You are on page 1of 310

qwφιertyuiopasdfghjklzxερυυξnmηq

σwωψerβνtyuςiopasdρfghjklzxcvbn
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
mqwertyuiopasdfghjklzxcvbnφγιmλι
Επιλογές κειμένων

qπςπζαwωeτrtνyuτioρνμpκaλsdfghςj
klzxcvλοπbnαmqwertyuiopasdfghjklz
xcvbnmσγqwφertyuioσδφpγρaηsόρ
ωυdfghjργklαzxcvbnβφδγωmζqwert
λκοθξyuiύασφdfghjklzxcvbnmqwerty
uiopaβsdfghjklzxcεrυtγyεuνiιoαpasdf
ghjklzxcηvbnασφδmqwertασδyuiopa
sdfασδφγθμκxcvυξσφbnmσφγqwθeξ
τσδφrtyuφγςοιopaασδφsdfghjklzxcv
ασδφbnγμ,mqwertyuiopasdfgασργκο

Περιεχόμενα
Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης - Ἄνθος τοῦ γιαλοῦ ................................................................. 5
Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης - Ἄσπρη σὰν τὸ χιόνι .............................................................. 9
Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης - Ἄψαλτος.............................................................................. 11
Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης - ∆ὲν εἶσαι ἡ µιά.................................................................... 14
Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης - Θέρος-ἔρος / Εἰδύλλιον τῆς Πρωτοµαγιᾶς ...................... 15
Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης - Ἐπιµηθεῖς εἰς τὸν βράχον .................................................. 44
Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης - Ἔρως - Ἥρως .................................................................... 50
Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης - Ἡ Γλυκοφιλοῦσα................................................................ 64
Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης - Ἡ ἐπίσκεψις τοῦ Ἁγίου ∆εσπότη ...................................... 78
Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης - Ἡ Ντελησυφέρω ................................................................ 81
Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης - Ἡ Σταχοµαζώχτρα ............................................................. 86
Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης - Ἡ τελευταία βαπτιστική ................................................... 94
Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης - Ἡ χήρα παπαδιά................................................................. 99
Β´ ........................................................................................................................................... 100
Γ´ ........................................................................................................................................... 100
∆´ ........................................................................................................................................... 101
Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης - Λαµπριάτικος Ψάλτης ..................................................... 102
Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης - ὁ Ἀβασκαµὸς τοῦ Ἀγᾶ ..................................................... 122
Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης - Ὁ Ἀλιβάνιστος ................................................................. 130
Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης - Ὁ γάµος τοῦ Καραχµέτη ................................................. 139
Ἕτερος πρόλογος ὑπὸ τοῦ συγγραφέως .......................................................................... 139
Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης - Ὁ Ἔρωτας στὰ χιόνια ..................................................... 153
Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης - Νεκρὸς ταξιδιώτης .......................................................... 158
Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης - Ὁ σηµαδιακός .................................................................. 163
Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης - Ὄνειρο στὸ κύµα.............................................................. 173
Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης - Πάσχα ῥωµέικο ................................................................ 183
Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης - Παιδικὴ Πασχαλιά, Ἀναµνήσεις ..................................... 188

2

Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης - Ῥεµβασµὸς τοῦ ∆εκαπενταυγούστου ............................. 194
Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης - Στὴν Παναγία τὴν Κεχριά ............................................... 203
Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης - Στὴν Παναγία τὴν Κουνίστρα......................................... 204
Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης - Στὴν Παναγία τοῦ Ντοµᾶν .............................................. 205
Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης - Στὴν Παναγίτσα στὸ Πυργί............................................. 206
Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης - Στὸ Χριστὸ στὸ Κάστρο .................................................. 207
Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης - Στρίγγλα Μάννα............................................................... 225
Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης - Τ᾿ ἀερικὸ στὸ δέντρο ....................................................... 231
Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης - Τὰ ∆αιµόνια στὸ ρέµα ..................................................... 235
Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης - Τὰ µαῦρα κούτσουρα....................................................... 245
Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης - Τὰ Χριστούγεννα τοῦ Τεµπέλη ....................................... 260
Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης - Τ᾿ ἀγνάντεµα .................................................................... 266
Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης - Τὸ θαῦµα τῆς Καισαριανῆς............................................. 271
Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης - Τὸ Καµίνι.......................................................................... 276
Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης - Τὸ µοιρολόγι τῆς φώκιας ................................................ 280
Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης - Τὸ Νησὶ τῆς Οὐρανίτσας ................................................. 283
Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης - Τὸ χριστόψωµο ................................................................ 287
Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης - Χωρὶς στεφάνι .................................................................. 291
Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης .............................................................................................. 296
Ἡ Ἐννεακοσιετηρὶς τῆς Παµµεγίστης Λαύρας................................................................. 296
Τρία ἄγνωστα θρησκευτικὰ ἄρθρα τοῦ Παπαδιαµάντη: «Χριστούγεννα» «Πρωτοχρονιά» - «Φῶτα» .................................................................................................. 299
Εἰσαγωγή ........................................................................................................................... 299
Σημειώσεις .................................................................................................................... 300
Χριστούγεννα ....................................................................................................................... 301
Σημειώσεις .................................................................................................................... 303
Ἁγιοβασιλειάτικα................................................................................................................. 304
Σημειώσεις .................................................................................................................... 306

3

Θεοφάνεια ............................................................................................................................ 308
Σημειώσεις .................................................................................................................... 309
Ἀποσπάσµατα....................................................................................................................... 309

Πηγή:
http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/alexandros_papadiamantis/

4

Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης - Ἄνθος
τοῦ γιαλοῦ
Ἐπὶ πολλὰς νύκτας κατὰ συνέχειαν ἔβλεπεν ὁ Μάνος τοῦ Κορωνιοῦ, ἐκεῖ ὅπου ἔδενε
τὴν βάρκαν του κάθε βράδυ, κοντὰ στὰ Κοτρώνια τοῦ ἀνατολικοῦ γιαλοῦ, ἀνάµεσα
εἰς δυὸ ὑψηλοὺς βράχους καὶ κάτω ἀπὸ ἕνα παλαιὸν ἐρηµόσπιτον κατηρειπωµένον, ἐκεῖ ἔστρωνε συνήθως τὴν κάπαν ἐπάνω στὴν πλώρην τῆς βάρκας, κ᾿ ἐκοιµᾶτο
χορευτὸν καὶ νανουρισµένον ὕπνον, τρεῖς σπιθαµὲς ὑψηλότερ᾿ ἀπὸ τὸ κῦµα, θεωρῶν
τὰ ἄστρα, καὶ µελετῶν τὴν Πούλιαν καὶ ὅλα τὰ µυστήρια τοῦ οὐρανοῦ - ἔβλεπε,
λέγω, ἀνοικτὰ εἰς τὸ πέλαγος, ἔξω ἀπὸ τὰ δυὸ ἀνθισµένα νησάκια, τὰ φυλάττοντα ὡς
σκοποὶ τὸ στόµιον τοῦ λιµένος, ἓν µελαγχολικὸν φῶς - κανδήλι, φανόν, λαµπάδα, ἢ
ἄστρον πεσµένον - νὰ τρεµοφέγγῃ, ἐκεῖ µακράν, εἰς τὸ βάθος τῆς µελανωµένης
εἰκόνος, ἐπιπολῆς εἰς τὸ κῦµα, καὶ νὰ στέκῃ ἐπὶ ὥρας, φαινόµενον ὡς νὰ ἔπλεε, καὶ
µένον ἀκίνητον.
Ὁ Μάνος τοῦ Κορωνιοῦ, λεµβοῦχος ψαράς, ἦτον ἀδύνατος στὰ µυαλὰ ὅπως καὶ πᾶς
θνητός. Ἀρκετὸν ἦτο ἤδη ὁποὺ ἔδενε τὴν βάρκαν του κάθε βράδυ ἐκεῖ, δίπλα εἰς τοὺς
δυὸ µαυρισµένους βράχους, κάτω ἀπὸ τὸ ἐρηµόσπιτον ἐκεῖνο, τ᾿ ὁλόρθον ἄψυχον
φάντασµα, τὸ ὁποῖον εἶχε τὴν φήµην, ὅτι ἦτο στοιχειωµένον. Ἐκαλεῖτο κοινῶς «τῆς
Λουλούδως τὸ Καλύβι». ∆ιατί; Κανεὶς δὲν ἤξευρεν. Ἤ, ἂν ὑπῆρχον ὀλίγα γραΐδια
«λαδικά», ἢ καὶ δυὸ τρεῖς γέροι, γνωρίζοντες τὰς παλαιὰς ἱστορίας τοῦ τόπου, ὁ
Μάνος δὲν ἔτυχεν εὐκαιρίας νὰ τοὺς ἐρωτήση.
Ἔβλεπε, βραδιὲς τώρα, τὸ παράδοξον ἐκεῖνο µεµακρυσµένον φῶς νὰ τρέµῃ καὶ νὰ
φέγγῃ ἐκεῖ εἰς τὸ πέλαγος, ἐνῷ ἤξευρεν, ὅτι δὲν ἦτο ἐκεῖ κανεὶς φάρος. Ἡ Κυβέρνησις
δὲν εἶχε φροντίσει δι᾿ αὐτὰ τὰ πράγµατα εἰς τὰ µικρὰ µέρη, τὰ µὴ ἔχοντα ἰσχυροὺς
βουλευτάς.
Τί, λοιπόν, ἦτο τὸ φῶς ἐκεῖνο; Ἠσθάνετο ἐπιθυµίαν, ἐπειδὴ σχεδὸν καθηµερινῶς
ἐπέρνα µὲ τὴν βάρκα του ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ πέραµα, ἀνάµεσα εἰς τὰ δυὸ χλοερὰ νησάκια,
καὶ δὲν ἔβλεπε κανὲν ἴχνος ἐκεῖ τὴν ἡµέραν, τὸ ὁποῖον νὰ ἐξηγῇ τὴν παρουσίαν τοῦ
φωτὸς τὴν νύκτα, νὰ πλεύση τὰ µεσάνυχτα, διακόπτων τὸν µακάριον ὕπνον του, καὶ
τοὺς ρεµβασµούς του πρὸς τ᾿ ἄστρα καὶ τὴν Πούλιαν, νὰ φθάση ἕως ἐκεῖ, νὰ ἰδῆ τί
εἶναι, καί, ἐν ἀνάγκῃ, νὰ τὸ κυνηγήση τὸ µυστηριῶδες ἐκεῖνο φέγγος. Ὅθεν ὁ Μάνος,
ἐπειδὴ ἦτο ἀσθενὴς ἄνθρωπος, καθὼς εἴποµεν, νέος εἰκοσαετής, ἐκάλεσεν ἐπίκουρον
καὶ τὸν Γιαλὴν τῆς Φαφάνας, δέκα ἔτη µεγαλύτερόν του, ἀφοῦ τοῦ διηγήθη τὸ
νυκτερινὸν ὅραµά του, διὰ νὰ τοῦ κάµῃ συντροφιὰν εἰς τὴν ἀσυνήθη ἐκδροµήν.
*

**

Ἐπῆγαν µίαν νύκτα, ὅταν ἡ σελήνη ἦτο ἐννέα ἡµερῶν, κ᾿ ἔµελλε νὰ δύση περὶ τὴν
µίαν µετὰ τὰ µεσάνυχτα. Τὸ φῶς ἐφαίνετο ἐκεῖ, ἀκίνητον ὡς καρφωµένον, ἐνῷ ὁ
πύρινος κολοβὸς δίσκος κατέβαινεν ἤρεµα πρὸς δυσµᾶς κ᾿ ἔµελλε νὰ κρυφθῆ ὀπίσω
τοῦ βουνοῦ. Ὅσον ἔπλεαν αὐτοὶ µὲ τὴν βάρκαν, τόσον τοὺς ἔφευγε, χωρὶς νὰ κινῆται
ὀφθαλµοφανῶς, ὁ µυστηριώδης πυρσός. Ἔβαλαν δύναµιν εἰς τὰ κουπιά,

5

«ἐξεπλατίσθηκαν». Τὸ φῶς ἐµακρύνετο, ἐφαίνετο ἀπώτερον ὁλονέν. Ἦτο ἄφθαστον.
Τέλος ἔγινεν ἄφαντον ἀπὸ τοὺς ὀφθαλµούς των.
Ὁ Μάνος, µαζὶ µὲ τὸν Φαφάναν, ἔκαµαν πολλοὺς σταυρούς. Ἀντήλλαξαν ὀλίγας
λέξεις:
- ∆ὲν εἶναι φανάρι, δὲν εἶναι καΐκι, ὄχι.
- Καὶ τί εἶναι;
- Εἶναι...
Ὁ Γιαλὴς τῆς Φαφάνας δὲν ἤξευρε τί νὰ εἴπῃ.
Τὴν νύκτα τῆς τρίτης ἡµέρας, καὶ πάλιν δυὸ ἢ τρεῖς ἡµέρας µετ᾿ αὐτήν, οἱ δυὸ
ναυτίλοι ἐπεχείρησαν ἐκ νέου τὴν ἐκδροµήν. Πάντοτε ἔβλεπαν τὴν µυστηριώδη
λάµψιν νὰ χορεύῃ εἰς τὰ κύµατα. Εἶτα, ὅσον ἐπλησίαζαν αὐτοί, τόσον τὸ ὅραµα
ἔφευγε. Καὶ τέλος ἐγίνετο ἄφαντον. Τί ἄρα ἦτο;
***
Εἷς µόνον γείτων εἶχε παρατηρήσει τὰς ἐπανειληµµένας νυκτερινὰς ἐκδροµὰς τῶν
δυὸ φίλων µὲ τὴν βάρκαν. Ὁ Λίµπος ὁ Κόκοϊας, ἄνθρωπος πενηντάρης, εἶχε διαβάσει
πολλὰ παλαιὰ βιβλία µὲ τὰ ὀλίγα κολλυβογράµµατα ποὺ ἤξευρε, καὶ εἶχεν ὁµιλήσει
µὲ πολλὰς γραίας σοφάς, αἵτινες ὑπῆρξαν τὸ πάλαι. Ἐκάθητο ὅλην τὴν νύκτα,
ἀγρυπνῶν, σιµὰ εἰς τὸ παράθυρόν του, βλέπων πρὸς τὴν θάλασσαν, καὶ πότε ἐδιάβαζε
τὰ βιβλία του, πότε ἐρρέµβαζε πρὸς τὰ ἄστρα καὶ πρὸς τὰ κύµατα. Ἡ καλύβη του,
ὅπου ἔρηµος καὶ µόνος ἐκατοικοῦσεν, ἔκειτο ὀλίγους βράχους παραπέρα ἀπὸ τὸ σπίτι
τῆς Λουλούδως, ὅπου ἔδενε τὴν βάρκαν του ὁ Μάνος, ἀνάµεσα εἰς τὸ σπίτι τῆς
Βάσως τοῦ Ραγιᾶ καὶ τῆς Γκαβαλογίνας.
Μίαν νύκτα, ὁ Κορωνιὸς καὶ ὁ ἐγγονὸς τῆς Φαφάνας ἡτοιµάζοντο νὰ λύσουν τὴν
βάρκαν, καὶ νὰ κωπηλατήσουν, τετάρτην φοράν, διὰ νὰ κυνηγήσουν τὸ ἀσύλληπτον
θήραµά των.
Ὁ Λίµπος ὁ Κόκοϊας τοὺς εἶδεν, ἐξῆλθεν ἀπὸ τὴν καλύβην του, φορῶν ἄσπρον
σκοῦφον καὶ ράσον µακρύ, ὅπως ἐσυνήθιζε κατ᾿ οἶκον, ἐπήδησε δυὸ τρεῖς βράχους
πρὸς τὰ ἐκεῖ, κ᾿ ἔφθασε παραπάνω ἀπὸ τὸ µέρος, ὅπου εὑρίσκοντο οἱ δυὸ φίλοι.
- Γιὰ ποῦ, ἂν θέλῃ ὁ Θεός, παιδιά; τοὺς ἐφώναξεν. Εἶναι βραδιὲς τώρα ποὺ τρέχετε
ἔξω ἀπὸ τὸ λιµάνι, χωρὶς νὰ γιαλεύετε, χωρὶς νὰ πυροφανίζετε - καὶ τὰ ψάρια σας δὲν
τὰ εἴδαµε. Μήπως σᾶς ὠνείρεψε καὶ σκάφτετε πουθενά, γιὰ νὰ βρῆτε τίποτα
θησαυρό;
Ὁ Μάνος παρεκάλεσε τὸν Κόκοϊαν νὰ κατεβῇ παρακάτω καὶ νὰ ὁµιλῇ σιγανώτερα.
Εἶτα δὲν ἐδίστασε νὰ τοῦ διηγηθῆ τὸ ὅραµά του.
Ὁ Λίµπος ἤκουσε µετὰ προσοχῆς. Εἶτα ἐγέλασε:

6

ἔφθασα τὴ γριά-Κοεράνω τοῦ Ραγιᾶ. Ὁ Γιαλὴς ἠναγκάσθη µὲ συστολὴν κατωτέραν της ἡλικίας του νὰ ὁµολογήση. Ὁ Κόκοϊας. στὸν ἀέρα στέλνοντας τοὺς ἀναστεναγµούς της. ὅπου ἐκυνηγοῦσε ὅλους τοὺς ∆ράκους καὶ τὰ Στοιχειά. κ᾿ ἔπεσαν κ᾿ ἐπροσκύνησαν 7 . ἔλαµπε κι αὐτὴ . µὲ χρυσογάλανα λευκὰ φτερά. καβάλα στὶς καµῆλες τους. Καὶ τ᾿ ἀστεράκι. . Νά. τὰ ἔβλεπαν ὅσοι ἦταν καθαροί. εἶχαν ἀκούσει τ᾿ ἀγγελούδια ποὺ ἔψαλλαν: ∆όξα ἐν ὑφίστοις Θεῷ! Ἔµειναν γονατιστοί. ἡ Λουλούδω.. Ἡ Παναγία µὲ ἀστραφτερὸ πρόσωπο. νὰ πάρη τὴν Λουλούδω! »Ἔφτασαν κ᾿ οἱ τρεῖς Μάγοι. τὸ Καλύβι τῆς Λουλούδως. καὶ τὴν προσευχὴ στὰ οὐράνια. Τὸν παλαιὸν καιρὸν τέτοια πράµατα. νὰ πάρη τὴν Λουλούδω! »Ἦρθαν οἱ βοσκοί. ἅµα νικήση τοὺς βαρβάρους. τώρα τὰ βλέπουν µόνο οἱ ἐλαφροΐσκιωτοι. τὸ ἐσήκωσε. κι ἔλαµπε µὲ γλυκὸ οὐράνιο φῶς.ἔλαµπε ὁ ἥλιος. ρίχνοντας τὰ δάκρυά της στὸ κῦµα. Οἱ τρεῖς βασιλικοὶ γέροι ξεπέζεψαν ἀπ᾿ τὶς καµῆλες τους. κ᾿ ἐλάτρευαν ἀχόρταγα τὸ θάµα τὸ οὐράνιο. ἐχαµήλωσε κ᾿ ἐκάθισε στὴ σκεπὴ τῆς Σπηλιᾶς. Μάνο. σὰν αὐτὸ ποὺ εἶδες. καὶ τὸ ῾βαλε στὸ παχνί. »Ἔφτασε ἡ µέρα ποὺ ὁ Χριστὸς γεννᾶται. περὶ οὗ ὁ λόγος. Ἐδῶ τὸν παλαιὸν καιρὸ ἐκατοικοῦσε µιὰ κόρη. ἤρχισε τότε νὰ διηγῆται: . ὁποὺ τὴν εἶχαν ὀνοµατίσει γιὰ τὴν ἐµορφιά της. ἀλλ᾿ ἐπείθετο εἰς τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ Μάνου. Νά! τώρα θὰ ῾ρθῆ τὸ Βασιλόπουλο. θὰ ἔρθη νὰ τὴν στεφανωθῇ. χωρὶς πόνο. ἐµπήκαν στὸ Σπήλαιο. Ἐγὼ δὲ βλέπω τίποτα!. µ᾿ ἐκστατικὰ µάτια. Εἶχαν χρυσὲς µίτρες στὸ κεφάλι. νὰ βγῆ νικητὴς τὸ Βασιλόπουλο. ποὺ παραµέριζε τῆς νύχτας τὸ σκοτάδι. γέννησε τὸ Βρέφος µὲς στὴ Σπηλιά. κ᾿ ἔπεσαν κ᾿ ἐπροσκύνησαν τὸ θεῖο Βρέφος. γιὰ νὰ τὸ κοιµίση. τὸ ἐσπαργάνωσε µὲ χαρά. οἱ νέοι. κάτω ἀπὸ τὸ παχνί. Τῆς ἔδωκε τὸ δαχτυλίδι του. Εἶχαν ἰδεῖ τὸν Ἄγγελον ἀστραπόµορφον. Τὸ ἴδιο κι ὁ Γιαλὴς βλέπει αὐτὸ ποῦ λὲς πῶς βλέπεις. ἕνα λαµπρὸ χρυσὸ ἀστέρι. Ἕνα βοϊδάκι κ᾿ ἕνα γαϊδουράκι ἐσίµωσαν τὰ χνῶτα τοὺς στὸ παχνὶ κ᾿ ἐφυσοῦσαν µαλακὰ νὰ ζεστάνουν τὸ θεῖο Βρέφος. κ᾿ ἐκίνησε νὰ πάῃ στὸ σεφέρι καὶ τῆς ἔταξε µὲ ὅρκον ὅτι. ὅστις ἔλεγεν ὅτι τὸ βλέπει. σείων σφοδρῶς τὴν κεφαλήν. θαµπωµένοι. νὰ ἔρθη ἡ µέρα ποὺ θὰ γεννηθῆ ὁ Χριστός. πολλὴν ὥρα. παλαιικὰ πράµατα. τὴν µαννοῦ αὐτῆς τῆς Βάσως τῆς γειτόνισσας. »Ἐπῆγε τὸ Βασιλόπουλο.. κ᾿ ἐφοροῦσαν µακριὲς γοῦνες µὲ πορφύρα κατακόκκινη.µαζὶ µὲ τὸν πατέρα της τὸν γερό-Θεριὰ (ἑλληνικὰ τὸν ἔλεγαν Θηρέα). νὰ γυρίση ὁ σαστικός της νὰ τὴν στεφανωθῆ. εἶπε. τώρα θὰ ῾ρθῆ τὸ Βασιλόπουλο. ὅτι δὲν ἔβλεπε τὸ φῶς. Ἔµεινεν ἡ Λουλούδω. µὲ τὶς µαγκοῦρες τους.Ἀµ᾿ ποὺ νὰ τὰ ξέρετε αὐτὰ ἐσεῖς. δυὸ γέροι µὲ µακριὰ ἄσπρα µαλλιά. ποὺ λένε πῶς εἶναι στοιχειωµένο. παιδιά. Ἐγὼ ποὺ µὲ βλέπετε. ξαφνιασµένοι.Ἀκοῦστε νὰ σᾶς πῶ. καθὼς καὶ τὴ µάννα τῆς Γκαβαλογίνας. Μοῦ εἶχαν διηγηθῆ πολλὰ πρωτινά. χωρὶς βοήθεια. Ἕνα Βασιλόπουλο ἀπὸ τὰ ξένα τὴν ἀγάπησε τὴν ὄµορφη Λουλούδω. ἕνα βοσκόπουλο µὲ τὴ φλογέρα του. µὲ τὴν ἀσηµένια σαγίτα καὶ µὲ φαρµακωµένα βέλη. τὴν ἡµέρα ποὺ θὰ γεννηθῆ ὁ Χριστός. καθὼς κι αὐτὸ ποὺ θὰ σᾶς πῶ τώρα: »Βλέπετε αὐτὸ τὸ χάλασµα. ἀκόµα κι ἄλλες γριές.

τὸ Παιδί. Ἄνοιξαν τὰ πλούσια τὰ δισάκια τους, κ᾿ ἐπρόσφεραν δῶρα: χρυσὸν καὶ
λίβανον καὶ σµύρναν.
- »Νά! τώρα θὰ ῾ρθῆ τὸ Βασιλόπουλο, νὰ πάρη τὴν Λουλούδω!
»Πέρασαν τὰ Χριστούγεννα, τελειώθηκε τὸ µυστήριο, ἔγινε ἡ σωτηρία, καὶ τὸ
Βασιλόπουλο δὲν ᾖρθε νὰ πάρη τὴν Λουλούδω! Οἱ βάρβαροι εἶχαν πάρει σκλάβο τὸ
Βασιλόπουλο. Τὸ φουσάτο του εἶχε νικήσει στὴν ἀρχή, τὰ φλάµπουρά του εἶχαν
κυριέψει µὲ ἀλαλαγµὸ τὰ κάστρα τῶν βαρβάρων. Τὸ Βασιλόπουλο εἶχε χυµήξει µὲ
ἀκράτητην ὁρµή, ἀπάνω στὸ µούστωµα καὶ στὴ µέθη τῆς νίκης. Οἱ βάρβαροι µὲ δόλο
τὸν εἶχαν αἰχµαλωτίσει!
»Τὰ δάκρυα τῆς κόρης ἐπίκραναν τὸ κῦµα τ᾿ ἁρµυρό, οἱ ἀναστεναγµοί της
ἐδιαλύθηκαν στὸν ἀέρα, κ᾿ ἡ προσευχή της ἔπεσε πίσω στὴ γῆ, χωρὶς νὰ φθάση στὸ
θρόνο τοῦ Μεγαλοδύναµου. Ἕνα λουλουδάκι ἀόρατο, µοσχοµυρισµένο, φύτρωσε
ἀνάµεσα στοὺς δυὸ αὐτοὺς βράχους, ὁποὺ τὸ λὲν Ἀνθὸς τοῦ Γιαλοῦ, ἀλλὰ µάτι δὲν τὸ
βλέπει. Καὶ τὸ Βασιλόπουλο, ποὺ εἶχε πέσει στὰ χέρια τῶν βαρβάρων, ἐπαρακάλεσε
νὰ γίνῃ Σπίθα, φωτιὰ τοῦ πελάγους, γιὰ νὰ φτάση ἐγκαίρως, ὡς τὴν ἡµέρα ποὺ
γεννᾶται ὁ Χριστός, νὰ φυλάξη τὸν ὅρκο του, ποὺ εἶχε δώσει στὴ Λουλούδω.
»Μερικοὶ λένε, πῶς τὸ Ἄνθος τοῦ Γιαλοῦ ἔγινε ἀνθός, ἀφρὸς τοῦ κύµατος. Κ᾿ ἡ
Σπίθα ἐκείνη, ἡ φωτιὰ τοῦ πελάγου ποὺ εἶδες, Μάνο, εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ
Βασιλόπουλου, ποὺ ἔλιωνε, σβήσθηκε στὰ σίδερα τῆς σκλαβιᾶς, καὶ κανεὶς δὲν τὴν
βλέπει πιά, παρὰ µόνον ὅσοι ἦταν καθαροὶ τὸν παλαιὸν καιρόν, καὶ οἱ
ἐλαφροΐσκιωτοι στὰ χρόνια µας».

8

Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης - Ἄσπρη
σὰν τὸ χιόνι
∆ὲν ἐνθυµοῦµαι πλέον πῶς µου τὸ ἔλεγε ἡ ἀείµνηστος ἡ κυρούλα µου τὸ ὡραῖον
ἐκεῖνο παραµύθι. Ἐπρόκειτο δι᾿ ἕνα βασιλόπουλο, ὁποὺ δὲν ἔστεργε πότε νὰ
πανδρευθῇ, ἀνίσως δὲν εὕρισκε µίαν βασιλοπούλα, τὴν ὄµορφη τοῦ κόσµου, ὅπου νὰ
εἶναι ἄσπρη σὰν τὸ χιόνι, καὶ κόκκινη σὰν τὸ αἷµα.
Καὶ ὕστερα νοµίζω, τὸ βασιλόπουλο ἐπῆγε νὰ λαφοκυνηγήσῃ εἰς τέτοιον καιρόν, τὸν
ὁποῖον ἔχοµεν αὐτὴν τὴν ἑβδοµάδα, ἀκόµη καὶ εἰς τὰς Ἀθήνας. Κι ἔρριξε µίαν
τουφεκιὰν ἐπάνω στοὺς χιονισµένους κάµπους καὶ στὰ λιβάδια καὶ στὰ πλάγια τῶν
βουνῶν κι ἐµάτιασε µίαν ἔλαφον. Καὶ τὸ αἷµα τῆς ἐλάφου ἐχύθη ἐπάνω στὰ χιόνια, κι
ἐκεῖ, δὲν ἠξεύρω πῶς, ἐγεννήθη µία βασιλοπούλα, κι ἐµεγάλωσε καὶ ἦταν ἄσπρη σὰν
τὸ χιόνι καὶ κόκκινη σὰν τὸ αἷµα.
Καὶ τὸ βασιλόπουλο ηὖρε τὴν νύµφην τῶν ὀνείρων του, πλασµένην ἀπὸ χιόνι, ὅπως ὁ
Πυγµαλίων τὴν ηὖρε ἀπὸ µάρµαρον. Ὅλοι αὐτοὶ ὑπῆρξαν εὐτυχεῖς ἐναντίον πρὸς τὸν
στίχον τοῦ Ἰταλοῦ Ποιητοῦ, καὶ συµφωνότεροι πρὸς τὸν ὁρισµὸν τοῦ ἀρχαίου
φιλοσόφου. Εὐτυχεῖς, διότι δὲν ὑπῆρξαν. Ἀλλ᾿ ἔκαµον καὶ ἄλλους πρὸς καιρὸν
εὐτυχεῖς, τόσα παιδιὰ ποὺ ἄκουσαν τὰς διηγήσεις τῶν προµητόρων.
Ἐνθυµῆσθε τὸν στίχον τοῦ Σολωµοῦ.
Ποιὰ εἶναι κείνη ποὺ κατεβαίνει
ἀσπροντυµένη ἀπ᾿ τὸ βουνό.
Ἡ χιὼν καὶ τὸ γάλα εἶναι αἱ δυὸ προχειρότεραι κοινοτοπίαι διὰ τὴν λευκότητα νεαρὸς
γυναικός. Μίαν φορὰν ἔτυχε ν᾿ αὐτοσχεδιάσω ἓν δίστιχον, πρὸς ἔπαινον µιᾶς λευκῆς
καὶ λευκοφορεµένης. Μαζὺ µὲ ἕνα ἀγαπηµένον, εὐγενῆ φίλον µου, τὸν Γιαννάκην
τοῦ κατετὰν-Ἀργυροῦ, ἐβαδίζοµεν εἰς τοῦ Ἀχειλᾶ τὸ ποτάµι, τὸν κατήφορον, τὸ
ρέµµα-ρέµµα.
Παρὰ τὴν βρύσιν, ἐπέζευσεν ἐκεῖνος, ἐγὼ ἐπέµεινα πεζὸς νὰ βαδίζω. Τότε µ᾿ ἐβίασε
φιλικῶς νὰ λάβω ὀνάριον, τὸ ὁποῖον ἐσταµάτησεν εἰς τὸν δρόµον. Ἦτο
µεγαλόσωµον, µὲ κοκκινωπὸν σποδοβάϊον τρίχωµα, ὅλως ἀσυνήθους χρώµατος, τὸ
ὁποῖον ἐγώ, µὲ τὸ ἀνακάτωµα ἀθηναϊκῶν ἀναµνήσεων, ὠνόµασα κοκκινέλι.
Παρὰ τὴν βρύσιν µας ἔφερεν ὁ ψυχογιὸς τοῦ Γιαννάκη, ὁ ἀγωγιάτης καλάθιον µὲ
ἀχλάδια, ἀγγούρια καὶ πράγµατα. Ἔβαλεν εἰς τὴν πηγήν, διὰ νὰ κρυολογήση, τὸ
παγοῦρι µὲ τὸ ρακί. Παγοῦρι φυσικόν, ἀπὸ ποδάρι τεραστίας καβούρας, τὸ ὁποῖον
ὀνοµάζοµεν, δὲν ἠξεύρω διατί, τὸν Καβουροπόλεως. Ἐλέγαµεν π.χ. φέρε τὸν
Καβουροπόλεως, µᾶς ἦλθεν ὁ Καβουροπόλεως; καὶ τὰ τοιαῦτα.
Ἀλλ᾿ ἰδού, ἐνθυµοῦµαι. Εἷς νεαρὸς µοναχός, ἀγαπῶν νὰ ἀστεΐζεται, γενοµένου ποτὲ
λόγου περὶ µητροπολιτῶν διαφόρων παροικιῶν, ληγουσῶν εἰς πόλεως, ὅταν ἔτυχε
τότε νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν µέσην καὶ τὸ παγοῦρι αὐτὸ τοῦτο, ἀνέκραξεν αἴφνης!

9

- Νὰ καὶ ὁ Καβουροπόλεως!
Ἐκεῖ λοιπόν, ὅταν τὸ παγοῦρι αὐτὸ ἔφερε τοὺς συνήθεις γύρους, ἀνεκαλέσαµεν, µὲ
πάντα σεβασµόν, τὰ λόγια τοῦ προφήτου Ἠλιού, ἐκ τῆς Βασιλειῶν Γ´, κι ἐλέγαµεν
«∆ευτερώσητε, καὶ ἐδευτέρωσαν. Τρισσεύσητε, καὶ ἐτρίσσευσαν».
Ὅπου ὁ καπετὰν Γιαννάκης, µεγάλως φαιδρυνθεῖς, ὅταν ἤκουσε τὰ ἐδάφια αὐτὰ τῆς
Γραφῆς, ἀφελῶς ἔλεγεν, ἀποτεινόµενος πρὸς κληρικὸν φίλον µας.
- Τί δευτέρωσες, παπᾶ;
Τοῦ Γιαννάκη βεβαίως θὰ ἐπήγαινεν ὁ νοῦς τοῦ εἰς τὸ δευτέρωµα τῶν ἀµπέλων, τὸ
καλούµενον καὶ δισκάφισµα.
Τέλος, ἵππευσα κι ἐγὼ εἰς τὸ Κοκκινέλι, τὸν Πήγασόν µου, καὶ ἠρχίσαµε ν᾿
ἀνερχώµεθα τὸ βουνό. Ἐπηγαίναµεν εἰς ἕνα πανηγύρι τοῦ Προδρόµου, τῆς 24
Ἰουνίου.
Ἐκεῖ συνηντήσαµε τὴν λαµπρὰν παρέαν τοῦ καπετάν-Κωνσταντῆ τοῦ Μυτιληνιοῦ,
ὅλην ἔφιππον. Αὐτός, ἡ συµβία του, τὰ 4 παιδιά του καὶ δυὸ παραγυιοί του. Ἡ
καπετάνισσα, ὡραῖα, τριακοντούτις γυνή, µὲ λαµπρὰν περιβολή, καὶ κόκκινα
µεταξωτὰ ὑποκάµισσα, ἵππευε µεγαλοπρεπῶς ἐπὶ εὐρώστου ἡµιόνου.
Ξαναµµένος, καθὼς ἤµουν ἐγώ, ὀχούµενος ἐπάνω εἰς τὸ Κοκκινέλι, µοῦ ᾖλθε νὰ εἴπω
εἰς τὸν καπετὰν Κωνσταντήν.
- Μοῦ δίνεις τὴν ἄδειαν νὰ πῶ ἕνα τραγούδι τῆς κυρίας;
- Εὐχαρίστως.
Καὶ τότε ἀπήγγειλα.
Ἀσπροκολοβοῦσα µου καὶ ἄσπρη σὰν τὸ γάλα
σένα σου πρέπει λεβεντιά, σοῦ πρέπει καὶ καβάλα.
Σηµειώσατε, ὅτι ἡ πρώτη λέξις τοῦ διστίχου ἄνευ δυσφηµίας σηµαίνει, ἐκεῖ εἰς τὰς
νήσους, τὴν φέρουσαν λευκὸν κολόβιον, ἢ φουστάνι ἄνευ χειρίδων.
Καὶ ὅλα µὲν αὐτὰ καλὰ ἦσαν τότε, ἀλλὰ τώρα, ὅταν ἐγήρασε τις, οὔτε ἄσπρη σὰν τὸ
χιόνι, οὔτε κόκκινη σὰν αἷµα, τίποτε πλέον ἀπ᾿ ὅλα αὐτὰ δὲν βλέπει τις. Ἀλλὰ
καταντᾷ νὰ γίνεται αὐτός: κρύος σὰν τὸ χιόνι... καὶ νὰ πάσχῃ ἀναιµίαν.

10

Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης - Ἄψαλτος
Βαθεῖαν θυελλώδη νύκτα, πρὸς ὄρθρον βαθύν, ὁ ὄµβρος ἐκόπασεν αἴφνης, καὶ
δαιµονιώδης τυφῶν, κραταιὸς ἄνεµος ἐφύσησε, κ᾿ ἔπαυσεν ὁ κατακλυσµὸς τοῦ
νεροῦ, ἀφοῦ ἐπὶ τρεῖς ὥρας εἶχε κάµη νὰ πλεύσῃ ὅλον τὸ χωρίον εἰς τὴν κοιλάδα τὴν
παράλιον. Ὁ µέγας χείµαρρος εἰς τὸ µέσον τῆς ὡραίας λεκάνης, ἐξεχείλισε, παρέσυρε
δυὸ γέφυρας, ἐπληµµύρησεν εἰς ὅλα τὰ χαµόγεια καὶ τὰ σπιτάκια τῶν πτωχῶν, κ᾿
ἔκαµε νὰ κολυµβοῦν γυναῖκες καὶ παιδία, καὶ κτήνη εἰς τὸν καταρράκτην τὸν βαθύν.
Τὸ νερὸν ὑψώθη ἕως τὰ πατώµατα τῶν πτωχικῶν οἰκιῶν, οἱ περισσότεροι τῶν
κατοίκων ἐπρόφθασαν νὰ φύγουν εἰς τὰ ὑψηλὰ καὶ τὰ µετέωρα. Ὅ,τι ἠδύνατο νὰ
διακρίνῃ τὶς εἰς τὸ στίλβον ἐκεῖνο σκότος, ἦτο µόνον ἓν χάος πλωτόν. ∆ὲν ἐφαίνετο
πλέον ἄστρον οὔτε πούλια, οὔτε πετεινὸς ἐλάλει, οὔτε ὡρολόγι ἐσήµαινεν.
Ἐφαντάζετό τις ὅτι ἡ νύκτα ἐκείνη τοῦ φθίνοντος Νοεµβρίου δὲν ἔµελλε ποτὲ νὰ
τελειώσῃ. Αἴφνης, περὶ τὰ µεσάνυχτα, ἠκούσθη µεγάλη, ἐξωτικὴ κραυγή: – Πί πί πί !
πί πί ! πί ! πί !
Ἡ φωνὴ ἐκείνη ἦτο ἀνεξήγητος. Καµµία πτωχὴ γραῖα δὲν θὰ ἦτο ἱκανὴ νὰ φωνάξῃ,
τέτοιαν ὥραν, τὶς πάπιες της, αἵτινες, ἄλλως, θὰ εἶχον εὑρεῖ τὴν χαράν των, καί,
καθὼς ἐβεβαίωνεν εἷς χωρικός, ὅστις ἔλεγεν ὅτι ἠξεύρει ἀπ᾿ αὐτά, βεβαίως
«ἐκοιµῶντο πλέουσαι εἰς τὸ νερόν». Ἡ φωνή, ἐκτάκτως ὀξεῖα, ἦτο ἴση µε τὸν ἦχον
δέκα συρίγγων, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ εἶνε ἀνθρωπίνη. Κατὰ τὴν λογικωτέραν φανείσαν
τότε ἐξήγησιν, αὐτὸς ὁ ἄρχων τοῦ σκότους εἶχε τολµήσει νὰ προβάλῃ τὸ ἄσχηµον
ρύγχος του ἀπὸ καµµίαν θυρίδα τοῦ ζοφεροῦ ἀγνώστου, µέσα εἰς τὸ ὑγρὸν ἐκεῖνο
ἔρεβος, καὶ µὴ δυνάµενος νὰ κρύψῃ τὴν µαύρην χαιρεκακίαν του, διότι ἔβλεπε τοὺς
ἀνθρώπους νὰ πλέουν, ὡς νὰ εἶχον µεταµορφωθεῖ εἰς τὸ γένος τῶν νήσσων, ἔρρηξε
τὴν κραυγὴν ἐκείνην τοῦ πικροῦ σαρκασµοῦ πρὸς τὴν ταλαίπωρον ἀνθρωπότητα.
***
Τέλος, µετὰ µακρᾶς ὥρας, µέγας ἄνεµος τυφῶν µανιωδῶς ἐφύσησεν. Ἐσίγησεν ὁ
µονότονος ροῖβδος τῆς βροχῆς, ὁ βαθὺς ρόχθος τῶν κυµάτων ἀντήχει τώρα ἀπὸ τὸν
λιµένα, καὶ ὁ φρενιαστικὸς συριγµὸς τῶν τροχαλιῶν, καὶ ἡ βάναυσος κλαγγὴ τῶν
ἁλύσεων, τὰς ὁποίας ἐξέσυρε κ᾿ ἔπαιζεν ἡ τρικυµία. Σιµὰ εἰς πέντε ἢ ἓξ ὀγκώδη
σκάφη, ἀσφαλῶς ἀραγµένα, νὰ µικρὸν κόττερο, νέο σκαρί, ἐφαίνετο νὰ σαλεύῃ εἰς
τὸν γνόφον τὸν βαθύν, ἀνάµεσα εἰς τὸ ∆ασκαλειό, τὸ βραχῶδες χθαµαλὸν νησίδιον,
καὶ εἰς τὸν παλαιὸν Μῶλον, δίπλα εἰς τὰ ρηχά, τὰ ἁπλούµενα ἐκεῖθεν τῶν ἐκβολῶν
τοῦ χειµάρρου. Στιγµὴν τινά, ὅταν ὁ ἄνεµος εἶχε φθάσει εἰς τὸ ἔπακρον τῆς λύσσης
του, κρότος ὀξὺς ἠκούσθη ἀπὸ τὸ κόττερον, ὅστις ἐξεχώριζε καὶ ἀπὸ τὸν ρόχθον τῶν
κυµάτων, καὶ ἀπὸ τοὺς συριγµοὺς τῶν τροχαλιῶν. Ἦτον ὡς κραυγὴ ἀγωνίᾳς.
∆υὸ ἢ τρεῖς θαλασσινοὶ κατοικοῦντες εἰς τὸ παραθαλάσσιον, σιµὰ εἰς τὴν
προκυµαίαν, εἶχον ἀνοίξει τὰ παράθυρά των, κ᾿ ἐκύτταζαν ἀνήσυχοι τὰ χειµαζόµενα
πλοῖα. Οὔτε ἐνόησαν τί ἐσήµαινεν ἡ κραυγὴ ἢ ὁ κρότος αὐτός. Ὁ εἷς τότε ἐφώναξε
πρὸς τὸν γείτονά του:
- Ποιὸς νὰ πάῃ, καπετὰν Στέργιο, νὰ φωνάξῃ αὐτὸν τὸν Μῆτρο, τὸν νειόγαµπρο; ∆ὲν
τὸ βλέπω καλὰ τὸ κόττερο.

11

- Ποιὸς νὰ πάῃ, καπετὰν Νικόλα; ἀπήντησεν ἀπαθὴς ὁ Στέργιος.
- Ἀλοία στὸν καϋµένον τὸν Φραγκούλα! εἶπεν ὁ πρῶτος ὁµιλήσας.
Οἱ δυὸ ναυτικοὶ ἦσαν µὲ τὰ νυκτικά των. Ἄλλως ἤξευραν ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ µικροῦ
σκάφους εἶχε συνήθειαν νὰ κοιµᾶται κατ᾿ οἶκον, ἡ δὲ οἰκία του δὲν εἶχε τὸ
πλεονέκτηµα νὰ εἶνε παραθαλασσία. Τὸ κόττερο ἦτον «νέο σκαρί», καὶ ὁ καπετάνιος
του ἦτον «νειόγαµπρος». Μόνον ὑπῆρχεν ἐντὸς τοῦ πλοίου ὁ σύντροφός του, γέρων
ναυτικός, ὁ Κώστας Φραγκούλας, ὅστις εἶχεν ἔργον νὰ φυλάγῃ τὸ πλοῖον.
Μόλις ἐξέφερεν ὁ ὀνοµασθεὶς Καπετὰν Νικόλας τὸν ἐλαφρὸν ἐκεῖνον ταλανισµόν,
καὶ ὡς ἀπάντησις εἰς τὸ ἀλοὶ ἐκεῖνο, φοβερὸς τριγµὸς καὶ κρότος µετὰ ὀξέος
συριγµοῦ ἀντήχησε. Ἦτον ὡς καγχασµὸς θαλασσίου δαίµονος εἰς τὸ σκότος. Μέσα
εἰς τὴν πάλην τῶν στοιχείων, καὶ εἰς τὸν ποικίλον ὀρυµαγδόν, ἄπειρον ὄµµα καὶ µὴ
ἐξησκηµένον ὠτίον, τίποτε δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ διακρίνει. Μόνον οἱ δυὸ πλοίαρχοι,
ἀπὸ τὰ παράθυρά των, πάραυτα ἐνόησαν καὶ ἀφήκαν διπλὴν κραυγήν.
- Πάει τὸ κόττερο! εἶπε µετ᾿ ἀληθοῦς πόνου ὁ Νικόλας. Κρῖµα ῾στο! κρῖµα ῾ς!
- Τύφλα! εἶπεν ἀνάλγητος, αὐστηρὸς τιµητὴς ὁ Στέργιος.
***
Τὸ πρωί, ὅλοι ἔµαθαν ὅτι ἡ τρικυµία ἐξέσυρε τὰς ἀγκύρας τοῦ µικροῦ κοττέρου, καὶ
τὸ πλοῖον ἔγινεν ἄφαντον, µαζὶ µὲ τὸν Κῶτσον τὸν Φραγκούλαν, τὸν µόνον ἐπ᾿ αὐτοῦ
ναυβάτην. Εὑρέθησαν τινὲς διὰ νὰ ὑπάγουν νὰ κράξουν τὸν πλοίαρχόν του, τοῦ
ὁποίου ἡ οἰκία εὑρίσκετο ἕνα δροµίσκον παραµέσα ἀπὸ τὴν προκυµαίαν ἀλλ᾿ ἦτο
ἀργὰ πλέον. Ἀπόπειρα εἶχε γείνη, µὲ µίαν µεγάλην σκαµπαβίαν, µὲ ἓξ κωπία, νὰ
πλεύσωσι πρὸς τὸ νότιον µέρος, εἰς τὸ στόµιον τοῦ λιµένος, µὲ τὸν λυσσῶντα ἄνεµον
τὸν πνέοντα ἀπὸ τῆς ξηρᾶς, ἀλλὰ δὲν ἠµπόρεσαν νὰ «µπουκάρουν», ἤτοι νὰ
κατευθυνθῶσι πρὸς τὰ ἐκεῖ. Τὸ πλοῖον εἶχε γίνῃ ἄφαντον.
Τὴν ἐπαύριον, εἶχε γίνῃ εὐδία. ∆ὲν ὑπῆρχε πλέον ἡ µικρὰ φουσκοθαλασσιὰ κ᾿
ἐλαφρὰ πνοή, ὁµοία µε τὸν πείσµονα γρυσµὸν τοῦ µετὰ κόπου κατασιγασθέντος
σκύλου. Ὅλοι ἐσυλλυποῦντο τὸν νεαρὸν καπετὰν Μῆτρον, καὶ ὅλοι ἔκαµνον, ὅπως
συνειθίζουν οἱ ναυτικοί, ἢ κατὰ πρόσωπον, ἢ ὄπισθεν τῶν νώτων, τὰς ἀµειλίκτους ἐκ
τῶν ὑστέρων ἐπικρίσεις των. Βέβαια, ὁ Μῆτρος ἦτο νέος κυβερνήτης. Ἕως τότε εἶχε
ταξιδεύσει ἐπὶ χρόνους ὡς ναύτης εἰς µεγάλα πέλαγα, µὲ τὴν σκοῦναν τοῦ πατρός
του. Ἑπόµενον ἦτο νὰ εἶνε «ἀτζαµής», καὶ νὰ µὴν εἰξεύρη καλὰ οὔτε ἀπὸ
ἀκτοπλοΐαν, οὔτε πῶς νὰ «σιγουράρῃ» τὸ πλοῖον του εἰς τὸν λιµένα, ἀφοῦ µάλιστα
ἐκοιµᾶτο κατ᾿ οἶκον. Νιόγαµβρος, νέο σκαρί. Ἀλοία! στὸν Φραγκούλα.
***
Ναί, ὁ Φραγκούλας, ἦτον γέρος, καὶ ἠµπορεῖ νὰ ἦτον σχεδὸν ἀνίκανος. Παράξενος,
στραβός, µισοπάλαβος. Ἀλλοίθωρος, ἡ γυναῖκα του. Ἐπὶ τινὰ χρόνον ἔµενεν εἰς ἕνα
κατώγι, διὰ ψυχικόν. Ἐπήγαινε µὲ τὶς βάρκες, εἰς ψάρευµα ἢ µικροὺς ναύλους, ἀλλὰ
συνήθως ἐξενυχτοῦσε στὸ κατώγι. Τέλος, ὅταν ἔφτιασε τὸ κόττερο ὁ Μῆτρος, ὅστις
ἦτο δεύτερος ἀνεψιός του, τὸν προσέλαβεν ὡς τακτικὸν συµπλωτήρα, ἅµα καὶ
νηοφύλακα. Πρὸς τί νὰ ὑποχρεώνεσαι, τοῦ εἶπε, «µπάρµπα», νὰ κοιµᾶσαι στὸ ξένο

12

κατώγι; ἀφοῦ, «καλλίτερα γιὰ σένα» σ᾿ ἔδιωξεν ἡ γυναῖκα σου; ἔλα νὰ κοιµᾶσαι µέσ᾿
τὸ κόττερο, κάτω στὴν πλώρη, ποὺ κάνει µεγάλη ζέστη, ζέφκι, καὶ καλοπερασιά.
***
Ὁ καϋµένος, ὁ Κῶτσος, ὀλίγας ἡµέρας πρίν, εἶχε συµβῇ, εἰς τὴν κηδείαν ἑνὸς
παλαιοῦ γείτονός του, νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν ναόν, ἐνῷ ἐψάλλετο ἡ νεκρώσιµος
ἀκολουθία. ∆ὲν ἦτο τακτικὰ φιλακόλουθος. Μερικοὶ τὸν ἐπείραζαν, καὶ τὸν ἔλεγαν
«φαρµασῶνον». Ἀλλ᾿ αὐτὸς ἦτο ἐξ ἰδιοσυγκρασίας σκωπτικός, ἰδιότροπος ἐν τῇ
ἀσυνειδήτῳ φιλοσοφίᾳ του. ∆ιῆλθεν ἄνωθεν τοῦ χοροῦ, πρὸ τῶν βαθµίδων τοῦ
βήµατος κ᾿ ἐπλησίασεν εἰς ἕνα νέον δηµοδιδάσκαλον, ὅστις ἐσυνεῖθιζε νὰ ψάλλῃ, καὶ
κατὰ τὴν κηδείαν αὐτὴν ἵστατο ἀριστερά, βοηθῶν τοὺς ἱερεῖς, εἰς τὸν στίχον: «Κύριε
ἀνάπαυσον τὴν ψυχὴν τοῦ δούλου σου», τὸν ὁποῖον ἐπανελάµβανεν ἐκ περιτροπῆς ὁ
ψάλτης. Ὁ Φραγκούλας ἀλλοκότως ἐγέλασε, καὶ εἶπε µὲ φωνὴν σχεδὸν ἀκουστήν:
- Ἀνάθεµα στὴν ψυχὴν τοῦ δούλου σου; Τί λὲς δάσκαλε;
Ὁ ψάλτης τοῦ ἔνευσε µόνον νὰ σιωπήσῃ. Καὶ µὲ κυκλοτερὲς βλέµµα πρὸς τοὺς
ἄλλους, τοὺς ἐσύστησε νὰ µὴ δώσουν προσοχήν, διὰ νὰ µὴ γίνῃ χασµωδία.
Ὁ Φραγκούλας µετ᾿ ὀλίγον καὶ πάλιν ἐπανέλαβε:
- Τί τοὺς ψαίλνετε; ... Τί τοὺς κάνετε νάνι-νάνι; ... Ὅλοι στ᾿ ἀνάθεµα θὰ πᾶµε!...
Ὁ διδάσκαλος καὶ πάλιν τοῦ ἔνευσεν αὐστηρῶς. Καὶ ὁ Κῶτσος ἀπεµακρύνθη.
***
Καὶ µετ᾿ ὀλίγας ἡµέρας ἐπέπρωτο, ὁ γέρων οὗτος ναυτικός, ὅστις, τὴν πρωΐαν
ἐκείνην, –τὶς οἶδε;- µὲ τὴν πένθιµον ἐκείνην εὐθυµίαν του, ἄλλην πρόθεσιν ἴσως δὲν
εἶχεν, εἰµὴ νὰ ὑποδείξῃ τὸ µάταιον, καὶ τὸ συνθηµατικόν, καὶ τὸ ἀγοραῖον πάσης
ἀνθρωπίνης συνηθείας, ὡς καὶ αὐτῆς τῆς νεκρωσίµου ποµπῆς· ὁ γέρων οὗτος, ὅστις
δὲν ἦτο εἰµαρµένον ν᾿ ἀξιωθῇ οὔτε τῆς ἐσχάτης παραµυθίας, οὔτε τῆς κηδεύσεως,
ἔµελλε νὰ ἴδῃ ὅλην τὴν φοβεράν, τὴν δαιµονιώδη ποµπήν, ὅλων τῶν στοιχείων τ᾿
οὐρανοῦ, τῶν ἀνέµων, τῶν κυµάτων τὴν φρικώδη συνοδίαν ὀρχουµένην µανιωδῶς
περὶ τὴν γηραιὰν κεφαλήν του, γύρω εἰς τὴν λευκὴν ἀκτένιστον κόµην του· κ᾿
ἔµελλεν ἐν τριγµῷ ἁλύσεων καὶ τροχαλιῶν καὶ ἀρµένων, νὰ καταποντισθῇ εἰς τὸ
κῦµα, «ἄψαλτος, ἀσαβάνωτος, ἀµοιρολόγητος». (1)
Byron. Childe Harold's - Pilgrimage 4, 179

13

Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης - ∆ὲν εἶσαι
ἡ µιά
∆ὲν εἶσαι ἡ µιά. Εἶσαι ὁ καηµὸς
µὲ τὰ περίσσια πρόσωπα.
Εἶσαι ἡ ἀγάπη ἡ βοριανή, ποὺ ἀνθίζεις σὰν τὸ χιόνι,
µ᾿ ἕν᾿ ἄστρο στὴ µατιά σου θαλασσί.
Εἶσαι ἡ ἀγάπη, τὸ ζεστὸ γαρούφαλο τοῦ Νότου,
ποὺ ὑψώνει φλόγα τὸν ἀνασασµό του.
Εἶσαι ἡ ἀγάπη τῆς δειλῆς παιδούλας, ἡ ἀκριβή,
κι εἶσαι ἡ ἀγάπη ἡ φθινοπωρινή,
στοργὴ γεµάτη σιγαλοπερπάτητη.
Εἶσαι κι ἡ πρώτη ἀγάπη κι ἡ στερνή,
κι ἡ ἀφίλητη, ἀνυµέναιη κι ἡ πολυφιλιµένη,
µὰ πάντα ἡ µιά, κι ἡ ἀτελεύτητη, κι ἡ ἀκοίµητη ὁ ἔρωτας, ποὺ δὲν τὸ µπορεῖ
ἄλλο νὰ µάθει ἀπ᾿ τὸ δικό σου τ᾿ ὄνοµα, Ἑλένη!

14

Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης - Θέροςἔρος / Εἰδύλλιον τῆς Πρωτοµαγιᾶς
Περὶ τὴν χαραυγήν, ἡ γραῖα Φωτεινὴ ἐξύπνισε τὰ παιδία, καὶ ἀφοῦ τὰ ἔνιψε καὶ τὰ
ἐκτένισε ἐπιµελῶς τοὺς ἔδωσε παξιµαδάκια νὰ µασήσουν, «γιὰ νὰ µὴν τὰ µπουκώσ᾿ ὁ
γάδαρος». Εἶτα ἔλαβε τὸ κοµψόν, εὔπλεκτον καλάθιόν της, ἔθεσε ἐντὸς τὴν ῥόκαν,
τὴν µανδήλαν της καὶ ὀλίγα τρόφιµα διὰ πρωινὸν πρόγευµα, καὶ ἐξῆλθε µετὰ τῆς
συνοδίας της.
∆ὲν ἦτο ἡ πρώτη φορὰ καθ᾿ ἣν ἡ γραῖα Φωτεινὴ ἐξύπνα τόσον πρωί. Ἡ µόνη διαφορὰ
ἦτο ὅτι σήµερον, ἕνεκα τοῦ ἐξαιρετικοῦ της ἡµέρας, ὡδήγει µαζί της τὰ µικρὰ παιδία,
καὶ ὄχι µόνον αὐτά. Ἀλλ᾿ ἡ καλὴ γραῖα ἦτο πάντοτε ἀγροδίαιτος, καὶ ἂν διενυκτέρευε
συνήθως εἰς τὴν πόλιν, ποτέ, οὔτε µίαν ἡµέραν δὲν ἔλειπεν ἀπὸ τὴν ἐξοχήν. Εἶχε τὴν
ἀµνάδα της, τὴν ὁποίαν ἔτρεφε φιλοστόργως καὶ αἱ ἀγαθαὶ γειτόνισσαι διηγοῦντο ὅτι
ἐκοιµᾶτο µετ᾿ αὐτῆς ἀγκαλιαστά, διὰ νὰ ζεσταίνεται. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἐκοιµᾶτο µὲ
τὴν ἀµνάδα, ἐκοιµάτο ὅµως εἰς τὸ αὐτὸ ὑπόστεγον, ὅπου καὶ ἡ ἀµνάς, µικρὸν
ὑπόστεγον µὴ διαφέρον ὀρνιθῶνος εἰς τὸν µυχὸν τῆς αὐλῆς. Καὶ τὴν ἡµέραν ἡ µὲν
ἀµνὰς εἶχε τὰ ἀρνία της, ἡ δὲ Φωτεινὴ τὰ παιδία της, τὰ τέκνα τῆς κυρίας της καὶ τῆς
ἀδελφῆς αὐτῆς, ἠµίσειαν δωδεκάδα µικρῶν διαβόλων, οἵτινες ἐκρεµῶντο ἀπὸ τὰ
φουστάνια της, προσεκολλῶντο εἰς τὰ σπηλαιώδη στέρνα της καὶ ἐπήδων εἰς τοὺς
κυρτοὺς ὤµους της. Τὴν δὲ νύκτα ἡ µὲν ἀµνὰς εἶχε τὰ µηρυκάσµατά της, δι᾿ ὧν
ἐκράτει ἔξυπνον τὴν σύνοικον, ἡ δὲ γραῖα εἶχε τὰ ὄνειρά της, ἄλλα µηρυκάσµατα τῆς
φαντασίας καὶ αὐτά, ὑφ᾿ ὧν ἐστέναζεν ἐνίοτε ἐν τῷ µέσῳ τῆς νυκτός, ἐξυπνοῦσα τὴν
προβατίναν, ἥτις διὰ µικροῦ βελασµοῦ ἀπήντα συµπαθῶς εἰς τοὺς στεναγµούς της.
Σήµερον ὅµως, ἐπειδὴ ἦτο ἑλληνικὴ ἑορτή, ἡ ἑορτὴ τῆς Ἀνθούς, ἡ ποµπὴ συνωδεύετο
καὶ ἀπὸ τὴν µεγάλην κόρην τῆς κυρίας της, τὴν περικαλλῆ Μάτην. Τούτου ἕνεκα, ἡ
γραῖα ἀνέλαβεν ἐνώπιον ταύτης τὴν ἠµιαληθῆ ἐκείνην σοβαρότητα, τὴν ὁποίαν ὅλαι
αἱ γραῖαι ὑπηρέτριαι ὁπλίζονται ἐνώπιον τῶν νεαρῶν θυγατέρων τῶν δεσποινῶν των.
∆ὲν ἐπέτρεπε πλέον εἰς τὰ παιδία νὰ πιάνωνται ἀπὸ τὰ φουστάνια της νὰ τὰ τραβοῦν,
ἀδιακόπως τὰ ἐµάλωνε, κ᾿ ἐκεῖνα ἔτρεχαν ἄλλα ἐµπρός, ἄλλα εἰς τὰ πλάγια, χωρὶς νὰ
δίδωσι προσοχὴν εἰς τὰς φωνάς της.
Ἡ Ματὴ ἐβάδιζε δεξιόθεν παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς γραίας, ὑψηλή, εὐσταλής,
καλλίζωνος. Εἶχε ξενικὰ διευθετηµένην τὴν κόµην της, ἔµενε πάντοτε ἀσκεπὴς οἶκοι.
Μόνον τὴν πρωίαν ἐκείνην, ἐπειδὴ ἐπήγαινεν εἰς τὴν ἐξοχήν, ἐφόρει λεπτὸν λευκὸν
µανδήλιον περὶ τοὺς κροτάφους καὶ τὸ ἰνίον, τόσον βραχὺ καὶ τόσον ἐντέχνως
διπλωµένον, ὥστε ἦτο ὡς νὰ µὴν τὸ ἐφόρει, καὶ ἡ πλουσία ξανθὴ κόµη τῆς ἐφαίνετο
σχεδὸν ὅλη, µέχρι τῆς ὀσφῦος κατερχόµενη εἰς δυὸ παχείας πλεξίδας, ὡς σταλακτίτας
χρυσούς, καὶ ὁ λαιµός της ἦτο ὁρατὸς ὅλος κάτω τοῦ βρόχθου εἰς τὸν λάκκον τῆς
σφαγῆς καὶ µέχρι τῆς ῥίζης τῶν ὠµοπλατῶν.
Ἐφόρει µικρὰν πόλκαν κανελόχρουν καὶ λευκὸν µεσοφούστανον πολὺ κοντὸν διὰ τὸ
ἀνάστηµά της. Ἀλλὰ φαίνεται ὅτι ἡ µήτηρ ὑπελόγισε πολὺ κακῶς διὰ τὴν µέλλουσαν
ἀνάπτυξιν τῆς κόρης, καὶ ὅσον ἐκείνη τῆς ἔκαµνε κοντὰ φορέµατα, τόσον ἡ νέα
ηὔξανε καὶ ἐπέτα ἀνάστηµα ἀποτόµως. Ἦτο ἤδη δεκαεπταέτις, κ᾿ ἐφαίνετο νὰ εἶναι

15

θὰ ἔλεγε τὶς ὅτι ἐβράδυνε τὸ βῆµα. παιδιά! Θὰ φᾶτε ξύλο! Ὅλα αὐτὰ ἐπέφεραν µικρᾶν βραδύτητα εἰς τὴν πορείαν. ἡ γριά-Φωτεινὴ τὸν ἐκοίταξε µὲ ἦθος φιλύποπτον. καὶ τὰ χείλη µὲ τὴν ψίθυρον φωνὴν ἐφαίνοντο µορµυρίζοντα: φίλησε µέ! Ἀφοῦ ἐβάδισαν χίλια βήµατα ἔξω τῆς πολίχνης. Ὑπὸ τὴν λεπτὴν φανέλαν.εἴκοσι ἐτῶν. ἐνῷ ὅλοι ἐπήγαιναν εἰς τὴν ἐξοχήν. µετά τινος ἐπιτηδεύσεως. τὸ κορύφωµα τοῦτο τῆς ἀνοίξεως.Φρόνιµα. Μὴν τρέχῃς. ὅπου ἐφαίνοντο ἀνατέλλουσαι αἱ σάρκες της. καὶ ἀδιοράτως ἔσεισε τὴν κεφαλήν. 16 . ἐνῷ τὰ παιδία ἔτρεχαν ἐµπρός. Ἅµα εἶδεν ἀντικρύ του τὰς δυὸ γυναίκας. ἐσὺ µικρέ! Ἡ δὲ Ματή. καὶ πότε εἰσέβαλλον εἰς ἄµπελον κ᾿ ἔκοπτον βλαστούς. µὲ τὸ ὁλοβρόχινον ὑποκάµισον καὶ µὲ τὴν λευκὴν βαµβακερὴν φανέλαν. θὰ ἔλεγε τὶς ὅτι εἶχεν ἀποταµιευµένα νεοδρεπή. ἐν ὑπερακµῇ ῥώµης καὶ καλλονῆς. Ἡ κόµη ἐπέστεφε τὸ µέτωπόν της ὡς ἐρυθραινόµενον νέφος µὴ ἐπαρκοῦν νὰ συστείλη τὴν αἴγλην τοῦ φωτός. καὶ εἶχε λεπτὸν µαῦρον µύστακα στριµµένον. τὴν ἑτοίµην νὰ παραδώση τὰ σκῆπτρα εἰς τὸ ἀδυσώπητον καὶ δρεπανοφόρον θέρος . συλλαµβανόµεναι ἐνίοτε ὑπὸ τῶν βάτων. Ἐκεῖ συναντῶσιν ἕνα νέον. αὐτὸς ἐφαίνετο ἐπιστρέφων ἤδη καὶ διευθύνετο εἰς τὴν πόλιν. ἠπείλει τὰ παιδία µὲ τὴν παλάµην. πότε ἀνεῤῥιχῶντο εἰς ἄγρια δένδρα ἐν µέσῳ τῶν φρακτῶν ὑψούµενα. κράζουσα: .ἔρος. εἰποῦσα ὅτι αἰσθάνεται ζέστην. Μόλις ἰδοῦσα τοῦτον. Σταθάκη. µὲ γλυκεῖς µέλανας ὀφθαλµοὺς καὶ µ᾿ ἐκφραστικοὺς χαρακτῆρας. παιδιά! Τίνος τὸ λέω.Ἡσυχία. ὡς νὰ ἤθελε ν᾿ ἀπολαύση ἐπὶ τίνας στιγµὰς περισσότερπν τῆς θέας των. πατοῦσαι τὰ χαµαίµηλα. µὲ φλεβιζοῦσας ἀποχρώσεις λευκοῦ ῥόδου. σὰν ἀγριοκάτσικο. δροσερὰ ὠχρόλευκα κρίνα. ἡ χάρις τοῦ ἀναστήµατος καὶ τὸ γλαφυρὸν τῶν κόλπων της. Τότε ἀνεδείχθη ἐξαισιώτερον τὸ ῥαδινόν της µέσης. µὲ ἀῤῥενωπὴν ὄψιν. Θὰ ἦτο ἕως εἰκοσιτεσσάρων ἐτῶν. κ᾿ ἐζήτουν φωλεᾶς στρουθίων. εἰσῆλθον εἰς στένωµα τί µεταξὺ δυὸ φρακτῶν. ταχυποροῦσαι τὰς ἐκαληµέριζαν κ᾿ ἐπροσπερνοῦσαν. Μόλις ἐξῆλθον τῆς πολίχνης. ὡς νὰ ἤξευρε κάτι τι περὶ τοῦ ἀτόµου του. διακόπτουσα τὸν ῥεµβασµόν της. καὶ ἡ κόρη ἔβγαλε τὴν πόλκαν της. θὰ ξεσχίσης τὸ ῥούχo σου. κ᾿ ἔµεινεν µόνον µὲ τὸ µεσοφούστανον. µὲ τὰ καλαθάκια των. καὶ αἱ ὀφρύες συστελλόµεναι ἐσκίαζον τοὺς βαθεῖς γλαυκοὺς ὀφθαλµοὺς τῆς ὡς λευκὴ ὁµίχλη ἐπιπολάζουσα τὴν πρωίαν ἐπὶ τοῦ ἀνταυγάζοντος αἰγιαλοῦ. βαίνουσαι ἐπὶ τῆς χλόης. καὶ ἄλλαι γυναῖκες ὄπισθεν ἐρχόµεναι. οἰονεὶ συρτόν. Τὸ βάδισµά του ἦτο ὑπερήφανον. Γιάννη. ἐνῷ ἡ γραῖα Φωτεινὴ δὲν ἔπαυε νὰ φωνάζῃ: . ὁµοία µὲ τὴν Πρωτοµαγιάν. Μανώλη! Τί θέλεις ἐκεῖ πάνω. Ἦτο ὑψηλός. καὶ ἡ ἐξοχὴ ἤρχισε νὰ µεθύσκῃ τὰς αἰσθήσεις των µὲ τὰς ἀπείρους εὐωδίας της. ὅστις. Κάτω.

Ἡ Ματὴ ἐκοίταξε µὲ ἀπορίαν τὴν γραίαν θεράπαιναν. .Θὰ ἔχῃ κανέναν κῆπο ἐδῶ σιµά. Μετ᾿ ὀλίγας στιγµὰς ἔγινεν ἄφαντος. ἐπανέλαβεν ὡς νὰ µὴν ἐνόει ἡ Ματή. . Ἡ Ματὴ δὲν ἀπήντησεν ἐκ δευτέρου. οἰονεὶ µετὰ δυσκολίας καὶ κόπου. Ὁ ἥλιος τώρα ἀκόµη θὰ βγῇ. . Τῷ ὄντι ὁ ἥλιος τὴν στιγµὴν ἐκείνην προέκυψεν ἀνερχόµενος ἐκ τοῦ ἀπέναντι βουνοῦ. ἐπέµεινεν ἡ γραῖα. . παρετήρησεν ἡ Ματή. οἰονεὶ διὰ νὰ τοῦ κάµῃ τόπον νὰ περάση διὰ τῆς στενῆς παρόδου µεταξὺ τῶν δυὸ φρακτῶν. καὶ δὲν πῆγε νὰ κόψῃ λουλούδια. µόνο ἤθελε νὰ µᾶς εὕρῃ στὸ δρόµο ἐµᾶς. Μόνον ἐφαίνετο σύννους. . Ἡ γραῖα Φωτεινὴ ἔστρεψε ἐταστικὸν βλέµµα πρὸς τὴν Ματήν. ἐπανέλαβεν ἡ γραῖα. εἶπε· καὶ τί ξέρω ἐγώ. . 17 . ξέρω ἐγὼ γιατὶ γυρίζει τόσο γλήγορα. .Ὅλοι πᾶνε. ἐπανέλαβε µὴ δοῦσα προσοχὴν εἰς τὴν ἀπάντησιν ἡ γραῖα. Ὁ νέος ἐπλησίασε µὲ βραδὺ βῆµα. καὶ γι᾿ αὐτὸ ἐγύρισε γλήγορα. εἶπε· καὶ γιατί γυρίζει τόσο πρωὶ ἀπ᾿ τὴν ἐξοχή. ὅλοι τώρα πᾶνε. εἶπεν ἡ Ματή. ἀκουσίως βέβαια ἐπρότεινε µικρὸν πρὸ τοῦ στέρνου. ἀντέκρουσεν ἡ γραῖα. . .Ἀφοῦ τὸ ξέρεις. τὴν ὁποίαν.Ἐµᾶς. καὶ ἀπεµακρύνθη. ἐχαιρέτισε τὰς δυὸ γυναίκας. θὰ ἔκαµε πάνου ἀπὸ τὰ Πηγάδια κ᾿ ἔστρεψε δεξιὰ ἀπὸ κεῖ ποὺ πᾶν οἱ λιµεναρχαῖοι κ᾿ οἱ τελώνηδες καὶ ὁ νεροδίκης περίπατο καὶ γιὰ αὐτὸ γυρίζει γλήγορα πίσω.Ποῦ νὰ ἦτον αὐτὸς ὁ Ἔρωτας.Ξέρω ἐγώ. ὡς νὰ ἐπεθύµει νὰ προσφέρῃ τὴν ἀνθοδέσµην εἰς τὴν Μάτην καὶ δὲν ἐτόλµα. Στὸ δρόµο.∆ὲν ἔχει κανένα κῆπο ἐδῶ σιµά. Ματή µου. . Ματή µου. συνεστάλη ἐγγύτερον εἰς τὸ πλευρὸν τῆς γραίας συνοδοῦ της. πῶς ἐρωτᾷς. Ἡ γραῖα ἀπήντησε ψυχρῶς εἰς τὸν χαιρετισµόν του. ἅµα τὸν εἶδε.Ἡ Ματή. ἡ νέα µόλις ἔνευσε διὰ τῆς κεφαλῆς. καὶ νὰ γυρίση. κι αὐτὸς ἔρχεται. ἔῤῥιψε µακρὸν βλέµµα εἰς τὴν Μάτην. φαίνεται. ἔβγαλε τὸ καπέλο του. Εἰς τὴν κοµβιοδόχην τοῦ ἔφερε ῥόδον. καθὼς πᾶν ἄλλοι. ὄπισθεν µικρᾶς καµπῆς τῆς παρόδου. ἐνῷ ἐχαιρέτιζε διὰ τῆς δεξιᾶς.∆ὲ θὰ πῆγε πολὺ µακριά. ἥτις ἐχαµήλωσε τὰ ὄµµατα. κ᾿ ἐπῆγε νὰ κόψῃ λουλούδια καὶ ἐγύρισε. µικρὰν δὲ ἀνθοδέσµην ἐκράτει εἰς τὴν ἀριστερὰν χεῖρα.Αὐτὸ π᾿ σ᾿ λέω ῾γώ.Ἐµένα ῥωτᾷς.

πάσχουσα διαρκῶς χωρὶς νὰ εἶναι ἀσθενής. καὶ τῶν γεωργικῶν ἐργαλείων ἐν καιρῷ τῆς καλλιεργείας. Ἡ κυρα-Λιµπέραινα ἦτο ἐξ ἐκείνων τῶν γυναικῶν. Ἦτο τὸ µπαϊράκι τοῦ ἀγροφύλακος. ἐγειροµένου εἰς τὴν δυτικὴν ἐσχατιὰν τῆς πεδιάδος. Ἡ γραῖα δὲν ἐτόλµησε πλέον νὰ γρύξῃ. ἐκ πολλῶν δεκάδων στρεµµάτων. Ἦτο τοιχογυρισµένον ὅλον. Ἄλλως. οἱ φράκται τῶν ἀµπέλων ἔθαλλον µὲ ἀγραµπελιᾶ. τὸ φερώνυµον ἄνθος. µικρὸν σταχυοειδὲς χόρτον. περιµένουσαι νὰ κατέλθωσι τὰ παιδία. ἑκατοντάδας µόνον βηµάτων ἀπεῖχον τώρα ἀπὸ τῆς ∆ραγασιᾶς. Φωτεινή. χόρτα σταχυοειδή. κατέστη αὐστηροτέρα καὶ τέλος. Ὁ Σταθάκης εἶχε κόψει λυσοχόρταρον. Εἶχον ἰδεῖ ἐκεῖ ἐπάνω τὸν Μάην. Ἦτο ἡ Πρωτοµαγιὰ ἡ θεσπεσία. µύτη µου. ἐφαίνετο µικρὰ τὶς ἰδιόῤῥυθµος καλύβη. δυσκίνητοι οὔσαι εἰς πεζοπορίαν. αἴτινες δὲν ἀγαπῶσι τὴν ἐξοχήν. ἥτις δὲν ἔπαυσε νὰ ῥεµβάζῃ. ἔκραξεν ἡ νέα.. *** Ὑπερέβησαν ἤδη τὴν στενὴν πάροδον καὶ ἐξῆλθον εἰς τοὺς χλοεροὺς διανθεῖς κάµπους. Ἄλλως. Καὶ τί µὲ µέλει ἐµέ. Ἡ µήτηρ τῆς Ματῆς εἶχε µείνει κατ᾿ οἶκον. οἰκίσκον ἐξοχικόν. Ἐπὶ τίνος βράχου εἰς τὴν ποδιὰν τοῦ λόφου τῆς ∆ραγασιᾶς. τὰ ἠνάγκασε νὰ καταβῶσιν ἀπὸ τοῦ βράχου. Ἐναµίλλως ἤνθουν τὸ χαµαίµηλον καὶ ἡ καυκαλήθρα καὶ ἡ µολοχάνθη. µὲ τὸ λυσοχόρταρο! Αἱ δυὸ γυναῖκες ἠναγκάσθησαν νὰ σταµατήσωσι. καὶ τέλος ἡ συνοδία ἔφθασεν εἰς τὴν ∆ραγασιάν. Τῆδε κακεῖσε. Μεθυστικὸν ἄρωµα ἀνήρχετο ἀπὸ τῶν ἀπειραρίθµων ἀνθών. Ἐκεῖ πλησίον τῆς καλύβης τοῦ ἀγροφύλακος. µὴ µὲ σκοτίζῃς. Τὰ παιδία ἔτρεξαν πηδῶντα χαριέντως. σύκων. λῦσε. καὶ κόκκινον σῆµα κυµατίζον ἐπ᾿ αὐτῆς.Καλέ. Εἶχε καὶ ξυλίνην ληνὸν διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ οἴνου. τινὲς τῶν ἀγρῶν ἐφαίνοντο αἱµάσσοντες εἰς τὰς πρώτας ἀκτῖνας τοῦ ἡλίου ἀπὸ χιλίας µυριάδας παπαρούνας. καὶ µ᾿ αἰγοκλήµατα καὶ µὲ ἀκανθώδεις θάµνους. δύσκολοι εἰς ἀνάβασιν ὑποζυγίου. τὴν εἶχε καλοµάθει ἡ γριά-Φωτεινή. ἀπίων. ὡς οἰκόσιτα ἐρίφια. τῆς χθαµαλωτέρας. πτωχὰ γραΐδια κύπτοντα εἰς τὴν γῆν ἑµάζευαν χαµολούλουδα. σπαράγγια ἀκανθωτὰ καὶ βεργιὰ καὶ ἄλλα ἀνεµειγνύοντο ἐν µέσῳ τοῦ ἀπείρου πλούτου τῆς Χλωρίδος. Ἐπὶ τῆς µίας τῶν δυὸ κορυφῶν τῆς ∆ραγασιᾶς. ἐπάδων: Λῦσε. ἥτις ἀπὸ πεντηκονταετίας δὲν ἔπαυσε νὰ 18 . ὅστις συνήθως ἐχρησίµευεν εἰς ἀπόθεσιν ἐλαιῶν. καὶ µὲ αὐτὸ ἤρχισε νὰ κεντᾷ τὴν ῥῖνα του. καὶ ἔτρεξαν νὰ τὸ δρέψωσιν. εἶχον ἀναβῇ µὲ ὅλας τὰς φωνὰς τῆς γραίας καὶ τὰς ἀπειλὰς τῆς Ματῆς. ἦτο τὸ κτῆµα τῆς οἰκογενείας τῆς Ματῆς. Ἡ Ματή. ἰαµατικὸν ποτὸν διὰ τὸν χειµῶνα. καὶ κατόπιν αὐτῶν προσεπάθει νὰ φθάση καὶ ὁ µικρὸς Κωστάκης. ἄµπελος καὶ ἐλαιὼν µετὰ κήπου. Ἀνώνυµα τίνα ἀνθύλλια. ὁ Μανώλης καὶ ὁ Σταθάκης καὶ ὁ Θύµιος. ἦτο ἡ ἄνοιξις ἐν πληθώρᾳ ζωῆς. τὰ ἀστεράκια καὶ τὰ κιτρινούλια ἐπρόβαλλον δειλῶς τὰς ἀσθενεῖς κεφαλάς των ἐν µέσῳ τῆς ὑπερκόµπου ἀφθονίας τῶν κατερύθρων µηκώνων σηµειούντων τὴν ὑπεραιµίαν τοῦ ἔαρος. ἑτοίµη νὰ παραδώση τὸ σκῆπτρον εἰς τὸ δρεπανοφόρον θέρος. εἶχε καὶ καλύβι. καλῶς διατηρούµενον. µετὰ πολλὰς ἀπειλάς. τοῦ γηλόφου ὅπου διηυθύνοντο.

ἐζήτει νὰ εὕρη ἀγκινάραν. «γιὰ νὰ µὴν τὸ ἰδῆ ξένο µάτι καὶ τ᾿ ἀβασκάνη». καὶ φαρµακωθῇ τὸ παιδίον. διασώζοντες κατόπιν τόσων αἰώνων ἀσυνείδητον τὴν λατρείαν τῆς φύσεως. δὲν ἐφείδετο χρηµάτων πρὸς καλλιέργειαν. ἐπικρίνων αἰωνίως τὸν δήµαρχον. κ᾿ ἔτρεξε πρὸς τὴν ἀδελφήν του κράζων: 19 . ἂν καὶ οὐδέποτε αὐτὸς ἐπάτει. µετὰ τόσου ἐνθουσιασµοῦ. ἀναῤῥιχηθεῖσα µὲ τὰ γηρατειὰ τῆς εἰς τὸν κορµὸν τῆς µεγάλης πλατάνου τῆς ἀνεχούσης τὴν κληµαταριάν. ἀντὶ νὰ κόψῃ ἀγκινάραν. ἐπέρνα τὸν καιρὸν τοῦ διηµερεύων εἰς τὰ παραθαλάσσια καφενεῖα. θὰ ἠρωτεύετο µὲ διπλοῦν ἔρωτα τὸ χαριτωµένον ἐκεῖνο ῥόδον. νέος ἁλιεύς. Ἅµα ἔπαυε νὰ βλέπῃ θάλασσαν. Εἶχαν κόψει ἀγραµπελιὰ καθ᾿ ὁδόν. καὶ ἤρχισαν νὰ πλέκωσι στεφάνους καὶ νὰ τοὺς φορῶσιν εἰς τὴν κεφαλήν. τὴν ὁποία ἀφοῦ καθαρίσῃ καλῶς καὶ τὴν πλύνῃ εἰς τὸ ῥεῦµα τοῦ νεροῦ. Ἡ ἀηδών. οὐδέποτε ὑπανδρεύθη. ἀρνητικῶς πολιτευόµενος καὶ οὐδέποτε ἐκθέτων κάλπην. ἐν µέσῳ τοῦ κτήµατος. οἱ βότρυες ἐτρέφοντο ἤδη δαψιλεῖς. σχεδὸν ὡς οἰκογενὴ δούλην. ἐπιστατοῦσα εἰς πᾶσαν ἀγροτικὴν ἐργασίαν. Ἡ κυρὰ τῆς τὴν εἶχε λάβει ὡς προῖκα. Ἐκεῖ εἶχον προπορευθῆ τὰ ἄλλα παιδία. ἡ ἄλλη ἐλαιοβριθῆς· ὑπεράνω τῆς πηγῆς. Ὁ καπετὰν Λιµπέριος. καὶ ἦτο εἰς σπηλαιώδη τινὰ µικρᾶν χαράδραν. ἀπὸ τὴν µακαρίτισσα τὴν µητέρα της. Ὁ Σταθάκης κύψας µεταξὺ δυὸ κιναρῶν. ὅσοι ἐφαίνοντο τρέφοντες τὴν φιλοδοξίαν νὰ «σιάξουν τὸ χωριό». ὄσας εἶχεν ἀποκτήσει θαλασσοπορῶν. παίζων τὴν ῥωσικὴν πρέφαν. Ἡ Ματὴ ἔκοψε λευκὸν ῥόδον κ᾿ ἐκόσµησε τὸ παρθενικὸν στῆθος της. Ὁ Σταθάκης. ὁ δὲ Σταθάκης κύψας παρὰ τὴν ῥίζαν τοῦ τοίχου τοῦ περιβόλου. δὲν ἀνέπνεε πλέον. τοῦ ἀποτελοῦντος αὐτὸ τὸ ζύγωµα τῶν δυὸ κορυφῶν τοῦ λόφου. Ἦτο καλὸν κτῆµα. Ἔφερεν ἀκόµη καὶ µετὰ τεσσαράκοντα ἔτη τὸ πένθος του. καὶ πρὸ ἡµερῶν ἡ γριά-Φωτεινή. «τὴν εἶχαν ἀφαλοκόψει». καὶ ἤρχισαν νὰ δρέπωσι ῥόδα καὶ κρίνους. εἰς τὴν ∆ραγασιᾶν. περιποιηµένον πολύ. τὸ διευθετηµένον εἰς κῆπον. ἀφότου ἐπνίγη τὸ πάλαι ὁ ἀῤῥαβωνιαστικὸς τῆς (ὁ λιγοζώητος!). µεθ᾿ ὅσου µικρὸν πρότερον ἀνεζήτουν τὸν Μάην καὶ τὸ λυσοχόρταρον· µικροὶ ἀκούσιοι εἰδωλολάτραι. ὅπου ἐτέµνοντο κλιτύες κατερχόµεναι ἡ µία ἀµπελόφυτος. ἡ λιγεία ψάλτρια. σκώπτων ἐκείνους τῶν συναδέλφων του. Ἡ δὲ Φωτεινὴ δὲν ἔλειπε ποτὲ ἐκεῖθεν. ὡς ὅλοι οἱ ὁµότεχνοί του. καὶ ἔβαλεν εἰς τὴν Τράπεζαν χιλιάδας τινὰς ταλλήρων. Ἡ γριά-Φωτεινή.ὑπηρετῇ τὴν οἰκογένειαν. πελωρία κληµαταριὰ ἤπλωνε τοὺς κλάδους καὶ τοὺς βλαστούς της. τὸ προχεόµενον ἀπὸ τίνος λάκκου. Τὰ παιδία εἰσώρµησαν σκιρτῶντα εἰς τὸν ἐλαιῶνα. ἤθελε «βασιλικὰ ἔξοδα» διὰ ν᾿ ἀποφασίση νὰ µετακοµισθῆ εἰς τοὺς ἀγρούς. µὲ τὴν βάρκαν (κατ᾿ ἄλλους τὸν ἔφαγε τὸ σκυλόψαρο). *** Ἡ Φωτεινὴ ἐνέβαλε τὸ κλειδίον εἰς τὸ κρεµαστὸν κλεῖθρον καὶ ἤνοιξε τὴν θύραν τοῦ περιβόλου. τὸ ἀνέλαβε. εὗρε λευκὸν χαρτίον κείµενον. βλέπουσα τὸ ὡραῖον ἐκεῖνο ἄνθος ἐπὶ τοιαύτης γάστρας φυτευθέν. ἥτις θὰ τὸν ἐµάλωνε. Ἀφότου ἐπώλησε τὴν τελευταίαν µεγάλης χωρητικότητος σκοῦναν του (εἶχεν εὕρει καλὸν ἀγοραστήν). Ἡ µικρὰ πηγὴ ἀπεῖχεν ὀλίγα βήµατα. ἐµελέτα νὰ φάγῃ κρυφὰ ἀπὸ τὴν Φωτεινήν. Ὁ καπετὰν Λιµπέριος. εἶχε κρεµάσει εὐµέγεθες σκόροδον εἰς τὸ κλῆµα. φοβούµενη µὴ ἦτο πολὺ πικρά. Τὴν νύκτα δὲν ἔπαυε νὰ τὸν βλέπῃ εἰς τὰ ὄνειρά της. ὁ Μανώλης καὶ τὰ ἄλλα παιδία. τοὺς τρεῖς παρέδρους καὶ τοὺς δώδεκα συµβούλους. ἔτρεξαν ἀµέσως εἰς τὸ µέρος τοῦ κτήµατος. Ἐκαυχάτο ὅτι ἐκεῖ.

πιθανὸν νὰ ἦσαν συγκολληµένοι καὶ παραποιηµένοι ἀλλαχόθεν. ἀκούσιος συµπάθεια καὶ µικρὰ εἰρωνεία. ἀπήντησεν ὁ ἑξαετὴς Σταθάκης.Σιώπα. ἐπὶ κοµψοῦ κοκκινωποῦ χάρτου γεγραµµένον. ἀρκεῖ ὅτι δὲν ἐλπίζω ποτέ. ὅτι σὺ δὲν µὲ ἀγαπᾷς. εἰπέ της. Ἤθελε ν᾿ ἀλλάξη καὶ τὴν προβατίνα τῆς τὴν προσφιλῆ. Εἶχεν ἐµβῆ µέσα εἰς τὸ «καλύβι». καλά. 20 . . ποὺ µοῦ µάτωσες τὴν καρδούλα µου. ἀλλοίµονον! νὰ σὲ ἀπολαύσω. µὴ θυµώνῃς πολύ. «Ἐὰν τὸ εὕρῃ ἡ Φωτεινή. Ἤθελε ν᾿ ἀφήση ἐκεῖ καὶ τὴν φουστάνα της τὴν καλή. Ματούλα µου. ἐξηκολούθησε τὴν ἀνάγνωσιν.» . νὰ ἀποθέση προσωρινῶς τὸ καλάθι της. . καὶ ἀπεφάσισα νὰ σὲ φυλάγω ἀπὸ πλησίον. ἂν δὲν θέλῃς νὰ ψευσθῆς λέγουσα ὅτι δὲν εἶναι ἰδικόν µου. διὰ νὰ εἶναι πλέον εὐκίνητος. Εἶτα. Τὸ εὑρεθὲν κατὰ γῆς χαρτίον ἦτο διπλωµένον. Ματούλα µου. εἰπέ της τὴν ἀλήθειαν.Κίνδυνον! ἐψιθύρισε τεταραγµένη ἡ νεᾶνις· τί λέει. πόνος. ποὺ στὴν καρδιά µου σ᾿ εἶχα. Ἴσως νὰ ἦσαν σύῤῥαµµα τοῦ ἰδίου ἐπιστολογράφου. Εὐτυχῶς ἡ γραῖα Φωτεινὴ δὲν ἦτο ἐκεῖ πλησίον.. Ματούλα µου. ὅπως στενάζω τόσους χρόνους τώρα διὰ σὲ ἀπὸ µακράν. καὶ ὅτι ἐγὼ εἶµαι παράτολµος. µὴν τὸ πῇς τῆς Φωτεινῆς! εἶπε µὲ τὸ νεῦµα µᾶλλον ἢ µὲ τὴν φωνὴν ἡ Ματούλα.. Τὸ ἐπιστόλιον. καὶ ἀποχωρήσασα ὀλίγα βήµατα τὸ ἤνοιξε. διὰ νὰ «τὴν εὐρὴ ὁ Μάης». τὸ γράµµα.» Ἡ Ματὴ ἐµειδίασεν ἀόριστον µειδίαµα. Ἡ κόρη ἔλαβε τὸ δελτάριον. Ἦτο ἐπιστόλιον. µείνασα µὲ τὸ κολόβιόν της µόνον. µετὰ τῶν δυὸ λευκοµάλλων ἀµνῶν της. Οἱ στίχοι ἔλεγαν: Εἰκόν᾿ ἀχειροποίητη. ἐνσφράγιστον. ὡς νὰ ἐνόησε τὴν ἀγωνίαν της.Ματούλα! Ματούλα! ἰδὲ τί ηὗρα ἐκεῖ πέρα. κ᾿ εἶχα γιὰ µόνο φυλαχτό. ἔλεγε τὰ ἑξῆς: «Ὢ Ματούλα. τὴν ὁποίαν παρὰ τὸ σύνηθες εἶχεν ἀφήσει ἀφ᾿ ἑσπέρας δεµένην εἰς τὸ κτῆµα.∆ὲν τὸ λέω. µοῦ εἶπεν ἡ µάγισσα ὅτι τρέχεις κίνδυνον.» Ἕως ἐδῶ ἐτελείωνεν ἡ πεζογραφία τοῦ ἐπιστολίου τούτου. τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐκδυθῆ ἅµα ἔφθασεν εἰς τὸ κτῆµα. στὶς ἀγκιναριές. διὰ νὰ ξαποστάση ὀλίγον ἐκεῖ. ἀφοῦ περιέφερεν ἐναγώνιον περὶ αὐτὴν βλέµµα. τὸν λευκὸν ἀσβεστωµένον οἰκίσκον. Ἡ Ματὴ ἠρυθρίασε. Εἶτα ἤρχιζαν στίχοι. «Ἂν τὸ εὕρης. Ἦτο συνάµα οἶκτος. αὐθάδης καὶ ἄθλιος..

δέ µου λές. τί δόσιµο ἔχουµε µαζί. Ἠγέρθη φοροῦσα τὸν στέφανον. Ἐν τοσούτῳ ἡ γριά-Φωτεινὴ εἶχε µυστηριῶδες τὸ ἦθος. Ματή. . ἐξ ἀγραµπελιᾶς καὶ µὲ ῥόδα καὶ µὲ ἄγρια ἄνθη πεπλεγµένα. Ὁ ἥλιος ἦτο ἤδη «δυὸ κοντάρια ὑψηλά». νὰ µὴ ὁµιλήσωσι προώρως. . παρὰ τὴν δροσερᾶν πηγήν. ὅστις εἶχεν ἀποµακρυνθῆ λάθρα. ἐπέστρεψε πατῶν ἐπ᾿ ἄκρων τῶν ποδῶν. κ᾿ ἐκάλεσε τὴν Μάτην καὶ τὰ παιδία πλησίον τῆς πηγῆς διὰ νὰ ἀριστήσωσιν. µὲ τὰ ἀπόλεµα οὖλα της καὶ µὲ τοὺς δυὸ τοµεῖς ποὺ τῆς εἶχαν µείνει ἀκόµη. .Καὶ γιατί νὰ µὴν πάῃ στὴ δουλειά του. κ᾿ ἐκεῖ ποὺ ἐµάσα. . καὶ µὴ σὲ µέλῃ Φωτεινή. ἐπλησίασε κρατῶν στέφανον.Ἐλεύθερος εἶν᾿ ὁ κόσµος νὰ κάνῃ ὅπως θέλει. εἰς τὴν κεφαλὴν τῆς γραίας Φωτεινῆς. Τί πάρσιµο.Ποιὸν Ἔρωτα. εἶπεν ἡ Ματή. καὶ ἐκόσµει τὰ 21 .Μέσα στὸ καλύβι. συνεπέρανεν ἡ κόρη µὲ τόνον ἐµφαίνοντα ὅτι ἀρκεῖται πλέον εἰς τὰ λεχθέντα. οἵτινες τὸν ἔβλεπαν χάσκοντες καὶ ὑποµειδιῶντες. *** Ἡ γραῖα Φωτεινὴ ἦλθε φέρουσα ἐκ τοῦ καλαθίου τὸ κλειδοπίνακόν της καὶ τὸν ἄρτον τυλιγµένον εἰς πετσέταν ῥαβδωτήν. . . . Ἡ Ματὴ ἔσπευσε νὰ κρύψη τὸ γράµµα εἰς τὸν κόλπον της. αὐγὰ καὶ τηγανιστοὺς ἰχθύς.Καὶ γιατί νὰ µὴν κάνῃ τὸν ἀδιάφορο.Τὴν στιγµὴν ἐκείνην ἐφάνη ἡ γριά-Φωτεινὴ ἐξερχοµένη τοῦ οἰκίσκου καὶ βαίνουσα πρὸς τὰ ἐδῶ.Ποῦ. ὑφασµένην µὲ λευκὸν καὶ µὲ γεράνιον νῆµα. καὶ ἤρχισαν νὰ προγευµατίζωσι µὲ τυρόν. ἀφοῦ ἔφαγεν ὀλίγους ψωµοὺς ἄρτου καὶ ἐν αὐγόν. κ᾿ ἔκανε τάχα τὸν ἀδιάφορο. ὄπισθεν τῆς Φωτεινῆς καὶ τῆς Ματούλας. Τὴν στιγµὴν ἐκείνην ὁ Μανώλης.Ἐκεῖνον ποὺ ηὕραµε στὸ δρόµο. ἀπ᾿ τὸ παραθυράκι. στὸ χτῆµα τοῦ γείτονα ἐδῶ τοῦ κὺρ Βασίλη. ἔνευσεν εἰς τὸν Σταθάκην καὶ εἰς τὸν Θύµιον. µετὰ παιδικῆς κραυγῆς θριάµβου. καὶ ἡ γερόντισσα τοὺς ἐµιµήθη. Ἐκαθόταν ἀπὸ πίσω ἀπὸ µία ἐλιά. καὶ ἐλθὼν ἐπέθεσε. Ὅλοι ἐγέλασαν. . ὅστις ἐταίριαζεν ὡς ὀξύµωρον σχῆµα ἐπὶ τῆς µαύρης µανδήλας της. ἐνῷ τὸ αἷµα συνέῤῥεεν εἰς τὰς παρειάς της. Ἐκάθισαν ὑπὸ τὴν διπλὴν σκιὰν τῆς κληµαταριᾶς καὶ τῆς πλατάνου. µόνο ἔχει δυὸ φορὲς τώρα ἀπ᾿ τὸ πρωὶ ποῦ βρίσκεται µπροστά µας. λέγει ταπεινῇ τῇ φωνῇ εἰς τὴν Μάτην. τὸν στέφανον. Γιατί.Τὸν εἶδα πάλι ἐκεῖνον τὸν Ἔρωτα. ἠρώτησεν ἀγωνιώσα ἡ Ματή.

ὑπῆγε νὰ µαζώξη χαµολούλουδα. Καὶ πολλὰ ἄλλα παιδικὰ ἐπιφωνήµατα. Τὰ παιδία ἐκάγχασαν. µὲ κορµὸν τριῶν ὀργυιῶν ἀγκάλιασµα.Στοῦ µοναστηράκι µ᾿. εἶπε· δὲν ξέρω πλιὰ ἂν θὰ µοῦ φορέσουν ὅταν πεθάνω. Οἱ παῖδες ἔτρεχον. κι Καλογιάννης!. ἔκραζον: . κίτρο! .Σὲ βλέπου. τοὺς κρεµασµένους ἀπὸ τῶν µηνίγγων ἔµπροσθεν τῶν ὤτων. ἔλαβε τὸ καλάθι της. . *** Ἡ γραῖα ἔτρεξε πάλιν εἰς τὸ καλύβι.Παπποῦ. ὅστις εἶχεν ἀκούσει ἀπὸ τὴν µητέρα του νὰ λέγῃ ὅτι «ὅσες πεθαίνουν κορίτσια. . ποῦ πᾷς. ὡς πολλῶν κορµῶν συµπίληµα.Αὐτὸ εἶναι τὸ µόνο στεφάνι ποὺ φόρεσα κ᾿ ἐγώ.ἄσπρα τσουλούφια της.Στὰ µπαµπακάκια νὰ πατήσης.. κ᾿ ἐφώναζαν ὁ εἷς µὲ τὸν ἄλλον: .. ἐκρύπτοντο ἀµοιβαδὸν ὄπισθεν τοῦ κορµοῦ. εἶτα ἐξελθοῦσα ἔλυσεν ἐκ νέου τὴν προβατίναν. τοὺς µακροὺς θυσάνους τῶν τριχῶν. µῆλο. δὲ µὲ βλέπ᾿ς! . καὶ ἤρχισε νὰ καµαρώνει τάχα ὡσὰν νύφη. ὀγκώδη καὶ τραχύν. σὰν µ᾿ ἐξαπλώσουν στὸ ξυλοκρέβατο. εἶπεν ὁ Σταθάκης. . ὑψηλὰ εἰς τὴν ἐσχατιὰν τοῦ ἐλαιῶνος. ὄπισθεν γιγαντιαίας ἐλαίας. καὶ ἤρχισαν νὰ παίζωσι τὸ κρυφτάκι καὶ ἄλλα ἀκόµη παιγνίδια. τὲς βάζουν στεφάνι». .. ἐγὼ εἶµαι πιὸ κορίτσι ἀπὸ µερικές-µερικές.Ἔχασαχασα βελόνα!. . .῾Γὼ εἶµι Γιάννης. Καὶ παρακελευόµενοι ἀλλήλους εἰς φυγὴν καὶ εἰς δρόµον.Καὶ τί. µὴ δυνάµενα φυσικὰ νὰ ἐννοήσωσι τί ἔλεγεν ἡ Φωτεινή. .Πιᾶστε τον! . κατέβα. κορίτσι εἶσαι σὺ νὰ σοῦ φορέσουν στεφάνι.Θὰ σὲ πιάσω. Τὰ παιδία ἔτρεξαν κατόπιν της.Ἂν καλο-ρωτᾷς. ἀπήντησεν ἡ γραῖα. κατὰ µῆκος τοῦ τοίχου τοῦ κλείοντος βορειανατολικῶς τὸν περίβολον. καὶ ἄγουσα αὐτὴν διὰ τοῦ σχοινίου.Σ᾿ ἔπιασα! . ἐκάλυπτον τοὺς ὀφθαλµοὺς µὲ τὰς παλάµας..Ἀνέβα. νὰ µὴ σὲ νοιώσ᾿ οὐ γάττους! 22 .Σὲ εἶδα! .

Ἠπατήθη ἄρα ἡ γραῖα ἢ ἐκεῖνος εἶχε γίνει ἄφαντος. πόσο µεθύσι µέθυσα ἕνας Θεὸς τὸ ξέρει. σὰν περιστέρι στὴ σπηλιὰ µ᾿ ἐτάραξαν γιὰ σένα. Κίνδυνο. µέγας ὅρµος ὅπου ἐβασίλευε τὸ κράτος τοῦ Βοῤῥᾶ. Νὰ σὲ χαρῆ κ᾿ ἡ ἄνοιξη µαζὶ µὲ τὰ λουλούδια. Ὁ οἰκίσκος ἔκειτο κατὰ τὴν βορειοδυτικὴν γωνίαν τοῦ κτήµατος σχεδὸν σύῤῥιζα εἰς τὸν τοῖχον τοῦ περιβόλου. ὑψουµένην ὡς κεφαλὴν Τιτᾶνος εἰς τὰ σύννεφα. µακρὸν καὶ ἀτελείωτον ὀροπέδιον φαιοπρασινίζον εἰς τὰς ἀκτῖνας τοῦ ἡλίου. ὅπου ἡ θέα ἠπλοῦτο ὡραία πρὸς βοῤῥᾶν. Ἡ κόρη ἔβγαλεν ἀπὸ τὸν κόλπον τῆς τὸ δελτάριον. κλεφτότοπος αὐτόχρηµα. κ᾿ ἐκεῖθεν κρυβεῖσα ὄπισθεν τῶν θάµνων ἐστράφη ἐπιτηδείως. 23 . τὸ τιµηµένο χέρι. Ἴσως εἶχε κρυβῇ κάπου. καὶ µετὰ παλµοῦ καρδίας εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἰκίσκον. Ὀνείρατα στὸν ὕπνο µου µαυροφτερουγιασµένα. πουλί µου. µὲ τὰς δυὸ θαλασσοπλήγας ἀκτὰς του. Τάχα ἔµελλε πάλιν νὰ φανῆ. µαῦρο σύννεφο. ἀόρατος ἀπὸ τοῦ ἐλαιῶνος. καὶ ἀνέγνωσε τὰ λοιπά του περιεχοµένου. ὅπου ἡ ἐλαία διαγκωνίζει τὴν συκῆν καὶ ἡ συκῆ συµπλέκεται µὲ τὴν µηλέαν. τὸ ὁποῖον εἶχεν εὕρει χαµαὶ ὁ µικρὸς ἀδελφός της. Ἐκεῖθεν ἐφαίνετο τὸ Ξάνεµον. Κι αὐτὸ τὸ µορφοδούλικο. Τίποτε. Οἱ στίχοι εἶχον ὡς ἑξῆς: Εἰκόν᾿ ἀχειροποίητη. Ἡ Ματὴ εἰσῆλθεν.Ἡ Ματή. Οὔτε ψυχὴν εἶδεν. οἱ µάγισσες µοῦ λένε· τ᾿ ἀηδόνια αὐτὰ ποὺ κελαδοῦν µοῦ φαίνονται νὰ κλαῖνε. ποὺ στὴν καρδιά µου σ᾿ εἶχα. ὁποῦ ῾ναι σὰν ἀµέτρητα ζωγραφιστὰ τραγούδια(!) Σὺ στὸ σκολειὸ δὲν ἔµαθες νὰ γράφῃς ῥαβασάκια· στὰ χείλη σου τὰ ῥόδινα ποῦ τά ῾βρες τὰ φαρµάκια. ἤκουε µακρόθεν τὰς παιδικὰς κραυγάς. ὅπου εἶχεν ἀνέλθει ἡ Φωτεινή. Στὰ µάτια τὰ ψιχαλιστὰ πὄχ᾿ ἔρωτας καρτέρι. Ἡ Ματὴ ἐκοίταξε νὰ ἴδῃ µὴ τυχὸν ἦτο ἐκεῖ ὁ νέος. ἐκοίταξεν ἐναγωνίως διὰ τοῦ µικροῦ παραθύρου. περὶ οὐ τῆς εἶχεν ὁµιλήσει πρὸ µικροῦ ἡ Φωτεινή. Τὰ µάτια τὰ ψιχαλιστὰ γύρνα σ᾿ ἐµέ. καὶ ἐσκιάζετο ἀπὸ δυὸ ὑψηλᾶς λεύκας καὶ ἀπὸ λόχµην τινὰ δροσοκρατοῦσαν ἔµπροσθεν τῆς εἰσόδου. κ᾿ εἶχα γιὰ µόνο φυλαχτὸ µία της κορφῆς σου τρίχα. Ἦτο εὐάρεστον ἄσυλον δι᾿ ἄνθρωπον ἀγαπῶντα τὴν µελέτην καὶ τὴν µοναξίαν. καὶ τὴν Πλατάναν. ἀγάπη διαλεχτή µου. τοῦ βλέποντος πρὸς τὴν ὑψηλοτέραν κορυφὴν τοῦ λόφου. εἰς τὸ ὁποῖον ἀπὸ τὸ πρωὶ δὲν εἶχε κατορθώσει νὰ προσθέση οὔτε θηλειᾶν. ἀγάπη µου περήφανη. τὴν Κεφάλαν. κρατοῦσα καὶ τὸ πλέξιµόν της. κ᾿ ἔκαµεν ἕνα δρόµον πρὸς τὸν κῆπον. ἂν ἕσφιξε ἢ τό ῾σφιξαν ἕνας Θεὸς τὸ ξέρει. καὶ τερπνὴ φωλεὰ δι᾿ ἐρωτευµένην ψυχήν.

Ἀκουσίως µάλιστα ἔθεσεν ἑαυτὴν εἰς θέσιν τρίτου. Μὲ τί τρώεται.Καὶ τί πρᾶγµα εἶν᾿ αὐτὸς ὁ ἔρωτας. ἢ µᾶλλον ἄλλως ἐνδιαφεροµένου διὰ τὴν τιµήν της. *** 24 . εὐρύστερνος. καὶ τότε ἄρα ὁ γράψας ἦτο εἰλικρινὴς ἐραστὴς ἢ ἦτο µᾶλλον προικοθήρας. τοὺς ὁποίους ἔκαµνεν ὁ νέος ἐκεῖνος περὶ τὴν οἰκίαν τοῦ καπετὰν Λιµπέριου. Ἡ νέα εἶχε βυθισθῆ εἰς τοὺς διαλογισµοὺς τούτους καὶ ἔµεινε ῥεµβάζουσα. ἥτις πηδήσασα ἀπὸ τοῦ ἐδάφους. καὶ ἐζήτει νὰ τὴν φιµώση διὰ τῆς παλάµης του. Ἡ Ματὴ ἀνέγνωσε δὶς καὶ τρὶς τὸ ἐπιστόλιον τοῦτο. καθόσον τὸ παράθυρον µόλις ἀπεῖχεν ἀνάστηµα ἀνδρὸς ἀπὸ τῆς γῆς. ∆ὲν ἤθελε ὑποπτεύσει. ἀθλητικοῦ ἀναστήµατος. ὅταν πρώτην φορὰν παρετήρησε καὶ ἤρχισε νὰ σχολιάζῃ τοὺς γύρους. Ὕψωσε τοὺς ὀφθαλµούς. ὄχι πολὺ ἄσχηµος τὴν ὄψιν. Ἡ Ματὴ ἀνεσκίρτησε. τῆς ἐφαίνοντο ἀµυδρῶς προσβλητικοί.Τὴ χάρη σου τὴ σπλαχνικὴ µὴ µ᾿ ἀρνηστῆς. τὴν ὁποίαν εἶχε συλλάβει δὶς κοιτάζουσαν τὸν νέον ἐκεῖνον διὰ τοῦ ἠµικλείστου παραθύρου. ∆ιὰ τοῦ παραθύρου ἐφάνη µορφὴ τίς. µ᾿ ὅλην τὴν ἀπειρίαν της εἰς τὰ πράγµατα τοῦ βίου. Ἡ κόρη προλαβοῦσα ἔῤῥηξε καὶ δευτέραν κραυγήν. ἀκούσασα ἐλαφρὸν κρότον. ἐβυθίσθη εἰς λογισµοὺς καὶ εἰς ὑποψίας καὶ τίνες τῶν ἀνωτέρω παρατεθέντων στίχων ἀρχαρίου. ἂν τυχὸν συνέβαινε νὰ παραπέση τὸ γράµµα. . ἄγριος. ἀρνί µου. ἀγάπη µου στερνή µου. µὲ ἀπλανεῖς καὶ ἐσβεσµένους τοὺς ὀφθαλµούς. ἀκτένιστος. ὅτι ἡ νέα. ∆ὲν ἦτο ὁ Κωστῆς. Ἐπλησίασεν εἰς τὴν νέαν. µελαγχολοῦσα µᾶλλον. ὅταν αἴφνης κατετρόµαξεν. ἐνθυµηθεῖσα κατ᾿ ἐκείνην τὴν στιγµὴν τί τῆς ἔλεγε πρὸ µηνὸς σχεδὸν ἡ ἄγρυπνος Φωτεινή. καὶ εἶπε µέσα της: Σὰν εὕρισκε τρίτος αὐτὸ τὸ γράµµα.Νὰ δὰ κ᾿ ἕνας Ἔρωτας. ἥτις ὀπισθοχωροῦσα ἐκόλλησε τὰ νῶτα κατὰ τοῦ τοίχου. ἀγάπη µου αἰώνια. εἰσώρµησεν εἰς τὸν οἰκίσκον ὅπου εὑρίσκετο ἡ κόρη. ἦτο συνεννοηµένη µὲ τὸν ἐραστήν. Ἅ! ὡς τόσο σεβτᾶ ποὺ σ᾿ τὸν ἔχει! Καὶ προσέθετε πειράζουσα τὴν κόρην. πρὸς ἣν ἔγραφε. τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὑπογραφὴν «Κωστῆς» καὶ ἔµεινε σύννους. Ἐφαίνετο ὅτι ἤθελε νὰ τὴν πνίξη. καὶ τὸ ἀνεγίνωσκε πῶς ἤθελε τὸ ἐξηγήσει. φορῶν χονδρὰ ἐνδύµατα ὄχι ἐντελῶς ῥάκη ἀκόµη. Ὁ ἐπιδροµεὺς ἦτο νέος τριακοντούτης. αὐτὸς ὁ σεβτᾶς. νοµίσασα ὅτι ἦτο ὁ Κωστῆς. ∆ιότι τῆς ἐφαίνετο ὅτι ἐπιστέλλων ἤθελε νὰ καταστήση αὐτὴν συνένοχον. Ἀλλ᾿ αἴφνης ἀφῆκε κραυγὴν τρόµου. . µὲ κοκκινισµένα τὰ βλέφαρα. Τᾶς λέξεις ταύτας τῆς γραίας ἀνεµιµνήσκετο τώρα ἡ Ματή. ἀδιαφόρου.

Ἡ γυνὴ ἐκάθισε καὶ αὐτὴ ἀντικρύ του.Ἔρριξα τρεῖς φορὲς τὰ χαρτιά. ἦτο ὑψηλή. καὶ τὸ βλέµµα της ἐξέφραζε ἔκρυθµόν τι καὶ ἐκστατικόν. οὔτε καὶ ὀρνιθοκλόπος. Ἐχαιρέτισε διὰ νεύµατος τὴν ἀνοίξασαν τὴν θύραν γυναῖκα. ἀπήντησε βραδέως ἡ µάγισσα. χήρα. µάγισσα. Ἡ γυνὴ τὸν ἐκοίταξε µετὰ περιεργείας· ἐφαίνετο λίαν ἐξηµµένος καὶ θερµοκέφαλος.Ὅλο καὶ µαῦρα. Ἀλλὰ φαίνεται. ἦτο πεντηκοντούτις.Ποῖος φάντης µπαστούνι. ὅτι <καί> ἡ ντάµα κοῦπα δὲν τῆς θέλει τὸ καλό της. καὶ πορευθεῖς ἀνέβη εἰς τὸν σοφᾶν. ὀστεώδης. µελαγχροινή. ἄτεκνος. µὲ συµπαθεῖς µέλανας ὀφθαλµούς· ὢ µάγισσα. µὲ λεπτὸν µαῦρον µύστακα. ὅσοι ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἀνησυχοῦσι τὰς οἰκογενείας τὰς λαχούσας τὸν κλῆρον νὰ ἔχωσι κόρας πρὸς ὑπανδρείαν. ὑψηλός. τῶν κιθᾳρωδῶν καὶ κωµαστῶν τῆς νυκτός. .Ὁ φάντης µπαστοῦνι εἶν᾿ ὁ ἐχθρός της.Ὦ µάγισσα. ὅστις ἀπετέλει τὸ µόνον ἔπιπλον τῆς πτωχικῆς οἰκίας. Τῷ ὄντι τὸ φῶς ἐφάνη κινούµενον· ἐλαφρὸν βῆµα ἠκούσθη καὶ ἡ θύρα ἤνοιξε µετὰ πενθίµου κρότου. Ὅλη ἡ συνοικία ἐκοιµάτο τὴν ὥραν ἐκείνην. µόνη κατοικοῦσα εἰς τὴν οἰκίαν. .Περὶ ὥραν ἑνδεκάτην της προλαβούσης νυκτὸς νέος τὶς ἔκρουσε χαµηλὸν παράθυρον πενιχροῦ οἰκίσκου τῆς πολίχνης οὐ µακράν της οἰκίας τῆς Ματῆς. ἀλλὰ καπνώδους λυχναρίου µὲ λεπτὴν θρυαλλίδα ἀµυδρῶς καίοντος. . µάγισσα. ἤρχισεν ἄνευ προοιµίων ὁ νεωστὶ ἐλθῶν. Ἴσως ἦτο εἰς τῶν φορτικῶν ἐκείνων ἐργολάβων τῶν ἐπαρχιακῶν πόλεων. ἦλθα νὰ µοῦ πῇς τὴν τύχη ποὺ µὲ περιµένει ἐµὲ κ᾿ ἐκείνην. ∆ιενοεῖτο ὅτι σπανίως κατὰ τὸ µακρὸν στάδιόν της συνήντησε δεῖγµα τοῦ εἴδους τούτου. Ὁ ἐπισκέπτης ἔσπευσε νὰ εἰσέλθη. Ὁ φάντης µπαστούνι τὴν ἀπειλεῖ. ∆ὲν ἦτο φῶς κανδήλας ἀναµµένης ἐνώπιον τῶν εἰκονισµάτων τῶν ἁγίων. Τὸ πρόσωπόν της ἐξέφραζεν ἔκπληξιν καὶ ἀφελῆ ὁµολογίαν. µελαγχροινός. κοµψῶς ἐνδεδυµένος. Ἐφόρει ταπεινὰ φορέµατα. ἡ ὑπολευκάζουσα κόµη ἐπρόβαλλεν ἔξω τοῦ κεκρυφάλου της. νέος. Ὁ νυκτερινὸς περιπατητὴς εἶχεν ἰδεῖ µικρὸν φῶς ὑποφέγγον διὰ τῶν σχισµῶν τοῦ παραθύρου. . ὅτι δὲν τὸ ἤλπιζεν ἕως ἐκεῖ. Ὁ κροῦσας τὸ παράθυρον δὲν ἐφαίνετο νυκτοβάτης ἐξ ἐπαγγέλµατος. Εὕρισκα ὅλο µαῦρα σηµεῖα. 25 . Ὁ ἐπισκέπτης ἐκάθισεν ἐπὶ χθαµαλοῦ σκίµποδος. .Μαῦρα. . Ἡ οἰκοδέσποινα.

δὲν µπορεῖ νὰ θέλῃ τὸ κακὸ τοῦ παιδιοῦ της. κίνδυνος ἀπὸ ἓν µέρος ἀπ᾿ ἔξω. Ὅλο ἡ ντάµα κοῦπα καὶ ὁ φάντης µπαστοῦνι βγαίνουν κόντρα της. εἶναι φίλος της. ἐπανέλαβεν ἡ µάγισσα τονίζουσα ἐµφαντικῶς τὰς λέξεις. Καὶ κακὰ εἶπα ὅτι δὲν τῆς θέλει τὸ καλό της. ἀπήντησεν ἑτοίµως ἡ κυρὰ Ἀσηµένια. Γιατὶ ἡ µητέρα.Εἶναι ἡ µητέρα της. καὶ ὡς ἐδῶ µόνον. ἐκτὸς πλέον ἂν εἶσαι σύ... κυρὰ Ἀσηµένια. ἐπέµβασις φιλική. εἶπεν ἡ µάγισσα. εἶναι µία µπόρα ποὺ παρουσιάζεται γιὰ πρώτη φορά. Ὁ νέος ἐστέναξε στεναγµὸν ἀνακουφίσεως.Ὁ φάντης σπαθί. ὅταν ἤκουσε τὴν τελευταίαν φράσιν τῆς Ἀσηµένιας. ἐξήτασες καὶ τὸ αὐγό. Αὐτὰ τὰ ἴδιά µου λέει καὶ τὸ αὐγό.Τὸ αὐγό. Ἡτοιµάζετο ν᾿ ἀπέλθη. Τὰ ἐµελέτησα πολλὲς φορές.. . . Εἶναι κάποιος ἐχθρὸς ξένος. αὐτῆς.Ὁ φάντης µπαστοῦνι.Αὐτά µου εἶπαν τὰ χαρτιά.Κι ὁ φάντης µπαστοῦνι ποιὸς νὰ εἶναι. διότι κι αὐτὴ ἡ ἴδια εἶναι ἡ ντάµα καῤῥῶ. δὲν ξέρω ποιὸς θὰ εἶναι.. Ἡ µάγισσα εἶπε τοῦτο µὲ ἀπόχρωσιν εἰρωνείας ἐπαισθητήν. ἀντίστασις ἀπὸ τὴν µητέρα... εἶναι κίνδυνος.. Α!. . . ποὺ θὰ βρεθῆ ἐγκαίρως πλησίον γιὰ νὰ τὴν γλυτώση ἀπ᾿ αὐτὸν τὸν κίνδυνο. ἀλλ᾿ ὁ νέος οὔτε τὸ παρετήρησεν. 26 .Καὶ ὅµως.. . Ἦτο ἕτοιµος νὰ ἐκπέµψῃ κραυγὴν θριάµβου.Ποία εἶναι ἡ ντάµα κοῦπα.. ἀνεκεφαλαίωσεν ἡ µάγισσα. µά.Ὁ φάντης σπαθί. . πόσαι µητέρες!. . Ὁ νέος ἐνέβαλε τὴν χεῖρα εἰς τὸ θυλάκιόν του καὶ ἔθεσε τάλληρον τοῦ Ὄθωνος εἰς τὴν χεῖρα τῆς µαγίσσης. ἐπανέλαβεν ἡ κυρὰ Ἀσηµένια.. Ἔπρεπε νὰ εἴπω ὅτι δὲν σοῦ θέλει ἐσένα τὸ καλό σου. . εὑρίσκω τὸν φάντη σπαθί. Εὐτυχῶς εἰς τὸ πλάγι τοῦ φάντη µπαστοῦνι. ὁποῦ θὰ παρουσιασθῆ νὰ τὴν ἀπειλήση καὶ τώρα σιµά. .Κι ὁ φάντης σπαθί. Ὁ ἐραστὴς φώναξε: . ἐψιθύρισε µετὰ δεισιδαίµονος ἐλπίδος.. ἤρχισε νὰ λέγῃ καὶ διεκόπη µόνος του..Ἡ ντάµα κοῦπα λοιπὸν εἶναι.. Μετὰ µίαν στιγµὴν ἐπανέλαβε: . χωρὶς ἄλλο. ἔτσι τὴν ἔβαλα. .Καὶ ὁ φάντης σπαθί..Ἡ ντάµα κοῦπα εἶναι ἀπὸ τὸ σόι της. βέβαια.

κ᾿ ἐγύρισε κόσµον ὡς ναύτης ἐπὶ τέσσερα ἔτη. εἰλικρινῶς ἐρωτευµένος. ∆ιὰ τῆς ὀπῆς τοῦ αὐγοῦ ἐφαίνετο ῥευστὸς ὁ κρόκος. τὸ ἄλλο εἶναι ἡ βοήθεια ποὺ θὰ τῆς ἔλθη. ἐπανῆλθεν εἰς τὸ Γυµνάσιον. Ἀκολούθως. ὡς ὅλοι οἱ ἐρῶντες.Τὸ αὐγό. ὡς οἰνοπότην. διότι ἐκεῖνος ἦτο. ποὺ ἀπειλεῖ τὴν Μάτην τώρα γλήγορα. ἡ Ματὴ τὴν χεῖρα. δυνάµει τοῦ παλαιοῦ ἐνδεικτικοῦ του. ∆ὲν εἶχε τόσον καλὸν ὄνοµα εἰς τὸν τόπον. ὥστε ἐν τῷ ἐνθουσιασµῷ τοῦ ἔσφιγξε καὶ αὐτὸς θερµότατα εἰς ἀπάντησιν τὴν χεῖρα τῆς Χρυσῆς. ἐπὶ τοῦ µικροῦ σανιδώµατος τῆς ὁποίας εὑρίσκετο. καὶ κατ᾿ ἀρχάς. Ἡ ὑπερτριακοντούτις καὶ µήτηρ τεσσάρων τέκνων γυνὴ τὸν ἐκοίταξε µετ᾿ ἀπορίας καὶ µοµφῆς. ἀλλὰ ναυτικὸς µᾶλλον ἢ σπουδαστής. ἐπανέλαβεν ἡ µάγισσα· θέλεις νὰ σοῦ τὸ δείξω. Εἶχεν ὑπάγει ἕως τὴν γ´ τοῦ Γυµνασίου. τῆς θείας τῆς Ματούλας. ἦτο δεκτὸς εἰς τὴν οἰκίαν. ποὺ θὰ εὑρῆ ἀπ᾿ τὸ σόι της.. Καὶ ἐγερθεῖσα ἐπλησίασεν εἰς τὴν ἑστίαν. Ὁ νέος Κωστῆς. ὅταν ἦτο νεώτερος. εἶτα διέκοψε τὰς σπουδάς του κ᾿ ἐµβαρκάρισε µὲ τὰ καράβια. µεθ᾿ ἢς ἀµέσως κατόπιν ἀντήλλαξε χειραψίαν. ἀπ᾿ τὸ αἷµα της. καὶ µέρος τοῦ λευκοῦ. Ὁ πατὴρ τῆς ἦτο πατρικὸς φίλος του. τοῦ ἔσφιγξε. διήρχετο τοὺς περισσοτέρους µῆνας τοῦ ἔτους εἰς τὴν δροσερᾶν νῆσον του. καὶ αὐτὸς τώρα µετὰ πολλοὺς µῆνας ἐνθυµήθη νὰ ὑπαινιχθῆ εἰς τοὺς στίχους τοῦ τὸ σφίξιµον ἐκεῖνο τῆς κρινολεύκου καὶ κυανόφλεβος µικρᾶς χειρός. αὐγὸν µὲ στρογγύλην ὀπὴν εἰς τὴν µίαν πλευράν. καὶ εἰς τὴν νευρικὴν ἀταξίαν τὴν ὀφειλοµένην εἰς τὸν ἀνήσυχον καὶ ἀνώµαλον βίον του. ὡς ὀκνηρόν. Ἀλλ᾿ ὅταν ἐµεγάλωσεν ἡ Ματή. ἡ ἀκµάσασα ἀπὸ τοῦ 62 µέχρι τοῦ 80.Νὰ αὐτὸ τὸ µαυράδι τὸ πλατύ. Ὁ κόσµος τὸν ἐκακολόγει ὡς παραµελοῦντα τὰς σπουδάς του. . µέσα εἰς ἓν φλυτζάνιον. Ὁ νέος ἐστέναξε. εἶπε. δὲν ἐτόλµα πλέον νὰ πατήση ἐκεῖ τὸν πόδα. ὡς ἀσωτεύοντα τὴν µικρᾶν πατρικήν του κληρονοµίαν. κατὰ τίνα ἐπίσκεψιν ἐπὶ οἰκογενειακὴ ἑορτή. κατὰ τὰ δυὸ τρίτα τουλάχιστον. Ἀπὸ δυὸ ἐτῶν δὲ ἦτο ἐγγεγραµµένος εἰς τὴν Νοµικὴν σχολήν. Ἀπὸ τίνων µηνῶν εἶχεν ἐρωτευθῆ τὴν Μάτην. ὁ ἐραστὴς τῆς Ματούλας. ὅταν ἐξέχασε πλέον τὰ γράµµατα ποὺ εἶχε µάθει. Ἦτο νέος σπουδαστής. ὡς ὅλη ἡ γενεά του. Ἦτο ῥωµαντικός. ἐκεῖνος τόσον τὰ ἔχασεν. ὅταν ποτέ. νὰ κι ἄλλο µαυράδι ψιλότερο. ἀλλὰ µὴ νοστιµευόµενος πολὺ νὰ κυλίεται εἰς τὴν κόνιν τῶν θρανίων. 27 . διότι φαίνεται ὅτι ἦτο. Βεβαίως δὲν ἔπραττεν ἐξ ὑστεροβουλίας· ἦτο µόνον ὀλίγόν τι ἀπερίσκεπτος. ναί. καὶ γενειοφόρος ἤδη ἔτυχεν ἀπολυτηρίου. µετ᾿ ἀθῳότητος βέβαια. Ἐν τούτοις ἡ µάγισσα ἔλαβεν ἄνωθεν τῆς ἑστίας τὸ αὐγὸν καὶ τὸ ἔφερε πρὸς τὸν νέον. Ὅσα ἄλλα ἀνεξήγητα εἶχεν εἰς τὸ ἐπιστόλιόν του πρέπει νὰ τ᾿ ἀποδώση τὶς εἰς τὸ ὑπερεξηµµένον καὶ θερµοκέφαλόν του νεανίου. Ἦτο τόσον ἀδέξιος ὥστε. ὡς κιθᾳρωδὸν τῆς νυκτός. Ἐντὸς τοῦ κρόκου ἡ µάγισσα ἔδειξε σηµεῖα τινὰ εἰς τὸν δεισιδαίµονα νεανίαν. ἔστρεψε βλέµµα παιδίου εὐπειθοῦς πρὸς τὴν µάγισσαν· ἦτο εὔπιστος. Κ᾿ ἐκεῖνο τὸ κοκκινάδι ποὺ βλέπεις ἐκεῖ εἶναι ἡ ἀντίσταση. Τὸ ἕνα εἶναι ὁ κίνδυνος ὁ ἀπ᾿ ἔξω. τὸ λοιπὸν φαίνεται ὅτι εἶχε χυθῆ.

Ὁ νέος ἦτο τόσο ἀφωσιωµένος εἰς τὴν σταθερὰν ἰδέαν του. πές µου τὸ νὰ τ᾿ ἀκούσω.Γιατὶ µὲ εἶπαν Ἀσηµένια. εἶπεν ὁ νέος· πῶς εἶπες.Ἅ! ἔκαµεν ὁ νέος. Τὸ ὄνοµα τ᾿ ἀνθρώπου.Ἡσύχασε.. . ὁ καλοθελητῆς της.Ἔτσι λοιπόν. . Ὅλον δὲ τὸ βλέµµα της. τὸ πιὸ ψηλό.Μὰ εἶναι καὶ κάτι ἄλλο. πῶς εἶπες.. σὰν περάση καὶ κανεὶς ἀπ᾿ ἔξω κι ἀκούση. ἥτις ἦτο ὁ συλλογισµὸς τῆς ἡµέρας της: «∆υὸ τάλληρα στὴν τσέπη καὶ ἕνα φιλὶ στὸ χέρι».Τί ἄλλο. Τοῦ νέου τὸ πρόσωπο ἤστραψε καὶ λαβὼν δεύτερον τάλληρον τὸ ἔδωκε µετὰ προθυµίας εἰς τὴν µάντιδα ἥτις ἐγέλασε λίαν διακριτικῶς. ἀποκοιµηθείσης. Ἀσηµένια. Κ᾿ ἐκάγχασε θορυβωδῶς. *** 28 . εἶπεν ἀκκιζοµένη ἡ χήρα. ἥτις εἶχε τὸ πάλαι χωροφύλακα ἄνδρα. . φαίνεται ὅτι θὰ τὰ καταφέρει σιγὰ-σιγά. Ἀσηµένια. . Εὐχαριστῶ. . . ἀγκαλᾶ καὶ δὲν τὸν θέλει ἡ µάννα της. γρηγορούσης ἀκόµη. Ἀσηµένια. Ἠγέρθη καὶ τὴν ἐκαληνύχτισεν. καὶ ἔστρωσε τὴν κλίνην της διὰ νὰ κοιµηθῆ. ὅλον τὸ πρόσωπόν της. Πῶς τὸ εἶπες. . ἐπανέλαβεν ἡ Ἀσηµένια. . προσέθηκεν.Ἀλήθεια. εἶπε µέσα της. τὸ λοιπόν. φαίνεται πὼς θὰ νικήση στὸ ὕστερο τὸ κοκκινάδι. .Τὸ λοιπόν.Κατὰ πὼς λέει τ᾿ αὐγό. ἔσβησε τὸ φῶς. δὲ θὰ περάση πολὺς καιρὸς καὶ θὰ τὴν ἀπολάψης.. ἔχει νὰ κάµῃ µὲ τὸ ῥιζικό του. Ἡ µάγισσα ἔκλεισε τὴν θύραν. Ἐξῆλθε µὲ δροµαῖον βῆµα. ὁ φίλος. ἔφερεν οἰονεὶ ἀποτυπωµένην τὴν φράσιν ταύτην. Καὶ δράξας τὴν χονδρὴν χεῖρα τῆς µαγίσσης τὴν ἐφίλησε µετὰ κρότου. καὶ εἶχε µάθει νὰ ὁµιλῇ ξενικά.Εἶπα ὅτι ἔχεις ἐλπίδα νὰ τὰ καταφέρῃς. ἐπανέλαβεν ἡ µάγισσα. εἶπεν ἡ Ἀσηµένια. θὰ πῇ πώς. ἡσύχασε. Ἀλήθεια. ὥστε οὐδὲ παρετήρησε κὰν τὸ φέρσιµον τοῦτο τῆς µαγίσσης.Πές µου τὸ πάλι. Ἀσηµένια µου! νὰ σοῦ φιλήσω τὸ χεράκι σου θέλω. ὑπενωµοτάρχην. εἶπεν ὁ Κωστῆς. γιατὶ ἤξευραν πὼς ἤθελα µὲ τὸ δίκιο µου ἀσήµωµα. Ἠσθάνετο τὴν ἀνάγκην νὰ διαχύση εἰς τὸ ὕπαιθρον τὴν πολλὴν χαράν του καὶ τὴν ὑπερβάλλουσαν ἐλπίδα του. . ἐπανέλαβε βραδέως ἡ µάγισσα. .Τὸ ἕνα τὸ µαυράδι.

῾θῆς. Αὐτὸς λοιπὸν θὰ ἦτο. <καὶ> ἐκ τῶν νευµάτων του µᾶλλον ἤρχισε νὰ ἐννοῇ ὅτι τὴν προσεκάλει νὰ τὸν ἀκολουθήση. µὲ χειρονοµίας. καὶ ἤρχισε νὰ τὴν παρακαλῇ µὲ νεύµατα.Ἔλα πᾶµ᾿ καλύβ᾿ θ᾿ κό µ᾿! εἶπε τραυλίζων καὶ ψευδίζων. ὡς νὰ ἤθελε ν᾿ ἀρθρώσῃ φωνήν. ἀληθὴς λυκάνθρωπος. ἀλλὰ ῥάκη λέξεων.Τί θέλεις. Τὸν ἐκοίταξεν ἐνεὴ καὶ µετὰ δέους. διηγούµεναι ὅτι ἐπείραξέ ποτε τίνας αὐτῶν.Ὁ παράδοξος ἄνθρωπος ἀφῆκε τὸ στόµα τῆς νεάνιδος ἐλεύθερον. ἀλλ᾿ ἐδυσκολεύετο. ὅστις τὸν εἶχε προσλάβει ὡς βοσκὸν φιλανθρωπίας χάριν. ἀριστερά. καὶ µετὰ πολλοῦ κόπου κατώρθωνε ν᾿ ἀρθρώσῃ φωνήν. ὑπώπτευσεν ἡ Ματή. ὅστις ἦτο ἐνώπιόν της.Ἔλα πᾶµ᾿ φύγουµ᾿. Ὁ λυκάνθρωπος ἐκοίταξε δεξιά. Τέλος. εἶπε λαβοῦσα ὀλίγον θάῤῥος ἡ Ματή. ὁ ἀλλόκοτος ἄνθρωπος. Τὸ βλέµµα του τὸ ἐσβεσµένον ἔλεον µᾶλλον ἐνέπνεε. νὰ λάβη ὑποµονὴν καὶ νὰ τὸν ἀκροασθῆ. Ἄνθρωπος σπανίως τὸν ἔβλεπεν. . Πτωχὸς λυκάνθρωπος! . µαζί. ἐπανέλαβεν ὁ λυκάνθρωπος· ῾θῆς.Πέα καλύβ᾿ ἔχου γιαούτ᾿. Αἱ γυναῖκες τὸν ἐφοβοῦντο. ὡς νὰ ἐφοβεῖτο µὴ εἶναι ὠτακουστὴς κρυµµένος κάπου. ἔζη µόνος µὲ τὰς αἶγας τοῦ κυρίου του. Σχεδὸν εἶχε παύσει νὰ φοβῆται. Πᾶµ᾿ καλύβ᾿! Ἡ νεᾶνις δὲν ἀπήντα. Εἰς ἐκτάκτους µόνον περιστάσεις. Ἡ νέα ἐξηκολούθει νὰ τὸν κοιτάζῃ. σχεδὸν βωβός. πλέουσα µεταξὺ περιεργείας καὶ οἴκτου. Τώρα εἰς τὴν ἀκµὴν τοῦ ἔαρος. Ἡ νέα δὲν ἐνόησε τί τῆς ἔλεγε. γάλα. καὶ οἱ πρόσθιοι ὀδόντες του ἐφαίνοντο ἀραιοί. ὑπῆρχε παλαιόν τι κτίριον. µετὰ πολλοῦ κόπου καὶ ἀγῶνος.Τί ἦρθες ἐδῶ. . καλούµενος κοινῶς Ἀγρίµης. καλύβη ποιµενική. Οὗτος δὲν κατέβαινε ποτὲ εἰς τὴν πόλιν. ὄπισθεν τοῦ λόφου τῆς ∆ραγασιᾶς. νὰ µὴ φωνάζῃ. οἵτινες δὲν ἦσαν σωσταὶ λέξεις. ἠσθάνθη ὅτι ἦτο ἄῤῥην. 29 . Ἐκίνησε δυό-τρεῖς φορὲς τὰ χείλη. στογγυάτα δώσου. ∆ιὰ πρώτην φορὰν τὸν ἔβλεπε. φαίνεται ὅτι ἐβαρύνθη καὶ αὐτὸς τὴν µόνωσίν του. . καὶ οἱ τέσσαρες κυνόδοντές του ἦσαν λίαν αἰχµηροί· ἀλλ᾿ ἐξηκολούθει νὰ σιωπᾷ. Τέλος ἐνθυµήθη ὅτι εἶχεν ἀκούσει πολλάκις τὴν Φωτεινὴν νὰ διηγῆται ὅτι. Φύγε! ἐπανέλαβεν ἔµφοβος πάλιν ἡ νεᾶνις. ἐξέπεµψε φθόγγους τινάς. οὐ µακρὰν τοῦ κτήµατός των. καὶ ἡ φύσις παρ᾿ αὐτῶ ἐξηγέρθη. Τὸ ἀλλόκοτον ὂν εἶχε πάντοτε τὸ στόµα ἀνοικτόν. ὅπου κατώκει νέος τις. Ἦτο µογιλάλος. Ὁ αὐθέντης του τὸν εἶχεν µαθηµένον µὲ τὰ νεύµατα. Πτωχὸς ἄνθρωπος! . ὑπόµαυροι.

γιατὶ θὰ σοῦ σπάσουν τὸ κεφάλι. Ἡ νέα ἔκραξε µεγαλοφώνως βοήθειαν. Ὁ λυκάνθρωπος ἐξηκολούθησε νὰ τὴν κυνηγῇ. Ὁ Ἀγρίµης ἔκαµεν ἓν βῆµᾳ πρὸς αὐτήν. Ὁ Ἀγρίµης τρέξας τὴν ἔφθασε καὶ τὴν περιέβαλε µὲ τοὺς βραχίονάς του. Ἡ κόρη. ἐξέλαβεν ὡς εὐµένειαν ἐκ µέρους τῆς νεάνιδος. Ἡ Ματὴ τὸν ἀπώθησεν ἔντροµος. πᾶµ᾿! ἐπανέλαβεν ὁ Ἀγρίµης. ἔτεινε τὴν χεῖρα κ᾿ ἐζήτει νὰ θωπεύση τὰς ὠλένας της.Φεύγα. κήπους. ὁποῖον ποτὲ δὲν ἐφαντάσθη. καὶ ῥῖγος ἀποστροφῆς διέτρεξε τὰς φλέβας της. βύσ᾿. . Ὁ λυκάνθρωπος ἐνεκαρδιώθη ἐκ τῆς στάσεως ταύτης. Ἀλλὰ παραχρῆµα ὁ λυκάνθρωπος συνέλαβεν ἐκ νέου τὸν λαιµόν της καὶ παρέλυσε πᾶσαν ἀντίστασιν τῶν χειρῶν της. στένα. Ἡ νεᾶνις ἔκαµε κίνηµα ἀποστροφῆς ἀκούσασα τοῦ λυκανθρώπου τὰς προτάσεις καὶ τὴν βουκολικὴν περιγραφήν. γύου. . . ὡς παράδοξον φαινόµενον. Νά. τώρα ἔρχουνται. Καλύβ᾿ γύου. Ἀλλ᾿ οἱ ὄνυχές του οἱ µαῦροι καὶ ἀπερίκοπτοι εἶχον ἀπογαµψωθῆ σχεδὸν καὶ ἐφαίνοντο οἰονεὶ στοιχειωµένοι. Ἀλλ᾿ ὁ λυκάνθρωπος ἦτο ῥωµαλέος καὶ ἤδη τὴν εἶχεν ἀνατρέψει ἐπὶ τῆς ψάθης παρὰ τὴν ἑστίαν.Ἔλα. καηµένε. Ἤσθµαινεν ἡ κόρη ὑπὸ τὴν ὀδυνηρὰν πίεσιν καὶ ἐπνευστία ἐκεῖνος ἐν τῇ ἀγωνίᾳ τῆς προσδοκίας του καὶ τῆς ἀπλήστου ἐπιθυµίας. ἔρχουνται τὰ παιδιὰ κ᾿ ἡ Φωτεινὴ µαζί. ὠχρά. Καὶ µετ᾿ ἀπηλπισµένου ἀγῶνος ἐπάλαιε διὰ ν᾿ ἀπαλλαγῇ τῆς περιπτύξεως τοῦ ἀλλοκότου ἀνθρώπου. προσεπάθει µὲ τὰς ἁπαλὰς χεῖράς της νὰ ξεκολλήσει ἀπὸ τὸ σῶµα της τὰς ὁπλὰς τοῦ Ἀγρίµη. τέχ᾿ νεό. νὰ µὴν ἐρθῇ τώρα ὁ ἀντραγάτης καὶ σὲ σκοτώσῃ. Θὰ φωνάξω νὰ ῾ρθοῦν τὰ παιδιὰ νὰ σὲ πάρουν µὲ τς πέτρες. ἠλλοιωµένη. Καὶ µὲ τοὺς πόδας 30 . δέντα. Ὁ Ἀγρίµης ἔτρεξε κατόπιν της. χουάφ᾿. καὶ νὰ ἐκβάλῃ πεπνιγµένην κραυγήν. Φεῦγα. πλάι-πλάι. .Φεύγ᾿ ἀπὸ δῶ! Κ᾿ ἐστράφη πρὸς τὴν θύραν. Κ᾿ ἰγὼ νάνι-νάνι. φαίνεται. Σὲ λυποῦµαι. καὶ διὰ τῆς δεξιᾶς ἐκράτει σφιγκτᾶ τὸν λαιµόν της καὶ ἠπείλει νὰ τὴν πνίξῃ εἰς τὴν ἐλαχίστης κραυγήν. Εἶχε περάσει τὴν ἀριστερὰν τραχείαν χεῖρα τοῦ ὑπὸ τὴν ἁβρὴν µασχάλην της καὶ τῆς ἔθλιβε τὸ παρθενικὸν στῆθος. Ἐπὶ µίαν στιγµὴν ἡ νεᾶνις εἶχε κατορθώσει ν᾿ ἀπαλλάξῃ τὸν τράχηλόν της.Τὸν ἐκοίταζεν ἀπλήστως. Θὰ βάλω τὶς φωνές. ἤν. Ἴσκιου δέντα πέσης νάνι-νάνι χουταάκια.Τώρα. εἶπεν ἀπειλοῦσα αὐτὸν µὲ τὴν χεῖρα ἡ νεᾶνις. µὲ τὴν κόµην ἄτακτον. ∆ὲν ἄκουσες ποὺ φώναξα πρωτύτερα.

