You are on page 1of 21

ΟΜΙΛΙΑ

κ. ΠΑΝΑΓΙ ΩΤΗ
ΠΙΚΡΑΜΜΕΝΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΝ
ΤΕΛΕΤΗ ΑΝΑΓΟΡΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΣΕ
ΕΠΙΤΙΜΟ ΔΙΔΑΚΤΟΡΑ ΤΗΣ
ΝΟΜΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΤΟΥ
ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟΥ
ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΘΡΑΚΗΣ
ΤΟΥ

[ Κομοτηνή , 7 Νοεμβρίου 2012

Ομιλία κ. Παναγιώτη Πικραμμένου, πρώην
Πρωθυπουργού της Ελλάδος και ε.τ.
Προέδρου του Συμβουλίου Επικρατείας στη
τελετή αναγόρευσής του σε επίτιμο διδάκτορα
του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης
(7.11.2012)

ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΠΙΚΡΑΜΜΕΝΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΕΛΕΤΗ
ΑΝΑΓΟΡΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΣΕ ΕΠΙΤΙΜΟ ΔΙΔΑΚΤΟΡΑ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΤΟΥ
ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΘΡΑΚΗΣ

Κομοτηνή, 7 Νοεμβρίου 2012

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Θυμάμαι ακόμη τη στιγμή, πέρυσι το φθινόπωρο ήταν, που
κτύπησε το τηλέφωνό μου κι ένας φίλος καθηγητής, μου ανήγγειλε
ότι το Τμήμα Νομικής του Πανεπιστημίου σας είχε λάβει την
απόφαση να με ανακηρύξει επίτιμο διδάκτορα.

Ομολογώ ότι στην αρχή αιφνιδιάστηκα. Αναρωτήθηκα τι ήταν αυτό
το τόσο σημαντικό που είχα προσφέρει στην νομική επιστήμη,
ιδίως στη θεωρία του Δικαίου, ώστε ν’ αξίζω μια τέτοια διάκριση.
Βέβαια μετά τα τόσο επαινετικά λόγια που ακούσθηκαν απόψε για
το πρόσωπό μου από τον κ. Πρύτανη ομολογώ ότι κλονίσθηκα.
Τελικά, σκέπτομαι ότι η απόφαση για την ανακήρυξή μου είναι
τελικά μια πολύ σωστή και δίκαιη απόφαση!

2

Αμέσως μετά όμως ένοιωσα αισθήματα μεγάλης υπερηφάνειας και
χαράς. Εξηγούμαι: το Πανεπιστήμιό σας είναι ένα ακριτικό
Πανεπιστήμιο που φυλάει Θερμοπύλες. Βρίσκεται σε μια
ειδυλλιακή τοποθεσία. Και πάνω απ’ όλα είχα ήδη γνωρίσει και
συνεργασθεί με πολλούς από τους καθηγητές της Νομικής -ιδίως
του δημοσίου δικαίου- υπό την ιδιότητα του Γενικού διευθυντή της
Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών που έχει ως δεύτερη έδρα
της την Κομοτηνή. Είχαμε οργανώσει από κοινού συνέδρια και είχα
εκτιμήσει την αφοσίωση και την αυταπάρνησή τους. Έτσι,
γνωρίζοντας δηλαδή τον τόπο και τους ανθρώπους, αισθάνθηκα
ότι αποτελούσε για μένα ιδιαίτερη τιμή, η αναγνώριση της όποιας
προσφοράς και έργου μου να γίνει από το συγκεκριμένο
Πανεπιστήμιο.

Στη ζωή μου και στην επαγγελματική μου διαδρομή με οδηγούσε
πάντοτε μια βασική αρχή: να κάνω τη δουλειά μου όσο καλύτερα
μπορώ• γρήγορα, αθόρυβα και αποτελεσματικά. Γι’ αυτό, χωρίς να
παραβλέπω ότι είχα μια γενικότερη νομική κατάρτιση, τα νομικά
που χρειαζόμουνα κάθε φορά ήταν τα νομικά που ήταν
απαραίτητα για τη διάγνωση της υποθέσεως. Οι γενικότερες
νομικές κατασκευές και θεωρίες με απασχολούσαν μόνο
δευτερευόντως. Ωστόσο, μπορώ τώρα να εξομολογηθώ ότι
θαυμάζω ορισμένους συναδέλφους που με τις αναλυτικές
αγορεύσεις τους, ιδίως μέσα στην Ολομέλεια, έχουν τη δυνατότητα
να αναπτύσσουν εξαιρετικά ενδιαφέρουσες θεωρίες και σκέψεις
προσπαθώντας να υπαγάγουν την υπόθεση σε κάποια θεωρητική
κατασκευή. Εγώ είμαι το ακριβώς αντίθετο. Είμαι πρακτικός
άνθρωπος. Μ’ ενδιαφέρει στην υπόθεση να έχει ξεκαθαρίσει το
πραγματικό ώστε να μπορεί ο δικαστής να προχωρήσει στη νομική
λύση. Εάν γίνει αυτό, τότε ο κανόνας που πρέπει να εφαρμοστεί
προκύπτει, τιε περισσότερες φορές, άμεσα. Στο σημείο αυτό
οφείλω να ομολογήσω ότι είχα πάντοτε ένα ιδιαίτερο ταλέντο να
ξεχωρίζω τι είναι κρίσιμο και τι όχι, ταλέντο που μου αναγνώρισε
πολύ νωρίς ο φροντιστής και δάσκαλός μου, Χάρης Βασιλάκης
καθώς και ο διαπρεπής Ηλίας Παρασκευάς.
3

Εκείνο όμως που μ’ ενδιέφερε πάνω απ’ όλα ήταν η απονομή
δικαιοσύνης με την πιο ουσιαστική της έννοια. Όταν μιλάμε για
απονομή δικαιοσύνης, μιλάμε για ΕΠΙΚΑΙΡΗ απονομή
δικαιοσύνης. Η καθυστερημένη διάγνωση της υποθέσεως δεν είναι
για μένα απονομή δικαιοσύνης. Είναι κάτι άλλο. Γιατί η απόφαση
που εκδίδεται μετά την πάροδο πολύ μεγάλου ή απλώς μεγάλου
χρονικού διαστήματος δεν τέμνει τις περισσότερες φορές τη
διαφορά. Διότι η διαφορά δεν υπάρχει πια, είτε διότι δεν υπάρχουν
οι άνθρωποι, είτε διότι έχουν αλλάξει οι συνθήκες και εν πάση
περιπτώσει, διότι ο χρόνος έχει δώσει πια τις δικές του λύσεις.
Έτσι μια τέτοια απόφαση μοιάζει πιο πολύ στα μάτια μου με μια
γνωμοδότηση, μια οδηγία στο Δημόσιο ως προς το ποια είναι ή
ερμηνεία της διατάξεως, ποια είναι η ορθή λύση.

