ταν άμέλεια; ρώτησα.
— Πέστε το έτσι ή δπως άλλιώς θέλετε. Τό γεγονός είναι δτι
ένας άνθρωπος κουράζεται δταν έργάζεται ώρες πολλές.
55

Τό πρόσωπο άρχισε νά μ’ ένδιαφέρει. Δέν ήταν άσφαλώς έ­
νας τύπος συνηθισμένος.
— Είστε πιό μορφωμένος άπό τούς περισσότερους έργάτες,
είπα.

Είχα πάει στό Γυμνάσιο, άπάντησε. Παρακολουθούσα τό
σχολείο κι έργαζόμουνα σάν κλητήρας. Τ’ όνειρό μου ήταν νά
πάω στό Πανεπιστήμιο, άλλά πέθανε ό πατέρας μου καί ήρθα νά
έργαστώ στά Κλωστοϋφαντουργεία. "Ηθελα νά γ(νω φυσιοδίφης,
πρόσθεσε μέ κάποια συστολή σά νά έξομολογιόταν κάποια άδυναμία του. Λατρεύω τά ζώα. Άλλά ήρθα στό έργοστάσιο. "Οταν έγινα άρχιεργάτης παντρεύτηκα καί μετά ήρθε ή οικογένεια καί...
μετά δέν ήμουνα πιά κύριος τοϋ έαυτοϋ μου.
—Τ( έννοεϊτε μ’ αύτό; ρώτησα.
—Σάς έξηγώ γιατί κατάθεσα στή δ(κη δπως κατάθεσα, γιατί
άκολούθησα τΙς όδηγίες.
—Τίνος τΙς όδηγίες;
—Τού συνταγματάρχη Ίνγκραμ. Αύτός συνέταξε τήν κατά­
θεση πού έδωσα.
— Καί πού έγινε αΙτία νά χάσει ό Τζάκσον τή δίκη.
Κούνησε τό κεφάλι του καταφατικά καί τό αίμα άρχισε ν’ άνεβαίνει στό πρόσωπό του.
— Καί ό Τζάκσον είχε γυναίκα καί παιδιά πού έξαρτιόταν άπ’
αύτόν.
—Τό ξέρω είπε ήρεμα καί τό πρόσωπό του σκοτείνιασε άκόμα περισσότερο.
— Πέστε μου, συνέχισα, ήταν εύκολο γιά έναν άνθρωπο σάν
καί σάς πού πήγε στό Γυμνάσιο νά καταθέσει στή δίκη δσα κατα­
θέσατε;
Είχε μιά τέτοια έκρηξη θυμού πού φοβήθηκα. Ξέρασε(β>μιά
φοβερή βλαστήμια κι έσφιξε τή γροθιά του σά νάθελε νά μέ χτυ­
πήσει.
—Σάς ζητώ συγγνώμη, είπε σέ λίγο. "Οχι δέν ήταν εύκολο.
Καί τώρα σάς συνιστώ νά τού δίνετε. Πήρατε άπό μένα ότι ζητή­
σατε. Άλλά έχω νά σάς πώ τούτο πρίν φύγετε. Δέ θά χρησιμεύσει
σέ τίποτα νά έπαναλάβετε αύτά πού σάς είπα. θ ά τά άρνηθώ, καί
6.
Είναι ένδιαφέρον νά σημειώσουμε δτι αυτές οί τολμηρές λέξεις
στό λόγο ήταν συνηθισμένες τήν έποχή έκείνη καί είναι ένδεικτικές τής
ζωής πού κάνανε τότε, μιά ζωή άρπαχτικοϋ ζώου. Τό άναφέρουμε αύτό δχι γιό τή βρισιά τού Σμ(θ, άλλά γιά τό ρήμα πού χρησιμοποίησε ή ΑΙηβις
Έβερχαρντ.

56

μάρτυρες δέν υπάρχουν. Θά άρνηθώ κάθε λέξη κι άν χρειαστεί
θά τά άρνηθώ καί μέ δρκο στό δικαστήριο.
Μετά τή συνομιλία μου μέ τόν Σμ(θ, πήγα στό γραφείο τού
πατέρα μου στό κτίριο τού Χημείου καί κεΐ συνάντησα τόν Έρνεστ. ΤΗταν κάτι πού δέν περίμενα άλλά αύτός μέ πλησίασε μ’ αύ­
τό τό διαπεραστικό του βλέμμα, τή σταθερή χειραψία κι αύτό τό
περίεργο κράμα άπό άδεξιότητα καί άνεση πού τόν χαρακτήριζε.
Φαινόταν νάχει ξεχάσει τήν τελευταία μας θυελώδη συνάντηση,
άλλά έγώ δέν είχα σκοπό νά τήν άφήσω νά ξεχαστεϊ.
— ’Ερεύνησα τήν ύπόθεση Τζάκσον, είπα άπότομα.
"Εδειξε μεγάλο ένδιαφέρον καί περίμενε νά συνεχίσω άν καί
είχε καταλάβει ότι οί πεποιθήσεις μου είχαν κλονιστεί, τά μάτια
του πρόδιναν αύτή τή σιγουριά.
—Φαίνεται ότι τόν μεταχειρίστηκαν άσχημα τ’ όμολογώ
καί... καί νομίζω ότι λίγο άπό τό αίμα του στάζει άπό τήν όροφή
τού σπιτιού μας.
—Φυσικά, άπάντησε. 'Εάν μεταχειρίζονταν μέ συμπόνοια
τόν Τζάκσον καί τούς όμοίους του, τά μερίσματα άπό τΙς μετοχές
δέ θά ήταν τόσο σημαντικά.
—Δέ θά μπορέσω ποτέ νά ξαναβρώ εύχαρίστηση στά και­
νούργια φουστάνια πρόσθεσα.
Ένοιωθα ένα συναίσθημα ταπεινοφροσύνης καί συντριβής
άλλά καί γλυκό συνάμα καθώς φαντάστηκα τόν Έρνεστ σάν έξομολογητή. Ή δύναμή του μέ γοήτευε τότε όπως καί πάντοτε με­
τά. ’Ακτινοβολούσε μιά ύπόσχεση γαλήνης καί προστασίας.
—Ούτε σ’ ένα φόρεμα άπό λινάτσα θά βρείτε εύχαρίστηση,
είπε σοβαρά. Υπάρχουν τά νηματουργεία σπάγγου πού παρά­
γουν λινάτσα, ξέρετε, δπου γίνονται τά Ιδια πράγματα. Παντού
γίνονται τά Ιδια. Ό πολιτισμός μας πού τόσο πολύ έχει έξυμνηθεί
στηρίζεται πάνω σέ αίμα, είναι βουτηγμένος στό αίμα καί ούτε έσεΐς ούτε έγώ, ούτε κανένας άπό μάς μπορεί νά σβύσει τήν κόκκι­
νη κηλίδα. Μέ ποιούς άνθρώπους μιλήσατε;
Τού διηγήθηκα δλα δσα συνέβηκαν.
—Καί κανείς άπ’ αύτούς δέν ήταν έλεύθερος, τών πράξεών
του, είπε. Είναι όλοι δεμένοι μέ τήν άνελέητη βιομηχανική μηχα­
νή. Καί τό πιό όδυνηρό σ’ αύτή τήν τραγωδία είναι δτι τά δεσμά
πού τούς δένουν, είναι δεσμοί καρδιάς, τά παιδιά τους, πάντοτε
αύτή ή καινούργια ζωή πού τήν προστατεύουν μέ τό ένστικτό
τους. Κι αύτό τό ένστικτο είναι πιό δυνατό άπό κάθε ήθικό ένδοια57

σμό. Ό πατέρας μου! Είπε ψέματα, έκλεψε, έκανε Οτι είδους Ατι­
μία γιά νά βάλει λίγο ψωμί στό στόμα τό δικό μου καί τών άδερφιών μου. Ή ταν ένας σκλάβος τής μηχανής, αύτής πού τού σύντριψε τή ζωή, πού τόν έφθειρε μέχρι θανάτου.
— Έσεΐς όμως, τόν διέκοψα, είστε άσφαλώς ένας έλεύθερος
άνθρωπος.

Ό χ ι τελείως, άπάντησε. Δέ μέ δένουν δεσμοί καρδιάς. Εύτυχώς δέν έχω παιδιά, άν καί τ’ άγαπώ πάρα πολύ. ’Ακόμα κι άν
παντρευόμουνα δέ θά τολμούσα ν’ άποκτήσω.
—Αύτή σίγουρα είναι μιά πολύ κακή θεωρία, φώναξα.
—Τό ξέρω πώς είναι, είπε λυπημένα. ’Αλλά είναι μιά θεωρία
πού μού κάνει αύτή τή στιγμή. Είμαι έπαναστάτης κι αύτό είναι
μιά έπικίνδυνη κλίση.
Βάλθηκα νά γελάω μέ τόνο δύσπιτο.
—’Εάν προσπαθούσα νά μπώ στό σπίτι τού πατέρα σας τή
νύχτα γιά νά τού κλέψω τΙς μετοχές τής Σιέρρα, τί θά έκανε;
—Κοιμάται μ’ ένα ρεβόλβερ στό κομοδίνο δίπλα στό κρεβάτι
του, άπάντησα. Κατά πάσα πιθανότητα θά σάς πυροβολούσε.
—Καί άν έγώ μέ μερικούς άλλους όδηγούσαμε ένάμισυ έκατομμύριο άνθρώπους(7) στά σπίτια τών πλουσίων θάπεφταν πολ­
λές τουφεκιές, δέν είναι έτσι;
— ΝαΙ άλλά δέ τό κάνετε, παρατήρησα.
—Αύτό άκριβώς κάνουμε αύτή τή στιγμή. Καί ή πρόθεσή μας
δέν είναι νά πάρουμε μόνο τόν πλούτο πού βρίσκεται στά σπίτια,
άλλά δλες τΙς πηγές αύτοϋ τού πλούτου, τά όρυχεία, τούς σιδη­
ροδρόμους, τά έργοστάσια, τΙς τράπεζες, τά καταστήματα. Αύτό
είναι ή έπανάσταση. Είναι έξαιρετικά έπικίνδυνη. Φοβούμαι ότι
θά γίνει πολύ μεγαλύτερη σφαγή άπ’ δσο φαντάζομαι. ’Αλλά ό­
πως σάς έλεγα κανείς σήμερα δέν είναι τελείως έλεύθερος. Είμα­
στε δλοι πιασμένοι στά γρανάζια τής βιομηχανικής μηχανής. ’Α­
νακαλύψατε ότι είστε πιασμένη κι έσεΐς δπως καί οΐ άνθρωποι μέ
τούς όποίους μιλήσατε. Μιλήστε καί μέ άλλους άπ’ αύτούς. Πη­
γαίνετε νά δείτε τό συνταγματάρχη Ίνγκραμ. Ψάξτε γιά τούς δη­
μοσιογράφους πού δέν άφησαν νά γραφτεί τίποτα γιά τήν ύπόθε7.
Έδώ γίνεται υπαινιγμός στόν άριθμό τών ψήφων πού πήραν οί σο­
σιαλιστές στίς 'Ενωμένες Πολιτείες στό 1910. Ή προοδευτική αύξηση
αύτοϋ τού όριθμού δείχνει καθαρά τή γρήγορη άνάπτυξη τοϋ κόμματος
τής έπανάστασης. Ή δύναμη σέ ψήφους στις 'Ενωμένες Πολιτείες ήταν:
στά 1880 2068 ψήφοι, στά 1902 127.713, στά 1904 435.040, στά 1908
1.108.427 καί στά 1910 1.688.211.

58

ση Τζάκσον στίς έφημερίδες καί γιά τούς διευθυντές αύτών τών
έφημερίδων. θάνακαλύψετε δτι δλοι είναι σκλάβοι τής μηχανής.
Λίγο άργότερα πάνω στή συζήτηση τού έθεσα μιά άπλή έρώτηση σχετικά μέ τήν εύθύνη πού φέρνουν οΐ έργάτες στά άτυχήματα καί δέχτηκα μιά δλόκληρη διάλεξη μέ στατιστικά στοιχεία.

Ό λ α αύτά βρίσκονται μέσα σέ βιβλία είπε. "Εχουν συγκρί­
νει τά νούμερα κι έχει άποδειχτεϊ κατά τρόπο άναμφισβήτητο δτι
τά άτυχήματα σπανίως συμβαίνουν τΙς πρώτες ώρες τής πρωινής
βάρδιας ένώ αύξάνονται γρήγορα τΙς έπόμενες ώρες καθώς οΐ
έργάτες κουράζονται καί οΐ σωματικές καί οΐ πνευματικές τους
άντιδράσεις γίνονται βραδύτερες. Μπορεϊ νά μήν ξέρετε δτι ό
πατέρας σας έχει τρεις φορές περισσότερο άπό ένα έργάτη τήν
πιθανότητα νά μείνει ύγιής καί άρτιμελής. Καί δμως τήν έχει. 01
’Ασφαλιστικές 'Εταιρείες·81τό ξέρουν, θ ά τού ζητήσουν τέσσερα
δολλάρια καί εΓκοσι σέντς τό χρόνο γιά μιά άσφάλεια ζωής χιλίων δολλαρίων, ένώ γιά τήν Γδια άσφάλεια θά ζητήσουν δεκα­
πέντε δολλάρια άπό ένα χειρώνακτα.
— Καί σείς, τόν ρώτησα καί τή στιγμή πού πρόφερα αύτές τΙς
λέξεις ένοιωσα πώς ή έρώτησή μου έδειχνε πραγματική άνησυχία κι όχι άπλή φιλοφρόνηση.
— Ή ! έγώ σάν έπαναστάτης έχω όχτώ φορές περισσότερο
άπό έναν έργάτη τήν πιθανότητα νά πληγωθώ ή νά σκοτωθώ ά­
πάντησε μέ άδιαφορία. Στούς ειδικευμένους χημικούς πού χειρί­
ζονται έκρηκτικά, οΐ ’Ασφαλιστικές 'Εταιρείες ζητούν όχτώ φο­
ρές περισσότερο άπ’ δτι στούς έργάτες. 'Υποθέτω δτι έμένα δέ
θά μέ άσφάλιζαν καθόλου. Γιατί ρωτάτε;
Τά μάτια μου άνοιγόκλεισαν γρήγορα κι αίσθάνθηκα τό πρό­
σωπό μου νά κοκκινίζει, όχι τόσο γιατί αύτός συνέλαβε τήν άνησυχία μου δσο γιατί έγώ συνέλαβα τόν Ιδιο μου τόν έαυτό νά άνησυχεί καί μάλιστα μπροστά του.
’Ακριβώς έκείνη τή στιγμή μπήκε ό πατέρας μου κι έτοιμάστηκε γιά νά φύγουμε μαζί. Ό Έρνεστ έπέστρεψε μερικά βιβλία
8.
Σ’ αύτή τήν τρομερή πάλη άνέμεσα σέ λύκους έκεΐνων τών αΙώνων, κανένας Ανθρωπος δσο πλούτο κι άν είχε συσσωρεύσει δέν ήταν σί­
γουρος γιά τδ μέλλον. Έξ αΐτίας τοϋ φόβου γιά τήν εύημερία τών οικογε­
νειών τους, οΙ άνθρωποι είχαν έφεύρει τις άσφαλίσεις. Αύτό τό σύστημα
πού στό φωτισμένο αΙώνα μας, φαίνεται γελοία παράλογο καί πρωτόγο­
νο, ήταν κάτι πολύ σοβαρό τήν έποχή έκείνη. Τό πιό άστεϊο είναι δτι τά
κεφάλαια τών άσφαλιστικών έταιριών πολύ συχνά έξατμίζονταν γιατί τά
σπαταλούσαν οι άνθρωποι πού είχαν άκριβώς όριστεΐ γιά νά τά διαχειρί­
ζονται.

59

πού είχε δανειστεί καί βγήκε πρώτος. Ά λλά τή στιγμή άκριβώς
πού έφευγε, γύρισε καί μοϋ είπε:

Ά ! μέ τήν ευκαιρία, μιά καί καταστρέφετε τή γαλήνη σας
καί τά μυαλό σας, όπως κάνω έγώ στόν έπ(σκοπο, σάς συνιστώ νά
πάτε νά βρείτε τήν κυρία ΓουΤκσον καί τήν κυρία Περτονγουέϊτ.
01 σύζυγοί τους ξέρετε είναι οΐ κυριώτεροι μέτοχοι στά Κλωστοϋ­
φαντουργεία. Αύτές οί δυό κυρίες δπως καί ή υπόλοιπη άνθρωπό­
τητα είναι δεμένες μέ τή μηχανή μόνο πού είναι έτσι δεμένες ώ­
στε νά κάθονται στήν κορυφή.

60

Κεφάλαιο 4ο

Οί σκλάβοι τής μηχανής
Τό χέρι τού Τζάκσον, όσο τό σκεφτόμουνα μέ άναστάτωνε.
Βρισκόμουνα άντιμέτωπη μέ κάτι τό συγκεκριμένο. Γιά πρώτη φο­
ρά έβλεπα τή ζωή κατά πρόσωπο. Ή ζωή μου στό Πανεπιστήμιο,
ή μελέτη, ή πνευματική καλλιέργεια ήταν μακρυά άπό τήν πραγ­
ματική ζωή. Αύτά πού είχα μάθει γιά τή ζωή, γιά τήν κοινωνία ή­
ταν μόνο θεωρίες πού φαίνονται ώραϊες πάνω στό χαρτί, άλλά
μόνο τώρα έβλεπα τήν Ιδια τή ζωή. Τό χέρι τού Τζάκσον ήταν ένα
γεγονός μέσα άπό τή ζωή. «Τό γεγονός, κύριοι, τό άναντίρρητο
γεγονός!» ήχούσε στή συνείδησή μου ή φράση τού Έ ρνεσ τ.
Μοϋ φαινόταν τερατώδες, άδύνατο τό δτι δλη ή κοινωνία
μας βασιζόταν στό αίμα. Τό χέρι δμως τού Τζάκσον ήταν έκεϊ
μπροστά μου καί δέν μπορούσε νά μοϋ φύγει άπό τό μυαλό. Ή
σκέψη μου στρεφόταν σταθερά σ’ αύτόν δπως ή μαγνητική βελό­
να στό βόρειο πόλο. Τού είχαν συμπεριφερθεϊ κατά τρόπο φοβε­
ρό. Δέν πλήρωσαν τό αίμα πού έχυσε γιά νά μπορέσουν νά πλη­
ρώσουν πιό πλουσιοπάροχα τά μερίσματα. Γνώριζα καμιά είκοσαριά μακάριες, εύπορες οικογένειες πού είχαν δεχτεί αύτά τά κέρ­
δη άπό τΙς μετοχές καί πού είχαν έπωφεληθεϊ άπό τό αίμα τού
Τζάκσον. ’Εάν ένας άνθρωπος είχε ύποστεί τέτοια τερατώδη μεταχείρηση καί ή κοινωνία συνέχιζε άμέριμνη τό δρόμο της, δέ θά­
πρεπε νάναι πολλοί αύτοί πού είχαν ύποστεί τά Ιδια; θυμήθηκα
αύτά πού είχε πει ό Έ ρ ν ε σ τ γιά τΙς γυναίκες τού Σικάγου πού έργάζονται γιά ένενήντα σέντς τήν έβδομάδα καί τά παιδιά σκλά­
βους στά ύφαντουργεία τού Νότου. Νόμιζα πώς έβλεπα τά πελιδ­
νά άσπρουλιάρικα χέρια τους, χωρίς καθόλου αίμα, νά ύφαίνουν
τό ύφασμα πού είχε χρησιμεύσει καί γιά τό δικό μου φόρεμα. Καί

61

τότε ή σκέψη μου ξαναγύρισε στά Κλωστοϋφαντήρια τής Σιέρρα
καί τά μερίσματα τών μετοχών ποϋ πληρώθηκαν καί είδα γιά κα­
λά τό αίμα τοϋ Τζάκσον πάνω στό φόρεμά μου. Δέν μπορούσα πιά
νά ξεφύγω άπό τόν Τζάκσον, δλες μου οΐ σκέψεις μέ φέρναν πίσω
σ’ αύτόν.
Βαθειά μέσα μου ένοιωθα πώς στέκω στήν άκρη ένός γκρε­
μού. Αισθανόμουνα ότι ή ζωή θά μοϋ άποκάλυπτε κάτι τό νέο καί
τρομακτικό. Καί δέν ήμουνα μόνη έγώ. "Ολος ό κόσμος γύρω μου
θά γύριζε τά πάνω κάτω. Καί πρώτα ό πατέρας μου. Ά ρ χ ισ α νά
βλέπω τήν έπίδραση πού είχε ό Έ ρ ν ε σ τ πάνω του. Ύ στερα ήταν
ό Επίσκοπος. Τήν τελευταία φορά πού τόν είχα δεϊ, μού είχε δώ­
σει τήν έντύπωση ένός άρρωστου άνθρώπου. Βρισκόταν σέ νευ­
ρική ύπερένταση καί στά μάτια του έβλεπες μιά άφατη φρίκη. Έ ­
μαθα άπό κάτι λ(γα πού μού είπε, ότι ό "Ερνεστ είχε κρατήσει τήν
ύπόσχεσή του νά τόν όδηγήσει μέσα άπό τήν κόλαση. Ά λ λ ά δέν
έμαθα ποιές έωσφορικές σκηνές είδαν τά μάτια τού ΈπΙσκοπου
γιατί φαίνεται τού ήταν πολύ όδυνηρό νά μού τΙς διηγηθεϊ.
Σέ κάποια στιγμή καθώς ένοιωθα έντονα νά γυρίζει άνάποδα
όλος ό μικρός μου κόσμος κι όλόκληρο τό σύμπαν, σκέφτηκα ότι
ή αΙτία ήταν ό Έ ρ ν ε σ τ . «Ή μαστε τόσο εύτυχισμένοι καί ήρεμοι
πρίν νά έρθει!» Ά λ λ ’ άμέσως μετά κατάλαβα δτι αύτή ή σκέψη ή­
ταν μιά προδοσία πρός τήν πραγματικότητα. Είδα τόν Έ ρ ν ε σ τ νά
παίρνει άλλη μορφή, νά γίνεται ό άπόστολος τής άλήθειας μέ τά
άτρόμητα σπινθηροβόλα μάτια, σάν ένας άρχάγγελος πού μάχε­
ται γιά τήν άλήθεια καί τή δικαιοσύνη, γιά τήν άνακούφιση τών
φτωχών, τών καταφρονεμένων, τών καταπιεσμένων. Καί τότε ύψώθηκε μπροστά μου κάποια άλλη μορφή, ή μορφή τοϋ Χριστού!
Κι αύτός είχε πάρει τό μέρος τών ταπεινών καί καταπιεσμένων ένάντια στή στέρεη έξουσία τών άρχιερέων καί τών Φαρισαίων,
θυμήθηκα τό τέλος Του πάνω στό σταυρό καί ή καρδιά μου σφί­
χτηκε άπό άγωνία καθώς σκέφτηκα τόν "Ερνεστ. Μήπως ήταν
προορισμένος κι αύτός νά σηκώσει ένα σταυρό, αύτός μέ τή
βροντερή, σά σάλπισμα μάχης, φωνή του καί τήν ώραία άρενωπότητα;
Καί κείνη τή στιγμή κατάλαβα πώς τόν άγαπώ. Έλειω να άπό
τήν έπιθυμία νά τοϋ συμπαρασταθώ. Ή σκέψη μου στράφηκε στή
ζωή ποϋ θάχε κάνει, μιά ζωή μίζερη, άθλια, σκληρή. Σκέφτηκα τόν
πατέρα του ποϋ είπε ψέματα γι’ αύτόν καί πού πέθανε πάνω στή
δουλειά. Σκέφτηκα αύτόν τόν Ιδιο ποϋ είχε πάει στό έργοστάσιο

62

δταν ήταν δέκα χρονών. Ό λ η μου ή καρδιά έκαιγε άπά τήν έπιθυμ(α νά τάν σφίξω στήν άγκαλιά μου, ν’ άκουμπήσω τά κεφάλι του
στό στήθος μου, αύτό τό κεφάλι τό γεμάτο έγνοιες, νά τού χαρί­
σω λίγη άνάπαυση, μόνο άνάπαυση, μόνο λ(γη άνακούφιση καί
λησμονιά, μόνο μιά στιγμή τρυφερότητας.
Συνάντησα τόν συνταγματάρχη Ίν γκ ρ α μ σέ μιά δεξίωση άνθρώπων τής έκκλησίας. Τόν γνώριζα καλά καί άπό πολλά χρόνια.
Τόν παρέσυρα, σά σέ παγίδα χωρίς νά τό καταλάβει, πίσω άπό
κάτι φοινικιές καί καουκτσουκόδεντρα. ’Αρχίσαμε τήν κουβέντα
μας μέ τούς συνηθισμένους άστεϊσμούς καί τΙς τυπικές φιλοφρο­
νήσεις. ΤΗταν πάντοτε ένας εύχάριστος άνθρωπος μέ πολλή δι­
πλωματικότητα καί τάκτ καί πολύ εύυπόληπτος. "Οσο γιά τήν έξωτερική του έμφάνιση ήταν ό πιό καλοβαλμένος κύριος τής δι­
κής μας κοινωνίας. Μπροστά σ’ αύτόν κι ό άξιοσέβαστος πρύτα­
νης τού Πανεπιστημίου φαινόταν άκομψος καί κακομοίρης.
Παρ’ δλα αύτά άνακάλυψα δτι ό συνταγματάρχης Ίνγκρ α μ
βρισκόταν στήν Ιδια θέση μέ τούς άγράμματους χειριστές τών
μηχανών. Δέν ήταν έλεύθερος. Ή τ α ν κι αύτός δεμένος στό τρο­
χό. Ποτέ δέ θά ξεχάσω πώς άλλαξε δψη δταν τού θύμισα τήν πε­
ρίπτωση τού Τζάκσον. Ή εύδιαθεσία του χάθηκε μονομιάς σάν έ­
να φάντασμα τήν αύγή. Μιά άπαίσια έκφραση παραμόρφωσε ξαφ­
νικά τά χαρακτηριστικά τοϋ καλοαναθρεμένου άνθρώπου. Φοβή­
θηκα δπως δταν ό Τζαίημς ΣμΙΘ είχε ξεσπάσει όργισμένος. Β έ­
βαια ό συνταγματάρχης Ίνγκρ α μ δέν άρχισε τΙς βλαστήμιες κι
αύτή ήταν ή μόνη διαφορά άνάμεσα σ’ αύτόν καί τόν έργάτη. Είχε
τή φήμη άνθρώπου έτοιμόλογου, άλλά έκείνη τή στιγμή είχε χά­
σει τήν έτοιμότητά του. Προσπαθούσε άσυνείδητα νά βρει τρόπο
νά ξεφύγει, άλλά ήταν παγιδευμένος άνάμεσα στά φοινικόδεντρα καί τά καουτσουκόδεντρα.
Ώ ! αύτό τό όνομα τοϋ Τζάκσον τόν άρρώσταινε. Γ ιατί ξανά­
φερνα στήν έπιφάνεια αύτή τήν ύπόθεση; Δέ μπορούσε νά κατα­
λάβει τί έβρισκα σ’ αύτό τό άστεϊο. Ή τ α ν κακόγουστο έκ μέρους
μου κι έδειχνε έλλειψη κάθε έκτίμησης. Δέν καταλάβαινα δτι τά
προσωπικά του αίσθήματα δέν έπαιζαν κανένα ρόλο στό έπάγγελμά του; Ό τα ν πήγαινε στό γραφείο, τά προσωπικά του συναι­
σθήματα τά άφηνε στό σπίτι. Στή δουλειά του λειτουργούσε μόνο
ή έπαγγελματική του συνείδηση.
— "Επρεπε νά πάρει άποζημίωση ό Τζάκσον; ρώτησα.
— ’Ασφαλώς άπάντησε. Ή προσωπική μου γνώμη είναι δτι

63

θάπρεπε. Ά λ λ ά αύτή δέν έχει καμιά σχέση μέ τή νομική πλευρά
τής ύπόθεσης.
Τό μυαλό του άρχισε πάλι νά δουλεύει μετά τό πρώτο ξάφ­
νιασμα.
— Πέστε μου έχει καμιά σχέση τό δίκαιο μέ τό νόμο; ρώτησα.
— θάπρεπε νά άλλάξετε τΙς δύο τελευταίες συλλαβές, είπε
χαμογελώντας.
— θ έλετε νά πείτε δύναμη; ρώτησα.
Κούνησε τό κεφάλι καταφατικά.
— Καί ύποτίθεται δτι άποδίδεται δικαιοσύνη μέ τή βοήθεια
τού νόμου.
— Καί τό παράδοξο είναι δτι άποδίδεται, μέ άντέκρουσε.
— Τώρα μιλάτε έπαγγελματικά, έτσι δέν είναι; ρώτησα.
Ό συνταγματάρχης Ίνγκ ρ α μ έγινε κατακόκκινος καί κύτταξε πάλι νά βρει κάποια διέξοδο γιά νά φύγει. Τού έκλεισα δμως τό
δρόμο άποτελεσματικά κι έδειξα πώς δέν ήμουνα διατεθειμένη
νά τό κουνήσω άπό κεϊ.
— Πέστε μου, είπα, δταν κάποιος έγκαταλείπει τήν προσωπι­
κή του γνώμη γιά τήν έπαγγελματική, αύτή ή πράξη δέν πρέπει νά
χαρακτηριστεί σάν ένα είδος έθελοντικής πνευματικής άναπηρίας;
Δέν πήρα άπάντηση. Ό συνταγματάρχης Ίν γκρ α μ έγκατέλειψε άδοξα τό πεδίο τής μάχης σπάζοντας μιά χουρμαδιά στή
φυγή του.
Στή συνέχεια έπιχείρησα νά χρησιμοποιήσω τΙς έφημερίδες.
"Εγραψα μιά μετριοπαθή, άπλή, χωρίς έξάρσεις έκθεση τής ύπό­
θεσης Τζάκσον. Άπέφυγα νά άναφέρω τά όνόματα τών προσώ­
πων μέ τά όποια συζήτησα αύτή τήν ύπόθεση καί νά τούς ρίξω εύθύνες. Περιέγραψα τά συγκεκριμένα γεγονότα τής ύπόθεσης, άναφέρθηκα στά πολλά χρόνια πού ό Τζάκσον έργάστηκε στά κλω­
στοϋφαντουργεία, στήν προσπάθειά του νά προστατεύσει άπό
βλάβη τή μηχανή μέ άποτέλεσμα τό άτύχημα καί στήν τωρινή του
άθλια κατάσταση. 01 τρεϊς τοπικές έφημερίδες καί οΐ δυό βδομα­
διάτικες άπέριψαν τό άρθρο μου.
Πλησίασα μέ σκοπό νά βάλω στό χέρι τόν Πέρσυ Λέϊτον. ’ Η­
ταν άπόφοιτος Πανεπιστημίου, ήθελε νά ριχτεί στή δημοσιογρα­
φία κι έκανε τή μαθητεία του σάν ρεπόρτερ στή μιά άπό τΙς τρείς
έφημερίδες πού είχε καί τή μεγαλύτερη έπιρροή. Χαμογέλασε δ­
ταν θέλησα νά μάθω τό λόγο πού οΐ έφημερίδες δέν είχαν γράψει
τίποτα γιά τό Τζάκσον καί τήν ύπόθεσή του.

64

— Πολιτική πού άκολουθεϊ δ τύπος, είπε. Έ μεϊς δέν μπορού­
με νά κάνουμε τίποτα γι’ αύτό. Είναι ύπόθεση τών έκδοτών.
— Μά γιατί αύτή ή πολιτική; ρώτησα.
— Είμαστε άλληλένδετοι μέ τΙς έταιρεϊες, άπάντησε. ’Ακόμα
κι άν πληρώσετε όσο πληρώνονται οΐ άγγελίες, δέν μπορεϊτε νά
βάλετε ένα τέτοιο κείμενο στίς έφημερίδες κι αύτός πού θά προ­
σπαθούσε νά τό περάσει λαθραία θάχανε τή δουλειά του. Δέν
μπορεϊτε νά τό δημοσιεύσετε άκόμα κι άν πληρώσετε δέκα φορές
περισσότερο άπό τή συνηθισμένη ταρίφα τών άγγελιών.
— Καί τ( θά λέγατε γιά τή δική σας πολιτική; ρώτησα. Φαίνε­
ται πωξ ή άποστολή σας είναι νά διαστρέφετε τήν άλήθεια μέ τήν
έντολή τών άφεντικών σας, οί όποιοι μέ τή σειρά τους ύπακούουν
στίς έντολές τών 'Εταιρειών.
— ’Εγώ δέν έχω καμιά σχέση μ’ δλα αύτά.
Βρέθηκε σέ δύσκολη θέση γιά μιά στιγμή, άλλ’ άμέσως μετά
έλαμψε τό πρόσωπό του μόλις διείδε κάποια διέξοδο.
— ’Εγώ προσωπικά δέν γράφω άναληθή πράγματα. Είμαι άπόλυτα έντάξει μέ τή συνείδησή μου. Φυσικά μέσα στή δουλειά
μιάς όλόκληρης μέρας συναντάει κανείς ένα σωρό δυσάρεστα
πράγματα. ’Αλλά αύτά καταλαβαίνετε άποτελούν μέρος τής κα­
θημερινής δουλειάς, συμπέρανε μέ τρόπο παιδαριώδη.
— Παρ’ δλα αύτά περιμένετε κάποια μέρα νά καθήσετε στό
γραφείο τού διευθυντή καί ν’ άκολουθήσετε μιά πολιτική.
— Μέχρι τότε θάχω σκληραγωγηθεϊ, ήταν ή άπάντηση.
— Μέχρι νά σκληραγωγηθειτε, πέστε μου τώρα τ( σκέπτεσθε
γενικά γιά τήν πολιτική ποϋ άκολουθεϊ ό τύπος.
— Δέ σκέφτομαι τίποτα, άπάντησε γρήγορα. Κανείς δέν μπορεϊ νά δίνει κλωτσιές άπό δώ κι άπό κεϊ άν θέλει νά έπιτύχει στή
δημοσιογραφία. Αύτό τό έχω μάθει όπωσδήποτε καλά.
Καί κούνησε μ’ ένα ύφος γεμάτο σύνεση τό νεανικό του κε­
φάλι.
— Καί μέ τό δίκαιο τ( γίνεται; έπέμεινα έγώ.
— Δέν καταλαβαίνετε τούς κανόνες τοϋ παιχνιδιού. Είναι δ­
λα έντάξει γιατί δλα τελειώνουν έντάξει, δέν τό νομίζετε;
— ’Εξαίσια άοριστία ψιθύρισα. Ή ψυχή μου δμως πονούσε
γιά τά νιάτα αύτοϋ τοϋ άνθρώπου κι αίσθάνθηκα τήν άνάγκη νά
βάλω τΙς φωνές ή νά ξεσπάσω σέ κλάμματα.
Είχα άρχίσει νά διαπερνώ τήν έπιφάνεια τής κοινωνίας ποϋ
μέσα της είχα ζήσει μέχρι τότε καί νά άνακαλύπτω τή τρομακτική

65

πραγματικότητα πού κρυβόταν άπό πίσω. Μιά σιωπηρή συνωμο­
σία φαινόταν νά περιβάλει τόν Τζάκσον κι αίσθάνθηκα νά μέ δια­
περνάει ένα ρίγος συμπάθειας γιά τόν ταλαίπωρο έκεϊνο δικηγό­
ρο πού είχε ύποστηρίξει τόσο άδοξα τήν υπόθεσή του. Αύτή δμως
ή σιωπηρή συνωμοσία έπαιρνε μεγάλες διαστάσεις. Δέ σκόπευε
μόνο τόν Τζάκσον. Σκόπευε κάθε έργάτη πού είχε άκρωτηριαστεϊ
στά κλωστοϋφαντουργεία. Κι άν σκόπευε κάθε έργάτη στά κλω­
στοϋφαντουργεία γιατί δέ θά συνέβαινε τό Γδιο μέ όλους τούς έρ­
γάτες τών άλλων κλωστοϋφαντουργείων καί τών άλλων έργοστασίων; Καί γιατί κάτι τέτοιο δέ θά Ισχυε καί γιά όλόκληρη τή
βιομηχανία;
Κι άν έτσι είχαν τά πράγματα τότε ή κοινωνία ήταν ένα ψέμα.
Έ κα ν α πίσω φοβισμένη άπό τά Ιδια μου τά συμπεράσματα. Μιά
τέτοια άλήθεια θά ήταν πολύ τρομερή κι άποτρόπαιη. 'Υπήρχε δ­
μως ό Τζάκσον καί τό χέρι τοϋ Τζάκσον καί τό αίμα πού λέκιαζε τό
φόρεμά μου κι έσταζε άπό τά δοκάρια τής δικής μου σκεπής. Καί
ύπήρχαν πολλοί Τζάκσον, έκατοντάδες σάν κι αύτόν, μόνο στά
κλωστοϋφαντουργεία, δπως ό Ιδιος ό Τζάκσον είχε πεί. Δέν μπο­
ρούσα νά ξεφύγω άπό τόν Τζάκσον.
Πήγα νά δώ τόν κ. Γουΐκσον καί τόν κ. Περτονγουέϊτ, τούς
δυό άνθρώπους πού είχαν τό μεγαλύτερο ποσοστό μετοχών στά
κλωστοϋφαντουργεία τής Σιέρρα. Δέν μπόρεσα δμως νά τούς
συγκινήσω, δπως είχα συγκινήσει τούς μηχανικούς πού είχαν
στήν ύπηρεσία τους. ’Ανακάλυψα δτι είχαν μιά ήθική άνώτερη ά­
πό τήν ήθική τών άλλων άνθρώπων, μιά ήθική πού θά μπορούσα
νά όνομάσω άριστοκρατική ή ήθική τών άφεντικών(1). Μιλούσαν
μέ μεγάλη άνεση γιά τήν πολιτική καί ταύτιζαν τήν πολιτική μέ τό
δίκαιο. Σέ μένα μιλούσαν μέ ύφος πατρικό καί προστατευτικό έξ
αίτίας τής ήλικίας μου καί τής άπειρίας μου. ’Απ’ δλους δσους συ­
νάντησα στήν έρευνά μου αύτοί ήταν οΐ πιό άδιόρθωτα άνήθικοι.
Ή τ α ν άπόλυτα πεπεισμένοι δτι ή συμπεριφορά τους ήταν ή σω­
στή. Δέν μπορούσε νά γίνει κανένας λόγος γι’ αύτό, καμιά συζή­
τηση. Ή τ α ν πεπεισμένοι δτι ήταν οΐ σωτήρες τής κοινωνίας κι δτι
φρόντιζαν γιά τήν εύτυχία τών πολλών. Ζωγράφιζαν μέ τά μελανότερα χρώματα τό τί θά ύπέφεραν οΐ έργάτες άν αύτοί καί μόνον
1.
Πρίν νά γεννηθεί ή ΑΓηβις Έβερχαρντ ό Τζών Στιούαρτ Μ(λλ έγραψε στό δοκίμιό του «Γιά τήν ’Ελευθερία»: «Παντού όπου ύπάρχει μιά
τάξη πού κυριαρχεί, ένα μεγάλο μέρος τής ήθικής έκπηγάζει άπό τά ταξι­
κά της συμφέροντα καί τά ταξικά της αίσθήματα ύπεροχής».

66

αύτοί δέν είχαν προβλέψει μέ τήν έξυπνάδα τους νά τούς προμη­
θέψουν έργασία.
’Αμέσως μετά άπ’ αύτοϋς τούς δυά κυρίους συνάντησα τόν
Έ ρ ν ε σ τ καί τού διηγήθηκα τήν έμπειρ(α μου. Μέ κύτταξε μέ μιά
έκφραση Ικανοποίησης καί είπε:
— θαυμάσια, άρχίσατε νά έξιχνιάζετε τήν άλήθεια μόνη σας.
Τά γενικά συμπεράσματα πού βγάλατε άπό τΙς έμπειρίες σας εί­
ναι σωστά. Μέσα στό βιομηχανικό πλέγμα κανένας άνθρωπος
δέν είναι έλεύθερος τών πράξεών του έκτός άπό τό μεγάλο καπι­
ταλιστή πού κι αύτός, άν μοϋ έπιτρέπετε τόν Ιρλανδέζικο τρόπο
έκφρασης, δέν είναι έλεύθερος σέ τελευταία άνάλυση*21. Βλέπετε
είναι άπόλυτα βέβαιοι δτι αύτό πού κάνουν είναι τό σωστό. Αύτό
είναι τό παράλογο τής δλης κατάστασης. Ή άνθρωπινή τους Ιδιό­
τητα τούς κρατάει κατά τέτοιο τρόπο δεμένους, ώστε δέν μπο­
ρούν νά κάνουν κάτι άν δέν πιστεύουν δτι κάνουν τό σωστό. Έ ­
χουν άνάγκη τήν έπιδοκιμασία γιά κάθε τους πράξη.
«"Οταν θέλουν ν’ άναλάβουν κάτι, μιλάμε γιά έπιχειρήσεις
φυσικά, πρέπει νά περιμένουν μέχρι νά σχηματιστεί μέσα στό
μυαλό τους ένα είδος θεωρίας θρησκευτικής, ή ήθικής, ή έπιστημονικής, ή φιλοσοφικής, δτι αύτό πού κάνουν είναι τό όρθόν. Τότε
βάνουν μπρός καί τό πραγματοποιούν, χωρίς νά καταλαβαίνουν
δτι μιά άπό τΙς άδυναμίες τού άνθρώπινου μυαλού είναι δτι ή έπιθυμία γεννάει τή σκέψη. Σέ ότιδήποτε κάνουν έπιδιώκουν πάντο­
τε τήν έπιδοκιμασία. Πρόκειται γιά έπιπόλαιους καζουϊστές, γιά
ΊσουΤτες. Βρίσκουν μάλιστα τόν τρόπο νά κάνουν τό κακό πιστεύ­
οντας δτι κάτι καλό θά βγει άπ’ αύτό. Έ χ ο υ ν δημιουργήσει ένα
εύχάριστο καί πλαστό άξίωμα ότι δηλαδή αύτοί ύπερέχουν άπό
τό ύπόλοιπο άνθρώπινο γένος σέ σοφία καί άποτελεσματικότητα.
Αύτό τούς κάνει νά πιστεύουν δτι αύτοί θά έξοικονομήσουν τό
ψωμί γιά τήν ύπόλοιπη άνθρωπότητα. Έ χ ο υ ν μάλιστα ξεθάψει τή
θεωρία τού θεϊκού δίκαιου τών βασιλιάδων — τών βασιλιάδων
τού έμπορίου στήν προκειμένη περίπτωση*3’.
2. 01 λεκτικές άντιφάσεις πού χΐς όνόμαζαν Ιρλανδικές παρλαπίπες
ήταν μιά χαριτωμένη άδυναμία τών παλιών 'Ιρλανδών.
3. 01 έφημερίδες τοϋ 1902 έκεΐνης τής έποχής άπέδιδαν στόν Τζώρτζ
Μπαέρ, πρόεδρο τοϋ Τράστ τοϋ ’Ανθρακίτη τή διατύπωση τού παρά κάτω
άποφθέγματος: «Τά δίκαια καί τά συμφέροντα τού έργαζόμενου θά προ·
στατευθούν άπό τούς Χριστιανούς στους όποίους ό θεός μέ τήν άπέραντη σοφία του, έχει παραχωρήσει τά συμφέροντα τής Ιδιοκτησίας σ’ αύτή
τή χώρα».

67

«Τό άδύνατο σημείο σ’ αύτή τή θεωρία είναι ότι πρόκειται γιά
άπλοϋς έπιχειρηματίες. Δέν είναι φιλόσοφοι. Δέν είναι ούτε βιο­
λόγοι, ούτε κοινωνιολόγοι. ’Εάν ήσαντε, όλα θά ήταν φυσικά καλ­
λίτερα. "Ενας έπιχειρηματίας πού θά ήταν έπίσης βιολόγος καί
κοινωνιολόγος θά γνώριζε τί περίπου χρειάζεται ή άνθρωπότητα.
Ά λ λ ά αύτοί οί άνθρωποι έξω άπό τόν έπιχειρηματικό τομέα, είναι
ήλίθιοι. Ξέρουν μόνο άπό έπιχειρήσεις. Δέν καταλαβαίνουν τόν
άνθρωπο καί τήν κοινωνία, άλλά παρ’ δλα αύτά θεωρούν τόν έαυ­
τό τους διαιτητή τής μοίρας τών έκατομμυρίων πεινασμένων καί
όλων τών άλλων έκατομμυρίων άνθρώπων. Κάποια μέρα ή Ιστο­
ρία θά ξεσπάσει σ’ ένα όμηρικό γέλιο μαζί τους.»
"Οταν συνάντησα καί μίλησα μέ τΙς κυρίες ΓουΤκσον καί Περτονγουέϊτ δέν αίσθάνθηκα πιά καμιά έκπληξη. Ή τ α ν γυναίκες
τής ύψηλής κοινωνίας*41. Τά σπίτια τους ήταν πραγματικά παλά­
τια. Είχαν πολλές άλλες κατοικίες διασκορπισμένες στήν έξοχή,
πάνω στό βουνό, δίπλα σέ λίμνες καί κοντά στήν θάλασσα. Δέ­
χονταν τΙς περιποιήσεις άπό στρατιές ύπηρετών καί ή κοινωνική
τους δραστηριότητα ήταν έκπληκτική. Ή τ α ν οΐ προστάτιδες τών
πανεπιστημίων καί τών έκκλησιών καί Ιδιαίτερα οί παπάδες γονά­
τιζαν ταπεινά μπροστά τους μέ δουλικότητα'51. Αύτές οί δυό γυ­
ναίκες άποτελοΰσαν πραγματική δύναμη μέ τό χρήμα πού διέθε­
ταν. Είχαν σέ άξιοσημείωτο βαθμό τή δύναμη νά χρηματοδοτούν
τή σκέψη, πράγμα πού θά μάθαινα σύντομα άπό τΙς πληροφορίες
πού μού έδωσε ό Έ ρνεσ τ.
Μιμούνταν τούς συζύγους τους καί μιλούσαν μέ τΙς Ιδιες μεγαλοστομίες γιά τήν πολιτική, γιά τά καθήκοντα καί τΙς εύθύνες
τών πλουσίων. Είχαν τήν Ιδια ήθική μέ τούς συζύγους τους, τήν ήθική τής τάξης τους καί ξεφούρνιζαν τΙς Ιδιες περίτεχνες φρά­
σεις ποϋ άκουγαν, άλλά ποϋ αύτές οΐ Ιδιες δέν τΙς καταλάβαιναν.
Ό τα ν τούς μίλησα γιά τήν άξιοθρήνητη κατάσταση τής οικο­
γένειας τοϋ Τζάκσον θύμωσαν καί δταν διερωτήθηκα πώς δέν

4. Ή λέξη «κοινωνία» χρησιμοποιείται έδώ μέ τήν περιορισμένη έν­
νοια, σύμφωνα μέ τή συνήθεια τής έποχής, γιά νά υποδηλώσει τούς χρυ­
σωμένους κηφήνες πού χωρίς νά έργάζονται, χόρταιναν τρώγοντας μέλι
άπό τΙς κερήθρες τών έργατριών. Ούτε οΐ έπιχειρηματίες ούτε οί χειρόνακτες είχαν τόν καιρό ή τήν εύκαιρεία νά πάρουν μέρος σ' αύτό τό παι­
χνίδι τής «κοινωνίας» πού ήταν δημιούργημα τών άργόσχολων πλου­
σίων.
5. Τή νοοτροπία τής 'Εκκλησίας έκεΐνης τής έποχής τήν έκφράζει ή
φράση: «Φέρτε τό βρώμικο χρήμα σας».

68

τού είχαν προσφέρει έθελοντικά μερικά τρόφιμα, μοϋ δήλωσαν ό­
τι δέν έπιτρέπουν σέ κανένα νά τούς διδάξει τά κοινωνικά τους
καθήκοντα. Ό τα ν τούς ζήτησα καθαρά καί ξάστερα νά βοηθή­
σουν τόν Τζάκσον, άρνήθηκαν χωρίς περιστροφές. Τό πιό περίερ­
γο είναι δτι δταν άρνήθηκαν, χρησιμοποίησαν τό Ιδιο σχεδόν λε­
ξιλόγιο παρά τό γεγονός ότι είχα πάει νά τΙς έπισκεφτώ χωριστά
τήν κάθε μιά καί δέ γνώριζε ή μ(α ότι είχα δεϊ ή δτι θά πήγαινα νά
δώ τήν άλλη. Μοϋ άπάντησαν τό Ιδιο δτι ήταν εύχαριστημένες
πού τούς δινόταν ή εύκαιρία νά τό ξεκαθαρίσουν μιά γιά πάντα δτι δέ θά δ(ναν ποτέ κανένα βοήθημα στήν άπροσεξία, ούτε θά βάζαν σέ πειρασμό τούς φτωχούς άνθρώπους νά αύτοτραυματίζονται μέ τΙς μηχανές1®1γιατί αύτό θά κάναν άν συνήθιζαν νά τούς
πληρώνουν γιά τά άτυχήματα.
Καί ήταν ειλικρινείς αύτές οΐ δυό γυναίκες. Ή πεποίθηση γιά
τήν άνωτερότητα τής τάξης τους κι αύτών τών Ιδίων τΙς μεθούσε.
Κάθε τους πράξη είχε τήν έπικύρωση τής ήθικής τής δικής τους
τάξης. Καθώς έφευγα μέ τό αυτοκίνητο άπό τό ύπέροχο σπίτι τής
κυρίας Περτονγουέϊτ γύρισα νά τό ξαναδώ καί θυμήθηκα τά λό­
για τοϋ "Ερνεστ πού μού είχε πει δτι κι αύτές οΐ γυναίκες ήταν δε­
μένες μέ τή μηχανή άλλά κατά τέτοιο τρόπο ώστε νά κάθονται
στήν κορυφή της.

6.
ΣτΙς στήλες ιού Outlook ένός κριτικού έβδομαδιαίου περιοδικού
τής έποχής έκεΐνης στό τεύχος τού Αύγουστου τοϋ 1906 άναφέρεται ή Ι­
στορία ένός έργάτη πού έχασε τδ χέρι του. 01 λεπτομέρειες αυτής τής Ι­
στορίας είναι παρόμοιες μέ τήν περίπτωση τού Τζάκσον πού έξιστορεϊται
άπό τήν ΑΙηβις "Εβερχαρντ.

69

Κεφάλαιο 5ο

Oi φιλόμαθοι
Ό "Ερνεστ έρχόταν συχνά στά σπίτι. Δέν ήταν μόνο 6 πατέ­
ρας καί οΐ λογομαχίες στά δείπνα πού τόν τραβούσαν σ’ αύτό. Ά ­
πό κείνη τήν έποχή κι δλας κολακευόμουνα νά πιστεύω δτι έπαιζα
κάποιο ρόλο στίς συχνές του έπισκέψεις καί δέν άργησα νά μάθω
δτι οί υποψίες μου ήταν σωστές. Ποτέ στόν κόσμο δέν ύπήρξε άλ­
λος έρωτευμένος σάν τόν "Ερνεστ Έ β ερ χα ρ ντ. Μέρα μέ τή μέρα
ή χειραψία του καί τό βλέμμα του γινόσαντε πιό σταθερά πιό έν­
τονα, άν αύτό ήταν δυνατό καί τό έρώτημα πού είχα διακρίνει στά
μάτια του άπό τήν άρχή, γινόταν δλο καί πιό έπιτακτικό.
Ή πρώτη μου έντύπωση άπ’ αύτόν δέν ήταν εύνοΐκή. Α μ έ ­
σως μετά δμως είχα νοιώσει μέσα μου δτι μέ τραβούσε. Μετά άπό
λίγο είχα αίσθανθεΐ άπέχθεια δταν έπιτέθηκε τόσο άγρια στήν τά­
ξη μου καί σέ μένα. Α ργότερα δμως δταν είδα δτι δέν είχε κατη­
γορήσει άδικα τήν τάξη μου κι δτι δλα τά σκληρά καί πικρά πράγ­
ματα πού είπε γι’ αύτήν ήταν σωστά, αίσθάνθηκα νά μέ τραβάει
πάλι πιό πολύ κοντά του. Έ γ ιν ε ό όδηγητής μου. Τόν έβλεπα νά
σχίζει σιγά σιγά τή μάσκα άπό τό πρόσωπο τής κοινωνίας καί νά
μ’ άφήνει νά διαβλέπω κάθε φορά κι άπό λίγο τήν πραγματικότη­
τα πού ήταν δυσάρεστη άλλά άναμβισβήτητα άληθινή.
"Οπως τό είπα κι δλας δέν ύπήρξε ποτέ άλλος έρωτευμένος
σάν αύτόν. Καμιά κοπέλλα τών είκοσι τεσσάρων χρόνων πού ζούσε σέ πανεπιστημιακή πόλη δέν μπορούσε νά μήν έχει έρωτικές
έμπειρίες. Μέ φλέρταραν άμούστακοι δευτεροετείς φοιτητές καί
άσπρομάλληδες καθηγητές, άθλητές καί γίγαντες τού φούτμπώλ. Ά λ λ ά κανείς άπ’ αύτούς δέ μού έδειξε τόν έρωτά του μέ
τόν τρόπο πού τό έκανε ό Έ ρ ν ε σ τ . Μέ τύλιξε στά μπράτσα του
πρίν τό καταλάβω. Τά χείλια του άκούμπησαν στά δικά μου πρΙν

71

προλάβω νά διαμαρτυρηθώ ή νά άντισταθώ. Μπροστά στήν ειλι­
κρινή άρμή του ή συμβατική παρθενική σεμνοτυφία φαινόταν γε­
λοία. Μέ παρέσυρε ή δίνη τής άκατανίκητης καί ύπέροχης όρμής
του. Δέ μοϋ έκανε καμιά πρόταση γάμου. Μ ’ έκλεισε στήν άγκαλιά του, μέ φίλησε κι αύτό τό θεώρησε σάν έπιβεβαίωση ότι θά γι­
νόμουνα ή γυναίκα του. Δέ χωρούσε συζήτηση πάνω σ’ αύτό. Ή
μόνη συζήτηση ποϋ χρειάστηκε νά γίνει άργότερα ήταν στό πότε
θά γινόταν ό γάμος.
Ή τ α ν κάτι χωρίς προηγούμενο. Ή τ α ν άπίστευτο. Βασίστη­
κα όμως στό κριτήριο ποϋ είχε δ Έ ρ ν ε σ τ γιά τήν άλήθεια, κι αύτό
λειτούργησε σωστά. Εμπιστεύτηκα τή ζωή μου σ’ αύτό τό κριτή­
ριο, άλλά ή έμπιστοσύνη μου δικαιώθηκε άπόλυτα. ’Εντούτοις, τΙς
πρώτες μέρες τού έρωτά μας, αισθανόμουνα κάποιο φόβο γιά τό
μέλλον δταν έβλεπα μέ τί σφοδρότητα καί όρμή μοϋ έκανε έρω­
τα. Ά λ λ ά οΐ φόβοι μου αύτοί ήταν άβάσιμοι. Καμιά γυναίκα δέν εί­
χε τήν τύχη νά έχει πιό εύγενικό, πιό τρυφερό σύζυγο. Ή τρυφερότητά του καί ή όρμή του άνακατεύονταν κατά περίεργο τρόπο
δπως ή άδεξιότητα καί ή άνεση στή συμπεριφορά του. Αύτή ή εύ­
θραυστη άδεξιότητα! Δέν τήν έχασε ποτέ του κι ήταν ύπέροχη. Ή
συμπεριφορά του μέσα στό σαλόνι μας θύμιζε ταύρο σέ ύαλοπωλεϊο<’>
.
’Εκείνη τήν έποχή διαλύθηκαν καί, οί τελευταίες μου άμφιβολίες γιά τό πραγματικό βάθος τών συναισθημάτων μου γι’ αύτόν
(ύποσυνείδητες κυρίως άμφιβολίες). Αύτό συνέβη στή λέσχη τών
Φιλομαθών, μιά ύπέροχη νύχτα μάχης όπου ό Έ ρ ν ε σ τ άντιμετώπισε τΙς αύθεντίες μέσα στό άντρο τους. Ή Λέσχη τών Φιλομα­
θών ήταν δ,τι πιό έκλεκτό διέθετε ή Ά κ τ ή τού ΕΙρηνικοϋ. Ή τα ν
δημιούργημα τής Δεσποινίδος Μπρέντγουντ, μιάς έξαιρετικά
πλούσιας γριάς γεροντοκόρης κι ήταν γι’ αύτήν καί σύζυγος καί
οίκογένεια καί τό παιχνιδάκι της. Μέλη τής Λέσχης ήταν οί πιό
πλούσιοι τής πόλης καί τά πιό γερά μυαλά τοϋ πλούτου καί φυσι­
κά μερικοί έπιστήμονες γιά νά δίνουν ένα τόνο πνευματικότητας
στήν όλη υπόθεση.
Ή Λέσχη τών Φιλομαθών δέν είχε δικό της οίκημα. Δέν ήταν
1.
’Εκείνο τόν καιρό υπήρχε άκόμα ή συνήθεια νά γεμίζουν τά δωμά­
τια μ’ Ενα σωρό κειμήλια. Δέν είχαν άκόμα άνακαλύψει τήν άπλή ζωή. Τέ­
τοια δωμάτια ήταν σωστά μουσεία πού άπαιτοϋσαν πολύ κόπο γιά νά πα­
ραμένουν καθαρά. Ό δαίμονας τής σκόνης ήταν κύριος τοϋ σπιτιού. Υ ­
πήρχαν χιλιάδες τρόποι πού τραβοϋσαν τή σκόνη καί μόνο λίγοι γιά ν’ άπαλλαγεΊ κανείς άπ’ αύτή.

72

μιά συνηθισμένη λέσχη. Μιά φορά τά μήνα τά μέλη της συγκεν­
τρώνονταν στό σπίτι ένός άπ’ αύτά γιά ν’ άκούσουν μιά διάλεξη.
01 όμιλητές ήταν συνήθως, άν καί δχι πάντοτε πληρωμένοι. ’Εάν
ένας χημικός άπό τή Νέα Ύ όρκη έκανε άς πούμε μιά άνακάλυψη
γιά τό ράδιο, τού πλήρωναν δλα του τά έξοδα γιά νά διασχίσει
τήν ήπειρο καί έπαιρνε μιά ήγεμονική άμοιβή γιά τό χρόνο πού θά
διέθετε. Τό Γδιο συνέβαινε καί μέ τόν έξερευνητή πού έπέστρεφε
άπό τΙς πολικές περιοχές, μέ τό τελευταίο άστέρι τής λογοτε­
χνίας ή τής τέχνης. 01 Φιλόμαθοι δέν έπέτρεπαν σέ κανένα ξένο
έπισκέπτη νά πάρει μέρος στίς συγκεντρώσεις ούτε νά γραφτεί
στόν τύπο ότιδήποτε άπό τΙς συζητήσεις τους. "Ετσι σπουδαίοι
κρατικοί λειτουργοί — καί ύπήρξαν τέτοιες περιπτώσεις— είχαν
τή δυνατότητα νά πούν τΙς σκέψεις τους.
Έ χ ω μπροστά μου ένα τριμμένο γράμμα, πού ό Έ ρ ν ε σ τ μού
είχε γράψει πρίν άπό είκοσι χρόνια κι άπ’ τό όποιο άντιγράφω τό
πάρα κάτω κομμάτι.
« Ό πατέρας σας είναι μέλος τής Λέσχης τών Φιλομαθών, έ­
τσι μπορεϊτε νά μπήτε. Ε λ ά τε λοιπόν τό βράδυ τής έπόμενης Τρί­
της. Σάς ύπόσχομαι νά σάς μείνει άξέχαστο σ’ δλη σας τή ζωή.
ΣτΙς πρόσφατες συναντήσεις πού είχατε μέ τά άφεντικά δέν μπο­
ρέσατε νά τούς συγκινήσετε. ’Εάν έρθετε θά τούς ταρακοϋνήσω
έγώ γιά λογαριασμό σας. θ ά τούς κάνω νά γρυλίσουν σάν τούς
λύκους. ’Εσείς θέσατε ύπό άμφισβήτηση τήν ήθική τους. "Οταν
άμφισβητείται μόνο ή ήθική τους, παίρνουν ένα ΰφος αύτοϊκανοποίησης καί άνωτερότητας. Έ γ ώ δμως θά άπειλήσω τδ πουγκί
τους. Αύτό θά τούς ταρακουνήσει μέχρι τΙς ρίζες τής πρωτόγο­
νης καταγωγής τους. ’Εάν μπορέσετε νά έρθετε θά δείτε τόν άν­
θρωπο τών σπηλαίων μέ βραδυνό ένδυμα νά γρυλίζει καί νά τρί­
ζει τά δόντια του γύρω άπό ένα κόκαλο. Σάς ύπόσχομαι μεγάλο
γλέντι καί μιά διδακτική διείσδυση στή φύση τού κτήνους.
«Μέ προσκάλεσαν μέ τό σκοπό νά μέ κάνουν κομμάτια. Ή Ι­
δέα είναι τής Δεσποινίδας Μπρέντγουντ. Είχε τήν άδεξιότητα νά
μέ άφήσει νά τό μισοκαταλάβω δταν μέ προσκάλεσε. Τούς έχει
προσφέρει κι άλλη φορά αύτό τό είδος διασκέδασης. Βρίσκουν
μεγάλη εύχαρίστηση μέ τό νά έχουν μπροστά τους μερικούς εύπι­
στους, άγνούς, εύγενικούς μεταρρυθμιστές. 'Η ΔΙς Μπρέντγουντ
πιστεύει δτι συνδυάζω τήν άθωότητα μιάς γατούλας καί τή καλή
φύση καί ήλιθιότητα ένός βοδιού. Δέν άρνούμαι δτι βοήθησα κι έγώ λιγάκι νά σχηματίσει αύτή τήν έντύπωση. Στήν άρχή βολιδο­

73

σκόπησε μέ πολλή προσοχή τό έδαφος μέχρι νά πειστεί δτι ήμου­
να άκ(νδυνος. θ ά πάρω μιά πλουσιοπάροχη άμοιβή — διακόσια
πενήντα δολλάρια— δσα πήρε κάποιος, πού άν καί Ριζοσπάστης,
είχε βάλει μιά φορά ύποψηφιότητα γιά κυβερνήτης. Επ ίσης πρέ­
πει νά φορέσω βραδυνό ένδυμα. Είναι υποχρεωτικό. Ποτέ δέ στο­
λίστηκα έτσι γελοία στή ζωή μου. 'Υποθέτω δτι θά βρώ κάπου νά
νοικιάσω. Ά λ λ ά θά έκανα κι άλλα χειρότερα γιά νά βάλω στό χέ­
ρι τούς Φιλόμαθους».
Ή Λέσχη διάλεξε άπ’ δλα τά μέρη τήν οΙκ(α Περτονγουέϊτ
γιά τή συγκέντρωση έκείνης τής βραδυάς. Είχαν φέρει συμπλη­
ρωματικές καρέκλες μέσα στό μεγάλο σαλόνι καί θά πρέπει νά εί­
χαν συγκεντρωθεί διακόσιοι Φιλόμαθοι γιά ν’ άκούσουν τόν Έρνεστ. Ή τ α ν πραγματικά ή άφρόκρεμα τής καλής κοινωνίας. Δια­
σκέδαζα ύπολογίζοντας μέ τό μυαλό μου τό ποσό πού άντιπροσώπευαν οΐ περιουσίες τους κι οΐ υπολογισμοί μου φτάναν σέ έκατοντάδες έκατομμύρια. 01 κάτοχοι δέν ήσαν άργόσχολοι πλού­
σιοι, άλλά έπιχειρηματίες πού πέρναν ένεργό μέρος στή βιομηχα­
νική καί πολιτική ζωή.
Είχαμε καθήσει δταν ή ΔΙς Μπρέντγουντ παρουσίασε τόν
"Ερνεστ. Κινήθηκαν άμέσως πρός τήν έπάνω μεριά τού δωματίου
άπ’ δπου θά μιλούσε. Φορούσε βραδυνό κουστούμι κι ήταν ύπέροχος μέ τΙς φαρδιές ώμοπλάτες καί τό βασιλικό του κεφάλι καί
πάντοτε μ’ αύτή τήν καθαρά δική του έλαφριά δόση άδεξιότητας
στίς κινήσεις του. Πιστεύω πώς θά μπορούσα νά τόν άγαπήσω καί
μόνο γι’ αύτό. Καθώς τόν κύτταζα αισθανόμουνα μεγάλη χαρά.
Έ νοιω θα πάλι τό σφιγμό τής παλάμης του πάνω στή δική μου, έ­
νοιωθα τά χείλη του ν’ άγγίζουν τά δικά μου καί ήμουν τόσο ύπερήφανη γι’ αύτόν, πού θά μπορούσα νά σηκωθώ έπάνω καί νά φω­
νάξω σ’ δλους αύτούς πού ήταν έκεΐ συγκεντρωμένοι. «Είναι δι­
κός μου, μέ κράτησε στήν άγκαλιά του καί έγώ, μάλιστα έγώ, γέ­
μισα αύτό τό πνεύμα πού τό άπασχολούν τόσες πολλές καί σπου­
δαίες σκέψεις!».
Ή ΔΙς Μπρέντγουντ, πού ήταν στό έπάνω άκρο τού δωμα­
τίου, τόν παρουσίασε στό συνταγματάρχη Βάν Γκίλμπερτ πού, ό­
πως έμαθα, έπρόκειτο νά προεδρεύσει στή συγκέντρωση. Ό συν­
ταγματάρχης Βάν Γ κίλμπερτ ήταν ένας μεγάλος δικηγόρος πολ­
λών έταιριών καί έπΐ πλέον ήταν πάρα πολύ πλούσιος. Ή κατώτατη άμοιβή πού θά δεχόταν νά πάρει άνέβαινε σέ έκατό χιλιάδες
δολλάρια. Ή τ α ν αύθεντία στή νομική έπιστήμη. 'Η νομολογία ή­

74

ταν σκέτη μαριονέττα στά χέρια του. Τή ζύμωνε σάν πηλό, τήν έ­
πλαθε, τής άλλαζε μορφή δπως σ’ ένα κινέζικο παιχνίδι σπαζοκε­
φαλιάς σύμφωνα μέ τό σχέδιο, πού είχε διαλέξει. 01 τρόποι του
καί ή ρητορική του ήταν τής παλιάς σχολής άλλά ή φαντασία του,
οΐ γνώσεις του, τά τεχνάσματά του ήταν στό ϋψος τής τελευταίας
νομοθεσίας. Ή πρώτη του μεγάλη έπιτυχία ύπήρξε ή άκύρωση
τής διαθήκης·2’ τοϋ Στάρντγουελ. Μόνο γιά τήν υπόθεση αύτή πή­
ρε πεντακόσιες χιλιάδες δολλάρια. Ά π ό κείνη τή στιγμή ή φήμη
του άνέβηκε στά ύψη. Συχνά τόν άνάφεραν σάν τό μεγαλύτερο
δικηγόρο τής χώρας, τό δικηγόρο τών έταιριών φυσικά, καί σ’ όποιαδήποτε κατάταξη θά έπαιρνε πάντα μιά θέση μεταξύ τών
τριών καλύτερων δικηγόρων τών 'Ενωμένων Πολιτειών.
Σηκώθηκε καί άρχισε νά παρουσιάζει τόν Έ ρ ν ε σ τ μέ φρά­
σεις, πού είχε διαλέξει καλά καί πού κρύβαν ένα έλαφρό τόνο ει­
ρωνείας. Στήν είσαγωγή του ό συνταγματάρχης Βάν Γκίλμπερτ
μίλησε μέ έπιδέξια σκοπτικότητα γιά ένα μεταρρυθμιστή τής κοι­
νωνίας καί μέλος τής έργατικής τάξης. Άντιλήφτηκα χαμόγελα
στό άκροατήριο κι έγινα έξω φρενών. Κύτταξα τόν Έ ρ ν ε σ τ κι έ­
νοιωσα τό θυμό μου νά μεγαλώνει. Δέ φαινόταν νά πειράζεται ά­
πό αύτές τΙς λεπτές αΙχμές καί τό χειρότερο ήταν πού έδινε τήν
έντύπωση δτι δέν τΙς άντιλαμβανόταν. Κάθησε άμέριμνος, βαρύς
καί μέ ύφος νυσταλέο. Φαινόταν πραγματικά σάν ήλίθιος. Καί γιά
μιά στιγμή μοϋ ήρθε άπότομα ή σκέψη: Τί θά γινόταν άν άφηνε νά
τόν ταπεινώσει δλη έκείνη ή φάρα άπό περισπούδαστα μυαλά καί
άνθρώπους μέ τέτοια χρηματική δύναμη; Σέ λίγο δμως χαμογέλα­
σα. Δέν ήταν δυνατό νά μέ κοροϊδέψει, θ ά κορόϊδευε άσφαλώς
τούς άλλους δπως κορόΐδεψε τί δίδα Μπρέντγουντ. Αύτή καθό­
ταν σέ μιά πολυθρόνα στήν πρώτη σειρά καί πολλές φορές γύρι­
2.
Ή άκύρωση διαθήκης ήταν ένα Ιδιαίτερο χαρακτηριστικά τής πε­
ριόδου έκεΐνης. Γ ι αύτοΰς πού είχαν συσωρεύσει τεράστιες περιουσίες 6
τρόπος διάθεσης μιάς τέτοιας περιουσίας μετά τό θάνατό τους άποτελούσε γι αύτούς 6να άγχώδες πρόβλημα. Ή σύνταξη καί ή άκύρωση μιάς
διαθήκης έγιναν ειδικότητες πού ή μιά συμπλήρωνε τήν άλλη δπως ή κα­
τασκευή τών θωρακισμένων καί τών κανονιών. Καλοϋσαν τούς πιό όξυδερκεΐς δικηγόρους γιά νά συντάξουν διαθήκες πού θά ήτανε άπρόσβλητες. Άλλά αύτές οΐ διαθήκες προσβάλονταν πάντοτε καί πολύ συχνά άπό
τούς Ιδιους δικηγόρους πού τΙς είχαν συντάξει. Παρ' όλα αύτά οΐ πλού­
σιοι ζούσαν μέ τήν αύταπάτη δτι ήταν δυνατόν νά γίνει διαθήκη πού θά ή­
ταν άπόλυτα άπρόσβλητη. "Ετσι γιά γενιές όλόκληρες πλούσιοι καί δικη­
γόροι κυνηγούσαν αύτή τή χίμαιρα. Αύτό έμοιαζε σάν τήν άναζήτηση άπό
τούς άλχημιστές τού Μεσαίωνα τής Παγκόσμιας Διαλυτικής ΟύσΙας.

75

ζε τό κεφάλι πρός τόν ένα ή τόν άλλο άπό τούς γνωστούς της γιά
νά τούς δείξει μ’ Ενα χαμόγελο ότι ξέρει νά έκτιμάει τούς ύπαινιγμοϋς τού δμιλητή.
"Οταν τέλειωσε δ συνταγματάρχης Βάν Γκίλμπερτ, ό Έ ρ ­
νεστ σηκώθηκε καί άρχισε νά μιλάει. Στήν άρχή μιλούσε μέ χαμη­
λή φωνή, διατακτικά, συγκροτημένα καί σού έδινε τήν έντύπωση
δτι δυσκολευόταν. Μίλησε γιά τή γέννηση καί τή ζωή του μέσα
στήν έργατική τάξη, μέσα σ’ ένα περιβάλλον βρώμικο καί άθλιο ό­
που ή σάρκα καί τό πνεύμα είναι πεινασμένα καί βασανίζονται τό
Ιδιο. Περιέγραψε τΙς φιλοδοξίες του καί τά Ιδεώδη του καί τή
γνώμη ποϋ είχε σχηματίσει γιά τόν παράδεισο δπου ζούσαν οΐ άν­
θρωποι τών άνώτερων τάξεων. Είπε λοιπόν:
«Γνώριζα ότι πάνω άπό μένα βασίλευε ένα πνεύμα άλτρουϊσμού, καθαρές κι εύγενικές σκέψεις, μιά ύψηλή πνευματική ζωή.
Τά γνώριζα δλα αύτά γιατί είχα διαβάσει τά μυθιστορήματα τής
«Παραθαλάσσιας Βιβλιοθήκης»·3', δπου δλοι οΐ άντρες καί οΐ γυ­
ναίκες έκτός άπό τούς προδότες καί τούς τυχοδιώχτες, έκαναν ώραϊες σκέψεις, μιλούσαν μιά δμορφη γλώσσα κι έκτελούσαν έν­
δοξες πράξεις. Μέ λίγα λόγια, όσο βέβαιος ήμουνα γιά τήν άνατολή τού ήλιου άλλο τόσο πίστευα ότι πάνω άπό μένα ύπήρχε κά­
θε τι τό ώραϊο καί εύγενικό καί χαριτωμένο, κάθε τι ποϋ έδινε άγνότητα καί άξιοπρέπεια στή ζωή, κάθε τι ποϋ έκανε τή ζωή άξια
νά τή ζεϊ κανείς, κάθε τι πού θά μπορούσε ν’ άνταμείψει τόν καθέ­
να γιά τά βάσανά του καί τή δυστυχία του».
Συνέχισε περιγράφοντας τή ζωή του στό έργοστάσιο, μετά
σά μαθητευόμενος πεταλωτής καί τέλος τή γνωριμία του μέ τούς
σοσιαλιστές. ΣτΙς γραμμές τους, είπε, είχε βρει σπουδαία πνεύ­
ματα, λαμπερά μυαλά, λειτουργούς τού ΕύαγγελΙου πού τούς εί­
χαν διώξει γιατί ό χριστιανισμός τους ήταν πάρα πολύ εύρύς γιά
νά χωρέσει σέ τάγματα Ιεραρχών πού λατρεύουν τό Μαμωνά καί
καθηγητές ποϋ τούς είχε έξουθενώσει ή δουλικότητα τών πανεπι­
στημίων άπέναντι στίς κυρίαρχες τάξεις. Χαρακτήρισε τούς σο­
σιαλιστές σάν έπαναστάτες ποϋ παλεύουν νά άνατρέψουν τήν
παράλογη σημερινή κοινωνία καί μέ τά ύλικά της νά χτίσουν τήν
όρθολογική κοινωνία τού μέλλοντος. Είπε καί πολλά άλλα πού θά

3.
Περίεργο καί άποβλακωτικά είδος λογοτεχνίας πού προσπαθούσε
νά δώσει στούς έργαζόμενους ψευδείς Ιδέες πάνω στή φύση τών άργόσχολων τάξεων.

76

μού έπαιρνε πολύ χρόνο γιά νά τά γράψω, άλλά δέ θά ξεχάσω πο­
τέ τό πώς περιέγραψε τή ζωή του άνάμεσα στους έπαναστάτες.
Χάθηκε κάθε δισταγμός στήν έκφρασή του, ή φωνή του γινόταν δλο καί πιό δυνατή, πιό σταθερή, πιό φλογερή δπως ή φλογερή
του Ιδιοσυγκρασία, καί οί σκέψεις του ξεχύνονταν άβίαστα σάν έ­
νας φλογερός χείμαρρος.
«Άνάμεσα στους έπαναστάτες, είπε, βρήκα άκόμα ένθερμη
πίστη στήν άνθρωπότητα, φλογερό Ιδεαλισμό, τήν άγαλλίαση
τοϋ άλτρουϊσμού, αύταπάρνηση καί περιφρόνηση στά μαρτύρια,
κάθε τι υπέροχο πού χαρακτηρίζει καί κεντρίζει τό πνεύμα. Έ δ ώ
ή ζωή ήταν άγνή, εύγενική, ζωντανή. Ή ρ θ α σ’ έπαφή μέ μεγάλες
ψυχές πού άνύψωναν τή σάρκα καί τό πνεύμα πάνω άπό τά δολ­
λάρια καί τά σέντς καί πού γΓ αύτοϋς τό άδύνατο κλάμα ένός πεινασμένου παιδιού μέσα σέ μιά τρώγλη είχε πιό πολύ άξία άπό δλη
τήν έπίδειξη καί τό μηχανισμό τής έμπορικής έξάπλωσης καί τήν
κατάκτηση τοϋ κόσμου. Ό λ α γύρω μου μαρτυρούσαν τήν εύγένεια τού σκοπού καί τόν ήρωϊσμό τής προσπάθειας, δλες μου οί
μέρες καί οΐ νύχτες ήταν λουσμένες άπό τό φώς τού ήλιου καί
τών άστεριών, δλα γύρω μου ήταν σάν νά ζούσα σ’ ένα καμίνι καί
σ’ ένα δροσερό άνθώνα, μπροστά στά μάτια μου έκαιγε συνεχώς
κι άστραποβολοϋσε τό καυτό άνθρώπινο αίμα τοϋ Χριστού πού
τόσο πολύ ύπέφερε καί πού τόσο τόν κακομεταχειρίστηκαν άλλά
πού στό τέλος δικαιώθηκε καί σώθηκε».
"Οπως καί άλλοτε τόν είχα δει ν’ άλλάζει μορφή έτσι καί τώ­
ρα στεκόταν μπροστά μου μεταμορφωμένος. "Ενα έσωτερικό
φώς φώτιζε τό μέτωπό του καί τά μάτια του λάμπαν περισσότερο
καθώς τόν τύλιγε όλόκληρον ένας άκτινοβόλος μανδύας. Ά λ λά
οί άλλοι δέν έβλεπαν αύτό τό φωτοστέφανο κι έγώ άπέδωσα αύτήν τήν όπτασία στά δάκρυα χαράς καί έρωτα πού είχαν σκεπά­
σει τά μάτια μου. 'Οπωσδήποτε ό κύριος ΓουΤκσον πού καθόταν
πίσω μου παρέμενε άσυγκίνητος γιατί τόν άκουσα πού πέταξε μέ
κάποιο σαρκασμό «ούτοπιστής»·41.

4.
01 Ανθρωποι τής έποχής ήταν σκλάβοι μερικών έκφράσεων καί ή
εύτέλεια αύτής τής δουλείας μάς είναι άκατανόητη. Υπήρχε μιά μαγεία
στίς λέξεις μεγαλύτερη άπό τήν τέχνη τού θαυματοποιού. Υπήρχε τέ­
τοια πνευματική σύγχιση πού ή προφορά μιάς άπλής λέξης, είχε τή δύνα­
μη νά έξουδετερώσει τά συμπεράσματα σκέψεων καί σοβαρών άναζητήσεων μιάς όλόκληρης ζωής. Μιά τέτοια λέξη ήταν τό έπΙθετο «Ούτοπικός». Ή σκέτη προφορά αύτής τής λέξης άρκούσε γιά νά καταδικάσει κά­
θε σχέδιο οικονομικής άνόρθωσης ή βελτίωσης δσο τέλεια κι άν τό είχαν

77

Ό "Ερνεστ συνέχισε νά διηγείται τά πώς μεγάλωσε μέσα
στήν κοινωνία μέχρι που τέλος ήρθε σ’ έπαφή μέ μέλη τών άνώτερων τάξεων καί συναναστράφηκε άπά κοντά άνθρώπους πού κα­
τείχαν ύψηλές θέσεις. Τότε ήρθε ή άπαγοήτευση, κι αύτήν τήν άπαγοήτευση τήν περιέγραψε μέ λόγια, ποϋ δέν κολάκευαν καθό­
λου τό άκροατήριό του. Τόν έξέπληξε ή χυδαία πάστα άπό τήν ό­
ποία ήταν φτιαγμένοι. ’Ανακάλυψε δτι ή ζωή έδώ δέν είχε καμιά
λεπτότητα καί χάρη. Τόν είχε άφήσει κατάπληκτο ό έγωϊσμός ποϋ
συναντούσε, άλλά πάνω άπ’ δλα τόν είχε καταπλήξει ή άπουσία
κάθε πνευματικής ζωής. Μέ νωπές τΙς έντυπώσεις άπό τούς φί­
λους του έπαναστάτες, ή πνευματική στειρότητα τής άρχουσας
τάξης τού είχε προκαλέσει σόκ. Καί τότε, παρά τΙς μεγαλοπρε­
πείς έκκλησίες τους καί τούς καλοπληρωμένους παπάδες τους,
είχε άνακαλύψει δτι αύτοί οΐ άρχοντες, άντρες καί γυναίκες, ήσαν έξαιρετικά χοντρόπετσοι. Είναι άλήθεια ότι πιπίλιζαν άσήμαντα γλυκερά Ιδεώδη καί άσήμαντες ήθικολογίες ποϋ τΙς είχαν
περί πολλού, άλλά, παρ’ όλη αύτή τή φτηνή φλυαρία, ό τόνος ποϋ
κυριαρχούσε στή ζωή πού κάναν ήταν ύλιστικός. Δέν είχαν καμιά
πραγματική ήθική έστω σάν αύτή ποϋ δίδαξε ό Χριστός καί ποϋ
τώρα δέ διδασκόταν πλέον.
«Συνάντησα άνθρώπους, είπε, ποϋ μέσα στίς μελέτες τους έναντίον τού πολέμου, έπικαλούνταν τό όνομα τοϋ "Αρχοντα τής
ΕΙρήνης καί βάζανε όπλα στά χέρια τών Πίνκερτον·5’ γιά νά χτυ­
πήσουν τούς άπεργοϋς στά έργοστάσιά τους. Συνάντησα άνθρώ­
πους ποϋ άγανακτοϋσαν μέ τή βαρβαρότητα τών χτυπημάτων
στό μπόξ καί πού ταυτόχρονα ήταν συνένοχοι γιά τή νόθευση τών
τροφίμων πού σκότωναν κάθε χρόνο περισσότερα μωρά άπ’ δσα
σκότωσε ό αιμοσταγής Ηρώ δης.
«Αύτός ό εύγενικός κύριος μέ τά άριστοκρατικά χαρακτηρι­
στικά ήταν ένας διευθυντής άνδρείκελο, ύποχείριο τών έταιριών
ποϋ λήστευαν κρυφά χήρες καί όρφανά. ’Εκείνος ό κύριος ποϋ έ­
κανε συλλογή άπό ώραίες έκδόσεις καί παρίστανε τόν προστάτη
τής λογοτεχνίας έξαγόραζε τόν κομματάρχη τών κοινοτικών έέπεξεργαστεϊ. Πληθυσμοί όλόκληροι πάθαιναν δμαδική παράκρουση μέ
φράσεις σάν κι αύτή: «ένα τίμιο δολλάριο» ή «τά καλάθι μέ τρόφιμα τής
νοικοκυράς». Τήν έφεύρεση τέτοιων έκφράσεων, τή θεωρούσαν σά μιά Ι­
διοφυή έπινόηση.
5.
Στήν άρχή ήσαν Ιδιωτικοί ντέντεκτιβ. Γρήγορα δμως γίνανε ένο­
πλοι φρουροί τών καπιταλιστών καί στό τέλος οί όργανωμένοι Μισθοφό­
ροι τής ’Ολιγαρχίας.

78

κλογών μέ τή χοντρή μασέλα καί τά παχειά φρύδια. Αύτός ό έκδότης πού δημοσίευε διαφημίσεις γιά πατέντες φαρμάκων μέ άποκάλεσε άλητήριο δημαγωγό, δταν τόν προκάλεσα νά δημο­
σιεύσει στίς έφημερίδες του τήν άλήθεια γι’ αύτές τΙς πατέντες·®».
’Εκείνος ό άλλος πού μιλούσε μέ τόνο σοβαρό καί πειστικό γιά τΙς
όμορφιές τοϋ Ιδεαλισμού καί τήν καλωσύνη τοϋ θεοϋ, μόλις είχε
τυλίξει τούς συνεταίρους του σέ μιά σοβαρή έπιχειρηματική ύπόθεση. Αύτός ό άνθρωπος πού θεωρείτο κολώνα τής έκκλησίας καί
μεγάλος δωρητής τών Ιεραποστολών έβαζε τά κοριτσάκια νά έργάζονται στό μαγαζί του δέκα ώρες τήν ήμέρα γιά ένα μεροκάμα­
το πείνας, πράγμα πού ένθάρρυνε κατ’ εύθείαν τήν πορνεία. ’Ε ­
κείνος ό άλλος πού χρηματοδοτούσε πανεπιστημιακές έδρες καί
βοηθούσε στήν άνέγερση μεγαλόπρεπων ναών, πατούσε τόν δρκο του στά δικαστήρια γιά μερικά δολλάρια, γιά λίγα σέντς. Αύ­
τός ό μεγιστάνας τών σιδηροδρόμων καταπατούσε τό λόγο του
πού είχε δώσει σάν πολίτης, σάν κύριος, σάν Χριστιανός δταν έδι­
νε μυστικά είσιτήρια έλευθέρας κι έδινε πολλά τέτοια. Αύτός έκεϊ
ό γερουσιαστής ήταν ένα έξάρτημα, ένας σκλάβος, μιά μαριονέτα στά χέρια ένός χυδαίου καί άγράμματου κομματάρχη·71. Τό Ιδιο
ήταν κι αύτός δ Κυβερνήτης κι έκεΐνος ό άνώτατος δικαστής. Καί
οΐ τρείς ταξίδευαν δωρεάν στούς σιδηροδρόμους. Ό μ ω ς έκεΐνος
ό καπιταλιστής μέ τό γυαλιστερό δέρμα ήταν τό άφεντικό καί τής
έκλογικής μηχανής καί τού κομματάρχη καί τών σιδηροδρόμων
πού έκδίδαν τΙς άδειες έλευθέρας κυκλοφορίας.
«Κι έτσι άντί γιά τόν παράδεισο βρέθηκα μέσα στήν άγονη έ­
ρημο τού έμπορίου. ’Εκεί μέσα βασίλευε ή βλακεία σέ ότιδήποτε
ήταν έξω άπό μπίζινες. Δέ συνάντησα κανέναν άνθρωπο καθαρό,
εύγενικό καί ζωντανό άν καί βρήκα πολλούς ζωντανούς σέ κατά­
σταση σήψης. Βρήκα μόνο σ’ αύτούς ένα τερατώδη έγωϊσμό καί
6. Τά φάρμακα μέ πατέντα ήσαν αίσχροκέρδεια μέ πατέντα, μέ τά ό­
ποια δμως έξαπατοϋσαν τδ λαό, δπως οΙ άγύρτες μέ τά συγχωροχάρτια
τό Μεσαίωνα. Ή μόνη διαφορά ήταν δτι τά φάρμακα μέ πατέντα ήταν πιό
βλαβερά καί στοίχιζαν περισσότερο.
7. ’Ακόμα καί μέχρι τό 1912 ή μεγάλη μάζα τοϋ λαού διατηρούσε τήν
αύταπάτη ότι κυβερνούσε τή χώρα μέ τή δύναμη τής ψήφου του. Στήν
πραγματικότητα τόν κυβερνούσαν οΐ πολιτικοί μηχανισμοί. Στήν άρχή οΐ
κομματάρχες πού διεύθυναν τήν έκλογική μηχανή, άποσπούσαν έκβιαστικά άπό τούς κεφαλαιοκράτες μεγάλα ποσά γιά νά έπηρεάσουν τή Νο­
μοθετική ’Εξουσία. Γρήγορα δμως αύτοί οΐ τελευταίοι κατάλαβαν ότι ή­
ταν πιό οίκονομικό γι αύτούς νά οίκοιοποιηθούν οΐ Ιδιοι αύτούς τούς μη­
χανισμούς καί νά πληρώνουν αύτο'ι τούς κομματάρχες.