εἰς τὴν ἄκραν του ἐλαιῶνος. καὶ ὁ ἀντίλαλος ἐχάνετο εἰς τὰ νοτιοδυτικὰ µέρη. *** Ἐν τοσούτῳ ἡ Φωτεινή. περὶ οὗ τῆς ὠµίλει ἡ Φωτεινή. Αἱ κραυγαὶ τῆς Ματῆς πιθανὸν νὰ µὴν ἠκούσθησαν. µόνον ἡ προβατίνα δὲν εἶχε ψεύσει τὰς προσδοκίας της. Ἡ νεᾶνις ἔστρεψεν. ὅσον δύναται νὰ εἶναι ζῶν καὶ ἔµπνουν κτίσµα τοῦ Θεοῦ. καὶ ὅτι. Ἐν τούτοις. ἐξηκολούθει νὰ µαζεύῃ χαµολούλουδα. συνέτεινεν εἰς τὸ νὰ µὴ ἀκούωνται αἱ φωναὶ τῆς νέας. ποῦ Κωστῆς. Ἀλλὰ τὴν στιγµὴν ἐκείνην ἠκούσθη δοῦπος ὡς σώµατος πεσόντος ἀπὸ τοῦ θριγκοῦ τοῦ τοίχου. εἰς τοὺς γείτονας λόφους καὶ τὰς κοιλάδας. αὐτὴ ἦτον ἱκανὴ νὰ φυλάξη τὸν ἑαυτόν της. ἀλλὰ καὶ τῆς ἦτο πιστή.τοῦ τοὺς χελωνοδέρµους καὶ σκληροὺς προσεπάθει νὰ περισφίγξη ὡς διὰ διπλῆς λαβίδος τοὺς τρυφεροὺς πόδας της. Ἡ νεᾶνις ἐπνίγετο. ὅστις ἐδυνάµωνεν ὅσο ἐπροχώρει ἡ ἡµέρα. καὶ τὰ παιδία ἐξηκολοῦθον νὰ παίζωσιν ὄπισθεν τοῦ κορµοῦ τῆς γιγαντιαίας ἐλαίας. Αὕτη οὐ µόνον τὴν ἔτρεφε µὲ τὸ γάλα της καὶ τὴν ἐνέδυε µὲ τὸ µαλλί της. καὶ τὸ κτῆµα τοῦ καπετὰν Λιµπέριου ἦτον ἀχανές. ὅσους εἶχεν ἀγαπήσει σχεδὸν ἀφιλοκερδῶς µέχρι τοῦδε. ἐγέλα ἄγριον γέλωτα. ἡ µὴ ἐµφάνισις τῆς Φωτεινῆς ἐξηγεῖτο ἴσως ἐκ τῆς ἀποστάσεως. Ἡ γραῖα Φωτεινὴ ἑµάζωνε τὰ χαµολούλουδα καὶ δὲν ἔπαυε νὰ φιλοσοφῇ περὶ τῶν ἀνθρωπίνων καὶ περὶ τῶν γυναικείων πραγµάτων. ὁµιλοῦσα αὐτὴ περὶ τοῦ νέου ἐκείνου! Καὶ τί κακὸν ἠδύνατο νὰ τῆς κάµῃ ὁ Κωστῆς. ἀφοῦ τρὶς τοὺς ἔκραξε. πιστή. ἀλλὰ τοῦτο θὰ ἦτο µᾶλλον ἐρεθιστικόν της κτηνώδους ὁρµῆς τοῦ Ἀγρίµη· ἐκεῖνος ἐβρυχάτο. 31 . ἐὰν αὐτὴ δὲν ἤθελεν. Ἡ ἀέναος καὶ συριστικὴ πνοὴ τοῦ Καικίου. καὶ ἂν τυχὸν εἶχεν ἐµφανισθῆ ὁ Κωστὴς ἐκεῖνος. ἀφοῦ ἡ Φωτεινὴ µετὰ τῶν παιδίων δὲν ἐµφανίζετο. Μετενόει διατὶ δὲν εἶχεν ἀκούσει τὴν συµβουλὴν τῆς γραίας. πρὶν ἀποµακρυνθῆ. «ἀγύριστον». Ἀνελογίζετο ὅτι ἐξ ὅλων. Ἴσως δὲ καὶ ὁ πνέων βορειανατολικὸς ἄνεµος. Μικρὸν ἀκόµη καὶ ἡ βία τοῦ λυκανθρώπου θὰ ἐθριάµβευε κατὰ τῆς παρθενικῆς ἀντιστάσεως. ὅπου ἡ ἀνθρωπίνη φωνὴ ἐπνίγετο ἐν µέσῳ τῶν τεσσάρων τοίχων. Ἀλλὰ τώρα. Τὸ καλύβι ἔκειτο εἰς µέρος σχετικῶς χθαµαλώτερον. Ἔκαµεν ἀπότοµον κίνηµα κ᾿ ἐζήτησε διὰ τῆς ἀριστερᾶς νὰ τῆς σχίση τὴν ἐσθῆτα. ἥτις τὴν τελευταίαν στιγµήν. Εἴθε νὰ ἤρχετο τουλάχιστον ὁ Κωστῆς. ἐστέναζε· τὸν εἶχε πτύσει δὶς εἰς τὸ πρόσωπον· ἐζήτησε νὰ τοῦ δαγκάση τὸν ὦµον. Ἀλλ᾿ αὐτὴ περιφρονητικῶς εἶχε µειδιάσει εἰποῦσα ὅτι δὲν εἶναι φόβος. Ἤλπισεν ὅτι ἤρχετο βοήθεια. ἐλάµβανε τὴν φωνὴν τῆς Ματῆς ἐπὶ τῶν πτερύγων της. Ἠπόρει διατὶ δὲν ἦλθον ἡ Φωτεινὴ καὶ τὰ παιδία. Ἡ πρώτη καὶ ἡ δευτέρα φωνὴ τῆς Ματῆς δὲν ἠκούσθησαν πράγµατι. διὰ νὰ συλλέξη χαµαίµηλα. ὅπως ἠδύνατο τὸ βλέµµα πρὸς τὸ µικρὸν παράθυρον. Πτωχὴ γραῖα. ποῦ Φωτεινή. ἥτις δὲν ἐνόει ὅτι µᾶλλον ἐκέντα καὶ ἠρέθιζε τὴν φαντασίαν καὶ τὴν περιέργειαν τῆς κόρης. Ἡ γραῖα εἶχεν ἀναβῇ εἰς τὸ ὕψωµα. µὲ τρόπον τῆς εἶχεν ὑποδείξει ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ ὑπάγῃ µαζί της. καὶ ἡ ἠχὼ τῆς ἐχάνετο ἐντὸς τῆς λόχµης. ἔγρυζεν. ἤσθµαινεν.

κρατῶν τὰς παλάµας τούτου µὲ τοὺς δακτύλους σφιγκτὰ ἐπὶ τοῦ στέρνου του καὶ αἱ ἐπόµεναι ἐρωτήσεις καὶ ἀποκρίσεις διηµείβοντο µεταξὺ τῶν δυό: .Τί βλέπ᾿ς.. 32 . νὰ κυλισθῆ µαλακῶς εἰς τὰ χόρτα τοῦ ἐδάφους. . .Ἀκούσαµε. ἁβρὰ γελῶντα. Ἡ δὲ Ματή. τὰ ὁποῖα ἔπαιζαν ἀµέριµνα παρακάτω καὶ ἔλεγε µέσα της. . τὴν ὁποίαν αὐτὴ ἡ Φωτεινὴ εἶχεν ἀναθρέψει µετὰ στοργῆς καὶ ἀφοσιώσεως.Πέσε κάτου σὰ γαϊδούρ᾿. Καὶ αὐτὸ ἦτο µεγάλη καλωσύνη ἐκ µέρους της. σχεδὸν ὑποχονδριακή. Σταθάκη!. Ἦτο ἡ τρίτη κραυγὴ τῆς Ματῆς. ∆ὲν ἀκοῦσατε φωνή. πλὴν τῆς ἐκ τῆς αὐτοθυσίας καὶ ἀφοσιώσεως. τάχα θὰ ἐξακολουθοῦν νὰ ἔχουν πάντοτε ἐµπιστοσύνην πρὸς τὴν γηραιὰν καὶ ἀφωσιωµένην θεραπαινίδα. ἡ Λιµπέραινα. Ἀπὸ τίνος ὅµως χρόνου κάτι τῆς ἔκρυπτε. . τῆς ἀµνάδος ἐκτελούσης µετὰ τὸν ἕκτον µήνα χρέη τροφοῦ. Τὴν ἰδίαν στιγµὴν ὀξεία φωνὴ ἠκούσθη ἀπὸ τὸ µέρος τοῦ καλυβιοῦ ἐρχοµένη.Φωτεινή!. . ὅσον καὶ τὴν προβατίναν.Τί τρῷς. τὴν ἄγευστον πάσης χαρᾶς καὶ ἡδονῆς ἐν τῷ κόσµῳ.Σιωπᾶτε παιδιὰ ν᾿ ἀκούσουµε. διότι ἡ προβατίνα ἤξιζε πράγµατι περισσότερον ἀπὸ ὅσον ἐνοµίζετο. . τρέξετε. . ἔστρεφε βλέµµα πρὸς τὰ παιδία. Ἄλλοτε εἶχεν ἀπεριόριστον ἐµπιστοσύνην εἰς τὴν Φωτεινήν.. ὡς ὅλαι αἱ διαρκῶς πάσχουσαι γυναῖκες. γυνὴ φιλάσθενος καὶ φίλαυτος.. ἡ µικρὰ Ματή. .. Ἐκείνην τὴν στιγµὴν ὁ Θύµιος µετὰ τοῦ Κωστάκη ἔπαιζον εἶδος παιδιᾶς.. . Ὁ Θύµιος κύπτων πρὸς τὴν γῆν εἶχε λάβει τὸν µικρὸν ὕπτιον ἐπὶ τῶν ὤµων. τάχα θὰ τὴν ἀγαποῦν ἕως τέλους καὶ αὐτά. Οὔτε φθίνει πᾶσα στοργὴ καὶ ἐµπιστοσύνη καὶ ἡ Φωτεινὴ ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν. ἐκεῖ ποὺ ἔκυπτε καὶ ἑµάζευε τὰ ἰαµατικά της βότανα. διότι ἡ κυρα-Λιµπέραινα ποτὲ δὲν εἶχεν ἄφθονον γάλα. Ἡ Φωτεινὴ ἔστησεν ὀρθὸν τὸ οὖς. ἀνελογίζετο ἡ Φωτεινή. Εἶπε καὶ ἄφησε τὸν µικρόν.Ἀγγούρ᾿.Γῆς.Οὐρανό.. τῆς τὰ ἔλεγεν ὅλα.Τί πατεῖς. ἐξετίµα τόσον τὴν γηραιὰν θεράπαιναν.Ἡ κυρία της... ἡ ὡραία καὶ ὑπερήφανος Ματὴ εἶχεν ἀποκτήσει καὶ αὐτὴ µυστικὰ ἐσχάτως. ἥτις ἔφθασεν εἰς τὰ ὦτα τῆς Φωτεινῆς.

καὶ ὁ Κωστῆς ἐφάνη ἐπὶ τοῦ οὐδοῦ τῆς θύρας. ὡς δεισιδαίµων. ἀφοῦ ἐπεριπάτησε µέχρι τοῦ µεσονυκτίου. τοῦτε δὲ ἐλπίζων. ἃς εἶχε λάβει µὲ τὴν µάγισσαν. ὅπου ἤξευρεν ὅτι συνήθιζε νὰ µεταβαίνῃ τὴν Πρωτοµαγιὰν ἡ Ματή. ὅπου καὶ ἡ Φωτεινὴ τὸν παρετήρησεν. τὸ ἐρωτικὸν δελτάριον ὑπεράνω τοῦ τοιχογυρίσµατος καὶ ἀπεµακρύνθη.. τὴν τελευταίαν. καὶ διηυθύνθη εἰς τὸ κτῆµα τοῦ καπετὰν Λιµπέριου. Ὁ δὲ Γιάννης. ἡ Ματὴ µᾶς κράζει. χάριν τῆς ἀπείρου ἡδονῆς του νὰ συναντήση καὶ νὰ καληµερίση τὴν Μάτην. Καὶ ἰδοὺ ὅτι ἡ µάγισσα ἠλήθευσε τὴν φορὰν ταύτην. εἶχεν ἀποφασίσει νὰ φρουρῇ ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὴν νέαν τὴν ὁποίαν ἠγάπα. ὅστις ἦτο ψυχοπαίδι τῆς ἀτέκνου Ἀργυρῆς καὶ εἶχεν ἔλθει πρὸ µηνῶν ἔκ τινος χωρίου τοῦ Πηλίου. Ἔβλεπεν ἐκεῖ κάτω εἰς τὸν ὁρίζοντα. εἶπε καὶ αὐτὸς «ἔρχουµι!» *** Μετὰ τὸν ὑπόκωφον δοῦπον. Θεέ µου! . ὡς νὰ ἔβλεπε τί ἐγγύθεν. 33 .Ἐλᾶτε νὰ πηγαίνουµε. ὡς ἐρωτόληπτος. καὶ µετὰ προφυλάξεως περιεπόλει περὶ τὴν ὑψηλοτέραν κορυφὴν τῆς ∆ραγασιᾶς.Ἔρχουµι. Ἐβάδισεν εἰς τὴν ἐξοχήν. Φαίνεται ὅτι ὁ νέος µετὰ τὰς συνεντεύξεις. τοῦτο µὲν φοβούµενος. εἰς ὅσα ἀπὸ ἡµερῶν ἤδη εἶχε συνθέσει. ὡς εἴδοµεν. ἐλαγοκοιµήθη ἐπὶ µίαν ἢ δυὸ ὥρας µὲ τὴν φαντασίαν γρηγοροῦσαν καὶ τὴν ψυχὴν τεταραγµένην. περιεγράψαµεν ἐν τοῖς προηγουµένοις. καὶ ἠσθάνετο ἡδονὴν ἄῤῥητον. εἶπεν ἡ γραῖα τρέχουσα. ἴσως χωρὶς νὰ τὸ θέλῃ καὶ αὐτή. εἶπεν ἕκαστον τῶν παιδίων. Εἶτα χωρὶς νὰ ἐκδυθῇ κατεκλίθη ἐπὶ τίνος καναπέ. ὑπὸ τὰς ἀκτῖνας τοῦ ἡλίου διαγραφόµενον τὸ ῥαδινὸν ἀνάστηµα καὶ τὴν λευκὴν ἐσθῆτα τῆς Ματούλας. Τὴν νύκτα τῆς παραµονῆς τῆς Πρωτοµαγιᾶς ἐξελθὼν ἀπὸ τῆς µαγίσσης. ἐλούσθη ψυχρὸν ὕδωρ καὶ πάραυτα ἐξῆλθε. ὧν µίαν. νὰ ἐντρυφήση εἰς τὴν θέαν τῆς Ματούλας. Ἀλλὰ δὲν ἐλέχθη ὅτι ὁ ἔρως σµικρύνει τὰς ἀποστάσεις καὶ διατρέχει τὰ διαστήµατα. προσθέσας καὶ δυὸ ἢ τρία δίστιχα τὰ ἀναφερόµενα εἰς τοὺς χρησµοὺς τῆς µαγίσσης. ὁ Κωστὴς ἐστράφη πάλιν ὀπίσω. τὸν κίνδυνον. Τί νὰ εἶναι τάχα. Ὅθεν δὲν ἠδυνήθη ν᾿ ἀντιστῆ εἰς τὸν πειρασµόν του νὰ κάµῃ καὶ πάλιν ἕνα δρόµον κατὰ τὴν πόλιν. καὶ διὰ πλαγῖας ὁδοῦ µακρόθεν τὰς ἠκολούθησεν. παιδιά. Ἐπανῆλθε λοιπὸν ὀπίσω πλησίον εἰς τὸ κτῆµα τῆς Ματούλας. ἀπῆλθεν οἴκαδε καὶ ἔγραψε τὸ ἐπιστόλιον πρὸς τὴν Μάτην. ἐµπιστευθεῖς εἰς τὴν τύχην. Ἐσκόπευε νὰ µείνη ὅλην τὴν ἡµέραν κρυπτόµενος ἐκεῖ πλησίον. ὃν ἤκουσεν ἡ ἀγωνιῶσα Ματὴ ὡς σώµατος πίπτοντος ἀπὸ τοῦ θριγκοῦ τοῦ τοίχου τοῦ περιβόλου ἐντὸς τοῦ κήπου. Ἔῤῥιψεν. καὶ εἰς τὰς τρεῖς µετὰ τὰ µεσάνυκτα ἀνεπήδησεν. ἡ θύρα τοῦ οἰκίσκου ἠµίκλειστος οὖσα ἠνοίχθη. δροµαῖον βῆµα ἀνδρὸς ἠκούσθη. Ὅταν αἱ δύο γυναῖκες ἀπεµακρύνθησαν ἱκανὰ βήµατα. ὃν προέλεγεν ἡ µάγισσα. ὄπισθεν τοῦ στελέχους δένδρου καθήµενον.

καὶ θὰ τοῦ εἶχε κινήσει τὴν ὄρεξιν. µέρος τοῦ κήπου καὶ τοῦ ἐλαιῶνος τοῦ καπετὰν Λιµπέριου. τριγυρίζοντα περὶ τὸ κτῆµα καὶ κοιτάζοντα µὲ τρόπον ὕποπτόν τους τοίχους τοῦ περιβόλου. πρὶν ἀναβῇ ἀκόµη τὰς πέντε βαθµίδας τῆς ἐσωτερικῆς κλίµακος. βλέπει ἕνα ἄνθρωπον. εἰς ἀνάστηµα πλαγγόνος ἕνεκα τῆς ἀποστάσεως. Ἀλλὰ µετὰ µίαν στιγµήν. ὁ Ἀγρίµης. ὅπου ἦτο ἡ πηγή. Εἶτα ὁ παράδοξος ἄνθρωπος ὕψωσε τὴν µίαν κνήµην.. µετὰ τὸ ἀλλόκοτον σύµπλεγµα. ὁ νέος ἀπεµακρύνθη καὶ ἐκάθισεν εἰς τὴν σκιὰν βράχου. ὅπου ἔβοσκε τὰς αἶγας του. οὐ µόνον ἡ στέγη ἦτο ὁρατὴ ἀπὸ τῆς σκοπιᾶς τοῦ νέου. τὸ ὁποῖον ἐπαρουσιάσθη ἐνώπιόν του. Ὁ Ἀγρίµης ζαλισθεὶς ἐκυλίσθη ἐπὶ τοῦ δαπέδου. ἀνέβη. Ἐκεῖθεν ἀπεῖχεν ὑπὲρ τὰ χίλια βήµατα. χρησιµωτάτη ὡς ὅπλον. πρὸς δυσµᾶς τῆς κορυφῆς τοῦ λόφου. τὴν Ματούλαν βαίνουσαν πρὸς τὸν οἰκίσκον.. ἔθεσε τὸν πόδα εἰς τὴν ὀπήν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ νέος ἔφερεν εἰς τὸ θυλάκιόν του δίκαννον πιστόλιον γεµάτον. «Ὠιπόλος ὄκκ᾿ ἐσορῆ τὰς µηκάδας. καὶ τέλος τὸν βλέπει νὰ κύπτει πρὸς τὸν τοῖχον καὶ νὰ ἐκτελῇ ἐργασίαν τινά. τὴν ὁποίαν εἶχε κατασκευάσει. µήπως πληγώση τὴν Ματούλαν. Ἔλαβε τὴν ἀξίνην. κ᾿ ἐπήδησεν ἐντὸς τοῦ κτήµατος. νὰ ἵσταται. καθὼς λέγουν οἱ φράγκοι µυθιστοριογράφοι. ὕψωσε τὸν ἄλλον πόδα. ὅστις τότε ἀφῆκε τὸ θῦµα του καὶ ὥρµησε κατ᾿ αὐτοῦ.» Ἐγκατέλιπε τὰς αἶγας του καὶ κατέβη δροµαῖος πρὸς τὸ µέρος. ὅπου εἶδε τὴν ἐρατεινὴν καὶ ὀνειρώδη ὕπαρξιν. Τὸ πρώτον πρᾶγµα τὸ ὁποῖον εἶδε τὸ ὄµµα τοῦ Κωστῆ. ἀλλὰ θὰ τὴν ἔπνιγε µετ᾿ οὐ πολύ. Τὸν εἶδε νὰ πηγαίνῃ. Πτωχὸς λυκάνθρωπος! Ἐν τούτοις ὁ Κωστὴς δὲν ἔχασε καιρόν. µὲ τοὺς στοιχειωµένους ὄνυχάς του. ἢ ὡς νὰ ἀφήρει λίθον ἀπὸ τοῦ τοίχου. καὶ διὰ τῆς αὐτῆς ὁδοῦ. Ἀλλ᾿ ὁ Κωστῆς ἠναγκάσθη τότε νὰ τοῦ δώσῃ µίαν εἰς τὸ κρανίον. ἔσπευσε νὰ βάλῃ εἰς πρᾶξιν τὸ ἀρχέτυπον καὶ αἰπολικὸν σχέδιόν του. ἠµιόλιον ἀνδρικοῦ ἀναστήµατος. ἀλλ᾿ ἐφοβεῖτο νὰ τὸ µεταχειρισθῆ. Ὁ Ἀγρίµης δὲν εἶχε πνίξει ἀκόµη τὴν Ματούλαν.Ὀλίγω ὕστερον. µὲ βραχεῖαν λαβήν. ὅστις εἶχεν ἰδεῖ ἀπὸ τῆς ὑψηλῆς κορυφῆς τῆς ∆ραγασιᾶς. Ἔφθασεν εἰς τὸν περίβολον. Ἔτρεξεν. εἶχεν ἰδεῖ καὶ τὴν γραίαν µὲ τὰ παιδιὰ ἀποµακρυνόµενην. ἠγέρθη καὶ ἔτρεξε µὲ ταχύτητα ἐλάφου. ἀναβαίνοντας πρὸς τὸν ἐλαιῶνα. καὶ βαδίζουσαν πρὸς τὸν οἰκίσκον. εὗρε τὸ µέρος ὅπου εἶχεν ἀφαιρέσει ἕνα λίθον. θὰ εἶχε παρατηρήσει τὴν νέαν πολλάκις ἄλλοτε µακρόθεν ἢ καὶ ἐγγύθεν κρυπτόµενος. διεσκέλισε τὸν τοῖχον. ἔτρεξε καὶ εἶτα ἤκουσε καὶ τὴν κραυγὴν τῆς Ματούλας. ὑπεράνω τοῦ περιβόλου. φαίνεται. 34 . ἀλλ᾿ ἔβλεπε καλῶς. ὡς νὰ ἐσκάλιζε νὰ εὕρη τί εἰς καµµίαν ὀπήν. ἀνέβη. διεσκέλισε τὸν θριγκόν. καὶ ἐπειδή. Ἐπὶ µίαν στιγµὴν εἶδε τὴν Μάτην ἀνερχοµένην ἀπὸ τῆς χαράδρας. Ἦτο ὁ Ἀγρίµης. ἦτο µία ἀξίνη µὲ στιλπνὸν σίδηρον. νὰ γυρίζῃ πάλιν ὀπίσω. καὶ ἤρχισε νὰ κτυπᾷ τὰς χεῖρας τοῦ Ἀγρίµη. *** «Ἦτο καιρός». νὰ βαδίζῃ πάλιν. καὶ ἔγινεν ἄφαντος ὄπισθεν τοῦ τοίχου. ἔτρεξε. ὡς λυκάνθρωπος. νὰ θεωρῇ. εἶτα εἶδε τὰ παιδία καὶ τὴν Φωτεινήν. χωρικὸν ὡς ἐφαίνετο ἐκ τῆς ἐνδυµασίας.

Τὴν ἰδίαν στιγµὴν ἔφθασεν ἡ Φωτεινὴ µὲ τὰ παιδία. καὶ τοῦ ἔκραξε: . Ἦτο λοιπὸν ἕτοιµος νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Φωτεινὴν νὰ ἐξέλθωσιν ὅλοι ἐκ τοῦ οἰκίσκου. Ὁ Κωστὴς ἐκ περιεργείας τὸν ἠκολούθησε. ἔβγαλε δυὸ πάλλευκα µυροβόλα µανδήλια. καὶ ὁ Κωστῆς. ὅστις δὲν θὰ εὑρίσκετο πολὺ µακράν. καὶ τότε ἡ γραῖα ἤρχισε νὰ ἐννοῇ. εἶτα ἐσηκώθη. µὲ τὴν κεφαλὴν αἱµατωµένην. *** 35 . τόσον ἀδυνατισµένη ἀπὸ τὴν τροµερὰν πάλην. Κ᾿ ἔγινεν ἄφαντος. καὶ τὸν εἶδεν ὠθοῦντα τὸν σύρτην καὶ ἀνοίγοντα τὴν θύραν. ἡµιθανῆ τὸν Ἀγρίµην. Ἰδοῦσα ἡ γραῖα τὸν Κωστὴν ὑπέθεσεν ὅτι αὐτὸς ἦτο ὁ αἴτιος τοῦ κακοῦ. Ὁ Κωστὴς ἐσκέπτετο τί ὤφειλε νὰ κάµῃ ὡς πρὸς τὸν Ἀγρίµην. Ἡ Φωτεινὴ τὸν ἄφησε νὰ κάµῃ. ἀδρανής. ἀνεκάθισεν ἐπὶ τῆς ψάθης. Τὰ παιδία ἦλθον φέροντα ὕδωρ· ἡ Ματὴ συνῆλθεν ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον· ἦτο µόνον πολὺ ἀδύνατος καὶ ἔστρεψε βλέµµα εὐγνωµοσύνης πρὸς τὸν Κωστήν. καὶ διηυθύνθη πρὸς τὴν θύραν τοῦ περιβόλου. ἠπείλησε διὰ τῆς πυγµῆς τὸν Κωστήν.. Ἀλλ᾿ ὁ νέος τῆς ἔδειξε µὲ ἓν νεῦµᾳ ἐκτάδην κείµενον. Ἀλλὰ µόλις ἔλαβε τὴν ἀπόφασιν ταύτην καὶ βλέπει τὸν Ἀγρίµην ὅτι ἐκινήθη σιγὰσιγά. νὰ ἐξασφαλισθῶσι. Ὁ νέος ἀπεδύθη τὸ ἐλαφρὸν ἱµάτιόν του. κ᾿ ἔστρεψε πρὸς αὐτὸν ἄγρια βλέµµατα. Τὴν τελευταίαν στιγµὴν ἐστράφη. ἥτις ἦτο ἁρµοδία νὰ τὸν παραδώσῃ εἰς νοσηλείαν ἢ εἰς φυλακήν. Ἡ νεᾶνις εἶχε δυὸ βαθείας ἀµυχὰς εἰς τὸν λαιµόν. ἐψηλάφει τὸν σφυγµόν της καὶ τὴν καρδίαν της. Ἡ γραῖα ἐῤῥίφθη περιαλγὴς ἐπὶ τῆς ἀγαπητῆς παιδίσκης. Ἀλλὰ πῶς ν᾿ ἀφήση µόνας τὰς δυὸ γυναίκας καὶ τὰ παιδιὰ µὲ τὸν Ἀγρίµην. καὶ ἐζήτει νὰ δέση τὰς πληγάς της. Ἔπρεπε δὲ νὰ ὑπάγῃ ὁ ἴδιος νὰ εὕρῃ τὸν ἀγροφύλακα καὶ δώσῃ τὴν εἴδησιν. νὰ κλειδώσωσι µέσα τὸν Ἀγρίµην. ἐξῆλθε. διὰ νὰ ἔλθη νὰ φροντίση περὶ τῆς προσαγωγῆς τοῦ εἰς τὴν ἀστυνοµικὴν ἀρχήν. καὶ ἠπείλει νὰ τὸν σχίση µὲ τὰς χεῖρας. περιφρονοῦσα τὸν σίδηρον ὃν ἐκεῖνος ἐκράτει. ἐβάδισε χωλαίνων πρὸς τὴν θύραν.Φέρτε νερό! εἶπεν ὁ Κωστῆς· βοήθειαν εἰς τὴν Ματούλα! Ἡ νέα ἔκειτο σχεδὸν ἀναίσθητος. Ἀλλὰ καὶ τὸ ὑποκάµισόν της τὸ ὁλοβρόχινον ἐφαίνετο πρὸς τὴν ἀριστερὰν πλευρὰν καθηµαγµένον καὶ ἡ γραῖα ψηλαφήσασα ἀνεκάλυψε καὶ τρίτην ἀµυχὴν ὑπὸ τὸν ἀριστερὸν κόλπον. . Ἀνάγκη ἦτο νὰ λάβῃ εἴδησιν ὁ ἀγροφύλαξ.. ὅστις ἅµα θὰ συνήρχετο ἐκ τῆς σκοτοδίνης ἠδύνατο νὰ εἶναι ἀκόµη ἐπικίνδυνος.Ἔννοια σ᾿ δὲ ῾θῆς καµµιὰ φοὰ καλύβ᾿! Ἰγὼ σ᾿ δείξου!. Τὰ παιδία ἔτρεξαν ἔντροµα νὰ φέρωσιν ὕδωρ. Ἡ Φωτεινὴ ἐκ φιλανθρωπίας ἔπλυνε καὶ τὴν πληγὴν τοῦ Ἀγρίµη καὶ ἔδεσε τὴν κεφαλήν του µὲ ἓν παλαιόπανον. καὶ τότε ὁ Κωστὴς νὰ ὑπάγῃ πρὸς ἀναζήτησιν τοῦ ἀγροφύλακος. ἔσχισεν ἐπὶ τοῦ στήθους τὸ λευκότατον καθάριον ὑποκάµισόν του καὶ κόψας δυὸ πλατείας ταινίας τὰς ἔδωκεν εἰς τὴν γραίαν νὰ δέσῃ τὴν πληγήν. ὥστε δὲν ἠδύνατο νὰ κινηθῇ. τὰ ὁποῖα εἶχεν εἰς τοὺς κόλπους µὲ ἄνθη συνειληµµένα. καὶ ἄλλην εἰς τὸν βραχίονα.

θὰ ἐγίνετο θῦµα τοῦ ἀγροίκου βιαστοῦ. «καλύτερ᾿ αὐτός. τὸ κορύφωµα τοῦ ἔαρος. ἐπέπρωτο νὰ παραδώση τὰ σκῆπτρα εἰς τὸ ἀδυσώπητον θέρος .ἔρος.Ὁ καπετὰν Λιµπέρης ἔµαθε τὸ συµβεβηκὸς κ᾿ ἐπειδὴ ἡ Ματούλα ὡµολόγησεν ὅτι. 36 . τὴν ἠρώτησε ἂν τὸν ἤθελε διὰ σύζυγον. Καὶ ἡ ἀγαστὴ καὶ θεσπέσια παρθενικὴ καλλονή. ἄνευ τῆς βοηθείας τοῦ Κωστῆ. Καὶ µετὰ τρεῖς µῆνας ἐτελεῖτο ὁ γάµος τοῦ περιπαθῶς ἐρῶντος Κωστῆ µετὰ τῆς περικαλλοῦς κ᾿ εὐαισθήτου Ματούλας. παρὰ ἄλλος». ἀφοῦ ἐξάπαντος ἔµελλε νὰ ὑπανδρευθῇ. Ἡ κόρη ἀφελῶς ἀπήντησεν ὅτι.

∆ὲν 37 . ὁ ἐφηµέριος ἅµα καὶ ἡγούµενος καὶ µόνος ἀδελφὸς τοῦ µονυδρίου τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου. τοὺς «κουκουβίνους ἢ κουκοσκιάχτες». τὸ ταχύπλουν. καθὼς ἔλεγαν. καὶ οὕτως ὁ παπᾶ-Βαγγέλης ἔµεινεν ἀκουσίως. τὸ δὲ µικρὸν ποίµνιόν του. ὅτι τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἐκινδύνευον νὰ µείνουν οἱ ἄνθρωποι οἱ χριστιανοί. ὅπως τοὺς ὀνόµαζον. οἱ ξωµερίτες. Ὁ καταλληλότερος δέ. τὸ ταχύπλουν εἶχε βυθισθεῖ. ὅστις δὲν σωφρονίζεται ἀπὸ τὸ πάθηµα τοῦ προκατόχου του. κατὰ τὴν Μεγάλην Τεσσαρακοστήν. ὅπως ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα. σχεδὸν τακτικῶς δὶς τοῦ ἔτους. ἤτοι κατὰ πᾶσαν τεσσαρακοστήν. χωρικός. καὶ ἤθελε νὰ ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα ὅπως αὐτὸς ἐνόει. οἱ χωρικοὶ τῶν Καλυβιῶν ἐκινδύνευον νὰ µείνωσιν ἀλειτούργητοι.οἱ τρεῖς οὗτοι ἐπέµειναν. νὰ ἐπιστρέψῃ ἐγκαίρως εἰς τὴν µονήν του. ὅστις ἔκαµνε τὸν προεστὸν εἰς τὰ Καλύβια. ὅστις δὲν ἦτον «ἀπὸ µεγάλο τζάκι». Ἦτον ὀλίγον τσάµης. εἶχε µάλιστα καὶ συγγένειαν µὲ τινὰς τῶν ἐξωµεριτῶν καὶ τοὺς κατεδέχετο. καὶ νὰ φάγωσι καὶ αὐτοὶ τὸ κόκκινο αὐγό. τοῦ ἀποχαιρετισµοῦ τοῦ χειµῶνος γενοµένου.Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης .Ἐξοχικὴ Λαµπρή Καλὰ τὸ ἔλεγεν ὁ µπάρµπα-Μηλιός. ὅπως ἀκούσωσι τὴν Ἀνάστασιν καὶ λειτουργηθῶσιν ἀλλ᾿ ὁ µπάρµπα-Μηλιός. ὁ Φταµηνίτης. Καὶ οὐδέποτε πρόρρησις ἔφθασε τόσον ἐγγὺς νὰ πληρωθεῖ. ὅστις δὲν ἤθελε νὰ ἐκθέσῃ τὴν γυναίκα του εἰς τὰ ὄµµατα τοῦ πλήθους. καὶ εὑρίσκεται τολµητίας τις πτωχὸς κυβερνήτης. καίτοι γέρων ἤδη. ἀναλαµβάνων ἑκάστοτε τὸ κινδυνωδέστατον ἔργον· καὶ τὴν φορὰν ταύτην. ἤτοι κατὰ τὶς δυὸ ἀλλαξοκαιριές. ἡ συγκοινωνία ἐκόπη ἐπὶ τίνας ἡµέρας. ὅτι ἔπρεπε ἐκ παντὸς τρόπου νὰ πείσωσιν ἕνα τῶν ἐν τῇ πόλει ἐφηµερίων ν᾿ ἀνέλθῃ εἰς τὰ Καλύβια. τὴν ἡµέραν τοῦ Πάσχα. οἱ γείτονες τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου. ἀλειτούργητοι. ὅστις «τὰ ἤξευρεν ἀπέξω ὅλα τὰ γράµµατα τῆς Λαµπρῆς». οἱ γεωργοποιµένες τοῦ µέρους ἐκείνου. εἶχε βυθισθεῖ· ὁ δὲ παπᾶ-Βαγγέλης. Ὅλα αὐτά. ἔχων κατ᾿ εὔνοιαν τοῦ ἐπισκόπου καὶ τὸ ἀξίωµα τοῦ ἐξάρχου καὶ πνευµατικοῦ τῶν ἀπέναντι χωρίων. ὅσον αὐτή· διότι δὶς ἐκινδύνευσε νὰ ἐπαληθεύσῃ ἀλλ᾿ εὐτυχῶς ὁ Θεὸς ἔδωκε καλὴν φώτισιν εἰς τοὺς ἁρµοδίους καὶ οἱ πτωχοὶ χωρικοί. ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο ν᾿ ἀναγνώσῃ τίποτε «ἀπὸ µέσα» καὶ ἐπεθύµει νὰ ψάλλῃ τὸ «Σῶµα Χριστοῦ µεταλάβετε» . ἠξιώθησαν καὶ αὐτοὶ νὰ ἀκούσωσι τὸν καλὸν λόγον. ἠναγκασµένος νὰ ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα πέραν τῆς πολυκυµάντου καὶ βορεοπλήκτου θαλάσσης. ὡς εἴποµεν. ἔπλεε τετράκις τοῦ ἔτους. τὸ ὁποῖον ἐκτελεῖ δῆθεν τὴν συγκοινωνίαν µεταξὺ τῶν ἀτυχῶν νήσων καὶ τῆς ἀπέναντι ἀξένου ἀκτῆς. καὶ πολλοὶ ἠσπάσθησαν τὴν γνώµην των. λήγοντος τοῦ Μαρτίου. ἱερεὺς τῆς πόλεως ἦτον ὁ παπᾶΚυριάκος. καὶ ὁ µπαρµπ᾿-Ἀναγνώστης. τὸ φθινόπωρον καὶ τὸ ἔαρ. διότι τὸ µὲν ταχύπλουν. Τινὲς διετύπωσαν γνώµην νὰ παραλάβωσι τὰς γυναίκας καὶ τὰ τέκνα των καὶ νὰ κατέλθωσιν εἰς τὴν πολίχνην. κατὰ τὴν γνώµην πάντων. Ἀλλὰ κατ᾿ ἐκεῖνο τὸ ἔτος. σπεύδων. αὐτὸ τὸ προκοµµένον πλοῖον. εἰς τὰς ἀντίκρυ ἐκτεινοµένας ἀκτὰς ὅπως ἐξοµολογήσῃ καὶ καταρτίσῃ πνευµατικῶς τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους δουλοπάροικους. καὶ συνήθως χάνεται αὔτανδρον· εἶτα γίνεται νέα δηµοπρασία. νὰ τοὺς λειτουργήσῃ. βυθίζεται.

µορφάζοντα καὶ µεµψιµοιροῦντα. νὰ παραλάβῃ τὸ µερίδιον τῶν προσφορῶν καὶ συλλειτουργικῶν. ἀληθεύει· ἀλλ᾿ οἱ ἔγγαµοι ἱερεῖς. ὁ συνεφηµέριός του. εἰσῆλθον πάντες εἰς τὸν ναόν. ἄνδρες. τὸ «Κύµατι θαλάσσης». ψάλλων τὸ «∆εῦτε λάβετε φῶς». καὶ ὁ µπαρµπ᾿-Ἀναγνώστης. πενόµενοι καὶ δυσπραγοῦντες. κατασκευάσας πρόχειρον σήµαντρον ἐκ στερεοῦ ξύλου καρυᾶς καὶ πλῆκτρον. Εἷς µετὰ τὸν ἄλλον προσήρχοντο οἱ χωρικοὶ µὲ τὰς χωρικάς των καὶ µὲ τὰ καλά των ἐνδύµατα. Ὁ ἐφηµέριος οὖτος ὡς οἱ πλεῖστοι του γνησίου ἑλληνικοῦ κλήρου. Ἀλλ᾿ αὐτὸς ὁ παπᾶ-Θοδωρῆς ὁ Σφοντύλας. Ὁ ἱερεὺς ἔβαλεν Εὐλογητόν. ὑπὸ ἐλαφρᾶς αὔρας σειοµένων εὐωδῶν θάµνων καὶ τῶν λευκῶν ἀνθέων τῆς ἀγραµπελιᾶς. ἀφοῦ ἐξύπνησε τὸν ἱερέα. πλὴν µικροῦ ἐλευθεριασµοῦ. Ὁ παπᾶ-Κυριάκος προέκυψεν εἰς τὰ βηµόθυρα. νὰ παραµείνῃ ἐν τῷ ἐνοριακῷ ναῶ κατάσκοπος εἰς τὸ ἱερὸν Βῆµα. Τοῦτο ναί. Ἠκούετο µάλιστα. ἀµφότερα ἐξίσου θὰ τὰ ἐµοιράζοντο. αἰνιττόµενος ὅτι τά τε ἐκ τοῦ ἐνοριακοῦ ἔσοδα καὶ τὰ τῆς ἐξοχικῆς παροικίας. Ὁ µπαρµπ᾿-Ἀναγνώστης ἤρχισε νὰ τὰ λέγῃ ὅλα ἀπ᾿ ἔξω. καὶ ἔπειτα δὲν ἤθελε ν᾿ ἀφήσῃ τὴν ἐνορίαν µὲ ἕνα µόνον ἱερέα τοιαύτην ἡµέραν. ἦτο κατὰ τὰ ἄλλα ἄµεµπτος. γυναῖκες καὶ παῖδες. Ἡ πούλια ἦτο ἤδη ὑψηλά. 38 . διότι ἦτο ἀνοιχτόκαρδος. Ἤναψαν τὰς λαµπάδας κι ἐξῆλθον ὅλοι εἰς τὸ ὕπαιθρον ν᾿ ἀκούσωσι τὴν Ἀνάστασιν. ὅπως ἐξεγείρῃ τοὺς χωρικούς. ἦτο ἤδη κατὰ τὰ ἐννέα δέκατα ἀποφασισµένος νὰ ὑπάγει· ἔπειτα ὑπεχρέωσε τὸν υἱόν του Ζάχον. καὶ µόνον µετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῆς λειτουργίας.ἔτρεφε προλήψεις. τὴν προκαταρκτικὴν προσευχὴν καὶ τὸν Κανόνα. ἐπιτακτικὴν ἔχοντες ἀνάγκην νὰ θρέψωσι τὰ τέκνα των. ἐδῶ κι ἐκεῖ. «neige odorante du printemps». ἀλλ᾿ ἐδυσπίστει εἰς τὸν συνεφηµέριόν του. Ψαλέντος τοῦ Χριστὸς Ἀνέστη. καὶ καταντῶσι νὰ µὴ τρέφωσι πλέον ἐµπιστοσύνην οὐδ᾿ εἰς αὐτοὺς τοὺς συλλειτουργοὺς των. Γλυκείαν καὶ κατανυκτικὴν Ἀνάστασιν ἐν µέσῳ τῶν ἀνθούντων δένδρων. κρούων. περιήρχετο τὰ Καλύβια θορυβωδῶς. Ἀλλὰ τοῦτο τὸ ἔλεγον οἱ ἀστεῖοι ἢ οἱ φθονεροί. τὸν παρεκίνησε νὰ ὑπάγῃ εἰπῶν. ὅτι ὁ ἱερεὺς οὗτος εἶχε καὶ τὴν συνήθειαν «ν᾿ ἀποσώνῃ τὰ παιδιά» εἰς τοὺς κόλπους τῶν µητέρων. Εἰσῆλθον εἰς τὸ µικρὸν ἐξωκκλήσιον τοῦ Ἁγίου ∆ηµητρίου. τῶν ἐνοριτισσῶν του. ὅτι καλὸν ἦτο νὰ µὴ χάσωσι καὶ τὸ εἰσόδηµα τῶν Καλυβιῶν. Θὰ ἦσαν τὸ πολὺ ἑβδοµήκοντα ἄνθρωποι. φαίνονται ὡς πλεονέκται. Τοῦτο δὲν ἔπεισε τὸν παπᾶ-Κυριάκον. «τέσσαρες ὦρες νὰ φέξει». καὶ ἤθελε νὰ χαρῇ καὶ αὐτὸς ὀλίγην Ἀνάστασιν καὶ ὀλίγην ἄνοιξιν. τῷ ἐνέπνευσε µάλιστα πλείονας ὑποψίας ἀλλ᾿ ὅτε ἠρώτησε τὴν γνώµην τοῦ συλλειτουργοῦ του. ὅτε θὰ ἀνέτελλεν ἤδη ἡ ἡµέρα. ὅστις ἐπεθύµει µὲν νὰ ὑπάγῃ νὰ κάµῃ Ἀνάστασιν εἰς τοὺς χωρικούς. καὶ µόνον οἱ ἀνόητοι τὸ ἐπίστευον. ν᾿ ἀνέλθῃ εἰς τὰ Καλύβια παρ᾿ αὐτῷ. Τοῦτο ἔπασχε καὶ ὁ παπᾶ-Κυριάκος.

ἀφοῦ µάλιστα εὐκόλως εὕρισκε συνοδοιπόρους ὀµήλικας. ἀκολουθούµενος ὑπὸ δυὸ ἄλλων ὁµηλίκων του. Ὁ παπᾶ-Σφοντύλας ἀπ᾿ τὴν ὀξώπορτα. κι ἡ πεθερά του. ἀλλ᾿ αἱ λέξεις δὲν διεκρίνοντο. ἀπ᾿ τ᾿ ἅϊ-Βῆµα. παπᾶ!. ἥτις τὸν ἔβλεπεν ἔντροµος.» Μόνον ὁ παπᾶ-Κυριάκος ἦτο ἱκανὸς νὰ βγάλῃ νόηµα ἀπὸ τὰ ἀσυνάρτητα ταῦτα καὶ ἀσθµατικὰ λόγια τοῦ υἱοῦ του. ὑψηλὸς ὡς πρὸς τὴν ἡλικίαν του... Ἀλλ᾿ ὁ µπάρµπα-Μηλιὸς κάτι ὑπόπτευεν ἐκ τῶν κινήσεων τούτων καὶ ἐξῆλθε κατόπιν του. µεταβιβάζων αὐτὰς διὰ τῆς ἐξωθύρας τοῦ ἱεροῦ Βήµατος εἰς χεῖρας τῆς συζύγου καὶ τῆς πενθερᾶς του». ὁ ἑπόµενος διάλογος συνήφθη: «Παπᾶ.. τὶς λειτουργίες. µετὰ δυσκολίας εἶχεν ὑπακούσει εἰς τὸ πατρικὸν κέλευσµα ὅπως µείνῃ εἰς τὴν πόλιν. Ἤµαρτεν. Ἡ φωνή του ἠκούετο ἀπὸ τοῦ χοροῦ. νὰ ἔµβῃ εἰς τὴν λειτουργίαν.. ἀπ᾿ τ᾿ ἅϊΒῆµα ἡ πεθερά του. ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ Βήµατος.» (Τὰ παπαδοπούλα ἀπεκάλουν συνήθως παπὰ τὸν πατέρα των). βλογηµένε. 39 . παπᾶ!. «Παπᾶ.. Ἀλλὰ τὴν στιγµὴν ἐκείνην εἰσῆλθεν ἢ µᾶλλον εἰσόρµησεν εἰς τὸ ναΐδριον. Ἰδοὺ τί ἔλεγεν ἐντούτοις: «Παπᾶ. ἡτοιµάζετο νὰ πάρῃ καιρὸ καί. τὴν ἐξοχὴν καὶ τὴν διασκέδασιν. ἠγανάκτησε. Ἐξήφθη ἀµέσως. ἀσθµαίνων καὶ ἐν ἐξάψει. Εἰσέβαλε πνευστιῶν εἰς τὸ ἱερὸν Βῆµα καὶ ἤρχισε νὰ ὁµιλῇ πρὸς τὸν ἱερέα... δωδεκαετὴς περίπου παῖς. ἀφοῦ τελέσῃ τὸν ἀσπασµόν. ἀπέβαλεν εὐθὺς τὸ ἐπιτραχήλιον. ὁ δὲ ἱερεὺς ἅµα ἀντιψάλλων αὐτῷ ἐξ ἀνάγκης.. κι ἡ παπαδιά... ἀπ᾿ τὴν ὀξώπορτα. τὶς λειτουργίες. ποῦ πᾶς. ὅσον ὁ Ζάχος ἤθελε νὰ τὸ παραστήσῃ.... παπᾶ. Ἴσως τὸ πρᾶγµα δὲν θὰ ἦτο τόσον ἀληθές.. τώρα ἀµέσως πίσω».. κουβαλοῦν.. ἔκλεπτε τὰς προσφοράς. Ἰδοὺ δὲ πῶς ἐξήγησε τὰ λεγόµενα: «Ὁ παπᾶ-Θοδωρὴς ὁ Σφοντύλας. ∆ιότι οὖτος ἀγαπῶν... καὶ ἀφορµὴν θὰ ἐζήτει διὰ νὰ τὸ στρίψῃ καὶ µεταβῇ εἰς νυκτερινὴν ἐκδροµὴν εἰς τὰ Καλύβια... ἐξεδύθη τὸ φαιλόνιον. ὁ υἱὸς τοῦ παπᾶΚυριάκου. ἀποφεύγων τὸ βλέµµα τῆς πρεσβυτέρας του.. καὶ διασχίσας τὸν ναὸν ἐξῆλθεν.» «Θὰ ῾ρθῶ... δὲν ἐκρατήθη.. Ἦτο ὁ Ζάχος. κι ἡ παπαδιά.. ὁ σύντροφός του εἰς τὴν ἐνορίαν. ὡς ὅλοι οἱ νέοι. µεταξὺ τριῶν δένδρων καὶ δυὸ φρακτῶν. Εἰς πεντήκοντα δὲ βηµάτων ἀπόστασιν ἀπὸ τοῦ ναοῦ.. Ἀλλ᾿ ὁ παπᾶ-Κυριάκος δὲν ἐσυλλογίσθη τίποτε.Ὁ µπαρµπ᾿-Ἀναγνώστης ἤρχισε νὰ ψάλλῃ τὸν Κανόνα τοῦ Πάσχα. Ἀντὶ δὲ νὰ καταφέρῃ σφοδρὸν ράπισµα κατὰ τῆς παρειᾶς τοῦ υἱοῦ του καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἥσυχος τὸ καθῆκον του.

Τότε ἦλθεν εἰς αἴσθησιν. Οἱ χωρικοὶ ἐκοίταζον ἐρωτηµατικῶς ἀλλήλους.» ἐπέµενεν ὁ µπάρµπα-Μηλιός.) καὶ ἔκυψε νὰ πίῃ ὕδωρ. εἶπε. «ὀκτώ. παρὰ τὴν ὁδόν. Ἀλλὰ τὸ βέβαιον εἶναι. Αἱ γυναῖκες ἠρώτων τὴν παπαδιὰν νὰ εἴπῃ αὐταῖς τί τρέχει· ἀλλ᾿ αὕτη ἦτο ἡ ὀλιγότερον πάντων τῶν ἄλλων γνωρίζουσα.∆ὲν ἤξευρε τί νὰ εἴπῃ.» Καὶ δὲν ἔπιε.» Καὶ ποιήσας τὸ σηµεῖον τοῦ σταυροῦ εἶπεν: 40 . «Ἀφήνω καὶ τὴν παπαδιά µου ἐδῶ. ἐλησµόνησεν. ἔτρεχεν. καὶ αἴφνης ἐνθυµηθείς. Ἀλλὰ τὸ χεῖλος του δὲν εἶχε βραχεῖ ἀκόµη. κι ἡ παπαδιὰ ἐννιά. «ποῦ πάω. ὅτι εἶχεν ἀπόφασιν νὰ καταβῇ εἰς τὴν πόλιν. «Τί κάµνω ἐγώ». «Καλὰ τὸ ἔλεγα ἐγώ». αἰσθανθεὶς ἐπὶ τοῦ προσώπου του τὴν δρόσον. νὰ ζητήσῃ λόγον διὰ τὴν κλοπὴν ἀπὸ τὸν συνεφηµέριόν του! Εἰς τὸ βάθος δὲ τῆς συνειδήσεως τοῦ ἔλεγεν. «Ποῦ πᾶς. Ὁ µπάρµπα-Μηλιὸς ἐπανῆλθε κατηφὴς ἐντὸς τοῦ ναοῦ. ἀνένηψεν. ἐπανέλαβε ὁ παπᾶ-Κυριάκος. Μεγίστη ἀπορία ἐπεκράτει ἐν τῷ παρεκκλησίῳ. Ψιθυρισµοὶ ἠκούοντο. Ἐλησµόνει. «καὶ πίνω νερό. ἀµηχανῶν τί νὰ εἴπῃ. ἔλεγεν. ὅτι εἶχε νὰ λειτουργήσῃ (πῶς καὶ ποῦ νὰ λειτουργήσῃ. Ὁ ψυχρὸς ἀὴρ ἐδρόσισεν ὀλίγον τὸ µέτωπόν του. ἢ ὅσα ἀπὸ στήθους ἐγνώριζεν. Εἷς νερόµυλος εὑρίσκετο ἐπὶ τῆς κλιτύος ἐκείνης. «Καὶ πῶς νὰ θρέψω ἐγὼ τόσα παιδιά». Ἀκούσας ὁ ἱερεὺς τὸν ἠδὺν µορµυρισµὸν τοῦ ρύακος. Ἐντούτοις ὁ ἱερεὺς ἔτρεχεν. καὶ κατήρχετο τὶς εἰς ὡραίαν κοιλάδα. µὲ τὸ συµπάθιο. ἐψιθύρισε. «Σᾶς ἀφήνω τὴν παπαδιά µου!» Καὶ λέγων ἔτρεχεν. ὅτι εἶχε καιρὸν νὰ ἐπιστρέψῃ πρὸ τῆς ἀνατολῆς τοῦ ἡλίου καὶ τελέσῃ τὴν λειτουργίαν. κι ἐγὼ δέκα! Ὁ ἕνας νὰ σὲ κλέφτῃ ἀπ᾿ ἐδῶ. «Ἐγὼ ἔχω νὰ λειτουργήσω». κι ὁ ἄλλος ἀπ᾿ ἐκεῖ!» Πεντακόσια βήµατα ἀπὸ τοῦ ναοῦ ὁ δρόµος ἐκατηφόριζε. ὅτι ὁ µπαρµπ᾿-Ἀναγνώστης δὲν ἠδύνατο ν᾿ ἀναγνώσῃ ἄλλα. εἶπε. βλογηµένε». «Ἂς διαβάζῃ ὁ µπαρµπ᾿-Ἀναγνώστης τὰς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων κι ἔφθασα».

Ἐπανέλαβε δέ: «Ἐὰν ἐκεῖνος ἔκλεψεν. «ἥµαρτον. Καλύτερα νὰ γινόµουν καλόγρια!» Τὸ βέβαιον ἦτο.. ὁ Θεὸς ἂς τὸν.. ὡς τράπεζαν πτέριδας καὶ κλάδους σχοίνων.. ὅπως λειτουργήσῃ. ποσάκις δὲν τὴν ἐπείραζε. Αὐτὸς δὲν ἐκοινώνησεν. ὅπως µὴ τὴν κοιτάζωσιν οἱ ἄνδρες καὶ ζηλεύει ὁ σύζυγός της.» Ἠσθάνθη δάκρυ βρέχον τὴν παρειάν του. φροντίσας νὰ καταλύσῃ διὰ στόµατος αὐτῶν ὅλον τὸ ἅγιον ποτήριον. ὅπου µετ᾿ ἀγαλλιάσεως οἱ χωρικοὶ τὸν εἶδον. Ἡ ἀδελφή της.. «Ὤ. ∆ὲν τὸν ἔπαιρνα. ∆εῦτε τοῦ καινοῦ τῆς ἀµπέλου γεννήµατος!. ἀλλ᾿ ἀνεπλήρου τὰς ἐλλείψεις ταύτας δι᾿ εὐστροφίας σώµατος καὶ πνεύµατος. εἶπεν ὁλοψύχως. εἶπε. 41 . µετὰ τὴν ∆ευτέραν Ἀνάστασιν.. Ἀλλὰ πῶς νὰ κάµω. νὰ µοῦ χαρίζανε τὸν οὐρανὸ µὲ τ᾿ ἄστρα. Καὶ ἐστράφη πρὸς τὸν ἀνήφορον. Ἡ ὡραία Ξανθή. ὡραία καὶ αὐτή.. ἄγαµος. ἐκάθητο µεταξὺ τῆς µητρός της Μελάχρως καὶ τῆς θεία-Κρατήρως. τὸ Ἀθῶ. λέγουσα: «Ἀρή. δεκαπεντούτις κόρη. ἄφροντις. ἐπιφυλαττόµενος νὰ τὸ εἴπῃ εἰς τὸν πνευµατικὸν καὶ πρόθυµος νὰ δεχθῇ τὸν κανόνα. ὅτι ὁ Φταµηνίτης δὲν διέπρεπεν οὔτ᾿ ἐπὶ κάλλει. Ἡ δροσερὰ αὔρα ἐκίνει µετὰ θροῦ τοὺς κλώνας τῶν δένδρων καὶ ὁ Φταµηνίτης µὲ τὴν λύραν του ἀντέδιδε φθόγγους λιγυρούς. τῆς πενθερᾶς της. Ἐγὼ ἄξιος δὲν εἶµαι!» Καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὸν ναόν.. «∆ὲν εἶµαι ἄξιος νὰ λειτουργήσω. καὶ νὰ βλέπῃ µᾶλλον πρὸς τὸν κορµὸν τῆς γιγαντιαίας πλατάνου. Κύριε! Ἥµαρτον! Μὴ µὲ συνερισθῇς». Θὰ λειτουργήσω χωρὶς µετάληψιν. οἱ χωρικοὶ τὸ ἔστρωσαν ὑπὸ τὰς πλατάνους παρὰ τὴν δροσερὰν πηγήν. φροντίζουσα νὰ ἔχῃ ἐν µέρει τὰς παρειὰς κεκαλυµµένας µὲ τὴν µανδήλαν.. Περὶ τὴν µεσηµβρίαν. τί τὸν ἤθελες. ἀρή. Ὡς τάπητας εἶχον τὴν χλόην καὶ τὰ χαµολούλουδα. συγχωρήσῃ κι ἐκεῖνον κι ἐµέ.«Ἥµαρτον. Ἐγὼ πρέπει νὰ κάµω τὸ χρέος µου.. σπεύδων νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ παρεκκλήσιον. οὔτ᾿ ἐπὶ µεγέθει σώµατος. καὶ διὰ φαιδρότητος καὶ εὐθυµίας. ἡ σύζυγος τοῦ Φταµηνίτου. «Καὶ ἤθελα νὰ πιῶ καὶ νερό».. Κύριε». δὲν εἶµαι ἄξιος!. ∆ὲν πρέπει νὰ µεταλάβω. ἥµαρτον! Σὺ παρεδόθης διὰ τὰς ἁµαρτίας µας καὶ ἡµεῖς σὲ σταυρώνοµεν κάθε µέρα». Ἐτέλεσε τὴν ἱερὰν µυσταγωγίαν καὶ µετέδωκεν εἰς τοὺς πιστούς.

νὰ χαίρεσαι τὸν παπᾶ σ᾿ καὶ τὰ παιδάκια σ᾿! Ξάδελφε Θοδωρῆ. Χειµαρριώτης. νὰ ζήσεις νὰ τὰ χαίρεσαι! Κουµπάρε Παναγιώτ᾿. προεστὼς ἅµα καὶ πρόθυµος θεράπων τῆς κοινότητος. καλὴ λευτεριά! Στὴν ὑγειά σας! Πάντα χαρούµενοι! Πάντα µε τὸ καλό!». λησµονηµένος ἀπὸ τῆς βαυαρικῆς ἐποχῆς ἐν τῇ νήσῳ. Εἶτα ἤρχισαν τὰ ἄσµατα. ὕστερον τὰ θύραθεν. µὲ µιὰ καλὴ νύφη νὰ ζήσεις νὰ χαρεῖς! Ἐβίβα ὅλοι! Τέ-πέρ-τέ.Ὁ παπᾶ-Κυριάκος προήδρευε τοῦ συµποσίου. τὸ ἀρνί. ἥτις ἔβρεξε τὰ χείλη. µ᾿ ἕναν καλὸν γαµπρό! Ἀνεψιὲ Γιώργη. Ἀµφέβαλλε καὶ αὐτὸς ἂν τὸν εἶχαν περασµένον εἰς τὰ µητρῶα· πότε τοῦ ἔστελναν µισθόν. τίµια στέφανα! Στὸ γάµο σας νὰ χαροῦµε! Κουµπάρα Κυπαρίσσου. Ἐν πρώτοις τὸ Χριστὸς Ἀνέστη. παλαιὸς τακτικός. Ὁ µπάρµπα-Μηλιὸς θελήσας νὰ ψάλῃ καὶ αὐτὸς τὸ Χριστὸς Ἀνέστη. ἠξεύρων νὰ ψήνει. Πάντα χαρούµενοι! Στὴν ὑγειά σας! Συµπεθέρα Ξανθή. καὶ ἠνάγκασεν αὐτὴν ν᾿ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν πρόποσιν. νὰ τρέξεις καὶ µὲ τὸ κλῆµα! Σ᾿µπεθέρα Κρατήρα. «Μπρόµ!» «Πιὲ κι δῶ᾿ µ᾿!» «Μὲ κρασί!» «Καλῶς τ᾿ν ἀγάπη µ᾿ τὴ χρυσή!» Καὶ πιὼν αὐτὸς µετεβίβασε τὴν τσότραν εἰς τὴν ὡραίαν Ξανθή. νὰ χαίρεσαι τὸ πετραχήλι σ᾿! Παπαδιά. πότε ὄχι. βραχείαν 42 . γηραιὸς χωροφύλαξ. στρογγυλοπρόσωπον. Ἐφόρει χιτώνα µὲ ἀνοικτὰς θυρίδας. Ἀλλ᾿ ὁ πλέον ἰδιόρρυθµος πάντων τῶν ψαλτῶν ἦτο ὁ µπάρµπα-Κίτσος. Καὶ ἀνάλογος πρὸς τὸ πρόσωπον ὑπῆρξε ἡ πόσις. οὔτε διὰ στερφοβότανα. κρατῶν τὴν τσότραν τὴν ἐπταόκαδον. Μετὰ τὴν σύντοµον καὶ τυπικὴν τοῦ ἱερέως πρόποσιν. καὶ τρώγων ἅµα καὶ προπίνων. βραχύσωµον. ἀγαθοτάτην. ἤρχισε νὰ χαιρετίζῃ τοὺς πάντας καὶ ἕνα ἕκαστον ὡς ἑξῆς: «Χριστὸς Ἀνέστη! Ἀληθινὸς ὁ Κύριος! Ζῇ καὶ βασιλεύει εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας!» Εἶτα µετὰ τὸ προοίµιον εἰσῆλθεν εἰς τὴν οὐσίαν: «Γειά σας! Καλὴ γειά! ∆ιάφορο! Καλὴ καρδιά! Παπᾶ µ᾿. λιανίζων µεθοδικότατα δι᾿ ὅλους. χωρὶς νὰ τὴν µέλει οὔτε διὰ παλληκαροβότανα. ἐγερθεὶς ὁ µπάρµπα-Μηλιός. ἥτις ἐν ἀθωότητι ἐξεκόλαπτε σχεδὸν κατ᾿ ἔτος ἓν παπαδόπουλον. νὰ χαίρεσαι. µελαχρινήν. Ἀλλὰ καὶ ὁ Φταµηνίτης ἠθέλησε νὰ προπίῃ κατ᾿ ἄλλον ὅµως στενότερον τρόπον· ἠθέλησε νὰ βρῇ τὴν γυναίκα του. ἔχων ἀπέναντί του τὴν παπαδιάν. ὅπως ἔτρεξες µὲ τὸ λάδ᾿. περὶ ἃ τυρβάζουσιν ἄλλαι γυναῖκες. Εἰς τὰς προπόσεις µάλιστα δὲν εἶχεν ἐφάµιλλον. τὸ ἐγύριζε πότε εἰς τὸν ἀµανὲ καὶ πότε εἰς τὸ κλέφτικο. ∆εξιόθεν τοῦ ἱερέως ἐκάθητο ὁ µπάρµπα-Μηλιός. ὡς οὐδεὶς ἄλλος.

Τί ἔθιµα! Ὁ µπάρµπα-Κίτσος. ἤρχισε νὰ ψάλλῃ τὸ Χριστὸς Ἀνέστη. ὅπως χορεύσωσι τὸν συρτὸν καὶ τὴν καµάρα). ὡς ἑξῆς: Κ᾿στὸ . Τὸ βέβαιον εἶναι.» Ἀληθεῖς ὀρθόδοξοι Ἕλληνες! Περὶ τὴν δείλην εἶχεν ἀρχίσει ὁ χορός. οἵτινες τοῦ ἤρεσκον τοῦ µπάρµπα-Κίτσου. τοῦ παπα-Θοδωρῆ. ὡς γενοµένου αἰτίου τῆς χασµωδίας ἐκείνης). καθὼς τὸν εἶχαν κακοµάθει οἱ προκάτοχοί του.. εἶπε. ἔλεγε . τὴν ἱστορηθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Ἀποστόλου Λουκᾶ.. Ὁ παπα-Κυριάκος ἔδωκε πλῆρες εἰς τὸν συνεφηµέριόν του τὸ ἀπὸ τῆς ἐξοχῆς µερίδιον. φεῦ! καὶ δήµαρχος) τὸν εἶχε στείλει νὰ κάµει Πάσχα εἰς τὰ Καλύβια. Ἐὰν ἔµενεν ἐν τῇ πόλει. ἀφοῦ ἠσπάσθη τρὶς ἢ τετράκις τὴν τσότραν. «Ὁ κόσµος ξιππάζεται(. εἶπεν. µετὰ τῆς παπαδιᾶς καὶ τοῦ Ζάχου. ὅτι τὸ ἐκ τῆς ἐνορίας µερίδιον του εὑρίσκετο ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ. «ἅµα µᾶς ἰδῇ µίαν καλὴ µέρα νὰ πάρουµε τίποτε λειτουργίες.περισκελίδα µέχρι τοῦ γόνατος καὶ τουζλούκια. καὶ ὁ παπα-Κυριάκος. Ἐντούτοις ὁ παπα-Θοδωρὴς οἴκοθεν τῷ εἶπεν. µεθ᾿ ὅλην τὴν ἰδιορρυθµίαν ταύτην. ἀποχαιρετήσαντες τὴν συντροφίαν. ἂς τοὺς ἔλεγον καὶ «τσουπλακιὲς» ἢ «χαλκοδέρες». οἱ κερατάδες! τὴν εἰκόνα σου τὴν σεπτήν. ὁ δήµαρχος θὰ ἦτον ὑπόχρεως νὰ τὸν φιλεύσῃ τὸν µπάρµπαΚίτσον. παµµακάριστε! Καὶ ὅµως. διὰ νὰ µὴ βλέπουν τινὲς τῶν ἄγαν ἐπιπολαίων καὶ γλωσσαλγῶσιν. οὐδεὶς ποτὲ ἔψαλλεν ἱερὸν ἄσµα µετὰ πλείονος χριστιανικοῦ αἰσθήµατος καὶ ἐνθουσιασµοῦ. τοῦ ψάλλοντος τὸ «Ἄλαλα τὰ χείλη τῶν ἀσεβῶν. Ὁ δήµαρχος τοῦ τόπου (διότι ὑπῆρχε. καὶ οὔτε κατεδέχθη νὰ κάµῃ λόγον περὶ τῆς ὑποτιθεµένης κλοπῆς. κατ᾿ ἰδιάζοντα αὐτῷ τρόπον. τῶν µὴ προσκυνούντων. καίτοι οὐδεµιᾶς φυλάξεως ἦτο ἀνάγκη..νὰ τὸν φιλεύσῃ κουλούραν καὶ αὐγά. ὅτι τὸν ἔστειλε νὰ καλοπεράσῃ πλησίον τῶν ἀνοιχτοκάρδων ἐξωµεριτῶν. Ἔκρινε καλόν. ἑξαιρουµένου ἴσως τοῦ γνωστοῦ ἐν Ἀθήναις γηραιοῦ καὶ σεβασµίου Κρητός. (1890) 43 . καὶ δὲν συλλογίζεται πόσες ἑβδοµάδες καὶ µῆνες παρέρχονται ἄγονοι!» Ἐντεῦθεν ἡ παρανόησις τοῦ Ζάχου. κατῆλθον εἰς τὴν πολίχνην. ὅτι οἱ ἱερεῖς ἔχουν δῆθεν πολλὰ εἰσοδήµατα. διὰ νὰ φυλάξῃ δῆθεν τὴν τάξιν.)».» µὲ τὴν ἑξῆς προσθήκην: «Ἄλαλα τὰ χείλη τῶν ἀσεβῶν. χορὸς κλέφτικος (διότι αἱ γυναῖκες ἐπεφυλάττοντο διὰ τὴν ∆ευτέραν καὶ τὴν Τρίτην. ὅστις ἐγλύτωσε τὸ ξύλο χάριν τῆς ἡµέρας (διότι ὁ πατήρ του εἶχε θυµώσει εἶτα κατ᾿ αὐτοῦ. νὰ µετακοµίσῃ διὰ τῆς ἐξωθύρας τοῦ ἁγίου Βήµατος οἴκαδε καὶ τὰ δυὸ µερίδια..µπρὲ – Κ᾿ στὸς Ἀνέστη ἐκ νεκρῶν θανάτων θάνατον µπατήσας κι ἔντοις ἔντοις µνήµασι ζωήν.

τὴν 25ην ἡµέραν τοῦ Μαΐου. ὅταν ἤµην παιδίον. ἄνδρες καὶ γυναῖκες.. τὸ λυκαυγές. ἐνῷ ἠσχολεῖτο θηρεύων κοχύλια καὶ πεταλίδας.. µέσα εἰς κυανᾶ καὶ πορφυρᾶ αἰθέρια χρώµατα γλυκά. Ὤ! τὰ ὡραῖα προσφιλῆ παράλια τῶν Ἑλληνικῶν νήσων! «Ὅ! δὴ ἄιλς ὂβ Γκρήϊς!. Ἐσώζοντο ἐκεῖ ἐξωκκλήσια. (Oh. Ἐκεῖ ἐπρόκειτο νὰ ψαλῇ παννυχίς. ὅλοι δὲν εἶχον πλεύσει µὲ τὰς λέµβους ἕως ἐκεῖ -εἰς τὸν βορεινὸν ἐκεῖνον ἄγριον βράχον τοῦ πελάγους. εἰς τὸ αὐτὸ µέρος. ὅλοι φίλοι καὶ καλόκαρδοι. µὲ τόσους ἀπεσπασµένους σπαρτοὺς βράχους· ὅπου. ἐφανταζόµην πὼς ἔβλεπα τὸ φάσµα τοῦ γέροΜιτζέλου -ὁ γέρων εἶχε πνιγῆ εἰς τὰ ὡραῖα γαλανὰ νερὰ ἐκεῖ. ἐπροθυµοποιήθησαν ν᾿ ἀπέλθωσι διὰ ξηρᾶς. ἀνάµεσα εἰς τὴν Μπούταν . τρεῖς ὥρας δρόµον. Ὤ. εὐλαβεῖς εἰς τὰ θεῖα ἢ φίλοι τῶν ἐκδροµῶν. πρὶν φυσήσῃ ἀκόµη τὸ πρωϊνὸν µελτεµάκι. ἢ ἐκολυµβούσαµεν ὅλην τὴν ἡµέραν ὡς δελφίνια. καὶ τὴν Τριπτήν. ὅπου ὁ Βοῤῥᾶς. εἶτα χρυσῆ. Λόρδος Βύρων). Καὶ ὅµως δι᾿ ὅλους σχεδὸν ὁ βράχος ἐφαίνετο νὰ σαλεύῃ.καὶ εἰς τὰ δύο νοτιοανατολικὰ νησιά. ὁ προσφιλὴς καὶ φαεινὸς Γραῖκος). καὶ παρέπλεα τυχὸν ἐκεῖ. µικράν. ἅµα καὶ πανδαισίας διὰ τὴν ἐπαύριον. ἦτο ποτε κωµόπολις. ἠτέρναλ σόµµερ γκίλδς δὲµ γιέτ». Ἡ 44 . τὴν αὐγὴν τῆς Τετάρτης. the islands of Greece!. ὁ πολυπαθὴς καὶ πικροαίµατος. ἐνῶ ἔλαµπεν εἰς τὰ σύνορα τοῦ Γραίου (ὤ. Πέµπτην τῆς Ἀναλήψεως. Μὲ τὰς κώπας διέσχισαν τὰ γαλήνια νερὰ τοῦ λιµένος. ζωντανὸς ἀκόµη. τὴν πελώριον σύριγγα. Eternal summer gilds them yet.ἔβαλαν πλώρην κατὰ τὸν Βοῤῥᾶν. Ὑπερέβησαν τὰ λευκὰ Λαζαρέττα µὲ τὴν ὡραίαν ἀποβάθραν καὶ τὰς µαρµαρίνας βαθµίδας. ὡς νὰ ἦτο αὐτὸς ὁ Πᾶν ὁ µέγας. τὰ κύµατα. ἢ ἐτρέχαµεν ἀπὸ γιαλὸν εἰς γιαλόν. παρέπλευσαν τὸ ὀγκῶδες Μπούρτσι. δὲν ἔπαυε νὰ φυσᾶ. κρύπτουσαν τὸ πρόσωπον εἰς µίαν πτυχὴν ὄπισθεν τῆς ἐσθῆτος τῆς µητρός της. εἰς τὴν βορείαν ἐσχατιὰν τοῦ τόπου. ἀπὸ φίλους καὶ πατριώτας ἀγαπηµένους. ἐπαίρναµεν ἀναρώτα καµµίαν βάρκαν. ἐπέβησαν εἰς µεγάλην βάρκαν καὶ ἐξέπλευσαν. Ἡ συντροφιὰ ὅλη. µαθόντες τὸ σχέδιον. Ἦτο εἰς τὰ 94 -τὸν περασµένον αἰῶνα! Ὁ βράχος. µὲ σκοπὸν ἱεροτελεστίας. ὀκτὼ ἢ δέκα νέοι. τὸ µικρὸν βραχῶδες ∆ασκαλειό. Ἦτο ἀρχὰς θέρους.. Ἡ κυρίως παρέα. ὅπου κάθε βράχος διηγεῖται µίαν ἱστορίαν τῶν µαθητικῶν µας χρόνων -ὅταν ἐφεύγαµεν κρυφὰ ἀπὸ τὸ σχολειό. Ἄλλοι ἀπὸ τὸ µεσηµβρινὸν χωρίον.ἄκραν ἀπότοµον τῆς ἀνατολικῆς ἀκτῆς. ∆ιέβησαν ἀντικρὺ εἰς τὸ ὑψηλὸν νησίδιον Μαραγκό. καὶ νὰ τελεσθῇ λειτουργία. τὰ νησιὰ τῆς Ἑλλάδος!. Αἰώνιον θέρος τὰ χρυσώνει παντινά. βόσκων τὰ λευκόχαιτα πρόβατά του. δειλήν. εἶχεν ἀποφασίσει νὰ ἐκτελέσῃ θαλασσίαν ἐκδροµήν. Εἶτα ἐπρόβαλαν εἰς τὸ πέλαγος -εἰς τὸ πέραµα τὸ µεταξὺ τῶν δύο νήσων. τὴν πρασινοβολοῦσαν καὶ στολισµένην µὲ λευκὴν τραχηλιάν. Τὸ κυριώτερον ἐξ αὐτῶν ἦτο ὁ ναὸς τοῦ Χριστοῦ. τὴν Ἄρκον. Ἡ αὐγὴ ἀπὸ πορφυρᾶς εἶχε γίνει ῥοδινή.Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης Ἐπιµηθεῖς εἰς τὸν βράχον Ναί..

ἁπλῶς. Καὶ πλέουν. ἀλλ᾿ ὁ σκύλος ἔπεσε πάλιν κολύµβι. εἰς τὴν Σκοτεινὴν Σπηλιάν. διότι καὶ τὰ δύο κόµµατα τὸν ἤθελαν. Ἐπλησίαζον ἤδη εἰς τὸ τέρµα τοῦ πλοῦ. ἰσόβιος δηµοτικὸς σύµβουλος -ἂς πεζολογήσωµεν ὀλίγον. Τέλος. deam!συνέβη νὰ συναντήσουν εἰς τὸ πέλαγος. χωρὶς ἄλλως νὰ ἐπαγγέλλεται τὸν ἁλιέα. προσέτι δύο φλάσκες µαύρου· εἶτα ἄλλας δύο. ὅπου ἐπάγωσεν ἐπάνω σας τὸ χρῶµα τῆς τρικυµίας.. Πέτραι καὶ βράχοι. ὁ Χατζηραφτάκης ἤγρευσε τὴν ἐπηγγελµένην συναγρίδαν ἀκριβῶς τόσην. ὅσην τὴν εἶχεν ὑποσχεθῆ: τέσσαρας καὶ µισὴν ὀκάδας τὸ βάρος. ἀπεµακρύνθησαν ἀπὸ τὴν Σπηλιάν. νὰ συνάντησῃ τις παρ᾿ ἐλπίδα εἰς τὸ πέλαγος κρασοκάϊκο γεµάτο. Τέλος ἔφθασαν ἀντικρὺ στὸ Κλῖµα. καὶ ἰδιοκτήτης τῆς βάρκας -ὅστις ἐγνώριζεν ὅλα τὰ κατατόπια τῶν συναγρίδων καὶ φαγκριῶν. εἴθε νὰ µεταδίδετε διὰ πάντοτε τὴν ὄψιν καὶ τὴν πνοὴν αὐτὴν εἰς τοὺς ἁρµοὺς καὶ τὰ νεῦρα τῶν ποντοπόρων βιοπαλαιστῶν µας. δηλῶν ὅτι ἦτο µὲ τὸ ἄλλο. πλέουν. ἢ τὰ Σιδερόνησα. µὲ τὴν γενναίαν συναγρίδα ὡς γέρας. Ὤ. Ὤ. Ἰδοὺ τὸ Ἀσπρόνησο -ὁ πάλλευκος βράχος. ἦτο καιρὸς διὰ ν᾿ ἀνατείλῃ ἐπὶ τέλους. πλέουν. διὰ νὰ εἰσέλθουν ἐκεῖ. τὴν µίαν ἐκ κεφαλοκρούστου ῥοδίτου.θάλασσα εὐµενὴς φαίνεται νὰ γλυκαίνεται ἀπὸ τὰ τόσα θεσπέσια κάλλη καὶ ὀρχεῖται φαιδρά. κι ἐκρυσταλλώθη τὸ φύσηµα τοῦ βοῤῥᾶ. τὴν ἄλλην µοσχάτου ξανθοῦ. «Ἡµεῖς σε ποιοῦµεν θέαν. Ἀλλά. Fortuna. ψιθυρίζον ἔρωτας καὶ θάλπος ἑστίας εἰς τὰ ὦτα. σεµνά. κι ἐπανῆλθε πρὸς τὸν ἀφέντην του. Εἶναι τόσον ἐκπληκτικὸν τὸ πρᾶγµα. διότι ἡ κάλπη του ἦτο πάντοτε τελευταία (καθότι δὲν ὑπῆρχε κανεὶς ὅστις νὰ καλῆται Ψαρουδάκης ἢ Ὠιµενόπουλος εἰς τὸν τόπον) καὶ δεύτερον. ἰδοὺ τ᾿ Ἀραπάκια. τί.διὰ δύο λόγους· πρῶτον. Καὶ πλέουν. νὰ χαµηλώσῃ καὶ ἡ βάρκα. Εἶχαν πάρει µαζύ τους δαµιτζάναν πλήρη. οἱ ἀποθέται ὅπου ῥίχνουν τὰ κουνέλια. Ἡ ὁµὰς τῶν πανηγυριστῶν δὲν ἦτο ἀπροµήθευτος· ὁ τόπος των δὲν ἦτο ἄοινος. Θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ κύψουν ὅλοι οἱ ἐπιβάται. Ἀλλὰ τὸ πλοῖον προήρχετο ἀπὸ µίαν τῶν Κυκλάδων τῶν οἰνοφόρων -τὴν Κέαν ἢ τὴν Πάρον. Τὸ ἀπόγειον. Ὁ ἥλιος τοὺς ηὗρε παρὰ τὸ στόµιον τῆς Σκοτεινῆς Σπηλιᾶς. Ἀλλὰ πρὶν φθάσουν ἐκεῖ -nos te facimus. Ἦτο µᾶλλον ἀρχοντόπουλον τοῦ τόπου καὶ κτηµατίας. ὁ ἡγέτης τῆς ἐκδροµῆς. εἰς τὸν Βορεινὸν Βράχον. Κάποιος εἶχε ῥίψει τὸν σκύλον του ἐκεῖ ἀπάνω.. ὦ ναυβᾶται. καὶ ὅπου πηγαίνουν οἱ ἴδιοι ποὺ τὰ ἔῤῥιψαν διὰ νὰ τὰ κυνηγοῦν. ∆ὲν ἀκοῦτε γαυγίσµατα παραπονετικὰ ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ βράχου κατερχόµενα. 45 . µίαν ἀποῤῥῶγα ἄξενον ἀκτήν. ὡς κοράλλια. ὡς γλυκεῖα µητρικὴ θωπεία. ὦ πατριωτικὰ Ἀραπάκια. Ἐκεῖ λοιπόν. καὶ κάµνετε νὰ κοχλάζουν τὰ νερὰ ἀνάµεσα εἰς τὰς σκληρὰς σιαγόνας σας. τῶν πρωινῶν θαλασσίων ἀγώνων των τὸ ἔπαθλον.. ποὺ γυαλίζουν ἀµυδρά. 4 ὀκάδων καὶ κάτι. Ὤ.. οἱ ἀµαυροὶ σκόπελοι. δὲν ἐνθυµοῦµαι. ἔφθασαν εἰς τὸν Σιδεριᾶν. Ὁ Χατζηραφτάκης. αὐτὸς δὲ δὲν ἤθελε νὰ λυπήσῃ τὸ ἕν. Ἔκαµαν πανιά.. εἰς τὴν ἑωθινὴν ἀκτῖνα. Ἰδού. φανῆτε εὐµενῆ πρὸς τοὺς πλέοντας ναυβάτας. φυσᾷ. φορτωµένον κρασιά. καὶ νὰ πωλῇ πρὸς 12 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν.. Ἓν πλοῖον. ∆ιατὶ συνθλίβετε οὕτω τὸ κῦµα.τοὺς εἶχεν ὑποσχεθῆ µίαν συναγρίδα.τῆς ἀκάτου. πλήττουσα τὴν στείρην -καρίναν.κι ἔπλεε διὰ Θεσσαλονίκην. µὲ τὰς κορυφάς των. ὦ Τύχη».

χωρὶς κρασί. µὲ τὴν ὡραίαν φωνὴν καὶ τὸ παράστηµά του. ὅπως λέγεις. πιστὸς κι ἀξιαγάπητος φίλος. ὡς συνέκδηµος καὶ ψάλτης. βρὲ ἀδερφέ ! Θὰ δώσῃς λόγο. Ἀνέβα ἐκεῖ. προπορευοµένων µανουαλίων καὶ λαµπάδων. µὲ τὸ θυµιατὸν καὶ µὲ τὴν εἰκόνα τῆς Ἀναλήψεως. Ἐχύθη εἰς τὴν θάλασσαν τ᾿ ὀλίγον τὸ ὁποῖον εἶχε µείνει ἀκόµη. Κύριε». Κρῖµα στὸ νάµι καὶ τὸ καµάρι. ἔψαλλε τὸ γλυκὺ καὶ συµπαθέστατον «Ἀνελθὼν εἰς οὐρανούς. καψάλες.Τὸ συµβούλιον ἐντὸς τῆς βάρκας ἐν ἀκαρεῖ διεσκέφθη καὶ ἀπεφάσισεν. *** Εἶχε φαγωθῆ ἡ συναγρίδα ἀποβραδίς. —Τί κρύβεις τὸ τάλαντον. Ἀγγεῖον ἄλλο εὔκαιρον δὲν εἶχον. δαυλιὰ καµένα. εἶχεν ἑλκυσθῇ νὰ ἔλθῃ. δηλαδὴ ἀπὸ κουπαστὴν εἰς κουπαστὴν τῶν δύο πλοίων. τί σοῦ χρησιµεύουν οἱ γλῶσσες καὶ τὰ κιτάπια κι ὁ ἄµπακος. κι ἐνουθέτησε τὴν φιλικὴν παρέαν «νὰ φυλαχθοῦν. Εἰς τὸ πρόχειρον λογοπαίγνιον ἑνὸς ἐκ τῶν ἑταίρων ἀπήντησεν: —Ἂς εἶναι· καλλίτερα νὰ σᾶς µείνῃ τὸ κρασί. ὅθεν καὶ κατῆλθες. 22 ὀκάδας χωροῦσαν. ἐτρόµαξε. κι ἄνοιξε τὸ στόµα σου νὰ µᾶς ξηγήσῃς. τί σὲ ὠφελοῦν οἱ γιῶτες καὶ τὰ ψηφιά. ἀλλὰ µὲ τοὺς πόδας µου. Μετ᾿ ὀλίγον ἐξῆλθεν ὁ παπ᾿-Ἀνδρέας. καὶ ἡ µεγάλη λάγηνος ἐγεµίσθη οἴνου διάρµενα ἢ ὑπέρκαλα ἂν θέλετε. καὶ ἀνέβησαν τὰς δύο βαθµίδας πρὸς τὴν χαµηλὴν ταράτσαν. εἰµὴ τὴν ῥακολαγήναν. εἶχεν ἀρχίσει νὰ µὲ κατηχῇ καὶ νὰ µὲ πείθῃ -διότι εὑρέθην κι ἐγὼ ἐκεῖ· ἀληθινά. Ὅταν εἶδε τὴν µεγάλην λάγηνον γυρτήν. µὴν πέσουν εἰς ἀκρασίαν». Ἦτο Τετάρτη τῆς ἀποδόσεως τοῦ Πάσχα. καὶ ἦσαν ἤδη εἰς τὰ µισὰ τοῦ Ἑσπερινοῦ. Στενὸν ἐχώριζε τὸ ἐρείπιον τοῦτο ἀπὸ τοῦ ναοῦ. εἰς τὴν µικρὰν πανήγυριν. καὶ ὅτι ἦτο καιρὸς πλέον νὰ κάµω καλὴν ἀρχὴν νά. δὲν εἶχα ὑπάγει µὲ τὴν βάρκαν. κούτσουρα. Ὁ παπ᾿-Ἀνδρέας. µοῦ ἔλεγε. Τώρα ποὺ θὰ βγῇ ὁ παπὰς νὰ πῇ τὸ Βαγγέλιο –τῷ καιρῷ ἐκείνῳ. καὶ ἀντικρύ µας ἦτο ἡ µεσηµβρινὴ θύρα τῆς ἐκκλησίας. τὴν ὁποίαν εἶχαν πάρει γεµάτην νερὸν ἀπὸ τὸν λιµένα. στὴν πεζούλα. παρὰ νὰ µείνετε. βγάζω λόγους εἰς τὸ δηµόσιον. ὁ ἡγούµενος τοῦ Εὐαγγελισµοῦ. νὰ ποῦµε τὴ µαύρη ἀλήθεια. κρατοῦσαι ἀνηµµένα κηρία καὶ λαµπάδας. Ἦτο ἐρείπιον παλαιᾶς οἰκίας καὶ εἶχεν ἰσοπεδωθῆ ἀρτίως διὰ τὴν εὐκολίαν τῶν προσκυνητῶν. Ὁ πάτερ Σωφρόνιος. τώρα. κρῖµα᾿ς! Τί σοῦ χρειάζονται τὰ τόσα γράµµατα κι οἱ ἀγκοῦτσες.. [κάλα ἀρχ. ὅπως χρησιµεύσῃ πρὸς µεταφορὰν ὕδατος. Καθὼς εἶχεν ἀρχίσει ἡ ἀγρυπνία. Ἐτελεῖτο ἡ λιτὴ τῆς ἀγρυπνίας.ὅτι ἔπρεπεν ἐξάπαντος ν᾿ ἀρχίσω τέλος νὰ σκέπτωµαι ὀρθοτέρα περὶ τῶν πραγµάτων καὶ περὶ τοῦ ἰδίου ἑαυτοῦ µου. ἡµεῖς ὅλοι εἴµαστε. Παιδία καὶ γυναῖκες ὀλίγαι (ὅλος ὁ ἀριθµὸς τῶν πανηγυριστῶν µόλις ἔφθανε τὰς 40 ψυχὰς) ἐξῆλθον ἀπὸ τὸν ναΐσκον. ὁ κὺρΝικολάκης ὁ Κόκκινος. νὰ τὸ ξέρῃς. Ἡ µεγάλη στάµνα µὲ τὸ Παριανὸν ἐπροτιµήθη. κρῖµα στοὺς κόπους καὶ τὰ ἔξοδα. µὲ τὸν κοκκινωπὸν ἀφρὸν εἰς τὸ στόµιον. νὰ µᾶς φωτίσῃς -ἴσως καὶ νοιώσουµε κι ἡµεῖς τίποτα! Ἡ ὁρµὴ τοῦ φίλου µου διεκόπη ἀπὸ τὴν τροπὴν καὶ τὴν συνέχειαν τῆς ἀκολουθίας. µὴ ἐάσῃς ἡµᾶς ὀρφανούς. 46 . ἐφ᾿ ἧς εὑρισκόµεθα ἡµεῖς. µὲ ἰχθυοφαγίαν κανονικήν. µουσικὸς τέλειος. διὰ ν᾿ἀδειάσῃ ταχύτερον. Νά.. Σηµαίνει «πλοῖα» πρβλ. τὸ ἀρχαῖον λακωνικὸν ῥητόν: ἔῤῥει τὰ κάλα=κατεστράφησαν τὰ πλοῖα].τί θὰ καταλάβουµε ἡµεῖς. ἀσυνήθως ὅλως.

Ὁ Σταµάτης δὲν ἦτο ὁ µόνος ὅστις θὰ ἠδύνατο νὰ φυλαχθῇ ἀπὸ τὴν λέξιν τοῦ Σωφρονίου καὶ ἀπὸ τὴν ἀντίλεξιν τοῦ παπ᾿Ἀνδρέα.Τότε ὁ παπ᾿-Ἀνδρέας παρετήρησεν ὅτι ἔπρεπε νὰ φυλαχθοῦν ἀκόµη καὶ ἀπὸ τὴν κρασοκατάνυξιν. Ἤκουα ἕνα µεγάλον ἐξάδελφόν µου. προτιµήσας νὰ ὑπάγω πεζός. πετσιά. λέγω. Ἀλλ᾿ ὁ Σταµάτης ὁ Καρδασάκης δὲν θὰ ἐχρειάζετο παρακλήσεις. µᾶλλον ὁµήλικον τοῦ Σταµάτη. τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀφήσει δεµένον ἔξω εἰς τὴν χέρσον -µέσα εἰς τὸ κατηρειπωµένον χωρίον δὲν ὑπῆρχε τίποτε πρὸς βοσκήν· ἄλλως τ᾿ ἀχθοφόρα τετράποδα δὲν ἠδύναντο ν᾿ ἀνέλθωσι τὰ σκαλοπάτια. ὡς εἰκός. Σταµατέλο ! Θὰ τὸ παίρνῃς τὸ καλύβα. µοι εἶχε προσφέρει τὸ ὀνάριον διὰ νὰ καβαλικέψω· ἀλλ᾿ ἐγὼ ἀπεποιήθην. Ἦτο ἤδη µεσάνυχτα. οἰκογενειακός µου φίλος. νὰ φέρῃ νερὸν ἀπ᾿ τοῦ Χαιρήµονα τὸ ῥέµα. καὶ ἄλλα. θὰ ἔκαµνε πενθερὸν Ἀλβανόν τινα ἢ σλαβόφωνον µετανάστην. θὰ ἔλεγε: —Σταµατέλο. καὶ µετ᾿ αὐτὸν ἡ Λιτή. δι᾿ ὧν ἄνθρωποι κι ἐρίφια ἀνέβαινον εἰς τὸν βράχον. Ἡ ἑορτὴ τῆς Ἀναλήψεως. διὰ νὰ θελήσῃ νὰ προσφέρῃ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν. Καὶ δὲν ἐγλύτωσαν τῷ ὄντι ἀπὸ ὅ. Σταµατέλο! Θὰ τὸ παίρνῃς τὸ καλύβα. τώρα ποὺ εἶχεν ἀδειάσει τέλος ἡ στάµνα µὲ τὸ κρασί. Ἦτο µία παµπάλαιος στέρνα. Τὸ πλῆθος ἐδίψα. Τὴν προτεραίαν ἀκόµη ὁ Σταµάτης. (ἐπειδὴ συνήθεια ἦτο εἰς τὸν τόπον νὰ δίδωσι καὶ οἰκίαν ὡς προῖκα). παλαιὸς φίλος µου.νεροφίδες. νὰ ὑπάγῃ µὲ τὸ ὀνάριόν του. Πλὴν πῶς. ὥστε νὰ εἰσακούσῃ τὴν παράκλησιν. σαπρὰ ξυλάρια. καὶ σελήνη δὲν ὑπῆρχε. διάφορα ἀντικείµενα καὶ ἄψυχα καὶ ζωντανά. ὅστις. µαθὼν ὅτι ἔµελλον νὰ συµµετάσχω τῆς ἐκδροµῆς. τεµάχια πλίνθων καὶ ἀσβέστου. εἰς τὸ κεφάλαιον τῆς προικός.τι ἐφοβοῦντο. Ἐτελείωσεν ὁ Ἐσπερινός. Ὅταν ἤµην παιδίον. ἀνάµεσα εἰς τὰ ἐρείπια τοῦ παλαιοῦ χωρίου. ἤκουσε πολλὰς παρὰ πολλῶν ἱκεσίας. ἐσυνήθιζα νὰ τὸν προσαγορεύω ὡς ἑξῆς: —Σταµατέλο. πίπτει ἀκριβῶς ἐπάνω στὴν «χάσιν» τοῦ φεγγαριοῦ. Πράγµατι δὲν εἶχαν ἄλλο ἀγγεῖον ἀπὸ τὴν στάµναν ἱκανῶς εὐρὺ διὰ νὰ µεταφέρουν νερόν. κατ᾿ οὐσίαν νερὸν δὲν ὑπῆρχε. βαθράκια. Καὶ τώρα. νὰ τὸν χαιρετίζῃ πάντοτε µὲ τὴν φράσιν αὐτὴν· τὸν ἐµιµούµην ὡς ψιττακὸς κι ἐγώ! Τώρα µόνον συµπεραίνω ὅτι ὁ Σταµάτης. ἐκλιπαρὼν ἴσως τὸν γαµβρὸν καὶ προσπαθῶν νὰ τὸν πείσῃ νὰ µὴν ἀπαιτῇ καὶ τὴν µόνην πενιχρὰν οἰκίαν σιµὰ εἰς τὴν ἄλλην προῖκα. Ποτὲ δὲν ἔµαθα τί ἐσήµαινεν ἡ φράσις αὕτη. νυµφευθεὶς κατ᾿ ἐκεῖνον τὸν χρόνον. κι ἐπάνω στὸν βράχον. ὄπισθεν τοῦ βορείου τοίχου τοῦ ναΐσκου. πλωτὰ ἢ ὑποβρύχια. καὶ εἶτα ἤρχισεν ἡ ἀνάγνωσις τοῦ συνήθους «Λόγου εἰς τὴν Ἀνάληψιν». τὸ ὁποῖον ἀπεῖχε τρισχίλια βήµατα ἔξω εἰς τὴν ξηράν. Ὀλίγοι ἀπετόλµησαν νὰ πίουν ἀπὸ τὴν παλαιὰν στέρναν. ἥτις δυνατὸν νὰ εἶχε µίαν σπιθαµὴν πρασινωποῦ ρευστοῦ -ἀλλ᾿ ἐκεῖ µέσα ἦσαν. Τὸν ἐγνώριζα ἀπὸ τὰ µικρά µου χρόνια. καὶ ἀνέµνησε τὸν στίχον τοῦ ψαλτηρίου: «ἐπότισας ἡµᾶς οἶνον κατανύξεως». Ὁ Σταµάτης ὁ Καρδασάκης. ἐνθυµηθεὶς τὸν παλαιὸν ἐκεῖνον ἀστεϊσµὸν ἀπηύθυνα αὐτῷ τὸν λόγον· 47 .νὰ ὑπάγῃ. ∆ὲν ἦτο εἰς θέσιν.

*** Τὰ γλυκοχαράµατα.. Κρίµας τὰ γράµµατα. Πλησίον µου ἦτο ὁ φίλος µου ὁ Κόκκινος.. ἤρχισε τρίτην ἔφοδον οὗτος. —Τώρα. νὰ µᾶς φωτίσῃς.. καὶ σὺ κάθεσαι στὴν ἄκρη. ὁ ἥλιος δὲν εἶχεν ἀνατείλει ἀκόµη. ἐνῶ ὁ παπὰς ἐµοίραζε τὸ ἀντίδωρον.. λαήνα. τὰ χώνεις βαθιά. ἀλλ᾿ ἐβγῆκε ὁ παπὰς νὰ µᾶς θυµιάσῃ εἰς τὸν δεύτερον πολυέλεον. ἐπιθυµῶν νὰ λάβω µέρος. 48 . βρὲ ἄνθρωπε. Τί θὰ καταλάβῃς. Σταµατέλο! θὰ τὸ παίρνῃς τό. τὶ λένε µέσα! Καταλαβαίνω ἐγὼ τίποτα. —Τὴν ἄκουσες προτήτερα. καὶ γι᾿ αὐτὸ µένετε ἀφώτιστοι. µονάχα πὼς δὲν ἐκαταλάβαµε τίποτα.. τόσοι ψευτοδικολάβοι µὲ τὶς ἑλληνικοῦρες τους καὶ κάνουν φιγούρα. δὲ σὲ καταλαβαίνω. κι εἰπὲ δυὸ λόγια. Ἐξήλθοµεν. τὸ ἴδιο σὰν ἐµένα. µόνε τὰ λίγα λόγια.. κι ἐπωφεληθεὶς ἐγὼ εἰσῆλθον εἰς τὸν ναόν. πλέοντα µακρὰν πρὸς τὰ ἐκεῖ. τὸ ἴδιο καὶ σὺ µὲ τὰ γράµµατά σου· τὰ κρύβεις. Ὅπως ὁ φιλάργυρος µὲ τὸν θησαυρό του. κρίµας. πῶς... Εἰς τὴν ἀπόλυσιν τῆς λειτουργίας. τὴν ἀνάγνωση. ποὺ βγάζεις µὲ τὴν τσιµπίδα ἀπ᾿ τὸ στόµα σου. Ἀφ᾿ ἑσπέρας εἴχοµεν ἰδεῖ ἓν ἢ δύο θωρηκτά. ὁ Νικολάκης ὁ Κόκκινος. —Πῶς νὰ τὸ πάρω. Μετ᾿ ὀλίγον ἔπαυσαν οἱ κανονιοβολισµοί. Τί κατάλαβες. —Γιατί. µαζὺ µὲ τὸ ῥόδισµα τὸ γλυκὺ τῆς αὐγῆς.. Μοῖρα τοῦ ἀγγλικοῦ στόλου.. καὶ ἡτοιµαζόµην νὰ εἰσέλθω. —Τώρα λοιπόν. ὁρµήσας εἰς δευτέραν ἔφοδον.. κι ἐκοιτάζοµεν ἀπλήστως πρὸς ἀνατολάς. µοῦ ἀπήντησε· ἡ βάρκα σαλεύει. *** Ἐπροχώρει ἤδη εἰς τὸν ὄρθρον ἡ νυκτερινὴ ἀκολουθία.—Σταµατέλο. τὰ λὲς χωριάτικα. Μ᾿ αὐτὰ θὰ σὲ θάψουν· τὸ ἴδιο ὅπως ὁ γέροΜατσούκας (ἐνόει ἕνα ἐντόπιον κεφαλαιοῦχον) µὲ τὰ γρόσια τὰ πολλά!. ∆ὲν σ᾿ ἄκουσα ποτέ µου νὰ µιλῇς περὶ γραµµάτου καὶ σύ. διήρχετο περὶ τὰ Ἐρηµονήσια κι ἐξετέλει χειρισµοὺς καὶ πυρὰ πρὸ τῆς ἀνατολῆς. καὶ δὲν ἀνοίγεις τὸ στόµα σου νὰ µιλήσῃς. κάνει νερά! Καὶ ἀπεκοιµήθη εἰς τὴν βάσιν ἑτοιµοῤῥοπου χαµηλοῦ τοίχου.. ἠρχίσαµεν ν᾿ ἀκούωµεν κανονιοβολισµοὺς ἀπὸ τὸ ἀνατολικὸν µέρος. Ἐκαθίσαµεν νὰ πίωµεν τὸν καφέν. Θὰ ἐξηκολούθει νὰ λέγῃ ἀκόµη. Ἄνοιξε καὶ σὺ τὸ στόµα σου. ὅταν ἐµβήκαµεν εἰς τὴν λειτουργίαν. περιπλέουσα εἰς τὸ Αἰγαῖον.. ἀλλὰ µ᾿ ἐπρόλαβεν ὁ φίλος µου. ἀποβραδίς.. Αὐτὴν τὴν φορὰν δὲν ἐβάσταξα καὶ ἠναγκάσθην ν᾿ ἀπαντήσω· —∆ὲν θέλετε νὰ φωτισθῆτε.. ὅλα µας καλά. Τόσοι ψευτοφυλλάδες µὲ κάτι κολλυβογράµµατα.

δὲν ἄκουσα. Ὁ Μακράκης ἐθάµβωνε τὰ πλήθη. θέλει κάτι ὡσὰν θέαµα. —Ναί. γιὰ νὰ διαπρέψῃ ὡς ἱεροκῆρυξ... Καὶ ἄλλοι. ἀρµόζοντα εἰς τὸ ἐκκλησίασµα τῆς ποίµνης των καὶ εἰς τὴν συγκεκριµένην Σύναξιν τῆς Ἑορτῆς. Ὁ Παπαδιαµάντης ἦτο ἐκ πεποιθήσεως ἄκρως ἀντίθετος αὐτῆς τῆς τακτικῆς..εἶναι αὐστηρόν. ἢ µήπως θέλει ὁ κόσµος. (1907) ΣΧΟΛΙΟΝ π. —Ὄχι. αὐθεντικόν. Ἦτο ἡ ἐποχή. καὶ πολλοὺς λόγους µάλιστα. λόγο. . ἦσαν ἱκαναὶ εἰς ἔπακρον νὰ οἰκοδοµήσουν τὶς ψυχὲς τῶν χριστιανῶν.Α: Πράγµατι ὁ Παπαδιαµάντης εἶχεν ὅλα τὰ προσόντα. ὡς καὶ ὁ περιώνυµος Λάττας. ὅπερ εἰς τοὺς χρόνους του ἦτο λίαν «τῆς µόδας». Μόλις εἰς τοὺς λειτουργοὺς παρεχώρει ὁ Παπαδιαµάντης µίαν κάποιαν ἄδειαν καὶ ἐλευθερίαν νὰ εἴπωσι σύντοµόν τινα λόγον οἰκοδοµῆς. καὶ τὰ θέλει ὅλα λογοκοπικὰ καὶ θεατρικά.» 49 ..... Ἄνθρωποι λαϊκοί.Θ. Ὅλα εἶν᾿ ἐξηγηµένα· ὅλα τὰ ἔχει ἡ ἐκκλησία σὲ ἁπλῆ γλῶσσα. πεντάρικους ἢ δεκάρικους. Ἀνάγκη ἄρα ὁ ὁµιλῶν νὰ εἶναι κληρικός. —Θέλει δυστυχῶς λόγο. ἀποκλειστικόν.. Εἶχα κουβέντα ἐκεῖ. . τί νὰ σοῦ πῶ. ἐφωτίζετο. τὸ προκόψαµε. κοσµικοί. Ἐκπεφρασµένην σαφῶς τὴν ἄποψίν του αὐτὴν τὴν συναντῶµεν εἰς τὸ ἄρθρον του «Ὁ διδάχος»: «Τὸ ἐκκλησιαστικὸν βῆµα –ὁ ἄµβων. εὐδοκιµοῦν εἰς τὸ πλῆθος· καὶ δι᾿ αὐτό. Ἀλλὰ δὲν θέλουµε νὰ τ᾿ ἀκοῦµε. µὲ ὀρθὰ κολλάρα. Ἄλλως τε τὰ ὑποδείγµατα τῶν Εὐρωπαίων Ἱεροκηρύκων (Fenelon κλπ) ἀπετέλουν τὴν βάσιν ἐκπαιδεύσεως τῶν ἐν Ἑλλάδι Θεολόγων. προσήγγιζαν ἄριστα πρὸς τὸ λεκτικὸν τῶν νεοελλήνων. ὅπου τὸ Ἔθνος ὀρθοποδοῦσε..—Τὸ Συναξάρι. ἐπὶ τέλους. µὲ στριµένους µύστακας. συνηγωνίζετο τὴν Ἑσπερίαν. ποὺ δὲν θέλεις νὰ φωτισθῇς· τὸ ἴδιο κι οἱ ἄλλοι. —Αὐτὸ εἶναι. ἕνα πρᾶµα ποὺ νἆναι κάπως ζωντανό. τί ξενισµοί. Τί καινοτοµίαι. Ἕλκων τὴν πνευµατικὴν καταγωγὴν ἀπὸ τοὺς Καλλυβᾶδες ἐπίστευεν ὅτι αὐτὲς καὶ µόνον οἱ Ἀκολουθίες µὲ τὰ θεοφώτιστα «γράµµατά» των καὶ τὸν ἐξαιρετικὸν πλοῦτόν των. Καὶ δι᾿ αὐτὸ ὅσοι βγάζουν λόγους. οὕτως ὥστε ἐπερίττευεν ὅλως ἡ πρόφασις τοῦ νὰ γίνωνται πιὸ κατανοηταὶ καὶ προσιταὶ αἱ ἔννοιαι τοῦ Εὐαγγελίου. τί λεσχηνεῖαι εἶναι αὐτά. οἷα τοῦ Ἁγιορείτου Νικοδήµου. —Νά. Ὑπεστήριζε δὲ καὶ τὴν ἰδέαν ὅτι τὰ Συναξάρια καὶ Ὑποµνήµατα καὶ Ἐπίκαιροι Λόγοι τῶν νεωτέρων πατέρων. ∆ιατί δὲν γίνεσθε παπάδες. λοιπόν.. ἂν εἶσθε ἄξιοι.

σπινθηρίζοντα εἰς τὸ σκότος. παραπέρα ἀπὸ τὸ Μικρὸ Μουράγιο τῆς Πιάτσας. ὁλόγυρα. βωβός. πρόσωπα καὶ ἰνδάλµατα. Γαλήνιος ἡ θάλασσα ἐκοιµάτο. Τὸ στῆθος του δὲν ἐκολποῦτο. Καὶ ὁ φωσφορισµὸς τοῦ κύµατος ἀπήντα εἰς τὸν σπινθηρισµὸν τοῦ ὄµµατος τοῦ ναύτου. δίπλα εἰς τὴν ἄµµον τοῦ Χειµαδιοῦ. ἔχουµε ναῦλο. ἠρώτησεν ὁ µικρὸς ναύτης. λαλούµενα. * ** Τοῦ εἶχεν εἰπεῖ ἀποβραδὺς ὁ κυβερνήτης τῆς βάρκας. Καὶ ἔβλεπες συχνὰ εἰς τὸ φῶς ἐκεῖνο σκιᾶς κινουµένας. Καὶ ὁ µικρὸς ναύτης.Ἔρως Ἥρως Ἡ βάρκα ἀραγµένη στὴν ἀκρογιαλιάν.Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης . ὄχι µακράν. εἰς µίαν οἰκίαν. Θὰ ἔλεγες ὅτι ἀνέπνεε πρὸς τὰ ἔσω. Ὀλίγα φῶτα ἐφαίνοντο ἀκόµη λάµποντα ἀµυδρῶς εἰς τοὺς φεγγίτας τῶν οἰκιῶν. Καὶ ὅλα του ἐφαίνοντο ἀσυνάρτητα. καὶ µόνον εἰς τὴν ἀκροπελαγιᾶν ὡς ρογχάλισµά της ἐρρόχθει. ὁ Γιωργῆς τῆς Μπούρµπαινας. ∆ὲν ἐξήρχετο στεναγµὸς οὔτε πνοὴ ἀπὸ τὸ στόµα του. ἐµπηγµένον ἀτενῶς τὸ ὄµµα τοῦ εἰς ἐν σηµεῖον. ἡ µπαροῦµα δεµένη ἔξω εἰς ἕνα βράχον. Ἀνοικτὰ ἦσαν τὰ παράθυρα. θὰ τοὺς κουβαλήσουµε πέρα· (ἔδειξε τὴν συνοικίαν ἐπάνω εἰς τὸν βράχον. Ὁ µικρὸς ναύτης ἐκοίταζεν ἀπλήστως. µὲ ἀνοικτὰ τὰ ὄµµατα. Νά ῾χης τὸ νοῦ σου. ἀκατάληπτα καὶ βόµβος ἄναρθρος ἤχει εἰς τὰ ὦτα του. ὅτι ἐκοιµᾶτο µὲ ἀνοικτὸν τὸ ὄµµα. σιµὰ εἰς τὴν ἀκρογιαλιάν. φεύγουσας εἰκόνας. Ἦτο καρφωµένον. καὶ ἐνηχεῖτο ᾄσµατα καὶ ἐκδηλώσεις χαρᾶς καὶ εὐθυµίας. ∆ὶ αὐτὸν δὲν ὑπῆρχε πλέον ᾆσµα οὔτε φθόγγος οὔτε ἦχος.Αὔριο. ὡς διὰ τῆς ἁπαλωτέρας µητρικῆς θωπείας. Καὶ ἡ βάρκα ἐλικνίζετο ἐλαφρά. Εἶχαν περάσει τὰ µεσάνυκτα πρὸ πολλοῦ. Ἤκουε µετὰ πολλοὺς ἄλλους κρότους καὶ ἤχους καὶ µετὰ ὕπνους καὶ ὄνειρα καὶ νευρικοὺς τιναγµούς. καὶ εἶτα ἔκαµε κυµατοειδῆ κίνησιν τῆς χειρὸς πρὸς δυσµὰς). ὅτι ἔζη µόνον ζωὴν ἐνδόµυχον. φῶς µέγα ἔφεγγεν εἰς τὰς ὑάλους. αἱ ὕαλοι κλεισµέναι. ἱκανὸς νὰ ἐκφράση τὸ τί ὑπέφερε. ἐπάνω ἀπὸ τοὺς βράχους. µὲ µίαν βελέντζαν τυλιγµένος. . 50 . ὠµοίαζε µὲ τὸν δράκον τοῦ παραµυθιοῦ κατὰ τοῦτο. ὁ καπετὰν Κωνσταντῆς ὁ Σιγουράντσας: . λαγοῦτα. µὲ τὸ καλό.Ποιανοὺς θὰ κουβαλήσουµε. ἐφλοίσβιζε µελαγχολικῶς φωσφορίζον τὸ κῦµα. ἤκουε πότε-πότε σιγῶντα καὶ πάλιν θορυβοῦντα διὰ µακρῶν βιολιά. Καὶ ἐνωτίζετο ρυθµικὸν κρότον χοροῦ. ἀκίνητος. ἐξαπλωµένος ἐπάνω εἰς τὴν πρύµνην. ὑψηλά. πρωί-πρωί. καὶ δὲν ἀνέπνεεν οὔτε ἐµορµύριζεν. κάτω ἀπὸ τὸν βραχώδη κρηµνὸν τοῦ Πανωµαχαλᾶ.

ἀπὸ τότε ποὺ ἐγύριζε ξυπόλυτος. κυνηγῶν τὰ ὀχταπόδια. τὰ ὁποῖα ὅλα ὁ καραβοκύρης του. καὶ τὸν ἐκατάφερε νὰ σφυρηλάτησῃ τὸ σίδερον. περιέγραφε δι᾿ ἐπιρρηµάτων ὡς ἑξῆς: Πότε πέρα. ἢ κάτω. οὔτε ἀπὸ κελεποῦρι. νὰ κινήσῃ ἀπ᾿ τὸ χωρίο µέρα µεσηµέρι. µέσα. καὶ τώρα ἦτο µόνον διὰ τὰ «χαρτιὰ» καραβοκύρης. Ὁ Σιγουράντσας εἶχε κάµει πολλὰ ταξίδια. µετὰ πολλά. καὶ φρονῶν ἴσως ὅτι θὰ εἶχεν ἐξοδεύσει ὅλα ὅσα εἶχεν εἰς τὸ ναυπηγεῖον. ἡ Ἐλεοῦσα. προσφέρων αὐτὸς τὸ σίδερον. Τάχατες πῶς ντρέπεται ἡ νύφη. µ᾿ ἕνα ὑποκάµισον ἕως τοὺς ἀγκῶνας ἀνασκουµπωµένον. ἐβγάζων κοχύλια καὶ σκουλήκια διὰ δολώµατα. . ἀπὸ τότε εἶχεν ἀρχίσει νὰ πιάνῃ λεπτά. δεικνύων ἐπιµόνως τὴν συνοικίαν. τὸ ὁποῖον εἶχε κλέψει ἀπὸ τὸν πεσµένον ἔξω σκελετὸν µιᾶς σκούνας. Ἀλλ᾿ ὁ γραµµατεὺς τοῦ λιµεναρχείου τοῦ γ´ παραλίου τµήµατος δὲν ἠθέλησε νὰ τοῦ δώσῃ πασσάγιο οὔτε δίπλωµα κυβερνήτου. ἦτο κτῆµα τοῦ Γιωργῆ τοῦ Μπούρµπα.∆ὲν ξέρω τί ὥρα θὰ ξεµπερδέψουνε.Καλὰ εἶναι νὰ πλαγιάσῃς µὲς στὴ βάρκα. ἢ πάνω. λέγων ὅτι ἦτο παραπολὺ νέος διὰ νὰ κυβερνᾷ πλοῖον. στὴ Σαλονίκη. ἀναλαβὼν αὐτὸς νὰ δουλεύῃ τὰς φύσας. θαλασσωµένος µέχρι µηρῶν καὶ βουβώνων. ὄχι ἀπὸ κληρονοµίαν. νὰ τὴν καραβώσουνε. εὐηρεστήθη νὰ ἐπεξηγήσῃ τί ἐσήµαινον ταῦτα. ποὺ ἐγύριζε µὲ τὸν γάντζον του ἀπὸ ἀκρογιαλιὰν εἰς ἀκρογιαλιάν. Τὴν εἶχεν ἀποκτήσει µὲ τοὺς κόπους του. πρὶν χαράξη. Εἶχε φάγει τὴν θάλασσαν µὲ τὴν φοῦχταν. ἐπέτυχε νὰ τὸν εὕρῃ ξεµέθυστον. ἐπανέλαβεν ὁ κυβερνήτης.Ποιὰ νύφη. . ἅµα βγῆ ὁ ἀστέρας. στὴν Κεχρεά. ὅπως τὴν ὠνόµαζαν. καὶ ἦτο ἀνάγκη νὰ κάµῃ ὀλίγα ταξίδια. τὸν ὁποῖον πὰρ ὀλίγον θὰ ἐχρειάζετο νὰ µάθῃ ὁ ἴδιος τὴν γύφτικην τέχνην διὰ νὰ τὸν κατασκευάσῃ ἀφοῦ ἐπὶ ἑβδοµάδας καὶ µῆνας ἐπαρακαλοῦσε τὸν Γιαλαδρίτσαν. . πότε κατὰ διµηνίαν ἐν µακρότερον. ὁ καπετὰν Κωσταντῆς. πηγαίνων ὡς µοῦτσος µὲ ὅλες τες βάρκες καὶ τὲς ψαροποῦλες. Ἐταξίδευε δυὸ φορὰς τὴν ἑβδοµάδα. 51 . κρατῶν µικρὸν γάντζον µὲ καλαµιᾶν. Νά ῾χης τὸ νοῦ σου. νὰ τοῦ τὸν φτιάσῃ. Ἡ βάρκα αὐτή. στὰ χωριά. Ἀπέκτησε δυὸ ἢ τρεῖς βρατσέρας ἰδικάς του. τὸν Γύφτον τοῦ ναυπηγείου. Καὶ εἰκοσαετὴς ἤδη εἶχεν ἀποκτήσει τὴν βάρκαν αὐτὴν µὲ τὸν ἱδρῶτα του. µίαν Κυριακὴν πρωί. στὸν Πειραιά.Ποιοὶ εἶναι ποῦ θὰ µᾶς σηκώσουν. χαριζόµενος εἰς ἕνα χερσαῖον. νὰ ῾σαι στὸ πόδι. πρὶν φέξη. Ἢ πέρα. ἠρώτησε µὲ χᾶσκον τὸ στόµα ὁ Γιωργῆς. Μίαν φοράν. χωρὶς ν᾿ ἀπαντήσῃ. ὑπὸ ἄλλον κυβερνήτην. καὶ πρὶν περάση στὰ χαρτιὰ κυβερνήτης µὲ τὴν φελοῦκαν αὐτήν. πίσω. πότε ἀντίκρυ. µικρὰ ταξιδάκια. ἔπεσεν ἔξω ἢ ἐβούλιαξε καὶ µὲ τὰς τρεῖς.. ἠρώτησε πάλιν ὁ Γιωργῆς. λέγω. Θέλεις πάλι νὰ πᾶς στὴ γριά σου νὰ κοιµηθῇς. οὔτε ἀπὸ στραβοῦ διαβόλου. διὰ νὰ τοῦ µείνουν τίποτε λεπτά. ἢ πίσω. ἢ ἀντίκρυ. καὶ δὲν τὸν ἔπειθε· τέλος. στὴ Στυλίδα. πάνω. κατάλαβες. καὶ οὕτω ἠξιώθη ν᾿ ἀποκτήσῃ γάντζον· ἀπὸ τότε. στὸ Γριπονήσι. ἢ µέσα. Ἀλλ᾿ ὁ Σιγουράντσας ἀπῆλθε. Ὁ µικρὸς ναύτης δὲν ἦτο ἐνήµερος εἰς ὅλας τὰς εἰδήσεις καὶ εἰς ὅλα τὰ συµβάντα τοῦ χωρίου. µ᾿ ἕνα βρακὶ αἰωνίως ἀνασηκωµένον ὡς τὰ γόνατα. πότε κάτω. Μικρός-µικρός. Νά ῾χης τὸ νοῦ σου. Μπορεῖ νὰ µᾶς σηκώσουν τὸ ταχύ-ταχύ.

52 . Ποιὰ νύφη. Χθὲς ἀκόµη. ἐλπίζων ὅτι τάχιστα θ᾿ ἀπέκτα «τὰς ἀπαιτουµένας ναυτικὰς γνώσεις» διὰ νὰ λάβῃ δίπλωµα. Κάτι ὡς γάµος. ἔστρωσεν ἐπάνω τῆς πρύµνης. Ἔπειτα πάλιν ὕπνος. εἶτα ἐσηκώθη. ἂν θέλετε. τὸ βράδυ. Ἀπεκοιµήθη σκεπτόµενος τοὺς αἰνιγµατώδεις λόγους τοῦ καπετὰν Κωνσταντῆ. ἐκαληνύκτισε τὴν γραῖαν µητέρα του. εἰς µίαν µικρὰν οἰκίαν. ἔφθασεν εἰς τὴν ἀκρογιαλιάν. καθόσον «ἡ νύφη ἐντρέπετο νὰ µπαρκάρῃ µέρα µεσηµέρι». τὴν γραῖαν χήραν Μπούρµπαιναν. Ἅµα ἐνύκτωσεν. καὶ ἐφέρετο πρὸς τὸν Γιωργὴν ὡς πρὸς µοῦτσον. καὶ σήµερον Κυριακήν. ἄνωθεν τοῦ κρηµνοῦ. ἔψαξε κάτωθεν τῆς πλώρης. ἐδείπνησε λιτῶς µὲ τὴν µητέρα του. ἔβγαλε µίαν καπόταν. διατὶ νὰ κοιµηθῇ εἰς τὴν βάρκαν καὶ ὄχι εἰς τὸ σπίτι. τοῦ καραβοκύρη. ἐφόρεσε τὰ ναυτικά του. καὶ µὲ τὰ δυὸ µικρὰ παιδία τῆς ὑπάνδρου ἀδελφῆς του. κατέβη µὲ ἀσφαλὲς βῆµα. Ἀπέναντί του. Ἐπέµεινεν ὅτι ἦτο καλύτερον νὰ πλαγιάσῃ εἰς τὴν βάρκαν. βαθιὰ εἰς τὰ σωθικά του. πρὸς τὰ ἔσω τῆς λέµβου. κ᾿ ἐξηπλώθη ἐπὶ τοῦ προχείρου στρώµατος. ἀλλ᾿ αὐτός. ὁ νέος ἠσθάνθη µέσα. ∆ιευθύνθη εἰς τὸν βράχον τοῦ Πανωµαχαλᾶ. Ἦτο ἄνθρωπος τῆς θαλάσσης καὶ ὄχι τῆς ξηρᾶς. εἶχαν ἐπαναπλεύσει ἀπὸ τὸ τελευταῖον ταξίδι. ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ διανυκτερεύσῃ ἐπὶ τῆς λέµβου. Ἀλλ᾿ ἦτο πιστὸς εἰς τὸ καθῆκον του. Ἐκρέµασε τὸ φανάρι ἀπὸ ἕνα σκαλµόν. Φῶτα καὶ χαρὲς ἀντικρύ. *** ∆ὲν ἦτο ἐνήµερος εἰς τὰς εἰδήσεις τοῦ χωρίου. Τί ἦτο. τὸ σχοινὶ τῆς βάρκας. διότι εἶχαν ναῦλον. δηλαδὴ νέον ἀνάγκην ἔχοντα προστασίας καὶ συµβουλῶν. κακὸς ἐφιάλτης. λέγων ὅτι θὰ κοιµηθῆ εἰς τὴν βάρκαν. Τουφεκιές. ὁ κυβερνήτης ἔδιδεν εἰς τὸν Γιωργὴν τὰς ἀτελεῖς ἐκείνας πληροφορίας καὶ τὰς ἀσαφεῖς ὁδηγίας. µὴ γνωρίζων ποίας ἀφορµᾶς εἶχεν ἐκείνη. διότι θὰ ἔχουν ταξίδι αὔριον τὸ πρωί. καὶ πιθανὸν ἦτο ν᾿ ἀπέπλεον λίαν-λίαν πρωί. ἐγρήγορσις. Ὅταν εἶδε τὴν οἰκίαν καὶ τὴν ἀνεγνώρισεν. καὶ ζωὴ καὶ κίνησις ἐκεῖ διακόπτουσα τὴν ὁµαλὴν ἠρεµίαν καὶ κρατοῦσα τῶν µονοτόνων ψιθύρων της νυκτός.Ἐν τοσούτῳ ὁ Σιγουράντζας εἶχε τὴν ἕξιν τοῦ προστάσσειν. Ἐφαίνετο νὰ εἶναι οἰκογενειακή τις χαρὰ κ᾿ ἑορτή. σπαραγµὸν ἀπερίγραπτον. πνίκτης. τὸ Σάββατον. Τί συνέβαινεν. ἐπῆρε τὴν εὐχήν της. ἔσυρε τὴν µπαρούµαν. Ὁ νέος τὸν ἠνείχετο πρὸς καιρόν. ἤναψε τὸ φαναράκι. ἤ. µοῦστον. Ἔπειτα φθόγγοι µελῳδικοὶ καὶ βιολιὰ καὶ λαγοῦτα. Ἡ γραῖα ἠθέλησε νὰ τοῦ κάµῃ µερικὲς παρατηρήσεις. ἔκαµε τρεῖς σταυροὺς πρὸς ἀνατολάς. Μετὰ πολλὴν ὥραν ἀνετινάχθη ὑπὸ σφοδροῦ κλονισµοῦ κ᾿ ἐξύπνησε. ὕπερθεν τοῦ κατωφεροῦς βράχου. Ποῦ. ἐξεδύθη τὴν καµιζόλαν του. δὲν ἔδωκε προσοχήν. κ᾿ ἐπήδησε µέσα. ὄνειρον. Τὰ παράθυρα κατάφωτα. καὶ ἀπῆλθε. οὐδὲ ὑπώπτευσε τίποτα. τροµπονιές. µίαν βελέντζαν κ᾿ ἓν προσκέφαλον.

Καὶ ἄλλοτε ἡ Ἀρχοντὼ ἔπαιζεν ἐνώπιόν του τὸ «ἀνέβα µῆλο κατέβα κίτρο». διὰ νὰ ἰδῇ. Καὶ πάλιν ἄλλοτε ἔπαιζαν. Ἦτο σχεδὸν ὀµήλιξ µὲ αὐτόν.Ἄχ. πῶς καµαρών᾿ ἡ νύφη. αἱ σκληραὶ καὶ τρυφεραὶ καὶ φίλαυτοι. µὲ τὰ νινιὰ καὶ µὲ τὰ προικιά της. Καὶ ἄλλοτε πάλιν ἔπαιζαν οἱ δυό τους «τὸν δείχτην». ἡ νύφη. νύφη κι γαµπρός. καθὼς ἀνέβαινεν εἰς τὸ ὕψος καὶ κατέβαινεν εἰς τὸ λευκὸν χεράκι τῆς φιλοπαίγµονος µικρᾶς. καθὼς ἀνέβαινε µὲ τὸ δάκτυλόν του εἰς τὸ τελευταῖον σκαλοπάτι. γάµος ἐγίνετο. κλείσασαι αὐτὸν ἔξω. ἡ εὔµορφη κόρη. ∆ιατὶ ἐβιάζετο ἡ µάννα της. µεταβαλλοµένη τεχνηέντως εἰς τὴν χεῖρα τῆς µικρᾶς πότε εἰς πριόνι. ἐκεῖ. πότε εἰς τυλιγάδι καὶ εἰς ἀργαλειόν. Καὶ διατὶ αὐτή. σ᾿µπεθερίτσα µ᾿ πλιό. αὐτὸς µὲ τὸ ἓν δάχτυλόν του. καὶ αὐτὸς ἔχασκε βλέπων. τὸ «∆ῶ᾿ µ᾿ φωτίτσα . Αὐτὸς τὴν εἶχε γνωρίσει ἀπὸ µικρήν. ∆ιατί. κ᾿ ἐκολλοῦσε τὸ µάτι του στὴν χαρασµίδα τῆς πόρτας. Ἀπὸ ποῦ κι ὡς ποῦ. πότε εἰς τραπέζι. Αὐτὴ τάχα ἦτο ἐκείνη. Ὄχι. σ᾿µπεθερίτσα µ᾿ πλιό. ὁποὺ ὑπάνδρευαν τὲς κοῦκλες των κ᾿ ἐψέλλιζαν χελιδονιστὶ ἡ µία µὲ τὴν ἄλλην: . Τὸ Ἀρχοντὼ εἶχε καιρόν.ἔλα παραπανίτσα». Κι αὐτὸς ἀπ᾿ ἔξω ἀπὸ τὸν µικρὸν αὐλόγυρον ἤκουε τοὺς ψιθυρισµοὺς καὶ τὰ κορασιώδη καµώµατα. Ἐκείνη µὲ τὲς κοῦκλες της. Ἐκείνη ἔπαιζε «τὰ συµπεθερικὰ» µὲ δυὸ ἢ τρεῖς ἄλλας κορασίδας. τὸ σκυλί. νύφη. *** Εἶχε µάθει πρὸ ἡµερῶν ὅτι ἡ µάννα της τὴν ἐπανδρολογοῦσε µ᾿ ἕνα νοικοκύρην στεργιώτην. Αὐτὸς µὲ τὰ καραβάκια του. Αὐτή. πότε εἰς καράβι. ἀπὸ κεῖ πέραν ἀπ᾿ τὰ Εἰκοσιτέσσερα Χωριά. τὸ παραθαλάσσιον. ὁπότε. ὁποὺ παρίστων οἰκίαν. εἷς µεταξὺ ὅλων. εἰς τὸ σπίτι τῆς µητρὸς τῆς Ἀρχοντῶς. περὶ ἧς ὠµίλει ὁ Σιγουράντσας. Καὶ δὲν ἦτο αὐτός. Καµµία πτωχὴ ἐξαδέλφη της θὰ ὑπανδρεύετο εἰς δανεικὸν σπίτι. εἰς τὸ ὡραῖον χωρίον. ὁποὺ ἦτον µία ἁπλὴ κόκκινη κλωστή. ὁποὺ εἶναι κρῖµα νὰ µὴν εἶναί τις ἀκόµη παιδὶ διὰ νὰ τὴν παίξῃ! *** 53 . καὶ ἐφλέγετο ν᾿ ἁρπάξῃ µὲ τὰ δόντια τὸ πορτοκάλι. ἕνα χρόνον µικροτέρα. καθ᾿ ὅλα τὰ φαινόµενα. καὶ τὰ συνηµµένα δάκτυλα τῆς σκάλαν. Ἀλλὰ διατὶ νὰ ὑποπτεύσῃ ὅτι ἐκείνη. ∆εκαεννέα ἐτῶν. τὸν ἔπιανε καὶ τὸν ἐδάγκανε καὶ τὸν ἐκυνηγοῦσε. δὲν ἠδύνατο νὰ τὸ πιστεύσῃ ὅτι ἦτον αὐτή. Μαζὶ ἔπαιζαν. Τάχα δὲν ὑπῆρχον ἄλλαι νύµφαι. Τάχα δὲν ὑπῆρχαν γαµβροὶ εἰς τὴν πατρίδα. Νὰ κ᾿ ἡ τέµπλα µὲ τὰ προικιά. τ᾿ ἁρµίθια καὶ τὶς ἀπετουνιές του. περὶ ἧς εἶχεν εἴπει ὁ Σιγουράντσας. καλὸς γαµβρός. ἐκείνη µὲ τὰ δυὸ χέρια της. νὰ φέρουµε πλιὸ τὸν µπακλαβά. ὁποὺ τὴν εἶχαν µανδαλωµένην ἀπὸ µέσα.Ὑπανδρεύετο λοιπὸν τὸ Ἀρχοντώ. τὸ ὁποῖον ἐνήδρευεν ἀπὸ µέσα ἀπὸ τὰς δυὸ παλάµας της. ∆ιότι ἰδού. ∆υνατὸν νὰ ἐγίνετο γάµος. σ᾿µπεθερίτσα µ᾿ πλιό. γαῦ! γαῦ! Ὢ τῆς ἀθῴας παιδιᾶς. Ποῦ τὸν ηὖρε. ἦτο αὐτή.

Ἡ γραῖα δὲν εἶχεν ἀφορµὰς νὰ ὑποπτεύσῃ ὅτι τὸ ταξίδι αὐτὸ εἶχε καµµίαν σχέσιν µὲ τὸν γάµον. ἔτσι τὰ λέει. Πολλοὶ ὁποὺ τὴν ἤκουαν νὰ διαµαρτύρεται οὕτω τὴν ἐπίστευαν. ἡ µήτηρ τῆς Ἀρχόντως.Μὴν τὴν ἀκοῦτε. ἢ ὁ καιρὸς ἦτο πολὺ εὐνοϊκός. ἀλλὰ χωρὶς τεκµήριον ἢ βεβαιότητα. Ἐµένα τ᾿ Ἀρχοντώ µ᾿ τώρα ἀκόµα ἄρχισε νὰ κεντᾷ τὰ προικιά τς. ἡ ὑπόθεσις τοῦ ταξιδίου ἐτελείωσε γρήγορα. ἡ γραῖα τὸν ἠρώτησε διὰ πού. δὲν θὰ ἐπρόδιδε ποτὲ τὸ µυστικόν της. ἐλπίσασα ὅτι. Ἀλλὰ παρ᾿ ἐλπίδα. ἤξευρε καὶ ἠσθάνετο ὅτι ὁ Γιωργῆς ἔτρεφε παιδικὸν αἴσθηµα πρὸς τὴν Ἀρχοντώ. καὶ ἡ βάρκα ἐπέστρεψε τὸ Σάββατον. Τὸ µυστήριον θὰ ἐτελεῖτο παράωρα. Κι τὰ λέει τάχα γιὰ νὰ ρίξ᾿ ὄξου τς ἄλλες ἀποὺ ῾ναι ἀνύπαντρες. γειτόνισσα. Ἀλλ᾿ ἡ γριά-Μαρουδίτσα. Καὶ πάλιν ἕνας ἀπὸ ἐκείνους εἶχε σπεύσει πρὸ ἡµερῶν νὰ τοῦ πάρῃ τὰ συχαρίκια. Τὴν ἄδειαν τοῦ γάµου εἶχαν ἀναβάλει νὰ τὴν λάβουν τὴν Κυριακήν. καὶ ὅτι ὁ γάµος θὰ ἐτελεῖτο πάλιν κρυφά. Πλὴν ὁ Γιωργῆς δὲν ἔτυχε ν᾿ ἀκούσῃ τοὺς συµπερασµοὺς τοῦ Νταλντογιάννη. ὁποὺ ἐγύριζεν εἰς ὅλες τὶς γειτονιὲς κ᾿ ἐκουβαλοῦσε εἰς τὰ σπίτια στάµνες µὲ νερὸ πρὸς µίαν δεκάραν τὴν µίαν. καὶ ποίους θὰ µετέφεραν. Ἡ Μπούρµπαινα εὐχαριστήθη. καὶ δὲν θὰ ἦτο ἐδῶ εἰς τὸν γάµον. κατὰ τὸ δυνατόν. καὶ µόνον ὁ Νταλντογιάννης. ἅµα θὰ ἐνύκτωνε. ἀλλ᾿ ἐπιστεύετο ὅτι θὰ παρήρχοντο ἡµέραι πρὸ τῆς µετοικεσίας. ὅτι δὲν εἶχε ἐξηγηθῆ. ὅτι ὑπανδρεύετο τὸ Ἀρχοντὼ. κρυφὴ γυναῖκα. καὶ ἦτον παιδὶ τῆς θάλασσας. καὶ αὐτή. κι τοῦ Βάσω τς Χατζηγιώργινας. νοικοκύρη ἀπ᾿ τὸ Μπροµύρ᾿. κι τοῦ Μαριὼ τς Κάλληνας. ∆ὲν τ᾿νὲ βλέπετε ποῦ δὲν µαζώνει τὰ χείλια τς ἀπ᾿ τὴ χαρά τς. καὶ ἤθελε νὰ τὴν κάµῃ νοικοκυράν. καὶ ὅσον καὶ ἂν τὴν ἐψάρευαν οἱ γειτόνισσες. πλὴν ἡ µάννα της ἦτον πολὺ κρυφοδάκωτη γυναῖκα. τί σ᾿νέριο τς ἔχει. Ὁ Γιωργῆς δὲν ἤξευρε τίποτε ἀπ᾿ ὅλα αὐτά. φαίνεται ὅτι ἐβιάζετο 54 . τὴν ἐρχοµένην Κυριακήν. κατὰ τὸ φαινόµενον ἁπλοϊκὸς ἄνθρωπος.Καὶ τώρα ἡ µάννα της τὴν ἐπροξένευε. εὗρε φράσεις διὰ νὰ ἑρµηνεύσῃ τὰς ὑποψίας ὅλων: . ὁ υἱός της δὲν θὰ ἐπανήρχετο πρὸ τῆς ∆ευτέρας. εἰς τὰ σπίτια του. Ποῦ ἔχω ῾γω καιρὸ ἀκόµα! Ἐµένα τὸ κορίτσι µ᾿ δὲν τὸ ἐπῆραν τὰ χρόνια µπροστά. Ἐλέχθη µὲν ὅτι ἡ νύφη θὰ ἐπήγαινε νὰ κατοικήσῃ εἰς τὸ χωρίον τοῦ γαµβροῦ. καὶ δὲν ἐπεθύµει µὲν νὰ νυµφευθῇ ὁ υἱός της τόσον γρήγορα. Τὴν Παρασκευὴν ἡ γραῖα ἐπληροφορήθη θετικῶς ὅτι ὁ ἀρραβὼν εἶχε γίνει πολὺ κρυφά. κατὰ πᾶσαν πιθανότητα. Καὶ ἀφ᾿ ἑτέρου ἡ µάννα του ἦτον.Λόγια του κόσµου. εἰς τὰ νοικοκυριά του. Τὸ εἶχεν ἀκούσει αὐτὸς πρὸ ἡµερῶν νὰ ψιθυρίζεται εἰς τὴν γειτονιάν. γιατὶ θὰ κάµῃ καλὸν γαµπρό. κατ᾿ ἄλλον τρόπον. ἂς παντρευτοῦν οἱ µεγάλες δά! Τοῦ Κατερνιὼ τ᾿ Μπαρµπαγιάννη. . Τότε συνεκινήθη ἡ γραῖα καὶ ἐφοβήθη. Τὴν Πέµπτην εἶχε ἀποπλεύσει ὁ νέος εἰς τὸ τελευταῖον ταξίδι. Ἀπ᾿ τὴν περηφάνια τς. ἀργὰ τὴν νύκτα. ἔχαιρε δὲ ἐνδοµύχως ἂν ὑπανδρεύετο τὸ Ἀρχοντώ. καὶ τὸ κάτω-κάτω ὀλίγον τὸν ἔµελεν. Ὁ Γιωργῆς εἶπεν ὅτι ὁ κυβερνήτης τοῦ ἤξευρεν. ὄχι ἀπὸ ἐκείνους ὁποὺ ἀγαποῦν νὰ κάθωνται εἰς τὴν παραθαλάσσιον ἀγορὰν καὶ ν᾿ ἀργολογοῦν. καὶ τὴν ἐπανδρολογοῦσε. καὶ αἱ γειτόνισσαι ἔµενον ἐν ὑποψίᾳ καὶ δυσπιστίᾳ. ∆ιότι ὑπώπτευεν. Ὅταν ὁ νέος ἀνήγγειλεν ὅτι θὰ εἶχαν ναῦλον διὰ τὴν ∆ευτέραν τὸ πρωί. ἄλλως θὰ ἦτο ἐν µακαρίᾳ ἀγνοίᾳ. µεσάνυχτα. Ὁ Γιωργῆς δὲν εἶχε µάθει τίποτε εἰµὴ περὶ ἐπικειµένου ἀρραβῶνος.