Διακατεχόμενος λοιπόν απ’ αυτές τις απόψεις επιλέχθηκα για να
καταλάβω τη θέση του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Ενός θεσμού που παρόλο τον ευτελισμό των αξιών στη σύγχρονη
εποχή, έχει καταφέρει να κρατήσει υψηλό το κύρος του στην
ελληνική κοινωνία. Ενός Δικαστηρίου, που παρά τα όποια
παράπονα, πολλά εκ των οποίων είναι δικαιολογημένα,
εξακολουθεί ν’ απολαμβάνει της εμπιστοσύνης του Έλληνα πολίτη.
Ενός Δικαστηρίου υψηλοτάτου νομικού επιπέδου του οποίου οι
αποφάσεις, συχνά πρωτοποριακές, αποτελούν σημείο αναφοράς
στη νομική επιστήμη.

Μίλησα
προηγουμένως
για
δικαιολογημένα
παράπονα.
Αναλαμβάνοντας τα καθήκοντά μου είχα πράγματι πλήρη
επίγνωση ότι η αχίλλειος πτέρνα του Δικαστηρίου είναι η
καθυστέρηση στην εκδίκαση των υποθέσεων και στην έκδοση των
αποφάσεων. Βοηθούσης και της αδυναμίας της Διοικήσεως να
δώσει αποτελεσματικές λύσεις στα προβλήματα των πολιτών στο
δικό της επίπεδο, αλλά και της επιλογής του Δημοσίου να ασκεί
δημοσιονομική πολιτική μέσω των δικών, είχε συσσωρευθεί
τεράστιος όγκος υποθέσεων τις οποίες το Δικαστήριο αδυνατούσε
να διαχειρισθεί.
4

Είχα επίσης συναίσθηση ότι το Δικαστήριο πρέπει να
εκσυγχρονισθεί σε επίπεδο δομών αλλά και εσωτερικών
διαδικασιών ώστε να μπορέσει να αντιμετωπίσει τα υφιστάμενα
προβλήματα. Πέραν αυτού όμως είχαν αρχίσει ήδη οι πρώτες
συζητήσεις για το δημοσιονομικό έλλειμμα της Χώρας και την
ανάγκη λήψεως εκτάκτων μέτρων για τη σταθεροποίηση της
εθνικής οικονομίας. Λίγο καιρό αργότερα το Δικαστήριο κλήθηκε να
αντιμετωπίσει τις νομικές επιπτώσεις της μείζονος οικονομικής,
εργασιακής αλλά και θεσμικής κρίσεως που ενέσκυψε στη Χώρα
και στο επίκεντρο της οποίας βρισκόμαστε ακόμη και σήμερα.

Ο ιδρυτής του Συμβουλίου της Επικρατείας, Ελευθέριος Βενιζέλος,
είχε χαρακτηρίσει την ημέρα ενάρξεως λειτουργίας του
Δικαστηρίου ως την «(…) μεγαλυτέρα από της ελευθερώσεως του
Κράτους μας» και κατά την αποχώρησή του από την πολιτική
δήλωνε «(…) ευτυχής ότι αφήνει την Χώραν προικισμένη με το
Συμβούλιον Επικρατείας». Είναι χρέος λοιπόν κι ημών των
νεωτέρων να λαμβάνουμε τα κατάλληλα μέτρα ώστε ν’
αντιμετωπίσουμε τις απαιτήσεις της εποχής και να μπορέσουμε να
εξέλθουμε από την κρίση έχοντας διαφυλάξει το υψηλό κύρος του
Συμβουλίου της Επικρατείας, κι έχοντας έτσι καταστήσει το
Δικαστήριο ικανό ν’ ανταποκρίνεται στις μεγάλες προσδοκίες του
κορυφαίου πολιτικού ανδρός και ιδρυτή του.

Η ΕΠΙΡΡΟΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΕΩΣ ΣΤΟ ΘΕΣΜΟ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

Κύριο χαρακτηριστικό της κρίσεως είναι η απότομη και έντονη
εκδήλωση μιας βαθιάς απορρύθμισης. Επέρχεται δηλαδή βίαιη
διακοπή της προηγούμενης κατάστασης και κυριαρχεί το αίσθημα
της ασυνέχειας και της ανωμαλίας. Οι κανονικότητες της
5

κοινωνικής οργάνωσης υποχωρούν μπροστά σε μια επιτακτική
ανάγκη, στην ύπαρξη ενός κινδύνου που απειλεί και εξαναγκάζει
το Κράτος να αποκαταστήσει με κάθε κόστος την διαταραγμένη
σταθερότητα. Στους στατικούς κανόνες της νομιμότητας, η δημόσια
εξουσία αντιτάσσει την ενεργητική αποτελεσματικότητα των
έκτακτων μέτρων.

Αναγκαίο στοιχείο της κρίσης είναι η σύγκρουση. Την συνοδεύει
απαραίτητα καθώς το γενικότερο συμφέρον επιβάλλει την
εγκατάλειψη των συνήθων ρυθμίσεων και την προσβολή
συγκεκριμένων επιμέρους συμφερόντων.

Οι περιστάσεις απαιτούν την ανατροπή της ισχύουσας
νομιμότητας στο όνομα κάποιων αναγκών που κρίνονται
σημαντικότερες. Η απαίτηση όμως για τις αλλαγές αυτές
προκύπτει από την πράξη όχι από το δίκαιο. Επιβάλλεται χωρίς
κάποιο νομικό έρεισμα διότι εξ ορισμού, η ανάγκη συνεπάγεται την
εκτόπιση του μέχρι τότε τεθέντος κανόνα. Είναι η πηγή μιας
δράσης της εξουσίας, της οποίας η ορθότητα κρίνεται εκ των
αποτελεσμάτων της, δηλαδή από το βαθμό αποκατάστασης της
κανονικότητας. Η διαπίστωση της ανάγκης δεν είναι τίποτα άλλο
από ένα πραγματικό γεγονός που νομιμοποιεί ή μάλλον
δικαιολογεί τη μη εφαρμογή του κανόνα δικαίου, χωρίς ωστόσο να
εξηγεί πάντοτε πειστικά τους λόγους για τους οποίους επιβαλλόταν
να παραμεριστεί ο συγκεκριμένος κανόνας και όχι κάποιος άλλος.

