You are on page 1of 162

ΤΙΤΛΟΣ: Η Κυπριακή ∆ημοκρατία και οι Θρησκευτικές Ομάδες

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: Αλέξανδρος-Μιχαήλ Χατζηλύρας

Όλα τα δικαιώματα επιφυλάσσονται. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή, δημοσίευση, μετάδοση,
αποθήκευση ή μετάφραση μερών ή τμημάτων αυτού του βιβλίου, με απαραίτητη προϋπόθεση
την αναφορά στην πρωτότυπη πηγή ή/και σχετική παραπομπή.

ΧΟΡΗΓΟΙ ΕΚ∆ΟΣΗΣ:
Εκπρόσωπος Αρμενίων, κος Βαρτκές Μαχτεσιάν
Εκπρόσωπος Μαρωνιτών, κος Αντώνης Χ” Ρούσος
Εκπρόσωπος Λατίνων, κος Μπενίτο Μαντοβάνι
Λευκωσία, Οκτώβριος 2012

Αφιερώνεται στους χιλιάδες Αρμενοκύπριους, Μαρωνιτοκύπριους και Λατινοκύπριους συμπατριώτες μας, που για
αιώνες έζησαν στην πολύπαθη κυπριακή γη, συνεισφέροντας και αυτοί το δικό τους λιθαράκι στην ιστορία,
την ανάπτυξη και την προκοπή της κοινής μας πατρίδας.

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
σελίδες
1. Εισαγωγή

1-4

Εισαγωγή στο θεωρητικό και το ουσιαστικό αντικείμενο της παρούσας εργασίας, με αναφορά στις
θεωρητικές πηγές, τη δομή, τη μεθοδολογία και τα θέματα που πραγματεύεται, καθώς επίσης και
ευχαριστίες σε όσους συνέβαλαν ουσιαστικά στη συγγραφή της. Επίσης, εκφράζονται ευχές για τη
χρησιμότητα και την αξιοποίησή της, όπως και κάποιες σκέψεις για το μέλλον και τη βελτίωση της
θέσης των θρησκευτικών ομάδων στην κυπριακή κοινωνία.

2. Θεωρητικό υπόβαθρο

5-24

α. Εισαγωγή
β. Γλώσσα
γ. Ιστορία
δ. Πολιτισμός - Εκπαίδευση
ε. Συμβολισμός
στ. Εθνικισμός
ζ. Μειονότητες
Εικονογράφηση

5
5-8
8-10
10-12
12-15
15-22
22-24
24

Το κεφάλαιο αυτό ξεκινά από την επικρατούσα αντίληψη ότι η ύπαρξη των εθνών είναι φυσικό
φαινόμενο, για να καταλήξει στο γεγονός ότι ο καταμερισμός του κόσμου σε έθνη και εθνότητες δεν
είναι ούτε φυσικός ούτε πανάρχαιος, αλλά βασίζεται σε αυθαίρετους συλλογισμούς και γενικεύσεις. Στο
υποκεφάλαιο «Γλώσσα» εξετάζεται η ανάδυση του έθνους και του εθνικισμού μέσω της κοινής γλώσσας
ή της κοινής γραφής ή ακόμη μέσω της απόδοσης τοπικού χαρακτήρα (vernacularisation) σε μια
προηγουμένως κοινή γλώσσα. Στο υποκεφάλαιο «Ιστορία» μελετάται η σχέση του εθνικισμού με την
κοινή ιστορική εμπειρία, η οποία σε κάποιες περιπτώσεις υπερβαίνει τις γλωσσικές ή πολιτιστικές
διαφορές, καθώς επίσης και το ζήτημα της εθνικής πατρίδας. Το υποκεφάλαιο «Πολιτισμός Εκπαίδευση» αναλύει τη δημιουργία και, μετέπειτα, τη συνέχιση του έθνους μέσω της κοινής
κουλτούρας και της κοινής παιδείας, οι οποίες εξασφαλίζουν τη συνοχή και την ομοιομορφία μιας
κοινωνίας, παρέχοντας κοινά σημεία αναφοράς στα μέλη της. Στο υποκεφάλαιο «Συμβολισμός» γίνεται
μνεία στην αξιοποίηση των συμβόλων, των ηρώων, των τελετουργιών, των εορτασμών και των άλλων
συμβολισμών από τον εθνικισμό, με τρόπο που καθιστά χειροπιαστή την παρουσία του στην καθημερινή
μας ζωή· γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στη σημαία, το χάρτη και το μουσείο. Το υποκεφάλαιο
«Εθνικισμός» εξετάζει το αυθαίρετο της κοσμοθεωρίας του εθνικισμού, τόσο ως προς τον ορισμό, όσο
και ως προς το περιεχόμενο της ιδεολογίας του· ουσιαστικά, η έννοια του έθνους είναι φαντασιακή και
έχει να κάμει περισσότερο με τις κοινές προοπτικές, τις κοινές επιδιώξεις και τα κοινά οράματα, παρά
με το κοινό αίμα, την κοινή καταγωγή ή την κοινή γεωγραφική περιοχή, ενώ αρκετές φορές παραποιεί
ή δημιουργεί μύθους και παραδόσεις με ετεροχρονισμένο τρόπο. Τέλος, το υποκεφάλαιο «Μειονότητες»
επεξηγεί ότι η δημιουργία των σύγχρονων εθνικών κρατών είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία των
μειονοτήτων, που προηγουμένως ονομάζονταν λαοί ή ομάδες· αναλόγως των επιδιώξεών τους, είτε
παραμένουν ως έχουν, είτε δημιουργούν καινούργια κράτη και διακρίνονται σε τέσσερα είδη.

3. Γενικά στοιχεία για την Κύπρο και τις θρησκευτικές ομάδες

25-78

α. Ο πολυπολιτισμικός χαρακτήρας της Κύπρου.
25-34
β. Διαχρονική αναδρομή στη διοίκηση της Κύπρου.
34-40
40-41
γ. Το νομικό καθεστώς των θρησκευτικών ομάδων.
δ. Η εκπροσώπευση των θρησκευτικών ομάδων.
41
ε. Οι Αρμένιοι της Κύπρου.
42-55
i. Ιστορία, ii. Εκλογές, iii. Χώροι εκπαίδευσης, iv. Η Αρμενική γλώσσα, v. Η θρησκευτική ταυτότητα των
Αρμενίων, vi. Αρμενική Μητρόπολη και χώροι λατρείας, vii. Χώροι ανάπαυσης, viii. Μνημεία, ix.
Σωματεία, ιδρύματα και αθλητισμός, x. Μέσα ενημέρωσης.
55-67
στ. Οι Μαρωνίτες της Κύπρου.
i. Ιστορία, ii. Εκλογές, iii. Χώροι εκπαίδευσης, iv. Η Κυπρομαρωνιτική Αραβική, v. Η θρησκευτική
ταυτότητα των Μαρωνιτών, vi. Αρχιεπισκοπή Μαρωνιτών και χώροι λατρείας, vii. Χώροι ανάπαυσης,
viii. Μνημεία, ix. Σωματεία, ιδρύματα, αθλητισμός και προσκοπισμός, x. Μέσα ενημέρωσης.
67-78
ζ. Οι Λατίνοι της Κύπρου.
i. Ιστορία, ii. Εκλογές, iii. Χώροι εκπαίδευσης, iv. Η κληρονομιά της Φραγκοκρατίας και της

ii

Ενετοκρατίας, v. Η θρησκευτική ταυτότητα των Λατίνων, vi. Λατινικό Βικαριάτο και χώροι λατρείας, vii.
Χώροι ανάπαυσης, viii. Μνημεία, ix. Οργανισμοί και ιδρύματα, x. Μέσα ενημέρωσης.
Εικονογράφηση
78
Στο πρώτο υποκεφάλαιο παρέχονται γενικής φύσεως πληροφορίες που σκιαγραφούν την ιστορία και
την πολυπολιτισμικότητα της Κύπρου από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα· στο δεύτερο υποκεφάλαιο
γίνεται μια διαχρονική αναδρομή στη διοίκηση της Κύπρου· το τρίτο υποκεφάλαιο εξετάζει συνοπτικά
το νομικό καθεστώς των τριών θρησκευτικών ομάδων (Αρμένιοι, Μαρωνίτες, Λατίνοι), ενώ στο τέταρτο
υποκεφάλαιο γίνεται μνεία στο θεσμικό πλαίσιο που διέπει την εκπροσώπευση των θρησκευτικών
ομάδων. Στα επόμενα τρία υποκεφάλαια παρέχονται περιεκτικές και κωδικοποιημένες πληροφορίες που
αφορούν την κάθε μία από τις τρεις θρησκευτικές ομάδες, σε σχέση με την εμφάνιση, τη διαχρονική
παρουσία, τα γνωρίσματα και όλες τους τις εκφάνσεις στο νησί μας.

Απογραφές πληθυσμού της Κύπρου (1881-2001)

79-82

4. Το καθεστώς των θρησκευτικών ομάδων (μέχρι το 1960)

83-85

Συνοπτική μνεία στη Βυζαντινή περίοδο, τη Φραγκοκρατία, την Ενετοκρατία, την Τουρκοκρατία και την
Αγγλοκρατία, σχετικά με το καθεστώς των Αρμενίων, των Μαρωνιτών και των Λατίνων. Αναφορά στα
Βικαριάτα ή Επισκοπές ή Μητροπόλεις ή Αρχιεπισκοπές, τις επίσημες γλώσσες και την εκπροσώπευση
των θρησκευτικών ομάδων στην κεντρική διοίκηση.

5. Το Σύνταγμα του 1960

86-88

Αναφορά στο Σύνταγμα του 1960 και τις οθωμανικές πρόνοιες του Χάττ-ι Χουμαγιούν. Αναλύονται
ζητήματα όπως ο προβληματικός ορισμός των Αρμενίων, των Μαρωνιτών και των Λατίνων ως
«θρησκευτικές ομάδες», κάτι που πηγάζει από το δυαδικό χαρακτήρα του Συντάγματος, η
εκπροσώπευσή τους στα θέσμια της Κυπριακής Δημοκρατίας και η διοικητική και εκκλησιαστική τους
αυτονομία.
Εικονογράφηση
88

6. Το Σύνταγμα, η Νομοθεσία και οι Εκκλησίες των θρησκευτικών ομάδων

89-90

Αναφορά στο σύστημα της ομοταξίας που ισχύει στην Κύπρο, τη διοικητική αυτονομία των Εκκλησιών
των θρησκευτικών ομάδων και τις συνταγματικές και νομικές διευκολύνσεις που αυτές απολαμβάνουν.

7. Το Σύνταγμα και η εκπροσώπηση των θρησκευτικών ομάδων

91-96

Εκτενής αναφορά στις συνταγματικές και τις νομικές πρόνοιες που αφορούν την εκπροσώπηση των
θρησκευτικών ομάδων, αρχικά στην Ελληνική Κοινοτική Συνέλευση και ύστερα στη Βουλή των
Αντιπροσώπων, με έμφαση στη μέχρι τώρα περιορισμένη συμμετοχή των Εκπροσώπων στη διαδικασία
λήψης αποφάσεων. Επίσης, γίνεται μνεία στις εκλογές και τους Εκπροσώπους των θρησκευτικών
ομάδων, τους Βουλευτές-μέλη τους και τους τοπικούς άρχοντες-μέλη τους.

8. Η Κυπριακή Δημοκρατία και η εκπαίδευση των θρησκευτικών ομάδων

97-104

Αναφορά στα εκπαιδευτικά συστήματα των Αρμενίων, των Μαρωνιτών και των Λατίνων και τη
συνδρομή της Κυπριακής Δημοκρατίας στην εκπαίδευση των θρησκευτικών ομάδων και των μελών τους
(χορηγίες, ποσοστώσεις κτλ). Γίνεται, επίσης, εκτενής αναφορά στις σχετικές Αποφάσεις του
Υπουργικού Συμβουλίου, οι οποίες αφορούν την εκπαίδευση των θρησκευτικών ομάδων και των μελών
τους.

9. Οι Σχολικές Εφορείες

105-110

Αναφορά στο θεσμό και τη νομοθεσία που διέπει τη Σχολική Εφορεία Αρμενικών Σχολείων και τη
Σχολική Εφορεία Μαρωνιτών, καθώς και λεπτομερής διαχρονική αναφορά στη σύνθεσή τους από το
1960 μέχρι και σήμερα.

10. Οι θρησκευτικές ομάδες στον κρατικό μηχανισμό

111-114

Συνοπτική αναφορά στη διαχρονική συμμετοχή των μελών των θρησκευτικών ομάδων στον ευρύτερο
δημόσιο τομέα.
Εικονογράφηση
114

11. Οι θρησκευτικές ομάδες στην Εθνική Φρουρά

115-116

Εκτενής αναδρομή στο ιστορικό της σχέσης των μελών των θρησκευτικών ομάδων με την Εθνική
Φρουρά, από την ίδρυσή της το 1964 μέχρι και σήμερα.

iii

12. Ευρωπαϊκές συμβάσεις και άλλα θέματα

117-121

Αναφορά στη Σύμβαση-Πλαίσιο για την Προστασία Εθνικών Μειονοτήτων, τον Ευρωπαϊκό Χάρτη
Περιφερειακών ή Μειονοτικών Γλωσσών και τις πρόνοιες που απορρέουν από αυτά, καθώς επίσης και
σε θέματα ενημέρωσης για τις θρησκευτικές ομάδες μέσα από έντυπα ή/και ηλεκτρονικά μέσα, στη
διοργάνωση συνεδρίων και στην επιχορήγηση προς ενίσχυση των αθλητικών σωματείων των
θρησκευτικών ομάδων.
Εικονογράφηση
121

13. Παραχώρηση γης και άλλων διευκολύνσεων προς τις θρησκευτικές ομάδες
Α. Αρμένιοι
Β. Μαρωνίτες
Γ. Λατίνοι

122-128
122-124
124-127
127-128

Εκτενής αναφορά σε Αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου και άλλες αποφάσεις ή ενέργειες οι οποίες
αφορούν την παραχώρηση γης και χρηματικών διευκολύνσεων προς τις θρησκευτικές ομάδες.

14. Ονομασίες οδών που έχουν σχέση με τις θρησκευτικές ομάδες

129-134

Καταγραφή και ταξινόμηση των διαφόρων οδών, οι οποίες έχουν σχέση με τις θρησκευτικές ομάδες,
είτε άμεσα είτε έμμεσα, και παροχή επιπρόσθετων πληροφοριών, όπου αυτό είναι δυνατό.

15. Διάφορα ζητήματα

135-136

Συνοπτική αναφορά σε προβλήματα τα οποία αφορούν τις θρησκευτικές ομάδες. Τα κυριότερα κοινά
προβλήματα είναι η απουσία ενός συντονιστικού οργάνου-διαμεσολαβητή ανάμεσα στις θρησκευτικές
ομάδες και το κράτος, η μέχρι τώρα έλλειψη ουσιαστικής εκπροσώπευσης των θρησκευτικών ομάδων
και εμπλοκής των Εκπροσώπων στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, καθώς και η ανάγκη για ενημέρωση
του ευρύτερου κυπριακού κοινού αναφορικά με τις θρησκευτικές ομάδες.

16. Επίλογος

137

Γενικά συμπεράσματα, τα οποία καταλήγουν στο γεγονός ότι η Κυπριακή Δημοκρατία υπήρξε
πρωτοπόρος στην προστασία των μειονοτήτων, δεδομένων πάντοτε των υφιστάμενων συνταγματικών
περιορισμών. Αντιδιαστολή της προσφοράς των γηγενών μειονοτήτων και των αλλοδαπών.

Βιβλιογραφία - Πηγές

138-153

Οργανωμένη και εκτενής βιβλιογραφία, στην οποία παρατίθενται βιβλία, άρθρα και άλλες πηγές, στις
οποίες μπορεί ο κάθε ενδιαφερόμενος να ανατρέξει για περισσότερες πληροφορίες όσον αφορά τη
διαχρονική παρουσία των θρησκευτικών ομάδων στην Κύπρο, τη συμβολή τους στην κυπριακή
πραγματικότητα, καθώς επίσης και τα νομικά και άλλα ζητήματα που τις αφορούν. Στη βιβλιογραφία
περιλαμβάνονται, επίσης, πηγές που αφορούν τις άλλες ιστορικές μειονότητες της Κύπρου (κυρίως τους
Εβραίους), καθώς και συλλογές κειμένων περιηγητών και επισκεπτών της Κύπρου, μέσα από τα κείμενα
των οποίων διαφαίνεται η παρουσία των θρησκευτικών ομάδων στον κυπριακό χώρο.
Εικονογράφηση
153

iv

Η Κυπριακη ∆ημοκρατια και
οι Θρησκευτικεσ Ομαδεσ
Αλέξανδρος-Μιχαήλ Χατζηλύρας
katoomba@cytanet.com.cy
1. Εισαγωγή
Η ύπαρξη εθνοτικών, γλωσσικών, πολιτιστικών ή θρησκευτικών μειονοτήτων στα πλαίσια ενός ευρύτερου
κράτους, είτε αυτό απαρτίζεται από μία μεγάλη εθνική πλειοψηφία είτε δύο ή περισσότερες μεγάλες εθνικές
πλειοψηφίες, είναι μια πραγματικότητα που υφίσταται στα πλείστα σύγχρονα κράτη εδώ και αιώνες.
Πολλές φορές δε, λέγεται πως η δημοκρατικότητα μιας πολιτείας διαφαίνεται από τον τρόπο με τον οποίο
αυτή διαχειρίζεται τις πιο αδύναμες ομάδες της, τις μειονότητες, οι οποίες μπορεί να είναι εθνικές,
γλωσσικές, θρησκευτικές ή άλλου είδους.
Στη μικρή μας Κύπρο ζουν και προσφέρουν, εδώ και αιώνες, οι συμπατριώτες μας Αρμενοκύπριοι,
Μαρωνιτοκύπριοι και Λατινοκύπριοι. Μαζί περάσαμε καλές και κακές στιγμές, μαζί βιώσαμε θεομηνίες
και ταραχές, μαζί ζήσαμε τις εξελίξεις που διαμόρφωσαν την Κύπρο του χθες και την Κύπρο του σήμερα.
Με την εγκαθίδρυση της Κυπριακής ∆ημοκρατίας, ορίστηκαν εφάπαξ και απαρεγκλίτως ως «θρησκευτικές
ομάδες», οι οποίες σε σχετικό δημοψήφισμα στις 13 Νοεμβρίου 1960 επέλεξαν να ανήκουν στην
ομόθρησκη ελληνοκυπριακή κοινότητα, σφραγίζοντας έτσι τη μετέπειτα τους πορεία.
Η εργασία αυτή αποτελείται από δύο μέρη. Το θεωρητικό μέρος εξετάζει τα ζητήματα της γλώσσας, της
ιστορίας, του πολιτισμού και της εκπαίδευσης, του συμβολισμού, του εθνικισμού και των μειονοτήτων.
Καλύπτει και αναφέρεται στις έννοιες του έθνους, της εθνότητας, του κράτους, της μειονότητας και του
έθνους-κράτους, αντλώντας στοιχεία από τους θεωρητικούς Benedict Anderson1, Thomas Eriksen2, Ernest
Gellner3, Eric Hobsbawm4, Umut Özkırımlı5 & Spyros Sofos6 και Anthony Smith7, ενώ γίνονται μικρής
έκτασης αναφορές στα έργα των Ziya Gökalp8, Miroslav Hroch9, Elie Kedourie10, Claude Lévi-Strauss11,
John Stuart Mill12, Ernest Renan13, Joseph Stalin14 και Max Weber15.

1. Ο Benedict Richard O’Gorman Anderson (Κίνα, 1936) είναι Ιρλανδός πολιτικός και ιστορικός επιστήμονας,
καθώς και επίτιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Cornell στη Νέα Υόρκη.
2 Ο Thomas Hylland Eriksen (Νορβηγία, 1962) είναι Νορβηγός κοινωνικός ανθρωπολόγος και συνεργάτης
καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Όσλο στη Νορβηγία. Δραστηριοποιείται, επίσης, στην τοπική πολιτική.
3. Ο Ernest André Gellner (Γαλλία, 1925-Τσεχία, 1995) ήταν Τσέχος φιλόσοφος και κοινωνικός ανθρωπολόγος
εβραϊκής καταγωγής. Υπήρξε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, το London School of Economics και το
Πανεπιστήμιο του Cambridge.
4. Ο Eric John Ernest Hobsbawm (Σουλτανάτο της Αιγύπτου, 1917-Ηνωμένο Βασίλειο, 2012) ήταν Βρετανός
μαρξιστής ιστορικός, δημόσιος διανοούμενος και συγγραφέας εβραϊκής καταγωγής. Ήταν ο Πρόεδρος του Κολλεγίου
Birkbeck του Πανεπιστημίου του Cambridge. Υπήρξε, επίσης, δραστήριος στον κομμουνιστικό ιδεολογικό χώρο.
5. Ο Umut Özkırımlı (Τουρκία, 1970) είναι Τούρκος πολιτικός επιστήμονας και επίκουρος καθηγητής στο
Πανεπιστήμιο Bilgi της Κωνσταντινούπολης.
6. Ο Spyros Sofos [Σπύρος Σοφός (Ελλάδα, 1963)] είναι Έλληνας κοινωνικός επιστήμονας και συνεργάτης
καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Kingston του Λονδίνου.
7. Ο Anthony D. Smith (Μεγάλη Βρετανία, 1939) είναι Βρετανός κοινωνιολόγος και επίτιμος καθηγητής στο
London School of Economics. Είναι ο θεμελιωτής της σχολής σκέψης του εθνοσυμβολισμού, η οποία τονίζει τη
σημασία των συμβόλων, των μύθων, των αξιών και των παραδόσεων στη διαμόρφωση και διατήρηση του σύγχρονου
έθνους.
8. Ο Mehmet Ziya Gökalp [‫( محمد ضياء كوكألب‬Οθωμανική Αυτοκρατορία, 1876-Τουρκία, 1924)] ήταν Τούρκος
κοινωνιολόγος, συγγραφέας, ποιητής και πολιτικός ακτιβιστής. Το έργο του επηρέασε ιδιαίτερα τη διαμόρφωση της
ιδεολογίας του κεμαλισμού, η οποία - βασισμένη στο ρεαλισμό και τον πραγματισμό - ασπάζεται το
ρεπουμπλικανισμό, τον εθνικισμό, την εκκοσμίκευση, το λαϊκισμό, τον κρατισμό και την επαναστατικότητα.

1

Το δεύτερο μέρος, το οποίο και αποτελεί το κυρίως θέμα της εργασίας αυτής, εξετάζει τη σχέση που έχει η
Κυπριακή ∆ημοκρατία με τις θρησκευτικές ομάδες: μετά από μια σύντομη ιστορική αναδρομή στον
πολυπολιτισμικό χαρακτήρα και τη διοίκηση της Κύπρου - όπου παρατίθενται εν συντομία διάφορα
ενδιαφέροντα στοιχεία -, μια συνοπτική αναφορά στη νομική πτυχή και την εκπροσώπευση των
θρησκευτικών ομάδων και μια παρουσίαση της κάθε μιας από τις τρεις θρησκευτικές ομάδες, γίνεται
σύντομη μνεία στο καθεστώς την θρησκευτικών ομάδων μέχρι το 1960. Στη συνέχεια, μελετάται το
Σύνταγμα του 1960 και οι συνταγματικές πρόνοιες που αφορούν τις θρησκευτικές ομάδες· έπειτα
αναλύονται οι συνταγματικές και νομικές πρόνοιες που αφορούν τις Εκκλησίες των θρησκευτικών ομάδων·
ύστερα εξετάζεται η Εκπροσώπηση των θρησκευτικών ομάδων. Στη συνέχεια, αναλύεται η συμβολή της
Κυπριακής ∆ημοκρατίας στην εκπαίδευση των θρησκευτικών ομάδων, τα θέματα Σχολικών Εφορειών, η
συμμετοχή των θρησκευτικών ομάδων στον κρατικό μηχανισμό, η σχέση των θρησκευτικών ομάδων με την
Εθνική Φρουρά και μετέπειτα οι ευρωπαϊκές συμβάσεις και άλλα θέματα, η παραχώρηση γης και άλλων
διευκολύνσεων, οι ονομασίες οδών που έχουν σχέση με τις θρησκευτικές ομάδες, καθώς και διάφορα
ζητήματα που αφορούν τις θρησκευτικές ομάδες. Στο τέλος, παρατίθεται εκτενής βιβλιογραφία, η οποία
καλύπτει τόσο το θεωρητικό όσο και το ουσιαστικό μέρος, στην οποία ο κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί να
ανατρέξει για περισσότερες πληροφορίες που αφορούν τις θρησκευτικές ομάδες.
Για σκοπούς εύκολης ανάγνωσης και κατανόησης, αλλά και συνεχούς ροής του κειμένου, τα αποσπάσματα
του Συντάγματος και τα τμήματα της νομοθεσίας που ήταν γραμμένα στην καθαρεύουσα ή αρχαΐζουσα
γλώσσα μεταφέρθηκαν στη δημοτική, ενώ τα αποσπάσματα των πηγών που ήσαν γραμμένα στην
Αγγλική γλώσσα μεταφράστηκαν στη Νέα Ελληνική γλώσσα. Παρά τις προσπάθειες για την όσο το
δυνατό καλύτερη ορθογραφική, συντακτική και εκφραστική εμφάνιση του κειμένου, είναι αναπόφευκτο να
υπάρχουν κάποιες αβλεψίες στο μνημειώδες έργο αυτό έκτασης πέραν των 95.000 λέξεων, για τις οποίες
ο γράφων απολογείται εκ των προτέρων.
Στο σημείο αυτό, επιθυμώ να ευχαριστήσω όλους όσους συνέβαλαν στη συγγραφή αυτής της εργασίας, η
οποία θέλω να πιστεύω πως εξετάζει διεξοδικά ένα τόσο ενδιαφέρον αλλά άγνωστο για πολλούς θέμα.
Πρώτα απ’ όλα, ευχαριστώ το σύμβουλο καθηγητή μου, Σταύρο Τομπάζο, που με ενθάρρυνε και μου έδωσε
τις κατευθυντήριες γραμμές για να προχωρήσω, ύστερα την οικογένειά μου που με στήριξε στην
προσπάθειά μου αυτή, αλλά και τον πρώην καθηγητή μου, Μανώλη Αλεξάκη, που πρώτος μου έδωσε την
ιδέα να γράψω για το θέμα αυτό. Επίσης, θα ήθελα να ευχαριστήσω τον πρώην συμφοιτητή μου και
9.

Ο Miroslav Hroch (Τσεχοσλοβακία, 1932) είναι Τσέχος ιστορικός και πολιτικός θεωρητικός, καθώς και
καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου στην Πράγα.
10. Ο Elie Kedourie (Βρετανική Μεσοποταμία, 1926-Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, 1992) ήταν Βρετανός ιστορικός
εβραϊκής καταγωγής. Υπήρξε καθηγητής στο London School of Economics, καθώς επίσης και ο ιδρυτής και
αρχισυντάκτης του επιστημονικού περιοδικού Middle Eastern Studies.
11. Ο Claude Lévi-Strauss (Βέλγιο, 1908-Γαλλία, 2009) ήταν Γάλλος δομιστής ανθρωπολόγος και εθνολόγος εβραϊκής
καταγωγής. Υπήρξε επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Σάο Πάολο στη Βραζιλία. Θεωρείται, μαζί με τον
James George Frazer, ο πατέρας της σύγχρονης ανθρωπολογίας και υπήρξε μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας.
12. Ο John Stuart Mill (Μεγάλη Βρετανία, 1806-Γαλλία, 1873) ήταν Βρετανός φιλόσοφος και οικονομολόγος. Υπήρξε
φιλελεύθερος Βουλευτής για το Westminster και Πρύτανης του Πανεπιστημίου του Αγίου Ανδρέα στη Σκωτία. Υπήρξε
υποστηρικτής του ωφελιμισμού (θεωρία, σύμφωνα με την οποία η ηθική ορθότητα των πράξεων κρίνεται από τις
συνέπειές τους) και σημαντική φυσιογνωμία στην πολιτική φιλοσοφία του φιλελευθερισμού.
13. Ο Ernest Renan (Γαλλική Αυτοκρατορία, 1823-Γαλλία, 1892) ήταν Γάλλος φιλόσοφος, λόγιος και συγγραφέας,
ειδήμονας των αρχαίων γλωσσών και πολιτισμών της Μέσης Ανατολής.
14. Ο Joseph Vissarionovich Stalin [Иосиф Виссарионович Сталин/იოსებ ბესარიონის ძე სტალინი (Ρωσσική
Αυτοκρατορία, 1878-Σοβιετική Ένωση, 1953)] ήταν μπολσεβίκος επαναστάτης κατά την οκτωβριανή επανάσταση και
ο πρώτος Γενικός Γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κεντρικής Επιτροπής της Σοβιετικής Ένωσης
(1922-1952). Υπήρξε ολοκληρωτικός ηγέτης και μετέτρεψε τη Σοβιετική Ένωση σε ένα ισχυρό, σύγχρονο και
βιομηχανοποιημένο έθνος, προκαλώντας ωστόσο εκατομμύρια θανάτους. Η ιδεολογία του έγινε γνωστή ως
σταλινισμός, ο οποίος χαρακτηρίζεται από τεράστια γραφειοκρατία και τη χρήση του τρόμου για την αντιμετώπιση
κοινωνικών και πολιτικών προβλημάτων.
15. Ο Karl Emil Maximilian Weber (Πρωσσία, 1864-Γερμανία, 1920) ήταν Γερμανός κοινωνιολόγος και πολιτικός
οικονομολόγος. Υπήρξε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Freiburg και στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης.
Επηρέασε βαθιά την κοινωνική θεωρία, την κοινωνική έρευνα και την επιστήμη της κοινωνιολογίας. Μαζί με τον
Émile Durkheim και τον Karl Marx, θεωρείται ο κύριος αρχιτέκτονας της σύγχρονης πολιτικής επιστήμης.

2

σήμερα Αναπληρωτή Κυβερνητικό Εκπρόσωπο, Χρίστο Χριστοφίδη, καθώς και το Θεοφάνη Θεοφάνους
και την Αγνή Τσίγκου, από τη Γραμματεία του Υπουργικού Συμβουλίου, που μου παρείχαν κάθε βοήθεια
στην εξεύρεση ή/και εξασφάλιση αντιγράφων των σχετικών Αποφάσεων του Υπουργικού Συμβουλίου16·
την ανώτερη λειτουργό του Τμήματος Στατιστικής και Ερευνών και τη βιβλιοθηκονόμο του Υπουργείου
Οικονομικών, Μυρούλλα Μαππούρα, που με διευκόλυναν στη μελέτη των απογραφών πληθυσμού ή/και
των τόμων της Επίσημης Εφημερίδας της ∆ημοκρατίας17 και της Cyprus Gazette18· τη βιβλιοθηκονόμο της
Βουλής των Αντιπροσώπων, Έλενα Μακρυγιώργη, που με διευκόλυνε στη μελέτη των τόμων των
Πρακτικών της Βουλής των Αντιπροσώπων, καθώς επίσης και το δικηγόρο και συνταγματολόγο Αχιλλέα
Αιμιλιανίδη, ο οποίος με κατατόπισε δεόντως σε αρκετά νομικά σημεία. Ευχαριστώ, επίσης, τη διεύθυνση
και το προσωπικό του Κρατικού Αρχείου, της Βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου Κύπρου, της Κυπριακής
Βιβλιοθήκης και της Βιβλιοθήκης του Ιδρύματος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ’ για τις διευκολύνσεις και
την εξυπηρέτηση που μου παρείχαν.
Ένα μεγάλο ευχαριστώ θεωρώ πως οφείλω στους τρεις Εκπροσώπους των θρησκευτικών ομάδων, κο
Βαρτκές Μαχτεσιάν, κο Αντώνη Χ” Ρούσο και κο Μπενίτο Μαντοβάνι, οι οποίοι - μαζί με τις τέως και
νυν συνεργάτιδές τους - Ναϊρί Μουρατιάν, Γαβριέλλα Πετρίδου, Στάλω Νικολάου, Μαριάννα
Φραγκέσκου και Σαλώμη Αχιλλέως, μου παρείχαν κάθε δυνατή βοήθεια στην έρευνά μου, με παρέπεμψαν
στα κατάλληλα άτομα και μου έδωσαν πολύτιμες πληροφορίες για τις κοινότητές τους. Επίσης, θεωρώ ότι
η ευγενής χειρονομία των τριών Εκπροσώπων να αναλάβουν από κοινού το οικονομικό σκέλος της εν
λόγω έκδοσης αποτελεί έμπρακτη αναγνώριση του έργου μου, γι’ αυτό και τους ευχαριστώ ιδιαίτερα. Μια
τέτοια έκδοση σίγουρα αποτελεί σταθμό στις εκδόσεις που αφορούν τις θρησκευτικές ομάδες.
16.

Σύμφωνα με το Άρθρο 57 του Συντάγματος, η δημοσίευση ή όχι μιας Απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου
εναπόκειται στο ίδιο το Υπουργικό Συμβούλιο και, όπως ορίζει η πρακτική, γίνεται στο Παράρτημα Τέταρτο/Μέρος Ι.
Ωστόσο, για λόγους που δεν είναι κατανοητοί σε εμάς, αρκετές Αποφάσεις - των οποίων η δημοσίευση δεν θα έβλαπτε
το δημόσιο συμφέρον (π.χ. ο διορισμός των Σχολικών Εφορειών των Αρμενικών Σχολείων κατά την περίοδο 19651979) - δεν δημοσιεύονται ή δημοσιεύονται σε άλλο Παράρτημα, χωρίς το σχετικό αριθμό της Απόφασης, ενώ σε
μερικές περιπτώσεις κάποιες Αποφάσεις δημοσιεύονται με αργοπορία αρκετών μηνών. Αυτό οφείλεται στο γεγονός
ότι, από τη στιγμή που λαμβάνεται μια Απόφαση και δεν υπάρξει αναπομπή της από τον Πρόεδρο εντός τεσσάρων (4)
ημερών από την κοινοποίησή της στο Γραφείο του, η Απόφαση τίθεται σε ισχύ και το Υπουργικό Συμβούλιο δεν έχει
υποχρέωση να την δημοσιεύσει. Αντιθέτως, σύμφωνα με το Άρθρο 82 του Συντάγματος, οι Νόμοι και οι Αποφάσεις της
Βουλής των Αντιπροσώπων τίθενται σε ισχύ από την ημερομηνία που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της
Δημοκρατίας, εκτός και αν ορίζεται διαφορετική ημερομηνία στο δημοσιευμένο Νόμο ή Απόφαση.
17. Η Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας περιέχει πράξεις και αποφάσεις των δημοσίων αρχών. Όπως
έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια, εκδίδεται τακτικά κάθε Παρασκευή και έκτακτα όταν το απαιτούν οι ανάγκες
και αποτελείται από το Κύριο Μέρος (Τμήμα Α’: Πρόεδρος, διορισμοί, αποσπάσεις, προαγωγές, αφυπηρετήσεις, κενές
θέσεις, υποτροφίες, εξετάσεις κτλ, Τμήμα Β’: Διάφορα και Τμήμα Γ’: Προσφορές) και τα Παραρτήματα [Παράρτημα
Πρώτο/Μέρος Ι: Νόμοι (γενική νομοθεσία), Παράρτημα Πρώτο/Μέρος ΙΙ: Νόμοι (κρατικός προϋπολογισμός,
προϋπολογισμοί ημικρατικών οργανισμών, συμπληρωματικοί προϋπολογισμοί), Παράρτημα Πρώτο/Μέρος ΙΙΙ:
Κυρωτικοί Νόμοι (διεθνείς και άλλες συμφωνίες), Παράρτημα Δεύτερο/Μέρος Ι: Διαδικαστικοί Κανονισμοί του
Ανωτάτου Δικαστηρίου και Κανονισμοί της Βουλής των Αντιπροσώπων, Παράρτημα Δεύτερο/Μέρος ΙΙ: Γνωματεύσεις
και Αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Παράρτημα Τρίτο/Μέρος Ι: Κανονιστικές Διοικητικές Πράξεις,
Παράρτημα Τρίτο/Μέρος ΙΙ: Ατομικές Διοικητικές Πράξεις, Παράρτημα Τέταρτο/Μέρος Ι: Αποφάσεις Υπουργικού
Συμβουλίου, Παράρτημα Τέταρτο/Μέρος ΙΙ: Αποφάσεις Βουλής των Αντιπροσώπων, Παράρτημα Πέμπτο/Μέρος Ι:
Ομόρρυθμες και Ετερόρρυθμες Εταιρείες και Εμπορικές Επωνυμίες, Παράρτημα Πέμπτο/Μέρος ΙΙ: Α. Εμπορικά
Σήματα - Διεθνή Εμπορικά Σήματα, Β. Διπλώματα Ευρεσιτεχνίας (Εθνικά και Ευρωπαϊκά), Γ. Βιομηχανικά Σχέδια
και Υποδείγματα και Δ. Ονομασίες Προέλευσης και Γεωγραφικές Ενδείξεις Γεωργικών Προϊόντων ή Τροφίμων,
Παράρτημα Πέμπτο/Μέρος ΙΙΙ: Ανάληψη Εγγράφων, Παράρτημα Έκτο: Νομοσχέδια και Προτάσεις Νόμου,
Παράρτημα Έβδομο: Διεθνείς Συμφωνίες και Παράρτημα Όγδοο: Σχέδια Υπηρεσίας]. Στο παρελθόν, στο Παράρτημα
Πρώτο/Μέρος ΙΙ δημοσιεύονταν οι Νόμοι της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης και στο Παράρτημα Πρώτο/Μέρος ΙΙΙ
δημοσιεύονταν οι Νόμοι της Τουρκικής Κοινοτικής Συνέλευσης, το Παράρτημα Τρίτο και το Παράρτημα Πέμπτο ήσαν
ενιαία και δεν διαχωρίζονταν σε μέρη, ενώ στο Παράρτημα Τέταρτο/Μέρος ΙΙΙ δημοσιεύονταν οι Αποφάσεις της
Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης και στο Παράρτημα Τέταρτο/Μέρος ΙV δημοσιεύονταν οι Αποφάσεις της Τουρκικής
Κοινοτικής Συνέλευσης.
18. H Cyprus Gazette, όπως και η Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας, περιείχε πράξεις και αποφάσεις
των δημοσίων αρχών. Όπως διαμορφώθηκε τα τελευταία χρόνια της κυκλοφορίας της, εκδιδόταν τακτικά κάθε Τρίτη
και έκτακτα όταν το απαιτούσαν οι ανάγκες και αποτελείτο από το κυρίως μέρος (χωρίς ιδιαίτερη ονομασία), το
Supplement No. 2 (Legislation - Statute Laws of Cyprus), το Supplement No. 2A (Imperial Legislation), το
Supplement No. 3 (Subsidiary Legislation), το Supplement No. 4 (Companies, partnerships, business names and
trade unions) και το Supplement No. 5 (Bills).

3

Θα ήθελα, επίσης, να ευχαριστήσω τα πολυάριθμα μέλη των θρησκευτικών ομάδων, τους συμπατριώτες
μας Αρμενοκύπριους, Μαρωνιτοκύπριους και Λατινοκύπριους, οι οποίοι - μέσω της στενής και εντατικής
επαφής που είχαμε - μου υπέδειξαν σημεία που χρήζουν διερεύνησης και πρόθυμα μου παρείχαν
ανεκτίμητης αξίας πληροφορίες για τις κοινότητές τους. Ιδιαίτερα ευχαριστώ τους Αρτίν Αϊβαζιάν, Βαχάν
Αϊνετζιάν, ∆ρ. Αντρανίκ Αστζιάν, Αναχίτ Εσκιτζιάν, Μάγκυ Εσκιτζιάν, Ναζαρέτ Καλφαγιάν, Ελίζ
Κεσισιάν, Μπαρέτ Κουγιουμτζιάν, Μιχράν Μπογιατζιάν, Χακόπ Μποχτζελιάν, Αρής & Έλση
Ουτιτζιάν, Βαρτάν Ταστζιάν και Χράιρ Τζεμπετζιάν, για τη μετάφραση από διάφορες αρμενικές πηγές.
Εδώ να σημειώσω ότι, αν και η συγγραφή της διπλωματικής αυτής εργασίας ξεκίνησε το Νοέμβριο του
2009, η μελέτη για τα θέματα των θρησκευτικών ομάδων ξεκίνησε από το Μάρτιο του 2008 και
συνεχίζει, αδιάλειπτη, μέχρι και σήμερα. Η διαρκής ευχή μου είναι η εργασία μου αυτή να αποτελέσει το
έναυσμα για περαιτέρω έρευνα της θαυμαστής ιστορίας των θρησκευτικών ομάδων στην Κύπρο και της
σημαντικής συνεισφοράς τους στην ευρύτερη κυπριακή κοινωνία, και να συμβάλει στη μείωση της άγνοιας
που επικρατεί σχετικά με το θέμα αυτό. Θα ήθελα να σημειώσω στην εισαγωγή την τεκμηριωμένη άποψη
ότι η Κυπριακή ∆ημοκρατία, αν και σχετικά νεοσύστατο κράτος, υπήρξε και συνεχίζει να είναι
πρωτοπόρος και πρωτοστάτης στην προστασία και τη στήριξη των μειονοτήτων της, παρά τα πολλαπλά
προβλήματα που της δημιούργησε η τουρκοκυπριακή ανταρσία του 1963-1964, η τουρκική εισβολή του
1974 και η συνεχιζόμενη κατοχή σημαντικού τμήματος της έκτασής της.
Το ζητούμενο στο κυπριακό παράδειγμα δεν είναι τόσο η βελτίωση της θέσης των θρησκευτικών ομάδων,
όσο η διάδοση της γνώσης γι’ αυτές, κάτι το οποίο προωθεί και η επικείμενη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση
του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού. Το πρόβλημα είναι ότι, ενώ όλοι μας γνωρίζουμε πως στο νησί
μας υπάρχουν - εκτός από τους Ελληνοκύπριους, τους Τουρκοκύπριους, τους Βρετανούς και τους μετανάστες
- οι Αρμένιοι, οι Μαρωνίτες και οι Λατίνοι, ελάχιστοι γνωρίζουν την ιστορία και τη συνεισφορά τους
στην ευρύτερη κυπριακή πραγματικότητα· το τραγικό είναι ότι, συχνά, ούτε και τα ίδια τα μέλη των ομάδων
αυτών δεν έχουν επαρκή γνώση για τα θέματα αυτά. Καλό θα ήταν, στο άμεσο μέλλον, να δημοσιευθεί
ένας συλλογικός τόμος και να δημιουργηθεί ένα είδος μουσείου ή εκθεσιακού χώρου, αφιερωμένου στην
ιστορία και τη συμβολή των τριών θρησκευτικών ομάδων στο ευρύτερο κυπριακό γίγνεσθαι.
Μεγάλη λύπη θα πρέπει να εκφράσουμε για το γεγονός ότι, ακριβώς λόγω της έλλειψης γραπτών και
προσπελάσιμων πηγών, αλλά και της μη επαρκούς έρευνας σε παρεμφερείς πηγές, μοιραία και
αναπόφευκτα έχουν χαθεί ή ξεχαστεί κάποιες πληροφορίες που αφορούν πτυχές των θρησκευτικών
ομάδων. Αυτό είναι εμφανέστερο στη λατινική κοινότητα και, σε λιγότερο βαθμό, στη μαρωνιτική
κοινότητα· αντιθέτως, η αρμενική κοινότητα παρουσιάζει μεγαλύτερο αριθμό πρωτογενών πηγών.
Επομένως, ένας από τους σκοπούς της εργασίας αυτής είναι και η καταγραφή της ιστορίας των
θρησκευτικών ομάδων για τις επερχόμενες γενεές, με την ελπίδα ότι οι μελλοντικοί ιστορικοί θα
συμπληρώσουν τα κενά και θα διορθώσουν τις όποιες αβλεψίες και ανακρίβειες υπάρχουν.
Η ψηφιοποίηση σημαντικού μέρους του αρχείου εφημερίδων του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών
(περίοδος 1878-2003), θα πρέπει να τύχει εκμετάλλευσης από ιστορικούς και κοινωνικούς μελετητές,
αναδεικνύοντας έτσι διάφορα στοιχεία για τις θρησκευτικές ομάδες και την παρουσία τους στο ευρύτερο
κυπριακό σύνολο. Πιθανότατα δε θα μπορέσουμε να αποκτήσουμε λεπτομέρειες και πληροφορίες που
σήμερα είναι ξεχασμένες ή χαμένες, όχι μόνο για τους Αρμένιους, τους Μαρωνίτες και τους Λατίνους,
αλλά και για τις άλλες εθνοτικές/θρησκευτικές μειονότητες που ζουν ή έζησαν στην Κύπρο.
Ένα τελευταίο ζήτημα αφορά την ονομασία των θρησκευτικών ομάδων. Το 1960 υπήρχαν Έλληνες και
Τούρκοι της Κύπρου, σήμερα υπάρχουν Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι. Παρομοίως, το 1960 υπήρχαν
Αρμένιοι, Μαρωνίτες και Λατίνοι της Κύπρου, ονομασίες που δυστυχώς έχουν διατηρηθεί μέχρι σήμερα
από την πολιτεία, αλλά και τον κόσμο. Πιστεύω πως θα πρέπει, επιτέλους, να ονομαστούν και επίσημα
Αρμενοκύπριοι, Μαρωνιτοκύπριοι και Λατινοκύπριοι, ενισχύοντας έτσι το συναίσθημα στους ίδιους αλλά
και τους υπόλοιπους Κύπριους ότι είναι και αυτοί εξίσου Κύπριοι με τους Ελληνοκύπριους και τους
Τουρκοκύπριους, που όλοι μαζί αποτελούμε αναπόσπαστο κομμάτι της κοινής μας πατρίδας, της Κύπρου.
4

2. Θεωρητικό υπόβαθρο
α. Εισαγωγή
Στη σημερινή εποχή επικρατεί, σε ανατολικές κυρίως χώρες, η αντίληψη ότι η ύπαρξη
των εθνών είναι φυσικό φαινόμενο και πως αυτά υπήρχαν από την αρχή της
ανθρωπότητας. Τόσο ενσωματωμένη είναι μέσα μας η νοοτροπία αυτή, που αυτόματα
αυτοπροσδιοριζόμαστε με εθνικούς όρους και μάλιστα αισθανόμαστε υπαρξιακή κρίση
όταν αυτό δεν είναι δυνατό19. Ωστόσο, όπως θα δούμε στη συνέχεια, η εθνικότητα
μάλλον αυθαίρετα καθορίζεται, γι’ αυτό και σπάνια θα δούμε δύο εθνικισμούς να
ταυτίζονται. Επιπλέον, με τη δημιουργία κατά τους τελευταίους αιώνες των εθνικών
κρατών ή των εθνών-κρατών, αναπόφευκτα αυτά περικλείουν και ομάδες ατόμων που
δεν “ανήκουν” στο ίδιο έθνος με την πλειοψηφία των κατοίκων του κράτους
(μειονότητες), ενώ παράλληλα υπάρχουν περιπτώσεις όπου μέλη ενός έθνους δεν
κατοικούν εντός των ορίων του κράτους του (Διασπορά). Εξετάζοντας την κοσμοθεωρία
του εθνικισμού, ανακαλύπτουμε - για κάποιους απροσδόκητα - πως ο καταμερισμός του
κόσμου σε έθνη δεν είναι ούτε φυσικός, ούτε πανάρχαιος.
β. Γλώσσα
Μελετώντας την αγροτική κοινωνία, παρατηρούμε ότι ο αλφαβητισμός20 ήταν κτήμα μόνο
μιας συγκεκριμένης μειοψηφίας (λογιστές, φοροεισπράκτορες, κληρικοί, νομοθέτες,
διοικητικοί κτλ), δημιουργώντας ένα τεράστιο χάσμα ανάμεσα στους κατέχοντες και τους
μη κατέχοντες τη γραφή. Η μειοψηφία αυτή κυβερνούσε τις μάζες των
αγροτοπαραγωγών, χωρίς να υπάρχει απαίτηση ή ελπίδα για πολιτισμική ομοιογένεια
(Gellner, 1992: 25-29). Αντίθετα με τη σημερινή εποχή, στις αγροτικές κοινωνίες «το
ιδεώδες μιας μοναδικής κυρίαρχης πολιτισμικής ταυτότητας δεν έχει και πολύ νόημα»
(Gellner, 1992: 33)21, αφού «σε μια παραδοσιακή κοινωνική οργάνωση, οι γλώσσες του
κυνηγιού, της συγκομιδής, των ποικίλων τελετουργικών, της αίθουσας συμβουλίων, της
κουζίνας ή του χαρεμιού, σχηματίζουν όλες αυτόνομα συστήματα» (Gellner, 1992: 47, βλ.
και Eriksen, 1993: 104). Είναι δε ιδιαίτερα ενδιαφέρον ότι στις αγροτικές κοινωνίες
συναντούμε είτε τοπικές πόλεις-κράτη ή χωριά είτε τεράστιες Αυτοκρατορίες· εκ των
πραγμάτων, ούτε το ένα ούτε και το άλλο κρατικό μόρφωμα δεν θα μπορούσε να
ισχυριστεί ότι περιέχει αποκλειστικά έναν πολιτισμό, αφού οι μεν αυτοδιοικούμενες
κοινότητες είναι πολύ μικρές για έναν ολόκληρο πολιτισμό, οι δε τεράστιες
Αυτοκρατορίες είναι πολύ αχανείς για μόνο έναν πολιτισμό.
Μεταβαίνοντας στη βιομηχανική κοινωνία, το ζήτημα της ομογενοποίησης - και ιδιαίτερα
της ομογενοποίησης της γλώσσας - μεταβάλλεται σε ένα πολύ σημαντικό θέμα, αφού
«προϋποτίθεται πως όλες οι αναφορικές χρήσεις της γλώσσας αναφέρονται εν τέλει σε
ένα συνεκτικό κόσμο και είναι δυνατόν να αναχθούν σε ένα ενιαίο ιδίωμα· και πως είναι
νόμιμο να αλληλοσχετίζονται» (Gellner, 1992: 47). Με τη μετακίνηση των χωρικών από
τις τοπικές κοινωνίες, με τις τοπικές διαλέκτους και τις τοπικές εκφάνσεις πολιτισμού,
στα μεγάλα αστικά κέντρα, «η παλαιά σταθερότητα της δομής των κοινωνικών ρόλων
19. Χαρακτηριστικός είναι ο διάλογος της Neela Rasgotra (φοιτήτριας ιατρικής με καταγωγή από το Punjab της
Ινδίας, η οποία μεγάλωσε στο Λονδίνο, είναι Σιχ και σπουδάζει για χρόνια στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν) με τους
συναδέλφους της στο νοσοκομείο του Σικάγο: -«Δεν είμαι Ινδή, δεν είμαι Βρετανή, δεν είμαι Αμερικάνα…» -«Τότε τι
στο καλό είσαι», -«Ε, λοιπόν, αυτό είναι ένα ερώτημα, δεν είναι;» (Σειρά ER, σαιζόν 10, επεισόδιο 9 “Missing”).
20. Ο όρος “literacy” άλλοτε μεταφράζεται ως αλφαβητισμός και άλλοτε ως εγγραμματοσύνη. Εδώ χρησιμοποιείται με
την παραδοσιακή του έννοια, δηλαδή την ικανότητα γραφής και ανάγνωσης.
21. Θα πρέπει, ωστόσο, να παρατηρήσουμε ότι - όπως και στη νεώτερη εποχή - υπήρξαν περιπτώσεις όπου μία
συγκεκριμένη διάλεκτος (συνήθως, η διάλεκτος της πρωτεύουσας) καθιερώθηκε στα διοικητικά και εκκλησιαστικά
έγγραφα για διευκόλυνση της επικοινωνίας, π.χ. η περίπτωση της Κίνας, όπου μέχρι και σήμερα βρίθει από μη
αμοιβαία κατανοητές τοπικές διαλέκτους, με τη Μανδαρινική ή η περίπτωση της Αυτοκρατορίας του Μεγάλου
Αλέξανδρου, με την Ελληνιστική Κοινή.

