You are on page 1of 409

Η Ησυχαστική Παράδοση Στο Άγιον Όρος

Από Τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά Έως Σήμερα

Μωυσή Μοναχού Αγιορείτου

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ήταν κυρίως Αγιορείτης. Στη
θεοφώτιστη διδασκαλία του διδάσκει αυτό που συνάντησε και
βίωσε στο Άγιον Όρος. Ο άγιος Γρηγόριος ήταν Αγιορείτης πριν
γίνει Αγιορείτης, αφού είχε συνεχή τον σύνδεσμο με την ασκητική,
ησυχαστική, αθωνική ζωή. Όταν αναγκάσθηκε να εξέλθει του
φίλτατου Αγίου Όρους προς υπεράσπιση του ησυχασμού,
παρέμεινε ακραιφνής Αγιορείτης παρά τις πολεμικές, τις διώξεις,
τις τιμές και τις δόξες, μέχρι τη μακαρία κοίμησή του.
Η διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά δεν είναι
ιδιαίτερα πρωτότυπη, αλλά συμπύκνωση όλης της παλαιότερης
διδασκαλίας της Εκκλησίας, στη διάκριση μεταξύ ουσίας και
ενεργείας του Θεού, που συναντούμε στην Αγία Γραφή, στους
Αποστολικούς Πατέρες, στους Καππαδόκες Πατέρες, ιδίως στον
Μ. Βασίλειο και κατόπιν στον άγιο Ιωάννη Δαμασκηνό, τον άγιο
Συμεών τον Νέο Θεολόγο. Η παλαμική διδασκαλία παρουσίασε
θαυμάσια τις διαστάσεις και τις συνέπειες της σωτήριας αυτής
διδασκαλίας.
Ο Βαρλαάμ αποτελεί τον κανονάρχη των ορθολογιστών
φιλοσόφων, που αμφισβητούσαν βάναυσα την ησυχαστική ζωή
των νηπτικών πατέρων του παραδοσιακού αθωνικού Ορθόδοξου
μοναχισμού. Η τυχόν επικράτηση των αιρετικών βαρλααμικών
απόψεων θα σήμαινε κατάργηση του μοναχισμού και της νηπτικής
του εργασίας. Ο άγιος Γρηγόριος σταθερά επέμενε ότι ο αληθινός
1

δρόμος της θεογνωσίας είναι η καθαρότητα της καρδιάς κι όχι η
έξαρση της λογικής που οδηγεί στον αγνωστικισμό. Ένα από τα
πρώτα έργα του αγίου το «Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων»
αναφέρεται με σαφήνεια στην παιδεία κι ότι η φιλοσοφία δεν οδηγεί
στη γνώση του Θεού, καθώς επίσης στη νοερά προσευχή και στο
άκτιστο φως.
Ο άγιος Γρηγόριος μετέβη στο Άγιον Όρος ως μαθητής και
όχι ως διδάσκαλος. Η πολυετής προσευχή του ήταν «Κύριε,
φώτισόν μου το σκότος!». Διετέλεσε υποτακτικός θεοφώτιστων
Γερόντων, παρέμεινε σιωπηλός και μόνο όταν υπήρξε απόλυτη
ανάγκη μίλησε και έγραψε κι εξήλθε του Όρους, για να μεταφέρει
την Παράδοση της Εκκλησίας, που μελέτησε και διδάχθηκε, και το
καθαρό βίωμα της εμπειρίας του. Ο ησυχασμός είναι η ουσία της
Ορθοδόξου Παραδόσεως, το βασικό γνώρισμα της αγιοπατερικής
διδασκαλίας και αυτό μετέφερε, καθώς αναφέρει ο άριστος
βιογράφος του άγιος Φιλόθεος ο Κόκκινος, ο επίσης νηπτικός και
ησυχαστής. Ας δούμε τις ιερές μορφές Αθωνιτών όσιων και τη
νοερά εργασία τους την εποχή του αγίου Παλαμά και μετά από
αυτόν:
Ο άγιος Φιλόθεος ως Λαυριώτης μοναχός υπογράφει τον
Αγιορείτικο Τόμο του 1339. Πήρε μέρος στις ησυχαστικές έριδες,
στο πλευρό του αγίου Παλαμά. Το 1346, ενώ ήταν ακόμη στη Μ.
Λαύρα, έγραψε δύο λόγους περί του Θαβωρείου Φωτός και κατά
του Ακινδύνου. Πήρε μέρος στη Σύνοδο του 1351 ως
μητροπολίτης Ηρακλείας για το ησυχαστικό ζήτημα και συνέταξε
τον Τόμο των Πρακτικών της. Το 1368 συνοδικά αναγνώρισε την
αγιότητα του Παλαμά και καθώρισε τη μνήμη του τη Β' Κυριακή
των Νηστειών συνθέτοντας την ακολουθία του. Στα πολλά έργα
του ο άγιος Φιλόθεος χρησιμοποιεί με χάρη τη χαρακτηριστική
ησυχαστική ορολογία ως γνήσιος ησυχαστής.
Γέροντας του αγίου Γρηγορίου, ο οποίος τον ενέπνευσε και
μύησε στα καλά της ησυχαστικής ζωής, είναι ο όσιος Νικηφόρος ο
Ησυχαστής, ο οποίος ασκήθηκε στα ερημικώτερα μέρη του Αγίου
Όρους και διέδωσε τις ησυχαστικές αντιλήψεις μεταξύ των
Αγιορειτών. Καρπός της αθωνικής ησυχίας είναι η σοφή
πραγματεία του «Περί νήψεως και φυλακής καρδίας», που
βρίσκεται στη Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών. Εκτός της μελέτης
και της συγγραφής μόνιμο μέλημά του ήταν η άσκηση της νοεράς
προσευχής, που έχοντας πηγή τους λόγους των αγίων Αντωνίου
του Μεγάλου, Μακαρίου Αιγυπτίου, Ιωάννου της Κλίμακος,
Διαδόχου Φωτικής και Συμεών του Νέου Θεολόγου, έγινε κτήμα
της φωτισμένης καρδιάς του. Γι’ αυτό μπορεί να μιλά τόσο καθαρά
περί νήψεως στα έργα του: «Την μεν προσοχήν τινές των αγίων
2

νοός τήρησιν έφησαν, άλλοι δε καρδιακήν φυλακήν, έτεροι δε
νήψιν και άλλοι νοεράν ησυχίαν και άλλοι άλλως. Τα δε πάντα εν
και το αυτό δηλούσιν ως αν τις είποι άρτον και είποι και τεμάχιον
και είποι και βουκίον, Ούτω και περί τούτων νόει. Τι δε εστί
προσοχή και τι τα ταύτης ιδιώματα, ακριβώς μάνθανε. Προσοχή
εστί μετανοίας ακραιφνούς γνώρισμα, προσοχή εστίν αθέτησις
αμαρτίας και αρετής επανάληψις, προσοχή εστίν συγχωρήσεως
αμαρτιών ανενδοίαστος, πληροφορία· προσοχή εστίν αρχή
θεωρίας, μάλλον δε υπόθεσις θεωρίας· δια ταύτης γαρ ο Θεός,
παρακύψας, εμφανίζεται τω νοΐ· προσοχή εστίν αταραξία νοός, ή
μάλλον, στάσις αυτής, δι' ελέους Θεού τη ψυχή βραβευθείσα·
προσοχή εστί καθαίρεσις μεν λογισμών, Θεού δε μνήμης
ανάκτορον και της των επερχομένων υπομονής ταμειούχος·
προσοχή εστί πίστεως, ελπίδος και αγάπης παραίτιος». Ο
ησυχαστής όσιος Νικηφόρος υπήρξε ένας από τους πρώτους και
σημαντικούς προδρόμους της μεγάλης ησυχαστικής κινήσεως του
14ου αιώνα.
Επίσης Γέροντας του αγίου Παλαμά υπήρξε ο όσιος
Νικόδημος ο Ησυχαστής (1322), ο οποίος κατά τον άγιο Φιλόθεο
υπήρξε «ανήρ θαυμαστός κατά τε πράξιν και θεωρίαν», ασκητής
έξω της μονής Βατοπαιδίου, τον οποίο ανακάλυψε ο θείος
Παλαμάς, θαύμασε τον βίο του κι έζησε πλησίον του εν νηστεία και
αγρυπνία και νήψει και αδιαλείπτω προσευχή επί μία τριετία (13191322) και από αυτόν έλαβε το μέγα και αγγελικό των μοναχών
σχήμα.
Ο άγιος Παλαμάς συνδεόταν επίσης με τον Αθωνίτη
φιλοησυχαστή κι αντιλατινόφρονα άγιο Θεόληπτο, μητροπολίτη
Φιλαδέλφειας (1324/26). Είναι γεγονός και πρέπει να τονισθεί πως
όλοι οι οπαδοί της ησυχαστικής κινήσεως ήταν και πρόκριτοι της
ανθενωτικής, γι' αυτό και είχαν πρώτους αντιπάλους τους
λατινόφιλους. Ο άγιος Θεόληπτος σε λόγο του «Περί του
μοναδικού επαγγέλματος» γράφει προς μοναχό: «Την οδό της
διανοίας οδεύων, τα ρήματα της ευχής αναλέγου· και διαλέγου τω
Κυρίω αεί βοών και μη εκκακών πυκνά δεόμενος και την αναίδειαν
μιμούμενος τής τον αμείλικτον κριτήν δυσωπησάσης χήρας. Τότε
πνεύματι περιπατείς και σαρκικαίς επιθυμίαις ου προσέχεις και
λογισμοίς κοσμικοίς ου διατέμνεις της ευχής την συνέχειαν ναός δε
Θεού χρηματίζεις, απερισπάστως τον Θεόν εξυμνών. Ούτω κατά
διάνοιαν ευχόμενος, αξιούσαι και εις μνήμην Θεού διαβαίνειν και εν
τοις αδύτοις του νου εισιέναι και μυστικαίς θεωρίαις τον αόρατον
κατοπτεύειν και γνωστικώς ενιαίως και αγαπητικαίς εκχύσεσι,
μόνος τω Θεώ μόνω κατά μόνας λειτουργών». Ο άγιος Θεόληπτος
υπήρξε συμμαθητής του αγίου Παλαμά του ιερού «φροντιστηρίου»
3

του οσίου Νικηφόρου Περί φυλακής της καρδίας και της τέχνης της
προσευχής. Ο άγιος Θεόληπτος μαθητή είχε τον λόγιο
μητροπολίτη Εφέσου Ματθαίο και τη μοναχή Ευλογία, πρώην
αυτοκράτειρα Ειρήνη Χουμναίνα Παλαιολογίνα. Θεωρείται
πρωτεργάτης ενός αναγεννητικού πνεύματος στο Βυζάντιο,
βασισμένο στην πατερική παράδοση. Πρόκειται για λαμπρό
εισηγητή του ησυχαστικού πνεύματος στις κοινωνίες του κόσμου
και συνεχιστή του έργου του Αθωνίτη Οικουμενικού Πατριάρχη
Αθανασίου, που έγινε φορέας των ησυχαστικών ιδεών μέσω των
μαθητών του στον κόσμο και η προσευχή του Ιησού έγινε κτήμα
πολλών, φτερουγίζοντας από τις έρημους και τις μονές, για να
σκηνώσει σε όλη την Εκκλησία, ακόμη και στα αυτοκρατορικά
δώματα, αφού ο άγιος Αθανάσιος υπήρξε σύμβουλος του
αυτοκράτορα Ανδρόνικου του Β' του Παλαιολόγου και στην εποχή
του πραγματοποιείται μια θεοκρατία στην πόλη του, στην καλύτερη
μορφή της.
Την ίδια εποχή στο Άγιον Όρος εργάζεται ο μεγάλος
νηπτικός πατήρ και διδάσκαλος της νοεράς προσευχής όσιος
Γρηγόριος ο Σιναΐτης (+1346), ο οποίος διέδωσε τον ησυχασμό σε
όλα τα Βαλκάνια δια των αγίων μαθητών του. Ο βιογράφος και
μαθητής του άγιος Κάλλιστος γράφει περί αυτού: «Πάσαν σχεδόν
την των μοναχών πληθύν και νύκτωρ και μεθημέραν εδίδαξε και
εφώτισε, και δια της καθαράς ησυχίας και προσευχής τω Θεώ μετά
σπουδής πάντας τους προσερχόμενους προσωκειώσατο». Ο
άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στην παράφραση του ωραιότατου
βίου του Καλλίστου αναφέρει πώς ο όσιος Γρηγόριος «είχε
διαπαντός έργον περισπούδαστον να δράμη Αποστολικώς όλην
την Οικουμένην, και να σύρη όλους τους Χριστιανούς εις την θείαν
ανάβασιν με την διδασκαλίαν του, εις τρόπον όπου με το μέσον
της πρακτικής αρετής να τους ανεβάση, ωσάν και τον εαυτόν του,
εις το ύψος της θεωρίας με την συχνήν δέησιν της νοεράς
προσευχής, καθώς και έγινε με το έργον τη αλήθεια δια της θείας
χάριτος».
Αξιόλογοι μαθητές του οσίου Γρηγορίου του Σιναΐτου και
θερμοί ακόλουθοι της ησυχαστικής παραδόσεως ήταν Μάρκος ο
νηπτικός από τις Κλαζομενές, Ιάκωβος Επίσκοπος Σερβίων,
Ααρών ο διορατικός, Μωυσής, Κλήμης από τη Βουλγαρία,
Λογγίνος, Κορνήλιος και Ησαΐας. Οι τρεις τελευταίοι είναι αυτοί που
βρήκε ο Γρηγόριος ασχολούμενους με τη θεωρητική ζωή στη
σκήτη του Μαγουλά. Απέκτησαν και αυτοί αρκετούς μαθητές και
τους μύησαν στα μυστικά της ιεράς ησυχίας: «Τη μελέτη και
σπουδή των κρειττόνων προστετηκότες και μέχρι τελευτής τη
4

νοερά και σωτηριώδει εργασία εμμελετώντες και ασχολούμενοι»
κατά τον άγιο Κάλλιστο.
Ο άγιος Κάλλιστος (+1363) συνδέεται στενά, εκτός του αγίου
Γρηγορίου του Σιναΐτη, και με τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, του
οποίου υπήρξε ενθουσιώδης ακόλουθος, τον συνόδευσε στη
Θεσσαλονίκη και στην Κωνσταντινούπολη, υπέγραψε τον
Αγιορείτικο Τόμο (1339), συγκάλεσε σύνοδο στα ανάκτορα των
Βλαχερνών, που επικύρωσε την παλαμική διδασκαλία.
Αναδείχθηκε και σημαντικός συγγραφέας, όπου καθαρά φαίνεται η
καθαρή καρδιά και η αγάπη της ησυχίας: «Νους καθαρθείς δια της
νήψεως, ραδίως σκοτίζεται, ει μη τη συνέχει μνήμη του Ιησού
απασχολείται πάντη των έξωθεν. Ο δε την πρακτικήν συναρμόσας
τη θεωρία, οιονεί τη του νοός τηρήσει, ψόφους ουκ απαναίνεται
κτύπους ανάρθρους ή και ενάρθρους ουκ αποσείεται, τρωθείσα
γαρ η ψυχή τω θείω έρωτι του Χριστού, ως αδελφιδώ τούτω γε
κατακολουθεί.
Οι άριστα βιογραφούμενοι από τον άγιο Φιλόθεο τον Κόκκινο
Αγιορείτες όσιοι· Γερμανός ο Μαρούλης (1336) ο λάτρης της
ησυχίας, ο ισόβιος υποτακτικός, ο θεωρητικός, Σάββας ο
Βατοπαιδινός (+1394), ο δια Χριστόν σαλός, ο «λιμώ τε και δίψει
και παννύχοις προσταλαιπωρών αγρυπνίαις, ώσπερ άσαρκος τις
και άυλος ων η πτηνός μάλλον και ουκ άνθρωπος, μηδέν έχων
μεθ' εαυτού το παράπαν, ει μη το σώμα», ο αγωνισθείς κατά του
Ακίνδυνου, Ισίδωρος ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (+1350),
του οποίου ο βίος είναι γεμάτος από θεοφάνειες, αγγελοφάνειες κι
αγιοφάνειες, ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης τον έστειλε στον κόσμο
και στάθηκε ένας από τους πρωτοστάτες του αντιβαρλααμικού
αγώνος, μεταλαμπαδευτής της νοεράς προσευχής σε περισσότερα
στρώματα ανθρώπων, το μοναχικό σχήμα έλαβε από τον άγιο
Παλαμά, του οποίου υπήρξε συνοδοιπόρος στους αντιαιρετικούς
αγώνες και ως Πατριάρχης τον αποκατέστησε και τον χειροτόνησε
μητροπολίτη Θεσσαλονίκης.
Ορισμένοι των μαθητών του οσίου Γρηγορίου του Σιναΐτου
μετέφεραν το ησυχαστικό αθωνικό πνεύμα στα Βαλκάνια και
πέραν αυτών, όπως οι όσιοι Ρωμύλος (+1375), που μετέφερε στον
σερβικό μοναχισμό την ασκητική και μυστική παράδοση του
διδασκάλου του, με τους δικούς του μαθητές Νέστορα, Δανιήλ,
Σισώη, Μαρτύριο και Γρηγόριο κι έχουμε μια μεγάλη εξάπλωση
του ησυχασμού στη Σερβία και Βουλγαρία, Θεοδόσιος (+1362),
που στη μονή που ίδρυσε στο Κελιφάρεβο Τυρνόβου, καλλιέργησε
τα γράμματα και τη νήψη και την έκανε κέντρο ησυχασμού,
παιδείας και πολιτισμού, σε δύο συνόδους που κλήθηκε
υπεράσπισε σθεναρά την αλήθεια των ήσυχαστών, ως και ο
5

μαθητής του Ευθύμιος Τυρνόβου (+1401/2), σημαντικός
Βούλγαρος συγγραφέας, ο οποίος έγραφε στον συνέκδημό του
άγιο Κυπριανό Κιέβου περί των καλών της ησυχίας: «Η έρημος
είναι μήτηρ της ησυχίας, νηστείας διδάσκαλος, σύζυγος
πνευματική, κλίμαξ προς ουρανόν φέρουσα, οδός προς Θεόν
απλανής, άλυσις ευεργετική, ησυχία και νηστεία, αγνεία
παρακλητική, σοφίας καθηγητής». Φίλος των παραπάνω αγίων
ήταν ο άγιος Νικόδημος της Τισμάνα (+1406) ως και των αγίων
Φιλόθεου Κόκκινου και Γρηγορίου του Παλαμά. Καλλιέργησε
μακροχρόνια τη νοερά προσευχή κι αξιώθηκε χαρισμάτων. Στις
μονές που ίδρυσε στη Βουλγαρία και Ρουμανία, μετέφερε τις
ησυχαστικές ιδέες. Θεωρείται πατέρας του ρουμάνικου
μοναχισμού. Παρόμοιο έργο επιτελεί στη Ρωσία ο Αθωνίτης
ησυχαστής άγιος Κυπριανός μητροπολίτης Κιέβου (+1406) με τις
μεταφράσεις ασκητικονηπτικών κειμένων και την εδραίωση της
περί τον άγιο Σέργιο του Ραντονέζ ησυχαστικής κινήσεως και της
προς το Άγιον Όρος στροφής των Ρώσων. Η μυστική ζωή ήρεμα
γίνεται δεκτή, παρά τις κάποιες αντίθετες ιδέες, υιοθετούνται οι
παλαμικές αντιλήψεις και δημιουργείται η σημαντική κίνηση των
πέρα του Βόλγα σπουδαίων στάρετς.
Μεγάλη μορφή ησυχαστή είναι του οσίου Μαξίμου του
Καυσοκαλύβη (+1365), του οποίου η συνομιλία με τον όσιο
Γρηγόριο τον Σιναΐτη αποτελεί σταθμό στη νηπτική γραμματεία.
Αναφέρει λοιπόν πώς με τη βοήθεια της Θεοτόκου «άρχισεν η
καρδία μου να λέγη από μέσα την προσευχήν, και ο νους μου να
γλυκαίνεται εις την ενθύμησιν του Ιησού μου, και της Θεοτόκου
μου, και να είναι πάντοτε μαζί με την ενθύμησιν αυτών, και πλέον
από εκείνον τον καιρόν δεν έλειψεν η προσευχή από την καρδίαν
μου… Εποθούσα την ησυχίαν πάντοτε, δια να απολαύσω πλέον
περισσότερον τον καρπόν της προσευχής ο οποίος είναι μία
αγάπη υπερβολική εις τον Θεόν, και μία αρπαγή του νοός προς
τον Κύριον… Όταν έλθη η χάρις του Αγίου Πνεύματος εις τον
άνθρωπον δια μέσου της προσευχής, τότε παύει η προσευχή·
επειδή και ο νους κυριεύεται όλος από την χάριν του Αγίου
Πνεύματος, και δεν ημπορεί πλέον να ενεργήση τας δυνάμεις του,
αλλά μένει αργός, και υποτάσσεται εις το Άγιον Πνεύμα, και όπου
θέλει το Άγιον Πνεύμα τον πηγαίνει, ή εις αέρα άυλον θείου φωτός,
ή εις άλλην θεωρίαν ανεκδιήγητον ή και πολλάκις εις ομιλίαν θεϊκήν
και εν συντομία, καθώς θέλει το Πνεύμα το Άγιον, έτσι παρηγορεί
τους δούλους του καθώς πρέπει εις τον καθένα, έτσι του δίδει και
την χάριν του».
Βλαστός της αθωνικής ησυχαστικής χορείας είναι και ο όσιος
Αθανάσιος ο Μετεωρίτης (1380), μαθητής των σπουδαίων
6

ησυχαστών Γρηγορίου και Μωυσή της σκήτης του Μαγουλά, των
οποίων το πνεύμα μετέφερε στη μοναστηριούπολη των
Μετεώρων. Επίσης ο άγιος Κάλλιστος ο Β', ο Παντοκρατορινός και
Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1397), ο οποίος μαζί με τον
όσιο Ιγνάτιο τον Ξανθόπουλο έγραψαν περί των καλών της
θεοποιού ευχής: «Αδιαλείπτως τοίνυν παράμεινον τω ονόματι του
Κυρίου Ιησού, ίνα καταπίη η καρδία τον Κύριον και ο Κύριος την
καρδίαν και γένηται τα δύο εις εν. Και αύθις μη χωριζέτω την
καρδίαν υμών από του Θεού, αλλά προσμένετε και φυλάσσετε
αυτήν μετά της μνήμης του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού πάντοτε
έως ου εμφυτευθή το όνομα του Κυρίου έσω εν τη καρδία και
μηδέν έτερον εννοή, ίνα μεγαλυνθή Χριστός εν υμίν». Ο άγιος
Κάλλιστος ο Καταφυγιώτης συνεχίζοντας θα πει: «Όταν το του
νοός πρόσωπον νεύον είσω καρδίας, δρα την του πνεύματος
έλλαμψιν εξ αυτής αείβλυτα πηγάζουσαν, τότε πάνυ καιρός του
σιγάν».
Παρατηρούμε πώς κεντρική μορφή του 14ου αιώνα
αναδείχθηκε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (1359). Τα έργα του
τον κατατάσσουν μεταξύ των μεγάλων θεολόγων και πατέρων της
Εκκλησίας. Ύστερα από τις γνωστές ησυχαστικές έριδες μας
άφησε δωρεά ανεκτίμητη, ογκώδη μυστική γραμματεία. Ο
Αθωνίτης ασκητής, ύστερα από πολλούς και μακρούς αγώνες,
δικαιώθηκε από τρεις συνόδους της Κωνσταντινουπόλεως
1341,1347 και 1351. Ο σοφός ιεράρχης της Θεσσαλονίκης
ανανέωσε με το έργο του τις περί του ακτίστου φωτός θείες
εμπειρίες της Εκκλησίας. Το έργο του αυτό επηρέασε βαθειά τη
μετέπειτα θεολογία και τη μοναστική ζωή. Η νίκη του αγίου Παλαμά
κατά των αιρετικών, ήταν νίκη του Αγίου Όρους, κατά των
ρευμάτων του ουμανισμού και της κυριαρχίας του ορθού λόγου και
της γνώσεως, που έθεταν την πίστη σε δεύτερη μοίρα και
αλλοίωναν το νόημα της ευαγγελικής αγάπης, προσευχής και
ασκήσεως. Ο 14ος αιώνας με την παρουσία εμπνευσμένων
μορφών και με κορυφαίο τον άγιο Παλαμά δύναται να
χαρακτηρισθεί ως ο λαμπρότερος στην ιστορία της αθωνικής
αγιότητος. Η πνευματική ζωή είχε φθάσει σε υψηλό βαθμό και η
αρετή των μοναχών κυριαρχούσε.
Θα μπορούσαμε να πούμε πώς η δόξα του 14ου αιώνα ήταν
μια πλούσια δωρεά, που θα έπρεπε να φυλαχθεί στις δυσκολίες
που θα ακολουθούσαν. Όμως και μέσα στους αιώνες της δουλείας
ο Άθωνας δεν υστερήθη οσίων ησυχαστών: Νήφων ο
Καυσοκαλυβίτης (+1411) μαθητής των οσίων Νείλου του Εριχιώτη,
Θεογνώστου και Μαξίμου του Καυσοκαλύβη με υπερθαύμαστη
άσκηση και υψηλή θεωρητική ζωή29, Νείλος της Σόρας (+1508), ο
7

οποίος χρησιμοποίησε στα συγγράμματά του την ησυχαστική
ορολογία των Αθωνιτών, την οποία παρουσίασε σε μοναχούς και
λαϊκούς, γιατί η άσκηση και η προσευχή ως μέθοδος
τελειοποιήσεως του πνεύματος είναι εξ ίσου απαραίτητη σε όλους,
ως και ο ομόφρονας μαθητής του Ιννοκέντιος τού Βολογκόντσκυ
(+1521), Διονύσιος ο εν Ολύμπω (+1541), ο λάτρης της ησυχίας
και νήψεως, Θεωνάς Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης (+1542), όπου
κατά τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη «ησύχαζεν εκεί (στο
ασκητήριό του) μόνος, μόνω τω Θεώ προσευχόμενος και πάλιν
συνήρχετο με τους μαθητάς του, παρήγορων αυτούς πολλάκις με
την θείαν διδασκαλίαν του… συνομιλεί με τον Θεόν, και εις την
αγάπην αυτού ανεφλέγετο, είναι απόδειξις, ότι ηγάπησε τον Θεόν
εξ όλης ψυχής του, και εξ όλης καρδίας του, και εξ όλης ισχύος
του, και εξ όλης της διανοίας του».
Φορέας των παλαμικών ιδεών στη Ρωσία ήταν και ο
Βατοπαιδινός μοναχός Μάξιμος ο Γραικός (+1556), ο οποίος παρά
τις πικρές του περιπέτειες, μέσα στη φυλακή έγραψε με κάρβουνο
στον τοίχο κανόνα στο Άγιον Πνεύμα, κι αναδείχθηκε για το
αναμορφωτικό του έργο το πιο λαμπρό ελληνικό όνομα στη
Ρωσία.
Ο όσιος Νείλος ο Μυροβλύτης (+1651) «καταφλεγόμενος
από τον πόθον της ησυχίας, εζήτει τόπον ερμημικώτερον και
εύρων σπήλαιον κατάκρημνον και από τα δύο μέρη, φοβερόν εις
την θέαν δια το κρημνώδες, κατέβαλε μεγάλας προσπάθειας και
κατήλθεν εις αυτό. Έμεινε δε εκεί ο αείμνηστος, μόνος μόνω τω
Θεώ προσευχόμενος και καταγινόμενος εις θεωρίας, άλλος δε
κανείς δεν εγνώριζε τούτο, ει μη μόνος εκείνος, όστις τον
ωδήγησεν εις αυτό. Εις αυτό δε και έμεινεν έως τέλους άγνωστος
και αγωνιζόμενος ο μακάριος… πόσας δε αγγελικάς οπτασίας και
παρηγορίας είδεν, αδύνατον είναι να διηγηθή τις».
Πράγματι ο «ΙΗ' αιών ομοιάζει εν Άθω εις πολλά τον ΙΔ'».
Πρώτος της πνευματικής αυτής κινήσεως υπήρξε ο όσιος Ακάκιος
ο Καυσοκαλυβίτης (+1730), τον οποίο δικαίως ο ομόφρονας
υποτακτικός του παπα-Ιωνάς ο Καυσοκαλυβίτης (+1765) εξαίρει
ως πρότυπο ασκητή-ησυχαστή, νηστευτή-σπηλαιώτη, αλείπτη
νεομαρτύρων, διδάσκαλο της νοεράς προσευχής, όταν
προσευχόταν «έβγαινε φλόγα πυρός από του στόματός του». Του
ίδιου πνεύματος ήταν και ο όσιος Ιερόθεος ο Ιβηρίτης (+1745),
περί του οποίου ο πρώτος βιογράφος του όσιος Νικόδημος ο
Αγιορείτης, γράφει περί των μεγάλων ασκητικών του αγώνων και
προσευχών του «μετά δακρύων πολλών και στεναγμών (έλεγε) το
«Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με». Είχεν έργον
παντοτινόν ο αείμνηστος, και εσπούδαζεν, αν ήτον τρόπος, και δεν
8

εμποδίζετο από τους ανθρώπους, να μην την αφίνη, ούτε από τον
νουν του ούτε από το στόμα του». Ο ιερομάρτυς Κοσμάς ο
Αιτωλός (+1779), μετά εικοσαετή άσκηση στη μονή Φιλόθεου και
εσωτερική πληροφορία εξήλθε στον κόσμο και κατά τις
εθνοσωτήριες και ψυχωφελείς ιεραποστολικές του περιοδείες
μοίραζε σταυρούς και κομποσχοίνια, μιλώντας απλά αλλά μεστά,
για τη δύναμη της νοεράς προσευχής: «Να πάρετε όλοι από ένα
κομπολόγιον, και το κομπολόγιόν σας να έχη τριάντα τρία σπυρία,
και να προσεύχεσθε να λέγητε το Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ και Λόγε
του Θεού του ζώντος, δια της Θεοτόκου και πάντων σου των
Αγίων ελέησόν με τον αμαρτωλόν και ανάξιον δούλόν σου. Μέσα
εις το Κύριε Ιησού Χριστέ, αδελφοί μου, τι θεωρεί; θεωρεί η Αγία
Τριάς, ο Θεός μας, η ένσαρκος οικονομία του Χριστού μας. Και
πάντες οι Άγιοι με τον Σταυρόν και με το Κύριε Ιησού Χριστέ
επήγαν εις τον παράδεισον. Και όποιος λέγει αυτόν τον λόγον και
κάμνει και τον Σταυρόν του, καν άνδρας, καν γυναίκα, ευλογεί τον
ουρανόν, την γην, την θάλασσαν. Με τον Σταυρόν και με το Κύριε
Ιησού Χριστέ ιατρεύονται κάθε αρρωστείες. Με τον Σταυρόν και με
το Κύριε Ιησού Χριστέ, οι Απόστολοι αναστούσαν νεκρούς και
ιάτρευαν πάσαν ασθένειαν. Με τον σταυρόν και με το Κύριε Ιησού
Χριστέ αποστομώνει ο άνθρωπος κάθε αιρετικόν. Με τον Σταυρόν
και με το Κύριε Ιησού Χριστέ αγιάζει ο άνθρωπος και πηγαίνει εις
τον παράδεισον, να χαίρεται και να ευφραίνεται ωσάν οι Άγγελοι».
Μια τετράδα οσίων θα σταθεί στην κορυφή της δημιουργικής
πνευματικότητας του 18ου και 19ου αιώνος και θα μας δώσει ένα
λαμπρό αναγεννητικό έργο, του οποίου τους ευχύμους καρπούς
γευόμαστε μέχρι σήμερα. Πρόκειται για τους ομόφρονες
νεοησυχαστές Παΐσιο Βελιτσκόφσκι (+1794), Μακάριο Νοταρά
(+1805), Νικόδημο Αγιορείτη (+1809) και Αθανάσιο Πάριο (+1813).
Οι τρεις τελευταίοι είναι και οι πρωτοστάτες του λεγόμενου
κινήματος των Κολλυβάδων. Το κίνημα αυτό μιλούσε ζωηρά για
επιστροφή στη ζωντανή πατερική παράδοση, περί συνεχούς θείας
Μεταλήψεως, συνειδητής συμμετοχής του λαού στη λατρεία,
νήψεως και ασκητικότητος. Μάλιστα οι όσιοι αυτοί ασχολήθηκαν με
τη ζωή και το έργο του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά.
Ο Παΐσιος Βελιτσκόφσκυ, Γέροντα είχε τον ησυχαστή
Βασίλειο, συγγραφέα και μεταφραστή νηπτικών έργων. Μετά
πολυετή παραμονή στον Άθωνα επέστρεψε στη Ρουμανία, όπου
στις μονές που προΐστατο, έτρεφε τους πολλούς μοναχούς του
κυρίως με τα νηπτικά έργα, που μετέφραζαν συνέχεια, όπως τη
Φιλοκαλία το 1793, και πολλά άλλα, που στη συνέχεια
μεταφέρθηκαν και στη Ρωσία και δημιούργησαν ησυχαστική
αναγέννηση με πλουσίους καρπούς. Μεταξύ των έργων αυτών
9

διακρίνονται και έργα του αγίου Παλαμά. Περί της νοεράς
προσευχής γράφει ο όσιος Παΐσιος: Οι άγιοι ονομάζουν την
προσευχή αυτή τέχνη τεχνών. Ποιος μπορεί ν' ασχοληθεί μ' αυτή
χωρίς να διδαχτεί από έναν τεχνίτη, δηλαδή από έναν έμπειρο
καθοδηγητή; Η προσευχή αυτή είναι μάχαιρα του πνεύματος,
δοσμένη απ' τον Θεό για να συντρίψουμε τον εχθρό των ψυχών
μας. Για κείνον όμως που δεν τη χρησιμοποιεί σωστά, υπάρχει
φόβος να στραφεί εναντίον του. Η προσευχή αυτή έλαμψε σαν
ήλιος ανάμεσα στους μοναχούς.
Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης γνώρισε τον μοναχισμό και
τη νοερά άθληση από τους ενάρετους εξόριστους Κολλυβάδες
Γρηγόριο, Νήφωνα, Αρσένιο και Σίλβεστρο τον Καισαρέα στην
Ύδρα. Η γνωριμία του και συνεργασία του με τον άγιο Μακάριο
Κορίνθου τον Νοταρά έφερε ως μεστό καρπό τη συλλογή και
έκδοση της περίφημης Φιλοκαλίας, το 1782, η οποία αποτέλεσε
σταθμό για την Ορθόδοξη πνευματικότητα και είχε μεγάλη
απήχηση στον μοναχισμό και στον πιστό λαό, ώστε αργότερα να
χαρακτηρίζει την εποχή αυτή. Η απώλεια των χειρογράφων του
οσίου της εκδόσεως των Απάντων του Αγίου Παλαμά μετά δικών
του σχολίων τον έκανε κατά τον βιογράφο του «κλαίοντα και
οδυρόμενο». Κατά τον άγιο Νικόδημο: «Ο Παλαμάς εις τον
ακρότατον ανελθών και ταις θεοπτικαίς λάμψεσι καταυγαζόμενος
την διάνοιαν, σοφώτατα και θεολογικώτατα συγγράμματα τη
Εκκλησία καταλείπει». Ο Γέρων Θεόκλητος Διονυσιάτης εύστοχα
παρατηρεί για τον όσιο Νικόδημο: «Τον Παλαμάν εθεώρει ως τον
εκφραστικώτερον θεολόγον του Ησυχασμού, υπέρ ου τόσον
εμόχθησε και τόσα έπαθεν επί δεκαπενταετίαν δια την Συνοδικήν
του δικαίωσιν. Εις τα έργα του ο θειος Πατήρ περισσότερον
παντός άλλου επικαλείται τον Παλαμάν, ον μνημονεύει μετά
πολλού σεβασμού και αγάπης, οσάκις πρόκειται να υποστηρίξη
μίαν άποψίν του θεολογικήν, αναφερομένην εις την Ορθόδοξον
πνευματικότητα». Θ' αρκεσθούμε μόνο σε μια φράση του οσίου
από το αριστουργηματικό του Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον επί του
θέματός μας· «Συνεργούντος σοι του συνεχώς εν τη καρδία σου
μελετωμένου γλυκύτατου Ιησού, θέλεις αναβή και εις τα υπέρ
φύσιν διότι ανασκαλεύων δια της νοεράς ταύτης εργασίας και
εξάγων τον χουν, και την τέφραν των παθών, και πονηρών
λογισμών και προλήψεων από της καρδίας σου, η οποία έχει εν
εαυτή συγκεχωσμένον τον σπινθήρα της υπερφυσικής χάριτος του
Θεού, θέλεις εύρη και αυτόν τον ίδιον σπινθήρα ον ήλθεν ο
Χριστός βαλείν επί της γης της καρδίας, και θέλεις χαρή επί τη
ευρέσει αυτού χαράν ανεκλάλητον, και από της χαράς σου θέλεις
χύση γλυκύτατα δάκρυα.
10

Ο όσιος Αθανάσιος ο Πάριος στο προοίμιο της
παραφράσεως του βίου του αγίου Παλαμά, μεταξύ άλλων,
αναφέρει πώς γράφει: «από ένα θερμότατον πόθον, όπου
αισθάνομαι εις την καρδίαν μου, προς τον μέγαν εν ιεράρχαις
Γρηγόριον, τον θαυμάσιον ποιμένα της μεγαλοπόλεως
Θεσσαλονίκης, τον λαμπρότατον φωστήρα, όλου του νοητού
στερεώματος της Ορθοδόξου Εκκλησίας… Εφρόνει (μετά της
Καθολικής Εκκλησίας δηλονότι) και όχι μόνον εφρόνει, αλλά και
πολλά έγραψε, και με όλας τας δυνάμεις ηγωνίσθη να απόδειξη και
απέδειξεν ότι πάσα θεία ενέργεια και η θεία και θεοποιός χάρις και
το φως όπου έλαμψεν ο Κύριος εις την θείαν του μεταμόρφωσιν
ήσαν και είναι άκτιστα, και δυσσεβείς και κακόφρονας απέδειχνεν
εκείνους, όπου τα εδογμάτιζαν κτιστά.
Παραλείποντες θαυμαστά στοιχεία βίων ιερών μορφών
νεοησυχαστών Αγιορειτών του 19ου και 20ου αιώνος, που
υπάρχουν σε πολλά σύγχρονα Γεροντικά, θα σταθούμε σε
τέσσερις αρκετά γνωστές μορφές των ημερών μας, μακαριστούς
πλέον και μακάριους, οι οποίοι πολλούς πολύ ωφέλησαν.
Πρόκειται για τον πολύτεκνο και καλλίτεκνο ασκητή Γέροντα
Ιωσήφ τον Ησυχαστή (+1959) περί του οποίου γράφει ο
Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου αρχιμανδρίτης
Εφραΐμ ως πνευματικός εγγονός αυτού: «Μελετώντας κανείς τις
επιστολές του μακαρίου Γέροντα Ιωσήφ, το πρώτο που
επισημαίνει είναι τον πόθο του, τη νοσταλγία του, την πολλή
μεγάλη επιθυμία του να πείση το συνάνθρωπό του να ασχοληθή
με την ευχή του Ιησού. Γιατί όταν ήλθε στον Άθωνα έθεσε σαν
στόχο του να ζήσει όπως οι παλαιοί ασκητές». Γράφει ο Γέρων
Ιωσήφ προς νέο σ' επιστολή του ενδιαφερόμενο για την ευχή του
Ιησού: «η νοερά προσευχή εις εμένα είναι όπως η τέχνη του
καθενός, καθότι εργάζομαι αυτήν τριανταέξ και επέκεινα χρόνια.
Όταν εγώ ήλθα στο Άγιον Όρος, εζήτησα απ' ευθείας τους
ερημίτας, όπου εργάζονται την προσευχήν. Τότε υπήρχαν πολλοί
πριν σαράντα χρόνια όπου είχαν ζωή μέσα τους. Άνθρωποι
αρετής. Γεροντάκια παλαιά. Από αυτούς εκάναμε Γέροντα και τους
είχαμε οδηγούς. Λοιπόν η πράξις της νοεράς προσευχής είναι να
βιάσης τον εαυτό σου να λέγης συνεχώς την ευχήν με το στόμα,
αδιαλείπτως. Εις την αρχήν γρήγορα να μην προφθάνη ο νους να
σχηματίζη λογισμό μετεωρισμού. Να προσεχής μόνον στα λόγια:
Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με. Όταν αυτό πολυχρονίση, το
συνηθίζει ο νους και το λέγει. Και γλυκαίνεσαι ωσάν να έχης μέλι
στο στόμα σου. Και θέλεις όλο να το λέγης. Αν το αφήνης,
στενοχωρείσαι πολύ. Όταν το συνηθίση ο νους και χόρταση -το
μάθη καλά- τότε το στέλνει εις την καρδίαν.
11

Ο διακριτικός και διορατικός Γέροντας Πορφύριος
Καυσοκαλυβίτης (+1991), παρ' ότι έζησε πολλά έτη στην Αθήνα,
ζούσε ζωηρά τη νοερά εργασία και συμβούλευε «θα λες το Κύριε
Ιησού Χριστέ, Υιέ και Λόγε του Θεού του Ζώντος, ελέησόν με, με
πολύ ηρεμία, απαλότητα και γλυκύτητα. Να μη ταράζεσαι από τις
διάφορες εικόνες που θα σου φέρνει ο πονηρός, ούτε να βιάζεσαι
όταν λες τις λέξεις αυτές, και να προσέχεις καλά το νόημά τους».
Ζώντας αδιάλειπτα τη νοερά προσευχή συχνά έλεγε πώς να λένε
την προσευχή: «Χωρίς βία και άγχος, θα τα λέτε ήρεμα, ταπεινά,
με αγάπη, με γλύκα» κι άλλοτε «Να προσεύχεσαι χωρίς αγωνία,
ήρεμα, με εμπιστοσύνη στην αγάπη και στην Πρόνοια του Θεού.
Μην κουρασθής να προσεύχεσαι».
Αν θα προσθέταμε κεφάλαια στη Φιλοκαλία, οπωσδήποτε θα
έπρεπε να θέσουμε τα έργα του Γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ
(+1994) μαθητού του αγίου Σιλουανού του Αθωνίτη (+1938) και
εξαίρετου βιογράφου του. Ο καθηγητής Γ. Μαντζαρίδης το βιβλίο
του «Περί προσευχής» χαρακτηρίζει ανεκτίμητο θησαυρό στην
Ορθόδοξη θεολογική και εκκλησιαστική γραμματεία. Πράγματι το
βιβλίο αυτό είναι αποκαλυπτικό των βιωμάτων του συγγραφέως:
«Η απόκτησις της προσευχής δια του Ονόματος του Ιησού
σημαίνει απόκτησιν της αιωνιότητος. Εις τας πλέον θλιβεράς
στιγμάς της καταρρεύσεως του φυσικού ημών οργανισμού η
προσευχή, Ιησού Χριστέ, αποβαίνει το ένδυμα της ψυχής. Όταν η
δραστηριότης του εγκεφάλου ημών παύη, πάσα δε άλλη
προσευχή καθίσταται δύσκολος δια την μνήμην και την προφοράν,
τότε το φως της θεογνωσίας, όπερ εκπορεύεται από του Ονόματος
και το οποίον ενδομύχως έχομεν αφομοιώσει, θα παραμείνη
αναφαίρετον από του πνεύματος ημών….
Ο Γέροντας Παΐσιος (+1994) ζώντας στα βάθη της καθαρής
του καρδιάς την προσευχή κι αγαπώντας θερμά την ησυχία
μιλούσε συχνά στους πολλούς επισκέπτες του περί προσευχής,
ως συνέχεια της προσευχής του: «Ο άνθρωπος να συναισθάνεται
την αμαρτωλότητά του και να έχει εμπιστοσύνη κι ελπίδα στο έλεος
του Θεού, διότι αυτό θα τον σώσει. Έτσι συγκεντρώνεται ο νους
του κι αισθάνεται την ευχή ως ανάγκη. Έτσι αρχίζει να λέει «Κύριε
Ιησού Χριστέ, ελθέ»… και η καρδιά ξεκουράζεται».
Η ησυχαστική παράδοση σε όλη την ιστορία του Αγίου
Όρους ήταν και είναι ζωντανή. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς είναι
λίαν επίκαιρος σήμερα. Η γνήσια μοναχική ζωή, είναι η
εμπνευσμένη μυστική ζωή, με πλούσια και μοναδική δημιουργία
και προσφορά για όλη την Εκκλησία και τον κόσμο. Με τη νοερά
άθληση ο Ορθόδοξος μοναχός βιώνει στην εντέλεια την ενότητα
της Εκκλησίας και συνεργεί στη σωτηρία του κόσμου.
12

Η κύρια εργασία των μοναχών είναι η προσευχή, της οποίας
η ευεργετική δύναμη έχει απεριόριστη αξία για όλο τον κόσμο. Η
αγάπη αυτών που παρέμειναν κρυμμένοι σε σπήλαια και
χαράδρες δεν ήταν λιγότερη από αυτών που εργάσθηκαν εκτός
του Όρους.
Μέσα από τις κρύπτες τους προσεύχονταν νυχθήμερα υπέρ
της σωτηρίας παντός του κόσμου. Η προσωπική τους τελείωση
ήταν δύναμη για το ένα σώμα της Εκκλησίας, του οποίου
αποτελούσαν δυναμικά μέλη. Οι προσευχές τους ήταν
ανυπολόγιστης αξίας για όλη την ανθρωπότητα κι επηρέαζαν τις
εκβάσεις της ιστορίας. Οι άσημοι ασκητές βίωναν στα βάθη της
καρδιάς τους τα μυστήρια του Θεού, ήσαν οι όντως θεολόγοι. Ο
άγιος Μάξιμος έλαβε το χάρισμα της θεολογίας από τη Θεοτόκο
στην κορυφή του Άθωνα. Οι θείες ελλάμψεις του ακτίστου και
ενυποστάτου φωτός, που χαρίζεται στους κατά χάριν αξίους,
ένωναν μυστικά τους νέους μαθητές του Κυρίου, τους ησυχαστές,
καθώς θεολογεί ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Η ζωή των όσιων
του Άθω Πατέρων υπογραμμίζεται από την αναγκαιότητα της
πρακτικής αρετής και ασκήσεως για να καθαρισθεί ο νους και η
καρδιά και να γίνουν δεκτικοί των θείων θεωρημάτων.
Αποκορύφωμα όλων των πρακτικών ασκήσεων η προσευχή, η
αγάπη, η οποία αντικαθιστούσε την ιεραποστολή, τη διδασκαλία
και τη φιλανθρωπία. Μόνη η προσευχή καταξίωνε τον σκοπό της
αναχωρήσεως από τον κόσμο. Θεολογία και προσευχή δεν
αποτελούν κάτι ανεξάρτητο. Υπάρχει ενότητα πλήρης στην πράξη
ως μία θεωρητική ζωή προσιτή σε όλους. Η Εκκλησία σήμερα
καλείται να μελετήσει ιδιαίτερα την πλούσια ησυχαστική της
παράδοση και πρώτος ο μοναχισμός και μάλιστα ο αθωνικός.
Κλείνω με τα θεόπνευστα λόγια του οσίου Σιλουανού του
Αθωνίτου: «Εγώ εγνώρισα ότι η προσευχή είναι εύκολος, επειδή
βοηθεί η χάρις του Θεού. Ο Κύριος αγαπά ημάς υπερβαλλόντως,
και δια της προσευχής καταξιοί ημάς να συνομιλώμεν μετ' Αυτού
και να μετανοώμεν και να δοξολογώμεν Αυτόν. Αδυνατώ να
περιγράψω οπόσον πολύ αγαπά ημάς ο Κύριος. Δια του
Πνεύματος του Αγίου γνωρίζεται η αγάπη αυτή, και η ψυχή του
προσευχομένου γνωρίζει το Άγιον Πνεύμα».

13

Θέα του Ακτίστου Φωτός και Μοναχισμός

Αρχιμανδρίτου Γεωργίου Καθηγουμένου
Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους

Κατά τον μέγα Φωστήρα της Εκκλησίας, άγιο Γρηγόριο
τον Παλαμά, υπάρχουν τριών ειδών θεολογίες:
α) Η ασφαλής και μυστική των θεοπτών θεολόγων, οι
οποίοι ομιλούν εκ προσωπικής εμπειρίας και κοινωνίας με τον
Ζώντα Θεό.
β) Η φιλόσοφος θεολογία των μη εχόντων προσωπική
εμπειρία θεοπτίας, αλλά εν ταπεινώσει δεχομένων τις εμπειρίες και
θεοπτίες των Άγιων και θεολογούντων συμφώνως προς αυτές. Η
θεολογία αυτή χρησιμοποιεί την αποδεικτική μέθοδο, αυτήν
δηλαδή που αποδεικνύει τις θεολογικές θέσεις με συλλογισμούς
βάσει της Αποκαλύψεως και των καταγεγραμμένων εμπειριών των
Αγίων, και
γ) Η καινή θεολογία των θρασέων θεολόγων, οι οποίοι
απορρίπτουν τις εμπειρίες των Αγίων και θεολογούν διαλεκτικώς
κατά τις δικές τους φιλοσοφικές αρχές. Εκπρόσωπος της
διαλεκτικής θεολογίας ήταν στους χρόνους του Αγίου Παλαμά ο
δυτικός μοναχός Βαρλαάμ.
Την αποδεικτική μέθοδο ηκολούθησαν και οι Αγιορείται
Πατέρες οι συντάξαντες τον Αγιορειτικό Τόμο το έτος 1340, οι
οποίοι καταλήγουν: «Ταύτα υπό των Γραφών εδιδάχθημεν, ταύτα
14

παρά των ημετέρων Πατέρων παρελάβομεν. ταύτα δια της μικράς
έγνωμεν πείρας».
Είναι χαρακτηριστικός και ο τρόπος που υπέγραφε ο
επίσκοπος Ιερισσού και Αγίου Όρους, Ιάκωβος: «Ο ταπεινός
Επίσκοπος Ιερισσού και Αγίου Όρους Ιάκωβος, ταις αγιορειτικαίς
και πατρικαίς ανατεθραμμένος παραδόσεσι, και μαρτυρών, ότι δια
των ενταύθα υπογραφάντων λογάδων, άπαν το Άγιον Όρος
συμφωνούντες
υπέγραψαν,
και
αυτός
συμφωνών
και
επισφραγίζων, υπέγραψα. Και τούτο μετά πάντων προσγράφων.
ότι τον μη συμφωνούντα τοις αγίοις καθώς και ημείς και οι μικρό
προ ημών Πατέρες ημών, ημείς την αυτού κοινωνίαν ου
παραδεξόμεθα».
Στην ταπεινή μου εισήγησι θα ακολουθήσω την αποδεικτική
μέθοδο.

Α΄. Το Άκτιστον Φως, Φως της Θεότητος
Στους αγίους μοναχούς οφείλεται ο πλούτος της
εμπειρίας και της θεολογίας του Ακτίστου Φωτός. Γι' αυτό και θα
δώσω τον λόγο σε αγίους μοναχούς, παλαιούς και νέους, οι οποίοι
θα διαπραγματευτούν την περί Ακτίστου Φωτός πίστι της
Εκκλησίας. Έτσι θα διαπιστωθή ότι στον χώρο του Ορθοδόξου
Μοναχισμού εβιώθη η εμπειρία του Ακτίστου Φωτός και διετυπώθη
η περί αυτού θεολογία.
Ο Θεός είναι Φως, κατά τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο:
«Και αυτή εστίν η επαγγελία ην ακηκόαμεν απ' αυτού και
αναγγέλλομεν υμίν, ότι ο Θεός φως εστί και σκοτία εν αυτώ ουκ
εστίν ουδεμία» (Α΄ Ιω. α΄ 5).
Ερμηνεύων ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης το εν λόγο
χωρίον γράφει: «Φως λοιπόν είναι ο Θεός και φως αληθινόν, με
την λαμπρότητα του όποίου συγκρινόμενος ο ήλιος και όλα τα
κτιστά φώτα, ευρίσκονται φώτα ψευδή. Φως είναι ο Θεός, κατά τον
Αρεοπαγίτην Διονύσιον, διότι γεμίζει από κάθε νοητόν φως κάθε
υπερουράνιον νουν, και διότι διώκει κάθε αγνωσίαν και πλάνην
από τας ψυχάς εκείνας, εις τας οποίας λάμπει τας ακτίνας του και
μεταδίδει εις αυτάς φως ιερόν (κεφ. δ' Περί θείων ονομάτων). Φως
είναι ο Θεός νοερόν, κατά τον Θεοφύλακτον και Οικουμένιον, διατί
κινεί τους οφθαλμούς της ψυχής εις το να θεωρήσουν, και διατί
αποστρέφει τα ομμάτια του νοός από ταύτα όλα τα υλικά και
τραβίζει την όρεξιν και επιθυμίαν του άνθρώπου, εις το να αγαπά
μόνον τον Θεόν με ένα ερωτικόν πάθος».

15

Στο σύμβολο της Πίστεως ομολογούμε ότι ο Κύριος
Ιησούς Χριστός είναι «Φως εκ Φωτός». Σε πολλά άλλα σημεία της
θείας Λατρείας χαρακτηρίζουμε τον Τριαδικό Θεό ως Φως.
Άραγε στις περιπτώσεις αυτές το φως νοείται εν ηθική
έννοια η εν οντολογική; Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής απαντά ότι
«κατ' ουσίαν αληθώς φως υπάρχων ο Θεός» και «φύσει φως ο
Θεός» και «ουκ άλλο και άλλο φως υπάρχων αλλά κατ' ουσίαν εν
και το αυτό, κατά τον της υπάρξεως τρόπον τρισσοφαές»1 .
Ο «υπερφαής και αρχίφωτος Θεός», κατά τον άγιο
Γρηγόριo τον Παλαμά, έπλασε τις λoγικές φύσεις, αγγέλους και
ανθρώπους, δεκτικές του θείου φωτός και ικανές να βλέπουν το
θείον φως, αφού «φως είναι την του Θεού τελειωτάτην θέαν».
Οι θείοι άγγελοι, όσο δεν εξέπεσαν, έχουν πλέον συνεχή
την κοινωνία με το Tρισήλιο Φως, που είναι και «η των πνευμάτων
τροφή, των τε αγγέλων και των δικαίων».
Ο Αδάμ προ της παρακοής μετείχε της θείας ελλάμψεως
και λαμπρότητος. Αυτήν φορούσε «ως στολήν δόξης». Έτσι δεν
ήταν γυμνός «ουδ' ασχήμων υπήρχεν ότι γυμνός», αλλ' αντιθέτως
ήταν πολύ λαμπρότερος αυτών που φορούν τα στολισμένα με
πολύ χρυσό και πολύτιμους λίθους διαδήματα.
Ακολουθεί όμως η παράβασις και ο χωρισμός από τον
Θεό, που είναι ο χωρισμός από την Ζωή και το Φως του Θεού.
Τώρα η ανθρωπίνη φύσις είναι γυμνή και άσχημη. Κάλυμμα
σκότους έχει επιβληθεί στην ψυχή. Οι πρωτόπλαστοι αισθάνονται
την γύμνωσί τους και εντρέπονται.
Την έλλαμψι του θείου Φωτός "προϋπέγραφε" ο Θεός
στα χρόνια της Παλαιάς Διαθήκης και μάλιστα κατά την
τεσσαρακονταετή πορεία του Ισραήλ στην έρημο.
Αναφέρονται συχνά οι Πατέρες στον Μωϋσή, ο οποίος,
όταν συνωμίλησε με τον Θεό τεσσαράκοντα ήμέρες και νύκτες και
εδέχθη τις δεύτερες πλάκες του Δεκαλόγου, «τόσην πολλήν δόξαν
έλαβε εκ της θείας συνομιλίας το πρόσωπον αυτού, ώστε δεν
εδύναντο οι Υιοί Ισραήλ να ιδούσιν αυτό. όθεν ηναγκάσθη να
1

Κατά τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, «ο θεοφόρος Μάξιμος ερωτηθείς περί τούτου του
ρητού, ήγουν διατί ο θεολόγος Ιωάννης ανωτέρω μεν είπεν ότι ο Θεός φως εστίν, εδώ δε λέγει
ότι αυτός (ήτοι ο Θεός) εν τω φωτί εστίν; Περί τούτου λέγω ερωτηθείς αποκρίνεται "Κατ'
ουσίαν φως υπάρχων ο Θεός, εν τοις εν αυτώ δια των αρετών περιπατούσιν εστίν, αληθώς
φως γενομένοις. Ώσπερ ουν το κατά μέθεξιν φως ως οι άγιοι πάντες, Δια φιλοθεΐαν εν τω κατ'
ουσίαν γίνονται φωτί, (ήτοι εν τω Θεώ) ούτω το κατ' ουσίαν, εν τω κατά μέθεξιν φωτί, δια
φιλανθρωπίαν γίνεται φως. Εάν ουν εσμέν κατά την αρετήν και την γνώσιν ως εν φωτί τω
Θεώ, και αυτός ο Θεός ως φως εν φωτί εστίν εν ημίν. Ο γαρ φύσει φως Θεός, εν τη μιμήσει
γίνεται φωτί, ως εν εικόνι αρχέτυπον η μάλλον, φως εστίν ο Θεός και Πατήρ εν φωτί, δηλαδή
τω υιώ και τω αγίω Πνεύματι. Ουκ άλλο και άλλο φως υπάρχων αλλά κατ' ουσίαν εν και το
αυτό, κατά τον της υπάρξεως τρόπον τρισσοφαές" (εν τη ογδόη λύσει των απόρων)»
(Ερμηνεία εις τας επτά Καθολικάς Επιστολάς, ένθ' ανωτ. σελ. 461, υποσημ. 10)

16

βάλλη κάλυμμα εις το πρόσωπόν του, και να εγκλείση τρόπον τινά
την πολλήν λαμπρότητα και δόξαν την έξω χυνομένην, και ούτως
εδυνήθησαν και είδον αυτόν οι Ισραηλίται. "Και είδον, φησίν, οι Υιοί
Ισραήλ το πρόσωπον Μωϋσέως ότι δεδόξασται. και περιέθηκε
Μωϋσής κάλυμμα επί το πρόσωπο αυτού" (Έξ. λδ΄ 35)».
Κατά τους αγίους Πατέρας, η δόξα και λαμπρότης του
Μωϋσέως εν σχέσει προς την δόξαν του μεταμορφωθέντος
Χριστού δεν είναι απλώς ολιγωτέρα αλλά πέρα πάσης
συγκρίσεως.
Κατά τον άγιο Εφραίμ τον Σύρο: «Έδειξεν ο Χριστός ότι
εξ όλου του σώματος έβρυεν η δόξα της Θεότητος αυτού, και εξ
όλων των μελών έλαμπε το φως αυτού. ου γαρ ως Μωσής έξωθεν
η σαρξ αυτού έλαμψεν εν ευπρεπεία, αλλ' εξ αυτού έβρυεν η δόξα
της Θεότητος αυτού».
Ο δε άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς λέγει: «οράτε ότι και
Μωϋσής μετεμορφώθη αναβάς εις το Όρος, και ούτως είδε την
δόξαν Κυρίου; αλλ' έπαθε την μεταμόρφωσιν, ουκ ενήργησε, κατά
τον λέγοντα (ήτοι τον Θεολόγον Γρηγόριον). εις τούτο με φέρει το
μέτριον ενταύθα φέγγος της αληθείας, λαμπρότητα Θεού ιδείν και
παθείν. ο δε Κύριος ημών Ιησούς Χριστός οίκοθεν είχε την
λαμπρότητα εκείνην».
Επιλέγει δε ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης: «Λέγων δε
ο άγιος ότι ο Μωϋσής έπαθε την μεταμόρφωσιν και ουκ ενήργησε,
δηλοί ότι έξωθεν εκ του φωτός του προσώπου Κυρίου
μετεμορφώθη: ήτοι ενηλλάγη κατά ψυχήν και σώμα. και ο μεν
Μωϋσής δια του γνόφον εφωτίσθη, ο δε Χριστός και αυτόν τον
γνόφον φωτίζει, επειδή και φωτεινήν έδειξεν εν τω Όρει Θαβώρ
την γνοφώδη νεφέλην. και ο συνομιλών με τον Θεόν, από εκεί
έλαβε το φως. ο δε Χριστός μίαν μικράν φλέβα ανοίξας της κατά
φύσιν πηγαίας φωτοχυσίας του, το Θαβώριον όλον εφαίδρυνε, και
τους δύο Προφήτας και τους τρεις Αποστόλους ελάμπρυνε».
Την γυμνή από το θείο Φως ανθρωπίνη φύσι ελέησε ο
Χριστός προσλαβών αυτήν και ενώσας με την θεία του φύσι στην
υπόσταση του Θεού Λόγου.
Κατά την θεία Μεταμόρφωσι στο Θαβώρ απεκαλύφθη
ότι ο Κύριος ενέδυσε πάλι την ανθρωπίνη φύσι με το ένδυμα του
θείου Φωτός και της θείας δόξης και την εθέωσε.
Ερμηνεύων ο άγιος Νικόδημος τροπάριον του α΄
Κανόνος (του άγιου Κοσμά Μαϊουμά) της εορτής της
Μεταμορφώσεως γράφει: «Αστράφας λοιπόν ο Χριστός επάνω εις
το Θαβώριον Όρος με δόξαν απρόσιτον της Θεότητος, ελάμπρυνε
μεν την Κτίσιν, μόνους δε τους ανθρώπους εθέωσε. γαρ η φύσις
δεκτική εστί της Θεώσεως. Όθεν οι άνθρωποι δια μέσου του
17

θεωθέντος προσλήμματος του Κυρίου εθεώθησαν κατά χάριν,
κατά το "Έγώ είπα. θεοί εστέ και υιοί υψίστου πάντες"(Ψαλμ. πα΄
6)».
Εις άλλο σημείο διευκρινίζει: «Σημείωσαι δε, ότι οι
Μαθηταί είδον εις το Όρος το άκτιστον φως της του Κυρίου
Θεότητος όχι μόνον με τον νουν, όστις είναι οφθαλμός της ψυχής,
αλλά και με τους αισθητούς οφθαλμούς του σώματος. Αλλά πως
είδον αυτό; μένοντες εν τη φυσική δυνάμει αυτών; όχι, αλλά
αλλοιωθέντες εις το κρείττον και θειότερον, και δυναμωθέντες υπό
της δυνάμεως του φωτός εκείνου. επειδή κτιστοί και αισθητοί
οφθαλμοί το άκτιστον και υπέρ αίσθησιν και νουν φως χωρήσαι ου
δύναται. Υπό του φωτός εκείνου λοιπόν ενισχυθέντες και
δυναμωθέντες οι των Αποστόλων αισθητοί οφθαλμοί, και υπέρ
τους όρους της εαυτών φύσεως γεγονότες, είδον το υπερφυές
εκείνο και άκτιστον και της θείας ουσίας αχώριστον φως, κατά την
κοινήν δόξαν των Ιερών Θεολόγων» .
Είναι γνωστό ότι τόσο η ιερά υμνολογία της Εκκλησίας
μας, όσο και οι άγιοι Πατέρες, τονίζουν ότι το λάμψαν εις το
Θαβώρ Φως δεν είναι η ουσία του Θεού, ούτε κτιστόν φως, ούτε
φάντασμα φωτός, αλλά το άκτιστον Φως του Θεού, άκτιστος και
θεία και θεοποιός ενέργεια2.
Το άκτιστον της θείας Χάριτος, ενεργείας, θείου φωτός,
είναι προϋπόθεσις της δυνατότητος της θεώσεώς μας.
Ο δυτικός Βαρλαάμ επολέμησε λυσσωδώς την περί
θέας του Ακτίστου Φωτός εμπειρία των Αγιορειτών, διότι δεν
εδέχετο την διάκρισι ουσίας και ενεργείας στον Θεό.
Αλλά ο Αγιορείτης της άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς
ανέλαβε σθεναρόν άγωνα, διότι, εάν επικρατούσε η ορθολογιστική
άποψις του Βαρλαάμ, ο άνθρωπος δεν θα ημπορούσε να θεωθή
δια κτιστής Χάριτος.
Το Άγιον Όρος με τον Αγιορειτικό Τόμο του 1340, τον
οποίο υπέγραφαν οι λογιώτεροι Αγιορείται, υιοθέτησε την
2

«Το φως όπου είδον οι Απόστολοι εις το Θαβώριον Όρος, αν και ήτον άκτιστον και άναρχον
κατά χρόνον, δεν ήτον όμως και ουσία και φύσις Θεού κοιτά τους Ιερούς Θεολόγους. Δια
τούτο είπεν ο Θεοφόρος Μάξιμος εν ταις εις την Μεταμόρφωσιν θεωρίαις του "Το φως του
προσώπου Κυρίου, το νικήσαν της ανθρωπίνης αισθήσεως την ενέργειαν, τον τρόπον
διετύπου τοις μακαρίοις Αποστόλοις της κατά απόφασιν μυστικής Θεολογίας, καθ' ην η
μακαρίοι Θεότης κατ' ουσίαν εστίν υπεράρρητος και υπεράγνωστος, και πάσης απειρίας
απειράκις εξηρημένη, ουδ' ίχνος όλως καταλήψεως καν ψιλόν τοις μετ' αυτήν καταλείψασα".
και ο θεολόγος δε Γρηγόριος λέγει. "Θεότης καθ' εαυτήν αόρατος" (Επιστολή α΄ προς
Κληδόνιον). Θεότης δε ενταύθα η θεία ουσία νοείται, εξ ης ενέργεια ουσιώδης και άκτιστος
υπήρχε το ορατόν φως της του Κυρίου Μεταμορφώσεως. Πλην, αν και το φως εκείνο δεν ήτον
ουσία του Θεού, όμως ήτον πάντοτε αχώριστον της ουσίας του Θεού, κατά τους Ιερούς
Θεολόγους ου γαρ ην καιρός ότε ουκ ην μετ' αυτής, συνάναρχον ον αυτή κατά χρόνον και
συναΐδιον» (Αγ. Νικοδήμου Αγιορείτου, Εορτοδρόμιον, Ένθ' ανωτ., τόμο Γ' σελ. 250-251).

18

διδασκαλία του αγίου Παλαμά. Ομοίως και η Εκκλησία, δια των εν
Κωνσταντινουπόλει Συνόδων των ετών 1341,1347 και 1351,
ανεκήρυξε τον άγιο Γρηγόριο ως απλανή διδάσκαλο της Εκκλησίας
και την διδασκαλία του ως διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Ανεθεματίσθησαν μάλιστα οι μη δεχόμενοι την διδασκαλία αυτή και
το άκτιστον της θείας Χάριτος, όπως αναφέρεται και στο
"Συνοδικόν της Οpθoδoξίας".
Στις Συνόδους αυτές συμμετείχαν και πρωταγωνίσθησαν
και διακεκριμένοι μοναχοί. Ειρήσθω παρεμπιπτόντως ότι μέχρι
σήμερα ο δυτικός Χριστιανισμός (Παπικοί και Προτεστάνται) δεν
δέχονται το άκτιστον της θείας Χάριτος, θεωρούντες μάλλον την
Χάριν κτίσμα. Αλλ' όταν η Χάρις είναι κτίσμα, δεν ημπορεί να
θεώση τον άνθρωπο. Γι' αυτό οι δυτικοί δεν ομιλούν περί θεώσεως
αλλά μόνον περί ηθικής καλλιτερεύσεως του ανθρώπου.
Φρονούμεν ότι η σοβαρά αυτή διαφορά θα πρέπει να
προστεθή στις θεμελιώδεις διαφορές μεταξύ Ορθοδοξίας αφ' ενός
και Ρωμαιοκαθολικών και Προτεσταντών αφ' έτέρου.

Β'. Οι συνέπειες της ελλάμψεως του θείου
Φωτός
Ο άνθρωπος ελλαμπόμενος από το θείο και άκτιστο Φως
απολαμβάνει πολλών θείων και υπερφυών δωρεών. Οι συνέπειες
της ελλάμψεως του Φωτός δεν είναι μόνον ηθικές, άλλά
πρωτίστως είναι οντολογικές. Η παρουσία του θείου Φωτός γίνεται
πηγή υπερφυών πνευματικών χαρισμάτων.
Το Άκτιστο Φως ονομάζεται από τους αγίους Πατέρας
ενυπόστατον φως, διότι δεν γίνεται και απογίνεται, όπως τα
πνευματικά νοήματα, αλλά μένει και φωτίζει μονίμως την ψυχή.
Λέγει σχετικώς ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος: «Η τοιαύτη, φησί,
του Πνεύματος έλλαμψις, ουχ οίον νοημάτων μόνον αποκάλυψίς
εστί και φωτισμός χάριτος, ώσπερ είρηται, αλλ' υποστατικού
φωτός εν ταις ψυχαίς βεβαία και διηνεκής έλλαμψις» .
Κατά τον όσιο Νικήτα τον Στηθάτο, με την παρουσία του
Φωτός οι δυνάμεις της ψυχής ειρηνεύουν και η ψυχή συνάγεται
από τον έξωθεν διασκορπισμό προς το θείο Φως και ενούμενη με
αυτό τελειούται και καθίσταται μύστις θείων θεωριών και
κατοικητήριον της ΑγίαςΤριάδος.
Κατά τον άγιο Μακάριο τον Αιγύπτιο, δια της ελλάμψεως
του θείου Φωτός αίρεται από την ψυχή το εκ της πτώσεως του
Αδάμ πνευματικό σκότος: «Φανερώς ουν δια τούτων απέδειξε,
κάλυμμα σκότους επιβεβλήσθαι την ψυχή. όπερ από της του Αδάμ
παραβάσεως, χώραν έσχε εις την ανθρωπότητα παραδύναι. νυνί
19

δε από της του Πνεύματος ελλάμψεως περιαιρείσθαι τούτο
πιστεύομεν εκ των πιστών και αξίων τω όντι ψυχών» .
Ο άνθρωπος, κατά τον π. Σωφρόνιο, δια της μετοχής και
ελλάμψεως του θείου Φωτός αξιούται «βαθείας τινός αισθήσεως
του Ζώντος Θεού εν τη καpδία και τω νοΐ», δέχεται την
«αποκάλυψιν της Θεότητος του Κυρίου Ιησού Χριστού» και «την
πείραν της αναστάσεως ως πρόγευσιν της μελλούσης
μακαριότητος», κοινωνεί με τον Θεό πρόσωπον προς πρόσωπον,
ασκεί τις αρετές και αποκτά τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος:
«Το άγιον τούτο Φως, όταν εμφανίζηται εν δυνάμει, φέρει την
ταπεινήν αγάπην. Αποδιώκει πάσαν αμφιβολίαν και πάντα φόβον,
εγκαταλείπει μακράν εις τα οπίσω πάσας τας γήινας σχέσεις» ,
κατά δε τον αββά Φιλήμονα: «κατατρυφά του Κυρίου πνευματικήν
τίνα και ακατάληπτον ευφροσύνην».
Συμφώνως προς την προσωπική μαρτυρία του οσίου
Μαξίμου του Καυσοκαλύβη στον άγιο Γρηγόριο τον Σιναΐτη, οι
καρποί του Αγίου Πνεύματος, που αναφέρει ο Απόστολος Παύλος,
αποκτώνται επίσης δι' αυτού του Φωτός: «Και τότε ωσάν αρπαχθή
ο νους του άνθρώπου από εκείνο το θεϊκόν φως και φωτισθή
φωτισμόν θεϊκής γνώσεως, γίνεται η καρδία του γαληνή και
πραοτάτη και αναβρύει τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος, την
χαράν, την ειρήνην, την μακροθυμίαν, την καλωσύνην, την
συμπάθειαν, την αγάπην, την ταπείνωσιν και τα λοιπά» .
Όπως παρατηρεί και ο άγιος Διάδοχος Φωτικής, μόνον
δια της μετοχής του θείου Φωτός είναι δυνατή η απόκτησις της
τελείας αγάπης: «Εάν γαρ μη τελείως το καθ' ομοίωσιν δια του
θείου φωτός απολάβη ο νους, πάσας μεν τας άλλας αρετάς
σχεδόν έχειν δύναται, της δε τελείας αγάπης έτι άμοιρος μένει».
Αλλά και μόνο δι' αυτού του Φωτός αποκτώνται τα
υπερφυή χαρίσματα των τελείων, λέγουν οι άγιοι Κάλλιστος και
Ιγνάτιος, οι Ξανθόπουλοι: « Και αυθίς ούτως, ως εξ ηλιακού
δίσκου, ανατέλλει τούτοις το ανακρίνειν, το διακρίνειν, το διοράν, το
προοράν, και τα παραπλήσια. και απαξαπλώς δι' αυτού απαυγάζει
τούτοις η των αδήλων μυστηρίων πάσα δηλωσίς τε και
αποκάλυψις. δυνάμεώς τε υπερφυούς και θείας εν πνεύματι
εμπίπλανται. και δια της τοιάσδε υπερφυούς δυνάμεως και ο χους
αυτών κουφιζόμενος, ή μάλλον το βρίθον της σαρκός
απολεπτυνόμενον και μετεωριζόμενον, υπερίπταται. Δια ταύτης
της εν Αγίω Πνεύματι φωτιστικής δυνάμεως, έτι μετά σαρκός όντες
και τίνες των Αγίων Πατέρων, ως άϋλοι και ασώματοι, ποταμούς
αβάτους και θαλάττας ναυσιπόρους, ποσίν αβρόχοις διήλθον.
δρόμους τε μακρούς και πολυημέρους, ακαριαίως διώδευσαν. και
έτερα εξαίσια, εν ουρανώ, εν γη, εν ηλίω, εν θαλάσση, εν ερημίαις,
20

εν πόλεσιν, εν παντί τόπω και χώρα, εν θηρίοις και ερπετοίς και
απλώς εν πάση τη κτίσει και πάσι τοις στοιχείοις εξειργάσαντο και
δια πάντων εδοξάσθησαν. και εν προσευχαίς δε τούτων ισταμένων
και τα αυτών ευαγή και τίμια σώματα γήθεν ως υπόπτερα
υπερήροντο, τω αναλωτικώ και ενθέω και αύλω πυρί, τω της
χάριτος, το σωματικόν πάχος, ναι μην και το βάρος,
αποτεφρούμενοι. κούφως τε αίρεσθαι ενεργούμενοι, ω του
θαύματος, μεταστοιχειούμενοι και μεταχαλκευόμενοι προς το
θειότερον, το θεουργώ παλάμη της ενσκηνούσης αυτοίς ισχύος και
χάριτος. και μετά τέλος δε, ενίων και τα σεβάσμια σώματα το
αδιάλυτον φέρουσι, προδήλως την ενοικούσαν αυτοίς και πάσι τοις
βεβαιοπίστοις υπέρ φύσιν χάριν και δύναμιν πιστούμενα».
Εν τω Φωτί, λέγει ο π. Σωφρόνιος ακολουθών τον άγιο
Γρηγόριο Παλαμά και τους άλλους Πατέρας, γινόμεθα τρόπον τινά
άναρχοι: «Ως άναρχος ενέργεια του Θεού, το Φως τούτο εισδύει εν
ημίν δια της δυνάμεως αυτού και ημείς γινόμεθα άναρχοι, ουχί
κατά την φύσιν ημών, αλλά κατά την δωρεάν της χάριτος:
«Άναρχος ζωή μεταδίδεται εις ημάς».
Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, «πάντες οι Δίκαιοι
εν τω αυτώ ακτίστου φωτί της Θεότητος έχουν να γνωρίσουν
αλλήλους και όσους ποτέ σωματικώς δεν εγνώρισαν, κατά τον
μέλλοντα αιώνα» .

Γ΄. Εμπειρίες θέας Ακτίστου Φωτός
Πολλοί μοναχοί δια μέσου των αιώνων έπαθαν την
θέωσιν και αξιώθηκαν της θέας του Ακτίστου Φωτός. Ολίγοι όμως
ωμίλησαν γι' αυτήν.
Ο άγιος Σuμεών ο Νέος Θεολόγος εδέχετο συχνά την
επίσκεψι του Ακτίστου Φωτός και μάλιστα κατά την τέλεσι της θείας
Λειτουργίας, την οποία καθημερινώς ετελούσε: «Διατί εις αυτόν δεν
έστειλεν ο Θεός Αγγέλους και Χερουβείμ δια να τον φυλάττωσιν,
οίτινες είναι "πνεύματα λειτουργικά εις διακονίαν αποστελλόμενα
δια τους μέλλοντας κληρονομείν σωτηρίαν", ως λέγει ο μακάριος
Παύλος, αλλ' αυτό αμέσως το ίδιον ζωαρχικόν και πανάγιον
Πνεύμα ο φύσει Θεός και Δεσπότης όλων ομού των Αγγέλων και
των ανθρώπων έσκεπεν αυτόν και εφύλαττε δια της φωτοφόρου
Χάριτός Του και πάντοτε μεν, εξαιρέτως δε και μάλιστα όταν ο
άγιος ευρισκόμενος ως Ιερεύς μέσα εις το άδυτον βήμα ελειτούργει
Θεώ την μυστικήν και αναίμακτον ιερουργίαν. η γαρ φωτεινή
νεφέλη εκείνη, όπου τότε τον εσκέπαζε και όλον αυτόν από κάθε
μέρος περιελάμβανε, καθώς αναφέρει ο βίος του, η παντοδύναμος
και φωτοπάροχος χάρις του παναγίου και ζωοποιού Πνεύματος
21

ήτον. Όθεν και από αυτήν τοσούτον ο Άγιος ελαμπρύνετο και ψυχή
και σώματι, και νοΐ και καρδία, ώστε όπου το θείον και ιερόν του
πρόσωπον ηκτινοβόλει και ήστραπτεν, ωσάν άλλος δεύτερος
ήλιος. Διο κανείς δεν ηδύνατο να βλέπη αυτό ακλινώς, καθώς δεν
δύναται να βλέπη ούτε τον ήλιον. Ω δόξαι! Ω μεγαλεία! Ω υπερφυή
και ουράνια χαρίσματα του ιερού Συμεώνος, τα οποία βυθίζουσι
κάθε νουν και κάμνουσιν άλαλον κάθε γλώσσαν!»3.
Αλλά και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς εκ της
προσωπικής του πείρας ομιλεί περί του Ακτίστου Φωτός, χωρίς
όμως να αποκαλύψη ότι αυτός υπήρξε θεόπτης: «Βλέπει βεβαίως
ως φως εκείνο το αγαπητότατο πράγμα που αρπάζει τον νου, τον
κάνει να εξίσταται από όλα και τον στρέφει ολόκληρο μόνο σ' αυτό,
είναι αποκαλυπτικό άλλ' όχι αισθητών σωμάτων, το βλέπει να μη
τελειώνη ούτε προς τα κάτω ούτε προς τα άνω ούτε προς τα
πλάγια, και δεν διακρίνει κάποιο τέλος του φωτός που βλέπει και
τον περιλάμπει, αλλά σαν να ήταν ήλιος που είναι απειροπλάσια
λαμπρότερος και μεγαλύτερος του σύμπαντος. στο μέσον δε
ευρίσκεται αυτός, όντας ολόκληρος οφθαλμός. κάτι τέτοιο είναι
εκείνο (η έκστασις )».
Είναι χαρακτηριστικό πως ένας σύγχρονος όσιος
Γέροντας, ο π. Σωφρόνιος Σαχάρωφ, διατυπώνει την εμπειρία του
εκ της θέας του Ακτίστου Φωτός: «Η ενέργεια του Φωτός, περί του
οποίου γράφω, επί του πνεύματος του ανθρώπου μαρτυρεί περί
της Θεότητος Αυτού: Είναι άκτιστον, ανονόμαστον, ακράτητον.
είναι μυστηριώδες, άϋλον, απαραβίαστον. Απορώ. Πώς να
σκεφθώ ή να ομιλήσω περί αυτού;
»Το Φως τούτο είναι ως προς την φύσι αυτού
υπερκόσμιον. Η κάθοδος αυτού εφ' ημάς δεν είναι άλλο τι, ει μη η
φανέρωσις του Θεού εις τον άνθρωπον: αποκάλυψις ουρανίων
μυστηρίων. Κατά την Μεταμόρφωσιν επί του Θαβώρ δια της
δωρεάς του Φωτός τούτου εδραιώθη η Θεογνωσία. Από της
στιγμής της ελλάμψεως των Αποστόλων υπό του Φωτός τούτου
επί του Θαβώρ, το Φως εισήλθεν εις την Ιστορίαν του κόσμου και
εγένετο "αναφαίρετος κληρονομία" δια τας επερχομένας γενεάς
των πιστευόντων εις τον Χριστόν-Θεόν. Άνευ του Φωτός τούτου η
γη θα παρέμενεν έξω της αληθούς Θεογνωσίας. Βάσει της
προσωπικής μου πείρας, επέτρεψα εις εαυτόν να ονομάση το Φως
τούτο Φως αναστάσεως.
3

Αγ.. Νικοδήμου Αγιορείτου, Λόγος εγκωμιαστικός εις τον εν αγίοις όσιον και θεοφόρον
πατέρα ημών Συμεών τον Νέον Θεολόγον, εν Ακολουθία και εγκώμιον του οσίου και
θεοφόρου Πατρός ημών Συμεών του Νέου Θεολόγου, εν Αθήναις 1975, σελ. 107. Βλ. και
Συμεών του Νέου Θεολόγου, Κεφάλαια Πρακτικά και Θεολογικά, ξη΄, Φιλοκαλία, ένθ' ανωτ.,
τόμο Γ', σελ. 249.

22

Δια της ελεύσεως του Φωτός τούτου το πνεύμα του
ανθρώπου εισάγεται εις την σφαίραν όπου δεν υπάρχει θάνατος.
Άνευ της ελλάμψεως του Φωτός τούτου δεν κατανοείται ορθώς το
μυστήριον των οδών της σωτηρίας. ο κόσμος, οι άνθρωποι, θα
παρέμενον εν τω σκότει της αγνοίας. Η αφηρημένη θεολογική
μόρφωσις, έτι και η πλέον εκλελεπτυσμένη, δεν σώζει, διότι
παρέχει διανοητικήν μόνον γνώσιν και δεν ανάγει όντως εις τον
χώρον του θείου Είναι.
»Ενίοτε δυνάμεθα να παρουσιάσωμεν το Φως τούτο
προς νεφέλην καλύπτουσαν την κορυφήν όρους, επί του οποίου
ιστάμεθα: Η νεφέλη καθ' εαυτήν είναι έμπλεος Φωτός, αλλ' ημείς
ουδέν βλέπομεν, ει μη μόνον αυτήν. Άπας ο λοιπός κόσμος δεν
οράται. Κατά τον αυτόν τρόπον το Θείον Φως, αποκαλύπτον ημίν
νέαν μορφήν πνευματικού είναι, αποκρύπτει από των οφθαλμών
ημών την θέαν του υλικού κόσμου. Το Φως τούτο είναι
ομοιόμορφον, ακέραιον, πλήρες βαθείας ειρήνης. Εν αυτώ η ψυχή
θεωρεί την Αγάπην και την Αγαθότητα του Θεού. Όταν τούτο
εκχέηται αφθόνως επί τον άνθρωπον, παύει ούτος να
αντιλαμβάνηται την υλικότητα του περιβάλλοντος αυτόν χώρου, έτι
δε και την του σώματος αυτού. Επί πλέον βλέπει εαυτόν ως φως.
Το Φως τούτο έρχεται ιλαρώς, τρυφερώς, ούτως ώστε να μη
παρατηρώμεν πως τούτο περιέβαλεν ημάς. Ουχί αίφνης, αλλ'
ηρέμα ο κόσμος συνήθως "λησμονείται". Το φαινόμενον τούτο
ομοιάζει προς ήρεμον επέλευσιν ύπνου εις φυσιολογικώς υγιά
άνθρωπον. όμως, βεβαίως, δεν πρόκειται περί ύπνου, αλλά περί
πληρώματος ζωής».

Δ΄. Διάκρισις Ακτίστου Φωτός από άλλα φώτα
Οι θεόπται Πατέρες διευκρινίζουν ότι κάθε ορώμενον φως
δεν είναι Άκτιστον Φως. Υπάρχουν και άλλα φώτα, που δεν πρέπει
να συγχέωνται με αυτό. Υπάρχει το φως του νοός και το
δαιμονικόν φως.
Για τα φώτα αυτά γράφει ο π. Σωφρόνιος: «Επειράσθην
ωσαύτως υπό φωτοειδών εμφανίσεων προερχομένων εκ των
εναντίων πνευμάτων. Αλλ' ότε εις ώριμον ήδη ηλικίαν επέστρεψα
εις τον Χριστόν ως τον τέλειον Θεόν, περιέλαμψεν εμέ το άναρχον
Φως. Το θαυμαστόν τούτο Φως, έστω και εν τω μέτρω εν τω
οποίο εδόθη εις εμέ να γνωρίσω δια της Άνωθεν ευδοκίας,
επεσκίασε πάντα τα άλλα, ως ο ανατέλλων ήλιος δεν επιτρέπει να
ίδωμεν εισέτι και τους πλέον λαμπρούς αστέρας».
Οι άγιοι Ιγνάτιος και Κάλλιστος Ξανθόπουλοι διασώζουν
την περιγραφήν του δαιμονικού φωτός, όπως την διετύπωσε ο
23

όσιος Παύλος ο εν τω Λάτρω: «Το μεν της αντικειμένης δυνάμεως
φως, πυροειδές εστί και καπνώδες και του αισθητού πυρός όμοιον.
και επειδάν αυτό μετριοπαθής και κεκαθαρμένη ψυχή θεάσηται,
αηδώς έχει προς αυτό και βδελύττεται. το δε του αγαθού αγαθόν,
χαριέστατόν τε εστί και ακραιφνές, και προσβαλόν αγιάζει, φωτός
τε και χαράς και ιλαρότητος πληροί την ψυχήν και ηπίαν αυτήν ,και
φιλάνθρωπον απεργάζεται».
Η διάκρισις των φώτων είναι ιδιαιτέρως αναγκαία
σήμερα που διάφορες "πνευματικότητες", ανατολικής κυρίως
προελεύσεως, επαγγέλλονται εμπειρίες υπέρλογες που, εάν δεν
είναι δαιμονικές, είναι του νοός, αποτέλεσμα ανθρωποκεντρικών
ασκήσεων. Ο βασανιζόμενος μέσα στην ορθολογιστική και
αιτιοκρατική φυλακή σύγχρονος άνθρωπος, αγνοών ή και μη
θέλων λόγω αυταρκείας να γνωρίση το Άκτιστο Φως του Χριστού,
καταλήγει σ' αυτές για να βρη κάποια διέξοδο στο πνευματικό του
αδιέξοδο.
Θα μπορούσαμε να ειπούμε ότι στις ανατολικές
πνευματικότητες ο άνθρωπος κάνει διάλογο με τον εαυτό του. Στην
Ορθόδοξο άσκησι αντίθετα ο άνθρωπος εισέρχεται στον έσω
άνθρωπο, για να συναντήση, διαλεχθή και ενωθή με τον Θεό.

Ε'. Προϋποθέσεις της θέας του Ακτίστου
Φωτός.
Κατά τον Μέγα Βασίλειο, η κάθαρσις από τα πάθη
επιτρέπει, «ίνα γαληνιώσης της ημών ψυχής και δι' ουδενός
πάθους ταρασσομένης, οίον εν κατόπτρο τινί καθαρά γένηται και
ανεπισκότητος η έλλαμψις του Θεού». και «ούτε γαρ κατόπτρω
ρυπώντι δυνατόν των εικόνων δέξασθαι τας εμφάσεις, ούτε ψυχήν
ταις βιοτικαίς προειλημμένην μερίμναις και τοις εκ του φρονήματος
της σαρκός επισκοτουμένην πάθεσι δυνατόν υποδέξασθαι του
Αγίου Πνεύματος τας ελλάμψεις».
Κατά τον άγιον Ισαάκ: «Ου δύναται άνθρωπος
θεάσασθαι το κάλλος το όν ένδοθεν αυτού, πριν η ατιμάση και
βδελύξηται παν κάλλος έξωθεν αυτού» και «Ο σωφρονών, και
ταπεινοφρονών, και βδελυττόμενος την παρρησίαν, και τον θυμόν
εκ της καρδίας απωσάμενος, εγώ πιστεύω, ότι όταν αναστή εν τη
προσευχή, καθορά εν τη ψυχή αυτού το φως του αγίου πνεύματος,
και σκιρτά εν ταις λαμπηδόσιν αυτού της ελλάμψεως του φωτός,
και ευφραίνεται εν τη θεωρία της δόξης αυτής, και εν τη εαυτής
αλλοιώσει προς την αυτού ομοιότητα».
24

Κατά τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη: «Κατά την
αναλογίαν της καθαρότητος των καρδιών ημών εφώτισεν ημάς ο
φωτοπάροχος Ιησούς. καθώς γαρ το αισθητόν τούτο φως φωτίζει
τους έχοντας καθαρούς και υγιείς τους οφθαλμούς του σώματος.
ούτω και το άϋλον και άκτιστον φως της υπερουσίου Θεότητος
φωτίζει τους έχοντας νουν καθαρόν και καρδίαν λελαμπρυσμένην.
οι γαρ με το θείον φως ενωθήναι βουλόμενοι, φως πρέπει να είναι
και αυτοί δια των αρετών» .
Η νήψις, η μετάνοια, η αυτομεμψία είναι κατά τον άγιο
Συμεών τον Νέο Θεολόγο προϋποθέσεις της ελλάμψεως του θείου
Φωτός: «Έχειν δε τον νουν πάντοτε προς τον Θεόν, εν τε ύπνω
και εγρηγόρσει, εστιάσει και ομιλία, εργοχείρω τε και πάση άλλη
πράξει κατά το προφητικόν λόγιον. προωρώμην τον Κύριον
ενώπιόν μου δια παντός. Ηγού δε εαυτόν αμαρτωλότερον παντός
ανθρώπου. Χρονιζούσης γαρ ταύτης της μνήμης, πέφυκεν
εγγίνεσθαι τη διανοία έλλαμψις δίκην ακτίνος. Και όσον ταύτην
επιζητείς, πολλή προσοχή και απερισπάστω διανoία, κόπω τε
πολλώ και δάκρυσι, τηλαυγέστερoν φαίνεται. Φαινομένη δε,
αγαπάται. αγαπωμένη δε, καθαίρει. καθαίρουσα δε, θεοειδή
απεργάζεται, φωτίζουσα και διδάσκουσα διακρίνειν το καλόν από
του χείρονος.
Πλην, αδελφέ, πολλού δει κόπου, συν Θεώ του τελείως
ταύτην εισοικισθήναι τη ση ψυχή και ταύτη καταυγάσαι, ώσπερ η
σελήνη, τον της νυκτός ζόφον. Προσέχειν δε δει και τας
προσβολάς των λογισμών, κενοδοξίας τε και οιήσεως, και του μη
κατακρίνειν τινά ορώντα απρεπές τι πράττοντα» .
Βασική προϋπόθεσις θεώσεως και θεωρίας είναι η
αδιάλειπτος νοερά καρδιακή προσευχή. Ο αββάς Ισαάκ λέγει: «Ο
θέλων ιδείν τον Κύριον, μηχανάται καθαρίσαι αυτού την καρδίαν εν
αδιαλείπτω μνήμη του Θεού. και ούτως εν τη λαμπρότητι της
διανοίας αυτού εν πάση ώρα όψεται τον Κύριον».
Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς στην περίφημη ομιλία του
στα Εισόδια της Θεοτόκου λέγει, ότι η Κυρία Θεοτόκος
σχολάζουσα στα Άγια των Αγίων ήσκησε πρώτη την προσευχή
αυτή: «Ταύτας λοιπόν τας γηίνας σχέσεις αποβαλούσα η
Παρθένος από την πρώτην αρχήν της ζωής της, αναχώρησεν από
τους ανθρώπους, και φυγoύσα τον αμαρτωλόν βίον, εδιάλεξε μίαν
ζωήν αθεώρητον από όλους ενδιατρίβουσα μέσα εις τα άγια, εις τα
οποία διατελούσα ελύθη από κάθε δεσμόν υλικόν. απετίναξε κάθε
σχέσιν. ανέβη επάνω από κάθε αγάπην έως και αυτού του ιδίου
σώματός της και ούτω ήνωσε τον νουν της εις τον εαυτόν του με
μίαν στροφήν και προσευχήν και με θείαν και παντοτεινήν
προσευχήν. και δια μέσου αυτής της στροφής του νοός ηνώθη
25

όλως δι' όλου με τον εαυτόν της. υψώθη επάνω από κάθε είδος και
σχήμα, και έτζι κατεσκεύασε μίαν καινούριαν στράταν εις τούς
ουρανούς, δηλαδή την νοητήν (δια να την ονομάσω έτζι) σιωπήν,
εις την οποίαν προσκολλήσασα τον νουν της, αναβαίνει επάνω
από όλα τα κτίσματα, και βλέπει δόξαν Θεού τελειότερον από τον
Μωϋσήν, και ορά θείαν Χάριν, ήτις δεν καταλαμβάνεται τελείως
από την αίσθησιν, αλλά είναι ένα ιερόν και χαριέστατον θέαμα
μοναχών των ψυχών των καθαρών και αγίων αγγέλων».
Έτσι η Θεοτόκος εισήγαγε στον κόσμο την ησυχαστική
προσευχή, κατά την οποίαν ο νους απερίσπαστος από κάθε σκέψι
εισέρχεται στην καρδιά και εκεί ενώνεται δια της προσευχής με τον
Χριστό και αξιούται της θεωρίας του θείου Φωτός.
Επειδή στους αγωνιζομένους για την ησυχαστική
προσευχή ελλοχεύει ο κίνδυνος της πλάνης, οι άγιοι Πατέρες
συνιστούν την υπακοή σε πεπειραμένο γέροντα που εκ πείρας
προσωπικής θα ημπορεί να οδηγή απλανώς τον ασκούμενο
μοναχό4.

ΣΤ΄. Άλλες εμπειρίες της Ακτίστου Χάριτος
του Θεού.
Σύμφωνα με όσα μας παραδίδουν οι θεόπται άγιοι
Πατέρες, η ανωτέρα και τελειωτέρα εμπειρία της Χάριτος του Θεού
είναι η θεωρία-θέα του Ακτίστου Φωτός.
Κατά τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, η θεωρία του
θείου Φωτός και κάλλους είναι η γλυκυτέρα και ποθεινοτέρα των
άλλων του Θεού προσόντων, που γεννά στην ψυχή τον θείο πόθο
και "έρωτα".
Προς παρηγορίαν ημών των μη θεασαμένων το
Άκτιστον Φως οι άγιοι Πατέρες μας διδάσκουν ότι ο Φιλάνθρωπος
4

Γράφει σχετικώς ο π. Σωφρόνιος: «Η εν δυνάμει εμφάνισις του Φωτός τοσούτον υπερβαίνει
την πεπτωκυίαν φύσιν ημών, ώστε ουδείς εκ των εις Χριστόν πιστευόντων πρέπει να
εμπιστεύηται εις εαυτόν άνευ της απαραιτήτου μαρτυρίας είτε εκ των Γραφών, είτε εκ των
έργων των Αγίων Πατέρων. Πλέον τούτου, και αι Γραφαί εισέτι δεν επαρκούν δια την τελικήν
κρίσιν, διότι και ο λόγος του Θεού κατανοείται σχετικώς υφ' ενός έκάστου κατά διάφορον
τρόπον. Είναι απαραίτητος η επιβεβαίωσις άλλου προσώπου της αυτής πίστεως, το οποίον
όμως ηξιώθη προ ημών της Θείας επισκέψεως. Επομένως είναι αναγκαία τα τρία ταύτα: Αι
Άγιαι Γραφαί της Καινής Διαθήκης, τα έργα των αγίων ασκητών της Εκκλησίας ημών και ο
"ζων" μάρτυς. Εάν ο τελευταίος ούτος δεν υπάρχει, τότε είναι ίδιον της δικαίας ψυχής η
κραυγή προς τον Θεόν: "Φείσαί μου και μη εάσης με τον παραλελυμένον ψυχή τε και σώματι
να εκπέσω της αληθείας Σου και να τραπώ εις άλλην, αλλοτρίαν οδόν". "Μη με δελεάσης
απάτη". Τους λόγους τούτους θέτει η εκκλησιαστική υμνολογία εις το στόμα της Υπεραγίας
Παρθένου, ότε Αυτή έλαβεν εκ του Αρχαγγέλου Γαβριήλ την αποκάλυψιν της εξ Αυτής
παρθενικής γεννήσεως του Υιού του Θεού» (Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, ένθ' ανωτ. σελ.
269-270).

26

Κύριος παρακαλεί τις πιστές ψυχές και με άλλες εμπειρίες της
Ακτίστου Χάριτός του.
Γράφει ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης: «Εν τίσι μεν οράται
ως φως ανατέλλον. Εν άλλοις δε, αγαλλίασις έντρομος. Εν ετέροις
δε, χαρά. Εν άλλοις δε, σύμμικτος χαρά και φόβος. Ev τίσι δε,
τρόμος και χαρά. Εστί δ' ότε και εις τίνας, δάκρυα και φόβος. χαίρει
μεν η ψυχή την επισκοπήν και το έλεος του Θεού, φοβείται δε και
τρέμει την παρουσίαν αυτού, ως υπεύθυνος εν αμαρτίαις πολλαίς.
Ετέροις δε πάλιν γίνεται παρά τας αρχάς άρρητος συντριβή και
πόνος άφατος ψυχής, οδυνωμένη καθάπερ η τίκτουσα και
ωδίνουσα κατά την Γραφήν. διϊκνούμενος γαρ ο ζων και ενεργής
λόγος, τουτέστιν ο Ιησούς, ως φήσιν ο Απόστολος, μεχρι μερισμού
ψυχής και σώματος, αρμών τε και μυελών, Ίνα το εμπαθές εξ όλων
των της ψυχής μερών και του σώματος βιαίως εκτήξη. Εν άλλοις
δε, αγάπη και ειρήνη άμαχος προς πάντας οράται. Εν ετέροις δε,
αγαλλίαμα, όπερ σκίρτημα πολλαχώς οι Πατέρες ειρήκασι,
πνεύματος ούσα δύναμις και καρδίας ζώσης κίνημα. τούτο και
παλμός λέγεται και στεναγμός, του πνεύματος αλαλήτως υπέρ
ημών προς τον Θεόν εντυγχάνoντoς. Κύμα δε τούτο της του Θεού
δικαιοσύνης και ο Ησαΐας ονόμασε. και νυγμόν ο μέγας Εφραίμ. ο
δε Κύριος, πηγήν ύδατος αλλομένου εις ζωήν αιώνιον. (ύδωρ δε,
το πνεύμα ονόμασε,) πηδώντος εν καρδία και υπερζέον τω
σφοδρώ της δυνάμεως».
Όμως κανείς δεν πρέπει να γίνεται μοναχός για να λάβη
εμπειρίες της θείας Χάριτος. Κατά τον άγιο Διάδοχο Φωτικής: «Ου
δει ουν επί ταύτη τη ελπίδι τίνα τον ασκητικόν μετιέναι βίον, Ίνα μη
ο σατανάς ετοίμην εύρη την ψυχήν εντεύθεν εις συναρπαγήν. Αλλ'
ίνα φθάσωμεν μόνον εν πάση αισθήσει και πληροφορία της
καρδίας αγαπήσαι τον Θεόν, όπερ εστίν εν όλη ψυχή και εν όλη
καρδία και εν όλη διανοία. Ο γαρ εις τούτο υπό της χάριτος
ενεργούμενος του Θεού, αποδημεί του κόσμου, καν εν τω κόσμω
παρή»48 .
Μήπως επειδή, πριν μετανοήσουμε και καθαρθούμε από
τα πάθη, δεν πρέπει να ζητούμε εμπειρίες θεωρίας, δεν πρέπει
ούτε και να ομιλούμε γι' αυτές και μάλιστα για την θέωσι ως σκοπό
της ζωής μας;
Την απάντησι δίδει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς:
«Αυτός που δεν πιστεύει σ' αυτό το μεγάλο μυστήριο της νέας
χάριτος, μήτε αποβλέπει στην ελπίδα της θεώσεως, δεν θα
ημπορούσε να καταφρονή ούτε ηδονή σαρκός ούτε χρήματα και
κτήματα και την δόξα των ανθρώπων. Αλλά και αν ημπορούσε
έστω και για λίγο, τον ακολουθεί η υπερηφάνεια, ωσάν να επέτυχε
το τέλειο. Έτσι με την υπερηφάνεια εκπίπτει στους ακαθάρτους.
27

Αλλά εκείνος που αποβλέπει (στην θέωσι), ακόμη και όταν
κατορθώση κάθε αγαθό, έχοντας εμπρός του την υπερτελεία και
ατελείωτη τελειότητα, δεν νομίζει ότι επέτυχε κάτι, κι έτσι γίνεται
ταπεινότερος. Σκεπτόμενος δε αφ' ενός μεν την υπεροχή των
προπορευθέντων Αγίων, αφ' έτέρου δε το ύφος της θείας
φιλανθρωπίας, πενθεί και βοά το του Ησαΐου "οίμοι ότι ακάθαρτος
ων και ακάθαρτα χείλη έχων, Κύριον Σαβαώθ είδον τοις οφθαλμοίς
μου". Αυτό το πένθος προσθέτει στην καθαρότητα (της ψυχής), ο
δε Κύριος της χάριτος επιδαψιλεύει σ' αυτήν παράκλησι
(παρηγορία) και έλλαμψι».

Ζ'. Επίλογος
Από τις όσες εμπειρίες των Αγίων εξετέθησαν στην
εισήγησι αυτή έγινε, νομίζω, φανερός ο στενός δεσμός μοναχισμού
και θέας του Άκτίστου Φωτός.
Δεν είναι καθόλου παράδοξο ότι κυρίως στον χώρο του
Μοναχισμού άνθησαν τα εύοσμα άνθη της θεώσεως.
Παράδοξο θα ήταν το αντίθετο, να μη ανθούν αυτά στον
χώρο του Μοναχισμού, χώρο διαρκούς μετανοίας, νήψεως,
καθάρσεως από τα πάθη, αδιαλείπτου προσευχής, αποκτήσεως
των ευαγγελικών αρετών, εκδημίας του κόσμου και ενδημίας στον
Κύριο.
Ας δώσουμε τον λόγο στον άγιο Ισαάκ τον Σύρο, για να
κλείση αυτός την εισήγησί μας: «Μοναχόν διαμένοντα εν τη
αγρυπνία μετά διακρίσεως νοός, τούτον μη ίδης ως σαρκοφόρον.
Τάξεως γαρ αγγελικής ως αληθώς τούτο το έργον. Αδύνατον γαρ
τους εν τη διαγωγή ταύτη δια παντός πολιτευομένους, άνευ
χαρισμάτων μεγάλων παρά Θεού αφεθήναι δια την νήψιν αυτών,
και εγρήγορσιν της καρδίας, και δια την εμμέριμνον διαγωγήν των
λογισμών αυτών προς αυτόν. Ψυχή η εν το διαγωγή ταύτης της
αγρυπνίας κοπιώσα και διαπρέπουσα, οφθαλμούς χερουβικούς
έξει, του διαπαντός ατενίζειν και κατοπτεύειν την επουράνιον
θεωρίαν».

(*) Εισήγησις εις το Παμμοναστικόν Συνέδριον της Ιεράς Συνόδου της
Εκκλησίας της Ελλάδος εις τα Άγια Μετέωρα (12-14 Σεπτεμβρίου 2000),
ωργανωθέν εις τα πλαίσια των εορτασμών της Εκκλησίας της Ελλάδος δια τα
2000 χρόνια από της Γεννήσεως του Κυρίου.