79

άπανθρωπιά, ένα χονδροειδή, άδηφάγο καί ταυτόχρονα πρακτι­
κό ύλισμό Γοο στά μέτρα τους».
Ό Έ ρ ν ε σ τ τούς είπε πολλά άκόμα γι’ αύτοϋς τούς Ιδιους καί
γιά τή δική του άπαγοήτευση. 'Η πνευματική τους καλλιέργεια
τού προκαλοϋσε πλήξη, ή ήθική καί πνευματική τους ύπόσταση
τόν είχαν άηδιάσει. Έ τ σ ι μέ χαρά ξαναγύρισε πίσω στούς έπανα­
στάτες πού ήσαν άγνοΙ, μ’ εύγένεια ψυχής καί ζωντανοί ένώ οΐ
καπιταλιστές δέν είχαν τίποτα άπ’ δλα αύτά.
«Καί τώρα, είπε, θά σάς μιλήσω γι’ αύτή τήν έπανάσταση».
Προτού όμως συνεχίσω πρέπει νά πώ έδώ ότι αύτή ή τρομε­
ρή διάλεξη τού Έ ρ ν ε σ τ δέν τούς είχε άγγίξει καθόλου. Παρατή­
ρησα γύρω μου τά πρόσωπά τους καί είδα ότι διατηρούσαν πάν­
τοτε ένα ύφος Ικανοποίησης καί άνωτερότητας. Καί θυμήθηκα αύ­
τό πού μού είχε πει: καμιά κατηγόρια γιά τήν ήθική τους δέν ήταν
Ικανή νά τούς συγκινήσει. Παρ’ δλα αύτά άντιλήφτηκα ότι ή τολ­
μηρότητα τής γλώσσας του είχε πειράξει τή δεσποινίδα Μπρέντγουντ. Είχε ένοχληθεϊ καί κυττούσε μέ ύφος άνήσυχο.
Ό Έ ρ ν ε σ τ άρχισε νά περιγράφει τό στρατό τής έπανάστασης καί δταν έδωσε τήν άριθμητική του δύναμη (σύμφωνα μέ τά έκλογικά άποτελέσματα τών διαφόρων χωρών), τό άκροατήριο άρ­
χισε νά ταράζεται. Τό πρόσωπό τους πρόδιδε άνησυχία καί τούς
είδα νά σφίγγουν τά χείλια τους. Στό τέλος τούς πέταξε τό γάντι
γιά ν’ άρχίσει ή μάχη. Περιέγραψε τή διεθνή όργάνωση τών σο­
σιαλιστών: ένα καί μισό έκατομμύριο σοσιαλιστές τών Ε ν ω μ έ­
νων Πολιτειών είχαν ένωθεϊ μέ τά είκοσι τριάμισυ έκατομμύρια
πού βρίσκονταν στόν ύπόλοιπο κόσμο.
« Έ να ς τέτοιος έπαναστατικός στρατός, μέ δύναμη είκοσι
πέντε έκατομμύρια, είπε, μπορεϊ νά έξαναγκάσει τις άρχουσες
καί διευθύνουσες τάξεις νά σταθούν καί νά τόν ύπολογίσουν. Ή
κραυγή αύτού τού στρατού είναι: «Καμιά συνθηκολόγηση! Μάς
χρειάζονται δλα όσα κατέχετε. Δέ θά άρκεστούμε σέ τίποτα λιγότερο άπ’ όλα όσα κατέχετε. Θέλουμε νά πάρουμε στά χέρια μας
τά ήνία τής έξουσίας και τή μοίρα τοϋ άνθρώπινου γένους. Νά τά
χέρια μας. Είναι χέρια δυνατά. Θά σάς πάρουμε τήν κυβέρνησή
σας, τά παλάτια σας και όλη σας τή χρυσωμένη άνεση καί άπό κεί­
νη τή μέρα θά δουλεύετε γιά τό ψωμί σας όπως ό χωρικός στά χω­
ράφια του, όπως ό κακομοίρης και πεινασμένος ύπάλληλος στις
πόλεις σας. Νά τά χέρια μας. Είναι χέρια δυνατά!».
Καί καθώς μιλούσε τέντωσε άπό τούς ύπέροχους ώμους του

80

τά μεγάλα του μπράτσα και μέ τις χοντρές παλάμες τοϋ πεταλω­
τή ζύμωνε τόν άέρα δπως κάνει ό άετός μέ τά νύχια του. Ή τ α ν τό
ίδιο τό σύμβολο τής έργασίας τήν ώρα τού θριάμβου της, καθώς
στεκόταν έκεϊ μέ τά χέρια άνοιγμένα, έτοιμα ν’ άρπάξουν καί νά
συντρίψουν τό άκροατήριό του. Ένοιω σα τούς άκροατές νά κά­
νουν μιά άνεπαίσθητη κίνηση υποχώρησης μπροστά σ’ αύτή τή
συγκεκριμένη, δυναμική, άπειλιτική μορφή τής έπανάστασης. Τά
πρόσωπα τών γυναικών σίγουρα συσπάστηκαν κι έπάνω τους φά­
νηκε ό φόβος. Δέ συνέβη τό ίδιο μέ τούς άντρες. Αύτοΐ ήσαν οί
δραστήριοι πλούσιοι, δέν ήταν άργόσχολοι καί γι αύτό ήταν μα­
χητικοί. "Ενας σιγανός βαθύς γρυλισμός άκούστηκε νά βγαίνει
μέσα άπό τό λαρύγγι τους, δόνησε γιά λίγο τόν άέρα καϊ μετά
σταμάτησε. Ή τ α ν τό προανάκρουσμα τού ούρλιάσματος — θά τό
άκουγα πολλές φορές έκεϊνο τό βράδυ— ή κραυγή τοϋ κτήνους
πού ξυπνούσε μέσα στόν άνθρωπο, ή άπόδειξη τών πρωτόγονων
ένστίκτων του. Γ ιατί αύτός ό ήχος βγήκε άπό μέσα τους άσυναίσθητα. Ή τ α ν ή κραυγή τής όρδής πού μούγκριζε αύθόρμητα. Έ ­
κείνη τή στιγμή βλέποντας τό σκληρό ύφος, ποϋ παίρναν τά πρό­
σωπά τους καί τήν άστραπή τής μάχης νά λάμπει στά μάτια τους
κατάλαβα ότι αύτοΐ οί άνθρωποι δέ θάφηναν νά τούς άποσπάσουν εύκολα τήν κυριαρχία τού κόσμου.
Ό Έ ρ ν ε σ τ συνέχισε τήν έπίθεσή του. Γιά τό ένάμισυ έκατομμύριο τών έπαναστατών ποϋ ύπάρχει στις Ενω μ ένες Πολιτείες
κατηγόρησε τήν καπιταλιστική τάξη πού κακομεταχειρίστηκε τήν
κοινωνία. Σκιαγράφησε τήν οίκονομική κατάσταση τού άνθρώπου
τών σπηλαίων καί τών άνθρώπων πού ζούν άκόμα σήμερα σέ
πρωτόγονη κατάσταση χωρίς έργαλεϊα καί μηχανές καί ποϋ πα­
ράγουν δύναμη μόνο μέ τά μέσα τής φύσης. Κατόπιν περιέγραψε
πώς ή άνάπτυξη τών μηχανικών μέσων καί ή κοινωνική όργάνωση
έκαναν τήν παραγωγική δύναμη τού πολιτισμένου άνθρώπου χί­
λιες φορές μεγαλύτερη άπ’ αύτή τοϋ πρωτόγονου.
«Πέντε άνθρωποι, είπε, μπορούν νά παράγουν ψωμί γιά χίλιους. "Ενας άνθρωπος μπορεϊ νά παράγει ύφασμα γιά διακόσιους πενήντα άνθρώπους, μάλλινα πλεχτά γιά τριακόσιους καί
παπούτσια γιά χίλιους. ’Απ’ αύτά καί μόνο θά μπορούσε νά συμπεράνει κανείς ότι κάτω άπό μιά σωστή διοίκηση τής κοινωνίας, ό
σύγχρονος πολιτισμένος άνθρωπος θάπρεπε νά ζεΐ χίλιες φορές
πιό άνετα άπό τόν άνθρωπο τών σπηλαίων. Είναι δμως έτσι τά
πράγματα; "Ας τό έξετάσουμε. Σήμερα στίς Ενω μ ένες Πολιτείες

81

υπάρχουν δέκα πέντε έκατομμύρια άνθρωποι'8’ πού ζούν μέσα
στή φτώχεια. Κι δταν λέω φτώχεια έννοώ έκείνη τήν κατάσταση
δπου ή έλλειψη τροφής καί κατάλληλης κατοικίας δέν έπιτρέπει
στάν έργαζάμενο νά φτάσει τά μέσο έπίπεδο άπόδοσης στήν έργασία. Στίς 'Ενωμένες Πολιτείες ύπάρχουν σήμερα παρά τή δή­
θεν έργατική νομοθεσία σας τρία έκατομμύρια παιδιά πού έργάζονται'9’. Σέ δώδεκα χρόνια ό άριθμός τους διπλασιάστηκε. Καί
μιά καί τδφερε ή κουβέντα, ρωτώ έσάς πού κατευθύνετε τΙς τύχες
τής κοινωνίας γιατί δέ δημοσιεύσατε τά νούμερα τής άπογραφής
τού 1910; θ ’ άπαντήσω έγώ γιά σάς: γιατί τούς φοβηθήκατε. 01 άριθμοί τής έξαθλίωσης θά μπορούσαν νά έπισπεύσουν τήν έπανάσταση πού πλησιάζει.
« Ά λ λά γιά νά έπανέλθουμε στό κατηγορητήριό μου. ’Εάν ή
παραγωγική δύναμη τού σύγχρονου άνθρώπου είναι χίλιες φο­
ρές μεγαλύτερη άπ’ αύτή τοϋ άνθρώπου τών σπηλαίων γιατί λοι­
πόν ύπάρχουν σήμερα στίς 'Ενωμένες Πολιτείες δέκα πέντε έκα­
τομμύρια άνθρωποι πού δέ στεγάζονται όπως πρέπει καί δέν τρέ­
φονται όπως πρέπει; Γιατί σήμερα στίς Ενω μ ένες Πολιτείες ύ­
πάρχουν τρία έκατομμύρια παιδιά πού έργζονται; Αύτή είναι μιά
σοβαρή κατηγορία. Ή καπιταλιστική τάξη είναι ύπεύθυνη τής κα­
κής διοίκησης. Μπροστά σ’ αύτά τά δεδομένα, δτι δηλαδή ό σύγ­
χρονος άνθρωπος ζεΐ πιό άθλια άπό τόν πρωτόγονο ένώ ή παρα­
γωγική του δύναμη είναι χίλιες φορές μεγαλύτερη, τό μόνο δυνα­
τό συμπέρασμα πού βγαίνει είναι ότι ή καπιταλιστική τάξη δέν
διοίκησε σωστά, δτι δέν διοικήσατε σωστά, κύριοί μου, δτι διοική­
σατε κατά τρόπο έγωϊστικό, έγκληματικό. Καί σ’ αύτό τό σημείο
δέν μπορεΐτε νά μού άπαντήσετε έδώ άπόψε, πρόσωπο μέ πρόσω­
πο, ούτε κι όλόκληρη ή τάξη σας μπορεΐ ν ’ άπαντήσει στό ένάμισυ
έκατομμύριο έπαναστατών τών 'Ενωμένων Πολιτειών. Δέν μπορείτε ν’ άπαντήσετε· σάς προκαλώ ν’ άπαντήσετε. Καί τολμώ νά
σάς πώ άπό τώρα ότι κι δταν τελειώσω δέ θ’ άπαντήσετε. Σ ’ αύτό
τό ζήτημα ή γλώσσα σας είναι δεμένη άν καί λέτε πολλά γι’ άλλα
θέματα.

8. Ό Robert Hunter σ’ ένα βιβλίο μέ τόν τίτλο «Φτώχεια» πού δημο­
σιεύτηκε στό 1906, έγραφε ότι έκείνη τήν έποχή υπήρχαν στις Ενωμένες
Πολιτείες δέκα έκατομμύρια Ανθρωποι πού ζοϋσαν μέσα στή φτώχεια.
9. Σύμφωνα μέ τήν άπογραφή τού 1900 (τό τελευταία νούμερα άπο·
γραφής πού δόθηκαν στή δημοσιότητα) ό άριθμός τών παιδιών πού έργάζονταν στις 'Ενωμένες Πολιτείες έφτανε τό 1.752.187.

82

«Άποτύχατε στή διοίκησή σας. Φτιάξατε ένα σφαγείο άντ'ι
γιά πολιτισμό. Υπήρξατε τυφλοί και άπληστοι. Σηκωνόσαστε (και
σηκώνεστε καί σήμερα) μέσα στή Βουλή καί δηλώνετε ξεδιάντρο­
πα ότι θάταν άδύνατο νάχετε κέρδη χωρίς τήν έργασία τών παι­
διών καί τών νηπίων. Μή βασίζεστε μόνο στά λόγιο μου· είναι όλα
γραμμένα κι είναι έναντίον σας. Έ χ ε τ ε άποκοιμήσει τή συνείδη­
σή σας μέ μωρολογίες άπό γλυκερά Ιδεώδη καί ήθικολογίες πού
σάς είναι τόσο προσφιλείς. Έ χ ε τ ε χοντρύνει άπό δύναμη καί
πλούτο, έχετε μεθύσει άπό έπιτυχία. Δέν μπορείτε νά τά βάλετε
μαζί μας όπως δέν μπορούν οι κηφήνες πού μαζεύονται γύρω ά­
πό τις κυψέλες δταν οι έργάτριες τούς έπιτίθονται γιά νά βάλουν
τέλος στή χορτάτη ύπαρξή τους. Άποτύχατε στή διακυβέρνηση
τής κοινωνίας καί ή διακυβέρνηση θά σάς άφαιρεθεΐ. Ένάμισυ έκατομμύριο άνθρωποι τής έργατικής τάξης θά πάρουν μέ τό μέ­
ρος τους όλη τήν ύπόλοιπη έργατική τάξη καί θά πάρρυν τήν έ·
ξουσία άπό τά χέρια σας. Αύτό είναι ή έπανάσταση κύριοί μου.
Σταματεϊστε την άν μπορεΐτε».
Γιά κάμποσα λεπτά τής ώρας ή ήχώ άπό τή φωνή τοϋ Έ ρ ­
νεστ συνέχιζε ν’ άντηχεϊ στή μεγάλη αίθουσα. Τότε ύψώθηκε ό
βραχνός γρυλισμός πού είχα άκούσει πιό πρίν καί καμιά δωδε­
καριά άνθρωποι σηκώθηκαν δρθιοι καί άπευθύνονταν ούρλιάζοντας στό συνταγματάρχη Βάν Γκίλμπερτ. Παρατήρησα δτι οί ώμοι
τής Δίδος Μπρέντγουντ κουνιόσαντε σπασπωδικά καί γιά μιά
στιγμή θύμωσα, έπειδή νόμισα ότι γελούσε μέ τόν Έ ρνεσ τ. Μά άμέσως μετά κατάλαβα δτι δέ γελούσε άλλά τήν είχε πιάσει ύστερία. Είχε τρομοκρατηθεί γιατί αύτή είχε φέρει αύτόν τόν πύρινο
δαυλό μέσα στήν άγαπημένη της Λέσχη τών Φιλομαθών.
Ό συνταγματάρχης Βάν Γκίλμπερτ δέν πρόσεξε αύτούς
τούς άνθρώπους μέ τά παραμορφωμένα άπό τό θυμό πρόσωπα,
πού τού ζητούσαν νά τούς δώσει τό λόγο. Είχε κι ό Ιδιος ύφος άγριεμένο άπό τό θυμό. Σηκώθηκε όρθιος κουνώντας τά χέρια του
καί γιά μιά στιγμή δέν μπορούσε νά βγάλει άπό τό στόμα του πα­
ρά μόνο άναρθρες κραυγές. Μετά ξεχύθηκε ένας χείμαρρος άπό
λόγια. Δέν ήταν όμως ή γλώσσα ένός δικηγόρου τών έκατό χιλιά­
δων δολλαρίων ούτε ή πεπαλαιωμένη ρητορική του.
— Λάθη, λάθη τό ένα πάνω στό άλλο, κραύγασε. Δέν άκουσα
ποτέ στή ζωή μου τόσα πολλά λάθη σέ όμιλία μιάς ώρας. Κι έξ άλ­
λου νεαρέ, πρέπει νά ξέρετε ότι δέν είπατε τίποτα τό καινούργιο.
Ό λ α αύτά τά έμαθα στό Κολλέγιο πρίν νά γεννηθείτε. Είναι περί­

83

που δυό αιώνες άφ’ ότου ό Ζάν Ζάκ Ρουσσώ διατύπωσε τή σοσια­
λιστική σας θεωρία. Ή έπάνοδος στή γή, π(φ! ’Επιστροφή! Ή βιο­
λογία μάς διδάσκει πόσο παράλογο είναι κάτι τέτοιο. Λέγεται, πο­
λύ σωστά, ότι ή ήμιμάθεια είναι έπικίνδυνο πράγμα. ’Απόψε μάς
δώσατε ένα παράδειγμα μέ τις άνόητες θεωρίες σας. Λάθη καί
και πάλι λάθη! Ποτέ στή ζωή μου δέν είχα νοιώσει μιά τέτοια ναυ­
τία άπό μιά πληθώρα λαθών. Αύτά, γιά τΙς βιαστικές γενικεύσεις
σας καί τούς παιδιάστικους συλλογισμούς σας.
Χτύπησε τά δάχτυλά του μέ ύφος περιφρονητικό καί πήγε νά
καθήσει. 01 γυναίκες έξέφρασαν τήν έπιδοκιμασία τους μέ έπιφωνήματα τών χειλιών καί οΐ άντρες μέ βραχνούς λαρυγγισμούς.
Ό σ ο γιά κείνους τούς δώδεκα περίπου ποϋ ζητούσαν τό λόγο
κραυγάζοντας, οί μισοί άπ’ αύτοϋς άρχισαν νά μιλάνε όλοι μαζί.
Ή τ α ν ένα άπερίγραπτο πανδαιμόνιο, ένας πραγματικός πύργος
τής Βαβέλ. Ποτέ οΐ τεράστιες αίθουσες τής κυρίας Περτονγουέϊτ
δέν είχαν δεϊ τέτοιο θέαμα. "Ωστε αύτοΐ ήσαν οί ψύχραιμες κεφα­
λές τού βιομηχανικού κόσμου, ή άφρόκρεμα τής κοινωνίας, αύτοΐ
οΐ άγριοι μέ βραδυνό ένδυμα ποϋ μούγκριζαν καί γρύλιζαν. Ό
Έ ρ ν ε σ τ τούς είχε πραγματικά ταρακουνήσει δταν άπλωσε τά χέ­
ρια τους πρός τό πουγκί τους, αύτά τά χέρια πού στά μάτια τους
φάνηκαν σάν τά χέρια τού ένάμισυ έκατομμυρίου τών έπαναστατών.
Ό Έ ρ ν ε σ τ δέν τά έχανε δμως μπροστά σέ καμιά κατάσταση.
Πρίν άκόμα καταφέρει νά καθήσει ό συνταγματάρχης Βάν Γκίλμπερτ, ό Έ ρ ν ε σ τ ήταν κι δλας όρθιος κι έκανε ένα βήμα μπροστά.
— "Ενας, ένας, τούς φώναξε δυνατά.
'Η φωνή πού βγήκε άπό τά πλατειά του στήθη δάμασε τήν
άνθρώπινη θύελλα. Ή άγνή δύναμη τής προσωπικότητάς του
τούς έπέβαλε σιωπή.
— "Ενας, ένας, έπανέλαβε ήρεμα. ’Αφήστε με νά σάς άπαντήσω συνταγματάρχη Βάν Γκίλμπερτ. Μετά άπ’ αύτό οί ύπόλοιποι
μπορούν νά πούν ότι θέλουν, άλλά μή ξεχνάτε ένας κάθε φορά, ό­
χι όλοι μαζί, δέν είναι ποδοσφαιρικό γήπεδο έδώ πέρα.
— Ό σ ο γιά σάς, συνέχισε γυρίζοντας πρός τόν συνταγμα­
τάρχη Βάν Γ κίλμπερτ δέ δώσατε καμιά άπάντηση σ’ αύτά ποϋ εί­
πα. Κάνατε μόνο μερικές όργισμένες δογματικές έκτιμήσεις τού
διανοητικού μου βεληνεκοϋς. Αύτά μπορεΐ νά είναι καλά γιά τή
δουλειά σας άλλά σέ μένα δέν μπορεϊτε νά μιλάτε κατ’ αύτόν τόν
τρόπο. Δέν είμαι ό έργάτης πού ήρθα μέ τό κασκέτο στό χέρι νά

84

σάς ζητήσω νά μοϋ αύξήσετε τό μεροκάματο ή νά μέ προστατέψε­
τε άπό τή μηχανή πού δουλεύω. "Οσο θάχετε νά κάνετε μαζ( μου
δέν μπορεϊτε νά είστε δογματικός μέ τήν άλήθεια. Κρατείστε αύ­
τά τά καμώματα γιά τΙς σχέσεις σας μέ τούς σκλάβους μεροκαματιάρηδές σας πού δέν τολμούν νά σάς άπαντήσουν γιατί κρατάτε
στά χέρια σας τό ψωμί τους καί τή ζωή τους.
«"Οσο γι’ αύτή τήν έπιστροφή στή Φύση πού ισχυρίζεστε δτι
μάθατε στό κολλέγιο πριν νά γεννηθώ, έπιτρέψτε μου νά σάς πώ
ότι μετά άπ’ αύτό φαίνεται πώς δέ μάθατε τίποτα άλλο. Ό σοσια­
λισμός έχει τόση σχέση μ’ αύτή τήν έπιστροφή στή Φύση, όση ό
διαφορικός λογισμός μέ τό Κατηχητικό. Είχα άποκαλέσει τήν τά­
ξη σας ήλίθια έξω άπό τόν τομέα τών έπιχειρήσεων. ’Εσείς, κύριε,
προσφέρατε ένα λαμπρό παράδειγμα γι’ αύτό πού ύποστήριξα».
Τά νεύρα τής Δίδος Μπρέντγουντ δέν μπόρεσαν ν’ άντέξουν
αύτή τήν τρομερή άπάντηση πρός τόν δικηγόρο της τών έκατό χι­
λιάδων δολλαρίων. Ή ύστερία της έφτασε στό κατακόρυφο και
χρειάστηκε νά τή μεταφέρουν έξω άπό τό δωμάτιο ένώ έκλαιγε
και γελούσε ταυτόχρονα. Κι αύτό δέν ήταν τίποτα μπροστά σ’ αύ­
τό πού θά έπακολουθούσε.
«Μή βασίζεστε στά λόγια μου, συνέχισε ό Έ ρ ν ε σ τ μετά άπό
κείνη τή διακοπή. 01 δικές σας αύθεντίες θά σάς άποδείξουν όμόφωνα ότι είστε ήλίθιος. Οί μισθωμένοι άπό σάς προμηθευτές έπιστήμης θά σάς πούν ότι κάνετε λάθος. Συμβουλευτείτε τόν πιό άσήμαντο κοινωνιολόγο, τό βοηθό κάποιου καθηγητή και ρωτήστε
τί διαφορά ύπάρχει άνάμεσα στή θεωρία τού Ρουσσώ γιά τήν έπι­
στροφή στή Φύση καί τό σοσιαλισμό. Ρωτήστε τούς μεγαλύτε­
ρους όρθόδοξους άστούς οικονομολόγους σας καί κοινωνιολό­
γους σας, ψάξτε μέσα στις σελίδες όποιουδήποτε έγχειρίδιου πά­
νω σ’ αύτό τό θέμα, ξεχασμένου στά ράφια τών έπιχορηγούμενων
βιβλιοθηκών σας. Ά π ό παντού θά σάς δοθεί ή άπάντηση ότι δέν
ύπάρχει καμιά σχέση άνάμεσα στήν έπιστροφή στή Φύση καί τό
σοσιαλισμό. Αντίθετα θά σάς δοθεί όμόφωνα ή άπάντηση ότι ή έ­
πιστροφή στή Φύση καί ό σοσιαλισμός είναι δυό διαμετρικά άντίθετα πράγματα. Σάς έπαναλαμβάνω, μήν βασίζεστε μόνο στά λό­
για μου. Τό μέγεθος τής βλακείας σας βρίσκεται έκεί μέσα στά βι­
βλία, μέσα στά δικά σας βιβλία, πού ποτέ δέν διαβάζετε. Καί δσο
γιά τή βλακεία σας, δέν είστε παρά τό τυπικό δείγμα τής τάξης
σας.
«Ξέρετε άπό νόμους καί έπιχειρήσεις, συνταγματάρη Βάν

85

Γκίλμπερτ. Ξέρετε νά έξυπηρετεϊτε τις έταιρίες καί νά αύξάνετε
τό μέρισμα τών μετοχών διαστρεβλώνοντας τό νόμο. Πολύ ώραϊα. Μείνετε σ’ αύτό. Είστε ό κατάλληλος άνθρωπος στήν κατάλ­
ληλη θέση. Είστε ένας πολύ καλός δικηγόρος, άλλά ένας άθλιος
ιστορικός. Δέν ξέρετε τίποτα άπό κοινωνιολογία και οι γνώσεις
σας γιά τή βιολογία σταματούν στόν Πλίνιο».
Ό συνταγματάρχης Βάν Γ κίλμπερτ δέν μπορούσε νά σταθεί
πάνω στήν καρέκλα του. Μέσα στήν αίθουσα έγινε άπόλυτη σιω­
πή. "Ολοι είχαν μείνει άφωνοι λές κι είχαν παραλύσει. Αύτή ή
τρομερή συμπεριφορά πρός τό μεγάλο συνταγματάρχη Βάν Γ κίλ­
μπερτ ήταν άνήκουστη, άφάνταστη, άπίστευτη. "Οταν σηκωνόταν
νά μιλήσει στό δικαστήριο, οΐ δικαστές τρέμανε μπροστά του. Ό
"Ερνεστ δμως ήταν πάντοτε άνελέητος μέ τόν έχθρό.
«Αύτό φυσικά δέν άποτελεϊ μομφή έναντίον σας, συνέχισε, ό
Έ ρνεσ τ. "Εκαστος έφ’ ώ έτάχθη. Μείνετε στά δικά σας λημέρια
κι έγώ στά δικά μου. Έ χ ε τ ε είδικευτεϊ. "Οταν πρόκειται γιά τή
γνώση τοϋ νόμου, γιά τό πώς θ’ άποφύγετε καλλίτερα τούς νό­
μους ή θά φτιάξετε καινούργιους γιά νά κερδίζουν περισσότερα
οΐ ληστρικές έταιρίες, θά γίνω χαλί νά μέ πατήσετε. Ά λ λ ά δταν
πρόκειται γιά κοινωνιολογία πούναι ή δουλειά μου δέν είστε πα­
ρά ή σκόνη τών ύποδημάτων μου. Νά τό θυμάστε καλά αύτό. Μή
ξεχνάτε άκόμα δτι ό νόμος είναι πράγμα έφήμερο κι δτι ή εύστροφία σας δέ διαρκεϊ πάνω άπό μιά μέρα. Επ ομένω ς οΐ δογματικές
διαβεβαιώσεις καί οΐ άπερίσκεφτες γενικεύσεις σας πάνω σέ θέ­
ματα Ιστορικά ή κοινωνιολογικά δέν άξίζουν τή φαιά ούσία πού
καταναλώνετε γιά νά τΙς διατυπώσετε».
Ό Έ ρ ν ε σ τ σταμάτησε γιά μιά στιγμή καί τόν κοίταξε σκεφτι­
κά. Τό σκοτεινιασμένο του πρόσωπο είχε παραμορφωθεί άπό τό
θυμό, τό στήθος του άνεβοκατέβαινε, τό σώμα του κινιόταν άνήσυχα κι άνοιγε κι έκλεινε νευρικά τά λεπτά άσπρα του δάκτυλα.
« Ά λ λά φαίνεται, συνέχισε, έχετε λόγια γιά χάσιμο καί θά
σάς δώσω μιά εύκαιρία. Κατηγόρησα τήν τάξη σας. Δείξτε μου δτι
έχω άδικο. Σάς έδειξα τήν άπελπιστική κατάσταση τού σύγχρο­
νου άνθρώπου. ΣτΙς Ενω μ ένες Πολιτείες ύπάρχουν τρία έκατομμύρια παιδιά σκλάβοι, πού πολλαπλασιάζουν τά κέρδη καί δέκα
πέντε έκατομμύρια ύποσιτιζόμενοι, κακοντυμένοι καί άθλια στεγαζόμενοι άνθρωποι. Σάς άπέδειξα δτι χάρη στήν κοινωνική όργάνωση καί τή χρήση τών μηχανικών μέσων, ή παραγωγική δύνα­
μη τού σύγχρονου άνθρώπου είναι χίλιες φορές μεγαλύτερη άπό

κείνη τοϋ άνθρώπου τών σπηλαίων. Καί σάς είπα δτι άπ’ αύτά τά
δυό δεδομένα τό μόνο συμπέρασμα πού μπορούμε νά βγάλουμε
είναι ή κακή διοίκηση τής καπιταλιστικής τάξης. Αύτο ήταν τό κα­
τηγορώ μου καί σάς προκάλεσα στά Ισα καί έπανειλημένα ν’ άπαντήσετε σ’ αύτό. Και μάλιστα πήγα άκόμα πιό μακρυά. Σάς προ­
ειδοποίησα ότι δέ θά άπαντούσατε. Θά μπορούσατε νά χρησιμο­
ποιήσετε τά άσκοπα λόγια σας γιά νά διαψεϋστε τήν προειδοποί­
ησή μου. Βρήκατε τήν όμιλία μου γεμάτη λάθη. ’Αποδείξτε αύτά
τά λάθη συνταγματάρχη Βάν Γ κίλμπερτ. Έ γ ώ καί τό ένάμισυ έκατομμύριο τών συντρόφων μου κατηγορούμε τήν τάξη σας καί
σάς. Άπ οκρούστε αύτή τήν κατηγορία».
Ό συνταγματάρχης Βάν Γ κίλμπερτ είχε ξεχάσει τελείως ότι
ό ρόλος τού προέδρου τού έπέβαλε νά παραχωρήσει εύγενικά τό
λόγο σ’ αύτούς πού τόν ζητούσαν. Πετάχτηκε όρθιος, σκορπίζον­
τας στούς τέσσαρις άνέμους τά χέφια του, τή ρητορική του καί
τήν αύτοκυριαρχία του. Πότε κατηγορούσε τό νεαρόν τής ήλικίας
τού Έ ρ ν ε σ τ καί τή δημαγωγία του καί πότε τήν έργατική τάξη θε­
ωρώντας την άνίκανη καϊ χωρίς καμιά άξία.
Ό τα ν τέλειωσε όλη αύτή ή λογοδιάρροια ό Έ ρ ν ε σ τ έδωσε
τήν έξής άπάντηση:
— Δέν ξανάδα ποτέ έναν άνθρωπο τού νόμου σάν έσάς, πού
νά μήν μπορεΐ καθόλου νά σταθεί σ’ ένα σημείο. Τό ότι είμαι νέος
στήν ήλικία ή ότι ή έργατική τάξη δέν άξίζει τίποτα δέν έχουν κα­
μιά σχέση μ’ αύτά ποϋ είπα. Κατηγόρησα τήν καπιταλιστική τάξη
γιά κακή διοίκηση τής κοινωνίας. Δέν άπαντήσατε. Ούτε κάν προ­
σπαθήσατε νά δώσετε κάποια άπάντηση. Γ ιατί; Μήπως δέν έχετε
τί ν’ άπαντήσετε; Είστε δτι καλλίτερο έχει νά έπιδείξει αύτό τό άκροατήριο. Ό λοι τους έδώ, έκτός άπό μένα κρέμονται άπό τά χεί­
λια σας, περιμένουν μιάν άπάντηση ποϋ οί Ιδιοι δέν μπορούν νά
δώσουν. "Οσο γιά μένα σάς τό ξανάπα καί πρίν, ξέρω ότι δέν μπορέϊτε νά δώσετε καμιά άπάντηση κι ούτε θά έπιχειρήσετε νά δώ­
σετε.
— Αύτό είναι άσυγχώρητο, κραύγασε δ συνταγματάρχης
Βάν Γ κίλμπερτ. Αύτό είναι βρισιά.
— Αύτό πού είναι άσυγχώρητο είναι πού δέν μπορεϊτε νά δώ­
σετε καμιά άπάντηση, είπε σοβαρά ό Έ ρ ν ε σ τ . Κανείς δέν μπορεΐ
νά θιγεΐ άπό μιά διανοητική διεργασία. Ή βρισιά άπό τή φύση της
άνήκει στό συγκινησιακό χώρο. ’Ελάτε στά συγκαλά σας. Δώστε
μου μιά άπάντηση έπεξεργασμένη άπό τό μυαλό στό δικό μου κα­

87

τηγορώ πού έχει διαμορφωθεί μετά άπό σκέψη, ότι ή καπιταλιστι­
κή τάξη δηλαδή δέ διοίκησε καλά τήν κοινωνία.
Ό συνταγματάρχης Βάν Γ κίλμπερτ παρέμεινε σιωπηλός, συ­
νοφρυωμένος μέ τήν έκφραση ένός άνώτερου άνθρώπου πού δέν
καταδέχεται νά διαπληκτιστεί μ’ έναν τιποτένιο.

Μήν τό παίρνετε κατάκαρδα, είπε ό Έ ρνεσ τ. Παρηγορηθεϊτε μέ τό γεγονός δτι κανένα μέλος τής τάξης σας δέν μπόρεσε
άκόμα ν’ άπαντήσει σ’ αύτή τήν κατηγόρια.
Γύρισε στοϋς άλλους πού περίμεναν άνυπόμονα νά μιλή­
σουν.
— Καί τώρα νά ή εύκαιρία πού σάς δίνεται. ’Εμπρός λοιπόν,
μήν ξεχνάτε ότι σάς προκάλεσα όλους σας νά δώσετε τήν άπάν­
τηση πού ό συνταγματάρχης Βάν Γ κίλμπερτ δέν μπόρεσε νά δώ­
σει.
Θά μοϋ ήταν άδύνατο νά μεταφέρω δλα όσα ειπώθηκαν σ’ έ­
κείνη τή συζήτηση. Ποτέ δέ θά μπορούσα νά φανταστώ πόσα πολ­
λά λόγια μπορούν νά ειπωθούν στό σύντομο διάστημα τών τριών
ώρών. Πάντως ήταν κάτι τό ύπέροχο. "Οσο οι άντίπαλοί του
φούντωναν τόσο ό "Ερνεστ έριχνε κι άλλο λάδι στή φωτιά. Είχε
τέτοιες έγκυκλοπαιδικές γνώσεις πού μιά λέξη του, μιά φράση
του γινόταν ένα λεπτό αιχμηρό κεντρί πού τούς τρυπούσε. Ση ­
μείωνε καί ϋπογράμμιζε κάθε λάθος στοϋς συλλογισμούς τους.
Αύτός ήταν ένας λαθεμένος συλλογισμός, έκείνο τό συμπέρασμα
δέν είχε σχέση μέ τόν πρώτο όρο τού συλλογισμού, ένώ ό δεύτε­
ρος όρος τοϋ συλλογισμού ήταν μιά φενάκη γιατί περιείχε κατά
τρόπο έπιδέξιο τό συμπέρασμα πού έπρεπε ν’ άποδείξει στό τέ­
λος τήν όρθότητα τού συλλογισμού. Αύτό ήταν λάθος. Τό άλλο ή­
ταν σκέτη είκασία, κι έκείνο τό άλλο ήταν μιά διαβεβαίωση άντίθετη πρός τήν άλήθεια πού διαπιστώνει κανείς μέσα άπ’ δλα τά
βιβλία.
Καί ή διαμάχη συνεχιζόταν. Μερικές φορές άλλαζε τό ξίφος
μέ τό ρόπαλο καί συνέτριβε τις σκέψεις τους δεξιά καί άριστερά.
Ζητούσε πάντοτε νά τού άναφέρουν γεγονότα ένώ άρνιόταν νά
συζητήσει θεωρίες. Καί τά γεγονότα πού άνάφερε αύτός ήταν
συντριπτικά γιά κείνους. Ό τα ν έπιτίθονταν στήν έργατική τάξη
τούς άπαντοϋσε πάντοτε: «Είναι σάν τό τηγάνι πού κατηγορεί τήν
κατσαρόλα δτι είναι μαύρη άπό τή φωτιά. Αύτό δμως δέν μπορεί
νά ξεπλύνει τή δική σας μαυρίλα πού σκεπάζει τό πρόσωπό σας».
Καί είπε σ’ δλους καί στόν καθένα χωριστά: «Γιατί δέν άντικρού-

σατε τό κατηγορώ μου γιά κακή διοίκηση άπό μέρους τής τάξης
σας; Μιλήσατε γιά άσχετα πράγματα καί γιά πράγματα πού άφοροϋν άλλα πράγματα, άλλά δέν άπαντήσατε. Μήπως γιατί δέν έ­
χετε άπάντηση;»
Πρός τό τέλος τής συζήτησης ό κύριος Γουΐκσον πήρε τό λό­
γο. Ή τ α ν ό μόνος πού ήταν ήρεμος καί ό Έ ρ ν ε σ τ τού έδειξε δτι
τόν ύπολογίζει πράγμα πού δέν είχε δείξει στούς άλλους.
— Δέν χρειάζεται καμιά άπάντηση, είπε ό κύριος ΓουΤκσον
προφέροντας άργά τις φράσεις του. Παρακολούθησα μέ έκπληξη
και άηδία όλη αύτή τή συζήτηση. Είμαι άηδιασμένος μέ σάς κύ­
ριοι, μέλη τής τάξης μου. Συμπεριφερθήκατε σάν άνόητα σκολιαρόπαιδα, άνακατέψατε σέ μιά τέτοια συζήτηση τις ήθικολογίες
καί ήχηρές λέξεις ένός κοινού πολιτικάντη. Βγήκατε έξω άπό τήν
στρατηγική σας, έξω άπό τήν τάξη σας. Κάνατε πολύ θόρυβο πού
δέν ήταν παρά ό βόμβος ένός κουνουπιού. Βουίζατε σάν κουνού­
πια γύρω άπό μιά άρκούδα. Κύριοι έδώ μπροστά σας στέκεται ή
άρκούδα (έδειξε τόν Έ ρ νεσ τ) καί μέ τό βουϊτό σας τού γαργαλί­
σατε μόνο τ’ αύτιά.
«Πιστέψτε με, ή κατάσταση είναι σοβαρή. ’Απόψε ή άρκούδα
ύψωσε τά πέλματα γιά νά μάς συντρίψει. Είπε δτι ύπάρχουν ένάμισυ έκατομμύριο έπαναστάτες στις Ενω μ ένες Πολιτείες. Είναι
γεγονός. Είπε ότι έχουν σκοπό νά μάς άφαιρέσουν τήν κυβέρνη­
σή μας, τά παλάτια μας, τή χρυσή άνεσή μας. Κι αύτό είναι γεγο­
νός. Μιά άλλαγή, μιά μεγάλη κοινωνική άλλαγή έτοιμάζεται, άλ­
λά, εύτυχώς, θά μπορεϊ καί νά μήν είναι ή άλλαγή πού προβλέπει
ή άρκούδα. Ή άρκούδα είπε ότι θά μάς συντρίψει. Γ ιατί νά μή
συντρίψουμε έμεϊς τήν άρκούδα;»
Τό μούγκρισμα ξαπλώθηκε σ’ όλη τή μεγάλη αίθουσα. Ό έ­
νας μέ τόν άλλο κούναγαν τό κεφάλι τους σέ ένδειξη έπιδοκιμασίας καί άνακούφισης. Τά πρόσωπά τους έγιναν σκληρά. Ή τα ν
μαχητές αύτό ήταν βέβαιο.
«’Αλλά δέ θά συντρίψουμε τήν άρκούδα μέ τό βόμβο τών
κουνουπιών, συνέχισε ό κ. ΓουΤκσον ψυχρά καί χωρίς καθόλου
πάθος στή φωνή του. Θά τήν κυνηγήσουμε τήν άρκούδα. Δέ θ’ άπαντήσουμε στήν άρκούδα μέ λόγια. Ή άπάντησή μας θά δοθεί ά­
πό θέση ισχύος. Κατέχουμε τήν έξουσία. Κανείς δέν μπορεϊ νά τ’
άρνηθεϊ. Καί μέ τή δύναμη πού μάς δίνει ή έξουσία θά παραμεί­
νουμε στήν έξουσία».
Γύρισε ξαφνικά πρός τόν Έ ρνεσ τ. Ή στιγμή ήταν δραματι­
κή.

«Ίδοϋ ή άπάντησή μας. Δέ θά χάσουμε τά λόγια μας μαζί
σας. Ό τα ν θ’ άπλώσετε τά χέρια σας πού μέ υπερηφάνεια μάς εί­
πατε ότι είναι τόσο δυνατά, γιά ν’ άρπάξετε τά παλάτια μας καί τή
χρυσωμένη μας άνεση, θά σάς δείξουμε τί σημαίνει δύναμη. Θ’ άπαντήσουμε μέ όβίδες, μέ σράπνελ, και μέ ριπές πολυβόλων"0'.
Θά λειώσουμε έσάς τούς έπαναστάτες κάτω άπό τή φτέρνα μας
καί θά περπατήσουμε πάνω στά πρόσωπά σας. Ό κόσμος είναι δι­
κός μας, είμαστε οί κυρίαρχοι αύτού τού κόσμου και θά παραμείνει δικός μας. Ό σ ο γιά τις λεγεώνες τών έργαζομένων, βρίσκον­
ταν μέσα στή λάσπη άπό τότε πού άρχισε ή Ιστορία, καί Ερμηνεύω
σωστά τήν ιστορία. Και θά παραμείνουν μέσα στή λάσπη όσο και­
ρό έγώ καί οί δικοί μου κι αύτοΐ πού θάρθουν μετά άπό μάς θάχουν τήν έξουσία. Αύτή είναι ή μεγάλη λέξη, αύτή είναι ό βασι­
λιάς τών λέξεων. Ούτε δ Θεός ούτε ό Μαμωνάς μόνο ή Έξουσία.
Στριφογυρίστε αύτή τή λέξη μέσα στό στόμα σας μέχρι νά σάς
τσούξει. Ή Έξουσία».
— Πήρα άπάντηση, είπε, ήρεμα ό Έ ρ ν εσ τ , καί είναι ή μόνη ά­
πάντηση ποϋ μπορούσε νά δοθεί. Ή Έξουσία. Είναι αύτό ποϋ κη­
ρύσσουμε έμεΐς, οϊ άνθρωποι τής έργατικής τάξης. Ξέρουμε, για­
τί μιά πικρή πείρα μάς τδχει διδάξει, ότι δέν πρόκειται ποτέ νά
σάς συγκινήσουμε μέ τό νά έπικαλεστοϋμε τό σωστό, τή δικαιο­
σύνη, τήν άνθρωπιά. 01 καρδιές σας είναι σκληρές σάν τις φτέρ­
νες σας ποϋ μ’ αύτές συντρίβετε τά πρόσωπα τών φτωχών. Γ Γ αύ­
τό ζητάμε τήν κατάληψη τής έξουσίας. Καί μέ τή δύναμη τών ψή­
φων μας θά πάρουμε τήν κυβέρνηση άπό τά χέρια σας τήν ήμέρα
τών έκλογών.
— ’Ακόμα κι άν έχετε τήν πλειοψηφία, τήν συντριπτική πλειοψηφία τήν ήμέρα τών έκλογών, τόν διέκοψε ό κ. Γουΐκσον γιά νά
ρωτήσει, ύποθέστε ότι άρνούμαστε νά σάς παραδώσουμε τήν κυ­
βέρνηση πού καταλάβατε μέ τΙς ψήφους, τ( θά κάνετε τότε;
— Κι αύτό έπίσης τό έχουμε προβλέψει, άπάντησε ό Έ ρνεσ τ,
καί θά σάς άπαντήσουμε μέ σφαίρες. Έ σ εΐς άποκαλέσατε τήν Έ ­
ξουσία, τή Δύναμη βασιλιά τών λέξεων. Πολύ ώραΐα. Θάναι λοι­
πόν ζήτημα δύναμης. Μάς ρωτάτε τί θά κάνουμε τήν ήμέρα πού
10.
Τό περιεχόμενο αυτής τής σκέψης φαίνεται άπό τόν πάρα κάτω ό·
ρισμό ποϋ βρίσκεται σ’ Ενα βιβλίο μέ τίτλο The Cynic’s Word Book, δημο­
σιευμένο στά 1906 καί γραμμένο άπό κάποιον Ambrose Bierce πασίγνω­
στο καί άναγνωρισμένο μισάνθρωπο τής έποχής έκεΐνης: «όβίδες: ένα έπιχείρημα ποϋ έτοιμάζει τό μέλλον σέ άπάντηση τών έπιδιώξεων τοϋ ά·
μερικάνικου σοσιαλισμού».

90

θάχουμε νικήσει στις κάλπες καί σεις θ’ άρνηθεϊτε νά μάς παρα­
δώσετε τήν κυβέρνηση πού θάχουμε καταλάβει κοινοβουλευτικά
καί ειρηνικά, σάς λέω κι έγώ δτι θά σάς άπαντήσουμε μέ τό σφύ­
ριγμα τών όβίδων καί τών σράπνελ καί τόν κροταλισμό τών πολυ­
βόλων.
«Δέν μπορείτε νά μάς ξεφύγετε. Είναι άλήθεια δτι έρμηνεύσατε σωστά τήν ιστορία. Είναι άλήθεια δτι άπό τήν άρχή τής ιστο­
ρίας ή έργασία ήταν μέσα στή λάσπη. Καί είναι έπίσης άλήθεια δτι θά παραμείνει στή λάσπη όσο καιρό σείς καί οί δικοί σας κι αύ­
τοί πού θάρθουν μετά άπό σάς θά έχουν τήν έξουσία. Συμφωνώ
μαζί σας. Συμφωνώ μέ δλα δσα είπατε. Ή έξουσία θάναι τό μήλο
τής έριδος δπως ύπήρξε πάντοτε. Πρόκειται γιά πάλη τών τά­
ξεων. "Οπως ή δική σας τάξη άνέτρεψε τήν παλιά φερυδαρχία, θ’
άνατραπεϊ μέ τή σειρά της άπό τή δική μου τάξη, τήν έργατική τά­
ξη. Ά ν θά διαβάσετε τή βιολογία σας καί τήν κοινωνιολογία σας
τόσο καθαρά δσο διαβάσατε τήν Ιστορία σας θά δείτε ότι τό τέ­
λος πού περιέγραψα είναι άναπόφευχτο. Δέν έχει καμιά σημασία
άν αύτό θά γίνει σ’ ένα χρόνο ή σέ δέκα χρόνια ή σέ χίλια-ή τάξη
σας θ’ άνατραπεϊ. Κι αύτό θά γίνει δυναμικά. Αύτή ή λέξη τριβελί­
ζει τόσο πολύ τό μυαλό δλων μας πού μάς τσούζει δλους έμάς τις
στρατιές τών έργαζομένων. Έξουσία, Δύναμη. Είναι πραγματικά
ό βασιλιάς τών λέξεων».
Κι έτσι τέλειωσε ή βραδυά τών Φιλομαθών.

91

Κεφάλαιο 6ο

Προμηνύματα
Αύτή τήν έποχή Αρχισαν νά πέφτουν γύρω μας κι άπανωτίί
τά προμηνύματα τών γεγονότων πού θάρχονταν σέ λίγο.
Ό Έ ρ ν ε σ τ έξέφρασε κιόλας τΙς άνησυχίες του γιά τήν τακτι­
κή τού πατέρα μου νά δέχεται στό σπίτι του σοσιαλιστές καί ήγέτες τής έργατικής τάξης ή νά παρακολουθεί άνοιχτά τΙς συγκεν­
τρώσεις τους. ’Αλλά ό πατέρας μου γέλασε μέ τούς φόβους του.
"Οσο γιά μένα αύτή ή έπαφή μέ τούς ήγέτες καί τούς στοχαστές
τής έργατικής τάξης μού μάθαινε πολλά πράγματα. Έ βλ επ α τήν
άλλη δψη τού νομίσματος. Ό άλτρουϊσμός καί ό βαθύς Ιδεαλι­
σμός, πού συνάντησα σ’ αύτούς τούς άνθρώπους μέ είχαν γοη­
τεύσει άν καί μέ φόβιζε τό άπέραντο φιλοσοφικό καί έπιστημονικό πεδίο τοϋ σοσιαλισμού πού άνοιγόταν μπροστά μου. Μελετού­
σα γρήγορα, άλλά δχι τόσο γρήγορα γιά νά μπορώ ν’ άντιληφθώ
άπό τότε τήν έπικίνδυνη κατάσταση στήν όποία βρισκόμαστε.
Υπ ήρχαν πολλές προειδοποιήσεις άλλά έγώ δέν τΙς πρόσε­
χα. ’Αναφέρω γιά παράδειγμα δτι ή κυρία Περτονγουέϊτ καί ή κυ­
ρία ΓουΤκσον πού έξασκοϋσαν μιά τρομερή κοινωνική έπιρροή
στή πανεπιστημιακή μας πόλη είχαν έκφέρει τή γνώμη δτι άν καί
ήμουνα τόσο νέα, ήμουνα θρασύς, ξεροκέφαλη καί μέ διέκρινε
μιά κακή τάση ν’ άνακατεύομαι μέ ύπερβολικό ζήλο στίς δουλειές
τών άλλων. Σκέφτηκα δτι αύτό ήταν φυσικό άν πάρουμε ύπ’ δψη
μας τό ρόλο πού είχα παίξει έρευνώντας τήν ύπόθεση τού Τζάκ­
σον. 'Υποτιμούσα δμως τή βαρύτητα πού είχε ή γνώμη δύο τόσο
δυνατών κοινωνικών παραγόντων.
'Η άλήθεια είναι δτι παρατήρησα μιά κάποια έπιφύλαξη

93

στοϋς κοινούς μου φίλους άλλά τά άπέδωσα στήν άποδοκιμασία
μέ τήν όπο(α είχαν δεχθεί τήν άπόφασή μου νά παντρευτώ τάν
Έ ρ ν εσ τ . ’Αργότερα ό Έ ρ ν ε σ τ μοϋ άπέδειξε καθαρά δτι αύτή ή
γενική στάση τής τάξης μου δέν ήταν αύθόρμητη κι ότι π(σω της
κρύβονταν τά έλατήρια μιάς όργανωμένης συμπεριφοράς. «Δύ­
σατε άσυλο σ’ ένα έχθρό τής τάξης σας, μού είπε. Καί όχι μόνον
άσυλο άλλά δώσατε τήν άγάπη σας, j 0 v έαυτό σας. Αύτό άποτελεί προδοσία πρός τήν τάξη σας. Δέ θά γλυτώσετε τήν τιμωρία».
’Αλλά πριν άπ’ αύτό, ένα άπόγευμα πού ό Έ ρ ν ε σ τ ήταν μαζί
μου, ό πατέρας γύρισε στό σπίτι καί καταλάβαμε πώς ήταν Οργι­
σμένος δηλαδή φιλοσοφημένα όργισμένος. Σπάνια θύμωνε πραγ­
ματικά, άλλά πότε-πότε έπέτρεπε στόν έαυτό του κάποια έλεγχόμενη όργή. Τήν άποκαλούσε τό τονωτικό του. Μόλις μπήκε στό
δωμάτιο είδαμε ότι είχε πάρει μιά δόση άπ’ αύτό τό τονωτικό.
— Ποιά είναι ή γνώμη σας γι αύτό; ρώτησε. Έγευμάτισα μέ
τόν Γουΐλκοξ.
Ό Γ ουΐλκοξ ήταν ό έπίτιμος πρόεδρος τού Πανεπιστημίου.
Τό μυαλό του πού είχε στερέψει πιά τό είχε γεμίσει μέ διάφορες
κοινοτυπίες πού είχαν πέραση στά 1870 καί πού δέν μπόρεσε ν’ άνανεώσει.
— Με είχε προσκαλέσει, είπε ό πατέρας. Είχε στείλει νά μέ
βρούν.
Σταμάτησε γιά λίγο καί μεϊς περιμέναμε.
— Ω! δλα ήταν πολύ ώραϊα, τό παραδέχομαι. ’Αλλά μέ έπέπληξε. Ποιόν; ’Εμένα. Αύτό τό γηραλέο άπολίθωμα.
— Στοιχιματίζω ότι ξέρω γιατί σάς έπέπληξε, είπε ό Έ ρνεσ τ.
— Σοϋ έπιτρέπω νά τό βρεις κάνοντας μόνο τρεις ύποθέσεις,
είπε ό πατέρας γελώντας.
— Θά σάς τό πώ μέ τήν πρώτη, άπάντησε ό Έ ρν εσ τ . Δέν πρό­
κειται γιά ύπόθεση, πρόκειται γιά συμπέρασμα. Σάς έπέπληξε γιά
τήν Ιδιωτική σας ζωή.
— Αύτό είναι! φώναξε ό πατέρας. Πώς τό μαντέψατε;
— "Ηξερα δτι αύτό θά συνέβαινε. Σάς είχα προειδοποιήσει.
— Ναί, είναι ή άλήθεια αύτή, είπε ό πατέρας σκεφτικά. Ά λ λά
δέν μπορούσα νά τό πιστέψω. Πάντως θά είναι μιά άπό τΙς πιό πει­
στικές μαρτυρίες πού θά βάλω στό βιβλίο μου.
— Αύτό δέν είναι τίποτα μπροστά σ’ αύτό πού θά έπακολουθήσει, συνέχισε ό Ερνεστ, άν έπιμένετε στήν τακτική σας νά δέχε­
στε στό σπίτι σας δλους αύτούς τούς σοσιαλιστές καί τούς ριζο­
σπάστες συμπεριλαμβανομένου καί μένα τού Ιδιου.

94

— Αύτό άκριβώς μού είπε κι ό γέρο Γουΐλκοξ μ’ ένα σωρό πα­
ράλογα σχόλια. Είπε ότι έχω περίεργα γούστα, άντίθετα πρός τΙς
παραδόσεις καί τήν πολιτική τοϋ Πανεπιστημίου καί πού έν πάσει
περιπτώσει μού τρώνε άδικα τόν καιρό μου. Είπε κι άλλα πολλά
έξ Γσου άκαθόριστα πράγματα κι έγώ δέν μπόρεσα νά τόν στριμώξω νά πει κάτι τό συγκεκριμένο. Τόν έφερα μόνο σέ πολύ δύσκο­
λη θέση καί μοϋ έπαναλάμβανε συνεχώς πόσο μ’ έκτιμοϋσε αύ­
τός προσωπικά καί πόσο δλος ό κόσμος μ’ έκτιμούσε σάν έπιστήμονα. Έ βλ επ α πώς δέν τού ήταν εύχάριστο αύτό πού έκανε καί
πώς δέν τού άρεσε καθόλου αύτό τό καθήκον.
— Δέν είναι έλεύθερος τών πράξεών του, είπε ό Έ ρν εσ τ . Δέν
είναι εύχάριστο νά σέρνει κανείς τΙς άλυσίδες του(1).
— Τόν άνάγκασα νά τό όμολογήσει. Είπε ότι φέτος τό Πανε­
πιστήμιο είχε άνάγκη άπό χρήματα, πολύ περισσότερα άπ’ αύτά
πού μπορούσε τό Κράτος νά διαθέσει καί ότι θά δίναν μερικοί
πλούσιοι, πού θά ήταν δμως δυνατόν νά θιγούν άν έβλεπαν τό
Πανεπιστήμιο νά άπομακρύνεται άπό τά ύψηλά του Ιδεώδη, τής
άνεπηρέαστης άναζήτησης τής καθαρής γνώσης. "Οταν προσπά­
θησα νά τόν στριμώξω νά μοϋ πεϊ σέ τί ή Ιδιωτική μου ζωή θά άπομάκρυνε τό Πανεπιστήμιο άπό τά ύψηλά του Ιδεώδη, μοϋ πρόσφερε πληρωμένες διακοπές δύο έτών κι ένα ταξίδι στήν Εύρώπη γιά
ξεκούραση κι έπιστημονική έρευνα. Φυσικά δέν μπορούσα νά τό
δεχτώ κάτω άπ’ αύτές τΙς συνθήκες.
— Ή τ α ν δ,τι καλλίτερο θά μπορούσατε νά κάνετε, είπε ό
Έ ρ ν ε σ τ σοβαρά.
— Μά θά ήταν σκέτη δωροδοκία, διαμαρτυρήθηκε ό πατέρας
κι ό Έ ρ ν ε σ τ τό παραδέχτηκε μ’ ένα κούνημα τού κεφαλιού.
— Αύτός ό ταλαίπωρος μού είπε άκόμα δτι γίνονται συζητή­
σεις τήν ώρα τού τσαγιού καί κουτσουμπολεύουν τήν κόρη μου,
πού έμφανίζεται μ’ ένα τύπο πασίγνωστο σάν έσάς κι δτι αύτό τό
φέρσιμο δέν ταιριάζει στό πνεύμα καί τΙς άρχές τοϋ Πανεπιστη­
μίου. Ό χ ι πώς αύτός προσωπικά δέν τό βρίσκει σωστό, ά όχι αύ­
τό, άλλ’ δτι τέλος πάντων γίνονταν συζητήσεις κι δτι έπρεπε νά
καταλαβαίνω.
Σ ’ αύτή τήν άποκάλυψη τό πρόσωπο τού Έ ρ ν ε σ τ έγινε σοβα­
1.
Στό πόδι τών σκλάβων ’Αφρικανών καί τών κατάδικων ήταν δεμέ­
νη μέ άλυσίδα μιά σιδερένια σφαίρα πού τήν έσερναν μαζί τους. Μόνο με­
τά τήν έπικράτηση τής ’Αδελφότητας τοϋ ’Ανθρώπου καταργήθηκαν τέ­
τοιες μέθοδοι.

95

ρό καί σκοτείνιασε άπό θυμό. Σκέφτηκε γιά λίγο καί μετά είπε:
— 'Υπάρχει κάτι άλλο π(σω άπό τά πανεπιστημιακά Ιδεώδη.
Κάποιος άσκησε πίεση στόν Πρόεδρο ΓουΤλκοξ.
— Έ τ σ ι πιστεύετε; ρώτησε ό πατέρας καί τό πρόσωπό του έ­
δειχνε μάλλον περιέργεια παρά φόβο.
— θά ήθελα νά σάς κάνω νά συμμεριστείτε τήν Ιδέα ποϋ σχη­
ματίζεται σιγά σιγά στό μυαλό μου, είπε ό "Ερνεστ. Ποτέ στήν
παγκόσμια Ιστορία ή κοινωνία δέ βρέθηκε μέσα σ’ ένα τόσο τρο­
μερό άνεμοστρόβιλο όσο τώρα. 01 γρήγορες άλλαγές στό βιομη­
χανικό μας σύστημα προκαλοϋν έξ Ισου γρήγορες άλλαγές στίς
θρησκευτικές, πολιτικές καί κοινωνικές δομές. Μιά άθέατη καί
φοβερή έπανάσταση έχει άρχίσει νά άναπτύσεται μέσα στίς φλέ­
βες τής κοινωνίας. Τό διαισθάνεται κανείς αύτό κάπως συγκεχυ­
μένα. Ά λ λά τό νοιώθεις νά κυκλοφορεί άπό τώρα στόν άέρα.
Διαισθάνεσαι δτι έχει κάνει τήν έμφάνισή του κάτι τό χαώδες, τό
άπροσδιόρστο καί τρομερό. Τό μυαλό μου άρνεϊται νά προσδιορί­
σει τή μορφή ποϋ θά καταλήξει νά πάρει. Άκούσατε τΙς προάλλες
τόν Γουΐκσον δταν μίλησε. Πίσω άπ’ αύτά ποϋ είπε ϋπήρχαν τά Ι­
δια πράγματα ποϋ διαισθάνομαι καί πού δέν μπορεΐ κανείς άκόμα
νά τούς δώσει ένα δνομα, ένα σχήμα. Αύτός όμως μίλησε σά νά εί­
χε πλήρη συνείδηση καί άντίληψη αύτών τών πραγμάτων.
— Εννοείτε....; άρχισε ό πατέρας κι έπειτα σταμάτησε.
— ’Εννοώ ότι ύπάρχει κάτι σά μιά πελώρια καί άπειλητική
σκιά ποϋ άρχίζει νά πέφτει πάνω στή χώρα. ’Ονομάστε την σκιά
μιάς ’Ολιγαρχίας, έάν θέλετε. Είναι ό πλησιέστερος όρισμός ποϋ
τολμώ νά δώσω. Άρνούμαι νά φανταστώ τή μορφή ποϋ μπορεΐ νά
πάρει121. Ά λ λά αύτό ποϋ θέλω νά πώ είναι τοϋτο. Ή θέση σας έμ-

2.
'Υπήρχαν καί πρίν άπό τόν Έβερχαντ Ανθρωποι πού είχαν προαι­
σθανθεί αύτή τή σκιό δν καί όπως κι αύτός δέν μπορούσαν νά καθορίσουν
τή φύση της. Ό Jhon G. Calhoun έλεγε: «Μιά έξουσία άναδύθηκε μέσα ά­
πό τήν Κυβέρνηση, έξουσία όνώτερη άπό τό λαό, πού άποτελεϊται άπό
πολλά, ποικίλα καί δυνατά συμφέροντα πού τά ένώνει καί τά συγκροτεί ό­
λα μαζί ή συνεκτική δύναμη τοϋ τεράστιου πλεονάσματος πού ύπάρχει
στίς τράπεζες». Κι αύτός ό μεγάλος ούμανιστής ό ’Αβραάμ Λίνκολν έλε­
γε λίγο πρίν τόν δολοφονήσουν: «Βλέπω νά έρχεται στό άμεσο μέλλον
μιά κρίση πού μέ άποθαρρύνει καί μέ κάνει νά τρέμω γιά τήν άσφάλεια
τής χώρας μου... 01 έταιρίες θρονιάστηκαν γιά καλά, μιά διαφθορά θά έπικρατήσει στά ύψηλά κλιμάκια τής χώρας, ή δύναμη τού κεφάλαιου θά
προσπαθήσει νά συνεχίσει τό βασίλειό της καλλιεργώντας τίς προλήψεις
τοϋ λαού, μέχρις δτου ό πλούτος θά συσωρευτεί σέ λίγα χέρια καί ή Δη­
μοκρατία θά καταστραφεί».

περιέχει κάποιο κίνδυνο, έναν κίνδυνο, πού οί φόβοι μου μεγαλο­
ποιούν Ισως, γιατί δέν είμαι άκόμα σέ θέση νά τόν μετρήσω. ’Ακο­
λουθείστε τή συμβουλή μου καί δεχτείτε τΙς διακοπές.
— Μά αύτό θά ήταν δειλία, διαμαρτυρήθηκε ό πατέρας.
— Καθόλου. Είστε ήλικιωμένος. Δώσατε ένα έργο καί μάλι­
στα ένα μεγάλο έργο. ’Αφήστε τή σημερινή μάχη γιά τούς νέους
καί τούς δυνατούς. ’Εμείς τής νέας γενιάς δέν έχουμε άκόμα έκπληρώσει τόν προορισμό μας. Ή ΑΙηβις θά σταθεί στό πλευρό
μου ότι κι άν συμβεΐ. Θά σάς άντιπροσωπεύσει στό μέτωπο τής
μάχης.
— Μά δέν μπορούν νά μέ βλάψουν, παρατήρησε ό πατέρας.
Δόξω τώ Θεώ είμαι άνεξάρτητος. Ω! σάς βεβαιώ δτι γνωρίζω τΐ
τρομερούς διωγμούς μπορεϊ νά ύποστεί ένας καθηγητής πού έξαρτάται οίκονομικά άπό τό πανεπιστήμιο. Ά λ λά έγώ είμαι άνε­
ξάρτητος. Δέν έγινα καθηγητής γιά τό μισθό. Μπορώ νά ζήσω ά­
νετα μέ τά προσωπικά μου έσοδα καί τό μόνο πού μπορούν νά
μοϋ άφαιρέσουν είναι ό μισθός.
— Δέ βλέπετε μακρυά, άπάντησε ό Έ ρ ν εσ τ . Ά ν πραγματο­
ποιηθούν δλα αύτά πού φοβάμαι θά σάς άφαιρέσουν τά προσωπι­
κά σας έσοδα καί τό Ιδιο σας τό κεφάλαιο τόσο εύκολα, δσο καί
τό μισθό σας.
Ό πατέρας έμεινε σιωπηλός γιά λίγα λεπτά. Σκέφτηκε σοβα­
ρά καί σέ λίγο τόν είδα νά παίρνει ύφος άποφασιστικό. Στό τέλος
μίλησε.
— Δέ θά δεχτώ αύτές τις διακοπές, είπε καί σταμάτησε πάλι.
Θά συνεχίσω τό βιβλίο μου,3). Μπορεϊ νά πέφτετε έξω, άλλά είτε
έχετε δίκιο είτε άδικο, θά μείνω στό πόστο μου.
— Πολύ καλά, είπε ό Έ ρ ν ε σ τ . Ακολουθείτε τό Ιδιο μονοπάτι
μέ τόν ’Επίσκοπο Μόρχαουζ, πού σάς όδηγεί πρός τήν Ιδια κατα­
στροφή. Καί οΐ δυό σας θά γίνετε προλετάριοι προτού τό διασχί­
σετε όλόκληρο.

3.
Αύτό τό βιβλίο «ΟΙκονομΙα καί Εκπαίδευση» έκδόθηκε έκείνο τό
χρόνο. Έχουν σωθεί τρία άντίτυπα: δύο στήν "Αρντης καί ένα στήν Άσγκάρ. ’Ανέλυε συστηματικό έναν άπό τούς συντελεστές διατήρησης τής
τάξης πραγμάτων, δηλαδή τήν καπιταλιστική διείσδυση στά πανεπιστή­
μια καί στά σχολεία. Ήταν ένα έμπεριστατωμένο καί συντριπτικό κατη­
γορώ γιά όλο τό έκπαιδευτικό σύστημα πού καλλιεργούσε στά μυαλά
τών σπουδαστών μόνο τΙς Ιδέες πού εύνοούσαν τό καπιταλιστικό σύστη­
μα και άπέκλειε κάθε Ιδέα άντίθετη καί άνατρεπτική. Τό βιβλίο προκάλεσε αίσθηση καί άπαγορεύτηκε στά γρήγορα άπό τήν ’Ολιγαρχία.

97

Ή συζήτηση γύρισε στόν Επίσκοπο καί ζητήσαμε άπό τόν
Έ ρ ν ε σ τ νά μάς έξηγήσει τΐ είχε γίνει μ’ αύτόν.

Ή ψυχή του είναι άρρωστη μετά τό ταξίδι πού κάναμε μέ­
σα άπό τήν κόλαση. Τόν πήγα νά δεϊ μερικές άπ& τΙς τρώγλες δπου ζούν οΐ έργάτες μας. Τού έδειξα τά άνθρώπινα ύπολείματα
πού άφήνουν πίσω τους οΐ μηχανές τών έργοστασίων καί άκουσε
τήν Ιστορία τής ζωής τους. Τόν όδήγησα στίς φτωχικές συνοικίες
τού Σάν Φραντίσκο καί κεϊ κατάλαβε δτι τό μεθύσι, ή πορνεία, ή
έγκληματικότητα έχουν βαθύτερα αίτια και δχι τήν έμφυτη δια­
φθορά. Μετά άπ’ αύτό άρρώστησε καί τό χειρότερο είναι δτι δέν
τόν πιάνεις τώρα μέ τίποτα. Τό χτύπημα ήταν πολύ δυνατό γιά έ­
ναν άνθρωπο τόσο ήθικό. Καί, δπως πάντα, δέν έχει καθόλου
πρακτικό μυαλό. Πετάει στά σύννεφα μέ δλες έκεϊνες τΙς άνθρωπιστικές φαντασιώσεις του καί κάνει διάφορα σχέδια πώς νά πλη­
σιάσει τούς καλλιεργημένους άνθρώπους. Πιστεύει δτι έχει έπιτακτικό καθήκον νά άναστήσει τό παλιό πνεύμα τής ’Εκκλησίας
καί νά τό μεταδόσει σ’ αύτούς, πού έχουν τήν έξουσία σήμερα.
Βρίσκεται σέ ύπερένταση. Ά ρ γ ά ή γρήγορα θά έκραγεϊ καί τότε
θάρθει ή καταστροφή, πού κανείς δέν ξέρει τή μορφή θά πάρει.
Είναι μιά άγνή ένθουσιώδης ψυχή, άλλά τόσο λίγο πρακτική. Μ ’ έ­
χει άφήσει κατάπληκτο. Δέν μπορώ νά κρατήσω τά πόδια του στό
έδαφος. Διασχίζει τόν άέρα βαδίζοντας πρός τόν κήπο τής Γεσθημανής. Καί μετά πρός τή σταύρωση. Τέτοιες μεγάλες ψυχές
είναι φτιαγμένες γιά ν’ άνέβουν στό σταυρό.
— Καί σείς ρώτησα μ’ ένα χαμόγελο, πού έκρυβε τή σοβαρή
άγωνία τής άγάπης μου γι αύτόν.
— Έ γ ώ όχι, είπε κι αύτός γελώντας. Μπορεϊ νά μ’ έκτελέσουν ή νά μέ δολοφονήσουν, άλλά δέ θ’ άνέβω ποτέ στό σταυρό.
Είμαι καρφωμένος πολύ στέρεα πάνω στή γή.
— Τότε γιατί τόν όδηγεϊτε στή σταύρωση; ρώτησα. Δέ θ’ άρνηθεϊτε βέβαια δτι είστε σείς ή αίτία.
— Πώς θά μπορούσα ν’ άφήσω μιά πλούσια ψυχή νά ζεϊ μέσα
στήν πολυτέλεια δταν ύπάρχουν έκατομμύρια πού έργάζονται
καί δυστυχούν; ρώτησε κι αύτός μέ τή σειρά του.
— Τότε γιατί συμβουλεύετε τόν πατέρα νά δεχθεί τΙς διακο­
πές;
— Γιατί δέν είμαι μιά άγνή κι ένθουσιώδης ψυχή. Γιατί είμαι
στέρεος, πεισματάρης κι έγωϊστής. Γ ιατί σάς άγαπώ καί λέω ό­
πως άλλοτε ή Ρούθ: «ό λαός σου είναι ό λαός μου». Ό ’Επίσκοπος

98

δμως δέν έχει κόρη. ’Εξ άλλου δσο μικρό κι άν είναι τό άποτέλεομα, όσο άδύνατη κι άνεπαρκής ή φωνή του σάν τό κλάμα τοϋ νε­
ογέννητου, κάτι θάναι κι αύτό γιά τήν έπανάσταση καί στήν έπανάσταση τό κάθε τί δσο μικρό κι άν είναι ύπολογ(ζεται.
Δέν μπορούσα νά συμφωνήσω μέ τόν "Ερνεστ. Γνώριζα καλά
τήν εύγενική φύση τού ’Επίσκοπου Μορχάουζ καί δέν μπορούσα
νά παραδεχτώ δτι ή φωνή του, δταν θά τήν ύψωνε γιά τό δίκαιο,
δέ θάταν τίποτα περισσότερο άπό ένα άδύνατο άνεπαρκές κλάμα
νεογέννητου. Κι αύτό γιατί δέν έπαιζα στά δάχτυλα δπως ό "Ερνεστ τή σκληρή πραγματικότητα. "Εβλεπε καθαρά πόσο χαμένη
θά πήγαινε ή μεγάλη ψυχή τού Έπίσκοπου καί τά γεγονότα πού
πλησίαζαν θά τό δειχναν καθαρά καί σέ μένα.
Λίγες μέρες άργότερα ό "Ερνεστ μού διηγήθηκε, σάν κάτι τό
άστεϊο τήν προσφορά ποϋ τού έκανε ή Κυβέρνηση: τόν καλούσε
ν’ άναλάβει καθήκοντα Υφ υπουργού στό Υπουργείο έργασίας
τών 'Ενωμένων Πολιτειών. "Οταν τό άκουσα καταχάρηκα. Ό μι­
σθός ήταν σχετικά μεγάλος καί θά ήταν ένα καλό έφόδιο γιά τό
γάμο μας. Κι έκτός άπ’ αύτό ήταν μιά δουλειά ποϋ ταίριαζε στόν
"Ερνεστ. Ή μεγάλη μου ύπερηφάνεια γι αύτόν μ’ έκανε νά πι­
στεύω ότι αύτή ή προφορά ήταν μιά άναγνώριση τών Ικανοτήτων
του.
Τότε παρατήρησα κάτι τό περιπαιχτικδ στά μάτια του. Γελού­
σε μαζί μου.
— Δέν πιστεύω νά... άνρηθεϊτε; είπα μέ τρεμάμενη φωνή.
— Πρόκειται γιά δωροδοκία, είπε. Πίσω άπ’ αύτή κρύβεται τό
λεπτό χέρι τού ΓουΤκσον καί πίσω άπό τό δικό του άλλα χέρια άνθρώπων ποϋ στέκονται πιό ψηλά άπ’ αύτόν. Είναι παλιό τό κόλπο,
τόσο παλιό δσο καί ή πάλη τών τάξεων. ’Εξουδετερώνεις τούς άρχηγοϋς τού στρατού τών έργαζομένων. Κακόμοιροι προδομένοι
έργάτες! Ά ν ξέρατε μόνο πόσοι άπό τούς ήγέτες τους εξαγορά­
στηκαν στό παρελθόν μέ τόν Ιδιο τρόπο! Είναι φτηνότερο, πολύ
φτηνότερο νά έξαγοράζεις ένα στρατηγό άπό τό νά πολεμήσεις
αύτόν καί τό στρατό του. Υπήρξαν καί τέτοιοι, άλλά δέ θέλω ν’ άναφέρω τά όνόματά τους. Είμαι άλλωστε άρκετά άγαναχτησμένος καί μόνο γι αύτό ποϋ έγινε. Τρυφερή μου άγάπη, είμαι ένας
καπετάνιος τών έργαζομένων. Δέν μπορώ νά πουληθώ. Ακόμ α κι
άν δέν ύπήρχαν κι άλλοι λόγοι, ή μνήμη τού καϋμένου μου πατέ­
ρα πού πέθανε πάνω στή δουλειά θάταν άρκετή νά μ’ έμποδίσει.
Τά μάτια του είχαν γεμίσει δάκρυα, αύτός ό ήρωας, ό μεγά­

99

λος δυνατός ήρωάς μου. Δέν μπορούσε ποτέ νά ξεχάσει πώς πα­
ραμορφώθηκε ή συνείδηση τοϋ πατέρα του, τά αισχρά ψέματα,
πού ύποχρεωνόταν νά λέει καί τΙς μικροκλεψιές πού ύποχρεωνόταν νά κάνει γιά νά βάλει λίγο ψωμί στά στόματα τών παιδιών
του.
« Ό πατέρας μου ήταν καλός άνθρωπος, μούχε πεϊ ό Έ ρ ν ε σ τ
μιά φορά. ΤΗταν μιά άγαθή ψυχή πού βασανίστηκε, άκρωτηριάστηκε, άμβλύνθηκε άπά τήν σκληρότητα τής ζωής. Μεταμορφώ­
θηκε σ’ ένα άδύνατο ύποτακτικό ζώο άπό τά άφεντικά του τά
άρχι-κτήνη. θά μπορούσε νά ζεί άκόμα σήμερα, δπως ό πατέρας
σας. ΤΗταν πολύ γεροδεμένος. Ά λ λ ά πιάστηκε στά γρανάζια τής
μηχανής κι έργάστηκε μέχρι θανάτου γιά νά παράγει κέρδη. Σκεφτεϊτε αύτό πού σάς λέω. Γιά τά κέρδη, ή ματωμένη του ζωή μετουσιώθηκε σ’ ένα γεϋμα μέ θαυμάσια κρασιά, ή σ’ ένα άχρηστο
κοσμηματάκι, ή σέ κάποια παρόμοια αίσθησιακή κραιπάλη άπ’ αύτές πού συνηθίζουν τά παράσιτα, οί άεργοι πλούσιοι, τά άφεντικά
του, τά άρχι-κτήνη».

100

Κεφάλαιο 7ο

Τό όραμα τοϋ Επισκόπου

« Ό ’Επίσκοπος δέν κρατιέται μέ τίποτα, μοϋ έγραψε δ Έρνεστ. Πετάει στά ΰψη. ’Απόψε θ’ άρχίσει νά διορθώνει δλες τΙς άδικ(ες τοϋ άθλιου κόσμου μας. θά μεταδώσει τό μήνυμά του. Μέ εΐδοποίησε γι αύτό γι έγώ δέν μπόρεσα νά τόν μεταπείθω. ’Απόψε
θά διευθύνει τή συζήτηση στό Ι.Π .Η.<1) καί θά συμπεριβάλει τό μή­
νυμά του στήν εισαγωγική του προσφώνηση.
«Μπορώ νά περάσω νά σάς πάρω γιά νά πάμε νά τόν άκούσουμε; Φυσικά ή όλη του προσπάθεια είναι μάταιη. Ή καρδιά σας
θά γίνει κομμάτια, δπως άλλωστε καί ή δική του. ’Αλλά θάναι γιά
σάς μιά θαυμάσια έμπειρία. Ξέρετε τρυφερή μου φίλη πόσο ϋπερήφανος είμαι πού μ’ άγαπάτε καί πόσο θέλω νά έπιτύχω δλη σας
τήν έκτίμηση ώστε νά μπορώ νά έξαγοράσω στά μάτια σας λίγη
άπ’ αύτή τήν τιμή πού μού κάνετε καί πού δέν τήν άξίζω. Ή ύπερηφάνεια μου έπιθυμεϊ λοιπόν νά σάς πείσει πόσο ή σκέψη μου εί­
ναι όρθή καί άκριβής. Είμαι τραχύς δταν έκφράζω τΙς άπόψεις
μου, άλλά ή ματαιότητα τής εύγένειας μιάς τέτοιας ψυχής σάν
τού Έπίσκοπου θά σάς δείξει τήν άναγκαιότητα αύτής τής τραχύ­
τητας. ’Ελάτε λοιπόν άπόψε. Ό σ ο κι άν τά συμβάντα αύτής τής
βραδυάς θάναι λυπηρά, αισθάνομαι πώς θά σάς τραβήξουν πιό
πολύ κοντά μου».
Τό Ι.Π.Η. είχε καλέσει συνέλευση γι άπόψε στό Σάν Φραντί-

1. Δέν ξέρουμε τίποτα γιά τήν όνομασία τής άργάνωσης στήν όποία άναφέρονται αύτά τά άρχικά.

101

σκο,2) γιά τήν άντιμετώπιση τής δημόσιας άνηθικότητας καί τά
μέσα γιά τήν καταπολέμησή της. Πρόδερος τής συνέλευσης ήταν
ό ’Επίσκοπος Μορχάουζ. "Οταν πήρε τή θέση του στήν έξέδρα, ή­
ταν πολύ νευρικός καί παρατήρησα δτι βρισκόταν σέ ύπερένταση. Δίπλα του είχαν πάρει θέση ό ’Επίσκοπος Ντίκινσον, ό Χ.Χ.
Τζόουνς, ό έπί κεφαλής τού τομέα ήθικής στό Πανεπιστήμιο τής
Καλιφόρνιας, ή κυρία Γ.Γ. Χάντ μεγάλο στέλεχος τών φιλανθρω­
πικών όργανώσεων, ό κ. Φίλιπ Γουώρντ, άλλος μεγάλος φιλάν­
θρωπος καί διάφορα άλλα λιγώτερα λαμπερά άστέρια στό στερέ­
ωμα τής ήθικής καί τής φιλανθρωπίας. Ό ’Επίσκοπος σηκώθηκε
κι άρχισε άπότομα τό πρόλογό του:
«Περνούσα μέ τήν άμαξά μου μέσα στούς δρόμους. ΤΗταν
νύχτα. Πότε, πότε κύτταζα άπό τά παράθυρα καί ξαφνικά τά μά­
τια μου άνοιξαν καί είδα τά πράγματα δπως είναι στήν πραγματι­
κότητα. Στήν άρχή σκέπασα τά μάτια μου μέ τά χέρια μου γιά νά
μήν Ιδώ αύτό τό φοβερό θέαμα καί τότε, μέσα στό σκοτάδι έθεσα
τό έρώτημα: Τί πρέπει νά γίνει; Τί πρέπει νά γίνει; Μετά έθεσα τό
Ιδιο έρώτημα διαφορετικά: ΤΙ θά έκανε ό Κύριος 'Ημών; ’Αμέσως
μιά λάμψη φάνηκε νά φωτίζει δλο τόν τόπο γύρω μου καί είδα τό
καθήκον μου καθαρά σάν τόν ήλιο, δπως ό Σαοϋλ είδε τό δικό του
στό δρόμο πρός τή Δαμασκό.
«Σταμάτησα τήν άμαξα, κατέβηκα καί μετά άπό συζήτηση λί­
γων λεπτών έπεισα δυό άπό τΙς κοινές γυναίκες ν’ άνεβοϋν στό άμάξι μαζύ μου. ’Εάν ό Χριστός είχε δίκηο, τότε αύτές οί δυό δυ­
στυχισμένες ήταν άδελφές μου καί ή μόνη τους έλπίδα νά έξαγνισθούν, ήταν ή άγάπη μου καί ή στοργή μου.
«Κατοικώ σέ μιά άπό τις ώραιότερες συνοικίες τού Σάν
Φραντσίσκο. Τό σπίτι πού μένω στοιχίζει έκατό χιλιάδες δολλά­
ρια καί άλλο τόσο καί περισσότερο στοιχίζουν τά έπιπλα, τά βι­
βλία, τά έργα τέχνης. Τό σπίτι μου είναι ένας πύργος. Ό χ ι, είναι
ένα παλάτι δπου ύπάρχουν πολλοί ύπηρέτες. Ποτέ δέν ήξερα σέ
τί χρησιμεύουν τά μέγαρα. Πίστευα δτι ήταν φτιαγμένα γιά νά ζεί
κανείς μέσα σ’ αύτά. Τώρα δμως ξέρω. Πήρα τις δυό γυναίκες ά­
πό τό δρόμο στό παλάτι μου καί θά μείνουν μαζύ μου. Ελπίζω νά
γεμίσω κάθε δωμάτιο τής κατοικίας μου μέ άδελφές μου σάν αύ­
τές».
2.
Χρειάζονται λίγα λεπτά τής ώρας γιά νά διασχίσει κανείς μέ πορ­
θμείο τήν άπόσταση άπό τό Μπέρκλεϋ στό Σάν Φραντσίσκο. Όλοι οί συ­
νοικισμοί γύρω άπό τόν κόλπο άποτελοΰν πρακτικά μιά κοινότητα.

102

Τό άκροατήριο γινόταν όλο καί πιό άνήσυχο κι είχε άρχίσει
νά έπικρατεί κάποια ταραχή. Τά πρόσωπα αύτών πού κάθονταν
πάνω στό βάθρο πρόδιδαν δυσφορία καί κατάπληξη ποϋ δλο με­
γάλωνε. ’Εκείνη τή στιγμή δ ’Επίσκοπος Ντίκινσον σηκώθηκε καί
μέ μιά έκφραση άηδ(ας στό πρόσωπό του, έγκατέλειψε τήν αίθου­
σα. Ά λ λ ά ό ’Επίσκοπος Μορχάουζ μέ τά μάτια γεμάτα άπό τό ό­
ραμά του, δέν έβλεπε τίποτα γύρω του καί συνέχισε:
«Ω! άδελφές μου καί άδελφοί μου, σ’ αύτή μου τήν πράξη
βρίσκω τήν άπάντηση σ’ δλες μου τΙς άπορίες. Δέν ήξερα σέ τί
χρησιμεύουν οΐ άμαξες, άλλά τώρα ξέρω. Έ χ ο υ ν γίνει γιά νά με­
ταφέρουν τούς άδυνάτους τούς άρρώστους καί τούς ήλικιωμένους, έχουν γίνει γιά νά δώσουν ύπόλειψη σ’ αύτοϋς πού έχουν
χάσει καί τό αΓσθημα τής ντροπής.
«Δέν ήξερα σέ τί χρησιμεύουν τά μέγαρα, άλλά τώρα άνακάλυψα τή χρησιμότητά τους. Τά μητροπολιτικά μέγαρα θά έπρεπε
νά γίνουν νοσοκομεία καί άσυλα γι αύτοϋς ποϋ έχουν πέσει στήν
άκρη τοϋ δρόμου καί πεθαίνουν άβοήθητοι».
Έ κ α ν ε μιά μακρυά παύση. Τόν είχε άποροφήσει άσφαλώς ή
ένταση τής σκέψης του καί προσπαθούσε νά βρει τόν καλλίτερο
τρόπο γιά νά τήν έκφράσει.
«Είμαι άνάξιος, άγαπητοί μου άδελφοί, νά σάς μιλήσω γιά ότιδήποτε έχει σχέση μέ τήν ήθική. Έ ζ ησ α πολϋ καιρό μέσα σέ μιά
έπονείδιστη ύποκρισία γιά νά μπορώ τώρα νά βοηθήσω τοϋς άλ­
λους, άλλά ή πράξη μου πρός αύτές τΙς γυναίκες, τΙς άδελφές
μου, μού δείχνει πώς είναι εύκολο νά βρεθεί ό καλλίτερος δρό­
μος. Γ ι αύτοϋς ποϋ πιστεύουν στό Χριστό καί στό Εύαγγέλιο δέν
μπορεΐ νά ύπάρχει άλλη σχέση μεταξύ τών άνθρώπων άπό τή
σχέση τής άγάπης. Μόνον ή άγάπη είναι πιό δυνατή άπό τήν άμαρτία, πιό δυνατή άπό τό θάνατο. Λέγω λοιπόν στούς πλού­
σιους, πού βρίσκονται άναμεσά σας, ότι καθήκον τους είναι νά
κάνουν δ,τι έκανα έγώ κι δ,τι θά έξακολουθήσω νά κάνω. Ό καθέ­
νας άπό σάς, πού ζεϊ μέσα στήν εύμάρεια, άς πάρει στό σπίτι του
ένα κλέφτη καί άς τόν μεταχειριστεί σάν άδελφό του, άς πάρει
μιά δυστυχισμένη κι άς τής συμπεριφερθεί σάν άδελφή του, τότε
τό Σάν Φραντίσκο δέ θάχει άνάγκη ούτε άπό άστυνομικούς ούτε
άπό δικαστές, οί φυλακές θά μετατραποϋν σέ νοσοκομεία καί οι
έγκληματίες θά έξαφανιστοϋν μαζϋ μέ τό έγκλημά τους.
«Πρέπει νά δίνουμε τοϋς έαυτούς μας κι δχι μόνον τά χρήμα­
τά μας. Πρέπει νά κάνουμε ότι καί ό Χριστός, αύτό είναι τό μήνυ­

103

μα τής ’Εκκλησίας σήμερα. Έ χ ο υ μ ε άπομακρυνθεϊ άπό τή διδα­
σκαλία τοϋ Κυρίου. Έ χ ο υ μ ε άναλωθεϊ μέσα στήν άπληστία μας.
Έ χ ο υ μ ε βάλει τό Μαμωνά στή θέση τοϋ Χριστού. Έ χ ω έδώ ένα
ποίημα πού τά λέει δλα αύτά. θά ήθελα νά σάς τό διαβάσω. Γ ρά­
φτηκε άπό μιά ψυχή πεπλανημένη πού έβλεπε δμως άκόμα καθαρά(3). Δέν πρέπει νά τό θεωρήσετε σά μιά έπίθεση πρός τήν Καθο­
λική ’Εκκλησία. Είναι μιά έπίθεση πρός δλες τΙς ’Εκκλησίες, πρός
τήν πολυτέλεια καί τήν έπίδειξη δλων τών κληρικών πού άπομακρύνθηκαν άπό τό δρόμο πού χάραξε ό Κύριος καί ψτιάξαν τό
μαντρί τους μακρυά άπό τά πρόβατά Του. Νά τό ποίημα:
Κατ’ άπ’ τό θ όλ ο ήχούν οΐ άσημένιες σάλπιγγες
Κι ό λαός γονατίζει μέ κατάνυξη
Πάνω σ’ άνθρώπινους ώμους βλέπω
Ό μ οια μέ θεό, τό Μεγάλο Κύριο τής Ρώμης
Σάν Ιερέας φοράει έπενδύτη λευκότερο άπ’ τόν άφρό
Σάν βασιλιά τόν περιβάλει ή κόκκινη πορφύρα
Τριπλή χρυσή κορώνα ύψώνεται πάνω στήν κεφαλή του
Μέσα στό φώς καί τή λαμπρότητα περνάει ό Κύριος τής Ρώμης.
Τότ’ ή καρδιά μου ξαναγύρισε στίς περασμένες έποχές
Στήν δχθη τής έρημικής θάλασσας πού ό ’Ιησούς
Δέν εϋρισκε μιά θέση νά ξεκουραστεί.
«Τά πουλιά κι οΐ άλεπούδες έχουν τή φωλιά τους
Μόνο, μόνο έγώ περιπλανιέμαι κουρασμένος
Πληγιάζω τά πόδια μου καί πίνω κρασί άλμυρισμένο
άπό τά δάκρυά μου».
Τό άκροατήριο είχε ταραχτεί άλλά παρέμενε άσυγκίνητο. Ό
’Επίσκοπος Μορχάουζ δέν τό είχε άκόμα άντιληφθεΐ καί συνέχιζε
σταθερά τό δρόμο ποϋ είχε πάρει.
«Γι αύτό λέω στούς πλούσιους πού είναι άνάμεσά μας καί σ’
όλους τούς πλούσιους: καταπιέσατε άγρια τά πρόβατα τού Κυ­
ρίου. 01 καρδιές σας έχουν σκληρήνει. Τ’ αύτιά σας έχουν κλείσει
στίς φωνές ποϋ ύψώνονται στή χώρα μας — φωνές πόνου καί θλί­
ψης πού δέ θέλετε ν’ άκούσετε, άλλά ποϋ κάποια μέρα θά είσακουστούν. Γ ι αύτό λέγω...
3. Όσκαρ Ούάϊλντ, ένας άπό ιούς κύριους έκπροσώπους τής λογοτε­
χνίας στό 19ο αΙώνα τής Χριστιανικής έποχής.