5

είναι απλούστατα ασύμβατη με την αύξηση και την καινοτομία» (Gellner, 1992: 52), μια
απαγορευτική αντίφαση για μια κοινωνία που «έχει στηρίξει την ύπαρξή της σε μια
παρατεταμένη και αέναη ανάπτυξη, μια προσδοκώμενη και συνεχή βελτίωση … [και] που
εφηύρε την έννοια και το ιδεώδες της προόδου, της συνεχούς βελτίωσης» (Gellner, 1992:
48). Επιπλέον, «όσο περισσότερο αυτό το έθνος υποστήριζε ότι είναι ένα και ιδιαίτερο,
τόσο περισσότερα προβλήματα δημιουργούσε η ετερογένεια μέσα σε αυτό» (Hobsbawm,
1994: 37), γι’ αυτό άλλωστε και ειδικά οι παλαιοί εθνικισμοί (γαλλικός, αμερικανικός και
ελληνικός) έδωσαν και δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην ομιλία της ίδιας γλώσσας από όλα
τα μέλη τους.
Η ταύτιση του κράτους με το έθνος καθιστούσε αναγκαία τη χρήση μιας εθνικής
γλώσσας, αφού «τόσο η άμεση διοίκηση ενός τεράστιου αριθμού πολιτών από τις
σύγχρονες κυβερνήσεις, όσο και η τεχνική και οικονομική ανάπτυξη απαιτούσαν κάτι
τέτοιο, διότι καθιστούσαν επιθυμητή τη βασική εκπαίδευση όλων» (Hobsbawm, 1994:
134, βλ. και Eriksen, 1993: 104). Η ανάγκη για γλωσσική ομοιομορφία φαίνεται να
δημιουργείται από «την κλίμακα δράσης των λειτουργιών του κράτους, καθώς και από
την ανάγκη του για άμεση επαφή με τους πολίτες του» (Hobsbawm, 1994: 134). Έτσι, στο
βωμό της ανάπτυξης και της προόδου, (συνήθως) επιλέγεται μία μόνο γλώσσα για την
εκπαίδευση και το κράτος, παραμερίζοντας σταδιακά τις διάφορες τοπικές γλώσσες και
απομονώνοντάς τες στην ιδιωτική σφαίρα της επικοινωνίας.
Ο Ernest Gellner θεωρεί πως «αποδεκτό κριτήριο πολιτισμού θα μπορούσε να θεωρηθεί η
γλώσσα, ως ικανή τουλάχιστον, αν όχι αναγκαία, λυδία λίθος του» (Gellner, 1992: 86).
Ταυτόχρονα, όμως, αναγνωρίζει ότι δεν είναι απόλυτο αυτό, αφού «ένα είδος διαφοράς…
μπορεί να γεννήσει έναν “εν δυνάμει εθνικισμό”… [και] τότε ο αριθμός των εν δυνάμει
εθνικισμών αυξάνεται κατακόρυφα» (Gellner, 1992: 86), παρατηρώντας μάλιστα ότι «οι
διάφορες σλαβονικές, τευτονικές και ρομανικές γλώσσες δεν διαφέρουν, στην
πραγματικότητα, μεταξύ τους περισσότερο απ’ όσο διαφέρουν αλλού οι απλές διάλεκτοι
αυτών που συμβατικά θεωρούνται ως ενιαίες γλώσσες» και πως «οι σλαβικές γλώσσες,
για παράδειγμα, μάλλον μοιάζουν μεταξύ τους πολύ περισσότερο απ’ όσο μοιάζουν οι
διάφορες μορφές της καθομιλουμένης αραβικής (sic), η οποία θεωρείται ως ενιαία
γλώσσα» (Gellner, 1992: 86). Ο Thomas Eriksen επεκτείνει το σημείο αυτό, αναφέροντας
ότι «τα Σουηδικά, [τα] Δανέζικα και [τα] Νορβηγικά είναι στενά συγγενικές γλώσσες.
Οφείλουμε το γεγονός ότι θεωρούνται τρεις διαφορετικές και όχι παραλλαγές μιας κοινής
σκανδιναβικής γλώσσας στον εθνικισμό» (Eriksen, 1993: 104).
Γιατί, όμως, αυτή η εμμονή με τη γλώσσα; Η απάντηση, κατά τον Benedict Anderson,
είναι προφανής και αφανής, ταυτόχρονα: «δεν υπάρχει τίποτα που να μας συνδέει
συναισθηματικά με τους νεκρούς όσο η γλώσσα» (Anderson, 1997: 216). Ωστόσο, ο Eric
Hobsbawm διατείνεται ότι «σε αντίθεση προς τον εθνικιστικό μύθο, η γλώσσα ενός λαού
δεν είναι η βάση της εθνικής συνείδησης» (Hobsbawm, 1994: 157). Θεωρεί πως «οι
περισσότεροι μελετητές σήμερα θα συμφωνήσουν ότι οι βασικές εθνικές γλώσσες,
προφορικές ή γραπτές, δεν μπορούν να εμφανισθούν ως εθνικές πριν από την
τυπογραφία, τη μαζική φιλολογία και, συνεπώς, τη μαζική σχολική εκπαίδευση»
(Hobsbawm, 1994: 23) και ότι «στην εποχή πριν από τη γενίκευση της πρωτοβάθμιας
εκπαίδευσης δεν υπήρχε και δεν θα μπορούσε να υπάρχει καμία ομιλούμενη “εθνική”
γλώσσα εκτός από τέτοια λογοτεχνικά ή διοικητικά ιδιώματα όπως αυτά γράφονταν, ή
επινοούνταν ή διασκευάζονταν για προσωπική χρήση» (Hobsbawm, 1994: 78). Ο Thomas
Eriksen διαπιστώνει πως «η απόδοση τοπικού χαρακτήρα στη γλώσσα (vernacularisation)
είναι μια σημαντική διάσταση πολλών εθνικιστικών κινημάτων, αφού μια κοινή γλώσσα
μπορεί να είναι ισχυρό σύμβολο πολιτισμικής ενότητας καθώς και ένα βολικό εργαλείο
στη διαχείριση ενός έθνους-κράτους» (Eriksen, 1993: 103).
6

Ο Benedict Anderson θεωρεί ότι «αυτό που επινοεί τον εθνικισμό είναι η έντυπη γλώσσα
και όχι αυτή καθ’ εαυτή η μια συγκεκριμένη γλώσσα» (Anderson, 1997: 194). Προχωρά
δηλώνοντας ότι «η γλώσσα δεν είχε καμία σχέση καταρχήν με το αν είναι κανείς Άγγλος ή
Γάλλος… η γλώσσα που μιλούσαν οι Αλσατοί ή οι Γασκώνοι ήταν ανεξάρτητη με τη θέση
τους ως μέλη του γαλλικού λαού» (Hobsbawm, 1994: 35)· την εποχή, όμως, στα τέλη του
19ου αιώνα και τις αρχές του 20ου, «η εθνικότητα και η γλώσσα, αποτέλεσαν τα κυρίαρχα,
όλο και πιο καθοριστικά, και σε κάποιες περιπτώσεις ίσως μοναδικά κριτήρια
αναγνώρισης μιας “εθνότητας”» (Hobsbawm, 1994: 145). Σε ένα πανέμορφο
παραλληλισμό, ο δηλώνει πως «ό,τι είναι το βλέμμα γι’ αυτόν που αγαπά… είναι η
γλώσσα… για τον πατριώτη» (Anderson, 1997: 228).
Ο Eric Hobsbawm διερωτάται, όχι λανθασμένα: «δεν είναι η γλώσσα το κατεξοχήν
στοιχείο που ξεχωρίζει τον ένα λαό από κάποιον άλλο;» (Hobsbawm, 1994: 76)22,
δηλώνοντας επιπλέον πως αυτός ήταν ο τρόπος με τον οποίο οι Έλληνες διέκριναν τους
“ομοεθνείς” τους στην αρχαιότητα από τους “βαρβάρους” και ότι «η άγνοια της γλώσσας
μιας άλλης ομάδας [συνιστά] το πιο προφανές φράγμα στην επικοινωνία και, συνεπώς,
τον πιο εμφανή καθορισμό των ορίων που διαχωρίζουν τις ομάδες» (Hobsbawm, 1994:
76), γι’ αυτό άλλωστε και η αργκώ «χρησιμεύει ακόμη για να χαρακτηρίζονται κάποιοι
άνθρωποι ως μέλη μιας υποκουλτούρας» (Hobsbawm, 1994: 76-77)23. Από την άλλη, ο
Anthony Smith βλέπει πως «μία μόνη τοπική γλώσσα και λογοτεχνία αναπόφευκτα
βοηθούν στο δέσιμο των πληθυσμών, όμως άλλοι παράγοντες μπορεί να είναι εξίσου
ενοποιητικοί» (Smith, 2000: 39) και αναφέρεται στη θρησκεία, γεωγραφία και πολιτεία.
Ο Benedict Anderson, αναφερόμενος στους νεώτερους εθνικισμούς (1820-1920),
παρατηρεί ότι «οι “εθνικές έντυπες γλώσσες” είχαν τεράστια ιδεολογική και πολιτική
σημασία, ενώ τα ισπανικά (sic) και τα αγγλικά (sic) δεν αποτέλεσαν ποτέ ζητήματα που
απασχόλησαν τις επαναστατικές Αμερικές»24 (Anderson, 1997: 111, βλ. και σελ. 288).
Έτσι, εμφανίζονται γραμματικές, λεξικά, ιστορίες γλωσσών κτλ. Μάλιστα δε, «τα
δίγλωσσα λεξικά συνέβαλαν στην ισότιμη αντιμετώπιση των γλωσσών» (Anderson, 1997:
115). Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, διαφοροποιείται ακόμη και το σύστημα γραφής
κάποιων γλωσσών25. Επίσης, «η γενική μείωση του αναλφαβητισμού, και η άνοδος του
εμπορίου, της βιομηχανίας, των επικοινωνιών και των κρατικών μηχανισμών που
σημάδεψαν το δέκατο ένατο αιώνα δημιούργησαν νέες ισχυρές τάσεις προς τη γλωσσική
ενοποίηση των καθομιλούμενων γλωσσών μέσα σε κάθε δυναστικό βασίλειο» (Anderson,
22. Τι γίνεται, όμως, όταν μία γλώσσα είναι κοινή σε δύο ή περισσότερα έθνη; Πόσες φορές, στη σειρά μυθιστορημάτων
της Άγκαθα Κρίστι «Ηρακλής Πουαρώ», βλέπουμε το Βέλγο Πουαρώ να θυμώνει όταν τον θεωρούν Γάλλο, λόγω της
προφοράς του (αφού είναι γαλλόφωνος μεν, αλλά όχι Γάλλος); Επίσης, στην ταινία «The Exorcist», ο Ελβετός Karl
γίνεται έξω φρενών όταν υπάρχει υπόνοια πως είναι Γερμανός, και πάλιν λόγω της προφοράς του (αφού είναι μεν
γερμανόφωνος, αλλά όχι Γερμανός).
23. Η αίσθηση του ανήκειν σε μία κοινότητα ή ομάδα ενδυναμώνεται ιδιαίτερα όταν η κοινότητα ή η ομάδα αυτή
διαθέτει επίσης τη δική της διάλεκτο, τρόπο έκφρασης ή αργκώ, που πολλές φορές “προδίδει” την ιδιότητα “μέλους”
που έχουμε και προς αυτούς που βρίσκονται εκτός της ομάδας. Για παράδειγμα, η κομμουνιστική ορολογία (για τους
αριστερούς/κομμουνιστές), τα καλιαρντά (για τους ομοφυλόφιλους), η τεχνολογική αργκώ (για τους χρήστες των
ηλεκτρονικών υπολογιστών), η επιστημονική ορολογία (για τους ακαδημαϊκούς) κτλ.
24. Πλην, όμως, να αναφέρουμε ότι και στις δυο προαναφερόμενες γλώσσες - όπως και στα Γαλλικά - παρατηρούνται
αξιοσημείωτες διαφορές μεταξύ των ηπειρωτικών και των υπερπόντιων μορφών τους, τόσο στην ομιλία όσο και στη
γραφή. Παρόλα αυτά, ούτε οι ΗΠΑ/Καναδάς, η Αυστραλία, η Νέα Ζηλανδία και η Νότια Αφρική, ούτε και οι διάφορες
χώρες της ισπανόφωνης Αμερικής, δεν διατείνονται ότι μιλούν διαφορετική γλώσσα από το Ηνωμένο Βασίλειο και
την Ισπανία (το ίδιο συμβαίνει και στην Κύπρο, όσον αφορά τα Ελληνικά και τα Τουρκικά). Εξαίρεση αποτελεί η
πορτογαλόφωνη Βραζιλία, της οποίας η διάλεκτος τα τελευταία χρόνια φαίνεται να αποκτά το status της γλώσσας
[χαρακτηριστική είναι η κυκλοφορία έκδοσης Windows και Office στα Portuguese (Brazil), παράλληλα με τα
Portuguese (Portugal)]. Παρομοίως, ενώ τα Φλαμανδικά (Βέλγιο) θεωρούνται διάλεκτος της Ολλανδικής, τα
Αφρικάανς (Νότια Αφρική) θεωρούνται ξεχωριστή γλώσσα.
25. Στη Ρουμανία, το κυριλλικό αλφάβητο εγκαταλείφθηκε μέχρι το 1860 για χάρη του λατινικού, για να τονιστεί η
διαφορετική καταγωγή της γλώσσας των (λατινογενών Ορθόδοξων) Ρουμάνων σε σχέση με τους (σλαβογενείς
Ορθόδοξους) γείτονές τους.

7

1997: 123). Ταυτόχρονα, όμως, ο Benedict Anderson θεωρεί πως «είναι λάθος να
αντιμετωπίζουμε τις γλώσσες με τον τρόπο που τις αντιμετωπίζουν εθνικιστικές
ιδεολογίες - ως εμβλήματα της εθνικότητας, όπως οι σημαίες, οι φορεσιές, οι λαϊκοί
χοροί και όλα τα υπόλοιπα. Το πιο σπουδαίο αναφορικά με τη γλώσσα είναι η ικανότητά
της να παράγει φαντασιακές κοινότητες, συγκροτώντας ιδιαίτερες σχέσεις αλληλεγγύης»
(Anderson, 1997: 194)26.
γ. Ιστορία
Ο Max Weber και ο Ernest Renan θεωρούν πως ούτε η γλώσσα, ούτε η εθνικότητα, ούτε
η γεωγραφία είναι που καθορίζουν ένα λαό, αλλά η πολιτική ιστορία και οι συλλογικές
πολιτικές αναμνήσεις (Smith, 2000: 14)· ως χαρακτηριστικό δε παράδειγμα αναφέρουν
την περίπτωση της γερμανόφωνης μεν, γαλλόψυχης δε, Αλσατίας-Λωρραίνης. Ο Anthony
Smith δηλώνει ότι «[η] ακινητοποιημένη εθνικότητα δεν είναι απλά θέμα συγγένειας και
βιολογίας ή εθνικής “ύπαρξης”. Προϋποθέτει επίσης “πράξη” και “γνώση”. Απαιτεί από
τα μέλη της αυθεντικές δραστηριότητες και συμπεριφορά που επιδιώκει να διατηρήσει και
να αυξήσει την κληρονομιά των προγόνων, και απαιτεί αυθεντικές εθνικές απαντήσεις και
σοφία, κατά προτίμηση σε ένα αυθεντικό γλωσσικό μέσο» (Smith, 2000: 24) και
επαναδιατυπώνει πως «η έννοια του έθνους αναφέρεται σε έναν αριθμό ιστορικών
διεργασιών, οι οποίες στην πάροδο του χρόνου έχουν συγκεντρωθεί και διαμορφώσει μια
ξεχωριστή πολιτισμική κοινότητα που μπορεί να μοιάζει, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο
βαθμό, στον ιδανικό τύπο του έθνους» (Smith, 2000: 39).
Ο Eric Hobsbawm δηλώνει ότι «οι γλώσσες πολλαπλασιάζονται με τα κράτη - όχι τα κράτη
με τις γλώσσες» (Hobsbawm, 1994: 92, βλ. και Eriksen, 1993: 104). Όμως, ο Ernest
Gellner δέχεται πως η γλώσσα μπορεί και να απουσιάζει, όπως στην περίπτωση του
σκωτσέζικου εθνικισμού, ο οποίος επικαλείται την κοινή ιστορική εμπειρία (Gellner,
1992: 86-87). Ο Eric Hobsbawm σχολιάζει ότι οι νότιοι και οι βόρειοι Ουαλοί, όπως και οι
Αλβανοί Γκέκηδες (βόρειοι) με τους Τόσκηδες (νότιοι), συναντούν προβλήματα
κατανόησης οι μεν της γλώσσας των δε (Hobsbawm, 1994: 77), ωστόσο θεωρούν ότι
ανήκουν στο ίδιο έθνος. Και πάλιν, όμως, υπάρχουν εθνικιστικά παράδοξα, στα οποία
ούτε η γλώσσα, ούτε η ιστορική εμπειρία είναι κοινές, όπως οι νότιοι με τους βόρειους
Ρώσσους, οι οποίοι διαφέρουν μεν πολιτισμικά, αλλά δεν μεταφράζουν τη διαφορά αυτή
σε όρους εθνότητας· αντίθετα, οι Αυστριακοί έχουν πάμπολλα κοινά με τους νότιους
Γερμανούς (οι οποίοι, με τη σειρά τους, διαφέρουν από τους βόρειους), εντούτοις
θεωρούν ότι ανήκουν σε διαφορετικό έθνος. Δική μας άποψη είναι πως οι περιπτώσεις
αυτές, ανεξαρτήτως της κοινής ή μη συνιστώσας του παρελθόντος, οραματίζονται και
προσβλέπουν σε ένα διαφορετικό ή κοινό μέλλον, αναλόγως. Εξάλλου, όπως παρατηρεί
και ο Benedict Anderson σε ένα άλλο επίπεδο «η παράξενη φυσική συνάντηση
Μαλαισίων, Περσών, Ινδών, Βερβερών και Τούρκων στη Μέκκα είναι ακατανόητη χωρίς
να λάβουμε υπόψη μας τα στοιχεία που τους συνδέουν» (Anderson, 1997: 92)27.
Εξάλλου, όπως αναφέρει ο Ernest Gellner, «οι περισσότερες υπάρχουσες ομάδες
στηρίζονται σε ένα μείγμα αφοσίωσης και ταύτισης» (Gellner, 1992: 103), ενώ ο Ernest
Renan θεωρεί το έθνος «ένα καθημερινό δημοψήφισμα» (Hobsbawm, 1994: 19, 126) και ο
John Stuart Mill θεωρεί πως η καθιέρωση ενός εθνικού κράτους πρέπει να είναι εφικτή
και επιθυμητή από την ίδια την εθνότητα (Hobsbawm, 1994: 41). Ο Eric Hobsbawm
26.

Αναφορικά με την αλληλεγγύη μέσω της γλώσσας, να αναφέρουμε ότι την έχουμε αισθανθεί και προσωπικά, κατά
τις σπουδές στο εξωτερικό (Ελλάδα) και τη συνάντηση με Ελληνοκύπριους, αλλά και πιο πρόσφατα, σε συνομιλίες με
Αρμενοκύπριους, Μαρωνιτοκύπριους και Λατινοκύπριους συμπατριώτες μας. Η γλώσσα είναι πράγματι πολύ
σημαντικός παράγοντας στο ζήτημα αυτό.
27. Προφανώς, το γεγονός ότι όλοι τους είναι Μουσουλμάνοι, έστω και αν μιλούν εντελώς διαφορετικές γλώσσες,
χρησιμοποιούν εντελώς διαφορετικά συστήματα γραφής και, εμφανώς, έχουν εντελώς διαφορετική καταγωγή.

8

θεωρεί πως «ελάχιστα σύγχρονα εθνικιστικά κινήματα βασίζονται πραγματικά σε μια
ισχυρή εθνική συνείδηση, αν και συχνά την επινοούν, κατά τη διάρκεια της ανάπτυξής
τους, και η οποία συχνά παίρνει τη μορφή του ρατσισμού» (Hobsbawm, 1994: 95). Έτσι,
το 19ο αιώνα το κράτος αναγκάστηκε να λαμβάνει υπόψη και τη γνώμη των υπηκόων
του, τους οποίους εκπροσώπευαν οι αντιπρόσωποί τους, και στων οποίων τη
συνεισφορά, εθελοντική ή υποχρεωτική (π.χ. φορολογία, στράτευση κτλ), βασιζόταν.
Από εκεί που η εξουσία παλαιότερα ήταν “αόρατη”, ξαφνικά το κράτος έγινε πανταχού
παρόν, «μέσω του ταχυδρόμου, του αστυνομικού ή χωροφύλακα, και τελικά μέσω του
δασκάλου· μέσω των ανδρών που εργάζονταν στους σιδηροδρόμους… μέσω του
μηχανισμού των τακτικών περιοδικών απογραφών… μέσω της θεωρητικά υποχρεωτικής
πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και, όπου μπορούσε να εφαρμοστεί, της στρατολόγησης»
(Hobsbawm, 1994: 117). Με άλλα λόγια, ο πατριωτισμός γι’ αυτούς είναι ένα είδος
“πολιτικής θρησκείας”.
Ο Anthony Smith δηλώνει πως «κάθε εθνικισμός και κάθε έννοια του έθνους απαρτίζεται
από διαφορετικά στοιχεία και διαστάσεις, τα οποία επιλέγουμε να ταμπελώνουμε ως
βολονταριστικά, και οργανικά, πολιτικά και εθνοτικά, αρχέγονα και συντελεστικά. Κανένα
έθνος, κανένας εθνικισμός, δεν μπορεί να ιδωθεί καθαρά ως το ένα ή το άλλο, ακόμη και
αν σε ένα συγκεκριμένο ή άλλο από αυτά τα στοιχεία επικρατεί στο σύνολο των στοιχείων
της εθνικής ταυτότητας» (Smith, 2000: 25). Θεωρεί δε πως τα έθνη «είναι το προϊόν της
“πολιτισμικής εργασίας” εκ μέρους των ελίτ· χωρίς αυτή την πολιτισμική εργασία, χωρίς
τέτοια αφηγήματα της ελίτ, το έθνος είναι αδιανόητο και άφατο» (Smith, 2000: 53).
Οι Umut Özkırımlı & Spyros Sofos θεωρούν πως τα «εθνικιστικά σχέδια πάντοτε κοιτάζουν
πίσω στο χρόνο, αποσκοπώντας να καταδείξουν το “γραμμικό χρόνο του έθνους”, την
αδιαμφισβήτητη διαχρονική παρουσία» (Özkırımlı & Sofos, 2008: 77). Κατά το Ziya
Gökalp, αυτό που έχει σημασία δεν είναι η αντικειμενική, αλλά η εθνική ιστορία, την
οποία και χαρακτηρίζει ως τέχνη αντί επιστήμη, αφού «η κύρια αποστολή της εθνικής
ιστορίας ήταν παιδαγωγική, δηλαδή να ενισχύσει τον πατριωτισμό περιγράφοντας το
ένδοξο παρελθόν του έθνους» (Özkırımlı & Sofos, 2008: 90). Κατά τους Umut Özkırımlı &
Spyros Sofos, ο εθνικισμός «είναι σχεδόν αμετάβλητα στοιχειωμένος από μια εμμονή με
την επικράτεια, την αναζήτηση για ένα “σπίτι”, υπαρκτό ή νοερό. Αυτό συνεπάγεται την
ανακατασκευή του κοινωνικού χώρου ως εθνική επικράτεια… διεργασίες εδαφικής
φαντασίωσης» (Özkırımlı & Sofos, 2008: 90), παραπέμποντας έτσι στην ιδεολογία του
αλυτρωτισμού28 για εδάφη που βρίσκονται εκτός της υφιστάμενης κρατικής επικράτειας.
Όπως αναφέρεται στη συνέχεια, «λίγα ερωτήματα έχουν απασχολήσει τους εθνικιστές
τόσο βαθιά όσο αυτά της φαντασίωσης και της κατασκευής της εθνικής πατρίδας»
(Özkırımlı & Sofos, 2008: 142).
Ο Thomas Eriksen πιστεύει πως «ο εθνικός συμβολισμός που αναφέρεται στο αρχαίο
σύστημα γλώσσας, θρησκείας, συγγένειας ή τρόπου ζωής είναι καίριος για τη διατήρηση
της εθνοτικής ταυτότητας κατά τη διάρκεια περιόδων αλλαγής» (Eriksen, 1993: 68).
Αντλώντας δε παραδείγματα από περιπτώσεις στις οποίες ανθρωπολόγοι διερεύνησαν
πολιτισμικές ομάδες που θεωρούσαν μεν τους εαυτούς τους διαφορετικούς, πλην όμως
είχαν ταυτόσημη γλώσσα, κουλτούρα, πολιτισμική οργάνωση και εδαφική γειτνίαση,
διερωτάται κατά πόσον «δύο ομάδες μπορούν να είναι πολιτισμικά ταυτόσημες και όμως
[να] αποτελούν δύο διαφορετικές εθνοτικές ομάδες» (Eriksen, 1993: 11, βλ. επίσης και
σελ. 28-30 και 93).
28.

Αλυτρωτισμός ονομάζεται η πολιτικοκοινωνική κίνηση για την απελευθέρωση υπόδουλων ομοεθνών ή, καλύτερα,
είναι η οποιαδήποτε θέση που πρεσβεύει την προσάρτηση/κατάκτηση περιοχών που διοικούνται από άλλο κράτος,
χρησιμοποιώντας ως αιτιολογία την κοινή εθνικότητα ή την προηγούμενη ιστορική κατοχή, πραγματική ή φερόμενη.
Ο αλυτρωτισμός αποτελεί σημαντικό τμήμα αρκετών εθνικισμών.

9

Ο Thomas Eriksen θεωρεί πως «η εθνοτική ομάδα καθορίζεται μέσω της σχέσης της με
άλλες, αναδεικνυόμενη μέσω του ορίου, και το ίδιο το όριο είναι κοινωνικό προϊόν που
μπορεί να έχει μεταβαλλόμενη σημασία και μπορεί να αλλάζει στο χρόνο» (Eriksen, 1993:
38). Από την άλλη, μπορεί διάφορες εθνοτικές ομάδες να θεωρούν ότι είναι διαφορετικές
μεταξύ τους, αλλά η πλειοψηφία ή η αποικιοκρατική δύναμη να τις κατηγοριοποιούν μαζί
(Eriksen, 1993: 60-61), είτε από άγνοια, είτε σκόπιμα29. Με βάση τα πιο πάνω, θα
μπορούσαμε να συνοψίσουμε λέγοντας ότι το ανήκειν σε ένα έθνος αποτελεί ένα
συμβιβασμό ανάμεσα στο πώς μας βλέπουν οι άλλοι και στο πώς εμείς βλέπουμε τον
εαυτό μας (βλ. και Eriksen, 1993: 69)30.
δ. Πολιτισμός - Εκπαίδευση
Ο Ziya Gökalp θεωρεί το έθνος ως «μια ομάδα αποτελούμενη από άνδρες και γυναίκες
που έχουν υποστεί την ίδια εκπαίδευση, που έχουν λάβει τα ίδια αποκτήματα στη
γλώσσα, τη θρησκεία, την ηθικότητα και την αισθητική» (Özkırımlı & Sofos, 2008: 35-36).
Έτσι, πολύ ορθά, οι Umut Özkırımlı & Spyros Sofos συμπεραίνουν ότι «οι άνθρωποι
θέλουν να ζουν μαζί με αυτούς που μοιράζονται την ίδια γλώσσα και την ίδια πίστη, όχι
μαζί με αυτούς που έχουν το ίδιο αίμα στις φλέβες τους» (Özkırımlı & Sofos, 2008: 36). Σε
παράλληλο τόνο και σε αναφορά σε ένα διάταγμα του 1821 που καθιστούσε τους
αυτόχθονες Ινδιάνους του Περού Περουβιανούς πολίτες, ο Benedict Anderson παρατηρεί
πως «η σύλληψη του έθνους βασίζεται στη γλώσσα και όχι στο αίμα, κι ότι κάποιος
μπορεί να “προσκληθεί” στη φαντασιακή κοινότητα» (Anderson, 1997: 218, βλ. και σελ.
284-285), παραπέμποντας στην πολιτογράφηση.
Σε όλα της τα στάδια, η βιομηχανική εποχή χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη ή/και το
σχηματισμό πολυεθνικών Αυτοκρατοριών και ταυτόχρονα την επέκτασή τους, με την
κατάκτηση ολόκληρης σχεδόν της Αφρικής, της Αμερικής, της Ωκεανίας και μεγάλων
τμημάτων της Ασίας. Η πρώιμη βιομηχανοποίηση είχε ως άμεσο αποτέλεσμα «[την]
πληθυσμιακή έκρηξη, [τη] ραγδαία αστικοποίηση, [την] εργατική μετανάστευση και,
επίσης, [τη] διείσδυση μιας οικονομίας ευρείας κλίμακας και μιας συγκεντρωτικής
πολιτείας στις έως τότε λίγο-πολύ εσωστρεφείς κοινότητες» (Gellner, 1992: 83). Μέσα
στο χάος αυτό, όπου τα πολιτισμικά σύνορα συνεχώς μεταβάλλονταν, δημιουργώντας
«ένα εντελώς νέο είδος Βαβέλ» (Gellner, 1992: 83), χρειαζόταν κάποιος συνεκτικός
κρίκος να κρατά το όλο οικοδόμημα μαζί και να δώσει νόημα στους ανθρώπους που
έχασαν τις για αιώνες σταθερές της ζωής τους, χαμένοι και οι ίδιοι στο απρόσωπο
σύστημα της απρόσωπης καπιταλιστικής παραγωγής.
Ο συνεκτικός αυτός κρίκος ήταν η φιλοσοφία του εθνικισμού, ως «η προσπάθεια να
συνταυτιστούν πολιτισμός και πολιτεία, να εφοδιαστεί ένας πολιτισμός με τη δική του
πολιτική στέγη, και με μία μονάχα» (Gellner, 1992: 85). Ο Eric Hobsbawm παρατηρεί ότι
«οι άνθρωποι, αφού έχασαν τις πραγματικές [τους] κοινότητες, θα έπρεπε να
φαντάζονται αυτόν τον ιδιαίτερο τύπο αναπλήρωσής τους» (Hobsbawm, 1994: 70). Ο
Miroslav Hroch θεωρεί τον εθνικισμό και την εθνικότητα ως «ένα υποκατάστατο για
παράγοντες ολοκλήρωσης σε μια αποσυντιθέμενη κοινωνία. Όταν η κοινωνία αποτύχει,
το έθνος εμφανίζεται ως η υπέρτατη εγγύηση» (Hobsbawm, 1994: 241). Ο δε Anthony
29.

Οι Βρετανοί, κυρίως, είχαν το συνήθειο να αναφέρονται σε “natives” (ιθαγενείς), τόσο στην Κύπρο όσο και στις
άλλες αποικίες τους, όπως άλλωστε και οι Γάλλοι και οι Ισπανοί. Ωστόσο, οι ίδιοι οι «ιθαγενείς» της Κύπρου
αυτοπροσδιορίζονταν ως Έλληνες, Τούρκοι, Αρμένιοι, Μαρωνίτες, Λατίνοι, Εβραίοι κτλ. Επομένως, ίσως το ζήτημα
της εθνότητας να έγκειται και στην οπτική γωνία παρατήρησης.
30. Χαρακτηριστική είναι η παρατήρηση του Thomas Eriksen αναφορικά με τον όρο “West Indians” στη Μεγάλη
Βρετανία, ο οποίος «έχει εφαρμοστεί για δεκαετίες σε μετανάστες από δεκάδες διαφορετικά νησιά και περιοχές…
[που] θεωρούνται μέλη της ίδιας εθνοτικής ομάδας αν και αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους ως μέλη διαφορετικών
ομάδων» και υπάρχει πιθανότητα πως κάποια στιγμή η «περιγραφική κατηγορία “West Indian” μπορεί να γίνει
αναπόσπαστο τμήμα της δικής τους ταυτότητας» (Eriksen, 1993: 61).

10

Smith παρατηρεί πως «η πολιτεία αυτή καθαυτή δεν μπορεί να λειτουργήσει ως ένα
κοινωνικό τσιμέντο ή ένας δεσμός ανάμεσα στους πολίτες» (Smith, 2000: 11), αφού σύμφωνα με τον Ernest Renan - «αυτό μπορεί να παρασχεθεί μόνο μέσω της “ιστορίας”,
ή μάλλον, μέσω ιστορικών αναμνήσεων και της “λατρείας των προγόνων”» (Smith, 2000:
11).
Επειδή η υψηλή παραγωγικότητα είναι εφικτή μόνο μέσω του καταμερισμού εργασίας, ο
άνθρωπος σπάνια παραμένει στην ίδια θέση ή/και στο ίδιο επάγγελμα, αφού το ίδιο το
καπιταλιστικό σύστημα προωθεί την περαιτέρω εξειδίκευση. Για να επιτευχθεί όλη αυτή
αέναη κινητοποίηση και εξειδίκευση, ο απαραίτητος κοινός παρονομαστής της
επικοινωνίας είναι «μια κοινή βάση ανειδίκευτης και τυποποιημένης εκπαίδευσης»
(Gellner, 1992: 58). Όπως εύστοχα παρατηρεί ο Ernest Gellner, «η βιομηχανική κοινωνία
μπορεί … να θεωρηθεί η πλέον εξειδικευμένη κοινωνία όλων των εποχών· το
εκπαιδευτικό της σύστημα όμως είναι ασυζητητί το λιγότερο εξειδικευμένο, το πιο
καθολικά τυποποιημένο… Το ίδιο είδος εκπαίδευσης ή μόρφωσης παρέχεται … στα
περισσότερα παιδιά και τους εφήβους έως μια εκπληκτικά όψιμη ηλικία» (Gellner, 1992:
57), δίνοντας ως παράδειγμα το σύγχρονο στρατό, όπου μέσω μιας γενικής εκπαίδευσης
των νεοσυλλέκτων «υποτίθεται ή ελπίζεται πως κάθε σωστά εκπαιδευμένος στρατιώτης
μπορεί να μετεκπαιδευτεί από τη μια ειδικότητα σε μία άλλη, χωρίς μεγάλη απώλεια
χρόνου» (Gellner, 1992: 58).
Ο Anthony Smith θεωρεί πως, κατά το συλλογισμό του Ernest Gellner, «σήμερα είμαστε
όλοι “γραμματείς”, και ο αλφαβητισμός μέσω μιας τυποποιημένης, δημόσιας εκπαίδευσης
είναι το διαβατήριο για την υπηκοότητα» (Smith, 2000: 29). Ο δε Thomas Eriksen θεωρεί
ότι τα ενιαία εκπαιδευτικά συστήματα «διευκολύνουν σε μεγάλο βαθμό την ανάπτυξη
αφηρημένων αναγνωρίσεων με μια κατηγορία ανθρώπων τους οποίους κάποιος ποτέ δεν
θα γνωρίσει… Επιτρέπουν σε μεγάλο αριθμό ανθρώπων να μάθουν, ταυτόχρονα, σε ποια
εθνοτική ομάδα ανήκουν και ποια είναι τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά εκείνης της
ομάδας» (Eriksen, 1993: 91). Όπως τονίζει και ο Claude Lévi-Strauss, οι αγράμματοι
άνθρωποι μπορούν εξίσου να διαμορφώσουν αφηρημένες ιδέες με τους εγγράμματους,
ωστόσο οι ιδέες που διαμορφώνουν οι πρώτοι έχουν διαφορετική ιεράρχηση (Eriksen,
1993: 91).
Ενδιαφέρουσα είναι η παρατήρηση του Eric Hobsbawm ότι τα κράτη ενδυναμώνουν τη
θέση τους χρησιμοποιώντας την εκπαίδευση «για να δώσουν έτσι την εικόνα και την
κληρονομιά του “έθνους” και για να εμφυσήσουν την αφοσίωση σε αυτό ώστε να
συνδέσουν στενά τα πάντα με τη χώρα και τη σημαία, συχνά “επινοώντας παραδόσεις” ή
ακόμα και έθνη γι’ αυτό το σκοπό» (Hobsbawm, 1994: 131). Στις αρχές του 20ου αιώνα, η
ταύτιση του έθνους με το κράτος είχε ήδη προχωρήσει αρκετά και μάλιστα - στην
προσπάθεια του εθνικισμού να πετύχει το σκοπό αυτό - «ο συνδυασμός εθνικών και
κοινωνικών αιτημάτων, στο σύνολό του, αποδείχθη (sic) πολύ περισσότερο
αποτελεσματικός ως κινητήριος μοχλός για την ανεξαρτησία από ότι η απλή επίκληση του
εθνικισμού» (Hobsbawm, 1994: 176). Από την άλλη, όμως, «η απλή ίδρυση ενός κράτους
δεν είναι αρκετή από μόνη της για να δημιουργήσει ένα έθνος» (Hobsbawm, 1994: 113),
ιδιαίτερα όταν απουσιάζει ο πρωτό-εθνικισμός31.
Με τη μετάβαση από την πλουραλιστική αγροτική κοινωνία στη βιομηχανοποιημένη ή/και
νεωτερική κοινωνία, έρχεται και η επιβολή της ομοιογένειας σε «πληθυσμούς αρκετά
31. Παράδειγμα η πατρίδα μας, η Κύπρος, όπου οι κάτοικοι προσδιορίζονταν αρχικά ως Χριστιανοί, Μουσουλμάνοι
και Ιουδαίοι, αργότερα ως Έλληνες, Αρμένιοι, Μαρωνίτες, Λατίνοι, Τούρκοι και Εβραίοι, σήμερα δε ως
Ελληνοκύπριοι, Αρμενοκύπριοι, Μαρωνιτοκύπριοι, Λατινοκύπριοι, Τουρκοκύπριοι και Εβραιοκύπριοι (πολλές φορές,
μάλιστα, προτιμούν το πρώτο συνθετικό). Όσο σκεφτόμαστε και αυτοπροσδιοριζόμαστε ως xxxx-Κύπριοι αντί πρώτα
Κύπριοι, τόσο δεν θα έχουμε έθνος.

11

άτυχους ώστε να βρεθούν υπό την εξουσία αρχών οι οποίες διακατέχονται από
εθνικιστική ιδεολογία» (Gellner, 1992: 89). Χαρακτηριστικά, ο Ernest Gellner αναφέρει
το παράδειγμα των Οθωμανών Τούρκων, οι οποίοι αποσπούσαν τους φόρους από τους
διάφορους λαούς που κυβερνούσαν αδιαφορώντας για τις πολιτισμικές/θρησκευτικές
ιδιαιτερότητες των υπηκόων τους32, σε αντιδιαστολή με τους Νεότουρκους διαδόχους
τους, οι οποίοι «διψού[σα]ν για τις πολιτισμικές και γλωσσικές ψυχές των υπηκόων
τους» (Gellner, 1992: 89). Ο Eric Hobsbawm αναφέρει την αφοσίωση των Φινλανδών
στην Τσαρική Αυτοκρατορία, που έπαψε να υφίσταται «μόνο μετά το 1880, καθώς ο
τσαρισμός μετακινήθηκε προς το δικό του εθνικιστικό τρόπο εκρωσισμού, [οπόταν και]
συνέπεσαν ο αγώνας για την αυτονομία με τον αγώνα για τη γλώσσα και τον πολιτισμό»
(Hobsbawm, 1994: 151), με αποτέλεσμα «ενώ μνημεία για τον Οίκο των Ρομανώφ δεν
είναι εύκολο να βρεθούν στην ίδια τη Ρωσία, ένα άγαλμα του Τσάρου Αλεξάνδρου Β’, του
ελευθερωτή, ορθώνεται ακόμη υπερήφανα στην κεντρική πλατεία του Ελσίνκι»
(Hobsbawm, 1994: 125).
ε. Συμβολισμός
Στην προσπάθεια επιβολής της ιδεολογίας του εθνικισμού στις μάζες, χρησιμοποιούνται η
εκπαίδευση, τα σύμβολα, οι ήρωες, οι τελετουργίες και οι εορτασμοί, αφού «είναι τα
μόνα στοιχεία που δίνουν μιαν απτή πραγματικότητα σε μία, κατά τα άλλα, φαντασιακή
κοινότητα» (Hobsbawm, 1994: 105) και μάλιστα «ορατά σύμβολα, όπως οι σημαίες, είναι
ακόμη οι πιο διαδεδομένες μέθοδοι για να απεικονίσουν αυτό που δεν μπορεί να
απεικονισθεί» (Hobsbawm, 1994: 75). Συγκεκριμένες εικόνες του έθνους, όπως η
απελευθέρωσή του και το ηρωικό παρελθόν, το κάνουν να «παύει να είναι η αφηρημένη
ιδιοκτησία των διανοούμενων και [να] γίνεται η αμνημόνευτη φαντασιακή κοινότητα όλων
όσων καθορίζονται ως μέλη και πολίτες του» (Smith, 2000: 73)33.
Εξετάζοντας τον εθνοσυμβολισμό, ο Anthony Smith διακρίνει μιαν ιδιαίτερη σχέση
ανάμεσα στα διάφορα σύμβολα (γλώσσα, εμβλήματα, ενδυμασία, τελετουργίες και
τεχνουργήματα) και τις αναμνήσεις34, τους μύθους, τις αξίες και τις παραδόσεις,
ιδιαίτερα όσον αφορά την καταγωγή, αφού «ο μύθος της προγονικής συγγένειας, ακόμη
και αν είναι καθαρά πλασματικός και ιδεολογικός σε χαρακτήρα, προικίζει τα μέλη μιας
κοινότητας με μια ισχυρή αίσθηση του ανήκειν» (Smith, 2000: 66)35. Περαιτέρω, θεωρεί
πως «αυτά [τα εθνικά σύμβολα] δίνουν χειροπιαστή σημασία και ορατότητα στις
αφαιρέσεις του εθνικισμού. Οι αναπαραστάσεις και εικόνες του έθνους ασκούν μια βαθιά
επιρροή σε μεγάλους αριθμούς ανθρώπων, ακριβώς επειδή μπορούν να διαδοθούν πολύ
πλατιά από τα ΜΜΕ» (Smith, 2000: 73)36.
Οι Umut Özkırımlı & Spyros Sofos θεωρούν ότι «η σκέψη του εθνοσυμβολισμού υποφέρει
32. Πλην, όμως, είναι γνωστό πως οι Οθωμανοί φορολογούσαν πολύ υψηλότερα τους μη Μουσουλμάνους υπηκόους
(Αρμένιους, Εβραίους, Έλληνες, Μαρωνίτες κτλ), γι’ αυτό και αρκετοί απ’ αυτούς αναγκάστηκαν να γίνουν
Λινοβάμβακοι (Κρυπτοχριστιανοί) ή να εξισλαμιστούν. Είναι δε γνωστές περιπτώσεις όπου, λόγω του αυξημένου
ρυθμού των εξισλαμισμών, οι αρχές αρνούνταν να δεχθούν στους κόλπους του Μουσουλμανισμού τους πρώην
Χριστιανούς, αφού ποιος θα απέμενε να πληρώνει τους φόρους;
33. Χαρακτηριστικά τέτοια παραδείγματα είναι ο πίνακας του Eugène Delacroix «Η Ελευθερία που οδηγεί το λαό»
(Γαλλία, 1830), ο πίνακας του Emanuel Leutze «Ο Ουάσιγκτων διασχίζοντας το Ντέλαγουεαρ» (Ηνωμένες Πολιτείες
Αμερικής, 1851) και ο πίνακας του Θεόδωρου Βρυζάκη «Η ευλογία της σημαίας» (Ελλάδα, 1865).
34. Οι σημαντικότερες αυτών των αναμνήσεων έχουν να κάμουν με τις προγονικές πατρίδες, τις ιερές επικράτειες, τις
ηρωικές μάχες, τους γενναίους ήρωες, τα ιστορικά έπη και τις “χρυσές εποχές”· τέτοιοι είναι ιδιαίτερα σημαντικοί
παράγοντες στην περίπτωση των εθνοτικών ομάδων, αφού μόνο αυτούς διαθέτουν (ενώ τα έθνη διαθέτουν και
εξουσία).
35. Και αυτό γίνεται ακόμη πιο σημαντικό στην περίπτωση που κάποιοι λαοί πιστεύουν πως μια θεότητα τους έχει
αναθέσει με μια ιερή αποστολή στη Γη ή ότι είναι ο περιούσιος/αγαπητός λαός του Θεού.
36. Τρανταχτό παράδειγμα είναι το Γ’ Ράιχ του Αδόλφου Χίτλερ, το οποίο χρησιμοποίησε ακριβώς με αυτό τον τρόπο
τη μαζικότητα των συμβόλων του για τη διάδοση των ιδεωδών του.

12

απ’ ό,τι θα ονομάζαμε “αναδρομική εθνικοποίηση”· εθνικοποιεί το παρελθόν, ένα
παρελθόν που είναι πολύ πιο περίπλοκο, αντιφατικό και αμφίσημο απ’ ό,τι οδηγούμαστε
στο να πιστέψουμε» (Özkırımlı & Sofos, 2008: 9). Θεωρούν πως «ο εθνικισμός επιλέγει,
επαναδιαμορφώνει και κάποτε επαναδημιουργεί παλαιότερες παραδόσεις και ταυτότητες
σύμφωνα με τις σημερινές ανησυχίες» (Özkırımlı & Sofos, 2008: 10). Εν μέρει ο Thomas
Eriksen διαφωνεί, δηλώνοντας ότι ο εθνικισμός «μπορεί να μεγαλύνει και να
επανακωδικοποιεί μια φαινομενικά αρχαία παράδοση η οποία ήταν κοινή για τους
προγόνους των μελών του έθνους, αλλά διά μέσου αυτού δεν επαναδημιουργεί αυτή την
παράδοση. Την αντικειμενικοποιεί» (Eriksen, 1993: 101).
Κατά τον Thomas Eriksen, η ιδεολογία του εθνικισμού δημιούργησε «συνοχή και
αφοσίωση ανάμεσα στα άτομα που συμμετέχουν σε κοινωνικά συστήματα σε τεράστια
κλίμακα», δημιουργώντας την αίσθηση «μιας φαντασιακής κοινότητας που βασίζεται σε
κοινή κουλτούρα και είναι ενσωματωμένη στο κράτος» (Eriksen, 1993: 104)37. Η
ιδεολογική παντοδυναμία του εθνικισμού γίνεται εμφανής και από το γεγονός ότι, όπως
πολύ σοφά το θέτει ο Thomas Eriksen, «ο εθνικισμός αυτός καθεαυτός δεν ανήκει ούτε
στα αριστερά ούτε στα δεξιά του πολιτικού φάσματος. Μέσω μιας έμφασης στην ισότητα
μεταξύ των πολιτών, μπορεί να είναι μια ιδεολογία της αριστεράς. Δίνοντας έμφαση στην
κάθετη αλληλεγγύη και τον αποκλεισμό των ξένων, μπορεί να ανήκει στη δεξιά» (Eriksen,
1993: 107).
Ο Anthony Smith, αναφερόμενος συγκεκριμένα σε διάφορες μορφές δημοφιλούς
διασκέδασης (όπερα, μουσική, θέατρο, νουβέλες, ταινίες και τηλεόραση), θεωρεί πως
«έχουν ασταμάτητα μεταδώσει τη δύναμη και το χειροπιαστό των εθνών τους» (Smith,
2000: 73, δική μας υπογράμμιση). Το χειροπιαστό του έθνους θεωρεί πως μεταδίδεται
επίσης μέσω των «εορτών και εκδηλώσεων μνήμης που εορτάζουν το έθνος και τιμούν
τους πεσόντες στρατιώτες και τους “ένδοξους νεκρούς”» (Smith, 2000: 73-74), αφού έτσι
ενδυναμώνεται και επιδεικνύεται η κοινή θλίψη και η συλλογική ευλάβεια. Όπως
δηλώνει και ο Thomas Eriksen, «ο θάνατος είναι συχνά σημαντικός στον εθνικιστικό
συμβολισμό: άτομα που έχουν πεθάνει στον πόλεμο απεικονίζονται ως μάρτυρες που
πέθαναν σε άμυνα του έθνους τους»38 (Eriksen, 1993: 107).
Ο Thomas Eriksen θεωρεί πως η τεχνολογία και οι διευκολύνσεις στην επικοινωνία έχουν
διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη φαντασιακή συνοχή των εθνών, βοηθώντας στην
ταυτοποίησή μας με ανθρώπους τους οποίους ποτέ δεν θα γνωρίσουμε, και ότι «η μαζική
εκπαίδευση, η οποία συνεπάγεται τη διάδοση βιβλίων και άλλων κειμένων που
περιγράφουν και αντικειμενικοποιούν την ιστορία και την κουλτούρα, έχει σημαντικό
ρόλο σε αυτή την άποψη» (Eriksen, 1993: 91, δική μας υπογράμμιση). Η χρήση
«υποτιθέμενα τυπικών εθνικών συμβόλων στον εθνικισμό αποσκοπεί στη διέγερση
συλλογισμού της πολιτισμικής ιδιαιτερότητας κάποιου, δημιουργώντας έτσι μια αίσθηση
ανήκειν σε έθνος», ενώ η αντικειμενικοποίηση (reification) της κουλτούρας, «επιτρέπει
στους ανθρώπους να μιλούν για την κουλτούρα τους ωσάν να ήταν μία σταθερά»
(Eriksen, 1993: 103).
Από την άλλη, ο Benedict Anderson θεωρεί πως «[τα] πιο παραστατικά εμβλήματα της
σύγχρονης κουλτούρας του εθνικισμού… [είναι] τα κενοτάφια και τα μνημεία του
37.

Το 1917 η βασιλική οικογένεια του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας
άλλαξε το όνομά της από το γερμανικό Saxe-Coburg and Gotha στο αγγλικό Windsor, λόγω του έντονου
αντιγερμανικού αισθήματος που επικρατούσε στη χώρα κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο (1914-1918). Μολονότι κάτι
τέτοιο θα ήταν αδιανόητο έναν αιώνα νωρίτερα, ήταν αναγκαίο την εποχή εκείνη, έτσι ώστε οι υπήκοοι της βασιλικής
οικογένειας να αισθάνονται την οικογένεια ως μέρος του ιδίου έθνους με αυτούς.
38. Τα θύματα της Αρμενικής Γενοκτονίας και του Εβραϊκού Ολοκαυτώματος θεωρούνται ως μάρτυρες από τα μέλη του
αρμενικού και του εβραϊκού έθνους, αντίστοιχα.

13

Άγνωστου Στρατιώτη» (Anderson, 1997: 31) και ότι σημαντικό ρόλο στη γέννηση της
φαντασιακής κοινότητας του έθνους διαδραμάτισε η τυπογραφία, μέσω του
μυθιστορήματος και της εφημερίδας (Anderson, 1997: 48-60), αφού και τα δύο είχαν
τοπικό χαρακτήρα και επέτρεπαν τη δημιουργία «μια[ς] φαντασιακή[ς] κοινότητα[ς]
ανάμεσα σε ένα συγκεκριμένο πλήθος συναναγνωστών» (Anderson, 1997: 101). Το
μυθιστόρημα είχε «την εντυπωσιακή δυνατότητά του να αναπαριστά ταυτόχρονα πράξεις
στον ομοιογενή κοινό χρόνο» (Anderson, 1997: 285), ενώ οι εφημερίδες «εκδίδονταν σε
συνέχειες [και] αποτελούσαν ένα οικείο τμήμα του αστικού πολιτισμού» (Anderson, 1997:
285). Ακόμη περισσότερο, αφού μπορούσε να καλύψει και τους αναλφάβητους, «το
ραδιόφωνο… κατάφερε… να δημιουργήσει μιαν ακουστική αναπαράσταση της
φαντασιακής κοινότητας εκεί που η έντυπη σελίδα σπάνια μπορούσε να διεισδύσει»
(Anderson, 1997: 107)39.
Ο σημαντικότατος ρόλος του συμβολισμού της σημαίας, όσον αφορά τον εθνικισμό,
παραμένει μάλλον ανεξερεύνητος από τους προαναφερόμενους θεωρητικούς. Σε άρθρο
για την ιστορία της ελληνικής σημαίας, αναφέρονται τα εξής: «η σημαία… αποτελεί το
υψηλότερο σύμβολο ενός κράτους, μιας και σ’ αυτό συμπυκνώνεται η ιστορία του, το
παρελθόν του, το παρόν του, η προοπτική του στο μέλλον… Όλη η δυσνόητη ιδέα της
πατρίδας και του κράτους περικλείεται μέσα στη σημαία. Είναι τόσο στενά συνδεδεμένη η
έννοια της σημαίας με την ελευθερία, ώστε και η ελάχιστη προβολή της σε εποχές
σκλαβιάς και καταπίεσης σκορπάει ρίγη συγκίνησης που αναστατώνουν τους
σκλαβωμένους και τους ξεσηκώνουν σε επανάσταση… Παράλληλα, η έκφραση
αποστροφής ή σθεναρής αντίθεσης σ’ ένα κράτος ή ένα λαό εκτονώνεται συνήθως πάνω
στη σημαία του» (Χατζηλύρας, 2003: 27). Η σχέση σημαίας και έθνους είναι
ενδιαφέρουσα: «Αντίθετα με ό,τι πιστεύεται από πολλούς, σημαίες υπάρχουν μόνο εκεί
που υφίστανται Κράτη, όχι Έθνη. Η σημαία είναι σήμερα εξ ορισμού ένα σύμβολα που
εκφράζει κάποιο λαό που ζει σ’ ένα κρατικό σύνολο, μιας και εκπροσωπεί την κρατική
του οντότητα. Τα έθνη δεν βρίσκουν την έκφρασή τους σε σημαίες, αλλά σε πολιτιστικά
στοιχεία και συμβολισμούς, όπως η γλώσσα, η θρησκεία και η εθνική συνείδηση»
(Χατζηλύρας, 2003: 29).
Ο Benedict Anderson θεωρεί πως τρεις θεσμοί παγιώνουν περισσότερο από κάθε άλλο
την ιδέα της κυριαρχίας του έθνους και του κράτους, καθιστώντας την συγκεκριμένη,
μετρήσιμη και οριοθετημένη: οι χάρτες, οι απογραφές και τα μουσεία (Anderson, 1997:
245-246, βλ. και Eriksen, 1993: 106). Οι απογραφές ταξινομούν τους πληθυσμούς με
βάση θρησκευτικά, εθνοτικά και άλλα κριτήρια και γίνονται όργανα στα χέρια των
κυβερνώντων· συχνά δε, το θρήσκευμα θεωρείται ότι συμπίπτει με την εθνότητα40. Οι
χάρτες, πέραν από την πρακτική τους αξία, χρησιμεύουν για να αναπαριστούν τα όρια
της κυριαρχίας ενός κράτους με έναν τρόπο καθοριστικό και “αιώνιο” ή “παντοτινό”
(μέχρι την κυκλοφορία, βέβαια, της επόμενης έκδοσης του χάρτη, αν αυτά έχουν
αλλάξει). Ακριβώς όπως το έθνος είναι μια φαντασιακή κοινότητα, έτσι και τα
όρια/σύνορα είναι μια νοητή κατασκευή, η οποία δεν είναι - συνήθως - ορατή στο
έδαφος41. Αν και τα σύνορα/όρια συχνά δεν είναι εμφανή, η διαφορετική
39.

Η τηλεόραση εμφανίστηκε εμπορικά το 1928 (από το 1940 ως έγχρωμη), μερικά μόλις χρόνια μετά την εμπορική
εμφάνιση του ραδιοφώνου (1920). Αν το ραδιόφωνο συνέβαλε μία φορά στην ακουστική αναπαράσταση της
φαντασιακής κοινότητας, η τηλεόραση συνέβαλε δέκα, καθώς τον ήχο συνόδευε η κινούμενη (ζωντανή) εικόνα, η οποία
καθιστούσε την οπτικοακουστική φαντασιακή κοινότητα όλο και πιο πραγματική και αληθινή.
40. Στην Κύπρο, για παράδειγμα, οι Μουσουλμάνοι θεωρούνται αυτόματα Τουρκοκύπριοι και οι Ελληνοκύπριοι
αυτόματα Ελληνορθόδοξοι. Στις απογραφές πληθυσμού, από το 1881 μέχρι και το 1931 ο πληθυσμός ταξινομείτο σε
Χριστιανούς και Μουσουλμάνους. Το 1946 ταξινομήθηκε ως Ορθόδοξοι Έλληνες, Μουσουλμάνοι Τούρκοι και Άλλοι,
ενώ μόλις το 1956 σε Έλληνες, Μαρωνίτες, Αρμένιους, Τούρκους, Βρετανούς, Τσιγγάνους και Άλλους.
41. Εξαιρέσεις υπάρχουν, βέβαια, στην περίπτωση των συρματοπλεγμάτων ή των τοίχων/τειχών κτλ. Ακριβώς αυτό το
νοητό των συνόρων/ορίων είναι η προφανής απάντηση στους πάμπολλους τουρίστες που διερωτώνται γιατί δεν

14

πραγματικότητα την οποία δημιουργούν θα πρέπει να λαμβάνεται πολύ σοβαρά υπόψη,
άλλοτε δε η σημασία που έχουν μπορεί να είναι η διαφορά μεταξύ ζωής και θανάτου ή
ελευθερίας και αιχμαλωσίας42.
Όπως μάλιστα επισημαίνεται και σε μια νεώτερη έκδοση χαρτών της Ευρώπης: «σύνορα
που μοιάζουν χαραγμένα με σαφήνεια μπορεί στην πραγματικότητα να είναι μια
αμφισβητούμενη εμπόλεμη ζώνη. Η υιοθετούμενη από την κυβέρνηση “επίσημη”
ονομασία κάποιας επαρχιακής πόλης σε μια περιοχή που αποτελεί μωσαϊκό εθνοτήτων
μπορεί να μην έχει καμία σχέση με το όνομα που χρησιμοποιούν οι κάτοικοί της»
(National Geographic, 2004: 48). Και οι χάρτες σήμερα βρίσκονται παντού και πάντοτε,
από τις αίθουσες των σχολείων και των διοικητικών κτιρίων μέχρι τους δρόμους και τα
καταστήματα, αναπαράγοντας ουσιαστικά την ιδεολογία χώρα = έθνος = κράτος43.
Αναφορικά δε με τα μουσεία, ας μας επιτραπεί να κάνουμε τον παραλληλισμό ότι, όπως
ο χάρτης αποτυπώνει το έδαφος, έτσι και το μουσείο αποτυπώνει το παρελθόν· όπως ο
χάρτης μας κάνει να αισθανόμαστε μέρος ενός γεωγραφικού συνόλου, έτσι και το
μουσείο μας κάνει να αισθανόμαστε μέρος ενός πολιτισμικού συνόλου44.
στ. Εθνικισμός
Κατά τον Ernest Gellner, η απόλυτη μαγεία του μύθου του εθνικισμού είναι ότι «ο
διαχωρισμός σε έθνη είναι αυθύπαρκτος, φυσικός και θεόσταλτος, αφού ο εθνικισμός
βλέπει τον εαυτό του ως μια φυσική και καθολική επιταγή της πολιτικής ζωής της
ανθρωπότητας» (Gellner, 1992: 94). Στη σύνοψή του για τα βασικά δόγματα της
ιδεολογίας του εθνικισμού, ο Anthony Smith προσθέτει, ανάμεσα σε άλλα, τα εξής
σημεία: «ο κόσμος διαχωρίζεται σε έθνη, με το καθένα να διαθέτει ένα σαφή χαρακτήρα,
ιστορία, και πεπρωμένο· η πολιτική δύναμη ανήκει αποκλειστικά στο έθνος, και η
αφοσίωση στο έθνος προέχει όλων των άλλων αφοσιώσεων· για να είναι ελεύθερα, τα
ανθρώπινα όντα πρέπει να ταυτίζονται με ένα έθνος· για να είναι αυθεντικά, τα έθνη
πρέπει να έχουν τη μέγιστη αυτονομία45· η παγκόσμια ειρήνη και δικαιοσύνη μπορούν να
οικοδομηθούν μόνο σε μια κοινωνία αυτόνομων εθνών» (Smith, 2000: 72-73).
Σε στήριξη αυτού του μύθου, συχνά επιστρατεύονται παλαιότεροι πολιτισμοί, που
πιθανόν να μην είχαν τόση σχέση με ένα δεδομένο σημερινό έθνος46. Ο Ernest Gellner
μπορούν να δουν την πράσινη γραμμή στη Λευκωσία και, ευρύτερα, στην Κύπρο, την οποία μάλιστα συχνά
φαντάζονται κυριολεκτικά, ως μια πράσινη γραμμή χαραγμένη στο έδαφος!
42. Να αναφέρουμε μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα: ένας καταζητούμενος, τον οποίο κυνηγά η πολιτειακή
αστυνομία της Καλιφόρνιας, είναι ελεύθερος να κυκλοφορήσει στη Νεβάδα, μόλις διασχίσει τα πολιτειακά σύνορα·
ένας Ισραηλινός που διασχίσει τα σύνορα με το Λίβανο, χωρίς έλεγχο, κινδυνεύει να συλληφθεί· οι Ελληνοκύπριοι
που διέσχισαν το 1996 τη νεκρή ζώνη και κατευθύνονταν προς το ψευδοκράτος, χωρίς έλεγχο, κτυπήθηκαν ή/και
σκοτώθηκαν· όσοι Κινέζοι διασχίζουν τα σύνορα με την Ινδία, χωρίς έλεγχο, κινδυνεύουν να εμπλακούν σε
αυτοκινητιστικό ατύχημα αν δεν αλλάξουν λωρίδα κυκλοφορίας. Μέχρι το 1967, όσοι Νορβηγοί και Φινλανδοί
εισέρχονταν στη Σουηδία από τους διάφορους επαρχιακούς δρόμους, στους οποίους δεν υπήρχε έλεγχος, έπρεπε να
θυμούνται να αλλάξουν λωρίδα κυκλοφορίας, για να μην εμπλακούν σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Μέχρι το 1989, η
διαφορά μεταξύ Δυτικού και Ανατολικού Βερολίνου σήμαινε τη διαφορά μεταξύ ελευθερίας και καταπίεσης και,
ενίοτε, ζωής και θανάτου. Και πολλά άλλα…
43. Ακόμη πιο έντονα γίνεται αυτό στην Κύπρο, όπου η σημαία μας ουσιαστικά αποτελείται από το χάρτη της Κύπρου
(και δύο κλάδους ελιάς). Ο χάρτης της Κύπρου θεωρείται ίσως το πιο αναγνωρίσιμο κυπριακό σήμα κατατεθέν, ενώ
πριν από το 1960 (πριν, δηλαδή, την Ανεξαρτησία) η Αφροδίτη ίσως ήταν πιο κοινότοπη.
44. Προς ενίσχυση αυτής της έννοιας, δημιουργήθηκαν οι “ιστορικοί χάρτες”, στους οποίους γίνεται ταυτόχρονα η
σύνδεση με το γεωγραφικό χώρο και με την ιστορία. Στους ιστορικούς χάρτες εμφανίζεται η πορεία του έθνους και του
κράτους ως συγκεκριμένη και δεδομένη, τόσο στο χώρο όσο και στο χρόνο.
45. Με τη λογική αυτή, θα πρέπει να αναρωτηθούμε κατά πόσον τα έθνη που ανήκουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι
όντως αυθεντικά, αφού μεγάλο μέρος της αυτονομίας τους έχει αναληφθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση…
46. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η επίκληση της “ελληνικότητας” της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τον
ελληνικό εθνικισμό, τη στιγμή που γνωρίζουμε ότι αυτή ήταν πολυεθνική, μάλιστα δε ακόμη και οι Αυτοκράτορές της
ήσαν, στην πλειοψηφία τους, μη Έλληνες. Συνέχιση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας την παρουσιάζουν οι Ιταλοί, ενώ
κράμα πολιτισμών οι Τούρκοι.