28

Ὁ Ὀρθόδοξος Μοναχισμὸς
κατὰ τὸν Ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη

τοῦ Πανοσιολογιωτάτου Ἀρχιμανδρίτου π. Γεωργίου, Καθηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου
Γρηγορίου Ἁγίου Ὅρους

Πρὸ
ἐτῶν
Καθηγητὴς
τῆς
Θεολογικῆς
Σχολῆς,
ἀναφερόμενος στὸν ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη, τὸν
χαρακτήρισε ὡς ἕνα εὐφυῆ μοναχό. Ἄραγε ὁ ἅγιος Νικόδημος ἦτο
μόνο ἕνας εὐφυὴς μοναχὸς καὶ ὄχι ἕνας ἅγιος καὶ σοφὸς κατὰ
κόσμον καὶ κατὰ Θεὸν μοναχὸς καὶ μία ἀληθινὴ πατερικὴ μορφή;
Ἕτερος Καθηγητὴς πρὸ ὀλίγων ἐτῶν προσῆψε βαρύτατες
κατηγορίες κατὰ τοῦ Ἁγίου, χαρακτηρίζοντάς τον ὡς ἠθικιστὴ καὶ
ὡς ὑπεύθυνο γιὰ τὴν ἐπικράτηση στὴν νεοελληνικὴ κοινωνία τοῦ
δυτικοῦ πνεύματος. Στὶς κατηγορίες αὐτὲς ἀπήντησε ἡ Ἱερὰ
Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους μὲ ἐμπεριστατωμένο κείμενό της.
Ὀφείλονται ἄραγε οἱ ἀπόψεις αὐτὲς σὲ ἄγνοια τῆς
χαρισματούχου προσωπικότητας καὶ τοῦ ἔργου τοῦ Ἁγίου ἢ σὲ
ἐσφαλμένες καὶ μὴ ὀρθόδοξες θεολογικὲς προϋποθέσεις; Τοὺς
Ἁγίους δὲν μποροῦμε νὰ τοὺς δοῦμε σωστά, ἐὰν δὲν
προσπαθοῦμε νὰ ζοῦμε κατὰ τὸν τρόπο ἢ τὸ πνεῦμα τῆς ἰδικῆς
των ζωῆς. Ποιὸς ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ συμμετέχοντας στὶς
ἁγιορείτικες ἀγρυπνίες θὰ ἀκούσει τοὺς λόγους τοῦ Ἁγίου στοὺς
Ἀθωνίτες Πατέρες καὶ στοὺς Νεομάρτυρες καὶ τὶς Ἀκολουθίες ποὺ
γι᾿ αὐτοὺς ἔγραψε, δὲν θὰ νιώσει τὴν ἁγιότητα καὶ τὴν ἄνωθεν
σοφία τοῦ Ἁγίου μας καὶ δὲν θὰ εὐχαρίστηση τὸν Θεόν, ποὺ
χάρισε στὴν Ἐκκλησία Του στὰ δύσκολα χρόνια τῆς σκλαβιᾶς ἕνα
τέτοιον πατέρα καὶ διδάσκαλο;
Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ μελετηθεῖ καὶ νὰ παρουσιασθῇ ἡ
προσωπικότης καὶ τὸ ἔργο τοῦ Ἁγίου. Ὄχι γιατί ὁ Ἅγιος ἔχει
29

ἀνάγκη νὰ τιμηθεῖ καὶ ἀποκατασταθεῖ. Ἀλλὰ γιατί ἐμεῖς ἔχουμε
ἀνάγκη νὰ τοποθετηθοῦμε σωστὰ ἀπέναντί του γιὰ τὴν ἰδική μας
ὀρθὴ πορεία καὶ σωτηρία.
Ὀφείλουμε χάριτας στὴν ὁμώνυμη τοῦ Ἁγίου εὐλογημένη
Ἱερὰ Μονὴ γιὰ τὴν πρωτοβουλία της νὰ ὀργανώσῃ τὸ σεμνὸ αὐτὸ
Συνέδριο.
Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὑπῆρξε πρὸ πάντων ἕνας ταπεινός,
γνήσιος, ἀληθινός, ἅγιος μοναχός. Πίστευε βαθιὰ στὴν ἀξία τῆς
μοναχικῆς ζωῆς καὶ τὴν ἔζησε, ἀφ᾿ ἧς ἦλθε στὸ Ἅγιον Ὄρος
μέχρι τὴν μακαρία τελευτή του, μὲ ἀδιάκοπο ζῆλο καὶ συνέπεια.
Ἔφθανε τὸ παράδειγμα τῆς ἁγίας μοναχικῆς του ζωῆς, γιὰ
νὰ εἶναι ὑποτύπωσις καὶ στηλογραφία κάθε ὀρθοδόξου μοναχοῦ.
Ὅμως, ἐπειδὴ ἔλαβε πλούσια τὴ δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος,
«ἔρρευσαν ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ποταμοὶ ὕδατος ζῶντος» (πρβλ.
Ἰω. ζ´, 38) καὶ «ἐξηρεύξατο ἡ καρδία του λόγους ἀγαθούς» (πρβλ.
Ψαλμ. 44) περὶ τῆς εἰς Χριστὸν πίστεως, τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς καὶ
τῆς μοναχικῆς πολιτείας.
Ἂς ἀντλήσομε καὶ ἐμεῖς, Πατέρες καὶ ἀδελφοί, ἀπὸ τοὺς
λόγους αὐτοὺς νάματα καθαρά, τὰ ὁποῖα εἴθε δι᾿ εὐχῶν τοῦ
Ἁγίου καὶ δι᾿ εὐχῶν σας νὰ μᾶς βοηθήσουν νὰ κατανοήσουμε
βαθύτερα καὶ νὰ βιώσουμε τὴν χριστιανικὴ καὶ μοναχική μας
πολιτεία.

Α´. Ὁ ἅγιος Νικόδημος θαυμαστής, ἐραστὴς
καὶ διαπρύσιος κῆρυξ τῆς μοναχικῆς πολιτείας.

Ἀφ᾿ ὅτου ὡς νέος γνώρισε τοὺς ὁσίους Γέροντες Σίλβεστρο,
Ἀρσένιο, Γρηγόριο καὶ Νήφωνα, ὁ θεῖος πόθος πυρπόλησε τὴν
καρδιά του γιὰ τὴν ἰσάγγελον ζωὴ τῶν μοναχῶν. Τόσος ἦταν ὁ
ἔνθεος ζῆλος του, ὥστε τοῦ ἦταν ἀδύνατον νὰ παραμείνη καὶ μία
ἀκόμη στιγμὴ στὸν κόσμο, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὸ περιστατικὸ
ποὺ ἔλαβε χώρα στὸ λιμάνι τῆς Νάξου τὴν ἡμέρα τῆς
ἀναχωρήσεώς του γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος.
Ὅταν γράφη γιὰ τὸ κάλλος τῆς παρθενίας καὶ τῆς μοναχικῆς
ζωῆς, δὲν φείδεται λέξεων καὶ ἐκφράσεων γιὰ νὰ τὸ περιγράψει:
«Τί ἄλλο ποθεινότερο, ὡσὰν τὸ νὰ μιμεῖται τινὰς ἐπὶ γῆς
τῶν Ἀγγέλων τὴν πολιτείαν; Τί ἄλλο ἐρασμιώτερο ἢ
μακαριστώτερο, ὡσὰν τὸ νὰ εἶναι τινὰς ἑνωμένος μὲ τὸν
ἀγαπητόν του Θεὸν διὰ τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἀδιάλειπτου ἐν
καρδίᾳ προσευχῆς, ἥτις ξεῦρει νὰ ἀποκτᾶται διὰ μέσου τῆς
ἡσυχίας; Καὶ πότε μὲν νὰ φωνάζει μὲ τὸν Παῦλον «τίς ἡμᾶς
χωρίσει ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ...» καὶ τὰ ἑξῆς· πότε δὲ μὲ
τὸν θεοφόρο Ἰγνάτιο «ὁ ἐμὸς ἔρως ἐσταύρωται...»;.
30

Ὅταν στὶς διδαχές του πρὸς τοὺς ἐν τῷ κοσμῷ Χριστιανοὺς
ὑποχρεώνεται νὰ συγκρίνει τὴν μοναχικὴ ζωὴ μὲ ἄλλους τρόπους
χριστιανικῆς ζωῆς, αὐτὸς ὁ ἐραστὴς τῆς μοναχικῆς ζωῆς γράφει:
«Διατὶ νὰ μὴ διάλεξης τὴν παρθενικὴ ζωὴν τῶν μοναχῶν, ἡ
ὁποία εἶναι ἡ πλέον καλλίτερα, ἡ πλέον ἁγιότερα καὶ ἡ πλέον
μακαριότερα ἀπὸ ὅλας τὰς ἄλλας ζωᾶς τῶν ὑπανδρεμένων;».
Ὅταν πάλιν ἑρμηνεύει τὸν ἀναβαθμὸ τοῦ πλ. α᾿ ἤχου: «τοῖς
ἐρημικοῖς ζωὴ μακαρία ἐστι, θεικῷ ἔρωτι πτερουμένοις», γράφει:
«μακαρία δὲ εἶναι ἡ ζωὴ τῶν ἐρημιτῶν. ..διατὶ αὐτοὶ
πτεροῦνται πρὸς τὸν Θεὸν μὲ ἕνα διάπυρον, μὲ ἕνα ὑπερβολικόν,
καὶ μὲ ἕνα ἐπιτεταμένον ἔρωτα».
Χρησιμοποιεῖ ἐπίθετα ποὺ ἀποκαλύπτουν τὸν θεῖο ἔρωτα
τῆς ἰδικῆς του ψυχῆς καὶ τὴν ἀγάπη του γιὰ τὴν ἐρημία. Γι᾿ αὐτὸ
κάνει τὴν πολὺ ὀρθὴ παρατήρηση:
«Ἀλλ᾿ οὐδὲ εἶπεν ὁ Μελωδὸς ὅτι οἱ ἐρημίται ἐρῶσι τὸν
Θεόν, ἀλλ᾿ ὅτι πτεροῦνται μὲ τὸν θεϊκὸν ἔρωτα».

Β. Οἱ ἀπόψεις τοῦ ἁγίου Νικόδημου περὶ τῆς
ἀσκητικῆς ζωῆς στὴν ἐπιστολὴ "Ἀπολογία περὶ
Μοναχισμοῦ".
Συστηματικότερα ἐκθέτει τὶς ἀπόψεις του περὶ τῆς
μοναχικῆς ζωῆς ὁ Ἅγιος στὴν ἐν λόγω ἐπιστολή. Τὴν εἶχε στείλει
σὲ κάποιον Θωμᾶ, σπουδαστὴ στὴν Βιέννη, ὁ ὁποῖος εἶχε
διατελέσει μαθητὴς τοῦ ἀοιδίμου διδασκάλου, ἁγίου Ἀθανασίου
τοῦ Παρίου, καὶ ἐκ Βιέννης εἶχε γράψει κατὰ τῆς μοναχικῆς ζωῆς.
Ὁ ἅγιος Νικόδημος, ἐκ συμπαθείας πρὸς τὸν ὑπεραλγούντα ἅγιο
Ἀθανάσιο, στὸν ὁποῖο ὁ νεαρὸς Θωμᾶς εἶχε ὑποσχεθεῖ νὰ γίνη
μοναχός, καὶ ἐξ ἀγάπης πρὸς τὸν πλανηθέντα αὐτὸν σπουδαστή,
ἔγραψε διεξοδικὴ ἀνασκευὴ τῶν ἑξῆς κατὰ τοῦ μοναχισμοῦ
ἀπόψεων ποὺ περιείχοντο στὸ γράμμα τοῦ Θωμᾶ:
α) Ὅτι δὲν ὑπάρχει χειρότερο καὶ ὀλεθριώτερο πράγμα ἀπὸ
τὴν ἀσκητικὴ ζωή.
β) ὅτι οἱ ἐρημίται δὲν ἄφησαν συγγράμματα ἀληθείας καὶ
δὲν ὠφέλησαν μήτε ἑαυτοὺς μήτε τὸν κόσμο,
γ) ὅτι ἡ νηστεία δὲν ἔχει ἱκανὰ ἐρείσματα στὴν Ἁγία Γραφή,
δ) ὅτι ἡ ἀσκητικὴ κακοπάθεια δὲν τιμᾶ τοὺς ἀσκητές, ἀλλὰ
τοὺς κατατάσσει μὲ τὰ ἄλογα ζῶα. Καί,
ε) Ἡ παρθενία τῶν μοναχῶν προσκρούει στὴν ἐντολὴ τοῦ
Θεοῦ γιὰ τὴν αὔξηση τοῦ γένους καὶ στὴν εὐλόγηση τοῦ γάμου
ἀπὸ τὸν Κύριο ἐν Κανᾷ.
Ὁ ἅγιος Νικόδημος, ἔναντι τῶν ἀπόψεων αὐτῶν ἐκθέτει τὰ
ἑξῆς:
31

α) οἱ ὅσιοι Πατέρες μὲ τὴν ἄσκησή τους στὴν ἔρημο ἔφθασε
σὲ τελεία ἕνωση μὲ τὸν Θεό. Ἔτσι ἀληθινὰ ὠφέλησαν τὸν ἑαυτό
τους. Ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν προσευχή τους ἐξιλέωναν τὸν Θεὸ γιὰ τὶς
ἁμαρτίες τοῦ κόσμου καὶ παντοιοτρόπως εὐεργετοῦσαν τοὺς
ἀνθρώπους, ἐπιστρέφοντες τὰ πλήθη στὴν θεογνωσία. Ἄφησαν
ἐπίσης συγγράμματα ἀπαράμιλλου ἀξίας καὶ αἰωνίου κύρους,
ὅπως τὰ ἀσκητικὰ τοῦ Μεγ. Βασιλείου, ἡ Κλίμαξ, ἡ Φιλοκαλία κ.
ἄ. Ἀκόμη καὶ οἱ Κανόνες τῶν Ἱερῶν Συνόδων εἶναι ἐν τινι μέτρῳ
ἔργο τῶν ὁσίων μοναχῶν, ἐφ᾿ ὅσον σ᾿ αὐτὲς παρίστατο καὶ
μοναχοὶ καὶ ἀσκητές.
β) Τὴν νηστεία θεσμοθέτησε ὁ Θεὸς στὸν Παράδεισο τῆς
Ἐδέμ, φύλαξαν Ἰουδαῖοι καὶ ἐθνικοί, καὶ ἐπανανομοθέτησε ὁ
Κύριος νηστεύσας 40 ἡμέρες στὴν ἔρημο. Ὁ σκοπὸς τῆς νηστείας
εἶναι νὰ καθαρθεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν παχύτητα τῶν παθῶν,
ὥστε ὁ νοῦς νὰ λεπτυνθεῖ καὶ νὰ γίνη ἐπιτήδειος γιὰ τὴν
πνευματικὴ ἐργασία.
γ) Μὲ τὴν ἀσκητικὴ κακοπάθεια τιθασεύονται οἱ ἐμπαθεῖς
ὁρμὲς καὶ ὁ νοῦς ἐλεύθερος ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσία τῶν παθῶν
ἠμπορεῖ νὰ ἀδολέσχη στὰ πνευματικὰ νοήματα. Μὲ αὐτὴν οἱ
μοναχοὶ ἀγωνίζονται νὰ μιμηθοῦν τὴν πολιτεία τῶν Ἀγγέλων. Ἡ
πολύωρος προσευχὴ στὸν ναό, ἡ μονολόγιστος εὐχή, δὲν εἶναι
βατολογία ἀλλὰ ἔλλογος συνομιλία μὲ τὸν Θεό. Τὸ γυμνητεύειν
εἶναι ἑκούσιος μίμησις τοῦ γυμνωθέντος ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ Κυρίου.
Ἡ ἀγρυπνία προσφέρει στὴν ψυχὴ χερουβικοὺς ὀφθαλμοὺς γιὰ
νὰ θεωρεῖ τὸν Θεό. Ἡ πείνα, τέλος, καὶ ἡ δίψα γυμνάζουν τὸν νοῦ
νὰ ἡγεμονεύει ἐπὶ τῶν ἀλόγων ὀρέξεων ἀντὶ νὰ κυριαρχεῖται ἀπὸ
αὐτές.
δ) Τὴν παρθενία τίμησε ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖος γεννήθηκε
παρθένος ἐκ παρθένου Πατρὸς κατὰ τὴν ἄναρχο Θεία Του
γέννησι καὶ ἐκ τῆς ἀειπαρθένου Μητρός Του κατὰ τὴν ἐν χρόνῳ
δευτέρα Του γέννησι. Τὴν παρθενία τίμησαν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι,
ὅπως ὁ ἐπιστήθιος μαθητὴς Ἰωάννης καὶ ἰδιαιτέρως ὁ μέγας
Παῦλος, ὁ ὁποῖος ἤθελε καὶ οἱ ἔχοντες γυναίκα νὰ ζοῦν ὡς μὴ
ἔχοντες, διότι παράγει τὸ σχῆμα τοῦ κόσμου. Ἡ παρθενία εἶναι
μίμησης τῆς μακάριας ζωῆς τῶν πρωτοπλάστων πρὸ τῆς
πτώσεως.
Κατακλείων τὴν ἐπιστολή του ὁ ἅγιος Νικόδημος
ἐπισημαίνει τὰ αἴτια τῆς κακῆς ἀλλοιώσεως καὶ τῆς κατὰ τοῦ
μοναχισμοῦ πολεμικῆς τοῦ σπουδαστοῦ τῆς Βιέννης. Μεταξὺ τῶν
ἄλλων καὶ τὴν ἀπειρία τῆς ὀμορφιᾶς καὶ γλυκύτητας τῆς
μοναχικῆς ζωῆς, περὶ τῆς ὁποίας γράφει:
32

«Ἄχ, ἀδελφέ μου· πιστευσόν μοι ἐξ ἀγάπης καὶ ἀληθείας
λέγοντι, ὅτι ἂν ὁ Θεὸς ἤθελε σὲ καταξίωση νὰ ἔλθεις νὰ καθίσεις
ὄχι πολύ, ἀλλὰ μόνο δυὸ χρόνους, καὶ ὁπωσοῦν νὰ ἔλθη ὁ νοῦς
σου εἰς ἑαυτὸν ἐκ τοῦ κάτωθεν διασκορπισμοῦ καὶ
περιπλανήσεως, βεβαιότατα ἤθελες εὐχαριστῇς κάθε ὥραν μὲ
γλυκύτατα δάκρυα τὸν ἅγιον Θεόν, ἤθελες ἐλεεινολογήσεις τοὺς
χρόνους ὅπου πέρασες εἰς τὴν ματαιότητα...».
Δὲν παραλείπει μάλιστα στὸ τέλος νὰ τὸν προτρέψει στὴν
μοναχικὴ ζωὴ γιὰ νὰ ἐκπλήρωση τὴν πρώτη του ὑπόσχεση:
«Φαντάσου πάντοτε καὶ συλλογίσου τὴν καλογερικὴ ζωὴν
ὡς μέγα τι πράγμα καὶ οὐράνιον... Τοιαύτης εὐτυχίας καὶ δόξης
ἐπιτυχεῖν πόθησον, ἀδελφέ, καὶ καταλιπῶν τὴν αὐτόθι
Πεντάπολιν (ἐννοεῖ τὴν Βιέννη), φεῦγε ὡς ὁ Λὼτ εἰς τὸ ὄρος
τοῦτο τὸ Σηγώρ, τὸν λιμένα τῆς σωτηρίας, τὸν εὐανθῆ της
Θεοτόκου παράδεισον, νὰ ἐνδυθεῖς τὸ μοναχικὸ σχῆμα καὶ νὰ
ἀποδώσεις τῷ Κυρίῳ τὰς εὐχάς σου, ἵνα καὶ Θεὸν καὶ Ἀγγέλους
καὶ Ἁγίους χαροποίησῃς...ἐξαιρέτως δὲ τὸν ἱερόν σου διδάσκαλο
καὶ πάντας ἡμᾶς τοὺς ἐν Χριστῷ σου ἀδελφούς».

Γ. Ἡ μοναχικὴ ζωὴ κατὰ τὸν ἅγιο Νικόδημο.
Ὁ ἅγιος Νικόδημος ἀγάπησε τὴν τελεία μοναχικὴ ζωή,
ὅπως αὐτὴ ἀποκρυσταλλώθηκε στὴν Φιλοκαλία τῶν Ἱερῶν
Νηπτικῶν. Οὐδέποτε φαίνεται νὰ ἐπηρεάσθηκε ἀπὸ τὸν δυτικὸ
ἀκτιβιστικὸ μοναχισμό. Δὲν ἀντιλαμβάνεται τὴν ἄσκηση ὡς
αὐτοσκοπό, ἀλλὰ ὡς μέσο γιὰ τὴν τελεία ἕνωση μὲ τὸν Θεό. Γι᾿
αὐτὸ καὶ ὅταν εἶναι αὐστηρὸς στὶς συμβουλές του, δὲν περιορίζει
τὸ νόημα στὴν σωματικὴ κακοπάθεια, ἀλλὰ ἀποβλέπει στὴν
ἐλευθερία τοῦ νοῦ ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσία τῶν παθῶν καὶ στὴν
ἕνωσή του μὲ τὸν Θεὸ διὰ τῆς νοερᾶς ἐργασίας.
Στὶς διδασκαλίες του περὶ τῆς μοναχικῆς ζωῆς φαίνονται τὰ
γνωρίσματα τοῦ γνησίου Ὀρθοδόξου Μοναχισμοῦ. Σημειώνουμε
τὰ σπουδαιότερα:

α) Ὁ πόθος καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό.
Φεύγει ὁ μοναχὸς στὴν ἔρημο, μακριὰ ἀπὸ τὰ φθαρτὰ καὶ
μάταια τοῦ κόσμου, γιὰ νὰ ἀγαπήσει ἀμετεωρίστως «τὸ ἄκρον καὶ
ἀνώτατον ἐραστόν, ὅπερ ἐστὶν ὁ Θεός». Τὸ ἄπειρον θεῖο κάλλος
ἕλκει τὴν ψυχὴ τοῦ μοναχοῦ πρὸς ἕνα «ἄπαυστον καὶ ἀεικίνητον»
θείο πόθο, ἡ δὲ ἔρημος βοηθεῖ στὸ νὰ μὴ ἀνακόπτεται, ἀλλὰ
διαρκῶς νὰ ἀναρριπίζεται πρὸς τελειότερα ἀγάπη. Αὐτὰ λέγει ὁ
Ἅγιος ἑρμηνεύων τὸν δεύτερο ἀναβαθμὸ τοῦ α᾿ ἤχου «τοῖς
ἐρημικοῖς ἄπαυστος ὁ θεῖος πόθος ἐγγίνεται, κόσμου οὐσι τοῦ
ματαίου ἐκτός»: «Ἡ ἀγάπη καὶ ὁ πόθος τῶν ἐν τῇ ἐρήμῳ καὶ
33

ἡσυχίᾳ κατοικούντων μοναχῶν, δὲν ἕλκεται ἀπὸ κανένα ὑλικὸ καὶ
μάταιο πράγμα· οὔτε γίνεται ἄλλοτε ἄλλος, δελεαζόμενος ἀπὸ
ἡδονές, ἢ πλοῦτο, ἢ δόξα τὰ ὁποῖα φθείρονται καὶ ἀφανίζονται...
Ἐπειδὴ λοιπὸν ὁ Θεὸς εἶναι ἄπειρος κατὰ φύσιν καὶ ἄφραστος,
διὰ τοῦτο καὶ ὁ πρὸς τὸν Θεὸν πόθος τῶν ἐρημιτῶν δὲν στέκεται
ποτέ, ἀλλ᾿ εἶναι πάντοτε ἄπαυστος καὶ ἀεικίνητος, πάντοτε
λαμβάνων αὔξησιν, καὶ πάντοτε τρέχων πρὸς τὸ ἀνώτερον...
Σπουδάζει μὲν γὰρ ὁ νοῦς νὰ ἀναβῇ εἰς τὸ ὕψος τοῦ θείου
κάλλους, καὶ νὰ χωρήση αὐτὸ ὁλόκληρο ἐπειδὴ ὅμως δὲν
ἠμπορεῖ, διὰ τοῦτο στοχαζόμενος, ὅτι ἐκεῖνο ὅπου δὲν ἐδυνήθη
νὰ χωρήση, εἶναι ἀνώτερο καὶ ἠδονικώτερο ἀπὸ ἐκεῖνο, ὅπου
χώρησε· τούτου χάριν θαυμάζει καὶ ἀπορεῖ· ἐκ δὲ τοῦ
θαυμασμοῦ, γεμίζει ἀπὸ θείους ἔρωτας, καὶ πόθους ἀναρριπίζει
διακαεῖς τῇ ψυχῇ... τὴν ἀπορία πορισμὸ ἐρώτων τιθέμενος, κατὰ
τὸν ἅγιον καὶ νηπτικώτατο Κάλλιστο».

β) Ἡ ἡσυχία.

Ἡ ἡσυχία κατὰ τὸν ἅγιο Νικόδημο, εἶναι ὁ καταλληλότερος
τόπος καὶ τρόπος γιὰ νὰ ἐργάζεται ὁ νοῦς τὴν ἀδιάλειπτο νοερὰ
ἐργασία. Δὲν ἀντιλαμβάνεται ὁ Ἅγιος τὴν ἡσυχία ὡς ἀπραξία. Οἱ
ἱερῶς ἡσυχάζοντες ἀσκοῦν μία σύντονο καὶ ἀδιάλειπτο νοερὰ
ἐργασία νίψεως καὶ προσευχῆς.
«Οἱ δὲ ἐν τῇ ἐρήμῳ καθήμενοι, καὶ τὴν ἠσύχιον ζωὴν
μεταχειριζόμενοι, αὐτοὶ καταφρονοῦσι μὲν ὅλα τὰ ἠδέα, καὶ παρὰ
τοῖς ἄλλοις ποθούμενα, ὡς βλαπτικὰ τῆς ψυχῆς καὶ ἀπὸ τοῦ
Θεοῦ χωρίζοντα· συμμαζόνουσι δὲ τὸν νοῦν τους, ἀπὸ κάθε
σύγχυσιν τοῦ κόσμου καὶ θεωρίαν, μέσα εἰς τὴν καρδίαν τους, καὶ
ἐκεῖ ἀδιαλείπτως προσεύχονται, μελετῶντες τὸ παμπόθητον καὶ
γλυκύτατον ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ λέγοντες ἀγαπητικῶς
«Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με». Ἐκ τῆς τοιαύτης
δὲ ἀδιάλειπτου προσευχῆς καὶ συχνῆς μελέτης τοῦ θείου
ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ, ἀνάπτουσι μὲν τὴν καρδίαν τους εἰς μόνον
τὸν τοῦ Θεοῦ πόθον καὶ ἔρωτα, ἐκτείνουσι δὲ καὶ τὸν νοῦν
ἑαυτῶν εἰς τὴν θεωρίαν τοῦ θείου κάλλους. Ὅθεν ἀπὸ τὸ
ὑπέρκαλλον ἐκεῖνο κάλλος καταθελγόμενοι, καὶ ἔξω γενόμενοι
ἑαυτῶν, λησμονοῦσι καὶ φαγητά, καὶ ποτά, καὶ φορέματα καὶ
αὐτὴν τὴν φυσικὴ ἀνάγκην τοῦ σώματος».

γ) Ἡ Χριστομίμητος ὑπακοή.
Ἡ ὑπακοὴ τῶν μοναχῶν δὲν εἶναι μία ἐξωτερικὴ πειθαρχία,
ἠναγκασμένη ἢ συμβατική. Πρότυπό της ἔχει τὴν ὑπακοὴ τοῦ
Κυρίου στὸν Οὐράνιό Του Πατέρα, κατὰ τὸ «γενόμενος ὑπήκοος
μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ» (Φιλιπ. β´, 8), καὶ στὴν
34

Ὑπεραγία Μητέρα Του καὶ τὸν δίκαιο Ἰωσήφ, κατὰ τὸ «ἦν
ὑποτασσόμενος αὐτοῖς» (Λουκ. β´, 51).
Ἀληθινὴ ὑπακοὴ εἶναι ἡ ὑπακοὴ φρονήματος. Γράφει ὁ
Ἅγιος:
«Ὑπότασσε λοιπὸν εἰς αὐτὸν [τὸν διὰ τοῦ μοναδικοῦ
σχήματος γενόμενον γέροντά σου], ὄχι μόνον ὅλα σου τὰ
θελήματα, τὸ ὁποῖον εἶναι εὐκολότερον, ἀλλ᾿ ἀκόμη καὶ ὅλα σου
τὰ φρονήματα, τὸ ὅποιον εἶναι δυσκολότερον. Πολλοὶ γὰρ
ὑποτακτικοὶ ἐκκόπτουσι καὶ τὸ θέλημά των καὶ κάμνουσι τὸ
θέλημα τοῦ γέροντός των, μὰ τὸ φρόνημά των δὲν τὸ ἐκκόπτουσι
καὶ μάλιστα ἂν εἶναι, καὶ λογιώτατοι ἀλλ᾿ ἐχουσι πάντοτε μίαν
τοιαύτην ἰδέαν βαθέως ριζωμένη εἰς τὴν καρδίαν τους, ὅτι ἐκεῖνο
ὁποῦ αὐτὰ φρονοῦσι καὶ συλλογίζονται διὰ κάθε πράγμα, εἶναι
καλλίτερον καὶ φρονιμώτερο ἀπὸ ἐκεῖνο ὁποῦ φρονεῖ καὶ
συλλογίζεται ὁ γέροντάς των».
Μὲ τὴν διδασκαλία αὐτὴ ὁδηγεῖ τὸν ὑποτακτικὸ στὴν
ἀληθινὴ ταπείνωση, κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Κυρίου.

δ) Ἡ ἐργασία.

Τὸ ἐργόχειρο ἢ τὸ διακόνημα εἶναι ἀπαραίτητο στὸν
μοναχό, γιὰ λόγους ποὺ ὁ ἅγιος Νικόδημος ἐπισημαίνει. Πρῶτα,
γιὰ νὰ μὴ ἔχη ὁ λογισμὸς τοῦ μοναχοῦ ἀφορμὲς μετεωρισμοῦ.
Καὶ ἔπειτα, γιὰ νὰ μὴ ὑποχρεώνεται ὁ μοναχὸς νὰ βγαίνει στὸν
κόσμο γιὰ συλλογὴ ἐλεημοσύνης, διότι ἀπὸ αὐτὸ προκαλοῦνται
πειρασμοὶ καὶ πτώσεις, δημιουργοῦνται ἀφορμὲς σκανδαλισμοῦ
τῶν κοσμικῶν καὶ εἰσάγονται στὰ μοναστήρια κοσμικὲς συνήθειες
καὶ φρονήματα.
Διευκρινίζει ὁ ἅγιος Νικόδημος, ὅτι τὸ εἶδος τῆς ἐργασίας
πρέπει νὰ εἶναι τέτοιο, ὥστε νὰ μὴ βάζει τὸν μοναχό σε μέριμνες,
πειρασμοὺς καὶ αἰσχροκέρδειες, Ἰδιαιτέρως δὲ γιὰ τὸν ἐρημίτη νὰ
μπορεῖ νὰ ἐπιτελεῖται ἀπερίσπαστος στὸ ἐρημικό του καλύβι.

ε) Ἡ προσευχή.
Ὅλος ὁ μοναχικὸς ἀγώνας, κατὰ τὸν ἅγιο Νικόδημο,
συντείνει στὸ νὰ ἐξασφάλιση στὸ νοῦ τὴν ἐλευθερία νὰ
προσεύχεται ἀπερίσπαστος. Ὁ ἴδιος ὡς ἐρημίτης εἰργάζετο τὴν
μονολόγιστο εὐχὴ καὶ αὐτὴν συνιστοῦσε ἐνθέρμως:
«Ὁ Ἰησοῦς λοιπόν, παρακαλῶ σε καὶ τρίτον, ἂς εἶναι γλυκὺ
μελέτημα τῆς καρδίας σου, ὁ Ἰησοῦς ἂς εἶναι ἐντρύφημα τῆς
γλώσσης σου· ὁ Ἰησοῦς ἂς εἶναι τὸ ἀδολέσχημα καὶ ἡ ἰδέα τοῦ
νοός σου· ἐν συντομίᾳ, ὁ Ἰησοῦς ἂς εἶναι ἡ ἀναπνοή σουΣ· καὶ
ποτὸ νὰ μὴ κορέννυσαι ἐπικαλούμενος τὸν Ἰησοῦν».
Ἀλλὰ παραλλήλως δίδασκε καὶ τὴν ἀναγκαιότητα τῆς κοινῆς
προσευχῆς καὶ θείας λατρείας στὸν ναό. Στὸ ἔργο του
35

«Χρηστοήθεια τῶν Χριστιανῶν» ὁ Ἅγιος προτρέπει τοὺς ἐν τῷ
κόσμῳ Χριστιανοὺς νὰ συμμετέχουν στὸν Ἑσπερινό, στὸν Ὄρθρο
καὶ στὴν Θεία Λειτουργία μαζὶ μὲ τὰ παιδιά τους, γιὰ νὰ
συνηθίζουν, καὶ συνιστᾶ νὰ μὴ ἀπέχουν ἀπὸ τὶς κοινὲς
Ἀκολουθίες προφασιζόμενοι τὴν κατ᾿ ἰδίαν προσευχὴ στὸ σπίτι.
Χάριν τῆς κοινῆς προσευχῆς στὸν ναὸ συνέθεσε Κανόνες
διαφόρων ἑορτῶν, συνέταξε τὸ Θεοτοκάριο καὶ ἑρμήνευσε τοὺς
εἱρμοὺς τῶν δεσποτικῶν καὶ θεομητορικῶν ἑορτῶν, ὥστε ἡ
ψαλμωδία νὰ εἶναι λογικὴ λατρεία.

στ) Ἡ ἀγάπη.
Ἡ μοναχικὴ ἄσκησις χωρὶς ἀγάπη δὲν σώζει. Ὁ ἅγιος
Νικόδημος τὸ τονίζει μὲ ἔμφαση:
«Δὲν εἶναι θρήνων ἄξιον, νὰ βλέπη τινὰς τόσους καὶ τόσους
ἀδελφοὺς νὰ ἀφήσουν τὸν κόσμον, καὶ νὰ κατοικοῦν μέσα εἰς τὰ
ὄρη καὶ τὰ σπήλαια, διὰ νὰ σώσουν τὴν ψυχήν τους· νὰ ἐκχέουν
τόσους αἱματωμένουςἱδρῶτας· νὰ ἀγωνίζονται μὲ ὑπερβολικοὺς
ἀγώνας, νηστειῶν, ἀγρυπνιῶν, κακοπαθειῶν, νωτοφοροῦντες,
ὑδροφοροῦντες, καὶ πεζοὶ ὁδεύοντες μέσα εἰς δύσβατους καὶ
ἀμφικρήμνους τόπους, καὶ ὕστερον ἀπὸ ὅλα αὐτά, νὰ βλέπη τοὺς
τοιούτους νὰ τρέφουν εἰς τὴν καρδίαν τους ἓν τόσον φαρμακερὸ
βασιλίσκο; τὸ μίσος, λέγω, κατὰ τῶν ἀδελφῶν τους; ὤ! καὶ τίς νὰ
μὴ ἀναστενάξει; ὤ! καὶ τίς νὰ μὴ χύση καρδιοστάλακτα δάκρυα;».
Ὁ ἅγιος Νικόδημος ἄσκησε τὴν ἀγάπη, παρότι ἔζησε
ἔντονα τὶς συνέπειες τῶν ἀγώνων του ὑπὲρ τῶν ὀρθοδόξων
παραδόσεων, κατηγορήθηκε, συκοφαντήθηκε, διώχθηκε.
Στὴν Ὁμολογία Πίστεως, ποὺ χρειάσθηκε νὰ σύνταξη γιὰ νὰ
πληροφόρηση, ὅπως λέγει, τοὺς μὴ εἰδότας καὶ νὰ διόρθωση
τοὺς ἐν γνώσει κατηγοροῦντας, γράφει περὶ τῶν κατηγόρων του
ποὺ δυστυχῶς εἶχαν ἀποκλίνει ἀπὸ τὴν ἀγάπη:
«Ἡ μοναδικὴ πολιτεία ἀπαιτεῖ νὰ ἔχουν οἱ Μοναχοὶ
πραότητα,
καὶ
ἀταραξία
καρδίας·
αὐτοὶ
ὅμως
οἱ
εὐλογημένοι...ταράττονται, ἀνάπτουν ἀπὸ τὸν θυμό, καὶ εὐθὺς
λέγουν τὰ δυσφημότατα... καὶ μὲ τοῦτο δείχνουν τὸ μίσος καὶ τὴν
πικρία, ὅπου φυλάττουν μέσα εἰς τὴν ψυχήν τους».
Τοὺς παρακαλεῖ νὰ συνέλθουν, νὰ ἀφήσουν τὰ πείσματα,
νὰ ἐκριζώσουν τὸ μίσος καὶ νὰ ἐγκολπωθοῦν τὴν ἀγάπη.
Στὴν ἀντίθετη περίπτωση, καταλήγει ὁ ἅγιος Νικόδημος,
«ἐὰν δὲν ἐκριζώσετε τὸ μίσος ἀπὸ τὴν καρδίαν σας, καὶ δὲν
ἐμφυτεύσετε τὴν ἀγάπην, καὶ ἐὰν δὲν παύσετε ἀπὸ τὰς κατὰ τῶν
ἀδελφῶν σας δυσφημίας, νὰ ἠξεύρετε (καὶ σύγγνωτε ἡμῖν διὰ τὴν
τόλμη) ὅτι ματαίως κατοικεῖτε εἰς τὰ ὄρη καὶ τὰ βουνὰ· μάταιοι
εἶναι ὅλοι οἱ ἀσκητικοί σας ἀγῶνες καὶ κόποι καὶ ἵδρωτες· νὰ
36

εἰποῦμε καὶ τὸ μεγαλύτερον; μαρτύριο αἰσθητὸ ἐὰν ὑπομείνετε
διὰ τὸν Χριστόν, ἔχετε δὲ μίσος, μάταιο εἶναι τὸ τοιοῦτον μαρτύριό
σας».
Δ΄. Ὁ ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ
ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ ΤΗΣ ΜΟΝΑΧΙΚΗΣ ΖΩΗΣ

Ὁ Ἅγιος δὲν θαύμαζε μόνο, οὔτε μόνο ὑμνοῦσε τὴν
μοναχικὴ ζωή, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν προσωπική του πείρα ἔγινε καὶ
διδάσκαλος αὐτῆς. Πρόκρινε καὶ συνιστοῦσε τὴν μοναχικὴ ἔνταξη
τῆς ἐν τῷ κοσμῷ χριστιανικῆς ζωῆς διὰ τοὺς δυναμένους χωρεῖν
ὅπως φαίνεται στὴν ΣΤ᾿ Μελέτη του στὰ Πνευματικὰ Γυμνάσματα,
ὅπου ἐξηγεῖ γιατί ἡ μοναχικὴ ζωὴ εἶναι καλλιτέρα, ἁγιοτέρα καὶ
μακαριοτέρα τῆς ἐν τῷ κόσμῳ. Θεωροῦσε ὅτι ἡ μοναχικὴ ζωὴ
εἶναι ὁ καλλίτερος τρόπος μετανοίας. Γι᾿ αὐτὸ εὔχεται σὲ ὅσους
τυχὸν ἁμάρτησαν πολύ, νὰ τοὺς φώτιση ὁ Θεὸς νὰ γίνουν
μοναχοὶ «καθότι ἡ Μοναχικὴ πολιτεία, εἶναι πολιτεία τῆς
μετανοίας».
Ἐπειδὴ ὁ ἴδιος εἶχε γευθεῖ τοὺς γλυκεῖς καρποὺς τῆς
μοναχικῆς ἀσκήσεως, ἤθελε ὅλοι οἱ δυνάμενα νὰ γίνουν μοναχοί,
37

νὰ μὴ παρασυρθοῦν ἀπὸ τὴν φιλοζωία καὶ φιλοσαρκία καὶ
παραμείνουν ἔτσι στὸν κόσμο, ἀλλὰ νὰ ἀκολουθήσουν τὴν στενὴ
καὶ τεθλιμμένη ὁδὸ τῶν μοναχῶν:
«Εἶδες ἀδελφέ, πόσα καλὰ προξενεῖ ἡ ἐρημικὴ ζωή; εἶδες
εἰς ποῖον ὕψος θεϊκοῦ πόθου ἀναβιβάζει τὸν ἄνθρωπον; λοιπόν,
ἐὰν καὶ ἐσὺ ἐπιθυμεῖς τὰ ἀγαθὰ τῆς ἐρημικῆς ζωῆς, ταύτην τὴν
ζωὴν ἀγάπησον, ταύτην διάλεξε ἀπὸ τὰς ἄλλας ζωάς· καὶ
ἀφήσας κόσμον καὶ τὰ ἐν κοσμῷ φθαρτὰ καὶ μάταια, πήγαινε εἰς
τὸ Ἅγιον Ὄρος ἢ εἰς τὸ Σιναῖον, ἢ εἰς κανένα ἄλλο μέρος, γενοῦ
μοναχός».
Ἤθελε ἡ ἀναχώρησις ἀπὸ τὸν κόσμο νὰ ἀκολουθεῖται ἀπὸ
τὸν ἀγώνα νὰ ἐκριζωθοῦν οἱ προλήψεις καὶ φαντασίες τῶν
κοσμικῶν πραγμάτων, ὥστε στὴν ζωὴ τοῦ μοναχοῦ νὰ
φανερώνεται ἡ διπλὴ σταύρωσις, γιὰ τὴν ὁποία λέγει ὁ
Ἀπόστολος «ἐμοὶ κόσμος ἐσταύρωται, κἀγὼ τῷ κόσμῳ».
Ἀποτέλεσμα τῆς διπλῆς αὐτῆς πράξεως τοῦ σταυροῦ εἶναι νὰ
σβήσει ὁ πόθος γιὰ τὰ κοσμικὰ καὶ νὰ ἀνάψει ὁ θεῖος πόθος.
Νὰ ἐγκατάλειψη ὁ μοναχὸς τὸν τόπο τῆς μοναχικῆς του
ἀσκήσεως
εἶναι κινδυνωδέστατο.
Ὁ ἅγιος Νικόδημος
συμβουλεύει: «μὴ ἐπιστραφῆς πάλιν εἰς τὸν κόσμον καὶ τὰς τοῦ
κόσμου φροντίδας... ἀλλ᾿ ὑπομένων ὑπόμενε ἢ εἰς τὴν ἡσυχία
καὶ ἔρημον, ἢ ἐν ἂν ἐκλήθης Κοινοβίῳ,ἢ ἐν Σκήτῃ, ἢ ἐν Κελλίῳ,
ἢ ἐν Μοναστηρίῳ, ἐκεῖ καὶ μένε· κίνδυνος γὰρ μέγας ἀκολουθεῖ
σοι ἀγαπητέ, μήπως ἐξερχόμενος ἐκ τοῦ τόπου σου, ἐξέλθης καὶ
ἐκ τοῦ τρόπου σου».
Ἀποκαλύπτει ὁ Ἅγιος τὶς πιὸ συχνὲς αἰτίες μεταβάσεως
στὸν κόσμο καὶ συμβουλεύει: «Πρόσεχε δὲ μὴ σὲ ἀπατήσει ὁ
διάβολος καὶ σὲ ἐκβάλει ἀπὸ τὴν ἡσυχία, ἢ διατὶ ἠσθένησας καὶ
θέλεις νὰ ἰατρευθῆς, ἢ διὰ νὰ ὑπάγης εἰς σχολεῖον νὰ μάθης τάχα
μεγαλύτερα μαθήματα- ἐκ τοῦ διαβόλου γὰρ εἶναι αἱ προφάσεις
αὑταί, μὲ σκοπὸν διὰ νὰ σὲ ρίψη εἰς καμία παγίδα, καὶ νὰ
θανάτωση τὴν ψυχήν σου, ἐν τῷ κοσμῷ εὑρισκομένου».
Προτρέπει ὁ ἅγιος Νικόδημος τοὺς μοναχοὺς νὰ εἶναι φῶς
καὶ παράδειγμα γιὰ τοὺς κοσμικούς, ὅπως περὶ τῆς μοναχικῆς
πολιτείας γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακας. Γράφει:
«Πρόσεχε ὅμως ἀγαπητέ, καὶ ἐὰν γένης μοναχός, ἀγωνίσου νὰ
εἶσαι φῶς εἰς τοὺς κοσμικούς· καὶ νὰ γίνεσαι τύπος καὶ καλὸν
παράδειγμα εἰς αὐτούς· ἵνα βλέποντες τὰ καλά σου ἔργα, δὲν
κατηγοροῦν τὴν μοναχικὴν πολιτείαν, ἀλλὰ μάλιστα ἐπαινοῦν
αὐτὴν καὶ παρακινοῦνται εἰς τὸ νὰ μιμοῦνται αὐτὴν· καύχημα γὰρ
τῆς Χριστοῦ ἐκκλησίας ἡ μοναχικὴ πολιτεία».
38

Συνιστᾶ ὁ Ἅγιος ἐπίσης στοὺς μοναχοὺς νὰ ἐπιδίδονται
στὴν ἀνάγνωση τῶν Βίων τῶν Ἁγίων, διότι «οἱ μὲν ἀρχάριοι ἐξ
αὐτῶν, διδάσκονται τὴν ξενιτιά, τὴν ἀποταγὴ καὶ τὴν παραίτηση
τοῦ κόσμου, τὴν ὑποταγὴ καὶ ὑπακοή, τὸν θεῖον φόβον καὶ τὰς
ἄλλας ἀρετάς, ὅπου ἀνήκουσιν εἰς αὐτούς· οἱ δὲ μεσαίοι καὶ
προκύπτοντες, διδάσκονται τὴν κάθαρσιν τῶν παθῶν, τὴν
διάκρισιν, τὴν διόραση, τὴν ἀρέμβαστον προσευχή, τὴν μετὰ
λόγου ἡσυχία καὶ τὰς ἄλλας ἀρετάς, ὅπου συνιστῶσι τὸν βαθμό
τους, καὶ τελευταῖον, οἱ τέλειοι διδάσκονται ἀπὸ τοὺς βίους
τούτους, τὴν ἀληθῆ καὶ ὑψοποιὸν ταπείνωσιν, τὴν θείαν ἀγάπη,
τὴν ἔλλαμψιν τοῦ νοός, τὸν φωτισμὸ τῆς καρδίας, τὴν πρόγνωσιν
τῶν μελλόντων, τὴν τοῦ νοὸς ἁρπαγὴ πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τὴν
ἀποκάλυψιν τῶν ἀπόκρυφων μυστηρίων».
Εἶναι, τέλος, ἀξιοπρόσεκτο ὅτι ὁ ἅγιος Νικόδημος
συμβουλεύει τὸν ἐξάδελφό του ἐπίσκοπο Εὐρίπου Ἰερόθεο, ὅτι ἡ
μοναχικὴ ζωὴ ἀποτελεῖ ἀπαραίτητη προετοιμασία γι᾿ αὐτὸν ποὺ
καλεῖται νὰ ἀναλάβει τὴν διαποίμανση τοῦ λάου τοῦ Θεοῦ, τὸν
ἀρχιερέα, καὶ ἐξαίρει τὴν παλαιὰ συνήθεια τῆς Ἐκκλησίας «τὸ νὰ
ἐκλέγονται δηλαδὴ ἀπὸ τοῦ σεμνοῦ τάγματος τῶν Μοναχῶν, ὅλοι
ἐκεῖνοι... ὅσοι ἐμελλον νὰ ἀναβῶσιν εἰς τοὺς ὑπεροχικοὺς
θρόνους τῆς ἀρχιεροσύνης, καὶ νὰ ἐγχειρισθῶσι προστασία
ψυχῶν».

Ε᾿. Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ
ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ.
Καίτοι αὐστηρὸς ἡσυχαστὴς ὁ ἅγιος Νικόδημος, πονοῦσε
τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ ποὺ ζοῦσε στὴν ἄγνοια καὶ στερεῖτο
πνευματικῆς φροντίδας. Ἡ ἀγάπη του γιὰ τὴν Ἐκκλησία τὸν ἔκανε
νὰ ἀνάλωση ὅλη του τὴν ζωὴ συγγράφοντας γιὰ τὴν οἰκοδομὴ
τῶν ἀδελφῶν του Χριστιανῶν.
Μὲ τὸ Νέον Μαρτυρολόγιον ἐνίσχυσε τοὺς πρώην
ἀρνησιχρίστους νὰ ἐπιστρέψουν καὶ πολλοὶ νὰ μαρτυρήσουν γιὰ
τὸν Χριστό.
Μὲ τὸ Πηδάλιον προσέφερε στὴν Ἐκκλησία τὸ μόνο μέχρι
σήμερα ἐν χρήσει βοήθημα γιὰ ἄσκηση τῆς ποιμαντικῆς κατὰ
τοὺς Ἱεροὺς Κανόνας.
Μὲ τὴν Φιλοκαλία συνετέλεσε, ὥστε καὶ οἱ ἐν τῷ κοσμῷ
Χριστιανοὶ νὰ μυηθοῦν στὴν ἡσυχαστικὴ ζωὴ καὶ νὰ τὴν ἀσκοῦν
στὸ μέτρο τοῦ δυνατοῦ.
Μὲ τὰ ἑρμηνευτικά του ἔργα βοήθησε νὰ γίνεται ἡ λατρεία
τῆς Ἐκκλησίας πιὸ συνειδητὴ καὶ γι᾿ αὐτὸ λατρεία λογική.
39

Μὲ τὰ ψυχωφελῆ, τέλος, συγγράμματά του συνετέλεσε ὥστε
ἡ εὐσέβεια τοῦ λαοῦ νὰ παίρνει ἡσυχαστικὸ χαρακτήρα μὲ
προοπτικὴ τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς καὶ τὴν θέωση.
Ὁ ἅγιος Νικόδημος ἔδειξε ζωηρὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν
στερέωση τῆς Ὀρθόδοξου Παραδόσεως καὶ Ἀποστολικῆς Πίστεως
στὴν Ἐκκλησία καὶ ἀγωνίσθηκε γι᾿ αὐτό. Ἔδειξε μὲ τὴν στάση του
αὐτὴ τὴν ἀδιάσπαστη συνέχεια μιᾶς παραδόσεως στὴν Ἐκκλησία,
ἡ ὁποία θέλει τοὺς μοναχοὺς εὐαίσθητους σὲ θέματα πίστεως,
μιᾶς παραδόσεως ποὺ φθάνει στὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ,
τὸν ὅσιο Μελέτιο τὸν Ὁμολογητή, τὸν ἅγιο Θεόδωρο τὸν Στουδίτη,
τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνό, τὸν ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή,
τοὺς Ὁσίους Σάββα τὸν Ἡγιασμένο καὶ Θεοδόσιο τὸν Κοινοβιάρχη
καὶ μέχρις αὐτὸν τὸν Μέγα Ἀντώνιο.
Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἔλαβε θέσιν ὑπὲρ τοῦ (ἀνα)βαπτισμοῦ
τῶν Λατίνων ὡς ἀβαπτίστων, ὅτι διόρθωσε καὶ ἑτοίμασε πρὸς
ἔκδοση τὴν Ἀλφαβηταλφάβητο καὶ συνέγραψε τὸν κατὰ πλάτος
βίο τοῦ ὁσίου Μελετίου τοῦ Ὁμολογητοῦ, ὥστε ὁ φιλευσεβὴς
ἀναγνώστης νὰ «γνωρίσει τὸ φῶς τῆς ἐδικῆς μας ὀρθοδοξίας, καὶ
τὸ σκότος τῆς ἐκείνων κακοδόξου αἱρέσεως· καὶ οὕτως νὰ
στηρίζεται εἰς τὰ θεῖα δόγματα τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, καὶ νὰ
ἀποφεύγει τὰ αἱρετικὰ καὶ ἀντίθεα φρονήματα τῆς Δυτικῆς».
Εἶναι ἄξιον μνείας τὸ γράμμα ποὺ ὁ ἅγιος Νικόδημος
ἔγραψε πρὸς τὸν ἐφησυχάζοντα τότε στὸ Ἅγιον Ὄρος Πατριάρχη
ἅγιο Γρηγόριο τὸν Ε´ συνιστῶν τὸ βάπτισμα Ρωμαιοκαθολικοῦ
μοναχοῦ, ὁ ὁποῖος «καταβαπτισμένος ὢν καὶ μεμολυσμένος τῷ
τῶν Λατίνων μολύσματι, προσέρχεται... ὅπως βαπτισθῇ τῷ τῆς
καθ᾿ ἡμᾶς Ἀνατολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας Ὀρθοδόξῳ
βαπτίσματι».
Τέλος, τὸ καθολικὸ ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας ἐνδιαφέρον τοῦ
Ἁγίου φθάνει καὶ μέχρι τοῦ γυναικείου μοναχισμοῦ, τοῦ ὁποίου
ἐξαίρει τὴν ἀξία καὶ σημασία γιὰ τὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι
πολὺ σημαντικὴ ἡ ὑποσημείωσή του στὴν ἑρμηνεία τῆς Α´ πρὸς
Κορινθίους ἐπιστολῆς, ὅπου μεταξὺ ἄλλων ἀναφέρει: «Πόσον δὲ
καλὸν καὶ ψυχωφελὲς ἔργον εἶναι νὰ κτίζονται εἰς κάθε τόπον
μοναστήρια καλογραιῶν παρὰ τῶν χριστιανῶν, ἐγὼ δὲν δύναμαι
νὰ παραστήσω διὰ λόγου. Ὅσοι γὰρ χριστιανοὶ κτίζουν
μοναστήρια καλογραιῶν εἰς τὸν τόπον τους, αὐτοὶ ἀληθῶς κτίζουν
ἕνα λιμένα, διὰ μέσου του ὁποίου ἐλευθερώνουν τὰς ψυχὰς ἀπὸ
τὴν φουρτούνα τοῦ κόσμου».
Καὶ στὴν συνέχεια συνιστᾶ ὁ ἅγιος Νικόδημος στοὺς
Χριστιανοὺς νὰ φροντίζουν γιὰ τὴν ἐξοικονόμηση τῶν χρειωδῶν
τῶν γυναικείων μοναστηριῶν, προσθέτων ὅτι αὐτοὶ «κάμνουν μίαν
40

ἔλεημοσυνην, ὅπου ὑπερβαίνει ὅλες τὶς ἐλεημοσύνες, ὅπου ἤθελε
κάμη τινὰς εἰς ἄλλα πρόσωπα πτωχῶν καὶ ἀσθενῶν».
Ὁ ἅγιος Νικόδημος μὲ τὸ συγγραφικό του ἔργο καὶ
ἰδιαιτέρως μὲ τὴν ἁγιότητα τοῦ βίου του ἔγινε ἕνας οἰκουμενικὸς
διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας.
Ἂν καί, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὰ συγγράμματά του, εἶχε
πλουσιότερα ἡσυχαστικὴ πείρα ἀπὸ ὅτι κοινοβιακή, ἐν τούτοις
ἔγινε ὁ χειραγωγὸς πολλῶν νέων παλαιότερα καὶ σήμερα πρὸς
τὸν κοινοβιακὸ μοναχισμὸ ἐν Ἅγιῳ Ὄρει καὶ ἐκτὸς αὐτοῦ.
Τὸ σημαντικὸ εἶναι ὅτι ἡ ὑπὸ εὐρείαν ἔννοια ἡσυχαστική του
διδασκαλία, ἡ ἀποβλέπουσα στὴν νηπτικὴ ἐν καρδίᾳ ἐργασία τῶν
μοναχῶν, βοήθησε νὰ γίνη κατανοητό, ὅτι καὶ ἡ ἄσκησις στὰ
μοναχικὰ κοινόβια δέον νὰ εἶναι κατ᾿ οὐσία ἡσυχαστική,
ὁδηγοῦσα τοὺς θεοφιλῶς ἀγωνιζόμενους μοναχοὺς στὴν τελεία
ἕνωση μὲ τὸν Θεὸ διὰ τῆς τελείας ὑπακοῆς, τῆς κατὰ τὸ δυνατὸν
ἀδιάλειπτου προσευχῆς καὶ λατρείας τοῦ Θεοῦ, τῆς θυσιαστικῆς
φιλαδελφίας καὶ ἀνυπόκριτου ἀγάπης.
Παρακαλοῦμε τὸν ὅσιο Πατέρα ἡμῶν Νικόδημο τὸν
Ἁγιορείτη νὰ πρεσβεύει γιὰ τοὺς ἀγωνιζόμενους σήμερα
μοναχοὺς καὶ μοναχές, γιὰ τὴν εὐστάθεια τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ
Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καὶ γιὰ τὴν Ὀρθόδοξο Πίστη μας, πού,
ὅπως καὶ στὴν ἐποχή του, ἔτσι καὶ σήμερα εἶναι φῶς τοῦ κόσμου
καὶ ἡ μόνη ἐλπίδα του.

41

Α΄ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ

ΙΩΣΗΦ ΜΟΝΑΧΟΥ

Σπηλιά Στον Άγιο Παντελεήμονα
42

Πριν από 43 χρόνια το 1936 συνέβη κάτι παρόμοιο στη
Σκήτη της Αγίας Άννης. Πάνω από τη Σκήτη αύτη, βρίσκεται μικρό
εκκλησάκι με σπήλια, στο όνομα του Αγίου Παντελεήμονος. Εκεί
κοντά είναι κι άλλες σπηλιές, για τις όποιες είχαμε ακούσει
θαυμαστά πράγματα, οπόταν πριν από πολλά χρόνια
αποφασίσαμε με το Γέροντα μου, Ιωακείμ Μοναχό, να πάμε και
εμείς εκεί. Με κόπο φτάσαμε μπροστά στη σπηλιά, μπήκαμε μέσα
και είδαμε ίχνη, πόα φανέρωναν πως κάποιος ευλογημένος
άνθρωπος θα πρέπει να μένει σ' αυτήν. Προχωρήσαμε πιο μέσα,
είδαμε ένα σταμνάκι με νερό και ψηλά ίσαμε ενάμισι μπόί
ανθρώπου, ήτανε άλλη σπηλιά, μικρότερη από την πρώτη.
Προσπαθήσαμε να βρούμε τρόπο ή μέρος για ν' ανέβουμε ως εκεί,
αλλά τούτο ήταν αδύνατο, γιατί το μέρος ήταν απότομο. Τότε στο
βάθος της σπηλιάς αυτής διακρίναμε μια κακοφτιαγμένη σκάλα,
φαίνεται πώς μ' αυτή, ο κάτοικος της σπηλιάς ερημίτης, ανέβαινε
και κατέβαινε στο καταφύγιο του και για να μην τον ενοχλούν οι
τυχόν επισκέπτες, με το προορατικό χάρισμα, πού ήταν
πλουτισμένος από το Θεό, σαν αντιμισθία της αυταπαρνήσεως και
των πολλών ασκητικών του κόπων, προαισθάνονταν τον ερχομό
του επισκέπτη κι αμέσως ανέβαινε στην κρυφή σπηλιά του.
Τραβούσε δε και τη σκάλα, για να μη μπορεί άλλος κανείς ν'
ανέβει.
Είπαμε με το Γέροντα τρεις φορές το «Δι' ευχών...» αλλά
καμιά απόκριση δε λάβαμε. Τότε αρχίσαμε τους χαιρετισμούς της
Παναγίας και πλησιάζοντες να τελειώσουμε, όταν λέγαμε το
«Ύπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς», «Ω πανύμνητε Μήτερ, ή
τεκούσα των πάντων αγίων αγιότατων Λόγον...» και κάναμε τρεις
γονυκλισίες μεγάλες, ήρθε έντονη εύωδία μοσχολίβανου και γέμισε
όλη ή σπηλιά από άρρητη ευωδία!
Περιμέναμε λίγο μήπως ευδοκήσει ο Πανάγαθος Θεός, για
να βγει ο ευλογημένος εκείνος ερημίτης, πού ασφαλώς θα ήταν
μέσα στη μικρή σπηλιά, αλά δεν είδαμε τίποτε κι επειδή άρχισε να
σκοτεινιάζει, κάμαμε τρεις μετάνοιες, δοξάσαμε το Θεό και φύγαμε,
θεωρήσαντες τους εαυτούς μας ανάξιους για να δούμε ένα τέτοιο
άγιο άνθρωπο, ασκητή κι ερημίτη.
Τα κρίματα του Κυρίου είναι ανεξερεύνητα. «Ω! βάθος
πλούτου και σοφίας και γνώσεως Θεού» (Ρωμ. ΙΑ' 33), διότι όταν
δοκιμάσαμε άλλη φορά να επισκεφθούμε τη σπηλιά αυτή δε
βρίσκαμε τίποτε από εκείνα πού είχαμε ιδεί, ασφαλώς ο κάτοικος
της σπηλιάς εκείνης είδε, πώς ανακάλυψαν οι άνθρωποι τα ίχνη
του και απεφάσισε να αλλάξει κατοικία. Έτσι οι ευλογημένοι αυτοί
Πατέρες φεύγανε τη δόξα των ανθρώπων, για να βρούνε δόξα και
43

παρρησία κοντά στο Θεό, για τον όποιον «απαύστως ο θείος
πόθος γινότανε».

Ο Αγαπητός Αδελφός
Ο αγαπητός μου εν Χριστώ αδελφός, Μοναχός Δανιήλ, εκ
της Αδελφότητας των Δανιηλαίων στα Κατουνάκια, μου διηγήθηκε,
πώς πριν από 15 χρόνια, είχε πάει στην Κορυφή του Άθωνα, να
βρει και να μαζέψει «αμάραντα» τα οποία αφθονούν μεν, αλλά
φυτρώνουν σε απόκρημνα και επικίνδυνα βράχια. Ξαφνικά όπως
προσπαθούσε να ανέβει σε ένα βράχο, βλέπει μπροστά του να
βγαίνει μέσα από μια σπηλιά ένας σεβάσμιος Ασκητής, ο όποιος
με τη δεξιά του τον ευλόγησε και σταύρωσε τα τέσσερα σημεία του
ορίζοντος και τον Πατέρα Δανιήλ και του είπε, σε τόνο κάπως
αυστηρό:
«— Αδελφέ Δανιήλ, αυτό πού κάνεις είναι επικίνδυνο, διότι
τα βράχια πού βγαίνουν τα αμάραντα, έχουν σχισμές και εύκολα
ξεκόβονται και κατά καιρούς έχουν γίνει πολλά δυστυχήματα, αλλά
υπάρχει αδελφέ και άλλος κίνδυνος εξ ίσου μεγάλος, διότι με τον
ήλιο ζεσταίνονται και βγαίνουν φαρμακερά φίδια από τις πέτρες και
ο Σατανάς ζητεί να βρει τέτοιες ευκαιρίες, να πάθει δυστύχημα ο
Μοναχός και να κολασθεί, Γι' αυτό και οι άγιοι Πατέρες, με επιτίμια
απαγορεύουν να μαζεύομαι αμάραντα και σαλιγκάρια. Μην
ξεφεύγετε από την υπακοή των αγίων Πατέρων, που θα σας
χαρίσει ταπείνωση, κι εκείνη με τη σειρά της θα σας εξασφαλίσει τη
σωτηρία και την αιώνια ζωή».
Ο αδελφός Δανιήλ, ζήτησε να μάθει το όνομα, του σεβάσμιου
εκείνου Γέροντα και Ασκητή, και πόσα χρόνια έχει που ασκητεύει
στα μέρη εκείνα, αλλά ο Ασκητής έφυγε ανατολικά και χάθηκε στα
βράχια, χωρίς να δώσει καμιά απόκριση, στα ερωτήματα του
πατρός Δανιήλ, το μόνο πού άκουσε ότι είπε, είναι: «Συγχώρεσε με
αδελφέ Δανιήλ, και παρακαλεί τον Κύριο να με ελεήσει» και μόλις
είπε αυτά έγινε άφαντος. Το δε θαυμαστό και περίεργο είναι ότι
χωρίς να ξέρει ποιος είναι, κάλεσε τον αδελφό Δανιήλ με το όνομα
του, χωρίς να τον ξέρει ή να τον είχε ιδεί άλλη φορά. Αυτό και
μόνον πείθει ημάς πώς ο Γέροντας αυτός ήταν θεοφόρος με
διορατικό και προορατικό χάρισμα, αλλά αποφεύγοντας τη δόξα
των ανθρώπων, δια της ταπεινώσεως, ομολόγησε τον εαυτό του
αμαρτωλό, για να δώσει υπόδειγμα και δίδαγμα στον αδελφό, πώς
και τι πρέπει να φρονούμε για τον εαυτό μας, για να τύχομε και
εμείς του ελέους του Θεού και να βρούμε ψυχική σωτηρία, όπως
44

και αυτός ασφαλώς θα ήταν Ελεημένος παρά Κυρίου και άγιος
Μοναχός ή και Ιερομόναχος, εφόσον ευλόγησε τον αδελφό Δανιήλ
και σταυροειδώς την οικουμένη όλη στα τέσσερα σημεία του
ορίζοντα. Πολλές φορές, ο Π. Δανιήλ, πήγε στα μέρη εκείνα, αλλά
δεν συνάντησε άλλη φορά το Γέροντα εκείνον!

Προσκυνητάρι Που Εξουδετέρωσε

Τη

Δύναμη Του Σατανά
Στο δρόμο μεταξύ της Σκήτης της Μεγάλης και της Μικρής
Αγίας Αννης, κάτω από βράχο πού σχηματίζει σπηλιά, υπάρχει
ένα άλλο Προσκυνητάρι με ιερές εικόνες και καντήλι, πού οι Πατέρες
περνώντας συχνά από το δρόμο αυτό το διατηρούν αναμμένο και ο
λόγος είναι ότι στο σημείο αυτό, κατά καιρούς έχουν γίνει πολλές
σατανικές ενέργειες, τις όποιες και παραθέταμε όπως μας τις
αφηγήθηκαν σεβάσμιοι Πατέρες και αδελφοί:
α) Μία απ' αυτές, πιο γνωστή και σε μας είναι, ότι ο Μοναχός
Αρσένιος, υποτακτικός του Γέροντα Αυξεντίου από την Καλύβα
του Αγίου Γεωργίου, η οποία τώρα είναι ερειπωμένη, έφυγε από
την Καλύβα τους χωρίς την άδεια του Γέροντα του, τον όποιον άφησε πολύ στενοχωρημένο, άλλα κι ο ίδιος συγχυσμένος έφτασε στο
δρόμο, πού πηγαίνει για τη Μικρή Αγιάννα. Ακούμπησε στον
κορμό ενός δέντρου, εκεί πού μέχρι σήμερα βρίσκεται καρφωμένος
ένας ξύλινος σταυρός, τον όποιο με ευλάβεια προσκυνούν οι Μοναχοί και οι διερχόμενοι προσκυνητές.
Στο σημείο αυτό, κάθισε λίγο και συλλογίστηκε ο Πάτερ Αρσένιος, πώς αυτό πού κάνει δεν είναι καλό και προς στιγμήν είπε
να γυρίσει πίσω στο Γέροντα του, αλλά νίκησε ο εγωισμός και
απερίσκεπτα προχώρησε. Όταν όμως έφτασε μπροστά στη σπηλιά, πού είναι σήμερα το Προσκυνητάρι, άκουσε μεγάλη οχλοβοή
και τόση αναταραχή, πού νόμισε πώς τον κυνηγούσαν Δαίμονες
να τον πιάσουν, από το φόβο του γύρισε αμέσως πίσω και τότε
άκουσε φωνές στον αέρα να του λένε: «Τι να σου κάνουμε, έχε
χάρι στο Γέροντα σου». Από τον τρόμο πού πήρε, ο Μοναχός
Αρσένιος, δεν κατάλαβε πώς και πότε έφτασε πίσω στην Καλύβα
τους και βρήκε το Γέροντα του να προσεύχεται με δάκρυα στα
μάτια και να παρακαλεί το Θεό. Του έβαλε μετάνοια και έλαβε
συγχώρεση. Όπως μας βεβαίωνε δε ο ίδιος, μέχρι πού πέθανε με
πολύ φόβο και τρόμο περνούσε από το μέρος εκείνο. Αυτός δε
έβαλε και στον κορμό του δέντρου το Σταυρό.
45

β) Άλλοτε πάλιν, ο Γέρο - Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης μας
διηγήθηκε πώς όταν ήταν νέος περνούσε με τον νυν πνευματικό Παπα - Διονύσιο, δόκιμο τότε Θεοδόσιο, πήγαιναν για την Αγιάννα,
πολύ πρωί μπροστά από τη Σπηλιά είδε να κάθονται τρεις
τράγοι, ένας μεγάλος και δυο μικρότεροι, οι δυο αυτοί Μοναχοί,
ξεκινώντας από την Καλύβα τους, είχαν το κομποσχοίνι στο χέρι
και λέγανε τους χαιρετισμούς της Παναγίας. Οι τράγοι τους
κοίταξαν με άγριο βλέμμα και δεν κινήθηκαν από τη θέση τους, οι
Μοναχοί έκαμαν το σταυρό τους μπροστά στο Προσκυνητάρι κι
όταν έκαμαν λίγα βήματα πιο πέρα, οι τράγοι έγιναν άφαντοι,
φανερό είναι πώς ήταν Δαίμονες σε σχήμα τράγων, οι όποιοι
ασφαλώς θα είχαν πρόθεση να βλάψουν τους Μοναχούς, άλλ'
επειδή εκείνοι έλεγαν τους Χαιρετισμούς της Παναγίας, δεν
τόλμησαν να τους κάνουν κακό.
γ) Άλλοτε, ο Μοναχός Μελέτιος των Δανιηλαίων, διηγήθηκε
στο Γέροντα Γεράσιμο Μικραγιαννανίτη, ότι μια μέρα μετέφερε
από την Άγιάννα λεμόνια στον τορβά του, κι όταν περνούσε από
τη Σπηλιά έγινε τέτοια σύγχυσι και ταραχή από τους Δαίμονες, πού
από το φόβο του παραπάτησε έπεσε και χύθηκαν όλα τα λεμόνια,
άλλα αυτός επειδή είχε στο χέρι το κομποσχοίνι κι έλεγε ακατάπαυστα την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού ελέησαν με»
δεν τον πείραξαν άλλο οι Δαίμονες, οι όποιοι, καθώς ομολογούν
εκεί οι Πατέρες δημιουργούσαν συνέχεια επεισόδια από την ακόλουθη αιτία:
δ) Στην αρχή της Σκήτης της λεγόμενης Μικρής Αγιάννας,
επάνω στο λοφίσκο, υπάρχει μια ασκητική Καλύβα με εκκλησάκι,
«Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ» σ' αυτήν, πριν από πολλά χρόνια,
ασκητικά διέπρεψε ο ξακουστός και περίφημος πνευμονικός Παπα
- Σάββας, για τον όποιον λέγουν πώς ήταν σπουδαίος εργάτης της
αρετής και διακριτικός Πνευματικός εξομολόγος. Σ' αυτόν
ξεμολογήθηκε ένας μάγος από τα χωριά της Χαλκιδικής, ο όποιος
αφού ειλικρινά μετανόησε και αποφάσισε ν' αλλάξει ζωή και να γίνει
καλός και πιστός χριστιανός, παρέδινε στον Πνευματικό ΠαπαΣάββα ένα μαγικό βιβλίο πού το λένε «Σολομωνική» με το οποίο
έκανε τις διάφορες μαγείες και γοητείες. Ο Πνευματικός Παπα
-Σάββας δε δέχθηκε να πάρει το βιβλίο αυτό, αλλά είπε στον
μετανοήσαντα μάγο Ιλαρίωνα ότι το βιβλίο αυτό είναι δαιμονικό
και θα πρέπει να το κάψει εκεί το βιβλίο αυτό. Μάζεψε φρύγανα
και ξύλα, εβαλε φωτιά και πέταξε το βιβλίο μέσα, και όπως
ομολόγησε ο ίδιος στον Πνευματικό και στους Πατέρες, από τις
πολύχρωμες φλόγες πού καιγόταν το βιβλίο βγαίνανε άναρθρες
φωνές και φαινόταν σαν να κλαίγανε χιλιάδες παιδιά μικρά και
μεγάλα.
46

Από τότε άρχισαν στο σημείο αυτό οι δαιμονικές
ενέργειες και εξ αφορμής του γεγονότος αυτού, οι Πατέρες
έκαμαν Αγιασμό με άγια Λείψανα και έφτιαξαν το Προσκυνητάρι
με το ακοίμητο σχεδόν καντήλι και έτσι έπαψαν οι Σατανικές
ενέργειες και εξουδετερώθηκε ή δύναμη του εχθρού.

Κι Άλλο Μικρότερο Προσκυνηταράκι
Από την παραλία της Αγίας Αννης, ανεβαίνοντας δεξιά προς
τα επάνω, για να πάμε συντομότερα στη Μικρή Αγία Άννα,
παίρνουμε ένα πολύ δύσκολο και ανηφορικό δρόμο, πού ο
περισσότερος είναι όλο σκαλοπάτια. Στο δυσκολότερο σημείο της
αναβάσεως, ένας μεσήλικας Μοναχός, ο όποιος πριν να γίνει
Μοναχός ήταν αξιωματικός του Στρατού, ακούμπησε στον κορμό
ενός δέντρου για λίγο να ξεκουραστεί, από τον πολύ κόπο του
ανήφορου και το φορτίο του με τα τρόφιμα στην πλάτη.
Στενοχωρημένος από την κούραση είπε μέσα του: «Άραγε
θα έχουμε κανένα ιδιαίτερο μισθό πού μεταφέρουμε τα τρόφιμα
μας και δεν καθόμαστε κάτω στην παραλία να τα τρώμε, αλλά
τα ανεβάζομε τόσο ψηλά, δεν είναι άραγε αυτό που κάνουμε
ανόητο;»
Σαν απάντηση στη σκέψη του, άκουσε φωνή που του λέγε:
«Όλοι οι κόποι αναγνωρίζονται και τα βήματα πού κάνετε για την
αγάπη του Χριστού μετριόνται και πληρώνονται». Ό αδελφός μετά
από την πληροφορία αυτή αναπτερωμένος στο ηθικό, περνούσε
συχνότερα από το μέρος εκείνο χωρίς να κουράζεται. Και στο
σημείο αυτό, οι Πατέρες, για να θυμούνται το θαύμα, έβαλαν εικόνα
και παλαιότερα άναβαν και καντηλάκι προς δόξαν Θεού.

Ένα Ακόμη Προσκυνηταράκι
Στα λεγόμενα σκαλοπάτια, μικρό δρομάκι πού είναι όλο
σκαλοπάτια —σχεδόν από τη θάλασσα της Αγίας Αννης ως τη
Μικρή Αγιάννα— εκεί λίγο κάτω από την Καλύβη, του περίφημου
Πνευματικού Παπα - Σάββα, «Η Ανάστασις του Κυρίου», σε ένα
δέντρο βρίσκεται μικρή εικόνα, προ της οποίας παλαιότερα έκαιγε
κλειστό φαναράκι, εκεί ο Μοναχός Μελέτιος των Δανιηλαίων από
τα Κατουνάκια, περνούσε φορτωμένος με διάφορα τρόφιμα και
ενώ έλεγε την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ υιέ του Θεού ελέη σον
47

με», ευχή πού παντοτινά συνοδεύει κάθε μοναχό όπως και ή
αναπνοή του, παραπάτησε και ξέφυγε από το στενό και δύσβατο
δρομάκι και έπεσε με το φορτίο του γύρω στα τέσσερα μέτρα,
όπου βρήκε στήριγμα το δέντρο αυτό, χωρίς να πάθει το
παραμικρό, και χωρίς το στόμα του να σταματήσει προς στιγμή τη
θεία εκείνη προσευχή. και επειδή διαφυλάχθηκε αβλαβής, από την
ενέργεια αυτή του ανθρωποκτόνου Σατανά, πού όπως του φάνηκε,
σαν να τον έσπρωξαν, έφτιαξε και τοποθέτησε εκεί την εικόνα της
Παναγίας με το φαναράκι, προς δόξαν Θεού και φύλαξη των
διερχομένων από εκείνο το δύσκολο μονοπάτι, ήταν δε μαζί του
και ο Παπα - Θεοδόσιος από τη Μικρή Αγιάννα.

Ο Γερο - Μιχαήλος στα Καυσοκαλύβια
Πριν από δεκαέξι χρόνια (1965) ο Γερο - Μιχαήλος, Γέροντας
της Καλύβης «Ευαγγελισμός της Θεοτόκου» είχε ανιστορήσει μια
εικόνα του αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως (διότι ήταν καλός
αγιογράφος), την οποία εικόνα είχε μεταφέρει ο ίδιος στην νήσο
Ρόδο.
Ο Γερο - Μιχαήλος, επί είκοσι και πλέον χρόνια είχε πάθει
έλκος του στομάχου και κατά καιρούς υπέφερε από φριχτούς
πόνους.
Όταν γύρισε από την Ρόδο, που παρέδωσε την εικόνα του
Αγίου Νεκταρίου, στο πλοίο τον έπιασαν πάλι ισχυροί πόνοι και
κάθονταν σε μια γωνιά κουβαριασμένος.
Στο ίδιο πλοίο συνταξίδευε και ένας γιατρός παθολόγος
Παπανικολάου το όνομα. Ο γιατρός ρώτησε τον Γερο - Μιχαήλ
«γιατί κάθεσαι έτσι μαζεμένος Πάτερ;» Και αφού έμαθε την αιτία
του είπε: «Μη στενοχωριέσαι Γέροντα, θα σου δώσω εγώ ένα
φάρμακο και θα γίνεις περδίκι», όπως μου είπε ο ίδιος ο Π.
Μιχαήλ, όταν του έδωσε το φάρμακο και το ήπιε αμέσως
υπεχώρησαν οι πόνοι, ανακουφίστηκε αρκετά και έτσι μπόρεσε και
συνέχισε το ταξίδι άνετα.
Όταν έφτασε στην Σκήτη των Καυσοκαλυβίων, στο Άγιον
Όρος, δεκαπέντε ήμερες πριν από την εορτή του Αγίου Νεκταρίου,
ο Γέρο -Μιχαήλος, μετά το Απόδειπνον και την Ιδιαίτερη προσευχή
(τον κανόνα του) έπεσε να αναπαυθεί. Δεν πέρασε δε ούτε μια
ώρα και άκουσε την πόρτα του δωματίου του να ανοίγει.
Από τον θόρυβο ξύπνησε και βλέπει μπροστά του έναν
ιεροπρεπή σεβάσμιο Γέροντα. Στην αρχή φοβήθηκε κι όταν
συνήλθε από το φόβο, κοίταξε καλύτερα και βλέπει ότι έφερε
εγκόλπιο και σταυρό στο στήθος.
48

Τότε ξεθάρρεψε και με κάπως έντονη φωνή είπε: «Ο άγιος
Νεκτάριος!» ο οποίος του είπε: «Ήρθα να σου πω ότι δεν σε
θεράπευσε ο γιατρός Παπανικολάου με τα φάρμακα του στο πλοίο
αλλά από την στιγμή που πήγες την εικόνα μου στην Ρόδο,
θεραπεύτηκες. Να δοξάζεις το Θεό και να τιμάς την Παναγία».
Όταν είπε αυτά, ο άγιος Νεκτάριος, έγινε άχραντος. Ο
υποτακτικός του Γέροντα Μιχαήλ, Μοναχός Γαβριήλ, ο οποίος
κοιμόταν στο διπλανό δωμάτιο, από την συζήτηση και τις έντονες
φωνές του Γέρο - Μιχαήλ, ξύπνησε και βρήκε τον Γέροντα του να
ψάχνει για να βρει τον άγιο Νεκτάριο.
Τότε και οι δυο τους κοίταξαν όλες τις πόρτες του σπιτιού και
διεπίστωσαν πως όλες ήταν ερμητικά κλεισμένες και από μέσα
ασφαλισμένες όπως τις είχαν οι ίδιοι κλείσει αποβραδίς.
Ο Γέρο - Μιχαήλ, αφού διηγήθηκε τα διατρέξαντα στον
υποτακτικό του Μοναχό Γαβριήλ, πήγαν και οι δυο στην εκκλησία
της Καλύβης, έκαμαν θερμή προσευχή, δέηση και δοξολογία στο
Θεό και ευχαρίστησαν την Παναγία Θεοτόκο και τον θεράποντα
τους αγιον Νεκτάριο.
Κι άλλο θαύμα του Αγίου Νεκταρίου

Σε συνέχεια καταχωρούμε εδώ επιστολή, του προ διετίας
κοιμηθέντος τον αιώνιο ύπνο και απελθόντος στην αιώνια ζωή,
μακαριστού Γέροντος Μιχαήλου Καυσοκαλυβίτου, με την οποία
επιστολή αφηγείται ο ίδιος κι άλλο θαύμα του Αγίου Νεκταρίου,
που έγινε στο Αγιον Όρος και το γράφει ο ίδιος στον ευσεβή και
ευλαβέστατο χριστιανό και σε μας αγαπητόν εν Χριστώ αδελφόν κ.
49

Θεόδωρον Πουλόπουλον — Λυκούργου 16 Αθήνας — Το
καταχωρούμε εδώ ακριβώς όπως ο ίδιος το έγραψε και το έστειλε:
«Προς τον ευσεβή χριστιανόν κ. Θεόδωρον Πουλόπουλον —
Λουκούργου 16 Αθήνας —» κ. Θεόδωρε χαίρε εν Κυρίω και υγίαινε
εν πάση Αγαπητέ Θεόδωρε σου γράφω με τη βοήθεια του Κυρίου
ήλθα καλά και με τη χάρη της Κυρίας Θεοτόκου είμαι καλά... Θα
σου γράψω και ένα ωραίο που συνέβη όταν ήρθα: Των Ταξιαρχών
κάναμε θεία Λειτουργία στο Καλύβι μας που έχουμε εκκλησία του
«Ευαγγελισμού της Θεοτόκου» και την επόμενη που είναι του
αγίου Νεκταρίου είπαμε στον Ιερέα πάλι να κάνουμε θ. Λειτουργία,
για τα πολλά θαύματα που κατά καιρούς μου είχε κάνει ο άγιος
Νεκτάριος. Και εφόσον διαβάσαμε τον εσπερινό και το απόδειπνο,
κατόπιν εγώ δεν είχα ύπνο και πήγαινα στην εκκλησία μας την
νύχτα. Εκεί έρχεται μια ουράνια εύωδία τόσο που γέμισε όλο το
σπίτι. Εγώ άνοιξα το παράθυρο και την πόρτα της εκκλησίας αλλά
η ευωδιά εκεί δεν έφευγε. Αφού σηκώθηκε ο πάτερ Γαβριήλ για τον
Όρθρο μου λέγει, γέροντα ήλθε η χάρις της Παναγίας και των
αγίων. Αφού τελειώσαμε ήλθε ο Ιερεύς ο Παπα - Αθανάσιος δια να
λειτουργήσει και λέγει προς τον πάτερ -Γαβριήλ — τον υποτακτικό
μου — αρώματα ερίξατε μέσα στην εκκλησία; κι εκείνος του λέγει
όχι και εφόσον μπήκε μέσα στο Ιερό, τότε κατάλαβε ότι από την
λειψανοθήκη — πού έχουμε στο Ιερό — έβγαινε η ευωδία εκείνη κι
εμείς αλλοιωθήκαμε. Επί πέντε ημέρες κράτησε αυτή η ουράνια
ευωδία. Ζωντανά πράγματα είναι η ορθόδοξος θρησκεία μας. Τι
χαρά που είχαμε εκείνες τις μέρες δεν μπορώ να σου παραστήσω.
Τους χαιρετισμούς σ' όλους τους αδελφούς... Με την εν Χριστώ
αδελφική αγάπη Μιχαήλ Μοναχός Ιερά Σκήτη Καυσοκαλύβια
«Ευαγγελισμός» Άγιον Όρος τη 12η Δεκεμβρίου 1978».
Αυτά ας τα δουν οι πλανεμένοι χριστιανοί και Μοναχοί, που
λένε πώς είναι ορθόδοξοι και με πολλή μανία και ασέβεια
κακολογούν και δυσφημίζουν τον άγιο Νεκτάριο Κεφαλά και ας
αναλογισθούν τα φριχτά επιτίμια και τις κατάρες που περιμένουν,
τους ταλαίπωρους αυτούς ανθρώπους, οι οποίοι, ενώ είναι γεμάτοι
αμαρτίες και παρανομίες, τολμούν να τα βάλουν και να
καθυβρίζουν τους Αγίους που επίσημα η Εκκλησία μας Συνοδικώς
έχει αναγνωρίσει, ανακηρύξει και κατατάξει στην χορεία των
εορταζομένων Αγίων. Πολύ δε περισσότερο που ο Άγιος αυτός,
από τούτη τη ζωή και μετά την κοίμηση του, αλλά και μέχρι σήμερα
εξακολουθεί να κάνει πολλά και μεγάλα θαύματα!

Στην Σκήτη της Αγιάννας θαύμα της Θείας
Πρόνοιας
50

Από την Καλύβα «Κοίμησις της Θεοτόκου» στην Σκήτη της
Αγιάννας, ο Πάτερ Θεόκτιστος Μοναχός είχε βαρειά άρρωστο τον
Γέροντα του Μακάριο Μοναχό.
Ο Γέρο - Μακάριος κατάγονταν από την Θεσσαλονίκη και
από την υπερβολική άσκηση έπαθε τρομερή εξάντληση καθότι δεν
ήταν προικισμένος με φυσική αντοχή.
Ήταν ημέρα Κυριακή της Απόκρεω, κατά το σωτήριον έτος
1750 και ο Γερο - Μακάριος από την εξάντληση βρίσκονταν στα
πρόθυρα του θανάτου, αλλά ήταν και Δίκαιος της Σκήτης.
Ο υποτακτικός του Θεόκτιστος Μοναχός, που ήταν και
παραδικαίος και είχε και την φροντίδα του Κυριακού της Σκήτης,
μετά από την θεία Λειτουργία, είχε μεγάλη στενοχώρια και αγωνία,
τι φαγητό να δώσει στον Γέροντα του, για να μπορέσει κάπως να
τονωθεί και να αναλάβει από την εξάντληση πού είχε. Με τη σκέψη
αυτή, κατέβηκε στην παραλία μήπως βρει κανένα ψάρι, αλλά η
θάλασσα ήταν τόσο ταραγμένη και φουρτουνιασμένη και καμία
ψαρόβαρκα δεν φαινόταν να ξεμυτίσει κατακεί, μα ούτε και στο
πέλαγο δεν περνούσε καμία. Τότε βαθιά συγκινημένος, με πίστη
θερμή, γονάτισε και έκαμε προσευχή στο Θεό και παρακαλούσε
και την Θεοπρομήτορα του Χρίστου και μητέρα της Παναγίας μας
Αγία Άννα. Δεν πρόλαβε να τελειώσει την προσευχή του αυτή ο
Πάτερ Θεόκτιστος και βλέπει πάνω στα αφρισμένα κύματα της
θάλασσας να παιχνιδίζει ένα αρκετά μεγάλο ψάρι. Αμέσως με
Θεού φώτιση έκαμε το σημείο του Σταυρού προς την κατεύθυνση,
που βρισκόταν το ψάρι, και το κύμα, ω των θαυμάσιων σου Χριστέ
Βασιλεύ! πέταξε έξω στην άμμο της παραλίας το ψάρι εκείνο.
Γεμάτος χαρά ο Πάτερ Θεόκτιστος, πήρε το ψάρι, το πήγε στο
Κυριάκο, που ήταν κατάκοιτος ο Γέροντας του, έφτιαξε φαγητό,
από το οποίο έδωσε στον Γέροντα του, ο οποίος μια φορά έφαγε
από το ψάρι εκείνο και πήρε τόση δύναμη που έγινε τελείως καλά
και θεραπεύθηκε από την ασθένεια του.
Με το υπόλοιπο ψάρι, ο Πάτερ Θεόκτιστος, φιλοξένησε
όσους βρέθηκαν στο Κυριάκο την ήμερα εκείνη Μοναχοί και
κοσμικοί, και όλοι μαζί δόξασαν τον Πανάγαθο Κύριο και Θεόν
«Τον θαυμαστόν εν τοις έργοις και τοις Αγίοις Αυτού».

51

Θαύμα

Αντιμισθίας

Άλλος υποτακτικός, από πλούσια οικογένεια καταγόμενος,
νέος στην ηλικία, ανέβαζε από τη θάλασσα το φορτίο του στην
πλάτη και από τον πολύ κόπο, σαν να δυσανασχέτησε και
παρακάλεσε το Γέροντα του, να του επιτρέψει να χρησιμοποιεί
υποζύγιο για να ανεβοκατεβαίνει αυτός από τη θάλασσα και
να μεταφέρει τα απαραίτητα τρόφιμα στην Καλύβα και στον
Γέροντα του. Ο Γέροντας του, γνωρίζοντας την αδυναμία του
υποτακτικού του, επέτρεψε να πάρει ένα γάιδαρο για το σκοπό
αυτόν.
Μια μέρα πού ανέβαζε με το γαιδουράκι το φορτίο του, σε
μια στροφή πού είναι το δυσκολότερο σημείο του δρόμου, εκεί
ακριβώς βλέπει ένα λαμπροφορεμένο νέο να βαστάει στα χέρια
ένα σφουγγάρι με το οποίο σκούπιζε τον ίδρωτα από το μέτωπο
των διερχομένων Πατέρων, και τους θύμιαζε. Τότε πλησίασε κι
αυτός πρότεινε το μέτωπο του και περίμενε να τον σκουπίσει,
άλλα ο νέος αντί να σκουπίσει αυτόν, σκούπισε του γαϊδάρου το
μέτωπο. Κι όταν ο Μοναχός παραπονέθηκε, ο φαινόμενος νέος
του είπε: «Εγώ αδελφέ, σκουπίζω, αρωματίζω και πληρώνω
μόνον αυτούς που κοπιάζουν και ιδρώνουν, κι όχι εκείνους πού
ζητούν εδώ ανέσεις». Κι όταν είπε αυτά έγινε άφαντος.
Από το μάθημα αυτό, ο νέος Μοναχός, δε μεταχειρίστηκε
άλλη φορά το υποζύγιο, αλλά μετά χαράς μεγάλης μετέφερε κι
αυτός το φορτίο του στην πλάτη όπως και οι άλλοι Πατέρες.

Ο απρόσκλητος

επισκέπτης

Μια μέρα ο Π. Αγλάιος μετά την τακτική του προσευχή,
κάθονταν με το κομποσχοίνι στο χέρι έξω από το «Κάθισμα», εκεί
που διαλογίζονταν τα κρίματα του Θεού και έλεγε την ευχή, είπε
μέσα του πώς αν θέλει ο Θεός μπορεί να του δώσει την υγειά του.
Ξαφνικά βλέπει ένα ζαρκάδι αρκετά μεγάλο, πήγε κοντά του και
αφού έσκυψε, σε ένδειξη σεβασμού, μέχρι την γη το κεφάλι του,
έπεσε κάτω και άρχισε να σπαράζει όλο του το σώμα.
Ο Πάτερ Αγλάιος φοβήθηκε μήπως ψοφήσει κι έτρεξε στο
Μοναστήρι, φώναξε τους Πατέρες και τον Κηπουρό που ήταν
κοσμικός, ο οποίος άμα είδε το ζώο να σφαδάζει αμέσως το
έσφαξε, το καθάρισε και οι Πατέρες της Μονής όρισαν στον
Πατέρα Αγλάιον να το μαγειρεύει λίγο λίγο και να καταλύσει να
τρώει από το κρέας αυτό, διότι το έστειλε ο Θεός, σαν φάρμακο για
να θεραπευθεί η αρρώστια του.
52

Ο Μοναχός Αγλάιος κάνοντας υπακοή στον ηγούμενο και
τους Πατέρες της Μονής, κατέλυσε από το κρέας του ζώου τούτου.
(Επειδή στα Κοινόβια Μοναστήρια απαγορεύεται η κατάλυση
κρέατος και ως εκ τούτου ουδέποτε παρατίθεται κρέας στην κοινή
τράπεζα, αλλά εάν κανείς από τους αδελφούς ασθενήσει, κατ'
οικονομίαν επιτρέπεται η κατάλυση κρέατος έξω του Μοναστηρίου
στα «Καθίσματα», στα εργατόσπιτα και στα κελιά με
αγροκτήματα).
Έτσι με το κρέας αυτό που λίγο λίγο κατέλυσε ο Μοναχός
Αγλάιος, μέχρις ότου τελειώσει όλο το κρέας, έγινε κι αυτός τελείως
καλά, αποθεραπεύτηκε από την αρρώστια του και μέχρι σήμερα
χαίρει άκρας υγείας και δοξάζει μέρα - νύχτα τον Κύριον της δόξης,
διηγούμενος το εξαίσιο αυτό θαύμα, που η θεία Πρόνοια
οικονόμησε σαν μέσο να τον θεραπεύσει.
Ας σημειωθεί δε πως στο ένα θαύμα αυτό, δηλαδή να έρθει
το ζώο μόνο του και να παραδοθεί στον ασθενή, ακολούθησε κι
άλλο θαύμα επίσης σπουδαίο και υπερφυσικό. Διότι για να φάει το
κρέας του ζαρκαδιού αυτός μόνος του ο Π. Αγλάιος χρειάστηκε να
περάσουν περισσότερες από σαράντα ημέρες και σ' όλο αυτό το
διάστημα το κρέας χωρίς ψυγείο ουδεμία αλλοίωση έπαθε, σε
εποχή καλοκαιριού, αλλά μέχρι και το τελευταίο κομμάτι έμεινε
φρέσκο, όπως ήταν και κατά την πρώτη ημέρα που σφάγηκε το
ζώο!! Θαυμαστά λοιπόν και ανεξερεύνητα είναι τα κρίματα του
Θεού!!
Η θεία συγκατάβαση του Πανάγαθου Θεού, η πρεσβεία
και ιδιαίτερη φροντίδα της Παναγίας Μητρός του Κυρίου και θεού
και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού είναι τόσο φανερή στους
αγιορείτες Μοναχούς, που κάθε Μοναστήρι, κάθε Κελί και κάθε
Καλύβα στις Σκήτες, στα Ησυχαστήρια, στα Ερημητήρια και στα
απόμερα Σπήλαια ακόμη κρύβονται, αλλά και γίνονται κάθε ήμερα
και κάθε ώρα πολλά θαύματα και με μυστηριώδη τρόπο, η χάρις
και το έλεος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού κατεργάζεται την
σωτηρία των ψυχών αυτών, που με την θέληση τους ησυχάζουν
και κατά δύναμιν αγωνίζονται.
Αυτών των ανθρώπων, ο Θεός, μετατρέπει τον νου και την
καρδιά τους και την κάνει κατοικητήριό Του, γίνονται ναός του
Παναγίου Πνεύματος, του Κυρίου Παρακλήτου και Θεού ημών, ο
οποίος Παράκλητος «βοά ακατάπαυστα Αββά ο Πατήρ» ελέησον.

Ακόμη ένα θαύμα της Θείας Πρόνοιας
53

Στα ιερά Ησυχαστήρια της Σκήτης του Αγίου Βασιλείου, πριν
από αρκετά χρόνια, με άκρα ασκητική ζωή, με εγκράτεια και
σωφροσύνη, με «ακτημοσύνη και αδιάλειπτη προσευχή και με
κάθε είδος αρετής ήτανε κοσμημένος, ο Μοναχός Χερουβείμ, ο
οποίος μαζί με την εγκράτεια ήταν και λίγο βαρύκοος.
Σε μεγάλη ηλικία βρισκόμενος και σε περίοδο βαρύτατου
χειμώνα, από τα χιόνια είχε τελείως αποκλεισθεί και περισσότερο
από μια βδομάδα ήτανε τελείως άσιτος.
Πλησίαζε να βραδιάσει, ήσυχος και Ατάραχος ο Γερο Χερουβείμ, όπως έκανε την προσευχή του, άκουσε κτυπήματα
στην πόρτα της Καλύβας του. Ανοίγει και βλέπει έναν κοσμικό
άνθρωπο να έχει το μουλάρι του φορτωμένο.
Ο κοσμικός ρώτησε τον Γερο - Χερουβείμ, αν είναι μακριά
από εκεί το Ησυχαστήριο του «αγίου Πέτρου» κι αν προλαβαίνει να
πάει πριν νυχτώσει και να γυρίσει στο Μοναστήρι του Αγίου
Παύλου.
Ο Γερο - Χερουβείμ είπε στον ξένο: «Απ' εδώ, ξένε μου, ο
άγιος Πέτρος είναι πολύ μακριά και με το χιόνι που έχει ρίξει είναι
αδύνατο να πας, έστω κι αν είχες μπροστά σου ολόκληρη ημέρα
καλοκαιριάτικη, αλλά αν θέλεις μπορείς να μείνεις απόψε εδώ και
το πρωί, που θα ξημερώσει ο Θεός την ημέρα, πηγαίνεις με το
φορτίο σου εκεί που θέλεις»
Ο άγνωστος τότε είπε: «Γέροντα εγώ έχω φέρει μερικά
τρόφιμα, τα οποία θέλω να πουλήσω και το βράδυ θέλω να
γυρίσω πίσω στην δουλειά μου. Αν θέλεις εσύ να τα κρατήσεις και
να μου δώσεις καμιά ευλογία να τα ξεφορτώσω εδώ και να
πηγαίνω».
Ο Γερο - Χερουβείμ λυπήθηκε που δεν μπορούσε να πάει ο
ξένος τα τρόφιμα στον προορισμό τους και είπε στον Ξένο: «Εφ'
όσον βιάζεσαι και θέλεις να γυρίσεις τόσο σύντομα πίσω τί να σου
ειπώ άφησε τα πράγματα εκεί στην γωνία και να σου δώσω μια
ευλογία που μου έχει αφήσει πριν από λίγες μέρες εδώ ένας
ξένος». Είπε αυτά ο Γερο - Χερουβείμ και πήγε μέσα στο δωμάτιο
του να φέρει για να δώσει την ευλογία στον Ξένο.
Εν τω μεταξύ ο Ξένος ξεφόρτωσε τα πράγματα εκεί που του
είπε ο Γέροντας και έγινε άφαντος. Όταν γύρισε από το δωμάτιο
του ο Γέρο - Χερουβείμ, είδε τα πράγματα ξεφορτωμένα αλλά ο
ξένος είχε φύγει. Βγήκε έξω προς αναζήτηση του, αλλά δεν είδε
τίποτε. Κοιτάζει προσεχτικά στο χιόνι έξω από το Καλύβι του, δεν
υπήρχε ίχνος που να φανερώνει πώς πέρασε άνθρωπος, ούτε
αχνάρια ζώου και του φάνηκε πολύ περίεργο.
54

Τότε κατάλαβε, ο Γερο - Χερουβείμ, ότι πρόκειται για
υπερφυσικό θαύμα. Πήρε τα πράγματα μέσα στην αποθηκούλα
του, έκαμε προσευχή θερμή, παράκληση και δοξολογία και με
δάκρυα ευχαρίστησε το Θεό. Θύμιασε και γέμισε η καρδιά του
χαρά και αγαλλίαση από τη χάρη και ευλογία της Θείας Προνοίας,
η οποία ευλόγησε τα πράγματα τόσο που βάστηξαν μέχρι που
πέρασε όλος ο χειμώνας.
Έτσι φροντίζει η Θεία Πρόνοια για όλο τον κόσμο που
πιστεύει, ελπίζει και επικαλείται την βοήθεια του Πανάγαθου Θεού,
του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Ιδιαιτέρως δε
για τους Μοναχούς του Αγίου Όρους φροντίζει η Κυρία Θεοτόκος,
η Παναγία και μεγάλη μητέρα μας, προς δόξαν Θεού και ψυχική
σωτηρία των ελπιζόντων στην θεία Πρόνοια.
ΦΟΒΕΡΟ ΘΑΥΜΑ ΣΤΗΝ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΠΑΥΛΟΥ

Οι Πατέρες της Νέας Σκήτης μου διηγήθηκαν το ακόλουθο
θαύμα, πού έγινε στην Ιερά Μονή του Αγίου Παύλου.
Επί ηγουμενίας του αρχιμανδρίτη Σεραφείμ, κατά το έτος
1935 με 36 όταν, το άγιο Πάσχα όλοι οι Πατέρες και αδελφοί της
Μονής, 60 τον αριθμόν, κατά την Παράδοση βγήκαν έξω στο
προαύλιο να κάνουν την Ανάσταση του Κυρίου ημών Ιησού
Χριστού, μετά το «Χριστός Ανέστη», ο Καθηγούμενος Σεραφείμ, σε
ένα από τα πιο αγαθά, άπλα, αλλά και πιστά γεροντάκια, τον
αδελφό της Μονής και πρόθυμο εργάτη της υπακοής Γέρο - Θωμά
είπε: «Γέρο Θωμά, πήγαινε σε παρακαλώ κάτω στο οστεοφυλάκιο
να ειπείς στα κόκαλα εκεί των Πατέρων το «Χριστός Ανέστη».
Ο Γέρο - Θωμάς πρόθυμος, χωρίς να σκεφτεί καθόλου που
θα πάει, είπε «Να είναι ευλογημένο Γέροντα» αμέσως ξεκίνησε και
πήγε στα οστά και είπε μεγαλόφωνος: «Ο ηγούμενος μ' έστειλε να
55

σας ειπώ το «Χριστός Ανέστη» Πατέρες και Αδελφοί». Αμέσως όλα
τα οστά έτριξαν, χόρεψαν κι αναπήδησαν, μια νεκροκεφαλή
μάλιστα σηκώθηκε ως ένα μέτρο ψηλά κι απήντησε στο χαιρετισμό
του Γέροντα και είπε: «Αληθώς ανέστη ο Κύριος» και αμέσως έγινε
και πάλι νεκρική σιγή στα οστά.
Ο Γέρο - Θωμάς γύρισε και σε ερώτηση του ηγουμένου, του
είπε όσα είδε και άκουσε. Έφριξαν όλοι οι Πατέρες πού το
άκουσαν και όλοι μ' ένα στόμα δόξασαν το Θεό, πού η Πίστη μας
είναι ζωντανή, αληθινή και παναγία!

Θεία Οπτασία Του Αγίου Ακακίου
Ο άγιος Ακάκιος, όπως αναφέρει ο διάδοχος αυτού ΠαπαΊωνάς, είδε τον όσιο Μάξιμο τον Καυσοκαλυβίτη κατά την ώρα της
Ιεράς Ακολουθίας στο Κυριάκο, να θυμιάζει φορώντας ιερατική
στολή, περιφέρονταν θυμιάζοντας το Ναό και τους Πατέρες και τον
ακολουθούσαν κι άλλοι σαράντα ιεροπρεπείς και όσιοι με τα
επανοκαλύμμαυχο τους.
Όταν είδε αυτούς ο άγιος Ακάκιος, ρώτησε τον όσιο Μάξιμο:
«Ποιοι είναι αυτοί, πού ακολουθούν θυμιάζοντας;» και του ήλθε
απάντηση, πώς είναι οι σεσωσμένοι δια του αγίου Μαξίμου όσιοι
από την περιφέρεια των Καυσοκαλυβίων.
Ο ιστοριογράφος του Κυριάκου της Σκήτης αυτής, στο
Νάρθηκα της εκκλησίας έχει ανιστορήσει, προς επιβεβαιώσει της
αποκαλύψεως του Αγίου Ακάκιου, με τη σειρά τους Αγίους:
Αθανάσιο τον κτήτορα της Μεγίστης Λαύρας, Πέτρον τον Αθωνίτη,
Νείλο τον όσιο, Μάξιμο τον υπόπτερο, Νήφωνα τον όσιο και
άλλους να είναι γονατιστοί με τον όσιο Ακάκιο τον νέο, προ του
θρόνου της Παναγίας Τριάδος και πρεσβεύουν για όλους τους
Πατέρες και αδελφούς πού θα τελειώσουν το βίο θεάρεστα στον
ιερό αυτόν και ευλογημένο τόπο, το «Περιβόλι της Παναγίας».

Προφητεία του Γέρο – Χερουβείμ
Καθώς μας διηγήθηκε ο ευλαβής ασκητής στην έρημο του
Άγιο-Βασίλη, σεβαστός και αγαπητός μου Γέρο - Δαμασκηνός,
από την ησυχαστική Καλύβα «Εισόδια της Θεοτόκου», ότι το 1940
- 41 ο Γερο -Δαμασκηνός με τον υποτακτικό του Αυγουστίνο
Μοναχό, ήθελε για πνευματική εργασία να πάει στη Βίγλα, που
είναι η Ρουμανική Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου, από τον επάνω
δρόμο, ο οποίος από την Κερασιά πηγαίνει στα Κρύα Νερά, στον
Βαθύλακκα, επάνω από τον Άγιο Πέτρο, κι απ' εκεί στου Κυρ
56

Ησαίου και κατεβαίνει στη Βίγλα. Ο δε άλλος δρόμος πηγαίνει από
την Κερασιά δεξιά κατεβαίνει στα Καυσοκαλύβια, και απ' εκεί
ανεβαίνει στον Άγιο Νείλο κλπ. Ο πρώτος δρόμος λέγεται
αποπάνω και ο άλλος λέγεται αποκάτω.
Ο Γερο - Χερουβείμ, όταν ο Γερο - Δαμασκηνός του είπε το
σκοπό του ταξιδιού του είπε στον Γερο - Δαμασκηνό: «Πάτερ μου
αν θέλεις να φτάσεις ασφαλώς με τη συνοδεία σου στο μέρος που
θέλεις να πας, θα πρέπει να πάτε από τον κάτω δρόμο και όχι από
τον επάνω». Ο Γέρο -Δαμασκηνός δεν έδωσε πολύ σημασία στα
λόγια αυτά του Γερο - Χερουβείμ κι αποφάσισε να πάει από τον
αποπάνω δρόμο επειδή είναι συντομότερος και δεν έχει πολλές
ανηφοροκατηφόρες, όπως έχει ο κάτω δρόμος, που πρέπει, όπως
είπαμε, να κατέβει κανείς πρώτα στη Σκήτη των Καυσοκαλυβίων κι
απ' εκεί να ανέβει επάνω κλπ. Αλλά δεν πρόλαβε με τον
υποτακτικό του να φτάσει στα Κρύα νερά και ξαφνικά προβάλλουν
μπροστά τους τρεις ένοπλοι άνδρες ληστές, οι οποίοι αφού τους
έκαναν ερευνά και είδαν πως δεν είχαν τίποτε το σημαντικό μαζί
τους, τους υποχρέωσαν να γυρίσουν πίσω, με κίνδυνο να τους
σκοτώσουν αν δεν υπακούσουν στη διαταγή τους.
Η εκπλήρωση της προφητείας
Τότε αναγκαστικά ο Γερο - Δαμασκηνός με τον υποτακτικό
του Μοναχό Αυγουστίνο, αφού δοκίμασαν μια μεγάλη λαχτάρα
από τους ληστές, γύρισαν και πήγαν από τον κάτω δρόμο και έτσι
εκπληρώθηκε η προφητεία του Γέροντος Χερουβείμ, ο οποίος είχε
φτάσει, με την αδιάλειπτη προσευχή, την πίστη στο Θεό και
την αυταπάρνηση, στην πραγματική αρετή της ταπεινώσεως
και έφυγε από τον κόσμο τούτο, πλήρης ημερών και τον αξίωσε ο
Πανάγαθος θεός στη χορεία των αγιορειτών Πατέρων.

