You are on page 1of 413

Αγ.

Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Λόγος περί
ψευδοπροφητών και ψευδοδιδασκάλων (Α')

Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Λόγος περί ψευδοπροφητών και ψευδοδιδασκάλων και άθεων αιρετικών
και περί σημείων της συντέλειας του αιώνος τούτου. Ειπώθηκε καθώς αυτός ετοιμαζόταν να εκδημήσει
από του σώματος.
α. Οδυνηρός ο λόγος, καθώς είναι και ο τελευταίος, όπως μου έχει δηλωθεί, αλλά και γεμάτος πολλή χαρά.
Από την μια είναι οδυνηρός, διότι δεν θα σας ξαναμιλήσω. Από την άλλη είναι γεμάτος χαρά, διότι έφθασε ο
καιρός ν’ αναχωρήσω και να βρεθώ με τον Χριστό˙ και όπως είπε ο Κύριος, «Ο ὐκ έτι λαλ ήσω μεθ΄ ὑμ ῶν»
(Ιωαν. 14.30).
Και τώρα θα μιλήσω με πόνο καρδιάς περί των ψευδοπροφητών και ψευδοδιδασκάλων και των άθεων
αιρετικών, για τους οποίους ο Παύλος έλεγε, «Πονηροὶ ἄνθρωποι καὶ γόητες προκόψουσιν ἐπ ὶ τ ὸ χε ῖρον͵
πλανῶντες καὶ πλανώμενοι» (Β’ Τιμ 3.13), και για τους οποίους πολλές φορές σας μίλησα ήδη. Διότι πολλές
ομιλίες έκανα με την χάρη του Χριστού, όπως πολύ καλά γνωρίζετε εσείς που αγαπάτε το Θεό. Σχεδόν σε
κάθε ομιλία αναφερθήκαμε σ’ αυτούς, αν θυμάστε τα όσα είπαμε χθες.
Γνωρίζω ότι θυμάστε και μάλιστα όσοι είστε φιλόπονοι και αγαπάτε την Γραφή και τον Χριστό. Διότι αυτός
που αγαπά να διαβάζει την Γραφή δίκαια θα μπορούσε να ονομαστεί και φιλόχριστος, σύμφωνα με αυτό που
ειπώθηκε από τον Δεσπότη, ότι «Ὁ ἀγαπῶν με͵ τοὺς λόγους μου τηρε ῖ» (Ιωαν. 4.14: ὁ μή ἀγαπ ῶν με τούς
λόγους μου οὐ τηρεῖ), «Ὁ ἀγαπῶν με͵ ἀγαπηθήσεται ὑπὸ τοῦ Πατρός μου» (Ιωαν. 14.21), «Ὁ ἀγαπῶν με͵ ἐν
τῷ νόμῳ μελετήσει ἡμέρας καὶ νυκτός» (Ψαλμ 1.2), δηλ. το Ευαγγέλιο και τις λοιπές Γραφές.
Αυτού του είδους ο άνθρωπος έχει ανεξάλειπτη την μνήμη του Θεού στην καρδιά του, διότι περιμένοντας
Αυτόν να επανέλθει εκ των ουρανών, πάντα φροντίζει να είναι έτοιμος όταν θα έρθει η ώρα της παρουσίας
Του. Έχοντας πάντα ανά χείρας τα ιερά βιβλία, δεν ξεχνά εκείνα τα φοβερά βιβλία, για τα οποία έχει γραφεί,

«Κριτήριον ἐκάθισε͵ καὶ βίβλοι ἠνεῴχθησαν» (Δαν. 7.10).
Βλέπε πόσο κέρδος είναι να ερευνά κανείς τις Γραφές, όπως πολλές φορές ακούσατε. Τι λέμε λοιπόν; Ότι
τίποτα δεν παρέλειψε και δεν παρασιώπησε η Γραφή από όσα είναι συμφέροντα, αλλά παντού φωνάζει δια
των προφητών και αποστόλων και μαρτυρεί από πριν και προσπαθεί να προειδοποιήσει και να εξασφαλίσει
τον καθένα, ως μητέρα φιλότεκνος που αγαπά τα παιδιά της.
Επίσης αναφέρεται στα περασμένα, στα παρόντα και στα μέλλοντα, χωρίς να παραβλέπει τίποτα, όπως
ειπώθηκε, από αυτά που μας συμφέρουν. Και τούτο χωρίς να μιλά στα κρυφά, χωρίς να ψιθυρίζει, αλλά
παντού φωνάζει με πόνο και δύναμη, δια μέσω του νόμου, των προφητών και των αποστόλων και αυτού του
ίδιου του Δεσπότη.
Δια μέσω του Ησαΐα του προφήτη λέγει, «Ἀναβόησον ἐν ἰσχύϊ͵ καὶ μὴ φείσῃ͵ ὡς σ άλπιγγα ὕψωσον τὴν φων ήν
σου» (Ησ. 58.1)˙ και πάλι λέγει, «Ἐπ΄ ὄρος ὑψηλὸν ἀν άβηθι ὁ εὐαγγελιζόμενος Σιών» (Ησ. 40.9), και
παρακάτω λέγει, «Ὑψώσατε͵ μὴ φοβεῖσθε» (Ησ. 40.9). Πάλι ο Δαβίδ λέγει, «Ἐκοπίασα κρ άζων ͵ ἐβραγχ ίασεν
ὁ λάρυγξ μου» (Ψαλμ. 68.4). Ο Ιωάννης ο Θεολόγος στην Καθολική επιστολή του λέγει, «Βλ έπετε ἑαυτο ύς»
(Β’ Ιωάν. 1.8). Ο Παύλος; «Βλέπετε πῶς περιπατεῖτε» (Εφ. 5.15). Ο Κύριος, « Ἐγὼ πα ῤῥησ ίᾳ ἐλ άλησα τ ῷ
κόσμῳ͵ καὶ ἐν κρυπτῷ ἐλάλησα οὐδέν» (Ιωαν. 18.20). Και αλλού ο Ευαγγελιστής γι’ Αυτόν λέει, ότι «Ἕστηκε ͵
καὶ ἔκραξεν λέγων· Ἐάν τις διψᾷ͵ ἐρχέσθω πρός με͵ καὶ πινέτω» (Ιωαν. 7.37).
Βλέπεις με πόσο αγώνα, με πόση σπουδή, πως κράζει με παρρησία και κανείς δεν μπορεί να μπει στο
βαθύτερο νόημα; Και πάλι ο μακάριος Παύλος λέγει, «Βλέπετε τοὺς κ ύνας͵ βλ έπετε το ὺς κακοὺς ἐργ άτας ͵
Βλέπετε τὴν κατατομήν. Βλέπετε πῶς περιπατεῖτε͵ ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραί εἰσι» (Φιλ. 3.2). Και ο Ιωάννης,
«Βλέπετε ἑαυτοὺς͵ ἵνα μὴ ἀπολέσητε ἃ εἰργάσασθε͵ ὅτι πολλοὶ πλάνοι ἐξῆλθον εἰς τὸν κόσμον» (Β’ Ιωάν. 1.8).
Και πολλά παρόμοια υπάρχουν στις θείες γραφές της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, που βοούν για να μας
αφυπνίσουν από την ραθυμία μας. Εμείς όμως πράττουμε τα αντίθετα, όπως είπε και ο προφήτης Ησαΐας, ότι
«Τοῖς ὠσὶν αὐτῶν βαρέως ἤκουσαν͵ καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν ἐκάμμυσαν» (Ησ. 6.10).
Είναι να θαυμάζει κανείς το πώς, ενώ ακούμε τόσο μεγάλα και τόσα πολλά λόγια, δεν εννοούμε να
καταλάβουμε. Γι’ αυτό και θα βρεθούμε αναπολόγητοι την ημέρα της εξετάσεως, όταν θα έρθει αυτός που θα
ρίξει φως στα κρυμμένα στο σκοτάδι και θα φανερώσει τις επιθυμίες των καρδιών, όταν θα καθίσει στο
κριτήριο και θ’ ανοίξουν οι βίβλοι, αυτές τις οποίες τώρα εμείς χλευάζουμε όταν τις ακούμε, και δεν
παραδεχόμαστε. Διότι καθένας από μας παραστράτησε ακολουθώντας το δικό του δρόμο και εγκαταλείποντας
την ευθεία οδό, κι έτσι γίναμε όπως ήμασταν εξαρχής, όταν δεν μας καθοδηγούσες, Κύριε.
Πραγματικά σε μας εκπληρώθηκε η προφητεία του Δαβίδ, αυτή που λέει, «Κα ὶ ἐμ ίγησαν ἐν το ῖς ἔθνεσι ͵ κα ὶ
ἔμαθον τὰ ἔργα αὐτῶν» (Ψαλμ. 105.35). Γι’ αυτό και είμαστε οι τελευταίοι σε όλη τη γη εξαιτίας των
αμαρτιών μας και σε μας εκπληρώνονται τα σημεία των εσχάτων καιρών, όπως έχει γραφτεί˙ και οι ποιμένες
λύκοι και τα πρόβατα κατασπαραγμένα˙ και λιμός προ των πυλών, όχι λιμός άρτου, ούτε δίψα για νερό,
αλλά πείνα ν’ ακούσει κανείς λόγο Θεού. Κανείς λοιπόν από αυτούς που ελπίζουν στον Κύριο να μην
απελπίζεται. Μην αθυμείτε, προσβλέποντες πάντοτε σε αυτόν που είπε, ότι «Μεθ΄ ὑμῶν ε ἰμι» (Ματθ. 28.20).
PG 59.553-5

Μέρος Β'
β. Να έχετε θάρρος, διότι δεν θ’ αφήσει ο Κύριος πεινασμένες τις ψυχές των δικαίων. Περί αυτής της
πνευματικής πείνας λέγει ο Κύριος δια του προφήτου, «Καὶ ἔσται ἐν ταῖς ἡμ έραις ἐκε ίναις ͵ ἐπ άγω λιμ ὸν ἐπ ὶ
τὴν γῆν˙ οὐ λιμὸν ἄρτου͵ οὐδὲ δίψαν ὕδατος͵ ἀλλὰ λιμὸν τοῦ ἀκοῦσαι λόγον Θεοῦ. Καὶ περιδραμοῦνται ἀπὸ
ἀνατολῶν ἕως δυσμῶν͵ ζητοῦν τες τὸν λόγον Κυρίου» (Αμως 8.11-12).
Βλέπεις ότι δεν ομιλεί περί άρτου; Διότι ο Θεός δεν ομιλούσε περί του άρτου. Ω πόσο δεινός και βλαβερός και
ψυχοφθόρος λιμός, ω λιμός πρόξενος της αιωνίου κολάσεως! Αυτός ο λιμός είναι που προξενεί κάθε πονηρό
πράγμα, αίτιος παντός κακού. Αυτόν τον λιμό, όταν τον προείδε ο προφήτης Δαβίδ επερχόμενο,
παρακαλούσε τον Θεό λέγοντας, «Ὁ Θεός μου͵ μὴ παρασιωπήσῃς ἀπ΄ ἐμοῦ» (Ψαλμ. 27.1). Και για τους
σπουδαίους εκείνους πιστούς που θ’ αναζητούν τότε τον λόγο του Θεού προφήτευσε λέγων, «Ρ ύσασθαι ἐκ
τοῦ θανάτου τὰς ψυχὰς αὐτῶν͵ καὶ διαθρέψαι αὐτοὺς ἐν λιμῷ» (Ψαλμ. 32.19). Και αλλού λέγει, «Κα ὶ ἐν
ἡμέραις λιμοῦ χορτασθήσονται» (Ψαλμ. 36.19). Και πάλι, «Ἐλεήμων καὶ οἰκτίρμων ὁ Κύριος τροφὴν ἔδωκεν
τοῖς φοβοῦσιν αὐτόν» (Ψαλμ.110.4-5). Αυτά είπε ο Δαβίδ για όσους ερευνούν τις Γραφές, ότι δεν θα
πεινάσουν. Να ερευνήσουμε τις Γραφές, αδελφοί, για να μην πεινάσουμε όταν θα έρθει ο ψυχοφθόρος λιμός˙
να ερευνήσουμε για να μην πλανηθούμε, για να μην αγόμαστε και φερόμαστε από κάθε άνεμο που φυσάει.
Γι’ αυτό και λέγει ο Κύριος προς τους αμελείς, «Πλαν ᾶσθε ͵ μὴ νοοῦντες τ ὰς Γραφ άς» (Ματθ. 22.29).
Πράγματι, τέτοιοι άνθρωποι πλανώνται. Από πού προήλθε ο ψυχοκτόνος λιμός; Επειδή δεν ερευνάμε τις
Γραφές ή μήπως όχι; Αλήθεια πόσα αγαθά δεν στερηθήκαμε, επειδή εγκαταλείψαμε τις Γραφές, μη
υπακούοντας στο πρόσταγμα του Δεσπότη! Να κοπιάζεις στην έρευνα, να ερευνάς και να ζητάς και θα βρεις

πολύ τον ανέκφραστο πλούτο, θησαυρό κρυμμένο στον αγρό˙ θα εννοήσεις την θεία Γραφή.
Ερεύνησε και θα βρεις, και αφού βρεις, πούλησε πάντα όσα έχεις και αγόρασε εκείνο τον αγρό, την καλή
γνώση της Αγίας Γραφής, στην οποία κρύβεται ο Υιός, η αληθινή Σοφία του Πατρός, τον οποίο όταν βρεις θα
είσαι μακάριος, όπως είναι γραμμένο, ότι «Μακάριος ἄνθρωπος͵ ὃς εὗρεν σοφ ίαν». Ερεύνησε αγαπητέ, κι αν
είσαι πλούσιος ή φτωχός, είτε δούλος, είτε ελεύθερος, είτε άνδρας, είτε γυναίκα. « Ἐρευν ᾶτε τ ὰς γραφάς»
(Ιωαν. 5.39). Διότι η Αγία Γραφή είναι ταμείο κάθε αγαθού.
Αλλά ας επιστρέψουμε στο θέμα μας, διότι για την συντέλεια η ομιλία και περί των ψευδοπροφητών και
ψευδοδιδασκάλων και περί των άθεων αιρετικών που περικυκλώνουν από παντού, ως χείμαρροι και πλανούν
πολλούς. Και από πού προέκυψε αυτό; Είναι φανερό ότι από την αγνωσία και απειρία των προϊσταμένων˙
διότι όπου υπάρχει απειρία ποιμένων, εκεί η των προβάτων απώλεια.
Τι να πω πρώτα; Για την συντέλειά μας; Ή μήπως να στηλιτεύσω τα άθεα δόγματα των αιρετικών; Αν ήταν ο
καιρός κατάλληλος, θα μπορούσα να κάνω γνωστά δημοσίως τα βέβηλα δόγματά τους και τα άθεσμα
πράγματα και θριαμβευτικά να τ’ αναιρέσω. Είναι όμως μεγάλος ο αγώνας και πολύς ο λόγος που πρέπει να
γίνει για να γυμνωθούν και ν’ αναιρεθούν τα ακάθαρτα δόγματα. Γι’ αυτό είναι αναγκαίο προς το παρόν να
παρουσιασθούν από την Αγία Γραφή αυτοί, ως εχθροί του Χριστού και λύκοι που εκδιώκονται από παντού και
εκβάλλονται από τα πρόβατα του Χριστού.
Δίκαια αποκλήθηκαν λύκοι από τους προφήτες και από αυτόν τον ίδιο τον Δεσπότη και από τους μακάριους
Αποστόλους. Όχι μόνο λύκοι, αλλά και επιδημίες, και ασεβείς, και αντίδικοι, και εχθροί, και επίβουλοι, και
βλάσφημοι, και υποκριτές, και κλέπτες, και ληστές, και βδελυροί, και ψευδοπροφήτες, και
ψευδοδιδάσκαλοι, και οδηγοί τυφλοί, και πλάνητες, και πονηροί, και αντίχριστοι, και σκάνδαλα, και υιοί του
πονηρού, και ζιζάνια, και άθεοι και πνευματομάχοι, αυτοί που βλασφημούν το Πνεύμα της χάριτος. Αυτοί δεν
θα βρουν συγχώρεση ούτε στον παρόντα αιώνα, ούτε στο μέλλοντα. Εξαιτίας του θα βλασφημηθεί η οδός της
αλήθειας. Μεταξύ των άλλων και τέκνα του πονηρού ονομάζονται, όπως λέγει ο θεολόγος, «Φανερ ά ἐστι τ ὰ
τέκνα τοῦ διαβόλου» (Α’ Ιωάν. 1.10).
Επειδή έφθασε σε μας το τέλος των αιώνων, όπως λέγει ο Απόστολος, και ήρθαν οι δύσκολοι καιροί, η
ανομία πλήθυνε, και η αγάπη των πολλών ψυχράνθηκε, και οι πλάνοι πολλοί, και οι πλανημένοι
περισσότεροι. Ας σχολιάσουμε, λοιπόν, τα ιερά βιβλία, στα οποία αφού βρούμε την οδό της αληθείας, θα
βαδίζουμε αναβαίνοντας στα άγια όρη, τους προφήτες εννοώ και τους αποστόλους, για να μην πλανηθούμε
και μας παρασέρνει κάθε άνεμος της διδασκαλίας, με τα ψεύτικα παιχνίδια των ανθρώπων, με την πανούργα
μέθοδο της πλάνης.
Ας μην μείνουμε κάτω, αλλά ας ανέβουμε μαζί με τους άγιους μαθητές πάνω στο όρος το μακάριο, και ας
ακούσουμε τον ποιμένα μας που λέγει, «Βλέπετε μὴ πλανηθῆτε» (Λουκ. 21.8), «Βλέπετε μή τις ὑμᾶς πλανήσῃ»
(Μαρκ. 13.5). Και ο Ιωάννης λέγει τα ίδια, «Ἵνα μὴ ἀπολέ σητε ἃ ε ἰργάσασθε» (Β’ Ιωάν. 1.8). Και ο Παύλος,
«Βλέπετε τοὺς κύνας· Βλέπετε πῶς περιπατεῖτε» (Φιλ. 3.2). Το «Βλέπετε» δεν ειπώθηκε για κανέναν άλλο
λόγο, παρά μόνο για την δική μας ασφάλεια, σχετικά με αυτούς τους πλάνους που φοράνε την προβειά και
κρύβουν το λύκο, εξαπατώντας τους αμελέστερους.
Ως πάρα πολύ αναγκαίο λέγετε παντού στις Γραφές, το «Βλέπετε», και το « Ὁρ ᾶτε», και «Γρηγορε ῖτε» ͵ κα ὶ
«Προσέχετε», όχι μόνο σε μας, αλλά και σε ολόκληρο το ποίμνιο. Τίποτα δεν παρασιώπησε η Αγία Γραφή από
όσα
μας
συμφέρουν.
(PG 59.555-6)

ΜΕΡΟΣ Γ'
γ. Μου έρχονται δάκρυα, όταν ακούω από την Εκκλησία μας μερικούς να λένε, «μήπως λέγονται αυτά στις
θείες Γραφές;». Και αυτό όχι μόνο από λαϊκούς, αλλά και από αυτούς που νομίζουν ότι είναι ποιμένες και
κατέχουν τις θέσεις των προφητών και των αποστόλων, όχι όμως και τους τρόπους. Προς αυτούς είναι
ευκαιρία να ειπωθεί, Αλίμονο σας, οδηγοί τυφλοί και αμαθείς και αστήρικτοι˙ εσείς που φροντίζετε τον
ιματισμό σας, αλλά όχι την μόρφωση˙ εσείς που εγκαταλείψατε την διακονία του λόγου και διακονείτε την
κοιλία˙ «Ὧν ὁ Θεὸς ἡ κοιλία͵ καὶ ἡ δόξα ἐν τῇ αἰσχύνῃ» (Φιλ. 3.18). Εσείς που καταχράστε το γάλα, το μαλλί
και το κρέας της ποίμνης, χωρίς να φροντίζετε για τα πρόβατα. Πως θα ξεφύγετε την τιμωρία, όταν αμελείτε
τόσο μεγάλη σωτηρία;
Εγώ παρασυρθείς από την ομιλία, θα παρουσιάσω περισσότερες μαρτυρίες, αποδεικνύοντας μέσα από την
Αγία Γραφή, από τα Ευαγγέλια και τους προφήτες και τους αποστόλους, με τη χάρη του Χριστού, πως κλείνει
τα στόματα αυτών που λαλούν άδικα, για να φωτισθεί η καρδιά αυτών που επιθυμούν το λόγο του Θεού.
Από πού αλλού να ξεκινήσουμε, παρά από αυτόν που είπε, « Ἐγώ ε ἰμι ἡ ἀρχ ὴ κα ὶ τ ὸ τ έλος» (Αποκ. 22.13); Ας
γνωρίσει καθένας τον νου του και τη σκέψη του, αφού αποθέσει κάθε βιοτική μέριμνα. Είπε ο Κύριος,
«Βλέπετε͵ μὴ πλανηθῆτε. Πολλοὶ γὰρ ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου ἐλεύσονται λέγοντες ͵ ὅτι Ἐγώ ε ἰμι ὁ Χριστ ός· κα ὶ
πολλοὺς πλανήσουσι» (Λουκ. 21.8). Και πάλι, «Προσέχετε ἑαυτοῖς ἀπὸ τῶν ψευδοπροφητ ῶν ͵ ο ἵτινες ἔρχονται

πρὸς ὑμᾶς ἐν ἐν δύμασι προβάτων͵ ἔσωθεν δέ εἰσι λύκοι ἅρπαγες· ἀλλ΄ ἀπὸ τ ῶν καρπῶν αὐτ ῶν ἐπιγν ώσεσθε
αὐτοὺς» (Ματθ. 7.15), λέει˙ δηλαδή από τα λόγια, από την ψευδοπροφητεία, από την υποκρισία τους, από
την κακοδοξία τους, από την βλασφημία τους θα τους καταλάβετε.
«Οὐ γὰρ δύναται δένδρον σαπρὸν ποιεῖν καρποὺς καλούς. Πᾶν γὰρ δ ένδρον ἐκ τοῦ ἰδ ίου καρπο ῦ
ἐπιγινώσκεται» (Ματθ. 7.18-19). Έτσι κι εσείς αυτούς θα τους καταλάβετε από τους καρπούς τους. Όταν πια
τους αναγνωρίσετε, μην τους λαμβάνετε στην οικία, μην τους τιμήσετε, μη ζητήσετε από αυτούς λόγο
διδασκαλίας, μην βάλετε τους μαργαρίτες σας μπροστά τους, αλλά προσέχετε από την ζύμη τους, δηλαδή
από την αίρεσή τους.
Κανείς σας να μην κακιώσει και να μη βαρυγκωμήσει με αυτά που λέω, διότι μιλάει ο Θεός. Ακούστε εσείς οι
ποιμένες, την φωνή του Αρχιποιμένος˙ακούστε πως αποκαλύπτει και καταδεικνύει τους κρυφούς λύκους˙
ακούστε και φροντίστε τον εαυτό σας και όλο το ποίμνιο. «Βλέπετε τοὺς κύνας» (Φιλ. 3.2), «βλέπετε τοὺς
κλέπτας». «Ὁ γὰρ μὴ εἰσερχόμενος διὰ τῆς θύρας εἰς τὴν αὐλὴν τῶν προβ άτων ͵ ἀλλ΄ ἀναβα ίνων ἀλλαχ όθεν ͵
κλέπτης ἐστὶ καὶ λῃστής» (Ιωάν. 10.1). Και πάλι για τα ίδια λέγει, «Ὁ μὴ ὢν μετ΄ ἐμοῦ͵ κατ΄ ἐμοῦ ἐστι»
(Ματθ.12.30). Και πάλι προς αυτούς έλεγε, «Ὑμεῖς ἐκ τοῦ πατρὸς τοῦ διαβόλου ἐστ έ» (Ιωαν. 8.44). «Ο ὐα ὶ
ὑμῖν͵ ὅτι κλείετε τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν˙ ὑμεῖς γὰρ οὐκ εἰσέρχεσθε ͵ οὐδ ὲ τοὺς εἰσερχομ ένους ἀφ ίετε
εἰσελθεῖν» (Ματθ. 23.14). Και αλλού πάλι, «Ὑμεῖς οὐκ ἔστε ἐκ τῶν προβάτων τῶν ἐμῶν» (Ιωαν. 10.26).
Βλέπεις πως παντού ο Δεσπότης στηλιτεύει και καταδεικνύει τους ασεβείς, για να μην πλανηθούμε; Ώ της
ανεκφράστου συγκαταβάσεως, ώ της πέρα από κάθε σύλληψη αγαθότητος! Τι ν’ ανταποδώσουμε στον Κύριο
για όλα αυτά; Τι θ’ απολογηθούμε στον Αρχιποιμένα; Ώ ποιμένες, συνάδελφοι ποιμένες! Ορίστε λίγα από τα
πολλά. Κοιτάξτε πως παντού ο Δεσπότης στο Ευαγγέλιο βοά για την δική μας ασφάλεια, «Βλέπετε ͵
γρηγορεῖτε͵ προσέχετε͵ σπουδάσατε͵ ἀγωνίσασθε»! Και όχι μόνο στα Ευαγγέλια βοά, αλλά και δια μέσω
των θεοφόρων προφητών, και των θεολόγων μαθητών λέει τα ίδια.
Σε όλα αυτά μιλά σύμφωνα με το θεϊκό θέλημά Του και μου το μαρτυρεί ο Παύλος, όταν λέει, «Το ῦ ἐν ἐμο ὶ
λαλοῦντος Χριστοῦ» (Β’ Κορ. 13.3). Ας φέρουμε τώρα ανάμεσά μας τους θεολόγους, και ας ακούσουμε από
αυτούς τι μας παραγγέλλουν για τους αιρετικούς. Πες μας, μακάριε Πέτρο, εσένα που σε μακάρισε ο Κύριος
και Θεός μας Ιησούς Χριστός, πες μας για τους πλάνους και αυτούς που μέλλει να πλανήσουν την ποίμνη του
Χριστού, την οποία σου παρέδωσε και στην εμπιστεύθηκε ο αρχιποιμένας και επίσκοπος των ψυχών μας. Πες
όσα σου χορήγησε το Πνεύμα το Άγιο και στήριξε την ποίμνη σου. Δείξε μας τους κρυφούς λύκους, όπως ο
διδάσκαλός σου Χριστός, ο Κύριος.
Ο Πέτρος είπε, «Τοῦτο πρῶτον γινώσκετε͵ ὅτι ἐλεύσονται ἐπ΄ ἐσχ άτων τῶν ἡμερῶν ἐμπα ῖκται ͵ κατ ὰ τ ὰς ἰδ ίας
ἐπιθυμίας πορευόμενοι» (Β’ Πετρ. 3.3). Και πάλι λέγει, «Καὶ ἐν ὑμ ῖν ἔσονται ψευδοδιδ άσκαλοι ͵ ο ἵτινες
παρεισάξουσιν αἱρέσεις ἀπωλείας͵ καὶ τὸν ἀγοράσαντα αὐτοὺς Δεσπότην ἀρνούμενοι. Κα ὶ πολλο ὶ
ἐξακολουθήσουσιν αὐτῶν ταῖς ἀσελγείαις· οἷς τὸ κρῖμα οὐκ ἀργεῖ͵ καὶ ἡ ἀπώλεια αὐτῶν οὐ νυστ άζει· κατ άρας
τέκνα͵ καταλείποντες τὴν εὐθεῖαν ὁδόν» (Β’ Πετρ. 2.1-2). Αυτά ελάλησε ο Πέτρος, ο πραγματικά μακάριος,
Πέτρος της πίστεως η πέτρα, πάνω στην οποία ο Χριστός οικοδόμησε την Εκκλησία, αυτός που κατέχει τα
κλειδιά του παραδείσου. Ο Πέτρος που περπάτησε πάνω στα κύματα, ο θερμός εραστής του Δεσπότη
Χριστού, αυτός που έρριψε τον Σίμωνα τον Μάγο στη Ρώμη, ο κορυφαίος και πρωτοστάτης τον πρώτο ληστή
και μαθητή του διαβόλου (σ.μ. εννοεί τον Σίμωνα).
Βλέπεις πως μιλά ο Χριστός μέσα από όλα αυτά; Διότι και στα Ευαγγέλια είπε τα ίδια σ’ αυτούς, ότι « Ὑμε ῖς ἐκ
τοῦ πατρὸς ὑμῶν τοῦ διαβόλου ἐστέ» (Ιωάν. 8.44). Γνώρισα πολλούς που λένε, «και αυτούς ο Θεός τους
έπλασε» (διότι λένε ότι χωρίς τον Θεό δεν έγινε τίποτα), χωρίς να καταλαβαίνουν ούτε τι λένε, ούτε για ποιο
πράγμα βεβαιώνουν. Συμφωνώ κι εγώ ότι ο Θεός έκτισε, αλλά έκτισε πάνω σε έργα αγαθά, ώστε πάνω σ’
αυτά
να
ακολουθήσουμε
και
να
γίνουμε
τέκνα
Θεού
δια
της
ορθής
πίστεως.
(PG 59.556-7)

Μέρος Δ'
δ. Αλλά ας επανέλθουμε στο θέμα μας. Ο Ιωάννης λέγει, «Κα ὶ νῦν ἀντ ίχριστοι πολλο ὶ γεγ όνασι» (Α’ Ιωάν.
2.18), και πάλι, «Βλέπετε ἑαυτοὺς͵ ἵνα μὴ ἀπολέσητε ἃ εἰργάσασθε· ὅτι πολλοὶ πλ άνοι ε ἰς τ ὸν κ όσμον
ἐξῆλθον» (Β’ Ιωάν. 1.8). Ἀγαπητοὶ͵ μὴ παντὶ πνεύματι πιστεύετε ͵ ἀλλ ὰ δοκιμ άζετε τ ὰ πνεύματα ε ἰ ἀπ ὸ τοῦ
Θεοῦ ἐστιν· ὅτι πολλοὶ ψευδοπροφῆται εἰς τὸν κόσμον εἰσεληλύθασι» (Α’ Ιωάν. 4.1) . Και πάλι λέγει, «Ε ἴ τις
ἔρχεται πρὸς ὑμᾶς͵ καὶ ταύτην τὴν διδαχὴν οὐ φέρει μεθ΄ ἑαυτοῦ͵ μὴ λαμβ άνετε α ὐτὸν εἰς ο ἰκ ίαν ͵ κα ὶ Χα ίρειν
αὐτῷ μὴ λέγετε. Ὁ γὰρ λέγων αὐτῷ χαίρειν͵ κοινωνεῖ τοῖς ἔργοις αὐτοῦ τοῖς πονηροῖς» (Β’ Ιωάν. 1.10). Και
πάλι, «Πᾶς ὁ παραβαίνων͵ καὶ μὴ μένων ἐν τῇ διδαχῇ τοῦ Χριστοῦ͵ Θεὸν οὐκ ἔχει» (Β’ Ιωάν. 1.9).
Αυτά μας προτρέπει ο Ιωάννης, Ιωάννης ο υιός της βροντής, ο περισσότερο αγαπημένος από όλους τους
μαθητές. Αυτός που στήριξε με την θεολογία την Εκκλησία απ’ άκρου εις άκρον της γης και έφραξε τα
στόματα των αιρετικών.
Ο Ιάκωβος είπε, «Ὃς ἐὰν δοκῇ φίλος αὐτῶν εἶναι͵ ἐχθρὸς τοῦ Θεοῦ καθίσταται» (Ιακ. 4.4). Ακούστε όλοι

εσείς που συντρώγετε με τους αιρετικούς την οδυνηρή απόφαση, ότι είστε εχθροί του Χριστού. Διότι αυτός
που συμφιλιώνεται με τους εχθρούς του βασιλέως δεν μπορεί να είναι φίλος του. Ούτε θ’ αξιωθεί την αιώνιο
ζωή, αλλά θα χαθεί μαζί με τους εχθρούς και θα υποστεί τα χειρότερα.
Ιούδας ο του Ιακώβου είπε, «Παρεισέδυσάν τινες ἄνθρωποι οἱ ἔκπαλαι προγεγραμμ ένοι ε ἰς τοῦτο τ ὸ κρ ῖμα ͵
ἀσεβεῖς͵ τὴν τοῦ Θεοῦ ἡμῶν χάριν μετατιθέντες εἰς ἀσέλγειαν ͵ καὶ τὸν μ όνον Δεσπ ότην κα ὶ Κ ύριον Ἰησοῦν
Χριστὸν ἀρνούμενοι» (Ιουδ. 1.4). Και πάλι λέγει, «Ἐπ΄ ἐσχάτων τῶν χρόνων ἔσονται ἐμπαῖκται͵ κατὰ τὰς
ἰδίας ἐπιθυμίας αὐτῶν πορευόμενοι τῶν ἀσεβειῶν. Οὗτοί εἰσι οἱ ἀφόβως ἑαυτοὺς ποιμαίνοντες ͵ νεφ έλαι
ἄνυδροι͵ παντὶ ἀνέμῳ περιφερόμεναι͵ ἀστέρες πλανῆται͵ οἷς ὁ ζόφος τοῦ σκότους εἰς αἰῶνας τετήρηται».
Αυτά και περισσότερα από αυτά παραινεί σε μας ο Ιούδας ο καλός.
Έλα κι εσύ Παύλε, το σκεύος της εκλογής, και πες μας ο ίδιος κατά την δοθείσα σσε σένα χάρη του Θεού,
μίλησέ μας για τον παρόντα πονηρό αιώνα. Φανέρωσε τους κρυφούς λύκους, στηλίτευσε και νίκησε τους
κλέφτες της αγίας ποίμνης του Θεού. Ο Παύλος είπε, «Οἶδα ὅτι εἰσελε ύσονται μετ ὰ τὴν ἄφιξ ίν μου λ ύκοι
βαρεῖς εἰς ὑμᾶς͵ μὴ φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου» (Πραξ. 20.29).
Βλέπεις παντού τους θεολόγους που συμφωνούν με τον Διδάσκαλο σχετικά με τους άθεους αιρετικούς,
ονομάζοντάς τους σκύλους και λύκους; Όπως και αλλού λέγει ο Παύλος, «Βλέπετε τοὺς κ ύνας ͵ βλ έπετε το ὺς
κακοὺς ἐργάτας͵ βλέπετε τὴν κατατομήν. Βλέπετε μή τις ὑμᾶς ἔσται ὁ συλαγωγῶν διὰ τῆς φιλοσοφίας κα ὶ
κενῆς ἀπάτης. Βλέπετε ἀκριβῶς πῶς περιπατεῖτε͵ ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραί εἰσι» (Φιλ. 3.2).
Ποιος θα δικαιολογηθεί ότι δεν ήξερε, όταν ακούει τέτοιες προειδοποιήσεις; Και αλλού πάλι, «Μὴ
παραδέχεσθε αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσ ίαν» (Τιτ. 3.10). Και πάλι, «Διδαχα ῖς
ποικίλαις καὶ ξέναις μὴ παραφέρεσθε» (Εβρ. 13.9), και πάλι, «Αἱρετικοὶ ἄνθρωποι προκόψουσιν ἐπὶ τὸ
χεῖρον͵ πλανῶντες καὶ πλανώμενοι» (Β’ Τιμ. 3.13), και αλλού, «Τοῖς μεμιασμ ένοις κα ὶ ἀπ ίστοις ο ὐδ ὲν
καθαρόν» (Τιτ. 1.15).
Ακούστε τα αυτά εσείς που κάνετε αγάπες μαζί τους˙ πως θα ξεφύγετε από την τιμωρία που έρχεται πάνω
σας, όσοι μολύνεστε μαζί μ’ αυτούς τρώγοντας και πίνοντας; Πως τολμάτε να προσέρχεστε στα θεία και
φρικτά μυστήρια του Χριστού; Ή μήπως δεν ακούσατε τον μακάριο Παύλο που βοά, ότι «Οὐ δύνασθε
ποτήριον Κυρίου πιεῖν͵ καὶ ποτήριον δαιμόνων· οὐ δύνασθε τραπέζης Κυρίου μετ έχειν͵ κα ὶ τραπ έζης
δαιμονίων» (Α’ Κορ. 10.21).
Φύγετε μακριά από αυτούς και μη έχετε επαφή με την ακαθαρσία. Άραγε θα σας πείσουμε; ή μήπως μάταια
κοπιάζουμε και μιλάμε στον αέρα; Πλην όμως γι’ αυτούς που θελουν και ενδιαφέρονται να μάθουν τον λόγο
και να τον εφαρμόσουν, δεν θα ραθυμήσω, ούτε θ’ απομακρυνθούμε από τα λόγια του Παύλου. Θα τα
ξαναπώ και ακούστε, «Μὴ γίνεσθε ἑτεροζυγοῦντες ἀπίστοις. Τίς γ ὰρ κοινων ία φωτ ὶ πρ ὸς σκ ότος;» (Β’ Κορ.
6.14).
Που είναι εκείνοι οι αθυρόστομοι, που λένε ότι δεν αναφέρονται αυτά στην Αγία Γραφή; [Αυτοί για τους
οποίους ισχύει]« Ὧν ὁ Θεὸς ἡ κοιλία͵ καὶ ἡ δόξα ἐν τῇ αἰσχύνῃ αὐτῶν ͵ οἱ τ ὰ ἐπίγεια φρονοῦντες»( Φιλ. 3.19);
Αυτά ο Παύλος παρακαλεί και διδάσκει και προτρέπει˙ ο Παύλος, το σκεύος της εκλογής, το περιτείχισμα της
Εκκλησίας, ο πολύαθλος και γενναίος, η θεόφθογγος λύρα, ο κήρυκας του Χριστού, ο καταγραφέας των
δογμάτων, η σάλπιγγα του Λόγου, ο ρήτορας της ευσεβείας, η σαγήνη των εθνών.
Οι μακάριοι θεολόγοι είπαν αυτά και περισσότερα από αυτά για τους άθεους και άπιστους. Οι προφήτες που
προηγήθηκαν παλαιότερα είπαν τα ίδια. Είναι ανάγκη να τους φέρουμε και αυτούς στο μέσο. Είπε ο προφήτης
Δαβίδ, «Οὐκ ἔστιν ἐν στόματι αὐτῶν ἀλήθεια» (Ψαλμ. 5.10). Πάλι λέγει, «Κύριε ͵ οὐχὶ τοὺς μισοῦντ άς σε
ἐμίσησα͵ καὶ ἐπὶ τοὺς ἐχθρούς σου ἐξετηκόμην; Τέλειον μῖσος ἐμίσουν αὐτοὺς ͵ καὶ εἰς ἐχθροὺς ἐγ ένοντό μοι»
(Ψαλμ. 138.21). Ο Σολομώντας λέγει, ότι «Δυσσεβοῦντες ὑποκρίνονται εὐσ έβειαν». Πάλι λέγει, «Υ ἱὲ͵ μ ή σε
πλανήσωσιν ἄνδρες ἀσεβεῖς͵ μηδὲ πορευθῇς ἐν ὁδῷ μετ΄ αὐτῶν» (Παρ. 1.10). Ο Ησαΐας ο προφήτης ή
καλύτερα ο Κύριος μέσω του προφήτη λέγει, «Υἱοὺς ἐγέννησα ͵ κα ὶ ὕψωσα͵ α ὐτο ὶ δ έ με ἠθ έτησαν» (Ησ. 1.2)˙
και πάλι, «Οὐκ ἔστι χαίρειν τοῖς ἀσεβέσι͵ λέγει Κύριος» (Ησ. 57.21).

Μέρος E”
ε’. Άραγε αρκούν αυτά ή να παρουσιάσω και όλους τους προφήτες; Αλλά αυτά αρκούν γι’ αυτούς που θέλουν
ν’ ακούσουν. Διότι αυτός που δεν προσέχει στα λεγόμενα, ούτε με τα περισσότερα θα πεισθεί. Ας
μελετήσουμε λίγο ακόμα τα λόγια του προφήτη Δαβίδ και ας δούμε πως στηλιτεύει και αποκαλύπτει τον
κρυμμένο δόλο τους και λέγει, «Οὐκ ἔστιν ἐν στόματι αὐτῶν ἀλήθεια· ἡ καρδία αὐτῶν ματαία» (Ψαλμ. 5.10)
και τα καθεξής. Παρατήρησε την σύνεση του προφήτη, πως κάνει γνωστούς και αποκαλύπτει τους
κακοδόξους, για να μην πλανηθούμε.
Ακούστε οι ορθόδοξοι και μην συμφωνείτε με τους αιρετικούς. Ακούστε οι ποιμένες και φρίξτε και μη
σιωπάτε, αλλά κηρύξτε τον λόγο του Θεού. Μην δίνετε τόπο στον διάβολο, μην ανοίγετε την θύρα στους
λύκους. Μιμηθείτε τον μακάριο απόστολο Πέτρο, όταν βλασφημούσε ο τρισκατάρατος Σίμωνας και έλεγε για
τον εαυτό του ότι είναι η δύναμη του Θεού, ούτε μια στιγμή δεν σιώπησε, ή δεν ανέβαλλε αλλά αφού τον

έλεγξε και απέδειξε ότι είναι ψεύτης και ληστής και αντίθεος, τον έριξε κάτω και τον παρέδωσε στην
απώλεια.
Κατά παρόμοιο τρόπο και τον διάδοχο αυτού, ή μάλλον την σπορά του διαβόλου, τον Μοντάνο, τον μιαρό και
ακάθαρτο και άθεο, μαζί με τις δύο μοιχαλίδες, ο Απόστολος, αφού τον έλεγξε και τον απέδειξε αντίθεο και
ψευδοχριστό και ψευδοπροφήτη, τον αποστόμωσε, του έφραξε τον μιαρό του στόμα στο όνομα του Χριστού,
χωρίς να περιμένει, χωρίς ν’ αναβάλει την αντιμετώπιση της βλασφημίας του.
Έτσι να κάνετε κι εσείς, ποιμένες, και να μην συγκοινωνείτε με τα ακάθαρτα έργα του σκότους, αλλά
αντίθετα να ελέγχετε, όπως και οι Απόστολοι και ο θεοπάτορας Δαβίδ, ο οποίος κατέβαλε πολλούς μόχθους
και πολλούς αγώνες, ελέγχοντας, επιτιμώντας και στηλιτεύοντας αυτούς και απευθυνόμενος γι’ αυτούς στο
Θεό, λέγοντας, «Ἕως πότε ἁμαρτωλοὶ͵ Κύριε͵ ἕως πότε ἁμαρτωλοὶ καυχήσονται; (Ψαλμ. 93.3) Διασκ όρπισον
αὐτοὺς ἐν τῇ δυνάμει σου (Ψαλμ. 58.12). Δὸς αὐτοῖς ͵ Κύριε͵ κατ ὰ τ ὰ ἔργα α ὐτ ῶν ͵ ὅτι οὐ συν ῆκαν ε ἰς τ ὰ ἔργα
σου͵ Κύριε (Ψαλμ. 27.4-5). Κύριε͵ ἐν τῇ πόλει σου τὴν εἰκόνα αὐτῶν ἐξουδενώσεις(Ψαλμ. 72.20)».
Και πάλι παρακαλεί ο Δαβίδ απευθύνοντας δεήσεις στον Δεσπότη, για να κατέβει ο ίδιος και να εκπληρώσει
το αίτημά του, βοώντας και λέγοντας, «Κύριε͵ κλῖνον οὐρανοὺς͵ καὶ κατάβηθι(Ψαλμ. 143.5)· Κύριε μὴ
χρονίσῃς (Ψαλμ. 69.6). Ταχὺ προκαταλαβέτωσαν ἡμᾶς οἱ οἰκτιρμοί σου͵ Κύριε (Ψαλμ. 78.8)». Και τι κάνει ο
φιλάνθρωπος Θεός, ο οποίος θέλει να σωθούν όλοι οι άνθρωποι, και να έρθουν σε γνώση της αλήθειας,
επειδή είναι κοντά σε αυτούς που τον επικαλούνται αληθινά; Δεν παράκουσε ούτε παρείδε την δέηση των
αγίων, αλλά «Ἔκλινεν οὐρανοὺς͵ καὶ κατέβη» (Ψαλμ. 17.10) και οικονόμησε τα πάντα για την σωτηρία του
γένους μας και μας υπέδειξε τα πάντα, πράττοντας και διδάσκοντας ο ίδιος.
Ύστερα, για να δώσει παράδειγμα σε όσους έμελλε να γίνουν προϊστάμενοι των Εκκλησιών, ώστε με αυτό τον
τρόπο να εκδιώκουν τους αιρετικούς, έφτιαξε φραγγέλιο από σκοινιά, και εισερχόμενος τους έδιωξε όλους
από το ιερό και τους απώθησε και τους καταδίωξε λέγοντας, «Ὁ οἶκός μου ͵ προσευχῆς ἐστιν· ὑμε ῖς δ ὲ α ὐτ ὸν
ἐποιήσατε σπήλαιον λῃστῶν» (Μαρκ. 11.17). Ακούστε οι προϊστάμενοι των Εκκλησιών, σε σας υπέδειξε το
καλό παράδειγμα, ώστε ν’ ακολουθήσετε τα ίχνη Του, προσέχοντας παντού με ακρίβεια, και διώχνοντας του
λύκους να φυλάσσετε το ποίμνιο.
Έπειτα, αφού τους έβγαλε όλους έξω, όσους φρονούσαν τα αντίθετα, τέλος προείπε και την ερήμωσή τους
και τον αφανισμό, αυτά που θα γίνουν σε κάθε γενεά σ’ αυτούς που φρονούν τα αντίθετα, λέγοντας, «Ἰδο ὺ
ἀφίεται ὁ οἶκος ὑμῶν ἔρημος» (Λουκ. 13.35). Πρόσεξε πως έγιναν οι λόγοι έργο˙ διότι οι εχθροί και επίβουλοι
της Εκκλησίας, δηλαδή οι αιρετικοί, παραδίδονται στην απώλεια σε κάθε γενεά, σύμφωνα με τον λόγο του
Κυρίου, τον οποίο είπε, ότι «Πᾶσα φυτεία͵ ἣν οὐκ ἐφύτευσεν ὁ Πατήρ μου ͵ ἐκριζωθήσεται» (Ματθ. 15.13)˙
και αυτό έγινε.
Αυτός πρώτος το έπραξε και άφησε παράδειγμα˙ μετά την Ανάληψή Του στους ουρανούς οι μακάριοι
Απόστολοι τους αντιμετώπισαν. Μετά από αυτούς, τα θεία διδάγματα τους και οι διδάσκαλοι της Εκκλησίας
και οι Άγιες Σύνοδοι που έγιναν κατά καιρούς, όσους έμεναν αμετανόητοι τους εκρίζωσαν και του παρέδωσαν
στην απώλεια, σύμφωνα με αυτό που έχει γραφεί, ότι «Ἀπολε ῖς π άντας το ὺς λαλοῦντας τ ὸ ψε ῦδος» (Ψαλμ.
5.7). Που είναι αυτοί που πολέμησαν κάποτε την Εκκλησία, βασιλιάδες και τύραννοι και φιλόσοφοι; Δεν
διασκορπίσθηκαν και χάθηκαν και δεν έμεινε τίποτα απ’ αυτούς;
(PG 59.560)

Μέρος Στ᾿
στ’. Που είναι η καυχησιολογία και η θρασύτητα των Ιουδαίων; Που είναι ο Σίμων ο Μάγος, ο πρώτος
αιρετικός, ο μαθητής και πρόδρομος του Αντιχρίστου; Που είναι το κακό γέννημα της μανίας του, ο
διάδοχος της ασέλγειας Μοντανός, ο έξαρχος των κακών μαζί με τις δυο μοιχαλίδες και τα κατ’ αυτούς
λεγόμενα μυστήρια, που είναι άξια να παραδοθούν στη λήθη, τα βδελυρά και ακάθαρτα, για τα οποία έλεγε ο
Απόστολος, «Τὰ γὰρ κρυφῇ γινόμενα ὑπ΄ αὐτῶν͵ αἰσχρόν ἐστι καὶ λέγειν» (Εφ. 5.12);
Που ο Μαρκίων, που ο Ουάλης, που ο Μάνης, που ο Βασιλίδης, που ο Νέρων, που ο Ιουλιανός, που ο Άρειος,
που ο Νεστόριος, που είναι όλοι όσοι αντιτίθενται στην αλήθεια, για τους οποίους βοά η Εκκλησία, ότι
«Ἐκύκλωσάν με κύνες πολλοί» (Ψαλμ. 21.17); Δεν χάθηκαν όλοι; Διασκορπίσθηκαν εξαιτίας της βλασφημίας
του και εκδιώχθηκαν ως λύκοι. Διότι βρήκαν αντιμέτωπους τους γενναίους αγωνιστές και πραγματικούς
ποιμένες, τους προϊσταμένους των τότε Εκκλησιών, τους μακάριους άνδρες.
Βλέπω όμως μεγάλη διαφορά των τότε ποιμένων με τους τωρινούς. Εκείνοι ήταν αγωνιστές, τούτοι
φυγόμαχοι. Εκείνοι ενδιαφέρονταν για τα δόγματα και τα ιερά βιβλία, τούτοι για τα ιμάτια και τα διαδήματα.
Αυτοί αφήνουν τα πρόβατα και φεύγουν ως μισθωτοί˙ εκείνοι έθεταν και την ψυχή τους υπέρ των προβάτων,
μιμούμενοι τον Καλό Ποιμένα. Πόσο άξιοι θαυμασμού οι μακάριοι εκείνοι άνδρες, των οποίων τα ονόματα
έχουν γραφτεί στο βιβλίο της ζωής˙ τους οποίους φοβήθηκαν οι δαίμονες και τρόμαξαν οι αιρετικοί˙ και
«Ἐφράγη στόμα λαλούντων ἄδικα» (Ψαλμ. 62.12).

Θα πω κι εγώ τα ίδια με τον Δαβίδ, ο οποίος θρηνολογώντας έλεγε, «Ποῦ ε ἰσι τ ὰ ἐλέη σου τ ὰ ἀρχα ῖα ͵ Κ ύριε;»
(Ψαλμ. 88.50). Θα πω κι εγώ δακρυσμένος, που είναι η χορεία εκείνων των μακαρίων επισκόπων και
διδασκάλων, οι οποίοι έλαμψαν ως φωστήρες στον κόσμο, προσφέροντες λόγο ζωής; Τι εμποδίζει να τους
παρουσιάσουμε κι αυτούς, αν και ήταν λίγοι εν μέσω πολλών; Διότι και η απλή μνημόνευσή τους είναι
αγιασμός της ψυχής. Που είναι ο Ευόδιος, η ευωδία της Εκκλησίας και των αγίων Αποστόλων διάδοχος και
μιμητής; Που ο Ιγνάτιος, το κατοικητήριο του Θεού; Που ο Διονύσιος το πετεινό του ουρανού; Που ο
Ιππόλυτος ο γλυκύτατος και οξύνους; Που ο Βασίλειος ο Μέγας και παραλίγο ισαπόστολος; Που ο Αθανάσιος
ο άγιος που επιθυμούσε σφόδρα και κατείχε τις αρετές; Που ο Γρηγόριος, ο δεύτερος θεολόγος και ανίκητος
στρατιώτης του Χριστού, μαζί με τον συνονόματό του; Που ο Εφραίμ ο πολύς, η παρηγοριά των αθυμούντων,
η παιδαγωγία των νέων, η χείρα βοηθείας των μετανιωμένων, το ξίφος κατά των αιρετικών, το δοχείο του
Πνεύματος, το σκεύος των αρετών;
Βλέπεις πόση είναι η απόσταση και η διαφορά εκείνων των μακαρίων και τούτων των σημερινών; Γνώρισα
και άλλους θεοφόρους διδασκάλους, αλλά αρκούν προς το παρόν. Εκείνοι την ψυχής τους, όπως ειπώθηκε
προηγουμένως, έθεσαν υπέρ των προβάτων˙ τούτοι έφυγαν αφού παράτησαν τα πρόβατα. Εκείνοι δυνατοί
στα λόγια και στις πράξεις˙ τούτοι στα χρήματα και στις περιουσίες και στους ίππους και στα μουλάρια και
στα χωράφια και στα κοπάδια και στους μάγειρες και στο γιορτινό τραπέζι. Μέρα και νύχτα γι’ αυτά μιλάνε˙
για το λογικό ποίμνιο ούτε λόγος να γίνεται, αν και γι’ αυτό θα τους ζητηθεί λόγος κατά την μεγάλη ημέρα
της κρίσεως.
Έπειτα, αν τους μιλήσει κάποιος για κανένα βιβλίο, αποκρίνονται λέγοντας, «Φτωχός είμαι και δεν μπορώ ν’
αποκτήσω βιβλία». Και στη συνέχεια προσέρχονται όχι ως φτωχοί, αλλά φορώντας ενδύματα λαμπρά,
έχοντας χοντρά βαλάντια, και σβέρκο σαν του ταύρου, ακολουθούμενοι από πλήθος μαθητών ή για να πω
καλύτερα μαγείρων. Για τα υπόλοιπα είναι ντροπή να μιλήσω, διότι από το περίσσευμα του πλούτου
απέκτησαν συνεισάκτους με την πρόφαση ότι χρειάζονται υπηρέτριες. Ω τι μεγάλη ντροπή! Ω πόσο κακιά
καλοζωΐα! Ω πικρή φιλαργυρία! Ω αχόρταγη κοιλιά!
Από κει λοιπόν προέρχονται τα σκάνδαλα και τα κουτσομπολιά, και οι ντροπές και οι λοιδορίες και οι
θόρυβοι. Έπειτα αποκρίνονται, όταν εγκαλούνται, «Δεν αδικώ κανένα, έχω το δικαίωμα στα δικά μου
χρήματα». Έπειτα, αν κάποιος από τους αιρετικούς διδάσκει διεστραμμένα ως παράφρονας, κανείς δεν
αντιλέγει, πουθενά αυτός που θα πολεμήσει. Όλοι γίνονται τότε πτωχοί, σιωπηλοί, φυγάδες. Ω κακιά ρίζα
πάντων των κακών, φιλαργυρία! Από τον πλούτο περιμένετε να σωθείτε; Αλλά «Εὐκοπώτερόν ἐστι κάμηλον
διὰ τρυμαλίδος ῥαφίδος εἰσελθεῖν͵ ἢ πλούσιον εἰς βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Ματθ. 19.24). Με την καλοπέραση,
την μέθη και την έπαρση θέλετε να νικήσετε τις αιρέσεις; Αλίμονό σας, καλοπερασάκηδες και επηρμένοι, που
στολίζεστε με χρυσάφι και διάφορα ενδύματα. Πως θα υποδείξετε σε άλλους την καλή πτωχεία του Χριστού,
που πτώχευσε για μας, που παρήγγειλε στους μαθητές Του να μην έχουν ούτε χάλκινο νόμισμα στις τσέπες
τους;
Πραγματικά πλανάσθε χωρίς να καταλαβαίνετε τις Γραφές. Δεν ακούτε τον Κύριο που λέγει, «Μακάριοι οι
πτωχοί», και πάλι, «Αλίμονο σε σας τους πλούσιους», και «Μὴ θησαυρ ίζετε ἐπ ὶ τῆς γ ῆς» (Ματθ. 6.19). Ο
πλούτος σας πλήθυνε και ο λόγος σας εξαφανίστηκε. Τα ενδύματά σας έγιναν τροφή για τον σκώρο. Γι’ αυτά
θα δώσετε λόγο στον Αρχιποιμένα Χριστό. Διότι γνωρίζετε ότι καθένας από μας θα δώσει λόγο στον Θεό για
τον εαυτό του, ενώ εσείς και για τον εαυτό σας και για τα πρόβατα, αρχιερείς και ιερείς και διάκονοι,
καθένας για ό,τι πιστώθηκε.
Προσέξτε, μην ξεχνάτε τα τάλαντα. Προσέχετε τους εαυτούς σας και ολόκληρο το ποίμνιο. Βλέπετε μην λείψει
κανένα από τα πρόβατα της ποίμνης. Αυτό να γνωρίζετε, ότι αν χαθεί κάποιο πρόβατο επειδή το έφαγαν τα
θηρία, εξαιτίας της δικιάς σας αμέλειας, χάθηκε η ζωή σας ολόκληρη˙ διότι το αίμα του θ’ απαιτήσει από
εσάς ο Κριτής.

ΜΕΡΟΣ Ζ'
ζ’. Συνέλθετε λοιπόν και κηρύξτε τον λόγο, απορρίψτε κάθε βιοτική μέριμνα, προσέχετε με ακρίβεια πως
πορεύεσθε˙ «Βλέπετε τοὺς κύνας». Πάλι λέω προσέχετε και δεν θα σταματήσω να το λέω. Προσέχετε τους
κλέπτες, προσέχετε γιατί ο κόσμος γέμισε λαοπλάνους. Αγρυπνείτε και μένετε καθαροί, όσοι έχετε λάβει το
δεσποτικό χάρισμα. Να είστε σε εγρήγορση και να περιμένετε την ώρα της φοβερής παρουσίας του Δεσπότη,
όταν θα έρθει να ζητήσει τον λόγο από εσάς εσάς που σας έχει εμπιστευθεί τα τάλαντα.
Έχοντας αυτά κατά νου αγαπητοί μου, «Ποιμάνατε τὸ ἐν ὑμῖν ποίμνιον τοῦ Θεοῦ» (Α’ Πέτρου 5.2), όπως λέει ο
Απόστολος, όχι εξ ανάγκης αλλά με την δική σας θέληση, ούτε για λόγους αισχροκέρδειας, αλλά με
προθυμία, όχι ως τύραννοι του κλήρου, αλλά δίνοντας παράδειγμα. Και όταν θα φανερωθεί ο Αρχιποιμένας,
θα λάβετε τον αμαράντινο στέφανο της δόξης. Το ξαναλέω και ακούστε, «ἱερεῖς Κυρίου͵ Βασιλεῖς τῆς γῆς ͵
καὶ πάντες λαοὶ͵ ἄρχοντες καὶ πάντες κριταὶ γῆς· νεανίσκοι καὶ παρθ ένοι ͵ πρεσβ ύτεροι μετ ὰ νεωτ έρων(Ψαλμ.
148.11-12). Ἐνωτίσασθε͵ πάντες οἱ κατοικοῦντες τὴν οἰκουμένην» (Ψαλμ. 48.2), μικροί και μεγάλοι, είτε
άρρενες είτε θήλεις, «Ἐπὶ τῷ αὐτῷ πλούσιος καὶ πένης»(Ψαλμ. 48.3), προσέξτε τα λεγόμενα, παρακαλώ.

Διότι προτίθεμαι να σας αποδείξω μέσα από τις Άγιες Γραφές, ότι δεν είναι Χριστιανοί, όλοι οι Χριστιανοί,
αλλά αυτοί που καλούνται μόνο κατ’ όνομα ξεγελάν τον εαυτό τους μένοντας μόνο στην ονομασία.
Στα λόγια πολλοί είναι οι Χριστιανοί, στα έργα όμως λίγοι και σπάνιοι˙ εμφανίζονται ως Χριστιανοί και ως
μαθητές του Χριστού, αλλά στα έργα είναι προδότες˙ στα λόγια είναι ευσεβείς και φιλεύσπλαχνοι, αλλά στα
έργα ασεβείς και άσπλαχνοι˙ στο όνομα Χριστιανοί στα έργα εθνικοί, όπως είπε ο προφήτης Δαβίδ, ότι
«Ἐμίγησαν ἐν τοῖς ἔθνεσι͵ καὶ ἔμαθον τὰ ἔργα αὐτῶν» (Ψαλμ. 105.35). Πραγματικά, σε μας εκπληρώθηκε
αυτή η προφητεία. Πόσοι και πόσοι Χριστιανοί ασχολούνται με τους ιουδαϊκούς και ειδωλολατρικούς μύθους,
με γενεαλογίες, μαντείες, αστρολογίες, μαγγανείες, φυλακτήρια˙ με παρατηρήσεις ημερών και χρόνων,
οιωνοσκοπίες, ονειρομαντίες και τιτιβίσματα. Στις πηγές ανάβουν λυχνάρια και ξεπλένονται˙ παρατηρούν τα
συναπαντήματα και τρώνε κρέατα από θυσίες στα είδωλα, και αίμα από ζώα πνιγμένα και θηριάλωτα και
πολλά τέτοια παρόμοια. Πώς να λογισθούν ως Χριστιανοί, όσοι κάνουν τέτοιου είδους ενέργειες;
Με ποιο θάρρος τολμούν να ονομάζονται Χριστιανοί; Πως τολμάν να προσέρχονται στα Θεία Μυστήρια αυτοί
που είναι χειρότεροι και από τους ειδωλολάτρες; Πάλι ακούστε, πόσοι και πόσοι Χριστιανοί ακολουθούν τις
συνήθειες των εθνικών, μασκαρεμένοι, με ξεφωνητά, με χορούς και χειροκροτήματα, με γυναικείο στολισμό
ενώ είναι άνδρες; Σ’ αυτούς που τα πράττουν δεν παρέχει κανένα όφελος το να λέγονται Χριστιανοί. Όπως
ακριβώς η παρθένος κόρη, όσο φυλάσσει την αγνεία της, καλείται παρθένος κατ’ αξία και ευφημισμό και
είναι, με παρόμοιο τρόπο και αυτός που καλείται Χριστιανός, όταν παραβεί τις εντολές και καταπατήσει την
υπόσχεση και αθετήσει το λόγο του Ευαγγελίου και πράξει τα έργα των εθνικών, δεν έχει κανένα όφελος από
το όνομα του Χριστιανού, όπως ειπώθηκε προηγουμένως.
Εννοείστε λοιπόν όλοι, ότι με λίγα λόγια απαρνηθήκαμε όλα εκείνα, όταν είπαμε, «ἀποτάσσομαι τ ῷ Σαταν ᾷ͵
καὶ πᾶσι τοῖς ἔργοις αὐτοῦ». Πρόσεξε τι είπες, «Πᾶσι τοῖς ἔργοις αὐτοῦ»˙ κοίτα με ποιον συντάχθηκες, όχι με
άγγελο, ούτε με επίγειο βασιλιά, ούτε με άρχοντα του παρόντος αιώνος, αλλά με τον Βασιλέα των βασιλέων
και τον Άρχοντα των αρχόντων. Με αυτόν συντάχθηκες και αυτόν ομολόγησες παρουσία πολλών μαρτύρων.
Στο χέρι Του βρίσκεσαι κι εσύ και τα λόγια σου. Από δω κι εμπρός λοιπόν, περίμενέ Τον να έρθει από τους
ουρανούς και να προσκομίσει ως γραμμάτιο τις υποσχέσεις που έδωσες μπροστά σε αγγέλους και
ανθρώπους.
Πρόσεχε τον εαυτό σου, αδελφέ, και φυλάξου από τις συνήθειες των εθνικών. Ακούστε τον Παύλο που λέει,
«Τοῦτο οὖν λέγω͵ καὶ μαρτύρομαι ἐν Κυρίῳ͵ μηκέτι ὑμᾶς περιπατεῖν͵ καθὼς καὶ τὰ λοιπ ὰ ἔθνη περιπατε ῖ ἐν
ματαιότητι τοῦ νοῦ αὐτῶν͵ ἐσκοτισμένοι τῇ διανοίᾳ. Ὑμεῖς δὲ οὐχ οὕτως ἐμ άθετε τὸν Χριστόν» (Εφ. 4.17).
Προσέχετε τα λεγόμενα, αγαπητοί, και μην συναναστρέφεστε με όσους πράττουν τέτοια. Πολλοί είναι οι
μαθητές της απώλειας και θα αυξηθούν περισσότερο. Προσέχετε, διότι οι μέρες είναι πονηρές και ο παρόν
αιώνας προβάλλει τους δικούς του υπηρέτες.

ΜΕΡΟΣ Η'
η’. Και μη θαυμάζεις αν οι ποιμένες γίνονται λύκοι, διότι προς τους ποιμένες και τους πρεσβυτέρους
απευθυνόμενος ο Παύλος έλεγε, ότι «Ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμ ένα»
(Πραξ. 20.30). Οπότε κανένας να μην σας πλανήσει, επειδή εξωτερικά έχει αγγελικό σχήμα, ενώ εσωτερικά
διαβολικό. Γι’ αυτό ο Ιησούς έλεγε, «Βλέπετε͵ μή τις ὑμᾶς πλανήσῃ». Κι εγώ ξανά τα ίδια λέγω˙ προσέχετε
μη σας πλανήσει κανείς, ούτε από μέσα, ούτε από έξω˙ μήτε επίσκοπος, μήτε πρεσβύτερος, μήτε διάκονος,
μήτε αναγνώστης ή οποιοσδήποτε άλλος, εάν λέγει διεστραμμένα˙ οι οποίοι έρχονται σε σας με ενδυμασία
προβάτου, ενώ εσωτερικά είναι λύκοι άρπαγες˙ οι οποίοι έχουν ευσεβή μορφή, αρνούνται όμως την δύναμή
της
ευσέβειας.
Εσείς να μην πλανηθήτε, αλλά όπως παραλάβατε από τον Κύριο μας Ιησού Χριστό, έτσι να πορεύεστε˙ και
ο Θεός της ειρήνης θα είναι μαζί σας. Γι αυτά εδώ θα δώσω λόγο και αφού πω λίγα για τα σημεία της
συντελείας, θα σταματήσω. Όταν αρχίζω να μιλάω για την συντέλεια με πιάνει φρίκη και δέος. Όλα τα έργα
του Κυρίου είναι θαυμάσια, μεγάλα και φοβερά και δοξασμένα˙ ενώ η συντέλεια και το μυστήριο της
δευτέρας αυτού παρουσίας ξεπερνά κάθε λόγο και κατανόηση και έννοια, υπερβαίνει κάθε διήγηση και
καταπλήσσει μόνο με το άκουσμα. Με πολύ πόθο κατέβαλαν μεγάλο αγώνα οι μαθητές, για ν’ ακούσουν από
τον
διδάσκαλο
τα
σημεία
της
συντέλειας.
Όπως ακούσατε πολλές φορές στο Ευαγγέλιο να λέγεται, «Καθημ ένου τοῦ Ἰησοῦ ἐπ ὶ το ῦ ὄρους τ ῶν
Ἐλαιῶν͵ προσῆλθον αὐτῷ μαθηταὶ αὐτοῦ κατ΄ ἰδίαν λέγοντες· Εἰπὲ ἡμῖν͵ τί τὸ σημεῖον τῆς σῆς παρουσίας ͵ καὶ
τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. 24.3). Πρόσεξε την σοφία και την σύνεση των μαθητών. Όταν ήθελαν να
Τον ρωτήσουν κάτι μεγάλο, δεν έρχονταν όλοι μαζί, αλλά ένας ένας και έλεγαν, «Ε ἰπ ὲ ἡμ ῖν ͵ Δ έσποτα» και
«εἰπὲ
ἡμῖν͵
ἀγαθέ».
Πες μας καρδιογνώστα, πες μας εσύ που γνωρίζεις τα έσχατα και τα πρώτα, πες εσύ που γνωρίζεις τα
πάντα πριν γίνουν, πες εσύ που δημιούργησες τους αιώνες, πες μας, ποιο είναι το σημάδι της παρουσίας Σου
και της συντέλειας του αιώνος; όταν θα έρθεις να κρίνεις τους ζωντανούς και τους νεκρούς όλης της

οικουμένης; όταν θα καταργήσεις κάθε αρχή και κάθε εξουσία και δύναμη; όταν θα κλίνει μπροστά σου το
γόνατο των επιγείων και των επουρανίων και των καταχθονίων˙ πες μας ποιο είναι το σημάδι της παρουσίας
σου, ώστε κι εμείς να μπορέσουμε να διδάξουμε στα έθνη την ένδοξή σου παρουσία.
Ο Κύριος τους είπε, «Βλέπετε͵ μὴ πλανηθῆτε· πολλοὶ γὰρ ἐλεύσονται ἐπ ὶ τ ῷ ὀν όματ ί μου ͵ λ έγοντες ͵ ὅτι
Ἐγώ εἰμι ὁ Χριστός. Βλέπετε͵ μή τις ὑμᾶς πλανήσῃ· ὅτι ὁ καιρὸς ἐγγύς ἐστι» (Ματθ. 24.4-5). Αυτό που
βλέπουμε κι εμείς τώρα με τα μάτια μας το είπε τότε, ότι ο καιρός πλησιάζει και να έφτασε και όλοι το
βλέπουμε. Βλέπεις πόσο είναι το ενδιαφέρον του διδασκάλου, ν’ αποκαλύψει τους ψευδοδιασκάλους και τους
αιρετικούς και να φανερώσει τον κρυμμένο τους δόλο; Γι’ αυτό και πριν απαντήσει στην ερώτηση των
μαθητών για τα σημεία, αυτούς προέβαλλε ως λύκους της ποίμνης και πρόδρομους του Αντιχρίστου.
Έπειτα προείπε και τα ακόλουθα, πολέμους και ακαταστασίες, έθνος εναντίον έθνους και βασιλεία
εναντίον βασιλείας˙ τα οποία, αν και τα βλέπουμε τώρα, δεν καταλαβαίνουμε, ενώ βλέπουμε να συμβαίνουν
κατά τόπους πόλεμοι και πείνες και φοβερά και σημεία εκ του ουρανού και τα υπόλοιπα όσα είπε. Δεν
καταλαβαίνουμε,
ενώ
βλέπουμε
να
συμβαίνουν
τα
περισσότερα.
Τότε, είπε, «σκανδαλισθήσονται πολλοὶ͵ καὶ ἀλλήλους παραδώσουσι» (Ματθ. 24.10). Και που δεν υπάρχει
προδοσία τώρα; Δεν στράφηκαν ο ένας εναντίον του άλλου και αλληλομισούνται; Και αυτό εκπληρώθηκε,
όπως βλέπουμε. Δεν στράφηκαν ο ένας εναντίον του άλλου, επίσκοποι κατά επισκόπων, πρεσβύτεροι κατά
πρεσβυτέρων, διάκονοι κατά διακόνων, αναγνώστες μεταξύ τους, λαϊκοί εναντίων λαϊκών; «Διὰ γὰρ τὸ
πληθυνθῆναι τὴν ἀνομίαν͵ ψυγήσεται ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν» (Ματθ. 24.12). Γι’ αυτό παρήγγειλε ο Δεσπότης,
«Ἐρευνᾶτε
τὰς
Γραφὰς»
(Ιωαν.
5.39)
και
δεν
θα
πλανηθείτε.
Άλλο πάλι σημάδι έθεσε από πριν λέγοντας, «Καὶ κηρυχθήσεται τοῦτο τ ὸ Εὐαγγ έλιον ἐν ὅλ ῃ τῇ ο ἰκουμ έν ῃ
εἰς μαρτύριον πᾶσι τοῖς ἔθνεσι» (Ματθ. 24.14). Και τότε να προσδοκείς το τέλος. Ανάμενε να δεις το βδέλυγμα
της ερημώσεως, τον υιό της απώλειας, για τον οποίο θα γίνει θλίψη πολλή και μεγάλη που παρόμοιά της δεν
έγινα εξ αρχής του κόσμου. Και πάλι λέγει, «Ἐγερθήσονται ψευδ όχριστοι κα ὶ ψευδοπροφῆται ͵ κα ὶ δ ώσουσι
σημεῖα καὶ τέρατα͵ ὥστε͵ εἰ δυνατὸν͵ πλανῆσαι καὶ τοὺς ἐκλεκτούς» (Ματθ. 24.14).
Δες λοιπόν πως με τα παραπάνω και μ’ αυτά προειδοποιεί για τους ψευδοπροφήτες και τους
ψευδοδιδασκάλους και τους ψευδαποστόλους του Αντιχρίστου, του υιού της απώλειας, οι οποίοι δια των
ακάθαρτων πνευμάτων προβαλλόμενοι και υπ αυτών υποκινούμενοι, γίνονται οι πρόδρομοι του Αντιχρίστου
και του εχθρού. Με τα δικά τους δόγματα θα εξαπατήσουν και θα προετοιμάσουν λαό κατάλληλο για να
υποδεχθεί
τον
υιό
της
απώλειας.
(PG 59.62)

ΜΕΡΟΣ Θ'
θ’. Γι’ αυτό και η θεία Γραφή, αδελφοί, από την αρχή ως το τέλος βροντοφωνάζει ότι πολλοί πλάνοι
εξήλθαν στον κόσμο. Γι’ αυτό και ο Δεσπότης είπε επ’ αυτού, ότι « Ἰδο ὺ προε ίρηκα ὑμ ῖν» (Μαρκ.
13.23). Πρέπει να εννοούμε την σημασία κάθε λέξεως. «Ἰδοὺ προε ίρηκα ὑμ ῖν». Αυτό σημαίνει ότι στο
εξής δεν θα έχετε δικαιολογία. «Ἰδοὺ προείρηκα ὑμῖν». Εάν πλανήσουν κάποιον από σας, θα είναι
ασυγχώρητος. «Ἰδοὺ προείρηκα ὑμῖν». Εύλογη δικαιολογία δεν έχει κανείς. «Ἰδοὺ προείρηκα ὑμῖν
πάντα· Βλέπετε͵ μὴ πλανηθῆτε».
Προσέχετε, να μην δεχτείτε άλλο ψευδο-χριστό αντί εμού του αληθινού. «Πολλο ὶ γ ὰρ ἐλε ύσονται ἐν
τῷ ὀνόματί μου͵ λέγοντες· ὅτι Ἐγώ εἰμι ὁ Χριστὸς͵ καὶ πολλοὺς πλανήσουσι» (Λουκ. 21.8), και « Ὁ
καιρὸς ἐγγύς ἐστι» (Αποκ. 22.10). Μη τρέξετε ξωπίσω τους. Προσέξτε, πόσος λόγος γίνεται στις
Γραφές περί αυτών. Γι’ αυτό πολλές φορές σας υπενθύμισα για τους άθεους αιρετικούς, και τώρα
παρακαλώ, να μην συμφωνήσετε μαζί τους σε κάποιο πράγμα, είτε για βρώση ή πόση ή φιλία ή σχέση
ή αγάπη ή ειρήνη. Διότι αυτός που εξαπατάται και συγκαταβαίνει μ’ αυτούς, καθιστά τον εαυτό του
ξένο από την καθολική Εκκλησία.
Ο αληθινός και απονήρευτος μαθητής του Θεού βροντοφωνάζει με θάρρος, «Ε ἴ τις ὑμ ᾶς ε ὐαγγελ ίζεται
παρ΄ ὃ παρελάβετε͵ ἀνά θεμα ἔστω» (Γαλ. 1.9). Ψάλλει τα λόγια του Δαβίδ, «Κ ύριε ͵ ο ὐχ ὶ το ὺς
μισοῦντάς σε ἐμίσουν͵ καὶ ἐπὶ τοὺς ἐχθρούς σου ἐξετηκόμην; τ έλειον μῖσος ἐμ ίσουν α ὐτο ύς» (Ψαλμ.
138.21). Φρίξτε και τρομάξτε όσοι κάνετε αγάπες μαζί τους. Διορθωθείτε, για να μη χαθείτε μαζί με
τις δικές τους ασέβειες. Ταιριάζει κι εδώ το «Ἰδοὺ προείρηκα ὑμῖν».
Αλλά ας επανέλθουμε στο προκείμενο, τελειώνοντας τον λόγο για τα περί της συντέλειας. Για να
μιλήσω με συντομία, όσα προφητεύθηκαν εκπληρώθηκαν˙ πρέπει λοιπόν να είναι κάποιος έτοιμος και
προετοιμασμένος, και να μην ασχολείται περισσότερο με τα γεγραμμένα. Διότι πολλοί αμαθείς και
αστήρικτοι στην πίστη έγιναν διαστρεβλωτές των θείων Γραφών. Εσύ πρόσεξε, μην τους πιστέψεις.
Πολλή κακία, πολλή πονηριά ξεχύθηκε στη γη, πολλά σκάνδαλα. Εσύ βλέπε, μην απατηθείς. Μη
παρεκκλίνεις στα δεξιά, ούτε στ’ αριστερά, αλλά βάδιζε την βασιλική οδό.

Έχεις πολλούς πιστούς, αγαπητέ, και αν δεν είναι επί της γης, είναι στον ουρανό. Μ’ αυτούς να
σπεύσεις να είσαι πάντοτε. Έχεις εκεί πανηγύρεις αγγέλων, έχεις πατριάρχες, προφήτες,
αποστόλους, ευαγγελιστές. Έχεις μάρτυρες, οσίους, ομολογητές και όσους διέπρεψαν στον μοναχικό
βίο. Πολύ πλήθος, των οποίων τα ονόματα στο βιβλίο της ζωής. Αυτούς να ποθείς, αυτούς να
μιμείσαι. Μην τους αποχωρίζεσαι, έχε την μνήμη τους στην καρδιά σου μέρα-νύχτα. Να έχεις πάντοτε
στα χέρια σου τα βιβλία τους και να διαβάζεις, για να βρεις πολύ ωφέλεια.
Γίνε έμπορος λόγου δικαιοσύνης, ώστε να μπορείς να ελέγχεις όσους αντιλέγουν και να επιτιμάς τους
παραμυθάδες˙ ν’ αποστομώνεις τους αιρετικούς και όσους πέφτουν έξω να τους νουθετείς και να
τους οδηγείς στην μετάνοια. Να ερευνάς την Αγία Γραφή, ώστε όταν δεις ακαταστασία και σύγχυση,
να μην μπερδευτείς, αλλά να καταφύγεις σ’ αυτήν. Πρόσεχε να μην αποχαυνωθείς, ούτε να σαλευτεί
ο νους σου. Μην παραξενευτείς, όταν δεις πολλούς ασύνετους˙ πρέπει να γίνουν αυτά.
Όταν δεις πολλούς ψευδοπροφήτες, θυμήσου τον Δεσπότη που είπε, « Ἐγερθ ήσονται ψευδ όχριστοι κα ὶ
ψευδοπροφῆται» (Ματθ. 24.24). Όταν δεις λαοπλάνους, θυμήσου τον προφήτη που είπε, «Ο ὐα ὶ το ῖς
γράφουσι πονηρίαν» (Ησ. 10.1). Όταν δεις τους ευλαβείς και πιστούς και σοφούς να υποτιμώνται,
τους μιαρούς και αλαζόνες και προδότες και πόρνους να προβάλλονται, θυμήσου τον απόστολο που
είπε, «Πονηροὶ ἄνθρωποι καὶ γόητες προκόψουσιν ἐπὶ τὸ χεῖρον͵ πλανῶντες καὶ πλανώμενοι» (Β’ Τιμ.
3.13). Όταν δεις την Αγία Γραφή να γίνεται βδέλυγμα σ’ αυτούς που νομίζουν ότι είναι Χριστιανοί, και
όσοι λαλούν λόγο Θεού να είναι μισητοί, θυμήσου τον Κύριο που είπε, «Ε ἰ ὁ κ όσμος ὑμ ᾶς μισε ῖ͵
γινώσκετε͵ ὅτι ἐμὲ πρῶτον ὑμῶν μεμίσηκεν. Εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν͵ καὶ ὑμᾶς διώξουσιν» (Ιωαν. 15.18).
Όταν δεις τον κόσμο να τρέχει πίσω από τους παραμυθάδες και τις ξεματιάστρες και τις καφετζούδες
και τους αστρολόγους και τις διδασκαλίες των δαιμόνων και τα μέντιουμ, μη θορυβηθείς, ούτε ν’
απιστήσεις. Και αν από αυτούς που περνιούνται για ποιμένες δεις κάποιους να κάνουν τέτοια, μην
πέσεις σε απόγνωση, αλλά με δάκρυα στα μάτια θυμήσου τον Απόστολο που είπε, « Ἐν ὑστ έροις
καιροῖς ἀποστήσονταί τινες τῆς πίστεως͵ προσέχοντες πνε ύμασι πλάνης ͵ κα ὶ διδασκαλ ίαις δαιμ όνων
ἀκαθάρτων» (Α’ Τιμ. 4.1). Και πάλι λέγει, «Ἔσται καιρὸς͵ ὅτε τῆς ὑγιαινούσης διδασκαλίας οὐκ
ἀνέξονται͵ ἀλλὰ κατὰ τὰς ἰδίας ἐπιθυμίας ἐπισωρεύσουσι ἑαυτοῖς διδασκ άλους͵ κνηθ όμενοι τ ὴν ἀκο ήν·
καὶ ἀπὸ μὲν τῆς ἀληθείας τὴν ἀκοὴν ἀποστρέψουσιν͵ ἐπὶ δὲ τοὺς μ ύθους ἐκτραπήσονται» (Β’ Τιμ.
4.3).
(PG 59.564)

Ο Θρίαμβος της Εκκλησίας (Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος)

Το δώρο της πίστεως είναι ανεκτίμητο. Αλίμονο σ' όποιον το στερήθηκε. Η ανεστιότητα και η
ορφάνια θα επηρεάζουν αδιάκοπα τις εκδηλώσεις του, θα τραυματίζουν βαθιά τον ψυχικό του

κόσμο, θα τον απογυμνώνουν σταδιακά από καθετί το ανώτερο και θα τον κατεβάζουν στο επίπεδο
του εξελιγμένου κτήνους, εκεί ακριβώς που τοποθετούν τον άνθρωπο με τη μυωπία τους οι υλιστές,
για να πετύχουν έτσι την αυτοδικαίωσή τους.
Η ζωή του πιστού είναι πλημμυρισμένη με φως. Μια πανίσχυρη δύναμη τον γεμίζει αισιοδοξία,
ειρήνη, ελπίδα, χαρά, βοηθώντας τον να νικάει τις δυσκολίες της ζωής, ν' αντιμετωπίζει ηρωικά κι
αυτόν ακόμα το θάνατο.
Βασική αιτία της απιστίας είναι η ζωή της τρυφής και της αμαρτίας. Για την τρυφή είναι γραμμένο
στην Παλαιά Διαθήκη: «Έφαγε ο ισραηλιτικός λαός και χόρτασε, και κλώτσησε το Θεό ο αγαπημένος. Πάχυνε, χόντρυνε, έγινε θρεφτάρι, και εγκατέλειψε το Θεό, τον πλάστη του, και
απομακρύνθηκε από το Θεό, τον σωτήρα του» (Δευτ. 32:15). Όσο για την αμαρτία, όλοι οι λαοί σ'
όλες τις εποχές κατανόησαν, ότι υψώνει τείχος αδιαπέραστο ανάμεσα στον άνθρωπο και το Θεό.
Είναι εντελώς ασυμβίβαστη η σκοτεινή ζωή της αμαρτίας με το φως μιας ζωντανής πίστεως στον
παντεπόπτη Θεό, που «ετάζει καρδίας και νεφρούς». Γι’ αυτό ακριβώς είναι τόσο δύσκολο το
πνευματικό ξαναζωντάνεμα μιας πωρωμένης ψυχής. Και γι' αυτό δεν αρκούν οι «αποδεικτικοί» λόγοι της απολογητικής, αλλά χρειάζονται οπωσδήποτε η θερμή προσευχή και η αγία ζωή των
χριστιανών,
ώστε με τη χάρη του Θεού να επηρεάσουν όχι τόσο το νου όσο την καρδιά των απίστων. Τα λόγια
δεν αρκούν στο έργο της ιεραποστολής. Ο ίδιος ο Κύριος είπε: «Για χάρη τους εγώ αγιάζω τον εαυτό μου,
ώστε και αυτοί να είναι αγιασμένοι, με τη βοήθεια της αλήθειας» (Ιω. 17:19).
Ο λόγος του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου «Πρός τε Ιουδαίους και Έλληνας απόδειξις ότι εστί
Θεός ο Χριστός» είναι συναρπαστικός. Ο θεοφώτιστος νους του μεγάλου ιεράρχη, με τη γνωστή
διαλεκτική του ικανότητα, πλέκει μιαν αλυσίδα πειστικών επιχειρημάτων, τα οποία στηρίζει στη
θαυμαστή εξάπλωση της πίστεως, παρά τους σκληρούς διωγμούς που δέχθηκε από τα πρώτα της
βήματα. Έτσι, κεντρικός άξονας του λόγου είναι ο θρίαμβος της Εκκλησίας και κατακλείδα του η
αισιοδοξία για το μέλλον της, που επαληθεύει σε κάθε εποχή την προφητεία του Κυρίου: «Καί δεν
θα την κατανικήσουν οι δυνάμεις του άδη» (Ματθ. 16:18).
(Πρόλογος υπό των πατέρων της Ι. Μ. Παρακλήτου Ωρωπού Αττικής)
Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Πώς αποδεικνύεται ότι ο Χριστός είναι Θεός; Στο βασικό αυτό ερώτημα ας μην προσπαθήσουμε ν’
απαντήσουμε με το επιχείρημα της δημιουργίας του ουρανού και της γης, γιατί ο άπιστος δεν θα το
παραδεχθεί. Αν του πούμε ότι ανέστησε νεκρούς, θεράπευσε τυφλούς, έδιωξε δαιμόνια, ούτε τότε
θα συμφωνήσει. Αν του πούμε ότι υποσχέθηκε ανάσταση νεκρών, βασιλεία ουρανών και
ανέκφραστα αγαθά, τότε όχι μόνο δεν θα συμφωνήσει, αλλά και θα γελάσει.
Πώς λοιπόν θα τον οδηγήσουμε στην πίστη, και μάλιστα όταν δεν είναι πνευματικά
καλλιεργημένος; Ασφαλώς με το να στηριχθούμε σε αλήθειες, που κι εμείς και αυτός
παραδεχόμαστε χωρίς καμιά αντίρρηση και αμφιβολία.
Σε ποιο λοιπόν σημείο συμφωνούμε μαζί του απόλυτα; Στο ότι ο Χριστός φύτεψε την Εκκλησία.
Απ’ αυτό θα φανερώσουμε τη δύναμη και θ’ αποδείξουμε τη θεότητα του Χριστού. Θα δούμε ότι
είναι αδύνατο ν’ αποτελεί ανθρώπινο έργο η διάδοση του Χριστιανισμού σ’ όλη την οικουμένη
μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Και μάλιστα, όταν η χριστιανική ηθική προσκαλεί στην
ανώτερη ζωή ανθρώπους με κακές συνήθειες, δούλους της αμαρτίας. Και όμως, ο Κύριος
κατόρθωσε να ελευθερώσει απ’ όλα αυτά όχι μόνο εμάς, μα ολόκληρο το ανθρώπινο γένος.
Κι αυτό το κατόρθωσε χωρίς να χρησιμοποιήσει όπλα, χωρίς να ξοδέψει χρήματα, χωρίς να
κινητοποιήσει στρατούς, χωρίς να προκαλέσει πολέμους. Το κατόρθωσε ξεκινώντας με δώδεκα
μόνο μαθητές, που ήταν άσημοι, αμόρφωτοι, φτωχοί, γυμνοί, άοπλοι...
Με τέτοιους ανθρώπους κατόρθωσε να πείσει τα έθνη να σκέφτονται σωστά, όχι μόνο για την
παρούσα ζωή, αλλά και για τη μέλλουσα. Μπόρεσε να καταργήσει προγονικούς νόμους, να

ξεριζώσει αρχαίες συνήθειες και να φυτέψει νέες. Μπόρεσε ν’ αποσπάσει τον άνθρωπο από τον
εύκολο τρόπο ζωής και να τον οδηγήσει στο δύσκολο. Και όλ’ αυτά τα κατόρθωσε, ενώ όλοι Τον
πολεμούσαν, ενώ ο ίδιος είχε υπομείνει εξευτελιστική σταύρωση και ταπεινωτικό θάνατο!
Ασφαλώς δεν συμβαίνουν αυτά στους ανθρώπους. Μάλλον τα αντίθετα τους συμβαίνουν. Όσο
δηλαδή ζουν και ευδοκιμούν οι ίδιοι, το έργο τους προοδεύει. Όταν όμως πεθάνουν, καταστρέφεται
μαζί τους ό,τι δημιούργησαν. Και αυτό το παθαίνουν όχι μόνο οι πλούσιοι ούτε μόνο οι άρχοντες,
αλλά και οι κυβερνήτες ακόμα. Γιατί και οι νόμοι τους καταλύονται και η μνήμη τους σβήνει και τ'
όνομά τους ξεχνιέται και οι έμπιστοι άνθρωποί τους παραγκωνίζονται.
Αυτά συμβαίνουν σ' εκείνους, που πρώτα μ' ένα νεύμα κυβερνούσαν λαούς και οδηγούσαν στον
πόλεμο ολόκληρες στρατιές. Σ' εκείνους, που καταδίκαζαν σε θάνατο και ανακαλούσαν εξόριστους.
Στον Κύριο όμως έγινε ακριβώς το αντίθετο. Θλιβερή ήταν η κατάσταση του έργου Του πριν από
τη σταύρωση: Ο Ιούδας Τον πρόδωσε, ο Πέτρος Τον αρνήθηκε, οι υπόλοιποι μαθητές έφυγαν για
να σωθούν και πολλοί πιστοί Τον εγκατέλειψαν. Μόνος έμεινε ανάμεσα στους εχθρούς. Όμως, μετά
τη σφαγή και το θάνατο, για να μάθεις ότι δεν ήταν απλός άνθρωπος ο Σταυρωμένος, έγιναν όλα
λαμπρότερα, φαιδρότερα, ενδοξότερα.
Ο Πέτρος, ο κορυφαίος απόστολος, αυτός που πριν από τη σταύρωση δεν άντεξε την απειλή μιας
υπηρετριούλας, αλλά, μετά από τόσες ουράνιες διδασκαλίες και τη συμμετοχή του στα θεία
μυστήρια, είπε ότι δεν γνωρίζει τον Κύριο, αυτός ο ίδιος, μετά τη σταύρωση, Τον κήρυξε στα
πέρατα της οικουμένης. Αναρίθμητα πλήθη μαρτύρων θυσιάστηκαν, γιατί προτίμησαν να
θανατωθούν παρά ν’ αρνηθούν το Χριστό, όπως τον είχε αρνηθεί ο κορυφαίος απόστολος,
τρομοκρατημένος από την απειλή ενός κοριτσιού. Όλες τώρα οι χώρες, όλες οι πόλεις, τα ερημικά
και τα κατοικημένα μέρη, τον Σταυρωμένο ομολογούν. Σ’ Αυτόν πιστεύουν οι βασιλιάδες κι οι
στρατηγοί, οι άρχοντες και οι ύπατοι, οι δούλοι και οι ελεύθεροι, οι αγράμματοι και οι μορφωμένοι,
οι βάρβαροι και τα διάφορα έθνη των ανθρώπων.
Ακόμα κι ο μικρός και ασήμαντος εκείνος τάφος, που δέχθηκε το αιμόφυρτο μαρτυρικό σώμα του
Κυρίου, είναι τιμιότερος από χίλια βασιλικά παλάτια και σεβαστός ακόμα και στους βασιλιάδες.
Το παράδοξο μάλιστα είναι, ότι αυτό που συνέβη στον Κύριο, συνέβη και στους μαθητές Του. Γιατί
αυτούς που περιφρονούσαν και φυλάκιζαν, αυτούς που βασάνιζαν σκληρά με αναρίθμητα
μαρτύρια, αυτούς ακριβώς τους ίδιους, μετά το θάνατό τους, τους τιμούσαν περισσότερο κι από
τους βασιλιάδες.
Και πώς φαίνεται αυτό; Στη Ρώμη, οι αυτοκράτορες και οι ύπατοι και οι στρατηγοί τα πάντα εγκαταλείπουν, και τρέχουν να προσκυνήσουν τους τάφους του ψαρά Πέτρου και του σκηνοποιού
Παύλου. Στην Κωνσταντινούπολη, αυτοί που φορούν τα στέμματα, θέλουν να ενταφιαστούν όχι
κοντά στους τάφους των αποστόλων, αλλά στα πρόθυρα των ναών τους. Κι έτσι γίνονται οι βασιλιάδες θυρωροί των ψαράδων! Μάλιστα δεν ντρέπονται γι' αυτό, αλλά και καυχιώνται. Καυχιώνται
όχι μόνο οι ίδιοι, αλλά και οι απόγονοί τους.
Όταν οι μαθητές του Χριστού ήταν μόνο δώδεκα και δεν υπήρχε στη σκέψη κανενός η Εκκλησία,
όταν ακόμα η ιουδαϊκή συναγωγή ανθούσε και η ασεβής ειδωλολατρία κυριαρχούσε σ' ολόκληρη
σχεδόν την οικουμένη, ο Κύριος είχε προφητέψει: «Πάνω σ' αυτή την πέτρα (δηλαδή πάνω στην
ομολογία πίστεως του Πέτρου) θα οικοδομήσω την Εκκλησία μου, και δεν θα την κατανικήσουν οι
δυνάμεις του άδη» (Ματθ. 16:18).
Διαπιστώνεις την αλήθεια αυτής της προφητείας; Βλέπεις την εκπλήρωσή της; Σκέψου πόσο
σημαντικό γεγονός είναι η εξάπλωση της Εκκλησίας σχεδόν σ’ όλη τη γη μέσα σε σύντομο χρονικό
διάστημα. Σκέψου πως άλλαξε τη ζωή τόσων εθνών και οδήγησε στην πίστη τόσους λαούς, πως
κατάργησε προγονικά έθιμα, πως απελευθέρωσε από μακροχρόνιες συνήθειες, πως σκόρπισε σαν
σκόνη την κυριαρχία της ηδονής και τη δύναμη της αμαρτίας, πως εξαφάνισε σαν καπνό την
ακάθαρτη τσίκνα των θυσιών, τις ειδωλολατρικές τελετές, τις βδελυκτές εορτές, τα ξόανα, τους
βωμούς και τους ναούς, πως οικοδόμησε παντού άγια θυσιαστήρια, στην πατρίδα μας και στις
χώρες των Περσών, των Σκυθών, των Μαύρων, των Ινδών. Τί λέω; Ακόμα και στα Βρετανικά

νησιά, που βρίσκονται μακριά από τη Μεσόγειο, στον ωκεανό, απλώθηκε η Εκκλησία και
χτίστηκαν θυσιαστήρια.
Το έργο της απελευθερώσεως τόσων λαών από μακροχρόνιες αισχρές συνήθειες, καθώς και η μεταβολή του τρόπου της ζωής από τον εύκολο στον πολύ δύσκολο, είναι πράγματι θαυμαστό,
μάλλον υπερθαύμαστο. Αποδεικνύει θεία ενέργεια, ακόμα κι αν κανείς δεν το είχε εμποδίσει, ακόμα
κι αν επικρατούσε ειρήνη και πολλοί το είχαν βοηθήσει. Γιατί η εξάπλωση της Εκκλησίας δεν
ερχόταν σε σύγκρουση μόνο με την αρχαία συνήθεια, αλλά και με την ηδονή, τον ευχάριστο τρόπο
ζωής. Είχε δηλαδή δυο ισχυρούς αντιπάλους, που τυραννούσαν τους ανθρώπους: τη συνήθεια και
την ηδονή.
Όσα είχαν παραλάβει, πολλούς αιώνες πριν, από τους πατέρες, τους παππούδες και τους αρχαιότερους προγόνους, ακόμα κι όσα είχαν παραλάβει από φιλοσόφους και ρήτορες, όλ' αυτά συμφώνησαν να τα περιφρονήσουν, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο. Έπρεπε ακόμα να δεχθούν έναν νέο
τρόπο ζωής, και μάλιστα πολύ δυσκολότερο. Γιατί απομάκρυνε από την τρυφή και οδηγούσε στη
νηστεία. Απομάκρυνε από τη φιλαργυρία και οδηγούσε στην ακτημοσύνη. Απομάκρυνε από την
ασέλγεια και οδηγούσε στην αγνεία. Απομάκρυνε από το θυμό και οδηγούσε στην πραότητα. Απομάκρυνε από το φθόνο και οδηγούσε στη φιλία. Απομάκρυνε από την άνετη κι ευχάριστη ζωή και
οδηγούσε στη δύσκολη, τη σκληρή, τη γεμάτη θλίψεις. Και μάλιστα οδηγούσε σ' αυτήν εκείνους,
που είχαν συνηθίσει στη ζωή των ανέσεων. Γιατί δεν έγιναν, βέβαια, χριστιανοί, άνθρωποι που
ζούσαν σ' άλλους κόσμους και δεν είχαν αμαρτωλές συνήθειες, αλλά έγιναν εκείνοι που είχαν
σαπίσει μέσα σ' αυτές και είχαν γίνει πιο μαλακοί κι από τον πηλό. Αυτούς κάλεσε να βαδίσουν τον
σκληρό και τραχύ δρόμο. Και τους έπεισε να τον βαδίσουν!
Πόσους έπεισε; Όχι μόνο δύο ή δέκα ή είκοσι ή εκατό, αλλ' αμέτρητους. Και με ποιούς τους έπεισε;
Με δώδεκα ανθρώπους αμόρφωτους, ακαλλιέργητους, άσημους, φτωχούς, χωρίς περιουσία, χωρίς
σωματική δύναμη, χωρίς δόξα, χωρίς λαμπρή καταγωγή, χωρίς ρητορική ικανότητα. Με δώδεκα
ανθρώπους που ήταν ψαράδες, σκηνοποιοί, αλλόγλωσσοι. Γιατί ούτε καν την ίδια γλώσσα δεν
είχαν με τους ειδωλολάτρες. Μιλούσαν την εβραϊκή, που ήταν πολύ διαφορετική απ' όλες τις άλλες
γλώσσες. Μ' αυτούς λοιπόν τους δώδεκα οικοδομήθηκε η Εκκλησία και απλώθηκε στα πέρατα της
οικουμένης.
Και δεν είναι μόνο τούτο το θαυμαστό, αλλά και το ότι αυτοί οι λίγοι, οι φτωχοί, οι αμόρφωτοι και
περιφρονημένοι, που βάλθηκαν ν' αλλάξουν την ανθρωπότητα, δεν έκαναν ανενόχλητοι το έργο
τους. Από παντού αντιμετώπιζαν αναρίθμητους πολέμους. Τους πολεμούσαν σε κάθε έθνος και σε
κάθε πόλη. Αλλά τί λέω για έθνη και πόλεις; Σε κάθε σπίτι ξεσηκωνόταν πόλεμος εναντίον τους. Η
διδασκαλία τους χώριζε πολλές φορές το παιδί από τον πατέρα, τη νύφη από την πεθερά, τον ένα
αδελφό από τον άλλο, το δούλο από τον αφέντη, τον υπήκοο από τον άρχοντα, τον άνδρα από τη
γυναίκα και τη γυναίκα από τον άνδρα. Στην κάθε οικογένεια δεν πίστευαν όλοι ταυτόχρονα, κι
έτσι οι χριστιανοί υπέμεναν καθημερινές διαμάχες, ακατάπαυστες εχθρότητες, μύριους θανάτους.
Σαν κοινούς αντιπάλους και εχθρούς όλοι τους πολεμούσαν. Τους καταδίωκαν οι βασιλιάδες, οι
άρχοντες, οι υπήκοοι, οι ελεύθεροι, οι δούλοι, οι όχλοι, οι πόλεις. Και δεν καταδίωκαν μόνο τους
ίδιους, αλλά - πράγμα φοβερό - καταδίωκαν ακόμα και τους νεόφυτους κατηχούμενους, εκείνους
δηλαδή που μόλις είχαν πιστέψει.
Προξενούσε φρίκη και οργή στους ειδωλολάτρες η σκέψη να εγκαταλείψουν τους βωμούς, να περιφρονήσουν τις θυσίες, που όλοι οι πατέρες και οι πρόγονοί τους τελούσαν, και να πιστέψουν στον
Κύριο. Να πιστέψουν σ' Αυτόν που έλαβε ανθρώπινη σάρκα από την Παρθένο Μαρία, που δικάστηκε από τον Πιλάτο, που έπαθε αναρίθμητα δεινά κι εξευτελισμούς, που υπέμεινε τον ατιμωτικό
θάνατο, που ενταφιάστηκε και αναστήθηκε.
Το παράδοξο μάλιστα είναι, ότι, ενώ τα πάθη του Κυρίου ήταν αναμφισβήτητα -πολλοί είχαν δει τις
μαστιγώσεις, τα χτυπήματα, τα φτυσίματα, τα ραπίσματα, το σταυρό, τους χλευασμούς, τον τάφο-,
δεν συνέβαινε το ίδιο και με την ανάσταση. Ο Κύριος, μετά από την ανάστασή Του, εμφανίστηκε
μόνο σε μαθητές. Παρά το γεγονός αυτό, μιλούσαν για την ανάσταση και έπειθαν τους λαούς και
οικοδομούσαν την Εκκλησία. Πώς; Με ποιόν τρόπο; Με τη δύναμη του Κυρίου, που τους έστειλε
να κηρύξουν το ευαγγέλιό Του στα έθνη. Αυτός ήταν που τους άνοιξε το δρόμο. Αυτός διευκόλυνε
το δύσκολο έργο τους. Αν δεν τους βοηθούσε η θεία δύναμη, ούτε καν θ' άρχιζε η διάδοση του

χριστιανισμού.
Γιατί ενώ οι τύραννοι οπλίζονταν εναντίον της Εκκλησίας, ενώ οι στρατιώτες πρότειναν τα όπλα
τους, ενώ οι όχλοι μαίνονταν σαν αγριεμένη φωτιά, ενώ η κακή συνήθεια αντιπαρατασσόταν, ενώ
ρήτορες, σοφιστές, πλούσιοι, ιδιώτες και άρχοντες ξεσηκώνονταν, ο λόγος του Θεού, πιο ισχυρός κι
από φλόγα, έκανε στάχτη τ' αγκάθια, καθάρισε τους αγρούς κι έσπειρε το λόγο του κηρύγματος.
Άλλοι από τους πιστούς ρίχνονταν στις φυλακές, άλλοι εξορίζονταν, άλλων οι περιουσίες δημεύονταν, άλλοι φονεύονταν, άλλοι διαμελίζονταν. Και μολονότι οι χριστιανοί αντιμετωπίζονταν σαν
κοινοί εγκληματίες, υπομένοντας κάθε είδος τιμωρίας, ατιμώσεως και διωγμού, όλο και
περισσότεροι έρχονταν στην Εκκλησία. Μάλιστα, όχι μόνο δεν αποθαρρύνονταν οι νέοι πιστοί από
τα βασανιστήρια που έβλεπαν να υπομένουν οι παλαιότεροι, αλλά γίνονταν προθυμότεροι! Μόνοι
τους έτρεχαν, αβίαστα, ευγνωμονώντας τους βασανιστές τους. Γίνονταν θερμότεροι στην πίστη,
βλέποντας τους χειμάρρους των αιμάτων των πιστών.
Είδες την ασύγκριτη δύναμη Εκείνου που έκανε όλ' αυτά τα θαύματα; Πώς είναι δυνατό να μη
λυπάται κανείς, υποφέροντας τέτοια φρικτά μαρτύρια; Όμως αυτοί χαίρονταν, σκιρτούσαν! Αυτό
ομολογεί, σαν παράδειγμα, ο άγιος ευαγγελιστής Λουκάς, πως έγινε και με τους αποστόλους, τότε
που «έφυγαν από το συνέδριο χαρούμενοι, γιατί αξιώθηκαν να κακοποιηθούν για χάρη του Χριστού» (Πράξ. 5:41).
Κι ενώ ούτ' ένα τοίχο δεν μπορεί να χτίσει κανείς με πέτρες και ασβέστη όταν καταδιώκεται, οι
απόστολοι έχτιζαν την Εκκλησία σ' όλη την οικουμένη υποφέροντας διωγμούς, φυλακίσεις, εξορίες
και μαρτυρικούς θανάτους. Και δεν την έχτιζαν με πέτρες, αλλά με ψυχές, πράγμα πολύ
δυσκολότερο. Γιατί δεν είναι το ίδιο να χτίζεις ένα τοίχο με το να πείθεις διεφθαρμένες ψυχές ν'
αλλάζουν τρόπο ζωής, να εγκαταλείπουν τη δαιμονική μανία τους και ν' ακολουθούν τη ζωή της
αρετής.
Το κατόρθωσαν όμως αυτό, γιατί είχαν μαζί τους την ακαταμάχητη δύναμη του Κυρίου, που είχε
προφητέψει: «Θα οικοδομήσω την Εκκλησία μου, και δεν θα την κατανικήσουν οι δυνάμεις του
άδη»(Ματθ. 16:18).
Συλλογίσου πόσοι τύραννοι πολέμησαν την Εκκλησία και πόσους φοβερούς διωγμούς ξεσήκωσαν
εναντίον της... Ο Αύγουστος, ο Τιβέριος, ο Γάιος, ο Νέρων, ο Βεσπασιανός, ο Τίτος και οι διάδοχοί
τους μέχρι τον Μέγα Κωνσταντίνο, ήταν όλοι ειδωλολάτρες. Και όλοι -άλλος ηπιότερα, άλλος
σκληρότερα- πολεμούσαν την Εκκλησία. Την πολεμούσαν όλοι. Κι αν μερικοί δεν ξεσήκωναν οι
ίδιοι διωγμούς, όμως η προσήλωσή τους στην ειδωλολατρία υποκινούσε στον αγώνα εναντίον της
Εκκλησίας όσους ήθελαν να τους κολακέψουν.
Παρ' όλα αυτά, τα κακόβουλα σχέδια και οι επιθέσεις των ειδωλολατρών διαλύθηκαν σαν ιστοί
αράχνης, σκορπίστηκαν σαν σκόνη, εξαφανίστηκαν σαν καπνός. Άλλα και όσα σχεδίαζαν εναντίον
της Εκκλησίας, έγιναν αφορμή να προκύψει μεγάλη ωφέλεια στους χριστιανούς. Γιατί δημιούργησαν τις χορείες των μαρτύρων, που αποτελούν το θησαυρό, τους στύλους, τους πύργους της Εκκλησίας.
Βλέπεις λοιπόν τη θαυμαστή εκπλήρωση της προφητείας; Πραγματικά, «οι δυνάμεις του άδη δεν
θα την κατανικήσουν». Από τα παρελθόντα όμως, πίστευε και για τα μέλλοντα. Και στο μέλλον
κανείς δεν θα μπορέσει να νικήσει την Εκκλησία. Γιατί αν δεν κατόρθωσαν να τη συντρίψουν όταν
αριθμούσε λίγα μέλη, όταν η διδασκαλία της φαινόταν καινούργια και παράξενη, όταν τόσοι
φοβεροί πόλεμοι και τόσοι πολλοί διωγμοί από παντού ξεσηκώνονταν εναντίον της, πολύ
περισσότερο δεν θα μπορέσουν να τη βλάψουν τώρα, που κυριάρχησε σ' όλη την οικουμένη, που
κυρίεψε όλα τα έθνη και που εξαφάνισε τους βωμούς και τα είδωλα, τις γιορτές και τις τελετές, τον
καπνό και την τσίκνα των αισχρών θυσιών.
Πώς πέτυχαν οι απόστολοι ένα τόσο μεγάλο, ένα τόσο σπουδαίο κατόρθωμα, έπειτα από τόσα
εμπόδια; Ασφαλώς με τη θεϊκή και ακαταμάχητη δύναμη Εκείνου, που προφήτεψε τη δημιουργία
και το θρίαμβο της Εκκλησίας. Αυτό κανείς δεν μπορεί να το αρνηθεί, εκτός κι αν είναι ανόητος και
εντελώς ανίκανος να σκέφτεται.