15

θεωρεί ότι η χρησιμοποίηση αυτών των παλαιότερων πολιτισμών είναι επιλεκτική και
συνήθως αποτελεί ριζικό μετασχηματισμό τους (Gellner, 1992: 106). Ο δε Ernest Renan
θεωρεί πως «η πεμπτουσία του έθνους βρίσκεται στο ότι τα μέλη του έχουν πολλά κοινά
καθώς και στο ότι έχουν ξεχάσει πολλά» (Anderson, 1997: 26). Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα
είναι η περίπτωση όταν δύο εθνικισμοί καπηλεύονται τον ίδιο παλαιό πολιτισμό, όπως
στην περίπτωση της αρχαίας Μακεδονίας47. Ο Ernest Renan προσθέτει ότι «η λανθασμένη
αντίληψη της ιστορίας του είναι μέρος της ύπαρξης ενός έθνους» (Hobsbawm, 1994: 26),
ο Eric Hobsbawm θεωρεί πως ο εθνικισμός «είναι εχθρικός προς την πραγματικότητα του
παρελθόντος, ή αναδύεται από τα ερείπιά της» (Hobsbawm, 1994: 246), ενώ ο Elie
Kedourie διατείνεται ότι ο εθνικισμός είναι πρόσφατος, καινοφανής, ευρωπαϊκός και
επινοημένος (Smith, 2000: 29).
Με ποια, όμως, κριτήρια καθορίζεται το έθνος, η εθνότητα και ο εθνικισμός; Ο Ιωσήφ
Στάλιν όρισε το έθνος ως «μια ιστορικά εξελιγμένη, σταθερή κοινότητα γλώσσας,
εδάφους, οικονομικής ζωής και ψυχολογικής σύστασης που εκδηλώνονται σε μια
πολιτισμική κοινότητα» (Hobsbawm, 1994: 17). Ο Max Weber όρισε το έθνος ως «μια
κοινότητα συναισθήματος η οποία θα εκδηλωνόταν επαρκώς σε μια δική της πολιτεία»
(Smith, 2000: 14). Ο δε Eric Hobsbawm θεωρεί ότι «η έννοια της εθνότητας σχεδόν
πάντοτε συνδέεται κατά κάποιον απροσδιόριστο τρόπο με κοινή καταγωγή και
προέλευση, από τις οποίες υποτίθεται ότι προέρχονται τα κοινά χαρακτηριστικά των
μελών μιας εθνικής ομάδας» (Hobsbawm, 1994: 92-93), ενώ δέχεται πως «οι δεσμοί
μεταξύ της θρησκείας και της εθνικής συνείδησης μπορούν να είναι πολύ στενοί»
(Hobsbawm, 1994: 99).
Ο Ernest Gellner ορίζει τον εθνικισμό48 ως «μια πολιτική αρχή, η οποία υποστηρίζει την
εναρμόνιση της πολιτικής και της εθνικής οντότητας» (Gellner, 1992: 13), που «απαιτεί τα
εθνικά όρια να μην διαφέρουν από τα πολιτικά» (Gellner, 1992: 14) και τονίζει ότι «το
κράτος εμφανίστηκε ασφαλώς χωρίς τη βοήθεια του έθνους», αν και «κάποια έθνη
εμφανίστηκαν ασφαλώς χωρίς τις ευλογίες του δικού τους κράτους» (Gellner, 1992: 2324). Συγκεκριμενοποιώντας περισσότερο, θεωρεί πως «δύο άνθρωποι ανήκουν στο ίδιο
έθνος εάν, και μόνο εάν, μοιράζονται τον ίδιο πολιτισμό… ένα σύστημα ιδεών, συμβόλων,
συνειρμών και τρόπων συμπεριφοράς και επικοινωνίας… και αναγνωρίζουν ο ένας τον
άλλον ως μέλος του ίδιου έθνους» (Gellner, 1992: 23).
Ο Benedict Anderson βλέπει το έθνος ως «μια ανθρώπινη κοινότητα που φαντάζεται τον
εαυτό της ως πολιτική κοινότητα, εγγενώς οριοθετημένη και ταυτόχρονα κυρίαρχη»
(Anderson, 1997: 26). Θεωρεί πως το έθνος είναι μία κοινότητα σε φαντασιακό επίπεδο
«επειδή κανένα μέλος, ακόμη και του μικρότερου έθνους, δε θα γνωρίσει ποτέ τα
περισσότερα από τα υπόλοιπα μέλη, δε θα τα συναντήσει ούτε καν θα ακούσει γι’ αυτά,
όμως ο καθένας έχει την αίσθηση του συνανήκειν» (Anderson, 1997: 26). Επί αυτού, ο
Anthony Smith αναφέρει ότι «η φαντασιακή εθνική κοινότητα είναι μια ηθική κοινότητα
και μια ιερή κοινωνία, που απαιτεί θυσίες από όλα της τα μέλη» (Smith, 2000: 60), ενώ ο
Thomas Eriksen αναφέρει πως «όλες οι κοινωνίες πέραν του μεγέθους ενός κλειστού
χωριού είναι αφαιρετικά φαντασιακές από τα μέλη τους, αλλά ο τρόπος της φαντασίωσης
διαφέρει» (Eriksen, 1993: 91).
47. Χωρίς να παίρνουμε θέση στο ακανθώδες αυτό ζήτημα, αξίζει να αναφέρουμε ότι μέχρι τον 4ο αιώνα π.Χ. το
μακεδονικό Βασίλειο είχε ελάχιστες σχέσεις με τα υπόλοιπα ελληνικά Βασίλεια και ότι οι κάτοικοί του - αν και
μιλούσαν μια ελληνική διάλεκτο - δεν θεωρούνταν πλήρως Έλληνες από τους κατοίκους της υπόλοιπης Ελλάδας, αφού
είχαν πολιτισμικές και πολιτειακές διαφορές με αυτούς, εξού και η αρχική ένσταση των Ελλανοδικών στη συμμετοχή
του Μακεδόνα Βασιλέα Αλέξανδρου Α’ στην 80η Ολυμπιάδα, το 460 π.Χ.
48. Εδώ να διευκρινίσουμε πως, όταν ο Ernest Gellner κάνει λόγο για εθνικισμό, δεν εννοεί το αρνητικό συναίσθημα
που πολλοί θεωρούν ως μια μορφή ρατσισμού, αλλά «ένα πολύ ξεχωριστό είδος πατριωτισμού» (Gellner, 1992: 241), το
οποίο θα μπορούσαμε σήμερα να αποκαλέσουμε εθνισμό.

16

Ο Anthony Smith θεωρεί το έθνος ως «έναν ονομασμένο ανθρώπινο πληθυσμό που
καταλαμβάνει μια ιστορική επικράτεια ή πατρίδα και μοιράζεται κοινούς μύθους και
αναμνήσεις· μια μαζική, δημόσια κουλτούρα· μια ξεχωριστή οικονομία· και κοινά
δικαιώματα και υποχρεώσεις για όλα τα μέλη» (Smith, 2000: 3). Αντιθέτως, την εθνοτική
ομάδα την ορίζει ως «έναν ονομασμένο ανθρώπινο πληθυσμό με μύθους κοινής
καταγωγής, κοινές ιστορικές αναμνήσεις, ένα ή περισσότερα στοιχεία κοινού πολιτισμού,
ένα δεσμό με μια πατρίδα, και ένα μέτρο αλληλεγγύης, τουλάχιστον ανάμεσα στις ελίτ»
(Smith, 2000: 65).
Επομένως, ενώ τόσο τα έθνη όσο και οι εθνοτικές ομάδες49 μοιράζονται στοιχεία μύθων
και αναμνήσεων, «το κέντρο βαρύτητάς τους είναι διαφορετικό: οι εθνοτικές ομάδες
ορίζονται σε μεγάλο βαθμό από τους μύθους καταγωγής τους και τις ιστορικές τους
αναμνήσεις· τα έθνη ορίζονται από την ιστορική επικράτεια που κατέχουν και από τις
μαζικές, δημόσιες κουλτούρες τους και κοινούς νόμους. Ένα έθνος πρέπει να διαθέτει την
πατρίδα του· μια εθνοτική ομάδα δεν το χρειάζεται» (Smith, 2000: 65). Ο Anthony Smith
θεωρεί πως η ανωτερότητα μεν των εθνών και η κατωτερότητα δε των εθνοτικών
ομάδων είναι το αποτέλεσμα της «νεώτερης εποχής των εθνικών κρατών» (Smith, 2000:
69)· ο δε Thomas Eriksen πιστεύει ότι «αξίζει να διακρίνουμε τα έθνη από τις εθνοτικές
κατηγορίες λόγω της σχέσης τους με το σύγχρονο κράτος» (Eriksen, 1993: 99).
Ο Anthony Smith διευκρινίζει ότι υπάρχουν δύο είδη εθνικών ιδεωδών: τα
βολονταριστικά και τα οργανικά. Ένα βολονταριστικό ιδεώδες του έθνους «εγγυάται το
δικαίωμα των ατόμων να επιλέγουν το έθνος όπου ανήκουν», όπου «τα μέλη δένονται
μαζί με νόμους που βασίζονται σε ένα συμβόλαιο το οποίο σύναψαν ελεύθερα, και
έρχονται να διαμορφώσουν μια πολιτική κοινότητα που ζει σύμφωνα με ένα ξεχωριστό
κώδικα νόμων και που μοιράζεται μια ξεχωριστή πολιτική κουλτούρα σε μια
αναγνωρισμένη ιστορική επικράτεια» (Smith, 2000: 6). Σε αντιδιαστολή, στις οργανικές
εκδοχές του εθνικισμού, «ένα άτομο γεννιέται σε ένα έθνος, και είναι ανεξίτηλα
σημαδεμένο με το χαρακτήρα και την ιδιοφυΐα του δια βίου» (Smith, 2000: 6), όπου «το
έθνος συλλαμβάνεται ως μια πνευματική αρχή και ένα μονοκόμματο όλο που υπερβαίνει
τα ατομικά μέλη· τα μέλη δένονται μαζί από ένα μύθο κοινών ριζών και κοινής ιστορικής
κουλτούρας, και διαμορφώνουν μια κοινή πολιτισμική κοινότητα που ζει σύμφωνα με
ιδιωματικούς κώδικες σε μια ιστορική πατρίδα» (Smith, 2000: 6-7).
Ο Ernest Renan θεωρεί πως «η ουσία του έθνους βρίσκεται στο ότι οι άνθρωποι έχουν
πολλά πράγματα κοινά και έχουν λησμονήσει εξίσου πολλά» (Anderson, 1997: 292) και
παρατηρεί πως το έθνος είναι «ουσιαστικά μια πνευματική και πολιτική αρχή.
Εκπροσωπεί μια συγχώνευση φυλών και παραμένει μια εγγύηση ελευθερίας. Είναι σε
μεγάλο βαθμό το προϊόν ιστορικών περιστάσεων και επί αυτού του σημείου εξαρτώμενο»
(Smith, 2000: 11), δηλώνοντας μάλιστα ότι τα ευρωπαϊκά έθνη υπήρχαν από τις αρχές
του Μεσαίωνα50. Ο Anthony Smith αναφέρει ότι «οι εθνοτικές ομάδες άκμασαν παράλληλα
με άλλες συλλογικότητες στις αρχαίες και μεσαιωνικές εποχές των αυτοκρατοριών,
πόλεων-κρατών, και βασιλείων… όπου τόσο εθνοτικές ομάδες όσο και έθνη μπορούν να
βρεθούν πλάι-πλάι» (Smith, 2000: 69), θεωρώντας ότι «σε αρκετές περιπτώσεις
49.

Ενώ στα Ελληνικά οι όροι “εθνική ομάδα” και “εθνοτική ομάδα” συχνά συγχέονται και χρησιμοποιούνται χωρίς
διαφοροποίηση, στα Αγγλικά οι αντίστοιχοι όροι είναι “national group” και “ethnic group”, καθιστώντας ευκολότερη
τη διαφοροποίηση μεταξύ τους. Πάντοτε, όμως, ο διαχωρισμός εξαρτάται από μια σωρεία παραγόντων στο κάθε
παράδειγμα, με αποτέλεσμα ενώ το χ’ σύνολο να αποτελεί εθνική ομάδα στην ψ’ περιοχή, να είναι εθνοτική ομάδα
στην ω’ περιοχή (π.χ. οι Έλληνες είναι εθνική ομάδα στην Ελλάδα, αλλά εθνοτική ομάδα στον Καναδά).
Ενδιαφέρουσα ανάλυση παραθέτει ο Thomas Eriksen για το θέμα στο βιβλίο του, με έμφαση στο γεγονός ότι η σχέση
ανάμεσα στις πλειοψηφίες και τις μειονότητες, όπως και ανάμεσα στις εθνικές και τις εθνοτικές ομάδες είναι,
«σχετική» και «σχεσιακή» και ότι με κάθε πλειοψηφία γεννιέται και μία, τουλάχιστον, μειοψηφία ή μειονότητα.
50. Μια τέτοια ερμηνεία εξηγεί και το περίφημο μόττο της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας «Siamo prima
Veneziani e poi Cristiani» (Είμαστε πρώτα Βενετοί και ύστερα Χριστιανοί).

17

βρίσκουμε στοιχεία της ύπαρξης έθνους που εκτείνονται πίσω στην ύστερη μεσαιωνική
περίπτωση - σε μερικές περιπτώσεις, ακόμη και στον αρχαίο κόσμο» (Smith, 2000: 69),
χωρίς αυτό βέβαια να επηρεάζει το ιστορικό γεγονός πως τα περισσότερα έθνη
εμφανίστηκαν μετά το τέλος του 18ου αιώνα.
Με την εμφάνιση του εθνικισμού και, ακριβώς, λόγω της αυθαίρετης ιδεολογίας του,
γεννιούνται νέες ομάδες, ενώ ταυτόχρονα ισοπεδώνονται (ή, καλύτερα, ενσωματώνονται
ή/και αφομοιώνονται) άλλες. Άλλωστε, είναι κοινώς παραδεκτό ότι ο εθνικισμός είναι
που γεννά τα έθνη και όχι το αντίστροφο (Gellner, 1992: 102-118, Hobsbawm, 1994: 2223). Η “νεότητα” της σύγχρονης αντίληψης του έθνους αποδεικνύεται και με μελέτη του
Λεξικού της Βασιλικής Ισπανικής Ακαδημίας, το οποίο «δεν χρησιμοποιεί την ορολογία
του κράτους, έθνους και γλώσσας κατά τη σύγχρονη άποψη πριν από την έκδοση του
1884» (Hobsbawm, 1994: 28)· σε παρόμοια χρονική περίοδο ανάγεται και η σημερινή
σημασία των εννοιών αυτών στα Αγγλικά, τα Γαλλικά, τα Γερμανικά, τα Ολλανδικά και
τα Πορτογαλικά (Hobsbawm, 1994: 29-33). Ο δε Benedict Anderson παρατηρεί ότι «η
Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας το 1776 κάνει λόγο μόνο για “λαό”, ενώ η λέξη “έθνος”
κάνει την πρώτη της εμφάνιση μόλις στο Σύνταγμα του 1789» (Anderson, 1997: 110, βλ.
και σελ. 284).
Ο Ernest Gellner παρατηρεί ότι «οι περισσότεροι Νεοζηλανδοί και οι περισσότεροι
υπήκοοι του Ηνωμένου Βασιλείου είναι τόσο συναφείς πολιτισμικά», ενώ «οι Άραβες
διαφορετικών χωρών διαφέρουν πολιτισμικά πολύ περισσότερο απ’ όσο οι Άγγλοι με
τους Νεοζηλανδούς» (Gellner, 1992: 236), ωστόσο οι μεν πρώτοι θεωρούνται μέλη
διαφορετικών εθνών, ενώ οι δεύτεροι ως μέλη του ίδιου έθνους. Δική μας προσθήκη σε
αυτό είναι ότι, για να δικαιολογήσουν τις εθνοτικές τους επιλογές51, στη μεν πρώτη
περίπτωση οι Νεοζηλανδοί και οι Βρετανοί υπερτονίζουν τις μικροδιαφορές μεταξύ τους
(π.χ. διάλεκτος) και τη γεωγραφική τους απόσταση, ενώ οι διάφοροι Άραβες επιλέγουν
να
αποσιωπούν
τη
γεωγραφική
τους
απόσταση
και
τις
διαλεκτικές/
πολιτισμικές διαφορές τους και υπερτονίζουν τα όποια κοινά στοιχεία μεταξύ τους (π.χ.
αραβική γραφή, μουσουλμανική πίστη κτλ)52.
Στα πλαίσια της κοσμοθεωρίας του εθνικισμού, υπάρχει βέβαια συχνά και μια σχετική
εθνοτική κατηγοριοποίηση ομοιότητας του χ’ με το ψ’ έθνος, γι’ αυτό άλλωστε και «για
έναν Σουηδό, ένας Δανέζος θεωρείται πιο κοντινός από ένα Γερμανό, ο οποίος με τη
σειρά του θεωρείται πιο κοντινός από έναν Ούγγρο» (Eriksen, 1993: 66). Βέβαια, αν και
συνήθως η κατηγοριοποίηση αυτή βασίζεται σε πολιτισμικά, θρησκευτικά ή/και
γλωσσικά κριτήρια, υπάρχουν περιπτώσεις όπου - για πολιτικούς και άλλους λόγους συγκεκριμένα έθνη θεωρούνται πιο ξένα ή λιγότερο επιθυμητά από άλλα, ενώ στην
πραγματικότητα υπάρχει στενότερη βιολογική53 συγγένεια (π.χ. οι Εβραίοι με τους
Άραβες, που έχουν κοινή καταγωγή), απόδειξη και αυτό της αυθαιρετότητας της
κατασκευής του έθνους· όπως το θέτει ο Thomas Eriksen, εκτός από το γεγονός ότι «οι
Αφού, στο τέλος της ημέρας, η ιδιότητα μέλους ενός έθνους είναι και θέμα επιλογής.
Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στα δύο μοντέλα του ελληνοκυπριακού εθνικισμού: αυτοί που διατείνονται ότι οι
Κύπριοι είναι μέλη του ελληνικού έθνους επιλέγουν να μην θεωρούν σημαντική τη γεωγραφική απόσταση και τη
διαφορετική ιστορία και τονίζουν την (αμφισβητήσιμη) κοινή βιολογική καταγωγή ή/και αναφέρονται επιλεκτικά σε
αυτά που θεωρούν κοινά με τους Έλληνες (γλώσσα, θρησκεία, παραδόσεις, ήθη και έθιμα), ενώ όσοι υποστηρίζουν πως
οι Κύπριοι δεν είναι μέλη του ελληνικού έθνους - ή, εν πάσει περιπτώσει, θα μπορούσαν να ανήκουν στο δικό τους
έθνος - υπερτονίζουν τη γεωγραφική απόσταση, τη διαφορετική ιστορία και τις όποιες γλωσσικές ή πολιτισμικές
διαφοροποιήσεις που υφίστανται μεταξύ των δύο λαών. Παρόμοια γραμμή ακολουθούν οι επαναπροσεγγιστές,
τονίζοντας την κοινή ιστορία και τις κοινές παραδόσεις που υπάρχουν μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων
(και, πολύ σημαντικό, το κοινό όραμα), αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα τις διαφορές στη γλώσσα και τη θρησκεία (και
πάλιν, όμως, τονίζουν τις παρόμοιες λέξεις και τα παρόμοια έθιμα).
53. Ως βιολογική συγγένεια εννοείται η κοινή βιολογική καταγωγή, το κοινό αίμα. Στο συγκεκριμένο παράδειγμα,
τόσο οι Εβραίοι όσο και οι Άραβες προέρχονται από τον Αβραάμ (Γένεσις: 16).
51.
52.

18

κοινωνικές ταυτότητες είναι συσχετιστικές, αυτά τα παραδείγματα υποδεικνύουν ότι
υπάρχει στενή σχέση ανάμεσα στις ταυτότητες και τις κοινωνικές περιστάσεις» (Eriksen,
1993: 62).
Σύμφωνα με τον Ernest Gellner, «όταν οι γενικές συνθήκες επιτρέπουν τυποποιημένες,
ομοιογενείς, κεντρικά υποστηριζόμενες υψηλές κουλτούρες, οι οποίες διαποτίζουν
ολόκληρους πληθυσμούς και όχι μόνο επίλεκτες μειοψηφίες… οι σαφώς οριζόμενες
εκπαιδευτικά επικυρωμένες και ενοποιημένες κουλτούρες αποτελούν το μόνο σχεδόν
είδος οντότητας με το οποίο οι άνθρωποι ταυτίζονται με προθυμία και συχνά με
ενθουσιασμό» (Gellner, 1992: 105-106). Αποτέλεσμα αυτού του συλλογισμού είναι ένας
φαύλος κύκλος, όπου ο πολιτισμός επικυρώνει την πολιτική νομιμότητα και αντίστροφα,
οδηγώντας τους ανθρώπους στο να «επιδιώκουν να είναι πολιτικά ενωμένοι με όλους
αυτούς, και μόνο αυτούς, οι οποίοι μοιράζονται την κουλτούρα τους» (Gellner, 1992:
106). Είναι αυτή η “έμφυτη” ανάγκη που οδηγεί τα κράτη στην προσπάθεια ταύτισης των
πολιτικών με τα πολιτισμικά σύνορα54, γι’ αυτό και τα εθνικά κράτη συχνά προβαίνουν
σε κατακτήσεις «στο όνομα ενός υποτιθέμενου λαϊκού πολιτισμού» (Gellner, 1992: 109),
παρά το γεγονός ότι διακηρύσσουν την αυτοδιάθεση των λαών55, και στη συνέχεια
προχωρούν σε περιοχές που δεν εμπίπτουν καν στα κριτήρια του εκάστοτε ορισμού του
έθνους (Hobsbawm, 1994: 36).
Εξάλλου, όπως αναφέρει ο Ernest Gellner, «ο εθνικισμός είναι πρώτα πρώτα μια πολιτική
αρχή, η οποία υποστηρίζει την εναρμόνιση της πολιτικής και της εθνικής οντότητας»
(Gellner, 1992: 13). Όπως επισημαίνει ο Eric Hobsbawm, «η “εθνική συνείδηση”
αναπτύσσεται άνισα ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες και περιοχές μιας χώρας·… οι λαϊκές
μάζες - εργάτες, υπηρέτες, χωρικοί - είναι οι τελευταίες που επηρεάζονται από αυτήν»
(Hobsbawm, 1994: 25). Επιπλέον, «τα εθνικά κινήματα αναμενόταν να είναι κινήματα
εθνικής ενοποίησης ή επέκτασης. Έτσι όλοι οι Γερμανοί και οι Ιταλοί προσδοκούσαν να
ανήκουν σε ένα κράτος, όπως προσδοκούσαν και όλοι οι Έλληνες» (Hobsbawm, 1994:
53), παράλληλα, όμως, υπήρχαν περιπτώσεις όπου μικρά έθνη ενσωματώθηκαν σε άλλα,
προσβλέποντας στις μελλοντικές προοπτικές. Εξάλλου, «οι μικροί λαοί, οι μικρές
γλώσσες, οι μικροί πολιτισμοί εναρμονίζονταν με την πρόοδο μόνον εφόσον δεχόνταν
(sic) να είναι υποτελείς σε κάποια μεγαλύτερη ενότητα» (Hobsbawm, 1994: 65), αλλά και
«“η οικοδόμηση του έθνους”, οσοδήποτε κυρίαρχη κι αν ήταν στην ιστορία του δεκάτου
ενάτου (sic) αιώνα, ίσχυε μόνον για μερικά έθνη» (Hobsbawm, 1994: 65-66).
Στα πρώιμα χρόνια της δημιουργίας του (αποικιακού) εθνικισμού, το εθνικιστικό
“συναίσθημα” προσβαλλόταν όταν τα μέλη του λαού κυβερνούνταν από αξιωματούχους
μιας ξένης κουλτούρας, κάτι πολύ κοινότοπο στην εποχή των μεγάλων Αυτοκρατοριών.
Ως αποτέλεσμα, ο λαϊκός εθνικισμός αντιπαρέβαλλε στην υψηλή κουλτούρα τις δικές του
εθνικές και αρχέγονες παραδόσεις, που σε πολλές περιπτώσεις ούτε δικές του ήταν, ούτε
αρχέγονες, αλλά ούτε καν παραδοσιακές. Άλλοτε δε, στην προσπάθεια δημιουργίας μιας
νέας υψηλής κουλτούρας, αναβιώνουν νεκρές γλώσσες56, εφευρίσκονται παραδόσεις και
ξαναγράφεται η ιστορία, για να νομιμοποιηθεί ιστορικά ή/και ιδεολογικά η υπεροχή του
α’ ή β’ έθνους.
Και το ενδιαφέρον είναι πως εκείνοι που “καταναλώνουν” τα εθνοτικά αυτά προϊόντα
είναι συνήθως οι αστοί (οι κάτοικοι των πόλεων) και οι ομογενείς (ομοεθνείς του
54.

Για παράδειγμα, η περιοχή της Αλσατίας-Λωρραίνης υπήρξε το μήλον της έριδος τόσο για τη Γαλλία όσο και για τη
Γερμανία για την περίοδο από τα μέσα του 17ου αιώνα μέχρι και τα μέσα του 20ου αιώνα.
55. Αντιπροσωπευτικά κείμενα που διατείνονται την αυτοδιάθεση των λαών είναι η γαλλική Διακήρυξη των
Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη (1789) και η αμερικανική Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας (1776).
56. Χαρακτηριστικότερο και, ίσως, το μόνο τέτοιο επιτυχημένο παράδειγμα είναι η αναβίωση της (για αιώνες νεκρής)
Εβραϊκής γλώσσας από τους Σιωνιστές και το κράτος του Ισραήλ το 19ο και τον 20ο αιώνα.

19

εξωτερικού), που και στις δύο περιπτώσεις βρίσκονται μακριά ή/και είναι
αποξενωμένοι57 από την παράδοση αυτή, αφού στους τόπους απ’ όπου προέρχεται η
παράδοση αυτή θεωρείται δεδομένη και “φυσική”, όπως τον αέρα ή το νερό. Στη
σημερινή, ώριμη εποχή του εθνικισμού, η περίπτωση όπου η χ’ ομάδα κυβερνάται από
την ψ’ ομάδα (νοουμένου ότι η πρώτη αποτελεί την πλειοψηφία σε συγκεκριμένο
γεωγραφικό χώρο ή, εν πάσει περιπτώσει, έχει αρκετά ισχυρό εκτόπισμα και παύει
πλέον να έχει κοινό όραμα με τη δεύτερη) είναι απλώς μη αποδεκτή, γι’ αυτό και έχουμε
τα παραδείγματα της αυτοδιάθεσης του Ναγκόρνο-Καραμπάχ58, τη διάλυση της
Γιουγκοσλαβίας59 και της Τσεχοσλοβακίας60 κτλ, καθώς και τη δημιουργία νέων εθνών61.
Όπως εξάλλου γράφει ο Thomas Eriksen, «η εθνοτική ταυτότητα γίνεται κρίσιμα
σημαντική τη στιγμή που προσλαμβάνεται ως απειλούμενη» (Eriksen, 1993: 76).
Για τους ίδιους ακριβώς λόγους, έχουμε τη δημιουργία εθνικισμών στις πρώην
αποικιοκρατούμενες χώρες της Ασίας, της Αφρικής και της Μέσης Ανατολής, οι οποίες
μετέβησαν ανώμαλα από τις αγροτικές μικροκοινωνίες τους στο στάδιο της αποικίας και,
στη συνέχεια, του ανεξάρτητου κράτους. Συνήθως δε, επειδή «ένας πολιτισμικά
ομοιογενής πληθυσμός, ο οποίος δεν διαθέτει κανένα κράτος που να μπορεί να ονομάσει
δικό του, νιώθει βαθιά αδικημένος» (Gellner, 1992: 235), βλέπουμε ότι πολλά από αυτά
τα κράτη ξεπήδησαν ουσιαστικά μετά από αντιαποικιακό αγώνα62. Ο Eric Hobsbawm
παρατηρεί ότι, μετά τη Συνθήκη των Βερσαλλιών (1919), «οι ηγέτες και ιδεολόγοι των
αποικιακών και ημι-αποικιακών απελευθερωτικών κινημάτων ξεκάθαρα μιλούσαν τη
γλώσσα του ευρωπαϊκού εθνικισμού, την οποία τόσο συχνά (sic) είχαν μάθει από τη
δύση, ακόμη κι όταν δεν ταίριαζε στην περίπτωσή τους» (Hobsbawm, 1994: 192), με
αποτέλεσμα η απελευθέρωση ή η αυτοδιάθεση να ενδυόταν με “εθνικό” χαρακτήρα,
παράλληλα με τις κοινωνικές τους διαστάσεις. Ταυτόχρονα, όμως, «η πραγματική και
αυξανόμενη δύναμη των κινημάτων απελευθέρωσης συνίστατο στο μίσος εναντίον των
κατακτητών, ηγεμόνων και εκμεταλλευτών, οι οποίοι συνέβαινε να αναγνωρίζονται ως
ξένοι» (Hobsbawm, 1994: 192).
57. Θα μπορούσε να εκφραστεί η άποψη ότι ο σύγχρονος αστικοποιημένος πληθυσμός έχει απομακρυνθεί και
αποξενωθεί τόσο πολύ από τη φύση και την παράδοση, που συχνά θεωρεί αφύσικο (sic!) το αγροτικό περιβάλλον.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Carrie Bradshaw στη σειρά Sex and the City (Σαιζόν 4, επεισόδιο 9, “Sex and
the Country”), όταν πραγματικά χάνει τα πάτερά της ζώντας σε ένα εξοχικό στη φύση για ένα σαββατοκυρίακο,
μακριά από τις οικιακές και τις αστικές ευκολίες της ζωής στην οποία είναι συνηθισμένη.
58. Το 95% των κατοίκων του Ναγκόρνο-Καραμπάχ είναι αρμενικής καταγωγής, ωστόσο η περιοχή αυτή το 1921
περιλήφθηκε στη διοικητική έκταση του Αζερμπαϊτζάν, λόγω πολιτικών σκοπιμοτήτων που εξυπηρετούσαν τη
Σοβιετική Ένωση. Υπομένοντας για χρόνια τις καταπιέσεις των Αζέρων και μετά από πόλεμο μεταξύ 1988-1994, η
περιοχή αυτή αποσχίσθηκε από το κυρίως Αζερμπαϊτζάν και δημιούργησε ξεχωριστό κράτος το 1992 με την ονομασία
«Ορεινή Δημοκρατία του Καραμπάχ», το οποίο δεν αναγνωρίζεται από τη διεθνή κοινότητα.
59. Στην πρώην Γιουγκοσλαβία, ο πληθυσμός το 1981 αποτελείτο από Σέρβους (36,3%), Κροάτες (19,7%), Βόσνιους
(8,9%), Σλοβένους (7,8%), Αλβανούς (7,7%), Σλαβομακεδόνες (6,0%), «Γιουγκοσλάβους» (5,4%), Μαυροβούνιους (2,6%)
και διάφορες μειονότητες (5,6%).
60. Στην πρώην Τσεχοσλοβακία, ο πληθυσμός το 1991 αποτελείτο από Τσέχους (62,8%), Σλοβάκους (31%) και διάφορες
μειονότητες (6,2%).
61. Για παράδειγμα, ο Eric Hobsbawm αναφέρεται στο γεγονός ότι «οι Μαυροβούνιοι, που αρχικά θεωρήθηκαν Σέρβοι

αλλά τώρα είναι μια “εθνότητα” και σχημάτισαν δική τους ομόσπονδη δημοκρατία, φαίνεται ότι είναι ένας
συνδυασμός από σέρβους (sic) χωρικούς… και από Βλάχους νομάδες» (Hobsbawm, 1994: 94). Παρομοίως, όταν

διαλύθηκε η Γιουγκοσλαβία το 1991, η Σερβοκροατική γλώσσα διαιρέθηκε σε Σερβική, Κροατική και “Βοσνιακή”,
αφού δημιουργήθηκε βοσνιακό έθνος, εφαρμόζοντας πλήρως την αρχή που θέλει το έθνος να μιλά τη δική του γλώσσα.
Από το 2007 υπάρχει και μια τέταρτη διάκριση, η “Μαυροβουνιώτικη” γλώσσα. Ενώ η Σερβοκροατική γραφόταν τόσο
με το κυριλλικό όσο και με το λατινικό αλφάβητο, σήμερα η Σερβική γράφεται αποκλειστικά με το κυριλλικό
αλφάβητο, ενώ η Κροατική, η “Βοσνιακή” και η “Μαυροβουνιώτικη” γράφονται με το λατινικό. Περιττό να αναφερθεί
το ότι οι διαφορές ανάμεσα στις “γλώσσες” αυτές είναι περίπου αντίστοιχες με τις διαφορές της βρετανικής Αγγλικής
και της αμερικανικής Αγγλικής. Στο ίδιο μήκος κύματος, στη νοτιοανατολική Ασία είναι άγραφος νόμος ότι κάθε
γλώσσα που σέβεται τον εαυτό της πρέπει να έχει και ιδιαίτερο σύστημα γραφής, για να μπορούν να
διαφοροποιούνται πολιτικά και πολιτιστικά οι χρήστες της από τους γείτονες τους.
62. Όπως και η Κυπριακή Δημοκρατία, που ήταν το αποτέλεσμα του αντιαποικιακού αγώνα της ΕΟΚΑ (Εθνική
Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών) μεταξύ 1955 και 1959.

20

Εδώ να αναφέρουμε ότι, σύμφωνα με τους διάφορους μελετητές και θεωρητικούς, ο
εθνικισμός διακρίνεται στις εξής δύο κύριες μορφές:
 τον εθνοτικό εθνικισμό (ethnic nationalism), ο οποίος καθορίζει το έθνος βάσει της εθνότητας, η

οποία πάντοτε περιλαμβάνει κάποιο στοιχείο καταγωγής από προηγούμενες γενεές. Περιλαμβάνει,
επίσης, τις ιδέες μιας κουλτούρας που είναι κοινή ανάμεσα στα μέλη της ομάδας και τους
προγόνους της και, συνήθως, μια κοινή γλώσσα. Η ιδιότητα μέλους είναι κληρονομική και το
κράτος αποκομίζει πολιτική νομιμότητα από την ιδιότητά του ως πατρίδα της εθνοτικής ομάδας και
από τη λειτουργία της προστασίας της εθνικής ομάδας και της διευκόλυνσης της πολιτιστικής και
κοινωνικής ζωής της ομάδας. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, τον πρώτο θεωρητικό που καθόρισε τα
χαρακτηριστικά του εθνικισμού, το έθνος είναι ὅμαιμον, ὁμόγλωσσον και ὁμότροπον, δηλαδή έχει
κοινή βιολογική καταγωγή, κοινή γλώσσα και κοινά ήθη και έθιμα. Ο εθνοτικός εθνικισμός
ενυπάρχει στις πολιτικές μετανάστευσης αρκετών κρατών, υπό τη μορφή νόμων επαναπατρισμού,
και εμφανίζεται κυρίως σε παλαιούς εθνικισμούς, ιδίως στην Ευρώπη. Ο εθνοτικός εθνικισμός
συχνά είναι εθνοκεντρικός, δηλώνοντας έμμεσα ή άμεσα την υπεροχή του εκάστου έθνους το οποίο
αντιπροσωπεύει, πολλές φορές δε χρησιμοποιείται όταν μία ομάδα εξασκεί το δικαίωμά της στην
αυτοδιάθεση, είτε για τη δημιουργία αυτόνομου κρατιδίου, είτε για τη δημιουργία ανεξάρτητου και
κυρίαρχου κράτους, είτε για κινήματα αλυτρωτισμού και εθνικής αντίληψης στη λεγόμενη
Διασπορά. Σύμφωνα με το θεωρητικό Anthony D. Smith, ο εθνοτικός εθνικισμός αφορά μη δυτικές
αντιλήψεις του εθνικισμού, σε αντίθεση με τις δυτικές, στις οποίες το έθνος καθορίζεται από τη
γεωγραφική του έκταση.
τον πολιτειακό εθνικισμό (civic nationalism), ο οποίος καθορίζει το έθνος βάσει της κρατικής του
υπόστασης. Ως μέλη ενός έθνους θεωρείται το σύνολο των ατόμων τα οποία αυτοπροσδιορίζονται
ότι ανήκουν στο ίδιο έθνος, έχουν ίσα και κοινά πολιτικά δικαιώματα και υπάγονται στις ίδιες
πολιτικές διαδικασίες. Η ιδιότητα μέλους θεωρείται εθελοντική, γι’ αυτό και είναι ανοικτή σε άτομα
τα οποία μπορεί να μην έχουν κοινή καταγωγή με τα υπόλοιπα μέλη του έθνους, αλλά δύνανται να
πολιτογραφηθούν ως μέλη του χ’ έθνους στα πλαίσια της οντότητας του κράτους. Ο πολιτειακός
εθνικισμός εδράζεται στις παραδόσεις του ορθολογισμού και του φιλελευθερισμού και εμφανίζεται
κυρίως σε πρώην αποικιοκρατούμενες χώρες, αλλά και στη Γαλλία, απ’ όπου προήλθε ως έννοια.
Είναι μη ξενοφοβικός εθνικισμός, συμβατός με τις φιλελεύθερες αξίες της ελευθερίας, της ανοχής,
της ισότητας και των ατομικών δικαιωμάτων. Ο πολιτειακός εθνικισμός θεωρεί πως η εθνική
ταυτότητα είναι μια ανάγκη των ατόμων να μπορούν να διάγουν μια αυτόνομη και με νόημα ζωή,
και πως οι φιλελεύθερες δημοκρατικές πολιτείες χρειάζονται την εθνική ταυτότητα για να
λειτουργούν σωστά. Από τον πολιτειακό εθνικισμό είναι επηρεασμένη η Διακήρυξη της
Ανεξαρτησίας των Ηνωμένων Πολιτειών (1776) και η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου
και του Πολίτη της Γαλλίας (1789). Χαρακτηριστικοί θεωρητικοί αυτού του εθνικισμού είναι ο
Γάλλος Ernest Renan, ο οποίος στην περίφημη διάλεξή του το 1882, με τίτλο «Qu’est-ce qu’une
nation?» (Τι είναι ένα έθνος;), καθορίζει το έθνος ως ένα «καθημερινό δημοψήφισμα», καθώς
επίσης και ο Βρετανός John Stuart Mill, από τον ιδεολογικό χώρο του φιλελεύθερου εθνικισμού.

Υπάρχουν, βέβαια, και άλλες πιο λεπτομερείς υποδιαιρέσεις του εθνικισμού, οι
κυριότερες από τις οποίες είναι οι πιο κάτω:
 Ο αριστερός ή σοσιαλιστικός εθνικισμός (left-wing nationalism/socialist nationalism) προέρχεται

από τον ιακωβινισμό63 της Γαλλικής Επανάστασης και βασίζεται στην ισότητα, τη λαϊκή κυριαρχία
και την εθνική αυτοδιάθεση, ενώ παράλληλα εναντιώνεται στο δεξιό εθνικισμό και συχνά
απορρίπτει το ρατσιστικό εθνικισμό και το φασισμό64. Πολλά αριστερά εθνικιστικά κινήματα είναι
αφοσιωμένα στην εθνική απελευθέρωση, θεωρώντας ότι τα έθνη τους καταδιώκονται από άλλα
έθνη, και έτσι εξασκούν το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης, απελευθερώνοντάς τα έθνη τους από τους
διώκτες τους. Παραδείγματα αυτού του εθνικισμού είναι η κουβανική επανάσταση, το ιρλανδικό και
το σκωτσέζικο κίνημα απελευθέρωσης/αυτονομίας και το κίνημα απελευθέρωσης της Νότιας
Αφρικής.

63. Ο ιακωβινισμός εμφανίστηκε κατά την περίοδο της Γαλλικής Επανάστασης· ακροαριστερό κίνημα, πρέσβευε την
έννοια της Γαλλίας ως μια συγκεντρωτική δημοκρατία, με την εξουσία να συγκεντρώνεται στην εθνική κυβέρνηση, εις
βάρος των τοπικών ή περιφερειακών κυβερνήσεων, και υποστήριζε την επαναστατικότητα.
64. Ο φασισμός γεννήθηκε μετά το τέλος του A’ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ιταλία από τον Μπενίτο Μουσολίνι. Ο
φασισμός είναι ριζοσπαστική αυταρχική εθνικιστική πολιτική ιδεολογία και μαζικό κίνημα που έχει ως στόχο να
εξυψώσει το έθνος - το οποίο ορίζει βάσει αποκλειστικών βιολογικών, πολιτισμικών ή/και ιστορικών συνθηκών υπεράνω κάθε άλλης αξίας και να δημιουργήσει μια κινητοποιημένη εθνική κοινότητα και εθνική ταυτότητα.
Ιδιαίτερα στον οικονομικό τομέα, στοχεύει προς την επίτευξη της εθνικής αυτάρκειας και στον προστατευτισμό και
τον παρεμβατισμό στην οικονομία.

21

 Ο εδαφικός εθνικισμός (territorial nationalism) προϋποθέτει την αφοσίωση όλων των κατοίκων

ενός συγκεκριμένου έθνους στη χώρα γέννησης ή την ανάδοχη χώρα τους. Σύμφωνα με αυτόν, το
έθνος και η συλλογική μνήμη του αποτελούν ιερές ιδιότητες, ενώ η υπηκοότητα (αντί της
εθνικότητας) αποτελεί ιδανικό. Ιδιαίτερη σημασία έχει η ίδρυση μιας μαζικής δημόσιας κουλτούρας,
η οποία βασίζεται σε κοινές αξίες και παραδόσεις του πληθυσμού.
Ο πανεθνισμός (pan-nationalism) χαρακτηρίζεται από τη μεγάλη κλίμακα των αξιώσεων που έχει
επί της εθνικής έκτασης και από τον καθορισμό του έθνους στη βάση ενός «συμπλέγματος»
πολιτισμών και εθνοτικών ομάδων. Σύμφωνα με αυτόν, θεμελιώδης μονάδα της ανθρώπινης
κοινωνικής ζωής είναι το έθνος, το οποίο αποτελεί τη μοναδική νόμιμη αρχή του κράτους. Μερικοί
πανεθνισμοί είναι μονοεθνικοί, όπως ο παγγερμανισμός και ο παναραβισμός, ενώ σε άλλες
περιπτώσεις, όπως ο παντουρανισμός (παντουρκισμός) ή πανσλαβισμός, το ζητούμενο είναι η
συγκέντρωση των κοινών λαών (ή, καλύτερα, των λαών με κοινές ιδιότητες).
Ο υπερεθνικισμός (ultranationalism) είναι ένθερμος εθνικισμός, στον οποίο υπάρχει υπερβολική
υποστήριξη στα εθνικιστικά ιδεώδη ενός έθνους. Συχνά χαρακτηρίζεται από απολυταρχισμό,
προσπάθειες που στοχεύουν στη μείωση ή τη διακοπή της μετανάστευσης, εκδίωξη ή/και
καταπίεση των μη γηγενών πληθυσμών που κατοικούν μέσα στα εθνικά όρια, δημαγωγία,
συναισθηματισμό, διάδοση της ιδέας ενός υποτιθέμενου, πραγματικού ή φανταστικού εχθρού,
στενό έλεγχο των επιχειρήσεων και της παραγωγής, μιλιταρισμό, λαϊκισμό και προπαγάνδα.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα του υπερεθνικισμού είναι ο φασισμός και ο ναζισμός65, ενώ
χαρακτηριστικά απότοκά του είναι η γενοκτονία66 και η εθνοκάθαρση67.

ζ. Μειονότητες
Ο Eric Hobsbawm παρατηρεί ότι, με το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου το 1918, στις
διάφορες συνθήκες ειρήνης «ρυθμίζονται τα κρατικά σύνορα ώστε να συμπίπτουν με τα
σύνορα της εθνικότητας και της γλώσσας» (Hobsbawm, 1994: 187), κατά τις περίφημες
αρχές του Woodrow Wilson68. Έτσι, η κύρια αλλαγή - σε σχέση με το καθεστώς που
επικρατούσε πριν από το 1918 - ήταν ότι «τα κράτη τώρα ήταν κατά μέσον όρο μάλλον
μικρότερα και οι εντός αυτών “καταπιεσμένοι λαοί” ονομάζονται τώρα “καταπιεσμένες
μειονότητες”» (Hobsbawm, 1994: 187). Και πράγματι, είναι αυτό το σκεπτικό - ότι τα
κράτη πρέπει να συμπίπτουν με τα έθνη - που βρισκόταν πίσω από τις Γενοκτονίες των
Αρμενίων, των Ασσυρίων και των Ποντίων κατά και μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά
και το Ολοκαύτωμα των Εβραίων, παράλληλα με την κατάκτηση από τη χιτλερική
Γερμανία εδαφών στα οποία κατοικούσαν Γερμανοί κατά και πριν τη διάρκεια του Β’
Παγκοσμίου Πολέμου. Στους προαναφερόμενους εθνικισμούς, δεν υπήρχε “χώρος” για
τους μη Τούρκους και τους μη Αρείους, αντίστοιχα.
Ωστόσο, στην Ευρώπη του μεσοπολέμου παρέμειναν αλύτρωτες μειονότητες έξω από τα
σύνορα των αντίστοιχων εθνικών κρατών, ενώ διαφορετικές εθνότητες “στοιβάζονταν”
σε κοινά κράτη (π.χ. Γιουγκοσλαβία και Τσεχοσλοβακία) ή, ακόμη, υπήρχαν εθνότητες οι
οποίες δεν διέθεταν δικό τους κράτος (π.χ. Βάσκοι ή Καταλανοί). Οι “αγώνες” αυτών
των περιπτώσεων, αυτονομιστικών, αποσχιστικών κτλ, εκφράστηκαν κυρίως μέσω των
προεκλογικών προγραμμάτων και των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Αλλά και στα ήδη
υπάρχοντα εθνικά κράτη, παρατηρείται αλυτρωτισμός για γαίες και πληθυσμούς που
65.

Ο εθνικοσοσιαλισμός ή ναζισμός είναι πολιτικό κίνημα που εμφανίστηκε στη Γερμανία μετά το τέλος του Α’
Παγκοσμίου Πολέμου και το οποίο το 1933 οδήγησε στην καθιέρωση απολυταρχικού και μιλιταριστικού δικτατορικού
καθεστώτος, ιδεολογικά βασιζόμενου στη φυλετική ιδέα. Ο ρατσισμός και ο αντισημιτισμός αποτελούν ιδεολογικές
βάσεις του εθνικοσοσιαλιστικού κινήματος, ενώ στους κύριους σκοπούς του ανήκει η αντικατάσταση του δημοκρατικού
συστήματος με καθεστώς που θα βασιζόταν στην αρχή της κοινότητας, με την έννοια της εθνικής και βιολογικής
ενότητας με επικεφαλής τον Φύρερ (Führer=ηγέτης, οδηγός). Οι ιδεολογικές αρχές του εθνικοσοσιαλισμού και η
εφαρμογή τους στην πράξη οδήγησαν στον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο και στο Ολοκαύτωμα στα στρατόπεδα εξόντωσης.
66. Η γενοκτονία ορίστηκε νομικά το 1944 από το νομικό Ραφαέλ Λέμκιν ως η συστηματική η σκόπιμη και
συστηματική καταστροφή, πλήρως ή εν μέρει, μιας εθνοτικής, φυλετικής, θρησκευτικής ή εθνικής ομάδας. Θεωρείται
διεθνές έγκλημα από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, σύμφωνα με τη σχετική σύμβαση (1948).
67. Η εθνοκάθαρση δεν έχει νομικό ορισμό· χαρακτηρίζεται, ωστόσο, από υποχρεωτικές μεταφορές ή απελάσεις
πληθυσμών, παρά από εσκεμμένες δολοφονίες σημαντικού τμήματος μιας εθνοτικής, θρησκευτικής ή εθνικής ομάδας.
68. Πρόκειται για τις αρχές που σκιαγράφησε η ομιλία των 14 σημείων του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, η
οποία εκφωνήθηκε στις 8 Ιανουαρίου 1918 σε κοινή σύνοδο του Κογκρέσου.

22

ανήκαν στο χ’ κράτος αλλά στο ψ’ έθνος, κάτι το οποίο έτυχε στυγερής εκμετάλλευσης
από διάφορα κινήματα, κυρίως φασιστικά ή εθνικιστικά, των οποίων «η έλξη μιας
τέτοιας εθνικιστικής προπαγάνδας γινόταν όλο και πιο αποτελεσματική, ακόμα και
ανάμεσα στους εργάτες, εφόσον έριχνε το ανάθεμα για την αποτυχία και την ανεπάρκεια
στους εχθρούς εξωτερικά και στους προδότες εσωτερικά» (Hobsbawm, 1994: 201).
Επιπλέον, «οι κοινωνικοί επαναστάτες ήταν απόλυτα ενήμεροι της δύναμης του
εθνικισμού καθώς και ιδεολογικά στρατευμένοι υπέρ της εθνικής αυτονομίας»
(Hobsbawm, 1994: 250).
Με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, περισσότερα έθνη απέκτησαν κράτη, όμως
ταυτόχρονα αρκετά έθνη παρέμειναν σε κοινά κράτη - τα οποία μοιράζονταν με άλλα
έθνη, ιδιαίτερα στην περίπτωση της Σοβιετικής Ένωσης και μεγάλου μέρους της Αφρικής.
Οι δεκαετίες που πέρασαν, εντούτοις, είδαν το σχηματισμό αποσχιστικών κινημάτων
(π.χ. Κεμπέκ ή Ναγκόρνο-Καραμπάχ), αλλά και - με την κατάρρευση του υπαρκτού
σοσιαλισμού - τη δημιουργία εθνικών κρατών στην ανατολική Ευρώπη και την κεντρική
Ασία69, ενώ μόλις τον Ιούλιο του 2011 δημιουργήθηκε μια νέα χώρα, το Νότιο Σουδάν.
Ιδιαίτερα για την Ευρώπη, ο Eric Hobsbawm υποστηρίζει ότι «ο απλούστερος τρόπος για
να περιγράψει κανείς τη φαινομενική έκρηξη των διαχωριστικών τάσεων το 1988-92 είναι
ότι πρόκειται για “ημιτελείς υποθέσεις του 1918-1921”. Αντιστρόφως παμπάλαια και
βαθιά ριζωμένα εθνικά ζητήματα, που οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θεωρούσαν επικίνδυνα
πριν από το 1914, δεν αποδείχθηκαν εκρηκτικά» (Hobsbawm, 1994: 231-232). Επιπλέον,
υποστηρίζει ότι ήταν κοινωνικές οι επιδιώξεις κυρίως των λαών στις σοβιετικής επιρροής
χώρες, οι οποίες οδήγησαν στις αλλαγές κατά και μετά το 1989 και πως «ο εθνικισμός
ήταν εκείνος που ωφελήθηκε από αυτές τις εξελίξεις αλλά, από καμία σοβαρή άποψη, δεν
υπήρξε σημαντικός παράγοντας στην πρόκλησή τους» (Hobsbawm, 1994: 233).
Και πάλιν, όμως, αρκετά από αυτά τα κράτη περιέχουν διάφορες μειονότητες, είτε αυτές
είναι εθνικές, θρησκευτικές ή γλωσσικές, αποδεικνύοντας περίτρανα την αυθαιρετότητα
της εξίσωσης έθνος = κράτος και κράτος = έθνος. Το ζητούμενο είναι κατά πόσον αυτές
οι μειονότητες είναι ικανοποιημένες με την κατάσταση στην οποία βρίσκονται ή αν
θέλουν (και μπορούν) να μεταβούν στο επόμενο στάδιο ύπαρξης, τη δημιουργία
αυτόνομης περιοχής ή/και ανεξάρτητου κράτους. Ο Eric Hobsbawm θεωρεί ότι «ξανά και
ξανά τα κινήματα εθνικής ταυτότητας φαίνεται να είναι αντιδράσεις αδυναμίας και φόβου,
απόπειρες να σταθούν οδοφράγματα για την αναχαίτιση των δυνάμεων του σύγχρονου
κόσμου» (Hobsbawm, 1994: 238), γι’ αυτό άλλωστε και εκδηλώνονται σε μικρές
γλωσσικές/γεωγραφικές περιοχές (π.χ. Ουαλία και Κεμπέκ). Από την άλλη, «όλα τα
κινήματα που επιδιώκουν την εδαφική αυτονομία έχουν την τάση να πιστεύουν ότι
ιδρύουν “έθνη”» (Hobsbawm, 1994: 247)70. Ο Thomas Eriksen θεωρεί ότι οι “μόνιμες

69.

Από τη Σοβιετική Ένωση, τη Γιουγκοσλαβία και την Τσεχοσλοβακία, δημιουργήθηκαν πέντε ανεξάρτητες χώρες
στην Ανατολική Ευρώπη (Λευκορωσσία: 1990, Μολδαβία: 1991, Ουκρανία: 1991, Τσεχία: 1993, Σλοβακία: 1993),
πέντε ανεξάρτητες χώρες στα Βαλκάνια [Βοσνία-Ερζεγοβίνη: 1992, Δημοκρατία της Μακεδονίας (ΠΓΔΜ): 1991,
Κροατία: 1991, Σερβία και Μαυροβούνιο: 1992, Σλοβενία: 1991] (το 2006, η Σερβία και Μαυροβούνιο διασπάστηκε
στη Σερβία και το Μαυροβούνιο), τρεις ανεξάρτητες χώρες στη Βαλτική (Εσθονία: 1991, Λεττονία: 1990, Λιθουανία:
1990), τρεις ανεξάρτητες χώρες στον Καύκασο (Αζερμπαϊτζάν: 1991, Αρμενία: 1990, Γεωργία: 1991), πέντε
ανεξάρτητες χώρες στην Κεντρική Ασία (Καζακστάν: 1991, Κιργισία: 1991, Ουζμπεκιστάν: 1991, Τατζικιστάν: 1991,
Τουρκμενιστάν: 1991) και η Ρωσσική Ομοσπονδία (1991). Παράλληλα, δημιουργήθηκαν τα μη αναγνωρισμένα
κρατικά μορφώματα της Αμπχαζίας (1999), του Κοσόβου ή Κοσσυφοπεδίου (2008), του Ναγκόρνο-Καραμπάχ ή Αρτσάχ
(1992), της Νότιας Οσσετίας (1991) και της Υπερδνειστερίας ή Τρανσιστρίας (1990).
70. Ας μας επιτραπεί να διαφωνήσουμε με τον Eric Hobsbawm εδώ, αφού δεν είναι όλα τα αυτονομιστικά κινήματα που
ιδρύουν έθνη (παρόλον ότι σε αρκετές περιπτώσεις συμβαίνει αυτό). Χαρακτηριστικά, να αναφέρουμε ότι το βασκικό
έθνος υπάρχει, ανεξάρτητα αν οι κάτοικοί του είναι Γάλλοι ή Ισπανοί πολίτες. Από την άλλη, η δημιουργία του
Ναγκόρνο-Καραμπάχ δεν συνιστά δημιουργία νέου έθνους, αφού οι κάτοικοί του θεωρούν τους εαυτούς τους
Αρμένιους. Τέλος, η τάση για ολοένα και περισσότερο αυτονόμηση της Σκωτίας δεν είναι η πηγή, αλλά μάλλον το
αποτέλεσμα της ύπαρξης μιας σκωτσέζικης εθνικής ταυτότητας.