Ο Γερο Θεοφύλακτος
Ο υποτακτικός του Πατρός Ιωακείμ, θεοφύλακτος Μοναχός,
μετά το θάνατο του γέροντα του, είδε υπερφυσικά φαινόμενα πού
προξενούν θείο φόβο και τρόμο.
α) Μια μέρα, εκεί πού έκανε τον κανόνα του —ιδιαίτερη
προσευχή— όπως τον είχε παραδώσει ο γέροντας του, είδε ένα
Σταυρό φωτεινό να λάμπει από τη γη μέχρι τον ουρανό και να
φέγγει όπως ο ήλιος. Άκουσε δε και φωνή πού Έλεγε: «Ουαί και
αλίμονο στους ηγουμένους, τους γεροντάδες και τους αρχηγούς
των εκκλησιών, πού δε φροντίζουν για τους υποτακτικούς και τους
57

παπάδες και κυρίως τους νέους, να τους οδηγούν στο δρόμο του
Θεού και στην αρετή, ή τιμωρία και καταδίκη τους, θα είναι μεγάλη
από το δίκαιο Κριτή!
β) Ο Γέρο - θεοφύλακτος είδε άλλη φορά, στο κατώφλι της
πόρτας του Κυριάκου, να είναι κάτω Σταυρός και μπαίνοντας, μέσα
οι Παπάδες, πατούσαν πάνω. Τούτο του ήρθε φώτιση, ότι,
φανέρωνε τους Παπάδες, Μοναχούς και χριστιανούς πού
μπαίνουν στην εκκλησία του Θεού να κάνουν προσευχή, ενώ είναι
γεμάτοι μίσος και κακία. Αυτό σημαίνει καταφρόνηση στο Πάθος
του Κυρίου ημών Ιησού Χρίστου και το Σταυρό Του, από τον
όποιον ο Δεσπότης Χριστός κήρυξε την αγάπη και όχι το μίσος!
γ) Ο ίδιος σε όραμα, είδε μεγάλη λίμνη, στην οποία πέφτανε
οι άνθρωποι και χώνευαν μέσα. Άκουγε δε συνέχεια φωνή πάνω
από τη λίμνη πού έλεγε: «Θεέ μου ελέη σον τον κόσμο σου». Αυτή
ή φωνή, του ήρθε έμπνευση, πώς είναι της Παναγίας Θεοτόκου
πού προσεύχεται για όλο τον κόσμο!
δ) Άλλοτε πάλι στη Σκήτη αυτή, υπήρχε μεγάλη διαφωνία και
φιλονικία μεταξύ των Μοναχών για το υδραγωγείο, και όλοι οι
Πατέρες έκαναν λιτανεία, να τους φωτίσει ο Θεός τι να κάνουν;
Τότε ο Γέρο - θεοφύλακτος άκουσε φωνή πού έλεγε:
«Ταλαίπωροι, δε βλέπετε τους πύρινους ποταμούς πού άρχονται
εναντίον της Σκήτης, γιατί τρωγόσαστε; Πρέπει να ξέρετε ότι για να
κάνετε θεάρεστο έργο πρέπει να έχετε αγάπη και ταπείνωση!»

Ο Κόπος Που Γίνεται Για Πνευματικό Σκοπό
Πληρώνεται
Στην ιερά Σκήτη της Αγίας Άννης με πίστη και αφοσίωση,
όπως και σ' όλη την περιφέρεια του Αγίου Όρους, έχουν αφιερώσει
τη ζωή τους πολλοί ευλαβείς χριστιανοί, από όλα τα μέρη της
Ελλάδος, καθώς και από άλλα ακόμη Ορθόδοξα χριστιανικά
Κράτη, όπως είναι Ρώσοι, Ρουμάνοι, Σέρβοι και Βούλγαροι και
κατά καιρούς έχουν ασκητέψει. Ειδικά στη Σκήτη αυτή της Αγίας
Άννης έχουν συνασκητέψει πολλά κατά σάρκα αδέλφια, με αρετή
και πνευματική προκοπή, όπως ήταν οι αδελφοί «Καρτσωναίοι»
τέσσερα κατά σάρκα αδέλφια και οι τέσσερις πνευματικοί, οι
«Λεονταίοι», ο Παπά -Χαράλαμπος με τον Παπα - Θεοδόσιο, ο
Γαβριήλ με τον Ιωάννη οι Μυτιληνιοί, πέντε άλλα αδέλφια στην
Καλύβα «Αγία Τριάς» και πολλοί άλλοι για τους οποίους
ακούσαμε, αλλά δεν αξιωθήκαμε να τους γνωρίσουμε, γι' αυτό και
δεν αναφέρονται εδώ με τα ονόματα τους.
58

Για να στερεωθεί περισσότερο ή πίστη των Πατέρων και
αδελφών αυτών και να μένουν μέχρι τέλους της ζωής τους στα
βράχια αυτά, με διάφορα σημεία και θαύματα, ο Πανάγαθος Θεός
δυνάμωνε και στερέωνε την πίστη και αγάπη τους για τα ιερά και
αγιασμένα μέρη αυτά του Αγίου Όρους.
Σε διάφορα σημεία του Αγίου Όρους, συναντάμε στο δρόμο
μικρά προσκυνηταράκια, μικρές εικόνες η σταυρούς, πού το
καθένα απ’ αυτά έχει την ιστορία του. Γι' αυτά σας παραθέταμε
όσα οι Πατέρες προφορικά μας παρέδωκαν:
α) Στη Σκήτη της Αγίας Άννης, από τη θάλασσα ο δρόμος
είναι πολύ ανηφορικός και κοπιαστικός. Οι Πατέρες, κατά την
περίοδο του Αυγούστου, ανέβαζαν με την πλάτη το σιτάρι τους και
ότι άλλο ήταν απαραίτητο για τροφή και συντήρηση και ανέβαιναν
μετά κόπου πολλοί βαρεία φορτωμένοι, γιατί πριν από 50 - 60
χρόνια δεν επιτρεπόταν να έχει κανείς υποζύγια.
Μετά από λίγα χρόνια και μέχρι σήμερα, η πίστη μας
λιγόστεψε, ή φύση μας αδυνάτισε ή στις ανέσεις σιγά - σιγά
γυρίσαμε και στις ευκολίες της ζωής; Δεν γνωρίζω ποιο απ’ όλα
συντέλεσε να μη συνεχίζεται μέχρι σήμερα εκείνη η ωραία,
αυστηρή, αλλά και πολύ βαριά και δυσβάστακτη Παράδοση, κατά
την οποία δεν επετρέπετο ή μεταφορά των αγαθών με υποζύγια,
αλλ' ας ίδωμεν την συνέχεια, που με διάφορες θαυματουργικές
επεμβάσεις της Κυρίας Θεοτόκου και της θείας Προνοίας
δυνάμωνε και ανεζωπυρώνετο η πίστη και αυταπάρνηση των
Πατέρων μας.
Μια μέρα, ένας υποτακτικός νέος. ενώ ανέβαζε το φορτίο με
τα τρόφιμα στην πλάτη, από τη θάλασσα, να το πάει στην Καλύβα
πού ήταν στη Σκήτη, κουρασμένος κάθισε να ξεκουραστεί λίγο.
Τότε ο Σατανάς δεν έχασε καιρό κι άρχισε να τον πειράζει με
διάφορους λογισμούς, και να του βάζει στο μυαλό, πώς άδικα
κοπιάζει κι ότι οι κόποι αυτοί θα πάνε χαμένοι, γιατί γίνονται για το
σώμα κι όχι για την ψυχή και με άλλα παρόμοια του βασάνιζε το
νου. Αυτά του φέρανε κάποια απροθυμία και στενοχώρια με
ψυχική θλίψη. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή άκουσε μια φωνή, πού
πληροφορήθηκε πώς ήταν φωνή της Παναγίας, να του λέγει: «Γιατί
στενοχωριέσαι και θλίβεσαι παιδί μου; οι κόποι σου δε θα πάνε
χαμένοι, ο ίδρωτας πού χύνεις με τόση προθυμία να ανεβαίνεις
αυτόν τον δύσκολο ανήφορο και να πηγαίνεις με τη πλάτη το
φορτίο σου πάνω στη Σκήτη και συ και όλοι οι αδελφοί πού κάνουν
αυτό τον κόπο, ο Υιός και Θεός μας, ο Δεσπότης Χριστός, θα το
δεχθεί σαν αίμα μαρτυρικό και αυτά πού άκουσες να τα ειπείς σ'
όλους τους αδελφούς να ανεβάζουν αγόγγυστα το φορτίο τους και
θα έχουν μισθό αιώνιο».
59

Ο Μοναχός ενθουσιασμένος από την πληροφορία αυτή της
Παναγίας, γεμάτος χαρά πήγε στο Κυριάκο και όλα αυτά είπε
στους Πατέρες, οι όποιοι με χαρά και προθυμία ανέβαζαν τα
φορτία τους στην πλάτη από τη θάλασσα.
Εις ανάμνηση του θαύματος αυτού, οι πατέρες, στο σημείο
εκείνο πού ακούστηκε ή φωνή, έστησαν το προσκυνητάρι στο
όποιο έβαλαν την εικόνα της Κυρίας Θεοτόκου και την
ευχαρίστησαν πού τους έδειξε με τον τρόπο αυτόν ότι
αναγνωρίζονται και πληρώνονται οι κόποι των Μοναχών και κάθε
ανθρώπου, πού για την αγάπη του Υιού και Θεού Της υπομένουν.
Τελευταίως, ο Υμνογράφος της Μεγάλης του Χριστού
Εκκλησίας, Γέρων Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης κατέγραψε το
ιστορικό αυτό γεγονός επί του ιερού Προσκυνηταρίου της Αγίας
Αννης.

Ο Φύλακας Άγγελος Βοήθησε Την
Εξομολόγηση

Όταν ο Πνευματικός Παπα - Γαβριήλ είχε γυρίσει από τον
κόσμο, στη Σκήτη αυτή, είχε βαρεία αρρωστήσει για θάνατο ο
Μοναχός Κύριλλος Κουμιώτης από την Καλύβα «Ζωοδόχου
Πηγής» και επειδή πλησίαζε ή ώρα της εκδημία του, κάλεσε τον
πνευματικό του να εξομολογηθεί το 1965 έτος.
Ο Πνευματικός του Παπα - Εφραίμ προσπάθησε να
βοηθήσει τον πάσχοντα για να εξομολογηθεί, αλλά ο ασθενής
έλεγε, πώς στον αριστερό ωμό του είναι κολλημένο ένα χαρτί πού
γράφει, αλλά τι γράφει δεν μπορούσε να ειπεί.
60

Πήγε κι άλλος Πνευματικός ο Παπα Χαράλαμπος από τα
γύρω ασκητικά Καλύβα, άλλα κι αυτός στάθηκε αδύνατο να
βοηθήσει τον ψυχορραγούντα αδελφό Κύριλλο.
Τότε ο κατά σάρκα αδελφός του Παπα - Νεόφυτος κι εκείνος
Πνευματικός, κάλεσε και τον γέροντα Πνευματικό Παπα - Γαβριήλ
Λευτεριώτη,, ο όποιος, μ' όλη την αδελφική αγάπη, πήγε κοντά
στον ασθενή και σαν έμπειρος Πνευματικός όταν του είπε για το
χαρτί, ρώτησε το Μοναχό Κύριλλο να του πει τι ακριβώς βλέπει. Ο
ασθενής είπε, πώς στα δεξιά βλέπει δυο λευκοφόρους Αγγέλους
και στα αριστερά ήταν έτοιμοι να αρπάξουν την ψυχή του πολλοί
Δαίμονες, ο ένας από τους οποίους με την ουρά του γύριζε
σύντομα και έπαιζε με το κομβοσχοίνι του ησυχαστή Γέροντα
Ιωσήφ, πού βρίσκονταν κι αυτός εκεί.
Ο Πνευματικός Παπα - Γαβριήλ, παρεκάλεσε όλους τους
αδελφούς να βγουν έξω από το δωμάτιο του ασθενή και ρώτησε
για δεύτερη φορά το Μοναχό Κύριλλο να του πει τα κρυπτά της
καρδίας του.
Αφού ο ασθενής τα είπε όλα, τότε τον ρώτησε ο:ν το χαρτί
είναι ακόμα κολλημένο στον ωμό του. Ο ασθενής απάντησε πώς
και πάλι το χαρτί είναι κολλημένο εκεί που αρχικά το αισθανόταν.
Ο Πνευματικός τότε είπε στον Μοναχό Κύριλλο να ρωτήσει
το φύλακα Άγγελο, να του ειπεί εκείνος τι γράφει το χαρτί. Ο
Μοναχός Κύριλλος γύρισε προς τους Αγγέλους και τους μίλησε σε
γλώσσα, πού ο Πνευματικός δεν καταλάβαινε ούτε μια λέξη απ’
αυτά πού έλεγε. Κι ο Άγγελος του απαντούσε στην ίδια γλώσσα.
Τότε ο Παπα - Γαβριήλ, έβαλε το πετραχήλι επάνω στον ασθενή
και τον ρώτησε τι του είπε ο Άγγελος ότι γράφει το χαρτί; Κι ο
Μοναχός Κύριλλος του είπε δυο αμαρτίες πού αυτός πρώτα δε
θυμότανε να τις πει.
Ο Πνευματικός αφού του είπε αυτά, διάβασε τη συγχωρετική
ευχή, κι όταν τελείωσε πήρε το πετραχήλι κι ο ασθενής είπε στον
Πνευματικό, πώς το χαρτί κόλλησε πάνω στο πετραχήλι και
σβήσανε τα αμαρτήματα του, πού ήτανε γραμμένα σ' αυτό, και με
το λόγο αυτόν, παρέδωκε το πνεύμα και κοιμήθηκε τον αιώνιο
ύπνο των μακαρίων.
Η πείρα και διάκριση του Πνευματικού, βοήθησε τον αδελφό
Κύριλλο να εξομολογηθεί και να καθαρισθεί από τις ανθρώπινες
αδυναμίες του, με διερμηνέα και βοηθό τον Άγγελο φύλακα της
ψυχής.
Ο Πνευματικός Παπα - Γαβριήλ, στην Κόρινθο έζησε 28
χρόνια πνευματική ζωή, με παντός είδους εγκράτεια και έκτισε εκεί
μεγάλη και ευρύχωρη πνευματική φωλιά —ωραιότατη περικαλλή
εκκλησία του θαυματουργού Ιεράρχου Αγίου Νικολάου.
61

Ο Θεός Αγαπάει Το Πλάσμα Του Και Χαρίζει
Μετάνοια
Πήρε το δρόμο του γυρισμού, άλλα τα πόδια κι όλο το σώμα
πονούσαν φρικτά και έτρεμαν από το φόβο και την υπερβολική
νηστεία. Ταλαιπωρημένος όπως ήταν, έκαμε 12 ολόκληρες ώρες
να κατέβει από τον Άθωνα και με πολύ κόπο πήγε στο
ησυχαστήριο, κτύπησε την πόρτα του Γέροντα του, άνοιξε και τον
βρήκε να προσεύχεται με δάκρυα στα μάτια και να παρακαλεί το
Θεό. Στην ερώτηση τι του συνέβη, ο Πάτερ Σπυρίδων, αντί
απαντήσεως έπεσε στα πόδια του Γέροντα του, και διηγήθηκε με
κάθε λεπτομέρεια το φρικτό πάθημα του και την απάτη πού του
έκαναν οι Δαίμονες.
Ο Γέροντας του, απλός και ενάρετος άνθρωπος, ζήτησε να
μάθει την αίτια και αφού έμαθε τα κρυφά θελήματα, τις επί πλέον
προσευχές, νηστείες και γονυκλισίες, του έδωκε επιτίμιο και
αυστηρό κανόνα και εν συνεχεία τον έστειλε στον Πνευματικό του
Παπα - Γρηγόρη, ο όποιος με τη σειρά του, επειδή ο πάτερ
Σπυρίδων, πίστεψε στις φαντασίες του Σατανά και τον
ακολούθησε, χωρίς να ρωτήσει το Γέροντα του ή καν να κάνει το
σταυρό του, κίνησε και πήγε στο άγνωστο, τον επετίμησε και τον
τιμώρησε επί τρία χρόνια να μη κοινωνήσει τα Άχραντα Μυστήρια,
το Σώμα και Αίμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Του επέβαλε
αποκλεισμό από την κοινή προσευχή και υποχρεωτικά, για τις
κρυφές νηστείες πού έκανε με το θέλημα του, θα κατέλυε κάθε
μέρα αρτύσιμοι τροφή και για να του ταπεινώσει το φρόνημα, τον
έστειλε στο ιερό Κοινόβιο της Μονής του αγίου Διονυσίου, πού
ήταν ένα από τα αυστηρότερα Μοναστήρια, να πλένει
υποχρεωτικά τα πιάτα στο μαγειρείο του Κοινοβίου καινά λέγει
αύτη την προσευχή συνέχεια: «ελέησον με ο Θεός το βδέλυγμα».
Τρία χρόνια έμεινε στον κανόνα αυτό στο Μοναστήρι του
Διονυσίου και μετά γύρισε και πάλι στο Γέροντα του, ο όποιος με
χαρά τον δέχτηκε μετανοημένο και διορθωμένο.
Ο αδελφός Σπυρίδων, έλεγε το πάθημα του αυτό, σ' όλους
τους Πατέρες, τους οποίους παρακαλούσε να προσεύχονται και γι'
αυτόν. Σ' όλη δε τη ζωή του, δεν έλειψαν ποτέ τα δάκρυα από τα
μάτια του. Για την υπακοή του δε αυτή, πού ακολούθησε κατά
γράμμα τον κανόνα του Γέροντα και του Πνευματικού -του, τον
αξίωσε ο Θεός να αποκτήσει ταπείνωση πλέον αληθινή και όχι
62

ψεύτικη και να τελειωθεί με μετάνοια και καθαρή εξομολόγηση,
γενόμενος υπόδειγμα κάλου υποτακτικού και τέλειου Μονάχου.

Ο υπερήφανος δεν μετανοεί
Στα ησυχαστήρια των Κατουνακίων, στην Καλύβα «Γέννησις
του Χριστού» με εγκράτεια και άσκηση ζούσε ο Μοναχός Ιλαρίων,
σαν υποτακτικός στην Συνοδεία του Γέροντος Αρτεμίου και
Παντελεήμονος Μονάχου.
Ο Μοναχός Ιλαρίων είχε ευστροφία και ετοιμότητα στο
μυαλό, ήταν εγκρατής και άκρως ασκητικός, είχε πολύ μελέτη στα
Πατερικά βιβλία, έκανε τον Κανόνα του ανελλιπώς και απέφευγε τις
συναντήσεις και συναναστροφές με τους άλλους ερημίτες
Μοναχούς.
Σιγά, σιγά και χωρίς ο ίδιος να το καταλάβει πίστεψε στην
ιδέα και στο λογισμό του, ότι αυτός σαν έξυπνος και μελετηρός
που ήταν, δεν είχε ανάγκη από τις συμβουλές των Πατέρων και γι'
αυτό τους απέφευγε.
Οι Πατέρες τον εκτιμούσαν για την εξυπνάδα του αυτή και
τον θεωρούσαν, σαν μεγάλο εργάτη της αρετής και πραγματικά
ήταν περιβόητος από όλους και φημισμένος σαν ενάρετος
Μοναχός.
Εκεί κοντά, στην Καλύβα «Κοίμησης της Θεοτόκου» έμενε
και με πραγματική ασκητική ζωή, αγωνίζονταν και ο πνευματικός
και εξομολόγος Παπα - Ιγνάτιος, με τους επίσης ασκητικούς
αδελφούς και υποτακτικούς του, Πατέρα Νεόφυτο και Παπα Ιγνάτιο τον νεώτερον.
Ο Πνευματικός Παπα - Ιγνάτιος παρακολουθούσε, από
μακριά βέβαια, με πραγματικό πνευματικό ενδιαφέρον, τη ζωή του
ερημίτη και ασκητή μοναχού Ιλαρίωνα, και μια μέρα που πήγε να
τον επισκεφθεί άκουσε από έξω από το Καλύβι του να λέει ο Π.
Ιλαρίων τα ρητά της αγίας Γραφής: «Τις ο ανιστάμενός μοι,
αντιστήσω μοι άμα», έλεγε και ξανάλεγε φωναχτά τα λόγια αυτά
πολλές φορές.
Ο πνευματικός νόμισε πώς ο Π. Ιλαρίων μιλούσε με κανένα
επισκέπτη αδελφό, ή κανένα γείτονα και γύρισε να φύγει. Τότε
άκουσε πάλι τον Π. Ιλαρίωνα να λέει τα ίδια λόγια δυνατά και
κτυπούσε τα πόδια του στο πάτωμα, χωρίς να παίρνει απάντηση
από άλλον αδελφό. Έτσι κατάλαβε ότι κάτι το ιδιαίτερο θα
συμβαίνει στον αδελφό και εξαναγκάστηκε να χτυπήσει την πόρτα
του γείτονα του και αφού είπε το «Δι' ευχών των αγίων
πατέρων...» και περίμενε λίγο να ακούσει «Αμήν», αλλά αντί για
63

απάντηση άκουσε να του λέει ο Μοναχός Ιλαρίων «όποιος κι αν
είσαι έλα μέσα δεν φοβάμαι κανέναν».
Ο Πνευματικός Παπα - Ιγνάτιος τότε έσπρωξε την πόρτα και
μπήκε μέσα, φαίνεται έλειπαν οι άλλοι αδελφοί και ήταν ο Π.
Ιλαρίων μόνος του, και υποδέχθηκε τον πνευματικό με τα ίδια
λόγια: «Τις ο ανιστάμενός μοι αντιστήσω μοι άμα». Ο πνευματικός
κατάλαβε ότι πρόκειται για σατανική πλάνη και εωσφορική
υπερηφάνεια, οπότε με επιτακτικό ύφος του είπε: «Και ποιος
νομίζεις ότι είσαι εσύ που λες τέτοια πράγματα και φοβερίζεις;»
Ο Μοναχός Ιλαρίων, προφανώς υπό την επήρεια του Σατανά
βρισκόμενος, με στόμφο και αγριεμένη όψη, αλλά και με πολλή
αυθάδεια στον πνευματικό είπε: «Εγώ είμαι η υπερηφάνεια» και σε
ερώτηση του Πνευματικού: «Τι είναι και Τι θα πει υπερηφάνεια;» ο
ταλαίπωρος εκείνος Μοναχός ή μάλλον ο δαίμονας πιεζόμενος
από την αρετή και ταπείνωση του Πνευματικού, απάντησε και είπε:
«Υπερηφάνεια είναι νους αμεταμέλητος» δηλαδή νους
αμετανόητος και αδιόρθωτος.
Ο Πνευματικός μετά από την απόκριση αυτή του
δαιμονισμένου και φαντασμένου εκείνου μονάχου, άρχισε να
κλαίει, να εξορκίζει τον δαίμονα και να παρακαλεί τον Μοναχό να
εξομολογηθεί, να ταπεινωθεί και να μετανοήσει.
Ο ταλαίπωρος εκείνος Μοναχός Ιλαρίων, δεν δέχονταν καμία
συμβουλή από τον πνευματικό, ο οποίος με πολύ πόνο στην
καρδιά και λύπη αφόρητη για την φοβερή εκείνη πλάνη του
αδελφού Ιλαρίωνα, είπε τα λόγια αυτά της αγίας Γραφής: «Ανήρ
ασύμβουλος καθ' εαυτού πολέμιος» (Σοφ. Σολομώντος) Αλίμονο
δεν γνωρίζουν οι άνθρωποι και μάλιστα οι Μοναχοί ότι η σωτηρία
γίνεται εν πολλή βουλή, δηλαδή όπως λέγει και ο άγιος Ηλίας ο
Μηνιάτης «ήγουν σωτηρία γίνεται εν πολλή συμβουλή».
Όταν είπε αυτά ο Πνευματικός έφυγε βαθύτατα συγκινημένος
και λυπημένος και άρχισε να κάνει θερμή προσευχή στον Κύριο
ημών Ιησού Χριστό να λυπηθεί το πλάσμα των χειρών Του, να
συγχωρέσει τον αδελφό Ιλαρίωνα και να του χαρίσει μετάνοια και
ψυχική σωτηρία.
Ύστερα από αυτό με ενέργειες του Πνευματικού Παπα Ιγνάτιου, πήγαν τον αδελφόν αυτόν στην Ιερά Μονή Σίμωνος
Πέτρα, που έχουν το χέρι της Αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής, για
να θεραπευθεί, επειδή η Αγία αυτή έχει το χάρισμα να βγάνει τα
δαιμόνια. Εκεί οι Πατέρες με πολλές παρακλήσεις και θείες
Λειτουργίες και ακατάπαυστη προσευχή, βοήθησαν τον αδελφό
Ιλαρίωνα, ο οποίος μετανοιωμένος και κάπως διορθωμένος
κοιμήθηκε στο Μοναστήρι αυτό το 1955 σωτήριο έτος.
64

Ο Ληστής Σταμάτης Πρώτος Κάτοικος Των
Καρουλίων
Ο Ληστής αυτός Σταμάτης είχε μεγάλη δράση στα περίχωρα
της Χαλκιδικής και κατά καιρούς φαίνεται πώς έκανε ληστείες και
μέσα στο Άγιον Όρος.
Μια μέρα αποφάσισε, με δυο παλικάρια του, να ληστέψει ένα
από τα Κελιά, πού βρίσκεται σε κάπως μακρινή απόσταση από τις
Καρυές και είναι μεμονωμένο από τα άλλα γύρω Κελιά. Το Κελί
αυτό ανήκει σαν εξάρτημα στην Ιερά Μονή του Παντοκράτορα κι
έχει εκκλησία επ' ονόματι του Αγίου Γεωργίου του
«Φανερωμένου», είναι πολύ παλιό και όπως μου διηγήθηκαν: Ο
σεβαστός Γέροντας μου Ιωακείμ Μοναχός, και τελευταία με
βεβαίωσαν και ή συνοδεία των αδελφών Δανιηλαίων, πού κι αυτοί
είχαν ακούσει την υπόθεση αυτή από τους Γεροντάδες τους, κι
εκείνοι από τον πάππου τους, Γέροντα Δανιήλ τον πρώτον, ότι
πριν από 200 χρόνια πήγε ο Ληστής αυτός να ληστέψει το Κελί
αυτό πού είχε φήμη πώς ήταν ένα από τα πιο πλούσια Κελιά των
Καρυών.
Όπως είναι γνωστό, στα χρόνια της Τουρκικής σκλαβιάς, όλα
τα βουνά της Πατρίδας μας ήταν γεμάτα από Ληστές και
ληστοσυμμορίες.
Οι ληστές αυτοί κατασκόπευσαν και έμαθαν πώς στο Κελί
αυτό μένουν δυο Γεροντάκια αδύνατα και έχουν χρήμα πολύ.
Τούτο παρακίνησε τους ληστές να κάνουν την επιχείρηση της
ληστείας τους.
Τα μεσάνυχτα πήγαν στο Κελί αυτό, χτύπησαν την πόρτα.
Μια φωνή ακούστηκε από μέσα να ρωτάει ποίος είναι πού Κτυπά
την πόρτα; και τι θέλει τέτοια ώρα; Οι ληστές δε μίλησαν —παρά.
επέμεναν να χτυπούν την πόρτα και προστακτικά ο αρχηγός τους
Σταμάτης είπε: Ανοιχτέ μας είμαστε ξένοι και θέλουμε να
φιλοξενηθούμε.
Ένα παλικάρι τους άνοιξε την πόρτα και τους ρώτησε τι
θέλετε τέτοια ώρα; Γιατί ήρθατε εδώ; Αυτοί όπως ήταν
αρματωμένοι είπανε θέλουμε το Γέροντα, είναι ανάγκη,
παραξενεύτηκαν όμως πού είδαν πώς στο Κελί αυτό υπάρχει και
νέος, διότι αυτοί γνώριζαν πώς μόνο δύο γέροι άρρωστοι μένουν
εκεί, ο νέος που βρέθηκε; Το παλικάρι τους οδήγησε στον Ξενώνα,
το λεγόμενο «Αρχονταρίκι» και τους είπε: «Καθίστε κει ώσπου να
φωνάξω το Γέροντα».
Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΕΙ
65

Οι ληστές κάθισαν και περίμεναν για νάρθει ο Γέροντας.
Πέρασε μια ώρα, πέρασαν δυο, μα ο Γέροντας δε φαινόταν νάρθει,
ούτε άλλος κανείς, αλλά βασίλευε απόλυτη σιγή και ησυχία σ' όλο
το σπίτι. Τότε οι ληστές έχασαν την υπομονή τους και δοκίμασαν
να σηκωθούν, για να ληστέψουν όπως αρχικά είχαν αποφασίσει
και να πάρουν ότι πολύτιμο υπήρχε από χρήμα μέχρι κανδήλια
ασημικά κι ότι άλλο θα έβρισκαν, αλλά δεν μπορούσαν να
κουνηθούν ούτε δεξιά, ούτε αριστερά, ούτε χέρια ούτε πόδια
μπορούσαν να κουνήσουν και σαν να ήταν δεμένοι χεροπόδαρα,
δεν μπορούσαν καθόλου να σαλέψουν από τη θέση τους.
Άρχισαν τότε να φωνάζουν και να ζητούν βοήθεια, οι
πάνοπλοι ληστές από τους αδύνατους και άρρωστους Γεροντάδες.
Από τις φωνές τους ξύπνησαν τα Γεροντάκια, πετάχτηκαν
τρομαγμένα από τον ύπνο, έτρεξαν κει πού ακούγονταν οι φωνές
—στο Αρχονταρίκι— και τι να ιδούν! Οι ληστές φαίνονταν μεν
ελεύθεροι, αλλά δεν μπορούσαν να κουνηθούν από τις θέσεις
τους. Οι Γέροντες τους ρώτησαν: Ποιοι είσθε σεις; τι θέλετε δω;
Πώς ήρθατε, πώς μπήκατε μέσα στο σπίτι μας; Ποιος σας άνοιξε
την πόρτα και σας έβαλε μέσα;
Οι ληστές στην αρχή φώναζαν, απειλούσαν Κι έλεγαν: «θα
σας σφάξουμε σαν τα κατσίκια, μας κάματε μαγεία για να μη
μπορούμε να κουνηθούμε, λύστε μας αν θέλετε το καλό σας, γιατί
μας δέσατε; Εμείς είμαστε καλοί άνθρωποι, δεν ήρθαμε να σας
κάνουμε κακό.
Τέλος, αφού κατάλαβαν πώς ήταν πιο αδύνατοι από τα
Γεροντάκια και δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς, άρχισαν με
κλάματα να παρακαλούν για να τους λύσουν.
Οι Γέροντες πάλι, με ήρεμο και ταπεινό τρόπο, τους
ρώτησαν: «Πώς βρεθήκατε αδελφοί μέσα στο σπίτι μας; Ποιος σας
άνοιξε, και τι θέλετε από μας;»
Οι ληστές απάντησαν κλαίγοντας, για το κακό πού τους
βρήκε, και είπαν, με παρακλητικό τώρα τρόπο: «Γεροντάδες Ένα
παλικάρι μας άνοιξε την πόρτα, μας έβαλε δω να καθίσουμε και
μας είπε να περιμένουμε ώσπου να έρθετε και σεις». Οι Γέροντες
κατάλαβαν πώς κάποιο θαύμα πρέπει να έγινε, τρέξανε στην
εκκλησία, πήραν την εικόνα του αγίου μεγαλομάρτυρας Γεωργίου
και την έδειξαν στους Ληστές. Έντρομοι τότε εκείνοι, ,άμα είδαν την
εικόνα, με ένα στόμα είπαν: «Ναι, αυτός είναι πού μας άνοιξε» κι
αμέσως μετανοιωμένοι αναπήδησαν από τις θέσεις τους, έπεσαν
και προσκύνησαν την εικόνα του αγίου Γεωργίου και με χαρά
αναφώνησαν ότι αυτός είναι, πού μας φανερώθηκε και τώρα μας
λευτέρωσε από τα αόρατα δεσμά μας. Μετανόησαν για τις πράξεις
τους, έκαμαν πολλά δώρα και εικόνα στο Κελί αυτό, του Αγίου
66

Γεωργίου, και από τότε πήρε το όνομα «Άγιος Γεώργιος ο
Φανερωμένος».
Ό ληστής αυτός, μετά από το μεγάλο αυτό θαύμα πού του
συνέβη, και όπως με βεβαίωσε ή Συνοδεία των Δανιηλαίων,
μετανοιωμένος άφησε το επάγγελμα του ληστή και πήγε στα
Καρούλια. Εκεί έκτισε μικρή ασκητική Καλύβα και εκκλησάκι έπ'
ονόματι του Αγίου Γεωργίου, έγινε Μοναχός με το όνομα
Σταμάτης. Λέγουν ότι αυτός είναι ο πρώτος πού κατοίκησε στα
Καρούλια. Βρήκε τη γαλήνη στην έρημο αυτή, βρήκε την ειρήνη της
ψυχής του και πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του με ειλικρινή
μετάνοια και συντριβή, εξομολογούμενος καθ' ήμερα τα
αμαρτήματα του, προχώρησε στην πνευματική ζωή τόσο, πού
καθώς έγραφε στο Γέροντα Δανιήλ τον Κατουνακιώτη, ο
Λαυριώτης Μοναχός και μετέπειτα Μητροπολίτης Κορυτσάς και
καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Εύλόγιος Κουρίλας, ότι
βρήκε στα πρακτικά της Μεγίστης Λαύρας, να γράφουν πως «ο
Γέρων Σταμάτης, πρώην ληστής στα Καρούλια, είχε τέλος όσιακό
και ήταν άγιος Μοναχός».

Η Κόλαση Κι Ο Παράδεισος Δεν Είναι Εδώ
Τούτο το γεγονός μαρτυρημένο από πολλούς συγχρόνους
μας Μοναχούς, ας γίνει ένα καλό μάθημα σε εκείνους που λένε
πως δεν υπάρχει άλλη ζωή. Ότι πεθαίνει η ψυχή, ότι η Κόλαση και
ο Παράδεισος είναι εδώ στην γη!
Άλλοι πάλι λένε πως δεν ήρθε κανείς να μας φανερώσει την
πραγματική αλήθεια, αν υπάρχει άλλος κόσμος αιώνιος.
Εφόσον όμως αυτοί οι άνθρωποι δεν μελετούν την αγία
Γραφή και δεν πιστεύουν στο ιερό Ευαγγέλιο, το οποίο καθαρά
μας πληροφορεί και με κάθε λεπτομέρεια μας εξηγεί, για την πέρα
από τον τάφο ζωή των ανθρώπων, και ότι συνεχίζεται η ζωή των
πνευμάτων τα οποία είναι αιώνια και αθάνατα. Κι όταν λέμε
πνεύματα εννοούμε τις ψυχές.
Το πιο σπουδαίο και παράξενο άμα είναι ότι, οι άνθρωποι
που λένε αυτά τα πράγματα, δεν είναι Μουσουλμάνοι, που κι αυτοί
πιστεύουν στο πιλάφι και στα Όρη του Παραδείσου, δεν είναι
Βουδιστές, Βραχμανιστές, Κομφουκιστές ή άλλοι άπιστοι, αλλά
είναι χριστιανοί ορθόδοξοι, οι οποίοι κάνουν πολλές προσευχές και
στο Σύμβολο της Πίστεως μας — το Πιστεύω — που πιθανόν να
το λένε μια ή και περισσότερες φορές την ημέρα και στο οποίο
μηχανικά και αφηρημένα φαίνεται ομολογούνε οτι «Πιστεύω εις
67

έναν Θεόν... κλπ. Προσδοκώ Ανάσταση νεκρών και ζωήν του
μέλλοντος αιώνος. Αμήν.
Ας μάθουν λοιπόν όλοι αυτοί, που τους δέρνει η αμφιβολία
και η απιστία, και ας διδαχθούν από το γεγονός αυτό, πού δεν
είναι μοναδικό, για την αποκάλυψη της αλήθειας αυτής, πού κατά
καιρούς έγινε και γίνεται σε Μοναχούς του Αγίου Όρους, σε
ευλαβείς και ενάρετους χριστιανούς, αλλά και παρόμοιες
αποκαλύψεις έχουν γίνει και σε πολλούς χλιαρούς και κρύους
ακόμη χριστιανούς, αλλά και σε αμελείς Μοναχούς.
Όλα αυτά μας διδάσκουν ότι και οι ψυχές των κεκοιμημένων
Πατέρων και αδελφών μας, πολλή ωφέλεια παίρνουν με τις
προσευχές και τα ιερά Μνημόσυνα, που για τις ψυχές αυτές κάνει
η αγία μας Εκκλησία, στα οποία επικαλείται το άπειρο έλεος του
απείρου, πολυελέου, πολυευσπλάχνου και φιλάνθρωπου Θεού
των Πατέρων ημών, και βοηθούνται σημαντικά, από τις ευχές και
πρεσβείες που γίνονται στον Πανάγαθο Θεό, από όλους τους
Αγίους της Εκκλησίας μας, που περισσότερο ισχύει η δέησις της
μεγάλης μας μητέρας, της γλυκιάς μας Παναγίας.

Φοβερή Η Κρίση Του Θανάτου
Σε μια ξεροκαλύβα της Ιεράς Νέας Σκήτης του Αγίου Παύλου,
πριν από πολλά χρόνια, ένας υποτακτικός, Μηνάς το όνομα του,
αρρώστησε βαρειά για θάνατο. Ξαφνικά εκεί που νόμιζαν οι
πατέρες που τον φρόντιζαν πώς θα πεθάνει, βλέπουν και έκανε
απότομες κινήσεις των χεριών και του κεφαλιού του.
Οι παρευρισκόμενοι εκεί παρακολουθούσαν με πολλή
περιέργεια και ενδιαφέρον τις κινήσεις και σε ερώτηση τους, ο
μελλοθάνατος, είπε: «Κριτήριο, αδελφοί μου, Κριτήριο, φοβερό
Κριτήριο στο οποίο αντιδικούν οι Δαίμονες με τους Αγγέλους. Σας
παρακαλώ αδελφοί μου κάνετε προσευχή για την ψυχή μου» και
λέγοντας αυτά, μετά πολλών ωρών πάλη και αγωνία, παρέδωσε
το πνεύμα. Που όμως; κανείς δεν γνωρίζει, ποίοι άραγε να
νίκησαν;
Φοβερή, αδελφοί μου, είναι η ώρα του θανάτου. Φοβερό το
Κριτήριο και η αντιδικία των Δαιμόνων και η απόφαση στα χέρια
της θείας Δικαιοσύνης, αλλά ας παρακαλούμε τον Κύριον ημών
Ιησούν Χριστόν και να ζητήσωμεν απ' αυτόν, με εξομολόγηση και
ταπεινή καρδιά, να νικήσει το Έλεος Του την Κρίσιν, επειδή η αγία
Γραφή λέει: «Έλεος και κρίσιν άσομαί σοι Κύριε, ψάλω και συνήσω
εν οδώ άμώμω πότε ήξεις προς με; διεπορευόμην εν κακία
καρδίας μου, εν μέσω του οίκου μου» (Ψαλμ. Ρ' 100). Δηλαδή:
68

Εγώ Κύριε θα ψάλλω το έλεος Σου με την κρίση μαζί, κι αυτά θα τα
καταλάβω όταν θα βρίσκομαι στο δρόμο της αναμαρτησίας και
παρακαλώ πότε θα έλθεις σπίτι μου; Όταν θα βρίσκομαι στο
δρόμο της ακακίας και της καλωσύνης; Τότε σε παρακαλώ να
έλθεις να παραλάβεις την ψυχή μου και να την κρίνεις με το άπειρο
Σου έλεος και όχι με τη δικαία Σου κρίση! Αυτό θα πρέπει όλοι
μέρα νύχτα να παρακαλούμε και να διορθώνουμε τα σφάλματα και
αμαρτήματα μας, και κατά τη θεία Του εντολή θα πρέπει για να
τύχουμε του θείου ελέους, να γινόμαστε έτοιμοι όπως το είπε ο
ίδιος «Γίνεσθε έτοιμοι, διότι ο θάνατος ως κλέπτης έρχεται εν ώρα
η ου δοκήται» και επειδή ο θάνατος έρχεται σαν κλέφτης τότε που
δεν τον περιμένουμε, θα πρέπει ανά πασά στιγμή να είμαστε
έτοιμοι να τον υποδεχτούμε και να λέμε κι εμείς με τον Προφήτη
Δαυίδ «Πότε ήξεις προς με»; δηλ. πότε, Κύρη, θάρθεις και σε μένα
να με πάρης;

Φοβερή Απολογία Στην Ώρα Του Θανάτου
Στην Καλύβα «Ευαγγελισμός της Θεοτόκου» της Αγίας
Αννης, κατά το 1885 ασκητικά και με άκρα υπακοή και ταπείνωση
έζησε ο Μοναχός Ευλόγιος, ο όποιος σε ηλικία 95 περίπου
χρόνων έφυγε οριστικά από τον κόσμο τούτο για την άλλη την
αιώνια ζωή.
Προείδε και προείπε το θάνατο του και πολλοί από τους
Πατέρες της Σκήτης, όπως συνηθίζουν να κάνουν, πήγαιναν να
πάρουν ευχή από τον μελλοθάνατο γέροντα. Κατά κοινή ομολογία
των Πατέρων αυτών, από το μελλοθάνατο γέροντα, πήρανε ένα
μάθημα ιερής εξετάσεως και φοβερής απολογίας της ψυχής πού,
στην προκειμένη περίπτωση, ή απολογία της ψυχής γίνονταν με το
σώμα, διότι, ο Γέρο - Εύλόγιος, επί 24 ώρες πριν να παραδώσει το
πνεύμα, κινούσε το κεφάλι του, πότε δεξιά και πότε αριστερά και
τον ακούγανε οι Πατέρες να λέει: «Που, πότε; Που, πότε;»
Συνέχεια, χωρίς διακοπή. Πολλοί από τους παρευρισκομένους
δοκίμασαν να βαστήξουν το κεφάλι να μην το στρίβει δεξιά κι
αριστερά, αλλά στάθηκε αδύνατο να το σταματήσουν. Πολλές
φορές έλεγε: «Όχι, δεν έγινε αυτό, λέτε ψέματα. Για κείνο έκαμα
μετάνοια» και πάλι συνέχιζε: «Που, πότε;» Έτσι χωρίς να ειπεί
τίποτε στους άλλους Μοναχούς παρέδωκε το πνεύμα κι έφυγε από
τη ζωή αυτή, για τις αιώνιες Μονές, χωρίς καμιά άλλη πληροφορία!

Φοβερό Κριτήριο Την Ώρα Του Θανάτου
69

Στην Σκήτη της «Αγίας Τριάδος» τα Καυσοκαλυβια, στην
Καλύβα «Ζωοδόχος Πηγή» από το 1910 ασκητικά διαβίωνε ένας
μεγάλος Καλλιτέχνης Ξυλόγλυπτης εκ Μυτιλήνης καταγόμενος
Γερο-Αρσένιος με τους υποτακτικούς του, τον πνευματικό
εξομολόγο Παπα - Νικόδημο και τον Μοναχό Γερμανό.
Ο Μοναχός Γερμανός παρέλαβε δυο από τα καλύτερα
Ξυλόγλυπτα έργα του Γέροντα του, από τα οποία το μεν ένα
παρίστανε την «Σταύρωση του Κυρίου» το δε άλλο την «Δευτέρα
Παρουσία και την μέλλουσα Κρίση Αυτού».
Τα μεγάλης αξίας αυτά έργα ο Π. Γερμανός μετέφερε προς
πώληση στην Αμερική, αλλά επειδή όπως μας πληροφόρησαν,
ζητούσε μεγάλα χρηματικά ποσά και για τα δυο, δεν μπόρεσε να
τα πουλήσει και τα είχε τοποθετήσει σε μια μεγάλη έκθεση, στην
οποία, όσοι επιθυμούσαν να τα δουν, πλήρωναν ιδιαίτερο
εισιτήριο.
Από τα ποσά που εισέπραττε, μέρος βαστούσε για την
συντήρηση του και τα υπόλοιπα έστελνε στον Γέροντα του, διότι
ήταν πολύ ευλαβής και θεοφοβούμενος υποκτακτικός.
Πέρασαν περισσότερα από σαράντα χρόνια από τότε πού
έφυγε, και όταν γύρισε ο Π. Γερμανός στα Καυσοκαλυβια στην
Μετάνοια του, ο Γέροντας του με τον πνευματικό Παπα - Νικόδημο
είχαν απέλθει στας αιωνίους Μονάς, στην βασιλεία των ουρανών.
Στη ζωή βρήκε μόνο τον νεώτερο από την Συνοδεία αυτή και
ανεψιό του Παπα -Νικόδημου, Επιφάνειον Ιερομόναχον.
Ο Π. Επιφάνιος με χαρά άμετρη δέχθηκε τον εξ Αμερικής
επιστρέψαντα Γέροντα Γερμανό, τον οποίον μετά προθυμίας
εξυπηρέτησε μέχρι βαθέως γήρατος.
Ο Γέρο - Γερμανός, γεροντάκι πλέον, όταν πλησίασε ο
καιρός της αναχωρήσεως του από την ψεύτικη αυτή ζωή, είπε
στον αδελφό Π. Επιφάνιο: «Αδελφέ νομίζω πώς ήλθε ο καιρός να
φύγω για πάντα από την ζωή αυτή. ΓΓ αυτό αν θέλεις παρακάλεσε
τους πατέρες της Σκήτης να κάνουν δέηση και θερμή προσευχή
προς Κύριον για την ταλαίπωρη ψυχή μου και ο θεός να ελπίσει
και σένα και όλους τους αδελφούς».
Λέγοντας αυτά τα λόγια στον Π. Επιφάνιο, παρουσία και
άλλων Πατέρων της Σκήτης, άρχισε ένα φοβερό Κριτήριο, στο
οποίο απαντούσε ο Πάτερ
Γερμανός μονολεκτικά με ένα ναι ή ένα όχι. Πού και πού
έλεγε «Όχι αυτό δεν το έκανα, ψέμματα λέτε. Για εκείνο έκανα αυτό
το καλό, έκανα εκείνη τη μετάνοια» και πάλι έλεγε «Ναι το έκανα,
αλλά έδωσα ελεημοσύνη», και άλλοτε έλεγε «Όχι αυτό δεν το
έκανα». Τούτο διήρκεσε αρκετή ώρα και σ' αυτή την κατάσταση
παρέδωσε το πνεύμα του κατά το έτος 1955.
70

Ο Μάγειρας Είπε Τον Άλλο Χρόνο Δεν
Έρχομαι
Στην ησυχαστική Καλύβα «Κοίμησις της Θεοτόκου» στα
Κατουνάκια λίγα χρόνια πριν να φύγουν απ' αυτήν, ο Παπα Ιγνάτιος με την συνοδεία του, στην εορτή της Παναγίας που έκαναν
πανηγυρική αγρυπνία, είχαν για μάγειρα τον Μοναχό Παίσιο, στον
οποίο παρέδωσαν τα ψάρια για να τα παρασκευάσει.
Τα ψάρια, τα οποία μετά βίας έφταναν να φάνε 25 - 30
άτομα, ήταν πολύ λίγα για να φανέ όλοι οι πατέρες που είχαν
συντρέξει από ευλάβεια στην πανηγυρική εκείνη αγρυπνία, διότι
πριν από 50 χρόνια, που έγινε το θαύμα αυτό, το Άγιον Όρος είχε
πολλούς Μοναχούς και έτσι βρέθηκαν από 30, που υπολόγισαν οι
πανηγυρίζοντες περισσότεροι από εκατό Μοναχοί.
Οι γέροντες της Καλύβης αυτής όταν είπαν στο μάγειρα Γερο
-Παίσιο ότι στο τραπέζι θα καθίσουν να φάνε περισσότεροι από
εκατό μοναχοί, τότε ο μάγειρας είπε: «δεν μου λέτε γεροντάδες
μου, πώς θα ταΐσω τόσον κόσμο; τι να τους δώσω να φάνε; Τα
ψάρια, όπως ξέρετε, δεν φτάνουν πουθενά, τι άλλο φαγητό να
τους κάνω να φάνε; Πάντως γεροντάδες μου σας δηλώνω επίσημα
να το ξέρετε από τώρα και να κανονίσετε την πορεία σας, διότι, του
χρόνου στην πανήγυρη σας δεν πρόκειται να έλθω, να είσθε γι'
αυτό σίγουροι ότι δεν θα με έχετε άλλη φορά στην πανήγυρη σας».
Τούτο είπε προφητικά, ο μάγειρας Πάτερ Παίσιος, διότι δεν
πέρασαν ούτε 15 ήμερες από το πανηγύρι αυτό της Παναγίας, που
έγινε με πολλή μεγαλοπρέπεια και τα ψάρια έφτασαν και
περίσσευσαν και για την άλλη ήμερα, επειδή με την προσευχή των
Πατέρων, τα ευλόγησε ο Θεός και έμειναν όλοι ευχαριστημένοι,
αλλά ο γέρο -Παίσιος, ο μάγειρας δεν ξαναπήγε στην επίγεια αυτή
πανήγυρη, διότι τον πήρε η Κυρία Θεοτόκος από την ψεύτικη αυτή
ζωή και αξίωσε αυτόν της αιωνίου μακαριότητας να χαίρεται με
τους Αγγέλους και όλους τους Αγίους και να πανηγυρίζει αιώνια
στην Βασιλεία των ουρανών.

Οι Προσευχές Της Εκκλησίας Και Των
Συγγενών Ωφελούν Τους Κοιμηθέντας
Αδελφούς Μας
71

Στο ιερό κοινοβιακό Μοναστήρι του αγίου Παύλου επί των
ημερών μας, κοιμήθηκε τον αιώνιο ύπνο η μητέρα του Μονάχου
Σεραφείμ, αδελφού της Ιεράς αυτής Μονής.
Ο Μοναχός Σεραφείμ, επειδή γνώριζε την αρετή και
παρρησία που είχε στο Θεό ο Γέροντας Κωνστάντιος, επίσης κι
αυτός αδελφός της ιδίας Μονής, με ευλάβεια και πίστη, τον
παρεκάλεσε να κάνει ιδιαίτερη προσευχή, για την σωτηρία της
ψυχής της μητέρας του Ευαγγελίας, που είχε κοιμηθεί. Ο Γέρο Κωνστάντιος ήταν υπόδειγμα υπακοής, ταπείνωσης και
αδιάλειπτου προσευχής. Αγνός και πρόθυμος να εξυπηρετήσει
όλους τους αδελφούς, παρά το υπέργηρο της ηλικίας του. Στην
αρχή, από υπερβολική ταπείνωση, απέφευγε να δεχθεί την
παράκληση αυτή του αδελφού Σεραφείμ, αλλά η επιμονή και πίστη
του νεώτερου αυτού Μοναχού, έπεισαν τον Γέροντα Κωνστάντιο
να κάνει προσευχή και κομβοσχοίνια για την ψυχή της δούλης του
Θεού Ευαγγελίας.
Μετά από σαράντα ήμερες, κατά την ώρα της ιδιαίτερης
αυτής προσευχής, παρουσιάζεται μπροστά στον Γέροντα
Κωνστάντιο μια γυναικεία μορφή, η οποία ευχαριστούσε τον
Γέροντα για την θερμή προσευχή, που έκανε για την ψυχή της και
τον βεβαίωνε ότι πολύ ψυχική ωφέλεια και ανακούφιση έλαβε από
τον πανάγαθο και πολυεύσπλαχνο Θεό.
Ο Γέρο - Κωνστάντιος, στο φάσμα της γυναικείας αυτής
μορφής είπε: «Ποια είσαι συ αδελφή που με ευχαριστείς; Δεν σε
γνωρίζω και για ποια προσευχή μιλάς;»
Η γυναίκα απήντησε: «Σεβαστέ γέροντα εγώ είμαι η μητέρα
του Μοναχού Σεραφείμ, που σε παρακάλεσε να προσευχηθείς για
μένα, και παρεκάλεσα τον Κύριο να μου επιτρέψει να σας
ευχαριστήσω και να σας βεβαιώσω ότι πολύ ανακούφιση
αισθάνθηκε η ψυχή μου και η προσευχή σας, Πάτερ, με βοήθησε
πολύ να τύχω του θείου ελέους». Άμα είπε αυτά έγινε άφαντο το
όραμα της γυναίκας, ο δε Γέρο - Κωνστάντιος κάλεσε τον Μοναχό
Σεραφείμ, προς τον οποίον αφού διηγήθηκε το όραμα,
ευχαρίστησαν μαζί τον Κύριον ημών Ιησού Χριστό και την Αυτού
Παναγία Μητέρα Κυρία και Δέσποινα Θεοτόκον, που είχαν και οι
δυο παρακαλέσει, για να βοηθηθεί η ψυχή της δούλης του Θεού
Ευαγγελίας και για την πληροφορία αυτή.
Μετά το γεγονός αυτό, ο Γέρο - Κωνστάντιος σε βαθύ γήρας
(91) χρόνων, άφησε την πρόσκαιρη αυτή ζωή το 1973 και εισήλθε,
στα ουράνια και θεία Σκηνώματα, θριαμβευτικά στην αιώνια και
μακάρια ζωή της βασιλείας των ουρανών.
72

τρομερό θέαμα σε μεγάλο θέατρο
της Αμερικής
Οι δυο αυτοί αυτάδελφοι, στο LINN της Αμερικής, όταν
εργαζόντουσαν, ήταν μαζί με ένα αδελφικό τους φίλο από τη Δημητσάνα καταγόμενο Δημήτριο. Και οι τρεις αυτοί ευσεβείς νέοι
και ευλαβείς χριστιανοί, είχαν πάει στην Αμερική να εργαστούν,
να βγάλουν μερικές οικονομικές υποχρεώσεις των οικείων τους και
να επιστρέψουν στην πατρίδα για να ζήσουν κάπως πιο άνετη ζωή.
Πλην όμως «άλλαι αι βουλαί των ανθρώπων και άλλα ο Θεός κελεύει», όπως λέγει και ή Αγία Γραφή.
Στην αμερικανική πολιτεία πού εργαζόντουσαν, μια μέρα
σαν νέοι πού ήταν κι αυτοί, μετά από την καθημερινή εργασία
τους θέλησαν κάπως να ψυχαγωγηθούν και απεφάσισαν να πάνε
σε ένα μεγάλο θέατρο.
Το θέατρο αυτό, ήταν ένα μεγάλο κτίριο ολόκληρο
τετράγωνο, έξω από την πολιτεία κτισμένο πάνω στη θάλασσα.
Εκεί μέρα -νύχτα έπαιζαν διάφορα θεατρικά έργα, τα όποια
διαρκούσαν όλο το 24ωρο. Ένα μεγάλο διάστημα από το όποιο,
επί τέσσερες και πλέον ώρες έδειχναν μια παράσταση πολλή
ζωντανή, πώς είναι ή Κόλαση με τους δαίμονες κι όλα τα
κολαστήρια, και πήγαινε ο κόσμος να ιδεί όλα αυτά τα παράξενα
πράγματα.
Όπως πήγαιναν, οι αγαθοί αυτοί φίλοι και θεοφοβούμενοι
άνθρωποι, προς το κτίριο εκείνο, βλέπουν από μακριά, στο πάνω
-πάνω μέρος του κτιρίου, πού ήταν και ή φωτεινή επιγραφή, να
γυρίζουν χορεύοντας στον αέρα, γύρω - γύρω από το θέατρο,
κατάμαυροι δαίμονες με κέρατα και τεράστιες ουρές, μαλλιαρά
κατσικίσια πόδια και βουβαλίσια πρόσωπα. Είχαν πιασμένα χέρι
το χέρι από μια κοπέλα θεόγυμνη, κι από έναν άντρα κουρελιάρη
και μεθυσμένο. Από τα μάτια τους, οι δαίμονες, βγάζανε φωτιές
και σε κάθε βόλτα πού κάνανε γύρω από το κτίριο, γκρέμιζαν
κάτω σε μεγάλο βάραθρο πότε μια κοπέλα και πότε ένα άντρα
και τη θέση τους παίρνανε άλλοι νέοι και νέες.
Το τρομερό αυτό θέαμα, πού συνέχεια γίνονταν με
εναλλασσόμενα πρόσωπα, τους καθήλωσε περισσότερο από
73

τρεις ώρες, κι. από το φόβο και την τρομάρα πού πήραν, δεν
μπορούσαν να κάνουν βήμα.
Τότε σαν από λήθαργο ξύπνησαν, κι είπαν ο ένας στον
άλλο: «Βρε αδελφέ, αυτό είναι το σπίτι των Δαιμόνων κι εμείς
πάμε κει να διασκεδάσουμε; Για κοιτάξτε πώς γκρεμίζουν τους
ανθρώπους οι Δαίμονες και καταστρέφουν τη ζωή των νέων
και των νεανίδων !»
Τούτο ήταν αρκετό και στάθηκε αφορμή, οι τρεις αυτοί
νέοι, να πάρουν την απόφαση και να φύγουν από την Αμερική.
Συμφώνησαν δε να πάνε στο Αγιον Όρος, να γίνουν Μοναχοί για
να σώσουν την ψυχή τους και με το θέλημα του Θεού να ζήσουν
εκεί σαν χριστιανοί ελεύθεροι από κάθε επήρεια των
ψυχοφθόρων Δαιμόνων.
Τη σκέψη τους αυτή, την έκαναν απόφαση «άμ' έπος, άμ'
έργον», «το γοργόν και χάριν έχει» είπαν τα φιλοσοφικά αυτά
ρητά και συμφώνησαν να αναχωρήσουν και οι τρεις το
συντομότερο.
Τα δυο αδέλφια, παιδιά του Γέρο - Κακουνή από το
Καστόρια της Λακωνίας, έφυγαν αμέσως από την Αμερική, και
αφού με αλληλογραφία τακτοποίησαν τις υποχρεώσεις με τους
συγγενείς τους, - ΠΗΓΑΝ ΚΑΤ` ευθείαν στο Αγιον Όρος και όπως
είπαμε ανωτέρω, ο ένας έμεινε στη Σκήτη της Αγίας Τριάδος στα
Καυσοκαλύβια με το όνομα Ιερόθεος κι ο άλλος με το όνομα
Θεόδωρος έγινε ηγούμενος στην Ιερά Μονή Γρηγορίου.
Μετά από δυο χρόνια, ο Μοναχός Ιερόθεος, αφού γεύτηκε
αυτός το μέλι της ησυχίας και της αρετής, σκέφτηκε πώς πρέπει
να υπενθύμιση την υπόσχεση πού είχε δώσει κι ο φίλος του στην
Αμερική και να τον καλέσει να έρθει κι εκείνος, για να δοκιμάσει
και να μετέχει στα αγαθά και πνευματικά χαρίσματα της
Μοναχικής ζωής, πού αυτός με ανέκφραστη χαρά και
ευχαρίστηση γευότανε.
Έτσι κι αυτός υστέρα από λίγο άφησε την Αμερική και
ήρθε στη συνοδεία του Γέροντα Διονυσίου, στην Καλύβα
«Κοίμησης της Θεοτόκου» στο σπήλαιο του αγίου Ακάκιου.
Μετά τριετή δοκιμασία, έγινε κι ο Δημήτρης Μοναχός, κι
έλαβε το όνομα Τιμόθεος. Ό Μοναχός Τιμόθεος έδειξε μεγάλη
υπομονή στη σκληρή δοκιμασία της Καλογερικής ζωής,
απεριόριστη εγκράτεια, τυφλή υπακοή και μέχρι θανάτου
αυταπάρνηση. Φαγητό γευόταν τόσο λίγο, όσο χρειάζονταν για
να διατηρείται στη ζωή και σχεδόν αλάδωτο.
Ύστερα από λίγα χρόνια, ο Γέροντας τους Διονύσιος, έφυγε
από τα πρόσκαιρα γήινα, για να μεταβεί στα αιώνια θεία και επ74

ουράνια σκηνώματα της βασιλείας των ουρανών και κατά την
αγιορείτικη Παράδοση Γέροντας έγινε ο πάτερ Ιερόθεος.
Ιερόθεος και Τιμόθεος, όπως και στον κόσμο, έτσι και στην
Καλογερική, ήταν μια ψυχή σε δυο σώματα, συμφωνούσαν καθ'
όλα στην πνευματική ζωή και πρόοδο, καίτοι ήταν της αυτής
ηλικίας και πολλά χρόνια στην Αμερική, τους διέκρινε
χριστιανική αγάπη και συνεργασία, έτσι και στην Καλογερική
ζωή, ο πάτερ Τιμόθεος, μεγαλύτερος κατά τι στα χρόνια από τον
πατέρα Ιερόθεο, έδειξε υπακοή και κοπή του ίδιου θελήματος,
στον Γέροντα του πλέον Ιερόθεο.
και οι δυο αυτοί τελευταίοι διάδοχοι στο ασκητήριο του
αγίου Ακάκιου, παρόλο πού ήταν ολιγογράμματοι, σε λίγο
διάστημα, έγιναν εγκρατείς της, εκ Παραδόσεως, Μοναχικής
φιλοσοφίας. Έδειξαν αγάπη και φιλαδελφία προς όλους τους
συνασκητές τους και άφησαν ίχνη πνευματικής ζωής, έγιναν
φωτεινό παράδειγμα στους επιγενόμενους Μοναχούς και άφησαν
πολλά πνευματικά παραγγέλματα σ' αυτούς.
Εκ διαμέτρου, κέρδισαν κι αυτοί την αγάπη και το
σεβασμό, από τους συνασκητές τους και από όλους τους
Μοναχούς του Αγίου Όρους, πού είχαν την τιμή να τους
γνωρίσουν και να τους ζήσουν από κοντά.
Στη Σκήτη των Καυσοκαλυβίων έζησαν πολλοί πνευματικοί
και έμπειροι ξομολόγοι, Όπως ήταν, ο εκ Σμύρνης καταγόμενος,
Πνευματικός Νικόδημος στην Καλύβα της «Ζωοδόχου Πηγής».
Γέροντας του πνευματικού τούτου υπήρξε ο μεγαλύτερος
καλλιτέχνης της ξυλογλυπτικής τέχνης, ο Γέρων Αρσένιος, από
την Μυτιλήνη καταγόμενος, Μοναχός σεμνός, ταπεινός και
λιγόλογος. Την τέχνη και τα έργα του θαύμασαν και θα θαυμάζουν
οι αιώνες στο Αγιον Όρος, στην Ελλάδα και στην Αμερική. Μέχρι
σήμερα σώζονται, τα μεγάλα και θαυμάσια αυτά έργα, πού
παριστάνουν, το ένα τη «Σταύρωση του Κυρίου ημών Ιησού
Χριστού», το άλλο την «Ανάσταση των νεκρών» και το τρίτο τη
«Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου». Αυτά για να κατασκευαστούν
χρειάστηκαν 15 χρόνια και πλέον για το κάθε ένα. Κρίθηκαν από
τους ειδικούς, σαν έργα υπομονής και από τη συμμετρία και
ωραιότητα τους «έργα αριστουργηματικής καλλιτεχνίας».
Στην ίδια Σκήτη, εποχή πνευματικής ακτινοβολίας και ενάρετης πολιτείας, άφησαν και οι ξομολόγοι: Ό Παπα - Ιωάσαφ, εκ του
αγιογραφικού οίκου των αδελφών Ιωασαφαίων. Ή αδελφότης αυτή
με πρώτο Γέροντα τον εκ Καππαδοκίας καταγόμενο Μοναχό
Ιωάσαφ, στην αρχή ασκήτευαν στην Κερασιά, πού είχαν το Κελί
των «Εισοδίων της Θεοτόκου». Όταν ή αδελφότης αυτή έγινε
πολυάριθμη, λόγω της δυσκολίας του τόπου, μεταφέρθηκε στη Σκή75

τη των Καυσοκαλυβίων, ή οποία είναι παραθαλάσσια και έχει ευκολίες για τη μετακίνηση του εργόχειρου, των εικόνων και των
αγαθών. Εκεί κτίσανε διώροφη κατοικία με θαυμάσια εκκλησία,
στο όνομα του «Αγίου Γεωργίου». Όλα αυτά, καθώς μου είπαν,
σπίτι και εκκλησία, στοίχισαν τότε το 1880 έτος, δυο χιλιάδες χρυσές λίρες, τις όποιες κατά την ομολογία των ιδίων, σε διάστημα
ενός χρόνου τις ξεχρέωσαν με το εργόχειρο της αγιογραφίας, στο
οποίο δούλευαν έντεκα, από τους δώδεκα Μοναχούς πού
αποτελούσαν τότε το μικρό αυτό κοινόβιο των Ιωασαφαίων. Τούτο
μαρτυρεί την εργατικότητα και την μέχρι θανάτου αυταπάρνηση της
αδελφότητας αυτής.
Στην ωραία αυτή Καλύβα των Ιωασαφαίων, πολλές φορές
έμενε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ', όταν επί δυο φορές εξόριστος του θρόνου του, ησύχαζε στο Αγιον Όρος, με ενέργειες του οποίου, κτίστηκε το Καμπαναριό του Κυριακού της
Σκήτης.
Ο Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ' εκινείτο από τη Μονή Μεγίστης
Λαύρας, μέχρι τη Σκήτη των Καυσοκαλυβίων, διότι, όπως έλεγε,
του άρεσε υπερβολικά ή συναναστροφή με τους Πατέρες της περιοχής αυτής.
Επίσης και ο εθνομάρτυρας Γρηγόριος ο Ε', δέκα χρόνια
πού παρέμεινε στο Αγιον Όρος, τον περισσότερο καιρό, έμενε στη
Μονή των Ιβήρων στο ησυχαστήριο του «Προφήτη Ηλία», στο
Μυλοπόταμο, στη Μεγίστη Λαύρα και στα Καυσοκαλύβια, στην
ασκητική αύτη Καλύβα των Ιωασαφαίων. Συχνά πήγαινε και
προσκυνούσε στη σπηλιά και το ησυχαστήριο του αγίου Ακάκιου
του νέου. Πολλοί επιφανείς και μορφωμένοι αγιορείτες Μοναχοί,
όπως ο Ευλόγιος ο Κορίλλας, αδελφός της Μεγίστης Λαύρας,
πού έγινε καθηγητής του Καποδιστρίου Πανεπιστημίου Αθηνών
και πέθανε ως Μητροπολίτης Κορυτσάς, ο όποιος στο πολύτιμο
βιβλίο του «Τα Ασκητικά» έχει γράψει για τον ασκητισμό των
Καυσοκαλυβίων. Επίσης ο ιατρός Σπυρίδων - Αθανάσιος
Καμπανάου, κι αυτός αδελφός της Μεγ. Λαύρας, ο
Παντοκρατορινός Αθανάσιος σχολάρχης της Αθωνιάδος Σχολής
και άλλοι επισκέπτονταν τακτικά τα μέρη αυτά, πού έχουν
χαρακτηριστεί ανέκαθεν και μέχρι σήμερα, σαν τα
ησυχαστικότερα και πνευματικότερα του Αγίου Όρους.
Στο χώρο αυτόν ασκήτευαν κι άλλοι αξιόλογοι
πνευματικοί ξομολόγοι, όπως ο Παπα - Παύλος από την
Καλύβα «Κοίμησης της Αγίας Άννης», ο παπα - Παντελεήμων
από τον «Άγιο Γεώργιο» και πολλοί άλλοι τους οποίους δεν
αξιωθήκαμε να τους γνωρίσουμε κατά το δεκαετές χρονικό
διάστημα πού ζήσαμε στην περιφέρεια εκείνη.
76

Η γερόντισσα Ολυμπία πως και γιατί έγινε
Μοναχή
Στο Άγιον Όρος ένας σεβάσμιος πνευματικός, ο ΠαπαΧαράλαμπος, από την Σκήτη της Αγίας Άννης, στην Καλύβα
«Άγιος Χαράλαμπος και Άγιος Μόδεστος», μου διηγήθηκε την εξής
πραγματική ιστορία, που είχε ο ίδιος ακούσει, από το στόμα μιας
ενάρετης Καλόγριας.
Στα μέρη του Πύργου της Ηλείας ζούσε μια Μοναχή, η οποία
είχε προκόψει πολύ στην αρετή και στον φόβο του θεού, με το
όνομα Ολυμπία.
Όταν ύστερα από σαράντα χρόνια, μου είπε «όπου σαν
πνευματικός εξομολόγος επισκέφθηκα τα μέρη εκείνα, σε ένα από
τα γυναικεία μοναστήρια, γνώρισα μια ευλαβέστατη Γερόντισσα, η
οποία με εντυπωσίασε με το ταπεινό ύφος της, την άδολη
ευσέβεια, την οποία διέκρινε ο φόβος του θεού και η βαθειά πίστη
στο θεό, στην κρίση και ανταπόδοση της αιώνιας ζωής και αιώνιας
κολάσεως.
Με διάκριση και σεβασμό ρώτησα την Γερόντισσα Ολυμπία
πως αποφάσισε και ποια ήταν η αιτία που την πείσανε να γίνει
μοναχή.
Η Γερόντισσα Ολυμπία με παιδική απλότητα είπε: «άγιε
Γέροντα, όταν ήμουνα μικρό παιδί είχα ένα φρόνιμο και άγιο
πατέρα, ο οποίος τον περισσότερο καιρό και χρόνο της ζωής του
ήτανε άρρωστος και δεν είχε καμία προκοπή ούτε υλική, ούτε
πνευματική, το μόνο καλό που είχε δεν γόγγυζε ούτε αγανακτούσε
για κανένα πρόβλημα της ζωής του αλλά έκανε μεγάλη υπομονή.
Σε όλη του ζωή υπέφερε και την ημέρα του θανάτου του
ξέσπασε μια φοβερή νεροποντή με βροντές και αστραπές, τόσο
που νόμιζες πως θα χαλάσει ο κόσμος. Στην καρδιά του
καλοκαιριού, έγινε τέτοιος κατακλυσμός, που τρία μερόνυχτα τον
κρατούσαμε στο σπίτι νεκρό και άταφο στο δωμάτιο του.
Αλλά για να μην αρχίσει η αποσύνθεση μέσα στο σπίτι και
δεν θα μπορούσαμε να σταθούμε για αυτό την Τρίτη ημέρα καίτοι
εξακολουθούσε να ρίχνει καταρρακτώδη βροχή, τον σηκώσαμε και
πολύ δυσκολία κατορθώσαμε να τον θάψουμε. Ο δε κόσμος όλος
αγανάκτησε βλέποντας αυτά τα σημεία τόσο που λέγανε, ότι ο
άνθρωπος αυτός, για να κάνει τώρα το καλοκαίρι τόσο κακό καιρό
ο θεός, που να μην μπορούμε να τον θάψουμε, φαίνεται ότι θα
ήταν πολύ κακός άνθρωπος και θα είχε κάνει πολλές αμαρτίες και
77

αδικίες. Ενώ αυτός ήτανε ένα αθώο και άκακο πρόβατο του
Χριστού και πολύ πιστός Χριστιανός.
Είχα επίσης και μια μητέρα, η οποία ήτανε όλως διόλου το
αντίθετο από εκείνο που ήτανε ο πατέρας μου. Δηλαδή ήταν
πολύλογη, φιλόνικη, γκρινιάρα και φιλονικούσε με τον πατέρα μου
και με όλο τον κόσμο. Έλεγε πολλά ψέματα, πολλά βρωμόλογα και
πολύ συχνά έκανε παρέα με ακόλαστους και ασεβείς ανθρώπους.
Έπινε κρασί και διάφορα ποτά τόσο που πολλές φορές ερχότανε
στο σπίτι μεθυσμένη...και κατά αυτόν τον τρόπο το σπίτι μας ήτανε
ακυβέρνητο.
Με όλα αυτά η μητέρα μου ζούσε μια ζωή χαρούμενη, ποτέ
λέω αρρώστησε και ήτανε πολύ γερή και υγιέστατη χωρίς να
γνωρίσει καμιά ταλαιπωρία ή την παραμικρή στενοχώρια να
νιώσει. Δεν ίδρωνε ποτέ το αυτί της για τίποτε ούτε την ένοιαζε τι
λέει γι' αυτήν ο κόσμος, αυτή καλοπερνούσε σε όλη της τη ζωή.
Ύστερα από πολλά χρόνια, λίγο αδιαθέτησε και χωρίς πόνο
και βάσανα πέθανε κι αυτή και της έγινε τέτοια και τόσο ωραία
κηδεία, που θα την ζήλευαν όλοι εκείνοι που την συνόδευαν στον
τάφο.
Νόμιζε κανείς πώς όλα, κι αυτά τα στοιχεία της φύσεως
ακόμη, συνεργήσανε να γίνει μια μεγαλόπρεπη κηδεία. Σε καιρό
χειμώνα η ατμόσφαιρα ήταν ζεστή και ευχάριστη. Ο ήλιος έλαμπε
από καθαρότητα και όλα ήταν τόσο χαρούμενα πού μαρτυρούσαν
πώς κάποια μεγάλη αγία γυναίκα κοιμήθηκε τον αιώνιο ύπνο.
Τέλος όταν μεγάλωσα και έγινα κοπέλα άρχισα να
σκέπτομαι, να έχω λογισμούς και διάφορες ιδέες γύριζαν μέσα στο
μυαλό μου. Βρέθηκα σε πραγματικό δίλημμα, ποια ζωή να διαλέξω
και ποιο δρόμο να ακολουθήσω; Τι να προτιμήσω και τι να
υποτιμήσω: Τη ζωή του πατέρα μου να ακολουθήσω, που ήταν
όλο μιζέρια, αρρώστια, στενοχώρια και κακομοιριά ή τη ζωή της
μάνας μου, που ήταν όλο διασκέδαση, χαρά, γλέντι, κέφι και
απόλαυση, χωρίς αρρώστιες, δίχως θλίψεις και στενοχώριες;
Σκεφτόμουνα λοιπόν, για να ακολουθήσω τη ζωή του πατέρα
μου, θα πρέπει να είμαι φρόνιμη, ενάρετη, προσεκτική, χωρίς
παρέες και διασκεδάσεις, δίχως γλέντια και χαρές, αλλά όλη η ζωή
μου να είναι νηστείες, προσευχές, εκκλησίες, λειτουργίες και να ζω
με κάθε περιορισμό. Και ποιο θα είναι παρακαλώ το κέρδος; Τι θα
με ωφελήσει η ζωή του πατέρα μου; Ο πατέρας μου με τη ζωή που
έκανε, όχι μόνο δεν χάρηκε τίποτε στον κόσμο τούτο, αλλά
απεναντίας βασανίστηκε πολύ από τις αρρώστιες και τις στερήσεις
και τέλος πέθανε και δεν μπορούσαμε να τον θάψουμε από την
κακοκαιρία τόσο που νόμιζε κανείς και έδωσε την εντύπωση σε
όλους ότι, κι ο Θεός ακόμη τον είχε καταραστεί. Άραγε και ο Θεός
78

δεν την θέλησε τη ζωή που έκανε ο πατέρας μου; Διότι και στο
θάνατο του ακόμη άφησε να υποφέρει κι αυτός και όλοι εμείς πού
τον κηδέψαμε!
Άλλη σκέψη μου έλεγε, αν η ζωή του πατέρα μου ήταν
αρεστή στο Θεό, γιατί τον άφησε τόσο να βασανιστεί και να
δοκιμάσει τόσες πίκρες και τόσα κακά και να μην δείξει ένα σημείο
ευχάριστο έστω και κατά την ώρα του θανάτου του ακόμη;
Από την άλλη μεριά, σκεφτόμουνα τη ζωή που έκανε η
μητέρα μου, πού δεν ήταν αφοσιωμένη στο Θεό, αλλά είχε δοθεί
στην καλοπέραση, στην διασκέδαση, στους χορούς και στα
τραγούδια. Πέρασε μια ζωή ξέγνοιαστη, χαρούμενη, χωρίς πίκρες
και φαρμάκια, δίχως πόνους και αρρώστιες, αλλά είχε όλα τα
αγαθά του κόσμου τούτου κι όλες τις απολαύσεις, νοστιμιές της
ζωής και ηδυπάθειες! Γιατί λοιπόν κι εγώ να μην προτιμήσω τη
ζωή αυτή και να μην ακολουθήσω τα ίχνη πού πέρασε στη ζωή της
η μάνα μου; Μια ζωή χαρισάμενη, που ήταν ευκολότερη και
καλύτερη από τη ζωή που έκανε ο πατέρας μου. Έτσι με τις
σκέψεις αυτές με πήρε ο ύπνος.
Η αποκάλυψη της αληθινής ζωής
Στον ύπνο μου βλέπω να στέκεται πάνω από το κεφάλι μου
ένας μεγαλόσωμος και πολύ φοβερός στην όψη, ο οποίος με
κοίταζε με πολύ αγριεμένο βλέμμα και με κάπως βραχνή φωνή με
ρώτησε: «Δεν μου λες κοπέλα μου τι συλλογιζόσουνα; Τι σκέψεις
και λογισμούς έχεις μέσα στην καρδιά σου;»
Εγώ πολύ φοβήθηκα και δεν είχα το θάρρος ούτε να τον
κοιτάξω. Τότε εκείνος με ξαναρώτησε με την ίδια βραχνή φωνή:
«Εμπρός πες μου, ποια είναι
η απόφαση πού πήρες; Ποια ζωή θα ακολουθήσεις; Του
πατέρα σου ή της μητέρας σου; και όταν είδε ότι εγώ είχα
παραλύσει από το φόβο μου, και από τη σαστημάρα σταμάτησε το
μυαλό μου, άρχισε τότε εκείνος να μου λέει όλα εκείνα πού εγώ
είχα βάλει στο μυαλό μου και στη σκέψη μου.
Τότε κι εγώ πήρα λίγο θάρρος κι άρχισα να τον παρακαλώ
να με συγχωρέσει και να μη με συνερισθεί για τις σκέψεις μου
αυτές πού είχα κάνει!!
Τα αγαθά του παραδείσου
Εκείνος με πήρε από το χέρι και μου είπε: «Έλα μαζί μου να
ιδής με τα μάτια σου που είναι και πώς βρίσκεται ο πατέρας σου
και υστέρα θα σου δείξω που βρίσκεται η μητέρα σου και τότε
μόνη σου θα διαλέξεις τίνος ζωή από τους δυο θα προτίμησης.
Με πήρε λοιπόν, και πήγαμε σε μια μεγάλη πεδιάδα η οποία
έμοιαζε με παράδεισο και είχε διάφορα είδη δένδρων και
79

λουλουδιών που η ομορφιά τους ήτανε απερίγραπτη. Τα δε
δένδρα ήταν φορτωμένα με ωραίους καρπούς και φρούτα.
Εκεί που γυρίζαμε και περιεργαζόμαστε αυτά τα ωραία
πράγματα, που δεν χόρταιναν τα μάτια μας να τα βλέπουν,
παρουσιάστηκε μπροστά ο πατέρας μου, με αγκάλιασε, με
φιλούσε αδιάκοπα και έλεγε: «Αγαπημένο μου παιδί, ευλογημένο
κοριτσάκι μου». Εγώ έπεσα στην αγκαλιά του και τον
παρακαλούσα να με αφήσει να μείνω εκεί κοντά του. Αυτός μου
είπε: «Αυτό πού ζητάς παιδί μου, δεν μπορεί να γίνει τώρα. Αν
όμως θελήσεις να ακολουθήσεις το παράδειγμα και υπόδειγμα της
δίκης μου ζωής, την οποία είχα στον κόσμο, τότε υστέρα από λίγο
καιρό και πολύ αγώνα, θα έρθεις και συ εδώ, να είμαστε μαζί με το
Θεό αιώνια, να χαιρόμαστε στην βασιλεία των ουρανών με τους
Αγγέλους και όλους τους Αγίους αιώνια.
Τα δεινά της κολάσεως
Αμέσως εκείνος που με συνόδευε, με πήρε από το χέρι και
μου είπε: «Έλα τώρα να σε πάω να δεις και τη μητέρα σου, που
έχει πάει, και μετά κρίνε μόνη σου κι αποφάσισε, ποιο δρόμο θα
πρέπει να ακολουθήσεις στην πρόσκαιρη αυτή ζωή σου».
Πήραμε τότε ένα μεγάλο κατήφορο και σταματήσαμε
μπροστά σε ένα σπίτι πού ήτανε γεμάτο από πυκνό σκοτάδι. Μέσα
γινόταν μεγάλη αναταραχή, ακούγονταν βογγητά, κλαθμοί,
αναστεναγμοί, βρισιές, βλαστήμιες και πολλά και αδιήγητα
βρωμόλογα και αισχρόλογα.
Μου έδειξε ένα μεγάλο και απέραντο καμίνι, οι φλόγες του
οποίου ανέβαιναν πολύ ψηλά ως τον ουρανό, μέσα στο καμίνι
βράζανε και με τον βρασμό ανεβοκατέβαιναν άνθρωποι, άντρες
και γυναίκες. Ακούγονταν τέτοιοι οδυρμοί που σε καταλάβαινε
φόβος και τρόμος μόνο να ακούς και να βλέπεις αυτά τα
πράγματα.
Το καμίνι αυτό φρουρούσανε κάτι απαίσια οντά, πού μόνο η
μορφή τους σε τρόμαζε. «Αυτά που βλέπεις, μου είπε ο συνοδός
μου, είναι οι δαίμονες, που τυραννούν τους κολασμένους».
Έρριξα με προσοχή μια ματιά στο καμίνι αυτό και τότε
διέκρινα τη μητέρα μου, η οποία ήταν βυθισμένη μέσα στη φωτιά
ως το λαιμό και γύρω γύρω σαλεύανε αμέτρητα σκουλήκια και
φίδια, τα οποία την δαγκάνανε συνέχεια και την κάνανε να φωνάζει
σπαρακτικά από τους πόνους που δοκίμαζε, τα δόντια της τρίζανε
κι όλο το κορμί της έτρεμε.
Μόλις μ' αντίκρυσε η μητέρα μου, ξέσπασε σε κλάμα και με
φωνές σπαρακτικές μου έλεγε: «Παιδί μου, γλυκό μου κοριτσάκι,
φριχτοί και ανυπόφοροι είναι οι πόνοι μου και ατελείωτο είναι το
φριχτό μαρτύριο μου εδώ μέσα. Για μια τιποτένια, στιγμιαία
80

απόλαυση της αμαρτίας και της ψεύτικης ηδονής, προξένησα εγώ
η ίδια, με την ηδονή του κορμιού, μια ατέλειωτη και φριχτή κόλαση,
που τώρα υποφέρω και πάσχω. Με την άθλια και ελεεινή ζωή που
έκανα στον κόσμο, για λίγη ψεύτικη χαρά και δηλητηριασμένη
ηδονή, βρίσκομαι τώρα εδώ μέσα στο καμίνι της φωτιάς, μακριά
από το αιώνιο αγαθό, που είναι ο Θεός, και θεληματικά μου τώρα
κατοικώ και καίγομαι αιώνια με τους φριχτούς αυτούς δαίμονες.
«Σπλαχνίσου με παιδί μου τη μητέρα σου, συμπόνεσε με την
αμαρτωλή και άπλωσε το χέρι σου να με βγάλεις από τούτη τη
φριχτή κόλαση, πού με τρώνε τα σκουλήκια και τα φίδια και με
κατακαίανε οι φλόγες του καμινιού τούτου».
Εγώ τη συμπόνεσα και άρχισα να κλαίω και άπλωσα το χέρι
μου, για να την βγάλω από εκεί μέσα, αλλά μόλις άγγιξα τη φοβερή
εκείνη φωτιά, πόνεσα τόσο πολύ, που άρχισα να φωνάζω και να
ουρλιάζω, φαίνεται, πολύ δυνατά.
Διότι από τις φωνές και τα ξεφωνητά μου, ξύπνησαν όλοι οι
δικοί μου μέσα στο σπίτι, στο οποίο εμένα με τους συγγενείς μου,
οι οποίοι άναψαν τις λάμπες, τρέξανε όλοι κοντά μου και
ρωτούσαν να μάθουν την αιτία των κραυγών και του κλαθμού μου.
Σε λίγο όταν συνήλθα, από το φόβο και τρόμο που είχα
πάρει έτρεμα ολόκληρη και διηγήθηκα εκείνα τα ωραία πράγματα
πού είδα να απολαμβάνει ο πατέρας μου και τη φριχτή κόλαση
που είχε πάει και καιγότανε η μητέρα μου και από εκείνη τη στιγμή
έκανα την εκλογή και διάλεξα οριστικά το δρόμο πού έπρεπε να
ακολουθήσω, για να φτάσω με τη χάρη του Θεού και τη βοήθεια
της Παναγίας και όλων των Αγίων, κοντά στο άκρο αγαθό, την
αιώνια απόλαυση, στη βασιλεία των ουρανών εκεί πού είναι η
χαρά απηλλαγμένη από τη λύπη.
Να είμαι με τους Αγγέλους του Θεού και όλους τους Αγίους,
κοντά στο Θεό. Στον Πατέρα, στον Υιόν και στο Άγιον Πνεύμα,
και να παρακαλώ την ευσπλαχνία και το έλεος του Κυρίου και
Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, με το Τίμιο και Πανάγιο
Αίμα Του πού έχυσε επάνω στο Σταυρό, να ελεήσει και
συγχωρέσει και την ψυχή της αθλίας μητέρας μου.
«Έτσι, τίμιε Πάτερ και σεβαστέ μου πνευματικέ, αποφάσισα
να γίνω Μοναχή, επειδή στον Μοναχισμό θεώρησα τον πιο καλό
και σίγουρο τρόπο ζωής, για να μπορέσω, με τη βοήθεια και
πρεσβεία της Κυρίας Θεοτόκου, να φτάσω πιο κοντά στον
Δημιουργό και Πλάστη μας Θεό, στον οποίο πρέπει πάσα δόξα.
τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας». και τελευταία είπε στον
πνευματικό:
«Κάνε σεβαστέ Πάτερ και για μένα την αμαρτωλή μια θερμή
προσευχή να με ο Θεός να τύχω του θείου ελέους, διότι αν δεν
81

προσέξει ο Μοναχός ή η Μοναχή μπορεί ευκολότερα από τη ζωή
αυτή ο Διάβολος να εξαπατήσει τον άνθρωπο!!».

Η κρίσις του Θεού για το αχάριστο παιδί
Σε χειρόγραφα των Μονών του Αγίου Όρους είναι γραμμένο
το ακόλουθο διδακτικό παράδειγμα για την αχαριστία και ασέβεια
πού δείχνουν τα παιδιά στους γονείς τους.
«Ένα ανδρόγυνο δεν είχε δικά του παιδιά και αποφάσισε να
υιοθετήσει ένα ξένο μωρό — πολύ μικρό παιδάκι. —
Το παιδί όταν έγινε δέκα οχτώ χρόνων πέθανε η θετή του
μητέρα. Ο δε πατέρας του, που το είχε υιοθετήσει είχε το
επάγγελμα πραγματευτής -γυρολόγος - δηλαδή μικροπωλητής
όπως λέμε σήμερα. Είχε ένα υποζύγιο και γύριζε στα γύρω χωριά
όπου πουλούσε το εμπόρευμα του, από το οποίο, επειδή πολλά
χρόνια έκανε αυτό το εμπόριο, είχε κάνει αρκετά χρήματα και
μεγάλη περιουσία.
Το παιδί, ο θετός πατέρας του, το ανέθρεψε όσο μπορούσε
χριστιανικά και αφού έμαθε τα πρώτα και απαραίτητα για τη
δουλειά τους αυτή γράμματα, το πήρε μαζί του στο εμπόριο για
βοηθό και φύλακα του εκεί που γύριζε στα διάφορα χωριά.
Για την εργασία τους αυτή πολλές φορές μένανε σε διάφορα
Χάνια. Έτσι λέγονταν τα ξενοδοχεία τότε, τα οποία είχαν δωμάτια
για τους ανθρώπους και σταύλους για τα ζώα.
Τα Χάνια συνήθως βρίσκονταν σε έρημα μέρη μακριά από τα
χωριά ή στα ενδιάμεσα για να διανυκτερεύουν οι διάφοροι έμποροι
και ξενιτεμένοι ταξιδιώτες με τα ζώα τους.
Το θετό αυτό παιδί, για το οποίο γίνεται λόγος, βγήκε πολύ
κακής προαιρέσεως άνθρωπος, διότι σκέφτηκε πονηρά κατά του
ευεργέτου και θετού του πατέρα.
Έτσι με την πονηρή σκέψη του το κακοπροαίρετο αυτό παιδί,
σε ένα από τα χάνια αυτά όταν νύχτωσε και μείνανε οι δυο τους και
ο ξενοδόχος, αφού διαπίστωσε ότι δεν βρίσκεται κανείς άλλος εκεί,
σηκώθηκε την νύχτα και εκεί που κοιμότανε ο πατέρας του, αυτός
που τον ανέθρεψε, τον προστάτεψε και τον μεγάλωσε, αυτόν λέγω
τον πατέρα του τον σκότωσε και όλη την νύχτα τον έβγαλε από το
χάνι έξω στο δρόμο και τον έθαψε.

82

Το πρωί σαν έφεξε ο Θεός την ήμερα, το παιδί, πήρε το ζώο
και το εμπόριο, έφυγε γύρισε στο σπίτι του πατέρα του και έγινε
κάτοχος όλης της μεγάλης εκείνης περιουσίας του.
Ύστερα από χρόνια ήρθε σε συναίσθηση και μετανόησε για
το κακό που είχε κάνει στο θετό του πατέρα και πήγε στον
πνευματικό να εξομολογηθεί την αμαρτία του.
Ο πνευματικός του είπε: «Παιδί μου, είναι πολύ μεγάλο το
αμάρτημα σου, αυτό, πήγαινε δώσε όλα τα χρήματα και την
περιουσία που πήρες, από τον πατέρα ευεργέτη σου, δώσε και
όλα τα δικά σου, που κέρδισες από την δουλειά του και ο Θεός
είναι πολυέλεος και πολυεύσπλαχνος, θα κάνει και σε σένα το
έλεος Του. Να πας όμως και να κάνεις ανακομιδή και να βγάλης
από τον τάφο τα οστά του θετού σου πατέρα.
Ο ασεβής εκείνος νέος πήγε κατά την εντολή του
πνευματικού του να κάνει ανακομιδή κι όταν πλησίασε στον τάφο,
του αδικοσκοτωμένου πατέρα, άκουσε να βγαίνει φωνή από τον
τάφο και να λέει πολλές φορές τίς φράσεις: «Κρίσις ω Κρίσις!». Ο
νέος μόλις άκουσε τις φωνές αυτές φοβήθηκε, πήγε στον
πνευματικό και του ανέφερε την παράξενη εκείνη φωνή που έλεγε
«Κρίσις ω Κρίσις!».
Ο πνευματικός ρώτησε τον νέο: «Παιδί μου μια φορά ή
πολλές φορές άκουσες τη φωνή να λέει αυτά τα λόγια;» Και
εκείνος του είπε: «Πάτερ όσες φορές δοκίμασα να περάσω από το
μέρος εκείνο ή να πάω κοντά στον τάφο ακούω πάντοτε να
επαναλαμβάνει τα ίδια λόγια «Κρίσις ώ Κρίσις!».
Ο πνευματικός πάλι είπε στον νέο: «πήγαινε παιδί μου άλλη
μια φορά στον τάφο, κι αν ακούσης τα ίδια λόγια, τότε να τον
ρωτήσεις να σου πει ως πότε; και να δούμε τί θα σου απαντήσει».
Πράγματι ο νέος πήγε πάλι στον τάφο κι άμα άκουσε το
«Κρίσις ω Κρίσις», όπως του είπε ο πνευματικός, ρώτησε και τότε
άκουσε να λέει ο πεθαμένος «έως δέκα χρόνους».
Την απόκριση του πεθαμένου από τον τάφο μετέφερε ο νέος
στον πνευματικό, ο οποίος του είπε: «Παιδί μου κάνε θερμή
προσευχή στο Θεό, ο οποίος μόνος γνωρίζει τα κρίματα αυτά,
ώσπου να περάσουν τα δέκα χρόνια και τότε έλα πάλι για να
δούμε τι ο Κύριος θα φανερώσει.
Με φόβο, αγωνία και τρόμο πέρασαν τα δέκα χρόνια, κίνησε
ο νέος να πάει στον πνευματικό για να δει μήπως έχει εκείνος
καμμιά πληροφορία στην απορία τους αυτή.
Ο πνευματικός του είπε γύρισε στο σπίτι σου και κάνε θερμή
προσευχή ίσως μας λυπηθεί ο Θεός και δώσει τέλος σ' αυτό το
μαρτύριο της συνειδήσεως.
83

Ο νέος επιστρέφοντας για το σπίτι του πέρασε από την
αγορά της πόλεως και πήρε από το κρεοπωλείο ένα κατσικίσιο
κεφάλι για να το μαγειρέψει, το έβαλε στο σακκίδιό του και στον
δρόμο που πήγαινε, χωρίς αυτός να καταλάβει τίποτα, από το
σακκίδιό έσταζε νωπό αίμα. Τούτο κίνησε την περιέργεια των
ανθρώπων από εκεί που περνούσε και τον παρακολούθησαν, τον
σταμάτησαν και τον ρώτησαν τι έχει μέσα στον σάκκο του που
στάζει αίμα;
Αυτός είπε ότι από το κρεοπωλείο πέρασε καί αγόρασε ένα
κεφάλι κατσικίσιο για να φτιάξει φαγητό. Οι άνθρωποι όμως δεν
τον πίστεψαν, άνοιξαν τον σάκκο και είδαν μέσα αντί για κατσικίσιο
να είναι ανθρώπινο κεφάλι, το οποίο ήταν μόλις φρεσκοκομμένο
και έσταζε αίμα!!
Αμέσως τον συνέλαβαν, τον παρέδωσαν στον Κριτή, όπου
ομολόγησε το έγκλημα, που πρίν από δέκα χρόνια είχε σκοτώσει
τον θετό πατέρα του, τον οποίο λήστεψε και έθαψε στην ερημιά!!
Ο Κριτής ξέθαψε το σώμα του νεκρού και είδε ότι έλειπε το
κεφάλι, το οποίο ήταν εκείνο που, ο νέος, είχε στο σακκίδιό του,
οπόταν καταδικάστηκε αμέσως σε θανατική ποινή για να αποδοθεί
αυτό που ζήταγε ο νεκρός, την δικαιοσύνη, σύμφωνα με το ρητό
της αγίας Γραφής που λέει ότι «πάντες οι λαβόντες μαχαιραν, εν
μαχαίρα αποθανουνται» (Ματθ. ΚΣΤ' 52), επειδή μπροστά στα
μάτια του Θεού δεν υπάρχει, τίποτε το κρυπτό: «ουκ εστί κρυπτόν
ο ου φανερόν γενήσεται καί άπόκρυφον ο ου γνωσθήσεται» (Ματθ.
Γ 26).

Η φωνή εμπόδιζε την ψυχική σωτηρία
Από το χωριό «Αγία Παρασκευή» της Χαλκιδικής, πριν από
πολλά χρόνια (το 1860) στην ιερά Μονή Δοχειαρίου, μόναζε, ένας
περίφημος και πολύ καλλίφωνος ψάλτης με το όνομα Συνέσιος.
Ο Μοναχός αυτός ιδιαίτερη ευλάβεια είχε στην Αγία
Παρασκευή και πάντοτε μετά από τον καθορισμένο κανόνα της
προσευχής του — μετάνοιες και κομβοσχοίνια — που ήταν
υποχρεωμένος να κάνει, απαραίτητα έκανε και ιδιαίτερη προσευχή
στην Αγία Παρασκευή. Στην προσευχή του αυτή παρακαλούσε την
Αγία να τον βοηθήσει για να σώσει την ψυχή του, κι αν σαν
άνθρωπος έχει επάνω του κάτι πού είναι εμπόδιο για την ψυχική
του σωτηρία, να του το αφαίρεση με όποιο τρόπο γνωρίζει εκείνη.
Πολλά χρόνια συνέχιζε να λέει αυτή την προσευχή και ένα
πρωί, μετά την πανηγυρική ιερή Ακολουθία και τη θεία Λειτουργία,
στην μνήμη του μαρτυρίου της Αγίας Παρασκευής (26 Ιουλίου)
84

αισθάνθηκε λίγο μια μικρή ενόχληση στο λαρύγγι του, κι από την
ενόχληση αυτή λίγο λίγο άρχισε η φωνή του να γίνεται βραχνή.
Από τότε έκανε πολλές προσπάθειες, για να καθαρίσει τη
φωνή του, αλλά βελτίωση και θεραπεία δεν υπήρχε, απεναντίας
όσο πήγαινε και χειροτέρευε η βραχνάδα στη φωνή του.
Επειδή ήταν καλός μουσικός και περίφημος ψάλτης
λυπήθηκε ο ίδιος κι όλοι οι αδελφοί της Μονής αυτής, αλλά και όλοι
οι πατέρες πού τον γνώριζαν σ' ολόκληρο το Άγιον Όρος.
Έκαναν όλοι θερμή προσευχή στο Θεό, για την θεραπεία του
αδελφού αυτού Συνεσίου, οπόταν μετά από ικανό διάστημα,
φανερώθηκε στον ύπνο του ηγουμένου της Μονής η αγία
Παρασκευή και του είπε: «Γιατί πάτερ ενοχλείτε τον Κύριο, με τις
καθημερινές προσευχές σας, για τον αδελφό Συνέσιο; και γιατί
παραπονείστε, εφ' όσον ο ίδιος με παρακαλούσε τώρα και πολλά
χρόνια να του αφαιρέσω εκείνο που είναι εμπόδιο στην ψυχική του
σωτηρία;»
Καλό μάθημα για τους ψάλτες.
Ο ηγούμενος κάλεσε τον αδελφό Συνέσιο και τον ρώτησε, για
ποιο πράγμα παρακαλούσε την αγία Παρασκευή; Ο π. Συνέσιος
είπε πώς παρακαλούσε την Αγία να του αφαίρεση ό,τι πράγμα
εμποδίζει τη σωτηρία της ψυχής του και πρόσθεσε στον ηγούμενο
πώς όταν έψαλε αισθάνονταν μια ιδιαίτερη ευχαρίστηση και
γλυκαίνονταν επάνω στην μελωδική φωνή του τόσο πού ξεχνιόταν
ο νους του και ξέφευγε από την έννοια των θείων λόγων και αντί
να δοξολογεί, με τους θείους ύμνους αυτούς τον Ύψιστον, όπως ο
Ψαλμός του Δαυίδ λέγει: «Ήδυνθείη αύτω ή διαλογή μου, εγώ δε
ευφρανθήσομαι επί τω Κυρίω» (Ψαλμ. ΡΓ' 103) αυτός
γλυκαίνονταν για την φωνή του πού ήταν γλυκιά και μελωδική, κι
έμπαινε μέσα στην ψυχή του, στο λογισμό του ένα είδος κρυφής
υπερηφάνειας και με τον τρόπο αυτόν, κατάφερνε ο δαίμων της
υπερηφάνειας, να χάνει αυτός την επαφή των ψαλλομένων και την
ένωση του νου του με το Θεό, σαν ψάλτης, και έτσι μετατρεπότανε
η προσευχή του σε αμαρτία, όπως και πάλι λέγει το Πνεύμα το
Άγιον «και η προσευχή αυτού γενέσθω εις αμαρτίαν...» (Ψαλμ. Ρ
Η'7).
Αυτό ας γίνει μάθημα σε μας και στους αδελφούς
ιεροψάλτες, για να μη χάνουν τον μισθό τους από το Θεό, αλλά τα
ψαλτικά τους να είναι και να γίνονται πραγματική προσευχή και όχι
επιδειχτική καυχισιολογία για τους ανθρώπους. Διότι ο Ψάλτης
όταν ανεβαίνει στο ιερό αναλόγι για να ψάλλει επιτελεί ιερό
λειτούργημα και αντιπροσωπεύει στο Θεό, το λαό, για τον όποιο
δίνει τις αποκρίσεις και απαντήσεις στις εκφωνήσεις του Ιερέως.
85

Ο Πάτερ Συνέσιος από τότε που βράχνιασε η φωνή του,
μέχρι την ημέρα, που με τη χάρη του Θεού κοιμήθηκε τον αιώνιο
ύπνο, δεν ξανάψαλλε, αλλά με τους άλλους πατέρες της Μονής
δόξαζε μέρα - νύχτα το Θεό και με την κοινή ευχή, το «Κύριε Ιησού
Χριστέ Υιέ του Θεού ελεησόν με» και ελέησον όλον τον κόσμον
Σου, παρακαλούσε τον Κύριο της δόξης για τον εαυτό του και για
όλον τον κόσμο.
Έτσι απήλθε από τη ζωή αυτή χαίρων και αγαλλόμενος, με
τη θεία και νοερά αυτή προσευχή, πού ενώνει τον νουν με την
καρδιά και την ψυχή με το σώμα, και τα παριστάνει μπροστά στο
Θεό, σαν θυμίαμα πνευματικό ολόκληρο τον πιστόν άνθρωπο,
τόσο που να λέει με επίγνωση πλέον το «Κατευθυνθήτο ή
προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιον σου...» (Ψαλμ. ΡΜ' 140) και
ψάλλων να αφιερώνεται ψυχή και σώμα στον Κύριον τον Θεόν
ημών.
Μόνον έτσι η προσευχή και η ψαλμωδία ανεβαίνει σαν
θυμίαμα ευωδιαστό μπροστά στο θρόνο της μεγαλοσύνης και είναι
θυσία αληθινή και άδολη, την οποία δέχεται ο θεός, όπως
δέχονταν και τη θυσία του απλού, αγαθού και δικαίου εκείνου
Άβελ.
Η ψαλτική δεν είναι βιοποριστικό επάγγελμα
Χρειάζεται μεγάλη προσοχή, διότι η ψαλτική δεν είναι
επάγγελμα για να πάρουμε υλικό μισθό να ζήσουν τα παιδιά μας,
αλλά είναι ιερή αποστολή, εκκλησιαστικό αξίωμα και ανάγεται στον
κατώτερο Κλήρο.
Σαν κληρικοί και ιερωμένοι, που φορούμε και το τιμημένο
ράσο πρέπει να έχουμε αναπτυγμένη και καλλιεργημένη
συνείδηση. Πρέπει να γνωρίζουμε περισσότερο από τους άλλους
ανθρώπους τον εαυτό μας και απηλλαγμένοι από τα πάθη και
κυρίως του εγωισμού, του ολέθριου φθόνου και της υπερηφάνειας,
θα αποκτήσουμε την μακάρια ταπείνωση, για να μπορούμε να
λέμε κι εμείς με τον Απόστολο των εθνών μακάριο Παύλο
«Αλλήλους τη τιμή προηγούμενοι...» (Ρωμ. ΙΒ' 10). Διότι όπως
λένε και οι άγιοι Πατέρες στα ιερά τους συγγράμματα, ο Ψάλτης
είναι αντιπρόσωπος του χριστιανικού λάου και δίνει τις αποκρίσεις,
στις εκτενείς δεήσεις και αιτήσεις του ιερέως και άπαντα για
λογαριασμό του εκκλησιαζόμενου χριστεπώνυμου πληρώματος,
κατά την ιερώτερη στιγμή και σ' όλες τις προσευχές που κάνει ο
ιερέας, ο οποίος είναι μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων και ο
ιερεύς μετά του ψάλτου μεσολαβούν και ζητούν την ψυχική
σωτηρία και σωματική ευεξία από τον Πανάγαθο Θεό.
Για αυτό, αλίμονο στον ιερέα και τον Ψάλτη, πού κάνουν το
ιερό έργο τους αυτό αμελώς, όπως και ο Προφήτης λέει:
86

«Επικατάρατος πας ο ποιών το έργον του Κυρίου αμελώς» (Ίερεμ.
ΛΑ' 10).