Όσο σφοδρότερη είναι η κρίση τόσο μεγαλύτερη είναι η απόκλιση
από τους συνήθεις κανόνες. Έτσι η κρίση μπορεί να έχει ως
αποτέλεσμα την τροποποίηση των ισχυόντων κανόνων μέσω της
προβλεπόμενης διαδικασίας (π.χ. νομοθετικές μεταβολές), τον
αλλαγή του τρόπου εφαρμογής τους (π.χ. νομολογιακές
μεταβολές) ή ακόμη και την άμεση και βίαιη ανατροπή τους (π.χ.
κοινωνικές ανατροπές και εξεγέρσεις). Κατά συνέπεια, η πορεία
και οι συνέπειες της κρίσης εξαρτώνται απολύτως από την
6

αντίληψη και τη στάση των κέντρων πολιτικής, οικονομικής,
δικαστικής και κοινωνικής εξουσίας: εάν τα κέντρα αυτά προβούν
εγκαίρως στις αναγκαίες αλλαγές, οι συνέπειες της κρίσης
αμβλύνονται και η νομιμότητα διατηρείται προσαρμοζόμενη στις
νέες συνθήκες. Εάν αντιθέτως οι αλλαγές καθυστερήσουν, η κρίση
οξύνεται και μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση ακόμη και την ίδια
την υπόσταση των κέντρων αυτών.

Θεωρώ ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας, ως θεσμός, αποτελεί
ένα τέτοιο κέντρο εξουσίας, του οποίου η στάση απέναντι στην
κρίση καθόρισε και συνεχίζει να καθορίζει την μορφή και την
υπόστασή του.

Ι. Η ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΘΕΣΜΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΣΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ: ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ

Αρκετά χρόνια πριν το ξέσπασμα της σφοδρής οικονομικής κρίσης
που βιώνουμε σήμερα, το Συμβούλιο της Επικρατείας βίωνε τη
δική του θεσμική κρίση που είχε ένα πολύ συγκεκριμένο όνομα:
31.000 εκκρεμείς υποθέσεις στις αρχές του 2009. Η συσσώρευση
εκκρεμών υποθέσεων και η συνεπαγόμενη καθυστέρηση στην
απονομή της δικαιοσύνης είχαν φτάσει σε σημείο τέτοιο ώστε να
εξομοιώνεται με αρνησιδικία και να αμφισβητείται, εν τοις
πράγμασι, η αποτελεσματικότητα του ίδιου του θεσμού του
Συμβουλίου της Επικρατείας. Βασική αιτία της αμφισβήτησης
αυτής δεν ήταν μόνο το γεγονός ότι, εξαιτίας της υπερβολικής
καθυστέρησης στη συζήτηση των υποθέσεων και στην έκδοση
αποφάσεων, η λύση στις διαφορές δινόταν από την πράξη ή από
άλλους εξωθεσμικούς παράγοντες• δεν ήταν, κατά βάση, ούτε η
άποψη που είχε αρχίσει να κυριαρχεί, άλλοτε δικαίως και άλλοτε
αδίκως, στα μέσα μαζικής ενημέρωσης περί υπάρξεως ενός
7

ελιτίστικου
σώματος,
βυθισμένου
σε
επιστημονικές
ομφαλοσκοπήσεις και αποκομμένου από την πραγματικότητα και
τις ανάγκες της• ήταν κυρίως ότι είχε δημιουργηθεί στους κόλπους
των δικαστών του Συμβουλίου της Επικρατείας μια αίσθηση
ατελεσφορίας και ματαιότητας των κοπιωδών, ομολογουμένως,
προσπαθειών τους, η οποία περιόριζε, αν όχι κατέπνιγε, τη
δημιουργική τους διάθεση και οδηγούσε στην επιδείνωση της
κατάστασης.

Η θεσμική αυτή κρίση συνέπεσε, όπως σας προανέφερα, χρονικά
με την τοποθέτησή μου σε διοικητικές θέσεις της δικαιοσύνης και,
ειδικότερα, στη θέση του Γενικού Διευθυντή της Εθνικής Σχολής
Δικαστών και του Αντιπροέδρου και, εν συνεχεία, του Προέδρου
του Συμβουλίου της Επικρατείας. Κατά την άσκηση των
καθηκόντων μου στις θέσεις αυτές είχα ως κύριο μέλημα την
αντιμετώπιση της θεσμικής αυτής κρίσης έστω κι αν, τότε, κάποιοι
δεν την εξελάμβαναν ως κρίση και προτιμούσαν ν’ αφήσουν τα
πράγματα ως είχαν.

Πρώτη λοιπόν κίνηση ήταν η εκπόνηση ενός νέου νομοθετικού
πλαισίου για τη Εθνική Σχολή Δικαστών καθώς είναι νομίζω
αυταπόδεικτο ότι εκεί καθορίζεται η μελλοντική φυσιογνωμία της
δικαιοσύνης και τίθενται οι βάσεις για τις όποιες αλλαγές. Έτσι με
το ν. 3689/2008 έγινε συνειδητή προσπάθεια ώστε η κατάρτιση
των μελλοντικών δικαστικών λειτουργών και η επιμόρφωση των
ήδη υπηρετούντων να παρέχει τα εφόδια εκείνα που είναι
αναγκαία προκειμένου αυτοί να διεκπεραιώσουν γρήγορα και
αποτελεσματικά τις υποθέσεις που άγονται ενώπιόν τους. Ιδιαίτερο
βάρος δόθηκε στην πρακτική τους άσκηση έτσι ώστε οι
νεοδιοριζόμενοι δικαστές να είναι έτοιμοι εξ αρχής να προσφέρουν
το μέγιστο των δυνατοτήτων τους. Επίσης, βασική επιδίωξη του
νέου νόμου ήταν η πλήρης εξοικείωση τόσο των εκπαιδευόμενων
όσο και των επιμορφούμενων με το ευρωπαϊκό νομικό γίγνεσθαι
και με ευρωπαίους δικαστές έτσι ώστε να εξαληφθούν πλήρως οι
όποιες δυσλειτουργίες και καθυστερήσεις προέκυπταν έως τώρα
8

κατά την εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου και του δικαίου της
ΕΣΔΑ. Τέλος, επιδιώχθηκε η ενίσχυση του φρονήματος των
δικαστών και η δημιουργία μιας νοοτροπίας αυταπάρνησης για την
επίτευξη ενός ανώτερου σκοπού μέσω της εμπέδωσης της
ανεξαρτησίας τους και του υψηλού κοινωνικού ρόλου της
αποστολής τους.

Παράλληλα με το ν. 3514/2006 εισήχθη ο θεσμός της
επιθεώρησης των Παρέδρων και των Εισηγητών του Συμβουλίου
της Επικρατείας. Πρόκειται για ένα σύστημα επιθεώρησης το οποίο
λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις ιδιαιτερότητες του Συμβουλίου της
Επικρατείας θεωρώ ότι συντελεί ουσιαστικά στην αύξηση της
συνολικής αποδοτικότητας του Δικαστηρίου αλλά και στην
περαιτέρω ενίσχυση της ποιότητας των μελών του και ταυτόχρονα
παρέχει έγγραφα αντικειμενικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η
υπηρεσιακή εικόνα των υποψηφίων για προαγωγή.

Σημαντική αλλαγή στη λειτουργία και την αποδοτικότητα του
Συμβουλίου της Επικρατείας θεωρώ ότι επέφερε και η θέσπιση του
νέου Κανονισμού του Δικαστηρίου με την 9/2008 απόφαση της
Ολομελείας του.