104

Ά λ λ ά έκείνη τή στιγμή ό Χ.Χ. Τζόουνς καί δ Φίλιπ Γουώρτν
πού είχαν σηκωθεί άπό τή θέση τους nplv άπό λίγο, κατέβασαν
τόν ’Επίσκοπο άπό τήν έξέδρα, ένώ τό άκροατήριο είχε σκανδαλι­
στεί καί κρατούσε τήν άναπνοή του.
Ό τα ν βγήκαμε στό δρόμο ό Έ ρ ν ε σ τ άρχισε ένα γέλιο άγριο
καί τραχύ πού μοϋ έδωσε στά νεύρα. Νόμιζα πώς ή καρδιά μου θά
σπάσει προσπαθώντας νά συγκροτήσω τά δάκρυά μου.
— Μετέδωσε τό μήνυμά του, φώναξε ό Έ ρ ν ε σ τ . Ή άνθρωπιά
καί ή βαθειά κρυμένη φύση τοϋ ’Επισκόπου τους, πήραν φωτιά
καί τό Χριστιανικό του άκροατήριο πού τόν άγαπούσε, συμπέρανε δτι είχε τρελαθεί. Είδατε μέ τί φροντίδα τόν άπομάκρυναν άπό
τήν έξέδρα; Στήν κόλαση δλοι θά γελούσαν μ’ ένα τέτοιο θέαμα.
— Αύτά πάντως πού έκανε καί είπε ό ’Επίσκοπος άπόψε θά
προκαλέσουν μεγάλη έντύπωση, είπα.
— Έ τ σ ι νομίζετε, είπε ό Έ ρ ν ε σ τ μέ τόνο κοροϊδευτικό.
— θά προκαλέσει αίσθηση, είπα μέ βεβαιότητα. Δέν είδατε
τούς ρεπόρτερ πού κράταγαν σημειώσεις σάν τρελοί, δση ώρα μι­
λούσε;
— Ούτε μιά γραμμή άπ’ αύτά δέ θά ύπάρχει στίς αύριανές έ­
φημερίδες.
— Δέν μπορώ νά τό πιστέψω, φώναξα.
— Περιμένετε καί θά δείτε ήταν ή άπάντηση. Ούτε μιά γραμ­
μή, ούτε μιά σκέψη άπ’ αύτά πού είπε. Ό ήμερήσιος τύπος! Είναι
ή ήμερίσια άπόκρυψη!
— Μά οί ρεπόρτερ, παρατήρησα. Ά φ ού τούς είδα.
— Ούτε μιά λέξη άπ’ αύτά πού είπε δέν πρόκειται νά δημο­
σιευτεί. Ξεχάσατε φαίνεται τούς διευθυντές τών έφημερίδων. 01
μισθοί τους έξαρτώνται άπό τή γραμμή πού κρατούν καί ή γραμ­
μή τους είναι νά μή δημοσιεύουν τίποτα πού θ’ άπειλοϋσε τήν ύπάρχουσα τάξη πραγμάτων. Τά λόγια τοϋ Έπίσκοπου άποτέλεσαν μία βίαιη έπίθεση στήν έδραιωμένη ήθική. ΤΗταν μιά αίρεση.
Τόν κατέβασαν άπό τό βήμα γιά νά τόν έμποδίσουν νά πει περισ­
σότερα. 01 έφημερίδες θά τόν έξαγνίσουν άπό τήν αίρεση μέ τή
σιωπή τής λησμονιάς. Ό τύπος τών 'Ενωμένων Πολιτειών; Είναι
ένα παράσιτο πού τρέφεται άπό τήν καπιταλιστική τάξη. Σκοπός
του είναι νά ύπηρετεί τήν παρούσα τάξη πραγμάτων διαπλάθοντας τήν κοινή γνώμη, κι αύτό τό κάνει καλά. Αφ ήσ τε με νά κάνω
τόν προφήτη καί νά σάς πώ τι πρόκειται νά συμβεί. 01 αύριανές έ­
φημερίδες θάναφέρουν άπλά δτι ό ’Επίσκοπος δέν είναι καλά

105

στήν ύγεία του, δτι έχει πάθει ύπερκόπωση καί δτι χθές βράδυ
κατέρευσε. Σέ λίγες μέρες άργδτερα, θά γραφτεί κάπου στίς έφη­
μερίδες δτι βρίσκεται στά πρόθυρα νευρικού κλονισμού καί ότι τό
γεμάτο εύγνωμοσύνη ποίμνιό του θά ένεργήσει ώστε νά πάρει ά­
δεια. Μετά άπ’ αύτό ένα άπό τά δύο θά συμβεί: ή ό ’Επίσκοπος θ’
άναγνωρίσει τό λάθος ποϋ έκανε παίρνοντας αύτό τό δρόμο
καί θά γυρίσει πίσω άπό τΙς διακοπές του ύγιής καί χωρίς δράμα­
τα ή θά έπιμείνει στό παραλήρημά του καί τότε περιμένετε νά δια­
βάσετε στίς έφημερίδες ποϋ θ’ άναγγείλουν μέ πολύ συγκίνηση
καί πολύ συμπόνοια ότι τρελάθηκε. Μετά άπ’ αύτό θά τόν άφήσουν ν’ άναπτύσσει τά όράματά του στούς τέσσαρες τοίχους, μέ
καλή μόνωση, κάποιας κλινικής.
— Τώρα πάτε πολύ μακρυά! φώναξα.
— Στά μάτια τής κοινωνίας θά πρόκειται γιά άληθινή τρέλα ά­
πάντησε. Ποιός τίμιος άνθρωπος ποϋ δέν είναι τρελός θάπαιρνε
στό σπίτι του πόρνες καί κλέφτες γιά νά ζήσουν μαζί σάν άδερφός μέ άδερφή; Είναι άλήθεια δτι ό Χριστός πέθανε άνάμεσα σέ
δυό ληστές, άλλά αύτό είναι μιά άλλη Ιστορία. Τρέλα; "Οταν κά­
ποιος δέ συμφωνεί μέ τά λογικά έπιχειρήματα ένός άνθρώπου τά
θεωρεί λανθασμένα. Γρήγορα φτάνει στό συμπέρασμα ότι τό
μυαλό του δέ λειτουργεί καλά. Ποϋ βρίσκεται ή διαχωριστική
γραμμή μεταξύ ένός πού κάνει λάθη, δταν σκέπτεται κι ένός τρε­
λού; Μάς είναι άδιανόητο δτι ένας ύγιής άνθρωπος μπορεΐ νά δια­
φωνεί ριζικά μέ τά πιό ύγιή συμπεράσματά μας.
«'Υπάρχει ένα καλό παράδειγμα στίς σημερινές άπογευματινές έφημερίδες. Ή Μαίρη Μακ Κέννα κατοικεί στά νότια τής
Μάρκετ Στρήτ. Είναι μιά φτωχή, άλλά τίμια γυναίκα. Είναι έπίσης
πατριώτισα. Έ χ ε ι όμως έσφαλμένες Ιδέες σέ δτι άφορά τήν άμερικάνικη σημαία καί τήν προστασία ποϋ ύποτίθεται δτι συμβολί­
ζει. Καί νά τί συνέβη. Ό σύζυγός της, μετά άπό ένα δυστύχημα, έ­
μεινε τρεις μήνες στό νοσοκομείο. Παρά τό γεγονός ότι έπαιρνε
κι έπλενε ρούχα, άργησε νά δώσει τό νοίκι της. Χθές τήν πέταξαν
έξω. Πρίν άπ’ αύτό δμως, είχε ύψώσει τήν ’Αμερικάνικη σημαία,
στάθηκε κάτω άπ’ αύτήν καί φώναζε δτι δέν μπορούσαν νά τήν
πετάξουν έξω στό κρύο γιατί βρισκόταν ύπό τήν προστασία τής
σημαίας. Τί έγινε τότε; Τή συνέλαβαν μέ τήν κατηγορία δτι ήταν
τρελή. Σήμερα τήν έξέτασαν οί έπίσημοι είδικοΐ γιατροί γι αύτές
τΙς περιπτώσεις καί τή βρήκαν τρελή. Τήν κλεΐσαν στό άσυλο
«Νάπα».

106

— Τό παράδειγμά σας είναι λίγο τραβηγμένο άπό τά μαλιά
παρατήρησα. Ά ς ύποθέσουμε δτι δέ συμφωνώ μέ κανένα πάνω
στό λογοτεχνικό ΰφος ένός βιβλίου. Δέ θά μέ στείλουν στό άσυλο
γι αύτό.

Πολύ σωστό, άπάντησε. Αύτή ή διαφωνία όμως δέν άποτελεϊ άπειλή γιά τήν κοινωνία. Έ δ ώ βρίσκεται ή διαφορά. 01 δια­
φωνίες τής Μαίρης Μακ Κέννα καί τού Έπίσκοπου άπειλούν τήν
κοινωνία. Τί θά συνέβαινε άν δλοι οΐ φτωχοί άρνούνταν νά πλη­
ρώσουν τό νοίκι τους καί ζητούσαν προστασία κάτω άπό τήν ’Α­
μερικάνικη σημαία; Ή Ιδιοκτησία θά γινόταν θρύψαλα. 01 άπόψεις τού Έπίσκοπου είναι κι αύτές έπικίνδυνες γιά τή σημερινή
κοινωνία. "Αρα τόν περιμένει τό άσυλο.
Δέν ήθελα δμως άκόμα νά τό πιστέψω.
— Περιμένετε καί θά δείτε, είπε ό Έ ρνεσ τ. Καί περίμενα.
Τήν έπομένη τό πρωΤ έστειλα νά μοϋ φέρουν δλες τΙς έφημερίδες. Ό Έ ρ ν ε σ τ είχε δίκηο. Δέν είχε δημοσιευτεί ούτε μιά λέξη
άπ’ αύτά πού είχε πει ό Επίσκοπος Μορχάουζ. Σέ μιά ή δυό έφημερίδες άναφερόταν δτι είχε άφεθεΐ νά παρασυρθεί άπό τά συναισθήματά του, ένώ δλες οΐ κοινοτυπίες πού εΙπώθηκαν στή συ­
νέχεια άπό τούς άλλους όμιλητές είχαν γραφτεί μέ λεπτομέρειες.
Μερικές μέρες άργότερα ύπήρχε μιά σύντομη άνακοίνωση ό­
τι ό ’Επίσκοπος έφυγε σέ διακοπές γιά νά άναλάβει μετά άπό έξαντλητική έργασία. Μέχρι έδώ ό Έ ρ ν ε σ τ είχε δίκηο. Δέν άνάφεραν δμως δτι έπαθε νευρικό κλονισμό ή δτι σάλεψε τό λογικό του.
Φαντάστηκα γιά λίγο τό δρόμο πού ήταν προορισμένος ν’ άκολουθήσει ό ’Επίσκοπος — δρος τών Έλαιών, Γολγοθάς— καί ποϋ
ό Έ ρ ν ε σ τ τόν είχε προβλέψει.

107

Κεφάλαιο 8ο

Οί καταστροφεϊς τών μηχανών
Λίγον καιρό πρίν ό Έ ρ ν ε σ τ βάλει ύποψηφιότητα γιά τό Κογκρέσσσ μέ τό ψηφοδέλτιο τών Σοσιαλιστών, ό πατέρας έδωσε έ­
να δείπνο πού στό στενό του περιβάλλον τό άποκαλοϋσε «Κέρδη
καί Ζημίαι». Ό Έ ρ ν ε σ τ τό όνόμασε δείπνο τών «Καταστροφέων
τών Μηχανών». Στήν πραγματικότητα ήταν ένα δείπνο γιά έπιχειρηματίες, άλλά φυσικά γιά μικρούς έπιχειρηματίες. Αμφιβάλλω
άν κανένας άπ’ αύτοϋς ένδιαφερόταν γιά έπιχείρηση πού τό κε­
φάλαιό της θά ξεπερνοϋσε τις διακόσιες χιλιάδες δολλάρια. Ή ­
ταν πραγματικοί άντιπρόσωποι τής μεσαίας έπιχειρηματικής τά­
ξης.
Είχαν έρθει ό κ. Ό ο υ εν τοϋ Οίκου Σιλβέρμπεργκ, Ό ο υ ε ν καί
Σ(α, μιά μεγάλη φίρμα ειδών διατροφής μέ πολλά ύποκαταστήματα — ήμαστε κι έμείς πελάτες σ’ ένα άπ’ αύτά. 01 δυό συναίτεροι
μιάς μεγάλης φίρμας φαρμακευτικών είδών Κόβαλτ καί Γουώσμπερν καθώς καί ό κύριος Άσμούνσεν, Ιδιοκτήτης ένός μεγά­
λου λατομείου στήν Κομητεία τής Κόντρα Κόστα καί πολλοί άλ­
λοι παρόμοιοι Ιδιοκτήτες ή συνιδιοκτήτες μικρών έργοστασίων,
μικρών έπιχειρήσεων καί μικρών βιομηχανιών, μέ λίγα λόγια ήσαν όλοι τους μικροί καπιταλιστές.
Ή σαν άνθρωποι άρκετά ένδιαφέροντες, μέ ξύπνιο πρόσωπο
καί μιλούσαν άπλά καί μέ σαφήνεια. Τό πρόβλημά τους, καί ϋπήρχε άπόλυτη όμοφωνία πάνω σ’ αύτό, ήταν οι έταιρίες καί τά τράστ. Τό σύνθημά τους ήταν «Νά διαλύσουμε τά τράστ». Γι αύτοϋς
τά τράστ ήταν ύπεύθυνα γιά κάθε καταπίεση καί δλοι μαζί έπαναλάμβαναν τό ίδιο τροπάριο. Ζητούσαν άπό τήν Κυβέρνηση νά
κρατικοποιήσει τράστ σάν τούς Σιδηροδρόμους καί τά Ταχυδρο-

109

μεϊα καί νά έπιβάλει σταδιακά βαρύτατους φόρους πάνω στά με­
γάλα εισοδήματα ώστε νά έμποδιστεΐ ή συσσώρευση μεγάλων κε­
φαλαίων. Τό Ιδιο προτεΐναν σά φάρμακο καί στά τοπικά προβλή­
ματα, ν ’ άναλάβει δηλαδή ή κοινότητα τΙς έπιχειρήσεις κοινής ώφελείας όπως τό νερό, τό γκάζι, τά τηλέφωνα καί τά τράμ.
Ή έξιστόρηση πού έκανε ό κ. Άσ μ ούνσ εν γιά τΙς συμφορές
του, σάν Ιδιοκτήτης λατομείου, ήταν Ιδιαίτερα ένδιαφέρουσα. 'Ο ­
μολόγησε ότι τό λατομείο δέν τού άφηνε κανένα κέρδος παρά τΙς
μεγάλες παραγγελίες πού έγιναν ύστερα άπό τόν τρομερό σει­
σμό τού Σάν ΦραντσΙσκο. Έ π Ι έξι χρόνια ποϋ κράτησε ή άνοικοδόμηση τής πόλης είχε τετραπλασιάσει καί όκταπλασιάσει τήν
παραγωγή του, χωρίς δμως νά κερδίσει περισσότερα.
— Ή έταιρία τών Σιδηροδρόμων ξέρει καλλίτερα τί γίνεται
στή δουλειά μου άπ’ δτι ξέρω έγώ, είπε. Γνωρίζει μέχρι τήν τελευ­
ταία δεκάρα σέ τΐ ύψος φτάνουν οί δαπάνες λειτουργίας τής έπιχείρησής μου καί ξέρει τοϋς όρους τών συμβολαίων μου. Γιά τό
πώς είναι τόσο καλά πληροφορημένη μόνο είκασίες μπορώ νά κά­
νω. Πρέπει νάχει δικούς της κατασκόπους άνάμεσα στούς υπαλ­
λήλους μου καί πρέπει νάχει τόν τρόπο νά είσχωρεϊ σ’ όλες μου
τΙς παραγγελίες. Γ ιά άκοϋστε αύτό έδώ. Μόλις ύπογράψω ένα
συμβόλαιο μέ εύνοϊκοϋς όρους ποϋ θά μοϋ άφήσουν καλό κέρ­
δος, τά έξοδα μεταφοράς, άπό τό λατομείο μου στήν άγορά, αύξάνονται ώς διά μαγείας, χωρίς νά μού δίνεται καμιά έξήγηση. Οί
σιδηρόδρομοι παίρνουν τά κέρδη μου. Δέν μπόρεσα ποτέ σέ πα­
ρόμοιες περιπτώσεις νά καταφέρώ τήν Εταιρεία τών Σιδηροδρό­
μων νά άναθεωρήσει τήν τιμή μεταφοράς. Ά π ’ τήν άλλη μεριά ό­
ταν συνέβηκαν άτυχήματα ή σημειώθηκε αύξηση στά έξοδα έκμετάλευσης ή ύπογράφτηκαν συμβόλαια μέ λιγότερο εύνοϊκοϋς ό­
ρους γιά μένα, κατάφερα πάντα νά έπιτύχω μιά χαμηλότερη τιμή
στά μεταφορικά έξοδα. Μέ λίγα λόγια ποιό είναι τό άποτέλεσμα;
Ή 'Εταιρία Σιδηροδρόμων μοϋ παίρνει τά κέρδη, είτε αύτά είναι
πολλά, είτε λίγα.
Ό Έ ρ ν ε σ τ τόν διέκοψε γιά νά ρωτήσει.
— Αύτό ποϋ σάς μένει όλο κι δλο είναι περίπου ό μισθός διευ­
θυντή πού θά σάς έδινε ή έταιρία άν έπαιρνε αύτή τό λατομείο.
— Μάλιστα αύτό είναι, άπάντησε ό κ. Άσμούνσεν. Πρίν άπό
λίγο καιρό, κύτταξα τά βιβλία μου τών δέκα τελευταίων έτών.
Διαπίστωσα δτι τά κέρδη μου αύτών τών δέκα έτών άντιστοιχούν
άκριβώς στούς μισθούς ένός διευθυντή, θά μπορούσε δηλαδή

110

κάλλιστα ή έταιρία νά γίνει Ιδιοκτήτης τοϋ λατομείου μου καί νά
μέ βάλει νά τδ δουλεύω έγώ.
— Μέ τήν έξής δμως διαφορά, είπε δ Έ ρ ν ε σ τ γελώντας, δτι
θά έπρεπε νά έπιφορτιστεϊ δλους τούς κινδύνους πού είχατε τήν
εύγενή καλωσύνη νά έπιφορτιστειτε έσεις γιά κείνη.
— Πολύ σωστά, άπάντησε δ κ. Άσ μοϋνσ εν μελαγχολικά.
’Αφού άφησε τδν καθένα νά πει τά δικά του, δ "Ερνεστ άρχι­
σε νά κάνει έρωτήσεις δεξιά κι άριστερά. "Αρχισε άπδ τδν κ.
"Οουεν.
— ’Ανοίξατε ένα ύποκατάστημα έδώ στδ Μπέρκλεϋ πριν άπδ
έξι μήνες περίπου;
— Μάλιστα, άπάντησε δ κ. "Οουεν.
— "Εκτοτε παρατήρησα δτι κλεϊσαν τρία μικρά μπακάλικα.
Τδ ύποκατάστημά σας θάναι άσφαλώς ή αΙτία;
Ό κ. "Οουεν τδ παραδέχτηκε μ’ ένα χαμόγελο Ικανοποίησης.
— Δέν ύπήρχε περίπτωση νά τά βάλουν μαζί μας.
— Καί γιατί δχι;
— Είχαμε μεγαλύτερο κεφάλαιο. Στή μεγάλη έπιχείρηση οΐ άπώλειες είναι πάντα λιγότερες ένώ ύπάρχει μεγάλη άποτελεσματικότητα.
— Σέ σημείο πού τό ύποκατάστημά σας άπορρόφησε τά κέρ­
δη τών τριών άλλων. Τό καταλαβαίνω. ’Αλλά γιά πέστε μου, τί άπέγιναν οί Ιδιοκτήτες τών τριών καταστημάτων;
— Ό ένας άπ’ αύτούς δδηγεϊ ένα άπό τά καμιόνια μας πού
κάνουν διανομή κατ’ οίκον. Δέν ξέρω τί κάνουν οΐ άλλοι δυό.
Ό Έ ρ ν ε σ τ γύρισε άπότομα πρός τόν κ. Κόβαλτ.
— Πουλάτε μεγάλες ποσότητες κάτω τοϋ κόστους·1’. Τί γίνα­
νε οΐ Ιδιοκτήτες τών μικρών φαρμακείων πού τούς κολήσατε στόν
τοίχο;
— Ό ένας άπ’ αύτούς, δ κ. Χαάσφουρθερ, είναι τώρα έπΐ κε­
φαλής τής ϋπηρεσίας μας γιά τΙς συνταγές, ήταν ή άπάντηση.
— Καί άπορροφήσατε τά κέρδη ποϋ πραγματοποιούσαν;
— ’Ασφαλώς, γι αύτό κάνουμε έπιχειρήεις,
— Καί σείς, είπε ξαφνικά ό Έ ρ ν ε σ τ στόν κ. Άσμούνσεν. Έ1.
Μείωση τής τιμής πώλησης στό κόστος και πολλές φορές κότω τού
κόστους. Μιό μεγάλη έταιρία μπορούσε νά πουλάει μέ ζημία γιά πολύ με­
γαλύτερο χρονικό διάστημα άπ’ ότι μιά μικρή. Έτσι μπορούσε ή μεγάλη
νά όδηγήσει τή μικρή στή χρεωκοπία. Ένας συνηθισμένος τρόπος Αντα­
γωνισμού.

111

σείς έχετε άγανακτήσει Πού ή Εταιρία τών Σιδηροδρόμων σάς ύπεξαίρεσε τά κέρδη σας;
Ό κ. Άσ μοϋνσ εν κούνησε καταφατικά τό κεφάλι.
— Αύτό πού θέλετε είναι νά έχετε κέρδη έσείς ό Ιδιος;
Ό κ. Άσ μ οϋνσ εν ξανακούνησε καταφατικά τό κεφάλι.
— Σέ βάρος άλλων;
Δέ δόθηκε άπάντηση.
— Σέ βάρος άλλων; έπέμενε ό "Ερνεστ.
— Έ τ σ ι πραγματοποιούνται τά κέρδη, άπάντησε ξερά ό κ. Ά ­
σμοϋνσεν.
— ’Επομένως τό παιχνίδι τών έπιχειρήσεων συνίσταται στό
νά κερδίζεις χρήματα σέ βάρος τών άλλων καί νά έμποδίζεις
τοϋς άλλους νά πραγματοποιούν κέρδη σέ βάρος σου. Έ τ σ ι εί­
ναι, δέν είναι έτσι;
Ό "Ερνεστ άναγκάστηκε νά έπαναλάβει τή'/ έρώτησή του
πρίν ό κ. Ά σ μ οϋνσ εν δώσει μιάν άπάντηση.
— ΝαΙ έτσι είναι, μόνο πού δέν έχουμε άντίρηση νά πραγμα­
τοποιούν καί οί άλλοι κέρδη, άρκει νά μήν είναι ύπέρογκα.
— Μέ τή λέξη υπέρογκα έννοεϊτε μεγάλα, άναμφίβολα. Δέ
βλέπετε δμως τίποτα τό άτοπο δταν τά μεγάλα κέρδη τά πραγμα­
τοποιείτε έσείς. Ασφαλώς δχι;
Ό κ. Άσ μοϋνσ εν όμολόγησε καλόκαρδα αύτή του τήν άδυναμία. Στό μεταξύ ό Έ ρ ν ε σ τ κύτταζε έναν άλλον, κάποιο κ. Κάλβιν μεγάλο Ιδιοκτήτη γαλακτοπωλείων στό παρελθόν:
— Πρίν λίγο καιρό δίνατε τή μάχη μέ τό Τράστ τού γάλακτος,
τού είπε ό Έ ρ ν ε σ τ καί τώρα βρίσκεστε στό Αγρ οτικό Κόμμα12’.
Πώς συνέβη αύτό;
— Ω! δέν έγκατέλειψα τόν άγώνα άπάντησε ό κ. Κάλιβν πού
κυττούσε μ’ ένα ύφος άρκετά έπιθετικό. Πολεμάω τό τράστ στό
μόνο πεδίο πού είναι δυνατόν νά χτυπηθεί, στό πολιτικό πεδίο.
Θά σάς έξηγήσω. Πρίν άπό λίγα χρόνια, έμεϊς οί Ιδιοκτήτες γαλα­
κτοπωλείων κάναμε τή δουλειά μας δπως έμεϊς νομίζαμε σωστό.
— Πάντως ύπήρχε μεταξύ σας συναγωνισμός; τόν διέκοψε ό
Έ ρνεσ τ.
— ΝαΙ αύτός είναι ό λόγος πού τά κέρδη παράμεναν χαμηλά.
2. Πολλές άπόπειρες είχαν γίνει αύτή τήν περίοδο γιά νά ώργανωθεϊ ή
παρακμάζουσα τάξη τών φάρμερς σ’ ένα πολιτικό κόμμα μέ σκοπό νά κα­
ταστρέψουν τά τράστ καί τΙς έταιρίες, μέ τά δραστικά μέτρα μιάς αύστηρής νομοθεσίας. Στό τέλος δλες αύτές οί προσπάθειες άπέτυχαν.

112

Προσπαθήσαμε νά όργανωθούμε άλλά ύπήρχαν πάντοτε Ανεξάρ­
τητοι γαλακτοπώλες ποϋ χαλάγανε τή δουλειά. Μετά ήρθε τδ
Τράστ τοϋ Γάλακτος.
— Ποϋ χρηματοδοτήθηκε άπδ τδ πλεονάζον κεφάλαιο τής
Στάνταρ Οϊλ,(3>είπε δ Έ ρνεσ τ.
— Μάλιστα παραδέχτηκε ό κ. Κάλβιν. Ά λ λ ά έκείνη τήν έπο­
χή τδ άγνοούσαμε. 01 πράκτορές της μάς πλησίασαν μ’ ένα ρόπα­
λο στό χέρι. Μάς βάλαν μπροστά στό δίλημα: «ή μπαίνετε μέσα
και τρώτε ή μένετε έξω καί πεθαίνετε». Oi πιό πολλοί άπό μάς
μπήκαν μέσα. Αύτοΐ ποϋ μείναν άπ’ έξω ψόφησαν. Ω! στήν άρχή...
μάς πλήρωσε. Τό γάλα αϋξήθηκε ένα σέντ τό λίτρο καί τό τέταρτο
αύτοϋ τού σέντ πήγαινε σέ μάς, τά άλλα τρ(α στό Τράστ. Μετά τό
γάλα αύξήθηκε άλλο ένα σέντ, άλλά έμεϊς δέν πήραμε δεκάρα.
Τά παράπονά μας στάθηκαν άνώφελα. Τό τράστ είχε έδραιωθεϊ.
Ανακαλύψαμε ότι ήμαστε σκέτα πιόνια. Στό τέλος μάς άφαίρεσαν καί τό τέταρτο τοϋ σέντ ποϋ μάς είχαν δώσει. Κατόπιν τό
τράστ άρχισε νά μάς στίβει. Τι μπορούσαμε νά κάνουμε; Είχαμε
πλέον στραγγ(ξει. Δέν ύπήρχαν πιά Ιδιοκτήτες γαλακτοπωλείων,
ύπήρχε μόνο τό Τράστ.
— Μέ τήν αύξηση όμως τού γάλακτος κατά δύο σέντς, θά νό­
μιζε κανείς ότι θά μπορούσατε ν’ άντέξετε τό συναγωνισμό, συμπέρανε ό Έ ρ ν ε σ τ μέ κάποια πονηρία.
— Έ τ σ ι νομίζαμε κι έμείς. Προσπαθήσαμε. Ό κ. Κάλβιν στα­
μάτησε γιά μιά στιγμή. Μάς τσάκισε. Τό τράστ μπορούσε νά ρίξει
τό γάλα στήν άγορά φτηνότερα άπό μάς. Μπορούσε άκόμα νά
πραγματοποιεί ένα μικρό κέρδος δταν έμεϊς πουλούσαμε μέ χα­
σούρα. Έ χ α σ α πενήντα χιλιάδες δολλάρια σ’ αύτήν τήν περιπέ­
τεια. 01 περισσότεροι άπό μάς κύρηξαν πτώχευση(4). 01 ιδιοκτή­
τες γαλακτοπωλείων σαρώθηκαν.
— Τό τράστ λοιπόν σάς πήρε τά κέρδη, είπε ό Έ ρ ν ε σ τ καί
σεις ριχτήκατε στήν πολιτική μέ τό σκοπό νά πετύχετε μιά νέα νο­
μοθεσία πού θά σαρώσει τά τράστ ώστε νά ξαναπάρετε πίσω τά
κέρδη σας;
3. Τδ πρώτο μεγάλο έπιτυχημένο τράστ ποϋ συγκροτήθηκε μιά γενιά
σχεδάν πρίν άπ’ τ’ άλλα.
4. Πτώχευση: ένας είδικδς θεσμός πού έπέτρεπε σ’ 6να άτομο πού είχε
άποτύχει στήν άνταγωνιστική βιομηχανία ν’ άρνηθεί νά πληρώσει τά
χρέη του. Σκοπδς αύτοϋ τοϋ μέτρου ήταν ή βελτίωση τών τόσο άγριων
συνθηκών τής κοινωνικής πάλης ποϋ γινόταν μέ νύχια καί μέ δόντια.

113

Τό πρόσωπο τοϋ κ. Κάλβιν φωτίστηκε.
— Αύτό άκριβώς λέω στούς λόγους μου πρός τούς κτημα­
τίες. Είπατε μέ δυό λόγια δλο μας τό πρόγραμμα.

Παρ’ δλα αύτά τό Τράστ παράγει γάλα σέ καλλίτερη τιμή
άπό τούς άνεξάρτητους γαλακτοπώλες, ρώτησε ό "Ερνεστ.
— Μά τό να(, μπορεϊ νά τό κάνει μέ τή θαυμάσια όργάνωση
ποϋ διαθέτει καί τδ σύγχρονο άνανεωμένο μηχανικό του έξοπλισμό, ποϋ τού τόν έπιτρέπουν τά μεγάλα κεφάλαια ποϋ διαθέτει.
— Αύτό είναι πέρα άπδ κάθε συζήτηση, άπάντησε ό "Ερνεστ.
’Ασφαλώς μπορεϊ καί θά έξακολουθήσει νά τό κάνει.
Στό σημείο αύτό ό κ. Κάλβιν άρχισε μιά πολιτική συζήτηση
προσπαθώντας νά έξηγήσει τΙς άπόψεις του. Πολλοί άλλοι τόν άκολούθήσαν μέ θέρμη. Ό λ ο ι φώναζαν πώς πρέπει νά καταστραφούν τά τράστ.
— Κακόμοιροι, μού ψυθίρισε ό Έ ρ ν ε σ τ . Αύτό ποϋ βλέπουν τό
βλέπουν σωστά, άλλά δέ βλέπουν πιό πέρα άπό τή μύτη τους.
Σέ λίγο ξαναπήρε τό λόγο και δπως τδ συνήθιζε διεύθυνε τή
συζήτηση μέχρι τό τέλος τής βραδυάς.
«Σάς άκουσα δλους μέ προσοχή, άρχισε, καί κατανόησα άπόλυτα δτι παίζετε τό παιχνίδι τών έπιχειρήσεων κατά τόν όρθόδοξο τρόπο. Γιά σάς τό νόημα τής ζωής βρίσκεται στά κέρδη. "Ε χ ε ­
τε τή σταθερή κι έμμονη Ιδέα δτι ήρθατε στόν κόσμο μέ μοναδικό
σκοπό νά κερδίσετε χρήματα. 'Υπάρχει δμως κάτι πού δέν πάει
καλά. Τήν ώρα ποϋ έχετε άρχίσει νά πραγματοποιείτε τά πιό πολ­
λά κέρδη έρχεται τδ τράστ καί σάς τά παίρνει μέσα άπό τά χέρια
σας. Αύτό είναι ένα έμπόδιο πού παρεμβάλεται στό σκοπό τής δη­
μιουργίας καί δ μόνος τρόπος, δπως νομίζετε, γιά νά τδ ξεπεράσετε, είναι νά καταστρέψετε αύτό πού σάς παίρνει τά κέρδη.
«Σάς άκουσα δλους προσεχτικά. Υπάρχουν δυό λέξεις ποϋ
μόνες τους αύτές μπορούν νά σάς χαρακτηρίσουν, θά σάς άποκαλέσω μ’ αύτές τΙς λέξεις. Είστε καταστροφεΐς τών μηχανών.
Ξέρετε τί σημαίνουν αύτές οΐ δυό λέξεις; ’Επιτρέψτε μου νά σάς
έξηγήσω. Τόν 18ο αΙώνα στήν ’Αγγλία, άνδρες καί γυναίκες ϋφαιναν τό ύφασμα σέ χειροκίνητους άργαλειοϋς μέσα στά σπίτια
τους. Αύτό τό σύστημα οίκιακής βιοτεχνίας ήταν άργό, δυσκίνητο
καί δαπανηρό. Μετά ήρθε ή άτμομηχανή μέ δλες έκεϊνες τΙς μη­
χανές ποϋ έξοικονομούσαν πολύ χρόνο. Χίλιοι συγκεντρωμένοι
άργαλειοί σ’ ένα έργοστάσιο, πού λειτουργούσαν κάτω άπό μιά
κεντρική μηχανή, ϋφαιναν ύφασμα κατά πολύ φτηνότερο άπ’ δτι

114

μπορούσαν νά τά ύφάνουν οί οίκιακοΐ ύφαντουργοί στούς χειρο­
κίνητους άργαλειούς τους. ’Εδώ στό έργοστάσιο έφαρμοζόταν
τέτοιος συνδυασμός πού μπροστά του έσβυνε κάθε άνταγωνισμός. 01 άνδρες καί οί γυναίκες, πού είχαν έργαστεί γιά τόν έαυ­
τό τους στούς χειροκίνητους άργαλειούς πήγαιναν τώρα στά έργοστάσια καί έργάζονταν στοϋς μηχανοκίνητους άργαλειούς, δχι
πιά γιά τόν έαυτό τους, άλλά γιά τούς Ιδιοκτήτες καπιταλιστές.
Σέ λίγο πήγαν στίς μηχανές μικρά παιδιά μέ μειωμένο μεροκάμα­
το καί έκτόπισαν τούς άνδρες. 01 καιροί γίναν δύσκολοι γιά τούς
άνδρες. Τό βιοτικό τους έπίπεδο έπεσε. Πέθαιναν τής πείνας. Πί­
στευαν δτι δλο τό κακό προερχόταν άπό τΙς μηχανές. Καί τότε άποφάσισαν νά καταστρέφουν τις μηχανές. Δέν τό πέτυχαν γιατί
οΐ κακόμοιροι ήσαν άφελεϊς.
«Δέν τό μάθατε αύτό τό μάθημα. 'Ύστερα άπό ένάμισυ αιώνα
προσπαθείτε πάλι νά σπάσετε τις μηχανές. Σύμφωνα μ’ αύτά πού
όμολογήσατε, ή δουλειά πού κάνουν οί μηχανές τών τράστ είναι
πιό άποτελεσματική καί πιό φτηνή άπό τή δική σας. Κι έπειδή δέ
μπορεΐτε νά τΙς συναγωνιστείτε, θέλετε νά τΙς σπάσετε. Είστε ά­
κόμα πιό άφελεϊς άπό τούς άπλοΐκοϋς έργάτες τής ’Αγγλίας. Καί
τή στιγμή πού έσεϊς κάθεστε καί άερολογεϊτε γιά τό πώς θ’ άποκαταστήσετε τόν άνταγωνισμό, τά τράστ συνεχίζουν τόν άφανισμό σας.
«Άπ ό τόν πρώτο μέχρι τόν τελευταίο, δλοι σας έπαναλαμβάνετε τήν Ιδια Ιστορία, πώς θά ξεπεραστεΐ ό άνταγωνισμός καί
πώς θά έπικρατήσει ό συνδυασμός. ’Εσείς κύριε Ό ου νεν, κατα­
στρέψατε τόν άνταγωνισμό έδώ στό Μπέρκλεϋ δταν τό ϋποκατάστημά σας έκλεισε τά τρία άλλα μπακάλικα γιατί ό συνδυασμός
πού έχετε έπιτύχει είναι πιό άποτελεσματικός. Μόλις δμως αι­
σθανθείτε στήν πλάτη σας τήν πίεση άλλων συνδυασμών, τών
συνδυασμών τών τράστ, άρχίζετε νά φωνάζετε. Κι αύτό γιατί δέν
είστε τράστ. ’Εάν ήσαστε ένα τράστ είδών διατροφής γιά όλόκληρες τΙς 'Ενωμένες Πολιτείες θά λέγατε άλλο τραγούδι, θά ψέλνα­
τε τό τροπάριο «Εύλογημένα νάναι τά τράστ». Καί δχι μόνο ξέρε­
τε δτι ό μικρός σας συνδυασμός δέν είναι ένα τράστ, άλλά έχετε
έπίγνωση δτι τού λείπει ή δύναμη. "Εχετε άρχίσει νά μαντεύετε
τό τέλος σας. Αίσθάνεστε δτι, παρά τά τόσα ύποκαταστήματα
πού έχετε, δέν είστε παρά ένα πιόνι στό παιχνίδι. Βλέπετε τά Ι­
σχυρά συμφέροντα νά μεγαλώνουν καί νά αύξάνουν μέρα μέ τή
μέρα. Αίσθάνεστε τά σιδερόφραχτα χέρια τους νά όρμοϋν πάνω

115

σας καί ν’ άρπάζουν κάτι άπό δώ κάτι άπδ κεϊ — τά τράστ τών Σι­
δηροδρόμων, τό τράστ τοϋ πετρελαίου, τό τράστ τού χάλυβα, τό
τράστ τοϋ κάρβουνου— καί ξέρετε δτι στό τέλος θά σάς κατα­
στρέψουν, θά σάς άφαιρέσουν μέχρι τό τελευταίο ποσοστό άπό
τά μικρά σας κέρδη.
«Αύτό δείχνει κύριε, δτι είστε ένας κακός παίκτης. "Οταν
στραγγαλίσατε τούς τρεις μπακάληδες έδώ στό Μπέρκλεϋ, έπειδή είχατε έπιτύχει καλλίτερο συνδυασμό, φουσκώσατε σά γάλος,
μιλήσατε γιά άποτελεσματικότητα κι έπιχειρηματικό πνεύμα καί
στείλατε τή γυναίκα σας στήν Εύρώπη μέ τά κέρδη ποϋ πραγμα­
τοποιήσατε καταβροχθίζοντας τά τρία μπακάλικα. Έ τ σ ι ό σκύ­
λος τρώει τό σκύλο καί σείς τούς άντιπάλους σας τούς κάνατε μιά
μπουκιά. ’Αλλά νά πού μέ τή σειρά σας τώρα έχετε γίνει βορά στά
στόματα μολοσσών καί σκούζετε. Κι ότι λέω γιά σάς Ισχύει γιά ό­
λους όσους κάθονται γύρω άπ’ αύτό τό τραπέζι. "Ολοι σκούζετε.
"Ολοι παίζετε μιά παρτίδα χαμένη κι δλοι φωνασκεϊτε.
«’Αλλά φωνασκεϊτε χωρίς νά λέτε τά σϋκα-σύκα καί τή
σκάφη-σκάφη, δπως κάνω έγώ. Δέν δμολογείτε ότι θέλετε νά έπιτύχετε κέρδη στίβοντας τοϋς άλλους κι δτι δημιουργείτε δλο αύ­
τό τόν πάταγο, έπειδή άλλοι σάς άρπάζουν τά κέρδη μέσα άπό τά
χέρια σας. Ό χ ι, είστε πολύ πονηροί γιά νά όμολογήσετε κάτι τέ­
τοιο. Μιλάτε γιά ότιδήποτε άλλο. Βγάζετε μικροαστικούς πολιτι­
κούς λόγους δπως ό κ. Κάλβιν πρίν άπό λίγο. ΤΙ μάς είπε; Έ χ ω
σημειώσει μερικές άπό τΙς φράσεις του: «01 πατροπαράδοτες άξίεςμας είναι στέρεες», «Αύτό πού χρειάζεται ή χώρα είναι μιά έπιστροφή στίς βασικές άμερικανικές μεθόδους— Ισες εύκαιρίες
γιά όλους», «... Τό πνεύμα τής έλευθερίας μέσα στό όποιο γεννήθηκε τό έθνος», «’ Ας έπιστρέψουμε στίς άρχές τών προγόνων
μας».
«Ό τα ν είπε «Ισες εύκαιρίες γιά όλους» έννοοϋσε Ισες εύκαι­
ρίες στό ξεζούμισμα τών κερδών, τΙς όποιες Ισες εύκαιρίες τώρα
τοϋ άρνούνται τά μεγάλα τράστ. Καί τό παράλογο τής ύπόθεσης
είναι ότι έπαναλαμβάνετε αύτές τΙς φράσεις τόσο συχνά ποϋ στό
τέλος τΙς πιστεύετε. Ζητάτε τήν εύκαιρία νά ληστεύετε τοϋς δμοίους σας κατά μικρές δόσεις, άλλά ϋπνοτίζετε τόν έαυτό σας,
πιστεύοντας ότι έπιθυμεΐτε τήν έλευθερία. Είστε λαίμαργοι κι άχόρταγοι, άλλά ή μαγεία τών λόγων σας σάς κάνει νά φαντάζε­
στε ότι είστε πατριώτες. Τήν έπιθυμία σας γιά κέρδη ποϋ είναι
σκέτος έγωϊσμός τή μεταφορφώνετε σέ άλτρουϊστική μέριμνα

116

πρός χάριν τής άνθρωπότητας πού υποφέρει. ’Ελάτε τώρα, μετα­
ξύ μας, άς είστε τίμιοι γιά μιά φορά. Κυττάξτε τό πρόβλημα κατά­
ματα και μιλήστε χωρίς παχιά λόγια».
Γύρω άπό τό τραπέζι έβλεπες ξαναμένες φάτσες ποϋ δείχναν όργή άνάμικτη μέ φόβο. Τούς φόβιζε αύτός ό άμούστακος
νεαρός πού είχε μιά φοβερή Ικανότητα νά λέει τά πράγματα μέ τ’
όνομά τους, ζυγίζοντας τΙς λέξεις του καί κατακεραυνώνοντας τό
άκροατήριό του.
Ό κ. Κάλβιν έσπευσε ν’ άπαντήσει:
— Καί γιατί όχι, ρώτησε. Γ ιατί δέν μπορούμε νά έπιστρέψουμε στις άρχές τών πατέρων μας, δταν θεμελίωσαν αύτή τή δημο­
κρατία; Είπατε πολλές άλήθειες άν καί μερικές είναι πολύ δυσά­
ρεστες γιά μάς κ. Έβερ χα ρ ντ. Ά λ λ ά έδώ, ποϋ είμαστε μεταξύ
μας, άς μιλήσουμε μ’ άνοιχτά χαρτιά. Ά ς πετάξουμε τΙς μάσκες
κι άς δεχτούμε τήν άλήθεια δτι έμεϊς οΐ μικροί καπιταλιστές κά­
νουμε άγώνα δρόμου γιά τά κέρδη καί τελικά μάς τά άρπάζουν τά
τράστ. Είναι άλήθεια δτι θέλουμε νά καταστρέψουμε τά τράστ, ώ­
στε τά κέρδη νά παραμένουν σέ μάς. Καί γιατί νά μήν τό κάνουμε;
Γ ιατί όχι; Σάς έπαναλαμβάνω γιατί δχι;
— Ά ! τώρα φτάνουμε στήν ούσία τοϋ ζητήματος, είπε ό 'Ε ρ ­
νεστ μέ μιά έκφραση Ικανοποίησης. Γ ιατί δχι; θ ά προσπαθήσω νά
σάς τό πώ, άν καί δέ θάναι καί τόσο εύκολο. ’Εσείς άγαπητο( μου,
σπουδάσατε έπιχειρήσεις σ’ ένα περιορισμένο κύκλο, άλλά δέν έ­
χετε καθόλου μελετήσει τήν κοινωνική έξέλιξη. Βρίσκεστε στό
μέσον μιάς μεταβατικής περιόδου τής οίκονομικής έξέλιξης, άλ­
λά δέν έχετε Ιδέα άπ’ αύτά κι αύτό είναι ποϋ προκαλεϊ δλη τή σύγχιση. Ρωτάτε γιατί δέ μπορεΐτε νά έπιστρέψετε π(σω; Γ ιατί είναι
άδύνατο. "Οσο μπορεΐτε νά άναγκάσετε τά νερά ένός ποταμού νά
γυρίσουν π(σω στήν πηγή τους άλλο τόσο μπορεΐτε νά άναγκάσετε τό ρεύμα τής οίκονομικής έξέλιξης νά γυρίσει πρός τά πίσω. Ό
’Ιησούς τοϋ Ναυή σταμάτησε τόν ήλιο πάνω άπό τή Γαβαών άλλά
σείς θέλετε νά ξεπεράσετε τόν Ίησοϋ τού Ναυή θέλετε νά κάνετε
τόν ήλιο νά γυρίσει πίσω, νά κάνετε τό χρόνο ν’ άκολουθήσει άνάστροφη πορεία, άπό τό μεσημέρι πρός τό πρωί.
«Βρίσκεστε μπροστά στίς μηχανές πού έξοικονομοϋν έργατικά χέρια, μπροστά στήν όργανωμένη παραγωγή, στήν αύξημένη
άποτελεσματικότητα πού έξασφαλίζουν τά τράστ καί θέλετε νά
γυρίσετε τόν ήλιο τής οίκονομίας μιά, δυό γενιές πίσω στήν έποχή πού δέν ύπήρχαν ούτε μεγάλοι καπιταλιστές, ούτε σύνθετες

117

μηχανές, ούτε σιδηρόδρομοι, στήν έποχή δπου μιά λεγεώνα άπό
μικρούς κεφαλαιούχους μάχονταν ό ένας ένάντια στόν άλλον μέ­
σα σέ μιά οίκονομική άναρχία, δταν ή παραγωγή ήταν άκόμα πρω­
τόγονη, άνοργάνωτη καί μέ ψηλό κόστος γιατί σπαταλούσε πολ­
λά κεφάλαια. Πιστέψτε με τό έργο τού ’Ιησού τού Ναυή ήταν εύ·
κολότερο γιατί είχει καί τή βοήθεια τοϋ ’Ιεχωβά. Ά λ λά έσάς τούς
μικρούς καπιταλιστές σάς έχει έγκαταλείψει ό θεός. Ό ήλιος τοϋ
μικρού κεφαλαίου δύει. Καί δέ θά άνατείλει πιά. Ούτε έχετε τή δύ­
ναμη νά τόν σταματήσετε έκεϊ πού βρίσκεται. Έ χ ε ι άρχίσει ή
φθορά σας καί είστε καταδικασμένοι νά έξαφανιστεϊτε όλοκληρωτικά άπό τό πρόσωπο τής κοινωνίας.
«Αύτός είναι ό νόμος τής έξέλιξης. Αύτή είναι ή έπιταγή τοϋ
θεού. Ό συνδυασμός είναι δυνατότερος άπό τόν άνταγωνισμό.
01 πρωτόγονοι ήσαν άδύνατα δντα πού κρύβονταν στίς σχισμές
τών βράχων. Συνασπίστηκαν δμως γιά νά άντιμετωπίσουν τούς
σαρκοβόρους έχθρούς τους. Τά ζώα είχαν μόνο τό ένστικτο τού
άνταγωνισμού, ένώ ό πρωτόγονος άνθρωπος είχε τό χάρισμα τού
συνδυασμού καί γι αύτό ϋπερίσχυσε πάνω σ’ δλα τάλλα ζώα. Ά ­
πό τότε ό άνθρωπος δέν έπαψε νά πραγματοποιεί δλο καί μεγα­
λύτερους συνδυασμούς. Ή όργάνωση μάχεται τόν άνταγωνισμό
έδώ καί χιλιάδες χρόνια καί πάντοτε ή όργάνωση νικά. Ό σ ο ι κα­
τατάσσονται στό στρατόπεδο τοϋ άνταγωνισμού θά έξαφανιστοϋν.
— Μά τά Ιδια τά τράστ είναι γέννημα τοϋ άνταγωνισμού, διέ­
κοψε ό κ. Κάλβιν.
— Πολύ σωστά, άπάντησε ό Έ ρ ν εσ τ . Καί τά Ιδια τά τράστ κατάστρεψαν τόν άνταγωνισμό καί νά γιατί, σύμφωνα μ’ αύτά πού
μάς είπατε δέν είστε πιά στήν έπιχείρηση γάλακτος.
Γιά πρώτη φορά έκείνο τό βράδυ άκούστηκαν γέλια γύρω ά­
πό τό τραπέζι. Άκόμ α καί ό κ. Κάλβιν γέλασε μαζί μέ τούς άλ­
λους, άν καί τά δικά του λόγια είχαν προκαλέσει τή θυμηδία.
«Καί τώρα μιά καί βρισκόμαστε στά στράτ, συνέχισε ό Έ ρ ν ε ­
στ, άς ξεκαθαρίσουμε μερικά πράγματα, θ ά κάνω μερικές διαπι­
στώσεις καί άν δέν συμφωνείτε δέν έχετε παρά νά μού τό πείτε.
'Η σιωπή σας θά σημαίνει συγκατάνευση. Είναι άλήθεια δτι ένας
μηχανοκίνητος άργαλειός ύφαίνει περισσότερο καί φτηνότερο ύ­
φασμα άπό τόν χειροκίνητο άργαλειό;
Σταμάτησε γιά λίγο άλλά κανείς δέ μίλησε.
— Δέν είναι έπομένως έντελώς παράλογο νά σπάσει κανείς

118

τό μηχανικό άργαλειό γιά νά έπιστρέψει στό χειροκίνητο πού υ­
φαίνει άργά καί μέ μεγάλο κόστος;
Ό λ ο ι συμφώνησαν κουνώντας τά κεφάλια τους.
— Δέν είναι άλήθεια ότι αύτό πού όνομάζουμε τράστ παράγει
πιό άποτελεσματικά καί πιό φτηνά άπ’ ότι χίλιες μικρές άνταγωνιστικές Επιχειρήσεις;
Πάλι δέν άκούστηκε καμιά άντίρηση.
— Δέν είναι λοιπόν παράλογο νά καταστρέψουμε αύτό τό
φτηνό καί άποτελεσματικό συνδυασμό;
Κανείς δέν άπάντησε, μόνο ό κ. Κόβαλτ είπε σέ λίγο.
— Τί νά κάνουμε λοιπόν; Ό μόνος τρόπος γιά νά γλυτώσουμε
είναι νά καταστρέψουμε τά τράστ.
Ό Έ ρ ν ε σ τ ζωήρεψε μέ μιάς καί τά μάτια του φλογίστηκαν.
— θ ά σάς δείξω έγώ έναν άλλο τρόπο! φώναξε. Νά μή κατα­
στρέψουμε αύτές τΙς ύπέροχες μηχανές ποϋ παράγουν άποτελε­
σματικά καί μέ μικρό κόστος. Ά ς πάρουμε έμεϊς τή διεύθυνση.
Νά έπωφεληθοϋμε τήν καλή τους άπόδοση καί τό οίκονομικό ό­
φελος ποϋ έχουν. Νά διώξουμε τοϋς σημερινούς Ιδιοκτήτες αύ­
τών τών ύπέροχων μηχανών καί νά τΙς πάρουμε έμεϊς στά δικά
μας χέρια. Αύτό, κύριοι, είναι ό σοσιαλισμός, ένας συνεταιρισμός
μεγαλύτερος άπό τά τράστ, ό μεγαλύτερος κοινωνικός καί οικο­
νομικός συνδυασμός ποϋ έμφανίστηκε ποτέ στό πλανήτη μας.
Συμβαδίζει μέ τήν έξέλιξη. Αντιμετωπίζουμε τό συνεταιρισμό μ’
ένα μεγαλύτερο συνεταιρισμό. Είμαστε άπό τή μεριά τού νικητή.
’Ελάτε μέ μάς τούς σοσιαλιστές κι ένώστε τήν τύχη σας μ’ αύτοϋς
ποϋ κερδίζουν.
Άμέσω ς μετά άπ’ αύτά τά λόγια δλοι έκδήλωσαν τή διαφω­
νία τους μέ μορφασμούς καί μουρμουρητά.
— Πολύ καλά, προτιμάτε λοιπόν νά είστε άναχρονιστικοΐ εί­
πε ό Έ ρ ν ε σ τ γελώντας. Προτιμάτε νά παίζετε άταβιστικούς ρό­
λους. Είστε καταδικασμένοι νά έξαφανιστεΐτε δπως δλα τά άπομεινάρια τοϋ άταβισμοϋ. Διερωτηθήκατε ποτέ τι θά συμβεϊ δταν
θά δημιουργηθοϋν άκόμα πιό έκτεταμένες έταιρίες άπό τά σημε­
ρινά τράστ; Σάς άπασχόλησε ποτέ τό τί θά γίνει δταν τά Γδια τά
τράστ συνεταιριστούν σέ μιά καί μόνη όργάνωση ποϋ θάναι ταυ­
τόχρονα κοινωνική, οίκονομική καί πολιτική;
Στράφηκε άπότομα καί άπήυθυνε τό λόγο άπροσδόκητα στό
κ. Κάλβιν.
— Πέστε μου, άν έχω δίκηο. Αναγκαστήκατε νά σχηματίσετε

119

ένα νέο πολιτικό κόμμα γιατί τά παλιά βρίσκονται στά χέρια τών
τράστ. Αύτά άποτελούν καί τό σπουδαιότερο έμπόδιο στήν άγροτική σας προπαγάνδα. Γ1(σω άπό κάθε έμπόδιο ποϋ συναντάτε, πί­
σω άπό κάθε χτύπημα, κάθε ήττα πού δέχεστε, βρίσκεται τό χέρι
τών τράστ. Πέστε μου είναι ή δέν είναι έτσι;
Ό κ. Κάλβιν βρισκόταν σέ δύσκολη θέση καί δέν άπαντούσε.
— ’Εμπρός κουράγιο, είπε ό Έρνεστ προσπαθώντας νά τδν
ένθαρρύνει.

Έ τσι είναι, όμολόγησε ό κ. Κάλβιν. Καταφέραμε νά βάλου­
με χέρι στήν τοπική νομοθεσία τής Πολιτείας τού Ό ρεγκον καί
περάσαμε θαυμάσιους προστατευτικούς νόμους, άλλά ό Κυβερ­
νήτης, ποϋ είναι άνθρωπος τών τράστ πρόβαλε βέτο. Στό Κολοράδο ποϋ έκλέξαμε δικό μας Κυβερνήτη, δέν τδν άφησε ν’ άναλάβει καθήκοντα ή νομοθετική έξουσία. Δυό φορές πετύχαμε νά περάσει ένας έθνικός φόρος πάνω στό είσόδημα καί τΙς δυό φορές
τό ’Ανώτατο Δικαστήριο τόν άπέριψε σάν άντισυνταγματικό. Τά
δικαστήρια βρίσκονται στά χέρια τών τράστ. Έμεϊς ό λαός, δέν
πληρώνουμε Ικανοποιητικά τούς δικαστές μας. ’Αλλά θάρθεϊ ό
καιρός πού...
— Πού ένωμένα τά τράστ θά κατευθύνουν δλη τή νομοθεσία,
ποϋ αύτά τά Ιδια θάναι ή κυβέρνηση, τόν διέκοψε ό Έρνεστ.
— Ποτέ! ποτέ! φώναξαν δλοι μ’ έναν τόνο έξαλο καί μαχητι­
κό.
— Μπορεΐτε νά μού πείτε, τί θά κάνετε δταν θάρθει έκεΐνος ό
καιρός; ρώτησε ό Έρνεστ.
— θ ά ξεσηκωθούμε μ’ δλη μας τή δύναμη! φώναξε ό κ. Ά σμοϋνσεν καί ή άπόφασή του έγινε δεκτή μέ φωνές έπιδοκιμασίας.
— Αύτό σημαίνει έμφύλιο πόλεμο, τούς προειδοποίησε ό Έ ρ ­
νεστ.
— Ά ς είναι κι έμψύλιος πόλεμος, ήταν ή άπάντηση τού κ. Ά ·
σμοϋνσεν, ποϋ δέχτηκε τήν ϋποστήριξη τών ύπολοίπων. Δέν έ­
χουμε ξεχάσει τούς άθλους τών πατέρων μας. Είμαστε έτοιμοι νά
πολεμήσουμε καί νά πεθάνουμε γιά τΙς έλευθερίες μας.
Ό Έρνεστ χαμογέλασε.
— Μή ξεχνάτε κύριοι, είπε, δτι πρό όλίγου συμφωνήσαμε
σιωπηρά ότι ή έλευθερία στή δική σας περίπτωση είναι ή έλευθερία ποϋ σάς έπιτρέπει νά άντλεΐτε κέρδη άπό τούς άλλους.
"Ολοι τώρα γύρω άπό τό τραπέζι θύμωσαν κι άγρίεψαν, άλ120

λά ό "Ερνεστ κατάφερε νά κυριαρχήσει πάνω στίς φωνές τών άλ­
λων καί ν’ άκουστεΐ.
— Ά κόμα μιά έρώτηση, κύριοι. Λέτε δτι θά ξεσηκωθείτε μέ δλη σας τή δύναμη, δταν ή Κυβέρνηση θά βρεθεί στά χέρια τών
τράστ. ’Επομένως ή Κυβέρνηση θά στρέψει έναντίον σας τόν τα­
κτικό στρατό, τό ναυτικό, τήν έθνοφρουρά, τήν άστυνομία, δηλα­
δή μέ λίγα λόγια όλόκληρη τήν πολεμική μηχανή τών 'Ενωμένων
Πολιτειών. Πού θά βρίσκεται τότε ή δύναμή σας;
Είχαν μείνει όλοι κατάπληκτοι καί πρίν προλάβουν νά συνέλθουν ό "Ερνεστ ξαναχτύπησε.
— θυμάστε δτι δέν πάει πολύς καιρός πού ό τακτικός μας
στρατός άριθμούσε μόνο πενήντα χιλιάδες; Χρόνο μέ τό χρόνο δ­
μως αύξήθηκε καί σήμερα έχει φτάσει τΙς τριακόσιες χιλιάδες.
Καινούργιο χτύπημα.
— Κι αύτό δέν είναι τίποτα. "Οσο καιρό έσείς είχατε έπιδοθεϊ
μέ έπιμέλεια στό κυνήγι τοϋ προσφιλούς σας φαντάσματος, πού
λέγεται κέρδος καί ήθικολογούσατε πάνω στό άγαπημένο σας
φετίχ, πού λέγεται άνταγωνισμός τά τράστ φτιάχναν πράγματα
πολύ σπουδαιότερα καί έπικίνδυνα. Κι αύτό είναι ή έθνοφρουρά.
— Αύτή είναι ή δύναμή μας! φώναξε ό κ. Κόβαλτ. Μ’ αύτή
θ’ άποκρούσουμε τήν έπίθεση τού τακτικού στρατού.
— Δηλαδή θά μπαίνατε στήν έθνοφρουρά έσείς ό Ιδιος, ά­
πάντησε ό "Ερνεστ καί θά πηγαίνατε δπου σάς έστελναν, στό
Μαίην, στή Φλώριδα, στίς Φιλιππίνες ή όπουδήποτε άλλοϋ γιά νά
πνίξετε στό αίμα τούς συντρόφους σας πού θά πολεμούσαν γιά
τΙς έλευθερίες τους. Τήν Ιδια στιγμή οΐ σύντροφοί σας τού Κάνσας, τού Ούϊσκόνσιν ή όποιασδήποτε άλλης Πολιτείας θάμπαιναν
στήν έθνοφρουρά καί θάρχονταν στή Καλιφόρνια νά καταπνί­
ξουν τό δικό σας έμφύλιο πόλεμο.
Αύτή τή φορά είχαν πραγματικά ένοχληθεϊ καί δέν είπαν λέ­
ξη. Στό τέλος πιά ό κ. "Οουεν μουρμούρισε.
— Δέ θά μπαίναμε στήν έθνοφρουρά. Αύτό θά τήν ένίσχυε.
Δέν θάμαστε τόσο άφελεϊς.
Ό "Ερνεστ γέλασε μέ τή καρδιά του.
— Δέν καταλαβαίνετε τό συνδυασμό πού έχει πραγματοποιη­
θεί. Δέν μπορεϊτε νά ύπερασπιστεϊτε τόν έαυτό σας. θ ά καταταγείτε ύποχρεωτικά στήν έθνοφρουρά.
— 'Υπάρχει κάτι πού λέγεται άστικό δίκαιο, έπέμενε ό κ.
Ό ουεν.
121

— Ό χ ι, δταν ή Κυβέρνηση κυρήξει τδ στρατιωτικό νόμο. Έ ­
κείνη τή μέρα ποϋ δπως Ισχυρίζεστε θά υψώστε τή δύναμή σας, ή
δύναμή σας θά στραφεί έναντίον σας. θ ά βρεθείτε μέσα στήν έθνοφρουρά μέ τή θέλησή σας ή μέ τή β(α. Ά κουσ α κάποιον νά
προφέρει τή λέξη habeas corpus. Ά ντΙ γιά habeas corpus θά έ­
χετε post mortem. Έάν άρνηθεϊτε νά μπείτε στήν έθνοφρουρά ή
νά ύπακούσετε δταν πλέον θάχετε καταταγεϊ, θά περάσετε άπό έ­
κτακτο στρατοδικείο καί θά σάς τουφεκίσουν σάν τά σκυλιά. Εί­
ναι ό νόμος.
— Δέν είναι έτσι ό νόμος! άπάντησε μέ βεβαιότητα ό κ.
"Οουεν. Δέν ύπάρχει τέτοιος νόμος, δλα αύτά τά είδατε στόν ϋπνο σας, νεαρέ μου. Μιλήσατε γιά άποστολή τής έθνοφρουράς
στίς Φιλιππίνες. Πώς είναι δυνατόν; Αύτό είναι άντισυνταγματικό! Τό σύνταγμα όρίζει κατηγορηματικά δτι ή έθνοφρουρά δέν
μπορεΐ νά σταλεί έξω άπό τή χώρα.
— Τ( δουλειά έχει έδώ πέρα τό Σύνταγμα; ρώτησε ό Έρνεστ.
Τήν έρμηνεία τού Συντάγματος τή δίνουν τά δικαστήρια καί τά δι­
καστήρια, δπως τό άναγνώρισε ό κ. Άσμούνσεν έξαρτώνται άπό
τά τράστ. Κι έξ άλλου δπως σάς τδπα είναι νόμος. Έ χει γίνει ό
νόμος έδώ καί έννέα χρόνια, κύριοι.
— Ό τ ι θά καταταγούμε μέ τό ζόρι στήν έθνοφρουρά; ρώτη­
σε δ κ. Κάλβιν, κι έδειχνε νά μή πιστεύει, δτι θά τουφεκιστούμε ά­
πό έκτακτο στρατοδικείο άν άρνηθοϋμε;
— Μάλιστα έτσι άκριβώς είναι, άπάντησε ό Έρνεστ.
— Πώς γίνεται καί δέν έχουμε άκούσει τίποτα γι αύτό τό νό­
μο; ρώτησε ό πατέρας μου καί είδα δτι ήταν κάτι νέο καί γι αύτόν.
— Γιά δυό λόγους, είπε ό Έρνεστ. Πρώτον, γιατί δέν παρου­
σιάστηκε ή άνάγκη νά έφαρμοστεΐ. Ά ν παρουσιαζόταν θ’ άκούγατε άμέσως γι αύτόν. Καί δεύτερον, γιατί ό νόμος πέρασε βια­
στικά άπό τό Κογκρέσσο καί μυστικά άπό τή Γερουσία, χωρίς ούσιαστικά νά συζητηθεί. Φυσικά οί έφημερίδες δέν άνάφεραν τίπο­
τα σχετικά μ’ αύτό. ’Εμείς δμως οΐ σοσιαλιστές τό μάθαμε καί τό
δημοσιεύσαμε στίς έφημερίδες μας. Ά λ λ ά έσεΐς δέ διαβάζετε πο­
τέ τΙς έφημερίδες μας.
— ’Επιμένω δτι έξακολουθεΐτε νά όνειρεύεστε, είπε ό κ. Κάλβιν μέ πείσμα. Ή χώρα δέ θά έπέτρεπε ποτέ κάτι τέτοιο.
— Ή χώρα δμως τό έπέτρεψε, άπάντησε ό Έρνεστ. Ό σ ο γιά
τό ότι όνειρεύομαι — έβαλε τό χέρι του στή τσέπη κι έβγαλε ένα
φυλλάδιο— πέστε μου άν αύτό έδώ έχει γεννηθεί μέσα στό όνει­
ρο;
122

Ά ν ο ιξε τό έντυπο κι άρχισε νά διαβάζει.
«Κεφάλαιο ένα: όρ(ζεται δτι κλπ... κλπ... ή έθνοφρουρά άποτελεϊται άπό δλους τούς υγιείς άρρενες πολίτας ήλικίας άνω τών
δέκα όκτώ έτών καί κάτω τών σαράντα πέντε, οΐ όποίοι κατοικούν
είς τάς διαφόρους περιοχάς καθώς καί είς τήν περιφέρειαν τής
Κολούμπια.
«Κεφάλαιον έπτά: Κάθε άξιωματικός ή κάθε άνδρας ό όποιος
έχει καταταγεϊ είς τήν έθνοφρουράν — καί μή ξεχνάτε τό κεφά­
λαιο ένα, κύριοι, ότι δλοι έχετε καταταγεϊ στήν έθνοφρουρά— δ
όποιος θά άρνηθή ή θά παραμελήση νά παρουσιασθή ένώπιον
τοϋ άξιωματικοϋ στρατολογίας, άφοϋ έχει κληθή πρός τούτο, δ­
πως άναφέρεται άνωτέρω, θά προσαχθή είς τό Στρατοδικεΐον καί
θά ύποστή τάς ποινάς τάς δποίας θά όρίση τό δικαστήριον.
«Κεφάλαιον όκτώ: Τά στρατοδικεία τά όποια θά συγκροτούν­
ται διά τήν κρίσιν τών άξιωματικών ή τών άνδρών τής έθνοφρουράς θά άποτελούνται μόνον άπό άξιωματικούς τής έθνοφρουράς.
«Κεφάλαιον έννέα: Ή έθνοφρουρά δταν θά καλείται διά τήν
στρατιωτικήν θητείαν ώς έχει σήμερον είς τά Ηνωμένας Πολι­
τείας θά ύπόκειται είς τούς ίδίους κανόνας και άρθρα τοϋ πολέ­
μου, δπως δ τακτικός στρατός τών Η νωμένων Πολιτειών».
— Έδώ μέσα βρίσκεστε, άγαπητοί κύριοι, ΆμερικακοΙ συμ­
πολίτες καί φίλοι έθνοφρουροί. Πρίν άπό έννιά χρόνια έμεϊς οΐ
σοσιαλιστές σκεφτήκαμε ότι αύτός ό νόμος είχε στόχο τούς έργαζόμενους. Ά λ λ ά φαίνεται δτι σκόπευε καί σάς. Ό ΓουΤλευ, μέ­
λος τού Κογκρέσσου, είπε στή σύντομη συζήτηση ποϋ έπιτράπηκε, δτι αύτό τό σχέδιο νόμου «θά άποτελέσει μιά έφεδρική δύνα­
μη πού θ’ άρπάξει τόν δχλο άπό τό λαιμό — όχλος κύριοι, είστε
σείς— γιά νά προστατέψει σέ κάθε περίπτωση τή ζωή, τήν έλευθερία καί τήν Ιδιοκτησία». Καί στό μέλλον δταν θά ύψώσετε τή δύ­
ναμή σας θυμηθείτε δτι θά ξεσηκωθείτε ένάντια στήν Ιδιοκτησία
τών τράστ, καί στήν έλευθερία ποϋ έχουν τά τράστ, σύμφωνα μέ
τό νόμο βέβαια, νά σάς ξεζουμίζουν. Σάς έχουν βγάλει τά δόντια
καί τά νύχια κύριοι. Τήν ήμέρα ποϋ θά ύψώσετε τή δύναμή σας,
ξεδοντιασμένοι καί χωρίς νύχια θά είστε τόσο άκίνδυνοι δσο καί
ένας στρατός άπό μαλάκια.
— Δέν τό πιστεύω! φώναξε ό κ. Κόβαλτ. Δέν ύπάρχει τέ­
τοιος νόμος, θάναι κανένα κακόγουστο άστείο ποϋ σκεφτήκατε έσεΐς οί σοσιαλιστές.
— Τό προσχέδιο νόμου είσήχθη στή Βουλή τών Άντιπροσώ123

πων στίς 30 ’ Ιουλίου 1902 άπό ιό ν βουλευτή Ντ(κ τοϋ Όχάϊο. Συζητήθηκε στά πεταχτά. Ψηφίστηκε όμόφωνα άπό τή Γερουσία
στίς 14 Ίανουαρίου 1903 καί έπτά μέρες άργότερα έγκρίθηκε άπό
τόν Πρόεδρο τών 'Ενωμένων Πολιτειών151.

5. Ό Έβερχαντ είχε δίκηο στίς βασικές γραμμές άν καί έκανε λάθος
στήν ήμερομηνία πού κατατέθηκε τά σχέδιο νόμου. Αύτό έγινε στίς 30
’Ιουνίου καί δχι στίς 30 Ιουλίου. Έ χουμε στήν Άρ ντη ς τά Χρονικά τοϋ
Κογκρέσσου δπου γίνεται λόγος γι αύτό τό σχέδιο νόμου στίς πάρα κάτω
ήμερομηνίες: 30 ’Ιουνίου, 9,15,16 καί 17 Δεκεμβρίου 1902 καί 7 καί 14 Ίανουαρίου 1903. Ή άγνοια πού δείξαν οΐ έπιχειρηματίες σ’ έκεϊνο τό δεί­
πνο δέν ήταν τίποτα τό άσυνήθιστο. Πολλοί λίγοι γνώριζαν τήν ύπαρξη
αύτοϋ τού νόμου. Τόν ’Ιούλιο τού 1903 ένας έπαναστάτης ό Ε. Untermann
δημοσίευσε στή Ζιράρ τοϋ Κάνσας ένα φυλλάδιο πάνω στό «Σχέδιο νό­
μου γιά τήν έθνοφρουρά·. Αύτό τό φυλλάδιο κυκλοφόρησε πολύ λ(γο ά­
νάμεσα στούς έργαζόμενους. Ό διαχωρισμός δμως τών τάξεων είχε προ­
χωρήσει πολύ κι έτσι τά μέλη τής μεσαίας τάξης δέν έμαθαν ποτέ τίποτα
γιά τό φυλλάδιο κι άγνοούσαν τελείως τό νόμο.
124

Κεφάλαιο 9ο

"Ενα μαθηματικό όνειρο
Ό "Ερνεστ ξαναπήρε τό λόγο ένώ τό άκροατήριό του είχε
μείνει κατάπληκτο άπό τήν άποκάλυψη ποϋ είχε κάνει.
«’Απόψε τό βράδυ καμιά δωδεκαριά άπό σάς είπαν δτι είναι
άδύνατη ή έπικράτηση τοϋ σοσιαλισμού. ’Αφού ύποστηρ(ξατε τί
είναι άδύνατον νά συμβεί, άφήστε με νά σάς άποδείξω τί είναι άναπόφευχτο. Είναι άναπόφευχτη ή έξαφάνιση, δχι μόνον ή δική
σας, τών μικρών κεφαλαιούχων, άλλά καί τών μεγάλων καπιταλι­
στών καί τών Ιδιων τών τράστ. Μή ξεχνάτε, τό ρεύμα τής έξέλιξης
δέ γυρίζει πίσω. Συνεχίζει νά κυλάει πρός τά μπρός, άπό τόν άνταγωνισμό στό συνεταιρισμό, άπό τό μικρό συνεταιρισμό στό με­
γάλο, άπό τό μεγάλο στόν κολοσσιαίο συνασπισμό κι άπό κεί τό
ρεύμα τρέχει πρός τό σοσιαλισμό, πού είναι ό πιό έκτεταμένος
συνδυασμός άπ’ δλους τοϋς άλλους.
«Μοϋ λέτε δτι όνειρεύομαι. Πολϋ καλά! Θά σάς έκθέσω μέ άριθμοϋς τό όνειρό μου. Σάς προκαλώ έκ τών προτέρων νά μοϋ άποδείξετε δτι οΐ λογαριασμοί μου είναι λανθασμένοι. Θά σάς άναπτύξω τό άναπόφευχτο τής πτώσης τοϋ καπιταλιστικού συστήμα­
τος καί θά σάς άποδείξω μέ άριθμοϋς τά αΓτια τής πτώσης του.
’Εμπρός λοιπόν καί κάνετε λίγη υπομονή άν ή άρχή μου σάς φα­
νεί ότι είναι έκτός θέματος.
« Ά ς έξετάσουμε πρώτα άπ’ όλα τήν πορεία μιάς είδικής βιο­
μηχανίας καί παρακαλώ νά μή διστάσετε νά μέ διακόψετε, άν δέν
συμφωνείτε σέ κάτι άπ’ αύτά ποϋ θά πώ. Ά ς πάρουμε γιά παρά­
δειγμα ένα έργοστάσιο ϋποδημάτων. Αύτό τό έργοστάσιο άγοράζει δέρμα καί τό μετατρέπει σέ παπούτσια. Ά ς ύποθέσουμε ότι άγοράζει δέρμα γιά έκατό δολλάρια κι δτι παράγει παπούτσια ά125

ξ(ας διακοσίων δολλαρίων. Τ( συνέβη; Έκατδ δολλάρια προστέ­
θηκαν στήν άξΙα τοϋ δέρματος. Ά ς δοϋμε πώς γίνεται αύτό.
«Κεφάλαιο καί έργασία αύξησαν τά έκατό δολλάρια. Τδ κε­
φάλαιο προμήθευσε τό έργοστάσιο, τΙς μηχανές καί πλήρωσε ό­
λα τά έξοδα. Τά έργατικά χέρια προμήθευσαν τήν έργασ(α. Μέ
τήν κοινή προσπάθεια κεφαλαίου καί έργασίας προστέθηκε άξΙα
έκατό δολλαρίων. Συμφωνείτε δλοι μέχρι έδώ;»
Τά κεφάλια γύρω άπό τό τραπέζι κουνήθηκαν καταφατικά.
«Τό κεφάλαιο καί ή έργασ(α, άφού παρήγαγαν αύτά τά έκατό
δολλάρια, προχωρούν τώρα στή μοιρασιά τους. 01 στατιστικές γι’
αύτού τού είδους τή μοιρασιά είναι άρκετά περίπλοκες. Ά λλά γιά
νά άπλοποιήσουμε κάπως τά πράγματα θά άρκεστούμε σέ παρα­
πλήσιους άριθμοϋς κι άς δεχτούμε ότι τό κεφάλαιο παίρνει πε­
νήντα δολλάρια στό μερίδιό του καί ή έργασία δέχεται γιά μερο­
κάματα τά άλλα πενήντα. Δέ θά τσακωθούμε τώρα γι’ αύτή τή μοιρασιά(1). Ό σ α παζάρια κι άν γίνονται πάνω σ’ αύτό τό θέμα, κάποια στιγμή έπέρχεται συμφωνία στό ποσοστό. Σημειώστε δτι αύ­
τό ποϋ Ισχύει γιά μιά βιομηνανία, Ισχύει γιά δλες τΙς άλλες. Σύμ­
φωνοι^.
Ό λ ο ι δεΐξαν δτι συμφωνούν μέ τόν Έρνεστ.
«"Ας ύποθέσουμε τώρα δτι ή έργασία, άφού πήρε αύτά τά πε­
νήντα δολλάρια θέλει νά τά δώσει πίσω γιά παπούτσια, θ ά μπο­
ρέσει ν’ άγοράσει παπούτσια πού θά κοστίζουν μόνο πενήντα
δολλάρια. Γίνομαι σαφής;
« Ά ς περάσουμε τώρα άπ’ αύτό τό μερικό προτσές στό σύνο­
λο τού βιομηχανικού προτσές τών Ενωμένων Πολιτειών ποϋ πε­
ριλαμβάνει τό δέρμα γιά τό όποιο μιλήσαμε, τΙς πρώτες ύλες, τΙς
μεταφορές, τΙς πωλήσεις, τό κάθε τι. "Ας πούμε μέ στρογγυλούς
άριθμούς, δτι ή έτήσια συνολική παραγωγή τών 'Ενωμένων Πολι­
τειών φτάνει τά τέσσερα δισεκατομμύρια δολλάρια. Ή έργασία
δέχεται έπομένως σέ μεροκάματα τήν Ιδια χρονική περίοδο δύο
δισεκατομμύρια δολλάρια. Έ χουν παραχθεί προϊόντα ποϋ άξί1. Έδώ 6 Έβερχαρντ δείχνει καθαρά τήν αΐτ(α δλων τών έργατικών τα­
ραχών έκείνης τής έποχής. Στή μοιρασιά τοϋ κοινού προϊόντος, τό κεφά­
λαιο ήθελε τά περισσότερα άλλά καί ή έργασία προσπαθούσε νά πάρει δ­
σο τό δυνατόν πιό πολλά. Ή διαμάχη αύτή ήταν άνείρηνευτη. Γιά όσο και­
ρό ύπήρχε τό καπιταλιστικό σύστημα ή έργασία καί τό κεφάλαιο συνέχι­
ζαν νά παλεύουν γιά τή μοιρασιά τού κοινού προϊόντος. Τό πράγμα σήμε­
ρα μάς φαίνεται γελοίο, άλλά δέν πρέπει νά ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε έφτά αΙώνες μπροστά άπ’ αύτούς ποϋ ζήσαν τότε.

126

ζουν τέσσερα δισ. δολ. Πόσα προϊόντα μπορεϊ ν’ άγοράσει ή έρ­
γασία; Όσα άξίζουν δύο δισ. δολλάρια. Είμαι βέβαιος δτι έδώ δέ
χωράει καμιά συζήτηση. Τά ποσοστά πού δίνω είναι πολύ άπλόχερα, γιατί μέ χίλια δυό τεχνάσματα οΐ καπιταλιστές δέν δίνουν τό­
σα στοϋς έργαζόμενους, ώστε νά μπορούν ν’ άγοράσουν τό μισό
τής συνολικής παραγωγής.
«Ά λλά άς δεχτούμε δτι ή έργασία ξαναγοράζει προϊόντα γιά
δύο δισ. Είναι φανερό δτι ή έργασία μπορεϊ νά καταναλώσει μόνο
δύο δισ. Μένουν άκόμα προϊόντα πού στοιχίζουν δύο δισ. καί πού
ή έργασία δέν μπορεϊ ν’ άγοράσει ούτε νά καταναλώσει.
— Ή έργασία δέν καταναλώνει ούτε αύτά τά δύο δισ. δήλω­
σε ό κ. Κόβαλτ. Ά ν συνέβαινε κάτι τέτοιο δέ θά ύπήρχαν κατα­
θέσεις στίς τράπεζες.
— 01 καταθέσεις στίς τράπεζες άπό τούς έργαζόμενους είναι
μιά άποταμίευση πού καταναλώνεται σχεδόν άμέσως. Πρόκειται
γιά μερικές οίκονομίες πού βάζει κανείς στήν πάντα γιά τά γηρα­
τειά, τΙς άρρώστιες, τά δυστυχήματα, τά έξοδα κηδείας. 01 τραπε­
ζικές καταθέσεις είναι ή μπουκιά τό ψωμί πού βάζει κανείς στό
ράφι γιά νά τό φάει τήν άλλη μέρα. "Οχι, ή έργασία καταναλώνει
τό σύνολο τών προϊόντων πού μπορεϊ νά ξαναγοράσει μέ τό με­
ροκάματο.
«Στό κεφάλαιο μένουν δυό δισεκατομμύρια. Αφού πληρώσει
τά έξοδά του, καταναλώνει τά ύπόλοιπα; Τό κεφάλαιο καταναλώ­
νει τά δυό του δισεκατομμύρια;
Ό "Ερνεστ σταμάτησε κι έθεσε καθαρά τήν έρώτηση σέ μερι­
κούς άπό τούς καλεσμένους. Αύτοί κούνησαν τό κεφάλι.
— Δέν ξέρω, άπάντησε είλικρινά ένας άπ’ αύτούς.
— Καί δμως ξέρετε, συνέχισε ό "Ερνεστ. Σταματήστε καί σκεφτεϊτε γιά λίγο. ’Εάν τό κεφάλαιο κατανάλωνε όλόκληρο τό μερί­
διό του δέ θά μπορούσε ν’ αύξάνει, θά έμενε σταθερό. ’Εάν ρίξετε
μιά ματιά στήν οίκονομική Ιστορία τών 'Ενωμένων Πολιτειών θά
δείτε δτι τό συνολικό ποσό τού κεφαλαίου δέ σταμάτησε ν’ αύξάνει. 'Επομένως τό κεφάλαιο δέν καταναλώνει τό μερίδιό του. θ υ ­
μάστε τήν έποχή πού ή Α γγλία κατείχε ένα σωρό δμολογίες τών
σιδηροδρόμων μας; Καθώς τά χρόνια περνούσαν ξαναγοράσαμε
πάλι αύτές τΙς δμολογίες. Τί σημαίνει αύτό; Ό τ ι τό μερίδιο τού
κεφαλαίου πού δέν καταναλώθηκε ξαναγόρασε τΙς δμολογίες. Τί
μάς λέει τδ γεγονός δτι σήμερα οί καπιταλιστές τών 'Ενωμένων
Πολιτειών κατέχουν έκατοντάδες έκατομμύρια δολλάρια σέ δμο127

λογίες μεξικανικές, ρωσικές, Ιταλικές, έλληνικές; Μάς λέει δτι αύ­
τές οί έκατοντάδες κι έκατοντάδες έκατομμύρια είναι ένα κομμά­
τι άπδ τά μερίδιο τού κεφάλαιου ποϋ δέν καταναλώθηκε. Τδ κεφά­
λαιο δέν κατανάλωσε ποτέ τδ μερίδιό του άπ’ τήν άρχή άρχή τού
καπιταλιστικού συστήματος.
«Καί τώρα φτάσαμε στό κρίσιμο σημείο. 'Η παραγωγή τών Ε ­
νωμένων Πολιτειών άνέρχεται σέ 4 δισ. δολ. Ή έργασία άγοράζει
καί καταναλώνει γιά δύο δισ. Τό κεφάλαιο δέν καταναλώνει τά ύπόλοιπα δύο δισ. Υπάρχει ένα μεγάλο πλεόνασμα ποϋ παραμένει
άκέραιο. Τ( γίνεται αύτό τό πλεόνασμα; Τ( μπορεΐ νά γίνει μ’ αύτό;
Ή έργασία δέν μπορεΐ νά καταναλώσει τίποτα άπ’ αύτό γιατί έχει
ξοδέψει όλα της τά μεροκάματα. Τό κεφάλαιο δέν μπορεΐ νά έξαντλήσει αύτό τό πλεόνασμα γιατί, σύμφωνα μέ τή φύση του, έχει ή­
δη καταναλώσει όσο μπορούσε. Καί τό πλεόνασμα παραμένει. ΤΙ
μπορεΐ νά γίνει μ’ αύτό; Τί γίνεται μ’ αύτό;
— Τό πουλούν στό έξωτερικό, είπε δ κ. Κόβαλτ αύθόρμητα.
— Μάλιστα αύτό είναι, συμφώνησε ό "Ερνεστ. Αύτό τό πλεό­
νασμα δημιουργεί τήν άνάγκη γιά άγορά στό έξωτερικό. Τό πλεό­
νασμα λοιπόν πουλιέται στό έξωτερικό. Πρέπει νά πουληθεί στό
έξωτερικό. Δέν ύπάρχει άλλος τρόπος ν’ άπαλλαγούμε άπ’ αύτό.
Καί αύτό τό πλεόνασμα ποϋ δέν καταναλώνεται καί πουλιέται στό
έξωτερικό, άποτελεΐ αύτό ποϋ όνομάζουμε έμπορικό Ισοζύγιο καί
πού είναι βέβαια εύνοϊκό γιά μάς. Συμφωνούμε δλοι μέχρι έδώ;
— Άποτελεΐ άσφαλώς χάσιμο χρόνου ή άνάπτυξη τής άλφαβήτα τού έμπορίου, είπε ό κ. Κάλβιν μέ κάποια δηκτικότητα. Τήν
ξέρουμε όλοι άπ’ έξω.
— ’Εάν έπέμεινα τόσο πολύ σ’ αύτή τήν άλφαβήτα είναι γιατί
μ’ αύτή θά σάς άποστομώσω, άπάντησε ό "Ερνεστ. ’Εδώ βρίσκε­
ται τό ένδιαφέρον τού πράγματος. Καί θά σάς άποστομώσω τώρα
άμέσως. Προχωρούμε λοιπόν.
«01 'Ενωμένες Πολιτείες είναι μιά καπιταλιστική χώρα ποϋ έ­
χει άναπτύξει τΙς πλουτοπαραγωγικές πηγές της. Σύμφωνα μέ τό
βιομηχανικό καπιταλιστικό της σύστημα, έχει ένα πλεόνασμα ά­
πό τό όποιο πρέπει ν’ άπαλλαγεΐ καί γιά ν’ άπαλλαγεΐ πρέπει νά
τό διαθέσει στό έξωτερικό·21. Ό ,τι Ισχύει γιά τΙς 'Ενωμένες Πολι2. Ό Θεόδωρος Ροϋσβελτ, πρόεδρος τών Ενωμένων Πολιτειών, μερι­
κό χρόνια πρίν όπ’ αύτή τήν έποχή, έκανε τήν πάρα κάτω δήλωση: «Χρειά­
ζεται μιά πιό φιλελεύθερη καί πιό έκτεταμένη άμοιβαιότητα στήν άγορά

128

τεϊες, Ισχύει καί γιά χΐς άλλες άνεπτυγμένες καπιταλιστικές χώ­
ρες. Κάθε μιά άπ’ αύτές τΙς χώρες διαθέτει ένα πλεόνασμα. Μή
ξεχνάτε ότι έχουν πραγματοποιήσει κι δλας τΙς έμπορικές άνταλλαγές μεταξύ τους κι ότι αύτά τά πλεονάσματα παραμένουν δια­
θέσιμα. Ή έργασία σ’ όλες αύτές τΙς χώρες έχει ξοδέψει δλα της
τά μεροκάματα καί δέν μπορεϊ ν’ άγοράσει τίποτα άπ’ τό πλεόνα­
σμα. Τό κεφάλαιο σ’ δλες αύτές τΙς χώρες έχει καταναλώσει κι
αύτό όσο τού έπιτρέπει ή φύση του. Καί τά πλεονάσματα παραμέ­
νουν. Δέν μπορούν νά τά διαθέσουν ό ένας στόν άλλον. Πώς θ’ άπαλλαγούν άπ’ αύτά;

Πουλώντας τα στίς χώρες ποϋ δέν έχουν άκόμα άναπτύξει
τΙς πλουτοπαραγωγικές τους πηγές, συμπέρανε ό κ. Κόβαλτ.
— Περίφημα. Τό βλέπετε, δ συλλογισμός μου είναι τόσο άπλός καί καθαρός ποϋ τό συμπέρασμα έρχεται μόνο του στό μυα­
λό σας. Καί τώρα άς κάνουμε τό έπόμενο βήμα. "Ας ϋποθέσουμε
δτι οΐ Ενωμένες Πολιτείες διαθέτουν τό πλεόνασμά τους σέ μιά
χώρα ποϋ δέν έχει άναπτύξει τΙς πλουτοπαραγωγικές πηγές της,
στή Βραζιλία άς ποϋμε. Μή ξεχνάτε δτι αύτό τό πλεόνασμα είναι
έξω καί πέρα άπό τό έμπορικό Ισοζύγιο άφού τά έμπορεύματα έ­
χουν πλέον καταναλωθεί. Τί θά πάρουν οΐ Ενωμένες Πολιτείες
σέ άντάλλαγμα άπό τή Βραζιλία;
— Χρυσάφι, είπε ό κ. Κόβαλτ.
— ΝαΙ άλλά τό χρυσάφι ύπάρχει σέ μιά περιορισμένη ποσό­
τητα στόν κόσμο, παρατήρησε ό Έρνεστ.
— Χρυσάφι μέ τή μορφή ένέχυρων, όμολογιών καί άλλα τέ­
τοια παρόμοια, έπανόρθωσε ό κ. Κόβαλτ.
— Αύτή τή φορά τό πετύχατε, είπε ό Έρνεστ. 01 Ενωμένες
Πολιτείες θά πάρουν άπό τή Βραζιλία σέ άντάλλαγμα τού πλεονάσματός τους όμολογίες καί ένέχυρα. Καί τί σημαίνει αύτό; Ση­
μαίνει ότι οΐ Ενωμένες Πολιτείες θά γίνουν κάτοχοι τών σιδηρο­
καΐ τήν πώληση τών προϊόντων, ώστε νά μπορέσουμε νά διαθέσουμε κα­
τά τρόπο Ικανοποιητικό στό έξωτερικό, τό πλεόνασμα τής παραγωγής
τών 'Ενωμένων Πολιτειών». Φυσικά τό πλεόνασμα στό όποιο άναφέρεται
ήταν τά κέρδη τοϋ καπιταλιστικού συστήματος, πέρα καί πάνω άπό τό δυ­
ναμικό τών καπιταλιστών νά τά καταναλώσουν. Τήν Ιδια έποχή ό γερου­
σιαστής Mark Hanna έλεγε: «Ή έτήσια παραγωγή άγαθών στίς 'Ενωμέ­
νες Πολιτείες είναι κατά τό ένα τρίτο άνώτερη άπό τήν κατανάλωση». Έ ­
πίσης ένας άλλος γερουσιαστής ό Chauncey Depew έλεγε: «Ό άμερικάνικος λαός παράγει κάθε χρόνο άγαθά άξίας δυό δισεκατομμυρίων πε­
ρισσότερα άπ’ αύτά πού μπορεϊ νά καταναλώσει».