Τὰ κορίτσια δὲν πρέπει νὰ ἔχουν ἔρωτα. Πλὴν αὐτὸς τῆς εἶπε νὰ ἡσυχάσῃ καὶ ἀπῆλθεν. καὶ ἂν ἤκουε θορύβους καὶ ἐκρήξεις χαρᾶς εἰς τὸν ὕπνον του ὁ Γιωργῆς. Τὰ κορίτσια δὲν πρέπει νὰ ἔχουν ἔρωτα. *** Ἡ γραῖα τὸν παρεκίνησε νὰ µείνῃ στὸ σπίτι νὰ κοιµηθῇ. ἀλλὰ διότι πάντοτε ἠρέσκετο κ᾿ ἐπροτίµα νὰ κοιµᾶται εἰς τὴν βάρκαν. ἀλλ᾿ ἡ γραῖα Μαρουδίτσα. καθὼς εἶναι γνωστὸν εἰς πολλούς. τὰ ρίχνουν αἱ ἐχθραὶ τῆς νύµφης. ∆ὲν πρέπει. ὄχι διότι τοῦ εἶχε παραγγείλει οὕτω ὁ κυβερνήτης του. κ᾿ ἐκείνη εἶχεν ἀγκάλην καὶ ἀγκάλας πολλὰς. οὔτε ἰδέαν εἶχεν οὔτε ὑποψίαν οὔτε ἔννοιαν ἂν ὁ Γιωργῆς. ἐµπρὸς εἰς τὰ µάτια της. ἥτις καὶ δι᾿ αὐτὸ τελεῖται πολὺ µυστικά. Ἡ µάννα του ἦτο πλέον γραῖα καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ τὸν νανουρίσῃ εἰς τὴν κούνιαν του οὔτε εἰς τὴν ἀγκαλιάν της. µεσηµβρινώτερα. ἡ Μαρουδίτσα ἦτο συµφωνοτάτη µὲ τὸν Εὐριπίδην. Κ᾿ ἐκείνη εἶχε κούνιαν. πάλιν δὲν θὰ τὴν ἔµελε τίποτε. καὶ τοῦ ἐσύστησε νὰ πάγῃ ν᾿ ἀράξῃ τὴν βάρκαν ἐκεῖθεν τῶν βράχων. ἐνόσω διαρκεῖ ἡ ἀκολουθία τοῦ Ἀρραβῶνος. «Νυµφευµάτων µὲν τῶν ἐµῶν πατὴρ ἐµὸς µέριµναν ἔξει». ποίαν τάχα ἐνόει ὁ Σιγουράντσας. Ἀνελογίζετο ὅτι. πρὸς τὴν Σπηλιὰν ἢ τὲς Πλάκες. Ποία νύφη. Καθὼς ὅλαι αἱ γραῖαι. χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν τιµὴν νὰ τὸν γνωρίζῃ. ἦτο ἀκόµη µικρόν.διότι ἀφοῦ ἡ «κουλούρα» ἐµβῆκεν εἰς τὸ κεφάλι. καθὼς εἶχε βιασθῆ καὶ νὰ τὴν «κουκουλώσῃ» µίαν ὥραν ἀρχύτερα. καὶ αὐτὸς ὁ κίνδυνος µήπως «ρίξουν τὰ κορίτσια τῆς νύφης» παρῆλθε πλέον· διότι τὰ κορίτσια. ἦτο ἐρωτευµένος µὲ τὴν κόρη της τὴν Ἀρχοντώ. ἂν καὶ ἦσαν γείτονες µὲ τὴν οἰκίαν τῆς µητρὸς τῆς Ἀρχόντως. καὶ εἶπεν ὅτι τὸ ἀγκυροβόλιον τοῦ βράχου δὲν ἦτο πολὺ ἀσφαλές. ἀλλ᾿ ὅταν ὁ Γιωργῆς ἤκουσε µέσα εἰς τὸν ὕπνον του τοὺς δυὸ πυροβολισµούς . Ἐπροσποιήθη µόνον ὅτι γνωρίζει καὶ αὐτὴ ἀπὸ θάλασσαν (καὶ δὲν ἐγνώριζεν ἄλλο παρὰ τοὺς καηµοὺς τῆς θάλασσας). ὁποὺ θὰ ἐτελεῖτο ὁ γάµος. Ἡ γραῖα δὲν ἐπέµεινε περισσότερον νὰ τὸν ἀποτρέψῃ. πάλιν ὀλίγον θὰ ἀνησύχει. Τὸ µόνον χρέος των εἶναι νὰ ὑπακούουν εἰς τοὺς γονεῖς των.νὰ κουβαλήσῃ τὴν κόρην τῆς πέραν. Τοῦτο τὸ ἔκαµε διὰ νὰ εἶναι ὁ υἱός της µακρὰν ἀπὸ τὴν συνοικίαν καὶ εἰς ἄποπτον ἀπὸ τῆς οἰκίας. πολὺ µικρὸν τέκνον της. ἡ θάλασσα. Καὶ ἂν εἶχεν ἰδέαν. ὁ καραβοκύρης. καθὼς καὶ τοῦ 55 . τί θὰ πῇ. λέγων ὅτι «ἐντρέπετο νὰ καραβωθῇ ἡ νύφη µέρα-µεσηµέρι». ἡ µήτηρ τῆς Ἀρχόντως. κατ᾿ ἀπαίτησιν τῶν πονηρῶν γραϊδίων. χωρὶς νὰ πάρη εἴδησιν κανεὶς ἀπ᾿ ἔξω· κ᾿ ἔπειτα ἡ Μαρουδίτσα εἶχε λάβει πρόνοιαν νὰ ὀχυρώσῃ τοὺς κόλπους τῆς κόρης της. ∆ιὰ τὴν πρώτην µητέρα ἦτο πλέον µεγάλος καὶ ἡλικιωµένος υἱός. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἐσκέπτετο ἡ ἀνήσυχος µητρικὴ στοργή. Ἄλλως. Ὁ Γιωργῆς ὅµως ἤθελε νὰ ὑπάγῃ στὴν βάρκαν. Ἡ ἄλλη µάννα του. ὁ υἱὸς τῆς Μπούρµπαινας. Καὶ ἂν ἐγνώριζεν ὅτι ἡ κόρη της ἀνταπεκρίνετο εἰς τὸ αἴσθηµα. αὐτὴ θὰ τὸν ἐπαρηγόρει καὶ θὰ ἐπροσπάθει νὰ τὸν ἀποπλανήσῃ· καὶ ἔπειτα θὰ τὸν εἶχε σιµά της. ἀκόµη τὸν ἐλίκνιζε µὲ τὰ κύµατά της. ∆ιὰ τὴν δευτέρα µεγάλην µητέρα. τὴν προσφιλῆ καὶ ὑγρᾶν καὶ ἄπιστον. δὲν ἦτο πλέον ἀνάγκη µυστικότητος.

ἐπροσπάθει νὰ πιασθῇ ἀπὸ ὀλίγην σφαλερᾶν ἐλπίδα. ∆ιατὶ κοιµᾶται. Ὁ γάµος θὰ ἐβράδυνεν.ὅταν. Πῶς ν᾿ ἀρθρώση λόγον. µὲ δυὸ µικρὰ ὡραῖα χρυσοδεµένα τετραβάγγελα· οἱ δὲ πυροβολισµοὶ ρίπτονται κατ᾿ αὐτὴν τὴν στιγµὴν τοῦ Στεφανώµατος. ὁ Γιωργῆς ἤκουσε µέσα εἰς τὸν ὕπνον του δυὸ τουφεκιὲς ἢ µᾶλλον τροµπονιές. ἐπὶ πτίλων αὔρας ἐναρµονίου. καὶ τὸ ὄµµα του ἐκαρφώθη ἐκεῖ ἀπλανές. δηλαδὴ τὸν εἰσάγουν ἐπισήµως εἰς τὴν οἰκείαν της νύµφης. Καὶ µὲ ὅλα τὰ δίκια του. «ν᾿ ἀρχίσῃ νὰ πῇ τὰ πάθη του τραγούδια». Ἐτελεῖτο γάµος ἐκεῖ ἐπάνω. διότι αὔριον θ᾿ ἀπήρχετο πάλιν εἰς τὴν πατρίδα του. Σύρε νὰ πῇς τῆς µάννας σου νὰ κάµῃ κι ἄλλη γέννα. «Μπορεῖ νὰ τοὺς σηκώσουν πρωί. παµφαής. τοῦ Ἀχιτόφελ βουλαί! *** Τί νὰ σκεφθῇ! Τί νὰ εἴπῃ. καὶ ἡ οἰκία αὕτη ἦτο τῆς Μαρουδίτσας. καὶ 56 . ἐπάνω ἀπὸ τὸν βράχον. Ὄχι! Ἀνάθεµα τὴ µάννᾳ σου!. καὶ τοῦ ἐφάνη ὅτι ἦτο κακὸς ἐφιάλτης.Ὢ. Ἠµποροῦσε νὰ τὸ πιστεύσῃ. Ἦτο πράγµατι οἰκία λαµπρῶς φωτισµένη. ἐξύπνησεν ἔντροµος µὲ ἀνασκίρτηµα. ∆ιότι ἐπίστευεν ὅτι διὰ τῆς βίας ἤθελαν νὰ τῆς δώσουν ἄνδρα ξένον ἄνθρωπον. Ὁ νέος εὑρίσκετο ἐν ἠµιασυνειδησίᾳ καὶ δὲν ἐνόει τίποτε. λιγυρᾶς. τόση χαρά. βουλαὶ ἀνθρώπων ὑποβολιµαῖοι. Ἐζήτει νὰ εὕρη µικρὰν παρηγορίαν. Ὑπανδρεύετο λοιπὸν τὸ Ἀρχοντώ. κ᾿ ἐκοιµήθη ἐπὶ πολύ. αὐτός. Ἔπειτα ἐκείναι αἱ φράσεις τοῦ Σιγουράντσα ἤρχοντο πάλιν εἰς τὸν νοῦν του. λέγω. Ἀλλὰ δὲν ἦτο σωστὸν ξύπνηµα. κατὰ τὸ ᾆσµα. Ἀλλὰ τόσα φῶτα. εὐθὺς µετὰ τὴν ἁπλὴν ἀνεπίσηµον µνηστείαν. Καὶ δὲν ἐξέρχεται πνοὴ καὶ στεναγµὸς ἀπὸ τὸ στόµα του. Εἶχεν καιρὸν ἐν τῷ µεταξὺ νὰ βάλῃ µέσα εἰς ἐνέργειαν. Θὰ µβαρκάρουν τὴ νύφη. λαλούµενα. Αὐτὸ θὰ ἦτον. Ἤθελε. σύρριζα εἰς τὸν κρηµνόν. Ἤκουσεν εὐκρινῶς βιολιά. Νὰ ἦτο λοιπὸν ἀληθές. ∆ιότι συνήθως. . καὶ ζῆ. οὕτως εἰπεῖν. ἐφέρετο ἐπὶ πτερύγων µουσικῶν φθόγγων. ἠθέλησαν νὰ τὸν ἐµβάσουν ἐν ποµπῇ εἰς τὴν οἰκίαν. ἦτο µόνον διὰ τὰ µβασίδια. Μετὰ πολλὴν ὥραν ἐξύπνησεν. Πῶς ἀγρυπνεῖ. «µβάζουν» τὸν γαµβρόν. καὶ ὁ γάµος θ᾿ ἀνεβάλλετο µετὰ µῆνας. Κ᾿ ἐπειδὴ ὁ γαµβρὸς ἦτο πέραν ἀπὸ τὰ Εἰκοσιτέσσερα Χωριά. Ἔπειτα ἐκοιµήθη πάλιν. Τοῦ ἐφάνη ὅτι ἔβλεπεν ὡς ἐν ὀνείρῳ ἐκεῖ. τόσος θόρυβος. οἰκοκύρην. Ὑπανδρεύετο τὸ Ἀρχοντώ. µίαν οἰκίαν ἐκτάκτως φωτισµένην. Ποιὰ νύφη. Νά ῾χη τὸν νοῦν του». Ἀλλὰ µέσα εἰς τὸν ὕπνον του εἶχε συνείδησιν ὀνείρου µελῳδικοῦ. Ἐκοίταξε κατὰ τὸν βράχον. Πῶς µένει ἐξαπλωµένος. Ἐπεθύµει νὰ πιστεύσῃ ὅτι αὐτὸ µόνον ἦτον. Εἶχεν ἀκούσει περὶ µνηστείας. ∆ι᾿ αὐτὸ ὁ Σιγουράντσας τοῦ εἶχεν εἴπει «ντρέπεται ἡ νύφη».. Τί ἦτο. Τύχη καὶ Πρόνοια! Ὤ.γαµβροῦ. νοικοκύρης ἄνθρωπος. Ἦτο ἱκανός. εὐθὺς µετὰ τὴν τελετὴν τοῦ Ἀρραβῶνος . διὰ νὰ χαλάσῃ τοὺς ἀρραβῶνας. νὰ τὸ κλέψῃ. καὶ αὐτὰ ἦσαν τὰ «µβασίδια» τοῦ γαµβροῦ.. τὸ Ἀρχοντώ. λαγοῦτα. Ἴσως νὰ ἔκαµναν µνηστείαν.

µισὴν δουζίναν χουλιαράκια τοῦ γλυκοῦ. δυὸ προσκέφαλα.τι τύχη.. Εἰς τὰς δυὸ µετὰ τὰ µεσάνυκτα ἐξύπνησεν. Νὰ πηδήσῃ. Ν᾿ ἀναβῇ τὸν βράχον. µὲ τὴν σκοῦπαν... Καὶ χωράφια ὄχι ὀλίγα. νὰ πετάξῃ.. δυὸ χαλκώµατα. εἰς τὰ χωρία τοῦ γαµβροῦ. ∆ιευθύνθη εἰς τὸ σπίτι τῆς χαρᾶς. ἐφόρεσε τὴν µικρὰν καπόταν του. 57 . στενοὺς δροµίσκους.. ∆ὲν ἦτο καλεσµένος. θὰ χυθῆ ἐπάνω του.... Τὸ νὰ µὴ λάβῃ σπίτι ὡς προῖκα ἡ νύφη ἐσήµαινεν ὅτι δὲν θὰ ἔµενεν ἐγκάτοικος εἰς τὴν πατρίδα της. ἔρριψεν ὀλίγον νερὸν εἰς τὰ βλέφαρά του. Καὶ ὁ γαµβρός. ἐκεῖ ὁποὺ ἐγίνετο ὁ γάµος. στὰ χωρία τὰ δικά του. ὁ καραβοκύρης. Οἰκοκύρης ἄνθρωπος. Τί σκέπτεται.. αἱµατωµένος. Οἱ ἄλλοι. ἀφρίζων. ἀπόφασις.. κι αὐτὸς θὰ σπρώχνῃ τὴν νύφην κατὰ τὸν βράχον.. ἔλεγαν ὅτι εἶχε σπίτι καὶ σπίτια πολλά.. νὰ ὁρµήσῃ. µίαν σκάφη καὶ µίαν ἀνεµοδούραν. Ἡ γριὰ θὰ τραβήξη τὰ µαλλιά της.. σιµὰ εἰς τὴν βάρκαν. *** Εἶχε κοιµηθῆ ἀποβραδὺς ὁ Σιγουράντσας. Αὐτὸς µὲ τὴν µίαν χεῖρα θὰ σπρώχνη τὴν νύφην ἐµπρός. Σκέψις χρειάζεται.. καταπληγωµένος.. θ᾿ ἁπαντᾶ εἰς τὰ κτυπήµατα τῶν λυσσασµένων. Νὰ ἐπίβαλῃ χεῖρα εἰς τὴν νύφην. Νὰ τὴν κατεβάσῃ.. Σηκώσου! θὰ κουνηθῆς ἐπὶ τέλους.. θὰ τὸν νοµίσουν διὰ τρελόν. µὲ ράβδους.. καὶ νὰ περάσουν πέραν εἰς τὸν Πλατανιᾶν. ἡ νύφη. Ὁ γαµβρός. Ὄχι. Νὰ σηκωθῇ.. καὶ τότε αἱ γυναῖκες θὰ βάλουν τὲς φωνές. µὲ τὸ πανωβράκι του τὸ τσόχινον.. καὶ θὰ πασχίζουν νὰ ξελιγοθυµήσουν τὸν γαµβρό. Νὰ τοὺς ταράξῃ.. «Ἔλα ἐδῶ. εὐθὺς µετὰ τὸν γάµον. ἄγριος.. Ἡ νύφη δὲν εἶχε σπίτι ὡς προῖκα.... καὶ κατέβη. εἰς τὰ σπίτια του κ᾿ εἰς τὰ νοικοκυριά του.. ἐνδόµυχον ζωήν.. θὰ τοῦ ριχθοῦν µὲ τοὺς γρόνθους. τοῦ Γιωργῆ καὶ ἦτο ναυλωµένος νὰ µεταφέρῃ τὸ νέον ἀνδρόγυνον πέραν. σκαλοπάτιασκαλοπάτια. θὰ τρέξη ἀπ᾿ ὀπίσω του. ἐχασµήθη... θὰ τοῦ ἔλθη λιγοθυµιά. Ἔτριψε τὰ µάτια του. Νὰ χυθῇ. κάτω. µὲ τὸ ζωνάρι του τὸ µεταξωτόν. καὶ θὰ τὸν σχίση µὲ τὰ νύχια της τὰ µαῦρα.. ἐγόγγυσεν. µὲ τὰς φιάλας τὰς κενὰς καὶ µὲ τὰς φιάλας τὰς µισογεµάτας. δρᾶσις... Νὰ τοὺς θαλασσώσῃ. θὰ µείνουν ἀπολιθωµένοι. µὲ ὅ. ὄχι. ὁ νοικοκύρης.. καὶ θὰ ἐπέλθη µικρὸς ἀντιπερισπασµός. κάτω ἀπὸ τὴν σκάλαν.. καὶ µὲ τοὺς γρόνθους καὶ µὲ τοὺς ἀγκῶνας του. ἅµα ἐξηµέρωνε νὰ µβαρκάρουν ὁ γαµβρός. Νὰ τρέξῃ. ἔγραψεν εἰς τὸ προικοσύµφωνον πεντακοσίας δραχµὰς µέτρηµα.. µὲ τὴν τσάκαν του τὴν βελουδένιαν..... µὲ τὸ φέσι του τὸ στιλπνόν.. µὲ τὴν ἄλλην θὰ προσπαθῆ νὰ τοὺς φέρῃ γῦρο ὅλους!. θὰ τρέξουν κατόπιν του. ἀλλ᾿ ἦτο καραβοκύρης τῆς βάρκας... καὶ µὲ αὐτὰ τοὺς «ἐκουκούλωσε». Εἶχεν ἀποφασισθῆ.. Ἡ γριὰ τῆς ἔδωκε δυὸ ἢ τρία µεταξωτὰ καὶ ὀλίγα βαµβακερὰ φορέµατα. καὶ θὰ πέση ἀπ᾿ ὀπίσω ἀπὸ τὴν πόρταν. Νὰ τὴν σηκώσῃ ψηλά...δὲν ζῆ. τὰς ὁποίας εἶναι ἄδηλον ἂν εἶχε σκοπὸν ποτὲ νὰ δώσῃ.. καλεσµένοι. θὰ ἐξαφανισθοῦν.. Ὄχι. καὶ θὰ γυρεύη νὰ τοὺς χωρίσῃ. θὰ συνέλθουν. Ἐµπρός! θάρρος. πέρα. συγγενεῖς. συνοδευόµενοι ἀπὸ τὴν γραῖαν. τρία σινδόνια. Νὰ τὴν ἁρπάξῃ. σύ!». κουµπάρος. Νὰ φθάσῃ ἐκεῖ ἐπάνω... σιµὰ εἰς τὴν Σηπιάδα ἄκραν. ὁποὺ στέκει στολισµένη καὶ καµαρώνει... λιθόστρωτα. Εἶχε χορτάσει τὸν ὕπνον..

Ὁ ἀστέρας θὰ βγῆ. τὰ ρόδα τὰ ὁποῖα εἶχον πλασθῆ ἀπὸ τὸν ∆ηµιουργὸν χωρὶς ἀκάνθας· καὶ τώρα. ὡς καλεσµένος µὲ τοὺς καλεσµένους.Ἔ! τί κάνουµε. Ἂς εἶναι στερεωµένα. Ἀπρίλιος ὁ µήν. περὶ τὸ δεύτερον λάληλα τοῦ πετεινοῦ. καὶ ἂν «ἐκαµάρωνεν» ὅταν θὰ ἐπήγαινε νὰ µβαρκάρῃ κτλ.. ἡ γραῖα Μαρουδίτσα. Ἦτο τετάρτη ὥρα γλυκοχαράµατα. Ὁ Γιωργῆς κοιµᾶται µέσα. τὰς ὁποίας εἶχεν ἑτοιµάσει.). καὶ βαθιὰ τὴν νύκτα. Καλορρίζικα δά.. Ἐγὼ λέω νὰ τραβιόµαστε ἀγάλι᾿ ἀγάλια.. δὲν τὸ φθάνει ὅσον καὶ ἂν τανυσθῆ τις. Τὰ πουλιὰ ἐκελαδοῦσαν εἰς τὰ δένδρα. τὴν βάρκαν τοῦ Γιωργῆ. πρωί-πρωὶ νὰ τοὺς πέρασῃ πέρα µὲ τὴν βάρκαν.Εἶχαν συµφωνήσει µὲ πολλὴν µυστικότητα ἀπὸ τὸ δειλινὸν τῆς Κυριακῆς (τὴν µυστικότητα τὴν ἤθελεν ἡ γραῖα εἰς ὅλα.. γύρω εἰς τὴν ἀκρογιαλιάν.. Ἡ Πούλια πάγει µεσουρανίς. Γλυκοχαράµατα. Καὶ οὕτω συνέβη. Ἐβίβα σας! Καλορρίζικοι! Στερεωµένοι! . Ἂς τὸν φωνάξουν νὰ σηκωθῇ. Μὲ αὐτὸ τὸ θάρρος ἐπηγαινεν ὁ καπετὰν Σιγουράντσας τὰς δυὸ µετὰ τὰ µεσάνυκτα εἰς τῆς χαρᾶς τὸ σπίτι. ἀφοῦ ἦτον διὰ ταξίδι. καὶ καµµίαν φορὰν πέφτει καὶ σπάζει τὰ πόδια. θὰ κολλήσουµε µία χαρὰ πέρα.Ἐκεῖ εἶν᾿ ἡ βάρκα. Νά. τώρα ποὺ θὰ κατέβω. ἀνεψιούς της. καλορρίζικα! Μὲ γυιούς! Ἐβίβα σας! Στερεωµένο τὸ ἀνδρόγυνο! Στὴν ὑγειά σας! Καλορρίζικα! Καὶ ὕστερον ἐπὶ τρεῖς ἢ τέσσαρας ὥρας θὰ ἐκερνᾶτο καὶ θὰ ἔπινεν ἀνέτως. χωρὶς νὰ εἶναι καλεσµένος.Κοντεύει νὰ φέξῃ. εἶπεν ὁ καραβοκύρης. καί. καὶ πάλιν. µόνον ἀδίκως µατώνει τὰ δάκτυλα. ὑπενθυµίζων µόνον ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν: . νὰ σηκωθῇ νὰ ὑπάγῃ ἀπροσκάλεστος εἰς τῆς χαρᾶς τὸ σπίτι. ἐπῆρε δυὸ ἀβασταγὲς µὲ ροῦχα. καὶ τὴν ἐξεπάτρισε. διὰ νὰ δρέψῃ τις ἓν ἀπὸ αὐτὰ ἀνάγκη νὰ µατώσῃ τὰ δάκτυλα. στείλετέ το. καὶ κανεὶς ἀκόµη δὲν εἶχε κινηθῆ ἀπὸ τὴν οἰκίαν. φυλαττοµένη τὰς κακὰς γλώσσας τοῦ χωρίου· ἤθελε ν᾿ ἀποκοιµίσῃ τὴν κοινὴν περιέργειαν· δὲν τῆς ἤρεσκε ν᾿ ἀκούῃ σχόλια.. Ἦτο ἤδη τετάρτη µετὰ τὰ µεσάνυχτα. λέγω. Ἤρκει ἅπαξ νὰ εἴπῃ: . Στερεωµένοι! καλορρίζικοι! Τέπερτε ὅλοι! Τὸ ἀνδρόγυνο στερεωµένο! *** 58 . τὰς ἔδωκεν εἰς δυὸ παιδία.τι ἄλλο ἔχετε.. ἀφοῦ συνεννοήθη µὲ τὸν Σιγουράντσαν. ἀπόπασχα. τώρα θὰ χαράξη. ὅταν τὸ ρόδον εἶναι ὑψηλὰ πολύ. Κι ὅ. νὰ τὰς κουβαλήσουν κάτω εἰς τὸν αἰγιαλόν.Ἂς φέξη! θὰ ἀπήντων ἑκάστοτε ὁ κουµπάρος καὶ οἱ καλεσµένοι. ∆ῶστε µου κ᾿ ἐµένα νὰ κουβαλήσω τίποτα. δεικνύων διὰ τοῦ παραθύρου. εἶχαν συµφωνήσει. Εἶχε σκεφθῆ ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ χορτάσῃ τὸν ὕπνον ἐνωρίς. διατὶ καὶ πῶς ἡ γραῖα Μαρουδίτσα ὑπάνδρευσε τὴν κόρην της καὶ τὴν ἔστειλεν εἰς ξένον µέρος. καὶ ὅλος ὁ ἀὴρ ἐµοσχοβολοῦσεν ἀπὸ τὰ ρόδα τῶν κήπων ὁλόγυρα. . καὶ τὴν «ἐκαράβωσε» µέρα-µεσηµέρι· καὶ προσέτι ἂν ἡ νύφη εἶχε καλὰ προικιά.. Τέλος. Κοντεύει νὰ φέξῃ. Νὰ τραβιόµαστε σιγὰ-σιγά. Ἂς εἶναι στερεωµένα. Ἡ αὐγὴ ἔδειχνε τὰ ρόδινα δάκτυλά της ψηλὰ ἀπὸ τὴν κορυφὴν τοῦ βουνοῦ ἀντικρύ. µὲ τὸν Σιγουράντσαν. νὰ τοῦ παραδώσουν τὰ πράµατα. τὸ πρωί. πρὶν ψηλώση ἕνα κοντάρι ὁ ἥλιος. Τώρα µὲ τὸ ἀπόγειο. ἥτις ἐπεθύµει νὰ γίνῃ τὸ µπαρκάρισµα ὅσον τὸ δυνατὸν ἐνωρίτερα. τὸν καραβοκύρην.

. .. Εἶχεν ἐξέλθει ἔξω ἀπὸ τὴν θύραν τῆς αὐλῆς... *** ∆ὲν ἦτο πλέον ψέµα. . λευκόν.Ἀλέστα. Αἱ γυναῖκες θὰ βάλουν τὲς φωνές. τὰ ροῦχα.. Καὶ συγχρόνως ἠκούσθη ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ βράχου κατερχοµένη ἡ µεγάλη φωνὴ τοῦ Σιγουράντσα: . ἐστιλπνωµένον. ∆ὲν ἐσηκώθη.Νὰ σηκωθῇ. ὁποὺ µπορεῖ νὰ πάρῃ µαζί του ἀπὸ τὴν φελοῦκαν.. σὲ καλὴ µεριά. νὰ τὰ βάνῃς. «Σιωπάτε! σιωπᾶτε!». Ὁ µακρὸς ἐφιάλτης τὸν εἶχε προδώσει. Ἀλλ᾿ ὁ νέος εἶχε σηκωθῆ πρὶν τὸν φωνάξουν. φρόνιµος νοικοκύρης. κι τὰ µάτια σ᾿. λέει τὰ ροῦχα µέσ᾿ τ᾿ βάρκα.. Καὶ τὰ ρόδα τῆς αὐγῆς ἐκοκκίνιζαν ὑψηλά. Ὁ Γιωργῆς ἔπλεε µὲ τὴν βάρκαν του καὶ µὲ τὸν Σιγουράντσαν. ∆ὲν ἔτρεξε.. διὰ νὰ φέγγῃ τὸν δρόµον εἰς αὐτοὺς ὁποὺ ἤρχισαν νὰ κουβαλοῦν τὴν ἀποσκευήν. φλογίνη ροµφαῖα εἰς τὴν πύλην τοῦ φωτός! Τὰ δυὸ παιδία ἐφώναξαν τὸν Γιωργῆν. . .ὄµορφα. Γιωργῆ! Τὰ πῆρες τὰ πράµατα µέσα. Ἔπλεε καὶ µετέφερε τὴν Ἀρχοντώ.Εἶπε. ἀπουκάτ᾿ ἀπ᾿ τὴν πλώρ᾿ τς βάρκας. ∆ὲν ἦτο πλέον καιρός. κ᾿ ἐκεῖ προπεµπόµενος καὶ ξεκολλῶν ἀργὰ-ἀργά. λέει. Αὐτὸς θὰ τοὺς κυνηγήση µ᾿ ἕνα σκαρµόν.Νὰ τὰ βάνῃς. Ὁ γαµβρὸς θὰ τὰς καταπραΰνῃ. νὰ µὴ βραχοῦνε. ὄµορφα . Νὰ τὴν ἁρπάξῃ µέσ᾿ ἀπὸ τὰ χέρια τους.. Αὐτὸς θὰ τὴν ἁρπάξη ἀπὸ τὸν λαιµὸν νὰ τὴν πνίξῃ. Γιωργῆ! Θά ῾χουµε καλὸ ταξίδι. ἦτον ἀλήθεια. µ᾿ ἕνα µπάγκον. εἰπ᾿ οὐ καπιτάνιους. Οἱ καλεσµένοι θὰ τοῦ ριχθοῦν µὲ τὶς µπουκάλες... πρωτογενῆ. λέει. Τρίτον φανάριον προσετέθη τώρα ἔξω ἀπὸ τὴν θύραν τῆς αὐλῆς.. Τὰ δυὸ παιδία κατέβησαν κάτω εἰς τὴν ἄκρην τοῦ βράχου.. µὲ τοὺς γρόνθους καὶ µὲ τὰ ρόπαλα.. καὶ τώρα εἶχεν ὠχριάσει ἀπὸ τὰς ἐρυθρὰς καὶ κυανὰς λάµψεις τοῦ λυκαυγοῦς. λέει. ἐξηκολούθει νὰ κερνᾶται ἀκόµη.Γειά µας! Στερεωµένο τ᾿ ἀνδρόγυνο! Καλορρίζικοι! Καλό µας καταυόδιο! Καὶ µετ᾿ ὀλίγα λεπτὰ κατήρχετο βραδὺς τὴν κλιτὺν τοῦ βράχου.. ἡ θειά µ᾿ ἡ Μαρουδίτσα.. νὰ πάρ᾿ς. ἐξακολουθῶν νὰ φωνάζῃ καθ᾿ ὁδόν: . Τὸ οὐράνιον δρέπανον. λέει.. Νὰ τρέξῃ.Ἀσένιο.Τὰ ροῦχα. φέροντα τὰς δυὸ δέσµας τῶν φορεµάτων.. . Εἶναι εἰρηνικὸς ἄνθρωπος. µὲ µίαν τροπωτῆρα.. εἶχεν ἀνατείλει πρὸ ὥρας. ∆υὸ φανάρια ὑπῆρχον ἐξ ἀρχῆς κρεµασµένα εἰς τὸ µπαλκόνι τῆς οἰκίας. µὲ τὴν µητέρα της καὶ µὲ τὸν 59 .Μπάρµπα. Ἡ γριὰ θὰ τὸν σχίση µὲ τὰ νύχια της. ἄφθαστα ρόδα..

. τὶς δύναται νὰ εἶναι βέβαιος. εἶχεν ἀποκτήσει τάχα δεύτερον πατέρα. καπετάνιο. εἰς τὰ σπίτια του. τὴν ὥραν τῆς αὐγῆς. ἢ ἐκοκκίνιζαν µόναι των εἰς τὴν θέαν τοῦ Γιωργῆ.∆ούλευέ τα! δούλευέ τα. καὶ τὸ ἰδικόν του ὄµµα κατέστη ἀπλανές. τὸ ὁποῖον εἶχεν ἔλθει ἀπὸ ξένον τόπον διὰ ν᾿ ἁρπάξῃ τὴν περιστέραν. κ᾿ ἔφευγαν. ἔφευγαν. νὰ τὴν ἁρπάξῃ ἀπὸ τὰς χεῖρας ὅλων. Τοῦ ἤρχετο νὰ συγχαρῇ τὴν γραῖαν διὰ τὸν γάµον της τάχα ..γαµβρόν. ∆ὲν ἠµποροῦσε νὰ συνάψῃ ἰδέαν πλέον. µὲ τοὺς γρόνθους καὶ µὲ τοὺς ὀδόντας καὶ µὲ τοὺς ὄνυχας. Καὶ πάλιν ἠµπορεῖ νὰ ἦτον ψέµα. Ἡ γραῖα δὲν θὰ τὸν ἔσχιζε πλέον µὲ τὰ νύχια της τὰ µαῦρα. εἰς τὰ χωρία τοῦ γαµβροῦ. Ἔπειτα τοῦ ἦλθεν νὰ εἴπῃ εἰς τὸν γαµβρόν. Ἔβλεπε τὸν γαµβρὸν καὶ τοῦ ἐφαίνετο ὡς ὄρνεον. ∆ὲν ἦτο τάχα πλέον καιρὸς παλληκαριᾶς. εἰς τὰ νοικοκυριά του. . τὴν τρυγόνα. ἐπελαγώθησαν.. ὄνειρον τὸ ὁποῖον ἔβλεπε µὲ ἀνοικτὰ τὰ µάτια. ὡς ξυλιασµένα. Τὰ ρόδα τῆς αὐγῆς ἐφυλλορροοῦσαν κ᾿ ἐκοκκίνιζαν αἱ παρειαὶ τῆς Ἀρχοντώς. µετὰ τόσα ἔτη ὀρφάνιας.Παλεύουµε. Ξύλον κολληµένον ἐπάνω εἰς τὸ ξύλον..προσποιούµενος ὅτι ἐπίστευεν ὅτι αὐτὴ ἦτο ἡ νύφη. Μίαν φορὰν µόνον ἐκοίταξε τὴν Ἀρχοντώ. Τὸ βλέµµα ἐκεῖνο ἦτον ἡ τελευταία συγκεντρωµένη ἀκτὶς τῆς ψυχῆς του. δεικνύων τὴν θάλασσαν: 60 . ἀδρανής.. Τοῦ ἤρχετο νὰ ξεστηθωθῇ. Παρῆλθεν ἡ εὐκαιρία διὰ νὰ ὁρµήσῃ ἐπάνω εἰς τὸ σπίτι. Εἶτα ἐκείνη κατεβίβασε τὰ ὄµµατα. καὶ νὰ τοῦ εἴπῃ: . Τὰ ρόδα τῆς αὐγῆς δὲν ἤρκουν διὰ νὰ τὸν κάµουν νὰ κοκκινίσῃ. Αὐτὸς ἦτο χλωµός.∆ούλευέ τα. ἐτραβοῦσαν τὸ κουπί. Τοὺς µετέφερεν εἰς τὴν Σηπιάδα ἄκραν. νὰ τὴν πνίξῃ..Παναγία µπροστά σας! .. διότι ἡ ἡλικία τοῦ γαµβροῦ ἐφαίνετο διὰ νὰ εἶναι σχεδὸν πατὴρ τῆς κόρης.Καλὸ κατευόδιό σας! . µαραµµένος. ἀπαίσιον καὶ τροµερόν. Αὐτὸς ἠµποροῦσε ἀκόµη νὰ τὴν πνίξῃ. µπάρµπα. Κ᾿ ἐσφαλοῦσε τὰ µάτια καὶ ἀκόµη τὸ ἔβλεπε. Καὶ νὰ συγχαρῇ τὴν νέαν διότι.. Ἐµακρύνθησαν.. νὰ πτύσῃ εἰς τὰς χεῖρας. Ἦτο ὄνειρον µαγικόν. Τὰ χέρια του µηχανικῶς.

.. µὲ τὰ σπίτια του. ὁ Σιγουράντσας. ὅλοι θὰ ἔπεφταν εἰς τὸ κῦµα. Ὁ κυβερνήτης. τὴν πενθερὰν καὶ τὴν νύφην. µὲ τὰ ὑπάρχοντά του. Ἦτο τοῦτο σχέδιον τοῦ Γιωργῆ.. ἂν καὶ βαρύς. Ἡ βάρκα εἶχεν ὀπὴν φραγµένην διὰ πίρου. καὶ ὁ ἥλιος θ᾿ ἀνέτελλε πυριφλεγέθων ἐπάνω. αὐτὴ τὸ ψωµί της τὸ εἶχε φάγει. θὰ ἐκολύµβᾳ ὅπως-ὅπως καὶ θὰ ἐγλύτωνε. Μὲ τὸ χέρι του ἠµποροῦσε νὰ βιάσῃ τὸ πανί. µὲ τὰ χωράφια του. Ὁ Σιγουράντσας ἦτο «καπνισµένος». τὸν γαµβρόν. Ἕνα καργάρισµα τοῦ πανιοῦ δὲν ἦτο ἀρκετόν. Ὁ ἄνεµος ἐδυνάµωνε. ∆ὲν εἶχεν ὄρεξιν διὰ θαλάσσιον λουτρόν. Καὶ ἡ χλωµάδα ἡ ἰδική του ἑνίκα τὴν ἡλιοκαΐαν τοῦ προσώπου του. ∆ὲν ἀπεῖχον ἥµισυ µίλιον ἀπὸ τὴν ἀκτήν. Τὴν κόρην της τὴν εἶχε «κουκουλώσει» καὶ τὴν εἶχε κάµει νοικοκυρά. Ἡ γραῖα Μαρουδίτσα. Μὲ ἓν λάκτισµᾳ. ἀθαλάσσωτος ἄνθρωπος.. Θὰ ἐδυνάµωνε πολύ. τὴν παιδιόθεν κτηθεῖσαν. µὲ τὰ καλά του. Αὐτὸν δὲν τὸν ἔµελεν. µαζὶ µὲ τὴν Ἀρχόντω. Καὶ τοῦτο τί ἐχρειάζετο. Τὴν γριὰ Μαρουδίτσαν ἂς τὴν ἐγλύτωνεν. διὰ νὰ χορταίνῃ ἐκείνη θάλασσαν καὶ αὐτὸς κολύµβηµα. νὰ βουλιᾷ συχνὰ τὴν βάρκαν του.Παραβγαίνουµε στὸ κολύµπι. καθὼς βουλιοῦν τὰ παιδιὰ τὲς µικρὲς φελοῦκες κολυµβῶντα. ὅστις ἔσωζεν ἀκόµη παιδικάς τινας κλίσεις εἰς τὰ θαλασσινά του. καὶ µὲ τὸ πόδι του ἠµποροῦσε νὰ βγάλη τὸν πίρον τῆς βάρκας. χερσαῖος.. *** Ἐκεῖνος θὰ ἐκάγχαζε µὲ τὴν τρέλαν τοῦ νέου. Ὁ ἄνεµος ἐδυνάµωνε. Τάχα δὲν ἠµποροῦσε νὰ δυναµώσῃ ἀρκετά. καὶ ἐπεθύµει. θὰ ἐπήγαινεν ὡς µολυβήθρα κάτω εἰς τὸν βυθόν.. Καὶ τὰ ρόδα τῶν παρειῶν τῆς νύµφης δὲν θὰ ἐξηλείφοντο. Ἦτο στεργιώτης ἄνθρωπος. Σαβούραν δὲν ἐφρόντισαν νὰ βάλουν. Ὁ γαµβρὸς θὰ ἐπήγαινε βολὶς εἰς τὸν πάτον µὲ ὅλα τὰ σπίτια του. Καὶ δὲν ἦτο αὐτὸ εἰς τὸ χέρι τοῦ Γιωργῆ καὶ µόνον. Ποῖος νὰ τὸ ἐνθυµηθῇ. κορµί µ᾿ ἀγγελικό». δίπλα εἰς τὴν καρίναν. ἢ µᾶλλον χωρὶς τὰ σπίτια του. Μία παρατιµονιὰ τοῦ Σιγουράντσα δὲν ἤρκει. Ὁ γαµβρὸς θὰ ἐπήγαινε µολύβι εἰς τὸν πάτον. Οἰκοκύρης ἄνθρωπος. ἂν ἤθελεν. Θὰ ἐφρόντιζεν αὐτὸς νὰ τῆς κάµῃ τὰ κόλλυβα. Ὁ ἄνεµος ἐδυνάµωνε. Ἕνα σαγανίδι. ὥστε µ᾿ ἕνα σαγανίδι ν᾿ ἀναποδογυρίσῃ τὴν ἀσαβούρωτην βάρκαν.. 61 . Τὸ ἀπόγειον ἐφύσα. Ὁ Γιωργῆς θὰ ἐγλύτωνε τὴν Ἀρχοντὼ κολυµβῶν.. Μ᾿ ἕνα σαγανίδι µόνον. µὲ ἓν κτύπηµᾳ τοῦ δακτύλου τοῦ ποδός. ἕνα σαγανιδάκι µόνον. Μὲ µικρὰν ἀνεπιτηδειότητα τοῦ Σιγουράντσα εἰς τὸ τιµόνι. Ὁ γαµβρὸς δὲν ἤξευρεν ἀπὸ τέτοια. Καὶ τότε ὅλα θὰ ἔπλεαν εἰς τὴν θάλασσαν... ἠµποροῦσε νὰ στείλῃ εἰς τὸν ἄλλον κόσµον ἄναυλα τρεῖς ψυχάς. ἀκόµη ὀλιγώτερον. µ᾿ ἐλαφρὰν ἀπροσεξίαν τοῦ Γιωργῆ εἰς τὸ πανί. χωρὶς τὰ χωράφια του καὶ τὰ ὑπάρχοντά του. «Κ᾿ ἐσένα νὰ γλυτώσω. Ἦτο ἡµέρα πλέον. Καὶ αὐτὴ τί ἐχρειάζετο. Ἦτο χερσαῖος. ἐὰν δὲν ἤθελε νὰ γλυτώσῃ τὴν τελευταίαν. µὲ τὰ χωράφια του..

τὸν Σιγουράντσαν νὰ κολυµβᾷ ὡς φώκη µακράν του. διὰ νὰ ριφθῇ εἰς τὴν θάλασσαν. µισοπνιγµένοι. θὰ ἐπλησίαζεν εἰς τὴν ξηράν. «Ἐζαλίσθης. φέροντες τοὺς χιτῶνας θαλασσοβρεγµένους κολλητὰ εἰς τὴν ἐπιδερµίδα των. Μὲ ἀναποδογυρισµένην βάρκαν πολλοὶ καὶ δεξιοὶ κολυµβηταὶ ἐχάθησαν. θὰ σοῦ φέρω ἐγὼ φύλλα. Ἐκείνη. ν᾿ ἀλλάξῃς». ἀγάπη µου!» Καὶ µικρὸν κατὰ µικρὸν θὰ ἐξετοπίζετο ὀργυιᾶς καὶ ὀργυιᾶς. θὰ ἐζύγωνε. Ἔπλεε µὲ τὸν δεξιὸν βραχίονα. ὄχι. Ὕπαγε ἐκεῖ µέσα. 62 . «Τώρα. Ἔπειτα δὲν θὰ ἦτο πολὺ ἀσφαλές. ἂν εἶχε δύναµιν νὰ τὸν ἀκούῃ. Ἡ γραῖα µόλις θὰ ἐπρόφθανε νὰ κάµῃ τὸν τελευταῖον σταυρόν της. Θὰ ἐξεπιάνετο ἀπὸ τὸν γαµβρόν. Ἐπνίγη κανείς.Ἐµπρός! Καρδιά! θάρρος! Ὄχι. νὰ σκεπασθῇς». Ἔπνιξε τοὺς ἐπιβάτας. τώρα. δὲν θὰ ἐβούλιαζεν τὴν βάρκαν... φιλτάτη µου. θὰ ἀπηλλάσσετο ἀπὸ τὴν πενθεράν. Καὶ ἐπὶ σαράντα ἡµέρας. καὶ ἡ φωνὴ τῆς ἀγωνίας της θὰ ἐπνίγετο βαθιὰ κάτω. νοερῶς. Ὄχι. Ν᾿ ἀναπνέῃ τὸ δακτυλιδένιο στοµατάκι της. πῶς θὰ ἔπεφταν ἀφανισµένοι. διὰ νὰ ζητήσωµεν τὰς ψήφους τῶν ἀναγνωστῶν. ψυχή µου. ἐφύσα κ᾿ ἐξέρνα τὸ νερὸν ὡς φάλαινα. Ἐκεῖ εἰς τὸν βράχον εἶναι µία σπηλιά.. ἀπὸ τὴν µασχάλην. *** Τέλος. Νὰ δράξῃ τὴν Ἀρχόντω ἀπὸ τὸν βραχίονα. ἔφευγεν ὡς δελφίνι. θὰ τὸν ἐκοίταζε κατάπληκτος. ἦτο δὲ καὶ ἀπαίσιον. «Μη φοβᾶσαι.. ἀκαριαίως. µὲ τὴν ὑποψίαν ὅτι αὐτὰ εἶχον ἐγγίσει τὴν πνιγµένην. ἀπὸ τὴν µέσην. Τὴν ἐπαύριον εἰς τὸ χωρίον. ἔπλεε κ᾿ ἐκολυµβοῦσε µαζί της. «Να στεγνώσῃς. Καὶ ἔπλεεν ἤδη. καὶ θὰ προέτρεπον τοὺς παρεστώτας νὰ κάµουν µετανοίας διὰ τὴν ψυχήν της.. ∆ιὰ µίαν φορὰν ἂς γίνῃ γλυκιὰ ἡ πικρὴ καὶ ἁλµυρὰ θάλασσα. Ὅλος ὁ κόσµος θὰ ἐσώζετο. Ἄνω τὴν κεφαλήν της. ∆ὲν ἰσχύει τηλαισθησία οὔτε τηλεπάθεια. Ἀναπλασµένοι καὶ ἀναβαπτισµένοι. στάζοντες θάλασσαν. οὐδὲ Κοινοβουλίου τέµενος εἶναι παρ᾿ ἡµῖν ἱερόν. Τὴν ἔσωσεν ἐκείνην. ἄνω. καὶ προέβαλλε κοπτερὸν τὸν βραχίονα ὡς ξιφίας. Ὅλα καλὰ τώρα. Ὄχι. δὲν ἔπρεπε νὰ βουλιάξῃ τὴν βάρκαν διὰ τοῦ ἀνοίγµατος τῆς ὀπῆς.. περισσότερον παρὰ γυµνοί. ἀναποδογύρισε τὴν βάρκαν. ἀπ᾿ ὅλα τὰ δένδρα τοῦ δάσους. Ν᾿ ἀλλάξη µὲ τί. Τὸ µέσον δὲν µετεῖχε παλληκαριᾶς. ὅλαι αἱ εὐλαβεῖς γραῖαι τοῦ χωρίου θὰ ἔπαυον νὰ τρώγουν ὀψάρια. ἀγάπη µου. ἐπάνω εἰς τὴν ἄµµον. θὰ τὴν ἀναποδογύριζε! *** Θὰ ἔβλεπεν τερπνὸν θέαµα.. ψυχή µου». διὰ τὴν εἰς τὸν ἄλλον κόσµον προποµπήν. ἀφοῦ ἐγλύτωσες σύ». κ᾿ ἐσφιχταγκάλιαζε τὴν νέαν µὲ τὸν ἀριστερόν. οἱ ἱερεῖς θὰ τῆς ἔψαλλον τὸν «κανόνα» της. ἐφτάσαµε. Ἔφευγεν. Μὲ βουλιαγµένην βάρκαν ἐσώθησαν πολλοὶ µὴ γνωρίζοντες νὰ κολυµβοῦν. Νέος Ἀδὰµ καὶ νέα Εὔα. Ὤ. Κανὲν δυστύχηµα δὲν ἔµελλε νὰ συµβῇ..

Εἶπεν: «Ἂς πάγη. Ὀλίγον ἀκόµη ἤθελε διὰ νὰ τὸ κάµῃ. κατενύγη. νὰ ζήσῃ µὲ τὸν ἄνδρα της! Μὲ γειά της καὶ µὲ χαρά της!» Κατέστειλε τὸ πάθος.ἀλλὰ ναὸς Εὐβουλίας. καὶ αὐτὸς ἔκτοτε τὸ εἶχε ξεχάσει. ὅταν ἦταν µικρός. ἡ φτωχή. Ἔξαφνα εἶδε νοερὰν ὀπτασίαν. ἀπὸ µέσα ἀπὸ τὸ ὑποκάµισόν του. τὴν µορφὴν τῆς µητρός του τῆς Μπούρµπαινας. ἐναέριον. Πᾶς συγγραφεῦς ὑποτίθεται ὅτι ἀντιπροσωπεύει τὴν µέσην κρίσιν καὶ τὸ µέσον αἴσθηµα τῶν ἀναγνωστῶν του. ἀλλὰ τὸ ὀλίγον αὐτὸ ἔλειψεν. ὁποὺ τοῦ τὸ εἶχε µάθει. δὲν τοὺς ἔπνιξε.ἔρωτα χριστιανικόν. ἀνοχῆς καὶ φιλανθρωπίας. Ἐνθυµήθη καὶ εἶπε τρεῖς φορὲς τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ». ἔκλαυσε κ᾿ ἐφάνη ἥρως εἰς τὸν ἔρωτά του . ἡ µήτηρ του. παλλοµένην. Ἐτράβα τὰ µαλλιά της κλαίουσα καὶ τοῦ ἔλεγε: «Ἄχ! γυιέ µου! γυιέ µου! Τ᾿ εἶν᾿ αὐτὸ ποὺ θὰ κάµῃς. ∆ὲν τὴν ἀναποδογύρισε. Ἔκαµε κρυφὰ τὸ σηµεῖον τοῦ σταυροῦ ἐπὶ τῆς καρδίας. 63 . ἐπραΰνθη. ἁγνόν.

τὸ βαθύχλωρον ἀντασπαζόµενον τὸ γλαυκόν. ἀθέρµαστος. Ὁ σίφων ἐξεῤῥάγη. ὁ ἄνεµος συνεµαζεύθη εἰς τὰ ἄντρα καὶ τὰς ἀγκάλας. σχεδὸν ὑπαίθριος. µὲ τὸ µόνον ὑψηλὸν καὶ πλατὺ παράθυρον. χάριν πολυτελείας. φαεινὸς στῦλος προκύπτει. ἀπὸ τὴν κοπεῖσαν κολοβὴν πνοὴν τοῦ ἀνέµου. κατερχόµενος ἀπὸ τὰ βουνὰ τῆς Θρᾴκης. τὸ ἀπᾷδον εἰς ὅλον τὸν ῥυθµὸν τοῦ κτηρίου καί. µὲ πηχυαίαν ὕαλον. µυστηριωδῶς. διὰ τοῦ θαµβοῦ φεγγίτου. µὲ τοὺς τέσσαρας τοίχους ἀσβεστωµένους λευκούς. καὶ ὁ Ἀργέστης ῥιγηλὸς κατεβαίνει ἀπὸ τὸν γεραρὸν Ὄλυµπον· φρίσσει τὸ κῦµα εἰς τὴν ἐπαφὴν τῆς ψυχρᾶς πνοῆς. ῥυτιδοῦται ἡ θάλασσα ἀπὸ τὴν ἀλλεπάλληλον ῥαγδαίαν ῥιπήν. Ἡ Νηρηῒς ἀνῆλθεν ἀπὸ τὸ ὑποβρύχιον ἄντρον της. διὰ νὰ περιπτυχθῇ ἐγγύτερον τὴν ἐσχατιὰν τῶν θαλασσῶν. τὴν ἀπωτέραν. ἀγριαίνει τὸ πέλαγος. ἐπὶ τοῦ µόνου ὑψηλοῦ βορεινοῦ βράχου. φρικιᾷ ὁ πορφυροῦς πόντος ἀπὸ τὴν κραταιὰν αὔραν. τοῦ προσφιλοῦς εἰς τὰς ἀναµνήσεις µου. ὅστις νὰ εἶναι συγχρόνως δῶµα καὶ ἡλιακωτὸν καὶ ὑπερῷον.Ἡ Γλυκοφιλοῦσα Ἂς εἰσδύῃ µία µόνη ἀκτὶς ἡλίου. ἀνέβη εἰς τὸ ἀπάτητον ὕψος τοῦ αἰχµηροῦ βραχώδους προβλῆτος. τὴν µεγάλην θέαν καὶ τὴν µεγάλην πάλην. διὰ ν᾿ ἀπολαύῃ τις ὄρθιος. ῥαγδαῖος ὄµβρος ἔλουσε καταπληκτικῶς τὴν γῆν καὶ τοὺς αἰγιαλούς. ἡ Σκοτεινὴ Σπηλιὰ ἠχεῖ παρατεταµένως. εἰς τὰ βασίλεια τοῦ Βοῤῥᾶ. Ἐκεῖ ἁπλοῦται ἀτελείωτον τὸ πέλαγος. ἐν ἀκαρεῖ ἐν µέσῳ ἀχανοῦς κυκεῶνος στροβίλων· ἰδού. λυσσωδεστέρας τῆς πρώτης. Ὁ φαεινὸς στῦλος ἦτο σίφων τροµακτικός. ῥήγνυται τὸ κῦµα εἰς τοὺς σκληροὺς αἰχµηροὺς βράχους. Συννεφοῦται ὁ οὐρανὸς ἀπὸ τὰς µαύρας κάπας τῶν θυελλῶν. µὲ µίαν ψάθαν καὶ ἐπ᾿ αὐτῆς µικρὸν ἀµαυρὸν κιλιµάκι στρωµένα ἐπὶ τοῦ πατώµατος. στεγασµένος µὲ ξύλα καὶ µὲ κεράµους. εἰς τὸν πενιχρὸν θάλαµον. ἀνὰ τὴν ἀχανῆ ἔκτασιν ἀπὸ ἀκτῆς ἕως ἀκτῆς καὶ ἀπὸ κόλπου ἕως κόλπου. ὅπου τέσσαρες ξηροὶ δαυλοὶ καὶ δύο µεγάλα ξύλα ὀρθὰ καίουσι καὶ βρέµουσιν ἐπὶ τῆς ἑστίας. ἀπὸ τὴν καταῤῥακτώδη κάθοδον τοῦ χειµάῤῥου. Φυσᾷ ὁ Καικίας. Τὸ Κακόῤῥεµα ἀντηχεῖ διακεκοµµένως ἀπὸ τὴν δάνειον ἰαχὴν τῆς λαίλαπος. σχεδὸν ὑπερφυὲς θέαµα. θεωρεῖ 64 . Κατεσκευασµένος µὲ πλίνθους. ὠρύεται µανιωδῶς ἡ καταιγίς. εὐήνεµος. καὶ χαµηλώνει ὁ οὐρανὸς εἰς τὴν µίαν ἄκραν. καὶ ὁ Βοῤῥᾶς παγερὸς ἀποσπᾶται µυριοπτέρυγος ἀπὸ τὸν νεφελοσκεπῆ καὶ χιονοστέφανον Ἄθω. εὐήλιος. ἅµα τῇ ἀνατολῇ.Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης . µὲ δύο προσκεφαλάδες ἀκουµβηµένας σύῤῥιζα εἰς τοὺς τοίχους. ἡ µόνη φιλοκτηµοσύνη µου καὶ ἡ µόνη µου πλεονεξία. τὸ ὁποῖον ἐῤῥίζωσεν ἐν ῥιπῇ ἐπὶ τῆς θαλάσσης καὶ ἐκορυφώθη ἕως εἰς τὸν οὐρανόν. ἀπὸ τῆς φοβερᾶς ἐν τῇ σιωπῇ συνωµοσίας τῶν στοιχείων. ὁ σάπφειρος φιλῶν τὸν σµάραγδον. ἡ γαλήνη θὰ ἐξώσῃ τὸν τυφῶνα. Τοιοῦτος νὰ εἶναι ὁ χειµερινὸς θάλαµος. ἔχων τὰ νῶτα ἐστραµµένα πρὸς βοῤῥᾶν καὶ πρὸς δυσµάς. ἀπὸ ἀπειλὴν νέας µανίας. Ὁ οἰκίσκος νὰ εἶναι κτισµένος ἐπὶ βράχου ὑψηλοῦ. συνεχόµενος µὲ ἄλλον βορεινὸν θαλαµίσκον. Τοιαύτη θὰ ἦτο. ἀνώροφος. ἡ ἀκτὶς θὰ διώξῃ τὸ ἔρεβος. µὲ ξυλοτοίχους. καὶ ἄτρωτος αὐτὴ ἀπὸ τὸν ὄµβρον καὶ τὸν ἄνεµον. τὰς σωρευοµένας ἐπάνω του. χωρὶς νὰ παραβῶ τὴν δεκάτην Ἐντολήν. ἀφάτνωτος. ἔνθεν καὶ ἔνθεν τῆς γωνίας τοῦ πυρός.

ὅτι ἠδύνατο ἄνθρωπος νὰ καταβῇ εἰς τὴν φοβερὰν ἐκείνην αἰώραν. σῴζοντες µικρὸν ἐπίχρισµα. νὰ εὑρίσκουν ἄλλον δρόµο. Κάτω βράχος. πετροθεµελιωµένοι. τὴν ὁποίαν ὁ δαίµων τῆς ἀβύσσου εἶχε στήσει δι᾿ αὐτάς. διὰ νὰ βάλουν γνῶσιν δι᾿ ἄλλοτε. Ἀλλὰ τώρα ἦτο πολὺ ἀµφίβολον ἂν θὰ ἐγλύτωναν. Οἱ τέσσαρες τοῖχοι ἵσταντο ἄκοµη ἀῤῥαγεῖς. κολυµβῶν κάτω εἰς τὴν ῥίζαν τοῦ βράχου. ἕως οὗ ξαναφυτρώσουν πάλιν ἄλλη κάππαρις καὶ ἄλλα κρίταµα. ἔβλεπαν καλῶς. ἂν ἐπιθυµοῦσαν ν᾿ ἁρµυρίσουν. ν᾿ ἀναπηδῶσιν ἐπάνω εἰς ὅλα τὰ χαλάσµατα. Ἀλλ᾿ ἦτο ἀδιάφορος καὶ πρὸς τὸ θέαµα τοῦτο. Ἡ κόγχη ἐκείνη ἦτο καὶ δὲν ἦτο ἐσοχή. εἰς ὅλας τὰς κινήσεις των καὶ τὰ σκιρτήµατά των. διὰ νὰ κάµῃ τὸν συνήθη περίπατόν του κάτω εἰς τὸ βαθὺ ῥεῦµα. ἀπαθής. φωκῶν κολύµβηµα καὶ καρχαριῶν. καταβὰς πρὸ µικροῦ. Καὶ διὰ νὰ µάθουν ἄλλην φοράν. Εἶχαν ἐκπέσει. ὡς καὶ πρὸς ὅλα τὰ λοιπά. Ὁ Τρίτων. ἦτο καὶ δὲν ἦτο σπήλαιον. ἀπὸ παλαιοῦ καιροῦ. µαστιζόµενον ἀπὸ θυέλλας καὶ λαίλαπας. ὁ φιλέρηµος καὶ µελαγχολικός. τὰ ὁποῖα ἐπὶ τῶν ἀνεχόντων µέσῳ τοῦ κύµατος σκοπέλων. µόνον εἰς νυκτερίδας καὶ εἰς γλαῦκας βατός. καὶ εἶχαν βραχωθῆ κάτω εἰς τὴν στενὴν πετρώδη κόγχην. ἔβλεπε τὰς ἀσπροµαύρας καλικατζούνας. Ἐὰν ἔβλεπέ τι. Τοῦτο τὸ ἔπαθαν. ἀκίνητος. ἀνίσχει τὴν κεφαλὴν ἔξω τοῦ κύµατος. Ὁ ταῦρος τοῦ Θεοδόση. ἔχασκεν ἄνωθεν τοῦ πόντου. ∆ὲν ἦτο δυνατὸν νὰ βάλῃ τις εἰς τὸν νοῦν του. αἵτινες ἠσχολοῦντο νὰ βγάλουν πεταλίδας. Αἱ δύο βραχωµέναι αἶγες. τὴν σχηµατιζοµένην κατέµπροσθεν καὶ ὑποκάτω ἀπὸ τὸ ἱερὸν βῆµα τῆς Παναγίας τῆς Γλυκοφιλούσης. καὶ προσβλέπει ἐρωτικῶς τὴν ὑψιβάτιδα καὶ ἀσύλληπτον δι᾿ αὐτὸν ἄσπλαχνον νύµφην. ὅσαι ἦσαν φυτρωµέναι ἐκεῖ. ὡς ἄλογα κτήνη ὅπου ἦσαν. εἰς ὅλους τοὺς ῥέποντας καὶ καταῤῥέοντας τοίχους. χιλίων ἑκατογχείρων ἀγκάλισµα. περὶ τὴν 65 . διὰ νὰ καταβαίνουν κάτω εἰς τὴν ἄµµον τοῦ αἰγιαλοῦ. εἰς ἀπόστασιν ὀργυιῶν τινων ἀπὸ τῆς ξηρᾶς. Εἰς τὴν ῥίζαν τοῦ βράχου τὸ κῦµα. Ἐπάνω εἰς τὸν βράχον ἦτο κτισµένον τὸ παρεκκλήσιον. ὁ µονόκερως. τὸ κατερχόµενον δι᾿ ἑλιγµῶν καὶ βράχων καὶ καταῤῥακτῶν εἰς τὸν Μικρὸν Γιαλόν. ἔπρεπε νὰ περιµένουν ἑβδοµάδας ἢ µῆνας τινάς. πολλῶν ὀργυιῶν βόλισµα. ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γλυτώσουν ἀπὸ ἐκεῖ ὅπου ἦσαν βραχωµέναι. ναναριζόµενον ἀπὸ τὰ ᾄσµατα. ὅτι.µειδιῶσα τὴν πάλην τῶν στοιχείων. µεγάλα θαλάσσια ὄρνεα. ᾘωρεῖτο ἐπάνω τῆς ἀβύσσου. ἀποπλανηθεῖσαι. διὰ νὰ ἀνασύρῃ τὰς ἀποπλανηθεῖσας. λικνιζόµενον ἀπὸ τὸ ἀειτάραχον καὶ πολύῤῥοιβδον κῦµα. συνηθισµέναι ν᾿ ἀναῤῥιχῶνται εἰς ὅλους τοὺς κρηµνούς. ἐξέβαλεν ἕνα θρηνώδη µυκηθµόν. τὰ ὁποῖα ὁ ἄνεµος ἔψαλλε δι᾿ αὐτὸ εἰς τοὺς σκληροὺς βράχους καὶ εἰς τὰ ἠχώδη ἄντρα. κρηµνός. κύπτουσαι ἐπὶ τῶν βράχων. Σπήλαιον ἀστεγὲς καὶ ἐσοχὴ στεγανή. πολλοὶ ἐξέλαβον µακρόθεν ὡς γυναῖκας ἀνασκουµπωµένας καὶ ἀσπροµαυροβολούσας. διὰ νὰ ἔχουν τὴν κακὴν συνήθειαν νὰ µὴ ζητοῦν ποτὲ τὴν ἄδειαν τοῦ αἰπόλου. *** ∆ύο γίδες τοῦ Στάθη τοῦ Μπόζα εἶχον λείψει τὴν πρωΐαν ἐκείνην ἀπὸ τὸν µικρὸν αἰπόλον. Ἀφοῦ ἔφαγαν εἰς µίαν ὥραν ὅλην τὴν κάππαριν καὶ ὅλα τὰ κρίταµα καὶ τὰς ἁρµυρήθρας. ᾘσθάνοντο καὶ αὐταί. εἶτα ἔµεινεν ἐξηπλωµένος. ὅτι ἔπεσαν εἰς παγίδα. διὰ νὰ ξαναβοσκήσουν. δεχόµενος ἐπὶ τῶν νώτων ὅλον τὸν κρύον λουτῆρα τῆς καταιγίδος. δὲν εἶχον ἐννοήσει.

µὲ τὴν τριακοντάδραχµον σύνταξίν του. εἰς τὴν ἔρηµον ἐκείνην ἀκτήν. ταξιδεύων διὰ ν᾿ ἀγοράσῃ ἐρίφια). Ἠπειρώτην. νὰ πλαγιάσουν. ἀθάνατε Χριστέ µου. ἐστηρίζετο ἐπὶ δοκοῦ µὲ πολλὰς ἀκτῖνας ἐκ σκληρᾶς καστανέας. ὅστις ὅµως ὅλην τὴν ζωήν του ὑπῆρξε. Τὰ ὡραῖα παλαιὰ πιατάκια ἦσαν ὅλα χρωµατιστά. κειµήλια ὑψηλὰ κείµενα. µεµιγµένην µὲ ἄῤῥητον τρυφερὸν θέλγητρον. εἰς τὸ νὰ θεωρῇ µόνον τὴν πενιχρὰν κανδήλαν καίουσαν ἐµπρὸς εἰς τὴν ὡραίαν εἰκόνα. ἀφελῆ ἀναθήµατα. φιλοκάλως καὶ κοµψῶς διατεθειµένα. εὐπαίδευτον. Καὶ ὁ ἁπλοῦς οὗτος στολισµὸς παρεῖχε µεγάλην χάριν. χάρµα τῶν ὀφθαλµῶν. Ἡ σάρκα µου ἀναγάλλιασε σιµά σου κι ἡ καρδιά µου. ἐµπνέων εἰς τὸν ἐπισκέπτην µεγάλην ἐπιθυµίαν νὰ διασκελίσῃ τὸ κατώφλιον. νὰ κάµῃ τὸν σταυρόν του. ἐξ εὐχῆς καὶ ταξίµατος. κατὰ προτίµησιν. ὅσας ἐτέλει ἐκεῖνος. εἰς τὸ µικρὸν παρεκκλήσιον. νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν πενιχρὸν ναΐσκον. Ὁλόγυρα εἰς τοὺς τοίχους. ὀλιγωτερον. εἰς τὸ µικρὸν βραχοφυτευµένον παρεκκλήσιον. δηµοδιδάσκαλος Γ´ τάξεως. τὸν µόνον βοηθὸν τοῦ παπα-Μπεφάνη. ὡρολογοποιὸν καὶ ζωγράφον. στὴν αὐλή σου. τῆς ζωγραφισµένης παρειὰν µὲ παρειὰν µὲ τὸ πρόσωπον τοῦ ὑπερθέου Βρέφους της. τὴν ζωγραφισµένην ἀπὸ τὸν µακαρίτην Ἀθανάσιον τὸν Κεφαλᾶν. εἰς ὅλας τὰς λειτουργίας. σχηµατίζοντα µέγαν σταυρὸν ἐπὶ τῆς χιβάδος τοῦ ἱεροῦ βήµατος πρὸς ἀνατολάς. ψαλλόµενα ἀπὸ τὸν µπαρµπ᾿ Ἀναγνώστην τὸν Παρθένην. καὶ ἀπέθανεν ὑπερενενηκοντούτης. ὁποὺ µὲ πόθο ἀχόρταγο τὸ λαχταρεῖ ἡ ψυχή µου. τὰς ἡµέρας ταύτας. µετὰ ὑποποδίου εἰς σχῆµα ἀνεστραµµένου Τ ἐκ πέντε ἄλλων πινακίων. 66 . δυσµόθεν. στίλβοντα εἰς τὸν ἥλιον. γαλάζια καὶ ὑποπράσινα καὶ κιτρινωπὰ καὶ λευκά. τὸν ἱερό σου τὸ βωµό. Χριστέ µου. νὰ σταθῇ ν᾿ ἀκούσῃ τὰς Μεγάλας Ὥρας καὶ τὸν Ἑσπερινὸν τῆς παραµονῆς τῶν Χριστουγέννων. (ἔµµετρη ἀπόδοση τοῦ πγ´ (83) Ψαλµοῦ) Καὶ ὁ εὐσεβὴς προσκυνητὴς θὰ εὕρισκε µεγάλην γλύκαν καὶ παρηγορίαν ἀπὸ τὲς πίκρες τοῦ κόσµου. νὰ σκύψω στὰ κατώφλια σου τὰ τρισαγαπηµένα. Καὶ πάλι κίνησα νἀρθῶ. φέρουσα ἀκόµα ὀλίγας κεράµους καὶ πλάκας. ὡραῖα µικρὰ πινάκια παλαιῶν χρόνων ἦσαν ἐγκολληµένα. καὶ ν᾿ ἀσπασθῇ εὐλαβῶς τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Γλυκοφιλούσης. τὰ δόλια. ἄνω τῶν ὑπερθύρων καὶ ὑπὸ τὰ γεῖσα τῆς στέγης. περισώσµατα ἁρπαγῶν καὶ δῃώσεων παντοίων. ἄνδρα ἀγωνιστήν. ἂν δὲν ἦτο ἄλλως πολυάσχολος ἀπὸ τὴν βιωτικὴν τύρβην (ἀλλὰ διὰ νὰ εἶναι τοιοῦτος. καὶ ἄλλους δύο σταυροὺς δεξιόθεν καὶ ἀριστερόθεν. καί. φεῦ! ἀσφαλῆ ἀπὸ τῆς νεωτέρας ἀρχαιολογικῆς καὶ ἀρχαιοκαπηλικῆς µανίας. ὑψηλά. στερεὰ βαλµένα εἰς τὰς κόγχας των. Ἡ στέγη. ἔπρεπε νὰ εἶναι ζωέµπορος. Τὸ χελιδόνι βρῆκε φωλιὰ καὶ τὸ τρυγόνι σκέπη νὰ βάλουν τὰ πουλάκια τους. ὕπερθεν τῶν δύο παραθύρων τοῦ χοροῦ.µεσηµβρινοδυτικὴν γωνίαν. καὶ τέταρτον σταυρὸν ἄνωθεν τῆς φλιᾶς τῆς εἰσόδου. µὲ κλαδάκια καὶ µὲ λούλουδα καὶ µὲ ἀνθρωπάκια καὶ µὲ πουλιά. λείψανα παλαιῶν χρόνων. νὰ ἀνάψῃ κηρίον. πολύγλωσσον. χορταριασµένοι καὶ µαυροπράσινοι περὶ τὴν βορειοανατολικήν.

Ἦτο ἐκεῖ καὶ ὁ Ὅσιος Ποιµὴν ὁ ἀσκητής. Ἦσαν καὶ οἱ Ὅσιοι. κρατοῦσα µὲ τὴν ἀριστερὰν χεῖρα τὸ µικρόν της ληκύθιον. εὐθὺς µὲ τὰς ὠδῖνας τοῦ τοκετοῦ. µὲ τὰ κουκούλια. Καὶ ὁ λῄσταρχος ἔγινεν ἅγιος. «ἄνθρωπος ὄψιν καὶ θεὸς τὴν καρδίαν». ὁ Ὅσιος Ἀντώνιος καὶ Εὐθύµιος καὶ Σάββας. ὡς θέλεις πρᾶξον». «εἰ µὲν εὕρῃς ἔνοχον. ἵστατο. µὲ σκοπὸν νὰ φονεύσῃ τὸν ἐχθρόν του καὶ µὴ ἐπιτυχὼν αὐτόν. καὶ ὁ Ἅγιος Στυλιανός. Ἦτο καὶ ὁ Ὅσιος Μωϋσῆς. ὡς νὰ προσέφερεν αὐτὸ εἰς τὰς εὐσεβεῖς προσκυνητρίας. ὁ φίλος καὶ φρουρὸς τῶν νηπίων. Ἦτο καὶ αὐτὸς ἐκεῖ. ὁ Αἰθίοψ. Ἄλλων ἦσαν ἐφθαρµένα τὰ πρόσωπα καὶ τὰ στέρνα. Εἶτα ἦσαν ὁ Ἅγιος Γεώργιος καὶ ὁ Ἅγιος ∆ηµήτριος. κρατῶν ἐπὶ τῶν ὀδόντων τὴν µάχαιραν. τοὺς θώρακάς των καὶ τὴν ἄλλην πανοπλίαν των. τῆς γεννωµένης ὡς ἐκ πικρᾶς ῥίζης γλυκέος καρποῦ. µὲ τὰς ἀσπίδας. παρὰ νὰ ζῶ σ᾿ ἁµαρτωλῶν ληµέρια. Τὸ παρεκκλήσιον ἑώρταζε. µὲ τὸ ὠχρὸν πρόσωπον τῆς Παναγίας ἑνούµενον κατὰ παρειὰν µὲ τὸ λευκὸν καὶ ἔνθεον πρόσωπον τοῦ λατρευτοῦ Βρέφους της. ἄλλων ἀσβεστωµένα τὰ σκέλη καὶ οἱ πόδες. ποὺ χαλνῶ τὰ µάγια». µὲ τὰ χαντζάρια των. καὶ συναυξανοµένης µὲ τῆς ἀνατροφῆς τοὺς κόπους καὶ τὰς µερίµνας. ∆εξιὰ τῷ εἰσερχοµένῳ. Ἀριστερὰ ἡ Παναγία ἡ Γλυκοφιλοῦσα. ∆εξιά. προστάτης οὐδὲν ἧττον καὶ φρουρὸς τῶν ἀκάκων καὶ τῶν παιδίων. ἡ προστάτις τῶν µητέρων. ὑπεράνω τοῦ ῥεύµατος. Μωϋσῆς δεύτερος εἶχε χαράξει τὸ σηµεῖον τοῦ Σταυροῦ. 67 . τὸ περιέχον τὰ λυτήρια ὅλων τῶν µαγγανειῶν καὶ τῶν ἐπῳδῶν καὶ τῶν φίλτρων. τὴν Σύναξιν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Ἦσαν ὁ Ἅγιος Ἐλευθέριος. ἐν καιρῷ τῆς βρεφοκτονίας. ὅταν διεκολύµβησε δὶς καὶ χιαστὶ τὸν Νεῖλον. ἡ Παναγία. ἀπὸ ἀτελεῖς ἀποπείρας ἐπιχρίσεως ἢ στολισµοῦ. ὑπὸ ἀµαθῶν εὐλαβῶν γυναικῶν. ὁ ἐλευθερωτὴς τῶν ἐγκύων. προκειµένου περὶ ζωῆς ἢ θανάτου τοῦ ἀθῴου ἀνεψιοῦ του. ἤτοι τὰ Ἐπιλόχια. καὶ ἡ Ἁγία Μαρίνα. παρὰ χιλιάδες· στὸν ἤσκιο ἂς εἶµαι τοῦ ναοῦ σὰν παραπεταµένος καλλίτερα. µὲ τὰς λευκὰς γενειάδας των. τῇ 26 ∆εκεµβρίου. ἐπὶ τοῦ τέµπλου. παρὰ τὴν γωνίαν τοῦ µεσηµβρινοῦ τοίχου. εἶχεν ἄφατον γλυκύτητα καὶ ἦτο καλλίστη ἔκφρασις τῆς µητρικῆς στοργῆς. ἐκεῖνον. καὶ ὑπῆγε νὰ εὕρῃ τὸν ἄλλον παλαιὸν ὁµότεχνόν του. εἶχε θηλάσει ποτὲ εἰς τὴν ἔρηµον.Ἡ ὡραία µικρὰ εἰκών. ζωγραφισµένοι ἀπὸ παλαιοῦ καιροῦ. καὶ νὰ ἔλεγεν: «Ἐλᾶτε· ἐγὼ εἶµαι. εἰ δὲ ἀθῷον. κρατῶν δύο κριοὺς ζωντανούς. Καὶ ὁ φιλακόλουθος πιστὸς δὲν θὰ ὑστέρει τῆς ἀµοιβῆς διὰ τὴν εὐσεβῆ προσέλευσιν. µὲ τὰ κοµβοσχοίνια καὶ τοὺς ἐρυθροὺς σταυρούς των. κατὰ τὴν εἰς Αἴγυπτον φυγήν. καὶ εὐθὺς µετὰ τὴν θύραν. ὡς λέγει ἡ παράδοσις. Κάλλιο µιὰ µέρα στὴ δική σ᾿ αὐλή. κόλασον αὐτόν. ἐπανέπλευσε. διὰ τῶν ῥωµαλέων βραχιόνων του. ἡ προστάτις τῶν ὠδινουσῶν. Ἐπὶ τοῦ δεξιοῦ καὶ τοῦ ἀριστεροῦ τοίχου ὑπῆρχον ἀκόµη ὀλίγοι Ἅγιοι. Καὶ ἡ Ἁγία Βάρβαρα καὶ ἡ Ἁγία Κυριακὴ µὲ τοὺς σταυροὺς καὶ µὲ τοὺς κλάδους τῶν φοινίκων εἰς τὰς χεῖρας. τὸν ὁποῖον. ἡ Ἁγία Ἀναστασία ἡ φαρµακολύτρια. ἦτο ἡ εἰκὼν τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ εἰκὼν τοῦ Προδρόµου. µὲ τὸ λόγιόν του «ὁ Ποιµὴν τέκνα οὐκ ἐγέννησε»· καὶ µὲ τὴν ἀπάντησίν του εἰς τὸν Ἀνθύπατον.

ἀπὸ τὸ καλυβάκι της. Ὁ χάρος τὴν εἶχε κατατρέξει. Ἐπί τινος ἀφράκτου ἑρµαρίου. γενόµενα ὑπὸ τῆς µητρός. µὲ τὸν ἐλαιῶνα. τὰ ἀνηρτηµένα ἐπὶ τῆς λευκῆς ποδιᾶς. ἀφιερώµατα καὶ ταῦτα εἰς τὴν προστάτιδα τῶν λεχῶν. ἀποθανόντων εὐθὺς µετὰ τὸ βάπτισµα. ἥτις ἀπέθανεν ἴσως λεχώ. ἐπὶ λευκῆς µεταξοϋφοῦς ποδιᾶς. Εἶχε καὶ µίαν κόρην. εἰς ἀνάµνησιν θυγατρός. ταχθέντα ἀπὸ τὰς µητέρας. τοῦ συχωρεµένου. οἷον στεφάνους ἀνδρογύνων (νεκρῶν ἴσως ἀνδρογύνων) τυλιγµένους ἐντὸς λευκῆς σκέπης. Καὶ εἰς αὐτὴν εἶχε δώσει καλὰ µαθήµατα καὶ τὴν ἔκαµε νὰ εἶναι ἀπὸ πολλὰς συνοµηλίκους της φρονιµωτέρα. τεµάχια βαπτιστικῶν καὶ κουκουλίων ἀπὸ τὸ βάπτισµα βρεφῶν. ἡ Χρονιάρα. µὲ τὸν Κωνσταντὴ τὸν Ντάναν. καὶ ὅµως ὑπέφερε πολλὰς δυστυχίας εἰς τὴν ζωήν της. τὴν µητέρα τοῦ θείου Βρέφους. τὰ κτισµένα ἐπάνω εἰς τοὺς ἀγρίους µονήρεις βράχους.Λεχοῦς ἀµώµου. δύο φορὰς τὴν ἑβδοµάδα . εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Γλυκοφιλοῦσαν. πρὸ δεκαπενταετίας καὶ πλέον. τὴν ὁποίαν εἶχεν ὑπανδρεύσει πρὸ τριῶν ἐτῶν. Οἱ γονεῖς των εἶχον ἀποθάνει νέοι. ἔβλεπέ τις διάφορα ἀντικείµενα. ἐφαίνοντο ἀνηρτηµένα παιδάκια. ἀσηµένια. κι ἐζοῦσεν αὐτὴ καὶ τὰ ἐγγόνια της. νέαν εἴκοσι ἐτῶν. ἦσαν ὁµοιώµατα µικρῶν παιδίων. καὶ προσφερθέντα εἰς τὸν ναόν της. εἰς τὸν ἀριστερὸν τοῖχον. ἥτις ἐπέζησεν. Τῆς ἔδιδε συµβουλὰς ἐκ τῶν ὁποίων θὰ ἠδύνατο νὰ ὠφεληθῇ. καὶ ὅλα τὰ παρεκκλήσια. Ἤρχετο τακτικά. ὁ δεύτερος δεκαεπταετής. καὶ δὲν εἶχε κάµει κακὸ εἰς καµµίαν γειτόνισσαν. Ἡ θειὰ Ἀρετὼ ἦτο καλὴ χριστιανή. Τὸ ὁµοίωµα τοῦ µικροῦ ζῴου ἦτο καὶ αὐτὸ βεβαίως ἀπὸ τάξιµον. ἤρχετο διὰ νὰ ἐπισκεφθῇ τὴν Παναγίαν τὴν Γλυκοφιλοῦσαν. ἀνδρὸς µὴ γνούσης λέχος. τοὺς µικροὺς κήπους καὶ τὸν ἀγρὸν καὶ ἀπ᾿ ἐκεῖ οἰκονοµοῦσε τὸ καθηµερινόν της. καὶ τὰ λευκὰ κόκκαλα καὶ τὰ κρανία τὰ τρυφερὰ ἦσαν ἄσπιλα λείψανα παιδίων. διὰ ν᾿ ἀνάψῃ τὰ κανδήλια καὶ νὰ προσευχηθῇ εἰς τοὺς Ἁγίους. εὐθὺς µετὰ τὸν πρῶτον τοκετόν. Καὶ ὅµως εἰς ὅλα ἔλεγε. ἀνάµεσα εἰς τὸ Κακόῤῥεµα. Ἐκατοικοῦσε µετὰ τὸν θάνατον τοῦ ἀνδρός της. ἡ Παναγία ἡ Γλυκοφιλοῦσα. Τὰ παιδάκια. καὶ τοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους καὶ τὸν Ἅγιον Νικόλαον. αὐτὴ τοὺς εἶχεν ἀναστήσει. τὴν Ἀλεξανδρώ. υἱοὶ τοῦ µεγάλου υἱοῦ της. ζῴου. ἔρηµη καὶ ἄχαρη. τὸ ὁποῖον ἔφερεν ἄλλο σχῆµα. ἐὰν 68 . τὸ ὁποῖον ἀπεῖχεν ἡµισείας ὥρας δρόµον ἀπὸ τὴν ἔρηµον ἀκτήν. Ἡ µάµµη των αὐτὴ τοὺς ἀνέθρεψεν. καὶ εἰς τὸ Μεγάλο Ὀρµάνι. Καὶ οἱ στέφανοι τῶν ἀνδρογύνων ἦσαν ἀφελῆ ἀποθέµατα καὶ µνηµόσυνα ἀτυχῶν συνοικεσίων. τοῦ εἰπόντος: «Ἄφετε τὰ παιδία ἔρχεσθαι πρός µε. σιµὰ εἰς τὸ Πυργί. τὰ ὁποῖα εἶχεν εὐδοκήσει νὰ καλέσῃ ἐνωρὶς εἰς τὸν Παράδεισον πλησίον τοῦ Υἱοῦ της. Κάτωθεν τῆς εἰκόνος. ὁµοίου σχεδὸν µὲ ἄρνα κερασφόρον ἢ µὲ ἔριφον. *** Τὰ στέφανα τοῦ γάµου καὶ τὰ βαπτιστικὰ κουκούλια τοῦ µικροῦ παιδιοῦ. καὶ µόνον παιδάκια. καὶ µὴ κωλύετε αὐτά». ἐπάνω εἰς τὴν Ἁγίαν Ἑλένην. ἡ ἀφιλοκερδὴς νεωκόρος καὶ πρόθυµος διακοσµήτρια ὅλων τῶν ἐξωκκλησίων. ὁ πρῶτος εἰκοσαετής. Εἶχε τὴν µικρὰν περιοχήν της. εἰς τὸν ἐξοχικὸν οἰκίσκον. καλλιεργοῦντες τὴν γῆν. µετὰ τὴν ἴασιν τῶν ἀῤῥώστων. τὴν Παναγίαν τὴν Γλυκοφιλοῦσαν. καὶ ἂν δὲν εἶχε καὶ τὰ δύο ἐγγόνια της. ὡς καὶ γυµνά κόκκαλα ἀκόµη. τὴν ἄµπελον. Καὶ τὰ τεµάχια τῶν βαπτιστικῶν καὶ κουκουλίων ἦσαν καὶ ταῦτα ἐνθύµια παιδίων. θὰ ἦτον ἐρήµη εἰς τὸν κόσµον. καὶ τρυφερὰ λευκὰ κρανία µικρῶν παιδίων. ὅταν τὰ µικρά των ἦσαν ἄῤῥωστα. τὰ εἶχε φέρει εἰς τὸν ναΐσκον ἡ θειὰ Ἀρετώ. ∆όξα σοι ὁ Θεός. ἐξαιρέσει ἑνὸς µόνου ἀργυροῦ τεµαχίου. αὐτὴν ἐγνώριζαν µητέρα.

τὴν εἶχε προσφέρει εἰς τὸν παπαΜπεφάνην. Καὶ ὅµως ἡ γραία δὲν ἦτο κακῆς ψυχῆς· καὶ ὅµως εἶχε καταρασθῆ τὴν κόρην της «νὰ µὴν τὴν εὕρῃ ὁ χρόνος!». διὰ νὰ τὸ φορῇ ὁ λειτουργὸς τὰς καλὰς ἡµέρας. διὰ νὰ τὸ ζώνεται ὁ ἱεροφάντης περὶ τὴν ὀσφύν του. νὰ µὴν πῇς κακὸ γιὰ τὴ γειτόνισσα. θυγατέρα». διὰ νὰ τὸ φορῇ ὁ ἱερεὺς ποδῆρες. τὸ χαρένιο. νὰ µὴ ξευχηθῇς.ἐπέζη ἐκείνη. δὲν εἶχε τύχην νὰ ζήσῃ. λεχώ. κι ἐπήγαινε ν᾿ ἀνάψῃ τὰ κανδήλια τῆς Παναγίας τῆς Γλυκοφιλούσης. τὴν ὁποίαν τινὲς τῶν καλῶν γειτονισσῶν εἶχαν ἐπονοµάσει ἡ «Χρονίστρα». νὰ µὴ βάλῃς µαναφούκια. «Ζήσῃς. Καὶ τὸ ὡραῖον πολύπτυχον φόρεµα. τοῦ βαβουκλιοῦ. ἔλαβε τὰ στέφανα τοῦ γάµου. καὶ τὰ ἔφερεν ἀφιέρωµα εἰς τὸν ναΐσκον τῆς Παναγίας. ὅταν ἵσταται ἐνώπιον τοῦ ἱεροῦ θυσιαστηρίου. ὁλόχρυσον. ποτέ σου νὰ µὴ ζηλέψῃς τὸ ξένο στολίδι. τορνευτὰ καὶ ἀµυγδαλωτὰ τσαπράκια. ἐκείνη. «Ζήσῃςχρονίσῃς. δέκα ἡµερῶν λεχώ. Τὴν δὲ χρυσῆν ζώνην. τέλος τῆς εἶπεν εἰς τὸν θυµόν της ἐπάνω. διὰ νὰ βάλῃ εἰς πρᾶξιν ὅλας τὰς καλὰς ταύτας συµβουλάς. τὰ ἀναδιπλωµένα περὶ τὰς ὠλένας τῶν νυµφῶν. µὲ τὰ ἀργυρά. Χθὲς ἔγινε νύµφη. ἔκοψε καὶ µέρος ἀπὸ τοὺς «φωτεινοὺς χιτῶνας» καὶ τὰ «κουκούλια ἀγαλλιάσεως» τοῦ µικροῦ. ἡ θειὰ Ἀρετώ. ἀπὸ διφορουµένην ἴσως καὶ παθητικὴν στάσιν τῆς κόρης. ὀργισθεῖσα ἡ µήτηρ ἀπὸ περισσὰς ἴσως ἀπαιτήσεις τοῦ γαµβροῦ ὡς πρὸς τὴν προῖκα. τὴν ἔκαµε περιζώνιον. τὰ ἔκαµεν ἐπιµάνικα. τίς οἶδεν ἀπὸ τί. ὁδηγοῦσα καὶ µίαν ἀµνάδα καὶ µίαν αἶγα. «Νὰ µὴ χρονίσῃς!». Καὶ τὰ χρυσοΰφαντα προµάνικα. δωδεκαήµερον. ἀπέθανε καὶ τὸ παιδίον. παρὰ δύο δάκτυλα. νεκρά. τὴν ἡµέραν καθ᾿ ἣν ἔγινε νύµφη ἐκείνη. κεντητὰ ἐκ χρυσοῦ. Καὶ δύο φορὰς τὴν ἑβδοµάδα ἔπαιρνε τὸ ῥαβδάκι της εἰς τὴν δεξιὰν χεῖρα καὶ τὸ καλαθάκι της εἰς τὸν ἀγκῶνα τοῦ ἀριστεροῦ βραχίονος καί. διὰ νὰ συστέλλῃ ὁ θύτης τοὺς καρποὺς τῶν χειρῶν του. καὶ ἔφθανεν εἰς τὴν κρηµνώδη θαλασσόπληκτον ἀκτήν. τρεῖς σπιθαµάς. τὸν συνήθη ἱερουργὸν τοῦ παρεκκλησίου. τὸ ἔκαµε στιχάριον. Καὶ δὲν τὴν ηὗρεν ὁ χρόνος. Καὶ ὅλην αὐτὴν τὴν ἀλλαξιὰν τῶν ἱερῶν ἀµφίων. Καὶ τὸ µὲν κόκκινον ἐκ µεταξωτῆς σκέπης ὑποκάµισον µὲ τὴν τραχηλιὰν καὶ τὰ µανίκια. τὸ ἔκαµε φαιλόνιον. Καὶ ἀφοῦ ἀπέθανεν ἐκείνη. Τὸ δὲ ποδογύρι τοῦ φουστανίου. τὸ ἔκαµεν ἐπιτραχήλιον. καὶ ἄλλαι πάλιν τὴν ἔλεγαν ἀπαισίως ἡ «Ἀχρόνιαστη» καὶ πάλιν ἄλλαι τὴν ὠνόµαζον εὐφήµως ἡ «Χρονιάρα». ἀφοῦ ἐπὶ δέκα ἔτη τῆς ἔδιδεν εὐχὰς καὶ συµβουλάς. χρονίσῃς. ἀφοῦ ἐβαπτίσθη. θυγατέρα. Προχθὲς ἀκόµη τὸ παρθενικὸν ἄνθος εἶχεν ἀνοίξει ἐρυθρόν. Καὶ πράγµατι δὲν ἐχρόνισε. ὅταν προσφέρῃ τὰς λογικὰς θυσίας. τὴν ἄλλην ἡµέραν µήτηρ. µὲ τὸ γλυκὺ βυσσινὶ χρῶµα καὶ τὸ ὁποῖον ἔκαµνε νερὰ-νερὰ εἰς τὸ βλέµµα. Ἔλαβε καὶ τὴν µεταξωτὴν χρυσοκέντητον νυµφικὴν στολὴν τῆς ἄµοιρης. νὰ µὴ βλαστηµήσῃς». πλατύ. Πλήν. τὸν συχνὸν λειτουργὸν καὶ σχεδὸν ἐφηµέριον τοῦ µικροῦ βορεινοῦ παρεκκλησίου. µὲ ἁδρὰς ἐκ χρυσοῦ κλάρας καὶ µὲ ἄνθη. Καὶ ὅµως ἡ θειὰ Ἀρετὼ δὲν ἦτο στρίγγλα· καὶ ὅµως. Καὶ ἄλλα ἀκόµη τῆς ἔλεγε. τῆς ἔλεγε. ὅταν ἐν φόβῳ ἔµελλε νὰ προσφέρῃ τὰ ἅγια. κατήρχετο ἀπὸ τὸ Μεγάλο Ὀρµάνι. διὰ νὰ σκέπῃ ὁ ἱερεὺς τὰ νῶτα καὶ τὸ στέρνον του. ἀρχίζουσα πάντοτε ἀπὸ τὴν φράσιν αὐτήν. *** 69 . ἡ πτωχή. καὶ τὴν προσέφερεν ὅλην εἰς τὸν παπα-Μπεφάνην. τὰς ὁποίας ἔβοσκεν ἡ ἰδία. νὰ µὴν κοιτάζῃς τί κάνει ἡ πλαγινή σου.

ἐτίναξε τὰ µέλη. καὶ ἀνελθοῦσαι εἰς τὸ κῦµα. ὅπου τὸ πάλαι συνήρχοντο ὅλοι οἱ προεστοὶ καὶ ἐβουλεύοντο περὶ τῶν κοινῶν. καὶ ἡ κεφαλή του ἐφαίνετο πέραν. καὶ δὲν βγαίνει πλέον. ἀπὸ τὰ ὕψη τῶν φοβερῶν ἁλιπλήκτων βράχων. ὡς ἔκαµνε καθηµερινῶς. ἀφοῦ ἐβόσκησαν ὅλα τὰ κρίταµα. µὲ τὸ ἓν κέρατον (εἶχε χάσει τὸ ἄλλο πρὸ ἐτῶν. Καὶ τὸ µὲν δόλωµα τὸ ἔφαγεν ὁ πελώριος ὀρφὸς ἢ ἡ σµέρνα. τὰς ὁποίας ἔβλεπεν. κρατῶν τὴν ὑψηλὴν µαγκούραν του. ὁ φιλέρηµος. ὑποκάτω εἰς τὸ µέγα Κιόσκι. κι ἐκεῖ. Ὁ ταῦρος τοῦ Θεοδόση. τίς οἶδεν ἀπὸ ποίαν ἀνήλιον σπηλιάν. ἤρχισαν νὰ πλέωσι κανονικῶς. ἔµεινε µὲ τὸ µικρὸν κοπάδι του κολοβὸν καὶ ἀκρωτηριασµένον ἅµα ἔχασε τὰς δύο αἶγας. ἀναίσθητοι. εἶτα δευτέρων ἐρχοµένων δύο. Ἐβραχώθησαν καθὼς βραχώνεται ἡ µεγάλη χονδρὴ ἀπετουνιὰ µὲ τὸ µέγα ἄγκιστρον καὶ µὲ τὸ γενναῖον δόλωµα εἰς τὸ θαλάµι. εἰς µάχην µὲ ἄλλον ταῦρον). καὶ ὁ ἤσκιος του ἔπιπτε µακρὸς ἐµπρός του. ἐπιστρέφων εἰς τὴν στάνην τοῦ Θεοδόση.Εἶχε σιγήσει ὁ φοβερὸς τυφών. χώ. τὸ σῳζόµενον ἀκόµη. κάτω εἰς τὸν πυθµένα. ὡς µικρὸς στολίσκος. ὅσα ηὗραν. ἡ παρδαλὴ καὶ µαυρειδερή. διὰ νὰ στεγνώσουν. καὶ ἔκαµναν ὡς νὰ ἐβουτοῦσαν τὰ ῥάµφη ἐπιπολῆς τοῦ κύµατος. καὶ ἀκολουθουσῶν τῶν λοιπῶν. καὶ ἐτίναζαν τὰ πτερά. εἰς µεγάλην ἐξοχὴν τοῦ βράχου. ὁ βοσκός. καὶ πάλιν ἔκαµναν ὡς διὰ νὰ βουτήξουν. διὰ νὰ τὰς ἴδῃ καλλίτερον. τὰ σύννεφα εἶχαν συµµαζευθῆ εἰς µίαν ἄλλην γωνίαν. ἐβραχώθησαν κι ἔµειναν. ὅταν ἦτο νέος ἀκόµη. κάτωθεν τοῦ ἱεροῦ βήµατος τῆς Παναγίας τῆς Γλυκοφιλούσης. δέκα ἢ δώδεκα. αἵτινες εἶχον καταυλισθῆ. ἐσηκώθη καὶ αὐτός. ἡγουµένης µιᾶς. Στέρφα! Εἰς µάτην· ἡ Ψαρὴ καὶ ἡ Στέρφα εἶχαν καθίσει ἀδρανεῖς. Καὶ δύο ἐξ αὐτῶν εἶχον ξεκαµπίσει. τὸ ἄγκιστρον ἐβραχώθη κάτω εἰς τὸ θαλάµι. ἀνάµεσα εἰς βράχους ῥιζωµένους καὶ εἰς φήκη καὶ ὄστρακα. διὰ τῶν καταληπτῶν εἰς ἐκείνας συνθηµατικῶν µονοσυλλάβων. τοῦ παλαιοῦ ἐρήµου χωρίου. δεχοµένη τὰ χωµατόχροα καὶ θολὰ ῥεύµατα τῶν χειµάῤῥων. -Ἄι. περιφρονῶν τὸν ἴλιγγον. διακοσίων ὀργυιῶν ὕψος. καὶ ἔφθασαν εἰς τὴν µικρὰν κόγχην. ἡ ἀντιπαθὴς καὶ ἄπιαστη. αἵτινες εἶχον κατέλθει πρὸ ὀλίγου. Ὁµοίως καὶ ὁ Στάθης ὁ Μπόζας. ἡ δὲ ἀπετουνιὰ τραβᾶται καὶ τεντώνεται καὶ κόπτεται καὶ ὁ ψαρὰς µένει µὲ δύο πήχεις σπάγγον εἰς τὴν χεῖρα. καὶ ἡ θάλασσα ἔβραζεν ἀκόµη µὲ ὑπόκωφον βοήν. µόλις διακρινοµένη καὶ χανοµένη. καὶ ὁ ἄσπιλος πόντος εἶχε µιανθῆ ἀπὸ τῆς γῆς τὰς ὕλας. εἰς τὰ ἀνεξερεύνητα βάθη. Τέλος ἐβούτηξαν ὅλαι ἐν σώµατι. Καὶ ὁ Στάθης ἔκυπτε καὶ ἔκυπτε πρὸς τὴν ἄβυσσον. καὶ κατέβησαν ἀπὸ ἕνα ὑψηλὸν κυρτὸν βράχον. καὶ εἶχον ἀποµακρυνθῆ. καὶ εἶχε κοπάσει ἡ λαῖλαψ. ὁπόθεν ἀρχίζει ὁ φοβερὸς κάθετος κρηµνὸς εἰς τὴν θάλασσαν. ἐνόσῳ διήρκει ἡ καταιγίς. Αἱ αἶγες τοῦ Στάθη Μπόζα. παρὰ τρίχα εἰς αὐτὸ τὸ χεῖλος τῆς ἀβύσσου. ἅµα ἡ καταιγὶς ἔπαυσε. Τὰς ἔβλεπε φυλακωµένας εἰς τὴν φοβερὰν πτυχὴν τοῦ κρηµνοῦ. ὅταν δὲν εἶχεν ἐργασίαν. ἄϊ! ὄϊ! Ψαρή! ὤ. καὶ τὰς ἐκάλει εἰς µάτην. ἐξηκολούθει νὰ βλέπῃ τὰς καλικατζούνας. δύο µόνον οὐραγῶν ἑποµένων. ἐξῆλθον καὶ αὗται διὰ νὰ βοσκήσωσιν. καθόσον ὁ ἥλιος ἐχαµήλωνεν ὁλονὲν εἰς τὴν δύσιν. Καὶ 70 . προκαλῶν τὴν σκοτοδίνην. Ὁ ἥλιος εἶχε φανῆ εἰς µίαν γωνίαν τοῦ οὐρανοῦ. ἀφειδῶν τῆς ἰδίας ψυχῆς του. τελείως ὠργανισµένος. ἀνάλγητοι. καὶ οὐδ᾿ ἀπήντων διὰ βελασµοῦ εἰς τὰς προσκλήσεις τοῦ βοσκοῦ. Ὁ ταῦρος ἀφῆκε µακρὸν µυκηθµόν. καὶ στραφεὶς ἤρχισε ν᾿ ἀνέρχηται τὸ ῥεῦµα. µὴ δυνάµεναι πλέον ν᾿ ἀναβῶσιν. ἱστάµενος ἐπάνω εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ βράχου.

διὰ νὰ διαβάσῃ τὸν ἑσπερινὸν -ἦτο δὲ τότε ἡ ἡµέρα τοῦ Ἁγίου Στεφάνου. -Ποῦ νὰ σὲ κατεβάσουν. Ὁ Κωνσταντὴς ὁ Περηφανάκιας. νὰ κάµουν θηλειάν. Τὴν Ψαρὴ ἂς ἠµποροῦσα νὰ γλυτώσω!. ὥστε νὰ εἶναι ἐλπὶς νὰ ἔµβῃ τέλος ἡ µία γίδα πρῶτον. Ἡ θειὰ Ἀρετὼ διηγεῖτο. ἡνωµένον µετὰ στεναγµοῦ. οὔτε ἐσκεπτετό τι περὶ ὅλης τῆς θέσεως τῶν πραγµάτων. εἶπε. περιµένων νὰ ἔλθῃ ὁ παπα-Μπεφάνης. οὔτε φωνὴν ἐξέβαλεν. 71 . τὸ ὀξὺ ἀκονηµένον ἄγκιστρον θὰ ἦτο πιθανὸν νὰ χωθῇ µέσα εἰς τὸ κατωσάγονον τῆς µιᾶς καὶ τῆς ἄλλης γίδας. στενάζων ὁ βοσκός.. νὰ ἰδῶ τὶ θὰ κάµω. ὅτι ἔπρεπε νὰ πάρουν λεπτὸν ἀλλὰ γερὸν σχοινί. Ἡ θειὰ Ἀρετὼ ἤρχισε νὰ κάµνῃ πολλοὺς σταυρούς. ἔλεγε· πῶς νὰ σὲ κατεβάσουν ! Ποῦ θὰ πᾷς. Ὁ Κωνσταντὴς ὁ Περηφανάκιας ἤρχισεν εὐγλώττως ν᾿ ἀποτρέπῃ τὸν Στάθην τὸν Μπόζαν· -∆ὲ βολεῖ. νὰ σ᾿ πῶ. καὶ µόνον ἡ µία. εἶτα ἡ ἄλλη µέσα εἰς τὴν κοφίναν. Στάθη µ᾿. ποῦ θὰ πατήσῃς. τάχα. ἐξέφερε γνώµην. τὴν µίαν µετὰ τὴν ἄλλην. συνάδελφος τοῦ Στάθη. ἡ Στέρφα.ἐπρότεινε γνώµην. ἀπήντησε τέλος διὰ παραπονετικοῦ βελάσµατος εἰς τὰς προσκλήσεις τοῦ κυρίου της.. κι ἐκάθητο ἐπὶ τῆς πεζούλας. νὰ ποῦµε.τὰ δύο ζωντανὰ πράγµατα ἵσταντο καὶ ἐκάθηντο καὶ ἔκαµπτον τὰ γόνατα ἐπὶ τῆς στενῆς προβολῆς τοῦ βράχου. -∆ὲν µὲ µέλει γιὰ τὴν Στέρφα. Ἡ θειὰ Ἀρετὼ ἡ Χρονιάρα εἶπε νὰ κατεβάσουν διὰ σχοινίου µεγάλην ὑπερµεγέθη κοφίναν. ἔξωθεν τοῦ ναΐσκου τῆς Παναγίας. καὶ ὅτι τὸ µέσον τοῦτο ἐπέτυχε τότε. εἰς τὸ προσήλιον. τρίτη ἀπὸ τῶν Χριστουγέννων. τεχνικά. καὶ οὕτω νὰ τὰς ἀνασύρουν. ἡ Ψαρή. καὶ διὰ τοῦ δολώµατος τούτου νὰ ἐφελκύσουν τὰς δύο αἶγας. καὶ εἰς τὸ ἄγκιστρον ἐπάνω νὰ περάσουν κλαδιὰ καὶ χόρτα καὶ βλαστάρια. τέλος. νὰ τὸ δέσουν εἰς τὴν ἄκραν τοῦ σχοινίου. ὅτι παρόµοιόν τι εἶχε συµβῆ καὶ εἰς τὸν παππούν της πρὸ ἑξῆντα χρόνων. ἐξισταµένη διὰ τὸν τολµηρὸν λόγον τοῦ βοσκοῦ. εἶπεν ἀποφασιστικῶς ὁ Στάθης ὁ Μπόζας· ἔλα νὰ µὲ καλουµάρετε κάτω. θὰ τὰς ἐτραβοῦσαν ἐπάνω. γυιέ µ᾿. Ὁ µπαρµπ᾿-Ἀναγνώστης ὁ Παρθένης.. -∆ὲν εἶναι προκοπή. καὶ ἀφῆκε παρατεταµένον θορυβῶδες χάσµηµα. Στάθ᾿. Γλέπ᾿ς κεῖ δὰ κάτ᾿ εἶν᾿ οἱ γίδις στριµουµένες κι οἱ δυό. καὶ νὰ σείουν τὸ σχοινίον τοιούτῳ τρόπῳ. οὔτε κίνηµα ἔκαµεν. ἀκουµβῶν εἰς τὸν τοῖχον τῆς ἐκκλησίτσας. ὅστις εἶχε φθάσει ἀρτίως. τουλόου σ᾿ ποῦ θὰ πατήσῃς νὰ τσ᾿ δέσῃς. νὰ τσ᾿ ἀνεβάσῃς ἀπάν᾿. εἰς τὴν ἄκρην καὶ νὰ τὸ ῥίψουν κάτω. διὰ νὰ τραβήξουν τὰς δύο αἶγας. Ἡ ἄλλη. Ὁ µπαρµπ᾿-Ἀναγνώστης ὁ Παρθένης ἐτανύσθη. αἱµατωµένας µέν. καὶ τότε. οὐ λόους. ὥστε ἐνῶ αὗται θὰ ἐµασοῦσαν τὴν ὀρεκτικὴν τρυφερὰν βοσκήν. ἀλλὰ σωσµένας. ὅτι ἔπρεπε νὰ πάρουν µέγα χονδρὸν ἄγκιστρον ὡσὰν ἁρπάγην. ἀπ᾿ λέει..

καὶ τάξε τίποτε στὴν Παναγιά. κάµε τὸ σταυρό σ᾿.. ἔχε θάῤῥος... αὐτό. µὲ τὸ κοντὸν τρίχινον ῥάσον του. ποὺ λέει καὶ τὸ τροπάρι. -Τάζω. Νὰ εἶναι προσεκτικώτεροι καὶ νὰ ἔχουν περισσότερον σέβας. Αὐτὰ πρέπει νὰ τάξῃ. ἀπ᾿ λέει οὐ λόους. εἶπεν ὁ ἱερεύς.. µέσα του. *** Ἐφαίνετο ἀποφασισµένον. ὅτι ὁ Στάθης θὰ κατεβιβάζετο διὰ σχοινίου εἰς τὸν βράχον. τὴν Ψαρή. Ἔµαθε τὸ συµβάν. ἂν ἤθελε νὰ κάµῃ καµµιὰ λειτουργία. ἐπανέλαβε καὶ ἡ θειὰ τὸ Ἀρετώ. Εἶτα ἐπανέλαβε· -Καὶ τὸ καλλίτερο ποὺ ἔχει νὰ τάξῃ κι αὐτὸς κι᾿ ὅλοι τους εἶναι νὰ µὴν ἀφήνουν τὰ γίδια τους νὰ µβαίνουν µέσα εἰς τὰ ξωκκλήσια καὶ νὰ γεµίζουν βιρβιλιές. µὲ τὴν λευκήν του γενειάδα. νἄχῃς τὴν εὐχή. καὶ µὲ τὸ µαῦρον σάλι του περὶ τὸν λαιµόν.. διὰ νὰ ζητήσῃ τὰς δύο χαµένας αἶγας του. νὰ σ᾿ ὁρίσου. νὰ σὲ φυλάξῃ. εἶπε ὁ Στάθης.... Στάθη µ᾿. Εἰς πράγµατα τόσον λεπτά. εἶναι. παπά µ᾿. µιγάλ᾿ ἀπουκουτιά. νὰ σ᾿ πῶ. -∆ὲν εἶναι πρέπον.. Τὴν τελευταίαν φράσιν τὴν εἶπε παραπονετικῶς. ἀποὖπε κι ἡ ἁϊωσύνη τ᾿. ἤκουσε τὸ σχέδιον τοῦ Στάθη. γυιέ µ᾿. «Ὅση πέφυκεν ἡ προαίρεσις». εἶπε. κανεὶς δὲν πρέπει ν᾿ ἀναγκάζῃ τὸν ἄλλον.. Συγχρόνως δὲ κατέβη εἰς τὸν νοῦν της µία ἰδέα· .. ὁποὺ ἀποβλέπουν τὴν ζωὴν καὶ τὸ συµφέρον τοῦ ἀνθρώπου.. ἀπ᾿ λέει. -Ἐγὼ δὲν τὸν παρακινῶ νὰ κατέβῃ.Τὴν στιγµὴν ἐκείνην ἔφθασε καὶ ὁ παπα-Μπεφάνης. κι ἔσεισε τὴν κεφαλήν· -Ἀποκοτιά. 72 . µαθέ. σὰν τὴν γλυτώσω.. Ὁ ἴδιος θὰ δώσῃ λόγον.. ἀπ᾿ λέει οὐ λόους.. µεγάλη ἀποκοτιά. Τὸ τάξιµο εἶναι προαιρετικόν.. Μὰ ἂς εἶναι.. τὶ λογᾶτε.Ἀµµὴ σὰν τὸ ἀποφασίσῃς. εἶπε. ἂν σὲ καλουµάρουν. -Ἀποκοτιά. νὰ παρακινοῦµεν τοὺς ἄλλους νὰ τάζουν. Τὴν Ψαρὴ ἂς γλύτωνα! Ὁ ἱερεὺς ἔκαµε διφορούµενον νεῦµα. εἶπεν ὁ Στάθης· ἔταξα νὰ τῆς τὴν πάγω ἀσηµένια τὴ µιὰ γίδα. -Ἡ εὐχή σ᾿. Νὰ µὴν πατοῦν τὰ ξένα κτήµατα µὲ τὰ κοπάδια τους καὶ τρώγουν τὶς ἐλιὲς καὶ τὰ θηλιάσµατα τῶν χριστιανῶν.. -Καλά. ποῦ θὰ πατήσ᾿. κι ἡ θειὰ τ᾿ Ἀρετώ. Τώρα. Ἕνα πάτ᾿µα εἶναι κειδὰ µέσα. πῶς θὰ πιάσ᾿ τσ᾿ γίδις νὰ τσ᾿ δέσ᾿. παπά µ᾿. -Ἔταξα ἐγὼ µέσα µου. ἕν᾿ ἁπλόχερο χοῦµα κι δυὸ δάχτ᾿λα κουτρώνι. παπά µ᾿. Μόνον ὁ Περηφανάκιας ἔλαβε πάλιν τὸν λόγον· -Νά σ᾿ ὁρίσου.

Τὴν εἶχε ὀνειρέψει τοῦ Κωνσταντῆ ἡ γυναῖκα. οὔτε φαµιλιάν. τίποτε.. ὁ Θεὸς νὰ σᾶς ἀξιώσῃ. νὰ ξανακτίσουµε καὶ τὴν ἐκκλησίτσα τ᾿ Ἅϊ-Παντελεήµονα.. εἶπε καὶ ἡ θειὰ τὸ Ἀρετώ. σὰν πάθω τίποτα. ἀκόµα. -Αὐτὸ ὁ Θεὸς τὸ ξέρει.. -Ἐγὼ δὲν εἶµαι καὶ τόσον φευγάτος ἀπ᾿ τὰ θεῖα. -Ἄµποτε. εἶπεν ἐπιβεβαιωτικῶς ἡ θειὰ τὸ Ἀρετώ. Ἦτο πλάνης. ∆ὲν ζυγώνετε σ᾿ ἐκκλησία! -Κάθε κακὸ φεύγει· ἐψιθύρισεν ὁ µπαρµπ᾿-Ἀναγνώστης ὁ Παρθένης.. ἦταν ἀνθρῶποι.. εἶπεν ὁ ἱερεύς. καὶ τοῦ ἔδιδαν οἱ ποιµένες ξινόγαλα κι ἔτρωγε. εἶπε παραπονετικῶς ὁ Στάθης. Τὸν περισσότερον καιρὸν ἐγύριζεν ἀπὸ µάνδραν εἰς µάνδραν.. Κἄποτε τοῦ ἔλεγαν· -∆ὲν πᾶς. Ἄχ! οἱ γονεῖς σας δὲν ἦσαν τέτοιοι.. τοὺς καλλιεργητάς. -Ἐσὺ ἔχεις κάποια µικρὴ διαφορά. καὶ ἵστατο. οἱ πρωτινοί. Μὰ ἀκόµα. οἱ πλιότεροι. Ἐσεῖς. -Καλά ποὺ µοῦ τὸ θύµισες. Καὶ θὰ ἦτο µόνον Μάρτιος· πλὴν ὁ Ἀγκούτσας δὲν ἠµποροῦσε νὰ ὑποφέρῃ τὴν ζέστην. οὔτε γεωργός. ὅστις εἶχε σηκωθῆ ἀπὸ τὴν πεζούλαν. Ἄχ! οἱ παλιοί. οὔτε οἰκίαν εἶχεν. Πότε ἐδούλευε µὲ ἡµεροκάµατον σιµὰ εἰς τοὺς κολλήγας. οὔτε κἂν βοσκός. παπά µ᾿. καηµένε Ἀγκούτσα. *** Ὁ Ἀγκούτσας δὲν ἦτο ἰδιοκτήτης ποιµνίων. -Ὄχι· µὰ κάνει ζέστη· τόση ζέστη. ὅτι τὸν ἔδιωχναν. νὰ βγάλῃς τίποτε πεταλίδες κάτω στὸ γιαλὸ ἢ τίποτε καβουράκια. ἠρώτησεν ὁ Στάθης.-Κὶ λές.. παπά. εἶσθε ἀλιβάνιστοι. -Κανείς σας δὲν ἦρθε νὰ ἐξοµολογηθῇ αὐτὲς τὶς ἡµέρες. Τοῦτο ἦτο ἀσφαλὲς σηµεῖον. οἱ παλιοί! -Οἱ παλιοί. µαζὺ µὲ τὸν Κωνσταντὴ τὸν Ἄγγουρο. εἶπεν ὁ ἱερεύς. ἄξιος ὁ µισθός σας. Ὁ Ἀγκούτσας τὸ ἐκατάλαβαινε κι ἔφευγε. κάτω στὸ ῥέµα µέσα. χωρὶς ἐργασίαν. ἔλεγε. ἄστεγος. θὰ πάω κολασµένος. ἔξω τῆς θύρας τοῦ ναΐσκου. -Μακάρι. -Ἔχουµε ταµένα. ἀπὸ κατάµερον εἰς κατάµερον. πότε ἔµβαινε παραγυιὸς εἰς τοὺς βοσκοὺς διὰ νὰ φυλάγῃ τὰς αἶγας. ἀπὸ καλύβι εἰς καλύβι. -Κι ἦτανε µεγάλο πρᾶγµα νὰ τὸ θυµηθῇς. 73 . στηριζόµενος ἐπὶ τῆς βακτηρίας του.

Ὁ Περηφανάκιας. ὁπόθεν τὸν ἔστελλαν νὰ βγάλῃ πεταλίδες.Ἔλεγεν. ἔεις γ᾿ναῖκα καὶ πιδιά. -Ἂς εἶναι. Ἄφσε νὰ κατιβῶ ἰγώ. -Θά κατεβῶ ἐγώ. 74 . νὰ κατεβῶ νὰ τσ᾿ ἀνεβάσου. -Θὰ κατεβῶ ἐγώ. ἀπ᾿ δὲν ἔχου στοὺν ἥλιο µοῖρα. νὰ κατιβῶ ἐγὼ νὰ σ᾿ τσ᾿ ἀνεβάσω. -Τήν ἔταξα ἀσηµένια.. Τὴν ἡµέραν ἐκείνην συνέβη ὁ Ἀγκούτσας νὰ ἐνθυµηθῇ τὸν Στάθην τὸν Μπόζαν. -Τὴν Ψαρὴ ἐγὼ τὴν ἔταξα στὴν Παναγία. Καὶ ἀφοῦ τὸν ἐνθυµήθη. τοῦ ὁποίου ἡ γλῶσσα ἦτο καταληπτὴ εἰς τὸν Ἀγκούτσαν. κι νὰ µὲ καλουµάρετε κάτ᾿. ἀκριβῶς καθ᾿ ἣν στιγµὴν ἡ θειὰ τὸ Ἀρετὼ ηὔχετο εἰς τὸν Στάθην νὰ εἶναι ἄξιος ὁ µισθός του. Ὁ Στάθης ἐσιώπα. µ᾿ δίνεις τὴ Στέρφα. µοιρασµένων σποραδικῶς εἰς τρεῖς ἢ τέσσαρας µῆνας. ἠρώτησεν ὁ Ἀγκούτσας. Ὁ Ἀγκούτσας ἔµεινε ἐπ᾿ ὀλίγας στιγµὰς σύννους.. ἀδύνατον ἦτο νὰ κάµῃ τις δουλειὰ τὸ καλοκαίρι. µὲ τὰ πυκνὰ ἀκτένιστα µαλλιά.. Ὁ Ἀγκούτσας ἔδειξεν. -Νά µ᾿ δώσῃς ἐµένα τὴ µιὰ γίδα. ἀλλ᾿ ἐπήγαινεν εἰς ἄλλην στάνην. Ἂ δὲ βρῶ νὰ τὴν πουλήσω νὰ κάµω χαρτσ᾿λήκι. παιδιά. Ἔφευγε λοιπὸν ἀπὸ κάθε στάνην. ἀπήντησεν ὁ Στάθης. τὴν Ψαρή. Εὗρε δὲ τὴν ὁµάδα τῶν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ἀνθρώπων. -Τί τρέχει. -Τουλόου σ᾿. ἔµεινε σύνοφρυς ἐπ᾿ ὀλίγα δευτερόλεπτα. ἐκτὸς ὀλίγων ἑβδοµάδων. καὶ εἶτα εἶπε· -Τί µ᾿ δίνεις. Στάθη. ἦτον καλοκαίρι. ἦλθε νὰ τὸν ἐπισκεφθῇ. ἐδῶ.. ὅτι δὲν ἐνόει. ἀπήντησεν ὁ Στάθης. νὰ µὴ χασοµεροῦµε. ὅτι τοῦ κάκου. τοῦ διηγήθη ἐν ὀλίγοις τὰ τρέχοντα.. ἔξω τῆς θύρας τοῦ ναΐσκου τῆς Παναγίας. τὴν ξεφαντώνουµε κανένα µεσ᾿µέρι µὲ τὴν παρέα. Στάθη. ἀπήντησεν ἰσχυρογνώµων ὁ Στάθης. Καλὴ εἶναι καὶ ἡ Στέρφα.. µὲ τὸ ἡλιοκαὲς καὶ ῥικνὸν πρόσωπον. Ἐλᾶτε. Καὶ ὅλος ὁ καιρός. Ὁ Ἄγκουτσας. ἀπήντησεν ὁ Στάθης. Ἡ Ψαρὴ ἔµενα µ᾿ χρειάζεται. εἰς ἄλλο κατάµερον. Καὶ δὲν ἐπήγαινε µὲν νὰ βγάλῃ πεταλίδες.

καὶ ἦλθεν εἰς τὴν ὄψιν του. -Κοίταξέ τόνε πῶς κατεβαίνει. Λάσκα. Ἔδεσαν τὴν µίαν ἄκρην εἰς µέγαν κορµὸν πελωρίου σχοίνου. ἀνοιγοκλείων τὰ ὄµµατα. Ὁ ἴλιγγος ἤρχισε νὰ τὸν καταλαµβάνῃ. ἔδεσε καλὰ τὴν Ψαρὴν περὶ τὸ στέρνον. παιδιά· ἐκέλευεν ὁ Ἀγκούτσας. ἐκαλουµάρισαν σιγὰ-σιγὰ τὸν Στάθη εἰς τὸ ἰλιγγιῶδες κενόν. λάσκα· λάσκα. ὅστις ἦτο ὁ Ντάνας. ἔκαµε θηλειάν. Ὁ Στάθης ἔµεινε µοναχός του ἐπὶ δέκα λεπτὰ τῆς ὥρας. ∆ὲν ἐφαίνετο νὰ ἐδειλίασε. ταλαντευόµενος. Ἔκαµε τρεῖς σταυρούς. Ἔκαµε σηµεῖον. Κατὰ τὰ δέκα ταῦτα λεπτὰ ὑπέφερε φοβερῶς. µὴ βλαστηµᾶς. καὶ ὑπὸ τοὺς προσθίους πόδας. ὁ Περηφανάκιας.*** Ἔφεραν µακρὸν σχοινίον δέκα ὀργυιῶν. 75 . ἐπὶ τῆς Ψαρῆς. εἰς τὸν τροµακτικὸν κρηµνόν. εἶπεν ὁ Ντάνας. χωρὶς τὴν Ψαρὴν καὶ χωρὶς τὴν Στέρφαν. καὶ ὁ Ἀγκούτσας. Ὁ Στάθης ἔλαβε τὴν ἄλλην ἄκρην. κρατοῦντες σφιγκτὰ τὸ σχοινίον. Ἐκάθισε καλῶς. Μίαν φορὰν ἐκτύπησε τὸ δεξιὸν πλευρόν. Τέλος ὁ Στάθης ἐπάτησεν ἐπὶ τῆς ἐσοχῆς τοῦ βράχου. Μετὰ δέκα λεπτὰ τῆς ὥρας κατῆλθε πάλιν κενὸν τὸ σχοινίον. εἰς τὴν αἰώραν τῆς ἀβύσσου. -Ἀγάλια-ἀγάλια! µαλακά.Ἔκλειε τὰ ὄµµατα διὰ νὰ µὴ ζαλίζεται. Ἔλυσε τὴν θηλειὰν ἀπὸ τὰς µασχάλας του. προσπαθῶν νὰ ψαύῃ µὲ τὰς χεῖρας καὶ µὲ τοὺς πόδας τὸν βράχον. θάλλοντος δίπλα εἰς τὸ παρεκκλήσιον. Ὁ Στάθης εἶχεν ὠχριάσει κατ᾿ ἀρχάς. Κατέβαινε κάτω. ὄχι πολὺ σφοδρῶς. Ἡ Στέρφα τότε µόνον ἐδοκίµασε νὰ ἐκβάλῃ βελασµόν. Τρεῖς ἄνδρες. Ὁ Στάθης κατέβαινεν εἰς τὸ κενόν. ὁ συµπέθερος τῆς θειὰ Ἀρετῶς. Ὁ Στάθης ἔδεσε τὴν Στέρφαν. ὅστις δὲν ἐµνησικάκει διὰ τὴν ἀπόῤῥιψιν τῆς προσφορᾶς του. κατὰ τοῦ βράχου. καὶ οἱ τρεῖς ἄνδρες ἀνέσυραν αὐτήν. ἥτις ἐβέλασεν ἅµα τὸν εἶδεν. συνεµαζεύθη µὲ τὰ δύο σκέλη περιβάδην. διαόλ᾿ Ἀγκούτσα. ὁ ἄλλος βοσκός. κι ἐδέθη µοναχός του ὑπὸ τὰς µασχάλας. κρατούµενος σφιχτὰ ἀπὸ τὸ σχοινίον. σὰ νύφη καµαρωµένη. εἶπεν ὁ Περηφανάκιας. -Σιώπα. λάσκα· καλούµα! -Ποῦ ἔµαθες πῶς µιλοῦν οἱ καραβάδες. σφίγγων τοὺς ὀδόντας. ὅταν ἤρχισε νὰ ταλαντεύεται εἰς τὸ κενὸν µὲ τὸ σχοινίον. καὶ οἱ τρεῖς ἄνδρες ἄνωθεν τοῦ βράχου ἤρχισαν νὰ ἀνασύρωσι σιγὰ-σιγὰ τὴν Ψαρήν.

Οἱ ἄνδρες τὸν ἔλυσαν. Ἡ Στέρφα ἵστατο ὀλίγον παραπέρα. καὶ ἐκοίταζεν ἠλιθίως. τοῦ ἔδωκαν νὰ πίῃ ῥοῦµι. Ἔλεγε τὸ Πάτερ ἡµῶν. εἶπε µέσα του· θὰ τ᾿νὲ ξεφαντώναµε µιὰ χαρά! Ὁ Ντάνας εἶπε· 76 . καὶ τὸν ἔβρεξαν µὲ νερό. καὶ δύο ἀκόµη προσευχάς. τοὺς ὤµους καὶ τοὺς πόδας εἰς τὸν βράχον. βοηθούµενος ἀπὸ τὸν µπαρµπ᾿-Ἀναγνώστη τὸν Παρθένην. ἤσθµαινε. ἐσχάτην προσευχὴν ἀγωνίας. ἐδέθη σπασµωδικῶς. Ἐκτύπησε. εἶχε ξεπιάσει ἤδη τὰς χεῖρας ἀπὸ τὸ σχοινίον. ὠχρὸς καὶ µόλις ἀναπνέων. καὶ τὸν ἐζέσταινε µὲ τὴν πνοήν της. τὴν κεφαλήν. ἐφύσα µετὰ βοῆς εἰς τὰ ὦτα του. ἀδρανὲς σῶµα. Τέλος ἐφάνη τὸ σχοινίον. καὶ ἡ καρδία του ἔπαλλε σφοδρῶς. καὶ ἤρχισαν νὰ τραβοῦν. Ὁ ἄνεµος. τὸν ἐπλάγιασαν ὑπὸ τὸν σχοῖνον.Ἔσφιγγε τὰ δόντια. διὰ νὰ δώσῃ σηµεῖον εἰς τοὺς ἄνδρας. Ὁ Στάθης τὸ ἔδραξε πεταχτά. Ἀνέπνεε δυνατά. Ἡ θειὰ Ἀρετὼ ἐθαύµαζε καὶ ἔλεγεν ἀκόµη· -Τί ἀποκοτιά! Τί ἀποκοτιά! Ὁ ἱερεύς. πουτέ µ᾿ δὲν εἴδια τέτοιου πρᾶµα. ἐσφίχθη. ὅσας ἤξευρε. Εὐτυχῶς. ἐκρατήθη µὲ τρεµούσας χεῖρας ἀπὸ τὸ σχοινίον. δὲν ἐβράδυνε νὰ συνέλθῃ. καὶ ἀφέθη εἰς τὸ κενόν. Ἡ Ψαρὴ ἦτο ἐκεῖ. Ἐταλαντεύετο σφοδρῶς. -Ἄξιζεν. Κακὴ δ᾿λειά. βρὲ πιδιά! Ὁ Ἀγκούτσας ἐκοίταζε µετὰ πόθου τὴν Στέρφαν. ὁ σφοδρὸς ἄνεµος τοῦ µεγάλου κενοῦ καὶ τοῦ πελάγους. δύο ἢ τρεῖς φοράς. τὸ Θεοτόκε Παρθένε. Ὁ Περηφανάκιας ἔλεγε· -Νὰ σᾶς ὁρίσου. ἄξιζεν. Ὁ Στάθης ἀνέπεµψεν ἔνθερµον. εἶχε ψάλει τὴν µικρὰν παράκλησιν ἐµπρὸς εἰς τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Γλυκοφιλούσης. ἀπ᾿ λέει οὐ λόους. Ἐξέχασε νὰ σείσῃ τὸ σχοινίον. Πλὴν ἐκεῖνοι ᾐσθάνθησαν τὸ βάρος. βρὲ πιδιά. Ἦτο λιπόθυµος. Ὁ ἄνεµος εἶχε δυναµώσει. νὰ σᾶς πῶ. Ὅταν ἔφθασεν εἰς τὸ ὕψος τοῦ βράχου.

πᾶµε στὸ µαντρὶ νὰ σᾶς φιλέψω. ἐστράφη πρὸς τοὺς ἄνδρας καὶ εἶπε· -Τώρα. *** Ὅταν συνῆλθεν. ποὺ µοῦ βρίσκεται ἀκόµα ἀπ᾿ τὰ πρῶτα γεννητούρια. ὡς τόσο. παιδιά. Ἐλᾶτε. σὰν καµαρωµένη νύφη..-Κι εἴδιατε πῶς κατέβαινε.. Μά. τὴν Ψαρὴ τὴν ἔταξα ἀσηµένια στὴν Παναγία. Κι τώρα ζαλίστηκε τὸ παιδί· δὲν πειράζει. καὶ θὰ τὴν δώσω. ὁ Στάθης ἔκαµε τὸν σταυρόν του. ἕνα κατσικάκι. (1894) 77 . ἀξίζετε. περαστικὰ νἆναι. θὰ σᾶς τὸ θυσιάσω.

νὰ κρούσουν τὶς καµπάνες.Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης . κατέναντι τῆς ἀγορᾶς. τὴν ἀνατολικήν. ἔξω! Τὶς καµπάνες! Βαρᾶτε τὶς καµπάνες! Ὁ Σταµάτης. Ἐπήδησε ἔξω. ἐστράφη πρὸς τὴν λέµβον. ὅτι ὁ ∆εσπότης ὁ νεοχειροτόνητος τῆς ἐπαρχίας ἦτο µέσα στὸ βαπόρι. τοῦ λέγει µὲ τόνον δεσποτικόν. κυρίως βαρκάρης δὲν ἦτο. ἀλλὰ θὰ µετέβαινε πρῶτον. ἔστρεψε τὴν πρῷραν πρὸς ἀνατολᾶς καὶ ἀπέπλευσε. Μόλις ἡ µαύρη τῶν ρασοφόρων πλειὰς ἀνῆλθεν εἰς τὸ πρυµναῖον «κάσαρο» τοῦ ἀτµοπλοίου. τρέχων παιδιόθεν κατόπιν εἰς τὰ ράσα τῶν παπάδων. Συγχρόνως οἱ καµπάνες τῶν δυὸ ἐκκλησιῶν. καὶ ὁ διάκος. διὰ νὰ χαιρετίσουν ἁπλῶς τὸν ἐπίσκοπον εἰς τὴν διέλευσίν του. τὸν ὁποῖον ἐκατάλαβεν ὡς ἐπίτροπον τοῦ ∆εσπότη. Οὐχ ἧττον ἐπῆραν µίαν βάρκαν καὶ ἀνῆλθον ὅλοι ὁµοῦ. τὴν ἀπωτέραν εἰς τὸν δρόµον του. 78 . ὅπου ἵστατο ἀγναντεύων τὴν µικρὰν πόλιν ὁ περιοδεύων ἱεράρχης. ἐκατάλαβεν τί ἔλεγεν ὁ διάκος.Ἡ ἐπίσκεψις τοῦ Ἁγίου ∆εσπότη «Μὴ οἱ ποιµένες βόσκουσιν ἑαυτούς. ἡ µία εἰς τὸ ὕψος τῆς παραθαλασσίας ὁδοῦ καὶ τῆς πλατείας. δὲν εἶχαν προβλέψει. αἵτινες διέπρεπον µὲ τοὺς ὑψηλοὺς πύργους καὶ τοὺς θόλους των. ἐκωπηλάτησε. καὶ εἶτα θὰ ἐπέστρεφε νὰ ἐπισκεφθῆ καὶ τὸ ἐδῶ ποίµνιόν του. ἀλλ᾿ ὁ πρῶτος µεταξὺ αὐτῶν. οὕτω ὑπάρχουν καὶ ἀγυιόπαιδα ἐκκλησιαστικά. ἀλλ᾿ ὀρφανὸς µάγκας. εἰς τὴν ἄλλην νῆσον. καὶ µετὰ ἓν λεπτὸν ἔφθασεν εἰς τὴν προκυµαίαν.Σταµάτη! Τρέχα γρήγορα. ∆ιατὶ αὐτά. ἂν καὶ κωφὸς ἦτο. εἶχε πληροφορηθῆ ὅτι ἡ Σεβασµιότης του δὲν ἐπροτίθετο πρὸς τὸ παρὸν νὰ ἐξέλθῃ εἰς τὴν πολίχνην.» (Ἰεζεκιήλ) Ἀφοῦ τὸ βαποράκι ἐστάθη ὡς µισὴν ὥραν εἰς τὸν µικρὸν ὅρµον. εἰς τὸ κέλευσµα τοῦ διάκου. ἀποτεινόµενος πρὸς τὸν πρῶτον βαίνοντα ἐκ τῶν ἱερέων. ἢ τὸ ἐνόµισον περιττόν. Ὅπως ὑπάρχουν ἐκκλησιαστικὰ δαιµόνια. οἱ ἑπτὰ παπάδες. ἡ ἄλλη εἰς τὸ κέντρον τῆς ἐπάνω συνοικίας. ὁ ἐπισκοπικὸς ἐπίτροπος. ἥτις ἐφαίνετο σχεδὸν γεµάτη ἀπὸ κόσµον. ὅµως. Ὁ παπα-Γιαννάκης. εἰς τὸ βαπόρι. . ἐφώναξεν ἕνα νέον κρατοῦντα τὰς κώπας. Οἱ παπάδες ἤξευραν. ἐκινήθησαν γοργῶς. Ἐπειδὴ ὁ ∆εσπότης δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐξέλθῃ. χάριν τῆς ἰδίας εὐκολίας του. κι᾿ ἔτρεξε διὰ ν᾿ ἀπολαύση αὐτὸς πρῶτος τὴν ὑπερτάτην ἡδονὴν τῆς κωδωνοκρουσίας. Πάραυτα ἐσιόφισεν. Τώρα. ἔφηβος ὡς 16 ἐτῶν. ἐκχέουσαι µεγάλην καὶ παρατεταµένην κωδωνοκρουσίαν. διὰ νὰ τρέξουν νὰ σηµάνουν τὶς καµπάνες. . οὐχὶ τὰ πρόβατα βόσκουσιν οἱ ποιµένες. 83 ἐτῶν ἄνθρωπος. ἂν καὶ πρώτην φορὰν τὸν ἔβλεπε. καὶ τοῦ λέγει. Θὰ ἠµποροῦσε νὰ φωνάξη ἀπὸ τὴν βάρκαν πρὸς τοὺς ἔξω. ἀλλὰ δὲν τὸ ἔκαµε.Γιατί δὲν ἐσηµάνατε τὶς καµπάνες.

τι δὲ περιττὸν γίνεται.ἐπετίµησεν ἕνα τῶν ἱερέων. Ἀλλὰ διὰ τὰ γαλόπουλα. διότι ὡς ἐπαρχιώτης καὶ ἀσυνήθιστος ἀπὸ ἀρχιερατικὰς ἱεροπραξίας. Εἶτα ἀνῆλθεν ὑψηλὰ εἰς τὸ καµπαναριό.ἴσως ἀπὸ ψαµµίασιν ἢ καὶ διαβήτην. Ἔπασχε ἀπὸ στοµαχικὰ καὶ καρδιακὰ συµπτώµατα . κανεὶς δὲν τοῦ ἐζήτησε λογαριασµὸν πόσα εἶχε ξοδεύσει. Θὰ ἦτο ὑπερβολὴ βεβαίως ἂν ἐλέγαµεν. Ἀλλ᾿ ὁ διάκος εἶχε τὰ νειάτα του. Τέλος κατώρθωσε νὰ δώση λογαριασµὸν ὁ γέρων ἐπίτροπος εἰς µετρητά. Ὅταν δὲν ἦτο παρὼν ὁ διάκος. Καὶ ὅµως τὸ Εὐχολόγιον γράφει µόνον. ὅτι ὠµοίαζε µὲ τὸν ἀρχιποιητὴν ἐκεῖνον τῆς Παπικῆς αὐλῆς. βαστάζοντα τὸ Ἅγιον Ποτήριον. αὐτὸς δὲν ἠδύνατο νὰ ἐννοῇ τίποτε ἀπὸ τοὺς θυµοὺς καὶ τὰς ἐξάψεις τοῦ Σεβασµιωτάτου. Ὅ. 79 . ὅστις εἶχε παραπονεθῆ ποτε. εἶναι βέβαιον. µηδὲ νὰ πικραίνεται τίποτε. ὅτι ἔκαµνε στίχους διὰ χίλιους ποιητάς. Ὁ ∆εσπότης ἠδύνατο νὰ τὸν ἐπιτιµᾶ καὶ νὰ τὸν ὀνειδίζῃ µάλιστα. τὸν πλέον πεπειραµένον. τοῦ Λέοντος τοῦ Ι´. καὶ δὲν εἶπε: «∆ι᾿ εὐχῶν τοῦ ἁγίου ∆εσπότου ἡµῶν».Καθὼς ἔτρεχεν. κι᾿ ἔρριψε τὸ σχοινίον τῆς τρίτης εἰς ἓν ἄλλο παιδίον παρὰ τὴν βάσιν τοῦ κωδωνοστασίου. ἡ πρώτη χαρακτηριστικὴ πρᾶξις τῆς ποιµαντικῆς του . ὅτι ἠγάπα πολὺ τὸ ἐντόπιον µοσχᾶτον εἰς δαµιτζάνες προσφερόµενον. ὅτι «βλέπει ὁ ἱερεὺς πρὸς τὸν λαόν». καὶ τὸν ἐβίασε νὰ σταθῇ ἐπὶ ἓν λεπτὸν εἰς τὰ βηµόθυρα. καὶ ἄλλοι ἐναέριοι ἦχοι ἀπήντησαν ἀπὸ τὴν ἄλλην ἐκκλησίαν. εἶπε τὸ σύνηθες «∆ι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡµῶν».καὶ αὐτὸ ὑπῆρξε µετὰ τὴν περὶ κωδωνοκρουσίας διαταγήν. νῦν καὶ ἀεί». µὲ τὴν ἄλλην χεῖρα τὴν λαβὴν τοῦ ἐπικράνου τῆς ἄλλης. τὴν ξανθὴν γενειάδα καὶ τὴν κόµην του. Εἰς τὸ «Πάντοτε. τὸν ἐπίτροπόν του. Τὴν Κυριακὴν ὅταν ἐλειτούργησεν ὁ ἐπίσκοπος. ἀφοῦ πουθενὰ δὲν τὸ εἶχεν εὕρει γραµµένον. Ἐκεῖ. δι᾿ ὅλας τὰς ἀδείας γάµου καὶ τὰ λοιπὰ «δικαιώµατα» τῆς Ἐπισκοπῆς. ὅταν ἐπέστρεψεν ἀπὸ τὴν γείτονα νῆσον ὁ Σεβασµιώτατος. Μετὰ µίαν στιγµὴν µανιώδης κωδωνοκρουσία ἤρχισε. τὴν διὰ τοῦ διάκου δοθεῖσαν. ὡς πρώτην φορὰν ἐρχόµενος. κατόπιν τοῦ «Μετὰ φόβου Θεοῦ». τοὺς ἀστακοὺς καὶ τ᾿ αὐγοτάραχα. τὸν Φώτην. τὸν γεροντότερον. εἰς τὸ τέλος τῆς δοξολογίας . ἐπῆγε κατ᾿ εὐθεῖαν εἰς τὸν ναόν. τὸ ὅτι ἦτο πολὺ κωφός. καὶ ὄχι ἵσταται εἰς τὴν Ἁγίαν Πύλην. χωρὶς αὐτὸς ν᾿ ἀντιλαµβάνεται. διὰ νὰ τοῦ ἐξηγήση. ἔκραξε τὸν ἄλλον ἀδελφόν του. ἀλλὰ καὶ ἐγγράµµατον ἱερέα. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ ∆εσπότης ἦτο ἐγκρατέστατος. τὸν ἔπιασεν ἀποτόµως ἀπὸ τὸν βραχίονα. καὶ τὸν ἔστειλεν εἰς τὴν ἐπάνω ἐνορίαν πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν. Ὁ δυστυχὴς ἱερεὺς πῶς νὰ τὸ ξεύρη. εἰς τὸ τέλος τῆς λειτουργίας ἔδωκε νέον δεῖγµα τῆς ποιµαντικῆς του. καὶ οἱ παπάδες ἐπέστρεψαν εἰς τὴν ξηράν. ἐκόλλησεν ὡς τελώνιον εἰς τὴν µεγάλην καµπάναν. Καὶ ὑπὸ τοὺς ἤχους αὐτοὺς τὸ ἀτµόποοιον ἀπέπλεε. Μέγα εὐτύχηµα ὑπῆρξε γιὰ τὸν ἄλλον γέροντα. ἐν µεγάλῃ κλαγγῇ κωδώνων. τὸ ὁποῖον εἶχε κλειδώσει πεισµόνως ἔξω ἀπὸ τὸ πορτέλλο τοῦ καµπαναριοῦ. Ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ. µαρτυρεῖ µόνον τάσιν πρὸς τὸ ποµπῶδες καὶ θεατρικὸν .ὡς νὰ ἐπρόκειτο. Μετὰ δυὸ ἑβδοµάδας. νὰ γίνῃ καὶ ∆ευτέρα Μετάληψις. ἤρπασε τὸ γλωσσίδι της. εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ὁποίου κατέλυσεν ὁ ἱεράρχης. καὶ εἰς τὸν ὁποῖον ὁ περιώνυµος Ποντίφηξ ἔδωκε τὴν ἀπάντησιν: Et pro mille allis archipoeta bibit.ὅπως συνηθίζουν µάλιστα οἱ Ρῶσοι. διὰ νὰ εἴπῃ τὸ «Πάντοτε» .