Έβαλαν ραπανοουρά στο κερί του ψάλτου

Ένα από τα φανερότερα πάθη πού κυριεύουν τους
ιεροψάλτες είναι και ο ψυχοφθόρος φθόνος. Από το φοβερό αυτό
πάθος του φθόνου κινηθέντες κάποτε μερικοί ψάλτες και μάλιστα
Μοναχοί στο Άγιον Όρος διέπραξαν ένα τρομερό λάθος σε βάρος
του αντιπροσώπου της Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας, στην Ιερά
Κοινότητα, πού ήταν ο άγιος Ιωάννης ο Κουκουζέλης.
Ο άγιος αυτός Ιωάννης ο Κουκουζέλης μαζί με τα άλλα
χαρίσματα πού τον είχε προικίσει η χάρις του θεού, ήταν
αγγελόφωνος και επιστήμων μουσικός.
Στην εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου που πανηγυρίζει ο
ιερός Ναός του Πρωτάτου, η Ιερά Κοινότης στην πανηγυρική
αγρυπνία της εορτής αυτής (15 Αυγούστου) ανέθεσε στον
Κουκουζέλη να λαμπρύνει το δεξιό χορό του Ναού αυτού, ως
πρωτοψάλτης.
Τούτο αντί να χαροποιήσει τους ιεροψάλτες, που τότε ήσαν
πάρα πολλοί, διότι θα τους δίδονταν η ευκαιρία να ακούσουν ένα
θαυμάσιο Ιεροψάλτη, από φθόνο του διαβόλου, μερικοί βαρέως το
έφεραν, που προτιμήθηκε ο ξένος ψάλτης από τη Λαύρα και δεν
προτιμήθηκε ψάλτης από τις Καρυές, και για να εξευτελίσουν τον
87

άγιο αυτόν άνθρωπο, άκουσαν τη φωνή του πάθους και έβαλαν
στο κερί του Ιωάννη αντί για φυτίλι μια μεγάλη ραπανοουρά.
Το κερί με την ραπανοουρά έδωκαν στον άγιο Ιωάννη την
τελευταία στιγμή που θα άρχιζαν τα «Ανοιξαντάρια» κι όταν
επιχείρησε να το ανάψει αυτό, κατά φυσική συνέπεια, όχι μόνον
δεν άναβε αλλά προκάλεσε με το τρίξιμο, σοβαρή χασμωδίά και
τον γέλωτα μέσα στην εκκλησία του Πρωτάτου.
Οι κακοποιοί δεν σεβάσθηκαν ούτε την ιερότητα του χώρου,
ούτε την κατάλληλη ώρα της προσευχής, που θα δοξολογούσαν το
θεό και θα τιμούσαν την Κυρία και Δέσποινα του Αγίου Όρους
Θεοτόκον.
Το γεγονός αυτό θεώρησε σαν αιτία σκανδάλου και για να
δώσει τόπο στην οργή, ο άγιος Ιωάννης ο Κουκουζέλης, έφυγε για
τη Μονή του και δεν δέχτηκε άλλη φορά να ψάλλει στις Καρυές και
μάλιστα στον Ιερό Ναό του Πρωτάτου.

Έρριξαν στο ποτό του ψάλτη δηλητήριο
Στην ιερά Μονή των Ιβήρων, κατά την ετήσια πανήγυρη της
Παναγίας «ΠΟΡΤΑΪΤΙΣΣΗΣ» (15 Αυγούστου) για την πανηγυρική
αγρυπνία, το Μοναστήρι αυτό είχε καλέσει να ψάλλει σαν δεξιός
πρωτοψάλτης ο Ρουμάνος μουσικός Νεκτάριος Μοναχός, ο
λεγόμενος Βλάχος.
Κι εδώ, όπως και στο Ναό του Πρωτάτου, μερικοί από φθόνο
κινούμενοι, έφτασαν στο σημείο να γίνουν όργανα του Σατανά και
για να εμποδίσουν τον καλλίφωνο αυτόν ψάλτη να ψάλλει αυτός,
ως δεξιός πρωτοψάλτης, έριξαν δηλητήριο μέσα στο ποτό του.
Ο ευλογημένος αυτός μουσικός με βαθιά και μεγάλη πίστη
στο Θεό και την Κυρία Θεοτόκο οπλισμένος, μόλις κατάλαβε τους
πρώτους πόνους να τον ζώνουν, έτρεξε αμέσως μπροστά στην
εικόνα της Παναγίας «Πορταϊτίσσης» πήρε το κανδήλι και ήπιε
ολόκληρο το περιεχόμενο του και με πολύ παράπονο είπε:
«Παναγιά μου σώσε με, με δηλητηρίασαν».
Η ταχεία σε αντίληψη και έτοιμη βοηθός και ιατρός των
επικαλουμένων, Κυρία και Δέσποινα Θεοτόκος, άμα ο Νεκτάριος
ήπιε το περιεχόμενο του κανδηλίου, αμέσως έδωκε την θεραπεία,
έγινε καλά τελείως υγιής και έψαλε με πολλή διάθεση σ' όλη την
αγρυπνία.
Έτσι για να ντροπιαστούν εκείνοι πού τόλμησαν και έκαμαν
αυτό το έγκλημα, ο Νεκτάριος έψαλλε και με συντριβή καρδιάς
δοξολόγησε τον Ύψιστο και ευχαρίστησε την Μητέρα του Θεού
Παναγιά μας και καθώς ο ίδιος μετά ομολόγησε, ουδέποτε άλλοτε
88

είχε τόση και τέτοια διάθεση και καθαρότητα λάρυγγος, όπως είχε
τη βραδιά εκείνη, κατά την οποία αισθάνθηκε ανέκφραστη χαρά και
αγαλλίαση.
Δηλαδή έγινε το αντίθετο από εκείνο πού επιδίωκε ο Σατανάς
να πετύχει με τους κακότροπους και φθονερούς αυτούς μοναχούς,
οι οποίοι για να ικανοποιήσουν το πάθος του φθόνου, σκέφθηκαν
να φτάσουν και μέχρι το έγκλημα.
Πρέπει να προσέξουν οι ιεροψάλτες μας.......
Αν λοιπόν αυτά κατορθώνει ο Σατανάς και τα πετυχαίνει,
στον ιερό εκείνο χώρο πού λέγεται Άγιον Όρος, φαντασθείτε πόσες
και ποιες επιτυχίες θα έχει μεταξύ των ιεροψαλτών πού βρίσκονται
στον κόσμο και εκπληρώνουν την Ιερά αυτή αποστολή.
Μερικοί από τους οποίους, ευτυχώς λίγοι, ας με
συγχωρέσουν οι αγαπητοί ιεροψάλτες, επειδή δεν θέλω μ' αυτά
πού γράφω να κατηγορήσω κανένα, αλλά είμαι υποχρεωμένος να
αναφέρω ορισμένα γεγονότα, πού διαπίστωσα κατά την εν τω
κοσμώ διατριβή μου, να είναι ανορθόδοξα και ασυμβίβαστα με την
Ιερά αποστολή και διακονία των ιεροψαλτών εν τη εκκλησία.
Μερικοί λέγω επειδή η θεία Πρόνοια τους έχει προικίσει με ωραίες
φωνές και αντοχή στήθους και λάρυγγος, ανεβαίνουν στο Ιερό
Αναλόγιο, και αντί, σύμφωνα με τους ιερούς κανόνες της
Εκκλησίας μας, να ψάλλουν «Τω Κυρίω συνεπώς με πραεία και
ταπεινή φωνή» (Κανών της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου), για
να αποδίδουν την έννοια των ψαλλομένων. Αντί με την γλώσσα και
τον λάρυγγα να συμψάλλει ο νους και η καρδία αυτών, όπως λέγει
ο ιερός υμνογράφος: «ηδυνθείη αύτω ή διαλογή μου» αυτοί όμως:
«Τη μεν γλώττη άσματα φθεγγόμενοι τη δε καρδία άτοπα
λογιζόμενοι» και επομένως οι τοιούτοι έχουν παρεξηγήσει τον
τόπο του ιερού Αναλογίου και αντί προσευχής μετατρέπουν το
ύφος του ψαλτικού σε τραγούδι και με τους ψεύτικους τίτλους του
δήθεν «Άρχων πρωτοψάλτης», σε πραγματικούς αμανέδες ή
επτανησιώτικες καντάδες, κακοποιούντες έτσι κατά τον χειρότερο
τρόπο, τη μόνη κληρονομιά, πού στον τομέα αυτόν έχουμε, και
παραφθείρουν, με τις διασκευές τους, την γνήσια Εκκλησιαστική
Βυζαντινή Μουσική.
Δεν εννοούν δε να μάθουν να ψάλλουν, οι τοιούτοι, για να
γνωρίσουν την πραγματική πνευματική ηδονή, όπως λέγει ο θείος
Ιωάννης ο Χρυσόστομος «μάθε ψάλλειν και όψει του πράγματος
την ηδονή οι ψάλλοντες γαρ πνεύματος Αγίου πληρούνται, ώσπερ
οι άδοντες τάς σατανικός ωδάς πνεύματος ακαθάρτου
(πληρούνται) (ομιλ. ΙΘ' προς Εφεσίους).
Μόνον έτσι όταν θα ψάλλουν οι ψάλτες μας, γίνονται μεσίτες
των εκκλησιαζόμενων προς τον Θεόν, επειδή όπως λένε οι άγιοι
89

Πατέρες «όταν ο ψάλτης διακόψει την συνοχή της σκέψεως του
από τους ψαλλόμενους ύμνους, τότε παύει να έχει πνευματική
επικοινωνία με το Θεό και να είναι εκπρόσωπος του λάου προς
τον Θεόν».
Κατά τον τρόπο αυτόν εκτελούντες την διακονίαν τον,
πιστεύουν πώς μόνον αυτοί είναι και κανένας άλλος καλύτερος
τους, πού να μπορεί να ερμηνεύσει τους θείους ύμνους, και με την
παρατεταμένη τρέμουλα της φωνής και τους άτοπους και άκαιρους
λαρυγγισμούς, δίνουν όψη και ερμηνεία μεθυσμένων και όχι
νηφάλιων πνευματικών και ταπεινών ανθρώπων.

Πες στα παιδιά σου να μη με κατουρούν
Ένας από τους καλύτερους καλλιτέχνες και αγιογράφους του
Αγίου Όρους, τόσο που όμοιος του, στην καλλιτεχνική εμφάνιση
της αγιογραφίας, δεν φάνηκε μετά από τον Εμμανουήλ Πανσέληνο
(14 αιών) με το όνομα Ιωαννίκιος Μαυρόπουλος, από την
Καισαρεία της Καππαδοκίας.
Την τέχνη της αγιογραφίας, στην αρχή έμαθε από τον
Γέροντα Ιωακείμ Ραλίδη στην Ιερά Σκήτη των Καυσοκαλυβίων.
Αλλά από την πολλή επιμέλεια που έδειξε στην τέχνη αυτή, έγινε
κατά πολύ καλύτερος και ανώτερος από το δάσκαλο του. Όσον
όμως επιμελής ήταν στην τέχνη της αγιογραφίας, τόσο ψυχρός και
αδιάφορος ήταν στην χριστιανική πίστη, πολύ δε περισσότερο
ήταν αμελής και περιφρονητής της καλογερικής ζωής και Ιδέας.
Είχε τόση απιστία που δεν παραδεχόταν τίποτε, ούτε πώς υπάρχει
Θεός και γενικά απιστούσε σε όλα της Εκκλησίας τα ιερά και αγία
Μυστήρια του χριστιανισμού.
Επομένως δεν νήστευε, δεν πήγαινε στην εκκλησία, ούτε
προσεύχονταν, ούτε κοινωνούσε τα Άρχαντα Μυστήρια και
ειρωνεύονταν τους Μοναχούς τους οποίους αποκαλούσε
«φασουλοφάγους» και πολλές άλλες κατηγόριες εναντίον τους
έλεγε.
Με τον Γέροντα μου Ιωακείμ Μοναχόν είχε γνωριμία και
μερική φιλία από την Σκήτη των Καυσοκαλυβίων που είχε κάνει κι
αυτός από το 1915-16 και επειδή του είχε εμπιστοσύνη του έλεγε
πολλές φορές τα μυστικά του.
Κατά το έτος 1923 - 24 αφού έμαθε την αγιογραφία έφυγε
από τα Καυσοκαλύβια και εγκατεστάθηκε στις Καρυές, στο
Λαυριώτικο Κελί που είναι επάνω από τις Καρυές «Άγιος
Γεώργιος» το λεγόμενο των «Σκουρταίων», εκεί που σήμερα έχει
90

κτιστεί εκκλησία έπ' ονόματι του αγίου Νικόδημου, όπου βρίσκεται
και η αγία «κάρα», και εκεί συνέχισε το εργόχειρο της αγιογραφίας.
Ο Γέροντας μου όταν πήγαινε στις Καρυές, ο Π. Ιωαννίκιος
με πολλή χαρά τον δέχονταν και τον φιλοξενούσε, λέγοντας με την
ευκαιρία αυτή τα παράπονα του και πολλές φορές τον ρωτούσε για
τις απορίες πού είχε γύρω από την χριστιανική πίστη και την
Καλογερική. Ο Γέροντας μου άνθρωπος πιστός και πνευματικά
καλλιεργημένος, παρ' όλο που κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια, δεν
μπορούσε να τον πείσει, για τις αλήθειες της χριστιανικής Πίστεως,
και τον σπουδαίο ρόλο που έπαιζε και παίζει ο Μοναχισμός στον
χριστιανισμό και την Εκκλησία του.
Α' Το ανεξήγητο όνειρο της γιαγιάς του
Μια μέρα ο Γέρο - Ιωαννίκιος, μεγάλος στην ηλικία πια, είπε
στον Γέροντα μου: «Βρε Πάτερ Ιωακείμ, αυτά που μου λες, πως
υπάρχει Θεός και άλλη ζωή, πως υπάρχει κρίση και ανταπόδοση,
δηλαδή τιμωρία αιώνια του κάκου που κάνει ο άνθρωπος εδώ στην
γη και πληρωμή αθάνατη για κάθε καλό έργο. Ότι υπάρχει Κόλαση
για τους κακούς και Παράδεισος για τους καλούς. Ότι υπάρχουν
δαίμονες που θα τυραννούν αιώνια τους αμαρτωλούς και άλλα
παρόμοια που λένε οι Καλόγεροι και οι Παπάδες, εγώ τα θεωρώ
παραμύθια, αλλά κι αν υπάρχουν αυτά που λες κι εσύ, εδώ θα
είναι, στην ζωή αυτή και η Κόλαση και ο Παράδεισος. Μετά το
θάνατο δεν υπάρχει, καημένε τίποτε. Σαν πεθάνω εγώ δεν με
νοιάζει για τίποτε, δεν λέγανε οι αρχαίοι Έλληνες «γαία πυρί
μιχθήτω» έτσι λέω κι εγώ, τσιμέντο να γίνη το σώμα και η ψυχή,
που λες πώς έχουμε.
Και δεν μου λες σε παρακαλώ, συνέχισε να λέει ο Π.
Ιωαννίκιος, ποιος ήρθε απ' εκεί, από την άλλη ζωή, από τον άλλο
κόσμο, για να μας βεβαιώνει γι' αυτά τα πράγματα, ότι υπάρχει
άλλη ζωή;».
Ο Γέροντας μου προσπαθούσε με μαρτυρίες της αγίας
Γραφής και του ιερού Ευαγγελίου, να του αποδείξει την αλήθεια,
για όλα αυτά τα πράγματα, αλλά εκείνος δεν ήθελε να ακούσει
τίποτε από αυτά. Τούτο γινότανε πολλές φορές και πολλά χρόνια.
Σε μια τέτοια συζήτηση, ο Γέρο - Ιωαννίκιος, εμπιστευτικά
είπε στον Γέροντα μου Ιωακείμ, αφού πρώτα τον παρακάλεσε να
τον βεβαιώσει ότι αυτά που θα του εμπιστευθεί δεν θα τα πει σε
κανέναν, για να μη φανεί αντίθετος προς τις αθεϊστικές θεωρίες
του: «Πάτερ Ιωακείμ ένα πράγμα μου έχει κάνει εντύπωση, έχει
καρφωθεί μέσα στο μυαλό μου και δεν μπορώ ακόμη να το
εξηγήσω.
91

Δηλαδή, ήμουνα μικρό παιδί 12-13 χρόνων στην Πατρίδα
μαζί με τον μεγαλύτερο μου αδελφό Θανάση, τον πατέρα μου και
την γιαγιά, την μητέρα του πατέρα μου, που όταν οι Τούρκοι μας
κυνήγησαν από το σπίτι μας στην Καππαδοκία, και αφού στον
δρόμο πέθανε η μητέρα μου, κυνηγημένοι μείναμε οι τέσσερις και
εγκατασταθήκαμε σε ένα έρημο σπίτι έξω από την Τραπεζούντα.
Εκεί μια βραδιά στην γιαγιά μου, παρουσιάστηκε στον ύπνο
της, ένας σοβαρός και πολύ χαριτωμένος άνθρωπος και με
παρακλητικό ύφος της είπε: «Σε παρακαλώ γιαγιά, πες στα παιδιά
και εγγόνια σου να μη με κατουρούν».
Η
γιαγιά
μας
επειδή
είμαστε
κυνηγημένοι
και
κατατρομαγμένοι από τους Τούρκους, νόμισε ότι πρόκειται για ένα
κοινό όνειρο και δεν έδωσε καμία ιδιαίτερη σημασία.
Το όνειρο αυτό επαναλήφθηκε τρεις νύχτες συνέχεια και ήταν
πολύ ζωντανό, αλλά η γιαγιά μας και πάλι δεν είπε τίποτε στον
πατέρα μου. Την τετάρτη όμως νύχτα στον ύπνο και πάλι της
γιαγιάς μου ξαναπαρουσιάστηκε ο άνθρωπος εκείνος, αυτή τη
φορά όμως πολύ φοβερός την όψη και απειλητικά της είπε: «Είμαι
ο Γεώργιος Ελευθεριάδης, σε ειδοποίησα τρεις φορές να πεις στα
παιδιά σου να μη με κατουρούν και εσύ δεν είπες τίποτε, μάθε
λοιπόν πώς αν κι αυτή τη φορά δεν θα τους πεις να σταματήσουν
να μη με κατουρούν, θα πάθετε μεγάλο κακό».
Μετά απ' αυτό το όνειρο ή γιαγιά μου ξύπνησε τρομαγμένη,
πήγε ξύπνησε τον πατέρα μου και με φόβο διηγήθηκε το τρομερό
εκείνο όνειρο, που όπως είπαμε από ημέρες συνέχιζε να βλέπει.
Τι είχε συμβεί λοιπόν, εγώ με τον αδελφό μου και τον πατέρα
μου, είπε ο Μοναχός Ιωαννίκιος στον Γέροντα μου, βγαίναμε την
νύχτα από μια πόρτα που ήταν στο πίσω μέρος του σπιτιού,
περνούσαμε από ένα ξέσκεπο διάδρομο και ακριβώς εκεί κάτω
πού ήτανε χωράφι ουρούσαμε.
Όταν η γιαγιά είπε το όνειρο στον πατέρα μου, το πρωί σαν
ξημέρωσε, πήγανε με την γιαγιά μου, στο σημείο εκεί που
ουρούσαμε, σκάψανε και σε βάθος δύο και πλέον μέτρων,
βρήκανε ανθρώπινο σκελετό σε κανονικό τάφο.
Πήραν τα οστά που ήσαν πεντακάθαρα, τα πλύνανε με
κρασί, κατά την συνήθεια που είχαν, με πολύ ευλάβεια, η γιαγιά
μου τα θύμιασε με λιβάνι και τοποθέτησε τα οστά αυτά μέσα σε
κάσσα και τα έβαλαν στο ράφι του σπιτιού.
Το ανεξήγητο δράμα της Γιαγιάς και του πατέρα
Το βράδυ της ημέρας εκείνης παρουσιάζεται πάλι σοβαρός
εκείνος άγνωστος με χαρούμενο αυτή την φορά ύφος και είπε στην
γιαγιά και στον πατέρα μου, διότι αυτή τη φορά παρουσιάστηκε
92

στον ύπνο και στους δυο: «Σας ευχαριστώ πολύ, για το καλό που
μου κάνατε, θα παρακαλώ τον Θεό και ουράνιο πατέρα μας, να
σας φυλάξει από κάθε κίνδυνο στη ζωή αυτή, να σας ανταμείψει
στην άλλη ζωή την αιώνια και να σας χαρίσει την βασιλεία των
ουρανών».
Αυτό το πράγμα, Πάτερ Ιωακείμ, δεν μπορώ να εξηγήσω,
πώς είναι δυνατόν να υπάρχει θεός, άλλη ζωή, κρίσης και
ανταπόδοσης; Αυτά τα πράγματα δεν χωράνε στο φτωχό μου
μυαλό και δεν μπορώ ούτε να τα καταλάβω, ούτε να τα εξηγήσω
αλλά ούτε και να τα ξεχάσω.
Διότι εξέτασε ο πατέρας μου στην Τραπεζούντα για το όνομα
αυτό, που στο όνειρο της γιαγιάς μου φανερώθηκε ο ξένος και
δήλωσε, το βρήκε ότι υπήρχε πλούσια οικογένεια με το όνομα
αυτό του Γεωργίου Ελευθεριάδη, πριν από 300 περίπου χρόνια.
Αν δεν υπάρχει Θεός; Αν δεν υπάρχει άλλη ζωή; Αν δεν
υπάρχει βασιλεία των ουρανών και ανταπόδοση και ανταμοιβή
αιώνια; Τότε ο άνθρωπος εκείνος, πώς μας φανέρωσε ότι υπάρχει
και ζει κι ότι ο σκελετός του, τα οστά του μολύνονται και
λερώνονται από τις ακαθαρσίες και τα ούρα τα δικά μας; Και όταν
τα ανακαλύψαμε ήλθε πάλι και μας ευχαρίστησε και μας είπε
καθαρά, ότι θα παρακαλέσει το Θεό, τον ουράνιο Πατέρα μας κλπ.
που ανέφερε στην γιαγιά μας; Όλα αυτά, Πάτερ Ιωακείμ, δεν
μπορώ να τα εξηγήσω καινά τα καταλάβω, όπως σας είπα, τι
σημαίνουν;
Β' Κρίσις και ανταπόδοση του καλού και του κακού
Επίσης, σε όλη μου τη ζωή παρατήρησα πως, ότι και να
κάνει ο άνθρωπος είτε αδικία είτε καλοσύνη, οπωσδήποτε θα
πληρωθεί. Αυτό δεν μπορεί κανείς να μου το αμφισβητήσει ή να το
διαψεύσει καινά με πείσει για το αντίθετο.
Δηλαδή, αν κάνεις αδικία θα τιμωρηθείς με τέτοιο τρόπο, που
δεν θα καταλάβεις από που σου ήρθε, όπως λέτε εσείς οι
Καλόγεροι «εν άλλοις πταίομεν και εν άλλοις τιμωρού μέθα».
Αν πάλι κάνεις καμιά καλοσύνη ή ελεημοσύνη, θα πληρωθείς
με κρυφό ή και φανερό τρόπο. Όταν πάλι κάνει κανένας εκδίκηση
θα τιμωρηθεί και μάλιστα πολύ σκληρά.
Έτσι πολλές φορές έρχομαι σε δύσκολη θέση και λέω στον
εαυτό μου, εφόσον δεν υπάρχει τίποτε, τότε ποιος διευθύνει και
κατευθύνει όλα αυτά τα πράγματα;
Ο Γέροντας μου τότε βρήκε την ευκαιρία και του ανέφερε την
παραβολή που λέγει ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, στο ιερό
Ευαγγέλιο για τον άσπλαγχνο και πλούσιο και τον πτωχό Λάζαρο
(Λουκ. ΙΣΤ' 19-31), (Ματθ. Ε' 14-20, ΣΤ' 10-13, Ζ' 21) και άλλα
93

πολλά, για το Θεό, για τον Παράδεισο, και για την Κόλαση, όπως
περιγράφονται στις Ευαγγελικές περικοπές: Ματ. Ε'22-29, Η' 12,
Γ" 28, ΙΓ' 42·- 50, ΚΒ' 13, ΚΓ' 24-33, ΚΔ' 30) και για τα διάφορα
κολαστήρια όπως τα ονομάζουν οι άγιοι Ευαγγελισταί: «το πυρ το
άσβεστον, οπού ο σκώληξ αυτών ου τελευτά και το πυρ ου
σβέννυται» (Μάρκ. Θ' 43, 44, 48 και Λουκ. ΙΓ'28 κλπ.).
Από τότε ο πάτερ Ιωαννίκιος έπεσε σε αμφιβολία και λίγο
λίγο άρχισε να σκέπτεται σοβαρώτερα και να φιλοσοφεί πάνω σ'
αυτά τα θαύματα τόσο πού τον αξίωσε ο Θεός, προς το τέλος της
ζωής του, να εξομολογηθεί με ειλικρινή μετάνοια και με πραγματική
συντριβή της καρδιάς του πίστεψε και ζήτησε να κοινωνήσει το
Σώμα και Αίμα του Κυρίου, ομολογήσας και παραδεχθείς όλα τα
Μυστήρια της αγίας Εκκλησίας μας ιερά και άγια και έφυγε από την
ζωή αύτη μετανοιωμένος και διορθωμένος, με ζωντανή την πίστη
της αιώνιας ζωής και με την ελπίδα της -ψυχικής σωτηρίας
πλησίασε και πήγε κοντά στον Δεσπότη Χριστό, να ζει αιώνια.

Τα φίδια θανάσιμος εχθρός του ανθρώπου
Στην Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας, ο Γοργόνιος Μοναχός,
αδελφός της Μονής αυτής, είχε λίγο πιο κάτω από το Μοναστήρι,
κοντά στον Αστυνομικό Σταθμό, καλλιεργήσει ένα μικρό
κτηματάκι με αμπέλι και κήπο. Εκεί είχε φτιάξει κι ένα μικρό
Καλυβάκι στο οποίο έβαζε τα γεωργικά εργαλεία του. Στο κτήμα
αυτό, μέσα στο καλυβάκι φώλιαζε και ένα αρκετά μεγάλο φίδι. Με
το φίδι αυτό ο Πάτερ Γοργόνιος, επειδή του έδινε φαγητό και
διάφορα αποφάγια τα οποία έτρωγε το φίδι, έπιασε φιλίες, πήγαινε
το χάιδευε και το νόμιζε για φύλακα του κτήματος του.
Η φιλία αυτή με το φίδι βάστηξε μερικά χρόνια, αλλά επειδή
έτυχε στον πατέρα Γοργόνιο μια αδιαθεσία και δεν μπόρεσε να
πάει στο κτήμα αυτό δέκα περίπου μέρες, το φίδι φαίνεται επειδή
έχασε την καθημερινή του διατροφή είχε εξαγριωθεί και όταν μετά
από δέκα μέρες, ο Πάτερ Γοργόνιος, πήγε στο αμπέλι το φίδι
τον περίμενε κουλουριασμένο στην είσοδο του κτήματος.
Μόλις άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα, δεν πρόλαβε να
κλείσει την πόρτα καλά καλά και το φίδι, επετέθη με πολλή μανία
στον Πατέρα Γοργόνιο, τον τύλιξε και τον έσφιγγε να τον πνίξει.
Ο πάτερ Γοργόνιος άρχισε να φωνάζει και να καλεί βοήθεια
οπόταν η θεια πρόνοια, οικονόμισε κατά σύμπτωση να περνάει
από εκεί ένας Χωροφύλακας που πήγαινε στο Φυλάκειο, ο οποίος
άκουσε τις φωνές, έτρεξε και με το όπλο του σκότωσε το φίδι, κι
έτσι γλύτωσε τον αδελφό Γοργόνιο από τον βέβαιο πνιγμό του
94

«φίλου του», αλλά από την λαχτάρα και τον φόβο που του
προξένησε το φίδι, δεν έζησε πολύ καιρό, αλλά με συντριβή κι
αληθινή μετάνοια, μετά από λίγα χρόνια τον πήρε ο Κύριος, από
την ψεύτικη αυτή ζωή, στην ουράνια Αυτού βασιλεία και γλύτωσε
από την δόλια και φαρμακερή φιλία του φιδιού.
Τούτο ας γίνει παράδειγμα σε εκείνους που για τον άλφα ή
βήτα λόγο πιάνουν φιλία με τα φίδια, διότι αυτό δεν απέχει πολύ
παρά είναι σαν να έχει κανείς φιλία με τον Σατανά. Όσο λοιπόν
πιάνεται φίλος ο Διάβολος, άλλο τόσο γίνεται φίλος ο άνθρωπος με
το φίδι. Επειδή όπως είπαμε και πιο πάνω λέγει η Αγία Γραφή ότι
έχθρα έχει βάλλει ο ίδιος ο Θεός μεταξύ φιδιού και άνθρωπου, και
επομένως δεν χρειάζεται να πούμε εμείς τίποτε παραπάνω από
εκείνα που λέγει η Αγία Γραφή.
ΤΑ ΑΓΑΘΑ ΤΗΣ ΥΠΑΚΟΗΣ
Άλλος υποτακτικός Μ. Κ. Μοναχός (το όνομα του οποίου δεν
αναφέρομε, διότι βρίσκεται ακόμα στην παρούσα ζωή), μου
διηγήθηκε το ακόλουθο φρικτό θαύμα, πού έγινε στις ήμερες μας:
Ο αδελφός Ν. Κ. βρέθηκε στο πανηγύρι ενός μεγάλου
Μοναστηρίου, στις εορτές των οποίων συνήθως συρρέει πλήθος
προσκυνητών Μοναχών και κοσμικών. Κατά το μέσον της
αγρυπνίας του Πανηγυριού, βρέθηκε στην ανάγκη ο Μοναχός
αυτός, να πάει στο μέρος για σωματική του χρεία. Μόλις μπήκε
στο αποχωρητήριο, ένας κοσμικός κρυμμένος ή παρακολουθών
τον ευειδή αυτόν νέον Μοναχό, με οπλισμένο χέρι, όρμισε εναντίον
του Μονάχου, με πρόθεση να κορέση κτηνώδη επιθυμία του.
Ο Μοναχός Ν. Κ. έκπληκτος και κατατρομαγμένος, με πόνο
ψυχής και ακλόνητη πίστη στο Θεό και στην υπακοή, μ' όλη του τη
δύναμη, φώναξε: «Παναγία μου, με τις ευχές του Γέροντα μου
σώσε με» κι αμέσως, ο υποτακτικός αυτός, χωρίς να καταλάβει
πως και πότε βρέθηκε μπροστά στο Κελί του Γέροντα του, πού
άπεχε από το Μοναστήρι εκείνο μιάμιση (1, 1/2) ώρα. Τότε
Γέροντας και υποτακτικός δώσανε δόξα και ευχαριστία στο Θεό και
την Κυρία Θεοτόκο, πού προστάτευσε και γλίτωσε, ο Μοναχός
αυτός, από την απροσδόκητη επίθεση του κακοποιού ανθρώπου!
Το θαύμα αυτό, μας φανερώνει ότι και επί των ήμερων μας
γίνονται παρόμοια θαύματα που γίνονταν τους πρώτους
χριστιανικούς χρόνους, κατά τους πρώτους αιώνες ακμής του
ερημικού και ασκητικού Μοναχισμού, στη μέση Ανατολή και
αλλαχού, όπως μελετάμε στα Γεροντικά βιβλία του Ευεργεντινού
και του Γεροντικού, διότι καθώς λέγει κι ο θειος Απόστολος των
Εθνών μακάριος Παύλος «Ιησούς Χριστός χθες και σήμερον ο
95

αυτός και εις τους αιώνας» (Έβρ. ΙΓ' 8), αρκεί να έχουμε πίστη και
αγάπη προς Αυτόν και το ευαγγέλιο Του.

Παραμελούσε τον κανόνα του
Ο Πάτερ Δαμασκηνός, από την έρημο του Αγιοβασίλη,
Γέροντας της ασκητικής Καλύβης «Εισόδια της Θεοτόκου» είχε την
καλοσύνη, προς οικοδομήν των αδελφών, να μου διηγηθεί το
ακόλουθο γεγονός:
Στην Σκήτη των Καυσοκαλυβίων και συγκεκριμένα στην
Καλύβη «Τρεις Ιεράρχαι» ο Γέροντας της Καλύβης αυτής
Γρηγόριος, ο λεγόμενος «Καρότσας» είχε έναν από τους
υποτακτικούς του άρρωστο.
Ο Μοναχός αυτός ήταν λίγο αμελής στα καλογερικά του
καθήκοντα και πολλές φορές παραμελούσε και την ατομική του
προσευχή — τον λεγόμενο Κανόνα — τις ορισμένες εδαφιαίες
μετάνοιες 100 -300 το 24ωρο και 6-12 κομβοσχοίνια. Αλλά και την
υπακοή του πολλές φορές με περιφρόνηση έκανε και τελικά ήταν
λίγο-πολύ περιφρονητής.
Ο Γέρο - Γρηγόρης πολλές φορές συμβούλευε τον
υποτακτικό του αυτόν και έκανε μεγάλη υπομονή περιμένοντας την
μετάνοια και διόρθωση του Μονάχου αυτού, αλλά όσο ο καιρός
περνούσε τόσο και χειροτέρευε η κατάσταση του.
Δεν πέρασε πολύς καιρός κι ο υποτακτικός αυτός έπεσε στο
κρεββάτι του πόνου βαρειά άρρωστος και έφτασε μέχρι τα
πρόθυρα του θανάτου. Επί πολλές ημέρες ξεψυχούσε, αλλά η
ψυχή του δεν έβγαινε.
Ο Γέρο - Γρηγόρης τότε κάλεσε τον γιατρό Γέροντα Νικόλαο
Μοναχό και αδελφό της Ιεράς Μονής του Γρηγορίου.
Ο γιατρός, μόλις εξέτασε τον ασθενή είδε πώς η αρρώστεια
του δεν προέρχονταν από φυσιολογική αιτία και αφού
πληροφορήθηκε και έμαθε γενικά για την ζωή του Μονάχου αυτού,
σαν γιατρός και περισσότερο έμπειρος στα πνευματικά
προβλήματα των Μοναχών, διότι ήταν ενάρετος Μοναχός ο
γιατρός, και πνευματικός άνθρωπος, (είχε την τιμή και την ευκαιρία
να τον γνωρίσει πολύ καλά και ο γράφων τις γραμμές αυτές), είπε
στον Γέρο -Γρηγόρη: «Γέροντα μου, νομίζω ότι εμπόδιο για να
παραδώσει ο αδελφός το πνεύμα του— να ξεψυχήσει Μοναχός
αυτός, στις καλογερικές υποχρεώσεις και τα καθήκοντα του, και
κυρίως το χρέος που έχει για τον πνευματικό του κανόνα.
Επομένως έχω την γνώμη, πώς αν βρεθεί κανένας αδελφός από
96

σας, να αναλάβει την υποχρέωση και να εξοφλήσει τον κανόνα του
— τις μετάνοιες και τα κομβοσχοίνια — πιστεύω ότι θα τον
ελευθερώσει ο Θεός από τον αγώνα και την αγωνία που έχει τώρα
για να ξεψυχήσει».
Τότε ο Γέρο - Γρηγόρης, σαν πνευματικός πατέρας που ήταν
του Μονάχου αυτού και εγγυητής για την πνευματική του ζωή,
συγκινημένος πολύ γονάτισε μπροστά σε όλους και με πολύ
ταπείνωση και συντριβή καρδιάς, είπε και έδωσε υπόσχεση στο
Θεό και ανέλαβε την υποχρέωση να κάνει αυτός τον κανόνα του
Μονάχου αυτού και τις τυχόν ελλείψεις που είχε σαν Μοναχός ο
ψυχορραγών υποτακτικός του.
Μόλις ο Γέρο - Γρηγόρης πρόφερε τα λόγια αυτά, αμέσως ο
ασθενής παρέδωσε το πνεύμα και ξεψύχησε ήρεμα και με πολύ
γαλήνη μπροστά στο γιατρό και όλους τους αδελφούς.
Από το γεγονός αυτό πού έλαβε χωρά κατά το έτος 1935-36
μαθαίνουμε ότι και οι γονείς των παιδιών είτε κατά σάρκα ή κατά
πνεύμα τοιούτοι είναι, συμμετέχουν και αυτοί στις πράξεις των, είτε
καλές ή κακές αν είναι αυτές. Και έχουν ανάλογη ευθύνη απέναντι
Θεού και ανθρώπων ακόμη, διότι είναι άμεσοι εγγυηταί για την
περαιτέρω ζωή και πολιτεία τους, και είναι υποχρεωμένοι να
εμποδίζουν τα παιδιά τους από τα κακά έργα και να τα νουθετούν
και καθοδηγούν πάντοτε στο δρόμο του Θεού, που πρέπει κι αυτοί
με το υπόδειγμα της ζωής τους να βαδίζουν πρώτοι στο δρόμο της
αρετής και του Κυρίου. Αν θέλουν να καυχώνται οτι είναι καλοί και
άξιοι γονείς, θα πρέπει τούτο να το αποδείξουν με το έργο και τότε
μπορούν να λένε ότι ανέδειξαν και έβγαλαν στον κόσμο καλά
παιδιά και χρήσιμα για τη δημιουργία μιας καλής Κοινωνίας και
Χριστοπολιτείας.
Για να πετύχουν όμως αυτό οι γονείς πρέπει να κοπιάσουν
πολύ, να ιδρώσουν, να θλίβουν στην ανάγκη και να στερηθούν
μερικών εξόδων, περιπάτων, απολαύσεων και να εφαρμόσουν με
κάθε σχολαστικότητα αυτό που λέγει ο θείος απόστολος των
Εθνών μέγας Παύλος ότι, συ ο πατέρας, η μητέρα, ο Επιστάτης, ο
διδάσκαλος, ο Δεσπότης και κάθε παιδαγωγός, πρώτα να κηρύξεις
το λόγο του Θεού, να δείξεις το δρόμο του καλού και της αρετής
και υστέρα «έπίστηθι ευκαίρως ακαίρως, έλεγξον, επιτίμησαν,
νουθέτησον, παρακάλεσον εν πάση μακροθυμία και διδαχή».
Γονείς και διδάσκαλοι και πάσης φύσεως αρχηγοί, μόνον έτσι θα
μπορέσετε να επιβληθήτε στα παιδιά και τους προστατευόμενους
σας. (Β' Τιμ. Δ' 2).

ΤΡΟΜΕΡΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΠΑΡ ΑΚΟΗΣ
97

Στη Σκήτη της Αγίας Άννης, σε μια από τις παραλιακές
Καλύβες πριν από 90 περίπου χρόνια, ασκήτευαν πέντε Μοναχοί,
ο Γέροντας Ιερομόναχος και Πνευματικός, ο διάδοχος
ιερομόναχος, δύο Μοναχοί και ένας Δόκιμος μοναχός.
Η ζωή τους, άκρα καλογερική, με όλους τους τύπους της
Μέρας Παραδόσεως του ασκητικού Μοναχισμού. Προσπαθούσαν
με κάθε τρόπο να υποτάσσονται στο θέλημα του Κυρίου και να
ζούνε όπως όλοι οι Πατέρες της Σκήτης, σύμφωνα με τα τυπικά και
τις Παραδόσεις των αγίων Πατέρων.
Ο Δόκιμος έγινε Μοναχός κι έλαβε το όνομα Σάββας,
πέρασαν πολλά χρόνια στην υπακοή, πέθανε ο πνευματικός και
κατά την ταξί έγινε ο διάδοχος Γέροντας στη Συνοδεία, και με την
βοήθεια του Θεού συνέχισαν την πορεία της πνευματικής ζωής.
Μια μέρα, ο νεώτερος Μοναχός της συνοδείας αυτής
Σάββας, σαν αγαθός και απλός πού ήταν, είχε πολύ προκόψει
στην υπακοή και στην πνευματική ζωή, αλλά ο μισόκαλος
Διάβολος, φθόνησε την προκοπή αυτή του Μονάχου κι άρχισε να
σπέρνει ζιζάνια στο μυαλό του αδελφού. Στην αρχή έβαλε επιθυμία
στην καρδιά του, να πάει στην κορυφή του Άθωνα, για να
προσκυνήσει, επειδή άκουγε άλλους μοναχούς να λένε, πήγα στην
κορυφή του βουνού κι ήταν ωραία, θα πρέπει να πας και συ, άλλο
είναι να σου λέμε εμείς κι άλλο πού θα ιδείς εσύ. Απ' αυτά πείστηκε
ο αδελφός Σάββας ότι πρέπει να πάει κι αυτός να δει, πώς
φαίνεται το Όρος από την κορυφή του! Νόμιζε δε όπως του
παρέστησε ο Σατανάς, ότι 'κει πάνω μένει κάποιος σεβάσμιος
Γέροντας, πού είναι άγιος και τον προσκυνάνε, γι' αυτό άκουγε
πού λέγανε θα πάω κι εγώ να προσκυνήσω το γέρο -Άθωνα.
Τους λογισμούς του αυτούς, είπε στο Γέροντα του και τον
παρακαλούσε να του δώσει την άδεια, για να εκπληρώσει την
αγαθή, όπως νόμιζε, επιθυμία του αύτη.
Ο Γέροντας του όμως είχε αντίθετη γνώμη και του έλεγε,
πώς δεν είναι καιρός ακόμη να πάει στην κορυφή του βουνού,
αλλά και δεν πρόκειται απ' αυτό το πράγμα να προκύψει καμιά
ψυχική ωφέλεια και γι' αυτό αρνήθηκε να του δώσει την άδεια.
Ο Μοναχός Σάββας, από την επήρεια των πονηρών
λογισμών του Σατανά πιεζόμενος, δεν μπόρεσε να ησυχάσει κι
αποφάσισε να κάνει παρακοή και να πάει με το δικό του θέλημα
στην κορυφή του Γέρο - Άθωνα. Αφού λοιπόν πήρε μόνος του την
απόφαση αυτή, έφυγε κρυφά από την ασκητική καλύβα τους και
πήγε στην Κερασιά, κοινοβίασε στο κελί των «Αγίων Πάντων» εκεί
έμεινε μερικά χρόνια και όπως μας διηγήθηκε ο μετέπειτα
Γέροντας του κελιού αυτού — Γέρο - Γρηγόρης, όταν αυτός ήταν
98

πολύ νέος ακόμη, πώς ένα πρωί του Μάη, χωρίς την άδεια και
ευλογία του Γέροντα του Γρηγορίου Ιερομόναχου, ξεκίνησε για τον
Γέρο - Άθωνα. Κανείς από τη συνοδεία δε γνώριζε, που θα
πήγαινε ο Πάτερ Σάββας, ο όποιος βάδιζε αρκετή ώρα, κι όταν
έφτασε στη θέση πού λέγεται «Χαίρι» συνάντησε το Σατανά σε
σχήμα πνευματικού, όπως μας το διηγήθηκε, ο Γέρο - Γρηγόριος,
ένας σεβάσμιος Γέροντας από το Κελί «των Αγίων Πάντων» στην
Κερασιά, υπό τις ακόλουθες συνθήκες:
Σε μια στροφή του δρόμου, παρουσιάζεται ένας άσπρογένης
και πολύ σεβάσμιος την όψη γέροντας, ο όποιος έδειχνε πολύ
κουρασμένος και με πολλή συμπόνια, τάχα, είπε στο Μοναχό
Σάββα:
«Που πας παιδάκι μου και φαίνεσαι κατάκοπος και πολύ
στενοχωρημένος, τι έχεις;» Ο Μοναχός Σάββας, μόλις είδε αυτόν
τον άγνωστο γέροντα μπροστά του και τον είχε τόσο πλησιάσει, τα
έχασε από το φόβο του και δεν ήξερε τι να απαντήσει, το μόνο πού
κατάφερε να ειπεί ήταν: «θέλω να προσκυνήσω τον Γέρο Άθωνα». Τότε ο φαινόμενος γέροντας άρχισε με γλυκόλογα να του
λέει:
«Εγώ είμαι, παιδί μου, ο Γέρο - Άθωνας, εσύ που μένεις;
Από που έρχεσαι;» Ο Μοναχός Σάββας συνήλθε λίγο από το φόβο
και του είπε: «Εγώ, Γέροντα, είμαι από τη Σκήτη της Αγίας Αννης,
μένω στην Κερασιά και πηγαίνω για πρώτη φορά στον Άθωνα να
προσκυνήσω». Ο φαινόμενος ασπρογένης, ρώτησε το Μοναχό
Σάββα: «Από την Άγιάννα είπες πώς είσαι, πώς δε σε ξέρω εγώ;
Σε ποια Καλύβα μένεις; Γιατί δε σε ξέρω; Εγώ τους γνωρίζω
όλους, αλλά σένα πρώτη φορά σε βλέπω και μου φαίνεται
παράξενο, πώς εγώ να μη σε ξέρω; Φαίνεται θα έφυγες από την
υπακοή». Ό Μοναχός Σάββας σ' αυτά του απάντησε: «Εγώ έμενα
στην Άγιάννα πρώτα, τώρα και μερικά χρόνια έφυγα, πήγα στην
Κερασιά στο Κελί «των Αγίων Πάντων» έχω πολλά χρόνια στην
Καλογερική, διαφώνησα με τους παραδελφούς μου κι έμεινα στην
Κερασιά, αλλά τώρα και δυο χρόνια ξαναγύρισα στην πρώτη μου
Μετάνοια, πού ήταν ή Καλύβα του «Αγίου Δημητρίου». Εσένα ούτε
'γώ σε γνωρίζω και μου φαίνεται περίεργο πού λες πώς όλους
τους ξέρεις! Εσύ ποιος είσαι και πώς δε με ξέρεις έμενα;»
Ο φαινόμενος Γέρος είπε στο Μοναχό Σάββα: «Εγώ παιδί
μου, όπως σου είπα, είμαι πνευματικός και όλοι οι υποτακτικοί,
πού ξεθαρρεύουν και θέλουν να κάμουν το θέλημα τους, έρχονται
και μου κάνουν μετάνοια. Σένα μέχρι τώρα φαίνεται σε σκέπαζε ή
υπακοή πού έκανες στο Γέροντα σου γι' αυτό δε σε ξέρω, αλλά δεν
πειράζει, τώρα δεν είναι ανάγκη να κουραστείς άλλο, εγώ οίδα την
προαίρεση σου και ήρθα μόνος μου, έλα να με προσκυνήσεις και
99

να μην κάνεις τον κόπο να ανέβεις επάνω στην κορυφή, βάλε
μετάνοια και γύρισε πίσω στο σπίτι σου και στο θέλημα σου κι εγώ
θα φροντίσω για σένα».
Ο Μοναχός Σάββας, από την επιθυμία πού είχε να κάνει το
θέλημα του και από την παρακοή σκοτισμένος, ξέχασε τη «νοερά
προσευχή», πού κάθε Μοναχός έχει πάντα στην καρδιά και στα
χείλη, χωρίς να σκεφθεί τι κάνει, έσκυψε έβαλε μετάνοια, κι εκεί
πού φιλούσε το χέρι, του φαινόμενου Γέρο - ασπρογένη, είδε τα
νύχια του να φτάνουν τον αγκώνα και το χέρι σαν να είχε μεγάλα
λέπια. Τότε κατάλαβε πώς ο φαινόμενος γέρος δεν ήταν άλλος
από τον πανούργο Γέρο - Διάβολο και Σατανά. Ήταν αργά όμως
τότε πού κατάλαβε την απάτη, το κακό είχε γίνει από το Διάβολο, ο
όποιος του είπε: «Τώρα πλέον είσαι δικός μου και θάρθω μια μέρα
να σε πάρω». Αυτά είπε και έγινε άφαντος.
Ο δυστυχής και ταλαίπωρος Σάββας, μόλις φίλησε το χέρι
του Σατανά, ζαλίστηκε έπεσε κάτω λιπόθυμος κι υστέρα από
πολλές ώρες, περαστικοί Μοναχοί, τον βρήκαν σε πολύ κακά
χάλια. Στην αρχή δεν μπορούσε να ειπεί λέξη, τον πήραν και τον
πήγαν στη Καλύβα πού έμενε στην Αγία Άννα, πού ήταν και ή
πραγματική μετάνοια του.
Μετά από τρεις μέρες ήρθε στον εαυτό του και με δάκρυα
στα μάτια διηγήθηκε αυτό πού του συνέβηκε. Ζήτησε πολλές
φορές συγχώρεση, από το Γέροντα του και τους παραδελφούς
του. Εκείνη, με πόνο στην ψυχή και δάκρυα στα μάτια, τον
συγχώρεσαν με την καρδιά τους και παρακαλούσαν μέρα - νύχτα
το Θεό να τον συγχωρέσει και να παραβλέψει το σφάλμα του
αδελφού Σάββα, πού στο μεταξύ ώρες, ώρες δεν ήταν στα λογικά
του, άλλα κλεινόταν στον εαυτό του και έκλαιγε απαρηγόρητα.
Στη Σκήτη της Αγίας Άννης έμεινε περίπου οκτώ χρόνια,
αλλά δεν μπορούσε να ησυχάσει και με την άδεια του Γέροντα του,
έφυγε και πήγε στο Μοναστήρι των Ιβήρων, πού είναι ή εικόνα της
Παναγίας πού λέγεται «Πορταϊτισσα». εκεί έμεινε δέκα πέντε (15)
χρόνια, αλλά και πάλι έφυγε από τη Μονή των Ιβήρων και πήγε
στο Γέροντα του στην Αγία Άννα, πού όπως είπαμε δεν ήταν καλά
στα λογικά του.
Η θεία Πρόνοια, για παραδειγματισμό και ωφέλεια των
άλλων, τιμωρεί τον άνθρωπο, τιμωρεί το σώμα για να σωθεί ή
ψυχή, όπως λέγει κι ο απόστολος Παύλος: «Παραδούνε τον
τοιούτον τω σατανά εις όλεθρο της σαρκός, ίνα το πνεύμα σωθεί
εν τη ήμερα του Κυρίου Ιησού» (Α' Κορινθ. Ε' 5), αλλά στον
αδελφό αυτό συνέβη κάτι το τρομερό! Οι Μοναχοί της ασκητικής
Καλύβης αυτής, όπως και άλλες παραλιακές Καλύβες,
διατηρούσαν βάρκα και πήγαιναν συχνά για ψάρεμα.
100

Τρία χρόνια μετά πού ξαναγύρισε ο Μοναχός Σάββας, με
δυο άλλους μοναχούς βρίσκονταν στην ψαρόβαρκα και την ίδια
ακριβώς ώρα πού είχε βάλει μετάνοια στο
Σατανά, έγινε πάνω στη βάρκα ένας στριφτός αέρας, ο
όποιος μπροστά στα μάτια των αδελφών άρπαξε το Σάββα όπως
ήταν με το σώμα και δε φάνηκε πλέον πουθενά, δηλαδή όπως
είπαν και οι άλλοι Πατέρες, τον πήρε ο Σατανάς με το σώμα
μπροστά από τα μάτια τους.
Αυτοί δυστυχώς είναι οι καρποί της παρακοής με τα ολέθρια
αποτελέσματα, επειδή όπως λέγει και -πάλιν ο θείος Παύλος: «Δι α
έρχεται ή οργή του Θεού επί τους υιούς της απείθειας» (Κολ. Γ' 6).
Το τρομερό αυτό πάθημα ας μας γίνει μάθημα και ας προσέξομε
την επιβουλή του Σατανά ο όποιος δεν τρώει, δεν πίνει, δεν
κοιμάται «άλλ' ως λέων ωρυόμενος» ζήτα ποιόν θα μπορέσει να
κατασπαράξει και να καταπιεί.

Οι Κρυφοδουλειές Φέρνουν Ολέθρια
Αποτελέσματα
Πολλοί άνθρωποι επικαλούμενοι το ρητό του ευαγγελίου,
πού λέγει: «Ότι εάν δύο υμών συμφωνήσωσιν επί της γης περί
παντός πράγματος ου εάν αιτήσωνται, γενήσεται αυτοίς παρά του
πατρός μου του εν ουρανοίς» (Ματθ. ΓΗ' 19) και παρερμηνεύοντες
αυτό, κατά τη δική τους επιθυμία, προκαλούν και κατεργάζονται
μόνοι τους την καταστροφή τους.
Έτσι πριν από αρκετά χρόνια έγινε στην Κερασιά, με δυο
νέους Μοναχούς. Ό ένας από το Κελί του Χατζηγιώργη «Άγιος
Δημήτριος» με το όνομα Δημήτριος, κι ο άλλος από το Κελί του
«Αγίου Νικολάου» Αυξέντιος.
Οι νέοι αυτοί Μοναχοί, είχαν αγάπη μεταξύ τους και
ορκίστηκαν φιλία αιώνια. Στην αρχή είχαν συμφωνήσει να
προσεύχονται, να νηστεύουν, να αγρυπνούν και να κάνουν ότι
καλό έργο και καλή πράξη θα μπορούσαν, χωρίς να ρωτούν
κανένα.
Με τον τρόπο αυτόν, ο πολύπειρος Σατανάς, κατόρθωσε να
βρίσκονται πάντοτε ο ένας κοντά στον άλλο και ο ένας στο Κελί
του άλλου, πράγμα το όποιον απαγορεύεται στους νέους
Μοναχούς, σύμφωνα με την υπόσχεση πού δίνουν όταν γίνονται
Μοναχοί, πού λέγει ότι απαγορεύεται... μερική φιλία... και για να μη
συναντιόνται και έχουν κρυφές συναναστροφές. 'Αλλά και κανένα
έργο έστω και καλό, όταν γίνεται χωρίς τη γνώμη και γνώση του
Γέροντα και του Πνευματικού, δεν γίνεται δεκτό από τον Πανάγαθο
101

Θεό, όπως λέγει και το Πατερικό ρητό «το καλόν ουκ εστί καλόν
εάν μη καλώς γένηται».
'Άλλά οι δυο αυτοί φίλοι, νεαροί Μοναχοί, που ως εκ του
αποτελέσματος φαίνεται, πώς δεν είχαν και καλούς Γέροντες και
πνευματικούς για να τους επιμελούνται και να τους φροντίζουν,
θέλησαν να φάνουν περισσότερο του δέοντος καλοί και
εναρετώτεροι από τους άλλους, από ψευτοευλάβεια κινούμενοι και
από σατανική ενέργεια. Έκαναν κρυφά προσευχές και
ψευτοεγκράτειες και με το καιρό ο Σατανάς τους έφερε κει πού
ήθελε, οι δυο τους παρεξηγήσανε τη λέξη αγάπη και άρχισαν να
συμφωνούν και σ' όλα τα κακά θελήματα θεμιτά και αθέμιτα κι έτσι
ξέπεσαν και στα «εν κρύπτω και παραβύστω γινόμενα», για τα
όποια αναφέρει ο απόστολος Παύλος «αισχρόν εστί και λέγειν»
(Έφεσ. Ε' 12).
Κατά εγκατάλειψι Θεού ενεργήσαντες, σε τόση πώρωσι
ψυχική και σωματική αμετανοησία φθάσανε, πού αποφάσισαν, να
είναι πάντα μαζί και να μη τους χωρίσει ούτε αυτός ο θάνατος.
Έτσι φόρεσαν τα καλά και καινούργια τους ράσα, έβαλαν τα
σχήματα, γιατί και οι δυο τους ήταν «μεγαλόσχημοι» Καλόγεροι,
φόρεσαν τα επανοκαλύμμαυχά τους, πήγαν στη θάλασσα κοντά,
κει που πήγαιναν πολλές φορές κι έκαναν κρυφά τα θαλάσσια
λουτρά τους. Πήραν μια φλοκάτη κουβέρτα, μπήκαν μέσα,
ράφτηκαν και σιγά - σιγά όπως ήταν αγκαλιασμένοι, πέσανε στη
θάλασσα, ή οποία με τη συνεργασία του δαίμονα, πού τους έδειξε
τον τρόπο αυτό, να πάνε δήθεν αγκαλιασμένοι στην άλλη ζωή,
στον «Παράδεισο», αλλά στην πραγματικότητα κατάφερε να τους
στείλει στην αιώνια Κόλαση, για να καίγονται αιώνια μαζί του.
Πραγματικό Αιώνιο Ναυάγιο
Μετά καιρό, υστέρα από μεγάλη θαλασσοταραχή, ή
θάλασσα στην παραλία του Παγασητικού κόλπου μπροστά από το
Βόλο, ξέβρασε ένα μπόγο με τα σώματα, τα όποια ανακαλύψανε
ψαράδες της περιοχής.
Άνοιξαν το μεγάλο μακάβριο και παράξενο εκείνο δέμα και
είδαν φρικτό θέαμα! οι δυστυχισμένοι αυτοί Καλόγεροι, από την
αγωνία και τη φρίκη του πνιγμού, πού δοκίμασαν για να σωθούνε,
είχαν βγάλει ο ένας τα μάτια του άλλου και ήσαν πιασμένοι από τα
μαλλιά, αλλά ήταν αδύνατο να γλιτώσουν τον πνιγμό, έτσι πού
τους είχε καταφέρει ο διάβολος να ραφτούν μόνοι τους από μέσα
και να παραδοθούν στα χέρια του Σατανά!
Αυτά
τα
καταστρεπτικά
αποτελέσματα
έχουν
οι
κρυφοδουλειές, πού γίνονται στο σκοτάδι και δεν φανερώνονται
έγκαιρα, οι κρυφοί λογισμοί, οι όποιοι μοιάζουν με τις μικρές
τρύπες, πού ανοίγονται στο πλοίο και όσο δεν γίνονται φανερές,
102

δεν τις βλέπει ο τεχνίτης να τις κλείσει, σιγά - σιγά γίνονται και πιο
πολλές και ένα ωραίο πρωί βυθίζουν το πλοίο της ψυχής
«αύτανδρο» με όλο του το περιεχόμενο και το εμπόρευμα καλό και
κακό.
Ενώ
αν
έγκαιρα
ανακαλυφθούν,
φανερωθούν,
εξομολογηθούν, να τις δει ο μάστορας - Πνευματικός, ο όποιος με
τη βοήθεια και χάρι του Θεού και την εμπειρία του θα τις κλείσει και
θα θεραπεύσει τις πληγές της καρδίας, διότι κατά το λόγο της
Αγίας Γραφής «Παν γαρ το φανερούμενον φως εστί» (Έφεσ. Ε'
13), και το φως δεν αφήνει ποτέ τον άνθρωπο να πλανηθή και να
χαθεί στα σκοτάδια των πονηρών λογισμών του Σατανά, και να
φθάσει στην καταστροφή.
Προσοχή λοιπόν, όσοι επιθυμούμε, με την υπακοή να
φθάσομε σύντομα και χωρίς περίσσιο κόπο στη βασιλεία των
ουρανών, καθώς ο Αββας Δοσίθεος, πού αναφέρει στο βιβλίο του
Άββα Δωροθέου, ο όποιος σε πέντε χρόνια μόνον, αδιάκριτης και
τυφλής υπακοής και κοπής του ίδιου θελήματος, κέρδισε τη
βασιλεία των ουρανών, την οποίαν άλλοι, με 60 και 70 ακόμη
χρόνια ασκητικής ζωής, δεν μπόρεσαν να κληρονομήσουν, γιατί
ξεθάρρεψαν και πέθαναν στο θέλημα τους.

Φοβερή Πλάνη Του Ιδίου Θελήματος
Στα ησυχαστήρια των Κατουνακίων, προς τη θάλασσα έμενε
ενάρετος Γέροντας, με έναν επίσης ευλαβέστατο υποτακτικό, ο
όποιος στην αρχή έκανε υπακοή, άλλα με μια μικρή δώσει
υποκρισίας. Η υποκρισία του έφερε ψευτοταπείνωσι, και ενώ στην
αρχή, όπως είπαμε, πράγματι υποτάζονταν στο θέλημα του
Γέροντα του και του Πνευματικού του και ήταν πράος και ήσυχος,
με τον καιρό όμως, επειδή δεν είχε ειλικρίνεια, άρχισε να κάνει
κρυφά το θέλημα του.
Όπως μου διηγήθηκαν Πατέρες της ερήμου αυτής, το όνομα
του Γέροντα του δεν ενθυμούνται, άλλα πολύ καλά ενθυμούνται,
πώς ο Μοναχός αυτός, πνευματικό είχε τον ξακουστό και ενάρετο
Παπα - Γρηγόρη, ο όποιος ησύχαζε στη Μικρή Αγιάννα, στην
Καλύβα «Κοίμησης της Θεοτόκου», πού είναι στο ψηλότερο μέρος.
Στους δοκίμους και αρχαρίους Μοναχούς, από τον
Πνευματικό εξομολόγο, σύμφωνα με τη δύναμη του καθενός,
δίδεται ανάλογος Κανόνας προσευχής και νηστείας. Συνήθως στην
αρχή ορίζονται 50 γονυκλισίες—Μετάνοιες— και έξι κομβοσχοίνια.
Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή μονοφαγία, δηλαδή μια φορά την
ήμερα φαγητό χωρίς λάδι ή τίποτε το λιπαρό. Αν ο οργανισμός
103

αντέχει, με την πάροδο του χρόνου, αυξάνει ο Κανόνας της
προσευχής και της νηστείας. Οι Μετάνοιες γίνονται 100 και 10
κομβοσχοίνια την ήμερα και δυο φορές την εβδομάδα απόλυτη
ξηροφαγία ή τέλεια νηστεία.
Όταν γίνει Μοναχός μεγαλόσχημος, οι μετάνοιες γίνονται 300
και τα κομβοσχοίνια 15 την ήμερα, ανάλογα γίνεται και με την
νηστεία. Αυτή ή προσευχή πού κάνει ο κάθε αδελφός μόνος του
είναι ο καθορισμένος Κανόνας, ο όποιος θα πρέπει να γίνεται,
εκτός από τις καθιερωμένες κοινές προσευχές με όλους τους
αδελφούς, δηλαδή την προσευχή του Εσπερινού, του
Μεσονυκτικού, του Όρθρου, των Ωρών, της θείας Λειτουργίας, των
Τυπικών και του Απόδειπνου, ή οποία είναι κοινή για όλους τους
αδελφούς και υποχρεωτική, εκτός ασθενείας ή αναγκαίας
υπηρεσίας —διακονήματος— το όποιο θα διακρίνει και θα
καθορίζει ο Γέροντας ή ο ηγούμενος και ο Πνευματικός.
Έκτος, λοιπόν, άπ' αυτά, που είναι καθορισμένα και
συνεχίζονται από την ιερή Παράδοση, ότι άλλο κάνει ιδιαίτερο ο
Μοναχός, χωρίς την άδεια ή ευλογία από το Γέροντα του ή τον
Πνευματικό του, αυτό λογίζεται θέλημα κι όταν μάλιστα γίνεται
κρυφά είναι αμαρτία μεγάλη. Ό υποτακτικός αυτός, πού το όνομα
του, καθώς με βεβαίωσαν ήταν «Σπυρίδων» είχε πολλά χρόνια
στην Καλογερική και στην υπακοή, πού στην αρχή ακολουθούσε
τη σειρά των Πατέρων, αλλά σιγά ,σιγά τον πλάνεψε ο διάβολος κι
άρχισε να κάνει κρυφά νηστείες και προσευχές περισσότερες άπ'
εκείνες πού του είχαν ορίσει.
Από το θέλημα αυτό, αισθάνονταν μέσα του ικανοποίηση και
άρχισε να πιστεύει, πώς αυτός έβαλε κάποια καλύτερη σειρά, άπ'
εκείνη πού είχανε οι άλλοι Πατέρες. Νήστευε πιο πολύ και έτσι λίγο
- λίγο χωρίς να το καταλάβει έπεσε σε υπερηφάνεια κι είχε τον
εαυτό του σε υπόληψη και τους άλλους θεωρούσε κατώτερους
του, στην αρετή και σ' όλα τ' άλλα, πώς δεν τον έφτανε στην αρετή,
ούτε αυτός ο Γέροντας του. Τον δε Πνευματικό του θεωρούσε
στενοκέφαλο, όπως και ο ίδιος διηγόταν αργότερα, στους Πατέρες,
μετά το πάθημα του.
Πνευματικός του ήταν ο Παπα - Γρηγόρης, πού με τα
καλογέρια του, Κοσμά και Δαμιανό τους Μοναχούς, έμενε στην
«Κοίμηση της Θεοτόκου», όπως είπαμε, στη Μικρή Αγιάννα.

Ο Θεός Δε Δέχεται Για Αρετές Τα Κρυφά
Θελήματα

104

Λίγα χρόνια μετά από το συμβάν αυτό, σε μια από τις
ησυχαστικές Καλύβες στα Κατουνάκια, ασκήτευε ένας Ιερομόναχος
σαν υποτακτικός σε έναν ευλαβέστατο και διακριτικό Γέροντα
Σεραφείμ.
Ο υποτακτικός νέος Ιερεύς τότε, με πολλή προθυμία και
ευλάβεια στα πνευματικά καθήκοντα, από τον μισόκαλο διάβολο
παρακινούμενος, έκανε κρυφά προσευχές και νηστείες, χωρίς να
έχει τη γνώμη και συγκατάθεση του Γέροντα του.
Πέρασαν αρκετά χρόνια, με τη νοθευμένη, από το θέλημα
του, αύτη ευλάβεια, πού του έδωσε και μια ψευτοταπείνωσι στα
μάτια των άλλων αδελφών να φαίνεται αγαθός και άκακος.
Μια βραδιά τα μεσάνυχτα, όπως έκανε την κρυφή προσευχή
του αυτή, βλέπει στη γωνιά της οροφής του Κελιού του, να
κατεβαίνει από το ταβάνι ένας κατακόκκινος άγγελος πού έμοιαζε
σαν φωτιά (παίρνει ο Σατανάς το σχήμα του αγγέλου, αλλά το
διακριτικό πού τον ξεχωρίζει από τον πραγματικό άγγελο είναι πώς
φαίνεται κατακόκκινος σα φωτιά και φέρνει ταραχή και φρίκη στην
ψυχή εκείνου πού τον βλέπει), ο όποιος αφού κατέβηκε δήθεν από
τον ουρανό χωρίς να πιάνεται από πουθενά, για να κατέβει στο
δωμάτιο του αδελφού, πιανότανε από τα ξυλοπάταρα του
ταβανιού, όπως έχουν εκεί τα παλιά σπίτια και Καλύβια, πιανότανε
λοιπόν ο φαινόμενος άγγελος για να μην πέσει στο κενό.
Ο Ιερομόναχος όταν τον είδε τρόμαξε και άρχισε με το δεξί
του χέρι να σταυρώνει τον αέρα και να φωνάζει: «Κύριος επιτίμησε
σε διάβολε, φύγε από το δωμάτιο μου καταραμένε» και συνέχιζε να
σταυρώνει.
Ο φαινόμενος άγγελος όμως δεν έφευγε, άλλα με
κολακευτικό τρόπο, του έλεγε: «Αδελφέ, μην ενοχλείσαι από την
παρουσία μου, γιατί μ' έστειλε ο Θεός να σου ειπώ, πώς δέχτηκε
τις προσευχές σου και τις νηστείες σου, ευχαριστήθηκε πολύ άπ'
αυτές και θα σου δώσει πολλά χαρίσματα».
Ο Ιερομόναχος υστέρα άπ' αυτά άρχισε να υποχωρεί και να
παίρνει θάρρος, άλλ' ο φανείς άγγελος έγινε άφαντος, αφού
συνέχιζε να σταυρώνει τον αέρα και επειδή έδωκε βάση κάπως σ'
αυτά πού άκουσε, φαίνεται πίστεψε στα κολακευτικά λόγια του
Σατανά, διότι άρχισε από μέσα του να φουσκώνει από εγωισμό και
δεν είπε σε κανέναν τίποτε.
Δεν πέρασαν όμως ούτε 15 ήμερες και επειδή δεν φανέρωσε
σε κανέναν τη σατανική παγίδα, ο δαίμονας πείραξε τον
Ιερομόναχο με πολύ σκληρό σαρκικό πόλεμο, τόσο πού δεν
έβρισκε ησυχία μέρα - νύχτα επί σαράντα ή μερόνυχτα. Τότε
εξαναγκάστηκε να το εξομολογηθεί στο Γέροντα του και στο
πνευματικό του, Παπα - Συμεών, ο όποιος ήταν καλός και
105

διακριτικός, τον κανόνισε περισσότερο για την απόκρυψη των
κρυφών αυτών ενεργειών του και του επέβαλε αυστηρή τιμωρία.
Στην αρχή του επέβαλε, να εξευτελίζει τον εαυτό του ενώπιον
όλων των Πατέρων και να λογαριάζει πώς είναι ο αμαρτωλότερος
άνθρωπος της γης. Σε συνέχεια του λοιπού δε θα κάνει τίποτε
χωρίς τη γνώμη και γνώση του Γέροντα και του Πνευματικού, δε θα
κάνει ούτε προσευχή πέραν της κεκανονισμένης ούτε θα
λειτουργήσει επί αρκετό χρονικό διάστημα.
Έτσι αφού εξομολογηθεί και ταπεινώθηκε ζητώντας
συγχώρεση από το Θεό και τους ανθρώπους, άρχισε να υποχωρεί
ο σαρκικός πόλεμος, ο όποιος κυρίως τρέφεται με τον εγωισμό,
την πολυφαγία και τη φαντασία των αισχρών λογισμών και
πραγμάτων, και ανάλογα ο άνθρωπος γίνεται θύμα του πολέμου ή
νικητής και στεφανώνεται από τον αγωνοθέτη Δεσπότη Χριστό,
πού βραβεύει τις καλές μας πράξεις και τιμωρεί τίς κακές και
κρυφές ενέργειες μας.
Εις δε τους ανθρώπους που επιμένουν να κάνουν το θέλημα
τους αυτά και χειρότερα παραχωρεί ο Πανάγαθος θεός, πού θέλει
με κάθε τρόπο να μας σώσει και να μας παραλάβει καθαρούς και
αγνούς στη βασιλεία των ουρανών, όπως έγινε με τον εν λόγω
ιερομόναχο, πού για παραδειγματισμό όλων ημών παραχώρησε
να πάθει αυτά για να προσέχομε εμείς.

Η Προφητεία Της Δαιμονισμένης
Ο Παπα - Χρυσόστομος μας διηγήθηκε, πώς, πριν από
πολλά χρόνια, είχε μεταβεί σαν πνευματικός στην Κεφαλληνία και
επισκέφθηκε το γυναικείο Μοναστήρι εκεί του Αγίου Γερασίμου του
Νέου. Όταν έφθασε κει ήταν μεσημέρι και στην είσοδο του
Μοναστηρίου βρέθηκε μια γυναίκα. Ο πνευματικός ρώτησε τη
γυναίκα, πού ήταν στην είσοδο: «Δεν είναι 'δώ κανείς άλλος;»
Εκείνη απάντησε: «Όχι, εδώ είμαι μόνον εγώ! Οι άλλοι πάνε όλοι
στο Άγιον Όρος».
Ο πνευματικός άμα άκουσε αυτά, ξαφνιάστηκε και ρώτησε
πάλι τη γυναίκα: — Και τι πάνε να κάνουν οι άλλοι εκεί; Ή γυναίκα
με πολλή παρρησία και αναίδεια του είπε: — εκεί, σε λίγο, θα
κάνουν κάθε Μοναστήρι Μητρόπολη, κάθε Κελί Σύνοδο και κάθε
Καλύβα Πατριαρχείο!
Όταν έλεγε αυτά ή γυναίκα εκείνη στον Παπα - Χρυσόστομο,
φάνηκε στο βάθος της αυλής της Μονής εκείνης, να άρχεται
βιαστικά μια Μοναχή προς την είσοδο, ή οποία διέκοψε την
συζήτηση και είπε στον πνευματικό, ότι ή γυναίκα αυτή έχει
106

φοβερό δαιμόνιο και να μη δίνει σημασία σ' αυτά πού του λέγει.
Στην πραγματικότητα όμως, βγήκαν όλα όσα είπε ή δαιμονισμένη
εκείνη σωστά, διότι, κατά παραχώρηση θεού, είπε αυτά το
δαιμόνιο στον Παπα -Χρυσόστομο, γιατί υστέρα από λίγο το 192425 φύτρωσε το ημερολογιακό ζήτημα, πού κατατάραξε
κυριολεκτικά το Άγιον Όρος, κι έγιναν οι λεγόμενοι «ζηλωταί» με
πολλά κόμματα και διαιρέσεις.

Ο Σατανάς Φανερώνεται Με Διάφορα
Πρόσωπα
Ο Προηγούμενος Χριστόφορος, αδελφός της Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας, περνώντας μια μέρα από το μέρος που λέγεται
«ΒΕΛΛΑΣ» είδε στον δρόμο ένα μικρό και πολύ όμορφο γατάκι.
Επειδή το μέρος εκείνο είναι δασώδες και αρκετά μακριά από
το Μοναστήρι, στην αρχή του φάνηκε πολύ περίεργο, πώς βρέθηκε
εκεί το γατάκι;
Εκείνο μόλις είδε τον Προηγούμενο, άρχισε να φωνάζει,
νιάου, νιάου και με διάφορα ναζιάρικα χάδια και σχήματα πλησίαζε
και πήγε κοντά του.
Ο Προηγούμενος τότε έσκυψε, το πήρε στα χέρια του και
άρχισε να παίζει μαζί του. Εκείνο παίζοντας, άλλοτε έβγανε τα
νύχια του κι άλλοτε με τα δόντια δάγκανε και γκριτζιάνιζε τα χέρια
του Προηγούμενου Χριστόφορου, παίζοντας μαζί του.
Σε μια στιγμή που τον δάγκανε, ο Προηγούμενος, πόνεσε και
είπε στο γατάκι χαϊδευτικά: «βλέπω βρε, ότι έχεις δόντια και
δαγκώνεις!»
Τότε απροσδόκητα και ξαφνικά φούσκωσε ο γάτος κι έγινε
σαν μπαλόνι, και με πολύ άγρια φωνή, το φαινόμενο γατάκι είπε:
«Έχω ρε! τι νόμισες πώς δεν έχω; Μάλιστα έχω κι άλλα
πράγματα...» Κι άμα είπε αυτά έγινε άφαντο το γατάκι, που στο
μεταξύ είχε γίνει γάταρος. Άφησε πολλή βρώμα και δυσοσμία και τον
Προηγούμενο εμβρόντητο από το φόβο και τη φρίκη που πήρε. Και
όπως μετά ομολόγησε ο ίδιος, σ' όλη του τη ζωή δεν μπορούσε να
107

ξεχάσει εκείνη την άγρια φωνή, που έβγαλε και από το άγριεμα των
ματιών του, που του φάνηκε σαν να πέταγαν φωτιές. Ήτανε πολύ
τρομερό το φαινόμενο.
Μ' αυτό ο Σατανάς θέλησε να τρομάξει τον ιερομόναχο αυτόν
και ασφαλώς θα ήθελε να του κάνει ίσως μεγάλο κακό, αλλά δεν
είχε περισσότερη εξουσία από το Θεό για να βλάψει πιο πολύ τον
άνθρωπο, διότι ο Σατανάς δεν έχει διάθεση ούτε θέλει να παίξει με
τον άνθρωπο, ήθελε να του κάνει μεγάλη ζημιά, όπως κατά καιρούς
είχε κάνει σε άλλους, αλλά σ' αυτόν δεν είχε την άδεια να κάνει
περισσότερο κακό.
Γι' αυτό να παρακαλούμε τον Πανάγαθο Θεό, να μας
φυλάει από τέτοια παιχνίδια με τον Διάβολο, αλλά πρέπει κι εμείς
να φυλαγόμαστε και να μην κάνουμε πονηρά έργα, που δίνουν την
άδεια στον Σατανά να μας πειράζει.

Καλοστημένη Παγίδα. Του Σατανά
Μια νύχτα του Γενάρη, τα μεσάνυχτα χτύπησαν την πόρτα
του δωματίου του, αφού είπαν δυο λέξεις μόνον από το «Δι'
ευχών».
Ο Μοναχός Σπυρίδων άνοιξε την πόρτα και βλέπει μπροστά
του έναν Άγγελο. Μόλις τον είδε ταράχτηκε τόσο πού δεν ήξερε τι
να ειπεί, μόνον έτριβε τα μάτια του και του φάνηκε ο Άγγελος πολύ
κόκκινος.
Ο φαινόμενος Άγγελος, δεν του έδωκε καιρό να σκεφθεί,
άρχισε να του λέει επαίνους και κολακείες: «— Αδελφέ, ο Θεός
δέχτηκε τις προσευχές σου και τις νηστείες σου, σα θυμίαμα και
επειδή ευχαριστήθηκε πολύ από αυτά πού κάνεις, από τον εαυτό
σου και την προαίρεση σου, με έστειλε να σε πάρω νάρθεις ν'
ανέβουμε μαζί στην κορυφή του Άθωνα, και κείνος θα κατέβει με
όλους τους αγίους, για να τον προσκυνήσεις, να πάρεις θάρρος και
δύναμη, για να κάνεις μεγαλύτερες και περισσότερες αρετές.
Εμπρός να φύγουμε, έχω εντολή να σε πάρω αμέσως, γιατί δεν
έχουμε πολύ χρόνο στη διάθεση μας, ο Δεσπότης Χριστός θα είναι
στο θρόνο να τον προσκυνήσεις και θα σου δώσει πολλά
χαρίσματα». Ο Μοναχός Σπυρίδων, από τη φαντασία και την
υπερηφάνεια σκοτισμένος, δε σκέφτηκε ούτε μια φορά να ειπεί την
προσευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού ελέησαν με» ή
καν να κάνει έστω και μια φορά το σταυρό του, χωρίς να σκεφθεί
τίποτε το πονηρό, ακολούθησε τον φαινόμενο Άγγελο και πήραν
τον ανήφορο να πάνε στην κορυφή του Άθωνα από τα
108

Κατουνάκια, μες την καρδιά του χειμώνα. Ο δρόμος ήταν
καλυμμένος με πολλά χιόνια, πολλές φορές ο Μοναχός βούλιαζε
μέχρι τη μέση στα χιόνια, παραπονιόταν πώς κουράστηκε, κι έλεγε
να καθίσουν λίγο, αλλά ο φαινόμενος Άγγελος του απαντούσε:
«Κάνε κουράγιο, αδελφέ, δεν είδες ότι τα καλά έργα «κόποις
κτώνται και μόχθοις κατωρθούνται λίγο ακόμη φθάνουμε».
Ο Μοναχός άλλου έπεφτε κι άλλου σηκωνότανε, με πολλή
ταλαιπωρία και κόπο, σε τρεις ώρες φτάσανε επί τέλους στην
κορυφή !
Ο φαινόμενος Άγγελος όλος χαρά, λέγει στο Μοναχό
Σπυρίδωνα: Κοίταξε Αββά προς τα εκεί. Ο Μοναχός σαστισμένος
από την πολλή κούραση, γύρισε προς τα δυτικά της Κορυφής και
είδε μέσα σε ένα μεγάλο στρογγυλό δίσκο πού είχε πολύ φως
κόκκινο σα φωτιά, στη μέση φαινότανε σαν το Δεσπότη Χριστό
φορεμένο αρχιερατικά άμφια, να κάθεται σε θρόνο, γύρω - γύρω
να είναι Άγγελοι. Μετά βλέπει να έρχονται κύματα -κύματα οι άγιοι
σε Τάγματα. Τότε άρχισε να διακρίνει, πώς ερχόντουσαν τα
διάφορα
Τάγματα των Αγγέλων, των Αποστόλων, των Όσίων, των
Ιεραρχών και των Δικαίων ανδρών και γυναικών, ακριβώς όπως
παριστάνονται στην εικόνα των Αγίων Πάντων.
Η Αποκάλυψη Της Πλάνης Του Σατανά
Από τους ιεράρχες, μπροστά - μπροστά φαινόταν να έρχεται
ο Άγιος Σπυρίδων, τότε ο φαινόμενος Άγγελος προστακτικά είπε
στο μοναχό Σπυρίδωνα: «τι κάθεσαι και βλέπεις σα χαζός και
κοιτάς έτσι περίεργα; Δε βλέπεις το Δεσπότη Χριστό πού σε
περιμένει; Πήγαινε σύντομα να τον προσκυνήσεις».
Ο Μοναχός Σπυρίδων, επηρεασμένος από τη φαντασία της
υπερηφάνειας, φούσκωνε πιο πολύ σαν το Παγώνι και
προχώρησε λίγο, αλλά σιγά - σιγά πήγαινε με δισταγμό κάπως,
σαν να του έλεγε κάτι από μέσα του, μην προχωρείς άλλο! τι να
ήταν άραγε ; Να ήταν ή φωνή της συνειδήσεως ή ο φύλακας
Άγγελος του; Σε μια στιγμή, ο πάτερ Σπυρίδων, πρόσεξε τον Άγιο
Σπυρίδωνα, πού ερχότανε μπροστά, πώς στο κεφάλι του φορούσε
ένα μεγάλο σκούφο, πού, το ύψος του έφτανε το ένα μέτρο. Τον
άγιο Σπυρίδωνα, επειδή έφερε το όνομα του, σαν προστάτη του,
τον είχε περισσότερη ευλάβεια και σεβασμό και επειδή συνήθως οι
αγιογράφοι στις εικόνες, τον Άγιο Σπυρίδωνα, τον παριστάνουν
αντίθετα από εκείνο πού αυτός έβλεπε, με πολύ μικρή σκούφια, ο
πάτερ Σπυρίδων, παραξενεύτηκε βλέποντας τόσο μεγάλη και
ψηλή σκούφια να φορεί ο άγιος του και κάνοντας το σταυρό του
109

είπε φωναχτά: «Κύριε ελέησον, ο άγιος μου Σπυρίδωνας να έχει
τόσο μεγάλη σκούφια, πολύ περίεργο πράγμα! !»
Μόλις έκαμε το σημείο του σταυρού, χάθηκαν όλα τα
φαινόμενα και οι απάτες του Σατανά έγιναν άφαντες, αλλά ο ίδιος,
είδε πώς βρισκότανε στο χείλος του γκρεμού, ευτυχώς το ένα πόδι
ήταν βουλιαγμένο στο χιόνι και το άλλο πού είχε σηκωμένο, γιο: να
προχωρήσει, βρίσκονταν στο κενό, δηλαδή δεν είχε μέρος να το
πατήσει, γιατί αν έκανε μισό βήμα ακόμη, θα έπεφτε στο κενό πού
είναι περισσότερο από χίλια μέτρα βάθος. Τον λυπήθηκε όμως ο
Θεός, γιατί αντί να πέσει μπροστά, έγειρε προς τα πίσω και έμεινε
εκεί από το φόβο και τη φρίκη πού δοκίμασε περισσότερο από
τρεις ώρες λιπόθυμος και συνήλθε σαν πήρε για καλά ή ήμερα και,
τον ζέστανε ο ήλιος.

Φανταστική Σατανική Ανάπαυση
Από την Σπηλιά του αγίου Ακάκιου του νέου στα
Καυσοκαλύβια, ξεκίνησε να πάει στην έρημο του Αγιοβασίλη, ο
Μοναχός Ακάκιος. Άλλα ο ευλογημένος αυτός Μοναχός, καθώς
μου είπαν οι Πατέρες πού έζησαν το γεγονός, το όποιο έλαβε
χωράν το 1923 - 24, και μάλιστα ο Γέρο - Δαμασκηνός από τον
Αγιοβασίλη, και ως εκ των υστέρων αποδεικνύεται ότι, δεν έκανε
τον σταυρό του καθώς ξεκίνησε από την Σπηλιά η κατά την πορεία
του δρόμου, από άλλες σκέψεις πιθανόν να ξεχάστηκε να λέει την
προσευχή και να επαναλαμβάνη την ευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ
Υιέ του Θεού ελέησαν με» ή κάτι άλλο, προς δοκιμασία συνέβη
στον αδελφό αυτόν και κατά παραχώρησιν Θεού επηκολούθησε η
φανταστική σκηνή του Σατανά.
Δηλαδή, όταν έφτασε ο Πάτερ Ακάκιος στο σημείο πού είναι
ο Σταυρός, στον δρόμο πού πηγαίνει από τα Κελιά της Κερασιάς
προς τον Αγιοβασίλη, φαίνεται θα ήταν και πολύ κουρασμένος,
από την δύσκολη εκείνη διαδρομή, σε καιρό χειμώνας και ενώ
έπαιρνε να σκοτεινιάζει, βλέπει, λίγο πιο κάτω από τον Σταυρό,
ένα ωραίο δωμάτιο με στρωμένο κρεβάτι, με καθαρά σεντόνια και
πολύ αναπαυτικό.
Στην αρχή του φάνηκε λίγο περίεργο, πώς βρέθηκε εκεί το
δωμάτιο και το κρεβάτι; Άλλα από την πολλή κούραση προφανώς
έπεσε επάνω να ξεκούραστη.
Την άλλη μέρα πολύ πρωί περνούσαν άπ' εκεί δυο αδελφοί
από τον Αγιοβασίλη, οι οποίοι πήγαιναν για την Κερασιά. Ήταν
110

ακόμη σκοτεινά, αλλά με του Θεού την φώτιση βρήκαν τον αδελφό
Ακάκιο να είναι πεσμένος πάνω στα χιόνια και όχι σε κρεβάτι, πού
του έδειξε ή φαντασία του Σατανά.
Ήταν κυριολεκτικά ξεπαγιασμένος από το κρύο, πού στο
μέρος εκείνο κάνει από το ρεύμα πού σχηματίζεται εκεί. Αναίσθητο
τον μετέφεραν στον Αγιοβασίλη πού είναι πλησιέστερα και με
εντριβές είδαν και έπαθαν να τον συνεφέρουν στην υγειά του, ο
όποιος μόλις συνήλθε διηγήθηκε σε όλους το πάθημα του όπως
αρχικά του φάνηκε.
Τι Εφόδια Εμποδίζουν Τις Φαντασίες Των Δαιμόνων
Η τρομερή αυτή φαντασία του Σατανά, φανερώνει σε μας την
μανία πού έχει ο Διάβολος κατά των ανθρώπων και κυρίως κατά
των Μοναχών, τους οποίους πάντοτε παραμονεύει, πότε και πώς
θα μπόρεση να τους δολοφονήσει, διότι κατά τον λόγον του Κυρίου
μας Ιησού Χριστού «Ο Σατανάς άπ' αρχής ανθρωποκτόνος εστί
και τη αληθείς ούχ έστηκεν», (Ίωάν. Η' 44).
Για το λόγο αυτόν, γενικά οι άνθρωποι, οι πιστοί Χριστιανοί
και κυρίως οι Μοναχοί θα πρέπει πάντοτε να έχουν και να φέρουν
μαζί ιούς την πανοπλία του φωτός, την περικεφαλαία της αγάπης,
τον θώρακα της πίστεως και την πύρινη ρομφαία πού είναι ο λόγος
του Θεού.
Απαραίτητα πρέπει πάντα να φέρει επάνω του τον Σταυρό
και να καταβολή μεγάλη προσπάθεια και αγώνα, για να
κατορθώσει να λέει ακατάπαυστα την ωραία, μονολεκτική και
θεολογική ευχή. το «Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού ελέησαν με»,
το «Υπεραγία Θεοτόκε σώσόν με», το «Σταυρέ του Χριστού
πανάγιε σκέπε με, τη δυνάμει σου», «Βαπτιστά του Χριστού και
Πρόδρομε Ιωάννη, πρέσβευε υπέρ εμού», «Άγιοι Πάντες
πρεσβεύσατε υπέρ εμού του αμαρτωλού».
Έτσι μπορεί να βαδίζει κανείς μέρα - νύχτα και στα πιο
έρημα μέρη και να μην κινδυνεύει ή να φοβάται από καμία
σκοτεινή δύναμη και φανταστική ενέργεια του Σατανά.
Διότι, όταν ο χριστιανός είναι μ' αυτό τον τρόπο
εξοπλισμένος, ο Σατανάς δεν τολμάει να τον πλησίαση, αλλά ως
από πυρός διωκόμενος φεύγει και εξαφανίζεται και όλες οι
σατανικές ενέργειες του σαν το κερί διαλύονται και χάνονται όπως
λέει και ή αγία Γραφή: «Ως εκλείπει καπνός εκλιπέτωσαν, ως
τίκεται κηρός από προσώπου πυρός, ούτος απολούνται οι
αμαρτωλοί από προσώπου του Θεού και οι δίκαιοι
εφρανθήτωσαν» (Ψαλμ. του Δαβίδ).

111

Στον άνθρωπο πού κατ' αυτόν τον τρόπο είναι εξοπλισμένος,
ούτε αυτά τα μάγια πού κάνουν τα όργανα του Σατανά, οι Μάγοι,
δεν πιάνουν.

Απατηλό Φαινόμενο Του Σατανά
Στην Μονής Μεγίστης Λαύρας, αυτοί οι δυο κοινοβίασαν και
ζούσαν αρμονικά με πολύν αγώνα στην άσκηση και κάθε είδος
αρετής.
Ο Ρουμάνος έκανε υπακοή σε όλα στον Πνευματικό και
έδειχνε μεγάλη προθυμία στην εγκράτεια και στην άσκηση και ότι
εντολή του έδινε ο πνευματικός.
Ο Σατανάς όμως πού παρακολουθεί τον άνθρωπο και
προσπαθεί να βρει στον καθένα μας όπως λέμε την «αχίλλειο
πτέρνα» δηλαδή το πιο αδύνατο σημείο, για να μας πολεμήση και
να μας φέρει με τόση τέχνη και μαεστρία, έτσι πού να το θέλει, ο
άνθρωπος, να κάνη το κακό από μόνος του, και ή επιβουλή του
διαβόλου να μη φανεί καθόλου.
Έτσι έγινε και με τον αδελφό Ρουμάνο, ο οποίος ενώ στην
αρχή ήταν εγκρατής, σιγά, σιγά όμως χωρίς κι ο ίδιος να το
καταλάβει άρχισε να πίνη κρασί τόσο, πού έπεφτε στο βαρύ
αμάρτημα της μέθης και παραμελούσε τα καλογερικά του
καθήκοντα,
Ο Πνευματικός, γέροντας του, με πολύ κόπο, έπεισε τον
Ρουμάνο να κόψη το κρασί και με τη βοήθεια του Θεού και την
ευχή του γέροντα του, ο Ρουμάνος δεν ξανάπιε κρασί, παρά μόνον
την θεία Κοινωνία μεταλάμβανε τακτικά, αφού πρώτα ξεπλήρωνε
τα πνευματικά του καθήκοντα με άκρα υπακοή.
Σε λίγο καιρό ο Πνευματικός κοιμήθηκε τον αιώνιο ύπνο και ο
Ρουμάνος είχε βάλει όρο να μην βάλλει ποτέ στο στόμα του κρασί
και φαίνεται πώς μέσα του πίστεψε ότι από δική του θέληση και
δύναμη έκοψε το κρασί.
Μετά από αρκετά χρόνια έφυγε από την «Βίγλα» και
κοινοβίασε στην Ιερά Μονή του Αγίου Παντελεήμονος πού λέγεται
Ρωσική.
Εκεί μια μέρα, παρουσιάστηκε μπροστά του ή μορφή του
γέροντα του Πνευματικού, ο οποίος είχε πριν από δέκα χρόνια
πεθάνει.
Η μορφή εκείνη είπε στον Ρουμάνο Μοναχό, «δεν πειράζει
τώρα μπορείς να πίνεις λίγο κρασί για να κόψης το θέλημα σου».
Ο Μοναχός χωρίς να σκεφθεί τον όρο, πού μόνος του είχε βάλλει
112

στον εαυτό του, η να κάνη τον Σταυρό του, πίστεψε στα λόγια
εκείνα του Σατανά και ήπιε λίγο κρασί.
Τότε άκουσε την μορφή εκείνη να του λέει: «υστέρα από
δέκα ολόκληρα χρόνια σε είπαμε να παραβείς και τον όρκο πού
είχες κάνει στον εαυτό σου και σε κατάφερα να πιεις κρασί», και
έδειξες πώς χαίρονταν για το κατόρθωμα του αυτό.
Ο Ρουμάνος γύρισε τότε προς τα αριστερά το κεφάλι του για
να ιδεί άπ' εκεί πού ερχότανε η φωνή και άπ' εκείνη την στιγμή
έμεινε το κεφάλι του γυρισμένο επάνω στον ώμο του μέχρι πού
πέθανε. Διότι ήταν ο Διάβολος αυτός πού είχε πάρει την μορφή
του Πνευματικού του. και με τον τρόπο αυτόν κατάφερε να τον ρίξει
στο προτερινό του αμάρτημα την μέθη και κυρίως να παραβεί τον
όρο που είχε βάλλει μόνος του.

Ο Σατανάς Με Σχήμα Πλοίου
Στα Καρούλια, πού είναι κάτω από τα Κατουνάκία, εκεί στα
φριχτά βράχια, σκέφτηκε ο Σατανάς να σκοτώσει ένα παραδελφό
του Γέροντος Χερουβείμ.
Ο αδελφός αυτός ήταν πραγματικός αγωνιστής, ακτήμων και
καθόλα εγκρατής. Άλλα δεν πρόσεξε και κάποια πλάνη
εμφιλοχώρησε, ή οποία του έδερνε και βασάνιζε το μυαλό του.
Διότι νόμισε τον εαυτό του ικανό και κατάλληλο να πάει στον
κόσμο και να κήρυξη στους χριστιανούς το Ευαγγέλιο και τον λόγο
του Θεού, για να σωθούν οι άνθρωποι.
Έτσι με τους λογισμούς αυτούς παιδευμένος, μια μέρα
βλέπει έξω ακριβώς από τα βράχια πού ασκήτευε ένα μεγάλο
πλοίο, να προχωρεί προς το μέρος εκεί πού αυτός έμενε και ήταν
έτοιμος να πηδήξει μέσα στο πλοίο αυτό.
Θεού οικονομία όμως ήταν να βρεθεί εκεί τη στιγμή εκείνη ο
παραδελφός του Μοναχός Χερουβείμ, ο οποίος επειδή ήταν πολύ
χεροδύναμος τον πήρε τον βάστηξε στην αγκαλιά του. Αυτός όμως
επέμενε να τον αφήσει να πηδήξει μέσα στο πλοίο.
Ο παραδελφός του Χερουβείμ κοίταξε κάτω στην θάλασσα,
αλλά δεν έβλεπε κανένα πλοίο διότι προφανώς δεν υπήρχε κανένα
πλοίο, κι αν τον άφηνε ασφαλώς θα γκρεμιζόταν κάτω στα βράχια.
και έτσι με πολύν κόπο τον συγκράτησε να μην πέση και τσακιστή.
Ο Σατανάς όμως του είχε θολώσει τόσο το μυαλό, πού
συνέχεια εκείνος έβλεπε το πλοίο κάτω να περιμένει να τον
113

παραλαβή, και φιλονικούσε με τον παραδελφό του και έλεγε:
«Θέλω να με πάς τώρα στο Μοναστήρι της Λαύρας, για να
διαμαρτυρηθώ και να σε καταγγείλω, διότι εμποδίζεις το έργο του
Θεού».
Ο παραδελφός του Χερουβείμ Μοναχός με χαρά δέχθηκε να
πάνε μαζί στην Λαύρα. Εκεί σαν βρέθηκαν μπροστά στους
Προεστούς, βεβαίωσε πώς έβλεπε το πλοίο να τον περιμένει κι ο
παραδελφός τον εμποδίζει να πάει στο θειο κήρυγμα πού τον
καλούνε. Άλλα όταν τους είπε το μέρος εκεί πού αυτός έβλεπε το
πλοίο, οι Γέροντες κατάλαβαν την παγίδα πού τοίχε στήσει ο
Σατανάς και βάστηξαν τον πλανηθέντα Γέροντα στο Μοναστήρι
έως ότου εξομολογήθηκε και με την χάρι του Θεού και την σκέπη
της Κυρίας Θεοτόκου, γλίτωσε ο αδελφός αυτός από την μανία του
Σατανά.
Και τώρα στις ημέρες μας, με τον ίδιο τρόπο, στα ίδια αυτά
μέρη, πού έχουν πολλοί Πατέρες και αδελφοί σωθεί και αγιάσει με
την ταπείνωση και ενάρετη ζωή τους. Στον ίδιο τόπο, με την
σατανική μέθοδο του, ο διάβολος έχει σκοτώσει πολλούς και
άλλους με τον άκρο φανατισμό έχει αποπλανήσει και αφού τους
χώρισε από τους άλλους Πατέρες, τους έμπλεξε με μεγάλη ευκολία
στα δίχτυα της πλάνης και τους κρατάει σφιχτά για να μη
μετανοήσουν.
Έτσι άλλος πίστεψε πώς αυτός μόνον είναι ενάρετος και
δυνατός να βαστάει τις Παραδόσεις άπ' τη ζωή των αγίων
Πατέρων και την Ορθοδοξία και «περικοπή της κοινωνίας με τους
άλλους Πατέρες.
Άλλος άπ' αυτούς πιστεύει πώς φθάρηκε η Εκκλησία,
καταστράφηκε ή Ορθοδοξία και έμεινε αυτός μόνος πιστός και
ορθόδοξος και λογίζεται τους άλλους Πατέρες αιρετικούς.
Άλλος πιστεύει ότι είναι πρότυπο και υπόδειγμα ενάρετης
ζωής, διότι έχει ταπείνωση και νοερά προσευχή και οφείλουν οι
άλλοι Πατέρες να τον κάνουν υπακοή και να ακολουθούν τα
φρονήματα του και με χίλιους δυο παρόμοιους τρόπους και τέχνες
διαβολικές πλανήθηκαν, καταστράφηκαν και πολλοί άπ' αυτούς
έφυγαν με κακό και αιφνίδιο θάνατο, από την ζωή αυτή
ακοινώνητοι και αμέτοχοι και ούτης της θείας Κοινωνίας του
Σώματος και του Αίματος του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών
Ιησού Χριστού, παραδώσαντες έτσι, ψυχή και σώμα, στον
αποπλανήσαντα και αποκόψαντα αυτούς, από το ενιαίο σώμα της
αγίας Εκκλησίας και των αγίων αγιορειτών Πατέρων, παμπόνηρο
Διάβολο.
Γι' αυτό Πατέρες και αδελφοί, ας μας τρομάξουν αυτά τα
παραδείγματα, και ας αναφωνήσουμε κι εμείς με τον Αρχάγγελο
114

Μιχαήλ: «Στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου Θεού, πρόσχομεν
την αγίαν αναφορά, πού προσφέρει για όλο το Χριστιανισμό και
τον Αγγελομίμητο και ουρανοπολίτης Μοναχισμό και εύχεται για
όλον τον κόσμο, ή κατά Ανατολάς Μία, Αγία Ορθόδοξη, Καθολική
και Αποστολική του Χριστού Εκκλησία, και μη θέλουμε να στήσει ο
καθένας το δικό του θέλημα σαν ορθότερο και ορθοδοξότερο από
των άλλων.
Διότι αυτή είναι, η φοβερώτερη πλάνη του Διαβόλου, να μας
διαίρεση να μας αποκόψη, από την ολότητα του Σώματος του
Δεσπότου Χριστού, ή οποία βρίσκεται μόνον στην Ορθοδοξία και
στην ενότητα της αγίας Πίστεως, καθώς βροντοφωνεί ή αγία
Εκκλησία μας και στις δεήσεις καθεκάστην λέγει: «Την ενότητα της
Πίστεως και την κοινωνίαν του Αγίου Πνεύματος του Κυρίου
δεηθώμεν».
Εάν δεν υπάρχει η ένότης της Πίστεως, δεν μπορούμε να
κοινωνούμε με τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος και επομένως
χριστιανός αποκομμένος της Ορθής Πίστεως και στερημένος της
Κοινωνίας του Αγίου Πνεύματος, είναι από την ζωή αυτή νεκρός
και πνευματικά πεθαμένος και χωρισμένος αιώνια από την πηγή
των αγαθών, τον Ένα Τρισυπόστατο Θεό, τον Πατέρα, τον Υιόν
και το Αγιον Πνεύμα.

Ο Σατανάς Εμποδίζει Το Καλό Και Φέρνει
Σύγχυση Στην Προσευχή
Στη
Σκήτη
των
Καυσοκαλυβίων,
στην
Καλύβα
«Ευαγγελισμός της Θεοτόκου» ασκήτευε ο Γέροντας Αγάπιος
Μοναχός με τη συνοδεία του, το Μοναχό Πηγάσιο, πού περνούσαν
πολύ φτωχικά και στερημένα.
Κατά το έτος 1935 - 6, ο υποτακτικός Πηγάσιος, θύμισε στον
Γέροντα του Αγάπιο, πώς καλά θα ήταν, άμα τελειώσει την άλλη
μέρα το πρωί ή προσευχή της Ακολουθίας, να γυρίσει με ένα
γράμμα, της Κυριάρχου Μονής Μεγίστης Λαύρας, πού το λένε
«Απανταχούσα» στα άλλα Καλύβια της Σκήτης για να μαζέψει
ελεημοσύνες και οικονομική ενίσχυση να μπορέσουν να
διορθώσουν το Καλύβι τους πού ήταν ερειπωμένο.
Ο Γέρο - Αγάπιος βρήκε καλή τη γνώμη του υποτακτικού
του, κι ετοιμάστηκε να φύγει, αφού τελείωσε ή Ακολουθία του
Όρθρου. Ο αδελφός Πηγάσιος θα συνέχιζε την προσευχή, με την
ανάγνωση των Ωρών, των Τυπικών, της Παρακλήσεως και λοιπής
Ακολουθίας. Αφού τελείωσε την πρώτη, τρίτη και έκτη Ώρα, ο
αδελφός Πηγάσιος του φάνηκε πώς κινιόταν μια σκιά μέσα στο
115

ιερό, η οποία πολλές φορές κοιτούσε προς το αναλόγιο. Πρόσεξε
λίγο και του φάνηκε πώς ήταν ο Γέροντας του, προς τον όποιο
είπε ο Πηγάσιος: «Καλά Γέροντα δεν έφυγες; Γιατί δε θέλεις να
πας, αφού ξέρεις πώς είναι ανάγκη, εφ' όσον όμως δεν θέλεις να
πας για την Απανταχούσα, τι να σου ειπώ, κάτσε φτου, αφού σου
αρέσει να είσαι φυλακή». Κι όταν είπε αυτά, συνέχισε την
προσευχή του.
Όταν τελείωσε όλη την Ακολουθία κι ετοιμαζότανε να βγει
από την εκκλησία, ο Μοναχός Πηγάσιος βλέπει και πάλι τη σκιά να
είναι προσηλωμένη στη θέση της, που από την αρχή του φάνηκε
πώς είδε. Τότε πλησίασε να βεβαιωθεί περί τίνος πρόκειται, και
είδε πώς δεν ήταν ο Γέροντας του και το φαινόμενο μεγάλωνε τόσο
πολύ, πού έφτασε στο ύψος το ταβάνι της εκκλησίας.
Ο αδελφός Πηγάσιος κατάλαβε πώς δεν ήταν ο Γέροντας
του, αλλά ήταν ακάθαρτο πνεύμα και τον κατέλαβε αόρατος φόβος
και τρόμος τόσο πολύ, πού άρχισε να τρέμει και να παρακαλεί τον
Κύριο να τον απαλλάξει από την παρουσία του. Με τη χάρι του
Θεού, το μεν ακάθαρτο πνεύμα εξαφανίστηκε, ο δε Πηγάσιος
έφυγε από την εκκλησία κι από το σπίτι ακόμη και πήγε στο
γείτονα του, τον Γέρο - Νικόδημο στην Καλύβα πού είναι δίπλα
από τον Ευαγγελισμό «Μεταμόρφωσις του Σωτήρος».
Ο Γέρο - Νικόδημος, άμα είδε τρομαγμένο τον αδελφό
Πηγάσιο, πήγε μαζί του στην εκκλησία της Καλύβης τους και
διαπίστωσαν και οι δυο, πώς δεν υπήρχε τίποτα, γιατί είχε
εξαφανιστεί ο Δαίμονας, πού με τη μηχανή του αύτη, θέλησε να
συγχύσει τον αδελφό, να διακόψει την προσευχή του και να
αφαιρέσει το νου του Μονάχου από τη θεία θεωρία και πνευματική
προσήλωση, αλλά και να του δημιουργήσει αίσθημα φοβίας,
πράγμα πού σε πολλούς μοναχούς επιχειρεί και μάλιστα στους
αρχάριους κάνει θορύβους με φανταστικές κινήσεις, αλλόκοτους
κρότους και άναρθρες κραυγές, στις όποιες δεν πρέπει ποτέ να
δίνομαι σημασία, διότι ο Δαίμονας χωρίς την άδεια και
παραχώρηση του Θεού δεν μπορεί ποτέ να βλάψει το πλάσμα του
Θεού τον άνθρωπο.