23

μειονότητες” έχουν δύο πιθανές εκβάσεις: την αφομοίωση στην κυρίαρχη κουλτούρα ή
την εθνοτική ενσωμάτωση (Eriksen, 1993: 63).
Ο Thomas Eriksen, τέλος, θεωρεί πως η έρευνα για τις διάφορες μειονοτικές ομάδες
καταδεικνύει τεσσάρων ειδών μειονότητες:
 τις αστικές εθνοτικές μειονότητες (π.χ. μη Ευρωπαίοι μετανάστες σε ευρωπαϊκές πόλεις,

Λατινογενείς στις ΗΠΑ και μετανάστες σε βιομηχανικές πόλεις), για τους οποίους η έρευνα «έχει
εστιαστεί σε προβλήματα προσαρμογής, σε εθνοτική διάκριση από την ανάδοχη κοινωνία, ρατσισμό
και θέματα που σχετίζονται με τη διαχείριση της ταυτότητας και την πολιτισμική αλλαγή» (Eriksen,
1993: 13).
τους αυτόχθονες λαούς (π.χ. ιθαγενείς κάτοικοι μιας επικράτειας, οι οποίοι βρίσκονται σε
μειονεκτική πολιτική κατάσταση, δεν είναι επαρκώς ενσωματωμένοι στο κυρίαρχο έθνος-κράτος
και συνήθως εξαρτώνται από αγροτικές μορφές οικονομίας), που αποτελεί έναν όρο «μη ακριβή και
αναλυτικό, μάλλον ένα [όρο] που αντλείται από αδρές οικογενειακές ομοιότητες και σύγχρονα
πολιτικά ζητήματα» (Eriksen, 1993: 14).
τα πρωτό-έθνη (λαοί οι οποίοι στην πρόσφατη εποχή έχουν πολιτικούς ηγέτες που υποστηρίζουν
ότι δικαιούνται το δικό τους έθνος-κράτος και ευαγγελίζονται την αυτοδιάθεση), για τα οποία
«μπορεί να λεχθεί πως έχουν περισσότερα ουσιαστικά χαρακτηριστικά κοινά με τα έθνη… παρά με
τις αστικές μειονότητες ή τους αυτόχθονες λαούς» και τα οποία θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν
ως «έθνη χωρίς κράτος» (Eriksen, 1993:14).
τις εθνοτικές ομάδες σε πλουραλιστικές κοινωνίες (όπου μια μετά-αποικιακή κοινωνία
αποτελείται από ετερογενείς πληθυσμούς), οι οποίες «αν και επιβάλλεται να συμμετέχουν σε
ομοιόμορφα πολιτικά και οικονομικά συστήματα, θεωρούνται ως (και θεωρούν τους εαυτούς τους
ως) άκρως ιδιαίτερες σε άλλα ζητήματα», προσθέτοντας ότι σε τέτοιες κοινωνίες «ο αποσχισμός
συνήθως δεν αποτελεί επιλογή» (Eriksen, 1993: 14).

Η Ελευθερία οδηγεί το Λαό - Eug˜ne Delacroix (1830)
24

3. Γενικά στοιχεία για την Κύπρο και τις θρησκευτικές ομάδες:
α. Ο πολυπολιτισμικός χαρακτήρας της Κύπρου:
Η Κύπρος, που βρίσκεται στην ανατολική γωνιά της Μεσόγειου Θάλασσας με έκταση71
9.251 Km² και πληθυσμό ενός περίπου εκατομμυρίου, μοιάζει από ψηλά σαν ένα
χρυσοπράσινο φύλλο ριγμένο στο πέλαγος. Λόγω της στρατηγικής γεωγραφικής της
θέσης, στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων, η ιστορία της σημαδεύτηκε ανεξίτηλα. Τα
πρώτα ίχνη πολιτισμού (10.000-6.000 π.Χ.) εντοπίζονται κατά κύριο λόγο στον
Αετόκρεμμο, την Καλαβασό-Τέντα, τη Χοιροκοιτία και αλλού (Κάστρος, Πέτρα του
Λιμνίτη, Σιηλλουρόκαμπος, Τρουλλί, Φρέναρος)· μια πληθώρα συνοικισμών ανάγεται στη
Νεολιθική εποχή, τη Χαλκολιθική εποχή και την Εποχή του Χαλκού.
Μεταξύ 1400-1050 π.Χ. εγκαταστάθηκαν εδώ Μυκηναίοι και Αχαιοί Έλληνες72, ιδρύοντας
πόλεις-Βασίλεια που άκμασαν κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού και αργότερα. Μέχρι
τον 4ο αιώνα π.Χ., οι αυτόχθονες Ετεοκύπριοι είχαν σταδιακά υιοθετήσει τη θρησκεία,
την πολιτική οργάνωση, τον πολιτισμό και τις τέχνες των Ελλήνων αποίκων, καθώς
επίσης και τη γλώσσα και το αλφάβητό τους. Αν και η αφομοίωση των γηγενών Κυπρίων
από τους Έλληνες άποικους έγινε με ειρηνικά μέσα, φαίνεται ότι οι πρώτοι αδυνατούσαν
να αντιπαρατεθούν στην οικονομική, πολιτική, στρατιωτική, γλωσσική και πολιτισμική
ανωτερότητα των Ελλήνων αποίκων.
Στη συνέχεια, η Κύπρος κατακτήθηκε διαδοχικά από τους Φοίνικες (950-850 π.Χ.), τους
Ασσύριους (709-669 π.Χ.), τους Αιγύπτιους (565-546 π.Χ.) και τους Πέρσες (546-332
π.Χ.), οι οποίοι άφησαν το δικό τους στίγμα στον κυπριακό πολιτισμό, παρά τη σχετικά
σύντομή τους παραμονή στο νησί. Το 332 π.Χ. η Κύπρος κατακτήθηκε από το Μέγα
Αλέξανδρο· με το θάνατό του, το 323 π.Χ., πέρασε στα χέρια των Διαδόχων και στη
συνέχεια στα χέρια των Πτολεμαίων. Κατά την ελληνιστική εποχή, υπήρχε συχνή
εγκατάσταση Ελλήνων, οι οποίοι ανέπτυξαν τις τέχνες, τις επιστήμες και τα γράμματα.
Το 58 π.Χ. η Κύπρος υποτάχθηκε στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και παρέμεινε ρωμαϊκή
κτήση μέχρι το 330 μ.Χ. - με εξαίρεση την περίοδο 48-30 π.Χ., οπόταν διετέλεσε επαρχία
της Αυτοκρατορίας των Πτολεμαίων. Κατά τη ρωμαϊκή περίοδο, εγκαταστάθηκαν εδώ
μερικοί Εβραίοι73 έμποροι, έποικοι και εργάτες, οι οποίοι ωστόσο εκδιώχθηκαν το 116
71.

Από τη συνολική έκταση της Κύπρου (9.251,47 Km²), το 34,85% (3.224,29 Km²) κατέχεται παράνομα από τα
τουρκικά στρατεύματα, το 2,62% (242,23 Km²) αποτελεί τη νεκρή ζώνη, η οποία τελεί υπό την επιτήρηση του
ειρηνευτικού αποσπάσματος της ΟΥΝΦΙΚΥΠ, και το 2,74% (253,80 Km²) αποτελεί την περιοχή των Βρετανικών
Βάσεων (Ακρωτήρι: 120 Km² και Δεκέλεια: 130,8 Km²).
72. Οι Μυκηναίοι ήσαν πρωτοελληνικό έθνος (πιθανώς Αχαιοί), ενώ οι Αχαιοί ήσαν ένα από τα τέσσερα ελληνικά έθνη
(μαζί με τους Αιολείς, τους Δωριείς και τους Ίωνες). Οι Μυκηναίοι άρχισαν να εγκαθίστανται στην Κύπρο ως έμποροι
γύρω στο 1400-1300 π.Χ., ενώ το κύριο μεταναστευτικό ρεύμα των Αχαιών κατέφθασε - σύμφωνα με την παράδοση μετά το 1230 π.Χ. και, κυρίως, με το τέλος του Τρωικού Πολέμου (περίπου 1184 π.Χ.), όταν αυτοί εγκαταστάθηκαν στις
ήδη υπάρχουσες πόλεις (Έγκωμη, Κίτιον, Λήδρα και Ταμασσός) ή/και ίδρυσαν νέες πόλεις [ο Τεύκρος τη Σαλαμίνα, ο
Αγαπήνωρ την Παλαίπαφο (πρόδρομο των Κουκλιών), ο Χαλκάνωρ το Ιδάλιον, ο Πράξανδρος τη Λάπηθο, ο Δημοφών
την Αιπεία (πρόδρομο των Σόλων), ο Χύτρος τους Χύτρους (πρόδρομο της Κυθρέας), οι Αργείοι το Κούριον, ο Κηφέας
την Κερύνεια, ο Ακάμας τον Ακάμαντα και οι Σικυώνιοι τους Γόλγους (πρόδρομο της Αθηένου)]. Στη συνέχεια, στην
Κύπρο κατέφθασαν επίσης Δωριείς και Αρκάδες, οι οποίοι φαίνεται ότι είχαν τη σημαντικότερη επίδραση στη
γλώσσα, αφού η κυπριακή διάλεκτος τυπικά χαρακτηρίζεται ότι ανήκει στις αρκαδοκυπριακές ελληνικές διαλέκτους.
73. Οι Εβραίοι (‫)י ְהוּדִ ים‬, γνωστοί και ως Ισραηλίτες ή Ιουδαίοι, είναι σημιτικός λαός που μιλά τη δική του γλώσσα, η
οποία διαθέτει δικό της σύστημα γραφής, και έχει τη δική του θρησκεία, τον Ιουδαϊσμό. Η παρουσία Εβραίων στην
Κύπρο χρονολογείται ήδη από τα μέσα της ελληνιστικής περιόδου (323-58 π.Χ.): τότε η εβραϊκή παροικία ευημερούσε
και ήταν πολυάριθμη. Μετά το 116 π.Χ. και την απαγόρευση της παραμονής τους στην Κύπρο, φαίνεται ότι
επανήλθαν κατά τον 6ο αιώνα μ.Χ.. Επί Λατινοκρατίας (1192-1570), υπήρχε μεγάλη αστική εβραϊκή κοινότητα στη
Λευκωσία και την Αμμόχωστο, την οποία αποτελούσαν αρχικά Καραΐτες και, στη συνέχεια, Ασκενάζι και Σεφαρδίτες
Εβραίοι έμποροι, τεχνίτες και ιατροί· αυτοί προέρχονταν από την Κρήτη, την Ιταλία, την Πορτογαλία, την Ισπανία
και την Κριμαία. Ωστόσο, από τις αρχές του 16ου αιώνα οι Εβραίοι κατοικούσαν αποκλειστικά στην Αμμόχωστο. Επί
Τουρκοκρατίας (1570-1878), υπήρξε μειωμένη εγκατάσταση Σεφαρδιτών Εβραίων εμπόρων στην Κύπρο (1576-1579),
εντούτοις μετά το 1760 η παρουσία τους είχε απαγορευθεί· πάντως, το 1630 φαίνεται ότι ζούσαν στην Κύπρο 200

25

μ.Χ., μετά την πολυαίμακτη εξέγερσή τους74. Το 45 μ.Χ. την Κύπρο επισκέφθηκαν οι
Απόστολοι Παύλος, Βαρνάβας και Μάρκος, οι οποίοι κατέφθασαν στη Σαλαμίνα και μετά
στην Πάφο, όπου προσηλύτισαν τον Ανθύπατο Σέργιο Παύλο, αφού ο Άγιος Παύλος
τύφλωσε προσωρινά το μάγο του, Ελύμα Βαριησού (Πράξεις 13:4-12). Έτσι, η Κύπρος
έγινε η πρώτη χώρα στον κόσμο που κυβερνήθηκε από Χριστιανό ηγέτη. Ο Απόστολος
Βαρνάβας θεωρείται ο ιδρυτής της Εκκλησίας της Κύπρου, η οποία αναγνωρίστηκε ως
αυτοκέφαλη75 από το Πατριαρχείο της Αντιόχειας στη Γ’ Οικουμενική Σύνοδο στην Έφεσο
(431) και αντιπροσωπεύθηκε σε όλες τις Οικουμενικές Συνόδους. Σταδιακά, μέχρι τα τέλη
του 4ου αιώνα, οι κάτοικοι του νησιού εκχριστιανίσθηκαν και δίκαια η Κύπρος
αποκαλείται νήσος των Αγίων, λόγω του μεγάλου αριθμού Αγίων που μαρτύρησαν εδώ.
Το 330 η Κύπρος κατέστη τμήμα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η περίοδος αυτή είδε
τους πρώτους Αρμένιους76 και Μαρωνίτες77 να εγκαθίστανται εδώ, καθώς και κάποιους
Εβραίοι, κυρίως στη Λευκωσία. Στα πρώτα χρόνια της Αγγλοκρατίας (1878-1960), εγκαταστάθηκαν διάφορες ομάδες
Εβραίων στην Κύπρο: 162 Ρωσσοεβραίοι, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στους Ορείτες (1883-1886), 173 Εβραίοι από τη
Ρουμανία, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στα Κούκλια Πάφου, τους Ορείτες και τη Λεμεσό (1885-1887), και 70 Εβραίοι
από τη Ρωσσία και την Πολωνία, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στο Μαρκό (1898-1900)· σε όλες τις περιπτώσεις, η
εγκατάστασή τους δεν ευδοκίμησε για πολυδιάφορους λόγους. Ωστόσο, η φάρμα στο Μαρκό και, στη συνέχεια, στο
Τσιουμλεκτζή Τσιφτλίκ και τα Κούκλια Αμμοχώστου συνέχισε να λειτουργεί μέχρι το 1927, αφού εκεί εγκαταστάθηκε
μικρός αριθμός Εβραίων από την Ανατολική Ευρώπη μεταξύ 1904-1908 και 1910-1912· το 1912 στις φάρμες ζούσαν
162 Εβραίοι. Μεταξύ 1933-1939, η Κύπρος αποτέλεσε καταφύγιο για 500 περίπου Εβραίους από τη Γερμανία, οι
οποίοι εγκαταστάθηκαν στις πόλεις και στο Φασούρι, το οποίο ίδρυσαν ως φάρμα. Μεταξύ Αυγούστου 1946 και
Φεβρουαρίου 1949, μεταφέρθηκαν με 39 πλοία σε ειδικά στρατόπεδα συγκέντρωσης [5 “θερινά” στον Καράολο
(κατασκευάστηκαν μεταξύ Αυγούστου και Σεπτεμβρίου 1946), 5 “χειμερινά” στη Δεκέλεια (κατασκευάστηκαν μεταξύ
Σεπτεμβρίου 1946 και Μαρτίου 1947) και 2 “χειμερινά” στην Ξυλοτύμπου (κατασκευάστηκαν το Μάρτιο του 1947)]
52.384 Εβραίοι πρόσφυγες, κυρίως από την Κεντρική Ευρώπη και τα Βαλκάνια (περίπου το 45% καταγόταν από τη
Ρουμανία), οι οποίοι στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν στο νεοσύστατο κράτος του Ισραήλ· περίπου 2.200 Εβραιόπουλα
γεννήθηκαν εδώ. Το 1951 υπήρχαν 165 Εβραίοι στη Λευκωσία, τη Λάρνακα, τη Λεμεσό και την Αμμόχωστο, ενώ το
1959 αριθμούσαν 150· ωστόσο, το 1970 στην Κύπρο κατοικούσαν μόνο 25 Εβραίοι. Σήμερα στην Κύπρο ζουν περίπου
1.000-1.500 Εβραίοι, κυρίως στη Λάρνακα, οι οποίοι από το 2005 διαθέτουν τη δική τους Συναγωγή και σχολείο
(παλαιότερα λειτουργούσαν άλλα εβραϊκά σχολεία, π.χ. κατά την περίοδο 1920-1934). Στη Λάρνακα, επίσης, υπάρχει
το παλαιό εβραϊκό κοιμητήριο, ενώ πριν από το 1974 διατηρείτο το εβραϊκό κοιμητήριο στο Μαρκό, το οποίο έχει
υποστεί εκτεταμένες ζημιές από τους Αττίλες. Από το Σεπτέμβριο του 2012 λειτουργεί σχολείο και στη Λεμεσό.
74. Η εβραϊκή εξέγερση του 116 π.Χ. είχε πανρωμαϊκή εμβέλεια. Όσον αφορά την Κύπρο, υπήρξε το μοναδικό
δραματικό γεγονός της Ρωμαϊκής περιόδου, το οποίο διατάραξε την Pax Romana. Κατά την εξέγερση των Εβραίων, η
οποία είχε βιαιότατο χαρακτήρα και στράφηκε κυρίως εναντίον του ελληνικού πληθυσμού, σκοτώθηκαν δεκάδες
χιλιάδες Κύπριοι (πηγές της εποχής αναφέρουν 240.000, αριθμό υπερβολικό), ιδιαίτερα στη Σαλαμίνα, όπου η σφαγή
υπήρξε ολοκληρωτική. Η εξέγερση καταστάληκε τελικά με στρατιωτική βοήθεια από άλλες περιοχές της Ρωμαϊκής
Αυτοκρατορίας, καθώς δεν υπήρχε στο νησί ρωμαϊκό στρατιωτικό απόσπασμα.
75. Καθώς από το 293 μ.Χ. η Κύπρος ανήκε διοικητικά στην Αντιόχεια, το Πατριαρχείο της Αντιόχειας επιχείρησε να
υποτάξει την Εκκλησία της Κύπρου με διάφορους τρόπους και μετά το 431. Το 478, μετά από το «όραμα» (το οποίο
επισυνέβηκε σε ιδιαίτερα βολικό χρόνο και εξυπηρετούσε το γεωπολιτικό σχεδιασμό της Ανατολικής Ρωμαϊκής
Αυτοκρατορίας) του Αρχιεπισκόπου Ανθέμιου, που οδήγησε στην ανακάλυψη του λειψάνου του Αποστόλου Βαρνάβα,
με ένα αυθεντικό Ευαγγέλιο του Ματθαίου στο στέρνο του, ο Αυτοκράτορας Ζήνωνας επιβεβαίωσε το αυτοκέφαλο της
Εκκλησίας της Κύπρου, παραχωρώντας εις το διηνεκές τρία προνόμια στον εκάστοτε Αρχιεπίσκοπο Κύπρου: να κρατά
αυτοκρατορικό σκήπτρο αντί ποιμαντορικής ράβδου, να υπογράφει με κινναβάρι μελάνι και να φορεί πορφυρό μανδύα
κατά τη Θεία Λειτουργία. Το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Κύπρου επαναβεβαιώθηκε το 692 από την Πενθέκτη
Οικουμενική Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη.
76. Οι Αρμένιοι (Հայեր) είναι πανάρχαιος ινδοευρωπαϊκός λαός. Μιλούν τη δική του γλώσσα, η οποία διαθέτει το δικό
της αλφάβητο, και ανήκουν στη δική τους Προχαλκηδόνια Εκκλησία, η οποία απέρριψε τις αποφάσεις της Δ’
Οικουμενικής Συνόδου της Χαλκηδόνας (451) και πρεσβεύει το Μιαφυσιτισμό (δόγμα που πιστεύει ότι ο Ιησούς είχε
μία φύση, στην οποία συνενώνονταν αναπόσπαστα και αδιαχώριστα το ανθρώπινο και το Θείο). Ωστόσο, ήδη από τη
Βυζαντινή εποχή, μερικοί Αρμένιοι ανήκαν στην Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία (οι επονομαζόμενοι Հայ-հոռոմ), ενώ
ήδη από τη Φραγκοκρατία μερικοί Αρμένιοι ανήκαν στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία· στα χρόνια της Αγγλοκρατίας
εμφανίστηκαν στην Κύπρο και μερικοί Αρμένιοι Προτεστάντες, κυρίως Ευαγγελικοί.
77. Το πρώτο κύμα Μαρωνιτών αποτελείτο ουσιαστικά από Μαρδαΐτες, ορεσίβιους πολεμιστές που ονομάστηκαν έτσι
από το συριακό ‫ ܡ̈ܪܕܝܐ‬και το αραβικό ‫( المردة‬al-Mardah, πολεμιστές)· οι Βυζαντινοί τους ονόμαζαν ἀπελάτες. Σύμφωνα
με την παράδοση, αυτοί ήσαν που εισήγαγαν τη λατρεία του Αγίου Μάμα στην Κύπρο τον 9ο αιώνα. Οι Μαρωνίτες
(‫الموارنة‬/‫ )ܡ̈ܪܘܢܝܐ‬είναι λαός συριακής προέλευσης και αρχικά μιλούσαν τη Συριακή, ωστόσο στη συνέχεια μέχρι και
σήμερα μιλούν την Αραβική. Φαίνεται ότι, στην προσπάθειά τους να καταπολεμήσουν την αίρεση του
Μονοφυσιτισμού (δόγμα που πρεσβεύει ότι ο Ιησούς είχε μία φύση, τη Θεϊκή, η οποία κυριαρχούσε επί της
ανθρώπινης), μερικοί τουλάχιστον Μαρωνίτες είχαν υποπέσει στην πλάνη του Μονοθελητισμού (δόγμα που πρεσβεύει

26

Εβραίους έμπορους (η παραμονή τους στο νησί είχε απαγορευτεί μετά από την αιματηρή
ανταρσία του 116 μ.Χ.). Μεταξύ 632-965, πραγματοποιήθηκαν πολλαπλές αραβικές
επιδρομές και έτσι εγκαθιδρύθηκε μια χαλαρή συγκυριαρχία Αράβων-Βυζαντινών,
ωστόσο οι επιδρομείς δεν ίδρυσαν μόνιμους οικισμούς78. Κατά την επιδρομή του 649 από
το Μωαβιά, η Ουμ Χαράμ (η τροφός του Μωάμεθ) έπεσε από τη μούλα της και έσπασε τη
ραχοκοκκαλιά της κοντά στην Αλυκή λίγο έξω από τη Λάρνακα, όπου κτίστηκε ο
φημισμένος τεκκές Χαλά Σουλτάν το 1760.
Το 691, μεγάλο μέρος του χριστιανικού πληθυσμού του νησιού μετοίκησε στην Αρτάκη
του Ελλήσποντου και στη συνέχεια και επαναπατρίστηκαν κατά την περίοδο 699-706, γι’
αυτό και ο εκάστοτε προκαθήμενος της Εκκλησίας της Κύπρου φέρει τον τίτλο
«Αρχιεπίσκοπος Νέας Ιουστινιανής και Πάσης Κύπρου». Το 965, μετά την οριστική
απελευθέρωση του νησιού από τον πατρίκιο Νικήτα Χαλκούτζη, η Κύπρος επανήλθε
οριστικά υπό βυζαντινή διοίκηση. Οι πρώτες καταβολές της λατινικής κοινότητας
(Ρωμαιοκαθολικοί Χριστιανοί ευρωπαϊκής ή λεβαντίνικης καταγωγής) μπορούν να
εντοπιστούν στην Υστεροβυζαντινή περίοδο.
Το 1191 την Κύπρο κυρίευσε ο σταυροφόρος Βασιλιάς της Αγγλίας, Ριχάρδος Α’ ο
Λεοντόκαρδος, ο οποίος την πούλησε στους Ναΐτες και αυτοί, με τη σειρά τους, την
ξαναπούλησαν στο Ριχάρδο, μέχρι που το 1192 αγοράστηκε από τον τιτουλάριο Βασιλιά
της Ιερουσαλήμ, Γκυ ντε Λουζινιάν. Κατά τη Φραγκοκρατία (1192-1489), ενθαρρύνθηκαν
να εγκατασταθούν στο νησί μας σημαντικοί αριθμοί λαών του Λεβάντε, ιδιαίτερα
Αρμένιοι, Λατίνοι (Αραγώνιοι, Βενετοί, Γενουάτες, Καταλανοί, Μαρσεγιέζοι, Ναπολιτάνοι,
Πιζάνοι, Προβηγκιανοί, Τοσκανέζοι και Φλωρεντιανοί) και Μαρωνίτες, αλλά και
Αιθίοπες79, Αλβανοί80, Βούλγαροι81, Γεωργιανοί82, Εβραίοι, Ιακωβίτες83, Κόπτες84,
Μελικίτες85, Μουσουλμάνοι86, Νεστοριανοί87, Τσιγγάνοι88 κτλ.
ότι ο Ιησούς είχε μεν δύο φύσεις, την ανθρώπινη και τη Θεϊκή, αλλά μία μόνο θέληση). Από το 517 αναγνωρίζουν τον
Πάπα ως κεφαλή της Εκκλησίας τους, κάτι που επιβεβαιώθηκε το 1182. Εισήλθαν στον Καθολικισμό επίσημα το 1445
με τη Σύνοδο της Φλωρεντίας, ενώ από το 1606 χρησιμοποιούν το γρηγοριανό ημερολόγιο. Προσχώρησαν οριστικά
στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ως Ανατολικοί Καθολικοί το 1736 με τη Σύνοδο του Λιβάνου.
78. Εξαίρεση αποτελεί η περίοδος 651-683, όταν εγκαταστάθηκε στην Πάφο μικρός αριθμός Αράβων αποίκων από τη
Συρία, οι οποίοι ήσαν κυρίως αγρότες και γεωργοί και είχαν μάλιστα κτίσει μικρό τέμενος στην πόλη. Με την
καταστροφή της αραβικής συνοικίας της Πάφου, οι άποικοι αυτοί επέστρεψαν στη Συρία.
79. Οι Αιθίοπες (ሐበሻ) είναι σημιτικός λαός. Γνωστοί στην Κύπρο και ως Αβησσύνιοι, Ινδιάνοι ή Νούβιοι, μιλούν τη
δική τους γλώσσα, η οποία διαθέτει δική της γραφή, και ανήκουν στη δική τους Προχαλκηδόνια Εκκλησία, η οποία
απόρριψε τις αποφάσεις της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου της Χαλκηδόνας (451) και πρεσβεύει το Μιαφυσιτισμό.
Παρόλον ότι η σποραδική και μεμονωμένη παρουσία τους στο νησί μας μαρτυρείται ήδη επί αιγυπτιακής κατοχής
(565-546 π.Χ.), η κάπως πιο μαζική παρουσία τους στη Λευκωσία και την Αμμόχωστο μαρτυρείται επί Φραγκοκρατίας
(1192-1489) και Ενετοκρατίας (1489-1570). Μας είναι άγνωστη η τύχη τους επί Τουρκοκρατίας (1570-1878), φαίνεται
όμως ότι μετανάστευσαν ή αφομοιώθηκαν.
80. Οι Αλβανοί (Shqiptarët) είναι αυτόχθονας βαλκανικός λαός, πιθανότατα απόγονοι των Ιλλυριών. Μιλούν τη δική
τους γλώσσα, η οποία γράφεται με τη λατινική γραφή, και είναι σήμερα κυρίως Σουνίτες Μουσουλμάνοι· ωστόσο,
πριν από το 15ο αιώνα ήσαν Χριστιανοί. Η παρουσία Ιλλυριών στην Κύπρο χρονολογείται από τον 1ο αιώνα μ.Χ.· οι
Ιλλυριοί αυτοί φαίνεται ότι φρουρούσαν τα παράλια της Κύπρου. Μετά τους σεισμούς του 332 μ.Χ., μεταφέρθηκαν
στην Κύπρο περίπου 1000 Αλβανοί-Ιλλυριοί ως ιππείς, και πάλιν για να περιφρουρούν τα παράλια του νησιού, ίσως
τα παράλια της Τηλλυρίας (η οποία φαίνεται να έλκει την ονομασία της από τους Ιλλυριούς). Ωστόσο, οι πρώτοι
σαφώς Αλβανοί στην Κύπρο εμφανίστηκαν το 1487 και μετά, και πάλιν για να υπερασπίζουν τις ακτές του νησιού,
ενώ διακρίθηκαν για ηρωισμό κατά την πολιορκία της Αμμοχώστου. Επί Τουρκοκρατίας, κάποιοι από τους
επιζήσαντες Αλβανούς ίδρυσαν τα χωριά Αρναδί και Άρδανα, ενώ οι πλείστοι εξισλαμίστηκαν ή μετανάστευσαν.
Υπάρχουν, όμως, αναφορές το 1821, το 1833 και το 1841 για τη μεταφορά Αλβανών ή Αρβανιτών (γνωστοί και ως
Αρναούτηδες ή Αρναουτάδες, από το τουρκικό ‫آرنائود‬/Arnavut) στρατιωτών και φρουρών στην Κύπρο από τους
Οθωμανούς, των οποίων η μνήμη διατηρείται στην ονομασία της συνοικίας Αρναουτογειτονιά και στο Arnavut mescit
(αλβανικό τέμενος) της Λεμεσού και στο Κάβο Αρναούτη της χερσονήσου του Ακάμα.
81. Οι Βούλγαροι (Българи) είναι εν μέρει σλαβικός και εν μέρει γηγενής λαός των Βαλκανίων. Μιλούν τη δική τους
γλώσσα, η οποία γράφεται με την κυριλλική γραφή, και ανήκουν στη δική τους Εκκλησία, η οποία ανήκει στην
οικογένεια των Ανατολικών Ορθόδοξων Εκκλησιών (σλαβικού ρυθμού). Στην Κύπρο εμφανίστηκαν πιθανότατα στα
μέσα του 14ου αιώνα και υπήρχαν μέχρι και το 1374, μάλλον ως πολεμιστές, τους οποίους αξιοποιούσαν οι Γενουάτες.
Τα τελευταία 10-15 χρόνια έχει εγκατασταθεί στην Κύπρο μεγάλος αριθμός Βουλγάρων οικονομικών μεταναστών.

27

Η πολυάριθμη παρουσία των ετερόκλιτων αυτών λαών, με τα διάφορα πολιτιστικά
χαρακτηριστικά και γνωρίσματά τους, επηρέασε μέχρις ενός σημείου την κουλτούρα, τα
ήθη και έθιμα, την τέχνη, την εκπαίδευση, τη γλώσσα, τα τοπωνύμια και τη θρησκεία,
σφραγίζοντας αναπόφευκτα τη μετέπειτα κυπριακή πραγματικότητα. Μετά από μια σειρά
μηχανορραφιών, η τελευταία Βασίλισσα της Κύπρου, Αικατερίνη Κορνάρο, υποχρεώθηκε
το 1489 να παραχωρήσει την Κύπρο στη Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας, στα χέρια
της οποίας παρέμεινε μέχρι το 1570. Κατά την Ενετοκρατία (1489-1570), η Κύπρος
υπήρξε αποικία της Βενετίας, υπό τη συνεχή απειλή της οθωμανικής κατάληψης· την
περίοδο αυτή υπήρξε άφιξη στο νησί μας περισσότερων Λατίνων (κυρίως Ενετών), καθώς
και μερικών Αλβανών stradioti89.
82. Οι Γεωργιανοί (ქართველები) είναι αυτόχθονας καυκάσιος λαός. Μιλούν τη δική τους γλώσσα, η οποία διαθέτει τη
δική της γραφή, και ανήκουν στη δική τους Εκκλησία, η οποία ανήκει στην οικογένεια των Ανατολικών Ορθόδοξων
Εκκλησιών (καυκάσιου ρυθμού). Η παρουσία Γεωργιανών στην Κύπρο μαρτυρείται επί Υστεροβυζαντινής εποχής
(965-1191) και επί Φραγκοκρατίας. Οι Γεωργιανοί ζούσαν πέριξ των μοναστικών κοινοτήτων τους στη Λευκωσία, την
Αμμόχωστο, την Αλαμινό και τη Γυαλιά. Δεν μας είναι γνωστή η τύχη τους επί Ενετοκρατίας, ωστόσο φαίνεται ότι
είχαν εγκαταλείψει το νησί. Τα τελευταία 20 χρόνια έχει εγκατασταθεί στην Κύπρο μεγάλος αριθμός Γεωργιανών.
83. Οι Ιακωβίτες (‫ )اليعاقبة‬ήσαν Σύριοι Χριστιανοί, οι οποίοι ήσαν Μιαφυσίτες και μιλούσαν Συριακά και Αραβικά. Η
παρουσία τους στην Κύπρο μαρτυρείται επί Υστεροβυζαντινής Εποχής, ενώ επί Φραγκοκρατίας και Ενετοκρατίας
ζούσαν στη Λευκωσία και την Αμμόχωστο, κυρίως στις συριακές ενορίες των πόλεων αυτών· μερικοί από αυτούς
υποτάχθηκαν στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Αν και ζούσαν μερικοί Ιακωβίτες στην Κύπρο στα πρώτα χρόνια της
Τουρκοκρατίας και είχαν μάλιστα Επίσκοπο το 1583, στη συνέχεια είτε μετανάστευσαν είτε αφομοιώθηκαν.
84. Οι Κόπτες (ⲣⲉⲙ̀ⲛⲭⲏⲙⲓ/‫ )اقباط‬είναι Αιγύπτιοι Χριστιανοί, που μιλούν δική τους γλώσσα, η οποία διαθέτει δική της
γραφή, και ανήκουν στη δική τους Προχαλκηδόνια Εκκλησία, η οποία απέρριψε τις αποφάσεις της Δ’ Οικουμενικής
Συνόδου της Χαλκηδόνας (451) και πρεσβεύει το Μιαφυσιτισμό. Επί Φραγκοκρατίας ζούσαν κυρίως στη Λευκωσία,
την Αμμόχωστο και στο μοναστήρι τους στη Χαλεύκα, το οποίο αργότερα περιήλθε στα χέρια των Αρμενίων. Αν και
ζούσαν μερικοί Κόπτες επί Ενετοκρατίας και στα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας, στη συνέχεια φαίνεται ότι είτε
μετανάστευσαν είτε αφομοιώθηκαν. Ξανά Κόπτες στην Κύπρο εμφανίστηκαν περί τα τέλη της Τουρκοκρατίας, όταν
μεταφέρθηκαν στην Κύπρο Αιγύπτιοι. Πιο πρόσφατα, τα τελευταία 20 χρόνια εγκαταστάθηκε στην Κύπρο μικρός
αριθμός Κοπτών, οι οποίοι διαθέτουν Αρχιμανδρίτη και δύο εκκλησίες, μία στην Αγλαντζιά (Αγίου Μάρκου: 1996)
και μία στον Άγιο Αθανάσιο (Αγίας Μαρίας και Αγίου Αθανασίου: 2000).
85. Οι Μελικίτες (‫ )ملكانيه‬ήσαν Σύροι Χριστιανοί, οι οποίοι - αν και ανήκαν στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, αφού
αναγνώριζαν το πρωτείο της Έδρας του Αποστόλου Πέτρου - χρησιμοποιούσαν το βυζαντινό τυπικό και τη βυζαντινή
θεολογία. Η ονομασία τους προέρχεται από το συριακό ‫( ܡܠܟܝܐ‬malkāyā) και το αραβικό ‫( ملكي‬malakī), που σημαίνει
«βασιλικός», αφού υποστήριζαν το Βυζαντινό Αυτοκράτορα και τις διδαχές της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου της
Χαλκηδόνας (451). Ήσαν κυρίως ελληνόφωνοι και, επί Φραγκοκρατίας, ζούσαν στη Λευκωσία και την Αμμόχωστο,
μάλλον στις συριακές ενορίες αυτών των πόλεων. Μέχρι την Ενετοκρατία είχαν μεταναστεύσει ή αφομοιωθεί.
86. Οι ολιγάριθμοι Μουσουλμάνοι αυτοί ήταν, μάλλον, αραβικής καταγωγής και ήσαν όλοι τους σκλάβοι ευγενών και
φεουδαρχών. Δεν ήταν οργανωμένοι ως κοινότητα, ούτε είχαν οποιοδήποτε εκτόπισμα.
87. Οι Νεστοριανοί (‫)نسطورية‬, γνωστοί και ως Χαλδαίοι, ήσαν Χαλδαίοι ή/και Σύριοι Χριστιανοί, οπαδοί του
Νεστοριανισμού (δόγμα που πρεσβεύει ότι ο θεϊκός και ο ανθρώπινος Ιησούς ήσαν διαφορετικά πρόσωπα). Επί
Φραγκοκρατίας, ζούσαν κατά κύριο λόγο στη Λευκωσία και δευτερευόντως στην Αμμόχωστο, κυρίως στις συριακές
ενορίες των πόλεων αυτών. Μερικοί από αυτούς (οι Χαλδαίοι) εντάχθηκαν στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Φαίνεται
ότι είχαν παραμείνει μερικοί Νεστοριανοί στην Κύπρο και επί Ενετοκρατίας (1489-1570), οι οποίοι αφομοιώθηκαν ή
μετανάστευσαν μετά την οσμανική κατάκτηση. Πάντως, το 1630 φαίνεται ότι είχαν παραμείνει περίπου 100
Νεστοριανοί, κυρίως στην Πάφο.
88. Οι Τσιγγάνοι/Αθίγγανοι ή Γύφτοι ή Ρόμα ή Κουρμπέτ/Κουρούπεττοι ή Μάντηδες (γνωστοί και ως Κούλλουφοι ή
Κκιλίντζιροι) είναι νομαδικός λαός, με καταγωγή την Ινδία. Η ονομασία Τσιγγάνοι/Αθίγγανοι προέρχεται από το ἀ
στερητικό και το ρήμα θιγγάνω (αγγίζω), λόγω του περιοδικού χαρακτήρα της εγκατάστασής τους σε διάφορα σημεία·
η ονομασία Γύφτοι προέρχεται από την Αίγυπτο, καθώς από εκεί κατέφθασαν στην Ευρώπη· με την ονομασία Ρόμα
αυτοπροσδιορίζονται στην Ευρώπη· η ονομασία Κουρμπέτ/Κουρούπεττοι είναι ο αυτοπροσδιορισμός των
τουρκόφωνων Τσιγγάνων στην Κύπρο, ενώ την ονομασία Μάντηδες χρησιμοποιούν οι ελληνόφωνοι Τσιγγάνοι στην
Κύπρο. Η πρώτη καταγραμμένη εγκατάσταση Τσιγγάνων στην Κύπρο έγινε μεταξύ 1322-1400 από το Λίβανο και το
Ισραήλ· μερικοί εγκαταστάθηκαν στα τέλη του 16ου και αρχές του 17ου αιώνα από την οθωμανική Τουρκία, ενώ κατά το
18ο αιώνα κατέφθασαν μερικοί Μάντηδες. Το 1960, καθώς οι Κουρμπέτ ήσαν Μουσουλμάνοι, νομάδες και
τουρκόφωνοι και οι Μάντηδες ήσαν Ορθόδοξοι, με σχετικά μόνιμη εγκατάσταση και ελληνόφωνοι, εντάχθηκαν
αυτομάτως στην τουρκική και την ελληνική κοινότητα, αντίστοιχα. Ωστόσο, καταγράφηκαν 502 Τσιγγάνοι. Σήμερα οι
περισσότεροι Τσιγγάνοι κατοικούν στις τουρκοκρατούμενες Μόρφου και Αμμόχωστο (γύρω στους 1.000) από σύνολο
γύρω στους 1.500-2.500· μικρός αριθμός (γύρω στους 400) κατοικεί από το 2003 στον τουρκομαχαλλά της Λεμεσού,
στη Μακούντα και στη Σταυροκόννου, μετά από την άφιξη μερικών Τσιγγάνων από τα κατεχόμενα μεταξύ 1999-2003.
89. Οι stradioti ήσαν ένοπλα και έφιππα μισθοφορικά σώματα προερχόμενα από περιοχές των Βαλκανίων (Δαλματία,
Αλβανία, Σερβία και Ελλάδα). Οι περισσότεροι σύγχρονοι ιστορικοί θεωρούν πως οι stradioti ήταν κυρίως Αλβανοί.
Πάντως, μεταξύ 1474-1489 στην Κύπρο είχαν μεταφερθεί και Έλληνες stradioti.

28

Οι Οθωμανοί εισέβαλαν τελικά τον Ιούλιο του 1570, καταλαμβάνοντας το νησί
ολοκληρωτικά, με τη Λευκωσία να κυριεύεται το Σεπτέμβριο του 1570 και την
Αμμόχωστο να παραδίνεται τον Αύγουστο του 1571, μετά από μια ηρωική 11μηνη
πολιορκία. Αμέσως μετά, εγκαταστάθηκαν γύρω στους 4.000 Οθωμανούς στρατιώτες με
τις οικογένειές τους90, ενώ μικρή εγκατάσταση Τουρκομάνων91 ή Γιουρούκηδων92 είχαμε
στις αρχές του 17ου αιώνα. Την ίδια περίοδο αναφέρεται, επίσης, πολύ μικρή μεταφορά
Αιγυπτίων (Κοπτών και Μουσουλμάνων), Εβραίων και Τσιγγάνων στο νησί μας. Οι
Λατίνοι και οι Μαρωνίτες που δεν εκδιώχθηκαν από την Κύπρο υποχρεώθηκαν είτε να
γίνουν Ορθόδοξοι είτε να ασπαστούν το Ισλάμ· πολλοί δε επέλεξαν να γίνουν
Λινοβάμβακοι93. Η μόνη παρηγοριά για την καθολική κοινότητα της Κύπρου ήταν τα
κονσουλάτα (προξενεία) στην παράκτια πόλη της Λάρνακας, καθώς η παρουσία τους
προσέλκυε Ευρωπαίους γιατρούς, εμπόρους, τραπεζίτες και μερικούς Ρωμαιοκαθολικούς
μοναχούς. Εκτός από αυτούς, καθ’ όλο το 18ο και 19ο αιώνα κατέφθασαν στην Κύπρο
μερικές εύπορες οικογένειες Οθωμανοαρμενίων, ενώ το 18ο αιώνα κατέφθασαν μερικές
οικογένειες Επτανησίων94 και το 19ο αιώνα κάποιοι Κιρκάσιοι (Τσερκέζοι)95, Τατάροι96

90. Πολλά έχουν γραφτεί και λεχθεί, τόσο για τον αριθμό, όσο και για την καταγωγή αυτών των στρατιωτών. Ο κοινώς
αποδεκτός αριθμός από ουδέτερες πηγές είναι περίπου 2.000 ιππείς (σπαχήδες) και περίπου 2.000 πεζικάριοι, εκ των
οποίων περίπου 1.000-1.500 ήσαν γενίτσαροι (δηλαδή χριστιανικής καταγωγής). Εν πάσει περιπτώσει, όμως,
φαίνεται ότι - ανεξαρτήτως της όποιας καταγωγής είχαν - οι στρατιώτες αυτοί ήσαν τουρκόψυχοι και Μουσουλμάνοι.
Στις κοπιώδεις προσπάθειές τους, υποκινούμενες από εθνικισμό, να αποδείξουν την ελληνική ή τουρκική καταγωγή
των στρατιωτών και, κατ’ επέκταση, των Τουρκοκυπρίων απογόνων τους, τόσο οι Ελληνοκύπριοι/Έλληνες όσο και οι
Τουρκοκύπριοι/Τούρκοι ιστορικοί αδυνατούν να αντιληφθούν ότι δεν είναι η καταγωγή που διαμορφώνει την εθνική
συνείδηση, αλλά διάφοροι άλλοι παράγοντες.
91. Οι Τουρκομάνοι ή Τουρκμένιοι (Türkmenler/Түркменлер) είναι τουρκικός λαός που κατοικεί κυρίως στην
κεντρική Ασία (Τουρκμενιστάν, Αφγανιστάν και Ιράν). Μιλούν τη δική τους γλώσσα, η οποία από το 1991 γράφεται
με το λατινικό αλφάβητο (μεταξύ 1929-1991 γραφόταν με το κυριλλικό αλφάβητο, ενώ πριν από το 1929 γραφόταν με
το αραβική γραφή), και είναι Σουνίτες Μουσουλμάνοι.
92. Οι Γιουρούκοι ή Γιουρούκηδες (Yörük/Юруци) είναι θρακικός λαός (πιθανώς και με ελληνική καταγωγή) που
κατοικεί κυρίως στα Βαλκάνια και τα βουνά της Ανατολίας· μερικοί είναι, ακόμη και σήμερα, νομάδες, εξού και το
τουρκικό όνομά τους (yörük=πεζοπόρος). Είναι Σουνίτες Μουσουλμάνοι και μιλούν Τουρκικά.
93. Οι Λινοβάμβακοι ήσαν Χριστιανοί που ασπάζονταν φαινομενικά το Ισλάμ, για να γλυτώσουν από την επαχθή
φορολογία και την κοινωνική καταπίεση. Διατηρούσαν την Ελληνική γλώσσα, η οποία σε πολλές περιπτώσεις ήταν η
μοναδική που γνώριζαν. Οι Λινοβάμβακοι εμφανίζονταν εξωτερικά ως Μουσουλμάνοι, τηρώντας την περιτομή, το
τουρμπάνι, τη μαντίλα και άλλα μωαμεθανικά έθιμα, ωστόσο κρυφά τελούσαν Λειτουργίες, τιμούσαν τις εικόνες,
διατηρούσαν χριστιανικά έθιμα και έφεραν δύο ονόματα, ένα χριστιανικό και ένα μουσουλμανικό. Η ονομασία τους
αναφέρεται στη διπλή τους ιδιότητα, κατ’ αναλογία με ένα ύφασμα που έχει δύο όψεις, μία από λινό και μια από
βαμβάκι· ήταν γνωστοί και με άλλες ονομασίες (Αποστολιτζιοί, Λουρουτζιάτες, Μεσοκκέρτηδες, Πάτσαλοι, Τήλλυροι
κτλ). Αν και ήσαν κατάσπαρτοι στο νησί, μεγάλος αριθμός Λινοβαμβάκων ζούσε στην Τηλλυρία, τη Λουρουτζίνα, το
Φρέναρος, την Καρπασία και την ημιορεινή Λεμεσό. Σύμφωνα με διάφορους υπολογισμούς, στα τελευταία χρόνια της
Τουρκοκρατίας αριθμούσαν 10 με 15.000, μερικοί από τους οποίους επέστρεψαν στο Χριστιανισμό μέχρι τις αρχές του
20ου αιώνα. Ωστόσο, οι πλείστοι τελικά απορροφήθηκαν από την τουρκοκυπριακή κοινότητα, σε μεγάλο βαθμό χάρη
στην κοντόφθαλμη στάση της Εκκλησίας της Κύπρου.
94. Οι πρώτοι Επτανήσιοι κατέφθασαν στην Κύπρο μεταξύ 1772-1778, ανάμεσά τους και οι γνωστές οικογένειες με το
χαρακτηριστικά επώνυμα Βοντιτσιάνου, Ζυμπουλάκη, Καλογερά και Περιστιάνη. Οι πλείστοι των Επτανησίων αυτών
ήσαν έμποροι, καταγόμενοι κυρίως από την Κεφαλλονιά, τη Ζάκυνθο, τα Κύθηρα και την Κέρκυρα, οι οποίοι
εκμεταλλεύτηκαν το ευνοϊκό καθεστώς των διομολογήσεων, του οποίου απολάμβαναν ως Βενετοί υπήκοοι. Κάποιοι
από αυτούς υπήρξαν πρόξενοι ή/και εργάζονταν στα προξενεία. Η εγκατάστασή τους, που έγινε κυρίως στην πόλη της
Λάρνακας (55%) και της Λεμεσού (15%), συνέχισε μέχρι και τις αρχές του 19ου αιώνα· το 1864 κατοικούσαν περίπου
210 Επτανήσιοι στην Κύπρο, οι οποίοι στη συνέχεια αφομοιώθηκαν από την ελληνοκυπριακή κοινότητα.
95. Οι Κιρκάσιοι (‫)جركس‬, γνωστοί και ως Τσερκέζοι (‫شركس‬/Черкесы) ή Αδιγαίοι (Адыгэ/‫)أديغة‬, είναι καυκάσιος λαός.
Μιλούν τη δική τους γλώσσα, η οποία γράφεται με την κυριλλική γραφή, και είναι Σουνίτες Μουσουλμάνοι. Το 1864
μεταφέρθηκαν στην Κύπρο περίπου 1.360 Κιρκάσιοι, οι οποίοι αρχικά τοποθετήθηκαν σε καραντίνα στο
λοιμοκαθαρτήριο της Λάρνακας, προκαλώντας - σύμφωνα με πηγές της εποχής - τη μεγάλη επιδημία χολέρας. Στη
συνέχεια, οι επιζήσαντες Τσερκέζοι εγκαταστάθηκαν νοτιοδυτικά της Λεμεσού, στο ομώνυμο τσιφλίκι Τσερκέζ
Τσιφτλίκ και στη Λευκωσία. Μέχρι το τέλος του 1864 είχαν παραμείνει μόνο περίπου 220 Κιρκάσιοι, οι οποίοι στη
συνέχεια αφομοιώθηκαν από την τουρκοκυπριακή κοινότητα.
96. Οι Τατάροι (Tatarlar/Татарлар) είναι τουρκικός λαός που ζει κυρίως στην κεντροανατολική Ασία. Μιλούν τη δική
τους ουραλική γλώσσα, η οποία γράφεται με την κυριλλική γραφή, και είναι Σουνίτες Μουσουλμάνοι. Μετά το
ρωσσοτουρκικό πόλεμο του 1877-1878, εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο περίπου 3.000 Τατάροι πρόσφυγες από την
Κριμαία. Όσοι παρέμειναν στο νησί, τελικά αφομοιώθηκαν από την τουρκοκυπριακή κοινότητα.

29

και Ρουμελιώτες97. Κατά την Τουρκοκρατία (1571-1878), μεγάλος αριθμός Ορθόδοξων
Χριστιανών εξαναγκάστηκε στον εξισλαμισμό ή έγιναν Λινοβάμβακοι (Κρυπτοχριστιανοί).
Τον Ιούλιο του 1878, ως αποτέλεσμα του Συνεδρίου του Βερολίνου και της μυστικής
Σύμβασης της Κύπρου, η Βρετανική Αυτοκρατορία ανέλαβε την υποχρέωση να βοηθήσει
στρατιωτικά την Οθωμανική Αυτοκρατορία, σε περίπτωση που η Ρωσσική Αυτοκρατορία
ήθελε να κατακρατήσει τις αρμενικές περιοχές Μπατούμ, Αρνταχάν και Καρς ή
επιχειρούσε να καταλάβει άλλα ασιατικά οθωμανικά εδάφη. Ως αντάλλαγμα, ο
Σουλτάνος συμφώνησε να εκχωρήσει την Κύπρο στη Βασίλισσα της Μεγάλης Βρετανίας
ως προτεκτοράτο, με πλήρη δικαιώματα στη διοίκηση και με υποχρέωση των Βρετανών
για πληρωμή ετήσιου ενοικίου £92.800 (το οποίο δεν πληρώθηκε ποτέ, καθώς αφαιρείτο
από το χρέος των Οθωμανών προς τους νέους κυρίαρχους της Κύπρου).
Η βελτιωμένη διοίκηση των Βρετανών, τα έργα υποδομής που δημιούργησαν (δρόμοι,
γέφυρες, σιδηρόδρομος98, τηλεφωνικό, ηλεκτρικό και υδρευτικό δίκτυο κτλ), καθώς και
η θρησκευτική ανοχή, η διαφάνεια και η δικαιοσύνη που έφεραν, επέτρεψαν σε όλους
τους κατοίκους του νησιού να ευημερήσουν καθ’ όλη τη διάρκεια της Αγγλοκρατίας
(1878-1960). Ταυτόχρονα, η αγροτική Κύπρος άρχισε να εκσυγχρονίζεται, τα
χωριουδάκια έγιναν χωριά, ενώ οι μικρές πολίχνες άρχισαν να μετατρέπονται
κεφαλοχώρια, κωμοπόλεις και αστικά κέντρα. Η μικρή αρμενική κοινότητα δέχθηκε
ιδιαίτερη ώθηση, αφού χιλιάδες Αρμένιοι βρήκαν καταφύγιο στην Κύπρο ξεφεύγοντας
από τις μαζικές σφαγές, τις τρομερές σφαγές και τη Γενοκτονία που διέπραξαν οι
Νεότουρκοι και οι Οθωμανοί στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Παρομοίως, η λατινική
κοινότητα μεγάλωσε με Βρετανούς, Ευρωπαίους και μερικούς Μαρωνίτες, ενώ
διαμορφώθηκαν και μικρές κοινότητες από Παλαιοημερολογίτες99, Αγγλικανούς100,
97.