Οι επόμενες μεγάλες αλλαγές προκειμένου να αντιμετωπιστεί η
θεσμική κρίση που σας προανέφερα, έγιναν με τον ν. 3900/2010,
με τον οποίο επιχειρήθηκαν σημαντικές παρεμβάσεις, όπως η
διαδικασία για την εκδίκαση ενδίκων βοηθημάτων που θέτουν
ζητήματα συνταγματικότητας ή γενικότερου ενδιαφέροντος
απευθείας στο Συμβούλιο της Επικρατείας κατόπιν αιτήσεως
οποιουδήποτε από τους διαδίκους ή κατόπιν προδικαστικού
ερωτήματος από οποιοδήποτε διοικητικό δικαστήριο. Η πατρότητα
αυτής της διάταξης, η οποία απέδειξε τη χρησιμότητά της εντός
βραχυτάτου χρονικού διαστήματος, ανήκει στον Αντιπρόεδρο κ. Φ.
Αρναούτογλου, στον οποίο είχε ανατεθεί η προεδρία της
Επιτροπής που ετοίμασε το νόμο. Συνέπειες αυτής της ρυθμίσεως,
9

που όμως δεν είχαμε τότε άμεσα συνειδητοποιήσει, είναι η
συρρίκνωση του διάχυτου ελέγχου της συνταγματικότητας και η
ενίσχυση της θέσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας ως του
αρμοδίου δικαστηρίου για την επίλυση των συνταγματικών
ζητημάτων. ¶λλες παρεμβάσεις ήταν η μεταφορά υποθέσεων στα
τακτικά διοικητικά δικαστήρια, η τροποποίηση του περιεχομένου
της εκθέσεως του εισηγητή στο ακροατήριο, αλλά και άλλες
ρυθμίσεις, σημαντικές για την εσωτερική λειτουργία του ΣτΕ, όπως
ο καθορισμός της αρμοδιότητας των Τμημάτων με απόφαση της
Ολομέλειας αντί προεδρικού διατάγματος, η επίλυση ζητημάτων
αρμοδιότητας μεταξύ των Τμημάτων από τον Πρόεδρο του
Δικαστηρίου αντί της Ολομέλειας κ.λπ. Για την ψήφιση του νόμου
αυτού υπήρξαν πολλές αντιδράσεις οι οποίες όμως εκάμφθησαν
στο τέλος μετά από κοπιαστικές αλλά ουσιαστικές ανταλλαγές
απόψεων με τα πολιτικά κόμματα, αλλά και χάρη στη
συμπαράσταση του τότε Υπουργού Δικαιοσύνης. Πρέπει να
σημειωθεί ότι ο νόμος ψηφίσθηκε στο μεγαλύτερό του μέρος όπως
ακριβώς είχε διαμορφωθεί από την Ολομέλεια του Δικαστηρίου.

Η σημαντικότερη όμως αλλαγή που έγινε με τον νόμο αυτό αφορά
τα οικονομικά της Δικαιοσύνης. Θεωρώ ότι θεμελιώδες στοιχείο για
την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης είναι η οικονομική της
ανεξαρτησία. Η Δικαιοσύνη έχει τους δικούς της πόρους και νομίζω
ότι κανένας δεν αμφισβητεί την ικανότητά της να τους διαχειρίζεται
η ίδια. Πιστεύω λοιπόν ότι τόσο τα οικονομικά όσο και τα ποσοτικά
αποτελέσματα θα είναι πολύ καλύτερα εάν τη διαχείριση όλων των
οικονομικών της Δικαιοσύνης, συμπεριλαμβανομένων και των
αποδοχών των δικαστικών λειτουργών, την επωμιζόταν ένα
ανεξάρτητο όργανο. Η κατάρτιση ενός ιδιαίτερου προϋπολογισμού
για τη Δικαιοσύνη και η διαχείρισή του από ένα ανεξάρτητο
όργανο, συμβαδίζει με την αρχή του αυτοδιοίκητου της
Δικαιοσύνης και περιορίζει τον κίνδυνο άσκησης πιέσεων στους
δικαστές από την πολιτική εξουσία. Ταυτόχρονα όμως αυξάνει και
το μερίδιο ευθύνης των τελευταίων και συντελεί, με τον τρόπο
αυτό, στην αύξηση της αποδοτικότητάς τους με αποτέλεσμα την
επιτάχυνση στην απονομή της δικαιοσύνης. Η αλλαγή στη
10

νοοτροπία του Δικαστή ως προς τον τρόπο εργασίας του είναι,
κατά την άποψή μου, επιβεβλημένη στην παρούσα συγκυρία. Οι
δικαστικοί λειτουργοί δεν πρέπει να φοβούνται την αξιολόγηση της
απόδοσής τους διότι είναι, και αυτοί, εργαζόμενοι. Προς την
κατεύθυνση λοιπόν αυτή θεωρώ ότι θα πρέπει να συνδεθεί το
ύψος των αποδοχών τους με την απόδοσή τους, όπως γίνεται π.χ.
στο Conseil d’Etat. Μου είναι πράγματι αδιανόητο να αμείβονται με
τον ίδιο τρόπο εκείνοι που κυριολεκτικά δίνουν κάθε ικμάδα των
δυνάμεών τους για την άσκηση του λειτουργήματός τους με αυτούς
που δεν εργάζονται χρησιμοποιώντας μύρια όσα προσχήματα.
Είμαι λοιπόν πραγματικά υπερήφανος που κατά τη διάρκεια της
θητείας μου έγινε ένα πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση αυτή με
το ν. 3900/2010, ο οποίος δίνει στα Δικαστήρια μια πάγια
προκαταβολή για τα τρέχοντα έξοδά τους και τα αναλώσιμα.
Προκαταβολή την οποία διαχειρίζονται μόνα τους τα Δικαστήρια.
Βέβαια τόσο η ψήφιση όσο και η εφαρμογή της διατάξεως αυτής
συνάντησαν την λυσσώδη αντίδραση του Γενικού Λογιστηρίου του
Κράτους. Τελικά όμως, με την συμπαράσταση της τότε πολιτικής
ηγεσίας τα καταφέραμε και το σύστημα αυτό πλέον λειτουργεί
κανονικά. Εύχομαι ολόψυχα ν’ ακολουθήσουν γρήγορα και τα
επόμενα βήματα ώστε ν’ απελευθερωθεί η Δικαιοσύνη και οι
Λειτουργοί της και να σταματήσει αυτή η μεμψίμοιρη κουβέντα με
το Υπουργείο Οικονομικών για τις αποδοχές, οι οποίες θα
κατανέμονται δίκαια αλλά παράλληλα να σταματήσουν και οι
Δικαστικοί Λειτουργοί να διεκδικούν τα δικαιώματά τους με
κινητοποιήσεις που οδηγούν μάλλον σε οιονεί υπαλληλοποίηση
του κλάδου. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να κάνω μία έκκληση: δεν
είναι νοητό οι δικαστικοί λειτουργοί να στερούν τον έλληνα πολίτη
από το υπέρτατο αγαθό και θεμελιώδες δικαίωμά του που είναι η
απονομή της δικαιοσύνης. Τους παρακαλώ να αναλογιστούν ότι σε
τελευταία ανάλυση, έτσι πράττοντας η Δικαιοσύνη στρέφεται τελικά
κατά του ίδιου της του εαυτού και αυτοκαταργείται.