Ο διάβολος φανερώνεται σαν φως
0 οσιοπατερίτης Αντώνιος Μοναχός από τα Καυσοκαλύβια
έλεγε ότι ο υποτακτικός του — ένα από τα Καλογέρια του — έκανε
κρυφά απ' αυτόν πεντακόσιες (500) μετάνοιες τη νύχτα. Σε λίγο
116

χρονικό διάστημα που εξακολουθούσε να κάνει την κρυφή και
χωρίς ευλογία από τον Γέροντα του προσευχή, μέσα στα άγρια
μεσάνυχτα είδε στο δωμάτιο του να παρουσιάζεται φως. Στην
αρχή λίγο, αλλά μετά σιγά σιγά να φουντώνει και να γίνεται άγριο
σαν φωτιά.
Ο υποτακτικός φοβήθηκε από το παράξενο φαινόμενο αυτό
και έτρεξε αμέσως και το είπε στο Γέροντα του. Εκείνος τον
κανόνισε αυστηρότατα για το κρυφό του αυτό θέλημα, που έδωσε
το δικαίωμα να παρουσιαστεί ο Σατανάς σαν φως, για να τον
ξεγελάσει και να του κάνει αργότερα μεγάλο κακό στο μυαλό.
Έτσι δεν ξαναφάνηκε το άγριο εκείνο φως, στο δωμάτιο του
υποτακτικού του, εφόσον σταμάτησε και εκείνος να κάνει το κρυφό
αυτό θέλημα του.
Από τότε τόσο φόβο πήρε ο υποτακτικός εκείνος, που ούτε
νερό δεν έπινε αν πρώτα δεν έπαιρνε ευλογία από τον Γέροντα
του, και έτσι προόδευσε και πρόκοψε στην πνευματική ζωή και
γενικά στην αρετή της υπακοής, η οποία γεννάει την πραγματική
ταπείνωση.
Κι όταν ο χριστιανισμός αποκτήσει την αληθινή ταπείνωση,
τότε όλες του οι καλοσύνες και οι αρετές είναι ευπρόσδεκτες στο
Θεό, σύμφωνα με το ρητό της αγίας Γραφής που λέει: «Επί τίνα
επιβλέψω, άλλ' ει επί τον ταπεινόν και ησύχιον και τρέμοντα μου
τους λόγους».
Εκείνος που κάνει το θέλημα του, όσο κι αν φαίνεται καλός,
δεν έχει καμμιά σχέση με την ταπείνωση και επομένως ό,τι κι αν
κάνει χωρίς την ταπείνωση είναι αμαρτία και ματαιοπονεί.
(Παρόμοιο γεγονός έχουμε γράψει και στο Α' τόμο του Γεροντικού
μας, Βλπ. σελ. 114).

Ο Διάβολος Φοβάται Το Κομβοσχοίνι Και
Την Ευχή
Στην Σκήτη της Αγίας Άννας, ο Μοναχός Προκόπιος από την
Καλύβα «Εισόδια της Θεοτόκου» είχε μεγάλη επιθυμία να μάθει
μουσικά, για να δοξολογεί κι αυτός το Θεό, όπως και οι άλλοι
αδελφοί.
Επειδή όμως ήταν λίγο παράφωνος αποφεύγανε οι Πατέρες
να τον μάθουν μουσικά.
Ο αδελφός Προκόπιος είχε χάρισμα από το Θεό λάβει να λέει
ακατάπαυστα την ευχή το «Κύριε Ιησού Χριστέ υιέ του Θεού
117

ελέησαν με τον αμαρτωλό» και στο αριστερό του χέρι κρατούσε
πάντα το κομβοσχοίνι, το όποιο δεν αποχωριζόταν ποτέ.
Μια μέρα, ήταν πολύ λυπημένος, πού δεν μπορούσε να βρει
κανένα για να τον μάθει μουσική και συλλογιζόμενος αυτό το
πράγμα, από την πολύ του λύπη, είχε σταματήσει να λέει την ευχή.
Ξαφνικά παρουσιάζεται μπροστά του ένας σεβάσμιος, αλλά
άγνωστος σ' αυτόν γέροντας ο όποιος του είπε: «Αδελφέ
Προκόπιε, τι έχεις κι είσαι τόσο λυπημένος; τι σε απασχολεί; Ο
Προκόπιος του απάντησε: «τι να έχω γέροντα, να, θέλω κι εγώ να
μάθω λίγα μουσικά και δε βρίσκεται κανένας να με μάθει, γιατί μου
λένε πώς είμαι λίγο φάλτσος». Ο ασπρογένης γέροντας τότε του
είπε: «Γ ι ' αυτό κάθεσαι και στενοχωριέσαι καημένε, εγώ θα σε
μάθω μουσικά και θα σε κάνω να γίνεις ο καλύτερος ψάλτης του
Αγίου Όρους, θα κελαηδάς σαν το καλύτερο αηδόνι, αλλά θέλω κι
εσύ να μου κάνεις μια χάρι».
«Δηλαδή τι ζητάς από μένα, του είπε ο Προκόπιος, θέλεις να
σε πληρώσω; Εγώ ότι θέλεις θα σου δώσω!». Τότε ο ασπρογένης
του είπε: «Ή πληρωμή ή δική μου είναι να πετάξεις από τα χέρια
σου αυτό πού λέτε κομποσχοίνι και να πάψεις να λες αυτό πού
λέτε ευχή και θα σε μάθω 'γώ, ότι θέλεις».
Ο Μοναχός Προκόπιος άμα άκουσε αυτά κατάλαβε πώς ο
φαινόμενος δεν ήταν Μοναχός, άλλα ο παμπόνηρος Δαίμονας,
πού ήθελε να τον κάνει να σταματήσει την προσευχή, και αμέσως
έκαμε το σταυρό του και είπε: «Ύπαγε οπίσω μου Σατανά
παμπόνηρε, δε μου χρειάζονται τα μουσικά σου και οι πονηρές και
οι καλοσύνες σου» κι ο Δαίμονας έγινε άφαντος. Απ' αυτό
μαθαίναμε πόσο ο Διάβολος φοβάται το κομβοσχοίνι, για το οποίο
καλά λένε οι Πατέρες ότι είναι το όπλο του χριστιανού κατά του
Διαβόλου και την ευχή, ή οποία καίει τον Δαίμονα. Ενώ τους
ψάλτες δεν τους φοβάται τόσο και δεν τους υπολογίζει, γιατί,
εύκολα με το ψάλσιμο αφαιρούνται από την προσευχή και πέφτουν
στον εγωισμό και την υπερηφάνεια!

Δεν Πρέπει Να Κρίνουμε Από Τα Φαινόμενα
Ο μακαρίτης πνευματικός μου από τη Σκήτη των
Καυσοκαλυβίων Παπα - Νικόδημος μου διηγήθηκε την ακόλουθη
ιστορία παρμένη από Πατερικά αγιορείτικα χειρόγραφα:
«Ένας πιστός χριστιανός, επί δέκα πέντε χρόνια πήγαινε στον
πνευματικό του και εξομολογούνταν τις ανθρώπινες αδυναμίες του.
118

Μια μέρα όμως, όπως συνήθιζε, πήγε στον πνευματικό του να
πορνεύεται με μια γυναίκα.
Αμέσως βγήκε έξω και φεύγοντας είπε στον εαυτό του: Αχ!
τι έπαθα, αλίμονο σε μένα, έχω τόσα χρόνια που εξομολογούμαι σε
αυτόν και τώρα τι θα κάνω; θα κολασθώ, γιατί όσα αμαρτήματα κι
αν μου συγχώρεσε, εφ' όσον είναι αμαρτωλός άνθρωπος, είναι
όλα ασυχώρετα. Έκλεγε και χτυπιόταν ο άνθρωπος για το κακό
που τον βρήκε και δεν ήξερε τι πρέπει να κάνει.
Στο δρόμο που έφευγε δίψασε, προχώρησε λίγο και μπροστά
του βρέθηκε ένα μικρό ρεματάκι στο οποίο έτρεχε γάργαρο και
πεντακάθαρο νερό. Έσκυψε και ήπιε. Ήπιε τόσο που χόρτασε και
δεν του έκανε καρδιά να φύγει αλλά ήθελε να πιει κι άλλο από
εκείνο το νεράκι.
Σε μια στιγμή σκέφτηκε με το λογισμό του και είπε: «Αν εδώ
στο ρεματάκι το νερό αυτό είναι τόσο καθαρό και νόστιμο,
φαντάσου πώς θα είναι στη πηγή. Με την σκέψη αυτή ξεκίνησε να
βρει την πηγή του νερού.
Όταν έφτασε όμως εκεί τι να δει! Βλέπει το νερό να βγαίνει μέσα από ένα ψόφιο και βρώμικο κουφάρι σκύλου, μέσα από το
στόμα του!! Τότε βαθιά αναστέναξε και είπε: αλίμονο σε μένα τον
άθλιο, μαγαρίστηκα ο ταλαίπωρος που ήπια από το μολυσμένο
αυτό νερό, φαίνεται είμαι πολύ αμαρτωλός και ακάθαρτος για να
μου συμβαίνουν αυτά τα πράγματα.
Στη μεγάλη αυτή στενοχώρια που βρισκότανε, παρουσιάστηκε
Άγγελος Κυρίου και του είπε: «Γιατί, άνθρωπε μου, στενοχωριέσαι
και λυπάσαι για τα πράγματα που σου συμβαίνουν; ΙΙρώτα σαν
ήπιες το νερό από το ρεματάκι δεν ευχαριστήθηκες που το βρήκες
πολύ καθαρό και δεν το χόρταινες να πίνεις και τώρα που είδες
πούθε βγαίνει λες ότι μαγαρίστηκες; Είδες ότι βγαίνει από το στόμα
του σκύλου και λες ότι μολύνθηκες; Εάν, αγαπητέ μου, ο σκύλος
είναι, ψόφιος και ακάθαρτος μη λυπάσαι γι' αυτό εσύ, διότι το νερό
που ήπιες εσύ κι ο κόσμος όλος που πίνει, μπορεί να βγαίνει από το
ακάθαρτο στόμα του σκύλου, αλλά το νερό που βγαίνει δεν είναι
δικό του, δεν είναι του σκύλου, αλλά είναι δώρο του Θεού.
Έτσι κι ο πνευματικός που σε εξομολογούσε, η συγχώρεση
που σου έδινε δεν ήταν δική του, αλλά η συγχώρεση είναι δωρεά
του Θεού, Εκείνος τη δίνει, το Πανάγιο Πνεύμα την χορηγεί, σ'
αυτόν που ειλικρινά και καθαρά εξομολογείται τις αμαρτίες και
αδυναμίες του.
Με τη διαφορά ότι οι δωρεές και τα χαρίσματα του Θεού
στους ανθρώπους δίδονται μέσω της ιεροσύνης, από τους κανονικά
χειροτονημένους και έχοντας την άδεια της εξομολογήσεως και
119

αφέσεως των αμαρτιών, όπως είπε ο ίδιος ο Δεσπότης Χριστός
στους αγίους Αποστόλους και Μαθητές Του: «Λάβετε Πνεύμα
Άγιον, αν τίνων αφήτε τάς αμαρτίας αυτών αφίενται αυτοίς, αν
τίνων κρατείτε κεκράτηνται» (Ιωάν. Κ. 22).
Έτσι οι άγιοι Απόστολοι έδωσαν την εξουσίαν αυτήν στους
Επισκόπους και διαδόχους αυτών και εκείνοι στους κανονικά
χειροτονηθέντες ιερείς και πνευματικούς. Εκ του λόγου τούτου και
διότι τελούν τα άγια Μυστήρια του Θεού, οι ιερείς είναι ανώτεροι
κατά το αξίωμα κι από αυτόν τον βασιλέα και ανώτατο άρχοντα
του λαού, διότι κι αυτός οποιοσδήποτε και αν είναι στο κοσμικό του
αξίωμα, από τον Ιερέα και πνευματικό θα λάβει την συγχώρεση
των αμαρτιών του, διότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος, αυτή είναι η
ιερά Παράδοση της αγίας Εκκλησίας μας.

Δεν Πρέπει Οι Χριστιανοί Να Κρίνουν Τους
Ιερωμένους
Και τώρα, λέγει ο Άγγελος, πήγαινε να βάλεις μετάνοια και να
ζήτησης συγχώρεση από τον πνευματικό σου, που τον είδες να
αμαρτάνει και παρακάλεσε τον να σε συγχωρέσει, για την
κατάρτιση που σε βάρος του έκαμες. Όσο δε για την αμαρτία που
εκείνος έκανε, ο θεός θα τον εξετάσει και Αυτός μόνον θα τον
κρίνει, διότι εσύ είδες αυτόν να κάνει την αμαρτία, δεν μπορείς
όμως να γνωρίζεις αν αυτός μετανόησε ή τον τρόπο της μετανοίας
του. Έτσι εσύ μεν έχεις την αμαρτία της κατακρίσεως, εκείνος δε,
αν μετανοήσει, θα τρυγήσει τους καρπούς της μετανοίας και
διορθώσεώς του».
Όταν ο Άγγελος είπε αυτά στον πιστό εκείνο χριστιανό έγινε
άφαντος. Ο δε χριστιανός, σύμφωνα με την εντολή του Αγγέλου,
γύρισε πίσω, πήγε στον πνευματικό, στον οποίο διηγήθηκε όλα
όσα είδε και άκουσε από τον Άγγελον Κυρίου, του έβαλε μετάνοια
κι όταν είπε τα διατρέξαντα στον πνευματικό, όπως του τα είπε ο
Άγγελος ο πνευματικός με δάκρυα στα μάτια μετανόησε, έκλαψε
πικρά και ζήτησε συγχώρεση από τον πολυέλεο, πολυεύσπλαχνο
και Πανάγαθο Θεό και διόρθωσε τα κακώς διαπραττόμενα, προς
δόξαν Θεού και ψυχική σωτηρία αυτού.
Όταν μου διηγήθηκε αυτά ο πνευματικός μου Παπα Νικόδημος, συνέχισε τον λόγο του και με αγάπη μου είπε: «Γι'
120

αυτό, αδελφέ Χαράλαμπε, (αυτό έλαβε χώρα το 1934, που δεν
ήμουν ακόμη Μοναχός και με έλεγε με το κατά κόσμον όνομά μου)
δεν έχουμε δικαίωμα να εξετάζουμε την ζωή των άλλων
ανθρώπων, όπως λέει και ο Απόστολος Παύλος: «Συ τις ει ο
κρίνων αλλότριον οικέτην;....» (Ρωμ. ΙΔ' 4). Πολύ δε περισσότερο
να κρίνουμε τους Κληρικούς, τους ιερωμένους, τους πνευματικούς
και γενικά τους ρασοφόρους, τους οποίους σκληρότατα δοκιμάζει
ο Θεός και με μεγάλη πονηρία και μαεστρία πολεμεί ο Διάβολος,
όπως λέει ο ίδιος ο Θεός «Μη κρίνετε; ίνα μη κριθήτε και εν ω
κρίματι κρίνετε κριθήσεσθε, και εν ω μέτρω μετρείται μετρηθήσεται
ύμίν» (Ματθ. Ζ' 1 - 3). Εμείς οφείλουμε να συγχωρούμε τα
σφάλματα των άλλων και να μετανοούμε, να κρίνουμε και να
τιμωρούμε τον εαυτό μας και μόνον. Αν θέλουμε να σωθούμε, να
συγχωρούμε τους άλλους σύμφωνα με τα λόγια του ιερού
Ευαγγελίου που λέει: «Εάν αφήτε τοις ανθρώποις τα πάλι του
ιερού Ευαγγελίου πού λέει: «Εάν αφήτε τοις άνθρώποις τα
παραπτώματα αυτών, αφήσει και υμίν ο Θεός τα παραπτώματα
υμών» (Λουκ. ΚΓ' 34).

Β΄ΔΙΔΑΧΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΘΩΝΑ

121

ΙΩΣΗΦ ΜΟΝΑΧΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΤΟ ΑΠΟΝ ΟΡΟΣ»- ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1989

Ανάκληση Εις Μετάνοια
Μεταπτωτικά ο άνθρωπος ευρίσκεται υπό την επιρροή όχι
μόνο του νόμου της αμαρτίας του «εν τοις μέλεσι διεσπαρμένου»,
αλλά ακόμα και υπό την επίδρασι των αλλοιώσεων και των
ποικίλων τροπών, πού υπάρχουν και αυτές σαν κακοί γείτονες.
Όλοι αυτοί οι παράγοντες είναι εκείνοι πού συνεχώς μας ωθούν,
μας αποπλανούν, μας παρασύρουν στο να μην ημπορούμε να
φυλάξωμε αυτό πού θέλομε. Και εξ αίτιας αυτών λοιπόν,
ευρισκόμεθα εις συνεχή μετάνοια. Όπως ερμηνεύουν οι Πατέρες,

122

έστω και ων είναι μια μόνο ήμερα η ζωή του ανθρώπου, δεν τίθεται
θέμα αναμαρτησίας.
Αυτό το νόημα της μετανοίας, είναι εκείνο πού βασικά μας
απασχολεί. Κατά τους Πατέρες, ο Θεός δεν λυπάται τόσο αν ο
άνθρωπος, τρόπον τινά, δεν τα κατάφερε και αμάρτησε. Δεν τον
κρίνει γι' αυτό. Εκείνο πού λυπεί την Χάρι, είναι όταν ο άνθρωπος
δεν θέλει να μετανοήση. Αυτό είναι ένα είδος απογνώσεως, ένα
είδος βλασφημίας προς αυτό το Πανάγιο Πνεύμα. Γι' αυτό πρέπει
να εντείνωμε την προσπάθεια μας. Και εφ' όσον θέμα
αναμαρτησίας δεν τίθεται, να τίθεται θέμα συνεχούς μετανοίας. Να
πείθωμε την ενδημούσα σε μας θεία Χάρι, ότι τα σφάλματα τα
όποια συμβαίνουν δεν είναι εκούσια. Ποτέ μας δεν θέλομε να
αρνηθούμε και να προδώσωμε την αγάπη του Θεού, αλλά μέσα
στην αδυναμία, απειρία και αγνωσία, περικλείονται όλα μας τα
λάθη. Και συνεχώς πίπτοντες, φωνάζαμε το «ιλάσθητί μοι τω
αμαρτωλώ», να επικαλούμεθα νέα μορφή συνεργείας της Χάριτος,
ούτως ώστε να ολοκλήρωση την γνώσι μας και τις δυνάμεις μας,
για να ιδούμε καλά και να ενεργή σωμέ σωστά και έτσι να
ημπορέσωμε εις αυτές τις δύσκολες ήμερες να ορθοποδήσωμε.
Γιατί κατά τον Παύλο «εγγύτερον ημών η σωτηρία» τώρα, «ή ότε
επιστεύσαμεν». Βλέποντες όλοι μας και έχοντες πείρα των
γεγονότων, αντιλαμβανόμεθα «εγγίζουσαν την ημέραν».
Παρατηρούμε να δυναμώνη περισσότερο του εχθρού μας η
δύναμι, αλλά και η ιδική μας έκτασι να περιορίζεται, λόγω του ότι οι
άνθρωποι
περισσότερο
αποφεύγουν,
περισσότερο
απομακρύνονται και έτσι το κοινωνικό σύνολο γίνεται και αυτό
εμπόδιο· διότι οι άνθρωποι οι πνευματικοί εμειώθησαν, έμεινε το
«λείμμα», ελάχιστοι. Πόσο πρέπει να είμεθα προσεκτικοί και
ενωμένοι για να τα βγάλωμε πέρα! Το θέμα της επιτυχίας μας δεν
είναι θέμα τεχνικό, ώστε να αποδώσωμε το βάρος στην συμμαχία
των συνανθρώπων μας. Χρήσιμο είναι εάν είμεθα σύμφωνοι και
ομοϊδεάται.
Το κέντρο όμως της επιτυχίας, είναι η συμμαχία της Χάριτος.
«Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν». Όλη μας η προσοχή είναι
στο πώς να κρατήσωμε μαζί μας την ενέργεια της Χάριτος Του, το
«μεθ' υμών ειμί πάσας τάς ημέρας, έως της συντέλειας του
αιώνος» (Ματθ. 28, 20). Αυτό το «μεθ' υμών ειμί», πρέπει να το
προσέξωμε τιάρα πολύ, εάν πράγματι είναι «μεθ' ημών». Διότι
«δυνάμει» ο Θεός Λόγος είναι «μεθ' ημών». «Δυνάμει» δεν
απουσιάζει από πουθενά. Αλλοίμονο αν συμβή τούτο! Εάν
απουσιάση κλάσμα δευτερολέπτου από την κτίσι, αυτή θα
εξαφανισθή. Αυτός είναι το Πάν του παντός. «Δυνάμει» είναι μαζί
μας.
123

Είναι όμως «ενεργεία» μαζί μας; Λέγει ένα σοφό λόγο ο
Ωριγένης: «Τι μοί όφελος, ει ο Λόγος σεσάρκωται και εγώ Αυτόν ου
κατέχω;» Και λέω και εγώ τώρα. Τι θα μας ωφελήση εάν
«δυνάμει» είναι μαζί μας ο Θεός Λόγος, αφού «ενεργεία» δεν τον
αισθανόμεθα; Και φυσικά δεν πταίει Αυτός. Πταίομε εμείς, μη
κάνοντας καλό χειρισμό. Γι' αυτό η προσοχή μας να είναι εις αυτό
τον τομέα. Στο πώς ανά πάσαν ώρα να μην χάνωμε τις ευκαιρίες
και τα μέσα. πού θέτουν εις ενέργεια την παρουσία της θείας
Χάριτος. Μαζί με αυτή, πού «τα ασθενή θεραπεύει και τα
ελλείποντα αναπληροί» να αξιωθούμε να ολοκληρώσουμε τον
σκοπό μας προς επιτυχία, διότι «αι ήμεροι πονηροί είσιν». «Εν
σοφία προς τους έξω περιπατείτε». Κοιτάξετε από που
συνιστάμεθα. Από τα έξω, από τα πέριξ, από τα έσω. Πώς
επιβουλεύει τον άνθρωπο η αμαρτία; Κεντά από τα έξω, κατ'
ευθείαν. Ρίπτει στην οθόνη της διανοίας την εικόνα, οποιανδήποτε
εικόνα εφάμαρτη και προκαλεί τον νου. Τον προκαλεί να
περιεργαστή την εικόνα. Ο νους πρέπει να προσέξη. Τι είναι αυτή
η εικόνα; Χρειάζεται ή όχι; Αν ο νους είναι υγιής, την απορρίπτει
αμέσως. «Υπάγε οπίσω μου, σατανά, Κύριον τον Θεόν μου
προσκυνήσω και Αυτώ Μόνω λατρεύσω». Παρά ταύτα η αμαρτία
δεν υποχωρεί και δεν φεύγει μολονότι ηττήθη με τον τρόπο πού
εκτύπησε. Αφήνει την κατ' ευθεία κίνησι και παίρνει την πλαγία και
κτυπά εν ονόματι της προφάσεως, εν ονόματι των φυσικών νόμων,
εν ονόματι της χρείας. Και όμως είναι δόλος. Παραμερίζει την κατ'
ευθεία κρούσι και παίρνει την δόλια. Εάν και εις αυτή ο νους
προσέξη, το εξέταση καλά - διότι η απόφασι του είναι ο αληθής
νόμος της χρείας και όχι της επιθυμίας - τότε αφήνει αυτό τον
τρόπο και παίρνει την βία. Ορμά εν ονόματι του πάθους, με
σατανική ενέργεια και πιάνει τον άνθρωπο από τον λαιμό, να τον
στραγγαλίση. Εκβιάζει πλέον, όπως έκανε ο Ναβουχοδονόσορ- «ή
θα προσκυνήσετε την εικόνα μου, διότι το θέλω εγώ, ή θα σας ρίξω
στην ΚΑΖΙΝΟ». Και εις αυτές τις φράσεις ευρίσκεται ολόκληρος ο
δαίδαλος του σατανικού πάθους, και με αυτό τον τρόπο κτυπά τον
άνθρωπο. Γι' αυτό πρέπει ο άνθρωπος να είναι συνεχώς ξύπνιος,
να μην παρασυρθή, διότι η αμαρτία δεν υποκύπτει, δεν υποχωρεί,
θα μεταχειρισθή όλους τους δόλους και τους τρόπους για να
απατήση τον άνθρωπο. Εδώ ακριβώς πρέπει να προσέξωμε, διότι
μετά την αμαρτία ακολουθεί απογοήτευσι, όπως μετά το τραύμα
ακολουθεί πόνος· δεν είναι φυσικό φαινόμενο, αλλά σύμπτωμα.
Έτσι και αυτά πού ακολουθούν την ψυχή, απόγνωσι και
αποθάρρυνσι, δεν είναι φυσικά φαινόμενα, αλλά διαβολικότατα,
παρόλο πού παρουσιάζονται με μορφή φυσική! Εδώ λοιπόν
χρειάζεται πολλή προσοχή, για να μην χάση ο άνθρωπος το
124

θάρρος του, όταν κάνη λάθος, εφ' όσον αλάνθαστη ζωή, ως
γνωστό, δεν υπάρχει. Ακούμε πολλές φορές ανθρώπους να
λέγουν: «Μα είμαι αμαρτωλός και ο Θεός δεν μου ακούει», «μα
είμαι αμαρτωλός και δεν έχω θάρρος και δεν τα καταφέρνω· είμαι
ανάξιος». Όλα αυτά είναι προφάσεις από τα δεξιά, ενώ δεν
συμβαίνει κάτι τέτοιο. Ο Θεός ήρθε για τους αμαρτωλούς. Δεν
τίθεται θέμα αναξιότητος. Όσο πιο ανάξιος είναι ο άνθρωπος, τόσο
πιο πολύ ανάγκη έχει να καταφεύγη στον Θεό. Και αυτούς πιο
πολύ ο Θεός «προσίεται», γιατί όπως είπε, ήρθε για τους ασθενείς
όχι για τους υγιείς.
Επομένως αυτό στην πρακτική μορφή είναι πολύ χρήσιμο,
να μένη ο άνθρωπος μετά το λάθος και να μην χάνη το θάρρος
του. Και αυτό θέλει ανδρεία και προαίρεσι να το κατορθώση και
όμως είναι τόσο απαραίτητο. Όταν όλα αυτά τα προσέχει ο
άνθρωπος, τότε ευρίσκεται ο νους του σε μια κατάστασι
μαχητικότητος, σε μια κατάστασι εγρηγόρσεως, ούτως ώστε
πάντοτε προσέχει και ποτέ δεν απατάται. Και προσέχοντας έτσι,
κατ' ανάγκην ευρίσκεται σε συνεχή μετάνοια, και συνεχής μετάνοια
είναι, ανά πάσαν ώρα να ομόλογη στον Θεό:
«Ήμαρτον, Κύριε, δεν τα κατάφερα. Βοήθησε με. Παράμεινε
μαζί μου. Συ είπες: χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν».
Ακριβώς αυτό το έχω καταλάβει. Το έκαμα συνείδησι. Γι' αυτό
επιμένω. Κρούω, ζητώ, αιτώ, δεν θα παύσω να ενοχλώ. Δεν
μπορώ χωρίς Εσένα. Δεν πρόκειται να φύγω. Εάν δεν βαρύνονται
τα ώτα Σον να με ακούσουν, δεν θα βαρεθή και το στόμα μου να
φωνάζη. Επιμένω, είναι αλάνθαστος η κρίσι Σον στο να με
ανακαλέσης σε μετάνοια. Τούτο το έκανες Συ, θεία Παναγαθότης,
δεν το έκανα εγώ. Ούτε ήξερα τον Θεό, ούτε ήταν δυνατό να τον
ανακαλύψω. Συ, Κύριε, Πανάγαθε, ήρθες και με ανήκες και με
εφώναξες να σε ακολουθήσω. Αυτό το επήρα, το θέλω, το
επιθυμώ. Δεν τα καταφέρνω όμως. Γι' αυτό επιμένω, θέλω να με
βοηθήσης. Πρέπει αυτό που εκχώρησες να μην το απολέσω».
Βλέπετε! Σας έκαμα μια εικόνα, πώς είναι ο τρόπος της
πραγματικής μετανοίας. Αυτές οι διαθέσεις πρέπει να ευρίσκονται
στην ψυχή του ανθρώπου του ευρισκομένου υπό μετάνοια. Εάν
αυτό το συνεχίζει ο άνθρωπος πραγματικά, γεννάται μέσα του ένα
άλλο είδος θάρρους, το όποιο δεν ΓΝΩΡΙΖΕ πριν. Είναι μια μορφή
παρρησίας. Αυτή την παρρησία πού έχουν τα παιδιά προς τον
πατέρα τους, την οποία δεν ημπορούν να αποκτήσουν οι υπηρέται
και οι υπάλληλοι. Και τούτο γίνεται από το θάρρος αυτό, μέσω του
οποίου πολεμά την αμαρτωλότητα και κρατά τον όρο της
μετανοίας. Αυτό στην πρακτική είναι πάρα πολύ απαραίτητο, για
όλους μας ανεξαιρέτως, περισσότερο όμως στους αδελφούς μας
125

πού ζουν στην κοινωνία, πού ευρίσκονται πιο εκτεθειμένοι μέσα
στα αίτια. Μετά την πτώσι ο άνθρωπος έχασε την προσωπικότητα
του και έγινε επιρρεπής προς τα αίτια πλέον και μάλλον εξαρτάται
από αυτά. Εάν, όταν ήταν ολοκληρωμένη προσωπικότης,
κατόρθωσαν και τον επλάνησαν, σκεφθήτε τώρα πού δεν έχει
προσωπικότητα και ευρίσκεται υπό την επίδρασί των, πόσο
ισχυρά είναι αυτά· και επειδή ο άνθρωπος δεν έχει δύναμι, διότι
είναι τραυματισμένος από την αμαρτία και με τάς αισθήσεις του
καθόλου υγιείς, τότε γίνεται λεία δυστυχώς και θύμα αυτών των
παραγόντων. Επομένως έχει ανάγκη να ευρίσκεται υπό συνεχή
μετάνοια, η οποία είναι το ταπεινό φρόνημα, διότι η πραγματική
μετάνοια είναι η πρακτική ταπεινοφροσύνη. Η πρακτική
ταπεινοφροσύνη και ταπείνωσι, είναι η μόνη θέσι των λογικών
όντων, η οποία προκαλεί το θείο έλεος. «Ταπεινοίς δίδωσι χάριν
και υπερηφάνοις αντιτάσεται» ο Θεός. Εφ' όσον έτσι είναι τα
πράγματα, είμεθα υποχρεωμένοι αυτό τον τρόπο να
εκμεταλλευθούμε. Το νόημα είναι πλέον σαφές. Χωρίς την
συνεργασία της Χάριτος, είναι αδύνατο να τα βγάλωμε πέρα.
Πρέπει λοιπόν, να επινοήσωμε τρόπους, να προκαλέσωμε
περισσότερο την συμπαράστασι της Χάριτος, ώστε μαζί με αυτή να
ημπορέσωμε να επιτύχωμε. Τι λέγει ο Παύλος; «Πάντα Ισχύω εν
τω ενδυναμούντι με Χριστώ». Και ο Ιησούς μας λέει: «Χωρίς εμού
ου δύνασθε ποιείν ουδέν». Ο Παύλος έχοντας πείρα της
παρουσίας της θείας Χάριτος, ομολογεί και λέει: «Πάντα ισχύω εν
τω ενδυναμούντι με Χριστώ». Εάν λοιπόν, «πάντα ισχύωμεν» εν τη
ενδυναμούση Χάριτι, αρά όλη μας η προσπάθεια είναι πώς να την
τραβήξωμε μαζί μας. Όλες οι αρετές είναι αφετηρία στο να
προκαλέσουν και να συγκρατήσουν την Χάρι. Η κεντρικωτέρα από
όλες, κατά τους Πατέρες μας, είναι η ταπεινοφροσύνη. Αυτήν πάρα
πολύ αγαπά η Χάρις, και δεν είναι παράδοξο.
Εφ' όσο μας απεκάλυψε ο Ιησούς μας, ότι Αυτός ο ίδιος είναι
«πράος και ταπεινός τη καρδία», άρα το θέμα της
ταπεινοφροσύνης δεν είναι μια απλή προτίμησι της θείας φύσεως,
της θείας απαιτήσεως προς τα λογικά όντα, αλλά είναι κάτι το
οποίο προσίεται η θεία φύσι, για λόγους πού ξέρει ο Πανάγαθος
Θεός· και εφ' όσον είναι στην ιδιότητα Του, στην οντότητα Του
ταπεινός, άρα γεννάται διπλή η υποχρέωσι να είμεθα και εμείς
πλέον ταπεινοί. Εφ' όσον η ταπεινοφροσύνη τόσο πολύ βοηθά, ο
πρακτικός τρόπος με τον οποίο συντελείται, είναι η ειλικρινής
μετάνοια. Ο ειλικρινώς μετανοών, συνεχώς ευρίσκεται
προσπίπτων στον Θεό. Επιρρίπτει τον εαυτό του στον Θεό, και
συνεχώς φωνάζει· «ιλάσθητί μοι, τω αμαρτωλώ», «ελέησόν με,
Πανάγαθε, κατά το μέγα Σου έλεος», «συγχωρά με, Κύριε, δεν τα
126

καταφέρνω». «Έλα, Κύριε, παρέμεινε μαζί μου». Και εφ' όσον
όπως λέει ο Δαυίδ, «εταπεινώθην και έσωσε με ο Κύριος», ιδού
ένας απλός τρόπος να έχουμε μαζί μας την συμμαχία της Χάριτος
και να επιτύχωμε αρτιώτερα και τελειότερα την σωτηρία μας.
Γι' αυτό κανείς από μας τους πιστούς να μην φεύγη από τα
περιθώρια της ταπεινοφροσύνης. Η σωτηρία μας είναι και λέγεται
«δωρεάν σωτηρία». Γιατί είναι γεγονός ότι όλες οι αρετές είναι
χρήσιμες, αλλά πάρα πολλές από αυτές έχουν μια αγωνιστικότητα,
την οποία δεν διαθέταμε όλοι μας. Διότι η πρακτική αγωνιστικότητα
χρειάζεται αυθορμητισμό, πολλή αποφασιστικότητα, πολλή
φιλοπονία, συνεχή επαγρύπνησι, πράγματα τα όποια δεν έχομε
πάντοτε. Το να κρατήσωμε την ταπεινοφροσύνη - και αυτό είναι
κουραστικό - δεν είναι όμως υπέρ την φύσι μας, πράγμα δηλαδή
ακατόρθωτο. Διότι το να σκέπτεται κανείς ταπεινά, είναι το πιο
απλό πράγμα. Αλλά μήπως δεν είμεθα και ταπεινοί; Δηλαδή,
είμεθα κατά κυριολεξία ταπεινοί, εφ' όσον η αμαρτία μας
συνέτριψε. Αν φρονούμε ταπεινά, είμεθα αληθεύοντες, διότι
ανακαλύψαμε την πραγματική μας προσωπικότητα, πού την
συνέτριψε η αμαρτία. Διότι ούτε το «κατ' εικόνα και ομοίωσι» το
όποιο μας εχάρισε ο Θεός στην δημιουργία αξιοποιήσαμε, ούτε το
θέμα της Χάριτος και της υιοθεσίας, το οποίο μας έδωσε ο Θεός με
την παρουσία του, έχομε. Το να σκέπτεται λοιπόν κανείς ταπεινά τι
είναι; Η ανακάλυψι της αλήθειας, της πραγματικότητος. Αυτές οι
θεωρίες είναι φυσικές και πάρα πολύ βοηθούν. Είναι εύκολο ο
καθένας με αυτές να ασχολήται, έως ότου εύρη πράγματι, συν τη
Χάριτι, την πνευματική ταπείνωσι, οπότε ολοκληρώνεται εκεί η
προσωπικότητα του. Η ειλικρινής μετάνοια απεκάλυψε την
ταπεινοφροσύνη, η δε ειλικρινής ταπεινοφροσύνη έδωσε την
ολοκληρωμένη μετάνοια. Το ένα γεννά το άλλο.
Όπως είπαμε και πριν, εφ' όσον αναμαρτησία δεν υπάρχει,
τίθεται μόνο θέμα ειλικρινούς μετανοίας. Συνεργούσης της Χάριτος,
αρχίζει στον άνθρωπο (εκεί οπού η αμαρτία είχε άλλοτε επίδρασι
δυναστική και τον εξεβίαζε είτε κατά διάνοια, είτε από μέρους των
αισθήσεων, σαν αιχμάλωτο) μετά από ειλικρινή μετάνοια, να
εξασθενή μέσα του η δύναμί της και εκεί πού άλλοτε τον
εστραγγάλιζε και τον απασχολούσε, σιγά-σιγά παραμένει μόνο μια
ψιλή μνήμη. Και αν αγωνισθή ο άνθρωπος , αυτή η ψιλή μνήμη
χάνεται και του έρχεται αηδία προς την αμαρτωλότητα, διότι στην
πραγματικότητα η αμαρτωλότης είναι παραφροσύνη, γιατί η
αμαρτία δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα ά-λογο πράγμα,
παράλογο, «παρά φύσι». Ούτε φυσικό, ούτε χρειώδες είναι. Είναι
παράνοια, ένας παραλογισμός, μια παρερμηνεία. Δεν έχει φύσι,
ούτε θέσι. Δημιουργείται ελλείψει του καλού. Όταν κανείς
127

εξυγιανθή, βλέπει αυτό το τέρας και το απεχθάνεται. Τον καιρό
όμως της αμετανοησίας του, του επιβάλλεται και τον στραγγαλίζει.
Έχομε την ανάγκη της συμπαραστάσεως της Χάριτος, για να
ημπορέσωμε σιγά-σιγά με την βοήθεια της να αποφύγωμε την
αμαρτωλή διάθεσι. Να αποφύγωμε πρώτα την «κατ' ενέργεια
αμαρτία», μετά την «κατ' ενέργεια επιθυμία και σκέψι», ούτως ώστε
να εξαλειφθή τελείως από την διάνοια μας. Τότε καθαρίζει ο νους
και γίνεται πλέον ελεύθερος στο να σκέπτεται και να λογίζεται
πάντα αυτά τα όποια θέλει ο Θεός. Συνεχίζοντας - συν τη Χάριτι γίνεται και «τη καρδία καθαρός», οπότε ολοκληρώνεται πλέον
μέσα στα περιθώρια του αγιασμού και επιτυγχάνει τις θειες
επαγγελίες, όπως μας παραδίδουν οι Πατέρες μας. Γι' αυτό
χρειάζεται προσοχή, ούτως ώστε να αξιολογούνται ο χώρος, ο
χρόνος, ο τόπος, τα μέσα, οι δυνάμεις, τα πάντα. Να μην χάνεται
τίποτε. Για να γίνονται όλα αυτά, πρέπει να ευρίσκεται ο νους στην
βάσι του. Και ο νους κρατείται στην βάσι του μόνο με την μνήμη
του Θεού. Ο πιο αποτελεσματικός τρόπος είναι η «ευχή». Γι' αυτό
ο Παύλος επιμένει στο «αδιαλείπτως προσεύχεσθαι». Εάν ο νους
ευρίσκεται υπό την επίδρασι της μνήμης του Θεού, όλα
τελειώνουν, δεν ημπορεί να παρασυρθή. Η αμαρτία μη έχοντας
πρόσωπο, ούτε φύσι, ούτε θέσι, μόνο δια της απάτης, του δόλου
και του εκβιασμού εισέρχεται. Όταν ο νους όμως ευρίσκεται στην
θέσι του, είναι αδύνατο να πλανεθή. Δεν μπορεί η αμαρτία τίποτε
να κάνη, στέκεται μόνο σε μια ψιλή υπόμνησι και τίποτε άλλο.
Παράδειγμα ο Ιησούς μας. Μετά το βάπτισμα απεσύρθη στην
έρημο και ενήστευε. Εκεί εδέχθη την επίθεσι του σατανά, με τους
τρεις κορυφαίους πειρασμούς. Υπό απλή υπόμνησι μόνο, τίποτε
παραπάνω. Τον προκαλεί πρώτα στην φιλαυτία. «Αφού επείνασες,
δεν τρως;» «Ναι - λέει -θα φάω όποτε θέλω εγώ. Τότε μόνο». Τι
νόημα έχει αυτό; Δεν θα υποκύψω στη φιλαυτία της ορέξεως, θα
υποκύψω στους όρους της χρείας μόνο. «Θα φάω οπότε θέλω
εγώ, όχι όποτε μου πεις εσύ». Είναι η ελευθερία της χρήσεως, όχι
της παραχρήσεως. Αποδεικνύει δηλαδή, ότι ο άνθρωπος τρώει για
να ζή και δεν ζή για να τρώη. Έρχεται ο δεύτερος πειρασμός, του
εγωισμού. Του λέει: «Αφού είσαι Υιός του Θεού, βάλε σε πειρασμό,
εις ενέργεια την Χάρι, να απόδειξης ότι αφού είναι θέλημα του
Θεού θα σε σώση». «Ναι - άπαντα -έτσι είναι. Αλλά δεν θα
πειράξω τον Θεό. Ξέρω ότι ο Θεός είναι Πατέρας και προνοεί, θα
προνοήση Εκείνος, γιατί ξέρει πότε έχω χρεία, δεν θα τον βάλω
εγώ σε πειρασμό». Αυτή ήταν η δύναμι του σατανά. Και έφυγε,
«και άγγελοι προσήλθαν και διηκόνουν Αυτώ» (Ματθ. 4,11). Εδώ
εννοείται η Χάρις του αγιασμού.
128

Υπό μορφή, λοιπόν, μόνο προσβολής έρχεται η αμαρτία.
Όταν όμως ηττηθή ο άνθρωπος κατ' επανάληψι, τότε πηγαίνει
δυναστικά και τον δένει και τον σέρνει. Αυτή είναι αιχμαλωσία
πλέον. Είπαμε όμως προηγουμένως πώς γίνονται όλα αυτά. Για
να η μπόρεση ο νους μας, με ανοικτά τα μάτια να παρακολουθή
πόθεν του έρχονται οι προσβολές και να έχη την δυνατότητα να
αμύνεται, πρέπει να τον κρατήσω με στη μνήμη του Θεού.
Ευκολώτερος τρόπος της μνήμης του Θεού από την προσευχή,
δεν υπάρχει· γι' αυτό και ενομοθετήθη υπό του Παύλου το
«αδιαλείπτως προσεύχεσθαι». Και δεν είναι παράξενο ότι το
ευρίσκαμε αυτό και στους αγίους Αγγέλους, όπου εις όλους τους
αιώνας της υπάρξεως τους, ένα έχουν να κάνουν συνεχώς να
υμνούν τον Θεό. Αλλά και όλα τα λογικά όντα στην αιωνιότητα,
στην παλιγγενεσία, μεταφερόμενα στην βασιλεία του Θεού, αυτό
θα κάνουν. Και εδώ για να ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΘΩ ένας άνθρωπος ότι
είναι αληθινά πνευματικός, πρέπει να έχη μέσα του συνεχή ευχή.
Αυτό είναι το τρανό δείγμα ότι πρόκοψε πνευματικά. Άρα η ζωή
του μέλλοντος είναι η συνεχής ευχή, συνεχής ανακύκλησι του θείου
Ονόματος μέσα μας. Και αυτό είναι η δόξα μας και η ανάπαυσί
μας. Όλα αυτά τα είπα, για να μην μας φανή παράξενο για την
εντολή πού έχομε να είμεθα συνεχώς «ευκτικά όντα», να
προσευχώμεθα πάντοτε. «Τις σοφός και συ νήσει ταύτα και
φυλάξει τα ελέη του Κυρίου;» Ο καθένας από μας, έχομε
επιτακτικό καθήκον να εξασκήσωμε την προσευχή μέσα μας, όσο
εξαρτάται από μας. Κρατώντας ο νους την προσευχή, είναι ξύπνιος
και βλέπει πόθεν έρχονται οι λογισμοί και τι σκοπό έχουν τα
ποικίλα τεχνάσματα της αμαρτίας, πού προσπαθούν να τον
απατήσουν.
Η
μετάνοια ανακαλεί τον άνθρωπο από την
εμπαθή καταστασι και τον φέρνει στην φυσική. Όταν έλθη ο
άνθρωπος στην φυσική καταστασι, μακράν των παθών και των
επιθυμιών, τότε τον τραβά η θεία Χάρις στο «υπέρ φύσιν», πού
είναι ο αγιασμός. Είναι αδύνατο όμως να επίδραση πάνω του η
Χάρις και να παραμείνη μαζί του εάν αμαρτήση, διότι η
αμαρτωλότης είναι «παρά φύσιν» και ο Θεός «εν σώματι καταχρέω
αμαρτίας ουκ εισελεύσεται». Επομένως πάση δυνάμει, κάθε
άνθρωπος, κάθε πιστός, πρέπει να ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ με την αμαρτία
και ό,τι έχει γίνει μέχρι τώρα κατά λάθος, να μην επαναληφθή να
φθάση στην καταστασι να μην αμαρτήση πρακτικά και να κλαίη για
τις περασμένες αμαρτίες. Μη αμαρτάνοντας πρακτικά, παύει να
δανείζεται. Κλαίοντας για τις περασμένες αμαρτίες, πληρώνει τα
παλαιά και τότε ισορροπούν οι σχέσεις του με τον Θεό. Αυτός είναι
ο πρακτικός τρόπος της μετανοίας. Αφού ισορροπήσουν οι
σχέσεις μας με τον Θεό, τότε επιδρά επάνω μας η θεία Χάρις, διότι
129

«τους δοξάζοντας με δοξάσω και οι εξουθενούντες με
ατιμασθήσονται». Είναι αδύνατο η θεία Χάρις, η όποια είναι μέσα
μας, όταν της δοθούν οι προϋποθέσεις, να μην ενεργήση. Γι' αυτό
εξ άλλου υπάρχει και η Εκκλησία, η προέκτασι του Ιησού μαζί μας,
πού λέει ότι «μεθ' υμών ειμί πάσας τάς ημέρας». Δια της Εκκλησίας
και των μυστηρίων προεκτείνεται μαζί μας και συνεχίζει να
ευρίσκεται πάντοτε μαζί μας, οποιανδήποτε ώρα επικαλεσθούμε
την συμπαράστασί Του.
Είναι τόσο απλό. Αρκεί ο άνθρωπος να αξιολόγηση τις
ενέργειες του στην ζωή αυτή και να μην χάνη ούτε χρόνο, ούτε
χώρο, ούτε πρόφασι, ούτε δύναμι από όσας διαθέτει η
ψυχοσωματική του οντότης και με την βοήθεια της Χάριτος θα
επιτυχή την σωτηρία του. Η σωτήρια δεν είναι φυσικά αποτέλεσμα
των έργων μας, αυτή είναι «Ρωμαιοκαθολική» θέσι. Η σωτηρία
πηγάζει μόνο από τον Σταυρό, δωρεάν και τα έργα πού κάνομε
δεν είναι για να την αγοράσωμε. Αλλοίμονο. Είναι βλάσφημο και να
το σκεφθή κανείς. «Το αίμα του Υιού του Θεού καθαρίζει ημάς από
πάσης αμαρτίας» (Α' Ιωάν. 1,7), όχι τα ιδικά μας έργα. Η αντίστασι
προς την αμαρτία και αμαρτωλότητα, δεν είναι προς εξαγορά της
σωτηρίας, αλλά είναι στο να δείξωμε χαρακτηριστικά την
προσωπικότητα μας, ότι είμεθα λογικά όντα και δεν υποκύπταμε
στην παρά φύσι ζωή. Η αρετή είναι φυσικό φαινόμενο, δεν είναι
επιβεβλημένο. Και αν απαίτησε ο Θεός να γίνουμε ενάρετοι από
αμαρτωλοί, αυτό είναι υποβιβασμός για μας, διότι αυτό το περιέχει
η φύσι μας. Η αρετή είναι κατά φύσι μέσα στην προσωπικότητα
του ανθρώπου σαν «κατ' εικόνα και ομοίωσιν Θεού». Έξω από την
αρετή, δεν είναι κανείς άνθρωπος, είναι υπάνθρωπος.
Οι αρετές πού κάναμε, είναι για να ελευθερωθούμε από την
παρά φύσι ζωή, πού μας παρέσυρε η αμαρτία και μας έρριξε εκεί
μέσα. Τώρα πρέπει να ανασυρθούμε από τον βόθρο της
κτηνώδους καταστάσεως και γι' αυτό ακριβώς αγωνιζόμενα και όχι
για να αγοράσωμε την σωτηρία. Αυτή πηγάζει από τα μυστήρια και
τον Σταυρό του Χριστού. Αυτή είναι η ορθή θέσι της θεολογίας πού
μας παρέδωσαν οι Πατέρες μας, οι όποιοι ερμηνεύουν πολύ καλά
και το θέμα, τον τρόπο πού ο σατανάς προβάλλει την
αμαρτωλότητα. Δεν είναι για να μέτρηση την έκτασι της αμαρτίας,
όση και αν είναι. Ξέρει αυτός, ότι αν γυρίση ο πιστός και πη στον
Θεό «ήμαρτον», τότε αμέσως τον συγχωρεί. Η δύναμι του σατανά
και η επιμονή του στο να ρίξη τον άνθρωπο στην αμαρτία, είναι ότι
μετά από αυτή θα έλθη η απόγνωσι, και η απόγνωσι κρατά την
κεφαλή, πού είναι η προθυμία και παραδίδεται πλέον ο άνθρωπος
άνευ όρων.
130

Και τώρα καταλήγαμε να πούμε, ότι η απογοήτευσι, μετά την
αμαρτία, είναι μεν επακόλουθο φαινόμενο, αλλά «παρά φύσι»!
Είναι αναγκαίο κακό. Είναι όπως συμβαίνει στο παράδειγμα του
τραύματος και του πόνου. Μετά το τραύμα ακολουθεί πόνος.
Πρέπει, πάση σπουδή, ο άνθρωπος να θεραπεύση και το τραύμα
και τον πόνο. Αλλοιώς θα φθαρή. Η μετά την αμαρτία
απογοήτευσι, όσο μεγάλη και αν είναι η αμαρτία, είναι διαβολικό
φαινόμενο. Διότι θέμα αναμαρτησίας δεν υπάρχει, αφού ήλθε ο
Θεός ξέροντας, ότι ο άνθρωπος είναι παναμαρτωλός,
απωλεσμένος και υποβιβασμένος στον θάνατο και την
καταστροφή. Ήλθε εκουσίως εξ αγάπης, μόνος Του και τον
αγκάλιασε και τον εσήκωσε. Τώρα πώς ημπορούμε να πούμε
«είμεθα αμαρτωλοί και δεν είμεθα Άγιοι, γι' αυτό και
απελπιζόμαστε». Αφού Αυτός για τους αμαρτωλούς ήλθε και όχι
για τους δικαίους. Μόνος του το ομολογεί. Απόδειξι ότι έδωσε τα
κλειδιά της βασιλείας στον Πέτρο, πού τον αρνήθηκε τρεις φορές
και δεν τα έδωσε στον Ιωάννη, τον επιστήθιο και ηγαπημένο. Όχι
γιατί υποβιβάζει ο Θεός την αρετή, αλλά περισσεύει, ξεχειλίζει η
πατρική του στοργή στον αδύνατο και τον συντετριμμένο και στο
απολωλός. Και υπό το νόημα αυτό πρέπει κανείς να μην φοβάται
και να μην παραδέχεται την απογοήτευσι και αποθάρρυνσι σαν
επακόλουθο της αμαρτίας, αλλά όπως το ελατήριο να πετάγεται
επάνω πάλι και να λέγη; «Ήμαρτον, Θεέ μου, μη μου το γραφής,
μετανοώ» Και έτσι με θάρρος να συνεχίζη τον καλό αγώνα του, με
ακλόνητη την πίστι στην Παναγάπη και αγαθότητα του Ιησού μας.
Αμήν

Οι Αλλοιώσεις Στην Πνευματική Ζωή
Αν και ευρισκόμεθα στην εποχή του Χειμώνος, χθες είχαμε
μια καλή ημέρα, ηλιόλουστη. Επήραμε θάρρος ότι ο καιρός έγινε
ομαλός, και βλέπομε σήμερα ότι άλλαξε πάλι και ήλθε ταραχή. Και
τώρα δεν ημπορούμε να κινηθούμε προς τα έξω για να κάνωμε την
εργασία μας. Είμεθα υποχρεωμένοι να αμυνθούμε, έως ότου
παρέλθη αυτή η κατάστασι, πού όλοι γνωρίζομε ότι είναι
προσωρινή. Αυτή η εικόνα των αλλοιώσεων του καιρού συμβαίνει
και στην πνευματική μας ζωή. Οι τροπές και αλλοιώσεις, είναι
μεταπτωτικό φαινόμενο. Μετά την πτώσι ο άνθρωπος, δυστυχώς
έχασε την προσωπικότητα του και είναι υποκείμενος στις
εναλλαγές. Προ της πτώσεως είχε σύνοικο την Χάρι του Αγίου
Πνεύματος. Εζούσε κατά φύσι ευρίσκετο εκτός, αναγκών και
«Κύριος πάντων ων» εδέσποζε του χρόνου, του τόπου, του
131

τρόπου, των μέσων και δεν υπέκειτο σε καμμία μορφή
αλλοιώσεως, διότι είχε ολοκληρωμένη προσωπικότητα, θέλοντας
να γίνη Θεός, δια του διαβόλου, όπως αναφέρει ο αείμνηστος π.
ΟΥΤΙΝΟΣ Πόποβιτς, όχι μόνο δεν έγινε Θεός, αλλά έγινε ένας
ιδιότυπος διάβολος. Και τώρα υπήχθη πλέον στις αλλοιώσεις· του
έγιναν αναφαίρετο πράγμα και ο άνθρωπος δεν εξουσιάζει τίποτε
στην προσωπικότητα του. Και περιμένει να ιδή τι είναι αυτό πού θα
εύρη. Μόνο η δύναμι της λογικής του έμεινε και με αυτή επινοεί
τρόπους, ώστε να απαλλάσσεται από τους κινδύνους, πού
προκύπτουν από τις αλλοιώσεις. Αυτή είναι μια μεγάλη φιλοσοφία
πού θα βοηθήση ιδίως εμάς τους μοναχούς να επιτύχωμε, αφού η
ζωή μας είναι η ακριβής μελέτη της συνειδήσεως. Δεν ελέγχαμε
μόνο τα αποτελέσματα της πράξεως για να απέχω με από αυτή.
Ελέγχαμε ακόμα και αυτές τις αφορμές πού προκαλούν.
Στην περίοδο της Χάριτος, ο Ιησούς μας εδίδαξε να βγάζω με
την ρίζα του κακού. Στην περίοδο του Μωσαϊκού Νόμου,
ετιμωρείτο το αποτέλεσμα, ο καρπός, η πράξι. Εμείς ζούμε στην
περίοδο της Χάριτος. Δεν περιμένομε την ώρα πού γίνονται τα
κακά να τα σταματήσωμε ή προσέχομε να μην τα εφαρμόσωμε.
Εμείς οι μοναχοί προσέχαμε από την σύλληψι της σκέψεως, την
«προσβολή» κατά την γλώσσα των Πατέρων, ούτως ώστε να
ξεριζώσωμε τα ίδια τα φυτά, πού γεννούν τους κακούς καρπούς,
πού είναι η κατ' ενέργεια αμαρτία. Για να το επιτύχωμε αυτό
πρέπει να έχομε πολλή λεπτομέρεια στον χειρισμό των
αλλοιώσεων. Οι αλλοιώσεις, όπως αναφέραμε, είναι όπως οι
καιρικές συνθήκες. Δεν είναι μόνιμες, αλλά παροδικές. Δεν πρέπει
να φοβίζουν κανένα, ώστε να μεταβάλλουν τον ρουν της ζωής του.
Έχομε παράδειγμα τους ναυτικούς. Δεν αρνούνται την ναυτική
τους ιδιότητα επειδή η θάλασσα γίνεται σαν κόλασι, όταν έχη
τρικυμία. Τι κάνουν; Δένουν λίγο στο λιμάνι το καράβι τους και
περιμένουν. Και μετά συνεχίζουν την πορεία τους και δεν τους
απασχολεί το θέμα της τρικυμίας. Έτσι και εμείς δεν τρομάζαμε,
όταν ξέρωμε την δεξιοτεχνία του χειρισμού των αλλοιώσεων.
Μέσω των αλλοιώσεων προσπαθεί ο σατανάς να μας προκαλέση
φοβία, να μας φράξη τον δρόμο. Γνωρίζοντας όμως την
λεπτομέρεια εκ των προτέρων, ότι οι αλλοιώσεις είναι παρείσακτα
και παροδικά στοιχεία, τότε δεν τις ΛΑΜΒΑΝΑΜΕ υπ' όψι, αλλά
σαν τους ναυτικούς δένομε το καράβι και περιμένομε, θα παρέλθη
η θύελλα και πάλι θα συνεχίσω με. Βλέπετε και στις αναγνώσεις
πού κάνομε στην τράπεζα, πώς οι Πατέρες σχεδόν δεν δίνουν
καμμία βαρύτητα στο ζήτημα των λογισμών - των λεγομένων
προσβολών - και περισσότερο ο Μέγας καθηγητής της διακρίσεως,
ο Αββάς Ποιμήν, ο οποίος μας ερμηνεύει αυτή ακριβώς την
132

λεπτομέρεια. Οι αλλοιώσεις, σε μας πού είμεθα μακράν από τα
αίτια, είναι πραγματικά γελοίες, διότι δεν ημπορούν να κάνουν
τίποτε. Εμείς πρακτικά ευρισκόμεθα μέσα στην πραγματικότητα.
Ποία; Ότι ακούσαμε την κλήσι. Μας εκάλεσε ο Ιησούς μας με το
προφητικό ρητό του Ησαϊου: «Εξέλθετε εκ μέσου αυτών και
αφορίσθητε και ακαθάρτου μη άπτεσθε. Και εισδέξομαι υμάς και
έσομαι υμίν εις πατέρα και έσεσθέ μοι εις υιούς και θυγατέρας». Και
εμείς ακούσαμε την κλήσι· καθένας στην ηλικία και την περίστασι
όπως οικονόμησε η θεία Χάρις και «εξήλθομεν εκ μέσου αυτών».
Ποίων; Των αιτίων και όχι των ανθρώπων. Αλλοίμονο! Με τους
ανθρώπους είμεθα αδελφοί. Δεν μας βλάπτουν οι άνθρωποι.
Έχομε σχέσεις με τους ανθρώπους. Εξήλθαμε ακριβώς από τις
αφορμές του «μαμωνά», κατά την γλώσσα του Ιησού μας, πού
συμβολίζει τον νόμο της παραφύσεως, τον νόμο της επιθυμίας.
Εβγήκαμε από εκεί και πλέον τέτοιου είδους «ακαθάρτου», πού
συνιστά το σώμα του «μαμωνά», δεν απτόμεθα... Πράγμα της
καταχρήσεως και της επιθυμίας δεν μας απασχολεί. Και
παραμέναμε όχι για μια στιγμή μακράν των αιτίων, αλλά εκτίσαμε
κατοικία και καλύβη μέσα στις ερημιές, σαν αγρίμια, και
προσκαρτερούμε εδώ, προσμένοντες το έλεος του θεού,
πεπεισμένοι ότι Αυτός πού μας εκάλεσε είναι πιστός στις
επαγγελίες Του. Τώρα λοιπόν, ο διάβολος πολύ ελάχιστα ημπορεί
να βγάλη από μας, αν είμεθα λίγο προσεκτικοί. Διότι, κατά την
γλώσσα των Πατέρων, πού ερμηνεύουν με λεπτομέρεια την
πρακτική φάσι της ζωής μας, τα πλείστα κακά τα όποια
ημπορούμε να πάθωμε, (οφείλονται στις αφορμές και στα αίτια.
Από εκεί πού οι αισθήσεις και οι φυσικοί πόροι και νόμοι, με
προφάσεις ακατονόμαστες, τις όποιες συγχίζει ο σατανάς, γίνονται
τα ολισθήματα μας. Τώρα πού ευρισκόμεθα έξω από αυτά, ο
σατανάς απεγυμνώθη από την δύναμί του. Η θεία Χάρις με τον
Σταυρό του Ιησού μας, τον απεγύμνωσε διότι «του εχθρού
εξέλιπαν αι ρομφαίαι εις τέλος». Και ο Ιησούς μας λέγει ότι
«έρχεται ο του κόσμου άρχων και εν εμοί ευρήσει ουδέν» και
«θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμο» και φυσικά εννοεί και αυτό τον
διάβολο. Μη η μπορώντας τώρα να μας προσβάλη κατ' ευθεία από
την ουσία των πραγμάτων, πού ευρίσκονται τα αίτια και μας
ερεθίζουν, προσπαθεί μέσω των αλλοιώσεων να φέρη παλαιές
μνήμες, ούτως ώστε να μας ταράξη, να μας διακόψη την ησυχία
μας και την προσοχή μας από τον στόχο μας. Ποιον; Στο να
ξεχάσωμε το παρελθόν και να ενστερνησθούμε το μέλλον. Να
ξεχάσωμε την παλαιά ζωή, του παλαιού ανθρώπου της αμαρτίας
και της καταχρήσεως και να ενστερνισθούμε την νέα, την «καινή
133

ζωή». Να μιμηθούμε το παράδειγμα του Ιησού μας και των
Αγίων μας Πατέρων, των οποίων είμεθα συνεχισταί.
Το κεφάλαιο της υποστάσεως των μοναχών είναι η
παρθενία. Έχοντας σαν στόχο την αγνότητα και την παρθενία, γι'
αυτό εφύγαμε από τα αίτια πού προκαλούν. Μαζί με την παρθενία
συνυφαίνονται η υπακοή και η εκκοπή του ιδίου θελήματος, πού
είναι η υποταγή και ακολουθούν φυσικά η διακονία, η
ταπεινοφροσύνη, το πράο, το σιωπηλό, το ευκτικό και όλα όσα μας
παρέδωσαν οι Πατέρες μας και με τα οποία ασχολούμεθα. Αυτά
χάριτι Χριστού, ο κάθε ένας μας λίγο-πολύ με όση έχει δύναμι τα
κρατά και απέχει πρακτικά από τα αίτια. Μέχρι εδώ φθάνει η
ανθρώπινη δύναμι και προσπάθεια, άλλο τίποτε δεν ημπορούμε
να κάνωμε. Εάν θα βγουν από μέσα μας οι ρίζες των κακών και
στη θέσι τους θα σφηνωθούν οι ρίζες των καλών και θα αρχίσουν
μέσα μας να καρποφορούν οι αγαθές μνήμες και οι αρετές, αυτό
δεν εξαρτάται από εμάς. Το νοσταλγούμε, το προσμέναμε, το
ελπίζαμε, το πιστεύομε, δεν το κρατούμε. Αυτό θα το δώση μόνο η
θεία Χάρις, την οποία αναμένομε. Δεν εξαρτάται από τον ιδικό μας
έλεγχο. Από τον ιδικό μας έλεγχο εξαρτάται μόνο το να απέχομε
πρακτικά από κάθε τι, πού λέγεται και είναι αμάρτημα. Και με όση
δύναμι έχομε, να ευρισκόμεθα στα περιθώρια του καλού και της
αρετής.
Αυτό χάριτι Χριστού λίγο-πολύ το κάνομε. Μέχρι εδώ φθάνει
η δύναμί μας. Τα άλλα όλα τα αναμέναμε δια της πίστεως και εφ'
όσον έλθει η Χάρις τα δίδει εκείνη. Ο διάβολος λοιπόν, δεν
ημπορεί να μας αδικήση, εκτός αν θολώση τα νερά και πλανήση
τον μοναχό και αρχίση να βγαίνη από τις βάσεις του, οι βάσεις
ποιες είναι; Είναι η αννότης, η υποταγή και υπακοή. Όταν λοιπόν,
αυτά τα κράτηση ο μοναχός απαραχάραχτα, δεν ημπορεί ο
διάβολος να του κάνει κακό. Εις μεν την αγνότητα δεν ημπορεί να
τον ζημιώση, διότι δεν υπάρχουν τα αίτια. Πρέπει να είναι τόσο
αφρών ένας μοναχός ώστε να πλανεθή και να μπή μέσα στα
επίκτητα κακά και να επινόηση τρόπους να βρή ηδονή μέσα στις
ακαθαρσίες και στις συγκαταθέσεις αυτές, πού είναι αισχρό και να
τις ενθυμηθή κανείς. Ένα από τα πιο σπουδαία αίτια πού φράζει
τον δρόμο σε μας πού θέλομε να ακολουθήσωμε με ακρίβεια την
παρθενία, είναι το έτερο φύλο. Διότι παρόντος αυτού του αιτίου,
επιβουλεύεται η αγνότητα μας. Κάθε τι το οποίο μας παρακινεί
προς ενθύμησι αυτού του είδους της ηδονής, είναι εντελώς ξένο
για μας. Στον αληθινό μοναχό έχει τόση μεγάλη επίδρασι η Χάρις,
πού τέτοιοι λογισμοί του προκαλούν γέλωτα. Εάν κάποτε επιτρέψη
ο Θεός να παραταθή επάνω μας αυτός ο πόλεμος, υπάρχει
κάποιος λόγος. Είτε διότι εμείς αφήναμε το καθήκον μας και
134

παραδιδόμεθα στην αμέλεια και ακηδία ζητώντας έτσι η Χάρις να
μας ξυπνήση, είτε επειδή είναι η ώρα πού θέλει να μας δώση τον
στέφανο της αγνότητας, την ολοκληρωτική σφραγίδα της
παρθενίας και γι' αυτό επιτρέπει να μας πειράξη ο σατανάς, για να
αποδείξωμε πρακτικά την ειλικρινή πρόθεσί μας προς την
αγνότητα. Και στον πόλεμο αυτό, θα δώση ο Θεός και την
κατάλληλη δύναμι. «Πιστός δε ο Θεός, ος ουκ εάσει ημάς
πειρασθήναι υπέρ ο δυνάμεθα, αλλά ποιήσει συν τω πειρασμώ και
την έκβασιν του δύνασθαι υμάς υπενεγκείν».
Ερχόμεθα τώρα στο δεύτερο καθήκον μας, την υποταγή και
την υπακοή. Όπως γνωρίζετε, με την ανταρσία έγινε η πτώσι των
λογικών όντων και των αγγελικών και των ανθρωπίνων. Όταν ήλθε
ο Ιησούς μας να επαναφέρη σε ισορροπία τα πεπτωκότα, δεν
ευδόκησε, δεν οικονόμησε, δεν επεχείρησε, δεν αποφάσισε να
κάνη την επιστροφή από άλλη θύρα, παρά μόνο από την θύρα της
υπακοής. Διότι αν έκανε την επαναφορά διαφορετικά, θα έδινε την
εντύπωσι ότι είχε κάνει λάθος κατά την δημιουργία. Αλλά ο Θεός
έκανε τα πάντα «καλά λίαν». Σε ένα λόγο του ο Άγιος Νεόφυτος ο
Έγκλειστος ερμηνεύοντας το «καλά λίαν», λέγει.
Και πώς ήταν δυνατό, Πανάγαθε Δέσποτα, να κάνης Εσύ
πράγμα εσφαλμένο, πού να μην είναι «καλό λίαν»; Αφού Εσύ είσαι
το κέντρο πάσης καλοσύνης. Εσύ είσαι το υπέρτατο αγαθό, ήταν
δυνατό να κάνης λάθος και να κάνης ένα πράγμα πού να μην είναι
σαν και Σένα καλό;».
Επομένως τα «λίαν καλά» από τον Θεό γενόμενα, δεν
ημπορεί να τα μεταβολή ο διάβολος, ο άνθρωπος ή άλλος
παράγων. Ερχόμενος ο Ιησούς μας, είχε την δύναμι σαν Κύριος
των πάντων να μεταβολή ακόμα και τον νόμο της δημιουργίας,
διότι «Αυτός είπε και εγεννήθησαν, Αυτός ενετείλατο και
εκτίσθησαν». Αυτός είναι ο τεχνουργός. Εν τούτοις για να απόδειξη
το τέλειο της θεοπρεπούς μεγαλοσύνης Του, υπέδειξε ότι πρέπει
να γίνη επιστροφή από εκεί πού έγινε η πτώσι. Αναγκάζεται λοιπόν
από την αγάπη Του, να φορέση την ιδική μας φύσι, να υποστή
τέτοιους είδους κένωσι, πού να είναι ασύλληπτη στην διάνοια των
λογικών όντων και για να μας πείση πρακτικά ότι η επαναφορά
μας, μόνο δια του τρόπου της υπακοής ημπορεί να επιτευχθή.
Εμείς οι μοναχοί, πού κρατούμε το κεφάλαιο της ευαγγελικής
τελειότητος, είμεθα απόλυτοι μιμηταί του Ιησού μας. Γι' αυτό μετά
την αγνότητα, υποσχεθήκαμε υποταγή και υπακοή. Εάν ο μοναχός
μένει υπήκοος και υποτακτικός, δεν ημπορεί ο διάβολος ποτέ να
του κάνει κακό, ούτε στις αλλοιώσεις, ούτε στις αρρώστιες, ούτε
στους κινδύνους, ούτε στους φόβους, ούτε σε καμμιά λογική ή
παράλογη πρόφασι. Γιατί ακριβώς, ο υπάκουος μοναχός δεν
135

δέχεται τον ιδικό του λογισμό. Ο σατανάς κατ' ευθείαν δεν ημπορεί
ποτέ να φανερωθή και να μιλήση στόμα με στόμα, ή ακόμα να μας
κάνη σχήματα για να μας απατήση. Ακριβώς κάτι κάνει, αλλά με
ποιο τρόπο; Δολίως, μέσω της σκέψεως. Από εκεί, πού ο νους
πηγάζει τις ιδικές του σκέψεις και τις ρίχνει στην οθόνη της
διανοίας και τις επιλέγει και τις αποφασίζει, πηγαίνει και ο σατανάς
και από τον ίδιο προβολέα ρίχνει την πονηρή σκέψι στην ίδια
οθόνη. Ο νους ο οποίος είναι αδαής και δεν καταλαβαίνει, βλέπει
την εικόνα και δεν διακρίνει ποιος την έβαλε εκεί. Την παίρνει για
ιδική του σκέψι. Διότι η σκέψι έρχεται με δόλο. Δεν λέγει καθαρά
«φάγε, κοιμήσου, ραθύμησε, κλέψε, πες ψέματα, γέλασε». Διότι αν
πη έτσι κατ' ευθεία, δεν υπακούει ο άνθρωπος. Ο άνθρωπος, φύσι
αγαθή, κατ' ευθεία στο πονηρό δεν πάει· εκτός αν διαστραφή. Τότε
έρχεται με την εύλογη πρόφασι και λέγει: «Είμαι αδιάθετος, ας
πάω να κοιμηθώ»· και πολλές άλλες ακατονόμαστες προφάσεις.
Όταν έλθουν αυτά, ο γνήσιος υποτακτικός αμέσως σκέπτεται.
Οποιαδήποτε σκέψι έρχεται μέσα μου, καλή-κακή θα την
αναγγείλω στον Γέροντα.
Και ευρίσκεται στα πλαίσια της υποταγής και της υπακοής.
Μόλις ο διάβολος ιδή ότι έτσι ενεργεί ο υποτακτικός,
αποδυναμώνεται. Δοκιμάστε και θα ιδήτε. Όταν επιμένει ένας
λογισμός λεπτός και παραμένει, μόλις πείτε «θα πάω στον
Γέροντα, και ότι μου πει θα κάνω», αμέσως εξαφανίζεται.
Οι αλλοιώσεις δυστυχώς υπάρχουν και μεταβάλλουν τις
διαθέσεις. Ενώ τώρα ένας άνθρωπος είναι ευδιάθετος, πρόθυμος,
«ζέων τω πνεύματι», ξαφνικά σκυθρωπάζει, αισθάνεται ξηρασία,
ακηδία και χάνεται όλη η προθυμία του. Τότε έρχεται η εύλογη
πρόφασι να εφαρμόση οικονομία. Επειδή είναι αδιάθετος να φάγη
λίγο παραπάνω, κάτι καλύτερο, να ξεκουρασθή προ της κανονικής
ώρας, να εγκατάλειψη τον κανόνα του. Ο μοναχός όμως λέγει:
«Δεν θα κάνω τίποτε από αυτά. Και αν είναι ανάγκη θα ερωτήσω
τον Γέροντα». Έτσι δεν κινδυνεύει. Διότι αν υποταχθή κανείς στον
όρο της οικονομίας, εισέρχεται σε ένα πλήθος πειρασμών πού δεν
έχει άκρη. Τον καταλαμβάνει απόγνωσι, αποθάρρυνσι, τον ελέγχει
η συνείδησί του και δεν τον αφήνει ήσυχο, ούτως ώστε και
σωματικά να τον πείση να παράλειψη τον κανόνα του και
πνευματικά να μην τον αφήση να ενθυμηθή τον Θεό. Θα του
σαλέψη και τον ψυχικό και τον σωματικό κόσμο. Εάν όμως είναι
προσεκτικός, ότι τον απασχολεί και τον πιέζει, το αναφέρει στον
Γέροντα· και έτσι σκεπάζεται με την Χάρι της υπακοής και
εξαρτήσεως, και εξ αιτίας αυτού δεν αιχμαλωτίζεται στις διάφορες
παγίδες του σατανά. Εκεί πού δεν ημπορεί να εισχώρηση ο
σατανάς, όλα τα πράγματα είναι ομαλά και ειρηνικά, διότι εμείς οι
136

χριστιανοί έχομε κτήμα μας την ειρήνη του Ιησού μας, «Ειρήνην
αφίημι υμίν, ειρήνη την εμήν δίδωμι υμίν» (Ίωάν. 14,27) και «Ιδού
εγώ μεθ' υμών ειμί πάσας τάς ημέρας» (Ματθ. 28,20). Αυτά είναι
θέσεις, δεν είναι απλά λόγια.
Μένοντες εμείς μέσα στον όρο της υπακοής και του
καθήκοντος, έχομε την συνέχεια της παρουσίας της Χάριτος του
Ιησού μας και ειρηνεύομε. Όλα αυτά θα αυξήσουν μέσα μας την
εμπειρία στο πώς να πολεμάμε. Αν αυτό μάθετε, έληξε το θέμα.
Δεν μπορεί να μας κάνη τίποτε κανείς· διότι νουνεχώς και με
φρόνησι συνεχίζαμε την πορεία μας. Δεν φοβούμεθα
οποιονδήποτε παράγοντα πού θέλει να μας φράξη το δρόμο, διότι
απλούστατα, δεν έχει αυτό το δικαίωμα, γιατί «μείζων εστίν ο εν
υμίν ή ο εν τω κοσμώ» (Α' Ιωάν. 4,4)·
Ερ.: Γέροντα, εκτός από αυτά πού μας είπατε, τι άλλο πρέπει
να κάνωμε όταν έλθουν αυτές οι αλλοιώσεις;
Απ.: Είπα και προηγουμένως ότι ο άνθρωπος οφείλει να
μάθη την τέχνη του πολέμου. Το κεντρικότερο από όλα φυσικά,
όπως ο Ιησούς μας ετόνισε, είναι η υπομονή. «Ο υπομείνας εις
τέλος ούτος σωθήσεται» και « εν τη υπομονή υμών κτήσασθε τάς
ψυχάς υμών» Γιατί η υπομονή είναι αυτή πού θα δείξη την
πραγματικότητα. Επειδή οι αλλοιώσεις, πού είναι ανιούσες και
κατιούσες καταστάσεις, δεν είναι πραγματικές. Ούτε η ανιούσα,
ούτε η κατιούσα κατάστασι είναι πραγματική, ούτε το κύμα της
Χάριτος πού υπάρχει μέσα στον άνθρωπο και τον δροσίζει και τον
παρηγορεί, είναι μόνιμο, αλλά ούτε η απόγνωσι και η ξηρασία πάλι
είναι μόνιμα. Την ποιότητα τους θα την εύρωμε μόνο με την
μακροθυμία, η οποία λέγεται υπομονή. Συνηθίζοντας κανείς να
υπομένη, περιμένει το έλεος του Θεού πού θα έλθη και θα τον
πληροφόρηση. Οι αλλοιώσεις προκαλούνται από πολλές αιτίες.
Είτε εκ δεξιών, είτε εξ αριστερών είναι, οι αφορμές ένα σκοπό
έχουν. Το συμφέρον, την ωφέλεια του ανθρώπου. Ο Κύριος της
ζωής και του θανάτου, για να επιτρέψη να συμβή στον άνθρωπο
ο,τιδήποτε, πρέπει να το κρίνη με την θεοπρεπή Του δικαιοσύνη,
πού οπωσδήποτε είναι προς ωφέλεια του ανθρώπου. Το θέμα της
παναγάπης και προνοίας του Θεού είναι - όπως όλες οι θείες
τελειότητες -θεοπρεπές και τέλειο. Ο Θεός δεν μεταβάλλεται, ώστε
να πηγάζη από μια απόφασί Του κακό. Μόνο καλοσύνη, μόνο
αγάπη, μόνο αγαθότης, μόνο συμπάθεια, μόνο ελεημοσύνη είναι ο
Θεός. Άρα, και εκείνους πού αγαπά, και εκείνους πού παιδεύει,
τους παιδεύει σύμφωνα με τις ιδιότητες Του, αγαπητικά.
Για να επιτρέψη ο Θεός - και ιδίως στον άνθρωπο, τον οποίο
τόσο πολύ αγάπησε, ώστε «ουδέ του ιδίου Υιού εφείσατο» - μία
137

αλλοίωσι, ένα πειρασμό, από αγάπη το επιτρέπει, για το συμφέρον
του.

Τήρηση Του Νου
Το πάν στον μοναχό είναι η τήρησι του νου. Από εκεί
γίνονται όλα. Γι' αυτό και επιβάλλεται ο μοναχός να έχη αυστηρή
προσήλωσι, τήρησι και στροφή προς τον νου του. Να τον ελέγχη,
γιατί από εκεί ξεκινούν όλα τα καλά και από εκεί μπαίνει φραγμός
όλων των κακών. Η χρήσι και παράχρησι των νοημάτων, γεννά
όλα τα υπόλοιπα. Εάν κάποιος κάνη καλή κρίσι των νοημάτων,
οπωσδήποτε θα κάνη και καλή χρήσι των πραγμάτων αλλοιώς θα
συμβαίνη το αντίθετο. Γι' αυτό να στρέψετε όλο σας το ενδιαφέρον
στην προσοχή του νου. Ένας άριστος τρόπος τηρήσεως του νου
είναι η συνεχής μνήμη του Θεού. Εάν η προσοχή στραφή εις αυτόν
τον στόχο, τότε ο άνθρωπος αμέσως ευρισκόμενος στην μνήμη
του Θεού, δεν αμαρτάνει. Ο άνθρωπος «κατ' εικόνα και ΟΜΟΙΩΣΩ
Θεού» πλασμένος, σπανίως γίνεται κακοήθης εκ προθέσεως. Και
αυτοί ακόμα οι απολύτως διεφθαρμένοι, πού δεν ημπορούν να
αντισταθούν στα πάθη τους και συνεχώς παρασύρονται και
αμαρτάνουν ημπορούμε να πούμε ότι δεν αμαρτάνουν πάντοτε εκ
προθέσεως, αλλά πολλές φορές εξ αδυναμίας. Εκ προθέσεως ο
υγιής άνθρωπος δεν γίνεται κακοήθης· και το ότι παρασύρεται,
οφείλεται στο ότι σιγά-σιγά έφυγε ο νους από τον στόχο και έγινε
θύμα της πονηρίας του σατανά και της εμπαθούς καταστάσεως
του παλαιού ανθρώπου.
Μη δυνάμενος λοιπόν να έχη σωστή σκέψι, σωστή όρασι για
να διακρίνη τα πράγματα, αποπλανάται από ακατονόμαστες
προφάσεις και προτιμά τα κακά αντί των αγαθών. Όταν όμως ο
νους ευρίσκεται στην θέσι του και γνωρίζη καλά την αποστολή του
και συναισθάνεται την παρουσία του Θεού - γιατί «εκ δεξιών ημών
έστιν, ίνα μη σαλευθώμεν» - δεν κινείται προς το κακό» αλλά το
αποστρέφεται.
Ιδίως εμείς οι μοναχοί, οι όποιοι έχομε ιδιαιτέραν κλήσι και
εγκατελείψαμε τον κόσμο και είμεθα αυτοεξόριστοι, εάν αυτό έχω
με υπ' όψι μας, ήδη πρέπει να είμεθα πεπεισμένοι για την επιτυχία
μας. Αν ο νους ευρίσκεται στην θέσι του, δεν θα πλανηθή ποτέ.
Γιατί η αμαρτία είναι άλογος, δεν ημπορεί να πείση, μόνο απατά.
Είναι δυνατό να απατήση ανθρώπους πού η γνώσι τους έχει
αμβλυνθή και η έξι τους έχει παρασυρθή από το περιβάλλον τους.
Δεν ημπορεί όμως τόσο εύκολα να αποπλανά τους μοναχούς, οι
όποιοι έχουν συναίσθησι της ιδιαιτέρας προνοίας του Θεού και της
138

καθημερινής ενεργείας της Χάριτος Του. Ένας μοναχός ο οποίος
φοβάται να χόρταση, φοβάται να ξεκούραστη, φοβάται να μιλήση,
πώς είναι δυνατό να γίνη κακοήθης;
Όταν γίνεται, είναι σημείο ότι ξέχασε τον στόχο του και ο
νους του έφυγε από την βάσι. Ο φύλακας έφυγε. Ο φρουρός δεν
είναι εκεί, και εφ' όσον δεν έχει ο στρατός φρουρό, έρχονται οι
αντίθετοι και τον περικυκλώνουν.
Εάν ήταν ο φρουρός στην θέσι του και εκοίταζε μακρυά, θα
έδινε το σύνθημα και τότε ήταν αδύνατο να πλησίαση ο εχθρός.
Τόση μεγάλη σημασία έχει η τήρησι του νου. Το ξέρετε και από
τους Πατέρες μας. Ο Μ. Αντώνιος, ερωτώμενος να διευκρίνιση τι
σημαίνει μοναχός, είπε: «Μοναχός εστί ο νουν τηρών». Και εκεί η
ανθρώπινη γνώσι εσήκωσε ψηλά τα χέρια και είπε: «Εμείς δεν
ημπορούμε να το κάνωμε αυτό».
Βέβαια αυτή η εργασία χωρίς την θεία Χάρι, είναι αδύνατο να
επιτευχθή. Εμείς όμως έχοντες μαζί μας την Χάρι, είναι το μόνο
εύκολο πού ημπορούμε να επιτύχω με, διότι είναι και το κέντρο του
στόχου μας. Αυτός είναι και ο λόγος πού οι Πατέρες μας εφώναζαν
ο καθένας με τον τρόπο του· ο Μ. Αρσένιος εφώναζε ονομαστικά:
«Αρσένιε, δι' ο εξήλθες». Άλλος έδενε την μέση του με σχοινιά,
άλλος με αλυσίδες, άλλος έθετε στα ρούχα του σύμβολα, άλλος
έγραφε στους τοίχους, άλλος στο εργόχειρο του. Όλα αυτά
ακριβώς αυτό το νόημα είχαν. Οι Πατέρες είχαν αξιολογήσει την
σημασία του νου και επινοούσαν τεχνητά μέσα για να τους
ενισχύσουν προς την επιτυχία.
Και σεις, καθένας με τον τρόπο του να επιδιώξετε αυτό το
πράγμα. Και αν τούτο το επιτύχετε, πού οπωσδήποτε πρέπει, τότε
ασφαλώς βαδίζετε απρόσκοπτα την Πατερική γραμμή και η
επιτυχία είναι βεβαία· διαφορετικά, εάν δεν το επιδιώξετε, θα
δεινοπαθήσετε, διότι θα γίνετε εύκολη λεία στην ποικιλόμορφη
προφασιολογία της αμαρτίας και θα παρασύρεστε από το ένα
ολίσθημα στο άλλο. Τότε θα ενεργή μέσα σας ο παλαιός
άνθρωπος, τον όποιο έχετε αντίπαλο και εχθρό. Και τούτο θα
γίνεται, γιατί ο νους έχει ξεφύγει από την αποστολή του. Πολύ
συντελεί στην τήρησι του νου ο θειος ζήλος. Τον θειο ζήλο τον
κρατεί η ακρίβεια της συνειδήσεως, η ακρίβεια της συνειδήσεως
στέκεται στην επιμονή, στο πρόγραμμα και στο τυπικό μας.
«Άνω σχώμεν, λοιπόν, τας καρδίας». «Άνω» στα δεξιά του
Πατρός, εκεί πού είναι το απαύγασμα της δόξης, εκεί πού είναι το
κέντρο της αγάπης, ο Ιησούς μας, ο όποιος μας αναμένει. Πότε θα
ξυπνήσωμε από την αναισθησία μας και θα επικαλεσθούμε με
πόνο, με ταπείνωσι την αγαθότητα Του, να συγκαταβή να μας
ελευθέρωση από τον παλαιό άνθρωπο;
139

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ - ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
Ερωτ.: Γέροντα, τι γνώμη έχετε για τις τεχνικές πού
χρησιμοποιούνται από τους μοναχούς για την συγκέντρωσι του
νου; Ποια σχέσι έχουν με τον αγιασμό του ανθρώπου;
Απ.: Το θέμα δεν είναι σύγχρονο. Υπήρχε και επί της εποχής
του Άγιου Γρηγορίου του Παλαμά, θέλοντας να κτυπήσουν οι
κακοήθεις εχθροί το θέμα της ησυχίας και εσωστρέφειας πού ο
Άθωνας τότε επλουτούσε απομόνωσαν μερικές κινήσεις της
πρακτικής μας ζωής και έλεγαν κοροϊδευτικά ότι είμεθα
«Ομφαλοσκόποι» και αλλά πολλά πού αναφέρονται στον βίο του
Αγίου.
Και ο Άγιος ανέσυρε το ανάστημα του και είπε: «Ναι,
μεταχειρίζονται οι νηπτικοί Πατέρες διάφορους πρακτικούς
τρόπους πού συντελούν στο να έχωμε περισσότερη ευχέρεια στην
συγκράτησι του νου, αλλά αυτούς δεν τους δογματίζομε». Εις
αυτούς τους τρόπους ή τις τεχνικές, όπως είπατε, δεν στεκόμεθα.
Εκείνο το όποιο μας απασχολεί, είναι η ακριβής τήρησι των
Εντολών του Θεού, η ολοκληρωτική προς Αυτόν αγάπη μας,
καθώς και προς τον πλησίον μας, μέσω των οποίων δεχόμεθα την
επίσκεψι της Χάριτος. Σήμερα ακούομε παντού να γίνεται λόγος
περί νοερός προσευχής και Εσωστρέφειας μέσα στον κόσμο και
πολλά άλλα συναφή.
Αν και εμάς τους μοναχούς μας απασχολούν αυτοί οι τρόποι,
εν τούτοις δεν δίνομε εις αυτούς κανένα κέντρο βάρους. Το κέντρο
βάρους είναι η ακρίβεια της συνειδήσεως μας στο να φυλάξωμε το
θέλημα του Θεού, να τηρήσωμε πάσας τάς εντολάς Του και μέσω
αυτού του τρόπου να δεχθούμε την επίδρασι της Χάριτος. Δεν
αποβλέπαμε στους τρόπους πού χρησιμοποιούμε για συγκράτησι
του νου, διότι η εργασία μας δεν είναι μαγική, ούτως ώστε με
εξωτερικά σχήματα να προσδοκώ με την έλευσι της Χάριτος.
Έχοντες υιικές σχέσεις με τον Πατέρα Θεό, αποδεικνύαμε την
προς Αυτόν στροφή μας με την απόλυτη πίστι και αγάπη και άρα
αφοσίωσι.
Και έτσι ευρίσκομε ανταπόκρισι. «Εν ω μετρώ» μετρούμε,
αντιμετρείται σε μας. Καθώς αγαπούμε τον Θεό και εξ ολοκλήρου
επεκτεινόμενα προς Αυτόν, τηρούντες το θέλημα Του κατά την
δική του ρήσι - «ο μη αγαπών με, ου τηρεί τους λόγους μου» έρχεται προς ημάς. Και η κοινωνία γίνεται οργανική, και η
συνάντησι προσωπική. Ακόμη και αν η τήρησι του θελήματος θα
στοίχιση και αυτή μας την ζωή προθυμότατα το κάνομε. Και τότε
γίνεται το «ενοικήσω εν αυτοίς και εμπεριπατήσω, και έσομαι
αυτών Θεός και αυτοί έσονται μοι λαός».
140

Αυτό τον τρόπο διασάφισε ο Μέγας Φωστήρ της Εκκλησίας,
ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, όταν εθόλωσαν τα νερά οι δυτικοί
ορθολογισταί, για να εύρουν πρόφασι να κατηγορήσουν τους
ορθοδόξους.
Και πάντοτε είναι επίκαιρα αυτά, ιδίως στον σημερινό
κυκεώνα της αρνήσεως των πάντων και του περιεκτικού
ορθολογισμού. Και είμεθα έτοιμοι να δώσωμε λόγο «πάντι τω
αιτούντι, περί της εν ημίν ελπίδος». Αυτή είναι η στροφή μας.
Αγαπούμε τον Θεό, στον όποιο απολύτως πιστεύομε και
αφιερώναμε ολόκληρο το είναι μας. Όλη η θέλησι, η πρόθεσι, η
ενέργεια μας επεκτείνεται στην τήρησι των αγίων Του εντολών.
Και δεν το κάνομε αυτό, διότι προσδοκούμε να μας χαρίση
δωρεάς. Όχι! Πιστεύομε στον Θεό διότι μόνο εις Αυτόν αξίζει να
πιστεύωμε. Τον αγαπούμε, διότι είναι η απόλυτη αυτοαγάπη διότι
πλέον εξ ολοκλήρου ανήκομε εις Αυτόν. Για μας είναι διπλούς
Κύριος και Δεσπότης, διότι και εκ του μηδενός μας εδημιούργησε
και μετά την πτώσι μας ανέπλασε και ανακατεσκεύασε δια της
προσωπικής Του θυσίας. «Και ουκέτι πλέον, εσμέν εαυτοίς» αλλά
«τω υπέρ ημών αποθανόντι και αναστάντι» κατά τον Παύλο. Και
όπως ο Ίδιος ομολογεί «όστις τηρεί τας εντολάς μου αγαπηθήσεται
υπό του Πατρός μου και εγώ και ο Πατήρ μου ελευσόμεθα και
μονήν παρ' ούτω ποιήσομεν». Αυτός είναι ο τρόπος πού μας
οδηγεί στον αγιασμό.

Καθαρισμός Της Καρδίας
Το κέντρο της ζωής μας είναι η απασχόλησί μας με τον
πνευματικό νόμο. Αυτός είναι και ο λόγος πού αρνηθήκαμε τον
κόσμο και εγκαταλείψαμε τον οικογενειακό βίο, ο οποίος δεν είναι
αμαρτωλός. Τον εγκαταλείψαμε, επειδή θελήσαμε να εκφράσωμε
με ένα ιδιαίτερο τρόπο την αγάπη μας προς τον Θεό, τηρούντες
έτσι με ακρίβεια την πρώτη εντολή. Κληθέντες από τον Θεό,
ακολουθήσαμε την φωνή Του για να εφαρμόσωμε αυτή την εντολή.
Και για να εύρωμε τον κατάλληλο χρόνο, τον απερίσπαστο μάλλον,
εβγήκαμε έξω από την κοινωνία και αρνηθήκαμε τους οικογενείς
μας, ασχολούμενοι λεπτομερώς με την εσωστρέφεια, ελέγχοντες
τα νοήματα των πραγμάτων. Και αυτό τον τρόπο, να η μπορέσω
με να νικήσω με όχι μόνο την πρακτική μορφή της αμαρτίας, αλλά
να την αφανίσωμε από την γέννησί της. Όχι μόνο να μην
αμαρτάνωμε πρακτικά, αλλά ούτε κατά διάνοια να έχωμε
συνεργασία με το κακό. Και με αυτό τον τρόπο φθάναμε στον
μακαρισμό του Κυρίου: «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί
141

τον Θεόν όψονται». Ο Ιησούς μας ανέφερε ότι: «Τα έξωθεν
εισερχόμενα ου κοινούσι τον άνθρωπο», δηλαδή δεν τον
μολύνουν.
Εκείνα πού εξέρχονται από μέσα τον κάνουν ακάθαρτο. «Εκ
γαρ της καρδίας εξέρχονται διαλογισμοί πονηροί, φόνοι, μοιχείαι,
πορνείαι, κλοπαί, ψευδομαρτυριαι, βλασφημιαι». (Ματθ. 15,18).
Αυτά είναι τα περισσεύματα της ακαθάρτου καρδίας τα όποια
κινούμενα από μέσα προς το έξω, δημιουργούν το σώμα της
περιεκτικής κακοηθείας. Και τότε καταρακώνεται η ελευθερία της
προσωπικότητας του ανθρώπου, και από ευγενής και «κατ' εικόνα
και ομοίωσιν» πλασμένος πού είναι, γίνεται πονηρός και
διεφθαρμένος. Επειδή μετέχομε και εμείς αυτής της αρρωστημένης
καταστάσεως, εξήλθαμε από τον κόσμο ακριβώς γι' αυτό τον λόγο.
Κόσμο όταν λέμε δεν εννοούμε τους ανθρώπους. Κόσμος είναι το
σύστημα του παλαιού ανθρώπου, πού κατά τον Παύλο είναι τα
πάθη και οι επιθυμίες. Και κατά τον Ευαγγελιστή Ιωάννη, η
«επιθυμία των οφθαλμών και η αλαζονεία του βίου», η αφροσύνη
και γενικά η ματαιοφροσυνη. Ευρισκόμενοι τώρα εδώ, προσέχαμε
ακριβώς στο να γίνωμε «καθαροί τη καρδία», γιατί μονό έτσι θα
ίδωμε τον Θεό, όσο επιτρέπεται βέβαια στην ανθρώπινη φύσι να
έχη εμπειρία της οράσεως του Θεού. Το θέμα της παλιγγενεσίας
δεν είναι η μεταφορά των ανθρώπων εις ένα ευδαιμονισμό. Αυτά τα
παραδέχονται οι ξένες ομολογίες: Ο άνθρωπος μετά την παρουσία
του Θεού Λόγου, δεν μεταφέρεται εις ένα ευδαιμονισμό, ούτε
επανέρχεται από μία εξορία σε μια καλύτερη ζωή. Αυτά δεν είναι
της Εκκλησίας μας γεννήματα, αλλά πεπλανημένες ιδέες.
Η κένωσι του Θεού Λόγου, μετέφερε στην ανθρώπινη φύσι
την θέωσι. Έτσι ο άνθρωπος μεταφέρεται δια της Χάριτος - εάν
αρχίσει από εδώ να πειθαρχή στο Θείο θέλημα- υποστατικά στην
ένωσί του με τον Θεό. Όπως μετέχει το θετό παιδί στην περιουσία,
στο όνομα και στην προσωπικότητα του πατέρα του, ενώ δεν είναι
φυσικό παιδί, έτσι και εμείς. Αν και δεν γεννηθήκαμε τρόπον τινά,
από τον Θεό, με την υιοθεσία όμως απεκτήσαμε την ίδια θέσι, πού
έχει ένα φυσικό παιδί. Αυτό για μας λέγεται θεανθρωπισμός.
Αυτό μας έφερε στη γη ο Θεός Λόγος. Όπως είπε ο ίδιος:
«Εγώ πάτερ, εν αυτοίς και συ εν εμοί» και «την δόξαν ην δέδωκας
μοι δέδωκα αυτοίς», και άλλου «Θέλω ίνα όπου ειμί εγώ κακείνοι
ώσι μετ' εμού, ίνα θεωρώσι την δόξαν την εμήν», και πάλι «υμείς
φίλοι μου έστε, εάν ποιήτε όσα εγώ εντέλλομαι υμίν ουκέτι υμάς
λέγω δούλους». Και όταν του εζήτησαν να τους μάθη να
προσεύχονται, κατ' ευθείαν τους είπε: «Πάτερ, ημών ο εν τοις
ουρανοίς». Για να επιτευχθή όμως αυτό και να εισέλθωμε στους
κόλπους της υιοθεσίας, πρέπει να προσέξωμε, όχι μόνο να μην
142

αμαρτάνωμε, αλλά να κτυπήσωμε την ρίζα της αμαρτωλότητος,
ώστε και μέσα στην διάνοια μας να μην έχη θέσι. Όταν καθαρίση η
καρδιά από τις ενέργειες των παθών, πού είναι ο παλαιός
άνθρωπος, έρχεται τότε το Άγιο Πνεύμα και κατοικεί. Προσέξετε
πώς ο Ιησούς μας το αναφέρει. «Εάν τις αγαπά με, τον λόγον μου
τηρήσει, και ο πατήρ μου αγαπήσει αυτόν, και προς αυτόν
ελευσόμεθα και μονήν παρ' Αυτώ ποιήσομεν». Κοιτάξετε τι λέει,
«μονήν»· δεν λέει ότι θα έλθωμε να σας επισκεφθούμε, όπως
κάνομε εμείς μια επίσκεψι, αλλά λέει ότι θα κάνωμε διαμονή. Αυτός
είναι ο Θεανθρωπισμός.
Η απαλλαγή μας όμως από την αμαρτία δεν γίνεται
αυτομάτως αλλά σταδιακά, όπως γίνεται η σωματική αύξησι. Με
την εμμονή μας, σιγά-σιγά επιτελείται δια της Χάριτος
μυστηριωδώς η κάθαρσι της καρδιάς. ΚΑΘΑΡΙΖΩ πρώτα ο νους
και φωτίζεται, και έτσι συλλαμβάνει καλά τα νοήματα και δεν
πλανάται. Μετά την σωστή χρήσι των νοημάτων και την τήρησι της
ακριβείας των εντολών, καθαρίζεται και η καρδιά. Τότε εισέρχεται η
Θεία Χάρις μόνιμα και κάνει τον άνθρωπο αληθινά θεοφόρο. Και ο
άνθρωπος αυτός ενώ είναι ζωντανός, μεταφέρθη «εκ του θανάτου
εις την ζωή». Αυτό είναι ο αγιασμός . Τότε εις αυτόν δεν
λειτουργούν οι φυσικοί νόμοι. Κοινωνεί μόνιμα με την θεία Χάρι και
εισέρχεται στο υπέρ φύσι, ούτως ώστε να έχη το διορατικό ή το
προφητικό χάρισμα. Δεν φοβάται τις ασθένειες, τους κινδύνους,
διότι μεταφερόμενος στη θέσι της υιοθεσίας τον σκεπάζει η θεία
Χάρις· και όταν κάποτε θα φύγη από τον κόσμο αυτό, θα κερδίση
τις άξιες των επαγγελιών, πού μας υπεσχέθη ο Χριστός μας.
Και αυτές τις ήμερες, αν είστε λίγο προσεκτικοί, θα
αισθανθήτε περισσότερο την επίδρασι της Χάριτος, διότι όπως
έλεγε ο αείμνηστος Γέροντας μας, ο Χριστός χαρίζει πλουσιότερα
τα δώρα Του στις μεγάλες εορτές, σαν μια ιδιαίτερη ευλογία. Αλλά
υπάρχει λόγος στο να μην είμεθα και να μην γίνω με προσεκτικοί;
Αφού αυτό είναι το κέντρο του στόχου μας! Πώς να μην γίνωμε
ευλαβείς, ζηλωταί, προσεκτικοί, πραγματικοί λάτρεις του Χριστού
μας, ο οποίος πιστεύομε ότι μας εκάλεσε αφού μας προώρισε και
μας εδικαίωσε και απομένει μόνο η ελεημοσύνη Του να μας
δοξάση στην εσχάτη εκείνη ώρα, όταν θα φύγωμε από τον κόσμο
αυτό;
Και να τώρα θα εισέλθωμε στα «ταμεία» μας, και αποκλεισμέ
την θύρα μας και προσευχόμεθα και εξομολογούμεθα και
προσπίπτομε στον Χριστό μας και με όλη την ψυχή και την καρδία
και διάνοια και θελησι και πρόθεσι και δράσι αποδίδαμε τάς ευχάς
μας ενώπιον Του, πού έχει υποσχεθεί στους αμαρτωλούς. Με
πραότητα, με ταπείνωσι και καλοσύνη να προσπίπτετε με τον
143

τρόπο αυτό. Είναι ο μυστικότερος τρόπος της μεταβολής του
χαρακτήρας, πού προκαλεί τις πνευματικές εξάρσεις και
αλλοιώσεις: «Αύτη η ΑΛΛΟΙΩΣΙΣ της δεξιάς του Υψιστου».
ΑΛΛΟΙΩΣΩ πού μεταβάλλει τον πήλινο άνθρωπο, τον αμαρτωλό,
τον περικείμενο τους δερμάτινους χιτώνας. Τον μεταβάλλει σε
πνευματικό ον, πού το περιτριγυρίζουν και επιθυμούν οι Άγγελοι
να παρακύψουν. Βλέπουν τις καλές αυτές διάνοιες, πού
προσπαθούν να ξεπεράσουν τον νόμο της βαρύτητας και να
μεταφερθούν στο υπερουράνιο θυσιαστήριο, εκεί όπου
«πρόδρομος υπέρ ημών εισήλθεν Χριστός, εις τα Αγια αιωνίαν
λύτρωσιν ευράμενος» (Έβρ. 9,12).
Όσα δεν αφορούν τον ουρανό, ξεχάστε τα. Εκεί είναι το
πολίτευμα μας. Εκεί μας αναμένει ο Ιησούς μας. «Εάν πορευθώ
και ετοιμάσω υμιν τόπον, πάλιν έρχομαι και παραλήψομαι υμάς
προς εμαυτόν, ίνα οπού ειμί εγώ και ΕΜΕΙΣ ήτε». Ποια καρδιά,
αισθανόμενη αυτά τα ρήματα, δεν θα ΡΑΓΙΣΩ, ακόμη και αν είναι
από γρανίτη κατασκευασμένη; Η ανερμήνευτος παναγάπη Του δεν
ετελείωσε με την θεία Του κένωσι και την παραμονή Του μαζί μας
στην γη αυτή, όπου ενεδύθη την ιδική μας ταπείνωσι και πτώχεια.
Αλλά και στους πατρώους κόλπους αναπαυμένος «εν πάση τη
δόξη Αυτού», πάλι μας ενθυμάται και «ουκ εάσει ημάς ορφανούς
πώποτε, αλλά, μεθ' ημών εστί πάσας τάς ημέρας».
Όλοι πρόθυμοι τώρα ξεκινείστε με άμιλλα πνευματική, να
φιλοδοξήτε να πέραση ο ένας τον άλλο. Και αυτό ακριβώς είναι το
αξιέπαινο. «Αύτη η γενεά αιτούντων τον Κύριον».

ΕΡΩΤΗΣΗ - ΑΠΑΝΤΗΣΗ
Ερ.: Γέροντα, πρέπει να προσερχόμαστε για όποιον μας ζήτα
ή για τους αδελφούς της συνοδείας μας, πού λείπουν έξω στον
κόσμο;
Απ.: Για τα μέλη της συνοδείας μας έχομε χρέος να
προσευχόμαστε, διότι ανήκομε όλοι στο ίδιο σώμα. Όταν δε
ευρίσκεται κανείς έξω από το περιβάλλον του, δεν ημπορεί να έχη
την ίδια προσοχή και αίσθησι Χάριτος και κατάστασι πού έχει όταν
είναι στην φωλιά του. Εις αυτές τις περιστάσεις, πού ευρίσκεται
κάποιος έξω από την μάνδρα, δεν ξέρομε τι ημπορεί ο διάβολος
να επινόηση εις βάρος του, διότι είμεθα άνθρωποι και ποιος έχει
εμπιστοσύνη στον εαυτό του; Με μια στροφή του νου προς τον
Χριστό μας, να επικαλήσθε την θεία βοήθεια, την θεία Χάρι για την
επιτυχία του σκοπού για τον οποίο εξήλθε ο αδελφός· και με μια
μικρή προσευχή, να γίνεται αφορμή να σκεπάζεται οποιοσδήποτε
απουσιάζη από τη συνοδεία, διότι ευρίσκεται σε ανοικτό μέτωπο
και δεν γνωρίζομε από πού θα δεχθή την κρούσι.
144

Για τους άλλους τώρα σύμφωνα με την Πατερική παράδοσι,
οι νέοι, οι αρχάριοι, δεν ωφελούνται όταν εύχονται για άλλα
πρόσωπα, διότι είναι και αυτή μια πρόφασι από τα δεξιά για να
δημιουργή σκορπισμό.
Φυσικά όπως και άλλοτε σας ερμήνευσα, δεν φιλοδοξούμε
να ευχόμεθα για τον καθένα, όχι διότι μισούμε τον πλησίον μας, μη
γένοιτο, αλλά γνωρίζοντες ότι είμεθα αδύνατοι και δεν έχομε
παρρησία είμεθα λίγο συνεσταλμένοι και ο Θεός βλέποντας το
ταπεινό φρόνημα, ότι δηλαδή απέχομε γι' αυτό τον σκοπό,
συμπληρώνει η αγαθότης Του την πρόθεσι της καρδίας και την
πρόθεσι της αγάπης πού αισθανόμεθα απέναντι του καθενός.