129

δρόμων, τών έργοστασίων, τών όρυχείων καί τής γής τής Βραζι­
λίας. Καί τ( συμπέρασμα βγαίνει άπ’ αύτό;
Ό κ. Κόβαλτ έμεινε σκεφτικός καί κούνησε τό κεφάλι του.
«θά σάς τό πώ έγώ, συνέχισε ό Έρνεστ. Βγαίνει τό συμπέ­
ρασμα δτι οί πλουτοπαραγωγικές πηγές τής Βραζιλίας θά άναπτυχθούν. Καί τώρα τό έπόμενο βήμα. "Οταν ή Βραζιλία θά άναπτυχθεΐ κάτω άπό τό καπιταλιστικό σύστημα, θ’ άποκτήσει κι αύ­
τή ένα πλεόνασμα πού δέ θά καταναλώνεται, θ ά μπορεϊ νά τό
διαθέσει στίς Ενωμένες Πολιτείες; ’Ασφαλώς δχι γιατί οΐ Ενωμέ­
νες Πολιτείες έχουν τό δικό τους πλεόνασμα, θ ά μπορούν οί Ε ­
νωμένες Πολιτείες νά ένεργήσουν δπως προηγουμένως καί νά
διαθέσουν τό πλεόνασμά τους στή Βραζιλία; Ό χ ι γιατί ή Βραζι­
λία έχει τώρα κι αύτή πλεόνασμα.
«Τί γίνεται λοιπόν; 01 Ενωμένες Πολιτείες καί ή Βραζιλία
πρέπει καί οί δυό νά βρούν διέξοδο γιά τό πλεόνασμά τους σέ άλλές χώρες πού δέν έχουν άναπτυχθεί. Ά λ λ ά σύμφωνα μ’ αύτό τό
προτσές κι αύτές οί χώρες θ’ άναπτυχθούν μέ τή σειρά τους. Σύν­
τομα θά έχουν πλεόνασμα καί θ’ άναζητοϋν άλλες χώρες γιά νά
τό διαθέσουν. Τώρα, κύριοι, παρακολουθεϊστε με προσεχτικά. Ό
πλανήτης μας είναι περιορισμένος. 01 χώρες πού ύπάρχουν στόν
κόσμο δέν είναι τόσο πολλές. Τί θά συμβεϊ δταν κάθε χώρα άκόμα
καί ή πιό μικρή μείνει μέ τό πλεόνασμα στό χέρι νά κοιτάζει τΙς
άλλες χώρες νά κρατούν κι αύτές τό δικό τους;»
Σταμάτησε καί κύτταξε τούς άκροατές του. Ή ταν διασκεδαστικό νά βλέπεις τήν άμηχανία στά πρόσωπά τους. Τά πρόσωπα
δμως αύτά δείχναν κι άνησυχία. Μέσα άπό άφαιρέσεις ό Έρνεστ
τούς είχε δείξει ένα δραμα καί τούς είχε κάνει νά τό δοϋν. Καθι­
σμένοι έκεΐ μέσα διέκριναν τό δραμα πού τούς προκαλοϋσε φόβο.
«Αρχίσαμε άπό τό ΑΒΓ κ. Κάλβιν, είπε ό Έρνεστ πονηρά.
Τώρα θά σάς δώσω τό ϋπόλοιπο τής Αλφαβήτας. Είναι πολύ άπλό. Αύτή είναι ή όμορφιά του. Έ χετε άσφαλώς τήν άπάντηση
στά χείλη. Λοιπόν τί θά γίνει δταν κάθε χώρα θά έχει τό πλεόνα­
σμά της; Τί θά γίνει τότε μέ τό καπιταλιστικό σας σύστημα;
Ά λ λ ά ό κ. Κάλβιν κουνούσε τό κεφάλι του μέ περισυλλογή.
Έ ψαχνε νά βρεϊ κάποιο λάθος στό συλλογισμό τού Έρνεστ.
« Ά ς διασχίσουμε πάλι μαζί καί σύντομα τό πεδίο πού διατρέξαμε, είπε ό Έρνεστ. Αρχίσαμε μέ τό προτσές πού θ’ άκολουθήσει μιά όποιαδήποτε βιομηχανία, άς πούμε μιά βιομηχανία ύποδημάτων. Βρήκαμε δτι ή μοιρασιά πού έφαρμόστηκε σ’ αύτό τό
130

συγκεκριμένο έργοστάσιο πάνω στά προϊόν πού είχε ύποστεϊ κοι­
νή έπεξεργασία είναι ή Ιδια πού έφαρμόζεται πάνω στό συνολικό
ποσόν τής βιομηχανικής παραγωγής. Είδαμε τ( ποσότητα άπ’ αύ­
τό τό προϊόν μπορεΐ ν’ άγοράσει ή έργασία μέ τά μεροκάματα ποϋ
διαθέτει καί πώς τδ κεφάλαιο δέν καταναλώνει τό υπόλοιπο αύ­
τοϋ τοϋ προϊόντος. Είδαμε άκόμα δτι ή έργασία έχει καταναλώσει
όσα τής έπιτρέπουν τά μεροκάματα καί δταν τό κεφάλαιο έχει κα­
ταναλώσει δσα χρειάζεται, μένει άκόμα ένα διαθέσιμο πλεόνα­
σμα. Συμφωνήσαμε δτι αύτό τό πλεόνασμα μπορεΐ νά διατεθεί μό­
νο στό έξωτερικό. Συμφωνήσαμε έπίσης δτι ή διάθεση αύτοϋ τού
πλεονάσματος σέ μιά άλλη χώρα έχει σάν άποτέλεσμα τήν άνάπτυξη αύτής τής χώρας σέ σημείο τέτοιο, ποϋ κι αύτή σέ λίγο και­
ρό θάχει πλεόνασμα ποϋ θά πρέπει νά τό διαθέσει. ’Επεκτείναμε
αύτό τό προτσές σέ δλες τΙς χώρες τοϋ πλανήτη, έτσι ώστε κάθε
χώρα νά παράγει κάθε χρόνο, κάθε μέρα ένα πλεόνασμα πού δέν
μπορεΐ νά καταναλώσει καί πού δέν μπορεΐ πιά νά διαθέσει σέ κα­
μιά άλλη χώρα. Καί τώρα σάς ρωτώ άλλη μιά φορά. Τί θά κάνουμε
μ’ αύτά τά πλεονάσματα;
Κι αύτή τή φορά δέν άπάντησε κανείς.
— ’ Εσείς κ. Κάλβιν; τόν προκάλεσε ό Έρνεστ.
— Είναι πάνω άπό τΙς δυνάμεις μου, δμολόγησε ό κ. Κάλβιν.
— Ποτέ δέ σκέφτηκα ένα τέτοιο πράγμα, είπε ό κ. Άσμούνσεν. Κι δμως είναι τόσο καθαρό σάν νά είναι τυπωμένο στό χαρτί.
Ή ταν ή πρώτη φορά ποϋ άκουγα ν’ άναπτύσουν τή θεωρία
τής ϋπεραξίας τοϋ Κάρλ Μάρξ(3) καί δ Έρνεστ τό είχε κάνει τόσο
άπλά ποϋ κι έγώ ή Ιδια βρέθηκα σέ δύσκολη θέση κι ένοιωθα άνίκανη ν’ άπαντήσω.
— θ ά σάς πώ ένα τρόπο γιά ν’ άπαλλαγεΐτε άπό τδ πλεόνα­
σμα, είπε ό Έρνεστ. Πετάχτε το στή θάλασσα. Πετάχτε στή θά­
λασσα κάθε χρόνο έκατοντάδες έκατομμύρια δολλάρια δσο άξίζουν δηλαδή παπούτσια, ρούχα, στάρι κι δτι άλλο έμπορεύσιμο
προϊόν. Δέ θά μπορούσε νά τακτοποιηθεί έτσι αύτό τό ζήτημα;
3. Κάρλ Μάρξ, ά μεγάλος πνευματικός ήρωας τοϋ σοσιαλισμού, ήταν Ε­
νας Γερμανάς 'Εβραίος πού έζησε στά 19ο αίώνα, σύγχρονος τοϋ
Στιούαρτ Μίλλ. Μάς φαίνεται άπίστευτο δτι μετά τήν διατύπωση τών οι­
κονομικών του άνακαλύψεων, ά Μάρξ γιά πολλές γενιές χλευάστηκε άπά
τούς στοχαστές καί τοϋς λόγιους τοϋς πλέον καθιερωμένους στάν κό­
σμο. ’Εξ αΙτΙας τών άνακαλύψεων του διώχτηκε άπά τήν πατρική γή καί
πέθανε έξόριστος στήν ’Αγγλία.

131

— ’Ασφαλώς καί θά έτακτοποιεϊτο, άπάντησε ό κ. Κάλβιν.
’Αλλά είναι παράλογο νά μιλάτε σεις κατ’ αύτό τόν τρόπο.
Ό Έρνεστ έπεσε πάνω του σάν κεραυνός.

ΕΙσθε λιγότερο παράλογος έσεϊς, κύριε καταστροφέα τών
μηχανών πού συμβουλεύετε τήν έπιστροφή στίς προκατακλισμιαϊες μεθόδους τών προπάπων σας; Τί προτείνετε γιά ν’ άπαλλαγοϋμε άπό τό πλεόνασμα; θ ά μπορούσατε ν’ άποφύγετε τό
πρόβλημα τού πλεονάσματος μέ τό νά μήν παράγετε πλεόνασμα.
Καί τί προτείνετε γιά τήν άποφυγή τής παραγωγής πλεονάσμα­
τος; Τήν έπιστροφή σέ μιά πρωτόγονη μέθοδο παραγωγής, τόσο
άκαθόριστης, άνοργάνωτης καί παράλογης τόσο χρονοβόρας καί
δαπανηρής πού θά ήταν άδύνατο νά παραχθεϊ όποιοδήποτε πλε­
όνασμα.
Ό κ. Κάλβιν κατάπιε τό σάλιο του. Ή αΙχμή τοϋ δόρατος είχε
βρει τό στόχο. Ξανακατάπιε τό σάλιο του καί ξερόβηξε νά καθαρί­
σει τό λαιμό του.
— Έ χετε δίκιο, είπε. Μέ πείσατε, είναι παράλογο. Ά λ λ ά κάτι
πρέπει νά κάνουμε. Γιά μάς, τή μεσαία τάξη, είναι ζήτημα ζωής
καί θανάτου. Άρνούμεθα νά δεχτούμε τήν έξαφάνισή μας. Προτι­
μούμε νάμαστε παράλογοι καί νά έπιστρέψουμε στίς μεθόδους
τών παπούδων μας πού είναι πράγματι χονδροειδείς καί δαπανη­
ρές. θ ά ξαναφέρουμε τή βιομηχανία στό στάδιο ποϋ βρισκόταν
πρίν άπό τά τράστ. θ ά σπάσουμε τΙς μηχανές. Καί σεις τί σκοπεύ­
ετε νά κάνετε γι’ αύτό;
— Μά δέν μπορεΐτε νά σπάσετε τΙς μηχανές, άπάντησε ό Έ ρ ­
νεστ. Δέν μπορεΐτε νά γυρίσετε πίσω τό ρεύμα τής έξέλιξης. Δυό
μεγάλες δυνάμεις στέκονται άπέναντι σας ποϋ ή κάθε μιά τους εί­
ναι πιό δυνατή άπό τή μεσαία τάξη. Τό μεγάλο κεφάλαιο, τά τρά­
στ μέ μιά λέξη, δέ θά σάς άφήσουν νά γυρίσετε πίσω. Δέ θέλουν
τήν καταστροφή τών μηχανών. Ά λ λ ά μεγαλύτερη καί Ισχυρότε­
ρη δύναμη άπό τά τράστ είναι ή έργασία. Δέ θά σάς άφήσει νά κα­
ταστρέφετε τΙς μηχανές. Γ ιατί κάθε Ιδιοκτησία πού ύπάρχει στόν
κόσμο, μαζί κι οΐ μηχανές, τή διεκδικοΰν δύο άντίπαλα στρατόπε­
δα, τά τράστ άπ’ τή μιά μεριά καί ή έργασία άπό τήν άλλη. Κανέ­
νας άπό τούς δύο αύτούς άντιπάλους δέ θέλει τήν καταστροφή
τών μηχανών, μόνο θέλει τήν κατοχή τους. Σ’ αύτή τή μάχη δέν ύπάρχει θέση γιά τή μεσαία τάξη. Ή μεσαία τάξη είναι ένας πυγ­
μαίος άνάμεσα σέ δύο γίγαντες. Δέ βλέπετε κακόμοιρη μεσαία
τάξη, ότι έχετε πιαστεί άνάμεσα σέ δυό μυλόπετρες ποϋ έχουν
άρχίσει κι δλας νά σάς άλέθουν;
132

«Σάς άπέδειξα μέ μαθηματικά τρόπο τήν άναπόφευχτη πτώ­
ση τού καπιταλιστικού συστήματος. Ό τα ν κάθε χώρα θά βρεθεί
μ’ Ενα πλεόνασμα στά χέρια πού δέ θά μπορεϊ ούτε νά τό κατανα­
λώσει ούτε νά τό πουλήσει, τό καπιταλιστικό σύστημα θά καταρεύσει κάτω άπό τήν τρομερή συσσώρευση κερδών πού τό Γδιο
θά έχει έπιτύχει. Ά λ λ ά έκείνη τήν ήμέρα δέ θά γίνει καμιά κατα­
στροφή τών μηχανών. Ή μάχη θά δοθεί γιά τήν άπόκτηση τών μη­
χανών. ’ Εάν νικήσει ή έργασία, ό δρόμος σας θά είναι εύκολος. 01
Ενωμένες Πολιτείες κι όλόκληρος ό κόσμος έξ άλλου θ’ άρχίσουν μιά νέα καί θαυμαστή έποχή. 01 μηχανές άντί νά συντρίβουν
τή ζωή θά τήν κάνουν πιό ώραία, πιό εύτυχισμένη, πιό άξιοπρεπή.
’Εσείς, μέλη τής μεσαίας τάξης πού θάχει έξαφανιστεϊ, χέρι χέρι
μέ τήν τάξη τών έργαζομένων — μόνον έργαζόμενοι θά ύπάρ­
χουν έκείνη τήν έποχή— θά συμμετάσχετε στή δίκαιη μοιρασιά
τών προϊόντων πού θά παράγουν αύτές οί ύπέροχες μηχανές. Καί
μεϊς δλοι μαζί, θά φτιάξουμε νέες κι άκόμα πιό ύπέροχες μηχα­
νές. Καί δέ θά μένει κανένα πλεόνασμα γιατί δέ θά ύπάρχουν κέρ­
δη».
— Κι άν ύποθέσουμε δτι στή μάχη γιά τήν κατάκτηση τών μη­
χανών κι δλου τού κόσμου νικήσουν τά τράστ; ρώτησε ό κ. Κόβαλτ.
— Τότε, άπάντησε ό "Ερνεστ, σείς καί ή έργασία κι δλοι μας
θά συνθλίβουμε κάτω άπό τή σιδερένια φτέρνα ένός δεσποτισμοϋ τόσο άδίσταχτου καί τρομερού πού θά βάψει κόκκινες τΙς
σελίδες τής άνθρώπινης Ιστορίας δσο κανένας άλλος δεσποτισμός. Ή Σιδερένια Φτέρνα14’, αύτό είναι τό όνομα πού ταιριάζει σ’
αύτό τό φοβερό δεσποτισμό.
"Εγινε μιά μακρυά σιωπή κι δλοι γύρω άπό τό τραπέζι πέσαν
σέ μιά άσυνήθιστη καί βαθειά περισυλλογή.
— Ά λ λ ά ό σοσιαλισμός είναι ένα όνειρο, είπε ό κ. Κάλβιν, καί
έπανέλαβε «ένα δνειρο».
— Τότε λοιπόν θά σάς δείξω κάτι πού δέν είναι δνειρο, άπάν­
τησε ό "Ερνεστ. Κι αύτό τό κάτι θά τό όνομάσω ’Ολιγαρχία. ’Εσείς
τό λέτε Πλουτοκρατία. Καί οί δυό μας έννοούμε τό Γδιο πράγμα,
τούς μεγάλους καπιταλιστές καί τά τράστ. Ά ς έξετάσουμε πού
βρίσκεται σήμερα ή έξουσία. Καί γιά νά τό καταφέρουμε αύτό άς
χωρίσουμε τήν κοινωνία στίς τάξεις πού τήν άποτελοϋν.
4. Είναι ή πρώτη φορά, άπ’ δσο γνωρίζουμε, πού χρησιπομοιήθηκε αύ­
τή ή λέξη γιά νά ύποδηλώσει τήν ’Ολιγαρχία.

133

«'Υπάρχουν τρεις μεγάλες κοινωνικές τάξεις. Πρώτα έρχε­
ται ή Πλουτοκρατία ποϋ τήν άποτελοϋν πλούσιοι τραπεζίτες, με­
γιστάνες τών σιδηροδρόμων, διευθυντές έταιριών καί μεγιστά­
νες τών τράστ. Μετά είναι ή μεσαία τάξη, ή τάξη σας, κύριοι, πού
περιλαμβάνει γαιοκτήμονες, έμπόρους, μικροβιομήχανους καί
Εργαζόμενους στά έλεύθερα έπαγγέλματα. Καί τρίτη καί τελευ­
ταία έρχεται ή τάξη μου, τδ προλεταριάτο, ποϋ άποτελεϊται άπά
ήμερομίσθιους έργάτες151.
«Δέν μπορεϊτε παρά νά συμφωνήσετε δτι σήμερα στίς 'Ενω­
μένες Πολιτείες αύτδς πού κατέχει τδν πλούτο, έχει ούσιαστικά
τήν έξουσία. Σέ τί ποσοστό αύτές οΐ τρεις τάξεις κατέχουν τόν
πλούτο; Νά οί άριθμοί. Ή Πλουτοκρατία κατέχει τά έξήντα έπτά
δισ. αύτοϋ τοϋ πλούτου. Σύμφωνα μέ τό συνολικό άριθμό τών άτόμων πού έξασκοϋν ένα έπάγγελμα στίς 'Ενωμένες Πολιτείες
μόνο τό 0,90% άνήκουν στήν Πλουτοκρατία. Ή Πλουτοκρατία δ­
μως κατέχει τό 70% τού συνολικού πλούτου. Ή μεσαία τάξη κα­
τέχει είκοσι τέσσερα δισ. Τό 29% τών άτόμων ποϋ άσκοϋν ένα έ­
πάγγελμα άνήκουν στή μεσαία τάξη καί καρπούνται τδ 25% τοϋ
συνολικού πλούτου. Μάς μένει τό προλεταριάτο. Κατέχει τέσσε­
ρα δισ. Τδ 70% τών έργαζομένων προέρχεται άπό τό προλετα­
ριάτο και τό προλεταριάτο κατέχει τό 4% τοϋ συνολικού πλού­
του. Στά χέρια ποιών βρίσκεται ή έξουσία, κύριοι;
— Σύμφωνα μέ τοϋς δικούς σας άριθμούς, έμεϊς τής μεσαίας
τάξης είμαστε πιό Ισχυροί άπό τήν έργασία, παρατήρησε ό κ. Άσμοϋνσεν.
— Μέ τό νά έπικαλεϊστε τήν άδυναμία μας δέ θά ξεπεράσετε
σέ δύναμη τήν Ισχύ τής Πλουτοκρατίας, τόν άντέκρουσε ό Έρνεστ. Ά λλω σ τε δέν τέλειωσα μαζί σας. Υ πάρχει μιά δύναμη πού εί­
ναι μεγαλύτερη άπδ τόν πλούτο κι είναι μεγαλύτερη γιατί δέν
μπορούν νά τής τήν πάρουν. Ή δύναμή μας, ή δύναμη τού προλε­
ταριάτου βρίσκεται στά μπράτσα μας, στά χέρια μας πού ψηφί­
ζουν στά δάχτυλά μας ποϋ πιέζουν τή σκανδάλη. Αύτή τή δύναμη
δέν μπορούν νά μάς τήν άφαιρέσουν. Είναι ή πρωταρχική δύνα­
5. Αύτός 6 χωρισμός τής κοινωνίας ποϋ κάνει 6 Έβερχαρντ συμφωνεί
μ’ αύτόν τού Luclen Sanial, πού ύπήρξε τήν έποχή έκείνη μιά αύθεντία
στή στατιστική. Σύμφωνα μέ τήν άπογραφή τού 1900 στίς Ενωμένες Πο­
λιτείες οί άριθμοί τών άτόμων ποϋ άνήκαν σ’ αύτοϋς τοϋς κοινωνικούς
διαχωρισμούς είναι οί παρακάτω: Τάξη τών πλουτοκρατών 250.251, Με­
σαία τάξη 8.429.845, Προλεταριάτο: 20.393.137.
134

μη, είναι ή δύναμη ποϋ είναι σύμφυτη μέ τήν Ιδια τή ζωή, είναι ή
δύναμη πού είναι δυνατότερη άπό τόν πλούτο καί ό πλούτος δέν
μπορεϊ νά τήν άρπάξει.
«'Η δύναμη όμως ή δική σας μπορεϊ νά άποσπαστεϊ, μπορούν
νά σάς τήν πάρουν. Αύτή τή στιγμή κι δλας ή Πλουτοκρατία έχει
άρχίσει νά τήν άρπάζει. Στό τέλος θά σάς τήν άφαιρέσει όλόκληρη. Καί τότε θά πάψετε νάσαστε ή μεσαία τάξη. Θά κατεβεΐτε σέ
μάς. Θά γίνετε προλετάριοι κι αύτό θάναι σπουδαίο γιατί θά προ­
στεθείτε στή δύναμή μας. Θά σάς καλωσορίσουμε σάν άδελφούς
καί θά πολεμήσουμε δίπλα δίπλα γιά τά δίκια τής άνθρωπότητας.
«Ή έργασία, βλέπετε, δέν έχει στήν κατοχή της τίποτα τό
χειροπιαστό ποϋ νά μπορούν νά τής τό πάρουν. Τό μερίδιό της
στόν έθνικό πλούτο άποτελεΐται άπό ρούχα καί έπιπλα καί σέ
σπάνιες περιπτώσεις έδώ κι έκεϊ άπό κανένα σπίτι όχι καί τόσο
φορτωμένο πράγματα. Σείς δμως κατέχετε ένα συγκεκριμένο με­
ρίδιο τού πλούτου, είκοσι τέσσερα δισ. καί ή Πλουτοκρατία θά
σάς τό πάρει. Φυσικά είναι πολύ πιθανό νά σάς τό πάρει πρώτο τό
προλεταριάτο. Δέ βλέπετε σέ τί κατάσταση βρίσκεστε κύριοι; Ή
μεσαία τάξη είναι ένα τρεμάμενο άρνάκι άνάμεσα στό λύκο καί
στή τίγρη. ’Εάν δέ σάς καταβροχθίσει ό ένας, ό άλλος θά τό κατα­
φέρει. Κι άν ή Πλουτοκρατία σάς άρπάξει πρώτη, τό Προλεταριά­
το θά κατασπαράξει τή Πλουτοκρατία μετά. Είναι ζήτημα χρόνου.
«’Ακόμα όμως κι ό τωρινός σας πλούτος δέν άποτελεΐ τό μέ­
τρο τής δύναμής σας. 'Η δύναμη ποϋ άπορρέει άπό τόν πλούτο
σας αύτή τή στιγμή είναι ένα άδειο κοχύλι. Γι αύτό ύψώνετε τήν
άδύνατη πολεμική κραυγούλα σας «Νά έπιστρέψουμε στίς μεθό­
δους τών πατέρων μας». Νοιώθετε τήν άδυναμία σας, ξέρετε ότι
τό κοχύλι είναι άδειο. Καί θά σάς δείξω τήν κενότητά του.
«Πόση δύναμη κατέχουν οΐ φάρμερς; Περισσότεροι άπό τό
50% βρίσκονται σέ κατάσταση δουλοπάροικου είτε γιατί μισθώ­
νουν τή γή τους, είτε γιατί ή δική τους είναι ύποθηκευμένη. Κι ό­
λοι αύτοί βρίσκονται κάτω άπό τό ζυγό τών τράστ γιατί αύτά κα­
τέχουν ή έλέγχουν — πράγμα πού είναι τό Ιδιο καί καλλίτερα
μάλιστα— κάθε μέσο ποϋ θά στείλει τή συγκομιδή στήν άγορά,
ψυγεία, σιδηροδρόμου^, γερανούς, ποταμόπλοια. Κι έπΐ πλέον τά
τράστ έλέγχουν τήν άγορά. Γιά όλους αύτούς τούς λόγους οΐ κτη­
ματίες είναι χωρίς δύναμη. "Οσο γιά τήν πολιτική καί κυβερνητι­
κή τους δύναμη θά τάφήσω γι άργότερα, όταν θά μιλήσω γιά τήν
πολιτική καί κυβερνητική δύναμη όλόκληρης τής μεσαίας τάξης.
135

«Μέρα μέ τή μέρα τά τράστ στίβουν τούς γαιοκτήμονες δπως
έστιψαν καί τόν κ. Κάλβιν καί δλους τούς άλλους γαλακτοπώλες.
Τό Ιδιο γίνεται μέρα μέ τή μέρα καί μέ τούς έμπόρους. Θυμάστε
πώς σέ διάστημα έξ μηνών, τό Τράστ τοϋ Καπνού ξήλωσε πάνω ά­
πό τετρακόσιους προμηθευτές τσιγάρων, μόνο στήν Πολιτεία τής
Νέας Ύόρκης; Πού είναι οΐ παλιοί ιδιοκτήτες γαιανθράκων; Τό ξέ­
ρετε καί δέ χρειάζεται νά σάς τό πώ, δτι σήμερα τό Τράστ τών Σι­
δηροδρόμων κατέχει ή έλέγχει δλα τά κοιτάσματα άνθρακίτη καί
λιθάνθρακα. Ή Στάνταρ Οϊλ(6) δέν είναι ό ιδιοκτήτης σέ καμιά ει­
κοσαριά θαλάσσιες γραμμές; Δέν έλέγχει άκόμα τό χαλκό γιά νά
μή μιλήσουμε γιά τό τράστ τών ύψικαμίνων πού τδχει ξεκινήσει
σά μιά δευτερεύουσα έπιχείρηση; 'Υπάρχουν χίλιες πόλεις στίς
'Ενωμένες Πολιτείες πού άπόψε βράδυ φωτίζονται άπό τις 'Εται­
ρίες πού κατέχει καί διευθύνει ή Στάνταρ Ό ϊλ κι ύπάρχουν άλλες
τόσες δπου δλα τά ήλεκτρικά μεταφορικά μέσα, έπίγεια, ύπέργεία καί ύπόγεια βρίσκονται στά χέρια τής Στάνταρ Ό ϊλ. Οί μι­
κροί καπιταλιστές πού κατείχαν άλλωστε αύτές τις χιλιάδες έπιχειρήσεις πήραν πόδι. Τό ξέρετε αύτό, έχετε κι έσείς άρχίσει νά
παίρνετε τόν Ιδιο δρόμο.
«Ό μικρός βιομήχανος είναι δπως ό φάρμερ γιατί μικροβιομήχανοι καί φάρμερς βρίσκονται σήμερα άπ’ δποια σκοπιά κι άν
τό δεις τό πράγμα κάτω άπό μιά φεουδαρχική ύποτέλεια. Και τό Ι­
διο μπορεϊ νά πεϊ κανείς γιά τούς έλεύθερους έπαγγελματίες καί
τούς καλλιτέχνες. Στήν έποχή μας άν άφαιρέσουμε τό όνομα, άποτελούν μέρος τοϋ δχλου κι δσο γιά τούς πολιτικούς αύτοί είναι
ύπερέτες. Γιατ( σείς κ. Κάλβιν περνάτε τίς μέρες σας καί τίς νύ­
χτες σας προσπαθώντας νά άργανώσετε τούς ιδιοκτήτες φάρμας
καί τήν ύπόλοιπη μεσαία τάξη σ’ ένα νέο πολιτικό κόμμα; Διότι οΐ
πολιτικοί τών παραδοσιακών κομμάτων δέ θέλουν νάχουν καμιά
σχέση μέ τΙς άταβιστικές σας ιδέες καί δέ θέλουν διότι, δπως εί­
πα, είναι ύπηρέτες, λακέδες τής Πλουτοκρατίας.
«Είπα δτι οΐ έλεύθεροι έπαγγελματίες άνήκουν στόν όχλο. Ti
άλλο κάνουν άκόμα; Ά π ό τόν πρώτο μέχρι τόν τελευταίο: καθη­
γητές, ίεροκύρηκες καί έκδότες στέκονται στίς θέσεις τους γιατί

6. Στάνταρ Οιλ καί Ροκφέλλερ. Βλέπε σημείωση σελ. 138.

136

ύπήρετούν τή Πλουτοκρατία καί ή δουλειά τους είναι νά διαδί­
δουν άκίνδυνες Ιδέες ή έγκώμια γιά τήν Πλουτοκρατία. Μόλις με­
ταδώσουν Ιδέες πού άπειλοϋν τήν Πλουτοκρατία χάνουν τή δου­
λειά τους καί τότε άν δέν έχουν βάλει κάτι στήν άρκη γιά τοϋς δύ­
σκολους καιρούς γίνονται προλετάριοι και ή φυτοζωούν ή γίνον­
ται άγκιτάτορες τής έργατικής τάξης. Καί μή ξεχνάτε δτι είναι δ
τύπος, ή καθηγητική έδρα καί τδ πανεπιστήμιο πού διαμορφώ­
νουν τήν κοινή γνώμη καί προσδιορίζουν τδ πνευματικό έπΙπεδο
τού έθνους. "Οσο γιά τούς καλλιτέχνες, αύτοΐ προάγουν άπλούστατα τά λ(γο ή πολύ εύτελή γούστα τής Πλουτοκρατίας.
«Ά λλά πέρα άπ’ αύτά, δ πλούτος δέν άποτελεΐ άπδ μόνος
του τή δύναμη, τήν πραγματική έξουσία. Είναι τό μέσον γιά νά
φτάσεις στήν έξουσία και ή έξουσία είναι θέμα κυβέρνησης.
Ποιός κυβερνάει σήμερα; Μήπως τό προλεταριάτο μέ τά είκοσι έκατομμύρια ποϋ άπασχολοϋνται σέ διάφορες δουλειές; Καί σείς
οί Γδιοι θά γελούσατε μ’ αύτή τήν Ιδέα. Μήπως ή μεσαία τάξη μέ
τά όκτώ έκατομμύρια ποϋ έξασκοϋν διάφορα έπαγγέλματα; Κυ­
βερνάει κι αύτή δσο καί τό προλεταριάτο. Ποιός λοιπόν έλέγχει
τήν Κυβέρνηση; Ή Πλουτοκρατία ποϋ τά έργαζόμενα μέλη της
δέ φτάνουν τό ένα τέταρτο τού έκατομμύριου. Ά λ λ ά ούτε κι αύτό
τό τέταρτο τοϋ έκατομμύριου έλέγχει τήν Κυβέρνηση άν καί προ­
σφέρει πολύτιμες ϋπερεσίες. Αύτός ποϋ κυβερνάει είναι δ έγκέφαλος τής Πλουτοκρατίας κι αύτό τόν έγκέφαλο τόν άποτελούν
έπτά(7) δλιγομελή καί Ισχυρά συγκροτήματα. Καί μή ξεχνάτε δτι
αύτά τά συγκροτήματα βαδίζουν οϋσιαστικά πρός μιά συνένωση.
«’ Επιτρέψτε μου νά σάς σκιαγραφήσω τή δύναμη πού έχει έ­
να άπ’ αύτά τά συγκροτήματα, τό συγκρότημα τών σιδηροδρό­
7. Μέχρι τό 1907 υπολόγιζαν ότι στή χώρα κυριαρχούσαν έντεκα μεγά­
λες έταιρίες. Ό άριθμός τους δμως μειώθηκε μετά τή συνένωση τών πέν­
τε έταιριών σιδηροδρόμων σ’ ένα καρτέλ δλων των σιδηροδρομικών
γραμμών. 01 πέντε έταιρίες πού ένώθηκαν καθώς καί οΐ οίκονομικοΐ καί
πολιτικοί τους σύμμαχοι είναι: 1) James Hill ποϋ έλεγχε τή Βόρειο-Δυτική
γραμμή. 2) Ή έταιρεία σιδηροδρόμων τής Πενσυλβάνια μέ οίκονομικό
διευθυντή τόν Schllf καί τΙς μεγάλες τραπεζικές φίρμες τής φιλαδέλ­
φειας καί τής Νέας Ύόρκης. 3) Ό Harrlman μέ νομικό σύμβουλο τόν
Frank καί τόν Ondel σάν πολιτικό σύμβουλο, ποϋ διεύθυνε τΙς γραμμές
τοϋ ήπειρωτικοϋ κέντρου καί τής Νοτιοδυτικής καί Νότιας ’Ακτής τοϋ Ει­
ρηνικού. 4) Τά δικαιώματα έπΐ τών σιδηροδρόμων τής οικογένειας Gould.
5) 01 Morse Reid καί Leeds γνωστοί κάτω άπό τήν όνομασία Rock-lsland
Crowd. Αύτοΐ ol Ισχυροί όλιγάρχες έγκατέλειψαν τή διαμάχη τού άνταγωνισμού κι άκολούθησαν τήν όδό πού καταλήγει άναπόφευχτα στή συνέ­
νωση.

137

μων. Χρησιμοποιεί σαράντα χιλιάδες δικηγόρους γιά νά μπορεϊ
νά κερδίζει τΙς δίκες σέ βάρος τοϋ λαού. ’ Εκδίδει άμέτρητα είσιτήρια έλευθέρας γιά τούς δικαστές, τραπεζίτες, έκδότες, ύπουργούς, μέλη τών πανεπιστημίων, τής νομοθετικής έξουσίας τών
Πολιτειών καί τοϋ Κογκρέσσου. Διατηρεί πολυτελείς έστίες, τά
λόμπυ,·81 σέ κάθε πρωτεύουσα Πολιτείας καί στήν πρωτεύουσα
τού έθνους καί διαθέτει σέ όλες τΙς μεγάλες καί μικρές πόλεις έ­
να τεράστιο στρατό άπό δικηγορίσκους καί μικροπολιτικάντηδες
ποϋ ή δουλειά τους είναι νά παρευρίσκονται στις προκριματικές
έκλογές, νά παραγεμίζουν τά συνέδρια τών κομμάτων, νά τά κά­
νουν πλακάκια μέ τούς ένόρκους, νά δωροδοκούν τούς δικαστές
καί γενικά νά έργάζονται μέ κάθε τρόπο γιά τά συμφέροντα τού
συγκροτήματος·®1.
«Κύριοι, σάς έδωσα μόνο μιά μικρή εΙκόνα τής δύναμης ποϋ
διαθέτει ένα άπό τά συγκροτήματα πού άποτελούν τόν έγκέφαλο
τής Πλουτοκρατίας·101. Τά είκοσι τέσσερα δισ. τοϋ πλούτου σας
8. Λόμπυ ένας Ιδιαίτερος θεσμδς πού είχε σκοπό νό διαφθείρει καί νά
έκφοβίσει τούς νομοθέτες ποϋ ύποτίθεται δτι άντιπροσώπευαν τά συμφέ­
ροντα τοϋ λαού.
9. Καμιά δεκαριά χρόνια πρίν τό λόγο τοϋ "Εβερχαντ, τό ’Εμπορικό Έπιμεληρήριο τής Νέας-Ύόρκης είχε δημοσιεύσει μιά έκθεση άπ’ τήν όπο(α άναφέρουμε τά πάρα κάτω: «01 σιδηρόδρομοι έλέγχουν άπόλυτα τή
νομοθεσία τών περισσότερων Πολιτειών. ’Ανεβάζουν καί κατεβάζουν γε­
ρουσιαστές, βουλευτές καί κυβερνήτες καί είναι πραγματικοί δικτάτορες
στήν κυβερνητική πολιτική τών 'Ενωμένων Πολιτειών».
10. Ό Ροκφέλλερ ξεκίνησε σά μέλος τοϋ προλεταριάτου καί μέ οίκονομΐες καί πονηριά κατόρθωσε νά όργανώσει τό πρώτο τέλειο τράστ, αύτό
ποϋ είναι γνωστό μέ τό δνομα Στάνταρ Ό !λ. Δέ μποροϋμε νά μήν άναφερθοϋμε στήν άξιοσημείωτη σελίδα τής Ιστορίας έκείνης τής έποχής,
γιά νά δείξουμε, πόσο ή άνάγκη γιά έπένδυση τοϋ πλεονάσματος τής
Στάνταρ Ό ΐλ συνέτριψε μικροϋς καπιταλιστές καί έπέσπευσε τήν πτώση
τοϋ καπιταλιστικού συστήματος. Ό David Graham Phillips ήταν ένας ρι­
ζοσπάστης συγγραφέας έκείνης τής έπχής καί τό κείμεντο ποϋ άκολουθεΐ τό δανειστήκαμε άπό ένα άρθρο του ποϋ δημοσιεύτηκε στή Saterday
Evening Post στίς 4 ’Οκτωβρίου 1902. Αύτό είναι τό μοναδικό άντίτυπο
αύτής τής έφημερίδας ποϋ έφτασε ώς έμάς. Ά π ό τό σχήμα του καί τό πε­
ριεχόμενό του μπορούμε νά συμπεράνουμε δτι ήταν Ενα άπό τά λαϊκά
φύλλα μέ μεγάλη κυκλοφορία:
«Πρίν άπό δέκα χρόνια περίπου τό εΙσόδημα τοϋ Ροκφέλλερ έφτανε τά
τριάντα έκατομμύρια δολλάρια, σύμφωνα μέ τΙς έκτιμήσεις μιάς άρμόδιας αύθεντίας. Είχε φτάσει τό άνώτατο δριο τών έπικερδών έπενδύσεων
στή βιομηχανία τού πετρελαίου. Ά π ό κεϊ κι ϋστερα τεράστια ποσά σέ
ρευστό ποϋ ξεπερνοϋσαν τά 2.000.000 δολ. τό μήνα καταβάλονταν στό
λογαριασμό μόνο τού Τζών Ντάβισον Ροκφέλλερ. Τό πρόβλημα τής έπανεπένδυσης γινόταν πολύ σοβαρό. Κτάντησε έφιάλτης. Τό εΙσόδημα άπό
τό πετρέλαιο, μεγάλωνε, φούσκωνε καί ό άριθμός άσφαλών έπενδύσεων

138

δέ σάς δίνουν τδ 25% τής κυβερνητικής έξουσίας. Είναι ένα ά­
δειο κοχύλι καί σέ λ(γο θά σάς πάρουν άκόμα κι αύτό τό άδειο κοχύλι. Σήμερα ή έξουσία βρίσκεται δλόκληρη στά χέρια τής Πλου­
τοκρατίας. Αύτή κάνει τούς νόμους γιατί αύτή έλέγχει τή Γερου­
σία, τό Κογκρέσσο, τά Δικαστήρια, τή νομοθετική έξουσία τής κά­
θε Πολιτείας. Καί δέν τελειώσαμε άκόμα. Πίσω άπό τδ νόμο πρέ­
πει νά ύπάρχει ή άπαραίτητη δύναμη πού θά έξασφαλίσει τήν έφαρμογή του. Σήμερα ή Πλουτοκρατία κάνει τό νόμο καί γιά νά
τόν έπιβάλει έχει στή διάθεσή της τήν άστυνομία, τδ στρατό, τό
ναυτικό καί τέλός τήν έθνοφρουρά δηλαδή έμένα, έσάς, δλους
μας».
Μετά άπ’ αύτά ή συζήτηση δέν κράτησε πολύ καί τό δείπνο
έμενε περιορισμένος, περισσότερο περιορισμένος άπ* ότι είναι σήμερα.
Δέν ήταν ή άπληστία πού έσπρωξε τούς Ροκφέλλερ σέ Αλλους έπιχειρησιακοΰς κλάδους άπό τό πετρέλαιο. Παρασύρθηκαν διά τής βίας άπ’ αύτήν τήν πλημύρα τού πλούτου, πού τραβούσε άκατανίκητα σά μαγνήτης
τό μονοπώλιό τους. ’Οργάνωσαν μιά ειδικευμένη ύπερεσία γιά άναζητήσεις καί τοποθετήσεις νέων έπενδύσεων. Λέγεται δτι ό προϊστάμενος
τοϋ προσωπικού αύτής τής ύπηρεσίας έχει μισθό 125.000 δολ. τό χρόνο.
«Τό πρώτο σημαντικό άνοιγμα τών Ροκφέλλερ έγινε στόν τομέα τών σι­
δηροδρόμων. Στά 1895 έλεγχαν τό ένα πέμπτο τοϋ σιδηροδρομικού δΙ·
κτυου τής χώρας. Τ\ κατέχουν σήμερα ή μάλλον τί έλέγχουν σάν οΐ κύριοι
Ιδιοκτήτες; Είναι πανίσχυροι σέ δλες τΙς σιδηροδρομικές γραμμές τής
Νέας-'Υόρκης, τήν άνατολική καί τή δυτική έκτός άπό μία δπου δέν έχουν
παρά μερίδιο μερικών έκατομμυρίων. Βρίσκονται στίς πιό πολλές γραμ­
μές πού ξεκινάν άκτινωτά άπό τό Σικάγο. Κυριαρχούν σέ πολλά άπό τά
δίκτυα πού φτάνουν ώς τόν ΕΙρηνικό. 01 ψήφοι οΐ δικοί τους κάνουν τόν κ.
Μόργκαν τόσο Ισχυρό αύτή τή στιγμή, άν καί πρέπει νά πούμε δτι αύτοί έ­
χουν περισσότερο άνάγκη τό μυαλό του άπ’ ότι έχει αύτός τΙς ψήφους
τους. Ό συνδυασμός καί τών δύο άποτελεϊ σέ μεγάλο βαθμό τήν «κοινό­
τητα συμφερόντων».
• Ά λ λ ά μόνο οί σιδηρόδρομοι δέν άρκοϋσαν γιά νά άποροφήσουν άρκετά γρήγορα αύτό τόν τεράστιο χείμαρο άπό χρυσάφι. Τά 2.500.000 δολ.
τοϋ Τ.Ν. Ροκφέλλερ δέν άργησαν νά γίνουν τέσσερα, πέντε, έξι, έκατομ­
μύρια τό μήνα καί νά φτάσουν τά 75 έκ. δολ. τό χρόνο. Τό καιόμενο πετρέ­
λαιο μετατρεπόταν δλο σέ κέρδη. 01 έπενδύσεις άπό τά έσοδα πρόσθε­
τον τόν δβολό τους κατά έκατομμύρια κέρδη τό χρόνο.
«01 Ροκφέλλερ μπήκαν στό γκάζι καί τόν ήλεκτρισμό μόλις αύτές οί
βιομηχανίες άναπτύχθηκαν σέ σημείο πού οί έπενδύσεις ήταν άσφαλεΐς.
Καί τώρα ένα μέρος τοϋ άμερικάνικου λαού, όποιοδήποτε είδος φωτι­
σμού κι άν χρησιμοποιεί, πρέπει ν’ άρχίσει νά πλουτίζει τούς Ροκφέλλερ
μόλις δύει ό ήλιος. Μετά ρίχτηκαν στίς υποθήκες τών άγροκτημάτων. Δι­
ηγούνται δτι πρίν άπό μερικά χρόνια δταν ή εύκαιρία έπέτρεψε στούς
φάρμερς νά άποσύρουν τΙς ύποθήκες ό Τζών Ντ. Ροκφέλλερ έβαλε τά
κλάμματα. ’Οχτώ έκ. δολ. πού πίστευε δτι είχε τοποθετήσει μέ άσφάλεια
γιά τά έπόμενα χρόνια σέ προσοδοφόρα έπιχείρηση, συσωρεύτηκαν ξαφ­
νικά μπροστά στό κατώφλι τού σπιτιού του καί ζητούσαν κραυγάζοντας
μιά καινούργια τοποθέτηση. Αύτή ή άπρόβλεπτη έπιδείνωση στή συνεχή

139

πήρε τέλος. Ή σ α ν δλοι σιωπηλοί κι έξουθενωμένοι. Ή φωνή
τους ήταν σιγανή καθώς χαιρετούσαν πρίν νά φύγουν, θ ά έλεγε
κανείς πώς ήταν κι δλας φοβισμένοι άπά τδ δραμα τού μέλλοντος
ποϋ είχαν διακρίνει.
— Ή κατάσταση είναι πράγματι σοβαρή, είπε ό κ. Κάλβιν
στδν Έρνεστ. Δέ θάχα νά κάνω πολλές παρατηρήσεις πάνω σ’
αύτά πού μάς περιγράψατε. θ ά διαφωνήσω μόνο μαζί σας γιά τήν
τύχη τής μεσαίας τάξης, θ ά έπιζήσουμε καί θά διαλύσουμε τά
τράστ.
— Καί θά έπιστρέψετε στίς μεθόδους τών πατέρων σας, άποτέλειωσε τή φράση ό "Ερνεστ άντί γι αύτόν.
— Άσφαλώς άπάντησε σοβαρά δ κ. Κάλβιν. Ξέρω δτι είμα­
στε κάτι σάν τούς καταστροφεΐς τών μηχανών κι δτι αύτό είναι
παράλογο. Ά λ λ ά σήμερα όλόκηρη ή ζωή φαίνεται παράλογη μέ
τΙς μηχανορραφίες τής Πλουτοκρατίας. Καί έν πάσει περιπτώσει
τό δτι θέλουμε νά σπάσουμε τΙς μηχανές είναι κάτι χειροπιαστό
καί ποϋ μπορεΐ νά πραγματοποιηθεί ένώ τ’ δνειρό σας δέν μποτου σκοτούρα νά τοποθετήσει τά παιδιά του καί τά έγγόνια του καί τά δισέγγονά του άπό τό πετρέλαιο, ήταν πιό μεγάλη άπ’ όσο μπορούσε νά ύ·
ποφέρει ένας άνθρωπος μέ κακή χώνεψη...
«01 Ροκφέλλερ μπήκαν στά όρυχεΐα — σίδηρο καί κάρβουνο, χαλκό καί
μόλυβδο— σέ άλλες βιομηχανικές έταιρίες, στά τράμ, στίς έθνικές, κρα­
τικές καί κοινοτικές όμολογίες, στίς μεγάλες άκτοπλοϊκές γραμμές, στά
ποταμόπλοια καί στούς τηλεγράφους, στά άκίνητα, στούς ούρανοξύστες
καί στίς μονοκατοικίες, στά ξενοδοχεία καί στά οίκοδομικά τετράγωνα,
στίς άσφάλειες ζωής καί στίς τράπεζες. Σέ λίγο δέν ύπήρχε στήν ουσία
κανένας βιομηχανικός τομέας δπου τά έκατομμύριά τους νά μήν ήσαν έπΙ
τό έργον...
«Ή Τράπεζα Ροκφέλλερ — Η National City Bank— είναι κατά πολύ ή
πιό σπουδαία τράπεζα τών 'Ενωμένων Πολιτειών. Σ’ όλόκληρο τόν κόσμο
τήν ξεπερνάει μόνο ή Τράπεζα τής ’Αγγλίας καί ή Τράπεζα τής Γαλλίας.
Οί καταθέσεις ξεπερνούν κατά μέσο δρο τά έκατό έκατ. δολλ. τή' - ήμέρα
καί κυριαρχεί στόν πληστηριασμό τών μετοχών στή Γουώλ Στρήτ καθώς
καί στό Χρηματηστήριο άξιών καί δέν είναι ή μόνη. Βρίσκεται στή κεφαλή
μιάς άλυσίδας τραπεζών ποϋ περιλαμβάνει δέκα τέσσαρες τράπεζες καί
κονσόρστιουμ στήν Πολιτεία τής Νέας-Ύόρκης καί μεγάλες καί Ισχυρές
τράπεζες μέ έπιρροή σ’ δλα τά χρηματιστικά κέντρα τής χώρας.
«Ό Τ.Ντ. Ροκφέλλερ κατέχει τά κεφάλαια τής Στάνταρ Ό ϊλ ποϋ άνέρχονται σέ τετρακόσια καί πεντακόσια έκατ. δολλ. στήν τιμή τής άγοράς.
"Εχει έκατό έκ. δολ. στό Τράστ τοϋ Χάλυβα, περίπου άλλα τόσα σ’ ένα μό­
νο δίκτυο σιδηροδρόμων στή δύση, τά μισά άπ’ αύτά σ’ ένα δεύτερο δί­
κτυο καί έπεται συνέχεια μέχρι πού τό μυαλό κουράζεται νά καταγράφει
τά πλούτη του. Τά έσοδά του άνέρχονταν πέρυσι στά 100.000.000 δολ. πε­
ρίπου. Είναι άμφίβολο άν τά έσοδα δλων τών Ρότσιλδ μαζί φτάνουν σέ
μεγαλύτερο ποσό. Καί τά έσοδά του αύξάνουν άλματωδώς».

140

pel. Τό σοσιαλιστικό σας όνειρο είναι... λοιπόν ένα όνειρο. Δέν
μπορούμε νά σάς άκολουθήσουμε.
— θ ά έπιθυμοϋσα μόνο φίλοι μου νά μαθαίνατε μερικά πράγ­
ματα γιά τήν κοινωνική έξέλιξη είπε δ "Ερνεστ μέ ύφος σκεφτικό
καθώς τού έσφιγγε τό χέρι. Αύτό θά μάς γλύτωνε άπό πολλές φα­
σαρίες.

141

Κεφάλαιο 10ο

Ό άνεμοστρόβιλος
Τρομακτικά γεγονότα ποϋ πέφταν σάν κεραυνοί, τό δνα μετά
τό άλλο άκολούθησαν τό γεύμα τών έπιχειρηματιών. Κι έγώ ή τό­
σο άσήμαντη, πού είχα ζήσει τόσο άμέριμνα όλες μου τΙς μέρες
στήν ήσυχη πανεπιστημιακή μας πόλη βρέθηκα μαζϋ μέ τΙς προ­
σωπικές μου περιπέτειες μέσα στόν άνεμοστρόβιλο τών παγκό­
σμιων γεγονότων. Δέν ξέρω άν ήταν ή άγάπη μου γιά τόν Έρνεστ
ποϋ μ’ έκανε έπαναστάτρια ή άν αύτά ποϋ μέ είχε κάνει νά δώ τό­
σο καθαρά γιά τήν κοινωνία μέσα στήν όποία ζοϋσα. Τό γεγονός
πάντως είναι ότι έγινα έπαναστάτρια καί βρέθηκα νά στριφογυρί­
ζω μέσα σέ μιά θύελα άπό συμβάντα ποϋ μόλις τρεις μήνες πρίν
θά μοϋ ήταν άκατανόητα.
Τά προσωπικά μου προβλήματα ήρθαν ταυτόχρονα μέ τή με­
γάλη κοινωνική κρίση. Πρώτα άπ’ όλα ό πατέρας μου άπολύθηκε
άπό τό Πανεπιστήμιο. Ω! Δέν τόν άπέλυσαν στήν κυριολεξία, τοϋ
ζήτησαν μόνο νά ύποβάλει τήν παραίτησή του. Αύτό ήταν όλο.
Αύτό καθ’ αύτό τό γεγονός δέν είχε μεγάλη σημασία. Ό πατέρας
στήν πραγματικότητα ήταν κι εύχαριστημένος. Εύχαριστήθηκε
κυρίως γιατί ή άπόλυσή του προηγήθηκε άπό τήν έκδοση τού βι­
βλίου του «Οίκονομία καί Παιδεία», θ ά ήταν κι αύτό ένα σπουδαίο
έπιχείρημα ποϋ θά Ισχυροποιούσε τίς θέσεις του. ΤΙ θά μπορούσε
ν’ άποδείξει καλλίτερα ότι ή έκπαίδευση βρίσκονταν κάτω άπό
τήν κυριαρχία τής καπιταλιστικής τάξης;
Αύτή δμως ή άπόδειξη δέν είδε ποτέ τό φώς τής μέρας. Δέν
έμαθε κανείς ότι ύποχρεώθηκε άπό τό Πανεπιστήμιο νά ύποβάλει
τήν παραίτησή του. Ή ταν τόσο μεγάλος έπιστήμονας πού, άν δη­
143

μοσιευόταν ένα τέτοιο νέο μαζί μέ τούς λόγους πού τόν ύποχρέωσαν νά παραιτηθεί, θά προκαλοϋσε αίσθηση σ’ όλόκληρο τόν κό­
σμο. 01 έφημερίδες τόν γέμισαν έγκώμια καί τιμές καί τόν συνεχάρησαν ποϋ άφησε τήν άγγαρεία τής πανεπιστημιακής έδρας
γιά ν’ άφιερώσει όλόκληρο τό χρόνο του στίς έπιστημονικές του
έρευνες.
Στήν άρχή ό πατέρας γέλασε. Μετά θύμωσε, πήρε μερικές
δόσεις άπό τό τονωτικό του. Στή συνέχεια ήρθε ή άπαγόρευση
τοϋ βιβλίου του. Αύτό έγινε κρυφά, τόσο κρυφά ποϋ στήν άρχή
δέν τό είχαμε πάρει είδηση. Ή έκδοση τοϋ βιβλίου είχε προκαλέσει άμέσως μιά κάποια συγκίνηση στή χώρα. Ό καπιταλιστικός
τύπος κακομεταχειρίστηκε τόν πατέρα μέ τρόπο βέβαια εύγενικό. Ή ταν κρίμα ποϋ ένας τόσο μεγάλος έπιστήμονας είχε έγκαταλείψει τό έπιστημονικό του πεδίο — έρριξαν τό βάρος έκεΐ—
καί είχε προσχωρήσει στήν κοινωνιολογία γιά τήν όποία δέ γνώ­
ριζε τίποτα καί δπου γρήγορα πνίγηκε σέ ρηχά νερά. Αύτό κράτη­
σε μιά βδομάδα καί στό διάστημα αύτό ό πατέρας γελούσε κάτω
άπ’ τά μουστάκια του κι έλεγε δτι τό βιβλίο άγγιξε μιά χορδή τού
καπιταλισμού. Καί τότε άπότομα οί έφημερίδες καί τά σοβαρά πε­
ριοδικά πάψανε τελείως νά γράφουν ότιδήποτε γιά τό βιβλίο. Τό
Γδιο άπότομα τό βιβλίο έξαφανίστηκε άπό τήν κυκλοφορία. Ή ταν
άδύνατο νά βρεις έστω καί ένα άντίτυπο στά βιβλιοπωλεία. Ό πα­
τέρας έγραψε στοϋς έκδότες κι αύτοί τόν πληροφόρησαν δτι εί­
χαν καταστραφεϊ έντελώς συμπτωματικά οί τυπογραφικές πλά­
κες. ’Ακολούθησε μιά άλληλογραφία διόλου Ικανοποιητική. Ό ­
ταν οί έκδότες φτάσαν σ’ άδιέξοδο μή ξέροντας τΐ νά πούν, δήλω­
σαν δτι δέ βλέπουν καμιά δυνατότητα νά ξανατυπώσουν τό βι­
βλίο κι δτι ήταν διατεθειμένοι νά παραχωρήσουν τά δικαιώματά
τους.
— Σ’ όλόκληρη τή χώρα δέ θά βρείτε έκδοτικό οίκο ποϋ νά
θελήσει νά τ’ άγγίξει, είπε ό Έρνεστ. Έγώ στή θέση σας θά κυττούσα νά κρυφτώ άμέσως τώρα. Αύτό δέν ήταν παρά μιά πρώτη
γεύση άπ’ αύτά πού σάς έπιφυλάσει ή Σιδερένια Φτέρνα.
’Αλλά ό πατέρας ήταν npiv άπ’ δλα ένας έπιστήμονας και πί­
στευε δτι δέν πρέπει νά φτάνει κανείς σέ γρήγορα συμπεράσμα­
τα. Γι αύτόν ένα έργαστηριακό πείραμα δέν είχε άξία άν δέν πα­
ρακολουθούσε τήν έξέλιξή του σέ δλες του τΙς λεπτομέρειες. Έ ­
τσι έκανε συστηματικά τό γύρο δλων τών έκδοτικών οΓκων. Τού
είπαν ένα σωρό δικαιολογίες άλλά κανένας οίκος δέ θέλησε ν’ άναλάβει τό βιβλίο.
144

Όταν 6 πατέρας πείστηκε δτι τδ βιβλίο του είχε πρός τό πα­
ρόν τουλάχιστον άποσυρθεΐ, προσπάθησε νά πληροφορήσει τόν
τύπο, άλλά οί άνακοινώσεις του άγνοήθηκαν. Σέ μιά πολιτική
συγκέντρωση σοσιαλιστών, όπου παρευρίσκονταν πολλοί δημο­
σιογράφοι, ό πατέρας πιάστηκε άπό τήν εύκαιρία. Σηκώθηκε κι άναφέρθηκε στήν περιπέτεια τού βιβλίου του. Τήν άλλη μέρα όταν
διάβασε τΙς έφημερίδες στήν άρχή γέλασε, άλλά μετά θύμωσε
πάρα πολύ άπότομα χωρίς ό θυμός του νά περάσει άπό τΙς διάφο­
ρες κλιμακώσεις. Οί έφημερίδες δέν άνάφεραν τίποτα γιά τό βι­
βλίο, άλλά τόν Γδιο τόν στόλιζαν τού καλού καιρού. Είχαν παρα­
μορφώσει μεμονωμένες λέξεις καί φράσεις άπό τό κείμενό του
και είχαν μετατρέψει τά προσεκτικά καί μετρημένα συμπεράσματά του σ’ ένα κραυγαλέο άναρχικό παραλήρημα. "Ολα είχαν γίνει
άριστοτεχνικά. Θυμάμαι κυρίως ένα παράδειγμα. Είχε χρησιμο­
ποιήσει τή φράση «σοσιαλιστική έπανάσταση». Ό δημοσιογρά­
φος είχε άπλούστατα πετάξει τή λέξη «σοσιαλιστική». Αύτή ή εί­
δηση μεταδόθηκε σ’ όλη τή χώρα άπό τόν 'Ενωμένο Τύπο και ξε­
σήκωσε παντού φωνές άποδοκιμασίας. Στόν πατέρα κόλησαν τή
ρετσινιά τού μηδενιστή καί τοϋ άναρχικοϋ. Μιά γελοιογραφία
ποϋ διαδόθηκε παντού τόν παρίστανε νά κουνάει μιά κόκκινη ση­
μαία έπΐ κεφαλής μιάς συμμορίας άπό μακρυμάλληδες κι άγριωπούς άνθρώπους, ποϋ κρατούσαν στά χέρια τους δαυλούς, μα­
χαίρια καί βόμβες άπό δυναμίτη.
Ό τύπος τοϋ έκανε σφοδρές έπιθέσεις γιά τις δήθεν άναρχικές του Ιδέες, σέ μακρυά καί ύβριστικά κύρια άρθρα διανθισμένα
μέ ύπαινιγμούς γιά τή διανοητική του κατάσταση. Ό Έρνεστ μάς
είπε ότι αύτή ή τακτική τού καπιταλιστικού τύπου δέν ήταν κάτι
τό νέο. Τό είχε συνήθειο νά στέλνει δημοσιογράφους σέ όλες τις
σοσιαλιστικές συγκεντρώσεις μέ σκοπό ν’ άλλοιώνουν καί νά δια­
στρέφουν αύτά ποϋ είχαν είπωθεΐ έκεΐ, γιά νά τρομοκρατηθεί ή
μεσαία τάξη, ώστε ή περίπτωση προσεταιρισμοϋ της άπό τό προ­
λεταριάτο νά είναι άδύνατη. Καί ό Έρνεστ προειδοποίησε γιά άλ­
λη μιά φορά τόν πατέρα νά σταματήσει τόν άγώνα καί νά κρυφτεί.
Ό σοσιαλιστικός τύπος τής χώρας έδωσε τή μάχη κι έτσι ή
μερίδα τής έργατικής τάξης πού διάβαζε τΙς έφημερίδες έμαθε ό­
τι τό βιβλίο είχε άπαγορευτεί. Ή είδηση αύτή βέβαια δέ βγήκε
πιό έξω άπό τήν έργατική τάξη. Ή έπόμενη ένέργεια προήλθε ά­
πό ένα μεγάλο σοσιαλιστικό έκδοτικό οίκο «’ Επίκληση στή Λογι­
κή» πού ήρθε σέ συνενόηση μέ τόν πατέρα γιά νά τοϋ τυπώσει τό
145

βιβλίο. Ό πατέρας ένθουσιάστηκε άλλά ό Έρνεστ τοϋ έκρουσε
τόν κώδωνα τοϋ κινδύνου.
— Σάς είπα δτι βρισκόμαστε στό κατώφλι τού άγνωστου, έπέμεινε. Μεγάλα πράγματα γίνονται μυστικά γύρω μας. Μπορούμε
μόνο νά τά διαισθανθούμε. Δέ ξέρουμε τΐ άκριβώς συμβαίνει άλ­
λά δπωσδήποτε συμβαίνουν πολλά. 'Ολόκληρο τό κοινωνικό οι­
κοδόμημα τρίζει. Μή μέ ρωτάτε. Οϋτε κι έγώ ξέρω. Μέσα δμως
άπ’ δλη αύτή τή ρευστή κατάσταση τής κοινωνίας κάτι θά πάρει
μορφή. Αύτόν τόν καιρό άκριβώς μορφοποιεϊται. Ή άπαγόρευση
τοϋ βιβλίου δείχνει νά έπισπεύδεται. Πόσα βιβλία έχουν άπαγορευτεϊ; Δέν έχουμε τήν παραμικρή Ιδέα. Βρισκόμαστε στό σκοτά­
δι. Δέν έχουμε κανένα τρόπο νά τό μάθουμε. Μπορεϊτε τώρα νά
περιμένετε τήν κατάργηση τού σοσιαλιστικού τύπου καί τών σο­
σιαλιστικών έκδοτικών οίκων. Νομίζω πώς δπου νάναι θά συμβεϊ
κι αύτό. θ ά μάς στραγγαλίσουν.
Ό Έρνεστ έπιανε τό σφυγμό τών γεγονότων πιό γρήγορα ά­
πό τοϋς άλλους σοσιαλιστές, καί νά ποϋ σέ δυό μέρες ήρθε τό
πρώτο χτύπημα. «Ή ’Επίκληση στή Λογική» ήταν Εβδομαδιαία έφημερίδα καί ή κανονική της κυκλοφορία άνάμεσα στδ προλετα­
ριάτο έφτανε τΙς έφτακόσιες χιλιάδες φύλλα. "Εκανε συχνά κι άλ­
λες ειδικές έκδόσεις γύρω στά δύο μέ πέντε χιλιάδες άντίτυπα.
Αύτές τΙς πολυσέλιδες έκδόσεις τΙς πλήρωνε καί τΙς μοίραζε έ­
νας μικρός στρατός άπό έθελοντές έργάτες ποϋ είχαν συγκεν­
τρωθεί γύρω άπδ τήν «’Επίκληση». Τό πρώτο χτύπημα είχε στόχο
αύτές τις είδικές έκδόσεις κι ήταν συντριπτικό. Τά ταχυδρομεία,
μέ μιά αύθαίρετη διάταξη θεώρησαν δτι αύτές οί έκδόσεις δέν άποτελούσαν μέρος τής κανονικής κυκλοφορίας τοϋ τύπου καί γι
αύτό τό λόγο άρνήθηκαν νά τις δεχτούν στούς σάκους άλληλογραφίας.
Μιά βδομάδα άργότερα ή Διεύθυνση τών Ταχυδρομείων άποφάνθηκε δτι ή έφημερίδα ήταν έπαναστατικό φύλλο καί άπαγόρεψε τή μεταφορά της μέ τά τραίνα ποϋ μετέφεραν τό ταχυδρο­
μείο. Αύτδ ήταν ένα τρομακτικό χτύπημα γιά τή σοσιαλιστική
προπαγάνδα Ή «Έπίκλιση» βρισκόταν σέ άπελπιστική κατάστα­
ση. Κατάστρωσαν ένα σχέδιο γιά νά στέλνουν τά έντυπα στούς
συνδρομητές μέ τΙς έταιρίες ποϋ είχαν τΙς ταχείες, άλλά κι αύτές
άρνήθηκαν δποιαδήποτε βοήθεια. Αύτό ήταν τό τέλος τής «Έπίκησης» άν καί δέν είχε δεχτεί άκόμα τή χαριστική βολή. 'Ετοιμά­
στηκε νά συνεχίσει τήν έκδοση βιβλίων. Είκοσι χιλιάδες άντίτυπα
146

άπό τό βιβλίο τοϋ πατέρα βρισκόταν στό δέσιμο τών σελίδων κι
άλλα είχαν άρχίσει νά τυπώνονται. Καί τότε χωρίς νά τό περιμέ­
νει κανείς, μιά συμμορία πού ξεφύτρωσε μέσα στή νύχτα, κου­
νώντας μιά άμερικάνικη σημαία καί τραγουδώντας πατριωτικά
τραγούδια, έβαλε φωτιά στά μεγάλα τυπογραφεία τής «’Επίκλη­
σης» καί τά κατάστρεψε όλοκληρωτικά.
Ή Ζιράρ στό Κάνσας ήταν μιά ήσυχη, εΙρηνική πόλη. Ποτέ
δέν είχαν συμβεί έκεϊ έργατικές ταραχές. Ή «’Επίκληση» πλήρω­
νε τό ήμερομίσθιο ποϋ είχε όρίσει τό συνδικάτο. Άποτελοϋσε τήν
πραγματική ραχοκοκαλιά τής πόλης γιατί χρησιμοποιούσε έκατοντάδες άνδρες καί γυναίκες. Τή συμμορία δέν τήν άποτελοϋσαν πολίτες τής Ζιράρ. θ ά έλεγες δτι βγήκαν μέσα άπό τή γή καί
ξαναχάθηκαν μέσα της, μόλις τέλειωσαν τήν άποστολή τους. Ό
"Ερνεστ θεώρησε αύτό τό γεγονός σάν τήν άποφράδα ήμέρα.
— 01 'Εκατό Μαύροι1” άρχισαν νά όργανώνονται στίς 'Ενω­
μένες Πολιτείες, είπε. Κι αύτό ήταν μόνο ή άρχή. θ ά δούμε κι άλ­
λα πολλά. Ή Σιδερένια Φτέρνα έχει άποθρασυνθεϊ.
"Ετσι χάθηκε τό βιβλίο τού πατέρα. ΣτΙς μέρες ποϋ άκολούθησαν θ’ άκούγαμε πολλά γιά τούς 'Εκατό Μαύρους. Ά π ’ τή μιά
βδομάδα στήν άλλη τά περισσότερα άπό τά σοσιαλιστικά φύλλα
άποκλείστηκαν άπό τά μεταφορικά μέσα καί σέ πολλές περιπτώ­
σεις οΐ 'Εκατό Μαύροι κατάστρεψαν τά σοσιαλιστικά τυπογρα­
φεία. Φυσικά, οί έφημερίδες τής χώρας ύποστήριξαν τήν άντιδραστική πολιτική τής άρχουσας τάξης καί κατηγορούσαν καί συ­
κοφαντούσαν τό σοσιαλιστικό τύπο ένώ παρουσίαζαν τούς 'Εκα­
τό Μαύρους σάν πατριώτες καί σωτήρες τής κοινωνίας. Ή ταν τό­
σο πειστική δλη αύτή ή συκοφαντική έκστρατεία ποϋ μερικοί λει­
τουργοί τής έκκλησίας, πραγματικά είλικρινεϊς, έκαναν τό έγκώμιο τών 'Εκατό Μαύρων άν καί λυπόσαντε γιά τή χρησιμοποίηση
τής βίας.
Ή Ιστορία γραφόταν μέ γοργό ρυθμό. 01 έκλογές τού φθινό­
πωρου πλησιάζαν καί ό "Ερνεστ ύποδείχτηκε άπό τό σοσιαλιστι­
κό κόμμα ύποψήφιος γιά τό Κογκρέσσο. 01 περιστάσεις ήταν πο­
λύ εύνοϊκές γιά μιά πιθανή έκλογή του. Είχε σπάσει στό Σάν
1. 01 Έκατ6 Μαύροι ήταν συμμορίες Αντιδραστικές πού όργανώθηκαν
άπό τή φθίνουσα Μοναρχία κατά τή Ρωσική ’Επανάσταση. Αύτές οΐ άντιδραστικές άμάδες χτυπούσαν τΙς έπαναστατικές καί στή κατάλληλη στιγ­
μή προκαλούσαν έπεισάδια καί κατάστρεψαν περιουσίες γιά νά δώσουν
στή Μοναρχία τά πρόσχημα νά καλέσει τούς Κοζάκους.

147

Φραντσίσκο ή άπεργία τών τραμβαγέρηδων καθώς καί ή άπεργία
τών άμαξάδων ποϋ άκολούθησε. Αύτές οΐ δυό ήττες ήταν κατα­
στροφικές γιά τήν όργάνωση τών έργαζομένων. 'Η 'Ομοσπονδία
τού Θαλάσσιου Μετώπου μαζί μέ τούς συμμάχους τους τούς έργαζόμενους στις οίκοδομές είχαν ύποστηρίξει τούς άμαξάδες κι
έτσι όλοι μαζί πέσανε άδοξα καί τσακίστηκαν. Ή άπεργία πνίγηκε
στό αίμα. 01 άστυνομικοΐ σπάσανε άμέτρητα κεφάλια μέ τά
γκλόμπς καί ό άριθμός τών νεκρών αύξήθηκε, δταν χτύπησαν
τούς άπεργούς μέ πολυβόλο μέσα άπό τούς σταύλους τής «'Εται­
ρίας Μεταφορών Μάρσντεν».
Μετά άπ’ αύτό δέν ήταν περίεργο πού οι άνθρωποι άγρίεψαν
καί γυρεύαν άντίποινα. Ζητούσαν αίμα κι έκδίκηση. ’Αφού χτυπήθηκαν στό πεδίο ποϋ είχαν διαλέξει, ήσαν ώριμοι νά άναζητήσουν τήν έκδίκηση στήν πολιτική δράση. Διατηρούσαν τις συνδι­
καλιστικές τους όργανώσεις κι αύτό τούς έδινε τήν άπαιτούμενη
δύναμη γιά τήν πολιτική μάχη πού είχε άρχίσει. Κάθε μέρα πού
περνούσε αύξαινε τις πιθανότητες γιά μιά έκλογή τού Έρνεστ.
Ό λ ο καί περισσότερες Ενώσεις άποφάσιζαν νά ύποστηρίξουν
τούς σοσιαλιστές καί δ Έρνεστ δέν μπόρεσε νά μή γελάσει καί ό
Ιδιος όταν έμαθε ότι προσχώρησαν στίς γραμμές τους οί Βοηθοί
τών Γραφείων Κηδειών καί οΐ Μαδητές Πουλερικών. 01 έργαζόμενοι γινόσαντε σκληροτράχηλοι. Ένώ συνωστίζονταν στίς σο­
σιαλιστικές συγκεντρώσεις μ’ ένα τρελό ένθουσιασμό, έμειναν
άνεπηρέαστοι στά τερτίπια τών παλαιοκομματικών. Οί παλαιοκομματικοί άπευθύνονταν συνήθως σέ άδειες αίθουσες άν καί
καμιά φορά βρίσκονταν μπροστά σέ αίθουσες γεμάτες άπό κό­
σμο ποϋ τούς γιουχάϊζε τόσο άγρια, ώστε χρειάστηκε πάνω άπό
μιά φορά ή έπέμβαση τής άστυνομίας.
Ή ιστορία γραφόταν δλο καί πιό γρήγορα. Τό μύριζες στόν άέ·
ρα ότι συνέβαιαν πολλά γεγονότα κι άλλα ήταν έτοιμα νά ξεσπά­
σουν. Ή χώρα βρισκόταν στά πρόθυρα οίκονομικής κρίσης,,2) για­
τί γινόταν δλο καί πιό δύσκολο νά διατεθεί στό έξωτερικό τό πλε­
όνασμα ποϋ είχε συσσώρευτεΐ στά χρόνια τής εύημερίας. 01 βιο­
μηχανίες έργάζονταν μέ μειωμένο ώράριο. Πολλά μεγάλα έργο2. Κάτω άπό τό καπιταλιστικό σύστημα αύτές οΐ περίοδοι τών οικονομι­
κών κρίσεων ήταν τόσο άναπόφευχτες όσο καί παράλογες. Ή εύημερία
έγκυμονοϋσε πάντοτε συμφορές. Τό γεγονός αύτό όφειλόταν φυσικά
στήν ύπερπαραγωγή καί συσώρευση προϊόντων πού δέν καταναλώνον­
ταν.

148

στάσια είχαν σταματήσει τήν παραγωγή μέχρι νά διαθέσουν τά
πλεονάσματα καί τά μεροκάματα είχαν κοπεί άπ’ δλες τΙς μεριές.
Μιά άκδμα μεγάλη άπεργία χτυπήθηκε. Διακόσιες χιλιάδες μηχανουργοί μέ τοϋς πεντακόσιους χιλιάδες συμμάχους τους τών
μεταλλουργείων νικήθηκαν στήν πιό αίματηρή άπεργία ποϋ συν­
τάραξε τΙς 'Ενωμένες Πολιτείες. Έ γιναν πραγματικές μάχες έκ
παρατάξεως μέ τοϋς μικρούς στρατούς άπό άπεργοσπάστες131,
ποϋ τούς είχαν όπλίσει οΐ συνασπισμένοι έργοδότες. Στό μεταξύ
οΐ 'Εκατό Μαύροι κάναν τήν έμφανισή τους σέ περιοχές άπομακρυσμένες ή μιά άπό τήν άλλη καί κατάστρεψαν τΙς περιουσίες.
Στό τέλος έστειλαν έκατό χιλιάδες άνδρες τοϋ τακτικού στρατού
τών 'Ενωμένων Πολιτειών γιά νά πατάξουν κάθε άντίσταση. Πολ­
λοί ήγέτες τής έργατικής τάξης έκτελέστηκαν, πολλοί άλλοι φυ­
λακίστηκαν, ένώ χιλιάδες άπό τοϋς άπλούς άπεργούς κλείστηκαν
σέ περίβολους γιά ταύρους’4’ δπου οί στρατιώτες τοϋς μεταχειρί­
στηκαν άπαίσια.
Έπρεπε νά πληρωθούν τά χρόνια τής εύημερίας. Σ’ δλες τις
άγορές οί τιμές πέφτανε συνεχώς, άλλά ή τιμή τής έργασίας έπε­
φτε πιό γρήγορα άπ’ δλες μέσα στό γενικό κατρακύλισμα τών τι­
μών. Ή βιομηχανία τής χώρας βρισκόταν σέ μεγάλη άναταραχή.
Λίγο πολύ παντού οΐ έργάτες κατέβαιναν σέ άπεργίες κι δπου
δέν κάναν άπεργίες τούς άπέλυαν οί έργοδότες. 01 έφημερίδες
ήταν γεμάτες άπό Ιστορίες αίματος καί βίας. Κι άνάμεσα σ’ δλα

3. Στους σκοπούς, στήν πρακτική καί σέ κάθε τι έκτός άπό τό όνομα οι
άπεργοσπάστες ήταν ό Ιδιωτικός στρατός τών καπιταλιστών. Τέλεια όρ·
γανωμένοι καί καλά όπλισμένοι ήταν πάντοτε έτοιμοι νά σπεύσουν μέ εΐδικά τραίνα σέ όποιοδήποτε σημείο τής χώρας δπου οί έργάτες άπεργοϋσαν ή βρίσκονταν σέ άναγκαστική άργία (μέ λόκ-άουτ) άπό τά άφεντικά
τους. Μόνο σέ μιά τέτοια παράδοξη έποχή θά μπορούσε νά παρακολου­
θήσει κανείς τό άπΙθανο θέαμα ένός κάποιου Φάρλεϋ, όνομαστοϋ άρχηγού άπεργοσπαστών, ποϋ στά 1906 διέσχισε τΙς Ενωμένες Πολιτείες μέ
είδικά τραίνα άπό τή Νέα-Ύόρκη στό Σάν Φραντσίσκο μέ ένα στρατό άπό
2.500 άνδρες πάνοπλους καί καλά έφοδιασμένους γιά νά σπάσουν μιά άπεργία τών καραγωγέων στό Σάν Φραντσίσκο. Μιά τέτοια ένέργεια ήταν
μιά ώμή παραβίαση τών νόμων τής χώρας. Τό γεγονός δτι αύτή ή πράξη
καί χίλιες άλλες παρόμοιες, έμεινε άτιμώρητη, δείχνει σέ ποιό σημείο ή
δικαστική άρχή έξαρτιόταν άπο τήν Πλουτοκρατία.
4.
Bull pen: Σέ μιά άπεργία στό Άϊντάχο κατά τό δεύτερο μισό τοϋ
19ου αίώνα πολλοί άπεργοί κλείστηκαν άπό τό στρατό μέ περίβολο γιά
ταύρους. Αύτή ή πρακτική καί ή όνομασία συνεχίστηκαν καί στόν 20ο αΐώνα.

149

αύτά ol 'Εκατό Μαύροι παίζαν καλά τό ρόλο τους. 01 Οργανωμέ­
νες στάσεις, ol έμπρησμοί, ή χωρίς νόημα καταστροφή τής Ιδιο­
κτησίας, ήταν ή δουλειά τους καί τήν κάναν καλά. Ό λο ς ό τακτι­
κός στρατός ήταν σέ συνεχή έπαγρύπνηση γιά νά παρακολουθεί
τις ένέργειες τών 'Εκατό Μαύρωνί()Ό λες ol πόλεις καί κομωπόλεις είχαν μεταβληθεΤ σέ στρατόπεδα καί ol έργάτες τουψεκίζονταν σάν τά σκυλιά. Στρατολογούσαν άπεργοσπάστες μέσα άπό
τΙς άμέτρητες στρατιές τών άνέργων κι δταν ol συνδικαλισμένοι
έργάτες είχαν τό έπάνω χέρι κατέφθαναν πάντοτε άποσπάσματα
στρατού καί τσάκιζαν τούς συνδικαλιστές. Υ πήρχε άκόμη ή έθνο­
φρουρά. Μέχρι τότε δέν είχε χρειαστεί νά προσφύγουν στό μυ­
στικό νόμο γιά τήν έθνοφρουρά. Μόνο τό κανονικά όργανωμένο
μέρος της έπαιρνε μέρος στίς έπιθέσεις, κι αύτό γινόταν παντού.
Ή κυβέρνηση τέλος, τήν έποχή έκείνη τού τρόμου, πρόσθεσε στή
δύναμη τοϋ τακτικού στρατού έκατό χιλιάδες άνδρες.
Ποτέ ή έργασία δέν είχε δεχτεί ένα τέτοιο όργανωμένο χτύ­
πημα. 01 μεγαλοβιομήχανοι, ή όλιγαρχία γιά πρώτη φορά ρίξαν
δλες τους τΙς δυνάμεις στό ρήγμα πού είχαν καταφέρει ol σύλλο­
γοι τών μαχόμενων έργοδοτών. Αύτοί ol σύλλογοι ήταν ούσιαστικά δουλειές τής μεσαίας τάξης. 01 δύσκολες έκεϊνες μέρες καί τό
σπάσιμο τών τιμών τούς όδήγησαν στήν άγκαλιά τού μεγάλου κεφάλαιου καί προκάλεσαν στό όργανωμένο έργατικό κίνημα μιά
τρομερή κι άποφασιστική ήττα. Τό γεγονός αύτό δημιούργησε
μιά παντοδύναμη συμμαχία, άλλά σύντομα ή μεσαία τάξη θά μά­
θαινε δτι ήταν μιά συμμαχία άνάμεσα στό λύκο καί τό πρόβατο.
Τό μέτωπο τής έργασίας είχε τή διάθεση νά παλέψει μέ τά
δόντια καί νά χύσει τό αίμα του, άλλά είχε τσακιστεί. Παρ’ δλα αύ-

5.
Τό όνομα μόνο καί όχι ή Ιδέα προέρχεται άπό τή Ρωσία. 01 'Εκατό
Μαύροι ήταν μιά έξέλιξη τών μυστικών πρακτόρων τοϋ καπιταλισμού πού
πρωτοχρησιμοποιήθηκαν στοϋς έργατικοϋς άγώνες τοϋ 19ου αΙώνα. Αύ­
τό είναι πέρα άπό κάθε άμφισβήτηση καί τούτο τό όμολογεϊ όχι κανένας
άσχετος άλλά ό ’ Επόπτης Έργασίας τών 'Ενωμένων Πολιτειών τής έποχής έκείνης ό Carrol D. Wrlgth. Τό βιβλίο του The Battles of Labour δηλώ­
νει δτι ·σ έ μερικές άπό τΙς μεγάλες Ιστορικές άπεργίες, τά Γδια τά άφεντι­
κά έπιδίω ξαν τΙς βιαιότητες», ότι ol βιομήχανοι προκάλεσαν ήθελημένα
άπεργίες γιά νά άπαλαγούν άπό τό πλεονάζον περίσευμα καί δτι φορτη­
γά βαγόνια κάηκαν άπό τούς πράκτορες τών άφεντικών κατά τή διάρκεια
άπεργιών τών σιδηροδρόμων μέ σκοπό νά έπιφέρουν μεγαλύτερη σύγχιση. ’Απ’ αύτοϋς τούς μυστικούς πράκτορες γεννήθηκαν οί 'Εκατό Μαύροι
κι αύτοί μέ τή σειρά τους γίνανε άργότερα τό τρομερό δπλο τής ’Ολιγαρ­
χίας, ol προβοκάτορες.

150

τά ol δύσκολοι καιροί δέν τέλειωσαν μέ τήν ήττα τοϋ προλεταριά­
του. 01 Τράπεζες ποϋ άποτελοϋσαν άπό μόνες τους τή σημαντι­
κότερη δύναμη τής ’Ολιγαρχίας συνέχιζαν νά ζητούν τήν έπι­
στροφή τών πιστώσεων ποϋ είχαν δώσει. Τό συγκότημα τής Γουώλ Στρήτ(6) προκάλεσε μιά τέτοια θύελλα στό Χρηματιστήριο ώ­
στε τά χρεόγραφα σέ όλόκληρη τή χώρα χάσαν σχεδόν δλη τους
τήν άξία. Καί μέσα άπό τά έρείπια υψώθηκε ή μορφή τής ’Ολιγαρ­
χίας ποϋ γεννιόταν άτάραχη, άδιάφορη καί σίγουρη γιά τόν έαυτό της. Αύτή ή άπάθεια καί αύτοπεποίθηση ήταν κάτι ποϋ προκαλοϋσε τόν τρόμο. Γιά νά φτάσει στό σκοπό της δέ χρησιμοποιού­
σε μόνο τή δική της άπέραντη δύναμη άλλά όλόκληρο τό θυσαυροφυλάκιο τών 'Ενωμένων Πολιτειών.
01 μεγαλοβιομήχανοι στράφηκαν τώρα ένάντια στή μεσαία
τάξη. Οί ένώσεις τών έργοδοτών πού τούς είχαν βοηθήσει νά
κομματιάσουν, νά ξεσχίσουν τούς έργαζόμενους δέχονταν τώρα
μέ τή σειρά τους τόν έξανδραποδισμό άπό τϋς παλιούς τους συμ­
μάχους. Μέσα σ’ αύτή τήν κατάρευση τών μικροαστών, τών μικροεπιχειρηματιών καί τών μικροβιομηχάνων, τά τράστ κρατού­
σαν γερά. Καί όχι μόνον κρατούσαν γερά, άλλά ήσαν καί δραστή­
ρια. "Εσπερναν άνέμους κι άκόμα περισσότερους άνέμους γιατί
μόνο αύτοί ξέραν νά θερίσουν τή θύελλα καί νά βγάλουν κέρδη
άπ’ αύτή. Καί τί κέρδη! Τί κολοσιαϊα κέρδη! ’Αρκετά δυνατοί γιά
νά άντιμετωπίσουν τόν τυφώνα πού είχαν έξαπολύσει γύριζαν
τώρα οΐ Γδιοι καί λεηλατούσαν τά ναυάγια ποϋ έπέπλεαν γύρω
τους. 01 όμολογίες είχαν χάσει τήν άξία τους κατά τρόπο οίκρό
καί άπίστευτο, ένώ ή έπέκταση τών τράστ σέ νέους τομείς έπαιρ­
νε τεράστιες διαστάσεις καί δλα αύτά σέ βάρος συνεχώς τής με­
σαίας τάξης.
"Ετσι τό καλοκαίρι τού 1912 ύπήρξε ό μάρτυρας στή θανατι­
κή καταδίκη τής μεσαίας τάξης. Ή ταχύτητα μέ τήν όποία πραγματοποιήθηκε άφησε κατάπληκτο άκόμα καί τόν "Ερνεστ. Κούνη­
σε τό κεφάλι του σά νά ήθελε νά δείξει ότι κάτι κακό προμηνύεται
καί περίμενε χωρίς αύταπάτες τΙς έκλογές τού φθινόπωρου.
— Είναι άνώφελο, είπε. Ήττηθήκαμε. Ή Σιδερένια Φτέρνα εί­
ναι παροϋσα. Είχα έλπίσει σέ μιά εΙρηνική νίκη ποϋ θάβγαινε άπό
6.
Wall Street τό όνομα ένός δρόμου τής παλιός Νέας-'Υόρκης όπου
βρισκόταν τό Χρηματιστήριο καί όπου ή παράλογη όργάνωση τής κοινω­
νίας έπέτρεπε τή διαχείρησ^ όλων τών βιομηχανιών τής χώρας μέ χάρτι­
να σημειώματα.

151

τΙς κάλπες. Είχα άδικο. Τδ δίκηο τδχει δ ΓουΤκσον. θ ά μάς άφαιρέσουν καί τΙς τελευταίες έλευθερίες ποϋ μάς άπομένουν. Ή Σι­
δερένια Φτέρνα θά βαδίσει πάνω στά πρόσωπά μας. Δέ μάς μένει
παρά ή αίματηρή έπανάσταση τής έργατικής τάξης. Φυσικά θά νι­
κήσουμε άλλά άνατριχιάζω, δταν σκέφτομαι τί θά μάς στοιχίσει.
Καί άπό κείνη τή στιγμή 6 Έρνεστ στερέωσε τήν πίστη του
στήν έπανάσταση. Στό σημείο αύτό ξεπερνοϋσε τό κόμμα του. 01
σοσιαλιστές σύντροφοί του δέν μπορούσαν νά συμφωνήσουν μα­
ζί του. "Ηθελαν νά πιστεύουν, δτι μπορούσαν άκόμα νά νικήσουν
μέ τΙς έκλογές. "Οχι πώς τοϋς είχαν καταβάλει τά χτυπήματα πού
είχαν δεχτεί. Διατηρούσαν τήν αύτοκυριαρχία τους καί τδ θάρ­
ρος τους. Τοϋς έλειπε ή πίστη, αύτό ήταν δλο. Ό Έρνεστ δέν
μπορούσε νά τοϋς κάνει νά φοβηθούν σοβαρά τήν άνοδο τής ’Ο­
λιγαρχίας. Τά λόγια του τοϋς συγκινοϋσαν άλλά ήταν πολύ σί­
γουροι γιά τή δύναμή τους. Δέν ύπήρχε θέση γιά τήν όλιγαρχία
στή θεωρία τους γιά τήν κοινωνική έξέλιξη κι έπομένως ’Ολιγαρ­
χία δέν μπορούσε νά ύπάρξει.
— θ ά σέ στείλουμε στό Κογκρέσσο κι δλα θά πάνε καλά, τού
είπαν σέ μιά άπό τΙς μυστικές μας συγκεντρώσεις.
— Καί δταν θά μέ πετάξουν έξω άπό τό Κογκρέσσο καί θά μέ
στήσουν στόν τοίχο καί θά μοϋ τινάξουν τά μυαλά στόν άέρα, τό­
τε τί θά κάνετε; ρώτησε ψυχρά ό Έρνεστ.
— Τότε θά ύψώσουμε τή δύναμή μας, άπάντησαν μέ μιάς κα­
μιά δωδεκαριά φωνές.
— Τότε θά πνιγείτε μέσα στό Ιδιο σας τό αίμα, ήταν ή άπάντη­
ση. Τό ξέρω αύτό τό τροπάρι, τό άκουσα πού τόψελνε ή μεσαία
τάξη. Ποϋ βρίσκεται τώρα ή δύναμή της;

152

Κεφάλαιο No

Ή μεγάλη περιπέτεια
Ό κ. Γουΐκσον δέν είχε ζητήσει νά συναντήσει τόν πατέρα.
Συναντήθηκαν συμπτωματικά στό φέρρυ-μπώτ γιά τό Σάν Φραν­
τσίσκο ώστε δέν μπορεΐ νά πει κανείς δτι ή προειδοποίηση πού
τοϋ έκανε ήταν προμελετημένη. Ά ν δέν τόν είχε συναντήσει τυ­
χαία δέ θά τοϋ έλεγε τίποτα άσφαλώς. "Οπως καί νά είναι τό άποτέλεσμα θά ήταν τό Ιδιο. Ό πατέρας προερχόταν άπό τήν παλιά,
στέρεη γενιά τοϋ «Μεϊφλάουερ»*1' καί τό αίμα νερό δέ γίνεται.
— Ό Έ ρνεστ είχε δίκηο, μοϋ είπε μόλις γύρισε στό σπίτι. Ό
Έ ρνεστ είναι ένας σπουδαίος νέος καί θά χαιρόμουνα πιό πολύ
νά σέ δώ γυναίκα του παρά άν παντρευόσουνα τόν Ιδιο τό Ροκ­
φέλλερ ή τό βασιλιά τής Αγγλίας.
— ΤΙ συμβαίνει, ρώτησα άνήσυχη.

Ή ’Ολιγαρχία θά πατήσει πάνω στά πρόσωπά μας καί στό
δικό σου καί στό δικό μου. Ό Γουΐκσον μού έδωσε νά τό καταλά­
βω καθαρά. Γιά δλιγάρχης ήταν πολύ εύγενικός. Προσφέρθηκε
νά μέ άποκαταστήσει στό Πανεπιστήμιο. Πώς σού φαίνεται αύτό;
Αύτός δ Γουΐκσον, ένας βρωμερός καταχραστής, έχει τή δύναμη
ν’ άποφασίζει πότε θά διδάξω καί πότε δέ θά διδάξω στό Πανεπι­
στήμιο τού Κράτους. Ά λ λ ά μού πρόσφερε καί κάτι καλλίτερο άπ’
αύτό. Μοϋ πρότεινε νά μέ κάνει πρόεδρο κάποιου μεγάλου Κολ1. Ένα άπό τά πρώτα πλοία πού μετέφεραν άποίκους στήν ’Αμερική
μετά τήν άνακάλυψη τοϋ Νέου Κόσμου. Γ ιά πολϋ καιρό οΐ άπόγονοί τους
ϋπερηφανεύονταν ύπερβολικά γιά τήν καταγωγή τους. ’Αλλά μέ τόν και­
ρό τό πολύτιμο αύτό αίμα διαδόθηκε τόσο πολϋ ποϋ άσφαλώς θά τρέχει
στίς φλέβες όλων τών ’Αμερικανών.