Τέλος, με τον ν. 4055/2012 επιχειρήθηκαν περαιτέρω παρεμβάσεις
στη διαδικασία ενώπιον του ΣτΕ, κυρίως στη διαδικασία σε
συμβούλιο, η οποία επεκτάθηκε και σε προδήλως βάσιμα ένδικα
11

βοηθήματα ή μέσα, προβλέφθηκε δε η δυνατότητα παραπομπής
υποθέσεων που ανήκουν στην αρμοδιότητα άλλων δικαστηρίων με
πράξη του Προέδρου του δικαστικού σχηματισμού. Προς το σκοπό
της ταχύτερης εκδίκασης υποθέσεων θεσμοθετήθηκαν δύο
αιτήσεις για την ταχύτερη εκδίκαση υποθέσεων (αίτηση
επιτάχυνσης άρθρου 59 και αίτηση προτίμησης από τον Υπουργό,
άρθρο 62 Ν. 4055/2012) και η δημοσίευση του διατακτικού των
αποφάσεων επί αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων. Σημαντικότατη
είναι επίσης η ρύθμιση με την οποία προβλέφθηκε η εκδίκαση
αιτήσεων ακυρώσεως κατά πράξεων που εκδίδονται κατά την
εφαρμογή του Ν. 3894/2010 (FAST TRACK) από την Ολομέλεια ή
από ένα Τμήμα στο σύνολό τους. Με τον τρόπο αυτό εκτονώθηκε,
κατά τρόπο νομίζω επιτυχή, η πίεση που ησκείτο στο Συμβούλιο
της Επικρατείας προκειμένου να ιδρυθεί ειδικό Τμήμα για την
εκδίκαση των υποθέσεων που σχετίζονται με τις μεγάλες
επενδύσεις, τις συμβάσεις κ.λπ. Η λύση αυτή εύρισκε αντίθετο το
Δικαστήριο. Μένει να δούμε αν θα γίνουν στη Χώρα μας
επενδύσεις ώστε να εφαρμοσθεί η διάταξη.

Δεν είχαν ακόμη προλάβει τα μέτρα αυτά να αποδώσουν τα
προσδοκώμενα αποτελέσματα για την αντιμετώπιση της θεσμικής
κρίσης στους κόλπους του Συμβουλίου της Επικρατείας και το
Δικαστήριο αναγκάσθηκε λόγω του θεσμικού του ρόλου να έρθει
αντιμέτωπο με μια διαφορετική κρίση, πολυεπίπεδη και
καταλυτική, την οποία έχουμε να συνηθίσει ν’ αποκαλούμε
«οικονομική κρίση».

ΙΙ. Η ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΑΠΟ ΤΟ
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ: ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΚΕΣ ΕΠΙΛΟΓΕΣ

Η οικονομική κρίση νοείται ως μία αιφνίδια επιδείνωση όλων ή των
περισσοτέρων οικονομικών δεικτών (δείκτες επιτοκίου, τιμές
μετοχών, ακινήτων και της εγγείου ιδιοκτησίας) σε συνδυασμό με
12

την απώλεια της πίστης και συνεπώς και της δανειοληπτικής
ικανότητας, τη μείωση στην παροχή χρήματος, την ύπαρξη φόβων
χρεοκοπίας χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, την μετατροπή υλικών
ή άυλων αξιών σε χρήμα κ.λπ.

Οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης είναι άμεσες και
πολυεπίπεδες. Η επίδραση, ειδικώς των οικονομικών κρίσεων που
οφείλονται στον υπερβολικό κρατικό δανεισμό και στην ανεπάρκεια
των μακροοικονομικών επιδόσεων, όπως στην περίπτωση της
Ελλάδας, είναι καθολική και καταλυτική, δεδομένου του κυρίαρχου
ρόλου του σύγχρονου κοινωνικού Κράτους σε όλους τους τομείς
όχι μόνο της ανθρώπινης δραστηριότητας αλλά και της
ανθρώπινης ζωής γενικότερα. Κατ’ ακολουθίαν, θίγονται όχι μόνο
τα «οικονομικά» αγαθά που προστατεύονται από το δίκαιο,
όπως η εργασία, οι μισθοί, οι συντάξεις και η περιουσία των
πολιτών αλλά ακόμη και οι πιο θεμελιώδεις αξίες όπως η
ασφάλεια, η υγεία, και, εντέλει, η ίδια η ανθρώπινη ζωή με την
έννοια της αξιοπρεπούς διαβιώσεως.

Ενόψει αυτών των σφοδρών ανατροπών και των νέων
δεδομένων, το Συμβούλιο της Επικρατείας και τα Διοικητικά
Δικαστήρια κλήθηκαν και καλούνται να επιλύσουν διαφορές
με τελείως διαφορετικό χαρακτήρα από αυτές αντιμετώπιζαν
μέχρι πρόσφατα. Στις δίκες ενώπιον του Συμβουλίου της
Επικρατείας για τις ρυθμίσεις που προβλέπουν αύξηση της
φορολόγησης, περικοπές σε μισθούς, συντάξεις, επιδόματα,
αλλαγές στα εργασιακά, στην κοινωνική ασφάλιση, στη
δικαιοσύνη, στην υγεία, στην παιδεία, στην προστασία του
περιβάλλοντος, οι νομικοί ισχυρισμοί έχουν αρχίσει να
περιορίζονται και οι διάδικοι προβάλλουν πλέον οικονομικά,
κοινωνικά και πολιτικά επιχειρήματα προκειμένου να
στηρίξουν ορθότητα των αιτημάτων τους. Πρέπει να πω ότι
όταν θεσπίσθηκε η ρύθμιση του άρθρου 1 του ν. 3900/2010
πιστεύαμε ότι θα έχουμε ν’ αντιμετωπίσουμε το πολύ δέκα
υποθέσεις το χρόνο. Αντιθέτως, ως συνέπεια της κρίσεως, το
13

Δικαστήριο έχει κατακλυσθεί από δεκάδες αιτήματα για την
υπαγωγή υποθέσεων στην εν λόγω διαδικασία.