τοὺς ἐνουθέτησε νὰ εἶναι καθάριοι. κι᾿ ἐπῆγε νὰ ποιµάνῃ καὶ ἄλλα πρόβατα. νὰ µὴ καπνίζουν ναργιλὲ δηµοσίᾳ καὶ νὰ µὴν κρατοῦν ποτὲ ράβδον . προεπέµφθη. ἐπεβιβάσθη στὸ βαποράκι. 80 . ἀφοῦ ἔδωκε τὸ τελευταῖον καὶ κυριώτερον µάθηµα ποιµαντικῆς εἰς τοὺς ἱερεῖς του .ἐν ἤχῳ κωδώνων καὶ πάλιν.Τέλος ὁ Σεβασµιώτατος.

πρὶν σηµάνῃ. Ἄνδρας εἰς τὴν ζωήν της θὰ εἶχε δείρει. πόλεµον εἰς τὸν ἐλαιῶνα. τὴν ἀκολουθίαν τῶν Χριστουγέννων. ἕνα 81 . εἰς τὸ διαµέρισµα τῶν ἡλικιωµένων γυναικῶν -τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο χωριστὰ ἀπὸ τὸν ἀνώγειον γυναικωνίτην. ἰσχνή. Αὐτή. κατὰ τὴν βορειοδυτικὴν γωνίαν-. ἀπεδεικνύετο. τὸν ἔνιψε. εἶναι βιλάνες. τῆς ἔβγαλαν κι αὐτὸ τὸ παρεγκώµι. ἡ κοινῶς λεγοµένη Ντελησυφέρω. ὅπου ἐχρειάσθη νὰ ἔχῃ µέγα φρόνηµα καὶ θάρρος ἡ Χρήσταινα. καὶ τὴν εἶπαν Ντελησυφέρω. Πόλεµον εἰς ὅλην τὴν γυναικείαν σφαῖραν της. Καὶ τῷ ὄντι. οἱ τωρινές.Ἡ Ντελησυφέρω Πῶς ἐβιάσθη κ᾿ ἐσήµαινε τόσον ἐνωρίς. κατὰ καιρούς. καὶ πάππος καὶ µάµµη διὰ τὰ ἐγγόνια της. µὲ τὸ ν᾿ ἀγαπᾷ τὸν πόλεµον ἡ θειὰ-Μαριὼ ἡ Χρήσταινα. ἄναψε τὸ φαναράκι της κ᾿ ἐξῆλθε. χηρεύουσα νέα. ∆ὲν ξέρει καθεµιὰ τὴν ἀράδα της. ἀναγκασµένη νὰ εἶναι καὶ πατέρας καὶ µάννα διὰ τὰ ὀρφανά της. ἢ τὸ ξυπνητήρι του τὸν ἐγέλασε. τώρα ἐχτύπησε βαθιὰ τὰ µεσάνυχτα. συνοδευοµένη ἀπὸ τὸν ἐγγονόν της. ἀπὸ ἐκείνας ποὺ πηγαίνουν εἰς τὴν ἐκκλησίαν δυὸ φορὲς τὸν χρόνον. διὰ νὰ δείξουν τὰ στολίδια τους. Πόλεµον εἰς τὴν οἰκίαν διὰ νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν πειθαρχίαν εἰς τὰ τέκνα της ἢ εἰς τὴν νύµφην της. πέντε ἢ ἕξ· ἕνα πλεονέκτην γείτονα εἰς τὰ κτήµατά της. µελαψὴ καὶ ρωµαλέα. Ἢ ὕπνον δὲν θὰ εἶχε. ἀναφάνταλες. τώρα µόλις θὰ πρόφθανε νὰ ἐνδυθῇ καὶ νὰ ἑτοιµασθῇ καὶ θὰ ἔτρεχε µὲ βίαν. ὁ παπα-Μανώλης ὁ Σιρέτης. πόλεµον εἰς τὴν ἐκκλησίαν διὰ τὸ στασίδι καὶ διὰ τὴν «ἀράδα της».Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης . τὴν χήραν. καὶ τῆς πάρῃ µὲ ἀδιακρισίαν τὸ στασίδι της. διὰ νὰ πάῃ µὲ τὴν ὥραν της νὰ πιάσῃ καὶ τὸ στασίδι της. Ἄλλες χρονιὲς ἡ καµπάνα ἐβαροῦσε τέσσερες ὧρες νὰ φέξη. διότι οἱ περισσότερες.πόλεµον εἰς τὸν φοῦρνον διὰ τὰ ψωµιά. χωρὶς νὰ τὸ ἠξεύρῃ συµφωνοτάτη µὲ τὸν παλαιόν. ἢ τ᾿ ὡρολόγι του εἶχε σταµατήσει. µήπως προλάβῃ καµµία ἄλλη. πόλεµον εἰς τὴν αὐλὴν καὶ εἰς τὸν δρόµον διὰ νὰ σωφρονίσῃ τὴν γειτόνισσαν ἥτις τὴν ἐνωχλοῦσε . κ᾿ ἐφόρεσε τὴν µακρὰν µεταξωτὴν µανδήλαν της. ἐσήκωσε τὸν µικρὸν ἐγγονόν της. διὰ νὰ ξέρῃ καλὰ τὴν δική της καὶ νὰ προσπαθῇ µὲ πάντα τρόπον νὰ τὴν φυλάξῃ. µόλις εἶχε κλείσει τ᾿ ὄµµα εἰς ἐλαφρὸν ὕπνον. Κ᾿ ἡ θειὰ-Μαριὼ ἡ Χρήσταινα. Ἔπειτα. στολισµένη κ᾿ ἕτοιµη. εἰς τὸ ἐπίπεδον τοῦ ναοῦ. ἢ εἰς τὰ τέκνα τῶν τέκνων της. Κι αὐτὴ ὁποὺ τὶς ἄλλες χρονιὲς ἦτον ἐπὶ ποδὸς µίαν ὥραν ἀρχύτερα. ὅστις εἶπε: «Πόλεµος πάντων πατήρ». ὁποὺ θὰ πῇ ἐκστρατεία. πόλεµον καὶ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τὴν ἀνδρικὴν ἀκόµη. νὰ κοιµᾶται µαζὶ µὲ τὸ µικρὸν κοράσιόν της. ἄφησε τὴν νύµφην της. ἐνεδύθη κ᾿ ἐστολίσθη. Ἐσηκώθη. ἐνόµιζαν τάχα πὼς ἦτον «ντελήδισσα γιὰ τὸ συµφέρο της» καὶ δὲν ἐνθυµοῦντο πλέον τὰ παραµύθια τῆς κυρούλας τους: «Κίνησ᾿ ὁ βασιλιᾶς νὰ πάῃ στὸ σεφέρι». Κ᾿ εἶχε δίκαιον νὰ ἀνησυχῇ διὰ τὸ στασίδι. σοῦσες-µαροῦσες. ὅταν ὁ υἱός της ἀπέθανε καὶ τῆς ἄφησε δευτέραν ὀρφάνια. τὸν ἐστόλισε. Ἦτον ὑψηλή. πόλεµος. ἀστάνευτες. πόλεµον εἰς τὰ δηµόσια γραφεῖα καὶ τ᾿ ἀρχεῖα µὲ τοὺς καταπιεστὰς ὑπαλλήλους καὶ εἰσπράκτορας. µὲ τοὺς κακοὺς γείτονας. καὶ ἀµέσως τὴν ἐξύπνησε τῶν κωδώνων ἡ χαρµόσυνος κλαγγή. πόλεµον εἰς τὴν ἀγορὰν µὲ τοὺς αἰσχροκερδεῖς καπήλους καὶ τοκογλύφους. Οἱ τωρινές.

. µὲ τὴν µακρὰν µεταξωτὴν µανδήλαν. πότε ὡς νὰ ἐβοήθει τὸν ψάλτην µακρόθεν. εἰς τὸ γωνιαῖον ἀκριβῶς στασίδι ἔλεγεν ὡς νὰ ἦτο ὑποβολεύς: . νὰ ἐπέρχεται. κατ᾿ εὐθεῖαν πρὸς αὐτὴν (µία γείτων κάτι τῆς ἐψιθύρισεν εἰς τὸ ὠτίον)..«∆εῦτε ἴδωµεν πιστοί.«Ὁ Θεός. τροπάρια. αἰτήσεις.Τ᾿ ἀκοῦτε. πὼς ἦτον δικό σου τὸ στασίδι. ἐκείνη ἥτις εἶχε τολµήσει νὰ τῆς πάρῃ τὸ στασίδι της πρέπει νὰ ἦτον πολὺ ἄπειρος. Καὶ οἱ χριστιανοὶ µετὰ δυσκολίας ἔπνιγον τοὺς γέλωτας. ὅταν ὁ ψάλτης ἤρχισε: . πρὶν νὰ τὰ εἴπῃ ἀκόµη ὁ παπᾶς ἢ ὁ ψάλτης ἢ ὁ διαβαστής.. καὶ ἄλλοι νὰ µορφάζουν. ἐφαίνοντο µερικὰ πρόσωπα ἀνδρῶν νὰ µειδιοῦν. πλιό. Ἐγὼ δὲν τὄ ῾ξευρα. ἐκφωνήσεις· ὁ δὲ δεύτερος νὰ δεικνύῃ ὅτι δὲν ἀνέχεται τὴν µανίαν αὐτὴν καὶ νὰ τὴν σκώπτῃ καὶ νὰ τὴν χλευάζῃ.» Ὁ Νταραδῆµος συνέψαλλε µαζί του. καὶ ὁ καπετὰν Γιῶργος ὁ Κονόµος... καθὼς ἰσχυρίζετο αὐτή. .. Εἰς τὴν ἀντικρινήν. ἕνα νέον χωροφύλακα. ὡς θύελλα. εἶχον τὴν µανίαν. θεία-Μαργώ. οὔτε δάρσιµον. ἐξῆλθε καὶ παρεχώρησε τὴν θέσιν. εἶπεν. ὁ Θεός µου. ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός. ὅλα τὰ µέρη τῆς ἀκολουθίας. Καὶ τὸ ἐπεισόδιον ἔληξε µετ᾿ ὀλίγους ψιθυρισµούς. καὶ δὲν ξέραµε νὰ τὸν παίρναµε ἀποβραδὺς στὰ σπίτια µας. Ἐδίψησέ σε ἡ ψυχή µου».ἴσως διότι τὸ ἔκαµεν ἐξ ἀγνοίας. Καὶ ὁ Κονόµος ὅστις εὑρίσκετο δυὸ ἢ τρία στασίδια παρεµπρός. ὁ µὲν πρῶτος ν᾿ ἀπαγγέλλῃ. ψαλµούς. τὴν χρονιὰν ἐκείνην. ὅπου ἅπλωναν τὰ πλυµένα ροῦχα. αὐτὴν τὴν φοράν. τ᾿ ἀκούσατε. ἐφάνη λίαν ἐνδοτική.. εἰς τὸ γιουδέκι ἄνωθεν τοῦ δεσποτικοῦ. Καὶ ὁ προεστὼς τοῦ χοροῦ. καὶ µίαν εἰς τὴν ἐκκλησίαν. Εὐτυχῶς.Ἔλα. καὶ εἰς τὴν ἐξοχήν. κι ἀλλοῦ. καὶ ὁ γέρο-Κονόµος: 82 . πρὸς σὲ ὀρθρίζω. διότι ἄλλως δὲν θὰ ἐτόλµᾳ νὰ τὰ βάλῃ µὲ τὴν Ντελησυφέρω. χριστιανοί. µὲ φωνὴν ἀρκούντως ἀκουστήν. Εἶτα πάλιν. Ὁ Νταραδῆµος. κ᾿ ἕνα εἰσπράκτορα τοῦ δηµοσίου. πρὸς σὲ ὀρθρίζω». ὁποὺ τῆς ἐζήτει. Γυναῖκες εἶχε δείρει παραπολλὰς εἰς τὸν φοῦρνον καὶ εἰς ἕνα αὐλόγυρον. Θὰ γλυτώναµε ἀπ᾿ τὸν κόπο νὰ ῾ρθοῦµε στὴν ἐκκλησιά. ∆ὲν συνέβη. οὔτε µαλλιοτράβηγµα εἰς τὸ διαµέρισµα τῶν γηραιῶν γυναικῶν.«Ὁ Θεός. τὴν νοτιοδυτικὴν γωνίαν τοῦ ναοῦ. καὶ τὸ βλοσυρὸν βλέµµα. νὰ µᾶς τὰ πῇ ὅλα!. δυὸ φορὲς τὸν ἴδιον φόρον. ∆υὸ παράξενοι γέροι.µικρέµπορον ὁποὺ τῆς «ἐπανώγραφε» τὰ ὀλίγα βερεσέδια της. στρεφόµενος πρὸς τοὺς περὶ αὐτόν: . ἐπανελάµβανεν: . Κάτι ἄλλο συνέβαινε. Ἅµα εἶδε τὴν γραῖαν. ὁ Νταραδῆµος. ὁ Θεός µου.

νὰ τοὺς µάθῃ τζάµπα! Καὶ οἱ παρεστῶτες ἀκουσίως ἐµειδίων.». νέµοις ἄχραντε. 83 ..Τὸν ἀκοῦτε. δίδου». καὶ εἶχεν εἰσαχθεῖ ἔθιµον. κατέφερεν ἕνα κτύπον εἰς τὸ βιβλίον καὶ τὸ ἀνέτρεψε.. προαιρετικὰ φιλοδωρήµατα εἰς τὸν κανονάρχον. ὅστις ἦτο ἀνεψιὸς τοῦ προεστοῦ καὶ γυιὸς τοῦ ψάλτου.∆ὲν λέω ἐγὼ τὰς «προαιρέσεις» ντρέπουµαι. ἀναβλέψας καὶ ἰδὼν τοὺς γέρους νὰ σταυροκοποῦνται -ἐπειδὴ τὴν στιγµὴν ἐκείνην ἐψάλλετο τὸ ἀκροτελεύτιον «τὴν χάριν δέ. µίαν στιγµὴν πρὶν ὁ παπα-Μανώλης νὰ ἐκφωνήση: «Σὺ γὰρ εἶ ὁ Βασιλεὺς τῆς εἰρήνης.» Κι ὁ γέρο-Κονόµος: . βρὲ παιδιά. διὰ ν᾿ «ἀσηµώσουν» τὸν κανονάρχον. Μετὰ πέντε λεπτὰ κάποιος µικρὸς συγκλονισµὸς ἐφάνη ἐντὸς τοῦ χοροῦ... ὅστις χωρὶς νὰ λάβῃ τὸν κόπον νὰ κύψῃ κάτω. ὁ Ἀλέκος. δὲν βάζουν τὸν Νταραδῆµο. Ἐκεῖ κάτω ἀπὸ τὸ ∆εσποτικόν. Εὐθὺς τότε ἔτρεξε γύρω-γύρω τείνων τὸ βιβλίον διὰ νὰ τὸν ἀσηµώσουν. σπανίως κανὲν σβάντζικον. Πᾶνε καὶ σκοτίζονται καὶ πληρώνουν γιὰ νὰ γένουν παπᾶδες.. ποὺ εἶναι ὁ ἴδιος καὶ παπᾶς καὶ διάκος καὶ ψάλτης.. ∆υὸ λειτουργίες κάνουµε τώρα. προσκυνῆσαι τὸ κλέος». δὲν τὸν παίρνουν δάσκαλο.. εἶδεν ἓν σβάντζικον καὶ δυὸ ἄλλα µικρότερα κέρµατα. Ὁ ἄλλος Ἀλέκος ἤρπασεν ἀπλήστως τὸ Μηναῖον.. Ἔπειτα. µὲ πολλὴν εὐλάβειαν. µεταξὺ τοῦ κύκλου ὀλίγων µαγκῶν καὶ µαθητῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ σχολείου. πρὸς τοὺς προεστοὺς καὶ ἄλλους κατόχους τῶν στασιδίων. καὶ ἤρπασεν αὐθαιρέτως τὸ Μηναῖον ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ ἄλλου Ἀλέκου. Πές τις ἐσύ. ὅστις τελειώνει εἰς τὰς λέξεις «ὅση πέφυκεν ἡ προαίρεσις. τοὺς ἐµιµήθη κι αὐτός.. ὁ γυιὸς τοῦ παπαΜανώλη. Τὸν εἱρµὸν τῆς θ´ ᾠδῆς. ὅταν τὸ παιδίον τὸ κανοναρχοῦν ἐτελείωνε τὸν στίχον ἐκεῖνον. ὅταν ὁ Ἀλέκος ἐκανονάρχησεν ἕως τὸ «δεινὸν παιδοκτόνον ἐγκατέλιπον παιζόµενον» πρὶν ἀρχίσῃ τὸ «Στέργειν µὲν ἡµᾶς» µετεµελήθη κι ἔκραξε τὸν συνονόµατόν του.Τ᾿ ἀκούσατε. ὁ Ἀλλοιβαβαῖος καλούµενος. οἵτινες ἐφιλοτιµοῦντο νὰ ῥίπτωσιν ἐντὸς τοῦ βιβλίου ἀργυρὰ κέρµατα. τουρκικά. Αὐτὴν τὴν νύκτα ἠθέλησεν ἐπιµόνως νὰ «πῇ τὰς προαιρέσεις».Τί θέλεις. Εἶτα. Ὁ πλέον κερδισµένος ἀπ᾿ ὅλους ἐβγῆκεν ὁ Νικολὸς τοῦ ∆ιανέλου.. Ἐπρόκειτο νὰ κανοναρχήσουν τὰς «προαιρέσεις». Ἀκολούθως. χριστιανοί. Ὁ Ἀλέκος ἔκαµε νὰ κλείσῃ τὸ Μηναῖον. τὸν ἠρµνήνευσεν ὅτι ἐσήµαινε νὰ δίδωνται.. κ᾿ ἐκανονάρχησε τὰς «προαιρέσεις». κ᾿ ἐπρόφθασε νὰ τὰ πλακώσῃ µὲ τὸ πέλµα τῶν ποδῶν του. ἀνόητοι ποὺ πᾶν καὶ κοπιάζουν γιὰ νὰ µάθουν ψαλτικά. . ὁ Νταραδῆµος ἀπήγγελλε: «Σὺ γὰρ εἶ ὁ Βασιλεύς. Ἄλλος µάγκας. Τὰ ἀργυρὰ κέρµατα ἐχύθησαν µετὰ κρότου κάτω εἰς τὰς πλάκας. χάριν τῆς ἡµέρας. οἵτινες περιεβόµβουν τὰ ἀναλόγια. ἄδηλον ἂν ὁ κὺρ Ἀναγνώστης τῆς Εὐγενίτσας ἢ ὁ µπαρµπ᾿ Ἀναγνώστης ὁ Παρθένης ἢ ἄλλος τις προγενέστερος αὐτοῦ.. Παρθένε. ∆υὸ ἢ τρία παιδία ἔκυψαν µετὰ θορύβου κάτω ἀναζητοῦντα νὰ εὕρουν τ᾿ ἀργυρὰ νοµίσµατα.. . ἓν ἁγυιόπαιδον ἐξάµωσε τὴν χεῖρα διὰ νὰ τοῦ ἁρπάσῃ ἕνα πενηνταράκι. νὰ περιέρχεται τεῖνον ἀνοικτὸν τὸ Μηναῖον.

Κύριε. γειτόνισσα! Ἐπροχώρησαν ὁµοῦ ὀλίγα βήµατα. Εὐλογηµένος ὁ ἐρχόµενος.Κύριε ἐλέησον· . Ἔξω.Καλὴ ψυχή. προσκυνᾶτε.. . βοήθειά µας ὁ Χριστός! . Ἔφθασαν εἰς τὴν αὐλὴν τῆς οἰκίας τοῦ γεροΚονόµου...Ἔρχεσαι νὰ κάµουµε µία δουλειά. Κύριε. Ἐγὼ δὲν ἔχω ὕπνο. Μετ᾿ ὀλίγον ᾖλθε καὶ ὁ παπα-Μανώλης.. πρὶν ἔλθῃ ὁ γέρος νὰ τῆς πῇ. λέγει οὖτος. θὰ σᾶς στείλω κ᾿ ἐγὼ τηγανίτες ἀλειψές. πρὶν ὁ παπᾶς εἴπῃ τὸ «Μετὰ φόβου Θεοῦ». χριστιανοί!. δὲν θὰ σὄχῃ ζεστασιά. κάτω ἀπὸ τὸ τελευταῖον στασίδιον. Ὁ Νταραδῆµος εἶχεν ἀνάψει τὸ φαναράκι του... ὅστις τώρα µόλις ἐτελείωσεν ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν. . Ὄπισθεν τοῦ γέρο-Κονόµου ἤρχετο ἡ Χρήσταινα ἡ Ντελησυφέρω µὲ τὸν ἐγγονόν της. Φαίνεται θὰ τὶς εἶχεν ἕτοιµες ἡ χήρα.. Ἀνέβηκαν οἱ δυὸ εἰς τὸ ἀρχοντικόν του γερο-Κονόµου. Ἐστρώθησαν εἰς τὰ πλούσια µεντέρια. γυρίστε! Κ᾿ ἐπῆγε ν᾿ ἀσπασθῇ καὶ νὰ λάβῃ τὸ ἀντίδωρον.. κατὰ τὸν Νταραδῆµο. ὀλίγον εἶχε πιάσει τὸ χιόνι. Ἐµένα ἡ Κονόµισσα θὰ µὄχῃ κάτι τί. Τὰ φουσκάκια (ἢ τοὺς λοκµάδες) τὰ εἶχε ἕτοιµα ἡ γερόντισσα. Ἐσένα ἡ γριὰ σ᾿ βαριέται. ὁ καπετὰν Κονόµος τὸν ἠκολούθει µακρόθεν. Ἀνεβαίνεις. ἐµαίνετο ὁ βορρᾶς. στραφεὶς µὲ τὴν µίαν πλάτην πρὸς αὐτόν. ἡ νύφη της. εἶπεν ἡ Ντελησυφέρω. . ἥτις διεξήχθη πολὺ σύντοµα. τὸν ὁποῖον συνώδευε καὶ ὁ ἄλλος Ἀλέκος. «Μετὰ φόβου Θεοῦ. ἄνοιξον ἡµῖν. ∆ῆµο.. Τὸ φαγὶ τὸ εἶχε κατεβασµένο. πίστεως!. ἠκούσθη καὶ πάλιν ἡ φωνὴ τοῦ γερο-Νταραδήµου: . φέρουσα καὶ τηγανίτες.Τέλος. 84 .Μετὰ χαρᾶς θὰ τὶς δεχτοῦµε. .Καλά. εἰς τὰ στενὰ σοκάκια τοῦ βορείου ὑψηλοῦ χωρίου.Καλὴ χρονιὰ γείτονα.Καρτέρει κ᾿ ἐµένα. καὶ δὲν εἶχε ῥίψει τὸ ῥύζι διὰ τὴν σούπαν. νὰ µ᾿ φέξῃς λιγάκι. .. Περὶ τὸ τέλος ἀκριβῶς. ἔκαµε µισὸν σταυρόν. ἐµβῆκαν εἰς τὴν καθ᾿ αὐτὸ λειτουργίαν. καταδῶ. γειτόνισσα. ἀκολουθούµενος ἀπὸ τὸν υἱόν του Ἀλέκον. Ὁ γέρο-Κονόµος. ∆ῆµο. σιµὰ εἰς τὸ παφλάζον πῦρ τῆς ἑστίας. . Μετὰ δέκα λεπτὰ ἔφθασεν ἡ Ντελησυφέρω.

ἔτρωγεν ἀνὰ δυὸ-δυό.Θὰ µᾶς πῇς τώρα καὶ κανένα τροπαράκι γιὰ τὴν καλὴ χρονιά. ἀπαράτησαν ἕνα µεγαλυνάριο. Μυστήριον ξένον. Τέλος ὁ γέρο-Κονόµος λέγει εἰς τὸν Νταραδῆµον: . δὲν ξέρω πῶς τοὺς ᾖρθε.. Ὁ Ἀλέκος τοῦ παπᾶ δάγκανεν ἕν.. χωρὶς νὰ καίεται. τὴν Ἁγνὴν Παρθένον.Ἀληθινά. Ὁ ἄλλος ὁ συνονόµατός του.Ἐῤῥίφθησαν εἰς τὰ φουσκάκια. ἐκαίετο καὶ τὸ ἐφύσα. Ἡ φιάλη µὲ τὴν µαστίχαν ἔκαµε δυό-τρεῖς γύρους. τὴν γεννησαµένην Χριστὸν τὸν Βασιλέα». «Μεγάλυνον. Μὴν ἐξέχασαν κανένα οἱ ψάλτηδες καὶ δὲν τὸ εἶπαν. . ψυχή µου. 85 . εἶπεν ὁ Νταραδῆµος.

ἰδοῦσα τῇ ἡµέρᾳ τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους 187. ὁ Γεώργης καὶ ὁ Βασίλης. Μὴ χειρότερα! Τί νὰ πῇ κανείς. ἑµάζωνε ἐλιές. ὅλα τὰ ἐχρησιµοποίει. τὰ σωθικά του. ὅστις προηγήθη εἰς τὸν τάφον τῆς συµβίας Ἀχτίτσας. διὰ νὰ πάρῃ καὶ ἄλλον κόσµον εἰς τὸν λαιµόν του. Ἡ κόρη της ἀπέθανεν εἰς τὸν δεύτερον τοκετόν. ∆ιὰ τῆς µεθόδου ταύτης ὠκονόµει ὅλον τὸ ἐνιαύσιον ἔλαιον τοῦ λυχναρίου της. Τὰ δυὸ παιδιά. Μήπως τὸν ἤκουσεν. µιὰ φράγκα. µέθυσος καὶ [µὲ] ἄλλας ἀρετὰς ἀκόµη. Ἄλλοι πάλιν πατριῶτες εἶπαν ὅτι ἐνυµφεύθη εἰς ἐκεῖνα τὰ χώµατα. ἀργολογοῦσε. ἕνα ξωθικό. ἐξενοδούλευε. Τοῦτο δὲ διότι ἦτο γνωστότατον ὅτι ἡ θεια-Ἀχτίτσα εἶχεν ἰδεῖ τὴν προῖκα τῆς κόρης της πωλούµενην ἐπὶ δηµοπρασίας πρὸς πληρωµὴν τῶν χρεῶν ἀναξίου γαµβροῦ. χωρὶς νὰ ἴδῃ τὰ δεινὰ τὰ ἐπικείµενα αὐτῇ µετὰ τὸν θάνατόν του. Εὐτυχὴς ὁ µακαρίτης. Ἡ βρατσέρα ἐκείνη ἀπωλέσθη αὔτανδρος.Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης . κ᾿ ἐγύριζεν εἰς τὰ ποτόκια. ποὺ δὲν ἤξευρε νὰ µιλήσῃ ρωµέικα. Μήπως τὸν εἶδε.. µὰ γαµπρὸ (τὸ λαµπρὸ τ᾿ νὰ βγῆ!).Ἡ Σταχοµαζώχτρα Μεγάλην ἐξέφρασεν ἔκπληξιν ἡ γειτόνισσα τὸ Ζερµπινιώ. Ἦτο καλῆς ψυχῆς. ἐπνίγησαν βυθισθείσης τῆς βρατσέρας των τὸν χειµῶνα τοῦ ἔτους 186. ἂς εἶχε ζωή! ὁ συχωρεµένος. τί καηµός! Τέτοια τροµάρα καµµιᾶς καλῆς χριστιανῆς νὰ µὴν τῆς µέλλῃ. διότι ἦτο ἔρηµος καὶ χήρα καὶ διότι ἀνέτρεφε τὰ δυὸ ὀρφανὰ ἔγγονά της µετερχοµένη ποικίλα ἐπαγγέλµατα. τὸ πρόκοψε ἀλήθεια! Χαρτοπαίκτης. Ἔκαµε δὰ κι αὐτὴ ἕνα γαµπρό. ἐβοτάνιζε. Εἶτα κατὰ Ὀκτώβριον. τὰ σπλάχνα του. Εἶπαν πῶς ξαναπαντρεύτηκε ἀλλοῦ. ἅµα ἤνοιγαν τὰ ἐλαιοτριβεῖα. ἀφεῖσα αὐτῇ τὰ δυὸ ὀρφανὰ κληρονοµίαν. ὁ ἀσυνείδητος! Τέτοιοι ἄντρες!. ἔβαλε τὰ δυνατά της.. κάµποσα βότσια ἀραβοσίτου ἀπ᾿ ἐκεῖ. Τί νὰ κάµῃ. Ἦτο (ἂς εἶναι µοναχή της!) ἀπ᾿ ἐκείνας ποὺ δὲν ἔχουν στὸν ἥλιο µοῖρα. ἔλεγαν. διὰ νὰ ἔλθῃ αὐτοῖς ἀρωγὸς καὶ παρήγορος. Ὁ τρίτος ὁ γυιός της. τὰ καηµένα! Κατὰ τὰς διαφόρους ὥρας τοῦ ἔτους. ἓν πενηντάρι ἐκ λευκοσιδήρου. Ἑµάζωνε κούµαρα καὶ τὰ ἔβγαζε ρακί. Μερικὰ στέµφυλα ἀπ᾿ ἐδῶ. καὶ εὑρίσκετο. ἐξενιτεύθη. Τί ἀξιολύπητα. κ᾿ ἑµάζωνε τὴν µούργα. ἔπαιρνεν ἕνα εἶδος πῆχυν. ἀλλὰ µήπως ἦτο καὶ αὐτὴ πλουσία. κ᾿ ἐπῆρε. Ὁ πατεριασµένος τους ἐζοῦσε ἀκόµα (ποὺ νὰ φτάσουν τὰ µαντᾶτα του. ὅπου κατεστάλαζαν αἱ ὑποσταθµοὶ τοῦ ἐλαίου.. λέει. τὰ ἀδιαφόρετα.. τί φρίκη. 86 .. µὰ τί νοικοκύρης. εἰς τὴν Ἀµερικήν. ἠµπορεῖ νὰ καταρασθῇ τὸ παιδί του.. Μιὰ ῾γγλεζοπούλα. µίαν στάµναν µικράν. τὴν θεια-Ἀχτίτσα φοροῦσαν καινουργῆ µανδήλαν. καὶ τὸν Γέρο καὶ τὴν Πατρώνα µὲ καθαρὰ ὑποκαµισάκια καὶ µὲ νέα πέδιλα. Πέτρα ἔρριξε πίσω του. ὁ µπαρµπα-Μιχαλιός. Ἡ γειτόνισσα τὸ Ζερµπινιὼ ὤκτειρε τὰς στερήσεις τῆς γραίας καὶ τῶν δυὸ ὀρφανῶν. κ᾿ ἐπροσπαθοῦσε ὅπως-ὅπως νὰ ζήσῃ τὰ ὀρφανά. τὸ χαµένο κορµί. ὁ σουρτούκης. ὥρα τὴν ὥρα!).

τὰ ὁποῖα οἱ µάγκαι τῆς γειτονιᾶς δὲν εἶχον πλέον ὄρεξιν νὰ τρώγουν. Περιεφρόνησε τὸ ὀνειδιστικὸν ἐπίθετον τῆς «καραβωµένης». ἴσως πρὸς ζήτησιν ἄρτου. βαρὺς χειµὼν ἐνέσκηψεν εἰς τὰ βορειότερα ἐκεῖνα µέρη. χωρὶς σχεδὸν νὰ πνεύσῃ νότος καὶ νὰ πέση βροχή. Πρὶν ξεκρεµάσῃ τὸν φύλακα ἀπὸ τῆς µασχάλης του. τὸ ἔτος ἐκεῖνο. οὐδεµία ἀκτὶς ἡλίου. διότι ἀπὸ τῆς αὔριον ἔπαυον τὰ µαθήµατα. Ἀλλ᾿ ἡ στάκτη ἦτο ὑγρά. Ἀπὸ τῶν κεράµων τῶν στεγῶν ἐκρέµαντο ὡς ὥριµοι καρποὶ σπιθαµαῖα κρύσταλλα. ἀπήρτιζε τρεῖς ἢ τεσσάρας σάκκους. τὰ ὁποῖα δὲν ἔλυωναν εἰς τὰ βουνά. Ἐκεῖ. ὅπερ ἐσφενδόνιζον ἄλλα γύναια κατ᾿ αὐτῆς. Ἀπὸ τοῦ Νοεµβρίου µηνός. τὰ ὁποῖα εἶχεν ἐµπιστευθῆ ἐν τῷ µεταξὺ εἰς τὰς φροντίδας τῆς Ζερµπινιῶς. Ἐσκάλιζε τὴν στάκτην. ἀφορία σχεδὸν καὶ εἰς αὐτὰ τὰ κούµαρα. οἱ χωρικοὶ τῆς Εὐβοίας καὶ τὰ χωριατόπουλα ἔρριπτον κατὰ πρόσωπον αὐτῶν τὸ σκῶµµα: «Νά! οἱ φ᾿στάνες! µᾶς ᾖρθαν πάλιν οἱ φ᾿στάνες!» Ἀλλ᾿ αὕτη ἔκυπτεν ὑποµονητική. εἶχον ρεύσει διὰ τῆς καπνοδόχου. Τὴν ἑσπέραν τῆς 23ης ὁ Γέρος εἶχεν ἔλθει ἀπὸ τὸ σχολεῖον περιχαρής. Τὴν ἐπαύριον ὁ χειµὼν κατέσκηψεν ἀγριώτερος. Ἡ θεια-Ἀχτίτσα ἔτρεξεν εἰς τὰ «ὀρµάνια» ἵνα προλάβῃ καὶ εἰσκοµίσῃ καυσόξυλα τίνα. ἐφύσα κατὰ τὰς παραµονὰς τῆς ἁγίας ἡµέρας. Ἡ ἀτυχὴς Πατρώνα ἐκάθητο ζαρωµένη πλησίον τῆς ἑστίας. ἔπλεεν ὑπερπόντιος καὶ διεπεραιοῦτο εἰς Εὔβοιαν. Μέχρι τῶν Χριστουγέννων οὐδεµία ἡµέρα εὔδιος. ἀφορία εἶχε µαστίσει τὴν Εὔβοιαν. ἤρχισε νὰ χιονίζῃ. οὐδεµία γωνία οὐρανοῦ ὁρατή. καὶ βαρὺς ὁ χειµὼν ἐπέπεσε. * Πλὴν ἐφέτος. Ἐνίοτε ἔπνεε ξηρὸς βορρᾶς. Περὶ τὰ µέσα ∆εκεµβρίου µόλις ἐπῆλθε µικρὰ διακοπή. ἀλλ᾿ ἡ ἑστία ἦτο σβεστή. νοµίζουσα ἐν τῇ παιδικῇ ἀφελείᾳ της (ἦτο µόλις τετραετές. ὄσαι µόλις θὰ ἤρκουν διὰ δυὸ ἑβδοµάδας ἢ τρεῖς. ὅπου κατῴκει ἡ Θεία-Ἀχτίτσα. ἀλλ᾿ οὐδὲ ψωµὸν ἄρτου εὖρεν ἐκεῖ. µετ᾿ ἄλλων πτωχῶν γυναικῶν. 87 . ἠσχολεῖτο συλλέγουσα τοὺς ἀστάχυς. χιονιστής. Ἡ γραῖα µόλις εἶχε προλάβει νὰ µεταφέρῃ ἐπὶ τῶν ὤµων της ἀπὸ τῶν φαράγγων καὶ δρυµῶν. διότι ὄνειδος ἀκόµη ἐθεωρεῖτο τὸ νὰ πλέῃ γυνὴ εἰς τὰ πελάγη. Ὁ χειµὼν ἐκεῖνος δὲν ἦτο φιλοπαίγµων.Ἀλλὰ τὸ πρώτιστον εἰσόδηµα τῆς θεία-Ἀχτίτσας προήρχετο ἐκ τοῦ σταχοµαζώµατος. καὶ δειλαί τινες ἀκτῖνες ἡλίου ἐπεφάνησαν ἐπιχρυσοῦσαι τὰς ὑψηλοτέρας στέγας. Εἶτα. Αἱ στέγαι τῶν οἰκιῶν ἦσαν κατάφορτοι ἐκ σκληρυνθείσης χιόνος. καὶ ἀποπλέουσα ἐπέστρεφεν εἰς τὸ παραθαλάσσιον χωρίον της. Κραταιὸς καὶ βαρύπνοος βορρᾶς. ὁλόκληρον ἐνιαυσίαν ἐσοδείαν δι᾿ ἐαυτὴν καὶ διὰ τὰ δυὸ ὀρφανά. σιωπηλή. ἐκ χιόνος τακείσης ἴσως διὰ τίνος λαθραίας καὶ παροδικῆς ἀκτῖνος ἡλίου. «Ἐπερίµεναν ἄλλα». συνέλεγε τὰ ψιχία ἐκεῖνα τῆς πλούσιας συγκοµιδῆς τοῦ τόπου. ὁ Γέρος πεινασµένος ἤνοιξε τὸ δουλάπι. Ἀφορία εἰς τὸν ἐλαιῶνα τῆς µτκρᾶς νήσου. Τὰ συνήθη παίγνια τῶν ὁδῶν καὶ τὰ χιονοβολήµατα ἔπαυσαν. ἀπὸ τῶν φορτωµάτων καὶ κάρρων. τὸ πτωχὸν κοράσιον) ὅτι ἡ ἑστία εἶχε πάντοτε τὴν ἰδιότητα νὰ θερµαίνῃ. ἀφορία πανταχοῦ. δηλ. Μόλις ἔπαυεν εἷς νιφετὸς καὶ ἤρχιζεν ἄλλος. τοὺς πίπτοντας ἀπὸ τῶν δραγµάτων τῶν θεριστῶν. Ἀφορία εἰς τὰς ἀµπέλους καὶ εἰς τοὺς ἀραβοσίτους. σφίγγων ἔτι µᾶλλον τὰ χιόνια. ἐπειδὴ οὐδὲν κακὸν ἔρχεται µόνον. Σταλαγµοὶ ὕδατος. Κατ᾿ ἔτος. καὶ ἂς µὴ καίῃ. Ἡ γραῖα εἶχεν ἐξέλθει. Τὸν Ἰούνιον κατ᾿ ἔτος ἐπεβιβάζετο εἰς πλοῖον. ἀγκαλίδας τινὰς ξηρῶν ξύλων.

καὶ ἔµεινεν ἄυπνος πέραν τοῦ µεσονυκτίου. Ἡ ταλαίπωρος γραῖα ἔστρωσε διὰ τὰ δυὸ ὀρφανά. ἕτοιµος νὰ κλαύσῃ διότι δὲν εὕρισκε ψιχίον τι πρὸς κορεσµὸν τῆς πείνης του. Ἐπείνων τὰ κακόµοιρα. Τεµάχιον ἄρχου εἶχεν «οἰκονοµήσει» καὶ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ἡ καλή. Τὸ ταλαίπωρον τὸ θῆλυ τὸ ἐκάλει Πάτρωνα θωπευτικῶς. καὶ «ἥµερο µάτι δὲν τοὺς ἔδιδε». τοῖς εἶπε νὰ φυσήσουν ὑποκάτωθεν τοῦ σκεπάσµατός των διὰ νὰ ζεσταθοῦν. τὸ ὄνοµα τῆς κόρης της. ἀνεκλίθη καὶ αὐτὴν πλησίον των. µετὰ τὴν λειτουργίαν (ἦτο ἡ παραµονὴ τῶν Χριστουγέννων) ὁ παπα∆ηµήτρης. χθαµαλός. ἀλλὰ µᾶλλον πρακτικὴν ἀγάπην καὶ προστασίαν. ἐστηρίχθη διὰ τῆς ἀριστερᾶς ἐπὶ τοῦ παραθυρόφυλλου.Ἔλαβα ἕνα γράµµα διά σέ. τὰ ὁποῖα ἦσαν δὶς παιδία δι᾿ αὐτήν. τοῖς ὑπεσχέθη ψευδόµενη. εἶχεν ὕψος δυὸ ἴσως ὀργυιῶν ἀπὸ τοῦ ἐδάφους µέχρι τῆς ὀροφῆς. µὴ ἀνεχοµένη ν᾿ ἀκούῃ τὸ Ἀργυρώ. πρὸς ποῖας θυσίας ἠδύνατο νὰ ὀπισθοδροµήσῃ. ἀναπηδήσας ἔτρεξεν εἰς τὸ στῆθος της. διὰ τὴν ἀγάπην τῶν δυὸ τούτων παιδίων. καίτοι ὀλίγον τι αὐστηρὰ µάµµη. ὅτι αὔριον ὁ Χριστὸς θὰ φέρῃ ξύλα καὶ ψωµὶ καὶ µίαν χύτραν κοχλάζουσαν ἐπὶ τοῦ πυρός. Ἀχτίτσα. τοῦ ὁποίου τὸ ὄνοµα τῆς ἐπόνει ν᾿ ἀκούσῃ ἢ νὰ προφέρῃ. ἀνοικτοῦ. τῆς εἶπε µειδιῶν. προσέθηκεν ὁ γέρων ἱερεὺς τινάσσων τὴν χιόνα ἀπὸ τὸ ράσον καὶ τὸ σάλι του. Ἐκάλει τὸν ἄρρενα «Γέρον». τοῦ µακαρίτου τοῦ µπαρµπα-Μιχαλιοῦ. ἐνέβαλε τὴν χεῖρα καὶ ἀφῆκε κραυγὴν χαρᾶς. καὶ ὀλίγον «σὰν ἀρχοντοξεπεσµένη ποὺ ἦτον». Τὸ πρωί. καὶ ἀπέσπασεν ἓν κρύσταλλον. Ὁ Γέρος. λεχοῦς θανούσης ἐκείνης. ἠµιφάτνωτος µὲ εἶδος σοφᾶ. ὅπερ ἐδόθη ὡς κληρονοµιὰ εἰς τὸ ὀρφανόν. καθ᾿ ὅσον ἦσαν τὰ τέκνα τοῦ τέκνου της! Ἐν τούτοις δὲν ἤθελε νὰ δεικνύῃ αὐτοῖς µεγάλην ἀδυναµίαν. καὶ ἔδιδε καὶ εἰς τὴν Πάτρωνα νὰ φάγῃ. ἀνέβη ἐπὶ τοῦ σκαµνίου.Καλῶς τὰ ῾δέχθης. διότι εἶχε τὸ ὄνοµα τοῦ ἀληθοῦς Γέρου της. Ὁ οἰκίσκος ὅλος.Ὁ Γέρος. Ὁ Γέρος ἀνεβίβασε σκαµνίον τι ἐπὶ τοῦ λιθίνου ἐρείσµατος τοῦ παραθύρου. ἀνέτεινε τὴν δεξιάν. 88 . ὅστις ἐγνώριζεν ἐκ τῆς παιδικῆς του πείρας ὅτι ποτὲ ἄνευ αἰτίας δὲν ἐφούσκωναν οἱ κόλποι τῆς µάµµης του. Ἤρχισε νὰ τὸ ἐκµυζᾷ βραδέως καὶ ἡδονικῶς. ἐπαρουσιάσθη αἴφνης εἰς τὴν θύραν τοῦ πενιχροῦ οἰκίσκου: . * Ἡ γραῖα Ἀχτίτσα ἐπανῆλθε µετ᾿ ὀλίγον φέρουσα πρᾶγµα τι τυλιγµένον εἰς τὸ κόλπον της. Πλὴν τοῦ ὑποκορισµοῦ τούτου οὐδεµίαν ἄλλην ἐπιδεικτικὴν τρυφερότητα ἀπένεµεν εἰς τὰ δυὸ πτωχὰ πλάσµατα. ἵνα κοιµηθῶσιν. «Καλῶς τὰ ῾δέχθη» αὐτή! Καὶ ἀπὸ ποῖον ἐπερίµενε τίποτε. ἀλλ᾿ ἐλπίζουσα νὰ ἐπαληθεύσῃ. τὶς οἶδεν ἀντὶ ποίων ἐξευτελισµῶν καὶ διὰ πόσων ἐκλιπαρήσεων! Καὶ τί δὲν ἤθελεν ὑποστῇ. ἔχον τριῶν σπιθαµῶν µῆκος. ἐκ τῶν κοσµούντων τοὺς «σταλαγµούς» τῆς στέγης. . ὅστις ἦτο ἑπταετὴς µόλις. ἐστηλώθη µετὰ τόλµης πρὸς τὴν ὀροφήν. ἀναλογιζοµένη τὴν πικρὰν τύχην της. ὁ ἐνορίτης της. ἤνοιξεν τὸ µόνον παράθυρον.

ἐµένα µου τὸ ἔφεραν τώρα.Ὁρίστε. Ἐγὼ λείπω πολλὰ χρόνια καὶ δὲν ἠξεύρω αὐτοῦ τὶ γίνονται. ἀνέκραξεν περιχαρής. µόλις τότε ἀρχίσασα νὰ ἐννοῇ τὶ τῆς ἔλεγεν ὁ ἱερεύς. Πρῶτον ἐρωτῶ διὰ τὸ αἴσιον.λ. Ὁ ἱερεὺς ἀνέβη τὴν τετράβαθµον κλίµακα καὶ ἐλθὼν ἐκάθησεν ἐπὶ τοῦ σκαµνίου. εἶπεν ὁ ἀγαθὸς ἱερεύς. ἐπανελάµβανεν ἔκπληκτος ἡ γραῖα.λ. Ὁ Γιάννης! Ὁ Γιάννης µὲ θυµήθηκεν.Τὸ γράµµα εἶναι πρὸς ἐµέ. κ.Εἶναι κακογραµµένα ἐπανέλαβε. καὶ δὲν ἤξευραν τί γίνεται εἰς τὸ σπίτι µας. Ὁ φάκελλος. Ἐγὼ ἀρρώστησα δυὸ 89 . διότι διὰ καλὸ πάντα πασχίζει ὁ ἄνθρωπος. οὔτε ἂν ζοῦν ἢ ἀπέθαναν. Καὶ ἤρχισε µετὰ δυσκολίας.Ἀπ᾿ τηνΑµέρικα. κ. εἶπες παπά. Καὶ ἐνθεὶς τὴν χεῖρα ἔσω τοῦ φακέλλου ἐξήγαγε διπλωµένον χαρτίον. Εἶµαι εἰς µακρινὸν µέρος.Γράµµα. ὃν εἶχεν ἐξαγάγει ἐκ τοῦ κόλπου του. .τ... . καὶ σκοντάπτων συχνά. ἐπανέλαβεν ὁ ἐφηµέριος. ἐµένα.Ἀπόψε ἔφθασε τὸ βαπόρι. ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ἔλειπαν χρόνους πολλούς.Εἶδεν ὁ θεὸς τὸν πόνον σου καὶ σοῦ στέλνει µικρὰν βοήθειαν. . ὁ Θεός! Ὁ ἱερεὺς ἔβαλε τὰ γυαλιά του καὶ ἐδοκίµασε ν᾿ ἀναγνώση: . Καὶ εἶτα προσέθηκε: . . . προσέθηκεν. ἀλλὰ σὲ ἀποβλέπει. »Ἐὰν ζῇ ὁ πατέρας ἢ ἡ µητέρα µου. .Ἐµένα. Πρὸ τριῶν χρόνων ἐντάµωσα τὸν (δεῖνα) καὶ τὸν (δεῖνα). Ὁ παπα-∆ηµήτρης ἐξεδίπλωσεν τὸ χαρτίον.∆όξα σοι. ἀλλὰ θὰ προσπαθήσωµεν νὰ βγάλωµεν νόηµα. ἐφαίνετο ἀνοικτὸς ἀπὸ τὸ ἓν µέρος. µόλις ἐβγῆκα ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν. τὸ χέρι σου φιλῶ. πολὺ βαθιὰ εἰς τὸν Παναµᾶ. ἐπανέλαβεν ἡ Ἀχτίχσα.τ. καὶ δὲν ἔχω καµµία συγκοινωνίαν µὲ ἄλλους πατριῶτες ποὺ εὑρίσκονται εἰς τὴν Ἀµερικήν. ἐψιθύρισεν πρὸς ἑαυτήν. δέσποτα! Καὶ µακάρι ἔχω τὴ φωτιά. ποιοῦσα τὸ σηµεῖον τοῦ Σταυροῦ ἡ γραῖα. ν᾿ ἀναγινώσκη: «Παπα-∆ηµήτρη. Ἠρεύνησε δὲ εἰς τὸν κόλπον του καὶ ἐξήγαγεν µέγα φάκελλον µὲ πολλὰς καὶ ποικίλας σφραγῖδας καὶ γραµµατόσηµα. εἰπέ τους νὰ µὲ συγχωρήσουν. καὶ εἰς κακὸ πολλὲς φορὲς βγαίνει. Ὁ γυιός σου σοῦ γράφει ἀπὸ τὴν Ἀµερικήν. κ᾿ ἐγὼ δυσκολεύοµαι νὰ διαβάζω αὐτὲς τὶς τζίφρες ποὺ ἔβγαλαν τώρα. ἢ τὸ γλυκὸ καὶ τὸ ρακὶ νὰ τὸν φιλέψω.

.. διότι ἂν δὲν εἶναι θέληµα Θεοῦ. καὶ ἤρχισε νὰ ἐξετάζῃ διὰ µακρῶν τὸ γραµµάτιον. ἔβαλε τὰ γυαλιά του. εἶπε. ὁ σπινθὴρ τῆς µητρικῆς στοργῆς ἀνέθορεν ἐκ τῶν σπλάγχνων εἰς τὸ πρόσωπόν της καὶ ἡ γεροντική. ἔλαβε τὸ παρὰ τοῦ υἱοῦ της ἀποσταλὲν γραµµάτιον. ἰδόντα τὴν χαρὰν τῆς µάµµης των. λησµονήσας. ρικνή. ὃ µὴ γένοιτο. ἐὰν εἶναι αὐτοῦ. Ὡς ὑπὸ τέφραν κοιµώµενος ἀπὸ τόσων ἐτῶν. Εἶχα ὑπανδρευθεῖ πρὸ δέκα χρόνων. ἐτίναξε τὴν βράκαν του. Ἡ γραῖα Ἀχτίτσα. εἰς φοβερὰν διατελοῦσα ἔνδειαν. Ὁ παπα-∆ηµήτρης παρατηρήσας τὸ πρᾶγµα. Ἐν τούτοις ἄφατος ἦτο ἡ χαρὰ τῆς Ἀχτίτσας. Τὰ δυὸ παιδία. Εἶτα ἐπανέλαβεν: 90 . ἐφ᾿ ἧς ἔπιπτε πάντοτε µέρος ταµβάκου. Καὶ νὰ µὴ βαρυγνωµοῦν. ὁ γυιός σου. καὶ ἔκαµα πολὺν καιρὸν εἰς τὰ σπιτάλια. Πολλὰ ἔλεγεν ἡ ἐπιστολὴ αὕτη καὶ ἓν σπουδαῖον παρέλειπε. ὅτι ὁ γράψας τὴν ἐπιστολήν. Ἕνα φόρον ἐπιτηδεύµατος ἐπλήρωνεν. ἢ εἰς κανὲν ἀνίψι µου καὶ εἰς ἄλλα πτωχά. δὲν ἠµπορεῖ ἄνθρωπος νὰ προκόψῃ. ἤρχισαν νὰ χοροπηδῶσι.. ἂν προφθάσω τοὺς γονεῖς µου νὰ µ᾿ εὐλογήσουν. λαβούσης µετὰ τόσα ἔτη εἰδήσεις περὶ τοῦ υἱοῦ της.». ἢ τοκιστῆς. Καὶ νὰ κρατήσῃς καὶ ἡ ἀγιωσύνη σου. ἀλλ᾿ ἔκαµνε τρεῖς τέχνας. ἐφ᾿ οὗ ἐφαίνοντο γράµµατα κόκκινα καὶ µαῦρα. δι᾿ ὅσα ἦτο ἡ συναλλαγµατική. χαίροµαι. ἐξ ὧν δὲν ἐνόει τίποτε οὔτε ὁ γηραιὸς ἐφηµέριος οὔτε αὐτή. καὶ δὲν ἠµποροῦµε νὰ πᾶµε κόντρα. ἄλλα ἔντυπα καὶ ἄλλα χειρόγραφα. κατὰ τὴν συνήθειαν τοῦ τόπου ἐδῶ. ἐὰν οἱ γονεῖς µου εἶναι ἀποθαµένοι.φορὲς ἀπὸ κακὲς ἀσθένειες τοῦ τόπου ἐδῶ. Σ᾿ ἐθυµήθηκε. Μπράβο. νὰ τὸ ἐξαργυρώσῃς ἡ ἁγιωσύνη σου. Καὶ νὰ µὴν ἔχουν παράπονο εἰς ἐµέ. καὶ νὰ φροντίσουν νὰ τὸ ἐξαργυρώσουν ὁ πατέρας ἢ ἡ µητέρα ἐὰν ζοῦν. ἂν καὶ δὲν ἐνόουν περὶ τίνος ἐπρόκεττο. Καὶ ἄν. καὶ ἄλλο καλύτερον δὲν ζητῶ παρὰ τὸ νὰ πιάσω ὀλίγα χρήµατα νὰ ἔλθω εἰς τὴν πατρίδα. ἀλλὰ τώρα εἶµαι ἀπόχηρος. »Σοῦ στέλνω ἐδῶ ἐσωκλείστως ἕνα συνάλλαγµα ἐπ᾿ ὀνόµατί σου. κατεβίβασε µέχρι τῶν ὀφρύων τὴν σκούφιαν του. νὰ ὑπογράψῃς ἡ ἁγιωσύνη σου. ∆ὲν ἀνέφερε τὸ ποσὸν τῶν χρηµάτων. δι᾿ ὃ καὶ ἔλεγε «τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ». νοµίζων ὅτι εἶχεν ὁρίσει τὸ ποσὸν τῶν χρηµάτων παραπάνω.Ἔρχεται ἀπ᾿ τὴν Ἀµέρικα. ἢ ἔµπορος· ἦτο ὅλα αὐτὰ ὁµοῦ. καὶ ἐρρυτιδωµένη ὄψις της ἠγλαΐσθη µὲ ἀκτίνα νεότητος καὶ καλλονῆς.τι εἶχα καὶ δὲν εἶχα ἐπῆγαν εἰς τὴν ἀσθένειαν καὶ µόλις ἐγλύτωσα τὴν ζωήν µου. ἐνόµισε περιττὸν νὰ τὸ ἐπαναλάβῃ παρακατιῶν. * Ὁ κὺρ Μαργαρίτης δὲν ἦτο ἰδίως προεξοφλητής. Ὁ κὺρ Μαργαρίτης ἐρρόφησε δραγµίδα ταµβάκου. καὶ µετέβη εἰς τὸ µαγαζὶ τοῦ κὺρ Μαργαρίτη. ἓν µέρος τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ διὰ τὰ σαρανταλείτουργα. Τὰ ὅ. διότι ἔτσι θέλει ὁ Θεός. εἶναι ἀποθαµένοι. ἐξέφερε τὴν εἰκασίαν. νὰ δώσῃς εἰς κανένα ἀδελφόν µου. βλέπω.

Ὁ ἑλληνοδιδάσκαλος. ἀλλὰ δὲν ξέρουµε τί εἴδους µονέδα νὰ εἶναι. Ἡ λέξις φαίνεται νὰ εἶναι τῆς αὐτῆς ἐτυµολογίας. Νὰ τὸ πάρω. καὶ ἐπανέλαβε: 91 . καὶ ἐφαίνετο σκεπτόµενος. ἀπ᾿ τὸν χαµένο κόσµον. * Ὁ κὺρ Μαργαρίτης εἶχεν ἀρχίσει νὰ τρίβῃ τὰ χεῖρας. οἱ καιροὶ εἶναι δύσκολοι. Ἔφερε δυὸ βόλτες περὶ τὸ τεράστιον λογιστήριόν του. Παρ᾿ ὀλίγον θὰ ἔλεγε «δέκα λίρες». καὶ ἐπειδὴ ὑπάρχει ἐπὶ τῆς κεφαλῆς ὁ ἀριθµὸς 10. οἱ καλπουζανιὲς ἀπὸ κεῖ µᾶς ἔρχονται.Ἀπὸ τὴν Ἀµερικήν. Καὶ τοῦτο εἰπών. περιµένεις ἀλήθεια.Τώρα. Καὶ ταῦτα λέγων προσεπάθει νὰ συλλαβίσῃ τὰς λέξεις ten pounds sterling. καὶ ἤρχισε νὰ συλλαβίζῃ τοὺς Λατινικοὺς χαρακτῆρας: . δύσκαµπτος.. Καὶ ἐπέστρεψε τὸ γραµµάτιον εἰς χεῖρας τοῦ κὺρ Μαργαρίτη. Εἰσῆλθεν. . . Sterling. ἔλαβε τὸ γραµµάτιον. ἕνα σωστὸν παρᾶ. δέκα κολωνάτα ἢ δέκα. Εἰς ἄλλα ἡµεῖς ἀσχολούµεθα. παρακληθεὶς µετέβη εἰς τὸ µαγαζὶ τοῦ κὺρ Μαργαρίτη. τότε θὰ εἶναι ἀγγλικόν. θὰ εἶναι χωρὶς ἄλλο γραµµάτιον διὰ δέκα τάλληρα.. οἱ ἄνθρωποι τῶν γραµµάτων. εἶπεν ἡ θεια-Ἀχτίτσα. ἀπεφάνθη δογµατικῶς. οἱ σουρτούκηδες (µὲ συγχωρεῖς. Ὅλες οἱ ψευτιές. µεγάλα κεσάτια. ἐµορµύρισεν ὁ κὺρ Μαργαρίτης. ἵνα θερµανθῇ.Νὰ φωνάξουµε τὸ δάσκαλο.Πρέπει νὰ εἶναι ἀγγλικά.Ἔχει τὸν ἀριθµὸν 10. ξέρω ἂν δὲν εἶναι καὶ ψεύτικο. Τὸ κάτω-κάτω. ὀρθός. δέκα ρούπιες. ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν γνωρίζω ἀπὸ χρηµατιστικά.. ἐπέστρεψεν εἰς τὸ καφενεῖον. ἐπειδὴ ἠσθάνθη ψῦχος εἰς τὸ κατάψυχρον καὶ πλακόστρωτον µαγαζεῖον τοῦ κὺρ Μαργαρίτη. µονάχα στέλνουν παλιόχαρτα. δέκα σελλίνια.Αὐτὸ θὰ εἶναι. νὰ σοῦ τὸ ἐξαργυρώσω.Ἀπ᾿ τὴν Ἀµέρικα. ἴσως ἐκεῖνος ξεύρη νὰ τὸ διαβάσῃ. Τί γλῶσσα νὰ εἶναι τάχα. τί τὰ θέλεις. δὲν λέγω τὸ γυιό σου) ἐκεῖ ποὺ ψένει ὁ ἥλιος τὸ ψωµί. εἶπεν. . ὅστις ἐκάθητο βλέπων τοὺς παίζοντας τὸ κιάµο εἰς παράπλευρον καφενεῖον. ξέρω πὼς εἶναι σίγουρος ὁ παράς µου. ἐκτὸς ἂν εἶναι γερµανικά. Ἀπὸ ποῦ ἔρχεται αὐτὸ τὸ δελτάριον. . εἶπε στραφεὶς πρὸς τὴν γραίαν. ἃς ἔφερε χειρογράφους ἡ ἐπιταγή. . παρεκάλεσε τὸν κὺρ Μαργαρίτη νὰ τὸν δανείσῃ τὰ γυαλιά του. κὺρ δάσκαλε. εἶπε· sterling θὰ σηµαίνῃ τάλληρον. Ἀπὸ κεῖ κάτω. ∆ιεκόπη. Γυρίζουν τόσα χρόνια. καὶ δὲν νοιάζονται νὰ στείλουν ἕναν παρᾶ. εἶπε. πιστεύω.

Ἤνοιξε τὸ κατάστιχον. ἐκαρποφόρει πολλαπλασίως. ὅσα σου δώσω. Τοὐναντίον. . ἤρχισε νὰ λέγῃ ὁ κὺρ Μαργαρίτης. ἀλλ᾿ ἡ ρίζα ἔµενεν ὑπὸ τὴν γῆν. * Ἦτο ἔµπορος Συριανός.. γιὰ νὰ ῾µαστε µέσα.Καὶ δὲν εἶναι µικρὸ πρᾶγµα αὐτό. παρεπιδηµῶν δι᾿ ὑποθέσεις εἰς τὴν µικρᾶν νῆσον.. ἐσένα. Καὶ λαβὼν κάλαµον ἤρχισε νὰ ἐκτελῇ τὴν πρόσθεσιν πρῶτον καὶ τὴν ἀναγωγὴν τῶν ταλλήρων εἰς δραχµάς... κ᾿ ἔχεις κ᾿ ἐκεῖνα τὰ ὀρφανά. Αἱ κατάπυκνοι καὶ µαυροβολοῦσαι σελίδες τοῦ κατάστιχου τούτου ὠµοίαζον µὲ πίονας ἀγρούς. εἶναι δέκα τάλλαρα! Νὰ εἶχα δέκα τάλλαρα ἐγώ. εἶπε· καὶ δυὸ τάλλαρα δανεικὰ καὶ ἀγύριστα τοῦ γαµπροῦ σου γίνονται. εἶτα τὴν ἀφαίρεσιν ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τῶν δέκα γαλλικῶν ταλλήρων. δὲν εἶχε ξεχάσει· ἀπ᾿ ἀρχῆς τῆς συνεντεύξεως αὐτὸ ἐσκέπτετο.τι ἔσπειρέ τις ἐν αὐτῷ. Καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὸ λογιστήριόν του: ... νὰ σοῦ δώσω πεντόφραγκα. Ἄ! ξέχασα!. 92 .. Νὰ κρατήσω ἐγὼ ἐνάµισυ τάλλαρο διὰ τοὺς κινδύνους ποὺ τρέχω καὶ γιὰ τὰ ὀχτώµισυ πλια. θὰ σοῦ φανοῦν χάρισµα. νὰ σὲ χαρῶ. ἑκάστοτε ὅτε ἐγίνετο ἐξόφλησις κονδυλίου τινός.Ὁ συχωρεµένος ὁ Μιχαλιὸς κάτι ἔκανε νὰ µοῦ δίνῃ. Ἅµα εἰσελθὼν διηυθύνθη µετὰ µεγίστης ἐλευθερίας καὶ θάρρους εἰς τὸ λογιστήριον..Κάνει νὰ σοῦ δίνω. . σὲ λυποῦµαι. µὲ γῆν ἀγαθήν. δὲν θυµοῦµαι τώρα. παντρευόµουνα...Μὰ τί νὰ σοῦ πῶ.Ἐννιὰ καὶ δεκαπέντε µοῦ χρωστοῦσε ὁ µακαρίτης ὁ ἄντρας σου. µοῦ ἔφαγε δυὸ τάλλαρα θαρρῶ. . ποὺ εἶσαι καλὴ γυναίκα. Ὅ. Ἦτο ὡς νὰ ἔκοπτέ τις τὰ φύλλα τοῦ δενδρυλλίου. Ὀχτώµισυ πεντόφραγκα λοιπόν.. Εἶτα ἐξηκολούθησε: . Ὁ κὺρ Μαργαρίτης εὗρε παρευθὺς τοὺς δυὸ λογαριασµούς.Μὰ κ᾿ ἐκεῖνος ὁ τελµπεντέρης ὁ γαµπρός σου. Τὴ στιγµὴ ἐκείνη εἰσῆλθε νέον πρόσωπον..Εἶναι δίκιο νὰ τὰ κρατήσω.. ὅπου ἵστατο ὁ κὺρ Μαργαρίτης. µὴ γυρεύῃς κολωνᾶτα... µέλλουσα καὶ πάλιν ν᾿ ἀναβλαστήσῃ. Καὶ γιὰ νά ῾µαστε σίγουροι. Καὶ ὠπλίσθη µὲ τὸ πελώριον κατάστιχόν του: .

εἶπε δάκνων τὰ χείλη ὁ κὺρ Μαργαρίτης.Γιὰ δέκα λίρες! ἐπανέλαβεν αὐθορµήτως ἡ θεια-Ἀχτίτσα ἀκούσασα εὐκρινῶς τὴν λέξιν. καὶ ποῦ εὗρε τὴν λέξιν ταύτην.Τί ἔχουµε. .. εἶπεν ἰδὼν πρόχειρον ἐπὶ τοῦ λογιστηρίου τὸ γραµµάτιον τῆς πτωχῆς χήρας.Συναλλαγµατικὴ διὰ δέκα ἀγγλικὰς λίρας ἀπὸ τὴν Ἀµερικήν. Καὶ στρέψας ὄπισθεν τὸ φύλλον τοῦ χάρτου. τὰ δὲ δυὸ ὀρφανὰ εἶχον καθαρὰ ὑποκαµισάκια διὰ τὰ ἰσχνὰ µέλη των καὶ θερµὴν ὑπόδεσιν διὰ τοὺς παγωµένους πόδας των.Γιὰ δέκα ναπολεόνια θὰ εἶναι ἴσως.. εἶπε καὶ πάλιν στραφεὶς πρὸς αὐτὴν ὁ Ἑρµουπολίτης. Τ᾿ εἶν᾿ αὐτό. * Καὶ ἰδοὺ διατὶ ἡ πτωχὴ γραῖα ἐφόρει τὴ ἡµέρα τῶν Χριστουγέννων καινουργῆ ἄδολην µανδήλαν. διὰ δέκα ἀγγλικὰς λίρας. εἶπε διστάζων ὁ κὺρ Μαργαρίτης. σοῦ λέγω. . ... Τὸ παίρνω ἐγὼ διὰ ἐννιὰ ἀγγλικές.Μάλιστα. Καὶ ἀνοίξας τὸ χρηµατοφυλάκιον ἐµέτρησεν εἰς τὴν χεῖρα τῆς θεια-Ἀχτίτσας καὶ πρὸ τῶν ἐκθάµβων ὀφθαλµῶν αὐτῆς ἐννέα στιλπνοτάτας ἀγγλικὰς λίρας. εἶπε καθαρᾷ τῇ φωνῇ. κὺρ Μαργαρίτη. παρέλαβεν αὐτὴν µὲ τὸ ὄνοµα φερόµενον ἐν τῷ κειµένῳ. Θὰ τὸ ἐξοφλήσῃς.. ἀλλὰ νῦν ἠµπορεῖ καὶ αὐτὴ πῶς εἶπε «µάλιστα». καὶ τὴν εὗρε σύµφωνον.. ἀρζάν-κοντάν. Καὶ ἔρριψε δεύτερον µακρὸν βλέµµα ἐπὶ τοῦ γραµµατίου: . Κάµνεις καὶ τέτοιες δουλειές. . . Μήπως εἶναι δικό σου. ἔλεγε πάντοτε «ναί». Καὶ λαβὼν τοῦτο εἰς χεῖρας: . κὺρ Μαργαρίτη. ἐπανέλαβε καὶ αὖθις ὁ Συριανὸς ἔµπορος. Καὶ ἔκαµε κίνηµα νὰ ἐξαγάγῃ τὸ χρηµατοφυλάκιόν του.Σοῦ λέγω διὰ δέκα ἀγγλικὰς λίρας. .Ναί. ἢ τὸ ἐξοφλῶ ἀµέσως. ἐν καταφάσει. . Παίρνεις ἀπὸ λόγια. 93 . εἶδε τὴν ὑπογραφὴν ἣν εἶχε βάλει ὁ ἀγαθὸς ἱερεύς. Ποῦ εὑρέθη ἐδῶ.Μπορεῖ νὰ τὸ πάρῃ κανεὶς γιὰ ἐννέα λίρες.Εἶναι σίγουρος παρᾶς.Γαλλικές. Ἡ Θεία-Ἀχτίτσα. γαλλικές.

Εἶχε πάρει καλὸ ὄνοµα ὅτι τῆς ἐζοῦσαν τὰ παιδιά.Ἡ τελευταία βαπτιστική Ἂν ἄλλη τις χρηστὴ γυνὴ εἶδε ποτὲ καλὰ νοικοκυριὰ εἰς τὰς ἡµέρας της. Ἀλλ᾿ ὅταν ἅπαξ ἐγνώσθη καὶ ἀπεδείχθη ὅτι εἶχε καλὸ χέρι. ἂν δὲν εἶχε φθάσει εἰς τὸν ἀριθµὸν τοῦτον. ὅπερ δὲν ἐνοµίζετο ὑπερβολή. ὅτι αὐτὴ κατ᾿ ἀρχὰς εἶχε βαπτίσει οἰκειοθελῶς πέντε ἢ ἓξ νήπια τῶν γειτόνων της. µουρή! Ἡ ΘείαΣοφούλα ὀλίγον ἀνησύχει περὶ τῆς ἰδιοτροπίας ταύτης τοῦ συζύγου της. τότε ὅλαι αἱ γειτόνισσαι. Ἡ Θεία-Σοφούλα ὅµως ὑπέφερε µετὰ χάριτος τὴν αγγαρείαν ταύτην. δυὸ ἢ τρεῖς µονάδες τῆς ἔλειπον καὶ ἤλπιζε προσεχῶς νὰ συµπληρώση τὴν τεσσαρακοντάδα. ἤρχισαν νὰ τὴν πολιορκοῦν. καθὼς καὶ τὰ µαρτυριάτικα. κολλήγισσαι. Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι. ὁ πρῶτος γρινιάρης του χωρίου. Ἀφ᾿ ὅτου ἔπαυσε τὰ θαλάσσια ταξείδια ἠσχολεῖτο ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν καλλιέργειαν τῶν κτηµάτων του.. ὅσα καὶ πᾶσα ἄλλη καλὴ οἰκοκυρὰ βαπτίζει. Ὁµολογητέον δέ. Ἔπειτα ὁ µπάρµπα-Κωνσταντὴς σπανίως ἐφαίνετο ἐν τῇ πολίχνῃ. ἐκόστιζον ἐν ὅλῳ δέκα γρόσια. 94 . τὰ ἐφίλευε καὶ τὰ ἐπαιδαγώγει. ἥτις δὲν ἀρκεῖται νὰ φυτεύη µόνον τὰ ἄνθη της. Ὁ µπάρµπα-Κωνσταντής. δὲν συνεµερίζετο τὴν ἀδυναµίαν ταύτην τῆς συζύγου του. ἀναντιρρήτως εἶδε τοιαῦτα καὶ ἡ Θεία-Σοφούλα Κωνσταντινιά. συγγενεῖς. κάτοικος παραθαλασσίου κώµης εἰς µίαν τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου. σεβασµία οἰκοδέσποινα ἑβδοµηκονταετής. ὅσον καὶ ἱερεὺς «νὰ πιάνη τὸ διάβασµά του». ἐγόγγυζεν ἑκάστοτε. Ἄλλοι ὅµως ἔλεγον ὅτι ἡ λέξις ἐσχηµατίσθη ἐκ τοῦ Σαραντανοννοῦ ἤτοι νοννὰ µὲ σαράντα βαπτιστικούς. ἐαρινὴ βροχὴ λεπτῶν καὶ διλέπτων διὰ τοὺς ἀγυιόπαιδας. Τὴν ἐκάλουν κοινῶς Σαραντανοῦ. ὅστις ἦτο ἀγαθὸς ἄνθρωπος εἰς τὰς καλάς του ὥρας. µπράβο! φίλευέ τα τ᾿ ἀναδεξίµια σου. ἀλλὰ τὰ περιθάλπει καὶ τὰ καταρδεύει. µουρή!. Ἡ Θεία-Σοφούλα ὠµοίαζε µὲ τὴν ἐπιµελῆ ἀνθοκόµον. ὁσάκις τὴν ἔβλεπε µεριµνώσαν περὶ τῶν ἀναδεκτῶν της· -ηὖρες κι ἁλωνίζεις. Ἠγάπα τὰ πνευµατικά της τέκνα ὡς τέκνα τῆς ἐγκαρδιακά.Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης . ἐτρέπετο εἰς τοὺς ἀγροὺς καὶ ἐπανήρχετο µετὰ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου.. Εἶνε ἀληθὲς ὅτι τὰ φωτίκια εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. -Ἄ. Κατὰ πᾶσαν πρωίαν ἴππευεν ἐπὶ τοῦ εὐρώστου ἡµιόνου του. παρασυγγενεῖς. καὶ πολλοὶ ὑπέθετον ὅτι τὸ ἐπίθετον τοῦτο τῇ ἀπεδόθη. τὰ ἐθώπευε. ὅσα ἀνεδέχετο ἐκ τῆς κολυµβήθρας. χιτὼν καὶ κουκούλιον µετὰ σταυροῦ. διότι δῆθεν εἶχεν ἴσον µὲ σαράντα γυναικῶν νοῦν. Εἶνε δὲ τόσον σπουδαῖον νὰ εὑρεθῆ νοννὰ «νὰ τῆς ζοῦν τὰ παιδιά».

Εἶχε γεννηθῆ τέλος τὸ ἀπὸ πολλοῦ προσδοκώµενον τοῦτο συµπλήρωµα τοῦ προωρισµένου ἀριθµοῦ καὶ ἦτο τὸ χαδευµένον τῆς θεία-Σοφούλας. ὅλοι οἱ ἀναδεκτοὶ ἦσαν συνηγµένοι ἐν τῇ αὐλῇ τῆς γραίας Σοφούλας.. 95 . τὰς ὁποίας παρεσκεύαζε διὰ τὰς συντεκνίσσας. καὶ ἐφόρει τὸ τσόχινον βρακίον. Ἀλλ᾿ ἀλλοίµονον ἂν παρετηροῦντο ὑπὸ τῶν ἀγρύπτων εὐνοουµένων. τὸ δὲ νεώτερον ἦτο κοράσιον διετές. Ἐν συνόλῳ ἐχρειάζετο ἑβδοµήκοντα καὶ πλέον κοκκώναις. Ἓν µόνον τῆς ἔλειπε διὰ νὰ τὰ κάµη σαράντα πρὸς ἀνάπαυσιν τῆς συνειδήσεώς της.. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ µπάρµπα-Κωνσταντὴς ἐξ ὅλων τῶν ἀναδεκτῶν µόνον τὸ µικρὸν τοῦτο ἠνείχετο. ἀνήρτα ἀπὸ τῆς ὀσφύος βαθύκολπον τὴν µεταξωτὴν καπνοσακκούλαν καὶ κατήρχετο εἰς τὸ καφενεῖον νὰ εἰσπνεύση τὴν θαλασσίαν αὔραν. Ἐβάπτιζεν ἀδιακρίτως ἄρρενα καὶ θήλεα. Ἡ νοννὰ ἔτρεφε φιλοδόξους σκοποὺς ὡς πρὸς τὸ µέλλον τοῦ θυγατρίου τούτου. Πολλὰ αὐτῶν προέτεινον τὰς κεφαλὰς διὰ τῶν σχισµῶν τῆς κλειστῆς αὐλείου θύρας.. διὰ τὰς ἀνεψιὰς καὶ δισεξαδέλφας της.. ὅπερ ἐθεωρεῖτο ὡς µυθῶδές τι. ὡς ὁ κηφὴν ὑπὸ τῶν µελισσών. Τὴν Μεγάλην Πέµπτην του ἔτους 185. Εἰς τὸν ἀριθµὸν τοῦτον δὲν συµπεριλαµβάνονται αἱ µεγαλείτεραι κουλοῦραι. ἡ Θεία-Σοφούλα εἶχε φθάσει εἰς τὸ τριακοστὸν ἔνατον βαπτιστικόν. τὴν Μεγάλην Πέµπτην. ἐπύργωνεν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς µεγαλοπρεπὲς τὸ τυνησιακὸν φέσι του. διὰ νὰ µὴ τυχὸν γίνη κανὲν συνοικέσιον εἰς τὸ µέλλον µεταξὺ ἑτερόφυλων ἀναδεκτῶν καὶ κολασθῆ ἡ ψυχή της. Ἡ στοργὴ ὅµως τῆς θεία-Σοφούλας πρὸς αὐτὸ ἔφθανε µέχρι παραφροσύνης. Μέγας δὲ ἐβόµβει ὁ ἑσµὸς τῶν ἀναδεκτῶν καὶ δισεγγόνων περὶ τοὺς ἀνθώνας τῆς αὐλῆς κατ᾿ ἐκείνην τὴν ἡµέραν. Ἀλλὰ πλὴν τῶν βαπτιστικῶν ὑπῆρχον καὶ τὰ ἐγγόνια καὶ τὰ δισέγγονα καὶ ταῦτα δὲν ἦσαν ὀλιγάριθµα. Κατ᾿ ἔτος. ἀλλ᾿ ἐφρόντιζε νὰ δίδη ἀκριβεῖς σηµειώσεις εἰς τοὺς ἱερεῖς καὶ πνευµατικούς. Ἀπὸ τῆς τρίτης ὥρας τοῦ δειλινοῦ. διὰ τοὺς ἐγγονοὺς καὶ τὰ δισέγγονα. µὲ δριµείαν ἐπικαθηµένην τῆς ρινὸς τὴν χολήν.. εἰς ὃ ἡ νοννὰ εἶχε δώσει τὸ ὄνοµά της. Ὁ πρεσβύτερος αὐτῶν ἦτο ἤδη νεανίας εἰκοσαετής. παιδικὰς κουλούρας διὰ τοὺς βαπτιστικούς. ἐλάµβανεν ὡς σκῆπτρον τὴν µεγάλην ἠλεκτρόστοµον τσιµπούκαν του. ἥτις ἐµοχλεύετο ἔσωθεν ὑπὸ τῶν ζηλοτύπων βαπτιστικῶν διὰ τοὺς µὴ ἔχοντας ἔνδυµα γάµου. Τὸ βρέφος τοῦτο ἦτο τὸ τεσσαρακοστὸν πνευµατικὸν γέννηµα τῆς θεία-Σοφούλας. Ἀπεδιώκοντο µὲ τσιµπήµατα καὶ µὲ δοντιαίς.. περὶ τὰ 184. ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης ἡ εὐρεία καὶ τετράγωνος αὐλὴ παρεδίδετο ἐξ ἑφόδου εἰς τὴν λεηλασίαν τῶν βαπτιστικῶν καὶ τῶν δισέγγονων. µεγίστη κίνησις ἐγίνετο ἐν τῇ εὐρυχώρῳ αὐλὴ τῆς οἰκίας. καθ᾿ ἣν ὁ µπάρµπα-Κωνσταντὴς ἐξηγείρετο τοῦ µεσηµβρινοῦ ὕπνου. Ἡ Θεία-Σοφούλα ἀνεσφουγγώνετο µέχρις ἀγκώνων καὶ ἐζύµωνε µόνη τῆς τὰς τριάκοντα ἐννέα αὐγοκουλούρας διὰ τοὺς τοσούτους βαπτιστικούς της.Κατ᾿ ἐκεῖνον τὸν χρόνον. δηλ.. Μεγίστην εὐτυχίαν καὶ ἀνήκουστον ἡδονὴν ἐνόµιζον τότε τὰ παιδία τῆς γειτονιᾶς. Ἄλλα παιδία τολµηρότερα ἀνεῖρπον εἰς τὸν θριγκὸν τοῦ τοίχου τῆς αὐλῆς καὶ εὕρισκον τρόπον νὰ εἰσπηδήσωσιν ἐκεῖθεν εἰς τὰ ἔνδον. ἂν κατώρθωνον νὰ παρεισδύσωσιν εἰς τὸ προαύλιον τῆς Θεία-Σοφούλας.

εἰς ἣν οὐδέποτε θὰ ὑπέπιπτεν ἡ γραῖα Σοφούλα ἢ ἄλλη φρόνιµος γυνή. ἔκραξε τὴν Ἀθηνιῶ. ἐκάθησε πλησίον αὐτῶν καὶ ἄφησε τὴν µικρὰν Σοφούλαν νὰ τρέχη. νοννά µου. ἡ θύρα τοῦ ἰσογείου ἠνοίχθη µετὰ κρότου. νοννά µου! ἐτραύλισεν ἡ µικρά. -Τὸ κλυφτάκι. -Νὰ πάω κι ἐγὼ νὰ παίξω. γυµνώλενος. ∆ὲν ἤρκεσε τοῦτο. Ἀπροσεξία. . εἰκοσαετὴ τὴν ἡλικίαν. ὅπως τὸ εὗρε κεκλεισµένον. ἀνυπόδητος. Εἰς τὴν ἀκµὴν λοιπὸν τῆς πλήρους ἐνδιαφέροντος συνδιαλέξεώς των.∆ὲν παίζουν τὰ κορίτσια τὸ κρυφτάκι. οἵτινες καθίστανται προσεκτικαί. Τὰ πλεῖστα ὅµως ἔπαιζον ταραχωδῶς περὶ τὸν ὑπερµεγέθη ληνόν. ἥτις ἦτο µόλις διετής. πλησίον τοῦ ἐλαιοτριβείου. καὶ ἐπειδὴ εἰς τὰς πεζούλας ἐκάθηντο τέσσαρες ἢ πέντε γειτόνισσαι. Ἡ µικρὰ δὲν ἐµεµψιµοίρησε µέν. Ἀλλ᾿ ἡ Ἀθηνιὼ ἐλησµόνησεν ἅµα ἀκούσασα τὴν σύστασιν τῆς κυρίας της. ἀλλὰ δὲν ἐφρόντισε νὰ κλείση τὸ στόµιον τοῦ φρέατος. ἐγέµισε µὲ τὴν στάµνον. καὶ ἡ θείαΣοφούλα ἔντροµος. καὶ γνωρίζοµεν πόσον περισπούδαστος εἶναι ἡ συνδιάλεξις τῶν ἀέργων γυναικῶν. ἀλλὰ παραγγελθεῖσα ὑπὸ τῆς κυρίας της νὰ ἀντλήση ὕδωρ ἐκ τοῦ φρέατος. ἐξέπεµπε χαρµόσυνους κραυγάς. τὸ κρυφτάκι. Μή τις δὲ ἀµφιβάλῃ ὅτι τὴν σύστασιν ταύτην ἡ γραῖα ἔκαµε χιλιάκις εἰς τὴν δουλεύτραν της. µὲ τὰς χεῖρας ζυµαρωµένας. ἐψέλλιζεν ὡς νεοσσὸς χελιδόνος καὶ ἔτρεχε καὶ αὐτὴ κατόπιν τῶν ἄλλων παιδίων. Ἡ µικρὰ Σοφούλα. τὸ ἄφησε δὲ ἀνοικτόν. Ἐκ τῶν παιδιῶν τινὰ τὴν ἐπολιόρκουν ἔξωθεν τῆς θύρας παραµονεύοντα. Αἱ γυναῖκες ἀνωρθώθησαν αὐτοµάτως. ἔτρεξε πρὸς τὸ φρέαρ κράζουσα: . ἀλλ᾿ ἡ µικρὰ ἐστενοχωρήθη καὶ ἀπήτησε νὰ ἐξέλθη. -Τί νὰ παίξης ἐσύ. ἥτις ἦτο καὶ αὐτὴ µία τῶν βαπτιστικῶν της καὶ τὴ ἐνεπιστεύθη τὴν µικρᾶν. ὡς εἴποµεν. ἀλλ᾿ ἡ Ἀθηνιὼ δὲν ἦτο ἐξ ἐκείνων τῶν γυναικῶν. δουλεύτραν της.Τὴν ἡµέραν ἐκείνην ἡ θεία-Σοφούλα ἦτο κλειστῆ εἰς τὸ ἰσόγειον καὶ ἐζύµωνεν. µὲ ταῖς κάλτσαις µόνον. ὡς πλατάγησιν σώµατος πίπτοντος εἰς τὸ ὕδωρ καὶ συγχρόνως πεπνιγµένην κραυγὴν καὶ µετ᾿ αὐτὴν δευτέραν κραυγὴν δυνατωτέραν.Τὸ κορίτσι! Τὸ κορίτσι! 96 . ἀλλ᾿ ἐσκυθρώπασεν. ἤκουσαν αἴφνης αἱ εἰς τὴν πεζούλαν καθήµεναι γυναῖκες κρότον τινά. Ἰδοῦσα τοῦτο ἡ νοννά. Ἀλλὰ πρὶν αὐταὶ κινηθῶσιν. εἶπεν αὐστηρῶς ἡ νοννά. Ἡ νοννὰ τῆς ἐζήτησε κατ᾿ ἀρχὰς νὰ τὴν κρατήση πλησίον της. καὶ ἄλλα ἐθορύβουν περὶ τὰς κιγκλίδας τοῦ κήπου καὶ πλησίον τοῦ φρέατος. συστήσασα αὐτὴ αὐστηρὰν ἐπαγρύπνησιν.

ἀλλ᾿ ἦτο ἤδη πτῶµα. ἐπλησίασε. ἰδοῦσα τὸ στόµιον τοῦ φρέατος ἀνοικτόν. . κατῆλθε µέχρι τῆς ἐπιφανείας τοῦ ὕδατος. Αἱ ἄλλαι γυναῖκες καὶ ἡ Ἀθηνιῶ µετ᾿ αὐτῶν. σκύλα! τὴ ἔκραξε µὲ κεραυνοβόλον βλέµµα ἡ ΘείαΣοφούλα.Νὰ καταβῶ ἐγὼ στὸ πηγάδι. ἡ θεία-Σοφούλα ἐνόησεν ἀµέσως ὅτι ἡ µικρά της βαπτιστικῆ εἶχε πέσει ἐντὸς τοῦ φρέατος. καθ᾿ ὑπερβολὴν διαστέλλουσαι τοὺς βραχίονας. -Ἕνα τσιγγέλι! ἔκραξε καὶ ἡ Ἀθηνιῶ σκοτισµένη· (ὡς νὰ εἶχε πέσει δηλ. . Ενώ ἔτρεχεν ἡ Σοφούλα. προσεκολλήθη ἐπὶ τοῦ χθαµαλοῦ ξυλίνου φραγµοῦ. Ἡ καρδία της δὲν ἠσθάνετο πλέον τῆς ἐλπίδος τὴν θαλπωρήν. 97 . διότι εἶναι γνωστὸν πόσον οἱ ἄνθρωποι εἰς τὰς δεινὰς περιπτώσεις..Τὰ τσιγγέλια νὰ σὲ τραβοῦν. καὶ κατεβιβάσθη µέχρι τῶν χειρῶν τῆς Ἀθηνιῶς. Καὶ τῷ ὄντι δὲν ἠπατᾶτο. Ἡ γραῖα τῷ ὄντι δὲν ἐβράδυνε νὰ ἐννοήση ὅτι τὸ δυστύχηµα ὠφείλετο εἰς τὴν ἀπροσεξίαν τῆς δουλεύτρας της. καθὼς καὶ εἰς πᾶσαν ἄλλην ἐργασίαν εἰς τοὺς ἄνδρας µᾶλλον ἁρµόζουσαν. Οὐδαµοῦ ἐφαίνετο ἡ µικρά. ἡ Θεία-Σοφούλα ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Ἀθηνιῶ τὴν χάριν ταύτην. Μοῦ ἔπνιξες τὸ παιδί. καὶ ἐνῷ µία τῶν γυναικῶν ἔτρεχεν ἀπ᾿ ἐκεῖ. Ἡ µικρὰ ἀνέβη εἰς τὴν ἐπιφάνειαν. Ἡ θεία-Σοφούλα ὠλόλυζε καὶ ἔσχιζε τὰς παρειάς της. Ἡ Ἀθηνιῶ λοιπὸν ἐσήκωσε τὰ φουστάνια της ὑπεράνω τοῦ γόνατος.. ἄλλη ἀπ᾿ ἐδῶ. Ἐπειδὴ ἐβράδυνε νὰ φανῆ πουθενὰ κουβάς. ἤρχισε νὰ τὴ προσµειδιά. τὰς ἐπίτηδες κατασκευαζοµένας εἰς πᾶσαν ὀρυχὴν φρέατος.. Τέλος τὸ ἰβάνιον προσέκοψεν εἰς σῶµά τι ἀνερχόµενον. καὶ πατοῦσα εἰς τὰς γνωστὰς αὐτῇ ἐσοχᾶς τοῦ ἐσωτερικοῦ λιθοκτίστου τοῦ φρέατος. δι᾿ οὗ ἀντλοῦσιν ὕδωρ). καὶ ἡ µικρὰ ἐν τῷ µεταξὺ ἐπνίγετο.. ἔτρεξαν κατόπιν τῆς θεία-Σοφούλας. ὠλίσθησεν ἐπὶ τῆς στιλπνῆς ὡς ἐκ τῆς συχνῆς προστριβῆς τοῦ σχοινιοῦ σανίδος. -Ἕναν κουβά! ἕνα γιουρδέλι! ἐκραύγαζεν ἔκφρων ἡ γραῖα Σοφούλα. εἶδεν ἐπὶ τοῦ ὕδατος εἰκονιζοµένην τὴν ἀγγελικὴν ξανθὴν µορφήν της. τῇ εἶπεν ἡ Ἀθηνιῶ. ἦτο ἐπιτηδεία. Τὸ βάθος τοῦ ὕδατος ἦτο τρὶς ἴσον µὲ ἀνάστηµα ἀνδρὸς καὶ ἡ Ἀθηνιῶ δὲν ἠδύνατο νὰ προχώρηση κατωτέρω. νοννά. Εἴξευρε δὲ ἄλλως ὅτι εἰς τοῦτο. καὶ ἔπεσε κατακέφαλα ἐντὸς τοῦ φρέατος. Αὕτη ἔλαβε τὸ σχοινίον καὶ ἤρχισε νὰ περιστρέφη τὸ ἰβάνιον ἐντὸς τοῦ ὕδατος. Ἐν τῷ µεταξὺ εὑρέθη καὶ ὁ κουβᾶς. εἰς τὸ φρέαρ τὸ ἰβάνιον.∆ιὰ τῆς εἰς τὴν στοργὴν ἰδιαζούσης µαντείας. ἔκυψεν ὑπερµέτρως.

Κατενεχθεῖσα σφοδρῶς εἰς τὸ ὕδωρ εἶχε κτυπήσει ἐπὶ τοῦ λίθου.Ἡ κεφαλή της δεινῶς µεµωλωπισµένη. ἅµα ἐπέστρεφε τὸ πρωὶ ἀπὸ τῆς λειτουργίας τῆς Ἀναστάσεως. Ἴσαἴσα ἡ τελευταία βαπτιστική της!. (1888) 98 . ∆ιετήρησε δὲ τὴν πρὸς τὴν ἀθῴαν νεκρὰν στοργὴν τῆς µέχρι εὐσεβοῦς προλήψεως. ἐζαλίσθη.. κατέπιε πολὺ νερὸν καὶ δὲν ἀνῆλθε ταχέως εἰς τὴν ἐπιφάνειαν.. Ζήσασα ἐπὶ ἱκανὰ ἔτη ἀκόµη. ἤνοιγε τότε µόνον τὸ ἄχρηστον µείναν φρέαρ καὶ ἔρριπτεν εἰς τὸ ὕδωρ τὴν κοκκώνα καὶ τὰ κόκκινα αὐγὰ τῆς µικρᾶς Σοφούλας της. Πέµπτη τὴν κοκκώνα τῆς ἀτυχοῦς µικρᾶς.. κατεσκεύαζεν ἀνελλιπῶς κατ᾿ ἔτος τὴ Μ. καὶ τὴν Κυριακὴν τοῦ Πάσχα.. ὡς θυµίαµα ἀθῴας ψυχῆς ἀναβαῖνον πρὸς τὸν θεάνθρωπον Πλάστην. Ἐβεβαίου δὲ ἡ ἀγαθὴ γυνὴ ὅτι ἀνεξήγητος εὐωδία ἀνήρχετο τότε ἀπὸ τοῦ ὕδατος. Ἐπὶ τῆς ζωῆς της ἐπαρηγορήθη ἡ θεία-Σοφούλα διὰ τὸ οἰκτρὸν τοῦτο ἀτύχηµα.

αὐστηρότερος εἰς τὸ περὶ κοσµιότητος κεφάλαιον. καὶ µάλιστα διὰ τῆς ἐν εἴδει ἐπῳδοῦ ἐπικλήσεώς της: Ἔβγα νὰ ἰδῶ τὸν ἴσκιο σόν. ὅστις ἐτήρει µὲν ἐκ προγόνων τὴν προσωνυµίαν τοῦ Χαδζῆ.. Ἀλλ᾿ ὁ ἐξάδελφος Μηνᾶς. Νὰ ἐπιστρέφῃ τις ἐκ µακροῦ διάπλου ἀνὰ τὸν Εὔξεινον καὶ τὸν Ἀδρίαν. ὡς ἑξῆς: Ὡς καὶ τὰ παραθύρια της. µιᾷ τῶν Σποράδων. ἐκυροῦτο ὅµως διὰ τῆς ἀνοχῆς. ἦτο δὲ καὶ ὁ ἴδιος προσκυνητὴς τῶν Ἁγίων Τόπων. τοῦ ὁποίου τοὺς τόνους ψιθυρίζουσιν ἀκόµη αἱ θαλάσσιαι αὖραι περὶ τὴν ἀκτήν: Ἄναψε τὸ φαναράκι καὶ κατέβα στὸ γιαλό. νὰ ἔχη διέλθη ἀνάστρους καὶ ζοφερὸς νύκτας παρὰ τοὺς ἱστοὺς καὶ τὸ πηδάλιον ἄγρυπνος. ἀπολαύουσαι ὅµως τὸ πάλαι δηµοτικῆς τίνος αὐτονοµίας. ἔκδοτος ὅλος εἰς τὸν ἔρωτα. Τὸ πρᾶγµα συνέβαινεν ἐν Κ. ὁποὺ τὸ λαχταρίζω.. πολυτίµου διὰ τοὺς κατοίκους των. χήρα παππαδιά.. ἐζήτει νὰ τὸν παρεµπόδιση. περιφήµῳ διὰ τὸ ναυτικόν της. Ἡ λέξις «γεµιδζῆς» (ναύτης) καὶ αἱ λέξεις «ντερτιλῆς» καὶ «µερακλῆς» ἦσαν πάλαι ποτὲ καὶ αἱ τρεῖς συνώνυµοι. ἐξέφραζε τὸ παράπονόν του διὰ δευτέρας στροφῆς. χήρα παππαδιά! κι ἐγὼ τόνε γνωρίζω. 99 . Ὁ νεαρὸς ὅµως Χαδζῆ-Γιάννης. ξάδερφε Μηνᾶ. καὶ νὰ µὴ ἔχη τὸ δικαίωµα νὰ τραγουδήση ὑπὸ τὰ παράθυρα τῆς φίλης του..Ἡ χήρα παπαδιά Μόλις ὁ Χαδζῆ-Γιάννης ἤνοιξε τὸ στόµα διὰ νὰ τονίσῃ τὴν ἐπῳδὸν τοῦ ᾄσµατός του καὶ ἡ κολοσσιαία χεὶρ τοῦ Μηνᾶ τοῦ ἔφραξε τὰ χείλη διὰ φοβεροῦ κινήµατος. ἀµάχη µου βαστοῦνε· Ὅταν γυρίσω καὶ τὰ ἰδῶ. µετὰ τὸ τελευταῖον ᾄσµα τοῦ ἀπόπλου. Τὸ νόστιµο σὸν τὸ κορµί. κι ἄιντε κόρη µ᾿ στὸ καλό. χωρὶς µήτε ζεῦγος ὀφθαλµῶν νὰ φαίνεται κάπου λαµπυρίζον εἰς τὴν ἔρηµον παραλίαν.. ὅπερ δὲν ἀνεγράφετο µὲν ἐν τῷ ἀστικῷ κώδικι. µήτε ἀνήσυχον οὖς νὰ ἀκούη τοὺς διὰ περιπαθῶν φθόγγων διερµηνευοµένους στεναγµοὺς τοῦ ἔρωτος. Ἐν τῶν ὑψίστων προνοµίων. ἣν ἐδείκνυεν ἡ ἐγχώριος πολιτοφυλακὴ πρὸς τοὺς ἐκ µακρῶν θαλασσοποριῶν ἐπιστρέφοντας τολµηροὺς ναυβάτας. ὅπερ κατεῖχον αἱ ὑπὸ τὴν Τουρκικὴν δεσποτείαν τελοῦσαι αὖται νῆσοι. ἦτο τὸ δικαίωµα τοῦ κωµάζειν ἐν ταῖς ὀδοῖς τὴν νύκτα. Λύσε µας τὸ παλαµάρι. χωρὶς ἀέρα κλειοῦνε. νέος εἰκοσαετής. ξάδερφε Μηνᾶ. ἀλλ᾿ ἡ πρώτη.Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης . Αὐτὸ τοῦτο ἤθελε νὰ πράξη καὶ ὁ Χαδζῆ-Γιάννης. Ἡ στροφὴ αὕτη δὲν ἦτο ἡ σκανδαλίζουσα τὸν ἐξάδελφον Μηνᾶν.

ὅταν τὸ πρᾶγµα ἐπροχώρησε κάπως. ὄσας καὶ ὁ µεταξοσκώληξ. λαχούρι καὶ ψέλλια εἰς τὴν γειτόνισσάν του τὴν 100 . ἣν προώριζεν ὡς µέλλουσαν σύντροφον τοῦ βίου του. Ἡ νέα γυνὴ ἦτο πράγµατι ἀνταξία του διαπύρου αἰσθήµατος. καὶ ἂν συγκατετίθετο νὰ γείνη παππαδιά.ἐγένετο ἀπὸ κόρης γυνή. ὅσον ἠδύνατο τὶς ἐκ πρώτης ἀφετηρίας νὰ ὑπόθεση. Γ´ Καὶ ὅµως ὁ «ξάδερφος Μηνᾶς» δὲν ἦτο τόσον αὐστηρός.Συνέβαινε δὲ τὴ στιγµὴ ἐκείνη νὰ διέρχονται ὑπὸ τὰ παράθυρα τῆς «χήρας παππαδιᾶς». καὶ ἀπὸ παππαδιᾶς χήρα· χήρα διὰ βίου. Ὁ συνετὸς ὅµως Μηνᾶς ἐλάµβανε τὸ πρᾶγµα ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν. Ἀλλ᾿ ἡ πρόληψις καὶ ἡ παράδοσις. Ὅλοι οἱ νέοι δὲν ἀπηξίουν νὰ κωµάζωσιν ἐνίοτε ὑπὸ τὰ παράθυρα τῆς ἀγαπητῆς των. Ὁ ἐρωτικώτατος Χαδζῆ-Γιάννης οὐδὲν ἤκουεν οὔτε ἐνόει περὶ τοιαύτης ἀπαγορεύσεως καί. ἰσοδυναµοῦσι τὸ κάτω-κάτω µὲ ἕνα ἀποστολικὸν ἢ συνοδικὸν κανόνα. ἀπὸ γυναικὸς παππαδιά. οἵτινες δὲν θέλουσι νὰ ἀκούσωσιν ἄλλό τι παρὰ τὸ πάθος των καὶ µόνον. ὅπερ ἄκουσα ἐνέπνεεν. ἐπανακάµπτοντες ἐκ τῶν συνεχῶν θαλασσοποριῶν των. ἀπέθανε. ἀνεγίγνωσκον ἐνίοτε τὸ βιβλίον τοῦτο ἐν τῷ παρελθόντι. καὶ λοιπὸν ἐσοφίσθη ἁπλούστατα νὰ δώση δῶρα πολύτιµα. πρὸς ἣν ἐγίνετο ἡ φλογερὰ ἐπίκλησις. καὶ λόγος ἐγένετο εἰς διαφόρους ὁµίλους περὶ τοῦ ἔρωτος τοῦ Χαδζῆ-Γιάννη. τὰ δυὸ ὁµοῦ συντιθέµενα. καὶ τόσον ἀφελὴς ἦτο. εἷς τῶν ἐρωτύλων ἐκείνων νέων. χωρὶς αὐτὴ νὰ νοµίση ὅτι εἶχε τὸ δικαίωµα νὰ δώση ἢ ν᾿ ἀποποιηθῆ τὴν συναίνεσίν της. ἂν τῷ ἔλεγέ τις ὅτι οἱ κανόνες ἀπαγορεύουσι νὰ νυµφευθῆ τὴν παππαδιάν. καὶ οὕτως αὕτη ἐντὸς διετίας ὑπέστη τόσας σχεδὸν µεταµορφώσεις. ἤνοιγε µεγάλους ὀφθαλµοὺς καὶ ἔσειεν ἁπλῶς τοὺς ὤµους. φαίνεται. ἀσθενήσας. Ἓν µόνον ἥξευρεν. Μόνον ὁ Χαδζῆ-Γιάννης προείλετο νὰ ἐρωτευθῆ τὴν «χήρα παππαδιά». Τινὲς τῶν ἱερέων. Ὁ νεαρὸς ναυτικὸς οὔτε ἤξευρεν οὔτ᾿ ἐφρόντισε νὰ µάθη ἂν ἐπιτρέπεται ὁ δεύτερος γάµος εἰς τὰς χήρας τῶν ἱερέων. Ὁ Χαδζῆ-Γιάννης ἦτο µία τῶν µελαχροινῶν ἐκείνων καὶ περιπαθῶν φύσεων. ὥστε. Τὴν ὑπάνδρευσαν δεκατετραετή. Μετὰ ἓν ἄλλο ἔτος. καὶ ἔπειτα ὁ λαὸς οὐδέποτε ἔλαβεν ἀνὰ χεῖρας τὸ Πηδάλιον διὰ νὰ ἴδη πόσους καὶ ποίους περιέχει κανόνας. χωρὶς νὰ ἐρωτήσωσιν ἂν ἔστεργε τὸν σύζυγον. ὅτι ἐν τῷ Πηδαλίῳ δὲν ἀναγράφεται κανών τις ἀπαγορεύων τὸν δεύτερον γάµον εἰς τὰς ἐν χηρείᾳ πρεσβυτέρας. Ὀφείλοµεν νὰ ὁµολογήσωµεν ὅτι δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐννοήση καὶ αὐτὴ πῶς ἔγεινε παππαδιὰ αἴφνης καὶ πῶς δεκαοκταετὴς ἔµεινεν ἐν χηρείᾳ. ὀλίγιστοι. Συνεπάθει µάλιστα τόσον πολὺ εἰς τὸ νεανικὸν πάθος τοῦ ἐξαδέλφου του. Ὅλοι εἶχον ἐκλέξει ἀνὰ µίαν ἕκαστος νεανίδα. ἐφαντάσθη διὰ παραδόξου τρόπου νὰ θέση ἑκποδὼν πᾶν πρόσκοµµα ἐπιπροσθοῦν εἰς τὸν γάµον. Εἶνε βέβαιον. ὅτι τὴν ἠγάπα καὶ ἤθελε νὰ τὴν νυµφευθῆ. Β´ Ὅλοι οἱ νέοι τῆς νήσου. ὁ νεαρὸς λειτουργὸς τοῦ Κυρίου. ἐφρόντιζον νὰ κοµίσωσι δῶρα καὶ κοσµήµατα διὰ τὰς ἐκλεκτὰς τῆς καρδίας των. Μετὰ ἓν ἔτος ὁ σύζυγός της ἐχειροτονήθη ἱερεύς. ὃν τῇ ἔδιδον.

φοβερώτερον ἢ ὅσον ἤθελεν φανῆ ἄνευ τῆς περιστάσεως ταύτης. βλέπετε. νὰ τὴν σχίση καί. ἑωσοῦ πείσῃ τὴν Παππαµανώλαιναν. ἠρώτησεν αὖθις ἡ δύσπιστος πρεσβυτέρα. διὰ τὰς δυὸ ἀγάµους θυγατέρας της. πάει λέγοντας. οἱ ἄλλοι ἱερεῖς δὲν εἶχον ἄµεσον συµφέρον νὰ φαίνωνται ἄκαµπτοι. Ἄλλως καὶ ἡ ἐκδούλευσις αὐτῆς ἄκαρπος ἀπέβη. Ὥστε τὸ τόλµηµα τοῦ Μηνᾶ ἦτο. ἂν καὶ τὸ βιβλίον ἐδόθη αὐτῷ καὶ δευτέραν φορὰν καὶ τρίτην. τεθέντα εἰς κίνησιν. τὸ χειρότερον ἦτο ὅτι ἐκινδύνευε νὰ φανῇ ἐκπρόθεσµος εἰς τὴν πρεσβυτέραν. ἠδυνήθησαν νὰ τὸ κατορθώσωσι. τὸ περιέχον ὅλους τοὺς νόµους καὶ τοὺς κανόνας. Λαβὼν τὸ Πηδάλιον ὁ Μηνᾶς. Ὁ Παππᾶς µοῦ λέγει πῶς δὲν κάνει νὰ τὸ πιάσῃ κανεὶς ποὺ νὰ µὴν εἶναι ἱερωµένος. ἀπήντησεν ὁ ἐξάδελφος Μηνᾶς.. Ἀλλ᾿ ὅ. µεθ᾿ ἱεροτελεστίας ὅµως τακτικῆς. -Ἔννοιά σου. ἡ συγκατάθεσίς της. Ὁ ἁπλοϊκὸς ἐξάδελφος τοῦ Χαδζῆ-Γιάννη ἐφαντάζετο ὅτι τόσον θὰ ἤρκει διὰ νὰ φυλολογήση αὐτὸ τὸ βιβλίον. τὸ ζητούµενον χωρίον δὲν εὑρίσκετο. ὡς εἴποµεν. ὅστις ἄδηλον ἄλλως ἂν ὑπάρχη. νὰ πραγµατοποιηθῇ ὁ γάµος τοῦ Χαδζῆ-Γιάννη µετὰ τῆς χήρας παππαδιᾶς. βάλε µίαν καθαρὴ πετσέτα. -Καὶ τί τὸ θέλεις αὐτὸ τὸ βιβλίο. Τὸ γεγονὸς τοῦτο εἶνε παλαιόν. ἂν τυχὸν παρετήρει οὗτος τὴν ἀπουσίαν τοῦ βιβλίου. τῇ µεσολαβήσει τῶν προξενητριῶν.. 101 . Μὴν τὸ πιάνῃς µὲ τὰ χέρια γυµνά. ∆´ Μάταιοι ἀπέβησαν ὅλοι οἱ ἀγῶνες τοῦ Μηνᾶ.πρεσβυτέραν τοῦ Παππᾶ Μανώλη. ἦτο αὐτὴ αὕτη νύµφη τῆς γηραιᾶς πρεσβυτέρας καὶ τοῦ Παππᾶ-Μανώλη. Τούτου τὸν υἱὸν εἶχε νυµφευθῆ ἡ ἀτυχὴς καὶ ἔµεινε χήρα ἐν νεαρωτάτῃ ἠλικίᾳ. Ἀλλὰ µέχρι τῆς σήµερον δὲν ὑπάρχει συµπόσιον ἢ ἁπλῶς ὅµιλος εὐθυµούντων ἐν Κ. καλέ. χάριν τῆς ὁποίας ἐν ἀγνοίᾳ της ἐγίνοντο ὅλα τὰ ἐπιλήψιµα ταῦτα. τὰ γραΐδια τῆς γειτονιᾶς.. Τέλος πολλὰ ἐµόχθησεν ὁ ταλαίπωρος Μηνᾶς. Παρελίποµεν νὰ εἴπωµεν ὅτι ἡ χήρα παππαδιά.Ναί. εἶπε µορφάζων ὁ ἐξάδελφος Μηνᾶς. ἐφυλλολόγει καὶ ἐφυλλολόγει. Μετὰ ἓν ἀκόµῃ ταξείδιον τοῦ Χαδζῆ-Γιάννη καὶ τοῦ Μηνᾶ. ἀπήντησεν ὁ Μηνᾶς. -Αὐτὸ τὸ βιβλίο δὲν εἶναι ποὺ ἔχει τὸν νόµο-κάνονα. νὰ εὕρη τὴν σελίδα ἐν ᾑ περιέχεται ὁ σχετικὸς πρὸς τὴν ἀπαγόρευσιν τοῦ δευτέρου γάµου εἰς τὰς χήρας τῶν ἱερέων κανών.. καὶ νὰ τὸ δανείση εἰς αὐτὸν µίαν ἡµέραν. νὰ ἀποσπάση τὴν σελίδα ταύτην. τὸν ἠρώτησεν ἡ Παππαµανώλαινα. καὶ κατωρθώθη. . οἵτινες ἦσαν συµπλωτῆρες καὶ συνιδιοκτῆται τοῦ αὐτοῦ πλοίου. κάτι θέλω νὰ διαβάσω καὶ θὰ σοῦ τὸ δώσω πίσω εὐθύς. Ὅσον καὶ ἂν ἐφυλλολόγει. ἀλλὰ ποῦ νὰ εὕρη τὸν σχετικὸν κανόνα. µετὰ ἢ ἄνευ ἐκκλησιαστικῆς ἀδείας. ὅστις µόλις ἤξευρε νὰ ἀναγινώσκη συλλαβιστὰ ὀλίγας λέξεις. καὶ τὴν παρεκάλεσε νὰ ὑποκλέψη ἐκ τῆς πενιχρᾶς βιβλιοθήκης τοῦ αἰδεσιµωτάτου αὐτὸ τὸ Πηδάλιον. τῆς ἀπεσπάσθη καὶ ὑπελείπετο µόνον τὸ ζήτηµα τοῦ πῶς νὰ τελεσθῇ ὁ γάµος. συνέβη κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ αἰῶνος. τὸ πένθος τῆς νεαρᾶς παππαδιᾶς εἶχε κρυώσει ὀλίγον. Ἐν τῷ µεταξὺ ὁ γέρων Παππᾶ-Μανώλης. καὶ τότε τί ν᾿ ἀπολογηθῆ αὕτη εἰς τὸν Παππᾶ-Μανώλην.τι δὲν κατώρθωσεν οὗτος δι᾿ ὅλων τῶν νοµίµων µέσων. ἀπέθανεν. ὅπου νὰ µὴ ἀντηχήσῃ καὶ τὸ ᾄσµα «τῆς χήρας παππαδιᾶς».

. ὑποβαστάζοντος διὰ τῆς χειρὸς τὰ γυαλιά του. ἐκ τοῦ παραχρῆµα λαµπριάτικοι ψάλται. ὅτι καὶ χάρις εἰς τὴν φιλάδελφον προθυµίαν τοῦ χωρικοῦ καὶ ἀρχοντικοῦ φίλου µου κυρ-Γιάννη Πεντελιώτου. ὡς διὰ φεύγοντος πλαισίου. Ἀρκεῖ. ∆ιότι. παρατείνοντος ἐπ᾿ ἄπειρον τὰ µουσικὰ κῶλα καὶ τὰς καταλήξεις του. Ἑνὶ λόγῳ τὸ νὰ σχολάζῃ τις κατὰ τὰς ἑορτὰς ἀπὸ τῆς τύρβης τοῦ κόσµου. καὶ διὰ τοῦτο ἐπεκαλέσθην ἐν ἀρχῇ ὡς ἐπιείκειαν ἐκ µέρους τοῦ ἀναγνώστου τὴν τροπικὴν τοῦ τίτλου ἐκδοχήν. µὲ τὴν εὐδοκίαν τῆς θείας Προνοίας. νὰ διακρίνοµεν ὅ. Τὸ πρᾶγµα ἤρχισε νὰ γίνεται κάπως φορτικόν. ∆ὲν βλέπεις ὅτι τὸ αἰώνιον θέµα σου ἐξηντλήθη. φέρουσαι ἀγκαλίδας ρόδων καὶ ἴων καὶ θηµωνίας ὅλας δενδρολιβάνου. κατ᾿ ἀποκοπὴν διηγηµατογράφος. τὰ Χριστούγεννα καὶ τὸ Πάσχα. Τὸ νὰ δηµοσιεύουν αἱ πολιτικαὶ ἐφηµερίδες φιλολογικοτέραν ὕλην κατὰ Κυριακὴν εἶναι ξενισµός. τρόπον εἰς ὅλους τοὺς ναοὺς παρουσιάζονται κατὰ τὰς ἡµέρας ταύτας πολλοὶ τέως ἄγνωστοι µουσόληπτοι. εἶναι ἀληθές. τὸ µοσχολίβανον.τι εἶναι πράγµατι ξενισµὸς ἀπὸ ὅ. καὶ νὰ αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην ἁβροτέρας. οἵτινες φιλοτιµοῦνται νὰ ψάλλωσιν ἐν σπαρακτικῇ παραφωνίᾳ τὰ ἐγκώµια. Ἐκεῖ εἰσβάλλει οὐλαµὸς ὅλος αὐτοσχεδίων ψαλτῶν. καταφορτώνουσαι µὲ λόφους ἀνθέων τὸν πενιχρὸν ἐπιτάφιον. κατὰ τὰς περιδόξους ταύτας ἡµέρας. Παῦσε πλέον. οὕτω καὶ ὁ γράφων. τινὲς δὲ καὶ τὸ ἀπεδοκίµασαν. περιβάλλον. Μὴ µᾶς σκοτίζεις καὶ σύ.Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης Λαµπριάτικος Ψάλτης Ἐὰν ὁ ἥρως τοῦ παρόντος διηγήµατος ἦτο αὐτούσιος ὁ γράφων. ὅτι τὸ κοινὸν θέλγεται ἀπὸ τὰς ἀναµνήσεις σου ἢ συγκινεῖται ἀπὸ τὰ αἰσθήµατά σου. τόσοι ξενισµοί. ὀφείλω νὰ ὁµολογήσω ὅτι. καίτοι προσπαθῶν νὰ συµψάλλω ὑποφερτὰ κάπως µὲ τὸν ἀρχοντικὸν καὶ πρόθυµον φίλον µου. ὡς καὶ ἀπὸ τῆς ἀναγνώσεως ἄρθρων πολιτικῶν. Ἔστω. καὶ ὅπου µὲ τὰς κεντητὰς ποδιάς των καὶ τὰ λευκὰ κολόβια αἱ νεαραὶ χωρικαὶ προσέρχονται. καθ᾿ ὃν δηλ.τι δύναται νὰ εἶναι. ἀγαπῶντος τὸ πολίτικον ὕφος. οὔτε Ἀµερικάνοι. ναὶ µέν. καταστρέφοντες διὰ κωµικῶν σφαλµάτων καὶ τὰς ὀλίγας λέξεις. ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγµάτων. ὅπου µυροβολεῖ.. Πόθεν ἔλαβες ἀφορµὴν νὰ ὑποθέσεις. καὶ ὅτι εὑρίσκεσαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προσπαθεῖς διὰ τῆς βίας νὰ παρουσιάσεις ἁπλὴν παραλλαγὴν κατ᾿ ἔτος. καὶ πολλοὶ µὲν ἐσκανδαλίσθηοαν. Χωρὶς νὰ εἶµαι κύριον µέρος τοῦ αὐτοσχεδίου τούτου χοροῦ. Ἐν πρώτοις καλὸν θὰ ἦτο. ἀξιοῦµαι σχεδὸν κατ᾿ ἔτος ἀνελλιπῶς. καθ᾿ ὅλον τὸν ἄλλον χρόνον σιωπᾶ. µὴ ἔχοντα ἀνάγκην ἄλλης πολυτελείας. τότε ὁ ἐπικεφαλῆς τίτλος θὰ εἶχε µᾶλλον τροπικὴν καὶ ἀλληγορικὴν σηµασίαν. παρουσιάζεται δὶς τοῦ ἔτους οὗτος. ἐνῶ. ἀλλὰ 102 . τερπνοτέρας. νὰ συµψάλλω ἐναµίλλως µετ᾿ αὐτοῦ. ἑλισσόµενον εἰς κυανοὺς στεφάνους. τοὺς ἀκτινωτοὺς στεφάνους καὶ τὰς σεµνὰς ὄψεις τῶν ἁγίων. ἀφοσιωτέρας ἀναγνώσεως εἶναι ξενισµός. κοινὸν εἰς πάντα τὰ ἔθνη. Ἀρκοῦσι τόσαι ἄλλαι µανίαι. Τὸ ἔκαµες µίαν φορὰν ἢ δύο. Λόγου χάριν τὸ νὰ ἐκδίδονται τὰ περιοδικὰ κατὰ Σάββατον ἢ Κυριακὴν εἶναι ξενισµός. Ἡµεῖς δὲν εἴµεθα Ἄγγλοι. εἰς τὸν µικρὸν ἀγροτικὸν ναΐσκον τοῦ χωρίου Θ. οὐχ ἧττον ὑστερῶ αὐτοῦ κατὰ πολλά. ὄσαι εἶναι ὀρθῶς τυπωµέναι εἰς τὰ φυλλάδια ἐκεῖνα. κρατούντων ἀνὰ ἓν φυλλάδιον τοῦ ἐπιταφίου εἰς τὴν χεῖρα.

Ὅπου γίνεται λόγος περὶ ξενιτευµένων. καρφωµένου εἰς τὸν τοῖχον ἀπὸ τὴν λόγχην τοῦ ἁγίου 103 . Μὴ «θρησκευτικὰ πρὸς Θεοῦ!». ἐνεπνεύσθην. προόδευσαν καὶ αὐτοί. ἴσως καὶ ὀλίγους ἐκλεκτοὺς φιλαναγνώστας. ἀπὸ τὰς ἀναµνήσεις µου καὶ τὰ αἰσθήµατά µου. ὅτι δυὸ τῶν ἐφηµερίδων. ὅτι ὁ Χριστὸς «δέχεται τὴν λατρείαν τοῦ πτωχοῦ λαοῦ». οἵτινες ἐπιστρέφουσι µετὰ µακρὰν ἀπουσίαν ἢ στέλλουσι γράµµατα µετὰ ὑλικῆς παρηγοριᾶς εἰς τοὺς οἰκείους. µήτε ὁ συγγραφεὺς νὰ ὑποπτεύσωσι κἂν διατὶ τὴν ἐφόνευσε τοῦτο εἶναι ὑψηλὸν καὶ πολυτελὲς κατὰ τὴν ἐκτίµησιν µερικῶν.. τὸ ὁποῖον νὰ εἶναι ὅλο ποίησις. ὅτι γηραιὸς ἀνὴρ ἐφόνευσε τὴν συµβίαν του. τὸ θέµα ἐξηντλήθη καὶ ὅλα τὰ Χριστουγεννιάτικα καὶ τὰ Πασχαλινὰ διηγήµατα δὲν πρέπει πλέον νὰ βλέπωσι τὸ φῶς. εἶναι δηλ. ὡς καὶ τὸ µονάκριβον περιοδικόν. καὶ ἢ ἐπιστρέφουσι εἰς τὰς πατρίδας. Τί τὸ ἀπίθανον εἰς ὅλα ταῦτα. Νὰ φιλοξενηθεῖς ἠγεµονικῶς εἰς τὰ µέγαρα µεγάλου ἄρχοντος. ἀληθῶς. ἐννοήσατε. a priori τὴν ὑπόθεσιν. ἐνῶ συνήθως φαίνονται ψυχροὶ καὶ ἀπεσκληρυµένοι τὸν φλοιόν. κατὰ τὰς παραµονὰς ἰδίως τῶν ἑορτῶν. ταῦτα ὅλα βασίζονται ἐπὶ τῆς πραγµατικότητος. καθόσον ὅλοι οἱ ζήσαντες εἰς παραθαλάσσιους καὶ ναυτικοὺς τόπους τῆς Ἑλλάδος κάλλιστα γνωρίζουσι ὅτι. καὶ ἀλλαχοῦ πάλιν ἡ ἀσθενὴς πλοκὴ στρέφεται περὶ νεωτεριστικὸν τί καὶ φθοροποιὸν ἔθιµον. Ἡµεῖς θέλοµεν διήγηµα. τῶν σχετιζοµένων µὲ τὰς ἑορτάς. πολλοὶ ξενιτευµένοι. τὸ ἐξωτερικεύουσι. Ἰδοὺ λοιπὸν ποῖον τὸ αἴτιον τῆς δυσφορίας των . ἢ ἂν αὐτοὶ κωλύονται ὑπὸ φιλοτιµίας νὰ κατέλθωσι εὐπροσώπως. αἴφνης «ἐνθυµοῦνται» τοὺς οἰκείους των.δύνασαι νὰ δηµοσιεύεις ἐν ἡµέραις ἑορτῶν διηγήµατα ἢ περιγραφὰς χωρὶς νὰ κάµνεις ποσῶς λόγον περὶ τῶν Χριστουγέννων καὶ τοῦ Πάσχα.» Καὶ νὰ περιγράφεις τὸ ἐσωτερικὸν τοῦ ναΐσκου. Συµβαδίζουν µὲ τὰ ἄλλα ἔθνη. ὅπως γαλβανίσω τὴν περιέργειαν τοῦ ἀναγνώστου. Μετὰ τοιοῦτον ἔγκληµα κατ᾿ αὐτὴν τὴν ἁγίαν ἡµέραν. Τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος δὲν εἶναι Βυζαντινοί. µᾶλλον θρησκευτικά. Τοῦτο θὰ ἦτο ὅλως εὐτελὲς καὶ ταπεινὸν κατὰ τὴν γνώµην τῶν κριτικῶν. ὅσα ἐδηµοσίευσα κατὰ καιροὺς ὁ ὑποφαινόµενος τὰ Χριστούγεννα ἢ τὸ Πάσχα. ἐµὲ αὐτόν.χωρὶς µήτε ὁ ἀναγνώστης. τὰ ὁποῖα θέλγουσι καὶ συγκινοῦσι. δεξιοῦνται τὰ ἑορτάσιµα διηγηµάτια τῶν ἡµερῶν τούτων. Τὸ νὰ γράψῃ τις. µὲ τὰς νυσταλέας κανδήλας καὶ τὰς ἀµαυρὰς µορφὰς τῶν ἁγίων ὁλόγυρα! ∆ὲν τὰ ἐννοοῦµεν ἡµεῖς αὐτά.. Ἔπειτα ἐπολιτίσθησαν. ὅτι ἐπεζήτησα βεβιασµένην θέσιν ἢ πλοκήν. ἀποδεικνύεται ἐκ τούτου. Καὶ ὅτι ὁ πτωχὸς ἱερεὺς «προσέφερε τῷ Θεῷ θυσίαν αἰνέσεως. Οἱ σηµερινοὶ Ἕλληνες δὲν εἶναι κατευθείαν διάδοχοι τῶν ἀρχαίων. Ἀλλὰ τὰ πλεῖστα τῶν ὑπ᾿ ἐµοῦ γραφέντων ἑορτασίµων διηγηµάτων ἔχουσιν. Σὺ δὲ πῶς τολµᾶς νὰ γράφεις. ἂς µοῦ ἐπιτραπῇ ὁ λατινικὸς ὅρος. ὄχι πεζὴ πραγµατικότης. αἱ κορυφαῖοι της πρωτευούσης. ποίαν δύναµιν ἢ πρωτοτυπίαν θὰ εἶχε τὸ νὰ λάβῃ τις τὸν κόπον νὰ περιγράψῃ λεπτοµερῶς πῶς χωρικὸς ἱερεὺς ἀπῆλθε νὰ λειτουργήσῃ εἰς ἐξωκκλήσιον χάριν µικρᾶς κοινότητος ἀγροίκων ἢ βοσκῶν.καὶ πόσον ἀφελῶς τὸ ὁµολογοῦσι. καὶ νὰ µὴ προπίεις εἰς τιµὴν τοῦ οἰκοδεσπότου! Νὰ ἀπολαύσεις (ξενίας δεσποτικῆς καὶ ἀθανάτου τραπέζης) καὶ νὰ µὴν ἀποδώσεις εὐχαριστίαν εἰς τὸν ἑστιάτορα! Ἀλλ᾿ εἰς τὰ διηγηµάτια. κατ᾿ αὐτὴν τὴν ἡµέραν τῶν Χριστουγέννων . σᾶς παρακαλῶ. ποῖοι καὶ πόσοι µετέσχον τῆς πανηγύρεως καὶ ποῖα τινὰ ἦσαν τὰ ἤθη τῶν πανηγυριστῶν. Ποίαν ποίησιν ἔχει τὸ νὰ γράψῃς. Ὅτι δὲ τοιοῦτοι ὑπάρχουσιν. Ποίαν χάριν. ὄχι σπανίως ἀποστέλλουσι παραµυθίαν εἰς τὰς γηραιᾶς µητέρας καὶ τὰς ἀδελφάς των. Ἐν ἄλλοις γίνεται λόγος περὶ τῶν κοινωνικῶν καὶ οἰκογενειακῶν ἐθίµων. Ἔπειτα οὐδαµοῦ σχεδὸν θὰ εὕρητε. ὁµιλῶν περὶ Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου.

Ὁ τρέχων πρέπῃ νὰ περιµένῃ καὶ τὸν ἑπόµενον. πέντε τὸν 104 . Τὸ ἐπ᾿ ἐµοί. Ὁ ναΐσκος εὑρίσκετο τρεῖς ὥρας µακρὰν τῆς πόλεως καὶ ὁ παπα-∆ιανέλλος ὁ Πρωτέκδικος εἶχεν ἐπέλθει ἐκεῖ ἀπὸ τῆς πρωίας τοῦ Μεγάλου Σαββάτου. δυστυχῶς. Θυγατέρας. τοιαύτην βλάσφηµον φράσιν: «Πελιδνὸς ὁ παράφρων τύραννος. δι᾿ ὧν ὕβριζε βαναύσως τὴν θρησκείαν τῶν πατέρων του . ἐπιλησθείη ἡ δεξιά µου. ὁµοιάζει µὲ νάνον ἀνορθούµενον ἐπ᾿ ἄκρων ὀνύχων καὶ τανυόµενον νὰ φθάσῃ εἰς ὕψος καὶ φανῇ καὶ αὐτὸς γίγας. Ἄγγλος ἢ Γερµανὸς ἢ Γάλλος δύναται νὰ εἶναι κοσµοπολίτης ἢ ἀναρχικὸς ἢ ἄθεος ἢ ὁτιδήποτε. ὅτι θὰ ἔφθανε πρὸς τὸ βράδυ διὰ νὰ ψάλῃ καὶ συνεορτάσωσιν ὁµοῦ τὴν Ἀνάστασιν. ὅπως δώσῃ χεῖρα βοηθείας εἰς τὸ δοῦλον ἔθνος. ὅστις ὑπεσχέθη. ἐὰν οὐ µή σου µνησθῶ».. δηµοσιεύσας πρὸ ἐτῶν ἱστορικοφανταστικὸν δράµα. Καὶ ὅµως ὁ σοφὸς ἐπικριτὴς δὲν ἐνόησεν. νὰ περιγράφω µετ᾿ ἔρωτος τὴν φύσιν. διότι τὸ πρᾶγµα ἦτο τῆς µόδας. Ἀλλὰ σὺ νὰ τολµᾷς νὰ ἐκφράζεσαι µὲ τοιαύτην ἀσεβῆ γλώσσαν περὶ τοῦ Ἰουλιανοῦ ἐκείνου . ἐνόσω ζῶ καὶ ἀναπνέω καὶ σωφρονῶ. νὰ πάγῃ νὰ συλλειτουργήσῃ µὲ τὸν παπα-∆ιανέλλον τὸν Πρωτέκδικον. Τὸ Ἔθνος τὸ Ἑλληνικόν. ὑπεσχέθη. Ἀλλ᾿ ὁ ἥρως τοῦ παρόντος διηγήµατος εἶναι ὁ κυρ-Κωνσταντὸς ὁ Ζµαροχάφτης. τόσον ἐµπρός. προέτασσε «χυδαῖα» ἀληθῶς προλεγόµενα. τὸ δοῦλον τουλάχιστον. λέγω. κολληθείη ἡ γλώσσα µου τῷ λάρυγγί µου. ὅτι συµµερίζεται τὴν γνώµην τοῦ Βυζαντινοῦ τοιχογράφου) παρέλκει ὅλως. Ἔκαµε τὸ πατριωτικὸν χρέος του. τόσον τὸ ἐλεύθερον ἔθνος καθίσταται. καὶ τὸ ἐλεύθερον δὲν δύναται νὰ τρέξῃ ἀρκετὰ ἐµπρός. Ὅταν συγγραφεὺς ἄλλος. νὰ ὑµνῶ µετὰ λατρείας τὸν Χριστόν µου. χωρὶς τὸ ὅλον νὰ διασπαραχθῇ ὡς διασπαράσσεται.. εἶναι ἀκόµη ὀπίσω. αὐτὸς µετριόφρων καὶ χωρὶς κεράσµατα ἐξελέγετο ἀσφαλῶς τρίτος ἑκάστοτε. Τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος. ὅτι ἡ φράσις ἦτο «ἐξ ἀντικειµένου» ὅπως λέγουσιν αὐτοί· ἀπέδιδε δηλ. τρίτος πάρεδρος τοῦ δήµου Λίτης. Ὅσον παρέρχεται ὁ χρόνος. Τώρα εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐπαγγέλλεται χάριν πολυτελείας τὴν ἀπιστίαν καὶ τὴν ἀπαισιοδοξίαν.Μερκουρίου. ἀλλ᾿ οὐδὲν ἧττον καὶ τὸ ἐλεύθερον ἔχει καὶ θὰ ἔχει διὰ παντὸς ἀνάγκην τῆς θρησκείας του. Ἄλλον βοηθὸν ὁ παπὰς δὲν εἶχεν· ὁ νεώτερος υἱός του.τοῦ Παραβάτου ἢ Ἀποστάτου καλουµένου . θὰ εἴποµεν µὲ δυὸ λέξεις ὅτι: τὸ σηµερινὸν ἔθνος δὲν ἐπῆγε. δὲν θὰ παύσω πάντοτε. οἶµοι! ἀνικανότερον. Ἱερουσαλήµ. διότι ἐνῶ ὁ α´ καὶ ὁ β´ πάρεδρος εἰς πᾶσαν ἐκλογὴν ἐµάχοντο πάντοτε περὶ τῆς πρώτης τάξεως πρὸς ἀλλήλους. ἔξω εἰς τὸ παρεκκλήσιον τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόµου.».ἡ θρασύτης ὑπερβαίνει πᾶν ὅριον. τοῦ χωρίου Ἄν. ἰδίως δὲ κατὰ τὰς πανεκλάµπρους ταύτας ἡµέρας. καὶ ἄλλης περιωπῆς. ἀφοῦ ἔλαβεν τὴν ὑπόσχεσιν τοῦ κυρ-Κωνσταντοῦ. τὸ ἄφθονον τοῦτο προϊὸν τοῦ τόπου .. φεῦ! ἤδη. «Ἐὰν ἐπιλάθωµαί σου. ∆ιὰ νὰ δώσοµεν πέρας εἰς τὸ προοίµιον αὐτό. µὴ ὑπάρχοντος τετάρτου συναγωνιστοῦ). Ἀλλὰ ὁ Γραικύλος τῆς σήµερον ὅστις θέλει νὰ κάµῃ δηµοσίᾳ τὸν ἄθεον ἢ τὸν κοσµοπολίτην.τοῦ εἶχεν ἀφήσει πλησµονὴν ἡ µακαρίτισσα ἡ πρεσβυτέρα.. καὶ νὰ ζωγραφῶ µετὰ στοργῆς τὰ γνήσια Ἑλληνικὰ ἔθη. δὲν ἠδυνήθη νὰ ἔλθῃ τὸ Πάσχα.. ὡς εἶχε πάντοτε συνήθειαν εὐκόλως νὰ ὑπόσχεται (εἰς τὴν ἀρετὴν δὲ ταύτην ἴσως ὄφειλε καὶ τὴν ἐπιτυχίαν του εἰς τὰ πολιτικά. διὰ λέξεων τὰ χρώµατα τοῦ ζωγράφου καὶ ὅτι πᾶν ζήτηµα περὶ τῶν δοξασιῶν τοῦ γράφοντος (ὅστις ἐντούτοις δὲν ἀρνεῖται. ἐὰν θέλῃ νὰ τρέχῃ· ὁ ἐλεύθερος πρέπει νὰ βοηθῇ τὸν δεσµώτην ἢ πρέπει νὰ τὸν ἀνακουφίζῃ. ὅσον λέγουν αὐτοί. ἔκτισε µεγάλην πατρίδα. τὸ δοῦλον.τότε οὐδεὶς λόγος ἦτο ὅπως σκανδαλισθῇ τις. Ὁ ἄλλος ἔλειπε διαρκῶς ναύτης µὲ τὰ καράβια του.καὶ τῆς ἱερατικῆς ἐγγάµου τάξεως µάλιστα . ἑτοιµαζόµενος ἐφέτος δι᾿ ἐξετάσεις εἰς τὸ διδασκαλεῖον.

Ὁ ἥλιος ἦτον ὡς δυὸ καλαµιὲς ὑψηλά. τῆς ἀποτοµῆς τοῦ Τιµίου Προδρόµου ὁ ἱερὸς ναΐσκος.ὁποῦ δὲν ἔπαυαν ἀενάως νὰ µεγαλώνουν .ἀριθµὸν . ρίψῃ ἀσπλάχνως κάτω περικαλλὲς δένδρον καὶ ἀπογυµνώσῃ τὸ τοπίον τοῦ µοναδικοῦ στολισµοῦ του. Κύριε!» 105 . ἀκούσιος ἱεροµόναχος. καὶ ἀνέβησαν δι᾿ ἀνωφεροῦς ὁδοῦ εἰς τοῦ Κανάκη τὴν Βρύσιν. ξαναµµέναι ἐκ τῆς ὁδοιπορίας. τόσον ἐφαίνοντο. καὶ ἐσάρωσε µόνος του τὸ θυσιαστήριον καὶ ὅλον τὸ ἱερὸν Βῆµα. ἄλλαι τὸ ἔδαφος τοῦ ναοῦ. πρὶν ἀσυνείδητος βάρβαρος. ὁ παπα-∆ιανέλλος. Εἰσῆλθον ὅλοι εἰς τὸν ναὸν κι ἐπροσκύνησαν. τὰ θρέµµατά των ἐντὸς τῶν ἐξωκκλησίων. Εἰσῆλθον εἰς τὸν περίβολον τοῦ ναοῦ καὶ ἐξεφόρτωσαν τὸ ὀνάριον· αἱ γυναῖκες. τὰ ὁποῖα οὐδ᾿ εἶχον λάβει τὸν κόπον νὰ ἐξαλείψωσιν. δὲν ἦτο ἐλεύθερος οὔτε εἰς µοναστήριον νὰ καταφύγῃ. ἴσαι περίπου εἰς τὰ χρόνια.νὰ µὴν ἀβασκαθοῦν· ἦσαν τόσον γείτονες τὴν ἡλικίαν. σιωπηλὸς καὶ διηγούµενος πέντε αἰώνων σπαρακτικὴν ἱστορίαν µαρτυρίου καὶ αἵµατος ἐγείρεται πενιχρός. κι ἐφόρεσεν ἄνωθεν αὐτοῦ τὸ µαῦρον ράσον του. ἀκούων τοὺς κτύπους τοῦ πλήττοντος τὰς ἀκτᾶς κύµατος. ροδοκόκκιναι. ἀπολείτουργα. κορασίδας δέκα καὶ δώδεκα ἐτῶν. διὰ νὰ ψήσωσι καφὲν καὶ προσφέρωσιν εἰς τὸν ἱερέα. καὶ ἐφόρεσαν ἐπὶ τοῦ κοντοῦ φουστανίου τῆς ὁδοιπορίας τὰς µακρὰς καὶ πολύπτυχους ἐσθῆτας. ἀκολουθούµενος ἀπὸ τὰς δυὸ νεωτέρας θυγατέρας του. ἄλλαι τὸ προαύλιον. ὅταν ἐξῆλθον εἰς τοῦ Γιατροῦ τ᾿ ἀµπέλι· εἶτα ἔφθαναν εἰς τὰ Βουρλίδια. καὶ διὰ τῆς Κλινιᾶς κατῆλθον εἰς τοῦ Χαιρηµονᾶ τὸ ρέµα. ἐφ᾿ ὕψους τῆς ὁποίας περίοπτος ἐκ τοῦ πελάγους. καὶ ἔφθασαν εἰς τὴν βόρειον ἀκτὴν τῆς νήσου. καὶ µάλιστα αἱ µεσαῖαι τρεῖς. ἐτίναξαν τὰ οὐδόλως κορνιακτισµένα κράσπεδά των. ἀενάως κελαδοῦσαι καὶ καγχάζουσαι.. καὶ ἤρχισαν γοργὰ καὶ στρωτὰ νὰ σκουπίζωσιν. προπορευόµενου τοῦ ὄνου του. αἱ δὲ ἔδρεψαν ἐκ τῶν εὐωδῶν θάµνων δέσµας σχοίνων καὶ πριναρίων καὶ φασκοµηλεῶν καὶ συνέδεσαν προχείρως διὰ κλωστῆς σκούπας.ἂς εἶχαν ζωὴν . Ὁ παπὰς ἔριψε κάτω τὴν µίαν ἄκραν του στακτεροῦ ζωστικοῦ του. Ἔνδοθεν τοῦ ἱεροῦ Βήµατος. εἶτα ἀνῆλθον ἀσθµαίνοντες εἰς τοῦ Ματαρώνα τὸν Πεῦκον. ὥστε δὲν ἐπρόφθανε νὰ µεγαλώσῃ ἡ µία. ὅστις ἵστατο τότε ἀκόµη ἐκεῖ καὶ εὐηργέτει τοὺς ὁδοιπόρους µὲ τὴν παρήγορον σκιὰν τοῦ εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ ὑψώµατος. καὶ ἀπὸ ὁµάδα ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ γυναικῶν φιλεόρτων. καὶ ἡ ἄλλη ἀµέσως τὴν ἔφθανεν· ὅσον ἐµεγάλωναν. ἠκούετο ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ψιθυρίζων µετὰ στεναγµοῦ: «Ἄχ! Ἀλίµονο. τῶν βοσκῶν καὶ τῶν αἰπόλων. ἀλλὰ σεµνός. ἴσως καὶ εἰς τὸ ἀνάστηµα· καὶ ὁ παπα-∆ιανέλλος. Τὸν τριῶν ὡρῶν δρόµον ἀπὸ τὴν πολίχνην εἰς τὸ ἐξωκκλήσιον εἶχε διανύσει τὸ πρωί. ἐνῶ ἔκυπτε διὰ νὰ σκουπίσῃ. ἴσως ἐν καιρῷ βροχῆς. αὐτῶν ἐκείνων οἵτινες τὸν εἶχον προσκαλέσει νὰ τοὺς κάµῃ Ἀνάστασιν εἰς τὸ βουνὸν καὶ ἐκ τῶν ὁποίων κανεὶς δὲν εἶχε φανεῖ ἀκόµη· αὐτοὶ προέβαινον ἐνίοτε µέχρι τῆς βεβηλώσεως τοῦ νὰ εἰσάγωσιν. ὡς ἔλεγε. Ἀνθρώπους καὶ κτήνη σώσεις. φορτωµένου τὸ δισάκιον µὲ τὰ ἱερά του παπᾶ. αἱ µὲν συνέλεξαν χαµόκλαδα καὶ ἤναψαν φωτιάν.. µὲ τὴν ἀνοχὴν ἢ τὴν ἐνοχὴν ἐκείνων. ὡς ἠδύνατο νὰ πεισθῇ τις ἐκ τῆς παρουσίας διαφόρων ἰχνῶν τῆς εἰσβολῆς. ∆ὲν ἔπαυε δὲ νὰ γογγύζῃ καὶ νὰ διαµαρτύρεται ἐναντίον τῆς ἀβελτερίας. Ὁ ἱερεὺς συνέθεσε σκούπαν ἐκ δάφνης καὶ µύρτου καὶ δενδρολιβάνου. Ἐκεῖθεν ἀνῆλθον εἰς τὸ Πετράλωνον καὶ εἰς τοῦ Σταµέλου τὴν Βρυσούλαν. Ἐκ τῶν γυναικῶν. τοὺς ὁποίους ὁ πλέον ἄτυχος τῶν λαῶν τοῦ κόσµου ἐκ περιτροπῆς ἐκλέγει ἄρχοντας καὶ προστάτας του.