153

λεγίου Φυσικών Επιστημών πού πρόκειται νά Ιδρυθεί. Ή ’Ολι­
γαρχία βλέπεις θέλει νά ξεφορτωθεί μέ όποιοδήποτε τρόπο τό
πλεόνασμά της. Καί δ πατέρας πρόσθεσε.
\
«θυμάστε τί είπα στό σοσιαλιστή έραστή τής κόρης σας; Τού
είπα ότι θά βαδίσουμε πάνω στό πρόσωπο τής έργατικής τάξης.
Καί θά τό κάνουμε. Ό σ ο γιά σάς, τρέφω ένα βαθύ σεβασμό σάν έπιστήμονας πού είστε, άλλά έάν θέλετε νά μοιραστείτε τή τύχη
τής έργατικής τάξης, έ τότε προσοχή στό πρόσωπό σας, αύτό έ­
χω νά σάς πώ. Καί τότε μοϋ γύρισε τήν πλάτη κι έφυγε.
— Αύτό σημαίνει ότι πρέπει νά παντρευτούμε γρηγορότερα
άπ’ ότι κανονίζαμε, σχολίασε ό Έρνεστ δταν τού διηγηθήκαμε τά
συμβάντα.
Στήν άρχή δέν κατάλαβα τό συλλογισμό του άλλά δέν άργη­
σα νά μάθω τί ήθελε νά πεΤ. Ή ταν ή έποχή πού ό πατέρας έπαιρ­
νε τό τριμηνιαίο μέρισμα άπό τΙς μετοχές στά Κλωστοϋφαντουρ­
γεία τής Σιέρρα ή μάλλον θά έπρεπε νά τό πάρει γιατί δέν τού δώσαν τίποτα. ’Αφού περίμενε μερικές μέρες, ό πατέρας έγραψε
στή γραμματεία. Ή άπάντηση ποϋ ήρθε σύντομα έλεγε ότι στά βι­
βλία τής 'Εταιρίας δέν άναφερόταν πουθενά τό όνομα τοϋ πατέ­
ρα σάν κατόχου μετοχών καί τοϋ ζητούσαν εύγενικά πιό συγκε­
κριμένα στοιχεία.
— θ ά τούς τό κάνω έγώ λιανά, ποϋ νά τούς πάρει ό διάβολος,
φώναξε ό πατέρας κι έφυγε γιά τήν Τράπεζα γιά νά ζητήσει τούς
τίτλους του άπό τή θυρίδα του.
— Ό "Ερνεστ είναι ένας πολύ σπουδαίος άνθρωπος, μού εί­
πε όταν γύρισε κι ένώ έγώ τόν βοηθούσα νά βγάλει τό παλτό του.
Τό έπαναλαμβάνω κόρη μου, ό άγαπημένος σου είναι ένας πολύ
σπουδαίος νέος.
"Οταν τόν άκουγα νά μιλάει έτσι γιά τόν "Ερνεστ, είχα μάθει
νά περιμένω τό χειρότερο.
— Περπάτησαν κι όλας πάνω στό πρόσωπό μου, μού έξήγησε
ό πατέρας. Δέν ύπήρχαν τίτλοι. Ή θυρίδα ήταν άδεια. ’Εσύ κι ό
"Ερνεστ πρέπει νά παντρευτείτε τό συντομότερο.
Ό πατέρας πιστός πάντα στήν έργαστηριακή μέθοδο έφερε
τά Κλωστοϋφαντουργεία τής Σιέρρα στό δικαστήριο, άλλά δέν
μπόρεσε νά φέρει καί τά λογιστικά βιβλία τής 'Εταιρίας. Τά δικα­
στήρια ήταν κάτω άπό τόν έλεγχο τών Κλωστοϋφαντουργείων
τής Σιέρρα κι όχι τό δικό του.
Αύτό τά έξηγοϋσε δλα. Ή άγωγή του άπορρίφτηκε σέ δλα
154

της τά σημεία καί ό νόμος έπικύρωσε χωρίς προσχήματα τήν αι­
σχρότητα.
Τώρα πού δλα αύτά είναι τόσο μακρυά, μοϋ έρχεται νά γελά­
σω δταν θυμάμαι πώς έξουδετέρωσαν τόν πατέρα. Συνάντησε τυ­
χαία τόν ΓουΤκσσν σ’ ένα δρόμο τού Σάν ΦραντΙσκο καί τού είπε
πώς ήταν ενας κανάγιας. Ό πατέρας συνελήφθη δι’ άπόπειραν
αίφνιδίας έπιθέσεως, καταδικάστηκε σέ πρόστιμο άπό τήν άστυνομία καί τού ζητήθηκε ή έγγύηση δτι θά καθήσει φρόνιμα. Ή ύ­
πόθεση ήταν τόσο γελοία ποϋ γέλασε κι ό Ιδιος δταν γύρισε σπί­
τι. Ά λ λ ά τί σκάνδαλο ξεσήκωσαν ol τοπικές έφημερίδες! Μιλού­
σαν σοβαρά γιά τό μικρόβιο τής βίας, πού προσβάλει δλους δσους έναγκαλίζονται τό σοσιαλισμό καί ό πατέρας μέ τήν ήσυχη
ζωή πού είχε κάνει ώς τότε, άναφερόταν σάν ένα χτυπητό παρά­
δειγμα γιά τό πόσο μεταδοτικό ήταν αύτό τό μικρόβιο. Μερικές έ­
φημερίδες βεβαίωναν άκόμη δτι τό μυαλό τοϋ πατέρα είχε άδυνατ(σει άπό τήν ύπερένταση τής επιστημονικής μελέτης καί άφηναν
νά έννοηθεΐ δτι θά έπρεπε νά τόν κλείσουν σέ κανένα άσυλο. Κι
αύτά δέν ήταν λόγια τού άέρα. ΔεΙχναν δτι ό κίνδυνος ήταν κον­
τά. Εύτυχώς δμως ό πατέρας δέν ήταν κουτός νά μή τό καταλα­
βαίνει. Ή έμπειρία τοϋ ’ Επίσκοπου Μορχάουζ ήταν ένα καλό μά­
θημα καί τό είχε μάθει καλά. Κάθησε ήσυχα παρά τΙς άδικίες πού
είχαν γίνει σέ βάρος του καί νομίζω πραγματικά δτι έξέπληξε καί
τούς έχθρούς του.
Μετά ήρθε ή ύπόθεση τού σπιτιού, τού δικού μας σπιτιού.
Μάς παρουσίασαν μιά ύποθήκη έκπρόθεσμη καί δέν είχαμε πλέον
τήν κυριότητα τού άκίνητου. Φυσικά δέν ύπήρχε καμιά ύποθήκη
καί δέν είχε ποτέ ύπάρξει. Τό οΙκόπεδο τό είχαμε άγοράσει τοϊς
μετρητοις καί τό σπίτι τό είχαμε πληρώσει μόλις χτίστηκε. Σπίτι
καί οΙκόπεδο δέν είχαν ποτέ καμιά έπιβάρυνση. Παρ’ δλα αύτά
μάς παρουσίασαν μιά ύποθήκη πού είχε συνταχθεϊ καί ύπογραφεϊ
κανονικά καί σύμφωνα μέ τό νόμο, μαζί μέ τΙς άποδείξεις τών τό­
κων πού είχαν πληρωθεί γιά μερικά χρόνια. Ό πατέρας δέν έκανε
καμιά διαμαρτυρία. Ό πω ς τοϋ κλέψαν τό είσόδημά του, τού κλέβαν τώρα καί τό σπίτι. Καί πού θά μπορούσε τάχα νά άποτανθεϊ.
Ό μηχανισμός τής κοινωνίας βρισκόταν στά χέρια αύτών ποϋ εί­
χαν όρκιστεΐ τήν έξόντωσή του. Κι έπειδή στό βάθος ήταν ένας
φιλόσοφος έπαψε άκόμα καί νά θυμώνει.
— Έ χ ω καταδικαστεί νά μέ συντρίψουν, μοϋ είπε, άλλά δέν
ύπάρχει λόγος νά μήν προσπαθήσω νά βγώ δσο τό δυνατόν πιό ά155

κέραιος. Τά γέρικα κόκαλά μου είναι εϋθραστα κι έχω μάθει τό
μάθημά μου. Ό θεός ξέρει πόσο δέ θέλω νά περάσω τΙς τελευ­
ταίες μου μέρες σ’ ένα άσυλο.
Τό έπεισόδιο αύτό μού θύμισε τόν έπίσκοπο Μορχάουζ ποϋ
δέν έχω γράψει τίποτα γι αύτόν σέ πολλές σελίδες τώρα. Ά λλά
πρώτα πρέπει νά μιλήσω γιά τό γάμο μου. Κι έπειδή ή σημασία
του χάνεται άνάμεσα σέ τέτοια γεγονότα θ’ άναφέρω μόνο τ’ άπαραίτητα.
— Τώρα θά γίνουμε πραγματικοί προλετάριοι, είπε δ πατέ­
ρας δταν μάς διώξαν άπ’ τό σπίτι. Είχα ζηλέψει συχνά αύτόν τόν
άνθρωπο πού θά γίνει δικός σου, έπειδή γνώριζε τόσο τέλεια τό
προλεταριάτο. Τώρα θά τό δώ άπό κοντά καί θά τό καταλάβω άπό
μόνος μου.
Ό πατέρας πρέπει νά είχε βαθειά μέσα του τό πάθος τής πε­
ριπέτειας, γιατί είδε τήν καταστροφή μας κάτω άπ’ αύτό τό πρί­
σμα. Δέν τόν κυρίεψαν ούτε ή όργή ούτε ή πικρία. "Ηταν πολύ φι­
λόσοφος καί πολϋ άπλός γιά νά είναι έκδικητικός καί ζούσε τόσο
πολύ μέσα στόν κόσμο τού πνεύματος πού δέν τδν έννοιαζαν οί ύλικές άνέσεις ποϋ έγκαταλείπαμε. "Ετσι λοιπόν δταν μετακομίσα­
με στό Σάν Φραντσίσκο μέσα σέ τέσσερα άθλια δωμάτια μιάς
φτωχικής συνοικίας στά νότια τής Μάρκετ Στρήτ, ξεκίνησε γι αύ­
τή τήν περιπέτεια μέ τή χαρά καί τόν ένθουσιασμό ένός παιδιού
άλλά καί μέ τήν καθαρή ματιά καί τήν άπέραντη κατανόηση μιάς
έξαιρετικής διάνοιας. Τό μυαλό του άπέριπτε τΙς παγιωμένες Ι­
δέες καί τΙς ψεύτικες άξίες. Συμβατικές καί τυποποιημένες άξΙες
δέ σήμαιναν τίποτα γι αύτόν. ΤΙς μόνες άξίες ποϋ άναγνώριζε ή­
ταν τά μαθηματικά καί τά έπιστημονικά δεδομένα. Ό πατέρας
μου ήταν ένας σπουδαίος άνθρωπος. Είχε τδ μυαλό καί τήν καρ­
διά ποϋ μόνο μεγάλοι άνθρωποι έχουν. Ά π ό μερικές πλευρές ή­
ταν άνώτερος κι άπό τδν Έρνεστ, ήταν ό πιό σπουδαίος άνθρω­
πος άπ’ δσους είχα γνωρίσει.
Έ νοιωσα κι έγώ κάποια άνακούφιση μέ τήν άλλαγή τής ζωής
μας. Είχα τουλάχιστον ξεφύγει άπό τό μεθοδικά δργανωμένο έξωστρακισμό πού μάς είχε έπιβάλει προοδευτικά στή πανεπιστη­
μιακή μας πόλη, τό μίσος τής ’Ολιγαρχίας πού γεννιόταν. Καί σέ
μένα αύτή ή άλλαγή τής ζωής μού φάνηκε σά μιά περιπέτεια καί
ήταν γιά μένα ή μεγαλύτερη περιπέτεια τής ζωής μου, άφού ήταν
μιά περιπέτεια έρωτα. Ή άλλαγή στήν οίκονομική μας κατάσταση
έπέσπευσε τό γάμο μου καί ήμουν πιά παντρεμένη δταν πήγα νά
156

κατοικήσω τά τέσσερα δωμάτια τής Πέλ Στρήτ, στή φτωχογειτο-.
νιά τοϋ Σάν Φραντίσκο.
Ά π ’ δλα αύτά νά τί μένει: έκανα εύτυχισμένο τάν Έρνεστ.
Μπήκα στή θυελώδη ζωή του δχι γιά νά τοϋ προκαλέσω καί νέες
σκοτούρες άλλά γιά νά τοϋ έξασφαλίσω λίγη ήρεμία καί άνάπαυ­
ση. Τού έφερα τή γαλήνη. Αύτή ήταν τά δώρο τής άγάπης μου γι
αύτόν. Γιά μένα ήταν τό άλάνθαστο σημάδι δτι δέν άπέτυχα στό
έργο μου. Τό νά φέρω τή λησμονιά τής δυστυχίας ή τό φώς τής
χαράς σ’ αύτά τά κουρασμένα του μάτια, ποιά μεγαλύτερη Ικανο­
ποίηση θά μπορούσα νά περιμένω;
ΤΩ! αύτά τά άγαπημένα κουρασμένα μάτια! Ξόδεψε τόν έαυτό του δσο λίγοι άνθρωποι. Ό λ η του τή ζωή τήν ξόδεψε γιά τούς
άλλους. Αύτό ήταν γι αύτόν τό μέτρο τού άνδρισμοϋ του. Ή ταν έ­
νας άνθρωπιστής κι ένας έραστής. Μέ τό μαχητικό του πνεύμα,
τό σώμα ένός μονομάχου καί τήν όξύνοια τοϋ άετοϋ, ήταν μέ μένα
τόσο τρυφερός κι εύγενικός δσο ένας ποιητής. Καί ήταν ένα ποιη­
τής ποϋ έκανε τά τραγούδια του πράξεις. Ό λ η του τή ζωή τρα­
γούδησε τό τραγούδι τού άνθρώπου. Τό τραγούδησε άπό σκέτη
άγάπη στόν άνθρωπο. Γ ιά τόν άνθρωπο έδωσε τή ζωή του καί γι
αύτόν σταυρώθηκε.
Καί δλα αύτά χωρίς τήν παραμικρή έλπίδα γιά μιά μελλοντι­
κή άνταμοιβή. Γι αύτόν, γιά τό πιστεύω του δέν ύπήρχε μελλοντι­
κή ζωή. Αύτός πού μέσα του λαμπάδιαζε ή άθανασία τήν άρνιόταν στόν έαυτό του, αύτό ήταν τό παράδοξο μ’ αύτόν. Τό τόσο
φλογερό μυαλό του ήταν ύποταγμένο στήν παγερή κι αύστηρή
φιλοσοφία τού ύλιστικού μονισμού. Συνήθιζα νά τοϋ άντιλέγω δτι
μετρούσα τήν άθανασία του άπό τά φτερά τής ψυχής του κι δτι θά
έπρεπε νά ζήσω άτέλειωτους αίώνες γιά νά έκτιμήσω δλο τους τό
μέγεθος. Σ’ αύτές τΙς στιγμές γελούσε, μέ τύλιγε μέ τά μπράτσα
του καί μέ άποκαλούσε ή γλυκειά του μεταφυσική φιλόσοφος. Ή
κούραση έφευγε τότε άπό τά μάτια του κι έβλεπα νά σπινθυρίζει
αύτή ή εύτυχισμένη λάμψη τοϋ έρωτα, πού ήταν μιά νέα κι έπαρκής έπιβεβαίωση τής άθανασίας του.
Ά λ λ ε ς φορές πάλι μέ άποκαλούσε ή άγαπημένη του όπαδός
τού δυαδισμοϋ καί μού έξηγούσε πώς ό Κάντ χρησιμοποιώντας
τήν καθαρή λογική κατάργησε τή λογική γιά νά λατρέψει τό θεό.
Μ’ έβαζε στήν Γδια μοίρα καί μέ κατηγορούσε γιά τό Γδιο πράγμα.
Καί δταν άπολογιόμουνα καί δεχόμουνα ότι ήμουνα ένοχη, άλλά
ύποστήριζα ότι ό τρόπος σκέψης μου στηρίζεται άπόλυτα στή λο­
157

γική, μ’ έσφιγγε πιό σφιχτά στήν άγκαλιά του καί γελούσε, δπως
μόνο ένας έκλεχτός τού θεού έραστής μπορεϊ νά γελάσει.
Ά ρνιόμουνα νά παραδεχτώ δτι ή κληρονομικότητα καί τό πε­
ριβάλλον μπορούσαν νά έξηγήσουν τήν πρωτοτυπία τής σκέψης
του καί τήν Ιδιοφυία του ή δτι ol ψυχρές ψηλαφήσεις τής έπιστήμης μπορούσαν νά συλλάβουν, νά άναλύσουν καί νά ταξινομή­
σουν αύτή τή φευγαλέα ούσία πού κρύβεται μέσα σ’ αύτό πού
συνθέτει τήν Γδια τή ζωή.
'Υποστήριζα δτι τό σύμπαν ήταν μιά άντικειμενική παρουσία
τοϋ θεού καί δτι ή ψυχή ήταν μιά προβολή τής ταυτότητας τού
θεού. Καί δταν ό Έρνεστ μέ άποκαλοϋσε ή γλυκειά του μεταφυ­
σική φιλόσοφος έγώ τόν έλεγα ό άθάνατος ύλιστής μου. Κι έτσι άγαπιόμαστε κι ήμαστε εύτυχισμένοι. Καί τού συγχωρούσα τόν ύλισμό του γιά χάρη τού τρομακτικού έργου πού έπιτελοϋσε πάνω
στή Υή χωρίς νά σκέπτεται διόλου τό προσωπικό του δφελος, για­
τί ή ϋπερβολική μετριοφροσύνη γιά τό πνεύμα του δέν τόν άφηνε
νά ϋπερηφανεύεται, ούτε νάχει κάν συνείδηση τής έξαιρετικής
του ψυχής.
Είχε βέβαια τή δική του περηφάνεια. Πώς θά μπορούσε νά ή­
ταν ένας άετός χωρίς περηφάνεια; 'Υποστήριζε δτι ήταν πιό ύπέροχο νά βλέπεις μιά πεπερασμένη θνητή σταγόνα τής ζωής νά
νοιώθει μέσα της τή θεϊκή δύναμη παρά νά βλέπεις ένα θεό πού
αισθάνεται τή δύναμή του. Μ’ αύτό τόν τρόπο έξυμνούσε αύτό
ποϋ θεωρούσε σά σημάδι τής θνητότητάς του. Τού άρεσε ν’ άπαγγέλει ένα άπόσπασμα άπό κάποιο ποίημα πού δέν τό είχε διαβά­
σει ποτέ όλόκληρο καί ποϋ μάταια είχε προσπαθήσει νά μάθει τό
συγγραφέα του. Δίνω έδώ αύτό τό άπόσπασμα όχι μόνο γιατί τό
άγαπούσε πολύ άλλά γιατί δίνει κάποια έξήγηση αύτοϋ τού παρά­
δοξου ποϋ ήταν τό Ιδιο του τό πνεϋμα άπ’ τή μιά μεριά, καί τό τ(
πίστευε αύτός γιά κείνο άπό τήν άλλη. Πώς ήταν δυνατόν αύτός ό
άνθρωπος ποϋ άπάγγελνε τούς παρακάτω στίχους μέ τρεμάμενη
φωνή άπό φλογερό ένθουσιασμό, νάναι μόνο λίγο χώμα, μιά έλάχιστη φευγαλέα δύναμη, μιά μορφή έφήμερηί21
Χαρά κι άπόλαυση μού δόθηκαν δικαιωματικά στή γέννησή μου,
Καί κραυγάζω τό έγκώμιο τών αΙώνιων ήμερών μου
Πού άντηχεΐ ώς τά πέρατα τής γής.
2.
Ό συγγραφέας αύτοϋ τού ποιήματος θά μείνει γιά πάντα άγνω­
στος. Αύτά τά άπόσπασμα είναι τό μόνο ποϋ έφτασε ώς έμάς.
158

Ά ν καί ύπέφερα δλους τοϋς θανάτους
Μέχρι τήν έσχατη άκρη τών καιρών,
Ή π ια τ’ δλόγιομο κύπελο τής εύτυχίας
Ό λων τών τόπων καί όλων τών έποχών.
Τή ματαιότητα τής έπαρσης, τήν πίκρα τής έξουσίας.
Τή συντροφιά τών γυναικών.
Πόσο καλή’ναι ή τελευταία ρουφηξιά,
Πίνω γιά τή ζωή καί γιά τό θάνατο καί τραγουδώ
Γιατί δταν πεθάνω ένα άλλο Έγώ μου τό κύπελο θά παραδώσει.
Τόν άνθρωπο ποϋ όδήγησες άπό τόν κήπο τής Έδέμ
Ή μουν έγώ Κύριε. Ή μουν έγώ,
Καί θά είμαι έκεϊ
Ό τα ν δ άνεμος καί ή γή
θ ά διαχωριστούν άπό τόν ούρανό καί τή θάλασσα,
Γιατί είν’ ό κόσμος μου,
Ό ύπέροχος δικός μου κόσμος
Ό κόσμος τών άγαπημένων μου θλίψεων,
Α π ’ τΙς άδύνατες κραυγές τής γέννησής μου
Μέχρι τΙς οίμωγές τοϋ γυναικείου τοκετού.
Κλεισμένο στό σφυγμό ένός άγέννητου άγώνα,
Ταραγμένο άπό τήν έπιθυμία τού κόσμου,
Ξεπετάγεται τό άγριο νεανικό μου αίμα
Ποϋ θά σβύσει τή φωτιά τής κόλασης.
Είμαι άνθρωπος, άνθρωπος,
Ά π ό τό σκοτεινό μητρικό κόλπο
Έ ω ς τό θάμβος τής γυμνής ψυχής
Ά π ό τή σάρκα ποϋ ύποφέρει
'Ως τήν έπιστροφή τού σώματος στή γή.
Κόκαλο άπ’ τό κόκαλό μου καί σάρκα άπό τή σάρκα μου
'Ολόκληρος ό κόσμος υπακούει στή θέλησή μου
Καί ή άσβυστη δίψα γιά μιά καταραμένη Έδέμ
θ ά βασανίζει τή γή μέχρι τά έγκατά της.
Παντοδύναμε Κύριε, δταν άδειασα τό κύπελο τής ζωής
Ά π ό τά χρώματα τού οϋράνιου τόξου της,
Ή δυστυχία μιάς αίώνιας νύχτας
θ ά ’ναι μικρή γιά νά χωρέσει τ’ δνειρό μου.
Τόν άνθρωπο ποϋ όδήγησες άπό τόν κήπο τής Έδέμ
159

"Ημουν έγώ Κύριε. Ή μουν έγώ
Καί θά είμαι έκεϊ
Ό τα ν ά άνεμος κι’ ή γη
Θά διαχωριστούν άπά τόν ούρανό καί τή θάλασσα,
Γιατ'ι είν’ ό κόσμος μου, ό δικός μου κόσμος
Ό κόσμος τής άγαπημένης μου ήδονής,
Ά π ’ τήν καθάρια λάμψη τού Αρκτικού
Ώ ς τό λυκόφως τής έρωτικής μου νύχτας.
Σ’ δλη του τή ζωή ό Έρνεστ δούλεψε χωρίς νά ύπολογίζει
τήν κούραση. Ή θαυμάσια σωματική του διάπλαση τόν βοηθούσε
σ’ αύτό, άν καί δέν μπορούσε νά κρύψει τό κουρασμένο βλέμμα
τών ματιών του. Τά άγαπημένα κουραμένα μάτια του! Τή νύχτα
ποτέ δέν κοιμόταν πάνω άπό τεσσαρισήμισυ ώρες καί ποτέ δέν
τόν έφτανε δ καιρός νά κάνει δλη τή δουλειά πού ήθελε. Δέ στα­
μάτησε ποτέ τό έργο τής προπαγάνδας καί χρειαζόταν πάντοτε
νά τόν καλούν άπό πολύ πρίν γιά τΙς διαλέξεις πού έδινε στίς όργανώσεις τών έργατών. Μετά ήρθε ό έκλογικός άγώνας, δπου άναλώθηκε όσο ήταν άνθρώπινα δυνατό. Τό κλείσιμο τών σοσιαλι­
στικών έκδοτικών οΓκων τού στέρησε τά ισχνά συγγραφικά του
δικαιώματα καί μέ μεγάλη δυσκολία έβγαζε λίγα χρήματα γιά νά
ζήσει, γιατί παρά τΙς πάμπολλες άσχολίες του έπρεπε νά δουλέ­
ψει γιά νά κερδίσει τή ζωή του. Έ κανε πολλές μεταφράσεις γιά
περιοδικά πάνω σέ έπιστημονικά καί φιλοσοφικά θέματα. Γύριζε
άργά τή νύχτα έξαντλημένος άπ’ τήν ύπερένταση τοϋ έκλογικού
άγώνα καί βυθιζόταν στίς μεταφράσεις του, πού δέν τΙς άφηνε
πριν τΙς πρωινές ώρες. Καί πάνω άπ’ δλα αύτά συνέχιζε νά μελε­
τάει. Μελετούσε μέχρι τό θανατό του καί μελετούσε ύπερβολικά.
Καί άκόμα εϋρισκε τόν καιρό νά μ’ άγαπάει και νά μέ κάνει
εύτυχισμένη. Ά λ λ ’ αύτό γινόταν γιατί ή ζωή μου είχε άδιαίρετα έ·
νωθεΐ μέ τή δική του. Έμαθα στενογραφία καί γραφομηχανή κι έ·
γινα ή γραμματέας του. Μού έλεγε συχνά δτι τόν είχα άπαλλάξει
άπό τή μισή δουλειά κι έτσι ξανάρχισα νά μελετάω γιά νά μπορώ
νά καταλαβαίνω τΙς έργασίες του. Είχαμε τά ίδια ένδιαφέροντα,
δουλεύαμε μαζί καί ξεκουραζόμαστε μαζί.
Καί εΓχαμε άκόμα τΙς τρυφερές μας στιγμές πού κλέβαμε ά­
πό τή δουλειά μας, μόνο μιά λέξη, ένα χάδι, ένα έρωτικό βλέμμα.
Κι αύτές οΐ στιγμές ήταν πιό γλυκές, γιατί τΙς εΓχαμε κλέψει. Ζούσαμε στά ύψη. ’Εκεί ή άτμόσφαιρα ήταν διαυγής και πεντακάθα­
ρη, έκεΐ έργαζόσουνα γιά τήν άνθρωπότητα, έκεϊ ή αίσχροκέρδια
160

κι ό έγωϊσμδς δέν είχαν θέση. ’Αγαπούσαμε τόν έρωτα καί τίποτα
δέν τόν είχε κηλιδώσει, μόνο τόν έτρεφε κάθε τι τό ώραϊο. Κι αύ­
τό πού κρατώ περισσότερο μέσα μου είναι πώς δέν άπέτυχα στό
έργο μου. Έ δω σα λίγη γαλήνη σ’ αύτόν πού έργαζόταν τόσο
σκληρά γιό τούς άλλους, λίγη χαρά στόν άγαπημένο μου θνητό
μέ τά κουρασμένα μάτια.

161

Κεφάλαιο 12 ο

Ό Επίσκοπος
Λίγο καιρό μετά τό γάμο μου συνάντησα τυχαία τόν ’ Επίσκο­
πο Μορχάουζ. Πρέπει όμως νά διηγηθώ τά γεγονότα μέ τή σειρά
τους. Μετά τήν έκρηξή του στή Συνέλευση τοϋ Ι.Ρ.Η., ό ’Επίσκο­
πος, αύτή ή εύγενική ψυχή ϋποχώρησε στίς πιεστικές παρακλή­
σεις τών φίλων του κι έφυγε σέ διακοπές. Ά λ λ ά γύρισε περισσό­
τερο άποφασισμένος άπό κάθε άλλη φορά νά διδάξει τό μήνυμα
τής ’ Εκκλησίας. Ή πρώτη του όμιλία άπδ τδν άμβωνα άφησε κα­
τάπληκτο τό έκκλησίασμα, γιατί ήταν όλόϊδια μ’ αύτή ποϋ είχε άπευθύνει πρίν λίγο καιρό στή Συνέλευση. Ξαναείπε καί άνάπτυξε
σέ μάκρος καί μέ πολλές θλιβερές λεπτομέρειες δτι ή ’Εκκλησία
είχε άπομακρυνθεϊ άπό τή διδασκαλία τοϋ Κυρίου καί δτι ό Μαμω­
νάς είχε πάρει τή θέση τού Χριστού.
Τό άποτέλεσμα ήταν δτι όδηγήθηκε παρά τή θέλησή του σ’ έ­
να Ιδιωτικό σανατόριο γιά φρενοβλαβείς, ένώ οί έφημερίδες δη­
μοσίευαν συγκινητικές άφηγήσεις γιά τή διανοητική του κατά­
σταση καί γιά τήν άγιοσύνη τοϋ χαρακτήρα του. Στό σανατόριο ή­
ταν ένας φυλακισμένος. ’Επήγα έπανειλημένα νά τόν δώ, άλλά
μού άρνήθηκαν κάθε έπαφή μαζί του. Μέ είχε τρομερά έντυπωσιάσει ή τραγωδία αύτοϋ τοϋ άγιου άνθρώπου, ποϋ σωματικά καί
ψυχικά ήταν άπόλυτα ύγιής καί ποϋ τόν είχε συντρίψει ή κτηνώ­
δης θέληση τής κοινωνίας. Γιατί δ ’Επίσκοπος ήταν ύγιής καί άγνός καί μιά εύγενική ψυχή. “Οπως έλεγε δ "Ερνεστ τό μόνο του
λάθος ήταν δτι είχε έσφαλμένες γνώσεις πάνω στή βιολογία καί
τήν κοινωνιολογία, κι έπειδή οΐ γνώσεις του ήταν έσφαλμένες
δέν μπορούσε νά βρει τό σωστό τρόπο γιά νά διορθώσει τά πράγ­
ματα.
163

Αύτό ποϋ μέ φόβιζε ήταν τό άδιέξοδο στό όποιο βρισκόταν ό
Επίσκοπος. Έ άν έπέμενε στήν άλήθεια, δπως τήν έβλεπε αύτός,
ήταν καταδικασμένος νά μείνει έγκλειστος γιά πάντα. Καί δέν
μπορούσε νά κάνει τ(ποτα. Ούτε τά χρήματα, ούτε ή θέση του, ού­
τε ή μόρφωσή του δέν μπορούσαν νά τόν σώσουν. 01 άπόψεις του
ήταν έπικίνδυνες γιά τήν κοινωνία καί ή κοινωνία δέν μπορούσε
νά δεχτεί δτι ένα ύγιές μυαλό κάνει τέτοιες σκέψεις. Τουλάχι­
στον έτσι έβλεπα έγώ τή στάση αύτή τής κοινωνίας.
Στόν ’ Επίσκοπο δμως, παρά τήν εύγένεια καί τήν άγνότητα
τού πνεύματος του, δέν έλειπε καί κάποια πανουργία. Είδε καθα­
ρά σέ τί κίνδυνο βρισκόταν. Είδε τόν έαυτό του πιασμένο στό δί­
χτυ τής άράχνης καί προσπάθησε νά ξεφύγει. Μή μπορώντας νά
ύπολογίζει στοϋς φίλους του, στόν πατέρα, στόν "Ερνεστ καί σέ
μένα ποϋ θά θέλαμε πολύ νά τόν βοηθήσουμε, άναγκάστηκε νά
πολεμήσει μόνος του γιά τόν έαυτό του. Μέσα στήν ύποχρεωτική
μοναξιά τοϋ σανατορίου ξαναβρήκε τόν έαυτό του. Ξαναβρήκε
τήν ύγεία του. Τά μάτια του σταμάτησαν νά βλέπουν όράματα. Τό
μυαλό του άπαλάχτηκε άπό τΙς φαντασιοπληξίες δτι ή κοινωνία
είχε καθήκον νά θρέψει τά πρόβατα τοϋ Κυρίου.
"Οπως τό είπα κι δλας έγινε καλά, άπόλυτα καλά κι έτσι ol έ­
φημερίδες καί ol άνθρωποι τής έκκλησίας χαιρέτησαν μέ χαρά
τήν έπιστροφή του. Πήγα σέ μιά άπό τΙς λειτουργίες του. Τό κύρηγμά του ήταν δμοιο μέ κείνους τούς λόγους ποϋ έβγαζε προ­
τού άρχίσει νά βλέπει όράματα. ’Απογοητεύτηκα, σοκαρίστηκα.
Τό χτύπημα τής κοινωνίας ήταν τόσο βαρύ ποϋ τόν είχε όδηγήσει
στήν ύποταγή; Ή ταν λοιπόν δειλός; Είχε άπαρνηθεί τΙς Ιδέες του
άπό φόβο; Ή ή πίεση ήταν τόσο μεγάλη ποϋ άφέθηκε ταπεινά νά
τόν συνθλίψει τό άρμα τού Τζάγκερνατ' τής ύπάρχουσας τάξης
πραγμάτων;
Τόν έπισκέφτηκα στό ώραϊο του σπίτι. Είχε άλλάξει πολύ κι
ήταν άξιολύπητος. Είχε άδυνατίσει καί στό πρόσωπό του είχε ρυ­
τίδες ποϋ δέν είχα δεϊ ποτέ πρίν. Ή ταν φανερό πώς ή έπίσκεψή
μου τόν είχε θορυβήσει. Τραβούσε νευρικά τά μανίκια του καθώς
μοϋ μιλούσε καί τά μάτια του άνήσυχα κοιτούσαν άπό δώ κι άπό
κεί άποφεύγοντας τά δικά μου. Φαινόταν ότι κάτι άπασχολούσε
τό μυαλό του. Μιλούσε μέ παράξενες παύσεις, άλλαζε άπότομα
Στή Τζάγκερνατ, τήν πιό σπουδαία Ιερή πόλη τών ’ Ινδιών στό κόλπο
τής Βεγγάλης, δυό φορές τό χρόνο γίνεται λιτανεία στήν όποΐα παρελαύ­
νει μέ μεγάλη λαμπρότητα ένα πελώριο άρμα πού μεταφέρει τό άγαλμα
τού θεού. (Σ.τ.μ.)
164

θέμα καί τά λόγια του δέν είχαν είρμό σέ σημείο ποϋ γινόταν άκατάληπτος. Αύτός ήταν 6 στέρεα ίσοροπημένος άνθρωπος, ποϋ εί­
χα γνωρίσει καί ποϋ τόν είχα παρομοιάσει μέ τό Χριστό, μέ τά ά·
γνά, καθάρια μάτια καί τό βλέμμα σταθερό κι άποφασιστικό όπως
ή ψυχή του; Τόν είχαν κακομεταχειριστεί, τόν είχαν ταπεινώσει,
τόν είχαν ϋποτάξει. Ή ταν πολϋ άγαθός. Δέν ήταν άρκετά δυνα­
τός γιά ν’ άντιμετωπίσει μιά κοινωνία όργανωμένη σάν μιά άγέλη
λύκων.
Μέ κυρίευσε μιά άκατανίκητη θλίψη. Μιλούσε διφορούμενα
κι έδειχνε νά φοβάται τόσο πολϋ αύτά ποϋ ήθελα νά τοϋ πώ ποϋ
δέν είχα τό κουράγιο νά τοϋ κάνω τήν παραμικρή παρατήρηση.
Μού μιλούσε γιά τήν άρρώστεια του κι ό τόνος τής φωνής του ή­
ταν σβυσμένος. Συζητήσαμε άόριστα γιά τήν έκκλησία, γιά τήν έπιδιόρθωση τοϋ άρμόνιου καί γιά τά πενιχρά φιλανθρωπικά του
έργα. Στό τέλος μέ είδε νά φεύγω μέ άνακούφιση καί θά γελούσα
άσφαλώς άν ή καρδιά μου δέν είχε πλημμυρίσει άπό δάκρυα.
Μικρέ, φτωχέ μου ήρωα! Ά ν ήξερα μόνο! Πολέμαγε σάν ήρωας κι έγώ ούτε κάν τό ύποψιαζόμουνα. Μόνος, όλομόναχος ά­
νάμεσα σ’ έκατομμύρια συνανθρώπους του, μαχόταν μέ τό δικό
του τρόπο. Ή φρίκη τοϋ άσυλου καί ή πίστη του γιά τήν άλήθεια
και τό δίκηο τόν είχαν διχάσει, άλλά πιανόταν άπεγνωσμένα άπό
τήν άλήθεια καί τό δίκηο. Ή ταν δμως τόσο μόνος ποϋ δέν τολ­
μούσε νά έμπιστευτεΐ ούτε έμένα. Είχε μάθει τό μάθημά του καλά,
πάρα πολύ καλά μάλιστα.
Δέν άργησα δμως νά μάθω τά καθέκαστα. "Ενα ώραϊο πρωΤ ό
’Επίσκοπος έξαφανίστηκε. Δέν είχε πει σέ κανένα ότι θά έφευγε.
Καθώς οΐ μέρες περνούσαν καί δέν έμφανιζόταν πουθενά τά κου­
τσομπολιά άρχισαν νά δίνουν καί νά παίρνουν. Μιλούσαν γιά αύτοκτονία, άφού πρόσφατα είχε διαταραχτεϊ τό μυαλό του. Ά λ λ ’
αύτές οΐ φήμες διαλύθηκαν όταν μαθεύτηκε δτι είχε πουλήσει δ­
λα τά ύπάρχοντά του, τό σπίτι του στήν πόλη, τό έξοχικό του στό
Μένλο Πάρκ, τούς πίνακές του, τΙς καλλιτεχνικές συλλογές του,
άκόμα καί τήν άγαπημένη του βιβλιοθήκη. Ή ταν φανερό ότι ξε­
πούλησε μυστικά τά πάντα προτού νά έξαφανιστεΐ.
Αύτά δλα συνέβηκαν τόν καιρό ποϋ έμείς εΓχαμε τΙς δικές
μας περιπέτειες καί μόνο δταν έγκατασταθήκαμε στό νέο μας
σπίτι είχαμε πραγματικά τόν καιρό νά διερωτηθοϋμε καί νά σκεφτοϋμε γιά τήν τύχη τού Έπίσκοπου. Καί τότε ξαφνικά δλα ξεκα­
θαρίστηκαν. Νωρίς ένα βράδυ ένώ άκόμα έφεγγε τό φώς τής μέ­
165

ρας διέσχισα τδ δρόμο μέχρι τό χασάπη γιά ν’ άγοράσω μερικές
μπριζόλες γιά τό σουπέ, τδ βραδυνό φαγητό τοϋ "Ερνεστ. Στό
νέο μας περιβάλλον τδ βραδινό γεύμα τό λέγαμε σουπέ.
Τή στιγμή ποϋ έβγαινα άπό τό κρεοπωλείο, ένας άνθρωπος
πρόβαλλε άπό τό γειτονικό μπακάλικο πού βρισκόταν στή γωνία.
"Ενα περίεργο συναίσθημα οικειότητας μ’ έσπρωξε νά τόν ξανα­
κοιτάξω. Ά λ λ ά ό άνθρωπος έστριψε στή γωνία κι έφυγε περπα­
τώντας γρήγορα. 'Υπήρχε, κάτι στό σκύψιμο τών ώμων, στήν άσημένια τούφα μαλλιών, πού φαινόταν άνάμεσα στό γιακά τοϋ παλ­
τού καί τό μαλακό καπέλο μέ τό μεγάλο γείσο, ποϋ μοϋ ξυπνού­
σε άκαθόριστες άναμνήσεις. Ά ντΙ νά ξαναδιασχίσω τό δρόμο άκολούθησα αύτόν τόν άνθρωπο. Τάχυνα τό βήμα προσπαθώντας
νά μή σκέφτομαι αύτά ποϋ μού περνούσαν άπό τδ μυαλό. Ό χ ι
δέν ήταν δυνατόν. Δέν μπορούσε νά είναι αύτός μ’ αύτό τό τριμ­
μένο ράσο ποϋ κρέμαγε καί ποϋ ήταν ξεψτισμένο στίς άκρες.
Σταμάτησα, γέλασα άπό μέσα μου καί σκέφτηκα νά πάψω νά
τρέχω άπό πίσω του. Ά λ λ ά αύτοΐ οί ώμοι, αύτά τά άσημένια μαλ­
λιά δέν μ’ άφηναν νά φύγω. Ά ρ χ ισ α νά τρέχω πάλι. Καθώς τόν
προσπέρασα έριξα ένα διαπεραστικό βλέμμα στό πρόσωπό του.
Σταμάτησε κι αύτός άπότομα κι έμεινε μέ άνοιχτό τό στόμα.
Μιά μεγάλη χάρτινη σακούλα ποϋ κρατούσε στό δεξί του χέρι,
τού έπεσε στό πεζοδρόμιο. Ή σακούλα σκίστηκε κι ένας σωρός ά­
πό πατάτες χύθηκαν στά πόδια του καί στά δικά μου. Μόλις μέ εί­
δε ζάρωσε καί μοϋ έριξε ένα βλέμμα γεμάτο έκπλήξη καί φόβο.
Ά φ η σ ε τοϋς ώμους του νά πέσουν άποθαρρυμένος κι έβγαλε έ­
να βαθύ άνασταναγμό.
Τοϋ έδωσα τδ χέρι μου. Τό έσφιξε μέσα στό δικό του πού κολούσε. Ξερόβηξε μέ ύφος ένοχλημένο καί είδα σταγόνες άπό ι­
δρώτα νά σχηματίζονται στό μέτωπό του. Ή ταν φανερό δτι ήταν
πολϋ τρομοκρατημένος.
— 01 πατάτες, μουρμούρισε μέ φωνή σβησμένη. Είναι πολύτι­
μες.
Πς μαζέψαμε κι οΐ δυό μαζί καί τΙς ξαναβάλαμε στή σχισμένη
σακούλα ποϋ τήν κρατοϋσε τώρα προσεκτικά στήν άγκαλιά του.
Προσπάθησα νά τοϋ πώ πόσο χαρούμενη ήμουνα πού τόν συνάν­
τησα κι δτι έπρεπε νά έρθει άμέσως τώρα στό σπίτι μαζί μου.

Ό πατέρας θά χαρεϊ πολϋ νά σάς δεϊ, τοϋ είπα. Μένουμε
δυό βήματα άπό δώ.
— Αδύνατον, μοϋ είπε πρέπει νά πηγαίνω. Αντίο. Κύτταξε
166

φοβισμένα γύρω του σά νά φοβόταν μήπως τόν άναγνωρίσει κα­
νείς κι έκανε μιά προσπάθεια νά φύγει.
— Πέστε μου πού μένετε καί θάρθω νά σάς δώ άργότερα, εί­
πε δταν είδε δτι περπατούσα δίπλα του κι δτι ήμουνα άποφασισμένη νά μή τόν άφήσω τώρα πού τόν βρήκα.
— Ό χ ι, άπάντησα σταθερά. Πρέπει ναρθεΐτε τώρα.
Κύτταξε τΙς πατάτες πού ήταν έτοιμες νά χυθούν καί τά μι­
κρά πακέτα πού κρατούσε μέ τό άλλο χέρι.
— Είναι πραγματικά άδύνατο, είπε, συγχωρέστε τήν άγένειά
μου. ’ Εάν ξέρατε μόνο!
Νόμιζες δτι θά έπεφτε κάτω άπό τή συγκίνηση, άλλ’ άμέσως
μετά ξανάγινε κύριος τού έαυτού του.
— ’Εξ άλλου είναι αύτά τά τρόφιμα, συνέχισε. Είναι μιά θλι­
βερή περίπτωση. Είναι τρομερό. Είναι μιά γριά γυναίκα. Πρέπει
νά τής τά πάω αύτά άμέσως. Τάχει άνάγκη, πεινάει. Πρέπει νά κά­
νω γρήγορα. Καταλαβαίνετε. Μετά θά έπιστρέψω. Σάς τό ύπόσχομαι.
— ’Αφήστε με νάρθω μαζί σας, προσφέρθηκα. Είναι μακρυά;
’Αναστέναξε πάλι καί υποχώρησε.
— Μονάχα δυό τετράγωνα πιό πέρα, είπε. Ά ς βιαστούμε.
Μέ όδηγό τόν ’ Επίσκοπο έμαθα κι έγώ κάτι γιά τήν Ιδια μου
τή γειτονιά. Ποτέ δέν είχα ύποψιαστεϊ δτι ύπήρχε τόση δυστυχία,
τόση άθλιότητα. Κι αύτό φυσικά γιατί δέν είχα ποτέ άσχοληθεϊ μέ
τή φιλανθρωπία. "Ημουνα πεισμένη δτι ό "Ερνεστ είχε δίκηο δταν
κορόϊδευε τή φιλανθρωπία, λέγοντας δτι είναι ενα κατάπλασμα
πού βάζεις πάνω στό πληγιασμένο έλκος. Τό φάρμακο ήταν νά
βγάλεις αύτό τό έλκος. Δώσε στόν έργάτη τό προϊόν τής δου­
λειάς του κι ένα έπίδομα σ’ αύτοϋς ποϋ γέρασαν έργαζόμενοι τί­
μια καί τότε δέ θά ύπάρχει άνάγκη γιά φιλανθρωπία. Πιστεύον­
τας δτι αύτό είναι τό σωστό, δούλευα μαζί του γιά τήν έπανάσταση καί δέ σπαταλούσα τΙς δυνάμεις μου γιά ν’ άνακουφίσω τήν
κοινωνική δυστυχία, ποϋ ή άδικία τού συστήματος τήν ξαναγεν­
νούσε συνεχώς.
Α κολούθησα τόν ’Επίσκοπο σ’ ένα μικρό δωμάτιο τρία έπΐ
τέσσερα στό πίσω μέρος ένός σπιτιού. Έκεϊ μέσα βρήκαμε γιά
γριούλα Γερμανίδα έξήντα τεσσάρων χρονών δπως μού είπε ό ’Ε­
πίσκοπος. Παραξενεύτηκε ποϋ μέ είδε άλλά κούνησε τό κεφάλι
της γιά νά μέ χαιρετήσει καί συνέχισε νά ράβει ένα άντρικό παν­
τελόνι, πού είχε στά γόνατά της. Πίσω της, έπάνω στό πάτωμα ϋ167

πήρχε ενας σωρός άπό παντελόνια. Ό ’Επίσκοπος είδε πώς δέν
υπήρχαν ούτε ρύλα γιά προσάναμα, ούτε κάρβουνα καί βγήκε γιά
ν’ άγοράσει.
Σήκωσα ένα παντελόνι κι έξέτασα τή δουλειά της.
— Έ ξι σέντς, κυρία, είπε κουνώντας άπαλά τό κεφάλι της, έ­
νώ συνέχιζε νά ράβει. Έ ραβε άργά άλλά δέ σταματούσε λεπτό,
θάλεγες πώς μόνο μιά λέξη ήξερε: ράψιμο καί πάλι ράψιμο καί
μόνο ράψιμο.
— Γιά δλη αύτή τή δουλι ιί. αύτά μόνο πληρώνουν, ρώτησα.
Πόση ώρα σάς παίρνει;
— Μάλιστα, άπάντησε, αύτά δίνουν δλα κι δλα. Έ ξι σέντς τελειωμένο. Δυό ώρες ράψιμο τό καθένα.
«Τό άφεντικό Ομως δέν τό ξέρει αύτό, πρόσθεσε γρήγορα
μέ ύφος φοβισμένο μήπως έχει φασαρίες. Δέν κάνω γρήγορα. "Ε­
χω ρευματισμούς στά χέρια. Τά κορίτσια έργάζονται πιό γρήγο­
ρα. Τό τελειώνουν στό μισό χρόνο άπό μένα. Τό άφεντικό είναι
καλός άνθρωπος. Μ’ άφήνει καί παίρνω τή δουλειά στό σπίτι τώ­
ρα ποϋ γέρασα καί τό κεφάλι μου δέν άντέχει τό θόρυβο τής μη­
χανής. "Αν δέν ήταν τόσο καλός, θά πέθαινα τής πείνας.
«Μάλιστα, αύτές ποϋ έργάζονται στό έργαστήριο παίρνουν
όκτώ σέντς. ’Αλλά τί νά γίνει; Δέν ύπάρχει άρκετή δουλειά γιά
τούς νέους. Τούς γέρους τΐ νά τούς κάνουν; Πολλές φορές έχω
μόνο ένα παντελόνι γιά τελείωμα. "Αλλες πάλι, δπως σήμερα,
πρέπει νά παραδώσω όκτώ πριν νυχτώσει.
Τή ρώτησα πόσες ώρες έργαζόταν καί μού είπε ότι αύτό έξαρτιόταν άπό τήν έποχή.
— Τό καλοκαίρι, δταν ϋπάρχουν πολλές παραγγελίες, έργάζομαι άπό τΙς πέντε τό πρωί ώς τΙς έννιά τό βράδυ. Τό χειμώνα δ­
μως κάνει πολϋ κρύο. Τά χέρια δέ ξεμουδιάζουν εύκολα. Γι αύτό
πρέπει νά έργαστώ πιό πολύ, μέχρι τά μεσάνυχτα, πολλές φορές.
«Ναί, ή καλοκαιρινή σαιζόν ήταν άσχημη. 01 καιροί είναι δύ­
σκολοι. Ό θεός θάχει πάει ψηλά. Αύτή είναι ή πρώτη δουλειά ποϋ
τ’ άφεντικό μοϋδωσε μέσα στή βδομάδα. Είναι άλήθεια ότι δέν
μπορεϊ κανείς νά τρώει πολϋ δταν δέ δουλεύει. Είμαι συνηθισμέ­
νη. Έ ραβα σ’ δλη μου τή ζωή, στήν παλιά μου πατρίδα πρώτα και
μετά έδώ στό Σάν Φραντσίσκο, τριάντα τρία χρόνια.
«'Όταν έχεις σίγουρο τό νοίκι, όλα είναι έντάξει. Ό Ιδιοκτή­
της είναι πολύ καλός, δέ λέω, άλλά πρέπει νά πάρει τό νοίκι του.
Αύτό είναι τό σωστό. Παίρνει μόνο τρία δολλάρια γι αύτό τό δω­
168

μάτιο. Είναι φτηνό. Ά λ λ ά δέν είναι κι εύκολο νά βρίσκεις τρ(α
δολλάρια κάθε μήνα.
Σταμάτησε νά μιλάει καί κουνώντας τό κεφάλι της συνέχισε
νά ράβει.
— Μ’ αύτά πού κερδίζετε, πρέπει νά προσέχετε πολύ τά έξο­
δά σας συμπέρανα.
Κούνησε μ’ έμφαση τό κεφάλι της.
— Ά μ α πληρώσω τό νοίκι τάλλα τά βολεύω. Βέβαια δέν μπορείς ν’ άγοράσεις κρέας καί γάλα γιά τόν καφέ. Τρώω δμως πάν­
τα μιά φορά τή μέρα καί πολλές φορές δυό.
Τά τελευταία της λόγια κρύβαν ύπερηφάνεια κι Ισως ένα κά­
ποιο συναίσθημα έπιτυχίας. Καθώς δμως συνέχισε νά ράβει σιω­
πηλά, παρατήρησα τά γλυκά της μάτια νά παίρνουν δψη θλιμμένη
καί τΙς άκρες τών χεριών της νά γέρνουν πρός τά κάτω. Τό βλέμ­
μα της έγινε άπόμακρο. Έτριψε δυνατά τά μάτια της γιά νά διώ­
ξει τή σκοτοδίνη, πού τήν έπόδιζε νά ράψει.
— Ό χ ι, δέν είναι ή πείνα ποϋ μοϋ σχίζει τήν καρδιά, μού έξήγησε. Τήν πείνα τή συνηθίζεις. Γιά τήν κόρη μου κλαίω. Μού τή
σκότωσε ή μηχανή. Ή άλήθεια ήταν δτι έργαζόταν σκληρά. Δέ
μπορώ δμως νά καταλάβω. Ή τανε δυνατή. Κι ήταν άκόμα νέα,
μόνο σαράντα χρονών, κι έργαζόταν μόνο τριάντα χρόνια. Ά ρ χ ι­
σε νέα, δέ λέω, γιατί ό άντρας μου πέθανε. Έσκασε δ λέβητας
στό έργοστάσιο. Καί τί μπορούσαμε νά κάνουμε. Ή ταν δέκα χρο­
νών, άλλά ήταν πολϋ δυνατή. Κι δμως ή μηχανή τή σκότωσε. Ναι
μοϋ τή σκότωσε, κι ήταν ή πιό γρήγορη έργάτρια στό έργαστήριο.
Τό σκέφτηκα πολλές φορές καί τό ξέρω. Γι αύτό δέ μπορώ νά έργαστώ έκεϊ πέρα. Ή ραπτομηχανή μού ζαλίζει τό κεφάλι. Τήν άκούω συνεχώς νά μοϋ φωνάζει. «Έγώ τή σκότωσα, έγώ τή σκότω­
σα». Κι αύτό τό λέει δλη τή μέρα. Καί τότε σκέφτομαι τήν κόρη
μου καί δέ μπορώ νά δουλέψω.
Τά γέρικα μάτια της ύγράθηκαν πάλι καί χρειάστηκε νά τά
σκουπίσει γιά νά συνεχίσει τό ράψιμο.
Ά κου σ α τόν Ε πίσκοπο ποϋ σκόνταψε άνεβαίνοντας τά σκα­
λιά καί τού άνοιξα τήν πόρτα. Τί θέαμα ήταν κι αύτό. Κουβάλαγε
στή πλάτη του μισό σακί κάρβουνο κι άπό πάνω ξύλα γιά προσάναμα. Τό πρόσωπό του είχε μαυρίσει άπό τήν καρβουνόσκονη κι ό
Ιδρώτας άπ’ τήν προσπάθεια έτρεχε ποτάμι. Πέταξε τό φορτίο
του στή γωνιά κοντά στή σόμπα καί σκούπισε τόν Ιδρώτα μ’ ένα
χοντρό τσίτινο μαντήλι. Μού ήταν δύσκολο νά παραδεχτώ αύτό
169

ποϋ βλέπαν τά μάτια μου. Ό ’Επίσκοπος μαύρος σάν καρβουνιάρης, μ’ Ενα φτηνό μπαμπακερό πουκάμισο σάν κι αύτά ποϋ φορά­
νε ol έργάτες (τό κουμπί τού λαιμού έλειπε) κι ένα ράσο! Τό ράσο
αύτό ήταν τό πιό σόλικο άπ’ δλα τ’ άλλα. Φθαρμένο στίς άκρες, νά
κρέμεται κάτω στίς φτέρνες, μέ μιά πέτσινη λουρίδα στή μέση
σάν κι αύτές ποϋ φοράνε ol χωριάτες.
Ά ν δμως ό ’ Επίσκοπος ήταν ζεστός, τά πρισμένα χέρια τής
κακόμοιρης γριούλας είχαν κι δλας μουδιάσει άπό τό κρύο. Πριν
νά φύγουμε ό ’Επίσκοπος άναψε τή φωτιά κι έγώ καθάρισα τΙς πα­
τάτες καί τΙς έβαλα νά βράσουν. Μέ τόν καιρό έμαθα δτι τά σπίτια
τής γειτονιάς μου κρύβαν πολλές παρόμοιες περιπτώσεις κι άλ­
λες άκόμα χειρότερες μέσα στίς βρώμικες αύλές τους.
"Οταν φτάσαμε στό σπίτι βρήκαμε τόν "Ερνεστ δλο άγωνία
γιά τήν άργοπορία μου. Μόλις πέρασε ή πρώτη έκπληξη γιά τήν
άναπάντεχη συνάντηση, ό ’ Επίσκοπος βούλιαξε μέσα στήν πολυ­
θρόνα του, τέντωσε τά σκεπασμένα μέ τό ράσο πόδια του κι έβγα­
λε Ενα άναστεναγμό πού έδειχνε πραγματική άνακούφιση. Μάς
είπε δτι είμαστε ol πρώτοι παλιοί φίλοι πού ξανασυναντούσε μετά
τήν έξαφάνισή του. Ή ταν φανερό δτι στό διάστημα αύτών τών
τελευταίων έβδομάδων είχε ύποφέρει πολύ άπό μοναξιά. Μάς εί­
πε πολλά καί διάφορα, άλλά πιό πολύ μάς μίλησε γιά τή χαρά πού
νοιώθει τώρα ποϋ έκπληρώνει τΙς έντολές τοϋ Κυρίου.
— Γιατί τώρα πραγματικά, είπε, τρέφω τά πρόβατά Του. Κι έ­
μαθα καλά κάτι πολύ σπουδαίο. Δέν μπορεϊς νά Ικανοποιήσεις τις
άπαιτήσεις τής ψυχής, δσο τό στομάχι δέν έχει Ικανοποιήσει τΙς
δικές του άπαιτήσεις. Τά πρόβατά Του πρέπει νά τραφούν μέ ψω­
μί καί μέ βούτηρο, μέ πατάτες καί κρέας. Μετά άπ’ αύτό καί μόνο
μετά άπ’ αύτό τό πνεύμα είναι έτοιμο νά δεχτεί τροφή πιό έξευγενισμένη.
"Εφαγε μέ τή ψυχή του τό φαγητό πού έτοίμασα. Τέτοια όρε­
ξη δέν είχε ποτέ τΙς παλιές μέρες δταν τρώγαμε μαζί, γιατί ποτέ
στή ζωή του δέν ήταν τόσο ύγιής μάς είπε.
— Πηγαίνω πάντα μέ τά πόδια, είπε καί κοκκίνησε δταν θυμή­
θηκε τόν καιρό πού κυκλοφορούσε μέ τήν άμαξά του, σά νά έκανε
κάποιο άσυγχώρητο άμάρτημα.
«Γι αύτό καί ή ύγεία μου είναι καλλίτερη τώρα, πρόσθεσε
βιαστικά. Καί είμαι πολύ εύτυχής, πραγματικά πολύ εύτυχισμένος. ’ Επιτέλους τό πνεύμα μου έχει άφιερωθεϊ σέ κάτι».
Παρ’ δλα αύτά τό πρόσωπό του τό διαπερνούσε ένας συνε­
170

χής πόνος, ό πόνος άπό τά βάσανα τού κόσμου πού ένοιωθε νά τά
παίρνει πάνω του. "Εβλεπε τή ζωή γυμνή κι ήταν μιά ζωή διαφο­
ρετική άπό κείνη ποϋ είχε γνωρίσει μέσα άπό τά συγγράματα τής
βιβλιοθήκης του.
— Έσεϊς είστε δ ύπεύθυνος γιά δλα αύτά νεαρέ μου, είπε άπευθυνόμενος στόν Έρνεστ.
Ό Έρνεστ φάνηκε ένοχλημένος κι έξω άπ’ τά νερά του.
— Έγώ... έγώ σάς είχα προειδοποιήσει, ψέλλισε.
— Μά δχι, μέ παρανοήσατε, άπάντησε ό Επίσκοπος. Δέν σάς
άπευθύνω μομφή, παρά μόνο εύχαριστίες. Σάς χρωστώ εύγνωμοσύνη γιατί μού δείξατε τό δρόμο μου. Ά π ό τΙς θεωρίες γιά τή
ζωή, μέ όδηγήσατε στήν Ιδια τή ζωή. Παραμερίσατε τό πέπλο, πετάξατε τή μάσκα τής κοινωνίας. Μού φέρατε τό φώς στό σκοτάδι
μου, άλλά τώρα κι έγώ βλέπω τό φώς τής μέρας. Καί είμαι πολύ
εύτυχισμένος, μόνο πού... δίστασε κι ό δισταγμός του έδειχνε πό­
νο κι ένας φόβος φτερούγισε στά μάτια του. Μόνο αύτή ή κατα­
δίωξη. Δέν κάνω κακό σέ κανένα. Γ ιατί δέ μ’ άφήνουν ήσυχο. Καί
δέν είναι μόνο αύτό. Είναι κυρίως τό είδος τής καταδίωξης. Δέ θά
μ’ έννοιαζε άν μέ γδέρνανε μέ τό μαστίγιο, ή μέ καίγανε στήν πυ­
ρά, ή μέ σταυρώνανε μέ τό κεφάλι κάτω. Μόνο τό άσυλο μέ τρο­
μάζει. Γιά σκεφτεΐτε το καλά. Σκεφτεϊτε έμένα μέσα σ’ ένα άσυλο
γιά τρελούς!
«Είναι εξοργιστικό. Είδα μερικούς άπ’ αύτούς τούς τύπους
στό σανατόριο. Ή ταν βίαιοι. Τό αίμα μου παγώνει μόνο ποϋ τό
σκέφτομαι. Καί νά είμαι φυλακισμένος γιά τΙς ύπόλοιπες μέρες
τής ζωής μου άνάμεσα σέ ούρλιαχτά καί σκηνές τρόμου. "Οχι! ό­
χι! Ό χ ι αύτό. Αύτό ποτέ!
Ή ταν άξιολύπητος! Τά χέρια του τρέμανε, τό κορμί του μα­
ζεύτηκε κι έτρεμε όλόκληρος καθώς έβλεπε μπροστά του τήν ει­
κόνα πού είχε μόλις άναπολήσει. Ά λ λ ’ άμέσως μετά ξαναβρήκε
τήν ήρεμία του.
— Συγχωρέστε με, είπε άπλά. Φταίνε τά καημένα τά νεύρα
μου. Ά ν πρέπει κι έκεϊ νά μέ δδηγήσει τό έργο τού Κυρίου, άς γί­
νει τό θέλημά Του. ΤΙ είμαι έγώ γιά νά παραπονοϋμαι;
Έ ννοιωθα τήν άνάγκη νά φωνάξω δυνατά καθώς τόν κύτταζα: «Ω! Μεγάλε ’ Επίσκοπε. "Ηρώα! "Ηρώα τού Θεού».
Ό σ ο ή ώρα περνούσε μάς είπε κι άλλα πολλά άπ’ τή ζωή ποϋ
έκανε τώρα.
— Πούλησα τό σπίτι μου ή μάλλον τά σπίτια μου, είπε κι όλα
171

μου τά άλλα ύπάρχοντα. Ή ξερα δτι πρέπει νά ένεργήσω κρυφά
διαφορετικά θά μοϋ τά παίρνανε δλα. θ ά ήτανε τρομερό. "Εχω
μείνει συχνά κατάπληκτος αύτές τΙς μέρες δταν σκέφτομαι πόσες
πατάτες, πόσο ψωμί ή πόσο βούτυρο πόσα κάρβουνα καί ξύλα
μπορεΐ ν’ άγοράσει κανείς μέ δύο ή τρεις χιλιάδες δολλάρια. Γύ·
ρισε πρδς τόν Έρνεστ. Έχετε δίκηο, νέε μου. Ή έργασία πληρώ­
νεται άφάνταστα πιδ χαμηλά άπό τήν άξ(α της. Δέν έκανα ποτέ
τήν έλάχιστη έργασία στή ζωή μου έκτδς άπό τό νά άπευθύνομαι
μέ αισθητικές φράσεις πρός τοϋς Φαρισαίους — πίστευα δτι τοϋς
μεταδίδω τό μήνυμα— κι έπαιρνα μισό έκατομμύριο δολλάρια.
Ποτέ δέν ήξερα τί σημαίνουν μισό έκατομμύριο δολλάρια μέχρι
νά δώ πόσες πατάτες, ψωμί, βούτυρο καί κρέας μπορεΐ ν’ άγορά·
σει κανείς μ’ αύτά. Καί τότε κατάλαβα καί κάτι άλλο άκόμα. Κατά­
λαβα δτι δλες αύτές οΐ πατάτες, κι αύτό τό ψωμί, κι αύτό τό βού­
τυρο καί τό κρέας ήσαν δικά μου, ένώ δέν είχα πάρει μέρος στήν
παραγωγή τους. Τότε κατάλαβα καθαρά δτι άλλοι έργάστηκαν
καί τά παρήγαγαν αύτά τά άγαθά· καί στό τέλος τοϋς τά άρπαζαν.
Καί δταν κατέβηκα άνάμεσα στούς φτωχούς, άνακάλυψα αύτούς
ποϋ τοϋς είχαν ληστέψει καί πού ήσαν πεινασμένοι κι έξαθλιωμένοι γιατί άκριβώς τοϋς είχαν ληστέψει.
Τόν φέραμε πίσω στήν προσωπική του Ιστορία.
— Τά χρήματα; Τά τοποθέτησα σέ πολλές διαφορετικές Τρά­
πεζες μέ διαφορετικά όνόματα. Δέ θά μπορέσουν ποτέ νά μοϋ τά
πάρουν, γιατί δέ θά τά βροϋν ποτέ. Κι είναι τόσο πολύτιμα αύτά
τά λεφτά. ’Αγοράζεις ένα σωρό τρόφιμα. Ποτέ δέν ήξερα πρίν σέ
τί χρησιμεύει τό χρήμα.
— θ ά ήθελα πολϋ νά είχα μερικά άπ’ αύτά γιά τήν προπαγάν­
δα είπε ό Έ ρνεστ μέ ύψος σκεφτικό, θάπιάναν πάρα πολύ τόπο.
— Τό πιστεύετε αύτό, είπε ό ’ Επίσκοπος. Δέν έχω μεγάλη έμπιστοσύνη στήν πολιτική. Στήν πραγματικότητα φοβούμαι πώς
δέν καταλαβαίνω πολλά πράγματα άπό πολιτική.
Ό Έρνεστ ήταν πολϋ λεπτός σέ τέτοια ζητήματα. Δέν έπανάλαβε τήν έπιθυμία του άν καί ήξερε πολϋ καλά πόσο στριμωγμένο ήταν τό Σοσιαλιστικό Κόμμα άπό τήν έλλειψη χρημάτων.
— Μένω σέ φτηνά έπιπλωμένα δωμάτια, συνέχισε ό ’Επίσκο­
πος άλλά φοβάμαι καί γι αύτό δέ μένω ποτέ πολϋ καιρό στό Ιδιο
μέρος. Έ χ ω νοικιάσει άκόμα δυό δωμάτια σέ σπίτια έργατών καί
σέ διαφορετικές συνοικίες τής πόλης. Είναι μιά παράλογη κι ά­
σκοπη δαπάνη, τό ξέρω, άλλά είναι άναγκαία. ’Επανορθώνω κά­
172

πως τό κακό μαγειρεύοντας μονάχος μου, άν καί μερικές φορές
βρίσκω κάτι νά φάω σέ φτηνές καφετερίες. Κι έχω κάνει μιά άνακάλυψη. Τά ταμάλ<1) είναι περίφημα δταν τό βράδυ άρχίζει νά κά­
νει κρύο. Μόνο ποϋ στοιχίζουν άκριβά. "Εχω άνακαλύψει δμως έ­
να μέρος ποϋ μπορώ νά πάρω τρία μέ δέκα σέντς. Δέν είναι τόσο
καλά δσο τ’ άλλα, άλλά σέ ζεσταίνουν.
«Κι έτσι έπιτέλους βρήκα τόν προορισμό μου σ’ αύτόν τόν
κόσμο, κι αύτό χάρη σέ σένα νεαρέ μου. Προορισμός μου είναι τό
έργο τού Κυρίου». Μέ κύτταξε καί τά μάτια του λάμψανε άπό χα­
ρά. «Μέ πιάσατε τήν ώρα ποϋ έτρεφα τά πρόβατά Του ξέρετε. Καί
φυσικά θά κρατήσετε κι ol δυό τό μυστικό μου».
Θά νόμιζε κανείς δτι τό είπε αύτό χωρίς νά νοιάζεται. Τά λό­
για του δμως έκρυβαν πραγματικό φόβο. Μάς ύποσχέθηκε δτι θά
έρχόταν πάλι νά μάς δεϊ. Μιά βδομάδα, άργότερα διαβάσαμε, ά·
λοίμονο, στίς έφημερίδες γιά τή θλιβερή περίπτωση τού Έπίσκοπου Μόρχαουζ δτι τόν μετέφεραν στό "Ασυλο Νάπα καί δτι δέν εί­
χε χαθεί κάθε έλπίδα. Δέν καταφέραμε μέ τίποτα νά τόν δούμε,
ούτε μπορέσαμε νά έπιτύχουμε νά τού γίνει μιά νέα έξέταση ή έ­
στω μιά έρευνα γύρω άπό τήν περίπτωσή του. Κι ούτε ποϋ μπορέ­
σαμε νά μάθουμε τίποτα γι αύτόν, έκτός άπό τΙς έπανειλημένες
δηλώσεις δτι ύπήρχαν άκόμη μερικές έλπίδες νά θεραπευτεί.
— Ό Χριστός είπε στόν πλούσιο νέο νά πουλήσει τά ύπάρχοντά του, είπε ό "Ερνεστ μέ πίκρα. Ό Επίσκοπος ύπάκουσε
στήν έντολή τού Χριστού καί τόν κλείσανε στό τρελοκομείο. 01
καιροί έχουν άλλάξει άπό τήν έποχή τοϋ Χριστού. Σήμερα ό πλού­
σιος πού δίνει στό φτωχό είναι τρελός. Δέν χωράει καμιά συζήτη­
ση πάνω σ’ αύτό. Ή κοινωνία έχει βγάλει τήν άπόφασή της.

1.
Μεξικάνικο φαγητό πού άναφέρεται συχνό στή λογοτεχνία τής έ·
ποχζ έκείνης. Πιστεύεται ότι είχε πολλά καρυκεύματα. Ή συνταγή δέν 6φτασε ώς έμάς.

Κεφάλαιο 13ο

*Η Γενική ’Απεργία
Στά τέλη τοϋ 1912 τδ Σοσιαλιστικό Κόμμα είχε μεγάλο ρεϋμα
καί ήταν φυσικό νά έκλεγεϊ ό Έρνεστ στό Κογκρέσσο. "Ενας άπό
τούς λόγους πού αύξήθηκαν οΐ ψήφοι τών σοσιαλιστών ήταν ή κατάρευση τού Χήρστ(1). Γ ιά τήν Πλουτοκρατία αύτό ήταν εύκολη
δουλειά. Ό Χήρστ ξόδευε δέκα όκτώ έκατομμύρια τό χρόνο στήν
κυκλοφορία τών παντός είδους έφημερίδων του. Ά λ λ ά τό ποσό
αύτό κι άκόμα μεγαλύτερο τό έβγαζε άπό τΙς διαφημίσεις καί τΙς
άγγελίες ποϋ πλήρωνε ή μεσαία τάξη. Ή πηγή τής οίκονομικής
του δύναμης βρισκόταν έξ όλοκήρου στή μεσαία τάξη. Τά τράστ
δέν είχαν άνάγκη άπό τή διαφήμιση121. Γ ιά νά καταστρέψουν λοι­
πόν τό Χήρστ έφτανε νά τού άφαιρέσουν τΙς διαφημίσεις.
Ή μεσαία τάξη δέν είχε άκόμα έξοντωθεΐ δριστικά. Διατη­
ρούσε ένα γερό σκελετό άλλά χωρίς δύναμη. 01 μικροβιομήχανοι
1. Γουίλιαμ Ράντολφ Χήρστ — 6νας νεαρός έκατομμυριούχος Καλι­
φορνέζος πού έγινε ό πιό Ισχυρός έκδότης έφημερίδων στή χώρα. 01 έΦημερίδες του πού έκδίδονταν σ’ δλες τΙς μεγάλες πόλεις, άπευθύνονταν στή φθίνουσα μεσαία τάξη καί στό προλεταριάτο. Τόση μεγάλη ήταν
ή πελατεία του πού κατάφερε νά βάλει πόδι στό άδειο κοχύλι τοϋ πα­
λαιού Δημοκρατικού Κόμματος. Κατείχε ένα άφύσικο χώρο διαδίδοντας
έναν εύνουχισμένο σοσιαλισμό συνδυασμένο μ’ ένα άκαθόριστο είδος
μιρκοαστικσϋ καπιταλισμού, δηλαδή πετρέλαιο άνακατωμένο μέ καθαρό
νεράκι. Δέν υπήρχε καμιά έλπίδα γι' αύτόν άν καί γιά ένα μικρό διάστημα
ένέπνευσε σοβαρούς φόβους στούς Πλουτοκράτες.
2. Ή διαφήμιση ήταν έξαιρετικά δαπανηρή έκείνη τήν άλλοπρόσαλη
έποχή. Ό άνταγωνισμός υπήρχε μόνο άνάμεσα στούς μικρούς κεφαλαιο­
κράτες κι αύτοί κατάφευγαν στή διαφήμιση. Μόλις σχηματιζόταν ένα
τράστ δέν είχε άνταγωνιστές κι έπομένως δέν είχε άνάγκη νά κάνει δια­
φήμιση.

175

κι oi μικροεπιχειρηματίες πού έπιζοϋσαν άκόμα, χωρίς όμως νά
διαθέτουν δικό τους οικονομικό καί πολιτικό δυναμικό, βρίσκον­
ταν στό έλεος τής Πλουτοκρατίας. "Οταν λοιπόν τό μεγάλο κεφά­
λαιο έδωσε τήν έντολή, άπέσυραν τις διαφημίσεις άπό τά έντυπα
τού Χήρστ.
Ό Χήρστ έδωσε γενναία μάχη. Έ βγαζε τις έφημερίδες του
μέ ένάμισυ έκατομμύριο έλλειμα τό χρόνο. ’Εξακολουθούσε νά
δημοσιεύει άγγελίες χωρίς πληρωμή. Ή Πλουτοκρατία έδωσε
νέα έντολή καί οί μικροεπιχειρηματίες καί οί βιοτέχνες τόν κατέκλυσαν μέ προειδοποιήσεις δτι έπρεπε νά σταματήσει νά δημο­
σιεύει τις παλιές τους άγγελίες. Ό Χήρστ έπέμενε. Πήρε κάμποσες κλήσεις κι έπειδή αύτός έξακολουθοϋσε νά έπιμένει, τιμωρήθηκε μέ έξι μήνες φυλακή γιά μή έκτέλεση διακαστικής άπόφασης, ένώ στό μεταξύ είχε κυρήξει πτώχευση ύστερα άπό άναρίθμητες καταδίκες γιά άποζημιώσεις. Δέν είχε πιά κανένα περιθώ­
ριο νά τά βγάλει πέρα. Ή Πλουτοκρατία είχε βγάλει καταδικαστική άπόφαση καί είχε τά δικαστήρια στά χέρια της γιά νά έφαρμόσει τήν άπόφασή της. Καί μέ τό Χήρστ κατάρρευσε καί τό Δημο­
κρατικό Κόμμα πού τό είχε πρόσφατα προσεταιριστεί.
Μέ τήν κατάρευση τού Χήρστ καί τοϋ Δημοκρατικού Κόμμα­
τος ύπήρχαν δύο δρόμοι γιά τούς όπαδούς τους. Ό ένας όδηγοϋσε στό Σοσιαλιστικό Κόμμα καί ό άλλος στό Ρεπουμπλικανικό. Έ ­
τσι λοιπόν έμεϊς οί σοσιαλιστές δρέψαμε τούς καρπούς τής ψευτοσοσιαλιστικής προπαγάνδας τού Χήστ γιατί ή μεγάλη πλειοψηφία τών όπαδών του ήρθε σέ μάς.
Ή άπαλλοτρίωση τών φάρμερς ποϋ έγινε κείνη τήν έποχή θά
μάς είχε φέρει πολλούς ψήφους άν δέν ύπήρχε ή σύντομη κι άνώφελη έμφάνιση τού ’Αγροτικού Κόμματος. Ό Έ ρνεστ καί οί άλλοι
ήγέτες τού σοσιαλιστικού κόμματος πολέμησαν άπεγνωσμένα νά
προσεταιριστούν τοϋς κτηματίες. Τό κλείσιμο δμως τοϋ σοσιαλι­
στικού τύπου καί τών έκδοτικών οίκων άποτελοϋσε ένα μεγάλο
έμπόδιο καί ή προπαγάνδα άπό στόμα σέ στόμα δέν είχε άκόμα
όργανωθεΐ. Έ τσι πολιτικοί τού τύπου τοϋ κ. Κάλβιν ποϋ ήσαν οι Ι­
διοι Ιδιοκτήτες γής, ποϋ τοϋς είχαν άπό καιρό άπαλλοτριώσει,
προσεταιρίστηκαν τοϋς φάρμερς καί σπατάλησαν τήν πολιτική
τους δύναμη σ’ ένα μάταιο έκλογικό άγώνα.
— Καημένοι άγρότες, είπε γελώντας άγρια μιά μέρα ό Έ ρ ­
νεστ. Τά τράστ τούς έχουν στό χέρι καί στήν είσοδο καί στήν έξο­
δο.
176

Κι αύτή ήταν πραγματικά ή κατάσταση. Τά έφτά μεγάλα
τράστ ένήργησαν δλα μαζί χρησιμοποιώντας τά τεράστια άποθέματά τους καί φτιάξαν ένα τράστ άγροκτημάτων. 01 σιδηρόδρο­
μοι πού έλεγχαν τΙς ταρίφες γιά τή μεταφορά τών Εμπορευμάτων
και ol τραπεζίτες καί ol κερδοσκόποι χρηματιστές ποϋ έλεγχαν
τΙς τιμές τών προϊότνων, είχαν άναγκάσει τους κτηματίες νά χρε­
ωθούν μέχρι τό λαιμό. 01 τραπεζίτες καί τά Γδια τά τράστ έξ άλ­
λου είχαν δανείσει άπό καιρό πρίν τεράστια χρηματικά ποσά
στοϋς άγρότες. Μ’ αύτό τό τρόπο ol φάρμερς είχαν πιαστεί στά
δίχτυα. Τό μόνο πού τούς έμενε ήταν νά τούς τραβήξουν έξω στή
ξηρά κι αύτό τό άνάλαβε τό τράστ τών Άγροκτημάτων.
Ή κρίση τού 1912 είχε κι δλας προκαλέσει μιά τρομαχτική
καθίζηση στήν άγορά τών άγροτικών προϊόντων. Είχαν συμπιέσει
σκόπιμα τΙς τιμές σέ έπίπεδα χρεωκοπίας, ένώ ol σιδηρόδρομοι
μέ τά ύπέρογκα ποσά ποϋ ζητούσαν γιά τά μεταφορικά τσάκισαν
τή ραχοκοκαλιά τού καταταλαιπωρημένου άγρότη. Ανάγκαζαν έ­
τσι τούς κτηματίες νά δανείζονται δλο καί πιό πολύ, ένώ δέν εί­
χαν πιά τή δυνατότητα νά έπιστρέψουν τά παλιά τους χρέη, μέ άποτέλεσμα μιά πληθώρα άπό ύποθήκες νά γίνουν έκπρόθεσμες
καί νά ύποχρεώσουν τούς άγρότες νά έπιστρέψουν αύτά τά ένυπόθηκα δάνεια. 01 φάρμερς δηλαδή ύποχρεώθηκαν νά παραδόσουν τή γή τους στό τράστ. Δέν μπορούσαν νά κάνουν τίποτα άλ­
λο. Μετά τήν παράδοση, άναγκάστηκαν νά έργαστούν γιά λογα­
ριασμό τού τράστ σάν διαχειριστές, σάν έπόπτες, σάν έπιστάτες,
ή καί σάν σκέτοι γεωργοί, δλοι μέ μισθό. Μέ μιά λέξη γίναν δου­
λοπάροικοι δεμένοι μέ τή γή κι έπαιρναν ένα μεροκάματο ποϋ
τούς έξασφάλιζε τά έντελώς άπαραίτητα γιά νά ζήσουν. Δέν μπο­
ρούσαν νά έγκαταλείψουν τά άφεντικά τους γιατί τά άφεντικά
τους άποτελούσαν τήν Πλουτοκρατία. Δέν μπορούσαν νά πάνε
στις πόλεις γιατί κι έκεϊ ή Πλουτοκρατία έλεγχε τά πάντα. Ά ν ά­
φηναν τή γή, δέν τούς έμενε άλλη έκλογή, θά έπρεπε νά γίνουν
περιπλανώμενοι άλήτες δηλαδή θά πέθαιναν άπό τήν πείνα. Ά λ ­
λά κι αύτό άκόμα τούς τό άπαγόρεψαν μέ νόμους δρακόντειους
πού ψηφίστηκαν ένάντια στήν άλητεία καί πού Εφαρμόστηκαν αύστηρά.
Φυσικά έδώ κι έκεί ύπήρξαν κτηματίες ή άκόμα και όλόκληρες άγροτικές κοινότητες πού γιά λόγους είδικούς άπέφυγαν τήν
άπαλλοτρίωση. Ή ταν δμως μεμονωμΕνες περιπτώσεις ποϋ δέ
177

λογαριάζονταν καί πού ένταχθήκανε κι αύτοί στό σύνολο μέ τόν
ένα τρόπο ή τόν άλλο(3).
Έ τσι είχαν τά πράγματα τό φθινόπωρο τού 1912 καί όλοι οΐ
σοσιαλιστές ήγέτες, μέ έξαίρεση τόν Έρνεστ, είχαν πεισθεΤ ότι
είχε φτάσει τό τέλος τοϋ καπιταλισμού. 'Η οίκονομική κρίση μέ
συνέπεια τήν τεράστια στρατιά τών άνέργων, ή καταστροφή τών
μικροϊδιοκτητών γής καί τής μεσαίς τάξης, ή άποφασιστική ήττα
στή γραμμή ποϋ άκολούθησαν τά συνδικάτα, δικαιολογούσαν άσφαλώς τήν πίστη τους, δτι τό τέλος τοϋ καπιταλισμού πλησίαζε
καί ότι οΐ Ιδιοι μπορούσαν νά ρίξουν τό γάντι στήν Πλουτοκρατία.
’Αλλοίμονο, πόσο είχαμε υποτιμήσει τή δύναμη τού έχθρού!
Παντού οΐ σοσιαλιστές άφού πρώτα έξηγούσαν τό πώς έχει ή κα­
τάσταση, διακύρητταν τήν προσεχή νίκη στις κάλπες. Ή Πλουτο­
κρατία δέχτηκε τήν πρόκληση κι άφού μέτρησε καί ζύγιασε τό κά­
θε τι, μάς έπέβαλε τήν ήττα διαιρώντας τις δυνάμεις μας. Μέ τούς
μυστικούς της πράκτορες διαλαλοϋσε παντού δτι ό σοσιαλισμός
δίδασκε τήν άσέβεια και τήν άθεΐα. Μέ τό πρόσχημα αύτό κινητοποιήσε τούς Ιερείς τών διαφόρων δογμάτων καί κυρίως τήν Καθο­
λική ’Εκκλησία μέ άποτέλεσμα νά σφεταιριστεϊ ένα μέρος τών
ψήφων τών έργαζομένων. Καί ήταν ή Πλουτοκρατία φυσικά πού
μέ τούς μυστικούς της πράκτορες ένθάρρυνε τό ’Αγροτικό Κόμμα
καί τό βοήθησε νά διαδοθεί άκόμα καί στις πόλεις, άνάμεσα στίς
γραμμές τής μεσαίας τάξης ποϋ έσβυνε.
Παρ’ δλα αύτά δημιουργήθηκε ένα ρεύμα πρός τό σοσιαλι­
σμό. ’Αντί δμως γιά τή σαρωτική νίκη πού θά μάς έξασφάλιζε
σπουδαίες θέσεις στά έκτελεστικά δργανα και τήν πλειοψηφία
3.
Ή καταστροφή τών Ρωμαίων γαιοκτημόνων δέν έγινε τόσο γρήγο­
ρα όσο αύτή τών ’Αμερικανών φάρμερς καί τών μικρών καπιταλιστών.
Στόν 20ο αίώνα αύτό έγινε μέ κεκτημένη ταχύτητα πού δέν υπήρχε στήν
’Αρχαία Ρώμη.
Έ νας μεγάλος άριθμός Ιδιοκτητών γής σπρωγμένοι άπό ένα άρρωστημένο δέσιμο μ’ αύτή καί θέλοντας νά δείξουν μέχρι ποιό σημείο μπο­
ρούσαν νά έπιστρέψουν στήν πρωτόγονη κατάστασ τοϋ ζώου,, προσπά­
θησαν ν’ άποφύγουν τήν άπαλλοτρίωση άπέχοντας άπό κάθε έμπορική
συναλλαγή. Δέν πουλούσαν τίποτα, δέν άγόραζαν τίποτα. ’Αναμεσά τους
άρχισε ν’ άναπτύσεται Ενα πρωτόγονο σύστημα έμπορικών άνταλλαγών.
01 στερήσεις καί οΐ ταλαιπωρίες τους ήταν άνυπόφορες, άλλά τΙς ύπέμειναν καί τελικά σχηματίσθηκε ένα κίνημα. Ή τακτική τών άντιπάλων τους
ήταν τόσο πρωτότυπη όσο άπλή καί λογική. Ή Πλουτοκρατία, Ισχυρή ά­
πό τή θέση της μέσα στήν Κυβέρνηση, ύψωσε τούς φόρους. Αύτό ήταν τό
άδύνατο σημείο στή θωράκισή τους. Μήν πουλώντας καί μήν άγοράζοντας, δέν είχαν χρήμα κι έτσι στό τέλος πούλησαν τή γή τους γιά νά πλη­
ρώσουν τΙς είσφορές.

178

στά νομοθετικά σώματα, βρεθήκαμε μειοψηφία. Πενήντα ύποψήφιο( μας έξελέγησαν, είναι άλήθεια, στά Κογκρέσσο, άλλά δταν
πήραν τή θέση τους στά έδρανα τήν άνοιξη τού 1913 βρέθηκαν
χωρίς καμιά άπολύτως έξουσία. Καί πάλι στάθηκαν πιό τυχεροί άπό τοϋς Άγροτιστές ποϋ άν καί βγάλαν Κυβερνήτες σέ καμιά δω­
δεκαριά Πολιτείες, δέν τούς έπέτρεψαν νά καταλάβουν τΙς θέ­
σεις τους. 01 ένδιαφερόμενοι άρνήθηκαν νά άποτραβηχτοϋν άλ­
λά τά Δικαστήρια ήσαν στά χέρια τής ’Ολιγαρχίας. Προτού δμως
άναφερθώ σ’ αύτά τά γεγονότα θά πρέπει πρώτα νά μιλήσω γιά
τόν ταραγμένο χειμώνα τού 1912.
Ή οίκονομική κρίση σέ έθνική κλίμακα είχε προκαλέσει μιά
τεράστια μείωση στήν κατανάλωση. 01 έργαζόμενοι χωρίς δου­
λειά, χωρίς λεφτά, δέν άγόραζαν. Τό άποτέλεσμα ήταν δτι ή
Πλουτοκρατία βρέθηκε μ’ ένα μεγάλο, δσο ποτέ άλλωτε, πλεόνα­
σμα ποϋ δέν ήξερε τΐ νά τό κάνει. Ή ταν ύποχρεωμένη νά τό δια­
θέσει στό έξωτερικό, άλλά γιά νά πραγματοποιήσει αύτά τά κολοσιαΐα σχέδια είχε άνάγκη άπδ χρήμα. 01 πεισματώδεις αύτές προσπάθεις γιά τή διάθεση τού πλεονάσματος στήν παγκόσμια άγο­
ρά, φέραν τήν Πλουτοκρατία σέ σύγκρουση μέ τά συμφέροντα
τής Γερμανίας. 01 οικονομικές συγκρούσεις καταλήγαν συνήθως
σέ πολεμικές κι αύτή ή σύγκρουση δέν άποτέλεσε έξαίρεση στόν
κανόνα. Ό μεγάλος Γερμανός θεός τοϋ πολέμου έτοιμάστηκε καί
τό Ιδιο έκαναν καί οΐ 'Ενωμένες Πολιτείες.
Ή άπειλή τοϋ πολέμου πλανιόταν σάν ένα μαύρο σύννεφο.
"Ολο τό σκηνικό προμηνοϋσε μιά παγκόσμια καταστροφή, γιατί
σ’ δλο τόν κόσμο ϋπήρχε οίκονομική κρίση, έργατικές ταραχές,
άνταγωνισμοί στήν παγκόσμια άγορά, παντού οί μεσαίες τάξεις
άφανίζονταν, παντού παρελαύνανε στρατιές άνέργων, παντού άκουγες τοϋς ψιθύρους καί τΙς βροντές τής σοσιαλιστικής έπανάστασης(4).
Ή Όλογαρχία ήθελε τόν πόλεμο μέ τή Γερμανία γιά πολ­
λούς λόγους. Είχε πολλά νά κερδίσει άπδ τά άναπάντεχα γεγονό­
τα πού θά προκαλοϋσε ένας τέτοιος πόλεμος, άπό τδ άνακάτωμα
τής διεθνούς τράπουλας, άπδ τίς νέες συμμαχίες καί συνθήκες
ποϋ θά ϋπογράφονταν. ’Επί πλέον ό πόλεμος θά μπορούσε νά κα­
ταναλώσει πολλά άπό τά έθνικά πλεονάσματα, νά μειώσει τΙς
4.
Ά π ό πολύ καιρό άκούγονταν αύτοΐ οί ψίθυροι κι αυτές οΐ βροντές.
Ά π ό τό 1906 ό λόρδος Avebury ένας Ά γ γ λ ο ς είχε πει στή Βουλή τών
Λόρδων:

179

στρατιές τών άνέργων ποϋ άπειλοϋσαν δλες τΙς χώρες καί νά δώ­
σει στήν ’Ολιγαρχία τά χρόνο νά άναπνεύσει, γιά νά τελειοποιή­
σει τά σχέδιά της καί νά τά φέρει είς πέρας. Μ’ αύτό τόν πόλεμο ή
’Ολιγαρχία θά κυριαρχούσε δυναμικά πάνω στή διεθνή άγορά. Μ’
αύτόν τόν πόλεμο θ’ άποκτούσε ένα μόνιμο στρατό πού δέ θά
χρειαζόταν νά τόν άπολύσει, ένώ στό μυαλό τού λαού τό σύνθη­
μα «ή ’Αμερική έναντίον τής Γερμανίας» θ’ άντικαθιστοϋσε τό «ό
Σοσιαλισμός ένάντια στήν ’Ολιγαρχία».
Και πραγματικά ό πόλεμος θά μπορούσε νά τά πραγματοποι­
ήσει δλα αύτά, άν δέν ύπήρχαν ol σοσιαλιστές. Τά στελέχη τού
Δυτικού Τομέα συγκάλεσαν μιά μυστική συνάντηση στά τέσσερα
μικρά μας δωμάτια τής Πέλ Στρήτ. Τό πρώτο πράγμα πού άντιμετώπισαν ήταν ή στάση πού θά κρατούσε τό σοσιαλιστικό κόμμα.
Δέν ήταν ή πρώτη φορά ποϋ θά πατούσαμε πόδι γιά τόν πόλεμο151
«Ή άνησυχία είς τήν Ευρώπην, ή διάδοσις τοϋ σοσιαλισμού καί ή άπαισία έμφάνισις τής ’Αναρχίας άποτελοϋν προειδοποίησιν διά τάς Κυ­
βερνήσεις καί τάς διευθύνουσας τάξεις, δτι ή κατάστασις τών έργατικών
τάξεων είς τήν Εύρώπην £χει γίνει άφόρητος καί δτι άν θέλωμεν νά άποφύγωμεν μιάν έπανάστασιν πρέπει νά ληφθοϋν άρισμένα μέτρα, νά μειω­
θούν αΐ ώραι έργασίας καί ή τιμή τών άναγκαΐων πρός τό ζεϊν».
Ή Wall Street Journal, όργανο τών χρηματιστών έγραφε σχολιάζον­
τας τό λόγο τοϋ λόρδου Avebury: ·Α ύτά τά λόγια εΙπώθηκαν άπό ένα άριστοκράτη, άπό 6να μέλος τοϋ πιό συντηρητικού σώματος σ’ δλη τήν Εύρώπη. Τό γεγονός αύτό τούς δίνει μεγαλύτερη σημασία. Ή πολιτική οίκονομία ποϋ συνιστά Εχει μεγαλύτερη άξία άπ’ αύτή ποϋ βρίσκουμε στά βι­
βλία. Κρούουν τόν κώδωνα τοϋ κινδύνου. Λάβετε θέση Κύριοι τοϋ 'Υ­
πουργείου Άμύνης καί τοϋ 'Υπουργείου τών Ναυτικών!»
Τήν Ιδια έποχή ό Sydney Brooks έγραφε στήν ’Αμερική στό Harper
Weekly: «Δέν θέλετε ν’ άκούσετε τούς σοσιαλιστές νά μιλούν στήν Ούάσιγκτων. Γιατί άραγε; 01 πολιτικοί είναι ol τελευταίοι πού παίρνουν μυ­
ρουδιά γιά τό τί γίνεται κάτω άπό τή μύτη τους. θ ά κοροϊδέψουν τήν προ­
φητεία μου, άλλά προβλέπω μέ κάθε βεβαιότητα δτι στίς έπόμενες προε­
δρικές έκλογές ol σοσιαλιστές θά συγκεντρώσουν πάνω άπό ένα έκατομμύτιο ψήφους.
5.
Μόνο στίς άρχές τού 20ου αΙώνα ή διεθνής όργάνωση τών σοσια­
λιστών διατύπωσε όριστικά τήν πολιτική της πάνω στόν πόλεμο πού είχε
ώριμάσει άπό πολύ καιρό καί πού μπορεϊ νά συνοψιστεί στήν πάρα κάτω
φράση: «Γιατί θά έπρεπε ol έργαζόμενοι μιάς χώρας νά χτυπηθούν μέ
τούς έργαζόμενους μιάς άλλης χώρας γιά τά κέρδη τών καπιταλιστών κυ­
ρίων τους;».
Στίς 21 ΜαΤου τή στιγμή ποϋ φαινόταν δτι θά άρχιζε πόλεμος άνάμε­
σα στήν ΑύστρΙα καί τήν ’Ιταλία ol σοσιαλιστές τής ’ Ιταλίας, τής Αύστρίας καί τής Ούγγαρίας έκαναν μιά συνδιάσκεψη στήν Τεργέστη καί άπείλησαν γενική άπεργία τών έργαζομένων καί τών δύο χωρών στήν πε­
ρίπτωση πού θά ξεσπούσε πόλεμος. Αύτό έπαναλήφτηκε καί τόν έπόμενο
χρόνο δταν ή ύπόθεση τού Μαρίόκου παρά λίγο νά παρασύρει σέ πόλεμο
τή Γαλλία, τή Γερμανία καί τήν ’Αγγλία.