Το Δικαστήριο χρησιμοποιώντας τις διάφορες θεωρίες που
συνδέουν το δίκαιο και την οικονομία, τη θεωρία των «εξαιρετικών
περιστάσεων» αλλά και συνταγματικές αρχές που διέπουν παγίως
τη νομολογιακή του στάση όπως η αρχή της ισότητας, της
αναλογικότητας και της προστασίας του πυρήνα των
συνταγματικών δικαιωμάτων προσπάθησε και προσπαθεί να
επιτελέσει το ρόλο του που δεν είναι άλλος από τη διασφάλιση της
εφαρμογής των κανόνων που έχουν ως στόχο τη διατήρηση της
τάξης, της λειτουργικότητας, της αποτελεσματικότητας αλλά και της
κοινωνικής ειρήνης στη Χώρα.

Χαρακτηριστική
είναι
η
απόφαση
3536/2009
για
τη
συνταγματικότητα των ρυθμίσεων περί του κλειστού επαγγέλματος
του ιδιοκτήτη βυτιοφόρου φορτηγού. Ειδικότερα, στην υπόθεση
αυτή αμφισβητήθηκε η συνταγματικότητα των υπουργικών
αποφάσεων που καθόριζαν ανώτατο επιτρεπτό όριο χορηγήσεως
αδειών κυκλοφορίας βυτιοφόρων αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσεως
σε εταιρίες εμπορίας πετρελαιοειδών καυσίμων. Το Δικαστήριο
έκρινε ότι ο επίδικος περιορισμός ήταν αντίθετος με την
κατοχυρωμένη στο άρθρο 5 του Συντάγματος αρχή της
οικονομικής ελευθερίας. Το Δικαστήριο, αντιλαμβανόμενο τις
εξελίξεις που είχαν επέλθει στο οικονομικό επίπεδο, την ανάπτυξη
και τον ιδιαιτέρως ανταγωνιστικό χαρακτήρα της αγοράς καυσίμων
χρησιμοποίησε τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων
προκειμένου να εναρμονίσει το δίκαιο στις νέες οικονομικές
απαιτήσεις και να επιτρέψει στην αγορά να λειτουργήσει
αποτελεσματικά.

Σχετική με την άρση των περιορισμών στην άσκηση ορισμένων
επαγγελμάτων είναι η πρόσφατη απόφαση 411/2012 της
Επιτροπής Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας που
14

αφορούσε στην συνταγματικότητα των νομοθετικών ρυθμίσεων
σύμφωνα με τις οποίες τα φαρμακεία μπορούν να λειτουργούν
κατά τις απογευματινές ώρες από Δευτέρα έως Παρασκευή, καθώς
και το Σάββατο. Στην περίπτωση λοιπόν αυτή, εκρίθη τουλάχιστον
σε επίπεδο προσωρινής δικαστικής προστασίας ότι η ευχερέστερη
πρόσβαση
του κοινού
στην
αγορά
φαρμάκων
είναι
αποτελεσματικότερη κοινωνικά και οικονομικά από τη προστασία
των ιδιωτικών συμφερόντων των φαρμακοποιών.

Μια άλλη, πολύ ενδιαφέρουσα απόφαση που αποτυπώνει την
στάση του Δικαστηρίου ως προς τις σχέσεις δικαίου και οικονομίας
είναι η 469/2012. Η υπόθεση αυτή αφορούσε στην νομιμότητα της
επιβολής υπέρ της ΔΕΗ ενός τέλους σε όλες της εταιρίες που
παρείχαν ηλεκτρική ενέργεια στην Ελλάδα. Το τέλος αυτό είχε ως
σκοπό την κάλυψη των ζημιών που είχε η ΔΕΗ από την πώληση
ηλεκτρικού ρεύματος σε χαμηλές τιμές στα μη διασυνδεδεμένα με
το εθνικό δίκτυο παροχής ρεύματος νησιά. Το Δικαστήριο, έκρινε
ότι για όσο χρονικό διάστημα στα μη διασυνδεδεμένα νησιά
διατηρείται το μονοπώλιο προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας από
την ΔΕΗ, η παροχή στην τελευταία οικονομικού ανταλλάγματος σε
αντιστάθμιση του κόστους, που αντιπροσωπεύει γι’ αυτήν (την
ΔΕΗ) η εκπλήρωση της επίμαχης υποχρεώσεώς της για παροχή
ρεύματος σε χαμηλή τιμή στους καταναλωτές των μη
διασυνδεδεμένων νησιών, και, περαιτέρω, η επιβάρυνση με το
αντάλλαγμα αυτό όλων των επιχειρήσεων, που προμηθεύουν με
ηλεκτρική ενέργεια τους καταναλωτές στην υπόλοιπη Χώρα (ήτοι
στην ηπειρωτική Χώρα και στα διασυνδεδεμένα με αυτήν νησιά),
αντιβαίνει προς τις διατάξεις της οδηγίας 2003/54/ΕΚ. Τούτο δε
διότι το επίμαχο αντάλλαγμα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι
προσδιορίζεται με «αμερόληπτο» τρόπο, όπως αξιώνει η οδηγία,
διότι αντιστοιχεί σε κόστος, το οποίο προκύπτει για την ΔΕΗ στο
πλαίσιο λειτουργίας της σε τομέα της αγοράς όχι ανοικτού στον
ανταγωνισμό, αλλά υπό συνθήκες παράνομου κατά τα εκτεθέντα
μονοπωλίου.

15

Πολύ ενδιαφέρον είναι και το 285/2011 πρακτικό επεξεργασίας της
Ολομελείας στο οποίο ενόψει συστάσεως νέων οργανικών θέσεων
Ελληνικής Αστυνομίας γίνεται δεκτό ότι το υπό επεξεργασία σχέδιο
προεδρικού διατάγματος δεν προτείνεται νομίμως διότι δεν
υπάρχει βεβαίωση ότι η δαπάνη συστάσεως των θέσεων αυτών
ανταποκρίνεται στο Μεσοπρόθεσμο πλαίσιο Δημοσιονομικής
Στρατηγικής