Οι περίπου 2.500 πρόσφυγες από τη Ρωμυλία (νότια Βαλκάνια) κατέφθασαν στη Βουκολίδα το Μάρτιο του 1878
και εγκαταστάθηκαν στα τριγύρω τουρκοκυπριακά χωριά. Φαίνεται ότι οι πλείστοι από αυτούς ήσαν Κιρκάσιοι.
98. Ο Κυπριακός Κυβερνητικός Σιδηρόδρομος (Cyprus Government Railway/Kıbrıs Hükümeti Demiryolu/ ‫قبريس حكومت‬
‫ )ڌميور يول‬λειτουργούσε μεταξύ 1905-1951, με συνολικό μήκος 122 Km. Υπήρχαν συνολικά 39 σταθμοί και στάσεις, με
τις σημαντικότερες να εξυπηρετούν την Αμμόχωστο, το Πραστειό Μεσαορίας, τα Γέναγρα, την Αγκαστίνα, το Τραχώνι
Κυθρέας, τη Λευκωσία, την Κοκκινοτριμιθιά, τη Μόρφου, το Καλό Χωριό Λεύκας και την Ευρύχου.
99. Με την εφαρμογή του νέου ημερολογίου από την Εκκλησία της Κύπρου στις 10/23 Μαρτίου 1924, ταυτόχρονα με το
Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και την Εκκλησία της Ελλάδος, μερίδα πιστών διαφώνησε και συνέχισε να
ακολουθεί το παλαιό ημερολόγιο. Το 1948 χειροτονήθηκε στην Ελλάδα ως «Μητροπολίτης Τριμυθούντος» ο
Σπυρίδωνας, ο οποίος το 1949 κατέφθασε στην Κύπρο, διακόπτοντας έτσι την κοινωνία με την Εκκλησία της Κύπρου
και ιδρύοντας την «Αυτοκέφαλη Εκκλησία Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών Κύπρου Πατρώων Παραδόσεων». Το 1957
ο Σπυρίδωνας αντικαταστάθηκε από το «Μητροπολίτη Κιτίου και Έξαρχο Πάσης Κύπρου» Επιφάνιο, ο οποίος
υπηρέτησε μέχρι το 2005, ενώ το 2007 χειροτονήθηκε ως «Μητροπολίτης Κιτίου και Έξαρχος Πάσης Κύπρου» ο
Σεβαστιανός, καθώς και «Επίσκοπος Αμαθούντος» ο Λάζαρος. Οι παλαιοημερολογίτες, που σήμερα αριθμούν γύρω
στα 2.000 μέλη, διαθέτουν τις μονές Μεταμορφώσεως του Σωτήρος και Αγίου Επιφανίου (Αβδελλερό), Παναγίας
Γαλακτοτροφούσας (Κοφίνου), Παναγίας Ευαγγελίστριας (Παλώδια), Εισοδίων της Θεοτόκου (Γερμασόγεια), Αγίων
Πάντων (Λυσός - εγκαταλελειμμένη) και Αγίου Γεωργίου του Σακκά (Αγία Τριάδα - τουρκοκρατούμενη), τα
ησυχαστήριο της Ζωοδόχου Πηγής (Αβδελλερό) και Αγίας Τριάδος (Γερμασόγεια), καθώς και αριθμό εκκλησιών στην
Αραδίππου, τον Κόρνο, τη Χοιροκοιτία, τους Τρούλλους, την Αυγόρου, το Λιοπέτρι, τη Λευκωσία, το Παλαιχώρι
Ορεινής, τον Αγρό, τον Άγιο Θεράποντα, τη Βάσα Κοιλανίου, τη Λεμεσό και τη Μέσα Γειτονιά.
100. Η Αγγλικανική Εκκλησία στην Κύπρο εγκαθιδρύθηκε το 1878, με την άφιξη των Βρετανών. Μεταξύ 1878-1887
υπαγόταν στην Επισκοπή του Γιβραλτάρ, μεταξύ 1887-1976 στην Αγγλικανική Επισκοπή της Ιερουσαλήμ, ενώ από το
1976 το Αγγλικανικό Βικαριάτο Κύπρου υπάγεται στην Επισκοπή της Κύπρου και του Κόλπου. Σήμερα, στην Κύπρο
υπάρχουν οι πιο κάτω αγγλικανικοί ναοί: ο καθεδρικός ναός του Αγίου Παύλου (Λευκωσία: 1893-1896 - ο
προηγούμενος ναός είχε κτιστεί το 1885 και κατεδαφίστηκε το 1892), η εκκλησία της Αγίας Ελένης (Λάρνακα: 1980 το αρχικό κτίριο είχε κτιστεί το 1906 και κατεδαφίστηκε το 1978), η εκκλησία του Αγίου Βαρνάβα (Λεμεσός: 19121915), το παρεκκλήσι του Αγίου Γεωργίου (Τρόοδος: 1928-1931), η εκκλησία του Αγίου Μάρκου (Αμμόχωστος: 1995 η προηγούμενη εκκλησία είχε κτιστεί το 1895 και κατεδαφίστηκε το 1961), η εκκλησία του Αγίου Ανδρέα (Κερύνεια:
1913), το παρεκκλήσι του Αγίου Λουκά (Προδρόμι: 2000) και το παρεκκλήσι του Αγίου Στεφάνου (Τάλα: 2005)· μετά
από την ευγενή παραχώρηση του Μητροπολίτη Κωνσταντίας-Αμμοχώστου Βασίλειου, οι Αγγλικανοί χρησιμοποιούν
από το 2010 το παρεκκλήσι των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στη Δερύνεια (μεταξύ 1992-1998 χρησιμοποιούσαν
το Μοναστήρι της Αγίας Νάπας, ενώ μετά το 1998 χρησιμοποιούν τη σκανδιναβική εκκλησία). Υπάρχουν, επίσης,
αγγλικανικές εκκλησίες στις Βρετανικές Βάσεις: του Αγίου Παύλου (Ακρωτήρι), των Αγίων Πάντων (Επισκοπή) και
του Αγίου Βαρνάβα (Δεκέλεια). Τέλος, για το ειρηνευτικό απόσπασμα των Ηνωμένων Εθνών υπάρχει η εκκλησία του

30

Προτεστάντες101 (Αδελφοί, Βαπτιστές, Ευαγγελικοί102, Λουθηρανοί, Μεθοδιστές,
Πρεσβυτεριανοί103 κτλ), Πεντηκοστιανούς104, Σαββατιστές (Αντβεντιστές)105, Μάρτυρες
του Ιεχωβά106, Μορμόνους107, καθώς και Εβραίους και Μπαχαϊστές108. Στην κυπριακή γη
Αγίου Κολούμπα, παρά το αεροδρόμιο Λευκωσίας. Να σημειώσουμε ότι ο επικεφαλής της Αγγλικανικής Εκκλησίας
στην Κύπρο τιτλοφορείται Αρχιδιάκονος (από το 1899), ενώ οι ιερείς τιτλοφορούνται στρατιωτικοί ιερείς (chaplains).
101. Η παρουσία Προτεσταντών ιεραπόστολων στην Κύπρο ανάγεται στο 1834, όταν εγκαταστάθηκε στη Λάρνακα ο
αιδεσιμότατος Lorenzo W. Pease, μέλος του Αμερικανικού Συμβουλίου των Επιτρόπων για Εξωτερικές Ιεραποστολές·
μεταξύ 1835-1838 λειτουργούσε δύο μικρά σχολεία, ενώ η ιεραποστολική του δράση συνεχίστηκε μέχρι το 1842. Ξανά
Προτεστάντες ιεροκήρυκες βρίσκουμε το 1878, όταν στη Λάρνακα εγκαταστάθηκαν μέλη της Βρετανικής και Ξενικής
Βιβλικής Εταιρείας· μεταξύ 1878-1882 και πάλιν μεταξύ 1887-1891 λειτουργούσαν παρθεναγωγεία στη Λάρνακα υπό
τη δεσποινίδα Susan Fluhart, η οποία μεταξύ 1896-1899 λειτουργούσε ένα μικρό αρμενικό εκπαιδευτήριο για τα
Αρμενόπαιδα των χαμιτικών σφαγών.
102. Η παρουσία ενεργών Ευαγγελικών στην Κύπρο εντοπίζεται στην περίοδο 1898-1905, όταν εγκαταστάθηκε στη
Λευκωσία ο πάστορας Haroutiun Sarkissian. Κατά την περίοδο της Αρμενικής Γενοκτονίας (1915-1923) και της
Μικρασιατικής Καταστροφής (1921-1922), κατέφθασαν αρκετοί Έλληνες και Αρμένιοι Ευαγγελικοί· ωστόσο, καθότι
οι ανάγκες τους ικανοποιούνταν, σε αρκετό βαθμό, από τη Μεταρρυθμισμένη Πρεσβυτεριανή Αποστολή, παρέμειναν
στους κόλπους της Αποστολής, αν και με δικούς τους πάστορες. Οι Αρμένιοι Ευαγγελικοί έκτισαν δική τους εκκλησία
στη Λευκωσία μεταξύ 1946-1947. Με τη μεταφορά της Αμερικανικής Ακαδημίας Λευκωσίας το 1955 εκτός των τειχών,
οι συναθροίσεις των Ελλήνων Ευαγγελικών τελούνταν πλέον σε ενοικιασμένο χώρο στην οδό Γλάδστωνος, μέχρι που
λίγα χρόνια μετά κτίστηκε παρεκκλήσι πίσω από την Ακαδημία. Στη Λεμεσό οι συνάξεις άρχισαν να γίνονται σε
ιδιόκτητο χώρο από τη δεκαετία του 1950, ενώ γύρω στο 2000 ανεγέρθηκε η σημερινή τους εκκλησία, μπροστά από
την παλαιά. Σήμερα η Ευαγγελική Εκκλησία έχει περίπου 750 ντόπιους και περίπου 1.000 ξένους ακόλουθους.
Ιδιαίτερες ευχαριστίες στον πάστορα Ηρακλή Παναγιωτίδη-Τζαφέρη για την παροχή μερικών από τις πληροφορίες.
103. Η παρουσία της Μεταρρυθμισμένης Πρεσβυτεριανής Αποστολής στην Κύπρο ανάγεται στο 1888, όταν η Αποστολή
της Συρίας απέστειλε το Σύρο Andrea Vitali για να ιδρύσει σχολείο στη Λάρνακα, το οποίο λειτούργησε μέχρι το
1891. Το 1891 κατέφθασαν στη Λάρνακα οι πρώτοι ιεραπόστολοι, η οικογένεια του πάστορα James R. W. Stevenson·
το ίδιο έτος ανεγέρθηκε η πρώτη τους εκκλησία στη Λάρνακα (το σιδηρούν παρεκκλήσι - κάηκε το 1901 και
αντικαταστάθηκε από πέτρινο που εγκαινιάστηκε το 1902), ενώ παράλληλα ξεκίνησε το ευαγγελιστικό έργο στη
Λευκωσία, τη Λεμεσό, την Αμμόχωστο, την Κερύνεια και την Πάφο. Το 1893 ο Dr. William M. Moore ξεκίνησε να
παρέχει ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Tο 1898 ο αιδεσιμότατος Henry Easson άνοιξε ένα αρρεναγωγείο στη
Λάρνακα, το οποίο έκλεισε τον ίδιο χρόνο, αλλά το 1899 ξανάνοιξε· το σχολείο συνέχισε να λειτουργεί μέχρι το 1908,
όταν αποφασίστηκε η ίδρυση της Αμερικανικής Ακαδημίας Αρρένων υπό τη διεύθυνση του πάστορα Walter
McCarroll. Στη Λευκωσία, η εκκλησία και η κλινική της αποστολής ανεγέρθηκαν μεταξύ 1906-1907, ενώ το 1922
ιδρύθηκε η Αμερικανική Ακαδημία Θηλέων υπό τη διεύθυνση της Lola Weir. Το 1927 διοργανώθηκαν τοπικά
συμβούλια στη Λευκωσία και τη Λάρνακα, ενώ το 1933 δημιουργήθηκε ξεχωριστή Σύνοδος της Κύπρου (προηγουμένως
υπαγόταν στη Συριακή Σύνοδο) και διαχωρίστηκαν τα ποίμνια Ελλήνων και Αρμενίων. Έκτοτε οι δύο ομάδες
λειτουργούσαν ξεχωριστά, πάντα υπό την αιγίδα της Αποστολής, μέχρι που το 1962 παραχωρήθηκε αυτονομία στην
Αρμενική Ευαγγελική Εκκλησία και το 1976 παραχωρήθηκε αυτονομία στην Ελληνική Ευαγγελική Εκκλησία, η
οποία - μετά από διαβουλεύσεις - το 1977 ενώθηκε με την Ελληνική Ευαγγελική Αποστολική Εκκλησία Ελλάδος. Η
Αποστολή έκλεισε το 1975 και επανεμφανίστηκε το 1993, ενώ το 1994 ίδρυσε δική της εκκλησία, με την ονομασία
Trinity Christian Community Fellowship, η οποία στεγάζεται στην Ελληνική Ευαγγελική Εκκλησία Λάρνακας.
Σήμερα έχει περίπου 40 ακόλουθους. Ιδιαίτερες ευχαριστίες στον πάστορα Ηρακλή Παναγιωτίδη-Τζαφέρη για την
παροχή μερικών από τις πληροφορίες.
104. Το κίνημα των Πεντηκοστιανών (επίσημη ονομασία: Εκκλησία του Θεού της Προφητείας) στην Κύπρο ξεκίνησε το
1928 στον Κάτω Δρυ από τον ντόπιο Μιχαήλ Κ. Κούννα, ο οποίος είχε συσχετιστεί με το κίνημα στην Αμερική. Στη
συνέχεια, οι Πεντηκοστιανοί οργανώθηκαν κατά τη δεκαετία του 1930 στην Κερύνεια, τη Λευκωσία και τη Λύση, κατά
τη δεκαετία του 1940 στη Λεμεσό, ενώ αργότερα στη Λάρνακα και την Πάφο. Το 1952 απέκτησαν δική τους εκκλησία
στην οδό 28ης Νοεμβρίου, στην Κωνστάντια της Λευκωσίας, την οποία κατέλαβαν οι Τουρκοκύπριοι το 1963· στη
συνέχεια, κτίστηκε μια προσωρινή εκκλησία στην Αγλαντζιά μέχρι που το 1981 κτίστηκε η σημερινή εκκλησία στην
οδό Ολυμπιάδος στο Στρόβολο· σε κατοπινά χρόνια άρχισαν να οργανώνονται συναθροίσεις σε ενοικιαζόμενους
χώρους στη Λεμεσό και τη Λάρνακα. Σήμερα, οι Πεντηκοστιανοί στην Κύπρο αριθμούν περίπου 100 μέλη. Ιδιαίτερες
πληροφορίες στο Χρίστο Ολύμπιο για την παροχή μερικών από τις σχετικές πληροφορίες.
105. Οι πρώτοι Αντβεντιστές στην Κύπρο ήσαν η αρμενική οικογένεια του Movses Boursalian, που ήρθαν το 1912 από
το Μουσά Νταγ, ενώ το 1932 εγκαταστάθηκαν εδώ κανονικά Καναδοί σκαπανείς, η οικογένεια του Robert S. Greaves.
Από το 1930 οι Αντβεντιστές συναντιούνταν περιοδικά στη Λευκωσία, ενώ ήδη από το 1948 είχαν κανονικές
συναντήσεις στη Λευκωσία με τον πάστορα Aram E. Ashod να κηρύττει Αρμένικα και τη σύζυγό του Διαμαντόλα να
μεταφράζει Ελληνικά· συγκεντρώσεις γίνονταν, επίσης, στην Αμμόχωστο και τη Λεμεσό. Το 1956 έκτισαν την
εκκλησία τους στην οδό Ολυμπίου Διός στη Λευκωσία, η οποία το 1963 καταλήφθηκε από τους Τουρκοκύπριους. Το
1964 η Εκκλησία των Αντβεντιστών στην Κύπρο έγινε αυτόνομη. Το 1966 οι Αντβεντιστές αποκτήσαν νέα εκκλησιά
στην οδό Γλάδστωνος που χρησιμοποιούσαν μέχρι το 1999. Σήμερα υπάρχουν περίπου 80 Αντβεντιστές, που έχουν
συγκεντρώσεις στην αγγλικανική εκκλησία του Αγίου Παύλου. Ιδιαίτερες ευχαριστίες στο Μοβσές Ελματζιάν για την
παροχή μερικών από τις σχετικές πληροφορίες.
106. Το κίνημα των Μαρτύρων του Ιεχωβά στην Κύπρο ξεκίνησε το 1924 από τον Κύρο Χαραλάμπους στη Λευκωσία, ο
οποίος είχε συσχετιστεί με το κίνημα στην Αμερική· σχεδόν ταυτόχρονα, αναπτύχθηκαν στην Ξυλοφάγου. Το 1934
έφθασαν από την Ελλάδα δύο σκαπανείς, οι οποίοι ίδρυσαν την πρώτη εκκλησία του Ιεχωβά στην Ξυλοφάγου και, στη

31

βρήκαν καταφύγιο, άλλοι μόνιμο και άλλοι προσωρινό, Ανατολικοευρωπαίοι109,
Ασσύριοι110, Δρούσοι111, Δωδεκανήσιοι112, Κρήτες113, Λευκοί Ρώσσοι114, Μαλτέζοι115,
Μικρασιάτες Έλληνες116, Ντουχομπόρτσι117, Παλαιστίνιοι118, Σύροι119 και άλλοι.
συνέχεια, στη Λευκωσία και το 1938 στα Πολεμίδια. Το 1947 εγκαταστάθηκε εδώ ο πρώτος ιεραπόστολος από την
Ελλάδα και τότε οργανώθηκε εκκλησία στην Αμμόχωστο και το 1950 στην Πάφο. Σήμερα, οι Μάρτυρες του Ιεχωβά
αριθμούν περίπου 2.500 άτομα, τα οποία προσέρχονται σε συναθροίσεις στη Λευκωσία, τη Λεμεσό, τη Λάρνακα, την
Πάφο, το Λιοπέτρι, το Πέρα Χωριό και την Ξυλοφάγου. Μαζί με τους Μορμόνους είναι η πιο αναπτυσσόμενη
Εκκλησία, καθώς βασίζονται ιδιαίτερα στον προσηλυτισμό και την ενημέρωση με φυλλάδια σε μεγάλο αριθμό
γλωσσών. Ιδιαίτερες ευχαριστίες στο Γιάννη Ταλιαδώρο για την παροχή μερικών από τις σχετικές πληροφορίες.
107. Οι πρώτοι Μορμόνοι (επίσημη ονομασία: Εκκλησία του Ιησού Χριστού των Αγίων των Τελευταίων Ημερών) στην
Κύπρο υπήρξαν περίπου 20 Βρετανοί στρατιώτες που υπηρετούσαν στην επισταθμία του Ακρωτηρίου στα τέλη της
δεκαετίας του 1950· μεταξύ 1961-1969 λειτουργούσε ο κλάδος της Λευκωσίας ως μέρος της περιφέρειας της
Ανατολικής Μεσογείου της Γαλλικής Αποστολής. Το 1971 ο Πρόεδρος της Ελβετικής Αποστολής επανίδρυσε τον
κλάδο με περίπου 10 ακόλουθους, κυρίως Αμερικανούς· ο κλάδος διαλύθηκε το 1980. Το 1987 εγκαταστάθηκαν εδώ οι
πρώτοι Μορμόνοι ιεραπόστολοι, ενώ το 1989 επανασυστάθηκε ο κλάδος της Λευκωσίας με περίπου 30 μέλη υπό την
Αυστριακή Αποστολή. Οι πρώτοι Κύπριοι-μέλη των Μορμόνων βαφτίστηκαν το 1992. Το 1993 ιδρύθηκε κλάδος στη
Λεμεσό, ενώ αργότερα ίδρυσαν κλάδους στη Λάρνακα και την Πάφο. Σήμερα έχουν περίπου 400 μέλη, τα οποία από το
1993 υπάγονται στην Ελληνική Αποστολή. Το 2007 ιδρύθηκε η περιφέρεια Κύπρου.
108. Ο δεσμός της θρησκείας των Μπαχαϊστών με την Κύπρο είναι μακρύς, αφού εδώ εξορίστηκε (1868) ο Subh-i-Azal,
διορισμένος διάδοχος του ιδρυτή της θρησκείας· πέθανε στην Αμμόχωστο το 1912. Έτσι, η Κύπρος θεωρείται ιερό
νησί για τους Μπαχαϊστές. Στις ελεύθερες περιοχές οι ακόλουθοι της θρησκείας συναθροίζονται στη Λευκωσία και τη
Λεμεσό, ενώ ο μεγαλύτερός τους αριθμός (περίπου 200) διαμένει στις κατεχόμενες περιοχές.
109. Κατά την περίοδο 1938-1943 είχαμε μικρή εγκατάσταση, για τους πλείστους προσωρινή, Βουλγάρων, Πολωνών,
Ρουμάνων και Τσέχων. Ιδιαίτερες ευχαριστίες στην Ευαγγελία Μανθοπούλου για τις πληροφορίες.
110. Οι Ασσύριοι είναι σημιτικός λαός. Μιλούν μια αραμαϊκή διάλεκτο και ανήκουν στη δική τους Νεστοριανική
Εκκλησία. Μεταξύ 1933-1954 στην Κύπρο υπήρχε μια μικρή κοινότητα Ασσυρίων κοντά στη Λάπηθο. Της κοινότητας
αυτής ηγείτο η εξόριστη αδελφή του Πατριάρχη των Ασσυρίων, Lady Surma D’Bait Mar Shimun.
111. Οι Δρούσοι ή Δρούζοι (‫ )دروز‬είναι αραβόφωνη κοινότητα με τη δική της μονοθεϊστική θρησκεία. Πολύ μικρού
μεγέθους εγκατάσταση Δρούσων στην Κύπρο, για τους πλείστους προσωρινή, είχαμε κατά το 1896. Η πληροφορία
οφείλεται στην Ευαγγελία Μανθοπούλου, την οποία και ευχαριστούμε ιδιαίτερα.
112. Κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (1939-1945), στην Κύπρο κατέφυγαν συνολικά 12.000 άτομα, εκ των οποίων
περίπου οι μισοί προέρχονταν από τα Δωδεκάνησα και εγκαταστάθηκαν, κυρίως, στην περιοχή της Μόρφου.
113. Μικρή εγκατάσταση Χριστιανών Κρητών στην Κύπρο είχαμε το 1897, μετά τον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο.
Ιδιαίτερες ευχαριστίες στην Ευαγγελία Μανθοπούλου για τις πληροφορίες.
114. Οι Λευκοί Ρώσσοι ήσαν Ρώσσοι (και όχι Λευκορώσσοι), οι οποίοι ανήκαν στο Λευκό Κίνημα (Белое Движение),
το οποίο ήταν αντικομμουνιστικό. Μικρή εγκατάσταση Λευκών Ρώσσων, γύρω στους 1.700, είχαμε στην Αμμόχωστο
μεταξύ 1918-1920. Μέχρι το 1922 οι πλείστοι αποχώρησαν, κυρίως για τη Βουλγαρία.
115. Οι Μαλτέζοι (Maltin) είναι αυτόχθονας λαός της Μάλτας και Ρωμαιοκαθολικοί στο θρήσκευμα. Μιλούν τη δική
τους σημιτική γλώσσα, η οποία γράφεται με το λατινικό αλφάβητο, καθώς και Ιταλικά και Αγγλικά. Το Μάρτιο του
1880 μεταφέρθηκαν στο νησί μας 42 Μαλτέζοι, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν σε αγρόκτημα κοντά στα Κούκλια
Αμμοχώστου. Ξανά εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο μερικοί Μαλτέζοι το 1914, ενώ μεταξύ 1949-1950 μεταφέρθηκαν στο
στρατόπεδο της Δεκέλειας περίπου 400 Μαλτέζοι. Σε καμία περίπτωση δεν ευδοκίμησε η εγκατάστασή τους, τις
πρώτες δύο φορές λόγω των επιδημιών (την πρώτη φορά ελονοσίας) και την τελευταία φορά λόγω της κακής
οικονομικής κατάστασης του νησιού. Να αναφέρουμε, επίσης, ότι υπήρχαν εκατοντάδες Μαλτέζοι στρατιώτες στην
υπηρεσία της βρετανικής διοίκησης.
116. Μικρού μεγέθους εγκατάσταση, για τους πλείστους προσωρινή, Μικρασιατών Ελλήνων είχαμε κατά την περίοδο
1921-1923, λόγω της Μικρασιατικής Καταστροφής. Ιδιαίτερες ευχαριστίες στην Ευαγγελία Μανθοπούλου για τις
πληροφορίες. Να σημειώσουμε ότι μερικοί από αυτούς τους Μικρασιάτες Έλληνες ήσαν Ευαγγελικοί.
117. Οι Ντουχομπόρτσι (από το ρωσσικό Духоборцы=Πνευματομάχοι) ήταν μια πολυάριθμη ομάδα Ρώσσων
προσφύγων (περίπου 1.150), που έφθασαν από το Μπατούμ στην Κύπρο για εγκατάσταση μεταξύ 1898-1899.
Επρόκειτο για μέλη ειρηνιστικής θρησκευτικής αίρεσης που είχε υποστεί μεγάλους διωγμούς από το τσαρικό κράτος,
επειδή - ως αντιρρησίες συνείδησης - είχαν μαζικά καταστρέψει τα όπλα τους, αρνούμενοι να καταταγούν στον ερυθρό
στρατό. Οι βρετανικές αρχές τους εγκατέστησαν σε διάφορα μέρη της Κύπρου, κυρίως στο τσιφλίκι της Αθαλάσσας
και στις κοινότητες Περγάμους και Κουκλιών. Το 1899 αναχώρησαν για οριστική εγκατάσταση στον Καναδά,
αφήνοντας πίσω, μοναδικό τεκμήριο από το πέρασμά τους, ένα μικρό κοιμητήριο στο τσιφλίκι της Αθαλάσσας. Στον
ίδιο χώρο στην Αθαλάσσα είχαν προηγουμένως εγκατασταθεί μερικοί Αρμένιοι πρόσφυγες που διέφυγαν στην Κύπρο
μετά τις χαμιτικές σφαγές του 1894-1896. Οι πληροφορίες αυτές οφείλονται στο μακαρίτη Φοίβο Σταυρίδη και τη
Ruth Keshishian, τους οποίους και ευχαριστούμε ιδιαίτερα.
118. Οι Παλαιστίνιοι (‫ )الفلسطينيون‬είναι αραβόφωνοι Μουσουλμάνοι. Μικρού μεγέθους εγκατάσταση Παλαιστινίων στην
Κύπρο, για τους πλείστους προσωρινή, είχαμε κατά την περίοδο 1947-1949, κυρίως στη Λάρνακα και τη Λεμεσό, λόγω
των ταραχών στην Παλαιστίνη.
119. Οι Σύροι (‫ )لسوري‬είναι αραβόφωνοι Μουσουλμάνοι. Μικρού μεγέθους εγκατάσταση Σύρων στην Κύπρο, για τους
πλείστους προσωρινή, είχαμε κατά την περίοδο 1917-1919, λόγω των ταραχών στη Συρία. Η πληροφορία οφείλεται
στην Ευαγγελία Μανθοπούλου, την οποία και ευχαριστούμε ιδιαίτερα.

32

Μετά από έναν τετραετή απελευθερωτικό αγώνα, που διοργανώθηκε από την ΕΟΚΑ
(1955-1959)120, η Κύπρος απέκτησε την Ανεξαρτησία της στις 16 Αυγούστου 1960. Το νέο
Σύνταγμα αναγνώρισε δύο κοινότητες (Έλληνες και Τούρκοι) και τρεις θρησκευτικές
ομάδες (Αρμένιοι, Μαρωνίτες και Λατίνοι). Την αρχική ευδαιμονία διέκοψε στις 21
Δεκεμβρίου 1963 η τουρκοκυπριακή ανταρσία, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τις
διακοινοτικές ταραχές του 1963-1964 και την κατάληψη 39 συνολικά θυλάκων από
εξτρεμιστές Τουρκοκύπριους, στους οποίους δεν γινόταν σεβαστή η εξουσία της
κυβέρνησης121· για την αποφυγή περαιτέρω αιματοχυσίας, αρχικά συστάθηκε η Κοινή
Δύναμη Ανακωχής122, ενώ στις 4 Μαρτίου 1964 συστάθηκε το ειρηνευτικό απόσπασμα της
ΟΥΝΦΙΚΥΠ, το οποίο παραμένει στο νησί μας μέχρι σήμερα123.
Χρησιμοποιώντας ως αφορμή το ενορχηστρωμένο από την ελληνική Χούντα πραξικόπημα
εναντίον του Προέδρου Μακαρίου, η Τουρκία εισέβαλε βάρβαρα και άνομα στην Κύπρο
σε δύο φάσεις το καλοκαίρι του 1974, κατακτώντας το 34,85% του εδάφους της (3.224,29
Km²) και εκτοπίζοντας 210.000 ανθρώπους από τις πατρογονικές τους εστίες, ενώ μέχρι
σήμερα υπάρχουν ακόμη περισσότεροι από 1.300 αγνοούμενοι. Παράλληλα, η πράσινη
γραμμή124 επεκτάθηκε κατά μήκος του νησιού, διαχωρίζοντας τις τουρκοκρατούμενες
περιοχές από τις περιοχές υπό τον έλεγχο της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενώ ανάμεσα στις
θέσεις των κατοχικών δυνάμεων και τις θέσεις των δυνάμεων της Εθνικής Φρουράς
υπάρχει η επιτηρούμενη από τα Ηνωμένα Έθνη νεκρή ζώνη125.
120.

Η ΕΟΚΑ (Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών) ιδρύθηκε από το Στρατηγό (τότε Συνταγματάρχη) Γεώργιο
Γρίβα Διγενή και τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο Γ’, με σκοπό την αποτίναξη του βρετανικού ζυγού και στόχο την
αυτοδιάθεση του λαού της Κύπρου, η οποία - σύμφωνα με τα επικρατούντα ιδεολογικά δεδομένα της εποχής - σήμαινε
για την πλειοψηφία την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Ο απελευθερωτικός αγώνας της ΕΟΚΑ ξεκίνησε την 1η
Απριλίου 1955 και η επίσημη διάλυση της ΕΟΚΑ πραγματοποιήθηκε στις 31 Μαρτίου 1959.
121. Οι θύλακες αυτοί αποτελούσαν, στη μεγαλύτερη τους έκταση, το 4,86% του κυπριακού εδάφους (449,97 Km²) και σε
αυτούς ζούσαν περίπου οι μισοί Τουρκοκύπριοι. Ο μεγαλύτερος και σημαντικότερος θύλακας ήταν αυτός της
Λευκωσίας-Αγύρτας (ο οποίος διέθετε μικρό αεροδρόμιο και έλεγχε την οδική αρτηρία Λευκωσίας-Κερύνειας), ενώ
σημαντική συγκέντρωση Τουρκοκυπρίων ή/και στρατηγική σημασία είχαν οι θύλακες του Τζιάους (ο οποίος έλεγχε
την οδική αρτηρία Λευκωσίας-Αμμοχώστου), Λεύκας, Γαληνόπορνης, Κοκκίνων-Μανσούρας, Λιμνίτη, Λουρουτζίνας (ο
οποίος έλεγχε την οδική αρτηρία Λευκωσίας-Λάρνακας), Αγίου Θεοδώρου-Κοφίνου (ο οποίος έλεγχε την οδική
αρτηρία Λάρνακας-Λεμεσού), Μαρί, Περγάμου, Μαντριών, Χρυσοχούς και Αναδιού, καθώς επίσης το γκέτο της εντός
των τειχών Αμμοχώστου και οι τουρκικές συνοικίες της Λάρνακας, της Λεμεσού και της Πάφου.
122. Η Κοινή Δύναμη Ανακωχής (Joint Truce Force) συστάθηκε στις 27 Δεκεμβρίου 1963 και αποτελείτο από περίπου
8.000 Βρετανούς στρατιώτες που ήσαν ήδη στο νησί, καθώς και τα αποσπάσματα της ΕΛΔΥΚ (Ελληνική Δύναμη
Κύπρου, 950 άνδρες) και της ΤΟΥΡΔΥΚ (Τουρκική Δύναμη Κύπρου, 650 άνδρες). Λειτούργησε μέχρι τις 22 Μαρτίου
1964, όταν το ειρηνευτικό έργο ανέλαβε πλέον η ΟΥΝΦΙΚΥΠ. Το αρχηγείο της βρισκόταν στο αρχηγείο του Τριμερούς
Στρατηγείου, το σημερινό Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας.
123. Η UNFICYP (United Nations Force in Cyprus) συστάθηκε με το Ψήφισμα 186 του Συμβουλίου Ασφαλείας του
Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών στις 4 Μαρτίου 1964· οι πρώτοι κυανόκρανοι κατέφθασαν στις 13 Μαρτίου 1964 και η
επίσημη ανάληψη του ειρηνευτικού έργου έγινε στις 22 Μαρτίου 1964. Από τις 14 Απριλίου 1964 άρχισε να
λειτουργεί και η αστυνομία της ειρηνευτικής δύναμης. Μέχρι το τέλος του 1964, το στρατιωτικό απόσπασμα της
ΟΥΝΦΙΚΥΠ αποτελείτο από Αυστριακούς, Βρετανούς, Δανούς, Ιρλανδούς, Καναδούς, Σουηδούς και Φινλανδούς, ενώ
το αστυνομικό της τμήμα αποτελείτο από Αυστραλούς, Αυστριακούς, Δανούς, Νεοζηλανδούς και Σουηδούς. Το
αρχηγείο της ΟΥΝΦΙΚΥΠ βρίσκεται στις παλιές εγκαταστάσεις της RAF παρά το αεροδρόμιο Λευκωσίας και σήμερα
εργοδοτεί 860 στρατεύματα (από τις χώρες Αργεντινή, Αυστρία, Βραζιλία, Καναδά, Κροατία, Μεγάλη Βρετανία,
Ουγγαρία, Παραγουάη, Περού και Σλοβακία), 69 αστυνομικούς (από τις χώρες Αυστραλία, Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Ελ
Σαλβαδόρ, Ινδία, Ιρλανδία, Ιταλία, Κροατία, Μαυροβούνιο, Ολλανδία και Ουκρανία) και 152 πολιτικό προσωπικό (εκ
των οποίων 113 ντόπιοι - οι άλλοι από τις προαναφερόμενες χώρες). Η ΟΥΝΦΙΚΥΠ είναι η τρίτη αρχαιότερη
ειρηνευτική αποστολή του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών και η πιο μακροχρόνια.
124. Η πράσινη γραμμή, γνωστή και ως διαχωριστική γραμμή ή γραμμή Αττίλα, πρωτοσχεδιάστηκε από το Βρετανό
Αντιστράτηγο Peter Young στις 30 Δεκεμβρίου 1963 με πράσινη κιμωλία, με σκοπό το διαχωρισμό του ελληνικού και
του τουρκικού τομέα της Λευκωσίας. Μετά τις δύο τουρκικές εισβολές, επεκτάθηκε κατά μήκος του νησιού και
οριστικοποιήθηκε στις 30 Αυγούστου 1974, αφού - παρά τη συμφωνημένη εκεχειρία και κατάπαυση του πυρός στις 16
Αυγούστου 1974 - οι Τούρκοι συνέχιζαν να καταλαμβάνουν διάφορες εκτάσεις γης και χωριά.
125. Η νεκρή ζώνη, γνωστή και ως “buffer zone”, συστάθηκε για πρώτη φορά μετά το Ψήφισμα 353 του Συμβουλίου
Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών στις 25 Ιουλίου 1974 και οριστικοποιήθηκε μετά την κατάπαυση των
εχθροπραξιών τον Αύγουστο του 1974. Έχει συνολικό μήκος 180,5 χιλιόμετρα και το πλάτος της εκτείνεται από 3,3
μέτρα (παλιά Λευκωσία) σε 7,45 χιλιόμετρα (περιοχή Αθηένου). Ουσιαστικά, η νεκρή ζώνη παραβάλλεται ανάμεσα
στις θέσεις των δυνάμεων του Αττίλα και της Εθνικής Φρουράς. Την επίβλεψή της έχει αποκλειστικά η ειρηνευτική

33

Στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου έχουν εγκατασταθεί περισσότεροι από 160.000
Σουνίτες Τούρκοι έποικοι από την Ανατολία, καθώς και μερικοί Τουρκοβούλγαροι,
Αλεβίτες, Κούρδοι, Μπαχαϊστές και Τσιγγάνοι, μεταβάλλοντας δραματικά το χαρακτήρα
και τη δημογραφία του. Επιπλέον, περίπου 43.000 Τούρκοι στρατιώτες είναι
τοποθετημένοι στις κατεχόμενες περιοχές. Στις ελεύθερες περιοχές, η οικονομική άνθηση
των τελευταίων 30-35 ετών έχει προσελκύσει μεγάλο αριθμό οικονομικών και πολιτικών
αλλοδαπών και μεταναστών, από τη νοτιοανατολική Ασία, την Ανατολική Ευρώπη, τη
Λατινική Αμερική, την πρώην Σοβιετική Ένωση, ακόμη και την Αφρική.
Έτσι, παρά το γεγονός ότι η ελεύθερη Κύπρος διατηρεί τα πατροπαράδοτα ήθη και έθιμά
της, είναι ταυτόχρονα ένα σύγχρονο πολυεθνικό, πολυθρησκευτικό, πολυγλωσσικό και
πολυπολιτισμικό κράτος, με περίπου 25-30% του νόμιμου πληθυσμού της να έλκει την
καταγωγή του εκτός του νησιού. Συγκριτικά, επί Αγγλοκρατίας (1878-1960) οι μη
γηγενείς ανέρχονταν περίπου στο 20-25%, επί Τουρκοκρατίας (1570-1878) περίπου στο
15-20%, ενώ επί Φραγκοκρατίας (1192-1489) και Ενετοκρατίας (1489-1570) το ποσοστό
αυτό ανερχόταν γύρω στο 15%. Εξάλλου, τόσο στο παρελθόν όσο και σήμερα, η Κύπρος
πάντοτε υπήρξε ένας μαγνήτης για τους διαφόρους λογής πρόσφυγες και μετανάστες.
β. Διαχρονική αναδρομή στη διοίκηση της Κύπρου:
Μέχρι και την Εποχή του Χαλκού, οι διάφοροι οικισμοί ήσαν τοπικής φύσεως και χωρίς
κάποια οργανική ή άλλη σχέση μεταξύ τους. Με την άφιξη των Ελλήνων στο νησί μας
κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού, οι νέοι αυτοί άποικοι έφεραν μαζί τους το ελληνικό
σύστημα των πόλεων-κρατών και πόλεων-Βασιλείων. Κατά την αρχαϊκή εποχή, οι
κυριότερες πόλεις-Βασίλεια ήσαν η Πάφος, η Σαλαμίς, οι Σόλοι, το Κούριον, οι Χύτροι, το
Ἰδάλιον, οι Λήδραι, η Ταμασσός, η Κυρήνεια και το Μάριον (όλες τους εξελληνισμένες),
καθώς επίσης και η μεικτή πόλη Λάπηθος (Έλληνες και Φοίνικες), το μέχρι τον 4ο αιώνα
π.Χ. φοινικικό Κίτιον και η μέχρι τον 3ο αιώνα π.Χ. ετεοκυπριακή Ἀμαθοῦς.
Μεταξύ 1400-1200 π.Χ. η Κύπρος φαίνεται ότι αποτελούσε τμήμα της Αυτοκρατορίας των
Χετταίων ή, τουλάχιστον, ότι είχε κάποια ιδιαίτερη σχέση με τους Χετταίους. Κατά την
περίοδο 950-850 π.Χ., τελούσε υπό τους Φοίνικες, κατά την περίοδο 709-669 π.Χ.
τελούσε υπό τους Ασσύριους, κατά την περίοδο 565-546 π.Χ. τελούσε υπό τους
Αιγύπτιους, ενώ κατά την περίοδο 546-332 π.Χ. ήταν υποτελής στους Πέρσες126. Το 332
π.Χ. η Κύπρος κατακτήθηκε από το Μέγα Αλέξανδρο. Με το θάνατό του, το 323 π.Χ., το
νησί πέρασε στα χέρια των Διαδόχων και από το 305 π.Χ. στα χέρια των Πτολεμαίων. Το
312 π.Χ., η Κύπρος ενοποιήθηκε και διαιρέθηκε, για πρώτη φορά, σε τέσσερις επαρχίες
(Πάφος, Ἀμαθοῦς, Σαλαμίς, Λάπηθος), με διοικητή έναν κυβερνήτη που έφερε τον τίτλο
του Στρατηγού· πρωτεύουσα του νησιού ήταν η Πάφος127.
Το 58 π.Χ. η Κύπρος υποτάχθηκε στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Κατά τη Ρωμαϊκή εποχή
(58 π.Χ. - 330 μ.Χ.), αρχικά η Κύπρος υπήρξε τμήμα της επαρχίας της Κιλικίας, υπό τη
δύναμη της ΟΥΝΦΙΚΥΠ και απαγορεύεται σε αυτήν η διακίνηση και η ανάπτυξη στρατιωτικών δυνάμεων. Η συνολική
της έκταση καλύπτει 242,23 Km² (2,62% της Κύπρου) και πληθυσμό περίπου 10.000.
126. Κατά τις προαναφερόμενες περιόδους ξένης κυριαρχίας, τα κυπριακά Βασίλεια πλήρωναν μεν φόρο υποτελείας
στις ξένες δυνάμεις, αλλά η εσωτερική οργάνωσή τους παρέμενε όπως είχε.
127. Η πρώτη πόλη ήταν η Παλαίπαφος (εκεί που σήμερα βρίσκονται τα Κούκλια Πάφου), η οποία κατά την παράδοση
ιδρύθηκε από τον Κύπριο Βασιλιά Κινύρα (κατ’ άλλους από τον Έλληνα Βασιλιά Αγαπήνορα) κατά τα τέλη του 14ου
αιώνα ή τις αρχές του 13ου αιώνα π.Χ. και κατέστη το σημαντικότερο ιερό στην Κύπρο, της Παφίας Αφροδίτης. Γύρω
στο 320 π.Χ., ο Βασιλιάς Νικοκλής μετέφερε την έδρα του Βασιλείου του στη Νέα Πάφο (σημερινή Κάτω Πάφο),
περίπου 16 Km δυτικά της Παλαίπαφου, με σκοπό να είχε πρόσβαση σε λιμάνι· η Παλαίπαφος συνέχισε να υφίσταται,
ως το Ιερό της Νέας Πάφου, μέχρι που καταστράφηκε από τους ισχυρούς σεισμούς του 5ου αιώνα μ.Χ. Κατά το 17ο
αιώνα, η Κάτω Πάφος εγκαταλείφθηκε ως πρωτεύουσα της επαρχίας και τη θέση της πήρε το Κτήμα - το οποίο
φαίνεται να ιδρύθηκε γύρω στο 12ο αιώνα - περίπου 2 Km βόρεια της Κάτω Πάφου. Με την αστική επέκταση, το
Κτήμα μετονομάστηκε επίσημα σε Πάφο, με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 10.328/16-03-1971.

34

Ρωμαϊκή Σύγκλητο (58-48 π.Χ.)· μεταξύ 48-30 π.Χ. επανήλθε, προσωρινά, στους
Πτολεμαίους, ενώ στη συνέχεια οριστικά στη Ρώμη. Το 27 π.Χ. ανακηρύχθηκε σε
αυτόνομη επαρχία (provincia), υπαγόμενη αρχικά στον Αυτοκράτορα (27-22 π.Χ.) και στη
συνέχεια στη Σύγκλητο. Κατά τη διάρκεια της Ρωμαϊκής εποχής, το νησί κυβερνούσε
Ρωμαίος αξιωματούχος που έφερε τον τίτλο του Ανθύπατου (Proconsul). Με τις
αναδιοργανώσεις του Αυτοκράτορα Διοκλητιανού το 293 μ.Χ., η Κύπρος υπήχθη στην
Ανατολική Διοίκηση (Ἐῴα Διοίκησις/Diœcesis Orientis), με έδρα την Αντιόχεια, η οποία
με τη σειρά της υπαγόταν στη δικαιοδοσία του Præfectus Prætorio Orientis (Ὕπαρχος
Πραιτωρίων τῆς Ἀνατολῆς), ενώ στη συνέχεια υπαγόταν στη δικαιοδοσία του Vicarius
Orientis (Βικάριος τῆς Ἀνατολῆς). Το νησί διοικούσαν Ρωμαίοι Συγκλητικοί της τάξης των
Πραιτώρων, οι οποίοι έφεραν τον τίτλο του Προέδρου (Præses) και είχαν για βοηθούς
έναν Κβέστορα (Quaestor) και ένα Λεγάτο (Legatus). Ισχυροί θεσμοί ήσαν η Βουλή, ο
Δήμος και το «Κοινόν Κυπρίων», που υπήρχαν ήδη από τα ελληνιστικά χρόνια, ενώ
εμφανίστηκε επίσης η Γερουσία. Οι επαρχίες έλαβαν λατινικά ονόματα: Salaminia,
Amathusia, Paphia, Lapethia.
Με την ανάληψη της διοίκησης από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία το 330, το νησί
εντάχθηκε στη δικαιοδοσία του Κόμη της Ανατολής (Comes Orientis), που έδρευε στην
Αντιόχεια και τον οποίο εκπροσωπούσε τοπικά ένας Βυζαντινός Στρατηγός που έφερε τον
τίτλο του Προέδρου (Præses)· κατά την περίοδο 365-381 του νησιού προΐστατο Ὑπατικός
(Consularis). Το 343 η πρωτεύουσα της Κύπρου μεταφέρθηκε από την Πάφο στην
Κωνσταντία128, τη διάδοχο της Σαλαμίνας, ενώ η Κύπρος ήταν διαιρεμένη σε 14 επαρχίες:
Κωνσταντία, Κίτιον, Ἀμαθοῦς, Κυρήνεια, Πάφος, Ἀρσινόη, Σόλοι, Κέρμια, Χύτροι,
Ταμασσός, Κούριον, Τρεμιθούσα, Λάπηθος και Καρπασία129. Τo 395, επί Αυτοκράτορα
Θεοδοσίου, η Κύπρος περιήλθε οριστικά στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και τη
διοίκηση είχε Βυζαντινός αξιωματούχος που έφερε το βαθμό του Στρατηγού.
Το 536, με την αναδιοργάνωση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τον Αυτοκράτορα
Ιουστινιανό, η Κύπρος υπήχθη στη στρατιωτική περιφέρεια (quæstura exercitus)
Ανατολικών Νήσων (Κυκλάδων), Β’ Μοισίας, Σκυθίας και Καρίας, υπό τη διοίκηση του
Κβέστορα του Στρατού (Quaestor Exercitus), τον οποίο και πάλιν εκπροσωπούσε στο
νησί Βυζαντινός αξιωματούχος, συνήθως Ὑπατικός. Μεταξύ των ετών 632 και 965,
πραγματοποιήθηκε μια σειρά από αραβικές επιδρομές130 και έτσι εγκαθιδρύθηκε μια
χαλαρή συγκυριαρχία131 Αράβων-Βυζαντινών· οι Βυζαντινοί είχαν τη διοίκησή τους
128. Η πρώτη πόλη ήταν η Έγκωμη, την οποία φαίνεται να ίδρυσαν οι Αλάσιοι στα τέλη του 17ου ή αρχές του 16ου
αιώνα π.Χ. Εγκαταλείφθηκε το 1050 π.Χ., μετά από έναν καταστροφικό σεισμό και ιδρύθηκε στα ανατολικά νέα πόλη,
η Σαλαμίνα - σύμφωνα με την παράδοση από τον Τεύκρο, γιο του Τελαμώνα και αδελφό του Αίαντα. Το 274 π.Χ., μετά
από ισχυρούς σεισμούς που έπληξαν τη Σαλαμίνα, ο Πτολεμαίος Β’ Φιλάδελφος έκτισε μια νέα πόλη, νοτιότερα της
Σαλαμίνας, με το όνομα Αρσινόη, εις μνήμην της αδελφής του, Αρσινόης Β’· η Σαλαμίνα και το λιμάνι της συνέχισαν
να υπάρχουν, με δευτερεύουσα, ωστόσο, σημασία. Οι καταστροφικοί σεισμοί του 342 μ.Χ. και το παλιρροιακό κύμα που
τους ακολούθησε ισοπέδωσαν τη Σαλαμίνα (το βόρειο τμήμα της Αρσινόης), ενώ την ίδια χρονιά μετονομάστηκε σε
Κωνσταντία, από τον Αυτοκράτορα Κωνστάντιο Β’, ο οποίος συνεισέφερε σημαντικά στην ανοικοδόμηση της πόλης.
Το 653, κατά τη διάρκεια μιας αραβικής επιδρομής από το Μωαβιά, η Κωνσταντία λεηλατήθηκε και καταστράφηκε.
Έτσι, οι κάτοικοι μεταφέρθηκαν νοτιότερα, στην Αμμόχωστο, της οποίας το όνομα προέρχεται από την ανάμνηση της
χωσμένης στην άμμο Αρσινόης. Επί Φραγκοκρατίας, η πόλη έγινε γνωστή ως Φαμαγκούστα (Famagusta), παραφθορά
του ελληνικού ονόματος. Μετά την κατάκτηση της Αμμοχώστου από τους Οθωμανούς το 1571, οι Χριστιανοί κάτοικοι
της πόλης ίδρυσαν - ακόμη πιο νότια - τη νέα πόλη της Αμμοχώστου, τα Βαρώσια (από το τουρκικό maraș=προάστειο).
129. Οι επαρχίες αυτές αντιστοιχούσαν, πάνω-κάτω, στις εκκλησιαστικές περιφέρειες του νησιού.
130. Η πρώτη αραβική επιδρομή πραγματοποιήθηκε το 632 μ.Χ. από τον πρώτο Χαλίφη Αμπού Μπακρ (‫ ·)أبو بكر‬αυτή,
ωστόσο, θεωρείται μεμονωμένο περιστατικό. Η πρώτη ουσιαστική αραβική επιδρομή πραγματοποιήθηκε το 649 από
το Χαλίφη Μωαβιά (‫)معاوية‬, ο οποίος επιτέθηκε στην Κύπρο ξανά το 653. Το 726 επιτέθηκε στην Κύπρο ο Στρατηγός
Μωαβιά, ενώ το 743 και το 747 στην Κύπρο επέδραμε ο Χαλίφης Ουαλίντ (‫)ليد‬. Το 773 επιτέθηκε στην Κύπρο ο
Χαλίφης Αλ-Μανσούρ (‫)المنصور‬, ενώ το 790 και το 806 επέδραμε εναντίον της ο Χαλίφης Χαρούν Αλ-Ρασίντ ( ‫ھارون‬
‫)الرشيد‬. Η τελευταία επιδρομή έγινε το 912 από τον εξωμότη Ναύαρχο και Εμίρη της Ταρσού Δαμιανό.
131. Αρκετά έχουν γραφτεί και λεχθεί γι’ αυτή τη συγκυριαρχία, η οποία φαίνεται να ξεκίνησε το 685 και να
ανανεώθηκε το 688 και ξανά το 705. Κατά περιόδους, το νησί βρισκόταν υπό βυζαντινή διοίκηση [μάλιστα δε, υπό το

35

αρχικά στην Κωνσταντία και από το 680 στην Αμμόχωστο, υπό τη διοίκηση ενός
Ἔπαρχου ή Ἐκπροσώπου ή Πρωτοσπαθάριου, ενώ οι Άραβες είχαν τη διοίκηση τους
στην Πάφο: μεταξύ 645-680 ο Άραβας διοικητής έφερε τον τίτλο του Εμίρη (‫أمير‬,
διοικητής), ενώ μεταξύ 680-965 έφερε τον τίτλο του Χακίμη (‫حاكم‬, κυβερνήτης).
Με την οριστική απελευθέρωση της Κύπρου από τις αραβικές επιδρομές το 965, η Κύπρος
κατέστη ξεχωριστό θέμα (επαρχία) της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η πρωτεύουσα
μεταφέρθηκε από την παραλιακή Αμμόχωστο στη Λευκωσία132, η οποία βρίσκεται στην
ενδοχώρα, και έκτοτε την Κύπρο διοικούσε Βυζαντινός αξιωματούχος, ο οποίος έφερε
τον τίτλο του Δούκα ή, μετά τον 11ο αιώνα, του Κατεπάνω133. Ωστόσο, η έδρα του
Αρχιεπισκόπου παρέμεινε στην Αμμόχωστο (στην οποία βρισκόταν από το 699, μετά την
επιστροφή από τη μετοικεσία στην Αρτάκη) μέχρι το 1260, οπότε μεταφέρθηκε στη Σολέα
δυνάμει του διατάγματος Bulla Cypria.
Κατά τη Φραγκοκρατία (1192-1489), η Κύπρος ήταν οργανωμένη σε φεουδαρχικό
Βασίλειο δυτικού τύπου. Επικεφαλής του Βασιλείου ήταν ο Λουζινιανός Βασιλιάς, τον
οποίο υποβοηθούσε η Υψηλή Αυλή (Haute Cour), με βάση τις Ασσίζες134 του Βασιλείου
της Κύπρου, καθώς και η Χαμηλή Αυλή (Basse Cour). Το νησί αποτελείτο από 12
διαμερίσματα (contrées): Λευκωσία (Nicosie), Αμμόχωστος (Famagouste), Λεμεσός
(Limassol), Πάφος (Baffo), Κερύνεια (Cérines), Αλυκές (Salines), Μεσαορία (Messorée),
Καρπασία (Carpasse), Μαζωτός (Mazoto), Πεντάγυια (Pendaïa), Αυδήμου (Avdimou) και
Χρυσοχού (Chrysocho)135. Τη Λευκωσία (αργότερα και την Αμμόχωστο) διοικούσε
Βισκούντης (Vicecomes), ενώ τις υπόλοιπες περιοχές διοικούσαν τοπικοί αξιωματούχοι
που έφεραν τον τίτλο του Καπετάνιου (Capitaine) ή του Τζιβιτάνου (Civitano).
Μετά το θάνατο του Βασιλιά Ιακώβου Β’ (1473) και του μονοετούς υιού του, Ιακώβου Γ’
(1474), η Αικατερίνη Κορνάρο έγινε Βασίλισσα του νησιού, υπό την άμεση επιρροή των
Ενετών. Έτσι, μεταξύ 1474-1489, η Κύπρος - αν και τυπικά συνέχιζε να ήταν
ανεξάρτητο136 Βασίλειο - αποτελούσε ουσιαστικά προτεκτοράτο της Γαληνοτάτης
Δημοκρατίας της Βενετίας, με την παρουσία ενός Γενικού Προβλεπτή στη Λευκωσία και
Στρατηγό Αλέξιο Μούσερε (868-874), κατέστη θέμα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, όπως και ξανά μεταξύ 910-911
υπό τον πρωτοσπαθάριο Λέων του Συμβατίκη - αμφότεροι αρμενικής καταγωγής], ενώ άλλες εποχές ήταν εντελώς
αποκομμένο από αυτήν. Οι Άραβες που επέδραμαν κατά της Κύπρου ήταν, κυρίως, Σαρακηνοί.
132. Η πρώτη πόλη στην περιοχή ιδρύθηκε γύρω στο 2500 π.Χ., αν και αρχαιολογικές ανασκαφές έχουν αναδείξει
οικισμούς που χρονολογούνται στο 4000 π.Χ. Στη συνέχεια, πιθανώς κατά το 13ο αιώνα π.Χ., έγινε γνωστή ως
Λέδροι/Λήδρα και βρισκόταν στο χώρο της σημερινής Αγίας Παρασκευής, περίπου 2 Km νότια της σημερινής πόλης.
Μετά τον 7ο αιώνα π.Χ. περιέπεσε στην αφάνεια, μέχρι που ξανακτίστηκε από το Λεύκωνα, γιο του Πτολεμαίου Α’,
γύρω στο 300 π.Χ. και ονομάστηκε Λευκουσία/Λευκοσία (με όμικρον). Επί ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων ήταν
γνωστή και ως Λευκόθεων, ενώ κατά τα βυζαντινά χρόνια ήταν γνωστή και ως Καλλινίκησις. Με το πέρας των
αραβικών επιδρομών, το 965, κατέστη η πρωτεύουσα της Κύπρου, καθώς βρισκόταν στην ενδοχώρα και ήταν πιο καλά
προστατευμένη. Στα τέλη του 12ου αιώνα οχυρώθηκε με τα φράγκικα τείχη, τα οποία είχαν έκταση 3,48 Km² και έγινε
γνωστή ως Νικοσία (Nicosia), παραφθορά του ελληνικού ονόματος. Μεταξύ 1567-1570 κτίστηκαν τα σημερινά ενετικά
τείχη, με έκταση 1,68 Km². Κατά τα μέσα του 20ου αιώνα, επικράτησε η ορθογραφία Λευκωσία (με ωμέγα).
133. Οι Δούκες και οι Κατεπάνω ήσαν πολιτικοστρατιωτικοί ηγέτες, με τους Δούκες να ήσαν ανώτεροι των Κατεπάνω.
Οι πλείστοι διοικητές της Κύπρου ήσαν Δούκες.
134. Οι Ασσίζες (Assises) ήταν συλλογή νόμων των Βασιλείων της Ιερουσαλήμ και της Κύπρου. Συντάχθηκαν αρχικά
στα τέλη του 11ου αιώνα στα Γαλλικά, μεταφράστηκαν το 13ο αιώνα στα Ελληνικά και κατά το 15ο αιώνα
μεταφράστηκαν στα Ιταλικά.
135. Το διαμέρισμα της Λευκωσίας ονομαζόταν επίσης βισκουντάτο (vicomté/viscondato), αφού διοικείτο από το
Βισκούντη (Vicecomes) και αποτελείτο μόνο από την πρωτεύουσα· το ίδιο συνέβαινε αργότερα και για την
Αμμόχωστο, ωστόσο - μετά την κατάληψή της από τους Γενουάτες (1373-1464) - δεν αποτέλεσε ξεχωριστή διοικητική
περιοχή. Φαίνεται, επίσης, ότι στις αρχές τις Φραγκοκρατίας υπήρχαν άλλα δύο (2) διοικητικά διαμερίσματα, του
Κοιλανίου (Kilani) και της Επισκοπής (Piscopi).
136. Να σημειωθεί ότι μετά την περίφημη Μάχη της Χοιροκοιτίας (1426), όταν οι Λουζινιανοί αντιμετώπισαν τους
Μαμελούκους, το Βασίλειο της Κύπρου και, στη συνέχεια, η αποικία της Κύπρου πλήρωνε φόρο υποτελείας ύψους
5.000 δουκάτων στο Σουλτάνο της Αιγύπτου μέχρι το 1517· τη χρονιά εκείνη την Αίγυπτο κατέλαβαν οι Οθωμανοί και
έτσι ο φόρος υποτελείας πληρωνόταν πλέον στο Σουλτάνο της Κωνσταντινούπολης.