180

άλλά ή πρώτη φορά ποϋ αύτά θά γινόταν στίς 'Ενωμένες Πολι­
τείες. Μετά τή μυστική μας συνάντηση ήρθαμε σ’ έπαφή μέ τήν έθνική όργάνωση καί σέ λ(γο τά κωδικά τηλεγραφήματα άρχισαν
νά διασχίζουν πέρα δώθε τόν ’Ατλαντικό άνάμεσα σέ μάς καί τό
Διεθνές Γ ραφείο.
01 Γερμανοί Σοσιαλιστές ήταν έτοιμοι νά ένεργήσουν δπως
έμεΐς. Ό άριθμός τους ξεπερνοϋσε τά πέντε έκατομμύρια. Πολ­
λοί άπ’ αύτούς άνήκαν στό τακτικό στρατό καί είχαν καλές σχέ­
σεις μέ τά συνδικάτα. Καί στίς δύο χώρες οί σοσιαλιστές έκαναν
τολμηρές διαμαρτυρίες ένάντια στόν πόλεμο και άπείλησαν μέ
γενική άπεργία. Τά έπαναστατικά κόμματα σ’ δλες τΙς χώρες δίναν μεγάλη δημοσιότητα στήν άρχή τών σοσιαλιστών δτι ή διε­
θνής εΙρήνη πρέπει νά διαφυλαχτει μ’ δλα τά μέσα άκόμα κι άν
χρειαζόταν νά γίνουν τοπικές έξεγέρσεις ή έθνικές έπαναστάσεις.
Ή γενική άπεργία ήταν ή μεγάλη καί μοναδική νίκη πού πε­
τύχαμε έμεϊς οΐ ’Αμερικάνοι σοσιαλιστές. ΣτΙς 4 Δεκεμβρίου τό
Γερμανικό Κεφάλαιο άπέπεμψε τόν ’Αμερικανό Πρεσβευτή. ’Εκεί­
νη τήν Ιδια νύχτα καράβια τοϋ γερμανικού στόλου χτύπησαν τή
Χονολουλοϋ, βύθισαν τρία άμερικάνικα καταδρομικά κι ένα πλοίο
τής άκτοφυλακής καί βομβάρδισαν τήν πόλη. Τήν έπόμενη μέρα ή
Γερμανία καί οΐ 'Ενωμένες Πολιτείες κύρηξαν τόν πόλεμο καί μέ­
σα σέ μιά ώρα οί σοσιαλιστές κύρηξαν γενική άπεργία καί στίς
δυό χώρες.
Γιά πρώτη φορά ό Γερμανός Θεός τοϋ πολέμου βρέθηκε άντιμέτωπος μέ τούς άντρες τής αύτοκρατορίας του, αύτούς ποϋ
φτιάξαν τήν αύτοκρατορία του καί ποϋ χωρίς αύτούς ή αύτοκρατορία του δέν μπορούσε νά πάει μπροστά. Τδ καινούργιο σ’ αύτή
τήν κατάσταση βρισκόταν στήν παθητικότητα τής έξέγερσής
τους. Δέν πολεμούσαν. Δέν κάναν τίποτα. Καί μή κάνοντας τίποτα
δεναν τά χέρια τού πολεμικού τους θεού. Αύτός δέ ζητούσε τίπο­
τα καλλίτερο άπό τήν ευκαιρία ν’ άπολύσει τά σκυλιά τοϋ πολέ­
μου πάνω στό έπαναστατημένο προλεταριάτο. ’Αλλά αύτό τό
πρόσχημα τοϋ τό άρνήθηκαν. Δέν μπόρεσε ν’ άπολύσει τά σκυλιά
τού πολέμου. Δέν μπόρεσε, ούτε νά κινητοποιήσει τό στρατό του
γιά τόν έξωτερικό πόλεμο, ούτε νά τιμωρήσει τούς άνυπότακτους
ύπηκόους του. Μήτε μιά ρόδα δέν κουνιόταν στήν αύτοκρατορία
του, μήτε ένα τραίνο δέν κινιόταν, μήτε ένα τηλεγράφημα δέ με­
ταβιβαζόταν, γιατί οί τηλεγραφητές καί οί σιδηροδρομικοί είχαν
σταματήσει νά έργάζονται μαζί μέ δλο τδν άλλο λαό.
181

Κι δτι συνέβαινε στή Γερμανία, τδ Ιδιο γινόταν καί στις 'Ενω­
μένες Πολιτείες. Ή όργανωμένη έργασία είχε μάθει έπΐ τέλους
τό μάθημά της. Ό τα ν οί έργαζόμενοι ήττήθηκαν δριστικά στό πε­
δίο πού είχαν οί Ιδιοι διαλέξει, τό έγκατέλειψαν καί πέρασαν στό
πολιτικό πεδίο τών σοσιαλιστών, γιατί ή γενική άπεργία ήταν μιά
πολιτική άπεργία. Οί έργάτες δμως είχαν χτυπηθεί τόσο άγρια
ποϋ δέν τούς νοιάζαν πιά τά προσχήματα. 'Ενώθηκαν μέ τοϋς άπεργοϋς άπό σκέτη άπελπισία. Πέταξαν τά έργαλεία τους κι έγκατέλειψαν κατά έκατομμύρια τή δουλειά τους. Διακρίθηκαν ι­
διαίτερα οί μηχανουργοί. Μέ τά κεφάλια τους νά τρέχουν αίματα,
μέ τήν όργάνωσή τους σχεδόν διαλυμένη, αύτοΐ βάδισαν ένωμένοι μέ τούς συμμάχους τους μεταλλουργούς.
Ά κόμα κι οι άνειδίκευτοι έργάτες, κι αύτοί ποϋ δέν ήσαν δργανωμένοι σταμάτησαν τή δουλειά. Ή άπεργία είχε νεκρώσει τά
πάντα έτσι ποϋ κανένας δέν μπορούσε νά έργαστεί. Α π ’ τήν άλ­
λη μεριά οι γυναίκες κινητοποιήθηκαν κι άπέδειξαν δτι μπορούν
νά είναι οι πιδ δυναμικοί ύποστηριχτές τής άπεργίας. Άντιτάχθηκαν άποφασιστικά στόν πόλεμο. Δέ θέλαν ν’ άφήσουν τοϋς άν­
τρες τους νά πάνε στή σφαγή. Καί τότε ή Ιδέα τής γενικής άπερ­
γίας κυρίευσε τή ψυχή τού λαού, τού ξύπνησε τή χιουμοριστική
του φλέβα, καί μεταδόθηκε σάν τήν κολλητική άρρώστεια. Τά παι­
διά άπήργησαν σέ δλα τά σχολεία καί δσοι δάσκαλοι έρχονταν νά
κάνουν μάθημα, βρίσκονταν μπροστά σέ άδειες τάξεις. Ή γενική
άπεργία μετατράπηκε σ’ ένα μεγαλειώδες έθνικό πανηγύρι. Ή Ι­
δέα τής έργατικής άλληλεγγύης πού έγινε μ’ αύτόν τόν τρόπο πιό
ξάστερη, ξύπνησε τή φαντασία δλων τών άνθρώπων. Καί τελικά
δέ φοβόσουνα δτι θά διατρέξεις όποιοδήποτε κίνδυνο μέσα σ’ αύ­
τό τό άπέραντο πανηγύρι. Ποιόν θά μπορούσαν νά τιμωρήσουν δ­
ταν δλοι ήταν ένοχοι;
01 'Ενωμένες Πολιτείες είχαν παραλύσει. Κανείς δέν ήξερε
τί γινόταν. Δέν ύπήρχαν έφημερίδες, ούτε γράμματα, ούτε τηλε­
γραφήματα. Κάθε κοινότητα ήταν τόσο άπόλυτα άπομονωμένη
σάν νά τή χώριζαν άπό τόν ύπόλοιπο κόσμο δεκάδες χιλιάδες χι­
λιόμετρα έρημικής γής. Στήν ούσία ό κόσμος είχε πάψει νά υπάρ­
χει. Μιά δλόκληρη βδομάδα διατηρήθηκαν τά πράγματα σ’ αύτή
τήν κατάσταση.
Στό Σάν Φραντσίσκο δέ ξέραμε τί συνέβαινε ούτε στήν άλλη
μεριά τού κόλπου, στό Ό κλαντ ή στό Μπέρκλεύ. Αύτή ή αίσθηση
ήταν κάτι τό παράξενο, κάτι πού βάραινε καταθλιπτικά πάνω στίς
182

εύαίσθητες χορδές τοϋ καθενός. Νόμιζες δτι κάτι μεγάλο κάτι κο­
σμολογικό είχε νεκρωθεί. Ό σφυγμός τής χώρας είχε σταματή­
σει νά χτυπάει, θ ά έλεγες ότι τό έθνος είχε στ’ άλήθεια πεθάνει.
Δέν άκουγες πιά τό θόρυβο τών τράμ μέσα στους δρόμους, ούτε
τις σειρήνες τών έργοστασίων, ούτε τούς άνεπαίσθητους ήχους
πού προκαλεϊ δ ήλεκτρισμός στόν άέρα, ούτε τό πέρασμα τών αύτοκινήτων στούς δρόμους, ούτε τΙς φωνές τών έφημεριδοπωλών,
τίποτα έξω άπό τούς λιγοστούς άνθρώπους ποϋ διάβαιναν κατά
άραιά διαστήματα σά φευγαλέα φαντάσματα, καθώς ή σιωπή
τούς πίεζε καί τούς έκανε νά μή μοιάζουν μέ άνθρώπινα δντα.
Κατά τή διάρκεια αύτής τής έβδομάδας τής σιωπής, ή ’Ολι­
γαρχία έμαθε τό μάθημά της και τό έμαθε καλά. Ή άπεργία ήταν
μιά προειδοποίηση. Δέν έπρεπε ποτέ νά ξαναρχίσει. Ή ’Ολιγαρ­
χία έπρεπε νά τό προσέξει καλά αύτό.
Μετά άπό μιά βδομάδα οΐ τηλεγραφητές τής Γερμανίας καί
τών 'Ενωμένων Πολιτειών ξαναπήγαν στή δουλειά τους, δπως τό
είχαν συμφωνήσει έκ τών προτέρων. Μέ τή βοήθειά τους, οΐ άρχηγοί τών σοσιαλιστών καί τών δύο χωρών παρουσίασαν στους Ι­
θύνοντες τό τελεσίγραφό τους. Ό πόλεμος έπρεπε νά σταματή­
σει διαφορετικά ή γενική άπεργία θά συνεχιζόταν. Ή λύση δέν
άργησε νά βρεθεί. Ή κύρηξη τοϋ πολέμου άνακλήθηκε καί οΐ
λαοί καί τών δύο χωρών ξανάρχισαν νά δουλεύουν.
Αύτή ή άνανέωση τής είρήνης όδήγησε σέ συμμαχία άνάμε­
σα στή Γερμανία καί τΙς 'Ενωμένες Πολιτείες. Στήν πραγματικό­
τητα ήταν μιά συνθήκη άνάμεσα στόν Αύτοκράτορα καί τήν ’Ολι­
γαρχία μέ σκοπό ν’ άντιμετωπίσουν τόν κοινό τους έχθρό, τό έπαναστατικό προλεταριάτο καί τών δύο χωρών. Αύτή τή συμμαχία
δμως ή ’Ολιγαρχία δέν άργησε νά τή προδώσει δταν οΐ Γερμανοί
σοσιαλιστές ξεσηκώθηκαν κι έδιωξαν τόν πολεμοκάπηλο αύτοκράτορά τους άπό τό θρόνο. "Ετσι ή ’Ολιγαρχία πέτυχε αύτό ποϋ
είχε έπιδιώξει παίζοντας δλο αύτό τό παιχνίδι, νά καταστρέψει
δηλαδή τήν άντίπαλό της στήν παγκόσμια άγορά. ’Αφού έξουδετερώθηκε ό Γερμανός Αύτοκράτορας, ή Γερμανία δέ θά είχε πιά
πλεόνασμα νά πουλήσει στό έξωτερικό. Κάτω άπό ένα σοσιαλι­
στικό σύστημα δ Γερμανικός λαός θά κατανάλωνε δτι θά παρήγαγε. Φυσικά θά μπορούσε ν’ άνταλάσσει στό έξωτερικό προϊόντα
ποϋ παρήγαγε μέ άλλα ποϋ δέν είχε. Αύτό όμως δέν έχει καμιά
σχέση μέ τό πλεόνασμα ποϋ δέν καταναλώνεται.
— Στοιχηματίζω δτι ή ’Ολιγαρχία θά βρει μιά δικαιολογία, εί­
183

πε ό Έρνεστ, δταν έγινε γνωστή ή προδοσία της πρός τό Γερμα­
νό Αύτοκράτορα. "Οπως συνήθως ή ’Ολιγαρχία θά πιστέψει πώς
έκανε τό σωστό.
Και βέβαια ή ’Ολιγαρχία ύποστήριξε δημόσια δτι δλα τά έκα­
νε πρός χάριν τοϋ ’Αμερικάνικου λαοϋ πού μόνο γιά τά συμφέροντά του φρόντιζε. Έ διωξε τή μισητή της άντίπαλο άπό τήν
παγκόσμια άγορά γιά νά μπορούμε έμεϊς νά πουλάμε σ’ αύτή τήν
άγορά τό πλεόνασμά μας.
— Καί τό έπιστέγασμα τού παράλογου σ’ δλη αύτή τήν Ιστο­
ρία, σχολίασε ό Έρνεστ, είναι δτι είμαστε τόσο άνίκανοι, ποϋ άφήσαμε τά συμφέροντά μας στά χέρια αύτών τών ήλίθιων. Μάς έξωθούν νά πουλήσουμε περισσότερα προϊόντα στό έξωτερικό
πράγμα ποϋ σημαίνει δτι μάς υποχρεώνουν νά καταναλώνουμε
λιγότερα στό σπίτι μας.

184

Κεφάλαιο 14ο

'Η άρχή τοϋ τέλους
Ά π ό τόν ’ Ιανουάριο κι όλας τοϋ 1913 δ "Ερνεστ έβλεπε κα­
θαρά τήν τροπή ποϋ παίρναν τά πράγματα. Δέν μπορούσε δμως
νά μοιραστεί μέ τοϋς άλλους ήγέτες τΙς άνυσηχίες ποϋ τοϋ προκαλοϋσε τδ δραμα τής Σιδερένιας Φτέρνας. Ή σ α ν πολύ εύπι­
στοι. Τά γεγονότα δδεύαν πολϋ γρήγορα πρός τόν παροξυσμό.
Ή ώρα τής παγκόσμιας κρίσης είχε σημάνει. Ή Αμερικάνικη ’Ο­
λιγαρχία κυριαρχούσε στήν οϋσία πάνω στήν παγκόσμια άγορά
κι είχε κλείσει τήν πόρτα σέ καμιά είκοσαριά χώρες μέ πλεονά­
σματα ποϋ δέν μπορούσαν ούτε νά τά καταναλώσουν, ούτε νά τά
πουλήσουν. Τό μόνο, ποϋ έμενε σ’ αύτές τΙς χώρες ήταν μιά ριζι­
κή άναδιοργάνωση. Δέν ήταν δυνατόν νά συνεχίσουν νά παρά­
γουν πλεονάσματα μέ τό καπιταλιστικό σύστημα, ποϋ σ’ αύτές τίς
χώρες είχε σαπίσει άνεπανάρθωτα.
Ή άναδιοργάνωση σ’ αύτές τίς χώρες πήρε τή μορφή τής έπανάστασης. Ή ταν μιά έποχή γεμάτη σύγχιση καί β(α. θεσμοί
καί κυβερνήσεις τρίζαν άπ’ δλες τις μεριές. Παντού, έκτδς άπό
δυό τρείς χώρες, τά πρώην καπιταλιστικά άφεντικά πολέμησαν
μέ λύσσα γιά νά διατηρήσουν τίς κατακτήσεις τους. Τό μαχόμενο
δμως προλεταριάτο τοϋς έπαιρνε τήν κυβέρνηση. ’Επί τέλους γι­
νόταν πραμγατικότητα ή κλασική προφητεία τού Μάρξ: «Ή καμ­
πάνα τής Ιδιωτικής καπιταλιστικής Ιδιοκτησίας χτυπάει πέθνιμα.
01 άπαλλοτριωτές άπαλλοτριώνονται».. Τή θέση τών καπιταλιστι­
κών κυβερνήσεων ποϋ κατέρρεαν έπαιρναν οί συνεργατικές δη­
μοκρατίες.
«Γιατί οί 'Ενωμένες Πολιτείες μένουν πίσω; Αμερικανοί σο­
185

σιαλιστές ξυπνεϊστε! Τί συμβαίνει μέ τήν ’Αμερική;» Τέτοια ήταν
τά μηνύματα πού μάς έστελναν ol νικητές σύντροφοι τών άλλων
χωρών. Δέν μπορούσαμε δμως νά τούς άκολουθήσουμε. Ή ’Ολι­
γαρχία στεκόταν στή μέση σάν ένα πελώριο τέρας καί μάς έκλει­
νε τό δρόμο.
«Περιμένετε ν’ άναλάβουμε δυνάμεις μέχρι τήν άνοιξη, τούς
ύπαντούσαμε. Τότε θά δείτε!».
Ή άπάντησή μας έκρυβε ένα μυστικό. Είχαμε πάρει μέ τό μέ­
ρος μας τούς ’Αγροτιστές καί τήν άνοιξη καμιά δωδεκαριά Πολι­
τείες θά περνούσαν στά χέρια τους, σύμφωνα μέ τΙς έκλογές τού
προηγούμενου φθινόπωρου. ’Αμέσως μετά αύτές ol Πολιτείες θά
μετατρέπονταν σέ συνεργατικές δημοκρατίες. "Υστερα άπ’ αύτό
τά ύπόλοιπα θά ήταν εύκολα.
— ΤΙ θά γίνει δμως άν δέν άφήσουν τούς ’Αγροτιστές νά πά­
ρουν τΙς τοπικές κυβερνήσεις; ρωτούσε ό "Ερνεστ, καί ol σύντρο­
φοί του τόν άποκαλούσαν προφήτη τής συμφοράς.
Παρ’ δλα αύτά δέν ήταν ή άποτυχία στήν έπικράτηση τών το­
πικών κυβερνήσεων πού στριφογύριζε στό μυαλό τού 'Ερνεστ
σάν ό σπουδαιότερος κίνδυνος. Πρόβλεπε δτι τά μεγάλα έργατικά συνδικάτα θά διαλύονταν καί τή θέση τους θά τήν έπαιρναν
κάστες, αύτό κυρίως τόν φόβιζε.
— Ό Γκέντ ύπόδειξε στοϋς Όλιγάρχες μέ τί τρόπο θά τό έπιτύχουν, έλεγε ό "Ερνεστ. θ ά στοιχημάτιζα δτι έχουν κάνει εύαγγέλιό τους, τόν ’Επιεική του Φεουδαλισμό01.
Δέ θά ξεχάσω ποτέ μιά βραδυά, δταν ό "Ερνεστ μετά άπό μιά
συζήτηση ποϋ είχε μέ μερικούς ήγέτες τού έργατικού κινήματος
γύρισε σέ μένα καί μου είπε ήρεμα: « Ό λα χάθηκαν. Ή Σιδερένια
Φτέρνα νίκησε. Τό τέλος πλησιάζει».
Αύτή ή μικρή συνέλευση στό σπίτι μας ήταν άνεπίσημη, άλλά
ό "Ερνεστ προσπάθησε, δπως καί ol ύπόλοιποι σύντροφοί του νά
άποσπάσει άπό τούς ήγέτες τού συνδικαλιστικού κινήματος τήν
1. Our Benevolent Feudalism δημοσιεύτηκε στά 1902. Λεγόταν πάντοτε έπίμονα δτι ό Ghent ό συγγραφέας αύτού τού βιβλίου, έβαλε τήν Ιδέα τής
’Ολιγαρχίας στά μυαλά τών μεγάλων κεφαλαιοκρατών. Αύτή ή πεποίθη­
ση βρίσκεται σ ’ όλη τή λογοτεχνία τών τριών αίώνων τής Σιδερένιας
Φτέρνας κι άκόμα μέχρι τόν πρώτο αΙώνα τής ’Αδελφότητας τού Άνθρ ώ ­
που. Σήμερα γνωρίζουμε καλλίτερα τά πράγματα άλλά ή γνώση μας αύτή
δέν άπαλείφει τό γεγονός ότι ό Ghent παραμένει ό πιό άθώος άνθρωπος
πού συκοφαντήθηκε περισσότερο άπ’ όλους μέσα σ’ όλόκληρη τήν Ιστο­
ρία.

Ι86

ύπόσχεση δτι στήν έπόμενη γενική άπεργία θά βγάζαν τοϋς άν­
θρώπους τους στό δρόμο. Ά π ό τοϋς Εξι παρόντες άρχηγούς, ό
Όκόννορ, πρόεδρος τοϋ Σωματείου τών Μηχανουργών, ήταν αύ­
τός πού άρνήθηκε κατηγορηματικά νά δώσει μιά τέτοια ύπόσχεση.
— Κι δμως ξέρετε τί κλωτσιά φάγατε άκολουθώντας τήν πα­
λιά τακτική τής άπεργίας καί τοϋ μποϋκοτάζ, είχε έπιμείνει ό "Ερ­
νεστ.
Ό Όκόννορ καί οί άλλοι κουνούσαν τό κεφάλι τους.
— Καί είδατε τΐ μπορεΐ νά έπιτύχει ή γενική άπεργία, συνέχι­
σε ό "Ερνεστ. Σταματήσαμε τόν πόλεμο μέ τή Γερμανία. Ποτέ δέν
είχαμε δει μιά τόσο ύπέροχη έκδήλωση τής άλληλεγγύης καί τής
δύναμης πού κρύβει ή έργασία. Ή έργασία μπορεΐ καί πρέπει νά
διευθύνει τόν κόσμο. "Αν συνεχίσετε νά βαδίζετε πλάι μας θά βά­
λουμε τέλος στήν κυριαρχία τοϋ καπιταλισμού. Είναι ή μόνη σας
έλπίδα. Καί τό ξέρετε καλά πώς δέν ύπάρχει άλλη διέξοδος, κι
αύτό είναι τό χειρότερο. Ό ,τι καί νά κάνετε μέ τήν παλιά τακτική
είστε καταδικασμένοι ν’ άποτύχετε καί μόνο γιά τό λόγο δτι τά δι­
καστήρια βρίσκονται στά χέρια αύτών ποϋ σάς δυναστεύουν*21.
— Τρέχετε πολϋ γρήγορα, άπάντησε ό Όκόννορ. Δέ γνωρί­
ζετε δλες τΙς διεξόδους. 'Υπάρχει καί μιά άλλη. Ξέρουμε τί κάνου­
με. "Εχουμε βαρεθεί τΙς άπεργίες. "Ετσι κατάφεραν καί μάς πε­
2.
Δίνουμε μερικές άποφάσεις τών δικαστηρίων σά δείγμα τής άποστροφής τους πρός τήν έργατική τάξη. ΣτΙς άνθρακοφόρες περιοχές ή
έργασία τών παιδιών ήταν συνηθισμένο πράγμα. Στήν Πενσυλβάνια στά
1905 ή έργασία κατάφερε νά περάσουν ένα νόμο πού δριζε δτι ό όρκος
τών γονέων σχετικά μέ τήν ήλικία καί τή μόρφωση τών παιδιών έπρεπε
νά συνοδεύεται άπό άποδειχτικά χαρτιά. Αύτός ό νόμος καταγγέλθηκε
γρήγορα σάν άντισυνταγματικός άπό τό τοπικό Δικαστήριο τής Λουζέρν
μέ τό πρόσχημα δτι παραβίαζε τή Δεκάτη Τετάρτη Τροπολογία μέ τό νά
παραδέχεται διακρίσεις μεταξύ άτόμων τής Ιδιας κατηγορίας δηλαδή με­
ταξύ παιδιών τών άνω τών δεκατεσσάρων έτών καί παιδιών κάτων τών
δεκατεσσάρων έτών, καί τό δικαστήριο τής Πολιτείας έπικύρωσε αύτή
τήν άπόφαση. Τό Δικαστήριο τής Νέας-'Υόρκης στήν είδική σύνοδο τοϋ
1905 κατάγγειλε ώς άντισυνταγματικό τό νόμο πού άπαγόρευε στούς άνηλίκους καί τΙς γυναίκες νά έργάζονται στά έργοστάσια μετά τΙς 9 τό
βράδυ μέ τό αΐτιολογικό δτι ένας τέτοιος νόμος άποτελούσε «ταξική νο­
μοθεσία». Τήν Ιδια έποχή περίπου οΐ άρτεργάτες δουλεύανε ύπερβολικά
πολύ. Ή Νομοθετική ’ Εξουσία τής Νέας Ύόρκης πέρασε ένα νόμο ποϋ
περιόριζε τΙς ώρες έργασίας τους σέ δέκα τήν ήμέρα. Στά 1906 τό ’Ανώ­
τατο Δικαστήριο τών 'Ενωμένων Πολιτειών κύρηξε τό νόμο άντισυνταγματικό. Ή άπόφαση μεταξύ άλλων έλεγε: «Δέν είναι νόμιμο νά έπεμβαίνει κανείς στήν έλευθερία τών άτόμων ή τών συμβολαίων ποϋ καθορί­
ζουν τΙς ώρες έργασίας στό έπάγγελμα τοϋ άρτεργάτη».

187

τσόκοψαν. Ά λ λ ά δέ νομίζω δτι θά χρειαστεί νά ξαναβγάλουμε
τούς άνθρώπους μας στδ δρόμο.
— Μέ τί τοόπο θά τά καταφέρετε; ρώτησε άπότομα ό Έρνεστ.
Ό Όκόννορ γέλασε κουνώντας τό κεφάλι του.
— Μπορώ νά σάς πώ τούτο μόνο: δέν έχουμε άποκοιμηθεΐ ώ­
στε τώρα νά όνειρευόμαστε.
— Ε λπίζω νά μήν είναι τίποτα γιά τό όποίο νά φοβάται κα­
νείς ή νά ντρέπεται, είπε ό "Ερνεστ μέ δυσπιστία.
— Υποθέτω δτι ξέρουμε τή δουλειά μας καλλίτερα άπό τόν
καθένα, ήταν ή άπάντηση.
— θ ά πρόκειται γιά σκοτεινή ύπόθεση, άν κρίνω άπό τόν τρό­
πο πού τό κρύβετε, είπε ό "Ερνεστ ποϋ ό θυμός του γινόταν δλο
καί πιό μεγάλος.
— Έ χουμε πληρώσει μέ Ιδρώτα καί αίμα κι έχουμε κερδίσει
δλα όσα θά μάς δωθοϋν. Τήν άγαθοεργία τήν άρχίζει κανείς άπό
τό δικό του σπίτι.
— Έ άν έσείς φοβάστε νά μού πείτε μέ τί τρόπο θά τά καταφέ­
ρετε, θά σάς τό πώ έγώ ό Ιδιος, είπε ό "Ερνεστ καί τό αίμα τοϋ εί­
χε άνέβει στό κεφάλι, θ ά πάρετε τό μερίδιό σας άπό τό λουφέ. "Ε­
χετε έρθει σέ συνενόηση μέ τόν έχθρό, μάλιστα αύτό έχετε κάνει.
Πουλήσατε τήν ύπόθεση τών έργατών, τήν ύπόθεση δλων τών έργαζομένων. ’ Εγκαταλείπετε τό πεδίο τής μάχης σάν δειλοί.
— Δέν έχω νά πώ τίποτα, άπάντησε ό Ό κόννορ μέ ϋφος Οργί­
λο. Πιστεύω μόνο πώς ξέρουμε λίγο καλλίτερα άπό σάς τί είναι
καλλίτερο γιά μάς.
— Καί δέ δίνετε μιά πεντάρα γιά τό τί είναι καλλίτερο γιά δ­
λους τούς άλλους έργαζόμενους. Τούς δίνετε μιά κλωτσιά στά πι­
σινά.
— Δέν έχω νά πώ τίποτα, άπάντησε ό Όκόννορ, έκτός τού δτι
είμαι πρόεδρος τοϋ Σωματείου τών Μηχανουργών καί είναι δική
μου δουλειά νά φροντίζω γιά τά συμφέροντα τών άνθρώπων ποϋ
άντιπροσωπεύω, τελεία καί παύλα λοιπόν.
Καί τότε, μετά τήν άναχώρηση τών συνδικαλιστών ήγετών
μέσα στήν ήρεμία ποϋ άκολουθεί τήν ήττα ό Έρνεστ χάραξε σέ
μένα τήν πορεία ποϋ θά παίρναν τά γεγονότα.
— 01 σοσιαλιστές συνήθιζαν νά προλέγουν μέ χαρά τόν έρχομό τής μέρας έκείνης πού ή όργανωμένη έργασία, ήττημένη
στό βιομηχανικό πεδίο, θά ένωνόταν μαζί μας στό πολιτικό. Λοι­
πόν ή Σιδερένια Φτέρνα σύντριψε τά συνδικάτα στό βιομηχανικό
188

πεδίο καί τά έστρεψε πρός τό πολιτικό. ΆντΙ δμως αύτό νά μάς
γεμίσει χαρά, μάς γεμίζει άνησυχίες. Ή Σιδερένια Φτέρνα έμαθε
τό μάθημά της. Τής δείξαμε τή δύναμή μας στή γενική άπεργία.
Πήρε τά μέτρα της γιά ν’ άποφύγει μιά δεύτερη.
— Πώς δμως, ρώτησα.
— 'Απλούστατα, μέ τό νά έπιχορηγήσει τά μεγάλα συνδικά­
τα. Αύτά δέν θά ένωθοΰν μαζί μας στήν έπόμενη γενική άπεργ(α,
κι έπομένως δέ θά γίνει.
— ΝαΙ άλλά ή Σιδερένια Φτέρνα δέ θά μπορέσει νά διατηρή­
σει γιά καιρό ένα πρόγραμμα τόσο δαπανηρό, παρατήρησα.
— Ω! δέν έξαγόρασε δλα τά συνδικάτα. Δέν ήταν άναγκαϊο.
Νά τώρα τί θά συμβεϊ. Τά μεροκάματα θά αύξηθοϋν καί ol ώρες
έργασίας θά μειωθούν στά συνδικάτα τών σιδηροδρόμων, τών
έργατών τού σιδήρου καί τοϋ χάλυβα καί στά συνδικάτα τών μη­
χανικών καί τών μηχανουργών. Τά συνδικάτα αύτά θά έξακολουθήσουν νά χαίρονται εύνοϊκότερους όρους καί ή κάρτα τοϋ μέ­
λους σ' αύτά τά συνδικάτα θ’ άποτελεϊ μιά θέση στόν Παράδεισο.
— Ά κόμα δέν καταλαβαίνω καλά, παρατήρησα. Ή θά κάνουν
τά άλλα συνδικάτα; Είναι πολύ περισσότερα αύτά πού είναι έξω
άπό τήν κομπίνα, παρά αύτά πού είναι μέσα.
— Τά άλλα συνδικάτα θά πάψουν νά ύπάρχουν, δλα τ’ άλλα,
γιατί πρόσεξε καλά τούτο, ol σιδηροδρομικοί, ol μηχανουργοί καί
οί μηχανικοί, ol έργάτες σιδήρου καί χάλυβα κάνουν δλη τήν ούσιαστική δουλειά ποϋ είναι ζωτικά άπαραίτητη στό μηχανικό μας
πολιτισμό. Ά μ α ή Σιδερένια Φτέρνα βεβαιωθεί γιά τήν πίστη
τους, θά τρίβει τά χέρια της μπροστά σ’ δλους τούς άλλους έργά­
τες. Ό σίδηρος, ό χάλυβας, τό κάρβουνο, ol μηχανές καί ol μετα­
φορές άποτελούν τή ραχοκοκαλιά όλόκληρης τής βιομηχανίας.
— Τό κάρβουνο δμως; ρώτησα. Υ πάρχουν σχεδόν ένα έκατομμύριο άνθρακορύχοι.
— Αύτοί ούσιαστικά είναι άνειδίκευτοι έργάτες. Δέ μετράνε.
Τά μεροκάματά τους θά μειωθούν καί ol ώρες έργασίας θά αύξηθούν. θ ά γίνουν σκλάβοι δπως δλοι ol ύπόλοιποι έμεϊς καί θά εί­
ναι Ισως ol πιό άποχτηνωμένοι. θ ά έξαναγκαστούν νά δουλέψουν
άκριβώς δπως ol μικροκτηματίες τό κάνουν τώρα γιά τά άφεντικά
τους, πού τούς έκλεψαν τή γή τους. Καί τό Ιδιο θά συμβεϊ μέ δλα
τά άλλα συνδικάτα ποϋ θά είναι έξω άπό τήν κομπίνα. Περίμενε
καί θά τούς δεϊς πώς θά παραπατούν, θά πέφτουν καί θά γίνονται
κομμάτια καί πώς τά μέλη τους, άφοϋ θάχουν γίνει σκλάβοι θά ϋ189

ποχρεωθοϋν άπό τήν άδεια τους κοιλιά καί τδν έθνικό νόμο νά
δουλεύουν σά σέ καταναγκαστικά έργα.
«Ξέρεις τί θά συμβεϊ στό Φάρλεϋ<3) καί στούς άλλους άπεργοσπάστες του; θ ά σού τό πώ. Τό έπάγγελμά τους σάν τέτοιο θά καταργηθεϊ. Δέν θά ύπάρχουν πιά άπεργίες. Τή θέση τους θά πά­
ρουν έξεγέρσεις σκλάβων. Ό Φάρλεύ καί ή παρέα του θά προαχθούν σέ δεσμοφύλακες. Ω! δέ θά λέγονται έτσι. θ ά θεωρούνται
ότι έπιβλέπουν στήν τήρηση τών διατάξεων τού νόμου ποϋ προ­
βλέπει τήν ύποχρεωτική έργασία. Αύτή ή προδοσία τών μεγάλων
συνδικάτων παρατείνει άπλούστατα τόν άγώνα. Τώρα μόνο ό θ ε ­
ός ξέρει πότε καί ποϋ θά θριαμβεύσει ή Επανάσταση.
— ’Αλλά μέ μιά τέτοια δυνατή ένωση δπως αύτή τής ’Ολιγαρ­
χίας μέ τά συνδικάτα, πώς είναι δυνατόν νά πιστεύει κανείς δτι
θά θριαμβεύσει ποτέ ή έπανάσταση; ρώτησα. Μήπως αύτή ή ένω­
ση δέν μπορεϊ νά παραμείνει αίώνια;
Κούνησε άρνητικά τό κεφάλι.
— "Ενα άπό τά γενικά μας συμπεράσματα είναι ότι κάθε σύ­
στημα ποϋ βασίζεται πάνω στίς τάξεις καί στίς κάστες περιέχει
μέσα του τά σπέρματα τής δικής του παρακμής. Ό τα ν ένα σύστη­
μα βασίζεται πάνω στίς τάξεις, πώς μπορεϊς νά έμποδίσεις τή δη­
μιουργία τής κάστας; Ή Σιδερένια Φτέρνα δέν μπορεϊ νά τήν έμποδίσει καί στό τέλος ή κάστα θά τήν καταστρέφει. 01 Όλιγάρχες
έχουν κι δλας σχηματίσει κάστα μεταξύ τους. Περίμενε δμως μέ­
χρι νά σχηματίσουν τή δική τους τά προνομιούχα συνδικάτα. Ή
Σιδερένια Φτέρνα θά χρησιμοποιήσει βέβαια δλη τή δύναμη γιά
νά τούς έμποδίσει άλλά δέ θά τό καταφέρει.
«Στά προνομιούχα συνδικάτα βρίσκεται ό άνθός τών ’Αμερι­
κανών έργαζομένων. Είναι δυνατοί καί Ικανοί άνθρωποι. Έ χουν
γίνει μέλη αύτών τών συνδικάτων άπό άμιλλα γιά μιά καλλίτερη
θέση. Κάθε Ικανός έργάτης στίς Ενωμένες Πολιτείες θά φιλοδο­
ξεί νά γίνει μέλος τών προνομιούχων συνδικάτων. Ή ’Ολιγαρχία
θά ένθαρύνει αύτές τις φιλοδοξίες καί τόν άνταγωνισμό ποϋ θά
προκύψει άπ’ αύτές. Έ τσι αύτοί οι δυνατοί άνδρες ποϋ θά μπο­
ρούσαν νά γίνουν έπαναστάτες θά χρησιμοποιήσουν τή δύναμή
3.
Τζαίημς Φάρλεϋ, περίφημος άπεργοσπάστης έκείνης τής περιόδου.
Ή ταν ένας άνθρωπος μέ άναμφισβήτητες Ικανότητες, περισσότερο θαραλέος παρά ήθικός. ’Ανέβηκε πολύ ψηλά δταν κυριάρχησε ή Σιδερένια
Φτέρνα καί τελικά έγινε δεκτός στήν τάξη τών Ό λιγαρχών. Δολοφονήθηκε στά 1932 άπό τή Σάρα Τζένκινς πού ό σύζυγός της είχε σκοτωθεί
τριάντα χρόνια πρίν άπό τούς άπεργοσπάστες τοϋ Φάρλεϋ.

190

τους γιά νά ύποτηρίξουν τήν ’Ολιγαρχία πού θά τούς έχει στό με­
ταξύ προσεταιριστεί.
«’Απ’ τήν άλλη μεριά, οί έργατικές κάστες, τά μέλη τών προ­
νομιούχων συνδικάτων θά προσπαθήσουν νά μετατρέψουν τΙς
όργανώσεις τους σέ κλειστά σωματεία καί θά τό πετύχουν. Ή Ι­
διότητα τοϋ μέλους στίς έργατικές κάστες θά γ(νη κληρονομική.
01 γυιοί θά διαδέχονται τοϋς πατεράδες τους καί τό νέο αίμα θά
πάψει νά τρέχει άπ’ αύτήν τήν άστείρευτη δεξαμενή τής δύναμης
ποϋ τήν τροφοδοτεί ό κοινός λαός. Αύτό σημαίνει δτι οί έργατι­
κές κάστες θά έκφυλιστοϋν καί στό τέλος θ’ άποδυναμωθοϋν τε­
λείως. Ταυτόχρονα θ’ άποκτήσουν σά θεσμός μιά πρόσκαιρη παν­
τοδυναμία, δπως οί πραιτωριανοί στήν ’Αρχαία Ρώμη. θ ά ύπάρξουν έπαναστάσεις πραιτωριανών μέχρι ποϋ οί έργατικές κάστες
θά πάρουν τά γκέμια τής έξουσίας. Καί θά ύπάρξουν άπό τή μεριά
τών Ό λιγαρχών άντίθετες έπαναστάσεις πραιτωριανών έτσι πού
ή έξουσία θά περνάει άπό τά χέρια τοϋ ένός στά χέρια τοϋ άλλου.
Αύτές οί συγκρούσεις θ’ άποδυναμώσουν άναπόφευχτα τίς κά­
στες καί στό τέλος θάρθεί ή ώρα τοϋ λαοϋ».
Αύτές τΙς προβλέψεις γιά μιά άργή κοινωνική έξέλιξη τίς έ­
κανε δ Έρνεστ δταν τόν είχε άπαγοητεύσει στήν άρχή ή άποστασ(α τών μεγάλων συνδικάτων. Έγώ δέν συμφώνησα ποτέ μαζί
του πάνω σ’ αύτό καί διαφωνώ είλικρινά δσο ποτέ άλλωτε καί τώ­
ρα πού γράφω αύτές τίς γραμμές. Γιατί άκόμα καί τώρα, άν καί ό
Έ ρνεστ δέν ύπάρχει πιά, βρισκόμαστε στήν παραμονή μιάς έξέγερσης ποϋ θά σαρώσει δλους τοϋς Όλιγάρχες. ’Ανάφερα τήν
προφητεία τοϋ Έρνεστ γιατί τήν έκανε αύτός. Ά ν καί πίστευε σ’
αύτήν έργάστηκε σά γίγαντας έναντίον της κι είναι αύτός πού πε­
ρισσότερο άπό κάθε άλλον άνθρωπο βοήθησε νά πραγματοποιη­
θεί ή έξέγερση ποϋ αύτή τή στιγμή περιμένουμε τό σύνθημα γιά
νά ξεσπάσει(4).
— Ά ν δμως διατηρηθεί ή 'Ολιγαρχία, τόν ρώτησα έκείνο τό
βράδυ, τί θά τά κάνει τά ύπέρογκα πλεονάσματα ποϋ θα συσσω­
ρεύονται κάθε χρόνο;
4.
01 κοινωνικές προβλέψεις τοϋ Έ βερχαντ ήταν άξιοσημείωτες. Μέ
τήν Ιδια σαφήνεια ποϋ έβλεπε περασμένα γεγονότα, προέβλεπε τήν άποστασία τών προνομιούχων συνδικάτων, τή γέννηση καί τήν άργή πτώση
τής έργατικής άριστοκρατίας καθώς καί τήν πάλη άνάμεσα στίς έργατι­
κές κάστες καί τήν παρακμασμένη ’Ολιγαρχία γιά τόν έλεγχο τής μεγά­
λης κυβερνητικής μηχανής.

191

— Τά πλεονάσματα θά ξοδευτούν όπωσδήποτε, άπάντησε
καί νάσαι βέβαιη δτι ol Όλιγάρχες θά βρούν τόν τρόπο, θ ά κατα­
σκευαστούν μεγαλοπρεπείς όδικές άρτηρίες. Ή έπιστήμη και κυ­
ρίως ή τέχνη θά φτάσουν σέ ύψηλά έπίπεδα. Ό τα ν ol Όλιγάρχες
θάχουν ύποτάξει τελείως τό λαό θάχουν έλεύθερο τό χρόνο γιά
άλλα πράγματα, θ ά γίνουν λάτρεις τοϋ 'Ωραίου, θ ά γίνουν φιλό­
τεχνοι. 01 καλλιτέχνες θά έργάζονται κάτω άπό τήν έπίβλεψή
τους καί θά άμείβονται άδρά. Τό άποτέλεσμα θά είναι ή άποθέωση τής τέχνης γιατί ol καλλιτέχνες δέν θά έξαρτώνται πλέον, δ­
πως μέχρι χθές, άπό τό μικροαστικό γούστο τών μεσαίων τάξεων,
θάναι έποχή ύψηλής τέχνης, σοϋ τό λέω, καί θά χτιστούν μαγευ­
τικές πολιτείες ποϋ δίπλα τους ol παλιές θά φαίνονται κακόγου­
στες καί εύτελεϊς καί σ’ αύτές τΙς πόλεις ol Όλιγάρχες θά κατοι­
κούν καί θά λατρεύουν τό Ώραϊο'51.
«Έτσι τό πλεόνασμα θά δοξεύεται σταθερά δσο ή έργασία
θά προσφέρει τΙς υπηρεσίες της. Ή κατασκευή αύτών τών μεγά­
λων έργων τέχνης καί τών πόλεων θά δίνει άπό μιά σκέτη μερίδα
συσσίτιο στά έκατομμύρια τών άνειδίκευτων έργατών. ’Επειδή ή
πελώρια μάζα τού πλεονάσματος θ’ άπαιτήσει μιά τεράστια έκτεταμένη διάθεσή του, ol Όλιγάρχες θά χτίζουν γιά χίλια χρόνια, Ι­
σως γιά δέκα χιλιάδες χρόνια, θ ά χτίσουν δσο δέν μπόρεσαν ού­
τε νά τό όνειρευτοϋν ol ΑΙγύπτιοι καί ol Βαβυλώνιοι. Κι δταν ol Όλιγάρχες δέ θά ύπάρχουν πιά, ol μεγάλοι τους δρόμοι κι ol ύπέ­
ροχες πολιτείες τους θά παραμείνουν γιά τήν ’Αδελφότητα τής
Έργασίας πού θά περπατάει πάνω στοϋς δρόμους καί θά κατοι­
κεί μέσα στά κτίρια ποϋ θά έχουν χτίσει αύτοί·®’.
«Αύτά τά έργα ol Όλιγάρχες θά τά πραγματοποιήσουν γιατί
δέ θά μπορούν νά κάνουν διαφορετικά. Μ’ αύτά τά έργα θά μπο5. Δέ μπορούμε παρά νά θαυμάσουμε τή διορατικότητα τοϋ Έ βερ­
χαρντ. Πολύ πρίν ol θαυμαστές πόλεις δπως ή "Αρντης καί ή ‘Ασγκάρ
γεννηθούν έστω καί σάν Ιδέα στά μυαλά τών Ό λιγαρχών, ό Έβερχαντ
προέβλεψε αύτές τΙς πόλεις καί τήν άναπόφευχτη άνάγκη γιά τή δη­
μιουργία τους.
6. Ά π ό κείνη τή μέρα αύτής τής προφητείας έχουν περόσει οί τρεις
αίώνες τής Σιδερένιας Φτέρνας καί ol τέσσαροι αίώνες τής ’Αδελφότη­
τας τού Άνθρώπου καί σήμερα περπατάμε στοϋς δρόμους καί κατοικού­
με τΙς πόλεις ποϋ κατασκεύασαν ol Όλιγάρχες. Είναι άλήθεια δτι συ­
νεχίσαμε νά χτίζουμε πόλεις άκόμα πιό ύπέροχες άλλά ol θαυμαστές πό­
λεις τών Ό λιγαρχών έξακολουθούν νά ύπάρχουν. Αύτές τΙς γραμμές τϊς
γράφω άπό τήν "Αρντης μιά άπό τΙς πιό έκληκτικές πολιτείες άνάμεσα σ’
δλες τΙς άλλες.

192

ροϋν νά ξοδεύουν τά πλεονάσματά τους δπως άκριβώς οΐ κυρίαρ­
χες τάξεις στήν άρχαία Αίγυπτο χτίζαν ναούς καί πυραμίδες μέ
τδ πλεόνασμα ποϋ είχαν κλέψει άπό τό λαό. Κάτω άπό τήν κυ­
ριαρχία τής ’Ολιγαρχίας θ’ άνθίσει δχι μιά Ιερατική κάστα, άλλά
μιά κάστα καλλιτεχνών ένώ οΐ έργατικές κάστες θά πάρουν τή θέ­
ση τής δικής μας άστικής έμπορευματικής τάξης. Πιό κάτω θά ύπάρχει ή άβυσος δπου μέσα στή πείνα καί τή βρώμα θά σαπίζει
καί θά άναπαράγεται συνεχώς ό κοινός λαός, ή μεγάλη μάζα τοϋ
πληθυσμού. Καί κάποια μέρα, άλλά κανείς δέν ξέρει πότε, ό λαός
θά άναδυθεΐ μέσα άπό τήν άβυσο. 01 έργατικές κάστες καί ή ’Ολι­
γαρχία θά κατακρημνισθοϋν καί τότε, έπΐ τέλους, μετά άπό δου­
λειά αΙώνων, θάρθεΊ ή μέρα τοϋ κοινού άνθρώπου. Είχα έλπίσει
πώς θά τήν έβλεπα αύτή τή μέρα, άλλά τώρα ξέρω πώς δέ θά τήν
δώ ποτέ.
Σταμάτησε μέ κύτταξε καί μετά πρόσθεσε.
— Ή κοινωνική έξέλιξη είναι άπελπιστικά άργή, έτσι δέν εί­
ναι γλυκειά μου άγάπη;
Τόν έσφιξα μέσα στά μπράτσα μου κι έγειρε τό κεφάλι στό
στήθος μου.
— Νανούρισέ με νά κοιμηθώ, μουρμούρισε σάν ένα χαϊδεμέ­
νο παιδί, είδα ένα όραμα καί θάθελα νά ξεχάσω.

193

Κεφάλαιο 15ο

Oi τελευταίες μέρες
Κοντά στά τέλη ΊανουαρΙου τοϋ 1913 έκδηλώθηκε δημόσια ή
άλλαγή στάσης τής ’Ολιγαρχίας άπέναντι στά προνομιούχα συν­
δικάτα. 01 έφημερίδες άνάγγειλαν μιά χωρίς προηγούμενο αύξη­
ση τού ήμερομίσθιου καί με(ωση τών ώρών έργασ(ας γιά τούς ύπαλλήλους τών σιδηροδρόμων, τοϋς έργάτες τού σιδήρου καί
τού χάλυβα καί τοϋς μηχανικούς καί μηχανουργούς. Δέν είπώθηκε δμως δλη ή άλήθεια. 01 Όλιγάρχες δέν τόλμησαν νά έπιτρέψουν νά διαδοθεί άλόκληρη ή άλήθεια. Στήν πραγματικότητα τά
μεροκάματα πού δόθηκαν ήταν πολϋ πιό ύψηλά καί τά προνόμια
ήταν έξ Ισου μεγαλύτερα. "Ολα αύτά τά κρατούσαν μυστικά άλλά
στό τέλος δλα τά μυστικά βγαίνουν στή φόρα. Τά μέλη τών συνδι­
κάτων ποϋ είχαν εύνοηθεΐ τό είπαν στίς γυναίκες τους, αύτές
φλυάρησαν καί σέ λ(γο δλος ό έργατικός κόσμος έμαθε τί είχε
συμβεί.
Τοϋτο ήταν ή άπλή καί λογική έξέλιξη αύτού πού στό 19ο
αίώνα είχαν όνομάσει «ή άρπαγή τής τελευταίας μερίδας»1!'Στή
1.
Ό λ α τά συνδικάτα τών σιδηροδρομικών συνασπίστηκαν μέ τοϋς
Όλιγάρχες κι είναι ένδιαφέρον νά σημειώσουμε δτι ή πρώτη άριστική έφαρμογή αυτής τής πολιτικής τής καλλίτερης δηλαδή άρπαγής στή μοι­
ρασιά, έγινε στά 19ο αίώνα άπά ένα συνδικάτο σιδηροδρομικών μέ τήν όνομασία ’Αδελφότητα τών Μηχανοδηγών. "Ενας Π.Μ. Άρ θ ου ρ ήταν γιά
είκοσι χρόνια ό μεγάλος άρχηγός τής ’Αδελφότητας. Μετά τήν άπεργία
τοϋ σιδηροδρόμου τής Πενσυλβάνια στά 1877 υπέβαλε ένα σχέδιο στούς
Μηχανοδηγούς γιά νά έρθουν σέ διαπραγματεύσεις μέ τή διεύθυνση καί
νά «τραβήξουν μόνοι τους· μακρυά άπό τά άλλα ένδιαφερόμενα συνδικά­
τα. Αύτό τό έγωϊστικό σχέδιο πέτυχε άπόλυτα κι έκτοτε έπικράτησε ό δ-

195

βιομηχανική άναταραχή έκείνης τής έποχής οΐ καπιταλιστές εί­
χαν έπιχειρήσει νά δοθεί κάποιο μερίδιο στά κέρδη. Είχαν προ­
σπαθήσει δηλαδή νά καλμάρουν τούς έργάτες κάνοντάς τους νά
ένδιαφερθούν γιά τή δουλειά τους μέ δόλωμα τό οίκονομικο όφε­
λος. Ά λ λ ά ή συμμετοχή στά κέρδη σά σύστημα ήταν γελοίο καί άδύνατο. Μέσα στούς κόλπους ένός συστήματος πού τό χαρακτη­
ριστικό του ήταν οΐ βιομηχανικές διαμάχες, αύτή ή συμμετοχή
στά κέρδη μπορούσε νά έπιτύχει μόνο σέ μεμονωμένες περιπτώ­
σεις, γιατί άν δλη ή έργασία καί δλο τό κεφάλαιο μοιράζονταν τά
κέρδη θά φτάναμε στίς συνθήκες ποϋ έπικρατούσαν δταν δέν ύπήρχε μερίδιο στά κέρδη.
"Ετσι άντί τής άνεφάρμοστης Ιδέας τής συμμετοχής στά κέρ­
δη γεννήθηκε ή πρακτική Ιδέα τής άρπαγής τοϋ ύπολοίματος.
«Δώσε σέ μάς περισσότερα λεφτά καί φορτωσέ τα στό άγοραστικό κοινό» έγινε τό σλόγκαν τών (οχυρών συνδικάτων. Κι αύτή ή άτομικιστική πολιτική πέτυχε έδώ καί κεί. Φορτώνοντας τό βάρος
στό άγοραστικο κοινό, αύτό έπεφτε πάνω στή μεγάλη μάζα τών άνοργάνωτων ή μισοοργανωμένων έργατών. Αύτοί οΐ έργάτες
πλήρωναν τώρα τό αύξημένο ήμερομίσθιο τών πιό δυνατών συν­
τρόφων τους, μέλη τών συνδικάτων ποϋ έγιναν συνδικαλιστικά
μονοπώλια. Αύτή ή Ιδέα τό έπαναλαμβάνω, βρήκε έκτεταμένη άπήχηση κι έφτασε στό έσχατο δριο τής λογικής της μέ τή συνένω­
ση τών Ό λιγαρχών καί τών προνομιούχων συνδικάτων.
Μόλις μαθεύτηκε τό μυστικό τής άποστασίας τών συνδικάτων
πού εύνοήθηκαν, δ κόσμος τής έργασίας άρχισε νά φωνάζει καί ν’
άπειλεϊ. Στή συνέχεια τό προνομιούχα συνδικάτα άποχώρησαν ά­
πό τις διεθνείς όργανώσεις και σπάσαν τΙς συντροφικές τους
σχέσεις μέ τ’ άλλα σωματεία. Τότε συνέβηκαν βίαιες ταραχές.
Στά μέλη αύτών τών συνδικάτων κόλλησαν τήν πύρινη σφραγίδα
τοϋ προδότη. Στά μπάρ, στούς οΓκους άνοχής, στούς δρόμους καί
στά έργαστήρια παντού δεχόσαντε τήν έπίθεση τών συντρόφων
τους ποϋ είχαν τόσο άνόσια προδώσει.
Σπάσανε άμέτρητα κεφάλια καί σκοτώθηκαν πολλοί. Κανένα
μέλος τών προνομιούχων συνδικάτων δέν ήταν άσφαλές. Φιάχνανε όμάδες μεταξύ τους γιά νά πάνε μαζί στή δουλιεά τους καί
ρος «άρθουροποίηση» πού έδειχνε τή διάθεση τών συνδικάτων ν’ άρπά·
ξουν κάποιο μερίδιο. Ή λέξη, «άρθουροποίηση» είχε γιά πολϋ καιρό
μπερδέψει τους γλωσσολόγους, τώρα δμως πιστεύω δτι ή προέλευσή
της είναι πολύ σαφής.

196

νά γυρίσουν. Βάδιζαν πάντοτε στή μέση τού δρόμου γιατί στά πε­
ζοδρόμια τά κεφάλια τους ήταν έκτεθειμένα στά κεραμίδια και
στις πλάκες τού λιθόστρωτου πού τούς πέταγαν άπό τά παράθυ­
ρα κι άπό τΙς σκεπές. 01 άρχές τούς ίπέτρεψαν νά όπλοφορούν
καί τούς βοήθησαν μέ κάθε τρόπο. 01 διώχτες τους καταδικάστη­
καν σέ πολλά χρόνια φυλακή δπου τούς μεταχειρίστηκαν άπάνθρωπα.
Ά π ’ τήν άλλη μεριά ή όπλοφορία άπαγορευόταν σέ όποιονδήποτε δέν άνήκε σ’ αύτά τά συνδικάτα. Ή παραβίαση αύτοϋ τού
νόμου ήταν σοβαρότατο άδΙκημα ποϋ τιμωριόταν μέ άνάλογη ποι­
νή.
Ή έργασία ποϋ είχε ύποστεί τέτοια μεταχείριση, συνέχισε
νά παίρνει έκδίκηση άπό τούς προδότες. Σχηματίστηκαν αύτόματα κάστες. Τά παιδιά τών προδομένων έργατών καταδίωκαν τά
παιδιά τών προδοτών σέ σημείο πού ήταν άδύνατο νά παίζουν
στούς δρόμους ή νά πηγαίνουν στό σχολείο τους. Κι άκόμα είχαν
έξοστρακίσει τΙς γυναίκες καί τΙς οικογένειες τών προδοτών, ένώ
μποϋκοτάραν τό μπακάλη τής γειτονιάς πόύ τούς πουλούσε τρό­
φιμα.
Ή κατάληξη ήταν οί προδότες καί ol οίκογένειές τους ποϋ
δεχόσαντε άπό παντοϋ προπυλακισμούς, νά σχηματίσουν πατριές
Ά φοϋ κατάλαβαν δτι ήταν άδύνατο νά αισθάνονται άσφαλείς στό
μέσο ένός προδομένου προλεταριάτου έγκαταστάθηκαν σέ και­
νούργιες συνοικίες δπου κατοικούσαν μόνο αύτοί. 01 Όλιγάρχες
τούς βοήθησαν σ’ αύτό. Χτίστηκαν γι αύτοϋς ώραίες κατοικίες
σύγχρονες καί μέ δλους τούς κανόνες τής ύγιεινής ποϋ τΙς χώρι­
ζαν έδώ κι έκεΐ πάρκα kal γήπεδα γιά σπόρ, καθώς ήταν περιτρι­
γυρισμένες άπό μεγάλες έκτάσεις. Τά παιδιά τους πήγαιναν σέ
σχολεία ποϋ έγιναν είδικά γι αύτά κι έκεί δέχονταν μιά ειδικευμέ­
νη τεχνική κι έπιστημονική παιδεία. Έ τσι άπό τήν άρχή καί κατά
τρόπο μοιραίο αύτή ή άπομόνωση γέννησε τήν κάστα. Τά μέλη
τών προνομιούχων συνδικάτων άποτέλεσαν τήν άριστοκρατία
τών έργαζομένων καί χωρίστηκαν άπ’ τούς ϋπόλοιπους έργάτες.
Είχαν καλλίτερα σπίτια, καλλίτερα ρούχα, καλλίτερη τροφή, καλ­
λίτερη μεταχείρηση κι είχαν ριχτεί μέ λύσσα στήν άρπαγή τού ύπολοίματσς.
Σ’ αύτό τό μεταξύ, ή ύπόλοιπη έργατική τάξη δέχονταν μιά
μεταχείρηση δλο καί πιό σκληρή. Τής άφαίρεσαν πολλά μικρά
προνόμια. Τό μεροκάματο καί τό έπίπεδο ζωής ύποβαθμίζονταν
197

σταθερά. Τά δημόσια σχολεία τους δέν άργησαν νά πέσουν σέ
παρακμή καί σιγά σιγά ή έκπαίδευση έπαψε νά είναι υποχρεωτι­
κή. Ό άριθμός τών παιδιών άπό τΙς νέες γενιές, ποϋ μέναν άναλφάβητα, αυξήθηκε έπικίνδυνα.
Ή κυριαρχία τής παγκόσμιας άγοράς άπό τΙς Ενωμένες Πο­
λιτείες είχε διαταράξει δλο τδν ϋπόλοιπο κόσμο. Παντού οΐ θε­
σμοί καί οί κυβερνήσεις κατέρεαν ή άλλαξαν μορφή. Ή Γερμανία,
ή ’Ιταλία, ή Αύστραλία καί ή Νέα Ζηλανδία είχαν άρχίσει νά σχη­
ματίζουν συνεταιριστικές δημοκρατίες. Ή Βρετανική Αύτοκρατορία κατέρεε. Τά χέρια τής ’Αγγλίας ήταν ύπερφορτωμένα. Ή έξέγερση στίς ’Ινδίες έπαιρνε μεγάλες διαστάσεις. 'Ολόκληρη ή ’Α­
σία φώναζε «ή ’Ασία στοϋς ’Ασιάτες». Καί πίσω άπ’ αύτή τή κραυ­
γή βρισκόταν ή ’ Ιαπωνία πού ένθάρυνε καί ύποστήριζε τήν κίτρι­
νη καί τή μελαψή φυλή έναντίον τών λευκών. Ή ’Ιαπωνία βέβαια
προσπαθώντας νά πραγματοποιήσει τό δικό της δνειρο γιά μιά ήπειρωτική αύτοκρατορία, έξουδετέρωσε τή δική της προλεταρια­
κή έπανάσταση. Ή ταν ένας καθαρός πόλεμος άνάμεσα σέ κά­
στες, οί Κούλις έναντίον τών Σαμουράι, ένώ οί σοσιαλιστές έκτελοϋνταν κατά δεκάδες χιλιάδες. Σαράντα χιλιάδες σκοτώθηκαν
στίς μάχες μέσα στοϋς δρόμους τού Τόκιο καί στή μάταιη έφοδο
ένάντια στό παλάτι τοϋ Μικάδου. Τό Κομπέ έγινε σφαγείο: ή δο­
λοφονία τών κλωστοϋφαντουργών μέ τά πολυβόλα έμεινε κλασι­
κή σάν ή πιό τρομακτική έκτέλεση ποϋ πραγματοποίησαν ποτέ οί
σύγχρονες μηχανές τού πολέμου. Ή ’Ιαπωνική ’Ολιγαρχία ποϋ
βγήκε άπό κεί μέσα ήταν ή πιό άγρια άπ’ δλες. Ή ’Ιαπωνία κυ­
ριάρχησε στήν ’Ανατολή καί στή μοιρασιά τής παγκόσμιας άγο­
ράς, τό μερίδιο ποϋ πήρε γιά τόν έαυτό της ήταν όλόκηρη ή ’Ασία
έκτός άπό τΙς ’ Ινδίες.
Ή ’Αγγλία κατάφερε νά συντρίψει τήν έπανάσταση τοϋ δι­
κού της προλεταριάτου καί νά κρατήσει τΙς ’Ινδίες μέ τίμημα τήν
έξάντληση δλων της σχεδόν τών δυνάμεων. ’Αναγκάστηκε άκόμα
νά έγκαταλείψει δλες τΙς μεγάλες της άποικίες. "Ετσι πέτυχαν οΐ
σοσιαλιστές νά δημιουργήσουν στήν Αύστραλία καί στή Νέα Ζη­
λανδία συνεταιριστικές δημοκρατίες. Γιά τόν Ιδιο λόγο ή μητέραπατρίδα έχασε τόν Καναδά. ’Αλλά ό Καναδάς έπνιξε τή δική του
σοσιαλιστική έπανάσταση μέ τή βοήθεια τής Σιδερένιας Φτέρ­
νας. Τήν Ιδια έποχή ή Σιδερένια Φτέρνα βοήθησε τό Μεξικό καί
τήν Κούβα νά καταστείλουν τΙς έξεγέρσεις τους. Τό άποτέλεσμα
ήταν δτι ή Σιδερένια Φτέρνα σταθεροποίησε τό καθεστώς της

στό Νέο Κόσμο άφοϋ ένωσε σ’ ένα ένιαϊο πολιτικό μπλόκ όλόκληρη τή Νότιο Α μερική άπ’ τή διώρυγα τοϋ Παναμά μέχρι τόν ’Αρ­
κτικό ’Ωκεανό.
'Η ’Αγγλία άφοϋ θυσίασε τΙς μεγάλες της άποικίες, κατάφερε νά κρατήσει μόνο τΙς ’ Ινδίες. ’Αλλά κι αύτό ήταν πρόσκαιρο. Ό
άγώνας μέ τήν ’Ιαπωνία καί τήν ύπόλοιπη ’Ασία γιά τΙς ’Ινδίες εί­
χε άπλώς καθυστερήσει. Σέ λίγο ή ’Αγγλία έπρόκειτο νά χάσει τΙς
’Ινδίες καί πίσω άπ’ αύτό τό γεγονός είχε άρχίσει νά διαφαίνεται
ή πάλη άνάμεσα στήν ένωμένη ’Ασία καί τόν ύπόλοιπο κόσμο.
Καί ένώ δλος ό κόσμος ξεσχιζόταν άπό τΙς διαμάχες, ούτε κι
έμεϊς στίς Ενωμένες Πολιτείες είχαμε εΙρήνη καί ήσυχία. 'Η λιπο­
ταξία τών μεγάλων συνδικάτων είχε έμποδίσει τήν έξέγερση τοϋ
προλεταριάτου μας, άλλά ή βία βασίλευε παντού. Πέρα άπό τΙς
έργατικές ταραχές, πέρα άπό τή δυσαρέσκεια τών φάρμερς κι αύτών ποϋ άπέμεναν άπό τΙς μεσαίες τάξεις, είχε άρχίσει νά προπα­
γανδίζεται ή έπιστροφή στή θρησκεία. Μιά όμάδα τής αίρεσης
αϋτών ποϋ περιμένουν Τή Δευτέρα Παρουσία τήν "Εβδομη Μέρα
ξεπετάχτηκε καί ξαπλώθηκε ξαφνικά κυρήσσοντας τό τέλος τοϋ
κόσμου.
— Αύτό μόνο μάς έλειπε μέσα στή γενική σύγχιση! φώναξε ό
Έρνεστ. Πώς μπορούμε νά έλπίζουμε στήν άλληλεγγύη μέ δλες
αύτές τΙς διασταυρούμενες τάσεις καί διαμάχες;
Καί πραγματικά αύτό τό θρησκευτικό κίνημα έπαιρνε τερά­
στιες διαστάσεις. Ό λαός έξαθλιωμένος καί άπογοητευμένος ά­
πό τό κάθε τι πού γινόταν πάνω στή γή, ήταν ώριμος νά πιστέψει
φλογερά σ’ ένα παράδεισο, δπου ol τύρανοι βιομήχανοι θά μπαίναν πιό δύσκολα άπ’ δσο μπορεϊ νά περάσει μιά καμήλα άπό τό
μάτι μιάς βελόνας. Διάφοροι περιπλανώμενοι Ιεροκύρηκες μέ φά­
τσα άγριω πή λυμαίνονταν όλόκληρη τή χώρα καί παρά τήν άπαγόρευση τών πολιτικών άρχών καί τΙς διώξεις γιά άνυπακοή, άναρίθμητες συγκεντρώσεις ποϋ γίνονταν σέ κατασκηνώσεις συν­
δαύλιζαν τΙς φλόγες αύτής τής θρησκευτικής παράκρουσης.
01 τελευταίες μέρες έφτασαν, φώναζαν, άρχισε τό τέλος τού κό­
σμου. Είχαν άνοίξει ol άσκοΐ τοϋ ΑΙόλου. Ό θεός είχε ξεσηκώσει
τά έθνη στόν άγώνα. Ή ταν ή έποχή τών όραμάτων καί τών θαυ­
μάτων ένώ ol τσαρλατάνοι καί οί προφήτες σχημάτιζαν λεγεώ­
νες. 01 άνθρωποι κατά έκατοντάδες χιλιάδες έγκατέλειπαν τΙς
δουλειές τους καί φεύγανε πρός τά βουνά γιά νά περιμένουν έκεϊ
τόν έπικείμενο έρχομό τοϋ θεού καί τήν άνάληψη στούς ούρα199

νους τών έκατό σαράντα τεσσάρων χιλιάδων έκλεκτών του. Ά λ ­
λά ό θεός δέν έμφανιζόταν καί πολλοί πέθαιναν άπό τήν πείνα.
Στήν άπελπισ(α τους λεηλατούσαν τΙς φάρμες γιά νά βρούν κάτι
νά φάνε. Κι αύτή ή ταραχή καί ή άναρχία στίς άγροτικές περιοχές
αύξαινε τή δυστυχία τών ταλαίπωρων άγροτών πού τούς είχαν άπαλλοτριώσει τή γή.
Τά άγροκτήματα δμως καί οΐ σιτοβολώνες ήταν στήν Ιδιο­
κτησία τής Σιδερένιας Φτέρνας. Στρατιές άπό συμμορίες στάλθη­
καν στούς άγρούς καί μέ τή μύτη τής ξιφολόγχης διώξαν τούς φα­
νατικούς πίσω στήν πόλη, στή δουλειά τους. Έκεϊ κάθε λίγο τδριχναν στίς φασαρίες καί τΙς συμπλοκές. 01 άρχηγοί τους έκτελούνταν μέ τήν κατηγορία τής στάσης ή τούς κλείνανε στά ψυχια­
τρεία. 01 καταδικασμένοι σέ θάνατο βάδιζαν πρός τό μαρτύριό
τους μέ τό φωτοστέφανο τοϋ μάρτυρα. ΤΗταν μιά περίοδος τρέ­
λας. Ή κοινωνική καχεξία έπαιρνε μεγάλες διαστάσεις. Ά π ό τή
Φλώριδα μέχρι τήν Α λάσκα μέσα στά έλη, στίς έρήμους, στίς ά­
γονες έκτάσεις, μικρές όμάδες άπό Ινδιάνους ποϋ είχαν έπιζήσει
χόρευαν σάν τά φαντάσματα καί περίμεναν τόν έρχομό τοϋ δικού
τους Μεσία.
Καί μέσα άπ’ δλα αύτά έξακολουθοϋσε νά ϋψώνεται άτάραχη, σταθερή ή μορφή αύτού τοϋ τέρατος δλων τών αίώνων, ή ’Ο­
λιγαρχία. Μέ τό σιδερένιο της χέρι καί τή σιδερένια της φτέρνα
δάμαζε αύτή τήν άμορφη μάζα άπό έκατομμύρια ϋπάρξεις κι έ­
φερνε τήν τάξη μέσα άπό τή σύγχιση κι έβαζε τά δικά της θεμέλια
κι έφτιαχνε τΙς δικές της δομές πάνω άπ’ αύτό τό άληθινό χάος.
— Περιμένετε ν’ άναλάβουμε έμεϊς, έπαναλάμβαναν οΐ Άγροτιστές — αύτά μάς τά έλεγε ό κ. Κάλβιν στό διαμέρισμά μας
τής Πέλ Στρήτ— κυττάξτε τΙς Πολιτείες στίς όποιες έχουμε νι­
κήσει. Μέ τήν ύποστήριξη τή δική σας, τών σοσιαλιστών, θά τούς
κάνουμε νά πούνε άλλο τραγούδι μόλις άναλάβουμε τά καθήκοντά μας.
01 σοσιαλιστές λέγανε: «‘ Εχουμε μαζί μας τά έκατομμύρια
τών δυσαρεστημένων καί τών φτωχών. 01 όπαδοί τοϋ άγροτικοϋ
κόμματος, οΐ φάρμερς, ή μεσαία τάξη καί οΐ μεροκαματιάρηδες ένώθηκαν μαζί μας. Τό καπιταλιτικό σύστημα θά γίνει κομμάτια. Σ’
ένα μήνα θά στείλουμε πενήντα άνθρώπους στό Κογκρέσσο. Μέ­
σα σέ δυό χρόνια δλα τά έπίσημα πόστα θά γίνουν δικά μας, άπό
τήν Προεδρία μέχρι τόν ύπάλληλο τοϋ Δήμου ποϋ μαζεύει τά σκυ­
λιά».
200

Σ’ δλα αύτά δ Έρνεστ κουνούσε τδ κεφάλι του κι άπαντούσε.
— Πόσα τουφέκια έχετε; Ξέρετε ποϋ θά βρείτε σφαίρες σέ
ποσότητες; Ό σ ο γιά τή μπαρούτη, πιστέψτε με, οί χημικές ένώσεις είναι καλλίτερες άπό τά μηχανοποιημένα μίγματα.

201

Κεφάλαιο 16ο

Τό τέλος
"Οταν ήρθε ή στιγμή νά πάμε στήν Ούάσιγκτων, ό "Ερνεστ κι
έγώ, ό πατέρας δέ μάς άκολούθησε. Είχε άγαπήσει πραγματικά
τήν προλεταριακή ζωή. θεωρούσε τή φτωχογειτονιά μας σάν ένα
θαυμάσιο έργαστήριο κοινωνιολογίας καί είχε ριχτεί σ’ ένα άτέλειωτο όργιο έξερευνήσεων. Είχε γίνει φίλος μέ τοϋς μεροκαματιάρηδες καί τδν δέχονταν μέ οΙκειότητα σέ πολλά σπίτια. ’Επί
πλέον άσχολιόταν μέ διάφορες έλαφρές χειρονακτικές έργασίες
καί ή δουλειά ήταν γι αύτόν διασκέδαση καί ταυτόχρονα έπιστημονική παρατήρηση. Αύτό τού έδινε χαρά καί γύριζε πάντοτε στό
σπίτι μ’ ένα πάκο σημειώσεις, έτοιμος νά διηγηθεϊ κάποια και­
νούργια περιπέτεια. Ή ταν ό τέλειος έπιστήμονας.
Τίποτα δέν τόν ύποχρέωνε νά έργαστεί γιατί ό "Ερνεστ είχε
καταφέρει νά κερδίζει άρκετά άπό τΙς μεταφράσεις ώστε νά ζοϋμε καί οΐ τρεις. Ό πατέρας δμως έπέμενε νά καταδιώκει τό προ­
σφιλές του φάντασμα ποϋ θά έπρεπε νά είναι ένα Πρωτέας άν
κρίνει κανείς άπό τήν ποικιλία τών έπαγγελματικών του μεταμ­
φιέσεων. Δέ θά ξεχάσω ποτέ τό βράδυ ποϋ ήρθε στό σπίτι κουβα­
λώντας τά σύνεργα τοϋ πλανώδιου μικροπωλητή ποϋ πουλάει
κορδόνια παπουτσιών καί μπρετέλλες ή μιά φορά ποϋ μπήκα ν’ άγοράσω κάτι στό μικρό μπακάλικο τής γειτονιάς καί έξυπηρετήθηκα άπ’ τόν Γδιο. Μετά άπ’ αύτό δέν έξεπλάγηκα δταν έμαθα ότι
γιά μιά βδομάδα έκανε τό γκαρσόνι στό καφενείο ποϋ ήταν άπέναντί μας. ’ Εργάστηκε σά νυχτοφύλακας, σάν πλανώδιος πουλη­
τής πατάτας, σάν κολλητής έτικετών σ’ ένα μαγαζί ποϋ έκανε συσκευασίες έμπορευμάτων, έργάστηκε άκόμα σάν άναπληρωτής
χειρώνακτας σ’ ένα έργοστάσιο ποϋ κατασκεύαζε χαρτόκουτες,
203

νεροκουβαλητής σέ μιά όμάδα έργατών πού τοποθετούσαν γραμ­
μή γιά τό τράμ κι έγινε μάλιστα δεκτός στό Συνδικάτο αύτών πού
πλένουν πιάτα, λίγο καιρό πρίν τή διάλυσή του.
Πιστεύω δτι τόν είχε έπηρεάσει τό παράδειγμα τού Έπίσκοπου τουλάχιστον στό ντύσιμο γιατί είχε υίοθετήσει τή φτηνή
μπαμπακερή έργατική πουκαμίσα κι άπό πάνω μιά κελεμπία μέ
μιά στενή λουρίδα στούς γοφούς. "Ομως, άπό τήν παλιά του ζωή,
τοϋ έμεινε ή συνήθεια νά ντύνεται πάντοτε γιά τό δείπνο ή μάλ­
λον τό σουπέ.
Μέ τόν "Ερνεστ θά μπορούσα νά είμαι εύτυχισμένη όπουδήποτε. Ή εύτυχία τοϋ πατέρα μέσα στίς νέες συνθήκες τής ζωής
μας όλοκλήρωνε τή δική μου εύτυχία.

Ό τα ν ήμουν μικρός είπε ό πατέρας, ήμουνα πολύ περίερ­
γος. "Ηθελα νά μάθω γιατί είναι έτσι τά πράγματα καί πώς συμ­
βαίνουν, γι αύτό έγινα φυσικός. Σήμερα ή ζωή μού προξενεί τόση
περιέργεια δση στήν παιδική μου ήλικία καί έπειδή είναι κανείς
περίεργος, άξίζει νά ζήσει τή ζωή.
Καμιά φορά περιπλανιόταν στά βόρεια τής Μάρκετ Στρήτ,
στή συνοικία δπου βρίσκονται τά μαγαζιά καί τά θέατρα κι έκεΐ
πουλούσε έφημερίδες, έκανε διάφορα θελήματα καί άνοιγε τΙς
πόρτες τών άμαξιών. Μιά μέρα καθώς έκλεινε τήν πόρτα μιάς ά­
μαξας έπεσε πάνω στόν κ. Γουΐκσον. Τό ίδιο βράδυ, ό πατέρας
μάς διηγήθηκε τό γεγονός γεμάτος άγαλίαση.
— Ό Γουΐκσον μέ κύτταξε μέ βλέμμα διαπεραστικό τή στιγμή
ποϋ έκλεινα τήν πόρτα καί μουρμούρισε, «Ω! ποϋ νά πάρει ό διά­
βολος!». Είπε άκριβώς έτσι «Ω! ποϋ νά πάρει ό διάβολος». Κοκκίνησε καί ταράχτηκε τόσο πολύ ποϋ ξέχασε νά μοϋ δώσει φιλοδώ­
ρημα. Ά λ λ ά πρέπει νά συνήλθε άμέσως γιατί πήγε πενήντα μέ­
τρα καί ή άμαξα έπέστρεψε. 'Εσκυψε άπό τήν πόρτα καί μοϋ είπε:
— Κύριε καθηγητά, αύτό ύπερβαίνει τά δρια. Τί μπορώ νά κά­
νω γιά σάς;
— Σάς έκλεισα τήν πόρτα, άπάντησα, σύμφωνα μέ τή συνή­
θεια θά μπορούσατε νά μού δώσετε ένα μικρό φιλοδώρημα.
— Δέ μιλάω γι αύτό, γρύλισε θυμωμένα. Εννοώ κάτι ποϋ ν’
άξίζει τόν κόπο.
— Μιλούσε άσφαλώς σοβαρά — κάποιο τσίμπημα στή πε­
τρωμένη του συνείδηση ή κάτι τέτοιο. Έ τσι σκέφτηκα προτού
τού άπαντήσω. "Οταν άρχισα νά μιλάω έδειξε μεγάλη προσοχή
άλλά έπρεπε νά τόν βλέπατε δταν τέλειωσα.
204

— Θά μπορούσατε Γσως νά μού έπιστρέψετε τό σπίτι μου, τού
είπα, καί τΙς μετοχές μου στά Κλωστοϋφαντουργεία τής Σιέρρα.
Ό πατέρας σταμάτησε γιά λίγο.
— ΤΙ σού είπε, ρώτησα άνυπόμονη.
— Τίποτα. Γι μπορούσε νά μού πει; Έγώ δμως τού είπα: «Ε λ­
πίζω νά είστε εύτυχισμένος». Μέ κύτταξε μέ κάποια έκπληξη.
«Πέστε μου, είστε εύτυχισμένος;» τόν ρώτησα. Έ δωσε διαταγή
στόν άμαξά νά ξεκινήσει κι έφυγε ξεστομίζοντας χυδαίες βρυσιές. Καί δέ μοϋ έδωσε τό φιλοδώρημα κι άκόμα λιγότερο τό σπίτι
καί τις μετοχές. Ό π ω ς βλέπεις άγαπητή μου ή καρριέρα τοϋ χα­
μινιού πού άκολουθεϊ δ πατέρας σου είναι γεμάτη άπαγοητεύσεις.
Κι έτσι ό πατέρας έμεινε στό διαμέρισμα τής Πέλ Στρήτ, δ­
ταν ό Έ ρνεστ κι έγώ πήγαμε στήν Ούάσιγκτων. Ή παλιά τάξη
πραγμάτων είχε πεθάνει καί ή ληξιαρχική πράξη θανάτου ύπογράφτηκε πολύ νωρίτερα άπ’ ότι είχα φανταστεί. ’Αντίθετα άπ’ δτι περιμέναμε, δέν πρόβαλαν κανένα έμπόδιο στούς σοσιαλιστές
νά καταλάβουν τις θέσεις τους στό Κογκρέσσο. "Ολα φαίνονταν
νά πηγαίνουν θαυμάσια καί γελούσα μέ τόν Έρνεστ ποϋ έβλεπε
καί σ’ αύτό ένα κακό προμήνυμα.
Βρήκαμε τούς συντρόφους μας σοσιαλιστές γεμάτους έμπιστοσύνη στίς δυνάμεις τους καί μέ πολύ αίσοδοξία γιά τήν πραγ­
ματοποίηση τών σχεδίων τους. Μερικοί βουλευτές πού είχαν έκλεγεΤ μέ τό ’Αγροτικό Κόμμα ένώθηκαν μαζί μας κι έπεξεργαστήκαμε μαζί ένα λεπτομερές πρόγραμμα γιά τό τί έπρεπε νά γί­
νει. Ό Έρνεστ άκολουθούσε τΙς άποφάσεις καί συμμετείχε ένεργά σέ δλα αύτά άν καί δέν μπορούσε νά μήν έπαναλαμβάνει πότε
πότε καί σέ κάθε εύκαιρεία: «"Οσο γιά τή μπαρούτη οΐ χημικές ένώσεις, πιστέψτε με, είναι καλλίτερες άπδ τά μηχανοποιημένα
μίγματα».
Τά πράγματα άρχισαν νά χαλάνε στίς διάφορες Πολιτείες ό­
που στίς τελευταίες έκλογές είχε νικήσει τό ’Αγροτικό Κόμμα.
Αύτές ήταν καμιά δωδεκαριά Πολιτείες, άλλά δέν έπέτρεψαν
στούς νεοκλεγέντες νά καταλάβουν τΙς θέσεις τους. Αύτοί ποϋ
τις κατείχαν πρίν, άρνήθηκαν νά τις παραδώσουν. ΤΗταν πολϋ άπλό. Μέ τό πρόσχημα ότι είχαν γίνει έκλογικές άτασθαλίες, πε­
ριέπλεξαν τήν δλη κατάσταση μέσα σέ άτέλειωτες νομικές γρα­
φειοκρατικές διαδικασίες. Τό ’Αγροτικό Κόμμα βρέθηκε χωρίς
δύναμη. Τά δικαστήρια, τό τελευταίο του καταφύγιο βρίσκονταν
στά χέρια τών έχθρών του.
205

Αύτή ήταν ή κρίσιμη στιγμή. ’ Εάν οί έξαπατημένοι ’Αγροτιστές άρχιζαν τή βία, δλα ήταν χαμένα. ΤΙ προσπάθειες κάναμε έμεϊς οί σοσιαλιστές νά τοϋς συγκροτήσουμε. Μέρες καί νύχτες δ
"Ερνεστ δέν έκλεινε μάτι. Τά μεγάλα στελέχη τοϋ ’Αγροτικού
Κόμματος είδαν τόν κίνδυνο καί ένήργησαν μαζί μας σάν ένας άν­
θρωπος. "Ολα δμως ήταν μάταια. Ή ’Ολιγαρχία ήθελε τή βία κι έ­
βαλε σ’ ένέργεια τούς προβοκάτορες. Δέν ύπάρχει άμφιβολία δτι
αύτοΐ προκάλεσαν τήν ’ Εξέγερση τών ’Αγροτών.
Αύτή άναψε ξαφνικά καί στίς δώδεκα Πολιτείες. 01 κτημα­
τίες πού τοϋς είχαν άπαλλοτριώσει κατάλαβαν μέ τή βία τΙς τοπι­
κές τους κυβερνήσεις. Φυσικά αύτό ήταν άντισυνταγματικδ καί
φυσικά οΐ 'Ενωμένες Πολιτείες στείλαν τοϋς στρατιώτες τους σ’
έκστρατεία. Παντού οΐ άπεσταλμένοι τής Σιδερένιας Φτέρνας ύποκινούσαν τδ λαό μεταμφιεσμένοι σέ βιοτέχνες, κτηματίες καί
έργάτες γής. Στό Σακραμέντο, πρωτεύουσα τής Καλιφόρνιας οί
όπαδοί τού ’Αγροτικού Κόμματος κατάφεραν νά κρατήσουν τήν
τάξη. Χιλιάδες μυστικοί άστυνομικοΐ δρμησαν πάνω στήν καταδι­
κασμένη πόλη. Συμμορίες ποϋ τΙς άποτελοϋσαν άποκλειστικά αύτοί, κάψανε καί λεηλάτησαν κτίρια κι έργοστάσια. Σπρώξαν τό
λαό νά ένωθεϊ μαζί τους στή λεηλασία. Οινοπνευματώδη ποτά σέ
τεράστιες ποσότητες, μοιράστηκαν στίς φτωχογειτονιές γιά νά έξάψουν τά πνεύματα. Καί τότε, δταν δλα ήταν έτοιμα, έμφανίστηκαν στή σκηνή οί στρατιώτες τών 'Ενωμένων Πολιτειών, ποϋ
στήν πραγματικότητα ήσαν οί στρατιώτες τής Σιδερένιας Φτέρ­
νας. "Εντεκα χιλιάδες άνδρες, γυναίκες καί παιδιά τουφεκίστηκαν μέσα στούς δρόμους τοϋ Σακραμέντο ή δολοφονήθηκαν μέ­
σα στά σπίτια τους. Ή έθνική κυβέρνηση κατάλαβε τήν τοπική
καί δλα τέλειωσαν γιά τήν Καλιφόρνια.
Κι δτι έγινε στήν Καλιφόρνια, τά Ιδια έγιναν κι άλλοϋ. Σέ κά­
θε μιά άπό τΙς Πολιτείες ποϋ είχε καταλάβει τό ’Αγροτικό Κόμμα,
έγιναν βίαιες κι αίματηρές έκαθαρίσεις. 01 μυστικοί άστυνομικοΐ
κι οί 'Εκατό Μαύροι προκαλοϋσαν τήν πρώτη άναταραχή κι άμέ­
σως μετά καλοϋσαν τά τακτικά στρατεύματα. Ό φόβος κι ό τρό­
μος βασίλευαν στίς διάφορες έπαρχίες. Μέρα καί νύχτα ό καπνός
άπό τοϋς έπρησμούς στίς φάρμες, στίς άποθήκες, στά χωριά καί
στίς πόλεις γέμιζε τόν ούρανό. Ό δυναμίτης έκανε τήν έμφάνισή
του. ’Ανατινάχτηκαν σιδηροδρομικές γέφυρες καί σύραγγες κι έκτροχιάστηκαν τραίνα. Τουφέκισαν καί κρέμασαν πολλούς φτω­
χούς άγρότες. Τά άντίποινα ύπήρξαν σκληρά: δολοφονήθηκαν
206

πολλοί πλουτοκράτες κι άξιωματικοΐ τοϋ στρατού. 01 άνθρωποι ή­
ταν διψασμένοι γιά έκδίκηση καί αίμα. Τά τακτικά στρατεύματα
χτυπούσαν τούς άγρότες τόσο άγρια σά νά ήσαν ’Ινδιάνοι. Καί εί­
χαν τό λόγο τους. Είκοσι όκτώ χιλιάδες στρατιώτες έκμηδενίστηκαν στό Ό ρεγκον σέ μιά σειρά άπό τρομακτικές δυναμιτιστικές
έκρήξεις καί μέ τόν Ιδιο τρόπο καταστράφηκαν κάμποσα στρα­
τιωτικά τραίνα σέ διαφορετικές τοποθεσίες καί χρονολογίες. Έ ­
τσι τά τακτικά στρατεύματα μάχονταν γιά τή ζωή τους δπως καί
ol φάρμερς.
"Οσο γιά τήν έθνοφρουρά, μπήκε σ’ έφαρμογή ό νόμος τοϋ
1903.01 έργαζόμενοι μιάς Πολιτείας ήσαν ϋποχρεωμένοι, καί ή άνυπακοή τιμωριόταν μέ θάνατο, νά πυροβολούν τούς συντρό­
φους τους μιάς άλλης Πολιτείας. Φυσικά ό νόμος αύτός στήν άρ­
χή δέν έφαρμόστηκε εύκολα. Πολλοί άξιωματικοΐ τής έθνοφρουράς έκτελέστηκαν άπό τά έκτακτα στρατοδικεία. Ή προφητεία
τού Έρνεστ πραγματοποιήθηκε μέ τρομακτική άκρίβεια στήν πε­
ρίπτωση τοϋ κ. Κόβαλτ καί τοϋ κ. Άσμοϋνσεν. Καί οί δυό στρατολογήθηκαν γιά τήν έθνοφρουρά καί ol δυό στάλθηκαν νά ϋπερετήσουν στό άπόσπασμα τής Καλιφόρνιας ποϋ σχηματίστηκε
γιά νά τιμωρήσουν τοϋς φάρμερς τοϋ Μισοϋρι. Καί ol δυό άρνήθηκαν νά καταταγοϋν. Δέν πρόλαβαν νά μεταλάβουν. "Ενα έκτα­
κτο στρατοδικείο ήταν ή μοίρα τους καί στρατιωτική έκτέλεση τό
τέλος τους. Πυροβολήθηκαν καί ol δυό μέ τήν πλάτη γυρισμένη
στό έκτελεστικό άπόσπασμα.
Πολλοί νέοι άνθρωποι κατέφυγαν στά βουνά γιά ν’ άποφύγουν νά ϋπερετήσουν στήν έθνοφρουρά. Έ γιναν παράνομοι καί
τιμωρήθηκαν άργότερα σέ πιό ήρεμες έποχές. Ό λ α γίνανε στά
γρήγορα. Ή κυβέρνηση έβγαλε μιά προκύρηξη πού καλοϋσε ό­
λους τοϋς ήσυχους πολίτες νά κατέβουν άπό τά βουνά μέσα σέ
μιά περίοδο τριών μηνών. "Οταν έφτασε ή καθορισμένη ήμερομηνία μισό έκατομμύριο στρατιώτες στάλθηκαν σ’ δλες τΙς όρεινές
περιοχές. "Οπου συναντούσαν κάποιον τόν σκότωναν έπΐ τόπου
χωρίς καμιά έξέταση ή δικαστική άπόφαση. Ό στρατός ένεργοϋσε μέ βάση δτι μόνο ol παράνομοι βρίσκοναν στά βουνά. Μερικές
όμάδες ποϋ άποτραβήχτηκαν σέ όχυρωμένες θέσεις άντιστάθηκαν γενναία άλλά στό τέλος έξοντώθηκαν δλοι οί λιποτάχτες τής
έθνοφρουράς.
Ή τιμωρία ποϋ έπιβλήθηκε στήν έθνοφρουρά τοϋ Κάνσας άποτέλεσε ένα ζωντανό μάθημα πού χαράκτηκε στό μυαλό τοϋ
207

λαού. Αύτή ή σπουδαία ’ Εξέγερση τοϋ Κάνσας συνέβη στίς άρχές
τών στρατιωτικών έπιχειρήσεων ένάντια στούς δπαδοϋς τού ’Α­
γροτικού Κόμματος. "Εξι χιλιάδες άνδρες τής έθνοφρουράς έξεγέρθηκαν. Γιά μερικές έβδομάδες πρίν ήσαν άνήχυχοι καί σκυ­
θρωποί καί γι αύτό τό λόγο τούς κρατούσαν κλεισμένους μέσα
στό στρατόπεδο. Δέν ύπάρχει δμως άμφιβολία δτι οΐ προβοκάτο­
ρες τούς έσπρωξαν γρηγορότερα νά έξεγερθούν άνοιχτά.
ΣτΙς 22 ’Απριλίου, τή νύχτα, ξεσηκώθηκαν καί σκότωσαν
τούς άξιωματικούς τους. Μόνο ένας μικρός άριθμός άπ’ αύτούς
γλύτωσε. Αύτό ξεπερνούσε τό πρόγραμμα τής Σιδερένιας Φτέρ­
νας. 01 προβοκάτορες παραεΐχαν κάνει καλά τή δουλειά τους.
Ά λ λ ά τό κάθε τι έφερνε νερό στό μύλο τής Σιδερένιας Φτέρνας.
Είχαν έτοιμαστεϊ γιά τήν έξέγερση καί ό φόνος τόσων πολλών άξιωματικών τούς έδωσε τό πρόσχημα γι αύτό πού θά έπακολουθούσε. Σαράντα χιλιάδες άνδρες τού τακτικού στρατού περικύκλωσαν μονομιάς τούς δυασαρεστημένους. ΤΗταν μιά παγίδα. 01
δύστυχοι έθνοφρουροί άντιλήφθηκαν δτι τά πολυβόλα τους δέ
λειτουργούσαν καί οΐ σφαίρες ποϋ βρήκαν μέσα στίς άποθήκες
ποϋ είχαν καταλάβει, δέν ήσαν τού διαμετρήματος τών τουφεκιών τους. "Υψωσαν λευκή σημαία γιά νά παραδωθοϋν άλλά τούς
άγνόησαν. Δέν ύπήρξαν έπιζώντες. Καί οΐ έξι χιλιάδες έξοντώθηκαν. Στήν άρχή τούς χτύπησαν άπό άπόσταση μέ όβίδες καί σράπνελ καί μετά μέσα στήν άπελπισία τους, δρμησαν στίς γραμμές
πού τούς είχαν περικυκλώσει καί θερίστηκαν άπό τά πολυβόλα.
Συζήτησα μ’ έναν αύτόπτη μάρτυρα πού μού είπε ότι κανένας έθνοφρουρός δέν πλησίασε τά πολυβόλα πιό κοντά άπό τά έκατόν
πενήντα μέτρα. Τό έδαφος ήταν στρωμένο μέ πτώματα. Στό τέλος
τό Ιππικό άποτέλειωσε τούς πληγωμένους πάνω στό έδαφος μέ
τΙς όπλές τών άλόγων, τά πιστόλια καί τά σπαθιά.
Ταυτόχρονα μέ τήν καταστολή τών όπαδών τοϋ Αγροτικού
Κόμματος έγινε καί ή έξέγερση τών άνθρακορύχων, τελευταίος
σπασμός στήν άγωνία τής όργανωμένης έργασίας. ’Εφτακόσιες
πενήντα χιλιάδες άνθρακορύχοι κατέβηκαν σέ άπεργία. ΤΗσαν δ­
μως πολύ διασκορπισμένοι σ’ όλόκληρη τή χώρα κι έτσι δέν μπο­
ρούσαν νά έκμεταλλευτοϋν τή δύναμή τους. Απομονώθηκαν στίς
έπαρχίες τους καί χτυπήθηκαν μέχρι ποϋ ύπέκυψαν. Αύτή ύπήρξε
καί ή πρώτη μεγάλη έπιχείρηση γιά τή στρατολογία σκλάβων. Ό
208

Πόκοκ11*άπέκτησε εύσημα δεσμοφύλακα καί κέρδισε τδ αΙώνιο μί­
σος τού προλεταριάτου. Έ γιναν άμέτρητες άπόπειρες κατά τής
ζωής του, άλλά θά έλεγε κανείς δτι είχε κάνει μάγια στό θάνατο.
Σ’ αύτόν όφείλεται ή χρησιμοποίηση διαβατηρίου άνάμεσα στοϋς
άνθρακορύχους κατά τδ ρωσικό σύστημα, ποϋ τούς άφαιροϋσε
τδ δικαίωμα νά μετακινούνται έλεύθερα άπό τή μιά περιοχή τής
χώρας σέ μιάν άλλη.
Στό άναμεταξύ, ol σοσιαλιστές κρατούσαν γερά. Ένώ ol όπαδοί τού ’Αγροτικού Κόμματος ξεψυχούσαν μέσα στίς φλόγες
και στό αίμα, καί ή δργανωμένη έργασία κατακερματιζόταν, οί σο­
σιαλιστές κράτησαν τήν ψυχραιμία τους καί τελειοποίησαν τή μυ­
στική τους όργάνωση. Μάταια ol ’Αγροτιστές προσπάθησαν νά
μάς παρακινήσουν. 'Υποστηρίζαμε δικαιολογημένα δτι κάθε έξέγερση άπό τή μεριά μας θά ήταν πραγματική αύτοκτονία γιά δλόκληρη τήν ’Επανάσταση. Ή Σιδερένια Φτέρνα, ποϋ στήν άρχή δί­
σταζε νά τά βάλει μονομιάς μέ όλόκληρο τό προλεταριάτο, άφοϋ
βρήκε τή δουλειά πολύ πιό εύκολη άπ’ δτι τήν περίμενε, δέ ζητού­
σε τίποτα καλλίτερο άπό μιά δική μας έξέγερση. ’Αποφύγαμε λοι­
πόν αύτή τή λύση παρά τήν πληθώρα τών προβοκατόρων ποϋ
βρίσκονταν άναμέσά μας. Τόν πρώτο έκείνο καιρό ol πράκτορες
τής Σιδερένιας Φτέρνας ήσαν άδέξιοι στίς μεθόδους πού χρησι­
μοποιούσαν. Είχαν άκόμα πολλά νά μάθουν καί οί Μαχητικές μας
'Ομάδες τούς άπομάκρυναν σιγά σιγά. Ή ταν ένα έργο σκληρό κι
αίματηρό άλλά παλεύαμε γιά τή ζωή μας καί γιά τήν ’Επανάσταση
κι έπρεπε νά πολεμήσουμε τόν έχθρό μέ τά δικά του δπλα. Καί
1.
Ά λμ περ τ Πόκοκ — ενας Αλλος άπό τοϋς πιό γνωστούς Απεργοσπάστες τής παλιός έκείνης έποχής, ποϋ κατόρθωσε μέχρι τό θάνατό
του νό συγκροτήσει όλους τοϋς Ανθρακωρύχους τής χώρας. Τόν διαδέ­
χτηκε ό γυιός του Λιούϊς Πόκοκ καί γιά πέντε γενιές αύτή ή σπουδαία οι­
κογένεια δεσμοφυλάκων χειραγωγούσε τά Ανθρακωρυχεία. Ό παλαιότερος Πόκοκ, γνωστός σάν Πόκοκ ό Α! περιγράφεται ώς έξής: «Κεφάλι μα­
κρύ καί λεπτό ποϋ τό μισό σκεπάζεται άπό μιά φράντζα γκρίζα μαλλιά,
μήλα πεταχτά καί βαρύ σαγόνι... πρόσωπο ώχρό, μάτια γκρίζα χωρίς κα­
μιά λάμψη, φωνή μεταλλική, κινήσεις μαλθακές». Είχε γεννηθεί άπό φτω­
χούς γονείς κι Αρχισε τήν καριέρα του σά γκαρσόνι σέ καφενείο. Ύστερα
έγινε Ιδιωτικός ντέτεκτιβ σ’ 6να σωματείο τραμβαγέρηδων καί κατεβαί­
νοντας ένα ένα τό σκαλιά έγινε έπαγγελματίας ΑπεργοσπΑστης. Ό Πόποκ ό Ε" τελευταίος τής σειρΑς ΑνατινΑχτηκε μέσα σ’ ένα δωμΑτιο πυρο­
σβεστών άπό μιά βόμβα κατά τή διάρκεια μιάς μικρής έξέγερσης Ανθρα­
κωρύχων στό ΊνδιΑ νικο έδαφος. Αύτό συνέβη στό 2073 τής Χριστιανικής
έποχής.