Ο Θριαμβος τής Εκκλησίας β'
6:34 μ.μ. Αναρτήθηκε από Nikos
Ετικέτες εκκλησία - θρίαμβος - αγιος ιωάννης ο χρυσόστομος

Πώς αποδεικνύεται ότι ο Χριστός είναι Θεός; Στο βασικό αυτό ερώτημα ας μην προσπαθήσουμε ν’ απαντήσουμε με το
επιχείρημα της δημιουργίας του ουρανού και της γης, γιατί ο άπιστος δεν θα το παραδεχθεί. Αν του πούμε ότι ανέστησε
νεκρούς, θεράπευσε τυφλούς, έδιωξε δαιμόνια, ούτε τότε θα συμφωνήσει. Αν του πούμε ότι υποσχέθηκε ανάσταση
νεκρών, βασιλεία ουρανών και ανέκφραστα αγαθά, τότε όχι μόνο δεν θα συμφωνήσει, αλλά και θα γελάσει.
Πώς λοιπόν θα τον οδηγήσουμε στην πίστη, και μάλιστα όταν δεν είναι πνευματικά καλλιεργημένος; Ασφαλώς με το να
στηριχθούμε σε αλήθειες, που κι εμείς και αυτός παραδεχόμαστε χωρίς καμιά αντίρρηση και αμφιβολία.
Σε ποιο λοιπόν σημείο συμφωνούμε μαζί του απόλυτα; Στο ότι ο Χριστός φύτεψε την Εκκλησία. Απ’ αυτό θα
φανερώσουμε τη δύναμη και θ’ αποδείξουμε τη θεότητα του Χριστού. Θα δούμε ότι είναι αδύνατο ν’ αποτελεί ανθρώπινο
έργο η διάδοση του Χριστιανισμού σ’ όλη την οικουμένη μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Και μάλιστα, όταν η
χριστιανική ηθική προσκαλεί στην ανώτερη ζωή ανθρώπους με κακές συνήθειες, δούλους της αμαρτίας. Και όμως, ο
Κύριος κατόρθωσε να ελευθερώσει απ’ όλα αυτά όχι μόνο εμάς, μα ολόκληρο το ανθρώπινο γένος.
Κι αυτό το κατόρθωσε χωρίς να χρησιμοποιήσει όπλα, χωρίς να ξοδέψει χρήματα, χωρίς να κινητοποιήσει στρατούς,
χωρίς να προκαλέσει πολέμους. Το κατόρθωσε ξεκινώντας με δώδεκα μόνο μαθητές, που ήταν άσημοι, αμόρφωτοι,
φτωχοί, γυμνοί, άοπλοι...
Με τέτοιους ανθρώπους κατόρθωσε να πείσει τα έθνη να σκέφτονται σωστά, όχι μόνο για την παρούσα ζωή, αλλά και για
τη μέλλουσα. Μπόρεσε να καταργήσει προγονικούς νόμους, να ξεριζώσει αρχαίες συνήθειες και να φυτέψει νέες.
Μπόρεσε ν’ αποσπάσει τον άνθρωπο από τον εύκολο τρόπο ζωής και να τον οδηγήσει στο δύσκολο. Και όλ’ αυτά τα
κατόρθωσε, ενώ όλοι Τον πολεμούσαν, ενώ ο ίδιος είχε υπομείνει εξευτελιστική σταύρωση και ταπεινωτικό θάνατο!
Ασφαλώς δεν συμβαίνουν αυτά στους ανθρώπους. Μάλλον τα αντίθετα τους συμβαίνουν. Όσο δηλαδή ζουν και
ευδοκιμούν οι ίδιοι, το έργο τους προοδεύει. Όταν όμως πεθάνουν, καταστρέφεται μαζί τους ό,τι δημιούργησαν. Και αυτό
το παθαίνουν όχι μόνο οι πλούσιοι ούτε μόνο οι άρχοντες, αλλά και οι κυβερνήτες ακόμα. Γιατί και οι νόμοι τους
καταλύονται και η μνήμη τους σβήνει και τ' όνομά τους ξεχνιέται και οι έμπιστοι άνθρωποί τους παραγκωνίζονται.
Αυτά συμβαίνουν σ' εκείνους, που πρώτα μ' ένα νεύμα κυβερνούσαν λαούς και οδηγούσαν στον πόλεμο ολόκληρες
στρατιές. Σ' εκείνους, που καταδίκαζαν σε θάνατο και ανακαλούσαν εξόριστους.
Στον Κύριο όμως έγινε ακριβώς το αντίθετο. Θλιβερή ήταν η κατάσταση του έργου Του πριν από τη σταύρωση: Ο Ιούδας
Τον πρόδωσε, ο Πέτρος Τον αρνήθηκε, οι υπόλοιποι μαθητές έφυγαν για να σωθούν και πολλοί πιστοί Τον εγκατέλειψαν.
Μόνος έμεινε ανάμεσα στους εχθρούς. Όμως, μετά τη σφαγή και το θάνατο, για να μάθεις ότι δεν ήταν απλός άνθρωπος
ο Σταυρωμένος, έγιναν όλα λαμπρότερα, φαιδρότερα, ενδοξότερα.
Ο Πέτρος, ο κορυφαίος απόστολος, αυτός που πριν από τη σταύρωση δεν άντεξε την απειλή μιας υπηρετριούλας, αλλά,
μετά από τόσες ουράνιες διδασκαλίες και τη συμμετοχή του στα θεία μυστήρια, είπε ότι δεν γνωρίζει τον Κύριο, αυτός ο
ίδιος, μετά τη σταύρωση, Τον κήρυξε στα πέρατα της οικουμένης. Αναρίθμητα πλήθη μαρτύρων θυσιάστηκαν, γιατί
προτίμησαν να θανατωθούν παρά ν’ αρνηθούν το Χριστό, όπως τον είχε αρνηθεί ο κορυφαίος απόστολος,
τρομοκρατημένος από την απειλή ενός κοριτσιού. Όλες τώρα οι χώρες, όλες οι πόλεις, τα ερημικά και τα κατοικημένα
μέρη, τον Σταυρωμένο ομολογούν. Σ’ Αυτόν πιστεύουν οι βασιλιάδες κι οι στρατηγοί, οι άρχοντες και οι ύπατοι, οι δούλοι
και οι ελεύθεροι, οι αγράμματοι και οι μορφωμένοι, οι βάρβαροι και τα διάφορα έθνη των ανθρώπων.
Ακόμα κι ο μικρός και ασήμαντος εκείνος τάφος, που δέχθηκε το αιμόφυρτο μαρτυρικό σώμα του Κυρίου, είναι τιμιότερος
από χίλια βασιλικά παλάτια και σεβαστός ακόμα και στους βασιλιάδες.
Το παράδοξο μάλιστα είναι, ότι αυτό που συνέβη στον Κύριο, συνέβη και στους μαθητές Του. Γιατί αυτούς που
περιφρονούσαν και φυλάκιζαν, αυτούς που βασάνιζαν σκληρά με αναρίθμητα μαρτύρια, αυτούς ακριβώς τους ίδιους,
μετά το θάνατό τους, τους τιμούσαν περισσότερο κι από τους βασιλιάδες.
Και πώς φαίνεται αυτό; Στη Ρώμη, οι αυτοκράτορες και οι ύπατοι και οι στρατηγοί τα πάντα εγκαταλείπουν, και τρέχουν
να προσκυνήσουν τους τάφους του ψαρά Πέτρου και του σκηνοποιού Παύλου. Στην Κωνσταντινούπολη, αυτοί που
φορούν τα στέμματα, θέλουν να ενταφιαστούν όχι κοντά στους τάφους των αποστόλων, αλλά στα πρόθυρα των ναών
τους. Κι έτσι γίνονται οι βασιλιάδες θυρωροί των ψαράδων! Μάλιστα δεν ντρέπονται γι' αυτό, αλλά και καυχιώνται.
Καυχιώνται όχι μόνο οι ίδιοι, αλλά και οι απόγονοί τους.

Όταν οι μαθητές του Χριστού ήταν μόνο δώδεκα και δεν υπήρχε στη σκέψη κανενός η Εκκλησία, όταν ακόμα η ιουδαϊκή
συναγωγή ανθούσε και η ασεβής ειδωλολατρία κυριαρχούσε σ' ολόκληρη σχεδόν την οικουμένη, ο Κύριος είχε
προφητέψει: «Πάνω σ' αυτή την πέτρα (δηλαδή πάνω στην ομολογία πίστεως του Πέτρου) θα οικοδομήσω την Εκκλησία
μου, και δεν θα την κατανικήσουν οι δυνάμεις του άδη» (Ματθ. 16:18).
Διαπιστώνεις την αλήθεια αυτής της προφητείας; Βλέπεις την εκπλήρωσή της; Σκέψου πόσο σημαντικό γεγονός είναι η
εξάπλωση της Εκκλησίας σχεδόν σ’ όλη τη γη μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Σκέψου πως άλλαξε τη ζωή τόσων
εθνών και οδήγησε στην πίστη τόσους λαούς, πως κατάργησε προγονικά έθιμα, πως απελευθέρωσε από μακροχρόνιες
συνήθειες, πως σκόρπισε σαν σκόνη την κυριαρχία της ηδονής και τη δύναμη της αμαρτίας, πως εξαφάνισε σαν καπνό
την ακάθαρτη τσίκνα των θυσιών, τις ειδωλολατρικές τελετές, τις βδελυκτές εορτές, τα ξόανα, τους βωμούς και τους
ναούς, πως οικοδόμησε παντού άγια θυσιαστήρια, στην πατρίδα μας και στις χώρες των Περσών, των Σκυθών, των
Μαύρων, των Ινδών. Τί λέω; Ακόμα και στα Βρετανικά νησιά, που βρίσκονται μακριά από τη Μεσόγειο, στον ωκεανό,
απλώθηκε η Εκκλησία και χτίστηκαν θυσιαστήρια.
Το έργο της απελευθερώσεως τόσων λαών από μακροχρόνιες αισχρές συνήθειες, καθώς και η μεταβολή του τρόπου της
ζωής από τον εύκολο στον πολύ δύσκολο, είναι πράγματι θαυμαστό, μάλλον υπερθαύμαστο. Αποδεικνύει θεία ενέργεια,
ακόμα κι αν κανείς δεν το είχε εμποδίσει, ακόμα κι αν επικρατούσε ειρήνη και πολλοί το είχαν βοηθήσει. Γιατί η εξάπλωση
της Εκκλησίας δεν ερχόταν σε σύγκρουση μόνο με την αρχαία συνήθεια, αλλά και με την ηδονή, τον ευχάριστο τρόπο
ζωής. Είχε δηλαδή δυο ισχυρούς αντιπάλους, που τυραννούσαν τους ανθρώπους: τη συνήθεια και την ηδονή.
Όσα είχαν παραλάβει, πολλούς αιώνες πριν, από τους πατέρες, τους παππούδες και τους αρχαιότερους προγόνους,
ακόμα κι όσα είχαν παραλάβει από φιλοσόφους και ρήτορες, όλ' αυτά συμφώνησαν να τα περιφρονήσουν, πράγμα
εξαιρετικά δύσκολο. Έπρεπε ακόμα να δεχθούν έναν νέο τρόπο ζωής, και μάλιστα πολύ δυσκολότερο. Γιατί απομάκρυνε
από την τρυφή και οδηγούσε στη νηστεία. Απομάκρυνε από τη φιλαργυρία και οδηγούσε στην ακτημοσύνη. Απομάκρυνε
από την ασέλγεια και οδηγούσε στην αγνεία. Απομάκρυνε από το θυμό και οδηγούσε στην πραότητα. Απομάκρυνε από
το φθόνο και οδηγούσε στη φιλία. Απομάκρυνε από την άνετη κι ευχάριστη ζωή και οδηγούσε στη δύσκολη, τη σκληρή,
τη γεμάτη θλίψεις. Και μάλιστα οδηγούσε σ' αυτήν εκείνους, που είχαν συνηθίσει στη ζωή των ανέσεων. Γιατί δεν έγιναν,
βέβαια, χριστιανοί, άνθρωποι που ζούσαν σ' άλλους κόσμους και δεν είχαν αμαρτωλές συνήθειες, αλλά έγιναν εκείνοι
που είχαν σαπίσει μέσα σ' αυτές και είχαν γίνει πιο μαλακοί κι από τον πηλό. Αυτούς κάλεσε να βαδίσουν τον σκληρό και
τραχύ δρόμο. Και τους έπεισε να τον βαδίσουν!
Πόσους έπεισε; Όχι μόνο δύο ή δέκα ή είκοσι ή εκατό, αλλ' αμέτρητους. Και με ποιούς τους έπεισε; Με δώδεκα
ανθρώπους αμόρφωτους, ακαλλιέργητους, άσημους, φτωχούς, χωρίς περιουσία, χωρίς σωματική δύναμη, χωρίς δόξα,
χωρίς λαμπρή καταγωγή, χωρίς ρητορική ικανότητα. Με δώδεκα ανθρώπους που ήταν ψαράδες, σκηνοποιοί, αλλόγλωσσοι. Γιατί ούτε καν την ίδια γλώσσα δεν είχαν με τους ειδωλολάτρες. Μιλούσαν την εβραϊκή, που ήταν πολύ
διαφορετική απ' όλες τις άλλες γλώσσες. Μ' αυτούς λοιπόν τους δώδεκα οικοδομήθηκε η Εκκλησία και απλώθηκε στα
πέρατα της οικουμένης.
Και δεν είναι μόνο τούτο το θαυμαστό, αλλά και το ότι αυτοί οι λίγοι, οι φτωχοί, οι αμόρφωτοι και περιφρονημένοι, που
βάλθηκαν ν' αλλάξουν την ανθρωπότητα, δεν έκαναν ανενόχλητοι το έργο τους. Από παντού αντιμετώπιζαν αναρίθμητους
πολέμους. Τους πολεμούσαν σε κάθε έθνος και σε κάθε πόλη. Αλλά τί λέω για έθνη και πόλεις; Σε κάθε σπίτι
ξεσηκωνόταν πόλεμος εναντίον τους. Η διδασκαλία τους χώριζε πολλές φορές το παιδί από τον πατέρα, τη νύφη από την
πεθερά, τον ένα αδελφό από τον άλλο, το δούλο από τον αφέντη, τον υπήκοο από τον άρχοντα, τον άνδρα από τη
γυναίκα και τη γυναίκα από τον άνδρα. Στην κάθε οικογένεια δεν πίστευαν όλοι ταυτόχρονα, κι έτσι οι χριστιανοί
υπέμεναν καθημερινές διαμάχες, ακατάπαυστες εχθρότητες, μύριους θανάτους.
Σαν κοινούς αντιπάλους και εχθρούς όλοι τους πολεμούσαν. Τους καταδίωκαν οι βασιλιάδες, οι άρχοντες, οι υπήκοοι, οι
ελεύθεροι, οι δούλοι, οι όχλοι, οι πόλεις. Και δεν καταδίωκαν μόνο τους ίδιους, αλλά - πράγμα φοβερό - καταδίωκαν
ακόμα και τους νεόφυτους κατηχούμενους, εκείνους δηλαδή που μόλις είχαν πιστέψει.
Προξενούσε φρίκη και οργή στους ειδωλολάτρες η σκέψη να εγκαταλείψουν τους βωμούς, να περιφρονήσουν τις θυσίες,
που όλοι οι πατέρες και οι πρόγονοί τους τελούσαν, και να πιστέψουν στον Κύριο. Να πιστέψουν σ' Αυτόν που έλαβε
ανθρώπινη σάρκα από την Παρθένο Μαρία, που δικάστηκε από τον Πιλάτο, που έπαθε αναρίθμητα δεινά κι
εξευτελισμούς, που υπέμεινε τον ατιμωτικό θάνατο, που ενταφιάστηκε και αναστήθηκε.
Το παράδοξο μάλιστα είναι, ότι, ενώ τα πάθη του Κυρίου ήταν αναμφισβήτητα -πολλοί είχαν δει τις μαστιγώσεις, τα
χτυπήματα, τα φτυσίματα, τα ραπίσματα, το σταυρό, τους χλευασμούς, τον τάφο-, δεν συνέβαινε το ίδιο και με την
ανάσταση. Ο Κύριος, μετά από την ανάστασή Του, εμφανίστηκε μόνο σε μαθητές. Παρά το γεγονός αυτό, μιλούσαν για
την ανάσταση και έπειθαν τους λαούς και οικοδομούσαν την Εκκλησία. Πώς; Με ποιόν τρόπο; Με τη δύναμη του Κυρίου,
που τους έστειλε να κηρύξουν το ευαγγέλιό Του στα έθνη. Αυτός ήταν που τους άνοιξε το δρόμο. Αυτός διευκόλυνε το
δύσκολο έργο τους. Αν δεν τους βοηθούσε η θεία δύναμη, ούτε καν θ' άρχιζε η διάδοση του χριστιανισμού.
Γιατί ενώ οι τύραννοι οπλίζονταν εναντίον της Εκκλησίας, ενώ οι στρατιώτες πρότειναν τα όπλα τους, ενώ οι όχλοι
μαίνονταν σαν αγριεμένη φωτιά, ενώ η κακή συνήθεια αντιπαρατασσόταν, ενώ ρήτορες, σοφιστές, πλούσιοι, ιδιώτες και
άρχοντες ξεσηκώνονταν, ο λόγος του Θεού, πιο ισχυρός κι από φλόγα, έκανε στάχτη τ' αγκάθια, καθάρισε τους αγρούς κι
έσπειρε το λόγο του κηρύγματος. Άλλοι από τους πιστούς ρίχνονταν στις φυλακές, άλλοι εξορίζονταν, άλλων οι
περιουσίες δημεύονταν, άλλοι φονεύονταν, άλλοι διαμελίζονταν. Και μολονότι οι χριστιανοί αντιμετωπίζονταν σαν κοινοί
εγκληματίες, υπομένοντας κάθε είδος τιμωρίας, ατιμώσεως και διωγμού, όλο και περισσότεροι έρχονταν στην Εκκλησία.
Μάλιστα, όχι μόνο δεν αποθαρρύνονταν οι νέοι πιστοί από τα βασανιστήρια που έβλεπαν να υπομένουν οι παλαιότεροι,
αλλά γίνονταν προθυμότεροι! Μόνοι τους έτρεχαν, αβίαστα, ευγνωμονώντας τους βασανιστές τους. Γίνονταν θερμότεροι
στην πίστη, βλέποντας τους χειμάρρους των αιμάτων των πιστών.
Είδες την ασύγκριτη δύναμη Εκείνου που έκανε όλ' αυτά τα θαύματα; Πώς είναι δυνατό να μη λυπάται κανείς,
υποφέροντας τέτοια φρικτά μαρτύρια; Όμως αυτοί χαίρονταν, σκιρτούσαν! Αυτό ομολογεί, σαν παράδειγμα, ο άγιος
ευαγγελιστής Λουκάς, πως έγινε και με τους αποστόλους, τότε που «έφυγαν από το συνέδριο χαρούμενοι, γιατί
αξιώθηκαν να κακοποιηθούν για χάρη του Χριστού» (Πράξ. 5:41).
Κι ενώ ούτ' ένα τοίχο δεν μπορεί να χτίσει κανείς με πέτρες και ασβέστη όταν καταδιώκεται, οι απόστολοι έχτιζαν την
Εκκλησία σ' όλη την οικουμένη υποφέροντας διωγμούς, φυλακίσεις, εξορίες και μαρτυρικούς θανάτους. Και δεν την

έχτιζαν με πέτρες, αλλά με ψυχές, πράγμα πολύ δυσκολότερο. Γιατί δεν είναι το ίδιο να χτίζεις ένα τοίχο με το να πείθεις
διεφθαρμένες ψυχές ν' αλλάζουν τρόπο ζωής, να εγκαταλείπουν τη δαιμονική μανία τους και ν' ακολουθούν τη ζωή της
αρετής.
Το κατόρθωσαν όμως αυτό, γιατί είχαν μαζί τους την ακαταμάχητη δύναμη του Κυρίου, που είχε προφητέψει: «Θα
οικοδομήσω την Εκκλησία μου, και δεν θα την κατανικήσουν οι δυνάμεις του άδη»(Ματθ. 16:18).
Συλλογίσου πόσοι τύραννοι πολέμησαν την Εκκλησία και πόσους φοβερούς διωγμούς ξεσήκωσαν εναντίον της... Ο
Αύγουστος, ο Τιβέριος, ο Γάιος, ο Νέρων, ο Βεσπασιανός, ο Τίτος και οι διάδοχοί τους μέχρι τον Μέγα Κωνσταντίνο, ήταν
όλοι ειδωλολάτρες. Και όλοι -άλλος ηπιότερα, άλλος σκληρότερα- πολεμούσαν την Εκκλησία. Την πολεμούσαν όλοι. Κι αν
μερικοί δεν ξεσήκωναν οι ίδιοι διωγμούς, όμως η προσήλωσή τους στην ειδωλολατρία υποκινούσε στον αγώνα εναντίον
της Εκκλησίας όσους ήθελαν να τους κολακέψουν.
Παρ' όλα αυτά, τα κακόβουλα σχέδια και οι επιθέσεις των ειδωλολατρών διαλύθηκαν σαν ιστοί αράχνης, σκορπίστηκαν
σαν σκόνη, εξαφανίστηκαν σαν καπνός. Άλλα και όσα σχεδίαζαν εναντίον της Εκκλησίας, έγιναν αφορμή να προκύψει
μεγάλη ωφέλεια στους χριστιανούς. Γιατί δημιούργησαν τις χορείες των μαρτύρων, που αποτελούν το θησαυρό, τους
στύλους, τους πύργους της Εκκλησίας.
Βλέπεις λοιπόν τη θαυμαστή εκπλήρωση της προφητείας; Πραγματικά, «οι δυνάμεις του άδη δεν θα την κατανικήσουν».
Από τα παρελθόντα όμως, πίστευε και για τα μέλλοντα. Και στο μέλλον κανείς δεν θα μπορέσει να νικήσει την Εκκλησία.
Γιατί αν δεν κατόρθωσαν να τη συντρίψουν όταν αριθμούσε λίγα μέλη, όταν η διδασκαλία της φαινόταν καινούργια και
παράξενη, όταν τόσοι φοβεροί πόλεμοι και τόσοι πολλοί διωγμοί από παντού ξεσηκώνονταν εναντίον της, πολύ
περισσότερο δεν θα μπορέσουν να τη βλάψουν τώρα, που κυριάρχησε σ' όλη την οικουμένη, που κυρίεψε όλα τα έθνη
και που εξαφάνισε τους βωμούς και τα είδωλα, τις γιορτές και τις τελετές, τον καπνό και την τσίκνα των αισχρών θυσιών.
Πώς πέτυχαν οι απόστολοι ένα τόσο μεγάλο, ένα τόσο σπουδαίο κατόρθωμα, έπειτα από τόσα εμπόδια; Ασφαλώς με τη
θεϊκή και ακαταμάχητη δύναμη Εκείνου, που προφήτεψε τη δημιουργία και το θρίαμβο της Εκκλησίας. Αυτό κανείς δεν
μπορεί να το αρνηθεί, εκτός κι αν είναι ανόητος και εντελώς ανίκανος να σκέφτεται.

«Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν». Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου
Λέγει ὁ Ἰωσὴφ εἰς τοὺς ἀδελφούς του: «Νὰ μὴν ὀργίζεσθε καθ’ ὁδὸν ὁ ἕνας ἐναντίον τοῦ ἄλλου»,
ἀλλὰ ἀφοῦ σκεφθῆτε ὅτι δέν σᾶς κατελόγισα καμμίαν κατηγορίαν, διὰ ὅσα ἐκάματε εἰς βάρος μου,
καὶ ἐσεῖς νὰ ἔχετε ἀγάπην μεταξύ σας (Γεν. 45, 24).
Ποῖος θὰ ἠμποροῦσε νὰ θαυμάσῃ ἐπάξια τὴν ἀρετὴν τοῦ δικαίου αὐτοῦ ἀνδρός, πού ἐξεπλήρωσεν
ἐξ ὁλοκλήρου τὴν φιλοσοφίαν τῆς Καινῆς Διαθήκης; (φιλοσοφία: Εἰς τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς
συγγραφεῖς ὁ ὅρος σημαίνει γενικῶς τὴν Χριστιανικὴν Θεολογίαν καὶ τὴν κατὰ Χριστὸν ἄσκησιν
καὶ ζωήν).
Καὶ αὐτὸ τὸ ὁποῖον συνιστᾶ ὁ Χριστὸς εἰς τοὺς Ἀποστόλους λέγων: «Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθρούς σας,
καὶ νὰ εὔχεσθε διὰ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι σᾶς καταρῶνται» (Ματθ. 5, 44), αὐτὸ καὶ ἀκόμη
περισσότερον ἔκαμεν ὁ μακάριος Ἰωσήφ.
Πράγματι ὄχι μόνον ἔδειξε τόσον μεγάλην ἀγάπην πρὸς τοὺς φονεῖς ἀδελφούς του ἀλλὰ καὶ κάμνει
τὸ πᾶν, ὥστε νὰ τοὺς ἐξηγήσῃ, ὅτι δὲν ἔκαμαν τίποτε τὸ κακὸν εἰς βάρος του.
Ὦ ὑπερβολικὴ εὐσέβεια! Ὦ μεγάλη εὐγνωμοσύνη καὶ ἄπειρη ἀγάπη πρὸς τὸν Θεόν! Διότι λέγει,
μήπως ἐσεῖς τὰ ἐκάματε αὐτά; Ἡ φροντὶς τοῦ Θεοῦ δι’ ἐμένα ἐπέτρεψε νὰ γίνουν ὅλα αὐτά, ὥστε
καὶ νὰ ἐπαληθεύσῃ τὰ ὄνειρά μου, καὶ νὰ γίνω ἀφορμὴ τῆς σωτηρίας σας.
Τὸ νὰ εὑρεθῶμεν λοιπὸν ὅλα τὰ ἀδέλφια ἐν μέσῳ θλίψεων καὶ πειρασμῶν αὐτὸ εἶναι ἀπόδειξις τῆς
φροντίδος καὶ τῆς προνοίας τοῦ Θεοῦ διὰ ἡμᾶς.
Νὰ μὴν ἐπιζητῶμεν λοιπὸν μὲ κάθε τρόπον τὴν ἄνεσιν καὶ τὴν ἡσυχίαν μας, ἀλλὰ καὶ ὅταν ἀκόμη
ἔχωμεν κάθε ἄνεσιν καὶ ὅταν ἀντιμετωπίζωμεν θλίψεις νὰ ἀναπέμπωμεν μὲ τὸν ἴδιον τρόπον τὴν
εὐχαριστίαν εἰς τὸν Κύριον, ὥστε βλέπων τὴν εὐγνωμοσύνην μας νὰ δείξη μεγαλυτέρα φροντίδα
διὰ ἡμᾶς, τὴν ὁποίαν εὔχομαι νὰ ἐπιτύχωμεν ὅλοι ἡμεῖς μὲ τὴν χάριν καὶ τὴν φιλανθρωπίαν τοῦ
Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ… (Κάθε δυσάρεστον συμβὰν νὰ τὸ ἐπισφραγίζωμεν μὲ τὴν φράσιν
αὐτήν: «ΔΟΞΑ ΤΩ ΘΕΩ ΠΑΝΤΩΝ ΕΝΕΚΕΝ».

Αὐτὴ ἡ φράσις εἶναι θανατηφόρον πλῆγμα διὰ τὸν διάβολον· ἐξαλείφει τὴν ταραχήν καί φέρνει
γαλήνη εἰς τὴν ψυχήν. Εἶναι γνωστὸν ὅτι καὶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος μὲ αὐτὴ τὴν φράσιν
παρέδωκε εἰς τὴν ἐξορίαν τὴν ψυχήν του εἰς τὸν Θεόν).
Ἀπὸ τὸ βιβλίο :
Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου
«ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙΑ».
Ἐκδόσεις: Ὀρθόδοξος Κυψέλη, 2000 μ.Χ

Να μην ταπεινώνεις τον αδελφό σου

Είσαι δίκαιος;
Να μην ταπεινώνεις τον αδελφό σου.

Έχεις άφθονα κατορθώματα;
Να μη χλευάζεις τον πλησίον σου και μειώνεις το εγκώμιό σου.
Και να προσέχεις τα λόγιά σου, αγαπητέ μου.
Περισσότερο οφείλει ο δίκαιος να φοβάται την υπερηφάνεια
παρά ο αμαρτωλός.
Αυτό το είπα και χθες, το λέω και σήμερα
Για εκείνους που έλειπαν χθες.
Διότι ο αμαρτωλός αναγκαστικά έχει τη συνείδησή του ταπεινή
Ενώ ο δίκαιος καυχιέται για τα κατορθώματά του.
Όπως, ακριβώς, και στα πλοία
Εκείνα που έχουν άδειο πλοίο, δεν φοβούνται την επίθεση των πειρατών
Διότι δεν έρχονται να διαρρήξουν το πλοίο που δεν έχει τίποτα
Ενώ εκείνοι που έχουν πλοίο που δεν έχει τίποτα
Ενώ εκείνοι που έχουν πλοίο γεμάτο με φορτίο, φοβούνται τους πειρατές.
Διότι ο πειρατής πηγαίνει εκεί που υπάρχει χρυσάφι
Όπου υπάρχει ασήμι, όπου υπάρχουν πολύτιμα πετράδια.
Έτσι και ο διάβολος, δεν απειλεί εύκολα τον αμαρτωλό
Αλλά τον δίκαιο, όπου υπάρχει πλούτος πολύς.
Επειδή πολλές φορές η υπερηφάνεια προέρχεται από την εχθρότητα του
διαβόλου
Είναι απαραίτητο να είμαστε προσεκτικοί.
Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου

Για να μη λυπάσθε( Του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου)

«Δεν θέλω, αδελφοί μου, να αγνοείτε όσα έχουν σχέση με εκείνους που έχουν κοιμηθεί,
για να μη λυπάσθε, όπως όλοι οι άλλοι που δεν έχουν ελπίδα. Γιατί, αν πιστεύουμε ότι ο
Ιησούς πέθανε και αναστήθηκε, έτσι και ο Θεός, εκείνους που έχουν κοιμηθεί, όντας
ενωμένοι μαζί του με την πίστη στον Ιησού, θα τους πάρει κοντά Του» (Α' Θεσ. 4, 13).
1. Ας δούμε λοιπόν, πρώτα απ' όλα αυτό: Γιατί δηλαδή, όταν μιλάει ο Απόστολος για
τον Χριστό, χρησιμοποιεί τη λέξη «θάνατο», ενώ όταν μιλάει για το τέλος του
ανθρώπου, ονομάζει το θάνατο «κοίμηση», και όχι θάνατο. Μιλάει για όσους έχουν
«κοιμηθεί» και όχι για όσους έχουν «πεθάνει». Γιατί λέει: «Αυτούς που έχουν κοιμηθεί
με πίστη στον Ιησού, θα τους πάρει Εκείνος κοντά Του».
Και στη συνέχεια λέει: «Εμείς οι ζωντανοί, που θα μείνουμε πίσω και θα είμαστε στη
ζωή, όταν έρθει ο Κύριος, δεν θα προφθάσουμε όσους θα έχουν κοιμηθεί» (Α' Θεσ. 4,
16)
Ούτε εδώ βέβαια είπε «αυτούς που θα έχουν πεθάνει», αλλά, μολονότι μιλάει τρίτη
φορά για το ίδιο θέμα, πάλι ονόμασε το θάνατο «κοίμηση». Όταν όμως μιλάει για τον
Χριστό, λέει: «Αν πιστεύουμε ότι ο Χριστός πέθανε». Δεν λέει «κοιμήθηκε», αλλά
«πέθανε».
Γιατί λοιπόν, για το θάνατο του Χριστού, χρησιμοποίησε τη λέξη «θάνατο», ενώ το
θάνατο του ανθρώπου τον ονόμασε «κοίμηση»; Δεν χρησιμοποίησε, ασφαλώς, ο
Απόστολος άσκοπα και επιπόλαια αυτές τις λέξεις, αλλά θέλησε, με αυτή τη
διάκριση, να διδάξει κάτι πολύ σπουδαίο και μεγάλο.
Για την περίπτωση του Χριστού, χρησιμοποίησε τη λέξη «θάνατο», για να βεβαιώσει
το πάθος Του. Για μας τους ανθρώπους όμως χρησιμοποίησε τη λέξη «κοίμηση», για
να παρηγορήσει τον πόνο μας.
Ο Χριστός αναστήθηκε. Γι' αυτό και ο Απόστολος χρησιμοποιεί με άνεση τη λέξη
«θάνατος». Για την περίπτωση όμως του ανθρώπου, ο οποίος στηρίζεται στην ελπίδα
της ανάστασής του, χρησιμοποιεί ο Απόστολος τη λέξη «κοίμηση». Προσπαθεί έτσι,
να παρηγορήσει τους συγγενείς για την στέρηση του ανθρώπου που έφυγε και,
ταυτόχρονα, να ενισχύσει το ηθικό τους, με την ελπίδα της ανάστασης του νεκρού.
Γιατί, όποιος έχει κοιμηθεί, σίγουρα θα αναστηθεί. Εφόσον ο θάνατος δεν είναι τίποτε
άλλο, παρά ύπνος βαθύς και παρατεταμένος.
Μπορείς βέβαια να πεις ότι αυτός που πέθανε δεν αισθάνεται, ούτε ακούει, ούτε
βλέπει τίποτα. Κι εγώ σου απαντώ: Και σ' αυτόν που κοιμάται συμβαίνει το ίδιο. Θα
μπορούσαμε μάλιστα να σημειώσουμε εδώ κάτι πολύ αξιοθαύμαστο. Η ψυχή δηλαδή
εκείνου που κοιμάται συμμετέχει, κατά κάποιο τρόπο, στον ύπνο του σώματος. Η
ψυχή όμως εκείνου που έχει πλέον πεθάνει, παραμένει στη ζωή και σε συνεχή
εγρήγορση.
Θα μπορούσε ίσως κάποιος να πει: Ναι, καλά όλα αυτά, αλλά εκείνος που πεθαίνει,
σε λίγο σαπίζει, διαλύεται και γίνεται σκόνη και στάχτη. Τι σημασία έχει όμως αυτό,

αγαπητέ μου; Αυτό είναι ακριβώς, εκείνο για το οποίο πρέπει να χαίρεσαι. Γιατί αυτό
κάνει και ο άνθρωπος, όταν θέλει να ξαναφτιάξει ένα σπίτι που έχει παλιώσει. Βγάζει
δηλαδή πρώτα έξω τους ενοίκους του και μετά, αφού γκρεμίσει το παλιό σπίτι, κτίζει
άλλο, καινούργιο και ομορφότερο. Φυσικά, καθόλου δεν λυπούνται οι ένοικοι που
βγήκαν για λίγο από το παλιό σπίτι, αλλά, αντίθετα, χαίρονται πάρα πολύ. Γιατί δεν
τους απασχολεί η κατεδάφιση, αλλά χαίρονται προκαταβολικά για τη νέα οικοδομή
που θα ξαναχτιστεί.
Το ίδιο ακριβώς κάνει και ο Θεός. Επειδή θέλει να μας ανακαινίσει, διαλύει το σώμα
μας, αφού πρώτα βγάλει έξω από αυτό την ψυχή μας. Θα ανακαινίσει το σώμα και
μετά θα εγκαταστήσει πάλι μέσα την ψυχή, και μάλιστα, με περισσότερη λαμπρότητα
και δόξα.
2. Το ίδιο θά 'κανε και αν είχε κανείς ένα μεταλλικό αντικείμενο, σκουριασμένο από
το χρόνο. Θα το έσπαζε σε μικρά κομμάτια, θα το έλιωνε στο καμίνι και θα το
ξανάχυνε, φτιάχνοντας έτσι ένα καινούργιο αντικείμενο, πιο λαμπρό και πιο όμορφο
από το παλιωμένο. Όπως λοιπόν, η διάλυση του μετάλλου στο καμίνι, δεν υπονοεί και
τον αφανισμό του, αλλά, αντίθετα, την ανάπλασή του, έτσι και ο θάνατος του
ανθρώπινου σώματος, δεν είναι καταστροφή κι αφανισμός, αλλά ανακαίνιση. Οταν
λοιπόν δεις να διαλύεται το σώμα και να σαπίζει, όπως λιώνει το μέταλλο στο καμίνι,
μη σταματήσεις σ' αυτό που βλέπεις, αλλά να προσδοκάς την ανακαίνιση. Ούτε πάλι,
να σταθείς στην αναλογία του παραδείγματος με την ανοικοδόμηση, αλλά γύρισε
πάλι τη σκέψη σου στο παράδειγμα του μεταλλουργού.
Ο μεταλλουργός, όταν χύνει το παλιό μέταλλο, δεν ξαναφτιάχνει, για παράδειγμα,
χρυσό και αθάνατο ανδριάντα, αλλά μεταλλικό και άψυχο. Ο Θεός όμως δεν κάνει
έτσι· αλλά, ενώ βάζει στη γη πήλινο και θνητό σώμα, ανασταίνει χρυσό και αθάνατο
ανδριάντα. Δέχεται η γη φθαρτό και θνητό σώμα και σου επιστρέφει άφθαρτο και
αθάνατο.
Μη στέκεσαι λοιπόν σ' εκείνον που έχει πια κλείσει τα μάτια του και κοίτεται βουβός
και άφωνος, αλλά σκέψου εκείνον που θα αναστηθεί. Σκέψου εκείνον που θα
απολαύσει δόξα ανέκφραστη, θαυμαστή και εξαίσια. Στρέψε τα μάτια σου απ' αυτό
που βλέπεις, σ' εκείνο που θα γίνει. Οδύρεσαι βέβαια και θρηνείς, γιατί έχασες την
συντροφιά ενός δικού σου ανθρώπου. Δεν είναι όμως λίγο παράλογο, αγαπητέ μου,
να παντρεύεις την κόρη σου σε ξένο τόπο και να μη στενοχωριέσαι που αυτή θα είναι
στο εξής μακριά σου -εφόσον αυτή θα περνάει καλά και θα είναι εκεί ευτυχισμένη- κι
εδώ που, όχι άνθρωπος, αλλά ο Ιδιος ο Κύριος πήρε κοντά Του τον άνθρωπό σου, να
θρηνείς σπαρακτικά και να οδύρεσαι;
Θα μου πεις βέβαια: Πώς μπορώ να μην πονάω; Άνθρωπός μου είναι αυτός που
έφυγε. Ούτε εγώ όμως σου λέω κάτι τέτοιο. Δεν σου μιλάω για τη λύπη, αλλά για την
υπερβολή. Γιατί, το να λυπάται κανείς, είναι φυσικό. Το να χτυπιέται όμως, πάνω από
το μέτρο, είναι δείγμα μανίας, παραφροσύνης και αδυναμίας, πράγμα που συνήθως
εκδηλώνει η γυναικεία ψυχή.
Πόνεσε, κλάψε, αλλά μην απογοητεύεσαι, μη θυμώνεις και μην αγανακτείς.
Ευχαρίστησε τον Θεό, που παίρνει κοντά Του τον άνθρωπό σου. Έτσι, θα τιμήσεις
εκείνον που έφυγε από αυτή τη ζωή και θα τον εφοδιάσεις με λαμπρά, εντάφια δώρα.

Αν όμως απελπιστείς, και εκείνον που έφυγε δυσκολεύεις και Εκείνον που τον πήρε
βλασφημείς και τον εαυτό σου βλάπτεις. Αντίθετα, αν ευχαριστείς γι' αυτό τον Θεό,
και τον άνθρωπό σου τίμησες και τον Θεό που τον πήρε δόξασες και τον εαυτό σου
έχεις ωφελήσει.
Δάκρυσε στο μέτρο που δάκρυσε κι ο Κύριός σου για τον Λάζαρο. Δάκρυσε και ο
Κύριος· κι έτσι, με το παράδειγμά Του, έχει θέσει και σε μας μέτρα, κανόνα και όρια
της λύπης. Αυτά τα όρια, δεν πρέπει ποτέ να τα υπερβαίνουμε.
Το ίδιο μας διδάσκει και ο Απόστολος Παύλος: «Για εκείνους», λέει, «που έχουν
κοιμηθεί, θέλω να ξέρετε, τι ακριβώς συμβαίνει, για να μη λυπάστε, σαν τους άλλους,
που δεν έχουν ελπίδα». Να λυπάσαι, λέει ο Απόστολος, αλλά όχι σαν τους
ειδωλολάτρες, που δεν έχουν ιδέα για την ανάσταση των νεκρών και γι' αυτό δεν
ελπίζουν στη μέλλουσα ζωή.
Σας λέω ειλικρινά πως ντρέπομαι και κοκκινίζω, όταν περπατάω έξω στους δρόμους
της πόλης και συναντώ γυναίκες να κλαίνε γοερά, να χτυπιούνται, να τραβούν τα
μαλλιά τους και να ξεσκίζουν το πρόσωπό τους. Και το πιο χειρότερο, αυτά τα κάνουν
μπροστά στα μάτια των άλλων, που είναι άπιστοι κι ειδωλολάτρες. Θα έχουν πάρα
πολύ δίκιο αυτοί, αν πουν για μας: Αυτοί είναι οι χριστιανοί, που πιστεύουν στην
ανάσταση των νεκρών; Αυτοί είναι ασφαλώς, μόνο που δεν συμφωνούν τα λόγια με
τα έργα τους. Με τα λόγια πιστεύουν στην ανάσταση των νεκρών, στην πράξη όμως
συμπεριφέρονται σαν εκείνους που δεν έχουν καμιά ελπίδα. Αν πίστευαν πραγματικά
πως υπάρχει ανάσταση, δεν θα έκαναν όλα αυτά που τώρα κάνουν. Αν ήταν βέβαιοι
ότι ο άνθρωπός τους έφυγε, για να κληρονομήσει την επουράνια δωρεά, δεν θα
θρηνούσαν τώρα έτσι απαρηγόρητα.
Αυτά και πολύ περισσότερα μας καταμαρτυρούν οι άπιστοι, όταν ακούν τα
μοιρολόγια μας. Ας ντραπούμε λίγο και ας σοβαρευτούμε, για να μη βλάπτουμε και
τον εαυτό μας και όσους μας βλέπουν να συμπεριφερόμαστε κατ' αυτό τον τρόπο.
Εξήγησέ μου λίγο, για ποιο λόγο σπαράζεις και μοιρολογάς εκείνον που έφυγε; Αν
ήταν κακός, πρέπει να ευχαριστείς τον Θεό, γιατί έδωσε τέλος στην κακία του. Αν
πάλι ήταν καλόγνωμος, πρέπει να χαίρεσαι, γιατί τον πήρε έγκαιρα κοντά Του ο
Θεός, πριν αλλάξει και χάσει τη σύνεσή του, εξαιτίας της κακίας. Εφυγε πια και
βρίσκεται σε τόπο που είναι ασφαλισμένος· κι έτσι δεν κινδυνεύει να χάσει τη
σωφροσύνη του.
Ισως όμως μου πεις ότι κλαις γιατί αυτός που έφυγε ήταν νέος. Δόξασε λοιπόν τον
Θεό, που τον πήρε νωρίς στην επουράνια κληρονομιά. Αλλά κι αν ήταν γέρος, πάλι
θα έπρεπε να ευχαριστείς και να δοξάζεις τον Θεό, γιατί τον πήρε κοντά Του και τον
ξεκούρασε.
Να σεβαστείς, σε παρακαλώ, την ώρα της εξόδιας ακολουθίας. Ψάλλονται τόσα
πολλά και ωραία τροπάρια, διαβάζονται τόσες ευχές. Είναι συγκεντρωμένος μεγάλος
κύκλος πατέρων της Εκκλησίας και πνευματικών αδελφών χριστιανών. Αυτοί
παρευρίσκονται, όχι για να βλέπουν εσένα αγανακτισμένον να κλαις και να
οδύρεσαι, αλλά για να ευχαριστούν μαζί σου τον Θεό, που ανέπαυσε τον άνθρωπό
σου. Γιατί γίνεται κι εδώ κάτι ανάλογο μ' εκείνο που συμβαίνει, όταν πρόκειται να
αναλάβει κανείς ένα σπουδαίο αξίωμα. Προπέμπουν όλοι εκείνον που πρόκειται να
τιμηθεί με το αξίωμα, με επευφημίες και ζητωκραυγές. Το ίδιο ακριβώς γίνεται και

στην κηδεία. Φεύγει ο πιστός και πηγαίνει κοντά στον Θεό, για να λάβει την
επουράνια κληρονομιά και να δεχθεί μεγαλύτερη τιμή και περισσότερη δόξα. Γι' αυτό
ακριβώς και τον προπέμπουν με ευχές και ψαλμωδίες, όχι μονάχα οι συγγενείς, αλλά
σύσσωμη η Εκκλησία.
Ο θάνατος είναι ανάπαυση, είναι απαλλαγή από κόπους και μέριμνες βιοτικές. Γι'
αυτό και, όταν δεις κάποιον δικό σου να φεύγει από αυτή τη ζωή, μην αγανακτείς,
αλλά στρέψου με κατάνυξη στον εαυτό σου. Εξέτασε τη συνείδησή σου. Αναλογίσου
ότι, μετά από λίγο, το ίδιο τέλος περιμένει κι εσένα. Σοβαρέψου και κάνε το θάνατο
του άλλου αφορμή για δική σου ανάνηψη. Σταμάτησε να ζεις αδιάφορα. Σκέψου, τι
έχεις εσύ μέχρι τότε κάνει. Διόρθωσε τα λάθη σου, άλλαξε τη ζωή σου.
Αυτό ακριβώς είναι εκείνο που ξεχωρίζει τους χριστιανούς από τους άπιστους. Αλλιώς
κρίνουν οι χριστιανοί τα πράγματα. Ο άπιστος κοιτάζει τον ουρανό και τον
προσκυνάει, γιατί νομίζει ότι ο ουρανός είναι ο Θεός. Στρέφεται ύστερα στη γη και τη
λατρεύει σαν Θεό, θαυμάζοντας ό,τι υλικό υπάρχει επάνω της.
Οι χριστιανοί όμως δεν κάνουν το ίδιο. Βλέπουν τον ουρανό και δοξάζουν τον
Δημιουργό του. Γιατί πιστεύουν ότι ο ουρανός είναι δημιούργημα και όχι Θεός. Η θέα
της δημιουργίας χειραγωγεί τον πιστό προς τον Δημιουργό της. Ο άπιστος βλέπει τον
πλούτο και τα επίγεια αγαθά και σαγηνεύεται. Βλέπει κι ο χριστιανός τον πλούτο και
τον περιφρονεί. Είναι ο άπιστος φτωχός και οδύρεται. Ζει φτωχικά ο χριστιανός και
χαίρεται. Διαφορετικά λοιπόν βλέπει ο χριστιανός τα πράγματα κι αλλιώς ο άπιστος.
Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με το θάνατο. Βλέπει τον νεκρό ο άπιστος και τον
θεωρεί οριστικά χαμένο. Τον βλέπει κι ο χριστιανός και τον θεωρεί, σαν να βρίσκεται
αυτός σε βαθύ ύπνο. Συμβαίνει και στην περίπτωση του θανάτου ό,τι γίνεται και με
τα γράμματα. Ολοι έχουμε τα ίδια μάτια και βλέπουμε τα διάφορα ψηφία. Εκείνοι που
ξέρουν να διαβάζουν, εισπράττουν το μήνυμα που φέρουν μέσα τους, καθώς
διαβάζονται τα γράμματα. Οσοι όμως δεν ξέρουν να διαβάζουν, βλέπουν βέβαια τα
γράμματα, αλλά δεν παίρνουν κανένα μήνυμα από την ύπαρξή τους.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στη ζωή μας. Με τα ίδια μάτια βλέπουμε τα γεγονότα,
αλλά όχι και με το ίδιο πιστεύω. Εφόσον λοιπόν διαφέρουμε ως χριστιανοί από τους
άπιστους, πώς είναι δυνατόν να συμπεριφερόμαστε κατά τον ίδιο τρόπο μ' αυτούς,
όταν συμβεί να φύγει κάποιος δικός μας από αυτή εδώ τη ζωή;
3. Αναλογίσου, αγαπητέ μου, για ποιο λόγο έφυγε ο άνθρωπός σου από αυτή εδώ τη
ζωή και παρηγορήσου. Αυτός τώρα βρίσκεται μαζί με τον Απόστολο Παύλο, με τον
Απόστολο Πέτρο, με το χορό όλων των Αγίων. Αναλογίσου πως αυτός θα αναστηθεί
με μεγάλη δόξα και λαμπρότητα. Με τα κλάματα και τους οδυρμούς δεν μπορείς να
αλλάξεις τίποτε απ' όσα έχουν ήδη γίνει. Αντίθετα, θα κάνεις μεγάλο κακό στον
εαυτό σου. Σκέψου, σε ποιους μοιάζεις με τα κλάματα και τα μοιρολόγια σου. Μη
γίνεσαι κοινωνός της αμαρτίας των απίστων. Ποιούς μιμείσαι με τους οδυρμούς σου;
Ποιούς άραγε ζηλεύεις; Ασφαλώς τους άπιστους. Αυτούς που δεν έχουν ελπίδα,
καθώς είπε και ο Απόστολος Παύλος: «Για να μη λυπάστε, όπως εκείνοι που δεν
έχουν ελπίδα». Πρόσεξε, τι ακριβώς θέλει να πει ο Απόστολος. Δεν είπε εκείνοι που
δεν έχουν ελπίδα για ανάσταση, αλλά «αυτοί που δεν έχουν ελπίδα». Γιατί αυτός που
δεν ελπίζει στη μέλλουσα Κρίση, δεν έχει καμιά ελπίδα. Αυτός δεν γνωρίζει ότι

υπάρχει Θεός, ούτε συνειδητοποιεί τη ματαιότητα αυτού εδώ του κόσμου. Αυτός δεν
πιστεύει στην Θεία Πρόνοια, η Οποία επιβλέπει και φροντίζει πάντοτε και διαρκώς
για όλους και όλα.
Αυτός βέβαια που δεν γνωρίζει και δεν πιστεύει στον Θεό, είναι πιο ανόητος και από
θηρίο, εφόσον έχει πετάξει από μέσα του κάθε ιερό και όσιο. Γιατί, όποιος δεν
περιμένει ότι θα λογοδοτήσει για τα έργα του, αυτός δεν νοιάζεται ν' αποκτήσει και
την αρετή· κι ούτε βέβαια ενδιαφέρεται να αποβάλει την κακία.
Ας αποφεύγουμε λοιπόν να μοιάζουμε στη συμπεριφορά με τους άπιστους. Τώρα πια
έχουμε καταλάβει το βάθος των πραγμάτων. Εχουμε διαπιστώσει πλέον την ανοησία
και την παραφροσύνη των άπιστων ανθρώπων, οι οποίοι θρηνούν και κόπτονται κατ'
αυτό τον τρόπο. Γιατί και ο Απόστολος Παύλος, γι' αυτό το λόγο σου έφερε τους
άπιστους ως παράδειγμα. Σου τους ανέφερε ακριβώς, για να δεις σε ποιο λάθος
πέφτεις, με το να τους μιμείσαι στη συμπεριφορά. Να φροντίζεις λοιπόν, να
αποφεύγεις τη συμφωνία μαζί τους και να επανέλθεις στη δική σου, τη χριστιανική
ευγένεια.
Αυτές τις αναφορές τις κάνει συχνά και σε άλλες περιπτώσεις ο απόστολος Παύλος.
Γιατί θέλει να μας δείξει με ποιους μοιάζουμε στη συμπεριφορά, ώστε να ντραπούμε
από τα χάλια μας και να αποφεύγουμε πλέον να ομοιωνόμαστε στην αμαρτία με τους
άπιστους.
Γράφοντας λοιπόν ο απόστολος Παύλος προς τους Θεσσαλονικείς, έλεγε: «Καθένας
να συγκρατεί το σώμα του και να το διατηρεί αγιασμένο και τιμημένο. Να μη
γινόσαστε αιχμάλωτοι του πάθους της ατιμίας, όπως κάνουν οι ειδωλολάτρες, που
δεν γνωρίζουν τον Θεό» (Α' Θεσ. 4, 4-5). Και πάλι: «Να μη ζείτε όπως οι ειδωλολάτρες,
που συμπεριφέρονται σύμφωνα με τη ματαιότητα του λογισμού τους» (Εφεσ. 4, 17).
Κατά τον ίδιο τρόπο, γράφει και σ' αυτή την περίπτωση ο Απόστολος και λέει: «Δεν
θέλω να αγνοείτε, αδελφοί μου, όσα έχουν σχέση μ' εκείνους που έχουν κοιμηθεί, για
να μη λυπάσθε, όπως οι άλλοι που δεν έχουν ελπίδα». Γιατί δεν είναι τα ίδια τα
γεγονότα που μας κάνουν να λυπόμαστε, αλλά η προαίρεσή μας. Δεν είναι ο θάνατος
του ανθρώπου που έφυγε, αλλά η αδυναμία αυτών που είναι στη ζωή και θρηνούν.
Τον πιστό λοιπόν άνθρωπο, κανένα από τα γεγονότα αυτής της ζωής δεν μπορεί να
τον λυπήσει υπερβολικά. Αντίθετα, ο χριστιανός διαφέρει από τον άπιστο και σ' αυτή
ακόμη τη ζωή. Γιατί ο χριστιανός, στηριγμένος στην ελπίδα των μελλόντων,
απολαμβάνει από τώρα τους καρπούς της πίστης του στον Χριστό, που είναι η
απέραντη χαρά και η διαρκής ευφροσύνη. Γι' αυτό και ο απόστολος Παύλος λέει: «Να
χαίρεστε με τη χαρά του Κυρίου, πάντοτε» (Φιλιπ. 4, 4). Ωστε λοιπόν, δεν είναι λίγη η
αμοιβή που έχουμε δεχθεί και πριν από την ανάσταση. Εχουμε λάβει τη δωρεά, ώστε
να μη μας καταβάλλει κανένα κακό απ' όσα μας συμβαίνουν, αλλά η ελπίδα των
μελλόντων αγαθών, να γεμίζει την ψυχή μας παρηγοριά.
Οπως εμείς κερδίζουμε και σ' αυτή τη ζωή και στην άλλη, έτσι και οι άπιστοι
ζημιώνονται και τώρα, αλλά και μετά την έξοδό τους από αυτή τη ζωή. Και εδώ
δηλαδή καταβάλλονται απ' όσα λυπηρά τους συμβαίνουν, αλλά και μετά το θάνατο
θα τιμωρηθούν, εξαιτίας της απιστίας τους στην ανάσταση.
Θα πρέπει λοιπόν, να ευχαριστούμε τον Θεό, όχι μονάχα γιατί θα αναστηθούμε, αλλά
και για την ίδια την ελπίδα της ανάστασης, η οποία παρηγορεί την πονεμένη ψυχή

και την ενισχύει να προσδοκά την ανάσταση και τη συνάντηση μ' εκείνους που έχουν
ήδη φύγει απ' αυτήν εδώ τη ζωή.
Αν πρέπει για κάποιους να πονάμε και να πενθούμε, αυτό πρέπει να γίνεται για
εκείνους που ζουν στην αμαρτία και όχι για εκείνους που έφυγαν απ' αυτή τη ζωή.
Αυτό κάνει και ο απόστολος Παύλος, όταν γράφει στους Κορινθίους και λέει:
«Μήπως, όταν έλθω εκεί, με ταπεινώσει ο Θεός και πενθήσω πολλούς» (Β' Κορ. 12, 21).
Δεν είπε, θα πενθήσω αυτούς που έφυγαν από τη ζωή, αλλά αυτούς που αμάρτησαν
και δεν έχουν μετανοήσει για ό,τι έχουν κάνει.
Αυτούς πρέπει να κλαίμε. Ετσι συμβουλεύει και ο σοφός Σολομώντας και λέει:
«Κλάψε τον νεκρό που έχασε το φως του ήλιου. Κλάψε όμως και τον ανόητο, γιατί
έχασε τη σύνεση» (Εκκλησ. 22, 10). Κλάψε λίγο για εκείνον που έφυγε. Γιατί εκείνος
έχει πλέον αναπαυθεί. Του ασύνετου όμως ανθρώπου η ζωή, είναι χειρότερη από το
θάνατο. Και αν, αυτός που έχει χάσει τη σύνεση είναι άξιος θρήνων, τί θά 'πρεπε να
κάνει κανείς για εκείνον που έχει στερηθεί κάθε αρετή και έχει εκπέσει από την
ελπίδα στον Θεό;
Αυτούς εμείς πρέπει να πενθούμε. Γιατί αυτό το πένθος έχει αξία. Αυτούς πολλές
φορές, με το να τους κλαίμε σαν χαμένους, τους διορθώνουμε. Το να θρηνούμε όμως
γι' αυτούς που έχουν φύγει από αυτή τη ζωή, είναι εντελώς ανόητο και βλαβερό.
Ας μην αντιστρέφουμε λοιπόν τα πράγματα, αλλά ας κλαίμε μονάχα για την
αμαρτία. Ολα τ' άλλα, είτε είναι φτώχεια, είτε αρρώστια, είτε πρόωρος θάνατος, είτε
κάποια προσβολή ή συκοφαντία που μας έγινε, είτε ο,τιδήποτε άλλο κακό, από αυτά
που μας συμβαίνουν σ' αυτή τη ζωή, να τα υπομένουμε με γενναιότητα. Γιατί, αυτές
οι συμφορές, αν τις αξιοποιήσουμε, γίνονται αφορμή για περισσότερα στεφάνια.
4. Θα μπορούσες ίσως να ρωτήσεις: Πώς μπορεί να είναι κανείς άνθρωπος και να μην
πονάει; Εγώ όμως θα σου απαντήσω το αντίθετο. Πώς μπορεί να είναι κανείς
άνθρωπος και να πονάει, τη στιγμή που έχει τιμηθεί από τον Θεό με το νου και τη
λογική, και παράλληλα, με την ελπίδα των μελλόντων αγαθών;
Ισως να με ξαναρωτήσεις. Υπάρχει κανείς που δεν έχει κυριευθεί από αυτό το πάθος;
Σου απαντώ: Υπάρχουν και μάλιστα πολλοί. Υπάρχουν παντού στον κόσμο, και
ανάμεσα σ' όσους βρισκόμαστε τώρα στη ζωή, αλλά και μεταξύ των προγόνων μας.
Ακουσε, για παράδειγμα, τι είπε ο Ιώβ, όταν έφυγαν απ' αυτή τη ζωή όλα τα παιδιά
του: «Ο Κύριος μου τα έδωσε, ο Κύριος και τα πήρε. Οπως θεώρησε ο Κύριος καλό, έτσι
και έγινε. Ας είναι το Όνομα του Κυρίου ευλογημένο» (Ιώβ 1, 21).
Είναι βέβαια, αξιοθαύμαστα αυτά και μόνο που τα ακούει κανείς. Αν όμως σταθείς με
προσοχή και τα μελετήσεις, τότε θα δεις καθαρότερα το θαύμα. Αναλογίσου ότι δεν
του πήρε τα μισά παιδιά και του άφησε τα υπόλοιπα, ούτε του πήρε τα περισσότερα
και του άφησε τα λιγότερα. Τρύγησε ο διάβολος όλο τον καρπό, αλλά δεν ξέκανε το
δέντρο. Εριξε πάνω του όλη τη φουρτουνιασμένη θάλασσα, αλλά το σκάφος δεν το
καταπόντισε. Εβαλε όλη τη δύναμή του, αλλά δεν γκρέμισε τον πύργο. Έμεινε όρθιος
ο Ιώβ, αν και δεχόταν από παντού χτυπήματα. Εμεινε ασάλευτος, αν και χιλιάδες
βέλη έπεφταν καταπάνω του. Χτυπήθηκε από παντού, μα εκείνος δεν πληγώθηκε. Τα
βέλη ρίχνονταν βροχή, αλλά αυτόν καθόλου δεν τον εύρισκαν.
Αναλογίσου, πόσο βαρύ πράγμα είναι να δει κανείς να φεύγουν από τη ζωή όλα τα

παιδιά του μαζί! Τί να πρωτοαντιμετώπιζε ο Ιώβ; Το ότι έφυγαν τα παιδιά του ή το ότι
αρπάχθηκαν όλα μαζί, σε μια ημέρα; Τί να πρωτοαντέξει ένας πατέρας; Το ότι ήταν
όλα τα παιδιά στο άνθος της ηλικίας τους ή το ότι όλα ήταν καλόγνωμα και ενάρετα;
Πώς να ερμηνεύσει τον τρόπο με τον οποίο έφυγαν αυτά από τη ζωή; Πώς να
κατασιγάσει τη φλογερή αγάπη που έτρεφε για το καθένα; Πώς να φιμώσει τη
φιλόστοργη, πατρική καρδιά του, αυτή που ήταν και η μεγαλύτερη πληγή του; Γιατί,
αν χάσει ένας γονιός τα αμαρτωλά και κακότροπα παιδιά του, ασφαλώς πληγώνεται
και πονάει, αλλά όχι υπέρμετρα. Γιατί η κακία των παιδιών μειώνει την ένταση της
οδύνης του πατέρα. Οταν όμως τα παιδιά είναι φιλόστοργα και ενάρετα, το τραύμα
του γονιού γίνεται βαθύτερο, η μνήμη τους μένει αξέχαστη, η συμφορά του
απαράκλητη. Τότε, το δηλητηριασμένο κεντρί γίνεται διπλό. Από τη μια μεριά πονάει
ο πατέρας, εξαιτίας της φυσικής φιλοτεκνίας και από την άλλη, θρηνεί για την αρετή
και τη σωφροσύνη των παιδιών του.
Ο Ιώβ, σαν καλός πατέρας, φρόντιζε να προσφέρει κάθε πρωί θυσίες για τα παιδιά
του. Γιατί φοβόταν και ανησυχούσε για τις ενδεχόμενες, κρυφές αμαρτίες τους.
Τίποτα δεν αγαπούσε ο Ιώβ περισσότερο από τα παιδιά του. Αυτό σαφώς είναι δείγμα,
όχι μονάχα της αρετής των παιδιών, αλλά και της φιλοστοργίας του πατέρα. Γι' αυτό
λοιπόν, αφού και αυτός ήταν τόσο φιλόστοργος και αγαπούσε και ως πατέρας τα
παιδιά του, αλλά και τα φρόντιζε λόγω της αρετής τους, η φωτιά και ο καημός της
έλλειψής τους ήταν τριπλός.
Αν τα παιδιά έφευγαν σε διαφορετικό χρόνο το καθένα, πάλι κάπως θα εύρισκε ο Ιώβ
παρηγοριά. Γιατί αυτά πού θά 'μεναν πίσω, θα ανακούφιζαν τη λύπη και τη στέρηση
εκείνων που έφυγαν. Οταν όμως φεύγουν όλα μαζί, πού να γυρίσει και ποιόν να δει ο
πολύτεκνος Ιώβ, εκείνος που σε μια στιγμή έγινε άτεκνος;
Μαζί με τις άλλες συμφορές όμως, έπεσε και αυτή. Αρπάχτηκαν σε μια στιγμή κι
έφυγαν όλα τα παιδιά μαζί. Όταν φεύγει κανείς σε διάστημα λίγων ημερών, όλοι οι
συγγενείς και οι φίλοι θρηνούν απαρηγόρητα την έλλειψή του. Πόσο περισσότερο
όμως θα πόνεσε ο Ιώβ, ο οποίος τα έχασε όλα μαζί, όχι σε λίγες μέρες, αλλά σε μια
στιγμή; Για τα γεγονότα που κανείς έχει χρόνο να τα σκεφθεί και να τα αντιμετωπίσει
με το λογικό του, έχει τη δυνατότητα, όσο δύσκολα κι αν αυτά είναι, να προετοιμάσει
τον εαυτό του ψυχικά και να τα σηκώσει πιο εύκολα. Κάτι όμως που από μόνο του
είναι τόσο βαρύ, φανταστείτε πόσο πιο ασήκωτο γίνεται, όταν σ' αυτό το βάρος
προστεθεί και το ξαφνικό και το απροσδόκητο. Εκείνο πια γίνεται αφόρητο και
ξεπερνά κάθε όριο της ανθρώπινης λογικής.
Θα προσθέσω ακόμα και κάτι βαρύτερο. Ολα τα παιδιά του Ιώβ ήταν νέα, πάνω στο
άνθος της ηλικίας τους. Γνωρίζετε, ασφαλώς, τι βάρος και τι συμφορά είναι ο πρόωρος
θάνατος και πόσο διαφορετικό κάνει το πένθος. Και για τα παιδιά του Ιώβ, ο θάνατος
δεν ήταν μόνο πρόωρος, αλλά και βίαιος, κάτι που είναι σίγουρα βαρύτερο. Γιατί αυτά
δεν έφυγαν από το κρεβάτι που κοίτονταν άρρωστα, αλλά καταπλακώθηκαν από το
σπίτι που γκρεμίστηκε.
Για σκέψου λοιπόν, σε τι κατάσταση βρισκόταν εκείνος ο πατέρας, την ώρα που
έσκαβε στα χαλάσματα και τραβούσε ένα μέλος κάποιου παιδιού του! Για αναλογίσου
τον, να ανασύρει ένα χέρι που ακόμα κρατούσε το μπουκάλι ή ένα άλλο, που ήταν
απλωμένο προς το πιάτο. Για φαντάσου εκείνον τον πατέρα, που έβλεπε λιωμένα τα

σώματα των παιδιών του, που ατένιζε σπασμένο το κεφάλι ή τη μύτη, βγαλμένα τα
μάτια, χυμένα τα μυαλά και γενικά, τα πάντα τόσο κακοποιημένα, ώστε να μην είναι
σε θέση να τα αναγνωρίσει απ' τη μορφή τους, ακόμα κι αυτός ο ίδιος ο πατέρας τους!
Συγκλονιστήκατε, καθώς τ' ακούτε όλα αυτά και γέμισαν τα μάτια σας δάκρυα;
Σκεφθείτε λοιπόν, τι άνθρωπος ήταν εκείνος ο πατέρας, που άντεχε να τα βλέπει όλα
αυτά! Αν εμείς, μετά από τόσους αιώνες, δεν αντέχουμε ούτε να τ' ακούμε όλα αυτά,
παρόλο που δεν έχουν καμιά σχέση με εμάς και τη ζωή μας, τι διαμάντι ήταν εκείνος
ο άνθρωπος! Πώς μπορούσε να τα βλέπει και να τα ζει όλα αυτά; Και πώς
αντιμετώπισε με τόση πίστη και σύνεση όχι τις ξένες, αλλά τις δικές του συμφορές;
Ο Ιώβ όμως ούτε απελπίστηκε, ούτε είπε: Τί άραγε να σημαίνουν όλα αυτά; Αυτή είναι
η αμοιβή μου για την καλοσύνη μου; Γι' αυτό εγώ είχα συνεχώς ανοιχτό το σπίτι μου
στους ξένους, για να δω αυτό το σπίτι να γίνεται ο τάφος των παιδιών μου; Γι' αυτό
εγώ τους δίδαξα την αρετή και το σωστό τρόπο ζωής, για να χαθούν τώρα με τέτοιο
θάνατο;
Τίποτε όμως απ' όλα αυτά δεν είπε ο Ιώβ. Τίποτε απ' όλα αυτά δεν σκέφθηκε. Τα
υπέμεινε όλα με γενναιότητα, αν και όλα τά 'χασε, μετά από τόση αρετή και τέτοια
φροντίδα. Εμοιαζε ο Ιώβ σαν εκείνο τον μεταλλουργό που λιώνει χρυσό και φτιάχνει
ανδριάντες. Ετσι αυτός παιδαγωγούσε κι έπλαθε τις ψυχές των παιδιών του,
στολίζοντάς τες με μύριες καλοσύνες κι αρετές.
Εμοιαζε ακόμα ο Ιώβ με τον φιλόπονο εκείνον γεωργό, ο οποίος ποτίζει τα φυτώρια με
τους φοίνικες και τα ελιόδεντρα, τα περιποιείται και τα περιβάλλει με φράχτες. Ετσι
έκανε κι αυτός. Φρόντιζε του κάθε παιδιού του την ψυχή, σαν να 'ταν ελιά
καρποφόρα, ώστε με την περιποίηση να της αυξήσει την καρποφορία της αρετής.
Είδε όμως ο Ιώβ, σε μια στιγμή, όλα τα φυτά του ξεριζωμένα από την επίθεση του
εχθρού και πεταμένα κάτω στο χώμα. Υπέμεινε όμως τον τραγικό ξεριζωμό τους,
χωρίς να ξεστομίσει κάτι βλάσφημο ενάντια στο Θεό. Αντίθετα, Τον ευχαριστούσε και
Τον δοξολογούσε, δίνοντας έτσι θανάσιμο πλήγμα στον Πονηρό.
5. Μπορεί ίσως κάποιος να πει: Ναι, αλλά ο Ιώβ είχε πολλά παιδιά, ενώ ο άλλος έχει
χάσει το μονάκριβό του. Συμφωνώ μ' αυτό. Πρέπει όμως να ξέρεις ότι του Ιώβ το
πένθος είναι πολύ βαρύτερο. Γιατί, ποιό ήταν, αλήθεια, το όφελος από την
πολυτεκνία του; Δέχτηκε πολλαπλές συμφορές. Χτυπήθηκε τόσες φορές, όσα ήταν
και τα παιδιά του. Γι' αυτό ακριβώς ήταν μεγαλύτερη η συμφορά και πικρότερη η
οδύνη του.
Θέλεις όμως να σου μιλήσω και για κάποιον άλλο που είχε κι αυτός ένα μονάκριβο
παιδί κι επέδειξε την ίδια, για να μην πω και μεγαλύτερη ανδρεία, από εκείνη του Ιώβ;
Αναλογίσου τον πατριάρχη Αβραάμ, ο οποίος δεν είδε τον Ισαάκ πεθαμένο, αλλά του
συνέβη κάτι χειρότερο και πιο οδυνηρό. Πήρε εντολή από τον Θεό να σφάξει ο ίδιος το
παιδί του! Κι ο Αβραάμ δεν αντιλόγισε, δεν οργίστηκε κατά του Θεού και ούτε πάλι
Του είπε κάτι σαν κι αυτό: Γι' αυτό λοιπόν επέτρεψες, Θεέ μου, να γίνω πατέρας; Για
να με κάνεις τώρα παιδοκτόνο; Καλύτερα θα ήταν να μη μου τον είχες καθόλου
χαρίσει απ' την αρχή τον Ισαάκ, παρά τώρα που μου τον έδωσες, να μου τον πάρεις,
και μάλιστα, με τέτοιο τρόπο. Θέλεις τώρα να τον πάρεις; Ας είναι. Γιατί όμως με
βάζεις να τον σκοτώσω εγώ και να μολύνω το χέρι μου με το αίμα του παιδιού μου;

Εσύ δεν ήσουν Εκείνος που μου είχες υποσχεθεί ότι από τους απογόνους αυτού του
παιδιού θα γέμιζες την οικουμένη από την γενιά μου; Πώς λοιπόν τώρα θα δώσεις
τους καρπούς, αφού έδωσες εντολή να καταστραφεί η ρίζα; Πώς πάλι μου υπόσχεσαι
απογόνους, αφού τώρα προστάζεις να σφάξω με τα χέρια μου το παιδί μου; Πότε
άλλοτε έγινε και πότε ακούστηκε κάτι παρόμοιο στον κόσμο; Μήπως δεν έχω
καταλάβει καλά τούτη την προσταγή ή μήπως έχω χάσει πια τα λογικά μου;
Δεν είπε όμως τίποτα τέτοιο ο Αβραάμ, ούτε καν που πέρασε κάτι τέτοιο απ' το μυαλό
του. Δεν αντιμίλησε σ' Εκείνον που έδινε την εντολή, ούτε πάλι Του ζήτησε γι' αυτήν
ευθύνες. Αντίθετα, μόλις πήρε το πρόσταγμα που έλεγε «πάρε το παιδί σου το
αγαπημένο, αυτό που τόσο αγάπησε η ψυχή σου, τον Ισαάκ, κι ανέβασέ το πάνω στο
βουνό που θα σου πω» (Γεν. 22, 2), με τόσο μεγάλη προθυμία εκπλήρωσε την εντολή,
ώστε έφθασε στο σημείο να κάνει περισσότερα απ' όσα η Θεία εντολή του ζητούσε.
Γιατί, ούτε στη γυναίκα του είπε τίποτα ο Αβραάμ, ούτε στους υπηρέτες που είχε μαζί
του, αυτούς μάλιστα τους ξεγέλασε και τους άφησε πίσω. Πήρε μονάχα εκείνον που
προοριζόταν για τη θυσία, κι ανέβηκε στο βουνό. Ετσι εφάρμοσε με όλη την καρδιά
του ο Αβραάμ την εντολή του Θεού.
Αναλογίσου λοιπόν, τι αξιοθαύμαστο που ήταν να μιλάει μονάχος του με το παιδί!
Και μάλιστα, όντας μέσα του τόσο πληγωμένος και πονεμένος! Η πικραμένη στοργή
του, εκείνη τη στιγμή, θα αναζητούσε ασφαλώς τρόπο για περισσότερο έντονη
έκφραση. Κι αυτό, όχι για λίγο, για μια-δυο στιγμές, αλλά για πολλές, συνεχείς
ημέρες.
Πράγματι, αν ο Αβραάμ εκτελούσε αμέσως την εντολή του Θεού, θα ήταν βέβαια
πολύ θαυμαστό πράγμα. Το πιο αξιοθαύμαστο όμως δεν ήταν αυτό, αλλά τούτο που
θα σας πω στη συνέχεια: Βασάνιζε και γύμναζε την ψυχή του για πολλές ημέρες ο
Αβραάμ, χωρίς να του συμβεί κάτι, που καθένας θά 'νιωθε, απέναντι στο
μελλοθάνατο παιδί του. Γι' αυτό ακριβώς και ο Θεός σήκωσε τον πήχυ του αθλήματος,
για να απολαύσεις και συ τώρα, άνθρωπε, το άθλημα του μεγάλου αυτού ανθρώπου.
Ηταν, στ' αλήθεια, αθλητής ο Αβραάμ. Γιατί δεν πάλεψε με άνθρωπο, αλλά με την
ίδια, την τυραννική εξουσία της φύσης. Ποιά λόγια θα μπορούσαν, πραγματικά, να
παραστήσουν την ανδρεία του; Ανέβασε στο βωμό το παιδί, το έδεσε χειροπόδαρα, το
έβαλε πάνω στα στοιβαγμένα ξύλα και άρπαξε το μαχαίρι, έτοιμος για να δώσει σε
μία στιγμή το χτύπημα.
Πώς να το πω; Δεν ξέρω με ποιόν τρόπο να το ιστορήσω. Μονάχα εκείνος που τα
έκανε όλα αυτά, μονάχα αυτός γνωρίζει τα καθέκαστα. Γιατί, ποτέ και κανένας
λόγος, δεν θα μπορέσει να παραστήσει πως έγινε και δεν ξεράθηκε το χέρι του. Πως
δεν παρέλυσαν τα νεύρα του. Πως δεν συγκλονίστηκε από το άκακο βλέμμα του
χιλιοαγαπημένου μοναχογιού του.
Θα άξιζε όμως εδώ να θαυμάσουμε και τον Ισαάκ. Γιατί κι εκείνος, όπως κι ο πατέρας
του, ο Αβραάμ, υπάκουσε στον Θεό. Οπως ο Αβραάμ, όταν πήρε από τον Θεό την
εντολή, δεν ζήτησε το λόγο, δεν ρώτησε την αιτία που έκανε τον Θεό να δώσει ένα
τέτοιο πρόσταγμα, έτσι έκανε και ο Ισαάκ. Οταν τον έδεσε ο πατέρας του και τον
ανέβασε στο βωμό, δεν είπε: Γιατί το κάνεις αυτό, πατέρα μου; Αντίθετα, έσκυψε
υποτακτικά τον αυχένα στο χέρι το πατρικό.
Ετσι μπορούσε κανείς να δει τον πατέρα συγχρόνως και ιερέα. Και να προσφέρεται

παράλληλα αναίμακτη θυσία, ως ολοκαύτωμα, αλλά χωρίς φωτιά. Θυσία που
προτύπωνε, με εκείνο που γινόταν πάνω στο βωμό, το θάνατο και την ανάσταση των
νεκρών. Γιατί ο Αβραάμ και έσφαξε, αλλά συγχρόνως, δεν έσφαξε το παιδί του. Δεν το
έσφαξε με το χέρι, αλλά με την προθυμία που έδειξε στην εκτέλεση της εντολής του
Θεού. Και ο Θεός βέβαια γι' αυτό του έδωσε μια τέτοια εντολή, όχι γιατί ήταν θέλημά
Του να χυθεί αίμα, αλλά επειδή ήθελε να δείξει σε σένα, άνθρωπέ μου, τη διάθεση του
πατριάρχη. Επειδή ήθελε να κάνει γνωστό σ' ολόκληρη την οικουμένη εκείνον τον
γενναίο άνθρωπο.
Ετσι διδάσκει κι εμάς, τους μεταγενέστερους, ότι πρέπει καθένας μας να προτιμάει να
εκτελεί τις εντολές του Θεού, περισσότερο και από αυτά τα ίδια τα παιδιά του·
περισσότερο και από τη φύση και από όλα τα υπάρχοντά του, αλλά και από αυτή
ακόμα τη ζωή του.
Κατέβηκε έτσι ο Αβραάμ από το βουνό, έχοντας ζωντανό τον μάρτυρα γιο του Ισαάκ.
Λέγε μου τώρα, πού θα βρούμε εμείς έλεος! Τί απολογία θα δώσουμε εμείς στον Θεό
που, ενώ έχουμε δει εκείνον τον γενναίο Αβραάμ να υπακούει τόσο πρόθυμα στον
Θεό και να Του τα δίνει όλα για όλα, δυσφορούμε και αντιδρούμε για ό,τι μας βρίσκει
στη ζωή;
Μη μου μιλήσεις για πένθος ή για βαριά συμφορά. Τούτο μόνο να προσέξεις καλά, ότι
δηλαδή όλο αυτό το βαρύ χτύπημα το ξεπέρασε ο Αβραάμ. Ήταν αρκετή, και μόνο η
εντολή του Θεού, να τον φέρει σε πολύ δύσκολη θέση και να κλονίσει την πίστη του σ'
Αυτόν. Γιατί ποιός άλλος στ' αλήθεια θα εξακολουθούσε, μετά από μια τέτοια εντολή,
να πιστεύει ότι δεν τον είχε ξεγελάσει ο Θεός, μ' όσα του είχε υποσχεθεί, με το πλήθος
δηλαδή των απογόνων που θ' αποκτούσε; Ο Αβραάμ όμως καθόλου δεν σκέφθηκε
κάτι τέτοιο για τον Θεό.
Ο Ιώβ, επίσης, επέδειξε την ίδια πίστη κατά την ώρα της συμφοράς του. Και γι' αυτό
εδώ, κυρίως, πρέπει κανείς να τον θαυμάζει: Μετά από τόση αρετή, μετά από τόσες
φιλανθρωπίες και ελεημοσύνες και χωρίς, τόσο η δική του συνείδηση, όσο και των
παιδιών του, να βαρύνεται για κάτι πονηρό, όταν είδε την παράδοξη, απροσδόκητη
και υπέρμετρη συμφορά -συμφορά που ποτέ και σε κανέναν από τους μεγαλύτερους
κακούργους δεν είχε συμβεί- δεν αντέδρασε, όπως θα αντιδρούσε καθένας από μας.
Δεν θεώρησε ότι άσκοπα και ανώφελα ζούσε ενάρετη ζωή, ούτε είπε πως ήταν λάθος
και πως ήταν ανυπόστατα όλα εκείνα που πριν πίστευε.
Γι' αυτά λοιπόν πρέπει και τους δυο αυτούς να τους θαυμάζουμε, να τους ζηλεύουμε
και να μιμούμαστε την αρετή τους.
Και ας μη μου πει κανείς ότι αυτοί οι δυο ήταν κάτι το εξαιρετικό· πως ήταν και οι δυο
τους μεγάλοι και αξιοθαύμαστοι. Γιατί κι εγώ θα του απαντήσω: Από μας τώρα, που
ζούμε στην εποχή της Καινής Διαθήκης, πρέπει να περιμένει κανείς μεγαλύτερη
πίστη, παρά από εκείνους που έζησαν παλιότερα, στην εποχή της Παλαιάς Διαθήκης.
Γιατί ο Χριστός μας είπε: «Αν δεν ξεπεράσετε στη δικαιοσύνη τους Γραμματείς και
τους Φαρισαίους, δεν θα εισέλθετε στη Βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. 5, 20).
Ας σωφρονιστούμε λοιπόν κι ας έλθουμε στα συγκαλά μας. Ας αναλογιστούμε όλα,
όσα έχουν ειπωθεί μέχρι τώρα για την ανάσταση των νεκρών και όλα, όσα έχουν
σχέση, με αυτούς τους αγίους ανθρώπους. Ας τα υπενθυμίζουμε όλα αυτά συνεχώς
στις ψυχές μας. Ας τα διατηρούμε μέσα μας, όχι μονάχα κατά τον καιρό του πένθους,

αλλά και όταν δεν μας βαραίνει κάποιος ιδιαίτερος ψυχικός πόνος ή πειρασμός.
Αυτός ακριβώς ήταν κι ο λόγος που έκανε κι εμένα σήμερα να σας μιλήσω γι' αυτό το
θέμα παρόλο που δεν βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή σε κατάσταση ολιγοψυχίας ώστε,
αν κάποτε σας βρει μια τέτοια συμφορά, να τα ξαναφέρετε αυτά στο νου σας, για να
αντλείτε από αυτά πολλή παρηγοριά. Και οι στρατιώτες, όταν υπάρχει ειρήνη,
ασχολούνται και μελετούν τα σχετικά με τον πόλεμο θέματα· ώστε, όταν έρθει η ώρα
της μάχης και όταν η περίσταση το απαιτήσει, να δείξουν επί τόπου τις γνώσεις και
την εμπειρία τους. Κι έτσι να προχωρήσουν στην εφαρμογή όλων αυτών που έμαθαν
τον καιρό της ειρήνης.
Κι εμείς λοιπόν, ας προετοιμάσουμε για τον εαυτό μας, ενόσω ακόμα βρισκόμαστε σε
καιρό ειρήνης, όπλα και φάρμακα κατάλληλα για την ώρα της πνευματικής
αναμέτρησης. Ετσι, αν κηρυχθεί κάποτε εναντίον μας ο πόλεμος των παθών ή η μάχη
του πένθους και της οδύνης ή ο,τιδήποτε άλλο παρόμοιο, να είμαστε εξοπλισμένοι κι
ολόγυρα καλά περιφραγμένοι, για να αντιμετωπίσουμε, με εμπειρία και επιτυχία,
όλες τις προσβολές του Πονηρού.
Ας περιτειχίσουμε ολόγυρα τον εαυτό μας με ορθούς λογισμούς. Ας αποκτήσουμε σαν
όπλο ισχυρό, τη γνώση του Θείου θελήματος. Ας αξιοποιήσουμε τα παραδείγματα
των γενναίων ανδρών, τους βίους των πνευματικών Πατέρων και Διδασκάλων μας
και ό,τι άλλο ανάλογο.
Γιατί έτσι θα μπορέσουμε να διανύσουμε και αυτή εδώ τη ζωή χαρούμενα, αλλά και θα
αξιωθούμε να εισέλθουμε στη Βασιλεία των ουρανών, με τη Χάρη του Χριστού, στον
Οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμη, καθώς και στον Πατέρα και στο Άγιο Πνεύμα, στους
αιώνες, των αιώνων. Αμήν.
(Από το βιβλίο «Προσδοκώ Ανάσταση Νεκρών. Η ανάσταση των νεκρών κατά τους
Πατέρες», Σειρά Ψηφίδες Φωτόμορφες 5, Εκδόσεις «Ετοιμασία», Ιερά Μονή Τιμίου
Προδρόμου Καρέα, 2007
Προσευχή: Το οξυγόνο της ψυχής μας

To πρώτο και κύριο που έχουμε να πούμε για την προσευχή είναι ότι όποιος προσεύχεται
συνομιλεί με το Θεό. Τι θα πει να είσαι άνθρωπος και να μιλάς στο Θεό ποιος δεν το ξέρει. Να
εκφράσει όμως με λόγια αυτή την τιμή κανείς δεν το μπορεί.Η προσευχή σε χωρίζει από τα
άλογα ζώα και σε ενώνει με τους αγγέλους. Κι ο άνθρωπος που αφιερώνει όλη του τη ζωή με
επιμέλεια στις προσευχές και στη λατρεία του Θεού γρήγορα θα μετατεθεί στην πολιτεία των
αγγέλων, στη δική τους την τιμή, την ευγένεια , τη σοφία και τη σύνεση.Τι πιο άγιο, πιο καλό,

πιο ευγενικό και γεμάτο σοφία από τους συνομιλητές του Θεού; Αν αυτούς που μιλούν με τους
σοφούς τους κάνει η συνεχής συναναστροφή να πάρουν γρήγορα κάτι από τη σοφία τους, τι θα
μπορούσαμε να πούμε για κείνους που μιλούν με το Θεό και προσεύχονται; Πόση σοφία, πόση
αρετή, και σύνεση και αγνότητα, πόση γλυκύτητα συμπεριφοράς τους γεμίζει η προσευχή και
η δέηση;
Νομίζω πως λέει την αλήθεια όποιος πει πως οι προσευχές είναι τα νεύρα της ψυχής. Το σώμα
συγκρατείται με τα νεύρα και τρέχει και στέκεται όρθιο και ζωντανό και στέρεο. Αν κάποιος
κόψει τα νεύρα, τότε καταστρέφει κάθε ισορροπία του σώματος. Έτσι και οι ψυχές
στερεώνονται με τις άγιες προσευχές και στήνονται όρθιες και τρέχουν με ευκολία το δρόμο
του Θεού. Κι αν αποστερήσεις τον εαυτό σου από την προσευχή, είναι σαν να βγάζεις ένα ψάρι
από το νερό. Όπως για το ψάρι ζωτικός χώρος είναι το νερό, για σένα ζωτικός χώρος είναι η
προσευχή. Όπως το ψάρι γλιστράει στο νερό, έτσι και συ με την προσευχή μπορείς να
πετάξεις, να διαπεράσεις τους ουρανούς και να βρεθείς κοντά στο Θεό.
(Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος).
Από το βιβλίο «Μικρή φιλοκαλία της καρδιάς»
Πως να σε ονομάσω άνθρωπο;

Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου
Πώς να σε ονομάσω άνθρωπο; Όταν ορμάς και χοροπηδάς σαν ταύρος, κλωτσάς
σαν γαϊδούρι, χλιμιντρίζεις σαν άλογο όταν βλέπεις γυναίκα, τρως σαν αρκούδα,
παχαίνεις όπως το μουλάρι, μνησικακείς όπως η καμήλα, αρπάζεις σαν λύκος,
οργίζεσαι σαν φίδι, δαγκώνεις όπως ο σκορπιός, φέρεσαι ύπουλα σαν αλεπού,
χύνεις δηλητήριο όπως η κόμπρα και η οχιά, πολεμάς τα αδέρφια σου όπως ο
διάβολος; Πως μπορώ, λοιπόν να σε ονομάσω άνθρωπο, όταν δεν βλέπω σε σένα
τα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης;

Και δίκαιοι ακόμα να παρακαλέσουν τον Κύριο, δεν θα εισακουστούν, αν δεν πρέπει.

Η προσευχή είναι μεγάλο αγαθό, αν γίνεται και
με λογισμό αγαθό· αν ευχαριστούμε το Θεό όχι
μόνο όταν μας δίνει, αλλά και όταν δεν μας δίνει
ό,τι Του ζητάμε, αφού και τα δύο τα κάνει για την
ωφέλειά μας. Έτσι, και όταν δεν παίρνουμε,
ουσιαστικά παίρνουμε με το να μην πάρουμε ό,τι
δεν μας συμφέρει. Υπάρχουν, βλέπετε,
περιπτώσεις που η μη ικανοποίηση του αιτήματός
μας είναι πιο ωφέλιμη. Και τότε ό,τι θεωρούμε
σαν αποτυχία είναι επιτυχία.
Ας μη στεναχωριόμαστε, λοιπόν, όταν ο Θεός
αργεί να εισακούσει την προσευχή μας. Ας μη χάνουμε την υπομονή μας. Μήπως και πριν
ζητήσουμε κάτι, δεν μπορεί να μας το δώσει ο Πανάγαθος;
Μπορεί, φυσικά, αλλά περιμένει από μας κάποιαν αφορμή, ώστε να μας βοηθήσει δίκαια. Γι’ αυτό
ας Του δίνουμε την αφορμή με την προσευχή και ας περιμένουμε με πίστη, με ελπίδα, με
εμπιστοσύνη στην πανσοφία και στη φιλανθρωπία Του. Μας έδωσε ό,τι ζητήσαμε; Ας Τον
ευχαριστούμε. Δεν μας έδωσε; Και πάλι ας Τον ευχαριστούμε, γιατί δεν γνωρίζουμε, όπως γνωρίζει
Εκείνος, τι είναι καλό για μας.
Ας έχουμε ακόμα υπόψη μας, πως ο Θεός συχνά δεν αρνείται, αλλά μόνο αναβάλλει την
ικανοποίηση κάποιου αιτήματός μας. Και γιατί αναβάλλει; Επειδή, χρησιμοποιώντας ως μέσο τη
δική μας επιμονή στο αίτημα, θέλει να μας ελκύσει και να μας κρατήσει κοντά Του. Κι ένας
φιλόστοργος πατέρας, άλλωστε, όταν του ζητάει κάτι το παιδί του, πολλές φορές αρνείται να του το
δώσει, όχι γιατί δεν θέλει, αλλά γιατί μ’ αυτόν τον
τρόπο το παιδί μένει κοντά του.
Με δυο λόγια, η αποτελεσματικότητα της
προσευχής μας εξαρτάται:
πρώτον, από το αν είμαστε άξιοι να λάβουμε ό,τι
ζητάμε· δεύτερον, από το αν προσευχόμαστε
σύμφωνα με το θέλημα του Θεού· τρίτον, από το
αν προσευχόμαστε αδιάλειπτα· τέταρτον, από το
αν για όλα καταφεύγουμε στο Θεό· πέμπτον, από
το αν ζητάμε εκείνα που είναι ωφέλιμα σ’ εμάς.
Και δίκαιοι ακόμα να παρακαλέσουν τον Κύριο,
δεν θα εισακουστούν, αν δεν πρέπει. Ποιός ήταν δικαιότερος από τον Παύλο; Και όμως, επειδή
ζήτησε κάτι που δεν θα τον ωφελούσε, δεν εισακούστηκε. «Τρεις φορές παρακάλεσα γι’ αυτό τον
Κύριο», γράφει ο ίδιος, «και η απάντησή Του ήταν: “Σου αρκεί η χάρη μου”» (Β’ Κορ. 12:8-9).
Αλλά και ο Μωυσής δεν ήταν δίκαιος; Ε, ούτε κι εκείνος εισακούστηκε. «Φτάνει πια!», του είπε ο
Θεός (Δευτ. 3:26), όταν ζητούσε να μπει στη γη της επαγγελίας.
Πέρα απ’ αυτά, όμως, υπάρχει και κάτι άλλο που αχρηστεύει την προσευχή μας, και αυτό είναι η
αμετανοησία. Προσευχόμαστε, ενώ επιμένουμε στην αμαρτία. Έτσι έκαναν οι Ιουδαίοι, γι’ αυτό ο
Θεός είπε στον προφήτη Ιερεμία: «Μην προσεύχεσαι για το λαό αυτό! Δεν βλέπεις τι κάνουν;»
(Ιερ. 7:16-17). Δεν απομακρύνθηκαν, λέει, από την ασέβεια. Κι εσύ με παρακαλάς γι’ αυτούς; Δεν
σ’ ακούω!
Όταν, πάλι, ζητάμε κάτι κακό εναντίον των έχθρων μας, όχι μόνο δεν το πραγματοποιεί ο Θεός,
αλλά και παροργίζεται. Γιατί η προσευχή είναι φάρμακο. Κι αν δεν γνωρίζουμε πως πρέπει να
χρησιμοποιήσουμε ένα φάρμακο, δεν θα ωφεληθούμε ποτέ από τη δύναμή του.
Πόσο μεγάλο καλό είναι η συνεχής προσευχή, το μαθαίνουμε από τη Χαναναία εκείνη του
Ευαγγελίου, που δεν σταματούσε να κραυγάζει: «Ελέησέ με, Κύριε!» (Ματθ. 15:22). Κι έτσι, αυτό
που αρνήθηκε ο Χριστός στους αποστόλους, τους μαθητές Του, το πέτυχε εκείνη με την υπομονή
της. Ο Θεός, βλέπετε, προτιμά για τα δικά μας ζητήματα να Τον παρακαλούμε εμείς οι ίδιοι,

που είμαστε και υπεύθυνοι, παρά να Τον παρακαλούν άλλοι για λογαριασμό μας.
Όταν έχουμε την ανάγκη ανθρώπων, χρειάζεται και χρήματα να δαπανήσουμε και δουλόπρεπα να
κολακέψουμε και πολύ να τρέξουμε. Γιατί οι άρχοντες του κόσμου τούτου όχι μόνο δεν μας δίνουν
εύκολα ό,τι τους ζητάμε, αλλά συνήθως ούτε καν να μας μιλήσουν δεν καταδέχονται. Πρέπει πρώτα
να πλησιάσουμε τους ανθρώπους που είναι κοντά τους -υπηρέτες, γραμματείς, υπαλλήλους κ.ά.και να τους καλοπιάσουμε, να τους εκλιπαρήσουμε, να τους προσφέρουμε δώρα. Έτσι θα
εξασφαλίσουμε τη μεσολάβησή τους στους αρμόδιους αξιωματούχους, για το διακανονισμό της
όποιας υποθέσεώς μας.
Ο Θεός, απεναντίας, δεν θέλει μεσολαβητές. Δεν χρειάζεται να Τον παρακαλούν άλλοι για μας.
Προτιμά να Τον παρακαλάμε εμείς οι ίδιοι. Μας χρωστάει χάρη, μάλιστα, όταν του ζητάμε ό,τι
έχουμε ανάγκη. Μόνο Αυτός χρωστάει χάρη όταν Του ζητάμε, μόνο Αυτός δίνει εκείνα που δεν Του
δανείσαμε. Κι αν δει ότι επιμένουμε στην προσευχή με πίστη και καρτερία, πληρώνει δίχως να
απαιτεί ανταλλάγματα. Αν, όμως, δει ότι προσευχόμαστε με νωθρότητα, αναβάλλει την πληρωμή·
όχι γιατί μας περιφρονεί ή μας αποστρέφεται, αλλά γιατί, όπως είπα, με την αναβολή αυτή μας
κρατάει κοντά Του.
Αν, λοιπόν, εισακούστηκες, ευχαρίστησε το Θεό.
Αν δεν εισακούστηκες, μείνε κοντά Του, για να
εισακουστείς. Αν, πάλι, Τον έχεις πικράνει με τις
αμαρτίες σου, μην απελπίζεσαι. Όταν πικράνεις
έναν άνθρωπο, αλλά στη συνέχεια παρουσιάζεσαι
μπροστά του και το πρωί και το μεσημέρι και το
βράδυ, ζητώντας ταπεινά συγχώρηση, δεν θα
κερδίσεις τη συμπάθειά του; Πολύ περισσότερο θα
κερδίσεις τη συμπάθεια του ανεξίκακου Θεού, αν
και το πρωί και το μεσημέρι και το βράδυ και κάθε
ώρα επικαλείσαι την ευσπλαχνία Του με την
προσευχή.
Ας τ’ ακούσουν όλα αυτά όσοι προσεύχονται με
ραθυμία και βαρυγκωμούν, όταν ο Κύριος αργεί να
ικανοποιήσει το αίτημά τους. Τους λέω:
“Παρακάλεσε το Θεό!”. Και μου απαντούν: “Τον παρακάλεσα μια, δυο, τρεις, δέκα, είκοσι φορές,
μα δεν έλαβα τίποτα”. Μη σταματήσεις, ώσπου να λάβεις. Σταμάτησε, όταν λάβεις. Ή μάλλον,
ούτε και τότε να σταματήσεις την προσευχή. Πριν λάβεις, να ζητάς. Και αφού λάβεις, να
ευχαριστείς.
ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ

Ο Θεός δεν νοιάζεται για τον τόπο. Ζητάει μόνο θερμότητα καρδιάς και αγνότητα ψυχής.(Αγ.
Ι.Χρυσοστόμου)

Πολλοί μπαίνουν στην εκκλησία, λένε διάφορες προσευχές και βγαίνουν. Βγαίνουν, χωρίς να
γνωρίζουν τι είπαν. Τα χείλη τους κινούνται, αλλά τ’ αυτιά τους δεν ακούνε. Εσύ ο ίδιος δεν ακούς
την προσευχή σου, και θέλεις να την ακούσει ο Θεός; “Γονάτισα”, λες. Γονάτισες, αλλά, ενώ το
σώμα σου ήταν μέσα, ο νους σου πετούσε έξω. Με το στόμα έλεγες την προσευχή και με τη σκέψη
λογάριαζες τόκους, έκανες συμβόλαια, πουλούσες εμπορεύματα, αγόραζες κτήματα, συναντούσες
τους φίλους σου. Γιατί ο διάβολος, που είναι πονηρός και γνωρίζει ότι στον καιρό της προσευχής
μεγάλα πράγματα κατορθώνουμε, τότε ακριβώς έρχεται και σπέρνει λογισμούς μέσα μας. Να,
πολλές φορές είμαστε ξαπλωμένοι στο κρεβάτι, και τίποτα δεν συλλογιζόμαστε· πάμε στην
εκκλησία για να προσευχηθούμε, και τότε χίλιες σκέψεις περνούν από το νου μας. Έτσι χάνουμε
τους καρπούς της προσευχής, φεύγοντας από το ναό με άδεια χέρια. Το ίδιο, βέβαια, γίνεται και
όταν προσευχόμαστε στο σπίτι μας ή οπουδήποτε αλλού.
Κάθε φορά, λοιπόν, που, καθώς προσευχόμαστε, συνειδητοποιούμε ότι ο νους μας έχει φύγει από
το Θεό κι έχει στραφεί σε βιοτικά πράγματα, ας τον φέρνουμε πίσω, αναγκάζοντάς τον να μένει
σταθερά και προσεκτικά προσκολλημένος στα νοήματα της προσευχής. Ας επαναλαμβάνουμε,
μάλιστα, την προσευχή από την αρχή.
Κι αν παθαίνουμε πάλι και πάλι το ίδιο, ας την επαναλαμβάνουμε και για τρίτη και για τέταρτη
φορά. Ας μη σταματάμε, πριν πούμε ολόκληρη την προσευχή, από την αρχή ως το τέλος, με
άγρυπνη διάνοια και αδιατάρακτο λογισμό. Και όταν ο διάβολος αντιληφθεί ότι δεν καταθέτουμε
τα όπλα, θα σταματήσει πια κι αυτός να μας πολεμάει.
Όταν παρουσιαζόμαστε για οποιοδήποτε ζήτημά μας σ’ έναν επίγειο άρχοντα, είμαστε τόσο
προσεκτικοί και αυτοσυγκεντρωμένοι, ώστε δεν βλέπουμε ούτε εκείνους που βρίσκονται δίπλα μας.
Μέσα στο νου μας δεν υπάρχουν παρά ο άνθρωπος, μπροστά στον οποίο βρισκόμαστε, και το θέμα,
για το οποίο θέλουμε να του μιλήσουμε. Το ίδιο, πολύ περισσότερο, δεν πρέπει να κάνουμε, όταν
βρισκόμαστε μπροστά στον ύψιστο Θεό, εμμένοντας σταθερά στην προσευχή μας και μην
περιφέροντας το νου εδώ κι εκεί; Αν η γλώσσα μας προφέρει προσευχητικά λόγια και η διάνοιά μας
ονειροπολεί, τίποτα δεν έχουμε να ωφεληθούμε. Απεναντίας, θα κατακριθούμε, επειδή ακριβώς με
μεγαλύτερη υπομονή και εντατικότερη προσοχή μιλάμε σε ανθρώπους παρά στον Κύριό μας. Στο
κάτω-κάτω, κι αν ακόμα δεν πάρουμε τίποτε απ’ Αυτόν, το να βρισκόμαστε σε διαρκή επικοινωνία
μαζί Του μικρό καλό είναι; Αν ωφελούμαστε πολύ, όταν συζητάμε μ’ έναν ενάρετο άνθρωπο,
πόσο θα ωφεληθούμε, αλήθεια, συνομιλώντας με τον Πλάστη, τον Ευεργέτη, το Σωτήρα μας,
έστω κι αν δεν μας δίνει ό,τι Του ζητάμε;
Γιατί, όμως, δεν μας δίνει; Θα το τονίσω γι’ άλλη μια φορά: Γιατί συνήθως Του ζητάμε πράγματα
βλαβερά, νομίζοντας πως είναι καλά και ωφέλιμα. Δεν γνωρίζεις, άνθρωπέ μου, το συμφέρον σου.
Εκείνος, που το γνωρίζει, δεν εισακούει την παράκλησή σου, γιατί φροντίζει περισσότερο από σένα
για τη σωτηρία σου. Αν οι γονείς δεν δίνουν πάντα στα παιδιά τους ό,τι τους ζητούν, όχι βέβαια

επειδή τα μισούν, μα επειδή, απεναντίας, υπερβολικά τα αγαπούν, πολύ περισσότερο θα κάνει το
ίδιο ο Θεός, ο οποίος και περισσότερο από τους γονείς μας, μας αγαπά και καλύτερα απ’ όλους
γνωρίζει ποιο είναι το καλό μας.Όταν, λοιπόν, αποκάνεις ικετεύοντας τον Κύριο, κι Εκείνος δεν
σου δίνει σημασία, μην παραπονιέσαι. Ξεχνάς, άλλωστε, πόσες φορές εσύ άκουσες κάποιον φτωχό
να σε παρακαλάει και δεν του έδωσες σημασία; Και αυτό το έκανες από σκληρότητα, ενώ ο Θεός
το κάνει από φιλανθρωπία. Ωστόσο, ενώ δεν δέχεσαι να κατηγορήσουν εσένα, που από
σκληρότητα δεν άκουσες τον συνάνθρωπό σου, κατηγορείς το Θεό, που από φιλανθρωπία δεν σε
ακούει.
Είπα όμως προηγουμένως, ότι κι όταν ακόμα δεν σε ακούει, η ωφέλειά σου από την προσευχή είναι
μεγάλη. Γιατί είναι αδύνατο ν’ αμαρτήσει ένας άνθρωπος που προσεύχεται πρόθυμα και
αδιάλειπτα, ένας άνθρωπος που συντρίβει την καρδιά του, ανεβάζει το νου του στον ουρανό και
ομολογεί ταπεινά στον Κύριο τα αμαρτήματά του. Γιατί, ύστερα από μία τέτοια προσευχή, πετάει
μακριά κάθε φροντίδα για τα γήινα, αποκτάει φτερά, γίνεται ανώτερος από τ’ ανθρώπινα πάθη.
Τα δροσερά νερά δεν δίνουν στα φυτά τόση θολερότητα, όση δίνουν τα δάκρυα στο δέντρο της
προσευχής, κάνοντάς το ν’ ανεβαίνει ψηλά, ως το θρόνο του Θεού. Έτσι, μάλιστα, Εκείνος
εισακούει την προσευχή μας. Και πώς να μην εισακούσει την προσευχή μιας ψυχής, που στέκεται
μπροστά Του με αυτοσυγκέντρωση, με κατάνυξη, με ταπείνωση; Μιας ψυχής που έχει μεταφερθεί
νοερά από τη γη στον ουρανό; Μιας ψυχής που έχει διώξει κάθε ανθρώπινο λογισμό, κάθε βιοτική
μέριμνα, κάθε εμπαθή προσκόλληση, κι έχει αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στη μυστική και
πανευφρόσυνη κοινωνία με τον Κύριό της;
Ναι, έτσι πρέπει να προσεύχεται ο χριστιανός. Αφού συγκεντρώσει και εντείνει όλη του τη σκέψη,
τότε να ικετεύει το Θεό έμπονα. Δεν χρειάζεται να λέει ατέλειωτα λόγια, φτάνουν τα λίγα και
απλά. Η ανταπόκριση του Κυρίου στην προσευχή δεν εξαρτάται από το πλήθος των λόγων, αλλ’
από τη νήψη του νου και της καρδιάς. Και αυτό μπορεί να το διαπιστώσει κανείς απ’ όσα λέει η
Γραφή για τη στείρα Άννα, τη μητέρα του προφήτη Σαμουήλ. «Κύριε», έταξε η Άννα, «αν σκύψεις
πάνω από τη θλίψη της δούλης σου και με θυμηθείς και μου δώσεις παιδί, τότε εγώ θα το
αφιερώσω σ’ εσένα για όλη του τη ζωή» (Α’ Βασ. 1:11). Είναι πολλά τα λόγια αυτά; Όχι. Και όμως,
επειδή με νήψη και προσοχή έκανε αυτή τη μικρή προσευχή, κατόρθωσε όσα ηθέλησε: Και την
ανάπηρη φύση της διόρθωσε και την κλεισμένη μήτρα της άνοιξε και από την περιφρόνηση των
ομοεθνών της λυτρώθηκε και από την άγονη γη θέρισε σιτάρι πλούσιο.
Όποιος προσεύχεται, λοιπόν, ας μη λέει περίσσια λόγια. Και ο Χριστός και ο Παύλος, άλλωστε, μας
σύστησαν να προσευχόμαστε συχνά, αλλά με συντομία και μικρά διαλείμματα. Γιατί,
μακραίνοντας την προσευχή, είναι δυνατό να χάσεις την προσοχή. Κι έτσι δίνεις την ευκαιρία στο
διάβολο να σε πλησιάσει και να σου υποβάλει τους δικούς του λογισμούς. Αν, όμως, οι προσευχές
σου είναι σύντομες και συχνές, τότε θα μπορείς εύκολα να τις κάνεις με προσοχή και νήψη,
καλύπτοντας μ’ αυτές όλο τον διαθέσιμο χρόνο σου.
Θέλεις κι εσύ να μάθεις άγρυπνη προσευχή και προσοχή του νου και διαρκή παραμονή κοντά στο
Θεό; Πήγαινε στην Άννα και μάθε τι έκανε εκείνη. Σηκώθηκαν, λέει, όλοι από το τραπέζι. Ωστόσο,
η Άννα δεν πήγε ούτε να κοιμηθεί ούτε ν’ αναπαυθεί. Έτρεξε στη Σκηνή του Μαρτυρίου για να
προσευχηθεί. Απ’ αυτό συμπεραίνω πως, ακόμα κι όταν έτρωγε, δεν παραφόρτωνε το στομάχι της.
Διαφορετικά, δεν θα μπορούσε να προσευχηθεί, και μάλιστα με τόσα δάκρυα. Αν εμείς, όταν
είμαστε νηστικοί, με δυσκολία κατορθώνουμε να προσευχηθούμε, ενώ ύστερα από τα συμπόσια
ποτέ δεν προσευχόμαστε, πολύ περισσότερο εκείνη, μια γυναίκα, δεν θα προσευχόταν μ’ αυτόν τον
τρόπο μετά το συμπόσιο, αν είχε καλοφάει.
Ας ντραπούμε εμείς, οι άνδρες, που παρακαλάμε για τη βασιλεία των ουρανών και συνάμα
χασμουριόμαστε, ας ντραπούμε, λέω, εκείνη τη γυναίκα, που παρακαλούσε κι έκλαιγε. Δες την
ευλάβειά της κι από τούτο: «Μιλούσε από την καρδιά της· τα χείλη της μόλις που κινιόνταν και η
φωνή της δεν ακουγόταν καθόλου». Έτσι παρουσιάζεται μπροστά στο Θεό όποιος θέλει να
κατορθώσει κάτι: όχι με κινήσεις και φωνές, ούτε όμως και βαριεστημένος ή νυσταγμένος και
αποχαυνωμένος.
Μήπως, όμως, δεν μπορούσε ο Θεός να δώσει παιδί στην Άννα και δίχως προσευχή; Μήπως δεν
γνώριζε την επιθυμία της και πριν Του το ζητήσει; Ναι, αλλ’ αν της έδινε το παιδί πριν το ζητήσει