36

ενός Καπετάνιου στην Αμμόχωστο. Το 1489 η Αικατερίνη Κορνάρο υποχρεώθηκε να
παραιτηθεί κι έτσι άρχισε και τυπικά η περίοδος της Ενετοκρατίας. Επί Ενετοκρατίας
(1489-1570), η Κύπρος υπήρξε αποικία της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας.
Επικεφαλής της διοίκησης ήταν ο Τοποτηρητής (Luogotenente), με τη βοήθεια δύο
Συμβούλων (Consiglieri), οι οποίοι είχαν την έδρα τους στη Λευκωσία· στην Αμμόχωστο
τη διοίκηση ασκούσε ο Καπετάνιος (Capitano), ο οποίος είχε και τη στρατιωτική εξουσία
της Κύπρου σε καιρό ειρήνης. Υπήρχε, επίσης, το Μεγάλο Συμβούλιο (Maggior Consiglio),
το οποίο αποτελούσαν ευγενείς. Στη συνέχεια, από το 1518 και μετά, λόγω της ισχυρής
περίπτωσης πολέμου, την ανώτατη στρατιωτική διοίκηση ανέλαβε ο Γενικός Προβλεπτής
(Provveditore Generale). Διοικητικά, το νησί χωριζόταν σε 11 διαμερίσματα (contrade).
Μετά την κατάληψη της Κύπρου από το Ναύαρχο Λαλά Μουσταφά Πασιά και το Στρατηγό
Πιαλέ Πασιά (1570-1571) και μέχρι το 1670, η Κύπρος αποτελούσε χάσι (‫حــھــص‬/has,
τιμάριο) του Μεγάλου Βεζύρη (‫وزير اعظم‬/Vezir-i Azam), ο οποίος διόριζε ένα γενικό
κυβερνήτη, που έφερε τον τίτλο του Μπεηλέρμπεη (‫بكــھــربك‬/Beylerbeyi). Τις μεσαιωνικές
Ασσίζες αντικατέστησε ο Νόμος της Σαρίας137, ωστόσο οι διάφορες μη μουσουλμανικές
κοινότητες διατήρησαν το δικό τους εθιμοτυπικό δίκαιο. Κατά την περίοδο αυτή, η
Κύπρος αποτελούσε ξεχωριστό εγιαλέτι (‫يالت‬/eyalet, μεγάλη περιφέρεια), που
περιλάμβανε επίσης την Αλανία, τη Σελεύκεια, τη Σις και την Ταρσό. Από το 1670 μέχρι
το 1703 και ξανά μεταξύ 1785-1839, η Κύπρος αποτέλεσε σαντζάκι (‫سنجاق‬/sancak,
επαρχία) που ανήκε στο εγιαλέτι του Αρχιπελάγους· τέθηκε υπό τη δικαιοδοσία του
Αρχιναύαρχου, γνωστού ως Καπουτάν Πασιά (‫کاپيتان پاشا‬/Kapudan Paşa), που διόριζε τον
κυβερνήτη του νησιού, ο οποίος έφερε τον τίτλο του Μουχασίλη (‫مــحــصــل‬/Muhassil) ή του
Μουσελλίμη (‫مــصــلــم‬/Müsellim)138. Κατά την περίοδο 1703-1785, η Κύπρος αποτελούσε
χάσι του Μεγάλου Βεζύρη και ο τοπικός διοικητής έφερε τον τίτλο του Μουχασίλη, με
εξαίρεση τα έτη 1745-1748, όταν η Κύπρος αποτέλεσε αυτόνομο βιλαέτι (‫والية‬/vilayet,
περιφέρεια ή νομός), με διοικητή έναν Πασιά (‫پاشا‬/Paşa). Μεταξύ 1839-1878, η Κύπρος
ήταν σαντζάκι υπό τη διοίκηση του Αρχιπελάγους και υπαγόταν αρχικά (1839-1849) στο
βιλαέτι των Δαρδανελλίων, ενώ στη συνέχεια (1849-1861) στο πασαλίκι (‫پاشالق‬/paşalık,
επαρχία)
της
Ρόδου·
μεταξύ
1861-1868
ήταν
αυτόνομο
μουτεσαριφλίκι
(‫متصرفيت‬/mutasarrıflık, επαρχία), αργότερα (1868-1870) έγινε εξαρτώμενο σαντζάκι υπό
το πασαλίκι της Ρόδου και στο τέλος (1870-1878) ξαναέγινε αυτόνομο μουτεσαριφλίκι.
Κατά τις περιόδους αυτές διοικείτο από Μουτασαρίφη (‫متصرف‬/Mutasarrıf)· δυνάμει του
Χάττ-ι Σερίφ του Γκιουλχανέ, το έργο του εκάστοτε Οθωμανού κυβερνήτη υποβοηθούσε
το Διοικητικό Συμβούλιο (Μετζλίς Ιταρέ, ‫ادارءسی مـــجــلــيـس‬/Meclis İdaresi)139.
Διοικητικά, το νησί διαιρέθηκε140 σε 4 σαντζάκια, της Λευκωσίας (‫لفقوشه‬/Lefkoşa), της
Πάφου(‫باف‬/Baf), της Αλυκής (‫طوزله‬/Tuzla) και της Κερύνειας (‫کيرنه‬/Girne), τα οποία με τη
137.

Η Σαρία (‫ )شريعة‬είναι ο ισλαμικός θρησκευτικός και ηθικός νόμος. Ο όρος σημαίνει “οδός” ή “μονοπάτι” και
ασχολείται με όλες τις πτυχές της καθημερινής ζωής, συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής, των οικονομικών, των
τραπεζικών/επιχειρηματικών θεμάτων, της σεξουαλικότητας και κοινωνικών ζητημάτων. Δεν υπάρχει αυστηρά
κωδικοποιημένο ομοιόμορφο σύνολο νόμων, αποτελεί δε μάλλον σύστημα διαφόρων νόμων, οι οποίοι βασίζονται στο
Κοράνιο, την προηγούμενη πρακτική και την ερμηνεία. Ερμηνευτής της σαρίας είναι ο Μουφτής ή ο Καδής ή ο
Ιμάμης. Αν και υπάρχει μια εύνοια για τους Χριστιανούς και τους Εβραίους (άνθρωποι της Βίβλου), η Σαρία είναι εξ
ορισμού υπέρ των Μουσουλμάνων πρωτίστως και χαρακτηρίζεται από συντηρητικότητα.
138. Οι τίτλοι αυτοί είχαν σχέση με το ρόλο και τη δικαιοδοσία αυτών των αξιωματούχων. Ο Μουχασίλης ήταν
ανώτερος διοικητικός αξιωματούχος, υπεύθυνος κυρίως για την είσπραξη των φόρων, ενώ ο Μουσελλίμης είχε ευρείες
εξουσίες και αρμοδιότητες, όντας έμπιστος εκπρόσωπος του Καπουτάν Πασιά. Φαίνεται ότι οι πλείστοι διοικητές της
Κύπρου μετά το 1785 έφεραν τον τίτλο του Μουχασίλη.
139. Προς αποφυγή σύγχυσης μεταξύ των διάφορων οθωμανικών όρων διοίκησης, παρατίθενται τα πιο κάτω: η
μεγαλύτερη διοικητική μονάδα ήταν το βιλαέτι/εγιαλέτι (ή πασαλίκι), στο οποίο υπάγονταν διάφορα σαντζάκια. Στα
σαντζάκια υπάγονταν διάφοροι καζάδες και στους καζάδες υπάγονταν διάφορα κατηλλίκια. Μετά τις διοικητικές
μεταρρυθμίσεις του 1864, το μουτεσαριφλίκι αντικατέστησε το σαντζάκι και ο ναχιές το κατηλλίκι.
140. Θα πρέπει να αναφέρουμε ότι πριν από το 1641 φαίνεται ότι υπήρχε και σαντζάκι της Αμμοχώστου, το οποίο όμως
καταργήθηκε λόγω της μεγάλης πανώλης και του λιμού, προς εξοικονόμηση χρημάτων.

37

σειρά τους υποδιαιρούνταν σε 17 κατηλλίκια (‫قاضيلق‬/kadılık, διαμερίσματα), ως εξής: το
σαντζάκι Λευκωσίας αποτελούσαν τα κατηλλίκια Μεσαορίας (‫مساريه‬/Mesariye),
Αμμοχώστου (‫ماغوسه‬/Mağusa), Καρπασίας (‫قارپاس‬/Karpas), Ορεινής (‫طاغ‬/Dağ) και Μύλων
(‫دکرمنلک‬/Değirmenlik), το σαντζάκι Πάφου αποτελούσαν τα κατηλλίκια Πάφου, Κουκλιών
(‫قــقــلــوه‬/Kuklia), Χρυσοχούς (‫خرسوکی‬/Hrisofu) και Αυδήμου (‫آويمو‬/Avdimu), το σαντζάκι
Λάρνακος αποτελούσαν τα κατηλλίκια Λάρνακας, Λεμεσού (‫ليماسول‬/Leymosun), Επισκοπής
(‫پسقوپی‬/Piskopi) και Κοιλανίου (‫کيالن‬/Geylân), ενώ το σαντζάκι Κυρηνείας αποτελούσαν τα
κατηλλίκια Κερύνειας, Μόρφου (‫)اومورفو‬, Πεντάγυιας (‫پــنــدا يـه‬/Omorfo) και Λεύκας
(‫لــفــكــه‬/Lefke)· τα κατηλλίκια αυτά δεν περιλάμβαναν τη Λευκωσία, το κέντρο της
διοίκησης. Ωστόσο, στις αρχές του 19ου αιώνα η διοικητική διαρρύθμιση είχε αλλάξει και
πλέον υπήρχαν 6 σαντζάκια (Μύλων, Αμμοχώστου, Αλυκής, Λεμεσού, Πάφου και
Κερύνειας), που με τη σειρά τους υποδιαιρούνταν σε 16 κατηλλίκια: το σαντζάκι Κυθρέας
αποτελείτο από τα κατηλλίκια Κυθρέας και Ορεινής, το σαντζάκι Αμμοχώστου αποτελείτο
από τα κατηλλίκια Αμμοχώστου, Μεσαορίας και Καρπασίας, το σαντζάκι Λεμεσού
αποτελείτο από τα κατηλλίκια Λεμεσού, Επισκοπής και Κοιλανίου, το σαντζάκι Πάφου
αποτελείτο από τα κατηλλίκια Πάφου, Κουκλιών, Αυδήμου και Χρυσοχούς, ενώ το
σαντζάκι Κυρηνείας αποτελείτο από τα κατηλλίκια Κερύνειας, Μόρφου και Λεύκας· το
σαντζάκι Λάρνακας αποτελείτο αποκλειστικά από το κατηλλίκι Λάρνακας, ενώ και πάλιν
η Λευκωσία δεν περιλαμβανόταν σε κάποιο σαντζάκι.
Το 1872 τα σαντζάκια ονομάστηκαν καζάδες (‫قضاء‬/kaza) και τα κατηλλίκια ονομάστηκαν
ναχιέδες (‫ناحي‬/nahıye), ενώ πλέον στον καζά της Λευκωσίας περιλαμβανόταν οι ναχιέδες
της Λεύκας και της Μόρφου και στον καζά της Λεμεσού περιλαμβανόταν ο ναχιές της
Αυδήμου. Του κάθε καζά προΐστατο ο Καϊμακάμης (‫قائم مقام‬/Kaymakam), ενώ για τον κάθε
ναχιέ ή κατηλλίκι υπήρχε ο Μουδίρης (‫مدير‬/Müdir). Τέλος, τα χωριά είχαν το Μουχτάρη
(‫لمختار‬/Muhtar), του οποίου το έργο επικουρούσαν οι Αζάδες (‫ازـا‬/Aza). Εδώ να σημειωθεί
ότι, παράλληλα με τον οθωμανικό μηχανισμό της διοίκησης, αξιοσημείωτη εξουσία
ασκούσαν ο Ελληνορθόδοξος Αρχιεπίσκοπος141 και ο, συνήθως142, Ελληνοκύπριος
Δραγομάνος (‫ترجمان‬/Tercüman), ο οποίος λειτουργούσε ως σύνδεσμος ανάμεσα στον
Αρχιεπίσκοπο και την Υψηλή Πύλη (‫قاپوسى پاشا‬/Bâb-ı Âli).
Με την ανάληψη της διοίκησης της Κύπρου από τους Βρετανούς, τον Ιούλιο του 1878, ο
ανώτατος άρχων ονομαζόταν Ύπατος Αρμοστής (High Commissioner), τον οποίο
επικουρούσε ο Αρχιγραμματέας (Chief Secretary), το Εκτελεστικό Συμβούλιο (Executive
Council), το Νομοθετικό Συμβούλιο (Legislative Council) - που καταργήθηκε μετά τα
Οκτωβριανά γεγονότα του 1931 - και το Κεντρικό Διοικητικό Συμβούλιο (Central
Administrative Council) - που καταργήθηκε το 1937· αυτά αποτελούνταν από Βρετανούς
και ντόπιους αξιωματούχους, διορισμένους ή/και εκλελεγμένους. Μεταξύ 1878-1880, η
Κύπρος υπαγόταν στη δικαιοδοσία του Υπουργείου Εξωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου,
ενώ από το 1880 και εντεύθεν υπαγόταν στο Υπουργείο Αποικιών. Στις 5 Νοεμβρίου 1914
η Βρετανία προσάρτησε την Κύπρο, ως απάντηση στην ενέργεια του Σουλτάνου να
συμμαχήσει με τις Κεντρικές Δυνάμεις στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ στις 10 Μαρτίου
1925 η Κύπρος έγινε και επίσημα αποικία του Στέμματος (Crown colony)· από το 1925 και
εντεύθεν, ο ανώτατος άρχων της Κύπρου ονομαζόταν πλέον Κυβερνήτης (Governor).
141. Αν και από την αρχή της οθωμανικής κατάκτησης ο εκάστοτε Αρχιεπίσκοπος Κύπρου απολάμβανε αυξημένα
προνόμια, το 1754 αναγνωρίστηκε ως εθνικός και πολιτικός εκπρόσωπος της Κύπρου από την Υψηλή Πύλη και, μέχρι
το 1821, βρισκόταν στο απόγειο της εξουσίας του. Μετά τα αιματηρά γεγονότα του 1821, μερική επανόρθωση του
κύρους του Αρχιεπισκόπου Κύπρου έγινε το 1829, ενώ το 1839 και το 1856 βελτιώθηκε ακόμη περισσότερο η θέση της
Ορθόδοξης Εκκλησίας της Κύπρου. Με φιρμάνι του 1863, οριστικοποιήθηκε το ότι η οθωμανική κυβέρνηση δεν
μπορούσε να επεμβαίνει στην ιδιοκτησία της Ορθόδοξης Εκκλησίας και των μοναστηριών.
142. Δεν μας είναι γνωστά όλα τα ονόματα των Δραγομάνων, ωστόσο οι πλείστοι ήσαν Ελληνοκύπριοι. Εντούτοις,
τουλάχιστον ένας και, πιθανώς, άλλος ένας ήσαν Λατίνοι: ο Fedrigo Vallaraci (1628) και ο Μισέρ Άντζουλος (1669).
Επίσης, αναφέρεται ότι κάποιος Αρμένιος έμπορος ονόματι Σαρκίς ήταν Δραγομάνος στις αρχές του 19ου αιώνα.

38

Διοικητικά, η Κύπρος ήταν χωρισμένη στις έξι επαρχίες (districts) που υφίστανται μέχρι
σήμερα και, μέχρι το 1936, ήταν επιπλέον διαιρεμένη σε ναχιέδες (nahiehs): η Λευκωσία
(Nicosia) χωριζόταν στην Κυθρέα (Kythrea/Deyirmenlik), την Ορεινή (Dagh), τη Λεύκα
(Lefka) και τη Μόρφου (Morphou), η Αμμόχωστος (Famagusta) χωριζόταν στην
Αμμόχωστο, τη Μεσαορία (Messaoria) και την Καρπασία (Carpass), η Λεμεσός (Limassol)
χωριζόταν στη Λεμεσό, την Αυδήμου (Avdhimou) και το Κοιλάνι (Kilani)143, η Πάφος
(Paphos) χωριζόταν στην Πάφο, τα Κελοκέδαρα (Kelokedhara) και τη Χρυσοχού
(Khrysokhou), ενώ η Κερύνεια (Kyrenia) και η Λάρνακα (Larnaca) αποτελούνταν από ένα
ναχιέ εκάστη. Της κάθε επαρχίας προΐστατο ο Διοικητής (Commissioner), ενώ για τον
κάθε ναχιέ υπήρχε ο Μουδίρης (Mudir). Στις πόλεις και τις δημαρχούμενες κωμοπόλεις
υπήρχε ο Δήμαρχος (Mayor) και η δημοτική επιτροπή (municipal council), ενώ τα χωριά
είχαν το Μουχτάρη (Mukhtar), του οποίου το έργο επικουρούσαν οι αζάδες (azas). Το
1950 εμφανίστηκαν τα Συμβούλια Βελτιώσεως (Improvement Boards).
Με την Ανεξαρτησία της Κύπρου, στις 16 Αυγούστου 1960, η εξουσία πλέον ασκείται από
τον Πρόεδρο144 και το Υπουργικό Συμβούλιο145, με νομοθετικό σώμα τη Βουλή των
Αντιπροσώπων146. Της κάθε επαρχίας προΐσταται διορισμένος Έπαρχος. Όσον αφορά την
τοπική αυτοδιοίκηση, υπάρχουν οι διάφοροι Δήμοι147 και τα κοινοτικά συμβούλια, των
οποίων τα μέλη σήμερα εκλέγονται· πριν από το 1999, η διοίκηση των χωριών
διακρινόταν σε δύο επίπεδα, τις χωριτικές αρχές και τα Συμβούλια Βελτιώσεως148.
Αξιοσημείωτα γεγονότα στη σύγχρονη ιστορία της Κύπρου μετά την Ανεξαρτησία ήταν η
ένταξη στη Βρετανική Κοινοπολιτεία (15 Φεβρουαρίου 1961) και το Κίνημα των
Αδεσμεύτων (1η Σεπτεμβρίου 1961), η τουρκοκυπριακή ανταρσία και οι διακοινοτικές
ταραχές (21 Δεκεμβρίου 1963 - 26 Μαρτίου 1964), οι επιχειρήσεις Μανσούρας-Κοκκίνων
(7-10 Αυγούστου 1964), η μάχη Κοφίνου-Αγίου Θεοδώρου και ο απόηχός της (15
Νοεμβρίου - 7 Δεκεμβρίου 1967), η ανακήρυξη της «Αυτόνομης Τουρκοκυπριακής
Διοίκησης» (28 Δεκεμβρίου 1967), η ίδρυση του Ανώτερου Τεχνολογικού Ινστιτούτου
(ΑΤΙ: 1968), το προδοτικό πραξικόπημα (15 Ιουλίου 1974), η βάρβαρη τουρκική εισβολή
143. Μεταξύ 1878-1882, η επαρχία Λεμεσού αποτελείτο από τέσσερις ναχιέδες: Λεμεσού, Αυδήμου, Επισκοπής και
Κοιλανίου. Στη συνέχεια, ο ναχιές της Επισκοπής καταργήθηκε και τα χωριά που ανήκαν σε αυτόν μεταφέρθηκαν
στους ναχιέδες Λεμεσού και Αυδήμου.
144. Μεταξύ 1960-1963 υπήρχε και Αντιπρόεδρος, ο οποίος ήταν Τουρκοκύπριος.
145. Το Υπουργικό Συμβούλιο αποτελείται από τους 11 Υπουργούς: Υπουργός Άμυνας, Υπουργός Γεωργίας, Φυσικών
Πόρων και Περιβάλλοντος, Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, Υπουργός Εμπορίου, Βιομηχανίας και
Τουρισμού, Υπουργός Εξωτερικών, Υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Υπουργός Εσωτερικών,
Υπουργός Οικονομικών, Υπουργός Παιδείας και Πολιτισμού, Υπουργός Συγκοινωνιών και Έργων και Υπουργός
Υγείας. Να σημειωθεί ότι η θέση του Υπουργού Παιδείας και Πολιτισμού (μέχρι το 1995 μόνο Παιδείας)
δημιουργήθηκε το 1965, με την κατάργηση της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης.
146. Μεταξύ 1960-1965 υπήρχε, επίσης, η Ελληνική Κοινοτική Συνέλευση και, μεταξύ 1960-1963 η Τουρκική
Κοινοτική Συνέλευση (Türk Cemaat Meclisi), η οποία έπαψε de jure να υπάρχει το 1963.
147. Σήμερα υπάρχουν 40 Δήμοι στην Κύπρο: Αμμόχωστος*, Κερύνεια*, Λάρνακα, Λεμεσός, Λευκωσία και Πάφος
(1878), Πόλη Χρυσοχούς (1882), Μόρφου* και Πάνω Λεύκαρα (1883), Καραβάς* και Λάπηθος* (1884), Λεύκα** (1899),
Ακανθού* (1908), Κυθρέα* (1915), Αθηένου (1926-1934, επανιδρύθηκε το 1948), Λευκόνοικο* (1939), Λύση* (19621964, επανιδρύθηκε το 1986), Άγιος Αθανάσιος, Άγιος Δομέτιος, Αγλαντζιά, Αραδίππου, Έγκωμη, Κάτω Πολεμίδια,
Λακατάμια, Λατσιά, Μέσα Γειτονιά, Παραλίμνι και Στρόβολος (1986), Αγία Νάπα, Γερμασόγεια, Γεροσκήπου,
Δερύνεια και Πέγεια (1994), Δάλι (1996), Γέρι, Δρομολαξιά-Μενεού, Λειβάδια Λάρνακας, Σωτήρα Αμμοχώστου, Τσέρι
και Ύψωνας (2011). Οι Δήμοι με αστερίσκο κατέχονται από τα τουρκικά στρατεύματα από το 1974, ενώ η Λεύκα έπαψε
de facto να αναγνωρίζεται ως Δήμος μετά το 1964. Συνολικά, καλύπτουν μία έκταση 1.239,54 Km² (13,40% της
έκτασης της Κύπρου) και, σύμφωνα με τα στοιχεία της απογραφής πληθυσμού του 2011 - μόνο για τις ελεύθερες
περιοχές - 598.357 κατοίκους (71,20% του πληθυσμού της ελεύθερης Κύπρου).
148. Τα Συμβούλια Βελτιώσεως αποτέλεσαν την ενδιάμεση μορφή τοπικής αυτοδιοίκησης και εγκαθιδρύονταν σε
μεγάλα χωριά ή χωριά που παρουσίαζαν προοπτικές ανάπτυξης. Οι αρμοδιότητες τους ήταν παρόμοιες με αυτές των
Δήμων, η αυτονομία τους όμως περιοριζόταν από τη νομοθεσία και από τις οικονομικές τους δυνατότητες, οι οποίες
ήταν συνήθως περιορισμένες και πάντοτε χαμηλότερες από αυτές των Δήμων. Το πρώτο Συμβούλιο Βελτιώσεως ήταν
αυτό του Πεδουλά (1950) και στη συνέχεια ακολούθησαν, συνολικά, 119 άλλα Συμβούλια Βελτιώσεως, με τελευταία τα
Συμβούλια Βελτιώσεως Έμπας, Τίμης και Ύψωνα (1994): 4 καταργήθηκαν, λόγω της απότομης μείωσης του
πληθυσμού τους το 1974, 18 έγιναν Δήμοι και 3 ενσωματώθηκαν σε Δήμους.

39

(20-22 Ιουλίου και 14-16 Αυγούστου 1974), η ανακήρυξη του «Τουρκικού Ομόσπονδου
Κράτους της Κύπρου» (13 Φεβρουαρίου 1975), η ανακήρυξη της «Τουρκικής Δημοκρατίας
της Βόρειας Κύπρου» (ψευδοκράτος, 15 Νοεμβρίου 1983), η υιοθέτηση του μετρικού
συστήματος για τα μέτρα (1η Ιανουαρίου 1986) και τα σταθμά (1η Νοεμβρίου 1986)149, η
τελωνειακή σύνδεση Κύπρου-ΕΟΚ (1η Ιανουαρίου 1988), η λειτουργία του Πανεπιστημίου
Κύπρου (1992), η εισαγωγή του Διαδικτύου (1995) και της κινητής τηλεφωνίας (1998), η
μερική άρση στον περιορισμό διακίνησης από και προς τις τουρκοκρατούμενες περιοχές
(23 Απριλίου 2003), το δημοψήφισμα για το Σχέδιο Ανάν (24 Απριλίου 2004), η ένταξη
στην Ευρωπαϊκή Ένωση (1η Μαΐου 2004), η λειτουργία του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου
Κύπρου (ΤΕΠΑΚ: 2007) και η ένταξη στην ευρωζώνη (1η Ιανουαρίου 2008)150.
γ. Το νομικό καθεστώς των θρησκευτικών ομάδων:
Με την ανεξαρτησία της Κύπρου, στις 16 Αυγούστου 1960, σύμφωνα με το Άρθρο 2 § 3
του Συντάγματος, οι Αρμένιοι, οι Λατίνοι και οι Μαρωνίτες αναγνωρίστηκαν ως
«θρησκευτικές ομάδες». Στο δημοψήφισμα που διεξάχθηκε στις 13 Νοεμβρίου 1960 και οι
τρεις θρησκευτικές ομάδες επέλεξαν να ανήκουν στην ομόθρησκη ελληνοκυπριακή
κοινότητα (όπως ήταν αναμενόμενο), κάτι το οποίο κατά συνέπεια καθόρισε τις πολιτικές
τους επιλογές στο παιγνίδι της διακοινοτικής διαμάχης και επηρέασε κάπως τις σχέσεις
τους με τους Τουρκοκύπριους, οι οποίοι με τη σειρά τους τις έβλεπαν ως προέκταση των
ελληνοκυπριακών πολιτικών επιλογών, γι’ αυτό και είχαν παρόμοια ή και χειρότερη
αντιμετώπιση κατά τις διακοινοτικές ταραχές (1963-1964) και κατά τη βάρβαρη και
άνομη τουρκική εισβολή (1974).
Το Άρθρο 110 § 3 αναγνωρίζει τη διοικητική αυτονομία των Εκκλησιών των
θρησκευτικών ομάδων, όπως αυτή καθιερώθηκε με το Χάττ-ι Χουμαγιούν το 1856.
Σύμφωνα με το Άρθρο 111, διατηρούνται οι αρμοδιότητες των οικείων Εκκλησιών
αναφορικά με ζητήματα προσωπικού θεσμού. Ο Νόμος 95/1989 μεταβίβασε τη
δικαιοδοσία των εκκλησιαστικών δικαστηρίων στα οικογενειακά δικαστήρια, των οποίων
τη σύνθεση καθόρισε ο Νόμος 87(Ι)/1994· από τις τρεις θρησκευτικές ομάδες, μόνο η
Αρμενική Εκκλησία συμμετέχει στις διαδικασίες τους, καθώς η Μαρωνιτική Εκκλησία και
η Λατινική Εκκλησία - όπως και η αυτοκέφαλη Εκκλησία της Κύπρου - δεν αναγνωρίζουν
τη μεταβίβαση των αρμοδιοτήτων τους.
Η εκπροσώπηση των θρησκευτικών ομάδων στα κρατικά θέσμια καθορίζεται από το
Άρθρο 109: ένας Αρμένιος και ένας Λατίνος συμμετείχαν στα εκ Λευκωσίας μέλη της
Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης, ενώ στα εκ Κυρηνείας μέλη συμμετείχε ένας
Μαρωνίτης (Αποικιακός Νόμος 36/1959, Αποικιακός Νόμος 6/1960 και Νόμος
Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης 8/1960). Οι Κοινοτικές Συνελεύσεις, που δρούσαν
ως ένα είδος Κάτω Βουλής, είχαν αρμοδιότητα σε όλα τα θρησκευτικά, εκπαιδευτικά,
πολιτιστικά και άλλα κοινοτικής φύσης θέματα (Άρθρο 87). Με την αποχώρηση των
Τουρκοκυπρίων από το συνεταιρισμό της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1963 και την
αυτοδιάλυση της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης το 1965, αποφασίστηκε η μεταβίβαση
των εκτελεστικών της εξουσιών στο νεοσύστατο Υπουργείο Παιδείας και των
νομοθετικών της εξουσιών στη Βουλή των Αντιπροσώπων (Νόμος 12/1965).

149. Η εφαρμογή του μετρικού συστήματος έγινε με το Νόμο 48/1985. Όσον αφορά το μήκος, το πόδι (0,3048 m) και η
υάρδα (0,9144 m) αντικαταστάθηκαν από το μέτρο και το μίλι (1.609,344 m) από το χιλιόμετρο· όσον αφορά το βάρος,
το δράμι (3,17514659 g) αντικαταστάθηκε από το γραμμάριο, ενώ η οκκά (1,270058636 Kg) και η λίτρα
(2,2861055448 Kg) από το χιλιόγραμμο· όσον αφορά τη χωρητικότητα, το γαλόνι (4,5460919 l) και η οκκά
(1,272905732 l) αντικαταστάθηκαν από το λίτρο· τέλος, όσον αφορά την επιφάνεια, το προστάθι (334,450944 m²)
αντικαταστάθηκε από το δεκάριο και η σκάλα (1.337,803776 m²) από το εκτάριο.
150. Υπεύθυνος για την υιοθέτηση του ευρώ ήταν ο Νόμος 33(Ι)/2007. Στις 10 Ιουλίου 2007, η κυπριακή λίρα
κλειδώθηκε με το ευρώ στην αμετάκλητη ισοτιμία €1=£0,585274.

40

Με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 4.907/29-07-1965, αποφασίστηκε ότι οι
τρεις Εκπρόσωποι θα εξακολουθούσαν να αντιπροσωπεύουν τις κοινότητές τους στη
Βουλή των Αντιπροσώπων για θέματα αρμοδιότητας της Συνέλευσής τους και ότι η Βουλή
θα ζητούσε τη γνώμη τους πριν νομοθετήσει επί σχετικών θεμάτων. Με σκοπό την
προσέγγιση της διάρκειας της θητείας των άλλων Βουλευτών, η θητεία των τριών
Εκπροσώπων παρατεινόταν ετησίως (Νόμος 45/1965, Νόμος 49/1966, Νόμος 50/1967,
Νόμος 87/1968 και Νόμος 58/1969). Το καθεστώς των τριών Εκπροσώπων στη Βουλή
των Αντιπροσώπων μονιμοποιήθηκε με το Νόμο 58/1970 και καθορίστηκε επιπλέον με το
Νόμο 38/1976, το Νόμο 41/1981 και το Νόμο 66(Ι)/2011. Αρχής γενομένης από το
1991, οι εκλογές για την ανάδειξη των τριών Εκπροσώπων διενεργούνται ταυτόχρονα
και παράλληλα με τις βουλευτικές εκλογές και η θητεία των Εκπροσώπων είναι
πανομοιότυπη με αυτή των Βουλευτών (Νόμος 70/1986).
δ. Η εκπροσώπευση των θρησκευτικών ομάδων:
Οι Εκπρόσωποι δρουν ως σύνδεσμοι μεταξύ των κοινοτήτων τους και του κράτους, είναι
δε οι κατεξοχήν αρμόδιοι για να φέρουν ενώπιον της πολιτείας όλα τα σχετιζόμενα με
την ομάδα τους ζητήματα. Η συμμετοχή τους είναι πενταετούς διάρκειας και έχει
συμβουλευτικό χαρακτήρα, αφού αν και μπορούν να εκφράζουν τις απόψεις τους για
θέματα που σχετίζονται με την ομάδα τους, δεν έχουν δικαίωμα ψήφου. Ειδικά στην
περίπτωση των Αρμενίων, ο εκάστοτε Εκπρόσωπος εκφωνεί λόγο σχετικά με την
Αρμενική Γενοκτονία στη συνεδρίαση της ολομέλειας της Βουλής που συγκαλείται γύρω
στις 24 Απριλίου κάθε έτους.
Οι Εκπρόσωποι απολαμβάνουν τα ίδια προνόμια με τους υπόλοιπους Βουλευτές
(ανεύθυνο, ασυλία, φοροαπαλλαγές, χρηματική αποζημίωση κτλ), παρίστανται στις
συνεδριάσεις της ολομέλειας της Βουλής, συμμετέχουν στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή
Παιδείας και τη Συμβουλευτική Επιτροπή Ιδιωτικής Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας
και Πολιτισμού, ενώ από το 1999 διορίζουν τα οικεία μέλη της Βουλής των Γερόντων.
Επιπρόσθετα, ο Αρμένιος και ο Μαρωνίτης Εκπρόσωπος διαβουλεύονται με τον Υπουργό
Παιδείας και Πολιτισμού, σχετικά με την εισήγησή του προς το Υπουργικό Συμβούλιο για
το διορισμό της Σχολικής Εφορείας Αρμενικών Σχολείων και της Σχολικής Εφορείας
Μαρωνιτών, αντίστοιχα [Νόμος 103(I)/1999].
Μέχρι σήμερα, έχουν υπηρετήσει έξι Αρμένιοι Εκπρόσωποι [ο Μπερτζ Τιλμπιάν από τη
Λευκωσία (1960-1970), ο Δρ Αντρανίκ Λ. Αστζιάν από τη Λευκωσία (1970-1982), ο Αράμ
Καλαϊτζιάν από τη Λάρνακα (1982-1995), ο Πετρός Καλαϊτζιάν από τη Λάρνακα (19952005), ο Δρ Βαχάκν Αταμιάν από τη Λευκωσία (2005-2006) και ο Βαρτκές Μαχτεσιάν
)], τέσσερις Μαρωνίτες Εκπρόσωποι, όλοι τους από τον
από τη Λευκωσία (2006Κορμακίτη [ο Ιωάννης Μαυρίδης (1960-1981 & 1986-1991), ο Νίνος Χατζηρούσος (19811986), ο Ιωάννης Πογιατζής (1991-1996) και ο Αντώνης Χ” Ρούσος (1996)] και τρεις
Λατίνοι Εκπρόσωποι [ο Άντωνυ Πιετρώνι από τη Λευκωσία (1960-1976), ο Φέλιξ
Τσιρίλλι ντε Νόρες (γνωστός και ως Κυρίλλης) από τη Λευκωσία (1976-1991) και ο
Μπενίτο Μαντοβάνι από τη Λεμεσό (1991)]151.
151.

Όλοι οι Εκπρόσωποι της αρμενικής κοινότητας εξελέγησαν από τους οικείους τους εκλογείς, σε όλες τις
περιπτώσεις με ένα ανθυποψήφιο, εκτός από το 2005 όταν υπήρχαν δύο ανθυποψήφιοι. Όσον αφορά τη μαρωνιτική
κοινότητα, με εξαίρεση την πρώτη φορά (1960), όλες τις επόμενες φορές οι Εκπρόσωποι εξελέγησαν από το οικείο
εκλογικό σώμα· το 1970, το 1976 και το 1981 με έναν ανθυποψήφιο, το 1991, το 2001 και το 2006 με τρεις
ανθυποψήφιους, το 1986 και το 2011 με τέσσερις ανθυποψήφιους, ενώ το 1996 με έξι ανθυποψήφιους. Αναφορικά με
τη λατινική κοινότητα, εκλογές διεξήχθησαν μόνο το 1976, το 1991, το 2006 και το 2011, αφού την πρώτη φορά (1960)
υπήρξε μόνο ένας υποψήφιος, ο Άντωνυ Πιετρώνι· το 1970 ο μόνος υποψήφιος ήταν και πάλιν ο ίδιος
(incumbent=τρέχων κάτοχος της θέσης), το 1981 και το 1986 υπήρξε μόνο ένας υποψήφιος, ο Φέλιξ Κυρίλλης
(incumbent), ενώ το 1996 και το 2001 υπήρξε μόνο ένας υποψήφιος, ο Μπενίτο Μαντοβάνι (incumbent). Σε όλες τις
περιπτώσεις όπου υπήρχε εκλογή, ο νικητής είχε απέναντί του έναν ανθυποψήφιο.

41

ε. Οι Αρμένιοι της Κύπρου.
i. Ιστορία:
Βυζαντινή περίοδος: Υπάρχει ένας μακρύς δεσμός ανάμεσα
στους Αρμένιους και την Κύπρο, που πιθανόν να ανάγεται
στον 5ο αιώνα π.Χ. Ωστόσο, η πραγματική ιστορία της
αρμενικής κοινότητας στο νησί μας ξεκινά το 578 μ.Χ.: κατά
την εκστρατεία του εναντίον του Πέρση Βασιλιά Χοσρόη Α’,
ο Βυζαντινός Στρατηγός Μαυρίκιος ο Καππαδόκης συνέλαβε
10.090 Αρμένιους ως κρατούμενους στην Αρζανήνη (Αγτζνίκ)
της Κιλικίας, εκ των οποίων περίπου 3.350 μεταφέρθηκαν στην Κύπρο. Κρίνοντας από τη
στρατηγική τοποθεσία των αποικιών που ίδρυσαν (Αρμενοχώρι, Αρμίνου, Κορνόκηπος,
Πατρίκι, Πλατάνι, Σπαθαρικό ίσως και το Μούσερε), είναι πολύ πιθανό ότι αυτοί οι
Αρμένιοι υπηρέτησαν το Βυζάντιο ως μισθοφόροι στρατιώτες και ακρίτες.
Περισσότεροι Αρμένιοι κατέφθασαν κατά τη βασιλεία του αρμενικής καταγωγής
Αυτοκράτορα Ηράκλειου (610-641) για πολιτικούς λόγους, κατά τη διακονία του
Καθόλικου (Πατριάρχη) Χοβαννές Οτζνετσί (717- 728) για εμπορικούς λόγους και μετά
την απελευθέρωση της Κύπρου από τις αραβικές επιδρομές από τον πατρίκιο Νικήτα
Χαλκούτζη (965) για στρατιωτικούς λόγους. Κατά τη Μεσοβυζαντινή περίοδο υπηρέτησαν
στην Κύπρο Αρμένιοι στρατηγοί και κυβερνήτες, όπως ο Αλέξιος Μούσερε (868-874), ο
Βασίλειος Χαϊγκάζ (958), ο Βαχράμ (965), ο Ελπίδιος Βραχάμιος (1075-1085) και ο Λέων
του Συμβατίκη (910-911), ο οποίος ανέλαβε την ανέγερση της βασιλικής του Αγίου
Λαζάρου152 στη Λάρνακα. Οι πολυάριθμοι Αρμένιοι απαιτούσαν την ανάλογη πνευματική
ποιμαντορία, γι’ αυτό και το 973 ο Καθόλικος (Πατριάρχης) Χατσίκ Α’ ίδρυσε την
Αρμενική Επισκοπή στη Λευκωσία. Μεταξύ 1136-1138, ο Αυτοκράτορας Ιωάννης Β’
Κομνηνός μετακίνησε ολόκληρο τον πληθυσμό της αρμενικής πόλης Τελ Χαμντούν στην
Κύπρο. Μετά το γάμο του Ισαάκιου Κομνηνού με την κόρη του Αρμένιου πρίγκηπα Τορός
Β’ το 1185, ήρθαν μαζί του στην Κύπρο Αρμένιοι ευγενείς και πολεμιστές, πολλοί από
τους οποίους υπερασπίστηκαν το νησί εναντίον του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου (1191)
και των Ναϊτών Ιπποτών (1192).
Λατινοκρατία: Μετά την αγορά της Κύπρου από τον
τιτουλάριο Φράγκο Βασιλιά της Ιερουσαλήμ Γκυ ντε
Λουζινιάν το 1192, έλαβε χώρα μια μαζική μετανάστευση
Αρμενίων και άλλων λαών από τη Δυτική Ευρώπη, την
Κιλικία και το Λεβάντε. Σε αυτούς τους αστούς, ευγενείς,
ιππότες και πολεμιστές δόθηκαν απλόχερα φέουδα, τιμάρια
και προνόμια. Λόγω της εγγύτητάς τους, των εμπορικών
τους δεσμών και μιας σειράς βασιλικών και αριστοκρατικών γάμων, τα Βασίλεια Κύπρου
και Κιλικίας αλληλοσυνδέθηκαν αναπόσπαστα. Χιλιάδες Κιλικιοαρμένιοι αναζήτησαν
καταφύγιο στην Κύπρο διαφεύγοντας από τις μουσουλμανικές ορδές και επιθέσεις: την
Πτώση της Ιερουσαλήμ (1267), την Κατάκτηση της Άκρας (1291), την επίθεση των
Σαρακηνών (1322), τις επιθέσεις των Μαμελούκων (1335 και 1346) και την οθωμανική
κατάκτηση της Κιλικίας (1403 και 1421). Το 1441 Αρμένιοι και Σύροι από τη Συρία και την
Κιλικία παροτρύνθηκαν να εγκατασταθούν στην Αμμόχωστο. Λόγω της συνεχούς
παρακμής της Μικρής Αρμενίας, ο τελευταίος της Βασιλιάς, Λέων Ε’, κατέφυγε στην
Κύπρο το 1375. Μετά το θάνατό του στο Παρίσι το 1393, ο τίτλος του και τα προνόμιά
του μεταβιβάστηκαν στον εξάδελφό του, Βασιλιά Ιάκωβο Α’ Λουζινιανό, στον καθεδρικό
ναό της Αγίας Σοφίας το 1396· ακολούθως, ο βασιλικός θυρεός του οίκου των
Λουζινιανών έφερε επίσης το λέοντα της Αρμενίας.
152.

Φαίνεται ότι η εκκλησία του Αγίου Λαζάρου υπήρξε αρχικά αρμενορθόδοξη και αργότερα αρμενοκαθολική.

42

Κατά τη Φραγκοκρατία και την Ενετοκρατία (1192-1489 & 1489-1570), υπήρχαν
αρμένικες εκκλησίες στη Λευκωσία, την Αμμόχωστο, την Επισκοπιά153, το Σπαθαρικό, τον
Κορνόκηπο, το Πλατάνι και αλλού, ενώ η Αρμενική ήταν μια από τις επίσημες γλώσσες
της Κύπρου. Οι Αρμένιοι της Λευκωσίας είχαν τη Μητρόπολή τους και ζούσαν στη δική
τους συνοικία, που ονομαζόταν Αρμενία ή Αρμενογειτονιά. Στην Αμμόχωστο, ιδρύθηκε
μια Επισκοπή το 12ο αιώνα και οι Αρμένιοι ζούσαν γύρω από τη συριακή ενορία· ιστορικά
έγγραφα υποδηλώνουν την παρουσία ενός σημαντικού μοναστικού και θεολογικού
κέντρου εκεί, στο οποίο λέγεται ότι είχε σπουδάσει ο Άγιος Νερσής ο Λαμπροναίος (11531198). Πριν από το 1425, το φημισμένο Αρμενομονάστηρο - αρχικά το κοπτικό μοναστήρι
του Αγίου Μακαρίου κοντά στη Χαλεύκα - περιήλθε στην κατοχή των Αρμενίων, όπως
έγινε και με το βενεδικτινό γυναικείο μοναστήρι της Παναγίας της Τύρου ή της
Τορτόζας154 στην περιτειχισμένη Λευκωσία κάποια στιγμή πριν από το 1504. Κατά τη
Λατινοκρατία, υπήρχε επίσης μικρός αριθμός Αρμενοκαθολικών στην Κύπρο.
Τουρκοκρατία: Κατά την οσμανική κατάληψη της νήσου (15701571), στρατολογήθηκαν περίπου 40.000 Οθωμανοαρμένιοι
τεχνίτες. Πολλοί απ’ όσους επέζησαν της κατάκτησης
εγκαταστάθηκαν κυρίως στη Λευκωσία, ενώ η Αρμενική
Μητρόπολη
αναγνωρίστηκε
ως
Εθναρχία
(Αζκαΐν
Ισχανουτιούν), μέσω του θεσμού των μιλλέτ. Ωστόσο, η
Επισκοπή στην Αμμόχωστο καταργήθηκε, καθώς ολόκληρη η
περιτειχισμένη πόλη κατέστη απαγορευμένη για τους μη
Μουσουλμάνους μέχρι τα πρώτα χρόνια της Αγγλοκρατίας. Στις αρχές του 17ου αιώνα
εγκαταστάθηκαν εδώ Περσοαρμένιοι έμποροι μεταξιού, όπως έκαναν το 18ο και το 19ο
αιώνα κάποιες εύπορες οθωμανοαρμενικές οικογένειες. Προικισμένοι με το δαιμόνιο της
εργατικότητας, οι Αρμένιοι εξασκούσαν επικερδή επαγγέλματα, ενώ μερικοί υπήρξαν
μεγάλοι γαιοκτήμονες, όπως η οικογένεια Εραμιάν155 στην Πάνω Δευτερά και η
οικογένεια Μελικιάν στην Κυθρέα156.
Ωστόσο, με τη νέα τάξη πραγμάτων ο αριθμός των Αρμενίων μειώθηκε δραματικά157
λόγω της δυσβάστακτης φορολογίας και της σκληρότητας της οθωμανικής διοίκησης,
εξαναγκάζοντας πολλούς Χριστιανούς να γίνουν Λινοβάμβακοι (Κρυπτοχριστιανοί) ή να
ασπαστούν το Ισλάμ, κάτι που εξηγεί γιατί πρώην αρμενικά χωριά (Άγιος Ιάκωβος, Άγιος
Χαρίτων, Αρμενοχώρι, Άρτεμις, Κορνόκηπος, Μελούντα και Πλατάνι) κατοικούνταν από
153.

Επισκοπιά ονομαζόταν παλαιότερα το χωριό Μπέλλα-Πάις.
Μέχρι σχετικά πρόσφατα, οι πλείστοι μελετητές θεωρούσαν ότι η αρμενική εκκλησία ήταν το μοναστήρι της
Παναγίας της Τύρου· ωστόσο, με βάση κάποια νέα ευρήματα, μια μερίδα μελετητών θεωρεί ότι αυτή ήταν στην
πραγματικότητα το μοναστήρι της Παναγίας της Τορτόζας και ότι το μοναστήρι της Παναγίας της Τύρου βρισκόταν
κοντά στην εκκλησία του Αγίου Αντωνίου. Υπάρχει, επίσης, η άποψη ότι η αρμενική εκκλησία αρχικά φιλοξενούσε το
Τάγμα της Τύρου και αργότερα το Τάγμα της Τορτόζας (ταυτόχρονα και παράλληλα με το Τάγμα της Τύρου), το οποίο
τελικά απορρόφησε το πρώτο Τάγμα. Πάντως, τα οθωμανικά φιρμάνια του 1571 και του 1614 αναφέρονται στην
εκκλησία με την ονομασία Ταρτόζα.
155. Το αγρόκτημα της οικογένειας Εραμιάν βρισκόταν στην περιοχή της Πάνω Δευτεράς. Ιδρύθηκε το 1768, όταν ήρθε
στην Κύπρο ο Αγάς Μπογός-Μπερτζ Αρτίν Εραμιάν, νυμφεύθηκε τη Χριψιμέ και αγόρασε 500 σκάλες (περίπου 67
εκτάρια) γης. Το αγρόκτημα περιλάμβανε, σύμφωνα με την παράδοση της οικογένειας, «τη μισή Δευτερά». Με την
πάροδο του χρόνου, η έκταση της φάρμας αυξομειώθηκε, ωστόσο τμήμα της άλλοτε τεράστιας γης παραμένει μέχρι και
σήμερα στα χέρια της οικογένειας Εραμιάν. Οι πληροφορίες οφείλονται στους απογόνους της οικογένειας, Berge &
Joy Kouyoumdjian, τους οποίους και ευχαριστούμε ιδιαίτερα.
156. Το αγρόκτημα της οικογένειας Μελικιάν βρισκόταν στην περιοχή της Κυθρέας και του Τραχωνίου. Ιδρύθηκε κατά
τη διάρκεια της ζωής του Αγά Χαϊραμπέτ Μελικιάν (1809-1874), συζύγου της Χριψιμέ Εραμιάν. Με την πάροδο του
χρόνου, η έκταση της φάρμας αυξομειώθηκε, ωστόσο τμήμα της άλλοτε τεράστιας γης παραμένει μέχρι και σήμερα στα
χέρια των απογόνων της οικογένειας Μελικιάν. Είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι, μέχρι και τη δεκαετία του 1920,
η φάρμα έλεγχε και τη νομή του νερού από και προς τον Κεφαλόβρυσο. Οι πληροφορίες οφείλονται στην απόγονο της
οικογένειας, Έλση Ουτιτζιάν, την οποία και ευχαριστούμε ιδιαίτερα.
157. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τις 20-30.000 Αρμένιους που είχαν παραμείνει στην Κύπρο μετά την οσμανική
κατάκτηση το 1570-1571, το 1630 φαίνεται ότι είχαν παραμείνει μόλις 2.000 (σε σύνολο 56.350 κατοίκων).
154.

43

«Τουρκοκύπριους» στα τέλη του 19ου αιώνα· μερικοί έγιναν Καθολικοί μέσω γάμων με
εύπορες λατινικές οικογένειες. Στη μείωση του πληθυσμού, που είτε πέθανε είτε
αποδήμησε, συνέβαλαν επίσης οι διάφοροι καταστροφικοί σεισμοί, καθώς και οι
επανειλημμένοι και παρατεταμένοι λοιμοί, λιμοί και ανομβρίες.
Σταδιακά, μετά τα αιματηρά γεγονότα του Ιουλίου του 1821158, παρατηρήθηκαν κάποιες
βελτιώσεις κατά την περίοδο του Τανζιμάτ (1839-1876), με αποτέλεσμα τη συμμετοχή του
Αρμένιου Επισκόπου στο Διοικητικό Συμβούλιο (μετζλίς ιταρέ) και την εργοδότηση
μερικών Αρμενίων στη δημόσια υπηρεσία. Επιπρόσθετα, το άνοιγμα της Διώρυγας του
Σουέζ το 1869 ωφέλησε τους Αρμένιους και τους άλλους εμπόρους του νησιού. Καθ’ όλη
την Τουρκοκρατία (1571-1878), η συντριπτική πλειοψηφία του αρμενικού πληθυσμού της
Κύπρου ήταν Αρμενορθόδοξοι, αν και υπάρχει αναφορά σε μια μικρή αρμενοκαθολική
κοινότητα στη Λάρνακα159. Από τις τρεις θρησκευτικές ομάδες, οι Αρμένιοι είναι οι μόνοι
που έχουν μια συνεχή παρουσία Επισκόπων καθ’ όλη την οσμανική κατοχή. Με βάση
διάφορες εκτιμήσεις, η αρμενοκυπριακή κοινότητα στα μέσα του 19ου αιώνα αριθμούσε
γύρω στα 150 άτομα, η πλειοψηφία των οποίων ζούσε στη Λευκωσία, με μικρότερους
αριθμούς να ζούσαν στην Αμμόχωστο, τη Λάρνακα, βόρεια και νότια της Λευκωσίας
(ιδιαίτερα στη Δευτερά και την Κυθρέα) και, φυσικά, πέριξ του Αρμενομονάστηρου.
Αγγλοκρατία: Με την άφιξη των Βρετανών τον Ιούλιο του
1878 και την προοδευτική τους διοίκηση, ενισχύθηκε
ιδιαίτερα η ήδη ευημερούσα αλλά μικρή αρμενική
κοινότητα του νησιού. Γνωστοί για τις γλωσσικές τους
επιδεξιότητες, αρκετοί Αρμένιοι συμβλήθηκαν στην Κύπρο
για να εργαστούν ως διερμηνείς και δημόσιοι λειτουργοί
στα κονσουλάτα και τη βρετανική διοίκηση, με
χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τον Κωνσταντινουπολίτη Απισογόμ Ουτιτζιάν, ο οποίος
υπήρξε ο επίσημος μεταφραστής οθωμανικών εγγράφων και διερμηνέας του
Νομοθετικού Συμβουλίου (1878-1919). Ο αριθμός των Αρμενίων στην Κύπρο αυξήθηκε
σημαντικά μετά τις μαζικές απελάσεις, τις τρομερές σφαγές και τη Γενοκτονία που
διέπραξαν οι Οθωμανοί και οι Νεότουρκοι (1894-1896, 1909 & 1915-1923). Η Κύπρος
άνοιξε απλόχερα τις αγκάλες της για να υποδεχθεί πέραν των 10.000 προσφύγων160 από
την Κιλικία, τη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη, οι οποίοι κατέφθασαν στη Λάρνακα
και όλα τα άλλα λιμάνια της, κάποιοι κατά τύχη, άλλοι από πρόθεση· περίπου 1.500 από
αυτούς έκαμαν το νησί μας καινούργια τους πατρίδα. Εργατικοί, καλλιεργημένοι και
φιλοπρόοδοι, έφεραν μια νέα πνοή στην παλιά κοινότητα και δεν άργησαν να
ορθοποδήσουν και να καθιερωθούν ως άνθρωποι των γραμμάτων, των επιστημών και
των τεχνών, ικανοί επιχειρηματίες και δεινοί έμποροι, αξεπέραστοι τεχνίτες και
φωτογράφοι, καθώς και πρωτοπόροι επαγγελματίες που εισήγαγαν νέες τέχνες,
εδέσματα και γλυκά στο νησί161, συμβάλλοντας έτσι σημαντικά στην κοινωνικοοικονομική
και πολιτιστική ανάπτυξη της Κύπρου.
158.

Με σκοπό τον εκφοβισμό των κατοίκων του νησιού, ως αντίποινα για τη στήριξη προς τους Έλληνες επαναστάτες,
τον Ιούλιο του 1821 οι Οθωμανοί έσφαξαν 470 πρόκριτους, ανάμεσά τους και τον Αρμένιο εφημέριο της Λευκωσίας,
απαγόρευσαν την οπλοφορία στους Χριστιανούς και γκρέμισαν τα μέγαρα των Ελλήνων και των Αρμενίων πλουσίων.
159. Το 1794 παραχωρήθηκαν στους Αρμενοκαθολικούς της Λάρνακας μερικά τελετουργικά σκεύη, τα οποία προήλθαν
από την υπό δημοπρασία περιουσία της Μονής των Καπουτσίνων.
160. Μετά τις χαμιτικές σφαγές (1894-1896), στην Κύπρο κατέφθασαν περίπου 1.000 Αρμένιοι πρόσφυγες, εκ των
οποίων παρέμειναν μόνο οι 100· μετά τη σφαγή των Αδάνων (1909), ήλθαν περίπου 2.000 Αρμένιοι πρόσφυγες, οι
πλείστοι από τους οποίους επέστρεψαν στα Άδανα· τέλος, μεταξύ 1915-1923 κατέφθασαν περίπου 9.000 Αρμένιοι
πρόσφυγες της Γενοκτονίας, από τους οποίους παρέμειναν περίπου 1.300.
161. Οι Αρμένιοι ήσαν οι πρώτοι κατασκευαστές καθισμάτων και χτενών, κλειδαράδες, μηχανικοί, ταπετσάρηδες,
τσιγκογράφοι, σφραγιδοποιοί και ωρολογάδες. Βελτίωσαν την τέχνη του τσαγκάρη και του φωτογράφου, εισήγαγαν
τον κινηματογράφο, και τον αρμένικο παστουρμά, το γύρο, τις κούπες, τα λαχματζιούν, τους λοκμάδες, τον μπακλαβά,
τα παγάκια, τις πόμπες, τα παστά χρυσόμηλα και το χαλβά στην κυπριακή κουζίνα, όλα πολύ δημοφιλή σήμερα.