Σημαντική για τον τρόπο άσκησης του δικαιώματος της απεργίας
σε περίοδο κρίσεως είναι η 1623/2012 απόφαση της Ολομέλειας
του Συμβουλίου της Επικρατείας. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η
διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 22 του Συντάγματος που
καταχυρώνει το ατομικό δικαίωμα της ελευθερίας της εργασίας,
υπό την αρνητική του μορφή και αυτή της παρ. 2 του άρθρου 23
που κατοχυρώνει, ως εκδήλωση της συνδικαλιστικής ελευθερίας,
το δικαίωμα της απεργίας των εργαζομένων, έχουν μεν
διαφορετικό πεδίο εφαρμογής, δεν αποκλείεται όμως να
διασταυρωθούν στην περίπτωση κατά την οποία ορισμένη
απεργιακή κινητοποίηση προκαλεί κατάσταση που απειλεί τη
δημόσια υγεία. Στην περίπτωση αυτή η διάταξη του άρθρου 22
παρ. 4 εδ. β΄ του Συντάγματος εισάγει εξαίρεση από τον κανόνα
του άρθρου 23 παρ. 2 του Συντάγματος, κατά τον οποίο η απεργία
αποτελεί δικαίωμα, δυνάμενο μεν να περιορισθεί από το νόμο, όχι
όμως και να καταργηθεί, επιτρέποντας την επίταξη των
προσωπικών υπηρεσιών και των απεργών. Ομοίως, από τις
διατάξεις των διεθνών συμβάσεων υπ’ αρ. 29 και 105 της Διεθνούς
Οργανώσεως Εργασίας, της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης και
των άρθρων 1 και 30 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη,
συνάγεται ότι στην έννοια της αναγκαστικής εργασίας που
απαγορεύεται απολύτως δεν εμπίπτει η εργασία που αξιώνεται
από τα όργανα του Κράτους, όταν συντρέχει «οιαδήποτε
περίστασις θέτουσα εν κινδύνω ή απειλούσα να θέση εν κινδύνω
την ζωήν ή τας ομαλάς συνθήκας διαβιώσεως του συνόλου ή
μέρους του πληθυσμού», ή «περίπτωσις κρίσεων ή θεομηνιών, αι
οποίαι απειλούν την ζωήν ή την ευδαιμονίαν του συνόλου», ή «σε
16

περίπτωση πολέμου ή δημόσιου κινδύνου που απειλεί τη ζωή του
έθνους».

Η διαφοροποίηση του επιτοκίου νομίμου και υπερημερίας για τις
οφειλές δημοσίου και ιδιωτών σε περίοδο κρίσεως ήταν το
αντικείμενο της 1620/2011 παραπεμπτικής στην Ολομέλεια
αποφάσεως του Στ΄ Τμήματος. Στην απόφαση αυτή εκρίθη ότι το
ελληνικό Κράτος διαχρονικά είναι, χωρίς αμφιβολία, πλέον
αξιόπιστος οφειλέτης σε σχέση με τους ιδιώτες οφειλέτες και,
συνεπώς, ενόψει και της εκτεταμένης και μοναδικής διάστασης για
τα ευρωπαϊκά δεδομένα, φοροδιαφυγής και εισφοροδιαφυγής, η
διαφοροποίηση του τόκου, νόμιμου ή υπερημερίας, που αφορά τις
οφειλές του Δημοσίου και του αντίστοιχου γενικώς ισχύοντος τόκου
που εφαρμόζεται στις οφειλές των ιδιωτών, είναι, χωρίς αμφιβολία,
κατ’ αρχήν, δικαιολογημένη. Περαιτέρω, δε σύμφωνα με την
απόφαση αυτή, η επίδικη διαφοροποίηση μπορεί να δικαιολογηθεί
από αποχρώντα λόγο δημόσιου ή γενικού συμφέροντος που είναι
η μείωση του δημοσίου χρέους, η οποία δεν συνιστά έναν απλώς
δημοσιονομικό στόχο, αλλά συμβάλλει στην επίτευξη ενός
μείζονος εθνικού συμφέροντος σκοπού, εκείνου της διασφάλισης
της δημοσιονομικής ισορροπίας αρχικά, ήδη δε της αποτροπής της
οικονομικής κατάρρευσης της Χώρας. Το ζήτημα αυτό εκκρεμεί
πλέον ενώπιον του ΑΕΔ μετά από αντίθετες αποφάσεις του Αρείου
Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Κράτησα για το τέλος την απόφαση του Συμβουλίου της
Επικρατείας (668/2012) για το πρώτο Μνημόνιο στην οποία βάση
αλλά και αντικείμενο είναι η εθνική οικονομία. Το Δικαστήριο,
στηριζόμενο σε όλα τα οικονομικά δεδομένα που συνόδευαν το
μνημόνιο αλλά και στους στόχους τους οποίους το ίδιο έθετε,
έκρινε ότι «η θεσπισθείσα περικοπή αποδοχών, επιδομάτων και
συνταξιοδοτικών παροχών αποσκοπεί τόσο στην αντιμετώπιση
της άμεσης ανάγκης καλύψεως οικονομικών αναγκών της χώρας
όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής και
οικονομικής της καταστάσεως, δηλαδή στην εξυπηρέτηση
17

σκοπών, που συνιστούν κατ' αρχήν σοβαρούς λόγους δημοσίου
συμφέροντος. Τα μέτρα δε αυτά δεν παρίστανται απρόσφορα, και
μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκομένων με αυτά
σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθούν ότι δεν ήταν αναγκαία,
λαμβανομένου, άλλωστε, υπόψη ότι η εκτίμηση του νομοθέτη ως
προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της υπ' αυτού
διαπιστωθείσης κρίσιμης δημοσιονομικής καταστάσεως υπόκειται
σε οριακό μόνον δικαστικό έλεγχο.». Περαιτέρω, το Δικαστήριο
απέρριψε τον ισχυρισμό ότι ο νομοθέτης παρέλειψε να εξετάσει το
ενδεχόμενο υιοθετήσεως εναλλακτικών λύσεων, ηπιότερων με την
αιτιολογία ότι η αντιμετώπιση της δυσμενούς οικονομικής
καταστάσεως της Χώρας δεν στηρίζεται μόνον στην μείωση των
δαπανών
μισθοδοσίας
και
των
δαπανών
των
κοινωνικοασφαλιστικών οργανισμών, αλλά στη λήψη και άλλων
μέτρων, οικονομικών, δημοσιονομικών και διαρθρωτικών. Το
Δικαστήριο απέρριψε επίσης τον ισχυρισμό ότι, κατά παράβαση
της αρχής της αναλογικότητας, δεν προσδόθηκε προσωρινός
χαρακτήρας στα επίμαχα μέτρα διότι με το σύνολο των μέτρων
επιδιώκεται όχι μόνον η αντιμετώπιση της οξείας δημοσιονομικής
κρίσεως, αλλά και η εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών, κατά
τρόπο που θα διατηρηθεί και στο μέλλον. Αλλωστε, με τα επίμαχα
μέτρα, τα οποία αναφέρονται σε κατάργηση ή μείωση ορισμένων
μόνον επιδομάτων ή συνταξιοδοτικών παροχών εξασφαλίζεται,
κατά το Δικαστήριο, ισορροπία ανάμεσα στις απαιτήσεις του
γενικού συμφέροντος και την ανάγκη προστασίας των
περιουσιακών δικαιωμάτων των εργαζομένων και συνταξιούχων.
Πάντως το Δικαστήριο δεν παρέλειψε να θέσει και τα όρια της
δράσης του νομοθέτη, τόσο στην παρούσα όσο και σε μελλοντικές
φάσεις της κρίσεως. Σχετικά λοιπόν αναφέρει ότι σε περιπτώσεις
παρατεταμένης οικονομικής κρίσεως δύναται ο νομοθέτης να
θεσπίσει μέτρα περιστολής δαπανών που συνεπάγονται
οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού,
πλην η δυνατότητα αυτή έχει ως όριο την καθιερούμενη από το
άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος αρχή της ισότητας στα δημόσια
βάρη αναλόγως των δυνάμεων εκάστου, καθώς και την
καθιερούμενη στο άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή του
σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Τούτο σημαίνει ότι η
18