209

πάλι χρησιμοποιούσαμε νόμιμα μέσα. Κανένας πράκτορας τής Σι­
δερένιας Φτέρνας δέν έκτελέστηκε χωρίς δίκη. Άσφαλώς θά κά­
ναμε καί λάθη, άλλά κι άν έγιναν θά ήταν πολϋ σπάνια. ΣτΙς Μα­
χητικές μας 'Ομάδες μπήκαν οΐ πιό γενναίοι, οί πιό μαχητικοί αύ­
τοΐ ποϋ ξέρουν νά θυσιάζονται. Μιά φορά, μετά άπό δέκα χρόνια,
ό Έρνεστ ύπολόγισε, σύμφωνα μέ τά νούμερα ποϋ τού είχαν δώ­
σει οί άρχηγοί τών Μαχητικών Όμάδων, δτι ή μέση ζωή τών άνδρών καί τών γυναικών δέν ξεπερνούσε τά πέντε χρόνια άφ’ δτου
γίνονταν μέλη. "Ολοι οί σύντροφοι τών Μαχητικών Όμάδων ή­
σαν ήρωες καί τό σπουδαίο ήταν, δτι δλοι αύτοΐ ήταν άντίθετοι
στήν άφαίρεση τής ζωής. Ό λ ο ι αύτοΐ οί έραστές τής έλευθερίας
καταπίεζαν τήν Γδια τους τή φύση γιατί γνώριζαν δτι καμιά θυσία
δέν ήταν άρκετά μεγάλη γιά τήν Υπόθεση.*21
2.
Αύτές οΐ μαχητικές όμάδες είχαν Ακολουθήσει λίγο πολύ τό μοντέ­
λο τών Μαχητικών ’Οργανώσεων τής Ρώσικης ’ Επανάστασης καί παρά
τΙς άκατάπαυστες προσπάθειες τής Σιδερένιας Φτέρνας διατηρήθηκαν
καί κατά τοϋς τρεις αΙώνες τής ύπαρξής της. Αύτές οΐ όμάδες άποτελοϋνταν άπό άνδρες καί γυναίκες πού κινούνταν άπδ ύψηλόφρονες προθέ­
σεις καί ήσαν άτρόμητοι μπροστά στό θάνατο. ’Ασκούσαν μιά τρομακτική
έπιρροή καί μετρίαζαν τήν άγρια βαναυσότητα τών κυβερνώντων. Τδ έρ­
γο τους δέν περιοριζόταν μόνο στόν άθέατο πόλεμο ένάντια στοϋς πρά­
κτορες τής ’Ολιγαρχίας. 01 Ιδιοι οΐ όλιγάρχες άναγκάζονταν νά παίρνουν
ϋπ’ δψη τους τΙς άποφάσεις τών Ό μάδων καί συχνά, δταν δέν ύπάκουαν,
ή τιμωρία ήταν θάνατος καί τδ Ιδιο συνέβαινε καί μέ τοϋς ύποτακτικούς
τους, μέ τοϋς άξιωματικούς τού στρατού καί τοϋς άρχηγούς τής έργατι­
κής άριστοκρατίας.
01 δικαστικές άποφάσεις αύτών τών όργανωμένων έκδικητών ήταν
σύμφωνες μέ τήν πιό αύστηρή δικαιοσύνη καί τό πιό άξιοσημείωτο είναι
δτι ή διαδικασία γινόταν χωρίς πάθος άλλά σύμφωνα μέ τό νόμο. Δέν ύ­
πήρχαν αύτοσχέδιες κρίσεις. “Οταν κάποιος συλλαμβανόταν, τοϋ γινό­
ταν μιά νόμιμη δίκη καί τοϋ δινόταν ή εύκαιρία νά ύπερασπίσει τόν έαυ­
τό του. ’Αναγκαστικά πολλοί δικάστηκαν καί καταδικάστηκαν έρήμην, δ­
πως συνέβη στήν περίπτωση τού στρατηγού Λάμπτον στά 2.138 τής Χρι­
στιανικής έποχής. Ά π ’ όλους τούς Μισθοφόρους πού ύπερέτησαν τή Σι­
δερένια Φτέρνα αύτός ήταν ό πιό αίμοχαρής κι ό πιό σκληρός. ΕΙδοποιήθηκε άπό τΙς Μαχητικές Όμάδες δτι δικάστηκε, βρέθηκε ένοχος καί κα­
ταδικάστηκε σέ θάνατο κι αύτό έγινε ύστερα άπό τρεις προειδοποιήσεις
νά σταματήσει τήν άγρια μεταχείριση τοϋ προλεταριάτου. Μετά τήν κα­
ταδίκη του άρχισε νά περιστοιχίζεται άπδ χιλιάδες προστατευτικά μέτρα.
Πέρασαν χρόνια καί οί Μαχητικές Όμάδες προσπαθούσαν μάταια νά έκτελέσουν τήν άπόφασή τους. Πολυάριθμοι σύντροφοι άνδρες καί γυναί­
κες, άπέτυχαν στίς προσπάθειές τους ό ένας μετά τόν άλλον κι έκτελέστηκαν άγρια άπό τήν ’Ολιγαρχία. Μέ τήν ύπόθεση τού στρατηγού Λάμ­
πτον ξανάγινε ή σταύρωση νόμιμη μέθοδος έκτέλεσης. Στό τέλος δμως ό
καταδικασμένος βρήκε τόν έκτελεστή του στό πρόσωπο μιάς εύθραυ­
στης κοπελίτσας, δέκα έπτά χρόνων, τήν Μαγδαληνή Προβάνς ποϋ γιά
νά πετύχει τό σκοπό της ϋπερέτησε δυό χρόνια στό μέγαρό του σάν ρά-

210

Τό καθήκον ποϋ είχαμε έπωμισθεί ήταν τριπλό. Πρώτα καί
κύρια θέλαμε νά έκαθαρ(σουμε τΙς γραμμές μας άπό τοϋς μυστι­
κούς πράκτορες τής ’Ολιγαρχίας. Μετά έπρεπε νά όργανώσουμε
Μαχητικές 'Ομάδες έξω άπό τή γενική μυστική όργάνωση γιά τήν
Επανάσταση. Καί τρίτο νά προσπαθήσουμε ώστε οΐ δικοί μας μυ­
στικοί πράκτορες νά εισχωρήσουν σέ κάθε τομέα τής ’Ολιγαρ­
χίας, μέσα στίς έργατικές κάστες, άνάμεσα στούς τηλεγραφητές
κυρίως, μέσα στοϋς γραμματείς καί τή γραφειοκρατία, μέσα στό
στρατό, άνάμεσα στούς προβοκάτορες καί τοϋς δεσμοφύλακες.
Ή ταν μιά δουλειά έπικίνδυνη πού ήθελε χρόνο. Συχνά οΐ προσπάθειές μας καταλήγαν σέ άποτυχίες ποϋ μάς στοίχιζαν άκριβά.
Ή Σιδερένια Φτέρνα είχε θριαμβεύσει στόν άνοιχτό πόλεμο
άλλά έμεΐς κρατάγαμε γερά σ’ αύτό τό νέο, έκπληκτικό, τρομερό,
ύπόγειο πόλεμο ποϋ εΓχαμε θεσπίσει. Σ’ αύτόν όλα ήταν άθέατα.
Δέν μπορούσες ούτε νά μαντέψεις σχεδόν τί γινόταν. Κι δμως σ’
αύτόν τόν τυφλό πόλεμο ύπήρχε τάξη, σκοπός, έλεγχος, γιά τό
κάθε τι. 01 πράκτορές μας είσχρούσαν μέσα σ’ δλόκληρη τήν δργάνωση τής Σιδερένιας Φτέρνας ένώ οΐ δικοί της μπαίναν στή δι­
κή μας. Ή ταν ένας πόλεμος σκοτεινός, περίπλοκος, γεμάτος ρα­
διουργίες καί σκευωρίες, γεμάτος συνωμοσίες κι άπ’ τά δύο
στρατόπεδα. Καί πίσω άπ’ δλα αύτά ύπήρχε ό θάνατος, άπειλητικός, βίαιος καί τρομερός. Ά νδ ρες καί γυναίκες έξαφανίζονταν,
οΐ πιό άγαπητοί μας σύντροφοι, αύτοί μέ τούς όποίους εΓχαμε ζήσει κοντά τους. Τοϋς βλέπαμε σήμερα. Αύριο φεύγαν καί δέν
τούς ξαναβλέπαμε ποτέ πιά, μόνο μαθαίναμε ότι είχαν πεθάνει.
φτρα τών ρούχων τού προσωπικού. Πέθανε στήν άπομόνωση μετά άπό
φριχτά καί παρστεταμένα βασανιστήρια, άλλά σήμερα τό άγαλμά της ά­
πό μπροϋτζο υψώνεται στό Πάνθεο τής ’Αδελφότητας στή θαυμάσια πό­
λη Σέρλ.
Έμεΐς ποϋ άπό προσωπική πείρα δέν ξέρουμε τΐ σημαίνει φόνος, δέν
πρέπει νά κρίνουμε αυστηρά τούς ήρωες τών Μαχητικών 'Ομάδων. Δώσαν τή ζωή τους γιά τήν άνθρωπότητα καί καμιά θυσία δέν ήταν μεγάλη
γι αύτή ένώ ή άδυσώπητη άναγκαιότητα τοϋς ύποχρέωνε νά έκφραστοϋν
μέ αίμα σέ μιά έποχή γεμάτη αίμα. 01 Μαχητικές Όμάδες άποτελοϋσαν έ­
να άγκάθι στά πλευρά τής Σιδερένιας Φτέρνας πού δέν μπόρεσε ποτέ νά
τό ξεριζώσει. Τήν πατρότητα αύτού τού στρατού πρέπει νά τήν άποδώσουμε στόν Έβερχαντ. 01 έπιτυχίες του καί ή διατήρησή του γιά τριακό­
σια χρόνια μαρτυρούν τή σωφροσύνη μέ τήν όποία τόν όργάνωσε καί τή
στέρεα δομή πού κληροδότησε στοϋς μελλοντικούς συνεχιστές του. ’Α­
πό πολλές άπόψεις, παρά τή μεγάλη του προσφορά στήν οίκονομική καί
κοινωνιολογική μελέτη καί τή δουλειά του σάν γενικού άρχηγοϋ τής Ε ­
πανάστασης, ή ’Οργάνωση τών Μαχητικών 'Ομάδων πρέπει νά θεωρηθεί
σάν τό σπουδαιότερο έργο του.

211

Δέν ύπήρχε πουθενά ούτε άσφάλεια, ούτε έμπιστοσύνη. Ό
άνθρωπος πού συνομωτούσε μαζί μας, όσο κι άν τόν γνωρίζαμε,
μπορούσε νά ήταν ένας πράκτορας τής Σιδερένιας Φτέρνας. Εί­
χαμε ναρκοθετήσει τήν όργάνωση τής Σιδερένιας Φτέρνας μέ
τούς μυστικούς μας πράκτορες καί ή Σιδερένια Φτέρνα ναρκοθε­
τούσε τή δική της όργάνωση μέ τούς δικούς της διπλούς πράκτο­
ρες. Καί τό Γδιο γινόταν καί μέσα στή δική μας όργάνωση. Καί
παρ’ δλα αύτά, παρά τήν έλλειψη έμπιστοσύνης καί σιγουριάς ή­
μασταν ύποχρεωμένοι νά βασίσουμε δλες μας τις προσπάθειες
στήν έμπιστοσύνη καί στή σιγουριά. 'Υπήρξαν πολλοί πού μάς
πρόδωσαν. Ή άνθρώπινη φύση είναι άδύνατη. Ή Σιδερένια
Φτέρνα είχε τή δυνατότητα νά προσφέρει χρήμα κι έλεύθερο
χρόνο πού μπορούσε κανείς νά τόν σπαταλήσει σέ εύχάριστες
διασκεδάσεις, μέσα στίς θαυμάσιες πολιτείες της. Έμεΐς δέν
προσφέραμε τίποτα, μόνο τήν Ικανοποίηση πού δίνει ή πίστη σ’ έ­
να ύψηλδ Ιδανικό κι αύτοί ποϋ μέναν πιστοί δέν είχαν άλλη άμοιβή άπό τό συνεχή κίνδυνο, τά βασανιστήρια, τό θάνατο.
Ό θάνατος άποτελούσε έπίσης τό μόνο μέσο ποϋ διαθέταμε
γιά νά τιμωρήσουμε αύτή τήν άνθρώπινη άδυναμία κι ήταν άναγκαϊο νά τιμωρήσουμε τοϋς προδότες. Κάθε φορά ποϋ ένας δικός
μας μάς πρόδιδε, ένας ή κάμποσοι πιστοί έκδικητές τόν παίρναν
τό κατόπι του. Μάς συνέβαινε ν’ άποτύχουμε στήν έφαρμογή τών
άποφάσεών μας ένάντια στούς έχθρούς μας, δπως μάς συνέβη μέ
τούς Πόκοκ, άλλά δέν έπιτρέπαμε καμιά άποτυχία στήν τιμωρία
τών δικών μας προδοτών. Σέ μερικούς συντρόφους δώσαμε τήν
άδεια νά έξαγοραστούν γιά νά μπορούν νά είσχωρήσουν στίς
θαυμάσιες πολιτείες καί νά έκτελέσουν τις δικαστικές μας άποφάσεις έναντίον τών πραγματικών προδοτών. Πράγματι έξασκούσαμε τέτοια τρομοκρατία πού ήταν πιό έπικίνδυνο νά μάς
προδόσει κανείς άπ’ τό νά μάς μείνει πιστός.
Ή ’ Επανάσταση έπαιρνε ένα χαρακτήρα βαθειά θρησκευτι­
κό. Προσκυνούσαμε τό βωμό τής ’Επανάστασης πού ήταν δ βω­
μός τής έλευθερίας. Μάς φώτιζε τό άγιο πνεύμα της. Ά νδρες καί
γυναίκες δίναν τή ζωή τους στήν Υπόθεση καί άφιέρωναν τά νεο­
γέννητα παιδιά τους σ’ αύτήν δπως παλιά στήν ύπερεσία τοϋ
Θεού. Ή μασταν οΐ πιστοί λάτρεις τής ’Ανθρωπότητας.

212

Κεφάλαιο 17ο

Ή κόκκινη λιβρέα
Μέ τήν πτώση τών Πολιτειών δπου είχε νικήσει τδ ’Αγροτικό
Κόμμα, έξαφανίστηκαν τά μέλη του κι άπό τδ Κογκρέσσο. Δικά­
στηκαν γιά έσχάτη προδοσία καί τΙς θέσεις τους τΙς κατάλαβαν
άνδρείκελα τής Σιδερένιας Φτέρνας. ΟΙ σοσιαλιστές άποτελούσαν μιά άξιοθρήνητη μειοψηφία και καταλάβαιναν δτι πλησίαζε
τό τέλος τους. Τό Κογκρέσσο καί ή Γερουσία δέν είχαν κανένα
περιεχόμενο, ήταν μιά σκέτη φάρσα. ΟΙ διάφορες έπερωτήσεις
συζητοϋνταν σοβαρά καί ψηφίζονταν σύμφωνα μέ τόν πατροπαράδοτο τρόπο ένώ στήν πραγματικότητα δλα αύτά χρησίμευαν
στό νά δώσουν τήν συνταγματική σφραγίδα στά διατάγματα τής
’Ολιγαρχίας.
Ό Έρνεστ βρισκόταν στό άποκορύφωμα τής σύγκρουσης ό­
ταν ήρθε τό τέλος. Αύτό συνέβη ένώ συζητιόταν ένα σχέδιο βοηθείας πρός τούς άνέργους. Ή οίκονομική κρίση τού προηγούμε­
νου χρόνου είχε ρίξει μεγάλες μάζες τού προλεταριάτου κάτω ά­
πό τό κατώτατο δριο έπιβίωσης καί ή συνέχιση και ή έπέκταση
τών ταραχών τούς είχε ρίξει σ’ άκόμα πιό βαθειά έξαθλίωση. Έ ­
κατομμύρια άνθρωποι πέθαιναν άπό τήν πείνα ένώ ol Όλιγάρχες
καί οί λεκέδες τους ξεκοιλιάζονταν καταναλώνοντας τά πλεονά­
σματα01. Αύτόν τόν έξαθλιωμένο λαό τόν όνομάζαμε λαό τής ά1.
01 Ιδιες συνθήκες Ισχυαν στίς ’Ινδίες τό 19ο αΙώνα κάτω όπό τή
βρετανική κυριαρχία. 01 Ιθαγενείς πέθαιναν όπό τήν πείνα καχό εκατομ­
μύρια ένώ ol κύριοί τους τοϋς έκλεβαν τόν καρπό τών κόπων τους καί τόν
σπαταλοϋσαν σέ μεγαλοπρεπή θεάματα καί τρελές διασκεδάσεις. Δέν εί­
ναι δυνατόν νό μή κοκκινίζουμε γιά τή συμπεριφορά τών προγόνων μας

213

βύσου<2) καί γιά ν’ άνακουφίσουν τή φοβερή δυστυχία τους, οΐ
σοσιαλιστές φέραν αύτό τδ σχέδιο νόμου γιά τούς άνέργους. Αύ­
τό δμως δέν άρεσε στή Σιδερένια Φτέρνα. Σχεδίαζε νά βάλει αύ­
τά τά έκατομμύριο νά δουλέψουν μέ τό δικό της τρόπο κι έπειδή
έμεϊς δέ συμφωνούσαμε καθόλου πάνω σ’ αύτόν άκριβώς τόν
τρόπο, έδωσε διαταγή νά καταψηφιστεί τό νομοσχέδιο. Ό "Ερ­
νεστ καί οί σύντροφοί του ήξεραν δτι ή προσπάθειά τους ήταν μά­
ταιη, άλλά αύτή ή νόθα κατάσταση τούς είχε κουράσει. "Ηθελαν
νά συμβεί κάτι, δτιδήποτε. Δέν μπορούσαν νά έχουν καμιά άποτελεσματικότητα καί δέν έλπιζαν τίποτα καλλίτερο άπ’ τό νά βά­
λουν τέλος σ’ αύτήν τήν νομοθετική φάρσα, δπου παίζαν ένα ρό­
λο χωρίς νά τό θέλουν. Δέν ήξεραν πιό θά ήταν τό τέλος ποϋ τό έ­
βλεπαν νά έρχεται άλλά ποτέ δέ θά μπορούσαν νά τό φαντα­
στούν πιό δραματικό άπ’ αύτό ποϋ συνέβη στήν πραγματικότητα.
Έκείνη τήν ήμέρα βρισκόμουνα στά θεωρεία. Ό λ ο ι ξέραμε
δτι θά συνέβαινε κάτι τδ τρομερό. Τό ένοιωθες νά πλανιέται στόν
άέρα καί ή παρουσία του γινόταν αίσθητή στίς γραμμές τών δπλισμένων στρατιωτών ποϋ είχαν καταλάβει τοϋς διαδρόμους, καί
στοϋς άξιωματικοϋς ποϋ είχαν συγκεντρωθεί στίς εισόδους τής
Αίθουσας τών συζητήσεων. Ή ’Ολιγαρχία ήταν έτοιμη νά χτυπή­
σει. Ό Έρνεστ είχε πάρει τό λόγο. Περιέγραφε τΙς συμφορές
τών άνέργων σά νά είχε τήν τρελή Ιδέα δτι θά μπορούσε νά συγκινήσει αύτές τΙς καρδιές, αύτές τΙς συνειδήσεις. Τά μέλη τού Ρεπουμπλικανικού καί τού Δημοκρατικού κόμματος σάρκαζαν καί
τόν κορόϊδευαν προκαλώντας σύγχιση καί πραγματικό πανδαιμό­
νιο. Ό "Ερνεστ άλλαξε άπότομα τακτική.
— Ξέρω δτι τίποτα άπ’ αύτά ποϋ θά πώ δέν πρόκειται νά σάς
σ’ αύτή τή φωτισμένη έποχή. Ή μόνη μας παρηγοριά είναι φιλοσοφικής
φύσης. Πρέπει νά παραδεχτούμε δτι στήν κοινωνική έξέλιξη ό καπιταλι­
σμός είναι Ατι γιά τή βιολογία ή έποχή τοϋ πιθήκου. Ή άνθρωπότητα έπρεπε νά περάσει αύτά τά στάδια γιά νά βγει άπό τή λάσπη τής κατώτε­
ρης όργανικής ζωής. Καί ήταν άναπόφευχτο νά έχει κολήσει ή λάσπη καί
νά μήν ήταν δυνατόν νά τήν άποτινάξει εύκολα άπό πάνω της.
2.
Ό λαός τής Άβύσου — αύτή ή φράση είναι ένα εύρημα τής Ιδιο­
φυίας τοϋ H.G. Wells πού έζησε στό τέλος τοϋ 19ου αίώνα. Ό Wells ήταν
ένας κοινωνικός όραματιστής, ένα μυαλό ϋγιές καί παραδειγματικό δσο
καί μιά ζεστή άνθρώπινη καρδιά. Πολλά άποσπάσματα τών έργων του έ­
χουν ψτάσει ώς έμάς ένώ δυό άπό τά καλλίτερα έργα του Anticipations
καί Mankind In The Making έχουν σωθεί όλόκληρα. Πρίν άπό τοϋς Όλιγάρχες καί πρίν άπό τόν Έβερχανρτ, ό Wells είχε προβλέψει τήν κατα­
σκευή τών ύπέροχων πολιτειών πού στά γραφτά του άναφέρονται σάν
pleasure cities.

214

έπηρεάσει είπε. Δέν έχετε ψυχή γιά νά συγκινηθεϊ. Είστε πλαδα­
ρά, άσπόνδυλα δντα. Αύτοαποκαλείστε μέ κομπορυμοσύνη Ρε·
πουμπλικάνοι καί Δημοκρατικοί. Δέν ύπάρχει Ρεπουμπλικανικδ
κόμμα. Δέν ύπάρχει Δημοκρατικό κόμμα. Δέν ύπάρχουν Ρεπουμπλικάνοι καί Δημοκρατικοί σ’ αύτή τήν αίθουσα. Είστε τσανακογλύφτες, μαστροποί, δημιουργήματα τής Πλουτοκρατίας. Μιλάτε
μέ στόμφο καί μέ τήν πεπαλαιομένη όρολογία γιά τήν άγάπη σας
στήν έλευθερία, τή στιγμή ποϋ δλοι σας φοράτε τήν κόκκινη λεβρέα τής Σιδερένιας Φτέρνας.
Στό σημείο αύτό ό θόρυβος καί οί φωνές «Νά έπανέλθει στήν
τάξη! στήν τάξη!», σκέπασαν τή φωνή του καί περίμενε μέ ϋφος
περιφρονητικό νά κοπάσει κάπως ή βουή. Τότε άπλώνοντας τά
χέρια του σά νά ήθελε νά τούς άγκαλιάσει δλους, γύρισε πρός
τοϋς συντρόφους του καί είπε:
— ’Ακούστε τούς γρυλισμούς αύτών τών χορτάτων γουρου­
νιών. Έ γινε πάλι πανδαιμόνιο. Ό πρόεδρος χτυπούσε τήν έδρα
γιά νά γίνει ήσυχία κι έριχνε ματιές στούς άξιωματικοϋς πού ή­
σαν μαζεμένοι στίς πόρτες σάν κάτι νά περίμενε άπ’ αύτούς. ’Ακούστηκαν φωνές: «Στάσις!» κι ένας κοιλαράς μέλος τού Κογκρέ­
σου άπό τήν Πολιτεία τής Νέας Ύόρκης, άρχισε νά κραυγάζει
στόν Έ ρνεστ «’Αναρχικέ!». Ή έκφραση τοϋ Έρνεστ κάθε άλλο
παρά μπορούσε νά σέ καθησυχάσει. Κάθε μαχητική Ινα τού κορ­
μιού του έπαλε καί τό πρόσωπό του είχε πάρει τήν δψη ένός έπιθετικού ζώου. Καί δμως παρέμενε ψύχραιμος καί κύριος τού έαυτοϋ του.
— θυμηθείτε, είπε μέ τέτοια φωνή ποϋ σκέπασε τό θόρυβο,
δπως έσείς δέ δείχνετε κανένα έλεος γιά τό προλεταριάτο θάρθει μιά μέρα πού αύτό τό Ιδιο τό προλεταριάτο θάναι άνελέητο
μαζί σας.
01 φωνές «Στάσις» καί «’Αναρχικός» διπλασιάστηκαν.
— Ξέρω ότι δέ θά ψηφίσετε αύτό τό σχέδιο νόμου, συνέχισε
ό Έρνεστ. Έ χετε πάρει τή διαταγή άπό τ’ άφεντικά σας νά τό κα­
ταψηφίσετε καί τολμάτε νά άποκαλεΐτε έμένα άναρχικό έσείς πού
καταργήσατε τή κυβέρνηση τού λαού, έσείς ποϋ κυκλοφορείτε
δημόσια φορώντας τή λιβρέα τής ντροπής! Δέν πιστεύω στή φω­
τιά καί στό θειάφι τής κόλασης άλλά μερικές φορές τό μετανοιώνω δπως αύτή τή στιγμή, γιατί σίγουρα πρέπει νά ύπάρχει κάποια
κόλαση άφού δέν ύπάρχει άλλο μέρος δπου θάταν δυνατό νά τι­
μωρηθούν τά κρίματά σας δπως σάς ταιριάζει. "Οσο θά ύπάρχετε
σείς, ή κόλαση είναι μιά κοσμολογική άνάγκη.
215

Δημιουργήθηκε κάποια κίνηση στις πόρτες. Ό Έρνεστ, ό
πρόεδρος καί όλοι ol βουλευτές γύρισαν νά δοϋν.
— Γ ιατί δέν καλεϊτε τούς στρατιώτες σας, κύριε Πρόεδρε νά
μπούν νά κάνουν τή δουλειά τους; ρώτησε ό Έρνεστ. θ ά μπορού­
σαν νά έκτελέσουν τό σχέδιό σας στά γρήγορα.
— Ύπάρχουν άλλα σχέδια πού είναι έτοιμα, ήταν ή άπάντη­
ση. Γι αύτό βρίσκονται έδώ ol στρατιώτες.
— Δικά μας σχέδια, ύποθέτω, χλεύασε ό "Ερνεστ. ’Απόπειρα
δολοφονίας ή κάτι τέτοιο.
— Μέ τή λέξη «δολοφονία» ξανάρχισε νά γίνεται πανδαιμό­
νιο. Ό Έρνεστ δέν άκουγόταν πιά. Παρέμενε δμως όρθιος περιμένοντας νά ήρεμήσουν κάπως τά πνεύματα. Καί τότε συνέβη τό
γεγονός. ’Από τή θέση μου στό θεωρείο είδα μόνο τή λάμψη μιάς
έκρηξης. Ό θόρυβος μέ ξεκούφανε καί είδα τόν Έρνεστ νά πα­
ραπαίει καί νά πέφτει μέσα σ’ ένα σύννεφο καπνού, ένώ ol στρα­
τιώτες τρέχαν άπ’ δλες τις μεριές. 01 σύντροφοί του σηκώθηκαν
δρθιοι, άγριεμένοι άπό τό θυμό κι έτοιμοι γιά κάθε βιαιότητα. ’Αλ­
λά ό Έρνεστ στηρίχτηκε γιά λίγο κι άπλωσε τά μπράτσα γιά νά
τοϋς πεϊ νά κάτσουν ήσυχα.
— Είναι συνωμοσία! φώναξε στοϋς συντρόφους του. Μή κά­
νετε καμιά κίνηση γιατί θά σάς ξεπαστρέψουν.
Τότε άφέθηκε κι έγειρε άργά πρός τά κάτω κι έκείνη τή στιγ­
μή οί στρατιώτες τόν πλησίασαν. Σέ λίγα λεπτά άλλοι στρατιώτες
άδειασαν τά θεωρεία καί δέν είδα πιά τίποτα άλλο.
Ά ν καί ήταν ό σύζυγός μου, δέ μού έπέτρεψαν νά τόν πλη­
σιάσω. Μόλις τοϋς είπα ποιά ήμουν μέ σύνέλαβαν άμέσως. Καί
συνέλαβαν ταυτόχρονα δλους τοϋς σοσιαλιστές βουλευτές πού
βρίσκονταν στήν Ούάσιγκτων άκόμα και τόν κακόμοιρο τόν Σίμπσον ποϋ ήταν άρρωστος άπό τύφο και βρισκόταν στό κρεβάτι,
στό ξενοδοχείο του.
Ή δίκη έγινε γρήγορα και ύπήρξε σύντομη. Ό λ ο ι ήταν κατα­
δικασμένοι έκ τών προτέρων. Τό θαύμα ήταν δτι ό Έρνεστ δέν έκτελέστηκε. Αύτό ήταν σφάλμα άπ’ τή μεριά τής ’Ολιγαρχίας πού
τής στοίχισε άκριβά. Ή ταν, βλέπεις, πάρα πολύ σίγουρη γιά τόν
έαυτό της έκεϊνο τόν καιρό. Είχε μεθύσει άπό τήν έπιτυχία καί
δέν μπορούσε νά φανταστεί δτι μιά χούφτα ήρωες θά είχαν τή δύ­
ναμη νά τής κλονίσουν τά θεμέλια. Αύριο, δταν ή Μεγάλη ’Εξέ­
γερση θά ξεσπάσει καί θ’ άντηχήσει σ’ όλόκληρο τόν κόσμο τό
σταθερό βήμα τών μυριάδων πού θά βρίσκονται σέ πορεία, ή Ό216

λιγαρχία θά καταλάβει άλλά κάπως άργά πόσο πολϋ μεγάλωσε έ­
κείνη ή ήρωϊκή δμάδα'31.
Σάν έπαναστάτρια, σάν κάποιος ποϋ γνώριζε καλά καϊ άπό
τά μέσα τις προσδοκίες, τοϋς φόβους καί τά κρυφά σχέδια τών έπαναστατών, γνωρίζω καλλίτερα άπό τόν καθένα κατά πόσο ήταν
ένοχοι γιά τήν έκρηξη τής βόμβας στό Κογκρέσσο. Καί μπορώ νά
τό βεβαιώσω μέ σιγουριά, χωρίς καμιά έπιφύλαξη ή άμφιβολία ό­
τι οί σοσιαλιστές, κι αϋτοί ποϋ ήσαν μέσα στό Κογκρέσσο κι αύτοΐ
ποϋ ήσαν άπ’ έξω, ήσαν άμέτοχοι στήν ύπόθεση. Δέν ξέρουμε
ποιός πέταξε τή βόμβα, έκεινο όμως πού ξέρουμε μέ σιγουριά εί­
ναι ότι δέν τήν πετάξαμε έμεϊς.
Ά π ’ τήν άλλη μεριά ύπάρχουν άρκετές ένδείξεις πού ένοχοποιούν τή Σιδερένια Φτέρνα. Φυσικά δέν μπορούμε νά τ’ άποδείξουμε, καταλήγουμε στό συμπέρασμα αύτό κάνοντας διάφορες είκασίες. Ύπάρχουν δμως καί μερικά γεγονότα πού τά γνωρίζουμε.
01 πράκτορες τής μυστικής κυβερνητικής ύπερεσίας είχαν άναφέρει στόν Πρόεδρο τής Βουλής δτι οΐ σοσιαλιστές, μέλη τοϋ
Κογκρέσσου, θά καταφεύγανε σέ τρομοκρατικές μεθόδους καί εί­
χαν άποφασίσει ποιά μέρα θά τις βάζαν σ’ έφαρμογή. Ή μέρα αύ­
τή ήταν έκείνη ποϋ έγινε ή έκρηξη. Γι αύτό τό λόγο τό Καπιτώλιο
είχε περικυκλωθεϊ προληπτικά άπό στρατεύματα. Άφοϋ λοιπόν έμεΐς δέν ξέραμε τίποτα γιά τή βόμβα, άφού δμως ή βόμβα πράγ­
3.
’Επειδή ή ΑΙηβις Έβερχαρντ ήταν σίγουρη δτι οί ’Αναμνήσεις της
θά διαβαστούν στίς μέρες της, παράλειψε ν’ άναφέρει τό άποτέλεσμα
τής δίκης γιά έσχάτη προδοσία. Πολλές Αλλες παραλείψεις τέτοιου εί­
δους ύπάρχουν στό χειρόγραφο. Πενήντα δύο σοσιαλιστές μέλη τοϋ
Κογκρέσου δικάστηκαν καί βρέθηκαν ένοχοι. Πράγμα περίεργο κανένας
δέν καταδικάστηκε σέ θάνατο. Ό Έβερχαρντ κι άλλοι έντεκα κι άνάμεσά
τους ό Τέοντορ Ντόννελσον κι ό Μάθιου Κέντ καταδικάστηκαν σέ Ισόβια.
01 ύπόλοιποι σαράντα καταδικάστηκαν σέ ποινές άπό τριάντα μέχρι σα­
ράντα πέντε χρόνια, ένώ ό Ά ρ θ ου ρ Σίμσον ποϋ στό χειρόγραφο άναφέρεται δτι έπασχε άπό τυφοειδή πυρετό τή στιγμή τής έκρηξης, καταδικά­
στηκε μόνο δέκα πέντε χρόνια φυλακή. Σύμφωνα μέ τήν παράδοση, πέθανε άπό πείνα σέ πλήρη άπομόνωση κι αύτή ή σκληρή μεταχείριση έξηγεΐται άπό τήν πεισματική του άδιαλαξία καί τό φλογερό καί χωρίς διάκριση
μίσος του ένάντια σ ’ δλους τοϋς ύπερέτες τού δεσποτισμού. Πέθανε στίς
Κουμπάνιας στή Κούβα δπου κρατούνταν άκόμα τρεις άπό τοϋς συντρό­
φους του. 01 πενήντα δύο σοσιαλιστές τού Κογκρέσου κλείστηκαν σέ
στρατιωτικά όχυρά σκορπισμένα σ’ δλες τις Ενωμένες Πολιτείες. Έ τσι δ
Ντυμπουό καί ό Γούντς κρατήθηκαν στό Πόρτο Ρίκο ένώ ό Έ βερχαντ καί
ό Μερρυγουέδερ φυλακίστηκαν στό Άλκατράζ ποϋ βρίσκεται σ’ ένα νησάκι-στό κόλπο τού Σάν Φραντίσκο καί πού χρησίμευσε γιά πολύ καιρό
σά στρατιωτική φυλακή.

217

ματι έξεράγη κι άφοϋ ol άρχές είχαν πάρει τά μέτρα τους άπό
πρίν γιά τήν έκρηξη, μπορούμε νά συμπεράνουμε ότι ή Σιδερένια
Φτέρνα γνώριζε τήν ύπόθεση. ΈπΙ πλέον έχουμε δλο τό δικαίωμα
νά Ισχυριστούμε δτι ή Σιδερένια Φτέρνα ήταν ένοχη γι αύτή τήν
άπόπειρα, ποϋ τήν έτοίμασε καί τήν έκτέλεσε, μέ τό σκοπό νά μάς
ένοχοποιήσει καί νά μπορέσει έτσι νά μάς βγάλει άπό τή μέση.
Ή προειδοποίηση έκείνη διέρευσε άπό τόν Πρόεδρο σέ δλα
τά μέλη τοϋ Κογκρέσσου ποϋ φορούσαν τήν κόκκινη λιβρέα. Γνώριζαν δτι κατά τή διάρκεια τής όμιλίας τοϋ Έρνεστ θά γινόταν
κάποια βίαιη πράξη. Κι αύτοί πίστευαν είλικρινά, πρέπει νά είμα­
στε δίκαιοι μαζί τους, δτι αύτή ή άπόπειρα θά γινόταν άπό τούς
σοσιαλιστές. Στή δίκη μερικοί κατάθεσαν, καί πάντοτε μέ καλή πί­
στη, δτι είχαν δει τόν Έρνεστ πού έτοιμαζόταν νά ρίξει τή βόμβα
καί δτι έκείνη έξεράγη πρόωρα. Φυσικά δέν είχαν δει τίποτα άπ’
δλα αύτά. Ό φόβος δμως είχε έξάψει τή φαντασία τους και πί­
στευαν δτι τά είδαν, κι αύτό ήταν δλο.
Ό Έ ρνεστ είπε στή δίκη:
«Είναι λογικό νά πιστεύετε δτι άν ήθελα νά ρίξω βόμβα θά
διάλεγα αύτή τήν άδύνατη μικρή κροτίδα σάν κι αύτή πού έκπυρσοκρότησε; Δέν ύπήρχε άρκετή μπαρούτη σ’ αύτήν. Έ βγαλε πο­
λύ καπνό άλλά δέν πλήγωσε κανένα άλλον έκτός άπό μένα. Έ ­
σκασε άκριβώς στά πόδια μου καί παρ’ δλα αύτά δέ μέ σκότωσε.
Πιστέψτε με, δταν άποφασίσω νά ρίξω βόμβες θά προκαλέσω κα­
ταστροφές. 01 κροτίδες μου θά περιέχουν κι άλλα πράγματα έ­
κτός άπό καπνό».
Ό δημόσιος κατήγορος άπάντησε δτι ή ίσχνότητα τής βόμ­
βας ήταν μιά παράλειψη άπό τή μεριά τών σοσιαλιστών όπως και
ή πρόωρη έκρηξή της πού θά προκλήθηκε άπό τή νευρικότητα
τού Έρνεστ πού τού άφησε νά τού πέσει. Κι αύτή ή έπιχειρηματολογ(α στηρίχτηκε κι άπό τά μέλη τού Κογκρέσου πού κατάθεσαν
δτι είχαν δει τόν Έρνεστ νά ψάχνει τή βόμβα μέ τά χέρια του και
στό τέλος νά τού πέφτει.
Ά π ’ τή δική μας τή μεριά κανείς δέν ήξερε πώς έπεσε ή βόμ­
βα. Ό "Ερνεστ μού είπε δτι ένα χιλιοστό τού δευτερολέπτου πριν
έκραγεϊ τήν άκουσε καί τήν είδε νά πέφτει στό έδαφος, στά πόδια
του. Τό κατάθεσε στή δίκη άλλά κανείς δέν τόν πίστεψε. Έξ άλ­
λου ή δλη ύπόθεση «είχε μαγειρευτεί» κατά τή λαϊκή έκφραση. Ή
Σιδερένια Φτέρνα είχε άποφασίσει νά μάς άφανίσει και τίποτα
δέν μπορούσε νά τή σταματήσει.
218

'Υπάρχει μιά παροιμία ποϋ λέει δτι ή άλήθεια πάντα λάμπει.
Έ γώ άρχίζω ν’ άφμιβάλλω γι αύτό. Έ χουν περάσει δέκα έννιά
χρόνια καί παρά τΙς συνεχείς μας προσπάθειες δέν καταφέραμε
ν’ άνακαλύψουμε τδν άνθρωπο πού έριξε τή βόμβα. ’Αναμφίβολα
ήταν κάποιος άπεσταλμένος τής Σιδερένιας Φτέρνας άλλά δέν άνακαλύφτηκε ποτέ. Έμεΐς δέν μπορέσαμε ποτέ νά μάθουμε τήν
ταυτότητά του. Και τώρα δέ μένει παρά νά κατατάξουμε τήν ύπό­
θεση άνάμεσα στά αΐνίγματα τής Ιστορίας14’.
4.
Μόνο Αν ή ΑΙηβις Έβερχαρντ ζοϋσε πολλές γενιές μετό θά μπο­
ρούσε νά ξεκαθαρίσει αύτό τό μυστήριο. Έ δώ καί λιγότερο άπό έκατό
χρόνια καί λίγο περισσότερα άπό έξακόσια άπό τό θάνατό της, ή όμολογ(α τοϋ ΠερβαΙζ άνακαλύφτηκε στά μυστικά άρχεϊα τοϋ Βατικανού.
Χρειάζεται Ισως νά πούμε μερικά πράγματα γι αύτό τό σκοτεινό ντοκου­
μέντο άν καί παρουσιάζει ένδιαφέρον μόνο γιά τόν Ιστορικό.
Ό ΠερβαΙζ ήταν ένας Άμερικάνος γαλλικής καταγωγής ποϋ στά
1913 βρισκόταν στή φυλακή Τόμπς στή Πολιτεία τής Νέας - Ύόρκης περιμένοντας νά δικαστεί γιά φόνο. ’Από τήν όμολογία του μαθαίνουμε δτι άν
καί δέν ήταν έγκληματικός τύπος ήταν θερμόαιμος, γεμάτος πάθος κι εύσυγκίνητος. Σέ μιά κρίση ζήλειας σκότωσε τή γυ ναίκα του
— συνηθισμένο φαινόμενο τής έποχής έκείνης. Τόν ΠερβαΙζ τόν κατάλα­
βε ό φόβος τοϋ θανάτου κι αύτό φαίνεται σ’ δλο τό μάκρος τής όμολογίας
του. Γ ιά ν’ άποφύγει τό θάνατο θά έκανε ότιδήποτε καί οΐ άστυνομικοΐ
πράκτορες γιά νά τόν προετοιμάσουν τόν βεβαίωσαν δτι δέν ήταν δυναΓόν νά μή χαραχτηριστεί τό έγκλημά του σά φόνος πρώτου βαθμού, δταν
θά έφτανε ή ώρα τής δίκης του. Καί κείνη τήν έποχή ό φόνος πρώτου βαθ­
μού τιμωριόταν μέ θάνατο. Τόν ένοχο, άνδρα ή γυναίκα, τόν καθίζαν σέ
μιά είδικά κατασκευασμένη καρέκλα θανάτου καί κάτω άπό τήν έπΙβλεψη
άρμόδιων γιατρών, τόν θανάτωναν μέ ήλεκτρικό ρεύμα. Αύτός ό τρόπος
λεγόταν έκτέλεση στήν ήλεκτρική καρέκλα καί ήταν πολύ συνηθισμένος
έκείνη τήν έποχή. Ό θάλαμος τών άερίων είναι μιά μέθοδος πού χρήσιμο·
ποιήθηκε άργότερα.
Αύτός ό άνθρωπος ποϋ είχε καλή καρδιά, πού τήν έκρυβε δμως μιά
ζωώδης άγριότητα καί πού περίμενε στή φυλακή έναν άναπόφευχτο θά­
νατο, εύκολα πείστηκε άπό τους πράκτορες τής Σιδερένιας Φτέρνας νά
ρίξει μιά βόμβα στή Βουλή τών ’Αντιπροσώπων. Στήν όμολογία του δη­
λώνει άπερίφραστα δτι τόν είχαν βεβαιώσει δτι ή βόμβα ήταν άκίνδυνη κι
δτι δέ θά κινδύνευε ή ζωή κανενός. Αύτό συμφωνεί άπόλυτα μέ τό γεγο­
νός ότι ή βόμβα ήταν μικρής Ισχύος κι ένώ έσκασε στά πόδια τοϋ Έ βερ­
χαρντ δέν ήταν θανατηφόρα.
Ό ΠερβαΙζ μπήκε κρυφά σέ μιά γαλαρία πού ήταν έπιδειχτικά κλει­
σμένη γιά κάποια έπισκευή. Έ πρεπε νά διαλέξει τή στιγμή ποϋ θά τήν έ­
ριχνε καί όμολογεί μέ άφέλεια δτι παρασυρμένος άπό τό λόγο τοϋ Έ βερ­
χαρντ λίγο έλειψε νά ξεχάσει τήν άποστολή του.
Ό χ ι μόνο άφέθηκε έλεύθερος σάν άναγνώριση τής πράξης του άλ­
λά τού δόθηκε καί μιά έπιχορήγηση γιά τό ύπόλοιπο τής ζωής του. Δέν τή
χάρηκε γιά πολύ. Τό Σεπτρέμβριο τού 1914 προσβλήθηκε άπό ρευματικό
πυρετό κι έζησε μόνο τρεις μέρες. Τότε έστειλε νά φωνάξουν ένα καθολι­
κό παπά, τόν πατέρα Πέτερ Ντουρμπάν, κι έκανε τήν έξομολόγησή του.
Τόσο σημαντική φάνηκε ή έξομολόγηση στόν Ιερέα, ποϋ τήν έγραψε καί

219

τήν υπέγραψε σάν ένορκος μάρτυς. Γιά τή συνέχεια αύτής τής ύπόθεσης
μόνο ύποθέσεις μπορούμε νό κάνουμε. Τό ντοκουμέντο πήρε τό δρόμο
πρός τή Ρώμη γιατί κρίθηκε άσφαλώς πολύ σπουδαίο. Πρέπει νό μεσολά­
βησαν Ισχυρές πιέσεις πού έμπόδισαν τή διάδοσή του κι έτσι δέν είδε τό
φώς γιά πολλές έκατονταετίες. Μόνο τόν περασμένο αΙώνα ό Λόρμπια, ό
περίφημος ’Ιταλός σοφός, έπεσε κατά τύχη πάνω του καθώς έκανε κάτι
έρευνες στό Βατικανό.
Σήμερα λοιπόν δέ μένει καμιά άμφιβολία ότι ή Σιδερένια Φτέρνα ή­
ταν ύπεύθυνη γιά τή βόμβα πού έσκασε στή Βουλή τών ’Αντιπροσώπων
στά 1913. Άκό μα κι άν ή έξομολόγηση τοϋ ΠερβαΙζ δέν έβλεπε τό φώς
τής μέρας δέν μπορούσε νά ύπάρχει καμιά λο.γική άμφιβολία. Αύτή ή ένέργεια πού έστειλε στή φυλακή πενήντα δύο Μέλη τού Κογκρέσσου εί­
ναι έφάμιλος άμέτρητων άλλων έγκλημάτων πού διέπραξαν ol όλιγάρχες
καί πρίν άπ’ αύτοϋς ol καπιταλιστές.
'Υπάρχει τό κλασικό παράδειγμα τής άγριας καί χωρίς κανένα νομι­
κό έρεισμα σφαγής άθώων, τών δήθεν άναρχικών τού Haymarket στό Σι­
κάγο ποϋ έγινε στή προτελευταία δεκαετία τοϋ 19ου αΙώνα τής Χριστιανι­
κής έποχής. Μιά άλλη κατηγορία έγκλημάτων ήταν ή προμελετημένη
πυρκαγιά καί ή καταστροφή καπιταλιστικών περιουσιώ ν άπό τούς Ιδιους
τοϋς καπιταλιστές. Γιά τέτοιες καταστροφές περιουσιών τιμωρούνταν
πολύ συχνά άθώοι ol * railro ad ed * κατά τήν έκφραση τής έποχής.
Στις έργατικές ταραχές πού ξέσπασαν στή πρώτη δεκαετία τοϋ 20ου
αΙώνα άνάμεσα στοϋς καπιταλιστές καί στή Δυτική ’Ομοσπονδία τών Α ν ­
θρακωρύχων, χρησιμοποιήθηκε μιά άνάλογη άλλά καί πιό αίματοβαμένη
τακτική. Ό σιδηροδρομικός σταθμός τής Ίντεπέντανς άνατινάχτηκε άπό
τούς πράκτορες τών καπιταλιστών. Δεκατρείς άνθρωποι σκοτώθηκαν καί
πολλοί άλλοι τραυματίστηκαν. 01 καπιταλιστές πού έλεγχαν τοϋς νομο­
θετικούς καί δικαστικούς μηχανισμούς στήν Πολιτεία τοϋ Κολοράντο κα­
τηγόρησαν τοϋς άνθρακωρύχους γι αύτό τό έκγλημα καί λίγο έλειψε νά
τούς καταδικάσουν. Ό Romaines ένα άπό τά δργανα σ’ αύτή τήν ϋπόθεση δπως ό ΠερβαΙζ, βρισκόταν στή φυλακή μιάς άλλης πολιτείας, στό
Κάνσας καί περίμενε νά δικαστεί δταν τόν πλησίασαν ol πράκτορες τών
καπιταλιστών. Ή όμολογία δμως τού Romaines, άντίθετα άπ’ ότι έγινε μέ
τόν ΠερβαΙζ, δημοσιεύτηκε δσο ζοϋσε.
Τήν Ιδια έποχή συνέβη καί ή ύπόθεση τών Moyer καί Haywood δυό
δυνατών καί άφοβων συνδικαλιστών. Ό ένας ήταν πρόεδρος κι ό άλλος
γραμματέας τής Δυτικής 'Ομοσπονδίας ’Ανθρακωρύχων. Τότε μόλις είχε
δολοφονηθεί ό πρώην Κυβερνήτης τοϋ Άϊντάχο. 01 σοσιαλιστές καί ol
άνθρακωρύχοι είχαν άποδώσει άνοιχτά αύτό τό έγκλημα στοϋς Ιδιοκτή­
τες τών άνθρακωρυχείων. Παρ’ δλα αύτά παραβιάζοντας τό σύνταγμα
καί τό τοπικό τής Πολιτείας καί τό έθνικό καί μέ τή βοήθεια μιάς σκευω­
ρίας άπ’ τή μεριά καί τών δύο κυβερνητών, καί τού Άϊντάχο καί τού Κολο­
ράντο, άπάγαγαν τοϋς Mayer καί Haywood, τούς ρίξαν στή φυλακή καί
τοϋς κατηγόρησαν γιά φόνο. Αύτό προκάλεσε τήν παρακάτω διαμαρτυ­
ρία τοϋ Εύγένιου Ντέμπς, έθνικοϋ ήγέτη τών Άμερικάνων Σοσιαλιστών
τής έποχής έκεΐνης: «Τούς συνδικαλιστές ήγέτες πού δέν μπορούν οΰτε
νά τοϋς έξαγοράσουν ούτε νά τοϋς έκφοβίσουν, θέλουν νά τοϋς παγιδέψουν καί νά τούς δολοφονήσουν. Τό μόνο έγκλημα τών Mayers καί Hay­
wood ήταν ή άκλόνητη πίστη τους στήν έργατική τάξη. 01 καπιταλιστές άπογύμνωσαν τή χώρα μας, διέφθειραν τά πολιτικά μας ήθη, άτΙμασαν τή
δικαιοσύνη μας, μάς ποδοπάτησαν καί τώρα σκοπεύουν νά δολοφονή­
σουν αύτοϋς πού δέν έξευτελίζονται καί δέν ύποτάσονται στή βάναυση

220

κυριαρχία τους. 01 κυβερνήτες τοϋ Άϊντάχο καί τοϋ Κολοράντο δέν έκτελούν παρά τΙς διαταγές τών άφεντικών τους, τής Πλουτοκρατίας. Ή λύ­
ση είναι οί έργάτες ένάντια στή Πλουτοκρατία. Ά ν καταφέρουν τό πρώ­
το χτύπημα, έμεϊς θά καταφέρουμε τό τελευταίο·.

221

Κεφάλαιο 18ο

Στή σκιά τής Σονόμα
Δέν έχω πολλά πράγματα νά πώ γιά τόν έαυτό μου στή διάρ­
κεια αύτής τής περιόδου. Έμεινα στή φυλακή έξι μήνες χωρίς νά
μοϋ έχουν άπαγγείλει καμιά κατηγορία. Ή μουνα άπλώς ύποπτη,
μιά φοβερή λέξη ποϋ όλοι οί έπαναστάτες θά μάθαιναν σύντομα.
Ά λ λ ά καϊ ή δική μας μυστική ύπηρεσία πού μόλις είχε γεννηθεί,
είχε άρχίσει νά λειτουργεί. Πρός τό τέλος τοϋ δεύτερου μήνα τής
φυλάκισής μου, ένας δεσμοφύλακας μού παρουσιάστηκε σάν έπαναστάτης πού βρισκόταν σ’ έπαφή μέ τήν όργάνωση. Μερικές
βδομάδες άργότερα ό Γιόζεφ Πάρκχαρστ πού μόλις είχε διορι­
στεί γιατρός τής φυλακής άπέδειξε ότι ήταν μέλος μιάς άπό τίς
Μαχητικές Όμάδες.
Έ τσι ή όργάνωσή μας εισχωρούσε μέσα στήν όργάνωση τής
’Ολιγαρχίας σάν τήν άράχνη όταν ύφαίνει τόν Ιστό της. Ή μουνα
ένήμερη γιά τό τί συνέβαινε στόν κόσμο καί κάθε ένας άπό τοϋς
φυλακισμένους ήγέτες μας βρισκόταν σ’ έπαφή μέ τούς γεν­
ναίους συντρόφους μας ποϋ κρύβονταν κάτω άπό τή λιβρέα τής
Σιδερένιας Φτέρνας. Ά ν καί ό Έρνεστ ήταν φυλακισμένος τρεις
χιλιάδες χιλιόμετρα μακρυά άπό μένα, στήν Ά κτή τού Είρηνικού,
βρισκόμουνα σέ συνεχή έπικοινωνία μαζί του καί τά γράμματά
μας πήγαιναν κι έρχονταν κανονικά.
Οί άρχηγοί μας, κι αύτοΐ ποϋ ήσαν φυλακισμένοι κι αύτοΐ ποϋ
ήσαν έλεύθεροι μπορούσαν νά συζητούν καί νά διευθύνουν τήν
όλη ύπόθεση. Μετά άπό μερικούς μήνες θά ήταν εύκολο στήν όργάνωση νά καταφέρει νά δραπετεύσουν άρκετοΐ άπ’ αύτούς, άλλ’
όταν είδαμε ότι ή φυλακή δέν έμπόδιζε τή δραστηριότητά μας, ά223

ποφασίσαμε ν’ άποφύγουμε κάθε πρόωρη ένέργεια. Στή φυλακή
βρίσκονταν πενήντα μέλη τοϋ Κογκρέσσου καί πάνω άπό τριακό­
σια ήγετικά στελέχη. ’Αποφασίστηκε ότι θά έπρεπε νά έλευθερωθοϋν όλοι ταυτόχρονα. ’Εάν δραπέτευαν λίγοι στήν άρχή, ή έπαγρύπνηση τής ’Ολιγαρχίας θά γινόταν τέτοια πού θά έμπόδιζε τή
δραπέτευση τών ύπολοίπων. Κι άπ’ τήν άλλη μεριά κρίναμε ότι ή
ταυτόχρονη άπελευθέρωση τών κρατουμένων σ’ όλη τή χώρα θά
είχε μιά τεράστια ψυχολογική έπίδραση πάνω στό προλεταριάτο.
Θά έδειχνε τή δύναμή μας κι αύτό θά τοϋς ένέπνεε έμπιστοσύνη.
Κανονίστηκε έπομένως ότι όταν θά έβγαινα άπό τή φυλακή,
μετά άπό έξι μήνες, θά έπρεπε νά έξαφανιστώ καί νά έτοιμάσω έ­
να σίγουρο καταφύγιο γιά τόν Έρνεστ. Βέβαια και ή έξαφάνισή
μου δέν ήταν εύκολο πράγμα. Δέν πρόφτασα νά βγώ άπό τή φυ­
λακή καί οί σπιούνοι τής Σιδερένιας Φτέρνας μέ πήραν άπό πίσω.
"Επρεπε νά χάσουν τά ίχνη μου γιά νά μπορέσω νά φτάσω στή
Καλιφόρνια. Τό καταφέραμε μ’ ένα τρόπο πού είναι γιά γέλια.
Είχε έπικρατήσει κι όλας τό σύστημα τών διαβατηρίων κατά
τό ρωσικό πρότυπο. Δέν μπορούσα νά διασχίσω τήν ήπειρο μέ τό
δικό μου όνομα. ’ Εάν ήθελα νά ξαναδώ τόν Έρνεστ έπρεπε νά τά
καταφέρω έτσι ώστε νά χαθούν τά ίχνη μου έντελώς, γιατί, άν κα­
τόρθωναν νά μέ παρακολουθήσουν, θά τόν ξανάπιαναν. Τό κακό
ήταν ότι δέν μπορούσα νά ταξιδέψω μεταμφιεσμένη σέ προλετάρισα. Τό μόνο πού μοϋ έμενε ήταν νά μεταμφιεστώ σέ μέλος τής
’Ολιγαρχίας. Ένώ οί άρχιολιγάρχες ήταν μόνο μιά χούφτα, ύπήρχαν μερικά έκατομμύρια άλλοι πού άνήκαν σ’ ένα κατώτερο τύπο,
σάν αύτό τού κ. ΓουΤκσον γιά παράδειγμα καί ποϋ άποτελούσαν
τού δορυφόρους τών μεγάλων άστεριών. Οί γυναίκες καί οί κό­
ρες αύτών τών δευτεροκλασάτων δλιγαρχών ήσαν πάμπολλες κι
έτσι άποφασίστηκε νά περάσω σάν μιά άπ’ αύτές. Μερικά χρόνια
άργότερα αύτό θά ήταν άδύνατο γιατί τό σύστημα τών διαβατη­
ρίων θά γινόταν σέ τέτοιο βαθμό τέλειο πού σ’ όλόκληρη τή χώρα
θά καταγράφονταν καί θά σημειώνονταν δλες οί κινήσεις τού κά­
θε άνδρα, τής κάθε γυναίκας, τού κάθε παιδιού.
Όταν ήρθε δ καιρός, οί σπιούνοι μου χάσανε τά Ιχνη μου.
Μιά ώρα μετά ή ΑΙηβις Έβερχαρντ έπαψε να ύπάρχει. Τήν Ιδια
στιγμή μιά κάποια Φέλις Βάν Βέρτιγκαμ συνοδεύομενη άπό δυό
καμαριέρες κι ένα σκυλάκι λουλού ποϋ κι αύτό είχε τήν ύπηρέ-

224

τριά του'11μπήκε στό σαλόνι ένός βαγονιού Πούλμαν(2,καί μερικά
λεπτά άργότερα έφευγε πρός τή Δύση.
Οί τρεις κοπέλες ποϋ μ’ άκολουθοϋσαν σάν ύπηρέτριες ή­
σαν έπαναστάτριες. Οί δυό μέλη τών Μαχητικών Όμάδων καί ή
τρίτη ή Γκρέϊς Χόλμπρουκ μπήκε στήν Ό μάδα τόν έπόμενο χρό­
νο κι έκτελέστηκε έξι μήνες άργότερα άπό τή Σιδερένια Φτέρνα.
Ή ταν αύτή πού περιποιόταν τό σκύλο. Ά π ό τίς δυό άλλες ή Βέρθα Στόουλ έξαφανίστηκε δώδεκα χρόνια μετά, ένώ ή Ά ν ν α Ρόύλστον ζεϊ άκόμα καί παίζει έναν όλο καί πιό σπουδαίο ρόλο στήν
Έπάνασταση'31.
Διασχίσαμε τΙς Ενωμένες Πολιτείες μέχρι τήν Καλιφόρνια
χωρίς καμιά περιπέτεια. "Οταν τό τραίνο σταμάτησε στό "Οκλαντ, στό σταθμό τής Δέκατης "Εκτης Όδοϋ, κατεβήκαμε καί ή
Φελίς Βάν Βέρτιγκαμ έξαφανίστηκε γιά πάντα μαζί μέ τις δυό κα­
μαριέρες της, τή λουλοΰ της καί τήν ύπηρέτρια γιά τό σκυλάκι
της. Τίς κοπέλλες τις άνάλαβαν σίγουροι σύντροφοι, κι άλλοι
σύντροφοι άσχολήθηκαν μέ μένα. Μισή ώρα μετά άφού κατέβηκα
άπό τό τραίνο ταξίδευα μ’ ένα μικρό ψαροκάικο στά νερά τού κόλ­
που τού Σάν Φραντσίσκο. Είχε τρομερό άέρα καί τό μεγαλύτερο
μέρος τής νύχτας περιπλανηθήκαμε χωρίς συγκεκριμένη κατεύ­
θυνση. Έ βλεπα δμως τά φώτα τού Άλκατράζ δπου ήταν κλεισμέ­
νος ό Έρνεστ κι ή σκέψη δτι βρισκόμουνα κοντά του μού έδινε
κουράγιο. Τήν αύγή, μέ τή βοήθεια τών ψαράδων πού τραβούσαν
1. Αύτή ή γελοία σκηνή δείχνει καλώ τήν άπάνθρωπη συμπεριφορά
τών άφεντικών. Ένώ 6 λαός πέθαινε άπδ τήν πείνα, τά σκυλιά είχαν ύπερέτριες γιά τήν περιποίησή τους. Αύτή ή μασκαράτα ήταν πολύ σοβαρή
γιά τήν ΑΙηβις Έβερχαρντ, ήταν ζήτημα ζωής καί θανάτου ποϋ άφορούσε
τήν Υπόθεση. 'Επομένως πρέπει νά δεχτοϋμε τήν εΙκόνα αύτή σάν πραγ­
ματική. Μπορεΐ κανείς νά κάνει όξύτατες παρατηρήσεις γιά τήν έποχή έκείνη.
2. Pulman: τό δνομα τών πιό πολυτελών βαγονιών τής έποχής έκε(νης πού φέρνουν τό δνομα τού έφευρέτη τους.
3. Παρά τοϋς συνεχείς καί σχεδόν άπίστευτους κινδύνους ή Ά ν ν α
Ρόϋλστον έφτασε στήν ώραΐα ήλικία τών ένενήντα ένα χρόνων. Ό π ω ς οί
Πόκοκ ξέφυγαν τούς έκτελεστές τών Μαχητικών Όμάδων έτσι κι αύτή άψήφησε τούς έκτελεστές τής Σιδερένιας Φτέρνας. Εύτύχησε καί πέρασε
μιά μαγευτική ζωή άνάμεσα σέ τρομερούς κινδύνομς. Είχε γίνει κι αύτή έ­
νας έκτελεστής γιά λογαριασμό τών Μαχητικών Ό μάδων. Γνωστή σάν ή
Κόκκινη Παρθένα έγινε ένα άπό τά έμπνευσμένα'πρόσωπα τής Ε πανά­
στασης. Γριά πλέον σέ ήλικία έξήντα έννέα χρόνων σκότωσε τόν «Αιμο­
σταγή* Χάλκλιφ πού περιστοιχιζόταν άπδ τήν όπλισμένη συνοδεία του
καί ξέφυγε χωρίς γρατζουνιά. Πέθανε ειρηνικά άπό γεράματα σ’ ένα κα­
ταφύγιο τών έπαναστατών στά βουνά τοϋ Όζαρκ.

225

κουπί, φτύσαμε στά νησιά ΜαρΙν. Μείναμε έκεϊ κρυμένοι δλη μέ­
ρα καί τήν έπόμενη νύχτα καθώς μάς έσπρωχνε ή παλίρροια κι έ­
να φρέσκο άεράκι διασχίσαμε σέ δυδ ώρες τόν κόλπο τού Σάν
Πάμπλο κι άνεβήκαμε τό Πεταλούμα Κρήκ.
Έδώ μέ περ(μενε ένας άλλος σύντροφος μέ δυό άλογα καί
χωρίς νά χάσουμε λεπτό ξεκινήσαμε μέ τά φώτα τών άστεριών.
Κατευθυνθήκαμε πρός τά βουνά τής Σονόμα καί κυττάζοντας στά
βόρεια μόλις πού μπορούσα νά τά διακρίνω. Στά δεξιά μας άφήσαμε μιά παλιά πόλη μέ τό Ιδιο όνομα κι άνεβήκαμε ένα κάνυον
ποϋ είσχωρούσε άνάμεσα στίς ύπώρειες τού βουνού. Ό καρό­
δρομος έγινε μονοπάτι μέσα στό δάσος, τό μονοπάτι έγινε στε­
νωπός μόνο γιά ζώα κι αύτό σβήστηκε μέσα στούς βοσκότοπους
τής έπάνω περιοχής. Διασχίσαμε μέ τά άλογα τήν κορυφή τής Σο­
νόμα. Ή ταν ό πιό σίγουρος δρόμος. Δέν ύπήρχε κανένας σ’ έκεϊνα τά μέρη ώστε ν’ άντιληφθεϊ τό πέρασμά μας.
Ή αύγή μάς βρήκε στή ράχη τής βόρειας πλαγιάς καί μέ τό
πρώτο φώς ροβολήσαμε μέσα άπό θάμνους σέ βαθειά φαράγγια
κατάφυτα μέ σεκόϊες δπου ένοιωθες άκόμα τή ζεστασιά πού άφη­
ναν ol τελευταίες άναπνοές τού καλοκαιριού ποϋ έσβηνε. Αύτή
τήν περιοχή τή γνώριζα καλά καί τήν άγαπούσα, γι’ αύτό έγινα έγώ τώρα ό δδηγός. Ή ταν ή κρυψώνα μου ποϋ τήν είχα διαλέξει έγώ. Ρίξαμε ένα φράχτη καί διασχίσαμε ένα λειβάδι. Μετά, άφού
περάσαμε μιά χαμηλή ράχη σκεπασμένη μέ βελανιδιές, κατεβήκαμε σ’ ένα πιό χαμηλό λειβάδι. Ξανανεβήκαμε πάλι μιά άλλη ρά­
χη σκεπασμένη άπό χαλκόχρωμες κουμαριές καί κατακόκκινες άγριομηλιές. Οί πρώτες άκτίνες τού ήλιου μάς χτύπησαν στήν πλά­
τη καθώς σκαρφαλώναμε. 'Ένα σμήνος άπό όρτύκια ξεπετάχτηκε
μέ μεγάλο θόρυβο μέσα άπό τίς λόχμες. "Ενας μεγάλος λαγός
διέσχισε σιωπηλός μέ μεγάλα πηδήματα τό μονοπάτι μας σάν έλάφι. Καί τότε ένα έλάφι μέ πλούσια κλαδωτά κέρατα, μέ τό λαιμό
καί τοϋς ώμους χρυσοκόκκινους άπό τόν ήλιο, πέρασε άπό μπρο­
στά μας τήν κορυφή τής ράχης καί χάθηκε πίσω της.
’Ακολουθήσαμε γιά λίγο τις πατημασιές του μετά κατεβήκαμε τό έλικοειδές μονοπάτι πού τό έλάφι μας είχε περιφρονήσει
καί βαδίσαμε πρός μιά συστάδα άπό ύπέροχες σεκόϊες ποϋ περι­
τριγύριζαν μιά λιμνούλα. Τό χρώμα της ήταν σκούρο γιατί δεχό­
ταν τά νερά τού βουνού καθώς κατέβαιναν τήν πλαγιά του πού ή­
ταν γεμάτη όρυκτά. Τό μονοπάτι τό γνώριζα βήμα πρός βήμα. Παλαιότερα τό ράντστο άνήκε σ’ ένα φίλο μου συγγραφέα. Είχε γί­
226

νει κι αύτός έπαναστάτης άλλά στάθηκε λιγότερο τυχερός άπό
μένα γιατί είχε χαθεί καί κανείς ποτέ δέν έμαθε πού καί πώς πέθανε. Μόνο αύτός γνώριζε, τόν καιρό πού ζούσε άκόμα, τό μυστι­
κό τής κρυψώνας πρός τήν όποία κατευθυνόμουνα τώρα. Είχε άγοράσει τό ράντσο' γιά τή φυσική του όμορφιά καί είχε δώσει πολ­
λά λεφτά γι’ αύτό, πράγμα σκανδαλώδες γιά τούς γύρω κτημα­
τίες. Εύχαριστιόταν νά μοϋ διηγείται πώς δταν τούς έλεγε τήν τι­
μή, αύτοί κουνούσαν τό κεφάλι μέ κατάπληξη κι άφού κάναν ένα
σοβαρό μαθηματικό ύπολογισμό μέ τό μυαλό τους έλεγαν: «Δέ
μπορεΐτε νά βγάλετε ούτε έξι τοϊς έκατό άπ’ αύτό τό χτήμα».
Τώρα δμως είχε πεθάνει καί τό ράντσο δέν τό κληρονόμησαν
τό παιδιά του. Τό άστεΐο ήταν ότι άνήκε στόν κ. ΓουΤκσον ποϋ κα­
τείχε δλες τΙς άνατολικές καί βόρειες ύπώρειες τού βουνού Σονόμα, άπό τό κτήμα τών Σπρέκελ μέχρι τήν Κοιλάδα τού Μπέννετ.
Είχε φτιάξει ένα ύπέροχο πάρκο γιά έλάφια ποϋ έκτείνονταν σέ
χιλιάδες στρέμματα, μέ τρυφερές πλαγιές, ξέφωτα καί φαράγγια
όπου τά ζώα τρέχαν έλεύθερα δπως δταν ζούν σέ άγρια κατάστα­
ση. 01 παλιοί ίδιοκτήτες τής γής είχαν διωχθεΐ κι ένα κρατικό ά­
συλο κτισμένο γιά πνευματικά άνάπηρους είχε κατεδαφιστεί γιά
ν’ άφαιθεί ό τόπος στά ζαρκάδια.
Τό πιό άστεΐο άπ’ δλα αύτά ήταν δτι τό κυνηγητικό περίπτερο
τού κ. Γουΐκσον βρισκόταν σ’ ένα τέταρτο τού χιλιομέτρου άπό
τήν κρυψώνα μου. Αύτό δμως δέν άποτελοϋσε κίνδυνο άλλά μιά
πρόσθετη άσφάλεια. Είχαμε βρει καταφύγιο ύπό τήν προστασία
ένός άπό τοϋς δευτερεύοντες όλιγάρχες. Μ’ αύτά τά δεδομένα 6ποιαδήποτε ύπόνοια θά στρεφόταν άλλού. Τό πάρκο γιά ζαρκά­
δια τοϋ κ. Γουΐκσον θά ήταν τό τελευταίο μέρος ποϋ οΐ σπιούνοι
τής Σιδερένιας Φτέρνας θά έψαχναν γιά νά βροϋν τδν Έρνεστ
καί μένα.
Δέσαμε τ’ άλογά μας στίς σεκόϊες κοντά στή λιμνούλα. Ό
σύντροφός μου έβγαλε μέσα άπό τήν κουφάλα ένός σαπισμένου
κορμού ένα σωρό πράγματα: ένα σακί μέ πενήντα λίβρες άλεύρι,
κονσέρβες δλων τών είδών, σκεύη κουζίνας, κουβέρτες, καραβό­
πανο, βιβλία καί γραφική ύλη, ένα μεγάλο πακέτο γράμματα, ένα
μπιτόνι ποϋ χωρούσε πέντε γαλόνια πετρέλαιο καί τό τελευταίο
καί πιό σπουδαίο μιά μεγάλη κουλούρα άπό χοντρό σχοινί. Αύτός
ό έφοδιασμός ήταν τόσο μεγάλος πού θά χρειαζόνταν πολλά ταξείδια γιά νά μεταφερθεΐ στό καταφύγιό μας.
Τό καταφύγιό μας εύτυχώς ήταν πολύ κοντά. Φορτώθηκα τό
227

σχοινί καί προχώρησα μπροστά. Μπήκα σ’ ένα ξέφωτο άνάμεσα
σέ δυό δασωμένους γήλοφους πού ήταν σκεπασμένοι μέ θά­
μνους κι άμπέλια πού οΐ κληματίδες τους μπλέκονταν ή μιά μέ τήν
άλλη. Τό ξέφωτο αύτό σταματούσε άπότομα στήν άπόκρυμνη ό­
χθη ένός χείμαρου. Ή ταν ένα ποταμάκι πού μάζευε τό νερό άπό
τΙς γύρω πηγές, γι’ αύτό είχε νερό άκόμα καί τό κατακαλόκαιρο.
Κι άπό τΙς δυό μεριές ύψώνονταν κάμποσοι δασωμένοι λοφίσκοι
πούλεγες πώς τοϋς είχε ρίξει έδώ κι έκεϊ τό άνέμελο χέρι κά­
ποιου Τιτάνα. Ή σύστασή τους δέν ήταν πετρώδης, ύψώνονταν
σέ έκατοντάδες πόδια πάνω στή βάση τους καί τό χώμα τους ή­
ταν κόκκινο ύφαιστειογενές, τό περίφημο χώμα γιά άμπέλι τής
Σονόμα. Άνάμεσα σ’ αύτοϋς τοϋς γήλοφους τό ποταμάκι είχε
σκάψει μιά βαθειά καί άπότομη κοίτη.
Χρειάστηκε νά περπατάμε μέ τά πόδια καί μέ τά χέρια γιά νά
κατεβοϋμε ώς τήν κοίτη τού χείμαρου καί νά προχωρήσουμε κα­
τά μήκος τού ποταμού γύρω στά έκατό μέτρα. Τότε φτάσαμε στή
μεγάλη τρύπα. Τίποτα δέν έδειχνε τήν ύπαρξή της καί δέν ήταν
μιά τρύπα μέ τή συνηθισμένη σημασία τής λέξης. "Επρεπε νά
συρθείς μέ τήν κοιλιά μέσα άπό πυκνούς θάμνους καί χιλιομπερδεμένα χαμόκλαδα, καί μετά έφτανες στήν άκρη ένός βάραθρου
καταπράσινου άπό πάνω ώς κάτω. θ ά είχε διακόσια πόδια μά­
κρος, άλλο τόσο πλάτος κι έκατό πόδια βάθος, θ ά είχε δημιουργηθεί άπό κάποιο λάθος, όταν οΐ γήλοφοι ύψώθηκαν έκεϊ, καί ά­
σφαλώς κάποια περίεργη διάβρωση είχε δημιουργήσει αύτό τό ό­
ρυγμα καθώς τά νερά τρέχαν κεϊ μέσα άπό αίώνες. Δέν έβλεπες
πουθενά χώμα. "Ολα γύρω ήταν σκεπασμένα άπό πυκνή βλάστη­
ση, άπό μικρά βρύα κι άσημένιες φτέρες μέχρι έπιβλητικές σεκόϊες καί έλατα Ντάγκλας. Αύτά τά μεγάλα δέντρα φύτρωναν ά­
κόμα καί πάνω στά τοιχώματα τού μικρού αύτού βάραθρου. Μερι­
κά κλίναν πρός τά κάτω σχηματίζοντας γωνία σαράντα πέντε μοι­
ρών, άν καί τά πιό πολλά ύψώνονταν όλόϊσια άπό τό μαλακό έδα­
φος κάθετα πρός τά τοιχώματα τού βάραθρου.
Ή ταν μιά κρυψώνα Ιδεώδης. Κανείς δέν έρχόταν ποτέ έδώ,
ούτε καί τά παιδιά τού χωριού τού Γκλέν Έ λλεν. ’Εάν αύτή ή τρύ­
πα βρισκόταν στή βάση κανενός κάνυον τού ένός ή πολλών μιλίων θά ήταν άσφαλώς γνωστή. Αύτό όμως δέν ήταν ένα κάνυον.
Ά π ’ τή μιά άκρη ώς τήν άλλη τό ρέμα τού νερού δέ ξεπερνούσε
τά πεντακόσια μέτρα μήκος. Τό ρέμα αύτό γεννιόταν τριακόσια
ιιέτρα πιό μπροστά άπό τό βάραθρο, άπό μιά πηγή ποϋ βρισκόταν
228

στό κάτω μέρος ένός έπίπεδου λιβαδιού. 'Εκατό μέτρα πιό κάτω
άπό τή τρύπα τό νερό έτρεχε στήν άνοικτή πεδιάδα καί συναντού­
σε τό ποτάμι μέσα άπό μιά περιοχή σκεπασμένη άπό χορτάρι ποϋ
κυμάτιζε.
Ό σύντροφός μου έφερε μέ τήν άκρη τοϋ σχοινιού ένα γύρο
άπό τό δέντρο καί μέ τήν άλλη μ’ έδεσε γιά νά μέ κατεβάσει. Σ’ έ­
να λεπτό βρισκόμουνα στό βάθος καί σέ λ(γο σχετικά χρόνο μοϋ
έστειλε μέ τόν ίδιο τρόπο δλες τΙς προμήθειες τής κρυψώνας.
Τράβηξε τό σχοινί, τό έκρυψε καί πριν νά φύγει μοϋ έστειλε ένα
φιλικό χαιρετισμό.
Πρίν νά συνεχίσω, θέλω νά πώ δυό λόγια γΓ αύτό τόν σύν­
τροφο τόν Τζών Κάρλσον, έναν ταπεινό ύπηρέτη τής ’Επανάστα­
σης, έναν άπ’ τούς άμέτρητους πιστούς πού σχημάτιζαν τΙς γραμ­
μές τού στρατού της. ’ Εργαζόταν στοϋς σταύλους τού Γουΐκσον,
κοντά στό κυνηγητικό περίπτερο. Μέ άλογα τού ΓουΤκσον άλλω­
στε διασχίσαμε τά βουνά τής Σονόμα. ’Εδώ καί είκοσι χρόνια ό
Τζών Κάρλσον ύπήρξε ό φύλακας τοϋ καταφύγιου καί είμαι βέ­
βαιη δτι δλο αύτό τόν καιρό καμιά πονηρή σκέψη δέν τού πέρασε
άπό τό μυαλό. Ούτε στ’ δνειρό του δέ θά μπορούσε νά προδώσει
τήν έμπιστοσύνη ποϋ τρέφαμε γι’ αύτόν. Ή ταν ένας φλεγματι­
κός, στέρεος τύπος σέ τέτοιο σημείο ποϋ θά μπορούσε νά διερωτηθεϊ κανείς τί άντιπροσώπευε γι’ αύτόν ή ’Επανάσταση. Καί δ­
μως ή άγάπη γιά τήν έλευθερία φώτιζε ήσυχα καί σταθερά αύτή
τή σκυθρωπή ψυχή. Γιά πολλούς λόγους ήταν πραγματικά καλό
τό δτι δέν ήταν προικισμένος μέ πολλή φαντασία. Δέν τά έχανε
ποτέ. Ή ξερε νά ύπακούει στίς διαταγές καί δέν ήταν ούτε πε­
ρίεργος ούτε φλύαρος. Μιά μέρα τόν ρώτησα τί ήταν αύτό ποϋ
τόν είχε κάνει έπαναστάτη.
— Ό τα ν ήμουνα νέος, ήμουνα στρατιώτης, άπάντησε. Βρισκό­
μουνα στή Γερμανία. ’ Εκεί δλοι ol νέοι πρέπει νά πάνε στό στρα­
τό. Έ τσι κι έγώ ήμουνα στό στρατό. Έκεΐ ϋπήρχε ένας άλλος
στρατιώτης, νέος κι αύτός. Ό πατέρας του ήταν, αύτό ποϋ λέτε,
ένας άγκιτάτορας κι είχε μπει στή φυλακή γιά έγκλημα έσχάτης
προδοσίας, έπειδή είχε πεί τήν άλήθεια γιά τόν Αύτοκράτορα. Ό
νέος έκεΐνος, ό γυιός του, μού μιλούσε πολύ γιά τό λαό, γιά τούς
έργάτες καί γιά τόν τρόπο ποϋ ol καπιταλιστές ληστεύουν τό λαό.
Μ’ έκανε νά δώ τά πράγματα μ’ άλλο μάτι κι έγινα σοσιαλιστής.
Αύτά ποϋ μοϋλεγε ήταν σωστά καί άληθινά κι έγώ ποτέ δέν τά ξέχασα. "Οταν ήρθα στίς 'Ενωμένες Πολιτείες ήρθα σ’ έπαφή μέ
229

τοϋς σοσιαλιστές. Έ γινα μέλος ένός τομέα, τήν έποχή τοϋ
Σ.Ε.Κ.Π. ’Αργότερα δταν έγινε τό σχίσμα μπήκα στό Σοσιαλιστικό
Κόμμα τής περιοχής μου. Τότε δούλευα σέ κάποιον ποϋ νοίκιαζε
άλογα στό Σάν Φραντσίσκο. Αύτό ήταν πρίν άπό τό σεισμό. Πλή­
ρωνα τήν είσφορά μου έπΐ είκοσι δύο χρόνια. ’ Εξακολουθώ νά εί­
μαι μέλος καί νά πληρώνω τή είσφορά μου άν καί τώρα δλα γίνον­
ται μέ άκρα μυστικότητα, θ ά έξακολουθήσω νά πληρώνω τήν εΐσφορά μου κι δταν θάρθει ή συνεταιριστική δημοκρατία θάμαι εύχαριστημένος.
“Οταν έμεινα μόνη έτοίμασα τό πρωινό μου στή γκαζιέρα καί
τακτοποίησα τήν κατοικία μου. Συχνά, πολϋ νωρίς τό πρωί ή άργά
τό βράδυ δ Κάρλσον γλιστρούσε στό καταφύγιο κι έρχόταν νά
έργαστεϊ γιά καμιά δυό ώρες. Στήν άρχή, σπίτι μου ήταν τό καρα­
βόπανο. ’Αργότερα στήσαμε μιά μικρή σκηνή. Καί πολϋ άργότερα, δταν βεβαιωθήκαμε γιά τήν άπόλυτη άσφάλεια τού μέρους έκείνου, χτίστηκε ένα μικρό σπιτάκι. ’Εκείνο τό σπίτι ήταν έντελώς
κρυμμένο άπδ κάθε μάτι ποϋ θά μπορούσε νά κυττάζει άπό τήν ά­
κρη τοϋ βάραθρου. Ή πλούσια βλάστηση έκείνης τής προφυλαγμένης γωνιάς, σχημάτιζε ένα φυσικό παραπέτασμα. Τό σπίτι άλ­
λωστε χτίστηκε πάνω στό κάθετο τοίχωμα τής κοιλότητας. Μέσα
σ’ έκείνο τό τοίχωμα σκάψαμε δυό μικρά δωμάτια καί τά ύποστηρίξαμε μέ χοντρά μαδέρια ποϋ τά εΓχαμε άποξηράνει καί άερίσει
καλά. θέλω νά πιστέψτε δτι είχαμε πολλές άνέσεις. 'Όταν άργότερα κρύφτηκε σέ μάς ό Γερμανδς τρομοκράτης Μπιέντεμπαχ έγκατέστησε μιά συσκευή πού άποροφούσε τόν καπνό, πράγμα ποϋ
μάς έπέτρεψε νά καθόμαστε τά χειμωνιάτικα βράδυα μπροστά σέ
μιά φωτιά άπό ξύλα ποϋ τρίζαν.
Κι έδώ πάλι πρέπει νά πώ δυό λόγια γι’ αύτόν τόν τρομοκρά­
τη μέ τήν τρυφερή καρδιά ποϋ ύπήρξε δ πιό παραγνωρισμένος
σύντροφος τής ’ Επανάστασης. Ό σύντροφος Μπιέντεμπαχ δέν
πρόδωσε ποτέ τήν 'Υπόθεση. Δέν έκτελέστηκε άπδ τούς συντρό­
φους του δπως πολλοί ϋποθέτουν. Αύτό τό ψέμα τδ διέδωσαν τά
τσιράκια τής ’Ολιγαρχίας. Ό σύντροφος Μπιέντεμπαχ ήταν πολύ
άφηρημένος καί δέν είχε γερή μνήμη. Πυροβολήθηκε άπδ τούς
φρουρούς μας στό ύπόγειο καταφύγιο τού Κάρμελ γιατί είχε ξεχάσει τό παρασύνθημα. Ή ταν ένα λυπηρό λάθος. Καί είναι ένα
χοντρό ψέμα δτι πρόδωσε τή Μαχητική του Όμάδα. Κανένας άν·
(*) Σοσιαλιστικό ’Εργατικό Κόμμα (σ.μ.τ.)