με την προσευχή, δεν θα φαινόταν η προθυμία της, δεν θα φανερωνόταν η αρετή της, δεν θα
έπαιρνε τόση αμοιβή.
Ας δούμε τώρα και τη φιλοσοφία της γυναίκας. Άκου τι είπε στον αρχιερέα Ηλί, που την πέρασε για
μεθυσμένη: «Όχι, κύριέ μου, δεν είμαι μεθυσμένη. Μια γυναίκα καταπικραμένη είμαι, που ξεχύνω
τον πόνο της ψυχής μου μπροστά στον Κύριο. Μη θεωρήσεις τη δούλη σου καμιά τιποτένια· αν
προσευχήθηκα ως τώρα, ήταν από τον πολύ μου πόνο». Αυτό είναι γνώρισμα πραγματικά
συντριμμένης καρδιάς: Το να μην οργίζεται και να μην αγανακτεί εναντίον εκείνων που την
αδικούν ή την προσβάλλουν, αλλά με πραότητα και σεμνότητα ν’ απολογείται. Αλήθεια, τίποτα
δεν κάνει την ψυχή τόσο φιλόσοφη, όσο η θλίψη.
Σηκώθηκε, λοιπόν, από το τραπέζι η Άννα κι έτρεξε να προσευχηθεί. Ας τ’ ακούσουν όσοι από μας
ούτε πριν ούτε μετά το φαγητό προσεύχονται. Ας τ’ ακούσουν και ας παραδειγματιστούν. Όλοι
μας, τόσο πριν όσο και μετά τα γεύματα, οφείλουμε να δοξάζουμε και να ευχαριστούμε το Θεό.
Όποιος είναι προετοιμασμένος γι’ αυτό, ούτε θα παραφάει ούτε θα μεθύσει ποτέ. Έχοντας ως
χαλινάρι του λογισμού του την αναμονή της προσευχής, θα γευθεί απ’ όλα με μέτρο και θα έχει
πολλή ευλογία και στο σώμα και στην ψυχή. Με προσευχή, κοντολογίς, ας αρχίζει και ας τελειώνει
κάθε γεύμα μας.
Παράλληλα, ας μην παραλείπουμε να συμμετέχουμε στο πασχάλιο δείπνο της ευχαριστιακής
συνάξεως, που γίνεται τακτικά στο ναό, αλλά και σε κάθε εκκλησιαστική ακολουθία, αν είναι
δυνατόν. “Μα έχω τόσες φροντίδες και ασχολίες!”, θα μου πεις. Γι’ αυτό ακριβώς έλα στο ναό, για
να ελκύσεις με την εδώ παρουσία σου την εύνοια του Θεού, κι έτσι να φύγεις ασφαλισμένος· για να
Τον έχεις βοηθό στις υποθέσεις σου, κι έτσι να γίνεις ακατανίκητος από τους δαίμονες και τους
μοχθηρούς ανθρώπους. Γιατί, συμμετέχοντας στη θεία λειτουργία και στην κοινή λατρεία, θα
ενισχυθείς από τον παντοδύναμο Θεό, θα πάρεις τα δικά Του όπλα, κι έτσι ούτε ο διάβολος ούτε οι
άνθρωποι θα μπορέσουν να σε βλάψουν.
Και μη μου πεις, ότι, καθώς είσαι συνέχεια απασχολημένος με τα προβλήματα της ζωής, δεν
μπορείς να τρέχεις κάθε τόσο στην εκκλησία ούτε να προσεύχεσαι όλη μέρα. Στην εκκλησία, έστω,
δεν μπορείς να πηγαίνεις. Όπου κι αν βρίσκεσαι, όμως, μπορείς να στήσεις το θυσιαστήριό σου.
Ούτε ο τόπος ούτε η ώρα σε εμποδίζουν. Κι αν δεν γονατίσεις, κι αν δεν κλάψεις, κι αν δεν
υψώσεις τα χέρια σου στον ουρανό, η προσευχή σου θα είναι τέλεια, εφόσον θα έχεις διάνοια
θερμή. Εσύ που βαδίζεις στο δρόμο, εσύ που βρίσκεσαι στην αγορά, εσύ που ταξιδεύεις στη
θάλασσα, εσύ που κάθεσαι στο εργαστήριό σου, εσύ που μαγειρεύεις στο σπίτι σου, εσύ που
καλλιεργείς το χωράφι σου κι εσύ που σε κάποιαν άλλη εργασία καταγίνεσαι, όταν δεν μπορείτε να
έρθετε στην εκκλησία, κάντε, εκεί που είστε, προσευχή εκτενή και προσεκτική. Ο Θεός δεν
νοιάζεται για τον τόπο. Ζητάει μόνο θερμότητα καρδιάς και αγνότητα ψυχής. Να, και ο απόστολος
Παύλος προσευχήθηκε όχι σε ναό όρθιος ή γονατιστός, αλλά μέσα σε φυλακή πεσμένος ανάσκελα,
καθώς τα πόδια του ήταν σφιγμένα στην ξυλοπέδη. Επειδή, όμως, προσευχήθηκε με θέρμη, αν και
πεσμένος, και τη φυλακή έσεισε και τα θεμέλια σάλεψε και το δεσμοφύλακα τράβηξε στην αληθινή
πίστη μαζί με όλη την οικογένειά του .
Ο άρρωστος Εζεκίας ούτε όρθιος ούτε γονατιστός, αλλά πεσμένος στο κρεβάτι παρακάλεσε για τη
θεραπεία του το Θεό, που με τον προφήτη Ησαΐα του είχε προαναγγείλει το θάνατό του. Και
κατόρθωσε με την καθαρότητα και τη θερμότητα της καρδιάς του να μεταβάλει τη θεϊκή απόφαση.
Ο ληστής, πάλι, καρφωμένος πάνω στο σταυρό, με λίγα λόγια κέρδισε τη βασιλεία των ουρανών.
Και ο Ιερεμίας μέσα στο λάκκο με τη λάσπη και ο Δανιήλ μέσα στο λάκκο με τα θηρία και ο Ιωνάς
μέσα στην κοιλιά του κήτους, όταν προσευχήθηκαν θερμά, απομάκρυναν τις συμφορές, που τους
είχαν βρει, και βοηθήθηκαν από το Θεό.
“Και τί θα λέω, όταν προσεύχομαι;”, θα με ρωτήσεις. Θα λες ό,τι και η Χαναναία του Ευαγγελίου.
«Ελέησέ με, Κύριε!», παρακαλούσε εκείνη. «Η θυγατέρα μου βασανίζεται από δαιμόνιο». “Ελέησέ
με, Κύριε!”, θα παρακαλάς κι εσύ. “Η ψυχή μου βασανίζεται από δαιμόνιο”. Γιατί η αμαρτία είναι
μεγάλος δαίμονας. Ο δαιμονισμένος ελεείται, ενώ ο αμαρτωλός αποδοκιμάζεται. “Ελέησέ με!”.
Μικρή είναι η φράση. Και όμως, γίνεται πέλαγος φιλανθρωπίας, καθώς, όπου υπάρχει έλεος, εκεί
υπάρχουν όλα τα αγαθά.
Και όταν βρίσκεσαι έξω από την εκκλησία, φώναζε μυστικά: “Ελέησέ με!”. Φώναζε με τη σκέψη

σου, χωρίς να κινείς τα χείλη σου. Γιατί ο Θεός μας ακούει και όταν σωπαίνουμε. Δεν απαιτείται
τόσο τόπος, όσο τρόπος προσευχής. Και στο λουτρό αν είσαι, να προσεύχεσαι. Όπου κι αν είσαι, να
προσεύχεσαι. Όλη η κτίση είναι ναός του Θεού. Εσύ ο ίδιος είσαι ναός του Θεού, και ψάχνεις τόπο
για να προσευχηθείς;
Η θάλασσα απλωνόταν μπροστά. Οι Αιγύπτιοι έρχονταν από πίσω. Και ο Μωυσής βρισκόταν στη
μέση. Ζητούσε από το Θεό βοήθεια, χωρίς να λέει ούτε λέξη· τόση ήταν η αμηχανία του. Και
μολονότι δεν ακουγόταν η φωνή του, ο Κύριος του είπε: «Τί μου φωνάζεις;». Τον άκουγε, λοιπόν,
αν και δεν μιλούσε. Έτσι κι εσύ, όταν σου έρχεται πειρασμός, να ζητάς καταφύγιο στο Θεό, να
καλείς μυστικά σε βοήθεια τον Κύριό σου. Αυτός είναι πάντα κοντά σου, γι’ αυτό δεν χρειάζεται
να Τον αναζητήσεις σε ορισμένο τόπο, όπως κάνεις με τους ανθρώπους. «Θα φωνάξεις στο Θεό, κι
Εκείνος θα σ’ ακούσει», όπως λέει ο προφήτης Ησαΐας. «Εσύ ακόμα θα προσεύχεσαι, κι Εκείνος θα
σου απαντήσει: “Να, εδώ είμαι, δίπλα σου!”». Αν αγωνίζεσαι να διατηρείς την καρδιά σου καθαρή
από την κακία, ο Κύριος σ’ ακούει πάντα και παντού.
Με όλα αυτά, βέβαια, δεν θέλω να υποτιμήσω την προσευχή που γίνεται από τους χριστιανούς στο
ναό. Όχι. Γιατί είναι μεγάλη, πολύ μεγάλη η δύναμη της κοινής προσευχής των αδελφών στην
εκκλησία. Θέλεις να μάθεις πόση; Άκου: Κάποτε ο απόστολος Πέτρος ήταν φυλακισμένος και
αλυσοδεμένος. Μα «η Εκκλησία προσευχόταν αδιάκοπα στο Θεό γι’ αυτόν». Και η προσευχή του
εκκλησιάσματος τον ελευθέρωσε θαυματουργικά από τη φυλακή κι από τις αλυσίδες. Τί, λοιπόν,
είναι δυνατότερο από την προσευχή, που έσωσε το στύλο και τον πύργο της Εκκλησίας;
Και όσο για τους κατηχουμένους, βέβαια, δεν επιτρέπεται να προσεύχονται μαζί με τους πιστούς
στο ναό, γιατί δεν έχουν αποκτήσει ακόμα μεγάλη παρρησία. Όσο για μας, όμως, μας έχει δοθεί η
παραγγελία να προσευχόμαστε για την οικουμένη και για την Εκκλησία, που έχει απλωθεί ως τα
πέρατα της γης. Συνειδητοποιείτε πόσο υψηλό και τιμητικό για τη μικρότητά μας είναι το να
προσερχόμαστε εδώ και να παρακαλάμε το Θεό για τόσο λαό; Το να παρακαλάει ένας για τους
πολλούς, είναι πολύ τολμηρό και χρειάζεται μεγάλη παρρησία. Γιατί, αν εγώ ο ίδιος δεν τολμώ να
παρακαλέσω για τον εαυτό μου, πολύ περισσότερο για τους άλλους· αυτό μόνο οι δίκαιοι μπορούν
να το κάνουν, όχι ένας αμαρτωλός σαν κι εμένα. Όταν, όμως, συγκεντρωμένοι όλοι μαζί κάνουν
δέηση για έναν, το πράγμα δεν φαίνεται άπρεπο.
Είναι, βέβαια, δυνατόν, όπως είπα πριν, να προσευχόμαστε και στο σπίτι μας και σε κάθε τόπο, όχι
πάντως όπως προσευχόμαστε στην εκκλησία, όπου κοινή ικεσία κλήρου και λαού απευθύνεται στο
Θεό. Δεν εισακούεσαι τόσο από τον Κύριο, όταν Τον παρακαλάς μόνος, όσο όταν βρίσκεσαι μαζί
με τους αδελφούς σου. Γιατί στην κοινή προσευχή υπάρχουν περισσότερα: η ομόνοια και ο δεσμός
της αγάπης και οι ευχές των ιερέων. Οι ιερείς γι’ αυτό ακριβώς βρίσκονται εδώ, για να ενισχύσουν
με τις ισχυρές ευχές τους τις αδύναμες προσευχές του λαού, βοηθώντας τες ν’ ανέβουν στον
ουρανό. Να, λοιπόν, πως κατόρθωσε να βγάλει από τη φυλακή τον απόστολο Πέτρο η προσευχή
της Εκκλησίας. Η απόσταση ενός τόπου, βλέπεις, δεν εμποδίζει την ενέργεια της προσευχής,
όπως άλλωστε δεν μειώνει και τη δύναμη της αγάπης. Όσο η βαθειά αγάπη συνδέει ακατάλυτα,
άλλο τόσο και η ζωντανή προσευχή ωφελεί υπερβολικά ανθρώπους που βρίσκονται μακριά.
Ο Μωυσής δεν βρισκόταν σωματικά στο πεδίο της μάχης, όταν οι Ισραηλίτες πολεμούσαν με τους
Αμαληκίτες, ωστόσο συνέβαλε στη νίκη πολύ περισσότερο από τους πολεμιστές, υψώνοντας τα
χέρια του στον ουρανό και παρακαλώντας το Θεό για το έθνος του. Έτσι έσωσε έναν ολόκληρο
λαό. Υπάρχει κατόρθωμα μεγαλύτερο απ’ αυτό, από την ωφέλεια δηλαδή των συνανθρώπων και
αδελφών μας; Όχι. Κι αν νηστεύεις κι αν κοιμάσαι καταγής κι αν κλαις σ’ όλη σου τη ζωή, τίποτε
το μεγάλο δεν κατορθώνεις, εφόσον δεν ωφελείς κανέναν άλλο. Να, κι από τον Μωυσή έγιναν
πολλά θαύματα και σημεία. Κανένα απ’ αυτά, όμως, δεν τον έκανε τόσο μεγάλο, όσο η ικετευτική
κραυγή του προς τον Κύριο για τη συγχώρηση των Ισραηλιτών, που είχαν πέσει στο βαρύ
αμάρτημα της ειδωλολατρίας: «Αν θέλεις, συγχώρησε την αμαρτία τους· αν πάλι όχι, τότε
εξαφάνισε κι έμενα!».
Και ο βασιλιάς Δαβίδ, όταν, για μια του αμαρτία, ο Θεός παραχώρησε να πέσει θανατικό στους
Ισραηλίτες, έδειξε την ίδια διαγωγή. «Εγώ είμαι εκείνος που αμάρτησε», είπε. «Εγώ, ο ποιμένας,
έκανα το κακό. Αυτά τα πρόβατα τι έκαναν; Χτύπα, λοιπόν, εμένα και την οικογένειά μου».
Του αποστόλου Παύλου η φιλαδελφία, όμως, ήταν η πιο μεγάλη και πιο θαυμαστή: Ευχόταν ακόμα

και να χωριστεί από το Χριστό, αν έτσι θα πήγαιναν κοντά σ’ Εκείνον οι ομοεθνείς αδελφοί του. Ο
Μωυσής ζητούσε να εξαφανιστεί κι αυτός μαζί με τους άλλους· ο Παύλος δεν ζητούσε να χαθεί
μαζί τους, αλλά, για τη σωτηρία τους, να χάσει μόνο αυτός την ασύλληπτη δόξα του παραδείσου!
Οι προσευχές τέτοιων αγίων, βέβαια, φέρνουν αγαθά αποτελέσματα, όταν κι εμείς οι ίδιοι
βοηθάμε. Όταν αυτό δεν συμβαίνει, ούτε κι εκείνων η βοήθεια ωφελεί. Σε τί ωφέλησε, λ.χ., η
προσευχή του Ιερεμία τους Ιουδαίους; Τρεις φορές παρακάλεσε ο προφήτης το Θεό και τρεις φορές
άκουσε: «Μην προσεύχεσαι πια για το λαό αυτό και μη μου ζητάς να τους ελεήσω, γιατί δεν θα σε
ακούσω!» (Τερ. 7:16). Σε τί ωφέλησε τον Σαούλ ο Σαμουήλ, που προσευχόταν και πενθούσε γι’
αυτόν ως την τελευταία μέρα, και σε τί ωφέλησε τους Ισραηλίτες; «Ποτέ δεν θα κάνω το αμάρτημα
να διακόψω την προσευχή μου για τη σωτηρία σας», τους είπε. Και όμως, όλοι χάθηκαν. Γιατί; Το
εξηγεί ο Θεός με το στόμα του προφήτη Ιερεμία: «Αν ακόμα και ο Μωυσής και ο Σαμουήλ σταθούν
μπροστά μου και προσευχηθούν γι’ αυτούς, δεν θα τους λυπηθώ, γιατί έχει αυξηθεί υπερβολικά η
κακία τους».
Ώστε, λοιπόν, σε τίποτα δεν ωφελούν οι προσευχές; Ωφελούν και πολύ μάλιστα, αλλά, όπως είπα,
όταν κι εμείς βοηθάμε, θυμηθείτε τον εκατόνταρχο Κορνήλιο, που αξιώθηκε να γνωρίσει την
αληθινή πίστη, επειδή «έδινε πολλές ελεημοσύνες και προσευχόταν αδιάλειπτα στο Θεό».
Θυμηθείτε και τη δίκαιη Ταβιθά, που «έκανε πολλές αγαθοεργίες και ελεημοσύνες» και, όταν
πέθανε, αναστήθηκε με την προσευχή του αποστόλου Πέτρου. Αλλά και στα χρόνια του βασιλιά
Εζεκία, ο Θεός έσωσε την Ιερουσαλήμ από τους Ασσυρίους. Γιατί; Επειδή ο Εζεκίας ήταν δίκαιος
και προσευχήθηκε θερμά για την πόλη και το λαό του. «Εγώ θα υπερασπίσω τούτη την πόλη», είπε
ο Κύριος στον καλό βασιλιά. Κι έτσι ακριβώς έκανε.
Όλα αυτά τα παραδείγματα, και πολλά άλλα παρόμοια, που βρίσκουμε μέσα στις Γραφές, τί μας
δείχνουν; Ότι οι προσευχές των αγίων για μας, αλλά και οι δικές μας προσευχές, εισακούονται
από το Θεό, όταν είμαστε δίκαιοι, ενάρετοι, ελεήμονες, φιλάνθρωποι. Όταν, απεναντίας, και με
τα χέρια και με τα πόδια και με τη γλώσσα και με το νου και με την καρδιά διαπράττουμε την
αμαρτία, παραβαίνοντας τον θείο νόμο, πώς τολμάμε ν’ απευθυνόμαστε στον Κύριο, ζητώντας Του
βοήθεια ή ευεργεσία; Και πώς τολμάμε να ζητάμε τις πρεσβείες των αγίων;
Πριν υψώσουμε, λοιπόν, ικετευτικά τα χέρια μας στον ουρανό, ας βάλουμε αρχή μετάνοιας.
Άλλωστε, επειδή με τα χέρια εκτελούμε πολλές πονηρές πράξεις, γι’ αυτό ακριβώς έχει καθιερωθεί
να τα υψώνουμε, όταν προσευχόμαστε, ώστε η υπηρεσία που προσφέρουν για την προσευχή, να τα
εμποδίζει από την κακία και να τ’ απομακρύνει από την αμαρτία. Έτσι θα θυμάσαι, δηλαδή, όταν
πρόκειται ν’ αρπάξεις κάτι ή να χτυπήσεις κάποιον, ότι αυτά τα χέρια θα τα υψώσεις στο Θεό ως
συνηγόρους σου και ότι μ’ αυτά θα Του προσφέρεις την πνευματική θυσία της προσευχής. Γι’ αυτό
μην τα μολύνεις, μην τα ντροπιάζεις, μην τα κάνεις ανάξια εμφανίσεως στο Θεό, με την τέλεση
οποιασδήποτε ανομίας. Καθάριζέ τα με την ελεημοσύνη, με τη φιλανθρωπία, με την καλοσύνη, κι
έτσι καθαρά ύψωνέ τα σε προσευχή. Αν δεν προσεύχεσαι ποτέ με χέρια λασπωμένα, πολύ
περισσότερο μην το κάνεις με χέρια λερωμένα από την αμαρτία. Γιατί κακό δεν είναι το να υψώνεις
χέρια άπλυτα προς τον Κύριο· το να υψώνεις, όμως, χέρια καταμολυσμένα από αναρίθμητα
αμαρτήματα, αυτό είναι φοβερό και προκαλεί την οργή του Θεού.
Αλλά μόνο έτσι παροργίζουμε τον Πατέρα μας; Με πόσους τρόπους, αλήθεια, αμαρτάνουμε, ακόμα
και μέσα στην εκκλησία, την ώρα της λατρείας! Αναπολόγητοι θα είμαστε, αν ο Θεός λογαριάσει
τους αισχρούς λογισμούς που έχουμε στο νου μας, τις πονηρές επιθυμίες που έχουμε στην καρδιά
μας, τις κατακρίσεις που ξεστομίζουμε καθημερινά για τον πλησίον μας, τα ψεύδη και τις
συκοφαντίες, τις πανουργίες και τις δολοπλοκίες, τις κακότητες και τις αδικίες μας. Λύπη μας
προξενεί η προκοπή των άλλων, ακόμα και των φίλων μας. Ευχαρίστηση δοκιμάζουμε, όταν ο
συνάνθρωπός μας υποφέρει, θεωρώντας τη συμφορά εκείνου ως παρηγοριά για τη δική μας
δυστυχία. Ασύνετα ζητάμε από το Θεό πράγματα φθαρτά κι ανώφελα, πράγματα που Εκείνος
πρόσταξε να τα περιφρονούμε. Αθεόφοβα καταριόμαστε τους αδελφούς μας, ενώ έχουμε εντολή να
δίνουμε ευχές και στους εχθρούς μας.
Τί κάνεις, άνθρωπε μου; Ζητάς από το Θεό να σε σπλαχνιστεί, κι εσύ καταριέσαι τον άλλο; Μη
γελιέσαι. Αν δεν συγχωρήσεις, δεν θα συγχωρηθείς. Το ξέρεις.
Και όμως, όχι μόνο δεν συγχωρείς, αλλά παρακαλάς και το Θεό να μη συγχωρήσει! Αν, όμως, δεν

συγχωρείται εκείνος που δεν συγχωρεί, πώς θα συγχωρηθεί εκείνος, που και τον Κύριο παρακαλάει
να μη συγχωρήσει; Αν είναι κακό να έχεις εχθρούς, σκέψου πόσο χειρότερο είναι να τους
κατηγορείς και να τους καταριέσαι. Εσύ πρέπει να δώσεις λόγο για το ότι έχεις εχθρούς, και
κατηγορείς εκείνους; Πώς θα σου δώσει άφεση ο Θεός, όταν Του ζητάς να βλάψει άλλους, την ώρα
που Τον παρακαλείς για τα δικά σου αμαρτήματα κι έχεις ανάγκη από μεγάλο έλεος; Όταν μάλιστα,
προσεύχεσαι για τον εαυτό σου, γυρίζεις τη ματιά σου δεξιά κι αριστερά, χασμουριέσαι και φέρνεις
στο νου σου χίλιους δυο λογισμούς. Όταν, όμως, προσεύχεσαι εναντίον των εχθρών σου, το κάνεις
με μεγάλη αυτοσυγκέντρωση και διαύγεια σκέψεως. Γνωρίζει, βλέπεις, ο διάβολος πως, όταν
ζητάμε το κακό των άλλων, στρέφουμε το ξίφος εναντίον μας, γι’ αυτό τότε δεν διασπά την
προσοχή μας και δεν τραβάει το νου μας εδώ κι εκεί.
Ξέχασε, λοιπόν, τις ξένες αμαρτίες, για να ξεχάσει και ο Κύριος τις δικές σου. Γιατί αν πεις,
“Τιμώρησε τον εχθρό μου”, έκλεισες το στόμα σου. Έχασε πια η γλώσσα σου το δικαίωμα να
μιλάει στο Θεό. Πρώτα-πρώτα επειδή εξαρχής Τον παρόργισες, κι υστέρα επειδή ζητάς πράγματα
που είναι αντίθετα στον ίδιο το χαρακτήρα της προσευχής. Αφού, δηλαδή, προσέρχεσαι για να
ζητήσεις συγχώρηση αμαρτημάτων, πώς μιλάς για τιμωρία; Το αντίθετο έπρεπε να κάνεις, να
παρακαλάς για τους άλλους, ώστε στη συνέχεια να παρακαλέσεις με παρρησία και για τον εαυτό
σου.
Αν προσευχηθείς για τους συνανθρώπους σου, τα πέτυχες όλα, έστω κι αν δεν πεις το παραμικρό
για τις δικές σου αμαρτίες.
Δεν υπάρχει τίποτα πιο ζοφερό από μια ψυχή που μνησικακεί και μισεί. Δεν υπάρχει τίποτα πιο
ακάθαρτο από μια γλώσσα που κακολογεί και καταριέται. Άνθρωπος είσαι, μη γίνεσαι θηρίο. Το
στόμα σου δόθηκε όχι για να δαγκώνεις, αλλά για να παρηγορείς με τα λόγια σου. Ο Θεός σε
πρόσταξε να συγχωρείς, κι εσύ Τον παρακαλάς να καταργήσει τη δική Του εντολή; Δεν σκέφτεσαι
ότι ευχαριστιέται και γελάει ο διάβολος, όταν ακούει μια τέτοια προσευχή; Δεν συλλογίζεσαι ότι,
από το άλλο μέρος, λυπάται ο Θεός, ο Πλάστης σου, ο Ευεργέτης σου, ο Σωτήρας σου;
“Μα αδικήθηκα”, λες, “και είμαι πικραμένος”. Τότε, λοιπόν, προσευχήσου εναντίον του διαβόλου,
που μας αδικεί περισσότερο από κάθε άλλον. Γιατί αυτός δημιουργεί και τους εχθρούς και τις
έχθρες, αυτός είναι ο μεγάλος και μοναδικός εχθρός σου, με τον οποίο δεν είναι δυνατό να
συμφιλιωθείς ποτέ. Ο συνάνθρωπος, απεναντίας, όσα κι αν σου κάνει, είναι αδελφός σου. Γι’
αυτό οφείλεις να προσεύχεσαι για το καλό του, για την ευτυχία του, για τη μετάνοια και τη
σωτηρία του.
Ας φροντίσουμε λοιπόν, αγαπητοί μου, να ζούμε και να ενεργούμε σύμφωνα με τις εντολές του
Κυρίου, για να είναι καρποφόρα η προσευχή μας και να πετύχουμε τη βασιλεία των ουρανών.
ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ

Προσευχή γραμμένη ἀπό τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο
ΚΑΤΑ ΤΟ ΜΕΤΡΟΝ ΤΩΝ ΕΙΚΟΣΙ ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΩΡΩΝ ΤΟΥ ΝΥΧΘΗΜΕΡΟΥ
ΓΡΑΜΜΕΝΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΗ ΤΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ.
Κύριε μη στερήσεις με των επουρανίων σου και αιωνίων σου αγαθών.
Κύριε λύτρωσαι με των αιωνίων κολάσεων
Κύριε είτε λόγω, είτε έργο, είτε κατά νούν και διάνοια ήμαρτον, συγχώρεσε με
Κύριε λύτρωσαι με από πάσης ανάγκης και αγνοίας και λήθης και ραθυμίας και
της λιθώδους αναισθησίας
Κύριε λύτρωσαι με από παντός πειρασμού και εγκαταλείψεως
Κύριε, φώτισον την καρδία μου ην εσκότισαι η πονηρή επιθυμία.
Κύριε, εγώ μεν ως άνθρωπος αμαρτάνω. Συ δε ως Θεός, ελέησόν με.

Κύριε ίδε την ασθένεια της ψυχής μου και πέμψουν την χάριν σου εις βοήθεια μου,
ίνα και εν εμοί δοξαστεί το όνομα σου το άγιον.
Κύριε Ιησού Χριστέ έγραψον το όνομα του δούλον σου εν βιβλίο ζωής χαριζόμενός
μοι και τέλος αγαθόν.
Κύριε ο Θεός μου, ουκ εποίησα ουδέν αγαθόν, άλλα αρξαίμην ποτέ τη ευσπλαχνία
σου.
Κύριε, βρέξον εις την καρδιά μου την δρόσον της χάριτος σου.
Κύριε ο Θεός του ουρανού και της γης μνήσθητί μου του αμαρτωλού του αισχρού
του πονηρού και βέβηλου κατά το μέγα έλεος σου, όταν έλθεις εν τη Βασιλεία σου.
Κύριε εν μετάνοια με παράλαβέ με και μη εγκαταλείπεις με.
Κύριε, μη είσενέγκης εις πειρασμό.
Κύριε, δός μοι έννοια αγαθή.
Κύριε, δώσε μοι δάκρυο και μνήμη θανάτου και κατάνυξη.
Κύριε, δώσε μοι των λογισμών μου εξαγόρευσει.
Κύριε, δός μοι ταπείνωση, εκκοπή θελήματος και υπάκουη.
Κύριε δώσε μοι υπομονή μακροθυμία και πραότητα.
Κύριε, εμφύτευσον εν εμοί την ρίζαν των αγαθών και , του φόβου σου.
Κύριε, αξίωσόν με αγαπάν σε εξ όλης μου της ψυχής και της διάνοιας και της
καρδίας και τηρειν εν πάσει το θέλημα σου.
Κύριε, σκέπασόν με απ τα ανθρώπων πονηρών και Δαιμόνων και παθών και από
παντός κακού και μη προσήκοντος πράγματος.
Κύριε, ως κελεύεις, Κύριε ως γινώσκεις, Κύριε ως βούλει, γενηθήτω το θέλημα σου
εν εμοί.
Κύριε, το σον θέλημα γενέσθω και ου το εμόν. Πρεσβείας και ικεσίας της
Παναγίας Θεοτόκου και πάντων των αγίων σου, ότι ευλογητός ει εις πάντες τους
αιώνας. Αμήν.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΠΡΟΣΕΥΧΩΝ – ΑΘΗΝΑ 1966
Ἄν συγχωρήσεις πολλά...Ἄν συγχωρήσεις λίγα...
Αν συγχωρήσεις λίγα, λίγα θα σου συγχωρηθούν.
Αν συγχωρήσεις πολλά, θα σου συγχωρηθούν πολλά. Αν τα συγχωρήσείς με ειλικρίνεια και με όλη
σου την καρδιά, με τον ίδιο τρόπο θα συγχωρήσει και τα δικά σου ο Θεός.
Αν, μετά τη συγχώρηση, κάνεις και φίλο σου τον εχθρό σου, έτσι θα διάκειται και ο Θεός απέναντί
σου.
Ποίας, λοιπόν, τιμωρίας δεν είναι άξιος εκείνος, που ενώ πρόκειται να κερδίσει δέκα χιλιάδες
τάλαντα, εάν χάσει εκατό μόνο δηνάρια, ούτε και τα λίγα και μικρά δεν συγχωρεί, αλλά στρέφει
εναντίον σου τα ίδια τα λόγια της προσευχής;
Γιατί όταν λες στο Θεό «συγχώρεσέ μας όπως και εμείς συγχωρούμε τους εχθρούς μας» και
κατόπιν εσύ δεν συγχωρείς, για τίποτε άλλο δεν παρακαλείς το Θεό, παρά να σε στερήσει από κάθε
απολογία και συγγνώμη...
Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

ΠΕΡΙ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΩΝ ΚΑΙ ΧΡΟΝΩΝ
ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΣΧΙΣΜΑΤΩΝ
Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου
(αποσπάσματα από τον Γ’ Λόγο Κατά Ιουδαίων)

Και όπως τώρα προτιμάται να τα υπομένετε όλα, παρά να αλλάξετε τη συνήθεια, έτσι έπρεπε
αυτή να την περιφρονείτε και να προτιμάτε να υποφέρετε τα πάντα και να κάμνετε το κάθε τι,
ώστε να προσέρχεσθε χωρίς αμαρτήματα στη θεία ευχαριστία. Το ότι ο Θεός αδιαφορεί για τη
διαφύλαξη ορισμένων ημερών, άκουσέ τον τι λέγει όταν κρίνει˙ πεινώντα με είδετε και
εθρέψατε, διψώντα και εποτίσατε, γυμνόν και περιεβάλετε˙ ενώ τους ευρισκομένους στα
αριστερά του τους κατηγορεί με τα αντίθετα από αυτά. Και πάλι προσάγοντας άλλον για την
μνησικακία, τον κολάζει λέγοντας˙ πονηρέ δούλε, πάσαν την οφειλήν εκείνην αφήκά σοι˙ έδει
και σε ελεήσαι τον σύνδούλον σου, ως και εγώ σε ηλέησα. Πάλι τις παρθένες, επειδή δεν είχαν
λάδι στις λαμπάδες τους, τις απέκλεισε από τον νυμφώνα. Άλλον πάλι τον απέκλεισε επειδή
εισήλθε μη έχοντας ένδυμα γάμου, αλλά με ρυπαρά ενδύματα, δηλαδή την πορνεία και την
ακαθαρσία. Αλλά κανείς δεν αποκλείσθηκε επειδή τέλεσε το Πάσχα αυτόν ή τον άλλο μήνα….
Και γιατί να ομιλώ για μας, που έχουμε απαλλαγή από κάθε νομική υποχρέωση και βρίσκεται το
πολίτευμά μας επάνω στους ουρανούς, όπου δεν υπάρχουν μήνες και ήλιος και σελήνη και
κύκλοι ετών;…
§ 6. Ας μη φιλονικούμε λοιπόν, ούτε και να λέμε εκείνο, ότι δηλαδή τόσα χρόνια νήστευα έτσι
και τώρα θα αλλάξω; Άλλαξε ακριβώς γι’ αυτό και μόνο˙ επειδή για τόσο μεγάλο χρονικό
διάστημα αποκόπηκες από την Εκκλησία, γύρισε τώρα πίσω στην μητέρα. Κανείς δεν λέγει,
επειδή για τόσο χρόνο παρέμενα στην έχθρα, ντρέπομαι τώρα να συμφιλιωθώ. Γιατί ντροπή είναι
όχι η προς το καλύτερο μεταβολή αλλά η παραμονή στην άκαιρη φιλονεικία. …
Ας μην επιστρέφουμε λοιπόν προς τα πρώτα, την στιγμή που ήρθαν τα τελειότερα, κι ούτε να
φυλάσσουμε ακόμη ημέρες και εποχές και έτη, αλλά παντού ας ακολουθούμε με κάθε ακρίβεια
την Εκκλησία, προτιμώντας πάνω απ όλα την αγάπη και την ειρήνη. Γιατί, κι αν ακόμη η
Εκκλησία διέπραττε σφάλμα, δεν θα ήταν το κατόρθωμα από την ακριβή τήρηση των χρόνων
τόσο μεγάλο, όσο είναι το έγκλημα που προέρχεται από τη διαίρεση και το σχίσμα.
Τώρα δεν έχει για μένα καμιά σημασία η τήρηση του καιρού, αφού, όπως αποδείξαμε, δεν έχει
ούτε για τον Θεό σημασία. Άλλωστε για το θέμα αυτό αφιέρωσα πολλούς λόγους. Αλλά ένα μόνο
πράγμα ζητώ˙ το να κάνουμε τα πάντα με ειρήνη και ομόνοια και όταν εμείς και όλος ο λαός
νηστεύουμε και οι ιερείς αναπέμπουν τις κοινές υπέρ της οικουμένης ευχές, συ να μην
παραμένεις στο σπίτι μεθυσμένος.
Ούτε η Εκκλησία ανεγνώριζε την υποχρεωτική και ακριβή τήρηση των καιρών. Αλλ’ επειδή από
την αρχή φάνηκε καλό στους Πατέρες που ήταν διασκορπισμένοι παντού, να συνέλθουν και να
ορίσουν την ημέρα αυτή, η Εκκλησία τιμώντας πάντοτε την συμφωνία και αγαπώντας την
ομόνοια, αποδέχθηκε την απόφαση. Για το ότι και σε μας και σε σας και σε οποιονδήποτε άλλον
είναι αδύνατο να καθορίσει επακριβώς την ημέρα, κατά την οποία ο Κύριος τέλεσε το μυστήριο,
αποδείχθηκε ικανοποιητικά με τα όσα έχουν λεχθή.
Ας μη σκιαμαχούμε, λοιπόν, κι ας μη βλάπτουμε τους εαυτούς μας στα μεγάλα πράγματα,
φιλονικώντας για τα ανάξια λόγου. Γιατί δεν αποτελεί έγκλημα το να νηστεύουμε αυτή η την
άλλη περίοδο, αλλά έγκλημα, και μάλιστα ασυγχώρητο και άξιο καταδίκης και πρόξενο μεγάλης
τιμωρίας, είναι η διαίρεση της Εκκλησίας, ο διαπληκτισμός, η σπορά της διχόνοιας και η συνεχής
αποστέρηση του εαυτού μας από τις συνάξεις των πιστών.

… Γι’ αυτό τερματίζοντας εδώ την ομιλία, ας ευχηθούμε από κοινού όλοι, να επιστρέψουν οι
αδελφοί μας κοντά μας, και αφού ασπασθούν την ειρήνη, αποφύγουν την άκαιρη φιλονικία,
καταγελάσουν την ψυχρότητα των αισθημάτων τους, σκεφθούν πιο σοβαρά και απαλλαγούν από
την τήρηση των ημερών, όλοι μαζί τότε μ’ ένα στόμα να δοξάζουμε τον Θεό και Πατέρα του
Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και το κράτος, τώρα και πάντοτε και στους
αιώνες των αιώνων. Αμήν.
(ΕΠΕ, τ. 34 σσ. 181-191)

ΤΑ ΚΡΙΜΑΤΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΥΛΟΣ που γεύθηκε τόσα απόρρητα μυστήρια και που ανέβηκε στον τρίτο
ουρανό, καθώς μελετούσε τα κρίματα τού Θεού, αισθάνθηκε ίλιγγο σαν να κοίταζε σε άβυσσο.
Προσπαθώντας να ερευνήση το βάθος τού πλούτου και της σοφίας και της γνώσεως τού Θεού,
δεν αισθάνθηκε τίποτε άλλο παρά μόνο κατάπληξι. Κατεπλάγη και σταμάτησε αμέσως την
έρευνα. Εάν έτσι αντιμετώπισε τα πράγματα ο Απόστολος, εμείς τι ματαιοπονούμε να
εξετάζουμε περίεργα αυτά που δεν εξερευνώνται και να εξιχνιάζουμε αυτά που είναι
ανεξιχνίαστα;
Σάς παρακαλώ και σάς ικετεύω: Ας μη φθάσουμε σ' αυτό το σημείο τού παραλογισμού. Αλλά σε
κάθε μας απορία ας ενθυμούμεθα και ας αναφέρουμε τον λόγο τού Ψαλτηρίου: «Τα κρίματα
σου, άβυσσος πολλή» (Ψαλμ. λε', 7).
«Εξομολογήσομαί σοι, ότι φοβερώς εθαυμαστώθης» (Ψαλμ. ρλη', 6). «Θα σε δοξολογήσω, Θεέ
μου, διότι εφάνηκες φοβερά θαυμαστός». Τι σημαίνει «φοβερά»;
Εμείς οι άνθρωποι θαυμάζουμε πολλά πράγματα, όπως π. χ. ωραίους κίονες, επιτυχημένους
ζωγραφικούς πίνακες, ανθηρά σώματα, αλλά ο θαυμασμός μας δεν συνοδεύεται με φόβο.
Θαυμάζουμε επίσης το πλάτος και το μέγεθος της θάλασσας. Θαυμάζουμε και τον αχανή βυθό
της. Σαν σκύψουμε όμως να κοιτάξουμε σ' αυτόν τον βυθό, δοκιμάζουμε φόβο.
Αυτό ασφαλώς συνέβη και με τον προφήτη. Καθώς έσκυψε να ιδή το απέραντο και αχανές
πέλαγος της σοφίας του Θεού, κατελήφθη από ίλιγγο, εθαύμασε, φοβήθηκε πολύ και γύρισε
πίσω κράζοντας: «Θα σε δοξολογήσω, διότι εφάνηκες φοβερά θαυμαστός. Και τα έργα σου είναι
θαυμάσια». Και σε άλλη περίστασι είπε: «Έγινε θαυμαστή η γνώσις σου με την μελέτη μου.
Έγινε δυνατή και επιβλητική, και δεν αντέχω να την αντικρύσω» (Ψαλμ. ρλη', 6).
Ο Θεός στα μεγάλα μυστήρια της πίστεως μας εισάγει σιγά-σιγά σαν καλός παιδαγωγός. Ας
θυμηθούμε ωρισμένες περιπτώσεις από την Γραφή.
Πες μου, πως ο Ηλίας ανέβηκε επάνω στο πύρινο άρμα, αφού η φωτιά δεν ανεβάζει ψηλά, αλλά
καίει; Έπειτα πως ζη τόσο χρόνο; Σε ποιόν τόπο είναι; Και γιατί να συμβή αυτό; Αλλά και ο
Ενώχ σε ποιο μέρος μετετέθη; Και με τι τροφή τρέφεται; Σαν την ιδική μας; Και τι τον εμποδίζει
να εμφανισθή εμπρός μας; Δεν λαμβάνει τροφή; Και γιατί να μετατεθή;
Εδώ βλέπουμε ότι ο Θεός χρησιμοποιεί παιδαγωγική τέχνη. Στην αρχή πραγματοποίησε την
μετάθεσι τού Ενώχ. Αυτό βέβαια δεν ήταν και πολύ σημαντικό. Αλλά με αυτό μας προετοίμασε να
δεχθούμε την άνοδο τού Ηλία.
Επίσης στην αρχή έκλεισε τον Νώε μέσα στην κιβωτό. Αυτό βέβαια δεν ήταν και πολύ σπουδαίο.
Αλλά με αυτό μας προετοίμασε να δεχθούμε το κλείσιμο τού προφήτου Ιωνά στην κοιλία τού
κήτους. Βλέπουμε δηλαδή ότι και στα θαυμαστά γεγονότα της Παλαιάς Διαθήκης προηγήθηκαν
προτυπώσεις.
Όπως σε μία σκάλα το πρώτο σκαλοπάτι οδηγεί στο δεύτερο και όχι στο τέταρτο, και δεν μπορείς
να φθάσης στο δεύτερο αν δεν πέρασης το πρώτο, έτσι και εδώ. Τα μεν υπερφυσικά σημεία
προετοιμάζουν τα δε.
Έπρεπε να γίνη πιστευτό ότι ο Πατήρ έχει Υιό, και ότι τον εγέννησε «απαθώς». Γι' αυτό
παρουσιάζεται μία στείρα γυναίκα — η Σάρρα — να γεννά τέκνο. Αλλά ας οδηγήσουμε πιο πίσω
τον λόγο. Έπρεπε να πιστευθή ότι ο Υιός εγεννήθη μόνο από τον Πατέρα. Γι' αυτό
παρουσιάζεται η Εύα, να προέρχεται από τον Αδάμ μόνο, χωρίς εκείνος να παύση να είναι
ολόκληρος άνθρωπος. Έπρεπε επίσης να γίνη πιστευτή η γέννησις τού Χριστού από την
Παρθένο. Παρουσιάζονται πριν από αυτήν στείρες γυναίκες που γεννούν και μάλιστα όχι μία
φορά, αλλά και δύο και τρεις και πολλές. Δηλαδή η γέννησις από την στείρα προτύπωνε την
γέννησι από την Παρθένο. Έτσι εβοηθείτο η σκέψις να δεχθή την πίστι...
Επρόκειτο ο Χριστός να αναστηθή εκ νεκρών. Και σ' αυτό βλέπουμε πολλές αποδείξεις: Τον
Ενώχ, τον Ηλία, τον Ιωνά, τα όσα έγιναν στην κάμινο των Χαλδαίων, τα όσα έγιναν με τον Νώε,
οι σπόροι και η βλάστησις, ο τρόπος της ιδικής μας γεννήσεως η των ζώων. Σε όλα αυτά
υπάρχουν εικόνες της Αναστάσεως.
Επειδή το δόγμα της Αναστάσεως είναι από τα πιο σπουδαία, γι’ αυτό και προηγήθηκαν πολλές

προεικονίσεις.
Αλλά και για το Βάπτισμα προηγήθηκαν πολλά: Πολλές περιπτώσεις στην Παλαιά Διαθήκη
σχετιζόμενες με νερό. Αλλά και στην Καινή Διαθήκη. Ο κατακλυσμός, η προβατική κολυμβήθρα,
η θεραπεία των άρρωστων, το βάπτισμα τού Ιωάννου.
Έπρεπε να πιστευθή ότι ο Θεός παρέδωσε τον Υιό του σε θάνατο. Σ' αυτό προετοίμασε το έδαφος
κάποιος άνθρωπος της Παλαιάς Διαθήκης. Ποιος είναι; Ο Πατριάρχης Αβραάμ.
Βλέπουμε λοιπόν με πόση σοφία προετοίμαζε ο Θεός τους ανθρώπους στην αποδοχή
των υψηλών μυστηρίων.
Ο Θεός οικονομεί στους ευσεβείς ανθρώπους τα πράγματα έτσι, ώστε αυτά που μας βλάπτουν να
αποβαίνουν σε όφελός μας. Ας θυμηθούμε μερικά περιστατικά από την Παλαιά Διαθήκη.
Ο Ιωσήφ ο γυιός τού Πατριάρχου Ιακώβ πουλήθηκε από τους αδελφούς του και κατέληξε στην
Αίγυπτο, στο σπίτι τού Πετεφρή. Η γυναίκα τού Πετεφρή είχε πονηρά σχέδια για τον Ιωσήφ. Στο
τέλος τον συκοφάντησε και τον έστειλε στην φυλακή. Ενόμιζε ότι έτσι τού κάνει κακό, αλλά
συνέβη το αντίθετο. Στέλνοντάς τον στην φυλακή τον έστειλε σε ήσυχο και ασφαλισμένο μέρος.
Η φυλακή ήταν πιο καλή από το σπίτι τού Πετεφρή, όπου κατοικούσε τέτοιο θηρίο.
Σ' αυτό το σπίτι είχε πολλές ανέσεις, αλλά ζούσε σε διαρκή φόβο από τις αμαρτωλές επιθέσεις
της. Η αγωνία και ο φόβος του ήταν χειρότερα από φυλακή. Του ήταν προτιμότερο να ζη με
φυλακισμένους ανθρώπους παρά με μια μανιασμένη οικοδέσποινα. Στην φυλακή παρηγορούσε
τον εαυτό του, διότι βρέθηκε εκεί εξ αιτίας της αγνότητός του. Ενώ όσο έμενε στο σπίτι της
έτρεμε μήπως πληγωθή ψυχικά.
Κατ' ουσίαν δεν μπήκε σε φυλακή, αλλά απαλλάχθηκε από φυλακή. Ήλθε σε ρήξι με τον
οικοδεσπότη, αλλά ήλθε σε περισσότερη συμφιλίωσι με τον Θεόν. Πλησίασε περισσότερο τον
πραγματικό και αληθινό Δεσπότη.
Παλαιότερα οι αδελφοί του τον πούλησαν. Κατ’ ουσίαν τον ωφέλησαν, γιατί τον απήλλαξαν από
την κακία τους και τις καθημερινές τους επιβουλές. Τον απεμάκρυναν από αυτούς που τον
μισούσαν. Υπάρχει, αλήθεια, χειρότερο πράγμα, από το να είσαι υποχρεωμένος να ζής μαζί με
αδελφούς που σε φθονούν και να αντιμετωπίζης υποψίες, φόβους και επιβουλές;
Και οι αδελφοί του και η γυναίκα του Πετεφρή άλλα εσχεδίαζαν και έπρατταν, πλην όμως ο Θεός
τα έφερνε τα πράγματα σε όφελός του. Όσο ήταν τιμημένος στο σπίτι τού Πετεφρή, βρισκόταν
σε κίνδυνο. Όταν βρέθηκε σε ατιμωτική κατάστασι, ζούσε σε ασφάλεια.
Και αργότερα όταν τον ξέχασε ο αρχιοινοχόος (βλέπ. Γένεσ. μ',5 - 23), σε καλό του βγήκε,
διότι είχε σαν αποτέλεσμα να βγή από την φυλακή πιο επίσημα και πιο ένδοξα. Έτσι η έξοδος του
από την φυλακή δεν ωφείλετο σε ανθρώπινη καλωσύνη, αλλά στην πρόνοια τού Θεού. Τον
έβγαλε δηλαδή από την φυλακή ο Φαραώ, τότε που τον εχρειάσθηκε για να τού εξηγήση τα
όνειρα. Και έτσι συνέβη να τον βγάλη όχι σαν βασιλεύς που έκανε μια ευεργεσία, αλλά σαν
βασιλεύς που δεχόταν μια ευεργεσία. Δεν έπρεπε να ευεργετηθή ο Ιωσήφ σαν δούλος, αλλά
έπρεπε να παρουσιασθή στον Φαραώ σαν ευεργέτης. Έπρεπε να τού συμπαρασταθή στην ανάγκη
του και να κάνη φανερή την σοφία του.
Γι’ αυτό λοιπόν τον είχε λησμονήσει ο αρχιοινοχόος, για να μη τον αγνοήση η Αίγυπτος και ο
Φαραώ. Αν τον θυμόταν τότε ο αρχιοινοχόος και έβγαινε από την φυλακή, ίσως να επιθυμούσε
να γύριζε στην πατρίδα του, οπότε όλη η μετέπειτα ένδοξος ιστορία θα ακυρωνόταν. Γι’ αυτό
δεσμευόταν από τόσες δυσκολίες, από την υπηρεσία στο σπίτι τού Πετεφρή, από την φυλακή,
από το αξίωμα το βασιλικό, αργότερα, για να πραγματοποιηθούν τα μεγάλα σχέδια τού Θεού.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ήθελε να αναχώρηση για την πατρίδα του για να ιδή τον αγαπημένο
πατέρα του Ιακώβ και να τον απαλλάξη από την οδύνη του. Αυτό φάνηκε και από το ότι
αργότερα τον εκάλεσε κοντά του στην Αίγυπτο.
Έμοιαζε μ' ένα ορμητικό άλογο που ήθελε να τρέξη προς την πατρίδα του, αλλά ο Θεός που είχε
ανώτερα σχέδια τον συγκρατούσε στην Αίγυπτο. Και το τελευταίο εμπόδιο που τού έφερε ήταν
πολύ ένδοξο: το βασιλικό αξίωμα.
Ας εξετάσουμε λίγο και την ζωή τού Πατριάρχου Ιακώβ, τού πατέρα τού Ιωσήφ.
Τον εφθόνησε ο αδελφός του Ησαύ και τον ανάγκασε να φύγη από την πατρίδα του. Τι
συνέπειες είχε αυτό; Κατ' αρχήν, φεύγοντας μακρυά από τον κίνδυνο βρήκε ησυχία και ασφάλεια. Έπειτα έμαθε να εμβαθύνη περισσότερο στα πράγματα. Και ακόμη αξιώθηκε να ιδή το
θαυμάσιο εκείνο όνειρο με την κλίμακα (βλέπ. Γένεσ. κη', 10 - 19).

Αλλά, θα μου πήτε, στην ξένη χώρα, στην Μεσοποταμία, που πήγε δούλεψε πολύ. Και στην αρχή
μεν βρήκε γυναίκα να νυμφευθή και απέκτησε την εύνοια τού πεθερού του, τού Λαβαν, αλλά
κατόπιν ο Λαβαν τον εξαπάτησε δίδοντας του την Λεία, αντί την Ραχήλ. Ναι, συνέβη αυτό, πλην
όμως απέβη προς όφελός του, διότι έτσι απέκτησε πολλά παιδιά. Αργότερα ο Λάβαν του έδειξε
μίσος. Αλλά και αυτό απέβη προς όφελός του, διότι έγινε αφορμή να γυρίση στην πατρίδα του.
Εάν εκεί τού επήγαιναν όλα καλά, δεν θα σκεπτόταν την πατρίδα του. Ο Λαβαν τού κράτησε τον
μισθό από τους κόπους του. Αλλά και αυτό δεν τον ζημίωσε καθόλου, αφού προώδευσε και
πλούτη σε περισσότερο από τον Λαβαν.
Τι βλέπουμε λοιπόν; Όσο περισσότερη εχθρότητα και επιβουλή δοκίμαζαν αυτοί οι
άνθρωποι, τόσο περισσότερο προώδευαν.
Ο Ιακώβ αν δεν νυμφευόταν πρώτα την Λεία, δεν θα αποκτούσε σύντομα τόσα παιδιά, αλλά θα
ήταν επί έτη άτεκνος και θα θρηνούσε, όπως ακριβώς και η Ραχήλ. Επίσης αν ο Λάβαν δεν τού
στερούσε τον μισθό του, δεν θα νοσταλγούσε την πατρίδα του, δεν θα συνδεόταν περισσότερο
με τις γυναίκες του, δεν θα επέστρεφε ένδοξος στην χώρα του, δεν θα συναντούσε στον δρόμο
τους αγγέλους και τον ίδιο τον Θεόν...
Είναι αξιοθαύμαστο πράγμα ότι ο Θεός μας ευεργετεί όχι με αυτά που φαίνονται
ευνοϊκά, αλλά με αυτά που είναι αντίθετα και εχθρικά. Ας φέρουμε μερικά παραδείγματα.
Ο Φαραώ έδωσε εντολή να ρίχνωνται στον ποταμό τα βρέφη των Ισραηλιτών. Αν δεν γινόταν
αυτό, δεν θα σωζόταν ο Μωϋσής και δεν θα ανατρεφόταν στα ανάκτορα. Όσο βρισκόταν
ασφαλισμένος στο σπίτι του, δεν είχε καμμιά ιδιαίτερη τιμή, όταν όμως εξετέθη στον κίνδυνο,
τότε απέκτησε τιμή και δόξα.
Επέτρεψε ο Θεός να εξελιχθούν έτσι τα πράγματα, για να δείξη το «εύπορον» και το
«ευμήχανόν» Του, πόσο εύκολα δηλαδή μπορεί να βρή λύσι και διέξοδο σε δύσκολα και άλυτα
ζητήματα.
Έπειτα ένας Ισραηλίτης είπε απειλητικά στον Μωϋσή: «Μήπως θέλεις να με φονεύσης»; Και αυτό
τον ωφέλησε, γιατί φοβήθηκε και κατάλαβε ότι πρέπει να αναχώρηση από την Αίγυπτο. Έτσι
έφυγε στην έρημο τού Σινά. Αυτό έγινε κατά θεϊκή οικονομία. Διότι στην έρημο τού Σινά
αξιώθηκε να ιδή το όραμα εκείνο το θαυμάσιο της φλεγόμενης βάτου, συμπληρώθηκε ο
απαραίτητος χρόνος, εμβάθυνε σε σοφές σκέψεις, έζησε μακρυά από τους κινδύνους της
Αιγύπτου.
Κάτι παρόμοιο συνέβη και με τον Ααρών. Όταν επανεστάτησαν εναντίον του οι υιοί τού Κορέ και
τού αμφισβήτησαν το αξίωμα της ιερωσύνης, τότε ο Θεός με το θαύμα της ράβδου που
εβλάστησε τον ανέδειξε λαμπρότερο (Αριθμ. κεφ. ιστ' και χζ').
Ας θυμηθούμε τους τρεις Παίδας της Παλαιάς Διαθήκης.
Εσύ τώρα παρατήρησε και μελέτησε το εξής πράγμα: Ο διάβολος χρησιμοποιεί ωρισμένα μέσα
για να πολεμήση τους δούλους τού Θεού. Και συμβαίνει ώστε με αυτά τα ίδια τα μέσα να
καταστρέφη την ιδική του δύναμι. Αυτό βέβαια γίνεται όχι διότι το θέλει αυτός, αλλά διότι ο
σοφός και «ευμήχανος» Θεός κάνει ώστε τα όπλα του και τα τεχνάσματά του να στραφούν
ενάντια στο κεφάλι του.
Αυτό ακριβώς συνέβη και με τους τρεις Παίδας. Ο διάβολος έβαλε στον τύραννο εκείνο, τον
Ναβουχοδονόσορα, την σκέψι να μη αποκεφαλίσουν με μαχαίρι τους άγιους ούτε να τους ρίξουν
στα θηρία ούτε να τους τιμωρήσουν με κάποιον άλλο τρόπο· αλλά να τους ρίξουν στην φωτιά.
Γιατί; Για να μη μείνη τίποτε από τα λείψανα αυτών των αγίων, για να εξαφανισθούν τα σώματά
τους, για να ανακατευθή η στάχτη από αυτά με την στάχτη από τις κληματόβεργες.
Αλλά ο Θεός χρησιμοποίησε αυτόν τον ίδιο τον τρόπο, ώστε να νικηθή και να κατατροπωθή η
ασέβεια και η ειδωλολατρεία. Έκανε δηλαδή τα σώματά τους απρόσιτα στην φωτιά. Και δίδαξε
τους βαρβάρους ότι η φωτιά, την οποία στα μέρη της Ανατολής την είχαν θεοποιήσει, φοβάται
όχι μόνο τον Θεόν, αλλά και τους δούλους τού Θεού.
Ας θυμηθούμε τους διωγμούς. Οι διώκτες ώρμησαν με μανία εναντίον των Χριστιανών, αλλά
όλο τους το μίσος και η επιβουλή και η επίθεσις εξαφανίσθηκαν πιο εύκολα απ’ ό,τι εξαφανίζεται
ο ιστός της αράχνης, διαλύθηκαν πιο γρήγορα απ’ ότι διαλύεται ο καπνός, πέρασαν πιο γρήγορα
απ’ ό,τι περνά και φεύγει η σκόνη.
Και τι συνέβη; Το μίσος και η επιβουλή τους εναντίον των Χριστιανών είχε σαν αποτέλεσμα να
αναδειχθή ολόκληρη χορεία από μάρτυρες. Είχε σαν αποτέλεσμα να απόκτηση η Εκκλησία τους

αθανάτους αυτούς θησαυρούς, τους άγιους μάρτυρες, οι όποιοι όχι μόνο στο διάστημα της ζωής
τους, αλλά και μετά την τελευτή τους σκορπίζουν σε όλους μας τόσες μεγάλες ωφέλειες.
Ο Θεός δείχνει ιδιαίτερα την δύναμί Του, όταν αυξηθούν οι εχθροί των ευσεβών
δούλων Του.
Έτσι στην ιδική μας γενεά, τότε που ανέβηκε στον θρόνο ο Ιουλιανός ο Παραβάτης, αυτός
που τους ξεπέρασε όλους στην ασέβεια, έλαβαν χώρα πολλά και παράδοξα σημεία.
Είχε δώσει εντολή να επιχειρήσουν την ανέγερσι τού Ιουδαϊκού Ναού στην Ιερουσαλήμ, για να
διαψευσθή η προφητεία τού Χριστού. Αλλά δεν το κατώρθωσαν, διότι από τα θεμέλια τού Ναού
ξεπήδησε φωτιά και τους απεμάκρυνε.
Όταν ο ταμίας τού Ιουλιανού και ο θείος του που και αυτός ωνομαζόταν Ιουλιανός έφθασαν σε
τόση ασέβεια, ώστε να μολύνουν τα ιερά σκεύη των Χριστιανών, τιμωρήθηκαν παραδειγματικά.
Ο πρώτος πέθανε σκωληκόβρωτος. Τού δευτέρου ξεχύθηκαν έξω τα σπλάγχνα του. Φρικτοί
θάνατοι!
Επίσης σε ωρισμένα μέρη που ετελέσθηκαν θυσίες στους ειδωλολατρικούς θεούς, εστέρεψαν οι
πηγές.
Και άλλο θαυμαστό σημείο ήταν ότι μόλις ανήλθε ο Ιουλιανός στον θρόνο, έπεσε στις πόλεις
μεγάλη πείνα.
Συνηθίζει ο Θεός κάτι τέτοιες ενέργειες. Όταν τα κακά αυξηθούν και οι δούλοι Του
κακοποιούνται και οι εχθροί επιπίπτουν εναντίον τους με σφοδρότητα, σαν μεθυσμένοι, τότε
δείχνει την μεγάλη Του δύναμι.
Όταν σκοπεύη ο Θεός να επιτέλεση ένα σπουδαίο και σωτήριο γεγονός, δεν επεμβαίνει
αμέσως, αλλά μας αφίνει ένα διάστημα να ταλαιπωρηθούμε και έπειτα κάνει το θαύμα
Του. Ενεργεί έτσι για να μας προφυλάξη από την αγνωμοσύνη.
Οι άνθρωποι συνήθως μόλις απαλλαγούν από τα δεινά, είτε εξ αίτιας τού εγωισμού τους είτε από
αμέλεια και ραθυμία τα λησμονούν. Μπορεί όμως και να μη τα λησμονήσουν, αλλά τους
μένει η ιδέα πως μόνοι τους επέτυχαν να απαλλαγούν από αυτά. Γι΄ αυτό τον λόγο μας
αφίνει ο Θεός να μας συνθλίψουν οι δοκιμασίες, και έπειτα έρχεται και μας σώζει.
Κάτι τέτοιο συνέβη στους Ισραηλίτες την εποχή που τους απειλούσαν οι Φιλισταίοι και ο Γολιάθ.
Ο Θεός είχε σχέδιο να οδηγήση τον Δαβίδ στην μάχη, και με τα χέρια του να στήση λαμπρό
τρόπαιο νίκης. Αυτό όμως δεν το έκανε εξ αρχής, αλλά άφησε να περάσουν σαράντα ολόκληρες ημέρες. Στο διάστημα αυτών των ημερών ο αλλόφυλος γίγαντας τους ύβριζε και τους
ωνείδιζε συνεχώς. Οι ψυχές τους είχαν λυώσει από τον φόβο. Κανένας δεν τολμούσε να τα βάλη
με τον αντίπαλο. Όλοι απελπίσθηκαν για την σωτηρία τους.
Και αφού πια πίστευσαν ότι χάνονται και κατάλαβαν την αδυναμία τους, ωδήγησε ο Θεός τον
νεαρό Δαβίδ στην μάχη για να πετύχη την θαυμαστή και ανέλπιστη εκείνη νίκη, φονεύοντας τον
Γολιάθ και καταισχύνοντας τους Φιλισταίους.
Εμείς οι άνθρωποι μετρούμε τα πράγματα με ανθρώπινες σκέψεις, και λέγομε: «Εάν μας κάνη
επίθεσι ο εχθρός και δεν βρεθούν έτοιμοι στρατιώτες να τον αποκρούσουν; Εάν δεν προλάβη να
επέμβη ο στρατηγός; Τι θα γίνουμε; Όλους θα μας αιχμαλωτίσουν και θα μας καταστρέψουν».
Αλλά τι νομίζεις; Επειδή δεν προλαμβάνεις εσύ τον εχθρό, νομίζεις ότι δεν τον
προλαμβάνει και ο Θεός; Επειδή εσύ δεν είσαι πανταχού παρών, νομίζεις ότι και ο Θεός
δεν είναι πανταχού παρών; Ή μήπως ο Θεός άλλα μπορεί να τα κατορθώση και άλλα
όχι;
Η Ερυθρά θάλασσα, αν και άψυχη υπάκουσε στο θέλημα τού Θεού και εβύθισε τους Αιγυπτίους.
Τα ψάρια, αν και δεν έχουν λογικό, υπάκουσαν στο θέλημα τού Θεού και συνελήφθησαν στα
δίχτυα τού Πέτρου. Και ένας άγγελος εάν πάρη διαταγή, δεν μπορεί να εξολόθρευση
όλους τους εχθρούς της αληθινής πίστεως; Κάτι τέτοιο δεν έγινε στα χρόνια τού Προφήτου
Ησαΐα;
Φαντάσθηκε κάποιος Χαναναίος ότι είναι πολύ σπουδαίος στρατηγός. Εννοώ τον Σισάρα. Γι'
αυτόν κάνει λόγο και ο Δαβίδ: «Ποίησον αυτοίς ως τη Μαδιάμ και τω Σισάρα, ως τω Ιαβείμ εν τω
χειμάρρω Κισσών» (Ψαλμ. πβ', 10). Ο Ιαβείμ ήταν βασιλεύς των Χαναναίων και ο Σισάρα
αρχιστράτηγος. Είχε στην διάθεσί του οκτακόσια σιδερένια άρματα και αναρίθμητους στρατιώτες.
Οι Ισραηλίτες βλέποντας αυτό το σύννεφο κατατρόμαξαν.

Τότε ο φιλάνθρωπος Θεός ωμίλησε μέσω της προφήτιδος Δεβώρας και είπε στον αρχηγό των
Ισραηλιτών: «Μη φοβηθής. Ο Θεός θα σου τον παραδώση στα χέρια σου. Και μάλιστα το
κατόρθωμα θα ανήκη σε γυναίκα, διότι γυναίκα θα τον εξόντωση». Και πράγματι γνωρίζουμε
πως τον εφόνευσε η Ιαήλ (Κριτ. δ', 15-22).
Βλέπεις πως ο Θεός ετιμώρησε την αλαζονεία του. Φονεύθηκε από γυναίκα. Το είχε ειπεί ο Θεός:
«Εν χειρί γυναικός έσται ο θάνατός σου». Με την συνεργία τού Θεού δέθηκε ο άσεβης με τα
δεσμά τού ύπνου και η γυναίκα όχι με σφυρί αλλά με πάσσαλο τού διάνοιξε τον κρόταφο. Και
έτσι πέθανε ανάμεσα στα πόδια γυναίκας.
Όταν ο Θεός θελήση, τίποτε δεν μπορεί να Τον εμποδίση από το να μας στείλη την ενίσχυσί Του
και την συμπαράστασί Του. Αρκεί τότε ένα όπλο τού Θεού, ένας στρατιώτης τού Θεού, η δύναμις
τού Θεού, το νεύμα μόνο τού Θεού. Και οι ισχυροί εχθροί εκμηδενίζονται. Εμείς ας
προσευχηθούμε στον Χριστόν και ας πούμε: «Χριστέ, πες έναν λόγο και θα διασκορπισθούν
οι εχθροί Σου. Πες έναν λόγο, και θα ελεήσης την πόλι Σου. Πες ένα λόγο, και θα
οικτειρήσης τον κόσμο Σου». Ας Τού πούμε: «Να, οι εχθροί Σου κάνουν κρότο, και αυτοί
που Σε μισούν σήκωσαν το κεφάλι τους» (Ψαλμ. πβ', 3). Και τότε αρκεί μια γυναίκα σαν την
Ιαήλ, σαν την Δεβώρα, σαν την άλλη που με τεμάχιο από μυλόπετρα εξουδετέρωσε τον
αδελφοκτόνο βασιλέα Αβιμέλεχ (Κριτ. θ', 50-53), να φέρη την νίκη.
Ο Θεός είναι «ευμήχανος» και έχει πολλών ειδών φάρμακα για την σωτηρία μας.
Ο Θεός δεν τακτοποιεί και δεν οικονομεί τα πράγματα που έχουν σχέσι με εμάς με έναν τρόπο,
αλλά είναι εύπορος στους τρόπους και χαράζει για μας πολλούς και διαφόρους δρόμους
σωτηρίας.
«Ποιος θα καυχηθή πως έχει αγνή την καρδιά ή ποιος θα πη με θάρρος πως είναι καθαρός από
αμαρτία»; Είναι αδύνατο να βρεθή άνθρωπος αναμάρτητος.
Τι θα πης, ότι ο τάδε είναι δίκαιος, είναι άνθρωπος της ελεημοσύνης, είναι φίλος των πτωχών;
Θα έχη όμως και κάποιο ελάττωμα. Ή θα τού ξεφεύγουν λόγια υβριστικά ή θα πέφτη σε
κενοδοξία ή σε επίδειξι ή σε κάτι άλλο.
Εκείνος που κάνει ελεημοσύνες συμβαίνει πολλές φορές να μην είναι αγνός και εγκρατής. Και
εκείνος που είναι αγνός και εγκρατής να μην είναι ελεήμων. Ένας έχει την μία αρετή και άλλος
την άλλη. Ο Φαρισαίος δεν είχε άλλες αμαρτίες, νήστευε, τηρούσε τον νόμο, αλλά είχε
αλαζονεία. Έτσι δεν δικαιώθηκε, γιατί ό,τι δεν ζημιώθηκε από τις άλλες αμαρτίες το ζημιώθηκε
από την αλαζονεία του.
Δεν υπάρχει λοιπόν άνθρωπος εντελώς δίκαιος και ενάρετος, καθαρός από κάθε αμαρτία. Και από
την άλλη πλευρά δεν υπάρχει κακός άνθρωπος που να μην έχη και κάποιο μικρό καλό. Π.χ. ο
τάδε κάνει άρπαγες και πλεονεξία και καταστροφές, αλλά μερικές φορές δείχνεται εγκρατής και
ηθικός, αλλά μερικές φορές ομιλεί καλά, αλλά μερικές φορές βοήθησε έστω έναν άνθρωπο, αλλά
μερικές φορές έκλαυσε και λυπήθηκε.
Ούτε λοιπόν ενάρετος χωρίς αμαρτία υπάρχει, ούτε αμαρτωλός χωρίς κάποιο καλό.
Ποιος ήταν χειρότερος από τον Αχαάβ; Και όμως και αυτός ένιωσε κάποτε συντριβή και κατάνυξι.
«Κατενύγη» (Γ' Βασιλ. κ', 27 - 28).
Ποιος ήταν χειρότερος από τον Ιούδα τον προδότη, τον αιχμάλωτο της φιλαργυρίας, αλλά όμως
και αυτός έκανε έπειτα από την προδοσία κάποιο έστω μικρό καλό. Είπε: «Ήμαρτον! Παρέδωσα
αίμα αθώο» (Ματθ. κζ', 4).
Ισχύει για όλους μας ο νόμος της ανταποδόσεως. Γι’ αυτό και οι ενάρετοι δοκιμάζουν
θλίψεις σ' αυτή τη ζωή. Γι’ αυτό και οι κακοί απολαμβάνουν αγαθά. Πρέπει το λίγο κακό
των ενάρετων να τιμωρηθή. Πρέπει και το λίγο καλό των πονηρών να αμειφθή. Για όλα
υπάρχει «αντίδοσις», για όλα υπάρχει αμοιβή.
Όταν υποφέρουμε και ζημιωνώμαστε άδικα από κάποιον, πρέπει να ξέρουμε ότι ο Θεός το
επιτρέπει αυτό, ή για να ξεχρεώσουμε τις αμαρτίες μας ή για να πάρουμε μισθό και στεφάνους.
Για τον αιμομείκτη της Κορίνθου, τι είπε ο Παύλος; «Παραδώστε τον στον σατανά να τού
ταλαιπωρήση το σώμα, ώστε να σωθή η ψυχή του» (Α' Κορ. ε', 5).
Ο Δαβίδ, όταν ο Σεμεεί τού επετέθη στην συμφορά του και τον έλουζε με τόσες ύβρεις, δεν
άφησε τους στρατηγούς του να τον φονεύσουν. «Αφήστε τον — τους είπε — να με υβρίζη, για
να ιδή ο Κύριος την ταπείνωσί μου και να μου ανταποδώση καλό για τις κατάρες που δέχομαι

σήμερα» (Β' Βασιλ. ιστ', 11-12).
Αλλά και ο Λάζαρος της παραβολής γι' αυτόν τον λόγο πήγε στον τόπο της ανέσεως, διότι
υπέφερε τόσα και τόσα κακά στην ζωή του.
Δηλαδή αυτοί που αδικούνται, αν δείχνουν καρτερία, δεν ζημιώνονται, είτε τους κτυπά
ο Θεός είτε τους μαστιγώνει ο διάβολος. Πολλοί νομίζουν ότι όποιος υποφέρει, είναι
οπωσδήποτε αμαρτωλός. Βλέπουν τις συμφορές ενός άνθρωπου και κατηγορούν την
ζωή του ως αμαρτωλή. Ανόητη σκέψις.
Έτσι συνέβη στην περίπτωσι τού Ιώβ. Οι τρεις φίλοι που τον επεσκέφθησαν στην δοκιμασία του,
αν και δεν εγνώριζαν καμμία αμαρτία του, τού έλεγαν: «Δεν τιμωρήθηκες όσο άξιζαν οι αμαρτίες
σου» (Ιώβ, κεφ. δ' - λστ').
Έτσι συνέβη και στην περίπτωσι τού Αποστόλου Παύλου, όταν μετά το ναυάγιο βρέθηκε στο
νησί της Μελίτης. Οι κάτοικοι τού νησιού βλέποντας να κρέμεται από το χέρι του το φίδι,
έβγαλαν το συμπέρασμα ότι ήταν αμαρτωλός και κακούργος άνθρωπος. Γι' αυτό και έλεγαν:
«Αυτόν τον άνθρωπο, παρ' όλο που σώθηκε από την θάλασσα η Δικαιοσύνη δεν τού επέτρεψε
να ζήση» (Πράξ. κη', 4).
Έτσι συνέβη και με τον Δαβίδ, τότε που επανεστάτησε εναντίον του ο γυιός του Αβεσσαλώμ.
Ενώ κατεδιώκετο από τους ανθρώπους τού Αβεσσαλώμ, τον συνήντησε ο Σεμεεί και τον ύβριζε
ως φονέα. Νόμιζε ο Σεμεεί ότι επειδή ο Δαβίδ βρέθηκε σ' αυτή την δοκιμασία θα έπρεπε να είναι
φονεύς. Αυτό το συμπέρασμα έβγαζε (Β' Βασιλ. ιστ', 7).
Αλλά δεν πρέπει και σεις να βγάζετε τέτοια συμπεράσματα. Γι' αυτό πρέπει να σάς εκθέσω
μερικές σκέψεις μου.
Ακούω πολλούς να λέγουν: «Εάν ο Θεός αγαπούσε τους φτωχούς, δεν θα τους έκανε φτωχούς».
Άλλοι πάλι, όταν ιδουν κάποιον να υποφέρη πολύ από βαρειά αρρώστια, λέγουν: «Τι έγιναν οι
ελεημοσύνες του; Τι έγιναν οι καλοσύνες του»;
Για να μη βγάζετε τέτοια εσφαλμένα συμπεράσματα, ας διευκρινήσουμε λίγο το
ζήτημα.
Πως τολμάς να κατηγορής τον Θεόν για πράγμα που όχι ο Θεός, αλλά ούτε ένας απλούς
άνθρωπος με λίγο μυαλό και λίγη καλωσύνη δεν θα το έκανε; Πως λέγεις ότι ο Θεός μισεί τους
φτωχούς, έστω και αν είναι ενάρετοι, και αγαπά τους πλουσίους, έστω και αν είναι κακοί και
πονηροί; Δεν καταλαβαίνεις ότι αυτά είναι λόγια βλάσφημα και ασεβή; Δεν καταλαβαίνεις πόσο
απαράδεκτη είναι η ιδέα σου αυτή;
Για να μην αμαρτάνης σ' αυτό το σημείο θα σου εξηγήσω τι αγαπά και τι μισεί ο Θεός. Ο Θεός
αγαπά όποιον πράττει τις εντολές Του. «Αυτόν — λέγει — θα τον αγαπήσω και θα έλθω προς
αυτόν» (Ιωάν. ιδ', 21 - 23). «Όχι αυτόν που πλουτεί, όχι αυτόν που υγιαίνει, αλλά αυτόν που
υπακούει στις εντολές μου».
Και ποιόν μισεί και αποστρέφεται ο Θεός; Αυτόν που δεν τηρεί τις εντολές Του.
Όταν λοιπόν ιδής κάποιον που δεν εφαρμόζει το θέλημά Του, είτε πλούσιος είναι είτε υγιής, να
τον θεωρής μισητό στον Θεόν. Τον ενάρετο αντίθετα είτε άρρωστο τον ιδής είτε φτωχό να τον
θεωρής αγαπητό.
Δεν άκουσες τι λέγει η Γραφή; «Όποιον αγαπά ο Κύριος τον παιδεύει, και όποιον υιόν τον
παραδέχεται ως γνήσιον τον μαστιγώνει» (Παροιμ. γ', 12). Θα μου πης βέβαια ότι πολύ σκανδαλίζονται. Σ' αυτό φταίει το μυαλό τους. Διότι δεν δίδεται σ' αυτήν την ζωή ο μισθός. Η
παρούσα ζωή είναι το στάδιο των αγώνων. Τα βραβεία και οι στέφανοι ανήκουν στην μέλλουσα
ζωή.
Δεν πρέπει να πενθούμε αυτούς που υποφέρουν και θλίβονται, αλλά αυτούς που ενώ
αμαρτάνουν δεν υφίστανται καμμιά τιμωρία. Άλλωστε οι τιμωρίες παρεμποδίζουν την αμαρτία και
οδηγούν προς την αρετή.
Αλλά, θα πη κανείς, αφού οι τιμωρίες ανακόπτουν το κακό, γιατί να μη μας τιμωρή ο Θεός
καθημερινά για τις αμαρτίες μας; Θα απαντήσω: Αν γινόταν κάτι τέτοιο, θα εξαφανιζόταν το
γένος των ανθρώπων και θα χανόταν ο καιρός της μετανοίας.
Κοίταξε την περίπτωσι τού Παύλου. Εάν εκείνος ετιμωρείτω για την δίωξι των Χριστιανών και
εθανατώνετο, πως θα μπορούσε να μετανοήση και να επιτέλεση τόσα θεάρεστα έργα και να
οδηγήση όλη σχεδόν την οικουμένη από την πλάνη στην αλήθεια;

Δεν βλέπεις επίσης και τους γιατρούς. Όταν παρουσιασθή κάποιος με πολλές πληγές, δεν τού
κάνουν θεραπευτική αγωγή ανάλογα με το μέγεθος των πληγών, αλλά ανάλογα με την αντοχή
τού οργανισμού. Διότι τι το όφελος να κλείσουν οι πληγές, αλλά να πεθάνη ο άνθρωπος!
Γι' αυτό και ο Θεός δεν τους τιμωρεί όλους μαζί ούτε ανάλογα με το αμάρτημά τους, αλλά σιγά σιγά και μεθοδικά. Και πολλές φορές τιμωρώντας έναν, σωφρονίζει μ’ αυτόν πολλούς. Κάτι
τέτοιο συμβαίνει και στο ανθρώπινο σώμα. Η αποκοπή ενός μέλους αποτελεί υγεία για το
υπόλοιπο σώμα.
Εάν ιδής τον άλλοτε μέθυσο να γίνεται νηστευτής, εάν ιδής τον άλλοτε κοσμικό άνθρωπο που
εμόλυνε το στόμα του με άσεμνα τραγούδια, να καθαρίζη τώρα την ψυχή του με θεϊκούς ύμνους,
ας θαυμάζης την μακροθυμία τού Θεού και ας επαινής την μετάνοια και ας προφέρης τα λόγια
της Γραφής που αναφέρονται στο ζήτημα της «αλλοιώσεως», της θαυμαστής αυτής μεταβολής:
«Αύτη η αλλοίωσις της δεξιάς τού Υψίστου» (Ψαλμ. οστ', 10). Δηλαδή την θαυμαστή αυτή
μεταβολή την ενήργησε το δεξιό χέρι τού Θεού, η δυνατή επέμβασης και ενέργεια τού Θεού.
Κάθε έργο που αποβλέπει στην σωτηρία ψυχών δέχεται εξ αρχής επιθέσεις.
Μόλις γεννήθηκε ο Χριστός, ξέσπασε η μανία τού Ηρώδη. Ακολουθεί φυγή και αναχώρησις προς
την Αίγυπτο. Η μητέρα τού Χριστού, χωρίς να βλάψη κανέναν, αναγκάζεται να φύγη σε ξένη
χώρα. Αυτή που δεν διάβαινε το κατώφλι τού σπιτιού της, αναγκάζεται να υποβληθή σε τόσο
μεγάλη ταλαιπωρία, σε τόσο μακρυά οδοιπορία.
Εσύ που ακούεις αυτά, αν αξιωθής κάποτε να υπηρετήσης μία πνευματική υπόθεσι και
ιδής πως υποφέρεις τα πάνδεινα και αντιμετωπίζεις αναρίθμητους κινδύνους, να μη
ταραχθής και να μη εκπλαγής. Και να μη πης: Εγώ εκτελώ το θέλημα τού Δεσπότου και θα
έπρεπε όχι να υποφέρω, αλλά να στεφανώνωμαι και να δοξάζωμαι.
Να θυμάσαι το παράδειγμα που σου έφερα και να δείχνης υπομονή και γενναιότητα. Να
σκέπτεσαι ότι κάθε πνευματικό έργο έχει συγκληρωμένους τους πειρασμούς.
Ένας λόγος της Γραφής τονίζει: «Όποιος θα υπομείνη μέχρι το τέλος, αυτός θα σωθή»
(Ματθ. ι, 22). Είναι αδύνατο κάποιος που δείχνει φροντίδα και ενδιαφέρον για την σωτηρία του,
και κάνει ό,τι εξαρτάται από αυτόν, να χαθή. Ο Θεός δεν θα τον εγκαταλείψη.
Δεν ακούεις τι λέγει ο Χριστός προς τον Πέτρον; «Σίμων, Σίμων, πόσες φορές δεν ζήτησε ο
σατανάς να σας κοσκινίση σαν το σιτάρι, και εγώ προσευχήθηκα για σένα να μη έκλειψη η πίστις
σου» (Λουκ. κβ', 31 - 32).
Όταν ιδή ο Θεός ότι το φορτίο ξεπερνά τις δυνάμεις μας, απλώνει το χέρι του και
ελαφρώνει τον πειρασμό. Όταν όμως ιδή ότι αδιαφορούμε για την σωτηρία μας, μας
εγκαταλείπει.
Ο Θεός δεν εξασκεί βία και δεν εξαναγκάζει. Τους ασυγκίνητους και αδιάφορους και απρόθυμους
δεν τους εξαναγκάζει. Ενώ τους πρόθυμους και καλοπροαίρετους τους τράβα κοντά του με πολύ
πόθο.
Γι' αυτό ο Πέτρος λέγει: «Καταλαβαίνω πράγματι ότι σε κάθε έθνος αυτός που φοβείται τον Θεόν
και ζη ενάρετα, γίνεται δεκτός από Αυτόν» (Πράξ. ι', 34 - 35). Και ο προφήτης το ίδιο τονίζει,
λέγοντας: «Εάν όμως δεν θελήσετε και δεν με ακούσετε, θα σας καταφάγη το μαχαίρι» (Ησαΐας,
α', 19 - 20).

Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον

www.egolpion.com

ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΝΗΣΤΕΙΑΣ
ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΡΟΦΗΤΗΝ ΙΩΝΑΝ ΚΑΙ ΔΑΝΙΗΛ
ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΤΡΕΙΣ ΠΑΙΔΑΣ
ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΛΟΓΟΣ ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΟΓΔΟΟΣ

Ευλόγησον Πάτερ
ΦΑΙΔΡΑ σήμερον η πανήγυρις και λαμπρότερα σήμερον η συνάθροισις. Αλλά ποία είναι η
αιτία; εγώ γνωρίζω ότι της νηστείας είναι το κατόρθωμα τούτο, όχι της παρούσης, αλλά της
προσδοκώμενης νηστείας. Εκείνη κατά αλήθειαν, εκείνη μας εσυμμάζωξε προς τον Πατρικόν μας
οίκον εκείνη και τους προτήτερον ραθυμούντας, τους επανήγαγε σήμερον προς τας μητρικάς
αγκάλας. Αλλ' εάν μόνον όπου την περιμένομεν, μας έκαμε τοσαύτην σπουδήν, οπόταν έλθη και
φανή πόσην θέλει αυξήσει την ευλάβειαν; Ούτω και μία πόλις όπου μέλλει να έλθη εις αυτήν
άρχοντας φοβερός, πάσαν αμέλειαν ρίπτει άπ' αυτής, και έρχεται εις μεγάλην σπουδήν. Αλλά
μη φοβείσθε ακούοντες όπου λέγω φοβερόν άρχοντα την νηστείαν, διότι δεν είναι εις
ημάς φοβερή, αλλά εις τους δαίμονας˙ διότι εάν σεληνιάζεταί τις, δείξον μόνον εις
αυτόν νηστείας πρόσωπον, και θέλεις ιδεί πως μένει ακίνητος και ξηρός, καθώς την
πέτραν από τον φόβον του˙ και μάλιστα όταν ιδή την νηστείαν εσμιγμένην με την αδελφήν
της την προσευχήν δια τούτο λέγει και ο Χριστός. «Τούτο το γένος εν ουδενί εξέρχεται, ει μη εν
προσευχή και νηστεία». Οπόταν λοιπόν διώχνη ούτως τους πολεμίους της σωτηρίας ημών και
είναι φοβερά εις τους εχθρούς της ζωής μας, πρέπει να την ποθούμεν και να αγαπώμεν, όχι να
την φοβούμεθα˙ διότι εάν φοβούμεθα, την μέθην και την πολυφαγίαν πρέπει να φοβούμεθα, όχι
την νηστείαν διότι η μεν μας δένει τας χείρας οπίσω, η μέθη, και μας παραδίδει εις τας χείρας
των παθών και της τυραννίδος, ωσάν σκλάβους μιας δεσποίνης χαλεπής˙ η δε Νηστεία, εάν μας
εύρη σκλαβωμένους και δεμένους, μας λύει από τα δεσμά και μας ευγάνει από την τυραννίδα,
και μας φέρει εις την πρώτην ελευθερίαν.
Οπόταν ουν και τους εχθρούς ημών πολεμή και μας ελευθερώνει από την δουλείαν και μας
φέρει εις την ελευθερίαν, ποίαν άλλην απόδειξιν μεγαλύτερην ζητείς της φιλίας αυτής όπου έχει
προς το γένος ημών; διότι τούτο είναι μεγάλης φιλίας απόδειξις. Θέλεις να μάθης πόσος
στολισμός είναι εις τους ανθρώπους η νηστεία και πόση φύλαξις και ασφάλεια; πρόσεξε,
παρακαλώ σε, το θαυμαστόν και μακάριον γένος των μοναχών, διότι αυτοί φεύγουν ταις
σύγχυσες του κόσμου και τρέχουν προς τας κορυφάς των βουνών και κάμνουν τας καλύβας εις
την ησυχίαν της ερημίας, ωσάν εις τινά λιμένα εύδιον. Ταύτην την νηστείαν έχουν σύνοικον και
συγκοινωνόν εις όλην τους την ζωήν, δια τούτο τους κάμνει και από ανθρώπους Αγγέλους, και
όχι μόνον εκείνους, αλλά και εν ταις πόλεσιν, όσους αν εύρη όπου την αγαπούν, τους ανεβάζει
εις αυτό το ύψος της φιλοσοφίας Δια τούτο και ο Μωυσής και ο Ηλίας οι πύργοι των εν τη
Παλαιά Διαθήκη Προφητών, εάν ήσαν λαμπροί και μεγάλοι, και από άλλα πολλά, και είχαν
πολλήν παρρησίαν, όμως ότε ήθελον να πλησιάσουν προς τον Θεόν και να διαλεχθούν με αυτόν,
όσον είναι άνθρωπου δυνατόν, προς την νηστείαν έδραμαν και δια των χειρών αυτής ανέβησαν
προς αυτόν. Δια τούτο και ο Θεός εξ αρχής όπου έκαμε τον άνθρωπον, πάραυτα τον έθηκεν εις
τας χείρας της νηστείας να τον βαστά και να έχη την φροντίδα της σωτηρίας αυτού, ώσπερ
φιλόστοργος μήτηρ και αρίστη διδάσκαλος˙ διότι ειπών το: «Από παντός ξύλου του εν τω
Παραδείσω βρώσει φαγείν, από δε του ξύλου του γινώσκειν καλόν και πονηρόν, ου
φάγεσθε»˙ είδος νηστείας έθηκε. Εάν δε εις τον Παράδεισον ήτον αναγκαία η νηστεία, πόσω
μάλλον έξω του Παραδείσου; εάν προ της πληγής ήτο χρήσιμον το φάρμακον, πόσω μάλλον
μετά την πληγήν; εάν πριν να γενή ο πόλεμος των επιθυμιών, ήτον καλόν εις ημάς το όπλον
τούτο της νηστείας, πολλώ μάλλον μετά την τοσαύτην μάχη ν των επιθυμιών και από των
δαιμόνων.
Πολύ λοιπόν είναι αναγκαία η βοήθεια της νηστείας. Εάν ήθελεν ακούσει ο Αδάμ ταύτης της
φωνής, δεν ήθελεν ακούσει της δευτέρας, ότι «Γη ει, και εις γην απελεύση». Άλλ' επειδή ταύτης
παρήκουσε, δια τούτο θάνατος και λύπαις και φροντίδες, και ζωή χαλεπωτέρα παντός θανάτου,
δια τούτο άκανθαι και τρίβολοι, δια τούτο πόνοι και ωδίνες. Είδες πως αγανακτεί ο Θεός όταν
καταφρονήται η νηστεία; Μάθε και πως ευφραίνεται πάλιν όταν τιμάται˙ διότι καθώς όταν
εκαταφρονήθη έδωκεν επιτίμιον του καταφρονήσαντος τον θάνατον, ούτω πάλιν όταν ετιμήθη
ελευθέρωσεν από τον θάνατον. Δια τούτο θέλων ο Θεός να δείξη του πράγματος την δύναμιν,
της έδωκεν εξουσίαν μετά την απόφασιν και το σύρσιμον προς τον θάνατον, να αρπάξη τους
συρομένους από το μέσον του δρόμου και να τους φέρη προς την ζωήν˙ και όχι δύο ή τρεις ή
δέκα ή είκοσιν, αλλά τον δήμον όλων των Νινευιτών και πόλιν μεγάλην και θαυμαστήν,
ευρισκομένην κλίνουσαν την κεφαλήν εις αυτό το βάραθρον και μέλλουσαν να δεχθή την
άνωθεν ερχομένην οργήν, ώσπερ να ήλθε τις δύναμις άνωθεν και την άρπαξεν από τας χείρας
του δημίου και την έφερεν εις την ζωήν.
Άλλ' αν θέλετε, ας ακούσωμεν και την ιστορίαν. «Εγένετο, λέγει, λόγος Κυρίου» προς
Ιωνάν τον Προφήτην λέγων. Σήκω και ύπαγε εις Νινευί την πόλιν την μεγάλην. Ταχέως θέλει ο

Θεός να τον φέρη εις συμπάθειαν από του μεγέθους της πόλεως, προβλέπων την
μέλλουσαν φυγήν. Άλλ' ας ακούσωμεν του κηρύγματος˙ ακόμη τρεις ημέραι και η Νινευί
αφανίζεται. Και τίνος ένεκεν προλέγεις τα δεινά όπου μέλλεις να κάμης; δια να μη τα κάμω, τα
προλέγω˙ δια τούτο φοβερίζει και με την γέενναν, δια να μη φέρη την γέενναν. Ας μας
φοβίσουν λέγει κάποιος σοφός, τα λόγια, να μη μας λυπήσουν τα πράγματα. Αλλά τίνος ένεκεν
και την προθυμίαν των Νινευιτών εις ούτω στενόν εμάζωξε χρόνον; Δια να μάθης και την αρετήν
των βαρβάρων εκείνων, ήγουν των Νινευίτών, πως εδυνήθησαν εις τρεις ημέρας να καταλύσουν
τοσούτων αμαρτημάτων οργήν, και να θαυμάσης και του Θεού την φιλανθρωπίαν, όπου εδέχθη
τριών ημερών μετάνοιαν υπέρ τοσούτων αμαρτημάτων, και να μη πέσης και συ εις απόγνωσιν,
εάν εχης και μυρίας αμαρτίας˙ διότι καθώς ο αμελής και ολιγόψυχος, εάν λάβη και πολύν καιρόν
εις μετάνοιαν ουδέν μέγα εργάζεται, δεν καταλλάσσει τον Θεόν εις τον εαυτόν του, δια την
ραθυμίαν αυτού ούτω πάλιν ο πρόθυμος και καίων τω πνεύματι και μετά πολλής σπουδής
αρχίζων την μετάνοιαν, δύναται και εις ολίγον καιρόν να αφανίση πολλών χρόνων αμαρτήματα.
Δεν ηρνήθη τρείς φοραίς ο Πέτρος; ουχί το τρίτον μεθ˙ όρκου; ουχί μιας ευτελούς νέας
λόγους εφοβήθη ; Τι λοιπόν; πολλούς χρόνους έκαμε να μετανοήση; όχι αλλ' εκείνην την νύκτα,
και έπεσε και εσηκώθη˙ επήρε και την πληγήν και την ιατρείαν, και αρρώστησε και υγίανε. Πως
και με τι τρόπον; κλαύσας και αποδυρόμενος, μάλλον δε ου κλαύσας απλώς, αλλά με σπουδήν
πολλήν και ζέσιν˙ δια τούτο και ο Ευαγγελιστής δεν είπεν, ότι εκλαυσεν απλώς, άλλ' έκλαυσε
πικρώς. Ποταπή ήτον η δύναμις των δακρύων εκείνων, δεν δύναται λόγος να την φανερώση.
Αλλ' η έκβασις των πραγμάτων την δείχνει φανεράν, διότι μετά το χαλεπόν εκείνο πτώμα (διότι
από την άρνησιν δεν είναι μεγαλήτερον κακόν) μετά τοσούτον κακόν, πάλιν τον ανέβασεν
εις την προτέραν τιμήν και του έδωκε την προστασίαν της Εκκλησίας πάσης της
οικουμένης˙ και έδειξεν εις ημάς πλείονα των Αποστόλων απάντων έχοντα την αγάπην εις τον
Δεσπότην, διότι λέγει˙ «Πέτρε, φιλείς με πλείω τούτων»˙ ταύτης κατ' αλήθειαν ουδεμία άλλη
αρετή είναι ίση. Και ίνα μη λέγης, ότι τους Νινευίτας πρεπόντως τους εσυμπάθησεν, επειδή ήσαν
άνθρωποι βάρβαροι και ανόητοι, διότι λέγει˙ «Δούλος, ο μη ειδώς το θέλημα του Κυρίου αυτού,
και ποιήσας άξια πληγών, δαρήσεται ολίγα»: ίνα μη λέγης τούτο, έφερα και τον Πέτρον εις το
μέσον, δούλον μάλιστα ηξεύροντα το θέλημα του Κυρίου αυτού, άλλ' όμως και ούτος έκαμε την
μεγάλητερην αμαρτίαν, και ιδέ εις πόσον ύψος παρρησίας επανήλθε. Λοιπόν και συ μη
απογινώσκεσαι δια τας αμαρτίας σου, διότι το χειρότερον της αμαρτίας είναι να στέκεται τις εις
την αμαρτίαν, και το δεινότερον του πτώματος, όταν κείτεται πεσμένος. Τούτο θρηνεί και ο
Παύλος και οδύρεται. Τούτο είναι άξιον πένθους˙ διότι λέγει˙ «Μήπως ελθόντα με προς υμάς,
ταπεινώσει ο Θεός, και πενθήσω πολλούς, όχι των ημαρτηκότων απλώς, αλλά των μη
μετανοησάντων, επί ασέλγεια και ακαθαρσία ην έπραξαν».
Προς δε την μετάνοιαν, ποίος καιρός ήθελεν ευρέθη επιτηδειότερος από τον καιρόν της
Νηστείας; Άλλ' ας έλθωμεν πάλιν επί την ιστορίαν. Ακούσας δε ταύτα τα λόγια ο Προφήτης,
κατέβη εις Ιόππην να φύγη εις Θαρσείς, από το πρόσωπον Κυρίου. Πού φεύγεις, άνθρωπε; δεν
ήκουσας τον άλλον Προφήτην λέγοντα˙ «Πού πορευθώ από του Πνεύματός σου, και από του
προσώπου σου πού φύγω; Εις την γην; αλλά του Κυρίου η γη και το πλήρωμα αυτής», εις τον
αδην; «άλλ' εάν καταβώ, λέγει, εις τον άδην, με ευρίσκεις» εις τον ουρανόν; αλλά συ εκεί είσαι,
εις την θάλασσαν; και εκεί, λέγει, με πιάνει η δεξιά σου»˙ το οποίον έπαθε και ούτος ο
Προφήτης. Αλλά τοιαύτη είναι η αμαρτία και εις πολλήν ανοησίαν βάνει την ψυχήν μας, και
καθώς οι μεθυσμένοι και σκοτισμένοι από τον οίνον περιπατούν ως φθάσουν, ή χάσμα είναι
εμπρός, ή εγκρεμνός, ή ό,τι τύχη, καταπίπτουσιν αφύλάκτως˙ ούτω και οι ορμώντες προς την
αμαρτίαν, και κρατημένοι από την επιθυμίαν της πράξεως, καθώς από μέθην κακήν, δεν εννοούν
τι κάμνουν, δεν συλλογίζονται ούτε τα παρόντα, ούτε τα μέλλοντα. Από τον Δεσπότην φεύγεις,
είπε μοι; λοιπόν ολίγον ανάμεινον, και θέλεις μάθει από αυτά τα πράγματα, ότι ουδέ εν θαλασσή
της δούλης του Δεσπότου τας χείρας δύνασαι να φύγης˙ διότι ακόμη δεν εμβήκεν εις το καράβι
ούτος, και εκείνη άρχισε τα κύματα και εσηκώνετο εις ύψος μέγα, και καθώς μία υπηρέτρια
καλόγνωμος, να εύρη ένα συνυπηρέτην φευγάτον του αυθεντός της και κλέψαντα τίποτε, δεν
τον αφίνει, αλλά κάμει πολλά βάσανα εκείνων όπου τον εδέχθησαν έως να τον πάρη˙ ούτω και η
θάλασσα τότε, ευρούσα τον συνυπηρέτην αυτής και γνωρίσασα, πολλά βάσανα κάμνει των
ναυτών˙ ταράσσεται, φωνάζει, σέρνουσα ουχί εις δικαστήριον, αλλά να τους καταπόντιση,
φοβερίζουσα όλον το καράβι, εάν δεν δώσουν τον συνυπηρέτην της. Τι κάμνουν λοιπόν οι
ναύται; όταν είδαν ταύτα τα κακά, έρριψαν, λέγει, όλον το φορτίον του καραβίου, αλλά το
καράβι δεν ελάφρωνε, διότι το φορτίον όλον μέσα ήτον ακόμη˙ του Προφήτου το σώμα ήτον το
βαρύ φορτίον, όχι από την του σώματος φύσιν, αλλά από της αμαρτίας το βάρος˙ διότι
ουδένα πράγμα είναι τόσον βαρύ και κακοβάστακτον, όσον είναι η αμαρτία και η
παρακοή. Δια τούτο και ο Προφήτης Ζαχαρίας μετά μολύβδου διετύπωσεν αυτήν, και ο Δαυίδ
την φύσιν αυτής διαγραφών, έλεγεν˙ «Αι ανομίαι μου υπερήραν την κεφαλήν μου, ωσεί φορτίον

βαρύ εβαρύθησαν έπ' εμέ». Ο δε Χριστός πάλιν έλεγε προς τους ζήσαντας εν αμαρτίαις˙ «Δεύτε
προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς». Αυτή και το πλοίον
εβάρυνε τότε, και έμελλε να το βυθίση. Ο δε Ιωνάς εκάθευδε και ερογχάλιζε˙ βαρύς ο ύπνος,
άλλ' ουκ ην ηδονής, αλλά λύπης και ραθυμίας, διότι οι αγνώμονες υπηρέται ταχέως γνωρίζουν
το σφάλμα το οποίον και εκείνος έπαθε. Διότι μετά την πράξιν της αμαρτίας, τότε εγνώρισε το
κακόν της αμαρτίας, διότι τοιαύτη είναι η αμαρτία, και άφ' ότου γενή και τελειωθή, τότε ανάπτει
τους πόνους της ψυχής όπου την εγέννησεν, με άλλον τρόπον παρά την ιδικήν μας γέννησιν˙
διότι ημείς μεν όταν γεννηθώμεν παύομεν τους πόνους της μητρός, εκείνη δε άμα γεννηθή, τότε
αυξάνει εις τους τεκόντας αυτήν λογισμούς τους πόνους. Τι ουν ο πρώτος του καραβίου
προσήλθε και του λέγει˙ τι κάθεσαι; ανάστα, επικαλού τον Θεόν σου˙ ότι εγνώρισε, πως δεν
είναι χειμών κατά την συνήθειαν, άλλ' ότι θεήλατος ήτον η πληγή, και έξω της άνθρωπίνης
τέχνης˙ το κλυδώνιον και κάμμίαν βοήθειαν δεν έδιδαν του κυβερνήτου τα χέρια˙ άλλον γαρ
Κυβερνήτην μεγαλήτερον εχρειάζοντο τα γενόμενα, εκείνον όπου κυβερνά τον κόσμον όλον˙ δια
τούτο και εκείνοι αφήκαν όλα, και κωπία και άρμενα και σχοινιά, και έβλεπον προς τον ουρανόν,
και μόνον τον Θεόν παρεκάλουν. Και αφού δεν έγεινεν ουδέ ούτως καλωσύνη, έβαλον, λέγει,
κλήρους και εφανέρωσεν ο κλήρος τον πταίστην. Άλλ' εκείνοι ουδέ τότε δεν τον επήραν να
τον ρίψουν εις την θάλασσαν, αλλά με τοσούτον θόρυβον και τόσην ταραχήν, ώσπερ να ήχαν
ησυχίαν πολλήν, ούτως έστησαν δικαστήριον εις το καράβι, και του έδωκαν καιρόν και τον
επαρακαλούσαν να αποκριθή, και εξέτασαν πάντα μετ' ακριβείας ωσάν δικασταί. Και άκουσον
αυτών.
Ποία είναι η εργασία σου ; που πορεύεσαι ; εκ ποίας χώρας και ποίου γένους ήσαι; και τι; Η
θάλασσα μεν τον εκατηγόρησεν, ο κλήρος δε τον έλεγε και τον εμαρτύρησεν, αλλ' όμως ουδέ
της θαλάσσης καταβοώσης, ουδέ του κλήρου καταμαρτυρούντος, ακόμη δεν τον απο-φασίζουν˙
αλλά καθώς εις δικαστήριον όπου να ήναι και οι κατήγοροι εκεί, και οι μάρτυρες να ελέγχουν τον
κατηγορούμενον, δεν αποφασίζουν οι δικασταί πρότερον, έως όπου αυτός ο κατάδικος γενή
κατήγορος της αμαρτίας του˙ ούτω λοιπόν και τότε οι ναύται, άνθρωποι βάρβαροι και ανόητοι,
εμιμούντο την ευταξίαν των δικαστηρίων˙ και τι τόσος φόβος, τόσος κίνδυνος, τόση ταραχή,
όπου της επανέβη της θαλάσσης, όπου δεν τους άφηνεν ούτε να αναπνεύσουν; Ούτως
εταράττετο και ανακατώνε
το θυμωμένη και καταβοώσα, και εσήκωνε πυκνά
τα κύματα, ώστε όπου έχασαν το φορτίον των
όλον από την ιδικήν του αφορμήν. Πόθεν λοιπόν
έγεινεν η τοσαύτη πρόνοια ; Από της του Θεού
οικονομίας˙ διότι ο Θεός εσυγχώρει να
γίνονται ταύτα, παιδεύων τον Προφήτην με
αυτά να ήναι φιλάνθρωπος και ήμερος, φανερά
βοών προς αυτόν και λέγων˙ Ω Προφήτα, μιμήσου
τους ναύτας ανθρώπους ανοήτους˙ επειδή και
ούτοι μεν ουδέ μιας ψυχής καταφρονούσιν, ουδέ
ενός σώματος του ιδικού σου, συ δε τοσαύτην
πόλιν, με τόσας μυριάδας ανθρώπους, την
παρέδωκες κατά τον σκοπόν σου ; Και αυτοί μεν
ευρήκαν εκείνον, όπου ήτον αφορμή να πάθουν
τόσα κακά, και πάλιν δεν τολμούν να κάμουν,
καθώς απεφάσισεν ο κλήρος˙ συ δε ενώ τίποτε
δεν έχεις να εγκαλέσης τους Νινευίτας˙ και εσένα
μεν σε επρόσταξα εγώ να τους επιστρέψης προς
σωτηρίαν με το κήρυγμα και δεν υπήκουσες, ούτοι
δε μηδενός ακούσαντες, αγωνίζονται να κάμουν
κάθε είδους τρόπον να σε γλυτώσουν εσένα τον
πταίστην˙ διότι και μετά την τιμωρίαν όπου
έπαθαν από την θάλασσαν και μετά την απόδειξιν
του κλήρου όπου τον εφανέρωσεν, ότι και αυτός κατηγορεί τον εαυτόν του και την φυγήν
ωμολόγησεν, ουδέ τότε απεφάσισαν την απόκλειαν του Προφήτου, άλλ' ετεχνεύοντο και
εβιάζοντο και έκαμναν κάθε τρόπον, και μετά την απόδειξιν, να μη τον ρίψουν εις την
θάλασσαν. Άλλ' η θάλασσα δεν τους άφινεν ουδέποτε˙ μάλλον δε ο Θεός δεν τους άφινεν,
βουλόμενος ώσπερ δια των ναυτών, ούτω και δια του κήτους να σωφρονίση τον Προφήτην˙
διότι, όταν ήκουσαν, επάρατε με και ρίψατε με εις την θάλασσαν να παύση η τρικυμία, εβιάζοντο
να εύγουν εις την γην, αλλά τα κύματα δεν τους άφιναν. Συ δε, καθώς ήκουσας τον Προφήτην
φεύγοντα, άκουσον αυτού και εξομολογούμενον κάτωθεν της γαστρός του θηρίου, δια να μάθης

ότι εκείνο μεν το έπαθεν ως άνθρωπος, τούτο δε το εδειξεν ως Προφήτης.
Λαβούσα λοιπόν η θάλασσα αυτόν, τον έβαλεν εις την κοιλίαν του κήτους, όπως εις την φυλακής
φυλάττουσα τον φευγάτον σώον του αύθέντου της, και ούτε τα άγρια κύματα τον έπνιξαν, ούτε
το θηρίον το αγριώτερον των κυμάτων τον διέφθειρεν, αλλά τον εφύλαξε και τον έφερεν εις την
πόλιν, και υπήκουσε και η θάλασσα και το θηρίον παρά φύσιν, δια να τιμωρηθή υπό πάντων ο
Προφήτης. Ελθών λοιπόν εις την πόλιν, ανέγνωσε την απόφασιν, ώσπερ Βασιλικήν Επιστολήν,
φοβεράν
και
παιδευτικήν
και
βοά
λέγων
«Έτι
τρεις ημέραι, και
Νινευί
καταστραφήσεται». Ηκουσαν ταύτα εκείνοι και δεν απίστησαν, δεν εκαταφρόνησαν, άλλ'
ευθέως απάντων δραμόντων επί την νηστείαν, ανδρών, γυναικών, δεσποτών,
αρχόντων, αρχομένων, νέων, γερόντων, παιδίων, πρεσβυτέρων. Και ουδέ η φύσις των
άλογων ζώων έμεινεν άμοιρος της τοιαύτης λειτουργίας˙ πανταχού σάκκος, πανταχού
σποδός, πανταχού θρήνοι και μοιρολόγια διότι εχωρίσθη το μοσχάρι από την αγελάδαν,
εδιώχθη το αρνίον από το βυζί, παιδίον βυζανιάρικον δεν ευρίσκετο εις ταις αγκάλαις της μητρός
αυτού˙ και παρά πάντων ακούονται φωναίς παραπονετικαίς, μίαν την άλλην αντιβοώσα και
αντικρούουσα˙ Τα τέκνα πεινώντα εζήτουν τας πηγάς του γάλακτος˙ αι μητέρες από τον
φυσικόν πόνον κεντούμεναι, με ελεειναίς φωναίς έκραζον τα τέκνα, τα βρέφη, κατά τον όμοιον
τρόπον λιμάζοντα, μεγάλω κλαυθώ εφώναζον και εκινδύνευον. Ο πρεσβύτης εθρήνει δια ταύτα
και ανέσπα την πολιάν ο νεανίσκος και τρυφερός σφοδρότερον επωδύρετο˙ ο πένης εστέναζεν,
ο πλούσιος ελησμόνει την καλοπάθειαν, ηγάπα την κακοπάθειαν ως σώφρονα. Αυτός ο βασιλεύς
την λαμπρότητα και την δόξαν την μετέβαλεν εις αισχύνην˙ εύγαλε τον στέφανον και έβαλε
κόνιν εις την κεφαλήν του˙ έρριξε την αλουργίδα και ενδύθη σάκκον αφήκε τον θρόνον τον
υψηλόν και μετέωρον και εκοιμάτο ελεεινώς επί της γης. Την μοναρχικήν και βασιλικήν
ευπάθειαν καταλιπών, έγεινεν εις από τους πολλούς και συνεθρήνει με τον δήμον, και ούτως
έσωσε την πόλιν εκ των κινδύνων. Και ήτον να ιδή τις πράγμα παράδοξον, να νικά ο σάκκος
την αλουργίδα˙ εκείνο οπού δεν εδυνήθη η αλουργίς, εδυνήθη ο σάκκος˙ εκείνο όπου δεν έ
τελείωσε το διάδημα, το εκατώρθωσεν η στάκτη. Βλέπεις πως δεν έλεγα ψεύματα, ότι όχι η
νηστεία, άλλ’ εν μέθη και εν πολυφαγία την πόλιν διαμένουσαν διέσεισεν η ασωτία και έμελλε να
την καταπόντιση, η δε νηστεία σαλευομένην την πόλιν και μέλλουσαν καταπίπτειν, ελευθέρωσε.
Με ταυτην την νηστείαν και ο Δανιήλ ειισελθών εις τον λάκκον των λεόντων, και καθήμενος εις
το μέσον τους, ευγήκεν άπ' εκεί ωσάν να ήτον με πρόβατα ήμερα˙ αλλά και έβραζαν από τον
θυμόν τους, και έβλεπαν φονικώς και η τράπεζα ήτον έμπροσθεν τους˙ αλλά δεν έγγιζον, όπου
τα ηνάγκαζε και αυτή η φύσις το περισσότερον διότι άλλο δεν είναι αγριώτερον από εκείνα τα
θηρία και από την πείναν˙ διότι επτά ημέρας είχον όπου δεν έφαγαν τίποτε, άλλ' όμως
ευλαβούντο να εγγίξουν εις το εγκρατές σώμα του Προφήτου. Με ταύτην και οι τρεις Παίδες
εισελθόντες εις την Βαβυλωνίαν κάμινον, και πολύν χρόνον μένοντες εις το πυρ, έχοντες τα
σώματα, λαμπρότερα εφαίνοντο αυτού του πυρός τότε, όταν ευγήκαν εκ της καμίνου. Και αν
ήτον πυρ, πως δεν εποίει τα του πυρός ; και εάν ήτον σώματα εκείνα τα σώματα, πως δεν
επάθεναν τα σωματικά ; Πως ; ερώτησον την νηστείαν και αυτή σου αποκρίνεται, και αυτή
σου λύει την απορίαν˙ των σωμάτων γαρ η φύσις επολέμα με την φύσιν του πυρός και
ενικούσαν τα σώματα. Είδες παράδοξον πόλεμον ; είδες παράδοξον νίκην ; Θαύμασον την
νηστείαν και υποδέξου την με ταις αγκάλαις ανοικταίς˙ διότι, οπόταν και εις τας καμίνους
βοηθή και εις τους λάκκους των λεόντων φυλάττη, και τους δαίμονας αποδιώκη, και την
απόφασιν του Θεού λυώνη και των παθών την μανίαν αφανίζη, και προς ελευθερίαν ημάς
επανάγη, και κάμνη πολλήν γαλήνην εις τους λογισμούς ημών, πως δεν είναι μεγάλη παρανομία
να την φοβούμεθα ημείς και να την φύγωμεν όπου έχει τόσα αγαθά εις τα χέρια της ; Αλλά λέγει
τις διατί αχαμνίζει την ευρωστίαν του σώματος ; Αλλά σου λέγω και εγώ, όσον ο έξω άνθρωπος
διαφθείρεται, τοσούτον ο έσω ανακαινουργώνεται από ημέραν εις ημέραν˙ μάλιστα δε, εάν
θέλησης να καλοεξετάσης μετ' ακριβείας το πράγμα, θέλεις την εύρει αυτήν να ήναι και της
υγείας μητέρα. Και εάν δεν πιστεύης τα ιδικά μου λόγια, ερώτησον τους μαθητάς των Ιατρών
περί τούτου και αυτοί θέλουν σου το δείξη σαφέστερον, οι οποίοι την μεν εγκράτειαν καλούσι
μητέρα της υγείας, τας δε ποδαλγίας και καρηβαρίας, και ολιγοζωίας, και τους υδρώπικας, και τα
φλέγματα, και πρίσματα και άλλων μυρίων ασθενειών χυμούς, από της τρυφής και πολυφαγίας,
λέγουν, ότι γεννώνται, όπως κακά αυλάκια από μίαν κακήν βρύσιν, και αφανίζουν και την υγείαν
του σώματος και της ψυχής την χαράν.
Μη λοιπόν φοβούμεθα την νηστείαν όπου μας ελευθερώνει από τόσα κακά. Και δεν σας
παρακινώ εις τούτο ούτω απλώς, άλλ' επειδή βλέπω πολλούς ανθρώπους ότι ως να θέλουν να
παραδοθούν εις καμμίαν κακήν και αγρίαν γυναίκα, ούτω οκνούν και ανατριχιάζουν, και
παραδίδονται σήμερον εις την μέθην και την πολυφαγίαν. Δια τούτο σας παραινώ δια να μην
αφανίζεται η ωφέλεια, όπου μέλλει να λάβωμεν από την ερχομένην νηστείαν με την λαιμαργίαν

και την μέθην˙ διότι και οι άνθρωποι όπου έχουν κακόν χυμόν, όταν θέλουν να πιουν πικρά
ιατρικά, δια να καθαρισθούν, εάν φάγουν προτήτερα πολύ και χορτάσουν, και τότε πάρουν το
ιατρικόν, την μεν πικρίαν του ιατρικού υπέμειναν, από δε την ωφέλειαν εξέπεσαν, διατί έκαμαν
δύσκολον τον πόλεμον του Ιατρικού προς την των διεφθαρμένων χυμών πικρίαν.
Δια τούτο προστάσσουν οι Ιατροί, να μη δειπνήσουν, δια να προλάβη η δύναμις των
Ιατρικών τα περίσσευμα τα κακών χυμών προτήτερα. Ωσαύτως και επί της νηστείας, εάν
εμπλησθής σήμερον και μεθύσης και αύριον δεχθής το Ιατρικόν, άχρηστον αυτό και ανώφελον
το κάμνεις, και τον μεν κόπον υπομένεις, την δε ωφέλειαν δεν λαμβάνεις επειδή νικά την
δύναμίν του η προτήτερη μέθη. Μη λοιπόν εμβούμεν με την μέθην εις την νηστείαν, μηδέ
πάλιν από της νηστείας να ακουμβώμεν εις την μέθην, δια να μη γεννή αργότερα και να του
δώση τις μίαν κλωτζιάν να πέση χειρότερα˙ το οποίον γίνεται και εις την ψυχήν μας, οπόταν και
προτήτερα και ύστερα της νηστείας σκεπάζομεν την γενομένην νήψιν εκ της ασιτίας με
το σύννεφον της μέθης. Διότι καθώς εκείνοι όπου μέλλουν να πολεμήσουν με κανένα θηρίον,
αρματώνουν και ασφαλίζουν τον εαυτόν τους με άρματα πολλά και τότε μάχονται με εκείνο˙
ούτω πολλοί άνθρωποι όπου θέλουν να πολεμήσουν με το θηρίον την νηστείαν, ούτως
αρματώνονται με την γαστριμαργίαν και στενοχωρούν τον εαυτόν τους, και σκοτώνονται και
μετά πολλής παραφροσύνης περιμένουν το γαληνόν και ήμερον όμμα της νηστείας.
Και εάν ερωτήσω τινά, τίνος ένεκεν υπάγει εις το λουτρόν σήμερον ; λέγει, δια να υποδεχθώ
την νηστείαν με το σώμα καθαρόν. Εάν δε ερωτήσω, διατί μεθάς σήμερον ; Πάλιν λέγει
επειδή θέλω να έμβω εις την νηστείαν. Πως λοιπόν ; δεν είναι άτοπον, το σώμα μεν
καθαρόν, την ψυχήν δε ακάθαρτον και μεθυσμένην έχειν να υποδεχθής την νηστείαν ; Ήθελα να
ειπώ και άλλα περισσότερα δι' αυτήν, αλλά τοις φρονίμοις αρκούσι και ταύτα προς διόρθωσιν
διόπερ είναι ανάγκη να καταπαύσω τον λόγον.
Επεί περ ημείς μεν συρίζομεν ωσάν τα παιδία των βοσκών με το μικρόν καλάμι υποκάτω εις τι
δένδρον ήη λεύκαν, εις την σκιάν των Ιερών οίκων τούτων καθήμενοι˙ ούτος δε, ωσάν ένας
άριστος μουσικός και μέγας τεχνίτης, αρμοσάμενος τη φωνή την χρυσήν κιθάραν εις την
συμφωνίαν των κρουσμάτων, μεγάλον έκαμε θέατρον˙ και όχι μόνον με την συμφωνίαν των
λόγων, αλλά και από των έργων, πολλήν κάμνει εις ημάς την ωφέλειαν. Τοιούτους διδασκάλους
ζητεί και ο Χριστός˙ διότι λέγει˙ «Ο ποιήσας και διδάξας, ούτος μέγας κληθήσεται εν τη
Βασιλεία, των ουρανών.
Γένοιτο και ημάς ευχαίς αυτού και των προέδρων απάντων, αξίους γενέσθαι της Βασιλείας των
ουρανών, χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, μεθ' ου τω Πατρί δόξα, τιμή,
κράτος, συν τω αγαθώ και αγίω Πνεύματι, νυν και αεί, και εις αιώνας των αιώνων. Αμήν.

ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΑΥΤΟ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΚΑΥΧΟΜΑΣΤΕ ΣΤΙΣ
ΘΛΙΨΕΙΣ ΓΙΑΤΙ ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΠΩΣ Η ΘΛΙΨΗ ΠΑΡΑΓΕΙ
ΥΠΟΜΟΝΗ[Ρωμ. 5,3]
Και τα επόμενα
ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ

Είναι βέβαια κουραστικό στο γεωργό το να ζέψει τα βόδια, να σύρει το άροτρο, ν' ανοίξει το
αυλάκι και να ρίξει τους σπόρους, να υποφέρει την κακοκαιρία και να υπομένει το ψύχος, να
κατασκευάσει γύρω-γύρω τάφρο και να αντιμετωπίσει το υπερβολικό νερό που κατακλύζει τους
σπόρους, να κάμει πιο ψηλές τις όχθες των ποταμών και ν' ανοίξει μέσα στη γη βαθύτερα
αυλάκια. Αλλά τα επίπονα αυτά έργα που είναι γεμάτα από μόχθο γίνονται ελαφρά και πάρα
πολύ εύκολα, όταν ο γεωργός, προσδοκώντας τα αγαθά, δει τα στάχυα μεστωμένα και το

δρεπάνι ακονισμένο, το αλώνι γεμάτο δεμάτια και τον καρπό ώριμο να μεταφέρεται στο σπίτι του
με πολλή χαρά. Έτσι και ο κυβερνήτης ενός πλοίου περιφρονεί τα άγρια κύματα και την
κακοκαιρία και πολλές φορές τη μανιασμένη θάλασσα και τους άστατους άνεμους, και ξέρει να
υποφέρει τις τρικυμίες στα πελάγη και τα μακρινά ταξίδια, όταν σκέπτεται τα φορτία και τα
εμπορικά λιμάνια και αναλογισθεί τον άπειρο πλούτο που προέρχεται άπ' αυτά. Το ίδιο και ο
στρατιώτης υποφέρει τα τραύματα και δέχεται σύννεφο τα βέλη, υπομένει την πείνα, το ψύχος,
τα μακρινά ταξίδια και τους κινδύνους στην παράταξη, σκεπτόμενος τα τρόπαια και τις νίκες και
τα στεφάνια που προέρχονται άπ' αυτά.
Αλλά για ποιο λόγο τα θυμήθηκα αυτά ή τι μου χρειάζονται αυτά τα παραδείγματα; Θέλω από
εδώ να σας προτρέψω για την ακρόαση και να σας παρηγορήσω για τους ιδρώτες υπέρ της
αρετής. Γιατί, αν ο καθένας άπ' αυτούς που αναφέρθηκαν θεωρεί το κουραστικό ελαφρό εξ
αίτιας της ελπίδας για τα μελλοντικά, και όταν μάλιστα αυτά, κι αν ακόμα κανείς μπορέσει να τα
επιτύχει, τελειώνουν και χάνονται μαζί με την παρούσα ζωή, πολύ περισσότερο πρέπει εσείς να
υπομένετε την ακρόαση για την πνευματική διδασκαλία και να υποφέρετε με γενναιότητα και την
παράταξη και τους ιδρώτες για την αιώνια ζωή. Σ' εκείνους είναι αβέβαια αυτά που ανήκουν στην
πρόσκαιρη ελπίδα, και πολλές φορές με την προσδοκία μόνο των αγαθών έτσι τελείωσαν τη ζωή
τους, αφού χάρηκαν βέβαια τις ελπίδες, αλλά δεν άγγιξαν τους καρπούς των έργων αυτών, και
μάλιστα αφού υπέφεραν γι' αυτά τα πιο φοβερά πράγματα.
Εννοώ το εξής μ' αυτό που λέγω, ύστερα από τους πολλούς εκείνους κόπους και ιδρώτες που
καταβάλλει πολλές φορές ο γεωργός, μερικές φορές την ώρα ακριβώς που ακόνιζε το δρεπάνι
και ετοιμαζόταν για το θερισμό, επειδή έπεσε ερυσίβη ή πολλές ακρίδες η υπερβολική βροχή ή
κάποια άλλη συμφορά εξ αιτίας της ακαταστασίας των ανέμων, γύρισε με άδεια χέρια στο σπίτι
του, και τον κόπο βέβαια τον υπέμεινε όλον, έχασε όμως τον καρπό της ελπίδας. Επίσης και ο
κυβερνήτης του πλοίου ενώ χαιρόταν για το μεγάλο φορτίο και με πολλή ευχαρίστηση είχε
ανοίξει τα πανιά και είχε διασχίσει πολύ πέλαγος, πολλές φορές σ' αυτή την είσοδο των λιμανιών
ή επειδή έπιασε κάποια θύελλα ή επειδή έπεσε σε κάποιον ύφαλο και σκόπελο ή επειδή
κτυπήθηκε από κάποια άλλη απροσδόκητη τέτοια συμφορά, έχασε όλο το φορτίο και μόλις έσωσε
γυμνό το σώμα του ύστερα από τους άπειρους εκείνους κινδύνους. Έτσι και ο στρατιώτης, αφού
παρατάχθηκε πολλές φορές σε άπειρους πολέμους και απέκρουσε τους αντιπάλους και νίκησε
τους εχθρούς ενώ περίμενε τη νίκη, πέθανε χωρίς ν' απολαύσει κανένα αγαθό από τους κόπους
του και τους κινδύνους.
Τα δικά μας όμως δεν είναι τέτοια. Γιατί και τις ελπίδες έχουν σταθερές και βέβαιες και δεν
τελειώνουν μαζί με την πρόσκαιρη αυτή ζωή, αλλά μεταφέρονται στην αθάνατη και μακάρια
εκείνη και αιώνια ζωή, και όχι μόνο δεν παθαίνουν κακό από την ακαταστασία των άνεμων και
από απροσδόκητες περιστάσεις, άλλ' ούτε από τον ίδιο τον θάνατο δε διαλύονται. Και εξ αιτίας
των ελπίδων αυτών θα μπορούσε να δει κανείς και σ' αυτά τα συνηθισμένα ακόμα να λάμπει ο
καρπός τους και να είναι πολλή και μεγάλη η αμοιβή τους. Γι' αυτό και ο μακάριος Παύλος
βροντοφώναζε λέγοντας· και όχι μόνο αυτό, αλλά και καυχόμαστε στις θλίψεις. Σας
παρακαλώ ας μην προσπεράσουμε επιπόλαια αυτό που λέχθηκε. Άλλ' επειδή, δεν ξέρω πως, πάλι
ο λόγος μας οδήγησε στο λιμάνι τού καλού κυβερνήτη Παύλου, ας εντριφήσουμε στη φράση
αυτή, που είναι βέβαια μικρή, αλλά πλούσια σε διδάγματα αρετής.
Τι λοιπόν σημαίνει άραγε αυτό που λέχθηκε και τι μας υποδήλωσε λέγοντας και όχι μόνο
αυτό, αλλά και καυχόμαστε στις θλίψεις; Λίγο, αν θέλετε, ας φέρουμε το λόγο της διδασκαλίας
πιο πάνω και θα δούμε τη μεγάλη σαφήνεια και τη δύναμη των νοημάτων να μας γεννιέται από
εκεί. Αλλά το σώμα ας μην κάμνει κανέναν μαλθακό και ας πάρει σε σας η επιθυμία της
πνευματικής ακρόασης τη θέση της δροσιάς. Γιατί ο λόγος μας είναι για τη θλίψη και για την
επιθυμία των αιώνιων αγαθών, για την υπομονή και για την αμοιβή που προέρχεται άπ' αυτά σε
όσους δεν αποθαρρύνονται. Τι λοιπόν σημαίνει το όχι μόνο αυτό; Γιατί αυτός που το είπε
δείχνει πως προηγουμένως μας ανέφερε και πολλά άλλα αγαθά και μαζί μ' εκείνα προσθέτει και
αυτό που προέρχεται από τις θλίψεις. Γι' αυτό και έλεγε ο ίδιος· και όχι μόνο αυτό, αλλά και
καυχόμαστε στις θλίψεις. Και για να γίνει σαφέστερο αυτό, δείξτε για λίγο υπομονή, αφού θα
κάνω μακρότερη τη διδασκαλία με το λόγο.
Αφού λοιπόν το θειο κήρυγμα αναγγέλθηκε από τους αποστόλους, και περιήλθαν όλη την
οικουμένη σπέρνοντας το λόγο της ευσέβειας και ξερριζώνοντας εντελώς την πλάνη, καταργώντας τους πατροπαράδοτους νόμους των ασεβών και διώχνοντας κάθε παρανομία,
καθαρίζοντας τη γη και προτρέποντας να απομακρύνονται από τα είδωλα, τους ναούς, τους
βωμούς και όλα εκείνα τα πανηγύρια και τις τελετές και να γνωρίζουν καλά τον ένα και μοναδικό
Θεό των όλων και να περιμένουν τις μελλοντικές ελπίδες· παράλληλα μιλούσαν για τον Πατέρα

και τον Υιό και το άγιο Πνεύμα, φιλοσοφούσαν για την ανάσταση και κήρυτταν για τη βασιλεία
των ουρανών εξ αιτίας όλων αυτών άναψε τότε φοβερός πόλεμος, και μάλιστα ο πιο τυραννικός
άπ' όλους τους πολέμους, όλα ήταν γεμάτα θόρυβο και ταραχή και εξεγέρσεις, όλες οι πόλεις και
όλος ο λαός και τα σπίτια και η κατοικημένη και η ακατοίκητη γη, επειδή διασαλεύονταν οι
παλαιές συνήθειες και κλονιζόταν η προηγούμενη αντίληψη που τόσο πολύ είχε επικρατήσει και
εισάγονταν καινούρια δόγματα για τα οποία κανείς δεν άκουσε ποτέ. Μαζί μ' αυτά οι βασιλείς
αγρίευαν και οι άρχοντες δυσανασχετούσαν, οι πολίτες ταράζονταν και οι αγορές γέμιζαν
θόρυβο, τα δικαστήρια γίνονταν αυστηρά, ξίφη γυμνώνονταν και όπλα ετοιμάζονταν και οι νόμοι
απειλούσαν.
Γι' αυτό επιβάλλονταν τιμωρίες και ποινές και απειλές και κινούνταν εναντίον τους όλα μαζί τα
θεωρούμενα από τους ανθρώπους δεινά. Τα πράγματα της οικουμένης δεν ήταν καθόλου
καλύτερα από θάλασσα μανιασμένη που προκαλεί φοβερά ναυάγια, αφού ο πατέρας αποκήρυσσε
τότε το παιδί του για την ευσέβεια, η νύφη διαφωνούσε με την πεθερά, τα αδέλφια χωρίζονταν,
οι κύριοι αγανακτούσαν εναντίον των δούλων, η φύση σχεδόν επαναστατούσε εναντίον του
εαυτού της, και ο πόλεμος δεν ήταν μόνο εμφύλιος αλλά και συγγενικός, προσβάλλοντας κάθε
σχεδόν σπίτι. Γιατί ο λόγος μπαίνοντας σαν μαχαίρι και κόβοντας το άρρωστο από το υγιές
προκαλούσε παντού μεγάλη αναστάτωση και φιλονεικία και από παντού έκαμε να σηκώνονται
άπειρες ενοχλήσεις και μάχες εναντίον των πιστών. Έτσι άλλοι οδηγούνταν σε φυλακές, άλλοι σε
δικαστήρια, άλλοι στο δρόμο που οδηγούσε στο θάνατο. Άλλων δημεύονταν οι περιουσίες, άλλοι
έχαναν και την πατρίδα και πολλές φορές και τη ζωή τους ακόμη, και από παντού τους
περιστοίχιζαν πυκνότερα από τις νιφάδες τα κακά. Από μέσα μάχες, από έξω φόβοι, από τους
φίλους, από τους ξένους, άπ' αυτούς που συνδέονταν μεταξύ τους με συγγένεια.

2. Αυτά λοιπόν βλέποντας ο μακάριος Παύλος, ο παιδαγωγός της οικουμένης, ο δάσκαλος
των ουράνιων δογμάτων, επειδή το δεινά ήταν κοντά και γίνονταν μπροστά στα μάτια τους, ενώ
τα αγαθά βρίσκονταν μόνο στις ελπίδες και τις υποσχέσεις, δηλαδή η βασιλεία των ουρανών, η
ανάσταση και η απόκτηση των αγαθών εκείνων που ξεπερνούν κάθε νου και λόγο ˙ επειδή τα
καμίνια και τα τηγάνια και τα ξίφη και οι τιμωρίες και οι κάθε είδους ποινές και θάνατοι δεν ήταν
στις ελπίδες, αλλά δοκιμάζονταν από τον καθένα, ενώ εκείνοι που επρόκειτο ν' αγωνισθούν
εναντίον αυτών μόλις είχαν προσχωρήσει στην πίστη από τους βωμούς και τα είδωλα και τις
απολαύσεις και τη μέθη, χωρίς να έχουν μάθει παλαιότερα να σκέπτονται τίποτε το υψηλό για
την αιώνια ζωή, αλλά να προσηλώνονται περισσότερο στα παρόντα, και ήταν φυσικό πολλοί άπ'
αυτούς να δειλιάζουν και να παραλύουν και ν' αποθαρρύνονται καθώς πολιορκούνταν κάθε
ημέρα, κοίταζε τι κάμνει ο κοινωνός των απόρρητων πραγμάτων και πρόσεχε τη σοφία τού
Παύλου. Συνέχεια τους μιλάει για τα μελλοντικά, φέρνει τα βραβεία ενώπιον τους και τους
δείχνει τα στεφάνια, προετοιμάζοντας και παρηγορώντας αυτούς με τις ελπίδες των αιώνιων
αγαθών.
Και τι λέγει; Σκεπτόμαστε πραγματικά πως τα παθήματα της παρούσας ζωής δεν αξίζουν όσο η
δόξα που θα μας αποκαλυφθεί στο μέλλον. Τι λοιπόν μου αναφέρεις, λέγει, τραύματα και
βωμούς και δημίους και τιμωρίες, και λιμούς και δημεύσεις και φτώχεια και δεσμά και
αλυσίδες; ανάφερε όλα όσα θέλεις από εκείνα που θεωρούνται από τους ανθρώπους
δεινά και τίποτε δε λέγεις άξιο μ' εκείνα τα έπαθλα και τα στεφάνια και τις αμοιβές. Γιατί
τα πρώτα τελειώνουν μαζί με την παρούσα ζωή, ενώ τα δεύτερα στον ατέλειωτο αιώνα δεν έχουν
τέλος· και τα πρώτα παρέρχονται αφού είναι πρόσκαιρα, ενώ τα δεύτερα παραμένουν παντοτινά
και είναι μαζί με μας αγέραστα. Αυτό ακριβώς το πράγμα υπονοώντας και άλλου έλεγε, η
προσωρινή ελαφρή θλίψη μας, περιορίζοντας με την ποσότητα την ποιότητα και παρηγορώντας
με το χρόνο το βάρος των θλίψεων.
Επειδή λοιπόν τα τότε συμβαίνοντα ήταν ως προς τη φύση τους βαριά και ενοχλητικά, περιορίζει
την ενόχλησή τους με την προσωρινότητα τους, λέγοντας· η προσωρινά ελαφρή θλίψη μας
προετοιμάζει σε μας σε υπερβολικά μεγάλο βαθμό αιώνιο βάρος δόξας, αφού δε στοχεύουμε σ'
αυτά που φαίνονται, αλλά σ' εκείνα που δε φαίνονται, γιατί όσα φαίνονται είναι πρόσκαιρα, ενώ
όσα δε φαίνονται είναι αιώνια. Και πάλι υψώνοντας αυτούς στην έννοια τού μεγέθους των τότε
αγαθών παρουσιάζει την ίδια την κτίση να πάσχει και να στενάζει μαζί μας για τα παρόντα κακά
και να επιθυμεί πάρα πολύ τα μελλοντικά, επειδή είναι πολύ καλά, λέγοντας έτσι γιατί και η κτίση
στενάζει και πάσχει μαζί μας μέχρι σήμερα. Για ποιο λόγο στενάζει; για ποια αίτια πάσχει;
Επειδή προσδοκά τα μελλοντικά εκείνα αγαθά και επιθυμεί τη μεταβολή προς το καλύτερο. Γιατί
και αυτή, λέγει, η κτίση θ' απελευθερωθεί από την υποδούλωση της στη φθορά για να μπει στην
ελευθερία της δόξας των τέκνων τού Θεού.

Όταν όμως ακούσεις πως στενάζει και πονάει, να μη νομίζεις ότι είναι λογική, αλλά μάθαινε την
ιδιαιτερότητα της Γραφή. Γιατί, όταν θέλει ο Θεός ν' αναγγείλει κάτι μεγάλο και καλό στους
ανθρώπους με τους προφήτες, κάνει και αυτά τα άψυχα να αισθάνονται το μέγεθος των
θαυμάτων που γίνονται. Και δεν το λέγει επειδή αισθάνεται η κτίση, αλλά για να μπορέσει να
παραστήσει το μέγεθος των θαυμάτων άπ' αυτά που συμβαίνουν στους ανθρώπους. Αυτό λοιπόν
και μείς συνηθίζουμε να λέμε, όταν συμβεί κάτι από τα απροσδόκητα, ότι αυτή η πόλη έγινε
κατηφής, αυτό το έδαφος έγινε σκυθρωπό. Και στην περίπτωση των αγώνων που είναι φοβεροί
και έχουν άγρια διάθεση το ίδιο ακριβώς θα μπορούσε να πει κανείς, ότι και αυτά τα θεμέλια τον
τράνταξαν, κι αυτές οι πέτρες τον τρόμαξαν όχι γιατί πραγματικά οι πέτρες τον τρόμαξαν, αλλά
για να μπορέσουν να παραστήσουν την υπερβολική αγριότητα της καρδιάς του και την οργή του.
Γι' αυτό ακριβώς και ο θαυμάσιος προφήτης Δαβίδ, αναφέροντας τα αγαθά που είχαν συμβεί
στους Ιουδαίους και την ευχαρίστηση που τους γεννήθηκε από την απελευθέρωση τους από την
Αίγυπτο, έλεγε κατά την έξοδο τού Ισραήλ από την Αίγυπτο, των απογόνων τού Ιακώβ από λαό
βάρβαρο, έγινε η Ιουδαία τόπος αγιασμού του και ο Ισραήλ εξουσία του˙ η θάλασσα είδε και
υποχώρησε, ο Ιορδάνης γύρισε προς τα πίσω, τα όρη σκίρτησαν σαν κριάρια και τα βουνά
σαν αρνιά προβάτων, γιατί σημειώθηκε εκεί η παρουσία τού Κυρίου. Και αυτό πουθενά δεν το
άκουσε κανείς να έγινε. Γιατί η θάλασσα και ο Ιορδάνης γύρισαν προς τα πίσω με το πρόσταγμα
τού Θεού, ενώ τα όρη και τα βουνά δε σκίρτησαν, αλλά, όπως είπα παραπάνω, θέλοντας να
παραστήσει την υπερβολική ευχαρίστηση και την ανακούφιση που υπήρξε σ' αυτούς από την
κακοποίηση που είχαν πάθει οι Αιγύπτιοι, έλεγε ότι και αυτά τα άψυχα σκιρτούσαν και πηδούσαν
από χαρά για τα καλά που είχαν συμβεί σ' αυτούς. Όπως και όταν θέλει ν' αναγγείλει κάτι
λυπηρό που προέρχεται από την αμαρτία μας λέγει, θα πενθήσει το κρασί, θα πενθήσει και το
αμπέλι˙ και άλλου, οι δρόμοι της Σιών πενθούν. Αλλά λέγει ακόμη ότι δακρύζουν και τα άψυχα.
Τείχη της θυγατέρας Σιών χύστε δάκρυα, λέγει. Εξάλλου και την ίδια τη γη και την Ιουδαία την
παρουσιάζει να πενθεί και να μεθάει από τη λύπη, όχι γιατί αισθάνονται τα στοιχεία αυτά, αλλά,
όπως είπα παραπάνω, γιατί κάθε προφήτης ήθελε να παρουσιάσει τα άφθονα αγαθά που μας
χορηγεί ο Θεός και τις πολλές τιμωρίες που μας επιβάλλονται από τη δική μας κακία. Γι’ αυτό
λοιπόν και ο μακάριος Παύλος παρουσιάζει και αυτός την κτίση να στενάζει και να
πονάει, για να μπορέσει να παρουσιάσει το μέγεθος των δωρεών τού Θεού που θα λάβουμε
ύστερα άπ' αυτά.

3. Άλλ' όλα αυτά, λέγει, είναι σε ελπίδες, ενώ ο μικρόψυχος και ταλαίπωρος άνθρωπος, που
τώρα απαλλάχθηκε από την ειδωλολατρία και δε γνωρίζει να φιλοσοφεί για τα μελλοντικά, δε
διορθώνεται πολύ μ' αυτά τα λόγια, αλλά ζητάει και στην παρούσα ζωή να βρεθεί κάποια
παρηγοριά. Γι' αυτό ακριβώς και ο σοφός αυτός δάσκαλος και που γνωρίζει τα πάντα, δεν
παρηγορεί μόνο από τα μελλοντικά αγαθά, αλλά διδάσκει και από τα παρόντα καλά. Και πρώτα
λέγει τα αγαθά που έχουν χορηγηθεί στην οικουμένη, που δεν βρίσκονται στις ελπίδες και την
προσδοκία, άλλ' αποτελούν πραγματικότητα και τα απόλαυσαν οι άνθρωποι (και τα οποία είναι
μέγιστη και σαφέστερη απόδειξη για τα μελλοντικά και ελπιζόμενα), αφού παρέτεινε πολύ το
λόγο για την πίστη και ανέφερε τον πατριάρχη Αβραάμ (που, αν και η φύση τού απαγόρευε να
γίνει πατέρας, είχε ελπίδες και περίμενε και πείσθηκε ότι θα γίνει, γι' αυτό και έγινε), οδηγώντας
μας άπ' αυτό στο ότι δεν πρέπει ποτέ να παρασυρόμαστε από την ασθένεια των λογισμών, αλλά
με το μέγεθος της πίστης να ανορθωνόμαστε και να στεκόμαστε ψηλά και να έχουμε υψηλό
φρόνημα. Υστερα άπ' αυτά λέγει και το μέγεθος των αγαθών που έχουν ήδη χορηγηθεί.
Και ποια είναι αυτά; Ότι τον Υιό του, λέγει, το μονογενή, τον γνήσιο, τον αγαπητό, αυτόν ο Θεός
τον έδωσε για μας τους αγνώμονες δούλους του, και, ενώ ήμασταν φορτωμένοι με άπειρα
αμαρτήματα και πιεζόμασταν από τόσο πολλά φορτία πλημμελημάτων, όχι μόνο μας απάλλαξε
από τα αμαρτήματα, αλλά και μας δικαίωσε, χωρίς να προστάξει τίποτε δυσάρεστο, ούτε
κουραστικό, ούτε ενοχλητικό, αλλά ζητώντας από μας μόνο πίστη· και μας δικαίωσε, και μας
έκαμε αγίους και μας κατέστησε υιούς τού Θεού και μας ανέδειξε κληρονόμους της βασιλείας και
μας έκαμε συγκληρονόμους τού Μονογενούς Υιού του, και υποσχέθηκε ανάσταση και αφθαρσία
σωμάτων και κατάληξη μαζί με τους αγγέλους, που ξεπερνάει κάθε λόγο και νου, και τη διαμονή
στους ουρανούς και τη συναναστροφή μαζί του˙ και ακριβώς γι' αυτό έχυσε ήδη άφθονη τη
χάρη τού αγίου Πνεύματος και μας απάλλαξε από την κατοχή τού διαβόλου και μας έσωσε από
τους δαίμονες και κατάργησε την αμαρτία και εξαφάνισε την κατάρα και έσπασε τις πύλες τού
άδη και άνοιξε τον παράδεισο, στέλνοντας για τη σωτηρία μας όχι άγγελο, ούτε αρχάγγελο, αλλά
τον ίδιο το Μονογενή του, όπως λέγει με τον προφήτη - όχι απεσταλμένος, ούτε άγγελος, αλλά ο
ίδιος ο Κύριος μας έσωσε.

Αυτά δεν είναι πιο λαμπρά από άπειρα στεφάνια; ότι δηλαδή αγιασθήκαμε, ότι
δικαιωθήκαμε; ότι αυτό έγινε με την πίστη; ότι ο μονογενής Υιός τού Θεού κατέβηκε
από τους ουρανούς για μας; ότι ο Πατέρας έδωσε για μας τον αγαπημένο του; ότι
δεχθήκαμε άγιο Πνεύμα; ότι αυτό έγινε με κάθε ευκολία; ότι απολαύσαμε ανείπωτη
χάρη και δωρεά; Αφού λοιπόν τα είπε αυτά και τα δήλωσε όλα πολύ σύντομα, πάλι στην ελπίδα
κατέληξε το λόγο. Γιατί, αφού είπε, εφόσον λοιπόν δικαιωθήκαμε επειδή πιστέψαμε, έχουμε
ειρήνη με το θεό με τη μεσολάβηση τού Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ο οποίος μας οδήγησε με την
πίστη σ' αυτή τη χάρη, στην οποία στεκόμαστε, πρόσθεσε και καυχόμαστε για την ελπίδα
συμμετοχής μας στη δόξα τού Θεού.
Αφού λοιπόν είπε αυτά που έγιναν και αυτά που θα γίνουν στο μέλλον το ότι δηλαδή
δικαιωθήκαμε και το ότι ο Υιός θυ-σιάσθηκε για μας και το ότι αυτός μας οδήγησε στον Πατέρα
και το ότι απολαύσαμε χάρη και δωρεά και απαλλαχθήκαμε από τα αμαρτήματα και το ότι έχουμε
ειρήνη με το θεό και το ότι μετέχουμε στο άγιο Πνεύμα, αυτά ανήκουν στα όσα έχουν γίνει, ενώ
τα μελλοντικά ήταν η δόξα εκείνη η απόρρητη, πράγμα που και αυτό πρόσθεσε λέγοντας, στην
οποία στεκόμαστε, και καυχόμαστε για την ελπίδα της συμμετοχής μας στη δόξα τού Θεού· κι
επειδή η ελπίδα, όπως είπα παραπάνω, δεν είναι πολύ ικανή να ορθώσει και να σηκώσει το
μικρόψυχο ακροατή, γι' αυτό πρόσεχε τι κάνει πάλι και κοίταξε τη δύναμη τού Παύλου και τη
φιλόσοφη σκέψη του. Γιατί άπ' αυτά που φαίνονται να λυπούν και ν' ανησυχούν και να ταράζουν
τον ακροατή, άπ' αυτά τα ίδια ξαναπλέκει τα στεφάνια της παρηγοριάς και της καύχησης.
Αφού λοιπόν όλα αυτά τα ανέφερε, στη συνέχεια προσθέτει λέγοντας· δε λέγω μόνο αυτά, που
είπα, το ότι δηλαδή αγιασθήκαμε, το ότι δικαιωθήκαμε, το ότι αυτό έγινε με το Μονογενή του, το ότι απολαύσαμε χάρη, ειρήνη, δωρεά, άφεση αμαρτημάτων και κοινωνία
τού άγιου Πνεύματος, ότι αυτό έγινε με κάθε ευκολία και χωρίς κόπους και χωρίς
ίδρωτες, ότι με την πίστη μόνο, ότι έστειλε το μονογενή Υιό του, ότι άλλα έδωσε και
άλλα υποσχέθηκε, όπως δόξα ανείπωτη, αφθαρσία, ανάσταση σωμάτων, αγγελική
κατάληξη, τη συναναστροφή με το Χριστό, τη διαμονή στους ουρανούς· γιατί όλα αυτά
τα παρέστησε με το να πει, και καυχόμαστε για την ελπίδα της συμμετοχής μας στη
δόξα τού Θεού.
Δε λέγει λοιπόν αυτά μόνο που έγιναν και που θα γίνουν, αλλά και αυτά που φαίνονται στους
ανθρώπους λυπηρά, δηλαδή τα δικαστήρια, τις συλλήψεις, τους θανάτους, τις απειλές, τους
λιμούς, τα βασανιστήρια, τα τηγάνια, τα καμίνια, τη λεηλασία, τους πολέμους, τις πολιορκίες, τις
μάχες, τις εξεγέρσεις, τις φιλονεικίες, και αυτά τα τοποθετεί στη θέση της δωρεάς και των
κατορθωμάτων. Γιατί δεν πρέπει μόνο για εκείνα που έχουν λεχθεί να χαιρόμαστε και να
αγαλλόμαστε, αλλά και γι' αυτά πρέπει να καυχόμαστε, όπως όταν λέγει· χαίρομαι τώρα που
υποφέρω για σας και αναπληρώνω στη σάρκα μου εκείνο που λείπει στα παθήματα τού Χριστού.
Είδες ψυχή δυνατή και σκέψη υψηλή και φρόνημα σταθερό, που δεν καυχιέται μόνο για τα
στεφάνια, αλλά που ευχαριστιέται και για τα αγωνίσματα; που δε χαίρεται για τις αμοιβές, αλλά
που καμαρώνει και για τους αγώνες; που δεν ευφραίνεται για τις ανταποδόσεις, αλλά που
καυχιέται και γι' αυτό το παγκράτιο;
Γιατί μη μού λέγεις τη βασιλεία των ουρανών, ούτε τα στεφάνια εκείνα τα αμάραντα, ούτε τα
βραβεία, αλλά αυτά τα παρόντα, που έχουν θλίψη και μόχθο και ταλαιπωρία πολλή. Αυτά φέρε
στη μέση και θα μπορέσω να δείξω ότι γι' αυτά πρέπει να καυχιέται κανείς πολύ περισσότερο.
Γιατί στους αθλητικούς αγώνες τα αγωνίσματα έχουν τον κόπο, ενώ το στεφάνι την
ευχαρίστηση· εδώ όμως δε συμβαίνει το ίδιο, αλλά και πριν τα στεφάνια τα ίδια τα αγωνίσματα
προκαλούν μεγάλη καύχηση. Και για να μάθετε ότι αυτά έτσι πραγματικά έχουν, αναλογισθείτε
τον κάθε άγιο της κάθε γενεάς, όπως λέγει, αδελφοί, πάρτε για παράδειγμα της κακοπάθειας και
της υπομονής τους προφήτες, που μίλησαν στο όνομα τού Κυρίου.
Αλλά και αυτός ο ίδιος που μας πρότεινε τώρα αυτόν τον αγώνα και συγκρότησε το παρόν
πνευματικό θέαμα, εννοώ τον Παύλο, αφού ανέφερε τις άπειρες εκείνες ταλαιπωρίες τού κάθε
άγιου, τις οποίες δεν είναι εύκολο τώρα να τις εξετάσουμε στο λόγο, προσθέτει
λέγοντας, περιπλανήθηκαν ντυμένοι με προβιές και κατσικίσια δέρματα, έζησαν με στερήσεις,
υπέφεραν θλίψεις και κακουχίες, εκείνοι για τους οποίους δεν ήταν άξιος ο κόσμος, και για όλα
αυτά χαίρονταν. Και ακριβώς το ίδιο θα μπορούσε να δει κανείς, όταν μετά τη φυλακή και τις
ύβρεις διώχνονταν, αφού είχαν μαστιγωθεί, και τι λέγει; Οι απόστολοι έφυγαν από το
συνέδριο χαρούμενοι γιατί αξιώθηκαν να κακοποιηθούν για χάρη τού ονόματος τού
Χριστού.

4. Αλλά βέβαια και στην εποχή μας έγιναν αυτά. Και αν θέλει κανείς, ας θυμηθεί αυτό που λέγω,
το τι συνέβαινε δηλαδή στον καιρό των διωγμών. Συλλαμβανόταν μία παρθένα απαλή και
άγαμη, που είχε σώμα πιο μαλακό από κερί. Έπειτα, αφού από παντού καρφωνόταν στο ξύλο,
της τρυπούσαν τα πλευρά και τα ξέσχιζαν, και έτρεχε το αίμα προς τα κάτω, και σαν να
παντρευόταν μάλλον και να καθόταν σε νυφικό θάλαμο, έτσι με όλον της τον πόθο υπέφερε όσα
γίνονταν για τη βασιλεία των ουρανών και στεφανωνόταν στη διάρκεια αυτών των αγώνων.
Σκέψου πόσο μεγάλο ήταν να δει κανείς ένα τύραννο με στρατεύματα και ακονισμένα
ξίφη και τόσο πολλά όπλα να νικιέται από μία κόρη. Βλέπεις ότι και αυτή η θλίψη έχει πάρα
πολύ μεγάλη καύχηση; Και βεβαιώνετε τα λεγόμενα εσείς. Γιατί, παρ' όλο που ακόμη οι μάρτυρες
δεν απόλαυσαν τις αμοιβές, ούτε τα βραβεία και τα στεφάνια, αλλά διαλύθηκαν σε σκόνη και
στάχτη, με κάθε προθυμία τρέχουμε όλοι μαζί στις τιμές τους και συγκροτούμε πνευματικό θέαμα
και τους ανακηρύσσουμε νικητές και τους στεφανώνουμε και για τα τραύματα και για το αίμα,
για τα βασανιστήρια και τις πληγές και τις θλίψεις εκείνες και τις στενοχώριες· τόσο μεγάλο
καύχημα έχουν κι αυτές οι θλίψεις και πριν την αμοιβή.
Σκέψου δηλαδή πόσο μεγάλος ήταν ο Παύλος τότε που βρισκόταν στις φυλακές και
οδηγούνταν σε δικαστήρια, πόσο περίβλεπτος, πόσο λαμπρός και περιφανής φαινόταν σε
όλους, και μάλιστα σ' αυτούς που τον πολεμούσαν και τον εχθρεύονταν. Και γιατί λέγω
περίβλεπτος στους ανθρώπους αφού βέβαια και στους δαίμονες τότε ήταν περισσότερο
φοβερός, όταν μαστιγωνόταν; Και όταν φυλακιζόταν, όταν ναυαγούσε, τότε έκανε τα
πιο μεγάλα θαύματα, τότε περισσότερο νικούσε τις αντίπαλες δυνάμεις. Γνωρίζοντας λοιπόν
καλά το κέρδος που γίνεται στην ψυχή από τις θλίψεις αυτές, έλεγε· όταν είμαι αδύνατος,
τότε πραγματικά είμαι δυνατός. Και έπειτα προσθέτει˙ γι' αυτό χαίρομαι για τις αρρώστιες, για τις
ύβρεις, τις ανάγκες, τους διωγμούς και τα παθήματα, για να κατασκηνώσει σε μένα η δύναμη τού
Χριστού.
Γι' αυτό και απευθυνόμενος σε κάποιους που διέμεναν στην Κόρινθο και είχαν μεγάλη ιδέα για
τον εαυτό τους, ενώ καταδίκαζαν τους άλλους, περιγράφοντας το χαρακτήρα της επιστολής,
έκρινε αναγκαίο εξ αίτιας αυτού να προσθέσει την εικόνα των κατορθωμάτων του, και αυτό όχι
από τις θαυμαστές πράξεις, ούτε από τα θαύματα, ούτε από την τιμή, ούτε από την άνεση, άλλ'
από τις φυλακές και τα δικαστήρια και την πείνα και το κρύο και τους πολέμους και τις
επιβουλές, λέγοντας σ' αυτούς το εξής: είναι υπηρέτες τού Χριστού; θα μιλήσω σαν τρελλός·
εγώ είμαι με το παραπάνω. Και για να δείξει το παραπάνω και την υπεροχή του λέγει· σε κόπους
πολύ περισσότερο, σε πληγές σε υπερβολικό βαθμό, σε φυλακίσεις περισσότερο, πολλές φορές
κινδύνεψα και να θανατωθώ και τα επόμενα. Αν πρέπει να καυχιέμαι, θα καυχηθώ για την
αδυναμία μου.
Βλέπεις αυτόν να καυχιέται γι' αυτά πολύ περισσότερο, παρά να υπερηφανεύεται για τα λαμπρά
στεφάνια και γι' αυτό να λέγει, και όχι μόνο, αλλά καυχόμαστε ακόμη και στις θλίψεις; Τι
σημαίνει όμως το όχι μόνο; Όχι μόνο, λέγει δε λυποψυχούμε όταν θλιβόμαστε και
ταλαιπωρούμαστε, αλλά σαν να προοδεύουμε σε μεγαλύτερη τιμή και δόξα καυχόμαστε περισσότερο για τα θλιβερά που μας συμβαίνουν. Στη συνέχεια, αφού είπε πως από τις
θλίψεις είναι πολύ μεγάλη η δόξα και η καύχηση και το στόλισμα, και η δόξα είναι ολοφάνερο ότι
έχει και ηδονή, γιατί όπου υπάρχει ηδονή οπωσδήποτε υπάρχει και δόξα, και όπου υπάρχει τέτοια
δόξα οπωσδήποτε υπάρχει και ηδονή· αφού λοιπόν έδειξε πως το να θλίβεται κανείς είναι λαμπρό
και περίφημο και προκαλεί καύχηση, λέγει άλλο πολύ μεγάλο κατόρθωμά του και κάποιον καρπό
πολύ μεγάλο και παράδοξο. Ας δούμε λοιπόν ποιος είναι αυτός. Γνωρίζοντας λοιπόν, λέγει, ότι η
θλίψη παρέχει υπομονή, η υπομονή σταθερότητα, η σταθερότητα ελπίδα, και η ελπίδα δεν
απογοητεύει.
Τι σημαίνει, γνωρίζοντας ότι η θλίψη παρέχει υπομονή; Αυτό έχει πολύ μεγάλο τον καρπό,
αυτό κάνει πιο δυνατό εκείνον που θλίβεται. Γιατί, όπως από τα δένδρα αυτά που αναπτύσσονται
στη σκιά και βρίσκονται σε απάνεμα μέρη, ενώ ακμάζουν στη μορφή, γίνονται πιο μαλακά και
καχεκτικά, αφού βλάπτονται γρήγορα από κάθε φύσημα των ανέμων, ενώ αυτά που βρίσκονται
στις κορυφές των πιο ψηλών βουνών και δέρνονται από πολλούς και δυνατούς άνεμους και
υποφέρουν συνέχεια την ακαταστασία τού καιρού και κλονίζονται από φοβερότατες θύελλες και
πλήττονται από πολύ χιόνι, γίνονται πολύ πιο δυνατά από κάθε σίδερο - και όπως επίσης τα
σώματα που αφοσιώνονται σε πολλές και ποικίλες ηδονές και στολίζονται με απαλά ηδύματα και
χρησιμοποιούν συνέχεια λουτρά και μύρα και απολαμβάνουν πολλών ειδών φαγητά πέρα από
την ανάγκη τους, γίνονται εντελώς άχρηστα για τους αγώνες και τους κόπους προς απόκτηση
της ευσέβειας, επειδή είναι υπεύθυνα για πολύ μεγάλη τιμωρία, έτσι ακριβώς και οι ψυχέςεκείνες που περνούν ζωή χωρίς ταλαιπωρίες και είναι γεμάτες άνεση και προτιμούν να
αισθάνονται ευχαρίστηση προς τα παρόντα αγαθά και διαλέγουν την ανάλγητη ζωή από

το να θλίβονται, όπως θλίβονταν όλοι οι άγιοι, για την βασιλεία των ουρανών, επειδή
γίνονται πολύ πιο μαλακές και πιο αδύνατες από κάθε κερί, πρόκειται να
καταφαγωθούν από το αιώνιο πύρ· εκείνες όμως που επιδόθηκαν σε κινδύνους και κόπους
και ταλαιπωρίες και δοκιμάζουν θλίψεις εξ αιτίας του Θεού και αφοσιώνονται σ' αυτές, είναι πολύ
πιο σταθερές και πιο γενναίες από το ίδιο το σίδερο η το διαμάντι, λόγω τού ότι συνέχεια
υποφέρουν, και γίνονται ανίκητες στους εχθρούς και αποκτούν κάποια ακαταμάχητη δύναμη
υπομονής και ανδρείας.
Και όπως εκείνοι που για πρώτη φορά ανέβηκαν σε πλοίο αισθάνονται ναυτία και ίλιγγο, καθώς
ταράζονται και θορυβούνται επειδή τους πιάνει αηδία και σκοτοδίνη, ενώ εκείνοι που πέρασαν
πολλά και μεγάλα πελάγη και περιφρόνησαν άπειρα κύματα και άντεξαν συνεχή ναυάγια, με
θάρρος επιχειρούν ένα τέτοιο ταξίδι, έτσι ακριβώς και η ψυχή· υπομένοντας πολλούς
πειρασμούς και αντέχοντας μεγάλες θλίψεις, αποκτά στη συνέχεια γνώση των κόπων
και συνήθεια της καρτερίας, χωρίς να είναι δειλή, ούτε να τρομάζει εύκολα, ούτε να
ταράζεται από τα λυπηρά που πέφτουν πάνω της, άλλ' από τη συνεχή άσκηση των
όσων συμβαίνουν και τη συχνή μελέτη των όσων γίνονται υποφέρει με πολλή ευκολία
όλα τα δεινά που έρχονται. Αυτό λοιπόν δηλώνοντας ο σοφός αρχιτέκτονας της ουράνιας
πολιτείας έλεγε, και όχι μόνο αυτό, αλλά καυχόμαστε ακόμη και στις θλίψεις· γιατί πριν από τη
βασιλεία και τα ουράνια στεφάνια κερδίζουμε από εδώ πολύ μεγάλο μισθό, επειδή από τις
αδιάκοπες θλίψεις η ψυχή μας γίνεται περισσότερο καρτερική και οι λογισμοί μας καθίστανται πιο
ισχυροί.
Γνωρίζοντας λοιπόν όλα αυτά, αγαπητοί, ας υποφέρουμε με γενναιόταητα τα λυπηρά που
μας συμβαίνουν και για το θέλημα τού Θεού και για το δικό μας συμφέρον, και ας μη στενοχωρούμαστε, ούτε να χάνουμε το θάρρος μας στην επίθεση των πειρασμών, αλλά, στεκόμενοι με
κάθε ανδρεία, ας ευχαριστούμε διαρκώς το Θεό για όλες τις ευεργεσίες που γίνονται σε μας, για
ν' απολαύσουμε και τα παρόντα αγαθά και να επιτύχουμε τις μελλοντικές δωρεές με τη χάρη και
την ευσπλαχνία και τη φιλανθρωπία τού Κυρίου μας Ιησού Χριστού, μαζί με τον οποίο στον
Πατέρα και συγχρόνως στο άγιο και ζωοποιό Πνεύμα ανήκει η δόξα και η δύναμη, τώρα και
πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων.
Αμήν

ΕΡΓΑ 26-ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ

ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

ΜΠΟΡΟΥΜΕ
ΝΑ ΚΡΙΝΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ ;
«Πως όμως έδωσε εις αυτούς και τα κλειδιά των ουρανών; Διότι εάν δεν πρόκειται να
κρίνουν, δεν θα έχουν καμμίαν δύναμιν και μάταια έλαβαν εξουσίαν του να μη συγχωρούν και
του να συγχωρούν αμαρτίας. Εξ άλλου δε, εάν αυτό ήθελεν ισχύσει, όλα θα ανατραπούν, και εις
τας Εκκλησίας και εις τα πόλεις και εις τα οικίας. Καθόσον εάν δεν κρίνουν ο κύριος τον δούλον

και η κυρία την υπηρέτριαν και ο πατέρας τον υιόν και ο φίλος τον φίλον, θα αυξηθούν τα της
κακίας. Και τι λέγω, ο φίλος τον φίλον; Εάν δεν κρίνωμεν τους εχθρούς μας, δεν θα
ημπορέσωμεν ουδέποτε να καταργήσωμεν την έχθραν, αλλ' όλα θα γίνουν άνω-κάτω. [...]
Διότι εδώ, καθώς εγώ νομίζω, δεν παραγγέλει απλώς να μη κρίνει κανείς όλα τα
αμαρτήματα, ούτε απλώς απαγορεύει να κάμνη κανείς αυτό, αλλά εννοεί αυτούς που είναι

γεμάτοι απο αμέτρητα κακά και ελέγχουν άλλους δια τελείως ασήμαντα
αμαρτήματα. [...] Τι λοιπόν; εάν κάποιος πορνεύει, λέγει, να μη είπω ότι είναι κακόν πράγμα η

πορνεία, ούτε να διορθώσω αυτόν που κάμνει αισχράς πράξεις; Να τον διορθώσεις βέβαια, αλλά
όμως όχι ωσάν αντίπαλος, ούτε ωσάν εχθρός που θέλει εκδίκησιν, αλλά ωσάν ιατρός
παρασκευάζων φάρμακα. Διότι δεν είπε να μη συγκρατήσεις αυτόν που αμαρτάνει, αλλά να μη
τον κρίνεις, δηλαδή να μη γίνεις αυστηρός δικαστής. Άλλωστε αυτό δεν έχει λεχθή, όπως
προηγουμένως είπα, δια τα μεγάλα και απαγορευμένα, αλλά δι' αυτά που ούτε καν
θεωρούνται αμαρτήματα. Δια τούτο και έλεγε, "τί δὲ βλέπεις τὸ κάρφος τὸ ἐν τ ῷ ὀφθαλμ ῷ τοῦ
ἀδελφοῦ σου;". Καθόσον πολλοί τώρα το κάμνουν αυτό. Και αν ιδούν μοναχόν να έχη περιττόν
ένδυμα, προβάλλουν εις αυτόν τον νόμον του Κυρίου, ενώ οι ίδιοι αρπάζουν μύρια και
καθημερινώς επιδίδονται εις την πλεονεξίαν, και αν τον ιδούν ν'απολαμβάνη αφθονωτέραν
τροφήν, γίνονται αυστηροί κατήγοροι, ενώ οι ίδιοι καθημερινά μεθούν και κάνουν ζωή οργιώδη.
[...]
"Υποκριτά". Διότι αυτού του είδους η κρίσις δεν γίνεται από ενδιαφέρον, αλλά από
μισανθρωπίαν, και φέρει μεν το προσωπείον της φιλανθρωπίας, διαπράττει όμως πράξιν
χειρίστης πονηρίας, αποδίδων εις τους συνανθρώπους του περιττάς ύβρεις και κατηγορίας, και
αρπάζων την θέσιν του διδασκάλου, ενώ δεν είναι άξιος ούτε για μαθητής, ακριβώς δι' αυτό τον
ωνόμασεν υποκριτήν. Διότι εσύ που είσαι τόσο αυστηρός προς τους άλλους, ώστε να βλέπης και
τα μικρά παραπτώματα, πως δείχνεις τόσην αδιαφορίαν δια τα ιδικά σου, ώστε να παραβλέπεις
και τα μεγάλα; "ἔκβαλε πρῶτον τὴν δοκὸν ἐκ τοῦ ὀφθαλμοῦ σου" . Βλέπεις ότι δεν απαγορεύει
το να κρίνει κανείς, αλλά προτρέπει πρώτα να βγάζει το δοκάρι από τον οφθαλμόν του
και τότε να διορθώνει τα παραπτώματα των άλλων; [...]
Ώστε αν το κάμνεις από φροντίδα, φρόντισε πρώτα τον εαυτό σου, όπου είναι καθαρώτερον και
μεγαλύτερον το αμάρτημα. Εάν όμως αδιαφορείς δια τον εαυτόν σου, είναι ολοφάνερον ότι και
τον αδελφόν σου τον κρίνεις όχι από φροντίδα, αλλά επειδή τον μισείς και θέλεις να τον
εξευτελίσεις. [...]
Η εντολή λοιπόν που έδωσε δια των λεχθέντων σημαίνει το εξής. Αυτός δηλαδή που είναι
ένοχος δια μύρια κακά δεν πρέπει να είναι αυστηρός δικαστής των αμαρτημάτων των άλλων και
προ πάντων όταν αυτά είναι μικρά. Μ' αυτό δεν καταργεί τον έλεγχον, ούτε την διόρθωσιν,
αλλά απαγορεύει το να αδιαφορεί κανείς δια τα ιδικά του και να διαλαλεί τα ξένα
παραπτώματα».
(Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, ΕΠΕ, τόμος 10)

ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ 9. 5-8
Υπεράνω δε αυτής χερουβίμ δόξης κατασκιάζοντα το ιλαστήριον· περί ων ουκ έστιν νυν
λέγειν κατά μέρος. Τούτων δε ούτως κατεσκευασμένων εις μεν την πρώτην σκηνήν
διαπαντός εισίασιν οι ιερείς τας λατρείας επιτελούντες εις δε την δευτέραν άπαξ του
ενιαυτού μόνος ο αρχιερεύς ου χωρίς αίματος ό προσφέρει υπέρ εαυτού και των του
λαού αγνοημάτων. (Εβρ. 9.5-8)
Λέει λοιπόν ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος:
«“Υπεράνω δε αυτής Χερουβίμ δόξης κατασκιάζοντα το ιλαστήριον1”. Τι εστι “χερουβίμ δόξης”;
Ήτοι τα ένδοξα, ή τα υποκάτω του Θεού φησι. Καλώς δε και επαίρει ταύτα τω λόγω, ίνα δείξη
μείζονα όντα τα μετά ταύτα. “Περί ων ουκ έστι”, φησί, “νυν λέγειν κατά μέρος2”. Ενταύθα
ηνίξατο, ότι ου ταύτα ην μόνον τα ορώμενα, αλλά αινίγματα τινα ην. “Περί ων ουκ εστι”, φησί,
“νυν λέγειν κατά μέρος”˙ ίσως ως μακρού δεομένων λόγου. “Τούτων δε ούτω
κατασκευασμένων, εις μεν την πρώτην σκηνήν διαπαντός εισίασιν οι ιερείς τας λατρείας
επιτελούντες3”. Τουτέστιν, ην μεν ταύτα, ουκ απέλαυων δε τούτων αυτών οι Ιουδαίοι˙ ου γαρ

εώρων αυτά. ΩΣΤΕ ΟΥΚ ΕΚΕΙΝΟΙΣ ΜΑΛΛΟΝ ΗΝ, Η ΟΙΣ ΠΡΟΕΤΥΠΟΥΤΟ. “Εις δε την δευτέραν
άπαξ του ενιαυτού μόνος ο αρχιερεύς, ου χωρίς αίματος, ο προσφέρει υπέρ εαυτού και των του
λαού αγνοημάτων4”. ΟΡΑΣ ΗΔΗ ΤΟΥΣ ΤΥΠΟΥΣ ΠΡΟΚΑΤΑΒΕΒΛΗΜΕΝΟΥΣ;
Και η μετάφραση:
« “Πάνω από την κιβωτό υπήρχαν τα ένδοξα χερουβίμ που κατασκίαζαν το ιλαστήριο1”. Τι
σημαίνει “χερουβίμ δόξης”; Ή εννοεί τα ένδοξα ή τα κάτω από το Θεό. Και σωστά μεγαλοποιεί
αυτά με τον λόγο, για να δείξει ότι είναι ανώτερα τα στη συνέχεια. “Για τα οποία”, λέγει, “δεν
είναι δυνατό να μιλήσουμε τώρα λεπτομερώς2”. Εδώ υπαινίχθηκε, ότι δεν ήταν αυτά μόνο τα
βλεπόμενα, αλλά ήταν απλώς κάποια αινίγματα. “Για τα οποία δεν μπορούμε”, λέγει, “τώρα να
μιλήσουμε λεπτομερώς”˙ ίσως χρειάζονται μακρότερο λόγο. “Όντας λοιπόν αυτά έτσι
κατασκευασμένα, στο πρώτο μέρος της σκηνής εισέρχονται πάντοτε οι ιερείς και επιτελούν τα
της λατρείας3”. Δηλαδή υπήρχαν βέβαια αυτά, αλλ’ όμως δεν απολάμβαναν αυτά οι Ιουδαίοι γιατί
δεν
τα
έβλεπαν.
ΩΣΤΕ ΜΑΛΛΟΝ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΓΙΑ ΕΚΕΙΝΟΥΣ, ΑΛΛΑ ΓΙΑ ΕΚΕΙΝΟΥΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΟΠΟΙΟΥΣ
ΑΠΟΤΕΛΟΥΣΑΝ
ΠΡΟΤΥΠΩΣΗ.
“Στο δεύτερο μέρος όμως μπαίνει μια φορά το χρόνο μόνο ο αρχιερέας, και όχι χωρίς αίμα, το
οποίο προσφέρει για τον εαυτό του και για τα από άγνοια αμαρτήματα του λαού4”.
ΒΛΕΠΕΙΣ ΟΤΙ ΗΔΗ ΕΧΟΥΝ ΠΡΟΚΑΤΑΒΛΗΘΕΙ ΟΙ ΤΥΠΟΙ;»
(μετ. Σπύρου Μουστάκα, στη σειρά Ε.Π.Ε., Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Έργα, τ. 24 σελ. 564-567, εκδόσεις Άγιος
Γρηγόριος ο Παλαμάς, Θεσσαλονίκη 1989)

ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΟΜΙΛΙΑ Α'

ΣΤΟ ΣΤΑΥΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΛΗΣΤΗ
και για τη δεύτερη παρουσία του Χριστού,
και για την αδιάκοπη προσευχή υπέρ των εχθρών μας.
Ι.ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΕΡΓΑ 36 ΠΑΤΕΡΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ»
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ – ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ www.egolpion.com

1. Σήμερα ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός βρίσκεται πάνω στο σταυρό και εμείς εορτάζουμε, για να
μάθεις ότι ο σταυρός είναι εορτή και πανήγυρη πνευματική. Γιατί προηγουμένως ο σταυρός
ήταν η λέξη που σήμαινε καταδίκη, τώρα όμως έγινε αντικείμενο τιμής. Προηγουμένως ήταν
σύμβολο καταδίκης, τώρα όμως είναι η προϋπόθεση της σωτηρίας μας. Γιατί αυτός ο σταυρός
μας προξένησε άπειρα αγαθά, αυτός μας απάλλαξε από την πλάνη της ειδωλολατρίας, αυτός μας
φώτισε ενώ ζούσαμε μέσα στο σκοτάδι, αυτός μας συμφιλίωσε με το Θεό, ενώ είχαμε γίνει
εχθροί του, αυτός μας έκανε φίλους του, ενώ είχαμε αποξενωθεί άπ' αυτόν, αυτός μας έφερε
κοντά στο Θεό, ενώ ήμαστε μακριά του. Αυτός εξαφάνισε την έχθρα, αυτός εξασφάλισε την
ειρήνη, αυτός έγινε για μας θησαυροφυλάκιο άπειρων αγαθών. Εξ αιτίας του δεν
περιπλανιόμαστε πια στις έρημους, γιατί γνωρίσαμε τον αληθινό δρόμο. Δε ζούμε πια έξω από τη
βασιλεία των ουρανών, γιατί βρήκαμε την είσοδό της. Δε φοβόμαστε πια τα πυρωμένα βέλη τού
διαβόλου, γιατί είδαμε την πηγή. Χάρη σ' αυτόν δε βρισκόμαστε πια σε χηρεία, γιατί αποκτήσαμε
το γαμβρό. Δε φοβόμαστε το λύκο, γιατί έχουμε τον καλό ποιμένα. Γιατί λέγει ο Χριστός· «Εγώ
είμαι ο ποιμένας ο καλός»1. Χάρη σ' αυτόν δεν τρέμουμε τον τύραννο, γιατί είμαστε κοντά στο
βασιλιά. Γι' αυτό εορτάζουμε και τιμούμε το σταυρό. Έτσι παράγγειλε και ο Παύλος να
εορτάζουμε το σταυρό. Διότι λέγει· «Ας εορτάζουμε όχι με την παλιά ζύμη, αλλά με άζυμα
ειλικρίνειας και αλήθειας»2. Έπειτα, αφού πρόσθεσε την αιτία, συνέχισε˙ «Γιατί το Πάσχα το δικό
μας είναι ο Χριστός, που θυσιάσθηκε για τη σωτηρία μας»3.
Βλέπεις γιατί παραγγέλλει να εορτάζουμε το σταυρό; Γιατί επάνω στο σταυρό θυσιάσθηκε ο
Χριστός. Και όπου γίνεται θυσία, εκεί εξαφανίζονται τα αμαρτήματα, εκεί γίνεται συμφιλίωση με
τον Κύριο, εκεί γίνεται εορτή και χαρά. «Το Πάσχα, το δικό μας είναι ο Χριστός, που θυσιάσθηκε
για μας». Και πες μου, που θυσιάσθηκε; Πάνω σε σταυρό που στήθηκε ψηλά. Είναι καινούριο το

θυσιαστήριο αυτής της θυσίας, επειδή και η θυσία είναι καινούρια και αξιοθαύμαστη. Γιατί ο
ίδιος ήταν και θύμα και ιερέας. Θύμα, κατά το σώμα του, και Ιερέας, κατά την πνευματική του
φύση. Ο ίδιος και πρόσφερε τη θυσία και προσφερόταν σωματικά. Άκουσε λοιπόν πως μας
φανέρωσε ο Παύλος αυτά τα δύο. «Κάθε αρχιερέας», λέγει, «ξεχωρίζεται από τους ανθρώπους
και γίνεται αρχιερέας για την ωφέλεια των ανθρώπων. Γι' αυτό λοιπόν ήταν ανάγκη να έχει και ο
Χριστός κάτι που να το προσφέρει σαν θυσία. Και πρόσφερε αυτός τον εαυτό του»4. Και αλλού
λέγει, ότι «Ο Χριστός που θυσιάσθηκε μια φορά για να βαστάξει πάνω του τις αμαρτίες των
πολλών, θα φανεί σ' εκείνους που τον περιμένουν για να τους σώσει»5. Να, στη μία περίπτωση
θυσιάσθηκε, ενώ στην άλλη θυσίασε τον εαυτό του. Είδες πως έγινε και θύμα και Ιερέας, και πως
ο σταυρός ήταν θυσιαστήριο;
Και για ποιο λόγο, θα πει κάποιος, δεν έγινε η θυσία του μέσα στο ναό, αλλά έξω από
την πόλη και τα τείχη; Για να πραγματοποιηθεί η προφητεία που έλεγε· «Τον λογάριασαν ανάμεσα στους κακούργους»6. Και για ποιο λόγο, σφάζεται πάνω σε σταυρό που στήθηκε
ψηλά και όχι κάτω από στέγη; Για να καθαρίσει την ατμόσφαιρα, γι' αυτό θυσιάσθηκε ψηλά,
χωρίς να υπάρχει από πάνω του στέγη, αλλά ο ουρανός. Καθαριζόταν λοιπόν η ατμόσφαιρα,
επειδή θυσιαζόταν ψηλά το πρόβατο. Καθαριζόταν όμως και η γη, επειδή έσταζε πάνω της το
αίμα από την πλευρά του. Γι' αυτό δε θυσιάσθηκε κάτω από στέγη, γι' αυτό δε θυσιάσθηκε στο
ναό των Ιουδαίων, για να μη νομίσεις ότι προσφέρεται αυτή για χάρη μόνο τού ιουδαϊκού
έθνους. Γι' αυτό θυσιάσθηκε έξω από την πόλη και τα τείχη, για να μάθεις ότι η θυσία έγινε για
όλους τους ανθρώπους, ότι η προσφορά έγινε για όλη τη γη, για να μάθεις ότι ο καθαρμός είναι
γενικός και όχι μερικός, όπως γινόταν στους Ιουδαίους.
Γι' αυτό παράγγειλε ο Θεός στους Ιουδαίους ν' αφήσουν όλη τη γη και σ' ένα τόπο να
προσφέρουν τις θυσίες τους και να προσεύχονται, επειδή όλη η γη ήταν ακάθαρτη, επειδή
υπήρχαν πάνω της καπνός και μυρωδιά ψημένων κρεάτων και όλες οι άλλες ακαθαρσίες από τις
ειδωλολατρικές θυσίες. Για μας όμως, από τότε που ήρθε ο Χριστός και καθάρισε όλη την οικουμένη, όλος ο τόπος έγινε τόπος προσευχής. Γι' αυτό και ο Παύλος με πεποίθηση συμβούλευε
να προσευχόμαστε χωρίς φόβο παντού, λέγοντας τα εξής· «Θέλω να προσεύχονται οι άνδρες σε
κάθε τόπο και να σηκώνουν προς τον ουρανό καθαρά χέρια»7. Είδες πως καθαρίσθηκε η
οικουμένη; Από τον τόπο της θυσίας του λοιπόν μπορούμε παντού να υψώνουμε προς τον
ουρανό χέρια καθαρά, γιατί όλη η γη αγιάσθηκε και έγινε αγιότερη από τα άγια των αγίων.
Γιατί εκεί θυσιάσθηκε πρόβατο που δεν είχε λογικό, εδώ όμως πρόβατο πνευματικό. Και όσο πιο
μεγάλη είναι η θυσία, τόσο πιο πολύς είναι και ο αγιασμός. Γι' αυτό εορτάζουμε το σταυρό.
2. Θέλεις να μάθεις και άλλο κατόρθωμα τού σταυρού; Τον παράδεισο μας άνοιξε σήμερα, που
ήταν κλεισμένος περισσότερο από πέντε χιλιάδες χρόνια8. Γιατί αυτή την ημέρα, αυτή την ώρα
έβαλε μέσα στον παράδεισο το ληστή ο Θεός και έκαμε δύο κατορθώματα· το πρώτο, ότι άνοιξε
τον παράδεισο, και το δεύτερο, ότι έβαλε μέσα το ληστή. Σήμερα μας έδωσε πάλι την παλιά
πατρίδα μας, σήμερα μας έφερε πάλι στην πόλη των προγόνων μας και χάρισε κατοικία σ' όλο το
ανθρώπινο γένος. Γιατί είπε ο Χριστός· «Σήμερα θα είσαι μαζί μου στον παράδεισο»9. Τι λέγεις;
Σταυρώθηκες και καρφώθηκες και υπόσχεσαι παράδεισο; Ναι, λέγει, για να μάθεις καλά τη
δύναμή μου που έχω επάνω στο σταυρό. Επειδή δηλαδή το γεγονός ήταν λυπηρό, για να μη
προσέξεις στη σταύρωση, αλλά για να μάθεις τη δύναμη του σταυρωμένου, επάνω στο σταυρό
κάνει αυτό το θαύμα, που δείχνει ιδιαίτερα τη δύναμη του. Γιατί όχι όταν ανέστησε νεκρό, ούτε
όταν επιτίμησε τη θάλασσα και τους ανέμους, ούτε όταν απομάκρυνε τους δαίμονες, αλλά όταν
τον σταύρωναν, όταν τον κάρφωναν, όταν τον ειρωνεύονταν, όταν τον κακολογούσαν
κατόρθωσε ν' αλλάξει την πονηρή σκέψη του ληστή, για να δεις τη δύναμη του και από τις δύο
πλευρές. Και ολόκληρη την κτίση δηλαδή συγκλόνισε, και τις πέτρες ράγισε, και την ψυχή του
ληστή, που ήταν πιο αναίσθητη από την πέτρα, τη συγκίνησε και την τίμησε.
«Γιατί σήμερα θα είσαι μαζί μου στον παράδεισο», λέγει. Αν και τα Χερουβείμ φρουρούσαν τον
παράδεισο, αυτός όμως ήταν κύριος και των Χερουβείμ. Εκεί περιφέρεται πύρινη ρομφαία, άλλ'
αυτός έχει εξουσία πάνω στη φλόγα και την κόλαση και τη ζωή και το θάνατο. Αν και κανείς
βασιλιάς δε θα μπορούσε ποτέ ν' ανεχθεί κάποιο ληστή ή κάποιον άλλον άνθρωπο να καθίσει
κοντά του και να τον φέρει έτσι μέσα σε κάποια πόλη. Αλλά ο Χριστός το έκαμε αυτό και, καθώς
μπαίνει μέσα στην ιερή πατρίδα, φέρει μαζί του το ληστή, όχι γιατί περιφρονούσε τον παράδεισο,
όχι για να τον προσβάλει με την παρουσία του ληστή, αλλά μάλλον για να τον τιμήσει. Γιατί αυτό
ήταν τιμή για τον παράδεισο, να έχει δηλαδή τέτοιον κύριο, που έκαμε και το ληστή άξιο ν'
απολαύσει τον παράδεισο. Και όταν έβαλε τελώνες και πόρνες στη βασιλεία των ουρανών,
δεν το έκαμε γιατί ήθελε να την περιφρονήσει, αλλά περισσότερο την τιμούσε,
αποδεικνύοντας ότι τέτοιος είναι ο Κύριος της βασιλείας των ουρανών, που κάνει και

πόρνες και τελώνες τόσο εκλεκτούς, ώστε ν' αποδειχθούν άξιοι για την τιμή και την ευεργεσία αυτή. Όπως δηλαδή θαυμάζουμε πάρα πολύ έναν ιατρό τότε, όταν τον δούμε να
θεραπεύει και να επαναφέρει την υγεία σ' ανθρώπους που έπασχαν από ανίατες ασθένειες, έτσι
είναι δίκαιο να θαυμάζουμε και το Χριστό, όταν θεραπεύει ανίατα τραύματα, όταν ξαναδίνει σε
τελώνη και πόρνη τόση υγεία, ώστε ν' αποδειχθούν άξιοι για τη βασιλεία των ουρανών.
Και τι το σπουδαίο έκαμε ο ληστής, θα πει κάποιος, για να κερδίσει τον παράδεισο μετά
τη σταύρωση του;
Θέλεις να σου πω σύντομα το κατόρθωμα του; Όταν ο Πέτρος τον αρνήθηκε χωρίς να είναι στο
σταυρό, τότε εκείνος τον πίστεψε καθώς ήταν επάνω στο σταυρό. Και δεν τα λέγω αυτά για να
κατηγορήσω τον Πέτρο, μακριά μια τέτοια σκέψη, αλλά γιατί θέλω να δείξω τη μεγαλοψυχία του
ληστή. Ο μαθητής δεν άντεξε την απειλή ενός ασήμαντου κοριτσιού, ο ληστής όμως, αν και
έβλεπε να στέκεται γύρω ολόκληρος λαός, που φώναζε, και έκανε σαν τρελλός, και
βλασφημούσε και περιγελούσε, δεν τα έδωσε σημασία αυτά, ούτε πρόσεξε τη φαινομενική
αδυναμία εκείνου που σταυρωνόταν, αλλά, παραβλέποντας με τα μάτια της πίστης όλα αυτά και
ξεπερνώντας τα ασήμαντα εμπόδια, αναγνώρισε τον Κύριο των ουρανών και αφού τον
παρακάλεσε τού είπε- «Θυμήσου με, Κύριε, όταν φθάσεις στη βασιλεία σου»10. Ας μη
προσπεράσουμε λοιπόν επιπόλαια αυτόν το ληστή, ούτε να ντραπούμε να τον θεωρήσουμε
διδάσκαλό μας, αυτόν που ο Κύριός μας δεν ντράπηκε να τον οδηγήσει πρώτο στον παράδεισο.
Ας μη ντραπούμε να θεωρήσουμε διδάσκαλό μας τον άνθρωπο, που πρώτος άπ' όλο τον κόσμο
φάνηκε άξιος να μπει στη βασιλεία των ουρανών, άλλ' ας εξετάσουμε το καθετί με προσοχή, για
να μάθουμε τη δύναμη του σταυρού. Δεν είπε στο ληστή, όπως στον Πέτρο, «Ακολούθησε
με και θα σε κάνω ικανό να ψαρεύεις ανθρώπους»11, ούτε τού είπε, όπως είπε στους δώδεκα
μαθητές του, ότι «θα καθίσετε σε δώδεκα θρόνους να δικάζετε τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ»12.
Και μάλιστα δεν του είπε ούτε μία λέξη. Δεν τού έδειξε θαύμα, ούτε είδε αυτός ν' ανασταίνει
κάποιο νεκρό, ούτε να διώχνει δαίμονες. Δεν είδε τη θάλασσα να υπακούει στην προσταγή του,
ούτε τού είπε κάτι για τη βασιλεία των ουρανών, ούτε για την κόλαση, και ενώπιον όλων πίστεψε
σ' αυτόν, και μάλιστα τη στιγμή που ο άλλος ληστής ήταν σταυρωμένος μαζί του, για να
πραγματοποιηθούν τα λόγια τού προφήτη, ότι «Λογαριάσθηκε ανάμεσα στους κακούργους»13.
Ήθελαν λοιπόν οι Ιουδαίοι να συκοφαντήσουν τη δόξα του και με κάθε τρόπο τον έβριζαν μ'
αυτά που έκαμναν. Η αλήθεια όμως από παντού έλαμπε και αυξανόταν με τις αντιδράσεις τους.
Τον ειρωνευόταν λοιπόν ο άλλος ληστής. Είδες τον ένα και τον άλλο ληστή; Και οι δύο είναι
πάνω στο σταυρό, και οι δύο γιατί ήταν ληστές, και οι δύο γιατί έδειξαν κακή διαγωγή. Δεν είχαν
όμως και οι δύο το ίδιο τέλος, άλλ' ο ένας κληρονόμησε τη βασιλεία των ουρανών και ο άλλος
πήγε στην κόλαση. Έτσι έγινε και χθες. Μαθητές ήταν οι ένδεκα, μαθητής και ο Ιούδας. Εκείνοι
μεν έλεγαν, «Που θέλεις να σου ετοιμάσουμε να φάγεις το Πάσχα;»14, ενώ αυτός ετοιμαζόταν
για την προδοσία και έλεγε˙ «Τι θέλετε να μου δώσετε, για να σας τον παραδώσω;»14α. Και
εκείνοι ετοιμάζονταν να τον περιποιηθούν και να πάρουν μέρος στη θεία μυσταγωγία, αυτός
όμως τον προσκυνάει. Ο ένας τον βρίζει, ο άλλος τον επαινεί και κλείνει το στόμα του
βλάσφημου λέγοντας· «Ούτε το Θεό δε φοβάσαι εσύ; Γιατί εμείς απολαμβάνουμε όπως άξιζε για
εκείνα που κάναμε»15.
3. Είδες το θάρρος του ληστή; Είδες το θάρρος του επάνω στο σταυρό; Είδες την πίστη του την
ώρα της τιμωρίας του και την ευσέβεια του την ώρα τού βασανισμού του; Ποιος λοιπόν δε θα
ένιωθε κατάπληξη για το ότι ήταν κύριος τού εαυτού του, για το ότι είχε τα λογικά του, αν και
τον είχαν τρυπήσει με καρφιά; Αυτός όμως δεν ήταν μόνο κύριος τού εαυτού του, αλλά και
αδιαφορούσε για τα βάσανά του και φρόντιζε για τα βάσανα των άλλων, και έγινε διδάσκαλος
επάνω στο σταυρό και κατακρίνει τον άλλο ληστή και τού λέγει˙ «Ούτε το Θεό δε φοβάσαι
εσύ;». Να μη προσέχεις, λέγει, στο επίγειο δικαστήριο· υπάρχει άλλος κριτής αόρατος, υπάρχει
δικαστήριο αμερόληπτο. Να μη βλέπεις λοιπόν επειδή καταδικάσθηκε στη γη, γιατί δε γίνονται
αυτά στον ουρανό. Εδώ δηλαδή στο επίγειο δικαστήριο και δίκαιοι καταδικάζονται, και άδικοι
αθωώνονται, και ένοχοι δεν παθαίνουν τίποτε, και αθώοι τιμωρούνται. Γιατί οι δικαστές κάνουν
πολλά λάθη θεληματικά ή άθελα τους, ή γιατί δε γνωρίζουν το δίκαιο και εξαπατούνται, ή γιατί
το γνωρίζουν, αλλά, επειδή εξαγοράζονται με χρήματα, παίρνουν πολλές φορές άδικη απόφαση.
Στον ουρανό όμως δεν συμβαίνει τίποτε τέτοιο. Γιατί ο Θεός είναι δίκαιος κριτής και η απόφαση
του θα βγει σαν το φως χωρίς να έχει δόλο ούτε άγνοια. Για να μη λέγει λοιπόν, ότι
καταδικάσθηκε στη γη και τιμωρήθηκε, τον ανέβασε στο ουράνιο δικαστήριο. Τού θύμισε εκείνο
το φοβερό βήμα, λέγοντας περίπου αυτά· Πρόσεχε εκεί και δε θα ρίξεις καταδικαστική ψήφο,
ούτε θα συμφωνήσεις με τους ανήθικους δικαστές της γης, αλλά θα παραδεχθείς τη δίκη που
γίνεται στους ουρανούς. Είδες την πίστη τού ληστή; Είδες σύνεση και διδασκαλία του; Αμέσως

από το σταυρό πήδησε στον ουρανό.
Έπειτα, αποστομώνοντας με το παραπάνω αυτόν, τού λέγει· «Δε φοβάσαι, γιατί τιμωρηθήκαμε
με την ίδια ποινή;». Τι σημαίνει, «ότι εν τω αυτώ κρίματι έσμεν;». Ότι τιμωρηθήκαμε με τον ίδιο
τρόπο. Μήπως λοιπόν και εσύ δεν είσαι πάνω στο σταυρό; Βρίζοντας λοιπόν το Χριστό,
προσβάλλεις τον εαυτό σου αντί γι' αυτόν. Γιατί, όπως ο αμαρτωλός, όταν κατηγορεί άλλον
αμαρτωλό, κατηγορεί τον εαυτό του και όχι τον άλλο, έτσι και αυτός που βρίσκεται σε συμφορά
και βρίζει τον άλλο για τη συμφορά του βρίζει τον εαυτό του και όχι τον άλλο. «Γιατί
τιμωρηθήκαμε με την ίδια ποινή». Του διαβάζει αποστολικό νόμο και τού λέγει τα λόγια τού
Ευαγγελίου, «Μη κατακρίνετε, για να μη κατακριθείτε»16. «Γιατί τιμωρηθήκαμε με την ίδια
ποινή». Τι κάνεις, ληστή; Προσπαθώντας ν' απολογηθείς για το Χριστό, τον έκαμες σύντροφο
του ληστή; Όχι, λέγει. Εξαφανίζω την υποψία αυτή με τα παρακάτω. Για να μη νομίσεις δηλαδή
ότι εξ αιτίας της ίδιας τιμωρίας τον έκαμε και σύντροφο τους στην αμαρτία, πρόσθεσε τη
διόρθωση και είπε˙ «Και εμείς βέβαια δίκαια τιμωρηθήκαμε, γιατί άξια παθαίνουμε γι' αυτά που
κάναμε».
Είδες τέλεια εξομολόγηση; Είδες πως απαλλάχθηκε από τις αμαρτίες του επάνω στο σταυρό;
Γιατί λέγει ο προφήτης· «Να λέγεις πρώτος εσύ τις αμαρτίες σου, για να συγχωρηθείς»17. Κανείς
δεν τον ανάγκασε, κανείς δεν τον πίεσε, αλλά ο ίδιος κατηγόρησε τον εαυτό του λέγοντας· « Και
εμείς βέβαια δίκαια τιμωρηθήκαμε, γιατί παθαίνουμε άξια γι' αυτά που κάναμε. Αυτός όμως δεν
έκαμε κανένα κακό». Και ύστερα λέγει· «Θυμήσου με, Κύριε, στη βασιλεία σου». Δεν τόλμησε να
πει πρώτα, «Θυμήσου με στη βασιλεία σου», ώσπου με την εξομολόγηση πέταξε από πάνω του
το φορτίο των αμαρτιών του. Βλέπεις πόσο μεγάλο πράγμα είναι η εξομολόγηση;
Εξομολογήθηκε, και άνοιξε τον παράδεισο· εξομολογήθηκε, και απέκτησε τόσο θάρρος,
ώστε από ληστής που ήταν να ζητήσει τη βασιλεία των ουρανών. Βλέπεις πόσα αγαθά μας
προξένησε ο σταυρός; Αναλογίζεσαι τη βασιλεία των ουρανών; Πες μου λοιπόν, βλέπεις κάτι
τέτοιο; Αυτά που βλέπεις είναι καρφιά και σταυρός, άλλ' ο σταυρός αυτός, λέγει, είναι το
σύμβολο της βασιλείας των ουρανών. Γι' αυτό τον ονομάζω βασιλιά, επειδή τον βλέπω να
σταυρώνεται. Γιατί είναι χαρακτηριστικό του βασιλιά να πεθαίνει για τη σωτηρία των υπηκόων
του. Ο ίδιος ο Χριστός είπε˙ «Ο ποιμένας ο καλός θυσιάζει τη ζωή του για τη σωτηρία των
προβάτων του»18. Επομένως και ο βασιλιάς ο καλός θυσιάζει τη ζωή του για τη σωτηρία των
υπηκόων του. Επειδή λοιπόν θυσίασε τη ζωή του, γι' αυτό τον ονομάζω βασιλιά. «Θυμήσου με,
Κύριε, στη βασιλεία σου».
4. Είδες πως ο σταυρός είναι σύμβολο και της βασιλείας των ουρανών; Θέλεις να μάθεις αυτό και
από αλλού; Δεν τον άφησε στη γη ο Χριστός, αλλά τον πήρε μαζί του και τον ανέβασε στον
ουρανό. Από που φαίνεται αυτό; Επειδή πρόκειται να έρθει με το σταυρό στη δεύτερη και ένδοξη
παρουσία του, για να μάθεις πόσο σεβαστό πράγμα είναι ο σταυρός, γι' αυτό και τον ονόμασε
δόξα. Άλλ' ας δούμε πως θα έρθει με το σταυρό, γιατί είναι ανάγκη να σάς φέρω την απόδειξη.
«Εάν σας πουν», λέγει ο Χριστός, «να, ο Χριστός είναι στα ιδιαίτερα δωμάτια, να είναι στην
έρημο, μη βγείτε να τον συναντήσετε»19, και εννοεί τη δεύτερη παρουσία του την ένδοξη και
αναφέρεται στους ψευδόχριστους, στους ψευδοπροφήτες και στον αντίχριστο, για να μη
πλανηθεί κανείς και πέσει στην παγίδα του. Επειδή δηλαδή ο αντίχριστος θα έρθει πριν από το
Χριστό, για να μη πέσει κανείς στο στόμα τού λύκου, αναζητώντας τον ποιμένα, γι' αυτό σου
αναφέρω ένα σημάδι της παρουσίας τού ποιμένα. Επειδή λοιπόν η πρώτη του παρουσία στον
κόσμο έμεινε απαρατήρητη, για να μη νομίσεις ότι και η δεύτερη θα γίνει με τον ίδιο τρόπο,
έδωσε αυτό το σημάδι. Γιατί η πρώτη του παρουσία δικαιολογημένα έμεινε απαρατήρητη, επειδή
ήρθε να βρει το χαμένο πρόβατο. Η δεύτερη όμως δε θα γίνει έτσι. Αλλά πως; πες μου.
«Όπως η αστραπή βγαίνει από την ανατολή και φαίνεται μέχρι τη δύση, έτσι θα γίνει
και η παρουσία του Υιού του ανθρώπου»20. Θα φανεί σ' όλους μαζί και δε θα χρειασθεί
να ερωτήσει κανείς, αν ο Χριστός είναι εδώ ή εκεί. Όπως λοιπόν όταν φαίνεται μία αστραπή
δε χρειάζεται να εξετάσουμε αν φάνηκε, έτσι όταν συμβεί η δεύτερη παρουσία τού Χριστού, δε
χρειάζεται να εξετάζουμε αν ήρθε ο Χριστός.
Άλλ' εκείνο που θέλουμε ν' αποδείξουμε είναι, αν θα έρθει με το σταυρό. Δεν πρέπει βέβαια να
ξεχάσουμε την υπόσχεσή μας. Άκουσε λοιπόν τα εξής. «Τότε», λέγει· τότε, πότε; «Όταν θα έρθει
ο Υιός του άνθρωπου, ο ήλιος θα σκοτισθεί και η σελήνη δε θα δώσει το φως της»21. Γιατί τόσο
υπερβολικό θα είναι τότε το φως, ώστε και τα πιο λαμπρά άστρα θα κρυφθούν. «Τότε και τα
άστρα θα πέσουν από τον ουρανό, τότε θα φανεί στον ουρανό και το σημάδι τού Υιού τού
άνθρωπου»22. Είδες πόση είναι η δύναμη τού σταυρού; Ο ήλιος θα σκοτισθεί και η σελήνη
δε θα φανεί, ο σταυρός όμως λάμπει και φαίνεται, για να μάθεις ότι είναι πιο λαμπρός
και από τον ήλιο και από τη σελήνη. Και όπως όταν ένας βασιλιάς μπαίνει σε κάποια πόλη, οι

στρατιώτες παίρνουν τα λάβαρα, τα σηκώνουν στους ώμους τους και προαγγέλλουν την είσοδο
του, έτσι και όταν ο Κύριος θα κατεβαίνει από τους ουρανούς θα προηγούνται οι στρατιές των
αγγέλων και των αρχαγγέλων και θα φέρουν στους ώμους τους το σταυρό και θα μας
προαγγέλλουν τη βασιλική είσοδο του. «Τότε θα σαλευθούν οι δυνάμεις των ουρανών», λέγει,
και εννοεί τους αγγέλους· θα τους πιάσει τότε πολύς τρόπος και φόβος.
Και για ποιο λόγο; πες μου. Θα είναι φοβερό το δικαστήριο εκείνο, γιατί πρόκειται όλο το
ανθρώπινο γένος να δικασθεί και να παρουσιασθεί μπροστά στο φοβερό κριτή. Για ποιο λοιπόν
λόγο οι άγγελοι φοβούνται και τρέμουν; αφού δεν πρόκειται αυτοί να δικασθούν. Γιατί,
όπως όταν δικάζει ένας άρχοντας δε φοβούνται και τρέμουν οι ένοχοι μόνο, αλλά και οι φρουροί,
που δεν αισθάνονται καμιά ένοχη, επειδή φοβούνται το δικαστή, έτσι και τότε, όταν θα δικάζεται
το ανθρώπινο γένος, θα φοβούνται και οι άγγελοι, που δεν αισθάνονται καμιά ενοχή, επειδή θα
φοβούνται πάρα πολύ το δικαστή. Γιατί όμως φαίνεται τότε ο σταυρός και γιατί έρχεται
έχοντας το σταυρό ο Κύριος; Για να μάθουν την αχαριστία τους εκείνοι που τον
σταύρωσαν, γι' αυτό τους δείχνει αυτό το σύμβολο της ντροπής τους. Και ότι πραγματικά γι'
αυτό φέρει μαζί του το σταυρό, άκουσε τον προφήτη που λέγει˙ «Τότε θα θρηνήσουν όλες οι
φυλές της γης»23, γιατί θα δουν τον κατήγορό τους και θ' αναγνωρίσουν το σφάλμα τους. Και
γιατί απορείς, εάν θα έρθει μαζί με το σταυρό, αφού τότε θα δείχνει και τις ίδιες τις
πληγές του; «Γιατί θα δουν», λέγει ο προφήτης, «εκείνον που τον τρύπησαν με τη λόγχη»24.
Όπως δηλαδή έκαμε στην περίπτωση του Θωμά, επειδή ήθελε να διορθώσει την απιστία τού
μαθητή του, και αφού αναστήθηκε του έδειξε τα σημάδια των καρφιών και τις πληγές, και τού
είπε, «Βάλε το χέρι σου και δες, γιατί το φάντασμα δεν έχει σάρκα και οστά»25, έτσι και τότε θα
δείξει τις πληγές και το σταυρό, για ν' αποδείξει ότι αυτός ήταν εκείνος που σταυρώθηκε.
5. Και όχι μόνο από το σταυρό, αλλά και από τα ίδια τα λόγια που είπε πάνω στο σταυρό είναι
δυνατό να δούμε την ανέκφραστη φιλανθρωπία του. Γιατί ακόμη και τότε που τον σταύρωναν
και τον ειρωνεύονταν και τον περιγελούσαν και τον έφτυναν, έλεγε· «Πατέρα, συγχώρησε τους
την αμαρτία, γιατί δεν ξέρουν τι κάνουν»26. Και όταν σταυρώνεται, προσεύχεται γι' αυτούς που
τον σταύρωναν, αν και έλεγαν τα αντίθετα· «Εάν είσαι Υιός τού Θεού, κατέβα από το σταυρό και
θα πιστέψουμε σε σένα»27. Άλλ' όμως γι' αυτό δεν κατεβαίνει από το σταυρό, επειδή είναι Υιός
τού Θεού, και γι' αυτό ήρθε, για να σταυρωθεί για τη σωτηρία μας. «Κατέβα από το σταυρό», λέγει, «και θα πιστέψουμε σε σένα». Αυτά είναι λόγια και πρόφαση για την απιστία τους. Γιατί
το ότι αναστήθηκε, αν και υπήρχε ο λίθος στον τάφο του, ήταν πολύ μεγαλύτερο από το να κατεβεί από το σταυρό. Το να βγάλει από το μνήμα το Λάζαρο, που ήταν νεκρός τέσσερις
ημέρες και δεμένος με τα νεκρικά σάβανα, ήταν πολύ μεγαλύτερο από το να κατεβεί
από το σταυρό. Εκείνοι λοιπόν έλεγαν «Εάν είσαι Υιός τού Θεού, σώσε τον εαυτό σου». Αυτός
όμως έκανε τα πάντα, για να σώσει εκείνους που τον έβριζαν, και έλεγε· «Συγχώρησε τους την
αμαρτία, γιατί δεν ξέρουν τι κάνουν». Τι λοιπόν έγινε; Τους συγχώρησε την αμαρτία τους; Τους
συγχώρησε, αν ήθελαν να μετανοήσουν. Γιατί αν δεν τους συγχωρούσε την αμαρτία, δε θα
γινόταν ο Παύλος απόστολος. Αν δεν τους συγχωρούσε την αμαρτία, δε θα πίστευαν αμέσως
τρεις χιλιάδες και πέντε χιλιάδες και πολλές μυριάδες. Ότι πραγματικά πίστεψαν πολλές μυριάδες
Ιουδαίων, άκουσε τι λέγουν οι απόστολοι στον Παύλο· «Βλέπεις, αδελφέ, πόσες είναι οι μυριάδες
των Ιουδαίων που πίστεψαν στο Χριστό;»28.

Ας μιμηθούμε λοιπόν τον Κύριο και ας προσευχόμαστε για τους εχθρούς μας. Πάλι

λοιπόν καταλήγω σ' αυτήν τη συμβουλή. Είναι η πέμπτη ημέρα σήμερα που σάς ομιλώ για το ζήτημα αυτό, όχι γιατί θέλω να σάς κατηγορήσω για απείθεια, μακριά μια τέτοια σκέψη, αλλά γιατί
πάρα πολύ ελπίζω ότι θα πεισθείτε. Εάν όμως υπάρχουν μερικοί σκληρόκαρδοι και οργίλοι και
δύστροποι, που δεν υπάκουσαν σ' αυτά που για την προσευχή είπαμε, ίσως ντραπούν που σάς
ομιλώ πολλές ημέρες και απομακρύνουν κάποτε το μίσος και τη μικροψυχία. Μιμήσου τον Κύριό
σου· σταυρωνόταν, και μιλούσε στον Πατέρα για το καλό αυτών που τον σταύρωναν. Και πως
μπορώ, θα πει κάποιος, να μιμηθώ τον Κύριο; Εάν θέλεις, μπορείς. Γιατί, εάν δεν μπορούσες
να τον μιμηθείς, πως έλεγε, «Μάθετε από μένα, ότι είμαι πράος και ταπεινός στην καρδιά»29; Εάν
δεν ήταν δυνατό να τον μιμηθείς, δε θα έλεγε ο Παύλος· «Να γίνεστε μιμητές μου, όπως και εγώ
γίνομαι μιμητής τού Χριστού»30. Άλλ' όμως δε θέλεις να μιμηθείς τον Κύριο; μιμήσου το
συνάνθρωπο σου, εννοώ τον απόστολο Στέφανο, γιατί και αυτός μιμήθηκε τον Κύριο. Και όπως ο
Χριστός ανάμεσα στους σταυρωτές του αδιαφόρησε για τη σταύρωσή του, αδιαφόρησε για τους
πόνους του και παρακαλούσε τον Πατέρα να συγχωρήσει τους σταυρωτές του, έτσι και ο
διάκονος Στέφανος ανάμεσα σ' αυτούς που τον λιθοβολούσαν, καθώς τον κτυπούσαν όλοι και
δεχόταν τις πέτρες τους, αδιαφόρησε για τους πόνους που τού προκαλούσαν τα κτυπήματα και
έλεγε· «Κύριε, μη λογαριάσεις σ' αυτούς την αμαρτία αυτή»31.