επιβάρυνση αυτή πρέπει να κατανέμεται μεταξύ όλων των
κατηγοριών απασχολουμένων τόσο στον δημόσιο, όσο και στον
ιδιωτικό τομέα, καθώς και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα.
Και τούτο διότι, εν όψει και της καθιερουμένης στο άρθρο 25 παρ.
4 του Συντάγματος αξιώσεως του Κράτους να εκπληρώνουν όλοι
οι πολίτες το χρέος της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, δεν
είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση από τα μέτρα που λαμβάνονται
προς αντιμετώπιση της δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής
συγκυρίας να κατανέμεται πάντοτε σε συγκεκριμένες κατηγορίες
πολιτών, οι οποίοι, κατά κανόνα, είναι συνεπείς προς τις
υποχρεώσεις τους, και να ευνοούνται άλλες κατηγορίες από την
ασυνέπεια των οποίων - κυρίως στο πεδίο της εκπληρώσεως των
φορολογικών τους υποχρεώσεων - προκαλείται σε μεγάλο
ποσοστό η δυσμενής αυτή συγκυρία.

Είναι νομίζω σαφές ότι στην απόφαση αυτή καταγράφονται
πλήρως οι πολύπλοκες σχέσεις οικονομίας και δικαίου και
χρησιμοποιούνται για την επίλυση της επίδικης διαφοράς τόσο η
θεωρία των εξαιρετικών περιστάσεων όσο και οι συνταγματικές
αρχές της ισότητας, της αναλογικότητας και της προστασίας του
πυρήνα των συνταγματικών δικαιωμάτων.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Όταν αποχώρησα από την υπηρεσία, το Δικαστήριο είχε ήδη
κατακλυσθεί από σημαντικές υποθέσεις που αφορούσαν μέτρα
που είχαν ληφθεί για την αντιμετώπιση της κρίσεως.
Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι εκκρεμούσαν πάνω από 200
προσφυγές κατά του PSI. Επίσης εκκρεμούσαν προσφυγές κατά
του δευτέρου μνημονίου, κατά των φορολογικών μέτρων που είχαν
ληφθεί όπως έκτακτες εισφορές κ.λπ., κατά νέων θεσμών του
υπαλληλικού δικαίου όπως η εφεδρεία, κατά των μέτρων που
αφορούσαν την κοινωνική ασφάλιση, την εργασία, τη δημόσια
υγεία, τα αυθαίρετα κ.λπ., κ.λπ. Κοντολογίς εκκρεμούν ενώπιον
19

του Συμβουλίου της Επικρατείας όλα τα μείζονα ζητήματα που
απασχολούν την ελληνική κοινωνία.

Είναι λοιπόν προφανές ότι το χρονικό διάστημα που θα
ακολουθήσει είναι απολύτως κρίσιμο για την υπόσταση και τη
φυσιογνωμία του Συμβουλίου της Επικρατείας δεδομένου ότι το
Δικαστήριο θα κληθεί να αντιμετωπίσει σοβαρότατες υποθέσεις σε
σύντομο χρονικό διάστημα και να κάνει δυσχερείς σταθμίσεις.
Πέραν αυτών, πρέπει να ληφθούν υπόψη και οι γενικότερες
εξελίξεις. Οι πολιτικές, οικονομικές και εμπορικές σχέσεις
μεταβάλλονται ραγδαία. Το νομικό καθεστώς από αποκλειστικά
εθνικό που ήταν έχει μεταβληθεί σε ευρωπαϊκό και διεθνές.
Επιπλέον και ενόψει των υποθέσεων που άγονται ενώπιόν του και
οι οποίες έχουν να κάνουν όλο και περισσότερο με την οικονομία
και τη λειτουργία της αγοράς, το Δικαστήριο πρέπει να διαθέτει
δικαστές με εξειδικευμένες τεχνικές γνώσεις. Γεννάται συνεπώς το
ερώτημα: μπορεί το Δικαστήριο ν’ αντιμετωπίσει την κατάσταση με
τις υπάρχουσες δομές; Θεωρώ ότι από τις κινήσεις που θα γίνουν
τόσο σε οργανωτικό και διαρθρωτικό επίπεδο όσο βέβαια και από
τις νομολογιακές λύσεις που θα δοθούν, θα κριθεί εάν θα συνεχίσει
να αποτελεί ένα λειτουργικό και αποτελεσματικό θεσμό με
κοινωνική απήχηση ή θα εξελιχθεί σε ανασταλτικό παράγοντα των
αναγκαίων αλλαγών και εξελίξεων.

Είναι για μένα μεγάλος ο πειρασμός να μιλήσω για τη μελλοντική
εξέλιξη του Δικαστηρίου όπως την έχω σχεδιάσει στο μυαλό μου.
Όμως θα τον αποφύγω. Θεωρώ ότι θα βγάλουμε χρήσιμα
συμπεράσματα μετά από τις παρεμβάσεις των συναδέλφων και τις
συζητήσεις που θα γίνουν ώστε να μπορέσουμε να ανταλλάξουμε
απόψεις και ιδέες στο τέλος του συνεδρίου. Ωστόσο σε πολύ
γενικές γραμμές θα ήθελα να πω ότι οι οργανωτικές λύσεις θα
πρέπει, κατά την άποψή μου, να κινούνται στους εξής άξονες: α)
τη χορήγηση αρμοδιότητας στο Δικαστήριο να γνωμοδοτεί και για
σχέδια νόμου, β) την ενίσχυση του χαρακτήρα του
Δικαστηρίου ως συνταγματικού, η οποία ήδη ξεκίνησε με το ν.
20

3900/2010, γ) την απαλλαγή του Δικαστηρίου από το μεγάλο όγκο
υποθέσεων και δ) τη εξασφάλιση της άμεσης επίλυσης των
διαφορών που άγονται ενώπιόν του, η οποία νομίζω ότι πρέπει
πλέον να λάβει και χαρακτηριστικά ποσοτικής στοχοθεσίας. Τέλος,
πιστεύω ότι το Δικαστήριο με τη ταχύτατη εκδίκαση των
υποθέσεων και την έκδοση των σχετικών αποφάσεων θα
δημιουργήσει το αναγκαίο περιβάλλον για την ουσιαστική
εφαρμογή των κρατικών μέτρων ανάκαμψης αλλά και την
ενεργοποίηση των απαραίτητων ιδιωτικών πρωτοβουλιών για την
επίτευξη της πολυπόθητης ανάπτυξης και την αποκατάσταση της
κοινωνικής ισορροπίας κι ευημερίας.

21