Το Ίδιον Θέλημα Και Η Υπακοή
(Μνήμη του Αγίου Ευθυμίου)

Οι αναγνώσεις των βίων δύο κορυφαίων Πατέρων, του Αγίου
Παχωμίου και του Μεγάλου Ευθυμίου, μας δίδουν αφορμή να
σχολιάσωμε θέματα πού αφορούν το πρακτικό μας καθήκον. Θα
ήθελα να σας υπενθυμίσω ότι το Άγιο Όρος έχει σχέσι με τον Άγιο
Ευθύμιο και γενικά με τους αγιοσαββίτες μοναχούς. Από αυτούς
παρέλαβε η μονή Στουδίου το τυπικό της και το ίδιο τυπικό
μετέφερε στον Άθωνα ο ιδρυτής της κοινοβιακής μορφής του
μοναχισμού Άγιος Αθανάσιος, το οποίο και χρησιμοποιείται μέχρι
σήμερα. Εκείνο πού έχει σημασία να προσέξω με στον βίο και των
δύο Πατέρων, είναι το ότι μας συνιστούν την ακρίβεια της
συνειδήσεως του πρακτικού μας καθήκοντος και ιδιαίτερα την
αποφυγή του «ιδίου θελήματος». Το θέλημα γίνεται με πολλούς
τρόπους, αλλά οι κεντρικοί είναι δύο. Το ένα είναι το «εκ δεξιών».
Χάριν δήθεν ευλάβειας κάνει κάποιος το θέλημα του. Το άλλο είναι
το «εξ αριστερών». Χάριν της φιλαυτίας κάνει πάλι το θέλημα του.
Και τα δύο είναι ολέθρια. Πιο επικίνδυνο όμως είναι το «εκ δεξιών».
Το «εξ αριστερών» είναι καταφανές. Εκείνος πού κάνει το θέλημα
του για ηδυπάθεια, έχει μαζί και την εντροπή. Εκείνος όμως πού
κάνει το θέλημα του από τα δεξιά, είναι σχεδόν ανίατος, διότι είναι
δύσκολο να τον πείσης ότι σφάλλει, καθ' ην στιγμή στηρίζεται στο
καύχημα ότι ευσεβεί, ότι αγωνίζεται. Είδατε στον βίο του Αγίου
Παχωμίου τον αδελφό πού έκανε συ εκ δεξιών;
Ποιο είναι το νόημα του «εκ δεξιών» θελήματος; Ότι με τον
αγώνα του ο άνθρωπος, κερδίζει την σωτηρία. Όπως όμως τόσες
φορές ετονίσαμε, η σωτηρία δεν είναι αποτέλεσμα συναλλαγής. Ο
Θεός δεν είναι σαν κάποιος δεσπότης πού επιδιώκει να πάρη κάτι
από αυτούς πού εξουσιάζει, και αν δεν του τα δώσουν οι
145

υποτελείς, τότε φυσικά τους αποκληρώνει. Αυτά είναι γελοία και
βλάσφημα και μόνο να τα σκεφθή κανείς.
Η σχέσι του Θεού προς εμάς είναι πατρική και η ιδική μας
προς Αυτόν υιική. Είναι σχέσι απολύτου πατρότητας και υιότητος.
Επομένως δεν μας σώζουν τα έργα μας. Εκείνο πού μας σώζει
είναι η αγάπη του Θεού Πατρός, η οποία ξεχύνεται στα αγαπητά
του τέκνα, εάν αποδείξουν πρακτικά με την βιοτή τους, την υιική
τους θέσι προς Αυτόν. Η προσπάθεια πού καταβάλλομε στο να
πειθαρχούμε στο θέλημα του Θεού, αυτό το νόημα έχει. Δεν
κάνομε έργα για να συγκεντρώσωμε ποσοστά, μέσω των οποίων
θα εξαναγκάσωμε τον Θεό να μας δώση αυτά πού μας ανήκουν.
Αυτά τα πιστεύουν οι Ιουδαίοι του Νόμου και οι αιρετικοί της
Δύσεως.
Προσέξατε ότι ο αδελφός αγωνιζόταν εντατικά, εγκρατευόταν
και έκανε περισσότερο αγώνα. Έπρεπε να είχε περισσότερο
μισθό. Και όμως ο Θεός δεν τον αναγνώρισε και αντί να κερδίση
περισσότερη Χάρι όπως επίστευε, εδαιμονίσθη και ο Αγιος δια της
προσευχής του τον ελευθέρωσε.
Το ίδιο βλέπομε και στον βίο του Αγίου Ευθυμίου. Ένας από
τους μαθητάς του ήτο υψηλός και δυνατός άνθρωπος. Το κοινόβιο
εχρειάζετο την συνδρομή του για την μεταφορά αναγκαίων
πραγμάτων. Επειδή καταγόταν από την ύπαιθρο και ΓΝΩΡΙΖΕ
από πρακτικές εργασίες, ήτο κατάλληλος και ικανός για την
υπηρεσία αυτή. Ο Αγιος τον εκάλεσε και του είπε ότι τον εψήφισε
γι' αυτό το διακόνημα. Αυτός αντιδρούσε και πρόβαλλε: «Δεν
ημπορώ να το κάνω αυτό, Γέροντα. Αν με βάλετε σε αυτό το
διακόνημα, θα πηγαινοέρχομαι εδώ και εκεί και θα παραλείπω την
ακολουθία μου και την λοιπή ταξί και έτσι δεν θα ημπορέσω να
κρατηθώ». Χρησιμοποιούσε την ιδική του ασθενή λογική, την
λογική της συναλλαγής και όχι την λογική της πίστεως. Ο Αγιος
Ευθύμιος τον επαρηγόρησε. «Όχι τέκνο, δεν θα σου συμβή αυτό.
Εμείς οι όποιοι σε εψηφίσαμε στην θέσι αυτή, γνωρίζομε καλά τι
κάνομε και θα προσευχηθούμε και δεν θα γίνη αυτό πού λέγεις,
αντιθέτως θα ωφεληθής πολύ από την διακονία αυτή».
Αυτός πάλι δεν εδέχθη να υποταχθή, παραμένοντας στην
ασθενή του γνώσι και στο ότι αν φυγή από την γραμμή των
Πατέρων και ασχοληθή με εργασία πολυσχιδή και πολυμέριμνο,
δήθεν θα εχάνετο. Τότε του λέγει ο Άγιος: «Εμείς τέκνο, καθώς σε
ωφελούσε σου παραγγείλαμε. Εσύ όμως εφ' όσον θα κάμης αυτό
πού θέλεις, πρόσεξε καλά, όταν θα τρύγησης τους καρπούς να
μην μας αιτιάσαι». Δεν πρόλαβε να τελείωση ο απόηχος της
φωνής του Γέροντος και εισέρχεται μέσα του ο δαίμονας. Τον
ρίχνει κάτω και αρχίζει να σπαράζη και να αφρίζη και να κάνη
146

εκείνα τα όποια δίδει ο διάβολος στους ιδικούς του. Κατόπιν
παρακλήσεως και των άλλων Πατέρων, ο Άγιος τον εθεράπευσε.
Μόλις συνήλθε, πήγε στο διακόνημα του, στο οποίο και διέπρεψε.
Είναι ευχάριστο πού ευρίσκαμε τέτοια παραδείγματα στους
βίους των Πατέρων μας, γιατί αυτά ακριβώς απασχολούν και εμάς.
Αυτοί οι λογισμοί πάντοτε ενοχλούν και απασχολούν τον μοναχό.
Και ο λόγος του Γέροντος μένει σαν μια γυμνή συμβουλή την
οποία θέτετε σε αμφιβολία. «Άραγε μας τα λέγει καλά η διότι τον
συμφέρει τα προβάλλει έτσι;» Ευτυχώς πού οι Πατέρες μας δεν
παρέλειψαν να περιγράψουν με λεπτομέρεια τα συμπτώματα, τις
αφορμές
και
τις
εικόνες
των
πραγμάτων
για
να
παραδειγματιζόμεθα.
Κοιτάξετε τώρα τις σχέσεις πατρικής στοργής και υικής
αγάπης. Φέρομεν ως παράδειγμα μίαν οικογένεια ιδανική. Πώς
διάκειται ο πατέρας προς τα παιδιά του, στα όποια έχει δώσει καλή
ανατροφή και πώς τανάπαλιν διάκηνται αυτά προς αυτόν; Έχετε
μίαν αμυδράν εικόνα από αυτό. Αν δεν την είδατε προσωπικά ο
καθένας σας, την έχετε ιδεί δίπλα σας ή την ακούσατε. Εκεί
υπάρχει σαν σύνδεσμος η αγάπη, η ευωδιά της Χάριτος, πού
απορρέει από την παναγάπη του Θεού. Ο Θεός δεν είναι ο έχων ή
ο πηγάζων αγάπη. Είναι ο Ίδιος αγάπη. Ο Ιωάννης, ο μέγας
κλειδούχος των βαθύτατων μυστηρίων, ονομάζει και βροντοφωνεί
«ο Θεός Αγάπη εστί» (Α' Ιωάν. 4-8). Δεν λέγει, ο Θεός καλείται
αγάπη, έχει αγάπη, πηγάζει αγάπη, αλλά «ο Θεός αγάπη εστί».
Είναι η απόλυτος αυτοαγάπη και «ο μένων εν τη Αγάπη εν τω Θεώ
μένει και ο Θεός εν Αυτώ» (Α' Ιωάν. 4.16). Αν ξεκινούμε λοιπόν
από την θέσι αυτή, οι σχέσεις μας είναι καθαρώς αγαπητικές.
Υποτασσόμεθα στον Θεό όχι γιατί τον φοβούμεθα, αλλά γιατί τον
αγαπούμε. Ανταποκρινόμενα στην αγάπη του, διότι πρώτος Αυτός
«ηγάπησε ημάς».
Άρα η υπακοή είναι πραγματικό δείγμα της αληθινής αγάπης.
Στην υπακοή και μόνο γίνεται η διαπίστωσι της πραγματικής
αγάπης. Βλέπετε μόνοι σας ότι, όταν αγαπάτε κάποιον, πόσο
είσθε έτοιμοι και τον προκαλείτε να εκδήλωση το θέλημα του, για
να το εφαρμόσετε αμέσως. Και τότε ευρίσκετε ανάπαυσι. Η
υπακοή, ένας από τους βασικούς θεσμούς της μοναστικής μας
ιδιότητος, δεν είναι τίποτε άλλο παρά πρακτική αγάπη. Επειδή τον
Θεό δεν είναι δυνατό να τον ιδούμε με τα αισθητήρια του κόσμου
τούτου, αντί Αυτού έχομε την Εκκλησία, έχομε τους Πατέρες. «Ο
ακούων υμών εμού ακούει, και ο αθετών υμάς εμέ αθετεί, ο δε εμέ
αθετών αθετεί τον αποστείλαντά με», λέγει ο Ιησούς μας (Λουκ.
10,16). Το ενδιαφέρον μας είναι πώς να αναπαύσωμε αυτόν από
τον οποίο εξαρτώ μέθα. Η όλη εξάρτησί μας από τον πνευματικό
147

μας πατέρα, τον Γέροντα, έχει ως θεμέλιο και βάσι την προς τον
Θεό αγάπη μας. Ο υποτακτικός πάντοτε έχει μπροστά του ως
παράδειγμα τον Ιησού μας, ο οποίος έγινε «υπήκοος μέχρι
θανάτου, θανάτου δε Σταυρού» (Φιλιπ. 2,8). Η ιδική μας εξάρτησι
και υποταγή, τις περισσότερες φορές είναι αναγκαία, διότι την
προβάλλει η φύσι, η θέσι, η περίστασι, τα πρόσωπα, τα πράγματα.
Στον Θεό Λόγο ποιο από όλα αυτά υπήρχε για να υποταχθή στον
Θεό Πατέρα; «Μηδέν ων ήττον της πατρικής μεγαλωσύνης», έγινε
το απόλυτο παράδειγμα της υποταγής και υπακοής σε όλα τα
κτιστά όντα, για να μάθωμε εμείς, πού με την ανταρσία και τον
«ετσιθελιτισμό» εξοριστήκαμε από την αιωνιότητα και την ζωή, ότι
μόνο από αυτή την πόρτα θα επιστρέψωμε. Υπεδύθη ο Κύριος μας
τον ρολό του απολύτου υποτακτικού όχι για μια στιγμή, αλλά σε
ολόκληρο την παρουσία Του μαζί μας. Και όπως προφητικά
απεκαλύφθη, «Εγώ δε, ουκ απειθώ, ουδέ αντιλέγω» (Ήσ.50,5) ·
Αλλά ακόμα και εκεί πού θα ημπορούσε να πή κανείς ότι
εδικαιούτο να προβάλη την αντίστασί Του, ή την δικαιολογία, δεν
το έκανε, αλλά «τον νώτον αυτού έδωκεν εις μάστιγας το δε
πρόσωπον αυτού ουκ απέστρεψεν από αισχύνης εμπτυσμάτων»
(Ήσ. 50,6). Όλα αυτά μας βοηθούν να καταλάβουμε το νόημα της
εξαρτήσεως και της υπακοής. Διότι εάν δεν πιάσωμε αυτό το
νόημα, μάτην κοπιώμεν.
Οφείλομε να είμεθα έτοιμοι, γιατί οι ήμερες πού έρχονται
είναι πονηρές. «Έστωσαν αι οσφύες ημών περιεζωσμέναι» με την
αυταπάρνησι και «οι λύχνοι καιόμενοι», με τον ζήλο πού θα ανάψη
μέσα μας η θεία Χάρις, όταν εμείς δείξωμε την πρόθεσί μας κατά
αυτό τον τρόπο. Καμμιά αφορμή να μην μας ξεφύγη να
αποδείξωμε με την όλη διαγωγή μας ότι πιστεύομε σωστά και
αγαπούμε γνήσια τον Χριστό μας και χάριν αυτών των δύο
κινούμεθα και δεν μας ενδιαφέρει τίποτε, ούτε τίποτε υπολογίζομε,
διότι τίποτε στον κόσμο αυτό δεν έχομε.
Γι' αυτό εξήλθαμε του κόσμου, για να γίνω με «νεκροί τω
κοσμώ» κατά το προφητικό, «εξέλθετε εκ μέσου αυτών και
αφορίσθητε και ακαθάρτου μη «άπτεσθε» και τότε «εισδέξομαι
υμάς και έσομαι υμίν εις πατέρα και έσεσθέ μοι εις υιούς και
θυγατέρας, λέγει Κύριος Παντοκράτωρ» (Κορινθ. 6,17-18).
Η μνήμη του μεγάλου φωστήρας Ευθυμίου, πού είναι
καθηγητής των μοναχών, να μας εύρη με γενναίες αποφάσεις και
με σωστή τοποθέτησι των πραγμάτων, ούτως ώστε και η πρεσβεία
των Πατέρων μας, να γίνη για μας καρποφόρος, γιατί «πολύ ισχύει
δέησις δικαίου ΕΝΕΡΓΟΥΜΕΝΗ» (Ιάκ. 5,16). Αν λοιπόν κατά αυτό
τον τρόπο ετοιμαστούμε, τότε θα είναι απόλυτα ενεργούμενη η
δέησι των Πατέρων μας. «Ιδού έστηκα επί την θύραν και κρούω»
148

(Άποκ. 3.20), λέγει ο Ιησούς μας. Και όστις μου ανοίξει,
«εισελεύσομαι και δειπνήσω μετ' αυτού»· και οποίος δεν μου
ανοίξει θα φύγω και θα κτυπήσω άλλη πόρτα. Να φροντίσωμε όχι
μόνο να εύρη την πόρτα μας έτοιμη, αλλά προκαταβολικά ανοικτή,
για να μην χρειαστή καν να κτυπήση, αλλά να εισέλθη κατ' ευθείαν,
αμήν

Πρακτικές Αποτυπώσεις
(Παραμονή Α' εβδομάδος Μ. Τεσσαρακοστής)

Το πρώτο, πού κάνει κάθε άνθρωπος, όταν τον καλέση ο
Θεός στην επίγνωσι Του, είναι να ερευνήση με ακρίβεια τον εαυτό
του για να ιδή, ότι πράγματι στην ζωή του πολλές ενέργειες του
ήσαν έξω από το θέλημα του Θεού. Και από αυτή την στιγμή
αρχίζει το έργο της μετανοίας. Η μετάνοια αρχίζει από την
κατάπαυσι της αμαρτωλής ζωής και φθάνει μέχρι αυτής της
θεώσεως, η οποία δεν έχει τέλος. Ο Θεός δεν έχει περιγραφή και
τέρμα· ούτε και οι ιδιότητες Του είναι δυνατό να έχουν. Μπαίνοντας
ο άνθρωπος, δια της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, μέσα στους
κόλπους της θεώσεως, πάσχει όλες αυτές τις ιδιότητες τις
ατέρμονες, τις αψηλάφητες, τις ανεξιχνίαστες, τις απέραντες. Γι'
αυτό είπα ότι η μετάνοια δεν έχει τέρμα.
Θέλω να σχολιάσω το θέμα της μετανοίας, παίρνοντας
αφορμή από μερικά πράγματα πού με προεκάλεσαν και από τον
προσωπικό μου βίο, αλλά και γενικώτερα. Βλέπω ότι μοναχοί στις
ήμερες αυτές της περιόδου της Μ. Τεσσαρακοστής, ευρίσκουν
καιρό και ασχολούνται με θέματα επουσιώδη και λόγω της
απειρίας τους όταν τους ερώτησης γιατί ασχολούνται με αυτά,
απαντούν. «Επειδή είχα καιρό και δεν είχα τίποτε άλλο να κάνω».
Αυτό είναι ένα είδος μικροψυχίας, να μην πω ολιγοπιστίας. Δεν
έχεις τι να κάνης; Ίσως να ετελείωσες το διακόνημά σου και έχεις
ένα περιθώριο χρόνου. Τότε πήγαινα στο κελί σου. Το κελί είναι το
εργαστήριο της μεταβολής του χαρακτήρας σου. Δεν πηγαίνεις να
γονατίσης εκεί μέσα; να κτυπήσης το μέτωπο σου κάτω, να
κτυπήσης το στήθος, την «ενθήκη» των κακών, αλλά και την
«ενθήκη» των καλών; Και να κτυπήσεις εκεί του Ιησού την πόρτα;
Να ζήτησης, να αίτησης, να επιμένης, ούτως ώστε να σου άνοιξη;
Έπειτα κάθεσαι και δεν μελετάς; Μα, οι μοναχοί είναι
θεολόγοι.
Επί
Βυζαντίου,
στο
Πανεπιστήμιο
της
Κωνσταντινουπόλεως, υπήρχαν όλοι οι επιστημονικοί κλάδοι.
Όλες οι γνώσεις των ανθρώπων. Μόνο η θεολογία απαγορευόταν.
149

Η θεολογία ήταν στις ιερές Μονές. Δεν εθεωρείτο ανθρώπινη
γνώσι. Στους μοναχούς ανήκει η θεολογία, διότι ερχόμενοι σε
επαφή με τον Θεό προσωπικά, δέχονται τις ελλάμψεις και
αποκαλύψεις και γίνονται θεολόγοι. Γιατί λοιπόν, να μην ανοίξωμε
το Πανεπιστήμιο μας εδώ, ημέρα και νύκτα και να γίνωμε
πραγματικοί θεολόγοι; Είδα και επιμένω και δεν υποχωρώ, ότι
τόση Χάρι παίρνει ο μοναχός από την μελέτη στο κελί του, μέσα
στο πνεύμα της απολύτου ησυχίας, σχεδόν ίση με αυτή πού δίνει η
προσευχή. Εις αυτό επιμένω, διότι χάριτι Χριστού, το εγεύθηκα όχι
μια, αλλά πολλές φορές στην ζωή μου.
Και θέλω να τονίσω και κάτι ακόμα. Ο νόμος της επιρροής, ο
κανόνας της επιδράσεως, εφαρμόζεται απόλυτα. Τα συγγράμματα
των Πατέρων πού μελετά ο μοναχός με πίστι και πόθο και
επικαλείται την ευχή τους είναι αδύνατο να μην επιδράσουν επάνω
του. Διότι οι Πατέρες ήσαν και εξακολουθούν να είναι Πατέρες, και
ζητούν αφορμή και αυτοί, όπως ο ίδιος ο Θεός, του οποίου είναι
«εικών και ομοίωσις», να μεταδώσουν σε μας τις Χάριτες τις
οποίες αυτοί ευρήκαν δια του αγώνος των. Με την ανάγνωσι και
την μελέτη τους να είσθε βέβαιοι, ότι η πατρική τους στοργή θα
επίδραση επάνω σας.
Ας επανέλθωμε όμως στο θέμα της μετανοίας.
Πολλές φορές συμβαίνει στον αγωνιζόμενο, να μην ημπορή
να νικήση τον παλαιό άνθρωπο, διότι είναι τόσο πολύ
αιχμαλωτισμένος από τα πάθη του, παρ' όλο πού αυτός τα μισεί,
τα αποστρέφεται, δεν τα θέλει· και αυτή η κατάστασι θεωρείται κατά
την παράδοσι της Εκκλησίας, ζωή μετανοίας.
Τότε μόνο δεν θεωρείται μετάνοια, όταν παύση ο άνθρωπος
να αγωνίζεται και λέγει: «Δεν ημπορώ πλέον. Δεν υπάρχει για μένα
τίποτε». Αυτό λέγεται απόγνωσι και το καταδικάζει η Εκκλησία ως
βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος· περικόπτει και απορρίπτει
αυτό το μέλος ως σάπιο, ως βλάσφημο, στρεφόμενο κατά της
αγαθότητας του Θεού.
Δεν πρέπει λοιπόν, σε καμμιά περίπτωσι να συστέλλωμε την
πίστι μας. Ουδέποτε να σκεφθή κανείς, ότι είναι αδύνατο να
φθάσουμε στην ολοκληρωτική μετάνοια στην οποία μας εκάλεσε ο
Χριστός μας. Θα φθάσωμε χάριτι Χριστού. Ουδέποτε είναι ικανή
μόνη η ανθρώπινη ενέργεια και προσπάθεια να φθάση εκεί. Αυτό
είναι εγωιστικότατο και οι Πατέρες το κατεδίκασαν. Ο Μέγας
Μακάριος λέγει ότι τόση είναι η δύναμι της προθέσεως του
ανθρώπου, τόσο μόνο ημπορεί ο άνθρωπος, μέχρι πού να
αντίδραση προς τον διάβολο. Προκαλούμενος υπό του σατανά,
υπό μορφή προσβολής «κάνε αυτό», τόσο μόνο ημπορεί να πή ο
150

άνθρωπος· «όχι δεν το κάνω». Μέχρι εκεί ημπορεί να πάη ο
άνθρωπος. Από εκεί και πέρα είναι έργο της Χάριτος.
Γι' αυτό ο Ιησούς μας, ετόνιζε με έμφασι ότι, «χωρίς εμού ου
δύνασθε ποιείν ουδέν». Άρα ποτέ να μην συσταλήτε, ποτέ να μην
κατεβαίνετε στην μικροψυχία, εφ' όσο «δια πίστεως βαδίζομεν».
Ποτέ να μην λέγετε: «Δεν θα φθάσωμε εμείς στην απάθεια, δεν θα
φθάσωμε στον αγιασμό, δεν θα μιμηθούμε τους Πατέρες μας».
Αυτό είναι βλάσφημο.
Θα τους φθάσωμε επειδή το θέλομε και εφ' όσο το θέλομε θα
μας το δώση ο Χριστός μας. Μένοντας πιστοί και μη
υποχωρούντες κατά πρόθεσι, οπωσδήποτε θα το επιτύχωμε. Αυτή
είναι η πραγματικότης. Έξω από αυτή την γραμμή οι Πατέρες δεν
παραδέχονται άλλη. Έξω από αυτή, θεωρείται πλέον απόγνωσι.
Δεν υπάρχει το «δεν μπορώ πλέον». Πώς δεν μπορείς; Δια του
Χριστού ισχύομε. «Πάντα ισχύομεν εν τω ενδυναμούντι ημάς
Χριστώ». «Πάντα», είπε ο Παύλος, για να μην αφή ση κανένα
περιθώριο, μήπως πή κάποιος «εγώ δεν ημπορώ». Αφού είναι
«μεθ' ημών ο Θεός, τις καθ' ημών; Ει Θεός ο δίκαιων, τις ο
κατακρίνων;»
Κοιτάξετε το όριο της μετανοίας πως αποκαλύπτεται μέσα
στην Γραφή. Ο Πέτρος, ερώτησε τον Ιησού μας. «Κύριε, καλά είναι
έως επτά φορές να συγχωρώ αυτόν που μου φταίει;» Ο Πέτρος
τότε ατελής όντας, μη δεχθείς την έλλαμψι της Χάριτος, εσκέπτετο
ανθρωπίνως. Ενόμιζε με τον τρόπο αυτό, σύμφωνα με την
αυστηρότητα του Μωσαϊκού Νόμου, ότι έκανε μεγάλη οικονομία.
Έφθασε, όχι μια αλλά επτά φορές να συγχωρή. Και ο Ιησούς μας,
ερμηνεύοντας του το πνεύμα της Εκκλησίας, του λέγει: «όχι επτά
αλλά εβδομηκοντάκις επτά», για να τονίση έτσι το απεριόριστο της
μετανοίας. Η ζωή μας εδώ είναι ένα εικοσιτετράωρο
επαναλαμβανόμενο. Αν και εις όλες τις στιγμές είμεθα πάντοτε
έτοιμοι, με νέες αποφάσεις, η πρόθεσί μας είναι σωστή, το πνεύμα
πρόθυμο, η σαρξ όμως είναι ασθενής. Και δεν είναι μόνο η σαρξ.
Μαζί με την σάρκα, με την φύσι, υπάρχουν οι έξεις, οι συνήθειες, οι
τόποι, τα περιβάλλοντα, τα πρόσωπα, τα πράγματα και ο ίδιος ο
διάβολος. Όλοι αυτοί οι παράγοντες δημιουργούν την αντίθεσι, και
μένει σε μας μόνο η πρόθεσι η ιδική μας και η ενεργούσα
μυστηριωδώς θεία Χάρις, πού είναι παντοδύναμη.
Θεωρητικά όλα αυτά είναι εύκολα, πρακτικά όμως είναι
δύσκολα, όπως από την πείρα ο καθένας γνωρίζει. Αποφασίζομε
κάθε πρωί, κάθε στιγμή, ότι από τώρα και στο εξής δεν θα
υποδουλωθούμε στα πάθη. Ναι, αλλά τα πάθη δεν αφορίζονται,
δεν εξορκίζονται, για να τους πούμε «φύγετε» και δεν σας θέλομε
και να φύγουν, θέλουν τιτανική μάχη και αντίδρασι για να φύγουν.
151

Και αυτό γίνεται όταν νικήση η Χάρις, όχι ο άνθρωπος. Διότι τα
πάθη και οι αρετές είναι υπεράνω της φύσεως μας. Δεν τα πιάνομε,
δεν τα ελέγχομε. Αυτά μόνο η θεία Χάρις θα τα διώξη, θα απέλαση
τα πάθη και θα ελκύση τις αρετές. Πότε όμως; Όταν εμείς
επιμένωμε.
Γι' αυτό ο Ιησούς μας ετόνισε την υπομονή και την επιμονή.
«Εν τη υπομονή ημών κτήσασθε...». Και στις προσευχές ακόμα,
λέγει: «κρούετε, ζητείτε, μη εκκακήτε εν ταις προσευχαίς». Και
αναφέρει τα παραδείγματα εκείνα, με τα οποία μας ντροπιάζει. Εάν
σας ζητήση το παιδί σας ψωμί, θα του δώσετε πέτρα; Και αν σας
ζητήση να του δώσετε ψάρι, θα του δώσετε φίδι; Εάν εσείς πού
είστε πονηροί, δίδετε αγαθά δόματα στα παιδιά σας, ο Ουράνιος
Πατήρ δεν θα δώση Πνεύμα Άγιο εις εκείνους πού το ζητούν; Και
«υπέρ εκ περισσού ων αιτούμεθα ή νοούμεν» θα δώση. Είναι
αδύνατο να καταργηθούν οι θείες αυτές υποσχέσεις. Ο Ιησούς μας
λέγει ότι, «ο ουρανός και η γη παρελεύσονται οι δε λόγοι μου ου
μη παρέλθωσι». Γι' αυτό τον σκοπό ήλθε ο Υιός του Θεού στην γη.
Δεν είχε ανάγκη ο Θεός Λόγος να υποστή την «κένωσι» ει μη μόνο
για την επιστροφή του ανθρώπου στους κόλπους της θείας
αγάπης. Αυτή είναι η «καινή κτίσις» πού είναι ανωτέρα της
προηγουμένης.
Υπάρχει και ένα άλλο μυστήριο ακόμα πού μας παρέδωσαν
οι Πατέρες μας, το οποίο πρέπει οπωσδήποτε να ξέρετε. Το
μυστήριο είναι τούτο. Πολλές φορές, ενώ τα πράγματα πάνε καλά,
η ίδια η Χάρις αφήνει τον πειρασμό· και διευκρινίζω καλύτερα. Η
Χάρις δεν δημιουργεί ποτέ πειρασμό. Αλλοίμονο, είναι βλάσφημο
να το πή κανείς. Δεν πηγάζει από το φως σκότος, ποτέ.
Και εξηγούμαι σαφέστερα. Εγώ επιμένω αγωνιζόμενος
εναντίον ενός πάθους πού με ενοχλεί· κατά της κακής έξεως πού
με πιέζει· θέλω να φύγη· παρακαλώ τον Θεό να μου δώση εκείνο
πού μου χρειάζεται. Ο Θεός μέσα στην πανσωστική του πρόνοια,
πού περικλείει τα πάντα, βλέπει ότι δεν είναι ώρα να το δώση. Η
ίδια η Χάρις, ενώ έπρεπε να λειτουργήση και να κάνη αυτό το
πράγμα, δεν το κάνει. Δεν το κάνει για τον λόγο πού ξέρει, επειδή
ο Θεός είναι ανενδεής και οι τρόποι πού επεμβαίνει είναι
Θεοπρεπείς, και ότι κάνει ο Θεός είναι παντέλειο. Ότι κάνει ο Θεός
δεν είναι μερικό, είναι γενικό. Επομένως στην γενικότητα αυτή
χρειάζεται ο χρόνος. Διότι μαζί με την περίστασι, ο Θεός περικλείει
πολλά μαζί. Χρειάζεται υπομονή, ούτως ώστε να ετοιμασθούν και
τα πρόσωπα και οι παράγοντες και οι τόποι και ο χρόνος και
ακόμα και αυτή η ιδιοσυγκρασία. Και τότε έρχεται και το τελειώνει,
το φέρει εις πέρας.
152

Υπάρχουν και άλλες πτυχές πάνω στο ίδιο θέμα πού μας
παρέδωσαν οι Πατέρες. Πολλές φορές προλαμβάνει η Χάρις και
δίδει ένα κανόνα και αφήνει τον άνθρωπο αβοήθητο σε μια
περίστασι, για να τον σώση από ένα επερχόμενο πειρασμό τον
οποίο ξέρει ο Θεός ότι θα επάθαινε μέσα στην απειρία και στην
ατέλεια του. Είναι τόσα τα μυστήρια, πού δεν ημπορή να τα
ΓΝΩΡΙΜΗ κανείς.
Άλλες φορές η Χάρις προορίζει ένα άνθρωπο για να γίνη
οδηγός άλλων και τον πειράζει ιδιαίτερα αυτόν για να τον ετοιμάση,
ούτως ώστε στην κατάλληλη στιγμή να είναι από όλες τις απόψεις
πεπειραμένος και να δυνηθή να σταθή μέσα στην Εκκλησία και να
γίνη φωστήρας, οδηγός και καθοδηγητής των άλλων. Τον
δοκιμάζει με ένα άλλο τρόπο μυστηριώδη και ασυνήθιστο. Είδες τι
λέει; «Μήπως δεν έχει εξουσία ο κεραμεύς του πηλού; Να κάνη
από τον ίδιο πηλό ότι θέλει;» Έτσι και η Χάρις. Όλα αυτά μας
πείθουν ότι χρειάζεται υπομονή και καρτερία· ουδέποτε
μικροψυχία.
Εφ' όσον ο Ιησούς μας λέγει ότι «οι λόγοι μου, ου μη
παρέλθωσι», να είστε βέβαιοι ότι κανενός η ελπίδα δεν θα
διαψευσθή. Μόνο οι άνθρωποι ημπορούν να απατήσουν τους
άλλους, διότι είναι πεπερασμένοι και έχουν τις γνώσεις τους
περιορισμένες. Στον Θεό δεν συμβαίνει το ίδιο. Οτιδήποτε του
ζητήσομε και αφορά την σωτηρία μας θα το πάρωμε.
Μου είπε ένας αληθινά πνευματικός άνθρωπος, ότι από την
αρχή πού εξεκίνησε, του έδειξε ο Θεός την Χάρι Του και τον έβαλε
στον σωστό δρόμο. Μέσα στον αγώνα του τότε, παρεκάλεσε τον
Θεό να τον απαλλάξη από μια κατάστασι πού του φαινόταν πολύ
δύσκολη και ήταν αδύνατο να αντέξη. Παρ' όλο πού
προσευχήθηκε πολύ δεν είδε καμμιά λύσι στο πρόβλημα του.
Επέρασαν σαράντα δύο χρόνια· και τότε του είπε καθαρά η Χάρις:
«θυμάσαι, πού με παρεκάλεσες να σου αποκαλύψω το θέλημα μου
για εκείνο το πράγμα; Αυτό είναι πού έκανες τώρα». Και αυτός
απάντησε: «Και εάν δεν έκανα έτσι τόσα χρόνια και έκανα
αλλοιώς;» Και απεκρίθη η Χάρις: «θα εχάνεσο». Έτσι είναι τα
μυστήρια, γι1 αυτό χρειάζεται να κάνωμε υπομονή.
Στο βίο του Αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ, κάποιος Ρώσος
ωνόματι Μοτοβίλοφ είχε απορία, τι σημαίνει Χάρις. Και ενώ είχε
αυτή την απορία και προσευχόταν, ο Θεός δεν του έδειξε τίποτε.
Τελικά αυτός το εξέχασε. Όταν επέρασαν είκοσι πέντε χρόνια, τον
εφώναξε ο Άγιος Σεραφείμ και του λέγει: «Έλα εδώ τώρα να ιδής
αυτό πού εξήγησες πριν τόσα χρόνια. Ο Θεός αργεί αλλά δεν
ξεχνά».
153

Όταν θέλω με να σωθούμε αγωνιζόμεθα να αποβάλω με τα
πάθη μας και επιθυμούμε διακαώς να κατοίκηση μέσα μας η Χάρις
του Αγίου Πνεύματος και να μας δείξη αυτή τι θέλει να κάνωμε.
Είναι αυτό πού μας είπε ο Ιησούς μας; «Ζητείτε πρώτον την
βασιλείαν των ουρανών» και τα υπόλοιπα «προστεθήσεται υμίν».
Όταν εμείς ορθοποδούμε, θα επιτύχωμε περισσότερο από
ότι υπολογίσαμε. Επομένως να μένετε πιστοί στις καλές σας
αποφάσεις έστω και αν χιλιάκις επιχειρήσετε και δεν επιτύχετε. Μη
νομίζετε ότι άλλαξε κάτι. Ούτε εμείς αλλάξαμε, ούτε ο Θεός, ούτε
φυσικά και ο διάβολος. Το «αιτείτε και λήψεσθε» είναι
πραγματικότης. Εφ' όσον αιτήσαμε θα λάβωμε, εφ' όσον
εζητήσαμε θα μας δώσουν, εφ' όσον εκρούσαμε θα μας ανοίξουν.
Ο ήλιος είναι δυνατό να μην ανατείλη, αλλά εμείς δεν είναι δυνατό
να αποτύχω με.
Δεν είναι τυχαίο, το ότι μας εκάλεσε ο Θεός να τον
ακολουθήσωμε. Ποιος μας έφερε εδώ; Ποιος μας ενίσχυσε να
αρνηθούμε την φύσι και να γίνωμε περιγελάς του κόσμου και να
είμεθα αυτοεξόριστοι; Και όχι μόνο τούτο, αλλά να ΣΤΕΝΑΖΑΜΕ
μήπως γλιστρήσωμε και ΞΕΦΥΓΑΜΕ λίγο από την εγκράτεια·
μήπως κοιμηθήκαμε λίγο περισσότερο· μήπως αποφύγαμε τον
κόπο· μήπως εξεφύγαμε λίγο από την υπακοή. Γι' αυτά στενάζομε.
Αυτά είναι η ενεργός Χάρις του Αγίου Πνεύματος πού ευρίσκεται
μαζί μας και μας πείθει και μας πληροφορεί. Αυτά είναι
πραγματικότης όχι λόγια λαλούμενα, λόγια αφηρημένα. Κρατούμε
στα χέρια μας τις αποδείξεις της ελεημοσύνης του Χριστού.
«Το μείζον» το έδωσε. Δεν θα δώσει το ελάχιστον; «Έτι
αμαρτωλών όντων ημών, υπέρ ημών απέθανε». Εάν αυτός
εσταυρώθη και δια του Σταυρού κατήργησε την αμαρτία και
εσφράγισε το διαβατήριο της εισόδου μας στην ζωή παρέχοντας
και την άφεσι των αμαρτιών μας, τώρα απομένει σε μας να κάνωμε
λίγη υπομονή. Να μην γυρίσουμε πίσω, αλλά να αναμένωμε ως
δούλοι τον Κύριο μας «πότε αναλύσει εκ των γάμων». Και θα
ανάλυση και θα φωνάξη τον καθένα· και θα απαντήσωμε και εμείς
με καύχημα. «Παρόντες, Κύριε, εδώ είμεθα. Αφ' ης στιγμής μας
εκάλεσες, αναμέναμε πότε θα έλθης να μας δώσης την επαγγελία».
Οπόταν θα ακούσωμε το: «Ευ, δούλοι αγαθοί και πιστοί».
Αυτές είναι πραγματικότητες. Αυτά τα ζήτε και θα τα ζήσετε
ακόμη περισσότερο, εάν δώσετε περισσότερη σπουδή στην μελέτη
και γενικά στην πνευματική εργασία. Να κάνετε την διακονία σας με
λεπτομέρεια και υπακοή. Να βλέπετε στο πρόσωπο του Γέροντα
την πραγματική παρουσία του θείου θελήματος. Ο καθένας να
σκέπτεται ότι ζή ο εαυτός του, και ο Χριστός.
154

Μόλις τελειώσετε την διακονία σας να είστε χαρούμενοι·
μεταξύ σας όχι σκυθρωποί και να μην αποφεύγετε ο ένας τον
άλλο. Να είσθε ευγενικοί και πρόθυμοι. Μην ομίλητε όμως άσκοπα.
Από την πολυλογία «ουκ εκφεύξεταί τις αμαρτίαν». Λέγει ο σοφός
Σειράχ: «Μεταξύ αρμών λίθων πύγνηται πάσσαλος και μεταξύ
πράσεως και αγορασμού εμφωλεύει αμαρτία». Πράσις και
αγορασμός κατά τους Πατέρας είναι το «δούναι και λαβείν». Να
ακούσω και να ακούσης. Μα αυτά είναι για μας; Αυτά είναι για τους
αργόσχολους του κόσμου τούτου, πού ομιλούν περί ανέμων και
υδάτων. Εμείς ποια σχέσι έχομε με τον κόσμο τούτο; Για μας είναι
τα μυστήρια της Βασιλείας του Θεού. Εκείνα μας απασχολούν.
Εμάς μας απασχολεί ο ουρανός. Άνω σχώμεν τάς καρδίας. Πού;
Εκεί «όπου, υπέρ ημών εισήλθεν Ιησούς, εις τα Άγια αιωνίαν
λύτρωσιν ευράμενος»
Εκεί, στο ουράνιο καταπέτασμα, εκεί να αποβλέπωμε, εκεί
είναι η πατρίδα μας. «Ουκ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν αλλά την
μέλλουσαν επιζητούμεν». Είμαστε Ουρανοπολίται. «Μνήσθητι της
βασιλείας των ουρανών ίνα η επιθυμία αυτής κατά μικρόν - μικρόν
ελκύση σε», λέγει ο Αββάς Ησαΐας. Και αυτή η μνήμη αυξάνει μέσα
μας τον ζήλο.
Αυτά ήθελα να σας υπενθυμίσω την περίοδο αυτή της
περιεκτικής μετανοίας. Έτσι προχωρούμε «αφορώντες εις τον της
πίστεως αρχηγόν και τελειωτήν Ιησούν», το κέντρο της αγάπης
μας, πού μας εκάλεσε και μας έδωσε την οσμή της ευωδιάς της
κλήσεως Του και μας έβαλε στον δρόμο των Αγίων.

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ - ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
Ερωτ.: Γέροντα, μας μιλήσατε προηγουμένως για το ατελές
του Απ. Πέτρου, προ της Πεντηκοστής. Λόγω της ατέλειας του
αρνήθηκε τον Κύριο μας;
Απαντ.: Το θέμα της αρνήσεως του Πέτρου, κατά τις κρίσεις
των Πατέρων, είναι οικονομία. Διότι δεν ήτο δυνατό ο Πέτρος, ο
οποίος εις όλη την περίοδο πού ήταν μαζί με τον Χριστό και έδειξε
τόσο ζήλο και τόση ταπεινοφροσύνη, να πέση σε τόσο μεγάλο
λάθος, να αρνηθή τρεις φορές τον Δεσπότη Χριστό. Δεν είναι
λογικό αυτό. Θυμηθείτε την ομολογία του Πέτρου! Όταν ο Ιησούς
μας ερώτησε: «Υμείς δε τίνα με λέγετε είναι;» ο Πέτρος ωμολόγησε
και είπε: «Συ ει ο Χριστός ο υιός του Θεού του ζώντος». Και ο
Ιησούς μας εγύρισε και του είπε: «Μακάριος ει, Σίμων Βαριωνά, ότι
σαρξ και αίμα ουκ απεκάλυψε σοι, αλλ' ο Πατήρ μου ο εν τοις
ουρανοίς. Καγώ δε σοι λέγω ότι συ ει Πέτρος, και επί ταύτη τη
πέτρα οικοδομήσω μου την Εκκλησίαν». (Ματθ. 16,16-18).
155

Ο Πέτρος κατά φύσι ήταν πολύ ζηλωτής και ασυμβίβαστος.
Μέσα στην πανσοφία Του ο Θεός, μετά την θερμή του ομολογία,
τον έθεσε θεμέλιο Γης Εκκλησίας. Επειδή όμως η Εκκλησία θα
αγκάλιαζε όλη την ανθρώπινη φύσι, όλους τους χαρακτήρες, όχι
μόνο τους ζηλωτές και ισχυρούς αλλά και τους ασθενείς και
αδυνάτους, επιτρέπει ο Κύριος την τριπλή άρνησι. Διότι, μην
ξεχνάμε· οι περισσότεροι άνθρωποι είναι ασθενείς και αδύνατοι.
Ούτε στους πέντε ανά εκατό δεν θα εύρωμε ισχυρούς χαρακτήρας,
οι όποιοι αγάπησαν τον Θεό εξ ολοκλήρου και με την ορμή της
αγάπης τους έδειξαν αυταπάρνησι. Γι' αυτούς λοιπόν τους
υπολοίπους ασθενείς έγινε οικονομία. Ο Πέτρος όμως ως ζηλωτής
και ισχυρός, πού δεν είχε μέσα του νόημα συγκαταβάσεως, δεν θα
το καταλάβαινε αυτό.
Επομένως κάνει μια οικονομία ο Θεός και επιτρέπει να τον
αρνηθή. Ύστερα τον θεραπεύει μόνος Του. Τον πλησιάζει και του
λέει: «Πέτρε, φιλείς με; Πέτρε, αγαπάς με;» Ελυπήθη ο Πέτρος, δεν
το κατάλαβε. Αλλά οι τρεις ερωτήσεις ήταν η θεραπεία της τρισσής
αρνήσεως.
Με την τριπλή Ομολογία, ο Πέτρος, εξήλειψε την ενοχή.
Έμαθε όμως εκ πείρας, ότι και οι ζηλωταί ακόμη έχουν ανάγκη
επιεικείας.
Το ίδιο κάνει ο Θεός και στον Απ. Παύλο. Επειδή ήταν η
σπονδυλική στήλη της Εκκλησίας, τον αφήνει στην αρχή να γίνη
διώκτης, εχθρός· και ύστερα τον παίρνει· και αυτός με συναίσθησι
βαθύτατης ταπεινοφροσύνης λέγει: «Ουκ ειμί ικανός καλείσθε
Απόστολος, διότι έδιωξα την Εκκλησία του Χριστού». Έχω όμως
ένα ελαφρυντικό, ότι «αγνοών εποίησα».
Βλέπετε με πόση πανσοφία ο Θεός οικονομεί για να δώση
και σε μας παρηγοριά. Διότι αυτοί οι κορυφαίοι εάν έμπαιναν με
την δύναμι της ορμής τους μέσα στην Εκκλησία, που θα ήξεραν ότι
εμείς οι αδύνατοι δεν ημπορούμε τώρα να κρατησωμε; Με αυτό τον
τρόπο συγκαταβαίνει η θεία αγαθότης προς τις αδυναμίες των
ανθρώπων, ώστε να η μπορέσω με και εμείς να φθάσωμε εις
αυτή. Κατεβαίνει ο Θεός για να σηκωθούμε εμείς.
Ερωτ.: Γέροντα, μερικές φορές είμαστε κουρασμένοι από το
διακόνημα και παρεξηγούμεθα μεταξύ μας. Τι γίνεται τότε;
Απαν.: Όταν είστε κουρασμένοι, να είστε περισσότερο
προσεκτικοί. Πάντοτε να προηγήται η μεταξύ σας αγάπη, παρά
οτιδήποτε άλλο. Και αν συμβή αυτό, με πραγματική, όχι υποκριτική
αγάπη, να πείσης τον αδελφό σου ότι παρεφέρθης χωρίς να το
καταλάβης. «Συγχώρεσε με, αδελφέ μου, διότι παρεφέρθηκα.».
Όταν έχετε αλληλεγγύη και «εύχεσθε υπέρ αλλήλων» και γενικά
156

καλλιεργήτε την μεταξύ σας αγάπη και ενότητα, αυτός είναι ένας
ισχυρός δεσμός πού κάνει ανίσχυρο τον σατανά.
Ευρίσκομε πολλά παραδείγματα στους Πατέρες, πού
φανερώνουν ότι εκείνοι πού αγωνίζονταν με την χάρι της αγάπης
υπέρ των άλλων, εγίνοντο αφορμή να σωθούν οι άλλοι από τις
αδυναμίες πού είχαν. Σας υπενθυμίζω το παράδειγμα του αδελφού
εκείνου, πού επολεμήθη στην σάρκα και δεν ημπορούσε να
αντέξη. Ήσαν δύο μαζί· και είπε ο ένας στον άλλο. «Αδελφέ μου,
να με συγχώρησης.
Εγώ δεν ημπορώ να μείνω άλλο εδώ. Αγωνίστηκα όσο
άντεχα, άλλο δεν ημπορώ, θα φύγω να πάω στον κόσμο να
νυμφευτώ».
Ο αδελφός αφού τον ενουθέτησε αρκετά, δεν ημπόρεσε να
τον πείση. Όταν ήλθε η ώρα πού θα έφευγε, του λέγει: «θα έλθω
και εγώ μαζί σου. Επειδή είμαστε πνευματικοί αδελφοί και εζήσαμε
τόσα χρόνια μαζί, δεν κρίνω σκόπιμο να σε αφήσω μόνο σου».
- Μα ξέρεις τι κάνεις; Εγώ πάω τώρα να εύρω γυναίκα να
αμαρτήσω μαζί της. Εσύ θάρθης μαζί μου;
- Δεν θα αμαρτήσω αλλά θα έρθω. Δεν θα σε αφήσω μόνο
σου.
Και πράγματι τον ακολούθησε, και όταν έφθασε στον τόπο
εκείνο πού υπήρχαν τέτοιες γυναίκες, πήγε αυτός μέσα να
ικανοποίηση την επιθυμία του. Ο άλλος εκάθησε απ' έξω και
παρεκάλει τον Θεό. «Θεέ μου, αν και είναι η τελευταία ώρα, εσύ
ημπορείς να τον σώσης». Και πράγματι όταν εμπήκε μέσα να κάνη
την αμαρτία, μετεμελήθη. Ανεχαίτησε ο Θεός την δύναμι του
πολέμου και συνήλθε και είπε: «Μα τι κάνω τώρα; Τόσα χρόνια
στην έρημο, δεν εχόρτασα ψωμί και νερό και ήλθα τώρα για μια
μικρή ηδονή, να γίνω ακάθαρτος, να αρνηθώ τον Χριστό μου και
να χάσω τον κόπο μου όλο και να πάω με τον διάβολο στην
κόλασι;» Και εγύρισε πίσω. Δεν αμάρτησε. Πήγε έξω στον αδελφό
του λέγοντας; «Μετανόησα. Δεν πωλώ την σωτηρία· μου για τόσο
φθηνό πράγμα». Και επέστρεψαν στον τόπο τους. Και απεκάλυψε
ένας από τους Γέροντες, ότι δια τον κόπο αυτού πού τον
ηκολούθησε επήρε ο Θεός τον πόλεμο από τον άλλο.
Βλέπετε; Και εσείς όταν έχετε μεταξύ σας αγάπη, τότε γίνεται
φραγμός σωτηρίας. Η αγάπη των άλλων προφυλάσσει, σκεπάζει
και καλύπτει όποιον είναι μακρυά και όποιον είναι αδύνατος, και
έτσι δεν ημπορεί ο εχθρός να μας κάνη κακό. Τόσο μεγάλο πράγμα
είναι η αγάπη! Πραγματικά «ουδέποτε εκπίπτει».

157

Η Πρακτική Εκδήλωση Της Αγάπης Προς Τον
Θεό

(Μνήμη Αγίων Παύλου τον Θηβαίου και Ιωάννου τον Καλυβίτου)

Τιμά η Εκκλησία μας τους δύο μεγάλους Πατέρες, τους Αγ.
Παύλο τον Θηβαίο και Ιωάννη τον Καλυβίτης, των οποίων η ζωή
είναι κάπως παράξενη, αλλά είναι αυτή πού ταιριάζει σε μας τους
μοναχούς. Ο μεν ένας, είναι σχεδόν από τους πρώτους πού
εξεκίνησαν να γίνουν μοναχοί, αφού απαρνήθηκαν πραγματικά τον
κόσμο και εβγήκαν μόνοι τους έξω στην έρημο. Έζησαν μόνοι με
μόνο τον Θεό, πρωτάκουστο στις ήμερες τους και σπάνιο φυσικά.
Τρόπον τινά, ήταν οι πρωτοπόροι πού εχάραξαν τον δρόμο αυτό.
Ο δε δεύτερος, είναι μεταγενέστερος. Ξεκίνησε μικρό παιδάκι από
το σπίτι του, με ζήλο να γίνη μοναχός. Μετά από μερικά χρόνια
έφυγε από το μοναστήρι του και επέστρεψε και εκάθησε στην
είσοδο της πατρικής του κατοικίας, όπου εκεί ετελείωσε την ζωή με
υπεράνθρωπους ασκητικούς αγώνας.
Τώρα διερωτάται κανείς. Ποιος είναι εκείνος ο παράγων ο
οποίος έδωσε την δύναμι αυτή γι' αυτούς τους υπερφυσικούς
αγώνες: Διότι πραγματικά αυτό είναι και το κέντρο του γενικού
ενδιαφέροντος μας.
Διότι και εμείς πολλές φορές λέμε: «Γιατί δεν ημπορούμε: [χα
πώς αυτοί ημπόρεσαν;» Μέχρι του σημείου που ερευνούμε ακόμα
και στα μαρτύρια των Αγίων, πως Ι μπόρεσαν, αφού ήσαν πήλινες
σάρκες σαν και εμάς· και υπέμειναν τους τρομερούς αυτούς
αγώνας, πού μόνο η ακοή των προκαλεί φρίκη! Να πη κανείς ότι
158

είναι υπερβολές αυτά; Αλλοίμονο κάτι τέτοιο και να το σκεφθούμε.
Ποιο είναι όμως το μυστικό τους; Εν ονόματι τίνος κατώρθωσαν
αυτοί οι άνθρωποι, οι πήλινοι, να φθάσουν στην κατάστασι αυτή;
Ασφαλώς, πρώτος λόγος είναι, ότι το κατώρθωσαν δια της Χάριτος
του Θεού. Τώρα όμως διερωτώμεθα.
Καλά ο Θεός ήταν μόνο για αυτούς; Για άλλες γενεές δεν
είναι; Ο Θεός μεροληπτεί; Άλλους διαλέγει και άλλους προωθεί και
ενισχύει, ενώ άλλους αφήνει; Τα ερωτήματα αυτά είναι πάντοτε
επίκαιρα. Ο Θεός μεν είναι αυτός πού δίνει την Χάρι Του, πού
κάνει «σημεία και τέρατα», ο άνθρωπος δε είναι εκείνος πού θέτει
σε ενέργεια αυτή την επίδρασι της Χάριτος. Ύστερα αυτός ο
άνθρωπος με αυτή την Χάρι μαζί κατορθώνει αυτά τα υπερφυσικά
πράγματα. Ποιος είναι λοιπόν ο κυριώτερος παράγων; Ποια είναι η
αιτία πού προκαλεί αυτού του είδους την Χάρι; θα το βρούμε πάλι
από τους Πατέρες μας. Κάποτε είχε γίνει ένας διάλογος μεταξύ του
Οσίου Παύλου του Θηβαίου και του Μεγάλου Αντωνίου. Ερώτησε
ο Όσιος Παύλος τον Μέγα Αντώνιο: «Πώς εγώ αφού έχω κάνει
μεγαλύτερους αγώνες από σένα, το όνομα σου εκυκλοφόρησε
περισσότερο από το ιδικόν μου;» Και φυσικά ο διάλογος δεν ήταν
τόσο γι' αυτούς, όσο για να μείνη σε μας. Και λέει ο Άγιος
Αντώνιος, χαριεντιζόμένος. «Απλούστατα, γιατί εγώ αγαπώ πιο
πολύ από σένα τον Θεό. Και ακριβώς επειδή αγαπώ τον Θεό πιο
πολύ από σένα, αυτή είναι η αιτία πού εξαπλώθηκε πιο πολύ το
όνομα μου».
Πιο πολύ, τώρα, αρχίζει να ξεδιπλώνεται το μυστήριο.
Εκείνος ο οποίος έχει μεγαλυτέραν απόδοση, εκείνος είναι πού
αγαπά περισσότερο τον Θεό και σε τούτον επιδρά πιο πολύ η θεία
Χάρις. Να το κλειδί! Πώς και εμείς ημπορούμε να αγαπήσωμε
πρακτικότερα, κατά αυτό τον τρόπο τον Θεό, ούτως ώστε να
αυξηθώ και σε μας περισσότερο η Χάρις, για να η μπορέσω με να
δρασκελίσαμε αυτές τις ελεεινότητός πού μας περισφίγγουν και να
επιτύχωμε την πνευματική μας προαγωγή; Αυτό είναι το πιο
επίκαιρο ερωτηματικό που ημπορούμε να προ βάλω με και
απασχολεί ιδιαίτερα εμάς τους μοναχούς. Για να δείξω με πρακτικά
πόσο αγαπούμε τον Θεό, πρέπει να τηρούμε τις εντολές Του· «ο
μη αγαπών με, τους λόγους μου ου τηρεί» (Ίωαν. 14,23) και πάλι
«εκείνος εστίν ο αγαπών με, ο έχων τας εντολάς μου και τηρών
αυτάς» (Ίωαν. 14,21). Εκείνο το οποίο πρακτικώτερα μπορώ να
πω, πού το ακούομε και από τους Πατέρες μας και είναι άξιο
εφαρμογής και προκαλεί σε ένα μεγάλο ποσοστό αυτό το
αποτέλεσμα, είναι η εκδήλωσι της αγάπης προς τον Θεό. Αυτή
αρχίζει από την μνήμη του Θεού. Ένας άνθρωπος ο οποίος λέει ότι
αγαπά κάποιον και δεν τον ενθυμάται, είναι σαν να μη λέγη την
159

αλήθεια. Έχομε πείρα όλοι μας. Ένα πράγμα πού το αγαπούμε,
πού μας ενδιαφέρει, σε αυτό σχεδόν κολλάει ο νους μας. Εάν και
εμείς πραγματικά θέλωμε να αγαπήσωμε τον Θεό, είμαστε
υποχρεωμένοι να βιάσωμε τον εαυτό μας στην συνεχή μνήμη Του.
Να γίνη αυτό πού λέει ο Αγ. Γρηγόριος ο θεολόγος· «μνημονευτέον
του Θεού μάλλον ή αναπνευστέον». Να τώρα τα κλειδιά, το ένα
πίσω από το άλλο.
Ανοίγουν τα μυστήρια, τα όποια ίσως να ήταν κλειστά για
μας. Είναι γεγονός ότι οι Πατέρες των πρώτων αιώνων είχαν
αυστηρότατη φιλοπονία και βία. Εισήλθαν, όπως λένε μόνοι τους,
με τέτοια σκληρότητα ζωής, με τέτοια σκληρά φιλοπονία, πού όχι
μόνο δεν υπετάχθησαν σε κανένα τρόπο ηδονής και φιλαρέσκειας,
αλλά ούτε στους νόμους της χρείας δεν έφθαναν. Με την βία της
φιλοπονίας πού είχαν, επόμενο ήτο να εύρουν και ένα αντίκρυ το
να κρατούν την μνήμη Του. Γι' αυτό και καλλιέργησαν περισσότερο
το θέμα της ευχής και της εσωστρέφειας και ύψωσαν το θέμα της
μονολόγιστης ευχής σε περιωπή. Αυτό παρέμεινε και παρατείνεται
μέχρι και σε μας. Και είναι παρήγορο και ευχάριστο γεγονός. Γιατί
και εμείς, πραγματικά, περισσότερο από τους προγενεστέρους
Πατέρες μας, είμεθα φιλάσθενοι και δεν έχομε ούτε αυταπάρνησι,
αλλά ούτε και δύναμι.
Θέλομε όμως να σωθούμε και το πρόβλημα είναι διπλό.
Θέλομε να σωθούμε - και πρέπει οπωσδήποτε να σωθούμε - αλλά
και τα πάθη μας, χάριν του ότι είμεθα αδύνατοι και δεν έχομε
αυταπάρνησι, είναι περισσότερο ισχυρά μέσα μας. Δυστυχώς
είμεθα και περισσότερο αμαρτωλοί. Πρέπει λοιπόν οπωσδήποτε
να απαλλαγούμε από όλα αυτά, διότι παρόντων των παθών,
σωτηρία δεν ημπορεί να γίνη. Επομένως, πάση σπουδή έχομε
ανάγκη της επιδράσεως της Χάριτος, ούτως ώστε αυτή να μας
βοηθήση, να μας ελευθέρωση από την αιχμαλωσία των παθών και
αδυναμιών μας, και να μας οδήγηση στην σωτηρία. Άρα έχομε
μεγαλυτέραν ανάγκη από τους προηγουμένους να βρούμε την θεία
Χάρι μέσα μας να ενεργή και ποιοτικά και ποσοτικά. Γι' αυτό, το
μόνο πού μας μένει μετά από όλα αυτά, είναι η εκδήλωσι της
αγάπης μας προς τον Θεό μέσω τούτου του τρόπου, της μνήμης
Του. Γι' αυτό επιβάλλεται να πιέσαμε τον εαυτό μας στην ευχή. Δεν
υπάρχει καλλίτερος τρόπος από αυτόν, πού να κρατάη ο
άνθρωπος την μνήμη του στον Θεό. Όλες οι αρετές είναι, τρόπον
τινά, δρόμοι, μονοπάτια πού οδηγούν στον Θεό, στην μνήμη Του
και στην σχέσι μαζί Του. Όλες οι εντολές τηρούμενες, εκεί
οδηγούν. Άλλη όμως αρετή από την ευχή, πού να μας οδηγή κατ'
ευθεία και κατ' ενέργεια στην μνήμη του Θεού, δεν υπάρχει. Αυτός
είναι και ο λόγος πού οι Πατέρες μας πού ζήσαμε κοντά τους,
160

επέμεναν πολύ σε αυτό τον τομέα. Αλλά και αν ερωτάτε, και η ιδική
μου εντολή σε σας είναι τούτη μόνο, ώστε να μη ξεχνάμε ότι σαν
μοναχοί, πέρα από τις υπόλοιπες υποχρεώσεις πού κρατάμε, η
ευχή είναι το κεφάλαιο όλων. Στα άλλα όλα υπάρχει μια οικονομία·
εδώ δεν υπάρχει κάτι τέτοιο.
Ημπορούμε όλοι μας όταν θέλωμε να επιμένωμε σε αυτό.
Και ιστάμενοι, και καθήμενοι, και άρρωστοι, και δουλεύοντες, και
περιπατούντες, και τρώγοντες, και οτιδήποτε κάνοντες όσο είμεθα
ξύπνιοι, ώστε να γίνη συνήθεια ακόμη και στον ύπνο μας η ευχή.
Γιατί σε εκείνον πού έχει προχωρήσει η ευχή, ενεργεί και στον
ύπνο του ακόμα. Πρέπει να σπουδάξετε και να προσπαθήτε. Μην
υποχωρήτε κατΤ αδένα τρόπο.
Πάμε στα κελιά μας τώρα και αρχίζομε. Έρχεται φυσικά η
αντίστασι, ο πόλεμος. Αυτά τα ξέρομε. Ημπορεί μια ή δυο βραδιές,
μια εβδομάδα, 15 μέρες, να έχωμε επίδοσι στην ευχή και
να αισθανόμαστε ειρήνη. Αυτό είναι αδύνατο να μείνη, θα
διακοπή, θα έρθη ο ύπνος, η ακηδία, οι, λογισμοί και χίλια δυό
κακά, από τα οποία όλοι μας έχομε πείρα. Είναι παράλογο να μας
τρομάζουν αυτά, διότι ξέραμε! πλέον ποιοι θα' ΣΩΘΟΥΝ και
από που θα' ρθουν, και τι γυρεύουν. Αλλά ξέρομε ότι ο στόχος μας
είναι η μνήμη του Θεού και αυτό θα κάνωμε. Δεν μας αφήνει να
σταθούμε όρθιοι; θα καθήσωμε. Δεν μας αφήνει καθήμενους και
μας φέρνει ύπνο; Πάλι θα σηκωθούμε. Δεν μας αφήνει έτσι; θα
περπατήσωμε.
Έρχεται μας πιέζει, μας πιάνουν λογισμοί, σταματάμε μια
στιγμή και κάνομε διάλογο και λέμε στον εαυτό μας δήθεν, αλλά
στην πραγματικότητα αυτόν πού μας πολεμά ερωτάμε: «Τι ζητάς
από μένα; Δεν πρόκειται να υποχωρήσω. Εδώ δεν ευρέθηκα
τυχαία. Έχω πλήρη επίγνωσι και αίσθησι της αποστολής μου πώς
είμαι μοναχός. Δεν πρόκειται να υποχωρήσω. Το καθήκον είναι
αυτό. Αγαπώ τον Χριστό μου, πού με εφώναξε να Τον
ακολουθήσω και θα συνεχίσω να Τον ακολουθώ. Δεν πρόκειται να
με εμπόδισης λοιπόν». Με αυτό τον τρόπο ενισχύομε τον εαυτό
μας, δίνομε ξανά θάρρος και συνεχίζομε την πορεία. Δεν πάει ο
νους στην ευχή; Τον συγχύζει η ζάλη, η πίεσι των λογισμών; Πάνε
τα χείλη όμως. Τα χείλη δεν θα σιωπήσουν, θα φωνάζουν και θα
λένε: «Ναι, δεν αφήνεις τον νου, διάβολε, να πάη; Εγώ θα φωνάξω
με το στόμα. Ο Θεός μου ξέρει και με τις κινήσεις ακόμα πού κάνω
με το χέρι μου. Επιμένω και Τον κράζω και θάρθη να με σώση.
«Ισχυκότες ηττάσθε, και αν πάλιν ισχύσητε και πάλιν ηττηθήσεσθε'
και ην αν βουλήν βουλεύσητε, διασκεδάσει Κύριος, ότι μεθ' ημών ο
Θεός» (Ησαΐας 8,9)· Αυτός είναι ο τρόπος. Εάν έτσι επιμένωμε, να
είστε βέβαιοι ότι η επιτυχία είναι σε μας, γιατί η ιδική μας ζωή είναι
161

προγραμματισμένη απολύτως από την πρόνοια του Θεού και είναι
αδύνατο να παραχαραχθή. Δεν είναι προσβολή για μας, ένα παιδί
δώδεκα - δεκατριών χρόνων, μέσα από αριστοκρατική οικογένεια,
όπως ήταν ο Άγιος Ιωάννης ο Καλυβίτης, να ξεκινήση να γίνη
μοναχός και να γυρίση πίσω και να σύντριψη το κράτος του
σατανά με τέτοια αυταπάρνησι, πού μόνο η ακοή της προκαλεί
φρίκη; Τι ήταν αυτό το παιδί; Μήπως ήταν σαν εμάς, πού είμασταν
αγρότες και εργάτες και είχαμε πείρα της σκληρής ζωής; Τι ήξερε
εκείνο, εκτός από το να ζή μέσα στα πούπουλα; Και όμως τι
κατώρθωσε! Γιατί με την ειλικρινή του αυταπάρνησι προκάλεσε
την θεία Χάρι, και αυτή τον έστεψε με τόσες επιτυχίες.
Αυτή την Χάρι ζητούμε και εμείς. Με αυτή την Χάρι εξεκίνησε και ο
Αγ. Παύλος ο Θηβαίος, χωρίς να ξέρη, πρώτη φορά. Έκανε το
τόλμημα να φυγή μόνος, χωρίς σύμβουλο, χωρίς πείρα, χωρίς
γνώσι και να εξέλθη στην βαθύτατη έρημο, να πολεμήση με τα
τάγματα των δαιμόνων και να μην λυγίση στους τόσο σκληρούς
πειρασμούς πού του έκαναν, για να φοβηθή και να γυρίση πίσω.
Αλλά επίστευε και έλεγε: «Δεν είναι δυνατό. Εγώ για τον Θεό
εξεκίνησα, πώς είναι δυνατό ο Θεός να με αφήση;». Και πράγματι
επέτυχε. Αμήν

Η Ορθή Πρόθεση
(Μνήμη Αγίας Αγάθης)

Την προαίρεσι του ανθρώπου πάντοτε την ζητεί ο Θεός «μη
εκ λύπης ή εξ ανάγκης· ιλαρόν γαρ δότην αγαπά ο Θεός» (Β'
Κορινθ. 9,7) και παραδίδει «το επιεικές υμών γνωσθήτω πάσιν
ανθρώποις» (Φιλιπ. 4,5), πού σχεδόν έχει το ίδιο νόημα. Αύριο
εορτάζει η Εκκλησία μας την μνήμη της Αγιας Αγαθής, η οποία αν
και ήτο μικρή κορούλα, ο τρόπος όμως της αθλήσεως της
κατέπληξε τον ουράνιο κόσμο, ώστε άγγελος Κυρίου, μετά το
μαρτυρικό της τέλος να γράψη φανερά, μπροστά στον κόσμο
πάνω στον τάφο της: «Νους όσιος αυτοπροαίρετος, τιμή εκ Θεού
και πατρίδος λύτρωσις».
Πώς όμως μπόρεσε αυτό το μικρό κοριτσάκι να κερδίση τόσο
τιμητική αίγλη; Ξέρετε τι σημαίνει, αισθητά ο Θεός να ομολογήση
την ευαρέσκεια Του στο έργο μιας ψυχής; Σκεφθήτε σε πόση
τελειότητα είχε φθάσει, ούτως ώστε να απαιτήσει τρόπον τινά να
πάρη αυτή την επισφράγισι από μέρους της προνοίας του Θεού.
Αν κανείς το αξιολόγηση αυτό, επιτυγχάνει αυτό πού λέγεται
δωρεά σωτηρία. Χρειάζεται ο άνθρωπος ακριβώς να δείξη την
προαίρεσι και την πρόθεσί του, ότι κινήται προς τον Θεό εξ
162

αγάπης και μόνο και δεν φοβάται ούτε αναγκάζεται «μη εκ λύπης ή
εξ ανάγκης» (Β' Κορ. 9,7), γιατί το θέμα της ανάγκης είναι
μεταπτωτικό παράσιτο. Ο άνθρωπος, σαν κυριότης και σαν εικόνα
και ομοίωσα του Θειου, δεν πρέπει ποτέ να υποβιβάζεται σε
κανένα όρο ανάγκης, διότι η ανάγκη φανερώνει δειλία, αδυναμία,
ατέλεια, φόβο, αβεβαιότητα κτλ. Να αποφύγωμε όμως απόλυτα τον
νόμο της ανάγκης, είναι αδύνατο -λόγω της μεταπτωτικής μας
δυστυχίας - αλλά τουλάχιστο στο θέμα της προθέσεως μας εξ
επιλογής, ημπορούμε να υπερβούμε τους νόμους της ανάγκης,
όσον αφορά την προς τον Θεό προσφορά και θυσία μας. Η διάθεσί
μας προς το Θείο, δεν θα πρέπει να είναι ούτε εξ ανάγκης, ούτε
από φόβο, ούτε από ιδιοτέλεια. Απλούστατα πιστεύουμε στον
Χριστό μας, γιατί το αξίζει- τον ακολουθούμε, γιατί του αρμόζει· τον
λατρεύομε, γιατί είναι αυτός το κέντρο πάσης λατρείας, πάσης
τιμής και πάσης δόξης. Όχι για να πάρωμε «τα Αυτού». Τι είναι «τα
Αυτού;» Αφού Αυτός έδωκε «εαυτόν υπέρ ημών». Εν τούτοις
όμως, μόνο πού ξέρομε ότι η Παναγαθότης Του θα μας χαρίση
«Αυτόν και τα Αυτού», κινούμεθα πάντοτε από αγάπη. Έτσι
εσκέπτετο και ενεργούσε και αυτό το μικρό κοριτσάκι, η
παμμεγίστη αυτή μάρτυς, πού είναι η δόξα της Εκκλησίας μας, και
κατέκτησε την θεία ευαρέσκεια, ώστε δημοσίως ο άγγελος, ως
προείπαμε, να επισφράγιση τον τάφο της με τον τόσο τιμητικό
τίτλο· ακριβώς διότι η πρόθεσί της ευαρέστησε τον Θεό. Ας δούμε
όμως τι συμβαίνει στην πρακτική φάσι της ζωής μας, όταν
κινούμεθα κατά αυτό τον τρόπο. Εμείς και οι αρχές του σκότους
ευρισκόμεθα σε μια τιτανομαχία αδιάκοπη. Δια ποιο σκοπό; Εμείς
για να επισφραγίσουμε την πίστι μας, την οποία μέσα μας
παραδεχθήκαμε· να την σαρκώσουμε, να την κάνωμε
σεσαρκωμένη πίστι. Διότι η πίστι χωρίς σάρκωσι, δηλ. πίστι χωρίς
έργα, πίστι νεκρά, αφηρημένη, δεν έχει καμία άξια. Τέτοια πίστι
έχουν όλα τα κτίσματα, ακόμα και οι δαίμονες. Εμείς αγωνιζόμεθα
να κάνωμε πράξι εκείνο το όποιο πιστεύομε. Και έρχονται οι
δυνάμεις του σκότους να μας φράξουν τον δρόμο, να μην μας
επιτρέψουν να το αποδείξωμε πρακτικά και να μας ελέγξουν ως
ψεύστες, δηλαδή ως απίστους. Γιατί τούτο είναι το νόημα της
κρίσεως, περί πίστεως και απιστίας, κατά τον πνευματικό νόμο.
Εκεί ελέγχονται όσοι επίστεψαν και όσοι δεν επίστεψαν. Εμείς όταν
ξεκινήσωμε με ζήλο γι' αυτό ακριβώς τον σκοπό, τότε ο διάβολος
αποδυναμώνεται, διότι στην πραγματικότητα ο διάβολος δεν έχει
πρόσωπο. Σαν υπόστασι, σαν πνεύμα βεβαίως υπάρχει. Υπάρχει
στον εαυτό του, αλλά έξω από κάθε τόπο και χώρο και ιδίως από
την δική μας περιφέρεια, διότι «αυτού αι ρομφαίαι εξέλιπαν εις
τέλος» (ψαλμ. 9,7)· Ερχόμενος ο του «κόσμου άρχων», λέει ο
163

Ιησούς μας, «εν εμοί ουκ έχει ουδέν» (Ιωάν. 14,30) «ο αρχών του
κόσμου τούτου κέκριται» (Ιωάν. 16,11), και «ο άρχων του κόσμου
τούτου εκβληθήσεται έξω» (Ιωάν. 12,31). Αυτά όλα είναι εκείνα τα
λάφυρα πού μας εχάρισε ο Ιησούς μας με την παρουσία Του και
με τον Σταυρό Του, με τον οποίο κατήργησε τον σατανά. Η θέσι
λοιπόν του εχθρού απέναντι μας είναι καθαρώς υπομνηματική· όχι
απ' ευθείας και στα ίσια. Έρχεται με δόλο και υπουλότητα να μας
αποπλάνηση, μεταφέροντας και καλύπτοντας τα πάντα. Και
χρησιμοποιεί προφάσεις, δήθεν ευλογοφανείς, για να μας
απατήση, διότι κατ' ευθεία είναι αδύνατο. Και ο πιο λοξός νους
είναι αδύνατο ευθέως να δη τον διάβολο και να τον παραδεχθή και
έτσι να αρνηθή τον Θεό. Πλανάται όμως ο νους με τις ψευδείς
υποδηλώσεις και ευλογοφανείς προφάσεις του εχθρού, μέχρι να
απατηθή, να δεχθή το δόλωμα και να γίνη προδότης. Όταν ο
άνθρωπος πλανηθή και ακολουθήση τον σατανά, τότε αυτός
αποκτά προσωπικότητα· τότε πλέον δεν έρχεται υπό το νόημα της
υπομνήσεως, αλλά υπό το νόημα της εξουσίας, γι' αυτό και λέει ο
Ιάκωβος· «αντίστητε τω διαβόλω και φεύξεται αφ' υμών» (Ιάκ, 4,7)·
Όταν η ορθή πρόθεσι υπάρχει, ο κάθε αθλητής ό,τι
συναντήσει μπροστά του, στέκει μια στιγμή και αναλογίζεται.
«Πάω τώρα να κάνω την αγρυπνία μου και αμέσως
αισθάνομαι μια παρά φύσι κόπωσι, ένα νυσταγμό, μιαν ακηδία,
ένα βάρος, ένα συγκλεισμό. Σταματώ, γυρίζω και λέω: Καλά τι
είναι τούτο τώρα; Δεν είμαι εγώ αυτός; Ναι, είμαι. Δεν εφύλαξα το
πρόγραμμα μου; Ναι, το εφύλαξα. Δεν εκοιμήθηκα καταλλήλως,
δεν εξεκουράστηκα καταλλήλως, δεν εφύλαξα το υπόλοιπο
πρόγραμμα; Ναι. Αυτό λοιπόν τι είναι τώρα; Άρα αυτός είναι.
Αυτόν περίμενα». Ορθώνει το ανάστημα του και λέει: «Κακώς
ήλθες με εκείνους πού σε έφεραν δεν πρόκειται να κερδήσης
τίποτε. Εδώ είμαι· τι θα μου κάνης; Δεν με αφήνεις να πω την ευχή;
Δεν την λέω. Δεν με αφήνεις να αγρυπνήσω, δεν με αφήνεις να
κάνω τον τύπο της ορθοστασίας μου κατά τον κανόνα μου; Δεν
το κάνω. Ακριβώς γιατί δεν είμαι υπό νόμο. Και αν το
αγωνιστικό μου στάδιο έχει αυτό τον προγραμματισμό, είναι γιατί το
ήθελα εγώ και το έκανα με την ιδική μου σκέψι και απόφασι,
πιστεύοντας ότι αυτός ο τρόπος ήταν συντελεστικός στο να
πετύχω».
Όταν όμως αυτός ο κακοήθης έρχεται να προβάλη αντίστασι
από την ιδική του αναισχυντία, τα καταργώ όλα και του
αποδεικνύω ότι δεν έχω ανάγκη από τους τύπους και δεν ημπορεί
να με ελέγξη, διότι οι τύποι και τα προγράμματα είναι ιδικά μου.
Υπό νόμο δεν υπόκειμαι. διότι «ως υιοίς ημίν προσφέρεται ο Θεός»
(Εβρ. 12,7) και διακείμεθα ως υιοί προς τον πατέρα και κανείς
164

νόμος δεν μας υποβιβάζει. Θέλομε και αγωνιζόμενα. Η σωτηρία
μας πηγάζη από τον Σταυρό του Χριστού. Αυτού πού ήρθε και
εβάστασε την παγκόσμιο αμαρτία· και το πανάγιο Του αίμα αυτό
είναι πού σώζει, και όχι τα έργα μας. Και έτσι με την ορθή αυτή
πρόθεσι, με αυτή την τοποθέτησι εκμηδενίζεται ο σατανάς.
Όταν όμως μπαίνουμε μέσα στο πρόγραμμα μας με
χλιαρότητα, με συμβιβασμούς και προσπαθούμε αν ήταν τρόπος
να ξεφύγωμε, γιατί δεν τοποθετήθηκαν τα πράγματα καλά, τότε
αυτός γίνεται πανίσχυρος ενάντιο μας και εφαρμόζεται αυτό πού
λέει η Γραφή, ότι «περιπατεί ως λέων ωρυόμενος» (Α' Πέτρ. 5,8)
ζητώντας ποιόν να καταπιή. Σε μας όμως δεν είναι ως «λέων
ωρυόμενος», σε μας είναι μύρμηγκας5 γιατί δεν έχει καμία θέσι μαζί
μας. Εμείς πρακτικά αυτή την ώρα είμεθα εντός, απόλυτα εντός,
δεν αμφιβάλλαμε σε τίποτε, διότι πρακτικά ακούσαμε την κλήσι, το
«ακολουθεί μοι» του Ιησού μας. Το ακούσαμε και με ένα πήδημα,
όχι με βραδύτητα, εγκαταλείψαμε και πατρίδα και εστία και
οικογένεια και φύσι και αυτοεξοριστήκαμε και εγίναμε περιγελάς εις
εκείνους πού φαντάζονται ότι περιγελούν, και κατοικούμε στις
τρώγλες σαν θηρία, γιατί ακριβώς εφυτεύθηκε μέσα μας το νόημα
του «ακολουθεί μοι» και μας έγινε δόγμα στην ζωή. Αυτή την ώρα
είμεθα μέσα, δεν μπορεί ο διάβολος τίποτε να κάνη, δεν έχει τίποτε
να πάρη. Τώρα, το εάν δεν εγίναμε «καθαροί τη καρδία» και εάν
δεν εφθάσαμε στο σημείο να θεωρούμε τον Θεό και τα του Θεού,
αυτό δεν απόκειται σε μας- αυτό απόκειται στην πανάγαθο του
Χριστού μας ευσπλαχνία και Χάρι, η οποία θα το δώση όταν
θελήση αυτή. Εμείς πάντως το προσμένομε, όχι για την αξία, όχι
για την ικανότητα, αλλά διότι έτσι είναι η έξι της πατρικής Του
στοργής, να χαρίζη αυτά σε εκείνους πού τον ακολουθούν. Άλλα
αυτό πού πρέπει πάντοτε να μας απασχολή, είναι τούτο: Να μείνω
με πιστοί στην ομολογία, να κρατήσωμε σωστή την πρόθεσί μας
απέναντι Του και να συνεχίσωμε την πορεία ακολουθώντας Τον,
εις οποιοδήποτε σημείο και αν μας καλέση ο προορισμός μας. Και
τότε μετά παρρησίας, μετά «επαινετής αναίδειας», κατά την
γλώσσα των Πατέρων μας, θα ανοίξωμε και εμείς το χέρι μας και
θα πούμε: «Κύριε τον δρόμο ετελειώσαμε, την πίστι ετηρήσαμε·
λοιπόν, κλίνον το ους Σου, και κατά την αγαθότητα Σου, δος τις
επαγγελίες Σου». Όλα αυτά όμως θα γίνουν αν η πρόθεσί μας είναι
σωστή. Εάν η πρόθεσί μας είναι χλιαρή, τότε δεν υπάρχει αυτή η
παρρησία. Και δοκιμάστε, με την πείρα να το δήτε. Οσάκις υπάρχει
μέσα μας κάποια ηττοπάθεια, χάνεται η παρρησία. Αυτό είναι και
πάλι το παράδοξο. Το θέμα της ήττης δεν είναι εκείνο πού μετράει,
αλλά ο τρόπος του χειρισμού ο εσφαλμένος. Άλλωστε δεν τίθεται
θέμα αναμαρτησίας και αν μια ήμερα είναι η ζωή του ανθρώπου.
165

Δεν είναι δυνατό να υπάρξη άνθρωπος χωρίς να αμαρτήση. Άρα
το θέμα της φιλαμαρτήμονος διαθέσεως είναι γνωστό σε μας και
επομένως δεν μας απασχολεί αυτό. Δεν υπάρχει θέμα να μην
αμαρτήσωμε ποτέ. Δεν μπορεί να γίνη, δεν υπάρχει στην φύσι μας
αυτό ούτε και ο Θεός το απαιτεί. Γι1 αυτό και εχάραξε δια της
Εκκλησίας Του την απεριόριστη μετάνοια, όχι σε έκταση αλλά σε
πλήθος.
Επομένως λοιπόν, όταν χάνεται το θάρρος και
αισθανώμαστε τον Θεό ως οργισμένο, είναι λανθασμένη
τοποθέτησι. Ο Θεός αγαπά και τους αμαρτωλούς και τους δικαίους
και τους δαίμονες εξ ίσου, διότι είναι Πανάγαθος Αυτοαγάπη· δεν
μεταβάλλεται, δεν αλλοιώνεται. Πώς αισθανόμαστε εμείς απέναντι
Του φόβο;
Και σαν παράδειγμα λέγω το εξής.
Κάποτε σφάλλαμε, κάνομε ζημιά στον πατέρα μας, είτε
φυσικό είτε πνευματικό, και αμέσως χάναμε το θάρρος μας
απέναντι του, αρχίσαμε να τον ντρεπόμεθα, να τον φοβούμεθα και
γενικά όλη μας η παρρησία και θέσι στην αγάπη του εχάθη. Τώρα
ποιος προκάλεσε όλη αυτή την σύγχυσι; Ο πατέρας καλά καλά δεν
ξέρει τίποτε ακόμα, γιατί δεν είδε την ζημιά και όμως εμείς σχεδόν
τρέμομε για την ενοχή μας. Βλέπετε ποιος δημιουργεί τον φόβο; Η
ενοχή του σφάλματος, όχι ότι ο Θεός μετέβαλε την αγάπη Του σε
οργή.
Αυτό το θέμα όμως της ενοχής δεν είναι αυτό πού προκαλεί.
Είναι ο τρόπος του χειρισμού λανθασμένος. Από εκεί χάνει ο
άνθρωπος την σωστή, την ακέραια προαίρεσι, την αγνή πρόθεσι.
Χάνεται από εκεί και γι' αυτό χάνει την παρρησία του, ενώ δεν
υπάρχει λόγος αυτή να χαθή.
Παρ' όλο πού υπάρχει αμαρτωλότης, δεν οργίζεται ο Θεός
πού αμαρτάνει ο άνθρωπος - εφ' όσον δεν υπάρχει στην φύσι του
αναμαρτησία - αλλά όταν ο άνθρωπος αλλάζει τον τρόπο της
προθέσεως του. Και αυτό είναι η πλάνη του σατανά από τα δεξιά,
να προβάλλη την απογοήτευσι σαν ανάγκη.
Πάντως πρέπει να προσέχετε, ότι η δύναμι του σατανά στο
να μας προκαλέση να σφάλλωμε, δεν είναι στο να μέτρηση την
έκτασι της αμαρτίας. Δεν κερδίζει τίποτε από εδώ. Ο σκοπός του
είναι το να κάνη παραδεκτή την απογοήτευσι.
Αυτό το διαβολικό σκοτεινό νέφος πού θολώνει τον νου,
σβήνει την προαίρεσι και παραδίδει τον άνθρωπο άνευ όρων.
Καλά,
εντάξει,
«τω
Θεώ
επταίσαμεν,
τω
Θεώ
απολογούμεθα». Ο σατανάς τι δουλειά έχει στην μέση; Να μας γίνη
δικαστής; Αυτός να κρίνη εμάς; Ό «αναμάρτητος»(!) εμάς τους
αμαρτωλούς; Μα για μας τους αμαρτωλούς ο Υιός του Θεού
166

εκρεμάσθη στον Σταυρό, εμάς μεν να σώση και αυτόν να
απολέση. Που βρίσκεται η παρρησία του; Εσφαλμένη η κρίσι.
Βλέπετε;
Να ακόμη άλλη απόδειξι. Οσάκις συμβαίνει σφάλμα,
σταματάει ο άνθρωπος και κάνει ένα έλεγχο και λέει: «Καλά,
απεφάσισα εγώ να αρνηθώ τον Χριστό; Να αλλάξω το ιδίωμα της
πνευματικής μου ζωής; Να οπισθοχωρήσω από την χριστιανική
γραμμή; Όχι. Αφού δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, άρα το σφάλμα ήταν
ατύχημα». Η προαίρεσι δεν ελύγισε, δεν άλλαξε, αλλά είναι από τα
συμπτώματα της μεταπτωτικής μας αθλιότητος, πού εξ αιτίας της ο
άνθρωπος έχασε την προσωπικότητα. Υποκείμενος στην πίεσι
των τρομερών αλλοιώσεων, τις οποίες προκάλεσε η πτώσι, δεν τα
καταφέρνει και γλυστράει, όπως εκείνος πού βαδίζει σε ανώμαλα
μέρη και είναι αδύνατο να μην γλιστρήση και να μην κατασχιστή.
Αφού είναι έτσι η πραγματικότης, δεν υπάρχει πλέον θέμα
απογοητεύσεως
και
,αποθαρρύνσεως.
Πρέπει
λοιπόν
αναπεπταμένη να είναι η προαίρεσι, ακέραια, σωστή. Είμεθα
έτοιμοι για την αγάπη του Χριστού μας να υποστούμε τα πάντα.
Κανείς δεν μας σταματά, δεν μας αναχαιτίζει. Κανένα δεν
φοβούμεθα, γιατί ακριβώς είναι «μείζον ο εν ημίν ή ο εν τω κόσμω»
(Α' Ιωάν. 4,4)·
Αυτή είναι η πραγματικότης. Και πολύ με παρακίνησε ο βίος
αυτής της μικρής κορούλας, αλλά μεγάλης μάρτυρος, πού
κατόρθωσε να σύντριψη τον σατανά και να σώση την πατρίδα της.

Αμήν.

Η Μαρτυρική Ομολογία

167

(Μνήμη των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων)

Εις ένα τροπάριο της ακολουθίας των εορταζομένων Αγίων
Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, λέγεται: «Φέροντες τα παρόντα
γενναίως, χαίροντες τοις ελπιζομένοις έλεγον οι Άγιοι Μάρτυρες».
Από την αρχή φαίνεται η ετοιμότητα της εφαρμογής του
ομολογιακού χαρακτήρας του Χριστιανισμού.
«Φέροντες τα παρόντα». Ποια είναι αυτά; Οτιδήποτε μπορεί
να φαντασθή η διαβολική διάνοια, πού επινοεί τρόπους για να
εμπόδιση τους πιστούς να συνεχίσουν το δρόμο τους. Και αρχίζει
από τις παραμικρές ενοχλήσεις, είτε εσωτερικές είτε εξωτερικές και
φθάνει στο τέρμα των κακών, τον θάνατο. Γι’ αυτό οι χριστιανοί
πρέπει να είναι έτοιμοι ακριβώς εις αυτή την έκτασι των κακών,
ούτως ώστε να φέρουν «τα παρόντα» γενναίως, όχι με
μικροψυχία. Και αυτό θα το κατορθώσουν, εάν ευρίσκονται
«χαίροντες τοις ελπιζομένοις».
Πραγματικά, εάν υπολογίσωμε το τι περιμένει τους πιστούς
από την θεία αμοιβή, «ουκ άξια τα παθήματα του νυν καιρού προς
την μέλλουσαν δόξαν αποκαλυφθήναι» (Ρωμ, 8,ι8). Ποία δόξα;
Αυτή πού λέει ο αθλητής της αγάπης. «Νυν τέκνα Θεού έσμεν, και
ούπω εφανερώθη τι εσόμεθα οίδαμεν δε ότι εάν φανερωθή, όμοιοι
αύτη εσόμεθα» (Α' Ιωάν. 3,2). Και τότε θα ευρίσκεται ο Ιησούς μας,
Θεός εν μέσω Θεών. Δικαίως λοιπόν λέγει· «Εγώ είπα θεοί εστέ
και υιοί Υψίστου πάντες».
Εις αυτά τα ελπιζόμενα χαίροντες, αλληλοπαρεκινούντο οι
Άγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες και έλεγαν. «Εάν τώρα δεν
αποθάνουμε, τεθνηξόμεθα πάντως». Εάν τώρα, στην ώρα της
ομολογίας για την πίστι μας, τώρα πού ήλθε ο διάβολος να μας
φράξη τον δρόμο πού οδηγεί στον Χριστό, αρνηθούμε να
πεθάνωμε, δεν θα πεθάνωμε ούτως ή άλλως ύστερα από λίγο
καιρό; Έτσι και αλλοιώς ο θάνατος υπάρχει και είναι αδύνατο να
τον αποφύγωμε. Τι θα κερδίσωμε, λοιπόν, αν παρατείνωμε την
ζωή μας για λίγο μέσα εις αυτό το χάος, την ΚΟΛΑΣΩ πού ζούμε;
θα πεθάνωμε για την αγάπη του Χριστού, ώστε να κερδίσωμε την
ιδική Του αγάπη. Βλέπετε σύνεσι; Και άντεξαν στο φοβερό εκείνο
κρύο και τα τόσα άλλα δεινά πού τους υπέβαλαν. Δεν παρήλθαν
όμως τα δεινά εκείνα; Πόσο εκράτησαν;
Από τότε όμως, από τον 2ον αιώνα, πού άθλησαν οι Άγιοι
Μάρτυρες και απέδειξαν την αγάπη τους προς τον Θεό, μέχρι
σήμερα, ποσά εκατομμύρια γόνατα δεν ελύγισαν μπροστά στην
εικόνα τους, μέσα στους Ιερούς ναούς, κατά την μνήμη τους και
τους
επεκαλέσθησαν
με
βάθος
ταπεινοφροσύνης,
να
ΣΥΓΚΑΛΕΣΟΥΝ και να επιβλέψουν ευμενώς και εις αυτούς; Και
168

αυτή είναι η επί γης αίγλη πού έχουν, η εν ουρανοίς πόση, αφού
έγιναν υιοί Θεού;
Έτσι πρέπει και εμείς να ερεθίσαμε τον εαυτό μας. Γιατί,
όπως είπε ο Ιησούς μας, «το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ
ασθενής» (Ματθ. 26,41). Αυτά τα δύο, το πνεύμα και η σαρξ, παρ'
όλο πού είναι δύο, εν τούτοις είναι κατά τέτοιο τρόπο ενωμένα,
πού επηρεάζει το ένα το άλλο. Εάν στην «σάρκα», τον εξωτερικό
άνθρωπο, ο οποίος είναι περισσότερο αισθητός, δεν δίνουμε
τρόπους για να τον παρακινούμε και μένει μόνος του μέσα στα
συναισθήματα του τα βαριά και συγκεχυμένα, τα μετά την πτώσι,
τότε αυτή η κατάστασι επιδρά και στο πνεύμα του, και δεν τον
αφήνει να προχώρηση μπροστά παρ' όλες τις καλές προθέσεις
πού έχει. Επιδρά και σπρώχνει τον άνθρωπο στη νωχέλεια και την
αδιαφορία και έτσι εμποδίζει τον καλό σκοπό.
Ο άνθρωπος είναι αγαθό κτίσμα και έχει ροπή προς το
αγαθό, έχει όμως εξαιτίας της πτώσεως μεγάλη ροπή και προς το
κακό, γι' αυτό ωφελούν πάρα πολύ οι διάφοροι τρόποι και
υποκινήσεις, λόγω του ότι χαρακτηριστικό της φύσεως μας είναι η
μιμητικότης. Με διαφόρους τρόπους και επίνοιες παρακινούμε και
σπρώχνομε τον εαυτό μας να απόκτηση συνήθεια του καλού και να
αποφεύγη το κακό με τον φόβο και την απειλή. Αυτό το βρίσκουμε
πολλές φορές στους βίους των Πατέρων μας και εις αυτούς τους
Μάρτυρες. Κατά την ώρα του μαρτυρίου, ενώ ευρίσκονται μέσα
στο στάδιο, είτε παρηγορεί ο ένας τον άλλο, είτε ενθαρρύνουν οι
ίδιοι τον εαυτό τους. Ξέρουν ότι η φύσι μετά την πτώσι έχει
απόκτηση βαρύτητα και αν δεν την σπρώξης δεν ανεβαίνει. Πολλές
αγαθές μνήμες και παραδειγματισμούς αναφέρουν οι Πατέρες μας
και ιδιαίτερα ο Αββάς Ησαΐας. Ας επιστρέψωμε όμως στο μαρτύριο
των Αγίων.
Στο τέλος, όταν ο ένας εξ αυτών ελύγισε και αρνήθηκε την
ομολογία του, τότε έκαναν προσευχή οι Άγιοι να τους αξίωση ο
Θεός όπως ήταν πιο πριν σαράντα τον αριθμό, σαράντα και
να μαρτυρήσουν. Και αμέσως συνεπληρώθη
η
θέσι του
πεπτωκότος
και
έτσι
έμεινε
ο αριθμός τους, όπως
παρεκάλεσαν. Αφού με διαφόρους τρόπους εθανατώθησαν οι
μάρτυρες, διετάχθη, όσα σώματα ήσαν νεκρά, να φορτωθούν σε
άμαξες και να πεταχτούν μέσα στο ποτάμι για να εξαφανισθούν, ή
να ριχθούν στη φωτιά.
Όταν εδόθη η εντολή, άρχισαν να μαζεύουν τα λείψανα. Ένα
όμως εφαίνετο ότι ήτο ακόμη ζωντανό. Αυτό το παραμέρισαν, γιατί
η διαταγή ήτο μόνο τα σώματα των νεκρών να καταστρέψουν.
Στον τόπο του μαρτυρίου παρευρίσκετο και η μητέρα του
ζωντανού μάρτυρος. Ευσεβέστατη μητέρα, η οποία, όταν ήκουσε
169

ότι το παιδί της συνελήφθη και εμαρτυρούσε, έτρεξε εκεί για να το
καμάρωση και να καυχηθή για την χριστιανική της ιδιότητα, αλλά
και να το ενίσχυση συγχρόνως, μην τυχόν και λυγίση σαν
άνθρωπος. Πραγματική ηρωίδα! Όταν είδε λοιπόν, ότι οι
στρατιώται άφησαν το σώμα του παιδιού της, γιατί ήταν ακόμα
ζωντανό και έφευγαν, αυτή εφώναξε να το πάρουν, αλλά δεν την
ήκουσαν. Τι κάνει λοιπόν; Δια να ολοκλήρωση πράγματι τον
ηρωισμό της σαν χριστιανή μητέρα, το φορτώνεται και τους
ακολουθεί, θέλει να το ρίξη πάνω στα άλλα λείψανα, να
συντελειωθή και αυτός με τους άλλους, μήπως και παραμείνει
πίσω και υστερηθή την δόξα που του ανήκε. Εδώ, μόνο με την
σιωπή ημπορεί να σταθή κανείς.
Πώς να χαρακτηρίσω τους παλμούς αυτής της χριστιανικής
καρδιάς; Μητέρα αυτή, να βλέπει το πιστοποιημένο παιδί της να
σπαράζη και αντί να επινόηση τρόπους να το παρηγόρηση και
απαλύνη τους πόνους, αντί να επινόηση τρόπους παρηγοριάς της
πληγωμένης καρδίας της από το αίσθημα της φρίκης, φοβάται
μήπως δεν ολοκληρωθή η αγάπη αυτής και του παιδιού της προς
τον Χριστό. Ξεχνά όλους τους πόνους, την γυναικεία αδυναμία και
ασθένεια και τρέχει μήπως και υστερηθή το παιδί της της
ολοκληρωτικής αξίας των συμμαρτυρησάντων. Ιδού χριστιανική
καρδιά, ο οποία αγαπά υπεράνω όλων τον Θεό και μόνο!
Τελειότατο παράδειγμα, πού πρέπει να συγκινή τον καθένα
και ιδίως εμάς τους μοναχούς, οι όποιοι ετύχαμε τέτοιας κλήσεως,
της ιδιαιτέρας προνοίας του Θεού. Μας ελύτρωσε από την
αιχμαλωσία της ματαιοφροσύνης γενικά και μας εκάλεσε ειδικά στο
στάδιο εκείνο, πού εστάθησαν όσοι τον αγάπησαν ολοκληρωτικά
και εθυσίασαν το πάν, ακόμα και αυτή την ζωή τους, για να
ολοκληρώσουν την αγάπη τους προς Αυτόν.
Είμεθα οι συνεχισταί και συναθληταί των Σαράντα μαρτύρων
και όλων εκείνων, οι οποίοι κληθέντες από τον Ιησού μας, αφού
ελκύσθησαν από τον Πατέρα Του και ενισχύθησαν από την Χάρι
του Παναγίου Πνεύματος, κατώρθωσαν να αποδείξουν ότι
ηγάπησαν εξ ολοκλήρου τον Θεό και το απέδειξαν με κάθε είδος
αυταπαρνήσεως και φιλοθείας, όση περιείχε η φύσι των. Δεν είναι
καθόλου υπερβολή, όταν βάζομε και εμείς την ευτέλεια μας εις
αυτή την γραμμή. Ναι, σαν ανθρώπινα όντα των δυστυχισμένων
τούτων καιρών, μας λείπουν πάρα πολλά. Και ναι μεν εις εμάς
συνέβη δυστυχώς αυτή η εξέλιξι προς τα κάτω, ο Θεός όμως δεν
άλλαξε την θέσι του απέναντι μας. Παραμένει η απόλυτος πατρική
στοργή και αγάπησε και εμάς όπως αγάπησε και τους
προηγούμενους αθλητές· εκείνους τους μεγάλους μάρτυρες και
ομολογητές. Έβαλε και εμάς στην ίδια μερίδα, στο ίδιο στάδιο, και
170

περιμένει και από μας στο μέτρο των δυνάμεων μας, να
αποδείξωμε ότι προτιμούμε την αγάπη Του παρά οτιδήποτε άλλο.
«Μηδεμίαν εν μηδενί δίδοντες προσκοπήν, ίνα μη μωμηθή η
διακονία, άλλ' εν παντί συνιστώντες εαυτούς ως Θεού διάκονοι»
(Β' Κορ. 6,34)·
Και έτσι να είστε βέβαιοι, ότι η θεία Χάρι, πού δεν κάνει
λάθος ποτέ, η οποία προείδε ότι είμεθα ασθενή όντα, ευτελή και
ουτιδανά υποκείμενα, κατεδέχθη στην θεοπρεπή της μεγαλοσύνη
να μην μας υστέρηση της ευλογίας και να μας κατάταξη στην
μερίδα των εκλεκτών. Έχομε προς τούτοις και την πρεσβεία των
προαπελθόντων θεωμένων Μαρτύρων, πού καταδέχονται εμάς
τους ευτελείς, παρακαλούντες την αγάπη του Θεού να βαστάζη τις
αδυναμίες μας, να ενίσχυση τις ελλείψεις μας και να μην μας
αφαίρεση την καλή κλήσι την οποία μας προσέφερε, παρ' όλες τις
προδοσίες μας.
Με καλή πρόθεσι λοιπόν, όλοι μας να γυρίσω με και να
παρακαλέσω με τους Μάρτυρες σήμερον, και αύριον τους Οσιους
και μεθαύριο τους Ομολογητάς και εν συνεχεία πάντας τους
Αγιους, οι οποίοι μας αναμένουν, να εντείνουν την προσπάθεια
τους, την πατρική τους στοργή, να ικετεύσουν την παναγαθότητα
του Χριστού μας να μας ανεχθή και να δώσουν σε μας ζήλο, μόρια
του ζήλου, από αυτά πού είχαν εκείνοι στην ψυχή τους και
κατώρθωσαν να τελειώσουν την μεγάλη τους αποστολή. Πράγματι,
θα γίνη και σε μας, σαν τα παιδιά εκείνα τα οποία είχαν πλουσίους
γονείς και παρ' όλο, πού αυτά ούτε ΕΡΓΑΣΘΗΚΑΝ, ούτε για να
εργασθούν ήσαν ικανά, εν τούτοις απέκτησαν ευμάρεια
κληρονομική. Εάν το κατά δύναμι ΚΑΤΑΘΕΣΑΜΕ και εμείς, τότε θα
ΚΑΤΑΔΕΙΧΘΟΥΝ οι Πατέρες μας, οι Μάρτυρες, οι Άγιοι, να μας
δώσουν με την πρεσβεία τους αυτό πού μας λείπει και έτσι θα
επιτύχωμε και εμείς.
Όλοι μας λοιπόν, είμεθα υποχρεωμένοι να αποδεικνύωμε
όντως, ότι όχι μόνο δεν μεταμεληθήκαμε για την κλήσι μας, αλλά
στενάζομε κάθε ημέρα με συνείδησι της αδυναμίας μας,
ομολογούμε την ευτέλεια και κηρύττομε την ανικανότητα μας, αλλά
όμως δεν υποχωρούμε κατά πρόθεσι. Επιθυμούμε και εμείς να
συνεχίσωμε τον δρόμο και να τον τελειώσωμε εν Χριστώ. Αμήν

Το Ταπεινό Φρόνημα
(Μνήμη Αγίου Ιωάννου τον Σιναΐτου)

Ο σήμερον εορταζόμενος Φωστήρ, κορυφαίος Πατέρας της
μοναστικής μας ιδιότητος, Ιωάννης ο Σινα'ϊτης, είχε ως εξαίρετο
171