44

Εκ φύσεως νομοταγείς, οι Αρμενοκύπριοι πάντοτε είχαν υψηλό προφίλ με τη βρετανική
διοίκηση και πολλοί έγιναν ευσυνείδητοι δημόσιοι λειτουργοί και πειθαρχημένοι
αστυνομικοί ή εργοδοτούνταν στον Κυπριακό Κυβερνητικό Σιδηρόδρομο και την Cable
and Wireless. Κατά τις δεκαετίες 1920-1950, πολλοί εργάστηκαν στα μεταλλεία αμιάντου
στο Αμίαντο και στα μεταλλεία χαλκού στο Μαυροβούνι και τη Σκουριώτισσα, μερικοί
από τους οποίους υπήρξαν συνδικαλιστές. Κάποιοι Αρμενοκύπριοι συμμετείχαν στον
Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, τους δύο Παγκόσμιους Πολέμους (1914-1918 & 19391945) και τον απελευθερωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ (1955-1959). Επίσης, η Ανατολική
Λεγεώνα (αργότερα ονομάστηκε Αρμενική Λεγεώνα) συγκροτήθηκε και εκπαιδεύτηκε
μεταξύ Δεκεμβρίου 1916 και Μαΐου 1918 στο χωριό Μοναρκά κοντά στο Μπογάζι,
αποτελούμενη από 4.124 εθελοντές Αρμένιους της Διασποράς, οι οποίοι αργότερα
πολέμησαν ηρωικά κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μερικοί Αρμένιοι πρόσφυγες
κατέφθασαν από την Παλαιστίνη (1947-1949) και την Αίγυπτο (1956-1957).
Η αρμενοκυπριακή κοινότητα ευημερούσε καθ’ όλη τη διάρκεια της Αγγλοκρατίας (18781960), δημιουργώντας συλλόγους, χορωδίες, ομάδες προσκόπων, αθλητικές ομάδες,
μουσικά σύνολα, εκκλησίες, κοιμητήρια και σχολεία, συμπεριλαμβανομένου του
φημισμένου Εκπαιδευτικού Ινστιτούτου Μελκονιάν. Με πολλούς τρόπους μοναδικό σε
ολόκληρη την Αρμενική Διασπορά, κτίστηκε λίγο έξω από Λευκωσία μεταξύ 1924-1926,
με τη γενναιόδωρη και φιλάνθρωπη δωρεά των καπνεμπόρων αδελφών Κρικόρ και
Καραμπέτ Μελκονιάν, με αρχικό σκοπό να στεγάσει και να εκπαιδεύσει 500 ορφανά της
Γενοκτονίας, τα οποία φύτεψαν τα δέντρα μπροστά από το σχολείο εις μνήμην των
σφαγιασθέντων συγγενών τους. Από ορφανοτροφείο (1926-1940), σταδιακά κατέστη
διεθνούς φήμης δευτεροβάθμια σχολή με οικοτροφείο (1934-2005).
Εξετάζοντας τις απογραφές πληθυσμού της Αγγλοκρατίας, παρατηρούμε μια σταθερή
αύξηση του αριθμού των Αρμενίων στην Κύπρο: 201 το 1881, 291 το 1891, 553 το 1901,
611 το 1911, 1.573 το 1921, 3.671 το 1931, 3.962 το 1946 και 4.549 το 1956. Στη
συντριπτική τους πλειοψηφία αυτοί ήσαν Αρμένιοι Αποστολικοί, αλλά υπήρχε επίσης
μικρός αριθμός Αρμενοκαθολικών και Αρμενίων Προτεσταντών (κυρίως Ευαγγελικών).
Στην απογραφή πληθυσμού του 1960, καταγράφηκαν 3.628 Αρμένιοι, καθώς περίπου 900
Αρμενοκύπριοι είχαν μεταναστεύσει στη Μεγάλη Βρετανία και αλλού, λόγω της έκτακτης
κατάστασης που προκάλεσε ο απελευθερωτικός αγώνας της ΕΟΚΑ (1955-1959) και της
αβεβαιότητας που μερικοί ένιωθαν με την αποχώρηση των Βρετανών, τους οποίους
έβλεπαν ως προστάτες τους.
Περίοδος Ανεξαρτησίας: Η Ανεξαρτησία του 1960 έφερε μια
νέα εποχή για τους Αρμένιους της Κύπρου, οι οποίοι
αναγνωρίστηκαν
ως
«θρησκευτική
ομάδα»
και
εκπροσωπεύονταν
πλέον
από
έναν
εκλελεγμένο
Εκπρόσωπο. Ωστόσο, το μέγεθος της κοινότητας μειώθηκε
περαιτέρω λόγω της μετανάστευσης περίπου 600
Αρμενοκυπρίων προς τη Σοβιετική Αρμενία, ως μέρος του
παναρμενικού κινήματος για “επαναπατρισμό” κατά την περίοδο 1962-1964 (νερκάγτ)162.
162. Το νερκάγτ (ներգաղթ) ήταν ένα παναρμενικό κίνημα μετανάστευσης Αρμενίων της Διασποράς προς τη Σοβιετική
Αρμενία, στο πλαίσιο μιας συντονισμένης προσπάθειας της Αρμενικής ΣΣΔ και της Εκκλησίας της Αρμενίας να
ενισχύσουν τις αξιώσεις που είχαν επί των εδαφών της ιστορικής Αρμενίας, κάνοντας έκκληση στα πατριωτικά
αισθήματα των Αρμενίων της Διασποράς. Σε συνεργασία με το AGBU και το Αρμενικό Δημοκρατικό Φιλελεύθερο
Κόμμα Ραμγκαβάρ, γινόταν μαζική προπαγάνδα, ξεσηκώνοντας μια θύελλα ενθουσιασμού στις αρμενικές κοινότητες
της Διασποράς και δημιουργώντας υψηλές προσδοκίες για την εγκατάστασή τους στην “πατρίδα”, την οποία
αντιλαμβάνονταν ως τον “τελικό τους προορισμό”. Τα κύματα του νερκάγτ έλαβαν χώρα μεταξύ 1921-1924, 1926-1929,
1932-1933, 1936, 1946-1949 και 1962-1973, όταν μετανάστευσαν στη Σοβιετική Αρμενία συνολικά 170.703 Αρμένιοι
από το Ιράκ, το Ιράν, το Λίβανο, τις ΗΠΑ και τη Συρία, την Ελλάδα, τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, την Παλαιστίνη, την

45

Κατά τις διακοινοτικές ταραχές του 1963-1964, η αρμενοκυπριακή κοινότητα υπέστη
σοβαρότατες απώλειες, καθώς η αρμένικη συνοικία της Λευκωσίας καταλήφθηκε από
εξτρεμιστές Τουρκοκύπριους: καταλήφθηκαν το κτίριο της Μητρόπολης, η εκκλησία της
Παναγίας, το σχολείο Μελικιάν-Ουζουνιάν, το Μνημείο της Γενοκτονίας, η Αρμενική
Λέσχη, η AYMA και το AGBU και η Αρμενική Ευαγγελική εκκλησία· καταλήφθηκε επίσης η
εκκλησία του Καντσβώρ στην Αμμόχωστο. Συνολικά, 231 αρμενοκυπριακές οικογένειες
κατέστησαν τουρκόπληκτες. Ως αποτέλεσμα, εκατοντάδες Αρμενοκύπριοι έφυγαν για τη
Μεγάλη Βρετανία, τον Καναδά, την Αυστραλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Κατά την
τουρκική εισβολή του 1974, η αρμενοκυπριακή κοινότητα υπέστη επιπλέον απώλειες:
περίπου 4-5 οικογένειες που ζούσαν στην Κερύνεια, 30 οικογένειες στη Λευκωσία και 4045 οικογένειες στην Αμμόχωστο προσφυγοποιήθηκαν και μια Αρμενοκύπρια είναι έκτοτε
αγνοούμενη163· το φημισμένο Αρμενομονάστηρο στον Πενταδάκτυλο καταλήφθηκε από τα
τουρκικά στρατεύματα, το κτίριο των αγοριών του Μελκονιάν βομβαρδίστηκε από την
Τουρκική Αεροπορία, ενώ το κοιμητήριο στον Άγιο Δομέτιο βρέθηκε στη νεκρή ζώνη. Ως
αποτέλεσμα, μερικές δεκάδες Αρμενοκύπριοι μετανάστευσαν, κυρίως στη Βρετανία.
Παρά τις απώλειές της και με την αδιάλειπτη αρωγή της κυπριακής κυβέρνησης, η μικρή
αλλά εργατική αρμενική κοινότητα της Κύπρου συνέχισε να ευημερεί στις υπόλοιπες
αστικές περιοχές, συμβάλλοντας πολιτιστικά και κοινωνικοοικονομικά στην ανάπτυξη της
Κύπρου μας. Στις 24 Απριλίου 1975, η Κύπρος έγινε η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα (και η
δεύτερη παγκοσμίως, μετά την Ουρουγουάη) που αναγνώρισε την Αρμενική Γενοκτονία
με το Ψήφισμα 36/1975, το οποίο κατέθεσε στην ολομέλεια της Βουλής των
Αντιπροσώπων ο Εκπρόσωπος Δρ. Αντρανίκ Λ. Αστζιάν· ακολούθησαν άλλα δύο σχετικά
ψηφίσματα της Βουλής των Αντιπροσώπων, το Ψήφισμα 74/1982 και το Ψήφισμα
103/1990, με το τελευταίο να ανακηρύσσει την 24η Απριλίου ως Εθνική Ημέρα Μνήμης
της Αρμενικής Γενοκτονίας στην Κύπρο.
Τις τελευταίες δεκαετίες, η δυναμική της αρμενοκυπριακής κοινότητας έχει αλλάξει με
τον αυξημένο αριθμό γάμων με Ελληνοκύπριους και την άφιξη κατά τα τελευταία 30-35
χρόνια χιλιάδων Αρμενίων πολιτικών και οικονομικών μεταναστών, λόγω του εμφυλίου
πολέμου στο Λίβανο (1975-1990), των εξεγέρσεων στη Συρία (1976-1982), της ισλαμικής
επανάστασης στο Ιράν και του πολέμου Ιράν-Ιράκ (1978-1988), καθώς επίσης και μετά το
μεγάλο σεισμό του Σπιτάκ (1988) και τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης (1991)· μερικοί
από αυτούς έχουν εγκατασταθεί μόνιμα στην Κύπρο. Σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Χάρτη
Περιφερειακών ή Μειονοτικών Γλωσσών του Συμβουλίου της Ευρώπης, η Αρμενική - η
μητρική γλώσσα της συντριπτικής πλειοψηφίας των Αρμενοκυπρίων - αναγνωρίστηκε ως
μειονοτική γλώσσα της Κύπρου από την 1η Δεκεμβρίου 2002. Σήμερα υπολογίζεται ότι
ζουν στην Κύπρο περισσότεροι από 3.500 Αρμένιοι, εκ των οποίων το 65% ζει στη
Λευκωσία, το 20% στη Λάρνακα, το 10% στη Λεμεσό και το 5% στην Πάφο και σε κάποια
χωριά.
Η κοινότητα διοργανώνει διάφορες κοινωνικές, μορφωτικές,
πολιτιστικές και φιλανθρωπικές εκδηλώσεις, χοροεσπερίδες,
φαγοπότια, τσάγια, εκθέσεις τέχνης και βιβλίου, χορευτικές
και θεατρικές παραστάσεις, κινηματογραφικές προβολές
συναυλίες, κατασκηνώσεις/εκδρομές στην Κύπρο και το
εξωτερικό, καθώς επίσης και διαλέξεις που αφορούν το
Αίγυπτο, τη Γαλλία, την Τουρκία, την Κύπρο, τη Βρετανία και την Ιορδανία. Απογοητευμένοι από όσα είδαν και
έζησαν, σχεδόν όλοι ήθελαν εξ αρχής να επιστρέψουν πίσω, επειδή δεν ήταν εξοικειωμένοι με εκείνου του είδους τη
ζωή. Η επιστροφή ξεκίνησε το 1967 και συνεχίστηκε μέχρι και το 2005, αν και οι περισσότεροι ήλθαν στα τέλη της
δεκαετίας του 1980 και στις αρχές της δεκαετίας του 1990.
163. Πρόκειται για τη Ρόζα Μπακαλιάν από το Νέο Χωριό Κυθρέας.

46

Αρμενικό Ζήτημα, την Αρμενία, το Ναγκόρνο-Καραμπάχ και τη Διασπορά, αλλά και
εκδηλώσεις μνήμης για την Αρμενική Γενοκτονία.
ii. Εκλογές:
Στις πρώτες ιστορικές εκλογές για τον Αρμένιο-μέλος της Ελληνικής Κοινοτικής
Συνέλευσης, που διεξήχθησαν στις 5 Αυγούστου 1960, ο Μπερτζ Τιλμπιάν έλαβε το
60,49% των ψήφων (1364), έναντι του Βαχράμ Λεβονιάν (891 ψήφοι)164. Οι επόμενες
εκλογές έγιναν στις 19 Ιουλίου 1970, με νικητή το Δρ. Αντρανίκ Λ. Αστζιάν, ο οποίος
εκλέγηκε με το 56,30% των ψήφων (590), έναντι του Μπερτζ Τιλμπιάν (458 ψήφοι)165·
επανεκλέγηκε στις 3 Οκτωβρίου 1976, λαμβάνοντας το 50,96% των ψήφων (612), έναντι
του Αράμ Καλαϊτζιάν (589 ψήφοι)166. Στις εκλογές που διεξήχθησαν στις 14 Μαρτίου
1982, ο Αράμ Καλαϊτζιάν έλαβε το 58,36% των ψήφων (771), έναντι του Δρος Αντρανίκ
Λ. Αστζιάν (550 ψήφοι)167· επανεκλέγηκε στις 13 Ιουλίου 1986, λαμβάνοντας το 65,08%
των ψήφων (792), έναντι της Άννας Αστζιάν (425 ψήφοι)168 και, ξανά, στις 19 Μαΐου
1991, λαμβάνοντας το 67,00% των ψήφων (875), πάλιν έναντι της Άννας Αστζιάν (431
ψήφοι)169. Λόγω του θανάτου του, διεξάχθηκαν αναπληρωματικές εκλογές στις 22
Οκτωβρίου 1995, με νικητή τον αδελφό του, Πετρός Καλαϊτζιάν, που έλαβε το 60,34%
των ψήφων (849), έναντι του Κεβόρκ Μαχτεσιάν (558 ψήφοι)170· επανεκλέγηκε στις 26
Μαΐου 1996, αφού έλαβε το 73,91% των ψήφων (997), έναντι της Άννας Αστζιάν (352
ψήφοι)171, και ξανά στις 27 Μαΐου 2001, αφού έλαβε το 57,13% των ψήφων (857), έναντι
του Δρος Καραμπέτ Κάσιο-Καζαντζιάν (643 ψήφοι)172. Λόγω του θανάτου του Πετρός
Καλαϊτζιάν, διενεργήθηκαν αναπληρωματικές εκλογές στις 9 Οκτωβρίου 2005, με το Δρ.
Βαχάκν Αταμιάν να λαμβάνει το 52,03% των ψήφων (769), έναντι του Δρος Αντρανίκ
Αστζιάν (649 ψήφοι) και του Παρσέχ Ζαρταριάν (60 ψήφοι)173. Στις εκλογές που
διεξήχθησαν στις 21 Μαΐου 2006, Εκπρόσωπος εξελέγη ο Βαρτκές Μαχτεσιάν, ο οποίος
έλαβε το 52,60% των ψήφων (899), έναντι του Δρος Βαχάκν Αταμιάν (810 ψήφοι)174·
επανεξελέγη στις εκλογές που έγιναν στις 22 Μαΐου 2011, εξασφαλίζοντας το 67,67% των
ψήφων (1105), έναντι του Δρος Αντρανίκ Αστζιάν (528 ψήφοι)175.
iii. Χώροι εκπαίδευσης:
Η αρμενική κοινότητα διαθέτει σήμερα τα Αρμενικά Σχολεία Ναρέκ (Λευκωσία, Λάρνακα,
164.

Ως εκλογικά κέντρα είχαν οριστεί τα Αρμενικά Δημοτικά Σχολεία της Λευκωσίας, της Λεμεσού, της Αμμοχώστου
και της Λάρνακας, καθώς και το Δημοτικό Σχολείο του Πεδουλά «διὰ τοῦς διαμένοντας εἰς τὰ ὀρεινὰ θέρετρα
Ἀρμένιους».
165. Ως εκλογικά κέντρα είχαν οριστεί το Δημοτικό Σχολείο Αγίου Ανδρέα (Λευκωσία), το Αρμενικό Δημοτικό Σχολείο
(Λεμεσός), η Επαρχιακή Διοίκηση (Λάρνακα και Αμμόχωστος) και η Εμπορική Σχολή (Κερύνεια).
166. Ως εκλογικά κέντρα είχαν οριστεί το Δημοτικό Μέγαρο (Λευκωσία), το Επαρχιακό Γραφείο Εργασίας (Λάρνακα)
και το Δημοτικό Σχολείο Ναρέκ (Λεμεσός).
167 Ως εκλογικά κέντρα είχαν οριστεί το Δημοτικό Μέγαρο (Λευκωσία), το Επαρχιακό Γραφείο Εργασίας (Λάρνακα)
και το Δημοτικό Σχολείο Ναρέκ (Λεμεσός).
168. Ως εκλογικά κέντρα είχαν οριστεί το Δημοτικό Σχολείο Αγίου Ανδρέα (Λευκωσία), η Επαρχιακή Διοίκηση
(Λάρνακα) και το Δημοτικό Σχολείο Ναρέκ (Λεμεσός).
169. Ως εκλογικά κέντρα είχαν οριστεί το Λύκειο Κύκκου Α’ (Λευκωσία), η Επαρχιακή Διοίκηση (Λάρνακα) και το
Δημοτικό Σχολείο Ναρέκ (Λεμεσός).
170. Ως εκλογικά κέντρα είχαν οριστεί η Σχολή Τυφλών (Λευκωσία), το Δημοτικό Σχολείο Καλογερά (Λάρνακα) και η
Επαρχιακή Διοίκηση (Λεμεσός).
171. Ως εκλογικά κέντρα είχαν οριστεί το Λύκειο Κύκκου Α’ (Λευκωσία), το Γραφείο Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών
Περιουσιών (Λάρνακα) και το Δημοτικό Σχολείο Ναρέκ (Λεμεσός).
172. Ως εκλογικά κέντρα είχαν οριστεί το Ενιαίο Λύκειο Κύκκου Β’ (Λευκωσία), το Γραφείο Διαχείρισης
Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Λάρνακα) και το Δημοτικό Σχολείο Ναρέκ (Λεμεσός).
173. Ως εκλογικά κέντρα είχαν οριστεί το Δημοτικό Σχολείο Ναρέκ (Λευκωσία) και η Επαρχιακή Διοίκηση (Λάρνακα
και Λεμεσός).
174. Ως εκλογικά κέντρα είχαν οριστεί τα Δημοτικά Σχολεία Ναρέκ (Λευκωσία και Λεμεσός) και το Β’ Δημοτικό
Σχολείο Αγίου Λαζάρου (Λάρνακα), ενώ συστάθηκε και ειδικό εκλογικό κέντρο στις Κεντρικές Φυλακές.
175. Ως εκλογικά κέντρα είχαν οριστεί τα Δημοτικά Σχολεία Ναρέκ (Λευκωσία, Λάρνακα και Λεμεσός), ενώ συστάθηκε
και ειδικό εκλογικό κέντρο στις Κεντρικές Φυλακές.

47

Λεμεσός)176, τα οποία προσφέρουν προδημοτική και δημοτική εκπαίδευση. Στη Λευκωσία
λειτουργεί αρμενικό Δημοτικό Σχολείο από το 1870, στη Λάρνακα από το 1909, ενώ στη
Λεμεσό από το 1928. Από το 2005 στη Λευκωσία λειτουργεί και το Γυμνάσιο Ναρέκ, λόγω
του άδικου κλεισίματος του Εκπαιδευτικού Ινστιτούτου Μελκονιάν. Το κύριο μέσο
διδασκαλίας του νηπιαγωγείου/προδημοτικής και του Δημοτικού είναι η Αρμενική
γλώσσα, ενώ το κύριο μέσο διδασκαλίας του Γυμνασίου είναι η Ελληνική γλώσσα. Αν και
λειτουργούν με ειδικό καθεστώς, η φοίτηση σε αυτά είναι δωρεάν, με απαραίτητο
κριτήριο εισαγωγής την αρμενική καταγωγή τουλάχιστον ενός εκ των δύο γονέων.
iv. Η Αρμενική γλώσσα:
Η Αρμενική, μια πλούσια και δυναμική γλώσσα, ομιλείται σήμερα από περίπου 9
εκατομμύρια άτομα στην Αρμενία, το Ναγκόρνο-Καραμπάχ και ολόκληρη τη Διασπορά. Η
Αρμενική είναι ανεξάρτητος κλάδος της ινδοευρωπαϊκής ομογλωσσίας, με τα πρώτα της
ίχνη να χάνονται στο χρόνο. Αρχικά, γραφόταν με την ελληνική, την περσική ή τη
συριακή γραφή, μέχρι που το 405 ο Άγιος Μεσρώπ Μαστότς - μοναχός, θεολόγος και
γλωσσολόγος -, αποφασισμένος να μεταφράσει τη Βίβλο στην Αρμενική και αφού
ταξίδεψε γύρω από τον Καύκασο, εφηύρε ένα μοναδικό αλφάβητο για την καταγραφή
της Αρμενικής, έντονα επηρεασμένο από το ελληνικό177.
Θεωρούμενο ως το προϊόν θείας έμπνευσης και αρχικά αποτελούμενο από 36
γράμματα178, το νέο αλφάβητο έγινε ευπρόσδεκτο από το Βασιλιά Βραμσαμπούχ Α’ και
τον Καθόλικο (Πατριάρχη) Σαχάκ Α’, αποτελώντας το έναυσμα για το «Χρυσό Αιώνα» του
αρμενικού έθνους και λειτουργώντας έκτοτε ως ισχυρός παράγοντας για την ανάπτυξη
του εθνικού αρμενικού πνεύματος μέχρι σήμερα. Λόγω της ευρωπαϊκής επιρροής στην
Κιλικία, άλλα δύο γράμματα προστέθηκαν κατά το 12ο αιώνα179.
Λόγω του διαχωρισμού της αρμενικής πατρίδας ανάμεσα στην Οθωμανική και τη Ρωσσική
Αυτοκρατορία, από το 19ο αιώνα η καθομιλουμένη Αρμενική διαχωρίζεται σε δύο κύριες
διαλέκτους: τη Δυτική Αρμενική και την Ανατολική Αρμενική. Η πρώτη - βασισμένη στη
διάλεκτο της Κωνσταντινούπολης - ομιλείται κυρίως από Αρμένιους της Διασποράς στην
Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή (συμπεριλαμβανομένης της Κύπρου) και την αμερικανική
ήπειρο, ενώ η τελευταία - βασισμένη στη διάλεκτο της Τιφλίδας - κυρίως ομιλείται στην
Αρμενία, τις πρώην σοβιετικές Δημοκρατίες, καθώς και το Ιράν. Αν και σε μεγάλο βαθμό
αμοιβαία κατανοητές, υπάρχουν εμφανείς διαφορές στη φωνολογία, την ορθογραφία, τη
γραμματική και το λεξιλόγιο.
v. Η θρησκευτική ταυτότητα των Αρμενίων:
Η Αρμενική Αποστολική Ορθόδοξη Εκκλησία είναι παλαιά Ανατολική Εκκλησία που
ιδρύθηκε από τον Απόστολο Θαδδαίο. Δεν αναγνωρίζει τη Σύνοδο της Χαλκηδόνας (451)
και μετέπειτα συνόδους ως οικουμενικές και χρησιμοποιεί το Σύμβολο της Πίστεως που
διατύπωσε η Α’ Οικουμενική Σύνοδος. Ασπάζεται το δόγμα του Αγίου Κυρίλλου της
176. Και τα τρία σχολικά κτίρια κτιστήκαν από τις Τεχνικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού και
εγκαινιάστηκαν από Προέδρους της Κυπριακής Δημοκρατίας: το Ναρέκ Λευκωσίας από τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο Γ’
στις 12 Νοεμβρίου 1972, το Ναρέκ Λάρνακας στις 18 Μαΐου 1996 από τον Πρόεδρο Γλαύκο Κληρίδη και το Ναρέκ
Λεμεσού από τον Πρόεδρο Δημήτρη Χριστόφια στις 5 Νοεμβρίου 2008. Την αίθουσα εκδηλώσεων του Ναρέκ
Λευκωσίας εγκαινίασε στις 17 Μαΐου 2011 ο Υπουργός Παιδείας και Πολιτισμού, Δρ. Ανδρέας Δημητρίου.
177. Ωστόσο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Μεσρώπ Μαστότς εμπνεύστηκε μερικά γράμματα από το αβεστικό και το
παχλαβικό αλφάβητο (κυρίως για ήχους που δεν υπήρχαν στα Ελληνικά) και ότι για όσα γράμματα εμπνεύστηκε από
το ελληνικό αλφάβητο, έπρεπε να αποκρύψει την ταυτότητά τους από τους Πέρσες κατακτητές· αυτό είχε ως
αποτέλεσμα τη «μεταμόρφωσή» τους (π.χ. Բ/Β, Թ/Θ, Է/Ե // Ε ή Պ/Π).
178. Τα γράμματα αυτά είναι τα εξής: Ա, Բ, Գ, Դ, Ե, Զ, Է, Ը, Թ, Ժ, Ի, Լ, Խ, Ծ, Կ, Հ, Ձ, Ղ, Ճ, Մ, Յ, Ն, Շ, Ո, Չ, Պ, Ջ, Ռ, Վ, Տ,
Ր, Ց, Ւ, Փ και Ք. Στους μεσαιωνικούς χρόνους διαμορφώθηκαν και τα πεζά γράμματα.
179. Τα δύο αυτά γράμματα, το Օ και το Ֆ, προστέθηκαν στο τέλος του αλφαβήτου, αμέσως μετά το Ք.

48

Αλεξάνδρειας, ότι δηλαδή ο Ιησούς είχε μία φύση, στην οποία συνενώνονταν
αναπόσπαστα και αδιαχώριστα το ανθρώπινο και το Θείο (μιαφυσιτισμός)· η Ανατολική
Ορθόδοξη και η Καθολική Εκκλησία πρεσβεύουν ότι ο Ιησούς είχε δύο φύσεις, την
ανθρώπινη και τη Θεϊκή, οι οποίες συνυπήρχαν ταυτόχρονα στο πρόσωπό Του
(δυοφυσιτισμός).
Η Αρμενία έγινε το πρώτο χριστιανικό κράτος στον κόσμο το 301, όταν ο Άγιος Γρηγόριος
ο Φωτιστής βάφτισε το Βασιλιά Τιριδάτη Γ’ και έγινε ο πρώτος Καθόλικος (Πατριάρχης)
των Αρμενίων, γι’ αυτό και η Αρμενική Εκκλησία είναι γνωστή και ως γρηγοριανή. Η
Θεία Λειτουργία, η οποία διεξάγεται κατά κύριο λόγο στην κλασσική Αρμενική, είναι ένας
καλαίσθητος συνδυασμός των Λειτουργιών των Αγίων Γρηγορίου του Θεολόγου,
Βασιλείου της Καισαρείας και Ιωάννη του Χρυσοστόμου, περιέχει δε και κάποιους καθαρά
αρμενικούς μελωδικούς ύμνους. Παγκοσμίως, είναι η μόνη Εκκλησία που δεν αναμειγνύει
τον οίνο με το ύδωρ στο Άγιο Ποτήριο: οι πιστοί λαμβάνουν τη Θεία Κοινωνία από
αμφότερα τα είδη, υπό τη μορφή άζυμου άρτου εμβαπτισμένου σε καθαγιασμένο οίνο. Το
σύμβολο του σταυρού σχηματίζεται με τρία δάκτυλα ενωμένα ξεκινώντας από πάνω,
προχωρώντας κάτω και μετά από την πλευρά της καρδιάς προς τα δεξιά.
Οι αρμενικές εκκλησίες βλέπουν ανατολικά και έχουν χαρακτηριστική αρχιτεκτονική, με
έναν κεντρικό οκταγωνικό κωνικό τρούλλο. Αν και οι Αρμένιοι σέβονται τις εικόνες,
προσκυνούν μόνο το σταυρό και το Ευαγγέλιο. Οι διάκονοι και οι ψάλτες είναι λαϊκοί,
ενώ οι ιερείς δεν είναι υποχρεωτικά άγαμοι και μπορούν να ξυριστούν μερικώς. Τα
άμφια των κληρικών μοιάζουν με τα αντίστοιχα βυζαντινά· οι ιερείς φέρουν κορώνα
παρόμοια με τη βυζαντινή μίτρα, ενώ η μίτρα των Επισκόπων είναι επηρεασμένη από τη
λατινική. Χαρακτηριστικό του άγαμου αρμενικού κλήρου είναι το βεγάρ (κωνική
καλύπτρα) και, ειδικότερα των Επισκόπων, το δακτυλίδι στο δεξί χέρι, το οποίο
χρησιμοποιούσαν κατά την Αραβοκρατία για να υπογράψουν έγγραφα.
Η Αρμενική Εκκλησία, η οποία υιοθέτησε το γρηγοριανό ημερολόγιο το 1923, εορτάζει τα
Χριστούγεννα μαζί με τα Θεοφάνια στις 6 Ιανουαρίου (όπως έκαναν οι πρώτοι Χριστιανοί)
και το Πάσχα την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο που συμβαίνει κατά ή μετά την
εαρινή ισημερία. Αν και η Αρμενική Εκκλησία παραμένει μία και αδιαίρετη, λόγω
ιστορικών περιστάσεων, από το 1441 κυβερνάται από δύο ισότιμους Καθόλικους
(Πατριάρχες), οι οποίοι διατηρούν τα αποκλειστικά προνόμια της ευλογίας του Αγίου
Μύρου κάθε 7 χρόνια, της χειροτονίας και χρίσματος των Επισκόπων και
(αχρησιμοποίητο για αιώνες) του μυρώματος του Βασιλέα. Ο Καθόλικος (Πατριάρχης)
Πάντων των Αρμενίων εδρεύει στο Ετσμιατζίν της Αρμενίας, ενώ ο Καθόλικος
(Πατριάρχης) του Μεγάλου Οίκου της Κιλικίας εδρεύει στο Αντηλιάς του Λιβάνου· υπό τον
Καθόλικο του Ετσμιατζίν τελούν οι Αρμένιοι Πατριάρχες Ιεροσολύμων και
Κωνσταντινούπολης. Η Αρμενική Μητρόπολη Κύπρου είναι η παλαιότερη επισκοπική
περιφέρεια που εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Καθολικάτου (Πατριαρχείου) του Αντηλιάς.
Από το 1971 και εντεύθεν διεξάγεται θεολογικός διάλογος ανάμεσα στις Ανατολικές
(Eastern) Ορθόδοξες Εκκλησίες180 και τις παλαιές Ανατολικές (Oriental) Ορθόδοξες
Εκκλησίες181, με σκοπό τη γεφύρωση των δογματικών τους διαφορών.
180.

Οι Ανατολικές Ορθόδοξες Εκκλησίες είναι ένα σύνολο αυτοκέφαλων και αυτόνομων Χριστιανικών Εκκλησιών.
Περιλαμβάνουν το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, τα Πατριαρχεία Αλεξανδρείας, Αντιοχείας,
Ιεροσολύμων, Ρωσσίας, Σερβίας, Ρουμανίας, Βουλγαρίας και Γεωργίας, τις αυτοκέφαλες Εκκλησίες της Κύπρου, της
Ελλάδος, της Πολωνίας, της Αλβανίας, της Τσεχίας & Σλοβακίας και της Αχρίδας, καθώς επίσης και τις αυτόνομες
Εκκλησίες της Φινλανδίας και της Εσθονίας. Αναλόγως του τυπικού τους, διαχωρίζονται σε βυζαντινού ρυθμού,
σλαβικού ρυθμού και καυκάσιου ρυθμού.
181. Οι παλαιές Ανατολικές Ορθόδοξες Εκκλησίες (γνωστές και ως προχαλκηδόνιες ή αντιχαλκηδόνιες) είναι ένα
σύνολο ανεξάρτητων Χριστιανικών Εκκλησιών, οι οποίες αποδέχονται μόνο τις τρεις πρώτες Οικουμενικές Συνόδους.

49

vi. Αρμενική Μητρόπολη και χώροι λατρείας:
Η Αρμενική Μητρόπολη Κύπρου ιδρύθηκε το 973 και έκτοτε διατηρεί μια συνεχή
παρουσία στο νησί μας182. Παραδοσιακά, το θέμα της Κύπρου τελούσε υπό τη
δικαιοδοσία του Καθολικάτου (Πατριαρχείου) της Κιλικίας· ωστόσο, για διάφορους
λόγους, κατά καιρούς βρισκόταν υπό το Αρμενικό Πατριαρχείο Ιερουσαλήμ (1775-1799,
1812-1837, 1848-1861, 1865-1877, 1888-1897, 1898-1908), το Αρμενικό Πατριαρχείο
Κωνσταντινούπολης (1799-1812, 1861-1864, 1877-1888, 1897-1898, 1908-1921), ακόμη
και το Καθολικάτο (Πατριαρχείο) του Ετσμιατζίν (1864-1865). Η Μητρόπολη στεγάζεται σε
ιδιόκτητο κτίριο στη Λευκωσία (1984)183· το συνοδικό της Μητρόπολης στεγάζει πολύτιμα
εκκλησιαστικά κειμήλια από το Αρμενομονάστηρο και την παλαιά εκκλησία της Παναγίας,
ενώ στο υπόγειο του κτιρίου βρίσκεται η Αίθουσα «Βαχράμ Ουτιτζιάν»184. Ο θρησκευτικός
ηγέτης της κοινότητας είναι από τον Αύγουστο του 1997 ο Πατριαρχικός Ακόλουθος,
Αρχιεπίσκοπος Βαρουζάν Χεργκελιάν.
Σήμερα στην Κύπρο λειτουργεί ο καθεδρικός ναός της Παναγίας Θεοτόκου στη Λευκωσία
(1981)185, η εκκλησία του Αγίου Στεφάνου στη Λάρνακα (1909)186 και η εκκλησία του
Αγίου Γεωργίου στη Λεμεσό (1939)187· επιπλέον, υπάρχουν τρία αρμενορθόδοξα
παρεκκλήσια στην ευρύτερη περιοχή της Λευκωσίας: του Αγίου Παύλου (1892)188, της
Αγίας Αναστάσεως (1938)189 και του Αγίου Παντοσώτηρος (1995)190. Στις
τουρκοκρατούμενες περιοχές υπάρχει ο παλαιός καθεδρικός ναός της Παρθένου Μαρίας
(Λευκωσία: 1308, τυγχάνει επιδιόρθωσης από τα UNDP-ACT και USAID)191, η εκκλησία της
Περιλαμβάνουν την Κοπτική Ορθόδοξη Εκκλησία, την Αιθιοπική Ορθόδοξη Εκκλησία, την Ορθόδοξη Εκκλησία της
Ερυθραίας, τη Συριακή Ορθόδοξη Εκκλησία, την Ορθόδοξη Εκκλησία της Μαλανκάρα (Ινδία) και την Αρμενική
Αποστολική Εκκλησία. Η κάθε μία Εκκλησία ακολουθεί το δικό της τυπικό.
182. Για σχετικά πλήρη κατάλογο και βιογραφίες των Μητροπολιτών Αρμενίων Κύπρου, βλέπε τα βιβλία Հայ Կիպրոս
του Բաբգէն Արքեպիսկոպոս Կիւլէսէրեան (σελίδες 241-247) και Յիշատակարան Կիպրահայ Գաղութի του Ղեւոնդ
Եպիսկոպոս Չէպէյեան (σελίδες 62-67).
183. Τα εγκαίνια του κτιρίου της Μητρόπολης τέλεσε τις 4 Μαρτίου 1984 ο Καθόλικος (Πατριάρχης) του Μεγάλου
Οίκου της Κιλικίας, Καρεκίν Β’.
184. Η Αίθουσα «Βαχράμ Ουτιτζιάν» εγκαινιάστηκε στις 3 Φεβρουαρίου 1999 από τον Καθόλικο (Πατριάρχη) του
Μεγάλου Οίκου της Κιλικίας, Αράμ Α’.
185. Η εκκλησία κτίστηκε μεταξύ 1976-1981, με χρηματοδότηση από το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, την
Ευαγγελική Εκκλησία της Βεστφαλίας, την Κυπριακή Δημοκρατία, την Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου και τους πιστούς.
Στις 25 Σεπτεμβρίου 1976 ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ’ και ο Μητροπολίτης Αρμενίων Κύπρου, Επίσκοπος Νερσές
Παχτικιάν, έθεσαν τη θεμέλια λίθο της εκκλησίας, ενώ στις 16 Απριλίου 1978 ο Συγκαθήμενος Καθόλικος
(Πατριάρχης) του Μεγάλου Οίκου της Κιλικίας, Καρεκίν Β’, ευλόγησε τις 16 κολώνες της εκκλησίας. Τα εγκαίνια και
ο καθαγιασμός τελέστηκαν στις 22 Νοεμβρίου 1981 από τον Καθόλικο (Πατριάρχη) του Μεγάλου Οίκου της Κιλικίας,
Χορέν Α’, και το Συγκαθήμενό του, Καρεκίν Β’. Μερική ανακαίνιση της εκκλησίας έγινε το 2005 και το 2008.
186. Η εκκλησία κτίστηκε αρχικά το 1909 ως παρεκκλήσι και επεκτάθηκε μεταξύ 1912-1913, μετά από ειδικό έρανο που
διενεργήθηκε. Τα εγκαίνιά της τέλεσε στις 20 Απριλίου 1914 ο Αρχιμανδρίτης Σεροβπέ Σαμβελιάν, ενώ τον
καθαγιασμό της τέλεσε στις 30 Ιουνίου 1918 ο Αρχιεπίσκοπος Αρμενίων Κύπρου, Τανιέλ Χακοπιάν. Ανακαινίστηκε
εσωτερικά κατά την περίοδο 1956-1957 και αναστηλώθηκε το 1998. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1940 διέθετε
μικρό θόλο, ο οποίος αργότερα αφαιρέθηκε.
187. Η εκκλησία κτίστηκε μεταξύ 1939-1940, με εισφορές των πιστών και έσοδα από μια σειρά θεατρικών
παραστάσεων. Ο καθαγιασμός της τελέστηκε στις 11 Απριλίου 1948 από το Μητροπολίτη Αρμενίων Κύπρου,
Επίσκοπο Γεβόντ Τσεμπεγιάν. Αναστηλώθηκε μεταξύ 1975-1976 και ανακαινίστηκε το 2006.
188. Το παρεκκλήσι ανεγέρθηκε το 1892 στο χώρο του αρχαίου αρμενικού κοιμητηρίου Λευκωσίας, με βάση τη διαθήκη
του Μπογός Οτατζιάν. Λειτουργούσε μερικές φορές το χρόνο μέχρι το 1963. Επιδιορθώθηκε κατά την περίοδο 20082009 και επανακαθαγιάστηκε στις 11 Απριλίου 2010, χοροστατούντος του Αρχιεπισκόπου Αρμενίων Κύπρου,
Βαρουζάν Χεργκελιάν. Ξαναλειτούργησε στις 25 Απριλίου 2011 και 15 Απριλίου 2012.
189. Το παρεκκλήσι ανεγέρθηκε το 1938 στο χώρο του β’ αρμενικού κοιμητηρίου Λευκωσίας με δαπάνες του Χαρουτιούν
Μποχτζιαλιάν. Καθαγιάστηκε το 1949 από το Μητροπολίτη Αρμενίων Κύπρου, Επίσκοπο Γεβόντ Τσεμπεγιάν και
λειτουργούσε μία φορά το χρόνο μέχρι το 1974. Έτυχε μερικής επιδιόρθωσης το 2010.
190. Το παρεκκλήσι ανεγέρθηκε μεταξύ 1995-1996 στο χώρο του Μέλαθρου Ευγηρίας Καλαϊτζιάν από τους αδελφούς
Αράμ και Πετρός Καλαϊτζιάν. Η θεμέλια λίθος του τοποθετήθηκε στις 15 Δεκεμβρίου 1995 από τον Καθόλικο
(Πατριάρχη) του Μεγάλου Οίκου της Κιλικίας, Αράμ Α’, ο οποίος το καθαγίασε στις 16 Φεβρουαρίου 1997. Εκεί
τελείται όρθρος μερικές φορές το χρόνο.
191. Η εκκλησία κτίστηκε αρχικά γύρω στο 1116 από το Βασιλιά της Ιερουσαλήμ Baldwin de Buillon, αλλά μετά την
Πτώση της Ιερουσαλήμ το 1187 χρησιμοποιήθηκε για να στεγάζει τη διοίκηση διαφόρων θρησκευτικών ταγμάτων.

50

Παναγίας του Καντσβώρ (Αμμόχωστος: 1346, είναι ημί-ερειπωμένη)192 και το Μοναστήρι
του Αγίου Μακαρίου (Αρμενομονάστηρο, Χαλεύκα: 1425, είναι ερειπωμένο)193· μέσα στο
σύμπλεγμα του Αρμενομονάστηρου υπάρχει το παρεκκλήσι του Αγίου Μακαρίου
(1814)194. Τέλος, υπάρχει επίσης η Αρμενική Ευαγγελική εκκλησία, και αυτή
τουρκοκρατούμενη (Λευκωσία: 1946, χρησιμοποιείται ως «κέντρο χειροτεχνίας»)195.
vii. Χώροι ανάπαυσης:
Η αρμενική κοινότητα διαθέτει τρία κοιμητήρια στη Λευκωσία, ένα κοιμητήριο στη
Λάρνακα (1897) και ένα κοιμητήριο στη Λεμεσό (1960). Στη Λευκωσία το παλαιό
κοιμητήριο λειτουργούσε από το 1810 μέχρι το 1931, στην περιοχή του Λήδρα Πάλας. Το
1931 ξεκίνησε τη λειτουργία του το δεύτερο κοιμητήριο, δυτικά του Αγίου Δομετίου, το
οποίο ήταν το μοναδικό αρμενικό κοιμητήριο της Λευκωσίας μέχρι το 1998, όταν κτίστηκε
το νέο κοιμητήριο, παρά το δρόμο Λακατάμιας-Αγίων Τριμιθιάς. Στην τουρκοκρατούμενη
Αμμόχωστο (περιοχή Αγίου Μέμνωνος) λειτουργούσε μεταξύ 1967-1974 ένα αρμενικό
κοιμητήριο, το οποίο σήμερα βρίσκεται στην περιφραγμένη περιοχή των Βαρωσίων.
Ωστόσο, λίγο μετά την έναρξη της Φραγκοκρατίας (1192), έγινε γυναικείο μοναστήρι για Καρθουσιανές μοναχές.
Αφού καταστράφηκε από το σεισμό το 1303, ξανακτίστηκε μεταξύ 1308-1310 με χρηματοδότηση από το Βασιλιά της
Κύπρου, Ερρίκο Β’ Λουζινιανό. Κατά τη Φραγκοκρατία και την Ενετοκρατία χρησιμοποιόταν από τα τάγματα των
Βενεδικτίνων και άλλων καλογριών, αριθμός των οποίων ήσαν αρμενικής καταγωγής, ενώ τουλάχιστον από το 1504
βρισκόταν στα χέρια της Αρμενικής Εκκλησίας. Για μερικούς μήνες μετά την οσμανική κατάκτηση της Λευκωσίας
(1570), χρησιμοποιόταν ως αποθήκη αλατιού, μέχρι που επιστράφηκε στους Αρμένιους με φιρμάνι το 1571· η
αρμενική της ιδιοκτησία επιβεβαιώθηκε το 1614 με άλλο φιρμάνι. Ανακαινίστηκε το 1688, το 1884 και το 1904 (όταν
κτίστηκε η νέα οροφή). Το καμπαναριό της κτίστηκε το 1860 (από τα πρώτα στην οθωμανική Κύπρο) και συντηρήθηκε
το 1950, ενώ το 1960 το Τμήμα Αρχαιοτήτων αφαίρεσε τις ταφόπλακες από το έδαφος και τοποθέτησε καινούργιο
πάτωμα. Κατά την περίοδο 1964-2006, χρησιμοποιήθηκε ως κοιτώνας της τουρκοκυπριακής εθνοφυλακής (1964-1974)
και του τουρκικού στρατού (1974-1998) και ως κατάλυμα εποίκων (1998-2006). Η εκ βάθρων αναστήλωση ολόκληρου
του χώρου ξεκίνησε το 2009 και αναμένεται να ολοκληρωθεί εντός του 2013. Να σημειώσουμε ότι, ενώ παλαιότερα οι
πλείστοι ερευνητές ταύτιζαν αυτή την εκκλησία με την Παναγία της Τύρου, μερίδα ερευνητών σήμερα την ταυτίζει με
την Παναγία της Τορτόζας ή Ταρτόζας (την ονομασία που φέρουν τα δύο προαναφερόμενα φιρμάνια).
192. Η εκκλησία πιθανότατα κτίστηκε το 1346 από Αρμένιους πρόσφυγες. Είναι άγνωστο πότε ακριβώς σταμάτησε να
χρησιμοποιείται, ωστόσο - λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι αναγράφεται η χρονολογία 1547 στους τοίχους της
εκκλησίας από κάποιο ανόητο επισκέπτη - πιθανώς να σταμάτησε να λειτουργεί ήδη από τα μέσα της Ενετοκρατίας.
Μετά την οσμανική κατάληψη της Αμμοχώστου το 1571, περιέπεσε σε αχρηστία. Το 1907 έτυχε συντήρησης από το
Τμήμα Αρχαιοτήτων, όπως και το 1931. Το 1932 έτυχε αναστήλωσης, επίσης από το Τμήμα Αρχαιοτήτων, το οποίο την
επιδιόρθωσε σημαντικά μεταξύ 1937-1944, μετά την εκμίσθωσή της στην Αρμενική Εκκλησία το 1936 για περίοδο 99
ετών. Η πρώτη Θεία Λειτουργία τελέστηκε στις 14 Ιανουαρίου 1945 από τον Αρχιμανδρίτη Κρικόρ Μπαχλαβουνί
(γνωστό και ως «Τοπάλ Βαρταμπέτ»)· λειτουργούσε μέχρι το 1962, όταν πλέον η αρμενική παροικία της Αμμοχώστου
χρησιμοποιούσε την εκκλησία της Αγίας Παρασκευής στα Κάτω Βαρώσια, μετά από παραχώρηση της Ιεράς
Αρχιεπισκοπής Κύπρου. Το 1957 κάηκε από εξτρεμιστές Τουρκοκύπριους. Κατά την περίοδο 1964-2005, έτος κατά το
οποίο πλέον αποχαρακτηρίστηκε από «στρατιωτική περιοχή», χρησιμοποιόταν ως οικία, στάβλος και αποθήκη. Να
σημειώσουμε ότι μερικοί ερευνητές ταυτίζουν αυτή την εκκλησία με την αρμενοκαθολική εκκλησία της Παναγίας de
Vert, η οποία κτίστηκε μεταξύ 1311-1317.
193. Η Μονή του Αγίου Μακαρίου (Αρμενομονάστηρο) στη Χαλεύκα ιδρύθηκε περί το έτος 1000 από Κόπτες και πριν
από το έτος 1425 πέρασε στα χέρια της Αρμενικής Εκκλησίας και έκτοτε αποτελούσε σημαντικό πνευματικό κέντρο.
Αν και οι τελευταίοι μοναχοί στο Αρμενομονάστηρο φαίνεται πως ζούσαν μέχρι το 1800, παρέμεινε σημαντικός χώρος
συγκέντρωσης και προσκυνήματος, ενώ το 1837, το 1866 και το 1947 έγιναν ανεπιτυχείς προσπάθειες για αναβίωση
της μοναστικής κοινότητας. Το 1734-1735 έγιναν ανακαινίσεις, ενώ μεταξύ 1811-1818 έγινε αναστήλωση. Το 1850
κατέστη μετόχι της εκκλησίας της Παναγίας στη Λευκωσία. Το μοναστήρι συντηρήθηκε ξανά το 1866, ενώ έτυχε
αποκατάστασης το 1929, μεταξύ 1947-1949 και ξανά το 1973. Το παρεκκλήσι της μονής είναι κτίσμα του 1814. Η
τεράστια έκταση του μοναστηριού (σχεδόν 8.500 σκάλες), που εκτείνεται μέχρι την παραλία, περιλαμβάνει περίπου
30.000 ελιές και χαρουπιές, η εκμετάλλευση των οποίων αποτελούσε μέχρι και το 1974 το κύριο εισόδημα της
Αρμενικής Μητρόπολης Κύπρου. Με την κατάληψη της περιοχής από τους Αττίλες, τον Αύγουστο του 1974, το
μοναστήρι παραμένει βουβό και εγκαταλελειμμένο, ενώ κατά τα πρώτα χρόνια της κατοχής χρησιμοποιόταν ως χώρος
υποδοχής παράνομων εποίκων από την Ανατολία. Με πρωτοβουλία του Εκπροσώπου Βαρτκές Μαχτεσιάν και της
Αρμενικής Εθναρχίας Κύπρου, για πρώτη φορά οργανώθηκε ομαδική επίσκεψη-προσκύνημα στο Αρμενομονάστηρο
στις 6 Μαΐου 2007· επαναλήφθηκε στις 10 Μαΐου 2009, 9 Μαΐου 2010, 8 Μαΐου 2011 και 13 Μαΐου 2012.
194. Το παρεκκλήσι κτίστηκε στα βόρεια του παλαιότερου το 1814, με δωρεά από το Συμεών Αγά από την Κριμαία. Το
1926 ανακαινίστηκε και το μεταλλικό του καμπαναριό έγινε τσιμεντένιο. Μικρής έκτασης συντηρήσεις έγιναν μεταξύ
1947-1949 και το 1973.
195. Η θεμέλια λίθος τοποθετήθηκε στις 28 Ιουλίου 1946 από τον πάστορα Γιοχάννα ντερ Μεγκερντιτσιάν, ο οποίος
την αφιέρωσε την 1η Ιουνίου 1947· το κτίριο ανακαινίστηκε το 1955, ενώ το 1959 προστέθηκε κουζίνα.

51

viii. Μνημεία:
Η αρμενική κοινότητα διαθέτει σήμερα τα εξής μνημεία: α) στον περίβολο της εκκλησίας
της Παναγίας στη Λευκωσία υπάρχει το καλλιμάρμαρο Μνημείο της Γενοκτονίας (1991)196,
το αμμολίθινο άγαλμα του Αγίου Κρικόρ Ναρεκατσί197 (1991), δύο μαρμάρινα
οστεοφυλάκια που περιέχουν οστά μαρτύρων της Γενοκτονίας (2000), το μαρμάρινο
χατσκάρ (σταυρόπετρα)198 που είναι αφιερωμένο στην αιώνια φιλία μεταξύ Αρμενίων και
Ελλήνων της Κύπρου (2001)199 και η ορειχάλκινη προτομή του Αρχιεπισκόπου Ζαρέχ
Αζναβοριάν200 (2005), β) μπροστά από το οίκημα της AYMA βρίσκεται ο μαρμάρινος
τύμβος-οστεοφυλάκιο για την Αρμενική Γενοκτονία (2002)201, ο οποίος περιέχει οστά
μαρτύρων της Γενοκτονίας γ) μπροστά από το οίκημα του AGBU βρίσκεται η αμμολίθινη
προτομή του Μπογός Νουμπάρ Πασιά202 (1991), δ) σε κενοτάφιο στο χώρο του αρχαίου
αρμενικού κοιμητηρίου της Λευκωσίας βρίσκεται η αλουμινένια επιγραφή με τα ονόματα
των 419 εκεί ταφέντων μεταξύ 1877-1931 (2010)203, ε) στο χώρο του Εκπαιδευτικού
Ινστιτούτου Μελκονιάν βρίσκεται το καλλιμάρμαρο Μαυσωλείο των Αθάνατων
Ευεργετών204 (1956), το μνημείο από πουρόπετρα για το Αρμενικό Αλφάβητο και τη
Μητέρα Αρμενία (1981)205, η μαρμάρινη προτομή του Αλέκ Μανουκιάν206 (1990) και οι
196.

Η παρουσίαση του μνημείου, το οποίο ανεγέρθηκε με δαπάνες της Αρμενικής Εθναρχίας Κύπρου, τελέστηκε στις
24 Απριλίου 1991 από το Μητροπολίτη Αρμενίων Κύπρου, Ανώτερο Αρχιμανδρίτη Γεγισέ Μαντζικιάν.
197. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Ναρεκήνσιος (Սուրբ Գրիգոր Նարեկացի, 951-1003) υπήρξε μεγάλος Αρμένιος μοναχός,
ποιητής, μυστικιστής φιλόσοφος και θεολόγος· τα γραπτά του συνέβαλαν σημαντικά στη διαμόρφωση της
λογοτεχνικής Αρμενικής γλώσσας, ιδιαιτέρως το Մատեան Ողբերգութեան (Βιβλίο των Θρήνων). Τα αποκαλυπτήρια
του αγάλματος τέλεσε ο Εκπρόσωπος Αράμ Καλαϊτζιάν στις 24 Μαρτίου 1991.
198. Τα χατσκάρ (խաչքար, σταυρόπετρα) είναι λαξευτές πέτρες με σταυρό στο κέντρο, διακοσμημένες με μοτίβα φυτών.
Τα χατσκάρ έχουν χαρακτηριστική αρμενική τεχνοτροπία και εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στην Αρμενία τον 9ο
αιώνα, κατά την Αραβοκρατία. Εκτός από διακοσμητική αξία, τα χατσκάρ είχαν και συμβολική ή αφιερωματική αξία.
Σήμερα σώζονται περίπου 40.000 χατσκάρ σε ολόκληρο τον κόσμο.
199. Τα αποκαλυπτήρια του χατσκάρ (σταυρόπετρας) τέλεσε ο Προεδρικός Επίτροπος Μανώλης Χριστοφίδης στις 21
Οκτωβρίου 2001.
200. Ο Αρχιεπίσκοπος Ζαρέχ Αζναβοριάν (Զարեհ Արքեպիսկոպոս Ազնաւորեան, 1947-2004) υπήρξε χαρισματικός
συγγραφέας, διακεκριμένος συνθέτης και μεταφραστής της Βίβλου στη σύγχρονη Αρμενική. Μεταξύ 1977-1983
υπηρέτησε ως Μητροπολίτης Αρμενίων Κύπρου, ενώ στη συνέχεια υπηρέτησε ως Διευθυντής του Τμήματος
Χριστιανικής Εκπαίδευσης του Καθολικάτου (Πατριαρχείου) στο Αντηλιάς. Τα αποκαλυπτήρια της προτομής του
τέλεσε την 1η Μαΐου 2005 ο Ιταλοαρμένιος δωρητής Αλέκο Μπεζικιάν.
201. Ο τύμβος-οστεοφυλάκιο ανεγέρθηκε από την Αρμενική Νεολαία Κύπρου και τα αποκαλυπτήριά του τέλεσε στις 28
Απριλίου 2002 ο Αρχιεπίσκοπος Αρμενίων Κύπρου, Βαρουζάν Χεργκελιάν.
202. Ο Μπογός Νουμπάρ Πασιάς (Պօղոս Նուպար Փաշա/‫بوغوص نوبار باشا‬, 1851-1930) υπήρξε o ιδρυτής και πρώτος
Πρόεδρος του AGBU (1906-1928), καθώς και Πρόεδρος της Αντιπροσωπείας για την Αναμόρφωση του Αρμενικού
Ζητήματος (1912-1918). Συνέβαλε σημαντικά στο σχηματισμό της Αρμενικής Λεγεώνας στη Μοναρκά της Κύπρου και
στην οικοδόμηση της κωμόπολης Νουμπαρασέν στην Αρμενία.
203. Η αναμνηστική επιγραφή, πάνω από κενοτάφιο, είναι ίσως η μοναδική στο είδος της στην Κύπρο. Ανεγέρθηκε με
έξοδα της Αρμενικής Εθναρχίας Κύπρου και η επίσημη παρουσίασή της έγινε στις 11 Απριλίου 2010 από τον
Αρχιεπίσκοπο Αρμενίων Κύπρου, Βαρουζάν Χεργκελιάν.
204. Ο Αγάς Κρικόρ Μελκονιάν (Աղա Գրիգոր Մելգոնեան, 1843-1920) και ο Αγάς Καραμπέτ Μελκονιάν (Աղա
Կարապետ Մելգոնեան, 1849-1934) από την Καισάρεια υπήρξαν οι ευεργέτες και ιδρυτές του Εκπαιδευτικού
Ιδρύματος Μελκονιάν. Το 1880 είχαν εγκατασταθεί στην Αίγυπτο, όπου γρήγορα έγιναν από τους πλουσιότερους
καπνέμπορους της εποχής τους. Η Αρμενική Γενοκτονία δεν άφησε ασυγκίνητους τους δύο αδελφούς, οι οποίοι - με
προτροπή του Μητροπολίτη Αδάνων, Επισκόπου Μουσιέγ Σεροπιάν - ρευστοποίησαν όλη την κινητή και ακίνητη
περιουσία τους, με σκοπό την ανέγερση ενός εκπαιδευτηρίου που θα στέγαζε και θα μόρφωνε ορφανά της Γενοκτονίας.
Με το πέρας των σφαγών και των διωγμών, αποφασίστηκε όπως το εκπαιδευτήριο ανεγερθεί στην Κύπρο. Μόνο ο
Καραμπέτ είδε το έργο να ολοκληρώνεται και, μέχρι το θάνατό του, μοίραζε το χρόνο του ανάμεσα στην Αλεξάνδρεια,
την Κακοπετριά και το Ινστιτούτο, όπου περήφανα επέβλεπε την πρόοδο των ορφανών και των μαθητών. Τη θεμέλια
λίθο του μαυσωλείου έθεσε στις 24 Απριλίου 1954 ο Μητροπολίτης Αρμενίων Κύπρου, Επίσκοπος Γεβόντ
Τσεμπεγιάν, ο οποίος τέλεσε τα αποκαλυπτήριά του στις 15 Ιανουαρίου 1956. Να σημειώσουμε ότι το καλλιμάρμαρο
μαυσωλείο αντικατέστησε το προηγούμενο οκταγωνικό ξύλινο, το οποίο ανήγειραν οι μαθητές το 1935.
205. Τα αποκαλυπτήρια του δίδυμου αυτού μνημείου τέλεσε στις 8 Μαΐου 1981 ο Πρόεδρος του AGBU, Αλέκ
Μανουκιάν. Να σημειώσουμε ότι αρχικά το δίδυμο μνημείο βρισκόταν στο σταυροδρόμι του νοσοκομείου του
Μελκονιάν και ότι το 1987 διαχωρίστηκε και μεταφέρθηκε στη σημερινή του θέση.
206. Ο Αλέκ Μανουκιάν (Ալեք Մանուկեան/Alex Manoogian, 1901-1996) υπήρξε μηχανολόγος, επιχειρηματίας,
εφευρέτης και φιλάνθρωπος. Διατέλεσε Πρόεδρος του Κεντρικού Συμβουλίου του AGBU (1953-1989), ενώ στη
συνέχεια υπήρξε ισόβιος επίτιμος Πρόεδρος του AGBU.