230

θρωπος πού δούλεψε γιά τήν 'Υπόθεση δέν ήταν τόσο είλικρινής
καί άδολος*41.
Γ ιά δέκα έννέα χρόνια τώρα τό καταφύγιο ποϋ διάλεξα ήταν
σχεδόν πάντα κατειλημμένο καί όλο αύτό τόν καιρό έκτός άπό
μιά καί μόνη έξαίρεση, δέν άνακαλύφτηκε ποτέ άπό κανένα ξένο.
Και δμως ήταν μόλις ένα τέταρτο τού χιλιομέτρου άπό τό κυνηγητικό περίπτερο τού Γουΐκσον και σχεδόν ένα χιλιόμετρο άπό τό
χωριό Γκλέν "Ελλεν. Κάθε πρωί καϊ κάθε βράδυ άκουγα τό τραίνο
πού έρχόταν κι έφευγε καί συνήθιζα νά βάζω τό ρολόι μου μέ τή
σειρήνα τού κεραμουργείου*51.

4.
Παρ’ Ολες τΙς έρευνες άνάμεσα στά υλικό έκείνης τής έποχής δέν
μπορέσαμε νά βρούμε τίποτα σχετικά μέ τόν Μπιέντεμπαχ πού άναφέρεται έδώ. Τό δνομά του δέ μνημονεύεται πουθενά άλλοϋ έκτός άπό τό χει­
ρόγραφο τής "Εβερχαρντ.
5. Ό περίεργος ταξιδιώτης πού θά κατευθυνόταν νότια άπό τό Γκλέν "Ελ·
λεν θά βρισκόταν σέ μιά λεωφόρο πού άκολουθεϊ πιστά τό παλαιό δρόμο
ποϋ είχε χαραχτεί έδώ καί έπτά αΙώνες. Σ’ ένα τέταρτο τού χιλιομέτρου
πιό μακρυά, άπό τό Γ κλέν "Ελλεν, άφού περάσει τή δεύτερη γέφυρα, θά
παρατηρήσει στά δεξιά μιά χαράδρα ποϋ διασχίζει σά μιά ούλή τό άνώμαλο έδαφος μέχρι μιά συστάδα άπό δασομένους λοφίσκους. Αύτή ή χαρά­
δρα άποτελοϋσε τήν έποχή έκείνη τής άτομικής Ιδιοκτησίας, τό παλιό δι­
καίωμα περάσματος μέσα άπό τά κτήματα κάποιου Σωβέ, Γάλλου πιονιέρου τής Καλιφόρνιας πού είχε έρθει άπό τήν πατρίδα του τήν μυθική έκεί­
νη έποχή τοϋ χρυσού. 01 δασωμένοι λοφίσκοι είναι αύτοΐ οί Ιδιοι γιά τούς
όποίους μιλάει ή ΑΙηβις "Εβεργαοντ.
Ό μεγάλος σεισμός τού 2.368 άπέσπασε μιά πλευρά άπό τούς λοφί­
σκους καί γέμισε τό όρυγμα δπου οί "Εβερχαρντ είχαν φτιάξει τδ καταφύ­
γιό τους. Ό ταν δμως άνακαλύφτηκε τό χειρόγραφο έγιναν άνασκαφές
και βρέθηκαν τό σπίτι, τά δυό δωμάτια ποϋ είχαν λαξευτεί καί ότι άλλο εί­
χε συσωρευτεϊ άπό μιά κατοίκηση μεγάλης διάρκειας. Ά π ό τά διάφορα
ευρήματα τό πιό περίεργο είναι αύτή ή καπνοβόρα συσκευή, έργο τού
Μπιέντεμπαχ ποϋ άναφέρεται στή διήγηση. 01 ένδιαφερόμενοι σπουδα­
στές μποροϋν νά διαβάσουν τό φυλλάδιο τοϋ Ά ρ νολντ Ρένταμ πού άναψέρεται σ’ αύτά τά πράγματα καί πού θά έκδοθει σύντομα.
Σ’ ένα μίλι βορειοδυτικά άπό τούς δασωμένος λοφίσκους βρίσκεται
ή τοποθεσία Γουέϊκ Ρόμπιν Λότζ στή συμβολή τών παραπόταμων
Γουάϊλντ Γουώτερ καί Σονόμα. Περνώντας μπορεΐ κανείς νά παρατηρή­
σει ότι ό Γ ουάϊλντ Γουώτερ, άρχικά λεγόταν Γ ράχαμ Κρήκ δπως τόν άναφέρουν οι παλιοί τοπικοί χάρτες. Ά λ λ ά ή καινούργια όνομασία ύπερίσχυσε. Ή ΑΙηβις "Εβερχαρντ κατοίκησε άργότερα στό Γουέϊκ Ρόμπιν Λότζ,
όταν μεταμφιεσμένη σέ πράκτορα τής Σιδερένιας Φτέρνας, μπόρεσε νά
παίξει άτιμώρητα τό ρόλο της άνάμεσα σ’ άνθρώπους καί σέ γεγονότα. Ή
έπίσημη άδεια πού τής είχε δοθεί γιά νά κατοικεί αύτό τό σπίτι στό Γουέϊκ
Ρόμπιν Λότζ βρίσκεται άκόμα στ’ άρχεία, ύπογραμμένη μάλιστα άπό τόν
Γουΐκσον, αύτόν τόν δεύτερης σειράς όλιγάρχη τοϋ Χειρόγραφου.

231

Κεφάλαιο 19ο

Μεταμόρφωση
«Πρέπει ν’ άλλάξεις άπ’ τήν κορφή ώς τά νύχια, μοϋ έγραψε
ό Έρνεστ. Πρέπει νά πάψεις νά ϋπάρχεις δπως είσαι. Πρέπει νά
γίνεις μιά άλλη γυναίκα, δχι μόνο άλλάζοντας τόν τρόπο τοϋ ντυ­
σίματος άλλά κάνοντας καινούργιο δέρμα κάτω άπό τό ρούχο.
Πρέπει ν’ άλλάξεις τό κάθε τι, τή φωνή σου, τΙς κινήσεις σου, τοϋς
τρόπους σου, τή στάση σου, τό βάδισμά σου έτσι πού ούτε έγώ νά
μή μπορώ νά σ’ άναγνωρίσω».
'Υπάκουσα σ’ αύτή τή διαταγή. Κάθε μέρα έκανα έξάσκηση
ώρες άτέλειωτες προσπαθώντας νά θάψω γιά πάντα τήν παλιά
ΑΙηβις Έβερχαρντ κάτω άπό τό πετσί μιάς άλλης γυναίκας πού
θά μπορούσα νά όνομάσω τόν άλλο μου έαυτό. Μόνο μέ συνεχή
δουλειά μπορεϊ νά έπιτύχει κανείς τέτοια άποτελέσματα. Έκανα
συνεχή έξάσκηση άκόμα καί γιά τήν πιό μικρή λεπτομέρεια στόν
τόνο τής φωνής τοϋ καινούργιου μου έαυτού, μέχρι νά γίνει όριστική καί αύτόματη. Αύτός ό έπίκτητος αύτοματισμός γινόταν έπιτακτικός γιά νά παίξω σωστά τό ρόλο μου. Έ πρεπε νά φτάσει κα­
νείς νά έξαπατήσει τόν Ιδιο του τόν έαυτό. Είναι σά νά μαθαίνεις
μιά ξένη γλώσσα, γαλλικά άς πούμε. Στήν άρχή τά μιλάς κατά
τρόπο συνειδητό, είναι δηλαδή ζήτημα θέλησης. Σκέπτεσαι στά
’Αγγλικά καί τά μεταφράζεις στά Γαλλικά, διαβάζεις στά Γαλλικά
άλλά τά μεταφράζεις στά ’Αγγλικά γιά νά τά καταλάβεις. ’Αργό­
τερα δταν ol γνώσεις σταθεροποιηθούν, έπέρχεται ό αύτοματισμός, ό σπουδαστής δηλαδή διαβάζει, γράφει καί σκέπτεται στά
Γαλλικά χωρίς νά προστρέχει καθόλου στήν ’Αγγλική γλώσσα.
Τό Ιδιο έπρεπε νά συμβεϊ καί μέ τίς μεταμορφώσεις μας. Ή ­
ταν άναγκαϊο νά έξασκηθούμε σέ τέτοιο σημείο ποϋ ol τεχνητοί
233

ρόλοι μας νά γίνουν πραγματικοί ώστε δταν μιά μέρα θά ξαναγι­
νόμαστε οΐ πραγματικοί μας έαυτοΐ θά χρειαζόταν γερή προσπά­
θεια καί θέληση. Στήν άρχή φυσικά βαδίζαμε στά τυφλά. Δη­
μιουργούσαμε μιά καινούργια τέχνη κι έπρεπε νά άνακαλύψουμε
πολλά πράγματα. Ή δουλειά δμως προχωρούσε παντού. Και­
νούργιοι δάσκαλοι καλλιεργούσαν αύτή τήν τέχνη κι ένα άπόθεμα άπό έπινοήσεις καί τεχνάσματα συσωρεύονταν σιγά - σιγά.
Αύτό τό άπόθεμα έγινε ένα είδος έγχειρίδιου πού περνούσε άπδ
χέρι σέ χέρι καί άποτελούσε κατά κάποιο τρόπο μέρος τού προ­
γράμματος σπουδών στό σχολείο τής ’ Επανάστασης0’.
Ε κείνο τόν καιρό έξαφανίστηκε ό πατέρας μου. Έ παψα νά
παίρνω γράμματά του πού μέχρι τότε φτάναν σέ μένα κανονικά.
Δέν τόν ξανάδε κανείς πιά στό διαμέρισμά μας τής Πέλ Στρήτ. 01
σύντροφοί μας τόν άναζήτησαν παντού. Ή μυστική μας ύπηρεσία
έψαξε όλες τΙς φυλακές τής χώρας. Χάθηκε δμως, λές καί τόν κα­
τάπιε ή γής καί μέχρι σήμερα δέ στάθηκε δυνατό νά μάθουμε τό
παραμικρό γιά τόν τρόπο ποϋ πέθανε·21
Πέρασα έξι μήνες μοναξιάς μέσα στό καταφύγιο, άλλά δέν
πήγαν χαμένοι. Ή όργάνωσή μας προχωρούσε μέ μεγάλα βήμα­
τα καί ύπήρχε πάντοτε ένα βουνό άπό δουλειές ποϋ έπρεπε νά γί­
νουν. Μέσα άπό τή φυλακή τους ό 'Ερνεστ καί τ’ άλλα ήγετικά
στελέχη άποφάσιζαν τί έπρεπε νά γίνει καί μεΐς πού ήμαστε έξω
άναλαμβάναμε νά τδ πραγματοποιήσουμε. Τό πρόγραμμα περιελάμβανε τήν προπαγάνδα άπό στόμα σέ στόμα, τήν όργάνωση
1. Κατά τή διάρκεια αύτής τής περιόδου, ή μεταμφίεση είχε γίνει
πραγματική τέχνη. 01 Επαναστάτες διατηρούσαν σχολές ήθοποιΐας σ' δ­
λα τους τά καταφύγια. Δέν καταδέχονταν νά χρησιμοποιήσουν περού­
κες, γενειάδες, ψεύτικα ματόκλαδα κι άλλα τέτοια βοηθητικά άξεσουάρ
πού μεταχειρίζονται οΐ ήθοποιοΐ. Τό παιχνίδι τής έπανάστασης ήταν ένα
παιχνίδι ζωής καί θανάτου καί μιά τέτοια άπλή μεταμφίεση θ’ άποτελούσε
παγίδα. Ή μεταμφίεση έπρεπε νά είνα ριζική, ούσιαστική, έπρεπε ν’ άποτελεί μέρος τής ύπαρξής σου, μιά δεύτερη φύση. Λέγεται δτι ή Κόκκινη
Παρθένα είχε γίνει μιά άπό τΙς πιό έπιδέξιες σ’ αύτή τήν τέχνη καί σ’ αύτό
πρέπει νά όφείλεται ή μακρυά καί έπιτυχημένη καριέρα της.
2. Αύτές οΐ έξαφανίσεις ήταν μιά άπό τΙς φρικαλεότητες έκείνης τής
έποχής. ΤΙς βρίσκουμε έπίμονα σάν ένα λάϊτ-μοτίβ στά τραγούδια καί τις
διηγήσεις. Ή ταν ένα άναπόφευχτο άποτέλεσμα αύτού τοϋ ύπόγειου πο­
λέμου πού έκανε θραύση μέσα σ’ αύτούς τοϋς τρεις αιώνες. Τό φαινόμε­
νο ήταν σχεδόν τόσο συνηθισμένο στίς γραμμές τών όλιγαρχών καί τών
προνομιούχων έργατών όσο καί στίς γραμμές τών έπαναστατών. Χωρίς
καμιά προειδοποίηση χωρίς ν’ άφήσουν Ιχνη, άνδρες καί γυναίκες κι άκό­
μα καί παιδιά έξαφανίζονταν, δέν τούς ξανάβλεπε κανείς πιά καί τό τέλος
τους παρέμενε σκεπασμένο μέ μυστήριο.

234

τοϋ συστήματος κατασκοπείας μέ δλες τΙς διακλαδώσεις, τήν έγ·
κατάσταση τών μυστικών μας τυπογραφείων καί αύτοϋ ποϋ δνομάζαμε ύπόγειο σιδηρόδρομο δηλαδή τή σύνδεση μεταξύ τους
χιλιάδων καταφυγίων καί τή δημιουργία καινούργιων, δταν έλει­
παν κρίκοι στήν άλυσίδα πού είχαμε άπλώσει διά μέσου δλης τής
χώρας.
Ή δουλειά, δπως τό έχω πει, δέν τέλειωνε ποτέ. Μετά άπό έ­
ξι μήνες τή μοναξιά μου έσπασε ό έρχομός δύο συντρόφων. Ή ­
ταν νέες κοπέλες, δυό γενναίες ψυχές πού άγαπούσαν μέ πάθος
τήν έλευθερία- ή Λόλα Πέτερσον ποϋ έξαφανίστηκε στά 1922 καί
ή Κέϊτ Μπήρς ποϋ άργότερα παντρεύτηκε τόν Ντυμπουά131 καί
ποϋ μένει άκόμα μαζύ μας μέ τά μάτια στραμμένα στήν αύγή πού
θ’ άναγγείλει τόν έρχομό τής καινούργιας έποχής.
01 δυό κοπέλες φτάσανε άναστατωμένες γιατί μόλις είχαν
ξεφύγει άπό ξαφνικό θανάσιμο κίνδυνο. Στό πλήρωμα τού ψαρο­
κάικου ποϋ τΙς μετέφερε διασχίζοντας τόν κόλπο τού Σάν Πάμπλο ύπήρχε ένας κατάσκοπος. Ή ταν ένα ύποκείμενο τής Σιδερέ­
νιας Φτέρνας ποϋ είχε καταφέρει νά περάσει γιά έπαναστάτης
καί νά είσχωρήσει βαθειά στά μυστικά τής όργάνωσής μας. Βρι­
σκόταν χωρίς άμφιβολία έπΐ τά Ιχνη μου, γιατί είχαμε μάθει άπό
πολύ καιρό δτι ή έξαφάνισή μου είχε άπασχολήσει σοβαρά τή μυ­
στική ϋπηρεσία τής ’Ολιγαρχίας. Εύτυχώς δπως άποδείχτηκε στή
συνέχεια, δέν είχε άποκαλύψει άκόμα σέ κανένα τό άποτέλεσμα
τών έρευνών του. Είχε καθυστερήσει προφανώς νά δώσει τήν άναφορά του καί είχε προτιμήσει νά περιμένει, έλπίζοντας δτι θά
κατάφερνε νά άνακαλύψει τό κρυσφύγετό μου καί νά μέ συλλάβει. 01 πληροφορίες του πέθαναν μαζύ του. Ό τα ν ol κοπέλες
ξεμπάρκαραν στό Πεταλούμα Κρήκ κι άνέβηκαν στ’ άλογα κατόρ­
θωσε μέ κάποιο πρόσχημα νά έγκαταλείψει τό καΐκι.
Στό δρόμο γιά τά βουνά τής Σονόμα, ό Τζών Κάρλσον άφησε
τά κορίτσια νά προχωρήσουν μπροστά δίνοντάς τους καί τό δικό
του άλογο, ένώ αύτός γύρισε πίσω μέ τά πόδια. Τόν είχαν ζώσει
οί ύποψίες. Συνέλαβε τόν κατάσκοπο καί σύμφωνα μ’ αύτά πού
μάς είπε, μπορέσαμε νά σχηματίσουμε μιά Ιδέα γιά τό τί συνέβη.
— Τόν κανόνισα, είπε ό Κάρλσον πού δέν είχε φαντασία γιά
νά περιγράφει τά συμβάντα. Τόν κανόνισα έπανάλαβε καί μιά
3.
Ντυμπουά, 6 σημερινός βιβλιοθηκάριος τής 'Αρντης κατάγεται
κατ’ ευθείαν άπ’ αύτό τό ζευγάρι τών έπαναστατών.

235

χλωμή λάμψη φώτιζε τά μάτια του, ένώ τά πελώρια παραμορφω­
μένα άπό τή δουλειά χέρια του άνοιγαν κι έκλειναν μέ εύγλωτία.
«Δέν έκανε φασαρία. Τόν έκρυψα κι άπόψε τή νύχτα θά ξαναγυρίσω γιά νά τόν χώσω βαθειά μέσα στή γή».
Αύτή τήν περίοδο θαύμαζα συχνά τή μεταμόρφωσή μου.
Πολλές φορές τήν έβρισκα άπίθανη γιατί μέχρι τότε ή είχα ζήσει
ήσυχα σέ μιά ήρεμη πανεπιστημιακή πόλη ή είχα γίνει μιά έπαναστάτρια πού είχε έξασκηθεϊ στίς σκηνές β(ας καί θανάτου. Τό ένα
άπ’ τά δυό φαινόταν άδύνατο. Τό ένα άπ’ τά δυό αύτά ήταν ή
πραγματικότητα, τό άλλο ήταν ένα όνειρο. ’Αλλά ποιό άπ’ τά δυό;
Ή τωρινή μου ζωή τού έπαναστάτη, χωμένη σέ μιά τρύπα ήταν έ­
νας έφιάλτης; Ή ήμουνα μιά έπαναστάτρια πού είχε κάποτε κατά
κάποιο τρόπο όνειρ^υτεϊ ότι σέ μιά προηγούμενη ζωή είχα ζήσει
στό Μπέρκλεϋ καί δέν είχα γνωρίσει τίποτε τό πιό ένδιαφέρον ά­
πό τσάγια καί χορούς, φιλικές συγκεντρώσεις μέ συζητήσεις καί
αίθουσες διδασκαλίας; 'Υποθέτω όμως ότι αύτή ήταν μιά κοινή
έμπειρία γιά όλους τοϋς συντρόφους ποϋ είχαμε ένωθεϊ κάτω ά­
πό τήν κόκκινη σημαία τής άδελφοσύνης.
θυμόμουνα συχνά διάφορα πρόσωπα άπ’ αύτή τήν άλλη μου
ζωή καί κατά άρκετά περίεργο τρόπο πότε έμφανίζονταν καί πότε
έξαφανίζονταν στήν καινούργια μου ζωή. Τέτοια ήταν ή περίπτω­
ση τοϋ Έ πίσκοπου Μορχάουζ. “Οταν άναπτύχθηκε ή όργάνωσή
μας τόν άναζητήσαμε παντού χωρίς άποτέλεσμα. Τόν μετέφεραν
άπ’ τό ένα άσυλο στ’ άλλο. Τόν έπισημάναμε στό ψυχιατρείο τής
Νάπα κι άπό κεί σ’ αύτό τού Στόκτον καί μετά στήν κοιλάδα τής
Σάντα Κλάρα στό θεραπευτήριο "Αγκνιους. Ά λ λ ’ έκεϊ χάσαμε τά
Ιχνη του. Ληξιαρχική πράξη θανάτου δέν ύπήρχε. θ ά είχε κατα­
φέρει νά τό σκάσει. Δέν μπορούσα τότε ούτε νά φανταστώ μέσα
σέ τί τρομερές συνθήκες θά τόν ξανάβλεπα ή καλλίτερα μόλις
ποϋ θά τόν έπαιρνε τό μάτι μου, μέσα στό θανατερό άνεμοστρόβι­
λο τής Κομμούνας τού Σικάγου.
Δέν ξανάδα ποτέ τό Τζάκσον, τόν άνθρωπο πού είχε χάσει τό
μπράτσο του στά Κλωστοϋφαντουργεία τής Σιέρρα καί είχε παί­
ξει καθοριστικό ρόλο στή στροφή μου πρός τήν ’Επανάσταση. Ξέ­
ραμε δμως δλοι τί είχε κάνει πρίν πεθάνει. Δέν είχε ένωθεϊ ποτέ
μέ τούς έπαναστάτες. Μέ όδηγό τήν πικρή του μοίρα ποϋ τόν έκα­
νε νά κλωσάει μέσα στό μυαλό του τό άδικο ποϋ τοϋ είχαν κάνει,
έγινε άναρχικός, όχι άπό φιλοσοφική πεποίθηση, άλλά σάν ένα
σκέτο ζώο ξετρελαμένο άπό τό μίσος καί τήν έπιθυμία γιά έκδίκη236

ση. Κι έκδικήθηκε καλά. Μιά νύχτα ποϋ δλος δ κόσμος κοιμόταν
στό μέγαρο τοϋ Περτονγουέϊτ άφοϋ ξεγέλασε τοϋς φύλακες, τό
τίναξε στόν άέρα. Δέν γλύτωσε κανείς ούτε καί οΐ φύλακες. Καί
μέσα στή φυλακή ένώ περίμενε νά δικαστεί, πνίγηκε μόνος του
κάτω άπό τΙς κουβέρτες του.
Πολύ διαφορετικός άπό τοϋ Τζάκσον ύπήρξε δ βίος τού δόκτορα Χάμμερφιλντ καί τοϋ δόκτορα Μπάλιγκφορτν. Έμειναν πι­
στοί στήν κοιλιά τους καί άνταμείφθηκαν μέ τά άρχιεπισκοπικά
μέγαρα δπου ζοϋν έν εΙρήνη μέ τόν κόσμο. Καί οΐ δυό έχουν γίνει
άπολογητές τής ’Ολιγαρχίας. Καί οΐ δυό έχουν χοντρύνει πολύ.
«Ό δρ. Χάμμερφιλντ, δπως είπε μιά φορά ό Έρνεστ, κατάφερε νά
τροποποιήσει τή μεταφυσική έτσι ώστε νά δώσει στή Σιδερένια
Φτέρνα τή θεϊκή έπικύρωση καί νά συμπεριλάβει τήν έκτεταμένη
λατρεία τοϋ 'Ωραίου, κι άκόμα νά μεταβάλει στήν κατάσταση τού
άθέατου φαντάσματος τό άεριώδες σπονδυλωτό γιά τό δποΐο μι­
λάει ό Χαΐκελ. Ή διαφορά άνάμεσα στόν δρ. Χάμμερφιλντ καί στό
δρ. Μπάλιγκφορντ βρίσκεται στό ότι δ τελευταίος έχει συλλάβει
τόν θεό τών Ό λιγαρχών λίγο περισσότερο άεριώδη καί λίγο λι·
γότερο σπονδυλωτό».
Ό Πέτερ Ντόνελλυ, ό σπιούνος άρχιεργάτης τών Κλωστοϋ­
φαντουργείων τής Σιέρρα πού είχα συναντήσει δταν έρευνοϋσα
τήν περίπτωση τοϋ Τζάκσον, έπεφύλαξε σέ δλους μας μιά έκπλη­
ξη. Στά 1918 είχα παραβρεθεϊ σέ μιά συγκέντρωση τών Κόκκινων
τού Φρίσκοπ . Ά π ’ όλες μας τΙς μαχητικές όμάδες, αύτή ήταν ή
πιό τρομερή ή πιό άγρια, ή πιό άνελέητη. Στήν πραγματικότητα
δέν άποτελούσε μέρος τής όργάνωσής μας. Τά μέλη της ήταν φα­
νατικοί μέχρι παραφροσύνης. ’ Εμείς δέν τολμούσαμε νά ένθαρρύνουμε ένα τέτοιο πνεύμα. Παρά τδ δτι δμως δέν άνήκαν σέ μάς,
διατηρούσαμε καλές σχέσεις μαζί τους. Ε κείνο τό βράδυ βρέθη­
κα άνάμεσά τους γιά μιά πολϋ σπουδαία ύπόθεση. Μόνον έγώ ά­
νάμεσα σέ καμιά είκοσαριά άντρες δέν ήμουνα μεταμφιεσμένη.
Ό τα ν τέλειωσα τή δουλειά πού μ’ είχε φέρει ώς έκεϊ, μέ συνόδευσε μέχρι έξω, ένας άπ’ αύτούς. Καθώς περνούσαμε μέσα άπ’ ένα
σκοτεινό διάδρομο, ό όδηγός μου άναψε ένα σπίρτο, τό έφερε
κοντά στό πρόσωπό του κι έβγαλε τή μάσκα. Μόλις ποϋ διέκρινα
τά παθιασμένα χαρακτηριστικά τοϋ Πέτερ Ντόνελλυ κι άμέσως
μετά τδ σπίρτο έσβυσε.
• Συγκοπή τής λέξης Σάν Φραντσίσκο (σημ τοϋ μ.)

237


Ή θελα μόνο νά ξέρετε ότι ήμουνα έγώ, μοϋ είπε μέσα στό
σκοτάδι, θυμάστε τό Ντάλλας τόν έπιστάτη;
θυμήθηκα τό άλεπουδίσιο πρόσωπο τοϋ έπιστάτη τών Κλω­
στοϋφαντουργείων τής Σιέρρα.
— Λοιπόν τόν συγύρισα πρώτα, είπε ό Ντόνελλυ μέ ύπερηφάνεια και μετά μπήκα στοϋς Κόκκινους.
— Μά πώς γίνεται νά είστε έδώ, τόν ρώτησα. Ή γυναίκα σας;
Τά παιδιά σας;
— Νεκροί, άπάντησε. Νά γιατί. Ό χ ι, συνέχισε άμέσως, δέν
είναι γιά νά πάρω έκδίκηση. Πέθαναν ήσυχα στά κρεβάτια τους...
ή άρρώστια βλέπετε, ή τή μιά μέρα, ή τήν άλλη. Ό σ ο ζοϋσαν μούδεναν τά χέρια. Καί τώρα πού έφυγαν ψάχνω γιά νά έκδικηθώ τήν
τσαλακωμένη άνθρωπιά μου. Ά λ λ ο τ ε ήμουνα ό Πέτερ Ντόνελλυ,
ό άρχιεργάτης σπιούνος. Σήμερα δμως είμαι ό άριθμός 27 τών
Κόκκινων τοϋ Φρίσκο. ’Ελάτε τώρα θά σάς πάω μέχρι τήν έξοδο.
"Εμαθα περισσότερα γι’ αύτόν άργότερα. Μού είχε πει τήν άλήθεια δταν μού είπε δτι δλοι ol δικοί του πέθαναν, άλλά μού τήν
είχε πεϊ μέ τό δικό του τρόπο. Ζοϋσε άκόμα ένας άπό,τούς γυιούς
του, ό Τίμοθυ, άλλά ό πατέρας του τόν θεωρούσε νεκρό γιατί είχε
καταταγεϊ στούς Μισθοφόρους τής Σιδερένιας Φτέρνας'4*. Κάθε
μέλος τών Κόκκινων τού Φρίσκο όρκιζόταν στόν έαυτό του νά έκτελέσει δώδεκα άντιπάλους. Ή τιμωρία γιά τυχόν άποτυχία ή­
ταν θάνατος. Κάθε μέλος δηλαδή ποϋ δέν κατάφερνε νά φτάσει
αύτό τόν άριθμό, αύτοκτονούσε. Αύτές ol έκτελέσεις δέν γίνον­
ταν στήν τύχη. Αύτή ή ύμάδα έξτρεμιστών συνεδρίαζαν συχνά
και καταδίκαζαν στή σειρά μέλη καί ύπηρέτες τής ’Ολιγαρχίας

4. Εκτός άπό τΙς έργατικές κόστες, σχηματίστηκε καί μιά όλλη, ή
στρατιωτική κόστα, ένας κανονικός στρατός μέ έπαγγελματίες στρατιώ­
τες καί μέ όξιωματικούς, μέλη τής ’Ολιγαρχίας, πού ήταν γνωστοί μέ τό
όνομα Μισθοφόροι. Αύτός ό θεσμός πήρε τή θέση τής ’Εθνοφρουράς πού
είχε Αποδειχτεί άχρηστη κάτω άπό τό νέο καθεστώς. ’ Εκτός άπό τήν κα­
νονική μυστική ύπερεσία τής Σιδερένιας Φτέρνας, είχε σχηματιστεί καί
μιό μυστική ύπερεσία άπό Μισθοφόρους πού άποτελοϋσε τό συνεκτικό
κρίκο άνάμεσα στήν άστυνομία και τό στρατό.
5. Μόνο μετά τή συντριβή τής Δεύτερης ’Εξέγερσης «οί Κόκκινοι τοϋ
Φρίσκο» άρχισαν πάλι νά άκμάζουν, καί γιά δυό γενιές ή 'Ομάδα αύτή εί­
χε μεγάλες έπιτυχίες. "Ενας πράκτορας δμως τής Σιδερένιας Φτέρνας
κατάφερε νά γίνει μέλος, νά είσχωρήσει σ’ δλα τά μυστικά της καί νά τήν
έξουδετερώσει τελειωτικά. Αύτό συνέβη στά 2.002. Τά μέλη τής 'Ομάδας
έκτελέστηκαν ένα πρός ένα στό διάστημα τριών έβδομάδων καί τά πτώ­
ματά τους έκτέθηκαν στό έργατικό γκέττο τού Σάν Φραντσίσκο.

238

πού είχαν άναλάβει τήν καταδίωξή τους. "Υστερα οΐ έκτελέσεις
μοιράζονταν μέ κλήρο.
Ή ύπόθεση ποϋ μ’ είχε φέρει έκεϊ πέρα έκεϊνο τδ βράδυ ήταν
άκριβώς μιά τέτοια δίκη. "Ενας άπδ τοϋς συντρόφους μας πού γιά
χρόνια έργαζόταν στό τοπικό γραφείο τής μυστικής ύπηρεσίας
τής Σιδερένιας Φτέρνας, είχε προγραφεί άπό τοϋς Κόκκινους τού
Φρίσκο καί κείνη τήν ήμέρα δικαζόταν. Φυσικά δέν ήταν παρών,
καϊ οΐ δικαστές του άγνοούσαν ότι ήταν ένας άπό τοϋς δικούς
μας. Ή άποστολή μου ήταν νά καταθέσω γιά τήν ταυτότητά του
καί τή νομιμότητά του. θ ά διερωτηθεΐ κανείς πώς μπορούσα νά
γνωρίζω αύτή τήν ύπόθεση. Ή έξήγηση είναι άπλή. "Ενας άπό
τούς μυστικούς μας πράκτορες ήταν μέλος τών Κόκκινων τού
Φρίσκο. Μάς ήταν άναγκαϊο νά έχουμε ένα μάτι πάνω στούς φί­
λους δπως καί πάνω στούς έχθροϋς καί αύτή ή όμάδα τών φανα­
τικών ήταν πολϋ σημαντική γιά νά μή τήν παρακολουθούμε.
Ά λ λ ά άς ξαναγυρίσουμε στόν Πέτερ Ντόνελλυ καί στό γυιό
του. "Ολα πήγαν καλά γιά τόν Ντόνελλυ μέχρι τή στιγμή ποϋ τήν
έπομένη χρονιά βρήκε μέσα στόν κλήρο τών έκτελέσεων ποϋ πέφταν σ’ αύτόν τ’ δνομα τού γυιού του τού Τίμοθυ Ντόνελλυ. Τότε
ξύπνησε μέσα του τό πνεύμα τής οικογένειας ποϋ είχε άναπτυγμένο σέ τόσο ϋψηλό βαθμό. Γιά νά σώσει τό γυιό του πρόδωσε
τούς συντρόφους του. Δέ χάθηκαν δλοι, άλλά έκτελέστηκαν κα­
μιά δωδεκαριά Κόκκινοι τού Φρίσκο, ή όμάδα σχεδόν έκμηδενίστηκε. Σέ άντίποινα, αύτοΐ ποϋ έπέζησαν, τιμώρησαν τόν Ντόνελ­
λυ γιά τήν προδοσία του μέ τό τέλος ποϋ τοϋ άξιζε.
Καί ό Τίμοθυ Ντόνελλυ δέν έπέζησε γιά πολύ. 01 Κόκκινοι
τοϋ Φρίσκο όρκίστηκαν νά τόν έκτελέσουν. Ή ’Ολιγαρχία έκανε
κάθε προσπάθεια γιά νά τόν σώσει. Τόν μετέφεραν άπό τή μιά με­
ριά τής χώρας στήν άλλη. Τρεις Κόκκινοι χάσαν τή ζωή τους κά­
νοντας μάταιες προσπάθειες νά τόν πετύχουν. Τήν όμάδα τήν άποτελούσαν μόνο άντρες. Στό τέλος άπευθύνθηκαν σέ μιά γυναί­
κα, σέ μιά άπό τΙς συντρόφισσές μας ποϋ δέν ήταν άλλη άπό τήν
Ά ν ν α Ρόϋλστον. Ό Στενός μας Κύκλος τής άπαγόρεψε ν’ άναλάβει αύτή τήν άποστολή άλλά είχε πάντα μιά όική της άποφασιστικότητα καί περιφρονούσε τήν πειθαρχία. Ά π ’ τήν άλλη μεριά ή­
ταν εύφυής κι άξιαγάπητη κι έτσι δέν μπορούσε κανείς νά τά βγά­
λει πέρα μαζί της. Άποτελοϋσε άπό μόνη της μιά δική της κατη­
γορία έπαναστάτη καί δέν έμπαινε σέ κανένα άπό τά συνηθισμέ­
να καλούπια.
239

Παρά τά δτι δέν τής δώσαμε τήν άδεια ν’ άναλάβει αύτήν τήν
ύπόθεση, έκείνη έπέμενε νά τή βγάλει πέρα. Ή Ά ν ν α Ρόϋλστον
ήταν μιά πολϋ γοητευτική γυναίκα κι άρκούσε μιά της κίνηση γιά
νά τραβήξει έναν άντρα κοντά της. Είχε κάψει τΙς καρδιές πολ­
λών νεαρών συντρόφων μας καί έφερε στήν όργάνωση πολλούς
ποϋ τοϋς είχε κατακτήσει. Άρνιόταν δμως πεισματικά νά παν­
τρευτεί. Αγαπούσε τρυφερά τά παιδιά άλλά σκεπτόταν δτι ένα
παιδί θά τήν άποσποϋσε άπό τήν 'Υπόθεση κι αύτή είχε άφιερώσει τή ζωή της στήν 'Υπόθεση.
Γιά τήν "Αννα Ρόϋλστον τό νά κερδίσει τήν καρδιά τού Τίμοθυ Ντόνελλυ ήταν παιχνιδάκι. ΤΗταν ήσυχη μέ τή συνείδησή της
γιατί τήν έποχή έκείνη άκριβώς έγινε ή Σφαγή τής Νάσβιλ, δπου
οΐ Μισθοφόροι ύπό τΙς διαταγές τοϋ Ντόνελλυ δολοφόνησαν
στήν κυριολεξία όκτακόσιους ύφαντουργοϋς αύτής τής πόλης.
Δέ σκότωσε δμως αύτή τόν Ντόνελλυ μέ τά Ιδια της τά χέρια. Τόν
παρέδωσε αιχμάλωτο στοϋς Κόκκινους τού Φρίσκο. Αύτό συνέβη
μόλις πέρυσι καί τώρα τής δώσαν καινούργιο δνρμα. Παντού οΐ έπαναστάτες τή φωνάζουν ή «Κόκκινη Παρθένα».
Ό συνταγματάρχης Ίμγκραμ καί ό συνταγματάρχης Βάν
Γκίλμπερτ μού είναι δυό πρόσωπα πολϋ οίκεϊα ποϋ θά συναντού­
σα άργότερα. Ό συνταγματάρχης "Ινγκραμ άνέβηκε ψηλά μέσα
στήν ’Ολιγαρχία κι έγινε πρεσβευτής στή Γερμανία. Τόν μισούσε
μ’ όλη του τήν καρδιά τδ προλεταριάτο καί τών δύο χωρών. Τδν
συνάντησα στό Βερολίνο δταν μέ τήν Ιδιότητα τού διεθνούς κα­
τασκόπου μέ τήν όποία μέ είχε πιστώσει ή Σιδερένια Φτέρνα, μέ
δέχτηκε σπίτι του καί μού πρόσφερε πολύτιμη βοήθεια, θ ά πρέ­
πει νά πώ έδώ ότι ό διπλός μου ρόλος μοϋ έπέτρεψε νά κάνω με­
ρικά σπουδαία πράγματα γιά τήν ’Επανάσταση.
Ό συνταγματάρχης Βάν Γκίλμερτ έγινε γνωστός σάν «Βάν
Γκίλμερτ ό Λυσσασμένος». "Επαιξε τδν πιό σπουδαίο του ρόλο
στήν έπεξεργασία τοϋ νέου κώδικα μετά τήν Κομμούνα τού Σικά­
γου. Πρίν δμως άπ’ αύτό σά δικαστής ποϋ ήταν τδν είχαμε καταδι­
κάσει γιά τή σατανική του κακότητα. Υπήρξα ένα άπό τά πρόσω­
πα ποϋ τόν δίκασαν καί τδν καταδίκασαν. Ή Ά ν ν α Ρόϋλστον ά·
νάλαβε τήν έκτέλεση τής άπόφασης.
Ά κόμα ένα πρόσωπο πού άναδύεται άπό τήν παλιά μου ύ­
παρξη, είναι ό δικηγόρος τοϋ Τζάκσον. Αύτός ό Γιόζεφ Χάρντ ή­
ταν ό τελευταίος άνθρωπος ποϋ πίστευα ποτέ ότι θά ξανάβλεπα.
Κι ήταν πολϋ περίεργη ή συνάντησή μας. "Ενα βράδυ άργά, δυό
240

χρόνια μετά τήν Κομμούνα τοϋ Σικάγου, ό Έρνεστ κι έγώ πήγαμε
μαζί στό καταφύγιο τοϋ Μπέντον Χάρμορ'61πού βρίσκεται στό Μί·
τσιγκαν άπ’ τή μεριά τής λίμνης, άπέναντι άπό τό Σικάγο. Φτάσαμε τή στιγμή ποϋ τέλειωνε ή δ(κη ένός κατασκόπου. Μόλις είχαν
προφέρει τή θανατική καταδίκη του καί τόν μετέφεραν. Αύτή τή
σκηνή προλάβαμε τή στιγμή ποϋ μπαίναμε στό καταφύγιο. ’Αμέ­
σως μόλις ό δυστυχής αύτός μάς είδε, ξέφυγε άπό τοϋς φύλακές
του, έπεσε στά πόδια μου κι άγκαλιάζοντας σφιχτά τά γόνατά
μου, μού ζητούσε άπεγνωσμένα έλεος. Ό τα ν σήκωσε πρός έμένα τό ταραγμένο του πρόσωπο, άναγνώρισα τόν Γιόζεφ Χάρντ.
Τίποτα άπό τά τόσο φοβερά πράγματα πού είχα δει, δέ μέ είχε
συγκλονίσει τόσο δσο τό θέαμα αύτοϋ τού ξετρελαμένου πλά­
σματος πού παρακαλοϋσε γιά τή ζωή του. Έ κανε σά τρελός γιά
νά γλυτώσει. Ή ταν άξιολύπητος. Είχε γραπωθεί άπό πάνω μου κι
άρνιόταν νά μ’ άφήσει, ένώ τόν τραβούσαν καμιά δωδεκαριά σύν­
τροφοι. Κι δταν στό τέλος τόν έσυραν μακρυά μου κι αύτός φώνα­
ζε έπεσα κάτω λιπόθυμη. Είναι πολύ πιό εύκολο νά βλέπεις γεν­
ναίους νά πεθαίνουν παρά ν’ άκοϋς ένα δειλό ποϋ έκλιπαρεϊ γιά
τή ζωή του.

6.
Τδ καταφύγιο τού Μπέντον Χάρμπορ ήταν μιά κατακόμβη πού ή εί­
σοδός της ήταν καλά κρυμμένη μέσα σ’ ένα πηγάδι. Διατηρήθηκε σέ καλή
κατάσταση καί ό έπισκέπτης μπορεϊ σήμερα νά διασχίσει τούς λαβυριν­
θώδεις διαδρόμους της μέχρι τήν αίθουσα τών συγκεντρώσεων δπου άσφαλώς θά συνέβη ή σκηνή πού περιγράφει ή ΑΙηβις Έβερχαρντ. Λίγο
πιό πέρα βρίσκονται τά κελιά όπου έκλειναν τοϋς φυλακισμένους καί ό
θάλαμος τοϋ θανάτου δπου γίνονταν ol έκτελέσεις. ’Ακόμα πιό μακρυά
βρίσκεται τό νεκροταφείο, ένα σύνολο άπό μακρυές καί δαιδαλώδεις γα­
λαρίες, λαξεμένες μέσα στό βράχο ποϋ σχηματίζουν κοιλότητες κι άπ’
τΙς δυό μεριές, δπου άναπαύονται ol έπαναστάτες, ή μιά σειρά πάνω άπ’
τήν άλλη, άκριβώς δπως τούς τοποθέτησαν ol σύντροφο! τους, πρίν άπό
πολλά χρόνια.

241

Κεφάλαιο 20ο

Ή έξαφάνιση ένός Όλιγάρχη
01 άναμνήσεις δμως άπ’ τήν παλιά μου ζωή, μέ παρέσυραν
πολύ μπροστά στήν έξιστόρηση τής νέας μου ζωής. 'Η μαζική άπελευθέρωση τών φυλακισμένων πραγματοποιήθηκε πολύ άργά,
μέσα στό 1915. Ό σ ο περίπλοκη κι άν υπήρξε ή έπιχείρηση πέτυ­
χε άπόλυτα, χωρίς νά σκαλώσει πουθενά κι αύτά στάθηκε ένας τι­
μητικός άθλος ποϋ μάς έδωσε κουράγιο νά συνεχ(σουμε τό έργο
μας. Σέ μιά μόνη νύχτα έλευθερώσαμε μέσα άπό μπουντρούμια,
άπό στρατιωτικές φυλακές, άπό φρούρια σκορπισμένα άπό τήν
Κούβα μέχρι τήν Καλιφόρνια, πενήντα ένα άπό τά πενήντα δύο
μέλη τού Κογκρέσσου καί πάνω άπό τριακόσια άλλα ήγετικά στε­
λέχη. Δέ σημειώθηκε ή παραμικρή άποτυχία. Ό χ ι μόνο δραπέ­
τευσαν όλοι, άλλά κι ό καθένας άπ’ αύτούς έφτασε στό καταφύ­
γιο ποϋ τού είχε έτοιμαστεΐ. Τό μόνο σύντροφό μας ποϋ δέν έλευ
θερώσαμε ήταν ό Ά ρθο υρ Σίμπσον ποϋ είχε πεθάνει πρό καιρού
στις Κουμπάνιας ύστερα άπό φριχτά βασανιστήρια.
01 δέκα όχτώ μήνες ποϋ άκολούθησαν, ύπήρξαν Ισως ή πιό
εύτυχισμένη περίοδος τής ζωής μου μέ τόν Έρνεστ. Στό διάστη­
μα αύτό ήμαστε συνεχώς μαζ(. ’Αργότερα όταν γυρίσαμε πάλι
στόν κόσμο χρειάστηκε νά ζοϋμε πολλές φορές χώρια.
Τό βράδυ έκεϊνο περίμενα τόν έρχομό τού Έρνεστ μέ τήν Ι­
δια άνυπομονησία ποϋ περιμένω τώρα τήν αύριανή έξέγερση. Εί­
χα μείνει τόσο πολύ καιρό χωρίς νά τόν δώ πού καί μόνο ή σκέψη
ότι τό παραμικρό λάθος στά σχέδιά μας θά τόν κρατούσε φυλακι­
σμένο στό νησί του, μ’ έκανε νά τρελαίνομαι. 01 ώρες μού φαίνον­
ταν αίώνες. Ή μουνα όλομόναχη. Ό Μπιέντεμπαχ και τρεις άλλοι
νεαροί ποϋ κρύβονταν στό καταφύγιο, είχαν πάει άπό τήν άλλη
243

μεριά τοϋ βουνού, όπλισμένοι κι έτοιμοι γιά δλα. Φαντάζομαι δτι
τά καταφύγια σ’ δλη τή χώρα ήταν άδεια έκείνη τήν νύχτα άπό
τοϋς συντρόφους.
Τή στιγμή ποϋ δ ούρανός χλώμιαζε άπδ τό πρώτο φώς τής
αύγής, άκουσα τό σύνθημα πού έρχόταν άπό ψηλά κι έσπευσα ν’
άπαντήσω. Μέσα στό σκοτάδι πάρα λ(γο ν’ άγκαλιάσω τόν Μπιέντεμπαχ ποϋ κατέβαινε πρώτος, άλλά τό έπόμενο λεπτό βρισκό­
μουνα μέσα στήν άγκαλιά τού, Έρνεστ. Κι έκείνη τή στιγμή κατά­
λαβα πόσο τέλεια ήταν ή μεταμόρφωσή μου κι δτι έπρεπε νά κα­
ταβάλω μεγάλη θέληση καί προσπάθεια γιά νά ξαναγίνω ή παλιά
ΑΙηβις Έ βερχαρντ μέ τούς παλιούς τρόπους καί τά χαμόγελα,
τόν παλιό τρόπο έκφρασης καί τόν τόνο τής φωνής. Μόνο μέ έν­
τονη προσπάθεια μπορούσα νά διατηρήσω τήν παλιά μου ταυτό­
τητα. Δέν έπρεπε ν’ άφήσω τόν έαυτό μου νά ξεχαστεϊ ούτε γιά
μιά στιγμή, τόσο αύτόματα έπιτακτική είχε γίνει ή προσωπικότη­
τα ποϋ είχα δημιουργήσει.
Μόλις μπήκαμε στό μικρό παράπηγμα, είδα στό φώς τό πρό­
σωπο τού Έρνεστ. 'Α ν έξαιρέσουμε τή χλωμάδα τής φυλακής,
δέν είχε άλλάξει τίποτα σ’ αύτόν ή τουλάχιστον έτσι φαινόταν.
Ή ταν πάντα δ Ιδιος άντρας μου κι έραστής, ό ήρωάς μου. Κι δ­
μως ένας κάποιος άσκητισμός αϋλάκωνε τΙς γραμμές τού προσώ­
που του. Αύτό δμως τού πήγαινε ώραία γιατί έδινε στφ χαρακτη­
ριστικά του, πού τά τόνιζε πάντοτε μιά άκατάβλητη ζωτικότητα,
μιά εύγενική λεπτότητα. "Ισως ήταν μιά Ιδέα πιό σοβαρός άπό
πρίν, άλλά τό γέλιο έλαμπε πάντα στά μάτια του. "Αν καί ήταν εί­
κοσι λίβρες πιό άδύνατος, βρισκόταν σέ έξαιρετική φυσική φόρ­
μα. Είχε συνεχίσει νά άσκεϊται σέ δλη τήν περίοδο τής κράτησής
του, καί οί μύς του ήταν σά τό σίδερο. Στήν πραγματικότητα ή κα­
τάστασή του ήταν καλλίτερη άπό κείνη πού βρισκόταν πρίν μπει
στή φυλακή. Πέρασαν ώρες πρίν ν’ άκουμπήσει τό κεφάλι του στό
μαξιλάρι, ένώ έγώ προσπαθούσα νά τόν άποκοιμήσω γλυκά. Έγώ
δμως δέν έκλεισα μάτι. Ή μουν πολϋ εύτυχισμένη κι έξ άλλου δέν
είχα μοιραστεί τήν κούραση τής άπόδρασης καί τής φυγής μέ τ’
άλογο.
Ό σ ο ό Έ ρνεστ κοιμόταν, άλλαξα ρούχα, χτένισα διαφορετι­
κά τά μαλλιά μου, ξανάγινα αύτόματα ό νέος μου έαυτός. ‘Όταν ό
Μπιέντεμπαχ καί οί άλλοι σύντροφοι ξύπνησαν, μέ βοήθησαν νά
όργανώσω μιά μικρή συνωμοσία. "Ολα ήταν έτοιμα καί βρισκόμα­
στε στό ύπόγειο δωμάτιο ποϋ χρησίμευε γιά κουζίνα καί τραπεζα244

ρ(α, δταν δ Έρνεστ άνοιξε τήν πόρτα καί μπήκε μέσα. Έκείνη τή
στιγμή ό Μπιέντεμπαχ μέ φώναξε μέ τ’ δνομα Μαίρη κι έγώ γύρι­
σα γιά νά τού άπαντήσω. Κοίταξα τόν Έ ρνεστ μέ τήν περιέργεια
καί τό ένδιαφέρον ποϋ κάθε νέος σύντροφος θά έδειχνε βλέπον­
τας γιά πρώτη φορά έναν τόσο γνωστό ήρωα τής Επανάστασης.
Ά λ λ ά ό Έρνεστ μούριξε μόλις μιά ματιά ψάχνοντας γιά κάποιον
άλλον καί κάνοντας άνυπόμονα μέ τό βλέμμα τό γύρο τού δωμα­
τίου. Ά μέσως μετά μέ συνέστησαν σάν Μαίρη Χόλμς.
Γιά νά συμπληρώσουμε τήν άπογοήτευσή του ύπήρχε ένα
παραπανήσιο σερβίτσιο κι δταν καθήσαμε στό τραπέζι άφήσαμε
μιά θέση κενή. Ή θελα νά ξεφωνίσω άπό χαρά καθώς έβλεπα νά
μεγαλώνει ή άνησυχία κι ή άνυπομονησία τοϋ Έρνεστ. Στό τέλος
δέν μπόρεσε νά κρατηθεί άλλο.
— Ποϋ είναι ή γυναίκα μου; ρώτησε άπότομα.
— Κοιμάται άκόμα, άπάντησα.
Αύτή ήταν ή κρίσημη στιγμή. Ή φωνή μου δμως τού ήταν ξέ­
νη καί δέν άναγνώρισε σ’ αύτή τίποτα τό γνώριμο. Τό γεύμα συνε­
χίστηκε. Μιλούσα πολύ καί μέ έξαψη δπως θά έκανε κάθε θαυμάστρια ένός ήρωα κι ήταν φανερό δτι ό ήρωάς μου ήταν αύτός. Ό
ένθουσιασμός μου κι ό θαυμασμός μου φτάσανε σέ σημείο παρο­
ξυσμού καί πρίν προλάβει νά καταλάβει τΙς προθέσεις μου, έριξα
τά μπράτσα μου γύρω άπό τό λαιμό του καί τόν φίλησα στά χείλη.
Μέ άπομάκρυνε μέ τά χέρια του κι άρχισε νά κοιτάζει πρός δλες
τις μεριές άμήχανα καί φανερά ένοχλημένος. 01 τέσσαρες άν­
δρες ξέσπασαν σέ γέλια κι άκολούθησαν ol έξηγήσεις. Στήν άρχή
ό Έρνεστ έμεινε σκεφτικός. Μέ περιεργάστηκε προσεκτικά κι έπίμονα καί δέ φάνηκε νά πείστηκε, μετά σήκωσε τό κεφάλι χωρίς
νά μπορεϊ νά τό πιστέψει. Μόνο δταν ξανάγινα ή παλιά ΑΙηβις Έ ­
βερχαρντ καί τού ψιθύρισα στ’ αύτΐ μυστικά πού γνώριζαν μόνο
αύτός κι έκείνη, μέ δέχτηκε σάν τήν πραγματική, άληθινή του γυ­
ναίκα.
Α ργότερα μέσα στή μέρα, μέ πήρε στήν άγκαλιά του, προ­
σποιούμενος δτι ένιωθε άσχημα καί κατηγορούσε τόν έαυτό του
γιά πολυγαμικές συγκινήσεις.
— Είσαι ή ΑΙηβίς μου, είπε, άλλά είσαι καί κάποια άλλη. Είσαι
δυό γυναίκες μαζί κι έτσι άποτελεϊς τό χαρέμι μου. Για τήν ώρα
είμαστε άσφαλεϊς. Έάν δμως ol Ενωμένες Πολιτείες παραγίνουν
245

έπικίνδυνες γιά μάς, έχω δλα τά προσόντα γιά νά γίνω πολίτης
τής Τουρκίας01.
Ή ζωή μου ήταν πολύ εύτυχισμένη μέσα στό καταφύγιο. Ή
άλήθεια είναι δτι έργαζόμαστε σκληρά καί γιά πολλές ώρες, άλ­
λά έργαζόμαστε μαζί. Είχαμε ό ένας τδν άλλο γιά δέκα όχτώ πο­
λύτιμους μήνες, χωρίς νά είμαστε άπομονωμένοι γιατί ύπήρχε έ­
να συνεχές πήγαιν’ έλα άπό ήγετικά στελέχη καί συντρόφους,
πού μάς έφερναν τήν παράξενη ήχώ τοϋ ύπόγειου καί πολύπλο­
κου κόσμου τής έπανάστασης καί μάς διηγούνταν άπίθανες Ιστο­
ρίες γιά άγώνες καί μάχες σέ δλη τή γραμμή τοϋ μετώπου μας.
Καί παρ’ δλα αύτά ύπήρχε πολϋ χαρά καί διασκέδαση. Δέν ήμα­
στε μόνο σκοτεινοί συνωμότες. Δουλεύαμε σκληρά καί ύποφέραμε πολύ, συμπληρώναμε τά κενά στίς γραμμές μας καί συνεχίζα­
με πηγαίνοντας μπροστά, άλλά μέσα σ’ δλη αύτή τήν κούραση καί
τό παιχνίδι άνάμεσα στή ζωή καί στό θάνατο, βρίσκαμε τόν καιρό
νά γελάσουμε καί ν’ άγαπηθούμε. 'Υπήρχαν άνάμεσά μας καλλι­
τέχνες, έπιστήμονες φοιτητές, μουσικοί καί ποιητές. Μέσα σ’ αύτήν τήν ύπόγεια τρύπα άνθιζε μιά κουλτούρα πιό ϋψηλή καί πιό έκλεπτισμένη άπ’ δτι μέσα στά μέγαρα ή τΙς θαυμαστές πολι­
τείες τών Όλιγαρχών. Ή άλήθεια είναι δτι πολλοί άπό τούς συν­
τρόφους μας είχαν έργαστεϊ άκριβώς γιά νά στολίσουν αύτά τά
μέγαρα καί τΙς θαυμαστές πολιτείες·21.
Ούτε ήμαστε περιορισμένοι μέσα στό Ιδιο μας Τ,ό καταφύγιο.
Συχνά τή νύχτα, γιά νά κάνουμε σωματική έξάσκηση, κάναμε Ιπ­
πασία γύρω στό βουνό χρησιμοποιώντας τά άλογα τού Γουΐκσον.
Ά ν ήξερε μόνο πόσους έπαναστάτες κουβάλησαν τ’ άλογά του!
’Οργανώναμε άκόμα καί πίκ-νίκ σέ άπομονωμένα μέρη πού γνωρί­
ζαμε. Φτάναμε έκεϊ τήν αύγή καί παραμέναμε όλη τήν ήμέρα γιά
νά γυρίσουμε πίσω δταν είχε πέσει τδ σκοτάδι. Χρησιμοποιούσα­
με άκόμα κρέμα γάλακτος καί βούτυρο*31τού Γουΐκσον, καί ό "Ερνεστ δέν είχε κανένα ένδοιασμό νά σκοτώνει τά όρτύκια καί τοϋς
1. Έκείνη τήν έποχή ή πολυγαμία Ισχυε άκόμα στήν Τουρκία.
2. Αύτό δέν είναι κομπορρημοσύνη τής ΑΙηβις Έβερχαρντ. Τό άνθος
τοϋ καλλιτεχνικού καί τοϋ πνευματικού κόσμου, τό άποτελοϋσαν οΐ έπα­
ναστάτες. Μέ τήν έξαίρεση λίγων μουσικών καί τραγουδιστών καί μερι­
κών όλιγαρχών, όλοι οΐ μεγάλοι δημιουργοί έκείνης τής περιόδου πού τά
όνόματά τους φτάσαν ώς έμάς, ήσαν έπαναστάτες.
3. Άκό μα κι έκείνη τήν έποχή φτιάχναν τήν κρέμα καί τό βοϋτηρο ά­
πό τό γάλα τής άγελάδας μέ μέσα άρκετά χονδροειδή. Δέν είχε άρχίσει
άκόμα ή παρασκευή τών τροφών μέσα στά έργαστήρια.

246

λαγούς τού Γουΐκσον κι άκόμα, άν τύχαινε ή εύκαιρία, κανένα ά­
πό τά μικρά ζαρκάδια.
Ή ταν πραγματικά ένα άσφαλές καταφύγιο. Έ χω πει ότι τό
άνακάλυψαν μόνο μιά φορά. Νομίζω ότι είναι εύκαιρία τώρα νά
ξεκαθαρίσω τό μυστήριο τής έξαφάνισης τού νεαρού Γουΐκσον.
Τώρα ποϋ είναι νεκρός, μπορώ νά μιλήσω έλεύθερα. Στό βάθος
τής μεγάλης τρύπας ύπήρχε μιά γωνιά ποϋ τήν έπιανε ό ήλιος καί
ήταν άθέατη άπό ψηλά. Είχαμε μεταφέρει έκεϊ κάμποσα φορτώ­
ματα ποταμίσιας άμμου κι έτσι ποϋ ήταν ξεραμένη καί ζεστή ήταν
ένα εύχάριστο μέρος γιά νά ψήνεσαι στόν ήλιο. Ή ταν έκεϊ όπου
ένα άπόγευμα είχα ξαπλώσει καί μ’ είχε μισοπάρει ό ϋπνος μ’ ένα
τόμο τοϋ Μέντεχωλ στό χέρι,4). Αισθανόμουνα τόσο άνετα καί άσφαλής πού άκόμα κι ό φλογερός λυρισμός του δέν είχε καταφέ­
ρει νά μέ ταράξει.
Συνήλθα άπό τό λήθαργο όταν ένας σβώλος χώμα χτύπησε
τό πόδι μου. Τότε άκουσα άπό ψηλά ένα θόρυβο άπό κατρακύλισμα. Άμέσως μετά ένας νέος άντρας προσγειώθηκε στά πόδια
μου ύστερα άπό ένα τελευταίο γλίστρημα πάνω στό χωμάτινο τοί­
χωμα πού θρυμματιζόταν. Ή ταν ό Φίλιπ Γουΐκσον, άν καί δέν τόν
ήξερα τότε. Μέ κύτταξε ήσυχα καί σφύριξε σιγανά άπό έκπληξη.
— Γιά δές, φώναξε κι άμέσως μετά βγάζοντας τό καπέλο του
είπε: Σάς ζητώ συγγνώμην. Δέν περίμενα νά βρώ κανέναν έδώ.
Ή μουνα λιγότερο ψύχραιμη άπ’ αύτόν. Ή μουνα άκόμα προτόπειρη γιά τό τί στάση θά έπρεπε νά κρατήσω σέ τόσο σοβαρές
καταστάσεις. Άργότερα όταν έγινα μιά διεθνής κατάσκοπος, εί­
μαι βέβαιη ότι θά φερνόμουνα λιγότερο άδέξια. Ό π ω ς καί νάναι
πετάχτηκα έπάνω καί φώναξα βοήθεια.
— Γιατί τό κάνετε αύτό, μέ ρώτησε κοιτάζοντάς με μέ ϋφος
παραξενεμένο.
Ή ταν φανερό ότι δέν είχε ύποψιαστεϊ καθόλου τήν παρου­
σία μας όταν πραγματοποιούσε τήν κάθοδό του. Τό παρατήρησα
αύτό μέ άνακούφιση.
4.
Σ’ δλα τά λογοτεχνικά κείμενα τής έποχής έκεΐνης πού έχουν δια­
σωθεί γίνεται συνεχής άναφορά στά ποιήματα τού Ράντολφ Μέντενχωλ.
Οι συντρόφοι του τών άποκαλοϋσαν «Ή Φλόγα». Ή ταν άναμφισβήτητα έ­
να μεγάλο πνεύμα. Έκτός δμως άπό μερικά παράξενα άποσπάσματα πού
επανέρχονται συνεχώς στό Ιδιο θέμα καί ποϋ άναφέρονται στά γραφτά
άλλων, δέν έχει φτάσει ώς έμάς τίποτα άλλο άπό τά έργα του. Έκτελέστηκε άπά τή Σιδερένια Φτέρνα στά 1928.

247

— Γιά ποιό λόγο νομίζετε ότι φώναξα; τοϋ άπάντησα άπότο­
μα.
Ή μουνα πραγματικά άδέξια έκείνο τόν καιρό.
— Δέν ξέρω, άπάντησε, κουνώντας τό κεφάλι του. ’Εκτός κι
άν έχετε φίλους κατά δώ. "Οπως κι άν είναι όφε(λετε νά δώσετε
μερικές έξηγήσεις. Υ πάρχει κάτι τό ύποπτο. Καταπατείτε ξένη Ι­
διοκτησία. Αύτή ή γή άνήκει στόν πατέρα μου καί...
Ά λ λ ’ έκείνη τή στιγμή ό Μπιέντεμπαχ, πάντοτε εύγενικός
και γλυκομίλητος τού είπε άπό πίσω του χαμηλόφωνα.
— Ψηλά τά χέρια, νεαρέ μου κύριε.
Ό νεαρός Γουΐκσον σήκωσε πρώτα τά χέρια καί μετά γύρισε
ν’ άντικρύσει τόν Μπιέντεμπαχ πού κρατούσε μπροστά του ένα
αύτόματο τουφέκι τών 30.30. Ό Γουΐκσον ήταν άτάραχος.
— A! Α! είπε, μιά φωλιά έπαναστατών, μιά πραγματική σφηγκοφωλιά άπ’ δτι φαίνεται. Ε! λοιπόν, δέ θά μείνετε έδώ γιά πολύ,
μπορώ νά σάς τό βεβαιώσω.
— Ίσ ω ς μείνετε έδώ άρκετό καιρό καί ν’ άναθεωρεΐστε τήν
άποψή σας, είπε ήρεμα ό Μπιέντεμπαχ. Στό μεταξύ πρέπει νά σάς
ζητήσω νά έρθετε μέσα στό έσωτερικό μαζί μου.
— Στό έσωτερικό; ό νεαρός έμεινε κατάπληκτος. Έχετε λοι­
πόν μιά κατακόμβη έδώ. Έ χω άκούσει γιά κάτι τέτοια πράγματα.
— Περάστε καί θά δείτε, άπάντησε ό Μπιέντεμπάχ, μ’ αύτόν
τόν έξαίσιο τόνο στή φωνή του.
— Μά είναι παράνομο διαμαρτυρήθηκε.
— Ναί, σύμφωνα μέ τό δικό σας νόμο, άπάντησε ό τρομοκρά­
της προφέροντας τά λόγια του μέ σημασία. Σύμφωνα δμως μέ τό
δικό μας νόμο, είναι άπόλυτα νόμιμο, πιστέψτε με. Πρέπει νά βά­
λετε καλά στό μυαλό σας δτι βρίσκεστε σ’ έναν άλλο κόσμο, τε­
λείως διαφορετικό άπό τόν κόσμο τής καταπίεσης καί τής κτηνωδίας δπου έχετε ζήσει μέχρι τώρα.
— Αύτό σηκώνει συζήτηση, μουρμούρισε ό ΓουΤκσον.
— Τότε λοιπόν μείνετε μαζί μας καί συζητείστε το.
Ό νεαρός άρχισε νά γελάει κι άκολούθησε τόν άπαγωγέα
του μέσα στό καταφύγιο. Όδηγήθηκε στό πιό βαθειά χωμένο δω­
μάτιο κι ένας νεαρός σύντροφος όρίστηκε νά τόν φυλάει, ένώ έμεΐς συζητούσαμε τήν κατάσταση, ποϋ δημιουργήθηκε, μέσα
στήν κουζίνα.
Ό Μπιέντεμπαχ, μέ δάκρυα στά μάτια, ύποστήριξε δτι έπρε­
πε νά τόν σκοτώσουμε κι αίσθάνθηκε μεγάλη άνακούψιση δταν
248

καταψηφίσαμε τήν τρομερή του πρόταση. Ά π ’ τήν άλλη μεριά
δέν μπορούσαμε ούτε νά τό σκεφτούμε πώς θ’ άφήναμε τδν νεα­
ρό όλιγάρχη νά φύγει.
— Θά σάς πώ έγώ τί θά κάνουμε, είπε δ Έρνεστ. Θά τόν κρα­
τήσουμε καί θά τόν έκπαιδεύσουμε.
— Στήν περίπτωση αύτή ζητώ τό προνόμιο νά τοϋ κάνω δια­
φώτιση στή νομολογία, φώναξε ό Μπιέντεμπαχ.
Κι έτσι πήραμε τήν άπόφαση μέσα σέ γέλια, θ ά κρατούσαμε
φυλακισμένο τόν Φίλιπ Γουΐκσον και θά τού διδάσκαμε τήν ήθική
μας και τήν κοινωνιολογία μας. Στό άναμεταξϋ δμως έπρεπε νά
γίνουν όρισμένα πράγματα. Έπρεπε νά σβηστεϊ κάθε Ιχνος τοϋ
νεαρού όλιγάρχη καί πρώτα άπ’ δλα αύτά ποϋ είχε άφήσει πάνω
στό χωμάτινο τοίχωμα πού θρυμματίστηκε μέ τήν κάθοδό του
στήν τρύπα. Αύτό τό καθήκον έπεσε στόν Μπιέντεμπαχ ποϋ κρε­
μασμένος άπό ψηλά μ’ ένα σχοινί έργάστηκε έπιδέξια δλη τήν ύπόλοιπη μέρα μέχρι πού έξαψάνισε καί τό παραμικρό σημάδι.
Σβήσαμε άκόμα κάθε Ιχνος άπδ τδ χείλος τής τρύπας μέχρι πίσω
ψηλά σ’ δλο τό μήκος τού κάνυον. Κατά τό δειλινό ήρθε δ Τζών
Κάρλσον καί ζήτησε τά παπούτσια τού Γουΐκσον.
Αύτός δέν ήθελε νά δώσει τά παπούτσια του καί φάνηκε δια­
τεθειμένος νά χτυπηθεί γΓ αύτά μέχρι ποϋ στά χέρια τού "Ερνεστ
ένιωσε τή δύναμη ένός πεταλωτή. Αργότερα ό Κάρλσον μάς παραπονέθηκε γιά τΙς φουσκάλες καί τά γδαρσίματα πού τοϋ προκάλεσαν έκεΐνα τά στενά παπούτσια. Είχε καταφέρει όμως νά κά­
νει καλή δουλειά μέ δαϋτα. Ξεκινώντας πίσω άπό τό χείλος τής
τρύπας, άπ’ τό σημείο ποϋ είχε σταματήσει τό σβύσιμο άπό τά Ι­
χνη τού νεαρού, δ Κάρλσον φόρεσε τά παπούτσια καί κατευθύνθηκε πρός τά άριστερά. Περπάτησε πολλά χιλιόμετρα, έφερε γύ­
ρω λοφίσκους, πέρασε πάνω άπό κορυφές βράχων, διέσχισε κά­
νυον καί στό τέλος έσβησε τά Ιχνη μέσα στό τρεχούμενο νερό έ­
νός ρυακιού. Έκεϊ έβγαλε τά παπούτσια κι άφού βάδισε γιά κάμ­
ποσο διάστημα μέσα στό ρυάκι φόρεσε τά δικά του. Μετά άπδ μιά
βδομάδα ό Γουΐκσον ξαναπήρε τα παπούτσια του.
Έκείνη τή νύχτα είχαν άφήσει έλεύθερα τά κυνηγόσκυλα καί
κανείς στό καταφύγιο δέν μπορούσε νά κοιμηθεί. Πολλές φορές
τήν έπόμενη μέρα τά σκυλιά κατέβηκαν γαυγίζοντας τό κάνυον,
άλλά όρμούσαν άριστερά στίς πατημασιές ποϋ τοϋς είχε έτοιμάσει ό Κάρλσον καί οΐ φωνές τους χάθηκαν πέρα μακρυά στά φα­
ράγγια ψηλά στό βουνό. Ό λ ο αύτό τδ χρονικό διάστημα οΐ άν249

δρες μας περίμεναν στό καταφύγιο μέ τά όπλα στό χέρι, τουφέ­
κια καί αύτόματα πιστόλια, γιά νά μή μιλήσουμε γιά τή μισή ντου­
ζίνα φονικές μηχανές πού είχε κατασκευάσει ό Μπιέντεμπαχ.
Μπορεΐ νά φανταστεί κανείς τί έκπληξη περίμενε αύτοϋς ποϋ μάς
ψάχναν άν ριψοκινδύνευαν μιά κάθοδο στήν κρυψώνα μας.
Άποκάλυψα τώρα τήν άλήθεια γιά τήν έξαφάνιση τοϋ Φίλιπ
Γουΐκσον, άλλοτε όλιγάρχη καί άργότερα πιστού ύπηρέτη τής Ε ­
πανάστασης. Γιατί στό τέλος τόν προσηλυτίσαμε. Τό μυαλό του
ήταν φρέσκο καί εΰπλαστο κι άπό τή φύση του ήταν πολϋ ήθικός.
Μερικούς μήνες άργότερα τόν κάναμε νά διασχίσει μ’ ένα άλογο
τοϋ πατέρα του τό Βουνό Σονόμα μέχρι τόν παραπόταμο Πεταλούμα όπου τόν μπαρκάραμε σέ μιά μικρή ψαρόβαρκα. Μέ εύκο­
λους σταθμούς, χάρις στό ύπόγειο δίκτυό μας τόν στείλαμε στό
καταφύγιο τού Κάρμελ.
Έκεϊ έμεινε όκτώ μήνες κι όταν τέλειωσαν δέν ήθελε νά μάς
άφήσει γιά δυό λόγους. Ό ένας ήταν ότι είχε έρωτευτεΐ τήν "Αν­
να Ρόϋλστον καί ό άλλος ότι είχε γίνει ένας άπ’ τοϋς δικούς μας.
Μόνο δταν πείστηκε ότι ό έρωτάς του δέν είχε καμιά έλπίδα συγ­
κατατέθηκε καί γύρισε στόν πατέρα του. "Αν καί φαινομενικά παρέμεινε μέχρι τό θάνατό του ένας όλιγάρχης, στήν πραγματικό­
τητα ήταν ένας άπό τοϋς πιό πολύτιμους πράκτορές μας. Πάρα
πολλές φορές ή Σιδερένια Φτέρνα τά είχε χάσει μέ τήν άποτυχία
στά σχέδια καί τΙς ένέργειες έναντίον μας. "Αν ήξερε τόν άριθμό
τών μελών της ποϋ έργάζονταν γιά μάς θά καταλάβαινε αύτές τΙς
άποτυχίες. Ποτέ δέν ταλαντεύθηκε ή νομιμοφροσύνη του άπέναντι στήν Ύπόθεση. Ό Ιδιος ό θάνατός του όφείλεται στήν άφοσίωσή του στό καθήκον. Στή μεγάλη καταιγίδα τού 1927 ένώ βρι­
σκόταν σέ μιά σύσκεψη άρχηγών μας, άρπαξε πνευμονία άπ’ τήν
όποία καί πέθανε(5).

5.
Ή περίπτωση αύτοϋ τοϋ νεαρού δέν ήταν Ασυνήθιστη. Πολλοί
νέοι τής ’Ολιγαρχίας, είτε γιατί τούς έσπρωξε ένα αίσθημα δικαιοσύνης,
είτε γιατί τή φαντασία τους τήν αιχμαλώτισε ή δόξα τής ’ Επανάστασης,
άφιέρωσαν τή ζωή τους μ’ ένα τρόπο ήθικό ή ρομαντικό σ’ αύτή. Πρίν άπ’
αυτούς πολλοί γυιοΙ Ρώσων εύγενών έπαιξαν κατά τόν Ιδιο τρόπο, ένα
ρόλο στή μακροχρόνια έπανάσταση τής χώρας τους.

250

Κεφάλαιο 21ο

Τό ούρλιαχτό τοϋ ζώου τής άβύσου
Κατά τή μακρυά περίοδο τής παραμονής μας στδ καταφύγιο
βρισκόμαστε σέ στενή έπαφή μέ τόν έξω κόσμο, πράγμα πού μάς
έπέτρεπε νά έκτιμοϋμε μέ άκρίβεια τή δύναμη τής ’Ολιγαρχίας
ποϋ πολεμούσαμε. Μέσα άπό τά σκαμπανεβάσματα αύτής τής με­
ταβατικής περιόδου, βγαίναν ol νέοι θεσμοί ποϋ παίρναν τή μορ­
φή καί τά χαρακτηριστικά τής διάρκειας. 01 Όλιγάρχες είχαν πετύχει νά στήσουν μιά κυβερνητική μηχανή, τόσο πολύπλοκη δσο
καί άπέραντη, ποϋ δμως λειτουργούσε παρά τΙς προσπάθειες ποϋ
κάναμε γιά νά τήν έμποδίσουμε καί νά τήν σαμποτάρουμε.
Αύτό άφηνε κατάπληκτους πολλούς έπαναστάτες. Δέν μπο­
ρούσαν νά συλλάβουν πώς ήταν δυνατό κάτι τέτοιο. Καί δμως ol
δραστηριότητες συνεχίζονταν σ’ όλόκληρη τή χώρα. 01 άνθρω­
ποι κοπιάζανε στά όρυχεϊα καί στούς άγρούς — φυσικά έπρόκειτο
γιά σκλάβους. Ό σ ο γιά τΙς ζωτικές βιομηχανίες, αύτές εύημεροϋσαν πέρα γιά πέρα. Ό λ ο ι δσοι άνήκαν στίς μεγάλες έργατικές κάστες έμεναν Ικανοποιημένοι κι έργάζονταν μέ εύχαρίστη­
ση. Γιά πρώτη φορά στή ζωή τους γνώριζαν τή βιομηχανική εΐρήνη. Δέν τούς άπασχολούσαν πιά ol μειωμένες ώρες έργασίας, οί
άπεργίες, τά λόκ-άουτ καί ή συνδρομή στό συνδικάτο. Ζοϋσαν σέ
πιό άνετα σπίτια μέσα σέ ώραϊες δικές τους πόλεις, ώραϊες σέ
σχέση μέ τΙς τρώγλες καί τά γκέττο δπου ζοϋσαν πρίν. Είχαν καλ­
λίτερη τροφή, λιγώτερες ώρες έργασίας, περισσότερες διακοπές
καί μιά μεγάλη ποικιλία πνευματικών ένδιαφερόντων καί διασκε­
δάσεων. "Οσο γιά τοϋς λιγότερο τυχερούς άδερφοϋς καί άδερφές τους, τούς μή εύνοημένους έργαζόμενους, τόν καταπονημέ­
νο λαό τής Άβύσου, δέν δείχναν τό παραμικρό ένδιαφέρον. Μιά
251

έποχή έγωϊσμοϋ γεννιόταν στήν άνθρωπότητα. Κι άκόμα αύτό
δέν είναι άπόλυτα σωστό γιατί οΐ έργατικές κάστες ήσαν γεμάτες
άπό δικούς μας πράκτορες, άνθρώπους ποϋ πέρα άπό τΙς άνάγκες τής κοιλιάς άναζητούσαν τδ άκτινοβόλο πρόσωπο τής έλευθερίας καί τής άδερφοσύνης.
"Ενας άλλος σπουδαίος θεσμός πού είχε πάρει σάρκα καί όστά καί λειτουργούσε στήν έντέλεια ήσαν οΐ Μισθοφόροι. Αύτό
τό στρατιωτικό σώμα είχε βγει άπό τόν παλιό τακτικό στρατό καί
είχε φτάσει τώρα τή δύναμη ένός έκατομμύριου, χωρίς νά ύπολογίσουμε τΙς άποικιακές δυνάμεις. 01 μισθοφόροι άποτελούσαν
μιά ξεχωριστή ράτσα. Ζοϋσαν σέ δικές τους πόλεις όπου στήν ούσ(α αύτοκυβερνιόντανε καί είχαν πολλά προνόμια. Αύτοί κατανά­
λωναν ένα μεγάλο μέρος άπό τό ένοχλητικό πλεόνασμα. Είχαν
χάσει κάθε έπαφή μέ τόν ύπόλοιπο κόσμο καί κανείς δέν τοϋς
συμπαθούσε. Είχαν διαμορφώσει μιά δική τους ήθική, μιά δική
τους ταξική συνείδηση. Καί παρ’ δλα αύτά είχαμε χιλιάδες πρά­
κτορες άνάμεσά τους.111
'Η Ιδια ή ’Ολιγαρχία άναπτύχθηκε κατά τρόπο άξιοθαύμαστο
καί πρέπει νά δμολογήσουμε δτι ήταν κάτι πού δέν τό περιμένα­
με. Σάν τάξη έδειξε πειθαρχία. Καθένα άπό τά μέλη είχε άναλάβει ένα καθήκον στόν κόσμο καί ήταν ύποχρεωμένο νά τό έκτελέσει. Δέν ύπήρχαν πλούσιοι νέοι άργόσχολοι. Ή δύναμή τους χρη­
σίμευε στήν έδραίωση τής ’Ολιγαρχίας. Υπηρετούσαν είτε σάν άνώτεροι άξιωματικοΐ τού στρατού, είτε σάν άνώτερα καί κατώτε­
ρα στελέχη στή βιομηχανία. Κάναν καριέρα στίς έφαρμοσμένες
έπιστήμες καί πολλοί άπ’ αύτούς γίναν σπουδαίοι μηχανικοί.
Μπαίναν στά πολυπληθή διοικητικά δργανα τής κυβέρνησης, άναλάμβαναν ϋπερεσία στίς άποικιακές κτήσεις καί κατά δεκάδες
χιλιάδες ύπηρετούσανε στίς διάφορες μυστικές ύπερεσίες. Μα­
θήτευαν, μπορώ νά πώ, στήν παιδεία, στήν τέχνη, στήν έκκλησία,
στήν έπιστήμη, στή λογοτεχνία καί άναλάμβαναν τδ σπουδαίο κα­
θήκον νά διαμορφώσουν σ’ αύτούς τοϋς τομείς τή σκέψη τοϋ έ­
θνους ώστε νά έξασφαλίσουν τή διαιώνιση τής ’Ολιγαρχίας.
1.
01 Μισθοφόροι έπαιξαν σημαντικό ρόλο στίς τελευταίες μέρες τής
Σιδερένιας Φτέρνας. ΣτΙς διαμάχες άνάμεσα στοϋς Ό λιγάρχες καί τις έρ­
γατικές κάστες κρατούσαν άποφασιστικά τήν ίσοροπία τής έξουσίας, ρί­
χνοντας τό βάρος τους πότε στή μιά μεριά τής ζυγαριάς καί πότε στήν
άλλη, άνάλογα μέ τό ποϋ έπεφτε τό βάρος άπό τό παιχνίδι τών μηχανοραφιών καί τών συνομωσιών.

252

Τοϋς δίδασκαν, κι αύτοί μέ τή σειρά τους δίδασκαν τοϋς άλ­
λους δτι αύτδ πού κάνανε ήταν τά σωστό. ’Αφομοίωναν τήν Αρι­
στοκρατική Ιδέα άπό τή στιγμή ποϋ άρχιζαν σάν παιδιά νά δέχωνται τΙς έπιδράσεις τοϋ έξωτερικοϋ κόσμου. Ή άριστοκρατική Ιδε­
ολογία ϋφαινόταν μέ τό είναι τους μέχρι πού άποτελούσε μέρος
άπό τά κόκαλα καί τή σάρκα τους. Έ βλεπαν τόν έαυτό τους σάν
δαμαστή άγριων ζώων, σάν όδηγό θηρίων. Κάτω άπό τά πόδια
τους πύκνωναν πάντα ol ύπόγειες βροντές τής έξέγερσης. Ό
βίαιος θάνατος καραδοκούσε πάντοτε άνάμεσά τους. 01 βόμβες,
ol σφαίρες καί τά μαχαίρια άποτελούσαν τά δόντια αύτοϋ τοϋ
ζώου τής Άβύσου ποϋ μούγγριζε καί ποϋ έπρεπε νά δαμάσουν
γιά νά έπιζήσει ή άνθρωπότητα. Πίστευαν δτι ήσαν ol σωτήρες
τής άνθρωπότητας καί θεωροϋσαν τόν έαυτό τους ήρωα ποϋ θυ­
σιάζεται γιά τό ϋψιστο άγαθό.
Πίστευαν δτι αύτοί μόνοι, σάν τάξη, διατηρούσαν τόν πολιτι­
σμό. Ή σ α ν πεπεισμένοι δτι άν ποτέ χάναν μέρος άπό τή δύναμή
τους, τό μεγάλο θηρίο θά τοϋς καταβρόχθιζε μέσα στή σπηλαιώ­
δη καί γλειώδη κοιλιά του καί μαζί μ’ αύτοϋς κάθε χαρά, κάθε τι
τό ώραϊο καί καλό, κάθε τι ύπέροχο. Χωρίς αύτούς θά βασίλευε ή
άναρχία καί ή άνθρωπότητα θά ξανάπεφτε πίσω στήν πρωτόγονη
νύχτα, πού τόσο κόπο έκανε γιά νά βγει άπ’ αύτή! Ή τρομερή εΙκόνα τής άναρχίας βρισκόταν πάντα μπροστά στά μάτια τών παι­
διών τους μέχρι πού κι αύτά μέ τή σειρά τους κάτω άπό τήν έμμο­
νη Ιδέα τοϋ φόβου τής άναρχίας ποϋ τοϋς είχαν καλλιεργήσει, τή
μετέδιδαν στοϋς άπογόνους τους. Αύτό ήταν τό ζώο πού έπρεπε
νά πατήσουν στό λαιμό καί τό στραγγάλισμά του άποτελούσε τό
ύπέρτατο καθήκον κάθε άριστοκράτη. Μέ λίγα λόγια, μόνον αύτοί μέ τΙς συνεχείς προσπάθειες καί θυσίες βρίσκονταν άνάμεσα
στήν άδύνατη άνθρωπότητα καί τό άδηφάγο θηρίο. Κι αύτό τό πί­
στευαν, τό πίστευαν σθεναρά.
Δέν μπορώ νά έπιμείνω πάρα πολύ πάνω σ’ αύτή τήν πεποί­
θηση τής ϋψηλής ήθικής έπιταγής, κοινή σέ δλη τήν τάξη τών Όλιγαρχών. Αύτή άποτελούσε τή δύναμη τής Σιδερένιας Φτέρνας
καί πολλοί σύντροφοι άργησαν πολύ ή κατέβαλαν πολύ κόπο γιά
νά τό καταλάβουν. Πολλοί άπ’ αύτούς πίστευαν δτι ή δύναμη τής
Σιδερένιας Φτέρνας βρισκόταν στό σύστημα τών ποινών καί τών
άμοιβών πού έφάρμοζε. Αύτό είναι λάθος. Ή κόλαση κι ό παρά­
δεισος μπορεϊ ν’ άποτελούν πρωταρχικούς παράγοντες στό θρη­
σκευτικό ζήλο ένός φανατικού, άλλά γιά τήν πλειονότητα τών
253

θρησκευομένων ή κόλαση κι ό παράδεισος είναι συνόνυμα τοϋ
καλοϋ καί τοϋ κακοϋ. Ή άγάπη τοϋ καλοϋ, ή έπιθυμία γιά τό καλό,
ή δυσανασχέτηση γιά κάθε τι ποϋ είναι μερικά μόνο καλό, μέ μιά
λέξη ή καλή διαγωγή, νά ποιός είναι ό πρωταρχικός παράγων τής
θρησκείας. Καί τό Γδιο μπορούμε νά πούμε γιά τήν ’Ολιγαρχία. 01
φυλακές, οί έξορίες, οί έξευτελισμοί άπ’ τή μιά μεριά, οί τιμές, τά
μέγαρα, οί θαυμάσιες πολιτείες άπ’ τήν άλλη, δλα αύτά είναι περιστασιακά. Ή μεγάλη κινητήρια δύναμη τών Ό λιγαρχών βρί­
σκεται στήν πίστη τους ότι κάνουν τό σωστό. Μή σταματάμε στίς
έξαιρέσεις καί μήν ύπολογίζουμε τήν καταπίεση καί τήν άδικία ά­
πό τΙς όποιες γεννήθηκε ή Σιδερένια Φτέρνα. Ό λ α αύτά είναι
γνωστά. Τό γεγονός είναι ότι σήμερα ή δύναμη τής ’Ολιγαρχίας
βασίζεται στήν άπόλυτη πεποίθησή της ότι έχει τό δίκηο μέ τό μέ­
ρος της.<2)
Ά λ λ ά κάί ή δύναμη τής ’Επανάστασης στή διάρκεια αύτών
τών είκοσι τρομερών χρόνων βασίστηκε άποκλειστικά στή συνεί­
δηση ποϋ έχει δτι μάχεται γιά τό δίκαιο. Δέ θά μπορούσαμε νά έξηγήσουμε διαφορετικά τΙς θυσίες μας καί τόν ήρωϊσμό τών μαρ­
τύρων μας. Μόνο γι αύτό τό λόγο ή ψυχή ένός Ρούντολφ Μέντενχωλ πυρακτώθηκε γιά τήν Ύπόθεση κι έγραψε τό θαυμάσιο Κύ­
κνειο Ά σ μ α του έκείνη τήν τελευταία νύχτα τής ζωής του. Μόνο
γι αύτό τό λόγο ό Χούμπερτ πέθανε μέσα στά βασανιστήρια, άρνούμενος μέχρι τό τέλος νά προδώσει τοϋς συντρόφους του. Μό­
νο γι αύτό τό λόγο ή Ά ν ν α Ρόϋλστον άρνήθηκε τή χαρά τής μη­
τρότητας καί ό Τζών Κάρλσον παρέμεινε χωρίς καμιά άνταμοιβή
ό πιστός φύλακας τοϋ Καταφύγιου τοϋ Γκλέν Έ λλεν. "Οποιον
σύντροφο τής ’ Επανάστασης κι άν πάρεις, νέο ή γέρο, άνδρα ή
γυναίκα, σπουδαίο ή άσήμαντο, Ιδιοφυή ή ταπεινό, θά βρεις ότι
πάντοτε ή κινητήρια δύναμη τής ’ Επανάστασης ύπήρξε ή μεγάλη
καί διαρκής δίψα γιά τό δίκαιο.
Ά ς έπιστρέψουμε δμως στή συνέχεια τής Ιστορίας μου. Ό
2.
Μετά τήν άνακολουθία καί τήν άσυναρτησία ποϋ έπικρατοϋσε
στήν ήθική τών καπιταλιστών, οΐ όλιγάρχες πρόβαλαν μιά νέα ήθική, κα­
θορισμένη καί μέ συνέπεια, κοφτερή κι άλύγιστη όπως τό άτσάλι, ή πιό
παράλογη καί ή λιγότερο έπιστημονική καί ταυτόχρονα ή πιό δυναμική ή­
θική ποϋ κατείχε ποτέ τάξη τυράννων. 01 όλιγάρχες πίστειιαν στήν ήθική
τους, άσχετα άν ή βιολογία καί ή έξέλιξη τή διέψευδαν. Κι άκριβώς χάρη
σ’ αύτή τήν πίστη μπόρεσαν νά συγκροτήσουν γιά τρεις αΙώνες τό Ισχυρό
κύμα τής άνθρώπινης προόδου, παράδειγμα σπουδαίο, τρομερό πού πε­
ριπλέκει τόν ήθικολόγο μεταφυσικό καί ποϋ στόν ύλιστή πρέπει νά δη­
μιουργεί πολλές άμφιβολίες κι άνακατατάξεις στίς πεποιθήσεις του.

254

Έρνεστ κι έγώ είχαμε καταλάβει καλά, πρίν άφήσουμε τό κατα­
φύγιο, σέ ποιό σημείο είχε φτάσει ή δύναμη τής Σιδερένιας Φτέρ­
νας. 01 έργατικές κάστες, ol Μισθοφόροι καί ol άμέτρητοι μυστι­
κοί πράκτορες καί άστυνομικο(, είχαν κερδηθεϊ άπό τήν ’Ολιγαρ­
χία. Ή άλήθεια είναι ότι άν άφαιρέσουμε τήν έλλειψη έλευθερίας,
ζούσανε καλλίτερα άπό πρίν. ’Απ’ τήν άλλη μεριά ή μεγάλη άπελπισμένη μάζα τοϋ πληθυσμού, ό λαός τής Άβύσου, βυθιζόταν
σέ μιά άποχαυνωτική άπάθεια κι ή έξαθλίωση δέ φαινόταν νά
τόν ένοχλεΐ. Κάθε φορά ποϋ δυναμικοί π