αρετή - εκτός των άλλων πού επλούτιζαν και επροίκιζαν την
μακαριά ψυχή του - την ταπεινοφροσύνη. Κατά την κούρα του εις
μοναχό, ένας εκ των πνευματοφόρων Πατέρων, ελθών εις έκστασι,
είπε στον Γέροντα του Μαρτύριο. «Βαβαί, Αββά Μαρτύριε, οίδας
ότι σήμερον ηγούμενον του Σινά εκούρευσας;»
Μέσα στην βαθύτατη ταπεινοφροσύνη του ο Όσιος Ιωάννης,
δεν απεκάλυψε τίποτε για τον εαυτό του. Το μόνο πού γνωρίζομε
είναι, ότι δεκαεξαετής μπήκε στην μοναχική πολιτεία. Εκάθησε υπό
τον Γέροντα του περί τα δεκαοκτώ έτη και μετά απεσύρθη στην
βαθύτερα έρημο, στην οποία έζησε περί τα 40 έτη. Μόνος εκεί με
τον μαθητή του Μωυσή. Ίσως και με άλλους. Στο βαθύ του γήρας,
περίπου εβδομηκοντούτης, εξελέγη ηγούμενος της Ιεράς Μονής
Σινά.
Πλήρης αρετών, εστήριξε γενικά την περιφέρεια αυτή τον
τότε υπάρχοντα μοναχισμό, αφήνοντας και εις εμάς τους ευτελείς,
ως κληρονομιά την περίφημο του Βίβλο, την ονομαζόμενη
«Κλίμακα». Αρχίζει από την ξενιτιά και κλιμακωδώς αναφέρει όλες
τις καταστάσεις των αρετών, μέχρι της απάθειας και της θεώσεως.
Εκείνο το οποίο συνιστά, είναι το ταπεινό φρόνημα, σαν το
πλέον απαραίτητο στοιχείο, ως καθήκον
απόλυτο
σε
κάθε
χριστιανό.
Αναφέρεται στον βίο του, ότι οι Πατέρες, για να δοκιμάσουν
το ταπεινό του φρόνημα του επέταξαν, όπως ρίχνομε στα σκυλιά,
ένα κομμάτι ψωμί και αυτός ο μακάριος έσκυψε, επερπάτησε με τα
τέσσερα και το επήρε, για να τους απόδειξη που απεδέχθη αυτό
πού του έκαμαν σαν πείραμα. Αυτό ήταν το δείγμα της προκοπής
του.
Θα ήθελα να αναφερθώ στο θέμα της μακροθυμίας πού
πρέπει να έχωμε ως μοναχοί. Σας ανέφερα το όραμα πού είδε
πνευματοφόρος Πατέρας για τον όσιο Ιωάννη, ότι έμελλε να γίνη
ηγούμενος του Σινά. Πότε όμως έγινε αυτό; Μετά από πενήντα
πέντε χρόνια. Αυτό το γεγονός είναι σοβαρό και απασχολεί και
εμάς με την είσοδο μας στην μοναχική ζωή. Αν και κάποιος δεν
ευρίσκεται να μας το πή εσωτερικά όμως η συνείδησι και η βαθεία
πίστι μας το ομολογούν συνεχώς. Ποιο; Το ότι εφ' όσον εκλήθημε
στην ζωή αυτή, ασφαλώς είμαστε προορισμένοι στο απόλυτο της
επιτυχίας μας, δια του ελέους του Θεού. Αυτό όμως πότε θα γίνη;
Στο τέρμα της ζωής μας; Κανείς δεν ξέρει πόσο θα ζήσωμε.
Ενδέχεται να μακρό βιώσω με. Εκείνο πού γνωρίζομε είναι
ότι, «ο καλέσας ημάς Θεός» είναι αψευδής στις επαγγελίες Του,
καθώς είναι «πιστός εν πάσι τοις λόγοις Αυτού». Άρα μας ετοίμασε
τόπο και θα μας τον χαρίση. Χρειάζεται όμως μια υπομονή πολλών
172

ετών και τότε θα εκπληρωθή η επαγγελία. Αυτός είναι ο τρόπος
πού ο Θεός εκτελεί τις επαγγελίες Του.
Ας επανέλθωμε τώρα στο θέμα της ταπεινοφροσύνης. Κάθε
αρετή είναι επωφελής και αναγκαία, διότι εξυψώνει την
προσωπικότητα μας, η οποία κατερρακώθη με την πτώσι, και
εγέμισε την εικόνα με κηλίδες. Πρέπει αυτές οι κηλίδες, μία-μία να
εξαλειφθούν και να επανέλθη η εικόνα και η μορφή στην αρχική
της αξία. Οι κηλίδες είναι η παρά φύσι ζωή, δηλ. τα πάθη και οι
αμαρτίες, τα οποία μας προκάλεσε η πτώσι και η αμελημένη μας
ζωή. Από τότε πού εγνωρίσαμε την ευσέβεια, έως αυτή την ώρα,
δεν ημπορέσαμε να εφαρμόσωμε αυτά πού απαιτεί το θειο
θέλημα. Και δεν είμεθα αμαρτωλοί μόνο στην περίοδο της αγνοίας
μας. Δυστυχώς εμείναμε αμαρτωλοί και στην περίοδο της
γνώσεως. Και η εικόνα ευρίσκεται καταρρακωμένη.
Τώρα, επιβάλλεται με την πτωχή μας προσπάθεια και με την
απόλυτο συνεργασία της θείας Χάριτος να αποκτήσω με, αντί των
κακών και των παθών, τις αρετές, οι οποίες έχουν αυτήν ακριβώς
την ιδιότητα. Αντικαθιστούν την δυσμορφία της εικόνος, και αφού
σιγά-σιγά χάριτι Χριστού, αναζωγραφίσομε και επαναφέρομε την
εικόνα στην πρώτη της αίγλη και κατάστασι, στο αρχαίο απλούν,
τότε φαίνεται ο χαρακτήρας, τίνος είμεθα, από πού καταγόμενα.
Είμεθα, φυσικά του Πατρός μας, γι' αυτό και φέρομε το επίθετο
«χριστιανοί», διότι καταγόμεθα από τον Χριστό.
Όλες λοιπόν οι αρετές είναι χρήσιμες, απαραίτητες,
αναγκαίες και κάθε μια ακριβώς ξεριζώνει την αντίστοιχη κακία και
θεραπεύει την κατάλληλη πληγή.
Υπάρχει όμως και μια άλλη αρετή, η οποία και μόνη αυτή
μπορεί να αντικαταστήση όλες τις] άλλες και να αποκαταστήση την
μορφή της εικόνος ΑΣΥΓΚΡΙΤΩΝ λαμπρότερη από ό,τι!
φυσιολογικά θα εγίνετο. Αυτή συνιστούν οι! Πατέρες. Και δεν είναι
παράξενο. Διότι αυτή η; αρετή, είναι ακριβώς ο γνήσιος
χαρακτήρας του Πατρός μας, του Χριστού. Αυτός ο οποίος
ενομοθέτησε και έγινε για μας άνθρωπος, όχι γιατί Του; εχρειάζετο,
αλλά για το πλήρωμα της παναγάπης Του προς τον άνθρωπο. Δεν
ηρκέσθη να του μιλήση από μακρυά, αλλά εφόρεσε τον ίδιο τον
άνθρωπο, έζησε μαζί μας και μας έδειξε πρακτικά, σαν κλίμακα,
ένα - ένα το σκαλοπάτι, πώς να βαδίσωμε, ανακτούντες τις αρετές
και καταστρέφοντες τις κακίες.
Με όλα αυτά ηθέλησε να μας πή και κάτι παραπάνω:
«Θέλετε να σας πω ποιος είμαι; Μάθετε απ' εμού ότι πράος ειμί και
ταπεινός τη καρδία» (Ματθ. 11,29).Εδώ ελύθηκε το μεγάλο
μυστήριο. Τώρα εμάθαμε όχι μόνο εξωτερικά την μορφή, άλλα το
βάθος της καρδίας, το κέντρο της υποστάσεως Αυτού. Αυτός είναι
173

ο Θεός και Πατέρας μας! Ποιος θέλει τώρα λοιπόν να πάρη επάνω
του τον τίτλο της κληρονομιάς, πού θα έχει ως αποτέλεσμα να
παραμερισθούν τα εμπόδια και οι θυρωροί, δια να εισέλθη με δόξα
και παρρησία και να πέση στην πατρική αγκάλη; Αυτός ο οποίος
είναι έξυπνος, θα προσπαθήση στην ζωή αυτή να περισυλλέξη
επάνω στην μορφή του ολόκληρο τον χαρακτήρα του Πατρός. Και
αυτός είναι ο ταπεινός.
Είναι όμως φυσιολογική η ταπείνωσι, ή μήπως είναι κάποιο
πράγμα υπέρ φύσι και είναι δύσκολο να το συλλάβωμε και
διανοητικά ακόμα;
Τι είναι ταπείνωσι; Ταπείνωσι είναι η πραγματικότης. Μήπως
μας χρειάζονται όμως επίνοιες για να ανακαλύψωμε μέσα μας την
πραγματικότητα, ότι όντως είμαστε ευτελείς και ουτιδανοί, ανίκανοι
στην αθλιότητα πού ευρισκόμαστε; Δεν νομίζω, ότι αυτό είναι
δύσκολο.
Εάν ακούσαμε από την Γραφή την καταγωγή μας και βάλωμε
δίπλα στο πρότυπο την μορφή μας, αμέσως θα εντραπούμε.
Ακούσαμε, ότι η κατασκευή μας εξ αρχής έγινε κατά ιδιαίτερο
τρόπο, με την πρόνοια του Θεού «κατ' εικόνα και ομοίωσίν» Του.
Εγίναμε κατά την θείαν απόφασι ένας «κατά χάριν» Θεός, όμοιος
με τον κατά φύσι Θεό. Αυτή είναι η καταγωγή μας, και τώρα ευ
ρίσκο με, ότι εκαταντήσαμε «σπήλαια ληστών». Η κακουργία, η
εγκληματικότης, η πονηρία και η ποικιλόμορφη αμαρτία,
περιστρέφονται μέσα μας ελεύθερα και μόνο εξωτερικά διαφέραμε
από τα κτήνη. Αυτή η διαπίστωσι είναι η πραγματικότης. Και άρα
από τούτο το παράδειγμα, ημπορούμε να βάλωμε αρχή για να
κατακτήσω με την ταπείνωσι. Μετά την διαπίστωσι, ότι είμαστε
ελεεινοί, πιάναμε αυτό το φρόνημα και ησυχάζομε. Όταν κρατούμε
αυτό το φρόνημα, πως είναι δυνατό να θυμώσωμε κατά του αλλού;
Ενας τέτοιος χαρακτήρας σκέφτεται για πλεονεξίες, αρπαγές,
εκδικήσεις και κακουργίες; Ουδέποτε γίνεται αυτό. Ένας τέτοιος
άνθρωπος, πάλι δεν είναι άξιος, χάριν της ελεεινότητός του, να
πάσχη και όχι να δοξάζεται;
Αυτά όλα τα είπα, για να δώσω ύλη στο πόσο είναι εύκολο,
αν θελήσωμε, από αυτές τις πρόχειρες διαπιστώσεις, να
αρπάξωμε αυτή την εργασία και να ξεκινήσωμε ο καθένας μας με
άμιλλα ευσεβή, ποιος να περάση τον άλλο. Εδώ επιτρέπεται η
άμιλλα. «Καλόν το ζηλούσθαι επ' αγαθώ>>.
Να όμως και δεύτερη επίγνωσι της ταπεινώσεώς μας. Όταν
ήλθε το πλήρωμα του χρόνου και επεδήμησε ο Θεός Λόγος,
έσβησε τα παλιά, έσχισε το χειρόγραφο, ανέσυρε την εικόνα από
το βάθος και την εσφράγισε με τα ημαγμένα Του δάκτυλα. Την
επανέφερε στο αρχαίο κάλλος και της έδωσε την δύναμι της
174

υιοθεσίας· και την επήραμε στο βάπτισμα, αλλά και πάλι
κατηντήσαμε στα ίδια. Ελεεινότης χωρίς σύνορα και περιγραφή.
Είναι λοιπόν, δύσκολο αυτές τις διαπιστώσεις να τις κρατά ο
καθένας και να αγωνισθή να απόκτηση αυτή την πανάρετη, πού
είναι ο γνήσιος χαρακτήρας του Πατρός μας, πού μόλις την ιδούν
οι Άγγελοι αμέσως παραμερίζουν; Και η φλογίνη ρομφαία ακόμα,
αν έμενε στη θέσι της και δεν κατηργείτο από τον Σταυρό του
Ιησού μας, μόλις αντίκριζε την μορφή αυτή, θα παρεμέριζε
αμέσως. Διότι πώς θα σταθή, όταν βλέπη τους υιούς του πατρός
των να βαδίζουν με παρρησία να κληρονομήσουν την επαγγελία
τους; Με παράδειγμα τον σημερινό Όσιο Πατέρα και όλους τους
Αγίους, αλλά περισσότερο το πρότυπο μας, τον αρχηγό της
σωτηρίας μας «τον της πίστεως αρχηγόν και τελειωτήν Ιησού»
(Εβρ. 12,2), ας συνεχίσωμεν «τον προκείμενον ημίν αγώνα» και να
είσθε σίγουροι ότι η επιτυχία μας είναι βεβαία. Αμήν

Ο Τροπαιοφόρος Της Αγάπης

(Μνήμη Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου)

Σήμερα η Εκκλησία μας εορτάζει μαρτυρική εορτή. Εάν
επιχειρήσομε να εκθειάσομε τον εορταζόμενο Άγιο, μάλλον θα τον
μειώσομε. Ο Άγιος αυτός είναι η δόξα των Μαρτύρων, το καύχημα
των Αγίων, η τιμή του ουρανού και της θριαμβευούσης Εκκλησίας.
Είναι ο παμμέγιστος Γεώργιος. Δεν υπάρχει στόμα χριστιανικό από
την νηπιακή ηλικία μέχρι του τελευταίου επιθανάτιου παλμού της
175

καρδιάς, πού να μην επικαλεστεί το γλυκύτατο του όνομα. Δεν
υπάρχει χώρα χριστιανική πού να μην υπάρχουν έστω και ερείπια
ναού, πού εκτίσθη στην μνήμη του.
Ο φωστήρ αυτός κρύβει ένα μεγάλο μυστήριο, πού δεν
εξερευνήθη καταλλήλως. Που οφείλεται η τόση αγάπη του λάου
προς αυτόν; Αλλά και η δική του αγάπη προς τον λαό είναι τόσο
μεγάλη, πού μας εμποδίζει να τον ξεχνούμε, αλλά συνεχώς να τον
επικαλούμεθα. Μέσα σε τρεις ή τέσσερεις χριστιανικές οικογένειες,
θα υπάρχει οπωσδήποτε το όνομα Γεώργιος. Γιατί, δεν υπάρχει
οικογένεια στην οποία δεν επενέβη η αγάπη αυτού του Αγίου, για
να βοηθήσει. Αυτός ο ήρωας επέτυχε να ολοκλήρωση την
χριστιανική του ιδιότητα, όχι μόνο δια της ομολογίας της πίστεως,
αλλά και δια του μαρτυρίου. Και την συνεχίζει και μετά το μαρτύριο
του. Αγκάλιασε την Εκκλησία, τους πιστούς όλων των αιώνων στα
τετραπέρατα της οικουμένης. Και εκεί, πού δεν υπάρχει ακόμα
Ορθοδοξία, πού υπάρχει η ομίχλη της ειδωλολατρίας και εκεί
προφθάνει απρόσκλητος και δίνει την παρουσία της αγάπης του.
Δικαίως ωνομάσθη από την Εκκλησία, «Αθλοφόρος»,
«Τροπαιοφόρος» και «Μεγαλομάρτυς». Όλοι οι Μάρτυρες είναι
μεγάλοι, διότι όλοι θυσίασαν την ζωή τους και φανέρωσαν την
τελεία αγάπη τους προς τον Χριστό μας. Αλλά το «Τροπαιοφόρος»
και « Μεγαλομάρτυς» δεν ανήκει τόσο στην γενναιότητα πού
επέδειξε στα βασανιστήρια, αλλά κατά την γνώμη μου, στο
πλήρωμα της αγάπης του, πού υπήρξε όχι μόνο στην περίοδο πού
έζησε, αλλά και μετέπειτα μέχρι ακόμα της συντέλειας των αιώνων,
ούτως ώστε να προλαμβάνει κάθε παλμό πόνου και να στηρίζει
οποίον επικαλεστεί το όνομα του.
Για μας τους μοναχούς, ο Άγιος Γεώργιος είναι κουροτρόφος
και προστάτης. Στην Θ' ωδή του κανόνος του Αγίου λέγεται: «Και
συ κατ' εξαίρετον σκιρτά, το Όρος το Άγιον χόρευε νυν και
ΓΑΛΛΟΥ φαιδρώς εύρες και γαρ ΚΡΑΤΙΣΜΩΝ τον Μέγα Γεώργιον,
οροφύλακα». Μετά την Κυρία Θεοτόκο έρχεται αυτός ως
προστάτης του τόπου τούτου και των μοναχών. Τέσσερα
μοναστήρια και αρκετά κελιά και καλύβες είναι αφιερωμένα στο
άγιο όνομα του.
Στον βίο του αναφέρεται ότι ο πατέρας του, Γερόντιος, ήτο
χριστιανός και ετελειώθη ως Μάρτυς. Και ο Γεώργιος από μικρός
ήτο χριστιανός. Σε ηλικία 22 ετών αγόρασε το αξίωμα του κόμητος.
Όταν επήγε να πάρει τον τίτλο για να προβιβαστεί, είδε ότι
έφτιαχναν οι ανώτεροι του το διάταγμα διωγμού κατά των
χριστιανών. Απόρησε γιατί τόσο αναίσχυντα διατάσσουν την
καταστροφή των χριστιανών χωρίς να τους πταίσουν. Έβγαλε την
ζώνη του, την επέταξε στους αρχηγούς του και φώναξε: «Είμαι
176

χριστιανός. Δεν θα πειθαρχήσω στο διάταγμα σας». Από αυτή την
στιγμή αρχίζει το μαρτύριο του. Και αυτός ο Μεγαλομάρτυς, παρ'
όλο το νεαρό της ηλικίας του, υπέμεινε αγογγύστως όλες τις ύβρεις
και τις ατιμώσεις, χωρίς να παραφερθεί. Με πατρική αμνησικακια
και στοργή υπέμεινε τα τρομερά εκείνα μαρτύρια και
εθαυματουργούσε για να τους πείσει - αν και γνώριζε ότι δεν θα
πιστεύσουν - αλλά για να μην υποβιβάσει την δύναμη της Χάριτος.
Έκανε το θαύμα και έλεγε: «Εγώ θα το κάνω, αλλά εσείς δεν θα
πιστεύσετε». Και ανέστησε ένα νεκρό πού είχε αποθάνει πριν
τριακόσια έτη.
Και εκείνο πού μας συγκινεί πραγματικά είναι το αμνησίκακο
πού είχε, ενώ ημπορούσε να τους επιτίμηση. Ημπορούσε να τους
φερθεί με ένα άγριο ύφος, και αυτός τους ομιλούσε με πολλή
συμπάθεια.
Εμείς σαν μοναχοί, παραδειγματιζόμεθα από την
γενναιοψυχία και την αυταπάρνησί του, γιατί ενισχυόμεθα και στο
ιδικό μας αναίμακτο μαρτύριο συνειδήσεως. Στους μάρτυρας
έλεγαν: «Η αρνείσθε ή ομολογείτε». Και δεν αρνήθηκαν και
απέθαναν. Σε μας τώρα δεν υπάρχει αύτη η φάση. Υπάρχει όμως
ο μυστηριώδης πόλεμος του νοητού τυράννου, ο οποίος συνεχώς
μας πειράζει. Είναι σαν να λέει: «Ή θα προσκύνησης το
πολύμορφο είδωλο της αμαρτίας, ή θα σου φέρω πειρασμό, ή
ασθένεια, ή ταραχή». Και εμείς απαντούμε με υψωμένη την φωνή:
«Κύριον τον Θεόν μου προσκυνήσω και Αυτώ μόνω λατρεύσω.
Ούτε τους θεούς σου λατρεύω, ούτε την εικόνα σου προσκυνώ».
Πραγματικά αντλούμε από αυτόν τον γίγαντα μεγάλο θάρρος.
Είμαστε ομοϊδεάται. Για την αγάπη του Χριστού δεν εφείσθη, όχι
μόνο της περιουσίας, των αξιών, των τίτλων, της χλιδής, τα οποία
ανοίγονταν μπροστά του, αλλά και αυτής της ζωής του, την οποία
και εθυσίασε.
Και εμείς στις δύσκολες ήμερες πού περνάμε, πιστεύομε ότι
ο ίδιος Θεός πού ήταν τότε είναι και τώρα, με την ίδια πατρική
στοργή και συμπάθεια και ενισχύει την μικρότητα μας. Και εμείς με
την ιδία πρόθεση προτιμούμε την αγάπη του Χριστού μας, την
πίστη και υποταγή προς Αυτόν, έναντι των υπολοίπων. Χάριν
ούτου και εμείς με τις πτωχές μας δυνάμεις εδρασκελίσαμε τον
βίαιο ποταμό της κοσμικής συγχύσεως και ματαιότητος.
Αρνηθήκαμε τους οικογενείς και αυτήν ακόμα την φύσι και
ευρισκόμεθα
αυτοεξόριστοι σε αυτό τον τόπο, με την ίδια
προσδοκία· φεύγοντας από τας αφορμάς των αιτίων, μακράν των
σκανδάλων, μέσα στα πλαίσια της ελευθερίας πού διαθέτομεν δια
της Χάριτος του Χριστού μας, να αποδείξωμε πρακτικά ότι τον
177

Χριστό μας αγαπούμε γνησίως,
τον δε διάβολο και την
αμαρτία βδελυσσόμεθα αξίως.
Μερικές φορές δεν επιτυγχάνουμε από απειρία, από
αγνωσία, από αδυναμία αλλά ουδέποτε προδίδω με την πρόθεσι.
Συνεχώς και εμείς ομολογούμε, ότι «Κύριον τον Θεόν ημών
προσκυνούμε και Αυτώ Μόνω λατρεύομεν», και ένεκα της αγάπης
Του, «τα πάντα ηγούμεθα σκύβαλα», αντλούντες θάρρος και από
το νέφος των Μαρτύρων, πού εβάδισαν αυτό τον δρόμο και μας
τον άφησαν σαν κληρονομιά. Πιστεύομε ακράδαντα πως
οπωσδήποτε θα μείνη μαζί μας η Θεία Χάρις και θα επιτύχωμε και
εμείς τον σκοπό μας. Έτσι επιτυγχάνομε δυο μεγάλα καλά. Πρώτα
την ιδική μας σωτηρία και δεύτερο, αποτελούμε ένα στήριγμα
στους εν Χριστώ αδελφούς μας, πού μένουν μέσα στην κοινωνία
και σηκώνουν τον σκληρό και βαρύ ζυγό του κοινωνικού βίου και
παλεύουν με τόσα αντίθετα και αντίξοα, με τόσες ταλαιπωρίες, για
να ημπορέσουν και αυτοί να μην αρνηθούν, αλλά να ομολογήσουν
στο μέτρο της δυνάμεως τους. Φως για μας είναι οι Άγγελοι και
φως για τους χριστιανούς του κόσμου είναι οι μοναχοί, διότι
σήμερα δεν ημπορούν να εύρουν τον Μ. Αντώνιο, τον Παίσιο, τον
Παχώμιο, αυτοί παρήλθαν. Σήμερα στην θέση αυτή ευρισκόμεθα
εμείς οι ταπεινοί, κρατούντες τα ίδια εμβλήματα, τις ίδιες γραμμές,
την ίδια παράδοσι, συνεχίζοντες την ίδια πορεία.
Όλοι μας, με σωστή πρόθεσι ας προσπέσωμε στην αγάπη
του Αγίου Γεωργίου, διότι αυτές τις αφορμές ζητεί να προβάλη την
πανίσχυρη του πρεσβεία και να ενίσχυση τον αγώνα μας.
«Μακάριος ος έχει γνωστούς εν Σιών και οικείους εν Ιερουσαλήμ».
Ιδού και εμείς έχομε γνωστό και οικείο τον Άγιο Γεώργιο, πού με
ελάχιστα λόγια εγκωμιάσαμε, για να του δώσωμε την αφορμή και
πρόφασι να πλήρωση την θεοπρεπή του αγάπη και να μας χαρίση
τον ουρανό. Αμήν

Ο Άγιος Αθανάσιος Ο Αθωνίτης
Ο Άγιος Αθανάσιος, όπως αναφέρεται στον κατά πλάτος βίο
του, κατήγετο από τα μέρη της Ανατολής, από την Τραπεζούντα.
Μόλις ετελείωσε την έξωθεν παιδεία - ήτο φιλόλογος - ελκυσθείς
υπό της Θείας Χάριτος, εγκατέλειψε τα εγκόσμια και προσεχώρησε
στο μοναχισμό από νεαράς ηλικίας, υπό την πρόνοια του κατά
σάρκα θείου του, του οσιωτάτου πατρός Μιχαήλ του Μαλεήνου.
178

Όταν κάποτε, επεσκέφθησαν οι νεαροί στρατηγοί Νικηφόρος
και Λέων, οι διαδραματίσαντες μετέπειτα σπουδαίο ρόλο στην
Βυζαντινή Αυτοκρατορία, τον όσιο Μιχαήλ το Μαλεήνο, τον
πνευματικό πατέρα του Αγίου Αθανασίου, για να εξομολογηθούν, ο
Όσιος Μιχαήλ τους ωδήγησε στο μέρος όπου ησύχαζε ο Άγιος
Αθανάσιος, τριακοντούτης τότε, λέγοντας τους ότι θέλει να τους
επίδειξη ένα θησαυρό. Και μετά την συνάντησι και συνομιλία πού
είχαν μαζί του, εθαύμασαν, διότι πραγματικά επρόκειτο περί ενός
μεγάλου θησαυρού.
Από τότε έλαβαν εντολή «αύτη τούτω τω μοναχώ ΑΝΑΓΕΣΑΙ
τους λογισμούς δια βίου παντός». Έκτοτε συνέχισαν οι, δύο
μεγάλοι άνδρες να έχουν ως πνευματικό
οδηγό
τον
Όσιο
Αθανάσιο, έως τέλους του βίου τους.
Με τον Νικηφόρο δε τόσο συνεδέθησαν, ώστε έδωσαν
αμοιβαία υπόσχεση να ζήσουν πάντοτε μαζί σαν μοναχοί. Η
υπόσχεση εκ μέρους του Νικηφόρου παρέμεινε ατελής, διότι ως
στρατηγός εκλήθη να απελευθέρωση την Κρήτη από τους
πειρατές, υστέρα όμως ΒΑΣΙΛΕΥΣΕ δια της βίας και εδολοφονήθη,
χωρίς να κατορθώση να φυλάξη την υπόσχεσί του. Δεν έπαυσε
όμως να προνοή της Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Αθανασίου. Ο
Όσιος Αθανάσιος, φεύγοντας από τα μέρη της Βιθυνίας, έρχεται
στον Άθωνα. Επισκεφθείς τις Καρυές, κέντρο της τότε μοναστικής
ζωής, δεν απεκάλυψε ποίος ήτο, αλλά προσεποιήθη τον
αγράμματο και τον αγροίκο. Πολλές φορές ο Γέροντας του
προσπαθούσε να του μάθη το αλφάβητο, για να διαβάζη την
ακολουθία του. Αυτός όμως προσεποιείτο ότι δεν έχει τέτοια
ικανότητα προς μάθησι. Στους γέροντες του Πρωτάτου πού
παρακινούσαν τον γέροντα να μάθη τον υποτακτικό του γράμματα,
απαντούσε με απλότητα, ότι είναι στενοκέφαλος και δεν μπορεί να
μάθη. Τέλος όμως, απεκαλύφθη ποιος ήτο, από αυτούς που τον
εγνώριζαν και ηναγκάσθη να ομολογήση ότι ήτο περιβόητος
Αθανάσιος. Εφ' όσον πλέον έγινε γνωστός και δεν ημπορούσε να
συνέχιση στην αφάνεια που τόσο αγαπούσε, εξεκίνησε
περιερχόμενος το Άγιο Όρος, αναζητώντας κατάλληλο τόπο.
Έφθασε μέχρι τα ανατολικότερα μέρη του Όρους, στα λεγόμενα
Μελανά, όπου στην αρχή έμεινε για λίγο διάστημα εις ένα σπήλαιο
τας ησυχαστική ζωή. Μετά όμως, επιμόνως παρακινούμενος από
τον Νικηφόρο, άρχισε την ανέγερσι της Λαύρας. Πριν όμως καλάκαλά τελειώσει η ανοικοδόμηση της Μονής, ήλθε είδησι στον Άγιο,
ότι ο Νικηφόρος έγινε αυτοκράτωρ. Με πολλή λύπη τότε ο Άγιος,
διότι αυτό σήμαινε την εκ μέρους του Νικηφόρου αθέτηση της
υποσχέσεως του πού είχε δώσει στον Θεό να γίνη μοναχός, αλλά
και από ταπείνωσι, μισοδοξία και αγάπη προς την ησυχία,
179

εγκαταλείπει την Λαύρα, στέλλει στον Νικηφόρο μια ελεγκτική
επιστολή και με ένα μαθητή του, τον Αντώνιο, αναχωρεί για την
Κύπρο. Ευρισκόμενος όμως στην Κύπρο λαμβάνει πληροφορία
από τον Θεό να γυρίση πίσω, να αποτελειώση το έργο του. Γυρίζει
λοιπόν πάλι πίσω και συνεχίζει το προηγούμενο του έργο. Και
οικοδομώντας την Λαύρα ο Άγιος, έγινε στυλοβάτης της Αθωνικής
μοναστικής ζωής.
Κατώρθωσε να φέρη τα διάφορα μονήδρια, Σκήτας, και
ησυχαστήρια πού ήσαν σε μια κατάστασι απομονώσεως, σε
κοινωνία μεταξύ τους, αλλά και με τους ιδικούς του μαθητάς, πού
ευρίσκοντο εντός της Μονής. Έτσι σιγά-σιγά ήρχοντο και
υπετάσσοντο εις αυτόν. Έμεναν φυσικά στα ησυχαστήρια τους,
αλλά πνευματικά εξηρτώντο από αυτόν. Και τότε πραγματικά
προεκάλεσε την μεγάλη αυτή ισορροπία, επάνω στην οποία
συνίσταται, εάν θέλω με να είμεθα ειλικρινείς, η μακροβιότης του
Αθωνικού μοναχισμού. Γι1 αυτό και δικαίως πρέπει να ονομάζεται
ο αναντικατάστατος, τρόπον τινά, ρυθμιστής, ηγούμενος και
κυβερνήτης του Αθωνικού μοναχισμού. Επέτυχε, όπως είπα, το
απρόσιτο, το διχασμένο και το μεμενωμένο των Πατέρων μέσα
στον Άθωνα, να το ενώση υπό μίαν γνώμη, να αποδώση την
ελευθερία στην προσωπικότητα, να πείση τον καθένα ότι μπορεί
να γίνη μοναχός τηρώντας κατά δύναμι την Πατερική
φιλοσοφία.
Και εφήρμοσε πραγματικά το παρεμφερές ρήμα του Παύλου:
«ο διακόνων εν τη διακονία, ο προϊστάμενος εν σπουδή» και
τρόπον τινά, «ο ησυχάζων εν τη νήψει». Γι'αυτό για μας τους
αγιορείτας μοναχούς, ο Όσιος Αθανάσιος, δεν είναι ένας απλός
Άγιος, από τους τόσους πολλούς, αλλά είναι κατ' εξαίρεσι ο
πνευματικός Πατήρ πάντων. Στην προσωπικότητα του, στην
πατρική του στοργή και πρόνοια, στην πεφωτισμένη του διάνοια,
στην διακριτικότητα του, ευρίσκει ο κάθε ένας από μας, εις όλας
τάς γενεάς, αυτό πού του αναλογεί και μπορεί κάλλιστα και
απρόσκοπτα να συνεχίζη την πορεία του με την μακαριά ελπίδα
ότι επιτυγχάνει στην μοναστική ζωή.
Δύο πράγματα χαρακτηρίζουν κατ' εξαίρεσι τον μεγάλο αυτό
φωστήρα. Το μεν ένα είναι η άκρα φιλοπονία, η συνεχής άρσι του
σταυρού, την οποία θεωρεί ως το πλέον απαραίτητο στοιχείο, ως
την σπονδυλική στήλη της μοναστικής αγωγής. Μέσον ως επί το
πλείστον, της ησυχαστικής αγωγής, την οποία συνέχιζε από την
αρχή πριν να αναλάβη τις μεγάλες του ευθύνες. Τόσο δε εθέλγετο
από την ασκητική διάθεσι πού πολλάκις παρεπονείτο ότι, χωρίς να
είναι ο πόθος του αυτός, εμβήκε σε τόσες κοινωνικές μέριμνες, του
μοναστικού φυσικά ιδιώματος. Και επιθυμούσε διακαώς να ευρεθή
180

πάλι χωρίς μέριμνες, και να συνέχιση κατά τον πόθο του, κατά
μονάς την ησυχαστική ζωή, την οποία πολλές φορές εφήρμοζε στο
σπήλαιο του, πού ευρίσκεται έξωθεν προς τα νοτιοανατολικά μέρη
της Λαύρας, στην λεγομένη Βίγλαν.
Το δεύτερο είναι το στοιχείο της αγάπης,
τη
κοινωνικότητας και της αλληλεγγύης. Αν και ευρίσκετο ως προς
τον εαυτό του αυστηρότατος ασκητής και φιλοπονώτατος, ως προς
τον πλησίον του ήτο πάντοτε φιλόστοργος και πλήρης αγάπης. Και
η πολλή του αγάπη και στοργή, πραγματικά συνέδεσε και συνεχίζει
να συνδέη τον Αθωνικό μοναχισμό και αυτό πιστεύομε θα
συνεχιστή έως της συντέλειας, από όσα αποδεκνύει η θεία
πρόνοια, μέσω της ακοίμητου πρεσβείας του μεγάλου τούτου
φωστήρος. Φυσικά αν επιχειρήσωμε εμείς να τον περιγράψωμε,
θα τον μειώσωμε. Άλλα τα ελάχιστα τούτα, σαν ένα χρέος
απαραίτητο τα αναφέραμε, για να αφυπνίσωμε ο καθένας τον
εαυτό μας και να μιμηθούμε κάτι από τις ποικίλες και πολλαπλές
του αρετές. Τόση ήτο η πρόνοια του στο να στηρίζη το ποίμνιο του
ούτως ώστε εκάθητο στο αριστερό μέρος του Αγίου Βήματος και
κατά την ώρα της ακολουθίας ακόμη, εδέχετο εκεί προς
εξομολόγησι τους αδελφούς, όχι μόνο της μονής του, αλλά και
πολλούς άλλους.
Μέσα στο πανελεύθερο πνεύμα της πατρικής του στοργής,
για να ανάπαυση όλες τις φυσιογνωμίες και να αυταρκέση εις
όλους τους χαρακτήρες, και στους πλέον αδυνάτους και στους
πλέον ισχυρούς, δεν παραμέλησε να χρησιμοποιήσει και την
ανθρώπινη γνώσι, μέσα στην εφευρετικότητα, στο να μεταβολή και
να κάνη ανετώτερη την ζωή, ούτος ώστε και οι ασθενέστεροι και
αδύνατοι στο χαρακτήρα να καυχώνται για την μοναστική τους
ιδιότητα, και να μην αποθαρρύνονται. Εδημιούργησε, μέσα στην
ευρύτητα της πατρικής του προνοίας, ένα πρόγραμμα, πού τότε
όχι μόνο δεν υπήρχε, αλλά και κατά τα έθιμα του απομονωμένου
τρόπου της μοναστικής ζωής στον Άθωνα, εθεωρείτο ως
κατακριτέο.
Κατεσκεύασε
λιμάνια,
δρόμους,
αποθήκες,
αμπελώνες, κήπους και ο,τιδήποτε άλλο μπορούσε να προκαλέση
μέσα στα επιτρεπτά μέσα, την στοιχειώδη άνεσι εις όλους τους
ανθρώπους, πού ημπορούσαν και ήθελαν να γίνουν μοναχοί.
Αλλά τούτο εδημιούργησε παρεξηγήσεις και όπως αναφέρεται
στον βίο του, εθεωρήθη ως «εισάγων καινά δαιμόνια»· εν συνεχεία
εσυκοφαντήθη και εκινήθη ενάντιο του η διοικητική αρχή του Αγιου
Όρους. Επρόκειτο δε να τον δικάσουν, διότι δήθεν παρεβίασε τα
προγράμματα και τον τύπο της ησυχίας των Πατέρων.
Τότε ακριβώς επενέβη προσωπικά η Δέσποινα μας
Θεοτόκος και αυτούς μεν καθησύχασε, αυτόν δε ενεθάρρυνε να
181

συνέχιση και να μην ολιγοψυχήση και εγκατάλειψη το έργο του.
Στις παρουσιαζόμενες μάλιστα δυσχέρειες, όταν οικονομικώς δεν
ημπορούσε να φέρη εις πέρας το τεράστιο έργο το οποίο
εξεκίνησε, τότε παρίστατο η Δέσποινα μας, και του έδιδε θάρρος.
Τόσο δε οι υποσχέσεις Της ήταν ζωντανές, αισθητές και βέβαιες,
ώστε κάποτε, όταν δεν υπήρχε πλέον τίποτε μέσα στην αποθήκη
και μέσα στο οικονομείο, επαρουσιάσθη μόνη Της και είπεν ότι,
«εγώ θα είμαι η Οικονόμος της Μονής πλέον, για να μην έχετε
μέριμνα». Και πράγματι, πολλές φορές έδωσε την ευλογία Της και
εγέμισαν πάλι οι αποθήκες τρόφιμα, σε μια δυσχέρεια όπου οι
πολλοί εργάτες και το πλήθος και οι μοναχοί δεν μπορούσαν να
αυταρκέσουν. Και έκτοτε η Αγιωτάτη αυτή Μονή δεν έχει ποτέ
οικονόμο, όπως είναι το σύστημα των Μονών, αλλά
παραοικονόμο. Και μία των εικόνων της, η οποία ευρίσκετο τότε
στο οικονομείο και έδειξε το θαύμα, η λεγομένη Οικονόμισσα,
υπάρχει ακόμα εκεί και μπροστά εις αύτη την εικόνα και θαύματα
πολλά έχουν γίνει και με ιδιαιτέρα ευλάβεια οι μοναχοί απευθύνουν
τις ευχαριστίες τους· πολλές φορές εφάνη να ευλογή και να
πληθύνη τα υποστατικά και τις διάφορες ύλες και ανάγκες της
Μονής.
Αυτά είναι, εν ολίγοις, πού σας ενθύμισα απόψε και τα οποία
γνωρίζετε και σεις. Περισσότερο όμως τώρα να στρέψετε την
προσοχή σας και τον σεβασμό σας σε τούτο, ότι δηλαδή, αν και
υπάρχουν εδώ τυπικά και διάφοροι ευλαβείς γέροντες,
μυστηριωδώς για όλους μας και για ένα έκαστον, ο μέγας Γέρων
και προστάτης και ηγούμενος και πνευματικός πατήρ, είναι ο
οσιώτατος πατήρ ημών Αθανάσιος, ο οποίος είναι ο συνεχιστής,
προνοητής του τόπου τούτου, για να μην ειπούμε και όλου του
ανατολικού μοναχισμού.
Ταις αυτού αγίαις πρεσβείαις και της Πανάχραντου
Δεσποίνης ημών Θεοτόκου, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ελέησον
και σώσον ημάς. Αμήν

Η Συμπάθεια Προς Τον Πλησίον
(Μνήμη Αγιου Αβραμιου )

Το θέμα της μετανοίας είναι εκείνο που πραγματικά μας
συγκλονίζει στον βίο του Αγ. Αβραμίου, ο οποίος ήτο πολύ
μεγάλος ασκητής. Αυτός είχε κληρονομήσει από τον αδελφό του
ένα μικρό κοριτσάκι δύο ετών. Το επήρε και το εμεγάλωσε. Το είχε
σε ένα Ελλάδι, έξω από αυτό που έμενε ο ίδιος και το υπηρετούσε.
Κάποτε αυτό έφυγε. Κάποιος επιτήδειος το παρέσυρε και το έρριξε
στην αμαρτία. Αυτό έχασε το θάρρος του και δεν ημπόρεσε να
182

γυρίση πίσω. Και όταν ο Αγιος επληροφορήθηκε στην προσευχή
του να το επιστρέψη, μετεχειρίσθη ένα πολύ παράδοξο τρόπο.
Αυτός ο ασκητής, που τόσα χρόνια δεν εχόρτασε ψωμί και
νερό, προσεποιήθη τον στρατιώτη, εφόρεσε στρατιωτική στολή,
ενοικίασε ένα άλογο περίφημο και έφυγε στην πόλι δήθεν για να
γλεντήση. Εκεί ερευνούσε τους οίκους των ελευθέρων ηθών για να
εύρη το θήραμα του, γιατί σε αυτούς τους τόπους είχε καταντήσει.
Αφού την ευρήκε κατώρθωσε να την φέρη πάλι πίσω και να την
κράτηση στην μετάνοια, να της αναπτέρωση το θάρρος, να μην
χάση το ηθικό της και να τελείωση οσιακά.

Επισημαίνει κανείς το μέγεθος της Θείας φιλανθρωπίας, της
Θείας ευσπλαχνίας, αλλά και την τέχνη των Πατέρων στο πώς να
αρπάξουν πίσω μια ψυχή πεπλανημένη και να την οδηγήσουν
στην σωτηρία. Αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό. Όταν το σχολιάση
κανείς στην ζωή του, βγάζει πολύ βαθειά νοήματα.
Πρώτο μεν, η ευσπλαχνία του Θεού πόσο απέραντη είναι
κοντά στην ανθρώπινη αδυναμία και δεύτερο, ότι ο άνθρωπος ποτέ
δεν πρέπει να υποχωρή, ούτε να ΕΝΔΙΔΩ, αλλά με οποιονδήποτε
τρόπο ημπορεί, να εξαντλή όλη την δύναμι της αγάπης και της
στοργής, στο να ανακαλέση το θάρρος του πλανεμένου ανθρώπου
και να τον ΕΠΑΝΑΦΕΡΩ στην εν Χριστώ ζωή. Αυτό είναι
πραγματικά και το νόημα της κενώσεως του Θεού Λόγου και
γενικά ολοκλήρου του μυστηρίου της Εκκλησίας μας στην ζωή
αυτή· στο πώς δηλ. να επιστρέψη κανείς το πεπλανημένο, το
απολωλός, να βοηθήση τον άνθρωπο να εύρη τη γνώσι, να
εντόπιση τα πάθη του και να σωθή. Γι' αυτό πόσο χρειάζεται
μακροθυμία, πόσο χρειάζεται ανοχή, ιδιαιτέρως στο να μην
κρίνωμε ποτέ κανένα άνθρωπο.
183

Και ιδού η απόδειξι:
Φεύγει αυτό το κοριτσάκι, που από δύο ετών ήταν μοναχή,
και ζει τώρα μέσα στον κόσμο αμαρτάνοντας, πουλώντας το σώμα
της, όπως οι κοινές γυναίκες. Δύο ετών το επήραν το παιδάκι,
επειδή ήταν ορφανό και δεν είχε κανένα άλλο στην ζωή- και εκείνοι
που ήξεραν ότι ζει ο θειος της και ήταν μοναχός, του το
παρέδωσαν να το αναθρέψη. Και σκεφθήτε από τέτοιο ύψος
αρετής, που δεν εγνώρισε ποτέ, κακό, που κατήντησε. Δεν είναι
δύσκολο να κατατρακυλήση κανείς, Και όμως κοιτάξετε την
μακροθυμία του Θεού, αλλά και την σύνεσι του γέροντος. Δεν
απελπίστηκε και να πη, όπως εμείς καμιά φορά: «Άφησε τον αφού
είναι δύσκολος και αφού δεν ακούει, άσε να φυγή». Ή «αφού είναι
σκληρός και ανυπάκουος, καλλίτερα να φεύγη να τελειώνωμε». Και
αυτά έγιναν πολλές φορές στους Πατέρες μας και η σκληρή αυτή
θέσι δυστυχώς εφαρμόστηκε.
Είναι γεγονός ότι είναι οδυνηρά αυτά, όμως εκείνο το οποίο
πραγματικά επρόδωσε την φύσι του και εξέπεσε και εθεωρήθη το
απολωλός και το πεπλανημένο, κατά την παραβολή του Ιησού
μας, είναι ολόκληρος η ανθρώπινη φύσι. Και ο Ιησούς μας δεν την
απέρριψε, αλλά προτίμησε να συγκαταβή, να κενώση τον εαυτό
Του, να «συμμορφωθή» Αυτός με την ιδική μας ασθένεια και
ταλαιπωρία και να μας επιστρέψει πίσω, όπως και μας επέστρεψε.
Αυτή λοιπόν η εικόνα είναι τόσο συγκλονιστική, που δεν είναι
δυνατό να περιγραφή από κτιστά όντα η έντασι της Θείας
αγαθότητας.
Έχοντας υπ' όψι αυτά όλα, πρέπει να είμεθα συμπαθείς και
επιεικείς στην αδυναμία του άλλου· και όσο και αν φαίνεται η
αδυναμία του άλλου προδοτική, εμείς δεν πρέπει να λυγίζω με, να
εξαντλούμε την μακροθυμία μας. Αλλά να επιμένωμε κινούμενοι
από τους όρους της συμπαθείας, περιμένοντας την σύμπραξι της
αγαθότητος του Θεού, ώστε ο καθένας μας, ο κάθε αμαρτωλός να
επανεύρη τον εαυτό του· και αυτό είναι το κατ' ευδοκία Θειο
θέλημα. Και τις δύο φορές που εξέφρασε ο Ιησούς μας την
ευαρέσκεια Του προς το αποτέλεσμα του τελειότερου Του
θελήματος, ιδίως στον Απ. Πέτρο, είπε: «Συ δε επιοτρέψας
στήριξον τους αδελφούς σου» (Λουκ, 22,32)· και «Ει φιλείς με,
Πέτρε, ποίμαινε τα πρόβατα μου, βόσκε τα αρνιά μου» (Ίωάν.
21,ι6).
Και έδωσε την απεριόριστη μορφή της μετανοίας, ούτος
ώστε και «εβδομηκοντάκις επτά» εάν πταίη ο άνθρωπος να μην
απορρίπτεται ποτέ οπό την θύρα της μετανοίας, και φυσικά και
από τα όργανα της μετανοίας που είμεθα εμείς οι ρασοφόροι. Από
εμάς εκφράζεται το νόημα της Εκκλησίας, η οποία εκπροσωπεί την
184

Θεία αγαθότητα και ευσπλαχνία, διότι όπως λέει και ο Ιησούς μας:
Δεν είναι ευδοκία έμπροσθεν του Πατρός μου να απολεσθή κανείς
από τους μικρούς τούτους.
Το κατ' ευδοκία θέλημα του Θεού είναι, κάθε άνθρωπος όχι
απλώς μόνο να σωθή, αλλά να μπή μέσα στην τελειότητα της
γνώσεως, δηλαδή της Θεώσεως, που είναι το απόλυτο θέλημα του
Θεού, για το οποίο και επεδήμησε ο Θεός Λόγος. «Πάντας
ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Τιμ. Α'
2,4). Εάν λοιπόν αυτό είναι το Θείο θέλημα, σκεφθείτε πόση
πρέπει να είναι η προσπάθεια μας μέσα στους όρους της
συμπαθείας, και η επιμονή μας στο να επιτύχωμε αυτό τον σκοπό,
χάριτι Θεού, και για τον εαυτό μας, αλλά και να τον μεταδώσωμε
και στον συνάνθρωπο μας σε οποιεσδήποτε συνθήκες και
περιστάσεις και αν ευρίσκεται.
Πραγματικά η βιογραφία αυτού του μεγάλου Πατρός είναι
τόσο συγκλονιστική· και να μην πη κανείς ότι η κόρη αυτή, η
Μαρία, ήταν ανεψιά του και γι' αυτό το έκανε ο Άγιος. Γιατί αν
αποδώσωμε τέτοια μομφή στους Αγίους, ότι δηλαδή έχουν
συγγενικές διακρίσεις, φυσικά μειώνομε την μορφή του αγιασμού,
της τελειότητας. Διότι η πραγματική αγάπη «πάντα στέγει πάντα
υπομένει, ου λογίζεται το κακόν, ου ζητεί τα εαυτής». Οι Άγιοι δεν
αγαπούν τους συγγενείς τους, διότι δεν υπάρχουν συγγενείς γι'
αυτούς· αγαπούν τον συνάνθρωπο τους. Άρα την Μαρία ο
Αβράμιος δεν την συμπάθησε γιατί ήταν συγγενής του, αλλά την
συμπάθησε ως πνευματικός άνθρωπος, ως λειτουργικό μέλος της
Εκκλησίας, που διέκρινε ότι έπρεπε αυτή η ψυχή να σωθή, και η
σωτηρία της δεν θα εγίνετο κατά άλλο τρόπο παρά μόνο με την
τόσο μεγάλη θυσία του πατρός. Έτσι αναγκάστηκε στα βαθειά του
γηρατειά, αυτός που δεν εχόρτασε ποτέ ψωμί, να φάη κρέας, να
πιή κρασί, να προσποιηθή τον μεθυσμένο, να προσποιηθή τον
ερωτύλο, να ταξιδεύη με άλογα, να ευπρεπισθή, να θεωρηθή ως
νέος, μέχρι του σημείου που τον εβδελύχθησαν στο χαμαιτυπείο
και εδέχθηκε τόσες ειρωνείες, γιατί έπρεπε να σωθή μια ψυχή, και
εσώθη με την θυσία του αυτή.
Αύτη είναι η απόλυτος συμπάθεια, η οποία πρέπει να
ευρίσκεται στην ψυχή μας, παρ' όλο που πολλές φορές
αγανακτούμε με την στάσι των συνανθρώπων μας απέναντι μας.
Εν τούτοις πρέπει τουλάχιστον, αν γίνεται αυτό, να είναι παροδικό,
στιγμιαίο, να εκφράζεται μόνο με τα χείλη, διότι ο συνάνθρωπος
μας, που έχει αυτή την στάσι, αυτή την στιγμή πλανάται. Τι
περιμένεις δε από ένα πεπλανημένο άνθρωπο; Ο σκοπός είναι
πώς αυτός ο πεπλανημένος να επανέλθη στην βάσι του και να γίνη
πάλι πρόβατο Χριστού. Αυτό δε θα γίνη εάν ο άνθρωπος βάλη σαν
185

βάσι την συμπάθεια και την αυτοθυσία υπέρ του αδελφού του. Τότε
ο Θεός βλέποντας την πρόθεσι αυτή, συνεργεί και στον αδύνατο.
Μήπως δεν έχωμε τέτοια παραδείγματα που με την
συγκατάβασι και την οικονομία των δυνατών εσώθησαν οι
αδύνατοι; Ευρίσκομε στην διήγησι του Οσίου Πατρός ημών
Ιωαννικίου του μεγάλου, ότι μια πνευματική μητέρα είχε
πνευματική θυγατέρα, που επολεμήθη ισχυρά και δεν ημπορούσε
να νικήση τον σαρκικό πόλεμο. Ήτο αδύνατη. Δεν την απώθησε
όμως η πνευματική της μητέρα, να της πη «όπου θέλεις πήγαινε,
άφησε με ήσυχη», αλλά συγκατέβη να πάη μαζί της. Την
συνώδευσε. Έφυγε από το μοναστήρι και επήγαινε μαζί της στον
κόσμο να βρή ένα όργανο να κάνη την επιθυμία της. Και για την
συγκατάβασι της αυτή, χάριν της αγάπης που δεν την εγκατέλειψε
και την ακολούθησε μέχρι του σημείου εκείνου που υπετίθετο ότι
θα ήτο η πτώσι, οικονόμησε ο θεός και εθεραπεύθηκε η ασθενής.
Εφωτίσθηκε ο Άγιος Ιωαννίκιος γι' αυτό το πράγμα, κατέβηκε στον
δρόμο, την συνάντησε και εθεράπευσε την μικρή.
Άλλοτε πάλι ευρίσκομε σε αδελφούς μοναχούς που
κατοικούσαν μαζί, ότι ο ένας ο νεώτερος, επολεμήθηκε και δεν
ημπορούσε να νικήση το πάθος. Έφυγε λοιπόν για να ικανοποίηση
το πάθος του αυτό, όπως τον οιστρηλατούσε η επιθυμία. Και ο
αδελφός του ο πνευματικός που ήταν μαζί, δεν τον εγκατέλειψε.
«Θα πάω και εγώ μαζί σου» είπε, και πράγματι, τον συνόδευσε
μέχρι την πόρτα και όταν εισήλθε εκεί, τότε για την θυσία του
αλλού αδελφού, ο Θεός επήρε τον πόλεμο από τον πάσχοντα.
Δεν πρέπει να ζητά κανείς πολλά από αυτόν που είναι
ασθενής, διότι την ώρα που ευρίσκεται υπό την επίδρασι του
πάθους του, δεν είναι ολοκληρωμένη προσωπικότης και έτσι ό,τι
κάνει δεν είναι καλά, είναι εσφαλμένα. Αλλά δεν μπορεί να κάνει
αλλοιώς. Επομένως είναι άξιος συμπαθείας και επιεικίας. Αυτή την
ώρα χρειάζεται η πρακτική επιείκια του άλλου που είναι υγιής και
τότε πραγματικά εφαρμόζεται το «αλλήλων τα βάρη βαστάζετε»
(Γαλ. 6,2). Και έτσι αναπληρώνεται ο νόμος του Χριστού.
Αυτό τον όρο της επιεικίας, της συμπαθείας, ήθελα να σας
ενθυμίσω με βάσι την βιογραφία του μεγάλου πατρός Αβραμίου
και να επικαλεσθούμε όλοι τις ευχές του, για να έλθη και σε μας
αυτό το νόημα της συμπαθείας και της αγάπης του Χριστού μας,
που είναι η ολοκλήρωσι του προορισμού μας. Αμήν

186

Η Ολοκλήρωση Στον Μοναχισμό

(Μνήμη Αγιου Νεκταρίου)

Ο σήμερον εορταζόμενος Άγιος με το μέγεθος της αγιαστικής
του καταστάσεως, που απεκόμισε δια της ορθής του πολιτείας,
συνεκλόνισε τον κόσμο ολόκληρο. Είναι δε πραγματικά ένα
παρήγορο όνομα εις όλα τα στόματα των πιστών. Για την
Εκκλησία μας αυτό δεν είναι παράδοξο, διότι οδηγεί τα τέκνα της
εις αυτό το ύψος και σ' αυτές τις διαστάσεις. Σε μας όμως, που
πραγματικά μας περισφίγγουν οι τόσες μας αδυναμίες, είναι ένα
παρήγορο σημείο, το ότι και στις δύσκολες αυτές ημέρες
βρίσκονται ομοιοπαθείς με μας άνθρωποι, οι όποιοι όχι μόνο
απλώς κατενίκησαν τα πάθη τους, επέρασαν από την παρά - φύσι
στην κατά φύσι ζωή, αλλά επέρασαν και τις φυσικές διαστάσεις και
έφθασαν στην υπέρ - φύσι, μέσα στον αγιασμό, στο τέρμα της
τελειότατης επαγγελίας που είναι αύτη η υιοθεσία. Ο
σημερινός
λοιπόν Άγιος
είναι
ακριβώς
αυτού
του
ύψους.
Εκείνο το οποίο εχαρακτήριζε πάντοτε αυτό τον
ουρανομήκη φωστήρα της Εκκλησίας μας, ήτο ότι από την μικρή
του ηλικία επερίσσευσε μέσα του η αγάπη προς τον πλησίον
και η πίστι προς τον Θεό.
.Κάποτε, όταν εταξίδευε με το καράβι, συνέβη μεγάλη
τρικυμία. Αυτός ήτο πολύ νέος. Οι άλλοι εφοβήθησαν, αυτός όμως
με την παιδική του απλότητα και την ακέραια του πίστι προς τον
Θεό, είπε σαν προσευχή, αλλά και σαν απορία προς τους
187

συμπλέοντας: «Καλά, πώς είναι δυνατό ο Θεός τον οποίο
πιστεύομε και επικαλούμεθα, να μας αφήση να χαθούμε και ν μην
μας σώση;» Και πράγματι δεν διεψεύσθη, διότι όντως
εκινδύνευσαν αλλά εσώθησαν.
Εκείνο το οποίο, όπως είπα, τον εχαρακτήριζε ήταν η αγάπη
προς τον πλησίον. Αυτή τον παρακινούσε, ούτος ώστε εάν κάτι
εμάνθανε από την Γραφή, ή από κάποιο πατερικό κείμενο το οποίο
συντελούσε προς μετάνοια και σωτηρία, ήθελε να το μεταδώση και
στον πλησίον του. Και έγραφε την πρότασι σε χαρτάκια και την
έβαζε, κάπου, ή την εσκόρπιζε σε σημεία που επίστευε ότι θα
ημπορούσε κάποιος να την διάβαση. Με αυτό τον τρόπο τότε, της
παιδικότητας του, εφήρμοζε την προς τον πλησίον αγάπη. Ήτο ένα
δείγμα, του τι περιείχε μέσα στην αγία του ψυχή, διότι βλέπετε,
αγκάλιασε όλο το πλήρωμα των πιστών, στα τετραπέρατα της
οικουμένης.
Όπου επικαλούνται το γλυκύ του όνομα, εκεί παρίσταται με
την θαυματουργική του ενέργεια. Σαν ποταμός ρέουν τα θαύματα,
τα οποία ακριβώς πηγάζουν από την πλήρη αγάπης καρδία του,
που συνεχώς θέλει να συμπαρίσταται στον πανανθρώπινο
πόνο.
Αυτός, διαπιστώνοντας την παχυλή αγνοία που ευρίσκετο η
φυλή μας, επίστευσε ότι εάν κατορθώση να μάθη γράμματα, θα
ημπορούσε να οφελήση τον πλησίον του. Έτσι λοιπόν μέσα στην
φροντίδα του αυτή, ευρέθησαν τα κατάλληλα εκείνα όργανα που
εβοήθησαν σιγά-σιγά στις κλιμακώσεις της παιδείας, να μεταφερθή
από την στοιχειώδη παιδεία στην μέση. Και όταν ετελείωσε τις
γυμνασιακές του σπουδές, που ήταν περισσότερο ανώτερες από
τις σημερινές, εξασκούσε το επάγγελμα του δημοδιδασκάλου στην
νήσο Χίο. Περισσότερο επεδίδετο, όχι τόσο στο να μάθη γράμματα
τους μικρούς μαθητές, όσο στο να μεταδώση στους χριστιανούς το
νόημα της πίστεως, της χριστιανικής μας αγωγής. Εκεί ήτο ο
πόθος του.
Αφού διεπίστωσαν οι χριστιανοί της περιφέρειας εκείνης τον
πόθο του νέου αυτού μέσα στην παιδεία, εφρόντισαν και τον
έστειλαν να προχώρηση σε πανεπιστημιακές σπουδές. Και αφού
ετελείωσε, εξεδηλώνετο με τον τρόπο αυτό η πεποίθησί του, ότι
ήθελε οπωσδήποτε να πλήρωση την γεμάτη χριστιανική αγάπη
καρδία του και να η μπόρεση να μεταδώση με όλες του τις
δυνάμεις στον συνάνθρωπο του τα μέσα της σωτηρίας, της
σωστής πίστεως και του βιωματισμού. Αυτό ενόμιζε, ότι θα
ημπορούσε να το πετύχη δια της μαθήσεως και του λόγου. Έτσι η
νεανική του τότε και αγνή ψυχή επίστευσε, ότι αυτό το εργαλείο της
χρειαζόταν. Γι’ αυτό και επεδόθη μέσα στην έκτασι της παιδείας.
188

Όταν στο Πανεπιστήμιο ετελείωσε την Θεολογία, όπως
επιθυμούσε, εγύρισε κατ' ευθεία προς την Εκκλησία. Προσελήφθη
από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας όπου έγινε Επίσκοπος μιας
Μητροπόλεως, της λεγομένης Πενταπόλεως. Και η μεγάλη του
δράσι ήταν ότι δεν υπεχώρησε ούτε στο παραμικρό, αλλά όλες του
τις δυνάμεις τις διέθετε συνεχώς στο στήριγμα της Εκκλησίας.
Εφρόντισε ακόμα και τους ναούς να καλλωπίση, είτε με
αγιογραφίες, είτε με τα υπόλοιπα τελετουργικά και λειτουργικά
μέσα που τους εχρειαζοντο, ούτος ώστε με αυτό τον τρόπο να
ελκύωνται περισσότερο οι πιστοί και να καταρτίζωνται.
Αλλά εδώ ακριβώς απεδείχθη ένα γεγονός· ότι μόνο η
προσφορά της προσπάθειας και μόνο το εργαλείο της μαθήσεως,
τα οποία διέθετε τότε, δεν ήταν ικανά να ολοκληρώσουν τον πόθο
της φλεγόμενης προς το Θεό καρδίας του. Αναζητούσε συνεχώς
να εύρη αυτό τον τρόπο, τον οποίο επίστευε μεν ότι υπάρχει, αλλά
δεν τον κατείχε, ούτε στον ζήλο τον θερμό, ούτε στην μάθησι.
Κάπου άλλου ήτο. Βλέποντας τις ατασθαλίες των ανθρώπων και
την σύγκρουσι της εξουσίας και τον υπέρμετρο ενάντιο του φθόνο
που έφθασε μέχρι διωγμού, φεύγει από την επισκοπική του θέσι
και επιδίδεται περισσότερο μέσα στην προσπάθεια του αυτή, την
οποία συνεχίζει στο να οφελήση τον συνάνθρωπο του.
Διωκόμενος ήλθε στην Ελλάδα. Άρχισε ως ιεροκήρυξ από
τον άμβωνα, συγγραφών και εκφωνών πύρινους λόγους περί
μετανοίας. Ερμήνευε τα δόγματα και γενικά ολόκληρο την
εκκλησιαστική μας παράδοσι. Και εις αυτό τον τομέα επέδειξε
ολόκληρο τον ζήλο του, πιστεύοντας ότι μέσω αυτού του τρόπου
θα εύρισκε αυτό το οποίο περιείχε μέσα στην δίψα της
αναζητήσεως του. Εξητούσε να εύρη κάτι, που και αυτός ο ίδιος να
ολοκληρωθή και μέσω εκείνου να επιτυχή ολόκληρο την αποστολή
του. Επειτα υπηρέτησε μέσα στην εκκλησιαστική εκπαίδευσι και
συγκεκριμένα στην Ριζάρειο σχολή. Προσέφερε πολλούς καρπούς,
όπως ήδη αναφέρουν και ζωντανά πρόσωπα, που υπήρξαν
μαθηταί του. Ο ζήλος του, η ευσέβεια του δεν εμειώθη ούτε εις
αυτό το σημείο· όμως δεν συνήντησε το μυστικό εκείνο το οποίο
αναζητούσε η ψυχή του. Ούτε ως ιεροκήρυξ, ούτε ως υπεύθυνος
της Ριζαρείου Σχολής επλήρωσε αυτό τον πόθο. Και τότε άλλαξε
πάλι, αναζητώντας συνεχώς τους καταλλήλους εκείνους τρόπους
που θα ολοκληρωνόταν και αυτός ως προσωπικότης, αλλά και θα
ημπορούσε να μεταδώση και στον πλησίον του εξ ολοκλήρου
πλέον αυτό το οποίο εχρειάζετο.
Και τότε επίστευσε στις πατερικές γραμμές, ότι αυτό θα το
επετύγχανε δια της απολύτου συνεργασίας της Χάριτος. Θα μου
πήτε έως τότε δεν υπήρχε μαζί του η Χάρις; Ασφαλώς υπήρχε. Δεν
189

υπάρχει χριστιανός πιστός που να μην έχη μαζί του την Θεία Χάρι.
Όμως δεν είχε ακόμη εκείνη την Χάρι, την οποία οι Πατέρες μας
ακριβώς επέτυχαν στο τέρμα της αγωνιστικής τους ζωής· εκείνη η
οποία πηγάζει από την πράξι και οδηγεί τον άνθρωπο στην
θεωρία, στον τέλειο βαθμό του αγιασμού, στο πλήρωμα της
Θείας επαγγελίας που είναι η υιοθεσία.
Τότε εγκατέλειψε πλέον όλες τις προσπάθειες αυτές και
αποσύρθηκε στην ησυχία. Ιδού πάλι ο θρίαμβος της πατερικής μας
παραδόσεως. Ο φλογερός ρήτωρ, ο επιτυχής ιεράρχης, ο άριστος
συγγραφεύς, διεπίστωσε ότι δια της ησυχίας θα έφθανε από την
πράξι στην θεωρία, αλλά τον εμπόδιζε ο τρόπος εκείνος του
κοινωνισμού. Έτσι απεσύρθη στην ησυχία και εκεί ίδρυσε μικρό
μονήδριο, στο οποίο έγινε και πατήρ και προστάτης των
μοναζουσών. Μαζί με αυτές, εξασκώντας την ησυχία και
εφαρμόζοντας απόλυτα το πατερικό πνεύμα της μοναστικής μας
ιδιότητος, επέτυχε το πλήρωμα και ολοκληρώθηκε σαν
προσωπικότης.
Εδώ όμως χρειάζεται μια διευκρίνησι. Όπως είπα και πριν,
δεν του έλειπε το εφόδιο της εισόδου προς τον αγιασμό και το
ευρήκε τότε μόνο. Το κρατούσε, το συνέχιζε. Αλλά εκεί το
ολοκλήρωσε. Μέσα λοιπόν στην ησυχία ολοκλήρωσε την
προσωπικότητα του· επέτυχε τον θρίαμβο του αγιασμού· έγινε
φωστήρας τέλειος· ετέθη επί την λυχνία και έκτοτε και μέχρι της
συντέλειας θα είναι ο πραγματικός λύχνος της σημερινής μας
Εκκλησίας, το παρήγορο σημείο όλων των πιστών, ο θρίαμβος της
Ορθοδοξίας. Εκεί είναι το πλήρωμα της ολοκληρώσεως του.
Πέρασε όλα τα στάδια της κοινωνικότητας της Εκκλησίας. Εις
όλα προσέφερε και επέτυχε. Το πλήρωμα του όμως, το επέτυχε
μέσα στην πραγματική ησυχία, όπου η πατερική μας παράδοσι
ευρίσκει το θρίαμβο της. Και ακριβώς εδώ ευρίσκομε τον Άγιο
Νεκτάριο ως μοναχό. Χωρίς να υστερηθή της Ιεραρχικής του αξίας
και όλης της προσφοράς του, με το πλήρωμα της αγάπης του
προς τους πιστούς, ολοκληρώθηκε μέσα στην ησυχία σαν
ησυχαστής μοναχός. Βλέπετε λοιπόν την συνέχεια της πατερική ς
μας παραδόσεως; Υπάρχουν πολλά περιστατικά που δεν
εσχολίασα, τα οποία πραγματοποιήθηκαν κατά την διάρκεια της
ησυχαστικής του ζωής, στους αγώνες που έκανε στο κελί του,
αγωνιζόμενος με τους λογισμούς, με τους δαίμονες, με τα πάθη και
με την ευχή.
Θα αναφέρω ένα ελάχιστο που ενθυμούμαι, από την επαφή
του με τον αείμνηστο π. Ιωακείμ Σπετσιέρη, που τον πρόφθασε
πολύ καλά και ήταν και φίλοι. Όταν ερωτούσε ο π. Ιωακείμ τον
Άγιο Νεκτάριο για το θέμα της ευχής, του έλεγε: «π. Ιωακείμ, όταν
190

λες την ευχή να συγκλονίζεσαι ολόκληρος. Να βγαίνη η ευχή μέσα
από την καρδιά σου, να μην την λες μόνο με τα χείλη»· που αυτό
ήταν το απαύγασμα της εσωτερικής του καταστάσεως στο πώς
αυτός εβιούσε την εσωστρέφεια, την νήψι και την ευχή, την οποία
ολοκλήρωσε μέσα στην ησυχαστική του περίοδο σαν Νεκτάριος
μοναχός. .Βλέπετε πόσο χρήσιμος, πόσο τελεία και πόσο βεβαία
είναι η ιδική μας αγωγή, και πώς την παρέδωσαν οι Πατέρες εις
εμάς τόσο εξονυχιστικά και λεπτομερώς οργανωμένη,
καθορισμένη, εσφραγισμένη και επιτυχή; Λοιπόν τώρα με θάρρος
περισσότερο στην ζωή μας αυτή, τίποτε να μην μας λειψή. Με τα
παραδείγματα των παλαιοτέρων αλλά και των προσφάτων, οι
οποίοι μέσα εις αυτή την ζωή επέτυχαν το πλήρωμα τους, θα
συνεχίσωμε και εμείς με πολύ θάρρος και ελπίδα στον Χριστό μας,
έχοντες σαν άγκυρα βεβαιότητας την πρεσβεία του μεγάλου αυτού
αγίου.
Αυτά θα σας ενθύμιζα, που είναι για μας καύχημα. Έχοντες
παρρησία στην πρεσβεία των Αγίων μας και ατενίζοντες στην
πατρική τους στοργή, πιστεύομε ότι θα συνδράμουν την ευτέλεια
μας και θα μας βοηθήσουν να επιτύχωμε.
Γιατί ο Πανάγαθος Δεσπότης μας, που εκάλεσε και εμάς
όπως και αυτούς, δεν έχει κάνει λάθος στην απόφασι της
αγαθότητός Του. Οπωσδήποτε θα δώση και εις εμάς το
βραβείο της επιτυχίας. Αμήν

Οι Δύο Πόλοι Της Πνευματικής Ζωής
(Μνήμη Αγιου Ιωάννου τον Ελεήμονος)

Γιορτάζει η Εκκλησία μας σήμερα την μνήμη του Αγίου
Ιωάννου του Ελεήμονος, Πατριάρχου Αλεξανδρείας. Ο Άγιος
Ιωάννης κατήγετο από την Κύπρο. Υπήρξε τέκνο ευσεβών και
πλουσίων γονέων. Αν και ανετράφη μέσα στην άνεσι, έστρεψε όλη
του την διάθεσι και προσοχή στην ευσέβεια. Διαβλέποντας η Θεία
Χάρις μέσα στην αγνή ψυχή του, ότι θα απέδιδε πολύ πνευματικό
καρπό στο μέλλον, τον προώρισε και τον ανεβίβασε στον θρόνο
του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, πού ήκμαζε τότε. Στον βίο του
αναφέρεται ένα σύμβολο, πού έδειξε η Χάρις για την μέλλουσα του
διαγωγή. Είδε στον ύπνο του μια ωραία κόρη στεφανωμένη με
κλάδο ελαίας, η οποία του είπε: «Εγώ είμαι η πρώτη θυγάτηρ τον
βασιλέως. Αν με αγαπήσης, έχω την δύναμι να σε οδηγήσω εις
191

αυτόν». Ο Άγιος συνεπέρανε ότι αυτή ήτο η Χάρις της συμπαθείας
και της ελεημοσύνης.
Πράγματι. Το κεντρικότερο σημείο πού ευρίσκεται μέσα στην
θεοπρεπή μεγαλωσύνη, είναι η συμπάθεια. Αυτή εκίνησε τρόπον
τινά τον Θεό να δημιουργήση τον κόσμο εκ του μηδενός. Αλλα και
όταν εχρεωκόπησε ο κόσμος με την ιδική του απροσεξία, και
εγκατέλειψε την ισορροπία, πάλι από συμπάθεια και ελεημοσύνη
έκανε την «κένωσί» Του ο Θεός Λόγος. Επεδήμησε στον κόσμο
αυτό, εφόρεσε την ιδική μας «πτώχεια» και ενεκάλεσε στην
ισορροπία την διασαλευθείσα κτίσι. Μονογενής θυγάτηρ του Θεού,
η ελεημοσύνη. Αυτή, δια να επανέλθω με στον βίο του Αγίου,
προεκάλεσε τον νέο τότε και του είπε: «Εάν με αγαπήσης, εγώ θα
σε οδηγήσω στον βασιλέα, διότι έχω πολλή παρρησία εις αυτόν».
Όταν προεχειρίσθη Πατριάρχης Αλεξανδρείας, η πόλι, αλλά και
ολόκληρη η περιοχή της δικαιοδοσίας του είχε υποστεί πολλές
δοκιμασίες, διότι ήταν η περίοδος πού άρχισε να εξαπλώνεται το
Ισλάμ. Άρχισαν επιδρομές στα μέρη εκείνα, πού επίεζαν τον
χριστιανικό κόσμο. Προστέθηκαν εις αυτά και διάφορες θεομηνίες,
όπως ανομβρίες, πού προκαλούσαν φτώχεια, πείνα και δυστυχία.
Η περιοχή ήταν καταδικασμένη, επειδή ο Νείλος ποταμός δεν
επλημμύριζε, λόγω της ανομβρίας των χωρών όπου ευρίσκοντο οι
πηγές του. Και μέσα εις αυτές τις συμφορές, οι χριστιανοί
εζητούσαν καταφύγιο, ελεημοσύνη, τροφή και συμπαράστασι στην
μεγάλη πόλι της Αλεξανδρείας. Τότε ο Άγιος Ιωάννης, πού ήταν ο
κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη στιγμή και θέσι, επέδειξε
τις διαθέσεις της ψυχής του. Εφανέρωσε την πολλή συμπάθεια
πού είχε. Τότε η Εκκλησία ήταν ανεξάρτητη οικονομικά. Είχε
πόρους ιδικούς της και δεν είχε ανάγκη συμπαραστάσεως της
πολιτείας. Σε δύσκολες μέρες ημπορούσε να κυβέρνηση τον λαό.
Δημιουργούσε νοσοκομεία, θεραπευτήρια, εκπαιδευτήρια και
πρακτικά εβοηθούσε τους ανθρώπους. Σ' εκείνες τις ημέρες έδειξε
τόσο πολύ την αμίμητη ελεημοσύνη του ο Άγιος, ώστε δικαίως
ωνομάσθη «Ελεήμων». Τον μεν βίο του ημπορεί να μελετήοη ο
καθένας μας· εκείνο όμως πού θέλομε να τονίσωμε και πού είναι
ωφέλιμο για μας» είναι ο ακριβής τρόπος της συμπάθειας προς
τον πλησίον, πού είναι ο ένας πόλος του προορισμού του
ανθρώπου.
Δύο είναι οι πόλοι στους οποίους κινείται ο άνθρωπος σαν
ένα τέλειο και λογικό όν. Ο μεν ένας είναι το να αγαπήση τον Θεό
«εξ όλης ψυχής, εξ όλης ισχύος, εξ όλης καρδίας» και ο δεύτερος
να αγαπήση «τον πλησίον ως εαυτόν». Εάν επιτυχή το πρώτο,
οπωσδήποτε θα επιτυχή και το δεύτερο.
192

Πώς θα κινηθή ο άνθρωπος για να αγαπήση «Κύριον τον
Θεόν του;
Για να αγαπήση κανείς τον Θεό και να Τον λατρεύση, πρέπει
να Τον πιστεύση σωστά. Για να Τον πιστεύση σωστά, πρέπει να
Τον γνωρίση. Προηγείται εδώ η εισαγωγική γνώσι. Η εισαγωγική
γνώσι, γεννά την εισαγωγική πίστι. Αν η εισαγωγική γνώσι δεν
διαφθαρή από επιδράσεις ξένων θεωριών, αυτομάτως γεννά την
πίστι. Διότι η πίστι είναι υπόστασι ψυχική. Δεν είναι επινόησι, όπως
προσπαθούν να μας αποπλανήσουν οι διάφοροι υλιστές σήμερα.
Η πίστι είναι υπόστασι του πνευματικού κόσμου. Είναι συμφυής
της πνευματικότητος των λογικών όντων.
Όταν ο νους είναι υγιής, ο άνθρωπος δεν ημπορεί παρά να
πιστεύση, να παραδεχθή, ότι δεν είναι δυνατό να υπάρχει αυτή η
αρμονία στο σύμπαν, χωρίς να υπάρχει κάποια δύναμι, κάποια
εξουσία, η οποία έχει βάλει στην γραμμή όλα αυτά και τα προνοεί.
Σύμφωνα με τους κανόνες της φυσικής, τίποτε δεν είναι
αυθύπαρκτο. Παρά τις τόσες έρευνες και παρά το πείσμα της
απιστίας, δεν απεδείχθη το αντίθετο.
Με την εισαγωγική πίστι αρχίζει κανείς να πιστεύη, ότι
πραγματικά υπάρχει Θεός. Το θέμα της πραγματικής πίστεως
λύνεται με την αποκάλυψι. Εμείς σήμερα, δεν έχομε ανάγκη να
ψηλαφίσωμε, να ανακαλύψωμε τον Θεό. Με την «κένωσι» του
Θεού Λόγου, με την παρουσία του ενός προσώπου της Μακαριάς
Τριάδος, εισερχόμεθα μέσα στην πίστι αυτή πού παραδίδει η
Εκκλησία μας, το κέντρο της Αποκαλύψεως. Διότι εμείς δεν
ενδιαφερομεθα να μάθωμε εάν υπάρχη Θεός, αλλά αποβλέπομε
στο να ρυθμίσω με τις σχέσεις μας μαζί Του.
Εμείς, ως μεταπτωτικοί άνθρωποι, δεν ημπορούμε να
υπάρξω με χωρίς την παρουσία του Θεού. Υποκείμενοι τώρα μέσα
στον θάνατο, τη φθορά, την ροή, τον πόνο και τον όλεθρο, πρέπει
να ελευθερωθούμε από αυτά. Καμμία δύναμι δεν ημπορεί να μας
ελευθέρωση εκτός από τον Θεό. Χωρίς την μυστηριώδη παρουσία
της προνοίας Του, δεν ημπορούμε να υπάρξωμε, ούτε εμείς, ούτε
κανένα στοιχείο. Έχομε ανάγκη της προσωπικής μας σωτηρίας,
διότι το φάσμα του θανάτου επικρεμμάται επάνω μας. Δεν
ημπορούμε να απαλλαγούμε από αυτό. Αγόμεθα μέσα στον μύλο
του θανάτου προς καταστροφή και απώλεια. Πρέπει οπωσδήποτε
να απαλλαγούμε. Για να γίνη αυτό, πρέπει να έχωμε σχέσεις με
Αυτόν, πού είναι η απόλυτη Αυτοζωία. Μόνο η απόλυτη
αυτοζωία ημπορεί να καταργή τον θάνατο και να ελευθερώνη
δυναμικά όσους καταφεύγουν εις Αυτόν. Τότε, μεταφερόμεθα από
την εισαγωγική πίστι στην πίστι της θεωρίας. Στην πραγματική
πίστι πού σημαίνει υποταγή στο Θείο θέλημα. Εμείς είμεθα έτοιμοι
193

να προσφέρωμε ό,τι θέλει ο Θεός. Αυτή η υποταγή στο Θείο
θέλημα, είναι αυτό πού περικλείεται στην εντολή «αγαπήσεις
Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης ψυχής, εξ όλης καρδίας, εξ όλης
διανοίας».
Με την υποταγή στον Θεό, εφαρμόζομε την αγάπη μας
πρακτικά. Η υποταγή είναι το όργανο της αγάπης. Αγάπη
αφηρημένη δεν είναι δυνατό να υπάρξη. Η αγάπη είναι
συγκεκριμένη. Πώς θα μεταδώσης πρακτική αγάπη εάν δεν
κινηθής να υπηρέτησης αυτόν πού λέγεις ότι αγαπάς; Αφού λοιπόν
πιστεύσης στον Θεό θα εφαρμόσης και αυτά πού ζητά από σένα,
με όλη σου την ψυχή. Όχι «κατ' οφθαλμό-δουλεία» αλλά εκ
προθέσεως ολοκλήρου. Αποδεικνύοντας ότι εξ ολοκλήρου
αγαπάμε τον Θεό και προτιμούμε Αυτόν και το θέλημα Του,
περισσότερο και από την ιδική μας ζωή, πείθομε τον Θεό και
έρχεται και ενώνεται μαζί μας. Γίνεται η πραγματική ένωσι Θεού
και ανθρώπου, αυτό πού ονομάζομε «Θεανθρωπισμό», που με
την παρουσία Του ο Θεός Λόγος μας εδίδαξε πρακτικά. Και όταν
εμείς δώσωμε στον Θεό ότι υπάρχει μέσα στο περιθώριο της
αγάπης μας, τότε και Αυτός δίδει ότι έχει προς εμάς. Την ιδική Του
αγάπη, τις ιδικές Του υποσχέσεις. Εφαρμόζεται αυτό που λέγει ο
Ιησούς μας. «Εκείνος εστίν ο αγαπών με, ο έχων τας εντολάς μου
και τηρών αυτάς» και τότε «ο αγαπών με αγαπηθήσεται υπό του
Πατρός μου και εγώ και ο Πατήρ ελευσόμεθα και μονήν παρ' αύτη
ποιήσομεν». Ο άνθρωπος μετέχει, όταν φθάση εις αυτή την θέσι,
στις Θειες ιδιότητες. Συμβαίνει ότι και με το σίδερο πού το βάζο με
μέσα στην φωτιά. Γίνεται και αυτό φωτιά. Κοκκινίζει και παίρνει
όλες τις ιδιότητες της φωτιάς, χωρίς να αλλάζη. Μένει σίδερο, αλλά
καίει και φωτίζει όπως η φωτιά. Το ίδιο συμβαίνει με τον άνθρωπο
πού επήρε τις Θείες ιδιότητες. Γίνεται όλος αγάπη και τότε αγαπά
«τον πλησίον ως εαυτόν». Δεν ζή για τον εαυτό του. Γίνεται
ακριβώς αυτό πού λέγει ο Απόστολος Παύλος. « Έκαστος τω
πλησίω αρεσκέτω εις το αγαθόν προς οικοδομήν». Και ο Ιωάννης
λέγει ένα τολμηρότερο. «Τας ψυχάς ημών οφείλομεν υπέρ των
αδελφών ημών τιθέναι». Εις αύτη την θέσι, εις αυτή την κληρονομιά
έφθασαν οι Πατέρες μας και αφού κατά μονάς κατόρθωσαν να
αγαπήσουν τον Θεό, εξ όλης ψυχής, εξ όλης καρδίας, εξ όλης
διανοίας και εδέχθη σαν τις Θείες ενέργειες, εστράφησαν ύστερα
σε μας τους ασθενείς και αδυνάτους, μεταδίδοντας όλη την
συμπάθεια και αγάπη πού τους έδωσε ο Θεός. Ο Άγιος Ιωάννης ο
Ελεήμων είναι ένας εξ αυτών των τόσων πολλών πού η Εκκλησία
μας πλουτεί. Με τις πρεσβείες του εύχομαι να ξεκινήσωμε με καλή
πρόθεσι, αγαπώντες πρώτα τον Θεό και μετά τον πλησίον μας.

Αμήν
194

Έλεγχος Λογισμών Και Φυλακή Αισθήσεων
(Μνήμη Αγίου Σάββα του Ηγιασμένου)

Σήμερα πανηγυρίζει ένας εκ των γιγάντων της μοναστικής
μας πολιτείας, ο Μέγας Σάββας, πού εδώ στο Άγιο Όρος δεν είναι
και τόσο πολύ γνωστός. Αυτός ο μεγάλος φωστήρας, είναι για μας
η μεγαλύτερη παρηγοριά. Στο πρόσωπο του ευρίσκαμε τους
κεντρικότερους παράγοντες της μοναχικής μας ιδιότητας. Μερικούς
από αυτούς θα αναφέρωμε.
Εξεκίνησε μικρό παιδί αγαπήσας εξ ολοκλήρου τον Θεό.
Εφήρμοσε το προφητικό, Μακάριος ος αίρει ζυγόν εκ νεότητας
αυτού. Οι γονείς του παρ' όλο πού ήταν ευκατάστατοι, δεν τον
εμπόδισαν να ακολουθήση τον μοναχισμό. Ήλθε στα μέρη της
ανατολής ως μοναχός. Εκράτησε την παιδαγωγία της νεαράς
δοκιμαστικής ζωής άριστα, έως ότου κατέληξε στην Παλαιστίνη και
προσελήφθη στην Λαύρα του Αγίου Ευθυμίου και υπό την πρόνοια
των μεγάλων Πατέρων πού ήκμαζαν τότε στην ανατολή, ανεδείχθη
όχι μόνο τέλειος μοναχός, αλλά και ένας μεγάλος αναμορφωτής
του μοναχισμού.
Μέχρι των ημερών του, το οργανωμένο σύστημα του
μοναχισμού ήταν άγνωστο στην Παλαιστίνη. Ήτο γνωστό στα μέρη
της Αιγύπτου, στους Ταβεννησιώτας, όπως ελέγοντο οι μοναχοί
του Αγίου Παχωμίου. Σε αυτόν παρεδόθη, εξ αποκαλύψεως δια
παρουσίας Αγγέλου, ο οργανωμένος μοναχισμός. Στα κοινόβια
αυτά που ωνομάζοντο Λαύραι, είχαν κοινό ταμείο, κοινή ακολουθία
και εξάρτησι από τους πνευματικούς πατέρες υπήρχε μόνο
ελευθερία και ιδιαιτερότητα στην ασκητικότητα. Είχαν ευλογία οι
μοναχοί από τους πνευματικούς ηγέτες να αγωνίζονται κάθε ένας
όσο ημπορούσε.
Επειδή ήτο νεαρός ο Όσιος Σάββας, τον έβαλε ο Μ.
Ευθύμιος μεταξύ των νέων. Είχε δε ως παιδαγωγό των νέων, ένα
σεβάσμιο γέροντα, τον Αββά Θεόκτιστο. Στο πρόσωπο του νεαρού
Σάββα απεδείχθη το γνήσιο της φιλοθείας. Πόσο θαυμάσιο είναι το
να ξεκινά κάποιος από τα σπάργανα του, από την νεαρωτάτη
ηλικία, αγαπώντας τον Θεό και αφιερώνοντας τον εαυτό του εις
Αυτόν Βλέπομε στον Άγιο Σάββα το απόλυτο της υποταγής και
εξαρτήσεως και ιδιαίτερα την αγάπη και την φιλαλληλία του. Μέσα
στην βιογραφία του αναφέρεται, ότι εκινδύνευσε ο ίδιος από την
αγάπη προς τον πλησίον. Κάποτε ο αρτοποιός του μοναστηριού
σε καιρό χειμώνας, άπλωσε τα βρεγμένα ενδύματα του στο βάθος
του ζεστού φούρνου για να στεγνώσουν, διότι δεν φαινόταν
καθόλου ήλιος. Εκεί τα εξέχασε. Μετά από μία ημέρα πού έλειψε
195

το ψωμί, μερικοί Πατέρες επήραν ευλογία και άρχισαν να
εργάζονται στο φούρνο. Μαζί με αυτούς ήταν και ο Άγιος Σάββας.
Ο αρτοποιός επήρε είδησι από τον καπνό και ενεθυμήθη τα ρούχα
του. Εταράχθη τότε και ανησύχησε και εθλίβετο, διότι η φλόγα ήταν
μεγάλη και είχε αρκετά ζεσταθή ο φούρνος, και κανείς από τους
μεγάλους δεν ετόλμησε να μπη μέσα διότι θα εκαίετο. Βλέποντας ο
νεαρώτατος Σάββας την θλίψι του αδελφού, ώρμησε μέσα στην
φλόγα, για την φιλαδελφεία πού είχε, και άρπαξε τα φορέματα
χωρίς να καή ούτε αυτός, ούτε εκείνα. Ενίκησε η πυρά της
πραγματικής αγάπης, την αισθητή πυρά.
Πριν όμως από αυτό το κατόρθωμα, έκανε ένα άλλο
μεγαλύτερο άθλο. Παρά το νεαρό της ηλικίας του, είχε μπει στο
νόημα του πνευματικού νόμου. Εγνώριζε ότι προτού γίνει μια
πράξι, προηγείται η διανοητική της συγκατάθεσι. Εάν αυτή δεν
προηγηθή, είναι αδύνατο να γίνη η πράξι. Κάποτε ευρίσκετο στον
κήπο του μοναστηρίου και ηργάζετο. Του ήλθε η επιθυμία να φάγη
ένα ωραίο μήλο. Η επιθυμία τον ωδήγησε να το κόψη. Είπε
αμέσως η εύλογη πρόφασι: Δεν είναι κακό να το φάγω αφού
εργάζομαι εδώ». Το εσκούπισε και το έφερε στο στόμα του. Τότε
εξύπνησε ο αθλητής- ενεθυμήθη - όπως είχε συνήθεια να ελέγχη
τις πράξεις του - και εσταμάτησε και είπε: Πώς θα το φάγω τώρα
αυτό; Εάν το φάγω δεν είναι λαθροφαγία; Πώς μου ξέφυγε και
έφθασα σε τέτοια συγκατάθεσι; Πώς δεν το εκατάλαβα από την
πρώτη προσβολή του λογισμού της επιθυμίας, πού μου είπε κόψε
το και φάγε; Γιατί δεν αντέδρασα από τότε; Αυτό είναι ήττα για
μένα. Δεν πρέπει να επαναληφθή, διότι αν γίνη και δεύτερη και
τρίτη φορά να νικώμαι από τις ευλογοφανείς προφάσεις, εγώ δεν
θα γίνω μοναχός. Και για κανόνα μήπως και εξαπατηθώ, δεν θα
φάω μήλο στον αιώνα. Το έρριψε κάτω, και το επάτησε και μαζί με
αυτό, επάτησε και τον δράκοντα της επιθυμίας και δεν ηττήθη από
την φιλαυτία και την φιληδονία. Και όπως η παράδοσι αναφέρει,
δεν έφαγε ξανά μήλο, ενθυμούμενος την μικρή αυτή υποχώρησι
έναντι της επιθυμίας.
Παρ' όλο το νεαρό της ηλικίας του, εμπήκε στο σωστό νόημα
του τι σημαίνει μοναχός, τι σημαίνει πνευματικός άνθρωπος, και
πώς ημπορή να γίνη πνευματικός εάν ελέγχη τις προφάσεις μέσω
των οποίων προσβάλλει ο λογισμός και απατά τον άνθρωπο. Διότι
ποτέ η αμαρτία δεν παρουσιάζεται γυμνή, να πή στον άνθρωπο,
«αμάρτησε». Τέτοιο πράγμα δεν γίνεται. Ο διάβολος είναι
πονηρός. Ενεργεί σαν τον ψαρά, ο οποίος κρύβει το αγκίστρι κάτω
από το δόλωμα. Το ψάρι αγνοώντας ότι είναι αγκίστρι, βλέποντας
μόνο την τροφή, απατάται, το καταπίνει και έρχεται ο θάνατος. Μας
εδίδαξε με αυτό ο Μέγας φωστήρ, ότι δεν πρέπει ο μοναχός να
196

κινήται σε πράξι, εάν προηγουμένως δεν την ελέγξη. Κάθε
πρόφασι, η οποία μας παρακινεί σε κάτι, πρέπει να ελέγχεται. Στην
Παλαιά Διαθήκη, ο Ιησούς του Ναυή, όταν συνήντησε κάποιο
άγνωστο τον ερώτησε Ημέτερος ει ή των υπεναντίων; Ακριβώς
έτσι θα κάνωμε και εμείς. Όταν ο μοναχός δέχεται λογισμό, να
συμπεριφερθή κατά τον ίδιο τρόπο· ημέτερος ει ή των υπεναντίων;
και τότε αποκαλύπτεται. Ή θα δραπέτευση αμέσως να κρυβή, ή θα
εξαναγκασθή να πη ότι ξεκινά εν ονόματι αυτού του πάθους, ή
εκείνης της επιθυμίας.
Ευρίσκομε και δεύτερο παράδειγμα ακριβείας του ελέγχου
των λογισμών. Κάποτε περιπατούσε με ένα μαθητή του στον
δρόμο από την Ιεριχώ προς τον Ιορδάνη. Ο Άγιος τον
παρακολουθούσε για να ιδή σε ποιο επίπεδο ευρίσκεται της
φυλακής των αισθήσεων.
Στον δρόμο συνήντησαν μια ομάδα κοσμικών, μεταξύ των
οποίων ήτο και μια νέα γυναίκα. Ο νέος μοναχός κοίταζε με
περιέργεια. Τότε για να τον ελέγξη και να τον αναγκάση να πη την
αλήθεια - διότι πολλές φορές από εντροπή κρύβει κανείς την
αλήθεια και λέγει ψέμματα - έκανε το εξής μεθόδευμα. Του είπε:
Ποια είναι αυτή η νέα κόρη, πού πέρασε και είναι μονόφθαλμη; Και
ο αδελφός του είπε: Όχι, Γέροντα, έχει και τα δυο της μάτια.. Ο
Γέροντας απάντησε: Απατήθηκες, παιδί μου, μονόφθαλμη είναι.
Εκείνος τον διαβεβαίωνε ότι γνωρίζει πολύ καλά, ότι όχι μόνο δεν
είναι μονόφθαλμη αλλά αντίθετα ότι έχει και τα δύο της μάτια. Και
είπε ο Γέροντας: Από πού το γνωρίζεις τόσο καλά; Και αυτός
απεκρίθη: Εγώ Γέροντα, την πρόσεξα καλά και το είδα. Τότε ο
Γέροντας του είπε: Και που έβαλες μέσα σου το παράγγελμα πού
λέγει να μην αφήσης το βλέμμα σου να την περιεργασθή, και να
μην συναρπασθούν τα μάτια σου; Ώστε λοιπόν, η έγνοια σου είναι
να κοιτάς και να περιγραφής τα πρόσωπα και ιδίως των γυναικών;
Άλλη φορά μαζί μου δεν θα έλθης, μέχρι να μάθη ς να συστέλλης
τις αισθήσεις σου. Και τον έστειλε στο Καστέλλιο. Αυτό ήταν ένα
άλλο μοναστήρι πού το είχαν για σωφρονιστήριο των μοναχών,
μέχρις ότου μάθουν να μαζεύουν την γλώσσα τους, να μαζεύουν
τα μάτια τους και ότι άλλο, είναι και λέγεται περιέργεια και
απροσεξία.
Βλέπετε πόση προσοχή είχαν οι Πατέρες σε αυτά; Από αυτά
εξαρτάται η προκοπή ή η πτώσι. Όπως δεν γίνεται κάποια πράξι
αν δεν προηγηθή νόημα, δεν υπάρχει και μεγάλη πτώσι αν δεν
προηγηθή μικρή. Αν αρχίση ο άνθρωπος να μην κρατάη το στόμα
του και συνεχώς ομιλή, ύστερα ξεκινά να λέγη αστεία και μετά
αρχίζει να αντιλέγη, δήθεν από μια καλή πρόφασι. Τότε
197

σκληρύνεται και επικρατεί ο θυμός, οπότε αρχίζουν τα πείσματα, οι
έριδες και οι συγκρούσεις.
Απομένει σε μας να στρέψωμε την προσοχή μας σε αυτά τα
οποία οι Πατέρες μας, με τόση ακρίβεια μας παρέδωσαν. Στην
μονή του Αγίου Σάββα, ετέθησαν τα θεμέλια όχι μόνο της
μοναστικής ζωής και ιδέας, αλλά ολοκλήρου της εκκλησιαστικής
παραδόσεως. Το τυπικό και τελετουργικό της Εκκλησίας, ξεκινά
από αυτή την μονή. Σε αυτή ασκήθηκε και ετελειοποιήθη ο Άγιος
Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο οποίος εδημιούργησε την Οκτώηχο, τα
μέλη και τους ύμνους της Εκκλησίας μας. Σε αυτή ήκμασε ο Άγιος
Κοσμάς, Επίσκοπος Μαΐουμά, αυτός ο μεγάλος μελωδός. Σε αυτή
έζησαν οι κατά σάρκα αδελφοί Άγιοι, Θεοφάνης και Θεόδωρος οι
Γραπτοί. Από αυτή την μονή μετεφέρθη η παράδοσι και το τυπικό
στην Κωνσταντινούπολι και το ετελειοποίησαν οι Στουδίται
μοναχοί. Αυτό κατέχει σήμερα το Άγιο Όρος, όπως το μετέφερε ο
Άγιος Αθανάσιος, ο ιδρυτής της Μεγίστης Λαύρας.
Αυτά ήθελα να σας υπενθυμίσω και έτσι όλοι μας με προθυμία, να
παρακαλέσωμε τον Όσιο Πατέρα μας Σάββα, με τις πρεσβείες και
την παρρησία πού έχει, να μας ενίσχυση και να μεταφέρη μέσα
μας το Πατερικό πνεύμα. Πνεύμα αυταπαρνήσεως, πνεύμα
ακριβείας, πνεύμα εσωστρέφειας και φόβου Θεού. Ας
επικαλεσθούμε τις ευχές του Μεγάλου αυτού φωστήρας, για να
επιτύχωμε και εμείς ανάλογα με το προορισμό μας. Αμήν

το νόημα του μαρτυρίου των τριών παίδων
(Προοίμιον εορτής Χριστουγέννων και μνήμη Αγίου Διονυσίου της Ζακύνθου)

Θαυμάσια η Εκκλησία μας προβάλλει ήδη από τα προοίμια
των εορτών των Χριστουγέννων, τους Τρεις Παίδας και Δανιήλ τον
προφήτη, οι οποίοι, αν και δεν ήσαν μέσα στο δένδρο της
γενεαλογίας των προπατόρων του Ιησού, εν τούτοις
κατηριθμήθησαν εις αυτό, χάριν της ενάρετου ζωής των, χάριν της
φιλοθείας των και ιδίως χάριν του δράματος των, πού ευρίσκομε
στο βίο τους. Υπήρξαν πραγματικά η αναπαράστασι και η
προαπόδειξι του τρόπου, πώς ο Θεός Λόγος θα επιδημήση στον
κόσμο. Αλλά γενικά και από την προσωπική τους ζωή, αντλούμε
τεράστια παραδείγματα φιλοθείας και αυταπαρνήσεως, όπως
πολλές φορές ετονίσαμε.
Συνέπεσε να εορτάζεται και ο Αγιος Διονύσιος, ένας εκ των
νεωτέρων φωστήρων της εκκλησίας μας, του οποίου το άφθαρτο
λείψανο ευρίσκεται στην περιφέρεια των επτανήσων. Και αυτός
198

μας αφήνει από την βιογραφία του άριστα και ενισχυτικά για την
ζωή μας παραδείγματα. Ένα δε από τα σπουδαιότερα πού μας
προβάλλει είναι το θέμα της αμνησικακίας.
Όπως ενθυμείσθε, όταν ήτο επίσκοπος ο Αγ. Διονύσιος,
ένας λαϊκός είχε παρωξυνθή και εσκότωσε τον αδελφό του Αγίου.
Τρέχοντας να κρυφθή από την δικαιοσύνη πού τον είχε αντιληφθή,
κατέφυγε στο σπίτι του ιδίου του Επισκόπου και εζήτησε άσυλο και
στοργή από τον μητροπολίτη, λέγοντας του. Εγώ, Δέσποτα,
εσκότωσα τον τάδε άρχοντα και τώρα με κυνηγούν θέλω να με
προστατεύσης. Και αυτόν πού εσκότωσε ήταν ο αδελφός του
Αγίου. Και έδειξε τόση αμνησικακία και μεγαλοψυχία ο αληθινός
αυτός ποιμένας και δεν εφάνη ότι γνωρίζει τον φονευθέντα, αλλά
επροστάτευσε τον φονέα, κρύβοντας τον στην μονή. Και όταν σε
λίγο έφθασε η δικαιοσύνη, αρνήθηκε ο Επίσκοπος να ομολογήση
ότι ΓΝΩΡΙΖΕ τίποτε περί του φονέως. Αυτό πραγματικά για μας, οι
οποίοι αγωνιζόμεθα μέσα στην πρακτική του πώς να καθαρίσωμε
τον εαυτό μας και να απαλλαγούμε από τα πάθη μας και τον
παλαιό άνθρωπο, είναι ένα ζωντανό και μεγάλο παράδειγμα, αφού
εμείς με την παραμικρή πρόφασι του θύμου εξαγριωνόμεθα και
δεν ημπορούμε να συγκρατηθούμε.
Ας επανέλθωμε όμως στο προκείμενο θέμα των μεγάλων
προπατόρων του Χριστού μας, όπου εκεί θα βρούμε περισσότερα
και λαμπρότερα παραδείγματα αυταπαρνήσεως και ομολογίας,
πού ιδίως χαρακτηρίζουν το ιδικό μας βίωμα. Η περιπετειώδης
ζωή αυτών των τεσσάρων φωστήρων της Εκκλησίας της
Παραδόσεως, της εκκλησίας του Νόμου, είναι τόσο μεγάλη
και ποικίλη, πού δεν μπορεί φυσικά να περιγραφή από μας τους
ευτελείς, αλλά θα δανειστούμε ελάχιστα για παραδειγματισμό.
Ωνομάσθη ο μεν Δανιήλ ανήρ επιθυμιών, γιατί ουδέποτε
ηττήθη από καμμία επιθυμία. Αυτός κατήγετο από βασιλική
οικογένεια και ένεκα της χάριτος πού του έδωσε ο Θεός, έγινε
σύμβουλος των διαφόρων κατακτητών και βασιλέων η συνέχεια δε
της ζωής του ήτο βασιλική. Ευρισκόμενος στην βασιλική αυτή
χλιδή και έχοντας τόση μεγάλη εξουσία, ουδέποτε ηττήθη από
κανένα πάθος. Ιδίως στο ζήτημα της ηδονής, τόσο ήτο εγκρατής
και τόσο επεβάλλετο στον εαυτό του, ώστε απέκτησε ιδιαιτέρως το
χάρισμα να λέγεται ανήρ επιθυμιών. Μαζί με αυτόν ήσαν και τρεις
άλλοι Παίδες. Παίδες κατά την γλώσσα του τότε καιρού δεν
εσήμαινε παιδιά, ούτε πάλι δούλους. Κατά την τότε συνήθεια των
επικρατούντων, εδιάλεγαν εκλεκτά παιδιά από τους αιχμαλώτους,
τα οποία ανέτρεψαν βασιλικά και αυτά εζούσαν μέσα στα
ανάκτορα και ήσαν θετοί πρίγκηπες και είχαν ιδιαίτερη παρρησία
και ηγετικές θέσεις στα βασίλεια.
199

Εις αυτές τις θέσεις ευρίσκοντο οι τρεις σύντροφοι του
Δανιήλ. Ο Ανανίας, ο Αζαρίας και ο Μισαήλ οι οποίοι, χάριν της
μεγάλης τους ανδρείας και θεοφιλίας, ωνομάσθησαν από τον
Ναβουχοδονόσορα, Σεδράχ, Μισάχ και Αβδεναγώ, πού εσήμαινε
στην γλώσσα τους, θείες κλήσεις, θείες ιδιότητες. Τότε λοιπόν τους
εφθόνησαν οι υπόλοιποι μέσα στην επικράτεια, στην οποία αν και
ήσαν ξένοι, είχαν τόση αίγλη και αξία, ώστε ηθέλησαν να τους
κακοποιήσουν, αλλά όμως δεν μπορούσαν με κανένα άλλο τρόπο,
ει μη να εύρουν κάποια μομφή εναντίον τους, ως παραβάτες των
νόμων. Έτσι τους κατήγγειλαν ότι δεν δείχνουν σεβασμό εις όσα
εσέβετο ή επικροτούσε ο βασιλεύς και αυτό ήταν μια πρόφασι πού
ημπορούσε να τους επιβάλη τιμωρία. Και έτσι ερεθίσαντες τον
τύραννο, ο οποίος ήτο κοσμοκράτωρ, οι περί αυτόν αυλοκόλακες
τον έπεισαν, ότι οι Σεδράχ, Μισάχ και Αβδεναγώ δεν
επροσκυνούσαν τους θεούς τους, ούτε τους ελάτρευαν, αλλά ούτε
αυτό τον ίδιο υπελόγιζαν. Ο Ναβουχοδονόσορ τότε, είχε στήσει
στην πόλι την εικόνα του, την μορφή του, πού ήταν ένα πανύψηλο
άγαλμα, ένας ανδριάντας και διέταξε όλους να προσκυνούν και να
προσφέρουν θυμίαμα, σαν να επρόκειτο περί κάποιας θεότητος
διότι επίστευε ότι, μετέβη πλέον από την ανθρωπινή στην θεία αξία
και ότι, με την παντοδυναμία και ισχύ του κατώρθωσε τα τόσα
μεγάλα, με το να καταστρέψη και κατασφάξη τους λαούς.
Έτσι ευρήκαν αυτή την πρόφασι οι εχθροί, γιατί ήξεραν ότι
ήτο αδύνατο να προσκυνήσουν αυτοί - σαν γνήσιοι θεοσεβείς
Ιουδαίοι - είδωλα και αγάλματα και εικόνες. Κατήγγειλαν λοιπόν
τους Τρεις Παίδες επισήμως ότι: Ιδού, κύριε, τώρα στην εορτή την
οποία κάνεις, αυτοί οι τρεις, παρ' όλο πού τους έχεις άρχοντας και
ηγεμόνας, δεν θα προσκυνήσουν. Τότε τους εκάλεσε ιδιαιτέρως ο
βασιλεύς να τους ερώτηση προσωπικά, ει αληθώς ούτως έχει
Σεδράχ, Μισάχ και Αβδεναγώ, ότι τη εικόνι τη χρυσή, ην έστησα εν
παιδίω Δεηρά, ου προσκυνείτε, ουδέ τους θεούς μου λατρεύετε;
(Δαν. 3,14)· Προσέξατε μόλις αρχίσουν τα σύμβολα, οι σάλπιγγες,
τα μουσικά όργανα και οι χορδές να δίδουν το σύνθημα της
προσκυνήσεως και εσείς αμέσως να προσκυνήσετε, αλλοιώς θα
σας ρίξω μέσα στην ΚΑΖΙΝΟ του πυρός, την οποία έχω αναμμένη
για να τιμωρήσω τους απειθείς.
Εδώ εφάνη το μεγαλείο εκείνων των ηρωικών ψυχών. Τότε
μετά παρρησίας και οι τρεις, οι οποίοι φυσικά δεν ήσαν παίδες,
όπως είπα, αλλά μεγάλοι άνδρες, ηγεμόνες, του απήντησαν με
υπερηφάνεια, όχι όμως με εγωισμό. Επί του ρήματος τούτου ουκ
έχομεν χρείαν αποκριθήναι σοι ω βασιλεύ (Δαν. 3,16). Έτσι κάθε
ευγενής ψυχή αποκρίνεται, όταν κρούουν στην θύρα των
αισθήσεων της τα ποικιλόμορφα αίτια της πολύμορφης αμαρτίας.
200