Είδες πως ομιλεί ο Υιός; Είδες πως παρακαλεί ο άνθρωπος; Εκείνος λέγει· «Πατέρα, συγχώρησε
τους την αμαρτία αυτή, γιατί δεν ξέρουν τι κάνουν», και αυτός λέγει· «Κύριε, μη τους
λογαριάσεις αυτή την αμαρτία». Και για να μάθεις ότι προσεύχεται με ειλικρίνεια, δεν
προσεύχεται απλά όρθιος όταν τον λιθοβολούσαν, αλλά γονάτισε και προσευχήθηκε με κατάνυξη
και πολλή συμπόνοια. Θέλεις να σου δείξω και άλλο συνάνθρωπο σου που έπαθε πολύ
περισσότερα άπ' αυτόν; Ο Παύλος λέγει· «Οι Ιουδαίοι με κτύπησαν με ραβδιά, μια φορά με
λιθοβόλησαν, ένα ημερόνυκτο έμεινα στο πέλαγος»32. Τι λέγει λοιπόν ύστερα άπ' αυτά; «Θα
ευχόμουν», λέγει, «να χωρισθώ εγώ ο ίδιος από το Χριστό, για χάρη των αδελφών μου
Ιουδαίων, που είναι συγγενείς μου κατά σάρκα»33. Θέλεις να δεις και άλλον, όχι από την Καινή
Διαθήκη, αλλά από την Παλαιά; Γιατί αυτό είναι το πάρα πολύ αξιοθαύμαστο, ότι δηλαδή τότε
που δεν υπήρχε η προτροπή ν' αγαπούν οι άνθρωποι τους εχθρούς τους, αλλά να βγάζουν μάτι
αντί για μάτι, και δόντι αντί για δόντι, και ν' ανταποδίδουν τα ίδια κακά, έφθασαν στη
συμπεριφορά των αποστόλων. Άκουσε τι λέγει ο Μωυσής, που λιθοβολήθηκε πολλές φορές από
τους Ιουδαίους και περιφρονήθηκε άπ' αυτούς· «Εάν τους συγχωρήσεις την αμαρτία,
συγχώρησε την διαφορετικά, σβήσε και μένα από το βιβλίο που με έγραψες»34.
Βλέπεις ότι ο καθένας θέτει την ασφάλεια των άλλων πριν από τη δική του σωτηρία; Δεν
αμάρτησες καθόλου˙ γιατί θέλεις να τιμωρηθείς μαζί μ' αυτούς; Επειδή, λέγει, δεν αισθάνομαι
καθόλου την ευτυχία, όταν οι άλλοι υποφέρουν. Θα μας ήταν βέβαια αρκετά αυτά τα
παραδείγματα. Αλλά για να διορθωθούμε από τα πολλά παραδείγματα, θ' αναφέρω και κάποιον
άλλο που έκαμε τις ίδιες σκέψεις. Γιατί και ο Δαυίδ, ο μακάριος και πράος εκείνος άνδρας, όταν
επαναστάτησε εναντίον του όλες ο στρατός του και έδωσε όλη του τη δύναμη στον υιό του τον
Αβεσαλώμ, και επιτέθηκε να καταλάβει την εξουσία και ήθελε να τον σφάξει, και έπειτα
οργίσθηκε γι' αυτό ο Θεός (γιατί τι σημασία έχει αν βρήκε άλλη πρόφαση για τη σφαγή;), και
έστειλε τον άγγελό του με γυμνό το ξίφος, για να κτυπήσει από ψηλά, όταν έβλεπε ότι
αφανίζονται όλοι, τι λέγει; «Εγώ ο ποιμένας αμάρτησα, και εγώ ο ποιμένας έκαμα κακό. Ας πέσει
η τιμωρία σου σε μένα και στην πατρική μου οικογένεια»35.
Βλέπεις πάλι όμοια κατορθώματα; Θέλεις να σου δείξω και άλλον; Γιατί δε μας λείπει και άλλος
που έκαμε τις ίδιες σκέψεις. Ο προφήτης Σαμουήλ βρίσθηκε από τους Ιουδαίους, καθαιρέθηκε,
περιφρονήθηκε τόσο, ώστε ο Θεός θέλησε να τον παρηγορήσει και του είπε· «Δεν περιφρόνησαν
εσένα, άλλ' εμένα»36. Τι λοιπόν απάντησε εκείνος που περιφρονήθηκε, που προσβλήθηκε και
που βρίσθηκε; «Είθε να μη κάνω τέτοια αμαρτία», λέγει, «ώστε να σταματήσω να προσεύχομαι
στον Κύριο για σάς»37. Θεώρησε ότι είναι αμαρτία, το να μη προσεύχεται για τους
εχθρούς του. Είθε λοιπόν να μη συμβεί ν' αμαρτήσω έτσι, ώστε να μη προσεύχομαι για σάς. Ο
Χριστός λέγει· «Πατέρα, συγχώρησε τους την αμαρτία, γιατί δεν ξέρουν τι κάνουν». Ο
Στέφανος λέγει· «Κύριε, μη τους λογαριάσεις την αμαρτία αυτή». Ο Παύλος λέγει· «Θα
ευχόμουν να γίνω ανάθεμα για χάρη των αδελφών μου, των συγγενών μου κατά σάρκα». Ο
Μωυσής λέγει· «Εάν τους συγχωρήσεις την αμαρτία τους, συγχώρησε την διαφορετικά, σβήσε
και μένα από το βιβλίο που με έγραψες». Ο Δαυίδ λέγει· «Ας πέσει η τιμωρία σου σε μένα και
στην πατρική μου οικογένεια». Ο Σαμουήλ λέγει˙ «Είθε να μη κάνω τέτοια αμαρτία, ώστε να
σταματήσω να προσεύχομαι στον Κύριο για σας». Πες μου λοιπόν, ποια συγγνώμη θα
επιτύχουμε, όταν, ενώ ο Κύριος και οι συνάνθρωποι μας, από την Καινή και την Παλαιά Διαθήκη,
όλοι μας παρακινούν να προσευχόμαστε για τους εχθρούς μας, εμείς όμως κάνουμε το
αντίθετο και προσευχόμαστε για το κακό των εχθρών μας;
Μη, σας παρακαλώ, αδελφοί, μη το κάνετε αυτό. Γιατί, όσο περισσότερα είναι τα παραδείγματα,
τόσο μεγαλύτερη θα είναι η τιμωρία, εάν δεν τα μιμηθούμε. Είναι σπουδαιότερο να
προσεύχεται κανείς για τους εχθρούς του, παρά για τους φίλους του. Γιατί δε σας ωφελεί
τόσο το δεύτερο, όσο το πρώτο. «Γιατί, αν αγαπάτε εκείνους που σας αγαπούν, δεν κάνετε τίποτε το σπουδαίο», λέγει ο Χριστός· «Γιατί και οι τελώνες το ίδιο κάνουν»38. Επομένως, εάν
προσευχηθούμε για τους φίλους μας, δε γίναμε καθόλου καλύτεροι από τους ειδωλολάτρες και
από τους τελώνες. Όταν όμως αγαπήσουμε τους εχθρούς μας, γίναμε όσο είναι ανθρώπινο
δυνατό όμοιοι με το Θεό, γιατί «Ανατέλλει τον ήλιο του σε πονηρούς και σ' αγαθούς, και βρέχει
στους δίκαιους και στους άδικους»39. Ας γίνουμε λοιπόν όμοιοι με τον Πατέρα, γιατί λέγει, «Να
γίνεστε όμοιοι με τον Πατέρα σας που βρίσκεται στους ουρανούς», για ν' αξιωθούμε και τη
βασιλεία των ουρανών με τη χάρη και τη φιλανθρωπία τού Κυρίου και Θεού και Σωτήρα μας
Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμη στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

ΦΙΛΕ ΕΤΕΡΟΔΟΞΕ

ΜΕ ΚΑΤΗΓΟΡΕΙΣ ΟΤΙ ΣΕ ΚΑΤΑΔΙΩΚΩ;
Ιωάννου Χρυσοστόμου

«…Απομακρύνσου εσύ από το πρόβατο μου, απομακρύνσου από το κοπάδι μου, μη μου το
καταστρέφεις.
Εάν όμως μου καταστρέφεις το κοπάδι, με κατηγορείς ότι σε καταδιώκω; Αν ήμουν βοσκός προβάτων,
θα με κατηγορούσες διότι δεν καταδιώκω τον Λύκο που επιτίθεται στο κοπάδι;
Είμαι βοσκός λογικών ζώων, δεν σε διώχνω με πέτρα, αλλά με λόγια. Ή μάλλον δεν σε διώχνω, αλλά
σε προσκαλώ, γίνε πρόβατο, έλα, μπες στο κοπάδι μου.
Γιατί καταστρέφεις το κοπάδι εσύ που οφείλεις να το μεγαλώσεις; Δεν διώχνω εσένα, αλλά διώχνω
Λύκο, εάν δεν είσαι Λύκος δεν σε διώχνω. Εάν όμως έγινες Λύκος, να κατηγορείς τον εαυτό σου».

ΑΝΘΡΩΠΟΣ, ΑΥΤΟΣ Ο ΠΗΛΟΣ Ο…ΑΥΘΑΔΗΣ
Λόγος στο ρητό «Πλήν μάτην ταράσσεται πας άνθρωπος ζων
Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος

Φέρε ουν, αγαπητέ,
∆αυϊδικής κιθάρας το ψαλμικόν ανακρούσωμεν μέλος,
και κατά του ∆αυίδ την ανθρωπίνην ευτέλειαν στηλιτεύσαντες, είπωμεν·

Πλήν μάτην ταράσσεται πας άνθρωπος ζων·

Ταράσσεται, και το τέλος απόλλυται·
ταράσσεται, και πριν καταστήναι καταποθείται·
ως πυρ ανακαίεται, και ως καλάμη αποτεφρούται·
ως θύελλα επαίρεται, και ως κόνις εδαφίζεται·
ως φλοξ αναριπίζεται, και ως καπνός διαλύεται·
ως άνθος ωραΐζεται, και ως χόρτος ξηραίνεται·
ως νέφος υπεραπλούται, και ως σταγών απομειούται·
ως πομφόλυξ ογκούται, και ως σπινθήρ αποσβέννυται·
ταράσσεται, και τη απληστία κερδαίνει την δυσωδίαν·
ταράσσεται, και των από της ταραχής ουδέν λαμβάνων απέρχεται.

Αυτού αι ταραχαί, και άλλων αι τρυφαί·
αυτού οι πόνοι, και άλλων οι θησαυροί·
αυτού αι φροντίδες, και άλλων αι ευφροσύναι·
αυτού αι θλίψεις, και άλλων αι απολαύσεις·
αυτού αι κατάραι, και άλλων αι θεραπείαι·
αυτού αι αρπαγαί, και άλλων αι ηδοναί·
παρ' αυτώ ο στεναγμός, και παρ' ετέροις οι πλεονασμοί·
παρ' αυτώ τα δάκρυα, και παρ' ετέροις τα χρήματα·
αυτός εν άδη κολάζεται, και άλλοι πάλιν εν τοις αυτούεντρυφώσι ψάλλοντες.
Πλήν μάτην ταράσσεται πας άνθρωπος ζων.

Άνθρωπος,
το της ζωής πρόσκαιρον δάνεισμα,
το του θανάτου ανυπέρθετον όφλημα,
το εκ προαιρέσεως αδάμαστον ζώον,

το αυτοδίδακτον πονήρευμα,
το αυτομαθές επιβούλευμα,
το εύτεχνον εις κακουργίαν,
το ευμήχανον εις αδικίαν,
το έτοιμον εις πλεονεξίαν,
το ακόρεστον εις απληστίαν,
το ευφυές εις απιστίαν,
το υπέρογκον πνεύμα,
το μεγαλορήμον θράσος,
το ευδιάλυτον φρύαγμα,
το ευκαθαίρετον ύψωμα,
το ευάλωτον τόλμημα,
ο πηλός ο αυθάδης,
η τέφρα η στασιώδης,
η κόνις η μεγαλόφρων,
η σποδός η πεφυσιωμένη,
ο σπινθήρ ο ευκατάσβεστος,
η φλόξ η ευμάραντος,
ο ευρίπιστος λύχνος,
το ετοιμοφθόρον ξύλον,
ο ευξήραντος χόρτος,
η ευνέκρωτος χλόη,
η ευδαπάνητος φύσις·

ο σήμερον απειλών, και αύριον τελευτών·
ο σήμερον εν πλούτω, και αύριον εν τάφω·
ο σήμερον εν διαδήματι, και αύριον εν μνήματι·
ο σήμερον εν πορφύρα, και αύριον εν εκφορά·
ο σήμερον εν θησαυροίς, και αύριον εν σοροίς·
ο σήμερον εν κόλαξι, και αύριον εν σκώληξιν·
ο σήμερον ων, και αύριον μη ων·

ο άρτι φρυαττόμενος, και μετ' ολίγον θρηνούμενος·
ο εν ευπραγίαις αφόρητος, και εν δυσπραγίαις απαραμύθητος·
ο εαυτόν αγνοών, και τα υπέρ αυτόν πολυπραγμονών·
ο το παρόν ουκ ειδώς, και περί των μελλόντων φανταζόμενος·
ο φύσει θνητός, και τη επάρσει, ως νομίζει, αιώνιος·
το πάσης αρωστίας προκείμενον πάρεργον,
το παντός πάθους ευδιάβατον καταγώγιον,
το των πυρετών αδιάφορον καθημερινόν γυμνάσιον,
το πάσης λύπης ευπαράδεκτον πανδοχείον.

Ω πόση της ημετέρας ευτελείας η τραγωδία!
ω πόσος ο της ανθρωπίνης ευτελείας θρίαμβος!

Ω πόσα είπον,

και της προφητικής φωνής ουδέν αρμοδιώτερον εύρον,
της λεγούσης·
Πλήν μάτην ταράσσεται πας άνθρωπος ζων!

Τέλος, όρα, αγαπητέ,
ει μη θάλατταν μιμείται των ανθρώπων τα πράγματα,
ει μη της εκείθεν ταραχής ο βίος εμπλέκεται,
ει μη της υγράς πλέον επί της ξηράς χειμαζόμεθα,
ει μη των ανέμων σφοδρότερον αλλήλοις συμπίπτομεν,
ει μη τα χρήματα, καθάπερ καταιγίδες,
κατ' αλλήλων ημάς συγκρούουσιν,
ει μη, καθάπερ εν ζόφω θαλαττίω, ώδε κακείσε περιφερόμεθα.

Αναδημοσίευση από http://www.orthodoxfathers.com

«το γεγεννημένον εκ της σαρκός σαρξ εστι,
και το γεγεννημένον εκ του Πνεύματος πνεύμά εστι»
(Ιω. 3.6)
ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

Ο Μονογενής Υιός του Θεού μας έκρινε αξίους μεγάλων μυστηρίων και μάλιστα τοιούτων, δια
τα οποία δεν είμεθα άξιοι, αλλά έπρεπεν αυτά να τα παράσχη. Διότι, αν αναλογισθή κανείς την
αξίαν μας, όχι μόνον είμεθα ανάξιοι της δωρεάς, αλλά επι πλέον υπόδικοι κολασμού και τιμωρίας.
Επειδή όμως ο Θεός δεν απέβλεψεν εις αυτό, όχι μόνον μας απήλλαξεν από την τιμωρίαν, αλλά
μας εχάρισεν ζωήν που λαμπροτέραν απο την προηγούμενην, μας εισήγαγεν εις νέον κόσμον και
έκαμε νέον δημιούργημα. «ώστε ει τις εν Χριστώ καινή κτίσις» (Β Κορ.5.17), λέγει ο Απόστολος.
Αλλά ποιο είναι αυτό το νέον δημιούργημα; Άκουσε, τι λέγει ο ίδιος ο Χριστός:
«απεκρίθη Ιησούς· αμήν αμήν λέγω σοι, εάν μη τις γεννηθή εξ ύδατος και Πνεύματος,
ου δύναται εισελθείν εις την βασιλείαν του Θεού.» (Ιω. 3.5).
Είχεν εμπιστευθή εις ημάς τον παράδεισον, αλλά δεν εφάνημεν άξιοι να ζήσωμεν εκεί και όμως
μας μετέφερεν εις τους ουρανούς. Εις τα πρώτα αγαθά δεν ευρέθημεν πιστοί και όμως μας
ενεπιστευθη μεγαλύτερα. Δεν ημπορέσαμεν ν'αρνηθώμεν τον καρπόν ενός μόνον δένδρου και
όμως μας εχάρισεν την ουράνιον απόλαυσιν. Δεν εδείξαμεν υπομονήν εις τον Παράδεισον και
όμως μας ήνοιξεν τους ουρανούς. Δικαίως είπεν ο Παύλος: « Ω βάθος πλούτου και σοφίας και
γνώσεως Θεού!» (Ρωμ. 11.33) Δεν υπάρχουν πλέον ούτε μήτηρ, ούτε πόνοι, ούτε τοκετός, ούτε
ύπνοι, ούτε εναγκαλισμοί και σωματικαί περιπτύξεις. Η κατασκευή της φύσεως μας υφαίνεται
πλέον άνωθεν με το Άγιον Πνεύμα και το ύδωρ. Και το ύδωρ έχει παραληφθή, δια να γίνει
τοκετός δια το γεννώμενον. Διότι εκείνο που είναη η μήτρα δια το έμβρυον, είναι το ύδωρ δια
τον πιστόν. Διότι με το ύδωρ διαπλάσσεται και μορφοποιείται.
Πρώτα ελέγετο: «εξαγαγέτω τα ύδατα ερπετά ψυχών ζωσών » (Γεν. 1.20), από τότε όμως που ο
Κύριος εισήλθεν εις τα ύδατα του Ιορδάνου, το ύδωρ δεν παράγει πλέον ερπετά με ζώσας ψυχάς,
αλλά ψυχάς λογικάς μέσα εις τας οποία κατοικεί το Άγιον Πνεύμα. Αλλά και εκείνο που έχει
λεχθή περί του ηλίου, ότι δηλαδή «ως νυμφίος εκπορευόμενος εκ παστού αυτού » (Ψαλμ. 18.6),
ευκαιρία είναι να το ειπώμεν δια τους πιστούς. Διότι αυτοί εκμπέμπουν ακτίνας λαμπροτέρας από
εκείνον. Αλλά το μεν παιδί που διαπλάσσεται εις την μήτραν έχει ανάγκην χρόνου, εις το ύδωρ
όμως δεν συμβαίνει το ίδιον. Διότι, όπου η ζωή είναι πρόσκαιρος και εξαρτάται από την
σωματικήν φθοράν, ο τοκετός συντελείται βραδέως (διότι αυτή είναι η φύσις των σωμάτων, να
τελειοποιούνται δηλαδή με την πάροδο του χρόνου). Εις τα πνευματικά όμως πράγματα δεν
συμβαίνει το ίδιο. Διατί; Διότι αυτά κατασκευάζονται τέλειαν από την αρχήν.
Αλλά επειδή ο Νικόδημος εταράσσετο ακούων αυτά συνεχώς, κοίταξε με ποιόν τρόπο ο Χριστός
ανοίγει εις αυτόν το απόρρητον του μυστηρίου και κάμνει σαφές, εκείνο που προηγουμένως ήτο
δι'εκείνον ασαφές: «το γεγεννημένον εκ της σαρκός σαρξ εστι, και το γεγεννημένον εκ του
Πνεύματος πνεύμά εστι». Αποσπά αυτόν από όλα τα αισθητά πράγματα και δεν τον αφήνει να
ερευνήσει τα μυστήρια δια των σωματικών οφθαλμών. Δεν ομιλούμεν περί της σαρκός,
Νικόδημε, του λέγει, αλλά περί του Πνεύματος. Και υψώνει αυτόν εις τα ανώτερα πράγματα. Μη
ζητής λοιπόν τίποτε από τα αισθητά, διότι το Πνεύμα δεν συλλαμβάνεται με τους οφθαλμούς του
σώματος, ούτε να φαντάζεσαι, ότι το Πνεύμα γεννά σάρκα.
«Το γεγεννημένον εκ του Πνεύματος πνεύμά εστι». Βλέπεις την αξία του Πνεύματος; Διότι
φαίνεται, ότι αυτό εκτελεί το έργον του Θεού. Και ανωτέρω μεν ο Ευαγγελιστής έλεγεν «Εκ του
Θεού εγεννήθησαν». Εδώ όμως ο Χριστός λέγει, ότι τους γεννά το Πνεύμα˙«το γεγεννημένον εκ
του Πνεύματος πνεύμά εστι», δηλαδή εκείνος που έχει γεννηθεί από το Πνεύμα, είναι
πνευματικός. Και εδώ δεν ομιλεί περί της ουσιαστικής, αλλά περί της τιμητικής και χαρισματικής
γεννήσεως.

(Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, ΕΠΕ, τόμος 13)

ΛΟΓΟΣ
ΠΑΡΑΙΝΕΤΙΚΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΙΣΟΔΟΝ

ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ
(ΤΡΙΑΚΟΣΤΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ)

ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

Ευλόγησον

Πάτερ.

ΧΑΙΡΩ και ευφραίνομαι, βλέποντας σήμερον στολισμένην την Εκκλησίαν τού Θεού με το πλήθος
των παιδιών της, και όλους σας, όπου με πολλήν χαράν εσυντρέξατε. Διότι όταν αποβλέπω εις τα
χαρούμενα σας πρόσωπα, έχω σημείον μεγαλώτατον της ψυχικής σας ηδονής, καθώς έλεγε και
κάποιος σοφός˙ «Καρδίας ευφραινομένης θάλλει πρόσωπον». Δια τούτο λοιπόν και εγώ
εσηκώθηκα σήμερον με περισσοτέραν προθυμίαν, δια να σας μεταδώσω εις τον αυτόν καιρόν
αυτήν την πνευματικήν χαράν, και να σας γένω μηνυτής τού ερχομού της αγίας Τεσσαρακοστής,
τού ιατρικού λέγω των ψυχών μας. Διότι ο κοινός απάντων ημών Δεσπότης, θέλων ως
φιλόστοργος Πατήρ να ξεπλύνωμεν τας αμαρτίας, όπου εκάμαμεν εις όλον τον καιρόν,
επενόησεν εις ημάς την θεραπείαν, και δια μέσου της αγίας Τεσσαρακοστής. Ας μη γίνεται
λοιπόν τις κατηφής˙ ας μη γίνεται τις σκυθρωπός, άλλ' ας χορεύη, και ας χαίρεται και ας
δοξάζη τον κηδεμόνα, και επιμελητήν των ψυχών μας, όπου μας άνοιξεν αυτήν την εξαίρετον
στράταν, και ας δεχθή με πολλήν χαράν τον ερχομόν της.
Ας εντραπώσιν οι Έλληνες, ας καταισχύνονται οι Εβραίοι βλέποντες την αγάπην μας, όπου
αποδεχόμεθα και ασπαζόμεθα τον ερχομόν της με ιλαράν προθυμίαν, και ας μανθάνωσι δια
μέσου της δοκιμής των πραγμάτων, πόση διαφορά είναι αναμέσον ημών και αυτών. Και ας
ονομάζωσιν εκείνοι εορτάς και πανηγύρεις την μέθην και όλας τας άλλας ακολασίας, και
ασχημοσύνας, όπου από εδώ είναι πρέπον να σύρουν εις τού λόγου τους. Αλλά η Εκκλησία τού
Θεού ας ονομάζη εορτήν τα εναντία εκείνων, την Νηστείαν, δηλαδή, την καταφρόνησιν της
κοιλίας, και κάθε άλλην αρετήν, όπου ακολουθεί εις αυτήν διότι αυτή είναι αληθινή εορτή. Εκεί
όπου είναι σωτηρία ψυχών εκεί όπου είναι ειρήνη και ομόνοια˙ εκεί όπου είναι αποδιωγμένη
κάθε κοσμική φαντασία· εκεί όπου είναι μακρά η κραυγή και η σύγχυσις και τα τρεξίματα των
μαγείρων, και τα σφαξίματα των άλογων ζώων και άντί δι’ αυτά πολιτεύεται κάθε ησυχία, και γαλήνη, και αγάπη, και χαρά, και ειρήνη, και πραότης λόγου και άλλα αμέτρητα αγαθά.
Ελάτε λοιπόν σας παρακαλώ να διαλεχθώμεν ολίγα τινά δι' αυτήν προς την αγάπην σας,
παρακαλώντας σας πρώτον τούτο να δεχθήτε με πολλήν ησυχίαν τους λόγους μου, δια να
καρποφορηθήτε κανένα άξιον, και να αναχωρήσετε ύστερον εις τα οσπήτια σας. Διότι δεν είμεθα
εδώ συναθροισμένοι απλώς και ματαίως, δια να ομιλήση ο ένας, και ο άλλος να κροτήση απλώς
τα λεγόμενα, και ούτω να αναχωρήσωμεν άπ' εδώ, αλλά δια να λαλήσωμεν ημείς κανένα
ωφέλιμον, και άπ' εκείνα όπου συγκροτούσι την σωτηρίαν μας, και εσείς, άφ' ου κερδήσετε από
τα λεγόμενα, και λάβετε πολλήν ωφέλειαν, ούτω να ευγήτε άπ' εδώ˙ επειδή η Εκκλησία είναι
ιατρείον πνευματικόν και πρέπει εκείνοι όπου έρχονται εδώ να λαμβάνουσι τα αρμόδια ιατρικά,
και να τα βάνουσιν επάνω εις τα τραύματά τους, και ούτω να στρέφωνται εις τους οίκους των.
Και ότι μοναχή η ακρόασις δεν ωφελεί τίποτε, αν δεν την βάλη τις εις πράξιν και με τα έργα·
άκουε τον Παύλον, όπου λέγει. «Ου γαρ οι ακροαταί τού νόμου δίκαιοι παρά τω Θεώ, άλλ' οι
ποιηταί τού νόμου δικαιωθήσονται». Και ο Χριστός δημηγορών έλεγεν. «Ου πας ο λέγων μοι
Κύριε, Κύριε, εισελεύσεται εις την Βασιλείαν των ουρανών, άλλ' ο ποιών το θέλημα τού Πατρός
μου τού εν ουρανοίς».
Ηξεύροντες λοιπόν, αγαπητοί, πως από την ακρόασιν δεν θέλομεν έχει καμμίαν ωφέλειαν, αν δεν
ήθελεν ακολουθήσει και το τέλος δια μέσου των έργων, ας μη γενώμεθα μοναχά ακροαταί, αλλά
και κατορθωταί όπως ακολουθούντα τα έργα εις τους λόγους, ήθελαν γείνει αφορμή εις ημάς
πολλής παρρησίας.
Απλώσαντες λοιπόν τους κόλπους της διανοίας σας, δεχθήτε εις αυτόν τον τρόπον τους περί
νηστείας λόγους. Και καθώς εκείνοι όπου θέλουσι να λάβουν δια γυναίκα καμμίαν σώφρονα, και
κοσμίαν, και ευγενή, στολίσαντες εις κάθε μέρος τας νυμφικάς παστάδας με παραπετάσματα και
καθαρίσαντες όλον τον οίκον, μη δίδοντες άδειαν να πατηθή από όλαις ταίς ανεπιμέληταις, και
ρερυπωμέναις δουλεύτραις, τοιουτοτρόπως εισάγουσι την νύμφην εις τας παστάδας, με τον ίδιον
τρόπον θέλω και εγώ να καθαρίσετε τον λογισμόν σας, και ποραιτήσαντες την τρυφήν, και
λοιπήν πολυφαγίαν, ούτω να δεχθήτε με ανοικτούς τους κόλπους την μητέρα όλων των καλών,
και την διοασκάλισσαν της σωφροσύνης, και κάθε άλλης αρετής, λέγω την νηστείαν, δια να
απολαύσετε και σεις περισσοτέραν ηδονήν, και να δώση αυτή εις σας την αρμοδίαν θεραπείαν
της.

Διότι αν οι ιατροί, όταν μέλλωσι να δώσουν ιατρικά εις εκείνους, όπου θέλουσι να καθαρίσουν
τον σεσαπημένον και διεφθαρμένον χυμόν, τους προστάζουσι να απέχουν άπ' αυτήν την
σωματικήν τροφήν, δια να μη εμπόδιση την δύναμιν τού ιατρικού, αλλά να ενεργήση και να
δείξη το έργον του, πολύ περισσότερον ημείς όπου μέλλομεν να υποδεχθώμεν τούτο το πνευματικόν φάρμακον, την ωφέλειαν λέγω, όπου προέρχεται από την νηστείαν, πρέπει να
καθαρίσωμεν τον λογισμόν μας με την δίαιταν, και να κάμωμεν ελαφρότεραν την διάνοιάν μας,
δια να μη καταποντισθή από την μέθην, και κάμη άχρηστον, και ανωφελή την ωφέλειαν,
όπου προξενείται από την νηστείαν.
Και ηξεύρω ότι εις πολλούς φαίνονται παράξενα αυτά, όπου λέγομεν σήμερον, αλλά παρακαλώ
ας μη δουλεύωμεν απλώς εις την συνήθειαν, αλλά με στοχασμόν ας κυβερνώ μεν τα πράγματα
μας. Διότι μήπως θέλει είσθαι εις ημάς κανένα κέρδος από την καθημερινήν πολυφαγίαν, και
από την μέθην την πολλήν; και τι λέγω κέρδος; μάλιστα πολλή ζημία, και βλάβη ανυπόφορος˙
επειδή όταν καταπνιγή ο λογισμός από την πολυποσίαν τού οίνου, ευθύς άπ' αυτήν την αρχήν,
και άπ' αυτά τα προοίμια θέλομεν απορρίψει το κέρδος όπου προέρχεται από την νηστείαν. Διότι
είπε μου, τι άλλο πράγμα είναι ανοστότερον, και τι άλλο ασχημότερον, όταν ρουφώντες
εως το μεσονύκτιον τον άκρατον οίνον οι άνθρωποι την αυγήν όταν προβάλλη η ηλιακή
ακτίνα, αποπνέουσιν ωσάν να ήσαν γεμισμένοι από έγκαιρον οίνον, και φαίνονται
αηδείς εις εκείνους, όπου τους συναπαντώσι, και εις τους δουλευτάδες των
ευκολοκαταφρόνητοι, και καταγελώνται από όλους εκείνους, όπου γνωρίζουσιν οπωσδήποτε
το πρέπον, εξαιρέτως δε σύρουσιν εις τον εαυτόν τους και την αγανάκτησιν τού Θεού, δι' αυτήν
την ακρασίαν, και την άκαιρον αμετρίαν και ανωφέλευτον;
Διότι λέγει˙ «Οι μέθυσοι Βασιλείαν Θεού ου κληρονομήσουσι». Τι άλλο πλέον άθλιον άπ'
αυτούς ήθελε γένει, όπου δι’ ολίγην, και βλαβεράν ηδονήν, αποδιώκονται από τα
πρόθυρα της Βασιλείας; Αλλά μη γένοιτο να νικηθή τις από τους εδώ συναθροισμένους άπ'
αυτό το πάθος. Άλλ' εντρυφήσαντες και κατά την παρούσαν ημέραν με όλην την φιλοσοφίαν και
σωφροσύνην, και ελευθερωθέντες από την ζάλην και ταραχήν, όπου συνειθίζει να κάμη η μέθη,
να καταντήσω μεν εις τον λιμένα των ψυχών μας, εις την νηστείαν λέγω, δια να ημπορέσωμεν
να απολαύσωμεν με πλουσιοπαροχίαν τα καλά, όπου προέρχονται άπ' αυτήν. Διότι καθώς η
πολυφαγία γίνεται αιτία και πρόξενος μυρίων κακών εις το γένος των ανθρώπων, ούτω και η
νηστεία και καταφρόνησις λέγω της κοιλίας, έγεινε πάντοτε αφορμή εις ημάς άρρητων
αγαθών. Διότι ο Θεός πλάσσας εις την αρχήν τον άνθρωπον και ηξεύρων ότι αυτό το ιατρικόν
τού χρειάζεται μάλιστα δια την σωτηρίαν της ψυχής του, ευθύς και κατ' αρχάς εδωκεν αυτήν την
παραγγελίαν εις τον πρωτόπλαστον Αδάμ, λέγοντας˙ «Από παντός ξύλου τού εν τω Παραδείσω
βρώσει φαγή, από δε τού ξύλου τού γινώσκειν καλόν και πονηρόν ου φάγεσθε άπ' αυτού». Το δε
να ειπή τούτο τρώγε, και τούτο μη τρώγης, ήτο μία εικών και τύπος της νηστείας· αλλά όντως
πρέπει να φυλάξη την παραγγελίαν, δεν το έκαμε και δια την ακρασίαν της κοιλίας του νικηθείς,
και κανών την παρακοήν, κατεδικάσθη εις θάνατον. Διότι είδεν ο πονηρός εκείνος διάβολος, και
εχθρός της φύσεώς μας, την διαγωγήν τού πρωτοπλάστου Αδάμ εις τον Παράδεισον, και την
ζωήν εκείνην την ακοπίαστον, και ότι ωσάν άγγελος ούτως ων συμπεπλεγμένος με το σώμα
επολιτεύετο επάνω εις την γην θέλων να τον κρημνίση με την ελπίδα των μεγαλυτέρων
ταξιμάτων, τον έβγαλε και άπ' εκείνα, όπου είχεν εις τα χέρια του. Τοιούτον είναι το να μη στέκη
τις εις τα όρια του, και να επιθυμή τα μεγαλύτερα. Και τούτο το ίδιον θέλων να φανέρωση
κάποιος σοφός έλεγε˙ «Φθόνω δε διαβόλου θάνατος εισήλθε εις τον κόσμον».
Είδες αγαπητέ πως εξ αρχής έλαβε το έμβασμα ο θάνατος από την λαιμαργίαν;
Στοχάσου πάλιν και ύστερα την Θείαν Γραφήν όπου κατηγορεί συχνάκις την τροφήν και όπου
λέγει τώρα μεν «Εκάθησεν ο λαός φαγείν και πιείν, και ανέστησαν παίζειν» ˙ άλλην
φοράν δε «Έφαγε και έπιε και ελιπάνθη και επαχύνθη, και απελάκησεν ο ηγαπημένος».
Ακόμη εκείνοι όπου εκατοίκουν εις τα Σόδομα, μαζύ με τα άλλα κακά από τούτο έσυραν εις τον
εαυτόν τους εκείνην την απαραίτητον οργήν διότι άκουσε τον Προφήτην όπου λέγει. «Τούτο το
ανόμημα Σοδόμων, ότι εν πλησμονή άρτων εσπατάλων» επειδή είναι ωσάν μία βρύσις και
ρίζα όλων των κακών.
Είδες την βλάβην όπου προξενεί η πολυφαγία; κάμε μου τώρα την χάριν και ιδές πάλιν τα
κατορθώματα της νηστείας. Ο Μωϋσής ενήστευσε τεσσαράκοντα ημέρας και ημπόρεσε να
λάβη τας πλάκας της νομοθεσίας· και επειδή καταβαίνων είδε τού λαού την παρανομίαν, έρριψε
κατά γης και εσύντριψεν εκείνας τας πλάκας, όπου με τόσην προσκαρτερίαν και υπομονή ν
ίσχυσε να λάβη, στοχαζόμενος πως είναι, άτοπον ένας λαός μεθυστής και παράνομος να δεχθή
τού Δεσπότου την νομοθεσίαν. Δια τούτο ήτον ανάγκη να νηστεύση άλλας τεσσαράκοντας
ημέρας εκείνος ο θαυμαστός Προφήτης, δια να δυνηθή να λάβη πάλιν από τον Θεόν τας πλάκας

εκείνας, και να ταίς κατεβάση, όπου δια την παρανομίαν τους εσύντριψε.
Και ο μέγας Ηλίας έκαμε νηστείαν τόσων ημερών και απέφυγε την τυραννίαν τού θανάτου,
και αναβάς ως εις τον ουρανόν με πύρινον άρμα, ακόμη δεν εδοκίμασεν έως της σήμερον
τον θάνατον. Και Δανιήλ ο άνδρας των επιθυμιών ενήστευσεν ημέρας πολλάς και ούτως
ηξιώθη να ιδή εκείνην την θαυμαστήν οπτασίαν, ο οποίος εχαλίνωσε και τον θυμόν των
λεονταρίων και τον μετέβαλεν εις ημερότητα προβάτων, μη μεταβάλλων την φύσιν, αλλά
αλλάσσων την προαίρεσίν τους, ενώ έμενεν η θηριωδία.
Αυτήν την νηστείαν εμεταχειρίσθησαν και οι Νινευίται, και εμετάβαλαν την απόφασιν τού
Δεσπότου, κάνοντες και δείχνοντες αυτήν την νηστείαν ομού με τους ανθρώπους και το γένος
των άλογων ζώων, και ούτως αποφυγόντες καθ’ ένας από τα πονηρά επιτηδεύματα, έσυραν εις
φιλανθρωπίαν τον Δεσπότην των όλων. Και τι καταγίνομαι ακόμη εις τους δούλους; διότι έχομεν
να απαριθμήσωμεν και άλλους πολλούς και εις την πάλαιαν και νέαν Γραφήν, όπου δια μέσου
της νηστείας επρόκοψαν. Είναι ανάγκη να έλθωμεν εις τον κοινόν ημών απάντων Δεσπότην διότι
ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός δείχνων και αυτός νηστείαν τεσσαράκοντα ημερών, ούτως
άρχισε να παλεύση με τον διάβολον δίδων εις ημάς όλους παράδειγμα, δια να αρματωνώμεθα
δια μέσου αυτής, και λαμβάνοντες την δύναμιν, όπου προξενείται άπ' αυτήν, ούτω να
αντιστεκώμεθα εις την προς τον διάβολον μάχην.
Άλλ' εδώ ίσως ήθελεν είπει τις άπ' εκείνους όπου βλέπουσιν οξέως, και έχουσιν έξυπνον την
διάνοιαν διατί φαίνεται να ενήστευσεν ο Δεσπότης ταις ίδιαις ημέραις όπου ενήστευσαν
και οι δούλοι, και δεν υπερέβη τον αριθμόν; Δεν έγεινεν απλώς και ματαίως τούτο, αλλά και
τούτο έγεινε με σοφίαν και κατά την άφατον και ανερμήνευτον φιλανθρωπίαν του, διότι δια να
μη νομίσωσιν οι άνθρωποι ότι ήλθε κατά φαντασίαν και δεν έλαβε σάρκα, ή ότι ήτον έξω
από την φύσιν των ανθρώπων, δια τούτο νηστεύει τον ίδιον αριθμόν των ημερών και δεν
προσθέτει εν ταις ημέραις, δια να αποστομώση την φιλονεικίαν εκείνων όπου θέλουσι να
ομιλούσιν αδιάντροπα. Διότι αν ήναι μερικοί ακόμη και τώρα όπου αποτολμούσι να λέγουν αυτά,
μ' όλον όπου έγεινεν αυτό, αν δεν απέκοπτε με την πρόγνωσίν του αυτήν την αφορμήν τους, τι
δεν ήθελαν επιχειρήσει να ειπούν; Δια τούτο δεν υποφέρει να νηστεύση περισσοτέρας
ημέρας, αλλά ενήστευσεν όσας ενήστευσαν και οι δούλοι, δια να μας διδάξη και δια μέσου αυτών
των πραγμάτων, ότι ήτον και αυτός ενδεδυμένος την ιδίαν σάρκα, και δεν ήτον εξω από την
φύσιν μας.
Άλλ' ότι είναι μεγάλη η δύναμις της νηστείας, και πολύ το κέρδος όπου έρχεται εις την ψυχήν άπ'
αυτήν και από τους δούλους και από τον Δεσπότην έγεινε φανερόν εις ημάς. Παρακαλώ λοιπόν
την αγάπην σας, ηξεύρων το κέρδος όπου προξενεί, να μη αποδιώξετε δια οκνηρίαν την
ωφέλειαν οπού προέρχεται άπ' αυτήν, μηδέ να δυσχεραίνετε εις τον ερχομόν της, αλλά
να χαίρεσθε και να αγαλλιάσθε, καθώς λέγει ο μακάριος Παύλος· «Όσω γαρ ο έξωθεν
ημών άνθρωπος διαφθείρεται τοσούτω ο έσω ανακαινούται». Διότι η νηστεία είναι
τροφή της ψυχής· και καθώς αυτή η σωματική τροφή παχύνει το σώμα, ούτω και η νηστεία
κάνει την ψυχήν πλέον έντονον και δυνατήν της κατασκευάζει ελαφρόν το πτερόν, την
υψώνει, την κάμει να φαντάζεται τα άνω, και την κάνει ανωτέραν από ταις ηδοναίς και ταις
γλυκύτητες της παρούσης ζωής.
Και καθώς τα ελαφρά πλοία διαπερώσι με περισσοτέραν γρηγοράδα τα πελάγη, αλλά
εκείνα, όπου βαρύνονται με πολύ φόρτωμα βυθίζονται, ούτω και η νηστεία κατασκευάζουσα
ελαφρότερον τον λογισμόν, τον κάνει να διαπερά με ευκολίαν το πέλαγος της παρούσης
ζωής, και να ήναι όλος προσηλωμένος εις τον ουρανόν και εις εκείνα όπου είναι εις τους ουρανούς, και να μη ψηφά τα παρόντα, αλλά να τα παρατρέχη ωσάν μηδαμινότερα από την σκιάν
και τα ονείρατα˙ αλλά η μέθη και η πολυφαγία, βαρύνοντας τον λογισμόν και παχύνοντας την
σάρκα, αιχμαλωτίζει την ψυχήν, αποκλείοντάς την από κάθε μέρος, και μη αφίνοντας να έχη
υγιεινόν του λογισμού το κριτήριον, την κάνει να τρέχη εις τους κρημνούς και να εργάζεται
όλα εναντίον της σωτηρίας της.
Ας μη κυβερνούμεν λοιπόν αγαπητοί με οκνηρίαν εκείνα όπου συμβάλλουσιν εις την σωτηρίαν
μας˙ αλλά ηξεύροντες όσα κακά γεννώνται απ αυτήν, ας φύγωμεν την βλάβην όπου προξενεί.
Διότι ου μόνον εις την Νέαν Διαθήκην, εις την οποίαν είναι περισσότερα η αύξησις της
φιλοσοφίας και μεγαλήτερα τα παλαίσματα, και μεγάλοι οι ίδρωτες και πολλά τα βραβεία, και
άρρητα τα στέφανα, εμποδίζεται η τρυφή και η διασκέδασις, αλλά και εις την Πάλαιαν,
όταν εκάθοντο ακόμα σιμά εις την σκιάν και ήσαν προσηλωμένοι εις το λυχνάρι, και όπως τα
παιδία όπου τρέφονται με το γάλα, ούτως άπ' ολίγον κατ' ολίγον ωδηγούντο, ουδέ τότε
επεθύμουν να διασκεδάσουν και δια να μη νομίσετε ότι απλώς και ως έτυχε λέγομεν αυτά,

κατηγορούντες την τρυφήν, ακούσατε τον Προφήτην όπου λέγει˙ «Ω οι ερχόμενοι εις ημέραν
καλήν, οι καθεύδοντες επί κλινών ελεφαντίνων και κατασπαταλώντες επί ταις στρωμναίς αυτών!
οι ερίφους εκ ποιμνίων και μοσχάρια εκ μέσου βουκολίων γαλαθηνά! οι πίνοντες τον διυλισμένον
οίνον και τα πρώτα μύρα χριόμενοι, ως εστώτα ελογίσαντο, και ούχι ως φεύγοντα»!
Ίδετε πόσην κατηγορίαν έκαμε της τρυφής ο Προφήτης και μάλιστα όταν εδιαλέγετο με τους
Εβραίους, τους αναίσθητους, τους αχάριστους, όπου καθ' ημέραν εγαστριμαργούσαν; διότι
στοχασθήτε την ακρίβειαν των λόγων, άφ' ου εκατηγόρησε την πολλήν αδηφαγίαν και την
πολλήν μέθην από το κρασί, τότε είπεν «ως εστώτα ελογίσαντο, και ούχι ως φεύγοντα»·
δείχνων σχεδόν ότι έως τον φάρυγγα και εις τα χείλη είναι η απόλαυσις και παρέκει δεν
περνά˙ άλλ' η ηδονή είναι ολίγη και προσωρινή, ο δε πόνος είναι παντοτεινός και δεν
εχει τέλος˙ και αυτά, λέγει, μαθόντες δια μέσον της δοκιμής, τα ενόμισαν όλα πραγματικά, τα
οποία στέκονται και μένουσι, και ουχί ως πράγματα όπου φεύγουσι, δηλαδή όπου πετούσι και
δεν στέκονται ουδέ στιγμήν.
Διότι τοιαύτα είναι όλα τα ανθρώπινα και τα σαρκικά, ακόμη δεν έφθασαν και επέταξαν τοιαύτη
είναι η τρυφή, τοιαύτη είναι η ανθρωπινή δόξα και η δυναστεία, τοιούτος είναι ο πλούτος,
τοιαύτη κάθε ευτυχία της παρούσης ζωής˙ δεν έχει κανένα βέβαιον, ουδέ στάσιμον, ουδέ
στερεόν, αλλά παρατρέχει και διαβαίνει γρηγορώτερα από τα ρεύματα των ποταμών, και
αφίνει έρημους και γυμνούς εκείνους, όπου είναι όλως διόλου εις αυτά δεδομένοι και
εκστατικοί. Αλλά δεν είναι τοιαύτα τα πνευματικά, αλλά ενάντια αυτών, βέβαια, ακίνητα, δεν
δέχονται μεταβολήν και εξαπλώνονται εις όλον τον αιώνα. Πόση λοιπόν ανοησία δεν ήθελεν
είσθαι να αλλάξω μεν τα ακίνητα δια τα κινούμενα, τα αιώνια δια τα πρόσκαιρα; εκείνα
όπου στέκονται πάντοτε, δι' εκείνα όπου πετούσι και φεύγουσιν; εκείνα όπου
προξενούσι πολλήν απόλαυσιν εις τον μέλλοντα αιώνα, δι' εκείνα όπου μας
ετοιμάζουσιν εκεί πολλήν τιμωρίαν;
Αυτά λοιπόν όλα στοχαζόμενοι, αγαπητοί, και φροντίζοντες κατά πολλά δια την σωτηρίαν μας, ας
καταφρονήσωμεν την τρυφήν την ανωφέλευτον και βλαβεράν ας αγαπήσωμεν την νηστείαν
και όλην την άλλην φιλοσοφίαν, και ας δείξωμεν πολλήν την μεταβολήν της ζωής μας˙ και καθ'
ημέραν ας βιαζώμεθα εις την πράξιν των αγαθών έργων, όπως πραγματευσάμενοι εις όλον
τον καιρόν της Τεσσαρακοστής την πνευματικήν πραγματείαν και συναθροίσαντες πολλήν
πλούτον της αρετής, ηθέλαμεν καταξιωθή να φθάσω μεν και εις την Κυρίαν ημέραν τού
Πάσχα, και με θάρρος να πλησιάσωμεν εις την φρικτήν και πνευματικήν Τράπεζαν και
να μεταλάβωμεν εκείνα τα απόρρητα και αθάνατα αγαθά, με καθαράν συνείδησιν, και να
γεμισθούμεν από την εκείθεν χάριν με ταις ευχαίς και πρεσβείαις των Αγίων όπου
ευηρέστησαν εις αυτόν τον Χριστόν τον φιλάνθρωπον Θεόν μας˙ μεθ' ου τω Πατρί, άμα τω αγίω
Πνεύματι, δόξα, κράτος, τιμή, νυν και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν.

ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΙ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΑΣ.ΡΗΓΟΠΟΥΛΟ

ΕΑΝ ΜΗ ΤΙΣ ΓΕΝΝΗΘΗ
ΕΞ ΥΔΑΤΟΣ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ
Ιωάννου Χρυσοστόμου
«απεκρίθη Ιησούς· αμήν αμήν λέγω σοι, εάν μη τις γεννηθή εξ ύδατος και Πνεύματος, ου δύναται εισελθείν εις την
βασιλείαν του Θεού.» (Ιω. 3.5)

Αλλά εμπρός, ας θίξωμεν πάλιν με την σειράν αυτά που ελέχθησαν εις τα προηγούμενα και ας
ίδωμεν πως, όταν ο Νικόδημος εξέπεσεν εις τα ταπεινά και ισχυρίζετο, ότι το λεχθέν υπό του
Χριστού ενεφέρετο εις την γήινην γέννησιν και ότι είναι αδύνατον ένας γέρων να γεννηθή
άνωθεν, ο Χριστός εξηγεί καθαρώτερον τον τρόπον της γεννήσεως, ο οποίος ήτο δύσκολον να
γίνει κατανοητός από αυτόν, που ηρώτα κατά γήϊνον τροπον, αλλά ο οποίος όμως ημπορούσε
ν'ανυψώσει τον ακροατήν επάνω από τα ταπεινά. Και τι του λέγει; «αμήν αμήν λέγω σοι, εάν μη
τις γεννηθή εξ ύδατος και Πνεύματος, ου δύναται εισελθείν εις την βασιλείαν του Θεού.», που
σημαίνει τούτο: Συ μεν ισχυρίζεσαι, ότι αυτό είναι αδύνατον, εγώ όμως σε βεβαιώνω, ότι αυτό
είναι δυνατόν, καθώς και αναγκαίον και ότι δεν ημπορεί να σωθεί κανείς με άλλον τρόπον. Διότι
ο Θεός έχει κάμει τα αναγκαία πάρα πολύ εύκολα δι'ημάς. Διότι η μεν γήινη γέννησις, σύμφωνα
με τη σάρκα, είναι από το χώμα. Δι'αυτό έχει αποκλεισθή από τα επουράνια. Διότι, τι κοινόν έχει
η γη με τον ουρανόν; Η γέννησις όμως που είναι από το Πνεύμα, εύκολα μας ανοίγει τας
ουρανίους αψίδας.
Ας ακούσετε, όσοι δεν έχετε φωτισθή ακόμη. Ας φρίξετε και ας αναστενάξετε. Διότι είναι φοβερά
η απειλή, φοβερά η απόφασις. Δεν είναι δυνατόν, τονίζει, εκείνος που δεν εγεννήθη από ύδωρ
και Πνεύμα, να εισέλθη εις την βασιλείαν των ουρανών. Διότι φορεί το ένδυμα του θανάτου, της
κατάρας και της φθοράς και ουδέποτε έλαβε το Δεσποτικόν σύμβολον. Είναι περιπλανώμενος και
ξένος και δεν έχει το βασιλικόν σημείο.
«εάν μη τις γεννηθή εξ ύδατος και Πνεύματος, ου δύναται εισελθείν εις την βασιλείαν του
Θεού.» Αλλά ο Νικόδημος ούτε έτσι κατάλαβε. Διότι δεν υπάρχει χειρότερον από το να
εμπιστεύεται κανείς τα πνευματικά ζητήματα εις τους ανθρωπίνους συλλογισμούς. Αυτό ημπόδισε
και τον Νικόδημο από το να σκεφτή κάτι το υψηλόν και μεγάλο. Δι'αυτό και ημείς ονομαζόμεθα
πιστοί, ίνα, αφού εγκαταλείψωμεν την αδυναμίαν των ανθρωπίνων συλλογισμών, ανέλθωμεν εις
το ύψος της πίστεως και συνδέσωμεν με αυτήν την διδασκαλίαν το σύνολον των ιδικών μας
αγαθών. Εάν και ο Νικόδημος έκαμνεν αυτό, δεν θα ενόμιζεν ότι το πραγμά ήτο αδύνατον.
Και τι έκαμεν ο Χριστός; Επειδή ήθελε ν'απομακρύνει αυτόν από αυτήν την σκέψιν που εσύρετο
εις τα ταπεινά και δια να δείξει ότι δεν ομιλεί περί αυτής γεννήσεως, λέγει: «εάν μη τις γεννηθή
εξ ύδατος και Πνεύματος, ου δύναται εισελθείν εις την βασιλείαν του Θεού.» Έλεγε δε αυτά,
επειδή ήθελε να προσελκύσει αυτόν εις την πίστιν με τον φόβον της απειλής, και να τον πείσει
να μην θεωρεί ότι το πράγμα είναι αδύνατον και επειδή επεθύμει ν'απομακρύνει την σκέψιν του
από τη σαρκικήν γέννησιν. Εγώ εννοώ άλλην γέννησιν, Νικόδημε, τονίζει. Διατί φέρεις τον
λόγον εις την γην; Διατί υποβάλλεις το πράγμα εις την ανάγκην της φύσεως; Αυτός ο τοκετός
είναι απαλλαγμένος από τους πόνους και δεν έχει καμία σχέσιν με σας. Διότι και αυτή γέννησις
λέγεται, αλλά είναι κοινή κατά το όνομα, διαφέρει όμως κατά το πράγμα.
Άφησε την κοινήν συνήθειαν. Εισάγω εις τον κόσμον νέον τοκετόν. θέλω οι άνθρωποι να
γεννώνται κατ'αλλον τρόπον. Ήλθα δια να φέρω νέον τρόπον δημιουργίας. Έπλασα τον
άνθρωπον από χώμα και ύδωρ, και δεν υπήρξε χρήσιμον το πλάσμα, αλλά το δοχείον έπαθε
διαστροφήν. Δεν θέλω λοιπόν να πλάσω πλέον από χώμα και ύδωρ, αλλά από ύδωρ και Πνεύμα.
Εάν κανείς ερωτήση˙ Πως από ύδωρ; θα τον ερωτήσω και εγώ, Πως από χώμα; Διότι, πως
εμοιράσθη ο πηλός εις διάφορα μέρη; Πως το μεν υποκείμενον ήτο ενός μόνον είδους (ήτο δηλ.
μόνον χώμα) όσα όμως προήλθαν από αυτό είναι διάφορα καιπαντός είδους; Από που έγιναν
οστά, νεύρα, αρτηρίαι, και φλέβες; Από που μεμβράναι, οργανικά αγγεία, χόνδροι, χιτώνες,
σηκώτι, σπλήν και καρδία; Από που δέρμα, αίμα, φλέγμα και χολή; Από που τόσο πολλαί
εργασίαι; Από που διάφορα χρώματα; Διότι αυτά δεν γίνονται από χώμα, ούτε από πηλόν.
Και όπως η γη, όταν δέχεται τον σπόρον, καρποφορεί, η δε σαρξ, όταν δέχεται τα σπέρματα
σαπίζει; Πως η γη τρέφει τους ριπτομένους σπόρους, η δε σαρξ τρέφεται από αυτά, αλλά δεν τα
τρέφει; Παραδείγματος χάριν, όταν η γη δέχεται το ύδωρ, το μεταβάλλει εις οίνον. Η σαρξ όταν

δέχεται συνήθως τον οίνον, τον μεταβάλλει εις ύδωρ. Από που λοιπόν είναι φανερόν, ότι αυτά
προέρχονται από την γην, ενώ η γη αντιτίθεται εις το σώμα, σύμφωνα με αυτά που είπαμεν;
Είναι αδύνατον να το εύρω με τον συλλογισμόν, αλλά το δέχομαι μόνον με την πίστιν. Εάν
λοιπόν αυτά που γίνονται και θίγονται καθημερινώς έχουν ανάγκη πίστεως, πολύ μεγαλυτέραν
ανάγκην έχουν όσα εκ τούτων είναι περισσότερον μυστηριώδη και πνευματικά. Διότι, όπως
ακριβώς η άψυχος, η ακίνητος γη έλαβε δύναμιν με το θέλημα του Θεού και έχουν προέλθει από
αυτήν τόσα θαύματα, έτσι ακριβώς από το Πνεύμα και το ύδωρ συγχρόνως γίνονται ευκόλως όλα
αυτά τα παράδοξα και τα υπερβαίνοντα την λογικήν. Μη αρνείσαι λοιπόν να πιστεύεις εις αυτά,
επειδή δεν τα βλέπεις. Επειδή ούτε την ψυχήν την βλέπεις και όμως πιστεύεις, ότι έχεις ψυχήν
και ότι η ψυχή είναι κάτι διαφορετικόν από το σώμα. Ο Χριστός όμως δεν εδίδασκεν αυτόν με το
παράδειγμα τούτων, αλλά από άλλο. Και αυτό μεν το παράδειγμα, δηλαδή η ψυχή, επειδή είναι
ασώματον, δεν το εχρησιμοποίησε, διότι ο Νικόδημος ήτο ακόμη άπειρος. Θέτει όμως άλλο
παράδειγμα, το οποίον ούτε με την πυκνότητα των σωμάτων έχει σχέσιν ούτε φθάνει εις την
ασώματον φύσιν, δηλαδή την ορμήν του ανέμου. Και αρχίζει πρώτα από το ύδωρ, που είναι
λεπτότερον μεν από το χώμα, πυκνότερον όμως από τον αέρα. Διότι, όπως ακριβώς εις την
αρχήν το πρώτον υποκείμενον στοιχείον ήτο το χώμα και το παν ήτο έργον του δημιουργού, έτσι
και τώρα το μεν ύδωρ είναι το υποκείμενον στοιχείον, το παν δε είναι έργον της χάριτος του
Πνεύματος. Και τότε μεν «εις ψυχήν ζώσαν εγένετο ο άνθρωπος», τώρα δε εις ζωοποιόν Πνεύμα.
Αλλά η απόστασις μεταξύ τους ενός από το άλλο είναι μεγάλη. Διότι η μεν ψυχή δεν παρέχει
ζωήν εις το άλλο, το δε Πνεύμα δεν ζει μόνον καθ'εαυτό, αλλά και εις άλλα παρέχει ζωήν.
Κατ'αυτόν τον τρόπον οι Απόστολοι ανέστησαν ακόμη και νεκρούς. Και τότε μεν ο άνθρωπος
επλάσθη μετα την δημιουργίαν. Τώρα όμως συνέβη το αντίθετον. Διότι ο νέος άνθρωπος
δημιουργείται προ της νέας δημιουργίας. Διότι γεννάται αυτός πρώτος και έπειτα
μεταμορφώνεται ο κόσμος. Και όπως έπλασεν αυτόν από την αρχήν ολόκληρον, έτσι και τώρα
τον δημιουργεί ολόκληρον. Και τότε μεν είπε «ποιήσωμεν αυτώ βοηθόν» , εδώ όμως δεν είπε
τίποτε τέτοιο. Διότι εκείνος που λαμβάνει την Χάριν του Πνεύματος, ποίου άλλου βοηθού έχει
ανάγκην; Εκείνος ο οποίος ευρίσκεται εις το σώμα του Ιησού, ποια άλλη βοήθεια χρειάζεται; Τότε
έκαμε τον άνθρωπον κατ'εικόνα Θεού, τώρα τον ήνωσε με τον Θεόν. Τότε διέταξε να εξουσιάζει
ο άνθρωπος τους ιχθείς και τα ζώα, τώρα ανέβασε τα πρωτεία μας επάνω από τους ουρανούς.
Τότε έδωσε δια κατοικίαν τον παράδεισον, τώρα ήνοιξεν εις ημάς τον ουρανόν. Τότε ο άνθρωπος
επλάσθη κατά την έκτην ημέραν, επειδή έπρεπε να συμπληρωθεί ο αιών. Τώρα δε κατά την
πρώτην ημέραν, από την αρχήν, μαζί με το φως.
Εξ'όλων αυτών γίνεται φανερόν, ότι, όσα ετελούντο, απέβλεπον εις άλλην καλυτέραν ζωήν και
εις κατάστασιν που δεν είχε τέλος. Η προηγούμενη λοιπόν δημιουργία του Αδάμ ήτο από χώμα,
όπως και η δημιουργία της γυναικός από την πλευράν του Αδάμ, αλλά η δημιουργία του Άβελ
ήτο από σπέρμα. Αλλά δεν ημπορούμεν να ερευνήσωμεν καμμίαν από αυτάς, ούτε να
αναπαραστήσωμεν με λόγια τα γεγονότα, μολονότι είναι πολύ χονδροειδή. Πως λοιπόν θα
ημπορέσωμεν να αιτιολογήσωμεν την πνευματικήν γέννησιν δια του βαπτίσματος, η οποία είναι
πολύ υψηλοτέρα και πως έχομεν την απαίτησιν να εξηγήσωμεν με την λογικήν μας αυτόν τον
θαυμαστόν και παράδοξον τοκετόν; Διότι και οι άγγελοι παρευρέθησαν κατά την γέννησιν αυτήν.
Αλλά κανείς δεν ημπορεί να εξηγήση την θαυμαστήν εκείνην δια του βαπτίσματος γέννησιν. Και
παρευρέθησαν μεν οι άγγελοι χωρίς να κάμνουν τίποτε, αλλά μόνον βλέποντες τα όσα εγίνοντο.
Ο Πατήρ και ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα ενεργούν τα πάντα. Ας υπακούωμεν λοιπόν εις την
θέλησιν του Θεού, διότι αυτή είναι ασφαλεστέρα από την όρασιν. Διότι η όρασις πολλάς φοράς
περιπίπτει εις σφάλματα, ενώ εκείνη είναι αδύνατον να περιπέση. Ας υπακούωμεν λοιπόν εις
αυτήν. Διότι αυτή που παρήγαγεν τα όσα δεν υπήρχαν, αυτή θα είναι αξιόπιστος δια να κάμει
λόγον περί αυτών.
Τι λέγει λοιπόν αυτή; Ότι αυτό που τελείται είναι γέννησις. Και αν σου ειπή κανείς Πως;
αποστόμωσε τον με την θέλησιν του Χριστού, που είναι η μεγαλύτερη και καλύτερη απόδειξις.
Και αν κανείς ερωτήση, διατί έχει χρησιμοποιηθή το ύδωρ; ημείς θα αντερωτήσωμεν αυτόν; Διατί
εχρησιμοποιηθη το χώμα εξ αρχής δια την δημιουργίαν του ανθρώπου; Διότι είναι ολοφάνερον,
ότι ούτως ημπορούσε να κάμη τον άνθρωπον και χωρίς το χώμα.
Μη ερευνάς λοιπόν με περιέργειαν. Διότι από τα επόμενα θα μάθεις, ότι ήτο απαραίτητος και
αναγκαία η χρήσις του ύδατος. Όταν δηλαδή κάποτε είχε κατέλθει το Πνεύμα προ του ύδατος, ο
Απόστολος δεν εστάθει μέχρις εκείνου, αλλά επειδή το ύδωρ είναι αναγκαίον και όχι περιττόν,
άκουσε, τι λέγει: «μήτι το ύδωρ κωλύσαι δύναταί τις του μη βαπτισθήναι τούτους, οίτινες το
Πνεύμα το Αγιον έλαβον καθώς και ημείς;» Δια ποιόν λόγον λοιπόν χρησιμοποιεί το ύδωρ; Αυτό
λοιπόν θα σας ειπώ τώρα, αποκαλύπτων εις εσάς το μυστήριον που ήτο κρυμμένον. Υπάρχουν

βεβαίως και άλλοι απόρρητοι λόγοι περί του πράγματος, αλλ'εν τοσούτω εγώ θα ειπώ ένα από
τους πολλούς. Ποιος είναι λοιπόν αυτός; Θεία σύμβολα επιτελούνται κατά το βάπτισμα, ταφή και
θάνατος, ανάστασις και ζωή και αυτά γίνονται όλα συγχρόνως. Και γίνεται αυτό όπως ακριβώς
εις κάποιαν ταφήν. Όταν βυθίζωμεν την κεφαλήν εις το ύδωρ, θάπτεται ο παλαιός εαυτός μας
και όταν βυθισθή κάτω, εξαφανίζεται ολόκληρος, έπειτα, όταν αναδυώμεθα, εξέρχεται εις την
επιφάνειαν ο νέος. Διότι, όπως ακριβώς είναι εύκολον να βυθισθώμεν και ν'αναδυθώμεν, έτσι
είναι εύκολον εις τον Θεόν να ενταφιάση τον παλαιόν άνθρωπον και ν'αναδείξη τον νέον. Και
αυτό γίνεται τρεις φοράς, δια να μάθης, ότι η δύναμις του Πατρός και του Υιού και του Αγίου
Πνεύματος πληροί όλα αυτά.
Και ότι δεν είναι εικασία αυτό που είπα, άκουσε τι λέγει ο Παύλος: « συνταφέντες αυτώ εν τω
βαπτίσματι» και πάλιν: «παλαιός ημών άνθρωπος συνεσταυρώθη» Και πάλιν: « σύμφυτοι
γεγόναμεν τω ομοιώματι του θανάτου αυτού» . Και δεν λέγεται μόνον το Βάπτισμα Σταυρός,
αλλά και ο Σταυρός βάπτισμα. Διότι λέγει: «και το βάπτισμα ό εγώ βαπτίζομαι βαπτισθήσεσθε·».
Και πάλιν: « βάπτισμα δε έχω βαπτισθήναι, και πως συνέχομαι έως ου τελεσθή!» Διότι, όπως
ακριβώς ημείς βαπτιζόμεθα ευκόλως και αναδυόμεθα, έτσι και αυτός ευκόλως απέθανε και
ανεστήθη, όταν ηθέλησε και μάλλον ευκολότερων, αν και έμεινεν επί τρεις ημέρας κατά την
θέλησιν του μυστηρίου της οικονομίας.
Επειδή λοιπόν εγίναμεν άξιοι τόσων μεγάλων μυστηρίων, ας δείξωμεν ζωήν αντάξιαν της
δωρεάς και διαγωγήν άριστην. Και όσοι δεν εγίνατε ποτέ άξιοι αυτών, να κάμνετε τα πάντα, ώστε
να αξιωθήτε, δια να γίνωμεν εν σώμα, δια να είμεθα αδελφοί. Διότι, εφ'όσον θα είμεθα
χωρισμένοι κατ'αυτόν τον τρόπον, ούτε ο πατήρ, όποιος και αν είναι, ούτε ο αδελφός, ούτε ο
οποιοσδήποτε συγγενής δεν θα είναι αληθινός, αν θα έχει αποσπασθή από την άνωθεν
συγγένειαν. Διότι ποιάν ωφέλειαν έχομεν από την σαρκικήν συγγένειαν, όταν δεν είμεθα
ηνωμένοι πνευματικώς; Διότι ο κατηχούμενος είναι ξένος προς τον πιστόν. Διότι δεν έχει τον
ίδιον αρχηγόν, δεν έχει τον ίδιον πατέρα, δεν έχει την ιδίαν πόλιν, ούτε τροφήν, ούτε ένδυμα,
ούτε τράπεζαν, ούτε οικίαν, αλλά είναι χωρισμένος από όλ’ αυτά. Διότι ο μεν ένας έχει όλα τα
επίγεια, ο δε άλλος όλα τα επουράνια. Βασιλεύς του ενός είναι ο Χριστός, του άλλου η αμαρτία
και ο διάβολος. Εντρύφημα του ενός είναι ο Χριστός, του άλλου η σήψις και η διαφθορά. Και
τους ενός μεν ένδυμα είναι έργον των σκωλήκων, του δε άλλου ο Κύριος των αγγέλων. Πόλις
τους ενός μεν η γη, του δε άλλου ο ουρανός.
Όταν λοιπόν δεν έχομεν τίποτε το κοινόν, πως θα επικοινωνήσωμεν, ειπέ μου; Αλλά μήπως
ελύσαμεν τους ιδίους πόνους; και προήλθαμεν από την ιδίαν κοιλίαν; Αλλά ούτε και αυτό είναι
αρκετόν δια την τελείαν συγγένειαν. Ας προσπαθήσομεν λοιπόν να γίνωμεν πολίται της άνω
πολιτείας. Εως πότε θα παραμένωμεν εις εξορίαν; Πρέπει να ανακτήσωμεν την παλαιάν μας
πατρίδα. Διότι ο κίνδυνος δεν είναι δια πράγμα άνευ αξίας. Αλλά εάν συμβή, που είθε να μη
συμβή, ένεκα απροσδοκήτου θανάτου, να φύγωμεν από εδώ αμύητοι, έστω και αν έχωμεν
χιλιάδες αγαθά, τίποτε άλλο δεν θα μας διαδεχθή, παρά η γέεννα και ο δηλητηριώδης σκώληξ
και πυρ άσβεστον και δεσμά άλυτα.

Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, Τόμος 13, ΕΠΕ

Η ΟΔΥΝΗ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ

ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

ΟI ΠΑΡΑΝΟΜΕΣ ΗΔΟΝΕΣ δεν διαφέρουν καθόλου από τις σκιές και από τα όνειρα. Πριν καλά
καλά τις γευθή ο αμαρτωλός, σβήνουν. Ενώ οι τιμωρίες που επισύρουν είναι χωρίς τέλος. Και το
γλυκό που προσφέρουν στον άνθρωπο είναι λίγο, ενώ το πικρό αιώνιο. Όποια σχέσι υπάρχει
ανάμεσα σ' ένα όνειρο μιας ημέρας και ολοκλήρου τού χρόνου της ζωής μας, τέτοια υπάρχει
ανάμεσα στις εδώ απολαύσεις και στις μελλοντικές τιμωρίες. Και ποιος, αλήθεια, θα προτιμούσε
να ιδή ένα ευχάριστο όνειρο και εξ αιτίας του να τιμωρήται σ' όλη του την ζωή;
Ας αποφύγουμε, αγαπητοί, την πονηρία του διαβόλου (που μας ξεγελά με μικρά πράγματα και
μας κάνει να χάνουμε τα μεγάλα). Ας αποφύγουμε να υποστούμε μαζί με αυτόν την καταδίκη.
Για να μην ειπή και σ' εμάς ο Κριτής: Πορεύεσθε απ' εμού οι κατηραμένοι εις το πυρ το αιώνιον
το ητοιμασμένον τω διαβάλω και τοις αγγέλοις αυτού (Ματθ. κε', 41).

Αλλά, λέγουν μερικοί, ο Θεός είναι φιλάνθρωπος· δεν πρόκειται να συμβή αυτό. Τους ερωτούμε:
Τότε λοιπόν αυτά γράφηκαν χωρίς λόγο; Όχι, αλλά για απειλή, για να είμαστε φρόνιμοι και
καλοί. Αλλά, αν δεν είμαστε φρόνιμοι και παραμένουμε κακοί, δεν θα επιφέρη την κόλασι; Δεν
θα αποδώση στους ενάρετους τις αμοιβές; Ναι. Θα τους αμείψη. Στον Θεόν ταιριάζει να κάνη
ευεργεσία και περισσότερο από ό,τι αξίζουμε. Ώστε εκείνα είναι αληθινά, και οπωσδήποτε θα
πραγματοποιηθούν, ενώ τα σχετικά με την κόλασι δεν αληθεύουν;
Ω, πόση είναι η κακοτεχνία τού διαβόλου! Ω πόσο απάνθρωπη είναι αυτή η φιλανθρωπία! Ιδική
του είναι αυτή η σκέψις· σκέψις που χορηγεί ανωφελή χάρι και οδηγεί στην αμέλεια και στην
ραθυμία. Επειδή γνωρίζει ο διάβολος ότι ο φόβος της κολάσεως ωσάν χαλινάρι σφίγγει και
συμμαζεύει την ψυχή μας και την απομακρύνει από το κακό, προσπαθεί πάση θυσία να τον
ξερριζώση, ώστε άφοβα να προχωρούμε προς τους γκρεμούς.
Ό,τι αναφέρουμε από την Γραφή για την κόλασι, λέγουν οι αντίθετοι πως γράφθηκε για απειλή.
Καλά, ας πούμε ότι αυτό ισχύει για τα μελλοντικά, παρ' όλο που κάτι τέτοιο είναι πολύ ασεβές.
Αλλά για όσα έγιναν, για όσα πραγματοποιήθηκαν, τι έχουν να ειπούν;
Τους ερωτούμε λοιπόν: Ακούσατε για τον κατακλυσμό, για την πανωλεθρία εκείνη; Μήπως και
αυτό είχε ειπωθή για απειλή; Δεν έγινε, δεν πραγματοποιήθηκε; Δεν το μαρτυρούν και τα βουνά
της Αρμενίας, όπου στάθηκε και παρέμεινε η κιβωτός; Και τα απομεινάρια της κιβωτού αυτής δεν
σώζονται μέχρι και τώρα για να θυμίζουν το γεγονός; Έτσι έλεγαν και τότε μερικοί. Και ενώ επί
εκατό έτη κατασκευαζόταν η κιβωτός, και ο δίκαιος Νώε εφώναζε, κανείς δεν επίστευε. Και
επειδή δεν επίστευσαν στην απειλή των λόγων, υπέστησαν ξαφνικά την τιμωρία των πραγμάτων.
Εκείνος λοιπόν που επέφερε σ' αυτούς τόσο μεγάλη τιμωρία, δεν θα μας τιμωρήση εμάς πολύ
περισσότερο; Διότι βέβαια τα κακά που γίνονται τώρα δεν είναι μικρότερα από τα κακά που
εγίνονταν τότε. Τώρα δεν υπάρχει είδος αμαρτίας που να μη διαπράττεται.
Πέστε μου εσείς που έτυχε να πάτε κάποτε στην Παλαιστίνη. Πέστε να το ακούσουν και όσοι δεν
επήγαν. Εκεί που καταλήγει ο ποταμός Ιορδάνης υπάρχει μία περιοχή πολύ εύφορη. Η καλύτερα
υπήρχε. Τώρα δεν υπάρχει. Ήταν σωστός παράδεισος. Σύμφωνα με την Γραφή, είδε ο Λωτ όλη
την περίχωρο του Ιορδανού που ποτιζόταν σαν τον παράδεισο τού Θεού (Γένεσ. ιγ',10). Αυτή
λοιπόν η περιοχή η τόσο ευθαλής, που μπορούσε να αμιλλάται τις πιο εύφορες περιοχές, που
έφθανε στην βλάστησι τον παράδεισο τού Θεού, σήμερα κατήντησε πιο άγονη από όλες τις
έρημους.
Μπορεί να συνάντησης σ' αυτήν την περιοχή δένδρα και να δης επάνω τους καρπούς. Αλλά ο
καρπός είναι για να θυμίζη την οργή τού Θεού. Συναντάς ροδιές. Τα κλωνάρια και ο καρπός
φαίνονται ωραία εξωτερικά και σ' όποιον δεν ξέρει δίνουν πολλές ελπίδες. Μόλις όμως πιάσης
στα χέρια σου τους καρπούς Και τους σπάσης, μόνο σκόνη και στάχτη θα ιδής να κρύβουν μέσα
τους.
Συναντάς εκεί δένδρα και καρπούς, αλλά χωρίς να είναι στην πραγματικότητα δένδρα και
καρποί. Συναντάς αέρα και νερό, αλλά δεν έχουν καμμία σχέσι με τον αέρα και το νερό. Όλα εκεί
είναι άκαρπα, όλα είναι άγονα, όλα μιλούν για την οργή που ξέσπασε και προεικονίζουν την
μελλοντική οργή.
Αυτό που σάς ανέφερα μήπως είναι λόγια απειλητικά; Μήπως λόγια που κάνουν κρότο; Όχι δεν
πρόκειται για λόγια. Είναι πραγματικότητες.
Εάν λοιπόν κάποιος δεν πιστεύη στην κόλασι, ας συλλογίζεται τα Σόδομα, ας σκέπτεται τα
Γόμορρα· την τιμωρία που υπέστησαν και που φαίνεται ακόμη. Αυτό είναι σημάδι και απόδειξις
για την αιώνια κόλασι.
Μα, θα πήτε, αυτά τα λόγια για την καταστροφή των Σοδόμων και Γομόρρων είναι κουραστικά.
Αλλά εκείνα τα δικά σου λόγια ότι δεν υπάρχει κόλασις και ότι απλώς μας απειλεί ο Θεός, δεν
είναι κουραστικά; Εάν εσύ επίστευες στα λόγια τού Χριστού, εγώ δεν θα αναγκαζόμουν να φέρω
αποδείξεις για την κόλασι.
Τότε, στα Σόδομα, υπήρχε ένα φοβερό αμάρτημα. Μόνον ένα. Επιδίδονταν σε μια ασέλγεια και
γι' αυτό τιμωρήθηκαν. Τώρα όμως γίνονται αναρίθμητα αμαρτήματα και σαν αυτό και ακόμη
χειρότερα. Σε ερωτώ λοιπόν: Ο Θεός που τότε άφησε να ξεσπάση η οργή Του και δεν
δυσωπήθηκε ούτε από την ικεσία τού Αβραάμ ούτε από τον Λωτ που κατοικούσε στην πόλι και
που τις ίδιες τις θυγατέρες του εξέθεσε προκειμένου να διάσωση την τιμή των δύο απεσταλμένων
Του, πως τώρα θα μας λυπηθή με τόσα αμαρτήματα; Τα λόγια αυτά, ότι δεν υπάρχει κόλασις,
είναι αστεία, φλυαρίες, πλάνη και απάτη τού διαβόλου.

Θέλεις να σου φέρω και άλλο παράδειγμα; Θα σου φέρω τον γνωστό Φαραώ, τον βασιλέα της
Αιγύπτου. Γνωρίζεις ασφαλώς πως τιμωρήθηκε και πως καταποντίσθηκε και αυτός και τα άρματά
του και το ιππικό του στην Ερυθρά θάλασσα.
Θέλεις και άλλα παραδείγματα, γιατί θα μου πης ότι εκείνος ήταν πολύ ασεβής. Και πράγματι
ήταν ασεβής. Γι' αυτό θα σου δείξω πως τιμωρήθηκαν άλλοι που πίστευαν και ήταν κοντά στον
Θεόν. Άκουσε τι λέγει ο Παύλος: Ας μη πορνεύουμε, όπως και μερικοί από αυτούς (τους
Ισραηλίτες στην έρημο), και εξ αιτίας αυτού θανατώθηκαν σε μία ημέρα εικοσιτρείς χιλιάδες. Και
ας μη γογγύζουμε, όπως μερικοί απ' αυτούς, και απωλέσθησαν από τον εξολοθρευτή άγγελο. Και
ας μη πειράζουμε τον Χριστόν, όπως μερικοί απ' αυτούς, και θανατώθηκαν από τα φίδια (Α' Κορ.
ι', 810).
Αν λοιπόν είχε τέτοιο ολέθριο αποτέλεσμα η πορνεία και ο γογγυσμός, τι ολέθριες συνέπειες θα
έχουν τα ιδικά μας αμαρτήματα;
Εάν όμως ο Θεός τώρα δεν τιμωρή αμέσως, μη θαυμάσης. Εκείνοι δεν ήξεραν τίποτε για
μελλοντική κόλασι, γι' αυτό και έτιμωρούντο την ίδια ώρα. Εσύ όμως όσες αμαρτίες διαπράττεις,
και αν καθόλου δεν τιμωρηθής εδώ, θα τις πλήρωσης εκεί. Έπειτα σκέψου και τούτο: Εάν
εκείνους, τους Ισραηλίτες, που ευρίσκονταν σε νηπιακή πνευματική κατάστασι και δεν διέπραξαν
τόσο μεγάλες αμαρτίες, τους τιμώρησε πολύ, πως λοιπόν εμάς θα μας λυπηθή; Κάτι τέτοιο θα
ήταν παράλογο. Εμείς, έστω και αν διαπράττουμε τις ίδιες αμαρτίες, αξίζουμε μεγαλύτερη κόλασι.
Γιατί; Διότι γευθήκαμε περισσότερη Χάρι. Όταν λοιπόν είμαστε ένοχοι για περισσότερα και
μεγαλύτερα αμαρτήματα, πως δεν θα τιμωρηθούμε;
Θα πω και κάτι άλλο για τους Ισραηλίτες. Και ας μη νομίση κανείς ότι τους θαυμάζω ή ότι τους
συγχωρώ. Μη γένοιτο! Όταν ο Θεός τιμωρή, εκείνος που θα κρίνη διαφορετικά, το κάνει από
σκέψι διαβολική. Όχι, δεν τους επαινώ, ούτε τους συγχωρώ, αλλά θέλω να δείξω την δική μας
κακία. Εκείνοι λοιπόν έπεφταν μεν στην πορνεία, αλλά μόλις είχαν βγή από το κακό περιβάλλον
της Αιγύπτου, και καλά καλά δεν είχαν ακούσει τι κακό είναι η πορνεία. Ενώ εμείς έχουμε
παραλάβει από τις προηγούμενες γενεές τις σωτήριες διδασκαλίες. Κατά συνέπεια αξίζουμε
περισσότερη κόλασι.
Θέλεις να ακούσης και μερικά ακόμη, όσα έπαθαν δηλαδή οι Ισραηλίτες — πείνες, λοιμώδεις
αρρώστειες, πολέμους, αιχμαλωσίες — στην εποχή των Βαβυλωνίων, των Ασσυρίων, των
Μακεδόνων, του Αδριανού και τού Βεσπασιανού; Θέλω, αγαπητέ, να σου τα διηγηθώ, αλλά μη
φύγης μακρυά.
Προηγουμένως θα σου διηγηθώ κάποιο άλλο: Είχε πέσει κάποτε πείνα, και ο βασιλεύς εβάδιζε
στο τείχος της Σαμάρειας. Τον πλησιάζει μία γυναίκα και δείχνοντας του μίαν άλλη, του λέγει:
Βασιλεύ,. αυτή η γυναίκα μου είπε: Να ψήσουμε σήμερα και να φάμε τον δικό σου γυιό, και
αύριο τον δικό μου. Και ψήσαμε και φάγαμε τον δικό μου, αλλά τον δικό της δεν τον δίνει (Δ'
Βασιλ. στ',26 28). Ποια συμφορά χειρότερη από αυτή μπορούσε να υπάρξη. Και άλλου
σημειώνει ο Προφήτης: Χέρια ευσπλαγχνικών γυναικών έψησαν τα παιδιά τους (Θρήνοι, δ',10).
Τέτοια τιμωρία υπέστησαν οι Ιουδαίοι. Εμείς λοιπόν δεν θα υποστούμε πολύ μεγαλύτερη;
Θέλεις να ακούσης και άλλες Ιουδαϊκές συμφορές; Διάβασε τα βιβλία που έγραψε ο ιστορικός
Ιώσηπος, και τότε θα μάθης όλη εκείνη την τραγωδία (της καταστροφής της Ιερουσαλήμ — 70 μ.
Χ.). Ανάμεσα στα άλλα δεινά έπεσαν σε τόση φοβερή πείνα, που αναγκάσθηκαν να φάγουν και
τις ζώνες τους και τα υποδήματα τους και άλλα πιο βδελυκτά πράγματα. Όλα η ανάγκη τα
ωδηγούσε στο στόμα, όπως σημείωσε κάπου ο συγγραφεύς αυτός. Και δεν σταμάτησαν σ' αυτά,
αλλά έφθασαν στο σημείο να φάγουν τα ίδια τα παιδιά τους!
Ίσως έτσι σε πείσουμε ότι υπάρχει κόλασις. Σκέψου; Εάν εκείνοι κολάζονταν, εμείς γιατί να μη
κολασθούμε; Και πως είναι λογικό να μη κολαζώμαστε, την στιγμή που διαπράττουμε χειρότερα
αμαρτήματα; Το πράγμα είναι απλούν: Δεν τιμωρούμεθα, διότι μας περιμένει η μελλοντική
κόλασις. Υπάρχει άμεση σχέσις μεταξύ αμαρτίας και κολάσεως. Και πριν από την μελλοντική
κόλασι, οι πονηροί και οι αμαρτωλοί κολάζονται εδώ.
Βλέπεις έναν άνθρωπο που απολαμβάνει πολυτελή φαγητά και φορεί μεταξωτά ρούχα και
προχωρεί έφιππος και με συνοδεία και καμαρώνει στην αγορά. Μη σταματήσης στα εξωτερικά,
αλλά άνοιξε και παρατήρησε την συνείδησί του, και θα ίδής εκεί μέσα πολύ θόρυβο από
αμαρτίες, συνεχή φόβο, αναταραχή. Θα ιδής να κάθεται η συνείδησις σαν δικαστής σε βασιλικό
θρόνο και οι λογισμοί να παραστέκουν σαν δήμιοι και να κρέμα την διάνοια και να την τιμωρή
και να την πληγώνη για τα αμαρτήματα και να φωνάζη δυνατά. Και όλα αυτά χωρίς κανείς να τα
αντιλαμβάνεται, παρά μόνο ο Θεός.

Ο μοιχός επί παραδείγματι, όσο πλούσιος και αν είναι, όσο και αν δεν τον κατηγορή κανείς, δεν
παύει μέσα του να κατηγορή ο ίδιος τον εαυτό του. Η ηδονή που απήλαυσε υπήρξε πρόσκαιρη,
ενώ η οδύνη διαρκής. Από παντού τον περικυκλώνει φόβος και τρόμος, υποψία και αγωνία.
Φοβάται τα στενά δρομάκια, τρέμει τις σκιές, τρέμει τους υπηρέτες του, αυτούς που γνωρίζουν
την υπόθεσι, αυτούς που την αγνοούν, την αδικημένη γυναίκα, τον ατιμασμένο σύζυγο.
Όπου και να πάη, περιφέρει μαζί του σαν αμείλικτο κατήγορο, την συνείδησί. Μόνος του
καταδικάζει τον εαυτό του, και δεν μπορεί καν να πάρη αναπνοή. Είτε ευρίσκεται στο κρεββάτι
είτε στο τραπέζι είτε στην αγορά είτε στο σπίτι είτε ήμερα είτε νύχτα, ακόμη και στα όνειρα
βλέπει την αμαρτία πού διέπραξε και ζει την ζωή τού Κάϊν, στενάζοντας και τρέμοντας όπως
εκείνος. Και ενώ κανείς δεν το γνωρίζει, αυτός κουβαλάει μέσα του φωτιά.
Παρόμοια πάσχουν και οι άρπαγες και οι πλεονέκτες. Επίσης και οι μέθυσοι, και γενικώς καθένας
που ζει μέσα στην αμαρτία. Διότι είναι αδύνατο να καταργηθή το δικαστήριο της συνειδήσεως.
Όταν λοιπόν δεν ζούμε μέσα στην αρετή, υποφέρουμε γι' αυτό. Όταν ζούμε μέσα στην κακία,
μόλις σταματήση η ηδονή της αμαρτίας αρχίζει η οδύνη.
Και αν ακόμη δεν υπήρχε κόλασις, το να χάση κανείς τον παράδεισο, μικρή κόλασις είναι; Μικρή
τιμωρία είναι το να μη καταταγή στην χορεία των εισερχομένων στον παράδεισο; Το να στερηθή
από την ανέκφραστη εκείνη δόξα; Το να άποκλεισθή από εκείνη την πανηγύρι και τα ανεκλάλητα
αγαθά και να πεταχθή έξω;
Γνωρίζω ότι πολλοί φρίττουν και τρέμουν μόλις σκεφθούν την κόλασι. Εγώ όμως την έκπτωσι
από την δόξα τού παραδείσου την θεωρώ πολύ πικρότερη από την κόλασι. Εάν βέβαια δεν είναι
δυνατόν να παρουσιασθή αυτό με λόγια, δεν έχει σημασία. Άλλωστε δεν γνωρίζουμε την
μακαριότητα εκείνων των αγαθών, ώστε να κατανοήσουμε ακριβώς και την αθλιότητα που έχει η
στέρησίς τους. Ο Παύλος όμως που τα εγνώριζε αυτά με ακρίβεια, μας βεβαιώνει πως η έκπτωσις
από την δόξα τού Χριστού είναι το χειρότερο απ' όλα. Εμείς αυτό θα το αντιληφθούμε, όταν τύχη
και το δοκιμάσουμε στην πράξι.
Αλλά ας μη πάθουμε ποτέ τέτοιο πράγμα, ω Μονογενή Υιέ τού Θεού, και ας μη γευθούμε ποτέ
την ανυπόφορη κόλασι.
Πόσο κακό είναι να χάσουμε εκείνα τα αγαθά, δεν μπορεί κανείς εύκολα να το περιγράψη. Εγώ
όμως όσο μου είναι δυνατό, θα προσπαθήσω και θα αγωνισθώ να σας το παρουσιάσω κάπως με
ένα παράδειγμα.
Ας υποθέσουμε ότι υπάρχει ένα αξιοθαύμαστο παιδί, που μαζί με την αρετή έχει και την βασιλεία
όλης της οικουμένης. Και είναι τόσο πολύ ενάρετο προς όλους, ώστε να μπορή να τους κάνη
όλους να το αγαπούν στοργικά, σα να ήταν πατέρες του· να το βλέπουν με πατρική φιλοστοργία
να το νιώθουν σαν παιδί τους.
Φαντασθήτε τώρα τι δεν θα είναι έτοιμος να υποστή με ευχαρίστησι ο ιδικός του πατέρας, για να
μη χάση την σχέσι του και την συντροφιά του! Τι μικρό ή μεγάλο κακό δεν θα είναι έτοιμος να
δοκιμάση, προκειμένου να το βλέπη και να το απολαμβάνη;
Κάτι παρόμοιο ας σκεπτώμαστε και για εκείνη την δόξα. Δεν είναι τόσο ποθητό και αγαπητό στον
πατέρα το παιδί, όσο ενάρετο και αν είναι, σαν την απόκτησι εκείνων των αγαθών, σαν το
αναλύσαι και συν Χριστώ είναι (Φιλιπ. α',23), να φύγη δηλαδή κανείς από αυτήν την ζωή και να
πάη κοντά στον Χριστόν.
Η γέεννα και η κόλασις είναι ένα πράγμα αφόρητο. Πλην όμως, έστω και αν βάλη κανείς
αναρίθμητες κολάσεις, τίποτε δεν ισοδυναμεί με το να χάσουμε την μακαρία εκείνη δόξα, το να
μισηθούμε από τον Χριστόν, το να ακούσουμε δεν σάς γνωρίζω (Λουκ. ιγ',27), το να
κατηγορηθούμε ότι Τον είδαμε πεινασμένο και δεν Τον εθρέψαμε. Θα ήταν προτιμότερο να
υποστούμε αναρίθμητους κεραυνούς, παρά να ιδούμε το πρόσωπο εκείνο το ήμερο να
μας αποστρέφεται και το γαλήνιο μάτι να μη ανέχεται να μας βλέπη.
Δεν βλέπεις ότι μερικοί έχουν περιπέσει σε συμφορές, είναι ανάπηροι στο σώμα και υποφέρουν
τα πάνδεινα, ενώ άλλοι καλοπερνούν; Μερικοί που διέπραξαν φόνους τιμωρούνται, ενώ άλλοι
ξεφεύγουν την τιμωρία. Μερικοί από τους μοιχούς τιμωρούνται, ενώ άλλοι πεθαίνουν
ατιμώρητοι. Αλλά και πόσοι τυμβωρύχοι δεν διέφυγαν την τιμωρία; Πόσοι ληστές; Πόσοι
πλεονέκτες; Πόσοι κλέπτες και άρπαγες;
Όταν λοιπόν ιδής ανθρώπους που διέπραξαν τα ίδια αμαρτήματα ή και περισσότερα, και μένουν
ατιμώρητοι, θα πρέπη θέλοντας και μη να παραδεχθής ότι υπάρχει κόλασις, γιατί φυσικά ο Θεός

δεν είναι προσωπολήπτης (Πράξ. ι',34).
Δεν θα ήταν δίκαιος ο Θεός, αν άφινε ατιμώρητους τόσο μεγάλους αμαρτωλούς και
βασανισμένους τόσους ενάρετους, εάν δεν είχε ετοιμάσει και για τους μεν και για τους δε μια
άλλη μελλοντική κατάστασι.
Ακόμη και οι ποιηταί, οι φιλόσοφοι, οι λογογράφοι και όλοι γενικώς οι άνθρωποι εφιλοσόφησαν
για την μελλοντική ανταπόδοσι, και ωμίλησαν για τις τιμωρίες που υπάρχουν στον άδη. Αν και
βεβαίως δεν μπόρεσαν αυτά να τα παρουσιάσουν επακριβώς, διότι εκινήθησαν από σκέψεις, ιδέες
και παρακούσματα των αληθινών ιδικών μας δογμάτων, εν τούτοις πήραν μια κάποια εικόνα της
κρίσεως.
Έτσι ομιλούν για Κωκυτούς και Πυριφλεγέθοντας ποταμούς και για το νερό της Στυγός και για
τον Τάρταρο που απέχει τόσο από την γη, όσο η γη από τον ουρανό και για πολλά άλλα είδη
κολάσεων.
Μερικοί λέγουν: Γιατί ο Θεός δεν τιμωρεί εδώ τους αμαρτωλούς; Τους απαντούμε: Για να δείξη
την μακροθυμία Του. Για να χορήγηση σωτηρία δια της μετανοίας. Για να μη εξαφανισθή το
ανθρώπινο γένος. Για να μη στερήση της σωτηρίας όσους μπορούν να δείξουν θαυμαστή
μεταβολή. Διότι, εάν αμέσως μόλις διεπράττετο η αμαρτία τιμωρούσε και εθανάτωνε, πως θα
σωζόταν ο Παύλος, πως ο Πέτρος, οι κορυφαίοι αυτοί διδάσκαλοι της οικουμένης; Πως θα
κέρδιζε ο Δαβίδ την σωτηρία με την μετάνοια του; Πως οι Γαλάτες; Πως τόσοι άλλοι;
Για τον λόγο αυτό ούτε όλους τους τιμωρεί εδώ, αλλά μερικούς, ούτε όλους τους τιμωρεί εκεί.
Τον ένα τον τιμωρεί εδώ, τον άλλον εκεί, ώστε με την τιμωρία να διεγείρη όσους ευρίσονται σε
μεγάλη αναισθησία, και με την ατιμωρησία να μας κάνη να περιμένουμε τον μέλλοντα αιώνα.
Δεν βλέπεις ότι πολλοί τιμωρούνται σ' αυτήν την ζωή, όπως αυτοί που πλακώθηκαν από τον
πύργο (Λουκ. ιγ', 4), όπως εκείνοι που το αίμα τους ο Πιλάτος το ανέμειξε με το αίμα των θυσιών
που προσέφεραν στον Ναό (Λουκ. ιγ', 1), όπως εκείνοι οι Κορίνθιοι που εθανατώθηκαν πρόωρα,
διότι επλησίασαν στην Θεία Κοινωνία αναξίως (Α' Κορ. ια', 30), όπως ο Φαραώ, όπως οι Ιουδαίοι
που κατεσφάγησαν από τους βαρβάρους, όπως τόσοι άλλοι και τότε και τώρα και πάντοτε;
Ενώ άλλοι με πολλές αμαρτίες, έφυγαν από την ζωή αυτή, χωρίς να τιμωρηθούν, όπως ο
πλούσιος της παραβολής, όπως άλλοι πολλοί.
Αυτά βεβαίως τα ενεργεί ο Θεός, για να ξυπνήση αφ' ενός όσους δυσπιστούν στα μέλλοντα και
για να κάνη αφ' έτερου τους πιστούς, από αμελείς, πιο πρόθυμους. Διότι ο Θεός είναι κριτής
δίκαιος και ισχυρός και μακρόθυμος, και δεν επιφέρει την τιμωρία καθημερινά (Ψαλμ. ζ',11). Εάν
όμως περιφρονήσουμε την μακροθυμία Του, θα έλθη καιρός που καθόλου δεν θα μακροθυμήση,
αλλά αμέσως θα επιφέρη την καταδίκη.
Ας μη το ρίξουμε λοιπόν στα γλεντοκοπήματα και για μία στιγμή — μία στιγμή είναι όλη η επίγεια
ζωή μας — καταλήξουμε στην ατέλειωτη και αιωνία κόλασι. Αλλά μία στιγμή ας κουρασθούμε,
για να είμαστε συνεχώς στεφανωμένοι. Δεν βλέπετε και στα βιωτικά θέματα, οι περισσότεροι
άνθρωποι έτσι σκέπτονται, και προτιμούν τον μικρό κόπο χάριν της μεγάλης αναπαύσεως, αν και
μερικές φορές τα πράγματα έρχονται αντίθετα.
Τι λόγο λοιπόν θα δώσουμε, πες μου, όταν στα βιωτικά προτιμούμε τον κόπο για να επιτύχουμε
μικρή ανάπαυσι ή και καμμία, διότι είναι αβέβαιο το μέλλον, ενώ στα πνευματικά κάνουμε το
αντίθετο, και έτσι με μία μικρή αμέλεια και ραθυμία μας καταλήγουμε σε απερίγραπτη κόλασι; Γι'
αυτό σάς παρακαλώ όλους, έστω και αργά να τινάξετε από πάνω σας αυτόν τον λήθαργο. Διότι
τον καιρό εκείνο δεν θα μπόρεση κανείς να μας γλυτώση. Ούτε αδελφός ούτε πατέρας ούτε
φίλος ούτε γείτονας ούτε κανείς άλλος· αλλά αν καταδικασθούμε από τα έργα μας, όλα θα
χαθούν και οπωσδήποτε θα απολεσθούμε.
Πόσο εθρήνησε εκείνος ο πλούσιος και πόσο παρεκάλεσε τον Πατριάρχη Αβραάμ να τού στείλη
τον Λάζαρο για να τού δροσίση την γλώσσα! Αλλά άκου τι έλεγε προς αυτόν ο Αβραάμ: Ανάμεσα
μας υπάρχει χάος, ώστε και αν ακόμη θέλουμε, να μη μπορούμε να έρθουμε εκεί (Λουκ. ιστ',
26). Πόσο παρεκάλεσαν εκείνες οι παρθένες τις συνομήλικες τους για λίγο λάδι! Αλλά άκου τι
απάντησι πήραν: Δεν σας δίνουμε, μη τυχόν και δεν επαρκέση και για σας και για μας (Ματθ.
κε',8). Και έτσι κανείς δεν μπόρεσε να τις εισαγάγη στον νυμφώνα.
Ας τα σκεπτώμαστε λοιπόν αυτά και ας επιμελούμεθα τη ζωή μας. Γιατί, όσους κόπους και να
υποστής και όσες τιμωρίες, δεν έχουν καμμία σύγκρισι προς τα μελλοντικά αγαθά.
Και από την άλλη πλευρά, βάλε εμπρός σου φωτιά και σίδερο και θηρία και ό,τι φοβερώτερο· όλα

αυτά ούτε σκιά είναι εν συγκρίσει προς τα μελλοντικά βασανιστήρια. Διότι αυτά όταν μας
επιπέσουν με σφοδρότητα, γίνονται πιο ελαφρά, και φέρουν γρήγορα την απαλλαγή, γιατί το
σώμα δεν βαστά την σφοδρή και παρατεταμένη τιμωρία. Εκεί όμως συνυπάρχουν και τα δύο και
η παράτασις και η σφοδρότης, τόσο στην χαρά όσο και στην λύπη.
Όσο υπάρχει καιρός ας προφθάσουμε το πρόσωπο Του με εξομολόγησι (Ψαλμ. 94,2), ώστε να
Τον ιδούμε τότε ήμερο και γαλήνιο απέναντι μας και να γλυτώσουμε από εκείνες τις δυνάμεις τις
απειλητικές. Δεν βλέπεις εδώ τους δημίους που εκτελούν τις διαταγές των αρχόντων, πως
σύρουν τους κατάδικους, πως τους μαστιγώνουν, πως σχίζουν τις πλευρές τους, πως πλησιάζουν
τις λαμπάδες, πως αποκόπτουν και σφάζουν!
Όλα αυτά είναι παιγνίδια και αστεία σε σύγκρισι με τις μελλοντικές τιμωρίες. Διότι αυτές οι
κολάσεις είναι προσωρινές, ενώ εκεί ούτε το σκουλήκι σταματά ούτε η φωτιά σβήνει.
Επειδή άκουσες φωτιά, μη νομίσης ότι πρόκειται για φωτιά όμοια με την υλική, γιατί η υλική
φωτιά σ' όποιον πέση τον καίει και τον εξοντώνει και κατά συνέπεια παύει μετά να αισθάνεται
κάψιμο. Ενώ εκείνη η φωτιά όποιους περιλάβη θα τους καίη συνεχώς και ποτέ δεν θα σταματά,
γι' αυτό και ονομάζεται άσβεστη — πυρ άσβεστον (Μαρκ. θ', 43).
Στην μελλοντική ζωή και οι αμαρτωλοί θα γίνουν άφθαρτοι, όχι για τιμή, αλλά για να
τιμωρούνται συνεχώς. Αυτό το πράγμα πόσο είναι φοβερό, δεν μπορεί να το παρουσίαση ο λόγος, αλλά από μερικά παραδείγματα είναι δυνατόν να πάρουμε κάποια μικρή ιδέα.
Εάν καμμία φορά μπήκες μέσα σε λουτρό που έτυχε να καίη περισσότερο από ό,τι έπρεπε,
σκέψου τι θα είναι η φωτιά της κολάσεως. Και εάν κάποτε αρρώστησες και είχες πολύ υψηλό
πυρετό, φαντάσου τι θα είναι η φλόγα εκείνη της κολάσεως. Εάν το καυτό λουτρό και ο υψηλός
πυρετός μας ταλαίπωρη και μας αναστατώνη, πως θα αντιμετωπίσουμε τον ποταμό της φωτιάς,
όταν πέσουμε μέσα του; Τον ποταμό που κυλάει εμπρός στο φοβερό δικαστήριο.
Άκου πως ομιλούν οι προφήτες για την ημέρα εκείνη: Η ημέρα τού Κυρίου είναι αδυσώπητη,
γεμάτη από θυμό και οργή (Ήσα. ιγ',9). Κανείς τότε δεν μπορεί να μας συμπαρασταθή, κανείς
δεν μπορεί να μας γλυτώση. Πουθενά δεν θα βλέπης τότε το πρόσωπο τού Χριστού το ήμερο και
γαλήνιο. Αλλά όπως αυτοί που τιμωρούνται να δουλεύουν στα μεταλλεία, παραδίνονται σε
σκληρούς ανθρώπους και κανέναν δεν βλέπουν από τους ιδικούς των, παρά μόνο τους
αυστηρούς επιστάτες, έτσι θα συμβαίνη και τότε· η καλύτερα, θα συμβαίνη κάτι πολύ πιο άσχημο
και πιο φοβερό. Διότι εδώ μπορείς να πας στον βασιλέα και να τον παρακάλεσης, και έτσι να
απαλλάξης τον κατάδικο από την ποινή. Εκεί όμως όχι.
Εκεί δεν υπάρχει συγχώρησις, αλλά κάθε κατάδικος ψήνεται και έχει τόσο πόνο που δεν είναι
δυνατόν να τον έκφραση. Εάν εδώ δεν μπορή κανείς λόγος να παραστήση τους δριμείς πόνους,
πολύ περισσότερο εκεί. Διότι εδώ σε λίγες στιγμές γίνεται ό,τι έχει να γίνη, ενώ εκεί καίεται το
σώμα, χωρίς να φθείρεται και να λυώνη.
Τι θα κάνουμε λοιπόν εκεί; Το λέγω και για τον εαυτό μου. Θα ειπή κάποιος: Αν εσύ ο
διδάσκαλος σκέπτεσαι πως θα πας στην κόλασι, εγώ δεν θα πρέπη να καταβάλω καμμία
φροντίδα. Τι το αξιοθαύμαστο να κολασθώ και εγώ; Μη σκέπτεσθε, σας παρακαλώ, τέτοιες
παρηγοριές. Αυτό δεν φέρει καμμία άνακούφισι.
Πέστε μου· ο διάβολος δεν ήταν άγγελος; Δεν ήταν ανώτερος από τους ανθρώπους; Υπέστη
όμως πτώσι. Μπορεί λοιπόν να παρηγορηθή κάποιος, επειδή θα κολάζεται μαζί με αυτόν;
Ασφαλώς όχι.
Είναι πολύ απατηλός αυτός ο λόγος, το να νομίζη κανείς παρηγοριά την κόλασι μαζί με όλους
τους άλλους, και να λέγη, όπως όλοι, έτσι και εγώ. Και γιατί να αναφέρω την μελλοντική κόλασι;
Σκέψου αυτούς που έχουν δυνατούς πόνους στα πόδια — ποδαλγίαν — και δοκιμάζουν δριμεία
οδύνη. Αν την ώρα της οδύνης τους δείξης άλλους που υποφέρουν χειρότερα, ούτε που σε
προσέχουν. Ο υπερβολικός ιδικός τους πόνος δεν αφίνει την σκέψι τους να ασχοληθή με τους
άλλους και να βρουν έτσι παρηγοριά.
Ας μη τρεφώμεθα λοιπόν με απατηλές ελπίδες. Μπορεί κανείς να παρηγορηθή από τα κακά του
πλησίον, όταν το πάθημα είναι μέτριο. Όταν όμως η οδύνη είναι υπερβολική, και όλος ο ψυχικός
κόσμος είναι γεμάτος ζάλη και ταραχή και η ψυχή δεν μπορεί ούτε τον εαυτό της να γνωρίση,
τότε από που να άντληση παρηγοριά;
Είναι ελεεινή η κατάστασις στην κόλασι. Υπάρχουν εκεί σκοτάδι και βρυγμός των οδόντων και
δεσμά άλυτα και σκουλήκι που δεν πεθαίνει και φωτιά που δεν σβήνει και θλίψις και στενοχώρια
και γλώσσες που φλογίζονται και τηγανίζονται, όπως τού πλουσίου της παραβολής! Θα θρηνούμε

και κανένας δεν θα μας ακούη, θα στενάζουμε και θα βογγούμε από τον πόνο, και κανένας δεν
θα μας προσεχή. Θα κοιτάζουμε γύρω μας, και πουθενά παρηγοριά. Τότε πως να θεωρήσουμε
όσους ευρίσκονται σ' αυτή την κατάστασι; Τι πιο άθλιο από αυτές τις ψυχές; Τι πιο ελεεινό;
Εάν κάποτε μπούμε σε δεσμωτήριο και άλλους τους ιδούμε αδύνατους και χλωμούς, άλλους
δεμένους με σιδερένιες αλυσίδες, άλλους κλεισμένους σε όλο σκοτεινά κελλιά,
κατασυγκινούμεθα, φρίττουμε, κάνουμε το παν για να μη δοκιμάσουμε κι' εμείς τέτοια
ταλαιπωρία και θλίψι.
Αλλ' όταν θα οδηγηθούμε δεμένοι στα βασανιστήρια της κολάσεως, ποια θα είναι η θέσις μας; Τι
θα κάνουμε τότε; Διότι τα δεσμά εκείνα δεν είναι φτιαγμένα από σίδερο, αλλά από φωτιά. Από
φωτιά άσβεστη. Κι' εκείνοι που θα μας επιτηρούν δεν θα είναι άνθρωποι όμοιοι μ' εμάς, που ίσως
καμμιά φορά μαλακώνουν, αλλά σκληροί και φοβεροί άγγελοι, τους οποίους ούτε να κοιτάξη
μπορεί κανείς. Άγγελοι γεμάτοι οργή για όσα εξυβρίσαμε τον Δεσπότη.
Δεν υπάρχει δυνατότης, όπως συμβαίνει εδώ, να έρθουν επισκέπτες και να φέρουν χρήματα ή
τροφές ή να ειπούν λόγια παρηγοριάς. Όλα εκεί είναι χωρίς επιείκεια. Ακόμη και αν ο Νώε ή ο
Ιώβ ή ο Δανιήλ έχουν ιδικούς τους κολασμένους, δεν τολμούν να τους συμπαρασταθούν και να
τους δώσουν χέρι βοηθείας. Διότι τότε θα παύση να υπάρχη η συμπάθεια της φύσεως και της
συγγενείας.
Συμβαίνει, ενάρετοι πατέρες να έχουν αμαρτωλά παιδιά, και παιδιά καλά να έχουν γονείς κακούς
— το κακό δεν οφείλεται στην φύσι και στην συγγένεια, αλλά στην προαίρεσι — και για να
απολαμβάνουν στον παράδεισο ακεραία την ευφροσύνη, και να μη ταράζωνται από την
συμπάθεια προς τους κολαζομένους, σβήνει από τους ενάρετους η συμπάθεια και αγανακτούν και
αυτοί μαζί με τον Δεσπότη εναντίον των ιδικών τους σπλάγχνων. Και σ' αυτή τη ζωή, μερικοί
γονείς σαν ιδούν τα παιδιά τους φαύλα και έξαχρειωμένα, τα αποκηρύττουν και τα αποκόβουν
από την συγγένεια. Πολύ περισσότερο θα συμβή κάτι τέτοιο στην Κρίσι.
Αν έχης φλόγα σαρκικής επιθυμίας, εννόησε την φλόγα εκείνη της κολάσεως, και θα σου σβήση
αμέσως και θα εξαφανισθή εντελώς.
Αν θέλησης να ειπής κάτι άπρεπο, θυμήσου τον βρυγμό των οδόντων, και αυτό θα σου είναι
χαλινός.
Αν θέλησης να αρπάξης κάτι, άκουσε τον δικαστή να λέγη: Δέσατε τα χέρια του και τα πόδια
του και ρίξτε τον στο σκότος το εξώτερο (Ματθ. κβ', 13). Και έτσι θα αποβάλης αυτή την
επιθυμία.
Αν είσαι σκληρός και άσπλαγχνος, θυμήσου εκείνες τις παρθένες, που έσβησαν οι λαμπάδες
τους από έλλειψι ελαίου (το έλαιο συμβολίζει την ευσπλαχνία) και αποκλείσθηκαν από τον
νυμφώνα. Και έτσι θα γίνης γρήγορα φιλάνθρωπος.
Αν επιθυμής να μεθάς και να διασκεδάζης, άκουσε τον πλούσιο να λέγη: Στείλε τον Λάζαρο,
για να δροσίση με την άκρη τού δακτύλου του την φλογισμένη γλώσσα μου (Λουκ. ιστ', 24) και
να μη γίνεται δεκτό το αίτημα του. Και έτσι γρήγορα θα απομακρυνθής από αυτό το πάθος.
Αν έτσι σκεπτώμαστε και απαντούμε στις πονηρές μας επιθυμίες, γρήγορα θα ξεφύγουμε από την
κακία και θα κατορθώσουμε την αρετή. Θα σβήσουμε τον έρωτα για τα παρόντα και θα
ανάψουμε τον έρωτα για τα μέλλοντα.
Όσα σάς είπα για την κόλασι, δεν σάς τα είπα για να σάς τρομάξω ούτε για να κουράσω τις
ψυχές σας, αλλά για να τις ξεκουράσω και τις σωφρονίσω.
Και εγώ ήθελα να μην υπάρχη κόλασις. Προ πάντων εγώ. Γιατί; Διότι ενώ εσείς τρέμετε και
φοβείσθε ο καθένας για την ιδική σας ψυχή, εγώ αγωνιώ για τόσες ψυχές, για τις οποίες είμαι
υπεύθυνος. Και μου είναι πιο δύσκολο να γλυτώσω την κόλασι.
Ας μη δείχνουμε απιστία στο θέμα της κολάσεως, για να μη καταλήξουμε σ' αυτήν. Όποιος
απιστεί, γίνεται πιο ράθυμος. Και όποιος γίνεται πιο ράθυμος, οπωσδήποτε θα καταλήξη σ' αυτήν.
Αν ενθυμήσθε ό,τι σάς είπα για την κόλασι, θα είναι σαν να χρησιμοποιήτε ένα πικρό φάρμακο,
το οποίο μπορεί να σάς συμμαζεύση την ψυχή, να αποδιώξη την πολιορκία των πονηρών
επιθυμιών και να σάς καθαρίση από κάθε κακία. Αρκεί να το έχετε συνεχώς στο μυαλό σας.
Ας το χρησιμοποιούμε λοιπόν αυτό το φάρμακο, για να μας καθαρίση την καρδιά μας, και έτσι
καθαροί ν' αξιωθούμε να ιδούμε όσα οφθαλμός δεν είδε και αυτί δεν άκουσε και μυαλό
άνθρωπου δεν σκέφθηκε (Α' Κορ. β', 9). Είθε όλοι να αξιωθούμε αυτών των αγαθών, χάριτι και

φιλανθρωπία τού Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, μεθ' ου τω Πατρί, άμα τω αγίω Πνεύματι, δόξα,
κράτος, τιμή, νυν και άεί και εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ : ΦΛΕΓΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ εκδ. ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ

Η ΛΥΣΗ ΣΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΠΑΤΗΣΗ
ΤΩΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΩΝ ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:

ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Δ. ΧΑΡΩΝΗ- ΟΥΡΑΝΙΑΣ Α. ΛΑΝΑΡΑ
ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΤΟΜΟΣ Γ’ ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ-ΠΙΣΤΗ
ΑΘΗΝΑ 1995

3423. «Και τούτο της του Θεού κηδεμονίας έργον εγένετο, το τους μεν πόνους και τους ίδρωτας
τω βραχεί τούτω και επικήρω συγκληρώσαι βίω, τα δε βραβεία και τους στεφάνους τω αθανάτω
και αγήρω παρεκτείναι αιώνι».
3423. Κι' αυτό υπήρξε έργο της κηδεμονίας του Θεού, το να ενώσει δηλαδή με τη σύντομη και πρόσκαιρη
αυτή ζωή τους κόπους και τους ίδρωτες, τα δε βραβεία και τα στεφάνια να τα παρατείνει σ' εκείνο τον αθάνατο και αγήραστο αιώνα.
(Εις Ψαλμό Δ', 9, ΕΠΕ 5,178- MG 55, 55ι).