ὁ πάπα-∆ιανέλλος ἔσχε φίλον τινὰ ἑλληνοδιδάσκαλον. ὅµως. ἐν τῷ περιβόλῳ τοῦ ναΐσκου. δὲν ξέρω πόσες µέρες. θέλων νὰ κρύψῃ τὴν συγκίνησίν του. χρηστὸν ἄνδρα. ποὺ τὸν εἶχαν ὅλοι γιὰ πεθαµένον. ἐπειδὴ εὑρέθησαν ἐπὶ οὐδετέρου ἐδάφους. παπά». προσέθηκε τὸ Καλλιοπώ. γιὰ νὰ ἔχῃ ἡ µάνα µας. ἐγὼ τὸ ξέρω». «Ἔχει δίκιο τὸ κορίτσι. ἀπήντησε ὁ ἱερεύς. βλογηµένη». Ἡ θειὰ τὸ Μαθηνώ.«∆ὲν τσάκισε κανεὶς τὸ ποδαράκι του!» ἔκραξεν ἀπαντῶσα ἔξωθεν εἰς τὸν στεναγµὸν τοῦ ἱερέως ἡ Θεία-Σειραϊνώ. Ὁ παπα-Θεόφιλος. ὁ µακαρίτης. Καλλιοπώ!» εἶπεν ὁ ἱερεύς. ὥσπου ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀπέθανε. τὸ ὁποῖον κατ᾿ ἄλλους ἦτο στέρνα ὕδατος καὶ κατ᾿ ἄλλους κοιµητήριον ἢ ὀστεοθήκη.. «καὶ γι᾿ αὐτὸ ἐµεῖς στὸ σπίτι. κι ἀνάσαινε ἀπὸ µία τρύπα τῆς γῆς. καθὼς ἦταν σταυρωµένο µὲ τὶς σταφίδες καὶ µὲ τὰ ρόιδα. τέσσαρα παιδιὰ καὶ τὸν ἄνδρα της. Θεία-Μαθηνώ. ἡ φτωχή. τὰς ὁποίας εἶχε στήριγµα ἀκόµη εἰς τὸν κόσµον. «Οἱ πεθαµένοι τρῶνε κόλλυβα. γηραιὰ εὐλαβὴς κατὰ τοὺς µέν. ὅσα κόλλυβα µᾶς φέρνουνε ὅλα τὰ µοιράζουµε στοὺς φτωχοὺς καὶ στὰ παιδιὰ τὰ γειτονοπούλα.» «Τρῶν᾿ οἱ πεθαµένοι. 106 . ἀνέκραξε ἡ θεία τὸ Μαθηνώ.. κι ἐσήκωσε τὸ µάγγανο. ἀποβλέψασα πρὸς τὸ κτίριον τοῦτο µετὰ στεναγµοῦ εἶπεν: «Ἡµεῖς τρῶµε. καὶ ἄγγελος Κυρίου ἔπαιρνε τὸ πιάτο µὲ τὰ κόλλυβα. ψευτοµετάνισσα κατὰ τοὺς δέ. καὶ τὸν ξελευθέρωσε· δὲν εἶναι ἀλήθεια αὐτά. ἡ δωδεκαέτις παιδίσκη τοῦ ἱερέως. ποὺ τὸν εἶχε πλακώσει ὁ µάγγανος. µείνασα µὲ δυὸ θυγατέρας ὑπάνδρους. κορίτσια· νὰ ἔχουν τάχα κι οἱ φτωχοὶ νὰ φᾶνε. ἥτις ἐνεθυµήθη τότε τὰ «πεθαµένα της». ἐξουδετερώθησαν.» «Θὰ πᾶνε στὴν Κόλαση. Πρὸ δώδεκα καὶ πλέον ἐτῶν.». «Ἀνθρώπους καὶ κτήνη σώσεις!» ἐψιθύρισε πάλιν ὁ ἱερεύς.» εἶπε τὸ Ἀγλαώ. ὁποῦ εἶχε θάψει. τὸ ἴδιο µᾶς ἔλεγε γιὰ ἕναν. «Καὶ ὅσοι δὲν τὰ πιστεύουν. τὸ ξέρω ἐγώ». εἶπε τὸ Καλλιοπώ. «Σιωπή. ἐνάρετος γυνή. Εἶχε παρέλθει ἤδη ἡ µεσηµβρία καὶ ὁ ἱερεὺς µετὰ τοῦ µικροῦ ποιµνίου ἐκάθισαν νὰ γευµατίσωσιν εἰς τὴν ἱερὰν ἐλαίαν.. καὶ αὐτά. ὡς εἰκός. ἡγούµενος τῆς Μεγαλόχαρης τῆς Εὐαγγελίστριας.» «Ἀλήθεια εἶναι. θαρρῶ. «Τί! Ἔχει δίκιο τὸ κορίτσι. τὰ ὁποῖα. «Ἀλλὰ τώρα εἶναι. ἡ δεκαέτις µικρὰ ἀδελφή της. ἡ ἀληθὴς σηµαιοφόρος τῶν ἐξοχικῶν λειτουργιῶν καὶ τῶν πανηγύρεων.. ἀλλ᾿ ὅστις εἶχεν ἀδυναµίαν εἰς τὰ ἑλληνικὰ ὀνόµατα. γιὰ ὅσους θέλουν νὰ τὰ πιστεύουν αὐτά». Εἶχε γίνει σύντεκνος τοῦ ἱερέως. καὶ βαπτίσας τὰς δυὸ τελευταίας κόρας του εἶχε δώσει αὐταῖς ἀρχαιοπρεπῆ ὀνόµατα. νὰ φάῃ στὸν ἄλλο κόσµο. ἐγγὺς τοῦ παµπάλαιου ἐκείνου λιθόκτιστου κιβουρίου. παπά. καὶ τὸ πήγαινε εἰς τὸν πλακωµένον κι ἔτρωγε. ποὺ ἡ γυναίκα του τοῦ ἔκαµε τὰ τριήµερα καὶ τὰ νιάµερα.

κηρία καὶ ἀγγεῖα µὲ ἔλαιον. εἰς τοὺς πτωχούς. ὅπου ἂν πέσῃ εἰς τὴν γῆν καὶ ἀποθάνῃ . ἐκθέτοντα εἰς τὸν ἥλιον τὰ στακτερὰ ἢ στικτὰ καὶ λευκὰ καὶ µαῦρα τριχώµατά των. τὰς ὁποίας εἶχον ἀφήσει ὀπίσω εἰς τὰς µάνδρας. µὲ πλατέα ζωνάρια κίτρινα ἢ κόκκινα. καὶ ὁ Κύριος θὰ τὸν ἀναστήσῃ ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡµέρᾳ. σοβοῦντες µετὰ πολυήχου συριγµοῦ τὴν δυσάγωγον καὶ σκιρτητικὴν ἀγέλην. καµπύλας τὴν λαβήν. Ἦλθαν φέρουσαι πελώριους κοφίνους. «ἀλλὰ νὰ φανερωθῇ µόνον ἡ δύναµις τῶν µνηµοσύνων καὶ τῶν διὰ τοὺς νεκροὺς προσφορῶν. ἴσας µὲ τὸ ἀνάστηµά των. ὁποῦ εἶναι ἀποδεδειγµένη δι᾿ ἀπείρων θαυµάτων». µὲ χαρὰν καὶ ἀγαλλίασιν θὰ θερίσουν». γεµάτους ἄνθη. ταχέως ἐξητµίσθησαν ὡς σταγόνες ὄµβρου µετὰ θερινὸν ὑετὸν ἐντὸς τῆς κοίτης πάλαι ξηρανθέντος χειµάρρου. Κεῖνοι ποὺ σπείρουν µὲ δάκρυα. ὑψηλοί. κανὲν µαρτύριον. µία τῶν γυναικῶν.» «Τὸ λέγει τὸ Ψαλτήρι. νὰ ξελευθερώσῃ τὸν ἄνθρωπο. καὶ πρόσφορα καὶ µικρᾶς φιαλίδας µὲ «νάµα» ἢ ὁδηγοῦσαι ὀνάρια µὲ τὰ σάγµατα ἐπεστρωµένα διὰ κυλιµίων καὶ χραµίων. γιατὶ ὁ ἄγγελος Κυρίου δὲ σήκωνε µία καὶ καλὴ τὸ µάγγανο. ἐνῶ τὰ ἐρίφια. εἶπεν ὁ Κύριος. τὰς ὁποίας ὁδήγησαν παρὰ τὸν ἀπότοµον κρηµνὸν πρὸς τὴν θάλασσαν. τοιοῦτοι καὶ οἱ νεκροὶ . ἀλλὰ τὸ ἴδιο εἶναι. ἀλλαγµένοι..πολὺν καρπὸν φέρει. ἀπὸ κοίλωµα εἰς κοίλωµα. «Ἀµήν!» εἶπεν ἡ θεία τὸ Μαθηνώ. ἠλιοκαεῖς τὴν ὄψιν. κανὲν δάκρυ. ἔτρεχον κατόπιν τῶν αἰγῶν βελάζοντα. «Γιατὶ ὁ σκοπὸς δὲν ἦτον νὰ δειχθῇ ἡ παντοδυναµία τοῦ θεοῦ. ἐνῶ οἱ βοσκοί. ἐν ἀγαλλιάσει θεριοῦσιν. µὲ καθαροὺς χιτώνας. τὸ ὁποῖον προσφέρει εἰς τὸν Θεόν. κοντὰ βρακία καὶ ὑψηλὲς βλαχόκαλτσες. στολισµένοι ὅλοι των. 107 . κἂν ἀποθάνει ζήσεται. Οἱ τράγοι ἐπήδων ἀπὸ βράχον εἰς βράχον.» εἶπεν ἡ Ἀννούδα. χαριέντως σκιρτῶντα. καὶ ὅτι τίποτε. Τὸ δειλινὸν ἐφάνησαν µακρόθεν νὰ καταβαίνωσι τὴν ράχιν. ἔτρεχον ἐµπρὸς καὶ ὀπίσω µὲ τὰς µικράς. ἀπὸ ὄχθον εἰς ὄχθον.«Μὰ σὰν εἶν᾿ ἀλήθεια. Κατόπιν ἐφάνησαν σφυρίζοντες ἀλλοκότως δυὸ ἢ τρεῖς βοσκοὶ µὲ τὰς ἀγέλας των.. καθὼς ὁ ἴδιος ηὐδόκησε νὰ µᾶς τὸ ὑποσχεθεῖ: «Ὁ πιστεύων εἰς ἐµέ. λαµπάδας. ἀπήντησεν ὁ ἱερεύς. τίποτε δὲν χάνεται. ὡς ὁ κόκκος τοῦ σίτου. κἀγὼ ἀναστήσω αὐτὸν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡµέρᾳ». ράβδους των. Ἔφθασαν συγυρισµένοι. Οἱ σπείροντες ἐν δάκρυσι. καµµία ἀρετή. ἀγαλλόµενα πρὸς τὴν νέαν δι᾿ αὐτὰ ἀπόλαυσιν τοῦ ἀγνώστου τούτου πράγµατος τῆς ζωῆς. Ὅλα σπείρονται εἰς γῆν ἀγαθήν. καµµία καλὴ πράξις. «Τὸ λέγει αὐτὸ τὸ Εὐαγγέλιο. µὲ τυρία νωπὰ ἢ ζεµατισµένα καὶ κόκκινα αὐγά. τίποτε.. ἄνευ τῶν ἀµνάδων των. κοµίσαντες µόνον δυὸ ἀρνία σφαγµένα. ρωµαλέοι. καὶ τὰ δάκρυά της. τραχεῖς. Καὶ ὅταν θάπτοµεν νεκρὸν ἐν Χριστῷ εὐσεβῶς ζήσαντα. γιατὶ καὶ τὸ Ψαλτήρι εἶναι λόγος Θεοῦ καὶ ἐµπνευσµένον ἀπὸ τὸ Πνεῦµα τὸ Ἅγιον.καὶ τοιαῦτα εἶναι τὰ κόλλυβα. παπά. ξυραφισµένοι καὶ µὲ τοὺς λινόχρους ἢ καστανοὺς µύστακας ἀγκιστροειδεῖς. τὸ ὁποῖον θυσιάζει ὁ ἄνθρωπος. Τελευταῖοι ἔφθασαν οἱ ποιµένες.. ἐπὶ τῇ µνήµῃ τοῦ ἀνδρὸς καὶ τῶν τεσσάρων παιδιῶν. ἐρχόµεναι αἱ καλυβιώτισσαι γυναῖκες. αἱ ποιµενίδες καὶ βοσκίδες τῶν ἀγροτικῶν συνοικιῶν. εἶναι ὡς νὰ σπείροµεν εἰς τὴν γῆν κόκκον σίτου. φορτωµένα τορβάδες καὶ δισάκια µὲ φλάσκας οἴνου. καµµία ὑποµονή. φριξότριχοι.

ὁποὖν᾿ θεοφοβούµενος ἄνθρωπος θὰ τὰ λέῃ κειδὰ ὅπως ὅπως. 108 .. βάπτουσαι τὸ βουνὸν µὲ ἰδεῶδες χρῶµα.» Ἤθελε νὰ στείλῃ ἕνα τῶν ποιµένων εἰς τὴν πολίχνην. «Τώρα. ἀφοῦ ἐβασίλευσεν. Ἦτο δὲ ἀνήσυχος ὁ ἱερεύς. ὡς εἰκός. εἰς τὰς φάραγγας. Κύριε! Ἀνθρώπους καὶ κτήνη. Καὶ αἱ ἐκ τῆς πολίχνης ἐλθοῦσαι γυναῖκες. ὕπνωττον ὀλιγότερον ἀκουστῶς ὄπισθεν τοῦ ἱεροῦ Βήµατος. τυλιγµένοι µὲ τὰ χράµια καὶ τὰ κυλίµια. τὸν ἤξευρεν. Ἀλλ᾿ οἱ ποιµένες καὶ οἱ βοσκοὶ ὅλοι ἔρεγχον ἐξηπλωµένοι µεταξὺ σχοίνων καὶ τῶν κοµάρων. Παρῆλθεν ἀκόµη µία ὥρα. τί νὰ κάµουµε. Παρῆλθον δύο ὧραι καὶ ἡ σελήνη ἀνέτειλε κολοβὴ ἀπὸ τὸ σκοτεινὸν βουνὸν ἄνω. κι ὕστερα σ᾿ ἀφήνουν µὲς στὴ µέση! Ἀνθρώπους καὶ κτήνη σώσεις. Καὶ ὁ µπάρµπα-Κωνσταντὸς ὁ Ζµαροχάφτης. ∆ιότι εὐλόγως δὲν ἠδύνατο ἄνευ βοηθοῦ νὰ ἱεροπρακτήσῃ.. σοῦ ὑπόσχονται σίγουρα µιὰ δουλειά. Οἱ ποιµένες καὶ οἱ βοσκοὶ ἦσαν ὅλοι.. καὶ ἡ ὀφρὺς τοῦ βουνοῦ ἠτµίσθη καὶ συνεστάλη ὑγρὰ καὶ τὸ βλέφαρον τοῦ λόφου κατῆλθε καὶ ἐκλείσθη εἰς ἓν βουνὸν ρεµατιὰ καὶ κάµπος. Ὁ µπάρµπα-Κωνσταντὸς δὲν ἐφάνη. παπά». Ὁ ἱερεὺς ἤρχισε ν᾿ ἀγανακτῇ. πλαγιασµέναι καὶ αὐταί. Ὀλίγῳ ὕστερα ἀνέτειλεν ἡ σελήνη. σπείρουσα παντοῦ τὸ βαθὺ καὶ ἄρρητον µυστήριόν της. Ὁρίστε. ὅπως ζητήσῃ καὶ εὕρῃ ἕνα συλλειτουργὸν νὰ τοῦ φέρῃ. ἀνερχοµένη βραδέως εἰς τὸ στερέωµα. εἰς τοὺς λόγγους. «Τὰ κανοναρχῶ κειδὰ στ᾿ αὐτὶ τοῦ γερό-Φιλιππῆ.Ταχέως ἔκλινεν ἡ ἡµέρα καὶ ὁ ἥλιος ἔδυσεν εἰς µίαν ράχιν τοῦ Πηλίου. «Τὰ ξέρω ἐγὼ ἀπὸ ὄξου τὰ πλιότερα τὰ γράµµατα. ὑπὸ τὸν ἐστεγασµένον πρόναον καὶ ἐντὸς τῆς ξυλίνης κιγκλίδος. Κύριε!» Ἤλπιζεν ἐντούτοις ἀκόµη ὅτι ὁ µπάρµπα-Κωνσταντὸς θὰ ἤρχετο. τὰ ὁποῖα εἶχον φέρει ἐπιστρωµένα ἐπὶ τῶν σαγµάτων τῶν ὄνων. εὐχαριστηµένοι ὅτι ἐπανῆλθεν ἡ ἄνοιξις καὶ εὕρισκαν ὀλιγότερον παγερὰν τῆς γῆς τὴν ὑγρασίαν. Ἀλλὰ τώρα ἦτο σκοτεινὴ ἀκόµη νὺξ καὶ µόνον τὰ ἄστρα ἔλαµπαν ἄνω. Ἀργοστόλιστος ἦτο πάντοτε. καὶ οἱ ἔµψυχοι κρότοι καὶ ψίθυροι τῆς φύσεως ἐξηγέρθησαν εἰς τὰς ράχεις. πορφυρίζουσαι. ἐλαγοκοιµῶντο καὶ αὐταί. ἀντικρύ. ἔξω τῆς θύρας τοῦ ναοῦ. πολλοὶ τούτων. οὐ µόνον ἀγράµµατοι. τρίτος πάρεδρος τοῦ χωρίου τοῦ ∆ήµου Λίτης. κι ὁ γερο-Φιλιππῆς. καὶ ἐπὶ δέκα λεπτὰ ἀκόµη. οἱ κακόµοιροι. τυλιγµένοι εἰς τὰς κάπας των. ἀλλὰ καὶ ἀλιβάνιστοι. «Ὁ ἀσυνείδητος! Ὁ µωρός! Ἥµαρτον. δὲν ἐφάνη οὐδαµόθεν νὰ ἔρχεται. Μόνον ὁ ἱερεὺς ἀνησυχεῖ καὶ ἦτο ἄγρυπνος.. τοῦ ἔλεγεν ἡ θεία τὸ Μαθηνώ. ἀφοῦ ἐπὶ πέντε λεπτὰ τῆς ὥρας εἶχε µείνει στεφανωµένος µὲ κυάνεια καὶ περιπόρφυρα χρυσαυγῆ νέφη. κύπτουσαι ἐπὶ τῶν καλαθίων των. αἱ ἀκτίνες τῆς στέψεώς του ἔµειναν χρυσοφαεῖς. καὶ φόβος ἦτο νὰ µείνωσι χωρὶς Ἀνάστασιν καὶ λειτουργίαν.». καὶ τότε ἐλπὶς ἦτο νὰ ἔλθῃ. Καὶ αἱ γυναῖκες των. διὰ νὰ τοῦ δώσῃ θάρρος. ἀντιλαµβάνων ὁ ἴδιος ὅσην ἀπέδιδε δόξαν καὶ λάµψιν. Εἶτα κατῆλθεν ἠρέµα ἐπὶ τοῦ ὄρους ἡ νύξ. Λειτουργία χωρὶς ἕνα τουλάχιστον ψάλτην ἢ ἀναγνώστην δὲν γίνεται. κυανίζουσαι. καὶ αἱ τάξεις τῶν ἄστρων ἠραιώθησαν ἐπ᾿ ἄπειρον καὶ ὅλα σχεδὸν ἠµαυρώθησαν εἰς τὴν διάβασίν της.

εἰσῆλθον εἰς τὸν ναΐσκον. Νά ῾ξερα ἀπὸ µέσα ἀπ᾿ τὸ χαρτὶ νὰ διαβάσω. ὡς νὰ ἔµενεν ἀνορθωµένος ἀπὸ τὴν πρόσψαυσιν τοῦ θηριώδους δηµίου του ἀποκόψαντος τὴν σεβάσµιον κάραν τοῦ µείζονος ἐξ ὅσων ἐγέννησαν κατὰ φύσιν αἱ γυναῖκες τῶν ἀνδρῶν. νὰ ρίπτωσιν ἔλαιον εἰς τὰς κανδήλας καὶ νὰ κάµνωσιν ἐγκάρδιους σταυρούς. φεῦ! δὲν ὑπῆρχε πρὸ πολλοῦ κώδων. καὶ ὄφειλον ἐκ τῶν ἐνόντων νὰ ψάλωσι τὴν ἀκολουθίαν. µόνε κανονάρχος. Ἡ ἁγιοσύνη σ᾿ βρίσκεις τὸν ἦχο τοῦ µπάρµπα-Φιλιππῆ. Μοναχοί µας θά ῾µαστε.. Ἦτον Ἀνάστασις. ὅστις νὰ ἐξυπνᾷ τοὺς πρὸ αἰώνων κοιµηθέντες καὶ νὰ συγκινῇ τὴν κόνιν τῶν ἀπὸ γενεῶν κοιµηθέντων κατοίκων τῆς πάλαι ποτὲ ὑπαρξάσης πόλεως. οὗ τὴν φρικτὴν κορυφὴν ἠξιώθη νὰ χειροθετήσῃ. ἡ µία µετὰ τὴν ἄλλην ἀποτινάξασαι τὴν ὑπνώδη νάρκην. ὥστε µέχρις οὗ ὑπάγῃ ὁ ἀποσταλησόµενος εἰς τὴν πάλιν. κατεσκεύασεν αὐτοσχέδιον σήµαντρον. ὡς νὰ εἶχε παύσῃ ν᾿ ἀσκεῖται εἰς τὸν τόπον τοῦτον ἡ χριστιανικὴ λατρεία. διότι ἐλογάριασεν ὅτι τόσον ὀλίγαι ὧραι ἔµενον ἕως νὰ ξηµερώσῃ... Ἡ ὄψις τοῦ τιµίου Προδρόµου. ∆ιὰ τοῦ σηµάντρου τούτου ἤρχισε νὰ κρούῃ ὁ ἱερεὺς εἰς τροχαίους πρῶτον (τὸν Ἀδάµ. ἐσελαγίζετο ἐκ µυστικῆς εὐφροσύνης παραπλεύρως ἐκείνου. ἀλλ᾿ εἰς Μουσεῖον. Κανένας γραµµατισµένος δὲν εἶναι γιὰ νὰ µᾶς γελάσῃ. Ὠστόσον ἐπλησίαζε µεσονύκτιον. Εὐθὺς κατόπιν τοῦ ἔτρεξαν ἡ γριὰ Μαθηνῶ καὶ ἡ θεία τὸ Σειραϊνῶ. καὶ ἡ Ἀνάστασις ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ τὰ µεσάνυκτα. εἰσῆλθεν εἰς τὸν ναὸν καὶ προσεκύνησεν εἰς τὰς βαθµίδας τοῦ ἱεροῦ Βήµατος. καὶ συνέχαιρεν ἐπὶ τῇ Ἀναστάσει. διότι.. Αἱ ἐκ τῆς πόλεως γυναῖκες. Αἱ ἐκ τῶν ἀγρῶν ποιµενίδες δὲν ἤργησαν νὰ ἐξυπνήσωσι. ὄχι εἰς τόπον τοῦ καρπῶσαι. Καὶ ὁ ἠγαπηµένος µαθητὴς ἦτο ἀκόµη ἐκεῖ. ἐπέταξαν τὰς κάπας 109 . τὸ τάλαντον). λαβὼν τεµάχιον Παλαιᾶς σανίδος καὶ σφυροειδὲς ξύλον. Ἡ µορφὴ τῆς ∆εσποίνης Θεοτόκου ἤστραπτεν ἐξ ἀφάτου χαρᾶς. καὶ νὰ ἦσαν ἀντικείµενον περιέργειας!.. Μαθηνώ!» ἀπήντησε γελάσας ὁ ἱερεύς. ἐτινάχθησαν διὰ µιᾶς ἐπάνω. ὅτι θρασὺς ἱερόσυλος ἔµελλε µετ᾿ οὐ πολὺ νὰ τὸν ἁρπάσῃ ἐκ τῆς κόγχης του διὰ νὰ τὸν µεταφέρῃ εἰς Ἀθήνας καὶ τὸν καθιδρύσῃ ὄχι εἰς ναὸν καὶ ὁλοκαύτωµα καὶ θυσιαστήριον. Ἀδάµ.. καὶ νὰ ἐξυµνῇ τὰς µεσονυκτίους ἠχοῦς. ἐνωτισθέντες τὸν µονότονον ἦχον. ὡς ἐσκέφθη κατ᾿ ἀρχάς. θὰ ἦτο ἀκριβῶς δυὸ ὧρες ἡµέρα. Κύριε! Τέλος δὲν ἦτο ἐλπὶς νὰ ἔλθῃ ὁ κυρ-Κωνσταντός.. ἀριστερόθεν. ἐωσότου πείσῃ καὶ φέρῃ αὐτὸν καὶ φθάσωσιν ὁµοῦ εἰς τὸν Ἅγιον Ἰωάννην. Ἠσθάνοντο ἀνέκφραστον χαρὰν καὶ γλύκαν εἰς τὰ σωθικά των. κι ἐγὼ τοῦ λέω τὰ λόγια ὅσα θυµοῦµαι. ἂν καὶ πτυχή τις µερίµνης συνέστελλε τὸ ὑψηλὸν µέτωπόν του. ὁ δὲ παπα-∆ιανέλλος ἐξῆλθε πρὸς στιγµὴν καί. θαρρῶ πὼς δὲν θὰ ἦτον ἁµαρτία νὰ ψάλω καὶ µοναχή µου». αἱ δυὸ γυναῖκες ἤρχισαν νὰ ἀναζωπυρῶσι τὰ φυτίλια. δεξιά της Ἱερᾶς Πύλης. Ἀδάµ). Ὕψιστε Θεέ! εἰς Μουσεῖον.. ζητήσῃ καὶ κατορθώσῃ νὰ εὕρῃ ψάλτην. ἢ καὶ βραδύτερόν τι. καὶ δὲν ἦτον ἐλπὶς νὰ ἔλθῃ πλέον ὁ µπάρµπαΚωνσταντός. ὁ τρίτος πάρεδρος. ἡ σηµαιοφόρος τῶν πανηγύρεων. Οἱ βοσκοί. προβλέποντος. Ἴλεως γενοῦ αὐτοῖς. Ὁ ἱερεὺς δὲν ἀπεφάσισε νὰ ἐξυπνήσῃ κανένα ἐκ τῶν βοσκῶν καὶ νὰ τὸν στείλῃ εἰς τὴν πόλιν. «Ψάλτης δὲν θὰ γίνω. εἶτα εἰς ἰάµβους (τὸ τάλαντον.«Νὰ δὰ ἡ ὥρα νὰ σὲ κάµουµε καὶ ψάλτη. Ἀνάστασις! Τὸ πρόσωπον τοῦ ∆εσπότου Χριστοῦ ἔλαµπε µὲ ἅγιον φῶς. κρατούσης τὸ θεῖον βρέφος της. καὶ τὰ σκεύη αὐτῆς ν᾿ ἀνῆκον εἰς θαµµένον παρελθόν. Ὁ παπα-∆ιανέλλος ἐσηκώθη στενάζων. µὲ ἕνα βόστρυχον τῆς κόµης φρίττοντα πρὸς τὰ ἄνω.

ἐθυµίασεν. Καὶ ταῦτα µὲν ἐπεδέχοντο οἰκονοµίαν. ὡς δι᾿ ἑκουσίου φιµώτρου. ὁµοίως. ἔψαλε µόνος του τὴν παννυχίδα. ἐκπληρούσης χρέη τρισκελίου. Τελευταῖον εἰς ἐπισφράγισιν τὸ ἔψαλε πάλιν ὁ ἱερεύς. ὁµοίως καὶ αἱ γυναῖκες. ὅλον τὸ «Κύµατι θαλάσσης». ἢ τὴν ἀκολουθίαν νὰ διακόψῃ. ἐνόησεν. Ἡ ψαλµωδία διεκόπη ἐξ ἀνάγκης. Χριστὲ Σωτήρ». κρατοῦντες τὰς λαµπάδας των. εἰσῆλθεν εἰς τὸν ναόν. Ἔψαλε τὸ «Ἀναστάσεως ἡµέρα» καὶ τὰ δυὸ τροπάρια τῆς πρώτης ὠδῆς. γερό-Φιλιππῆ»... εἶτα θυµιάσας καὶ ἐκφωνήσας τὸ «∆όξα τῇ ὁµοουσίῳ». εἶτα. Οἱ βοσκοὶ ἤναψαν τὰς λαµπάδας των. εἶναι τώρα». ἐφ᾿ ἧς αἱ γυναῖκες εἶχον στρώσει µεταξοϋφὲς µακρὸν προσόψιον. ἔλαβε θάρρος καὶ ἡ θεια-Μαθηνὼ καὶ τὸ ἔψαλεν ἅπαξ. ἀκολούθως εἰσῆλθεν εἰς τὸ ἱερόν. καὶ ἀνὰ ἅπαξ ἢ δὶς δυὸ τῶν βοσκῶν. καὶ ἡ θειὰ τὸ Σειραϊνῶ. καὶ βαστάζων αὐτὴν ἐξῆλθεν εἰς τὰ βηµόθυρα. Ὁ ἱερεὺς ἀνέγνω ἀργὰ τὸ κατὰ Μάρκον «∆ιαγενοµένου τοῦ Σαββάτου».. καὶ ἐδοκίµασε νὰ κανοναρχήσῃ πρὸς αὐτόν. «Ἄ! Ναί».των. φορέσας ἐπιτραχήλιον καὶ φαιλόνιον. Ἀφοῦ τὸ ἔψαλε τρὶς ὁ ἴδιος. ἀκολουθούµενος ὑπὸ τοῦ λαοῦ. Ἐφόρει ἓν ἕκαστον τῶν ἀµφίων κι ἐψιθύριζε τὰ διατεταγµένα λόγια: «Ἀγαλλιάσεται ἡ ψυχή µου ἐπὶ τῷ Κυρίῳ· ἐνέδυσε γάρ µε ἱµάτιον σωτηρίου καὶ χιτῶνα εὐφροσύνης 110 .» Εἶναι ἀληθές. ἐνῶ τὸ Καλλιοπὼ καὶ τὸ Ἀγλαὼ καὶ ἡ Ἀννούδα καὶ αἱ ἄλλαι γυναῖκες ἔπνιγον τοὺς καγχασµούς των εἰς τὰς παλάµας. «∆εῦτε πόµα πίωµεν καινόν. Εἶτα ἡ ἱερὰ εἰκὼν καὶ τὸ Εὐαγγέλιον ἀπετέθησαν ἐπὶ τῆς πεζούλας. τοῦ ἱερέως κρατοῦντος τὴν Ἀνάστασιν καὶ τὸ Εὐαγγέλιον µετὰ τοῦ θυµιατοῦ καὶ ψάλλοντος «Τὴν Ἀνάσιασίν σου. «Ψάλε. ὅτι ἢ τὴν προσκοµιδὴν ἔπρεπε ν᾿ ἀναβάλῃ. ἔκραξεν ὁ ἱερεὺς ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ Βήµατος.» Ἀλλ᾿ ὁ ἱερεύς.. ὅτι ἡ ἀκριβὴς προφορὰ εἰς τὸ στόµα της ἦτο: «Καθαρθῶµεν τὰς ἠσθήσεις κὴ οὐψόµεθα. οἵτινες δὲν ἦσαν µὲν πλέον γραµµατισµένοι ἀπὸ τοὺς λοιπούς. ἔκαµεν ἡ θεια-Μαθηνὼ καὶ ἤρχισεν: «∆εῦτε πόµα πίουµιν κηνόν. Ἡ Θεία-Μαθηνὼ ἐπλησίασεν εἰς τὸν γερο-Φιλιππῆν. καὶ ἤρχισε νὰ ψάλλῃ µεγαλοφώνως τὸ «∆εῦτε λάβετε φῶς». ὅστις ἐξηκολούθει νὰ ἐνδύεται. Τότε ἡ θεία τὸ Μαθηνὼ ἤρχισε σιγὰ σιγὰ νὰ ψάλλῃ: «Καθαρθῶµεν τὰς αἰσθήσεις καὶ ὀψόµεθα τῷ ἀπροσίτῳ φωτὶ τῆς Ἀναστάσεως. µὲ τὰς ὁποίας. καὶ εἶτα εἶπε τὰ Εἰρηνικά. βλοηµένη». πρωτοκάθεδρον τῆς τάξεως τῶν ποιµένων. καὶ ἐξελθὼν πάλιν ἔλαβε καιρὸν καὶ πάλιν εἰσῆλθε καὶ ἤρχισε νὰ φορῇ ὅλην τὴν ἱερὰν στολήν του. ἤρχισε νὰ ψάλλῃ λαµπρᾷ τῇ φωνῇ τὸ Χριστὸς Ἀνέστη. ἐνίφθησαν καὶ ἔτρεξαν εἰς τὴν ἐκκλησίαν. ἀναλαβὼν τὴν Ἀνάστασιν καὶ τὸ Εὐαγγέλιον. κι ἐξῆλθον ὅλοι εἰς τὸ προαύλιον. Ἀλλὰ τοῦ γερο-Φιλιππῆ δὲν ἐγύριζεν ἡ γλώσσα του νὰ εἴπῃ «Καθαρθῶµεν τὰς αἰσθήσεις».. εἶχον περιλάβει τὰ στόµατά των. ἤναψε µεγάλην λαµπάδα. Ὁ ἱερεὺς ἔβαλεν εὐλογητόν.». ἔκαµεν ἀπόλυσιν. Μεθ᾿ ὅ. ἀλλὰ εἶχον ὀλιγότερον τραχείαν τὴν προφορὰν κι «ἐγύριζε κάπως ἡ γλώσσα των». ἀλλὰ δὲν ἔβλεπε πῶς θὰ τὰ ἐκατάφερναν εἰς τὴν λειτουργίαν. «Αὐτὸ τὸ εἴπαµε..

. ὅπως φορτώσῃ ἐπ᾿ αὐτοῦ τὴν µικρὰν ἀποσκευήν του καὶ ἐκκινήσῃ διὰ τὸν Ἅγιον Ἰωάννην τὸν Πρόδροµον. µόνον τὴν φωνήν του ἤκουσεν. ἐπιτέλους. ποῦ εἴσαστε. ὡς δυὸ ὥρας πρὸ τῆς δύσεως τοῦ ἡλίου. ἐξῆλθεν κι ἐχοροστάτησε κι ἔψαλεν ὁ ἴδιος ὅλον τὸν Κανόνα. Ἤ.». Βαθιὰ κάτ᾿ χουϊάζει. ὅτι ὁ ἀφέντης του θὰ τὸ µετέθετε τέλος εἰς ἄλλην βοσκήν.. ὡς µύρον ἐπὶ κεφαλῆς τὸ καταβαῖνον ἐπὶ πώγωνα.. ὑπεψιθύριζεν: «Εὐλογητὸς ὁ θεός. Ἐκ τοῦ τρόπου µεθ᾿ οὗ ἀνόρθωσε ἐλαφρῶς τὰ χαµηλωµένα αὐτιά του. καθ᾿ ἣν εἶχε δώσει ὑπόσχεσιν εἰς τὸν πάπα-∆ιανέλλον..∆ὲν ξέρω τί νὰ εἶναι. ἀπεφάσισε νὰ ἐξέλθῃ εἰς τὰ Λιβάδια. ὁ περιζωννύων µε δύναµιν.περιέβαλέ µε. καὶ ἔθετο ἄµωµον τὴν ὁδόν µου». Εἶτα φορῶν τὸ περιζώνιον.τ.. οὐκ ἐκ πέτρας ἀγόνου. Ὁ ἱερεὺς ἐστράφη: .» Καὶ διακόπτων τοῦτο ἔψαλλε τὴν καταβασίαν: «∆εῦτε πόµα πίωµεν καινόν.. . ὅταν ὁ κύριός του τὸ ἔλυσεν. ἤτοι νὰ τὸ µετατοπίσῃ εἰς ἄλλην βοσκήν.. διὰ νὰ τὸ λύσῃ. ἀλλ᾿ ὁ µπάρµπα-Κωνσταντὸς τὸ ὁδήγησεν εἰς τὴν οἰκίαν του.». Εἶτα ἤρχιζε νὰ ψάλλῃ τὰ τροπάρια τοῦ Κανόνος. ἔµελλε δὲ νὰ µεταβῇ εἰς τοὺς «Αἴνους» καὶ ν᾿ ἀρχίσῃ τὸν «Ἀσπασµόν».. εἶπεν ὁ βοσκός. ∆υὸ ἢ τρεῖς ἄλλοι νεαροὶ βοσκοὶ καὶ ποιµένες ἔλαβον ἀµέσως τὰς λαµπάδας των κι ἔτρεξαν ἔξω. ὅτι κάποιος φωνάζει βοήθειαν µέσα ἀπ᾿ τοῦ Χαιρηµονᾶ τὸ ρέµα καὶ ὅτι εἶναι βαθιὰ κάτω καὶ δὲν τὸν εἶδε. Νὰ πάρου µία λαµπάδα νὰ πάου νὰ ἰδῶ. «Νῦν πάντα πεπληρωµένα φωτός. ὅστις εἶχεν ἐξέλθει διὰ νὰ ἰδῇ πῶς εἶχον αἱ αἶγες του. ὅταν εἶς τῶν βοσκῶν.Τί τρέχει. οὐρανός τε καὶ γῆ καὶ τὰ καταχθόνια». ἔξω τῆς πόλεως. τρίτος πάρεδρος κ. Κύριε. καὶ τὸ πτωχὸν τὸ ὀνάριον δὲν ἐφαίνετο πολὺ χορτάτον. φορῶν τὸ ἐπιτραχήλιον. δεδόξασται ἐν ἰσχύϊ. ὁ ἐγχέων τὴν χάριν αὐτοῦ ἐπὶ τοὺς ἱερεῖς αὐτοῦ... καὶ ἀναβὰς ὁ ἴδιος ἐκάθισε µονόπλευρα ἐπ᾿ αὐτοῦ. περνῶν τὸ ἓν ἐπιµανίκιον. ἀπήγγελλεν: «Ἡ δεξιά σου χείρ. Εἶτα πάλιν. ὅπου ἐφόρτωσεν ἐπάνω του ἕνα πενιχρὸν τορβᾶν περικλείοντα τρόφιµα. . ἐπέστρωσεν ἐπὶ τοῦ σάγµατος παλαιὸν ξεθωριασµένον κυλίµιον. Χριστέ. Ἀφοῦ ὅµως ἐνεδύθη τὴν ἱερατικὴν στολὴν ὅλην. Ἀφοῦ ἔφερε γύρο ὅλην τὴν ἡµέραν τοῦ Μεγάλου Σαββάτου ὁ κυρ-Κωνσταντὸς ὁ Ζµαροχάφτης. συνεγείροµαι σήµερον ἀναστάντι σοί. ἔλεγεν: «Εὐλογητὸς ὁ Θεός. τὸ ζῶον ἐφαίνετο νὰ ἐλπίζῃ. ὅπου εἶχε δεµένον τὸ ὀνάριόν του.λ.. καὶ ὡς νύµφην κατεκόσµησέ µε κόσµῳ».Νὰ πᾷς. 111 . Ποῦ εἴσαστε..» Καὶ πάλιν ἔψαλλε: «Χθὲς συνεθαπτόµην σοι. ὅτι εἶχε λησµονήσει ἀπὸ τὸ πρωὶ νὰ τὸ ἀλλάξῃ.. Ἀλλὰ τότε µόνον ἐνόησεν. Ὡς νυµφίον περιέβαλέ µε µίτραν. ἐπανῆλθεν εἰς τὸν ναΐσκον καὶ ἀνήγγειλεν.

καὶ µεθ᾿ ὅλον τὸ κανονικόν. κατὰ πόλεις καὶ κώµας. ναυαγὸν τοῦ κόσµου καὶ ἀπόχηρον. εἶπε µέσα του. Σύγκελλος. Ἀλλὰ δὲν ἤργησε νὰ καταλάβῃ. εἶναι καιρὸς νὰ τὸ βάλω στὰ πόδια. µικρεµπόρων καὶ τοκιστῶν τῆς χθές. τὸ συνορεῦον πρὸς τὸ Λεχούνι. πεζὸς βαίνων.Τώρα. κατέβη καὶ ἀπεφάσισε νὰ ὁδηγῇ τὸ ὀνάριον. Ὁ πάπα-Ἀζαρίας. ἐκτὸς ἐὰν ἀποµείνω· ἀλλὰ ν᾿ ἀποµείνω δὲν πρέπει. Ὁ µπάρµπα-Κωνσταντὸς ἀνέβη τὶς Βίγλες καὶ ἔφθασεν εἰς τοῦ Κ᾿φαντώνη τὸ Καλύβι. Ἅµα ἔφθασεν εἰς τὸν ἐπάνω Ἅϊ-Γιαννάκην. πῶς ὁ πάπα-∆ιανέλλος ὁ Πρωτέκδικος ἐκλήθη ἀπὸ τοὺς βοσκοὺς καὶ ποιµένας νὰ 112 . ἡλικιωµένον. Καὶ ἤρχισε νὰ κόφτῃ δρόµον. Σὰν τὰ χιόνια! . τὸ βραχὺ ἀνάστηµα. Ἐζήτησε µέρος κατάλληλον διὰ νὰ τὸ δέσῃ. τῶν νεόπλουτων τῆς σήµερον. ἐντὸς ἀσπάρτου ἀγροῦ. ὅταν ἔφθασεν εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ βουνοῦ. καίτοι παλαιὸν καὶ ἐφθαρµένον τῆς βράκας καὶ τοῦ φεσίου. εἶχεν ἐξέλθει εἰς τὰ πρόθυρα τῆς µονῆς. νὰ διηγεῖται. ἡγούµενος τοῦ ἐρήµου ἀδελφότητος µοναστηρίου.Εὐλογεῖτε. ὅπου κεῖται τὸ µικρὸν διαλυµένον µονύδριον. ἕνεκα τοῦ γήρατος καὶ τῆς µετρίας τροφῆς. . ἤρχισεν. καὶ ὅτι θὰ ἦτο ἱκανὸν νὰ «µαραζώσει» τὸν ἀναβάτην. οὐδὲν ἄλλο ἔχων πνευµατικὸν ποίµνιον. ἀλλὰ δὲν εὖρεν εἰς τὸν ἐπάνω Ἅϊ-Γιαννάκην πλουσίαν βοσκήν. κι ἐκεῖ ἔδεσε τέλος τὸ ζῶον εἰς τὴν ρίζαν ἀγρίου δένδρου. καὶ ἀντικρὺ τοῦ βραχώδους καὶ ἀποτόµου ὅρους. Κατέβη ὀπίσω εἰς τὸν κάτω Ἅϊ-Γιαννάκην ἀλλὰ ἀφοῦ κι ἐκεῖ δὲν εὖρεν ἱκανὸν χόρτον. εἶτα κατέβη εἰς τὸ ρέµα. καὶ οὕτως ἔκαµε. ἀφοῦ ἔκαµε τὸν σταυρὸν τοῦ τρίς. ἐκ τῶν ἁπλοϊκῶν ἐκείνων. Ἀλλὰ καὶ πάλιν τὸ ζῶον δὲν ἐβάδιζε καλῶς. ἀποβλέπων πρὸς τὸ ἱερὸν τοῦ ἁγίου Χαραλάµπους. Ὁ ἥλιος εἶχε δύσει. οὐ µακρὰν της πόλεως. διὰ νὰ τὸ ἀφήσῃ νὰ βοσκήσῃ. κι ἔβλεπε τὰς τελευταίας ἀκτίνας τοῦ ἡλίου ἐπιχρυσούσας διὰ τίνας στιγµᾶς ἀκόµη τὰς κορυφᾶς τῶν ἀνατολικῶν ἀπέναντι ὀρέων. ὅπου εὑρίσκεται ὁ νερόµυλος τοῦ ∆ήµου τοῦ Βλάχου κι ἐκεῖθεν ἤρχισε ν᾿ ἀναβαίνῃ τὸν µικρὸν ἀνήφορον τοῦ Ἁγίου Χαραλάµπους. µὲ ὅλους τοὺς κτύπους ὅσους τοῦ κατέφερε µὲ µίαν λεπτὴν βέργαν εἰς τὰ ὀπίσω του. διηυθύνθη ἀπώτερον κάπου. Ἦτο παλαιὸς γεωργοκτηµατίας. ἔβαλε ὄπισθέν του εἰς τὴν µέσην µικρὸν κλαδευτήρι καὶ κρατῶν τὴν λεπτὴν ράβδον του. πάτερ! Καὶ ὁ µπάρµπα-Κωνσταντός. µὲ ὅλα τὰ κτήµατα τοῦ ἐνυπόθηκα. τῆς χαραττούσης ἑκατέρωθεν τὸν δρόµον. εἰµὴ µίαν ὑπέργηρον καλογραίαν ἐνενηκοντούτιν καὶ ἕνα ἄχρηστον ὑποτακτικόν. ἐξεκίνησε πεζός. . µὲ ὅλα τὰ ἑξήκοντα ἔτη του. δὲν θὰ ἀντεῖχε καλῶς εἰς τὴν µακρὰν ὁδοιπορίαν. Αὐτὸς δὲ ἐφορτώθη εἰς τὸν ὦµον τὸν τορβᾶν καὶ τὸ κυλίµιον. καὶ πλησίον ἑνὸς φράκτου. εἰς τὴν θέσιν Ἔρµο Χωριό. καὶ νὰ δέσῃ κάπου τὸ ζῶον. τοὺς ὁποίους εὗρε λείαν εὔκολον καὶ καλὸν ἕρµαιον ἡ ἄπληστος καὶ ἰδιοτελὴς πανουργία τῶν παντοπωλῶν. λεπτόδερµον καὶ καταπονηµένον πρόσωπον.Ποῦ σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσµο. ἥτις θὰ ἦτο µᾶλλον βάρος ἢ βοήθεια εἰς αὐτόν.Ἔκαµε τὸν σταυρόν του κι ἐξεκίνησεν. κυρ-Κωνσταντέ. γιατὶ ἔδωκα ὑπόσχεσιν τοῦ παπᾶ. ἀπὸ οἰκογένειαν. µὲ ὅλον τὸ δηµογεροντικὸν καὶ προεστάδικον τῆς διαίτης καὶ τοῦ ἤθους του. Ἀπεφάσισε λοιπὸν ν᾿ ἀπαλλαγῇ τῆς συντροφιᾶς. ἀσθµαίνων. ὅτι τὸ ζωντόβολον. Οὕτως εἶπε. τὴν ὁποίαν εἶχε λάβει. ὅταν εἶχε τὸν µπάρµπα-Κωνσταντὸν νὰ προκύψῃ ὄπισθεν τῆς τελευταίας αἵµασιας. διὰ νὰ µὴ νυχτώσω (καὶ πάλιν θὰ νυχτώσω). τὸ ὠχρόν. Εἶχε χασοµερήσῃ σωστὴν µίαν ὥραν εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς φροντίδας.

Ἐσεῖς πᾶτε καὶ δίνετε ὑπόσχεση.. νά ῾χουµε τὴν εὐκή της. «τὸ φεγγάρι θ᾿ ἀργήσει τρεῖς ὦρες. Εἶτα εἶπε µεγαλοφώνως: «Τί νὰ σοῦ πῶ κι ἐγώ. νὰ τὸ µετρᾶς καλά. καὶ τέλος. νοικοκύρης ἄνθρωπος. πῶς αὐτός. θελὰ λειτουργηθεῖς µία χαρά... ἀπάνω στὸν Ἅϊ-Γιάννη... κι ὕστερα δὲν ξέρετε νὰ σηκωθεῖτε µὲ τὴν ὥρα σᾶς τουλάχιστον. τὸ ὁποῖον δὲν ἀντεῖχεν εἰς τὴν ὁδοιπορίαν. Πῶς θὰ πᾷς ὡς ἐκεῖ.. µοναχός σου.. ἂς εἶναι καλά. νὰ ὑπάγῃ νὰ τὸν βοηθήσῃ. Ἕνα πράµα ποὺ σοῦ εἶναι κοπιαστικὸ καὶ δύσκολο ἀπ᾿ ἀρχῆς. ὁ κυρ-Κωνσταντός. πίσω στὸν ἍϊΓιάννη. τὲς καλὲς µέρες ἔρχονται.κάµῃ Ἀνάστασιν καὶ νὰ λειτουργήσῃ ἐπάνω εἰς τὸν Ἅγιον Ἰωάννην τὸν Πρόδροµον.. ἐπανέλαβεν ὁ παπα-Ἀζαρίας. Ἔχω κι ἐκεῖνον τὸν ἀχαΐρευτο τὸν ὑποτακτικό µου τὸν Γαβριήλ.. νὰ µὴ δίνεις τὸ λόγο σου. Ἐδῶ θελὰ χρησιµέψεις. καὶ ἤθελε κάθε τόσο ἄλλαγµα βοσκῆς (καὶ ὁ Θεὸς δὲν εἶχε ρίξει τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἀφθόνους βροχάς. καὶ νὰ κάµῃ Ἀνάσταση στὸν Ἅγιο Χαράλαµπο». ἐπειδὴ εἶχε δοσµένον τὸν λόγον του νὰ ὑπάγῃ νὰ τὸν βοηθήσῃ.» εἶπεν ὁ µπαρµπα-Κωνσταντός... κι ὁ ἄλλος ἂς καρτερῇ. τρεῖς κοῦκοι! Μὰ οἱ βοσκοί.. εἰς τὸν Ἅγιον Ἰωάννην... θὰ νυχτώσεις. χωρὶς νὰ ἔχῃ ἄλλον βοηθὸν ἢ συλλειτουργόν.» τοῦ εἶπε ψοφοδεὴς ὁ µπάρµπαΚωνσταντὸς ὁ πάρεδρος. ἀλλὰ µένουν κάτι λιγοστοί.. νὰ τρέχεις στὰ κατσάβραχα. Κακοστρατιά. ὥστε νὰ ὑπάρχῃ δαψίλεια βοσκῆς εἰς τὰ Λιβάδια).... θὰ πέσεις σὲ κανένα γκρεµνὸ νὰ κατασκοτωθεῖς». «Πῶς νὰ κάµω. πρέπει νὰ τὸ συλλογίζεσαι..» Ἐνταῦθα ἦλθεν εἰς τὸν πάπα-Ἀζαρίαν ὁ πειρασµὸς νὰ κρατήσῃ τὸν κυρ-Κωνσταντὸν εἰς τὸν Ἅγιον Χαράλαµπον. νὰ πᾶτε ῾κεῖ ὅπου ἔχετε δώσει λόγο.. γέροντα. σκοτάδι ἄσ᾿βος! Ἄσ᾿βος. ὅπου δὲ φελὰ τίποτε. ἠργοπόρησε νὰ ἐκκινήσῃ. ἕνεκα τοῦ ὀναρίου του. διὰ νὰ µὴ γελάσῃ τὸν παπάν. πῶς ὁ κυρ-Κωνσταντὸς εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην ν᾿ ἀποφασίσῃ νὰ ὑπάγῃ πεζὸς ἐπάνω εἰς τὸν Ἅγιον Ἰωάννην.. µόνον ἐφέτος ποὺ µᾶς πῆρε τοὺς πιότερους ὁ πάπα-∆ιανέλλος. µᾶς κάνουν γενιά. γιὰ νὰ κάµεις Πάσχα. τὸν κυρ-Κωνσταντόν. νὰ κάµω. τί γύρευα ἐγὼ νὰ τοῦ πῶ τέτοια πράγµατα νὰ τὸν δειλιάσω. κλεφτότοπος. ὅστις ἤρχισεν εὐθὺς νὰ ὀκνῇ καὶ νὰ διστάζῃ. ... Τί νὰ σοῦ κάµω ἐγώ. εἶπεν ὁ Ἅϊ-Χαραλαµπίτης ὁ ἱερεύς.. ἀφήνων τὸν πάπα-∆ιανέλλον ἄνευ βοηθοῦ διὰ νὰ τὸν 113 . «Τί µὲ συµβουλεύεις. Τί δουλειὰ εἶχες ἐσύ.. καὶ τὸ φεγγάρι θ᾿ ἀργήσει τρεῖς ὦρες νὰ βγῇ.. ∆ὲν ἤξερες νὰ ῾ρθεῖς στὸν Ἅϊ-Χαράλαµπο. πῶς ἐκάλεσε καὶ αὐτόν... Ἀφορµὴ ἐγύρευε νὰ µείνῃ µὲς στὴ µέση. «Σκοτάδ᾿ ἄβ᾿σος». Πῶς θὰ πᾷς ἐκεῖ. θελὰ ψάλλουµε µαζὶ τὴν Ἀνάσταση. ἔχω καὶ τὴ γριὰ τὴν Εὐπραξία ἕνα σωρὸ κόκαλα.Μὰ τώρα νύχτωσες. ἀλλ᾿ ἡ ὄψις του δὲν ἐξέφραζε πνευµατικόν τι. Ἴσως ἔλεγε µέσα του: «Τί ἤθελα. Εἶναι µιάµιση ὥρα δρόµος ἀκόµα..... Ὁ παπα-Ἀζαρίας ἐσκέφθη πρὸς στιγµήν. πῶς ὁ παπὰς εὑρίσκετο ἀπὸ τῆς πρωίας ὀπίσω. καὶ ἡ µυζήθρα καὶ τὸ χλωρὸ τυρὶ δὲν ἤθελε µᾶς λείψῃ. ἄσσοβος = ἄβυσσος. Αὐτὸς εἶναι ἕτοιµος.. ἔ..

. καὶ διπλοῦν θαλπερὸν καὶ ἀναπαυτικὸν ὕπνον πρὸ καὶ µετὰ τὴν ἀκολουθίαν. Εἶναι µεγάλη ἁµαρτία ν᾿ ἀφήσεις τὸν παπὰ χωρὶς βοηθό. Ἔδωκες τὸ λόγο σου. ἐπανέλαβε ὁ Ἅϊ-Χαραλαµπίτης..ἐκδικηθῇ.. µὲ ἄφθονον πῦρ καὶ καφὲν πρὸ τῆς Ἀναστάσεως.Φοβᾶσαι τὰ στοιχειά. . Καλύτερα εἶναι νὰ καθίσω προσώρας νὰ ξεκουραστῶ. καὶ νοερῶς συνέκρινε τὴν σχετικὴν ἀνάπαυσιν. διότι τοῦ ἀφήρεσε τοὺς πλείονας τῶν βοσκῶν του. εἶπεν ὁ µπάρµπα-Κωναταντός. καὶ ἐντονότερον ἐξηκολούθησε: . . . . εἶπεν ἀποφασιστικῶς ὁ µπάρµπα-Κωνσταντός.. τοὺς σχοίνους καὶ τὰς κοµαρέας τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόµου.Ξέρεις καλὰ τὸν δρόµο.Κωνσταντὸς δὲν ἀπέσπα τὸ βλέµµα ἀπὸ τὰς κυανᾶς καὶ κοκκίνας ὑάλους τῆς θυρίδος τοῦ ἱεροῦ Βήµατος.Τί θὰ πεῖ.Θεὸς νὰ φυλάῃ. ἀλλά. µὲ τὴν ἐρηµίαν.. . καὶ θ᾿ ἀργήσει τὸ φεγγάρι νὰ βγεῖ. Μπορεῖ νὰ ἔχω χρόνια νὰ πάω. .. 114 . .Θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ µὲ πάῃ λίγο παραπάνω. ὅπως καὶ νὰ τὸ κάµεις. µὲ τοὺς βράχους. ∆ὲν φοβοῦµαι τίποτε µὲ τὴν δύναµιν τοῦ Θεοῦ.. µὰ τὸν δρόµο τὸν θυµοῦµαι. Τράβα γιατὶ θὰ νυχτώσεις.Τώρα νύχτωσε ποὺ νύχτωσε.Καὶ ὕστερα. τέτοια µεγάλη µέρα. Κι ἔπειτα... ἂν ἔρθῃ κανένας ἀπὸ τοὺς ξωµερίτες φίλους µου. µὲ γάλα καὶ αὐγὰ µετὰ τὴν λειτουργίαν.. ὅπου θὰ εὕρισκε ζεστὸν κελίον... ὥσπου νὰ βγῇ τὸ φεγγάρι.Ὄχι. Ἀλλὰ δὲν τὸ ἐχώρησεν ἡ συνείδησίς του. Ὁ µπάρµπα.. ἄσχηµα εἶναι.Θὰ πάω.Ἔ! . ... µὰ τὸ καλύτερο εἶναι νὰ τραβήξεις τὸ δρόµο σου νὰ πᾷς.. ἥτις ἐφαίνετο προσελκύουσα αὐτὸν ὡς µαγνήτης. .Ὥστε δὲν ξέρεις καλὰ τὸν δρόµο.Μὰ θὰ πᾷς. . ὅπου θὰ ὑπῆρχε µόνον ὕπαιθρον ἢ ἀνεπαρκὲς ὑπόστεγον καὶ πάρα πολλὴ δρόσος πρωιµοτέρα ἢ ὥστε νὰ εἶναι ἐπιθυµητή.Μὴ στέκεσαι καθόλου. .Τώρα..Ὕστερα πηγαίνω µὲ τὸ φεγγάρι. . ἐκάγχασεν ὁ ἱερεύς. Ἀλλὰ ἡ συντροφιὰ εἶναι πάντα καλύτερη.. . ἣν θὰ εἶχεν εἰς τὸν Ἅγιον Χαράλαµπσν.

µεθ᾿ ὅ. δὲν µπορῶ νὰ σὲ διώξω.Ἂς εἶναι. πατέρας!.. προσέθηκε: Ποῦ τοὺς βρίσκει ὁ γέροντάς µου. Θέλω νὰ ξέρω. τὸ ὁποῖον ἐκόµιζε. «Κουτσοὶ στραβοὶ στὸν Ἅϊ-Παντελεήµονα! Εὐλόγησον. ὅσα ἐκράτει ὁ ἡγούµενος. . πατέρες! Ἔσκυψεν εἰς τὴν ἑστίαν καὶ ἤρχισε νὰ φυσᾶ διὰ φυσητῆρος ἐκ καλάµου. τὸν ὁποῖον ἐχρησίµευεν ἅµα ὡς προθάλαµος. Καὶ εἶτα ἔψαλε. Σὰν εἶσ᾿ ἀββᾶς. ἐγονάτισε καὶ ἤρχισε νὰ ξανάπτῃ τὴν φωτιάν.. νὰ πᾷς.Εὐλόγησον. Τὸ κελλίον ὅπου εἶχεν εἰσέλθει ὁ µπάρµπα-Κωνσταντός. δὲν ἔχουν σπίτια. ἔµβα µὲς στὸ κελὶ νὰ ξεκουραστεῖς. Βάστα. αὐτὸς πάλε! Ἂς εἶναι καλὰ οἱ χριστιανοί! Τὰ ποτήρια ξεπλύνετε. τῶν καλογήρων διακόνηµα. Ὁ µπάρµπα-Κωνσταντὸς εἰσῆλθεν εἰς τὸ κελλίον. µὲ ζωστικὸν πάνινον. καὶ τοὺς µαζώνει! Τρέχα. καυσόξυλα καὶ χαµόκλαδα µὲ τὴν δεξιάν. ἦτο τὸ ἐν ἐκ τῶν δύο.Χαλάλι νὰ τοῦ γίνῃ. «Ἄλλος µουσαφίρης πάλε!» ἐγόγγυσεν. µὲ ἄσπρον κιουλάρι. εἰς πεζὸν λόγον. Τοῦ κελάρη ἔδωκας κλειδιὰ εἰς τὰ χέρια του (τοῦτο τὸ εἶπε ψαλτά· εἶτα χῦµα).Ἔδωκας. Εἶτα ἐπανέλαβεν: . .. Ἔψαλε τοῦτο εἰς ἦχον τέταρτον. κι ἐξηπλώθη ἐπὶ τοῦ χαµηλοῦ ἐπεστρωµένου σοφά..Ἀπὸ ποὺ µὲ τὸ καλό. δὲν κοιµοῦνται τάχα. ἡγούµενε. βάστα! Τὴν στιγµὴν ἐκείνην ὁ µπάρµπα-Κωνσταντὸς ἔκαµε κίνησιν τινά. Ἦτο δὲ ἤδη νύξ. Καφέδες. αὐτοί.. γερο-Γαβριήλ.. καὶ σὰν βγῇ τὸ φεγγάρι. . Ταµάµ! Εὐλόγησον. πατέρες!» Ἐκρέµασε τὸ λυχνάριον ἐπὶ τοῦ πτερυγίου τῆς ἑστίας. Κινοῦν δυὸ ὧρες δρόµο κι ἔρχονται στὸν Ἅϊ-Χαράλαµπο γιὰ νὰ κοιµηθοῦν. Καὶ νὰ ἔφερναν τίποτα πρόσφορα τὸ ἐλάχιστο! Μὰ αὐτοὶ ἔρχονται µὲ ἄδεια τὰ χέρια.«∆ίδει τὸν οἶνον λιγοστόν.. δὲν ἔχουν κάµαρες. ἐµισοξύπνησε. Ὁ µπάρµπα-Κωνσταντος ἐσκεπάσθη µὲ τὸ κυλίµι.. καὶ µετ᾿ ὀλίγα λεπτὰ ἀπεκοιµήθη. κρατῶν λυχνίαν µὲ τὴν ἀριστεράν. ἅµα εἶδε τὸν κυρ-Κωνσταντὸν κοιµώµενον.. Νυστασµένος µᾶς ἦλθεν ὁ ἄνθρωπος. καὶ οἱ παῖδες ἂς κερνοῦν. κι ἐγύρισεν ἀπὸ τὸ ἄλλο πλευρόν.». καὶ ἐξηκολούθησεν: . 115 . µὲ τοὺς πόδας πρὸς τὴν ἑστίαν. ἐγόγγυσεν ὁ πάτερ-Γαβριήλ. Γαβριήλ. Ζήτω ἡ κρασοκατάνυξις! Εὐλόγησον. Μόλις εἶχεν ἀποκοιµηθεῖ ὁ γηραιὸς πάρεδρος καὶ εἰσῆλθεν ὁ ὑποτακτικὸς Γαβριήλ. ὅπου ἔκαιεν ἀσθενὲς πῦρ ἑτοιµόσβεστον. ὡς µαγειρεῖον καὶ ὡς πρόχειρον «ἀρχονταρίκι». κάτω στὸ χωριό.. Γαβριήλ.. ξεθωριασµένον καὶ χωρὶς ράσον.

..Χµ!. καὶ σοῦ ἀδειάζουν µία δαµιδζάνα σωστή.. ψιθύρῳ τῇ φωνῇ. . ἀλλ᾿ ἀνασηκωθεῖς ἐπὶ τοῦ ἀγκῶνος.Ἀλλ᾿ ὁ µπάρµπα-Κωνσταντός. κύριε πάρεδρε. Ὥρα ποὺ φέγγουν τ᾿ ἀστέρια..Ὥσπου νὰ ἔλθουν. . εἶπεν ὁ Γαβριήλ.Ἄ! Ξυπνητὸς εἶσαι.. χριστιανέ µου. .. Σοῦ φέρνουν ἕνα πρόσφορο καὶ σοῦ φαρµακώνουν µία κότα ὁλάκερη· σοῦ φέρνουν ὀλίγο νάµα... ἔλεγεν ὁ πάπα-Ἀζαρίας. . ὅστις δὲν τὸ ἐπεθύµει διακαῶς µέσα του. Κι ἐγὼ ἐνόµισα.Περιµένω νὰ βγῇ τὸ φεγγάρι γιὰ νὰ φύγω. .Μοῦ κάνουν τὴ χάρη νὰ µὴ ῾ρθοῦν. εἶπεν ὁ µπάρµπα-Κωνσταντός. νὰ πάρουµε ἕναν καφέ. -Τί ὥρα.. τοῦ εἶπεν ἡσύχως ὁ µπάρµπα-Κωνσταντός. δὲν ἐπανεῦρεν τὸν ὕπνον. Γχ! ἔπνιξε τοὺς γογγυσµούς του µέσα του ὁ Γαβριήλ. Καλὰ ποὺ ἔπιασε κουβέντα µὲ ἄνθρωπο. Γιὰ ποῦ. πατέρες!» . . ἂν ἀγαπᾷς εἰς τὴν ἐκκλησίαν.. πάτερ. Τὴν στιγµὴν ἐκείνην ἠκούσθη ἡ φωνὴ τοῦ ἡγουµένου ἀπὸ τῆς θύρας τοῦ κελλίου: . εἶπεν ὁ Ἅϊ-Χαραλαµπίτης ἱερεύς. . Εἶτα. καὶ γι᾿ αὐτὸ σ᾿ ἐρωτῶ. κατὰ τὸ παλαιὸν Τυπικόν. ... ὅστις πράγµατι δὲν ἐνεθυµεῖτο ποσῶς ἂν εἶχε κοιµηθῆ ἢ ὄχι. Τὸ φεγγάρι δὲν κόβει µονέδα. . ἐπανέλαβεν ὁ πάπα-Ἀζαρίας..∆ὲν ἐκοιµήθηκα καθόλου. 116 ... ἂν θέλει ὁ Θεός. . .Εὐλόγησον.Περιµένω τοὺς βοσκούς· ὅπου εἶναι ἔφθασαν.. ὅτι ὁ Γαβριὴλ ὁµιλοῦσε πάλι µοναχός του.Τί ὥρα εἶναι.∆ὲν ἦρθαν ξωµερίτες ἀπ᾿ τὰ καλύβια. διὰ νὰ µὲ βοηθήσεις νὰ διαβάσουµε µαζὶ τὰς Πράξεις.∆ὲν τὸν ἄκουσα. ἀπήντησεν ὁ µπάρµπα-Κωνσταντός.Τί νὰ σὲ κάµει τὸ φεγγάρι. ἐπειδὴ συνηθίζω νὰ διαβάζω τὰς Πράξεις ἀποβραδίς.Καὶ δὲν ἄκουσες τὸν Γαβριὴλ νὰ ὁµιλῇ µονάχος του. Ὥρα ποὺ νύχτωσε. καίτοι στραφεὶς ἐπὶ τοῦ ἄλλου πλευροῦ. καθὼς τὸ συνηθίζει. προσέθηκεν: «Εὐλόγησον.Νὰ φύγεις.Τὸ φεγγάρι δὲν βγῆκε ἀκόµα. ἐγὼ ὁ ἴδιος θὰ ὑποχρεώσω ἕναν ἀπ᾿ αὐτοὺς νὰ σὲ συντροφέψει γι᾿ ἀπάνου.. Ἴσως νὰ ἔκλεψα ἕναν ὕπνο ἴσα µ᾿ ἕνα Πιστεύω. ἐγύρισε βλέµµα πρὸς τὸν µοναχὸν καὶ τὸν ἠρώτησε: . καὶ νὰ µὲ συντροφέψεις.. γέροντα. .. Ἅµα ἔλθουν.

λέγων. Ποῦ βρίσκεσαι. θὰ κάµεις περισσότερα λάθη ἀπὸ ὅσες λέξεις εἶναι τυπωµένες µὲς στὸ βιβλίο. Περὶ ὥραν δεκάτην εὐρωπαϊστί. ὅστις ἐζήλευεν ἅµα ἔβλεπεν ἔκτακτον βοηθὸν ἢ ψάλτην ἐν τῷ ναΐσκῳ. χωρὶς νὰ ἀκούσωσι φωνᾶς. ρέοντος διὰ µέσου βράχων καὶ ἀµµωδῶν χώρων ἐναλλὰξ εἰς τὸ βάθος τῆς κοιλάδος. περισκέποντες τὸ φῶς µὲ τὴν δεξιάν. ἀφοῦ ἀνέτειλεν ἡ σελήνη. ἀφ᾿ ἑσπέρας τοῦ Μ. εἶχεν ἀναχωρήσει ἀπὸ τὸν Ἅγιον Χαράλαµπον.» ∆ιὰ νὰ βεβαιωθῇ ἔτι µᾶλλον αὐτός. Μόνον νὰ µᾶς κάµεις δυὸ καλοὺς καφέδες.. ὅτι δὲν ἠπατήθη. ὁ βοσκός. τὴν ἀρχαίαν αὐστηρὰν κοινοβιακὴν τάξιν. δίπλα εἰς τὸ ψιθυρίζον καὶ κατερχόµενον εἰς τὴν θάλασσαν ἑλικοειδὲς ρεῦµα. κατὰ τὸ ἀρχαῖον Τυπικὸν ἐν τοῖς ἱεροῖς µοναστηρίοις. Ὁρίστε. . ὄχι τόσον διότι τὸ ἐπεθύµει. Τῷ ὄντι. ἀπὸ τὸν βράχον. ἐγόγγυσεν ὁ Γαβριήλ. Ποῦ εἴσαστε. ἔλαβε τὴν ράβδον του. Ἀλλ᾿ ὁ αἰπόλος διεµαρτύρετο. τὸν τορβᾶν καὶ τὸ κυλίµι καὶ µετέβη εἰς τὸ κελίον τοῦ πατρὸς Ἀζαρία. οἱ βοσκοὶ πάλιν ἐφώναξαν: «Ἔ! Ποιὸς εἶσαι. εἶχε κρυφθεῖ εἰς σύννεφα.Εὐχαρίστως. κυρ-Κωνσταντό. Τὸν ἀνεκίνησαν.» Ἡ φωνὴ εὐκρινέστερον ἀπήντησε: . ὅτι ὁ πρῶτος βοσκὸς ἴσως εἶχεν «αὐτιασθεῖ» καὶ εἶχεν ἀκούσει φωνάς. *** Οἱ τρεῖς νεαροὶ βοσκοί. ἰδιορρυθµίτικους καὶ νὰ µᾶς τοὺς φέρεις ἀπὸ κεῖ.Κάποιος θά ῾πεσε κι ἐγκρεµοτσακίσθη πουθενὰ µέσα στὸ ρέµα. µὴ ὑπάρχουσας πράγµατι. Ἀφοῦ προέβησαν ὀλίγα βήµατα παρεµπρός. κρατοῦντες τὰς λαµπάδας τῶν χαµηλὰ µὲ τὴν ἀριστεράν. εἶπεν ὁ µπάρµπα-Κωνσταντός. καὶ ἤρχισαν νὰ ὑποπτεύωσιν. ὁ δὲ πρῶτος ἀναγγείλας τὴν εἴδησιν αἰπόλος ἤρχετο ὀπίσω. Γαβριήλ. καὶ τοῦ ὄρθρου τοῦ Πάσχα. ἀπὸ τῆς προσπνεούσης νυκτερινῆς αὔρας. 117 . . Ἀλλὰ δὲν διέκριναν τὰς λέξεις. πρὸ τῆς Παννυχίδος δηλ. δὲν τηροῦσι δηλ. πεσὼν ἀπὸ ὕψος ἀνδρικοῦ ἀναστήµατος. Ὁ µπάρµπα-Κωνσταντὸς ἠγέρθη.Ἐσύ. ὅταν ἤκουσαν τὸν µορµυρισµὸν τοῦ ὕδατος τοῦ µικροῦ χειµάρρου. ∆ὲν ἦτο βαρέως πληγωµένος. ἤρχισε νὰ φωνάζει: «Ἔ! Ἐδῶ εἴµαστε! Ποιὸς εἶναι. Ἦτο αὐτὸς ὁ κυρ-Κωνσταντός. ἐσκέφθη µεγαλοφώνως ὁ εἷς τῶν βοσκῶν. ἀλλ᾿ εἶχε βαρέσει εἰς τὴν ἀριστερὰν πλευράν.∆ῶ εἶµαι!. Σαββάτου..Τὲς διαβάζω ἐγὼ τὲς Πράξεις. κι ἐπλησίασαν εἰς τὴν ρίζαν ἑνὸς βράχου. ὁ τρίτος πάρεδρος. ὑψηλὰ ἀναπλέουσα τὸν οὐρανόν. . καὶ ὅτι εἶχεν ἀκούσει εὐκρινῶς φωνὴν λέγουσαν: «Ποῦ εἴσαστε. Κατέβησαν κάτω εἰς τὸ ρέµα. .» Ἀσθενὴς φωνὴ ἀπήντησεν. πείθων καὶ τοὺς ἄλλους.Αἱ Πράξεις τῶν Ἀποστόλων ἀναγινώσκονται. νὰ περάσουµε στὸ κελλὶ τὸ ἄλλο. Καὶ ἡ φωνὴ ἐπνίγη εἰς στεναγµόν. ἐνῶ ἡ σελήνη... ἔτρεξαν πρῶτοι ἐµπρός. Ἰδιόρρυθµα λέγονται τὰ µοναστήρια ὅσα δὲν εἶναι Κοινόβια. εἶδον τὸ σῶµα ἀνθρώπου κειµένου ἐκεῖ. Ἐλᾶτε παραδῶ.

καθόσον ἐπλησίαζε πρὸς τὴν βόρειον ἀκτήν. Εὐτυχῶς ὀλίγο πρίν. Ὁ µπαρµπα-Κωνσταντὸς ἐκτύπησεν ἐλαφρῶς καὶ ἐπόνεσεν. ἑνούµενον κατωτέρω µὲ τὸ ρεῦµα τῆς Παναγίας ∆οµάν. οἵτινες. ἐκ τῆς πλεονεξίας µικροῦ γαιοκτήµονος. διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸν ναΐσκον τοῦ Προδρόµου. σχηµατίζει ποτάµιον. µὲ τοὺς πόδας εἰς τὸ νερόν. µεγαλυτέραν δὲ τῆς τοῦ κυρ-Κωνσταντοῦ. τοὺς βράχους. κρυµµένων εἰς τὰς λόχµας. εἰς τὸ ὕψος τοῦ βουνοῦ. τὰ δένδρα. Ἀφοῦ ἐπὶ πολὺ ἐδίστασεν ὁ µπάρµπα-Κωνσταντός. Στιγµὴν τινά. καὶ κατέβη ταχέως εἰς τὸ ρεῦµα τοῦ Χαιρηµονᾶ. τὴν ἡµέραν. ἢ ἐκ τοῦ κατάγµατος. τὰ ὁποῖα ἐλάµβανον φανταστικὰ σχήµατα ἢ ἐσχηµάτιζαν σκιᾶς. ὅστις ἐκτάκτως. Ὅσον καὶ ἂν εἶναι ἐντόπιος εἷς ἄνθρωπος. ἀπερχόµενον εἰς Ἅγιον Ἰωάννην ὅπου εἶχε δώσει ὑπόσχεσιν νὰ ὑπάγῃ. Τὸ ῥεῦµα τῆς πηγῆς τοῦ Χαιρηµονᾶ. µόνην συντροφιὰν ἔχων τοὺς θάµνους. χάριν τῆς εὐκολίας τῶν διαβατῶν· ἄλλοτε οἱ βοσκοὶ καὶ αἱ αἶγες τῶν ἀνοίγουσι νέον µονοπάτι διὰ νὰ «ἀραδίζουν». ἐπάνω εἰς µέγα ὑπερκείµενον 118 . διαχαράσσοντες τὴν ὁδόν. Ὁ µπάρµπα-Κωνσταντὸς ἠκολούθησε κατ᾿ ἀρχὰς ἐπὶ πολὺ τὸν κύριον δρόµον. τοῦ ηὐχήθη καλὴν Ἀνάστασιν καὶ τὸν ἐγκατέλιπε µόνον. ἐν µέσῳ τῶν ὁποίων τὸ ὄµµα ἔβλεπε πολλάκις φάσµατα καὶ ἀκίνητους ἀνθρώπους. κι ἐκεῖ. σειούσης τοὺς κλῶνας καὶ τὰς κορυφὰς τῶν δένδρων. ἵνα συνοδεύσῃ οὖτος τὸν µπάρµπα-Κωνσταντόν. τὸ ἓν ἀνατολικότερον. ἦτο νὺξ καὶ δὲν ἐζήτει καβούρια. ὀλίσθησεν ἀπὸ ἕνα βράχον κι ἔπεσε µὲ τὴν κεφαλὴν καὶ τὸν κορµὸν εἰς τὴν ἄµµον. κατερχόµενον εἰς τὴν θάλασσαν δι᾿ ἀποτόµου κατωφερείας. ὑπὸ µικρῶν κατωτέρων πνοῶν. τὸν παραγόµενον ὑπὸ ἀγνώστων νυκτερινῶν πλασµατίων. ἐξέρχεται εἰς µακρὰν σχετικῶς ἐκδροµήν. Οἱ δρόµοι ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος ἀλλάζουν. Ἐνίοτε συµβαίνει καὶ τὸ ἐναντίον· ἀδιαφιλονίκητος ἐλαιὼν γνωστοῦ κτηµατίου πατεῖται καὶ γίνεται δρόµος. Ὁ χωρικός. ὅπου ἡ ὁδὸς ἐτέµνετο εἰς δυὸ µικρὰ µονοπάτια. πάντοτε εὑρίσκεται εἰς ἀµηχανίαν. Ἀλλ᾿ ὅταν ἔφθασεν εἰς µέρος. τὸ δειλὸ κελάδηµα ὀλίγων πτηνῶν. ὅσοι ἵσταντο δεξιὰ καὶ ἀριστερά. ἐπληθύνοντο κι ἐξετόπιζον τὰ δένδρα. δὲν ἐπάτησε στερεά. ὁ ὑποχρεωτικὸς καὶ πρόθυµος φίλος. πολλάκις παλαιαὶ ὁδοὶ ἐκχερσοῦνται ἢ καλλιεργοῦνται καὶ δὲν πατοῦνται πλέον. ἐκ τοῦ τιναγµοῦ µᾶλλον καὶ τοῦ φόβου. ὅστις περιφράττει ἐντὸς τοῦ χωραφιοῦ τοῦ ἓν ἢ δύο στρέµµατα γῆς περισσότερον καὶ µεταθέτει τὸν φράκτην µίαν ἢ δυὸ ὀργιὰς ἀπωτέρω. Ὁ δὲ κυρ-Κωνσταντὸς ἦτο ἑξηκοντούτης. τὸ ἄλλο βορειοδυτικόν. καὶ τὸν µυστηριώδη θροῦν τῆς φυλλάδος. µὲ προθυµίαν ὄχι ἐµφαντικοτέραν τῆς τοῦ παπα-Ἀζαρία. ὅστις ἦτο µοναδικὸς καὶ εὐδιάκριτος ὑπὸ τὸ φῶς τῆς σελήνης. ἀφοῦ τοῦ ἔδειξεν ἀκριβῶς τὸν δρόµον. ἀλλ᾿ ἐκεῖ δὲν δύναται νὰ βαδίζει τις. ὅταν εὑρίσκετο εἰς τὸ ὕψωµα. καὶ ψάχνει διὰ καβούρια. τὸν κρότον τῆς αὔρας. εὑρέθη εἰς ἀµηχανίαν ποῖον µονοπάτι νὰ λάβῃ.ὅσον διότι ὁ παπα-Ἀζαρίας. ὅταν µάλιστα τὸ τοπίον εἶναι κάπως ἄγριον καὶ δὲν ἔχει ὁ ἴδιος κτήµατα εἰς τὸ µέρος ἐκεῖνο. εἶχε παρακαλέσει ἕνα τῶν ἐλθόντων χωρικῶν. ἐπροτίµησε τέλος τὸ βορειοανατολικὸν µονοπάτι. κρυπτουσῶν τὴν ὕπαρξιν τῶν ἐν µέσῳ τοῦ σκότους καὶ τῆς µοναξιᾶς. καθ᾿ ἣν ἡ σελήνη εἶχε κρυβεῖ ἄνω εἰς νέφος καὶ δὲν εἶδε καλά. εἰς τοὺς µικροὺς τόπους. ὀπόθεν ἔπρεπε νὰ κατηφορίσῃ τις. ὅταν ἐπρόκειτο ν᾿ ἀποπέµψῃ ὀχληρόν. διὰ βράχων καὶ µικρῶν καταρρακτῶν. ἄλλοτε ἐγκαταλείπουσι καὶ ἀφήνουσι νὰ ἐκχερσωθῇ παλαιὰ καὶ γνώριµος ὁδός. καὶ εἶχεν ἐπιµείνει. συνόδευσε τὸν πάρεδρον εἰς ἱκανὸν µέρος τῆς ὁδοῦ ἕως τὰ Καµπιά. ἐκτὸς ἂν εἶναι δωδεκαετὴς παῖς. ἅπαξ κατὰ δυὸ ἢ τρία ἔτη.

πέντε βήµατα µακρὰν τοῦ ψητοῦ. καὶ ἰσχυρίζετο ὅτι τὸ χωράφιον τὸ ἰδικόν του εἶχε σύνορον ἀκριβῶς τὸν τρίτον βράχον πρὸς τὰ δεξιά. καὶ εἶχεν ἐννοήσει. ∆ίπλα του. Ἔξω. «Φαίνεται ἀκόµη ποὺ ἦτον.. Ἐκ τοῦ τρόπου µεθ᾿ οὗ ἵστατο ἀκουµβηµένη εἰς τὸ κλαδίον τοῦ σχοίνου. ἐκεῖ ποὺ βαθουλαίνει ὁ τόπος». ἔβρεµε γενναῖον πῦρ. ἵστατο µεγάλη φλάσκα. «κι ἐγὼ θὰ πάω νὰ γυρέψω νὰ βρῶ τὴν ἀποσκαφή. ἀπὸ πολλῆς ὥρας. εἰς τὴν ἐλαχίστην προσέγγισιν τοῦ χείλους εἰς τὴν θηλήν της. χωλαίνων. ἐπροσκύνησε καὶ ἔλαβε τὴν θέσιν τοῦ εἰς τὸν χορόν. ἐκάθητο. ἀνθρωπίσκος τις ἐκ τῆς πόλεως. ποὺ εἴµαστε γειτόνοι ἐδῶ καὶ τριάντα χρόνια. ἀποσκαφή. εἶχεν ἰδεῖ τὴν ἀντιλαµπὴν τοῦ µικροῦ ναΐσκου.» Καὶ τὴν φωνὴν ταύτην εἶχεν ἀκούσει ὁ πρῶτος βοσκός.» «Τὰ σύνορα εἶναι µὲς στὴ µέση. Εἶχον εὕρει τὴν ὥραν καὶ τὸν τόπον νὰ λογοµαχήσωσι δι᾿ ἓν χωράφιον τεσσάρων στρεµµάτων. Τὸ ροδοκοκκινίζον σφακτὸν ἔκνιζε καὶ ἔσιζεν εἰς τὸ πῦρ. Ἀντίκρυ.» 119 . εἶχεν ἀφήσει τὸ µαχαίρι του µετὰ τοῦ θηκαρίου. Ποῦ εἴσαστε. ὅπου ἀρτίως εἶχε ψαλεῖ ἡ Ἀνάστασις. ὅταν ὁ ἱερεὺς εἶχεν ἀρχίσει τὸν ἀσπασµόν. διὰ νὰ ἴδῃ πῶς εἶχον αἱ αἶγες του. Ζαλισµένος ἀπὸ τὴν πτῶσιν. Ὁ κυρ-Κωνσταντὸς ἐσηκώθη. εἶχεν ὀβελίσει ἤδη ἕναν ἀµνὸν καὶ τὸν ἕψηνε. τὸ ξυραφισµένον γένιον καὶ τὸν ἀγκιστροειδῆ µύστακα. διετείνετο ὁ ἄλλος χωρικός. ὅτι δὲν ἀπεῖχε πλέον πολὺ ἀπὸ τὸν Ἅγιον Ἰωάννην. ἀνάµεσα στὸν δεύτερο καὶ στὸν τρίτο βράχο. ἤρχισε. κι ἐδείκνυε πρὸς τὰ ἐκεῖ. µὲ τὴν κιτρίνην ζωνάραν. ὁ ἐκ τῶν πλησιοχώρων τῆς πολίχνης ἐλθὼν ποιµήν. ἔφθασεν εἰς τὸν ναΐσκον. καὶ ὁ µπάρµπα-∆ηµήτρης ὁ Καµπογιάννης. τῆς φλάσκας καὶ τοῦ σχοίνου. ἠκολούθησε τοὺς βοσκούς. µὲ ὅσην εἶχε ἀκόµη δύναµιν. τὸν παλαιὸν καιρό. ὁ µπάρµπα-∆ηµήτρης ὁ Καµπογιάννης. Ὁ εἷς τῶν χωρικῶν ἐχειρονόµει. ∆υὸ χωρικοί. ὄρθιοι. ἡ φλάσκα ὡς ἄλλη κλώσσα καλοῦσα τοὺς νεοσσούς της ὑπὸ τὰς πτέρυγας. πρόθυµος διὰ νὰ τὸν βοηθῇ. δὲν εἶχε παύσει νὰ ρίπτῃ τὸ βλέµµα ἐναλλὰξ εἰς τὸ ροδοκοκκινίζον σφακτὸν καὶ εἰς τὸ µαχαίριον. πρὸς µεσηµβρίαν. παρὰ τὴν ρίζαν ἑνὸς σχοίνου. ἀνάµεσα εἰς πέντε βράχους. ὁ Γιάννης ὁ Μπουκώσης. περὶ τοῦ ὁποίου ἐµάχοντο ἀπὸ ἐτῶν. εἰς τρία µονοπάτια καὶ εἰς κρηµνόν. µὲ ὅλον τὸ πέσιµόν του καὶ τὸ πόνεµά του. γιὰ νὰ τὴν κάµω σύνορό µου. ὅστις εἶχεν ἐξέλθει πρὸς στιγµὴν τοῦ ναοῦ. ἀντέκρουσεν ὁ πρῶτος. ἵσταντο καὶ συνοµιλοῦν ζωηρῶς. ἐφαίνετο πλήρης οἴνου µοσχάτου καὶ µαύρου µεµιγµένου.βράχον..» «Κοδζὰµ βράχος». ἐπὶ τοῦ βραχώδους λόφου. Ἀντικρύ. εὑρίσκετο τὸ διαφιλονικούµενον χωράφιον. «Ἐγὼ τὸ ηὗρα παππούδικό µου». Ἔψαλεν εἰς ὅλην τὴν λειτουργίαν. νὰ φωνάζῃ: «Ποῦ εἴσαστε. «∆ὲν ρωτᾶς καὶ τὸν Γιάννη τῆς Ψαροδήµαινας. δεξιόθεν τοῦ ναΐσκου. ὅστις δὲν εἶχεν ἐννοηθεῖ πότε καὶ πῶς εἶχεν ἔλθει ἐκεῖ. ἔλεγε. Ἀνάµεσα εἰς τὴν πυρὰν καὶ εἰς τὸν τοῖχον. ὑπὸ τὸ φέγγος τῆς σελήνης. ἐφαίνετο καλοῦσα τοὺς βοσκοὺς εἰς εὐωχίαν ὑπὸ τοὺς ἀτµούς της. ἀκουµβῶν ἐπ᾿ αὐτοῦ τοῦ τοίχου τῆς ἐκκλησίας. καὶ ὁ Γιάννης ὁ Μπουκώσης. ἑτοίµη νὰ κλώξῃ καὶ νὰ φυσήσῃ εἰς τὴν ἐλαχίστην ἐπαφὴν τῆς χειρός.

Γιὰ βάλε µὲ τὸ νοῦ σου. «Σὰν ἔχεις ὄρεξη. ἔκοψεν ἐπιτηδείως τεµάχιον ἀπὸ τὴ νεφραµιὰ τοῦ σφακτοῦ. ἦτο φόβος νὰ φωραθῇ ἐπιτέλους. τὸ ὁποῖον ἔπαυσε σχεδὸν νὰ περιστρέφεται.. καὶ νὰ µὴν τὸ καταλάβω. ὅτι δὲν ἐνόησε τίποτε. ἂν ἔκαµεν καὶ τρίτην ἀπόπειραν κατὰ τοῦ σφακτοῦ. σακάτικο γεννηµένο ἀπ᾿ τὴ µάνα του. Τί νὰ γίνῃ. Ἡ ἔρις τῶν δυὸ χωρικῶν ἐξηκολούθει. ἔλεγεν ὁ πρῶτος τῶν δύο. καὶ ἡ προσοχή του ὅλη ἀπερροφήθη ὑπὸ τῶν δυὸ χωρικῶν καὶ τῆς λογοµαχίας των.. καὶ λαβὼν τὴν µεγάλην οἰνοβριθῆ φλάσκαν τὴν ἐπλησίασεν εἰς τὰ χείλη του. δὲν πᾷς στὸν µπαρµπ᾿-Ἀναγνώστη τὸν Ἀγέλαστο.. ἐπλησίασεν εἰς τὸ σχοῖνον. φύσει φρόνιµος καὶ γνωρίζων. νὰ σοῦ φτιάσῃ ὅσα ψεύτικα µπολετιὰ θέλεις. ἔκαµεν ἕνα βῆµα µὲ τὸν δεξιὸν πόδα. ἀντέλεγεν ὁ δεύτερος.. νὰ φέρνω ἀρνί. καὶ τὸ κατεβρόχθισεν ἀπλήστως. γενναιότερον τεµάχιον ἀπὸ τὸ µισοψηµένον σφακτόν. ὀλίγον τι ἀπώτερον τῆς πυρᾶς. Ὁ Γιάννης ὁ Μπουκώσης ἔλαβεν ἐκ νέου τὸ µαχαίριον. ὅτι κάτι ἔλειπεν ἀπὸ τὴ νεφραµιά. δεύτερον βῆµα µὲ τὸ ἀριστερὸν γόνυ εἰς τὸ ἔδαφος. παιδί µου Γιάννη. καὶ ἔπιε γενναίαν δόσιν ἀπνευστί. εἶτα ἐπανέλαβε: «Πολλὰ παράξενα σηµεῖα καὶ θαύµατα γίνονται σ᾿ αὐτὰ τὰ στερνὰ χρόνια. ἐξηπλώθη τετραποδίζων. ἐν σχήµατι ὀρθῆς γωνίας. «Τὸ πῆγα στὸν πάπα-Λευθέρη ποὺ ξέρει νὰ διαβάζῃ τὰ παλαιὰ γράµµατα. ὅστις ἐνόει τὴν µυστηριώδη γλώσσαν τῆς φλάσκας. µεθ᾿ ἧς τὴν παρηκολούθει ὁ Καµπογιάννης ἦτο ἀδιάπτωτος. ὡς νὰ µὴν εἶχεν πασχάσῃ ὅλως. Εἶτα. καὶ ἀποτεινόµενος πρὸς τὸν Γιάννην τὸν Μπουκώσην εἶπε: «Κοίταξε! Περίεργο. Ὅταν. Ὁ Γιάννης ὁ Μπουκώσης ἔλαβε σιγὰ σιγὰ τὸ µαχαίριον. ἐµαζεύθη κι ἐφαίνετο τόσον ἄκακος καὶ νῆστις. παρετήρησεν. καὶ µοῦ τὸ διάβασε τόσες φορές».. ἔκοψε δεύτερον. ὡς κλῶσσα τοὺς νεοσσούς της. ἀλλ᾿ ἐκαµώθη.Ὁ µπάρµπα-∆ηµήτρης ὁ Καµπογιάννης ἤρχισε νὰ γυρίζῃ ἀµελέστερον τὴν σούβλαν µὲ τὸ σφακτόν. Ὁ Μπουκώσης. «Ἀπὸ µπολετιὰ δὲν ἱδρώνει ἐµένα τὸ µάτι µου». καὶ τὸ καπέπιε µονοκόµµατον. Ἐξηκολούθησε νὰ προσέχῃ εἰς τοὺς δυὸ ἐρίζοντας.» Ὁ ∆ηµήτρης ὁ Καµπογιάννης ἐπρόσεχεν ὅλος εἰς τὴν λογοµαχίαν τῶν δυὸ ἀγροτῶν. Ὁ µπάρµπα-∆ηµήτρης οὐδὲ παρετήρησε κἂν τὴν κλοπὴν καὶ τὴν λαιµαργίαν τοῦ ἀνθρωπίσκου. ἐπέστρεψε παρὰ τὸν τοῖχον τῆς ἐκκλησίας. ἂς ἔχῃ δόξα ὁ Θεός!» 120 . ∆ὲν εἶναι παράξενο νὰ γεννήθηκε σακάτικο αὐτὸ τὸ ἀρνί. ἀφοῦ ὁ ἱερεὺς ἐξῆλθε τελευταῖος ἀπὸ τῆς λειτουργίας καὶ ἐστρώθη ἡ τράπεζα εἰς τὰ πρόθυρα τοῦ ναοῦ (ἦτον περὶ τὰ γλυκοχαράµατα). ὁ µπάρµπα-∆ηµήτρης ὁ Καµπογιάννης ἐπεχείρησε νὰ τεµαχίσῃ τὸ ψητόν. δι᾿ ἧς αὕτη ἐκάλει τοὺς φίλους της. ὅτι.. «Καὶ εἶναι καὶ µέσα στὸ µπολέτι καθαρὰ γραµµένο». καὶ ἡ προσοχή.» Ἐξηκολούθησεν ἡσύχως νὰ κατακόπτῃ τὸ ψητόν. τὸ ὁποῖον δὲν εἶχεν ἐπιστρέψει εἰς τὸ θηκάριόν του. τὸ ἀπεγύµνωσε ἀπὸ τὸ θηκάριόν του.

ὁ µπάρµπα-∆ηµήτρης ὁ Καµπογιάννης. ὁποῦ εἶχεν ἀκόµη γεµάτες. καὶ ἥτις ἔτρεχε τόσον φειδωλή. φέρων τὰ δυὸ σταµνιά.. ὅτι δυστυχῶς εἶχε λησµονήσει νὰ στείλῃ ἐγκαίρως εἰς τοῦ Χαιρηµονᾶ τὴν βρύσιν νὰ πάρῃ νερόν. ἔβγαλεν εἰς τὸ φανερὸν τὰς δυὸ πλήρεις στάµνας. Ἐφορτώθη τὰ δυὸ σταµνιὰ κι ἐξεκίνησε διὰ τὴν πηγὴν τοῦ Χαιρηµονᾶ. ἦτο ἤδη ἡµέρα... ἥτις ἀπεῖχε περὶ τὰ δυὸ µίλια. 121 . καὶ ἦτο ἀνάγκη νὰ ὑπάγῃ τώρα κάποιος. χρονιάρα µέρα. καὶ πάτει γερά... Ὁ Γιάννης ὁ Μπουκώσης ἐπεθύµει ν᾿ ἀρνηθῇ. λέγων. ἐξηγήθη καὶ εἶπεν: . τοῦ εἶχε φυλάξει ὀλίγα τεµάχια τοῦ ἀµνοῦ διὰ νὰ φάγῃ καὶ κάµῃ Λαµπρὴν ὁ πειναλέος ἀνθρωπίσκος. παιδί µου Γιάννη». Πάρε καὶ µία ἀναµµένη λαµπάδα νὰ βλέπῃς στὸ δρόµο. ὁ µπάρµπα-∆ηµήτρης ἔκρυψεν ἐπιτηδείως τὶς δυὸ στάµνες τοῦ νεροῦ.Ὁ Γιάννης ὁ Μπουκώσης δὲν εἶπε γρύ. ὄµορφα ὄµορφα. ἀλλὰ δὲν ἐτόλµα. νά ῾χεις τὴν εὐκὴ τοῦ παπᾶ µας. καθ᾿ ἣν παρετίθετο ἐπὶ τῆς τραπέζης τὸ ψητόν.. εἶπεν ἀποτεινόµενος πρὸς τὸν Μπουκώσην. ὁ Γιάννης ὁ Μπουκώσης. νὰ µοῦ κόψῃ µεζέδες ἀπὸ τὸ σφαχτὸ ἐνῶ τὸ ἕψηνα καὶ νὰ µὴν πάρω κάβο. δὲν τρῶµε. νὰ µὴ σπάσῃς τὰ σταµνιὰ καὶ τὸ πάθης σὰν τὸ τραγούδι ποὺ λένε... µὰ ἤθελε νὰ τόνε παιδέψω τὸν ἀφιλότιµο. τῆς σηµαιοφόρου τῶν πανηγυριῶν. καὶ µᾶς ἀφήσης κι ἐµᾶς χωρὶς νερό».Εἶχα νερό. κι ἐπαρουσίασεν εἰς τὴν τράπεζαν δυὸ ἄδειες. «Σ᾿ ἐσένα πέφτει ὁ κλῆρος.. Εὐθὺς ὡς ἀνεχώρησεν οὗτος. καὶ σὲ καρτεροῦµε. νὰ γεµίσῃ τὰ σταµνιὰ καὶ νὰ ἐπιστρέψῃ. «Σύρε νὰ γεµίσῃς τὰ δυὸ σταµνιά. καὶ ἐπειδὴ ὁ ἱερεὺς δὲν ἐνόει. καὶ µόνη ἡ διακριτικὴ φιλαδελφία τῆς θεια-Μαθηνῶς τῆς ψευτοµετάνισσας καὶ τῆς θεια-Σειραϊνῶς. τὸ ψητὸν εἶχε καταβροχθισθεῖ. Ἀκοῦς ἐκεῖ νὰ µοῦ κάµῃ γρουσουζιά. ὡς τὸ δάκρυ τῶν ἐξηντληµένων ὀφθαλµῶν. Ὅταν ἐπέστρεψεν ἀπὸ τὴν βρύσιν τοῦ Χαιρηµονᾶ. Ἀλλὰ τὴν τελευταίαν στιγµήν. Ἐχρειάζετο σωστὴν µίαν ὥραν διὰ νὰ ὑπάγῃ..

καὶ ὁπόθεν ἁπλοῦται ἀχανὴς ἡ θέα εἰς τὸ κυανοῦν. Ὅταν δύο ἢ τρεῖς φορὰς τὸν χρόνον. ἀπὸ τὸ Μπαρµπεράκι. οἱ µοσχοµάγκες τοῦ τωρινοῦ καιροῦ. ἀναῤῥιχῶνται εἰς τὴν ὀροφήν. καὶ ὁ Βοῤῥᾶς συρίζει ἀνηλεὴς εἰς τὰ ἐρείπια τὰ µαυρισµένα. ψάχνουσαι νὰ εὕρουν ἐρινὸν ὥριµον. µὲ τὰς κόγχας κενὰς ὀφθαλµῶν. ὅπου ἐµπαίζουν µὲ τὰς φωνάς των τὴν ἐρηµίαν καὶ τὰ φαντάσµατα. καὶ αἱ σκιαὶ ἀποπλανῶνται. Καὶ τὰ θαλασσοπούλια καὶ τὰ ὄρνεα τοῦ βράχου ψηλώνουν τὸ πέταγµά των. λείψανα παρελθόντων αἰώνων. καὶ εἰς τὰ σκλαβωµένα χώµατα τῆς Κασσάνδρας. τὸ ὁποῖον ποτέ των δὲν ἤκουσαν. διὰ τὸν τύπον. ἐξ ἀνατολῶν καὶ βοῤῥᾶ καὶ δυσµῶν. ὁποὺ ξυρίζει πανταχόθεν τὸ πρόσωπον ὁ ἄνεµος. καὶ προσκύνηµα ἐγίνετο συχνὰ καθ᾿ ὅλους τοὺς τύπους. µὲ τὴν µύτην φαγωµένην. εἰς τὸ µέσον. βυθιζόµενον εἰς τὸ κῦµα. καὶ παλαιαὶ ἀναµνήσεις ζωντανεύουν. ἔλθωσιν ἄνθρωποι νὰ ἐπισκεφθῶσι τὸ ἔρηµον χωρίον. σκέλεθρον γυµνὸν καὶ παγωµένον φαντάζει ἀπὸ µακρὰν τὸ µικρὸν τζαµίον τοῦ ἐρηµωµένου χωρίου. Μετ᾿ 122 . µαρµαῖρον πέλαγος.ὁ Ἀβασκαµὸς τοῦ Ἀγᾶ Ὅµοιον µὲ νεκρικὸν κρανίον ἀρτίως ἐκταφέντος σκελετοῦ. καὶ µὲ τὴν µεγάλην µακρουλὴν τρύπαν του. Ἔχει µόνον µίαν θυρίδα χαµηλήν. καὶ φαντάσµατα εἰς τὴν ἐρηµίαν θρηνοῦν. Καὶ ὅµως τὸ κονάκι αὐτὸ ἐκατοικεῖτο µίαν φοράν. φοβερὸν θέαµα. ἀσθµαίνοντες εἰς τὸν ἀνήφορον. ἀρχίσουν νὰ τρέχουν γύρω-γύρω εἰς τὰ ἐρείπια. φαίνεται καὶ τὸ ἄχαρον τζαµίον. διὰ νὰ βάλουν εἰς τὰ ἥµερα σῦκα τοῦ κάµπου. καὶ χορτάσωσι τὴν κοιλίαν των.Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης . καὶ τὰ παιδία ὅσα ἔτρεξαν κατόπιν των εἰς τὴν ἐκδροµήν. εἰς τελευταῖον πνιγµένον στεναγµόν. καὶ τὸ παραπόνον τῆς ἐρηµίας χάνεται µακράν. ἀφοῦ βάψωσι τὰς χεῖρας καὶ τὰ χείλη µὲ τὰ κόκκινα µοῦρα. καὶ νὰ ἀναῤῥιχῶνται ἐπάνω εἰς ἀγρίας µορέας. τὴν µεσηµβρινήν. Τότε τὰ φαντάσµατα φεύγουσι. Καὶ σκιαὶ περιφοιτῶσιν ἀκόµη τριγύρω ἐκεῖ. µὲ τὴν στέγην πεσµένην κάτω. Ὁ τελευταῖος Ἀγάς. τότε σκορπίζονται τρέχοντα ἐδῶ κι ἐκεῖ. καὶ δύο χαλασµένα παράθυρα ἔνθεν καὶ ἔνθεν. Εἶχον τύχην. κι εὑρίσκουν διασκέδασιν εἰς τὰ πηδήµατα. ὡς ὁδοιπόροι σκυφτοί. συγκείµενον ἀπὸ µίαν σύζυγον καὶ ἀπὸ µίαν σκλάβαν. µὲ τρεῖς τοίχους ἀκόµη ὀρθούς. εἰς τὰς κυλίστρας καὶ εἰς τὰς ἠχοῦς. ἐκεῖθεν φαίνεται τὸ ἔρηµον χωρίον. χωρὶς θυρόφυλλα. Καὶ πλεῖστα ἐκ τῶν παιδίων. καὶ εἰς τὰ δένδρα τὰ κυρτωµένα κατὰ τὴν ῥάχιν τοῦ βουνοῦ. καταχωσµένην. καὶ εἰς τὸ τζαµίον ἐκεῖνο ἀντήχει ποτὲ προσευχὴ εἰς τὸν Ἀλλάχ. µὲ τὰς δύο στρογγυλὰς τρύπας του ἔνθεν καὶ ἔνθεν. ὅστις ἦλθεν ὀλίγα ἔτη πρὸ τῆς Ἐπαναστάσεως. καὶ βουτοῦν κάτω εἰς τὴν σπηλιάν. εἰς ὅλον τὸ χωρίον. ἀπὸ τὴν ἄλλην ἄκρην τοῦ νησιοῦ. καὶ παρωδοῦν µὲ ἀτάκτους φωνὰς τὸ κήρυγµα τοῦ Χότζα. καὶ εἰς τὴν ἀπελεύθερον τῆς Θεσσαλίας γῆν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἷς µόνος Ἀγὰς ὑπῆρχε. εἰς τὸ µέσον· καὶ δίπλα του προκύπτει ὑψηλὸν τὸ κονάκι. τὸ περίφαντον ὕψωµα. εἶχε µαζύ του τὸ χαρέµι του. Ὑψηλά. ἀπόκοτα. τὸ κτισµένον ποτὲ ἐπὶ θαλασσοπλήκτου βράχου ὑψηλοῦ. ἀπ᾿ ἐπάνω ἀπὸ τὸν θόλον τοῦ πενιχροῦ τζαµίου. τὸ ὁποῖον ἐπλήρωνεν ἐτησίως κατ᾿ ἀποκοπὴν 2 ἢ 3 ἑκατοντάδας γροσίων εἰς τὴν Πύλην. καὶ βάλωσι καὶ εἰς τὸν κόρφον των. βαίνουσαι ἀπὸ ἀγριοσυκῆς εἰς ἀγριοσυκῆν. ἢ χάνονται εἰς τὸ ἀχανὲς τοῦ αἰθέρος. καὶ αἱ γυναῖκες διασπαρῶσιν ἀνὰ τὰ ἐρείπια.

κάτι µεταξὺ ληθάργου και τεµπελιάς. µὲ τὰς µακρὰς κεντητὰς ζώνας. ὁ προτελευταῖος ἐλθὼν Ὀθωµανός. Μίαν φοράν. τὴν γλῶσσαν της καὶ τὸ µάτι της. ἐκάπνιζεν. τὸν ὁποῖον ἐκολλοῦσεν ἡ Γαρουφαλιὰ ἡ Ξινοῦ. κατέβαινε. ὡρµᾶτο ἐκ Θεσσαλίας. ἀλλὰ τὸ ὑψηλὸν παράθυρον ἀνεπλήρου τὴν ἔλλειψιν ταύτην. Ἦτο ἥµερος. ἐπάνω εἰς τὸν γάµον. χαλαρότητος. καὶ ἀφοῦ τοῦ ἐπερνοῦσε τὸ µαχµουρλίκι. ἦλθε µόνον εἷς Τσαούσης. προστατευτικόν. καὶ ψυχρῶς φιλόφρον. περὶ τοὺς χρόνους τῆς ἐθνικῆς ἐγέρσεως. εἰσήρχετο. Οὗτος λοιπόν. Κάθε πρωὶ κατέβαινεν ἀπὸ τὸ κονάκι. ἤναπτε τὴν µεγάλην τσιµπούκαν του. ὅπου ἤξευρεν ὅτι θὰ ἐντάµωνε δύο ἢ τρεῖς χασοµέρηδες. ἤνοιγε τὴν θύραν τοῦ τζαµίου. ὡς διὰ νὰ τὸ ἐµπιστευθῇ εἰς τοὺς ἀνέµους. στρεφόµενος πρὸς τὸ πέλαγος. µὲ τὰς πλατείας ἀνοικτὰς χειρίδας τῶν λευκῶν ὑποκαµίσων. αὐτὸς καὶ τὸ χαρέµι του. καὶ ἔψαλλε πολὺ σιγὰ τὸ πρωϊνὸν κήρυγµα. ἐφόρει τὴν λευκὴν σαρίκαν του. φορῶν τὸν τζουµπέν του καὶ τὰς τσοχίνας ἐµβάδας του. Ἐζοῦσεν εἰρηνικῶς µὲ τοὺς ἀνθρώπους. σιµὰ εἰς τὸ παράθυρον. οἱ ἐφηµέριοι τοῦ ἑνὸς ἐκ τῶν δύο ἐνοριακῶν ναῶν καὶ ἐναλλὰξ λειτουργοὶ τῶν σαράντα παρεκκλησίων τῆς πολίχνης. Μαχµουρλίκι δὲν εχει ξυπνήσει εντελως. ὀλίγον παραπέρα ἀπὸ τὸ τζαµίον. παραλύσεως µελών Τὸν ἔβλεπαν ὁποὺ περνοῦσε οἱ παπᾶδες τῆς γειτονιᾶς. Τὸν ἔβλεπαν καὶ αἱ καλαὶ οἰκοκυράδες. διὰ νὰ κάµῃ κουβένταν. Ἐφαίνετο ὅµοιος µὲ γοητευµένον ἑρπετόν. ἢ ἀλλοῦ ὅπου ἤθελον. Οὐδὲ ὑπῆρξε ποτὲ µιναρές. ἐνῶ τὰ στέφανα ἦσαν ἕτοιµα καὶ ἡ νύµφη στολισµένη. τοῦ ὁποίου εἶχαν βγάλει τοὺς ὀδόντας. Λακριντὶ [λακιρντί] σοϊλέ. Ἔπαιρνε δῶρα. ἔκρουεν ἢ ὄχι δύο ἢ περισσοτέρας φορὰς τὸ µάρµαρον τοῦ ἐδάφους µὲ τὸ µέτωπόν του. µία καλὴ χριστιανή. ἐξήρχετο. σχεδὸν εὐθὺς µετὰ τὸ Λὰ Ἀλλά. προεστοὺς τοῦ χωρίου. (τῆς µητρὸς τοῦ γαµβροῦ) -καὶ ὁ λόγος ἐκεῖνος θὰ ἦτο βέβαια διαβολὴ κατὰ τῆς νύµφης. καὶ οἱ παπάδες ἦσαν εἰς τὴν ἀκµὴν νὰ φορέσουν τὰ πετραχήλια τους. ὅσα τοῦ ἔδιδον. τὴν γούναν καὶ τὰς σκυτίνας ἐµβάδας του. ἔλεγαν. καὶ ἂς τὸ φέρουν αὐτοὶ εἰς τὴν Σταµποὺλ ἢ εἰς τὴν Μέκκαν. τὸ «Λὰ Ἀλλὰ ἲλ Ἀλλά». ὁποὺ ἐκάθηντο ἀπολείτουργα ἔξωθεν τοῦ µικροῦ µαγαζείου τοῦ µπάρµπ᾿Ἀναγνώστη τοῦ Τσιπωτοῦ καὶ ἔπιναν τὸ πρωϊνὸν ῥακί των. ὅσαι ἐκουβαλοῦσαν πρωῒ τὰς ἀλειψὰς πίττας των εἰς τὸν φοῦρνον. πρᾶος ἄνθρωπος. εἶχε κατορθώσει νὰ χωρίσῃ ἓν ἀνδρόγυνον. Τὸν ἔβλεπε καὶ ἡ θειὰ-Σειραϊνὼ ἡ Παντοῦσα. ἀνέβαινεν ὀπίσω εἰς τὸ κονάκι. Ὁ Ἀγὰς τοὺς ἐχαιρέτιζε µὲ τρόπον εὐσεβάστου οἴκτου καὶ παρήρχετο. ἐκλείδωνε τὴν θύραν. ἀνέβαινεν ἐπί τινος τραπέζης. καὶ συχνὰ ἐζήτει καὶ περισσότερα ἀπὸ τοὺς κατοίκους. οκνηρίας. ὡσὰν αὐτόν. 123 . ∆ιότι χόντζας ποτὲ δὲν ὑπῆρξεν ἄλλος. ἔκαµνεν ἢ ὄχι τὴν γονυκλισίαν του. καὶ οἱ καλεσµένοι εἶχαν µαζευθῆ εἰς τὸ σπίτι. Εἶτα. Μὲ ἕνα λόγον τὸν ὁποῖον εἶπεν ἡ Σειραϊνὼ ἡ Παντοῦσα εἰς τὸ αὐτὶ τῆς πενθερᾶς. ἀπὸ τὴν ὁποίαν ὅλαι αἱ ἄλλαι δύο πράγµατα ἐφοβοῦντο. καὶ πλέον οὔ. καὶ κρατῶν τὴν µακρὰν τσιµπούκαν συνήθως διευθύνετο εἰς τὸ Κιόσκι. ἐκάπνιζε. χουζούρεµα.αὐτόν. Ὡµίλει ἑλληνικά. προέβαλλε τὴν κεφαλὴν ἔξω τοῦ παραθύρου. Εἶχεν ἦθος σοβαρόν. ἀλλ᾿ αὐτὸς ὁ κατὰ καιρὸν Ἀγᾶς ἔκαµνε τὸν χόντζαν εἰς τὸν ἴδιον ἑαυτόν του.κατώρθωσε νὰ µαταιωθῇ ὁ γάµος.

ὅλη ἡ ἀρµατωσιὰ τοῦ πλοίου ἔπεσε µετὰ τριγµοῦ.Γερὸς βορηᾶς.Κι ἡ σκλάβα του. κατάµαυρη. . αἱ γυναῖκες.Εἴδατε τὸ χαρέµι του. ὅσαι ἐχασοµεροῦσαν µίαν ὥραν εἰς τὴν µικρὰν αὐλήν. µὲ τὴν µακρὰν τσιµπούκαν του ἐπερνοῦσεν ἔξω ἀπὸ τὸν φοῦρνον. *** Ἐνῶ ὁ Ἀγὰς µὲ τὸ σαρίκι του.Ἡ Φατµέ.Ἄλλην φοράν. δὲν ἠµπόρεσε νὰ χωνεύσῃ τὸν θαυµασµόν της. . ἀπίστευτον εἰπεῖν -ἀλλ᾿ ὅµως τὸ διηγοῦνται ὅσοι τὸ εἶδον ἰδίοις ὀφθαλµοῖς. πώ! . ἡ θεία-Σειραϊνὼ ἡ Παντοῦσα. .Μαύρη. φερόµενον ἐδῶ κι ἐκεῖ ὑπὸ τῶν κυµάτων. . πώ. καὶ ἀνέκραξε: . 124 .Μπά! αὐτὸ τὸ καΐκι. . . καὶ τὸ καΐκι ἔµεινε ξυλάρµενον. ἐνῶ µικρὰ βρατσέρα ἔπλεεν ἀντικρύ.Ἡ χανούµισσα. .Ὄµορφος ἀγᾶς. ὡς τόσο. εἰς τὸ πέλαγος. παρὰ µὲ διήγησιν πιστευτήν.Τὸν σήκωσε τὸ χωριό µας. .Εἶδες τί µοῦτρο! Ἀράπισσα.Καὶ τὰ δόντια της φαγκρίζουν.Ἡ καντίνα του. . Χαρὰ στὴ µορφιά! Μόλις εἶπε τὸν λόγον. νὰ χαθῇ! . . κούτσουρον. κατεβαίνει κάποτε.Εἶναι µπουλωµένη ὡς τὰ µάτια.∆ὲν βγαίνει ποτὲ ὄξ᾿ ἀπ᾿ τὸ σπίτι. . ἑωσοῦ ἔλθῃ ἡ στιγµὴ νὰ φουρνίσουν τὰ ψωµιά των. ἡ σκλάβα του.Καλὸς φαίνεται. τὸν ἔβλεπαν κι ἐµορµύριζαν βραχείας φλυαρίας πρὸς ἀλλήλας· . ἥτις ἀγνάντευε µὲ ἄλλας γυναῖκας ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ βράχου.Καλὸ ἀέρι. καὶ ἐν τῷ ἅµα. ὡραῖα χρωµατισµένον. . πλοῖον καινουργὲς καλὰ ἀρµατωµένον. Πλὴν ἡ ὑπόθεσις ὡµοίαζε µᾶλλον µὲ ἐπίγραµµα.Ὄχι. .

εἶπε µετὰ στεναγµοῦ µία γραῖα. καηµένη. ναί… ὄχι. ἐστράφη καὶ εἶπε: -Τί µάγια θὰ τοῦ κάµῃς. εἶπε µία. ἥτις ἐκράτει τὴν στιγµὴν ἐκείνην τὴν πάναν. . .Χαρά ᾿ς το.Ὅσο χαµόγελο. Ξέρω ἐγὼ τί σᾶς λέω.Τί µᾶς µέλει. . . ἡ θεία-Σειραϊνὼ παρεµόνευεν εἰς τὸν δροµίσκον ἐκεῖνον µεταξὺ τοῦ φούρνου καὶ τοῦ µικροῦ ἐργαστηρίου τοῦ µπάρµπ᾿-Ἀναγνώστη τοῦ Τσιπωτοῦ. κρατῶν ὑπὸ µάλης 125 .Σὲ καλό σου. τόση κακία.∆ὲν τὸ πιστεύω αὐτό. θειὰ-Σειραΐνα! .Θέλετε.Τὸν σήκωσε τὸ χωριό µας. περὶ βασίλευµα ἡλίου. ἔκραξεν ἔξαφνα ἡ θεία-Σειραϊνὼ ἡ Παντοῦσα. .Μὰ καλοκαµωµένος. . Τοῦρκος εἶναι. . Αἱ γυναῖκες δὲν ἤξευραν τί νὰ εἴπουν. . µαθές.Κακὸς καὶ ψυχρός.Καλὸ ἀέρι.Τί σᾶς µέλει ἐσᾶς. . Τὴν στιγµὴν ἐκείνην ὁ Ἀγᾶς.Ὅσο καὶ νὰ πῇς. εἶπε µόνον ἡ θειὰ-Σειραϊνώ. *** Τὴν ἑσπέραν τῆς ἰδίας ἡµέρας. λέει! εἶπεν ἄλλη. . .Θὰ ἰδῆτε.Καλλίτερα νὰ λείπῃ. Αἱ γυναῖκες ἐστάθησαν σιωπῶσαι πρὸς στιγµήν. . ἀκούσασα ἄφησε τὸν φοῦρνον µισοπανισµένον.. ἡ Τουρκιὰ δὲν ξεπαστρεύεται εὔκολα. Ἡ Γαρουφαλιὰ ἡ φουρνάρισσα.Σκυλί. .Κι ἀνίσως λείψῃ ἕνας Τοῦρκος καὶ δυό. . θέλετε νὰ σᾶς τὸν κάµω ἐγὼ νὰ τὰ ξεπλύνῃ σ᾿ ἕνα µήνα. . Μάγια.Ὄµορφος ἄνθρωπος.

ὥστε νὰ µὴ τὴν ἀκούσῃ ὁ πρὸς ὃν ὡµίλει). σιµὰ εἰς τὰ χαµηλὰ τείχη τοῦ χωρίου. νὰ µὴν ἀβασκαθῇς. Οὔτε παράπονο. . . Εἶχεν νυκτώσει ἤδη.Ἀλλάχ! Ἀλλάχ! . Ἐσώθηκες στὸν ἀπάν᾿ κόσµο.Στάϊ-φουρλά! ἐπρόφερεν ὁ Ἀγᾶς. ἐπέστρεφεν ἀπὸ µικρὸν περίπατον. Ἀγᾶ µου. . καὶ ἡ συγκίνησις ἀπὸ τὰς µαντείας τῆς χρησµῳδοῦ. . Ἔχει κανένα παράπονο νὰ µοῦ πῇς. Ἀγα µ᾿. ἔφεξε τὸ προσωπάκι σου.Κίτρινος σὰν τὸ φλωρί. . παράπονο. ἔκαµνε νὰ φαίνεται χλωµὸς ὁ ἴδιος εἰς τὸν ἑαυτόν του. Ἀγά µου. ∆ὲν σὲ σηκώνει τ᾿ ἀέρι ἐδῶ. Ἀγά µου. .Καλησπέρα. εἶπε χαµογελῶν ὁ Ἀγάς. *** Τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ὁ Ἀγὰς ἐκοιτάχθη πολλὰς φορὰς εἰς τὸν καθρέπτην.Πῶς. Ἔτσι ἤθελα νὰ σὲ καλησπερίσω. Ἐγέµισε τὸ τσιµπούκι του. ἀλλὰ δὲν εἶχεν ὄρεξιν νὰ φάγῃ. οὔτε πεσκέσι (τὴν τελευταίαν λέξιν ἐµάσησε καλά.Νὰ κοιταχθῇς. . κακότυχε. Ποὺ νὰ µὴ σ᾿ ἀβασκάνω. ἐχλώµιανες πολύ. ἥτις εἶχεν ἀκούσει ποτὲ ὀλίγας τουρκικὰς λέξεις ἀπὸ τὸ στόµα τοῦ µακαρίτου ἀνδρός της. . Ἀγᾶ µου. Κερὶ µονάχο εἶσαι. ἀλλὰ δὲν εἶχεν ὄρεξιν νὰ καπνίσῃ.σβεστὸν τὸ τσιµπούκι του. τὸν ὁποῖον εἶχε κάµει εἰς τὸν ἀκρινὸν δροµίσκον. .Ἀξὰµ χαΐρολσουν. ἀπήντησεν ἑλληνιστὶ ὁ Ἀγάς.Ἀδύνατος. ∆ὲν σ᾿ ἐσήκωσε τὸ χωριό µας. Ἥπλωσε τὴν χεῖρα εἰς τὴν τράπεζαν. αἰσθανθεὶς ἐπιθυµίαν νὰ µετρήσῃ τὴν ῥάχιν τῆς ἀπαισίας µάντιδος. Κοίταξε µὴν τὰ ξεπλύνῃς. ταξιδεύσαντος πολλάκις εἰς τουρκοπληθῆ µέρη. στὰ ξένα. Ἀλλ᾿ ἡ θειὰ-Σειραϊνὼ εἶχεν ἀποµακρυνθῆ δέκα βήµατα καὶ ἐξεγλίστρησε κρυβεῖσα ὄπισθεν τῆς πρώτης γωνίας τοῦ δροµίσκου. Αὐθορµήτως ὁ Τοῦρκος ἐσήκωσε τὸ τσιµπούκι του.Ἀλήθεια.Καλωσύνη σου. . Εἶχα καιρὸ νὰ σὲ ἰδῶ. κοιτάζων αὐτὴν ἔκπληκτος.Ἐγώ. τοῦ λέγει θαῤῥαλέα ἡ θεία-Σειραϊνὼ ἡ Παντοῦσα.Ἀδυνάτισες πολύ. καὶ τὰς ἐνθυµεῖτο. καὶ τὸ φῶς τῶν κηρίων εἰς τὸν ὀντάν. καὶ διευθύνετο εἰς τὸ κονάκι διὰ νὰ δειπνήσῃ. . Τί θέλεις. 126 .Βλέπω ὅτι ἀχάµνηνες. .

Ἐστράφη πρὸς τὴν Χανούµ τὴν γυναῖκα του. ἥτις εἶχε δογµατίσει πρὸ ἡµερῶν ὅτι «ἡ Τουρκιὰ δὲν ξεπαστρεύεται». µόνον εἷς βοσκὸς ἀνεψιός της. Νὰ σοῦ κρεµάσω κι ἕνα χαϊµαλὶ φυλαχτικὸ γιὰ νὰ µὴ σὲ πιάνῃ τὸ µάτι. ἀδυνάτισα. καὶ ἡ ὄρεξίς του ἐκόπτετο. ὁποὺ ἐµβαινοέβγαινεν ἐκτελοῦσα διαφόρους ὑπηρεσίας. Νὰ πιῇς δύο γλυκὰ σερµπέτια. Ἡ Φατµέ. Ἡ Σειραϊνὼ ἡ Παντοῦσα εἶχε γίνει ἄφαντος ἀπὸ τὸ χωρίον. παιδί µου. τώρα τελευταῖον. Ἄλλαξε ἡ ὄψι µου. ἕτοιµος νὰ τὸ σηκώσῃ εἰς πᾶσαν ἀντιλογίαν. ποὺ εἶσαι γυναῖκα. καὶ ὅπου ψυχὴ δὲν τὴν ἤξευρε. Φαίνεται ὅτι καὶ ἄλλοι τὴν ἐφόβισαν.… Εἶσαι πολὺ καλά. *** Ἀπὸ τὴν ἡµέραν ἐκείνην ὁ Ἀγᾶς ἐγίνετο χλωµός. Ἐφοβήθη τὴν ἰδίαν γλῶσσαν της. πότε διὰ νὰ τοῦ βγάλῃ τὰ τερλίκια ἀπὸ τοὺς πόδας. εἶναι ἀλήθεια πὼς ἐχλώµιανα.Φαίνεται νὰ χλώµιανες. Ἔλεγον ὅτι ἐκρύβη εἰς µέρος πολὺ ἀσφαλές. εἰς πᾶσαν περιττὴν ἐρώτησιν. θὰ ἰδῇς νὰ κολλήσουν χιλιάδες Τοῦρκοι. δὲν ἠδυνήθη νὰ µὴν ἐρωτήσῃ ὁ Ἀγάς. εὑροῦσα τὴν εὐκαιρίαν. Ἡ γερόντισσα. Μιὰ σφυρίχτρα αὐτὸς νὰ παίξῃ. ἀπὸ πέρα κι ἀπὸ πάνω (ἐδείκνυε τὴν δυτικὴν καὶ τὴν βορεινὴν στερεὰν) νὰ κοκκινοβολήσῃ τὸ καηµένο τὸ νησί µας. τῆς εἶπε· . Ἡ Φατµέ.Καὶ σὺ τὶ λές. . Φατµέ. ἡ σκλάβα. πότε διὰ νὰ βάλῃ ἓν προσκέφαλον ὀρθὸν εἰς τὸ ἄνω τοῦ σοφᾶ διὰ νὰ ἀκουµβήσῃ ἐκεῖνος.Εἶναι ἀλήθεια. ἤκουσε τὸν διάλογον καὶ ἀκουσίως ἐστράφη. ἥτις ἐν τῷ µεταξὺ εἶχε στραφῆ καὶ ἐξέλθει ἀπὸ τὸν ὀντᾶν. Ἡ ἰδία ἐφοβήθη ἀπὸ τὴν ἐπιχείρησίν της.Θὰ σὲ κρεµάσουν. . Εἰς µίαν σπηλιὰν ὁποὺ εἶχε δευτέραν κρυφὴν διέξοδον ἐπάνω ἀπὸ τὸ βουνόν. Εἶχε τὸ τσιµπούκι σβεστὸν πάντοτε ὑπὸ µάλης. πότε διὰ νὰ βάλῃ φωτιὰ εἰς τὸ τσιµπούκι τοῦ αὐθέντου της. ἴσως διὰ νὰ ἐκδικηθῇ διὰ τὶς ξυλιές ποὺ εἶχε φάγει συχνά. Ποῖος θὰ σὲ ὑπερασπισθῇ. κατὰ τῆς πλάτης τῶν µετ᾿ αὐτοῦ λαλούντων. Θαῤῥεῖς πὼς θὰ σοῦ τὸ χαρίσουν. Χανούµ.… Ἡ Χανούµισσα τὸν ἐκοίταξεν ἐπὶ µακρόν.Ἀφέντης δικός µου χλώµιανε… µελάνιασε… ἔγινε µαῦρος σὰν τὸ τοµάρι τὸ δικό µου. τὸ ἴδιον ὄµµα της. ὅτι ἐχλώµιανα. 127 . . ὁποὺ τῆς ἔφερνε ψωµὶ κάθε τρεῖς ἡµέρας. ἀπήντησε· . Θὰ σοῦ κάµω αὔριο τὸ πρωῒ χαλβᾶ καὶ µπογάτσα νὰ φᾶς. Ἔγινε µελαγχολικὸς καὶ στυγνὸς καὶ ἀπαίσιος. Ἡ Χανούµα ἥρπασε τὴν ἐµβάδα της καὶ τὴν ἐσφενδόνισε κατὰ πρόσωπον τῆς σκλάβας. Ἡ θεία-Σειραϊνὼ ἐσηκώθη διὰ νυκτὸς κι ἔφυγεν ἀπὸ τὸ χωρίον.

Τὴν τρίτην ἑβδοµάδα ὁ Ἀγὰς ἤρχισε πλέον νὰ µὴν ἐξέρχεται ἀπὸ τὸ κονάκι. Γρήγορα θὰ δυναµώσῃς πάλι. . εἶτα ἐπήγαινεν εἰς τὸ Κιόσκι. Κατὰ παράδοξον σύµπτωσιν. ∆ὲν ἠδύνατο οὐδὲ νὰ θίξῃ τὰ πινάκια τὰ παρατιθέµενα εἰς τὴν τράπεζαν. ὅπως τὸ δέρµα τὸ ἰδικόν της. Πὼς ἀδυνάτισα. ἢ τῆς Γ´ Σουράτης· 128 . µίαν πρωΐαν. Τὸ ἔψαλλε µὲ ὅλην τὴν δύναµίν του καὶ τὸ κήρυγµα ἀντήχησε κάτω εἰς τὰ κύµατα τοῦ πελάγους. Ἐκάθισε τρέµων παρὰ τὴν ἰδίαν τράπεζαν καὶ ἀκουσίως ἤνοιξε τὸ Κοράνιον. Ὅταν κατέβη ἀπὸ τὴν τράπεζαν.Εἶναι ἀληθὲς ὅτι δὲν ἔπαθε τίποτε καὶ ἐπέζησε µέχρι τοῦ 1865. Ἡ Φατµέ. Ῥίξε το ἔξω. Ἀγᾶ µου. Ἐνενηκοντοῦτις. τὸ ἐπανέλαβε µὲ πένθιµον τόνον. Τοιαύτας ἀπαντήσεις τοῦ ἔδιδαν. ἠσθάνθη µεγάλην κούρασιν. ἀπόκρηµνος. ∆ὲν εἶχε πλέον δύναµιν. Μάτην ἡ Χανούµισσα ἐδιπλασίαζε τὰς περιποιήσεις της. εἶναι γερό. διηγεῖτο ἡ ἰδία τὸ συµβάν. Ἐδῶ τὸ ἀέρι σὲ σηκώνει. ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἔχῃς µεγάλη συλλογή. τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο ἐκεῖ. ἥτις τὸν ἠκολούθει. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἦτο χλωµὸς ὡς κηρίον καὶ λευκὸς ὡς σινδών. *** Ἐπὶ δύο ἑβδοµάδας ἀκόµη ὁ Ἀγὰς ἐξήρχετο κάθε πρωῒ ἀπὸ τὸ κονάκι. Προέβαλε τὴν κεφαλὴν ἀπὸ τὸ παράθυρον καὶ ἤρχισε νὰ ψάλλῃ τὸ «Λὰ Ἀλλὰ ἴλ᾿ Ἀλλά. τὸν ἐβοήθησε ν᾿ ἀναβῇ εἰς τὸ τραπέζιον.Εἶναι ἀλήθεια πὼς ἐχλώµιασα. Εἶσαι ὀλίγον ἀδύνατος.∆ὲν ἔχεις τίποτε. Τὴν πέµπτην ἑβδοµάδα. διότι ἦτον ἕτοιµος νὰ σηκώσῃ τὸ τσιµπούκι. καὶ κοῖλος βράχος τοῦ ἀκρωτηρίου. *** Ἀπὸ δύο ἑβδοµάδων ὁ ἀσθενὴς δὲν ἠδυνήθη νὰ καταβῇ εἰς τὸ τζαµίον. κατέβαινεν εἰς τὸ τζαµίον καὶ ἔψαλλεν ἀκόµη τὸ Λὰ Ἀλλά. Εἶχαν κοπεῖ τὰ ἥπατά του. Ἀλλὰ Ἀχβὰρ Μωχαµὲτ ῥεσοὺλ᾿ Ἀλλά». εἰς τὴν σελίδα ὁποὺ τὸ ἤνοιξε. Ἐσύρθη µέσα εἰς τὸ τζαµίον. κατέβαλε γενναῖον ἀγῶνα καὶ κατῆλθε. τοῦ ἔλεγαν. τὸ βλέµµα του ἔπεσεν εἰς τὰ ἐδάφια ταῦτα τοῦ Γ´ κεφαλαίου. µὲ τοὺς ὁποίους ἔκαµνεν ὁµιλίαν· . Καὶ ἡ Φατµὲ ἡ Ἀράπισσα δὲν ἐτόλµα πλέον νὰ εἴπῃ ὅτι ὁ αὐθέντης της ἦτον µαῦρος. ἀπὸ τῆς χρησµολογίας τῆς γυναικὸς ἐκείνης. Ἠρώτα ἕνα ἕκαστον τῶν προεστῶν. Καὶ πέραν ὁ ἔρηµος. Οὐδὲ ἠµποροῦσαν νὰ τοῦ ἀπαντήσουν ἄλλως.

ἐν ᾧ γέγραπται ὁ χρόνος τῆς διαρκείας τῆς ζωῆς αὐτοῦ». 129 . Ἔζη ἀκόµη. ἀπέθανε δὲ ὡρισµένως τὸ 1865 περὶ τὰ 92 ἔτη της. καὶ εὗρε τὸ ἑξῆς ἐδάφιον εἰς τὴν Β´ Σουράτην· «Ὤ. καὶ δὲν ἐσηκώθη πλέον. Πράγµατι ὁ Ἀγὰς ἀπέθανε τὴν τριακοστὴν ἐνάτην ἡµέραν ἀπὸ τῆς µαντείας. ὑποστηριζόµενος ὑπὸ τῆς Φατµέ. Ἡ Σειραϊνὼ ἡ Μάντισσα εἶχε προείπει ὅτι δὲν ἔµελλε νὰ σαραντίσῃ.. ἐὰν ὁ θάνατός σας εἶναι γεγραµµένος εἰς τὸ βιβλίον. τὸ ὁποῖον φεύγετε εἰς τὸν πόλεµον. ἀπὸ τὸν ἀβασκαµὸν ἐκείνης τῆς γυναικός. ἔσφιγξε τὴν πυγµὴν καὶ ἐλύσσα. ἀνέβη ὀπίσω εἰς τὸ κονάκι. ἔκλεισε τοὺς ὀφθαλµούς. καὶ ἀπέθανεν ἀπὸ τὴν µαντείαν.. Τοὺς ἤνοιξε πάλιν καὶ ἀνέγνωσεν· «Ὁ Θεὸς ἔτρεψεν ὑµᾶς εἰς φυγήν. Σύνολον: 443 χρόνια Ἡ Σεραϊνὼ ἐγεννήθη προφανῶς τῷ 1773 περίπου. ὁ Ἀγάς. τοὺς κατοικοῦντας εἰς τὰ σύνορά σας. ἐξηπλώθη εἰς τὸ µαλακὸν διβάνι του. Ἐζαλίσθη. ἀπὸ τὴν ὑποβολήν. ἀπὸ προσώπου τῶν ἐχθρῶν ὑµῶν… »Καὶ ἂν µείνητε οἴκοι. θὰ ἔλθῃ νὰ σᾶς εὕρῃ». Ἐνενηκοντοῦτις ἐδιηγεῖτο. Ἀπέθανε. σεῖς. ποῖος θὰ τὸν ἀβασκάνῃ. οἱ πιστοί! Πολεµήσατε τοὺς ἀπίστους. εἰσῆλθεν εἰς τὸν ὀντάν του. κατὰ τὸ βιβλίον. Τὸ βέλος. Ἐφυλλολόγησε τὸ βιβλίον. καὶ κατόπιν οἱ Τοῦρκοι µέχρι τὸ 1821 (283 χρόνια). Έλληνες: 1821 ἕως 1896 (75 χρόνια). διότι ἦτον ἄῤῥωστος. Μετὰ τοῦτο. νὰ σφάξῃ ἀπίστους. µέχρι τὸ 1453 τὸ ἐξουσίαζαν οἱ Βυζαντινοί. θ᾿ ἀποθάνετε. τὸν χρόνιον. Περὶ τὰ 1863. κτυπᾶτε τοὺς ἀπίστους ὅπου τοὺς εὕρητε· πολεµήσατέ τους µέχρις ἐξαφανίσεως παντὸς πειρασµοῦ καὶ µέχρις ἑνότητος τῆς θρησκείας τοῦ µόνου Θεοῦ». τῶν 444 ἐτῶν ἀσθενῆ.«Ὁ ἄνθρωπος ἀποθνῄσκει τῇ βουλήσει τοῦ Θεοῦ. Ἔτριξε τοὺς ὀδόντας. διατὶ δὲν ἠδύνατο νὰ πολεµήσῃ ὑπὲρ τοῦ Ἰσλάµ. ἔφερε τὴν χεῖρα εἰς τὸ µέτωπον. (1896) Ἀπὸ τὴν ἵδρυσίν του τὸ Κάστρο αὐτό. Στὴ συνέχεια τὸ παρέλαβαν οἱ Ἑνετοὶ µέχρι τὸ 1538 (85 χρόνια). Καὶ τὸν Ἄῤῥωστον.

ἔνθεν καὶ ἔνθεν τῆς κοιλάδος. εἰς τὸν ἍϊΓιάννη.Ὁ Ἀλιβάνιστος Ἀφοῦ ἐβάδισαν ἐπὶ τινὰ ὥραν. κ᾿ ἡ Φωλιὼ τῆς Πέρδικας. εἷς ἐκ τῶν ἱερέων τῆς πόλεως. χάριν τοῦ Πάσχα.Ναί.Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης .Πῶς ἀλγεῖ ῾παπᾶς. περνᾷ ἀπὸ µίαν κουφάλαν χιλιετοῦς δένδρου. πότε ἐπὶ λίθων καὶ χαλίκων τοῦ ἀνωµάλου ἐδάφους. ἄλλως θὰ τὸ εἶχε καταστρέψει κι᾿ αὐτὸ πρὸ πολλοῦ ὁ πέλεκυς τοῦ ὑλοτόµου.Εἶνε ἀργοστόλιστος. ἐκάθισαν ἡ µία παραπλεύρως τῆς γραίας. Ἡ ψυχὴ κ᾿ ἡ καρδούλα των ἐδροσίσθη. Τὸ δροσερὸν νᾶµα ἐξέρχεται ἀπὸ µίαν σπηλιάν. ἀφοῦ ἔπιεν ἄφθονον νερόν. τέλος ἔφθασαν εἰς τὸ ∆ασκαλειό. τὶς στάµνες καὶ τὰ κανάτια.Τά. καὶ ὁ παπα-Γαρόφαλος δὲν εἶχε φανῆ ἀκόµη. κι᾿ ἄρχισαν νὰ ὁµιλοῦν. ἐκάθισεν ἐπὶ χθαµαλοῦ βράχου διὰ νὰ ξαποστάσῃ. διὰ νὰ κάµῃ Πάσχα εἰς τοὺς αἰγοβοσκοὺς τῶν ἀγρίων ἐκείνων µερῶν. εἶχον ἔλθη. βαθεῖα σκιὰ ἡπλοῦτο. Ἡ θεία Μολώτα. Εὑρίσκοντο κ᾿ αἱ τρεῖς. θὰ ῾πῶ! προσέθηκεν ἡ Φωλιώ. ἀγαπῶντα τὴν ἐξοχήν. Ἀλλ᾿ ὅµως ἐνύκτωνεν ἤδη. εἰς τὸ δάσος τὸ πυκνόν. Αἱ τρεῖς γυναῖκες ἐπάτουν πότε ἐπὶ βρύων µαλακῶν. . ἡ ἄλλη κατέναντι. Εὐτυχῶς τὸ δάσος ἐνοµίζετο κοινῶς ὡς στοιχειωµένον. . ὑπέλαβεν ἑρµηνεύουσα κατὰ γράµµα τὸν λόγον ἡ Ἀφέντρα τῆς Σταµατηρίζενας. ἀφήσασα εὐφρόσυνον στεναγµὸν ἀναψυχῆς. Ἦτον ἔρηµον παλαιὸν µοναστηράκι. θὰ ἤρχετο εἰς τὸν Ἅϊ-Γιάννην. ἐπέφερεν ἡ Φωλιῶ ἡ Πέρδικα. εἰς τὴν ρίζαν τοῦ ὁποίου βαθεῖα γοῦρνα σχηµατίζεται. καὶ τινὰ ἄλλα πρόσωπα ἀπὸ τὴν πόλιν. εἶπεν ἡ Θεία Μολώτα. 130 . . ἀφοῦ ἔπιαν καὶ αὐταὶ νερόν. στὸν Ἀσέληνον. ἡ θειὰ Μολώτα. Κάτω. θὰ ῾πω. . πρὶν νὰ ξεκινήσῃ ὁ παπάς. παρὰ τὴν ρίζαν τοῦ δένδρου. Εἶχε γνωσθῆ ὅτι ὁ παπαΓαρόφαλος ὁ Σωσµένος. ὅπου µεταξὺ τῶν φύλλων ἠκούοντο ἀτελείωτοι ψιθυρισµοὶ ἐρώτων. Καὶ καµµιὰ φορὰ βάζει καὶ στραβὰ τὴν «ἀλλαή» του. Ὅλος ὁ βράχος ἄνωθεν στάζει ὡσὰν ἀπὸ ρευστοὺς µαργαρίτας. Αἱ τρεῖς αὐταί. κ᾿ ἡ Ἀφέντρα τῆς Σταµατηρίζενας. Εἶτα. ἀνὰ τὴν βαθεῖαν σύνδενδρον κοιλάδα. τὰ ὁποῖα ἔφεραν µαζύ των. Ἐτραύλιζε καὶ ἀπέκοπτεν ὄχι µόνον συλλαβάς. Κορµοὶ κισσοστεφεῖς καὶ κλῶνες χιαστοὶ ἐσχηµάτιζον ἀνήλια συµπλέγµατα. εἶδες πῶς ἀργεῖ νὰ ῾ντυθῇ. στὸν Ἀσέληνο. Ἡ γραῖα ἦτο ἰδιόρρυθµος εἰς τὴν γλῶσσαν της.Νύχτωσε. διὰ νὰ τὰ γεµίσουν. . ἀλλὰ καὶ τὰ ἄρθρα καὶ ἄλλα µόρια. καὶ τὸ γλυκὺ κελάρυσµα τοῦ νεροῦ ἀναµιγνύεται µὲ τὸ λάλον µινύρισµα τῶν κοσσύφων. ὅταν ἔφθασαν εἰς τὴν βρύσιν τοῦ ∆ασκαλειοῦ. Αἱ τελευταίαι ἀκτῖνες τοῦ ἡλίου ἐχρύσωναν ἀκόµη τὰς δυὸ ράχεις. ἐπέφερεν ἡ Ἀφέντρα. ἀπὸ τῆς ἡµέρας ἐκείνης τοῦ Μεγάλου Σαββάτου. Αἱ δυὸ ἄλλαι ἔβαλαν εἰς τὴν βρύσιν. τί λογᾶτε.