Ανίσταται μεγαλοπρεπώς και φωνάζει, «κάτω τα χέρια. Επί του
ρήματος τούτου ουκ έχομεν χρείαν αποκριθήναι σοι, ω βασιλεύ.
Έστιν ο Θεός ημών εν τω ουρανώ ος δύναται εξελέσθαι ημάς εκ
των χειρών σου» (Δαν. 3,16-17)· Αλλά και αν ο Θεός τον οποίο
πιστεύομε και πού είναι παντοδύναμος, δεν μας ελευθέρωση από
τα ιδικά σου χέρια και από οτιδήποτε άλλο, γνώριζε πώς δεν θα
μας κακοφανή πλην όμως σου λέγομε και τούτο, ότι, και αν ακόμη
ο Θεός δεν θελήση να μας απαλλάξη από την παρούσα δοκιμασία,
γιατί έτσι θέλει Εκείνος, εμείς ούτε την εικόνα σου προσκυνούμε
ούτε τους θεούς σου λατρεύομε. Και αν μας απειλής με την
ΚΑΖΙΝΟ και με το πυρ, μόνοι μας θα εισέλθωμε, για να καταλάβης
ότι οι πραγματικά θεοφιλείς δεν φοβούνται τον θάνατο». Καμμία
περίστασι ούτε κανένας παράγων μπορεί να τους αποτρέψη από
την φιλοθεία και το προς τον Θεό καθήκον τους, εάν όντως είναι
ευσεβείς.
Και τότε επλήσθη θύμου και ηλλοιώθη η όψι του και διέταξε
να δέσουν ισχυρά τους Σεδράχ, Μισάχ και Αβδεναγώ, με τις
σαρβάρες και τις περικνημίδες και με αυτές να πλησιάσουν την
βροντώσαν ΚΑΖΙΝΟ, από την οποία εξεχύνετο σαρανταενιά πήχες
η φλόγα. Και έτσι ατάραχοι προσήλθαν και αυτά πού είπαν τα
επραγματοποίησαν χωρίς να φοβηθούν. Δεν εδειλίασαν, αλλά
επήγαν με προθυμία και όχι μόνο εδέχθηκαν αλλά συνετέλεσαν και
οι ίδιοι με το να προχωρήσουν μόνοι τους μέσα στην βροντώσαν
ΚΑΖΙΝΟ, πού δεν ημπορούσε να πλησίαση κανείς. Και απέδειξαν
πραγματικά ότι δεν προσκυνούν ξένα είδωλα αλλά μόνο τον θείο
νόμο, το θείο θέλημα, αυτό πού ανήκει σε κάθε ευσεβή ψυχή.
Ο ίδιος Ναβουχοδονόσορ πού ήταν τότε, είναι και τώρα.
Φυσικά, όχι ο ιστορικός εκείνος, αλλά ο νοητός ο οποίος και τότε
εις αυτού τον νου ήταν και εν συνεχεία εις όλους τους κακοήθεις
και κακούργους μέχρι δε της συντέλειας, θα είναι μέσα στα όργανα
της απείθειας και απώλειας. Αυτός ο νοητός Ναβουχοδονόσορ και
σε μας ακριβώς το ίδιο κάνει τώρα και σε κάθε ευγενή ψυχή, είτε
μεμονωμένα, είτε συνολικά.
Συνεχώς μας απειλεί, μας φοβίζει, μας προκαλεί. Ή θα
προσκυνήσω με το εκάστης προφάσεως και αμαρτίας είδωλο, ειδ'
άλλως θα εγείρη εναντίον μας πειρασμό.
Αυτό είναι το νόημα. Και εμείς εάν πράγματι είμεθα μαθηταί
του Ιησού μας, εάν είμεθα κατά τον Παύλο οι του Χριστού, τότε
είμεθα έτοιμοι, ίνα την σάρκα σταυρώσωμεν συν τοις παθήμασι και
ταις επιθυμίαις και να μην κλίνωμε γόνυ τω Βάαλ δηλαδή προς την
πολύμορφο αμαρτία.
Και κοιτάξετε τα μυστήρια της Χάριτος πώς γίνονται.
Επέτρεψε ο Θεός να πειρασθούν. Και όταν τους έρριξαν μέσα
201

στην κάμινο, τότε επαρουσιάσθη η Χάρις. Ενώ μπορούσε και
προτύτερα να δείξη την παρουσία της και να φοβήση τους εχθρούς
και έτσι να απαλλαγούν από την ατιμία οι πραγματικοί δούλοι του
Θεού. Όμως δεν το έκανε, ακριβώς για να απόδειξη ότι η
υπερβολή της δυνάμεως εκ Θεού εστί και ουκ εξ ημών (Β' Κορ.
4,7)·
Επέτρεψε να εισέλθουν στην ΚΑΖΙΝΟ για να αποδειχθή η
ομολογία τους και τότε να παρουσιασθή για να τους σώση και να
τους μεγαλύνη. Τότε και στους τρεις λύθηκαν τα δεσμά και άρχισαν
να περιπατούν μέσα στην κάμινο, και η βροντώωσα φλόγα έγινε
ως δρόσος. Και άρχισαν εκεί μέσα να εξομολογούνται* και να
ψάλλουν.
Και πάλι δεύτερο θαύμα, του πρώτου μεγαλύτερο. Μέσα
στην αισθητή παρουσία της Χάριτος όντες οι δίκαιοι, δεν
υπερηφανεύθησαν,
αλλά
με
βάθος
ταπεινοφροσύνης
εξομολογούντο στον Θεό και έλεγαν. Πανάγαθε, αυτό πού
επάθαμε μας άξιζε, γιατί και εμείς και οι πατέρες μας δεν
εφυλάξαμε τον νόμο Σου και δικαίως τώρα μας παρέδωσες εις
έθνη άπιστα και εις βάρβαρο και αποστάτη άνθρωπο και δικαίως
παθαίναμε τις ατιμίες αυτές για τις ιδικές μας αμαρτίες. Και Συ
δίκαιος ει, και δικαιοσύνην ηγάπησας, ευθύτητας οίδε το
πρόσωπον Σου.
Κοιτάξετε βάθος ταπεινώσεως. Και ύστερα, ενώ έβλεπαν ότι
δεν τους κατακυριεύει το πυρ, αυτοί επιζητούσαν να καούν και
έλεγαν, προσδεχθείημεν ενώπιον Σου ως θυσία και έστω η θυσία
ημών ως αρνών μυρίων. Άφησε μας να καούμε και πες ότι τα τόσα
και τόσα αρνιά και σφάγια πού έπρεπε να θυσιάσουν οι πατέρες
μας για Σένα και τα εγκατέλειψαν από ασέβεια και ραθυμία, άφησε
εμάς να ψηθούμε και δέξου την ιδική μας θυσία και εξιλέωσε τους
προγόνους μας και ελευθέρωσε την φυλή μας.
Κοιτάξετε μεγαλείο. Τους απαλλάσει η Χάρις και αυτοί δεν
θέλουν να λυτρωθούν, αλλά θέλουν να καούν και να γίνη η θυσία
τους ελευθερία της φυλής. Βλέπετε τις υγιείς ψυχές; Βλέπετε
ανδρεία, βλέπετε φιλοθεία; Βλέπετε θέωσι; Όπως ο Θεός είναι
πάντοτε
ευσπλαχνία,
πάντοτε
παναγαθότης,
πάντοτε
φιλανθρωπία, έτσι και οι κατά μέθεξι θεωμένες ψυχές επιθυμούν
αυτές οι ίδιες να φθαρούν, για να ζήσουν αντί αυτών οι άλλοι.
Αυτός είναι ο τέλειος όρος της αγάπης για τον οποίο και εμείς
επειγόμεθα. Και αυτό απαίτησε ο Ιησούς μας, όταν μας είπε
εντολήν καινήν δίδωμι υμίν, ίνα αγαπάτε αλλήλους (Ιωάν. 13,34)
και εν τούτω γνώσονται ότι εμοί μαθηταί εστέ, εάν αγάπην έχητε εν
αλλήλοις (Ιωάν. 13,35)·
202

Και αυτό θα το κατορθώσωμε, εάν αρχίσωμε από τα μικρά
προοίμια, ούτως ώστε να ανεχώμεθα τον βαρύ λόγο του άλλου, να
ανεχώμεθα το σκώμμα του, ακόμα και την αφροσύνη του. Και
σιγά-σιγά με την αυτομεμψία, με την σιωπή, με την ανοχή,
βαστάζοντες αλλήλων τα βάρη, θα φθάσωμε στην αξία της
αληθινής αγάπης και θα εκπληρώσωμε την σκληρότερα μορφή
των εντολών, πού είναι να αγαπούμε και τους εχθρούς μας. Είδατε
ο Γέρων Σιλουανός πόσο τονίζει την αγάπη προς τους εχθρούς και
ότι αυτό είναι το πραγματικό δείγμα της χριστιανοσύνης; Και
μάλιστα είπε, ότι κανείς να μην πλανάται πώς έχει θέσι κοντά στο
Θεό, εάν δεν έχει εκπλήρωση αυτή την εντολή. Το είπε βέβαια
κάπως τολμηρά αλλά αυτή είναι η πραγματικότης. Όπως η κακία
όταν εισχώρηση θα φέρη και τα συγγενικά, έτσι και το νόημα της
αγάπης, όταν επικράτηση δεν μένει εκεί, αλλά ολοκληρώνεται και
φθάνει ακριβώς εις τούτο το πανάγιο τέρμα. Να συγχωρή και τους
εχθρούς και να εύχεται για εκείνους πού τον διώκουν.
Αυτά λοιπόν να συνειδητοποιούμε συνεχώς και ιδίως το
παράδειγμα των Τριών Παίδων να μην φεύγει καθόλου από την
μνήμη μας, διότι πράγματι οι Τρεις Παίδες εξεικονίζουν κάθε ψυχή
μέχρι της συντέλειας των αιώνων. Το ίδιο δράμα εκτυλίσσεται και
σε μας και θα εκτυλίσσεται έως να εκπνεύσω με. Συνεχώς ο
νοητός Ναβουχοδονόσορ θα μας απειλή και θα μας αναγκάζη και
θα μας γαργαλά και θα μας κολακεύει στο να κλίνω με γόνυ και να
προσκυνήσω με εικόνες πολύμορφες της ποικίλης αμαρτίας. Αλλά
εμείς να είμεθα έτοιμοι να σηκώσω με το ανάστημα μας και να
ειπούμε, Κύριον τον Θεόν ημών προσκυνήσωμεν και Αυτώ μόνω
λατρεύσωμεν. Διότι όντως εις Αυτόν ανήκει πάσα δόξα στους
αιώνας. Αμήν

εξομολογούμαι = (στη γλώσσα της Αγίας Γραφής) δοξολογώ

Το Θείον Πυρ
(Μνήμη Αγίου Ιγνατίου τον θεοφόρον)

Με την είσοδο των προεορτίων των Χριστουγέννων, έχομε
και την μνήμη του Αγίου ενδόξου Ιερομάρτυρος Ιγνατίου του
Θεοφόρου, ενός εκ των Αποστολικών Πατέρων. Και ενθυμήθηκα
μία περικοπή από τους λόγους του Κυρίου μας, πού αρμόζει στην
αυριανή εορτή. Μη νομίσητε ότι ήλθον, είπε κάποτε ο Ιησούς μας,
βαλείν ειρήνην επί την γεν ουκ ήλθον βαλείν ειρήνην αλλά
μάχαιραν (Ματθ.10, 34)· Και αφού είπε τους τρόπους της
διαιρέσεως πού ήλθε να προκαλέση, όπως ερμηνεύονται φυσικά
κατά την ιερά μας παράδοσι, προσέθεσε. Πυρ ήλθον βαλείν επί
την γεν και τι θέλω ει ήδη ανήφθη (Λουκ. 12,49)· Περί αυτού του
203

πυρός ακριβώς είναι ο λόγος, γιατί πολύ απασχολεί τουλάχιστον
εμάς τους μοναχούς.
Το δοξαστικό του Αγίου Ιγνατίου αναφέρει τα εξής: «Ουκ
εστίν εν εμοί πυρ φιλόυλον, ύδωρ δε μάλλον ζων, και λαλούν εν
εμοί, ένδοθέν μοι λέγον - Δεύρο προς τον πατέρα.» Και γενικά η
ακολουθία, όπως θα παρακολουθήσετε, είναι μια έξαρσι
θεουργικού έρωτος, πού πάλλει μέσα στην καρδία αυτού του
μεγάλου φωστήρος. Γιατί αναφέρει η παράδοσι, ότι αυτός ο Άγιος
ήταν ένα οπό τα παιδιά εκείνα, τα οποία εδέχθη ο Ιησούς μας στις
αγκάλες Του.
Όταν κάποτε τον ερωτούσαν οι μαθηταί Του για τα πρωτεία
και ποιες είναι οι αξίες τους στο μέλλον, κατά τον τρόπο πού
ημπορούσαν να συλλάβουν τότε το νόημα, επηρεασμένοι από τις
ιουδαϊκές παραδόσεις, τότε, προσκαλεσάμενος ο Ιησούς παιδίον
έστησε αυτό εν μέσω αυτών και είπεν ος αν δέξηται παιδίον
τοιούτον εν επί τω ονόματι μου, εμέ δέχεται (Ματθ. 18,2,5). Και
πάλιν άφετε τα παιδία και μη κωλύετε αυτά ελθείν προς με (Ματθ.
19,14)· Ενα λοιπόν από τα παιδιά ήτο αυτός ο Άγιος, ο μετέπειτα
Θεοφόρος.
Γι' αυτό και ωνομάσθη Θεοφόρος, επειδή έφερε τον Θεό.
Αλλά και πάντες οι Άγιοι Θεοφόροι είναι, διότι ο αγιασμός τούτο
σημαίνει Θεοφόρος και Θεολόγος. Η Χάρις του Αγίου Πνεύματος
ενοικεί μέσα στην ψυχή του ανθρώπου και τον καταξιώνει να
ονομάζεται έτσι, διότι φέρει εντός του τον Θεό. Και αυτή η Χάρις,
πού ενοικεί μέσα του, τον διδάσκει τα μυστήρια της Θεολογίας
γενικά, αυτά πού είναι δόγματα της πίστεως.
Ειδικά όμως, εμάς τους μοναχούς μας απασχολεί αυτό. Πότε
και εμείς θα ιδούμε μέσα μας εάν άναψε αυτό το πυρ; Άλλοτε ο
Κύριος το ονομάζει ύδωρ αλλόμενον, όπως ερμήνευσε στην
Σαμαρείτιδα. Όπου ανάβλυση αυτό, ποτέ δεν τελειώνει και αυτό
ακριβώς είναι η Θεία Χάρις. Και ειδικά εκείνη, η οποία συνδέει εμάς
με την απόλυτο - ανθρωπίνως ερμηνεύομε - αγάπη του Ιησού μας,
του κέντρου της αγάπης και όλου του ενδιαφέροντος μας.
Γι' αυτό στενάζομε και εμείς, περιφερόμενοι εις αυτούς τους
τόπους, στους οποίους μας οδήγησε Αυτός. Διότι όταν
εξυπνήσαμε και εγνωρίσαμε περί τίνος πρόκειται, έγινε και σε μας
αυτό πού λέει ο Απόστολος Ιωάννης. Ημείς αγαπώ μεν Αυτόν ότι
Αυτός πρώτος ηγάπησε ημάς (Α' Ιωάν. 4>19)· Και πραγματικά,
πρώτος Αυτός ηγάπησε και γι' αυτό μας εκάλεσε, όπως σας
ερμήνευσα και άλλοτε. Δεν είναι απλή η κλήσι μέσα στην ψυχή,
αλλά είναι προσωπική επέμβασι της μακαριάς Θεότητος.
Τώρα μας απασχολεί το πώς πρακτικά και εμείς θα
μπορέσωμε να συμβάλωμε. Διότι από μέρους της Χάριτος αυτό
204

υπάρχει. Το ότι έγινε η κλήσι μας και ότι ημπορούμε και
ευρισκόμεθα εδώ και συνεχίζομε παρά τις ασθενείς δυνάμεις μας,
αυτό είναι εγγύησι και η απόδειξι μάλλον της πλήρους από μέρους
της Χάριτος λειτουργίας. Ο,τι εξαρτάται από τον Θεό, γίνεται
απολύτως προς εμάς.
Τώρα μένει το δεύτερο σκέλος, πού είναι το εξ ημών» *, κατά
την γνώμην των Πατέρων. Αυτό είναι πού πρέπει να καταβάλωμε
εμείς, ούτως ώστε να συνεργαστούν αυτοί οι δύο παράγοντες, η
ενέργεια της Θείας Χάριτος, πού γίνεται κατ' ευδοκία και αγάπη του
Θεού, και η προαίρεσι η σωστή από μέρους του ανθρώπου, πού
αποδέχεται την κλήσι και υποτάσσεται στο Θείο θέλημα. Όταν
αυτά τα δύο συναντηθούν καταλλήλως όπως ο Θεός ξέρει, τότε
επιτυγχάνεται ακριβώς στην ψυχή του ανθρώπου η ενοίκησι της
Θείας Χάριτος και τον επαναφέρει στην πρώτη του κατάστασι.
Καταργείται τότε το θνητόν υπό της ζωής και η καινή κτίσις, ο
Ιησούς μας ζη και λαλεί μέσα στον άνθρωπο. Και τότε γίνεται η
ανάστασι. Αυτός πλέον ο άνθρωπος, είναι αυτός πού έλαβε Αυτόν
(Ιωάν. 1,12) και ο Ιησούς του έδωσε εξουσίαν τέκνον Θεού
γενέσθαι. Και ερμηνεύει. «Ουκ εκ θελήματος σαρκός, ουδέ εκ
θελήματος ανδρός, άλλ' εκ Θεού» (Ιωάν. 1,13) έγινε αύτη η
γέννησι. Και γίνεται ο άνθρωπος πράγματι τέκνο και φίλος Θεού.
Αυτός είναι και ο στόχος μας. Και δεν θα παύσω να σας
ενθυμίζω, ότι δεν πρέπει να σταματήσωμε όσο ζούμε να
προσπαθούμε στο πώς θα επιτύχωμεν αυτό.
Και τότε είμεθα μοναχοί. Αυτή είναι η ερμηνεία του
πραγματικού μονάχου. Αν και ζη στον κόσμο αυτό, είναι εκτός
κόσμου, γιατί αντιστρατεύεται τις επιθυμίες του παλαιού ανθρώπου
και προσπαθεί να εκδυθή, κατά το δυνατό, όλα τα συστήματα και
τις ενέργειες του και να ενδυθή τον καινό άνθρωπο τον κατά Θεόν
κτισθέντα (Εφεσ. 4, 42). Τα δείγματα της παρουσίας του καινού
ανθρώπου, είναι ακριβώς το πυρ αυτό το οποίο άναψε ο Ιησούς
μας με την παρουσία Του εδώ, και όπως μας ερμήνευσε ο ίδιος,
επιθυμούσε αυτή την ώρα πού το έλεγε, να το έβλεπε αναμμένο
στην τετραπέρατο κτίσι και να πυρπολή όλων των ανθρώπων τις
καρδιές. Δυστυχώς όμως η πλειονότης των ανθρώπων δεν έδειξε
ενδιαφέρον.
Σε μας όμως, εδόθη ο κλήρος αυτός. Και έτσι με όλες μας τις
δυνάμεις θα προσπαθούμε όσο υπάρχομε, να το ιδούμε και σε μας
αναμμένο. Γιατί αν αυτό ανάψη, όπως λέει ο Άγιος Ιγνάτιος, θα μας
αναβίβαση προς τον Πατέρα. Εφ' όσο εκ μέρους του Θεού, εκ
μέρους της Χάριτος, όλα ορθά λειτουργούν και δεν υπάρχει λάθος,
τότε εάν δεν επιτυγχάνεται ο σκοπός, το σφάλμα είναι ιδικό μας.
Κάτι σε μας δεν πάει καλά και επομένως εδώ πρέπει να
205

συγκεντρωθή όλο μας το ενδιαφέρον, όλη μας η έννοια, όλη μας η
σπουδή, όλη μας η προσοχή. Γιατί να μην ανάβη το πυρ αυτό;
Φαίνεται υπάρχει μέσα μας υγρασία, δηλαδή φιλαυτία, φιληδονία,
εγωισμός. Συμβαίνει όπως με την αισθητή φωτιά. Δεν ανάβουν τα
ξύλα όταν η εμπρηστική ύλη είναι υγρή. Πρέπει να στέγνωση.
Και εμείς ακριβώς τώρα πρέπει να προσέξωμε, διότι κάποια
υγρασία υπάρχει και δεν ανάβει αυτή η πυρά. Διότι αν δεν
αγαπήσωμε τον Θεό εξ ολοκλήρου, όπως μας παρεδόθη από την
Εκκλησία μας, εξ όλης ψυχής, εξ όλης ισχύος, εξ όλης καρδίας, εξ
όλης διανοίας και άρα και τον πλησίον μας όπως και τον εαυτό
μας, δεν επιτυγχάνεται ο σκοπός είναι άστοχη η προσπάθεια μας.
Γι1 αυτό βλέπετε, ότι από μέρους της Χάριτος τα πάντα είναι τέλεια.
Ο Θεός με όλη την Θεοπρεπή του αγάπη και συμπάθεια,
αγκαλιάζει τον άνθρωπο και από μέρους Του δεν υπάρχει τίποτε
ελλιπές. Πρέπει όμως και από μέρους μας να συμβαίνει το ίδιο.
Παρούσης της φιλαυτίας, η οποία γεννά την περιεκτική
φιληδονία του Εγώ, πού εκπροσωπεί τον παλαιό άνθρωπο, πού
είναι τα πάθη και οι επιθυμίες, δεν ανάβει το Θείο πυρ. Όλη μας η
σπουδή είναι να αποβάλωμε αυτές τις υγρασίες. Κάτω το εγώ,
κάτω η φιλαυτία και η φιληδονία, πού είναι οι πόρτες πού
εισήγαγαν την παρανομία και εδημιούργησαν την πτώσι και την
φθορά. Κάτω τα αίτια του θανάτου και τα αίτια της φθοράς, για να
ανάψη μέσα μας αυτό το πυρ.
Κάθε μέρα και κάθε νύκτα εξετάζετε τον εαυτό σας. Και όσο
ζη μέσα αυτός ο εγωισμός, να μην δειλιάτε, αλλά συνεχώς να τον
αποξέετε με οποιονδήποτε τρόπο μπορείτε, έως ότου, χάριτι Θεού,
να τον κρημνίσωμε. Γιατί αν δεν πέσουν αυτές οι ρευστότητες, δεν
θα ιδούμε μέσα μας αυτό το πυρ και τότε φυσικά σαν να
αποδιώξαμε, δηλαδή δεν απεδέχθη μεν την κλήσι του Θεού, αν και
Αυτός την έχει δώσει κατ' επανάληψι. Αυτή είναι η σπουδή μας.
Πώς είναι δυνατό να πιστέψω με ότι αγαπάμε τον Θεό με
όλες μας τις δυνάμεις, εφ' όσο δεν παραμερίζομε τις ιδιοτέλειες;
Όταν υπάρχει ιδιοτέλεια, τότε ο άνθρωπος ζη για το άτομο του και
όχι για την αγάπη του Θεού και προτιμά κάτι, πού αρέσει πρώτα
εις αυτόν και μετά εκείνο πού αρέσει στον Θεό. Οπόταν, εκείνος ο
οποίος πηγαίνει με πλάγια μέσα προς Εμέ, θα πάω και Εγώ με
πλάγια μέσα προς αυτόν, λέει ο Θεός και μόνο τους δοξάζοντας με
δοξάσω. Οι υπόλοιποι πού φαίνονται ότι με εξουθενούν,
ατιμασθήσονται. Όλη μας λοιπόν η σπουδή να είναι εδώ κάθε τι
πού είναι θέλημα του Θεού, προηγείται. Εδώ δεν χωράει καμμιά
συγκατάβασι. Αυτό ορκίσθημεν, αυτό ετάξαμε από την αρχή. Εάν
παρασυρθήκαμε, δεν είναι παράδοξο. Δεν είναι εύκολο ο
άνθρωπος με μια προαίρεσι να μεταφερθή στην απάθεια. Είναι
206

δύσκολο πράγμα. Βλέπετε μεγαλώσαμε μέσα στα συστήματα του
παλαιού ανθρώπου, και εσκληρύνθησαν μέσα μας οι παμπόνηρες
έξεις και οι συνήθειες. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό είναι και η δύναμι
της αμαρτίας, πού εμφωλεύει μέσα στα μέλη μας. Η τραγική αυτή
ανταρσία, πού εφυτεύθη μεταπτωτικά μέσα στον άνθρωπο και του
δημιουργεί συνεχή πάλη. Επομένως θα έχωμε το νου μας εις
αυτούς τους τρόπους της ανταρσίας, του αντιστρατευομένου
νόμου, πού βρίσκεται μέσα στα μέλη μας και μας πιέζει να μην
πειθαρχήσωμε στον Θεό. Εδώ είναι όλη η τιτανομαχία, όλη μας η
πάλη, η μάχη, όλη μας η προσοχή. Δεν θα παρασυρθούμε «ει και
πάντα ημίν έξεστιν αλλ' ουκ εξουσιασθησόμεθα υπό τίνος».
Αυτό είναι το σύνθημα των Πατέρων μας, το οποίο κάθε
μέρα αναγινώσκομε. Θα συνεχίσωμε την πορεία μας αυτή με
εστραμμένη την ελπίδα μας στον Πανάγαθο Δεσπότη, ο οποίος όχι
μόνο τώρα πρακτικά, πού τον βλέπομε, αλλά και πριν ξυπνήσωμε
να τον ιδούμε, εγνώριζε με την Θεοπρεπή Του μεγαλωσύνη, ότι
είμεθα ευτελείς και ουτιδανοί και όμως δεν μας απεστράφη. Αυτός
είναι ο θρίαμβος του καυχήματος μας και η μεγάλη μας ελπίδα.
Ότι, παρ' όλο πού ήξερε ότι είμαστε τόσο ευτελείς και αδύνατοι,
δεν μας εβδελύχθη, αλλά μας έδωσε τον κλήρο της κλήσεως Του,
όπως τον έδωσε στους εκλεκτούς. Και αυτό μας γεννάει, εν μέρει,
την μακαριά ελπίδα ότι οπωσδήποτε θα πετύχωμε, εφ' όσον Αυτός
μένει μαζί μας και μας δικαιώνει.
Βλέποντας την μικρή μας πρόθεσι, Αυτός θα συνέχιση μέχρι
τέλους και στο μέλλον θα μας δοξάση, όπως υπόσχεται με την
αγαθότητα Του. Αμήν
* αυτό πού, βέβαια, προέρχεται από μας», δηλαδή τη θέληση, την προαίρεση
μας.

Απόγνωση, Αποθάρρυνση Και Θάρρος
(Μνήμη Αγιου Νήφωνος)

Στην πνευματική μας πορεία, υπάρχει κάτι πού είναι ο
μεγαλύτερος σκόπελος. Και είναι τόσο πολύ σημαντικό, γιατί αυτό,
εάν το προσέξη ο άνθρωπος, πολλά κερδίζει. Εάν όμως δεν το
προσέξη, πολύ ζημιώνεται. Ο σκόπελος αυτός λέγεται
αποθάρρυνσι, απογοήτευσι και ευρίσκεται μέσα στην πρακτική
υφή της ζωής μας. Όπως και άλλες φορές είπαμε, οι αρχές και οι
γραμμές βάσει των οποίων γίνεται το ξεκίνημα μας, είναι η ορθή
πίστι και η αγαθή προαίρεσι. Η πρακτική όμως, η κατ' ενέργεια, η
ενεργοποιός μερίς του ανθρώπου, είναι εκείνη η οποία τον
αποδεικνύει πιστό, δηλαδή επισφραγίζει την ομολογία του. Μέσα
σε αυτή την πρακτική, ο άνθρωπος είτε προβιβάζεται και
207

επιτυγχάνει, είτε υποβιβάζεται και χάνει. Το σημείο εκείνο το οποίο
είναι τόσο επωφελές για μας, έγκειται σε τούτο, στο να μην χάνω
με το θάρρος μας, αλλά να συνεχίζω με, παρ' όλες τις δυσχέρειες
και τις επιπλοκές πού υπάρχουν μέσα στην ενεργητικότητα της
πρακτικής.
Η αμαρτία επιδιώκει να απατήση τον άνθρωπο, διότι η φύσι
της, αν την ερευνήσωμε, είναι απάτη. Στην ουσία δεν υπάρχει
κακό, αλλά το νόημα είναι πού το μεταβάλλει. Επειδή ακριβώς
μεταβαλλόμενη δια του νοήματος μία πράξι γίνεται ένοχη, εάν δεν
καλυφθή από την πρόφασι της απάτης, δεν πλανάται ο νους του
ανθρώπου. Όπως δεν είναι δυνατό να βαδίση κανείς στην
καταστροφή του και στην απώλεια του, βλέποντας τον προκείμενο
κίνδυνο. Για να αψηφά τον κίνδυνο, πρέπει αυτός να συγκαλυφθή
με κάποιο τρόπο, ούτως ώστε να απατήση τον άνθρωπο και να
πέση στην παγίδα. Αυτός είναι ο απατηλός τρόπος της προβολής
της αμαρτίας, του κάκου και με αυτό τον τρόπο συλλαμβάνεται ο
άνθρωπος, ελέγχεται ως άπιστος και ότι οι υποσχέσεις του προς
τον Θεό, πώς θα τον αγαπά εξ όλης της ψυχής, είναι ψευδείς.
Ένας μεγάλος ισχυρός παράγων, ο οποίος είναι ο
συντελεστής της επιτυχίας μας, είναι ακριβώς το να κράτηση ο
άνθρωπος το θάρρος του. Μου εδόθη αφορμή από την βιογραφία
του μεγάλου Πατρός μας Νήφωνος, Επισκόπου Κωνσταντιανής,
πού σήμερα εορτάζομε, ο οποίος πολλά έχει να μας διδάξη στο
θέμα του θάρρους. Σε αυτό έχει ιδιαίτερη επίδοσι.
Καθένας από τους μεγάλους και κορυφαίους Πατέρας, έχει
μία επίδοσι ιδιαίτερη, παρ' όλο πού όλοι έχουν φθάσει στο τέρμα
της κατά άνθρωπο τελειότητας. Εν τούτοις κατά ένα ιδιαίτερο
φυσικά τρόπο επέτυχαν περισσότερο σε ένα τομέα, τον οποίο και
εκφράζουν. Ειδικά στο πρόσωπο αυτού του μεγάλου φωστήρος,
ευρίσκεται ακριβώς αυτός ο παράγων του θάρρους. Στην
πραγματικότητα αποθάρρυνσι δεν υπάρχει, για τον εξής λόγο. Το
εάν είμεθα πιστοί και ιδίως αν ακολουθούμε αυτό τον ιδιαίτερο
δρόμο πού οδηγεί -ανθρωπίνως - στην τελειότητα, δεν είναι
αυτό τυχαίο, ούτε εξ ιδιαιτέρας μόνο προθέσεως. Οι περισσότεροι
από μας ευρεθήκαμε στην ζωή αυτή καθαρώς από ένα
θαυματουργικό τρόπο της επεμβάσεως της Χάριτος του Θεού.
Αυτός μας οδήγησε, γιατί ακριβώς μας είχε προορίσει. Έχοντας
επίγνωσι ότι είμεθα προσκεκλημένοι, προορισμένοι και
δεδικαιωμένοι ήδη, δεν τίθεται πλέον θέμα αποθαρρύνσεως, δεν
τίθεται θέμα ερεύνης και αμφιβολίας. Τώρα γεννάται το δεύτερο
θέμα, το πρακτικότατο. Στην ώρα της ενεργείας της μάχης,
ενδέχεται ο άνθρωπος να πέση.
208

Αλάνθαστος άνθρωπος δεν υπάρχει, και ιδίως όταν είναι
ακόμα ατελής και εμπαθής. Πολλά πράγματα δεν τα γνωρίζει,
πολλά πράγματα δεν δύναται. Αλλά και απειρία έχει και άνισο
πόλεμο διεξάγει, διότι οι εχθροί μας είναι πνεύματα, δεν είναι όπως
εμείς, σώματα, τα οποία υφίστανται, τρόπο τινά, διάφορες τροπές
και αλλοιώσεις. Όλα αυτά και τα τόσα αλλά τα οποία άλλες φορές
ερμηνεύσαμε, είναι εκείνα πού μας προκαλούν ολισθήματα,
αποτυχίες και γενικά λάθη.
Ο διάβολος, ο οποίος είναι πονηρός και γνωρίζει την
σημασία της αποθαρρύνσεως πόσο είναι ισχυρά, δίδει το
μεγαλύτερο βάρος εδώ, κατά την γνώμη των -Πατέρων, στο να
προκαλέση αποθάρρυνσι, μετά το λάθος του αγωνιστή. Να του
κόψη το θάρρος, γιατί το θάρρος είναι όπως στο σώμα το κεφάλι,
πού είναι το κεντρικώτερο μέρος από το οποίο και εξαρτάται
ολόκληρο το σώμα. Έτσι και στην ενεργητικότητα του ανθρώπουτο μεγαλύτερο μέρος είναι ακριβώς το θάρρος, ο ζήλος, η ορμή,
από όπου πηγάζει η ενέργεια.
Το θέμα της μετανοίας και της πρακτικής πίστεως δεν είναι
αφηρημένο, είναι συγκεκριμένο. Πιστεύει κανείς και βαδίζει· και όχι
μόνο βαδίζει, αλλά εντατικά αγωνίζεται, επιμένει και κρούει,
περιμένοντας ότι θα του ανοίξουν. Όταν όμως χάση το θάρρος;
Τότε σταματά, δεν βαδίζει πλέον, ούτε κρούει, ούτε ζητεί, ούτε αιτεί
και τρόπον τινά παραδίδεται άνευ όρων. Είναι πάρα πολύ μεγάλης
σημασίας το θέμα του θάρρους, στο να το κράτη κανείς και να το
ανακτά, όταν το βλέπη να κινδυνεύη και ποτέ να μην το προδίδη.
Η αμαρτία ποτέ δεν εμφανίζεται όπως είναι, γυμνή,
αφηρημένη, γιατί εάν εμφανισθή έτσι, δεν απατά εύκολα τον νου
του ανθρώπου, ώστε να αμαρτήση. Έρχεται κεκαλυμμένη από μια
πρόφασι και με τον δόλο αυτό απατά τον άνθρωπο.
Ξέροντας το λοιπόν αυτό, ποτέ δεν προδίδομε το θάρρος
μας υπό οποιανδήποτε μορφή και αν γλιστρήσωμε. Ακόμη, να πη
κανείς, και στην πιο πρόδηλη αφορμή, πού νομίζει ότι είναι
απόλυτα υπαίτιος -αν ήθελα, δεν το πάθαινα-, και στην πιο
προφανή ακόμα πρόφασι πού εξ υπαιτιότητας του ο άνθρωπος
αμαρτάνει, δεν πρέπει να χάνη το θάρρος του, δηλαδή και εκεί πού
αμαρτάνει από ιδική του απροσεξία. Στη βιογραφία αυτού του
μεγάλου φωστήρας, είναι τόσο καταφανές αυτό το όποιο ακούσαμε
στην ανάγνωσι, ώστε πράγματι προκαλεί σε όλους κατάπληξι. Στο
πώς, όχι απλώς σε παρεμπίπτουσες και λανθάνουσες καταστάσεις
πού του προκαλούσαν, τρόπο τινά, ήττα, αλλά και στις
προφανέστερες, να μην υποχωρή και χάνη το θάρρος του.
Ευρίσκαμε αυτό τον φωστήρα να μεγαλουργή και βλέπομε την
ανταπόκρισι της Χάριτος του Θεού, στο πόσο εναγκαλίζεται και
209

θεωρεί αθλητή αυτόν, ο οποίος, αν και ημαγμένος, δεν
παραδίδεται.
Και έτσι πρέπει. Διότι στην πραγματικότητα το γεγονός είναι
ένα. Κάνει κάποιος μια έρευνα στον εαυτό του την ώρα πού
εγλίστρησε και έπεσε και συνετρίβη' σταματά μια στιγμή και λέει: Καλά, τώρα εγώ αρνήθηκα τον Θεό; Μέσα μου αλλοιώθηκε κάτι και
απεφάσισα ότι θα παύσω να είμαι χριστιανός; Τώρα μέσα μου
εγεννήθη κάτι, πού με έπεισε ότι δεν πρέπει να πιστεύω στο Θεό,
ούτε πρέπει να τον ακολουθώ; Μη γένοιτο κάτι τέτοιο. Ούτε ως
ΣΚΑΡΙ δεν είναι δυνατό να ευρέθη μέσα μου αυτό. Μάλλον
καραδοκώ και αναμένω να με αξίωση η Χάρις Του, ακόμα και να
αποθάνω. Όχι μόνο να αγωνίζομαι, αλλά, εάν δοθή αφορμή, να
αποθάνω μόνο για την ιδική Του ομολογία. Αυτό δεν αλλοιώθηκε
μέσα μου ποτέ, δεν άλλαξε- πώς λοιπόν τώρα, επειδή εγλίστρησα,
αποθαρρύνομαι και προδίδω την αγάπη του Θεού; Απάτη είναι.
Ήταν μεγάλο το τραύμα, ήταν μεγάλο το γλίστρημα. Μέσα στα
μυστήρια του τρόπου της ενεργείας της Χάριτος έγινε, τρόπον τινά,
αυτός ο πρακτικός τρόπος, πού αυτή την ώρα δεν ερευνώ. Φυσικά
λαμβάνοντας τη μομφή επάνω μου και ξέροντας ότι εξ υπαιτιότητας
μου απεσύρθη η Χάρις παιδαγωγούσα με στο να με κάνη
συνετότερο, ευλαβέστερο, θερμότερο και προσεκτικότερο. Με
παρέδωσε η Θεία Χάρις σε αυτή την πτώσι - δεν αποθαρρύνομαι
γι' αυτό το πράγμα - δεν τρομάζω, διότι αν και ξέρω την ευτέλεια
μου και ελεεινολογώ τον εαυτό μου ότι δεν είμαι τίποτε, πιστεύω ότι
εκείνο πού με κρατεί είναι η Χάρις του Θεού. Έτσι δεν χάνω το
θάρρος μου. Όχι ότι αισθάνομαι στον εαυτό μου καμμιά ικανότητα ποτέ αυτό δεν το εσκέφθηκα ούτε και θα το σκεφθώ - αλλά έχοντας
αποδείξεις της ελεημοσύνης του Θεού απέναντι μου μέχρι σήμερα,
στέκομαι ακίνητος και λέω ότι ο χθες Θεός και σήμερα και αύριο
είναι ο ίδιος. Λεν έκανε λάθος ο Θεός, όταν με εκάλεσε όχι βέβαια
για την ικανότητα μου, αλλά για την υπερβολή της αγάπης Του
προς εμέ τον αμαρτωλό και ωρκίσθη στον εαυτό Του ότι «ζω εγώ,
ου μη θελήσει θέλω τον θάνατον του αμαρτωλού ως το επιστρέψαι
και ζην αυτόν» (Ιεζεκ. 18,23). Αυτός ο Πανάγαθος Θεός και Πατήρ,
εσύναξε και μένα, το μη ον, το ασθενές, το μωρό, το εξουθενημένο
και με βαστάζει από τότε πού με εκάλεσε μέχρι σήμερα, χωρίς να
έχει βαρεθή, και αύριο ο ίδιος είναι, και μεθαύριο ο ίδιος είναι, αφού
μένω και εγώ ο ίδιος. Μένω πιστός στην ομολογία μου. Δεν
πρόκειται να υποχωρήσω. Δεν με απασχολεί το πώς εγλίστρησα,
άλλωστε έχω και πείρα της ευτέλειας μου ποίος είμαι», Βλέπετε
λογικά πώς τοποθετείται το πράγμα;
Άρα λοιπόν ο Άγιος αυτός, ο οποίος και κατά αυτό τον τρόπο
αγωνίστηκε, δεν είναι γιατί ήταν εξαίρεσι. Ακριβώς την θέσι των
210

πραγμάτων ετόνισε . Ότι ποτέ κανείς δεν πρέπει να
αποθαρρύνεται, γιατί η αποθάρρυνσι, όπως είπα, είναι η
μεγαλύτερα χαρά του σατανά, διότι βλέποντας αυτός την
αποθάρρυνσι λαμβάνει προσωπικότητα, ενώ δεν έχει ούτε θέσι,
ούτε τόπο, ούτε προσωπικότητα. Ως οντότης υπάρχει, δεν εννοώ
αύτη την προσωπικότητα. Προσωπικότητα εννοώ, ότι δεν έχει
θέσι, δεν έχει μέτρο να σταθή αντίκρυ από μας. Ναι, διότι «νυν ο
άρχων του κόσμου τούτου έρχεται και εν ημίν ευρήσει ουδέν»
(Ιωάν. 14,30) και «νυν ο άρχων του κόσμου τούτου εκβληθήσεται
έξω» (Ιωάν. 12,31). Όταν όμως βλέπει τον άνθρωπο ότι
αποθαρρύνεται και υποχωρεί, τότε αυτός παίρνει θέσι. Τότε αρχίζει
να πιστεύη ότι όντως τον υπελόγισε ο άνθρωπος, τον εφοβήθη και
παρέδωσε τα όπλα του. Αυτό είναι ψεύδος. Βλέπετε πόση μεγάλη
σημασία έχει;
Πάντως όμως το γεγονός είναι ένα. Ότι το θέμα της
αποθαρρύνσεως έχει πάρα πολύ μεγάλη βαρύτητα, ιδίως για μας
τους μοναχούς. Επειδή εμείς οι μοναχοί έχοντες περισσότερα
ευχέρεια και πολεμούντες λεπτομερέστερα, ακριβώς ευρισκόμεθα
σε αυτά τα περιθώρια, στο να ελέγχωμε ακόμα και τις σκέψεις και
τα νοήματα από τα οποία προέρχονται οι διάφορες ενέργειες· και
ευρισκόμενοι συνεχώς στην γραμμή του πυρός, είμεθα
υποχρεωμένοι να κάνωμε αυτές τις ανασκοπήσεις και έρευνες για
να ξέρωμε πόθεν ερχόμεθα και που υπάγαμε. Επομένως
χρειάζεται μεγάλη προσοχή, γιατί οι τρόποι της αποθαρρύνσεως
είναι πάρα πολλοί και ο άνθρωπος χάνει το θάρρος του, χάνει τον
ζήλο του και μειώνει την μαχητικότητα του. Το ότι σκυθρωπάζει και
αλλοιώνεται, όλα αυτά είναι είδος αποθαρρύνσεως, είναι είδος
ηττοπάθειας. Όλα αυτά ο σατανάς τα εκμεταλλεύεται. Κανένα από
όλα αυτά δεν πρέπει να έχη θέσι. Δεν συμβαίνει απολύτως τίποτε.
Στη γραμμή του πυρός, εκεί πού υπάρχει συνεχής μάχη, δεν είναι
παράδοξο να υπάρχουν πληγές.
Όπως μας παρέδωσαν οι Πατέρες, πολλές φορές και η Ίδια
ακόμη η Χάρις αφήνει τον άνθρωπο -θέλοντας να τον διδάξη και
να τον ανεβάση σε υψηλότερα επίπεδα πρακτικής εμπειρίας - τον
αφήνει επίτηδες να κινδυνεύση από την αμαρτία, -για να ερεθίση
έτσι περισσότερο τον θυμό του εναντίον της. Και λαμβάνοντας
πληγές ο άνθρωπος, μανθάνει τους τρόπους από που συνέβησαν
αυτά και τότε τον μεν Θεό αγαπά γνησίως, διότι βλέπει την στοργή
Του, τον δε διάβολο βδελύσσεται αξίως, βλέποντας την κακότητά
του και την πονηριά του και το αδίστακτο του στο να μας
καταστρέψη.
Εκείνο το οποίο κατέχομε και είναι για μας άγκυρα πάσης
ελπίδος, αναμφισβήτητης και χειροπιαστής, είναι ότι παραμένει
211

μαζί μας η Θεία Χάρις. Ο καθένας μας οπό την ημέρα της
ευσέβειας μας, από τότε δηλαδή πού εισήλθαμε εκουσίως μέσα
στους όρους της μετανοίας μέχρι σήμερα, ποτέ δεν ημπορέσαμε,
καμία ημέρα, να φυλάξωμε το θέλημα του Κυρίου. Και όμως δεν
απέστη! Παραμένει μαζί μας, μας δικαιώνει εκ της αγαθότητας Του
και μόνο. Τα αμεταμέλητα χαρίσματα του Θεού σε μας είναι
χειροπιαστά, δεν υπάρχει αμφιβολία. Δεν δικαιώνω την
αμαρτωλότητα, ούτε συνιστώ την ραθυμία. Αυτά είναι προδοσία.
Τέτοιο πράγμα δεν υφίσταται μέσα στην προαίρεση των
χριστιανών και ο,τιδήποτε και αν συμβαίνη είναι εξ αιτίας της
ατέλειας τους.
Ο άνθρωπος ευρισκόμενος στο γίγνεσθαι, είναι ατελής.
Βαδίζει προς την τελειότητα ζητώντας περισσοτέραν επίδρασι της
Χάριτος και μόνιμη ενοίκησι μέσα του. Την αποκτά σιγά-σιγά δια
της ελεημοσύνης του Θεού, αγωνιζόμενος κατά των παθών του,
ούτως ώστε να τα αποβάλη, για να εύρη περισσότερη θέσι μέσα
του η Θεία Χάρις. Μέχρι πού να γίνη αυτό, υφίσταται όλες τις
αλλοιώσεις και τις τροπές.
Επιμένω στο θέμα της αποθαρρύνσεως, δια να προσεχθή
πάρα πολύ. Εκείνος ο οποίος επεσήμανε αυτό τον τομέα και τον
αξιολόγησε, επιτυγχάνει πάρα πολλά. Εκείνος ο οποίος δεν
προσέχει και αφήνει ακάλυπτη την πλευρά αυτή και με το
παραμικρό αποθαρρύνεται, οπισθοχωρεί και αφήνει τον ζήλο του,
αδικείται κατάφωρα, χάνει χωρίς να υπάρχει λόγος και μπορώ να
πω φεύγει «χωρίς διώκοντος».
Γι' αυτό με παράδειγμα την βιογραφία και την παιδεία του
μεγάλου αυτού Πατρός, όλοι μας να γίνωμε περισσότερο ζηλωταί,
περισσότερο μαχηταί. Δεν υπάρχει μέσα στην μερίδα μας
απογοήτευσι και αποθάρρυνσι. Και δεν υπάρχει, γιατί απλούστατα
εμείς οι ίδιοι και τον χαρακτήρα και την προσωπικότητα μας γνωρίζομε. Γνωρίζομε ότι ομολογούμε την πίστι και την αγάπη μας προς
τον Θεό και ότι ουδέποτε την αρνούμεθα και ακόμα ξέρουμε την
σύμπραξι και συμπαράστασι του Θεού προς ημάς, η οποία είναι
αμετάβλητη, αμεταμέλητη και αναλλοίωτη.
Δι' ευχών του Αγίου Πατρός ημών Νήφωνος και της Κυρίας
μας Θεοτόκου είθε να επιτύχω με αισίως το σκοπό της ζωής μας.

Αμήν

Το Άθλημα Της Πίστεως

212

(Κυριακή των Προπατόρων)

Στο απολυτίκιο της εορτής των Αγίων Προπατόρων
αναφέρεται ότι «εν πίστει τους Προπάτορας εδικαίωσας, την εξ
Εθνών δι' αυτών προμνηστευσάμενος Εκκλησίαν». Πόσο βαθειά
νοήματα έχουν αυτά τα λόγια, αν τα προσέξετε! Εδικαιώθησαν οι
Προπάτορες, πού αποτελούν το θεμέλιο της Εκκλησίας, και πού
φανερώνουν την αφορμή της σχέσεως του Θεού μετά των
ανθρώπων πρακτικά.
Και ποίοι ήσαν οι Προπάτορες; Άνθρωποι φυσικά, εθνικοί.
Όπως και όλοι οι άνθρωποι, εθνικοί ήσαν τότε. Μετά την πτώσι, ο
άνθρωπος τα έχασε και ακολουθούσε τον ιδικό του δρόμο. Και ο
Θεός εξέλεξε από το σύνολο των ανθρώπων μερικούς, τους
οποίους εκάλεσε να τον πιστεύσουν και να τον ακολουθήσουν. Και
επείσθησαν. Δια της πίστεως απεδέχθη σαν την κλήσι αυτή του
Θεού και έγιναν φίλοι Του, ούτως ώστε, όταν ο Θεός απεκαλύφθη,
να λέγεται «εγώ ειμί ο Θεός Αβραάμ και ο Θεός Ισαάκ και ο Θεός
Ιακώβ».
Με την πίστι την οποία απεδέχθησαν και ακολούθησαν τον
Θεό, έφθασαν σε τέτοιο ύψος, ούτως ώστε ο Θεός, όταν
αποκαλύπτεται, να αποκαλείται Θεός αυτών. Και κατά αυτό τον
τρόπο να δημιουργείται μια σχέσι, μια αγχιστεία, μια συγγένεια
πλέον, μεταξύ ανθρώπων και Θεού. Και αυτός ο πανίσχυρος
δεσμός να γεννάται μόνο από την πίστι. «Εν πίστει τους
Προπάτορας εδικαίωσας». Βλέπετε τι μεγάλο πράγμα είναι η πίστι;
Αυτό ακριβώς ζητά ο Θεός από τον άνθρωπο. Και ακούομε εν
213

συνεχεία από τον Απ. Παύλο τον ωραίο εκείνο ύμνο. Διότι δεν είναι
απλώς μια επιστολή, ένα σύγγραμα, πού έγραψε ένας φωτισμένος
άνθρωπος. Αυτός είναι ένας θεούφαντος ύμνος. «Οι Άγιοι Πάντες
δια πίστεως» - και αρχίζει να λέη εκεί βέβαια για τους Προπάτορες
-«κατηγωνίσαντο βασιλείας, ειργάσαντο δικαιοσύνην, επέτυχον
επαγγελιών, έφραξαν στόματα λεόντων, έσβεσαν δύναμιν πυρός,
ενεδυναμώθησαν από ασθενείας, εγεννήθησαν ισχυροί εν
πολεμώ, παρεμβολάς έκλιναν αλλότριων έλαβον γυναίκες εξ
αναστάσεως τους νεκρούς αυτών άλλοι δε ετυμπανίσθησαν...,
έτεροι δε εμπαιγμών και μαστιγών πείραν έλαβον, έτι δε δεσμών
και φυλακής· ελιθάσθησαν, επρίσθησαν, επειράσθησαν...» (Εβρ.
33_37) και συνεχίζει όλο τον υπέροχο ύμνο τον οποίο γνωρίζετε.
Και όλα αυτά τα άθλα, όλοι οι θρίαμβοι οι οποίοι παρέτειναν
και ολοκλήρωσαν την σχέσι της ανθρωπινής φυλής μετά του Θεού,
εγεννήθησαν από την πίστι. Αυτή είναι, πού μας σώζει. Η πίστι
είναι πού προεκτείνεται και στον καθένα μας και στο σύνολο των
πιστών και αυτό ακριβώς είναι πού δικαιώνει τα πάντα. Ερχόμεθα
τώρα σε ένα βαθύτερο μυστήριο. Όλοι αυτοί οι Προπάτορες, ήσαν
εκείνοι, οι οποίοι εξ αποκαλύψεως ήσαν κεκλημένοι και άρα εις
αυτούς τους ανθρώπους επρόκειτο να δοθούν οι ευλογίες, διότι ο
Θεός τους προώρισε και τους εκάλεσε και έμεινε μαζί τους, ούτως
ώστε να καυχάται ότι είναι Θεός αυτών. Αυτοί έλαβαν κατ' ευθείαν
τις επαγγελίες και κατά πρόσωπο ω μιλούσαν με τον Θεό. Και
όμως όλοι αυτοί παρ' όλη την βεβαιότητα της επαγγελίας η οποία
επεφαίνετο επάνω τους αποτελεσματικά, εκέρδισαν την
Θεοσέβεια, την ευσέβεια τους και γενικά την προς τον Θεό στροφή
τους, με ένα περιεκτικό σταυρό, δηλαδή με θλίψεις, με οδύνες, με
διωγμούς, με ταλαιπωρίες, και σχεδόν παρήλθαν από τον κόσμο
αυτό, χωρίς να ιδούν τίποτε από όλα εκείνα τα οποία τους
υπεσχέθη ο Θεός, παρά μόνο σύμβολα και κατά περιόδους
διάφορες αντιλήψεις. Βλέπετε το μυστήριο; Εις αυτή την κοιλάδα
του Κλαυθμώνος, οι Θείες επαγγελίες από μέρους βλέπονται, από
μέρους γινώσκονται και από μέρους αποκαλύπτονται. Εδώ
ακριβώς είναι πού εφαρμόζεται το «τις σοφός και φυλάξει ταύτα και
συνήσει τα ελέη του Κυρίου» (Ψαλμ. 106,43)·
Αυτός είναι ο τρόπος, με τον οποίο εμείς οι κεκλημενοι δια
της πίστεως μένομε και εφαρμόζομε την υπόσχεσί μας προς τον
Θεό και τις επαγγελίες Του. Πάλι ερμηνεύοντες δια της πίστεως,
μέσα σε μια απέραντη μακροθυμία, υπομονή και καρτερία, μέσα
στις διάφορες δοκιμασίες από πειρασμούς, θα τελειωθούμε και
εμείς καθώς όλοι οι Άγιοι. Προχωρούμε λοιπόν με την ιδία πίστι,
πού δεν είναι πλέον αφηρημένη, διότι οι επαγγελίες ήλθαν, το
πλήρωμα του χρόνου έφθασε και έγινε η σάρκωσι του Θεού Λόγου
214

και παρουσιάστηκε ο «της μεγάλης βουλής Άγγελος» (Ζαχ. 9,6). Η
πίστι μας είναι συγκεκριμένη, διότι ήλθε ο Μονογενής Υιός του
Θεού. Τον είδαμε, Τον εψηλαφήσαμε, Τον ακούσαμε και ήδη Τον
κατέχομε. Τώρα, σε μας, η πίστι είναι κάτι παραπάνω. Δεν είναι η
απλή εκείνη πίστι των Προπατόρων, πού προσδοκούσαν, ότι
οπωσδήποτε σύμφωνα με την υπόσχεσί Του ο Θεός θα έλθη
κάποτε και θα σώση τους απογόνους των και γενικά όλη την
ανθρωπότητα. Επεράσαμε τα όρια αυτής της εισαγωγικής πίστεως
και εισήλθαμε στην υψηλότερα πίστι, της πραγματικής πλέον
παρουσίας της επαγγελίας του Θεού.
Τώρα πλέον με αναπεπταμένο το φρόνημα, χωρίς ποτέ να
φοβούμεθα, είμεθα πεπεισμένοι ότι, εφ' όσον ο Κύριος μας
εκάλεσε και ευρισκόμεθα πλέον στο δρόμο αυτό τον στενό, τον
τεθλιμμένο, πού ανάγει στον Γολγοθά, θα ιδούμε και την ανάστασι.
Οι διάφορες αντιξοότητες και πειρασμοί πού προκύπτουν,
είτε από τον σατανά, είτε από τα τόσα άλλα πού υπάρχουν μέσα
στην ζωή μας, δεν είναι κάτι το οποίο μας απειλεί, μας φράζει τον
δρόμο, μας γεννά αμφιβολία, αλλά είναι τα μυστικά εκείνα
πρακτικά μέσα, δια των οποίων κατεργάζεται το μυστήριο του
Σταυρού. Είναι οι τρόποι μέσω των οποίων θα αποδείξωμε την
πίστι μας ορθή, για να δικαιούμεθα της επαγγελίας Του. Όταν
βλέπωμε πειρασμούς, σηκώνομε το ανάστημα μας και συνεχίζομε,
διότι η παρουσία των είναι σαφής απόδειξι, ότι η Θεία Χάρις, η
οποία μας εκάλεσε και μας έβαλε μέσα στον δρόμο της γνώσεως,
ευρίσκεται αυτή την ώρα μαζί μας και μας ερεθίζει για το βραβείο
της προαγωγής. Τι χρειαζόμεθα τώρα; Καρτερία και υπομονή.
Περισσότερο όμως η καρτερία και η υπομονή μας θα γιγαντώνεται,
όταν το θέμα του πειρασμού, οποιουδήποτε πειρασμού, άγεται
προς το θέμα της αγάπης του πλησίον μας. Εκεί θα είναι
περισσότερο η προσοχή μας. Γιατί η αποκαλυφθείσα αλήθεια, «η
Καινή Κτίσις», ο Ιησούς μας, αφού μας απέδειξε με όλη την
λεπτομέρεια τον τρόπο της καταγωγής μας, τον τρόπο της
σχέσεως μας μετά του Θεού και τανάπαλιν, απεφάσισε να μας πη
και μία καινή εντολή, «Εντολή καινήν δίδωμι υμίν, ίνα αγαπάτε
αλλήλους» (Ιωάν. 13,34)· Και όπως γνωρίζετε, από τις ερμηνείες
των Πατέρων μας, «εκ του πλησίον ημών εστίν η σωτηρία».
Υπερτονίζουν οι Πατέρες ότι η εντολή της αγάπης είναι το
κεφάλαιο όλων των αρετών και εντολών. Δεν είναι μια ελεύθερη
αρετή, την οποία κατά βούλησι κανείς κατεργάζεται. Για μας είναι
καθήκον, γιατί αυτό είναι το έμβλημα μας, είναι το ένσημο μας, πού
αποδεικνύει από που ΚΑΤΑΓΟΜΕΝΑ και που κατευθύνεται ο
δρόμος μας. Γι’ αυτό να είστε προσεκτικοί. Κάθε εντολή πού
προήλθε από το στόμα του Θεού, για μας είναι δόγμα.
215

Αλλά η εντολή της αγάπης, είναι κάτι παραπάνω. Γιατί,
βλέπετε, ότι Αυτός Ούτος ο Ιησούς μας, πού είναι το κέντρο της
αγάπης μας, ονομάζεται καθ' αυτό Αυτοαγάπη. «Ο Θεός αγάπη
εστί και ο μένων εν τη αγάπη, εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αύτη»
(Α' Ιωάν. 4,16).
Ιδού λοιπόν. Εάν θέλωμε να «μείνωμε εν τω Θεώ και να
μείνη ο Θεός εν ημίν», δεν υπάρχει άλλος τρόπος και άλλος
δρόμος από το νόημα της αγάπης. Γι' αυτό να μην είστε πρόχειροι
μέσα στον δαίδαλο των παρεξηγήσεων, πού είναι το ευχερέστερο
εργαλείο του σατανά, για να προκαλή συγκρούσεις και διαφωνίες.
Εκεί να εντείνετε την προσοχή σας. Προκειμένου να πληγώσετε
την αγάπη, καλύτερα να διαρρήξετε ο,τιδήποτε ευρίσκεται
μπροστά σας. Κατά την γνώμη των Πατέρων, εκείνος ο οποίος
πταίει στην αγάπη, είναι όμοιος με τον δούλο εκείνο πού εράπισε
στην παρειά τον Ιησού.
Δεν εννοούμε, ότι δήθεν μόνο με την αγάπη, με μόνο μια
λέξι, προδιαγράφαμε και χαρακτηρίζαμε την χριστιανική μας ζωή.
Γιατί η αγάπη είναι αποτέλεσμα. Μαζί με την προσοχή μας στη
φυλακή πασών των εντολών, περισσότερο στρέφεται το
ενδιαφέρον μας εις αυτό τον δεσμό. Γιατί, αν τούτο κρατήσωμε, να
είσθε βέβαιοι, ότι εξουδετερώνεται ο σατανάς. Είναι ο «σύνδεσμος
της τελειότητας».
Όλοι οι πειρασμοί, όταν επικρατήσουν, πράγματι μας
βλάπτουν και μας φράζουν τον δρόμο. Ένα έχουν σκοπό· να
διαβρώσουν την αγάπη. Ο σατανάς πλάθει υποθέσεις και
γεγονότα πού στην ουσία είναι ανύπαρκτα και συγχίζει τον νου του
ανθρώπου, πού τον βρίσκει είτε στην κόπωσί του, είτε στην
αδυναμία του, είτε στην συστολή της Χάριτος· και προσπαθεί να
τον πείση να πιστέψη στις παρεξηγήσεις και να αρχίση να
μέμφεται, να πονηρεύεται, να υπονοή, να κατηγορή, να
υποψιάζεται κατά του άλλου και έτσι χαλαρώνει τον δεσμό της
αγάπης πού μας οδηγεί στην τελειότητα.
Το ότι είμεθα πιστοί, αυτό δεν είναι τυχαίο, για μας ιδίως τους
μοναχούς. Εμεσολάβησε προσωπικά η ενέργεια της Μακαριάς
Θεότητος. Κοιτάξετε τι λέει ο Ιησούς μας. «Ουδείς δύναται ελθείν
προς με, εάν μη ο Πατήρ ο πέμψας με ελκύση αυτόν» (Ιωάν. 6,44)·
Δεν είπε ουδείς έρχεται προς με, εάν μη ο Πατήρ μου καλέση
αυτόν. Διότι κλήσι γίνεται και από μακριά, με την φωνή, με ένα
σύνθημα, με ένα νεύμα, με κάποιο άλλο μέσο. Εδώ δεν είναι έτσι.
Είναι έλξι. Δηλαδή λέει ο Ιησούς μας, δεν ήλθετε σε μένα, αλλά ο
Πατήρ μου πρώτος σας τράβηξε, σας ήλκυσε και σας έφερε κοντά
μου. Να η ενέργεια του Πατρός. Και πάλι λέει. «Ουδείς έρχεται
προς τον Πατέρα ει μη δι' εμού» (Ιωάν. 14,6). Διότι «Εγώ ειμί η
216

οδός, η Θύρα και η ζωή». Να η δευτέρα ενέργεια του δευτέρου
προσώπου. Και «ουδείς» λέει ο Παύλος «δύναται ειπείν Κύριον
Ιησούν, ει μη εν Πνεύματι Αγίω» (Α' Κορ. 12,3).
Και το ότι εμείς σήμερα ευρισκόμεθα μέσα στην οσμή της
γνώσεως του Θεού, αυτό πλέον είναι απόδειξι - δεν είναι ένδειξι,
δεν είναι σύμβολο, δεν είναι σημείο -ότι ενήργησε η Μακαριά
Θεότης μέσα στην παναγάπη Της. Γιατί ο Θεός δεν κάνει λάθη και
τα χαρίσματα Του είναι αμεταμέλητα. Είδατε τότε στην δημιουργία,
όταν εβουλήθη ο Θεός να κατασκευάση την κτίσι, με πόση αρμονία
και θεοπρεπή σύνεσι ετέθησαν τα πάντα, ούτως ώστε να είναι λίαν
καλώς; Και στην κατασκευή του ανθρώπου, προετοίμασε τα πάντα
- φως, γεν, θάλασσα, εφύτευσε τον παράδεισο - και μετά έκανε
αυτόν δια τον οποίο «τα πάντα εγεννήθησαν».
Το ίδιο και τώρα στην ανάπλασι και κάτι παραπάνω, διότι
έχομε «περίσσειαν Χάριτος», κατά τον Παύλο. Ναι, γιατί αυτή την
ώρα δεν «είπε και εγεννήθησαν», ο Μονογενής Λόγος του Θεού,
αλλά ήλθε προσωπικά και εφόρεσε την ιδική μας φύσι και εβάδισε
μαζί μας, ανέβηκε στον Σταυρό και με τα ημαγμένα Του δάκτυλα
εσφράγισε την σωτηρία και κατέστρεψε την παγκόσμιο αμαρτία και
συνέτριψε τον σατανά. Άνοιξε τον παράδεισο και εκαυχήθη ότι
«θέλω, ίνα όπου ειμί εγώ. κακείνοι ώσι μετ' εμού, ίνα θεωρώσι την
δόξαν την εμήν» (Ιωάν. ιγ, 24). Αυτά συγκλονίζουν. Αυτές είναι
θέσεις, δεν είναι διηγήματα. Είναι η Επαγγελία του Πατρός, με λίγα
λόγια, η κληρονομιά μας. Και όλα αυτά επιτυγχάνονται με την
πίστι.
Κρατούντες αυτή την πίστι, ότι μας εκάλεσε ο Θεός, δεν
αμφιβάλλαμε πλέον, δεν διερωτώμεθα. Εκείνο το οποίο
φοβούμεθα και στενάζαμε είναι μήπως νυστάξω με και γελαστούμε
και αντί να βαδίζωμε προς ανατολάς, πού είναι η κατευθύνουσα
οδός, γυρίσωμε προς δυσμάς, με την ιδική μας ραθυμία. Αυτός
είναι ο φόβος μας, μήπως ραθυμήσωμε, μήπως ξεχαστούμε. Αλλά
πάλι και τούτα είναι έωλα, γιατί λέμε, πώς είναι δυνατό να γίνη
αυτό, αφού ο Θεός, ΓΝΩΡΙΖΕ από πριν ότι είμεθα αδύνατοι και
πάλι δεν απεποιήθη της αγάπης Του, να καλέση και εμάς, «τα
μωρά και ασθενή και τα εξουθενημένα και τα μη όντα» (Α' Κορινθ.
1,27-28). Η εορτή των Προπατόρων, πράγματι μας συγκινεί. Όπως
εκάλεσε αυτούς ο Θεός και τον ακολούθησαν και εβάστασαν με
τον τρόπο τους τον Σταυρό τους και επέτυχαν των επαγγελιών,
έτσι και εις εμάς έγινε κάτι πιο σπουδαίο. Γιατί εις εμάς υπάρχει όχι
η προσδοκία, αλλά η απόδειξι του παρόντος και του μέλλοντος,
πού κατέχαμε δια της πίστεως προς τον Ιησού μας και δια της
αποδείξεως της αγάπης Του και της Χάριτος Του, πού ενεργεί
μέσα στις ψυχές μας. Με αυτά ας ετοιμαζόμεθα να προσκυνήσωμε
217

και την εορτή της γεννήσεως Του και να εορτάσωμε την ιδική μας
αναγέννησι. Αμήν

Τέλος & τω Θεώ δόξα

Γ ΄ΛΟΓΙΑ ΑΘΩΝΙΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ
218

ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΚΡΙΣΕΩΣ ΤΩΝ ΛΟΓΙΣΜΩΝ
ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ

219

1. Είπε γέρων. Σήμερα κοιτάζουμε να αγιάσουμε με λίγο κόπο.
2. Είπε πάλι. Όσο περισσότερο κοπιάζεις, τόσο περισσότερη
χάριν και χαρά απολαμβάνεις. Και συνέχισε. Μπορούσε να
πληρώσει την καρδιά μας ο Θεός με τόση μακαριότητα και αγάπη
και θείον έρωτα, ώστε να πέσουμε κάτω, μην αντέχοντας αυτήν.
Αλλά τότε θα εγκαταλείψουμε τα μοναστήρια και θα κλεινόμασταν
στα σπήλαια. Οι κοσμικοί θα εγκατέλειπαν τις υποθέσεις τους και
τις φροντίδες τις οικογένειας και τα παιδία τους. Για αυτό ο Θεός
που είναι αγάπη, δεν μας πληροί με τέτοια αγάπη και θεία
μακαριότητα.
3. Είναι βαρεία η καλογερική Γέροντα; Ρώτησαν κάποιον σοφό
μοναχό.
Δεν είναι βαριά. Έρχεται καιρός που, όταν λησμονήσεις τον εαυτό
σου, βλέπεις ότι είναι το πιο ανάλαφρο φορτίο – είπε.
4. Είπε ένας ερημίτης. Αν όσα χρωστάς σ` αυτήν την ζωή τα
ξεπληρώσεις τότε σώζεσαι. Αν φας όμως και καμία παραπάνω,
παίρνεις και κανένα φράγκο παραπάνω. Αν φάει κάποιος ξύλο
άδικα, τότε έχει καθαρό μισθό. Πολλές φορές δηλαδή, ανθρώπους
με πολλή καλή ζωή συμβαίνει να τους βρίσκουν τα χειρότερα. Εάν
ο Θεός επιτρέπει, γιατί επιτρέπει;
Ας φέρω ένα καλό παράδειγμα.
Είναι μια πολλή καλή οικογένεια. Και ο άνδρας πολύ καλός και η
γυναίκα πολύ καλή και τα παιδάκια πολύ καλά. Όλοι
εκκλησιάζονται, κοινωνούν κ.λ.π.
Για μια στιγμή περνά ένας μεθυσμένος ή τρελός, χτυπάει την
οικογενειάρχη και τον σκοτώνει.
Στα καλά καθούμενα. Μετά, όσοι άνθρωποι είναι απομακρυσμένοι
από τον Θεό, λένε.
Για δες τον. Βλέπετε; Πηγαίνει με το σταυρό στο χέρι για αυτό το
έπαθε.
Αυτό είναι αναίδεια. Επιτρέπει ο Θεός να παθαίνουν και άνθρωποι
χωρίς να φταίνε καθόλου, για να δίνει την ευκαιρία στους τελείους
αναιδείς να λένε, ότι είπε και ο καλός ληστής.
Τι βλέπουμε στους δυο ληστές; Ο ένας έβρισε τον Χριστό, αν είσαι
Θεός κατέβα κάτω κ.λ.π. λέει ο άλλος. Δεν φοβάσαι τον Θεό; Εμείς
δικαίως ταλαιπωρούμαστε. Ο άνθρωπος δεν έκανε τίποτα. Δεν
φοβάσαι τον θεό;
Δηλαδή, για να δώσει ο Θεός την ευκαιρία στους αναιδείς να
συνέλθουν, επιτρέπει να πάθουν μερικοί, χωρίς να φταίνε.
Ενώ αυτοί που παθαίνουν, μπορεί να είναι τα πιο αγαπημένα
παιδία του Θεού.

220

Στο παράδεισο ο θεός πιστεύω δεν θα τους πει. Καθίστε σε αυτήν
τη θέση. Αλλά διαλέξτε τον καλύτερο τόπο. Καταλάβατε; Έτσι είναι.
Με το να ζητάμε το δίκαιο μας τα χάνουμε όλα.
Χάνουμε και την ειρήνη μας, Χάνουμε και τον μισθό μας.
5. Ρώτησε κάποιος ένα γέροντα, πόσα χρόνια έχει στο Άγιο
Όρος και του απάντησε.
Χρόνια πολλά έχω, προκοπή δεν έχω. Και τα τσακάλια στην έρημο
ζουν, αλλά τσακάλια μένουν.
6. Είπε γέρων. Όσο πνευματικότερος είναι ο άνθρωπος, τόσο
λιγότερα δικαιώματα ζητάει από αυτήν την ζωή.
7. Συμβούλευε ένα φωτισμένος μοναχός. Να έχεις αγάπη προς
όλους, αλλά ιδιαίτερες σχέσεις με κανένα.
8. Έλεγε ο γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής.
Ο κυριότερος σκοπός του διαβόλου είναι να κτυπήσει την πίστη
και έτσι να ρεζιλέψει τον
Άνθρωπο ως προδότη και αρνητή.
9. Μου είπε κάποτε προ ετών ο σεβαστός γέρων Γεράσιμος ο
Υμνογράφος. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς λέει ότι το μόνο το
οποίο αδυνατεί να πράξει ο Παντοδύναμος Θεός είναι το να ενωθεί
με τον ακάθαρτο άνθρωπο. Σε αυτό αδυνατεί.
10. Έλεγε σε εμάς ο γέρων Μόδεστος ο Κωνσταμονίτης. Έχετε την
εκούσια τύφλωση. Μην βλέπετε τα σφάλματα των άλλων.
11. Eίπε γέρων. Το θέμα της σωτήριας μας δεν είναι θέμα
ευκαιρίας ή σύμπτωσης, αλλά θέμα εργασίας και βίας. «Βιάστε
αρπάζουσιν την Βασιλεία των Ουρανών».
ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΑΠΕΛΠΙΣΙΑΣ
12. Είπε γέρων. Δεν έχω ασχοληθεί με πολλά πράγματα. Λίγα
πατερικά ξέρω και προσπαθώ…, τέλος πάντων. Αυτό που έχω
καταλάβει είναι ότι δεν υπάρχει φαρμάκι στον άνθρωπο. Το
φαρμάκι γίνεται γλυκό, όταν το αντιμετωπίσεις πνευματικά.
Βλέπουμε πολλές φορές ένα άνθρωπο να αμαρτάνει. Λυπείτε
όπως πραγματικά μετανοεί, νιώθει λύπη εξομολογείται και έχει
θεια παρηγοριά. Και όταν δεν νοιώθει αυτή την παρηγοριά, τότε
πρέπει να καταλάβει ότι κάποια εξέλιξη τον πειράζει μέσα του, τον
πειράζει ο λογισμός και πρέπει να πάει να το πει αυτό, όποτε
έρχεται η παρηγοριά. Προχωρούμε τώρα. Συμμετέχει σε μια
στεναχώρια ενός αδελφού που υποφέρει, κάνει προσευχή,
παρακαλεί και τον βοηθάει ο Θεός.

221

13. Είπε πάλι, όταν κανείς είναι ελευθερωμένος από το
παλιοάγχος, τότε αναπαύονται κοντά του και κάθε είδους
άνθρωποι.

ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΣΤΩΝ ΕΠΕΜΒΑΣΕΩΝ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ
ΠΡΟΝΟΙΑΣ
14. Το Πάσχα του έτους 1935 ηγουμενεύοντας του Αρχιμανδρίτου
Σεραφείμ στην ιερά Μονή Αγίου Παύλου όλοι οι πατέρες, που
αριθμούσαν τότε τους 60, είχαν βγει στο προαύλιο για να κάνουν
την ακολουθία της Ανάστασης. Μέσα στην ατμόσφαιρα χαρμόσυνη
και ενθουσιώδη. Μετά το ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ , ο Καθηγούμενος
λέει σε ένα από τα πιο απλά και πιστά γεροντάκια, τον γέρο Θωμά.
Γέρο Θωμά, πήγαινε κάτω στο σκευοφυλάκιο, εκεί που είναι τα
οστά των πατέρων, να τους πεις το ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ.
Νάνε ευλογημένο Γέροντα – είπε ο γερο Θωμάς και χωρίς να
σκεφθεί που πάει, με δυο τρία πηδήματα βρίσκεται μπρος στο
οστεοφυλάκιο.
Ο Ηγούμενος με έστειλε να σας πω το ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ ,
πατέρες και αδελφοί. ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ φώναξε μεγαλοφώνος.
Τότε έγινε κάτι συγκλονιστικό. Τα οστά έτριξαν, αναπήδησαν, μια
νεκροκεφαλή ανασηκώθηκε ένα μέτρο και απάντησε στο
χαιρετισμό του γερο – Θωμά.
ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ Ο ΚΥΡΙΟΣ
Και μετά ακολούθησε νεκρική σιγή. Επέστρεψε το γεροντάκι και
διηγηθεί όσα είδε και άκουσε.
Οι πατέρες την φορά εκείνη γιόρτασαν ένα Πάσχα μοναδικό. Με
διπλή δοξολογία προς τον Αναστάντα Κύριο και αρχηγό της ζωής.
Έψαλλαν κατασυγκινημένοι.
Την Ανάστασιν Σου Χριστέ Σωτήρ άγγελοι υμνούσιν εν ουρανοίς
Και ημάς τους επί γης καταξίωσον εν καθαρά καρδία σε δοξάσειν.
Το γεγονός αυτό μας το διηγήθηκε ο αείμνηστος γέρων Θεοδόσιος,
ο οποίος χρημάτισε τελευταίος βιβλιοθηκάριος της Μονής.
15.Η ιερά εικόνα της Παναγίας της Πορταϊτισσας θεωρείτε η πλέον
θαυματουργός εικόνα του Άγιου Όρους.
Μετά την όραση του πύρινου στύλου μέσα στην θάλασσα, που
βρέθηκε η εικόνα, και την αποκάλυψη του Ιβηρίτου ερημίτου οσίου
Γαβριήλ, ο όσιος κατήλθε από το βουνό και περπάτησε πάνω στη
θάλασσα σαν να ήταν ξηρά, έλαβε στα χέρια του την μεγάλη σε
όγκο εικόνα, την οποίαν με τιμές και ευχαριστίες οι μοναχοί
τοποθέτησαν στο Άγιο Βήμα.
222

Η Παναγία όμως είπε στον ηγούμενο ότι ΕΓΩ ΔΕΝ ΗΛΘΑ ΕΔΩ ΓΙΑ
ΝΑ ΜΕ ΦΥΛΑΤΕ, ΑΛΛΑ ΝΑ ΣΑΣ ΦΥΛΑΩ.
Για αυτό επανειλημμένως την έβρισκαν οι μοναχοί στην πύλη της
Μονής, ενώ την μετέφεραν στο Ιερό Βήμα. Από τότε η Ιερά εικόνα
ονομάσθηκε Πορταϊτισσα. Μεγαλοπρεπής και υπέροχη στη θεά,
σαν Μητέρα του Θεού ημών , φοβερά προστασία και σκέπη και
βοηθός.
Στο πάντιμον πρόσωπο της εικόνας διακρίνεται ξηρή πληγή με
μαχαίρι από το κτύπημα του πρώην πειρατή.
Ο πειρατής όταν κτύπησε την εικόνα, είδε να ρέει αίμα από την
πληγή.
Το θαύμα τον συγκλόνισε. Πίστεψε, βαπτίσθηκε, κα έμεινε στη
μονή σαν μονάχος.
Δεν θέλησε άλλο όνομα παρά το όνομα Βάρβαρος.
Έζησε Αγια ζωή και στο τέλος αγίασε.
Στο ναϊδριον της Πορταϊτισσας υπάρχει τοιχογραφία με στολή
πειρατού και την προσωνυμία Ο ΆΓΙΟΣ ΒΑΡΒΑΡΟΣ.
16. Στην ιερά Μονή Βατοπεδίου έζησε οσιακώς και θεαρέστως ο
όσιος Γεννάδιος ο Δοχειάρης, ο οποίος αξιώθηκε να δει το θαύμα
της Υπεραγίας Θεοτόκου. Είδε δηλαδή, το πρώην άδειο πιθάρι του
λαδιού γεμάτο από λαδί τόσο, ώστε έτρεχε έξω από την θύρα του
Δοχείου (της αποθήκης).
17. Στην ίδια Μονή έζησε ο ευλογημένος εκείνος ιεροδιάκονος ο
Βηματάρης, ο οποίος έκρυψε την εικόνα της Παναγίας της
Βηματαρίσσης στο πηγάδι, όπου βρέθηκε μετά την αιχμαλωσία
του από τους βαρβάρους, μετά πολλά χρόνια, όρθια πάνω στο
νερό με αναμμένη την λαμπάδα.
ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΑΚΑΤΑΚΡΙΤΟΥ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΗΣ
ΚΑΤΑΚΡΙΣΕΩΣ
18. Έλεγε στους επισκέπτες του ο απλούστατος Διονύσιος
μοναχός γέρων Δαβίδ περί του κακού της κατακρίσεως. Πρόσεχε,
να μην λες ο τάδε κάνει τούτο και ο άλλος εκείνο. Γιατί έτσι θα
χάσης την Χάρη του Χριστού. Και γάιδαρο να τον δεις κάποιον, να
μην τον κοροϊδέψεις. Αγάπα τον πλησίον όπως τον εαυτό σου,
έτσι λέει ο Χριστός.
19. Ο θεοφόρος πνευματικός παπα- Σάββας
ουδέποτε
κατηγόρησε άνθρωπο. Όταν τον ρωτούσαν «Τι άνθρωπος είναι
εκείνος Πνευματικέ;» απαντούσε. Άγιος άνθρωπος είναι αυτός ο
άνθρωπος.
223

20.Είπε γέρων μοναχός. Πάντα στις κρίσεις να βάζετε ένα
ερωτηματικό. Δεν ξέρουμε τι μπορεί να συμβαίνει.
21. Διηγείτο ο πολυσέβαστος ιερομόναχος Ε, ερημίτης των
Κατουνακίων.
Κάποιος αδελφός μου είπε για την κατάκριση. «κατακρίνω πολύ,
πώς να αποφύγω την κατάκριση;» Και του είπα.
Όταν πρόκειται να μιλήσεις για ένα πρόσωπο, λέγε. Τώρα είναι
παρών.
Πάρε παράδειγμα εσένα π.χ. όταν είσαι παρών, δεν σε κατακρίνει
ο άλλος, όταν είσαι απών, σε κοπανάει στο κεφάλι σε κατακρίνει.
Θυμάμαι ότι όταν ζούσε ο Γέροντας, τον κατέκρινε σε κάτι. Πήγα το
βράδυ να κάνω προσευχή.
Βλέπω ντουβάρι, δεν μπορώ να προχωρήσω την ευχή.
Κύριε Ιησού…..Κύριε Ιησού …….δεν προχωρά κάπου έχω σφάλει
σκέπτομαι, κάπου έχω αμαρτήσει. Λοιπόν; Την προηγούμενη μέρα
που πήγα, τι έκανα, τι μίλησα, τι έπραξα; Το βρήκα είχα κατακρίνει
τον Γέροντα μου.
Η άλλη μέρα ήταν Κυριακή και έπρεπε να λειτουργήσω.
Ο παπάς εδώ τάχη δογματικά. Πρέπει να λειτουργήσει.
Εκτός αν έχει κώλυμα. Τώρα τι να κάνω; Προσευχή.
Θεέ μου, συγχώρεσε με. Θεέ μου έσφαλα. Συγχώρεσε με ζητώ
συγγνώμη.
Τίποτα.
Καλά για μένα δεν έχει συγχωρέσει, δεν υπάρχει «ευλόγησαν»;
Εφ` όσον σε λύπησα, «ευλόγησαν».
Οφείλω να έχω το «Θεός σχωρές`»
Τίποτα.
Μα ο Πέτρος Σε αρνήθηκε τρεις φορές και τον συγχώρεσες. Εγώ
δεν σε αρνήθηκα. Κατέκρινα τον Γέροντα μου. Ε` τώρα, βάζω κι
εγώ μετάνοια.
Μετανόησα και ζητώ συγχώρηση.
Τίποτα.
Λέγοντας αυτά έπιασα πάλι το κομποσχοίνι.
Τίποτα. Δεν προχωρά η προσευχή.
Άρχισα τα κλάματα.
Έβγαιναν τα δάκρια ποτάμι.
Δεν είναι τόσο να κατακρίνεις ένα ξένο, όσο να κρίνεις τον Γέροντα
σου.
Αλίμονο σου.
Κατακρίνεις τον ίδιον τον θεό.
Άρχισα τα κλάματα. Τρεις ώρες έφαγα. Μια ακολουθία της
Κυριακής είναι τρεις ώρες.
Άρχισα τα κλάματα.
224

Θεέ μου, θεέ μου δεν υπάρχει για μένα «ευλόγησον» ο Θεός του
ελέους και της ευσπλαχνίας είσαι. και εμένα δεν με συγχωράς.
Εγώ σου λέω ‘ευλόγησον’
Και η όσια Μαρία η Αιγύπτια όταν μετανόησε την συγχώρησες, και
πολλή άγιοι ήσαν αμαρτωλοί, αλλά τους συγχώρεσες.
Και Νεομάρτυρες που είχαν γίνει Τούρκοι τους συγχώρεσες και
τους ελέησες. Για μένα δεν υπάρχει έλεος δεν υπάρχει
συγχώρηση;
Τρεις ώρες έφαγα.
Έκανα την ακολουθία της Κυριακής με δάκρυα.
Στο τέλος βλέπω μια ειρήνη, μια χαρά μέσα μου.
Άρχισα τότε.
ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ.
Α. ηρέμησα. Και έτσι προχώρησα στην λειτουργία.
Αλλιώς δεν μπορείς να προχωρήσεις στη λειτουργία.
Η κατάκριση είναι μεγάλο αμάρτημα.
Φεύγει η χάρις δίχως να το καταλάβεις. Φοβερό αμάρτημα. Του
Χριστού την κρίση την παίρνεις εσύ, και έπειτα γίνεσαι αντίχριστος.
ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΚΑΤΑΝΥΞΕΩΣ ΚΑΙ ΔΑΚΡΥΩΝ
22. Είπε γέρων. Η καρδιά καθαρίζει με αναστεναγμό, με φιλότιμο.
Να βάλουμε την ψυχή στο μούσκιο των δακρύων. Αλλά και ένας
αναστεναγμός με πόνο ψυχής ισοδυναμεί με δυο κουβάδες
δάκρυα.
23. Υπήρχαν μοναχοί κανδηλανάπτες στην σκήτη της άγιας Άννας
και στα κοινόβια, οι οποίοι κατά την ιερά διακονία τους, δάκρυζαν
ενώπιον των ιερών εικόνων.
24. Παιδί μου συμβούλευε ο Ρώσος ασκητής Τύχων, να πλένεις με
δάκρυα το ποδιά του Χριστού, και ο Χριστός θα ξεπλύνει τις
αμαρτίες σου.
25. Είπε γέρων. Τα πρώτα δάκρυα είναι της θειας παρηγοριάς.
Σπάει και κλαίει εκείνος που λέει την ευχή.
Η δεύτερη κατάσταση είναι της δοξολογίας. Κινείται σε άλλο χώρο.
Τα πρώτα δάκρυα και το σώμα καταβάλλουν, ενώ τα δεύτερα
δίνουν τις βιταμίνες και για την ψυχή και για το σώμα.
Είναι της αγαλλιάσεως της δοξολογίας. Απ` αυτού βλέπει κανείς
την διάφορα.
26. Κάποτε ο άγιος Σιλουανός συνάντησε ένα ασκητή ο οποίος
είχε το χάρισμα της κατανύξεως και έχυνε πολλά δάκρυα κάθε
μέρα όταν σκέπτονταν τα πάθη και τον Σταυρό του Κυρίου.
Είναι καλό να προσεύχομαι γι τους νεκρούς; Ρώτησε ο άγιος.
Εκείνος αναστέναξε και είπε.
225

Εάν θα ήταν δυνατό να έβγαζα όλους από τον Άδη τότε θα
αναπαυόμουν και θα χαιρόταν η ψυχή μου. Τότε έκανε μια
χειρονομία σαν να μάζευε στάχυα και δάκρυσε.
27. Όταν ο παπα – Κοδράτος, έδειχνε τα άγια Λείψανα στους
ευλαβείς προσκυνητές, ιδιαίτερα την περικεφαλαία του αγίου
Μερκουρίου, και έπρεπε να θυμηθεί και να μιλήσει για το μαρτύριο
του αγίου, τα μάτια του γέμιζαν δάκρυα.
Στην Θεία λειτουργία σχεδόν κάθε φορά έκλαιγε, και πιο πολύ στην
μεγάλη είσοδο, όταν έλεγε το «Πάντων ημών μνησθείη…»

ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΟΥ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ
28. Ρώτησαν κάποτε ένα αγιορείτη γέροντα. Τι είναι το Άγιον
Όρος, γέροντα;
Και αυτός απάντησε.
« Χαρά γίνεται στον ουρανό επί ενί αμαρτωλό μετανοούντι».
Εδώ έχουμε πολλούς που μετανοούν. Η μάλλον όλοι είμαστε
μετανοούντες.
29. Στην καλύβα «Αγία Τριάς» της Σκήτης της αγίας Άννης ζούσαν
πριν πολλά χρόνια πέντε κατά σάρκα αδελφοί.
Από φθόνο του διαβόλου περιέπεσαν σε τέτοια φιλονικία μεταξύ
τους ώστε ορισμένοι τους αποκαλούσαν ταραχοποιούς.
Κάθε βράδυ όμως αυτοί έβαζαν μετάνοια μεταξύ τους και
συγχωρούσε ο ένας τον άλλον.
Παρήλθαν πολλά χρόνια σε αυτή την κατάσταση.
Κάποτε δεν ακούγονταν τίποτα από την ταραχοποιών εκείνη
καλύβα. Ούτε φωνή, ούτε ακρόαση.
Ο Δίκαιος της Σκήτης πληροφορήθηκε στον ύπνο του την εκδημία
των αδελφών και έτρεξε μαζί με άλλους πατέρες στην καλύβα τους
να δουν
Οι πέντε εκείνοι αδελφοί ήσαν κεκοιμημένοι.
226

Την στιγμή που έβαζαν μετάνοια μετά το Απόδειπνο και ζητούσε ο
ένας στον άλλον συγγνώμη τους πήρε ο Θεός της συγγνώμης και
των οικτιρμών.
Σημείων δικαιώσεως και σωτήριας.
Σημείων διορθώσεως και ανεξικακίας.
Σημείων προσοχής σε αυτούς που καταλαλούν λάθρα κατά του
πλησίον.
ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΘΕΙΩΝ ΟΡΑΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΟΠΤΑΣΙΩΝ
30. Διηγήθηκε ένας ερημίτης σε αδελφό.
Αδελφέ μου και πατέρα μου, δεν γνωρίζω πως, αλλά αξιώθηκα
ο ανάξιος να με κοινωνήσει άγγελος Κυρίου.
Είδα στην αρχή ένα φως και μετά ήλθε άγγελος κρατώντας τα τίμια
Δώρα.
Πως έγινε δεν μπορώ να καταλάβω……..
31. Μετά από πολλές προσευχές και πολλά δάκρυα, διηγήθηκε σε
μας ο σεβάσμιος ησυχαστής των Κατουνακίων παπα Εφραίμ, είχε
πληροφορία ότι οι κεκοιμημένοι, ο πατέρας αυτού γέρων
Νικηφόρος και ο πρώτος Γέροντας του Εφραίμ βρήκαν την
σωτήρια τους.
32. Ο ησυχαστής γέρων Ιωσήφ, ο κοιμηθείς με ειρήνη το έτος 1959
στην αρχή της ασκητικής του ζωής, σε ώρα γλυκύτατης νοεράς
προσευχής, είδε το έξης όραμα. Όπως το διηγήθηκε ο ίδιος.
« Εκεί που βρισκόμουν βυθισμένος στον εαυτό μου και πρόσεχα
τα λόγια της ευχής, ξαφνικά γέμισα φως….και έπειτα όλος ο τόπος
έγινε φως. Ξαφνικά παρουσιάστηκαν τρία παιδάκια, σε ηλικία έξι
μέχρι οκτώ ετών, όμοια κατά πάντα στην μορφή και τα
χαρακτηριστικά τους, χαριτωμένα και τόσο ωραία που η θέα τους
αιχμαλώτισε όλες μου τις αισθήσεις.
Βάδισαν προς σε μένα με τον ίδιο ρυθμό, το ίδιο βήμα, σαν να
ήταν ένα και όμως ήταν τρία.
Έψαλλαν μελωδικότατα το «όσοι εις Χριστόν
εβαπτίσθητε,
Χριστόν ενεδύσασθε αλληλούια».
Όταν με πλησίασαν πολύ, μέχρι που νόμιζα ότι θα τα έπιανα εάν
άπλωνα τα χέρια μου, πήγαιναν πάλι μπρος τα πίσω χωρίς να
γυρίζουν την πλάτη τους και συνέχισαν το ίδιον ύμνο και στο
αλληλούια με ευλογούσαν με τα χεράκια τους, καθώς κάνει ο
ιερέας.
33. Κάποτε ένας καλός και ενάρετος μοναχός είδε την Παναγία
μας να σκουπίζει το μοναστήρι της μεγίστης Λαύρας. Δεν πέρασε
πολύς καιρός και ο Σουλτάνος έδωσε διαταγή σύμφωνα προς το
227

οποίο ο Τουρκικός στρατός έπρεπε να αναχώρηση από το Άγιον
Όρος.
34. Μην στεναχωριέσαι! Το όνομα σου είναι γραμμένο εδώ στο
βιβλίο της ζωής, είπε ο Κύριος στον απλούστατο και προορατικών
γέροντα Αβέρκιον της Νέας Σκήτης, όταν του αποκαλύφθηκε
κάποτε στο Κυριακό κατά την ώρα της αγρυπνίας.
35. Όταν κάποτε ο όσιος Ευθύμιος, ο κτήτορας της ιεράς μονής
Ιβήρων, λειτουργούσε στην κορυφή του Άθω κατά την γιορτή της
Μεταμορφώσεως, φως ουράνιων περιέλαμψε όλους τους
παρευρεθέντας, το οποίον τους ανάγκασε να πέσουν καταγής γιατί
δεν μπορούσαν να υποφέρουν την λάμψη.
36. Ο σεβαστός λόγιος μοναχός γέρων Θεόκλητος Διονυσιάτης
μου διηγήθηκε ότι πήγε κάποτε να συναντήσει τον θαυμάσιο στην
ψυχή και την βιβλική όψη Ρώσο ερημίτη παπα Τύχωνα.
Πλησίασε το ασκητήριο του άκουσε θεσπέσιες ψαλμωδίες.
Νόμιζε ότι γινόταν Θεία Λειτουργία και για αυτό περίμενε έξω από
την καλύβα μέχρι να τελείωση.
Τέλος, αφού μπήκε βρήκε μόνο τον παπα Τύχωνα στην εκκλησία,
ο οποίος εκείνη την στιγμή μεταλάμβανε τον Άγιον Άρτον.
Διατηρούσε Άγιον Άρτον όλο το χρόνο και μεταλάμβανε συχνά
μόνος του.
Ο πατέρας Θεόκλητος έμεινε κατάπληκτος και απορούσε τι να
ήταν οι ψαλμωδίες που άκουσε προηγουμένως.
Λίγο πριν την μακάρια κοίμηση του ερημίτου τον υπηρετούσε ο
μαθητής και υποτακτικός του, σεβάσμιος γέρων Παίσιος.
Εσύ είσαι ο άγιος Σεραφείμ; Ρώτησε κατάκοιτος και ετοιμοθάνατος
παπα Τύχων.
Τι λέτε γέροντα, δεν σας καταλαβαίνω.
Να - είπε τότε – προ ολίγου ήταν εδώ ο άγιος Σεραφείμ του
Σάρωφ μαζί με την Παναγία και μιλούσαμε.
Τι σου είπε η Παναγία;
Ρώτησε ο πατέρας Παίσιος.
Μου είπε ότι θα με πάρει μετά την γιορτή μου.
Πράγματι στις 10 Σεπτεμβρίου μετά την γιορτή της γεννήσεως της
Θεοτόκου 8 Σεπτεμβρίου, κοιμήθη ο παπα – Τύχων με ειρήνη
κρατώντας στα χέρια του ένα σταυρό.
Πριν πεθάνει ο πατέρας Παίσιος του έβαλε στην μύτη να μυρίσει
βασιλικό.
Μυρίζει ωραία γέροντα; Του είπε.
Ναι, παιδί μου αλλά ο παράδεισος μυρίζει πολύ πιο ωραία!......
37.
Ο ΣΤΑΡΕΤΣ Παίσιος Βελιτσκόφσκυ είχε ένα μολδαβό
μαθητή, το Γεώργιο, που με την σειρά του είχε και αυτός ένα
μαθητή, Γεώργιο και αυτόν, που ήταν τυπογράφος στο Νιαμέτς
228

στη Ρουμανία. Στις αρχές του 19ου αιώνα ο Γεώργιος αυτός πήγε
στο Άγιο Όρος και εγκαταστάθηκε σε ένα κελί στην περιοχή της
Βίγλας, κοντά στη θέση που σήμερα βρίσκεται η ρουμανική σκήτη.
Ήταν μορφωμένος άνθρωπος.
Αφού αποτάχθηκε τον κόσμο , έζησε σαν ερημίτης και απόκτησε
πολλά χαρίσματα από τον Θεό.
Ο γέροντας Γεώργιος είχε ένα μαθητή τον Αθανάσιο. Έζησαν μαζί
οκτώ χρόνια.
Ο Αθανάσιος μιλούσε γι τον στάρετς Παίσιος Βελιτσκόφσκυ με
δέος και σεβασμό και διηγιόνταν τα ακόλουθα για να δείξει το ύψος
των πνευματικών του αναβάσεων.
«Είχα την εξαιρετική ευλογία να γνωρίσω τον τελευταίο επιζόντα
μαθητή του γέροντα Παίσιου.
Από το ακόλουθο περιστατικό που συνέβη σε αυτόν, που ήταν
άνθρωπος πνευματικά έμπειρος, μπορείτε να καταλάβετε πόσο
μεγάλος άγιος ήταν ο Παίσιος.
Κάποτε καθόταν στο καλύβι του και προσευχόταν. Ξαφνικά είδε
(σαν σε έκσταση, όπως συνήθως αποκαλύπτεται σε τέτοιους
ανθρώπους) πλήθος δαιμόνων να κυκλώνουν ένα είδος
θυσιαστηρίου και σε λίγους άλλους δαίμονες να συνοδεύουν τον
σατανά με δαιμονική επισημότητα.
Ο σατανάς κάθισε πάνω στο θυσιαστήριο και δεχόταν τους
δαίμονες ένας – ένας με τις αναφορές τους και απαντούσαν στις
ερωτήσεις του.
Εσύ που ήσουν; Ρώτησε ο σατανάς τον πρώτο δαίμονα.
Ήμουν στο καλύβι ενός μοναχού, που ζει στην ησυχία έξω από το
μοναστήρι, μα δεν μπορούσα να τον πλησιάσω, γιατί όσες φορές
δοκίμασα εκείνος έπεφτε κατά γης φυσικά έκανε μετάνοιες και
προσευχές και ήταν καλυμμένος ολόκληρος με μια φωτιά που με
έκαιγε και για αυτό μου ήταν τελείως αδύνατο να φτάσω κοντά του.
Ο σατανάς τότε διέταξε να τον δείρουν όπως και τους άλλους που
δεν τα κατάφεραν στις δαιμονικές επιδιώξεις τους.
Κι ήταν όλοι αυτοί 5-6 δαίμονες.
Μετά ο σατανάς άρχισε να γρυλίζει και να λέει.
Ω! πόσο με ενοχλούν αυτά τα παλιόχαρτα (εννοούσε τα πατερικά
βιβλία μεταφράσεις του Παίσιου.)
Θα έρθει καιρός όμως που όλα θα υποταχθούν στην θέληση μου,
και αυτά τα βιβλία θα εξαφανιστούν.
Και η εποχή αυτή, πρόσθεσε ο γέρων Αθανάσιος ήρθε.
Η περίφημη βιβλιοθήκη της μονής Νιαμέτς κατακάηκε και τα λίγα
βιβλία για την νοερή προσευχή που γλίτωσαν από την καταστροφή
έχουν μείνει στ` αζήτητα, κανείς πια δεν ενδιαφέρεται γι` αυτά.
Ο γέροντας Αθανάσιος συνέχισε.
229

Πρέπει να διαβάζουμε διαρκώς ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ.
Όλοι οι άγιοι πατέρες διάβαζαν πολύ, διάβαζαν ως ότου να λάβουν
το χάρισμα της προσευχής.
Τον Οκτώβριο του 1873 ο Αθανάσιος αρρώστησε και στις 23 του
μηνός πέθανε και κηδεύτηκε στο κοινό κοιμητήριο.
38. Το μοναστήρι του Νιαμέτς ήταν γι την Μολδαβία ότι και το
μοναστήρι της Άγιας Τριάδος στην Ρωσία, ότι της Λαύρας των
Σπηλαίων του Κιέβου για την Ουκρανία, ότι το Αγιον Όρος για την
Ελλάδα. Για πέντε αιώνες ήταν το κέντρο της θρησκευτικής
διαφώτισης στην Μολδαβία. Από εκεί βγήκε ο περίφημος
μολδαβός γέροντας Παίσιος Βελιτσκόφσκυ, ιδρυτής και πατέρας
του θεσμού των γερόντων στη Ρωσία στους έσχατους καιρούς.
Έτσι ένας από τους πολλούς μαθητές του οσίου Παϊσίου, ο
Σωφρόνιος, που εκείνη την εποχή ήταν ηγούμενος, ήταν
πνευματικός άνθρωπος και αυστηρός ασκητής είδε ένα όραμα.

ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ

230

39.
Μια νύχτα, νομίζοντας πως πλησίαζε να ξημερώσει, ο
Σωφρόνιος βγήκε από την πύλη του μοναστηριού και κοίταξε προς
την εξωτερική πύλη, εκεί που σήμερα βρίσκεται το αγίασμα.
Εκεί είδε ένα άνθρωπο που ήταν μαύρος στην όψη και φοβερός
στο θέαμα.
Φορούσε στρατιωτικό μανδύα και φώναζε δυνατά, όπως κάνουν οι
αξιωματικοί όταν δίνουν διαταγές στους στρατιώτες.
Τα μάτια του ήταν κόκκινα και γυάλιζαν σαν φλόγες.
Το στόμα του ήταν σαν των πιθήκων και τα δόντια του εξείχαν απ`
αυτό.
Στη μέση του ήταν περιτυλιγμένο ένα τεράστιο φίδι, του οποίου το
κεφάλι κρεμόταν προς τα κάτω κι από το στόμα του έβγαινε η
γλώσσα σαν ξίφος.
Στους ώμους του είχε σιρίτια που είχαν το σχήμα κεφαλών φιδιών
και στο κεφάλι του φορούσε ένα καπέλο απ` όπου ξεπρόβαλαν
φαρμακερά φίδια και τυλίγονταν σαν μαλλιά γύρω απ` το λαιμό
του.
Μόλις ο γέροντας Σωφρόνιος αντίκρισε όλα αυτά πέτρωσε από τον
φόβο.
Μετά από λίγο συνήλθε κάπως και ρώτησε τον άρχοντα αυτό του
σκότους τι γύρευε τέτοια ώρα στον περίβολο του μοναστηριού.
Είναι δυνατό να μην ξέρεις ότι εγώ δίνω διαταγές εδώ στο
μοναστήρι σου; Απάντησε ο μαύρος.
Εμείς δεν έχουμε στρατό εδώ κι η πατρίδα μας διανύει περίοδο
απόλυτης ειρήνης, είπε ο ηγούμενος.
Τότε συνέχισε ο μαύρος δαίμονας, μάθε πως εμένα με έστειλαν οι
αόρατοι άρχοντες του σκότους και βρισκόμαστε εδώ για να
εγείρουμε πόλεμο εναντίον την μοναχικής τάξης.

231

Όταν κατά την κουρά σου δίνεται τους μοναχικούς σας όρκους,
δηλώνεται ότι θα μας πολεμάτε και μας προξενείτε πολλές πληγές
με το πνευματικό σας οπλοστάσιο.
Πολλές φορές αναγκαζόμαστε να υποχωρούμε με ντροπή, γιατί η
φλόγα της προσευχής σας μας καίει.
Τώρα όμως δε σας φοβόμαστε, ιδιαίτερα μετά το θάνατο του
Παϊσίου, του ηγουμένου σας. Εκείνος μας τρόμαζε και υποφέραμε
πολύ στα χέρια του.
Από τότε ακόμα που ήρθε εδώ από το Άγιο Όρος μαζί με εξήντα
άλλους μοναχούς, εμένα με έστειλαν εδώ με εξήντα χιλιάδες
στρατιώτες μας για να τον σταματήσουμε.
Όσο καιρό είχε αυτός είχε την ηγουμενία δεν μπορούμε να
ησυχάσουμε.
Παρ` όλους τους πειρασμούς, τα τεχνάσματα και τις μεθοδείες μας
εναντίον εκείνων και των μοναχών του, δεν καταφέρναμε τίποτα.
Και ταυτόχρονα δεν μπορεί να διηγηθεί ανθρώπινη γλώσσα τις
φοβερές οδύνες, τις ταλαιπωρίες και τις δοκιμασίες που
υποστήκαμε κατά την διάρκεια της διαμονής αυτού του ανθρώπου.
Εδώ.
Ήταν ένας έμπειρος στρατιώτης και η στρατηγική του μας εύρισκε
πάντα εκτός θέσης.
Μετά τον θάνατο του όμως να πράγματα άλλαξαν κάπως και
μπορέσαμε να αποδεσμεύσουμε από αυτό το φρούριο δέκα
χιλιάδες δικούς μας.
Έτσι μείναμε εδώ πενήντα χιλιάδες.
Όταν οι μοναχοί άρχισαν να αμελούν τον κανόνα τους και να
ενδιαφέρονται περισσότερο για τους αγρούς, τα κτίρια και τα
αμπέλια, απαλλάξαμε άλλους δέκα χιλιάδες από τα καθήκοντα
τους εδώ και οι υπόλοιποι σαράντα χιλιάδες μείναμε για να
συ