3424. «Τοιαύτα αεί τα παρά του Θεού οικονομούμενα, θαυμαστά και παράδοξα. Και όταν παρά
των ανθρώπων απογνώσθη τα πράγματα, τότε αυτός δείκνυση αυτού την άμαχον εν άπαση
δύναμιν. . . Θεός γαρ ην ο τα πάντα εργασάμενος, ο και εν απόροις πόρο διδούς και τα πράγματα
εξ απεγνωσμένων εις ελπίδα χρηστή άγειν αεί δυνάμενος. . . Τοιούτος γαρ ευμήχανος ο δεσπότης
ο ημέτερος. Όταν συγχωρήσει κορυφωθήναι τα δεινά, τότε πάλιν διασκεδάσας τον χειμώνα,
γαλήνη εργάζεται και πολλή των πραγμάτων την μεγαβολή διδάσκων ημάς της αυτού δυνάμεως
το μέγεθος».
3424. Τέτοια είναι πάντοτε τα οικονομούμενα από το Θεό, θαυμαστά και παράδοξα. Όταν τα ανθρώπινα
πράγματα φθάσουν στο απροχώρητο, τότε Αυτός φανερώνει την ακατανίκητη σε όλα δύναμή Του. . . Γιατί ο
Θεός ήταν εκείνος που εδημιούργησε και έκαμε τα πάντα, και στο αδιέξοδο έδωσε διέξοδο και ο Ίδιος είναι
Εκείνος που μπορεί από την απελπισία να οδηγήσει τα πράγματα σε αγαθή ελπίδα. . . Τόσο επινοητικός είναι
ο Κύριος μας. Όταν επιτρέψει να κορυφωθούν τα δεινά, τότε πάλι, αφού σταματήσει την τρικυμία,
ξαναφέρνει τη γαλήνη και μεγάλη μεταβολή στα πράγματα, διδάσκοντας σ’ εμάς το μέγεθος της δυνάμεώς
Του.
(Εις Γέν. , ομιλία ΛΒ', 7-8, ΕΠΕ 3, 382-384- MG53, 303-304).

3426. «Πολλή γαρ η του Θεού σοφία και εξ αμηχάνων ευρίσκει πόρους».
3426. Είναι μεγάλη η σοφία του Θεού και βρίσκει διέξοδο και εκεί που υπάρχουν αδιέξοδα
(Εις Ψαλμό ΡΛΔ', 3, ΕΠΕ 7,144- MG 55, 392).

3427. «Ου γαρ προλαμβάνεται ημίν ο δεσπότης υπό της των πραγμάτων δυσκολίας, καν εις
έσχατο όλεθρο πάντα κατενεχθεί. Δυνατό γαρ αυτώ και τους πεπτωκότας εγείρες και τους

πεπλανημένους επιστρέψαι και τους σκανδαλισθένας διορθώσαι και τους μυρίων πληρωθέντας
αμαρτημάτων απαλλάξαι και δικαίους ποιήσαι και τους νεκρωθέντας ζωογονήσαι και τα κατασκαφέντα λαμπρότερα εργάσασθαι και τα παλαιωθέντα ανανεώσαι. Ει γαρ τα μη όντα ποιεί
γενέσθαι και τοις μηδαμού μηδαμώς φαινομένους χαρίζεται το είναι πολλώ μάλλο τα όντα και
γενόμενα διορθώσεται».
3427. Δεν εμποδίζεται ο Κύριος να μας βοηθήσει από τη δυσκολία των πραγμάτων, ακόμη κι' αν όλα φθά σουν
στη χειρότερη καταστροφή. Του είναι δυνατό και τους πεσμένους να σηκώσει και τους πλανεμένους να
επαναφέρει και τους σκανδαλισμένους να διορθώσει και τους γεμάτους από άπειρα αμαρτήματα να
απαλλάξει και να κάμει δικαίους και τους νεκρούς να ζωογονήσει και τα κατασκαμμένα να τα κάμει λαμ πρότερα και τα παλιωμένα να ανανεώσει. Γιατί, εφόσον δημιουργεί τα ανύπαρκτα και χαρίζει την ύπαρξη σ'
εκείνα που δεν φαίνονται καθόλου πουθενά, πολύ περισσότερο θα διορθώσει τα υπάρχοντα και όσα έχουν
γίνει.
(Εις Ολυμπιάδα, επιστολή Ζ', 3α', ΕΠΕ 37, 372- MG 52, 551-552, επιστολή Α'γ').

3428. «Οθεν δήλο, ότι ουκ έστιν ουδείς, ος ουκ απολαύει της του Θεού προνοίας. Ει δε μη πάντες
ομοίως, μηδέ καθ' ένα τρόπο, και τούτο προνοίας μέγιστο ειδός έστι. Προς γαρ το εκάστω
λυσιτελούν και το της προνοίας επιδείκνυται».
3428. Από αυτό είναι ολοφάνερο, ότι δεν υπάρχει κανείς, που δεν απολαμβάνει την Πρόνοια του Θεού. Αν
όμως δεν την απολαμβάνουν όλοι όμοια ούτε κατά ένα ορισμένο τρόπο, και αυτό είναι μέγιστο είδος της
Πρόνοιας του Θεού. Γιατί η θεία Πρόνοια εκδηλώνεται κατά τρόπο που να ωφελούνται όλοι.
(Εις Ματθ. , ομιλία ΚΗ', 3, ΕΠΕ 10, 260-262-MG 57,354).

3429. «Μη τοίνυν αμφίβαλλε περί της του Θεού προνοίας, αλλά θαύμαζε αυτού την κηδεμονία,
ότι καιτοι πονηρών όντων και αγαθών, την οικωνόμενη και τον ήλων πάσιν άνηκε και τους
υετούς δίδωση. Ει δε τινας αφίηση είναι εν πτώχεια και πενία διορθών αυτών την ψυχή αφίηση,
φιλοσοφώτερη την γνώμην εργαζόμενος».
3429. Μην αμφιβάλλεις λοιπόν για την πρόνοια του Θεού, αλλά θαύμαζε την κηδεμονία Του, γιατί, αν και
είμαστε άλλοι κακοί και άλλοι καλοί, μοίρασε σε όλους τη γη και τον ήλιο και δίνει σε όλους τις βροχές. Αν δε
μερικούς τους αφήνει να ζούνε σε φτώχεια και στέρηση, τους αφήνει για να διορθώσει τη ψυχή τους και να
κάνει πιο ευσεβή τη διάθεσή τους.
(Εις Ψαλμό Α', 10, ΕΠΕ 5, 186- MG 55,57 ια').

3431. «Ου τυραννίδι φύσεως τα πράγματα άγεται, αλλά βουλή Θεού πάντα είκει και παραχωρεί.
Αύτη γαρ έστιν η της φύσεως δημιουργός και προς το αυτή δοκούν πάντα τα όντα
μεταρρυθμίζουσα, και νυν μεν ακίνητους αυτών διατηρούσα τους όρους, νυν δε, επειδάν
βουληθεί, ραδίως αυτούς ανασπώσα και προς το εναντίον μεταβάλλουσα».
3431. Τα πράγματα δεν κατευθύνονται από την τυραννική εξουσία της φύσεως, αλλά όλα υποχωρούν και
υποτάσσονται στη βουλή του Θεού. Γιατί αυτή είναι η δημιουργός της φύσεως και ρυθμίζει όλα τα όντα όπως
της φαίνεται καλύτερα και άλλοτε μεν διατηρεί αμετακίνητα τα όριά τους, άλλοτε δε, όταν θελήσει, με πολλή
ευκολία τα μετατρέπει και τα μεταβάλλει προς το αντίθετο.
(Εις Ψαλμός ΡΙ', 2, ΕΠΕ 6, 390- MG 55,

3432. «Τοιαύτα του Θεού τα κατορθώματα· τους μεν εαυτού δούλους εξ απόρων πραγμάτων εις
πολλή άγειν ευκολίαν».
3432. Τέτοια είναι τα κατορθώματα του Θεού· τους δούλους Του από δύσκολες καταστάσεις τους οδηγεί σε
μεγάλη ευκολία.
(Εις Πελαγία, 1, ΕΠΕ 37, 90- MG 50, 581 6').

3433. «Όταν της άνωθεν απολαύωμεν προνοίας, ου μόνο των ανθρώπων των πονηρών διαφυγείν
δυνάμεθα τας επιβουλάς, αλλά και θηρίοις ανημέροις εάν περιπέσουμε, ουδέν υποστησόμαστε
δεινό. Ο γαρ των απάντων Δεσπότης της οικείας δυνάμεως την περιουσία επιδεικνύμενος και
των θηρίων μεταβάλλει την φύσιν και εις προβάτων ημερότητα αυτά μεθίστηση, ουχί της
θηριωδίας αυτά μεθιστές, αλλ' εν αυτή τη φύσει καταλιμπάνων, τα των προβάτων επιδείκνυσθαι
παρασκευάζει. Και ουκ επί των θηρίων μόνο τούτο ίδοι τις αν, αλλά και έπ' αυτών των στοιχείων.

Όταν γαρ αυτός βούληται, και τα στοιχεία αυτά της οικείας ενεργείας επιλανθάνεται και ουδέ
πυρ τα πυρός επιδείκννται».
3433. Όταν απολαμβάνουμε την πρόνοια του Θεού, όχι μόνο των πονηρών ανθρώπων τα εχθρικά σχέδια
μπορούμε να αποφύγουμε, αλλά και σε ανήμερα και άγρια θηρία αν περιπέσουμε, δεν θα πάθουμε κανένα
κακό. Γιατί ο Κύριος των όλων δείχνοντας τη μεγάλη και περίσσεια δύναμή Του, και των θηρίων μεταβάλλει
τη φύση και τη μετατρέπει σε ημερότητα προβάτων, χωρίς να τα κινεί από τη θηριωδία τους, αλλά α φήνοντάς
τα στην ίδια φύση, τα κάνει να συμπεριφέρονται σαν πρόβατα. Κι' αυτό μπορεί να το δει κανείς όχι μόνο στα
θηρία, αλλά και στα ίδια τα στοιχεία της φύσεως. Γιατί, όταν Αυτός θέλει, και τα στοιχεία της φύσεως ξεχνούν
τη δική τους ιδιότητα και ούτε η φωτιά δείχνει την ενέργεια της φωτιάς.
(Εις Γέν. , ομιλία ΝΖ', 4, ΕΠΕ 4, 462-464- MG 54,300).

3434. «Όταν βούληται ο των όλων Δεσπότης την περί ημάς κηδεμονία επιδείξασθαι, και τους
ανημέρως προς ημάς διακειμένους προβάτων ημερότερους εργάζεται».
3434. Όταν θέλει ο Κύριος των πάντων να δείξει τη φροντίδα Του για μας, ακόμη κι' εκείνους που έχουν
άγριες διαθέσεις απέναντι μας, τους κάνει πιο ήμερους και από τα πρόβατα.
(Εις Γέν. , ομιλία ΝΗ' 4, ΕΠΕ 4, 506- MG 54, 511).

3435. «Ωσπερ ποταμός εις μυρία σχιζόμενος μέρη, την υποκείμενη άρδει χώραν, ούτως η του
Θεού πρόνοια πανταχόθεν επιρρεί, δαψιλώς φερομένη και ροιζηδόν επιούσα και πάντα
πληρούσα. Ουκ ασφάλεια δε παρέχει μόνο ημίν, ουδέ βοήθεια αρραγή, αλλά και πνευματική
χαράν».
3435. Όπως ακριβώς το ποτάμι διακλαδιζόμενο σε αμέτρητα μέρη, ποτίζει την εκτεταμένη γη πάνω στην
οποία απλώνεται, έτσι η πρόνοια του Θεού παντού ξεχύνεται, σκορπίζεται με αφθονία, έρχεται με ορμή και
όλα τα γεμίζει. Δεν μας χαρίζει δε μόνο ασφάλεια, ούτε βοήθεια παντοδύναμη, αλλά και πνευματική χαρά.
(Εις Ψαλμό ME', 1 ΕΠΕ 6, 92- MG 55, 205).

3436. «Εις έθνος μέγα ποιήσω σε εκεί». Από γαρ τούτων των εβδομηκονταπέντε ψυχών εις
εξακοσίας χιλιάδας εξετάθη το γένος του Ισραήλ. . . Θαύμαζε και εκπλήττου του Θεού την
πρόνοιαν, και ότι ούχ οιό τε ποτε διαπεσείν τα αυτώ δόξαντα, καν μυρία έτεροι μηχανώνται».
3436. «Θα σε κάμω εκεί έθνος μεγάλο». Γιατί άπ' αυτές τις εβδομήντα πέντε ψυχές επαυξήθηκε το Ισραηλιτικό γένος σε εξακόσιες χιλιάδες. . . Θαύμαζε και δοκίμασε έκπληξη με την πρόνοια του Θεού, γιατί δεν
είναι δυνατό ποτέ να αποτύχουν οι αποφάσεις Του, κι' αν ακόμη άλλοι μηχανεύονται και προβάλλουν
αμέτρητα εμπόδια.

(Εις Γέν. , ομιλία ΞΕ', 2, ΕΠΕ 5,18- MG 54, 561).

3437. «Μη τοίνυν φρόντισες των σων, αλλά άφες αυτά τω Θεώ. Αν γαρ συ φροντίσης, ως
άνθρωπος φροντίζεις· αν δε ο Θεός προνοήσει, ως Θεός προνοεί. Μη φροντίσης αυτών αφείς τα
μείζω, επεί αυτός ου σφόδρα αυτών προνοήσει. Ιν' ουν σφόδρα αυτών προνοή, αυτώ μόνω πάντα
επίτρεψον. Αν γαρ και αυτός αυτά μεταχειρίσει, αφείς τα πνευματικά, ου πολλή αυτών αυτός
ποιήσεται πρόνοιαν. Ιν' ουν και σοι ταύτα ευ διακέηται και φροντίδος απαλλαγής απάσης, έχων
των πνευματικών, υπερόρα των βιωτικών ούτω γαρ και την γην έξεις μετά των ουρανών και των
μελλόντων αγαθών επιτεύξη».
3437. Μη λοιπόν φροντίσεις με αγωνία για τα δικά σου θέματα, αλλά άφησέ τα στο Θεό. Γιατί, αν φροντίσεις
εσύ, φροντίζεις σαν άνθρωπος· αν όμως προνοήσει ο Θεός, προνοεί σαν Θεός. Μη φροντίσεις γι' αυτά,
αδιαφορώντας για τα σπουδαιότερα, γιατί ο Θεός δεν θα δείξει μεγάλο ενδιαφέρον γι' αυτά. Για να προνοεί
λοιπόν σε μεγάλο βαθμό ο Θεός γι' αυτά, εμπιστεύσου όλα αυτά στο Θεό. Γιατί, αν συ ο ίδιος ασχοληθείς με
αυτά αφήνοντας τα πνευματικά, δεν θα δείξει μεγάλο ενδιαφέρον γι' αυτά ο Θεός. Λοιπόν, για να πάνε καλά
τα θέματά σου και να απαλλαγείς από κάθε αγωνιώδη φροντίδα, φρόντισε για τα πνευματικά και
περιφρόνησε τα βιοτικά˙ γιατί έτσι και τη γη θα επιτύχεις μαζί με τον ουρανό και τα μελλοντικά αγαθά θα
κερδίσης.
(Εις Ματθ. , ομιλία ΞΗ', 5, ΕΠΕ 11, 674- MG 58, 648).

3438. «Όταν εκείνος ημίν ευμενής η, καν έπ' αλλοτρίας ούμε, καν πάντων έρημοι, καν μηδενί
γνώριμοι, πάντων εσόμαστε περιφανέστεροι. Ουδέν γαρ μακαριστότερο ανδρός υπό της άνωθεν
χειρός βοηθούμενου».
3438. Όταν ο Θεός είναι ευμενής απέναντί μας, κι' αν ακόμη είμαστε εντελώς μόνοι, κι' αν σε κανένα δεν
είμαστε γνωστοί, όμως θα είμαστε περισσότερο ονομαστοί από όλους. Γιατί κανείς δεν είναι πιο ευτυχισμένος
και αξιομακάριστος από τον άνθρωπο, που βοηθιέται από το χέρι του Θεού.
(Εις Γέν. , ομιλία ΝΣΤ, 6, ΕΠΕ 4, 436-MG 54, 493).

3439. «Μη προς τας ανθρωπίνας καταφεύγουμε δυναστείας, μηδέ την τούτων προστασία
διώκωμεν˙ ουδέν γαρ ταύτης επισφαλέστερο και τούτο η πείρα των πραγμάτων ημάς ικανή
διδάξαι. Και γαρ ορούμε καθ' εκάστην ημέραν οξυρρόπους τας μεταβολάς και εις το εναντίον
άπαντα περιτρεπόμενα και τον εν τη ανωτάτη ευημερία προ μικρού τυγχάνοντα, αθρόον εις
εσχάτην δυσπραγία καταφερόμενο και τα των καταδίκων πολλάκις υπομένοντα. . . Την ελπίδα
πάσαν επί τον Θεόν μεταστήσουμε. Αύτη γαρ βεβαία και ακίνητος και μεταβολή ουκ
επιδεχόμενη, καθάπερ η επί των ανθρώπων».
3439. Ας μην καταφεύγουμε στις ανθρώπινες εξουσίες, ούτε να επιδιώκουμε την προστασία τους. Γιατί τίποτε
δεν υπάρχει επισφαλέστερο από την ανθρώπινη βοήθεια. Κι' αυτό είναι ικανή να μας το διδάξει η πείρα των
πραγμάτων. Γιατί πραγματικά βλέπουμε καθημερινά απότομες μεταβολές και ότι όλα στρέφονται σε
αντίθετες κατευθύνσεις και εκείνος που προ ολίγου απολάμβανε την πιο μεγάλη ευημερία, ξαφνικά τον
βλέπουμε να γκρεμίζεται στην έσχατη δυστυχία και πολλές φορές να υποφέρει, όσα υποφέρουν οι κατάδικοι. .
. Ας μεταφέρουμε λοιπόν ολόκληρη την ελπίδα μας και ας την στηρίξουμε στο Θεό. Γιατί αυτή είναι σταθερή
και αμετακίνητη και δεν επιδέχεται καμιά μεταβολή, σαν εκείνη που στηρίζεται σε ανθρώπους.
(Εις Γέν. , ομιλία ΝΣΤ, 6, ΕΠΕ 4, 436-438- MG 54, 494).

3440. «Είδετε, πόσον εστίν απολαύειν της άνωθεν ροπής; Όταν γαρ αυτός η ευνοϊκά περί ημάς
διακείμενος, πάντα εκποδών γίνεται τα λυπηρά. Ώσπερ γαρ τω δικαίω θάρσος ενέθηκεν, ούτως
εκείνοις φόβον επέσεισε. Δεσπότης γαρ ων πάντα προς ο βούλεται μετασκευάζει και την
ευμήχανο αυτού σοφία δια πάντων επιδείκνυται. Και ουδέν ισχυρότερο αν γένοιτο ποτέ του την
άνωθεν συμμαχία επισπωμένου, ώσπερ ουν ουδέν ασθενέστερο του ταύτης ηρημωμένου».
3440. Είδατε πόσο σπουδαίο πράγμα είναι το να έχει κανείς την άνωθεν βοήθεια; Γιατί, όταν ο Θεός διάκειται
ευνοϊκά προς εμάς, όλα τα λυπηρά φεύγουν μακριά. Δηλαδή, όπως ακριβώς εμφύσησε θάρρος στο δίκαιο
(στον Ιακώβ), έτσι προκάλεσε φόβο σ' εκείνους, τους εχθρούς και άδικους. Γιατί, αφού είναι Κύριος του
παντός, όλα τα αλλάζει σύμφωνα με τη θέλησή Του και με όλα επιδεικνύει και αποδεικνύει την εφευρετική
Του σοφία. Και κανείς δεν θα μπορούσε να γίνει ποτέ ισχυρότερος από εκείνο που έχει την άνωθεν βοήθεια
και συμμαχία, όπως ακριβώς δεν υπάρχει κανένας ασθενέστερος από εκείνο που την στερείται.
(Εις Γεν. , ομιλία Ξ, 1, ΕΠΕ 4, 544- MG 54,520).

3442. «Στήκετε εδραίοι, αμετακίνητοι, ανεξαπάτητοι, την του Θεού ελπίδα αναμένοντες και την
εκείθεν συμμαχία, ης ίσον ουδέν».
3442. Σταθείτε ασάλευτοι, αμετακίνητοι, ανίκητοι, περιμένοντας την ελπίδα του Θεού και την από εκεί
βοήθεια, προς την οποία τίποτε δεν συγκρίνεται.
(Επιστολή ΡΚΓ' Προς τους εν Φοινίκη πρεσβυτέρους και μονάζοντας κλπ. , ΕΠΕ 38, 228- MG 52,678).

3443. «Η βοήθεια μου παρά Κυρίου», ου παρά ανθρώπων, ουδέ παρά ίππων, ου παρά χρημάτων,
ου παρά συμμάχων, ουδέ παρά περιβόλων. «Η βοήθεια ημών παρά Κυρίου». Αύτη αχείρωτος η
συμμαχία, αύτη άμαχος η βοήθεια· ουκ άμαχος δε μόνο, αλλά ραδία και εύκολος. Ου γαρ οδόν
μακρά βαδίσαι δει, ου θυρωρούς κολακεύσαι, ου χρήματα δαπανήσαι, ου πρεσβεία στείλασθαι,
αλλ' οίκοι μένοντα δυνατό ταύτην επισπάσασθαι την ροπήν, μόνο αν αποστήσας τις εαυτόν των
ανθρωπίνων, εκείνης εξέχηται της ελπίδος, και οξυδερκές αίρη το όμμα και υψηλά βλέπει».
3443. «Η βοήθεια μου ας έλθει από τον παντοδύναμο Κύριο», όχι από ανθρώπους, ούτε από ίππους, ούτε από
χρήματα, ούτε από συμμάχους, ούτε από οχυρώματα. «Η βοήθειά μας θα έλθει από τον παντοδύναμο Κύριο».
Αυτή η συμμαχία είναι ακατανίκητη, αυτή η βοήθεια είναι ακαταμάχητη· όχι δε ακαταμάχητη μόνο, αλλά και
εύκολη και εύκολο-κατόρθωτη. Γιατί δεν είναι ανάγκη να βαδίσει κανείς μακρύ δρόμο, ούτε να κολακεύσει
θυρωρούς, ούτε να δαπανήσει χρήματα, ούτε να αποστείλει αντιπροσώπους, αλλά μπορεί να αποσπάσει αυτή
τη βοήθεια παραμένοντας στο σπίτι του, μόνο αν, απομακρύνοντας κανείς τον εαυτό του από τα ανθρώπινα,
στηρίζεται σ' εκείνη την ελπίδα και υψώνει το διεισδυτικό βλέμμα του και ατενίζει προς τον ουρανό.
(Εις Ψαλμό ΡΚ', 1, ΕΠΕ 6, 632-634- MG 55,345).

3444. «Ούτος δε, επειδή οίκοθεν ην ενάρετος και την άνωθεν είχε ροπήν συμμαχούσαν αυτώ, και
άκοντος του πατρός την παρ' αυτού ευλογία επισπάται. Ουδέν γαρ ισχυρότερο του παρά της
δεξιάς εκείνης βοηθούμενου».
3444. Αυτός δε (ο Ιακώβ), επειδή ήταν από τη φύση του ενάρετος και είχε σύμμαχο του την άνωθεν βοήθεια,
και χωρίς τη θέληση του πατέρα του, αποσπάει την ευλογία του. Γιατί κανείς δεν είναι ισχυρότερος από

εκείνο που βοηθείται από τη παντοδύναμη δεξιά του Θεού.
(Εις Γεν. , ομιλία ΝΓ', 1, ΕΠΕ 4, 324- MG 54, 464-465).

3445. «Όταν ο Θεός στρατηγή, και τα δύσκολα εύκολα γίνεται».
3445. Όταν ο Θεός κατευθύνει σαν στρατηγός τα ανθρώπινα, και τα δύσκολα γίνονται εύκολα.
(Περί παίδων ανατροφής, MG 63, 770)

3446. «Όταν ημίν η άνωθεν συμπράττη δεξιά, και τα δυσχερή εύκολα γίνεται και τα δύσκολα
ράδια».
3446. Όταν μας βοηθάει το δεξί χέρι του Θεού, και τα δυσχερή γίνονται εύκολα και τα δύσκολα ανάλαφρα.
(Εις Γέν. , ομιλία ΝΔ', 3, ΕΠΕ 4, 360- ΜG54, 474).

3447. «Ώσπερ, όταν χωρίς αυτού τι ποιούμε, καν άπαντα η λεία και ράδια, βάραθρα και
κρημνούς και μυρίας εν αυτοίς αποτυχίας ευρίσκουμε, ούτως όταν παρή και συνεφάπτηται, καν
απάντων απορότερα η τα προκείμενα, άπαντα λεία και ράδια γίνεται. Μηδέν ουν μήτε ποιούμε
μήτε λέγουμε, πριν η τον Θεόν καλέσαι και παρακαλέσαι συνεφάψασθαι των εν χερσίν ημίν
απάντων».
3447. Όπως, όταν κάνουμε κάτι χωρίς τη βοήθεια του Θεού, κι' αν ακόμη όλα είναι ομαλά και εύκολα,
συναντούμε σ’ αυτά βάραθρα και γκρεμούς και άπειρες αποτυχίες, έτσι, όταν είναι παρών ο Θεός και βοηθεί,
κι' αν ακόμη όλα τα προβλήματα που μας απασχολούν είναι υπερβολικά δύσκολα, γίνονται ομαλά και εύκολα.
Τίποτε λοιπόν ας μην κάνουμε ούτε να λέμε, προτού να καλέσουμε και να παρακαλέσου με το Θεό να μας
βοηθήσει σ’ όλα τα προβλήματα που τώρα μας απασχολούν.
(Εγκώμιο εις Μάξιμο, 8, ΕΠΕ 27, 204- MG 51,239).

3448. «Εάν μη τα παρ' εαυτού ο Θεός παράσχει, πάντα εική˙ όταν δε τα παρ' εαυτού παράσχει,
τότε και ύπνος ηδύς, τότε και άνεση και ζωή κινδύνων απηλλαγμένη και ασφαλείας γέμουσα».
3448. Αν ο Θεός δεν προσφέρει τη χάρη Του, όλα είναι μάταια. Όταν δώσει τη χάρη Του, τότε και ο ύπνος
είναι γλυκός, τότε και άνεση υπάρχει και η ζωή είναι απαλλαγμένη από κινδύνους και γεμάτη ασφάλεια.
(Εις Ψαλμό ΡΚΣΤ, 2, ΕΠΕ 7, 34- MG 55, 364α'. ).

3450. «Επειδάν υπό της άνωθεν χειρός τις βοηθείται, πάντα αυτώ κατά ρουν πρόεισιν».
3450. Όταν κάποιος βοηθείται από το θεϊκό χέρι, τα πάντα έρχονται γι' αυτόν ευνοϊκά.
(Εις Γέν. , ομιλία ΝΕ', 2, ΕΠΕ 4, 386- MG 54, 481).

3451. «Οίδε τα απόρρητα της διανοίας ημών, και όταν θεάσηται τα δέοντα βουλευομένους και
υγιή την γνώμην επιδεικνυμένονς, και χείρα ορέγει και προ των πόνων αμείβεται,
προθυμότερους ταύτη κατασκευάζων και τούτο αν εύροις επί των δικαίων απάντων γινόμενο.
Ειδώς γάρ της ανθρωπινής φύσεως την ασθένεια, ώστε μη απαγορεύσαι προς τα δυσχερή,

μεταξύ των πόνων πολλάκις την παρ' εαυτού αντίληψη και τας αμοιβάς παρέχει, ώστε και τον
πόνο επικουφίσαι και την ορμήν επιτείναι».
3451. Γνωρίζει ο Θεός τα απόκρυφα της σκέψης μας και, όταν ιδεί ότι σκεπτόμαστε τα πρέποντα και ότι
δείχνουμε υγιή και καλεί διάθεση, μας δίνει χέρι βοηθείας και μας αμείβει πριν ακόμη κοπιάσουμε, κάνοντας
μας με αυτό τον τρόπο προθυμότερους. Κι' αυτό μπορείς να το βρεις να γίνεται σε όλους τους δίκαιους και
ενάρετους. Επειδή δηλαδή γνωρίζει την ασθένεια της ανθρώπινης φύσης, για να μην αποκάμει από τις
δυσκολίες, πολλές φορές ανάμεσα στους κόπους παρέχει τη βοήθεια Του και τις αμοιβές Του, ώστε και τον
κόπο να ανακουφίζει και το ζήλο να ενισχύσει.
(Εις Γέν. , ομιλία ΚΒ', 3, ΕΠΕ 4, 18- MG 54,380).

ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Δ. ΧΑΡΩΝΗ- ΟΥΡΑΝΙΑΣ Α. ΛΑΝΑΡΑ
ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ ΙΩ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΤΟΜΟΣ Γ’ ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ-ΠΙΣΤΗ -

ΑΘΗΝΑ 1995

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΒΙΒΛΙΟΥ
ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ

Αγ. Ι.ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ:
Ουχί οι νεκροί αινέσουσί σε, Κύριε, ουδέ πάντες οι καταβαίνοντες εις άδου. Αλλά ημείς οι
ζώντες ευλογήσομεν τον Κύριον απο του νυν και έως του αιώνος
(Ψαλμ. 114.25,26).

Νεκρούς δεν ονομάζει τους πεθαμένους , αλλά εκείνους που πέθαναν μέσα στις ασέβειες ή
εκείνους που σάπησαν μέσα στα αμαρτήματα. Διότι και ο Αβραάμ ήταν νεκρός και ο Ισαάκ και ο
Ιακώβ, αλλά όμως έτσι ζούσαν, ώστε να τους θυμούνται οι ζωντανοί. Ο Μωυσής λοιπόν
προσευχόμενος υπέρ του λαού του που ήταν κάτω από την καθοδήγησή του, μέσω αυτών
παρακαλεί τον Θεό, λαμβάνοντας αυτούς βοηθούς στη προσευχή του (Εξ.32.13). Και τα τρία
παιδιά για χάρη αυτών ζητούν να σωθούν γι' αυτό και λέγουν «καὶ μὴ ἀποστήσῃς τὸ ἔλεός σου
ἀφ' ἡμῶν διὰ ῾Αβραὰμ τὸν ἠγαπημένον ὑπὸ σοῦ καὶ διὰ ᾿Ισαὰκ τὸν δοῦλόν σου κα ὶ ᾿Ισρα ὴλ τ ὸν
ἅγιόν σου». (Δαν. Ύμνος τριών παίδων).
Αν δε είχαν τόση δύναμη, πως ήταν νεκροί; Και πάλι ο Χριστός «άφες τους νεκρούς θάψαι τους
εαυτών νεκρούς». Γι'αυτό και ο Παύλος τους πεθαμένους, δεν τους ονομάζει νεκρούς, αλλά
κοιμηθέντας, γράφοντας «Οὐ θέλομεν δὲ ὑμᾶς ἀγνοεῖν, ἀδελφοί, περὶ τῶν κεκοιμημένων » . Διότι
ο δίκαιος και αν ακόμη πεθάνει, δεν πέθανε, αλλά κοιμάται. Καθόσον εκείνος που πρόκειται να
μεταφερθεί σε καλύτερη ζωή, κοιμάται, ενώ εκείνος που πρόκειται να οδηγηθεί σε αθάνατο
θάνατο, και ζώντας ακόμη έχει πεθάνει και είναι νεκρός. Εκείνοι κατεβαίνουν στον άδη, ενώ
αυτοί θα ανέβουν στον ουρανό και θα είναι μαζί με το Χριστό. Γι'αυτό λοιπόν και ο προφήτης δεν

είπε απλώς οι ζωντανοί αλλά «Ημείς οι ζώντες», αναφέροντας και τον εαυτό του μαζί.
Και γιατί δεν είπε «οι ζωντανοί» αλλά πρόσθεσε, «Ημείς»; Διότι και ο Παύλος έτσι είπε, ότι
«τοῦτο γὰρ ὑμῖν λέγομεν ἐν λόγῳ Κυρίου, ὅτι ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι ε ἰς τὴν παρουσίαν
τοῦ Κυρίου οὐ μὴ φθάσωμεν τοὺς κοιμηθέντας»· Όπως ακριβώς εκεί το «Ημείς» , αναφερόμενο,
δεν αφήνει αυτό που λέχθηκε να αναφέρεται σε όλους , αλλά λέγεται για τους πιστούς που
μοιάζουν εκείνον στον τρόπο ζωής, έτσι και εδώ το «Ημείς οι ζώντες», εννοεί εκείνους που ζούν
όπως και ο Δαβίδ, εκείνους που ζουν ενάρετα. «Από του νυν και έως του αιώνο».
Βλέπεις και αυτό που προσθέτει ότι αυτό δηλώνει; Αυτό; ποιό; Ότι εννοεί εκείνους που ζουν
ενάρετα. Κανένας λοιπόν δεν ζει τη ζωή αυτή αιώνια, αλλά εκείνοι μόνοι, που ζουν διαρκώς την
γεμάτη από δόξα ζωή. Καθόσον και οι αμαρτωλοί ζουν, αλλά μέσα στη κόλαση και την τιμωρία
και το τρίξιμο των δοντιών, ενώ αυτοί ζουν με λαμπρότητα και περηφάνεια, έχοντας για έργο το
να αναπέμπουν μυστικούς ύμνους στο Θεό μαζί με τις ασώματες δυνάμεις.

ΕΠΕ Ι.ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΕΡΓΑ, ΤΟΜΟΣ 6

ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΣΚΑΝΔΑΛΑ
ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ

Απόσπασμα ομιλίας και ερμηνείας του ιερού Χρυσοστόμου πάνω στην απόφαση της Συνόδου των
Ιεροσολύμων υπό των Αποστόλων
(Πραξ. 15.22-29).

Ας μη σκανδαλιζόμαστε από τα όσα λένε οι αιρετικοί' διότι πρόσεχε στην αρχή του
κηρύγματος πόσα σκάνδαλα υπήρχαν' δεν εννοώ εκείνα που προέρχονταν από του μη
Χριστιανούς, αλλά εκείνα που προέρχονταν μέσα από την Εκκλησία, όπως στην αρχή ο Ανανίας
(Πραξ. 5. 1-11), έπειτα ο γογγυσμός (Πραξ. 6.1), έπειτα ο Σίμων ο μάγος (Πραξ. 8. 9-25),
έπειτα εκείνοι που κατηγορούσαν τον Πέτρο εξ αιτίας του Κορνηλίου (Πραξ. 10), έπειτα η πείνα
η μεγάλη (Πραξ. 11. 28-30), και έπειτα αυτό το απόκορύφωμα των κακών. Διότι δεν είναι
δυνατόν να συμβεί κάποιο καλό και να μη συνυπάρχει και το κακό. Ας μη ανησυχούμε λοιπόν αν
μερικοί σκανδαλίζονται, αλλά και γι'αυτούς να ευχαριστούμε το Θεό, διότι αυτό μας κάνει να
ευδοκιμήσουμε περισσότερο στην αρετή˙ διότι βέβαια όχι μόνο οι θλίψεις, αλλά και οι ίδιοι οι
πειρασμοί μας καθιστούν λαμπρότερους, διότι ο μεν ένας, που δεν έχει κανέναν να τον οδηγήσει
στη πλάνη, κρατώντας σταθερά την αλήθεια, δεν θα μπορούσε να γίνει μεγάλος εραστής, ενώ
εκείνος που έχει πολλούς που τον αποσπούν απ'αυτήν, αυτός ευδοκιμεί στην αρετή.
Τι λοιπόν; γι'αυτό συμβαίνουν τα σκάνδαλα; Δεν λέγω αυτό, ότι ο Θεός δημιουργεί αυτά, μακριά
μια τέτοια σκέψη! Αλλά ότι ευεργετεί εμάς και από την κακία εκείνων' διότι ο Θεός ποτέ δεν θα
ήθελε να γίνει το σκάνδαλο "Δος αυτοίς", φησιν, "ίνα έν ώσιν" (Ιωαν. 17.21), επειδή όμως
συμβαίνουν τα σκάνδαλα, σε τίποτα δεν βλάπτουν αυτούς, αλλά και τους ωφελούν. Όπως
ακριβώς και τους μάρτυρες χωρίς να το θέλουν τους ωφελούν εκείνοι που τους σύρουν στο
μαρτύριο, χωρίς βέβαια να ωθούνται απ' το Θεό σ'αυτό, έτσι και εδώ ας μη λάβουμε υπόψη μας
ότι σκανδαλίζονται. Αυτό ακριβώς είναι απόδειξη ότι το δόγμα είναι σπουδαίο, το ότι πολλοί
υποκρίνονται και μας μιμούνται' διότι δεν θα υποκρίνονταν εάν δεν ήταν καλό.
[...]
Μήπως δηλαδή αποσχισθήκαμε από την Εκκλησία; Μήπως έχουμε αιρεσιάρχες; Μήπως έχουμε το
όνομα μας από ανθρώπους; Μήπως υπάρχει κάποιος από μας που προέχει, όπως ακριβώς σ'
άλλους μεν είναι ο Μαρκίων, σ' άλλους ο Μανιχαίος, σ' άλλους δε ο Άρειος, και σ' άλλους
κάποιος άλλος αρχηγός αιρέσεως; Εάν δε και εμείς φέρομε το όνομα κάποιου, όμως όχι εκείνων
που έγιναν αρχή της αιρέσεως, αλλά εκείνων που υπήρξαν προϊστάμενοι μας και κυβέρνησαν την
Εκκλησία. Δεν έχουμε δασκάλους επάνω στη γη, μη γένοιτο! Ένα δάσκαλο έχουμε, εκείνον που
βρίσκεται στους ουρανούς.

(Ι.ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΕΡΓΑ-ΕΠΕ, ΤΟΜΟΣ 16Α)

ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ
ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΟΝ ΔΑΥΙΔ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΕΑ
ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΤΟΥ ΟΥΡΙΟΥ
ΙΩΑΝΝΟΥ TOΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΛΟΓΟΣ ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΕΒΔΟΜΟΣ

Ευλόγησον Πάτερ.
IΔΟΥ σήμερον, αδελφοί, επέστη ημίν ο μακάριος Δαυίδ, επανεγνώσθη ο μουσουργός της
ευφροσύνης διδάσκαλος˙ διότι, όταν κινήση την πνευματικήν λύραν αυτού δια των Ψαλμών,
θέλγει μεν την ακοήν, σωφρονίζει δε τον λογισμόν˙ δια τούτο ωκονόμησεν η χάρις του Αγίου
Πνεύματος να ψάλλεται σχεδόν καθ’ εκάστην ημέραν παρά πάσης ψυχής χριστιανών, δια να
ευφραίνωμεν την ακοήν μας και να ωφελούμενα ψυχικώς. Εμένα πολλαίς φοραίς μου έρχεται να
θαυμάζω, και λέγω με τον λογισμόν μου˙ τίνος ένεκεν, από όλας τας Γραφάς της Παλαιάς
Διαθήκης και της Καινής, το βιβλίον του Δαυίδ αγαπώσι τόσον οι χριστιανοί, και τούτο μόνον
θέλουν να έχουν εις το στόμα τους πάντοτε; Ο Μωϋσής έγεινε μέγας νομοθέτης, πρόσωπον προς
πρόσωπον θεασάμενος τον Θεόν, ο οποίος μας φανερώνει όλην την δημιουργίαν του Θεού εξ
αρχής, και τον Κτίστην ανακηρύττων έλεγεν˙ «Εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την
γην»˙ και έκαμε βιβλίον μέγιστον και πάσης σοφίας πεπληρωμένον, και μόλις αυτό εις εκάστην
Εκκλησίαν αναγινώσκομεν μίαν φοράν τον χρόνον.
Αλλά θέλεις ειπεί ότι εκείνο είναι της Παλαιάς διαθήκης. Αλλά τι προς την των Θείων Ευαγγελίων
ανάγνωσιν; όπου τα θαύματα της παρουσίας του Χριστού ανακηρύττουσιν; όπου θάνατος
καταλέλυται; όπου δαίμονες με το πρόσταγμα φεύγουσι και λεπροί με τον λόγον καθαρίζονται;
όπου οι τυφλοί με το λείψιμον της φύσεως από τον πηλόν δέχονται, και πέντε χιλιάδες εις την
έρημον από πέντε ψωμία χορταίνουσιν; όπου ο ληστής κληρονομεί τον Παράδεισον και η πόρνη
ευρίσκεται καθαρότερα των Αστέρων; όπου τα ρείθρα του Ιορδανού αγιάζονται δι' αγιασμόν των
ημετέρων ψυχών, και ο μονογενής Υιός παρά Πατρός ουρανόθεν μαρτυρείται; όπου ο Χριστός
ανακαινίζει την ζωήν ημών προς σωτηρίαν, και ανακηρύττων λέγει˙ «Μακάριοι οι πτωχοί τω
πνεύματι, ότι αυτών έστιν η Βασιλεία των ουρανών. Μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες την
δικαιοσύνην, ότι αυτοί χορτασθήσονται»; Αλλά και τούτους τους νόμους, μίαν ή δύο φοραίς τους
αναγινώσκομεν την εβδομάδα.
Αλλά πάλιν θέλεις ειπεί, ότι τους βασιλικούς στεφάνους δεν πρέπει καθ' ημέραν να τους βλέπουν
όλοι αλλά τι προς τον μακάριον Παύλον, τον ρήτορα του Χριστού, τον της οικουμένης αλιέα, τον
δια δεκατεσσάρων Επιστολών, ώσπερ δια δικτύων πνευματικών, πάσαν την οικουμένην
σαγηνεύσαντα; τον αρπαγέντα έως τρίτου ουρανού και φερθέντα εις τον Παράδεισον, όπου
έμαθε τα Μυστήρια της Βασιλείας του Θεού, όπου δεν δύναται άνθρωπος να τα ιδή; αλλά και
τούτον δεύτερον την εβδομάδα αναγινώσκομεν και πάλιν την Επιστολήν αυτού δεν την
βαστούμεν εις το στόμα μας, αλλά μόνον όταν αναγινώσκεται έχομεν τον νουν μας εις αυτήν. Τι
έχω λοιπόν να ειπώ δια τον μακάριον Δαυίδ; πως οικονόμησεν η χάρις του Αγίου Πνεύματος
να ανακηρύττεται και ημέραν και νύκτα; διότι όλοι τον έχουν εις το στόμα τους ως πολύτιμον
μύρον εις ταις εκκλησιαστικαίς αγρυπνίαις, και πρώτος και μέσος και ύστερος ο Δαυίδ˙ εις ταις
του Όρθρου υμνολογίαις, και πρώτος και μέσος και τελευταίος ο Δαυίδ˙ εις τα λείψανα των
νεκρών, εις τα σπήτια των παρθένων, εις τα εργόχειρα, και πρώτος και μέσος και ύστερος ο
Δαυίδ. Ω των παραδόξων πραγμάτων˙ πολλοί όπου δεν ηξεύρουν γράμματα και αρχίσουν να
μάθουν από την αρχήν, όλον τον Δαυίδ εκστηθίζουσι˙ και ου μόνον εν τοις πόλεσι και εν ταις
Εκκλησίαις, αλλά εις πάντα καιρόν και εις πασαν ηλικίαν, ούτος εκλάμπει αλλά και εν αγοραίς,
και εν ερημίαις μετά μεγάλης σπουδής ανεγείρει τω Θεώ χοροστασίαις Ιεραίς.
Εις τα μοναστήρια χορός άγιος Αγγελικών Ταγμάτων, και πρώτος και μέσος και ύστερος ο
Δαυίδ˙ εις τα ασκητήρια των παρθένων αγέλαι των μιμούμενων την Μαριάμ˙ εις ταις ερημίαις
άνδρες εσταυρωμένοι προσομιλούντες τω Θεώ, και πρώτος και μέσος και ύστερος ο Δαυίδ. Και
πάντες μεν οι άνθρωποι τυραννούμενοι από τον φυσικόν ύπνον της σαρκός, παράκαιρα
σηκώνονται και πάραυτα ο Δαυίδ τους συναντά, και αυτούς τους δούλους του Θεού εις
Αγγελικάς υμνωδίας διεγείρει. Την γην κάμνει ουρανόν, και τους ανθρώπους κάμνει
Αγγέλους˙ όλον τον ημέτερον βίον ευτρεπίζει, και τοις πάσι τα πάντα γενόμενος, με τα παιδία
συναυξάνεται, τους νέους προσκαλείται προς γνώσιν, των παρθένων χαρίζει σωφροσύνην, των
γερόντων δίδει φύλαξιν, τους αμαρτωλούς προσκαλεί εις μετάνοιαν, λέγων «Εξομολογείστε

τω Κυρίω ότι αγαθός». Τους διορθωθέντας δια της μετανοίας ασφαλιζόμενος, λέγει˙
«Αμαρτίας νεότητας μου και αγνοίας μου μη μνησθής, Κύριε». Τους ευεργεσίας δεξαμένους,
διεγείρων προς ευχαριστίαν, λέγει˙ «Τι ανταποδώσω τω Κυρίω περί πάντων, ων ανταπέδωκέ
μοι». Τους πολλάκις αμαρτάνοντας ανακαλούμενος εις εξομολόγησιν, λέγει˙ «Εάν
ανομίας παρατήρησης, Κύριε, Κύριε, τι υποστήσεται»; Τους ζητούντας έλεος παρά Θεού
διδάσκων λέγει˙ « Ελέησόν με ο Θεός κατά το μέγα έλεός σου». Τους καλεσθέντας εις
ιερωσύνην ασφαλιζόμενος, λέγει˙ «Μη απορρίψης με από του προσώπου σου». Τους
ελκομένους εις δικαστήρια διδάσκων, λέγει˙ «Λύτρωσαί με από συκοφαντίας ανθρώπων».
Τους φοβούμενους από εχθρούς νουθετών, λέγει˙ «Εξελού με εκ των εχθρών μου ο Θεός».
Τους υπομένοντας και ευχαριστούντας αναγκάζει εις περισσοτέραν ευχαριστίαν, λέγων˙
«Υπομένων υπέμεινα τον Κύριον, και προσέσχε μοι, και εισήκουσε της δεήσεώς μου». Ο της
μεγάλης κιθάρας όπου συνάγει τας ψυχάς των ανθρώπων, ώσπερ τινα νεύρα και ανακρούει εις
δοξολογίαν Θεού.

Αλλά πως ο τοσούτος και τηλικούτος, όπου ευτρεπίζει τα ήθη των ανθρώπων και τους λόγους
τους ευρισκομένους υπερνικών, ο συστησάμενος επί της γης την πολιτείαν των Αγγέλων, πως
επαραχωρήθη να πέση εις τα δύο κεφάλαια των αμαρτημάτων, στεφανούμενος εις τους
ουρανούς με την ευφημίαν των Αγγέλων; Διότι εις τα κεφάλαια των αμαρτημάτων, μη
φονεύσης, μη μοιχεύσης, και αυτός επαραχωρήθη να ξεπέση και εις τα δύο. Δια τούτο
πολλάκις ευρισκόμενος μοναχός και συλλογιζόμενος ταύτα εις τον εμαυτόν μου, εξανέστην τη
διανοία. Και καθώς περ το καράβι εις την θάλασσαν χωρίς κυβερνήτην περιφέρεται εδώ και εκεί
εις τα κύματα και κινδυνεύει˙ ούτως εσαλεύθη μου πολλάκις ο λογισμός από ταις ανακάτωσες,
διανοούμενος και λέγων πως ο άνθρωπος ο στολισμένος με τόσα αγαθά, ο βασιλεύς και
προφήτης, ο του Χριστού δούλος και πατήρ, δούλος κατά φύσιν και πατήρ κατά σάρκα (διότι
λέγει «βίβλος Γενέσεως Ιησού Χριστού, Υιού Δαυίδ.») ο μεγαλυνόμενος με ταις αρεταίς, ο
κεκοσμημένος με το διάδημα, περιβεβλημένος την αλουργίδα, και ενδεδυμένος την ταπείνωσιν,
λέγων˙ «Κύριε, ουχ υψώθη η καρδία μου, ουδέ εμετωρίσθησαν οι οφθαλμοί μου, ούδ'
επορεύθην εν μεγάλοις, ουδέ εν θαυμασίοις υπέρ εμέ˙ ειμή εταπεινοφρόνουν, αλλά ύψωσα την
ψυχήν μου ως το απογεγαλακτισμένον». Ο φυλάξας τους όρους της ανεξικακίας και λέγων
«Κύριε ο Θεός μου, ει εποίησα τούτο, ει εστίν αδικία εν χερσί μου, ει ανταπέδωκα τοις
ανταποδίδουσί μοι κακά». Ο μη μόνον φεύγων από την υπερηφανίαν, αλλά και τους
υπερήφανους αποστρεφόμενος, και λέγων «Ου κατώκει εν μέσω της οικίας μου ποιών
υπερηφανίαν λαλών άδικα, ου καιεύθυνεν ενώπιον των οφθαλμών μου». Ο λέγων μετά
παρρησίας προς τον Θεόν «Επώρωσάς με, και ούχ ευρέθη εν εμοί αδικία». Και τι λέγω πολλά και
βεβαίωνω τας αυτού μαρτυρίας; Αλλά πολλάκις τινές λέγουσιν ο τι δεν είναι αξιόπιστος εκείνος,
όπου μαρτυρεί δια τον εαυτόν του, αλλά άλλος να μαρτυρήση τα αυτού κατορθώματα και να
κηρύξη τους αυτού στεφάνους δια να γένη μάλλον αξιόπιστος η μαρτυρία. Και ποίον άλλον
εχομεν από τον Θεόν, όπου λέγει" «Εύρον Δαυίδ τον του Ιεσσαι άνδρα κατά την καρδίαν μου».
Ποία άλλη μαρτυρία από αύτην βεβαιότερα; Τι της φωνής ταύτης αξιοπιστοτέρα; αλλά πως ο
στολισμένος με τόσα κατορθώματα, ο μαρτυρούμενος κατά την καρδίαν του Θεού, επαραχωρήθη
να πέση εις τα δύο κεφάλαια των αμαρτηιιάτων, ου μοιχεύσεις, ου φονεύσεις; αλλά και μοιχός
και φονεύς ο Προφήτης Θεού; και αύτη η ιστορία ανεγνώσθη σήμερον εις ημάς, όχι να
κατηγορώ τον Προφήτην, μη γένοιτο, αλλά δια να προσέχωμεν ημείς τον εαυτόν μας, και ίνα
όταν πολλάκις κατορθώσης αρετήν, να φυλάγεσαι ίνα μη πέσης. Ούτω γαρ έλεγε και ο
Απόστολος˙ «Ο δοκών εστάναι βλεπέτω μη πέση». Δια τούτο λοιπόν έλεγε και αυτός ο Δαυίδ
συγχνοτέρως. «Εις το τέλος μη διαφθείρης»˙ όθεν προσευχόμενος έλεγε˙ «Και έως γήρως και
πρεσβείου, ο Θεός μου, μη εγκαταλίπης με».

Τίνος ένεκεν επαρεχωρήθη λοιπόν να πέση εις τοιαύτην αμαρτίαν; δια τρία πράγματα. Και ποία
είναι εκείνα; εγώ να σας τα ειπώ, μόνον προσέχετε μετ' ακριβεία;. Πρώτον δια τους δικαίους, δια
να φυλάγωνται όλην τους την ζωήν, ήγουν τους ασκητάς και τους ερημίτας, και να μη λέγουν,
πολλά εκατώρθωσα, με πολλαίς αρεταίς εστολίσθηκα˙ νηστεύω, αγρυπνώ, προσεύχομαι,
δακρύζω, σάκκον ενεδύθηκα, το σώμα μου κατεμάρανα με την άσκησιν, πλέον δεν φοβούμαι
τους πειρασμούς του διαβόλου, ετελείωσαν λοιπόν τα στέφανά μου. Μη πλανάσαι, άνθρωπε, μη
επαίρεσαι εις την διάνοιαν δεν έκαμες περισσότερα από τον Δαυίδ, και άκουσον αυτού λέγοντος˙
«Τα γόνατα μου ησθένησαν από νηστείας, και η σαρξ μου ηλλοιώθη δι' έλαιον» ˙ και πάλιν˙
«Εγώ δε εν τω αυτούς παρενοχλείν μου, ενεδυόμην σάκκον, και εταπείνουν εν νηστείαις την
ψυχήν μου». Άκουσον αυτού περί της αγρυπνίας λέγοντος. «Μεσονύκτιον έξεγειρόμην του
έξομολογείσθαί σοι»" και πάλιν «Έπτάκις της ημέρας ήνεσά σε». Ακουσον αύτου λέγοντος και
περί δακρύων˙ Εκοπίασα εν τω στεναγμώ μου, λούσω καθ' εκάστην νύκτα την κλίνην μου».
Άκουσον αυτού περί ασκήσεως, λέγοντος˙ «Ότι σποδόν ωσεί άρτον έφαγον, και το πόμα μου

μετά κλαυθμού εκίρνων» ˙ Αλλά τι λέγω τα του Προφήτου; Άκουσον πάλιν της μαρτυρίας του
Θεού λεγούσης˙ «Εύρον Δαυίδ τον του Ιεσσαί άνδρα κατά την καρδίαν μου» ˙ και όμως μετά
τοσαύτα και τοιαύτα κατορθώματα έπεσεν εις τοιαύτα σφάλματα. Μη ουν θαρρήσης ποτέ,
αλλά καθ' εκάστην ημέραν ασφαλίζου, ενθυμούμενος την παραίνεσιν του Αποστόλου
λέγουσαν «Ο δοκών εστάναι, βλεπέτω μη πέση»˙ ιδού η πρώτη αιτία.
Άκουσον και την δευτέραν, ότι δια να μη απογινώσκωνται οι αμαρτωλοί, αλλά να
εξομολογούνται καθ' έκάστην, καν μυρίαις φοραίς αμαρτήσης, μυρίαις εξομολογήσου˙ διότι
ουδένα πράγμα είναι χειρότερον από την απόγνωσιν διότι εάν πέση τις εις απόγνωσιν δια τας
αμαρτίας, πλέον δεν ιατρεύεται. Δεν βλέπεις τους ιατρούς, ότι εάν αποφασίσουν τινά δια
θάνατον, πλέον δεν τον ιατρεύουν, αλλά λέγουν, ο,τι και αν του δώσωμεν δεν τον ωφελεί, διότι
πλέον δεν δέχεται η ασθένεια θεραπείαν, επειδή ενίκησεν η κακία της ασθενείας, την τέχνην της
Ιατρείας; ταύτα του λέγουν και τον αποφασίζουν. Ούτως, εάν πέση τις εις απόγνωσιν καί λέγη,
ότι πλέον δεν έχει σωτηρίαν, εις μεγαλήτερα κακά ρίχνει τον εαυτόν του. Και συ λοιπόν, όποιος
και αν ήσαι, εάν συλλογισθής ότι εκείνος όπου έκαμε ταις μεγάλαις αμαρτίαις, τον φόνον και την
μοιχείαν πάλιν ηύρεν Ιατρείαν, εάν και μυριάκις αμαρτήσης, πάλιν τρέχε εις την
εξομολόγησιν. Και τούτο το λέγω, όχι πως δίδω θέλημα να αμαρτάνουν, αλλά θέλων να σύρω
τους αμαρτωλούς προς μετάνοιαν, επειδή ο Θεός είναι φιλάνθρωπος και εξαλείφει τα μεγάλα
αμαρτήματα. Αλλά όποιος αμαρτάνει είναι όμοιος ωσάν ένας που κρημνίζεται και τζακίζεται, όμως
αν μετανοήση, ο Θεός τον ιατρεύει.
Τι γαρ μείζον φόνου και μοιχείας ; καί όμως άκουσον αυτού του Προφήτου λέγοντος, αυτού
του αμαρτήσαντος. «Είπα εξαγορεύσω κατ' εμού την ανομίαν μου τω Κυρίω, και συ αφήκας την
ασέβειαν της καρδίας μου». Δια τούτο και ο Χριστός ήλθε και εσυγχώρησε τα μεγάλα
αμαρτήματα˙ τον ληστήν εβαλεν εις τον Παράδεισον, τον τελώνην εκαμεν Ευαγγελιστήν, τον
υβριστήν και βλάσφημον Παύλον, εκαμεν Απόστολον της οικουμένης, δια να μη απελπίζεσαι και
συ αμαρτάνουν, αλλά να εξομολογήσαι την αμαρτίαν σου, να την αφανίζης και να λαμβάνης την
ύγείαν˙ διότι λέγει˙ «Εξομολογείσθε τω Κυρίω, ότι αγαθός, ότι εις τον αιώνα το έλεος αύτου» ˙
αυτή είναι η δευτέρα αιτία.
Άκουσον και την τρίτην. Έμελλεν ο Σωτήρ ημών Ιησούς Χριστός να έλθη επί της γης, να
λάβη την ιδικήν μας σάρκα, και να αναστρέφεται μετά των ανθρώπων άλλ' επειδή η τον Θεός και
μόνος εμενεν άναμάρτητος, έσυγχώρησε την προαίρεσιν των δικαίων κατ' οικονομίαν να πέσουν
εις ανθρώπινα σφάλματα, όχι πως αυτός τους έρριξεν εις αυτήν την αμαρτίαν, αλλά μόνον
την προαίρεσιν τους άφησε να περιπατή κατά το θέλημά της. Ούτω γαρ και ο Αβραάμ ήμαρτεν
απιστήσας και δια τούτο εκανονίσθη από τον Θεόν, να σκλαβωθή το γένος αυτού έτη τετρακόσια.
Και πάλιν ο Μωυσής, δια να μη δοξάση τον Θεόν, όταν έβλυσε το νερόν εκ της πέτρας τοις
αχαρίστοις Ιουδαίοις, δια τούτο είπε προς αυτόν ο Θεός. «Μη ίδης την γην της επαγγελίας, και
να μη έμβης εις αυτήν»˙ ούτω και εις τούτο επαραχώρησεν ο Θεός να πέση εις αμαρτίαν, δια να
ευρέθη μόνος αυτός αναμάρτητος εν ανθρώπου σώματι. Δια τούτο λοιπόν και ο Προφήτης Δαυίδ
οπόταν εξωμολογείτο την αμαρτίαν του, τούτο έλεγε τω Θεώ. «Σοι μόνω ήμαρτον, και το
πονηρόν ενώπιον σου εποίησα»˙ Διατί; «όπως αν δικαιωθής εν τοις λόγοις σου, και νικήσης εν
τω κρίνεσθαί σε». Όταν έλθη η ημέρα εκείνη όπου έχει να φανή η εδική μου φύσις κα θήμενη εκ
δεξιών της μεγαλωσύνης του Θεού, διότι λέγει˙ «Κάθου εκ δεξιών μου, έως αν θώ τους εχθρούς
σου υποπόδιον των ποδών σου». Εις εκείνην την ημέραν φαίνεται το σώμα, όπου έλαβεν από
την ιδικήν μας φύσιν, να κρίνεται με τους ανθρώπους, και άνω σώμα και κάτω σώμα, διότι λέγεν
«Όψονται εις ον εξεκέντησαν». Αλλά το μεν κάτω, ήγουν το ιδικόν μας, όψονται αμαρτίαις
βεβαρυμένον το δε άνω, χωρις αμαρτίαν, αλλά εξετάζων και κρίνων τας αμαρτίας, δια τούτο
λέγει˙ «Όπως αν δικαιωθής εν τοις λόγοις σου, και νικήσης εν τω κρίνεσθαί σε». Πως; «επειδή
περ αμαρτίαν ουκ εποίησεν, ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματι αύτου».
Αυτώ η δόξα, και το κράτος, νυν και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΙ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ

ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΛΟΓΟΣ ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΕΚΤΟΣ

ΠΕΡΙ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΠΡΟΜΗΘΕΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
Ευλόγησον Πάτερ.
ΤΙΝΟΣ ένεκεν, αδελφοί, και δια ποίαν αφορμήν ο προγνώστης ημών Θεός δεν ηφάνισεν
απ' αρχής τον πλανέσαντα ημάς διάβολον, ο οποίος μας εύγαλεν από την ζωήν και μας
έφερεν εις τον θάνατον, και από τον Παράδεισον εις την γην, και ύστερον, αλλοίμονον, εις τον
άδη και εις την αιώνιον κόλασιν;
Εις τούτο λέγομεν, ότι εάν εξουσίαζεν ο διάβολος και ήθελεν ευγάλει τον άνθρωπον μετά βίας
από τον Παράδεισον, είχε κάποιον λόγον το ζητούμενον άλλ' επειδή ταύτης της δυνάμεως είναι
εστερημένος ο διάβολος, μόνον δε συμβουλεύει και παρακινεί τον άνθρωπον εις το κακόν και όχι
μετά της εξουσίας, εις ημάς έμεινε να μη τον ακούσωμεν. Άλλ' ημείς του δίδομεν θεληματικώς να
μας εξουσιάζη και όχι βιαστικώς, και όχι όλοι νικούν αυτόν, αλλά μόνον οι ανδρείοι δια της
προαιρέσεως τινές δε νικώνται από τους δαίμονας και από την αμέλειάν τους κολάζονται διότι ο
μεν κακός άνθρωπος, εάν και αμαρτάνη, δεν αδικείται από τον διάβολον, αλλά από την αμέλειάν
αυτού και τούτο είναι φανερόν από το πλήθος των νικώντων και εάν οι σπουδαίοι δια τούς
κακούς επιβουλεύθησαν, είναι διότι δεν έχουν που να φανή η ανδρεία τους. Ούτω λοιπόν γίνεται
και εις την διάπλασιν του στόματος, και των ομματίων, διότι δια τούτων επιθυμούσιν εκείνα όπου
δεν πρέπει ήγουν από την θεωρίαν των οφθαλμών, πίπτουν πολλοί εις μοιχείαν, δια δε πάλιν του
στόματος βλασφημούσι τον Θεόν και άλλοι δογματίζουν αιρέσεις. Τάχα δια ταύτα να ήναι ο
άνθρωπος χωρίς γλώσσαν και οφθαλμούς ; ή τα χεριά μας και τα πόδια μας να τα κόπτωμεν;
διότι τα χέρια μας είναι γεμάτα αίματα, τα δε πόδια μας τρέχουσιν εις κακίαν και μετά τούτων
και τα αυτιά όπου δέχονται το ψεύδος και μολύνουσι την ψυχήν. Επειδή και αυτά λοιπόν τα
φαγητά και τα πιοτά, ομοίως και αυτόν τον ούρανόν και την γην και την θάλασσαν, τον ήλιον και
την σελήνην και τον χορόν όλον των αστέρων δεν ωφελούσι, πως θέλουν να ήναι χρήσιμα,
επειδή έγειναν δια του κατακοπέντος ανθρώπου, ούτω ελεεινώς και δυστυχώς;
Βλέπεις τον άπρεπον γέλωτα, εις τον οποίον ο λόγος καταστρέφειν αναγκάζεται; Ο διάβολος
λοιπόν από τον εαυτόν του είναι κακός και όχι δια ημάς έγεινε κακός, διότι εάν θελήσωμεν ημείς
πολλά καλά κερδαίνομεν άπ' αυτόν, μη θέλοντος αυτού. Το δε μεγαλήτερον θαύμα εν τούτω της
φιλανθρωπίας του Θεού και το μέγεθος είναι, ότι δι' αυτού οι άνθρωποι γίνονται καλλίτεροι,
όθεν δάκνει, καθ' εαυτόν λυπεί όταν δε δι' αυτού τούτο προξενείται ημίν, δεν ημπορεί να
υπομείνη την πείραξιν. Και εις τούτο λέγουσί τίνες ότι, εάν δεν επαραχώρει Θεός, δεν ήθελε
πλανέση τον άνθρωπον ο διάβολος από την αρχήν.

Τι λοιπόν να ειπούμεν εις τούτον; Ότι εάν μη τούτο ήθελε γείνει, δεν ήθελε μάθει ο Αδάμ
πόσον καλόν είχεν εις τον Παράδεισον, ουδέ ήθελον κριμνισθή από της ισοθεΐας και δεν
ήθελε πέσει ποτέ εις την αθεΐαν και υπερηφανίαν˙ διότι εις τοσούτον ύψος υψώθη και
εκαταξίωσε τον εαυτόν του, ώστε και Θεός να γένη επέτυχε.
Τι λοιπόν ούτος δεν ήθελεν αποτολμήσει να κάμη, εάν δεν ήθελε σωφρωνισθή με τον ξεπεσμόν;
Όμως ας ειπούμεν, ότι ο διάβολος αν τον Αδάμ δεν ήθελε συμβουλεύσει τίποτε, τάχα
άπταιστος ήθελεν απομείνει από τον κρεμνισμόν της παραβάσεως; Τούτο δεν είναι να το
ειπούμεν˙ διότι αυτός ο τόσον εύκολα πεισθείς υπό της γυναικός, τούτο, και να μη ήτο ο
διάβολος, γρήγορα από τον εαυτόν του ήθελε πέσει εις την παράβασιν της αμαρτίας·
διότι τούτος όπου εδέχθη τόσον εύκολα την απάτην του άλλου, αυτός και πριν της
απάτης αμελής ήτον˙ διότι δεν εδύνατο ο διάβολος τοσούτον κακόν να προξενήση, εάν ήτον η
ψυχή του έξυπνη.
Και επειδή ούτω έμελλε να γένη, δια ποίαν αφορμήν τοιούτον πρόσταγμα έδωκεν ο Θεός τω
Αδάμ, προγινώσκων τούτο πως ήθελε να πέση εις την αμαρτίαν της παρακοής ; Και ότι έδωκε
την εντολήν αυτώ, μεγάλης επιμελείας σημάδι ήτον, παρά να μη του είχε δώσει˙ πλήν ας ήναι, ο
Αδάμ την μεν προαίρεσιν έχων τοιαύτης λογής αμελημένην, καθώς το ύστερον εφανέρωσε
και μηδεμίαν εντολήν εδέχετο, άλλ' ας έμενε τρώγοντας και πίνοντας και
διασκεδάζοντας˙ τάχα η αμέλεια από της αναπαύσεως και τρυφής αυτής επί το χειρότερον ή
επί το καλλίτερον έδωκεν; Άλλ' από όλα φανερόν είναι, ότι εις μεγάλην κακίαν κατέπεσεν, ως
ανόητος όπου ήτον και ακόμη δεν εθάρρει να έχη την αθανασίαν και την ισοθεΐαν˙ άλλ'
αβέβαιον ταυτην ούσαν την ελπίδα, και προς τόσην ανοησίαν και υπερηφανίαν υψωθείς,
τόσον ότι ήλπισε να γένη Θεός.
Και ταύτα, ουδαμώς βλέπων πιστόν εκείνον όπου τον έταζεν, επειδή βεβαίαν είχε την
αθανασίαν. Που δεν έφθασεν η υπερηφανία; Τις δεν ήθελεν αμαρτήσει; πότε δε αν υπήκουσε
του Θεού; διότι αυτός μετά την δόσιν του προστάγματος, ούτω αγνώστως καταφρονήσας του
Θεού όπου του έδωκε το πρόσταγμα αυτό, εάν μη καθόλου ήθελε παρ' αυτού, γρήγορα ηγνόησε
πως είναι υποτασσόμενος˙ διότι εάν δεν εκολάζετο δια των πονηρών έργων, μηδέ έαματο δια
των καλών έργων. Πολλοί λοιπόν τω λόγω της αναστάσεως απιστούσι, και την μεν αρετήν
έφευγον, ως κακών αιτίαν, την δε πονηρίαν, ως πρόξενον των καλών εργάζοντο. Και επειδή
ενταύθα το κατ' αξίαν άπαν έπερνον, περισσόν ενόμιζον είναι και ψεύδος τον λόγον της Κρίσεως,
ίνα μήτε ούτω απιστήτε, μήτε ο πολύς λαός και απαίδευτος χειρότερος γένηται, καταφρονών την
δικαίαν Κρίσιν του Θεού.
Πολλοί των αμαρτανόντων εδώ κολάζονται, και εις μερικούς όχι δια την απόδοσιν των
κατορθωμάτων και το μη ποιείν εις όλους τον λόγον της Κρίσεως πιστούμενος˙ το δε και προ της
Κρίσεως πολλούς κολάζει, τους πολύν ύπνον κοιμώντας εξυπνίζων˙ διότι με το να παιδεύωνται
οι κακοποιοί άνθρωποι, πολλοί από τον φόβον της παιδεύσεως σωφρονίζονται, δια να μη πάθουν
και αυτοί τα όμοια εκείνων. Εκείνοι πάλιν όπου δεν παιδεύονται εδώ δια τας αμαρτίας αυτών,
άλλον καιρόν ο Θεός έχει να τούς κολάση˙ καθώς ο Κάϊν, όπου εφόνευσε τον αδελφόν του τον
Άβελ, και εδώ εκολάσθη και εκεί αιωνίως, και έγεινε παράδειγμα εις τον κόσμον. Κολάζει δε ο
Θεός καμμίαν φοράν και όλους μαζύ, καθώς έκαμεν επί του Κατακλεισμού, εις τον καιρόν του
Νώε, εις σωφρονισμόν των πολλών.
Βούλεται και θέλει ο Θεός και τους μη πιστεύοντας ανθρώπους εις αυτόν να πιστεύσουν, δια να
τους σώση˙ καθώς το λέγει και αυτός, ότι˙ Ουκ ήλθον καλέσαι δικαίους, άλλ˙ αμαρτωλούς εις
μετάνοιαν, όταν δε και μετά την επιμέλειαν και συμπάθειαν όπου απήλαυσαν από του Θεού, και
πάλιν δεν ηθέλησαν να γένουν καλλίτεροι και να γνωρίσουν την αλήθειαν, και πάλιν ουδέ τότε
δεν τους άφησεν από το χέρι του, άλλ' επειδή της ουρανίου ζωής θεληματικώς μόνοι τους
υστερήθησαν. Ο Θεός λοιπόν εις την ζωήν αυτήν δίδει τοις ανθρώποις όλα τα αγαθά ίσια˙ τον
ήλιον ανατέλλει επί πονηρούς και αγαθούς, και βρέχει επί δικαίους και αδίκους, και τα πάντα της
παρούσης ζωής εις σύστασιν ευεργετών. Εάν δε και εχθρών τοσαύτην προμήθειαν κηίμνη και
κυβέρνησιν, πόσω μάλλον θα επιβλέψη επί τους πιστεύοντας αυτόν και δουλεύσαντας;
Και δια ποίαν αφορμήν δεν εύγαλεν ο Θεός τον διάβολον από το μέσον του κόσμου;
Λέγομεν εις αυτό, ότι είναι ένας παλαιστής και δύο πολέμαρχοι, και θέλουν να παλεύσουν με
εκείνον τον παλαιστήν˙ και ο μεν ένας αγωνιστής να δώση τον εαυτόν του εις πολυφαγίαν και
πολυποσίαν, και από την γαστριμαργίαν να γένη ωσάν παράλυτος και αδύνατος˙ ο δε άλλος
σπουδάζων εις ταις παλαίστραις και εις άσκησιν και μάθησιν, εις φανέρωσιν πάντων πως
ενίκησεν. Εάν λοιπόν φονεύσης τον ανταγωνιστήν, με τίνα τούτων ομοιώσεις; τάχα με τον
γαστρίμαργον και αμελή; ή τω σπουδαίω και εγκρατεί; Φανερόν είναι ότι τω αγωνιστή όπου
πολλά εκοπίασε˙ διότι ο μεν δια την αμέλειάν αδικήθη, φονευθέντος του ανταγωνιστού, ο δε

ραθύμως μένοντος τούτου; όχι δια τον σπουδαίον επηρεάζεται, αλλά από της οικείας ραθυμίας
κατέπεσεν. Ο ασθενής λοιπόν την προαίρεσιν και αμελής και να μην ήναι και ο διάβολος, ταχέως
καταπίπτει και εις κρημνόν πολύν κακίας και ασεβείας τον εαυτόν του καταβάλλει διότι, εάν και
τα μέλη μας εξετάσωμεν, και απέλθωμεν, και αυτά ευρήσωμεν αιτίαν απωλείας, εάν δεν
φυλαγώμεθα όχι παρά την ιδικήν τους φύσιν, αλλά παρά την ιδικήν μας αμέλειάν. Και βλέπε˙ το
ομμάτι εδόθη παρά Θεού τω ανθρώπω ίνα βλέπη την Κτίσιν δια να δοξάζη τον Κτίστην και
Δεσπότην του κόσμου˙ άλλ' εάν μη καλώς χρειασθής τον οφθαλμόν, γίνεταί σου μοιχείας
πρόξενος˙ και γλώσσα εδόθη σοι, ίνα υμνής και δοξάζης τον Θεόν' άλλ' εάν μη καλώς προσεχής, γίνεταί σου αιτία βλασφημίας και αισχρολογίας˙ χείρες σου εδόθησαν, ίνα σηκώνης
αυτάς εις ευχάς και ευχαριστίας˙ άλλ' εάν δεν φυλάγης αυτάς, θέλεις τας απλώσει εις αρπαγήν
και πλεονεξίαν˙ πόδια σου εδόθησαν δια να τρέξης εις καλά έργα, ήγουν εις ασθενείς, εις
φυλακωμένους, εις Εκκλησίας και εις Αγίων μνήμας˙ άλλ' εάν δεν τα φύλαξης, θέλεις κά μει δι'
αυτών τα έργα του διαβόλου.
Βλέπεις ότι τον ασθενή όλα τον βλάπτουν, και αυτά λοιπόν τα καλά φάρμακα και σωτηρία, και
εις θάνατον φέρουσιν, όχι παρά την ιδικήν τους φύσιν, αλλά παρά την ασθένειαν εκείνου. Όταν
λοιπόν ίδωμεν πραγμάτων αταξίαν και ταραχήν, ας μη κατηγορούμεν του Θεού και να νομίζωμεν
ότι τα παρόντα είναι απρονόητα διότι η ταραχή και η αταξία, άλλη είναι από τους καιρούς, άλλη
από τον κακόν λογισμόν, ο οποίος εν μυρίαις ευταξίαις ουδέν απολαύει των αυτών˙ ώσπερ ο οφθαλμός όταν ήναι ασθενημένος, εάν ήναι ο ήλιος και εις το μέσον της ημέρας, σκότος πάλιν
βλέπει˙ όταν δε ήναι γερός, και εν αύτη τη εσπέρα, δύναται να υπάγη όπου θέλει μετ'
ασφαλείας˙ ώστε και το ομμάτι του νοός μας έως ου υγιαίνη, όλα τα καλά βλέπει˙ άλλ' όταν
ήναι ο νους μας σκοτισμένος και διεφθαρμένος, και εις αυτόν τον ουρανόν εάν και τον
ανεβάσωμεν, των εκεί θείων θεωριών πολλήν ταραχήν και αταξίαν καταγνώσεται.
Δια τούτο μήτε από όλους εδώ ζητεί ο Θεός κρίσιν, ίνα μη απογνώσουν την Ανάστασιν και
απελπίσουν την Κρίσιν, ώστε πάντων ενθάδε διδόντων λόγον, ούτε πάντας αφίνει ο Θεός
ατιμώρητους απελθείν, ίνα μη πάλιν απρονόητα είναι τα πάντα νομίσουν. Εάν δε τις άπιστη την
Ανάστασιν, ας βάλη με τον νουν του, πόσα και πόσα έκαμεν ο Θεός, από εκεί όπου δεν ήσαν, και
ας λάβη πληροφορίαν και περί εκείνης της παγκοσμίου Αναστάσεως. Και ότι πως επήρε γην ο
Θεός και έπλασεν τον άνθρωπον, γη δεν ήτον προ τούτου, πως λοιπόν η γη γέγονεν άνθρωπος;
πως αύτη η γη οπού δεν ήτον εφάνη; και ποίον θεμέλιον έχει και τι είναι υποκάτω της γης, και τι
μετ' εκείνο πάλιν το μετά την γην; και πόσα άπ' αυτήν την γην εγεννήθησαν, όλα δηλ. τα άπειρα
γένη των άλογων ζώων, τα παντός είδους σπέρματα, τα πολυάριθμα κάλλη των φυτών ; Τούτων
δε απορώτερον και ανερμήνευτον της Αναστάσεως είναι το μυστήριον διότι δεν είναι όμοιον
ανάψαι λύχνον και μηδαμού δείξαι πυρ, ουδέ σπήτι πίπτον ανακαινίσαι εκείνο˙ ουδέ ουσία
εαίνετο.
Εκείνο όπου φαίνεται εις ημάς δυσκολώτερον, έκαμε πρότερον, ίνα από τούτου του ευκολότερου
παράδοξη. Αλλά και από της ιδικής μας γεννήσεως, σπέρμα ολίγον και βραχύ φλέγμα, το πρώτον
άμορφον και ατύπωτον σπέρνεται εις την μήτραν την δεχομένην το σπέρμα; πόθεν γίνεται η
τόση διάπλασις του ζώου, είτε λογικού είτε άλογου; τι δε ο σίτος; δεν είναι γυμνός κόκκος και
μετά το σπαρθήναι. δεν σήπεται; πόθεν γίνεται άσταχυς, και ανθέρικας, και καλάμι και τα αλλά
όλα ωσάν αυτά;
Πολλαίς φοραίς πίπτει σπυρί σύκου εις την γην, και ρίζαν, και κλάδους και καρπόν έκαμεν είτα
από αυτά μεν δέχεσαι καθ' ένα και δεν τα εξετάζεις και μόνον τον Θεόν πολυπραγμονείς και εξετάζεις την κυβέρνησιν, και πως μεταπλάττει και ανασταίνει τα σώματα μας ; και που ταύτα
συγχωρήσεως άξια ; Αλλά δια ποίαν αφορμήν αφήκεν ο Θεός τον διάβολον, τοιούτον
μιαρόν και ακάθαρτον πνεύμα, να εμπερδεύεται και να μας ρίχνη πολλάκις εις την αμαρτίαν;
τούτον λοιπόν αφήκεν, ίνα από τον φόβον του πολεμίου και την ερχόμενην βλάβην
περιμένοντες, πολλήν την φύλαξιν επιδείξωμεν και με παντοτεινήν αγρυπνίαν προσέχωμεν.
Και τι θαυμάζεις εάν τον διάβολον αφήκε; τούτο το κάμει, διότι φροντίζει και επιμελείται την
σωτηρίαν μας, και έξυπνων ημάς από τον ύπνον της αμελείας και ετοιμάζων στεφάνων υπόθεσιν
δια τούτο και αυτήν την γέενναν, ήγουν την κόλασιν έκαμεν, ίνα ο φόβος της τιμωρίας και της
κολάσεως, το ανυπόμονη τον, προξενή εις ημάς την Βασιλείαν των ουρανών. Και πάλιν εάν
ποίησης τίποτε καλόν και μη πάρης εδώ αυτού την ανταπόδοσιν, μη βαρυνθής, μηδέ συγχύζου,
διότι μετά τον θάνατον εν τω μέλλοντι καιρώ σε περιμένει η ανταπόδοσις με αμοιβήν πολλήν και
η αιώνιος Βασιλεία του Θεού. Εάν δε πάλιν κάμης τίποτε κακόν έργον και πονηρόν και δεν
παιδευτής υπό του νόμου και του Πνευματικού σου Πατρός, μη θαρρής ότι ατιμώρητος θέλεις
απομείνει, διότι εκεί σε δέχεται η αιώνιος τιμωρία της κολάσειος, εάν μη μετανοήσης και κάμνης
αποχήν από της αμαρτίας δια των καλών έργων διότι λέγει˙ Έκκλινον από κακού και ποίησον

αγαθόν˙.
Αν τύχη και λυπάσαι πως βλέπεις άλλους και ζουν μετά πονηρίας και πλεονεξίας, και έχουν
πλούτον και εν ευημερία απολαμβάνουν των παρόντων αγαθών και πικραίνεσαι επί τη
μακροθυμία του Θεού, για βάλλε με τον νουν σου, πόσοι κακοποιοί άνθρωποι είναι όπου φυλάγουν κακούς δρόμους και φονεύουν τους οδοιπόρους; πόσοι τους τοίχους και τους τάφους
σκάπτουσι και κλέπτουν; πόσοι ποτίζουν φαρμάκι άλλους και αποθνήσκουν. Τάχα δια τούτων
κατηγορούμεν τον κριτήν Θεόν; όχι διότι˙ εάν λαβών αυτούς υπό την ψήφον αφήση, και τον
μεν παθόντα κακώς κολάση, τον δε ποιήσαντα καλά τιμήση και στεφανώσας εκπέμψη, αυτός συ
γυρεύεις τας τιμωρίας και πρότερον καταφρονείς τον εαυτόν σου.
Συλλογίσου, άνθρωπε, τα όσα ήμαρτες εις όλην σου την ζωήν και θέλεις ευρεθή εις την ψήφον
του θανάτου, και χάριν θέλεις έχει εις την ανεξικακίαν και μακροθυμίαν του Θεού˙ και θαύμασαι
διότι ο Θεός αν ήθελε τιμωρήση καθ' ένα δια τας αμαρτίας όπου κάμνει, δεν ήθελε φθάσει όλον
το γένος των ανθρώπων, αλλά ήθελεν αφτανισθή. Δια τούτο ας μη καταπέσωμεν, αδελφοί, διότι
ημείς δεν φροντίζομεν τόσον την ιδικήν μας σωτηρίαν, όσον ο Ποιητής μας Θεός. Και όχι τόσον
εις ημάς μέλλει να μη πάθωμεν κανένα κακόν, όσον τω Θεώ όπου μας εχάρισε την ψυχήν, διότι
ούτε εν ταις συμφοραίς αφίνει ο Θεός πάντοτε τους ανθρώπους να πειράζωνται, δια να
μη αποκάμωσι και αφανισθούν από την λύπην, ούτε πάλιν εν ταις ευημερίαις αυτών και
καλοπάθειαις, δια να μη γενώσιν αμελέστεροι της σωτηρίας. Αλλά ταις εναλλαγαίς των
πολλών ειδών, την σωτηρίαν αυτών οικονομών εργάζεται.
Διότι εάν ένα καράβι όπου να ήναι χωρίς καραβοκύριν, αδύνατον είναι να σταθή, άλλ' εν
ευκολία καταποντίζεται, λοιπόν ο κόσμος πως ήθελεν έμβη από τοσούτους χρόνους, μηδένας
αυτόν κυβερνών ; Και δια να μη ειπώ άλλο πλέον, νόμισαι συ τον κόσμον, όπου είναι επάνω εις
την γην, πως είναι καράβι, άρμενον τον ουρανόν επιβάτας τους ανθρώπους πέλαγος την
άβυσσον. Πως λοιπόν από τοσούτους χρόνους δεν έγεινε ναυάγιον, και απώλεια ποτέ τούτου του
παγκοσμίου καραβιού; άφησε λοιπόν το καράβι, μίαν ημέραν χωρίς κυβερνήτην και ναύτας, και
θέλεις το ίδει παρευθύς καταποντιζόμενον. Αλλά ο κόσμος ουδέν τοιούτον έπαθεν, έπτά χιλιάδες
χρόνους και περισσότερον έχων. Και τι λέγω καράβι και βάρκα ; καλύβην τις έστησεν εις το
αμπέλι του και τρυγήσας τον καρπόν, αφήκεν έρημον, πολλάκις ουδέ δύο ημέρας δεν διαμένει,
αλλά χαλά και πέφτει ταχέως. Και εάν καλύβη χωρίς του προνοούντος δεν ημπορεί να σταθή, και
δημιούργημα ουρανού τε και γης, τοσούτον ούτε καλόν και θαυμαστόν, πως ήθελεν απομείνη
τοσούτους χρόνους αδιάφθαρτον, χωρίς τίνος προμηθείας; Αδύνατον ή τον εννόησόν μοι το
κάλλος και ωραιότητα του ουρανού πόσους χρόνους έχει και δεν εμαύρισε˙ γνώρισε και της γης
την δύναμιν, πως δεν ατόνησεν η κοιλία της τόσους χρόνους να γεννά τα πολυειδή σπέρματα
ομοίως και τα πηγάδια και ταις βρύσες, πως πάντοτε αναβλύζουν και ουδέποτε στερεύουν.
Εννόησον την θάλασσαν πόσους δέχεται ποταμούς, και δεν υπερβαίνει το μέτρον δια τούτο
πρέπει εις καθ˙ ένα ποίημα των λεγομένων υπό Θεού, να λέγωμεν: Ως εμεγαλύνθη τα έργα σου
Κύριε, ότι πάντα εν σοφία εποίησας. Και πως να μη ήναι άπρεπον, ότι τον μεν κτίστην και
λεπτουργόν βλέπομεν πως κόπτει τα ξύλα και πριονίζει, και δεν τον εξετάζομεν δια ποίαν
αφορμήν το κάμνει ούτω ομοίως και τον ιατρόν όταν ιατρεύη τους ασθενείς, άλλους μεν κόπτει
τας σάρκας τους, άλλους δε καίει και φλεβοτομεί, άλλους δε αποκλείει εις τόπον αφεγγή, και
στενοχωρεί αυτούς εν πείνη και δίψη˙ και ημείς βλέποντες αυτά όπου κάμνουν, δεν
περιεργαζόμεθα να λέγωμεν διατί τούτο και διατί εκείνο κάμνουσιν; αλλά μόνον
σιωπούμεν την δε ανερμήνευτον Σοφίαν του Θεού πολυπραγμονούμεν και εξετάζομεν
ει δε και θελήση τις να κάμη ελεημοσύνην υπέρ των αδικούμενων και πτωχών, εξετάζομεν
ακριβώς και λέγομεν διατί είναι ο δείνα πένης και ο δείνα πτωχός, ή ο δείνα πλούσιος και δεν
σκύπτεις κάτω να γνωρίσης τον εαυτόν σου τι είσαι και να βάλλης δεσμόν εις την γλώσσάν σου
να μην περιεργάζεσαι άκαιρα, μόνον κοίταξε το πέλαγος των αμαρτιών σου, και αν ήσαι
περίεργος, ζήτησε εις τον εαυτόν σου τιμωρίας, δια την πολυπραγμοσύνην εις τους κακούς
λόγους όπου είπες˙ διότι έπρεπε τον εαυτόν σου να εξετάσης και όχι τον Θεόν και αυξάνεις εις
τα αμαρτήματά σου άλλα βαρύτερα αμαρτήματα; και πως, δεν είναι άξια κολάσεως;
Άμποτες ο ελεήμων και εύσπλαχνος Χριστός ο Θεός, λυτρώνοντας εξ αυτής πάντας ημάς,
καταξιώσει της Βασιλείας αυτού της επουρανίου μετά πάντων των Αγίων.
Αμήν

ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΛΟΓΟΣ ΕΙΚΟΣΤΟΣ

Ευλόγησον Πάτερ
ΚΑΙ πρώτον μεν, αδελφοί, εκατηγορήσαμεν εκείνους τους αδελφούς όπου αφίνουν την
προσευχήν και ακολουθίαν τους, και περιπατούν έξω της Εκκλησίας του Χριστού˙ και τώρα πάλιν
βούλομαι να ονειδίσω εκείνους όπου είναι μέσα εις την Εκκλησίαν αλλά ο νους των περιπατεί
έξω και είναι ακόμη χειρότεροι από εκείνους όπου δεν έρχονται εις την Εκκλησίαν διότι ούτοι αν
και ήναι μέσα εις την Εκκλησίαν, εις τον καιρόν της φρικτής Λειτουργίας, αλλά υπό
δαιμονικής συνεργείας συνομιλεί ένας με τον άλλον δια βιωτικά και φθαρτά πράγματα και άλλοι
πάλιν από φθόνον τους κατηγορούν τους αναγινώσκοντας την ανάγνωσιν και τους ψάλτας των
θείων λογίων καταφρονούν. Τι ποιείς άνθρωπε ; ο Ιερεύς λέγει˙ Άνω σχώμεν τας καρδίας
και συ συνομιλείς και γελάς μέσα εις την Εκκλησίαν; και δεν φοβάσαι μήποτε
συνομιλούντός σου και αμελούντος, θέλει πηδήσει κανένα δαιμόνιον και θέλει έμβη εις την
αμέριμνόν σου ψυχήν μετά πολλής εξουσίας, διότι εύρε την θύραν του σπητίου σου ανοικτήν ;
ήγουν να φυλάγη ο νους την ψυχήν σου. Και εις ταύτα όλοι μας πρέπει να χύνωμεν πηγάς
δακρύων, διότι μετά την Αγίαν Κοινωνίαν, μετά την απόλαυσιν του Αγίου Βαπτίσματος, μετά το
συνταχθήναι τω Χριστώ, τότε εδυνήθη ο δαίμων, ως λύκος να αρπάση τους άνδρας από την
ποίμνην, και να τους έχη με τον εαυτόν του˙ και συ βλέπεις την συμφοράν όπου έπαθαν και δεν
δακρύζεις ; και που ταύτα άξια απολογίας ;
Είπε μου, εάν ήθελες ιδεί τινός γειτόνου σπήτι όπου να εκαίετο, μακάρι αν ήτο και εχθρού, τάχα
δεν ήθελες δράμει να σβύσης την φλόγα της φωτιάς, φοβούμενος μήπως έλθη εις τα πρόθυρα
του σπητίου σου; τούτο γίνεται και υπό των πονηρών δαιμόνων ούτω κάμνε και συ, όταν έχουν
πείραξιν από τους δαίμονας οι αδελφοί, διότι φλόγα μεγάλη είναι και εμπρησμός η ενέργεια των
δαιμόνων δια τούτο βλέπε, μήπως έλθη και εις την ιδικήν σου ψυχήν ο δαίμων, όταν την εύρη
σεσαθρωμένην και αμέριμνόν. Αλλά συ όταν ιδής την προσβολήν του δαίμονος, φύγε εις τον
Δεσπότην Χριστόν, δια να ιδή ο δαίμων την θερμήν και έξυπνόν σου ψυχήν και τον νουν σου
στερεόν, και θέλει φύγει από σου μετά αισχύνης πολλής. Εάν δε πάλιν σε εύρη αμελή και
αφύλακτον από την χάριν του Θεού και έρημον παντελώς και ταχέως εισελεύσεται, τι κακόν δεν
θέλει σου κάμει ; εάν δε και σε εύρη έξυπνον διεγηγερμένον, και άπ' αυτών των Ουρανών
κρεμάμενον, δεν τολμά να σε αντικρύση και να σε ιδή καθόλου. Ώστε λοιπόν, εάν και των
αδελφών καταφρονής, αλλά τουλάχιστον τον εαυτόν σου λυπήσου και απόκλεισον της ψυχής
σου την θύραν, να μη έμβουν οι πονηροί λογισμοί όπου σπέρνουν οι δαίμονες διότι άλλο δεν
διώχνει την ορμήν των δαιμόνων, όσον η ολοψύχως δέησις και ευχή γινομένη.
Εάν δε θέλης να μάθης, πόσον καλόν είναι να δυνηθής, μετά της ιδικής σου αρετής, και
σωτηρίας, και άλλον αδελφόν να κερδήσης και να σώσης, άκουσον τι λέγει ο Θεός δια του Προφήτου. Ότι ο εξάγων τίμιον εξ αναξίου, ως το στόμα μου εσται δηλαδή, ότι όποιος ευγάλη
άλλον αδελφόν από την πλάνην της απιστίας, και αμαρτίας, και τον φέρει προς την αλήθειαν, και
προς την αρετήν, και σωφροσύνην, εμένα τον Θεόν μιμείται και ομοιούται. Διότι, επειδή αυτός ο
Χριστός και Θεός ημών, όπου είναι εκ της απορρήτου και ανερμήνευτου ουσίας του Θεού,
εκαταδέχθει και έλαβε θάνατον άτιμον επάνω εις τον Σταυρόν, και όλα τα ανθρώπινα
υπέμεινε διά ημάς τους αχαρίστους, και δια την ιδικήν μας σωτηρίαν, πως ημείς να μη είμεθα
συμπαθείς, και ελεήμονες προς τους ομοπίστους μας, όπου είναι μέλη ιδικά μας, και να μην
έχωμεν αγάπην, και επιμέλειαν; τόσον ότι και από το στόμα του διαβόλου να αρπάσωμεν
και να ελευθερώσωμεν αυτούς; διότι, εάν τις βλέπη καμμίαν εικόνα, ομοίωμα άψυχον,
παιδός, ή φίλου, νομίζει ότι βλέπει εκείνον τον αποθαμένον, και δια της εικόνος της
άψυχου του φαίνεται πως βλέπει το ποθούμενον τοιουτοτρόπως και ημείς
απολαμβάνομεν της παρουσίας των Αγίων, αναγινώσκοντες τους βίους αυτών, και τα
κατορθώματα, όχι των σωμάτων αυτών, αλλά και των ψυχών ˙ας εικόνας έχοντες, ότι τα
παρ' εκείνων διδαχθέντα, των ψυχών εκείνων είναι εικόνες. Καθώς οι ιατροί δεν αναγκάζουν
τους αρρώστους να υπάγωσιν εις τους Ιατρούς, άλλ' οι ιατροί υπάγουσι εις τους αρρώστους, και
τους ιατρεύουν, ούτω κάμνε και συ με όλην σου την δύναμιν, και προθυμίαν εις τας ψυχάς των
αδελφών, όταν ήναι ασθενημέναι από τα πάθη των αμαρτιών, γνωρίζοντας, ότι ολίγος είναι ο
καιρός τούτος της ζωής ημών˙ και εάν δεν κερδήσωμεν αυτά τα ψυχωφελή κέρδη εδώ,
εκεί ουδεμίαν σωτηρίαν ψυχικην θέλομεν έχει˙ διότι δύναται μία ψυχή, όπου να σωθή,
μυρίων φορτίων αμαρτιών αφανίσαι και θέλει γείνει εις εκείνην την ημέραν της Κρίσεως
αντίψυχον και σωτήριον. Διότι, εάν εκείνη η τιμία παρθένος, όπου έλεγαν το όνομά της Ταβηθά,
η οποία ενδυνε τας χήρας, και τα ορφανά, και κάμνουσα πλουσιοπαρόχως την ελεημοούνην εις
τους πτωχούς καθ' εκάστην ημέραν, απέθανε, και πάλιν ανέζησε, τούτο το μέγα θαύμα, τις
έκαμε; τα δάκρυα εκείνων, όπου ελεημονήθηκαν άπ' αυτήν τι δεν θέλουν κάμει τα
δάκρυα των ανθρώπων εκείνων, όπου θέλουν σωθή από την καλήν σου νουθεσίαν, και
συμβουλήν, και προθυμίαν; Διότι, καθώς εκείνην την αποθαμμένην κόρην επαρασιάθησαν αι

χήραι, και τα ορφαvά, και την έκαμαν ζωντανήν από νεκράν όπου ήτον, οίκω και εσένα, τότε
θέλουν παρασταθή εκείνοι, όπου ευεργετήθησαν και εσώθησαν από εσένα, και θέλουν σε κάμει
να απολαύσεις πολλής φιλανθρωπίας από του δικαίου Κριτού, και όχι μόνον εις τόσον, αλλά και
από την Κόλασιν του αιωνίου πυρός θέλουν σε αρπάξει. Ομοίως δε και όσον είναι πολλή η
αξία των αργυρίων εις τους πτωχούς, τόσοι είναι και οι στέφανοι πολλοί παρά Θεού όσος ο
μισθός, τόση η ανεαπόδοσις, και η ωφέλεια της ψυχής.
Πολλά είναι εις ημάς τα αγαθά να δοθούν υπό του Θεού, αλλά ουδένας δύναται εις τον εαυτόν
του να τ' αποκτήση, χωρίς να σώση και τον πλησίον του. Δια τούτο λέγει ο μακάριος Παύλος˙
μηδένας να γυρεύη το ιδικόν του συμφέρον, αλλά και το του ετέρου καθ' ένας, ότι το συμφέρον
το ιδικόν του είναι του αδελφού του. Διότι, καθώς πάλιν οι αδικούντες τους άλλους, ως
πηγαίνουν εκεί εις την κρίσιν του Θεού, και ιδούν εκείνους όπου αδικούσαν, θέλουν εντραπή,
καθώς λέγει η θεία Γραφή, δια τον πλούσιον εκείνον τον άσπλαγχνον και ανελεήμονα, όπου
έβλεπε τον Λάζαρον εις την αγκάλην του Αβραάμ και τότε ούτοι οι αδικηταί δεν ημπορούν να
συνομιλήσουν προς αυτούς, αλλά μάλιστα μετά πολλής εντροπής υπάγουσιν εις την κόλασιν
ούτω πάλιν οι διδάσκοντες και νουθετούντες αυτούς, ιδόντες λοιπόν τους ύπ' αυτών
διδαχθέντας, και διασωθέντος, πολλής ευφροσύνης και παρρησίας συν αυτοίς εκεί
εμπλησθήσονται. Και ας μη μου λέγη τις, ότι τι σχέσιν έχω με εκείνον τον άνθρωπον, επειδή
είναι ξένος;
Αλλά εάν ήναι πιστός Χριστιανός, και μεταλαμβάνη τα άχραντα Μυστήρια, και έρχεται
εις την Εκκλησίαν, εκείνος λοιπόν και από αδελφών και συγγενών, και από όλους είναι
ιδικώτερος. Και καθώς οι κλέπται παιδεύονται και κακοθανατίζουν, ούτω και οι κλεπταποδόχοι
ομοίως την αυτήν τιμωρίαν παθαίνουσι. Τοιουτοτρόπως, όχι μόνον οι ασεβείς και άπιστοι
κολάζονται, αλλά και οι πιστοί εκείνοι, όπου δύνανται να ελευθερώσουν τινά άνθρωπον
από την ασέβειαν, ή από την αμαρτίαν και δεν θέλουσι, την αυτήν εκείνην κόλασιν θέλουν
πάθει δια του το χρεωστούμεν καθ' ένας από ημάς να σώσωμεν και άλλους αδελφούς, ίνα και εις
την μέλλουσαν Κρίσιν μετά πολλής παρρησίας προϋπαντήσωμεν τω Χριστώ, και κανίσκια
φέρωμεν εις αυτήν, απ' όλα τιμιώτερα, τας ψυχάς των πεπλανημένων ανθρώπων, να υπάγωσιν
εις αυτόν και δια τους τοιούτους, είτε μας δείρουν, είτε μας θανατώσουν, ας υπομείνωμεν, μόνον
αυτούς να σώσωμεν διότι και οι ασθενημένοι και άρρωστοι πολλαίς φοραίς υβρίζουν και
αποδιώκουν τους ιατρούς˙ αλλά ημείς ένα μόνον επιθυμούμεν, την υγείαν του υβρίζοντος να
ιδούμεν. Πως λοιπόν δεν είναι του το πολλή αγνωσία, ότι εις τα μεν σώματα των αν θρώπων να
κάμνωμεν τόσην πολλήν επιμέλειαν, και πολλήν έξοδον, προμελετώντες την υγείαν αυτών, την
δε επιμέλειαν των ψυχών των απολλυμένων ανθρώπων, και αδελφών ημών να αμελούμεν, και
να μη το βάνωμεν εις τον νουν μας καθόλου, πως παθαίνουν πολλά κακά, και με τούτο όλον
μέλλουν να κολασθούν; Τι κάμνεις άνθρωπε; τον αδελφόν σου βλέπεις, όπου κρημνίζεται,
διότι έχει τον εαυτόν του εις όλην του την αμέλειαν, και εις την ασωτίαν, και συ δεν απλώνεις το
χέρι σου να τον ευγάλης από τον κρημνόν της απωλείας;
Διατί δεν τον ελέγχεις, και να τον επιπλήξης, αλλά φοβάσαι να μη τον σκανδαλίσης, και
προτιμάς αυτόν, από την σωτηρίαν της ψυχής του; και ποίαν απολογίαν έχεις να δώσης τω
Χριστώ εν τη ήμερα της Κρίσεως; Δεν ήκουσες τι επρόσταξεν ο Θεός τους Ιουδαίους, πως
τα ζώα των εχθρών τους, αν τα ιδούν, ότι μέλλουν να κρημνισθούν, να μη τα αφήσoυv,
και χαθούν, είδε και πέσουν εις βυθόν, να τα σηκώσουν; εάν εις τους Εβραίους λέγει ο
Θεός να μη καταφρονούν των εχθρών τους τα ζώα, και ημείς τας ψυχάς των αδελφών μας καθ'
εκάστην ημέραν βλέποντες υποσκελιζομένας, και κρημνιζομένας υπό του διαβόλου, να
παραβλέπωμεν ; Και πως δεν είναι τούτο μεγάλης απανθρωπίας και θηριογνωμίας, να μη
δίδωμεν τόσην βοήθειαν τοις ανθρώποις, όσην έδιδαν τοις αλόγοις εκείνοι ;
Τούτο λοιπόν το ακατάδεκτον, και απρονόητον όλα τα καλά εχάλασε τούτο έφθειρε, και
συνετάραξε την ζωήν των ανθρώπων και μήτε θέλομεν να μας ελέγξη τις, όταν σφάλλωμεν ούτε
άλλους ημείς, δια να μη φανούμε βαρετοί ελέγχοντες αυτούς. Επειδή γινώμεθα ως θηρία άγρια
δεν θέλομεν να μας συνομιλήση τις, δεν δεχόμεθα κρύον αέρα να μας εγγίζη. Αλλά τι Χριστιανοί
είμεθα, και δεν υπομένομεν ένας τον άλλον; Θέλεις να διορθώσης τινά αδελφόν αμελή της
εαυτού σωτηρίας ; δάκρυσον και δεήσου του Θεού δι' αυτόν˙ πάρε τον με τον εαυτόν
σου κατά μόνας, και καθοδήγησαι, συμβούλευσαι, παρακάλεσαί τον, καθώς έκαμνεν ο
Παύλος, μήπως και θέλω έλθει, λέγει και με ταπείνωση ο Θεός˙ και κλαύσω πολλούς των
προημαρτηκότων, και μη μετανοησάντων, επί τη ασέλγεια, και ακαθαρσία. Ούτω και συ δείξον
αγάπην προς τον αμαρτωλόν, περιποιήσου αυτόν, και κυβέρνησον και σωματικά, και μη τον
κατακρίνης πως ήμαρτε. Βάλε του μετάνοιαν έως εδάφους της γης˙ πιασε και καταφίλησε
τους πόδας αυτού, και τας χείρας˙ μη έντραπής, εάν θέλης να ιατρεύσης την ψυχήν
του, καθώς κάμνουν οι δόκιμοι Ιατροί, όταν ιδούν τους αρρώστους, όπου δεν δέχονται καμίαν

ιατρείαν, παρακαλούντες και καταφιλούντες αυτούς, να δεχθούν τα βότανα της υγείας αυτών.
Ούτω κάμνε και συ, εάν είναι ανάγκη να κοπιάσης μέχρι θανάτου, όπως σωφρονίσης τον
αδελφόν˙ και μη αποκάμης ποτέ συμβουλεύων αυτόν και οικονόμων, έως ου να κάμη αποχήν
του κακού, επιστρέφοντας και μετανοώντας.
Και τούτο όπου κάμνεις εις τον αμαρτωλόν, το λογίζεται ο Θεός μέγα μαρτύριον διότι και
ο μέγας Ιωάννης ο Πρόδρομος, δι' άλλο δεν εμαρτύρησε και απετμήθη την ιεράν αυτού
κεφαλήν, παρά μόνον δια τον Ιερόν Νόμον υβριζόμενον. Δια τούτο και συ αγωνίσου μέχρι
θανάτου υπέρ της αληθείας και ο Κύριος θέλει σε βοηθήσει, διότι φθάνει ένας άνθρωπος,
θείω ζήλω πυρούμενος, κόσμον πολύν διορθώσαι. Και μη μου λέγει τις, ότι εγώ δεν έχω
τινά αδελφόν συναναστροφήν. Με τον διάβολον δεν έχωμεν ημείς οι Χριστιανοί καμίαν σχέσιν,
αλλά με τους ανθρώπους και μάλιστα με τους πιστούς, πολλά έχομεν κοινά˙ μήπως δεν είμεθα
μιας φύσεως; δεν κατοικούμεν όλοι εις την γην και ταις αυταίς τροφαίς τρεφόμεθα; δεν έχουν
και αυτοί ένα αυθυέντην τον Θεόν; δεν εδέχθηκαν και αυτοί το Άγιον Ευαγγέλιον και τον Νόμον
τού Θεού ; δια τούτο ας μη λέγωμεν αυτά τα ψυχρά λόγια, αλλά μόνον την πρέπουσαν
κηδεμονίαν και κυβέρνησιν εις τους αδελφούς να δείχνωμεν, και επάνω εις όλα την αγάπην όπου
είναι το κεφάλαιον των αρετών, χωρίς της αγάπης αδύνατον είναι να σωθή τις.
Δια τούτο, αδελφέ, μη παύσης ποτέ νουθετείν και διδάσκειν τον αδελφόν, εάν και σε υβρίζη και
σε φοβερίζη να γένη επιζήμιος˙ όλα εκείνα υπόμεινε τα μετά μακροθυμίας, έως ότου να
κερδήσης την σωτηρίαν της ψυχής του. Εάν δε εκείνος θέλη γείνη εχθρός σου κακός και
δυνατός, αλλά ο Θεός σου γίνεται φίλος και βοηθός, ου μόνον εδώ εις του τον κόσμον, αλλά
μάλιστα και εις εκείνην την ημέραν της Κρίσεως μεγάλα χαρίσματα θέλει σε φιλοδωρήσει. Όμως
και να κάμνη τις έλεημοσύνην εις τους πτωχούς, μέγα καλόν είναι και σωτήριον, άλλά
μεγάλητερον είναι να εύγάλη τις άλλον τινά από την πλάνην της απιστίας και αμαρτίας˙ διότι δεν
έχει η ψυχή εξαγορασμόν ουδέ με τον κόσμον όλον˙ ώστε εάν και μύρια χρήματα δώσης, δεν
ημπορείς να κάμης τίποτε, όπως μίαν ψυχήν να επιστρέψης εις την αλήθειαν. Και όποιος δυνηθή
και κάμη τούτο, γίνεται ως τον Παύλον και τον Πέτρον˙ όχι να κινδυνεύση ως εκείνους πολλαίς
κακοπάθειαις, διότι ο καιρός τούτος είναι ειρήνης, αλλά μόνον επιμέλειαν και προθυμίαν να
βάλη. Και τι λέγω Παύλον; στόμα είναι, λέγω, του Χριστού εκείνος όπου θέλει
ελευθερώσει ψυχήν από την πλάνην της απιστίας και ασεβείας διότι λέγει Συ ο εξάγων
τίμιον εξ αναξίων, ως το στόμα μου έση.
Είναι ακόμη δίκαιον και πρέπον, ότι εις τα σπήτια να λέγωμεν εκείνα όπου διηγείται η Θεία
Γραφή εις την Εκκλησίαν, ή φίλος είναι ή συγγενής και εάν σήμερον τον καταπείσης και αύριον,
ή και μηδέποτε σε ακούση, συ τον μισθόν έχεις παρά Θεού έτοιμον. Εάν και μη όλους και
ολίγους από τους πολλούς θέλει σώσει˙ διότι και οι Απόστολοι, εάν και όλους δεν εκατάπεισαν
να πιστεύσουν εις τον Χριστόν αλλά επειδή με όλους εδιαλέχθησαν, τον μισθόν από όλους
εκέρδησαν. Συ δε, εάν και εκατόν μη δυνηθής επιστρέψαι, τουλάχιστον των πέντε μη
καταφρόνησες· εάν δε και τους πέντε μη δυνηθής, του ενός μη παρίδης˙ διότι ου προς το τέλος
των κατορθωμάτων, αλλά προς την γνώμην των κατορθούντων, ο Θεός δίδει τους
στεφάνους. Δια τούτο, όταν ιδής τινά δεόμενον ψυχικής ή σωματικής θεραπείας, μη λέγεις
προς τον εαυτόν σου διατί δεν τον ιάτρευσε; δεν τον εξομολόγησεν ο δείνα και ο δείνα;
ή ότι εγώ είμαι κοσμικός και έχω γυναίκα και παιδιά, και πρέπει αυτά να τα κάμνουν οι
παπάδες και οι καλόγεροι. Για είπε μου συ, εάν ήθελες εύρει θησαυρόν γεμάτον από
χρυσίον κείμενον, τάχα θα έλεγες προς τον εαυτόν σου˙ διατί δεν επήρε τον θησαυρόν
τούτον ο δείνα και δείνα, ο Ιωάννης και ο Δημήτριος ; και εγώ μοναχός να τον πάρω;
τούτο δεν ήθελες είπει ποτέ σου, αλλά θα επροσπάθεις πρώτος από όλους να τον αρπάξης˙
ούτω νόμιζε και κάμνε δια τους ξεπεσμένους αδελφούς, και βάνε με τον νουν σου, ότι
θησαυρόν ηύρες την επιμέλειαν εκείνων. Και τι άλλο εις τον κόσμον καλλίτερον από τούτο, το
οποίον ούτε νηστεία, ούτε χαμαικοιτία και γονυκλισία ούτε άλλο τι δύναται να
κατορθώση, παρά μόνον η σωτηρία όπου κάμνεις του αδελφού ; Και μήπως εγώ αυτά λέγω;
αυτός ο ίδιος Θεός είπε τούτο˙ ότι μόνον και ένα να σώσης, λέγει, ως το στόμα μου είναι το
στόμα σου˙ δια τούτο πρέπει να παραγγέλλης προ του πεσείν εις την αμαρτίαν, να φυλάγουν και
την παρθενίαν των, με τας άλλας αρετάς, διότι μεγάλην σωτηρίαν ημίν προξενείς.
Αλλά μετά την αμαρτίαν, πολλήν επιμέλειαν να κάμνης ει εκείνους να έλθουν εις μετάνοιαν, και
εις τούτο έχεις περισσότερον μισθόν και έπαινον παρά Θεού διότι και οι Ιατροί παραγγέλλουν εις
τους ασθενείς να φυλάγωνται από κάποια βλαβερά φαγητά, έως ου να γενούν καλά˙ εάν δε
αμελήσουν και δεν φυλάξουν των παραγγελθέτων και πάλιν πέσουν εις την ασθένειαν, δεν τους
αφίνουν να κινδυνεύσουν έως θανάτου, αλλά τότε μάλιστα πολλήν προσπάθειαν κάμνουν δια να
τους ελευθερώσουν των ασθενειών. Και συ λοιπόν όπου είσαι πνευματικός Ιατρός, όταν είναι
ανάγκη, τον αδελφόν διορθώσασθαι, εάν και αυτήν την ψυχήν να βάλης μέχρι θανάτου, μη

παραιτηθής. Ο Δεσπότης ημών Ιησούς Χριστός δι' ημάς απέθανε, και συ καν με λόγον
δεν θέλεις να τον παρηγόρησες; ποίαν απολογίαν θέλεις δώσει έμπροσθεν εις το φοβερόν
Κριτήριον του Χριστού, εις τόσην απώλειαν των ψυχών όπου παραβλέπεις; Εάν ήθελες ιδεί τινά
όπου υπάγουν να τον κρεμάσουν με δικαίαν κρίσιν, εάν ήσουν εξουσιαστής να τον αρπάξης από
των φονέων τας χείρας, τάχα δεν ήθελες κάμει παντοίους τρόπους να τον ελευθέρωσες από τον
φόβον; Τον δε αδελφόν σου βλέπεις, όχι υπό του φονέως συρόμενον αλλά υπό του
διαβόλου προς τον κρημνόν της απώλειας ελκόμενον και ουδέ καν με συμβουλάς αξιώνεις να
τον ευγάλης από του κάκου θηρίου; και πως να τύχεις συγχωρήσεως; Άλλ' αν ήναι δυνατώτερός
σου, φανέρωσε τον εμένα˙ και καλλίτερον το έχω να βάλλω την ζωήν μου εις θάνατον, παρά να
τον αφήσω να έμβη εις τα πρόθυρα της Εκκλησίας˙ εν γαρ τούτο της πονηρία; είδος είναι και
παρηγορίαν νομίζουν είναι της εδικής των κολάσεως, των άλλων την απώλειαν.
Τις από σας, ειπέτε μοι, υπήγαιε εις σπήτι χριστιανικόν και έπιασατε χαρτί γραμμένον
και εδιαβάσατε την Γραφήν; ουδένας έχει να ειπή, ότι εδιάβασα, και πολλά ωφελήθηκα, αλλά
μόνον πεσσούς και κύβους ευρίσκομεν εις τους περισσοτέρους οίκους, ήγουν τα χαρτία και τας
τέχνας όπου παίζουν. Εάν δε και ευρέθη τις να έχη βιβλίον, το κλίνει και το βάζει εις το
σεντούκι και στέκεται πάντοτε˙ και μόνον όλη των η προθυμία είναι εις την λεπτότητα των
υμεναίων, ήγουν εις τα τραγούδια και παίγνια. Άλλοι πάλιν, αν έχουν βιβλία, καυχώνται εις το
κάλλος των γραμμάτων, όχι πως να διαβάζουν να ωφελούνται ή κέρδος ψυχής να αποκτήσουν,
αλλά πλούτον και φιλοτιμίας φανέρωσιν ποιούμενοι εις αυτά είναι η σπουδή τους˙ τόση είναι η
μεγάλη των υπερηφανία, διότι δεν ακούω τινά να ωφεληθή από τα γραμμένα, μόνον καυχάται
πως έχει με χρυσογραμμίαν τα βιβλία του.
Ο ευνούχος εκείνος όπου τον εβάπιισεν ο Απόστολος Φίλιππος, ο όποιος μ' όλον όπου ήτο
βάρβαρος και αγράμματος και πολλαίς φροντίδες είχε, και εκείνα όπου εδιάβαζε δεν ήξευρε τι
έλεγαν, όμως πάλιν δεν έπαυεν αναγινώσκων καθήμενος επάνω εις το αμάξι˙ και ανίσως εις τον
δρόμον όπου επήγαινεν έκαμε τόσην σπουδήν εις την ανάγνωσιν, τάχα όταν ήτον εις το σπήτι
του, πόσην σπουδήν εποίει; μάλιστα δε όπου δεν εγνώριζε τι έλεγαν εκείνα όπου διάβαζε;
Διότι, καθώς όταν πεινά τις, σημείον είναι υγείας του σώματος, ούτω είναι και η σπουδή περί την
ακρόασιν των Θείων Γραφών, σημείον μέγιστον της ψυχικής υγείας. Δια ποίαν λοιπόν άφορμήν
πολλαίς φοραίς ημείς δεν σάς λέγομεν την λύσιν των δυσνόητων προβλημάτων, να τα
καταλάβετε; Τούτο το κάμνομεν δια να σάς συνηθίσωμεν, μη πάντα και σεις να δέχεσθε την
τροφήν μασημένην, αλλά και σεις μόνοι σας να κάμνετε την λύσιν του νοήματος άλλαις
φοραίς, καθώς κάμνουν αι περιστεραί˙ διότι και εκείναι, έως ότου είναι εις την φωλεάν τα πουλιά
τους, τα τρέφουν με το στομάτων, όταν δε δυνηθούν να εύγουν από την φωλεάν και ιδούν ότι
δύνανται να πετούν με τα πτερά των, δεν τα τρέφουν όπως και πρώτα, αλλά φέρουσι μεν το
σπυρί του σιταριού εις το στόμα τους και τους το δείχνουν, και αυτά έρχονται σιμά˙ αι δε
μητέρες αφίνουν την τροφήν επί της γης και παρακινούν αυτά να παίρνουν την τροφήν μοναχά
τους.
Ούτως και ημείς κάμνομεν, πέρνοντες την πνευματικήν τροφήν επί του στόματος˙ είτα
προσκαλούμεν υμάς και φανερώνομεν υμίν την λύσιν κατά συνήθειαν˙ και όταν πλησιάσετε να
δεχθήτε, αφίνομεν άλυτον την λύσιν των λόγων, ώστε μοναχοί σας να διαλύσετε τα νοήματα της
Θείας Γραφής. Και καθώς εις τους ασθενείς δεν φθάνει σύντομον και ενός είδους φαγητόν να
τους δίνουν, αλλά είναι ανάγκη να ετοιμάσουν πολλών ειδών φαγητά, εάν το ένα ο ασθενής δεν
θέληση, το έτερον να θελήση, εάν και εκείνο δεν θ έλη, το άλλο θέλει το δεχθή, αν και τούτο
αποδιώξη, θέλει λάβει το έτερον και από την πολλήν ανορεξίαν την δυσκολίαν της γεύσεως
θέλομεν κινήσει, και εκ των πολλών ειδών της τραπέζης το δυσάρεστον της γνώμης θέλει
θεραπευθή˙ ούτω γίνεται και επί της πνευματικής εστιάσεως και πρέπει να κάμνωμεν, όταν
είμεθα ασθενείς εις την ψυχήν, ίνα εκ των πολλών αναγνωσμάτων και παραδειγμάτων των Αγίων
Γραφών εύκολα να γίνεται η Ιατρεία των ψυχικών μας ασθενειών.
Δια τούτο δέομαι και παρακαλώ την υμετέραν αγάπην, να μη βαρύνεσθε την παραίνεσιν και την
καθοδήγησιν˙ διότι εάν βαρύνεστε μ' όλα ταύτα, αλλά εγώ πρέπει να βαρύνωμαι ο οποίος
πολλάκις λέγω και δεν ακούομαι, και όχι σεις οι πάντοτες μεν ακούοντες και παρακούοντες. Ή
δεν ηξεύρετε ότι οι καταφρονούντες της Θείας ακροάσεως ότι δεν τους λέγει η αγία Γραφή
ανθρώπους αλλ' ανόητα πλάσματα, και δια της καταφρονήσεως ταύτης, έχασαν την ευγένειαν
της ανθρωπότητος ; και άκουσον ιστορίαν πάλαιαν περί ταύτης της υποθέσεως. Ο
μεγαλοφωνότατος Προφήτης Ησαΐας υπήγεν εις την Ιουδαίαν πόλιν την Μητρόπολιν, την
πολυάνθρωπον, δηλαδή εις τα Ιεροσόλυμα και εστάθη εις την αγοράν, και το πλήθος των
ανθρώπων τον επερικύκλωσαν. Ηθέλασε να δείξη ότι εκείνος όπου δεν θέλει να ακούση τα θεια
λόγια, δεν είναι άνθρωπος δια τούτο εβόα και έλεγε μεγαλοφώνως προς το πλήθος του κόσμου
όπου εστέκοντο ολόγυρα του. Άνδρες αδελφοί, ήλθα εις το μέσον υμών και δεν είναι τις

άνθρωπος˙ εκάλεσα και δεν είναι τις να με ακούση. Δια τούτο εγύρισε προς τα στοιχεία τον
λόγον, και είπεν άκουε ουρανέ και ενωτίζου γη˙ δια τούτο λέγω έγώ εις ανθρώπους απεστάλην
υπό τού Θεού, προς ανθρώπους όπου έχουν νουν αλλ' επειδή ούτε λόγον ούτε αίσθησιν έχουσι,
δια τούτο μόνον κορμία είναι πολλά; αλλά ακοήν δεν έχουν διότι τα αυτία τους είναι απερίτμητα
και κωφά και δια τούτο ουδέ εκείνος, όπου έχει σώμα και φωνήν ανθρώπου λέγεται άνθρωπος,
αλλά όποιος έχει ψυχήν άνθρωπου και προθυμίαν.