Ὠνόµαζεν οὕτω τὸ φελόνιον. Αἱ τρεῖς γυναῖκες εἶχον ἔλθη ἀπὸ τὸν Ἅϊ-Γιάννην,
ἀπέχοντα ὡς τετάρτου τῆς ὥρας δρόµον, διὰ νὰ γεµίσουν τὰ σταµνιὰ στὸ ∆ασκαλειό,
ἐπειδὴ ἡ µικρὰ βρύσις τοῦ παλαιοῦ ἡσυχαστηρίου, κάτω ἀπὸ τὸν ναΐσκον, εἶχε
χαλάσει, καὶ σχεδὸν εἶχε χαθῆ τὸ νερόν. Ἔµελλον δὲ νὰ ἐπιστρέψουν ἀµέσως εἰς τὸν
Ἅϊ-Γιάννην. Ἀλλά, µὲ τὴν ὁµιλίαν, ἀργοποροῦσαν.
Τέλος, αἱ δυὸ ἐσηκώθησαν, ἔκυψαν διὰ νὰ φορτωθοῦν τ᾿ ἀγγεῖα, καὶ ἦσαν ἕτοιµαι
πρὸς ἀναχώρησιν.
Ἀλλὰ τὴν στιγµὴν ἐκείνην, ζωηρὰ φωνὴ ἠκούσθη ἀπὸ τὸ κάτω µέρος, ἀνάµεσ᾿ ἀπὸ τὰ
δένδρα.
- Σ᾿ ἔσκιαξα, θεία Μολώτα! εἶπεν ἡ φωνή.
Εἶτα καγχασµὸς ἤχησε, κ᾿ εὐθὺς ἐπαρουσιάσθη εἷς νέος ὑψηλός, ἀµύστακος, ὡς
δεκαὲξ ἐτῶν, κρατῶν κάτω τοῦ στέρνου του κάτι ὡς διπλωµένον καὶ τυλιγµένον
πρᾶγµα.
- Ἄ! κακὸ νὰ µὴν ἔχῃς! ἔκραξεν ἡ Φωλιῶ. Ἐσὺ ῾σαι, ἀρὲ Σταµάτη;
∆ὲν εἶχε νυκτώσει ἀκόµη καλά, κ᾿ αἱ γυναῖκες εἶδαν τὰ χαρακτηριστικά του, ἀφοῦ
πρώτον εἶχαν γνωρίσει τὴν φωνήν του. Ἦτον ὁ Σταµάτης τὸ Τρυγονάκι, µάγκας
ὀρφανὸς παιδιόθεν, καλόκαρδος, βολικός, ὅστις ἔζη ἐκτελὼν θελήµατα ἀνὰ τὴν
πόλιν. Ὅταν ὅµως ἦτο πουθενὰ ἐξοχικὸν πανηγύρι, ἄφηνεν ὅλες τὶς δουλειές του, κ᾿
ἔτρεχε πρῶτος µεταξὺ ὅλων τῶν πανηγυριστῶν.
- Νά, ἀπ᾿ τὸν Ἀσέληνο ἔρχοµαι, εἶπεν ὁ νέος... φορτωµένος πράµµατα, θάµµατα...
κυττάξετε!
Ἔθεσε τὴν δεξιὰν χεῖρα ἐντὸς τοῦ τυλιγµένου πανίου, τὸ ὁποῖον ἐκράτει, ἔλαβεν ἕνα
µαῦρον πρᾶγµα, καί, θέλων νὰ παίξη, τὸ ἔρριψεν εἰς τὴν ποδιὰν τῆς Μολώτας, ἥτις
ἐκάθητο ἀκόµη ἐπὶ τῆς πέτρας.
- Ἅ! φωτιὰ ποὺ σ᾿ ἔ!... ἔκαµεν αὕτη, ἀναπηδήσασα ὀρθή, καὶ τινάζουσα τὴν ποδιάν
της.
Τὸ πρᾶγµα, τὸ ὁποῖον τῆς εἶχε ρίψει ὁ Σταµάτης, ἦτο τεράστιος ζωντανὸς κάβουρας.
Ὁ νέος εἶχε κατέλθη πρὸ δυὸ ὡρῶν εἰς τὸν Μικρὸν Ἀσέληνον. Οὕτως ὠνοµάζετο ὁ
δυτικὸς αἰγιαλός, µικρὰ ἀγκάλη, ἀντικρύζουσα τὸ Πήλιον. Ἐκεῖ εἶχε γεµίσει τὸ
προσόψιον, τὸ ὁποῖον εἶχε περιζωσµένον εἰς τὴν µέσην του, ἀπὸ κοχύλια, πεταλίδες
καὶ καβούρια.
- Ἀρέ, ζουρλάθηκες; εἶπεν αὐστηρῶς ἡ Ἀφέντρα. Νὰ κάµῃς τὴν οἰκοκυρὰ νὰ κόψῃ τὸ
αἷµα της!
Ὁ Σταµάτης καὶ πάλιν ἐκάγχασε.
- Νὰ µὲ συµπαθᾷς, θεία Μολώτα, εἶπε. Σὰ χωριάτης ποὖµαι, ἔσφαλα. Θέλησα νὰ σοῦ
χαρίσω αὐτὸ τὸ καβούρι, γιὰ νὰ κάµῃς µεζὲ ἀπόψε, καὶ µὲ τὸν τρόπο ποὺ σοῦ
τὤρριξα στὴν ποδιά σου, σ᾿ ἐτρόµαξα.

131

- ∆ὲν τλώου καβούλγια, εἶπεν ἡ Μολώτα. Θὰ µεταλάβου!
- Ἀλήθεια; Τότε, τὸ χαρίζω τῆς Πέρδικας.
- Μεγαλοσαββατιάτικα, καβούρια θὰ φάω; εἶπεν ἡ Φωλιώ.
- Τότε, ἂς τὸ παρ᾿ ἡ Σταµατρίζενα, εἶπεν ὁ Σταµάτης.
- Νὰ καβουρώσῃς καὶ κάβουρας νὰ γένῃς! ἀπήντησεν ἡ Ἀφέντρα.
- Μωρέ, εὐχὴ ποὺ µοῦ δίνεις! εἶπεν ὁ Σταµάτης. Ἀκοῦς! νὰ ἤµουν κάβουρας! Πῶς θὰ
περπατοῦσα τάχα;
- Καὶ ἅµα εἶπεν, ἔκυψε καὶ ἄρχισε νὰ κάµνῃ λοξὰ πατήµατα, µεταξὺ τῶν τριῶν
γυναικῶν. Μὲ τὴν κεφαλήν του ἐκτύπησε τὸ πλευρὸν τῆς Μολώτας, µὲ τὴν πλάτην
του ἔπληξε τὸν ἀγκῶνα τῆς Φωλιῶς, καὶ µὲ τὴν πτέρναν του ἐπάτησε τὴν γόβα τῆς
Ἀφέντρας.
Αἱ τρεῖς γυναῖκες, µισοθυµωµέναι, ἐγέλασαν.
- Ζουρλάθηκες, βλέπω: δὲν εἶσαι καλά! εἶπεν ἡ Ἀφέντρα.
Καὶ σηκώσασα µὲ τὴν ἀριστερὰν χεῖρα τὸ κανάτι της, ἐκολάφισεν ἐλαφρὰ τὴν
κεφαλὴν τοῦ Σταµάτη, ὅστις ἐφάνη νὰ ἐγοητεύθῃ.
- Ὢ! τί δροσιά, µωρὲ Σταµατρίζενα! εἶπε. ∆ῶσε µου ἄλλη µιά!
- Πᾶµε! νυχτώσαµε, ἔκαµεν εἰς ἀπάντησιν ἡ Ἀφέντρα.
Καὶ πάραυτα ἐξεκίνησαν. Τότε ὁ Σταµάτης, ἀφοῦ ἔδραξε, χωρὶς νὰ εἴπῃ τίποτε, τὴν
µεγάλην στάµναν, τὴν ὁποία ἄλλως θὰ ἐφορτώνετο ἡ Ἀφέντρα, ἐφιλοτιµήθη νὰ τρέξῃ
πρῶτος, ὡς ἐµπροσθοφυλακή. Εἰς τὸν δρόµον ἄρχισε νὰ διηγῆται.
- Νὰ ξέρατε ποιὸν ηὕρα, τώρα, στὸ δρόµο π᾿ ἀνέβαινα... πρὶν σᾶς ἐνταµώσω στὴ
βρύσι.
- Ποιὸν ηὖρες, εἶπεν ἡ Ἀφέντρα. Τὸν Μπαµπάο, ἢ τὸν Ἀράπη, ἢ τὸν Ἐξαποδῶ;
- Ηὗρα τὸν Ἀλιβάνιστο!
- Ἀλήθεια; γιὰ ῾πές µας.
Ἅµα ἤκουσε τὸ ὄνοµα τοῦτο ἡ θεία Μολώτα, ἔκαµεν ἀκούσιον κίνηµα, καὶ µὲ δυὸ
βήµατα ἤλλαξε θέσιν εἰς τὸν δρόµον, κ᾿ ἐτάχθη ἐξ ἀριστερῶν τοῦ Σταµάτη, διὰ ν᾿
ἀκούῃ καλλίτερα, ἐπειδὴ ἦτο κωφὴ ἀπὸ τὸ ἓν οὖς. Ὁ νέος διηγήθη ὅτι εἰς τὴν ἄκρην
τοῦ βουνοῦ, ὄχι µακρὰν τῆς ἀκτῆς, εἶχε περάσει ἀπὸ τὴν κατοικίαν τοῦ ἀλλοκότου
ἐκείνου ἀνθρώπου, ὅστις ἀπὸ τριάκοντα ἐτῶν δὲν εἶχε κατέλθη εἰς τὴν πόλιν, κ᾿
ἐµόναζεν εἰς µίαν καλύβην, ἢ µᾶλλον σπηλιάν, τῆς ὁποίας τὸ στόµιον εἶχε κτίσει µὲ
τὰς χεῖρας του. Ἔβοσκεν ὀλίγας αἶγας, καὶ δὲν συνανεστρέφετο κανένα ἄνθρωπον,
παρὰ µόνον τὸν Μπαρέκον, τὸν µέγαν αἰγοτρόφον τοῦ βουνοῦ, ὅστις εἶχε κοπάδι ἀπὸ

132

χίλια γίδια. Εἰς αὐτὸν ἔδιδε τὸ ὀλίγον γάλα του, λαµβάνων ὡς ἀντάλλαγµα ὀλίγα
παξιµάδια, παστὰ ὀψάρια, καὶ πότε κανὲν τρίχινον φόρεµα ἢ µάλλινον σκέπασµα.
- Ἅµα µὲ εἶδεν, εἶπεν ὁ Σταµάτης, ἔκαµε νὰ κρυφτῇ. Ἐγὼ ἔτρεξα κατόπι του, τὸν
ἐχαιρέτισα, καί, γιὰ νὰ τὸν φουρκίσω, ἄρχισα νὰ τὸν λιβανίζω µ᾿ αὐτὴν τὴν πετσέτα,
ποὺ κουδούνιζαν µέσα οἱ πεταλίδες... Νά, πῶς τοῦ ἔκαµα!
Καὶ ἀποσπάσας τὴν ποδιάν, τὴν περιέχουσαν τὰ θαλασσινὰ εἴδη, ἀπὸ τὴν µέσην του,
ἔκαµε πῶς λιβανίζει µ᾿ αὐτὸ τὴν θειὰ Μολώτα, ἥτις ἀφῆκεν ἄναρθρον κραυγὴν
διαµαρτυρίας.
- Ἔλα! θὰ ἡσυχάσης, βρὲ πειρασµέ; ἔκραξεν ὀργίλη ἡ Ἀφέντρα.
*
**
Εἰς τὸν Ἅϊ-Γιάννην, ἅµα ἐνύκτωσε, εἶχε φθάσει µὲ ὅλον τὸ ἀσκέρι του, γυναῖκα,
παιδιὰ καὶ παραγυιούς του, ὁ µεγαλοβοσκὸς Γιάννης ὁ Μπαρέκος, καθὼς κι ὁ
Κώστας ὁ Πηλιώτης, ἄλλος τσοµπάνος µὲ τὴν φαµίλια του, κι᾿ ὁ Ἀγγελῆς ὁ
Πολύχρονος, µὲ ὅλον τὸ ὄρδινό του. Εἶχαν ἀνάψει µεγάλην φωτιά, κ᾿ ἐκάθισαν εἰς τὸ
ὕπαιθρον, παρὰ τὸν βόρειον τοῖχον τοῦ ναΐσκου, καὶ διηγοῦντο παλαιὰ χρονικὰ τοῦ
ποιµενικοῦ κόσµου, κ᾿ ἐκύτταζαν τοὺς ἀστερισµοὺς καὶ τὴν Πούλια, πότε θὰ φθάση
στὴν µέσην τ᾿ οὐρανοῦ, διὰ νὰ εἶνε µεσάνυχτα, καὶ πότε θὰ φθάση, εἰς ἐν δυτικὸν
σηµεῖον, διὰ νὰ φέξῃ. Κ᾿ ἐπερίµεναν τὸν παπάν, πότε νὰ ἔλθῃ, διὰ νὰ τοὺς κάµῃ
Ἀνάστασιν. Ἦτον δὲ µεσάνυχτα ἤδη, καὶ ὁ παπὰς δὲν εἶχεν ἔλθη.
- Καθὼς τ᾿ ὁµολογάει ἡ φλάσκα... ἔλεγεν ὁ Ἀγγελὴς ὁ Πολύχρονος.
- Νὰ τώξερε κανείς, νὰ πήγαινε στὴ χώρα, εἶπεν ὁ Κώστας ὁ Πηλιώτης.
- Ὁ παπα-Γαρόφαλος, ἂν θὰ ῾ρθῆ µὲ τὸ φεγγάρι, παρετήρησεν ὁ Μπαρέκος. Γιὰ
κυττάξτε!
Ἔδειχνεν ὑψηλὰ εἰς τὸ βουνόν, ὅπου αἱ κορυφαὶ τῶν δένδρων εἶχαν ἀρχίσει νὰ
καταλάµπωνται ἀπὸ τὸ ἀργυροῦν φέγγος. Ἦτο ἤδη περὶ τὸ τελευταῖον τέταρτον.
Τὴν ἰδίαν στιγµὴν ἔφθασεν ὁ Σταµάτης. Οὗτος πρὸ ὥρας εἶχε γείνη ἄφαντος, χωρὶς
κανεὶς νὰ προσέξη εἰς τοῦτο. Ὁ νέος εἶχεν ἀναβῇ ὑψηλὰ εἰς τὸ βουνόν, διὰ νὰ
κατοπτεύσῃ καὶ ἀκροασθῇ ἂν θὰ ἠκούετο ἢ θὰ ἐφαίνετο πουθενὰ ὁ παπάς.
Ἅµα ἐπέστρεψεν, ἔνευσεν εἰς τὸν Μπαρέκον καὶ τοὺς ἄλλους νὰ ἐξέλθουν µαζύ του
ἀπὸ τὸ περίβολον.
- Τί τρέχει;
- Ἐλᾶτε· κάτι φωνὲς ἀκούω. Βάζω στοίχηµα!...
Ὁ Μπαρέκος καὶ ὁ Κώστας ὁ Πηλιώτης τὸν ἠκολούθησαν, καὶ ἀπεµακρύνθησαν
διακόσια βήµατα, κατὰ τὸν ἀνήφορον. Ἐκεῖ ἤκουσαν τῷ ὄντι ἤχους τινὰς νὰ
ἀνέρχωνται βαθειὰ ἀπὸ τὸ ρεῦµα κάτω, πρὸς τὸ ∆ασκαλειὸ καὶ τὸν Ἀσέληνον.

133

- Τί νὰ εἶνε;
- Βάζω στοίχηµα πῶς ὁ παπα-Γαρόφαλος ἔχασε τὸ δρόµο, εἶπεν ὁ Σταµάτης.
- Τί θέλει ἀποκεῖ, κατὰ τὸν Ἀσέληνο;
- Γνώρισα τὴ φωνή του, εἶπεν ὁ Σταµάτης. Θὰ ᾖρθε ἀπὸ τὸν ἄλλον δρόµο, ἀπ᾿ τὰ
χωράφια, κ᾿ ὕστερα ἔπεσε µέσα στ᾿ ὀρµάνι, κ᾿ ἐχάθηκε.
*
**
Οἱ δυὸ βοσκοὶ κι᾿ ὁ Σταµάτης, κι᾿ ὁ Πολύχρονος, ὅστις ἔτρεξε κατόπιν των, ἀνῆλθον
τὴν ὀφρὺν τοῦ βουνοῦ, καὶ ἀπήντησαν διὰ φωνῶν εἰς τὰς ἠχοῦς τὰς ὁποίας ἤκουον.
- Ἐλᾶτε!... Ἐδῶ εἴµαστε!... ἔκραξε µὲ στεντορείαν φωνὴν ὁ Σταµάτης.
- Μὰ πῶς, δὲν βλέπουν κοτζὰµ φωτιά; εἶπεν ἐν ἀπορίᾳ ὁ Πηλιώτης.
- Θὰ ἔχουν πέση µέσα ῾σε κακοτοπιά, στὸν ἤσκιο τοῦ βουνοῦ. Τὸ φεγγάρι δὲν
ψήλωσε ἀκόµα.
- Πάω νὰ φέρω τὸ φανάρι! ἔκραξεν ὁ Σταµάτης.
Κ᾿ ἔτρεξε κάτω, εἰς τὸν περίβολον τοῦ Ἅϊ-Γιαννιοῦ, ὁπόθεν ἐπανῆλθε µετ᾿ ὀλίγον
φέρων φανάρι ἀναµµένον. Ὁ Σταµάτης κρατῶν τοῦτο, ἐπροπορεύθη, καὶ οἱ τρεῖς
ἄνδρες τὸν ἠκολούθησαν ἐν µέσῳ τοῦ δάσους. Μετ᾿ ὀλίγα λεπτὰ αἱ φωναὶ ἠκούοντο
πλησιέστεραι, καὶ τέλος, ἐφάνη ὁ παπάς, ἀκολουθούµενος ἀπὸ τὸν ἀνεψιόν, τὸν
βοηθόν του, σύροντα ἀπὸ τὴν τριχιὰν ἕνα γαϊδουράκι, ἐπάνω εἰς τὸ ὁποῖον ἦσαν
φορτωµένα τὰ «ἱερά» τοῦ παπᾶ. Ἀλλὰ τελευταῖα ὅλων ἐφάνη καὶ µία σκιά, ἥτις
ἐφαίνετο ἀποφεύγουσα ν᾿ ἀντικρύσῃ τὸ φῶς τοῦ φαναριοῦ.
- Μπά! ἔκαµε γελῶν ὁ Σταµάτης. Καὶ σιγὰ πρὸς τὸν Μπαρέκον ἐψιθύρισεν:
- Ὁ Ἀλιβάνιστος!
- Μεγάλο θάµµα! εἶπεν ὁ Μπαρέκος.
*
**
- Πῶς ἔκαµες, βλοηµένε κ᾿ ἔχασες τὸν δρόµο; ἠρώτησε τὸν παπᾶν ὁ Ἀγγελῆς ὁ
Πολύχρονος.
- Μὴ ρωτᾶτε... θέλησα νὰ πάω ἀπ᾿ τὸν ἄλλο δρόµο,... ἀπ᾿ τὰ Ῥόγγια... εἶπεν
ἀσθµαίνων ὁ παπάς· ἤθελα νὰ ἰδῶ τὸ χωράφι·... εἶπε νὰ τὸ σπείρῃ, κεῖνος ὁ
Ντανάκιας καὶ τ᾿ ἄφησε ἄσπαρτο... κ᾿ ἐγὼ χαµπάρι δὲν εἶχα, τόσους µῆνες τώρα... Ἂς
εἶνε καλὰ ὁ ἄνθρωπος... Εἶχα καὶ δυὸ τρεῖς ἁγιασµοὺς νὰ κάµω, κ᾿ ἐνύχτωσα... Καλὰ
ποὺ ἔπεσα κοντὰ στὸ καλυβάκι τοῦ µπάρµπα-Κόλια ἐδῶ (δεικνύων τὸν καλούµενον
Ἀλιβάνιστον), καὶ µ᾿ ἐβοήθησε νὰ βρῶ τὸ δρόµο! ...Ἂς ἔχῃ τὴν εὐχή!

134

Ὁ παπα-Γαρόφαλος ἐδείκνυεν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἀπεκάλει µπάρµπα-Κόλιαν, ὅστις
ὅµως, ὡς ἀληθὴς σκιὰ εἶχεν ἀρχίσει νὰ γλιστρᾷ ὄπισθεν τῶν δένδρων, καὶ ν᾿
ἀποµακρύνεται.
Ὁ Μπαρέκος, τρέξας, τὸν ἔδραξεν ἰσχυρῶς ἀπὸ τὸν βραχίονα.
- Ποῦ πᾶς, µπάρµπα-Κόλια; εἶπε. Τώρα δὲ σ᾿ ἀφήνουµε... τελείωσε! Φέτος θὰ
κάµωµε Ἀνάστασι µαζύ!...
Ὁ Σταµάτης, µὴ δυνάµενος νὰ κρατήσῃ τὰ γέλοια, ἄρχισε νὰ κάµνῃ µὲ τὸ φανάρι τὸ
ὁποῖον ἐκράτει, κινήµατα ὡς νὰ ἐλιβάνιζε, πρὸς τὸ βάθος εἰς τὸ µέρος ὅπου ἵστατο τὸ
σύµπλεγµα τοῦ Μπαρέκου καὶ τοῦ µπάρµπα-Κόλια.
Ὁ γέρων ἐφαίνετο ἀληθὴς λυκάνθρωπος. Ἐφόρει εἶδος ράσου, ἀπροσδιορίστου
χρώµατος, καὶ µαύρην σκούφιαν, εἶχε µακρὰν κόµην, µαύρην ἀκόµη, καὶ ψαρά,
σγουρὰ γένεια. Ἐδυσανασχέτει διότι τὸν ἐκράτει µὲ τὴν ρωµαλέαν χεῖρα του ὁ
Μπαρέκος, κ᾿ ἤθελε νὰ φύγῃ.
- Ἄφσε µε, νὰ ζήσῃς! ∆ὲν µπορῶ!... τί Ἀνάστασι νὰ κάµω ῾γω... τί µὲ θέλετ᾿ ἐµένα...
Ἐσεῖς κάµετε Ἀνάστασι. Μὲ γειά σας, µὲ χαρά σας!... Πάω στὸ καλύβι µου, ῾γώ!
Τότε ὁ παπα-Γαρόφαλος ἔλαβε τὸν λόγον·
- Νἄχης τὴν εὐχὴ τοῦ Χριστοῦ, παιδί µου! Ἔλα! ... Νὰ πάρῃς εὐλογία! ... Νὰ
µοσχοβολήσ᾿ ἡ ψυχή σου! Ἔλα ν᾿ ἀπολάψῃς τὴ χαρὰ τοῦ Χριστοῦ µας! Μὴν ἀδικῇς
τὸν ἐαυτόν σου! Μὴν κάνῃς τοῦ ἐχτροῦ τὸ θέληµα! ... Πάτα τὸν πειρασµό! Ἔλα,
Κόλια! Ἔλα, Νικόλαε, ἔλα! Νικόλαε µακάριε! Ὁ ἅγιος Νικόλαος νὰ σὲ φωτίσῃ!
Ὁ µπάρµπα-Κόλιας ἤθελε νὰ ἔλθῃ, ἀλλ᾿ ἐντρέποντο. Ἐπαραξενεύετο πολύ. Θὰ
ἐπεθύµει νὰ τὸν ἀπῆγον διὰ τῆς βίας.
Ὁ Μπαρέκος, ὡς νὰ εἶχεν εἰσδύσει εἰς τὰ ἐνδόµυχα τῆς ψυχῆς του, ἔκραξε τοὺς δυὸ
ἄλλους βοσκοὺς πλησίον του. Οὗτοι, ἡµιπαίζοντες, ἡµισπουδάζοντες, ἔβαλαν τὰς
χεῖρας των εἰς τοὺς βραχίονας καὶ τὰς ὠµοπλάτας τοῦ Κόλια. Ἐν ποµπῇ καὶ
παρατάξει τὸν ἀπήγαγον, κάτω νεύοντα, ἐπιθυµοῦντα ν᾿ ἀκολουθήσῃ, καὶ τείνοντα ν᾿
ἀποσκιρτήσῃ.
*
**
Ὅταν ἔφθασαν εἰς τὸν Ἅϊ-Γιάννην, παράδοξον πρᾶγµα συνέβη. Ἡ θεία Μολώτα,
καθὼς ἐκάθητο ἔξωθεν τοῦ ναοῦ, ἅµα εἶδε τὸν Κόλιαν, ἐταράχθη νευρικῶς, ἐστράφη
βιαίως πρὸς τὸν τοῖχον τοῦ ναοῦ. Ἡ Ἀφέντρα, ἥτις ἦτον στὸ πλάγι της, τὴν εἶδε, καὶ
ἐνόησεν ὅτι κάτι συνέβαινε·
- Τί ἔχεις, θεία Μολώτα;
Ἡ γραῖα τῆς ἔνευσε νὰ σιωπήσῃ. Ἐν τοσούτῳ, ἀφοῦ ἡ συνοδία ἐπροχώρησεν εἰς τὸ
κέντρον τοῦ περιβόλου, ἡ Μολώτα ἔρριψε πλάγιον βλέµµα πρὸς τὸ σύµπλεγµα τῶν
ἀνδρῶν, κ᾿ ἐκατέβασε χαµηλὰ τὴν µαύρην µανδήλαν της, ἔκρυψε τὰ ὀφρύδια, τοὺς

135

κροτάφους, καὶ µὲ τὰ τσουλούφια τῆς κόµης της, καὶ µὲ τὰ κλωνιὰ τῆς µανδήλας,
ἐκάλυψε τὸ κατωσάγονον καὶ τὰ µάγουλα.
Ἡ Ἀφέντρα τὴν ἐκύτταζε µὲ ἄπληστον περιέργειαν.
- Τί ἔπαθες, θειὰ Μολώτα; ἠρώτησε καὶ πάλιν.
- Σώπα, σ᾿ λένε! ἐψιθύρισεν ἡ Μολώτα.
Εὐθὺς τότε ὁ παπὰς εἰσῆλθεν εἰς τὸν ναΐσκον, τὸν ὁποῖον ὁ Σταµάτης, ἀπὸ τὴν
ἡµέραν, πρὶν νὰ πάγῃ ἀκόµα διὰ πεταλίδας καὶ καβούρια, εἶχε στολίσει µὲ δάφνας καὶ
µυρσίνας, καὶ ὅστις ἤστραπτεν ἀπὸ κοσµιότητα καὶ καθαριότητα.
Ὁ ἱερεὺς ἔβαλεν Εὐλογητόν, καὶ µαζὺ µὲ τὸν ἀνεψιόν του ἄρχισε νὰ ψάλλῃ τὸ
«Κύµατι θαλάσσης». Ἡ Ἀφέντρα, ἡ Φωλιώ, κ᾿ αἱ γυναῖκες καὶ τὰ θυγάτρια τῶν
ποιµένων, εἰσῆλθον εἰς τὸν ναόν, κ᾿ ἐκόλλησαν πολλὰ κηρία εἰς τὰ µανουάλια.
Ἡ Μολώτα ἔµενε παραπίσω. Ἤθελε νὰ ἰδῆ ἂν ὁ µπάρµπα-Κόλιας, ὁ Ἀλιβάνιστος, θὰ
εἰσήρχετο εἰς τὸν ναὸν ἢ ὄχι. Ὁ Κόλιας καταρχὰς ἐπέµενε νὰ µένῃ ἔξω, ἐπὶ προφάσει
ὅτι θὰ ἐβοήθει τοὺς δυὸ παραγυιοὺς τοῦ Μπαρέκου εἰς τὸ σούβλισµα καὶ ψήσιµον
τῶν ἀρνίων, διὰ τὰ ὁποῖα ἑτοίµαζαν µεγάλην φωτιάν. Ὁ Μπαρέκος ὅµως ἐφοβήθη
µήπως «τὸ στρίψῃ», καὶ τὸν ἐβίασε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν ναὸν µαζύ του, λέγων ὅτι «ὁ
µουσαφίρης δὲν κάνει ῾πηρεσία».
Τότε ἡ Μολώτα ἔµεινεν ἀπ᾿ ἔξω, µισοκρυµµένη εἰς τὸν παραστάτην τῆς θύρας τοῦ
ναοῦ καὶ κυττάζουσα λαθραίως µέσα. Ὅταν ἐβγήκαν ὅλοι λαµπαδηφοροῦντες εἰς τὸ
ὕπαιθρον, διὰ νὰ κάµουν Ἀνάστασιν, αὕτη ἀπελθοῦσα ἐκρύβη εἰς τὴν
βορειανατολικὴν γωνίαν, σιµὰ εἰς τὴν θυρίδα τῆς Προσκοµιδῆς. Ἐκεῖθεν ἤκουσε κι᾿
αὐτὴ τὸ «Χριστὸς ἀνέστη».
Ὅταν τὸ πλῆθος εἰσῆλθε πάλιν εἰς τὸν ναόν, µὲ τὸ «Ἀναστάσεως ἡµέρα», τὸ γοργὸν
ἐµβατήριον, ἡ Ἀφέντρα τῆς Σταµατηρίζενας ἔµεινε παραπίσω καὶ ᾖλθε πλησίον τῆς
Μολώτας.
- Γιατί δὲν ἔρχεσαι µέσ᾿ στὴν ἐκκλησιά; τῆς εἶπε. Λεχώνα εἶσαι;
- Σύλε, πιδί µ᾿, ἀκούσης καλὸ λόγο· τῆς εἶπεν ἡ Μολώτα. Ἂφσ᾿ ἐµένα.
- Μὰ τί ἔχεις;
- Τίποτα.
Ἐπέµεινε.
- Θὰ µοῦ πῇς τί ἔχεις;
Ἡ γραῖα ἀνένευσε, καὶ ἀπεµακρύνθη ἀπ᾿ αὐτῆς. Ἡ Ἀφέντρα ἠναγκάσθη ν᾿ ἀπέλθῃ.
Μετ᾿ ὀλίγην ὅµως ὥραν, ὅταν ἄρχισεν ὁ Ἀσπασµός, ἡ Μολώτα ἐπλησίασεν εἰς τὴν
θύραν τοῦ ναοῦ, κ᾿ ἔνευσεν εἰς τὴν Ἀφέντραν νὰ ἐξέλθῃ. Τὴν ἔφερεν εἰς τὴν ἰδίαν καὶ
πρὶν θέσιν, ἀριστερόθεν τοῦ ναοῦ.

136

Ναί. αὐτὸς µ᾿ ἤθελε γυναῖκα. καὶ θὰ σ᾿ ἀφήση νὰ µεταλάβῃς. Ἡ Μολώτα ἔκυψεν. ὅπου ὁ ἱερεὺς ἀνέγνωσεν ἐπὶ τῶν κεφαλῶν των τὴν συγχωρητικὴν εὐχήν. .. τῆς λέγει. τὴν ὥραν τοῦ Κοινωνικοῦ. στὴν Ἀνάστασι. Ἐγὼ ἔχω τὸ κλίµα. εἶτα ἐζήτησε συγχώρησιν ἀπὸ τὸν Κόλιαν.. εἶπεν ἡ Ἀφέντρα. ὁ Σταµάτης συναντήσας τὸν Κόλιαν τὸν ἐχαιρέτισε: 137 . νὰ τὸ πῇς τοῦ παπᾶ. Ἀκολούθως. Ἔ. Πλὶν ἀλλωστήσω. ἐγὼ πῶς θὰ µεταλάβου. * ** Ἡ Μολώτα ἠκολούθησε κατὰ γράµµα τὴν συµβουλὴν τῆς Ἀφέντρας.. . Ἡ Ἀφέντρα ἐνόησεν ἀµέσως τὴν ἁπλοϊκὴν εὐσυνειδησίαν τῆς γραίας. Αὐτός. εἶπε· νὰ ποὺ τὸν ηὖρες τώρα.. . πῆλε καϋµό. (ἔκυψεν εἰς τὸ οὖς τῆς Ἀφέντρας. πηγάδι. Ἡ Ἀφέντρα ἔπνιξε βαθύν.Πῶς θὰ πᾶς. .Πῶς νὰ πάω ῾γὼ ν᾿ ἀνησπαστῶ.. ἐνῷ ὁ µικρὸς ψάλτης ἐµινύριζε τὸ «Σῶµα Χριστοῦ µεταλάβετε». ἐταπείνωσε τὴν φωνὴν καὶ εἶπε: . Νὰ σχωρεθῇς. ἀργυρόηχον γέλωτα. Ὥρα τοῦ Ἀσπασµοῦ. ἐπλησίασε µαζὺ µὲ τὰς ἄλλας γυναῖκας εἰς τὴν βορείαν πύλην τοῦ ἱεροῦ. . Μετὰ τὴν Ἀπόλυσιν. κι πιαστῆ φωνή µου. Εἰσῆλθεν εἰς τὸν ναόν. .Τὸν Ἀλιβάνιστο. πῆγε βουνά. Μὲ τὰ ποδάρια σ᾿.Τώλα. Πῆλα ἄλλον. τί τρέχει. καλά. δὲ φιλοῦν Βγαγγέλιο κι Ἀνάστασι. ἅµα οἱ ἄνδρες ἐξῆλθον. ἀγλίεψε. µ᾿ ηὖλε σουλουπώµατα. τί.Εἶδες κεῖνον ἄθλωπο.Ποιόν. Ἡ γραῖα ἐπανέλαβε: . . Χήλεψα.Κόλια. .. .Σὰν ἤµουν ἐγὼ µικλὸ κολίτσι.Τώλα. εἶπαν. µ᾿ ἔ.Ἔ. στενὸ σοκάκι. δὲν πάτησ᾿ ἐκκλησιά..Γιατί. κ᾿ ἐψιθύρισε µὲ φωνὴν µόλις ἀκουοµένην) µ᾿ ἐφίλησε. . ἠσπάσθη τὸ Εὐαγγέλιον καὶ τὴν Ἀνάστασιν. τῆς ἀγάπης εἶναι.Πατέλας δὲν τὸν ἤθελε γαµπλό.

Καὶ ὁ γέρων ἐρηµίτης ἀπήντησεν: .Χριστὸς ἀνέστη.Ἀληθῶς ἀνέστη. µπάρµπα-Κόλια! Καλὴ ὥρα ἦτον ποὺ σ᾿ ηὗρα χτές.. βρέ! ∆ὲν εἶµαι ἀλιβάνιστος! 138 .

ὅλην τὴν ἡµέραν. ὅπου ἦτο περισσοτέρα σκέπη. Τουνεζηνοὶ [Ἀλγερίνοι]· καὶ τὸ τέταρτον περίπου ἦσαν τὰ συνήθη ἀγήµατα τῶν Χριστιανῶν ναυτῶν.εἰς ὅλην τὴν Βόρειον Ἄσπρην θάλασσαν. Κόσµος καὶ κόσµος. τὸν ὑπεχρέωσε ν᾿ ἀλλάξῃ ὄνοµα. καὶ κοντὰ τὸ βράδυ µόλις ἔφθαναν εἰς τὸ τέρµα διὰ νὰ ξεσπάσουν καὶ ἀναπαυθοῦν στὸ Κάστρο τοῦ Βοῤῥιᾶ.Ὁ γάµος τοῦ Καραχµέτη Κατ᾿ ἐκεῖνον τὸν καιρὸν εἶχε καταπλεύσει ὁ καπετὰν πασᾶς µὲ τὴν ἁρµάδά του εἰς τὸν Μέγαν Γιαλόν. Ἦτο γαλήνη καὶ καύσων σφοδρός. κατ᾿ 139 . κι ὡς τὰ νησιὰ τοῦ Καστριοῦ. ἀκτήν. Μαυροθαλασσῖται. κι εἶχεν ἀράξει.. τὰ λευκὰ καὶ πετρώδη πέραν. Τὴν ἡµέραν ἐκείνην. τρικάταρτα. καὶ ἂν ἐφύσα µελτέµι δὲν ἔπιανε καὶ τόσον. εἰς τὸ ἀπάγγιο. ἀπὸ ὄρθρου βαθέος µέχρι δειλινοῦ. γέροντες καὶ παιδιά. ὡρµίσθησαν εἰς τὸν Ἅϊ-Σώστην. Ἦτο ὅλος ἀλίµενος. Βαρβαρέζοι. δὲν θὰ ἔπιανε καὶ πολύ. ὁ Κουµπὴς Νικολάου.Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης . τὸ ἥµισυ τοῦ πληρώµατος ἦσαν Τοῦρκοι.. καὶ περὶ τὴν ἀκτὴν τοῦ Κουρούπη. τέλη Ἰουνίου· ἦτο γαλήνη· ἀλλὰ καὶ ἂν ἔπαιρνε µελτέµι εἰς τὴν δυτικοβόρειον ἀκτὴν ἐκείνην. εἰς τὴν δυτικοβόρειον ἀκτήν. ὅστις ἐπεσκέφθη εἰς τὴν ναυαρχίδα τὸν καπετὰν-πασᾶν. ὅπου ὁ τόπος ἦτο ἡµερώτερος. γυναῖκες. ἦτο ὁ ἐκ τῶν πρώτων προεστῶν τοῦ χωρίου. ὡς εἰκός. καὶ οὕτω ἠµπόρεσαν τὰ µεγάλα σκάφη νὰ σταθοῦν σχεδὸν ἐπὶ τριάκοντα ἓξ ὥρας εἰς τὸν ἄνορµον ἐκεῖνον κόλπον. τὸ κράτος τοῦ Βοῤῥᾶ. ἀνάµεσα στὰ Μπογάζια καὶ τὸν Ὄλυµπον. τὸν Ἄθωνα καὶ τὸ Γριπονήσι. ὅπου ἦτο περισσοτέρα σκέπη καὶ νηνεµία· δὲν ἐφύσα µελτέµια τὰς ἡµέρας ἐκείνας. ἐκ τῆς οἰκογενείας τοῦ Μ. Μικρασιᾶται καὶ ἄλλοι· τὸ ἄλλο ἦσαν Αἰγύπτιοι καὶ Ἄραβες. τὸ τέρας ὁποῦ εἶχεν ἔλθει -τόσα πελώρια σκάφη. Τὰ κύµατα ἐδολιχοδροµοῦσαν. Ἐπάνω στὰ πλοῖα. Ὁ γραικὸς ἦτο ἀφωσιωµένος εἰς τὸν ἀφέντην του. τὰ µελτέµια εἶχον παύσει νὰ φυσοῦν περὶ τὰ τέλη Ἰουνίου. περιπεσὼν εἰς δυσµένειαν. Ἕτερος πρόλογος ὑπὸ τοῦ συγγραφέως Ὁ καπετὰν πασὰς µὲ τὴν ἁρµάδα κατέπλευσε καὶ ἄραξε. φθάνοντα ὡς µετὰ µακρὸν δόλιχον εἰς τὸ τέρµα Ἀλίµενον. µὲ δύο καὶ τρεῖς κουβέρτες. καθὼς ἔῤῥιψεν ἀγκύρας ὁ στόλος παρὰ τὴν ἀκτὴν τοῦ Κουρούπη. κάτω ἀπὸ τὸ Παλαιὸν Κάστρον τοῦ Βοῤῥιᾶ.. ἕως τὰ νησιὰ τοῦ Καστριοῦ καὶ τὰ Λεχώνια -ἀνάµεσα εἰς τὸν Μέγαν Γιαλὸν καὶ τὸν Μικρὸν Γιαλόν-. ὀνειρώδης τόπος. ἐγνάντευαν ἀπλήστως. Ὁ γραµµατεὺς τοῦ καπετὰν-πασᾶ ἦτο καὶ αὐτὸς Φαναριώτης. κι ἄλλα. ἐµαύρισεν ὅλ᾿ ἡ θάλασσα. καὶ ὀλίγοι ἐκ τῶν λοιπῶν νήσων. θεσπέσιον πέλαγος. ἐµαζώχθησαν κατὰ τὸ βράδυ στῆς Ἀναγκιᾶς τὸ κανόνι. καὶ τὰ πλέον µικρὰ πλοῖα ἠγκυροβόλησαν παρὰ τὸν Ἅγιον Σώστην. ὁ πρῶτος ἐξ ὅλης τῆς νήσου. κι ἐγνάντευαν. Καράβια ἐγέµισεν ὁ τόπος ὁ ὑγρός. Ὁ ναύαρχος Ἀχµέτης ἦτο εὔνους πρὸς αὐτόν. καὶ τὸν ἔλαβεν ὡς γραµµατέα του ἐπὶ τῆς φεργάδας.. τὰ µικρότερα σκάφη. ἀνάµεσα στὸν Μέγαν Γιαλὸν κι᾿ εἰς τὸν Μικρὸν Γιαλόν. στὸ ὑψηλότερον βόρειον µέρος τοῦ Καστριοῦ. ἑκατὸν πενήντα ὡς ἔγγιστα Ὑδραῖοι καὶ ἄλλοι τόσοι ὁµοῦ Σπετσιῶται. Ἄλλα ἔῤῥιψαν ἄγκυραν ἀπὸ τὰ Λεχώνια. [τὸ κράτος τοῦ Βοῤῥᾶ]. θεσπέσιον πέλαγος. δηλαδὴ οἱ χίλιοι τόσοι κάτοικοι τοῦ Καστριοῦ. ὅπου ἐξέσπων τ᾿ ἄγρια κύµατα.

ἄλλοι Σποραδῖται... λὰ λά... ὅπου ἐκατοικοῦσαν τόσα δαιµόνια καὶ φαντάσµατα. τὰ εἶχε καλὰ µὲ τοὺς Ἀγᾶδες.. πολὺ ἀφωσιωµένος εἰς τὸν ἀφέντην του.. Καὶ ὁ πρῶτος ποὺ ἐπεσκέφθη ἐπισήµως τὸν καπετὰν-πασὰν ἐπὶ τῆς ναυαρχίδος ἦτον ὁ πρῶτος προεστὼς τοῦ χωρίου. Ὁ ἔξυπνος Γραικὸς ἦτο. προήδρευε συνήθως εἰς τὸ Κιόσκι. Αἰγυπτίους. κι ἀντικρὺ στὸ κάστρο. εἰς τὰ πετρώδη (πετροκάβουρα) νησιὰ τοῦ Κουρούπη. κόκκινα.. ἐσυµβουλεύοντο. (βιολετένια) ἐκυλίοντο λὶ λὶ λὶ..Ἐκεῖθεν ἀπετόλµησαν δύο-τρεῖς βαρκοῦλες κι ἔπλευσαν µὲ τὰ κουπιὰ ἐπάνω ἕως τὰς πλευρὰς τοῦ θαλασσίου κήτους.. ὅπου κατέβαιναν καλλικαντζοῦνες κι ἐφάνταζαν ὡς χῆραι γυναῖκες µοιρολογίστρες ἐπάνω στὰ γκρίφια -καὶ τὰ λαλαρίδια τοῦ γιαλοῦ... ἀτίµητα.... καὶ µὲ τὰ τσόχινα ἀνωβράκια του. .. Τὴν χρονιὰν ἐκείνην εἶχε κολλήσει στὸν νοῦν τοῦ Κουµπῆ. κι ὑπερίσχυε συνήθως ἡ γνώµη τοῦ ζωηροτέρου... γλυκὰ ἀθύρµατα τῶν παιδιῶν.. µαῦρος... ∆ύο τρεῖς βαρκοῦλες. ποῖος νὰ πάρῃ τὰ πλειότερα. Καὶ ἐγίνετο σχεδὸν πάντοτε. ἐπειδὴ θὰ τοὺς ἀπεκλήρωνεν. -Ἐλᾶτε.... ὁ Κουµπὴς Νικολάου.... τοῦ αὐθέντου µας. γαλάζια. ∆ιότι. δίπλα στὴν Μεγάλην Στέρναν... ῥόδινα. ἐπειδὴ ὕστερ᾿ ἀπὸ 15 χρόνων συζυγίαν δὲν τοῦ εἶχε κάµει παιδί... παλαιὸς γνώριµός του. Κασιῶται.. ὁποὺ θὰ ἐµάλωναν µετὰ τὴν τελευτήν του.. ἐλᾶτε! -ἀλλὰ τὰ παιδιά.. καὶ ἄλλοι τόσοι ὁµοῦ Σπετσιῶται. ἂν καὶ δὲν ἐδέχετο ὁ χαρακτήρ του τὴν κολακείαν... ὅσον πᾶς τις εἰς τὴν θέσιν του ὀφείλει νὰ εἶναι. οἱ κωπηλάται. Τουνεζηνοὺς καὶ Ἀλγερινούς. κι ὀλίγιστοι ἀπ᾿ ἄλλας νήσους. ἀλλ᾿ ἦτο ἁπλοῦς καὶ εὐθύτατος. δῶρα τῆς θαλασσίας νεράϊδας.εὐδοκίαν τοῦ ἄπιστου σκυλιοῦ-Σουλτάνου.... ῥωµαλέος. Ὁ Κουµπὴς δὲν ἐνόει νὰ ἔχῃ παλλακίδα -«πόρνους καὶ µοιχοὺς κρινεῖ ὁ Θεός».... Ψαριανοί. ἔλεγε χυδαία τις παροιµία). Ἢ πῶς ν᾿ ἀφήσῃ τὸ βιό του σ᾿ ὅλους αὐτούς. Ἀλλὰ πῶς νὰ υἱοθετήσῃ ξένον γέννηµα (ξένο κριὰς νὰ µὴ θρέψῃς. κατ᾿ οἶκον εἶχε διαφόρους πειρασµοὺς ὁ Κουµπής. Αὐτὸ τὸ ῥητὸν σχεδὸν µόνον ἀπ᾿ ὅλην τὴν Γραφὴν ἤξευρεν. κι ἀντικρὺ στὸ τζαµί· ἐκεῖ ἦτο εἰς Τοῦρκος τσαούσης. καὶ ἴσως θὰ ἀστοχοῦσαν νὰ τοῦ κάµουν τὰ ψυχικὰ -καὶ πάλιν αὐτὸ θὰ ἦτο κατάρα καὶ 140 . ὅστις εἶχεν ἑκάστοτε ἀρκετὸν σθένος. στὸ διπλανὸν κονάκι.. Τὸ χάρισµα αὐτὸ τὸ εἶχεν εἰς µέγαν βαθµὸν ὁ Κουµπής. καὶ περιέπλεον µακρόθεν τὸ θεῖον κῦµα.. ἀπότοµος... Βαρβαρέζους... δὲν ἐτολµοῦσαν (ἐπειδὴ ἐκεῖ ἐµπρὸς εἰς τὰ νησιά. ∆ιὰ νὰ τὸν βλασφηµοῦν τ᾿ ἀνίψια µετὰ τὸν θάνατόν του.. Κι οἱ ναῦται ἀπὸ τὴν κουβέρτα τοὺς ἔκραζαν ἑλληνιστί. εἶχεν ἀράξει ἡ ναυαρχίς)· διότι τὸ ἐν πέµπτον περίπου ἐκ τοῦ πληρώµατος ὕστερ᾿ ἀπὸ Τούρκους... εἰς δυσµένειαν περιπεσόντα... Ὁ στόλαρχος τὸν εἶχεν ὑποχρεώσει ν᾿ ἀλλάξῃ τ᾿ ὄνοµά του. ἐπειδὴ ἦσαν δύο τρία πτωχὰ µαγαζιὰ κάτω στὴν ὑγρὰν ἄµµον... ἐκ τῆς οἰκογενείας τοῦ Μ. µὲ τὰς κινητὰς µακρὰς χειρίδας... ἦσαν τὰ συνήθη ἀγήµατα τῶν Χριστιανῶν -Ὑδραῖοι περὶ τοὺς 150. Ἄραβας.. Μελαψός..... Εἶχεν ὁ ναύαρχος Ἀχµέτης ἐπὶ τοῦ πλοίου γραµµατικὸν Φαναριώτην.. ὁποῦ ἦτο µεταξὺ εἰς τοὺς βράχους τοὺς χερσαίους καὶ τοὺς θαλασσίους. ἐπιβλητικὸς µὲ τὸ τσιµπούκι. ὅτι ἔπρεπε νὰ χωρίσῃ τὴν γυναῖκα του. βυσσινιά. Ἐν τούτοις. ὥστε νὰ πειθαναγκάζῃ τοὺς ἄλλους.. διὰ τὸν τύπον -ὅπου συνηθροίζοντο συνήθως οἱ προεστοί. στιβαρός... καὶ τὸν προσέλαβε κρύβδην ὡς γραµµατέα.. ἐνόει νὰ γίνεται ὅπως αὐτὸς ἤθελε..... στὴν ἄκραν τοῦ γιαλοῦ καὶ τῆς ἄµµου. Ὁ Κουµπὴς Νικολάου... ∆ιελέγοντο... ὡς εἰκός.

ἐνῶ κατὰ τὰ ἄλλα ἦτο τόσον αὐστηρὸς ἄνθρωπος. καὶ δὲν ἔχει ἄλλη παρηγοριὰ ἀπὸ σένα. οὔτε ἡ συµβία του. Ἔκραξε τὴν γυναῖκα καὶ τῆς εἶπε: -Τ᾿ ἀκοῦς. καὶ ὁ Τοῦρκος ναύαρχος τοῦ ὑπεσχέθη. Πάρε µαζύ σου καὶ τὴν φτωχὴ γειτόνισσά µας τὴν Λελούδα. διὰ νὰ ἔχουν νὰ τρῶνε. Ἡ Λελούδα ἡ ἀντικρυνή του ἦτο µόλις τριάντα χρόνων ἴσως -ὡραία. κι αὔριο δὲν θὰ πάρῃς εὔκολα ἀράδα.. κι ἔπινε τὸ πρωινὸν σερµπέτι του. ἀλλὰ νὰ πραξικοπήσῃ καὶ δώσῃ κακὸν παράδειγµα. Ἕνα µόνον θεῖον εἶχε. σεµνή. εἶχε κι αὐτὸς µίαν ἀδυναµίαν· ἐπόθει νὰ ἔχῃ µικρὸν νινί. ὅπου ἔφερεν ἀπὸ τὸν Γιαλὸν εἰς τὸ Κάστρον. συνέβη νὰ καταπλεύσῃ ὁ πασᾶς µὲ τὴν ἁρµάδα. ἀπότοµον. ἐπειδὴ δὲν ἦτο εὔκολος νεωτεριστὴς εἰς ὅλα τ᾿ ἄλλα -µόνον εἰς τὸν γάµον ἤθελεν. τοὺς ἔπεισε ν᾿ ἀνέλθωσι τὸν ἀνήφορον -ὑψηλόν. καθὼς κατέβαινεν ἀπὸ τὸν κρεµαστὸν σοφᾶν. πετρώδη. ποὺ θὰ εἶναι µοναξιά. ὁ Βοϊβόντας. ἀπροστάτευτη καὶ πεντάρφανη. ἢ καὶ νὰ τοὺς τὰ χαρίσῃ. «Πόρνους καὶ µοιχούς. ταπεινή. παρὰ τὸ χάσµα. ψαράδες τοῦ γιαλοῦ. ἢ καὶ νὰ τὸν βιάσῃ µὲ φοβέραν -ἐπειδὴ ἦτο γνωστὸν ὅτι τὰ εἶχε καλὰ µὲ τοὺς Τούρκους.νὰ τοὺς στεφανώσῃ. σὰν σουρουπώσῃ. Κατὰ τὴν ἐπίσκεψιν εἰς τὴν ναυαρχίδα συνωµίλησε µίαν ὥραν µετὰ τοῦ Ἀχµέτηπασᾶ. ὁ Κουµπὴς τὸ ἀπεφάσισε. Μεθαύριο εἶναι ἡ µνήµη του. Καλὰ εἶπεν ὁ Κύριος: «Πώλησον τὰ ὑπάρχοντά σου. Φαίνεται. Ὁ κυρ-Κουµπής. ὁ Πίτροπος. «Οὔτε παιδί. Ἀνάγκη πᾶσα νὰ τραβήξῃ τις τὸ σκοινί του -νὰ βαστήξῃ τὸν ζυγόν του. ὄχι νὰ νεωτερίσῃ. δὲν ἐγέννησε τίποτε. κι ἐφόρεσε τὰ πανωβράκια. Ἡ Σεραϊνὼ ἦτο σαράντα χρόνων. ἀλλὰ καὶ διεκδικοῦν λυσσωδῶς «τὰ κτήµατα τῆς Μονῆς». οὔτε κλοῦθο». ὅπου ἔχαινεν ἄβυσσος καὶ κρηµνός. ὑποκάτω στὴν γέφυραν τοῦ Κάστρου. οὔτε κουτάβι. Ἐσκέφθη νὰ τὴν ἀπαγάγῃ. ὁποὺ ἔπιανε πάντα ἄνθρωπον ἴλιγγος καὶ σκοτοδίνη. νὰ σεργιανίσετε κι ὅλας.δὲν τὸν εἶχε συνηθίσει ἀκόµη. 141 . κληρονόµον. Τοὺς δύο ἐκ τῶν κωπηλατῶν. κι ἐκεῖνος δὲν ἦτο ἱκανὸς νὰ τὴν προστατεύσῃ. Τὸ ἔχω τάξιµο ἀπὸ καιρό. ὁ Κουµπὴς εἶχεν ἀρµατώσει µίαν σκαµπαβίαν µὲ ἓξ κωπία. ῥοδόπλαστος. Τὸν εἶχε φέρει πρῶτος ὁ κυρἈλεξανδράκης ὁ Λογοθέτης. ὁ Κουµπὴς τοῦ ἐζήτησεν ἐκδούλευσιν. νὰ πᾶς ν᾿ ἀνάψῃς τὰ καντήλια τ᾿ Ἅϊ-Προκοπίου. Ὅταν. διὰ νὰ τρώῃ ὀρφοὺς καὶ γουρουνόπουλα ὁ ∆εσπότης. Θὰ τὸ ἔκαµνε µόνον διὰ ν᾿ ἀποκτήσῃ. νὰ µεταφέρῃ τὸ φορτίον του. Ἀλλὰ κι οἱ καλόγεροι. χαριτωµένον. ∆ιότι µόλις εἶχεν εἰσαχθῇ τότε εἰς τὸν τόπον ὁ καφές. Τὴν γυναῖκα του τὴν Σεραϊνώ. ὅπου εἶχε κοιµηθῆ. ὅταν ἐνύχτωσεν. πτωχὴ καὶ ἄµεµπτος. 15 περίπου. καὶ µετὰ τόσα χρόνια. νὰ πᾶτε ν᾿ ἀνάψετε τὰ καντήλια. καὶ νὰ δωροφορήσῃ ἕναν παπᾶν. καὶ διάδος πτωχοῖς». διὰ νὰ τὸ χορεύῃ στὰ γόνατά του. ἄλλος προεστὼς κι αὐτός. Κουµπίνα.βάρος εἰς τὴν ψυχήν του. Τὸ βράδυ. τὴν εἶχε κράξει τὸ πρωί. µὲ τὰς κεντητὰς βρακοζώνας καὶ τὰ πλατέα µανίκια. ὅπου ἦσαν ἄνθρωποί του καὶ λίαν ἀφωσιωµένοι εἰς αὐτόν. κι ὁ κυρ-Κουµπής.». ὁ γραµµατικὸς καὶ τόσοι. ἀγγελικὸν πλάσµα. ἐµπορευόµενος ἀπὸ τὴν Μολδοβλαχίαν. Καὶ τὸ πρῶτον στεφάνι τί θὰ ἐγίνετο. ἀπὸ ἄσχιστον ἀγριόξυλον. Τὶ τοῦ εἶπε. κάτω στὸ ῥέµα. κι αὐτοὶ περιµένουν πότε νὰ πωλήσῃ ἄλλος τὰ ὑπάρχοντά του.. θὰ κουβαλήσουν χίλια λαδικά. δι᾿ οὓς φαίνεται νὰ τὸ εἶπε. τὰς ἡµέρας ἐκείνας. Αὐτὸς δὲν εἶχεν ἀτιµάσει τὸ στεφάνι. ἄλλοι. Αὐτὸς ἦτο πεντηκοντούτης ὡς ἔγγιστα. ἐπειδὴ καὶ εἶναι κι αὐτὴ ἀνέβγαλτη. ἂν θέλῃ ὁ Θεός. Τὸ βράδυ.

Παντοῦ ἡ ὑποταγὴ τῆς θηλείας εἰς τὸν ἄῤῥενα. νἄχω καὶ τὸ συµπάθιο Κουµπή. στὸ ἀµπαγιέρι. καὶ τώρα εἶναι ἐδῶ ἡ ἀρµάδα. Ἡ Λελούδα θὰ φοβᾶται νἀρθῇ µαζύ µου. ἐπείσθη. καὶ τρία κηριά. Ἦτο ἁπλῆ καὶ δὲν ἐπονηρεύετο. Ποιὸς ξέρει. ὓστερ᾿ ἀπὸ πολλοὺς µῆνας ὁποὺ δὲν εἶχεν ἐξέλθει ἀπὸ τὸ ταπεινὸν καλύβι της. νὰ πάρουν ἀράδα τὶς ἀβραγιὲς καὶ τὰ χωράφια. ψωµὶ κι ἐλιές. καὶ τοῦ πετεινοῦ εἶναι κόκκινη. ὅτι θὰ ἐγίνετο νύφη. «Ἡ δὲ γυνὴ ἕνα φοβεῖται. Τῆς κότας ἡ λοφιὰ εἶναι ἀµαυρὰ καὶ ταπεινή. κι ἂν ἔβγαιναν Τοῦρκοι. Κουµπίνα. ἐφηµερεύοντος εἰς τὸν ναὸν τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ εἶπε: -Τὸ βράδυ-βράδυ. καθότι µέσα στὰ καράβια ἦσαν καὶ πολλοὶ ναῦται χριστιανοί. καὶ τὸ ἁγιασµατάρι· θὰ πᾶµε µαζύ. Ὑδραῖοι καὶ ἄλλοι κι ἂν θὰ ἔβγαιναν καὶ Τοῦρκοι. τὸν ἄνδρα». ὅτι δὲν εἶχον νὰ φοβηθοῦν τοὺς Τούρκους. . Ἡ Κουµπίνα. ὁµοεθνὴς µας. τὸν Ἅϊ ∆ηµήτρη. ἀπήντησε τὸ Σεραϊνώ. καὶ δὲν ἐτολµοῦσαν νὰ πειράξουν ἄνθρωπον. γιὰ νὰ ψάλῃς ἁγιασµὸ στὴ φεργάδα. ∆ὲν ξέρεις ὅτι τἄχω καλὰ µ᾿ τσ᾿ ἀγᾶδες. Ὁ γραµµατικὸς τοῦ καπετὰν-πασᾶ εἶναι χριστιανός. Στὴ φεργάδα εἶναι τὸ ἕνα τρίτο. Ἐσὺ νὰ τὴν καταφέρῃς νἀρθῇ µαζύ σου. νὰ διαβάσῃς ὀλίγα κεφάλαια στὸ λοστρόµο. χριστιανὸς ἢ Τοῦρκος ἢ ἄλλος. ἂν καὶ δὲν ἠµπόρεσε νὰ καταδαµάσῃ τὴν ἀλλόκοτον ὑποψίαν ποὺ τῆς ἦλθε στὸν λογισµόν. εἰς σηµεῖον ὑποταγῆς. Ἡ Κουµπίνα τῆς εἶπεν. συνεµορφώθη µὲ τὴν παραγγελίαν τοῦ συζύγου της. ἂν καὶ εἶχε χρυσοΰφαντα ποδογύρια καὶ ἀργυρὰ τσαπράκια χρυσοποίκιλτα στὴν κασέλα της). καὶ τὰ εἶχε καλὰ µὲ τοὺς ἀγάδες. ἐπειδὴ ἦτο Παρασκευή. -Ἀκοῦς τί σ᾿ λέω. Τῆς γίδας τὰ κέρατα εἶναι κυρτά. ποὺ εἶναι ἄῤῥωστος ἀπὸ µελαγχολία. εὐθὺς ἡ ἀρµάδα θὰ ἔφευγε. «γιὰ τὸ καλὸ τῆς χριστιανωσύνης». ἂς εἶναι καὶ διάβολος µὲ τὰ κέρατα. ἀνέβγαλτη. ὁ λοστρόµος χριστιανός. Καὶ ποιός µπορεῖ νὰ σᾶς πειράξῃ. ἐνορίτου του. ὁποὺ δὲν ἦτο πιθανὸν νὰ ἔβγουν. Ἡ Λελούδα εἶναι. Ἐγὼ εἶµ᾿ ἐδῶ. γιατὶ θὰ χρειασθῇ. 142 .Μὴ σοῦ φαίνεται παράξενο. Ἔχουν ἄλλοι ἀπὸ µένα ἐδῶ στὸ χωριὸ κόνσολα κι ἀποκούµπι. Ὁ ἴδιος ὁ πασᾶς σέβεται τὰ θεῖα. Ποιός θ᾿ ἀποκοτήσῃ νὰ σᾶς πειράξῃ. Ὁ παπὰς τὸν ἐκοίταξε µὲ ἀπορίαν.-Ἄκουσε νὰ σοῦ πῶ. ἐπῆρε τὸ καλαθάκι της. ἅµα εἶδε τὴν πρώτην ἀρχόντισσαν τοῦ χωριοῦ καὶ τὴν παρεκάλεσε νὰ ὑπάγῃ µαζύ της εἰς βραχεῖαν ἐκδροµὴν ἔξω τοῦ Κάστρου. εἰς τὸν ὑψικέρατον τράγον. νὰ πάρῃς τὸ πετραχήλι σου. ὁ Κουµπὴς ἔκοβε τὸ σπαθί του. κι ὀλίγο λιβάνι στὸ χαρτὶ -ἀκόµη καὶ µικρὸ προσφάγι. ὑψηλὴ καὶ ἐξηρµένη. Ὁ Κουµπῆς ἐν τῷ µεταξὺ εἶχεν ὑπάγει πρὸς συνάντησιν τοῦ παπα-Σταµέλου. κι ἐπικαλεῖται τὸν Ἅϊ-Γεώργη. θαῤῥῶ. Πάρε κι ἕνα Τετραβάγγελο µαζύ σου. Ἡ φτωχὴ Λελούδα. καὶ ἀκολούθησε τὴν Κουµπίναν. Ἡ Λελούδα ἐφόρεσε ἕνα πουκάµισο κόκκινο. ποὺ ἔκανε νερὰ-νερὰ -(δὲν ἐτόλµά ποτε της νὰ ἐλπίσῃ. Εἶναι τόσοι χριστιανοὶ µὲς στὰ καράβια. σ᾿ ὅλα τὰ καράβια. διότι ἅµα θὰ ἐφυσοῦσε καιρός. ὅπως εἶπες. καὶ ὅλον τὸ σῶµα του µὲ ὑψηλὰ σκέλη ἀνωρθωµένον. εἶναι ἀσκέρι χριστιανοί. ἐπειδὴ ᾐσθάνετο κι αὐτὴ ὑπολανθάνουσάν τινα ἀνάγκην ν᾿ ἀλλάξῃ τὸν ἀέρα. ἔβαλε τὸ λαδικὸ µέσα. καὶ δὲν ξέρει τί ἔχει. ἕνα ὡραῖο φουστάνι «µόρικο». Ἀλλὰ κι ἂν ἐξακολουθοῦσε ἀκόµη µπονάτσα. κεντητὸν µὲ µετάξι. ἂν δὲν θὰ βγοῦν οἱ Τουρκαλᾶδες ὄξω στὴ στεριά. καὶ τὴν Μεριὲµ-Ἀνὰ (τὴν Παναγίαν). φαίνεται.

ἐπέστρεψεν εἰς τὴν οἰκίαν. Ἡ Σεραϊνώ. κρυµµένοι. Ἄχ! Παναγία µου! Πρὶν ἀρθρώσωσι δευτέραν λέξιν. Ποῦ νὰ ρθῇ. Λελούδα. ταπεινὴ καὶ ἐγκαρτεροῦσα. παπά µου. καὶ µὲ σᾶς τοὺς παπάδες. τὸν σύντροφόν σου στὸν Χριστό. ἀπηλογήθη: 143 . Ἔλα µαζύ µας. ἔλα. . Ἐκεῖ ποὺ ἐπατοῦσαν αἱ δύο γυναῖκες. ὅτι προκριτώτερον θὰ ἦτο νὰ λάβῃ αὐτὸς µέρος εἰς τὴν σκηνὴν τῆς ἀπαγωγῆς. Θὰ πάρῃς γιὰ τὸν κόπον σου ἕνα σελήµι (τάλληρον). Ὤ. Τὴν ὥραν ποὺ ἔβγαιναν ἡ Κουµπίνα κι ἡ Λελούδα ἀπὸ τὸν Ἅγιον Προκόπιον. καθὼς ἐξῆλθον ἀπὸ τὸν ναΐσκον τοῦ Ἁγίου κι ἔβγαινον ἐγγύτατα εἰς τὸν αἰγιαλόν.. πὼς δὲν τοῦ ἔκαµα τὸν λόγον του. . πρὸς δυσµάς.Νὰ ρθῇ. ἢ τὸν παπα-∆ανιέλο ἀπ᾿ τὸν Ἅϊ -Νικόλα. ἀθώα Λελούδα! Κουµπίνα. Τὸ µονοπάτι ἐκατηφόριζε ἀποτόµως πρὸς τὸ µέρος ἐκεῖνο.ἐξηκολούθησεν: . διὰ τὴν Κουµπίναν. εἰς τὴν γέφυραν. θὰ πᾶµε στὴν φεργάδα. εἰς τὸ παρδαλὸν σκότος.εἰς τὸ µέρος αὐτό. Ἀλλοιῶς.. εἰς τὸν ὄχθον τοῦ δρόµου.Ὁ ἱερεὺς τὸν ἤκουε σύννους. εἶχε σκεφθῇ. Λελούδα. δὲν ἐφαίνετο ψυχὴ ζῶσα.Σύρε στὸ σπίτι σου.Μή φοβᾶσαι. ὅπου εἶχον ἀνάψει τὰ κανδήλια. µαντεύσασα παραχρῆµα τί ἔµελλε νὰ συµβῇ.Σταθῆτε! Μὴ φοβᾶσθε. ἐτόλµησε νὰ ψελλίσῃ ἡ Κουµπίνα.Ἂν θέλῃς. Εἰς µίαν γειτόνισσαν ἀδιάκριτον. ὡµίλησαν ἑλληνιστί: . ὄπισθεν βράχου. θὰ προσκαλέσω τὸν παπα-Φραγκούλη. καὶ παραπάνω. . διὰ νὰ µὴ τροµάξουν παρὰ πολὺ αἱ δύο γυναῖκες.Στὴν φεργάδα! ἐπανέλαβεν ὡς ἠχὼ ἡ Κουµπίνα.Ὤχ! Τὶ εἶναι. νὰ πᾶς στὸ σπίτι σου. Εἶτα ἀνήρχετο πάλιν. Κουµπή. Ὁ Κουµπὴς .. . ἦτο ἄκρα µοναξιά.την τροµάρα ποὺ πῆραν αἱ δύο γυναῖκες!. ἐφαίνοντο φῶτα εἰς τὸν ναΐσκον τῆς Ἁγίας Κυριακῆς. παπά µου· ἔχω ὁρισµὸν ἀπ᾿ τὸν Ἀχµὲτ-πασά. καὶ σκότος ἤρχισε ν᾿ ἁπλώνεται εἰς ὅλην τὴν κρηµνάδα αὐτήν. θὰ θυµώσῃ ὁ πασᾶς µ᾿ ἐµένα. ἐπανέλαβεν ὁ σύζυγός της. Μακράν. ὅπου θὰ εἶχεν ἀρχίσει ὡς ἔγγιστα ἡ ἀγρυπνία. . Ἂν δὲν θέλῃς. ἥτις εἶχεν ἀναβῆ καὶ τὴν ἠρώτα ἐν ἀπορίᾳ τί ἔγινεν ἡ Λελούδα καὶ διατὶ δὲν ἐπέστρεψε µαζύ της ἀπ᾿τὸ ξωκκλήσι. κι ἀνηφόριζε πλαγινὰ βαθµηδὸν βαῖνον πρὸς τὴν εἴσοδον τοῦ Καστριοῦ. Μὴ φοβᾶσαι τίποτε. καλλίτερον νὰ µὴν ἦτο ψυχὴ ζῶσα τὴν ὥραν ἐκείνην. τρίτος ἐξ ὄπισθεν τοῦ βράχου προέκυψεν ὁ Κουµπής. Σὲ καλό σου. Ἅϊ -Προκόπη µου. εἶχε σουρουπώσει πλέον. ἔπεσε γονυπετὴς πρὸ τῶν εἰκόνων καὶ προσηυχήθη. Αἱ δύο γυναῖκες εἶχον ἐπισκεφθῇ πρὸ τῆς δύσεως τοῦ ἡλίου τὸ παρεκκλήσι καὶ κατόπιν εἶχον µεταβῆ εἰς τὸν Ἅγιον Προκόπιον. Ἄχ! Θέ µου. Σ᾿ ἐπροτίµησα ὡς ἐνορίτη µου. Κουµπίνα. καὶ διὰ τὴν Λελούδαν. Ὁ Κουµπής. ∆ύο ἄνθρωποι.

. ἦτο µία εἰκὼν φέρουσα τὴν Παναγίαν µὲ τὸν Χριστὸν βρέφος. κυκλοτερές. ἅµα ἤρχισε νὰ συνέρχεται βαθµηδὸν εἰς τὰς αἰσθήσεις της. ἐπερίµενε καθήµενος παρὰ τὴν πρύµναν. τὰ προσενεχθέντα εἰς τοὺς ἐπισκέπτας. φόρεσε τὸ πετραχήλι. Μετὰ τὸ λουκούµι καὶ τὴν µαστίχαν. εἶπεν. καὶ µετὰ εἴκοσι λεπτὰ ἡ βάρκα ἔφθασε παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς ναυαρχίδος. οὔτε εἰς τὸν θάλαµον αὐτοῦ. εἰς τὸ πηδάλιον. κρατοῦντα Εὐαγγέλιον κι εὐλογοῦντα. Οἱ ἓξ κωπηλάται. ἐπερίµενεν εἰς τὴν ῥίζαν τοῦ θαλασσοκτισµένου Κάστρου. ὅπου κατῆλθον οἰ ἐπισκέπται. ὅλοι Γραικοί. ἐκστατικός. λιπόθυµος καὶ σχεδὸν νεκρά. Ὁ Κουµπὴς ἔλειψεν ἐπὶ τρία λεπτά. ὅστις ἦτο ἐκ τῶν κωπηλατῶν τῆς βάρκας. θὰ ἔµενα. κι ἔλαβε τὸν λόγον: . παπά µου.Λοιπόν. αἱ κῶπαι ἔπληξαν τὰ κύµατα. σχηµατίζοντα φυσικὴν ἀποβάθραν. µὲ ἓξ κουπιά. -Ἄ! κι ἐγὼ τὰ ξέχασα. καὶ ζῶσα ὡς ἐν ὀνείρῳ. καὶ νὰ τοῦ δώσῃ λόγον περὶ τοῦ βαθµοῦ ὅπου εἶχε φθάσει ἡ ὑπόθεσις. ὁ Φαναριώτης ἔβηξε. ἐπεβιβάσθη. Ὁ νησιώτης προεστὼς ἔλαβε τοὺς οἴακας. ἐκ τῶν ἀγηµάτων. Οἱ δύο νοµάτοι. ἂν ἀγαπᾶς τώρα. ἠκολούθησαν µετ᾿ αὐτούς. Ὁ Κουµπὴς ἐφάνη µετ᾿ οὐ πολύ. ἐκοίταζον τοὺς ναύτας µὲ τὰ τουρκόφεσα. ὑποβασταζοµένη ἀπὸ τὸν Κουµπήν. φαίνεται λάθρα καὶ ἰδιοχείρως. δίπλα εἰς ἕνα χαµηλὸν καὶ τριµµένον πατηµένον βράχον. ἐπίπεδον. κι ἄνοιξε τὸ βιβλίο σου. φοβισµένος.Ἔµεινε στὴν Ἁγία Κυριακή. ὑπὸ τὸ φῶς δύο µεγάλων φαναριῶν. ἐκοίταζον τὰ ὑψηλὰ κατάρτια καὶ τὰ πολυσύνθετα ἄρµενα. ἱεράρχην µὲ πολιὰ στρογγύλα γένεια. Μὰ δὲν εἶχα τὴν ἄδεια ἀπ᾿ τὸν Κουµπή. Ὁ παπα-Σταµέλος. καὶ ὑποκάτω τὸν Ἅγιον Νικόλαον. Ἐνεχείρισεν εἰς τὸν Κουµπὴν ἓν µικρὸν δέµα. κι εἶναι κόσµος ἐκεῖ. ὅτι εἶχεν ὑπάγει νὰ κάµῃ τὸν συνήθη τεµενᾶν εἰς τὸν Τοῦρκον ναύαρχον. Ὁ Φαναριώτης ἐφάνη καὶ ὡδήγησε τοὺς ἐπισκέπτας κάτω εἰς τὸν ἴδιόν του θάλαµον. Ἂν µποροῦσα κι ἐγώ. Ὁ ναύαρχος Ἀχµὲτ-πασὰς δὲν ἐφάνη οὔτε ἐπὶ τοῦ σκάφους. κυβερνῶ ἐγώ. Τὴν στιγµὴν ἐκείνην κατῆλθε τὴν σκάλαν τῆς καµπίνας εἷς ναύτης. ὁ δὲ παπὰς καὶ ἡ Λελούδα ἐκοίταζον ἀλλήλους. Μεγάλη βάρκα. Ἔχει ἀγρυπνία ὁ παπα-Φραγκούλης. καὶ ὁ ἕτερος ἠθέλησε νὰ ὑπάγῃ πρὸς τὴν πρύµναν. . τὰ ὁποῖα ὁ Κουµπὴς εἶχε κατασκευάσει. Ἦσαν στέφανα τοῦ γάµου. δι᾿ ἣν εἶχε ζητήσει τὴν εὔνοιαν καὶ τὴν προστασίαν του. Φαίνεται. Ἐκεῖ τὸ πρῶτον ὅπου εἶδεν ἡ Λελούδα. εἶπεν ὁ Κουµπής. πρὶν κατέλθωσι κάτω.Αὐτὸ τὸ ηὗρα µὲς στὴ βάρκα. οἵτινες ἦσαν συνεργοὶ τῆς ἁρπαγῆς. Ὁ καπετὰν-πασὰς ἐπένευσε καὶ παρήγγειλεν εἰς τὸν Ἕλληνα γραµµατέα του νὰ τὸν ἀντιπροσωπεύσῃ. τὴν ὥραν ποὺ ἡ Κουµπίνα εἶχε κινήσει νὰ ὑπάγῃ στὸν Ἅϊ -Προκόπην 144 . ὕψωσαν τὰς κώπας. Ἡ Λελούδα. µὲ τὸ κωνοειδὲς καλυµµαύχι του κατεβασµένον ὡς τὰ φρύδια καὶ τὰ πτερύγια τῶν ὤτων. τρέµουσα. ἐντὸς µεταξωτοῦ προσοψίου. τυλιγµένος ὡς τὸ λαιµὸν εἰς τὸ ῥάσον του. ἐξ ὧν ἡ Λελούδα δὲν ἠµπόρεσε νὰ γευθῇ τι. Ὁ εἷς ἐκάθισεν ἐπὶ τῆς πρώρας.Ἄφσε. Ὁ ἄνθρωπος ἐπέστρεψεν εἰς τὴν πρῶραν. Ὁ ἱερεὺς ὑπήκουσε µηχανικῶς. ὠχρά. . κρεµαµένων πρὸς τὰ κάτω ἐπὶ τοῦ πρυµναίου ἱστοῦ. εἶπεν ὁ Κουµπής.

Ὁ Κουµπὴς ἀπώθησε τὰ στέφανα ἐπὶ τῆς τραπέζης. ὅσα εἶχεν ἀναδεχθῆ. Ὁ παπὰς ἔµεινεν ἄφωνος. ἔκαµε τόσες βροχές. κι ἐκόλλησεν ἐπάνω ὀλίγον χρυσόχαρτον. τὰ εἶχε τυλίξει µὲ βαµβάκι. ἔµεινεν ἀδρανής. κάτω τῆς Ἁγίας εἰκόνος.∆έν ἐπῆρες τὸ Τετραβάγγελο. . . Ὁ Φαναριώτης ἐστάθη ὄπισθεν τοῦ ζεύγους. ἔκαµεν ἕνα σταυρόν. . ∆έσποτα.∆έν πειράζει. οὔτε ἠδύνατο ἀντισταθῇ.Ἄκουσες. ἢ ἁγιασµατάριον. νὰ πάρω τὸ Βαγγέλιο καὶ τὸ θυµιατό. ∆ὲν ἤξερα πὼς ἦτον γάµος. Πρὶν συµπληρώσῃ τὴν πρώτην εὐχήν. . ποὺ ἐκράτει. ὅπως συνηθίζουµ᾿ ἐµεῖς στὸ Φανάρι. νὰ τρέξῃς καὶ µὲ τὸ κλῆµα. νὰ ζήσῃ νὰ στεφανώσῃ τὰ νεοφώτιστα. . Ἔχω Τετραβάγγελο. παπά. ἂν θέλουν νὰ παρθοῦν ἀµοιβαίως. εἶπεν ὁ Φαναριώτης.∆έν εἴχοµεν ἀνοµβρίαν. Εὑρὲ τὴν ἀκολουθίαν τοῦ γάµου. τὸ ὁποῖον εὗρε εἰς τὰ συρτάρια τῶν ἐργοχείρων τῆς γυναικός του. ὁ Φαναριώτης ἐνόησε καλά. .Τώρα θὰ µᾶς κάµῃς πατριαρχικὸν γάµον. ἀγάπη µου. καὶ αὕτη ἀριστερά. ἀντικρὺ τῆς εἰκόνος. Ἐστάθη ἐκεῖνος δεξιά. νὰ πάρω καὶ τὸ φελόνι µου. δόξα τῷ Θεῷ φέτος. . . Ὁ παπὰς ἤνοιξε µηχανικῶς τὸ µικρὸν εὐχολόγιον. καὶ συχνὰ ἐγίνετο συντέκνισσα εἰς ἀνδρόγυνα.Ἔλα. ἐπειδὴ ἡ Χατζίνα ἠγάπα τὰ τοιαῦτα κοινωνικὰ χρέη. Ὁ γραµµατεὺς ἐπανέλαβε. Ἡ κόρη ἐσηκώθη µηχανικῶς.Θυµιατὸ ἔχουµ᾿ ἐδῶ.µαζὺ µὲ τὴν Λελούδαν. ἐπανέλαβεν ὁ γραµµατεὺς τοῦ ναυάρχου. Εἶχε λάβει δύο κληµατίδας λεπτὰς ἀπ᾿ τὴν πλουσίαν ἀναδενδράδα τῆς αὐλῆς του. .∆έν ἐπῆρες τὸ Τετραβάγγελο. περίσσευµα ἀπὸ στέφανα ἄλλων γάµων. καὶ ἤρχισε νὰ διαβάζῃ µὲ ψίθυρον φωνὴν τὰς εὐχὰς τῆς ἀνοµβρίας. Λάθος ἔκαµες.Ἐγὼ δι᾿ ἁγιασµὸν ἦρθα. Οὔτε ἤθελεν. µοῦ βρίσκεται. καὶ νονὰ εἰς βρέφηἀκούουσα ἑκάστοτε τὴν συνήθη ἐγκάρδιον εὐχήν· «Ὅπως ἔτρεξες µὲ τὸ λάδι. ἠρώτησεν ὁ Κουµπής. ἐψελλισεν ὁ ἱερεύς. κι ἐπενέβη. παπά. Ὁ παπὰς ἔντροµος. ποὺ σοῦ εἶπα. Κι ἕνα Τετραβάγγελο. συντέκνισσα»· δηλ. Ἤναψαν κηρία. Ἐρώτα τοὺς µελλονύµφους. εὑρισκόµενα ἐκεῖ ὑπὸ τὸ εἰκονοστάσιον. 145 . παπά µου. κι ἔδωκε τὴν χεῖρα εἰς τὴν Λελούδαν.

Ὁ Κουµπὴς εἶχε τέσσερα ἢ πέντε. ἂν θέλουν νὰ παρθοῦν. Ἀντήλλαξε τὰ δακτυλίδια. τὴν ἀκολουθίαν τοῦ ἀῤῥαβῶνος καὶ κατόπιν τοῦ στεφανώµατος.∆έν ξέρω τί γίνεται στὸ Φανάρι. εἶπεν ὁ Φαναριώτης.. ὅσον γίνεται λόγος περὶ ἀφέσεως ἁµαρτιῶν καὶ περὶ ἀνθρωπίνης ἀδυναµίας. καὶ πάλιν ἤρχισε νὰ µουρµουρίζῃ µὲ ταπεινοτέραν ἀκόµη φωνήν. .Θέλεις.. Ἐχρειάσθησαν ἐξ αὐτῶν δύο. τρεῖς µεγάλες κανονιὲς ἐβρόντησαν 146 . Λελούδα.. Ἄρχισε νὰ διαβάζῃ τὴν πρώτην εὐχὴν κατανυκτικά.Τήν θέλω. ὅτι ὁ Φαναριώτης ὑπεχώρησεν ἐν καιρῷ). . . Μετέβη εἰς τὴν ἀκολουθίαν τοῦ στεφάνου.Ἂς εἶναι. Κουµπή.. (Ἡ παράδοσις λέγει.∆ιάβασε. κι ἔρχεται εἰς πρῶτον γάµον. κάτω νεύουσα. Ὁ παπὰς ἐστράφη πρὸς τὸ ζεῦγος καὶ ἠρώτησε µηχανικῶς: . Ἀνεγίνωσκεν αὐτὴν τὴν φορὰν τὴν Ἀκολουθίαν εἰς ψυχοῤῥαγοῦντας.Ὁ ἱερεὺς ἔστρεψεν ὀλίγα φύλλα τοῦ βιβλίου. Τὴν στιγµὴν ποὺ ὁ Φαναριώτης ἤλλαζε τὰ στέφανα ἐπάνω στὰ κεφάλια τῶν νεονύµφων. . . Ἡ νύφη εἶναι παρθένος.Ἂς εἶναι. ὅτι ἠπείλησε νὰ κρεµάσῃ τὸν παπὰν εἰς τὴν κεραίαν τοῦ ἱστοῦ· ὅλα αὐτὰ εἶναι ὑπόθεσις. ἔβηξε. τέλος ἐχόρευσε µαζύ τους τὸν χορὸν τοῦ Ἡσαΐα. Ὁ σύντεκνος ὄπισθεν τοῦ ζεύγους ὤθησε τὴν κεφαλὴν τῆς νύφης. µὲ ἁπλῆν καὶ περισσὴν σεµνότητα.Σοῦ εἶπα. Ἡ Λελούδα δὲν ἔσεισε τὴν κεφαλήν. θὰ διαβάσω τὸν ∆ίγαµον. Ὁ ἱερεὺς ἔβαλεν εὐλογητὸν καὶ ἤρχισεν. χρυσᾶ καὶ ἀργυρᾶ. Τὸ βέβαιον εἶναι. Ἔµεινεν ἀκίνητος.Θέλεις. Τὸν ∆ίγαµον θὰ διαβάσω. ἓν ἐκ τῶν δύο ποὺ εἶχεν εἰς τὸν παράµεσον καὶ ἓν εἰς τὸν µικρὸν δάκτυλον. Εἶχε τὸ «καµάρι» τῆς νύφης καὶ συνάµα καὶ περισσότερον εἶχε τὴν ἀφωνίαν τοῦ θύµατος. ἐδίστασεν. Τὸν ἀῤῥαβῶνα θὰ διαβάσῃς καὶ τὸ στεφάνωµα. κι ἔκαµε ἀπόλυσιν. Ὁ ἱερεὺς εἶπεν: . Εἶτα εὐλόγησε τὰ στέφανα καὶ ὑπέδειξεν εἰς τὸν σύντεκνον πῶς θὰ τ᾿ ἀνταλλάξῃ τὰ στέφανα. παπά. εἰς τοὺς δακτύλους του. ἐπέµενεν ὁ ἱερεύς. . Εἶτα ἐκέρασε τοὺς νεονύµφους τὸ κοινὸν ποτήριον. γιὰ γυναῖκα σου τὴν Λελούδαν. ∆ιάβασε τὸν ∆ίγαµον. Ξέχασες νὰ ἐρωτήσῃς τοὺς µελλονύµφους. ∆έσποτα.. τὸν Κουµπήν. τοῦ ἀγόµενου εἰς σφαγήν. εἶτα εἶπε: . Ὁ γραµµατεὺς τοῦ πασᾶ ὑπεχώρησεν. χωρὶς νὰ εἴπῃ· Εὐλογηµένη ἡ βασιλεία.Πῶς τὸν ∆ίγαµον.. Ὁ Φαναριώτης ἔµεινε σύννους.

ὅτι τὸ κλειδὶ τὸ εἶχεν ἀφήσει ἡ Λελούδα εἰς τῆς Κουµπίνας. κοντὰ εἰς τὸν ναὸν τοῦ Χριστοῦ. Οἱ κανονιὲς εἶχον ἀντηχήσει πολύ. Τὸ εἶχε κρεµάσει εἰς καρφί. Τότε ἐνθυµήθη. ἀλλὰ πολλαπλασιαζοµένην τώρα ὡς ἐκ τῆς παρουσίας τοῦ τουρκικοῦ στόλου. Ἐσκέφθη. . τὸ ζεῦγος ἔµελλε νὰ φθάσῃ στὸ Κάστρον. . καὶ δὲν ἤθελε νὰ µερώσῃ. ἔχων τόσην ἐπιῤῥοὴν πάντοτε. ἐψιθύρισε.Πῶς ῥίχνουν κανονιὲς µεσάνυχτα οἱ ἀγάδες. ἡ Ἀναγκιὰ τοῦ Κάστρου ἀντικρὺ στὰ δύο κάτασπρα νησιά. Μὴν ἔχουν ῥαµαζάνι. Ἡ Σεραϊνὼ ἀνέβλεψε καὶ τὸ εἶδεν ὑπὸ τὸ φῶς τοῦ κανδηλίου. ὑποκάτω στὰ εἰκονίσµατα. ὅπου εὑρίσκετο τώρα αὐτή. ἀπήντησεν ὁ ἄνθρωπος. στὸν ἀρχοντοµαχαλάν. εἰς τὴν βορειοτέραν ἐσχατιὰν τοῦ Κάστρου. ὁποὺ ἠγρύπνει εἰς τὸ σπίτι τοῦ Κουµπή. καλοῤῥίζικοι. Ἡ πρώτη ἐσηκώθη. µὲ ὅλα τὰ νανουρίσµατα καὶ τὰ τραγούδια. κι ἔκαµε τὸν σταυρόν του καὶ εἶπε: . . Ὁ νυκτοφύλαξ ποὺ ἐκάθητο ἐπάνω στῆς Ἀναγκιᾶς τὸ κανόνι. νὰ ὑπάγῃ νὰ διέλθῃ αὐτὴ τὸ λοιπὸν τῆς νυκτὸς ἀντικρύ. εἶχε προδιαθέσει τοὺς προεστοὺς καὶ τὴν πολιτοφυλακήν. Τέλος περὶ τὴν µίαν µετὰ τὰ µεσάνυχτα ἔφθασεν ἤρεµα καὶ ἐν ἄκρᾳ σιωπῇ τὸ ζεῦγος τῶν νεονύµφων. ἡ ἄλλη εἰς ἓν κτῆµα. ἔῤῥιψε βλέµµα ἔξω. νὰ τῆς τὸ ζητήσω». ὅτι ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ τῆς Λελούδας τὸ κλειδί. Ἔκαµεν ἀκουσίαν χειρονοµίαν νὰ τὸ λάβῃ. Τῆς ἄλλης τὸ βρέφος ἐξύπνησεν εἰς τὰς ἀγκάλας. Ὅλον τὸ πέλαγος ἐσείσθη καὶ τὸ Κάστρον ἀντικρὺ ἐπῆγε καὶ ἦλθεν ἀπὸ τὸν κρότον καὶ τὸν κλόνον. ὀλίγον παρακάτω. ἀκριβῶς εἰς τὸν ἀνατολικὸν θάλαµον. ἡ Σεραϊνώ. τί τρέχει.Ποιός ξέρει! (Νηστεία τῆς ἡµέρας καὶ γλέντι τῆς νυκτός). Ἀπὸ τῆς στιγµῆς ἐκείνης ἡ Σεραϊνὼ ὑπελόγιζε µετὰ βεβαιότητος ὅτι. κι εἶπε: «Καλλίτερα. ἤκουσε τοὺς κανονιοβολισµούς. Κάτω στὸ Κιόσκι. ποὺ τοῦ ἔλεγεν ἡ µάννα του. στοὺς βράχους καὶ στὰ ἄντρα. ποὺ δὲν εἶχον ὕπνον κι ἐλαγοκοιµοῦντο. σχεδὸν ἄνευ πικρίας.ἐπάνω στὸ κατάστρωµα ἐκ τῶν πλευρῶν τοῦ πλοίου. καθ᾿ ἣν στιγµὴν µόλις εἶχε δύσει ἡ σελήνη (ἦτο ὡς ἑπτὰ ἡµερῶν καὶ ἐκόντευε µεσάνυχτα). Εἶτα ἐκρατήθη. εἶδε τὸν καπνὸν ὑπὸ τὴν πυκνὴν ἀστροφεγγιάν. Κουµπή. κι ἤρχισε τὰ κλάµατα. πλαγιασµέναι ἡ µία εἰς ἓν ὑπερῷον. Μὲ γυιούς. εἶδε τὴν λάµψιν. λέγων.Στερεωµένοι. *** ∆ύο γυναῖκες γειτόνισσαι. καὶ µόνη αὐτὴ τοὺς ἐξήγησεν εἰς τὴν ἀληθῆ σηµασίαν των· .Οἱ ἀγάδες ἔχουν ῥαµαζάνι. ἐντὸς δύο ὡρῶν τὸ πολύ. ἂς ἔλθῃ. Ὁ Κουµπής. πλησίον ἐκεῖ στῆς Ἀναγκιᾶς. εἰς τὸ µικρὸ σπιτάκι ἐκείνης. ἀνεσκίρτησαν. ὅτι εἶχε σπουδαίαν 147 . κι ἐβόησεν ὅλη ἡ Ἠχώ. ∆ιότι δὲν θὰ ἦτο πιθανὸν νὰ πιστεύσῃ τις ὅτι θὰ ἐξηµέρωναν ἐπὶ τῆς ναυαρχίδος. κι ἠρώτησε τὸν νυκτοφύλακα.Καὶ τί θὰ πῇ ῥαµαζάνι.

Ἦτο µεγάλη ἑορτή.Καλά. ὑποµειδιῶσα καὶ τοὺς ηὐχήθη: . τὴν συγκίνησίν του. καὶ σῦρε νὰ καθίσῃς στὸ σπίτι τὸ δικό σου.Ἦρθ᾿ ἕνα πουλάκι καὶ µοὖπε. τ᾿ ἀτοµικά σου. ἀπήντησεν ἡ ἁπλῆ ψυχή. Καὶ σὲ παρακαλῶ. Ὅθεν ἦτο ἀνάγκη νὰ χαµηλώσουν τὴν γέφυραν καὶ ν᾿ ἀνοίξουν τὰς πύλας τοῦ φρουρίου. . νὰ σοῦ ἀνατρέφω τὰ παιδιὰ ποὺ θὰ κάµῃς.Σεραϊνὼ (ἔπαυσε πλέον νὰ τὴν ὀνοµάζῃ Κουµπίνα). ὅσο µπορεῖς. λίαν ἐπικίνδυνον. ἐστάθη σταθερά. ὅ. ἔβαλεν 148 . ὅπως τὰ εἶχα καὶ µὲ τὴν Λελούδα. Ἡ Σεραϊνὼ ἤνοιξε τὴν θύραν εἰς τὸ πρῶτον κροῦσµα.Σχωρεµένη καὶ βλοηµένη νἆσαι.Στερεωµένοι! καλοῤῥίζικοι! µὲ γυιούς.Ἐγὼ θὰ τἄχω καλὰ µὲ τὴν νέαν Κουµπίνα. ὁ σκληρός. τῶν Βαΐων. νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸν Χριστόν. εἶπεν ἐν ἐγκαρτερήσει ἡ πρώην Κουµπίνα. Ἡ Λελούδα κατένευσε δακρύουσα. πάρε τὰ ῥοῦχα σου. Εἶτα ἐπρόφερε: . τὸν Μόσκοβον..Πῶς ξέρεις. Καὶ σὲ περικαλῶ. ὅπως ἐσυνήθιζον τότε οἱ πρόκριτοι [οἱ δηµογέροντες]. διὰ ν᾿ ἀλλάξῃ.. καθὼς ἐξῆλθε διερχόµενος πρὸ τῆς θύρας τοῦ πενιχροῦ οἰκίσκου. καὶ ὅτι θὰ ἔφθανε πολὺ ἀργὰ τὴν νύκτα. τὸν Κονόµον (Ἀλέξανδρον).τι χρειάζεται. . ∆ιότι ἔτεκεν ἡ Λελούδα. νὰ µ᾿ ἀφήσῃς νὰ καθίσω στὸ σπίτι σου. Ἡ νέα Κουµπίνα τοῦ εἶχε παραθέσει ἐπὶ τοῦ καναπὲ τὰ φορέµατά του. ἀντὶ νὰ βάλῃ ποκάµισον τοῦ Κουµπή. Κουµπή. . κι οἱ ἀπόγονοί του ὀνοµάζονται µέχρι σήµερον Καραχµεταῖοι. τὸν Θωµᾶν καὶ ἄλλας τόσας θυγατέρας. τὸν Γεώργιον. πάρε καὶ κάµποσα δικά µου. Ὀλίγους µῆνας µετὰ τὸν γάµον. Ἐστράφη πρὸς τὴν Λελούδαν.ὑπόθεσιν ἐπάνω στὴν φεργάδα. τὰ εἴδη σου. ἡ Λελούδα ἔκαµεν ἓν φοβερὸν λάθος. καὶ ἡ Σεραΐνα ἀνέθρεψε. τὸ ὁποῖον ἦτο µεταξωτὸν καὶ µὲ πλατείας κεντητὰς χειρίδας. νὰ τἄχῃς καλὰ µὲ τὴν Κουµπίνα. ὁ Θεὸς σὲ φωτίζει νὰ φέρνεσαι ἔτσι. ἐπειδὴ ἐπτοεῖτο καὶ τὰ ἔχανεν εἰς τὰς φωνὰς καὶ τὴν αὐστηρότητα τοῦ Κουµπή.Νά µὲ σχωρέσῃς! . Θὰ στείλω µαστόρους νὰ τὸ µερεµετίσουν.Νά πάρω τὸ κλειδὶ τοῦ σπιτιοῦ σου. νὰ λειτουργηθῇ. ὅσα θέλεις. . ἐκ τοῦ ὀνόµατος τοῦ Τούρκου ναυάρχου. σήµερα. µὴ δυνάµενος νὰ κρατήσῃ. Τὴν ἐπαύριον πρωὶ ὁ Κουµπής. ἀλλ᾿ ἐπάνω εἰς τὴν βίαν καὶ τὸν φανατισµόν της. ἐκεῖ στὸ Πρεγάδι. . Κουµπή. ἁγία ψυχή. νὰ πάω νὰ κοιµηθῶ ἀπόψε. ἔκραξε τὴν γυναῖκα καὶ τῆς εἶπε: . εἶπε. Ἔκτοτε ὁ Κουµπὴς Νικολάου ὠνοµάσθη ἀπ᾿ ὅλον τὸ χωρίον Καραχµέτης. κι ὁ Κουµπὴς ἐξύπνησε λίαν πρωί.

καὶ ἐξῆλθεν. ὅσα ἤρκουν διὰ ν᾿ ἀναθρέψῃ τὰ τέκνα τοῦ Κουµπή. τοῦ σκάπτοντας ἐργάτου. . Ἐφόρεσαν ἡ παλαιὰ Κουµπίνα τὰ σεµνὰ καὶ ταπεινά της. οἱ προεστοὶ γύρω. Ἡ Σεραΐνα ἔπεσεν ἐπάνω στὴν ῥάβδον. ἀνῆλθεν εἰς τοὺς µυκτῆρας τοῦ ἱερέως. διὰ τὴν ἐκκλησίαν. καί τινες ὑπεψίθυρισαν. Λάθος ἔκαµε. Τὰ κόκκαλά της εἶχον εὐωδιάσει. Ὅταν ἐπῆγαν µετὰ τρία ἔτη νὰ σκάψουν διὰ τὴν ἀνακοµιδὴν τῶν λειψάνων της. Κουµπή. κυρτὸν ἐν εἴδει καλύβης καὶ ἀποστάζοντα δάκρυ λιβάνου. εἶδον τὸ λάθος..ὑποκάµισον χρυσοκέντητον ἰδικόν της. στὸν χορόν.Παλιοβρώµα!. Αἱ δύο γυναῖκες εἶχον ἐνδυθῆ. λεπτὸν θεσπέσιον ἄρωµα ὡς βασιλικοῦ. Κουµπή. Ὁ Κουµπὴς τὸ ἐστοχάσθη. σχώρεσέ την. ∆ὲν ἐπῆρε ἀκόµη τὰ χούϊα σου. Ἐκοίταξαν τὸ γυναικεῖον ὑποκάµισον τοῦ Κουµπή. κι ἐδάγκασαν τὰ χείλη των. Μὲ ἓν βλέµµα ἡ Σεραΐνα ἐνόησεν ἅµα εἶδε τὸν Κουµπήν. τὰ ὁποῖα δὲν εἶχε φορέσει στὸν γάµο της. Ἐφρύαξε κι ἔτρεξε µὲ σκοπὸν καὶ ἀπόφασιν νὰ σκοτώσῃ τὴν Λελούδαν. Ἀνεπαύθη κι ἐτάφη ἔξωθεν τοῦ ναΐσκου τοῦ Ἁγίου ∆ηµητρίου. Ἐκοίταξε καλὰ τὸ ἴδιον στῆθος καὶ τὸν κορµὸν καὶ τὰς χεῖρας του καὶ τὸ ἀνεκάλυψεν. Κουµπή µου. εἰς τὰ γόνατά του. εἰς τοὺς πόδας του. Σχώρεσέ την γιὰ πρώτη φορά. ἔλεος! ∆ὲν τὸ ἤθελεν ἡ καηµένη. τὰ συστήµατά σου. Ὅταν εἰσῆλθεν εἰς τὸν ναόν. κι ἦσαν ἕτοιµαι νὰ ἐξέλθωσι. τὴν ἐπὶ τοῦ ἀνωφλίου τοῦ ναοῦ. Ὁ Κουµπὴς τὸ ἐφόρεσεν εἰς τὸ θαµπερὸν τῆς αὐγῆς καὶ εἰς τὸ τρέµον φῶς τοῦ κανδηλίου. (µὲ ὑπναλέα ἀκόµη ὄµµατα). Ἡ Σεραΐνα ἐπέζησε δέκα ἢ δώδεκα ἔτη. κι ἡ νέα τὰ νυφιάτικα. σιµὰ εἰς τὴν πελωρίαν κοκκινοµορέαν καὶ παρακάτω ἀπὸ τὸν τεράστιον σχοῖνον. διὰ νὰ µὴ µειδιάσουν. τὸ λαχωρὸ ζωνάρι καὶ τὴν βελουδένιαν τζάκαν του. ἔλεος! Ὁ Κουµπὴς ἐκάµφθη. Κουµπή µου. Ἔλεος. Ἐξῆλθε δροµαίως. Οὗτος ἐσήκωσεν ἤδη τὴν χονδρὴν καὶ σιδεροκέφαλον ῥάβδον του ἐνάντιον τῆς Λελούδας: . ἐφόρεσε τὸ πανωβράκι.Ἔλεος. καὶ ἀντικρὺ εἰς τὴν ὡραίαν καὶ τόσον ζωηρὰν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου. τῆς Λελούδας καὶ δύο ἄλλων παρισταµένων γυναικῶν. µόσχου καὶ ῥόδου ἅµα.. (1909) 149 . ἐπάνω στὴ βία της. στὴ σαστιµάρα της.

ἢ µᾶλλον τὴν ἀπέραντη ποικιλία τῶν τρόπων. εἶναι τὸ ἐπίπεδο τοῦ «φυσικοῦ κόσµου». ποῦ κινεῖται ἀπὸ τὴ φυσικὴ ἐπιθυµία σ ἕναν ἀπελπισµένο ἀγώνα ἐπιβίωσης: πασχίζει ν᾿ ἀποχτήσει παιδιά..» Τὸ ὄνοµα Καραχµέτης εἶναι τούρκικο. ποῦ µᾶς δείχνουν τὸν τρόπο . θὰ ἐκινδύνευε νὰ παραµείνει ἀνενέργητη ὑψηλὴ θεωρία. Ἢ ἀλλαγὴ τοῦ ὀνόµατος δὲν εἶναι ἁπλῶς συµβολική. ποὺ δόθηκαν ἀπὸ τὸ Θεὸ στὸν ἐξόριστο ἄνθρωπο σὰν ἐφόδια. ὅπως ἀκριβῶς µία βυζαντινὴ εἰκόνα ἑνὸς Ἁγίου δὲν εἶναι τὸ πορτραῖτο του. Ὅλα αὐτὰ ὅµως δὲν τὸν σώζουν. Ὁ Κουµπὴς εἶναι ὁ «φυσικὸς ἄνθρωπος». ποῦ ἀποτελοῦν τὰ συναξάρια. ὅσο κι ἂν εἶναι τέλεια διατυπωµένη. ἀπορρίπτει τὴν παράνοµη συµβίωση. κλείνουν τόσο βάθος καὶ τόση ἀληθινὴ σοφία.καθὼς καὶ τὸ µέτρο. Ἀλλὰ ἕνα συναξάρι δὲν εἶναι µία ἱστορικὴ βιογραφία. γι᾿ αὐτὸ καὶ τὸ χαρακτήρισα αὐθόρµητα σὰν συναξάρι. µία καὶ ἀναφέρεται σὲ πρόσωπα ποὺ ἔζησαν πραγµατικά. Ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας µας βρίσκεται διατυπωµένη στὶς Γραφὲς καὶ στὰ κείµενα τῶν Πατέρων. ποὺ ἀποτελεῖ τὴν οὐσία τῆς ἁµαρτίας. ὅπως διαµορφώθηκε µετὰ τὴν Πτώση. στὸ ὁποῖο κυριαρχεῖ ἢ µορφὴ τοῦ Κουµπῆ. τὴ µεταµόρφωση τοῦ «παλαιοῦ ἀνθρώπου» σὲ ἄνθρωπο ποῦ µετέχει ἀπὸ τώρα στὴν «καινὴ κτίση». Τὰ συναξάρια τῶν Ἁγίων. ὁδηγεῖ ἀναπότρεπτα στὸ θάνατο. Γνώριµα σχήµατα τοῦ κόσµου αὐτοῦ εἶναι οἱ διάφοροι κοινωνικοὶ καὶ θρησκευτικοὶ θεσµοί. Τὸ πρῶτο ἀπὸ αὐτά. οἱ «δερµάτινοι χιτῶνες». Ἀκριβῶς τὸ αἴσθηµα αὐτὸ εἶχα κι ἐγὼ ὅταν διάβασα τὸ διήγηµα «Ὁ γάµος τοῦ Καραχµέτη». ὥστε διαβάζοντας τὰ νοιώθει κανεὶς τὴ δροσιὰ τοῦ Θαβώρειου Ὄρους καὶ τὶς ἀνταύγειες τοῦ φωτὸς τῆς Μεταµορφώσεως. νὰ ἐξασφαλίσει αὐτὴ τὴ δυναµικὴ ἔκφραση ἀθανασίας. κατὰ τὸ ὁποῖο εἶναι δυνατὸν νὰ βιωθεῖ ἡ διδασκαλία αὐτή. κάνει τὸ πᾶν γιὰ νὰ ἐκπληρώσει τὴν ἐπιθυµία του κάτω ἀπὸ τὸ κάλυµµα κάποιας νοµιµότητας.. Αὐτοὺς ἀκριβῶς τοὺς τρόπους κι αὐτὸ τὸ µέτρο τὰ βρίσκουµε στὶς γραπτὲς διηγήσεις γιὰ τὴ ζωὴ τῶν Ἁγίων. παρὰ τὸ ἁπλοϊκό τους ὕφος. εἶναι κατηγορηµατική: «Ἔκτοτε ὁ Κουµπὴς ὠνοµάσθη ἀπ᾿ ὅλον τὸ χωρίον Καραχµέτης. γιατὶ αὐτονοµεῖ τὴν ἐπιθυµία του. 150 . παρατείνοντας τὴ βιολογική του συνέχεια πάνω στὴ γῆ. ἂν δὲν ὑπῆρχαν τὰ παραδείγµατα τῶν Ἁγίων. ὅµως. θὰ ἔλεγα ὅτι τὸ διήγηµα αὐτὸ εἶναι τὸ συναξάρι µίας Ἁγίας Συζύγου. µὴ χριστιανικό. Τοῦτο ὅµως µὲ ὑποχρεώνει νὰ δώσω µίαν ἐξήγηση τοῦ ὅρου «συναξάρι». καὶ ἡ αὐτονοµία.Ὁ γάµος τοῦ Καραχµέτη ἢ Τὸ συναξάρι µίας ἁγίας συζύγου Ἄν µοῦ ζητοῦσαν νὰ δώοω µὲ δύο λέξεις τὸ νόηµα καὶ τὸ µήνυµα τοῦ διηγήµατος τοῦ Παπαδιαµάντη «Ὁ Γάµος τοῦ Καραχµέτη». Ὁ Κουµπὴς τρέφει βαθύτατο σεβασµὸ στὰ θρησκευτικὰ καὶ κοινωνικὰ σχήµατα: τρέµει τὴν καταδίκη τοῦ µοιχοῦ. δηλαδὴ τοῦ πληρώµατος τῆς Ἐκκλησίας. σηµαίνει ὅτι ἡ κοινότητα δὲν τὸν δέχεται πιὰ σὰν οἰκεῖο πρόσωπο καὶ τὸν εἰδοποιεῖ ὅτι βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὴν περιοχὴ µέσα στὴν ὁποία µπορεῖ νὰ ἀναζητηθεῖ ὁ δρόµος πρὸς τὴ Ζωή. γιὰ νὰ µπορέσει νὰ ἐπιβιώσει στὴν περιπλάνησή του µέσα στὴν ἔρηµό της ζωῆς. Τὸ συναξάρι εἶναι µία διήγηση ποῦ προσπαθεῖ νὰ µᾶς κάνει καταληπτὸ τὸ πέρασµα ἑνὸς ἀνθρώπου ἀπὸ τὴ φυσικὴ ζωὴ στὴ ζωὴ τῆς ἁγιότητας. ἄλλα καὶ σὰν βοήθεια γιὰ νὰ ξαναβρεῖ τὸ δρόµο τῆς ἐπιστροφῆς. Τὸ διήγηµα κινεῖται σὲ δύο διαφορετικὰ ἐπίπεδα. Ἡ ἐτυµηγορία τοῦ χωρίου. Αὐτὴ ἡ διδασκαλία.

εἶχε µυροβλύσει. Πῆρε δεύτερη γυναίκα προχώρησε. Ἡ πρώτη ἀναγνώριση τῆς ἁγιωσύνης της γίνεται ἀπὸ τὸν Κουµπή. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ζεῖ τὴν ἐκπληκτικὴ γαµήλια σχέση τῆς τόσο ἁπλὰ καὶ τόσο φυσικά. Καὶ κάθεται καὶ ἀνατρέφει τὰ παιδιά της. ἅγια ψυχή. δὲν τό ῾ξερε». νὰ τὸ φορέσῃ ὁ ἄντρας της ἀντὶ γιὰ τὸ δικό του. κανένα γεγονὸς καὶ κανένας νόµος δὲν ἔχει τὴ δύναµη νὰ τὴν κλονίσει: ἡ εἴσοδος τῆς Λελούδας µόλις ἀγγίζει τὴ Σεραϊνώ.com/2010/02/blog-post_5867. Αὐτὴ ἡ γυναίκα εἶχε δύναµη νὰ γίνῃ µάρτυρας.ἀναγγέλλει τὴν ἁγιότητά της σὲ ὅλους µας καὶ τὴν προβάλλει σὰν παρήγορη µαρτυρία γιὰ τὴ δυνατότητα ἐξαγιασµοῦ τοῦ βέβηλου κόσµου µας. Καὶ ὅταν κάποια µέρα αὐτὴ σὰν ἀρχάρια. ἀλλὰ γιὰ µία βίωση τῆς ὑποταγῆς στὸν ὑπέρτατο βαθµό. καὶ πῆγε στὴν ἐκκλησία καὶ γελοῦσαν οἱ ἄλλοι προεστοὶ µὲ τὸ πουκάµισο ποὺ φοροῦσε -τῆς γυναίκας του-. Φαινοµενικὰ ἐπικράτησε τὸ δίκαιο τοῦ ἄντρα της.html Στὸ διήγηµα αὐτὸ µία γυναίκα δέχεται µὲ ἀνοιχτὲς ἀγκάλες τὴ νέα γυναίκα τοῦ ἄνδρα της καὶ τὴν φέρνει µέσα στὸ σπίτι. τὸ θεωρεῖ φυσικὸ καὶ αὐτονόητο νὰ µείνει κοντὰ στὸν ἄντρα της. Ὁ Κουµπὴς εἶναι ὁ σύζυγός της καὶ ὑποτάσσεται σ αὐτὸν «ὥσπερ ἡ Ἐκκλησία ὑποτάσσεται τῷ Χριστῷ». ὄχι ὅµως αὐτονοµηµένους. ἄλλα ἡ βίωση τοῦ γάµου στὴ µυστηριακὴ µορφή του. Αὐτὴ ἡ ὑποταγὴ ὅµως δὲν τὴν ἐκµηδενίζει ἀλλὰ τὴν ἐξαγιάζει καὶ τὴ δοξάζει.blogspot. χρησιµοποιεῖ τοὺς ἴδιους «δερµάτινους χιτῶνες». νὰ ἀναθρέψει τὰ παιδιά του. Τάσος Ζαννής. στὸ ὁποῖο κινεῖται ἡ Σεραϊνώ. εἶπε. ὅπως ἀναπνέει ἢ περπατάει. ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος. µὴ δυνάµενος νὰ συγκρατήσει ὁ σκληρὸς τὴν συγκινησίν του». καὶ τὸ πρωὶ ἔβγαλε δικό της πουκάµισο. δὲν εἶναι παρὰ ἕνα ἁπλὸ ἐπεισόδιο στὴ ζωή της. Μετὰ τὸ θάνατό της ἡ εὐωδία τῶν λειψάνων τηςσηµεῖο ὑπερνίκησης τῆς φθορᾶς ἤδη ἀπ᾿ αὐτὸν τὸν αἰώνα. ἀφοῦ αὐτὸς δὲν ἀνταποκρίνεται». περιοδικὸ Σύναξη τ. καὶ ἐκείνη ἔµεινε στὸ περιθώριο. γύρισε πίσω ἕτοιµος νὰ τὴν χτυπήσει καὶ ἔπεσε ἐπάνω του καὶ τὸν µαλάκωσε ἡ πρώτη γυναίκα του ποὺ εἶχε µείνει σὰν ὑπερέτρια. «ἐν παντί». ὁ ὁποῖος θὰ σταθῇ ἀπέναντί της καὶ θὰ τῆς πῇ: «Μὴν προχωρῇς περισσότερο. Ἀλλὰ αὐτὴ ὅταν ἔβγαλαν τὰ ὀστᾶ της µετὰ τὸ θάνατό της.26 http://orthodoxigynaika. Μία τέτοια σχέση εἶναι ἀκατάλυτη. «Μή. ἀπὸ τὰ κεντητά. Ζεῖ µέσα στὰ ἴδια κοινωνικὰ καὶ θρησκευτικὰ σχήµατα ὅπως καὶ ὁ Κουµπής. ἀλλὰ ὡς µέσα πορείας πρὸς τὴν Ἀλήθεια καὶ τὴ Ζωή. ∆ὲν πρόκειται ἐδῶ γιὰ µία πράξη αὐτοθυσίας. 151 . Πρεσβείαις. Κύριε. Ἡ Σεραϊνὼ ζεϊ βέβαια µέσα στὸ φυσικὸ κόσµο. Ποιὸς εἶναι αὐτός. Τὸ βασικὸ κίνητρο στὴ σχέση της µὲ τὸν Κουµπὴ δὲν εἶναι ἡ φυσικὴ ἐπιθυµία. Ποιὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ θὰ πῇ σὲ κάποιον «µὴ γίνῃς µάρτυρας» ἂν ἔχῃ τὴ δυνατότητα καὶ τὸ µπορῇ. σ᾿ ἕνα στιγµιαῖο φωτισµό του: «Ὁ Θεὸς σὲ φωτίζει καὶ φέρεσαι ἔτσι. Ἀµήν.Γιὰ νὰ φτάσουµε στὸ ἄλλο ἐπίπεδο. σταµάτα µέχρι ἐκεῖ. ἔλεος Κουµπή µου.ἦταν καὶ ἀµίφως. ἄλλα ὁ τρόπος ποὺ ζεϊῖ δὲν εἶναι «τοῦ κόσµου τούτου». τῆς Ἁγίας Σεραϊνῶς καὶ πάντων σου τῶν Ἁγίων Συζύγων ἐλέησον καὶ σῶσον ἡµᾶς. Αὐτὴ εἶχε τὴ δύναµη νὰ γίνῃ µάρτυρας. ὅπως τὸν παραδίδει ἡ Ἐκκλησία. πρέπει νὰ παραιτηθοῦµε ἀπὸ κάθε προσπάθεια ψυχολογικῆς ἑρµηνείας καὶ νὰ ξεπεράσουµε τὸ φράγµα τῶν κοινωνικῶν θεσµῶν καὶ τῆς συµβατικῆς θρησκευτικότητας. Αὐτὴ ἡ µεταµορφωµένη συζυγία ἔχει πάρει τὴ θέση τοῦ φυσικοῦ νόµου στὴ ζωή της.ἔκανε λάθος.

Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ἡ χαρὰ τῆς ζωῆς καὶ τῆς δηµιουργίας» τοῦ π.agiooros. Βασιλείου Θερµοῦ http://www.php?f=18&t=7984&start=0 152 .net/forum/viewtopic.

Καὶ ἀργὰ τὸ βράδυ. καὶ εἶχε χηρεύσει. Εἶχεν ἀποκτήσει. Ἅις-Βασίλης. µετοχὴν ἐπὶ τοῦ πλοίου. εἰς τὴν θάλασσαν. µαζὶ µὲ τὸ καράβι.ἔρωντας εἶναι. εἶτα εἶχεν ἀποκτήσει πλοῖον ἰδικόν του. 153 . δὲν εἶναι γέρωντας. καὶ ἄλλο δὲν τοῦ ἔµεινεν εἰµὴ ἡ παλιὰ πατατοῦκα. ἦτον ἔρηµος. ὥστε ὅλες οἱ γειτονοποῦλες ὁποῦ τὸν ἤκουαν τοῦ τὸ ἐκόλλησαν τέλος ὡς παρατσούκλι: «Ὁ µπάρµπα-Γιαννιὸς ὁ Ἔρωντας».. οὔτε ἄσπρα εἶχεν. µορµυρίζων. ἐνῷ κατέβαινε τὸ πρωὶ εἰς τὴν παραλίαν. ὅταν ἐπρωτοµπαρκάρησε ναύτης εἰς τὴν βοµβάρδαν τοῦ ἐξαδέλφου του. τὸ µόνον ροῦχον ὁποῦ ἐσώζετο ἀκόµη ἀπὸ τοὺς πρὸ τῆς εὐτυχίας τοῦ χρόνους. καὶ εἶχε κάµει καλὰ ταξίδια. ∆ιότι δὲν ἦτο πλέον νέος. γειτόνισσα. Ὅλα αὐτὰ τὰ εἶχε φθείρει πρὸ χρόνων πολλῶν.. εἶχεν ἀποκτήσει χρήµατα· ἀλλὰ τὰ ἔφαγεν ὅλα ἐγκαίρως µὲ τὰς Φρύνας εἰς τὴν Μασσαλίαν. µὲ τρόπον ὥστε νὰ τὸν ἀκούῃ ἡ γειτόνισσα: . Εἶχε νυµφευθῆ. Γιαννιό µου ἔλα µέσα. βελούδινα γελέκα. ψηλὰ καπέλα. πολυλογοῦ καὶ ψεύτρα. Ἄλλοτε παραπονούµενος εὐθύµως: Γειτόνισσα. διὰ νὰ µπαρκάρῃ σύντροφός µε καµµίαν βρατσέραν εἰς µικρὸν ναῦλον. Κανένα δὲν εἶχεν εἰς τὸν κόσµον. εἶχε κρεµάσει καδένες χρυσὲς µὲ ὡρολόγια. Εἶχεν ἀρχίσει τὸ στάδιόν του µὲ αὐτὴν τὴν πατατούκαν. δὲν εἶπες µία φορὰ κ᾿ ἐσύ. τὴν νύκτα. κᾶµε κ᾿ ἐµένα γείτονα µὲ τὴν γειτόνισσά σου. Φῶτα. µὲ τὴν κατεβασιά σου. ἀπὸ τὰ µερδικά του ὅσα ἐλάµβανεν ἀπὸ τὰ ταξίδια. ἐπανήρχετο εἰς τὸ παλιόσπιτο τὸ µισογκρεµισµένον. τὰ µεσάνυκτα. Εἶχε φορέσει ἀγγλικὲς τσόχες. Τὸ ἔλεγε τόσον συχνά. καὶ εἶχεν ἀτεκνωθῆ. καὶ κατήρχετο εἰς τὴν παραθαλάσσιον ἀγοράν.. Χριστούγεννα.Ὁ Ἔρωτας στὰ χιόνια Καρδιὰ τοῦ χειµῶνος. οὔτε εὔµορφος. Καὶ αὐτὸς ἐσηκώνετο τὸ πρωί. εἰς τὴν Μασσαλίαν. εἶχεν ἀποκτήσει τέκνον. ἢ διὰ νὰ πάγῃ µὲ ξένην βάρκαν νὰ βγάλη κανένα χταπόδι ἐντὸς τοῦ λιµένος.Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης . ἀφοῦ ἔπινεν ὀλίγα ποτήρια διὰ νὰ ξεχάσῃ ἢ διὰ νὰ ζεσταθῇ. ἐνῷ κατέβαινεν ἀπὸ τὸ παλαιὸν µισογκρεµισµένον σπίτι. ἔρριπτεν εἰς τοὺς ὤµους τὴν παλιὰν πατατούκαν του. τὴν ὁποίαν ἐφόρει πεταχτὴν ἐπ᾿ ὤµων. ἐκχύνων εἰς τραγούδια τὸν πόνον του: Σοκάκι µου µακρύ-στενό. δὲν εἶναι τσορβᾶς.Σεβτᾶς εἶν᾿ αὐτός.

Ἡ πρωία ἐνθύµιζε τὸ δηµῶδες: Βρέχει. ἔβλεπε τὸ παράθυρον τῆς γειτόνισσας κλειστόν. ὑψηλή. τὴν γυναῖκα του.. διὰ νὰ συλλάβῃ τὶς ἀθῷες καρδιές. Ἦτο ἔρηµος εἰς τὸν κόσµον. Ἐγυάλιζεν. τὰ ὁποῖα ψάχνουν εἰς µάτην. Ἐξέλιπον οἱ µικροὶ µακρυλοὶ καρποὶ ἀπὸ τὰς ἀγριελαίας εἰς τὸ βουνὸν τοῦ Βαραντᾶ. λιγνή. ὡς µισοπαγωµένα κοσσύφια. 154 . µεσάνυκτα. οἱ κηροµύται οἱ γλυκεῖς καὶ αἱ κίχλαι αἱ εὔθυµοι πίπτουσι θύµατα τῆς θηλιᾶς τοῦ γερο-Φερετζέλη. νὰ εἶχε βρόχια. τὰ παιδιά της. κάτω εἰς τὸν κάµπον χιονόνερον. τὰς ἀσωτίας του. ἐνῷ αὐτὸν δὲν ἐγύριζε µάτι νὰ τὸν ἰδῇ. ἐπὶ ἡµέρας ὁ οὐρανὸς κλειστός. ἐξέλιπον τὰ µύρτα ἀπὸ τὰς εὐώδεις µυρσίνας εἰς τῆς Μαµοῦς τὸ ρέµα. Ἐφαντάζετο τὸν ἔρωτα ὡς ἕνα εἶδος γερο-Φερετζέλη. κ᾿ ἕνα γαϊδουράκι µικρὸν διὰ νὰ κουβαλᾷ τὰ ἀλέσµατα. µὲ τὴν πατατούκαν φεύγουσαν καὶ γλιστροῦσαν ἀπὸ τοὺς ὤµους του. ὅπως τὸ µελίσσι. µυῖαι λευκαί. τὰ βάσανά του.. Συχνὰ ὅταν ἐπανήρχετο τὸ βράδυ. βωβόν. ἐφέροντο στροβιληδὸν εἰς τὸν ἀέρα. καὶ ἤκουε τὴν γλῶσσαν τῆς ν᾿ ἀλέθῃ. Ὅλα τὰ ἀγαποῦσε. γυρίζουσα τὸν χειρόµυλον. τοῦ ᾄσµατος τοῦ µπάρµπα-Γιαννιοῦ. τὸν ἄνδρα της. καὶ ν᾿ ἀσχολῆται εἰς τὸ νὰ στήνῃ βρόχια ἐπάνω εἰς τὰ χιόνια. εἰς τὸν ὑψηλόν. τὸ γαϊδουράκι της.. τέσσαρα παιδιά. Ἕνας γέρο-Φερετζέλης πιάνει µὲ τὶς θηλιές του χιλιάδες κοτσύφια. ∆ὲν ἐχειροµύλιζεν ὁ παπάς. προέκυπτεν εἰς τὸν µακρόν. τολύπαι βάµβακος. * ** Καὶ εἶχε πέσει εἰς τὸν ἔρωτα.. καὶ ὁ χειρόµυλος ἔπαυε. ἡ Πολυλογοῦ.. ἡ πολυλογοῦ καὶ ψεύτρα. Καὶ εἶχεν πελατείαν µεγάλην. ἐσφλοµώνετο. Ποῖος νὰ τὸν ἀγαπήση αὐτόν. καὶ ἔπιπτον εἰς τὴν γῆν. εἶχε µάτια µεγάλα. κ᾿ ἐπροτίµα τὸ διὰ χειροµύλου ἀλεσµένον.. καὶ ἔβλεπε τὸ βουνὸν ν᾿ ἀσπρίζῃ εἰς τὸ σκότος. ∆ιότι τοιοῦτον πρᾶγµα ἦτο· µυλωνοῦ ἐργαζοµένη µὲ τὴν χεῖρα. τὸ ἀρχοντολόγι τοῦ τόπου τὸ εἶχεν εἰς κακόν του νὰ φάγῃ ψωµὶ ζυµωµένον µὲ ἄλευρον ἀπὸ νερόµυλον ἢ ἀνεµόµυλον. Εἶχεν ἕνα ἄνδρα.. νύκτα. ἐχειροµύλιζεν ἡ γειτόνισσα. διὰ νὰ ξεχάση τὸ καράβι του. νὰ εἶχε φωτιές.Νὰ εἶχεν ὁ ἔρωτας σαΐτες!. διὰ ν᾿ ἀνακαλύψουν τελευταίαν τινα χαµάδα µείνασαν εἰς τὸν ἐλαιῶνα. ὅπως τὸ χταπόδι. Νὰ τρυποῦσε µὲ τὶς σαΐτες του τὰ παραθύρια. καὶ παρεδίδετο εἰς σκέψεις φιλοσοφικὰς καὶ εἰς ποιητικὰς εἰκόνας. τὸ παιδί του. πευκόσκιον λόφον. κι ὁ παπὰς χειροµυλίζει. Καὶ εἶχε πέσει εἰς τὸ κρασὶ διὰ νὰ ξεχάσῃ τὴν γειτόνισσαν. τὰ παιδιά της. νὰ ἔστηνε τὰ βρόχια του ἀπάνω στὰ χιόνια. ὅστις νὰ διηµερεύῃ πέραν. καὶ ἤκουε τὸν χειρόµυλον νὰ τρίζῃ ἀκόµη. τὸ γαϊδουράκι της.Χειµὼν βαρύς. κ᾿ ἐνθυµεῖτο τὸν ἄνδρα της. τὰς Λαΐδας τῆς Μασσαλίας. καὶ τώρα τὰ κοσσυφάκια τὰ λάλα µὲ τὸ ἀµαυρὸν πτέρωµα. . Μόνον τὸν µπάρµπα-Γιαννιὸν δὲν ἀγαποῦσε... εἶχε βερνίκι εἰς τὰ µάγουλά της. καὶ αἱ νιφάδες.. θολά. καὶ ἡ σκιά του. καὶ τὸν φεγγίτην νὰ λάµπῃ θαµβά. στενὸν δροµίσκον. τὸν καιρὸν ἐκεῖνον. Ἐπάνω εἰς τὰ βουνὰ χιόνες. νὰ ζέσταινε τὶς καρδιές. ἐκαπνίζετο. βρέχει καὶ χιονίζει.. µὲ τὴν γειτόνισσαν τὴν Πολυλογοῦ. τὴν θάλασσαν καὶ τὰ κύµατά της. ὁποῦ αὐτὴ ὅλα τὰ ἀγαποῦσε. Σηµειώσατε ὅτι.. µακρά.

εἰς ὅλον τὸν µακρόν. κόσµος βαρύς..* ** Τὴν ἄλλην βραδιὰν ἐπανήρχετο. ὕψωνε τοὺς ὤµους. νὰ τὰ σκεπάσῃ. πρὶν ἀπέλθη νὰ κοιµηθῆ.. καὶ τὸν οἰκίσκον τὸν παλαιὸν καὶ καταρρέοντα. δὲν ἐκινεῖτο οὐδ᾿ ἀνέπνεε πλέον. οἰκία καταρρέουσα. κᾶµε κ᾿ ἐµένα γείτονα µὲ τὴν γειτόνισσά σου. ἀνία. τὴν θάλασσαν. Καὶ εἶτα µετὰ στεναγµοῦ προσέθετε: . τὰς ἁλύσεις τὰς χρυσᾶς καὶ τὰς ἁλύσεις τὰς σιδηρᾶς. Ὑγεία κατεστραµµένη. τὰ ναυάγια..K᾿ ἕνα κοιµητήρι θὰ µᾶς σµίξῃ. Ἀλλὰ δὲν ἠµποροῦσε. ὅλα τὰ περασµένα: Τὸ καράβι. κακός. καὶ τὴν φιλοφροσύνην της. νὰ µὴν ἔχουµε κακὴ καρδιὰ µέσα µας. στενὸν δροµίσκον. τὰ παιδιά της καὶ τὸ γαϊδουράκι της: Ὅλα. ἀνάλγητος. τὰ ψηλὰ καπέλα. ὅλας τὰς ἁµαρτίας. Ἐφαντάζετο ἀµυδρῶς µίαν εἰκόνα. νὰ τὰ ἐξαγνίσῃ. νὰ τὰ σαβανώσῃ. κ᾿ ἕνας θάνατος θὰ µᾶς ξεχωρίσῃ. τὴν δυστυχίαν.. καὶ τὸν χειρόµυλόν της. µίαν ὀπτασίαν. νὰ µὴν ὑποψάλη τὸ σύνηθες ᾆσµα του: Σοκάκι µου µακρύ-στενό. τὸ βερνίκι καὶ τὸ κοκκινάδι της. ἐπανῆλθε µεθυσµένος πλειότερον παράποτε. ν᾿ ἀσπρίσουν τὰ σωθικά µας. καὶ τὴν πατατούκαν τὴν λερὴν καὶ κουρελιασµένην: Νὰ σαβανώσῃ καὶ νὰ σκεπάσῃ τὴν γειτόνισσαν τὴν πολυλογοῦ καὶ ψεύτραν. Χειµὼν βαρύς. µὲ τὴν κατεβασιά σου.Ἕνας Θεὸς θὰ µᾶς κρίνῃ. καὶ τὸ χαµόγελόν της. κ᾿ ἐµορµύριζεν: . τὴν τελευταίαν. ὄχι πολὺ οἰνοβαρής. ἔρριπτε βλέµµα εἰς τὰ παράθυρα τῆς Πολυλογοῦς. Ὡσὰν ἡ χιὼν νὰ ἰσοπεδώσῃ καὶ ν᾿ ἀσπρίσῃ ὅλα τὰ πράγµατα. N᾿ ἀσπρίσῃ καὶ νὰ σαβανώσῃ τὸν δροµίσκον τὸν µακρὸν καὶ τὸν στενὸν µὲ τὴν κατεβασιάν του καὶ µὲ τὴν δυσωδίαν του. ∆ὲν ἔστεκε πλέον εἰς τὰ πόδια του. καρδία ρηµασµένη. καὶ τὸ γυάλισµά της.. τὰς πόρνας τῆς Μασσαλίας. . τὰ ὡρολόγια. ὅλα νὰ τὰ καλύψη. Σῶµα βασανισµένον. νὰ τὰ ἀσπρίση.Ἄσπρο σινδόνι. µεσάνυκτα.. εἰς τὸ ὄµµα τοῦ Κριτοῦ. τὴν ψευτοπολιτικήν της. τοῦ Τρισαγίου. νὰ τὰ ἁγνίση! * ** Τὴν ἄλλην βραδιάν. νύκτα. Τὴν ἄλλην βραδιάν. διὰ νὰ µὴ παρασταθοῦν ὅλα γυµνὰ καὶ τετραχηλισµένα. τοῦ Παλαιοῦ Ἡµερῶν. καὶ τὸν ἄνδρα της. καὶ ὡς ἐξ ὀργίων καὶ φραγκικῶν χορῶν ἐξερχόµενα. φθαρµένον.. τὴν ἀσωτίαν.. νὰ µᾶς ἀσπρίσῃ ὅλους στὸ µάτι τοῦ Θεοῦ. Μοναξία. ἡ χιὼν εἶχε στρωθῆ σινδών. ἓν ξυπνητὸν ὄνειρον. τὴν φλυαρίαν της. 155 .

παραµοναί. ἐστύλωσε τὰ πόδια. εἶπε πάλιν ἡ φωνή.. Κατὰ λάθος ἤγγισε τὸ ρόπτρον.. καὶ κατέλαβε µὲ τὸ µακρόν του ἀνάστηµα ὅλον τὸ πλάτος τοῦ µακροῦ στενοῦ δροµίσκου. Ἔπιε διὰ νὰ σταθῇ.. Ἅις-Βασίλης. Ἅπαξ ἐδοκίµασε νὰ σηκωθῇ. Ἐχάθησαν εἰς τὸν βόµβον τοῦ ἀνέµου καὶ εἰς τὸν στρόβιλον τῆς χιόνος.Νὰ εἶχαν οἱ φωτιὲς ἔρωτα!. Πῶς ὄχι. Εὕρισκε φρικώδη ζέστην εἰς τὴν χιόνα. καλῶς ἢ κακῶς.» Μόλις ἤρθρωσε τὰς λέξεις. ∆ὲν ἠµποροῦσε νὰ εὕρῃ παρηγορίαν. Πάλιν ἐκλονήθη. . ∆ὲν ἠµποροῦσε πλέον νὰ σχηµατίσῃ λογικὴν πρότασιν.. Τὸ παράθυρον ἐκλείσθη σπασµωδικῶς. Εὐλογοφανῶς θὰ ἠδύνατό τις νὰ τοῦ ἀποδώση πρόθεσιν ὅτι ἐπεχείρει ν᾿ ἀναβῇ. Ἐπάνω ἐκινοῦντο φῶτα καὶ ἄνθρωποι. Εἶχαν οἱ θηλιὲς χιόνια!» 156 . Μίαν στιγµὴν ἂς ἀργοποροῦσε! Ὁ µπάρµπα-Γιαννιὸς ἐστηρίζετο ὄρθιος εἰς τὸν παραστάτην. Ἦτο ἡ θύρα τῆς Πολυλογοῦς. Ηὖρε τὸν δρόµον. ∆ὲν εἶναι τίποτε. µακρύ-στενὸ σοκάκι!. ἐσαρρίσθη. νὰ αἰσθανθῇ.. Καρδιὰ τοῦ χειµῶνος. Ἴσως ἐγίνοντο ἑτοιµασίαι. Ἐξηπλώθη ἐπὶ τῆς χιόνος.. .Καὶ ἐγὼ σοκάκι εἶµαι. τοῦ ἤρχοντο ὡς ναυάγια αἱ λέξεις: «Γειτόνισσα πολυλογοῦ. Συνέχεε λέξεις καὶ ἐννοίας... ἔπιε διὰ νὰ γλιστρήσῃ. ἀόρατος ἄνωθεν. Ἐµορµύρισε: . Νὰ εἶχαν οἱ θηλιὲς χιόνια. Τὸ παράθυρον ἔτριξεν. ∆ὲν ἐπάτει πλέον ἀσφαλῶς τὸ ἔδαφος.. ἐµορµύρισε. Ἀκούµβησε τὶς πλάτες. ∆ὲν ἠµποροῦσε πλέον νὰ ζήσῃ. Ἐπιάσθη ἀπὸ τὸ ἀγκωνάρι. τῆς γειτόνισσας. Χριστούγεννα. «Εἶχαν οἱ φωτιὲς ἔρωτα!.Ποιὸς εἶναι. Τὸ ρόπτρον ἤχησε δυνατά. ζωντανὸ σοκάκι. Φῶτα. ἀλλ᾿ εἰς τὸ πνεῦµα του τὸ ὑποβρύχιον. καὶ σχεδὸν δὲν ἠκούσθησαν.σωθικὰ λυωµένα. Ἐξεπιάσθη ἀπὸ τὴν λαβήν του. Ἐκλονήθη. Ὁ µπάρµπα-Γιαννιὸς ἦτο ἀκριβῶς ὑπὸ τὸν ἐξώστην.. νὰ χαρῇ. Ἐκλονήθη. καὶ εἶτα ἐναρκώθη. εἰς τὴν οἰκίαν της. ἔπιε διὰ νὰ πατήσῃ.Ποιὸς εἶναι. ἔκλινε καὶ ἔπεσεν. τὸν ἀνεγνώρισεν. Ἐπιάσθη ἀπὸ τὸν παραστάτην µιᾶς θύρας. νὰ ζεσταθῇ. Ἐδοκίµασε νὰ εἴπῃ τὸ τραγούδι του. .

ἐνώπιον τοῦ Κριτοῦ.Καὶ τὸ παράθυρον πρὸ µιᾶς στιγµῆς εἶχε κλεισθῆ. κ᾿ ἐκοιµήθη ὑπὸ τὴν χιόνα. ἐκορυφώθη. Καὶ ἂν µίαν µόνον στιγµὴν ἠργοπόρει. 157 . Πλὴν δὲν τὸν εἶδεν οὔτε αὐτὸς οὔτε κανεὶς ἄλλος. τοῦ Τρισαγίου. διὰ νὰ µὴ παρασταθῇ γυµνὸς καὶ τετραχηλισµένος. Καὶ ἡ χιὼν ἔγινε σινδών. Καὶ ἡ χιὼν ἐστοιβάχθη. ἐσωρεύθη δυὸ πιθαµάς. αὐτὸς καὶ ἡ ζωή του καὶ αἱ πράξεις του. K᾿ ἐπάνω εἰς τὴν χιόνα ἔπεσε χιών. σάβανον. τοῦ Παλαιοῦ Ἡµερῶν. ὁ σύζυγος τῆς Πολυλογοῦς θὰ ἔβλεπε τὸν ἄνθρωπον νὰ πέσῃ ἐπὶ τῆς χιόνος. Καὶ ὁ µπάρµπα-Γιαννιὸς ἄσπρισεν ὅλος.