Ηξεύρω λοιπόν, ότι πολλοί από σας βαρετώς ακούουσι τον λόγον της αναγνώσεως, και
νουθεσίας˙ αλλά τι το όφελος της σιωπής; διότι, εάν και σιωπήσω και δεν σας ενοχλήσω δια των
λόγων, αδύνατον είναι δια της σιωπής ταύτης ελευθερώσαι υμάς από της κολάσεως, και ούτω
περισσεύει τα της τιμωρίας, και όχι μόνον εσάς, αλλά και εμένα προξενεί την κόλασιν αύτη η
σιωπή. Τις λοιπόν είναι η χάρις των λόγων, όταν εις τα έργα μη βοηθή ; τι το κέρδος να
ευφραίνωμεν με τον λόγον, και να λυπούμεν με το πράγμα; να γλυκαίνωμεν την ακοήν, και
να κολάζωμεν την ψυχήν; δια τούτο καλλίτερα είναι εδώ να λυπηθούμεν, παρά να δοθούμεν
εκεί εις την αιώνιον κόλασιν. Δια τούτο δεν πρέπει να σας κακοφαίνωνται τα λεγόμενα, αλλά να
τα δέχεσθε, και να τα επαινήτε. Είδε και είναι τινές ασθενείς εις την νουθεσίαν της αγίας Γραφής,
και δεν ημπορούν να δεχθούν τας απολογίας ημών, εκείνο θέλω ειπεί προς αυτούς ότι εγώ
νόμους ιδικούς μου δεν διηγούμαι εις εσάς, αλλά διαβάζω γράμματα τα καταβάντα από των
ουρανών˙ δια τούτο ανάγκη είναι τον εμπιστευθέντα αυτήν την διακονίαν, να διδάσκη τα
γεγραμμένα μετά παρρησίας πολλής, δια το συμφέρον της ψυχής των ακουόντων.
Αλλά μη μόνον το γλυκύ της ακροάσεως εις όλα να γυρεύετε, αλλά και την βαρύτητα της
επιτιμήσεως˙ διότι και ο λέγων, και ο ακούων, μεγάλον κίνδυνον έχουν, εις το αποκρύπτειν τον
Θείον νόμον διότι και οι διδάσκαλοι κρίνονται, ως φονείς, όταν δεν διδάσκουν του Θεού τα
δικαιώματα χωρίς υποκρίσεως και χάριτος. Τον Παύλον πάλιν φέρω εις σας αξιόπιστον μάρτυρα,
δια τούτο και εγώ συνεχώς πάντοτε από όλους καταφεύγω υπό την αγίαν αυτού ισχήν, ότι είναι
Προφητείαι, και νόμοι Θείοι τα λόγια του˙ διότι δεν είναι ο Παύλος όπου ομιλεί, αλλά ο Χριστός,
όπου κινεί την γλώσσαν του Παύλου. Λέγει λοιπόν καθαρός είμαι εγώ από του αίματος πάντων
πως ; και διατί ; ότι δεν εντράπηκα να μη ειπώ εις σας όλην την βουλήν του Θεού. Και αν δεν
ήθελεν ειπεί όλην την αλήθειαν, μόνον μερικά, δεν ήτον καθαρός εκ του αίματος των
πιστευσάντων, αλλά ως φονεύς εκρίνετο υπό Θεού και με όλον το δίκαιον διότι ο μεν φονεύς
μόνον το σώμα του άνθρωπου φονεύει, ο δε διδάκαλος ο προς χάριν διδάσκων, και αμελείς
κάμνει τους ακροατάς; και την ψυχήν του πέμπει εις αθανάτους κολάσεις, και τιμωρίας. Ποιος
λοιπόν να ήναι τοιούτος ασυμπαθής, και απάνθρωπος, ως όταν κατηγορή τον διδάσκοντα και
λέγοντα περί της οργής του Θεού συνεχώς, πόσην βαρύτατην κόλασιν μέλλει να λάβη; διότι έγώ
εάν σιωπήσω, και αποκρύψω από της σιωπής τα κρίματά σας, καλώς και δικαίως αγανακτεί καθ'
ένας, εμού σιωπώντος. Εάν δε και ημείς τώρα σιωπήσωμεν, κατά πάσαν ανάγκην εκεί θέλουν
φανή τα αμαρτήματα. Τι όφελος έγεινεν από της σιωπής; ουδένα διότι εκείνος, όπου προς το
συμφέρον των ακουόντων επιβλέπει, και αν εγκωμιάζη τον λόγον, ου μόνον δεν είναι άξιος
κατακρίσεως, αλλά στεφάνων, εάν και σιωπά, εάν και κατηγορήται. Και επειδή ο Δαυίδ, αν
ήθελε σιωπήση επί του Γολιάθ, δεν ήθελε τον αφήση να εύγη εις πόλεμον, ουδέ την νίκην την
μεγάλην, και λαμπράν ήθελε στήση, δια τούτο πολλαίς φοραίς ωμίλησα προς σάς, και τώρα πάλιν
σάς το προλέγω, και πλέον δεν παρηγορώ, αλλά προστάσσω, και παραγγέλλω. Και όποιος θέλει,
ας ακούη, και ο μη θέλων, ας μη θέλη˙ ότι, εάν δεν υπομείνετε να ακούσετε τα παρ' εμού λε γόμενα ονειδιστικά, πλέον δεν θέλω δειχθή εις σάς, ουδέ θέλω αφήσει να περάσατε από τούτον
τον δρόμον διότι τι ανάγκη να ήναι τόσον πλήθος ασθενημένων ;
Δώδεκα ήσαν οι Μαθηταί του Κυρίου, και άκουσον τι λέγει ο Χριστός προς αυτούς μήπως
θέλετε και σεις να υπάγετε, διότι εάν διόλου, και πάντοτε σάς καλολογούμεν, πότε να
διορθωθήτε ; πότε να σάς ωφελήσωμεν ; Αλλά θέλει ειπή τις ότι πολλαίς Αιρέσεις είναι, και
θέλουν μετατεθή εις εκείναις. Ψυχρός είναι ο λόγος ούτος και ανωφέλευτος˙ διότι καλλίτερα
είναι ένας, όπου να κάμνη το θέλημα του Θεού, παρά μύριοι παράνομοι, και άπιστοι. Είπε
μου συ, ποιον σου φαίνεται καλόν, να έχης πολλούς κλέπτας ανθρώπους, και ανδροφόνους
δουλευτάς, ή παρά να έχης ένα δούλον καλόν ; Όποιος θέλει από τους τοιούτους, ας φύγη,
ουδένα θέλω άπ' αυτούς διότι αυτοί όλα τα καλά τα εχάλασαν, με το να λέγουν, πως να υπάγουν
εις Αίρεσιν, και πίστιν άλλην να μετατεθούν, ότι είναι ασθενείς. Και πάλιν λέγει Συγκατάβηθι και
συ παραμικρόν. Και έως πότε να συγκαταβαίνω ; και διο ποίαν αφορμήν, άπαξ, και δις, και
τρίς, και μη διαπαντός ; Ιδού πάλιν σάς παραγγέλλω, και μαρτυρώ ενώπιον του Θεού, κατά
τον μακάριον Παύλον, δα εάν έλθω και πάλιν, δεν θέλω σάς λυπηθή διότι όταν μέλλωμεν να
κριθώμεν εις το φοβερόν Κριτήριον του Χριστού, και σεις μακράν θέλετε σταθή, και εμένα την
Κρίσιν δίδετε, και τας τιμωρίας. Ώστε λοιπόν δάκνεσθε, και λυπείσθε, ότι της πικρότητος των
λόγων μη υποφέροντες, δια την πρόσκαιρον εντροπήν ελευθέρωσητε από τας κολάσεις, και

τούτο γνωρίζω καλά, ότι όλοι είμεθα υπό κανόνα, και ότι ουδένας ημπορεί να καυχηθή, πως έχει
καρδίαν καθαράν, και παρθένον.
Αλλά τούτο είναι το κακόν, ότι όχι μόνον πως δεν είμεθα καθαροί εις την ψυχήν, αλλά δεν
προσερχόμεθα τω δυνάμενω Σωτήρι Χριστώ ποιήσαι αυτήν καθαράν, και αμόλυντον. Γνώριζω
πάλιν, ότι σάς εγγίζουν τα λόγια, αλλά τι να κάμω; εάν δεν ήναι πικρά τα φάρμακα, αι πληγαί
δεν ιατρεύονται˙ και πάλιν, εάν θέλω βάλει πικρότερα τα ποτά, δεν θέλετε υπομείνει. Δια τούτο
από όλα τα μέρη στενά μου είναι. Πλήν αναγκαίον είναι να ελαφρώσω την χείρα μου, διότι
αρκετά είναι τα λεγόμενα εις διόρθωσιν των θελόντων να ακούσωσι˙ είδε και πάλιν αδιόρθωτοι
μείνετε, εις τας χείρας του Χριστού και Κριτού θέλετε παραδοθή, και τούτο όλοι το ηξεύρειε, ότι
Φοβερόν το εμπεσείν εις χείρας Θεού ζώντος. Όμως εκείνος όπου κάμνει μίαν και μόνην
εντολήν του Θεού, αρχίζει και κάμνει και τας λοιπάς, και δεν θέλει σταθή, έως ου να φθάση εις
το τέλος της αρετής, καθώς ο φιλοχρήματος, όσον συναθροίζει πολλά χρήματα, τόσον
περισσότερον επιθυμεί να απόκτηση.
Δια τούτο δέομαι και παρακαλώ την υμετέραν Αγάπην, τούτους μου τους λόγους μη μόνον κατά
την παρούσαν ωραν να ενθυμήσθε, αλλά και εις τα σπήτια σας, και εις την αγοράν, και εις
οποίον τόπον περιπατείτε, να τα διηγήσθε, και να τα λέγετε εις τους άλλους. Αμ ποτές να ήμουν
παντοίε με τον εαυτόν σας˙ τώρα δε επειδή τούτο είναι αδύνατον να γένη, αντί δια τον εαυτόν
μου, ενθυμείσθε τους ιδικούς μου λόγους, και επί της τραπέζης καθήμενοι, να νομίζετε πως είμαι
με τον εαυτόν σας, και σας παραστέκω, και αυτά σας διδάσκω. Αυτά λοιπόν, όπου λέγω τώρα,
ταύτης ενθυμείσθε της εντολής, υπέρ της αγάπης ημών αποδόσατε την ανταπόδοσιν. Και τούτο
ακόμη σας λέγω, ότι εάν και τίνες κατηγορούσι των λεγομένων, να σφαλίζετε τα αυτιά σας, και
τον Προφήτην μιμηθήτε τον λέγοντα˙ Τον καταλαλούντα τον πλησίον αυτού λαύρα και
απόκρυφα, τούτον εξεδίωκον. Εάν δε και κακώς θέλεις ειπεί, αποφράζω την είσοδον των
λεγομένων, διότι δεν δέχομαι κόπρον και βόρβορον˙ διότι, τι κέρδος είναι να μάθης, ότι ο δείνα
είναι πονηρός, και κακός ; Λοιπόν από τούτο μεγάλην βλάβην, και ζημίαν έχεις εις την ψυχήν
σου, να εξετάζης αλλονών αμαρτήματα, και τα ιδικά μας να μη τα βάνωμεν εις τον νουν μας˙
διότι κάλλιον είναι να μη ηξεύρης, παρά να μάθης κακώς.
Μάθε και τούτο ακόμη, εάν ιδής τινά να κάμη σκεύη Ιερά, ή άλλον στολισμόν της Εκκλησίας, ή περί τείχους και εδάφους, μη ειπής, πώλησον αυτά, δια να μην εμπόδισης την
προθυμίαν αυτού.
Αληθώς προ του να τα κατασκευάση, και σε ερωτήση, πρόσταξε τον τα έξοδα εκείνα να τα δώση
των πτωχών, δια να καταφρονή του κόσμου την απόλαυσιν, και την χαράν διότι δεν είναι
πάντοτε, αλλά διαβαίνουν ως τον ίσκιον, και τα λυπηρά και τα χαροποιά˙ διότι, καθώς εκείνοι
όπου είναι εις ξενιτείαν, πάντοτε επιθυμούσι να υπάγωσιν εις την Πατρίδα των, ούτω και εκείνοι
όπου αγαπούν τα μεγάλα χαρίσματα της ουρανίου Πατρίδος. Και καθώς εκείνος όπου περιπατεί
τον δρόμον, προσπαθεί να φθάση το τέλος του δρόμου, ούτω πρέπει και ημείς να σπουδάζωμεν
δια τα μέλλοντα αγαθά, πότε να φθάσωμεν˙ και είτε ολίγους χρόνους ζήσω μεν, πολλά νομίζει
αυτά τη επιθυμία, των μελλόντων αγαθών. Ταύτα δε λέγω, όχι ότι κατηγορώ την παρούσαν
ζωήν, μη γένοιτο, διότι και τούτος ο κόσμος έργον Θεού είναι, αλλά προς την αγάπην του
Παραδείσου σας παρακινώ˙ ώστε να μη αγαπούμεν τα γήινα πράγματα, και να χαλούμεν το
σώμα μας εις αυτά. Μήτε κατά τους ολιγοψύχους των πολλών να είμεθα, οι οποίοι, εάν και
πολλούς χρόνους ζήσουν, ολίγους λέγουν ότι έζησαν˙ των οποίων τι δύναται να γίνη
αλογώτερον, και αγνωστότερον; επειδή και ουρανού ευτρεπισμένου, και των αγαθών εν τοις
ουρανοίς, τα οποία μήτε μάτι ανθρώπου τα είδε, μήτε αυτί τα ήκουσε, προτιμούν τα φθαρτά του
κόσμου τούτου, και κυλίονται εις τα ναυάγια των κυμάτων χειμώνος του πικρού, δηλαδή της
πίκρας ζωής ταύτης. Αλλ' όχι ούτω ο μακάριος Παύλος, όστις εσπούδαζε και αγωνίζετο δια την
σωτηρίαν των ανθρώπων, ώστε μη στερηθήναι της Βασιλείας των ουρανών, ης γένοιτο πάντας
ημάς επιτυχείν, χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού˙ ω η δόξα, και το
κράτος, νυν, και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν

ΒΗΘΛΕΕΜ

Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου

Ας σηκωθούμε λοιπόν και ημείς. Και αν ταράσσονται όλοι, εμείς ας τρέξωμεν εις το σπίτι του
παιδιού. Και αν μας εμποδίζουν εις τον δρόμον μας αυτόν είτε βασιλείς, είτε πλήθη είτε

τύρρανοι, ας μη αφήσωμεν τον πόθο μας να σβήση. Έτσι θα αποκρούσωμεν τα δεινά που μας
απειλούν. Διότι και αυτοί, αν δεν έβλεπαν το παιδί, δεν θα εξέφευγαν τον κίνδυνο εκ μέρους του
βασιλέως. Πριν ιδούν το παιδί επρομηνύοντο από παντού φόβοι και κίνδυνοι και ταραχαί. Μετά
τη προσκύνηση η γαλήνη και η ασφάλεια. Όχι πλέον Άστρον αλλά τους αναλαμβάνει ο άγγελος,
αφού έγιναν έπειτα από την προσκύνησιν ιερείς, αφού άλλωστε προσφέρουν και δώρα.
Άφησε λοιπόν και εσύ τον Ιουδαϊκόν λαόν, την πόλιν που ταράσσεται , τον αιμοδιψή τύρρανον,
την πλάνην του βίου και σπεύσε εις την Βηθλεέμ, όπου είναι ο οίκος του άρτου του πνευματικού.
Αν είσαι βοσκός και έλθεις εδώ , θα ιδής το παιδί εις το κατάλυμα. Αν είσαι βασιλεύς και δεν
έλθης, εις τίποτα δεν θα σε ωφελεί η πορφύρα. Αν είσαι μάγος κανέναν εμπόδιο από την
ιδιότητά σου, φθάνην να έλθεις και να αποδώσεις τιμήν και προσκύνησιν και όχι να καταπατήσεις
τον Υιόν του Θεού. Αν προσέλθεις με τρόμον και χαράν- διότι είναι δυνατόν να συνδυασθούν
αυτά τα δύο.
Πρόσεξε μόνον μη ομοιάσεις με τον Ηρώδην και ειπής˙ Δια να έλθω και 'γω να τον
προσκυνήσω, και όταν έλθης θελήσης να τον φονεύσης. Διότι με αυτόν ομοιάζουν όσοι μετέχουν
ανάξια εις τα Μυστήρια. «Ένοχος γαρ ο τοιούτος έσεται», φησί, «του σώματος και του αίματος
του Κυρίου» (Α Κορ. 11,27). Διότι έχουν μέσα των τον τύραννον που βασανίζεται από την
βασιλεία του Θεού και είναι παρανομώτερος από εκείνον τον Ηρώδην, τον τύρρανον Μαμωνάν.
Αυτός επιθυμεί να επικρατήσει και στέλλει τους ιδικούς του, δια να προσκυνήσουν κατά τύπους,
που φονεύουν όμως κατά την προσκύνησιν.
Ας
φοβηθούμεν
λοιπόν
μήπως
λαμβάνωμεν
κάποτε
την
μορφήν
ικετών
ως
προσκυνητών, δείξωμεν όμως εις την πράξιν συμπεριφοράν αντίθετον. Ας πετάξωμεν τα πάντα
από τα χέρια μας, όταν πρόκειται να προσκυνήσωμεν.
Αν έχωμεν χρυσόν, ας τον προσφέρωμεν εις αυτόν και ας μην τον κρύβωμεν εις την γην. Αν οι
βάρβαροι τότε εκείνοι τον προσέφεραν τιμητικώς, ποιος είσαι εσύ που δεν δίδεις εις αυτόν που
έχει ανάγκη; Έαν εκείνοι έκαμαν τόσον δρόμον, δια να ιδούν τον γεννηθέντα, τι θα
απολογηθείς συ, που ούτε ένα στενορρύμι δεν επέρασες, δια να επισκεφθείς έναν άρρωστον
και φυλακισμένον; Μολονότι, όταν υποφέρουν και είναι φυλακισμένοι, ελεούμε και τους
εχθρούς. Συ όμως δεν ελεείς ούτε τον ευεργέτην και Κύριον σου. Και εκείνοι προσέφεραν
χρυσόν, ενώ εσύ με δυσκολίαν δίδεις ολίγον ψωμί. Εκείνοι είδαν το Άστρον και εχάρησαν, συ
όμως μολονότι βλέπεις τον ίδιον τον Χριστόν να είναι ξένος και γυμνός, δεν σκύβεις επάνω
του. Ποιος από σας, που εδέχθητε απείρους ευεργεσίας, επεχείρησεν χάριν του Χριστού τόσον
μεγάλον ταξίδιν, όσο εκείνοι οι βάρβαροι ή μάλλον εκείνοι οι φιλοσοφώτεροι από τους
φιλοσόφους;

Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, ΕΠΕ, τόμος 9

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ
ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΡΗΤΟ ΠΟΥ ΛΕΓΕΙ ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΟΤΙ Σ'
ΕΚΕΙΝΟΥΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΟΥΝ ΤΟ ΘΕΟ ΟΛΑ ΣΥΝΕΡΓΟΥΝ ΣΤΟ ΚΑΛΟ ΤΟΥΣ
Επίσης για την υπομονή και πόσο είναι το κέρδος από τις θλίψεις.
1.Σαν να ήρθα σε σας μετά από πολύ χρόνο, έτσι αισθάνομαι σήμερα. Γιατί, αν και ήμουν
κλεισμένος στο σπίτι εξ αιτίας της σωματικής μου αρρώστιας, αισθανόμουν όμως σαν να βρισκόμουν κάπου μακριά από την αγάπη σας. Γιατί όποιος γνωρίζει ν' αγαπάει, σωστά, όταν δεν
μπορεί να βρίσκεται μαζί μ' εκείνον που αγαπάει, και αν ακόμα κατοικεί στην ίδια πόλη, δε θα
αισθάνεται καθόλου καλύτερα άπ' αυτούς που ζουν σε ξένη χώρα. Και αυτό το ξέρουν όσοι
γνωρίζουν ν' αγαπούν. Συγχωρήστε με λοιπόν, παρακαλώ γιατί ο χωρισμός μου αυτός δεν έγινε
από αδιαφορία, αλλά η σιωπή ήταν αποτέλεσμα αρρώστιας τού σώματος.

Και γνωρίζω βέβαια πως όλοι σας χαίρεστε τώρα γιατί ξεπέρασα την αρρώστια, εγώ όμως
χαίρομαι όχι μόνο γιατί ξεπέρασα την αρρώστια, αλλά και γιατί μπορώ να βλέπω πάλι τα αγαπητά
σας πρόσωπα και ν' απολαμβάνω μαζί σας την αγάπη τού Θεού. Και όπως οι περισσότεροι από
τους ανθρώπους μετά την απαλλαγή τους από την αρρώστια επιζητούν φιάλες και ποτήρια και
κρύα νερά, έτσι η δική σας συναναστροφή έγινε σε μένα πιο γλυκιά από κάθε χαρά και αυτό
έγινε και προϋπόθεση της υγείας μου και αφορμή της χαράς μου.
Εμπρός λοιπόν, αφού με τη χάρη τού Θεού απολαύσαμε ο ένας τον άλλον, ας σάς αποδώσω το
χρέος της αγάπης, αν βέβαια είναι δυνατό ν' αποδοθεί ποτέ αυτό. Γιατί αυτό το χρέος μόνο δε
γνωρίζει τέλος, αλλά όσο αποδίδεται, τόσο περισσότερο αυξάνει˙ και όπως στα χρήματα
επαινούμε αυτούς που δεν οφείλουν τίποτε, έτσι εδώ μακαρίζουμε εκείνους που οφείλουν πολλά.
Γι' αυτό και ο δάσκαλος της οικουμένης Παύλος γράφοντας έλεγε, σε κανένα δε χρωστάτε τίποτε
παρά το να αγαπάτε ο ένας τον άλλο, γιατί ήθελε αυτό το χρέος εμείς και πάντοτε να το
αποδίδουμε και πάντοτε να το οφείλουμε και ποτέ να μην τελειώνουμε αυτή την οφειλή μέχρι
που θα τελειώσουμε την παρούσα ζωή.
Όπως λοιπόν το να χρωστάει κανείς χρήματα είναι βαρύ και δυσάρεστο, έτσι το να μη οφείλει
κανείς πάντοτε την οφειλή αυτή είναι αξιοκατάκριτο. Και για να μάθεις ότι έτσι συμβαίνει, άκου
τη σοφία του θαυμαστού αυτού δασκάλου πως έκαμε αυτή την παραίνεση. Γιατί, αφού πρώτα
είπε, σε κανένα δε χρωστάτε τίποτε, ύστερα πρόσθεσε, παρά το να αγαπάτε ο ένας τον άλλο,
επιθυμώντας όλη η οφειλή μας εδώ να αποδίδεται και θέλοντας αυτό το χρέος να παραμένει
διαρκώς σταθερό. Γιατί αυτό είναι κυρίως που συγκροτεί και συσφίγγει τη δική μας ζωή.
Αφού λοιπόν γνωρίσαμε πόσο είναι το κέρδος από το χρέος αυτό και ότι καθώς επιστρέφεται
αυξάνει περισσότερο, εμπρός και εγώ το χρέος που σάς χρωστώ, όχι από αδιαφορία ούτε από
κάποια αχαριστία άλλ' από την αρρώστια που μού συνέβηκε, σήμερα, όσο είναι δυνατό, ας
προσπαθήσω να το ξεπληρώσω, εκθέτοντας λίγα λόγια στην αγάπη σας, έχοντας σαν υπόθεση
της ομιλίας αυτόν τον ίδιο το θαυμαστό δάσκαλο της οικουμένης· και αυτά που σήμερα έλεγε
γράφοντας στους Ρωμαίους, αφού τα φέρω στη μέση, ας τα αναπολήσουμε, και ας παραθέσω για
μακρό χρόνο στην αγάπη σας το πνευματικό αυτό συμπόσιο. Είναι όμως ανάγκη να πούμε ποια
είναι εκείνα που διαβάστηκαν, για να θυμηθείτε όσα λέχθηκαν και να δεχθείτε με μεγαλύτερη
ευκολία αυτά που θα πω. Γνωρίζουμε, λέγει, ότι σ' εκείνους που αγαπούν το Θεό όλα
συνεργούν στο καλό τους. Τι εννοεί αυτό το προοίμιο; Γιατί η μακάρια αυτή ψυχή δε λέγει
τίποτε τυχαία ούτε χωρίς λόγο, αλλά πάντοτε προσφέρει τα κατάλληλα πνευματικά φάρμακα
στα υπάρχοντα πάθη.
Τι λοιπόν σημαίνει αυτό που λέγει; Επειδή πολλοί πειρασμοί περικύκλωναν από παντού όσους
προσέρχονταν στην πίστη τότε και τα τεχνάσματα από τον εχθρό ήταν αδιάκοπα και οι επιβουλές
συνεχείς και οι πολέμιοι τού κηρύγματος δεν ησύχαζαν, ρίχνοντας άλλους σε φυλακές, άλλους
οδηγώντας σε εξορίες και άλλους σύροντας σε άπειρα άλλα βάραθρα, γι' αυτό όπως ένας άριστος
στρατηγός, βλέποντας τον αντίπαλο πολύ οργισμένο, περιερχόμενος τους δικούς του τους
διεγείρει από παντού, τους εμψυχώνει, τους προετοιμάζει, τους δίνει περισσότερο θάρρος, τους
κάνει πιο πρόθυμους να σηκώσουν τα χέρια εναντίον τού εχθρού και να μη φοβούνται τις
επιδρομές του, άλλ' αντιθέτως να στέκονται με άκαμπτο το φρόνημα και να τού κόβουν, αν είναι
δυνατό, και αυτό το κεφάλι, και να μη φοβούνται για την αντίσταση τους προς αυτόν, με τον ίδιο
τρόπο και ο μακάριος αυτός, η ουρανομήκης ψυχή, θέλοντας να διεγείρει το φρόνημα των
πιστών και επειγόμενος να ανυψώσει τη σκέψη τους που ήταν κατά κάποιο τρόπο πεσμένη
κάτω, άρχισε το λόγο του μ' αυτό· γνωρίζουμε ότι σ' εκείνους που αγαπούν το Θεό όλα
συνεργούν στο καλό τους.
Βλέπεις τη σύνεση τού αποστόλου; Δεν είπε, 'γνωρίζω', αλλά, γνωρίζουμε, παρασύροντας και
αυτούς σε συγκατάθεση των λεγομένων, ότι σ' εκείνους που αγαπούν το Θεό όλα συνεργούν στο
καλό τους. Πρόσεχε την ακρίβεια των λόγων τού αποστόλου. Δεν είπε, 'εκείνοι που αγαπούν το
Θεό αποφεύγουν τα δεινά, γλυτώνουν από τους πειρασμούς', αλλά, γνωρίζουμε, λέγει, δηλαδή,
είμαστε πεπεισμένοι, είμαστε βέβαιοι, έχουμε πάρει τις αποδείξεις άπ' αυτή την πείρα των
πραγμάτων. Γνωρίζουμε ότι σ' εκείνους που αγαπούν το Θεό όλα συνεργούν στο καλό τους.
2. Πόση δύναμη νομίζετε πως έχει η σύντομη αυτή φράση; Όλα, λέγει, συνεργούν στο
καλό τους. Και μη μού πεις εδώ τα καλά, ούτε να σκεφθείς την άνεση και την ασφάλεια μόνο,
αλλά και τα αντίθετα, δηλαδή τις φυλακές, τις θλίψεις, τις επιβουλές, τις καθημερινές επιθέσεις,
και τότε θα δεις με ακρίβεια τη δύναμη τού λόγου. Και για να μην οδηγήσω κάπου μακριά την
αγάπη σας, αν θέλετε, ας φέρουμε στη μέση κάποια μικρά άπ' αυτά που συνέβησαν σ' αυτόν το
μακάριο, και θα δείτε τη δύναμη τού λόγου.

Ενώ λοιπόν πήγαινε παντού, σπέρνοντας το λόγο της ευσέβειας, ξερριζώνοντας τα αγκάθια και
αγωνιζόμενος να φυτέψει την αλήθεια μέσα στην ψυχή τού καθενός, έφθασε σε κάποια πόλη της
Μακεδονίας, όπως μας διηγείται ο μακάριος Λουκάς, αυτός που έγραψε το βιβλίο των Πράξεων
κάποια δούλη τότε που είχε πονηρό πνεύμα και δεν ησύχαζε αλλά πηγαίνοντας παντού ήθελε να
τους φανερώνει σε όλους με τη βοήθεια τού διαβόλου, την ελευθέρωσε από τον πονηρό δαίμονα, απομακρύνοντας αυτόν σαν κάποιον τιποτένιο, με πολλή δύναμη, με λόγο και προσταγή.
Ενώ έπρεπε οι κάτοικοι της πόλης εκείνης να βλέπουν τότε τους αποστόλους σαν ευεργέτες και
σωτήρες και χρησιμοποιώντας κάθε τρόπο περιποίησης γι' αυτούς να τους αμείψουν για την τόσο
μεγάλη ευεργεσία, αυτοί όμως τους αμείβουν με τα αντίθετα. Και άκου με ποια τους αμείβουν.
Όταν είδαν, λέγει, οι κύριοι της ότι χάθηκε η ελπίδα του κέρδους από την εργασία αυτή, έπιασαν
τον Παύλο και το Σίλα και τους έσυραν στην αγορά για να τους παρουσιάσουν στους άρχοντες,
και τους οδήγησαν στους στρατηγούς, και αφού τους έδωσαν πολλά κτυπήματα τους έβαλαν στη
φυλακή και έδωσαν εντολή στο δεσμοφύλακα να τους φυλάγει καλά.
Είδατε την υπερβολική κακία των κατοίκων της πόλης εκείνης; είδατε την υπομονή και την
καρτερία των αποστόλων; Περιμένετε λίγο και θα δείτε και τη φιλανθρωπία τού Θεού. Γιατί,
επειδή είναι σοφός και επινοητικός, δεν τους ελευθερώνει από τα δεινά αμέσως από την αρχή,
άλλ' όταν αυξηθούν οι τιμωρίες των εχθρών και φανερωθεί με τα πράγματα η υπομονή
των αθλητών του, τότε φανερώνει και τη δική του δύναμη, για να μην μπορεί κανείς να
λέγει ότι γι' αυτό ορμούν στους κινδύνους, γιατί πιστεύουν πως δε θα πάθουν τίποτε το
δυσάρεστο. Γι' αυτό ακριβώς και αφήνει μερικούς στα δεινά, επιδεικνύοντας κάποια απόρρητη
σοφία, και μερικούς τους γλυτώνει, για να μάθεις με όλα την υπερβολική του φιλανθρωπία και
ότι αποταμιεύοντας γι' αυτούς μεγαλύτερες αμοιβές επιτρέπει πολλές φορές να παρατείνονται τα
δεινά. Έτσι λοιπόν κάνει και στην περίπτωση αυτή. Γιατί, ύστερα από την τόσο μεγάλη
θαυματουργία και την ευεργεσία που επέδειξαν απομακρύνοντας τον αναίσχυντο
εκείνο δαίμονα, επέτρεψε και να μαστιγωθούν και να ρίχτουν στη φυλακή. Γιατί από εδώ
κυρίως φανερωνόταν και η δύναμη τού Θεού. Γι' αυτό και ο μακάριος Παύλος έλεγε· με
περισσότερη ευχαρίστηση λοιπόν θα καυχηθώ για τις αδυναμίες μου, για να κατασκηνώσει σε
μένα η δύναμη τού Χριστού. Και πάλι, όταν έχω χάσει κάθε δύναμη, τότε είμαι δυνατός,
ονομάζοντας αδυναμία τους αδιάκοπους πειρασμούς.
Άλλ' ίσως θα μπορούσε κάποιος εδώ να διατυπώσει την απορία, για ποιο λόγο απομάκρυναν
το δαίμονα που δεν έλεγε τίποτε εναντίον τους, αλλά μάλλον τους έκανε γνωστούς σε
όλους, αφού για πολλές ημέρες φώναζε λέγοντας· αυτοί οι άνθρωποι είναι δούλοι τού ύψιστου
Θεού, που μας κηρύττουν το δρόμο της σωτηρίας. Μην παραξενευθείς, αγαπητέ, γιατί και αυτό
ήταν έργο της σύνεσης τού αποστόλου και της χάριτος τού Πνεύματος. Γιατί, αν και δεν έλεγε
τίποτε εναντίον τους, αλλά για να μη γίνει άπ' αυτό αξιόπιστος ο δαίμονας και να μπορεί και
στα υπόλοιπα να παρασύρει τους αφελέστερους ανθρώπους, γι' αυτό αφού τον αποστόμωσε τον
απομάκρυνε, μην επιτρέποντας σ' αυτόν να μιλάει γι' αυτά που άξιζαν περισσότερο άπ' αυτόν.
Και το έκανε αυτό ακολουθώντας τον δικό του Κύριο. Γιατί και σ' αυτόν πλησιάζοντας έλεγαν σε
ξέρουμε ποιος είσαι, είσαι ο άγιος του Θεού. Και όμως παρ' όλο που τα έλεγαν αυτά τους
απομάκρυνε. Γινόταν και αυτό για κατάκριση των αναίσχυντων Ιουδαίων, γιατί εκείνοι, μολονότι
έβλεπαν να γίνονται κάθε ημέρα θαύματα και άπειρα παράδοξα, δεν πίστευαν, ενώ οι δαίμονες
τον γνώριζαν καλά και τον διακήρυτταν σαν Υιό τού Θεού.
3. Αλλά ας επιστρέψουμε στη συνέχεια τού λόγου. Για να μάθετε λοιπόν πως σ' εκείνους που
αγαπούν το Θεό όλα συνεργούν για το καλό τους, είναι ανάγκη να σάς διαβάσω όλη την ιστορία
αυτή, για να γνωρίσετε και από εδώ πως ύστερα από τα χτυπήματα, ύστερα από τη φυλακή, όλα
τα μετέστρεψε η χάρη τού Θεού για το καλό τους. Άλλ' ας δούμε πως το παρουσιάζει αυτό ο
μακάριος Λουκάς λέγοντας· και ο δεσμοφύλακας, αφού πήρε μια τέτοια εντολή, τους έβαλε στο
πιο βαθύ κελλί και για ασφάλεια έδεσε τα πόδια τους στο ξύλο. Πρόσεχε πως αυξάνουν τα
δεινά, για να γίνει και η υπομονή των αποστόλων πιο λαμπρή, και η ανέκφραστη δύναμη τού
Θεού να καταστεί ολοφάνερη σε όλους. Άκου όμως και το παρακάτω. Γιατί προσθέτει, γύρω στα
μεσάνυχτα ο Παύλος και ό Σίλας προσεύχονταν και έψελναν ύμνους στο Θεό.
Βλέπε ψυχή θαρραλέα, βλέπε διάνοια νηφάλια. Ας μην προσπεράσουμε επιπόλαια, αγαπητοί,
αυτό που λέχθηκε. Γιατί δε μας επισήμανε και την ώρα τυχαία, λέγοντας, γύρω στα μεσάνυχτα, άλλ' επειδή ήθελε να μας δείξει ότι, όταν σε όλους τους άλλους έρχεται γλυκός ο
ύπνος και κλείνει τα βλέφαρα, και όταν μάλιστα είναι φυσικό την ώρα εκείνη να κυριεύονται από
τον ύπνο όσοι βρίσκονται σε πολλές στενοχώριες, τότε λοιπόν, λέγει, όταν από παντού
υπερίσχυε η τυραννική εξουσία τού ύπνου, τότε εκείνοι προσεύχονταν και έψελναν ύμνους στο
Θεό, δείχνοντας μ' αυτό την πολύ μεγάλη αγάπη τους γι' αυτόν. Γιατί, όπως ακριβώς εμείς

όταν ενοχλούμαστε από σωματικούς πόνους, επιζητούμε τη συντροφιά των πλησιέστερων συγγενών μας, για να μειώσουμε με τη συζήτηση μ' εκείνους την ένταση τού
πόνου, έτσι και οι άγιοι αυτοί φλεγόμενοι από τον πόθο τους προς τον Κύριο και
ψέλνοντας τους ιερούς ύμνους δεν καταλάβαιναν καθόλου τους πόνους εκείνους, άλλ' εξ
ολοκλήρου ήταν αφοσιωμένοι στην ικεσία εκείνη και έψελναν τη θαυμάσια εκείνη ψαλμωδία, και
έτσι η φυλακή γινόταν εκκλησία και ο τόπος αγιαζόταν όλος από την ψαλμωδία εκείνων των
άγιων.
Και ήταν δυνατό να δει κανείς πράγματα θαυμαστά και παράδοξα, ανθρώπους δηλαδή δεμένους
στο ξύλο και να μην εμποδίζονται καθόλου για ψαλμωδία. Γιατί αυτόν που είναι νηφάλιος και
ξάγρυπνος και έχει φλογερό πόθο για το Θεό τίποτε δε θα μπορέσει ποτέ να τον εμποδίσει από
τη συνομιλία με τον Κύριο. Εγώ είμαι ο Θεός, λέγει, που πλησιάζω τους ανθρώπους και δεν είμαι
ο Θεός που βρίσκονται μακριά τους. Και αλλού πάλι λέγει· τη στιγμή που εσύ ακόμη θα μιλάς θα
σού απαιτήσω να, εγώ είμαι παρών.
Όπου λοιπόν υπάρχει νηφάλια διάνοια, ενθαρρύνεται η σκέψη και ελευθερώνεται κατά κάποιο
τρόπο από το δεσμό του σώματος και πετάει προς αυτόν που ποθεί και περιφρονεί τη γη και
αφού φθάσει πιο πάνω από τα ορατά πράγματα σπεύδει προς αυτόν. Αυτό ακριβώς έγινε και μ'
αυτούς τους αγίους.
Πρόσεχε λοιπόν την άμεση ενέργεια των ύμνων και πως, αν και βρέθηκαν στη φυλακή
και ήταν δεμένοι στο ξύλο και ήταν μαζί με απατεώνες και φυλακισμένους, όχι μόνο δε
ζημιώθηκαν καθόλου, αλλά και έτσι περισσότερο έλαμψαν και με το φως της αρετής
τους θάμπωσαν όλους εκείνους που βρίσκονταν στη φυλακή. Γιατί η φωνή των ιερών
εκείνων ύμνων μπαίνοντας στην ψυχή τού κάθε φυλακισμένου την ξανάπλαθε, για να το πούμε
έτσι, και τη μετασχημάτιζε. Ξαφνικά, λέγει, έγινε σεισμός μεγάλος, τέτοιος που σαλεύθηκαν τα
θεμέλια της φυλακής, και αμέσως άνοιξαν όλες οι πόρτες και τα δεσμά όλων των
φυλακισμένων λύθηκαν. Είδες τη δύναμη των ύμνων που γίνονταν προς το Θεό; Δεν
απόλαυσαν την παρηγοριά μόνο αυτοί που έψελναν τους ύμνους, άλλ' έκαμαν να
λυθούν και τα δεσμά όλων των φυλακισμένων, για να φανεί με τα ίδια τα πράγματα
πως σ' εκείνους που αγαπούν το Θεό όλα συνεργούν στο καλό τους. Γιατί να και
κτυπήματα και φυλακή και ξύλο και συναναστροφή μαζί με τους δημίους, και όμως αυτά έγιναν
προϋποθέσεις αγαθών και αφορμή επιτυχίας όχι μόνο για όσους ήταν δεμένοι στη φυλακή αλλά
για τον ίδιο το δεσμοφύλακα. Ο δεσμοφύλακας, λέγει, ξύπνησε- και όταν είδε τις πόρτες της
φυλακής ανοιχτές, έβγαλε το μαχαίρι του και ήθελε να σκοτωθεί, επειδή νόμισε ότι οι
φυλακισμένοι είχαν δραπετεύσει.
Πρόσεχε εδώ, παρακαλώ, τη φιλανθρωπία τού Θεού που ξεπερνάει κάθε νου. Για ποιο λόγο
λοιπόν γίνονται όλα αυτά γύρω στα μεσάνυχτα; Για κανέναν άλλον, αλλά για να γίνει το πράγμα
αθόρυβα και ήσυχα και να πραγματοποιήσουν τη σωτηρία τού δεσμοφύλακα. Γιατί, όταν έγινε
σεισμός και ανοίχθηκαν οι πόρτες, τα δεσμά όλων των φυλακισμένων λύθηκαν και δεν
επιτράπηκε σε κανένα να δραπετεύσει. Πρόσεχε, παρακαλώ, και άλλη σοφία τού Θεού εδώ. Γιατί
όλα τα άλλα έγιναν, δηλαδή ο σεισμός και το άνοιγμα των θυρών, για να μάθουν με τα έργα όλοι
ποιοί ήταν αυτοί που τότε βρίσκονταν στη φυλακή και ότι δεν ήταν τυχαίοι άνθρωποι, σε
κανέναν όμως δεν επιτράπηκε να φύγει έξω, για να μη γίνει τούτο αφορμή κινδύνων για το
δεσμοφύλακα.
Και ότι αυτό είναι αληθινό, άκουσε πως, όταν υποπτεύθηκε μόνο ότι έχει συμβεί αυτό ο
δεσμοφύλακας και νόμισε ότι δραπέτευσαν κάποιοι, περιφρόνησε και την ίδια τη ζωή του. Γιατί,
λέγει, έβγαλε το μαχαίρι και ήθελε να σκοτωθεί. Αλλά ο μακάριος Παύλος, ο οποίος παντού ήταν
νηφάλιος και ξάγρυπνος, με τη φωνή του γλύτωσε το αρνί από το στόμα τού θηρίου. Γιατί
φώναξε δυνατά λέγοντας· 'μην κάνεις κανένα κακό στον εαυτό σου, γιατί όλοι είμαστε εδώ ’. Πω
πω υπερβολική ταπεινοφροσύνη! Δεν υπερηφανεύθηκε γι' αυτά που έγιναν, δεν ξεσηκώθηκε
εναντίον τού δεσμοφύλακα, δεν καταδέχθηκε να πει τίποτε το υπερβολικό, αλλά λογάριασε τον
εαυτό του μαζί με τους φυλακισμένους, με τους δημίους, με τους κακούργους, λέγοντας όλοι
είμαστε εδώ. Είδες ότι συμπεριφέρθηκε με μεγάλη ταπεινοφροσύνη και δε θεώρησε τον εαυτό
του καθόλου ανώτερο από τους κακούργους που ήταν στη φυλακή; Πρόσεχε και το
δεσμοφύλακα στη συνέχεια να τον πλησιάζει όχι σαν έναν από τους άλλους. Γιατί, αφού πήρε
θάρρος και ζήτησε να τού φέρουν φώτα, πήδηξε μέσα στο κελλί και τρομαγμένος έπεσε στα
πόδια τού Παύλου και τού Σίλα και αφού τους έβγαλε έξω είπε- κύριοι, τι πρέπει να κάνω για να
σωθώ;.
Είδατε πως σ' εκείνους που αγαπούν το Θεό όλα συνεργούν για το καλό τους; Είδατε πως

διαλύθηκε η μηχανή τού διαβόλου; πως έγιναν άχρηστα τα τεχνάσματα του; Γιατί, επειδή
έδιωξαν το δαίμονα, έκαμε να φυλακισθούν, νομίζοντας πως μ' αυτό εμποδίζει το δρόμο τού
κηρύγματος. Αλλά να και η φυλακή έχει γίνει σ' αυτούς αφορμή για πνευματικό κέρδος.
4. Επομένως και μείς, αν είμαστε νηφάλιοι, όχι μόνο όταν ζούμε με άνεση, αλλά και όταν
βρισκόμαστε σε θλίψεις, μπορούμε να κερδίζουμε, και μάλιστα τότε περισσότερο παρά στην
άνεση. Γιατί η άνεση κατά το πλείστο μας κάνει πιο αδιάφορους, ενώ η θλίψη μας καθιστά
νηφάλιους και μας κάνει ν' αξιωνόμαστε και τη βοήθεια τού Θεού, και κυρίως όταν εξ αι τίας της
ελπίδας μας στο Θεό δείχνουμε υπομονή και καρτερία σε όλες τις θλίψεις που μας έρχονται. Ας
μη λυπόμαστε λοιπόν όταν δοκιμάζουμε θλίψεις, αλλά μάλλον ας χαιρόμαστε-γιατί αυτό
γίνεται προϋπόθεση της προκοπής μας. Γι' αυτό και ο Παύλος έλεγε, γνωρίζουμε ότι σ'
εκείνους που αγαπούν το Θεό όλα συνεργούν στο καλό τους.
Άλλ' ας δούμε τη φλογερή ψυχή αυτών των αγίων. Όταν λοιπόν άκουσαν το δεσμοφύλακα να
λέγει, τι πρέπει να κάνω για να σωθώ; μήπως το ανέβαλαν; μήπως καθυστέρησαν; μήπως
αμέλησαν για την κατήχηση; Καθόλου. Τι όμως τού είπαν; Πίστεψε στον Κύριο Ιησού Χριστό, και
θα σωθείς και συ και το σπίτι σου. Πρόσεχε αποστολική φροντίδα. Δεν αρκούνται στη δική του
σωτηρία, αλλά μ' εκείνον θέλουν να προσελκύσουν στο λόγο της ευσέβειας και όλους τους
συγγενείς του, δίνοντας στο διάβολο το θανάσιμο χτύπημα. Και βαπτίσθηκε αμέσως ο ίδιος
και όλη η οικογένειά του, και ήταν ευτυχισμένος με όλη την οικογένεια του γιατί είχε
πιστέψει στο Θεό.
Από εδώ διδασκόμαστε να μην αναβάλλουμε ποτέ στα πνευματικά ούτε κατά το ελάχιστο, αλλά
πάντοτε να θεωρούμε κατάλληλη την ευκαιρία που μας έρχεται. Γιατί, αν ο άγιοι αυτοί δε
δέχθηκαν να αναβάλουν μολονότι ήταν νύχτα, ποια δικαιολογία θα έχουμε εμείς που σε άλλο
χρόνο παραβλέπουμε το πνευματικό κέρδος; Είδες ότι η φυλακή έγινε εκκλησία; είδες ότι το
καταγώγιο των δημίων αποδείχθηκε ξαφνικά τόπος προσευχής και ότι η μυσταγωγία τελούνταν
εκεί; Τόσο μεγάλο είναι το να είμαστε νηφάλιοι και να μην παραβλέπουμε ποτέ τα πνευματικά
κέρδη, αλλά κάθε ευκαιρία να την κάμνουμε κατάλληλη για την εμπορία αυτή. Συνεπώς καλά
έλεγε ο μακάριος Παύλος γράφοντας, ότι σ' εκείνους που αγαπούν το Θεό όλα συνεργούν στο
καλό τους.
Αυτή τη φράση, παρακαλώ, έχοντας και μείς χαραγμένη στο νου μας, ποτέ ας μη
στενοχωριόμαστε, όταν περιπέσουμε στη ζωή αυτή σε κάποιες θλίψεις ή σε περιστάσεις
ή σε σωματικές αρρώστιες ή σε κάποια άλλα λυπηρά πράγματα, αλλά φιλοσοφώντας
πολύ τα πράγματα ας αντιστεκόμαστε σε κάθε πειρασμό, γνωρίζοντας ότι, αν είμαστε
νηφάλιοι, από παντού μπορούμε να κερδίζουμε και μάλιστα περισσότερο από τους
πειρασμούς παρά από τις ανέσεις και ποτέ ας μην αδημονούμε, αφού ξέρουμε πόσο
είναι το κέρδος από την υπομονή, αλλά και ας μη μισούμε αυτούς που μας προκαλούν
τους πειρασμούς.
Γιατί και αν ακόμη αυτοί το κάμνουν τούτο εκπληρώνοντας το σκοπό τους, όμως ο κοινός Κύριος
το επιτρέπει, γιατί θέλει και μ' αυτούς να κερδίσουμε το πνευματικό κέρδος και να λάβουμε το
μισθό της υπομονής.
Αν λοιπόν μπορέσουμε να υποφέρουμε μ' ευχαρίστηση τις θλίψεις, θα διαλύσουμε ένα
μεγάλο μέρος από τα αμαρτήματά μας. Γιατί, αν το θησαυρό αυτόν και δάσκαλο της
οικουμένης ανεχόταν ο Κύριος να τον βλέπει να πέφτει κάθε ημέρα σε κινδύνους, όχι
περιφρονώντας τον δικό του αθλητή, αλλά κάμνοντας του πιο μεγάλους τους αγώνες,
ώστε να τού ετοιμάσει πιο λαμπρά τα στεφάνια, τι θα μπορούσαμε να πούμε εμείς που
είμαστε γεμάτοι από άπειρα αμαρτήματα, και που εξ αίτιας τους πολλές φορές
πέφτουμε στους πειρασμούς, ώστε, αφού τιμωρηθούμε γι' αυτά εδώ, να κριθούμε άξιοι
έστω και για μικρή φιλανθρωπία, ν' απολαύσουμε κατά τη φοβερή εκείνη ήμερα τα
απόρρητα εκείνα αγαθά;
Αυτό λοιπόν σκεπτόμενοι, ας αντιστεκόμαστε με γενναιότητα σε όλα, για να δεχθούμε από το
φιλάνθρωπο Θεό και το μισθό της υπομονής, και να μπορέσουμε να περιορίσουμε το πλήθος των
αμαρτημάτων μας και να επιτύχουμε τα αιώνια αγαθά, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία τού
Κυρίου μας Ιησού Χριστού, μαζί με τον οποίο στον Πατέρα και συγχρόνως στο άγιο Πνεύμα
ανήκει η δόξα, η δύναμη και η τιμή, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων.
Αμήν.

Ι.ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΕΡΓΑ 26
ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ

ΕΣΧΑΤΟΙ ΚΑΙΡΟΙ ΚΑΙ Η ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΜΕΛΛΟΥΣΗΣ ΚΡΙΣΕΩΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ
ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ

Το θέμα των εσχάτων ημερών και της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου μας, είναι θέμα που έχει
μελετηθεί πολλές φορές. Έχουν γραφεί πολλές θεωρίες -κυρίως θεολόγων- και ο κόσμος προσπαθεί να μάθει,
τι ακριβώς επρόκειτο να γίνει εκείνες τις μέρες. Αυτό όμως που παραλείπουμε πολλές φορές, είναι να
στραφούμε στις ερμηνείες μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας μας και είναι κρίμα, διότι ποια ερμηνεία θα
μπορούσε να είναι ασφαλέστερη από την ερμηνεία ενός μεγάλου Ιεράρχη και Πατέρα της Εκκλησίας μας,
όπως λόγου χάριν στην παρούσα μελέτη μας, του Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου;
Όταν ακούμε για τις έσχατες ημέρες και για την Δευτέρα Παρουσία, αναμφίβολα μας έρχονται τα λόγια
του Κυρίου μας Ιησού Χριστού στο νου, που είπε λίγες μέρες πριν το πάθος του στους μαθητές του. Τα λόγια
αυτά, βρίσκονται στο εικοστό τέταρτο και εικοστό πέμπτο κεφάλαιο του Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον. Ο
Κύριος τους έδειξε τα κτίρια του ναού και τους είπε, ότι δεν θα έμενε πέτρα πάνω σε πέτρα και ότι όλα θα
καταστρεφόταν.

“Ἐνῷ δὲ καθότανε εἰς τὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, ἦλθαν εἰς αὐτὸν οἱ μαθηταὶ ἰδιαιτέρως καὶ τοῦ εἶπαν, «Πές μας,
πότε θὰ γίνουν αὐτὰ καὶ ποιὸ εἶναι τὸ σημεῖον τῆς ἐλεύσεώς σου καὶ τῆς συντέλειας
τοῦ κόσμου;».”

Η ερώτηση ήταν διπλή.
Θέλησαν να μάθουν 1) πότε θα καταστρεφόταν η Ιερουσαλήμ και 2) πότε θα συνέβαινε η «συντέλεια του
κόσμου».
Ενώ ο Άγιος Χρυσόστομος ερμηνεύει τα λόγια του Κυρίου και για την πρώτη ερώτηση, στο παρών άρθρο
θα παραθέσουμε την ερμηνεία του για το τι είπε ο Χριστός για την συντέλεια του κόσμου, για τις έσχατες
ημέρες και για την Δευτέρα Παρουσία του.
Τα αποσπάσματα που θα παραθέσουμε παρακάτω, πάρθηκαν από τον δωδέκατο τόμο της συλλογής ΕΠΕ
(ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ [ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ»]), σελίδες
19-77, από τις ΟΣΤ' και ΟΖ' ομιλίες του Αγίου Χρυσοστόμου στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον.
Ευχόμαστε καλή ανάγνωση!

ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ

ΕΣΧΑΤΟΙ ΚΑΙΡΟΙ
ΚΑΙ Η ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΜΕΛΛΟΥΣΗΣ ΚΡΙΣΕΩΣ

ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ
«Τότε, εάν σάς πη κανείς, «Να, εδώ είναι ο Χριστός» ή «Εκεί», μη τον πιστέψετε.
Διότι θα εμφανισθούν ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήται και θα κάνουν μεγάλα
θαύματα και τέρατα, ώστε να πλανήσουν, ει δυνατόν, και τους εκλεκτούς. Ιδού, σάς
τα προείπα. Εάν σάς πούν, «Να, είναι εις την έρημον», μη πηγαίνετε, «Να, είναι εις
τα απόμερα δωμάτια», μη πιστέψετε. Διότι όπως η αστραπή βγαίνει από την ανατολήν
και φαίνεται έως την δύσιν, έτσι θα είναι και η έλευσις του Υιού του ανθρώπου. Όπου
είναι
το πτώμα,
εκεί θα μαζευθούν
οι αετοί.»
Αφού εσυμπλήρωσε τα περί των Ιεροσολύμων, μεταβαίνει και εις την ιδικήν Του
παρουσίαν και λέγει τα σημεία της, τα οποία είναι χρήσιμα όχι μόνον εις εκείνους, αλλά και εις
ημάς και εις όλους εκείνους οι οποίοι θα έλθουν μετά από ημάς. «Τότε», πότε; Εδώ, όπως είπα
πολλές φορές, το «τότε» δεν σημαίνει την χρονικήν συνέχειαν των όσων είπε
προηγουμένως. Διότι εκεί που ήθελε να δηλώση την συνέχειαν, προσέθεσε· «ευθέως μετά την
θλίψιν των ημερών εκείνων». Εδώ όμως δεν είπε τα ίδια, αλλά «τότε», δηλώνοντας όχι όσα θα
συμβούν αμέσως μετά ταύτα, αλλά εκείνα που θα συμβούν εις τον καιρόν κατάτον οποίον
πρόκειται να γίνουν, όσα θα είπη.
Έτσι και όταν λέγη· «Εν εκείναις ταις ημέραις παραγίνεται Ιωάννης ο Βαπτιστής» 1, δεν
εννοεί τον ευθύς αμέσως χρόνον, αλλά τον χρόνον μετά από πολλά έτη, εκείνον
κατά τον οποίον εγίνοντο αυτά τα οποία επρόκειτο να είπη. Διότι αφού ωμίλησε
περί της γεννήσεως του Ιησού και την παρουσίαν των Μάγων και τον θάνατον του Ηρώδου,
αμέσως λέγει· «εν εκείναις ταις ημέραις παραγίνεται Ιωάννης ο Βαπτιστής», μολονότι είχαν εν τω
μεταξύ παρέλθει τριάντα χρόνια. Αλλά είναι συνήθεια εις την Γραφήν να χρησιμοποιή
αυτόν τον τρόπον. Έτσι και εδώ· αφού αντιπαρήλθεν όλον τον χρόνον που θα μεσολαβήση από
την άλωσιν ων Ιεροσολύμων μέχρι των αρχών της συντελείας του κόσμου, αναφέρεται
εις τον ολίγον προ της συντελείας χρόνον.
Τότε λοιπόν, λέγει, «Τότε, ἐὰν σᾶς πῇ κανείς, «Νά, ἐδῶ εἶναι ὁ Χριστὸς» ἢ «Ἐκεῖ»,
μὴ τὸν πιστέψετε». Κατά πρώτον τους κατατοπίζει με ασφάλειαν ως προς τον τόπον,
αριθμών τα χαρακτηριστικά της δευτέρας παρουσίας Του και τα σημεία των πλάνων.
Διότι, δεν θα έλθη και τότε όπως εφανερώθη την προηγουμένην φοράν εις την
Βηθλεέμ, και εις μιαν μικράν γωνίαν της οικουμένης και χωρίς να τον γνωρίζη κανείς από την
αρχήν· αλλά φανερά και με κάθε επισημότητα και κατά τρόπον που να μη χρειάζεται
να τον εξαγγείλη κανείς. Δεν είναι δε μικρόν σημείον αυτό το να μη έρχεται απαρατήρητος.
Παρατήρησε δε ότι εδώ, επειδή διευκρινίζει τον λόγον της παρουσίας Του, δεν αναφέρει
τίποτε περί πολέμου, αλλά περί εκείνων οι οποίοι επιχειρούν να εξαπατήσουν. Διότι οι πλάνοι
επί της εποχής των Αποστόλων εξηπάτουν τους πολλούς· «διότι θα έλθουν, λέγει, και θα
εξαπατήσουν πολλούς»· αυτοί δε πριν από την δευτέραν παρουσίαν Του, θα είναι πιο
φαρμακεροί από εκείνους. Διότι, όπως λέγει· «θα κάνουν τέρατα και σημεία, δια να
παραπλανήσουν,
ει
δυνατόν, και τους
εκλεκτούς».
Εδώ εννοεί τον αντίχριστον και υπαινίσσεται μερικούς οι οποίοι θα τον διακονήσουν.
Περί αυτού και ο Παύλος ομιλεί κατά τον ίδιον τρόπον. Αφού τον ωνόμασεν «άνθρωπον
αμαρτίας» και «υιόν απωλείας»2, προσέθεσε· «Η έλευσις δε του ανόμου θα γίνη με την
ενέργειαν του Σατανά με κάθε δύναμιν και με ψευδή σημεία και τέρατα και με κάθε
είδος απάτης του κακού μεταξύ των ανθρώπων που χάνονται» 3. Και κύττα πώς τους
προφυλάσσει· μη εξέλθετε, λέγει, εις την έρημον, μη εισέλθετε εις τα ιδιαίτερα δωμάτια. Δεν
είπε πηγαίνετε και μη πιστεύσετε· αλλά “μη εξέλθητε”, “μηδέ απέλθητε”. Διότι
τότε η απάτη θα είναι μεγάλη, επειδή θα γίνωνται και σημεία απάτης.
Αφού λοιπόν είπε πως θα έλθη εκείνος (ο αντίχριστος), ήτοι ότι θα έλθη εν τόπω, λέγει τώρα
πώς
θα
έλθη και Αυτός. Πώς
λοιπόν
θα
έλθη
Αυτός;
«Διότι ὅπως ἡ ἀστραπὴ βγαίνειἀπὸ τὴν ἀνατολὴν
καὶ φαίνεται ἕως
τὴν
δύσιν, ἔτσι
θὰ εἶναι καὶ ἡ ἔλευσις τοῦ Υἱοῦ τοῦἀνθρώπου. Ὅπου εἶναι τὸ πτῶμα, ἐκεῖ θὰ μαζευθοῦν
οἱ ἀετοί.» Πώς λοιπόν φαίνεται η αστραπή; Δεν χρειάζεται να την εξαγγείλη κανείς, δεν
χρειάζεται κήρυκα, αλλά φαίνεται ακαριαίως εις ολόκληρον την οικουμένην, και εις
εκείνους που κάθονται μέσα εις τας οικίας και εις εκείνας που που ευρίσκονται μέσα εις τους
γυναικωνίτας. Έτσι θα γίνη εκείνη η παρουσία, θα φαίνεται παντού ταυτοχρόνως από

την λάμψιν της δόξης.
Αναφέρει όμως και άλλο σημείον· «όπου το πτώμα εκεί και οι αετοί», εννοών το πλήθος
των αγγέλων, των μαρτύρων και όλων των αγίων. Έπειτα αναφέρει και θαύματα φοβερά.
Ποια δε είναι τα θαύματα; «Ἀμέσως δὲ ὕστερα ἀπὸ τὴν θλῖψιν τῶν ἡμερῶν ἐκείνωνὁ ἥλιος
θὰ σκοτεινιάσῃ». Ποιων ημερών θλίψιν εννοεί; Του αντιχρίστου και των ψευδοπροφητών.
Διότι τότε θα υπάρξη θλίψις μεγάλη, αφού τόσοι πολλοί θα είναι οι πλανώντες. Αλλά
δεν θα διαρκέση πολύ. Διότι, εάν ο ιουδαϊκός πόλεμος εσυντομεύθη προς χάριν των εκλεκτών,
πολύ περισσότερον θα περιορισθή χρονικώς ο πειρασμός αυτός προς χάριν των ιδίων. Δι' αυτό
δεν είπε μετά την θλίψιν, αλλά «ευθέως μετά την θλίψιν των ημερών εκείνων ο ήλιος
σκοτισθήσεται»,
διότι
όλα
γίνονται
σχεδόν
ταυτοχρόνως.
Δηλαδή μόλις
οι
ψευδοπροφήται και οι ψευδόχριστοι δημιουργήσουν αναταραχήν με τον ερχομόν των,
αμέσως θα έλθη και Εκείνος. Διότι δεν θα είναι μικρά η ταραχή που θα κυριεύση την
οικουμένην.
Πώς δε θα έλθη; Αφού μεταμορφωθή η κτίσις. Διότι και ο ήλιος θα σκοτισθή, χωρίς
να αφανισθή, αλλά υποχωρών μπροστά εις το φως τηςπαρουσίας Εκείνου, και τα άστρα
θα πέσουν, διότι δεν θα χρειάζωνται πλέον, αφού δεν θα υπάρχη νύκτα, και αι ουράνιαι
δυνάμεις θα κλονισθούν, όπως είναι πολύ φυσικόν, βλέποντας την τόσον μεγάλην
μεταβολήν που θα γίνεται. Διότι, εάν οι άγγελοι εσκίρτησαν και εθαύμασαν τόσον, όταν
εδημιουργήθησαν τα άστρα (διότι «όταν εδημιουργήθησαν τα άστρα», λέγει, «με ύμνησαν με
δυνατήν
φωνήν
όλοι
οι
άγγελοι»4),
πολύ
περισσότερον
βλέποντες
όλα
να
μεταβάλλωνται και τους ομοδούλους των να υπέχουν ευθύνην, και την οικουμένην ολόκληρον
να
παρίσταται
ενώπιον
φοβερού
δικαστηρίου, και όσους
υπήρξαν
από τον Αδάμ
μέχρι της παρουσίας Εκείνου να λογοδοτούν δι' όσα έπραξαν, πώς δεν θα φρίξουν και δεν θα
σαλευθούν;
«Τότε θα φανή το σημείον του Υιού του ανθρώπου εις τον ουρανόν», δηλαδή ο
Σταυρός, ο οποίος είναι πιο λαμπρός από τον ήλιον, αφού αυτός μεν θα σκοτισθή και θα
κρυφθή, ενώ εκείνος θα φαίνεται· δεν θα εφαίνετο, εάν δεν ήτο πολύ πιο λαμπερός από τας
ακτίνας του ηλίου. Δια ποιον δε λόγον θα εμφανισθή το σημείον του Σταυρού; Δια να
αποστομωθή με το παραπάνω η αναισχυντία των Ιουδαίων. Διότι έχοντας μέγιστον
δικαίωμα τον Σταυρόν ο Χριστός, έρχεται έτσι εις το δικαστήριον εκείνο, δεικνύων όχι
μόνον τας πληγάς αλλά και τον ατιμωτικόν θάνατόν Του.
«Τότε θα θρηνήσουν αι φυλαί»· διότι δεν θα υπάρχη ανάγκη κατηγορίας, όταν θα
ιδούν τον Σταυρόν. Και θα
θρηνούν,
διότι
μολονότι
απέθανε
δεν
ωφελήθησαν
καθόλου, και διότι εσταύρωσαν Εκείνον που έπρεπε να τον προσκυνήσουν. Είδες πόσον φοβερά
υπεγράμμισε την παρουσίαν Του; Είδες πώς ανεπτέρωσε το φρόνημα των μαθητών; Δι' αυτό
ακριβώς πρώτον αναφέρει τα λυπηρά και έπειτα τα ευχάριστα, ώστε και με τον τρόπον αυτόν
να τους παρηγορήση και να τους καθησυχάση. Τους υπενθυμίζει επίσης και το πάθος και την
ανάστασιν και αναφέρει τον Σταυρόν με το λαμπερόν Του σχήμα, δια να μη εντρέπωνται, ούτε
να θλίβωνται, αφού θα έλθη προβάλλων αυτόν ως το κατ' εξοχήν σημείον της παρουσίας Του.
Άλλος πάλιν λέγει «θα ατενίσουν εκείνον που εκέντησαν»5. Δι' αυτό ακριβώς αι φυλαί της γης
θα θρηνούν, διότι θα διαπιστώσουν ότι είναι ο ίδιος. Και επειδή ανέφερε και τον Σταυρόν,
επρόσθεσεν ότι «θα ιδούν τον Υιόν του ανθρώπου να έρχεται», όχι επάνω εις τον Σταυρόν, αλλ'
«επάνω εις τα σύννεφα του ουρανού με δύναμιν και δόξαν μεγάλην»6, ωσάν να λέγη, μη
νομίσης ότι, επειδή ήκουσες τον Σταυρόν, θα είναι πάλιν κάτι τι το θλιβερόν· διότι θα έλθη με
μεγάλην δύναμιν και δόξαν. Φέρει δε τον Σταυρόν δια να γίνη η αμαρτία τους αυταπόδεικτος,
όπως, όταν κανείς κτυπηθή με πέτρα, παρουσιάζει εις το δικαστήριον την ιδίαν την πέτραν ή τα
ενδύματά του αιματωμένα.
Έρχεται και επάνω εις νεφέλην, όπως όταν ανελήφθη, βλέποντας δε αυτά αι φυλαί
θα θρηνούν. Τα δεινά που τας αναμένουν όμως δεν θα σταματήσουν εις τους θρήνους. Ο
θρήνος θα είναι δια να βγάλουν μόναι τους την ψήφον και να καταδικάσουν τους εαυτούς των.
Διότι εν συνεχεία «θα στείλη τους αγγέλους Του με μεγάλην σάλπιγγα δια να
συγκεντρώσουν τους εκλεκτούς από τους τέσσαρες ανέμους, από το ένα άκρον του
ουρανού έως το άλλο άκρον». Όταν δε ακούης αυτό φαντάσου την τιμωρίαν εκείνων που θα
απομείνουν. Διότι δεν θα υποστούν μόνον εκείνην την τιμωρίαν, αλλά καιαυτήν. Και όπως
ανωτέρω ανέφερεν ότι θα λέγουν «ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου», έτσι εδώ λέγει
ότι «θα θρηνούν». Διότι επειδή τους ωμίλησε περί πολέμων φοβερών, δια να μάθουν ότι μετά
από
τα
εδώ
δεινά
τους
περιμένουν και τα
εκεί
βασανιστήρια,
τους
εισάγει

θρηνούντας και χωριστούς από τους εκλεκτούς και τους παραδίδει εις την γέενναν του
πυρός. Με όλα αυτά δε πάλιν ενθαρρύνει τους μαθητάς και τους δείχνει από πόσα κακά
θα απαλλαγούν και πόσα αγαθά θα απολαύσουν.
Αλλά τότε, διατί τους καλεί με αγγέλους, αφού έρχεται τόσον φανερά; Δια να τους τιμήση
με τον τρόπον αυτόν. Ο Παύλος μάλιστα αναφέρει ότι θα αρπαγούν εις τα σύννεφα. Είπε
δε και τούτο, όταν ωμιλούσε περί της αναστάσεως· «Διότι αυτός ο Κύριος θα κατεβή
από τον ουρανόν με παράγγελμα, με φωνήν αρχαγγέλου»7. Ώστε αφού αναστηθούν θα
τους συγκεντρώσουν οι άγγελοι και αφού συγκεντρωθούν θα τους αρπάξουν τα
σύννεφα. Και όλα αυτά θα γίνουν ακαριαίως, εις ελάχιστον χρόνον. Διότι δεν τους καλεί
παραμένων επάνω εις τον ουρανόν, αλλά έρχεται ο ίδιος με τους ήχους σάλπιγγος. Προς τι όμως
χρειάζονται αι σάλπιγγες και ο ήχος; Δια την ανάστασιν, δια την πρόκλησιν χαράς, δια την
εμφανή παρουσίασιν του εκπληκτικού γεγονότος, δια την θλίψιν αυτών που αυπολειφθούν.
Αλλοίμονον την ημέραν εκείνην την φοβεράν. Πρέπει να χαίρωμεν όταν ακούμεν αυτά·
λυπούμεθα, γινόμεθα κατηφείς και σκυθρωποί. Ή μήπως μόνον εγώ αισθάνομαι αυτά, ενώ σεις
χαίρετε ακούοντές τα; Εις εμένα πάντως δημιουργείται και ένα αίσθημα δέους όταν λέγωνται
αυτά, και κλαίω πικρά και αναστενάζω μέσα από τα βάθη της καρδιάς μου. Διότι τίποτε από
αυτά δεν με ενδιαφέρει, παρά εκείνα που ειπώθηκαν μετά από αυτά, προς τας παρθένους 8, προς
εκείνον που έκρυψεν εις την γην το τάλαντον που είχε λάβει, προς τον πονηρόν δούλον9. Δι'
αυτά δακρύζω, σκεπτόμενος πόσον μεγάλην δόξαν πρόκειται να στερηθώμεν, πόσην ελπίδα
αγαθών, και αυτό συνεχώς και παντοτεινά, δια να μη καταβάλωμεν μικράν προσπάθειαν.
Διότι εάν ήτο κόπος πολύς και νόμος δυσβάστακτος, έπρεπε βέβαια και πάλιν να τα κάνωμεν
όλα, αλλά πολλοί από τους οκνηρούς θα ενόμιζαν ότι έχουν κάποιαν δικαιολογίαν, ψυχράν
βεβαίως, αλλά θα ενόμιζαν ότι έχουν, τον μεγάλον όγκον των εντολών, και το ότι είναι μεγάλος
κόπος, και ατελείωτος ο χρόνος και αβάστακτον το φορτίον. Τώρα όμως τίποτε τέτοιο δεν
ημπορεί να προβάλλεται ως δικαιολογία, όταν λάβωμεν υπ' όψιν το πυρ της γεέννης που θα μας
κατατρώγη τον καιρόν εκείνον, κατά τον οποίον εξ αιτίας μικράς αποκλίσεως και ολίγου
ιδρώτος θα έχωμεν χάσει τον ουρανόν και τα απερίγραπτα αγαθά. Διότι και ο χρόνος είναι
σύντομος και ο κόπος ολίγος· και όμως έχομεν εξαχρειωθή και περιεπέσαμεν πάλιν εις ηθικήν
κατάπτωσιν. Εις την γην αγωνίζεσαι και εις του ουρανούς στεφανώνεσαι· από ανθρώπους
τιμωρείσαι και τιμάσαι από τον Θεόν· δύο ημέρας τρέχεις και βραβεύεσαι αιωνίως· με το
φθαρτόν σώμα αγωνίζεσαι και αι τιμαί αποδίδονται εις το άφθαρτον.
Αλλά και χωρίς αυτά πρέπει να σκεπτώμεθα και το εξής, ότι και αν δεν προτιμώμεν να
υποστώμεν κάτι από τα οδυνηρά χάριν του Χριστού, κατ' ανάγκην θα τα υποστώμεν οπωσδήποτε
κατ' άλλον τρόπον. Διότι ούτε εάν δεν αποθάνης δια τον Χριστόν, θα γίνης αθάνατος· ούτε εάν
δεν αρνηθής τα χρήματα δια τονΧριστόν θα απέλθης από τον κόσμον αυτόν παίρνοντάς τα μαζί
σου. Από σένα ζητεί εκείνα, τα οποία θα τα δώσης και χωρίς να τα ζητήση, επειδή είσαι
θνητός·θέλει να κάμης αυτοπροαιρέτως εκείνα, τα οποία είναι ανάγκη να κάμης
οπωσδήποτε. Τόσον μόνον δε απαιτεί επί πλέον, να γίνωνται δι' Εκείνον, αφού το να
συμβούν και να παρέλθουν γίνεται οπωσδήποτε και από φυσικήν ανάγκην.
Είδες πόσον εύκολος είναι ο αγών; Εκείνα τα οποία είναι ανάγκη να πάθης οπωσδήποτε,
προτίμησε να τα πάθης δι' Εμέ. Αυτό πρόσθεσε μόνον και θα θεωρήσω αρκετήν την υπακοήν. Το
χρυσάφι το οποίον πρόκειται να δανείσης εις άλλον, δάνεισέ το εις Εμέ και με μεγαλύτερον
επιτόκιον και με μεγαλυτέραν ασφάλειαν· το σώμα που πρόκειται να δώσης ως στρατιώτης εις
άλλον, δώσε το εις Εμέ· διότι ξεπερνώ τους κόπους σου με τας ανταποδόσεις από την απέραντον
αφθονίαν. Συ δε, εις μεν τα άλλα προτιμάς εκείνον που δίνει τα περισσότερα, και εις τους
δανεισμούς και εις τα αγοράς και εις την στράτευσιν, τονΧριστόν όμως τον μόνον ο οποίος δίνει
τα περισσότερα από όλους και απείρως περισσότερα, αυτόν δεν τον καταδέχεσαι.
Και διατί ο τόσον μεγάλος πόλεμος; Διατί αυτή η μεγάλη απέχθεια; από πού λοιπόν θα
αρυσθής συγχώρησιν και δικαιολογίας κατά την απολογίαν, αφού, εις πράγματα εις τα οποία
προτιμάς άλλους ανθρώπους αντί άλλων, δεν ανέχεσαι τον Θεόν και προτιμάς ανθρώπους; Διατί
παραδίνεις τον θησαυρόν εις την γην; Δώσε τον εις το χέρι μου, λέγει· δεν νομίζεις ότι ο
δεσπότης της γης είναι περισσότερον έμπιστος από την γην; Εκείνη θα σου αποδώσει αυτό που
έθαψες, πολλές φορές δε ούτε και αυτό· ενώ αυτός θα σου δώσει και τόκους δια την φύλαξιν,
διότι μας αγαπά πάρα πολύ. Δι' αυτό, και αν θελήσης να δανείσης, είναι έτοιμος· αν θελήσης να
σπείρης, δέχεται τον σπόρον φιλοφρόνως· αν θελήσης να ανοικοδομήσης, σε έλκει κοντά του,
λέγοντας έλα να οικοδομήσης εις αιδικά μου οικόπεδα. Διατί τρέχεις προς τους πτωχούς, προς

ανθρώπους οι οποίοι μεταπίπτουν εις πτωχείαν; Τρέξε προς τον Θεόν, ο οποίος αντί μικρών
πραγμάτων σου παρέχει μεγάλα. Αλλά ούτε αυτά δεν ανεχόμεθα να ακούωμεν και σπεύδομεν
εκεί όπου γίνονται συμπλοκαί και πόλεμοι και πυγμαχίαι και δίκαι καισυκοφαντίαι.
Άρα λοιπόν δεν έχει δίκαιον να μας αποστρέφεται και να μας τιμωρή, όταν εις όλα μας
παρέχη τον εαυτόν Του και εμείς αντιδρώμεν; Είναι εις τον καθένα οπωσδήποτε φανερόν. Διότι,
εάν θέλης να καλλωπισθής, λέγει, στολίσου με τον ιδικόν μου καλλωπισμόν10· εάν θέλης να
πολισθής, οπλίσου με ιδικά μου όπλα11· εάν θέλης να ενδυθής, φόρεσε το ιδικόν μου ένδυμα 12·
εάν θέλης να τραφής, φάγε εις την ιδικήν μου τράπεζαν 13· εάν θέλης να οδοιπορήσης,
ακολούθησε την ιδικήν μου οδόν14· εάν θέλης να κληρονομήσης, κληρονόμησε την ιδικήν μου
κληρονομίαν15· εάν θέλης να εισέλθης εις την πατρίδα, έμπα εις την πόλιν της οποίας
τεχνίτης και δημιουργός είμαι εγώ16· εάν θέλης να κτίσης οικία, έλα εις τας ιδικάς μου σκηνάς 17.
Διότι εγώ δι' όσα δίνω δεν ζητώ αμοιβήν, αλλά εάν θελήσης να χρησιμοποιήσης όλα τα ιδικά μου,
δια την πράξιν σου αυτήν θα σου οφείλω επί πλέον και αμοιβήν. Τι θα ημπορούσε να γίνη
ισάξιον προς αυτήν την γενναιοδωρίαν; Εγώ είμαι πατέρας, εγώ αδελφός, εγώ νύμφιος, εγώ
οικία, εγώ τροφή, εγώ ένδυμα, εγώ ρίζα, εγώ θεμέλιον, κάθε τι το οποίον θέλεις εγώ· να μη έχης
ανάγκην από τίποτε. Εγώ και θα σε υπηρετήσω· διότι ήλθα να υπηρετήσω, ότι να υπηρετηθώ 18.
Εγώ
είμαι και φίλος19, και μέλος
του
20
21
22
σώματος , και κεφαλή και αδελφός και αδελφή και μητέρα , όλα εγώ· αρκεί να διάκεισαι
φιλικά προς εμέ. Εγώ έγινα πτωχός δια σε· έγινα και επαίτης δια σε· ανέβηκα επάνω
εις τον Σταυρόν δια σε· ετάφην δια σε· εις τον ουρανόν άνω δια σε παρακαλώ τον Πατέρα·
κάτω εις την γην εστάλην από τον Πατέρα ως μεσολαβητής δια σε.
Όλα δι' εμέ είσαι συ· και αδελφός και συγκληρονόμος και φίλος και μέλος τυ σώματος. Τι
περισσότερον θέλεις; Διατί αποστρέφεσαι αυτόν που σε αγαπά; Διατί κοπιάζεις δια τον κόσμον;
Διατί αντλείς νερό με τρυπημένον πιθάρι; Διότι αυτό σημαίνει να καταπονήσαι εις την ζωήν
αυτήν. Διατί λαναρίζεις την φωτιάν; Διατί πυγμαχείς εις τον αέρα; Διατί τρέχεις άδικα; Κάθε
τέχνη δεν έχει και ένα σκοπόν; Εις τον καθένα είναι οπωσδήποτε φανερόν. Δείξε
μου και συ τονσκοπόν της σπουδής εις την ζωήν. Δεν ημπορείς, διότι «ματαιότης
ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης»23.
Ας μεταβώμεν εις τους τάφους· δείξε μου τον πατέρα· δείξε μου την γυναίκα. Πού είναι
εκείνος που εφορούσε χρυσά ενδύματα; Πού είναι εκείνος που εκάθητο επάνω εις το όχημα; Πού
είναι εκείνος που είχε στρατούς, εκείνος που είχε το διάδημα, εκείνος που είχε τους
αγγελιαφόρους; Πού είναι εκείνος ο οποίος άλλους μεν έσφαζεν, άλλους δε έρριπτεν εις την
φυλακήν; Πού είναι εκείνος που εφόνευεν όσους ήθελε και απήλλασσε όσους ήθελε; Δεν
βλέπω τίποτε εκτός από οστά και σκόρον και αράχνην· όλα εκείνα έγιναν χώμα, όλα
εκείνα είναι μύθος, όλα είναι όνειρον και σκιά και απλή εξιστρόρησις καιζωγραφική
παράστασις· ή μάλλον ούτε ζωγραφική παράστασις. Διότι την μεν παράστασιν την βλέπομεν
έστω και εις εικόνα· εδώ όμως ούτε εικόνα βλέπομεν.Και μακάρι να εσταματούσαν μέχρις εδώ
τα δεινά. Τώρα όμως η μεν τιμή και η απόλαυσις και η λαμπρότης κατήντησαν σκιά, λέξεις· τα
επακόλουθα όμως αυτών, δεν είναι πλέον σκιά και λέξεις, αλλά παραμένουν και θα μεταβούν
μαζί μας εκεί και θα φανερωθούν είς όλους· αι αρπαγαί, αι πλεονεξίαι, αι πορνείαι, αι μοιχείαι, τα
απειράριθμα δεινά. Αυτά δεν έχουν μεταβληθή εις εικόνα και τέφραν, αλλ' είναι γραμμένα
εις τον ουρανόν και οι λόγοι και αι πράξεις.
Με ποιους λοιπόν οφθαλμούς θα ίδωμεν τον Χριστόν; Διότι εάν δεν ημπορή να ιδή
κανείς τον πατέρα του, συναισθανόμενος ότι έσφαλεν απένταντί του, Εκείνον που είναι
απείρως
πραότερος
από τον Πατέρα
πώς
θα τον ατενίσωμεν
τότε; Πώς
θα τον υποφέρωμεν; Διότι θα παραστώμεν εις το βήμα του Χριστού και θα γίνη λεπτομερής
εξέτασις όλων. Εάν δε κανείς δεν πιστεύη εις την μέλλουσαν κρίσιν, ας ιδή όσα
συμβαίνουν εδώ, αυτούς που ευρίσκονται εις τας φυλακάς, εις τα μεταλλορυχεία, εις
τας κοπριάς, τους δαιμονοπλήκτους, τους παράφρονας, εκείνους που βασανίζονται από
ανιάτους ασθενείας, εκείνους που αγωνίζονται με την διαρκή πτωχείαν, εκείνους που
συζούν με την πείναν, εκείνους που έχουν ριφθή εις αφόρητον πένθος, εκείνους που
ευρίσκονται εις αιχμαλωσίαν. Διότι αυτοί δεν θα υφίσταντο αυτά τώρα, εάν δεν θα
ανέμενε και όλους
τους
άλλους
που
έκαναν
τας
αμαρτίας
αυτάς
τιμωρία και κόλασις. Εφ' όσον δε εδώ τίποτε δεν υπέστησαν οι υπόλοιποι, και μόνον αυτό
πρέπει να σου είναι απόδειξις ότι οπωσδήποτε κάτι υπάρχει μετά από την αποδημίαν
από τον κόσμον αυτόν.

Διότι δεν είναι δυνατόν, ενώ ο ίδιος ο Θεός είναι δι' όλους, άλλους μεν να τους
τιμωρήση, άλλους δε να τους αφήση ατιμώρητους, μολονότι διέπραξαν τα ίδια
ή και χειρότερα αμαρτήματα, εάν δεν επρόκειτο να τους επιβάλη κάποιαν τιμωρίαν
εκεί.
Από αυτάς λοιπόν τας σκέψεις και τα παραδείγματα ας ταπεινώσωμεν και εμείς τους εαυτούς
μας και όσοι απιστούν εις την κρίσιν, ας πιστεύσουν λοιπόν καιας γίνουν καλύτεροι, εις τρόπον
ώστε αφού ζήσωμεν εδώ όπως αξίζει εις την βασιλείαν, να αξιωθώμεν και των μελλόντων
αγαθών με την χάριν καιφιλανθρωπίαν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, εις τον οποίον
ανήκει η δόξα αιωνίως. Αμήν.