Ἦτο ζωγραφισµένη ὡς 158 . προκῦπτον µέσα ἀπὸ βαθεῖαν χλόην ἀνάµεσα εἰς τὰς πίτυς καὶ τὰς καστανέας. Κ᾿ ἦτον καλῆς ψυχῆς ἄνθρωπος. ψυχῆς. ἐξ ἀµνηµονεύτων χρόνων ἐκρέµαντο ἀνάµεσα εἰς τοὺς κλώνας του. τότε µνήσθητι ∆ιονυσίου».κ᾿ ἐδιάβαζεν ὁ πάτερ Ἐφραὶµ ὁ πνευµατικὸς τὸν Ἑσπερινόν. ξένε. ὁ διάσηµος ἀσκητής. Καὶ µόλις ἠµποροῦσε νὰ διαβάσῃ τις. κατέβαινε τὰ σκαλοπάτια ὁ γέρων ἕως τὴν βρύσιν. Ὁ πεῦκος ὁµοιάζει µὲ ἄνθρωπον ὁποὺ δὲν ἐκάρη τὴν κόµην εἰς ὅλην τὴν ζωήν του. οἱ καρποὶ τοῦ πεύκου. ὁ ἀββᾶς ∆ιονύσιος: «Χεῖρας. τῆς καλλιρείθρου τῆσδε τῆς κρήνης. ἡ Εἰκὼν τῆς Παναγίας. εἰς τὰ χίλια ἑξακόσια τόσα. ὀλίγον ὑψηλότερα ἀπὸ τὴν ὡραίαν θαλασσίαν ἀγκάλην τοῦ Ἀσέληνου. ἀνάµεσα εἰς τὴν Μεγάλην Ἄµµον κ᾿ εἰς τὸν Ταρσανᾶν. Καὶ ψηλὰ εἰς τὸ πλάγι. ἀφοῦ ἀπὸ τὴν στιγµὴν ποὺ ἔπλευσε ναυαγὸς εἰς τὸ κῦµα. τοὺς ὁποίους εἶχε γράψει ποτε ἐπὶ τοῦ µετώπου τῆς πηγῆς. ἀλλ᾿ ἴσως νὰ ἔκαναν µακρόθεν ἕνα σταυρόν.Νεκρὸς ταξιδιώτης Ὅταν εὑρέθη ὁ πνιγµένος. ὀλίγον ἀκόµη ἤθελε νὰ βασιλέψῃ ὁ ἥλιος. κι ὁ Νωµατάρχης ὁ ἀστυνοµεύων . εἰς τὸ δυτικὸν πλάγι τοῦ χαριτωµένου νησιοῦ. διὰ νὰ βεβαιωθῇ ἂν ἦτον πνιγµένος ἢ δὲν ἦτον. µέχρι τῆς τελευταίας στιγµῆς του. καὶ ἀπέδωκε τὴν ἁπλοϊκὴν ψυχήν του πελαγωµένος εἰς τὴν πάλην µὲ τὸν Χάρον τὸν θαλάσσιον. ἵστατο ἀκόµη ὀρθὸς ὁ χιλιετὴς πεῦκος.κ᾿ ἡ Παναγία ἡ Κ᾿νιστριώτισσα τοῦ παρεχώρησε τὸ ταπεινὸν αἴτηµα. τὰ εἶχε φάγει τὸ νερόν. Φαίνεται. Ἀπὸ τριακοσίων χρόνων καὶ πλέον κανεὶς δὲν ἐξάµωσε νὰ κόψῃ φύλλον ἀπὸ τὸ γιγαντιαῖον δένδρον. ὁ συχωρεµένος ὁ Κώστας τοῦ Σταµατάκη. ὅπου ἐβασίλευε γλυκὰ σιγὰ ὁ ἥλιος. τὴν ὁποίαν αὐτὸς εἶχεν ὀνοµάσει «γωνίαν τοῦ Παραδείσου». εἶχε τάξει εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Κ᾿νιστριώτισσαν. ὡς νὰ ἔκρυπτεν ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον τὰ χρυσὰ καὶ στίλβοντα στολίδια του µέσα εἰς τὸν θησαυρόν του. Ὅλοι οἱ κωνίσκοι. ἀνάµεσα στοὺς κλώνας του. κ᾿ ἐκεῖ ἦτον προσκολληµένος ὁ πόθος του. µαζὶ µὲ τὸν Μιχαίαν τὸν ὑποτακτικόν του. τοὺς ἰαµβικοὺς στίχους. ὁµοῦ δὲ καὶ διαυγὲς νῦν ὕδωρ πίνων. Ἐκεῖ λοιπὸν ἀγνάντευε. εἶχεν εὑρεθῆ ἕνα καιρὸν αἰωρουµένη ἡ λαµπρὰ Εἰκὼν τῆς Παναγίας. τὸν κρουνὸν καὶ τὴν λεκάνην. ἀκριβῶς κάτω ἀπὸ τὸν βράχον τοῦ Κοιµητηρίου. ἐπειδὴ ἦτο ἀνάγκη νὰ τὸν σχίσουν οἱ γιατροί. µυριάδες ἀναρίθµητοι.οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπήγαιναν. ὅπου τὰ κύµατα φαίνονται νὰ τραγουδοῦν µυστηριῶδες νανούρισµα εἰς τοὺς νεκροὺς . ἂν ἤξευραν ἀκόµη νὰ κάµουν τὸν σταυρόν τους . δὲν ἔπαυσε ν᾿ ἀντικρύζῃ τὸν ἔρηµον ναΐσκον τῆς πέραν. ἢ µᾶλλον νὰ κρυφθῇ ὀπίσω ἀπὸ τὸ γεῖτον βουνὸν ἀντικρύ.Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης . Κ᾿ ἐκεῖ ἄσπριζεν ἀκόµη τὸ παλαιὸν ἔρηµον µοναστηράκι. Εἶναι βέβαιον ὅτι ἐκεῖ ἐπάνω εὑρέθη µίαν πρωίαν. πρόσωπα καὶ πόδας νίπτων ἀβρῶς. διὰ ν᾿ ἀπολαύσῃ καὶ ἅπαξ ἀκόµη τὴν γλυκεῖαν µελαγχολίαν τῆς µοναξιᾶς µέσα εἰς τὴν περιοχὴν ἐκείνην.ἐκεῖ ἐπάνω εἰς τὸν θαλασσόπληκτον βράχον.ὁ Εἰρηνοδίκης τοῦ πάλαι ποτὲ εἰρηνοδικείου. ὁποὺ εἰς τοὺς κλάδους ἐπάνω. σιµὰ εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ βουνοῦ. νὰ τὸν ἀξιώσῃ νὰ ταφῇ εἰς τὸ χῶµα τῆς µικρᾶς νήσου του . µισοσβησµένους. Κι ὅταν ἡ µικρὰ καµπάνα ἐκάλει τοὺς ἀγροίκους βοσκοὺς τοῦ βουνοῦ εἰς τὴν προσευχὴν . Καὶ τῆς βρύσης τὸ µάρµαρον. Τότε αἱ ἀρχαὶ τοῦ τόπου .ἀπεφάνθησαν ὅτι ἔπρεπε νὰ µείνῃ ὁλονυχτὶς ἄταφος.

Μῆλα καὶ πατάτες καὶ κάστανα ἐκόµιζον πρὸς τοὺς Ἑβραίους τῆς Σαλονίκης. εἰς ὅλην τὴν παραθαλασσίαν φάραγγα τὴν πολυσχιδῆ ἀπὸ τὶς ράχες καὶ τὶς ρεµατιές. ἔπινε καφέ. σκαµπαβία φορτηγός. κ᾿ ἐθαλασσοπνίγετο προθύµως µαζί του. ὅταν ἀρµένιζαν ἐπὶ ἡµέρας διὰ νὰ πλεύσῃ ἀπὸ τοὺς κρηµνώδεις αἰγιαλοὺς τῶν ὑπωρειῶν τῆς Ὄσσης καὶ τοῦ Πηλίου εἰς τὴν βάσιν τοῦ θαλασσίου λόφου. ἀπὸ τοῦ ἐξώστου. Ἔκτοτε ἔµεινεν ἐλεύθερος. ἔπλεεν ἀπὸ Σαλονίκης εἰς Ζαγορᾶν καὶ ἔµπαλιν. Ἡ εὑρεθεῖσα παραδόξως τότε εἰκών.χ. χωρὶς νὰ ἔχῃ τὸν Χριστὸν βρέφος εἰς τὰ ἀγκάλας της. ὁ Γιάννης κι ὁ Κωσταντῆς τοῦ Σταµατάκη. ἐκεῖ ὅπου προσκυνεῖ τοὺς βράχους τὸ µόλις δαµασθὲν µετὰ γογγυσµῶν καὶ ὑλακτοῦν κῦµα. τὴν βάρκαν. ὅπου λευκάζουν τὰ Μνηµούρια τῆς µικρᾶς πατρίδος του. καὶ πολλὰ περυσινὰ ἢ προπέρσινα σαπρακωµένα. ἡµέραν τοῦ φεγγαριοῦ. τὴν ἐσπλαγχνίσθη. εἶχε δὲ οἰκογένειαν. καὶ τῆς ἔδωκεν τὸν τελειωτικὸν κτύπον. ὅπως καὶ τόσοι ἄλλοι. βάρκα µεγάλη. διὰ νὰ τοὺς ξαναφορτώσουν οἱ Ἑβραῖοι ἐκεῖθεν ἄλλα εἴδη. δηλ. τὸ ὁποῖον ἀσπροβολᾶ ἀνάµεσα εἰς τὴν βαθεῖαν πρασινάδαν τῆς κοιλάδος. οὗτος δὲν εἶχεν ἀποκτήσει ποτὲ τίποτε. τὸ δὲ τρίτον κῦµα. νὰ παραδέρνουν. ἀντίκρυζεν ὁ πνιγµένος νεκρός. νὰ βασανίζωνται χειµῶνα καιρὸν µὲ τὴν ψυχὴν στὰ δόντια. Ἦσαν καὶ αὐτοὶ θύµατα τῆς τοκογλυφίας τῶν 36 τοῖς ἑκατόν. Τέλος. ὅταν προσεφέρθη «ὡς τριετίζουσα δάµαλις» εἰς τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ. Ἔκυπτε τὴν κεφαλήν. σχεδὸν µισὴν δουζίνα παιδιά. ἐσώθηκαν τὰ βάσανά του. πρὸ πολλοῦ τὸ ναυτικὸν τοῦ τόπου των. καὶ µὲ τὸ 36 τοῖς %. τὸ σφοδρότερον. Ὅσον διὰ τὸν Κώσταν. τόσῳ µᾶλλον. τὸ δεύτερον κῦµα τὴν ἐγέµισε νερά. τὴν κατεπόντισε. ἥτις ἐνέδωκεν εἰς τὴν ἐπιθυµίαν νὰ κάµῃ κούνια. ἐτιµᾶτο ἐπ᾿ ὀνόµατι τῶν Εἰσοδίων. καὶ δὲν ὠµίλει. ἡ δὲ γυνὴ ἐφονεύθη. πεσοῦσα. καὶ «τὸ διάφορο κεφάλι». Αὐτὴ ἦτον ἡ περιουσία του εἰς τὸν κόσµον. (καὶ ἐνίοτε ὁ ἐπαίτης. ἐφάνη εἰς τοὺς Χριστιανοὺς τοὺς τότε ὡς νὰ ἦτο ἀθῴα κόρη εὐαίσθητος. διὰ νὰ πλέῃ ἴσα µὲ τὴν ἐπιφάνειαν τῆς θαλάσσης. εἶχε καταστρέψει. ἐν ἐκστάσει φρενῶν. ὀλίγα πρόσφατα τῆς χρονιᾶς. Εἶτα τὸ παιδίον ἀπέθανεν εἰς τὸν µαζὸν τῆς µητρός του. ὅπως ἦτο τότε τὸ ὕστερον κτισθὲν µοναστήριον. ὅσῳ ἦτο εἰς θέσιν νὰ ἐκτιµήσῃ τὴν ἐλευθερίαν του. Μίαν νύκτα. νὰ λικνισθῇ αἰωρουµένη ἐπὶ τῶν κλάδων τοῦ δένδρου· καὶ διὰ τοῦτο ἐπωνοµάσθη Παναγία ἡ Κουνίστρα ἢ Κ᾿νιστριώτισσα. ὅσον διὰ δεῖγµα. τὴν προτελευταῖαν τοῦ Νοεµβρίου. καὶ τὸ µὲν πρώτον κῦµα ἐσάλευσεν ἐκ βάθρων. καὶ διὰ τοῦτο ἐσχετίσθη µὲ τὰ Εἰσόδια.. Ἡ βάρκα ἦτον ἰδιοκτησία τοῦ Γιάννη. Ὁ Γιάννης ἦτο ὀλιγώτερον τῶν πενήντα ἐτῶν τὴν ἡλικίαν. ὅστις καὶ ἐπλοιάρχει.προτοµὴ παιδίσκης. ἐκάπνιζεν. ἐκ τῆς τρόπιδος. ἦτο νὰ θαλασσώνουν. ὄσπρια ἀνακατωµένα. νοµίζω. 159 . ὅπως καὶ τόσων ἄλλων. καὶ νὰ µὴ τὴν ἀπεµπολήσῃ πλέον. ὡς πρόβατα σφαγῆς».ποῖον ἐκ τῶν δυὸ θηρίων εἶναι τὸ χαλεπώτερον!) µὲ τὰ «θαλασσοδάνεια». Ποτὲ δὲν ἔβγαζε λόγον ἀπὸ τὸ στόµα του. βίαιος ἐπαίτης. (Τὸ ὁµοιοτέλευτον δὲν τὸ ἔκαµα ἐκ προθέσεως). Ὁ τοκογλύφος. Εἶχε λάβει γυναίκα ποτε. ἐν ἄκρᾳ ὑπακοῇ. Καὶ ὁ ναΐσκος τοῦ µικροῦ ἀσκητηρίου. Καὶ τὸ µικρὸν πλοῖον του. ὕπουλος τοκογλύφος· .. καὶ εἶχεν ἐξανδραποδίσει ὅλον τὸν λαόν. Ἦτο πλέον ἢ πενήντα ἐτῶν. Ἦσαν οἱ δυὸ ἀδελφοί. καὶ εἶχεν ἀποκτήσει ἓν παιδίον. φορτωµένον καὶ ξαναφορτωµένον. τοῦ νεωτέρου ἀδελφοῦ.. καὶ µαζί των ἐπέβαιναν ὁ ἔµπορός των. Ἐκεῖνο τὸ παλαιὸν ἀσκητήριον. κ᾿ ἐσυντρόφευε τὸν νεώτερον ἀδελφόν του. νὰ «θανατοῦνται ὅλην τὴν ἡµέραν. λ. Κλῆρος καὶ µοῖρα καὶ προορισµὸς τῶν δυὸ ἀδελφῶν.. ὁποὺ ἦτο φοβερὰ ταραχὴ καὶ τρικυµία.

Ἦτο πατριώτης. ὡς «ὑστερόποτµος». ἐπρήσθη. κ᾿ ἔφθασεν εἰς τοὺς βράχους τοῦ γιαλοῦ. 160 . Τὸν ἔθαλψαν. µὴ βλέπων ἀλλοῦ ποὺ δρόµον οὔτε µονοπάτι. Ἦτον ὁ Κωσταντής. ἐπέστρεψεν ὁ ναυαγὸς εἰς τὴν πατρίδα του. διὰ νὰ «µετανοήσῃ ὅποιος ἐπνίγη». Ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ. Ἐπῆγαν καὶ εἶπαν τὴν εἴδησιν εἰς τοῦ ἀδελφούς του· εἰς τὸν Γιάννην. ἀριστερά. Ὁ ἀδελφὸς τοῦ Γιάννη. Κατὰ ποῦ ἔβαλε πλώρην τάχα. καὶ ὄχι πολὺ ὀδωδός. Μισοπαγωµένος. θρηνῶν µέσα του. Οἱ ἄνθρωποι ἔτρεξαν. Εὗρε φιλανθρώπους βοσκοὺς καὶ ξενίαν πρόθυµον εἰς τὴν καλύβην των. δεξιά. ὡς ἀλλόκοτον ὄνειρον αἰσθανόµενος τὴν ζωήν. µήπως εὕρωσι πτῶµα ναυαγοῦ ἢ ναυάγιον. πρᾶγµα ὁπωσοῦν παράδοξον συνέβη. εἶδαν νεκρὸν πνιγµένον. µισοσφιγµένον ἀπὸ τὴν ἅλµην. τὸν ἐσχάτως παλιννοστήσαντα ἐκ τῆς Ἀµερικῆς. Ἀφοῦ ἐβυθίσθη ἡ βάρκα. κ᾿ εἰς τὸν νεώτερον Γιώργην. σιµὰ εἰς τοὺς χαµηλοὺς βράχους τῆς ἀκτῆς· οἱ πόδες του εἶχον ἀναπαυθῆ ἐπὶ τῆς ἄµµου. ἂν τυχὸν ἐπνίγη.. ἢ ἄνθρωπον ζῶντα ἀκόµη. εἰς µίαν ἀπότοµον ἀκτὴν τῆς Ἀγυιᾶς. περνῶντες τὴν µακρὰν ἄµµον. Ὁδοιπόροι διαβᾶται. παρήγγειλαν εἰς τοὺς οἰκείους των νὰ φέρωσι σινδόνια καὶ φορέµατα διὰ νὰ συστείλωσι τὸν νεκρόν. πτῶµα φουσκωµένον. κ᾿ ἐκεῖνος δὲν εἶχε «κανένα στὸν κόσµο!». Μὲ τὸ ὑποκάµισον καὶ µὲ τὴν «σκελέαν» ἔπλευσεν. τὸν ἀνεζωογόνησαν. καὶ ἀπήλαυσεν. καὶ κάτω ἀπὸ τὸν περίβολον τοῦ Κοιµητηρίου τῆς πολίχνης. ζαλισµένος ὅπως ἦτον. Ἔστειλαν εἴδησιν εἰς τὰς ἀρχάς. Πῶς δὲν ἐφάνη. ἐπιάνετο µανιωδῶς ἀπὸ τοὺς θάµνους. ἡ κεφαλὴ καὶ τὸ στῆθος του ἐλικνίζοντο ἀκόµη εἰς τὸ κῦµα. ἀπὸ τοὺς ἀγροὺς ἐπανερχόµενοι. Ὁ ἔµπορος τοῦ φορτίου. τὴν ἰδίαν ἡµέραν. Ἐκτύπησεν. οὔτ᾿ ἐφάνη».. διὰ νὰ πιστεύσουν ὀφθαλµοφανῶς εἰς τὴν ἀπεγνωσµένην ἀναρρίχησίν του. µετὰ ἐννέα ἢ δέκα ἡµέρας. Ἐκειτο ἐπὶ τοῦ ρηχοῦ αἰγιαλοῦ. τὸν ἔκλαυσαν. κ᾿ ἐγνώριζον τὰς περιστάσεις τῶν προσώπων. ἔκλαιε µετὰ λυγµῶν. διὰ νὰ φωτισθοῦν τὰ ναυάγια. «οὔτε ἦτον. Ποῖος ἦτο. ἐπάτησεν ἐπὶ τῆς ξηρᾶς. Τέλος ἔφθασεν εἰς τὴν κορυφὴν τῆς ἀκτῆς. υἱὸς τοῦ Σταµατάκη. τὸν µόλις ἀνασωθέντα ναυαγόν. τοῦ ἔδωκαν µίαν κάπαν καὶ βλαχόκαλτσες καὶ τσαρούχια. ὁ πραµατευτής. Ὁ ἴδιος ὁ σωθεὶς ναυτίλος ἔβλεπε τὰ ἴχνη τοῦ ἰδίου ἐαυτοῦ του καὶ δὲν ἐπίστευεν. ὕστερον. Ἦτο λυκαυγὲς ἤδη. ὕστερον ἤρχισε νὰ γλυκοχαράζῃ ὁ οὐρανός. ὅσοι εἶδαν ὕστερον τὰ ἴχνη του. ἐσηκώνετο. ὅσοι ἤκουσαν τὸ δρᾶµα. Ὄχι. πρὸς ἑσπέραν. κ᾿ ἐσώθη αὐτὸς (διελογίζετο ἀκουσίως. πρὸς τ᾿ ἄνω. Οἱ ἄνθρωποι. πέραν τοῦ δυτικοῦ ναυπηγείου. γνωστός· ὅλοι οἱ ἰδόντες τὸν ἀνεγνώρισαν. τὸ θάλπος τῆς πτωχικῆς του ἑστίας. παγωµένος. καὶ µισοπνιγµένος. τὸν ἀνεγνώρισαν. Εἷς δὲ νεαρὸς διδάσκαλος τοῦ γείτονος χωρίου. Τὸν συλλογισµὸν δὲ τοῦτον ἔκαµαν µεγαλοφώνως πλέον ἢ χίλιοι ἄνθρωποι. σχεδὸν ὅσον καὶ ὁ ἀδελφός του. Ξένος τις. συγκινηθεῖς. ἔπιπτεν. ἐµωλωπίσθη. Ὁ Γιάννης ἦτο δεινὸς κολυµβητής. πρὶν τὸ θίξουν. Ὁ Γιάννης ἐκοίταξε παντοῦ. ἔκαµναν τὸν σταυρόν των. οὔτε ἄνθρωπον. ἢ ἴσως. ἤρχισε ν᾿ ἀναρριχᾶται τὴν κρηµνώδη ἀκτήν. Ἐγλίστρα. Οἱ καλοὶ ἄνθρωποι ἔψαξαν εἰς ὅλους τοὺς γείτονας αἰγιαλούς. ὁ Κώστας. ὁ κὺρ Στάθης. ἦτο καλὸς ναύτης. ἄγνωστος. ἔπλευσε. κ᾿ ἐκολύµβα ἐξ ἴσου καλά. Ὅταν. Πουθενὰ τίποτε. ἀπὸ τὸν Ἐπάνω Μαχαλᾶν. πρὸς τὰ κάτω· δὲν εἶδε πουθενὰ καλύβην.∆ὲν ἀπεῖχε µίλια ἀπὸ τὴν στεριὰν τὸ µέρος ὅπου κατεποντίσθησαν. ὁ Γιάννης ὁ διασωθεῖς) ἡ θάλασσα φαίνεται νὰ ἔκαµεν ἐπιεικῶς καλὴν κρίσιν τὴν φορὰν αὐτήν· διότι αὐτὸς εἶχε γυναῖκα καὶ πέντε ἢ ἓξ παιδιά. οἰονεὶ ἀπὸ τὸν ἄλλον κόσµον ἐρχόµενος.

Ἔβαλε πλώρην κατὰ τὸν βορρᾶν.. κι ὁ Εἰρηνοδίκης τοῦ πάλαι ποτὲ εἰρηνοδικείου. ὅταν ἔφθασε χθὲς πρωί. Μέγα πρᾶγµα δὲν ἐζήτησε.. ∆ευτέρα πιθανὴ ὑποψία· κάποιος ναυβάτης. καὶ τὸν εἶχε ρίψει λάθρα ἐκεῖ εἰς τὸν αἰγιαλόν. τὸν µεταξὺ τοῦ Ἀρτεµισίου. ἁλιεὺς ἢ πορθµεύς. τὰ σκυλόψαρα ὑπεχώρουν εἰς τὴν διάβασίν του. ∆ιέπλευσεν ἀκόµη ὀκτὼ ἢ δέκα µίλια. Καὶ ἀφοῦ τὸν ἔφερεν ἕως ἐδῶ. τῆς Σηπιάδος. Καὶ ποῦ τὸν ηὖρες αὐτόν. καὶ νὰ µὴν ἐπιτρέψῃ νὰ τὸν φᾶν τὰ ψάρια. Προφανῶς. Καὶ πλῆθος περιέργων.. ὡς νὰ ἔλεγε τις. κάποιαν ψαροπούλα ἢ τράτα. Ἄλλο τίποτε ξέρεις. καὶ τώρα µας τὸν ἐκουβάλησες ἐδῶ διὰ νὰ βγῇς λάδι. κατὰ τὴν νοτιάν· καὶ ἀρµένισεν. Μήπως ὁ Γιάννης ὁ ἀδελφός του εἶχε φέρει τὸν νεκρὸν µαζί του.Τέλος ᾖλθαν ὁ Νωµατάρχης τῆς ἀστυνοµίας. κ᾿ ἔβαλε πλώρην. Ἐκεῖ ἐταλαντεύθη πολύ. ∆ιαπόντιος νεκρός. καθὼς εἶπεν ὁ ἀδελφός του. διὰ νὰ τύχῃ χριστιανικῆς ταφῆς ὁ ἀτυχὴς ποντοπόρος. εἶτα τὸ νεκρὸν σῶµα ἀνέδυ εἰς τὴν ἐπιφάνειαν. ἢ µὴν τὸν ἔπνιξες. Ὁ θαλασσοπόρος νεκρός. Τὰ ψάρια τοῦ ἀφροῦ ἐπήδων τριγύρω του. Πρώτη ἄτοπος ὑπόθεσις. Καὶ µὴν τὸν ἔψαξες. καὶ ἤρχισε νὰ εἰσπλέῃ τὸν λιµένα τῆς πατρίδος του. ἢ καὶ ἐνδιαφεροµένων ἠκολούθησε τοὺς ἐν τέλει. ἔκθετον. συρόµενον πότε ἀπὸ τὰ ρεύµατα. τοῦ παρεχώρησε τὸ ταπεινὸν αἴτηµά του». ∆ὲν ηὖρες ἄλλο τίποτε. ὁποὺ ἀντίκρυζεν ὁ πνιγµένος τὸ παλαιὸν µοναστηράκι της. θὰ εὖρεν ἴσως τὸν πνιγµένον πλέοντα εἰς τὸ πέλαγος. καὶ ἠθέλησε νὰ τὸν φέρῃ ἕως ἐδῶ.. ἐδοκίµαζον νὰ τὸν πλησιάσουν. Τί ηὖρες ἐπάνω του. ἀρµένισε πολλὰ µίλια ἐωσότου ἔφθασεν εἰς τὸ θαλάσσιον τρίστρατον. νὰ λικνίζεται ὡς ἀθῴα παιδίσκη. Κ᾿ ἡ Παναγία. ὡς νὰ εἶχεν ἀκόµη πυξίδα καὶ πηδάλιον εἰς αὐτὸ τὸ σκέλεθρόν του. µαλακὰ µαλακὰ τὸν προέπεµπτον εἰς τὸν πένθιµον δρόµον του. βρέ. µὲ πέραµα ἢ µὲ βάρκαν. Μὰ πῶς τὸν ἔφερες. τὸν ὤκτειρε. Μὴ θαρρῇς πὼς θὰ µᾶς γελάσης. Καὶ τί ξέρεις νὰ µᾶς πῇς. κατὰ τὴν συλλογιστικὴ µέθοδον τῶν οὕτω σκεπτοµένων. Τὰ δελφίνια τὸν παρέκαµπτον εὐλαβῶς. «Καλὸς ἄνθρωπος ἦτον. Καὶ πῶς τὸν ἔφερες ἐδῶ. βρέφος νόθον διὰ τὸν ἄλλον κόσµον Καὶ διατὶ νὰ λάβῃ τὸν κόπον νὰ τὸν φέρῃ ἕως ἐδῶ. ἄκρας του Παγασαίου κόλπου. Ὅλοι Ρωµιοὶ εἴµαστε».. καὶ πάλιν. ὡς νὰ ἠλαύνοντο ἀπὸ ἀόρατον δύναµιν. 161 . δὲν ἔχασε ποτὲ τὴν κατεύθυνσίν του.» Ὀλαι αἱ ἀλλεπάλληλοι ἐρωτήσεις θὰ ἐφαίνοντο νὰ κρύπτουν περίπου τὴν ἐνδόµυχον σκέψιν· «Μὴν τὸν ἐσκότωσες. τὸν ἄφησε σιµὰ εἰς τὸν γιαλόν. πότε ὠθούµενον ἀπὸ τ᾿ ἀπόγεια τῆς ξηρᾶς καὶ ἀπὸ τῆς θαλασσίας αὔρας... Τὸ γνησιώτερον µέρος τοῦ ἁπλοῦ λαοῦ ἐπίστευσεν εἰς τὸ θαῦµα. τὸν πλατὺν πορθµόν. Κοίταξε καλά. µὲ τὸ βαποράκι τὸν «Καφηρέα». Καὶ εἰς ποιὸν µέρος τὸν εἶδες. Ἰδοὺ καὶ νεκρὸς ἔκθετος. ἐπὶ τέλους. Ἡ ἀπορία δὲν ἐλύθη. ὅλον τὸ νότιον πλάτος τῆς µικρᾶς νήσου του. ἐδῶ. καὶ τῶν Σποράδων. παρεκάλεσε µόνον τὴν Μητέρα τοῦ Θεοῦ νὰ τὸν ἀξιώσῃ νὰ ταφῇ εἰς τὸ χῶµα τῆς πατρίδος του. Τότε ἤρχισεν ἕκαστος νὰ ἐκφέρει τὰς εἰκασίας του. ἡ θαµατουργιά. καὶ εἶτα ἐστράφη πάλιν. χωρὶς ποτὲ νὰ γίνῃ ὑποβρύχιος. διότι ἐφοβεῖτο µὴν εὕρη ὁ ἄνθρωπος τὸν µπελᾶ του µὲ τὰς ἀρχὰς καὶ ἐξουσίας ποὺ ἔχοµεν εἰς τὸν τόπον αὐτόν· «Ἔλα δῶ. ἀκριβῶς.. κτλ. κ᾿ ὕστερα νὰ τὸν ἀφήσῃ λαθραίως καὶ νὰ φύγῃ. Ὅλοι οἱ πονηρευόµενοι δὲν ἐπείσθησαν. Καὶ ἀπὸ τί θάνατον πάει. φερόµενον ὑπὸ τῶν κυµάτων. ∆ὲν εἶδες ἄλλον ἄνθρωπον ἐκεῖ κοντά. Τὰ κύµατα ὡς νὰ ὤκτειρον τόν ποτε ναύτην. τέλος ἔβαλε πλώρην κατὰ τὸν λεβάντην καὶ τὸν σορόκον.. ὅπου ἐβυθίσθη κατ᾿ ἀρχάς. καὶ τὸν βαθυπράσινον λόφον µὲ τὰ πεῦκα τὰ γιγαντιαία ὅπου τὴν εὗρον ποτε ἐπὶ αἰώρας. αἱ φώκαι ἐκρύπτοντο εἰς τὰ ὑποβρύχια ἄντρα των.. Ὁ ἄνθρωπος ἀφῆκε τὴν τελευταίαν πνοὴν ὑπὸ τὸ κῦµα.. µίλια µακράν. Καθὼς ἐπνίγετο. Μήπως τὸν ἐσκότωσε κανείς. ἔφευγον µακράν του. Τί εἴδους λαθρεµπόριον ἦτον αὐτό.

Ἀγοραίαν κηδείαν δὲν ἤθελεν. ∆ιότι ὁ ἄτυχος εἶχε. µετὰ θάνατον τὴν µοῖραν τοῦ Αἴαντος τοῦ Μαστιγοφόρου. Ἐπῆγε κατ᾿ εὐθεῖαν πρὸς τὸν θαλάσσιον λόφον τοῦ Κοιµητηρίου εἰς τὰ δυτικὰ τῆς πολίχνης. καλῶς θὰ εἶχεν· ἄλλως ὁ Θεὸς τὰ ἤξευρε. Ἐντούτοις.. Μὴ µ᾿ ἄκλαυτον. αὐταπόδεικτος καὶ µεµαρτυρηµένη. καὶ νὰ µείνῃ.. εἰς ἐκκλησίαν. διὰ νὰ βεβαιωθῆ ἂν ἦτο πράγµατι πνιγµένος ὁ νεκρός. εἰς τόσας πολλὰς ἡµέρας. Μετὰ δυὸ ὥρας ἔλαβε τέλος τὸ ἀνωφελὲς βάσανον. δὲν ἦτο καιρὸς νὰ γίνῃ νεκροψία. ἔβαινεν εἰς τὴν κηδείαν του. νέον δρᾶµα ἐπλέκετο περὶ τῆς ταφῆς. τὴν πλησιεστέραν πρὸς τὴν θάλασσαν. ἐπὶ µίαν ὥραν εἰς τὸ ὕπαιθρον. ∆ὲν ἐβάδιζεν εἰς τὴν χαράν του. βλέπετε. Ἂν ὁ παπα-Στάµος ἢ ὁ παπα-Γληόρης ἢ καὶ ὁ πάτερ Ἰωακεὶµ ἀκόµη. καὶ προσωρµίσθη εἰς τὴν µικρὰν ἀκτήν. καὶ νὰ τὸν ποµπεύουν διὰ τῆς ἀγορᾶς. Πρὸς τί νὰ τὸν κουβαλοῦν εἰς οἰκίαν. ἂν ὁ πρῶτος ἦτο ἱκανὸς νὰ ὑπάγῃ περὶ τὰ µεσάνυκτα εἰς τὸ Νεκροταφεῖον. κ᾿ ἐπήγαν οἱ ἰατροί. ἄθαπτον ἰῶν ὄπιθεν καταλείπειν. Ὁ Ντάκης τοῦ Ἀγγούδη ἔβαλε στοίχηµα µὲ τὸν Τάκην τοῦ Πατάκη. αἱ ἀρχαὶ ἀπεφάνθησαν ὅτι. ἤρκει νὰ σκάψουν δυὸ τρεῖς σπιθαµὰς εἰς τὸ χῶµα νὰ τὸν καλύψουν. ἀφοῦ µετεφέρθη ὁ νεκρὸς ἐντὸς τοῦ περιβόλου τῶν Μνηµάτων. δὲν ἐπῆγε νὰ σταµατήσῃ εἰς κανένα ἀπόκεντρον ὅρµον. ἐπειδὴ ἦτο περὶ δύσιν ἡλίου. πλησίον τοῦ πνιγµένου. «Μὴ τοῖς νεκροῖς ποιήσεις θαυµάσια. καὶ θὰ εὕρισκον τὸ ἔλεος εἰς τὴν ψυχήν των. Ἡ ζωή του ἀθόρυβος. ἢ ἰατροὶ ἀναστήσουσι. σῆµα τε µοι χεύαι πολιῆς ἐπὶ θινὶ θαλάσσης. Καὶ δὲν ἠδυνήθη νὰ προσεγγίσῃ εἰς καµµίαν µεµακρυσµένην θαλασσίαν ἀγκάλην. εἰς τὸ καφενεδάκι τοῦ Ἀλέξη τοῦ Μπαρµπαδήµου µία παρέα εὔθυµος συνεζήτει περὶ τάφων καὶ νεκρῶν. νὰ εἰσέλθῃ ὁλοµόναχος. 162 . τοῦ ἀτάφου νεκροῦ. ὅτι ἡ αἰτία τοῦ θανάτου ἦτο ἐδῶ φανερά. Ἐτάφη εἰς τὴν ἐσχάτην γωνίαν τοῦ περιβόλου. ταπεινὴ καὶ µετριόφρων. ∆ὲν ἐστάθη ν᾿ ἀναπαυθῇ εἰς καµµίαν ὕφαλον. Ἤρκει νὰ εὑρεθοῦν δυὸ χριστιανοὶ νὰ τὸν ἀνεβάσουν ὀλίγα βήµατα παραπάνω. Εὐτυχῶς ἡ παρέα ἦτο ἀπὸ ἐκείνας ὁποὺ µέχρι λόγων φθάνουσιν.» Μάτην διεµαρτύροντο οἱ οἰκεῖοι τοῦ νεκροῦ.. ∆ὲν ἦτο ταχύς. εἰς κανένα ἔρηµον αἰγιαλὸν τῆς νήσου του. ὁ µοναχὸς ὁ περιπλανώµενος. ἤρχετο νὰ εἴπῃ τὸ Μετὰ πνευµάτων. Τέλος ἀνέτειλεν ἡ πρωία. εἰς καµµίαν σύρτιν ἢ ἄµµον. κ᾿ ἐκεῖ ἔµεινε. Τὴν νύκτα. Ὅθεν ἔπρεπε νὰ µείνη ὅλην τὴν νύκτα ἄταφος µέχρι τῆς πρωίας. καὶ ὁ νεκρὸς ἀπεδόθη εἰς τὴν γῆν. Εἰς τὸν θάνατόν του δὲν ἤθελε νὰ δώσῃ κόπον εἰς τοὺς ἀνθρώπους. Μετὰ τὸ δρᾶµα τοῦ θανάτου. ἀλλὰ βραδὺς εἰς τὸν πλοῦν του. καὶ ἐξοµολογήσονταί σοι.. ἀλλὰ καὶ δὲν νοοῦσιν ὀπόση ἀσέβεια ἐνυπάρχει εἰς τοὺς λόγους.Εἶχε διανύσει περὶ τὰ σαράντα µίλια.

Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης . ∆υὸ µειράκια. Ἐκ τῆς ἀνόδου ἐκείνης κατήρχοντο πάντοτε µὲ βαρύτερα τὰ θυλάκια.. ἐννοεῖται. ἐκράτει δὲ καὶ τὸν φανόν. Καὶ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην εἶχον περιέλθει ὅλας τὰς «συγγενικὰς οἰκίας». Ἦτο ἤδη ὀγδόη ὥρα τῆς ἑσπέρας. πεντήκοντα καὶ πέντε ἐτῶν. κατώκει τὴν µεγάλην σχετικῶς οἰκίαν. Τί θέλεις. Ὁ πρῶτος ἔφερε τὸ νησιώτικον ἔνδυµα. ἰδιότροπος ἀλλὰ καὶ λίαν ἐλευθέριος. τὸ ὑπερκείµενον ἀποτόµου κρηµνώδους βράχου καὶ φέρον εἰς τὴν ἄνω ἐνορίαν. δηλ.. καὶ κασκέτον.. ἐµάζευον ὀλίγα λεπτά. καὶ σκιά τις προβαίνει ἐκ τίνος κόγχης τῆς γείτονος οἰκίας. Ζεύγη παιδίων µετὰ φανῶν καὶ δᾴδων περιερχόµενα τὰς οἰκίας. τὴν ἑσπέραν τῆς 5 Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους 186. ὁ δεύτερος ἦτο «φράγκος».. Ὁ καπετάν-Θανασός. Οὗτος ἐκράτει µόνον λεπτὴν ράβδον. ∆ιότι ὁ καπετάν-Θανασός. ἔκαµνον µερίδιον. Τὰς παραµονὰς τῶν Χριστουγέννων ὅµως ἐπήρχετο ἡ συνδιαλλαγή.. ὁ Ἀλέκος δεκαετής. ὁ δὲ Σωτῆρος ἦτο κάσσα. µετ᾿ εὐρυχώρου προαυλίου καὶ κήπου.. ὡς τελευταίαν δὲ ἐκδροµὴν ἐπεφύλαττον πάντοτε τὴν διὰ τοῦ ὀλισθηροῦ λιθοστρώτου ἄνοδον. ἦτο µὲν ἀπαιτητικός. Ὁ Σωτῆρος ἦτο δωδεκαετής. περιῆρχοντο κατὰ τὰς τρεῖς ἑορτὰς «τὰς συγγενικὸς οἰκίας». Ὁ Ἀλέκος µετὰ τῆς ράβδου του εἶχε τραπῆ.. βρὲ ἄτιµε!. καὶ πάλιν µετὰ τὰ Φῶτα ἐµάλωναν. Καθ᾿ ὅλον τὸ ἔτος οἱ δυὸ ἐξάδελφοι ἦσαν πάντοτε µαλωµένοι µεταξύ των. εἰς ἣν ἔµελλον νὰ εἰσέλθωσιν ἤδη οἱ δυὸ νέοι. δηλαδὴ ἐφόρει κακόζηλα στενὰ ἐξ ἐγχωρίου ὑφάσµατος. ∆ὲν ἦτο τίποτε ἔκτακτον. Τὰ λεπτά µας. ἔκραξεν ἔντροµος ὁ νέος.. Μόλις ἀπεῖχον δέκα βήµατα τῆς αὐλείου θύρας. ∆ὲν θέλω λεπτά. µπάρµπα. ὁ θεῖος των.Ὁ σηµαδιακός Ἀπὸ τῆς σµικροτάτης νήσου ∆ασκαλειοῦ ἢ ἀπὸ λέµβου ἐν τῷ λιµένι θεώµενός τις. ἔψαλλον τὰ φῶτα. παραχωρήσας τὴν πλοιαρχίαν εἰς τοὺς δυὸ πρεσβυτέρους υἱούς του. Μία χεὶρ ἤρπασε τὸν Σωτῆρον ἀπὸ τοῦ βραχίονος... εὔπορος ναυτικός. ὁ Σωτῆρος καὶ ὁ Ἀλέκος. εἰς φυγήν. τὸ ἥµισυ τῆς πολίχνης. πάρε τα. ἀνέβαινον τὸ λιθόστρωτον τῆς παραθαλάσσιας ὁδοῦ.. θὰ ἔβλεπε ποικίλα φῶτα διασχίζοντα καθ᾿ ὅλας τὰς διεθύνσεις τὰς ὁδοὺς τῆς πολίχνης Σ. τῆς συνεχοµένης µὲ τὸ προαύλιον τῆς οἰκίας τοῦ καπετᾶν-Θανασοῦ. 163 . πρωτεξάδελφοι ἐκ µητρός. ἐτραγώδουν τὰ συνήθη ᾄσµατα. ἀπήντησε βραχνὴ καὶ λαρυγγώδης φωνή. τὴν ἑσπέραν τῆς παραµονῆς.. ἀπολαύων ἤδη τὰ θέλγητρα τῆς ἑστίας..

ἐπανέλαβεν Ἐλόγου του. Μὴ φοβᾶσαι. Οὕτω τοῦ κατέβη τὴν ἑσπέραν ἐκείνην νὰ φορέσῃ τὸ ζωνάρι του σαρίκι.. Καὶ ἐπανέλαβε: -Τὸ διαβάσῃ δὲν τὸ διαβάσῃ. . ἐντὸς χρυσίζοντος διηνθισµένου φακέλλου. ἐθελόκοµψος ἀντιπαθητικὸς ἐργολάβος εἰς τὴν µικρὰν ἐκείνην φιλοσκώµµονα κοινωνίαν. προσέθηκεν Ἐλόγου του.Σένα δὲν σοῦ µιλῶ. Καὶ τῷ ἔτεινε µικρὸν ἐπιστόλιον. ..Καλά. θέλω νὰ µοῦ φέρῃς σηµάδι ἀπόψε. ἄκουσε...Αὐτὴ ξέρει. τῷ ἐφώνει ὁ παράδοξος ἄνθρωπος. Ἐκ τῆς φωνῆς ὅµως τὸν ἀνεγνώρισαν παρευθὺς καὶ οἱ δυό.Μὰ θέλω νὰ µοῦ φέρῃς καὶ σηµάδι. εἶπε µετὰ προσποιητοῦ θαυµασµοῦ ὁ Ἀλέκος. νά. καὶ ἐστάθη ἐνδοιάζων ἂν ἔπρεπε νὰ βάλη φωνὰς ἢ νὰ λάβῃ µᾶλλον λίθους νὰ ρίψῃ κατὰ τοῦ ἐπιδροµέως. Ἦτο «Ἐλόγου του». . Ὁ ἀλλόκοτος ἄνθρωπος ἐφόρει ἰδιόρρυθµον ὅλως κόκκινον σαρίκιον περὶ τὴν κεφαλήν. ὅστις εἶχε πλησιάσει ἐν τῷ µεταξύ.Τίνος νὰ τὸ δώσω. ὅπερ ἐτρόµαξε τοὺς δυὸ νέους καὶ δὲν τὸν ἀνεγνώρισαν κατ᾿ ἀρχάς. ἀπήντησεν ὁ Σωτῆρος εὐχαριστηµένος διότι θὰ ἐγλύτωνε. τί θέλω.Στόπ! µωρέ.. τὸ δίνω. .Στὸ Μπραϊνάκι. Τοιοῦτον ἔφερε σκωπτικὸν ἐπίθετον ὁ εἰκοσαέτης νέος Μανουὴλ Προυσαλῆς. Ἄλλοτε πάλιν εἶχεν ἄλλας ἰδιοτροπίας. δὲν ξέρεις ποὺ µ᾿ ἀγαπάει.Ἀλήθεια. ὅταν εἶχε σταµατήσει ἤδη. . Ἐφόρει ταὶς κάλτσαις ὡς χειρόκτια. . .. ὅπου πᾶς ἄνθρωπος πρὸς τῷ οἰκογενειακῷ ὀνόµατι. 164 . .∆ὲν θέλω τὰ λεπτά σου. . εἶπεν αὐστηρῶς Ἐλόγου του. Καλά.. βρέ.Νὰ τὸ δώσῃς. ... προικίζεται τουλάχιστον µὲ δυὸ ἢ τρία προσωνύµια. Ἀκοῦς. . . ἐφώνει µακρόθεν ὁ Ἀλέκος.. καὶ σὲ περιµένω ἐδῶ τριγύρω. ὅπερ µόνον εἰς τοὺς ἐπισήµους καταλόγους τῆς δηµαρχίας ἀπαντᾶται. βρέ.. µπάρµπα! τί σοῦ κάνει. ἐπάνω ποὺ θὰ πᾶς. εἶπε..Ἄφσέ τον..Τί σηµάδι. στρίβων ὑπερηφάνως τὸν µικρὸν πυρρὸν µύστακά του. Κρατῶ ἀµανάτι τὸ φέσι σου.Ἀλλὰ µόλις ἀπεµακρύνθη ὀλίγα βήµατα.

εἶπεν αὐστηρῶς ὁ Σωτῆρος. .∆ός του τὸ φέσι του! ἀνέκραξεν ὁ Ἀλέκος. . πρωτόσχολος τῆς ἐποχῆς του. . ∆ὲν διάβασες ποτέ σου τὸν «Σκανδαλώδη Ἔρωτα» καὶ τὴν «Φιλοµειδὴ Ἀφροδίτην». τοὺς ὁποίους οὐχὶ ἄνευ παιδικῆς κακεντρεχείας προσήγγιζεν οὕτως ὁ Ἀλέκος.Φορεῖ ὁ Σπύρος φέσι. ὅστις ἠρέσκετο τότε νὰ µὴ ἔχη ἄλλο κάλυµµα τῆς κεφαλῆς εἰµὴ τὴν πλουσίαν λινόχρουν καὶ φαιὰν κόµην του.Αυτό ἤθελα νὰ σοῦ πῶ κ᾿ ἐγὼ γιὰ νὰ διαβάσουµε τί γράφει µέσα.. καὶ ὁ πτωχὸς Ἀλέκος.. µάτια µου. δὲν φορεῖ πάντοτε.Καὶ ἀπέσπασεν αὐθαιρέτως τὸ φέσι ἀπὸ τῆς κεφαλῆς τοῦ Σωτήρου. .. . ἀπήντησε ὁ Σωτῆρος. θὰ τὸ δώσης τὸ ραβασάκι. -Ναί.Ὄχι δά. Καὶ ἔκαµεν ὡς εἶπε..Στάσου. Ὁ Σπύρος ἦτο συνηλικιώτης καὶ ἀχώριστος φίλος τοῦ Σωτήρου. καὶ ὕστερα θὰ ἔχη κάτι στίχους ἀπὸ τὰ βιβλία ποὺ σοῦ εἶπα: «Εἶσαι καρπὸς τοῦ Ἔρωτος. ἀπήντησεν ὁ φρόνιµος Σωτῆρος. εἶπεν ὁ Σωτῆρος ἐντὸς τῆς αὐλῆς.Καὶ σὺ µὴ φορὴς µιὰ φορά. .. καρδιά µου. . 165 .Τώρα.Ὁ Σπύρος.. ἐσύ!. παρετήρησεν ὁ Ἀλέκος.. . κι αὐτὸ δὲν πρέπει. βάζω κ᾿ ἐγὼ τὸ κασκέτο µου στὴν τσέπη.Καὶ τί θὰ διαβάσης. ἂν καὶ ἐνεγράφη ποτὲ εἰς τὴν Φιλοσοφικὴν σχολήν.. . «Ψυχή µου. συρράπτης ἐπιφυλλίδων!. ἔµελλον µετὰ δεκαετίαν νὰ κατέλθωσιν ἐκ Γερµανίας µὲ ὑψηλοὺς πίλους καὶ µὲ ξένα ἔξοδα doctores philosophiae et omnium rerum.Σούτ. ... Ὁ Σωτῆρος δὲν παρεπονέθη τίποτε καὶ ἔνευσε πρὸς τὸν σύντροφόν του νὰ τὸν ἀκολουθήσῃ ἔσω τοῦ προαυλίου. . ὅστις οὔτε διδάσκαλος κατώρθωσε νὰ γίνη.Αυτό δὲν τὸ κάνω ἐγὼ ποτέ. . καὶ παρουσιαζόµεθα καὶ οἱ δυὸ ξεσκούφωτοι. συκώτι µου».Γιατί. ἔµελλε νὰ µείνη ξεσκούφωτος καὶ ἄσηµος. . εὐφυής. δὲν ξέρεις τί γράφει µέσα. .. Εἶτα εὐθὺς τῷ ἦλθεν ἄλλη ἰδέα.Ἐγὼ νὰ σοῦ πῶ τί θὰ γράψη.Τώρα πῶς θὰ πάω ἀπάνου χωρὶς φέσι.. Φεῦ! οἱ δυὸ ἐκεῖνοι συµµαθηταί. ἠρώτησε καὶ πάλιν ὁ Ἀλέκος. φιλοµαθέστατος.

. αὐτὸ γιὰ τὴν καπετάνισσα. γιὰ τὸν Γιωργῆ. καὶ δυὸ διὰ τὴν τρίτην κόρην του.. ὡς ἄρωµα πολύτιµον εἰς πάγχρυσον φιάλην». καράβι τριοκάταρτο στὸ πέλαγο ἀρµενίζουν καὶ µὲ τ᾿ ἀφέντη τὴν εὐχὴ γρόσα πολλὰ θὰ φέρουν· Κι ὁ κὺρ Βορρηᾶς τὰ κύµατα φυσάει καὶ τὰ σπρώχνει. Ὁ καπετάν-Θανασὸς δὲν εἶχε µετρίας ἀπαιτήσεις. κι αὐτὸ γιὰ τὸ Γηρακώ. ἢ «Ἔχεις ἀνάστηµα µικρόν. Ὅλα σχεδὸν τὰ πλοῖα ἦσαν δεδεµένα.. ὡς ἀνωτέρω εἶποµεν. ἀπήλαυε τῆς µακάριας ἡδονῆς τοῦ οἴκου. καὶ κατώρθωσαν σχεδὸν νὰ φθάσωσι τὸν ἀριθµόν. γιὰ τὴ Σινιωρίτσα. τῆς ξενητειᾶς λουλούδι! 166 . κ᾿ ἡ ἀγάπη µου φωνάζει. τὸν Σεπτέµβριον εἶχεν ἐκπλεύσει. περιµένοντα τὴν αὔριον «νὰ φωτισθοῦν τὰ νερά» καὶ εἶτα ν᾿ ἀποπλεύσωσι. ἀλλὰ ψυχὴν µεγάλην. νὰ µὤρθῃ τὸ παιδί µου. ἣν µόνος ὁ ἐπὶ µακρὸν στερηθεὶς αὐτῆς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτιµήσῃ. τὰ κύµατα. αὐτὸ γιὰ τὸν Κωνσταντῆ. Τὸ ἰδικόν των τὸ πλοῖον ἦτο «πρωτοτάξειδο». καὶ φυσικῶς δὲν ἠδύνατο νὰ παραχειµάση εἰς τὸν λιµένα «πρώτη χρονιά». ἀνάθρεµµα τῆς ἀγκαλιᾶς. καὶ περιστοιχούµενος ὑπὸ τῶν τεσσάρων θυγατέρων του καὶ τῶν τεσσάρων νεωτέρων υἱῶν του. τ᾿ ἀκριβά σου. γιὰ τὸ Βασίλη. γιὰ τὸν Ἀνδρέα.παιδὶ τῆς Ἀφροδίτης». εἶχε καθελκυσθῆ τὸν παρελθόντα Αὔγουστον. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ καπετάν-Θανασὸς παρέτασσεν ἐπὶ τῆς ἑστίας τόσα εἰκοσιπενταράκια τούρκικα ἢ ἑλληνικὰ τοῦ Ὄθωνος. Ἤθελε πλὴν τοῦ κοινοῦ ᾄσµατος τῶν Φώτων. αὐτὸ γιὰ τὴν Φλωροῦ. Ἐφέτος εἶχον ἀντλήσει ἐκ τῶν ἀκένωτων πηγῶν τῆς µνήµης τῆς γηραιᾶς µάµµης. ἀνὰ ἓν διὰ τοὺς ἓξ υἱούς του. Βορρηά. τὸ ὅλον δεκαπέντε ᾄσµατα.. οἵτινες ἐταξίδευον ἐφέτος «χειµωνιάτικα». πέφτω γιὰ νὰ σκοτωθῶ. ἔχων ἀντικρὺ τὴν πιστὴν συµβίαν του. γιὰ τὸν Γιάννη. ὅσα ἦταν καὶ τὰ παρ᾿ αὐτοῦ ἀπαιτούµενα ᾄσµατα. πλεῖστα δὲ ἀνόητα καὶ ὅλα γελοῖα. καὶ ἔλεγεν: «Αὐτὸ γιὰ µένα. ἓν δι᾿ ἑαυτόν. ὧν πολλὰ µὲν κακόζηλα. Καὶ ὅµως ἡ περιέργεια τοῦ Ἀλέκου δὲν ἀνεπαύετο. ἓν διὰ τὴν σύζυγόν του. Οἱ λογισµοί της ἴπταντο πρὸς τοὺς δυὸ υἱούς της. αὐτὰ τὰ δυὸ γιὰ τὸ Μπραϊνάκι. ἓν διὰ τὸ καράβι. τὰ παιδάκια σου. τἀγαπηµένο µου πουλὶ καὶ τὸ ξεπεταρούδι. τὸ Μπραϊνάκι. καὶ ὅπερ ἐτραγούδησαν οἱ δυὸ νέοι: Κυρά µου.... γιὰ τὸ Θεό!» Αὐτὰ θὰ γράφη. ὀφειλόµενον εἰς τὴν µνήµην τῆς µάµµης.» Ἡ σύζυγος τοῦ καπετάν-Θανασοῦ ἐρρέµβαζε παρὰ τὸ πτερύγιον τῆς ἑστίας. Σπρῶχνε. Ἀλλ᾿ ἐκεῖνο ὅπερ ἔφερεν εἰς τοὺς ὀφθαλµούς της δάκρυα ἦτο τὸ ἑξῆς ᾄσµα. Ὁ Σωτῆρος ἐµνηµόνευσεν ἀνωτέρω δυὸ συλλογὰς τοῦ Γαλατᾶ. γιὰ τὸν Παναγῆ. ἐξ ἐκείνων αἵτινες τοιαῦτα δίστιχα περιέχουν τῷ ὄντι. κυρά µου... Ποῦ νὰ τὰ ὀρµαθιάσουν τόσα οἱ δυὸ αὐτοσχέδιοι µελῳδοί. πιάστε τον. διότι οἱ δυὸ πρεσβύτεροι ἔλειπον µὲ τὸ καράβι. Παρὰ τὴν ἑστίαν πατριαρχικῶς καθήµενος ὁ µπάρµπα-Θανασός. ἀνὰ ἓν διὰ τὰς τρεῖς θυγατέρας του.. αὐτὸ γιὰ τὸ καράβι. καὶ ὕστερα θὰ λέγη: «Ἀπὸ τὰ µπεντένια πέφτω.

Ὁ Σωτῆρος συνωφρυώθη. νὰ τὸν ρωτήσης τί ὥρα συνεννοήθηκαν οἱ ῾πίτροποι µὲ τοὺς παππᾶδες νὰ σηµάνουν τὸ πρωί.Τρέξε γλήγορα! Ἐπανέλαβε κτυποῦσα διὰ τοῦ ποδὸς τὸ ἔδαφος ἡ ἀδελφή της.Ἐνθουσιῶν ὁ καπετάν-Θανασὸς ἠγέρθη αὐτοµάτως καὶ ἐλθὼν προσεκόλλησε σφάντζικον ἐπὶ τοῦ µετώπου τοῦ Σωτήρου. ἀπέστρεψε τὸ πρόσωπον καὶ εἶπε: . ἔφθανον κάτω τῆς ὀσφύος. Ἡ Γηρακὼ ἀνῆλθε τὴν κλίµακα. ὕπωχρος καὶ λεπτοφυής. Ἀφοῦ ἐκαλονύκτισαν τὴν οἰκογένειαν.Γιατί.Τί τρέχει... εἶπεν ὁ Ἀλέκος. εἶσαι χωρὶς φέσι. µετὰ τοσαύτης ἰδιορρύθµου χάριτος. Τὸ Μπραϊνάκι ἦτο δεκατετραέτις κόρη. ἠρώτησε τὸ Γηρακώ.Τοῦ ἐπῆραν τὸ φέσι του! ἀνέκραξε µὴ κρατηθεὶς ὁ Ἀλέκος.Καὶ τί ὥρα θ᾿ ἀπολύσῃ ἡ λειτουργία.Τ᾿ ἄφησα στὸ σπίτι.....Μὴ µᾶς πᾶς ἀπ᾿ τὴν ἔξω σκάλα. ἤνοιξε τὴν καταπακτὴν καὶ κατῆλθον εἰς τὸ ἰσόγειον. καὶ τί ὥρα θὰ ρίξουν τὸ Σταυρὸ στὴ θάλασσα.Γηρακώ. . . καὶ τί ὥρα θὰ ψαλῆ ὁ ἁγιασµός. Εἶχον ἐξέλθει εἰς τὸν πρόδοµον.Πῶς νὰ πῶ. ἀρκετὰ ἀνεπτυγµένη ἤδη τὸ ἀνάστηµα.. . ὥστε δὲν ὑπῆρχε ναύτης ἐπιστρέφων ἐκ µακροῦ 167 . εἶπε. εἰς ἓν νεῦµᾳ τῆς ἀδελφῆς της. µπάρµπα. Κατόπιν αὐτῶν ἔτρεχεν καὶ ἡ ὀκταέτις Γηρακώ. γιατί ἀλήθεια. Τὸ Μπραϊνάκι ἔµεινε µόνη µὲ τοὺς δυὸ νέους. πῶς νὰ πῶ.. ἀλλ᾿ οὗτος φοβερῶς µορφάσας. ὅσον καὶ τὰ δεκαπέντε ᾄσµατα διὰ τοὺς δυὸ νέους. Ὅλα ταῦτα τὰ «τί ὥρα» ἦσαν τόσον δυσµήχανα διὰ τὴν µικρὰν Γηρακώ. Οἱ δυὸ µακροὶ πλόκαµοί της. . Τὸ Γηρακώ. ..Άνοιξε τὴν κλαβανὴ ποὺ σοῦ λέγω.. . τῇ εἶπε τότε µυστηριωδῶς ὁ Σωτῆρος. κρεµάµενοι ἐπὶ τῶν νώτων. . ξανθή. . ξέχασα νὰ ρωτήσω τὸν πατέρα σου· σύρε µία στιγµή.... Ἐφόρει λευκοτάτην πάντοτε ἐσθῆτα.∆ὲν εἶµ᾿ ἐγὼ βιολιτζῆς. τὸ Μπραϊνάκι ἔλαβε λυχνίαν καὶ ἠθέλησε νὰ προπέµψη µέχρι τῆς αὐλείου θύρας τοὺς δυὸ ἐξαδέλφους της. . µειδιῶντος καὶ ἀνεχοµένου· τὸ αὐτὸ ἠθέλησε νὰ κάµη καὶ εἰς τὸν Ἀλέκον. µὴ µᾶς πᾶς ἀπ᾿ τὴ µεγάλη πόρτα. .

..Μᾶς εἶπεν πῶς τὸν ἀγαπᾶς. ∆ιπλοκαϋµὸς ἦτο τὸ δεύτερον παρωνύµιόν του Ἐλόγου του.Γι᾿ αὐτὸ ἤθελα νὰ τοῦ στείλω τρίχες. εἶπεν ὁ Σωτῆρος. ἣν εἶχεν ἐκ γενετῆς ὁ Ἐλόγου του εἰς τὸν ἀριστερὸν ὀφθαλµόν. ἐπανέλαβε τὸ Μπραϊνάκι. . ὅπερ τῷ εἶχον δώσει τὰ κοράσια. Καὶ πάλιν προσέθηκε µὲ τόσην χάριν.Ποιός. ὅστις θὰ εἶχεν ἀκούσει ἀπὸ πρεσβυτέρους τὸ δηµῶδες τοῦτο λογοπαίγνιον. . ὥστε δὲν ἐφαίνετο κἂν τὸ χυδαῖον τῆς εἰκόνος: .Σηµάδι.Καὶ τί σᾶς εἶπε.Καὶ µᾶς εἶπε νὰ τοῦ στείλης καὶ σηµάδι. προσέθηκεν ὁ Σωτῆρος. Ὁ Σωτῆρος διηγήθη ἐν ὀλίγοις τὴν σκηνήν. µᾶς ηὖρεν Ἐλόγου του. . .Θὰ µοῦ πῆς τί τρέχει. καὶ σηµαδιακὸς κι ἀταίριαστος εἶναι.Σηµάδι ἔχει ἀπ᾿ τὸ θεό.Ἐκεῖνος δὲν χρειάζεται τρίχες. ὅστις νὰ µὴ τῆς κάµη πατινάδα. Ἐκάγχασαν καὶ οἱ τρεῖς. εἶπεν πάλιν ὁ Ἀλέκος. . ποὺ δὲν ἐχόρτασες -διπλὸς καϋµός. .Μᾶς εἶπεν ὅτι καίεται ὁ ἄνθρωπος γιὰ σένα. καὶ εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ τὰς ἐξυπνᾷ ἀείποτε τὸ πρωὶ διὰ τῆς παραπλησίας µὲ γκάϊδα φωνῆς του. 168 .ταξειδίου.∆ὲν ἔχω δῶ τὸ γάϊδαρό µου νὰ βγάλω καµπόσαις τρίχες ἀπ᾿ τὴν οὐρά του. ὁ ∆ιπλοκαϋµός. ὅστις ἐν µέσῳ τῶν τετραδίων καὶ τῶν βιβλίων του νὰ µὴ ἀναπολῆ τὴν εἰκόνα της. ἐπανέλαβεν αὕτη. καὶ δὲν ὑπῆρχε µαθητὴς τοῦ ἑλληνικοῦ σχολείου.. νὰ τοῦ στείλω σηµάδι. .Νά. Γουού! Καὶ εἶτα ἐπανέλαβε: .ἄχ! τὸν ὕπνο νὰ κοιµᾶσαι». γιὰ νὰ κάµη τριχιές. ἐφυλάχθη µόνον νὰ µὴ ἀναφέρῃ τι περὶ τῆς ἐρωτικῆς ἐπιστολῆς. διότι αὐτὸς πάντοτε ὤρθριζε µέχρι τοῦ λυκαυγοῦς τραγουδῶν ὑπὸ τὰ παράθυρά των τὴν γνωστὴν ἐπῳδόν: «Ξύπνα. . χρειάζεται τριχιές. . ἀπήντησε µεθ᾿ ἑτοιµότητος ἡ παιδίσκη. Ἠνίσσετο τὴν βλάβην. εἶπεν ὁ Ἀλέκος.

Ἐξῆλθον διὰ τοῦ ἰσογείου ἀθορύβως. Περιπατῶν τίς ἐπὶ τοῦ µέρους ἐκείνου ἠδύνατο νὰ ἐπιτηρῆ καὶ τὰς δυὸ θύρας. Ὁ Σωτῆρος ἀπεποιήθη. νὰ πᾶς νὰ χτυπήσης µὲ βρόντο τὴ µεγάλη πόρτα. πάρε τὸ φανάρι. δυὸ νἆν᾿ οἱ ὥραις του!.Στὴν ἐκκλησιὰ θὰ εἶναι χωρὶς φέσι. ἐπιβλέπων ἀµφοτέρας τὰς θύρας τῆς αὐλῆς. Ἀποτεινοµένη δὲ πρὸς τὸν Σωτῆρον ἠρώτησε: . Ἡ νέα κόρη ἤνοιξεν ἀψοφητὶ τὴν µικρὰν θύραν τῆς αὐλῆς. ἀρέ. στὴν ἐκκλησιὰ χωρὶς φέσι. Ἐπέστρεψε τότε καὶ τὸ Γηρακώ. καληνύχτα. ἤρχισε νὰ καταρᾶται τὸ Μπραϊνάκι εἰς τὸ γυναικεῖον ἰδίωµα. εἶπε τὸ Μπραϊνάκι..∆ὲν εἶν᾿ ἀνάγκη. Οἱ δυὸ δροµίσκοι ἔφερον τῷ ὄντι πρὸς µικρὸν ὄχθον γῆς.. . ∆ὲν πρέπει νὰ γείνη λόγος στὸ σπίτι. . .Γηρακώ. εἶπεν ὁ Ἀλέκος. ὁ λοχεµένος.Τώρα πῶς θὰ πᾶς. µὴν τὸ πῆρε πονηρὰ ὁ ∆ιπλοκαϋµὸς καὶ κάνει καρτέρι ἀπὸ κάτω. καθὼς εἶπεν ἡ νέα. Καὶ ποιὸς τὸν φοβᾶται! Τὸ Μπραϊνάκι προέβαλε τὴν κεφαλὴν διὰ τῆς θύρας.Νὰ σᾶς βγάλω ἀπ᾿ τὴ µικρὴ πόρτα. . τὰς ὁποίας ἐκόµιζε. µόλις διανοιγείσης. ἀφοῦ τὸ Μπραϊνάκι ἔσβεσε τὸν λύχνον. νὰ κοιτάζω. . . Ἐσουλατσάριζεν Ἐλόγου του ὑπὸ τοὺς τοίχους τῆς παρακείµενης οἰκίας. Κακὸ χρό ῾νἄχῃ. Πράγµατι Ἐλόγου του τὸ ἐπῆρε πονηρά. Τοῦτο διὰ νὰ εἶναι ἀπαρατήρητος ἔξωθεν. καὶ ὁ Σωτῆρος ἐκράτει τὸν φανὸν ὑπὸ τὸ ἐπανωφόρι του. . καληνύχτα σας! 169 . σήκωσε το ψηλά. καὶ νὰ φωνάξης τρεῖς φοραίς: Καληνύχτα.Πά νὰ χαθῆ! ὁ στερεµένος. εἶπεν ὁ Σωτῆρος. σοῦ κάνει τάχα.Ἥσυχα κάµετε.Νὰ σᾶς δώσω συνοδεία. Κανεὶς δὲν ἐπρόσεξεν εἰς τὰς ἀπαντήσεις.Νὰ σοῦ φέρω ἕνα παληὸ τοῦ Παναγῆ. Θέλετε νἄρθουν µαζὺ καὶ τ᾿ ἀδέρφια µου. εἶπε τότε τὸ Μπραϊνάκι. κάτωθεν τοῦ ὁποίου ἐσχηµατίζετο ἀποτόµως κατωφερὴς χείµαρρος.

Μετά τὴν λειτουργίαν καὶ τὸν ἁγιασµόν. ἐκεῖνος δέ. ὡς τὸν ἐκάλει ἡ µήτηρ του. ὥστε οὐδεὶς τῶν ἀνθρώπων 170 . Οἱ δυὸ νέοι ἐτράπησαν διὰ τῆς µικρᾶς θύρας εἰς φυγήν. Ὄχι τόσον διὰ τὸ µεγαλεῖον τῆς ἱερᾶς ποµπῆς. διότι ἡ πολίχνη µας δὲν ἔχει πλείονας ἢ τεσσάρας χιλιάδας κατοίκων. . Καὶ ὅλη ἡ ἀποβάθρα.Τὸ Γηρακώ. ὅσον διὰ τό. Αὗται περιεῖχον τὸ πλήρωµα τῶν δυὸ µπουλουκιῶν.. Ὁ Τίµιος Σταυρὸς ἔπεσε τέλος εἰς τὸ κύµα καὶ ἡ µάχη ἤρχισεν. ἀργὰ ὑπῆγεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν. βέβαιος περὶ τοῦ θηράµατος. «τῆς εὐχῆς τὸ παιδί». ὅστις ἤρπασε πρῶτος τὸν Σταυρόν. Ἄλλαι πολυάριθµοι λέµβοι ἵσταντο ἀπωτέρω. ἐξετέλεσε πιστῶς τὴν παντοµίµαν καὶ τὸ λογύδριον. φέρουσαι µόνον θεατάς. ἀρέ! εἶπεν εἰς τὸ γυναικεῖον ἰδίωµα τὸ Μπραϊνάκι.Τώρα ἄµοιρος νὰ γένης. ὁ εὐτυχής. χωρὶς νὰ ἐννοῆ τίποτε. συγχρόνως µετὰ τοῦ νεωκόρου πρὸ τῶν ψαλτῶν καὶ τοῦ καπετᾶν-Θανασοῦ. διότι οὖτος µὲν ἀπεκλείετο. Καὶ ἔφερον πασίδηλα τὰ ἴχνη τῆς µακροετοῦς ταύτης πάλης. ὅστις ἦτο ἐπίτροπος. ὅστις ἦτο ὑπνοφάγος. Ὁ Σωτῆρος καὶ ὁ Ἀλέκος ἵσταντο πλησίον τοῦ ἱερέως καὶ ἐκοίταζον νὰ ἴδωσι ποῦ τὸν Ἐλόγου του. τὶς θ᾿ ἁρπάση τὸν Σταυρὸν ἀπὸ τῶν χειρῶν τοῦ πρώτου λαβόντος. καὶ ὅλοι οἱ ἐξῶσται καὶ τὰ παράθυρα πλήρη κόσµου. Ὁ µπουλουκτσῆς τοῦ Φτίκα. ὄχι τόσον διὰ τὸ τὶς θ᾿ ἀναλάβη τὸν Σταυρὸν ἀπὸ τοῦ κύµατος. διότι ὁ Φτίκας καὶ ὁ Σοροκᾶς εἶχαν µπουλούκια. Ὁµιλοῦµεν σχετικῶς.. Οὗτοι διηγωνίζοντο κατ᾿ ἔτος περὶ τοῦ γέρατος. σχεδὸν πολεµάρχαι. ὁ δὲ Σοροκᾶς ἕνα ὀφθαλµὸν ὀλιγώτερον τῶν λοιπῶν ἀνθρώπων. ὑπῆγε. Εὐτυχῶς ὑπῆρξε σύντοµος κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο. ἡ ἱερὰ ποµπὴ ἐξῆλθε πρὸς τὴν ἀποβάθραν. ἔτρεξε πρὸς τὴν µεγάλην θύραν. ∆υὸ ἦσαν οἱ ἥρωες τῆς ἡµέρας. κερδήσαντες ἑκατὸν βήµατα τουλάχιστον διὰ τοῦ στρατηγήµατος τούτου. Τὴν πρωίαν ὁ Ἀλέκος. καὶ εἶχεν ἀρκετὴν ἐπιδεξιότητα. ἔµελλε ν᾿ ἀργυρολογήση καὶ νὰ µεθοκοπήση ἐπὶ δυὸ ἡµέρας. ∆ωδεκὰς λέµβων ἵστατο πλησίον τῆς ἀποβάθρας. καὶ ὅλη ἡ παραθαλάσσιος ἀγορά. Μέγα ἐνέπνεεν ἐνδιαφέρον ἡ ἑορτὴ αὕτη. Ὁ Φτίκας καὶ ὁ Σοροκᾶς. ὅπου ἔµελλε νὰ τελεσθῆ ἡ κατάδυσις τοῦ Τιµίου Σταυροῦ. ἀλλ᾿ ὁ Σωτῆρος. Ὁ µὲν Φτίκας εἶχεν ἑπτὰ δακτύλους εἰς τὰς δύο χεῖρας του. εὑρίσκετο ἀρκετὰ πλησίον τῆς λέµβου του. καὶ ἔχοντες ἀσυγκρίτως ἐλαφρότερους τοὺς πόδας ἀπὸ τὸν Ἐλόγου του. Ἐλόγου του ἐξαπατηθεῖς.

Ὅταν ἐπέστρεφεν εἰς τὸν ναὸν ἡ ποµπή. διὰ νὰ τοῦ τὸν ἀποσπάση. Καὶ οὕτως ἔλαβεν ἑκάτερος τὸ ἴδιον ἑαυτοῦ πράγµα. νὰ τὸν ἐξαπατήση δίδων αὐτῷ τὸν φάκελλον ὡς ἀπάντησιν τάχα τῆς νεαρᾶς κόρης. εὑρέθη ἀντιµέτωπος τοῦ νυκτερινοῦ ἐπιδροµέως του. θ᾿ ἀπέπλεεν Ἐλόγου του. καὶ νὰ λάβη ὀπίσω τὸ φέσι του. καὶ ὁ ∆ιπλοκαϋµὸς τὴν ἐπιστολήν του. ὁ Σωτῆρος. τώρα µετὰ τὴν κατάδυσιν τοῦ Σταυροῦ. εἰς ἄλλον φάκελλον. ἐπὶ δέκα λεπτὰ τῆς ὥρας τουλάχιστον. ὁ Ἀλέκος. διὰ λεπτῆς ἐπιτηδευµένης γραφῆς. διότι ἐν µέσῳ τόσου κόσµου ὁ ∆ιπλοκαϋµὸς δὲν θὰ ἤνοιγεν ἀµέσως τὸ γράµµα. Ἅµα πατήσας εἰς λέµβον. Ὁ Φτίκας ἦτο ἄνθρωπος εὐτυχὴς τὴν ἡµέραν ἐκείνην. Καὶ ὅµως ἦτο τὶς εὐτυχέστερός του Φτίκα. Ἦτο τέταρτον ἔτος τοῦτο ἀφότου κατὰ σειρὰν ἑνίκα. Ὁ Σωτῆρος τὸ φέσι του. τὸ ὁποῖον δὲν κατεδέχθη ν᾿ ἀνοίξη. ∆ός µου τὸ φέσι µου. µὲ τὴν ἐπιγραφὴν ἔσωθεν. Ἐλόγου του ἤρπασε τὸ ἐπιστόλιον. τὸ ὤθησεν ἀµέσως εἰς τὸ θυλάκιον τοῦ περιστηθίου καὶ τῷ ἔδωκε τὸ φέσι. Ἐλόγου του ἐκοίταζε προκλητικῶς τὸν Σωτῆρον. ὅστις ἔβλεπε τὴν τσέπην τοῦ µικροῦ µασσαλιωτικοῦ ἐπενδύτου τοῦ Ἐλόγου του κάπως φουσκωµένην. Ὁ Σωτῆρος ἐξήγαγε τοῦ κόλπου του τὸν ἐρωτικὸν ἐπιστόλιον.Νά. Μετ᾿ ὀλίγας ἡµέρας. Ὁ Σωτῆρος ἐσκέφθη ὅτι αὐτὴ ἦτο ἡ καλλίτερα εὐκαιρία.Στὴν τσέπη τὸ ἔχει τὸ φέσι του. καὶ ὁ Σωτῆρος δὲν τὸν ἐφοβεῖτο πλέον. Τὸ µπουλούκι τοῦ Φτίκα ἠλάλαξεν ἐν θριάµβῳ. 171 . Ἦτον Ἐλόγου του. εὑρίσκετο εἰς οὐδέτερον ἔδαφος ἢ µᾶλλον εὑρίσκετο εἰς τὴν οἰκίαν του καὶ δὲν ἐπετρέπετο πλέον µάχη. τὸ ἐδίπλωσε µὲ τέχνην. καὶ ἂς ἔλειπεν ὁ δεύτερος φάκελλος. νὰ κάµη ἐπιγραφὴν πρὸς τὸν ∆ιπλοκαϋµόν. Ἐφαίνετο περιµένων ἀκόµη τὸ σηµάδι. ὅσον καὶ ἂν ἐβάδιζε πλησίον τοῦ ἱερέως. ἥτις νὰ φαίνεται ὡς γραφὴ κορασίου. Όταν ὅµως εὑρέθησαν ἤδη πλησίον ἀλλήλων. Ταῦτα ἐσκέπτετο νὰ πράξη µετὰ τὸ τέλος τῆς ἱερᾶς ποµπῆς.τοῦ Σοροκᾶ ἐπρόφθανε νὰ τοῦ κόψη τὰ δάκτυλα ἢ νὰ τοῦ δοκιµάση τὸν γρόνθον. τὸ ἐσκέπασε καλῶς µὲ τὴν παλάµην καὶ εἶπε εἰς τὸν Ἐλόγου του: . ὑπεψιθύρισε πρὸς τὸν Σωτῆρον: . πάρε τὴν ἀπάντησι. Ὁ Σωτῆρος εἶχε σχεδιάσει νὰ κλείση τὸ ἐπιστόλιον τοῦ Ἐλόγου του.

(1889) 172 .

.. ὅπου κατετάχθην ἀµέσως εἰς τὴν ἀνωτέραν τάξιν. οὐδὲ δύναµαι νὰ ὠφεληθῶ ἀπὸ τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν κατέχω πλησίον τοῦ δικηγόρου µου. δὲν ἔκαµα. καὶ µέχρι τέλους τὸν προσηγόρευον ὅλοι εἰς τὴν κλητικὴν «δάσκαλε». ἀπὸ ἕνα χαρέµι τῆς Σµύρνης. οὔτε νὰ πράξω τίποτε περισσότερον πὰρ ὅσον µου ἐπιτρέπει ἡ στενὴ δικαιοδοσία. ἀφοῦ ἐξησφάλισε τὴν οἰκογένειάν του. δὲν ἠµπορεῖ νὰ γαυγίζῃ οὔτε νὰ δαγκάσῃ ἔξω ἀπὸ τὴν ἀκτῖνα καὶ τὸ τόξον τὰ ὁποῖα διαγράφει τὸ κοντὸν σχοινίον. παροµοίως κ᾿ ἐγὼ δὲν δύναµαι οὔτε νὰ εἴπω. ἀγνοῶ ἐκ ποίας σκοτεινῆς ἀφορµῆς. κ᾿ ἐγύµναζα τὸ εὐλύγιστον.. ἐστάλην ὡς ὑπότροφος τῆς Μονῆς εἰς τινα κατ᾿ ἐπαρχίαν ἱερατικὴν σχολήν. Τὸν χειµῶνα ποὺ ἤρχισ᾿ εὐθὺς κατόπιν µ᾿ ἐπῆρε πλησίον του ὁ γηραιὸς πάτερ Σισώης. τὴν ἔκλεψεν. καὶ λέγουν ὅτι ἐσώθη. ἐδίδασκεν εἰς διάφορα σχολεῖα ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα.. Ἦτον πρώην διδάσκαλος. τὴν ἐβάπτισε καὶ τὴν ἐνυµφεύθη. ἀρχίσας τὰς σπουδὰς µου σχεδὸν εἰκοσαετής. Τὴν τελευταίαν φορὰν ὁποὺ ἐγεύθην τὴν εὐτυχίαν ἦτον τὸ θέρος ἐκεῖνο τοῦ ἔτους 187.Ὄνειρο στὸ κύµα Ἤµην πτωχὸν βοσκόπουλον εἰς τὰ ὄρη. Ἐκεῖ ἔκλαυσε τὸ ἁµάρτηµά του. κ᾿ ἔβλεπα τὸ πρωίµως στρυφνόν. ἤµην εὐτυχής. ὑπὸ τὸ ὄνοµα «ὁ Σωτηράκης ὁ δάσκαλος». κωλυόµενος νὰ ἱερατεύῃ κ᾿ ἐγκατεβίωσεν ἐν µετανοίᾳ. ὡς ἁπλοῦς µοναχὸς τὴν φορὰν ταύτην. Ἀφοῦ ἔµαθα τὰ πρῶτα γράµµατα πλησίον τοῦ γηραιοῦ Σισώη. ὁ δεµένος µὲ πολὺ σχοινίον εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ αὐθέντου του. ἐξῆλθα τριακοντούτης ἀπὸ τὸ Πανεπιστήµιον· ἐξῆλθα δικηγόρος µὲ δίπλωµα προλύτου. ὑψηλὸν ἀνάστηµά µου ἀνὰ τοὺς βράχους καὶ τὰ βουνά. θέσιν οἰονεὶ αὐλικοῦ. Τέλος. Εἶτα ἠγάπησε µίαν Τουρκοπούλαν.Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης . ∆εκαοκτὼ ἐτῶν. τὸ ἔχον γενναίαν ἀγαθοεργίαν ὡς ἐξόχως ἐλαφρυντικὴν περίστασιν. ἐννοεῖται. ἐνθυµήθη τὴν παλαιὰν ὑποχρέωσίν του. ἐπὶ Καποδίστρια κυβερνήτου. καθὼς ἔλεγαν. τὴν ὁποίαν ἔχω εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ προϊσταµένου µου. τὸν ὁποῖον µισῶ. Σήµερον ἐξακολουθῶ νὰ ἐργάζωµαι ὡς βοηθὸς ἀκόµη εἰς τὸ γραφεῖον ἐπιφανοῦς τινὸς δικηγόρου καὶ πολιτευτοῦ ἐν Ἀθήναις. καὶ δὲν ἤξευρα ἀκόµη ἄλφα. Εὐθὺς µετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν πραγµάτων. καὶ εἶχεν οὐ µικρὰν φήµην. καθὼς τὸν ὠνόµαζον οἱ χωρικοί µας. Καθὼς ὁ σκύλος. εἶτα εἰς τὴν ἐν Ἀθήναις Ριζάρειον. ἀλλὰ πιθανῶς ἐπειδὴ τὸν ἔχω ὡς προστάτην καὶ εὐεργέτην. ἢ Σισώνης. εἰς τὸ Κοινόβιον τοῦ Εὐαγγελισµοῦ. ἡλιοκαὲς πρόσωπόν µου νὰ γυαλίζεται εἰς τὰ ρυάκια καὶ τὰς βρύσεις. καὶ µ᾿ ἔµαθε γράµµατα. Χωρὶς νὰ τὸ ἠξεύρω. Ἀργότερα. Μεγάλην προκοπήν. Εἰς τοὺς χρόνους τῆς Ἐπαναστάσεως ἦτον µοναχὸς καὶ διάκονος. ἐφόρεσε καὶ πάλιν τὰ ράσα. Καὶ εἶµαι περιωρισµένος καὶ ἀνεπιτήδειος. * ** 173 . Ἤµην ὡραῖος ἔφηβος.

Ὅλον τὸν ἄλλον καιρὸν ἦτον κτῆµα ἰδικόν µου. Σιµὰ εἰς τὸν µισθὸν τοῦτον. Ὅλα ἐκεῖνα ἦσαν ἰδικά µου. Ὅλον τὸ κατάµερον ἐκεῖνο. ὕπερθεν τοῦ κράτους τοῦ Βορρᾶ καὶ τοῦ πελάγους. ἔξω τῆς ἀκτῖνος τῶν ἐλαιώνων καὶ ἀµπέλων. µὲ τὸ αἰώνιον τῆς πνοῆς των φραγγέλιον. Ἤµην ὡραῖος ἔφηβος. ὅταν κατηρχόµην κάτω. τὰς ὁποίας ἀκολούθως µου ηὔξησαν εἰς ἕξ. καὶ ἦτον ἀναπεπταµένη πρὸς τὸν Βορρᾶν. τὸ ἐθέριζα ἐν µέρει. Μόνον διαρκὴ γείτονα. ἀπότοµος ἀκτή µου. τὴν ὁποίαν εἶχεν υἱοθετήσει. ὅτι ἐφύλαγαν τὰ περιβόλια τοῦ κόσµου. καὶ τὰ βουνά. ἔβλεπε πρὸς τὸν Καικίαν. ἡ Πλατάνα. ἢ νὰ τρύγησῃ ἂν ἔµενε τίποτε διὰ τρύγηµα. οἱ ὁποῖοι ἀνέµιζαν τὰ µαλλιά µου. Τῆς πτωχῆς χήρας ἦτον ἡ ἄµπελος µόνον εἰς τὰς ὥρας ποὺ ἤρχετο ἡ ἴδια διὰ νὰ θειαφίσῃ. Οἱ λόγοι. τὰς ὁποίας ἐκύρτωναν µὲ τὸ ἀκούραστον φύσηµά των. ἀνάµεσα εἰς δυὸ φάραγγας καὶ τρεῖς κορυφᾶς. κ᾿ ἔβαλλα εἰς ἐφαρµογὴν τὰς διατάξεις τοῦ ∆ευτερονοµίου χωρὶς νὰ τὰς γνωρίζω. ὀρφανὴν ἐκ κοιλίας µητρός. χόρτου καὶ χαµοκλάδων. κ᾿ ἔβοσκα τὰς αἶγας τῆς Μονῆς τοῦ Εὐαγγελισµοῦ εἰς τὰ ὄρη τὰ παραθαλάσσια. καὶ ἄφθονα µαῦρα ψωµία ἢ πίττες. τὸ καλούµενον Ξάρµενο. Ὁ κὺρ Μόσχος ἐκατοίκει εἰς τὴν ἐξοχήν. ὁ Μέγας Γιαλός. Ἐφαινόµην κ᾿ ἐγὼ ὡς νὰ εἶχα µεγάλην συγγένειαν µὲ τοὺς δυὸ τούτους ἀνέµους. αἱ κοιλάδες.Ἡ τελευταία χρονιὰ ποὺ ἤµην ἀκόµη φυσικὸς ἄνθρωπος ἦτον τὸ θέρος ἐκεῖνο τοῦ ἔτους 187. Ἤµην «παραγυιός». Ἔχων ἐκτεταµένον κτῆµα εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην. εἰς ἕνα ὡραῖον µικρὸν πύργον µαζὶ µὲ τὴν ἀνεψιάν του τὴν Μοσχούλαν. ἀπὸ τὰ πλοῖα τὰ ὁποῖα κατέπλεον ξάρµενα ἢ ξυλάρµενα. τοὺς ἀγροφύλακας. Μόνους ἀντιζήλους εἰς τὴν νοµὴν καὶ τὴν κάρπωσιν ταύτην εἶχα τοὺς µισθωτούς της δηµαρχίας. χωρὶς ποτὲ νὰ ὀργώσω ἢ νὰ σπείρω. ἔπεισε µερικοὺς πτωχοὺς γείτονας νὰ τοῦ 174 . Αὐτοὶ πράγµατι δὲν µοῦ ἤθελαν τὸ καλόν µου. καὶ τὴν ἠγάπα ὡς νὰ ἦτο θυγάτηρ του. Ἐκεῖ παραπαίω. ἦτον ἰδικόν µου. καὶ νὰ πάρω κ ἐγὼ τὸν κόπο µου!» Ἐγώ. σπέρνω αὐτὸ τὸ χωράφι. κ᾿ ἔκαµνε τρὶς τὸ σηµεῖον τοῦ σταυροῦ. ἐννοοῦσαν νὰ ἐκλέγουν αὐτοὶ τὰς καλυτέρας ὀπώρας. ἔβοσκα τὰ γίδια τοῦ Μοναστηρίου. καὶ τὰ ἔκαµναν νὰ εἶναι σγουρὰ ὅπως οἱ θάµνοι κ᾿ αἱ ἀγριελαίαι. γιὰ νὰ φᾶνε ὅλ᾿ οἱ ξένοι κ᾿ οἱ διαβάτες. ν᾿ ἀργολογήσῃ. αἱ φάραγγες. ἐπειδὴ ἦτον χηρευµένος καὶ ἄτεκνος. τὸ Κλῆµα. µονογενῆ. νὰ γέµισῃ ἕνα καλάθι σταφύλια. ἐξωθούµενα ἀπὸ τὰς τρικυµίας. Τὸ χωράφι ἦτον τοῦ γεωργοῦ µόνον εἰς τὰς ἡµέρας ποὺ ἤρχετο νὰ ὀργώσῃ ἢ νὰ σπείρῃ. πλήρεις ἀγρίων θάµνων.. ἕνα µικρὸν ἄρχοντα λίαν ἰδιότροπον. καθὼς τὰ ὠνόµαζαν οἱ καλόγηροι.. Τὸ κυρίως κατάµερόν µου ἦτον ὑψηλότερα. οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τῇ προφάσει. καὶ τὰ πετεινὰ τ᾿ οὐρανοῦ. Ἦσαν τροµεροὶ ἀνταγωνισταὶ δι᾿ ἐµέ. τὸ Μοναστήρι µου ἔδιδε καὶ φασκιὲς διὰ τσαρούχια. ἀντὶ µισθοῦ πέντε δραχµῶν τὸν µῆνα. κ᾿ ἔλεγεν: «Εἰς τὸ ὄνοµα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος. Ἐµιµούµην τοὺς πεινασµένους µαθητὰς τοῦ Σωτῆρος. Ἡ πετρώδης. εἰς τὴν ἄκρην τῆς περιοχῆς µου. τ᾿ ἀνερχόµενα ἀποτόµως διὰ κρηµνώδους ἀκτῆς. ἐγὼ ὅµως συχνὰ ἐπατοῦσα τὰ σύνορα. Τὴν εἶχε προσλάβει πλησίον του. ὅλος ὁ αἰγιαλός. εἶχα τὸν κὺρ Μόσχον. καστανόµαλλος βοσκός. Ὁ κὺρ Μόσχος εἶχεν ἀποκτήσει περιουσίαν εἰς ἐπιχειρήσεις καὶ ταξίδια.

καὶ δὲν εὑρέθη εἰς τὸ µέτρηµα. ∆ιήρεσε τὸ κτῆµα εἰς τέσσαρα µέρη· εἰς ἄµπελον. κάτω εἰς τὸν αἰγιαλόν. σχεδὸν ἐβρέχετο ἀπὸ τὸ κῦµα. ὁ ἐπάνω τοῖχος ἔφθανεν ὡς τὴν κορυφὴν τοῦ µικροῦ βουνοῦ. Τάχα ὁ ἀετὸς µοῦ τὴν ἐπῆρε. ἡ εὐνοούµενή µου κατσίκα. οἱ ἀετοὶ δὲν κατεδέχοντο νὰ µᾶς ἐπισκέπτωνται συχνά.. ἐνῷ ἐµέτρουν καθὼς ἐσυνήθιζα τὰς αἶγας µου (ἦσαν ὅλαι πενηνταὲξ κατ᾿ ἐκεῖνον τὸν χρόνον· ἄλλοτε ἀνεβοκατέβαινεν ὁ ἀριθµός των µεταξὺ ἑξήντα καὶ σαρανταπέντε). Τὸ µέγα ὁρµητήριόν των ἦτον ὑψηλὰ πρὸς δυσµᾶς. κ᾿ ἔβοσκα τὰς αἶγας τῶν καλογήρων. Ἐὰν ἔλειπεν ἄλλη κατσίκα. ὁποὺ ἦσαν χαµόκλαδα. Ἡ παιδίσκη θὰ ἦτον ὡς δυὸ ἔτη νεωτέρα ἐµοῦ. εὐώδεις θάµνοι. Ἦτον ὠχρά. τὸ σκαλιστήρι του καὶ τὴν ἀνεψιάν του τὴν Μοσχούλαν. Ἦτον θερµόαιµος καὶ ἀνήσυχος ὡς πτηνὸν τοῦ αἰγιαλοῦ. * ** Ὁ κὺρ Μόσχος εἶχεν ὡς συντροφιὰν τὸ τσιµποῦκι του. ἐκαθάρισε καὶ περιεµάζευσε τοὺς ἐσκορπισµένους κρουνοὺς τοῦ νεροῦ. Μίαν ἡµέραν. ἰδοὺ εἶ καλή· ὀφθαλµοί σου περιστεραί. Τὸ παράθυρον τοῦ πύργου τὸ δυτικὸν ἠνοίγετο πρὸς τὸν λόγγον. ἔβγαζε κοχύλια κ᾿ ἐκυνηγοῦσε τὰ καβούρια. Ἀλλὰ δὲν µοῦ 175 .. τὸ καλούµενον Ἀετοφωλιὰ φερωνύµως. καὶ ἀργιλλώδης γῆ τραχειά. τὴν ὁποία ἐγὼ εἶχα ὀνοµάσει Μοσχούλαν. ὁ ὁποῖος ἤρχιζε νὰ βαθύνεται πέραν τῆς κορυφῆς τοῦ βουνοῦ. ἤνοιξε καὶ πηγάδι πρὸς κατασκευὴν µαγγάνου διὰ τὸ πότισµα. ἦτον ἀπείρως λευκότερος ἀπὸ τὸν χρώτα τοῦ προσώπου της. τὰ κάπως χαµηλότερα. Τὸ κτῆµα ἦτον παρὰ τὸ χεῖλος τῆς θαλάσσης. τὰ περιετείχισεν ὅλα ὁµοῦ. Εἰς τὰ µέρη ἐκεῖνα. µὲ πολλῶν ἑκατοντάδων στρεµµάτων ἔκτασιν. δὲν θὰ παρετήρουν ἀµέσως τὴν ταυτότητα. ἡ πλησίον µου. δὲν ἠξεύρω πῶς. καὶ ἀπετέλεσεν ἓν µέγα διὰ τὸν τόπον µας κτῆµα. σπανίως κατερχόµενος εἰς τὴν πολίχνην. τὴν ὁποίαν οἱ υἱοὶ τῆς µητρός της εἶχαν βάλει νὰ φυλάῃ τ᾿ ἀµπέλια· «Ἰδοὺ εἶ καλή. µὲ σφοδρὸν βορρᾶν πνέοντα. κ᾿ ἐνῷ. τὴν µικρόσωµον καὶ λεπτοφυῆ. ἀλλὰ µόνον τὴν µονάδα ποὺ ἔλειπεν· ἀλλ᾿ ἡ ἀπουσία τῆς Μοσχούλας ἦτον ἐπαισθητή. ἡ Μοσχούλα. Ὁ περίβολος διὰ νὰ κτισθῇ ἐστοίχισε πολλά. ροδίνη. Ὁ λαιµός της. ἐλαιῶνα. Ἐκεῖ ἤρχιζεν ἡ περιοχή µου. χρυσαυγίζουσα καὶ µοῦ ἐφαίνετο νὰ ὁµοιάζῃ µὲ τὴν µικρὴν στέρφαν αἶγα. Ἔκτισεν εἰς τὴν ἄκρην πυργοειδῆ ὑψηλὸν οἰκίσκον. εἰς τὸ κατάλευκον πετρῶδες βουνόν. Ἐγκατεστάθη ἐκεῖ. Ἐτρόµαξα. µὲ δυὸ πατώµατα. τὸ κοµβολόγι του. κ᾿ ἐνθύµιζε τὴν νύµφην τοῦ Ἄσµατος τὴν ἡλιοκαυµένην. εἶχε µείνει ὀπίσω. τῶν πνευµατικῶν πατέρων µου. Τὰς εὕρισκα ὅλας 55. ἔτρεχεν ἀπὸ κολπίσκον εἰς κολπίσκον. Μικρὴ ἐπήδα ἀπὸ βράχον εἰς βράχον. καθὼς ἔφεγγε καὶ ὑπέφωσκεν ὑπὸ τὴν τραχηλιάν της. κ᾿ ἔζη διαρκῶς εἰς τὴν ἐξοχήν. ἀγροκήπιον µὲ πλῆθος ὀπωροφόρων δένδρων καὶ κήπους µὲ αἱµασιᾶς ἢ µποστάνια. Ἕως ἐκεῖ κατηρχόµην συχνά. ὁ κάτω τοῖχος.πωλήσουν τοὺς ἀγρούς των. µὲ κατάστιλπνον τρίχωµα. Ἦτον ὡραία µελαχροινή.*****. ἠγόρασεν οὕτως ὀκτὼ ἢ δέκα συνεχόµενα χωράφια. ἴσως περισσότερα ἢ ὅσα ἤξιζε τὸ κτῆµα· ἀλλὰ δὲν τὸν ἔµελλε δι᾿ αὐτὰ τὸν κὺρ Μόσχον θέλοντα νὰ ἔχῃ χωριστὸν οἰονεὶ βασίλειον δι᾿ ἐαυτὸν καὶ διὰ τὴν ἀνεψιάν του.

Οὔτε εἶχα παρατηρήσει τὴν παρουσία τῆς Μοσχούλας. Ἦτον τὸν Αὔγουστον µήνα.Μοσχούλα!. ∆ὲν ἠξεύρω πῶς τῆς ᾖλθε νὰ µοῦ φωνάξῃ: . τῆς ἀνεψιᾶς τοῦ κὺρ Μόσχου.. * ** Μίαν ἑσπέραν. σὰν παράξενο µοῦ φαίνεται!. τὸ ὁποῖον εἰσεχώρει µορµυρίζον. Ὁ τοῖχος τοῦ περιβολιοῦ τοῦ κτήµατος. καὶ τὴν «ἐλιµπίστηκα». Καθὼς ἤκουσε τὰς φωνᾶς µου. 176 ... χορεῦον µὲ ἄτακτους φλοίσβους καὶ ἀφρούς. κ᾿ ἐσφύριζα ἕνα ἦχον. ὅµοιον µὲ τὸ βρέφος τὸ ψελλίζον. ποὺ ἀναπηδᾷ εἰς τὸ λίκνόν του καὶ λαχταρεῖ νὰ σηκωθῇ καὶ νὰ χορεύσῃ εἰς τὴν χεῖρα τῆς µητρὸς ποὺ τὸ ἔψαυσε . ἐκεῖ σιµά.. ἀλλὰ δὲν εἶχα ἀρκετὸν θράσος ὥστε νὰ παίζω ἐν γνώσει ὅτι θὰ µὲ ἤκουεν αὐτή. Τὴν φορὰν ταύτην ἐφιλοτιµήθην νὰ παίξω πρὸς χάριν της. ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω πῶς τῆς ἐφάνη ἡ τέχνη µου ἡ αὐλητική. Μὲ σένα δὲν ἔχω νὰ κάµω. προέκυψεν εἰς τὸν παράθυρον καὶ ἔκραξε: . Βοσκὸς καὶ νὰ µὴν ἔχῃ σουραῦλι. Ἤµην πλαγιασµένος εἰς ἕνα ἴσκιον. ἔκλεισε τὸ παράθυρον κ᾿ ἔγινεν ἄφαντη. τὰ γίδια µου διὰ ν᾿ «ἀρµυρίσουν» εἰς τὴν θάλασσαν. τρωθεῖς ἀπὸ τὰ κάλλη τῆς Μοσχούλας. ἓν ᾆσµα τοῦ βουνοῦ αἰπολικόν.. Εἶχα ἐγὼ σουραῦλι (ἤτοι φλογέραν). Καθὼς ἤκουσε τὴν φωνήν µου. ἡ παιδίσκη ἀνωρθώθη. ὅπου ἀλλοῦ ἐκυρτώνοντο οἱ βράχοι εἰς προβλῆτας καὶ ἀλλοῦ ἐκοιλαίνοντο εἰς σπήλαια· καὶ ἀνάµεσα εἰς τοὺς τόσους ἑλιγµοὺς καὶ δαιδάλους τοῦ νεροῦ. Ἐφώναζα ὡς τρελός: . τὴ Μοσχούλα!. ∆ὲ σ᾿ ἄκουσα ποτέ µου νὰ παίζῃς τὸ σουραῦλι!. ἀπεῖχον περὶ τὰ πεντακόσια βήµατα ἀπὸ τὴν θέσιν ὁποὺ εὑρισκόµην ἐγὼ µὲ τὰς αἶγας µου. Μίαν ἄλλην ἡµέραν µὲ εἶδε πάλιν ἀπὸ τὸ παράθυρόν της εἰς ἐκείνην τὴν ἰδίαν θέσιν..καθὼς εἶχα κατεβάσει. κ᾿ ἕνα τάσι γεµάτο πετµέζι. ποῦ εἰν᾿ ἡ Μοσχούλα.Τί ἔχεις καὶ φωνάζεις. λέγω. Μόνον ἤξευρω ὅτι µου ἔστειλε δι᾿ ἀµοιβὴν ὀλίγα ξηρὰ σῦκα.Φωνάζω ἐγὼ τὴν κατσίκα µου. τῆς µικρᾶς κατσίκας µου. κ᾿ ἐλαχτάρησα νὰ πέσω νὰ κολυµβήσω.. ὅπου ἐσχηµάτιζε χιλίους γλαφυροὺς κολπίσκους καὶ ἀγκαλίτσες τὸ κῦµα... ὁ ἀετὸς νὰ κατῆλθεν ἐκτάκτως. Αὐτὴ ἔτυχε νὰ ἔχῃ ἀνοικτὸν τὸ παράθυρον. εἶδα τὴν ἀκρογιαλιὰν ποὺ ἦτον µεγάλη χαρὰ καὶ µαγεία.ἐφαίνετο ὅλως παράδοξον ἢ ἀνήκουστον πρᾶγµα.. ἀνάµεσα εἰς τοὺς βράχους..Ἔτσι ὅλο τραγουδεῖς!. ὅπως συχνὰ ἐσυνήθιζα. Ἐγὼ δὲν ἤξευρα τί νὰ εἴπω· ἐν τοσούτῳ ἀπήντησα: . ἄφηνα τὰς αἶγας µου νὰ βοσκοῦν. καθὼς εἶχα κατεβάσει τὰ γίδια µου κάτω εἰς τὸν αἰγιαλόν. καὶ ἡ οἰκία ἡ ἀκουµβώσα ἐπάνω εἰς αὐτόν..

∆ὲν θὰ µοῦ ἔκανε ποτὲ καρδιὰ νὰ ἔβγω ἀπὸ τὴν θάλασσαν. ἢ ἦτον ὁ τάπης. ποὺ ἐφαίνετο πῶς τὸ εἶχον εὐτρεπίσει καὶ στολίσει αἱ νύµφαι τῶν θαλασσῶν. Ἐγύρισα ὀπίσω. ἂν τυχὸν ἐδείκνυον συµπτώµατα ἀνησυχίας. κ᾿ ἔπεσα εἰς τὴν θάλασσαν. κατέβην πάλιν τὸν κρηµνόν. ὅτι δὲν θὰ µοῦ φύγη πάλιν. ὁ ἀνόητος. καὶ µὲ διακόσια ἢ περισσότερα βήµατα θὰ ἐπέστρεφα πλησίον εἰς τὸ κοπάδι µου. καθώς µου εἶχε φύγει τὴν ἄλλην φορὰν. τῆς ὑγρᾶς καὶ ἁλµυρᾶς καὶ δροσώδους. ὡς δυὸ καλαµιὲς ὑψηλότερα ἀπὸ τὰ βουνὰ τῆς ἀντικρινῆς νήσου. καὶ πέραν ἀπὸ τὸν ἄλλον κάβον πρὸς δυσµᾶς. Ἄφησα ἐκεῖ τὰ γίδια µου διὰ νὰ βοσκήσουν εἰς τὰ κρίταµα καὶ τὰς ἁρµυρήθρας. µαγείαν ἄφατον. διὰ νὰ εἶµαι βέβαιος. ἔκαµα ἕνα βῆµα διὰ νὰ ἀνάβω. ἀριστερά µου. κ᾿ ἔφθανεν εἰς τὴν κάτω πόρταν τοῦ τοιχογυρίσµατος τοῦ κὺρ Μόσχου. ἐφανταζόµην τὸν ἐαυτόν µου ὡς νὰ ἤµην ἕν µε τὸ κῦµα. ἐρίφια ἦσαν. τὸν ἐπίχρυσον κωδωνίσκον µὲ τὸ κόκκινον περιδέραιον ἀπὸ τὸν λαιµόν. ὡς νὰ µετεῖχαν τῆς φύσεως αὐτοῦ. ὅσον ἕνα σκαλοπάτι 177 . Ὅσον ἀφορᾷ τὴν Μοσχούλαν. ὁπότε ὁ ἄγνωστος κλέπτης (ὢ νὰ τὸν ἔπιανα) τῆς εἶχε κλέψει. θὰ ἔλυα τὴν Μοσχούλαν.Ἀνέβασα τὸ κοπάδι µου ὀλίγον παραπάνω ἀπὸ τὸν βράχον. τὴν περισκελίδα µου. Τὰ ἐσφύριξα σιγὰ διὰ νὰ καθίσουν νὰ ἡσυχάσουν καὶ νὰ µὲ περιµένουν. ἐφρόντισα νὰ τὴν δέσω µ᾿ ἕνα σχοινάκι εἰς τὴν ρίζαν ἑνὸς θάµνου ὀλίγον παραπάνω ἀπὸ τὸν βράχον. ἂν δὲν εἶχα τὴν ἔννοιαν τοῦ κοπαδιοῦ µου. Ἄνω τῆς κορυφῆς τοῦ βράχου. ∆ι᾿ αὐτοῦ εἶχα κατέλθει. ἐλούσθην. καὶ δι᾿ αὐτοῦ ἔµελλα πάλιν νὰ ἐπιστρέψω εἰς τὸ βουνόν. Τὴν ὥραν ἐκείνην εἶχε βασιλέψει ὁ ἥλιος. τὴν περισκελίδα µου. κ᾿ ἔφθασα κάτω εἰς τὴν θάλασσαν. ποὺ εἶχε βασιλέψει ἐκείνην τὴν στιγµήν. Ὅσην ὑπακοὴν καὶ ἂν εἶχαν πρὸς ἐµὲ τὰ ἐρίφια. ἔβλεπα µίαν πτυχὴν ἀπὸ τὴν πορφύραν τοῦ ἥλιου. ἡ µάννα του. Ὁ µικρὸς ἐκεῖνος ἀνήφορος. Ἠσθανόµην γλύκαν. Ὁ βράχος ὁ δικός µου ἔτεινε πρὸς βορρᾶν. Ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ἐξ αὐτῶν τράγοι ἦσαν κωδωνοφόροι καὶ σὰ ἤκουον µακρόθεν τοὺς κωδωνισµούς των. ἐσχηµατίζετο µικρὸν ἄντρον θαλάσσιον. τὴν µικρὴν αἶγα µου. ποὺ τοῦ ἔστρωνε. δυσάγωγα καὶ ἄπιστα ὅσον καὶ τὰ µικρὰ παιδιά. διὰ τοῦ ὁποίου ἀνέβαινε τις πλαγίως τὴν ἀπότοµον ἀκρογιαλιάν. Ἐπλύθην. Ἀπὸ τὸ ἄντρον ἐκεῖνο ἤρχιζεν ἕνα µονοπάτι. καὶ τότε ἔπρεπε νὰ τρέχω νὰ τὰ ζητῶ τὴν νύκτα εἰς τοὺς λόγγους καὶ τὰ βουνὰ ὁδηγούµενος µόνον ἀπὸ τὸν ἦχον τῶν κωδωνίσκων τῶν τραγῶν. Ἐπέταξα ἀµέσως τὸ ὑποκάµισόν µου. διὰ νὰ καθίσῃ νὰ δειπνήσῃ. καὶ τὸ φεγγάρι σχεδὸν ὁλόγεµον ἤρχισε νὰ λάµπῃ χαµηλά. ἐκολύµβησα ἐπ᾿ ὀλίγα λεπτὰ τῆς ὥρας. Μὲ ἄκουσαν κ᾿ ἐκάθισαν ἥσυχα. ∆εξιὰ ἀπὸ τὸν µέγαν κυρτὸν βράχον µου. τὴν νύκτα εἰς τὴν στάνην µου. τοῦ ὁποίου ἡ βάσις ἐβρέχετο ἀπὸ τὴν θάλασσαν. εἰς τὴν βάσιν τοῦ ὁποίου εἶχα ἀφήσει τὰ ροῦχα µου πρὶν ριφθῶ εἰς τὴν θάλασσαν. στρωµένον µὲ ἄσπρα κρυσταλλοειδῆ κοχύλια καὶ λαµπρὰ ποικιλόχρωµα χαλίκια. καθὼς λέγουν. ἂν καὶ δὲν ἐπεινοῦσαν πλέον. Ἐπήδησα ταχέως ἔξω. τοῦ ὁποίου ὁ ἕνας τοῖχος ἔζωνεν εἰς µῆκος ἑκατοντάδων µέτρων ὅλον τὸν αἰγιαλόν. καὶ ἂν ἤκουον τὴν φωνήν µου διὰ νὰ καθίσουν ἥσυχα. ὁ ὀλισθηρὸς κρηµνὸς ἦτο δι᾿ ἐµὲ ἄθυρµα. Ἐφοβούµην µήπως τινὰ ἀποσκιρτήσουν καὶ µοῦ φύγουν. Ἦτον ἡ οὐρὰ τῆς λαµπρᾶς ἁλουργίδος ποὺ σύρεται ὀπίσω. δὲν θὰ ἐχόρταινα ποτὲ τὸ κολύµβηµα. ἀνάµεσα εἰς δυὸ κρηµνοὺς καὶ εἰς ἕνα µονοπάτι τὸ ὁποῖον ἐχαράσσετο ἐπάνω εἰς τὴν ράχιν. ἐφόρεσα τὸ ὑποκάµισόν µου.

178 . καὶ εἶδα πράγµατι ὅτι ἡ Μοσχούλα εἶχε πέσει ἀρτίως εἰς τὸ κῦµα γυµνή.. συνήθως ἐλούετο. ἀκούω σφοδρὸν πλατάγισµα εἰς τὴν θάλασσαν. νὰ λύσω τὴν αἶγα µου.. ἐὰν ἤξευρα ὅτι ἐσυνήθιζε νὰ λούεται καὶ τὴν νύκτα µὲ τὸ φῶς τῆς σελήνης. καθὼς ἦταν ἐστραµµένη πρὸς τὰ ἐδῶ. θὰ τραβήξη αὐτὴ τὸ µονοπάτι της. νὰ φύγω ἀόρατος. εἶχε βρέξει τὴν κόµην της. Συνεστάλην. ∆ιὰ νὰ φύγω ἔπρεπεν ἐξ ἅπαντος νὰ πατήσω ἐπὶ µίαν στιγµὴν ὀρθὸς εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ βράχου. ὑπῆρξα σκαιὸς καὶ ἄτολµος. κατέβην πάλιν κάτω εἰς τὴν ρίζαν τοῦ βράχου κ᾿ ἐπερίµενα. νὰ λουσθῶ. καὶ τότε ἀλλοίµονον εἰς τὸν µικρὸν βοσκόν! Ἡ πρώτη ἰδέα µου ἦτον νὰ βήξω. θὰ ἐτρόµαζεν εὐλόγως. ὅπου ἤξευρα. Ἦτον ἀδύνατον. θὰ ἐφώναζεν. «Αὐτή δὲν θ᾿ ἀργήση. ἡ ἀνεψιὰ τοῦ κὺρ Μόσχου. καθὼς ἐκείνη ἔβλεπε πρὸς τὸ µέρος µου. ἔλεγα µέσα µου· τώρα θὰ κολυµπήση. Ἐκεῖ ἡ κόρη θὰ µὲ ἔβλεπε. καὶ κάµνον νὰ χορεύουν φωσφορίζοντα τὰ κύµατα. Ἐγνώριζα ὅτι τὸ πρωί. τὸ ὁποῖον φιλοτιµοῦνται νὰ πηδήσουν ἐκ τῶν κάτω πρὸς τὰ ἄνω ἀµιλλώµενα τὰ παιδιὰ τῆς γειτονιᾶς. κ᾿ ἐλούετο εἰς τὴν θάλασσαν.. τὸ περιαργυροῦν ὅλην τὴν ἄπειρον ὀθόνην τοῦ γαληνιῶντος πελάγους... κ᾿ ἐλούετο. εἶτα θὰ µὲ κατηγόρει διὰ σκοποὺς ἀθεµίτους. ἀνερριχήθην εἰς τὰ ἄνω. Ἀλλ᾿ ἡ στιγµὴ καθ᾿ ἣν θὰ διηρχόµην διὰ τῆς κορυφῆς τοῦ βράχου ἤρκει διὰ νὰ µὲ ἴδῃ ἡ Μοσχούλα. Κανεὶς δὲν µὲ εἶχε διδάξει µαθήµατα κοσµιότητος εἰς τὰ βουνά µου. νὰ τῆς δώσω ἀµέσως εἴδησιν. ὅτι ἐνίοτε κατήρχετο ἡ Μοσχούλα. ἅµα τῇ ἀνατολῇ τοῦ ἥλιου.. Τὴν στιγµὴν ἐκείνην. Μὴν τροµάζῃς!. ∆ὲν θὰ ἐρριψοκινδύνευᾳ νὰ ἔλθω τόσον σιµὰ εἰς τὰ σύνορά της. χωρὶς νὰ ξέρω. ἔκυψα µὲ ἄκραν προφύλαξιν πρὸς τὸ µέρος τοῦ ἄντρου.. θὰ ντυθῆ καὶ θὰ φύγη. καὶ νὰ κράξω: «Βρέθηκα ἐδῶ. Ἤξευρε καλῶς νὰ κολυµβᾷ. καὶ νὰ γίνω ἄφαντος κρατῶν τὴν πνοήν µου. ὡς σώµατος πίπτοντος εἰς τὸ κῦµα.. χωρὶς τὸν ἐλάχιστον κρότον ἢ θροῦν. δὲν ἠξεύρω πῶς. ἀπὸ τὸ µέρος τοῦ ἄντρου τοῦ κογχυλοστρώτου καὶ νυµφοστολίστου. φεύγω ἀµέσως..µαρµάρινης σκάλας. κ᾿ ἐκινεῖτο ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ προσπαίζουσα καὶ πλέουσα. ἀπὸ τοὺς βοστρύχους τῆς ὁποίας ὡς ποταµὸς ἀπὸ µαργαρίτας ἔρρεε τὸ νερόν. Εἶχε βυθισθῆ ἅπαξ καθὼς ἐρρίφθη εἰς τὴν θάλασσαν. κοπέλα µου!» Πλήν. Ὁ κρότος ἤρχετο δεξιόθεν. καλυπτόµενος ὄπισθεν ἑνὸς σχοίνου καὶ σκεπόµενος ἀπὸ τὴν κορυφὴν τοῦ βράχου. ἐνῷ ἔκαµα τὸ πρώτον βῆµα.. * ** Τὴν ἀνεγνώρισα πάραυτα εἰς τὸ φῶς τῆς σελήνης τὸ µελιχρόν. ἐπάνω τοῦ βράχου. ἐγὼ ὁ σατυρίσκος τοῦ βουνοῦ. εἶτα νὰ κύψω ὄπισθεν θάµνων. Ἔκαµα δυό-τρία βήµατα χωρὶς τὸν ἐλάχιστον θόρυβον. κ ἐγὼ τὸν κρηµνό µου!. καὶ εἶχεν ἀναδύσει· ἔβλεπε κατὰ τύχην πρὸς τὸ µέρος ὅπου ἤµην ἐγώ. Ὤ! πῶς θὰ ἐξαφνίζετο. Τὸ ἀνάστηµά µου θὰ διεγράφετο διὰ µίαν στιγµὴν ὑψηλὸν καὶ δεχόµενον δαψιλῶς τὸ φῶς τῆς σελήνης.

εἰς τὴν τύχην της. µελιχρὰ καὶ ὀνειρώδη εἰς τὸ φέγγος τῆς σελήνης. ὡς ἡµίσεος µιλίου. Οὐδὲ θὰ ἤµην πλέον βέβαιος περὶ τῆς ἀσφαλείας τοῦ κοπαδιοῦ µου. ὅτι ἡ νέα δὲν θὰ µ ἔβλεπε. µέχρι τοῦ κυρίως ὅρµου καὶ τῆς ἄµµου. ∆ὲν ὑπῆρχεν ἄλλη αἵρεσις. Ἐντοσούτω ὅσον ἀθῷος καὶ ἂν ἤµην. Εἶχεν ἀποµακρυνθῆ ὡς πέντε ὀργυιᾶς ἀπὸ τὸ ἄντρον. σειρήν. πάντοτε. ἐντεῦθεν τοῦ µέρους ὅπου ἐλούετο ἡ νεάνις. καὶ ἅµα ἔφθανα εἰς τὴν ἄµµον µὲ διάβροχα τὰ ροῦχα µου (διότι ἦτο ἀνάγκη νὰ πλεύσω µὲ τὰ ροῦχα). 179 . µεταξὺ σπηλαίων καὶ βράχων. ἀπάτητος. Ἦτο πνοή. Ἔβλεπα τὴν ἀµαυρὰν καὶ ὅµως χρυσίζουσαν ἀµυδρῶς κόµην της. ἂν ἐπάτουν ἐπάνω εἰς τὸν βράχον. δεχοµένους ὅλας τῆς αὔρας τὰς ριπᾶς καὶ τῆς θαλάσσης τὸ θεῖον ἄρωµα. τοὺς βραχίονας τοὺς τορνευτούς. Ἦτον ἀπόλαυσις. τοὺς πόδας της. τὰς κνήµας. Ἐµάντευα τὸ στέρνον της.* ** Κ᾿ ἐνθυµήθην τότε τὸν Σισώην. Καὶ ἀνερριχήθην πάλιν σιγὰ-σιγὰ πρὸς τὰ ἐπάνω καὶ εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ βράχου. προέχοντας. Ἡ κόρη ἐκείνη δὲν θὰ ὑπώπτευε τὴν παρουσίαν µου. ἡ ἀκρογιαλιὰ ἦτον ἄβατος. µὲ τὰ ροῦχα. τὸ ἀπὸ τῆς ἀκτῆς ὅπου εὑρισκόµην. Μόνον εἰς τὸ µέρος ὅπου ἤµην ἐσχηµατίζετο τὸ λίκνον ἐκεῖνο τοῦ θαλασσίου νεροῦ. τὴν αἶγα. ὁπότε ἡ ἀνεψιὰ τοῦ κὺρ Μόσχου θὰ εἶχε φύγει χωρὶς ν᾿ ἀφήσῃ βεβαίως κανὲν ἴχνος εἰς τὸν αἰγιαλόν. βαπτιζόµενα εἰς τὸ κῦµα. ἡ ναῦς τῶν ὀνείρων. µεταξὺ σκιᾶς καὶ φωτός.. µὲ σκοπὸν νὰ φύγω. τοὺς κόλπους της. ὅλα συγχεόµενα. ἐπειδὴ ἡ σελήνη ἦτον εἰς τ᾿ ἀνατολικά. ὄνειρον. τὰς λευκὰς ὡς γάλα ὠµοπλάτας. θὰ ἔπιπτε πρὸς τὸ δυτικὸν µέρος. Αὕτη. καὶ τὸν πνευµατικὸν τοῦ µοναστηρίου. καλυπτόµενος ὄπισθεν τῶν θάµνων ἔκυψα νὰ ἴδω τὴν κολυµβώσαν νεανίδα. Θὰ ἐκράτουν τὴν ἀναπνοήν µου. ἄπατα νερά. καὶ ἔπλεε. καὶ θὰ ἠµποροῦσᾳ ν᾿ ἀποχωρήσω ἐν τάξει. ἄνωθεν τοῦ βράχου. κ᾿ ἔβλεπε τώρα πρὸς ἀνατολᾶς. ὄπισθεν τοῦ βράχου µου. τὸν γυναικεῖον πειρασµόν! Ἐκ τῆς ἰδέας του νὰ περιµένω δὲν ὑπῆρχεν ἄλλο µέσον ἢ προσφυγή. θὰ ἐχρειάζετο δὲ καὶ µίαν ὥραν καὶ πλέον. ὄρθιος ἢ κυρτός. ὅλη βράχος καὶ κρηµνός. ὄνειρον ἐπιπλέον εἰς τὸ κῦµα· ἦτον νηρηίς. θαῦµα. κ᾿ ἐντεῦθεν τοῦ ἄντρου. Τὸ σχέδιον τοῦτο ἂν τὸ ἐξετέλουν. τὸν παπαΓρηγόριον. θὰ ἦτο µέγας κόπος. Οὔτε ἡ σκιά µου δὲν θὰ τὴν ἐτάραττεν. Οὔτε µου ᾖλθε τότε ἡ ἰδέα ὅτι. στάζων ἅλµην καὶ ἀφρόν. εἰµὴ ν᾿ ἀποφασίσω νὰ ριφθῶ εἰς τὴν θάλασσαν. ὅλον τὸ πρὸς δυσµᾶς διάστηµα. ἀληθὴς ἆθλος. στρέφουσα τὰ νῶτα πρὸς τὸ µέρος µου. θὰ κατέβαινα τὸν κρηµνὸν παρακάτω διὰ νὰ λύσω τὴν Μοσχούλαν τὴν αἶγα µου. εἰµὴ νὰ περιµένω.. τὸν τράχηλόν της τὸν εὔγραµµον. γλαφυρούς. δεµένη ἐκεῖ ἐπάνω. ἦτον σχεδὸν βέβαιον. θὰ ἐβάδιζα δισχίλια βήµατα διὰ νὰ ἐπιστρέψω ἀπὸ ἄλλο µονοπάτι πάλιν πλησίον τοῦ κοπαδιοῦ µου. πλέουσα. οἵτινες πολλάκις µὲ εἶχον συµβουλεύσει νὰ φεύγω. ὅπως ἤµην. ἴνδαλµα ἀφάνταστον. ἐγὼ εὑρισκόµην πρὸς δυσµᾶς ὄπισθέν της. ∆ιέβλεπα τὴν ὀσφύν της τὴν εὐλύγιστον. νὰ κολυµβήσω εἰς τὰ βαθέα. ἐπειδὴ εἰς ὅλον ἐκεῖνο τὸ διάστηµα. ἡ περιέργεια δὲν µοῦ ἔλειπε. Θ᾿ ἄφηνα τὴν Μοσχούλαν µου. Ἄλλως ἤµην ἐν συνειδήσει ἀθῷος. ὡς πλέει ναῦς µαγική. τὰ ἰσχία της. Ἐκείνη ἔβλεπε πρὸς ἀνατολᾶς.

τὸν διακαµόν µου. πρὸς τὸ ἀντίθετον µέρος. νὰ κολυµβήσω ὅλον ἐκεῖνο τὸ διάστηµα ἕως τὴν ἄµµον. µὴν ἦτον κίνδυνος νὰ πνίγῃ τὸ ταλαίπωρον ζῷον. δὲν εἶναι τίποτε ἔκτακτον. * ** ∆ὲν ἠξεύρω ἂν ἡ κόρη ἡ λουσµένη εἰς τὴν θάλασσαν ἤκουσε τὴν φωνὴν τῆς γίδας µου. ἢ µὲ σπαρτίον περὶ τὸ ρύγχος... Τάχα µὴν «ἐσχοινιάσθη». 180 .. αὐτὸ δὲν τὸ εἶχα προβλέψει. καὶ ἡµιωρθώθην κυρτὸς πάντοτε. Αἴφνης εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ πραγµατικοῦ κόσµου µ᾿ ἐπανέφερεν ἡ φωνὴ τῆς κατσίκας µου. καὶ νὰ φύγω. τί τὸ παράδοξον. Ὤ.. Νὰ ριφθῶ εἰς τὰ κύµατα. τὸ πλέον εἰς τὸ κῦµα.. ***** Μὲ ράµνον πολύκλαδον εἰς τὸ στόµα. ὁ ὁποῖος τῆς εἶχε κλέψει τὸν κωδωνίσκον· ἀλλὰ δὲν τῆς εἶχε κόψει καὶ τὴν γλῶσσαν διὰ νὰ µὴ βελάζῃ. Ἀλλ᾿ ὅµως.µᾶλλον φαίνεται ὅτι τὴν ἤκουσε. ἀλλοκότως. ἐν εἴδει εὐχῶν κατάραι.. καθὼς ὁ ἄγνωστος ἐχθρός. Συγχρόνως µ᾿ ἐκυρίευσε καὶ φόβος ἀπὸ τὴν φιλοστοργίαν τὴν ὁποίαν ἔτρεφα πρὸς τὴν πτωχὴν αἶγα µου... νὰ φύγω τὸν πειρασµόν!. ἀνάµεσα εἰς τοὺς θάµνους. εἰς τὰ ὄπισθεν. ἐπειδὴ δὲν εἶχα µάθει ἀκόµη νὰ κλέπτω ζωντανὰ πράγµατα.. ἐπάνω εἰς τὸν βράχον. Ἡ νεαρὰ κόρη. ∆ὲν ἐσκέφθην ἂν ἦτον φόβος νὰ µὲ ἴδῃ. καὶ ἀφῆκε µισοπνιγµένην κραυγὴν φόβου.. µοῦ ἐπανῆλθε πάλιν ἡ πρώτη ἰδέα. «Να ἐκινδύνευεν ἔξαφνα! νὰ ἔβαζε µιὰ φωνή! νὰ ἔβλεπε κανένα ροφὸν εἰς τὸν πυθµένα. ἡ στιγµὴ ἐκείνη. καὶ δὲν ἐσκεπτόµην πλέον τὰ ἐπίγεια. τὸν ὁποῖον νὰ ἐκλάβῃ διὰ θηρίον... Ἠµποροῦσα νὰ σιωπῶ ἐγώ. * ** ∆ὲν δύναµαι νὰ εἴπω ἂν µοῦ ἦλθον πονηροί.. εἴτε ἤκουσεν εἴτε ὄχι τὴν φωνὴν τῆς κατσίκας . Τὸ σχοινίον µὲ τὸ ὁποῖον τὴν εἶχα δέσει εἰς τὴν ρίζαν τοῦ θάµνου ἦτον πολὺ κοντόν.. Ἡ µικρὴ Μοσχούλα ἤρχισεν αἴφνης νὰ βελάζῃ!. διὰ σκυλόψαρον. ἐν ἐκστάσει. ὅτι δὲν ἐχόρταινα νὰ βλέπω τὸ ὄνειρον. ποὺ εἶχα πατήσει εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ βράχου. Τὴν στιγµὴν ἐκείνην ἐλησµόνησα τὴν κόρην τὴν κολυµβώσαν χάριν αὐτῆς ταύτης τῆς κόρης. καὶ συνάµα παιδικοὶ ἀνόητοι λογισµοί.***** εἶδε τὸν µαῦρον ἴσκιον µου.. ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἦτον εὔκολον νὰ ἐπιβάλω σιωπὴν εἰς τὴν αἶγα µου. Εἶναι ἀληθές. ∆ὲν ἤξευρα καλὰ ἂν ὑπῆρχον πρόχειροι φιµώσεις διὰ τὰ θρέµµατα. ἢ ὅπως ἄλλως· ἀλλὰ καὶ ἂν τὸ ἤξευρα ποὺ νὰ τὸ συλλογισθῶ! Ἔτρεξα τότε παράφορος νὰ σφίγξω τὸ ρύγχος της µὲ τὴν παλάµην. διότι ἔστρεψε τὴν κεφαλὴν πρὸς τὸ µέρος τῆς ξηρᾶς. Τὸ ν᾿ ἀκούῃ τις φωνὴν ζώου ἐκεῖ ποὺ κολυµβᾶ. ἀφοῦ δὲν ἀπέχει εἰµὴ ὀλίγας ὀργυιᾶς ἀπὸ τὴν ξηράν. Ποίος φόβος ἦτον. ἤρκεσεν. Καὶ πάλιν δὲν ἐχόρταινα νὰ βλέπω τὸ ὄνειρον. µὴν ἐµπερδεύθη καὶ περιεπλάκη ὁ τράχηλός της. κ ἐπάτησα ἐπὶ τοῦ βράχου. καὶ νὰ ἐφώναζεν βοήθειαν!. Ἀλλὰ τὴν τελευταίαν στιγµήν. Ἀλλὰ καὶ ἂν τὴν εἶχε ἀκούσει. νὰ µὴ βελάζῃ. διὰ νὰ προλάβω καὶ φθάσω πλησίον τῆς κατσίκας..Εἶχα µείνει χάσκων.

. δὲν εἶναι τίποτε. ἐντὸς ὀλίγων στιγµῶν. Ποτὲ δὲν θὰ ἐζήτουν ἀµοιβήν! 181 . τὴν ἔκαµα νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τῆς πλάτης µου. ὅπως ἤµην. καὶ ἔπλευσα. Τὴν ἐτίναξα µὲ σφοδρὸν κίνηµα.. ἀπὸ τὸν πέρα κάβον. µὲ τὴν χεῖρα τὴν δεξιὰν καὶ µὲ τοὺς δυὸ πόδας. ∆ὲν ἔπρεπε τότε νὰ διστάσω.. ἔπλευσα ἰσχυρῶς πρὸς τὴν ξηράν. ἤρπασα τὴν κόρην εἰς τὰς ἀγκάλας µου.. κ᾿ ἔκραξα: .. Τὰ γόνατά µου ἐκάµφθησαν.. αὐθορµήτως. Ἡ βάρκα ἐκείνη ἀπεῖχεν ὑπὲρ τὰς εἴκοσιν ὀργυιᾶς. Ἡ καρδία µου ἦτο πλήρης αὐτοθυσίας καὶ ἀφιλοκερδείας. ἐρρίφθην εἰς τὴν θάλασσαν. Πάραυτα.. λύπη ἀπερίγραπτος. Εἶδα τὸ εὔµορφον σῶµα νὰ παραδέρνῃ κάτω. Ἐφάνη πλέουσα ἀργά... Πάραυτα ἀνέδυν καὶ ἀνῆλθον εἰς τὸν ἀφρόν του κύµατος. δὲν σοῦ θέλω κακόν! Καὶ ἐσκεπτόµην λίαν τεταραγµένος ἂν ἔπρεπε νὰ ριφθῶ εἰς τὴν θάλασσαν. Αἱ δυνάµεις µου ἐπολλαπλασιάζοντο θαυµασίως. καθότι ὅλοι οἱ αἰγιαλοὶ καὶ αἱ θάλασσαι ἐκείναι ἐσυχνάζοντο ἀπὸ τοὺς ἁλιεῖς.Τότε µὲ κατέλαβε τρόµος. κατὰ συγκυρίαν ὄχι παράδοξον. Ἀφῆκε δεύτερον κραυγὴν µεγαλυτέρας ἀγωνίᾳς.. ἀπὸ τὸ µέρος ὅπου ἠγωνία ἡ κόρη. Ἐντούτοις δὲν παρεῖχε σηµεῖα ζωῆς ὁλοφάνερα... µᾶλλον. ἐγγύτερον τοῦ θανάτου ἢ τῆς ζωῆς· ἐβυθίσθην. ἠδυνήθην ν᾿ ἀρθρώσω φωνήν. ἢ νὰ τρέξω καὶ νὰ φύγω. Ἔξαλλος ἐκ τρόµου.. ἀντὶ νὰ δώση θάρρος εἰς τὴν κόρην. ἐπέτεινε τὸν τρόµον της. µὲ τὰς κώπας· πλὴν ἡ ἐµφάνισίς της. Μὲ τρία στιβαρὰ πηδήµατα καὶ πλευσίµατα. δόξα τῷ Θεῷ!. ἔφθασα πλησίον της. ἐλεύθερος βράχων καὶ πετρῶν. Τὸ βάθος τοῦ νεροῦ ἦτον ὑπὲρ τὰ δυὸ ἀναστήµατα. οἱ ὁποῖοι θὰ ἦσαν ὡς µνῆµα ὑγρὸν καὶ ἀκαριαῖον διὰ τὴν ἀτυχῆ παιδίσκην τὰ µονὰ ἴχνη τὰ ὁποῖα ἀφήνει ποτὲ εἰς τὴν θάλασσαν ἀγωνιῶν ἀνθρώπινον πλάσµα!. διὰ νὰ ἔλθω εἰς βοήθειαν τῆς κόρης. ἐγὼ ἀπεῖχα µόνον πέντε ἢ ἐξ ὀργυιᾶς. καὶ δὲν ἦτο φόβος νὰ κτυπήσω. Ἠσθάνθην ὅτι προσεκολλάτο τὸ πλάσµα ἐπάνω µου· ἤθελε τὴν ζωήν της· ὤ! ἂς ἔζη. Συγχρόνως τότε. ὁ ὁποῖος ἦτο ἀµµόστρωτος. καὶ νὰ γίνεται ἄφαντη εἰς τὸ κῦµα. πλησιέστερον εἰς τὸν βυθὸν τοῦ πόντου ἢ εἰς τὸν ἀφρόν του κύµατος. Ἐν ἀκαρεῖ τὴν εἶδα νὰ βυθίζεται. συγκίνησις. διὰ νὰ δυνηθῇ ν᾿ ἀναπνεύσῃ. ὅπου ἐσχηµατίζοντο δίναι καὶ κύκλοι συστρεφόµενοι εἰς τὸν ἀφρόν της θαλάσσης. Εἶχα φθάσει ἐγκαίρως. µοῦ ἐφάνη ὅτι ἠσθάνθην ἀσθενῆ τὴν χιλιαρᾶν πνοήν της εἰς τὴν παρειάν µου. Ἤρκει ἡ φωνή µου νὰ τῆς ἔδιδε µεγαλύτερον θάρρος ἢ ὅσον ἡ παραµονή µου καὶ τὸ τρέξιµόν µου εἰς βοήθειαν. µιὰ βάρκα ἐφάνη νὰ προβάλλῃ ἀντίκρυ. τὸν σχηµατίζοντα τὸ δεξιὸν οἰονεὶ κέρας τοῦ κολπίσκου. ἐρχοµένη πρὸς τὰ ἐδῶ. Κανεὶς ἰδιοτελὴς λογισµὸς δὲν ὑπῆρχε τὴν στιγµὴν ἐκείνην εἰς τὸ πνεῦµα µου.. καὶ ἂς ἦτον εὐτυχής. Καθὼς τὴν εἶχα περιβάλει µὲ τὸν ἀριστερὸν βραχίονα. πρὸς τὸ ἀνατολικοµεσηµβρινὸν µέρος. ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ βράχου. Ἔφθασα σχεδὸν εἰς τὸν πυθµένα. καὶ ἀνῆλθον.Μὴ φοβᾶσαι!. Ἀπεῖχον τώρα ὀλιγώτερον ἢ πέντε ὀργυιᾶς ἀπὸ τὸ µέρος τοῦ πόντου. πηδήσας µὲ τὴν κεφαλὴν κάτω.

ἡ ὀνειρώδης ἐκείνη ἀνάµνησις τῆς λουοµένης κόρης. Καὶ τώρα. διαπορῶ µέσα µου ἂν τὰ δυὸ δὲν εἶχαν µεγάλην συγγένειαν.. Ὢ ἂς ἤµην ἀκόµη βοσκὸς εἰς τὰ ὄρη!.. ὅπως ἡ Γραφὴ λέγει. * ** Ἡ Μοσχούλα ἔζησε. Ἤµην ὁ ἄνθρωπος. Καὶ ὁπόσον διέφερεν ἀπὸ ὅλας τὰς ἰδιοτελεῖς περιπτύξεις. Φεῦ! ἀκριβῶς ἡ ἀνάµνησις ἐκείνη ἔπρεπε νὰ µὲ κάµῃ νὰ γίνω µοναχός. πλάνη. τὴν ὁποίαν εἶχα λησµονήσει πρὸς χάριν της. τὸ ὁποῖον ἠσθάνθην ποτὲ ἐπάνω µου ἐπ᾿ ὀλίγα λεπτὰ τῆς ἄλλως ἀνωφελοῦς ζωῆς µου! Ἦτο ὄνειρον. Ποτὲ δὲν ἠσθάνθην τὸν ἐαυτόν µου ἐλαφρότερον ἢ ἐφ᾿ ὅσον ἐβάσταζον τὸ βάρος ἐκεῖνο. καὶ ἀναλογίζωµαι τὸ ἄλλο σχοινίον τῆς παραβολῆς. Κ᾿ ἐγὼ ἔµαθα γράµµατα. µ᾿ ἔκαµε νὰ µὴ γίνω κληρικός. Μετρίως ἐλυπήθην. ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐσχοινιάσθη κ᾿ ἐπνίγη ἡ Μοσχούλα. δὲν ἔπρεπε νὰ µὲ στείλουν ἔξω ἀπὸ τὸ µοναστήρι»..Ἐπὶ πόσον ἀκόµη θὰ τὸ ἐνθυµοῦµαι ἐκεῖνο τὸ ἁβρόν. καὶ µάλιστα ἦσαν καὶ πολλά!... ἀλλ᾿ ἦτο ἀνακούφισις καὶ ἀναψυχή. καὶ ἂν δὲν ἦσαν ὡς «σχοίνισµα κληρονοµίας» δι᾿ ἐµέ. µὲ τὸ ὁποῖον τὴν εἶχα δεµένη. µὲ τὸ ὁποῖον εἶναι δεµένος ὁ σκύλος εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ ἀφέντη του.. Ὀρθῶς ἔλεγεν ὁ γηραιὸς Σισώης ὅτι «ἂν ἤθελαν νὰ µὲ κάνουν καλόγερον. τὸ ἁπαλὸν σῶµα τῆς ἁγνῆς κόρης. καὶ τὴν ἔκαµα θυσίαν πρὸς χάριν της. κ᾿ ἔγινα δικηγόρος. ∆ιὰ τὴν σωτηρίαν τῆς ψυχῆς µου ἤρκουν τὰ ὀλίγα ἐκεῖνα κολλυβογράµµατα.. Ἀλλ᾿ ἐγὼ ἐπλήρωσα τὰ λύτρα διὰ τὴν ζωήν της. ὅπως ὅλαι... ἡ κατσίκα µου. ἡ αἰθέριος ἐκείνη ἐπαφή! ∆ὲν ἦτο βάρος ἐκεῖνο... Ἀφοῦ ἐπέρασα ἀπὸ δυὸ ἱερατικὰς σχολάς. τὸ φορτίον τὸ εὐάγκαλον. Ἡ ταλαίπωρος µικρή µου κατσίκα. ὅστις κατώρθωσε νὰ συλλάβη µὲ τὰς χεῖρας του πρὸς στιγµὴν ἓν ὄνειρον. ἐξ εὐνοίας καὶ ἐλέους τῶν καλογήρων. Σπανίως τὴν εἶδα ἔκτοτε. καὶ δὲν ἠξεύρω τί γίνεται τώρα. πράγµατι «ἐσχοινιάσθη»· περιεπλάκη κακὰ εἰς τὸ σχοινίον.. ἦτον ἑπόµενον! Τάχα ἡ µοναδικὴ ἐκείνη περίστασις.. ὁπότε εἶναι ἁπλὴ θυγάτηρ τῆς Εὔας. τὸ ἴδιον ὄνειρόν του. τὰ ὁποῖα αὐτὸς µὲ εἶχε διδάξει. γοητεία.. ὅταν ἐνθυµοῦµαι τὸ κοντὸν ἐκεῖνο σχοινίον. δὲν ἀπέθανε. ἀπὸ ὅλας τὰς λυκοφιλίας καὶ τοὺς κυνέρωτας τοῦ κόσµου ἡ ἐκλεκτή. καὶ ἐπνίγη!.» (∆ιὰ τὴν ἀντιγραφήν) 182 .

ὁ µύσταξ του ὁ εὐθυσµένος µὲ λεβάνταν καὶ ὡς διὰ κολλητοῦ κηροῦ λελεπτυσµένος. τὴν ὁποίαν εἶχε δείξει ἀείποτε διὰ τὴν Κέρκυραν ὁ βασιλεύς. διαφόρων χρωµάτων. καὶ τὸ ὑπογένειόν του τὸ λευκὸν καὶ ἐπιµελῶς διατηρούµενον. Ἐνίοτε πάλιν ἐµαλάττετο κι ἐδείκνυε συγκατάβασιν εἰς τὰς ἀνθρωπίνους ἀτελείας.Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης . ἣν ἔκαµε τῆς αὐτῆς νήσου πρὸς διατριβὴν «ἡ ἑφτάκρατορισσα τῆς Ἀούστριας». Καὶ ὕστερον. Εἶχε γνωρίσει πρόσωπα καὶ πράγµατα ἐν Κερκύρᾳ. Ἀπετροπιάζετο τοὺς φαύλους. Ἐµίσει τοὺς πονηροὺς καὶ τοὺς ἰδιοτελεῖς. ἀλλ᾿ ἐµειδίων οἱ ἱλαροὶ καὶ ἥµεροι ὀφθαλµοί του. ∆ὲν ἔπαυσε ποτὲ νὰ σεµνύνεται διὰ τὴν προτίµησιν. δοττίσιµο κὲ ταλέντο! Εἶχε γνωρίσει καλῶς τὸν Μάντζαρον.Πάσχα ῥωµέικο Ὁ µπάρµπα-Πίπης. συνήθιζε νὰ κάθηται ἐπί τινας ὥρας εἰς τὸ γειτονικὸν παντοπωλεῖον. Εἰσὲ πᾶσα µέρη πετιέται κι ἀνάφτει καὶ σκορπιέται σὲ κάθε µεριά. φαίνεται. ὁπόταν ἔκαµνε δυὸ ἢ τρεῖς περιπάτους ἀπὸ τῆς µιᾶς πλατείας εἰς τὴν ἄλλην διὰ τῆς ὁδοῦ Σταδίου. µὰ δόττο. «Ἲλ τραδιτόρε νὸν ά κοµπασιόν» . τοῦ ὁποίου ἀπεµνηµόνευε καὶ στίχους τινάς.Πίπης. δὲν ἐµειδίων µόνον αἱ γωνίαι τῶν χειλέων. καὶ εἶχε µάλιστα καὶ µίαν ἰνβεντσιόνε. καὶ σχεδὸν ὁ κοῦκος του ὁ στακτερός. ὁ λοξὸς κι ἐπικλινὴς πρὸς τὸ οὖς. εἶχεν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ καπέλλα. σχηµάτων καὶ µεγεθῶν. Εἶχε γνωρίσει ἐπίσης τὸν «Σολωµὸ» κὲ ποέτα. µὲ τὸ σάλι του διπλωµένον εἰς ὀκτὼ ἢ δεκαὲξ δίπλας ἐπὶ τοῦ ὤµου.ἄγκε λὰ τέρρα νὸν έ ἰµπεκκάµπιλε». διότι ἦτο σχεδὸν ἀρχιτέκτων. καὶ ἔζησεν ἀρκετὰ διὰ νὰ ὑπερηφανευθῆ ἐπὶ τῇ ἐκλογῇ. καὶ ἦτο στοµύλος καὶ διηγεῖτο πολλὰ κι ἐµειδία πρὸς αὐτούς. ὅλα ἐκ παλαιοῦ χρόνου καὶ ὅλα κατακαίνουργια. τὰ ὁποῖα ἐφόρει ἐκ περιτροπῆς µετὰ τοῦ εὐπρεποῦς µαύρου ἱµατίου του κατὰ τὰς µεγάλας ἑορτὰς τοῦ ἐνιαυτοῦ. ἐµειδία στίλβουσα ἡ σιµὴ καὶ πεπλατυσµένη ρίς του. διὰ τὸν τίτλον ὃν τοῦ εἶχαν ἀπονείµει. ἀπαγγέλλων αὐτοὺς κατὰ τὸ ἑξῆς ὑπόδειγµα: Ὡσὰν τὴ σπίθᾳ κρουµµένη στὴ στάχτη ποῦ ἐκρουβόταν γιὰ µᾶς λευτεριά. Ὁ µπάρµπα-Πίπης ἔλειπεν ὑπὲρ τὰ εἴκοσι ἔτη ἐκ τοῦ τόπου τῆς γεννήσεώς του.ὁ ἀπατεῶνας δὲν ἔχει λύπηση. ἐξετίµα τὸν ἀνθρωπισµὸν καὶ τὴν τιµιότητα. Εἶχε γυρίσει κόσµον κι ἔκαµεν ἐργασίας πολλάς. ὅλα παρ᾿ αὐτῷ ἐµειδίων. κὲ γκρὰν φιλόζοφο! Τὸ τελευταῖον ὄνοµα ἔδιδεν εἰς τὸν ἀοίδιµον Βράιλαν. ὑποπίνων συνήθως. ὁ γηραιὸς φίλος µου. Ἔστειλε ποτε καὶ εἰς τὴν Παγκόσµιον «Ἔκτεση». µετὰ τῶν φίλων. Ὁσάκις ἐφόρει τὸν καθηµερινὸν κοῦκον του. µὰ µπράβο! τὸν Σιερπιέρρο. Ὅταν ἐµειδία ὁ µπάρµπα . ὅλα τὰ περιέγραφε µετὰ χάριτος εἰς τοὺς φίλους του. (Sir Pierro = Sir Peter). αἱ παρειαὶ καὶ τὰ οὖλα τῶν ὀδόντων του. µὰ γαλαντουόµο! τὸν Κερκύρας Ἀθανάσιον. οἱ Ἀγγλοι. «Οὐδ᾿ ἡ γῆς ἀναµάρτητος . Ἐνθυµεῖτο ἀµυδρῶς τὸν Μουστοξύδην. ἀφοῦ οὐδ᾿ ἡ γῆ 183 .