*****
«Από την συκιά θα καταλάβετε την παραβολήν. Όταν ο κλάδος της γίνη ήδη απαλός
και βλαστήσουν τα φύλλα, καταλαβαίνετε ότι πλησιάζει το καλοκαίρι. Έτσι και σεις,
όταν ιδήτε όλα αυτά, να γνωρίζετε ότι είναι πλησίον, εις την πόρτα».
Επειδή είπεν, ότι «ευθύς μετά την θλίψιν των ημερών εκείνων», αυτοί δε εζητούσαν
αυτό ακριβώς, μετά από πόσον χρόνον, και αυτήν κυρίως την ημέραν επιθυμούσαν να
γνωρίσουν, δι' αυτό αναφέρει το παράδειγμα της συκής, δεικνύων ότι δεν θα
μεσολαβήση πολύ διάστημα, αλλ' ότι ευθύς αμέσως θα έλθη και η Παρουσία, πράγμα το
οποίον μάλιστα εδήλωσεν όχι μόνον με την παραβολήν, αλλά και με τας μετέπειτα λέξεις,
λέγων «γινώσκετε ότι εγγύς έστιν επί θύραις».
Εδώ προφητεύει και κάτι άλλο, θέρος πνευματικόν, και ότι κατ' εκείνην την ημέραν
από τον χειμώνα του παρόντος θα επικρατήση γαλήνη χάριν των δικαίων· δια τους
αμαρτωλούς αντιθέτως από θέρος θα γίνη χειμών. Αυτό το εδήλωσε παρακάτω όταν είπεν
ότι η ημέρα της Παρουσίας θα έλθη ενώ αυτοί θα επιδίδωνται εις απολαύσεις.
Δεν ανέφερεν όμως την παραβολήν της συκής μόνον δι' αυτό, δια να φανερώση τον χρόνον,
διότι
ημπορούσε και με
άλλον
τρόπον
να τον παραστήση,
αλλά
δια
να
επιβεβαιώση και με τον τρόπον αυτόν όσα είπεν, ότι οπωσδήποτε θα συμβούν. Διότι όπως
αυτό είναι αναγκαίον επακόλουθον, έτσι και εκείνο. Δια τούτο, όπου τυχόν θέλει να τονίση ότι
αυτό που λέγει θα συμβή οπωσδήποτε, παρεμβάλλει φυσικάς αναγκαιότητας, τόσον ο ίδιος
όσον και ο μακάριος Παύλος μιμούμενος αυτόν. Δι' αυτό όταν ομιλή περί της Αναστάσεως λέγει·
«εάν ο σπόρος του σιταριού δεν πέση εις την γην και πεθάνη, μένει αυτός μόνος, εάν όμως
πεθάνη φέρει πολύν καρπόν»24. Από εκεί και ο μακάριος Παύλος διδαχθείς χρησιμοποιεί το ίδιον
παράδειγμα, όταν ομιλή εις τους Κορινθίους περί τηςΑναστάσεως. Διότι λέγει· «ανόητε, εκείνο
που σπέρνεις εσύ δεν παίρνει ζωήν, εάν πρώτα δεν πεθάνη»25.
Έπειτα, δια να μη επανέλθουν γρήγορα πάλιν εις το ίδιον θέμα και ερωτήσουν πότε, τους
επαναφέρει εις τα προηγούμενα, λέγων· «σας διαβεβαιώνω, ότι δεν θα περάση η γενεά
αυτή, πριν γίνουν όλα αυτά». «Όλα αυτά»· ποια; ειπέ μου. Τα αφορώντα τα Ιεροσόλυμα,
τους πολέμους, τους λιμούς, τους λοιμούς, τους σεισμούς, τους ψευδοχρίστους, τους
ψευδοπροφήτας, την διάδοσιν του Ευαγγελίου παντού, τας επαναστάσεις, τας ταραχάς,
όλα τα άλλα τα οποία είπαμεν ότι θα συμβούν μέχρι την Παρουσίαν Του.
Διατί όμως, λέγει, είπεν «η γενεά αυτή»; Το είπεν ομιλών όχι δια την τότε γενεάν, αλλά
δια την γενεάν των πιστών. Διότι συνηθίζει να χαρακτηρίζη την γενεάν όχι μόνον από τους
χρόνους, αλλά και από το είδος της θρησκείας και της συμπεριφοράς· όπως όταν λέγη·
«Αυτή η γενεά εκείνων που ζητούντον Κύριον»26. Διότι, εκείνο το οποίον έλεγεν ανωτέρω, ότι
δηλαδή «πρέπει όλα αυτά να γίνουν» και ότι· «θα κηρυχθή το Ευαγγέλιον», αυτό
επισημαίνει καιεδώ, λέγων ότι οπωσδήποτε θα συμβούν όλα αυτά και ότι η γενεά των πιστών θα
παραμείνη, χωρίς να διακοπή από τίποτε εξ όσων ελέχθησαν. Αντιθέτως, καιτα Ιεροσόλυμα θα
καταστραφούν και η πλειονότης των Ιουδαίων θα αφανισθή, αυτήν την γενεάν δε τίποτε δεν θα
την ξεπεράση, ούτε λιμός, ούτε μολυσματική ασθένεια, ούτε σεισμός, ούτε αι ταραχαί των
πολέμων, ούτε ψευδόχριστοι, ούτε ψευδοπροφήται, ούτε απατεώνες, ούτε οι προδόται, ούτε οι
σκανδαλοποιοί, ούτε οι ψευδάδελφοι, ούτε καμμιά άλλη παρομοία δοκιμασία.
Έπειτα, δια να τους κάμη να πιστεύσουν περισσότερον, λέγει· «ο ουρανός και η γη
θα παρέλθουν, οι λόγοι μου όμως δεν θα παρέλθουν» 27. Δηλαδή, ότι αυτά τα

στερεοποιημένα και τα ακίνητα ευκολώτερα θα εξαφανισθούν, παρά θα διαψευχθή κάτι από τους
λόγους μου. Και όποιος αμφιβάλλει περί αυτών ας εξετάση με προσοχήν όσα ελέχθησαν και εάν
τα εύρη αληθινά (και θα τα εύρη οπωσδήποτε) από τα παρελθόντα ας πιστεύση και εις τα
μέλλοντα, και ας τα εξετάση όλα με ακρίβειαν και θα ιδή την εξέλιξιν των πραγμάτων να
επιβεβαιώνη την αλήθειαν της προφητείας. Τα δε στοιχεία του κόσμου (τον ουρανόν και την
γην) τα παρενέβαλεν εις τον λόγον, αφ' ενός δια να δηλώση ότι η Εκκλησία είναι
προτιμωτέρα του ουρανού και της γης, αφ' ετέρου δια να δείξηκαι με αυτά ότι είναι
δημιουργός του παντός. Διότι, επειδή ωμίλησε περί της συντελείας του κόσμου, πράγμα το
οποίον πολλοί αμφισβητούν, ανέφερε τον ουρανόν και την γην δια να δείξη την ανυπολόγιστον
δύναμίν Του και να δηλώση με πολλήν εξουσίαν, ότι είναι κύριος του παντός και με αυτά να
κάμη αξιόπιστα όσα είπε και εις εκείνους που αμφιβάλλουν πάρα πολύ.
«Δια την ημέραν δε εκείνην και την ώραν κανείς δεν γνωρίζει τίποτε, ούτε οι άγγελοι
των ουρανών, παρά μόνον ο Πατήρ μου». Με την δήλωσιν «ούτε οι άγγελοι» τους
απεστόμωσεν, ώστε να μη ζητήσουν να μάθουν ό,τι δεν γνωρίζουν εκείνοι, λέγων δε «ούτε ο
Υιός» τους εμποδίζει όχι μόνον να μάθουν, αλλά και να ερευνούν. Ότι δε δι' αυτό το είπε, βλέπε
πώς τους απεστόμωσε καλύτερα μετά την ανάστασιν, όταν τους είδε να γίνωνται περισσότερον
περίεργοι. Διότι τώρα μεν τους ανέφερε πολλά και διάφορα τεκμήρια, τότε δε τους είπεν
απλώς· «δεν είναι ιδική σας υπόθεσις να γνωρίζετε τους χρόνους ή τους καιρούς» 28.
Έπειτα, δια να μη είπουν ότι παρεμελήθημεν, περιεφρονήθημεν, ούτε αυτού δεν είμεθα άξιοι,
λέγει· «τους οποίους ώρισεν ο Πατήρ κατά την ιδικήν του εξουσίαν» 29. Διότι εφρόντιζε
πάρα πολύ να τους τιμά και να μη τους αποκρύπτη τίποτε. Δια τούτο αυτό το αφήνει εις την
δικαιοδοσίαν του Πατρός, αφ' ενός δια να κάμη το πράγμα φοβερόν, και αφ' ετέρου να
αποκλείση εκείνους να πληροφορηθούν αυτό που ελέχθη...
...Δι' αυτό ακριβώς, αφού τα είπεν όλα, και τους χρόνους και τους καιρούς και αφού μας
ωδήγησε μέχρι των θυρών (διότι λέγει· «είναι κοντά, εις την θύραν»), απεσιώπησε την ημέραν.
Εάν μεν λοιπόν ζητής την ημέραν και την ώραν, λέγει, δεν θα την ακούσης από εμέ· εάν όμως
ζητής να μάθης τους καιρούςκαι τα προοίμια της παρουσίας, θα σου τα είπω όλα με ακρίβειαν
χωρίς να αποκρύψω τίποτε.
Ότι μεν λοιπόν δεν αγνοώ την ημέραν της παρουσίας το απέδειξα δια πολλών, αφού σου είπα
τα χρονικά διαστήματα και όλα όσα θα συμβούν και το χρονικόν διάστημα που θα μεσολαβήση
από τον χρόνον
αυτόν
μέχρι της ημέρας
εκείνης
(διότι
αυτό
το
εφανέρωσεν η παραβολή της συκής), και σε ωδήγησα μέχρι τα ίδια τα πρόθυρα· εάν δε δεν σου
ανοίγω τας θύρας, το κάμνω δια το συμφέρον σου.
Δια να μάθης δε και από αλλού, ότι η σιωπή του δεν ωφείλετο εις άγνοιαν, ιδέ ότι μαζί με όλα
όσα είπεν επρόσθεσε και άλλο σημείον· «όπως κατά τας ημέρας του Νώε οι άνθρωποι
έτρωγαν και έπιναν, ενυμφεύοντο και υπανδρεύοντο μέχρι την ημέραν που ήλθεν ο
κατακλυσμός και τους άρπαξεν όλους, έτσι θα γίνη και η παρουσία του Υιού του
ανθρώπου».
Αυτά
δε
τα
είπε
δια
να
φανερώση
ότι
θα
έλθη
αστραπιαίως και αιφνιδίως και ενώ οι περισσότεροι θα επιδίδωνται εις απολαύσεις. Αυτό
εξ άλλου το λέγει και ο Παύλος όταν γράφη· «Όταν ομιλούν περί ειρήνης και ασφαλείας,
τότε έρχεται επάνω τους αιφνίδια η καταστρφή»30· και δια να φανερώση το
απροσδόκητον της παρουσίας έλεγεν· «Όπως ο κοιλόπονος εις την έγκυον»31.
Διατί λοιπόν λέγει «μετά την θλίψιν των ημερών εκείνων»32; Διότι, εάν τότε υπάρχη
απόλαυσις και ειρήνη και ασφάλεια, όπως λέγει ο Παύλος, διατί λέγει «μετά την θλίψιν των
ημερών εκείνων»; Εάν υπάρχη τρυφή, πώς θα υπάρχη θλίψις; Τρυφή και ειρήνη θα υπάρχη
δι' εκείνους που είναι αναίσθητοι. Δι' αυτό δεν είπεν όταν θα υπάρχη ειρήνη, αλλά
«όταν λέγωσιν ειρήνην και ασφάλειαν», θέλων να δείξη την αναισθησίαν αυτών, όπως
οι επί τηςεποχής του Νώε οι οποίοι επεδίδοντο εις απολαύσεις εν μέσω τόσων
κακών. Όχι βεβαίως οι δίκαιοι, οι οποίοι επερνούσαν με θλίψιν και δυσφορίαν.
Με αυτά δείχνει, ότι όταν έλθει ο αντίχριστος θα επιταθούν αι ανάρμοστοι ηδοναί, θα
αυξηθούν μεταξύ εκείνων οι οποίοι είναι παράνομοι καιέχουν χάσει την
ελπίδα της σωτηρίας
των. Τότε
θα
εμφανισθούν
γαστριμαργίαι,
θορυβώδεις
διασκεδάσεις και μέθαι. Δι' αυτό αναφέρει και παράδειγμα κατάλληλον προς την περίστασιν.
Διότι όπως, λέγει, δεν επίστευσαν όταν κατεσκευάζετο η Κιβωτός, και ενώ ευρίσκετο ανάμεσά
τους προαναγγέλλουσα τα δεινά που επρόκειτο να συμβούν, εκείνοι βλέποντάς την διεσκέδαζαν
ωσάν να μη επρόκειτο να συμβή κανένα κακόν, έτσι και τώρα, θα φανή μεν ο αντίχριστος

μετά τον οποίον
θα
επέλθη η συντέλεια και τα
δεινά
τα
συνεπακόλουθα της συντελείας και αι αβάσταχτοι τιμωρίαι, αυτοί όμως κατεχόμενοι από
την μέθην της κακίας ούτε καν θα αισθανθούν τον φόβον των όσων θα συμβούν. Δι'
αυτό και ο Παύλος λέγει ότι τα φοβερά εκείνα καιαφόρητα δεινά θα εμφανισθούν όπως
ο κοιλόπονος εις την έγκυον.
...Έπειτα πάλιν αναφέρει άλλο σημείον, με όλα δε αυτά κάμει ολοφάνερον ότι δεν αγνοεί την
ημέραν της παρουσίας. Ποιον δε είναι το σημείον αυτό; «Τότε δύο θα βρίσκωνται
εις τον αγρόν, ο ένας παραλαμβάνεται και ο άλλος αφήνεται. Δύο γυναίκες θα
ανέλθουν εις τον μύλον· η μια παραλαμβάνεταικαι η άλλη αφήνεται. Να είσθε λοιπόν
άγρυπνοι, διότι δεν γνωρίζετε ποιαν ώραν έρχεται ο Κύριός σας». Όλα αυτά είναι
δείγματα ότι γνωρίζει την ημέραν και ταυτοχρόνως τους εκτρέπει από την ερώτησιν. Δι' αυτό
ακριβώς ανέφερε και τας ημέρας του Νώε και δια τούτο είπε και το «δύο επί κλίνης», δια να
δηλώση τούτο, ότι θα έλθη εντελώς απροσδοκήτως και ενώ αυτοί θα είναι αμέριμνοι, και «δύο
αλήθουσαι», που και αυτό είναι δείγμα αμεριμνησίας.
Και μαζί
με
αυτό
αναφέρει
ότι και υπηρέται και κύριοι
παραλαμβάνονται και αφήνονται και αφήνονται
αδιακρίτως, και εκείνοι
που
είναι
ελεύθεροι και εκείνοι που κοπιάζουν, και από αυτήν την κοινωνικήν θέσιν και από την άλλην,
όπως λέγει και εις την Παλαιάν Διαθήκην· «από εκείνον που κάθεται εις τονθρόνον, μέχρι
την αιχμάλωτον γυναίκα που είναι εις τον μύλον»33. Διότι, επειδή είπεν, ότι δυσκόλως
σώζονται οι πλούσιοι34, θέλει να δείξη ότι ούτε αυτοί οπωσδήποτε θα χαθούν, ούτε οι
πτωχοί θα σωθούν όλοι, αλλ' ότι και από εκείνους και από αυτούς και θα σωθούν και θα
χαθούν. Εγώ όμως νομίζω πως θέλει να φανερώση και ότι η παρουσία θα γίνη κατά την
διάρκειαν της νυκτός. Διότι αυτό λέγει και ο Λουκάς35. Βλέπεις πώς τα εγνώριζεν όλα με
ακρίβειαν;
Έπειτα πάλιν, δια να μη ερωτήσουν, επρόσθεσε· «Να είσθε άγρυπνοι λοιπόν, διότι δεν
γνωρίζετε ποιαν ώραν έρχεται ο Κύριός σας». Δεν είπε «δεν γνωρίζω», αλλά «δεν
γνωρίζετε». Διότι, ενώ τους οδηγεί εις αυτήν σχεδόν την ώραν και τους στήνει, πάλιν τους
απομακρύνει από την ερώτησιν, επειδή θέλει να τους κρατή εις διαρκή αγωνίαν. Δι' αυτό
λέγει «γρηγορείτε», δείχνοντας ότι δι' αυτό δεν τους αποκαλύπτει την ώραν. «Γνωρίζετε όμως
τούτο, ότι εάν εγνώριζεν ο οικοδεσπότης ποιαν ώραν της νυκτός θα ήρχετο ο κλέπτης,
θα αγρυπνούσε και δεν θα άφηνε να διαρρήξουν την οικίαν του. Δι' αυτόκαι σεις να
είσθε έτοιμοι, διότι ο Υιός του ανθρώπου θα έθλη την ώραν που δεν περιμένετε». Δι'
αυτό δεν τους την αποκαλύπτει, δια να αγρυπνούν, δια να είναι πάντοτε έτοιμοι. Δι' αυτό λέγει,
όταν δεν θα περιμένετε, τότε θα έλθη, επειδή θέλει να ευρίσκωνται εις διαρκή
αγωνίαν και πάντοτε εις την αρετήν. Εκείνο δε το οποίον εννοεί είναι το εξής· εάν εγνώριζαν
οι πολλοί πότε θα αποθάνουν, θα έδειχναν προθυμίαν κατά την ώραν εκείνην.
Δια να μη δείχνουν λοιπόν ενδιαφέρον μόνον κατ' εκείνην την ώραν, δι' αυτό δεν
τους αποκαλύπτει ούτε την κοινήν ώραν, ούτε την ώραν του καθενός, επειδή θέλει να
την περιμένουν διαρκώς, δια να καταβάλλουν προσπάθειαν πάντοτε. Δι' αυτό
έκαμε και το τέλος της ζωής του καθενός άγνωστον. Έπειτα ονομάζει φανερά τον εαυτόν Του
Κύριον, ενώ δεν το έχει είπει πουθενά τόσον σαφώς. Εδώ δε νομίζω ότι επιπλήττει τους
οκνηρούς, διότι δεν δείχνουν τόσον ενδιαφέρον δια την ψυχήν των, όσον ενδιαφέρον δείχνουν
δια τα χρήματά των εκείνοι που περιμένουν κλέπτην. Διότι εκείνοι μεν όταν περιμένουν κλέπτην
αγρυπνούν και δεν αφήνουν τίποτε από όσα υπάρχουν μέσα να αρπαχθή· ενώ σεις,
αν και γνωρίζετε
ότι
θα
έλθη, και θα
έλθη
οπωσδήποτε,
δεν
μένετε
άγρυπνοι,
λέγει, και προπαρασκευασμένοι, ώστε να μη αφαρπασθήτε από εδώ απροετοίμαστοι. Δι'
αυτό η ημέρα των αδρανών έρχεται προς όλεθρόν των. Διότι, όπως εκείνος, εάν εγνώριζε την
ημέραν, θα ημπορούσε να διαφύγη τον όλεθρον, έτσι και σεις, εάν είσασθε έτοιμοι
θα τονδιαφύγετε. Έπειτα, επειδή ανεφέρθη εις την κρίσιν, στρέφει τον λόγον και προς τους
διδασκάλους, ομιλών περί τιμωρίας και αμοιβών· και αφού ανέφερε πρώτους τους εναρέτους,
τελειώνει με τους αμαρτωλούς, κατακλείων τον λόγον με τας απειλάς.
...Αφού επίσθημεν από όλα αυτά, ότι δεν είναι δυνατόν να σωθώμεν εάν δεν
αποβλέπωμεν
εις
το
κοινόν
συμφέρον και αφού
είδαμεν τον δούλον
που
εδιχοτομήθη και εκείνον που έκρυψε το τάλαντον εις την γην, ας προτιμήσωμεν αυτήν την
οδόν, δια να κερδήσωμεν και την αιώνιον ζωήν, την οποίαν εύχομαι να επιτύχωμεν όλοι, με
την χάριν και φιλανθρωπίαν του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, εις τον οποίον ανήκει η δόξα
αιωνίως. Αμήν.

ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ

Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου

Περί μετανοίας

Όπως ακριβώς δεν έχουν καμιά ωφέλεια οι γεωργοί που σπέρνουν το σπόρο στο δρόμο, έτσι
ούτε κι εμείς έχομε κανένα όφελος από το να μας ονομάζουν Χριστιανούς, αν τα έργα μας δεν
είναι σύμφωνα με το όνομά μας. Και αν θέλετε να σάς παρουσιάσω αξιόπιστο μάρτυρα τον
αδελφόθεο Ιάκωβο που λέγει˙ η πίστη χωρίς τα έργα είναι νεκρή (Ιακ. 2,17). Άρα λοιπόν παντού
είναι αναγκαία και η εκτέλεση των έργων γιατί όταν απουσιάζουν αυτά, δεν μπορεί να μας
ωφελήσει η ονομασία του Χριστιανού. Και μη απορήσεις. Γιατί, πες μου, ποιο κέρδος έχει ο
στρατιώτης από την κατάταξη του στο στρατό, αν δεν είναι άξιος για την εκστρατεία και δεν
πολεμά για τον βασιλιά από τον οποίο τρέφεται; Ίσως, αν και είναι φοβερό το λεγόμενο, θα ήταν
προτιμότερο να μη στρατευθεί, παρά να στρατευθεί και ν' αμελεί για την τιμή του βασιλιά γιατί,
πως δεν θα τιμωρηθεί αυτός που τρέφεται από το βασιλιά, αλλά δεν αγωνίζεται για το βασιλιά;
Και τι λέγω για το βασιλιά; μακάρι να φροντίζαμε έστω και για τις ψυχές μας.
Και πως, λέγει, μπορώ να ζω μέσα στον κόσμο και ανάμεσα στα κοσμικά πράγματα και να σωθώ;
Τι λες, άνθρωπε; Θέλεις με συντομία να σου δείξω ότι δεν είναι ο τόπος που σώζει, αλλά ο
σωστός τρόπος ζωής και η προαίρεση; Ο Αδάμ έπαθε το ναυάγιο σαν σε λιμάνι μέσα στον
παράδεισο (Γεν. 3) ο Λωτ πάλι διασώθηκε σαν σε πέλαγος μέσα στα Σόδομα (Γεν. 19)· ο Ιώβ πέτυχε
τη δικαίωση επάνω στην κοπριά (Ιώβ 2), ενώ ο Σαούλ, αν και ζούσε μέσα στους θησαυρούς,
έχασε και την εδώ βασιλεία και την εκεί (Α' Βασ. 18)...
Γνωρίζοντας αυτά και φέρνοντας στη μνήμη μας τη φοβερή ημέρα και σκεπτόμενοι το πυρ εκείνο
και τα φοβερά κολαστήρια, ας επιστρέψομε από το πλανεμένο δρόμο μας. Γιατί θα ρθεί ώρα που
θα διαλυθεί το θέατρο του κόσμου αυτού δεν είναι δυνατό μετά το πέρας αυτής της ζωής να
κάνει κανείς κάτι, δεν είναι δυνατό να στεφανωθεί μετά τη διάλυση του θεάτρου. Αυτός είναι ο
καιρός μετανοίας, ενώ εκείνος κρίσεως˙ αυτός είναι ο καιρός των αγώνων, ενώ εκείνος των
στεφάνων˙ αυτός είναι ο καιρός του κόπου, ενώ εκείνος της ανέσεως˙ αυτός ο καιρός των
καμάτων, ενώ εκείνος της ανταποδόσεως. Συνέλθετε, παρακαλώ, αφυπνισθείτε και ας ακούσομε
με προθυμία τα λεγόμενα. Ζήσαμε για τη σάρκα, ας ζήσομε και για το πνεύμα˙ ζήσαμε για τις
ηδονές, ας ζήσομε και για τις αρετές˙ ζήσαμε με αδιαφορία, ας ζήσομε και με μετάνοια. Γιατί
υπερηφανεύεται το χώμα και η στάχτη; (Εκκλ. 10, 9). Τι φουσκώνεις από αλαζονεία, άνθρωπε;
γιατί μεγαλοφρονείς για τον εαυτό σου; τι ελπίζεις από τη δόξα του κόσμου και τον πλούτο;
Ας πάμε, παρακαλώ, στους τάφους και ας δούμε τα εκεί μυστήρια˙ ας δούμε τη φύση
την ανθρώπινη κατασκορπισμένη, τα κόκκαλα σαπισμένα, τα σώματα σάπια˙ κι αν
ακόμη είσαι σοφός, σκέψου, κι αν είσαι φρόνιμος, πες μου, ποιος είναι εκεί ο βασιλιάς
και ποιος ο ιδιώτης, ποιος είναι ο ευγενής και ποιος ο δούλος, ποιος ήταν ο σοφός και
ποιος ο άσοφος; Που είναι εκεί η ομορφιά της νεότητας; που το χαρούμενο πρόσωπο;
που τα όμορφα μάτια; που η καλοκαμωμένη μύτη; που τα φλογερά χείλη; που τα κάλλη
των παρειών; που το λαμπερό μέτωπο; δεν είναι όλα σκόνη; δεν είναι όλα σκουλήκια
και δυσωδία; δεν είναι όλα βρωμιά;
Σκεπτόμενοι, αδελφοί, αυτά και φέροντας στη μνήμη μας την τελευταία ημέρα, όσο ακόμη έχομε
καιρό, ας επιστρέψομε από τον πλανεμένο δρόμο μας. Με τίμιο αίμα αγορασθήκαμε (Α' Πέτ. 1,2).
Γι' αυτό ο Θεός φανερώθηκε επάνω στη γη.
Ο κριτής οδηγείται στο δικαστήριο για τους καταδικασμένους˙ η ζωή γεύεται θάνατο˙ ο πλάστης
ραπίζεται από το πλάσμα˙ εκείνος που δεν τον βλέπουν τα σεραφείμ, φτύνεται από το δούλο,
γεύεται ξύδι και χολή, κεντάται με τη λόγχη, τοποθετείται στον τάφο, και συ, πες μου,
αδιαφορείς και κοιμάσαι και τα περιφρονείς, άνθρωπε, όλα αυτά; Δεν γνωρίζεις, ότι κι αν ακόμη
χύσεις το αίμα σου για Εκείνον, ούτε έτσι έκαμες εκείνο που πρέπει; Και τούτο γιατί άλλο είναι το
αίμα το δεσποτικό και άλλο το αίμα του δούλου. Πρόλαβε με τη μετάνοια και τη μεταστροφή
την έξοδο της ψυχής, μήπως έρθει ο θάνατος και δεν καταστεί δυνατή η θεραπεία με τη
μετάνοια˙ γιατί στη γη έχει τη δύναμη της η μετάνοια, και μόνο στον άδη αυτό δεν είναι δυνατό
να συμβεί.
Ας ζητήσομε τον Κύριο όσο έχομε καιρό· ας κάνομε το καλό, ώστε και από τη μέλλουσα αθάνατη

γέεννα ν' απαλλαγούμε και ν' αξιωθούμε την ουράνια βασιλεία, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία
του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμη, στους αιώνες των
αιώνων.

Αμήν.

...Εκείνονοοποίος δ
ε
ναδ
ι
κ
είτ
ο
νε
αυ
τόντ
ου, δενθαημπορέσηνατ
ο
νζ
ημ
ιώσηκαν
είς άλλος...,
κα
ισυανκάνης κάθετ
ιπουε
ξαρ
τάτα
ιαπό εσένα, οπωσδήποτ
εθαεπακολούθησηηβοήθε
ι
ααπό
τ
ο
νΘεόν... αν, όμως, καν
είς ζ
ημ
ιώνε
τα
ικα
ιαδ
ι
κήτα
ι, προέρχε
τα
ιαυ
τό οπωσδήποτ
εαπό τ
ο
ν
εαυ
τόντ
ου, όχ
ιαπό τ
ο
υς άλλους, έστω κα
ιανείνα
ιαναρίθμη
το
ιαυ
τοίπουτ
ο
ναδ
ι
κούνκα
ιτ
ο
ν
βλάπτουν. Δ
ιότ
ια
, νδ
ε
νπάθηαυτό από τ
ο
νεαυ
τόντ
ου, όλο
ιμαζίόσο
ικα
το
ι
κ
ούνε
ιςολόκληρον
τ
η
νγηνκα
ιαντ
ο
νκ
τ
υπήσουνούτεκα
τε
' λάχ
ισ
τονδε
νθαημπορέσουνναβλάψουναυ
τόνπου
γρηγορ
είκα
ιπροσέχε
ιε
νΚυρίω....
(Αγ
ιοςΙωάννηςοΧρυσόστομος)

(Από την έκδοση ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ Θες/κης).

ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

Δια τους κατηγορούντας τον Θεόν, διατί δεν εξαφανίζει τον
διάβολον και ότι δεν μας βλάπτει καθόλου η πονηρία του αν
προσέχουμε.
Έχομεν είπει εις προηγουμένην ομιλίαν ότι ο διάβολος δεν επικρατεί δια της βίας, ούτε με
την τυραννίαν, τον καταναγκασμόν, ή την ωμήν επιβολήν. Διότι αν συνέβαινε τούτο θα μας είχε
καταστρέψει όλους. Και εις απόδειξιν τούτου εφέραμεν ως παράδειγμα τους χοίρους, εναντίον
των οποίων δεν ετόλμησαν να επιτεθούν οι δαίμονες πριν λάβουν την άδειαν από τον Κύριον
(Ματθ. 8, 31). Επίσης εφέραμεν ως παράδειγμα τα βουκόλια και τα ποίμνια του Ιώβ· διότι ούτε αυτά
ετόλμησεν ο διάβολος να τα καταστρέψη παρά μόνον όταν έλαβεν άνωθεν την εξουσίαν (Ιώβ 1,
12).
Το πρώτον λοιπόν που εμάθομεν είναι ότι δεν μας επιβάλλεται δια της βίας ούτε από καμμίαν
ανάγκην μετά από αυτό επροσθέσαμεν ότι αν και νικά με απάτην, ούτε έτσι κατορθώνει να τους
νικήση όλους. Και πάλιν εφέραμεν ως παράδειγμα τον αγωνιστικόν Ιώβ, εναντίον του οποίου
εχρησιμοποίησε αμέτρητα τεχνάσματα και ούτε έτσι κατώρθωσε να τον νίκηση, αλλά απεσύρθη
ηττημένος.
Δεν είναι ο διάβολος που μας ζημιώνει αλλά η ιδική μας αδιαφορία εις κάθε περίπτωση
ανατρέπει και υποσκελίζει όσους δεν προσέχουν.
Ας αφήσωμεν τον διάβολον λοιπόν, που είναι πολύ πονηρός, όχι εκ φύσεως, αλλά από την
ψυχικήν του διάθεσιν και την γνώμην ότι ο διάβολος δεν είναι εκ φύσεως πονηρός, ημπορείς να
το πληροφορηθής από τας ίδιας τας ονομασίας του. Ονομάζεται διάβολος από το διαβάλλειν.
Διότι διέβαλε τον άνθρωπον προς τον Θεόν λέγων˙ δεν σε λατρεύει δωρεάν ο Ιώβ· αλλά στείλε
την χείρα σου και φαύσε αυτά που έχει˙ ει δε μη θα σε βλασφημήση κατά πρόσωπον (Ιώβ 1,9, 11).
Διέβαλε πάλιν τον Θεόν προς τον άνθρωπον λέγων˙ πυρ έπεσεν από τον ουρανόν και κατέκαυσε
τα πρόβατα (Ιώβ, 1, 16)· προσπαθούσε να πείση αυτόν, ότι ο πόλεμος αυτός εξαπελύθη από επάνω
από τους ουρανούς, και έφερεν εις σύγκρουσιν τον δούλον προς τον Κύριον, και τον Κύριον
προς τον δούλον μάλλον δε δεν τους έκαμε να συγκρουσθούν, αλλά επεχείρησε να τους φέρη
εις σύγκρουσιν, όμως δεν ημπόρεσεν, ώστε, όταν ιδής άλλον δούλον να συγκρούεται με τον
Δεσπότην, τον Αδάμ δηλαδή προς τον Θεόν, ο οποίος Αδάμ επίστευσεν εις την διαβολήν του, να
μάθης ότι δεν ήντλησε την δύναμίν του από την ιδικήν του δύναμιν, αλλά από την ραθυμίαν και
αδιαφορίαν εκείνου. Δια τούτο λοιπόν εχει ονομασθή διάβολος· το να διαβάλλη όμως και το να
μη διαβάλλη δεν είναι στοιχείον της φύσεως, αλλά πράξις που γίνεται και απογίνεται, που
συμβαίνει και που παύει να συμβαίνη, και όλα αυτά δεν έχουν θέσιν φύσεως και ουσίας.

Θέλετε τώρα να έλθωμεν και εις μίαν άλλην όνομασίαν και θα ιδήτε ότι και αυτή η ονομασία δεν
αναφέρεται εις την ουσίαν ούτε εις την φύσιν του διαβόλου;
Ονομάζεται πονηρός, η δε πονηρία δεν είναι στοιχείον της φύσεως, αλλά της ψυχικής διαθέσεως·
διότι άλλοτε γίνεται και άλλοτε παύει να υπάρχη. Ούτε βέβαια να μου ισχυρισθής ότι αυτή
παραμένει εις εκείνον δια παντός· διότι δεν ήτο εξ αρχής εις εκείνον, αλλά προσετέθη
αργότερον, δι' αυτό ονομάζεται και αποστάτης· και όμως ενώ πολλοί άνθρωποι είναι πονηροί,
αυτός μόνον ονομάζεται κατ' εξοχήν πονηρός. Διατί τέλος πάντων ονομάζεται έτσι; Διότι ενώ δεν
αδικήθηκε καθόλου από εμάς, ενώ δεν είχε ούτε μικράν ούτε μεγάλην κατηγορίαν όταν είδε να
τιμάται ο άνθρωπος, αμέσως τον εφθόνησε δια τα αγαθά. Και τι χειρότερον από αυτήν την
πονηρίαν ημπορούσε να υπάρξη κατά την οποίαν γεννάται έχθρα και πόλεμος χωρίς καμμίαν
εύλογον αιτίαν;
Ας αφήσωμεν λοιπόν κατά μέρος τον διάβολον και ας φέρωμεν προς συζήτησιν την κτίσιν, δια
να μάθης ότι αίτιος των κακών εις ημάς δεν είναι ο διάβολος, αν εμείς θέλωμεν να
προσέχωμεν. Δια να μάθης ότι ο έχων ασθενή θέλησιν και ο αμελής και ο αδιάφορος, και
χωρίς να υπάρχη ο διάβολος, καταπίπτει και κρημνίζεται εις μεγάλα βάραθρα κακίας. Ο
διάβολος είναι πονηρός· το γνωρίζω και ομολογείται από όλους, αλλά πρόσεχε με μεγάλην
προσήλωσιν αυτά που πρόκειται να ειπώ τώρα. Δεν είναι συνηθισμένα αλλά είναι θέματα δια τα
οποία από πολλούς πολλάς φοράς και σε πολλά μέρη γίνονται συζητήσεις δια τα οποία διεξάγεται
μεγάλη μάχη και πόλεμος όχι μόνον μεταξύ των πιστών προς τους απίστους, αλλά και μεταξύ
των ιδίων των πιστών και αυτό είναι το οδυνηρόν.
Δια τον διάβολον λοιπόν όλοι συμφωνούν, καθώς είπα, ότι είναι πονηρός τι θα ειπούμεν όμως
δια την δημιουργίαν, την ωραίαν και θαυμαστήν; Μήπως και η δημιουργία είναι πονηρά; Και
ποιος είναι τόσον μιαρός; Ποιος είναι τόσον ανόητος και παρανοϊκός ώστε να κατηγορήση την
κτίσιν; Τι θα ειπούμεν λοιπόν δι' αυτής; Διότι δεν είναι πονηρά, αλλά είναι και ωραία και αποτελεί
απόδειξιν της σοφίας του Θεού και της δυνάμεως και της φιλανθρωπίας του. Άκουσε λοιπόν πως
θαυμάζει αυτήν ο προφήτης λέγων˙ Πόσον εμεγαλύνθησαν τα έργα σου, Κύριε, όλα τα έκαμες
με σοφίαν (Ψαλμ. 103, 24)· δεν αναφέρεται εις το καθένα χωριστά, αλλά υποχωρεί εμπρός εις το
ακατάληπτον της σοφίας Θεού. Ότι την έπλασε τόσον ωραίαν και μεγάλην επωφελώς, άκουσε
κάποιον που το λέγει˙ από το μέγεθος και την ομορφιά των κτισμάτων φαίνεται αναλόγως και ο
δημιουργός των (Σοφ.Σολ. 13, 5)· άκουσε τον Παύλον που λέγει· διότι τα αόρατα στοιχεία της
θεότητος από την δημιουργίαν του κόσμου φαίνονται καθαρά με την σκέψιν μέσα εις τα
δημιουργήματα (Ρωμ. 1, 20). Διότι κάθε ένας από αυτούς δι' όσων είπεν, άφησε να εννοηθή ότι η
κτίσις η ιδία μας οδηγεί εις την θεογνωσίαν ότι αυτή συντελεί να γνωρίσωμεν καλώς τον
Δεσπότην.
Τι λοιπόν αν ίδωμεν ότι αύτη η ωραία και θαυμαστή κτίσις υπήρξε δια πολλούς αίτια ασεβείας, θα
την κατηγορήσωμεν; Καθόλου, αλλά θα κατηγορήσωμεν εκείνους που δεν εχρησιμοποίησαν
όπως πρέπει το φάρμακον. Που ευρίσκεται λοιπόν η αιτία της ασεβείας; Εσκοτίσθη, λέγει η
σκέψις των φιλοσόφων και εσεβάσθησαν και ελάτρευσαν την κτίσιν αντί του δημιουργού (Ρωμ. 1,
21, 25). Πουθενά δεν υπάρχει εδώ διάβολος· πουθενά δαίμων, αλλά ενώπιον όλων απλώνεται η
κτίσις μόνη και γίνεται διδάσκαλος θεογνωσίας. Πως λοιπόν έγινεν αίτια ασεβείας; Όχι από την
φύσιν της, αλλά από την αμέλειαν αυτών που δεν προσέχουν.
Τι λοιπόν, είπε μου, θα αφανήσωμεν την κτίσιν; Και διατί ομιλώ δια την κτίσιν; Ας έλθωμεν εις
τα μέλη του ιδίου του σώματος μας. Διότι, αν δεν προσέχωμεν, θα εύρωμεν ότι και αυτά γίνονται
αίτια της απώλειας μας, όχι από την φύσιν των, αλλά από την ιδικήν μας αμέλειαν.
Σκέψου, σε παρακαλώ, ότι σου εδόθη ο οφθαλμός δια να δοξάζης τον Δεσπότην βλέπων την
κτίσιν. Αλλά αν δεν κάμης καλήν χρήσιν του οφθαλμού, σου γίνεται πρόξενος μοιχείας (Ματθ. 5,
28)· η γλώσσα σου εδόθη δια να δοξάζης και να υμνής τον δημιουργό ν αλλά εάν δεν προσεχής,
αυτή σου γίνεται αιτία βλασφημίας (Ιων. 3, 512)· τα χέρια σου εδόθησαν δια να τα υψώνης όταν
προσεύχεσαι˙ άλλ' αν δεν είσαι νηφάλιος τα απλώνης εις αρπαγήν. τα πόδια σου εδόθησαν δια
να τρέχης εις καλά έργα άλλ' αν αμελής, δι' αυτών θα οδηγηθής εις κακάς πράξεις. Βλέπεις ότι
τον ασθενή τον βλάπτουν τα πάντα; Βλέπεις ότι τον ασθενή και τα σωτήρια φάρμακα τον φέρουν εις τον θάνατον, όχι από την φύσιν των, αλλά από την αδυναμίαν εκείνου; Ο Θεός
εδημιούργησε τον ουρανόν δια να θαυμάσης το έργον και να προσκύνησης τον Δεσπότην αλλά
άλλοι, αφού εγκατέλειψαν τον δημιουργόν, προσεκύνησαν τον ίδιον τον ουρανόν αυτά όλα
προήλθαν από την αμέλειαν και την ανοησίαν των.
Αλλά διατί ομιλώ δια την κτίσιν; Και μήπως ημπορεί να γίνη κάτι άλλο περισσότερον σωτήριον

από τον σταυρόν; Όμως αυτός ο σταυρός υπήρξε σκάνδαλον δια τους αδυνάτους. Διότι το
κήρυγμα περί του σταυρού δια τα τέκνα της απώλειας είναι μωρία, ενώ δια τους σωζόμενους
είναι δύναμις Θεού (Α' Κορ. 1, 18)· και πάλιν κηρύσσομεν τον Χριστόν τον εσταυρωμένον, ο οποίος
είναι σκάνδαλον δια τους Ιουδαίους, δια τους ειδωλολάτρας δε μωρία (Α' Κορ. 1, 23). Τι ημπορεί να
γίνη περισσότερον φωτισμένη διδασκαλία από την διδασκαλίαν του Παύλου, και των αποστόλων;
Αλλά οι απόστολοι αυτοί δια πολλούς υπήρξαν οσμή θανάτου˙ διότι λέγει˙ δι' άλλους οσμή
θανάτου προς τον θάνατον, δι' άλλους οσμή ζωής προς την ζωήν (Β'Κορ.2,16). Βλέπεις λοιπόν
ότι ο μεν αδύνατος εις την πίστιν βλάπτεται και από τον Παύλον, ενώ ο ισχυρός δεν
αδικείται ούτε από τον διάβολον;
Θέλεις τώρα να φέρωμεν τον λόγον και εις τον Χριστόν; Τι ημπορεί να συγκριθή με την
σωτηρίαν εκείνην; Τι άλλο υπήρξεν ωφελιμώτερον από την παρουσίαν εκείνην; Αλλά αυτή η
παρουσία η σωτήριος, η χρήσιμη, έγινεν αφορμή κολάσεως δια πολλούς. Διότι, λέγει, εγώ ήλθα
εις τον κόσμον τούτον προς κρίσιν, ώστε αυτοί που δεν έβλεπαν να ιδούν και αυτοί που έβλεπαν
να γίνουν τυφλοί (Ιω. 9, 39). Τι λέγεις; Το φως έγινεν αιτία τυφλώσεως; Δεν έγινε το φως αιτία
τυφλώσεως, αλλά η αδυναμία των οφθαλμών της ψυχής δεν ημπόρεσε να δεχθή το φως.
Είδες ότι ο αδύνατος βλάπτεται από παντού, ο δε ισχυρός ωφελείται από παντού; Διότι παντού
αιτία είναι η ψυχική διάθεσις, παντού κυρίαρχος είναι η γνώμη.
Επειδή ο διάβολος, αν θέλης να μάθης, είναι και χρήσιμος εις εμάς, αν τον χρησιμοποιήσωμεν
όπως πρέπει, και μας ωφελεί τα μέγιστα και επιτυγχάνομεν από αυτόν κέρδη όχι μικρά. Και αυτό
το απεδείξαμεν πολλάκις και από την περίπτωσιν του Ιώβ...
... Όλα αυτά τα είπα τώρα, όχι δια να απαλλάξω τον διάβολον από την κατηγορίαν, αλλά
δια να σάς ελευθερώσω από την ραθυμίαν. Καθ' όσον εκείνος επιθυμεί πολύ να
επιρρίπτωμεν εις αυτόν τας ευθύνας των ιδικών μας αμαρτημάτων, ώστε τρεφόμενοι με αυτήν
την ελπίδα και διαπράττοντες πάν είδος κακίας, να αυξήσωμεν οι ίδιοι την εις βάρος μας
τιμωρίαν, διότι ουδόλως συγχωρούμεθα με την μετάθεσιν της ευθύνης εις εκείνον δια τας ιδικάς
μας αμαρτίας˙ όπως δεν συνεχωρήθη και η Εύα. Εμείς όμως να μη κάμωμεν αυτό, αλλά να
εμβαθύνωμεν εις τον εαυτόν μας και εις τα τραύματα μας διότι έτσι θα ημπορέσωμεν να
επιθέσωμεν και τα φάρμακα δια την θεραπείαν, διότι εκείνος που αγνοεί την νόσον του δεν θα
φροντίση καθόλου δια την θεραπείαν της.
Έχομεν πολλάς αμαρτίας˙ το γνωρίζω και εγώ˙ όλοι είμεθα υπό κολασμόν αλλά δεν
εχομεν αποκλεισθή από την συγγνώμην, ούτε ευρισκόμεθα έξω από την μετάνοιαν
διότι ιστάμεθα ακόμη εις το σκάμμα έτοιμοι δια τους αγώνας της μετανοίας. Είσαι γέρων
και έφθασες εις την εσχάτην έξοδον από την ζωήν; Μη νομίσης ότι εξ αιτίας αυτού έχεις χάσει
την ευκαιρίαν της μετανοίας, ούτε να απελπισθής δια την σωτηρίαν σου, αλλά θυμήσου τον
ληστήν που συνεχωρήθη επάνω εις τον σταυρόν. Πράγματι, ποιον χρονικόν διάστημα είναι
συντομώτερον από την είναι αρκετόν εις τον Κύριον ως απολογία διότι αυτός που κατεδίκασε τα
αμαρτήματα του είναι δυσκολώτερον να περιπέση πάλιν εις τα ίδια αμαρτήματα. Ύψωσε την
συνείδησιν που έχεις μέσα σου εις κατήγορον, δια να μη έχης εκεί άλλον κατήγορον επί
του βήματος του Κυρίου. Αύτη είναι μία οδός μετανοίας άριστη. Υπάρχει και άλλη που δεν
είναι κατωτέρα αυτής, το να μη μνησίκακης εναντίον των εχθρών, το να συγκρατής την
οργήν σου, να συγχωρής τα αμαρτήματα των συνανθρώπων σου˙ διότι έτσι θα συγχωρηθούν
και τα ιδικά μας αμαρτήματα που διεπράξαμεν προς τον Κύριον. Ιδού λοιπόν και δεύτερος τρόπος
καθαρισμού των αμαρτημάτων μας. Διότι λέγει αν συγχωρήσετε τους οφειλέτες σας, και ο
ουράνιος Πατήρ σας θα σας συγχώρηση (Ματθ. 6, 14).
Θέλεις να μάθης και μίαν τρίτην οδόν μετανοίας; Να κάμης προσευχήν θερμήν και ειλικρινή
που να πηγάζη από τα βάθη της καρδίας σου. Δεν είδες εκείνην την χήραν πως εξευμένισε τον
αναίσχυντον εκείνον δικαστήν; (Λουκ. 18, 18) Ενώ συ έχεις Κύριον ήμερον και προσηνή και
φιλάνθρωπον εκείνη εζήτει εναντίον των εχθρών, συ όμως δεν ζητείς εναντίον των εχθρών,
αλλά υπέρ της ιδικής σου σωτηρίας.
Αν θέλης να μάθης και τετάρτην οδόν μετανοίας, θα σου ειπώ την ελεημοσύνην διότι αυτή έχει
πολλήν και ανέκφραστον δύναμιν. Και πράγματι όταν ο Ναβουχοδονόσορ έφθασεν εις λογής
κακίαν και διέπραξε κάθε ασέβειαν, ο Δανιήλ του είπε Βασιλεύ, να εισακούσης την συμβουλήν
μου˙ λυτρώσου από τας αμαρτίας σου με τας ελεημοσύνας, και από τας ανομίας σου λυτρώσου
με την στιγμήν εκείνην κατά την οποίαν εστεφανούτο; Όμως δι' αυτόν ήτο αρκετή δια να σωθή.
Είσαι νέος; Μη επαναπαύεσαι με θάρρος εις την νεότητα, ούτε να νομίσης ότι έχεις αρκετήν
προθεσμίαν της ζωής˙ διότι η ημέρα του Κυρίου έρχεται ως κλέπτης μέσα εις την νύκτα (Α' Θεσ. 5,

2).

Δια τούτο και δεν μας εγνωστοποίησε την ημέραν του θανάτου μας, δια να επιδείξωμεν ζήλον
και φροντίδα. Δεν βλέπεις κάθε ημέραν νέους να αποθνήσκουν; Δια τούτο μας προτρέπει
κάποιος˙ Μη βραδύνης να επιστρέψης προς τον Κύριον, ούτε να αναβάλλης από ημέρας εις
ημέραν, μήπως καθώς βραδύνης καταφθαρής (Σοφ. Σειράχ 5, 7). Ο γέρων λοιπόν ας εχη εκείνην
την παραίνεσιν ύπ' όψιν˙ ο νέος αυτήν εδώ την νουθεσίαν. Αλλά είσαι ασφαλής, έχεις πλούτη
και καυχάσαι δια τα χρήματα σου και δεν σου συμβαίνει κανένα κακόν; Άκουσε τι λέγει ο
Παύλος· Όταν λέγουν ειρήνην και ασφάλειαν, τότε επέρχεται εις αυτούς αιφνίδιος όλεθρος (Α'
Θεσ. 5, 3). Διότι όλα τα πράγματα υφίστανται μεταβολάς· δεν εξουσιάζομεν τον θάνατον ας
γίνωμεν κύριοι της αρετής, διότι ο Κύριος μας ο Χριστός είναι φιλάνθρωπος.
Θέλετε να σας αναφέρω και οδούς της μετανοίας; Είναι πολλαί και ποικίλαι και διάφοραι μεταξύ
των, όλαι όμως οδηγούν προς τον ουρανόν. Πρώτη οδός μετανοίας είναι η καταδίκη των
αμαρτημάτων μας˙ Λέγε εσύ πρώτος τας αμαρτίας σου δια να δικαιωθής (Ης. 43, 26). Δι' αυτό
είπε και ο Προφήτης˙ είπα, θα καταδικάσω τον εαυτόν μου δια την ανομίαν μου προς τον
Κύριον, και συ εσυγχώρησες την ασέβειαν της καρδιάς μου (Ψαλμ. 31, 5). Αναγνώρισε λοιπόν και
συ τα αμαρτήματά σου˙ αυτό ευσπλαγχνίαν σου δια τους πτωχούς (Δαν. 4,24). Ποιον πράγμα
ημπορεί να γίνη ίσον με την φιλανθρωπίαν; Ύστερα από αναρίθμητα αμαρτήματα, ύστερα από
τόσας παρανομίας υπόσχεται να απαλλάξη όλων αυτών τον δράστην, εάν δειχθή φιλάνθρωπος
εις τους συνδούλους του. Και πέμπτη η μετριοφροσύνη και η ταπεινοφροσύνη που
εκμηδενίζουν την φύσιν των αμαρτημάτων όχι ολιγώτερον από όλους τους άλλους τρόπους που
αναφέραμεν και μάρτυς ο τελώνης, ο οποίος δεν είχε να αναφέρη λαμπρά έργα, αλλά αντί όλων
αυτών προσέφερε την ταπεινοφροσύνη και απηλλάγη από το βαρύ φορτίον των αμαρτημάτων
(Λουκά 18, 13).
Ιδού λοιπόν εδείξαμεν πέντε οδούς μετανοίας, πρώτην την κατανοήσιν των αμαρτημάτων μας,
δευτέραν την συγχώρησιν των αμαρτιών του πλησίον, τρίτην εκείνην που προέρχεται από την
προσευχήν, τετάρτην εκείνην που προέρχεται από την ελεημοσύνην και πέμπτην την
προερχομένην από την ταπεινοφροσύνην. Μη βραδύνης, λοιπόν, αλλά να βαδίζης κάθε
ημέραν όλας αυτάς τας οδούς˙ καθ' όσον είναι εύκολοι οδοί και δεν ημπορείς να προβάλης ως
πρόσχημα την πενίαν αλλά και αν ακόμα ζης πτωχότερα από όλους και την οργήν θα ημπορέσης
να αφήσης κατά μέρος και να ταπεινοφρονής θα ημπορέσης και να προσευχηθής επαρκώς και να
καταδικάσης τα αμαρτήματά σου˙ και εις τίποτε δεν γίνεται η πενία εμπόδιον. Και τι λέγω εδώ,
αφού ούτε δι' έκείνην την μέθοδον της μετανοίας που απαιτεί την καταβολήν των χρημάτων
(δηλαδή η ελεημοσύνη) ούτε εκεί αποτελεί εμπόδιον εις ημάς η πενία. Και αυτό το εφανέρωσεν
εις ημάς η χήρα που κατέβαλε τα δύο λεπτά (Μάρκ. 12,41-44).
Αφού λοιπόν εδιδάχθημεν την θεραπείαν των τραυμάτων μας, ας θέτωμεν επάνω εις αυτά αυτά
τα φάρμακα, ώστε, αφού ανακτήσωμεν την πραγματικήν υγείαν να απολαύσωμεν και την ιεράν
τράπεζαν με παρρησίαν και με μεγάλην δόξαν να συναντήσωμεν τον βασιλέα της δόξης Χριστόν
και να επιτύχωμεν τα αιώνια αγαθά με την χάριν και τους οικτιρμούς και την φιλανθρωπίαν του
Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, δια του οποίου και μετά του οποίου δόξα και δύναμις και τιμή τώρα
και πάντοτε και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

(Από την έκδοση ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ Θες/κης).
Άγιου Ιωάννου του Χρυσοστόμου

Περί της σπουδαιότητος της ιερωσύνης
και του προς τους ιερείς οφειλομένου σεβασμού
(Εκ της Γ' Πραγματείας του περί Ιερωσύνης)
(Μετάφρασις Μιχ. Γαλανού, 1926)

Αναγινώσκω ότι πάσαν την κρίσιν έδωκεν ο Πατήρ τω Υιώ (Ιωάν. Ε' 22). Βλέπω δε εξ άλλου
ότι ο Υιός την κρίσιν ταύτην ενεχείρισεν ολόκληρον εις τους ιερείς... Χωρίς ιερωσύνην, ούτε την
ψυχικήν μας σωτηρίαν δυνάμεθα να κατορθώσωμεν, ούτε τα αιώνια αγαθά να αποκτήσωμεν!
Δεν ελέχθη ότι κανείς δεν ημπορεί να εισέλθη εις την βασιλείαν των Ουρανών, εάν δεν
αναγεννηθή με το βάπτισμα του ύδατος και του πνεύματος; (Ιωάν. Γ' 5). Δεν εγράφη ότι
εκείνος, όστις δεν ήθελε τρώγει την σάρκα του Κυρίου και δεν ήθελε πίνει το αίμα του, χάνει την
αιώνιον ζωήν; (Ιωάν, ΣΤ' 54).

Αλλά και τα δύο αυτά, το μυστήριον του αγίου βαπτίσματος και το μυστήριον της θείας
κοινωνίας δεν ημπορούν να τελεσθούν παρά μόνον με τα χέρια του ιερέως, πως, λοιπόν,
χωρίς αυτά θα ημπορέση κανείς ν' αποφύγη την κόλασιν ή να λάβη τους προωρισμένους δια την
τήρησιν των θείων εντολών στεφάνους; Αυτοί οι Ιερείς είναι εκείνοι, οι οποίοι επιστατούν εις τον
πνευματικόν μας τοκετόν δια του βαπτίσματος. Δι' αυτών - των ιερέων - , με τας τρεις
καταδύσεις και τας τρεις αναδύσεις, ενδυόμεθα τον Χριστόν και γινόμεθα μέλη της Εκκλησίας, η
οποία Εκείνον έχει κεφαλήν. Οι Ιερείς, λοιπόν, ευλόγως πρέπει να μας είναι σεβαστότεροι
από κάθε άλλον άρχοντα και τιμιώτεροι και άπ' αυτούς τους γονείς μας, διότι αυτοί μεν
μας εγέννησαν σωματικώς, εις δε τους ιερείς οφείλομεν την γέννησίν μας εκ του Θεού και την
δια της θείας χάριτος υιοθεσίαν.
Οι Ιερείς των Ιουδαίων είχον την εξουσίαν να θεραπεύουν την λέπραν του σώματος, ή,
ακριβέστερον, να πιστοποιούν μόνον την θεραπείαν αυτήν. Και όμως γνωρίζομεν πόσον
ζηλευτόν και τιμημένον ήτο το αξίωμά των! Οι ιδικοί μας ιερείς έλαβον εξουσίαν όχι δια λέπραν
σώματος, αλλά δια λέπραν ψυχής! Και όχι απλώς να εξετάζουν αν έγινε η θεραπεία, αλλά να
ενεργούν αυτοί ό,τι χρειάζεται δια την πλήρη θεραπείαν! Ώστε εκείνοι, οι οποίοι ήθελον τους
καταφρονεί, είναι κατά πολύ μιαρώτεροι και ανοσιώτεροι από τον Δαθάν και τους συντρόφους
του (Αριθμ. ΙΣΤ') και άξιοι μεγαλυτέρας τιμωρίας. Και το λέγω καθαρά. Δεν γνωρίζω τίποτα
αθλιώτερον από ψυχήν, η οποία αρνείται τιμήν προς τους Ιερείς. Η ψυχή αύτη είναι
γεμάτη από οίστρον δαιμονικόν.

Διατί οφείλομεν να τιμώμεν τους ιερείς, να πειθαρχώμεν εις αυτούς και να μη τους
κακολογώμεν.
(Εκ της 86ης ομιλίας του εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον)

Οφείλομεν να περιβάλλωμεν με πολλήν τιμήν τους λειτουργούς της χάριτος του αγίου
Πνεύματος. Διότι μέγα είναι το αξίωμα των Ιερέων. Το φανερώνει και μόνος ο λόγος του
Χριστού, αν τίνων αφήτε τας αμαρτίας, αφίενται αυτοίς (Ιωάν. Κ' 23). Δια αυτό και ο Παύλος
λέγει: πείθεσθε τοις ηγουμένοις υμών και υπείκετε (Εβρ. ΙΕ' 17). Εννοεί με αυτό ότι η τιμή μας
προς τους ιερείς πρέπει να είναι πλήρης, ότι οφείλομεν προς αυτούς όχι σεβασμόν μόνον, αλλά
και πειθαρχίαν και ύπακοήν.
Διότι συ μεν έχεις να μεριμνήσης μόνον δια την ιδικήν σου ψυχικήν σωτηρίαν. Διέθεσες καλώς
τα κατ' αυτήν; Σου είναι αρκετόν. Δια τον ιερέα όμως το πράγμα είναι πολύ διαφορετικόν. Δεν
φθάνει να φροντίση δια τον εαυτόν του˙ οφείλει να μεριμνήση επιμελώς και δια την ψυχήν την
ιδικήν σου. Και αν δεν ήθελε να το κάμη, πηγαίνει εις την κόλασιν μαζί με τους πονηρούς, όχι
δια τα ιδικά του, τα προσωπικά του αμαρτήματα, αλλά δια τα αμαρτήματα του ποιμνίου του, καθ'
ην περίπτωσιν δεν έκαμεν ό,τι εξ αυτού εξηρτάτο, δια να το κατάρτιση καλώς˙ ένας επί πλέον
λόγος, όχι μόνον δια να σέβεσθε τον Ιερέα, αλλά και δια να τον περιβάλλετε με πολλήν αγάπην
και με μεγάλην συμπάθειαν.
Αυτό ηθέλησε να διδάξη και ο Παύλος, όταν έλεγεν ότι οφείλετε να πείθεσθε και να υπακούετε
εις τους εν τη Εκκλησία ηγουμένους, διότι αυτοί αγρυπνούσιν υπέρ των ψυχών υμών και όχι
αγρυπνούν απλώς, άλλ' ως λόγον αποδώσοντες (Εβρ. ΙΓ' 17). Ιδού, διατί πρέπει να φέρεσθε
προς τους Ιερείς με πολύν σεβασμόν και πολλήν εύνοιαν.
Όταν τιμώμεν και όταν περιφρονώμεν τους ιερείς.
Οφείλετε ακόμη να έχετε ύπ' όψιν σας ότι η κακή συμπεριφορά των ενοριτών προς τον
Ιερέα των δύναται να επιφέρη πολλήν ψυχικήν και εκκλησιαστικήν ζημίαν. Ας λάβωμε το
παράδειγμα από τον κυβερνήτην του πλοίου. Του αναγνωρίζουν οι επιβάται το αξίωμα και την
αρχήν του και του αποδίδουν την οφειλομένην τιμήν και υπακοήν; Κυβερνά τότε με την
απαιτουμένην επιστασίαν και καταβάλλει κάθε προσπάθειαν δια την ασφάλειαν του πλοίου και
των επιβατών. Εάν όμως τον στενοχωρούν και τον ταράττουν με την εναντίον του κακολογίαν
των, και αν ήθελαν τον παρακούει και τον περιφρονεί, τότε, χάνει και την αντοχήν του και την
τέχνην του και, χωρίς να το θέλη, τους εκθέτει εις μυρίους κινδύνους.
Ομοίως συμβαίνει και με τους ιερείς. Εάν τους τιμάτε, θα ημπορέσουν να βοηθήσουν εις την
ψυχικήν σας ασφάλειαν. Αν όμως, με την περιφρονητικήν προς αυτούς διαγωγήν σας και την
καταλαλιάν σας, τους κάμνετε να αθυμούν, θα παραλύσετε την προθυμίαν των και θα επιφέρετε
το ψυχικόν σας ναυάγιον.
Ας κάμωμεν προς τον ιερέα ό,τι και προς τον κοσμικόν άρχοντα.

Δεν βλέπετε τι γίνεται εις τους κοσμικούς άρχοντας; Ακόμη και εκείνοι, οι οποίοι, υπό
πολλάς επόψεις, είναι καλύτεροί των, φέρονται προς αυτούς με πειθαρχίαν και υπακοήν και
ανεξαρτήτως της προσωπικής αξίας των από σεβασμόν προς το αξίωμά των και προς το Κράτος,
το οποίον αντιπροσωπεύουν. Πως, λοιπόν, προκειμένου περί ιερέως, οποίος είναι ο
επιτετραμμένος του Θεού, όχι μόνον δεν τον σεβόμεθα και δεν τον ευλαβούμεθα, αλλά και τον
καταφρονούμεν και τον κακολογούμεν, μερικοί δε και τον λούομεν με μυρίας ύβρεις; Πως, ενώ
εμποδιζόμεθα από τον Χριστον να κρίνωμεν τους λαϊκούς, ακονίζομεν την γλώσσαν μας εις
βάρος του ιερατείου; Πως δε θα δικαιολογηθώμεν δια την διαγωγήν μας αυτήν, όταν τα μεν τόσα
ιδικά μας αμαρτήματα παρατρέχωμεν, σχολιάζωμεν δε πικρά το παραμικρόν αμάρτημα του
άλλου; Δεν ηξεύρεις ότι με αυτό το κριτήριον, το τόσον εγωϊστικόν, το τόσον άνισον, το τόσον
μισάδελφον, χειροτερεύεις ενώπιον του υπέρτατου Κριτού την ιδικήν σου θέσιν;
Δι' όσους επικρίνουν τους ιερείς και δι' όσους τους σέβονται.
Μ' αυτά, τα όποια λέγω, δεν επιδοκιμάζω εκείνους, οι οποίοι διαχειρίζονται αναξίως την
ιερωσύνην των, άπ' εναντίας, τους οικτείρω πολύ και τους κλαίω. Άλλ' όμως δεν θεωρώ δίκαιον
να τους κρίνουν και να τους κατακρίνουν οι αποτελούντες το ποίμνιόν των, όπως το κάμνουν
δυστυχώς τόσοι, ακόμη και οι περισσότερον απαίδευτοι και αμόρφωτοι και, επομένως, και
ολιγώτερον κατάλληλοι εις το να κρίνουν τους άλλους.
Δι' όλα, λοιπόν, αυτά και τον Θεόν ας φοβούμεθα και προς τους ιερείς ας δεικνύωμεν όλην την
πρέπουσαν ευλάβειαν και τιμήν. Ο Θεός, τότε, θα μας ανταμείψη πλουσίως και δια τας ιδιαιτέρας
αρετάς μας και δια τον σεβασμόν, με τον οποίον συμπεριεφέρθημεν προς τους πνευματικούς μας
πατέρας.

Περί του μεγίστου κακού, το οποίον φέρουν αι κακολογίαι κατά των ιερέων και αι κοσμικοί
επεμβάσεις εις την διοίκησιν της Εκκλησίας.
(Εκ του Β' λόγου εις Ακύλαν και Πρίσκιλλαν)

Ο Παύλος, δια να παραστήση πόση ήτο η προς αυτόν αγάπη και αφοσίωσις των χριστιανών
της εκκλησίας της Γαλατίας, έγραφε: μαρτυρώ γαρ υμίν ότι, ει δυνατόν, τους οφθαλμούς υμών
εξορύξαντες αν εδώκατέ μοι (Γαλ. Β' 30). Ποίοι θα ημπορούσαν να γίνουν περισσότερον
μακάριοι από εκείνους, ποίοι δε περισσότερον άθλιοι από μερικούς σημερινούς χριστιανούς; Διότι
εκείνοι μεν θα έδιδαν, αν ήτο ανάγκη, χάριν του διδασκάλου των, ό,τι πολυτιμότερον είχαν, τους
οφθαλμούς των αυτούς, το αίμα των, την ζωήν των, ούτοι δε ουδέ με λόγον φροντίζουν να
δείξουν ενδιαφέρον δια τους πνευματικούς των πατέρας, άλλ' ενώ ακούουν να υβρίζωνται οι
ιερείς και να τους κακολογούν ο ένας και ο άλλος, δεν τους εμποδίζουν, δεν τους
αποστομώνουν, δεν κάμνουν καμμίαν παρατήρησιν!
Η καταλαλιά κατά των ιερέων μεγίστη πληγή της Εκκλησίας.
Και είθε εις την μεγάλην αυτήν αμαρτίαν να μη ήσαν ένοχοι και άνθρωποι, οι όποιοι κάμνουν
τον ευσεβή! Δυστυχώς, περισσότερον ενίοτε και άπ' αυτούς τους απίστους κακολογούν και

ονειδίζουν τους ιερείς χριστιανοί εξ εκείνων, οι οποίοι λέγουν ότι ενδιαφέρονται δια την
Εκκλησίαν και εμφανίζονται ως πιστοί. Και όμως τίποτε δεν ημπορεί τόσον να διαφθείρη
και να κατάλυση μίαν Εκκλησίαν, με περισσήν μάλιστα ευκολίαν, όσον το να λείπη εις
αυτήν ο στενός σύνδεσμος των μαθητών με τους διδασκάλους, των τέκνων με τους
πατέρας, των αρχομένων με τους άρχοντας, του ποιμνίου με τους ποιμένας.
Ο κακολογών τους ιερείς ανάξιος να εισέλθει εις τον ναόν.
Και αν μεν κακολογήση κανείς τον αδελφόν του, κρίνεται ανάξιος και ν' αναγινώσκη τας
Αγίας Γραφάς. Ίνα τι αναλαμβάνεις την διαθήκην μου δια στόματός σου; λέγει ο Θεός (Ψαλμ.
ΜΘ' 16)· έπειτα, δηλώνων δια τι η τοιαύτη απαγόρευσις, προσθέτει, καθήμενος κατά του
αδελφού σου κατελάλεις (Αυτόθι 20). Πως, λοιπόν, όταν καταλαλής τον πνευματικόν πατέρα
σου, πως θεωρείς τον εαυτόν σου άξιον να πατήση εις τα ιερά πρόθυρα του ναού; Πως τολμείς
να νομίζης ότι σου είναι το τοιούτο συγχωρημένον;
Όσοι κακολογούν τον πατέρα των ή την μητέρα των θεωρούνται από την Γραφήν άξιοι μεγίστης
τιμωρίας. Ποία, λοιπόν, ποινή δεν θα έπρεπε να επιβληθή κατ' εκείνου, ο οποίος κακολογεί τον
Ιερέα; Δεν φοβείσαι μήπως άνοιξη η γη και σε καταπίη ή κεραυνός πέση άνωθεν και σε
κατακαύση;
Δια τους λαϊκούς τους κρίνοντας τους ιερείς και επεμβαίνοντας εις την διοίκησιν της
Εκκλησίας.
Δι' αυτό παρακαλώ και συμβουλεύω να λείψη η πονηρά αυτή συνήθεια. Δια να μάθης δε καλά
ότι, και αν ακόμη περιπίπτουν εις αμαρτήματα οι ιερείς, συ δεν δικαιολογείσαι να γίνεσαι
παρήκοος, άκουσε τι λέγει δια τους συγχρόνους του άρχοντας των Ιουδαίων ο Χριστός Επί της
Μωσέως καθέδρας εκάθησαν οι γραμματείς και οι φαρισαίοι πάντα ουν, όσα αν λέγωσιν υμίν
ποιείν, ποιείτε˙ κατά δε τα έργα αυτών μη ποιείτε (Ματθ. ΚΓ' 23).
Και όμως τι ημπορούσε να είναι χειρότερον από εκείνους, των οποίων τα πάθη διέστρεφαν τους
μαθητάς των; Αλλά και πάλιν δεν ηθέλησε να εκμηδένιση το κύρος των και να συστήση εις τον
λαόν να παρακούη. Και πολύ σωστά. Διότι, αν οι λαϊκοί ήθελαν λάβη τοιαύτην εξουσίαν, θα τους
εβλέπατε να καταληφθούν από την μανίαν να καθαιρούν και να εκβάλλουν τους ιερείς από το
άγιον βήμα.
...Όχι, δεν είναι επιτετραμμένον εις τους λαϊκούς, οφείλοντας υποταγήν, να
εμφανίζωνται επικριταί των Ιερέων και να αξιούν ότι αυτοί είναι αρμόδιοι να
διορθώσουν την Εκκλησίαν. Διότι, εάν ο ένας και ο άλλος, με πρόφασιν να διορθώσουν
τα κακώς κείμενα, έκαμνον επέμβασιν εις τα Ιερατικά δικαιώματα, ούτε πρόφασις
επεμβάσεως θα λείψη ποτέ, ούτε θα γνωρίζωμεν ποίοι είναι εις την Εκκλησίαν οι
άρχοντες και ποίοι οι αρχόμενοι, αλλά θα επήρχετο γενικόν ανακάτευμα και
θαλάσσωμα.
Οι δήθεν ευσεβούντες κατήγοροι των ιερέων άθλιοι υποκριταί.
Είναι, δυστυχώς, βέβαιον ότι πολλοί λαϊκοί αγαπούν να παραμεγαλώνουν μικρά σφάλματα,
εις τα οποία ημπορεί να περιπέση και ο ιερεύς, ως άνθρωπος και αυτός· δεν λείπουν δε και οι
πρόθυμοι συκοφάνται και διαβολείς των ιερέων.
Συ όμως θέλεις να είσαι πράγματι ευσεβής; Φυλάξου από το να ύβρίζης και κακολογής τους
ιερείς, έστω και αν ήθελε να είναι ελαττωματικοί εις το ποιμαντικόν και διδακτικόν των έργον.
Διότι, εάν δια τον σωματικόν γονέα λέγει ένας σοφός καν απολίπη σύνεσιν, συγγνώμην έχε
(Σοφίας Σειράχ Γ' 15), ήτοι, και αν καταντήση ανόητος, συ οφείλεις να τον συγχωρής, πολύ
περισσότερον χρεωστούμεν να φυλάττωμεν τον νόμον αυτόν, προκειμένου δια τους πνευματικούς γονείς μας. Θα το φυλάττωμεν δε, εάν δεν κρίνωμεν τους ιερείς, αλλά κρίνωμεν τον εαυτόν
μας, δια να μη ακούσωμεν κατ' εκείνην την ημέραν, υποκριτά, τι βλέπεις το κάρφος το εν τω
οφθαλμώ του αδελφού σου, την δε εν τω σω οφθαλμώ ου κατανοείς δοκόν; (Ματθ. Ζ' 3).
Ενοχλείσαι, διότι σε είπα υποκριτήν;
Και όμως οφείλεις να το αναγνώρισης˙ Υποκριτής είσαι, όταν εις μεν τον ναόν φιλείς το
χέρι του ιερέως και γονατίζεις εμπρός του και επιζητής τας προς τον Θεόν ευχάς του
και, όταν χρειάζεσαι βάπτισιν, τρέχεις και τον αναζητείς, εις το σπίτι σου δε και εις τας
διαφόρους συναναστροφάς σου τον λούεις με ύβρεις ή ανέχεσαι να κακολογούν και να
καταλαλούν άλλοι τους περιβεβλημένους το ιερατικόν αξίωμα!

Η μεγαλύτερα βλάβη της Εκκλησίας.
Τίποτε δεν βλάπτει τόσον τας Εκκλησίας, όσον το νόσημα αυτό. Και όπως σώμα, του οποίου
τα νεύρα είναι άτακτα, γεννά πολλάς ασθενείας και κάμνει αβίωτον τον βίον, τοιουτοτρόπως και
μία Εκκλησία, όταν της λείπη η αρμονία και η τάξις και η αγάπη, περιπίπτει εις διχόνοιας και
εσωτερικούς πολέμους και αυξάνει την οργήν του Θεού και εκτίθεται εις πολλούς πειρασμούς.
Προς αποφυγήν αυτών των κακών.
Δια να μη συμβαίνουν, λοιπόν, αυτά και δια να μη κινούμεν εναντίον μας την θείαν οργήν
προς περισσοτέραν δυστυχίαν μας και αναπόφευκτον κόλασίν μας και δια να μη κάμνωμεν
άχαριν και αηδή την ζωήν μας, ας αλλάξωμεν διαγωγήν. Αντί να κακολογή η γλώσσα μας τον
πλησίον μας και να κρίνη και να λοιδορή τους ιερείς, ας την κάμωμεν εγκρατή και σεμνολόγον,
ας αφήσωμεν να κρίνη τους άλλους ο παντογνώστης και δικαιοκρίτης Θεός και ας γίνωμεν κριταί
μόνον δια τα ιδικά μας αμαρτήματα.
Αυτό είναι το δίκαιον και το εύλογον, αλλά και με τον τρόπον αυτόν θ' αποφύγωμεν την αιώνιον
τιμωρίαν. Διότι, όπως, όσοι πολυπραγμονούν δια τα ξένα αμαρτήματα, παραμελούν εντελώς τα
ιδικά των, τοιουτοτρόπως, όσοι δεν εξοδεύουν τον καιρόν των εις το να παρατηρούν και να
κρίνουν τους άλλους, αφιερώνουν τον χρόνον των και την προσπάθειάν των εις την εξέτασιν και
διόρθωσιν των ιδικών των πλημμελημάτων. Και πρέπει να σας είπω ότι εκείνοι, οι οποίοι
προσέχουν εις τα ιδικά των σφάλματα και υποβάλλουν εις δίκην τον εαυτόν των, θα έχουν, κατά
την μεγάλην Κρίσιν, ευνοϊκόν τον Δικαστήν. Αυτό ηθέλησε να δήλωση και ο Παύλος όταν
έλεγεν: Ει γαρ εαυτούς εκρίνομεν, ουκ αν εκρινόμεθα υπό του Κυρίου (Α' Κορινθ. ΙΑ' 31).

Περί κακολογίας και κακολόγων.
(Εκ της Γ' ομιλίας του προς τον λαόν της Αντιοχείας και της ΚΓ' εις το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον)

Ας νηστεύη και το στόμα από λόγια αισχρά και από κακολογίας. Διότι ποίον το όφελος, εάν
απέχωμεν μεν από ψάρια και κρέατα κατά τας νηστευσίμους ημέρας, δαγκάνω μεν δε και
κατατρώγωμεν τους αδελφούς μας; Όποιος κατακρίνει και κακολογεί, αδελφικά κρέατα τρώγει,
την σάρκα του πλησίον του δαγκάνει. Δια αυτό και ο Παύλος λέγει: Ει δε αλλήλους δάκνετε και
κατεσθίετε, βλέπετε μη ύπ' αλλήλων αναλωθήτε (Γαλ. Ε' 15).
Θα είπης ότι δεν έχωσες τα δόντια σου εις την σάρκα του άλλου; Έχωσες όμως την μαχαιροειδή
γλώσσαν σου εις την ψυχήν του και με την κατάκρισίν σου επλήγωσες την υπόληψιν του
πλησίον σου! Τι εκέρδισες μ' αυτό; Έγινες εγκληματίας, άξιος δίκης και τιμωρίας!
Δια τους ζητούντας να δικαιολογήσουν τας κατακρίσεις των.
Και μη ζήτησης να δικαιολογηθής με το ότι: θα κατέκρινα, αν έλεγα ψεύματα. Εγώ όμως
λέγω αληθινά, ώστε δεν κατακρίνω. Και εάν, αληθινά, κατακρίνης, και πάλιν εγκληματείς. Διότι
και ο φαρισαίος ηλήθευεν, όταν κατέκρινε τον τελώνην, αλλά αυτό δεν τον ωφέλησε διόλου! Δια
την κακολογίαν του έχασε και κάθε αξιομισθίαν του!
Ενδιαφέρεσαι πράγματι δια τον πλησίον σου; Λυπήσου τον ειλικρινώς, προσευχήσου υπέρ αυτού
προς τον Θεόν, πήγαινε και εύρε τον κατ' ιδίαν και συμβούλευσέ τον και παρακάλεσε τον να
φροντίση δια την διόρθωσίν του.
Ημάρτησεν ο αδελφός σου; Δείξε του αγάπην, πείσε τον ότι ομιλείς δια το αμάρτημα του από
αδελφικόν ενδιαφέρον, όχι δια να τον θεατρίσης και δείξε του με κάθε τρόπον την προς αυτόν
στοργήν σου, αν, αληθινά, επιθυμής να τον ιατρεύσης.
Τοιουτοτρόπως κάμνουν πολλές φορές και οι ιατροί. Χαϊδεύουν τους άρρωστους, όταν είναι
δύστροποι, και τους πείθουν με τας παρακλήσεις των και τας στοργικάς προτροπάς των να
δεχθούν το ευεργετικόν φάρμακον. Όμοια κάμε και συ. Αντί να κατακρίνης, δια να πληγώνης,
πείσε τον αμαρτήσαντα να δείξη την πληγήν του προς τον θεραπευτήν ιερέα. Τοιουτοτρόπως
κάμνει όποιος ενδιαφέρεται δια τον άλλον και προνοεί και φροντίζει δι' αυτόν.
Όταν κακολογούν άλλοι.
Δεν κακολογείς όμως εσύ. Είσαι αξιέπαινος, άλλ' αυτό μόνον δεν αρκεί· οφείλεις ακόμη,
όταν, επί παρουσία σου, κακολογούν άλλοι, να φράσσης τας ακοάς σου και να μιμήσαι τον
προφήτην, ο οποίος λέγει· τον καταλαλούντα λάθρα τον πλησίον αυτού, τούτον κατεδίωκον
(Ψαλμ. Ρ' 5). Ημπορείς να είπης προς τον κακολόγον έχεις να επαινέσης και να εγκωμιάσης;
Ανοίγω τα αυτιά μου, δια να δεχθώ τα μύρα· αν όμως θέλης να κακολογήσης, τα κλείω, δια να
μη δεχθούν κόπρον και βόρβορον. Τι θα κερδίσω με το να μάθω ότι έκαμε πονηρά ο δείνα;
Ημπορείς, ακόμη, να του ειπής· ας φροντίσωμεν δια τα ιδικά μας, πως δηλαδή ν' αποφύγωμεν
τας μεγάλας ευθύνας των ιδικών μας αμαρτημάτων, και ας χρησιμοποιώμεν τον καιρόν μας εις
εξέτασιν της ιδικής μας ζωής. Διότι τι θα απολογηθώμεν και πως θα συγχωρηθώμεν, όταν τα μεν
ιδικά μας αμαρτήματα ούτε λογαριάζωμεν διόλου, λεπτολογούμεν όμως τόσον δια τα ξένα; Όπως
είναι αίσχρόν να παρακύπτη ο διαβάτης μέσα εις τα ξένα σπίτια και να κρυφοκοιτάζη,
τοιουτοτρόπως, και όποιος περιεργάζεται τι κάμνει ο ένας και ό άλλος, φανερώνει ότι του λείπει
η καλή ανατροφή.
Μετά την προδοσίαν η δήθεν προστασία.
Να είπωμεν και το γελοίον εκείνο; Πολλές φορές, ο κακολόγος, αφού εδυσφήμησε τον
άλλον με παντοίας αποκαλύψεις και διαβολάς, εις το τέλος, παρακαλεί τους ακροατάς του και
τους εξορκίζει να μη ειπούν τίποτε εις κανένα!
Ερωτώ τον έντιμον αυτόν σπερμολόγον αντί να παρακαλής να κρατηθούν μυστικαί αι κακολογίαι
σου, δεν ήτο προτιμότερον να μη τας ειπής διόλου; Τι δε θέλεις τώρα ν' αποδείξεις; Ότι
ενδιαφέρεσαι δια την υπόληψιν του θύματος σου; Υποκριτά! Τον επρόδωκες πρώτον και κατόπιν
θέλεις τάχα να τον προστατεύσης!
Ήκουσες κακολογίαν; θάψε την.
Μερικοί ευρίσκουν ότι το κακολογείν είναι γλυκύ. Αληθινά, γλυκύ είναι το ν' αποφεύγωμεν
κάθε κακολογίαν. Ο κακολόγος υποπτεύεται πάντοτε και φοβείται ότι, αν ήθελον γίνει γνωσταί αι

κακολογίαι του, θ' ακούση και αυτός χειρότερα και θα εκτεθή, ίσως, και εις άλλους κινδύνους·
ενώ, όποιος έχει εγκρατή γλώσσαν και κανένα δεν εκακολόγησε και εναντίον κανενός δεν
εσπερμολόγησεν, ούτε τίποτε εψιθύρισεν, αυτός θα έχη την ευχαρίστησιν, την οποίαν θα του
δίδη η συναίσθησις ότι και αξιοπρεπώς εφέρθη και κανείς δεν θα τον εκδικηθή, αφού δεν
εκέντησε κανένα.
Δι' αυτό σε συμβουλεύει ο σοφός της Γραφής· ήκουσες λόγον; εν αποθανέτω σοι (Εκκλησ. ΙΘ'
10). Ήκουσες, λέγει, κακόν λόγον δια κανένα; Θάψε τον εντός σου. Οφείλεις μάλιστα και να
φεύγης, όπου αρχίσουν να επικρίνουν και να κατακρίνουν και να κακολογούν! Αν όμως συνέβη
να γίνη ποτέ κακολογία επί παρουσία σου, χώσε την εις τα κατάβαθα της ψυχής σου, σύμπνιξέ
την, λησμόνησέ την, δια να μη γίνης όμοιος προς εκείνους, οι οποίοι μεταδίδουν τας
σπερμολογίας και τας διαβολάς, και δια να μην εκτεθής εις τας ανησυχίας και τους κινδύνους, οι
οποίοι, πολλές φορές, ευρίσκουν τους κακολόγους!
Δια την διόρθωσιν των καταλάλων.
Ας φιλοτιμηθώμεν δε και να γίνωμεν παιδαγωγοί των καταλάλων. Εάν ηθέλαμεν τους κάμει
να αντιληφθούν ότι το καταλαλείν κινεί την αποστροφήν και ότι χάνουν εις την εκτίμησίν μας
αυτοί και όχι εκείνοι, οι οποίοι καταλαλούνται, ποίος ηξεύρει αν δεν έλθουν εις συναίσθησιν και
δεν παύσουν την πονηράν αυτήν συνήθειαν και γίνωμεν, τοιουτοτρόπως, σωτήρες των και
ευεργέται των;
Άθλιαι συνέπειαι της κακολογίας.
Επαναλαμβάνω δε και πάλιν ότι, όπως ο καλός λόγος και ο έπαινος είναι αρχή φιλίας,
τοιουτοτρόπως η κακολογία και η διαβολή φέρει έχθρας και μίση και γίνεται αιτία μυρίων κακών
εις τας ανθρωπίνους κοινωνίας. Ότι προ πάντων μας κάμνει να αμελώμεν την ιδικήν μας
διόρθωσιν, είναι αυτή η μανία του να πολυενασχολούμεθα με τα ξένα! Διότι αδύνατον είναι
πολυπερίεργος και κακολόγος άνθρωπος να επιμεληθή ποτέ τον εαυτόν του. Απορροφημένος εξ
ολοκλήρου από το να μανθάνη και να κρίνη τα των άλλων, θ' αφήση, κατ' ανάγκην, τα ιδικά του
αφρόντιστα και αμελημένα. Και ερωτώ, όταν διαρκώς φροντίζης, δια να πληροφορήσαι και
ομιλής δια τα ξένα σφάλματα και παραπατήματα, πότε θα φροντίζης δια τα ιδικά σου;
Δυστυχώς, πολλοί δεν προσέχουν διόλου εις το Ευαγγελικόν: Μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε (Ματθ.
Ζ' 1). Όχι μόνον κρίνουν, αλλά και γίνονται πικροί κριταί, ακόμη, και δια πράγματα, προς τα
οποία ώφειλαν να είναι παραβλεπτικοί, αφού μάλιστα, αν επρόσεχαν εις τον εαυτόν των, θα
εύρισκαν ότι αυτοί περιπίπτουν εις μεγαλύτερα σφάλματα!
Η μανία της κατακρίσεως προχωρεί και μέχρι του μοναχού! Λαϊκοί, οι οποίοι ζουν άσωτα ή
διαπράττουν μυρίας άρπαγας και πλεονεξίας καθ' εκάστην, κακολογούν τον μοναχόν, ο οποίος
έχει κάποια βιωτικά μέσα και ενδύεται με κάποιαν ευπρέπειαν. Και σκανδαλίζονται οι σεμνότατοι
άνθρωποι, εάν ένας καλόγηρος ήθελεν εξέλθει ενίοτε από την πολύ αυστηράν δίαιταν, να τον
καταγγέλλουν ως επικούρειον, ενώ οι ίδιοι γαστριμαργούν και πίνουν ή και μεθύουν και
κραιπαλούν συχνά! Δεν λαμβάνουν υπ' όψιν των ότι, τοιουτοτρόπως, επιβαρύνουν τρομερά τα
αμαρτήματά των και στερούν τον εαυτόν των από κάθε απολογίαν!
Ύστερον από την τοιαύτην διαγωγήν σου, πως θα ζήτησης από τον Θεόν να μη σε κρίνη
αυστηρά; Εάν θέλης επιεική κρίσιν δια τον εαυτόν σου, διατί, τότε, συ κρίνεις τόσον πικρά τον
πλησίον σου και είσαι τόσο ανηλεής δια τον ιερέα και δεν εννοείς να παράβλεψης ουδέ τα
ελάχιστα σφάλματα του; Θα κριθής, λοιπόν, με τα ίδια σου μέτρα και δεν θα δύνασαι να
παραπονεθής ότι σου ζητούνται βαρείαι ευθύναι! Ο Χριστός σου το φωνάζει. Διατί δεν τον
ακούεις; ω μέτρω μετρείτε, αντιμετρηθήσεται υμίν (Ματθ. Ζ' 1).
Υποκριτής ο καταλαλών. Το ιδικόν του δοκάρι.
Άκουσε και το άλλο τούτο: Υποκριτά (Ματθ. Ζ' 5). Διατί η κραυγή αυτή του Ιησού εναντίον
του καταλάλου; Διατί ο χαρακτηρισμός του ως υποκριτού; Διότι, όσον και αν προσπαθούμεν να
παραστήσωμεν ότι κρίνομεν και κατακρίνομεν από ενδιαφέρον μας προς τον πταίστην ή από
ενδιαφέρον μας προς την κοινωνίαν, η αλήθεια είναι διαφορετική. Υπό τα προσχήματα, τα οποία
προβάλλομεν, κρύπτομεν χυδαία πάθη. Και δια τούτο τους καταλάλους υποκριτάς τους
ωνόμασεν ο Χριστός.
Και ο έλεγχός του εξακολουθεί· Έκβαλε πρώτον την δοκόν εκ του οφθαλμού σου. Πολύ σωστά.
Αφού δεν ανέχεσαι εις τους άλλους ουδέ τα μικρά σφάλματα, αλλά τους κρίνεις, πολλές φορές,
και δια τιποτένια πράγματα, διατί επιτρέπεις εις τον εαυτόν σου τα πολύ μεγαλύτερα και

βαρύτερα; Αφού ενδιαφέρεσαι δια τους άλλους και δια αυτό τους κρίνεις, ως βεβαιώνεις, διατί
δεν κατακρίνεις πρωτίστως τον εαυτόν σου; Αφού καταγίνεσαι με τα ξένα αμαρτήματα, τα οποία
δεν δύνασαι να γνωρίζης επακριβώς, διατί παρατρέχεις τα ιδικά σου, τα οποία ημπορείς να
γνωρίζης καλύτερα; Θέλεις να απαλλαγή ο αδελφός σου από το μικροσκοπικό ξυλαράκι, το
οποίον έχει εις τον οφθαλμόν του; Διατί δεν ελευθερώνεις τον ιδικόν σου οφθαλμόν από το
εντός του δοκάρι; Εφ όσον δεν κάμνεις κατ' αυτόν τον τρόπον, αυτοκαταγγέλλεσαι ότι κρίνεις
τον αδελφόν σου όχι από ενδιαφέρον, αλλά διότι τον εχθρεύεσαι ή διότι αισθάνεσαι ηδονήν εις
το να κακολογής και να εξευτελίζης τον πλησίον σου.
Με τι ομοιάζει οποίος καταλαλεί.
Ενόησέ το, λοιπόν, καλά. Εάν θα έπρεπε να κριθή όποιος αμαρτάνει, ο αρμόδιος να τον κρίνη
δεν είσαι συ. Άλλ' ο Χριστός έκρινε. Ναι· εκείνος όμως ήτο αναμάρτητος και είχε το αξίωμα του
Κριτού. Εκτός τούτου, ο Χριστός δεν έκαμνε σπερμολογίας και καταλαλιάς και δεν ενησχολείτο
με τας υπολήψεις των ατόμων και ιδιωτών, άλλ' έκαμνε γενικούς ελέγχους προς κοινήν
διδασκαλίαν και διόρθωσιν. Συ δε θέλεις να μάθης με ποίον ομοιάζεις;
Ομοιος είσαι με άρρωστον, ο οποίος, ενώ κατέχεται ο ίδιος από βαρεί αν υδρωπικίαν, αδιαφορεί
δι' αυτήν και έχει να κάμη με τα μικρά κρυολογήματα των άλλων. Και, κατά την παρομοίωσιν
αυτού του Ιησού, ενθυμίζεις εκείνον, ο οποίος βλέπει το λεπτότατον ξυλαράκι εις τον οφθαλμόν
του άλλου και αναισθητεί προς το μεγάλο ξύλο, που τυφλώνει τον ιδικόν του οφθαλμόν.
Ήδη είναι κακόν το να μη βλέπη τις τα ιδικά του αμαρτήματα. Άλλ' είναι τρισχειρότερον, όταν και
κρίνωμεν και κατακρίνωμεν τους άλλους, ενώ ημείς φέρομεν επάνω μας και περισσότερα και
βαρύτερα παραπτώματα.

Περί τιμής και πειθαρχίας προς τον κλήρον και προς τους κρίνοντας Επισκόπους και Ιερείς.
(Εκ της Β' ομιλίας του εις την Β' προς Τιμόθεον)

Τα τέκνα οφείλουν να είναι φιλόστοργα προς τον πατέρα. Τοιουτοτρόπως οφείλουν και οι
πιστοί να είναι φιλόστοργοι προς τους Ιερείς. Όχι δε μόνον φιλόστοργοι, αλλά υποτασσόμενοι.
Πείθεσθε, λέγει ο Παύλος, τοίς ηγουμένοις υμών και υπείκετε, ειδότες ότι αυτοί αγρυπνούσιν
υπέρ των ψυχών υμών, ως λόγον αποδώσοντες (Έβρ. ΙΓ' 17).
Ειπέ μοι, λοιπόν αυτός μεν - ο Ιερεύς - είναι υπεύθυνος δια σε εις τόσον κίνδυνον. Διότι, και αν
δεν τον βαρύνουν αυτόν τον ίδιον αμέσως προσωπικά του αμαρτήματα, η ευθύνη του είναι
τρομερά, εάν δεν ήθελε φροντίσει να θέση και σε εν τάξει απέναντι του Θεού. Και σκέψου πόσον
βαρύ είναι να έχη κανείς ευθύνας δια τόσας ψυχάς. Συ δε τι καλείσαι να δώσης προς τον ιερέα;
Τιμήν, πειθαρχίαν εκκλησιαστική ν και κάποιαν υποστήριξιν δια την συντήρησίν του, αφού συ
μεν και έμπορος δύνασαι να είσαι και άλλας εργασίας και επιχειρήσεις να αναλαμβάνης, εκείνος
δε οφείλει να δουλεύη μόνον εις τον ναόν και εις τας θρησκευτικός υπηρεσίας. Έδωκες την τιμήν
ταύτην, την υπακοήν, την υποστήριξιν; Και πάλιν μένεις υποχρεωμένος προς τον Ιερέα. Διότι ό,
τι του προσφέρεις, είναι κατώτερον από ό, τι εκείνος σου έδωκε, και από τους κινδύνους, εις
τους οποίους είναι εκτεθειμένος δια σε. Αλλά δεν δείχνει όσην έπρεπε προθυμίαν και δεν
καταβάλλει όλον τον απαιτούμενον κόπον; Τότε μάλιστα να τον συμπαθήσης περισσότερον,
διότι, εξ ιδικής σου αφορμής, κινδυνεύει να στερηθή την σωτηρίαν της ψυχής του.
Το μεγαλύτερον κακόν της Εκκλησίας.
Δυστυχώς, πολλοί αγαπούν να φιλονεικούν και να παρακούουν εις τους Ιερείς. Φυγαδεύεται
τοιουτοτρόπως η αιδώς και ο σεβασμός του λαού προς τους άρχοντας της Εκκλησίας, δια να
εισέλθη εις αυτήν η ανυποταξία και η αναρχία. Και τούτο είναι το κύριον αίτιον όλων των
Εκκλησιαστικών κακών. Αυτό θα σας επαναλάβω και πάλιν πείθεσθε τοις ηγουμένοις υμών και
υπείκετε. Δεν το κάμνω δε χάριν των Ιερέων, αλλά προς χάριν ιδικήν σας. Όποιος τιμά τον
ιερέα, θα τιμήση και τον Θεόν. Όποιος εσυνήθισε να καταφρονή τους ιερείς, θα φθάση και
εις την καταφρόνησιν του Θεού. Δι' αυτό είπεν ο Χριστός· ο δεχόμενος υμάς εμέ δέχεται. Δια
τούτο η Σοφία Σειράχ παραγγέλει: τους ιερείς εντίμως έχε. Όταν οι Ιουδαίοι κατεφρόνησαν τον
Μωυσην, δεν εδυσκολεύθησαν να καταφρονήσουν και τον Θεόν.
Διατί δεν δικαιούσαι να κρίνεις τον ιερέα.
Αλλά λέγεις: Δεν έχω, λοιπόν, εγώ το δικαίωμα να κρίνω τον ιερέα; Όχι, δεν δικαιούσαι· Εάν

οι λαϊκοί είχον το δικαίωμα να ερευνούν τον βίον και την πολιτείαν των πνευματικών των
ποιμένων, δια να αποφασίζουν αν πρέπη να πειθαρχούν εις αυτούς ή να ανταρτεύουν, τότε, οι
αρχόμενοι θα έθεταν τον εαυτόν των επάνω από τους άρχοντας και το παν θα εγίνετο άνω κάτω,
θα ήσαν άνω τα πόδια και κάτω η κεφαλή. Ή δεν ακούεις τον Χριστόν, ο οποίος λέγει: μη
κρίνετε, ίνα μη κριθήτε; (Ματθ. Ζ' 1), και τον Παύλον, ο οποίος μας φωνάζει· Συ τι κρίνεις τον
αδελφόν σου; (Ρωμ. ΙΔ' 10). Εάν τον αδελφόν σου έχεις καθήκον να μη κρίνης, πολύ
περισσότερον οφείλης ν' απέχης από του να κρίνης τον ιερέα. Ο Θεός σου το απαγορεύει. Πως
το τολμάς εσύ;
Ύστερον από την μοσχοποιΐαν εις την έρημον οι περί τον Κορέ και τον Δαθάν και τον Αβειρών
επανεστάτησαν κατά του αρχιερέως Ααρών. Τι έγινε τότε; ο Θεός τους κατέστρεψε. Ο καθείς,
λοιπόν, ας κοιτάζη τα ιδικά του.
Δια τας διαφόρους αιτιάσεις κατά του επισκόπου και του ιερέως.
Αλλά δεν δίδει ο επίσκοπος, δεν δίδει ο ιερεύς προς τους πτωχούς και φρονείς, ως λέγεις, ότι
δεν διοικούν καλά. Σ' ερωτώ και εγώ: Είσαι απολύτως βέβαιος περί τούτου; Έχεις εξακριβώσει τα
πράγματα, ώστε να μη σου μένη καμμιά αμφιβολία; Διατί, λοιπόν, μέμφεσαι; Φοβήσου τας
ευθύνας. Και οφείλεις να μη λησμονής ότι πολλά οι άνθρωποι τα κρίνουν με τας υποψίας των ή
παρασυρόμενοι ευκολόπιστα από τας υποψίας και τας σπερμολογίας των άλλων. Συ, λοιπόν,
μιμήσου τον Θεόν. Άκουε τον, όπου λέγει: Καταβάς δέομαι, ει κατά την κραυγήν αυτών
συντελούνται (Γεν. ΙΗ' 21). Ηθέλησε να μας διδάξη δια τούτου ότι ακόμη και φωνή ολοκλήρου
λαού ημπορεί να είναι πεπλανημένη και άδικος.
Επί τέλους περίμενε τον Κριτήν.
Εξήτασες όμως επιμελέστατα και επληροφορήθης ακριβέστατα και έχεις πεισθή πλέον
τελείως; Και, αν τυχόν τοιουτοτρόπως είναι το πράγμα, το καθήκον σου και πάλιν είναι να
περιμένης τον Κριτήν και να μη σπεύδης και αρπάζης την θέσιν του Χριστού. Εις Εκείνον ανήκει
η κρίσις, όχι εις εσέ. Συ είσαι υπήκοος, όχι Κύριος. Και δεν σου αρμόζει να σφετερίζεσαι
δικαιώματα, τα οποία ανήκουν εις την ανωτέραν διοίκησιν της Εκκλησίας και εις τον Θεόν.
Δια τους φρονούντας ότι αυτοί είναι καλύτεροι από τον ιερέα.
Άλλ' ο ιερεύς, λέγει, οφείλει να είναι καλύτερος μου. Ώστε είσαι πεπεισμένος ότι συ είσαι
καλύτερος από τον ιερέα! Ας υποθέσωμεν ότι είσαι πράγματι. Λησμονείς όμως ότι, όποιος
καυχάται δια την αρετήν του, έχασε κάθε αξιομισθίαν! Νομίζεις ότι είσαι καλύτερος! Και δεν
στενάζεις, λοιπόν, και δεν κτυπάς το στήθος σου και δεν κύπτεις κάτω και δεν μιμείσαι τον
τελώνην; Τότε, ταλαίπωρε, κατέστρεψες τον εαυτόν σου, έστω και αν ήσουν αληθινά καλύτερος!
Είσαι καλύτερος; Σιώπα, δια να μείνης τοιούτος. Εάν το είπης, έχασες το παν! Και δεν αρκεί
μόνον να μη το είπης· Δεν πρέπει ούτε η ιδέα να σου πέραση ότι είσαι καλύτερος.
Ενώπιον του θεού κερδίζει όποιος φρονεί ότι είναι δυνατόν όλοι οι άλλοι να είναι
καλύτεροι του. Τι ήτο χειρότερον από τον τελώνην; Και όμως, μόνον με το να είπη ο
φαρισαίος ότι ουκ ειμί ώσπερ ούτος ο τελώνης, τα έχασε όλα! Συ λέγεις περί του εαυτού σου ότι
δεν είσαι ως ούτος ο ιερεύς! Δυστυχή! Έχασες κάθε αρετήν σου, με την καύχησιν άφ' ενός, με
την κατάκρισιν εξ άλλου.

Υπέρ του μη καταλαλείν τον ιερέα.
Ας μη καταλαλώμεν, λοιπόν, παρακαλώ, τους ιερείς, και ας μη γινώμεθα αυστηροί εξετασταί
των δια να μη ζημιώνωμεν τους εαυτούς μας. Μη λησμονής ότι ιερεύς σε εβάπτισε και σ' έκαμε
χριστιανόν και ότι προς τους ιερείς - τους πνευματικούς μας πατέρας - οφείλομεν όχι ολιγώτερον
σεβασμόν από εκείνον, τον οποίον χρεωστούμεν προς τους σωματικούς γονείς μας.
Σεβάσου, λοιπόν, τον ιερέα, διότι αυτός κάθε ημέραν διακονεί και δι' εσέ. Δι' εσέ μεταβαίνει εις
τον ναόν του Θεού και αναγινώσκει τας Γραφάς. Δι' σε εύχεται και παρακαλεί τον Θεόν και τον
καθικετεύει.
Δια σε, όπως και δια τον λοιπόν λαόν, είναι όλη η ιερατική του διακονία. Σεβάσου, λοιπόν, όλα
αυτά, τήρει τα πάντοτε εις τον νουν σου και έχε την φρόνησιν και την ευγένειαν να φέρεσαι
προς τον ιερέα με ευλάβειαν βαθυτάτην!

Εκδόσεις ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΚΥΨΕΛΗ

Η αποφυγή της απογνώσεως
Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου
Επιμέλεια και ερμηνεία κειμένου,

Γεωργία Κουνάβη, Θεολόγος, επιμελήτρια της Ελληνικής Πατρολογίας
Το κείμενο πού ακολουθεί είναι τόσο γλαφυρό, τόσο αισιόδοξο, τόσο πατρικό. Γραμμένο από τον άγιο
Πατέρα με περισσή αγάπη και πόνο, με λαχτάρα και φροντίδα για κάθε άνθρωπο πού αμαρτάνει και
επαναλαμβάνει τα αμαρτήματα του από αδυναμία. Είναι πολύ ενισχυτικό και μπορεί να παρηγορήσει ακόμη
και το μεγαλύτερο αμαρτωλό και να τον ενθαρρύνει να μετανοεί συνεχώς. Άλλωστε αφού αδιάκοπα
αμαρτάνουμε όλοι μας, συνεχώς πρέπει και να μετανοούμε μέσα από τα έγκατα της καρδιάς μας.
Παραθέτουμε επίσης στη συνέχεια μία μικρή περικοπή από λόγο του Θεοδωρήτου, Επισκόπου Κύπρου,
στον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο. Η περικοπή διασώζεται στη Μυριόβιβλο του Μεγάλου Φωτίου.
Οι λόγοι της περικοπής εκφράζουν και παρουσιάζουν έντονα τον πλούτο της αληθινής αγάπης του μεγάλου
πατέρα προς το ποίμνιό του. Ιδιαίτερα δε εκφράζουν την αγάπη του και την άοκνη φροντίδα του για τους
πονεμένους,
τους
φτωχούς,
τους
άστεγους.
Κατά τον ιστορικό Παλλάδιο, η καθημερινή φροντίδα του ιερού Χρυσοστόμου ήταν, «η των
χηρών κηδεμονία, η των παρθένων παραμυθία, η των αρρωστούντων νοσοκομία, η των
πλανωμένων επιστροφή, η των συντετριμμένων φροντίς, η των εν φυλακαίς επίσκεψις».

Αποφυγή της απογνώσεως
«Αν έχεις αμαρτίες, να μην απελπιστείς, αυτά δεν παύω να σας τα λέω συνεχώς, και αν κάθε
μέρα αμαρτάνεις, να μετανοείς καθημερινά. Γιατί η μετάνοια είναι το φάρμακο κατά των
αμαρτημάτων είναι η προς τον Θεόν παρρησία, είναι όπλο κατά του διαβόλου, είναι η μάχαιρα
πού του κόβει το κεφάλι, είναι η ελπίδα της σωτηρίας, είναι η αναίρεση της απογνώσεως. Η
μετάνοια μάς ανοίγει τον ουρανό και μάς εισάγει στον Παράδεισο. Γι' αυτό (σου λέω), είσαι
αμαρτωλός; μην απελπίζεσαι. Ίσως βέβαια αναλογιστείς. Μα τόσα έχω ακούσει στην Εκκλησία
και δεν τα ετήρησα. Πώς να εισέλθω και πάλι και πώς και πάλι να ακούσω; Μα γι' αυτό ακριβώς
πρέπει να εισέλθεις επειδή, όσα άκουσες δεν τα ετήρησες. Να τα ξανακούσεις, λοιπόν, και να τα
τηρήσεις. Εάν ο ιατρός σου βάλει φάρμακο στην πληγή σου και παρά ταύτα δεν καθαρίσει, την
επομένη ημέρα δεν θα σου ξαναβάλει πάλι; Μη ντρέπεσαι, λοιπόν, να ξαναέλθεις στην Εκκλησία.
Να ντρέπεσαι όταν πράττεις την αμαρτία. Η αμαρτία είναι το τραύμα και η μετάνοια το φάρμακο.
Αν, λοιπόν, έχεις παλιώσει σήμερα από την αμαρτία, να ανακαινίσεις τον εαυτό σου με τη
μετάνοια. Και είναι δυνατό, μπορεί να πει κανείς να σωθώ, αφού μετανοήσω; Και βέβαια είναι.
Μα, όλη τη ζωή μου την πέρασα μέσα στις αμαρτίες, και εάν μετανοήσω θα βρω τη σωτηρία; Και
βέβαια. Από που γίνεται αυτό φανερό; Από τη φιλανθρωπία του Κυρίου σου... Γιατί η
φιλανθρωπία του Θεού δεν έχει μέτρο. Και ούτε μπορεί να ερμηνευτεί με λόγια η πατρική Του
αγαθότητα. Σκέψου μια σπίθα πού έπεσε μέσα στη θάλασσα, μήπως μπορεί να σταθεί εκεί ή να
φανεί; Όση σχέση έχει, λοιπόν, μια σπίθα με το πέλαγος, τόση σχέση έχει η αμαρτία σου σε
σύγκριση με τη φιλανθρωπία του Θεού. Και καλύτερα, θα έλεγα, όχι τόση, άλλα πιο πολλή. Γιατί
το πέλαγος, ακόμη και αν είναι απέραντο, έχει όριο, μέτρο και σύνορα. Η φιλανθρωπία όμως του
Θεού είναι απεριόριστη. Γι' αυτό σου επαναλαμβάνω. Είσαι αμαρτωλός; Μην απελπίζεσαι»
(περικοπή από την 8η ομιλία για τη μετάνοια.
PG 49, 337-338).

Το μεγαλείο της αγάπης του
Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου

(περικοπή από λόγο του Θεοδωρήτου,Επισκόπου Κύπρου, στον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο)
«Άλλος, λοιπόν, τον πατέρα, τον τραβά αρπάζοντας τον ως βοηθό. Άλλος, πού δικάζεται, τον
προσκαλεί για συνήγορο. Άλλος, πού πεινά, τον παρακαλεί για τροφή, ο γυμνός τον παρακαλεί
για ένδυμα. Άλλος, παρακαλώντας, του παίρνει ακόμη και τα ρούχα πού φορεί. Άλλος, πού
πενθεί, τον έχει ανάγκη για παρηγοριά. Κάποιος άλλος τον τραβά να επισκεφθεί ασθενείς, ξένος
του ζητεί καταφύγιο. Άλλος, πλησιάζοντας τον, κλαίει για κάποιο χρέος. Άλλος τον προσκαλεί για
επόπτη και συμφιλιωτή μέσα στο σπίτι του, επειδή υπάρχουν διχόνοιες. Η χήρα φωνάζει δυνατά
το «ελέησον» στον πατέρα. Άλλη θρηνεί για την ορφάνια. Ο δούλος καταφεύγει στην αγάπη του,
όταν κλαίει από τη σκληρότητα του κυρίου του. Ο πατέρας έχει κάθε ημέρα αναρίθμητες
φροντίδες για τα προβλήματα του καθενός. Συλλαμβάνεται κάποιος βίαια; τότε ο πατέρας γίνεται
συνήγορος. Πείνα μεγάλη βασανίζει τους ανθρώπους; αμέσως τότε ο συνήγορος γίνεται
τροφοδότης. Είναι κάποιος άρρωστος; τότε ο τροφοδότης γίνεται γιατρός. Έχει πέσει κάποιος σε
πένθος; τότε ο γιατρός βρίσκει τον παρηγορητικό λόγο, για να καταπραΰνει τη θλίψη. Έφτασε η
ώρα της φροντίδας για τους ξένους; τότε και ξενοδόχος γίνεται ο πατέρας, πού έχει γίνει τα
πάντα, για όλους»
(PG 104, 229-232).

ΕΡΓΑ 21

ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
-ΠΑΤΕΡΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ-"ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ"

ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΡΟΣ ΕΦΕΣΙΟΥΣ
ΟΜΙΛΙΑ ΙΒ' - Εφ. Κεφ. 4, 17
«Τούτο λοιπόν λέγω και διαμαρτύρομαι ενώπιον του Κυρίου, να μη συμπεριφέρεστε
πλέον σεις όπως συμπεριφέρονται και οι άλλοι εθνικοί, πού βαδίζουν σύμφωνα με την
ματαιότητα του νου των, και είναι σκοτισμένοι εις την διάνοιαν»
[Εφ. Κεφ. 4, 17]

1. Ο διδάσκαλος πρέπει να εκπαιδεύει και να κατευθύνει τας ψυχάς των μαθητών, όχι μόνον με

το να συμβουλεύει και διδάσκει, αλλά και με το να εμβάλλει εις αυτάς τον φόβον και τας
παραδίδει εις τον Θεόν. Επειδή βέβαια τα λεγόμενα από τους ανθρώπους, ως λεγόμενα από
ομοδούλους, δεν ημπορούν να εγγίσουν την ψυχήν, είναι ανάγκη να παραδίδει έπειτα αυτούς εις
τον Κύριον. Αυτό λοιπόν κάνει και ο Παύλος. Διότι, αφού ομίλησε περί της ταπεινοφροσύνης και
της ενότητος και περί του ότι δεν πρέπει ο ένας να εξεγείρεται εναντίον του άλλου, άκουσε τι
λέγει, «Τούτο λοιπόν λέγω και διαμαρτύρομαι ενώπιον του Κυρίου, να μη
συμπεριφέρεσθε πλέον σεις όπως συμπεριφέρονται και οι άλλοι εθνικοί». Δεν είπε, να
μη συμπεριφέρεσθε πλέον σεις όπως συμπεριφέρεσθε, καθ' όσον αυτός ο λόγος είναι
προσβλητικώτερος, αλλά το ίδιο μεν το εδήλωσε, το παράδειγμα όμως έφερεν από άλλους.
Και προς τους Θεσσαλονικείς δε γράφων, το ίδιο κάνει όταν λέγει: «Να μη είσθε αιχμάλωτοι
εις το πάθος της επιθυμίας, καθώς είναι και οι άλλοι εθνικοί». Έχετε αποχωρισθεί, λέγει,
από τα δόγματα αυτών, και ανήκετε εξ ολοκλήρου εις τον Θεόν. Εγώ όμως ζητώ πάν ο,τι
προέρχεται από σας, την ζωήν και την συμπεριφοράν, πού είναι σύμφωνος με το θέλημα του
Θεού.
Τούτο
εξαρτάται
από
σας.
Επικαλούμαι δε τον Κύριον μάρτυρα των λόγων μου, ότι δεν απεσιώπησα, αλλ' είπα πώς πρέπει
να συμπεριφέρεσθε. «Σύμφωνα με την ματαιότητα του νου των», λέγει. Τι σημαίνει
ματαιότης του νου; Το να απασχολείσαι με τα μάταια. Ποια δε είναι τα μάταια, παρά τα επίγεια
όλα; δια τα οποία λέγει ο Εκκλησιαστής «Ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα είναι
ματαιότης».
Αλλά θα ερωτήση κάποιος, "Εάν είναι τα πάντα μάταια και ματαιότης, δια ποίον λόγον
έχουν γίνει; εάν είναι έργα του Θεού, πώς είναι μάταια; και γίνεται δι' αυτά πολύς
λόγος."
Άλλ' άκουε, αγαπητέ. Δεν είπε το έργα του Θεού μάταια' είθε να μη συμβή να μας περάση από
τον νουν κάτι τέτοιο. Δεν είναι ο ουρανός μάταιος, ούτε η γη ματαία, μη γένοιτο. Δεν είναι
μάταιος ο ήλιος, ούτε η σελήνη και τα άστρα, ούτε το ιδικόν μας σώμα, διότι όλα αυτά είναι πάρα
πολύ καλά. Τι σημαίνει όμως μάταιον; Ας ακούσωμεν τον ίδιον τον Εκκλησιαστήν πού λέγει:
«Εφύτευσα δια τον εαυτόν μου αμπέλια, εξεπαίδευσα δια τον εαυτόν μου αοιδούς, άνδρας και
γυναίκας, κατεσκεύασα δια τον εαυτόν μου δεξαμενάς υδάτων, είχα δια τον εαυτόν μου πρόβατα
και άλλα ζώα, συνέλεξα χρυσόν και άργυρον και είδα ότι όλα είναι ματαιότης» και πάλιν,
«Ματαιότης ματαιοτήτων, το πάντα είναι ματαιότης·.
Άκουε και τον Προφήτην πού λέγει: «θησαυρίσει και δεν γνωρίζει δια ποίον θα τα
συγκεντρώση αυτά». Σύμφωνα προς αυτά ματαιότης ματαιοτήτων είναι αι πολυτελείς
οικοδομαί, ο πολύς και άφθονος χρυσός, το πλήθος των αιχμαλώτων, πού βαδίζουν κατά
πομπώδη τρόπον εις την αγοράν, η αλαζονεία και η ματαιοδοξία, αι φιλοδοξίαι και η
υπερηφάνεια. Αυτά λοιπόν είναι όλα μάταια, διότι δεν έχουν γίνει οπό τον Θεόν, άλλ' έχουν
δημιουργηθή από μας. Διατί όμως τέλος πάντων είναι μάταια; Διότι δεν έχουν κανένα
χρήσιμον
αποτέλεσμα.
Τα χρήματα είναι μάταια, όταν εξοδεύωνται εις τας απολαύσεις, δεν γίνονται όμως μάταια, όταν
διανέμωνται εις τους πτωχούς. Εάν όμω