κατήρχετο τὴν ἀπ᾿ Ἀθηνῶν εἰς Πειραιὰ ἄγουσαν. ἀλλὰ ἰνφαλλίµπιλε. τὰ λοιπὰ εἶναι ἀδιάφορα. γερόντιον τι εὐπρεπῶς ἐνδεδυµένον. ὅστις ἦτο στρατιώτης τοῦ Ναπολέοντος Α´.. τὰς ἤξευρεν ἑλληνιστί. Ὅταν µὲ ἠρώτησε δὶς ἢ τρὶς τί σηµαίνει τοῦτο ὡς ἐνάντιος. καὶ ὁ ὁδοιπόρος ἐδίσταζε ν᾿ ἀναβῇ ὑψηλότερον. Καὶ ὅµως ἦτο. Ἕλλην τὴν καρδίαν. Ἐκαυχάτο ὅτι ὁ πατήρ του. δὲ θὰ εἶχε 50 λεπτὰ διὰ νὰ πληρώση τὸ εἰσιτήριον τοῦ σιδηροδρόµου ἢ θὰ τὰ εἶχε κι ἔκαµνεν οἰκονοµίαν. τὴν ἁµαξιτήν.. Ἔλεγεν: «Ἅγιος. ∆ὲν ἤθελε ν᾿ ἀκούση τὸ ὄνοµα τοῦ Πάπα.. Ἓν µόνον εἶχεν ἐλάττωµα.εἶναι. ζητῶν δρόµον µεταξὺ τῶν χωραφίων. περὶ ὥραν ἐνάτην. ἂς ἤξευρε. Ἦτο ὁ µπάρµπα-Πίπης. Ἀλλ᾿ ὄχι δὲν ἦτο πτωχός. καὶ κατέβαινεν εἰς Πειραιᾶ διὰ ν᾿ ἀκούση τὸ Χριστὸς Ἀνέστη εἰς τὸν ναὸν τοῦ ὁµωνύµου καὶ προστάτου του. ν᾿ ἀκούῃ τὴν Ἀνάστασιν εἰς τὸν Ἅγιον Σπυρίδωνα καὶ ὄχι εἰς ἄλλην ἐκκλησίαν. Ἀρκεῖ νὰ προσκυνήσῃ τις τὴν ἐµβάδα τοῦ Ποντίφηκος.. ὅτι ἅπαξ ἐβαπτίσθη. εἶχε διὰ νὰ ζήσῃ. δὲν ἦτο οὔτε πλούσιος. Καὶ ὅµως ὅταν. Τὰς δυὸ ἢ τρεῖς προσευχάς. 184 . καὶ εἶχε τάξιµο νὰ καταβαίνῃ κατ᾿ ἔτος τὸ Πάσχα πεζὸς εἰς τὸν Πειραιά. ὡς ἐνάντιος ὑψίστοις». θρησκευτικῶς δὲ κατὰ τῶν ∆υτικῶν.. Φαίνεται ὅτι οἱ Πάπαι τῆς Ρώµης. τὸν ἱερέα τὸν ἀγαθόν. Ὁ γέρων θὰ ἦταν ἴσως πτωχός. Πολιτικῶς κατεφέρετο πολὺ κατὰ τῶν Ἀγγλων. καθόσον ἠδύνατο νὰ διακρίνῃ τις εἰς τὸ σκότος. «εἶχε µεταλάβει ρωµέικα» ὅταν ἐκινδύνευε ν᾿ ἀποθάνη ἐκβιάσας µάλιστα πρὸς τοῦτο. εἶχον ἀναγνωρίσει εἰς τοὺς ρωµαιοκαθολικοὺς τῶν Ἰονίων νήσων τινὰ τῶν εἰς τοὺς Οὐνίτας ἀποµενοµένων προνοµίων. ἐπιτρέψαντες αὐτοῖς νὰ συνεορτάζωσι µετὰ τῶν ὀρθοδόξων ὅλας τὰς ἑορτάς. πῶς θὰ εἶναι ὁ Πάπας.. Ἑλληνίδος µητρός. τὸ ἄπειρον µεγαλεῖον καὶ τὴν ἄφατον γλυκύτητα τῆς ἐκκλησίας τῆς ἑλληνικῆς. ἅγιος.. καὶ ὅτι εὑρέθη ἐκεῖ. Ἦτο εὐλαβής.» ἡ ἀπάντησίς του ἦτο. ∆ὲν ἦτο ἄµοιρος καὶ θρησκευτικῶν συναισθηµάτων. Τὴν ἑσπέραν τοῦ Μεγάλου Σαββάτου τοῦ ἔτους 188.. ∆ὲν εἶχεν ἀκόµη ἀνατείλει ἡ σελίνη. µὲ τὴ συνήθη ἐπιτηδείαν πολιτικήν των. νὰ λειτουργῆται ἐκεῖ καὶ µετὰ τὴν ἀπόλυσιν ν᾿ ἀναβαίνη πάλιν πεζὸς εἰς τὰς Ἀθήνας. ὁ γηραιὸς φίλος µου.τι ἐκ προκαταλήψεως ἐµίσει καὶ χωρὶς ν᾿ ἀνέχηται ἀντίθετον γνώµην ἢ ἐπιχείρηµα. διὰ νὰ κάµῃ Πάσχα ρωµέικο κι εὐφρανθῆ ἡ ψυχή του. προσεπάθησα νὰ διορθώσω καὶ ἐξηγήσω τὸ πρᾶγµα.. Ἀλλὰ µετὰ δυὸ ἢ τρεῖς ἡµέρες ὑποτροπιάζων πάλιν ἔλεγεν: «Ἅγιος. φυσικῶς τοῦ ἔλεγε τις: «∆ιατὶ δὲ βαπτίζεσαι. Ὅταν τοῦ παρετήρει τὶς ὅτι ὁ Πάπας δὲν ἐψηφίσθη ἰµπεκκάµπιλε. ἅγιος. διὰ τινῶν συστρατιωτῶν του. ὡς καὶ τόσοι ἄλλοι. δυτικός! Ὁ µπάρµπα-Πίπης ἦτο Ἰταλοκερκυραῖος. ἅγιος Κύριος Σαβαώθ. κατόπιν τούτων. ἅγιος. καὶ ἦτο ἀµείλικτος κατήγορος τοῦ ρωµαϊκοῦ κλήρου.. Ἐφαίνετο µὴ γνωρίζων καλῶς τὸν τόπον. «Τὰ πατερµά του ἤξευρε ρωµέικα». µπάρµπα-Πίπη. ὡς ἐνάντιος ὑψίστοις!». ὅτι ἐµίσει ἀδιαλλάκτως πᾶν ὅ. δὲν ἤθελε ν᾿ ἀναγνωρίση τὴν διαφοράν. καὶ ὑφίστατο ἄκων ἴσως. ἁπλοϊκός.

Μόνον κότες δὲν ἔχει. ἐχούσης καὶ οἰκίσκον παρὰ τὴ µεσηµβρινὴν γωνίαν. οὐδὲ κατεβίβασε τὴ σκανδάλην. ἐδῶ εἶναι ἀποθήκη.. Εὖρεν ὑπήνεµον τόπον ἔξωθεν τῆς µάνδρας. (il Santo Spiridion ha fatto cquesto aso). Χωρὶς νὰ κινηθῇ ἄλλως ἀπὸ τὴν θέσιν του. πρὶν προφθάση νὰ στραφῆ νὰ ἴδῃ. Ἐκεῖ ὅπου ἔστρεψε τὴν κεφαλὴν πρὸς τὰ δεξιά.Φίλος καὶ τί θέλεις ἐδῶ. ὡς διηγεῖτο ἀργότερα ὁ ἴδιος. Ἐκείνην τὴ στιγµὴν εἶχε λαµπρυνθῆ πρὸς ἀνατολὰς ὁ ὁρίζων. ὅτι ἦτον ὡς ἀνυψουµένης σκανδάλης φονικοῦ ὅπλου. Ἐπίστευεν εἰς τὸ θαῦµα τὸ γενόµενον κατὰ τῶν Βενετῶν. ὅτε κατέβαινεν εἰς Πειραιᾶ πεζός.Καὶ δὲν πᾶς ἀλλοῦ νὰ τὸ φουµάρῃς. κρατῶν εἰς τὴ χεῖρα τὴ λαµπάδα του. . ὅτι εἶδε ἀνθρωπίνην σκιάν. Ἐκεῖ ἀκούει ὄπισθέν του ἐλαφρὸν θροῦν ὡς βηµάτων ἐπὶ παχείας χλόης καί. ἤναψε σιγαρέττον κι ἐκάπνιζεν ἡδονικῶς. ρέ.Φίλος! καλός! µὴ ρίχνῃς. ἐκουράσθη καὶ ἠθέλησε νὰ καθίση ἐπ᾿ ὀλίγον ν᾿ ἀναπαυθῆ. Ἐγελάστηκες. ἐγγὺς τῆς βορειανατολικῆς γωνίας τοῦ ἀγροτικοῦ περιβόλου. προσέθηκε µετὰ σκληροῦ σαρκασµοῦ. ἐπανέλαβεν ὁ µπάρµπα-Πίπης. θ᾿ ἀνέτελλε µετ᾿ ὀλίγα λεπτά. Ὁ ἄνθρωπος ἔκαµε µικρὸν κίνηµα ὀπισθοδροµήσεως.Καὶ γιατί. Ὁ µπάρµπα-Πίπης ἐνόησεν ἀµέσως τὸν κίνδυνον. Τί σᾶς ἔβλαψα. Κάθουµαι καὶ φουµάρω τὸ τσιγάρο µου. ὅπου ἐκάθητο. εἰς προβολὴν τρόπον τινὰ ἱσταµένην καὶ τείνουσα ἐγκαρσίως µακρόν τι ὡς ρόπαλον ἢ κοντάριον πρὸς τὸ µέρος αὐτοῦ. Ἀφοῦ εὑρίσκετο µακρὰν τῆς Κερκύρας.Τί θέλω. ἔχει κι ἄλλα πράµατα µέσα.Ὁ µπάρµπα-Πίπης ἔτρεφε µεγίστην εὐλάβειαν πρὸς τὸν πολιοῦχον Ἅγιον τῆς πατρίδος του καὶ πρὸς τὸ σεπτὸν αὐτοῦ λείψανον. µικρὸν πρὶν φθάση εἰς τὰ παραπήγµατα τῆς µέσης ὁδοῦ. κι ἐκεῖ ἐκάθισεν ἐπὶ τῶν χόρτων. τετάρτην ἡµέραν ἄγουσα ἀπὸ τῆς πανσελήνου. εἶπεν ὀργίλως ὁ ἀγρότης.∆ὲν ξέρω ἐγὼ ἀπ᾿ αὐτά. Ηὖρες τὸν τόπον. Ἐβγαλεν ἀπὸ τὴν τσέπην τὴν σπιρτοθήκην του. καὶ τοῦ Αἰγάλεω αἱ κορυφαὶ ἐφάνησαν πρὸς µεσηµβρίαν λευκάζουσαι. ἀκούει δεύτερον κρότον ἐλαφρότερον. . ἔτεινε τὴ χεῖρα πρὸς τὸν ἄγνωστον κι ἔκραξεν ἐναγωνίως. ὅτε ὁ Ἅγιος ἐπιφανεὶς νύκτωρ ἐν σχήµατι µοναχοῦ κρατῶν δαυλὸν ἀναµµένον. Ὁ δεύτερος οὖτος κρότος τοῦ κάστηκε. ἀφοῦ ὑπέστρωσε τὸ εἰς πολλὰς δίπλας γυρισµένο σάλι του. ἠρώτησε µὲ ἀπειλητικὴν φωνήν. Ἡ σελήνη. 185 . ὁ µπάρµπα-Πίπης ποτὲ δὲ θὰ ἔστεργε νὰ ἑορτάση τὸ Πάσχα µαζὶ µὲ τσοὺ φράγκους. τολµησάντων ποτε νὰ ἱδρύσωσιν ἴδιον θυσιαστήριον ἐν αὐτῷ τῷ ὀρθοδόξῳ ναῷ. . ρέ. τοῦ κάστηκε. ἀλλὰ δὲν ἐπανέφερε τὸ ὅπλον εἰς εἰρηνικὴν θέσιν. . ἀπήντησεν αὐθαδῶς ὁ ἄγνωστος. ἐπανέλαβεν ὁ µπάρµπα-Πίπης. Πρέπει δὲ νὰ ἦτο τουφέκιον. . Τὴν ἑσπέραν λοιπὸν ἐκείνην τοῦ Μεγάλου Σαββάτου. ἔκαυσεν ἐνώπιον τῶν ἀπολιθωθέντων ἐκ τοῦ τρόµου φρουρῶν τὸ ἀρτιπαγὲς ἀλτάρε. γιὰ νὰ φουµάρῃς τὸ τσιγάρο σου! . ἔχει χόρτα.. ἣν ἔµελλε ν᾿ ἀνάψῃ κατὰ τὴν Ἀνάστασιν.

ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ µὴ δώσῃ τελευταίαν ἀπάντησιν.Ἔχει ἐκκλησίες. Τράβα τώρα! Ὁ γέρων Κερκυραῖος εἶχεν ἐγερθῆ καὶ ἡτοιµάζετο ν᾿ ἀπέλθῃ. κι ἔγινεν ἄφαντος. . ἐνῷ κυρίως ὁ ἀγρονόµος διὰ τὰς ὄρνιθάς του θὰ ἐφοβήθη καὶ ὠπλίση µὲ τὴν καραβίναν του. ρέ.Ἔλα. κι ἀπὸ ποῦ ἔρχεσαι.. ἀλλὰ νὸν βὰ µπένε. ... Ὁ µπάρµπα-Πίπης ἐγέλασε πικρῶς πρὸς τὸν ὑβριστικὸν ὑπαινιγµόν. ὅτι εἶχεν ἐκλάβει τὸ γηραιὸν φίλον µου ὡς ὀρνιθοκλόπον. ἂν ἤθελα νὰ τὸν συνοδεύσω ἐφέτος εἰς τὴν προσκύνησίν του ταύτην. . Σ᾿ εὐχαριστῶ ὡς τόσο ποὺ δὲ µὲ ἐτουφέκισες.Νὰ φχαριστᾷς. κι ἐπήγαινα. καὶ δὲν ἔχει ἐκεῖ ἐκκλησίες ν᾿ ἀκούσῃς Ἀνάσταση. Ὁ χωρικὸς ἐσιώπησε πρὸς στιγµήν. . στὸν Ἅϊ . Τὸ συµβεβηκὸς τοῦτο δὲν ἐµπόδισε τὸν µπάρµπα-Πίπην νὰ ἐξακολουθῇ κατ᾿ ἔτος τὴν εὐσεβῆ του συνήθειαν. στὸν Πειραιᾶ. σκόλα τώρα. δὲν τό ῾χα γιὰ τίποτες νὰ σὲ ξαπλώσω δῶ χάµου. .. µὰ ἐγὼ τὸ ἔχω τάξιµο.. ἀπήντησεν. Ὁ χωρικὸς ἐκάγχασε. τὴν ἡµέραν ποὺ ξηµερώνει αὔριον. Ὁ γέρων φίλος µου ἐξηκολούθησε τὸν δρόµον του.Ἀπ᾿ τὴν Ἀθήνα. νὰ καταβαίνῃ πεζὸς εἰς τὸν Πειραιά.Κάνεις ἄδικα καὶ συγχωρεµένος νά ῾σαι ποὺ µὲ προσβάλλεις. νὰ προσέρχηται εἰς τὸν Ἅγιον Σπυρίδωνα καὶ νὰ κάµη Πάσχα ῥωµέικο. . Ἐφέτος τὸ µισοσαράκοστον µοὶ ἐπρότεινεν. Θὰ προσεχώρουν δὲ εἰς τὴν ἐπιθυµίαν του.Στὸν Περαία. Ἐγὼ εἶµαι διαβάτης.Σὺ ἐγελάστηκες. 186 . ἐγὼ πηγαίνω στὸν Πειραιὰ ν᾿ ἀκούσω Ἀνάσταση στὸν Ἅγιο Σπυρίδωνα. εἶτα ἐπανέλαβε. ἂν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν δὲν εἶχα τὴ συνήθεια νὰ ἑορτάζω ἐκτὸς τοῦ Ἄστεως τὸ Ἅγιον Πάσχα. σοῦ λέω.Ἦτο πρόδηλον.Σπυρίδωνα. δὲν κάνεις καλὰ νὰ µὲ παίρνῃς γιὰ κλέφτη. ἐγὼ κότες δὲν κλέφτω..Ἀπ᾿ τὴν Ἀθήνα. οὔτε λωποδύτης εἶµαι. . σκόλα. ἀπήντησεν ὁ µπάρµπα-Σπύρος. καὶ διὰ νὰ τὸν ἐκδικηθῇ τοῦ ἔλεγεν ὅτι τάχα δὲν εἶχεν ὄρνιθας. εἶπε. καηµένε. εἰ δὲ µή. Καὶ ὁ χωρικὸς στρέψας τὴν ράχιν εἰσῆλθεν ἀνατολικῶς διὰ τῆς θύρας τοῦ περιβολίου. . . Καὶ τότε µόνον κατεβίβασεν τὴ σκανδάλην καὶ ὤρθωσε τὸ ὅπλον πρὸς τὸν ὦµον του.Νὰ φχαριστᾷς καηµένε.

Ἔκδοση «Βιβλιοπωλεῖον τῆς «Ἑστίας» Ι.Ἀπὸ τὴ Συλλογὴ «Πασχαλινὰ διηγήµατα».Κολλάρου καὶ ΣΙΑ ΑΕ 187 .∆.

ἀλλ᾿ ἴσως ἐµεγαλοποίει τὸ πράγµα. Ἐνίοτε παρελήρει ἀληθῶς. Εἶτα ἔβαλλε ἀγρίαν κραυγήν. Ἐνθύµιζαν τὸ δηµῶδες δίστιχον: Βαρύτερ᾿ ἀπ᾿ τὰ σίδερα εἶναι τὰ µαῦρα ροῦχα. Ἡ γραῖα ἔκειτο ἐπὶ τῆς κλίνης καθ᾿ ὅλην τὴν ἑβδοµάδα τῶν Παθῶν. Τὰ δυὸ ὀρφανά. ἐργασίες ἀνωτέρας τῆς ἡλικίας τοῦ πτωχοῦ κορασίου. ὁποῦ ἐστενοχώρουν κ᾿ ἐχλώµιαιναν τὰ πτωχὰ κάτισχνα κορµάκια των. ἤρχετο δειλῶς µέχρι τῆς θύρας καὶ ἠρώτα πῶς ἦτο ἡ ἀσθενής. µία κόρη ὀκταέτις καὶ ἓν τετραετὲς παιδίον. φωνάζουσα. Οὕτω τῆς ἤρχετο καὶ αὐτῆς ν᾿ ἀποθάνῃ εἰς τὸ πεῖσµα των. Αἴφνης. ὑπανδρυµέναι καὶ αἱ δύο. Τοῦτο ἦτο ἕνας ἀπὸ τοὺς καηµοὺς τῆς γραίας. Ἀναµνήσεις Τὸν υἱόν της τὸν καπετὰν Κοµνιανὸν τὸν ἐπαντρολογοῦσεν ἤδη ἡ γριὰ Κοµνιανάκαινα.Μὴ χύνῃς στὴν αὐλὴ τὰ νερά. Ἔκλαιε «τὰ νιάτα της». Ἡ γειτόνισσα ἡ Μηλιὰ ἐβεβαίου ὅτι ἡ γραῖα εἶχε καὶ «κοµπόδεµα». ἡ µακαρῖτις. χωρὶς νὰ ἐπανίδῃ τὸν υἱόν της. τὸν Γεώργην. ἀλλὰ ποὺ νὰ ἐµβάσῃ µέσα καµµίαν ἐκ τῶν γειτονισσῶν της! Ἐλλείψει ἄλλης ἀσθενείας ἦτον ἱκανὴ ν᾿ ἀποθάνῃ ἀπὸ τὴν φιλαργυρίαν της. κατάµαυρα.Παιδικὴ Πασχαλιά. ὡς ἔλεγε. 188 . ἀλλὰ χωρὶς αὕτη νὰ τὴν ἐγγίσῃ κἄν. Γιατί τὰ φόρεσα κ᾿ ἐγὼ γιὰ µιὰν ἀγάπη πού ῾χα. Βεβαίως ἡ γριὰ . δωδεκαετῆ παῖδα. ἔλεγεν ὅτι δὲν θὰ προφθάση νὰ κάµῃ ἐφέτος Πάσχα. ἢ γερόντισσα ἔβαλλε τοιαύτην ὠρυγήν. καὶ δὲν ἔσπασαν τὸ πόδι «οἱ λαχταρισµένες. Ὁ καπεταν-Κοµνιανὸς ἔλειπε µὲ τὸ γολετί. καὶ τὸν ἐγγονόν της τὸν µεγάλον. µὴ τολµῶσα νὰ εἰσέλθῃ. µὲ τὸ γολετί. Εἶχε µαζί του. κ᾿ ἔκραζεν ἀπὸ τῆς κλίνης πρὸς τὴν ἐκτὸς τοῦ ἰσογείου θαλάµου πηγαινο. τῆς ἐβαστοῦσαν κακίαν διὰ κάτι κληρονοµικὰς διαφοράς. ἔβαλε µίαν φωνήν. οἱ ἀχρόνιαστες!» νὰ ἔλθουν νὰ τὴν ἰδοῦν. ∆ὲν ἐβάστα ἡ ψυχή της νὰ δώση κάτι τι εἷς µίαν πτωχὴν γυναίκα διὰ νὰ τὴν «κυττάξη» κ᾿ ἐπέβαλλε βαρείαν ἀγγαρείαν εἰς τὴν Μόρφω. χίλιες φορὲς σ᾿ τὸ εἶπα. Καὶ ποῖος νὰ τῆς σφαλήσῃ τὰ µάτια.Κοµνιανάκαινα ἔπασχεν. ἐφόρουν µαῦρα. τὴν µικρὰν ἐγγονήν της. ἐν µέσω δυὸ γογγυσµῶν. ὅστις ὠµοίαζε τόσον µὲ τὸν µακαρίτην τὸν πάππον του.ἐρχοµένην καὶ ὑπηρετοῦσαν παιδίσκην. Ἔκραζε τὴν παιδίσκην νὰ τὴν σκεπάσῃ µὲ τὸ σινδόνιον. κ᾿ ἐπεριµένετο νὰ ἔλθῃ. ν᾿ ἀποθάνῃ χωρὶς νὰ τῆς φιλήσωσι τὴν χεῖρα.Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης . στὸ νεροχύτη! Κ᾿ ἐπανελάµβανε τοὺς ἀφορήτους στεναγµούς. γογγύζουσα. καὶ ἦτον καηµὸς καρδιᾶς νὰ τὰ βλέπῃ τις. ὀκταετῆ παιδίσκην. Ἐπέβαλλεν εἰς τὴν Μόρφω. . ὅτι ἔµελλε ν᾿ ἀποθάνῃ. Αἱ ἀνεψιαί της. ἂν (καί) δὲν εἶχε χρονίσει ἀκόµη ἡ νύµφη της. καὶ τὸν πρωτότοκον υἱόν του. ὥστε ἡ µικρὰ κατετρόµαζε. Ἐβεβαίου ὅτι «ἀγγελιάστηκε» καὶ ἡτοιµάζετο ν᾿ ἀποθάνῃ. ρέγχουσα. ἐπιτείνουσα µάλιστα αὐτοὺς ὁσάκις τυχὸν πτωχὴ γειτόνισσα.

. ξένη!. πλαῖται. ἔρριπτε βλέµµα εἰς τὸν ἐκτὸς κόσµον κ᾿ ἔλεγεν: .. οὔτε ἤξευρε τίποτε. Καὶ τὰ ὀρφανά. κ᾿ ἐνθυµεῖτο τὸ περυσινὸν Πάσχα.. Τώρα ἡ κορασὶς εἶχεν ἀντὶ τῆς καλῆς καὶ πονετικῆς µητρός... νά ῾χῃς χαρὲς µεγάλες. Σύρε µητέρα µ᾿ στὸ καλὸ καὶ στὴν καλὴ τὴν ὥρα..... ὑποβαστάζουσα τὴν κοιλίαν της...Ἰατρός.... µέση καὶ τὰ λοιπά. καὶ τὸ βρέφος µετ᾿ αὐτῆς. κι ὁ κόσµος εἶναι πελάγος σὰν ἐκεῖνο ποὺ ἀρµένιζε τώρα. χεῖρες. τὴν µάµµην µὲ τὴν ἀφόρητον παρεξενιά της. αἴφνης ἠγείρετο. ἂν δὲν ἐπεθύµει ν᾿ ἀποκτήση µητέρα. ἥτις εἶχεν ἤδη αἴσθησιν... Εἶτα ἤρχισαν νὰ ἔρχωνται εἷς τὴν θύραν ἀνὰ ζεύγη τὰ παιδία τῆς πολίχνης. ποῦ νὰ εὑρεθῇ.... ξένην γυναῖκα. λευκὴ καὶ ὠχρὰ µὲ τὰ µαῦρα φουστανάκια της. Ἀλλ᾿ ἡ γραῖα Κοµνιανάκαινα. Ὁ Εὐαγγελινός. Ἡ Μόρφω. Ἔκλαιε µόνον ὅταν ἡ µάµµη τὸν ἐβίαζε νὰ φορέσῃ τὸν κατάµαυρον σάκκον του. µίαν καλὴν οἰκοκυρά. καὶ µὲ ἐρυθρὸν µανδήλιον κυµατίζον. δὲν ἐδέχθη τὴν ἐκδούλευσιν. Ὡς τόσον ἐπεθύµει νὰ ἤρχετο ὁ υἱός της διὰ νὰ τὸν νυµφεύσῃ νὰ τοῦ δώσῃ καὶ τὴν εὐχήν της. ἐνθυµεῖτο κ᾿ ἐλυπεῖτο τὴν µητέρα της. καίτοι ἄγουσα ἤδη τὸν ἕβδοµον µήνα τῆς ἐγκυµοσύνης της.. ἡ καλὴ καὶ προκοµµένη µήτηρ.. νήπιον τριετίζον ἐν καιρῶ τῆς συµφορᾶς. καὶ µὲ τὸν µαῦρον µανδήλιον τὸ σκεπάζον τὰ ξανθά της µαλλιά. Τῆς ἤρχετο νὰ ἐπαναλάβῃ πρὸς τὰς γειτονίσσας τὴν ἰδίαν κραυγήν...... µέλποντα τὸ ᾆσµα: Βλέπεις ἐκεῖνο τὸ βουνὶ µὲ κόκκινη παντιέρα... ἦτο κατηφής... µὲ τὸν ἀποσπασθέντα ἀπὸ τ᾿ Ὀχτωήχι χάρτινον Ἐσταυρωµένον εἰς τὸ µέσον τοῦ σταυροῦ... µὲς στὰ καλά της. καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ φθείρῃ τὸ βιὸ τοῦ υἱοῦ τῆς εἷς γιατρικὰ καὶ δὲν ξέρω τί... µὲ ῥιζάρι. Ψευτογιάτρισσες! Κάµε τὴ δουλειά σου! Ἔχουν ἐµπιστοσύνην τώρα αὑταὶ αἱ γυναῖκες.... λαιµός. Πῶς νὰ περάση τὴ ζωήν του χωρὶς νὰ ἔλθῃ εἰς δεύτερον γάµον... πνιγοµένη δὲ ἀπὸ τὸν βήχα καὶ γογγύζουσα δυνατὰ καὶ βάλλουσα κραυγὰς ἀγρίας.. ἠξήρχετο µέχρι τῆς θύρας. µὴ θέλουσα νὰ παραβῆ τὴν ἀρχήν της... Αὐτὴ ὤφειλε νὰ κάµνῃ οἰκονοµίαν διὰ τὰ ὀρφανά... Κ᾿ ἐµένα νὰ µὲ καρτερῆς τὸ Σάββατο τὸ βράδυ Ὅταν σηµαίνουν ἐκκλησιὲς καὶ ψέλνουνε παπάδες. 189 . ὅταν ἔζη ἡ µήτηρ της. ἥτις ἀπὸ τώρα ἐπροσφέρετο µάλιστα νὰ ἔλθῃ νὰ τὴν ὑπηρετήσῃ εἰς τὴν ἀσθενειάν της. τὸ παρελθὸν θέρος.... δι᾿ ἧς ἀπεδίωκε τὸ πάλαι παρίσακτον ὄρνιθα ἀπὸ τὸν ὀρνιθῶνα της.. κοιλία. Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι ἐκ τῶν δυὸ ὀρφανῶν ἡ Μόρφω. Ξού.. πόδες. Ἡ ἀτυχὴς γυνὴ εἶχεν ἀποθάνει ἀπὸ τὴν γένναν της.. ἥτις ἐνῶ ἐβεβαίου ὅτι ὅλα τῆς ἐπόνουν. . οὔτε ἐνθυµεῖτο.. Σαράντα χρόνων ἄνθρωπος.. ἀφοῦ ἐγύρισαν ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν ὅπου εἶχον µεταλάβει ὅλοι... µὲ δενδρολίβανον καὶ µὲ ποικιλόχροα ἀγριολούλουδα. ἐφείδετο νὰ δώσῃ εἰς ἰατροὺς καὶ φάρµακα. µὲ τὸν ὑψηλὸν καλάµινον σταυρὸν στεφανωµένον µὲ ρόδα εὐώδη καὶ µὲ µήκωνας κατακοκκίνους. κιννάβαρι καὶ ὄξος.. ἀνεσφουγγώθη καὶ ἤρχισε νὰ βάφῃ ἐν τῇ χύτρᾳ τὰ αὐγά...... τί τὰ θέλεις! Ἔµβαζε αὐτὴ µὲς στὸ βιό της. Εἶχεν αὐτὴ νὰ πληρώνῃ. κεφαλή. Ὁ κόσµος ἐχάλασε.... µαννούλα µου. καὶ αὐτὰ θὰ εὕρισκαν µητέρα. Ἐκεῖ σταυρῶσαν τὸ Χριστὸ τὸν πάντων βασιλέα.. Τότες καὶ σύ..Ἄχ! Τί γλυκιὰ πού ῾ν᾿ ἡ ζωή! Πέρυσι ὤ! πέρυσι τὴν Μεγάλην Πέµπτην πρωί.

ἐνῶ ἡ αὐγὴ ἔλαµπεν ἤδη ροδίνη καὶ ξανθή.Καὶ τί χαρὲς µεγάλες τῷ ὄντι. ἡ µήτηρ τοῦ ἔδιδεν ἄλλην νὰ ἐκλέξῃ ἀλλὰ αὐτὸς δὲν ἡµέρωνεν οὔτε ἤθελε νὰ ταιριασθῆ. ἀφοῦ ἐπέπληξεν αὐστηρῶς τὸ παιδίον. Τότε ἡ µήτηρ τοῦ Εὐαγγελινοῦ. ἂς εἶναι γιὰ µένα!» Καὶ τὴν πτωχὴν δὲν τὴν ηὖρε ὁ χρόνος. µικρὸν µετὰ τὰ µεσάνυκτα. Τὸ Μέγα Σάββατον δέ. καὶ συνάπτων τὰς χεῖρας. κρά!) νὰ φέρη τὸ τυρὶ καὶ τὸ κρέας (τσί. καὶ ἀρκατὰ ἐτραγούδησαν. ὀκλάζον εἷς µίαν γωνίας. λέγων ὅτι δὲν εἶναι ἀρκετὰ µεγάλη ἡ κοκώνα του. δακτύλους µεταξὺ δακτύλων κατὰ τὸ ὑπόδειγµα τῆς µητρὸς τῆς γειτόνισσας τῆς Μηλιᾶς ἑξαετές. Εἶτα οἱ πιστοὶ ὅλοι µὲ ἀνηµµένας λαµπάδας ἐξῆλθον εἷς τὸ ὕπαιθρο. Πάρε Βαγγελινὲ τὸ τυρί. πειραχθεῖσα εἶπεν ὅτι «ἂν εἶναι κακό. προπέµποντες τὸν Ἐπιτάφιον ἀγλαόφωτον µὲ σειρᾶς λαµπάδων. τὸ ἀργυρόχρυσον Εὐαγγέλιον µὲ τ᾿ ἀγγελούδια. χωρὶς νὰ τοὺς σβήνῃ καὶ ἢ ἄνοιξις ἔπεµπε τὰ ἐκλεκτότερα ἀρώµατά της εἰς τὸν Παθόντα καὶ ταφέντα. ὡς καὶ µικρὲς «κοκῶνες» διὰ τὴν Μόρφω. Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι τὰς ἤθελεν ὅλας διὰ τὸν ἐαυτόν του. ἄνιπτον. νὰ φᾶτε!» Καὶ ὁ µικρὸς ἐψέλλιζε καὶ αὐτός. ἐξ ἐκείνων οὖς θέτουσιν ὑπὸ τὸν Ἐπιτάφιον πρὸς ἁγιασµόν. ὅπου. περὶ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου. Κ᾿ ἐπειδὴ ὁ µικρὸς Εὐαγγελινὸς ἔκλαιε. «ὦ γλυκύ µου ἔαρ. ἀφοῦ ἔκαµαν τρεῖς γονυκλισίας πρὸ τοῦ ἀνθοστεφοὺς κουβουκλίου. ἤτοι τοὺς µεταξοσκώληκας. καὶ τί εὐτυχία! τί νίκη! ἐνῷ ἡ µάµµη ἐφώναζεν ὅτι ἀρκετὰ παιδία ἦλθαν. ἐπιδηµοῦντα τότε. τὴν ὁποίαν ἐκσέπτετο ἂν δὲν ἦτο καλὸν νὰ τὴ φάγῃ τώρα ποὺ εἶναι ζεστή. κ᾿ ἐνῷ σήµαιναν διὰ µακρῶν οἱ κώδωνες ἐπῆγαν εἰς τὴν ἐκκλησίαν ὅπου ἐψάλη τὸ «ὦ γλυκύ µου ἔαρ» καὶ ἄλλα ἀκόµη παθητικὰ ἄσµατα. ἡ µήτηρ ἐξύπνισε τὸν Εὐαγγελινὸν καὶ τὴν Μόρφω. καὶ τὸν Σταυρὸν µὲ τ᾿ ἀνθρωπάκια καὶ τὶς Παναγίτσες (τί χαρά. δι᾿ ἐαυτήν. Καὶ ἡ αὔρα πραεῖα ἐκίνει ἠρέµα τὺς πυρσούς. διὰ τὸν Εὐαγγελινόν. διὰ τὲς κουµπάρες. Ὁ ἀµφορεὺς πεσὼν ἐθραύσθη. ὡς τὰ συνέψαλλε καὶ αὐτή. κρατοῦν τὴν κοκώνα του. ἠσπάσθησαν τὸν µυόπνοουν Ἐπιτάφιον. µεγαλοπρεπῆ Ἐπιτάφιον. τί δόξα!). καὶ εἶτα ἐπέρασαν τρὶς ὑπὸ τὸν ὑψηλόν. ὑπὸ τὸ ἀµαυρωθὲν φέγγος τῆς φθινούσης σελήνης. αἱ νεώτεραι µυροφόροι. διὰ τ᾿ ἀνεδεξίµια της καὶ διὰ τὰ πτωχὰ παιδιὰ τῆς γειτονιᾶς. Μετὰ ταῦτα ἡ µήτηρ ἤρχισε νὰ ζυµώνῃ καὶ ἔπλασεν ἀρκετὲς κουλοῦρες µετ᾿ αὐγῶν διὰ τὸν σύζυγον. ρακένδυτον. «θὰ᾿ θῆ ἡ κουούνα νὰ φέη τοῦ τσί-τσί». γλυκύτατόν µου τέκνον!» καὶ ἡ θάλασσα φλοισβίζουσα καὶ 190 . περὶ ὄρθρον βαθύν. καὶ εἶπεν ὅτι τὸ ἔχει «σὲ κακό της». διὰ τὴν πενθεράν της. διεµαρτύρετο γρυλλίζον καὶ λέγον: «Ναί! Θὰ ῾ρθῆ ἡ κουρούνα! ἄµ᾿ δὲ θὰ ῾ρθῆ!» Καὶ τὴν Μεγάλην Παρασκευήν. Καὶ τότε ἡ µήτηρ τὸν ἐπαρηγόρει λέγουσα ὅτι «τὸ Σάββατο τὸ βράδυ θὰ ῾ρθῆ ἡ κουρούνα (κρά. ἡ δὲ γυνὴ ἧς ἦτο κτῆµα ὠργίσθη. τσί!) καὶ τότε νὰ ἰδῆς τὸ παραµύθι. τί χαρὲς δ᾿ ὅλα τὰ παιδία! Καὶ ἢ καλῆ ἡ µήτηρ της προθυµότατα ἔδιδεν ἀνὰ δυὸ ἀρτιβαφὴ αὐγὰ εἰς ὅλα τὰ παιδία δυὸ αὐγὰ κόκκινα. ὁ δ᾿ Εὐαγγελινὸς (ὅλα τὰ ἐνθυµεῖτο ἡ µικρὰ Μόρφω) ἀνέτρεψεν ἐξ ἀπροσεξίας πήλινον ἀµφορέα µὲ ὕδωρ. διὰ νὰ µεταχειρισθῶσι τὸ ὕδωρ εἰς τὸ καµατηρό. καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπάγουν καὶ ἀλλοῦ. ἡ µήτηρ ὡδήγησε τὰ δυὸ παιδία εἰς τὴν ἐκκλησίαν. γυναῖκες διακαῶς ποθοῦσαι «νὰ ξενυχτίσουν τὸν Χριστόν» µένουσαι ἄγρυπνοι ἐν τῷ ναῷ πέραν τοῦ µεσονυκτίου. καὶ εἰς ἄλλας χρείας. πάρε καὶ τὸ τσὶ-τσί. διότι ἡ ἀκολουθία τοῦ Ἐπιταφίου ψάλλεται ἐκεῖ τὸ Μέγα Σάββατον.

πονηρότερον τῶν ἄλλων (ἦτο ὁ υἱὸς τῆς Μηλιᾶς τῆς γειτόνισσας) εἶχε πλαστὸν αὐγὸν εἰς τὸν κόλπον του. ὅτι ἐκείνη εἶναι µεγαλυτέρα. Ὁ πατὴρ τοῦ ἠγόρασεν ἄλλην. οὐχ ἧττον ἐπέµενον καὶ παρεισέδυον ἐντὸς τοῦ ναοῦ ἀριστερά. ὡραίας.. ὅταν ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος τοῦ Μεγάλου Σαββάτου. περὶ τὰ δυὸ ἀναλόγια.. Εἶτα τὰ µικρὰ παιδία καὶ τίνες παιδίσκαι τετραετεῖς. τὰ δικτυωτά.µορµύρουσα παρὰ τὸν αἰγιαλὸν ἐπανελάµβανεν. βλέπων ὅτι ὅλοι οἱ ἐθελονταὶ ψάλται. µεθ᾿ ὅλον τὸν διωγµὸν ὃν ἐκίνουν κατ᾿ αὐτῶν τὴν Μεγάλην Ἑβδοµάδα κατ᾿ ἔτος οἱ ἐπίτροποι. Ὁ Εὐαγγελινὸς καὶ ἡ Μόρφω ἐξῆλθον εἰς τὸ προαύλιον. πωρώδη λίθον στρογγυλευµένον κοκκινοβαφὴ καὶ δι᾿ αὐτοῦ ἔσπαζε τὰ αὐγὰ ὅλων τῶν παιδιῶν. µὲ ἄνθη τεχνητά. Τὰ δὲ παιδία προπορευόµενα τῆς ποµπῆς. «οἶµοι γλυκύτατε Ἰησοῦ!». µεγαλοφώνως ἔκραζον: Κύριε Ἐλέησον! Κύριε ἐλέησον! Ὁ Εὐαγγελινὸς ἐψέλλιζε µετὰ τῶν ἄλλων: Κύιε ἔησον! Κύιε ἔησον! Καὶ ὕστερον. ἀφοῦ ἔγινεν ἡ Ἀνάστασις. καὶ ὕστερον ἔβαλε τὰ κλάµατα. (ἥτις καθιστᾶ µελαψὴν µιγάδα τὴν ἡµέραν καὶ παµµέλαιναν ἀράβισσαν τὴν νύκτα) ὁ Εὐαγγελινὸς ἐξύπνησεν ἀπὸ τὰ βελάσµατα τοῦ ἀρνίου. Εἷς δ᾿ ἐπίτροπος τῆς ἐπάνω ἐνορίας. καὶ τίνες παῖδες δεκαετεῖς ἐπυροβόλουν µὲ µικρὰ πιστόλια. εἷς δὲ τὴν ἐπάνω ἠναγκάζοντο νὰ ψάλλωσιν οἱ ἱερεῖς. λέγων. περιτέχνους. καὶ τὰ ἔπαιρνε. ἄνθρωπος προοδευτικός. τί ἥµερον. Μετὰ τὰ µεσάνυκτα. νεανίαι εἰκοσαετεῖς. ἐτάχθησαν ἀνὰ τὸν χορόν. ἤστραψε καὶ ἡ πλατεία ἀπὸ τὸ φῶς τῶν κηρίων. µὲ τᾶς κοµψὰς ποικιλτὰς λαµπάδας. Πιάνει καὶ ἀποσπᾶ ἀπὸ τὸν γυναικωνίτην τὰ καφάσια. εἰς τὴν µίαν κόγχην. ἄλλοι ἔρριπτον ἐντὸς τοῦ ναοῦ ἐπὶ τῶν πλακῶν τοῦ ἐδάφους τὰ βαρέα καρφία µὲ τὰ καψύλια καταπτοοῦντες καὶ σκανδαλίζοντες τὰς πτωχὰς γραίας. καὶ τὰ ἔτρωγε. τὰ παιδία ἤρχισαν νὰ καίουν µετὰ κρότου σπίρτα καὶ µικρὰ πυροκρόταλα ἔξω εἰς τὸ πρόναον. 191 . ἕως τὰ µεσάνυκτα. Τότε διὰ µιᾶς ὅλοι οἱ εὐλαβεῖς καὶ µουσόληπτοι νεανίσκοι ἀφῆκαν τὴν κάτω ἐκκλησίαν ἔρηµον ψαλτῶν κ᾿ ἔτρεξαν ὅλοι εἰς τὴν ἐπάνω. ἔσπασε καὶ τὴν ἰδικήν του. ὁ σύζυγος τῆς Μηλιᾶς. τί λευκόµαλλον ποὺ ἦτο τὸ ἀρνί! Καὶ πὼς ἐβέλαζε (µπέ! µπέ!) τὸ καηµένο. νὰ παίζωσι. ἐκεῖ ποὺ ἔπαιζε µὲ αὐτήν. καὶ ἄλλος ἀτίµητος Ἀµνὸς ἐσφάγη. Ἐν τούτοις δὲν ἐφαίνετο πολὺ δυσαρεστηµένον. µὲ χρυσόχαρτα. Τὴν ἑσπέραν ἔφερεν οἴκαδε ὁ πατὴρ τᾶς πασχαλινὰς λαµπάδας. ἀξιοῦντες νὰ περιορίσωσιν αὐτὰς εἰς τὸν γυναικωνίτην. δι᾿ ὧν ἐφράττοντο τέως αἱ γυναικεῖαι µορφαὶ ἀπὸ τῆς ὄψεως τῶν ἀνδρῶν. τί ἐσοφίσθη. Ὁ Εὐαγγελινὸς ἤθελε νὰ πάρῃ τὴν τῆς ἀδελφῆς του. διότι ἔµελλε νὰ σφαγῇ. κατὰ τὴν συµφωνίαν. Τί χαρά! Τί θρίαµβος! Φαντασθῆτε ὡραίας µικρᾶς λαµπάδας. ἀλλ᾿ ὃ µικρὸς τὴν ἔσπασε. αἵτινες. τὸ ὁποῖον ἡτοιµάζετο νὰ σφάξῃ διὰ τὴν οἰκογένειαν τοῦ καπετὰν Κοµνιανοῦ ὁ γείτονας Νικόλας. Τί ὡραῖον. Ἀµνὸς αἴρων τὴν ἁµαρτίαν τοῦ κόσµου. καὶ ἀφήνει τὸν γυναικωνίτην ἄφρακτον. καὶ νὰ τσουγκρίζωσι τὰ αὐγά των. καὶ παρὰ τὸ εἰκονοστάσιον. Καὶ ἄλλος Ἀµνὸς ἄµωµος. νὰ στάζωσιν εἰς τοὺς λαιµοὺς ἀλλήλων. ἐφοίτων κατὰ προτίµησιν εἰς τὴν κάτω ἐκκλησίας. Καὶ ἓν παιδίον ἑξαετές. λεπτάς. Ὁ µικρὸς ἀπεκοιµήθη κλαίων καὶ χαίρων. Ἡ µήτηρ τοῦ τὴν ἔδωκεν. καὶ ἤστραψεν ὁ ναὸς ὅλος. καὶ ἤρχισαν νὰ θορυβῶσι. διαλύων τὴν ἀπαραίτητον ὁµίχλην τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς. ἀφοῦ τὸν ὑπεχρέωσε νὰ ὑποσχεθῆ ὅτι δὲν θὰ τὴν πιάσῃ εἰς τὴν χεῖρα. ὅταν θὰ ὑπάγουν εἰς τὴν Ἀνάστασιν.

καὶ παρέθεσε τὰ αὐγὰ τὰ κόκκινα.Νὰ κι ἄλλη µιά! Καὶ ἤρχισαν νὰ τύπτουν ἀλύπητα τὰς κεφαλὰς ἀλλήλων µὲ τὰς λαµπάδας των. δηλαδὴ κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο τῆς δυστυχίας διὰ τὰ δυὸ ὀρφανὰ δὲν ἦτο πλέον ἐκεῖ οὔτε ὁ πατήρ των. παλιολαµπάδα.Ἐµένα ἡ µάννα µ᾿ τὴν ἐστόλισε µονάχη της. Ἀντὶ τῶν ἐπιχρύσων λαµπάδων.Ναί. καὶ ἤρχισε νὰ καλλωπίζηται καὶ νὰ στρίβῃ τὸν µύστακα ἀποβλέπων εἰς 192 .Νὰ κ᾿ ἐσύ! . ἕως ὅτου τὸν ἔκαυσαν. . ἀφοῦ ἐψάλη ἡ Β´ Ἀνάστασις κ᾿ ἔγινεν ἢ Ἀγάπη.. δὲ ξέρει. ραβδωτά! Καὶ ἀφοῦ τὸν ἐκρέµασαν ὑψηλὰ ὑψηλά. Τί χαρά! τί ἀγαλλίασις! Ἐφέτος. . ἡ δική µου ἡ λαµπάδα εἶναι καλύτερη. νά!. Ἔφερε καὶ ζεῦγος γυαλιὰ (ἡ Μόρφω τὰ ἐνθυµεῖτο ὅλα).Τέτοια παλιολαµπάδα! . οὔτε ἡ µήτηρ των. Τὸ ἀπόγευµα πάλιν. Καὶ ὕστερον ἡ µήτηρ ἔστρωσε τὴν τράπεζαν εἰς τὴν οἰκίαν. ἡ ἀνεπανόρθωτος συµφορά. Τί ἄσχηµος καὶ τί εὐµορφοκαµωµένος ποὺ ἦτον ὁ Ἑβραῖος! Εἶχε µίαν χύτραν ὡς κεφαλήν. Εὐτυχῶς ἡ γραῖα Κοµνιανάκαινα δὲν ἀπέθανε. µακριὰ φορέµατα. Ἐφόρει µακριά. Σὰν τὴ δική σ᾿! .Καὶ ξέρει νὰ κάµῃ λαµπάδες ἡ µάννα σ᾿. κ᾿ εἶναι πλιὸ καλή.. ποὺ εἶχε φέρει ἡ κουρούνα. ἥτις ἐπῆγε µακρύτερα ἀκόµη. καὶ ὁ υἱός της ἔφθασεν ἀπόπασχα µὲ τὸ γολεττί. .Ἐµένα ὁ πατέρας µ᾿ τὴν ἐδιάλεξε. . Ἀντὶ τῶν δύο ἦτο ἡ γηραιὰ µάµµη. . νὰ τὸν τουφεκίζουν ὅλοι. ἐξῆλθαν ὅλοι εἰς τὴν πλατείαν κ᾿ ἐθεῶντο τὴν πυρπόλησιν τοῦ Ἑβραίου. .Ὄχι.. ἀντὶ τῆς ἀφάτου εὐτυχίας τοῦ παιδικοῦ Πάσχα. ἡ δική µου. καὶ τὸ ἀρνὶ τὸ ψηµένο. ἤρχισαν οἱ ἄνδρες νὰ τὸν µαστίζουν. ἑωσοῦ ἔβαλαν τὰ κλάµατα καὶ οἱ δύο.Ὄχι. ἦσαν οἱ δυὸ τρεµοσβήνοντες καὶ βλοσυροὶ ὀφθαλµοί της. ἤρχισαν νὰ φιλονικῶσι περὶ τοῦ τίνος ἡ λαµπάδα ἦτο εὐµορφότερα. Εἶχε κ᾿ ἕνα σακκούλι ἢ πουγγὶ κρεµασµένον εἰς τὸ ἀριστερὸν πλευρόν του... εἶχε καὶ λινάρι ὡς γένειον. τὸ τυρί. ὅστις ἔλειπεν. . Ἀντὶ τῆς ἀθώας χαρᾶς. παρδαλά. πενταετής. ὅµοια µ᾿ ἐκεῖνα ποὺ φορεῖ ἡ γραῖα µάµµη ὅταν ράπτῃ ἢ ἐµβαλώνῃ τὰ παλαιὰ ροῦχα της.Ὄχι. ἦτο ἡ λύπη ἡ βαρεῖα. καὶ τὰ παιδία ἐκάθισαν εἰς τὴν τράπεζαν καὶ ἤρχισαν νὰ τσουγκρίζουν τὰ αὐγά των. ρογχάζουσα ἐπὶ τῆς κλίνης καὶ γογγύζουσα.Μία παιδίσκη καὶ εἷς παῖς. ἕως ἑπτὰ ὀργυιᾶς ἐπάνω.

Αὕτη ᾐσθάνετο τὴν ἀπουσίαν τῆς µητρός της καὶ ἤξευρεν ὅτι δὲν ἔµελλε νὰ τὴν ἐπανίδῃ πλέον ἐπὶ τῆς γῆς. ἡ µήτηρ τῆς χαρᾶς! Γλυκεία µήτηρ. Γλυκεῖα Πασχαλιά. διὰ τὰ δυὸ παιδία. τάχα θὰ ἐπανήρχετο πάλιν ἡ χαρὰ ἐκείνη. θ᾿ ἀνέτελλεν ἐκ νέου γλυκεῖα ἡ παιδικὴ Πασχαλιά. διὰ τὴν Μόρφω ὅµως ποτέ. 193 . Ἀλλά. ∆ιὰ τὸν Εὐαγγελινὸν ἴσως. τῆς Πασχαλιᾶς ἡ ἐνσάρκωσις! Ἀλλ᾿ ὁ Χριστὸς ὑπεσχέθη νὰ πίῃ µὲ τοὺς ἐκλεκτούς του καινὸν τὸ γέννηµα τῆς ἀµπέλου ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Πατρός Του. Χριστέ! δίδου ἡµῖν ἐκτυπώτερον σοῦ µετασχεῖν ἐν τῇ ἀνεσπέρῳ ἡµέρᾳ τῆς Βασιλείας Σου!».δεύτερον γάµον. καὶ οἱ ὑµνωδοὶ ἔψαλλον: «Ὦ Πάσχα τὸ µέγα καὶ ἱερώτατον.

Μετὰ τὸν χωρισµὸν δευτέρα συνδιαλλαγή. εἰς τὸν ἐπάνω κόσµον -ἐκεῖ ἀνάµεσα ἐσώζετο ἀκόµη ὁ ναΐσκος τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας. ἔξω τοῦ ναοῦ. 194 . µελαγχροινός. Ἤδη εἶχε συζήσει µαζί της ὑπὲρ τὰ εἴκοσι πέντε ἔτη. µετὰ πολλὰς ἀγόνους ἀποπείρας συνδιαλλαγῆς. παρὰ τὴν ἀποῤῥώγα ἀκτήν. ὡραίαν νέαν. δὲν ὑπῆρχε στέγη καὶ ἄσυλον εἰς ὅλον τὸ ὀροπέδιον ἐκεῖνο. Ἦτον ἐκ νεαρᾶς ἡλικίας εὐσταλής. εἴδωλα ψυχῶν κουρασµένων. δυὸ υἱοὶ καὶ δυὸ θυγατέρες· ὁ πρῶτος οὖτος χωρισµὸς διήρκεσεν ἐπὶ τινὰς µῆνας. Ἡ Σινιώρα ἦτο ὑπερτεσσαρακοντούτις ἤδη. διὰ νὰ στεγάζεται προχείρως ἐκεῖ καὶ καπνίζῃ ἀκατακρίτως τὸ τσιµποῦκι του.Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης Ῥεµβασµὸς τοῦ ∆εκαπενταυγούστου Ἀνάµεσα εἰς συντρίµµατα καὶ ἐρείπια. ἀφήνουσαι κενὰς οἰµωγὰς εἰς τὴν ἐρηµίαν. ὡραῖον φέσι τοῦ Τουνεζίου. ∆ὲν ἦτο πλέον φόβος νὰ γεννηθοῦν ἄλλα τέκνα. Ἠγάπα πολὺ τὰ µουσικὰ τά τε ἐκκλησιαστικὰ καὶ τὰ ἐξωτερικά. καθὼς λέγουν. σκιαὶ ἐπιστρέφουσαι. τὴν εἶχε νυµφευθῆ ἀπὸ ἔρωτα. ἀφοῦ ἐγεννήθησαν τὰ τέσσαρα πρῶτα παιδία. φέρων ὅλα τὰ ἐξωτερικὰ γνωρίσµατα προεστοῦ. Τότε ἐγεννήθησαν ἄλλα δυὸ τέκνα. λευκοτάτην. Εἶτα ἐπῆλθε δεύτερος χωρισµός. ὑπῆρξε δὲ µὲ τὴν χονδρήν. Φραγκούλας εἶχε κτίσει µικρὸν ὑπόστεγον καλύβην µᾶλλον ἢ οἰκίαν. εἰς ἔρηµον τόπον. δὲν ἦτο καὶ πολὺ γέρων. δὲν συνέζη πλέον µαζί της. ὑπὲρ τὸ ἔτος διαρκέσας. ∆ὲν ὑπῆρχε πλέον οἰκία ὀρθή. Ἀλλὰ τώρα. Τὴν Σινιώραν. Κατήγετο ἀπὸ τὴν ἀρχαιοτέραν καὶ πλέον γνησίως αὐτόχθονα οἰκογένειαν τοῦ τόπου. Ὁ τελευταῖος οὖτος χωρισµός. µὲ ἁδροὺς χαρακτῆρας τοῦ προσώπου. µὲ ζώνην πλατεῖαν κεντητήν. ὑψηλός. ἐπανωβράκι τσόχινον. χονδρὰ χείλη προέχοντα. ὁ φιλέρηµος γέρων. ὡς πενήντα πέντε χρόνων ἄνθρωπος. ὀφθαλµοὺς µεγάλους. µακρὰν τσιµπούκαν µὲ ἠλέκτρινον µαµόν. Εἶτα ἐπῆλθε συνδιαλλαγὴ καὶ συµβίωσις πάλιν. διήρκει ἀπὸ τριῶν ἐτῶν καὶ ἡµίσεος. λαβὼν τὴν ξυλείαν. λείψανον παλαιοῦ θεσµοῦ· ἦτον κτῆµα αὐτοῦ τοῦ γέροντος Φραγκούλα. µορεῶν µὲ ἐρυθροὺς καρπούς. υἱὸς καὶ θυγάτριον. ὀγκώδη ρῖνα. δασείας ὀφρύς. µὲ τὸν ἠλέκτρινον µαµόν. θρηνοῦσαι τὸ πάλαι ποτὲ πρόσκαιρον σκήνωµά των. εἰς τὸν οὐδὸν τοῦ γήρατος. ἀπόκρηµνον ἀκτήν. λείψανα παλαιᾶς κατοικίας ἀνθρώπων. πρὸς µίαν παραλίαν βορειοδυτικὴν τῆς νήσου. ἐν µέσῳ ἀγριοσυκῶν. Ὁ ναΐσκος ἦτο ἰδιόκτητος· πρᾶγµα σπάνιον εἰς τὸν τόπον. Ἀκολούθως ἐπῆλθε µακρὸς χωρισµὸς µεταξὺ τῶν συζύγων. Τότε ἐγεννήθη ὁ τελευταῖος υἱός. ψάλτης καὶ τραγουδιστὴς εἰς τὸν καιρόν του µέχρι γήρατος. ἀλλὰ παθητικὴν φωνήν του. καὶ τινὰς λίθους ἀπὸ τὰ τόσα τριγύρω ἐρείπια. λεπτοφυῆ. Ὁ ἀξιότιµος πρεσβύτης. ἀπὸ τὸν ἀσφοδελὸν λειµῶνα. ὅπου τὴν νύκτα ἑπόµενον ἦτο νὰ βγαίνουν καὶ πολλὰ φαντάσµατα. καὶ κρατῶν µὲ τὴν ἀριστερὰν ἠλέκτρινον µακρὸν κοµβολόγιον. ὅσην ἠδυνήθη νὰ εὕρη. καὶ εἶχεν ἀποκτήσει τέσσαρας υἱοὺς καὶ τρεῖς θυγατέρας. Μόνος ὁ µικρὸς ναΐσκος ὑπῆρχε καὶ εἰς τὸ προαύλιον τοῦ ναΐσκου ὁ Φραγκούλης Κ. λεπτὸς τὴν µέσην. Εἶχε χωρίσει ἅπαξ ἤδη.

Ἐσχάτως τοῦ εἶχον παρουσιασθῆ πρώτην φορὰν εἰς τὴν ζωήν του. ὅταν ἐκαρποφόρουν ἔδιδον ἀρκετὸν εἰσόδηµα. Ὁ Φραγκούλης Φραγκούλας δὲν ἐφόρει πλέον τὸ ὡραῖον του µαῦρον φέσι. κατὰ τὴν Μεγάλην Ἐπανάστασιν. Οἱ δὲ ἐλαιῶνες. ἔδωκαν ὅλην τὴν σηµασίαν καὶ τὴν προσοχήν των εἰς τὰ χρήµατα. οἱ ἐπήλυδες. τόσον τὰ ἔσοδα ἠλαττοῦντο. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ δὲν εἰργάζετο ποτὲ µόνος του. καὶ τὰ τέκνα του. ἔλαβεν ἀνάγκην µικρῶν δανείων. ἐν ὥρᾳ συµφορᾶς καὶ ἀνεµοζάλης. Ἦλθαν «δυστυχισµένες χρονιές». Εἶτα. ἐκάπνιζε τὸ τσιµποῦκι του κ᾿ ἐῤῥέµβαζεν.. δεκαπλασίαν ἀξίαν τοῦ ποσοῦ τοῦ δανειζοµένου. οὔτε τὸν ἔµελε ποτέ του περὶ χρηµάτων. Εἶτα ἦλθεν ἡ ὥρα.. Ἐὰν τὸν συνηντῶµεν τὴν προτεραίαν εἰς τὴν ἀγοράν. Βεβαίως τὴν σύζυγόν του. Οἱ τοιοῦτοι ἦσαν ἄνθρωποι «φερτοί». -Α! Τὤχασα τὸ καϋµένο µ᾿. ἐκ τῶν ὁποίων ἕκαστον εἶχε κατ᾿ αὐτὸν ἐκτιµητήν.. καὶ ὅταν κατέφυγον εἰς τὸν τόπον. ∆ὲν ἐφαντάζετο ποτὲ ὅτι µία µικρὴ κάµπη ἀρκεῖ διὰ νὰ καταστρέψῃ ὁλόκληρον φυτείαν. Τί ἐσκέπτετο.. αὐξανοµένης τῆς οἰκογενείας. Ὁ καπνὸς ἀπὸ τὸν λουλᾶν ἀνέθρωσκε καὶ ἀνέβαινεν εἰς κυανοὺς κύκλους εἰς τὸ κενόν. 195 . τὰ ἔξοδα «τὸν ἔτρωγαν!» Εἶτα. µαγαζεία.. Ἀλλ᾿ ἐπ᾿ ἐσχάτων εἶχε λάβει ἀνάγκην καὶ δευτέρου καὶ τρίτου δανείου. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ οἱ ἐντόπιοι εἶχον ἀποκλειστικὴν προσήλωσιν εἰς τὰ κτήµατα. θεοµηνίαι. διὰ πρώτην φορὰν. οἱ ἐντόπιοι ἔλαβον ἀνάγκην τῶν χρηµάτων. εἰς τὸ προαύλιον. Εἶχε παµπόλλους ἐλαιῶνας. τὸ ἄπειρον. κανεὶς δὲν ἔδωκεν προσοχὴν καὶ σηµασίαν εἰς αὐτούς. ἀπ᾿ ἔξω. κ᾿ ἐµπορεύοντο κ᾿ ἐχρηµατίζοντο. τῆς 13 Αὐγούστου τοῦ ἔτους 186. καὶ οἰκονοµικαὶ στενοχωρίαι. καὶ τότε ἤρχισαν νὰ ὑποθηκεύουν τὰ κτήµατα. Ἤνοιξαν ἐργαστήρια.Τὴν ἑσπέραν ἐκείνην. ἔξω τοῦ ναΐσκου. Ἀπηυθύνθη εἰς ἕνα τοκογλύφον τοῦ τόπου. ὁλοµόναχος. Ἐωσότου παρῆλθε µία γενεά. Ἀλλ᾿ εὑρίσκετο σήµερον εἰς τὴν ἐξοχήν. καὶ οἱ δανεισταὶ προθύµως τοῦ ἔδιδαν. τὤχασα. ὅπως καὶ τώρα καὶ πάντοτε συµβαίνει. ἐκάθητο µόνος. ὡς πράττουσιν ὅλοι οἱ φύσει καὶ θέσει Ἑβραῖοι. Καὶ ὅσον ηὔξανον τὰ ἔξοδα. ἀλλ᾿ ἀπήτουν νὰ τοὺς καθιστᾶ ὑπέγγυα τὰ καλλίτερα κτήµατα. καὶ τὰ χρήµατα ἐπέστρεψαν εἰς τοὺς δανειστὰς συµπαραλαβόντα µεθ᾿ ἑαυτῶν καὶ τὰ κτήµατα.. τὰ ὁποῖα σπανίως ἔβλεπεν. τὸ τουνεζιάνικον· ἔφερεν οἰκιακὸν µαῦρον σκοῦφον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς. κάτω εἰς τὴν πολίχνην. ἢ µία καὶ ἠµισεία. Εἶχε πρόσφατον πένθος. ἢ κατὰ τὰ ἄλλα κινήµατα τὰ πρὸ αὐτῆς. Μόνον ἀπὸ τὸν ἀντίσπορον τῶν χωραφιῶν ἠµποροῦσε νὰ µὴν ἀγοράζῃ ψωµὶ δι᾿ ὅλου τοῦ ἔτους αὐτὸς καὶ ἡ οἰκογένειά του. τὸ εὐάγωγο. συµφοραί. συνηυξάνοντο καὶ αἱ ἀνάγκαι. Ἕως τότε δὲν εἶχε συλλογισθῆ τοιαῦτα πράγµατα ὁ Φραγκούλης Φραγκούλας. µὲ τὴν ὁποίαν ἦσαν εἰς διάστασιν. ἀρχοµένης τῆς ἑκατονταετηρίδος. Πλὴν φεῦ! αὐτὸς δὲν ἦτο µόνος καϋµός του. ἔµπροσθεν τῆς καλύβης τὴν ὁποίαν εἶχε κτίσει. καὶ οἱ λογισµοὶ τοῦ ἀνθρώπου ἐφαίνοντο νὰ παρακολουθοῦν τοὺς κύκλους τοῦ καπνοῦ καὶ νὰ χάνωνται µετ᾿ αὐτῶν εἰς τὸ ἀχανές. οὗτοι. θὰ ἐβλέποµεν ὅτι εἶχε βάψει µαῦρον τὸ φέσι του. καὶ χωράφια ἀµέτρητα. ἀµπέλια ἀρκετά. ἀφορίαι. Ὁ Φραγκούλας ἦτο µεγαλοκτηµατίας.

.. τὴν γλυκεῖαν Παναγίαν τὴν Πρέκλαν. ὅταν ἦτο νέος ἀκόµη.. νὰ εὕρωσι διὰ τῆς ἐγκρατείας καὶ τῆς προσευχῆς καὶ τοῦ ἱεροῦ ᾄσµατος ἀναψυχὴν καὶ παραµυθίαν.. τὸ τρίτον. διηγῳδεῖ πρὸς τὴν Παναγίαν τοὺς ἰδίους πόνους του.. πολεµηµένος.. ἀρτοκλασίαν. ὅλοι οἱ κάτοικοι. ὅπου διηγῳδοῦνται τὰ παθήµατα καὶ τὰ βάσανα µιᾶς ψυχῆς καὶ τὴν σειρὰν ὅλην τῶν κατανυκτικῶν ὕµνων. ὅσοι ἦσαν ὡς αὐτὸς τεθλιµµένοι.. Τὸ ἐκκλησίδιον ἦτο εὐπρεπέστατον. δὲν ἐλυπεῖτο τώρα τόσον πολὺ τὸν ἀπὸ τῆς γυναικός του χωρισµὸν –τὴν ὁποίαν ἄλλως τε τρυφερῶς ἠγάπα-. ὅστις ἦτο ἁπλοῦν παρεκκλήσιον. καὶ εἶχε δίκαιον νὰ στενάζῃ. τὸ καυµένο µου. περιπλέον δὲ εἰσέπραττεν ὁ παππᾶς διὰ λογαριασµόν του τὰς δεκάρας... καὶ ἀνελογίζετο πῶς ἄλλοτε.τοῦ εἶχεν ἀποθάνει πρὸ ὀλίγων µηνῶν. στενοχωρηµένος. ἐν µέσῳ τῆς ἀλλοφροσύνης τῶν ρεµβασµῶν τοῦ καπνιστοῦ.. ὅσους ὑπέφερεν ἀπὸ τὰ στίφη τῶν βαρβάρων. καὶ ἀκουσίως ἤρχισε νὰ ὑποψάλλῃ. Τὸ καλλίτερον κοράσιόν του. τὸ ὁποῖον εἶχε σβύσει ἤδη ἀνεπαισθήτως. κανδήλια ἀργυρᾶ. τὰ εἰσάπραττεν ὁ Φραγκούλης ὡς εἰσόδηµα ἰδικόν του.τ. Τὴν ἡµέραν ἐκείνην θὰ ἐτελεῖτο πανήγυρις εἰς τὸν ναΐσκον. τὤχασα!. πώλησιν κηρίων κ. εἰς τὸν ναΐσκον αὐτὸν τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας ἤρχοντο τὰς ἡµέρας αὐτάς. ν᾿ ἀκούσωσι τὰς ψαλλοµένας Παρακλήσεις καθ᾿ ὅλον τὸν ∆εκαπενταύγουστον. -Τὤχασα. Καὶ αὐτὸς ἦλθεν εἰς τὴν Παναγίαν διὰ νὰ κλαύσῃ καὶ νὰ πῇ τὸν πόνο του. καὶ τοὺς διωγµούς.λ. 196 . Ἄφησεν εἰς τὴν ἄκρην τὸ τσιµποῦκι. ὅπου εἷς βασιλεὺς Ἕλλην. Εἰς τὸν Παππανικόλαν ἔδιδεν ὁ Φραγκούλης διὰ τὸν κόπον του ἓν τάλληρον. δεκατετραετὲς µόλις τὴν ἡλικίαν –τὸ ὁποῖον εἶχε γεννηθῆ κατά τι διάλειµµα ἔρωτος.. µεταξὺ δυὸ χωρισµῶν. προσφορᾶς. Κατόπιν τῆς συνδιαλλαγῆς ἐκείνης ἐγεννήθη ὁ τρίτος υἱός. Καὶ τώρα τοὺς ἐπερίµενε νὰ ἔλθουν πάλιν.. ἡ πανήγυρις αὕτη τῆς Παναγίας τῆς Κοιµήσεως ἔγινεν ἀφορµὴ διὰ νὰ ἐπέλθῃ συνδιαλλαγὴ µετὰ τῆς γυναικός του. Ὅλα τ᾿ ἄλλα. τὰ ὁποῖα ὀνοµάζει «νέφη». καὶ εἶχε καλὰς εἰκόνας –καὶ µάλιστα τὴν φερώνυµον. Ἔφερε πάντοτε ὁ ἰδιοκτήτης µαζί του τὴν βαρεῖαν ὑπερµεγέθη κλεῖδα τῆς δρύϊνης θύρας τῆς στερεᾶς. τὸ µικρότερον. ὡραῖα στολισµένον. ἤρχοντο εἰς τὸν ναὸν τῆς Πρέκλας. Τὸν παλαιὸν καιρόν. τὸ θυγάτριον τὸ ὁποῖον ἐθρήνει τώρα ὁ γέρο-Φραγκούλης.σκαλιστὸν χρυσωµένον τέµπλον. δωδεκάδες τινὲς προσκυνητῶν καὶ πανηγυριστῶν καὶ ὁ Παππανικόλας ὁ συµπέθερός του. πολυέλαιον καὶ µανουάλια ὀρειχάλκινα. τιµώµενον ἐπ᾿ ὀνόµατι τῆς Κοιµήσεως. Ἦτον κτῆµα του ὁ ναΐσκος τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας. ὅσας ἔδιδον αἱ γυναῖκες «διὰ νὰ γράψουν τὰ ὀνόµατα» ἢ τὰ «ψυχοχάρτια». Καὶ κατενύσσετο πολὺ ἡ καρδία του καὶ ἐθλίβετο.. διωγµένος. τὴν ὁποίαν εἰς τὸν ἄλλον κόσµον ἤλπιζε µόνον νὰ ἐπανεύρῃ.. πρὸ τοῦ εἰκοσιένα. Ἔλεγε τὸν Μέγαν Παρακλητικὸν Κανόνα καὶ τὸν εἰς τὴν Παναγίαν. Καὶ ἀνελογίσθη ὅτι τὸ πάλαι ἐδῶ οἱ χριστιανοί. ὅταν τὸ σήµερον ἔρηµον καὶ κατηρειπωµένον χωρίον ἐκατοικεῖτο ἀκόµη. τὸ εὐάγωγο. Θὰ ἤρχοντο ἀπὸ τὸν τόπον πολλαὶ οἰκογένειαι καὶ ἄτοµα.Ὁ γέρο-Φραγκούλης ἐστέναζε. Ὤ. καὶ τὸ Κουµπώ.. καὶ δὲν ἔλειπε συχνὰ νὰ ἐπισκέπτεται τὴν Παναγίαν. καὶ τῶν δυὸ ἐνοριῶν. ὅσον ἐθρήνει τὴν σκληρὰν ἀπώλειαν ἐκείνη τῆς κορασίδος.. ἀπὸ Λατίνους καὶ Ἄραβας καὶ τοὺς ἰδικούς του. µετὰ τὸν πρῶτον χωρισµὸν ἀπὸ τὴ γυναῖκα του.

.. τὰς πιέσεις καὶ τὰς ἀπειλὰς τῶν τοκογλύφων. Υἱὲ καὶ Θεέ µου. τὸ πρῶτον πεῖσµα. καὶ ἡ Παναγία πάλιν τὸ εἶχε δρέψει καὶ τὸ εἶχεν ἀναλάβει πλησίον της.. «µή µου ἐλέγξη τὰς πράξεις ἐνώπιον τῶν Ἀγγέλων.. Τότε ἔτρεφε πεῖσµα καὶ χολήν.» Ὤ. τόσο «βίος».. ἀτέλειαι τῶν ἀνθρώπων! Τώρα εἰς τοὺς τελευταίους χρόνους. ∆ὲν ἤλπιζε πλέον. τόσον εὐεπίφορος εἰς τὸ πεῖσµα. Ὁ γέρο-Φραγκούλης ἐπίστευε καὶ ἔκλαιεν. Καὶ Σύ.. ἀπὸ τὴν πολίχνην τὴν κατοικηµένην εἰς τὸ παλαιὸν χωρίον τὸ ἔρηµον.. ἐπόθει καὶ τὸν βίον τὸν µοναχικόν. Καὶ ὁ Φραγκούλης. οὔτε ηὔχετο σχεδόν. . εἶχε γνωρίσει ἀκόµη καὶ τὴν οἰκονοµικὴν στενοχωρίαν. θυµώδης. τόσα «µούλκια». κατὰ µικρόν. ἀγύριστα κτήµατα. ὁ τόκος δὲν ἔπαυε. ὅπως ἤρχετο τακτικὰ κάθε χρόνον ἄλλοτε.. ἠγάπα τὴν 197 . Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον. «Τὸ διάφορο κεφάλι! τὸ διάφορο κεφάλι! τὸ διάφορο κεφάλι!» Ἐπὶ τέσσαρας ἐνιαυτοὺς ἦτον ἀφορία.. ἀλλ᾿ εἶχε πολὺ περισσότερον καὶ βαθύτερον συζυγικὸν ἔρωτα. Ὤ.. εἶχεν ἔλθει δυὸ ἢ τρεῖς ἡµέρας πρὸ τῆς ἑορτῆς εἰς τὸ παρεκκλήσιον τῆς Πρέκλας. Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον εἶχε ἀγαπήσει ἐξ ὅλης καρδίας τὴν Σινιωρίτσα του. καὶ τὴν ἠγάπα ἀκόµη.. τὸ πρῶτον κάκιωµα µεταξὺ τῶν συζύγων. καὶ ἤρχισε νὰ µέλπῃ τὸ ἀθάνατον ἐκεῖνο: «Ἀπόστολοι ἐκ περάτων.. Καὶ καθὼς τώρα. ἀφοῦ τὰ ἄγονα ἤρχισαν κ᾿ ἐξηκολούθουν νὰ τίκτουν. ἠγάπα τὴν σύζυγον καὶ τὰ τέκνα του. καὶ τώρα ἐφόρει µαῦρον σκοῦφον. Εἶχαν κιτρινίσει καὶ µαυρίσει αἱ ἐλαίαι.. τῆς ἀθῴας µικρᾶς παρθένου.. Πλὴν τότε τὸ φέσι τοῦ ἦτο κατακόκκινον. καὶ µόνον νύξιν ἤθελεν· ἦτον ἕτοιµος νὰ συγχωρήσῃ καὶ ν᾿ ἀγαπήσῃ. εἰς καιρὸν ὁποὺ εὑρίσκοντο χωρισµένοι πρὸ δεκαπέντε ἐτῶν. τὸ παράπονον τῆς ξεπεσµένης ἀρχοντιᾶς. Ἐγέννα ἢ ὄχι ἡ γῆ. Ὤ. αἱ ἐλαίαι δὲν ἐκαρποφόρησαν· ὁ καρπὸς εἶχε προσβληθῆ ἀπὸ ἄγνωστον ἀσθένειαν. ἐκάθητο δὲ εἰς τὰ πρόθυρα τοῦ ναΐσκου κι᾿ ἐκάπνιζε τὸ µακρὸν τσιµποῦκι µὲ τὸ ἠλέκτρινον ἐπιστόµιον. ὀξύχολος. καὶ ἦσαν γεµᾶται ἀπὸ βοῦλες καὶ εἶχαν πέσει ἄκαιρα. Ἀνελογίζετο αὐτά. παρεκάλει διὰ τοῦ ᾄσµατος τὴν Παναγίαν. Τὰ κεφάλαια «ἔτικτον». αὐτὸ εἶχε τὴν δύναµιν καὶ τὸ προνόµιον νὰ κάµνῃ πολλὰ ζεύγη ὀφθαλµῶν νὰ κλαίωσι τὸν παλαιὸν καιρόν. δριµύς. ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἔκλαιον ἀκόµη ἑκούσια δάκρυα ἐκ συναισθήσεως.. Ὤ! ἄλλοτε. ἀφοῦ εἶπεν ὅσα τροπάρια ἐνθυµεῖτο ἀπὸ στήθους. σχεδὸν τσιφλίκια. Τώρα µόνον ἡ ψυχὴ τῆς Κουµπῶς. ναί.. εἶχε συµβῇ ὁ πρῶτος χωρισµός. Τόσα «ὑποστατικά». ὅταν ἦσαν «µονιασµένοι». Ἔπαυσε νὰ τίκτῃ ἡ γόνιµος (ὅπως λέγει ὁ Ἅγιος Βασίλειος). -ὅπως εἶχεν ἔλθει καὶ ἅπαξ. πρὸ δεκαπέντε ἐτῶν. διὰ τὰς ἁµαρτίας τῶν ἰδιοκτητῶν. ἐπόθει ἀκόµη τὸν συζυγικὸν βίον. τοῦ ὁποίου ἐσώζοντο τότε ἀκόµη ὀλίγισται οἰκίαι καὶ δὲν ἦτο ἐρείπιον ὅλον. νὰ ἤρχετο ἡ Σινιωρίτσα αὔριον εἰς τὴν πανήγυριν.. ἡ Παναγία εἶχε δωρήσει τὸ ἁβρὸν ἐκεῖνο ἄνθος εἰς τὸν Φραγκούλην καὶ τὴν Σινιώραν. Καὶ τότε ὁ Φραγκούλης ἦτο σαράντα χρόνων καὶ τώρα ἦτο πενηνταπέντε. Πρὶν µολυνθῆ ἐκ τῆς ἐπαφῆς τῶν µαταίων του κόσµου.. εἶθε νὰ παρίστατο ἀοράτως εἰς τὴν πανήγυριν ἀγαλλοµένη. ὅπως σήµερον. Ἀλλ᾿ ὅσον τρυφερὸς ἦτον εἰς τὸν ἔρωτα. ἐκαρποφόρουν ἢ ὄχι τὰ δένδρα.Εἶτα. συναθροισθέντες ἐνθάδε Γεθσηµανῇ τῷ χωρίῳ κηδεύσατέ µου τὸ σῶµα.. εἶχεν ἀναβῇ ὅπως τώρα. καὶ τόσον γοργὸς εἰς τὴν ὀργήν. ὕψωσεν ἀκουσίως τὴν φωνήν.Καὶ εἶτα προσέτι. Ἠγάπα τὴν θρησκείαν. Ἀλλὰ τώρα δὲν εἶχε πλέον οὔτε πεῖσµα σχεδὸν οὔτε ὀργήν.. ἠπειλοῦντο νὰ περιέλθωσιν εἰς χεῖρας τῶν τοκογλύφων. ἦτον ἄνθρωπος ἀσθενής· ἠγάπα καὶ ἡµάρτανε καὶ µετενόει. παράλαβέ µου τὸ πνεῦµα». πρὶν γεννηθῆ ἀκόµη ἡ Κουµπὼ ναί. νὰ εἶναι µεσίτρια πρὸς τὸν Θεόν. κ᾿ ἔκλαιεν ἡ ψυχή του.

χάρις ταπεινώσεως. κάτω νεύουσα· ὁ Φραγκούλης ἵστατο ἐκεῖ παραπέρα ἀπὸ τὴν θύραν τῆς ἐκκλησίας. Ἡ Σινιώρα εἰσῆλθεν εἰς τὸν Ναΐσκον. χωρὶς πείσµατα. -Θὰ σοῦ ἔλθει τ᾿ ἀσκέρι. γειτονισσῶν ἢ συγγενῶν της. Φραγκούλη. -Θἄρθη µαζὶ κι᾿ ἡ µάνα τους. φρόνιµα. ἐστάθη πλησίον τῆς θύρας τοῦ ναοῦ. παρὰ τὴν γωνίαν. Τῷ ὄντι. Ἀπὸ πολλῶν µηνῶν δὲν εἶχεν ἰδεῖ τὸν συζυγόν της. ἡ κυρὰ Σινιώρα ᾖλθε. Ἀκολούθως µετὰ τὸ λιτὸν σαρακοστιανόν. Ὕστερον ἀπὸ πολλὰς φωνάς. Ἐπλησίασε συνεσταλµένη κ᾿ ἐχαιρέτησε τὸν σύζυγόν της. τὸ ἔκρουσε µόνος του. ἐπροσκύνησεν. -καθόσον τὰ ἄλλα δυὸ τὰ µικρά. τὸν µικρὸν µισοῤῥαγισµένον κώδωνα. Ὁ Φραγκούλης ἠθέλησε νὰ βεβαιωθῇ. κ᾿ ἔκαµνε πῶς ἔβλεπεν ἀλλοῦ καὶ πῶς ἐπρόσεχεν εἰς τινὰ ὁµιλίαν περὶ ἀγροτικῶν ὑποθέσεων µεταξὺ δυὸ ἢ τριῶν χωρικῶν. Εἶτα µετὰ τινὰ ὥραν ἐξῆλθεν. ἐκεῖ ἐπάνω. -Βέβαια. τὰ δυὸ µεγαλείτερα ἐκ τῶν τεσσάρων. Ἐκείνην τὴν φορὰν. Ὁ Παππᾶς. τὸ ὁποῖον ἔφαγον καθ᾿ ὁµάδας καθίσαντες οἱ διάφοροι προσκυνηταὶ ἐδῶ κι᾿ ἐκεῖ ἐπὶ τῶν χόρτων καὶ τῶν ἐρειπίων. ἄνωθεν τῆς θύρας. πρῶτον εἰς τροχαϊκὸν ρυθµόν: «τὸν Ἀδάµ. ἠρώτησε µειδιῶν ὁ Φραγκούλης. Ἐπλησίασε δειλή. εἶπεν ὁ παππᾶς. καὶ ἤρχισαν νὰ βαροῦν τρελλά. τὸ τάλαντον!» Εὐθὺς τότε τὰ δυὸ παιδία τοῦ Φραγκούλα καὶ πέντε ἢ ἐξ ἄλλοι µικροὶ µοσχοµάγκαι ἀνεῤῥιχήθησαν ἐπάνω εἰς τὴν στέγην τοῦ ναοῦ.. θαῤῥῶ. καὶ φέρων τρεῖς γύρους περὶ τὸν ναόν. Ἤδη ἐνύκτωνε καὶ ἐψάλη ὁ Μικρὸς Ἑσπερινός. τὸν κρεµάµενον ἀπὸ δυὸ διχαλῶν ξύλων. Ἀδάµ. ὅστις εἶχε κατοικήσει χωριστὰ –εἰς εὐτελὲς δωµάτιον. Ἀδάµ!» εἶτα εἰς ἰαµβικόν: «τὸ τάλαντον. µαζὺ µὲ τὴν γραῖαν µητέρα της καὶ µὲ τὰ τέσσερα παιδιά της.Σινιώραν. πιστεύω. ὅστις δὲν ἐκουράζετο νὰ 198 . ἅµα ἔφθασε τὴν παραµονήν. ἀχόρταστα.. Κύτταξε. ὁ παππα-Νικόλας. ἀλλ᾿ ἔκλαιε πολὺ περισσότερον διὰ τὸ θυγάτριόν του. ἀσκέρι λέγων. τοῦ ψάλτου καὶ τοῦ Παναγιώτου τῆς Ἀντωνίτσας (ἑνὸς καλοῦ χωρικοῦ. ἐννοοῦσε προφανῶς τὴν οἰκογένειαν τοῦ Φραγκούλα· ἀλλὰ τάχα µόνον τὰ παιδία. τὸ ὁποῖον ὀνόµαζε «τὸ κελλί του». ὅστις ἐµάντευσε πάραυτα. ἀκολουθούµενος ἀπὸ πλῆθος προσκυνητῶν διὰ τὴν πανήγυριν. ὁ Φραγκούλης ἡτοίµασεν ἰδιοχείρως ξύλινον σήµαντρον πρόχειρον κατὰ µίµησιν ἐκείνων τὰ ὁποῖα συνηθίζονται εἰς τὰ µοναστήρια. -Τί τρέχει. Οὗτος ἔτεινε πρὸς αὐτὴν τὴν χεῖρα καὶ ἠσπάσθη φιλοστόργως τὰ τέκνα του.. καὶ τοῦ εἶπε µυστηριωδῶς: -Θἄχης µουσαφιρλίκια. δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ κουβαληθοῦν εἰς διάστηµα τριῶν ὡρῶν ὁδοιπορίας χωρὶς τὴν µητέρα των. παππᾶ. ἐκόλλησε κηρία καὶ ἠσπάσθη τὰς εἰκόνας. «Τὸ καϋµένο τὸ εὐάγωγο!». τὸ Κουµπῶ. ἀλύπητα. µαλώµατα καὶ ἐπιπλήξεις τοῦ Φραγκούλα. ὅταν ἐβράδυασε καλὰ καὶ ἄρχισε νὰ σκοτεινιάζῃ. τοῦ µπάρµπα-∆ηµητροῦ. τὴν ἐπόνει. ἐν συνοδείᾳ καὶ ἄλλων προσκυνητριῶν.. καὶ ἔζη ἀπὸ µηνῶν ὡς καλόγηρος.

δὲν ἐννιοῦσαν τί θὰ πῇ «οἰκονοµία στὰ κηρία» ἀφοῦ ἅπαξ εἶναι ἀγορασµένα καὶ πληρωµένα καὶ εἶναι µελετηµένα καὶ ταµένα ἐξ ἅπαντος νὰ καοῦν διὰ τὴν χάριν τῆς Παναγίας. «δὲν εὕρισκεν εὔκολα τὸν ἦχον». ἐπέπληξεν αὐστηρῶς τὸν νεωκόρον. Ἀναβαθµοὺς καὶ Προκείµενα.τ.τρέχῃ εἰς ὅλα τὰ ἐξωκκλήσια καὶ νὰ κάµνῃ «κουµάντο». ἰσηµερία τώρα κοντεύει.. Τυπικά.. µικρὸν πρὸ τοῦ µεσονυκτίου. ἡ νύχτα µεγαλώνει. Τότε ὁ Παναγιώτης τῆς Ἀντωνίτσας. εἶχον λαµπαδιάσει. ἕως οὗ ἐπὶ τέλους ἡ ∆ηµαρχία ἠναγκάσθη νὰ τὸν ἀναγνωρίσῃ ὡς ἰσόβιον ἐπίτροπον ὅλων τῶν ἐξοχικῶν ναῶν).» Ἀλλ᾿ αἱ γυναῖκες. ἔχοντα τὴν µανίαν νὰ σβύνῃ µισοκαµµένα τὰ κηρία –καὶ ἡ γερόντισσα ἤρχισε νὰ τὸ διηγῆται χθαµαλῇ τῇ φωνῇ εἰς τὴν πλησίον της: «Ἀδελφὲ Ὀνήσιµε. Εἶτα ἔψαλε Αἴνους. ∆οξολογίαν. καὶ ἤρχισεν ἡ Ἀκολουθία τῆς Ἀγρυπνίας. Μία ἀπ᾿ αὐτάς. τῆς ἀρχῆς τοῦ Ἀποδείπνου µέχρι τοῦ «Εἴη τὸ ὄνοµα». Μακαρισµούς. τὸ Χερουβικόν. τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀκούσει ἀπὸ τὸ συναξάρι τοῦ Ἁγίου ∆ηµητρίου. Ἀκόµη καὶ µικρὰ τινὰ φαιδρὰ ἐπεισόδια... ἀπὸ ἐκείνους οἵτινες εἰς τὸ ὕστερον κατέστησαν δανεισταὶ τοῦ Φραγκούλα –καὶ ὅστις ἐλέγετο ὅτι εἰς τὰς ἐκλογὰς ἐµελέτα νὰ βάλῃ κάλπην ὡς ὑποψήφιος δήµαρχος-. µοναχός του ἐδιάβασε τὸ Συναξάρι. Ἔψαλε τὸ «Θεαρχίῳ νεύµατι» καὶ εἰς τοὺς ὀκτὼ ἤχους µοναχός του.λ. τὰς ἔφερε κάτω εἰς τὸ ἔδαφος κ᾿ ἐπάτει δυνατὰ µὲ τὰ τσαρούχια του. κ᾿ ἐξεκόλλησαν τέλος ἀπὸ τὴν στέγην τοῦ ναΐσκου. καὶ ὅλον τὸ «Ἀνοίξω τὸ στόµα µου». τὰ δὲ κηρία συµπλεκόµενα εἰς δέσµας καὶ περικοκλάδας ἀπὸ τὸν Παναγιώτην τῆς Ἀντωνίτσας. ἔχει νύκτα. ὅπου ἡ παννυχὶς διήρκεσεν ὀκτὼ ὥρας ἄνευ διαλείµµατος –ὅλα τὰ ἔψαλλε καὶ τὰ ἀπήγγειλε µόνος του. ὡς νὰ ἦταν χθές. διὰ νὰ τὰ σβύσῃ. κατὰ τὴν ἔξοδον τῆς ἱερᾶς εἰκόνος εἰς τὴν ὕπαιθρον.. ἀπὸ τοῦ δεξιοῦ χοροῦ. Τότε εἷς τῶν παρεστώτων υἱὸς πλουσίου τοῦ τόπου. τὰ πλεῖστα ἔργα αὐτῶν τῶν ἰδίων χειροµάλακτα. καὶ εἰς τὴν λειτουργίαν πάλιν ὅλα. τὰ παιδία µόλις ἔπαυσαν ὀψέποτε νὰ κρούουν τὸν κώδωνα. χωρὶς νὰ πάρῃ ἀνασασµόν. ὁ γερο-Φραγκούλας. Ἔψαλε Καθίσµατα. εἰς τὴν Σαλονίκην. οἰκονοµία στὰ κηρία!. ἐνῷ εἴξευραν καλλίτερα ἀπὸ ἐκεῖνον ὅλας τὰς οἰκονοµίας τοῦ κόσµου. ἠκούσθη νὰ λέγῃ ὅτι πρέπει νὰ µάθουν νὰ κάµνουν «οἰκονοµία. εἶτα καὶ τὸ γένειόν του. διὰ νὰ ξενυστάξῃ. ἅφες νὰ καοῦν τὰ κηρία ὅσα προσφέρουν οἱ Χριστιανοὶ καὶ µὴ ἁµαρτάνῃς. µὴ εὑρίσκων ἄλλο προχειρότερον µέσον. ὥστε ἀπὸ τοῦ «Ἐλέησόν µε ὁ Θεός». τὸ «Αἱ γενεαὶ πᾶσαι». Ὅλα αὐτὰ τὰ ἐνθυµεῖτο ἀκόµη. ὅπου ὁ Ἅγιος... γιατὶ εἶναι κρῖµα. Ἐπειδὴ αἱ γυναῖκες εἶχον κολλήσει πολλὰ καὶ χονδρὰ κηρία.. ἀνεπόλησε κάτι τι δι᾿ ἓν θαῦµᾳ. ἐδιάβασεν Ὥρας καὶ Μετάληψιν. προφάσει ὅτι ὁ κυρ – ∆ηµητρός. Εἰς τὸ τέλος τοῦ Ἑσπερινοῦ. τὸ Κοινωνικὸν κ. µοναχός του πάλιν ἄρχισε τὸν ἑξάψαλµον. γερόντισσα.» 199 . εἰς µίαν στιγµὴν ὀλίγον ἔλειψε νὰ πάρῃ φωτιὰ τὸ φελόνι τοῦ παππᾶ. Ὁ παππα-Νικόλας ἔβαλεν εὐλογητόν. Ὁ Φραγκούλης ἦτο τόσον εὐδιάθετος ἐκείνην τὴν ἑσπέραν. εἶτα ὅλον τὸ «Πεποικιλµένη» ἕως τὸ «Συνέστειλε χορός». Τρισάγιον. ἕως τὸ «∆έχου παρ᾿ ἡµῶν». τὰ ὁποῖα συνέβησαν εἰς τὴν Λιτήν.. τὸν πρόθυµον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἱερᾶς πανηγύρεως. µόλις ἐπιτρέπων εἰς τὸν κυρ – ∆ηµητρὸν τὸν κάτοχον τοῦ ἀριστεροῦ χοροῦ νὰ λέγει κι᾿ αὐτὸς ἀπὸ κανένα τροπαράκι. εἰς τὸ τέλος τῆς λειτουργίας. πρὸς χάριν ὅλων τῶν ἡτοιµασµένων διὰ τὴν θείαν Κοινωνίαν. καὶ εἶχον παρέλθει δεκαπέντε ἔτη ἔκτοτε. Αἱ γυναῖκες δυσφοροῦσαι ἐγόγγυζον νὰ µὴ πατῇ τὰ κηρία.. καί. ἤρπαζε τὰς ὀγκώδεις δέσµας τῶν φλεγόντων κηρίων. Πολυελέους.

ἤρχισε πρὸ τῆς ὥρας νὰ λέγῃ: «. ἐπισυνάπτων καὶ τὰ ὀνόµατα ὅλα ζωντανὰ καὶ πεθαµένα. Τότε ὁ µπάρµπα-∆ηµητρός. σαράντα φορὲς τὸ «Κύριε ἐλέησον». ἐγένετο τὸ χάρµα καὶ ἡ παρηγορία τοῦ πατρός της. ἐκθύµως συνέψαλλε. ὑπὲρ τοῦ διαφυλαχθήναι. πότε τεσσαρακοντάκις. πλάσµα χαριτωµένον καὶ συµπαθές. µαχαίρας» καὶ τὰ ἑξῆς. Ἐννοοῦσαν νὰ τ᾿ ἀκούῃ κι᾿ ὁ Θεός.. ἅµα ἤρχιζεν ὁ ∆ηµητρὸς τὸ δικό του. καταποντισµοῦ. ὅστις ἐφαίνετο νὰ εἶχε πειραχθῆ ὀλίγον. διότι πράγµατι αἱ γυναῖκες ἀπήτουν νὰ λέγωνται ἐκφώνως τὰ ὀνόµατα. καὶ δὲν εἴξευρεν ἀκριβῶς πότε κατὰ τὴν Λιτὴν τὸ Κύριε ἐλέησον λέγεται τρὶς καί. κυρ-Φραγκούλη· σιγανώτερα νὰ λὲς τὸ «Κύριε ἐλέησον». Τότε ὁ µπαρµπα-∆ηµητρός. καὶ νὰ τ᾿ ἀναγνωρίσῃ. ὁ Φραγκούλας καὶ ἡ οἰκογένειά του καὶ ὀλίγοι φίλοι ἐκάθισαν κ᾿ ἔφαγαν ὁµοῦ καὶ ηὐφράνθησαν. θυµόσοφος κορασίς. -Πειὸ σιγά. 200 . δὲν εἶχε µάθει ἀκόµη καλὰ τὰ τυπικά. ἐστράφη πρὸς τὸν καλὸν γέροντα καὶ τοῦ λέγῃ: . Ἡ καθεµία ἤθελε ν᾿ ἀκούσῃ «τὰ δικά της τὰ ὀνόµατα».. Ἡ κόρη αὕτη. κι᾿ ὁ παππᾶς ἂν ἤθελε νὰ φάῃ κι᾿ ἄλλοτε. οὖσα τότε δωδεκαέτις. καὶ ὑπέτασσε κ᾿ ἐκάλυπτε τὴν ἀσθενῆ καὶ τερετίζουσαν φωνὴν ἐκείνου) ἔλαβε τὸ θάῤῥος νὰ κάµῃ παρατήρησιν. ὅσα εἶχαν εἰπεῖ εἰς τὸν παππᾶν νὰ γράψῃ. Ἐπειδὴ οὖτος δὲν ἤθελε φανερὰ νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν σχεδὸν αὐθάδη παραίνεσιν τοῦ ∆ηµητροῦ. οἰονεὶ χαρακτῆρα φρονίµου γυναικὸς εἰς ἡλικίαν παιδίσκης. καὶ θέλουν αἱ γυναῖκες νὰ τ᾿ ἀκοῦνε. Ἄλλως θὰ εἶχαν παράπονα κατὰ τοῦ παππᾶ. ἤρχισε πράγµατι νὰ τὸ ψάλλῃ σαράντα φορές. τοῦ ἤρπαζε τὴν πρωτοφωνίαν. ὥστε ὁ παππᾶς ἐβιάσθη ν᾿ ἀπαγγείλῃ ραγδαίως καὶ ἀθρόα τὰ τελευταία ὀνόµατα. καὶ µὲ ὅλον τὸ πάθος τῆς ψαλτικῆς του. καθὼς ἀπηγγέλοντο ἀραδιαστά. ἀπὸ λιµοῦ.. Τέλος µετὰ τὴν λειτουργίαν ὁ παππᾶς. ἀνετρέφετο καὶ ἠλικιοῦτο. σεισµοῦ. κι᾿ ἡ Παναγία. ἴσως διότι ὁ Φραγκούλας ἐν τῇ ψαλτοµανίᾳ του δὲν ἐπέτρεπε νὰ πῇ κ᾿ ἐκεῖνος ἕνα τροπαράκι σωστὸ (διότι. ἄφησε καὶ τὸν µπάρµπα – ∆ηµητρὸ νὰ ψάλλῃ «Κύριε ἐλέησον!!» Τοῦτο ἦτο ὡς ἔµπνευσις καὶ βοήθηµα διὰ τὸν Φραγκούλην.Πέ. Εἶχε κάπως δίκαιον. ὁ Φραγκούλας ἔψαλλε µεγαλοφώνως τὸ τριπλοῦν «Κύριε Ἐλέησον» µὲ τὴν χονδρὴν φωνήν του. προσφορές. πονηρά.Τὴν ἴδιαν ὥραν συνέβη καὶ τοῦτο. ἡ πρωτότοκός του Φραγκούλα. ὅσα τοῦ εἶχον ὑπαγορεύσει ἀφ᾿ ἑσπέρας αἱ εὐλαβεῖς προσκυνήτριαι. πειὸ ταπεινά. ὁ Φραγκούλας µὲ τὴν γερὴν κεφαλικὴν φωνήν του.. ∆ὲν εἶχε µόνον νοηµοσύνην πρώιµον. ὤφειλε νὰ τὰ ἔχῃ καλὰ µὲ τὶς ἐνορίτισσαις. καὶ τοῦ λέγει κρυφά: .Πατέρα. λοιµοῦ. ἐψήλωσεν ὀλίγον διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ οὖς του. κι ὅλος ὁ κόσµος. εἰς τὸ µέλλον. Τότε ἡ Ἀργυρή. µετὰ τῆς συζύγου καὶ τῶν τέκνων του ὑπὸ τὴν οἰκιακὴν στέγην. Ἐνῷ ὁ παππᾶς ἀπήγγελε τὰς µακρὰς αἰτήσεις τῆς Λιτῆς. µετὰ χρόνους. Ὕστερον. καθὼς ἔστεκε πλησίον εἰς τὸν πατέρα της. γιατὶ δὲν ἀκούονται τὰ ὀνόµατα. καὶ διὰ νὰ εἶναι σύµφωνός µε τὸν ψάλτην. πυρός. Πρὶν παρέλθη ἔτος ἐγεννήθη ἡ Κουµπώ. ∆ηµητρό. ἀλλὰ κάτι ἄλλο παράδοξον γνώρισµα. καὶ τὴν ἑσπέραν ὁ Φραγκούλας ἐπανήρχετο εἰρηνικῶς καὶ µὲ ἀγάπην. καὶ πάλιν δὲν ἤθελε νὰ δείξη ὅτι ἐθύµωσεν. ὅστις ἂν καὶ εἶχε γηράσει.

.. ὅπου κατώκει εἰς τὴν ἀνωφερῆ ἐσχατιὰν τῆς πολίχνης. Εἶπε καὶ ἀπέθανε! Ὁ Φραγκούλης ἔκλαυσεν ἀπαρηγόρητα· ἔκλαυσεν ἀχόρταστα ὁµοῦ µὲ τὴν σύζυγόν του . ὀκταετὶς τότε.. καὶ οὔτε φάρµακον οὔτε νοσηλεία ἴσχυσε νὰ τὴν ἀνακαλέσῃ εἰς τὸν πρόσκαιρον κόσµον. . Εἶναι κάτι κακὲς γυναῖκες ἐκεῖ στὸν µαχαλὰ στὸ δρόµο ποὺ περνῶ. ἐνῷ τὰ ἄλλα τέκνα δὲν ἤρχοντο ποτὲ πλησίον τοῦ πατρός των. µὲ παράπονον καὶ µὲ πνιγµένα δάκρυα. Ὅταν ὁ πατέρας ἦλθεν παρὰ τὴν κλίνην της καὶ τῆς ἀνήγγειλεν ὅτι ἔκαµε ἀγάπην µὲ τὴν µητέρα της διὰ νὰ χαρῇ..∆ὲν θὰ µπορῶ πλέον νάρχωµαι. εἶπεν ὁ Φραγκούλης. ποὺ θὰ παντρευτῆ τ᾿ Ἀργυρῶ µας .Τἄµαθες. ἦτο ἀργὰ πλέον. ἥτις εἶχε γίνει δεκατριῶν ἐτῶν. θὰ πεθάνω ἀπ᾿ τὸν καϋµό µου! -Ἔρχοµαι. Ἐκοιµήθη χωρὶς ἀγωνίαν καὶ πόνον. τὸ ὁποῖον ἦλθεν εἰς τὸν κόσµον σχεδὸν συγχρόνως µὲ τὸν γάµο τῆς πρωτοτόκου. Τῷ ὄντι ὁ Φραγκούλας ἐπείσθη κ᾿ ἐφιλιώθη µὲ τὴν σύζυγόν του. γιατὶ δὲν εἶναι πρέπον.. Τῷ ὄντι.. ∆ὲν τὸ βαστῶ πλέον. τὸ κορίτσι τῆς Φραγκούλαινας. -Ἂν δὲν ἔλθης. εἶτα µετ᾿ ὀλίγους µῆνας τὴν ἐστεφάνωσαν .Ἔλα. Μίαν τῶν ἡµερῶν ἔτρεξε δροµαία. ἡ Κουµπώ. Ἀλλ᾿ ἡ νεαρὰ κόρη ἔπεσε πράγµατι ἀσθενὴς καὶ εἶχεν δεινὸν πυρετόν. καὶ νὰ τὸν παρακινῇ ν᾿ ἀγαπήσῃ µὲ τὴν µητέρα. πατέρα. τοῦ ἀπήντησεν ἀποτόµως αἴφνης. Τότε ἡ Κουµπώ. µὲ τὴν µητέρα µαζί!.. τὴν ἄλλην ἡµέραν ἐπῆγεν εἰς τὴν οἰκίαν. καὶ ἡ Κουµπὼ δὲν ἐφάνη εἰς τὸ κελλὶ τοῦ πατρός της. ἐξέπνευσεν ὡς πουλί. καὶ διὰ τοῦτο ἐκεῖνος τὴν ὠνόµαζε «τὸ εὐάγωγο». Εἶτα πάλιν ἐπῆλθε τρίτος χωρισµὸς µεταξὺ τοῦ παλαιοῦ ἀνδρογύνου καὶ µ᾿ ἕνα γεροντόπαιδον µαζί. πατέρα. καὶ τὶς ἄκουσα ποὺ λέγανε καθὼς περνοῦσα: Νά. κορίτσι µου. ζωνταρφανά. -Πατέρα! Πατέρα! στὴν Παναγία νὰ κάµετε µία λειτουργία ... Τῷ ὄντι.. παρῆλθον τρεῖς ἡµέραι. καὶ δὲν ἔπαυε νὰ τὸν παρακαλῇ. πατέρα. µὲ τὴ λαλιὰν εἰς τὸ στόµα. Ἠῤῥαβώνισαν τὴν Ἀργυρῶ.ὅταν ἐπῆλθεν ὁ δεύτερος χωρισµός. γιὰ νὰ µὴν κακιώση ὁ γαµπρός! . Αὐτὴ µόνον ἐδέχετο προθύµως τοὺς πατρικοὺς χαλινούς.. Τὴν τετάρτην ἡµέραν ᾖλθε πολὺ ὠχρὰ καὶ µαραµένη· ἐφαίνετο νὰ πάσχῃ. ποὺ τὴν ἔχει ἀπαρατήσει ὁ ἄνδρας της». καὶ τὴν ἐγέµιζε περιποιήσεις καὶ τρυφερότητας. δὲν ἔπαυε νὰ τρέχῃ πλησίον τοῦ πατρός της. στὸ σπίτι· µή µας ἀφήσης... Ἡ τρυφερὴ παιδίσκη ἐµαράνθη ἐξ ἀγνώστου νόσου.. Καθηµερινῶς ἔτρεχε νὰ τὸν εὕρῃ. πατέρα .. λεγ᾿ ἡ µητέρα.. τῆς εἶπεν ὁ πατήρ της.. -Τί ἔχεις κορίτσι µου. οὔτε στὸ κελλί σου. φαιδρά. Ὁ 201 . λέγει ἡ µητέρα. νὰ ξεύρῃς. ἔτρεχε πλησίον τοῦ πατρός της.. καὶ πνευστιῶσα τοῦ εἶπε: . Ἔλα στὸ σπίτι. πατέρα. εἰς τὸ «κελλί του». Θὰ παντρέψουµε τ᾿ Ἀργυρώ µας . νὰ εἶσθε χωρισµένοι ἐσεῖς... . Μίαν ἡµέραν θλιβερὰ τοῦ εἶπεν : . Κατόπιν ἀπεσύρθη. κ᾿ ἐξηκολούθησε νὰ κλαίῃ µόνος του εἰς τὴν ἐρηµίαν .

ἄµπελον.» 202 . τώρα «ἐπὶ γήρατος οὐδῶ». ὅσον τῆς ἤξιζε. «Ἐκύκλωσάν αἱ τοῦ βίου µου ζάλαι. ὥσπερ µέλισσαι. τὴν παραµονὴν τῆς Κοιµήσεως πάλιν. καὶ νὰ καπνίζῃ µελαγχολικῶς τὸ τσιµποῦκι του. ἐλαιῶνα... καὶ ἕως γήρως καὶ πρεσβείου. καὶ ἐπεκαλεῖτο µεγάλῃ τῇ φωνῇ τὸν «Γλυκασµὸν τῶν Ἀγγέλων. Καὶ τὴν ἡµέραν αὐτήν. τὴν Κουµπώ. µὲ νερόµυλον –καὶ νὰ ἐκχύνῃ τὰ παράπονά του εἰς θρηνώδεις µελῳδίας πρὸς τὴν Παναγίαν. Παρθένε. µὲ τὸν ἠλέκτρινον µαµόν.» Καὶ ἐπόθει ὁλοψύχως τὸν µοναχικὸν βίον.. µὴ ἐγκαταλίπης µε». Ὁ Φραγκούλης ἐνθυµεῖτο µίαν τελευταίαν σύστασιν τῆς Κουµπῶς: «µὲ τὴν µητέρα µαζί». ὅπως ἔλθη εἰς αὐτὸν βοηθὸς καὶ σώτειρα: «Ἀντιλαβοῦ µου καὶ ῥῦσαι τῶν αἰωνίων βασάνων.τελευταῖος οὖτος χωρισµὸς ἦτο µᾶλλον φιλικὸς καὶ µὲ τὴν συναίνεσιν τῆς Σινιώρας. τὴν ἀτυχῆ µικράν. ἀγρὸν µὲ ὀπωροφόρα δένδρα.. κηρίον. Μόνον ἓν παροδικὸν πεῖσµα τοῦ εἶχεν ἔλθει. Τοῦ ἐφάνη ὅτι αἱ ἴδιαι ἀδελφαί της. καὶ ἡ ἄλλη ἡ δευτερότοκος... τῶν θλιβοµένων τὴν χαράν». οἱ ὁποῖοι τοῦ εἶχαν πάρει ἐν τῷ µεταξὺ τὸ καλλίτερον κτῆµα –ἕνα ὁλόκληρον βουνόν.. µὲ ρέµα. ἡ ὕπανδρος. Ἔκτοτε ἐξηκολούθει νὰ ζῇ ὁλοµόναχος πάλιν. ὀλίγον ἀργά. δὲν τὴν ἐπένθησαν. δὲν τὴν ἐλυπήθησαν ὅσον ἔπρεπε. τὸν εὑρίσκοµεν νὰ κάθηται εἰς τὸ προαύλιον τοῦ ναΐσκου. µὲ βρύσιν.. ἥτις ἔβλεπεν ὅτι ὁ γέρων σύζυγός της ἐπεθύµει µᾶλλον νὰ γείνῃ µοναχός. Καὶ ἐνθυµεῖτο τὸν στίχον τοῦ Ψαλτηρίου: «Μὴ ἀπώση µε εἰς καιρὸν γήρως . ἀναλογιζόµενος τόσα ἄλλα καὶ τοὺς ὀχληροὺς δανειστάς του.

κι ὁ Υἱός σου νὰ κρατεῖ τὴν ἄµωµη ψυχή σου. µὲ τὶς κοκοῦλες δυὸ καλογεράκια προβάλλουν καὶ τείνουν ἀπὸ ἕναν τόµον ἀνοιχτό! κι ὁ ἕνας γράφει «Θνητὴ γυναῖκα τοῦ Θεοῦ µητέρα» κι ὁ ἄλλος· «τ᾿ οὐρανοῦ εἶσαι πλατυτέρα. Ὅλος ὁ ἥλιος λάµπει στὸ θόλο τοῦ ὡραίου ναοῦ σου µὲ τὰ πιατάκια τὰ ποικιλµένα κι εὐωδιάζ᾿ ἡ µύρτος κι ἡ δάφνη ὁλόγυρα.Στὴν Παναγία τὴν Κεχριά Γλυκειὰ Παρθέν᾿. ἀπὸ δυὸ παραθυράκια. ὅπου φυσᾷ γλυκὰ ἡ αὔρα στὸ ρέµµα στὰ πλατάνια µυστικά! 203 .» Γλυκειὰ Παρθέν᾿ ἀξίωσέ µε νἄρθω καὶ πάλι στὸ ναό σου. ἀξίωσέ µε νἄρθω καὶ πάλι στὸ ναό σου.... κι Ἄγγελοι µὲ σταυρωµένα χέρια βλέπουν τὸ θάµµα τὸ φριχτό! Ψηλὰ ἀπάνω ἀπ᾿ τὸ δῶµα. µὲ τὰ χεράκια σταυρωµένα. ὡς τρυγόνα στὰ χεράκια· κι Ἀπόστολοι ἐκ περάτων στὰ σύννεφα ἐπάνω πετώντας.. κι ἡ βρύση κελαδεῖ στὴν αὐλή.Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης . Στὰ νεαήµερα τ᾿ ἀγαπηµένα τῆς δοξασµένης µεταστάσεώς σου ἤθελα νἆµαι νὰ ψάλω τὸ «Πεποικιλµένη. ποὺ ἀνθεῖ ὁ λιβανωτὸς κι [ἡ µύρτος]. ὅπου φυσᾷ γλυκὰ ἡ αὔρα στὰ πλατάνια τὰ θεόρατα κάτω στὸ ρέµµα. ποὺ ἡ πηγὴ κελαρύζει κι ἐπάνω θροΐζει ἡ αὔρα µαλακά. ὡς ἔµψυχος ναὸς καὶ θρόνος τοῦ Θεοῦ.» στὸ πανηγύρι τὸ σεµνό. Νὰ βλέπω νὰ θαµάζω τὴ µορφή σου µὲ τὰ µατάκια τὰ κλειστά.

ἡ Παναγία ἡ Κουνίστρα. ἴσως µόνη σύ. κι ἐστολίσθη µὲ πιατάκια. χωρὶς Χριστὸν παιδὶ στὰ χέρια καὶ τρεφοµένη µὲ ἀγγέλων ἄρτον. εἰς τὸν τοῖχον ἐµπηγµένους. ἁγνή: Κόρη παιδίσκη. ὀργίλον. ὡραία ἑλληνικὰ πιατάκια.Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης . ἰάτρευσε καὶ τοὺς δαιµονισµένους. εἶδε καὶ τὴν πτωχείαν κι ἐσπλαχνίσθη. ποὺ ἐταράττοντο φοβερά. τοῦ ἔθνους τοῦ ἐκλεκτοῦ κι ὅλος ὁ ἥλιος ἔλαµπε τὸν ναόν της κι ὅλα τὰ ἀστέρια τὴν ἐφεγγοβόλουν καὶ ἡ σελήνη τὴν ἔλαµπε γλυκά. εἰς δένδρον πεύκου ἐπάνω καθισµένη κι ἐκινεῖτο ἀπὸ αἰώραν τερπνήν. ὦ Παναγία. ἅµα ἐπλησίαζον αὐτήν. ὡς πρόβατα µὴ ἔχοντα ποιµένα. κι ἐκτίσθη τότε ὡραῖος ναΐσκος λευκὸς µὲ µάρµαρα. Κι ἕνα δαιµόνιον πεῖσµον. ὅπως τὸ πάλαι ὁ Υἱός της τοὺς εἶχε σπλαχνισθῆ. Καὶ ἔφευγαν τὰ δαιµόνια µὲ τρόµον στὴν χάριν τῆς πανάγνου Κόρης µὲ τὴν νηστείαν καὶ τὴν προσευχήν. ἡ Κουνίστρα σύ· ἐφανερώθη στῆς Σκιάθου τὸ νησί. ἔσπασε δυὸ κυπαρισσιῶν τὰς κορυφάς. ὅπως αἱ κορασίδες συνηθίζουν. 204 . κι ὅλος ὁ λαὸς µετὰ θυµιαµάτων καὶ λαµπάδων ἐν θείᾳ λιτανείᾳ τὴν προέπεµψε.Στὴν Παναγία τὴν Κουνίστρα Εἰς ὅλην τὴν Χριστιανοσύνη µία εἶναι µόνη Παναγία. τοῦ ἱεροῦ σου ἡ εἰρήνη. Κι εἶδεν ἡ Κόρη τοῦ λαοῦ τὴν πίστιν. Ἡ χάρις σου. καθὼς ἐφυγαδεύθη µὲ κρότον πολύν. Κι ἤρχισε νὰ γιατρεύει τοὺς ἀρρώστους. τοὺς ἔδεναν µὲ ἁλυσσίδες διπλές. ἔξω τοῦ ναοῦ. Κουνίστρα µου καλή. Κι ἐφανερώθη. Κι ἐσύ. Ἁγία τῶν Ἁγίων. κι ἐµπρός της ἔκαιεν ἀκοίµητος κανδήλα. ἐπειδὴ δὲν εἶχε παραχώρησιν νὰ κάµει ἄλλο µεγαλείτερον κακόν. Εἰς δυὸ χονδροὺς κρίκους.

φτωχὸ τὸ κλησιδάκι σου..». Εἴθε καὶ στὴν καρδιά µου. 205 . Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης . τοῦ Παπαδιαµάντη): Ἡ ἔκφρασις ἐδανείσθη ἐκ τοῦ τελευταίου τροπαρίου τοῦ εἰς τὰ Εἰσόδια Κανόνος (ἦχος δ´). Ἂν εἶναι ξεχασµένη κι ἔρηµη ὅµως στὸ βράχο ἡ ἐκκλησιά σου εἶναι στηµένη κι αὐτὸς ὁ βράχος µοῦ φαίνεται πῶς εἶναι κτισµένος ἀπ᾿ τὰ χέρια καὶ τὸ αἷµα σου· «Καὶ πῦλαι ᾍδου οὐ κατισχύουσιν αὐτοῦ». νὰ δώσει ζωὴ καὶ δύναµιν ἡ χάρις σου. ποὺ χύνεται καὶ χύνεται. καὶ µένα τὴν ψυχή µου· ὁ κρότος τῶν νερῶν σου µέσ᾿ στὰ ρέµµατα κι ἀνάµεσα στοὺς βράχους. τῇ ψυχῇ µου. ὡς τὸ ρεῦµα τῆς πηγῆς σου.Στὴν Παναγία τοῦ Ντοµᾶν Πηγή µου ζωηφόρος. Κι ἀκόµα τὸ ἁγιασµένο σκήνωµα.αὐτὴ νὰ διανέµει τὴν γαλήνη* εἰς τὴν ψυχή µου τὴν ἁµαρτωλή. Εἶναι µικρό. ἕως τὸ κῦµα τῆς θαλάσσης· ὁ ρόχθος τῶν ὑδάτων σου ἀκούεται. στὰ βουνά. Καὶ εἶσαι σὺ ἡ Πόλις τοῦ Θεοῦ. ποὺ ἔχει στραγγιχτῆ. οὗ ἡ ἀρχή: «διανέµοις τῶν χαρισµάτων τὴν σὴν γαλήνην. ποὺ δροσίζεις µὲ τὸ βαθὺ ποτάµι. κι ὡς κάτω. Ἀτέλειωτη. καὶ ἀπὸ κοντὰ ἀθόρυβα παράδοξα τὸ ρεῦµα σου πληθύνεται. µὲ τὸ νᾶµα σου τόσες ψυχές.. µὰ ἡ χάρις σου εἶναι ἄπειρη κι ἀτέλειωτη. *(Σηµ. Θεοτόκε. ποὺ εὐφραίνεται τὰ ρεύµατα κυλῶντος ποταµοῦ.

ποὺ γέρνει τὸ µισὸ ἀπάνω στὸν βράχο. ποὺ φυσᾷ τὸν αὐλό του. Κι ἡ πλάση ὅλη ἀναγαλλιάζει καὶ τὸ φθινόπωρο ξανανοιώνει ἡ γῆς. τὸ µισὸ στὸν γκρεµό· χαίρετ᾿ ὁ βοσκός. Χαίρεται τ᾿ ἄγριο δέντρο. ποὺ περίµενε χρόνια τὸν ἀρραβωνιαστικό της ἀπ᾿ τὰ ξένα καὶ τέλος τὸν ἀπόλαψε πρὶν εἶναι πολὺ ἀργά· καὶ σὰν τὴ στεῖρα γραῖα. χαίρεται ἀπ᾿ τὴν ἐκκλησίτσα. πρὶν ν᾿ ἀπέλθω καὶ πλέον δὲν θὰ ὑπάρχω. Παναγιά µου.Στὴν Παναγίτσα στὸ Πυργί Ἅφες µοι ἵνα ἀναψύξω πρὸ τοῦ µὲ ἀπελθεῖν καὶ οὐκέτι οὐ µὴ ὑπάρξω. ποὺ γέννησε θεόπαιδο κι εὐφράνθη στὰ γεράµατά της! ∆ός µου κι ἐµένα ἄνεση. σὰ σεµνὴ κόρη. χαίρετ᾿ ἡ γίδα του. Ψαλµὸς τοῦ ∆αυίδ. ποῦ γέννησαν χαριτωµένη κόρη στὴν Παναγίτσα στὸ Πυργί! Χαίρεται ὅλ᾿ ἡ ἔρηµη ἀκρογιαλιὰ κι ὁ βράχος κι ὁ γκρεµὸς ἀντίκρυ τοῦ πελάγους. χαίρεται τὸ ἐρίφιο. Χαίρετ᾿ ὁ Ἰωακεὶµ κι ἡ Ἄννα. ποὺ µοσχοβολᾷ πάνω στὴ ράχη. ποὺ τὸν χτυποῦν ἄγρια τὰ κύµατα. ποὺ πηδᾷ χαρµόσυνα.Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης . ποὺ τρέχει στὰ βράχια. 206 .

ὅστις ἐφαίνετο κάτι µελετῶν µέσα του. πρόθυµος νὰ τρέχῃ εἰς ὅλας τὰς λειτουργίας καὶ νὰ ὑπηρετῇ δωρεὰν εἰς τοὺς ναοὺς καὶ τὰ ἐξωκκλήσια. παπᾶ» ἀπήντησεν ὁ γείτονας ὁ Πανάγος.» εἶπεν ἡ παπαδιά. κι ἐφαίνετο διατηρῶν ἀκόµη λανθανούσας δυνάµεις. ὑψηλός.. στὸ Στοιβωτό. Καὶ τουφέκι θὰ εἶχαν. «Οἱ βλοηµένοι. 207 . «Ποιὸς τοὺ ξέρ᾿. «Τ᾿ ἀκούσαµε κι ἡµεῖς. ἀφοῦ ἔκαµε τὴν εὐχαριστίαν τοῦ ἐξ ὀσπρίων καὶ ἐλαιῶν οἰκογενειακοῦ δείπνου. «Νὰ µποροῦσε κανεὶς νὰ τοὺς ἔφερνε βοήθεια.. «ἔτσ᾿ εἴπανε». µεσαιπολιος. γιὰ νὰ τ᾿ ἁλατίσουν γιὰ τὰ Χριστούγεννα». οἰκογενειάρχης. καὶ θηλειὲς νὰ σταίνουν γιὰ τὰ κοτσύφια. Εἰς τὴν νεότητά του ὑπῆρξε ναυτικός. Εἶχαν πάρει κι ἁλάτι µπόλικο µαζί τους.» ἐψιθυρισεν ὁ ἱερεύς.. Παρόντες ἦσαν. στὸ Στοιβωτὸ τὸν ἀνήφορο. ὁ γείτονας ὁ Πανάγος ὁ µαραγκός. «Ἀλλοιῶς δὲ γενεται. «Τί εἴπανε. τῶν δυὸ ἀγάµων θυγατέρων καὶ τοῦ δωδεκαετοῦς υἱοῦ.» εἶπε µετ᾿ οἴκτου ἡ παπαδιά. πλὴν τῆς παπαδιᾶς. «Νὰ εἴχανε τάχα τίποτα κ᾿µπάνια µαζί τ᾿ς. Χριστούγεννα θὰ κάµουν ἀπάν᾿ στὸ Στοιβωτὸ τάχα. θὰ εἴχανε κουµπάνια» ὑπέλαβεν ὁ Πανάγος ὁ µαραγκός. Ἦτον ἕως πενήντα πέντε ἐτῶν ὁ ἱερεύς.» Οὕτως ὡµίλησεν ὁ παπα-Φραγκούλης ὁ Σακελλάριος. ἐλθοῦσα διὰ νὰ φέρῃ τὴν προσφοράν της. σᾶς λέω» ἐπανέλαβεν ὁ παπα-Φραγκούλης. µεµακρυσµένη συγγενής. ἦτο δὲ τολµηρὸς καὶ ἀκάµατος.» εἶπεν ἡ θειὰ τὸ Μαλαµῶ. δὲ θὰ βάλουν ποτὲ γνώση. ἀπάν᾿ ἀπ᾿ τοῦ Κουρουπῆ τὰ κατσάβραχα. εὐλαβής. «Τώρα. Καλὰ νὰ τὰ παθαίνουν!» «Μυαλὸ δὲν ἔχουν αὐτὸς οὑ κόσµους. εἰς τὸ παπαδόσπιτο· κι ἡ θειὰ τὸ Μαλαµὼ ἡ Καναλάκαινα. «Θὰ εἴχανε. Ἐπῆγαν µὲ τέτοιον καιρὸ νὰ κατεβάσουν ξύλα. κατὰ τὸ σύνηθες. πεντηκοντούτης. «Τώρα οἱ ἀθρώποι γινῆκαν ἀποκότοι». ἐκεῖ ποὺ δὲν µπορεῖ γίδι νὰ πατήσῃ. ἀκµαῖος καὶ µὲ ἀγαθωτάτην φυσιογνωµίαν. ἀναβὰς διὰ νὰ εἴπῃ µίαν καλησπέραν καὶ νὰ πιῇ µίαν ρακιά. θὰ πῶ» εἶπεν ἡ θειὰ τὸ Μαλαµώ..Στὸ Χριστὸ στὸ Κάστρο (Σηµειοῦται ὅτι δὲν ἔχει ὁλοκληρωθεῖ ἡ ὀρθογραφικὴ διόρθωση τοῦ κειµένου) «Τὸ Γιάννη τὸ Νυφιώτη καὶ τὸν Ἀργύρη τῆς Μυλωνοῦς τοὺς ἔκλεισε τὸ χιόνι ἀπάν᾿ στὸ Κάστρο. Πήγανε µὲ τὰ ζεµπίλια τους γεµάτα. τ᾿ν πέρα πάντα.Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης . χήρα ἑξηκοντούτις. Εἶναι σίγουρο. τὴν ἑσπέραν τῆς 23ης ∆εκεµβρίου τοῦ ἔτους 186. τ᾿ ἀκούσατε.

τσακµάκι θά ῾χουν µαζί τους. «Καὶ τί θὰ πάθουνε. βλέπω.«Τί βοήθεια νὰ τοὺς κάµουνε. Ἡ Μυγδαλιὰ δὲν ξεχωρίζει ἀπ᾿ τοῦ Κουρούπη». ξύλα µπόλικα. τὰ ἴδια καὶ χειρότερα. Γραιολεβάντες δυνατός. Φέτος ποὺ εἶναι βαρύς. Ποῦ µπορεῖς νὰ ξεµυτίσης ὄξ᾿ ἀπ᾿ τὸ λιµάνι. Ἐρριξε. Πανάγο. γιὰ νὰ γλυτώσ᾿ ἐσένα».» εἶπεν ὁ Πανάγος ὁ µαραγκός. Ἐκ τῶν ὑστέρων θὰ φανῆ ὅτι εἶχε τὴν ἀπόφασίν του καὶ ὅτι ὅλα τὰ προοίµια ταῦτα ἦσαν µεµελετηµενα. θὰ εἴχανε κουµπάνια. Πέρσυ ποὺ ἦταν ἐλαφροτερος ὁ χειµῶνας. Ὅλο καὶ φρεσκάρει. ἧς ζῶσα ἠχὼ ἐγίνετο ὁ Πανάγος. Χρόνια εἶχε νὰ κάµῃ τέτοια βαρυχειµωνιά. «θὰ εἶχε διπλὸ µισθό. ἤτοι τὸ ὑπερήνεµον καὶ ὑπήνεµον. ὡς νὰ εἶπε πολλά. Γιὰ µία βδοµάδα πάντα. Ἀνάγκη ὁ Χριστὸς δὲν ἔχει νὰ πᾶνε νὰ τὸν λειτουργήσουνε. κιαµέτ.» ἐπανελαβεν. Ὁ ἱερεὺς τὸν ἐκοίταξε µὲ λοξὸν βλέµµα καὶ εἰτα ἠπίως τοῦ εἶπε: «Ἔ. «Ἔ. ∆ὲν πάει ἄλλος νὰ βάλῃ τὸ κεφάλι του στὸν τρουβᾶ. ὡς νὰ ὠκτειρε τὴν ἰδιοτέλειαν καὶ µικροψυχίαν. Ἡ βαρυχειµωνιὰ γίνεται γιὰ κάλο. θὰ εἶναι χωµένοι σὲ καµµία σπηλιά. Πανάγο γείτονα.» εἶπεν αὐθαδῶς ὁ µαστροΠανάγος. Ὁ Πανάγος ὠνόµαζε τεσσάρας ἀπεχούσας ἀλλήλων κορυφὰς τῆς νήσου. ὡς διὰ ν᾿ ἀνάπαυση τὴν συνείδησίν του. παπά µ᾿. ὁ τόπος δὲν πατιέται. µὰ ἀπὸ στχβετ.» Ὁ ἱερεὺς ἐπροφερεν οὕτω τοὺς ὅρους 8θρΓ3 νβηίο καὶ 8θίίθ νθπιο. «Νὰ πήγαινε τώρα κανένας νὰ λειτουργήση τὸ Χριστὸ στὸ Κάστρο» ἐπανελαβεν ὁ ἱερεύς.τι εἶχε νὰ εἴπῃ. «Νά. ὁ µαραγκός. κατάλαβες... παπά. παπά. ἐννοῶν εἰδικώτερον τὸ βορειοανατολικὸν καὶ τὸ µεσηµβρινοδυτικόν. µὰ εἶναι φόβος µὴν τόνε γυρίση στὸ µαΐστρο». καὶ δὲν εἶναι παραπαν᾿ ἀπὸ πέντε µέρες ποὺ ἀγρίεψε ὁ χειµῶνας». Πανάγο.» Καὶ διεκοπη. Ποῦ εἴµαστε ἡµεῖς ἱκανοὶ νὰ τὰ καταλάβουµε αὐτά! Ἄλλο τὸ γενικὸ καὶ ἄλλο τὸ µερικὸ καὶ τὸ τοπικό. «∆ὲν εἶναι λόγια αὐτά. κι ἀκόµα ρίχνει. δὲν ξέρουµε. παπά. «Ἀπὸ στχβετ.» «Ἀπ᾿ τὴ θάλασσα. Πανάγο». τί λέµε. Ξίδι µοναχό. µαστροΠανάγο. ἂν θέλῃ νὰ πᾶνε νὰ τὸν λειτουργήσουνε στὴν ἑορτή του. Ὁ Ἅη-Θανασης ἐγιν᾿ ἕνα µὲ τὰ Κάµπια. Μακάρι νὰ µοῦ ᾿χε κι ἐµὲ ἡ Παναγαινα ἀπόψε στὴν παραστιὰ µου τὴ φωτιὰ ποὺ θεν᾿ ἔχουν αὐτοί. ὁ καθένας τώρα ἔχει τὸ λογαριασµὸ τ᾿. κατὰ τ᾿ Ἀσπρόνησο!» «Ἀπὸ σοφραν τὸ ξέρω.. Ὁ παπαΦραγκούλης ἐπανέλαβεν ἐρωτηµατικῶς: «Κι ἀπ᾿ τὴ θάλασσα. Ὁ ἀγαθὸς ἱερεὺς εἰχεν ἦθος ἀνθρώπου λέγοντος οἰονει κατὰ δόσεις δ. Μὰ ὅπου εἶναι 208 . δὲν πήγαµε. καὶ γιὰ τὴν εὐφορίαν τῆς γῆς καὶ γιὰ τὴν ὑγειαν ἀκόµα. «Καὶ γιατί δὲν κάνει κάλον καιρὸ ὁ Χριστός.. Ὁ παπα-Φραγκούλης ἐστεναξεν.. πρέπει νὰ πέσουµε νὰ πεθάνουµε» εἶπεν ὡς ἐν συµπερασµατι ὁ ἱερεύς. φουρτοῦνα. τὸ κάτω κάτω. «Ἀπ᾿ τὴ στεριά. ποὺ θὰ τοὺς ἔφερνε κι αὐτοὺς βοήθεια. ἐρριξε χιόνι. «Μὰ τότε..

Ἐκεῖ ὁ Θεὸς συντρέχει καὶ µὲ εὐκολίας πολλας καὶ µὲ θαῦµα ἀκόµα. ἐλάµβανε θάρρος. τί νοµίζεις. Ἀλλ᾿ ἐβλεπεν ὅτι ἐφέτος θὰ ἦτο δυσκολωτατον. νὰ πᾶµε ᾿σα µπροστὰ νὰ λειτουργήσουµε τὸ Χριστό. νὰ ὑπάγῃ τοῦ χρόνου νὰ λειτουργήσῃ τὸν Χριστόν. ἕνεκα τῆς ἄκρας ἰσχνότητος καὶ ἀδυναµίας. νὰ ὑπάγῃ κι αὕτη µαζί του. ἂς εἶναι καὶ τόλµη ἀκόµα. ἂν ἐγλύτωνε τὸ ἀγόρι της.µία µερικὴ προαίρεσις καλὴ κι ἔχει κανεὶς καὶ χρέος νὰ πληρώσῃ. πὼς θέλεις νὰ κάµῃ ὁ Χριστὸς καλὸν καιρό. ἡ παπαδιὰ εἶχε τάξει. παπαδιά. Ἔπειτα. Καὶ οὐ µόνον τοῦτο. καὶ µετὰ ὀκτὼ γέννας. Ἡ παπαδιά. παπά µ᾿. ἀφοῦ ἄλλες χρονιὲς ἔκαµε καὶ ἡµεῖς ἀπὸ ἀµέλεια δὲν πήγαµε νὰ τὸν λειτουργήσουµε. ἂν γλυτώσῃ. γνωρίζουσα τὴν συνήθη τακτικὴν τοῦ παπᾶ. ὁ µόνος υἱὸς τοῦ παπᾶ. ὁ δωδεκαετὴς Σπῦρος. ὧν αἱ δυὸ πρῶται ἦσαν ὑπανδρευµέναι ἤδη.. Ἡ παπαδιὰ τὸν ἐκοίταξεν ὡς νὰ µὴν ἐνόει. ἥτις ἤγγιζεν ἤδη τὸ πεντηκοστὸν καὶ τὸν εἶχε µόνον καὶ ὑστερόγονον. Ἐν τούτοις. καὶ ἐφρόνει ὅτι ὁ Χριστὸς θὰ ἦτο συγγνώµων καὶ θὰ παρεχωρει νέαν προθεσµίαν. Γιὰ τοῦτο θὰ µᾶς χαλάσ᾿ κι οὑ Θεός!» «Κι εἴχαµε κάµει κι ἕνα τάξιµο πέρυσι τὸ ∆ωδεκαµερο — ἀλήθεια. «Τὸ θυµοῦµαι» εἶπε σείουσα τὴν κεφαλὴν ἡ παπαδιά. Πανάγο. καὶ πέντε θανάτους.» εἶπεν αἴφνης στραφεῖς πρὸς τὴν συµβίαν του ὁ ἱερεύς. «Θυµᾶσαι τὸ τάµα ποὺ κάµαµε. ὧν αἱ δυὸ δίδυµων.» Ἡ παπαδιὰ ἐσιωπα.» Ὅλοι οἱ παρόντες ἠκροασθησαν ἐν σιωπῇ τὴν σύντοµον καὶ αὐτοσχέδιον ταύτην διδαχὴν τοῦ παπά. καὶ ἀπ᾿ ἀρχῆς τῆς ὁµιλίας τοῦ παπᾶ αὐτὸ µόνον ἐσκέπτετο. δὲν εἶναι κάλο πρᾶµα αὐτοδά. δεικνύων τὸν δωδεκαετῆ υἱόν του. καὶ ὅπου πρόκειται νὰ βοηθήση κανεὶς ἀνθρώπους. ἀπεφασισεν ἐνδοµύχως νὰ µὴ ἀντιλέξῃ.. κατόπιν τεσσάρων ἐπιζώντων κορασιῶν. εἶχε κινδυνεύσει ν᾿ ἀποθάνῃ πέρυσι τὰς ἡµέρας τῶν Χριστουγέννων. Ἡ θειὰ τὸ Μαλαµῶ ἔσπευσε νὰ εἴπῃ: «Ἀλήθεια. «Ἔταξες. τὴν ἡµέρα τῆς ἑορτῆς του». ἀνήκουστον τόλµηµα. ν᾿ ἀφήνουν τόσα χρόνια τώρα τὸ Χριστὸ ἀλειτούργητο τὴν ἡµέρα τῆς Γέννας του. καθὼς ἐδῶ. φοβερόν. Τῷ ὄντι. ἕνεκα τοῦ βαρέος χειµῶνος. καὶ µὲ χίλια ἐµπόδια. «Ὅπου ἦταν ἄρρωστος αὐτὸς ὁ Λαµπράκης» ἐπανελαβεν ὁ ἱερεύς. Ὅταν ἦτο πλησίον τοῦ παπᾶ της. ὃν αὐτὸς ἀπεκαλει εἰρωνικῶς καὶ θωπευτικως Λαµπράκην. ὡς καὶ τὴν ἰσχυρογνωµοσύνην του. ἐκεῖ ὁ Θεὸς ἔρχεται βοηθός. Ἦτο γυνὴ δειλοτάτη. ἀλλὰ καὶ ἄλλο τί ἠρωίκωτερον καὶ εἰς πολλοὺς ἀπίστευτον ὅπου ἀποφασίσῃ νὰ ὑπάγῃ ὁ παπάς. ἐξ ἧς ἐφεγγεν οἰονεὶ τὸ προσωπάκι του. καὶ ἐναντίον τοῦ καιροῦ. θὰ πῶ. ἀλλὰ µόνον ἐνόσῳ εὑρίσκετο µακρὰν τοῦ παπᾶ. ἡ καρδία της ἐζεσταίνετο καὶ δὲν ἐφοβεῖτο 209 . Τὸ ἐνθυµεῖτο καὶ τὸ ἐσυλλογίζετο πρὸ ἡµερῶν.

παπαδιά». Ὁ Πανάγος ὁ µαραγκὸς ἠγέρθη. ἡ καρδούλα της θὰ ἔτρεµεν ὡς τὸ πουλάκι τὸ κυνηγηµένον. ἡ εἰκοσαέτις τὸ Μυγδαλιώ. νὰ πῇς τοῦ µπαρµπα-Στεφανὴ τοῦ Μπέρκα νὰ ᾿ρθῇ ἀπὸ ᾿δω. 210 . Μὲ τέτοιον καιρό! νὰ πᾶτε στὸ Κάστρο. πλησίον τῆς ἑστίας. Ἀλλ᾿ ἐὰν τὴν ἔπαιρνε µαζί του. θὰ µὲ πάρουν κι ἐµὲ µαζί. νὰ ὁλολύζῃ ταπεινῇ τῇ φωνῇ εἰς τὸ οὖς τῆς µητρός της: «Ποῦ θὰ πᾶτε. ἐνόησεν ἀµέσως τὰ τρέχοντα. Καὶ ἐξῆλθε. Μαλαµῶ» εἶπε µὲ αὐστηρὸν βλέµµα ὁ παπάς.» εἶπεν ἡ θειὰ τὸ Μαλαµώ. «∆ὲν εἶναι γιὰ νὰ ᾿ρθης ἐσύ. νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸ Κάστρον. «Ἡ εὐχή σας. «Τί τρέχει. «Τίποτε. ∆ὲν πρέπει νὰ λείψουµε κι οἱ δυὸ ἀπ᾿ τὸ σπίτι». Τόνε θέλω νὰ τ᾿ πῶ». ἀκούσασα τοὺς ψιθυρισµοὺς ἐκεῖθεν τῆς ἑστίας. Θὰ µὲ πάρετε. «Πήγαινε νὰ τοῦ πῇς πρῶτα. Θὰ πᾶνε στὸ Κάστρο. «Ἰγω. «Πηγαίνω. θὰ πῶ. καηµένη. «Φτάνει ποὺ θὰ κακοπαθησω ἐγώ. παπά. Ἐὰν τυχὸν ἀνεχώρει ὁ παπὰς χωρὶς αὐτῆς. «Τί λέει. µεγαλόσωµος. Ὤχ. µά. «Ἡσύχασε. κι ὕστερα γυρίζεις καὶ τρῶτε». ἀρχίσασα καὶ αὕτη νὰ ἐννοῇ.