52

αμμολίθινες προτομές σημαντικών πυλώνων της αρμενικής ιστορίας και γραμμάτων
(Χοβαννές Αϊβαζόφσκι207, Χακόπ Μεγαπάρτ208, Αρχιμανδρίτης Κομιτάς209, Άγιος Μεσρώπ
Μαστότς210, Στρατηγός Αντρανίκ211, Βαχάν Τεκεγιάν212 και Μοβσές Χορενατσί213), στ) στο
παραλιακό μέτωπο της Λάρνακας βρίσκεται το ορειχάλκινο Μνημείο της Γενοκτονίας
(2008)214, ζ) στο προαύλιο της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου στη Λεμεσό βρίσκεται ένα
χατσκάρ (σταυρόπετρα) από πέτρα τουφ215 (2008) και η) στο προαύλιο της εκκλησίας του
Αγίου Στεφάνου στη Λάρνακα βρίσκεται ένα χατσκάρ (σταυρόπετρα) από πέτρα τουφ,
αφιερωμένο στην εκατονταετηρίδα της σφαγής των Αδάνων και τις μυριάδες των
Αρμενίων μαρτύρων (2011)216.
Στις τουρκοκρατούμενες περιοχές υπάρχουν τα εξής αρμενικά μνημεία: α) στον περίβολο
της εκκλησίας της Παναγίας στην κατεχόμενη Λευκωσία βρισκόταν το Μνημείο της
Γενοκτονίας (1932)217 από ασβεστοκονίαμα, το δεύτερο αρχαιότερο του είδους του στον
κόσμο, το οποίο κατέστη το ίδιο θύμα218 των Τούρκων κατά την τουρκοκυπριακή
ανταρσία του 1963-1964, β) σε λόφο στην περιοχή του Αρμενομονάστηρου βρίσκεται
οβελίσκος219 από ασβεστοκονίαμα αφιερωμένος στον Αββά Μεχιτάρ220, την επίσκεψή του
207.

Ο Χοβαννές Αϊβαζόφσκι (Յովհաննէս Այվազովսկի/Иван Айвазовский, 1817-1900) υπήρξε μεγάλος ρομαντικός
ζωγράφος, κυρίως θαλασσογραφιών, καθώς και ευεργέτης της πόλης Θεοδοσία στην Κριμαία.
208. Ο Χακόπ Μεγαπάρτ [Յակոբ Մեղապարտ (Ιωάννης ο Αμαρτωλός), 15ος-16ος αιώνας] ίδρυσε τυπογραφείο στη
Βενετία, όπου τύπωσε το πρώτο αρμενικό βιβλίο (1512), το Ուրբաթագիրք (Βιβλίο της Παρασκευής).
209. Ο Αρχιμανδρίτης Κομιτάς Σογομονιάν (Կոմիտաս Վարդապետ Սողոմոնեան, 1869-1935) υπήρξε μεγάλος
μουσικοσυνθέτης, αοιδός, μουσικολόγος και μουσικοπαιδαγωγός, θεωρείται δε ο θεμελιωτής της αρμενικής κλασσικής
μουσικής. Συγκαταλέγεται στα θύματα της Γενοκτονίας, καθώς τρελλάθηκε από τις κτηνωδίες που βίωσε.
210. Ο Άγιος Μεσρώπ Μαστότς (Սուրբ Մեսրոպ Մաշտոց, 362-440), μοναχός, θεολόγος και γλωσσολόγος, υπήρξε ο
επινοητής του αρμενικού αλφαβήτου, το οποίο «ανακάλυψε» με θεϊκό όραμα για να καταγράψει τη Βίβλο στην
Αρμενική γλώσσα. Θεωρείται δε από μερικούς και ως ο επινοητής του γεωργιανού αλφαβήτου.
211. Ο Στρατηγός Αντρανίκ Οζανιάν (Զօրավար Անդրանիկ Օզանեան/Генерал Андраник Озанян, 1865-1927)
υπήρξε αρμενικός εθνικός ήρωας, μεγάλος πολεμιστής της ελευθερίας και Στρατηγός του ρωσσικού στρατού.
212. Ο Βαχάν Τεκεγιάν (Վահան Թէքէեան, 1878-1948) υπήρξε καθηγητής στο Μελκονιάν και αλλού, δημοσιογράφος
και πολιτικός ακτιβιστής, θεωρείται δε ο πρίγκηπας της αρμενικής ποίησης.
213. Ο Μοβσές Χορενατσί [Մովսէս Խորենացի (Μωυσής της Χωρήνης), 410-490] υπήρξε ποιητής, υμνογράφος και
γραμματικός του «Χρυσού Αιώνα» του αρμενικού έθνους, καθώς επίσης και ο πρώτος Αρμένιος ιστοριογράφος.
214. Το μνημείο ανεγέρθηκε σε χώρο που παραχωρήθηκε από το Δήμο Λάρνακας και αποτελεί κοινό έργο των
κυβερνήσεων Κύπρου και Αρμενίας. Τη θεμέλια λίθο έθεσε στις 24 Νοεμβρίου 2006 ο Αρμένιος Πρόεδρος Ρομπέρτ
Κοτσιαριάν και τα αποκαλυπτήρια τέλεσε στις 28 Μαΐου 2008 ο Κύπριος Πρόεδρος Δημήτρης Χριστόφιας.
215. Η πέτρα τουφ υπέχει για την Αρμενία τη σημασία που έχει η πουρόπετρα στην Κύπρο και αποτελείται από
συγχωνευμένη ηφαιστειακή σκόνη. Έχει διάφορα χρώματα, αναλόγως της σύνθεσής της και της περιοχής όπου
λαξεύεται. Το χατσκάρ της Λεμεσού προέρχεται από το Γκιουμρί και είναι σκούρο καφέ, ενώ το χατσκάρ της Λάρνακας
προέρχεται από το Σισιάν και είναι κοκκινωπό καφέ. Τα αποκαλυπτήρια του χατσκάρ (σταυρόπετρας) της Λεμεσού,
δωρεά της οικογένειας Αρακελιάν από την Αρμενία, τέλεσε ο Αρχιεπίσκοπος Αρμενίων Κύπρου, Βαρουζάν
Χεργκελιάν στις 28 Σεπτεμβρίου 2008.
216. Το χατσκάρ (σταυρόπετρα) είναι δωρεά των Μιχράν και Jacqueline Μπογιατζιάν. Τα αποκαλυπτήριά του τέλεσε
στις 25 Δεκεμβρίου 2011 ο Αρχιεπίσκοπος Αρμενίων Κύπρου, Βαρουζάν Χεργκελιάν.
217. Τα αποκαλυπτήρια του μνημείου τέλεσε στις 24 Απριλίου 1932 ο Αρχιεπίσκοπος Αρμενίων Κύπρου, Πετρός
Σαρατζιάν, ο οποίος και χρηματοδότησε την ανέγερσή του.
218. Σήμερα σώζεται μόνο η βάση του μνημείου, αφού το πάνω μέρος καταστράφηκε από τους Τούρκους. Επίσης, η
αναμνηστική επιγραφή που υπήρχε καταστράφηκε και είχε «αντικατασταθεί» από μία ρήση του Μουσταφά Κεμάλ
Ατατούρκ, την οποία έγραψαν με στένσιλ οι Τούρκοι στρατιώτες που χρησιμοποιούσαν το χώρο.
219. Να αναφέρουμε ότι το αρχικό μνημείο είχε ανεγερθεί στις 8 Σεπτεμβρίου 1901 από μαθητές του «Εθνικού
Εκπαιδευτηρίου-Ορφανοτροφείου» του Βαχάν Κιουρκτζιάν (Παγκουράν). Το 1931 τέσσερις πρώην μαθητές (Μοβσές
Σουλτανιάν, Σιμόν Βανιάν, Αρμέν Μπετεβιάν και Ραφαέλ Φιλιπποσιάν), με τη βοήθεια του αρχιτέκτονα Γκαρό
Μπαλιάν, ανήγειραν το σημερινό μνημείο, το οποίο αντικατέστησε την αρχική στοίβα από πέτρες. Τα αποκαλυπτήριά
του τέλεσαν στις 2 Αυγούστου 1931 ο Καθόλικος (Πατριάρχης) του Μεγάλου Οίκου της Κιλικίας, Σαχάκ Β’, και ο
Αρχιεπίσκοπος Αρμενίων Κύπρου, Πετρός Σαρατζιάν.
220. Ο Αββάς Μεχιτάρ της Σεβαστείας [Մխիթար Աբբայ Սեբաստացի (ο Παρηγορητής), 1676-1749] υπήρξε μεγάλος
Αρμένιος λόγιος και μοναχός, ο οποίος το 1695 επισκέφθηκε την Κύπρο. Το 1701 ίδρυσε το περίφημο αρμενοκαθολικό
Τάγμα των Μεχιταριστών στην Κωνσταντινούπολη, το οποίο μετακινήθηκε το 1703 στη Μεθώνη της Πελοποννήσου,
μέχρι το 1717, όταν εγκαταστάθηκε πλέον μόνιμα στο νησί του Αγίου Λαζάρου στη Βενετία. Το Τάγμα είχε σημαντική
συνεισφορά στην αρμενική τυπογραφία και τη διάδοση του αρμενικού βιβλίου. Το 1773 ιδρύθηκε παράρτημα στην
Τεργέστη, ενώ το 1801 το παράρτημα αυτό μεταφέρθηκε στη Βιέννη (λειτουργούσε μέχρι το 2000).

53

εκεί το 1695 και τα 200 έτη από την ίδρυση του Τάγματος των Μεχιταριστών (1931) και
γ) στην πλατεία του Αρμενομονάστηρου βρίσκεται πέτρινος οβελίσκος αφιερωμένος στην
επίσκεψη του Καθόλικου (Πατριάρχη) του Μεγάλου Οίκου της Κιλικίας, Σαχάκ Β’, και το
άνοιγμα της πλατείας του μοναστηριού (1933)221.
ix. Σωματεία, ιδρύματα και αθλητισμός:
Η αρμενοκυπριακή κοινότητα διαθέτει σήμερα τους εξής συλλόγους: α) την AYMA
(Armenian Young Men’s Association/Հայ Երիտասարդաց Միութիւն - Ένωση Αρμενίων
Νέων, Λευκωσία: 1934), β) το AGBU (Armenian General Benevolent Union/Հայ
Բարեգործական Ընդհանուր Միութիւն - Αρμενική Γενική Ένωση Αγαθοεργίας,
Λευκωσία: 1913, Λάρνακα: 1912, Λεμεσός: 1936), γ) την Αρμενική Λέσχη (Հայ Ակումբ,
Λάρνακα: 1931), δ) το LHEM (Լիմասոլի Հայ Երիտասարդաց Միութիւն - Ένωση
Αρμενίων Νέων Λεμεσού, Λεμεσός: 1996), ε) τον Πολιτιστικό Όμιλο «Νορ Σερούντ»
[(Νέα Γενιά), «Նոր Սերունդ» Մշակութային Միութիւն, Λευκωσία: 2005] και στ) το
Προοδευτικό Κίνημα Αρμενίων Κυπρίων (Կիպրահայ Յառաջդիմական Շարժում,
Λευκωσία: 2010).
Στο χώρο της AYMA δραστηριοποιούνται η Αρμενική Εθνική Επιτροπή Κύπρου (Կիպրոսի
Հայ Դատի Յանձնախումբ, 1965), η Αρμενική Νεολαία Κύπρου (Կիպրոսի
Երիտասարդական Միութիւն, 1977), η οποία διαθέτει την ομάδα νέων «Κογιαμάρτ»
(Գոյամարտ) και την ομάδα εφήβων «Αρτσάχ» (Արցախ) (και τα δύο από το 1977), το
Αρμενικό Κέντρο Νεολαίας «Αζαταμάρτ» («Ազատամարտ» Երիտասարդական Կեդրոն,
1985), ο Αρμενικός Σύνδεσμος Μέριμνας Κύπρου «Χομ» [Հայ Օգնութեան Միութիւն,
παράρτημα «Σοσέ» (Սօսէ), 1988] και ο Αρμενικός Μορφωτικός και Πολιτιστικός
Σύλλογος Κύπρου «Χαμαζκαΐν» [Համազգային Հայ Կրթական եւ Մշակութային
Միութիւն, παράρτημα «Οσιαγκάν» (Օշական), 1999], ο οποίος διαθέτει τη χορευτική
ομάδα «Σιπάν» (Սիփան: 2000), το θεατρικό όμιλο «Τιμάκ» (Դիմակ: 2000) και την
παιδική χορωδία «Αρντουτίκ» (Արտուտիկ: 2011).
Η ποδοσφαιρική ομάδα της ΑΥΜΑ (1945) συμμετέχει στη β΄ κατηγορία του ερασιτεχνικού
πρωταθλήματος της ΚΟΕΠ222, ενώ η νεοσύστατη ομάδα μπόουλινγκ της AYMA (2011)
συμμετέχει από το 2012 στη β’ κατηγορία του πρωταθλήματος του Επαρχιακού
Συνδέσμου Μπόουλινγκ Λευκωσίας· υπάρχει, επίσης, η ακαδημία ποδοσφαίρου της AYMA
(2011) και η ακαδημία επιτραπέζιας αντισφαίρισης της AYMA (2012). Η ομάδα φούτσαλ
του AGBU, με την ονομασία «Αραράτ-AGBU» (1999) μεσουρανεί στο πρωτάθλημα της α’
κατηγορίας της ΚΟΠ, με 7 πρωταθλήματα, 6 κύπελλα και 3 διπλούς τίτλους στο
ενεργητικό της· διαθέτει ομάδες νέων U-17 (2010) και U-21 (2011). Η ομάδα φούτσαλ του
Πολιτιστικού Ομίλου Νορ Σερούντ, με την ονομασία «Χομενμέν» (ՀՄՄ, 2006),
διαγωνίζεται στο πρωτάθλημα της γ’ κατηγορίας της ΚΟΠ. Υπάρχει, επίσης, η
εκκλησιαστική χορωδία «Σουρπ Αστβατζατζίν» (Սուրբ Աստուածածին, Λευκωσία: 1921)
και το παιδικό χορευτικό συγκρότημα «Νανόρ» (Նանոր: 2008).
Λειτουργούν, επίσης, το Ίδρυμα Καλαϊτζιάν (Գալայճեան Հիմնարկութիւն/Kalaydjian
Foundation, Λάρνακα: 1984), το Παναρμενικό Ίδρυμα «Χαϊαστάν» («Հայաստան»
Համահայկական Հիմնադրամ, Λευκωσία: 1995), το Ίδρυμα Τεχνών Φάρος (Pharos Arts
Foundation, Λευκωσία: 1998) και το Κοινωφελές Ίδρυμα Αρέβ (Արեւ Բարեսիրական
Հիմնարկութիւն, Λευκωσία: 2008). Το Ίδρυμα Καλαϊτζιάν διαχειρίζεται το Μέλαθρο
221.

Τα αποκαλυπτήρια του οβελίσκου τέλεσε ο ίδιος ο Καθόλικος (Πατριάρχης) του Μεγάλου Οίκου της Κιλικίας,
Σαχάκ Β’, στις 8 Σεπτεμβρίου 1933.
222. Το Νοέμβριο του 2011 πάρθηκε η απόφαση για προσωρινή αναστολή του ποδοσφαιρικού τμήματος.

54

Ευγηρίας Καλαϊτζιάν (Գալայճեան Հանգստեան Տուն, Λευκωσία: 1988), το οποίο
φιλοξενεί και Ελληνοκύπριους ηλικιωμένους.
x. Μέσα ενημέρωσης:
Η αρμενοκυπριακή κοινότητα διαθέτει σήμερα223 τα εξής μέσα μαζικής ενημέρωσης: α)
καθημερινή ραδιοφωνική εκπομπή από το β’ πρόγραμμα του ΡΙΚ (1953), β) τη μηνιαία
εφημερίδα «Αρτσακάνκ» [Արձագանգ (Ηχώ): Μάρτιος 1995], γ) τη μηνιαία εφημερίδα
«Αζάτ Τσάιν» [Ազատ Ձայն (Ελεύθερη Φωνή): Απρίλιος 2003], δ) το διμηνιαίο
εκκλησιαστικό δελτίο «Κεγάρτ» [Գեղարդ (Λόγχη): Οκτώβριος 1997] και ε) το τριμηνιαίο
κοινοβουλευτικό δελτίο «Λραντού» [Լրատու (Ενημερωτικό Δελτίο): Οκτώβριος 2006].
Στο Διαδίκτυο κυκλοφορεί το εβδομαδιαίο ενημερωτικό δελτίο gibrahayer
(Αρμενοκύπριοι: Σεπτέμβριος 1999, www.gibrahayer.com) και το μηνιαίο ενημερωτικό
δελτίο
Azad
Khosk
[Ազատ
Խօսք
(Ελεύθερος
Λόγος):
Απρίλιος
2011,
www.azadkhosk.com], καθώς και η ενημερωτική ιστοσελίδα www.hayem.org. Υπάρχουν,
επίσης, ιστοσελίδες για τους διάφορους αρμενικούς οργανισμούς. Η επίσημη ιστοσελίδα
της κοινότητας είναι η www.cyprusarmenians.com (2007).
στ. Οι Μαρωνίτες της Κύπρου.
i. Ιστορία:
Βυζαντινή περίοδος: Υπάρχει ένας μακρύς δεσμός ανάμεσα
στους Μαρωνίτες και την Κύπρο, ο οποίος ανάγεται στο 686
μ.Χ., όταν ο Αυτοκράτορας Ιουστινιανός Β’ αποφάσισε να
τους σώσει από τις αραβικές επιδρομές στη Συρία, το
Λίβανο και τους Αγίους Τόπους, μεταφέροντάς τους στην
Κύπρο· αυτή η έξοδος συνεχίστηκε μέχρι και τις αρχές του
8ου αιώνα, αφού τους καταδίωκαν οι Μονοφυσίτες. Ξανά
εγκατάσταση Μαρωνιτών στην Κύπρο είχαμε το 814, μετά από διωγμό που δέχθηκαν από
το Χαλίφη της Βαγδάτης, Αλ Μαμούν. Περισσότεροι Μαρωνίτες βρήκαν καταφύγιο στην
Κύπρο το 938, μετά την καταστροφή από τους Άραβες του μοναστηριού που είχε ιδρύσει
ο Άγιος Ιωάννης Μάρωνας στην Απάμεια της Συρίας. Οι πλείστοι από αυτούς τους
Μαρωνίτες ήσαν αγρότες και γεωργοκτηνοτρόφοι, ενώ οι απόγονοί τους ίδρυσαν το
γνωστό Μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου στον Κουτσοβέντη το 1090224.
Φραγκοκρατία: Αντίθετα με τις πρώτες δύο μετοικεσίες των Μαρωνιτών, η τρίτη
μεταφορά τους στην Κύπρο είναι περισσότερο τεκμηριωμένη: μετά την αγορά της
223.

Παρά το μικρό μέγεθος της αρμενοκυπριακής κοινότητας, η ιστορία του αρμενικού τύπου στην Κύπρο είναι μακρά
και σημαντική. Στο παρελθόν κυκλοφορούσαν οι εξής εφημερίδες και περιοδικά: «Χαραζάν» [Խարազան (Μαστίγιο),
1900], «Αζάτ Κιπραχάι» [Ազատ Կիպրահայ (Ελεύθερος Αρμενοκύπριος), 1922-1923], «Κρασέρ» [Գրասէր
(Βιβλιόφιλος), 1923-1925], «Αράξ» [Արաքս (Αράξης), 1924-1929], «Λουσαρπί» [Լուսարփի (Ηλιόφως), 1925-1929],
«Οβασίς» [Ովասիս (Όαση), 1928-1930], «Νσούιλ» [Նշոյլ (Αχτίδα), 1936-1938], «Νορ Αράξ» [Նոր Արաքս (Νέος
Αράξης), 1945-1948], «Αρτσακάνκ» [Արձագանգ (Ηχώ), 1952-1959], «Χεναράν» [Յենարան (Στήριγμα), 1959-1962],
«Ντεγεκατού» [Տեղեկատու (Πληροφορητής), 1973-1995», «Κιπραχάι Ντεγεκατού» [Կիպրահայ Տեղեկատու
(Αρμενοκύπριος Πληροφορητής), 1978-1993], «Χαϊτούκ» [Հայդուկ (Αντάρτης), 1979-1982)], «Αρτσακάνκ» [Արձագանգ
(Ηχώ), 1981-1987] και «Παρός» [Փարոս (Φάρος), 1997-2003]. Επίσης, το Εκπαιδευτικό Ινστιτούτο Μελκονιάν εξέδιδε
τα εξής: το περιοδικό «Άυκ» [Այգ (Αυγή), 1937-1940, 1948-1956, 1959-1964, 1970-1982, 1993-2006], την εφημερίδα
«Τσολκ» [Ցոլք (Αναλαμπή), 1968-1991] και την εφημερίδα και, αργότερα, περιοδικό «Χαγιάτσκ» [Հայեագք (Ματιά),
1998-2000-2004].
224. Η μαρωνιτική παράδοση συχνά αντικρουόταν με την ορθόδοξη παράδοση, δημιουργώντας μάλιστα τη θεωρία ότι
στη μονή εγκαταβιούσαν στη μια πλευρά Μαρωνίτες και στην άλλη Ορθόδοξοι. Ωστόσο, σύμφωνα με κάποια νεώτερα
στοιχεία, φαίνεται ότι υπήρχε ένα δεύτερο μοναστήρι, το οποίο βρισκόταν ανατολικά του άλλοτε μαρωνιτικού χωριού
Βουνό. Αυτό φαίνεται να ήταν το εν λόγω μοναστήρι που ίδρυσαν οι Μαρωνίτες και, σύμφωνα με τα στοιχεία που
έχουμε, μετά το 1518 το κατέλαβαν οι Ορθόδοξοι, δίνοντάς του την ονομασία Άγιος Σάββας.

55

Κύπρου από τον τιτουλάριο Φράγκο Βασιλιά της Ιερουσαλήμ Γκυ ντε Λουζινιάν το 1192,
έλαβε χώρα μια μαζική μετανάστευση Μαρωνιτών και άλλων λαών από τη Δυτική
Ευρώπη, την Κιλικία και το Λεβάντε. Σε αυτούς τους αστούς, τους ευγενείς, τους ιππότες
και τους πολεμιστές δόθηκαν απλόχερα φέουδα, τιμάρια και προνόμια. Περίπου 60.000
Μαρωνίτες λέγεται πως είχαν εγκατασταθεί στην Κύπρο και, αντίθετα με τα άλλα έθνη,
προτιμούσαν να μην συναναστρέφονται με τους άλλους και περιορίζονταν μεταξύ τους:
μαθημένοι στη βουνίσια ζωή και με έμφυτη τάση να αγναντεύουν για πιθανούς εχθρούς,
επέλεξαν να εγκατασταθούν κυρίως γύρω από την οροσειρά του Πενταδακτύλου και τη
χερσόνησο της Καρπασίας. Το 1224 περισσότεροι Μαρωνίτες κατέφθασαν στην Κύπρο,
κατοικώντας σε 62 χωριά και ιδρύοντας ένα δεύτερο μοναστήρι, αυτό του Αγίου
Γεωργίου της Αττάλου στην περιοχή της Χάρτζιας, στην οροσειρά του Πενταδακτύλου.
Περισσότεροι Μαρωνίτες αναζήτησαν καταφύγιο στην Κύπρο
ξεφεύγοντας από τις μουσουλμανικές ορδές και επιθέσεις:
έφθασαν στην Κύπρο μετά την Πτώση της Ιερουσαλήμ
(1267), την Πολιορκία της Τρίπολης (1271), την Πτώση της
Τρίπολης (1289) και τις Σφαγές της Δαμασκού (1292), καθώς
και μεταξύ 1292-1307, ξεφεύγοντας από τον πόλεμο με τους
Μαμελούκους. Μέχρι τις αρχές του 14ου αιώνα, οι Μαρωνίτες
της Κύπρου αριθμούσαν περίπου 80.000 άτομα, κατοικούσαν σε 72 χωριά, πολλά από τα
οποία είχαν ιδρύσει οι ίδιοι, και η Αραβική ήταν μία από τις επίσημες γλώσσες του
Φράγκικου Βασιλείου της Κύπρου· συνέχισε να είναι επίσημη γλώσσα και επί
Ενετοκρατίας (1489-1570). Οι πολυάριθμοι Μαρωνίτες απαιτούσαν την ανάλογη
πνευματική ποιμαντορία, γι’ αυτό και το 1316 ιδρύθηκε η Αρχιεπισκοπή Μαρωνιτών
Κύπρου. Καθ’ όλη τη Φραγκοκρατία (1192-1489), οι Μαρωνίτες της Κύπρου
απολάμβαναν διάφορα προνόμια, καθώς βοηθούσαν τους σταυροφόρους και
αναγνώριζαν τον Πάπα ως την Κεφαλή της Εκκλησίας τους.
Ενετοκρατία: Ωστόσο, η ευημερία των Μαρωνιτών ανακόπηκε από τη σκληρή και
διεφθαρμένη διοίκηση των Ενετών. Οι υπέρογκοι φόροι που επέβαλλαν και η τυραννική
κυριαρχία τους, σε συνδυασμό με τις ανομβρίες, τις επιδημίες, τους λιμούς, τις
πλημμύρες, τους σεισμούς και τις μουσουλμανικές (κυρίως οθωμανικές) επιδρομές που
έπληξαν το νησί μας, προκάλεσαν αξιοσημείωτη μείωση του πληθυσμού. Για τους
Μαρωνίτες υπήρχαν επιπλέον σκόπελοι: ο ηθικός ξεπεσμός του λατινικού κλήρου,
αρκετές προσπάθειες για τον προσηλυτισμό τους στο λατινικό τυπικό και διάφορα
περιστατικά αδικίας εις βάρους τους που διαπράχθηκαν από τον ελληνορθόδοξο και το
λατινικό κλήρο. Μέχρι τα τέλη της Ενετοκρατίας (1489-1570), ο αριθμός των
μαρωνιτικών χωριών στο νησί μας είχε μειωθεί στα 33, παρά το γεγονός ότι το 1510
μετοίκησε στην Κύπρο αριθμός Μαρωνιτών από το Λίβανο.
Τουρκοκρατία: Κατά τη διάρκεια της κατάληψης της νήσου
από τους Οθωμανούς μεταξύ 1570-1571, λέγεται πως περίπου
30.000 Μαρωνίτες σφαγιάστηκαν στην Αμμόχωστο και τον
Πενταδάκτυλο. Αρκετοί από όσους επέζησαν παρέμειναν στα
χωριά τους, ωστόσο ο αριθμός τους μειώθηκε ταχύτατα: το
1572 ήσαν 7 με 8.000, οι οποίοι ζούσαν σε 23 χωριά, ενώ το
1596 ήταν 4.000 και ζούσαν σε 19 χωριά (Μετόχι225,
Φλούδι226, Αγία Μαρίνα, Ασώματος, Καμπυλή, Καρπάσια, Τριμιθιά227, Κορμακίτης, Βουνό,
225. Το χωριό Μετόχι βρισκόταν περίπου εκεί που βρίσκεται η Μονή του Προφήτη Ηλία, βορειοδυτικά της Αγίας
Μαρίνας Σκυλλούρας.
226. Το χωριό Φλούδι βρισκόταν περίπου εκεί που βρίσκονται τα ερείπια της εκκλησίας του Αγίου Ιωάννη του
Κοκκινόκρεμμου, νοτιοδυτικά της Αγίας Μαρίνας Σκυλλούρας.

56

Καζάφανι, Κηπος228, Γέρι229, Κυθρέα, Κάτω Χρυσίδα, Κεφαλόβρυσος, Γαστριά, Κλεπίνη,
Επισκοπιά230 και Αττάλου231)· ο Αρχιεπίσκοπός τους κατοικούσε στο Μοναστήρι του Αγίου
Γεωργίου στο Δάλι232. Η καταπίεση και η καταδίωξη οδήγησαν το Μαρωνίτη
Αρχιεπίσκοπο στο να εγκαταλείψει την Κύπρο το 1596· ένας νέος Αρχιεπίσκοπος ήρθε το
1598 και έζησε εδώ μέχρι το 1614. Μερικοί από τους διαδόχους του έζησαν στην Κύπρο,
αλλά οι περισσότεροι απ’ αυτούς την επισκέπτονταν περιοδικά. Ο τελευταίος Μαρωνίτης
Επίσκοπος που διέμενε στην Κύπρο πέθανε το 1673.
Λόγω της αντικαθολικής πολιτικής σε ολόκληρη την Οθωμανική Αυτοκρατορία, οι νέοι
κατακτητές συνεργάστηκαν με την αυτοκέφαλη Ελληνορθόδοξη Εκκλησία στην
αποκήρυξη του Καθολικισμού· έτσι, πολλοί Μαρωνίτες αναγκάστηκαν είτε να γίνουν
Ελληνορθόδοξοι είτε να ασπαστούν το Ισλάμ· πολλοί έφυγαν για το Λίβανο, τη Μάλτα, τη
Ρόδο και αλλού, ενώ οι λίγοι που παρέμειναν υπόκειντο σε διάφορες μορφές δίωξης και
παρενόχλησης τόσο από τους Οθωμανούς όσο και από τους Ελληνορθόδοξους233.
Επιπλέον, αρκετοί Κύπριοι πέθαναν ή αποδήμησαν λόγω των διαφόρων θεομηνιών
(καταστροφικοί σεισμοί, επανειλημμένοι και παρατεταμένοι λοιμοί, λιμοί και ανομβρίες
κτλ). Η επαχθής φορολογία και η σκληρότητα της οθωμανικής διοίκησης εξανάγκασαν
πολυάριθμους Χριστιανούς να γίνουν Λινοβάμβακοι (Κρυπτοχριστιανοί), με την ελπίδα ότι
κάποια μέρα οι Οθωμανοί θα έφευγαν από την Κύπρο. Είναι γι’ αυτό που πρώην
μαρωνιτικά χωριά (Αγία Μαρίνα Σκυλλούρας, Καμπυλή, Κλεπίνη και Κορνόκηπος)
κατοικούνταν μερικώς ή πλήρως από «Τουρκοκύπριους» στα τέλη του 19ου αιώνα· άλλα
μαρωνίτικα χωριά αφομοιώθηκαν από την ελληνορθόδοξη πλειοψηφία του νησιού.
Το 1627 ζούσαν περίπου 500 Μαρωνίτες στην Κύπρο, από τους οποίους μόνο 150 είχαν
απομείνει το 1686, κατοικώντας σε μόλις 8 χωριά (Κορμακίτης, Καρπάσια, Ασώματος,
Καμπυλή, Βουνό, Κλεπίνη, Αγία Μαρίνα και Χρυσίδα)234. Ως αποτέλεσμα, μεταξύ 16901759 υπεύθυνοι για τις μαρωνιτικές εκκλησίες ήσαν οι Φραγκισκανοί και οι Καπουτσίνοι
ιερείς. Το 1735 αποστάληκαν εδώ δύο Μαρωνίτες μοναχοί, ο Κύπριος Πέτρος και ο
Λιβάνιος Μακάριος, οι οποίοι έκτισαν το Μοναστήρι του Προφήτη Ηλία, βορειοδυτικά της
Αγίας Μαρίνας, και ίδρυσαν σχολείο τον επόμενο χρόνο· το περίφημο μοναστήρι υπήρξε
το πνευματικό κέντρο των Μαρωνιτών για περισσότερους από δύο αιώνες. Εντούτοις,
λόγω της οθωμανικής πολιτικής για την καταστολή του Καθολικισμού, οι Μαρωνίτες
περιήλθαν στη δικαιοδοσία του Μητροπολίτη Κυρηνείας μεταξύ 1759-1840. Σταδιακά,
ωστόσο, ο αριθμός τους αυξήθηκε και μέχρι το 1776 αριθμούσαν 503 ψυχές
227. Το χωριό Τριμιθιά δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με την Κοκκινοτριμιθιά, αφού βρισκόταν εκεί που βρίσκεται η
τοποθεσία Τρέμιθος παρά τον Κορμακίτη.
228. Το κείμενο αναφέρεται στο χωριό Cibo, το οποίο μέχρι πρόσφατα ταυτιζόταν με το χωριό Κορνόκηπος. Ωστόσο,
φαίνεται ότι μάλλον πρόκειται για χωριό που βρισκόταν στην τοποθεσία Κήπος, νοτιοδυτικά του Κορμακίτη.
229. Μάλλον δεν είναι το γνωστό σε εμάς χωριό Γέρι, αλλά ένα άγνωστο χωριό, αφού προσδιορίζεται ότι ήταν το Γέρι
κοντά στην Κυθρέα.
230. Το χωριό Επισκοπιά είναι το χωριό Μπέλλα-Πάις.
231. Το χωριό Αττάλου βρισκόταν εκεί που βρίσκεται η τοποθεσία Ατάλια ή Αττάλου βορειοανατολικά του
Αρμενομονάστηρου και νοτιοδυτικά της Χάρτζιας.
232. Μάλλον δεν πρόκειται για το χωριό Δάλι της επαρχίας Λευκωσίας, αλλά για το χωριό Αττάλου στην οροσειρά του
Πενταδακτύλου, αφού οι πηγές διευκρινίζουν ότι βρισκόταν στην Καρπασία.
233. Αν και μερικά από τα ιστορικά μακρινά γεγονότα έχουν πιθανώς μεγαλοποιηθεί από τους Μαρωνίτες (όπως π.χ.
ότι η λατινική εκκλησία του Τιμίου Σταυρού ήταν η μαρωνιτική εκκλησία του Αγίου Ιωάννη, την οποία οι Λατίνοι
απέσπασαν με τη βία το 1640 και ότι μεταξύ 1762-1822 οι Ελληνορθόδοξοι κατείχαν τη Μονή του Προφήτη Ηλία),
φαίνεται ότι πράγματι οι Ορθόδοξοι φθονούσαν τους Μαρωνίτες, επειδή οι τελευταίοι κατείχαν εκκλησίες και
μοναστήρια με πλούσια περιουσία, δηλαδή με κτήματα που καλλιεργούσαν ή ήταν φυτεμένα με ελιές που τους
απέφεραν μεγάλο εισόδημα. Εκμεταλλευόμενοι καταστάσεις και έχοντας την ευμένεια των Οθωμανών, οι Ορθόδοξοι
οικειοποιήθηκαν μερικές από τις περιουσίες των Μαρωνιτών, όπως για παράδειγμα η προσωρινή (1625-1641) και στη
συνέχεια μόνιμη (από το 1756) απόσπαση της εκκλησίας της Παναγίας στην Κυθρέα, η μόνιμη απόσπαση το 1697 μίας
εκκλησίας στην Κυθρέα (πιθανώς του Αγίου Ανδρονίκου) και η προσωρινή απόσπαση το 1756 της εκκλησίας του
Αγίου Αντωνίου στον Κεφαλόβρυσο.
234. Ενώ, σύμφωνα με μια εκτίμηση, φαίνεται ότι το 1630 ζούσαν στην Κύπρο 1.500 Μαρωνίτες.

57

διασκορπισμένες σε 10 χωριά, τη Λευκωσία και τη Λάρνακα (Αγία Μαρίνα, Ασώματος,
Βουνό, Καμπυλή, Καρπάσια, Κεφαλόβρυσος, Κλεπίνη, Κορμακίτης, Κυθρέα και Μαρκί235).
Χάρη στην παρέμβαση του Γάλλου πρόξενου το 1840, επέστρεψαν στη δικαιοδοσία του
Αρχιεπισκόπου τους, που διέμενε στο Λίβανο και εκπροσωπείτο από ένα Χωρεπίσκοπο.
Κατά την περίοδο του Τανζιμάτ (1839-1876), παρατηρήθηκαν κάποιες βελτιώσεις, με
αποτέλεσμα τη συμμετοχή του Μαρωνίτη Χωρεπισκόπου στο Διοικητικό Συμβούλιο
(μετζλίς ιταρέ). Ο Αρχιεπίσκοπός τους επισκέφθηκε το ποίμνιό του το 1848, 166 χρόνια
μετά από μια τέτοια επίσκεψη: αφημένοι χωρίς πνευματική καθοδήγηση για δεκαετίες,
πολλοί Μαρωνίτες ασπάστηκαν το Ισλάμ ή έγιναν Ελληνορθόδοξοι. Με βάση διάφορες
εκτιμήσεις, η μαρωνιτική κοινότητα του 19ου αιώνα αριθμούσε γύρω στα 1.000 άτομα, η
πλειοψηφία των οποίων ζούσε σε έξι χωριά (Κορμακίτης, Ασώματος, Αγία Μαρίνα,
Καρπάσια, Βουνό και Καμπυλή), με μικρότερους αριθμούς να ζούσαν στη Λευκωσία, τη
Λάρνακα, τη Λεμεσό, την Κερύνεια και την Αμμόχωστο.
Αγγλοκρατία: Με την άφιξη των Βρετανών τον Ιούλιο του
1878, ακολούθησαν η θρησκευτική ανοχή και η προοδευτική
διοίκηση, οι οποίες έδωσαν το φιλί της ζωής στη μικρή
μαρωνιτική κοινότητα του νησιού. Οι ευκαιρίες εργοδότησης
και
η
αστική
ανάπτυξη
οδήγησαν
αρκετούς
Μαρωνιτοκύπριους στο να μετακινηθούν από τα χωριά τους
στις πόλεις, ιδιαίτερα στη Λευκωσία και τη Λάρνακα, καθώς
και - σε μικρότερους αριθμούς - στην Αμμόχωστο, τη Λεμεσό και την Κερύνεια. Για
διάφορους λόγους, μερικοί από τους Μαρωνίτες που ζούσαν στις πόλεις
προσκολλήθηκαν στους λατινικούς χώρους λατρείας και τελικά ενσωματώθηκαν στη
λατινική κοινότητα. Οι Μαρωνιτοκύπριοι που παρέμειναν στα χωριά τους ήσαν κυρίως
αγρότες, βοσκοί, γεωργοί, εργάτες, καλλιεργητές και κτηνοτρόφοι, ενώ αυτοί που
μετοίκησαν στις πόλεις έγιναν ελεύθεροι επαγγελματίες ή υπάλληλοι· μερικοί έγιναν
δημόσιοι λειτουργοί (ο αριθμός τους αυξήθηκε μετά την Ανεξαρτησία του 1960). Κατά τις
δεκαετίες 1920-1950, μερικοί εργάστηκαν στα μεταλλεία αμιάντου στον Αμίαντο και στα
μεταλλεία χαλκού στο Μαυροβούνι και τη Σκουριώτισσα, καθώς και στο εργοστάσιο στον
Ξερό. Κάποιοι συμμετείχαν στους δύο Παγκόσμιους Πολέμους (1914-1918 & 1939-1945).
Η μαρωνιτική κοινότητα ευημερούσε καθ’ όλη τη διάρκεια της Αγγλοκρατίας (18781960), δημιουργώντας συλλόγους, ομάδα προσκόπων, αθλητικές ομάδες, εκκλησίες,
κοιμητήρια και σχολεία. Ωστόσο, η αυγή του 20ου αιώνα βρήκε τους Μαρωνιτοκύπριους
να κατοικούσαν μόνο τέσσερα χωριά (Κορμακίτης, Ασώματος, Αγία Μαρίνα και
Καρπάσια)236. Μεταξύ 1921-1925, ο Χωρεπίσκοπος Ιωάννης Κυρίλλης και ο ιερέας Ιωσήφ
Τριανταφυλλίδης συμμετείχαν στο Νομοθετικό Συμβούλιο, μαζί με 6 διορισμένους
Βρετανούς, 7 εκλελεγμένους Ελληνοκύπριους και 3 εκλελεγμένους Τουρκοκύπριους. Το
1928 ο Κορμακίτης και η Αγία Μαρίνα ίδρυσαν από μία Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία,
από τις πρώτες στην Κύπρο· το 1929 ακολούθησε η ΣΠΕ Ασωμάτου και το 1930 η ΣΠΕ
Καρπάσιας237. Καθώς περνούσαν τα χρόνια, οι Μαρωνιτοκύπριοι σφυρηλατούσαν σχέσεις
με τους υπόλοιπους Κύπριους, κυρίως μέσω της εκπαίδευσης και της εργασίας τους.
Εξετάζοντας τις απογραφές πληθυσμού της Αγγλοκρατίας, παρατηρούμε ότι ο αριθμός
των Μαρωνιτών στην Κύπρο αυξήθηκε σταθερά: 830 το 1881, 1.131 το 1891, 1.130 το
235.

Δεν πρόκειται για το χωριό Μαρκί της επαρχίας Λευκωσίας, αλλά για χωριό που βρισκόταν στην τοποθεσία
Μαρκί, παρά το χωριό Καμπυλή.
236. Η τελευταία μαρωνιτική οικογένεια εγκατέλειψε την Καμπυλή το 1910 και εγκαταστάθηκε στον Κορμακίτη.
237. Ας σημειωθεί ότι από τις τέσσερις μαρωνίτικες ΣΠΕ, μόνο αυτή του Κορμακίτη υφίσταται μέχρι σήμερα, καθώς οι
άλλες τρεις ΣΠΕ διαλύθηκαν μετά την τουρκική εισβολή του 1974. Το 1940 είχε ρευστοποιηθεί η ΣΠΕ Καρπάσιας,
ενώ το 1942 είχαν ρευστοποιηθεί οι ΣΠΕ Αγίας Μαρίνας και ΣΠΕ Ασωμάτου· το 1945 επανασυστάθηκαν οι ΣΠΕ
Αγίας Μαρίνας και ΣΠΕ Ασωμάτου, ενώ η ΣΠΕ Καρπάσιας επανασυστάθηκε το 1946.

58

1901, 1.073 το 1911, 1.350 το 1921, 1.704 το 1931, 2.083 το 1946 και 2.445 το 1956·
στην απογραφή πληθυσμού του 1960 καταγράφηκαν 2.752 Μαρωνίτες.
Περίοδος Ανεξαρτησίας: Η Ανεξαρτησία του 1960 έφερε μια
νέα εποχή για τους Μαρωνίτες της Κύπρου, οι οποίοι
αναγνωρίστηκαν
ως
«θρησκευτική
ομάδα»
και
εκπροσωπεύονταν πλέον από έναν εκλελεγμένο Εκπρόσωπο.
Κατά τις διακοινοτικές ταραχές του 1963-1964, η
μαρωνιτοκυπριακή κοινότητα επηρεάστηκε μόνο ελαφρώς,
καθώς η εκκλησία της Παναγίας στην Καμπυλή καταλήφθηκε
από τους Τουρκοκύπριους στασιαστές και μετατράπηκε σε
παντοπωλείο. Ωστόσο, κατά τη δεύτερη φάση της τουρκικής εισβολής του 1974, η
κοινότητα υπέστη σημαντικές απώλειες: και τα τέσσερα μαρωνίτικα χωριά
καταλήφθηκαν από τους Αττίλες, ενώ επτά Μαρωνίτες σκοτώθηκαν και ένας είναι
αγνοούμενος μέχρι σήμερα238· το φημισμένο Μοναστήρι του Προφήτη Ηλία
βομβαρδίστηκε από την Τουρκική Αεροπορία, καταλήφθηκαν οι εκκλησίες της Ιεράς
Καρδίας του Ιησού στην Αμμόχωστο, του Αγίου Ρωμανού στο Βουνό, της Παναγίας και
της Παναγίας του Μαρκί στην Καμπυλή, καθώς και του Αγίου Αντωνίου στην Κυθρέα, το
κοιμητήριο στη Λευκωσία εφάπτεται με την πράσινη γραμμή, ενώ το Βικαριάτο και η
εκκλησία της Παναγίας των Χαρίτων στη Λευκωσία γειτνιάζουν με τη νεκρή ζώνη.
Πολλοί από τους σχεδόν 2.500 κατοίκους των μαρωνιτικών χωριών επέλεξαν να
παραμείνουν εγκλωβισμένοι στις πατρογονικές τους εστίες. Ωστόσο, καθώς το τουρκικό
καθεστώς γινόταν όλο και σκληρότερο, οι περισσότεροι από αυτούς τελικά
μετακινήθηκαν στις περιοχές υπό τον έλεγχο της Κυπριακής Δημοκρατίας, ιδιαίτερα στη
Λευκωσία. Το 1975 υπήρχαν 979 εγκλωβισμένοι Μαρωνίτες· το 1985 ήσαν 332, το 1995
ήταν 234, το 2005 αριθμούσαν 137, ενώ το 2010 αριθμούσαν 110. Η Αγία Μαρίνα είναι
απροσπέλαστη, καθώς μετατράπηκε σε στρατιωτική ζώνη, ενώ στον Ασώματο και την
Καρπάσια μερικά σπίτια χρησιμοποιούνται από αξιωματικούς του κατοχικού στρατού. Ως
αποτέλεσμα της τουρκικής εισβολής, η πλειοψηφία των Μαρωνιτών πήρε τον πικρό
δρόμο της προσφυγιάς, ενώ αρκετοί Μαρωνίτες μετανάστευσαν στη Μεγάλη Βρετανία,
την Αυστραλία, την Ελλάδα, τη Νότια Αφρική και την Αμερική.
Παρά τις απώλειές της και με τη βοήθεια της κυβέρνησης, η μαρωνιτική κοινότητα της
Κύπρου κατάφερε να αυξηθεί σε μέγεθος και να ευημερήσει στις εναπομείνασες αστικές
περιοχές, συνεισφέροντας πολιτιστικά και κοινωνικοοικονομικά στην κοινή μας πατρίδα.
Παράλληλα, με βάση τη Συμφωνία της Τρίτης Βιέννης (1975) και τις παρεμβάσεις της
Αγίας Έδρας, οι Μαρωνιτοκύπριοι απολάμβαναν ελεύθερη διακίνηση κατά μήκος της
Πράσινης Γραμμής από και προς τα χωριά τους (εκτός της Αγίας Μαρίνας) και κατάφεραν
να λειτουργούν κανονικά τις τουρκοκρατούμενες εκκλησίες τους. Το 1988 η έδρα της
Αρχιεπισκοπής Μαρωνιτών Κύπρου επέστρεψε στη Λευκωσία, μετά από 315 χρόνια
απουσίας, ενδυναμώνοντας έτσι το θρησκευτικό συναίσθημα της κοινότητας και
διοργανώνοντας περισσότερες εκδηλώσεις θρησκευτικού και πνευματικού χαρακτήρα.
Τις τελευταίες δεκαετίες, η δυναμική της μαρωνιτοκυπριακής κοινότητας έχει αλλάξει με
τον αυξημένο αριθμό γάμων με Ελληνοκύπριους και την άφιξη κατά τα τελευταία 30-35
238.

Οι πεσόντες είναι ο Ιωσήφ Η. Παπά, ο Αντώνης Ι. Παπά, η Αντουανέττα Μ. Βαρνάβα και η Αναστασία Ι.
Τζουτζούκη από τον Κορμακίτη, ο Ιωσήφ Φραντζής από την Καρπάσια, και ο Ιωσήφ Ι. Συμκάσσης από τον Κορμακίτη
(ο οποίος θεωρήθηκε αρχικά πεσών, αλλά τελικά στον τάφο του ήταν θαμμένος άλλος πεσών και τα οστά του
ταυτοποιήθηκαν τελικά τον Ιούλιο του 2011). Οι αγνοούμενοι ήσαν αρχικά ο Κυριάκος Α. Τζυρκαλλής από την Αγία
Μαρίνα Σκυλλούρας, του οποίου τα οστά ταυτοποιήθηκαν τον Αύγουστο του 2011, και ο Ρογήρος Γ. Κουμέττου, από
τον Κορμακίτη· ωστόσο, ο Κουμέττου είναι σχεδόν σίγουρο ότι είναι πεσών, καθώς υπηρετούσε ως στρατιώτης στο 256
Τάγμα Πεζικού.

59

χρόνια εκατοντάδων Μαρωνιτών πολιτικών και οικονομικών μεταναστών λόγω του
εμφυλίου πολέμου στο Λίβανο (1975-1990), μερικοί εκ των οποίων έχουν εγκατασταθεί
μόνιμα στην Κύπρο. Βάσει του Ευρωπαϊκού Χάρτη Περιφερειακών ή Μειονοτικών
Γλωσσών του Συμβουλίου της Ευρώπης, η Κυπρομαρωνιτική Αραβική - η διάλεκτος και
μητρική γλώσσα των κατοίκων του Κορμακίτη, η οποία συγγενεύει με τη γλώσσα του
Χριστού, τα Αραμαϊκά, και είναι κατανοητή από μόνο περίπου 1.200 άτομα αναγνωρίστηκε ως μειονοτική γλώσσα της Κύπρου από τη 17η Οκτωβρίου 2008, μετά από
σχετική Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου. Σήμερα, υπολογίζεται ότι οι Μαρωνίτες
που ζουν στην Κύπρο ανέρχονται σε περισσότερα από 6.000 άτομα, που κατά τα
σαββατοκυρίακα και τις γιορτές κατακλύζουν τα χωριά τους. Το 75% ζει στη Λευκωσία,
το 15% στη Λεμεσό, το 5% στη Λάρνακα και το 5% στο Μαρκί, τον Κοτσιάτη και αλλού·
επιπλέον, υπάρχουν περίπου 120 εγκλωβισμένοι Μαρωνίτες στον Κορμακίτη, 15 στην
Καρπάσια και 1 στον Ασώματο239.
Η κοινότητα διοργανώνει διάφορες κοινωνικές, μορφωτικές,
πολιτιστικές και φιλανθρωπικές εκδηλώσεις, χοροεσπερίδες,
φαγοπότια, τσάγια, εκθέσεις τέχνης και βιβλίου, διαλέξεις,
χορευτικές και θεατρικές παραστάσεις, κινηματογραφικές
προβολές,
συναυλίες,
διαγωνισμούς,
καθώς
και
κατασκηνώσεις/εκδρομές στην Κύπρο και το εξωτερικό, ενώ
διατηρεί ιδιαίτερες σχέσεις με το Λίβανο, το θρησκευτικό
κέντρο των απανταχού Μαρωνιτών.
ii. Εκλογές:
Κατά τη συγκρότηση της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης το 1960, μοναδικός
υποψήφιος για το αξίωμα του Μαρωνίτη-μέλους της ήταν ο Ιωάννης Μαυρίδης240. Στις 19
Ιουλίου 1970 διεξήχθησαν οι πρώτες εκλογές για το Μαρωνίτη Εκπρόσωπο, με νικητή τον
Ιωάννη Μαυρίδη, ο οποίος εκλέγηκε με το 59,92% των ψήφων (891), έναντι του Νίνου
Γιαμάκη (596 ψήφοι)241· επανεκλέγηκε στις 3 Οκτωβρίου 1976, λαμβάνοντας το 65,26%
των ψήφων (678), έναντι του Μιχαήλ Χατζηχάννα (361 ψήφοι)242. Στις εκλογές που
διεξήχθησαν στις 27 Σεπτεμβρίου 1981, ο Νίνος Χατζηρούσος έλαβε το 50,96% των
ψήφων (766), έναντι του Ιωάννη Μαυρίδη (737 ψήφοι)243. Στις εκλογές που έγιναν στις
13 Ιουλίου 1986 εξελέγη ο Ιωάννης Μαυρίδης, συγκεντρώνοντας το 45,41% των ψήφων
(896), έναντι του Νίνου Χατζηρούσου (406 ψήφοι), του Ιωσήφ Φράνσις (281 ψήφοι),
του Ιωάννη Πογιατζή (198 ψήφοι) και του Ιωσήφ Χατζηιωσήφ (192 ψήφοι)244. Οι
επόμενες εκλογές έλαβαν χώρα στις 19 Μαΐου 1991 και εξελέγη ο Ιωάννης Πογιατζής,
239. Ωστόσο, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία (τα οποία δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα «Φιλελεύθερος» έτος 57ο, αρ.
18734, ημερομηνίας 18 Δεκεμβρίου 2011, σελ. 13), το 2011 υπήρχαν εγκλωβισμένοι 336 Ελληνοκύπριοι
(Ριζοκάρπασο: 236, Αγία Τριάδα: 84, Άγιος Θέρισσος: 6, Λεονάρισσο: 4, Μονή Αποστόλου Ανδρέα και Άγιος
Ανδρόνικος: από 2, Μονή Αγίου Γεωργίου Σακκά και Κερύνεια: από 1) και 111 Μαρωνίτες (Κορμακίτης: 96,
Καρπάσια: 12, Ασώματος: 3). Η ίδια πηγή αναφέρει ότι το 2003 υπήρχαν 403 Ελληνοκύπριοι και 140 Μαρωνίτες
εγκλωβισμένοι.
240. Ανακηρύχθηκε, μαζί με τα υπόλοιπα εκ Κυρηνείας μέλη της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης, στις 7 Αυγούστου
1960, με το Announcement Νο. 301, το οποίο δημοσιεύθηκε στο Supplement 3, No. 4342 της Cyprus Gazette,
ημερομηνίας 9 Αυγούστου 1960.
241. Ως εκλογικά κέντρα είχαν οριστεί το Δημοτικό Μέγαρο (Λευκωσία), η Σχολή Αγίας Μαρίας (Λεμεσός), το Γραφείο
του Επάρχου (Μόρφου, Πάφος, Αμμόχωστος και Λάρνακα), η Εμπορική Σχολή (Κερύνεια) και τα Δημοτικά Σχολεία
Αγίας Μαρίνας, Ασωμάτου, Καρπάσιας και Κορμακίτη.
242. Ως εκλογικά κέντρα είχαν οριστεί το νέο κτίριο της Αστικής Σχολής Αγίου Ανδρέα (Λευκωσία), το Δημοτικό
Σχολείο Κοτσιάτη, η Σχολή Αγίας Μαρίας (Λεμεσός) και το Γραφείο του Επάρχου (Λάρνακα και Πάφος).
243. Ως εκλογικά κέντρα είχαν οριστεί το Γυμνάσιο Ακροπόλεως και το Δημοτικό Σχολείο Αγίου Ανδρέα (Λευκωσία), το
Δημοτικό Σχολείο Κοτσιάτη, το Επαρχιακό Δικαστήριο (Λεμεσός) και το Γραφείο του Επάρχου (Λάρνακα και Πάφος).
244. Ως εκλογικά κέντρα είχαν οριστεί το Δημοτικό Σχολείο Αγίου Ανδρέα και το Συμβούλιο Υδατοπρομήθειας
(Λευκωσία), το Δημοτικό Σχολείο Κοτσιάτη, το Επαρχιακό Δικαστήριο (Λεμεσός) και το Γραφείο Επαρχιακής
Διοίκησης (Λάρνακα και Πάφος).

60

λαμβάνοντας το 31,58% των ψήφων (745), έναντι του Ιωάννη Μαυρίδη (737 ψήφοι), του
Ιωσήφ Φράνσις (628 ψήφοι) και του Εδουάρδου Χατζηχάννα (249 ψήφοι)245.
Οι επόμενες εκλογές έγιναν στις 26 Μαΐου 1996, με νικητή τον Αντώνη Χ” Ρούσο, ο
οποίος έλαβε το 32,36% των ψήφων (878), έναντι του Ιωάννη Πογιατζή (675 ψήφοι), του
Αντώνη Χριστοφή (343 ψήφοι), του Σαβέριου Βραχίμη (300 ψήφοι), του Εδουάρδου
Χατζηχάννα (259 ψήφοι), του Νίνου Γιαμάκη (177 ψήφοι) και του Πεππή Χριστοφή (81
ψήφοι)246· επανεκλέγηκε στις 27 Μαΐου 2001, λαμβάνοντας το 43,38% των ψήφων
(1.294), έναντι του Ιωάννη Πογιατζή (862 ψήφοι), του Γιαννάκη Μούσα (657 ψήφοι) και
του Εδουάρδου Χατζηχάννα (170 ψήφοι)247. Ο Αντώνης Χ” Ρούσος επανεξελέγη στις 21
Μαΐου 2006, εξασφαλίζοντας το 43,78% των ψήφων (1.344), έναντι του Ιωάννη Πογιατζή
(909 ψήφοι), του Γιαννάκη Μούσα (677 ψήφοι) και του Εδουάρδου Χατζηχάννα (140
ψήφοι)248· εκλέγηκε ξανά στις 22 Μαΐου 2011, λαμβάνοντας το 33,28% των ψήφων
(1.154), έναντι του Γιαννάκη Μούσα (925 ψήφοι), του Μενέλαου Πέτρου (588 ψήφοι),
του Ιωάννη Πογιατζή (466 ψήφοι) και του Αβραάμ Γεωργίου (335 ψήφοι)249.
iii. Χώροι εκπαίδευσης:
Η μαρωνιτική κοινότητα διαθέτει σήμερα το νηπιαγωγείο και το Δημοτικό Αγίου Μάρωνα
(Λακατάμια), τα οποία προσφέρουν νηπιακή/προδημοτική και δημοτική εκπαίδευση,
αντίστοιχα. Το νηπιαγωγείο λειτουργεί από το 1987 (μεταξύ 1987-1995 λειτουργούσε με
την ονομασία «Άγιος Αντώνιος»), ενώ το Δημοτικό από το 2002. Το κύριο μέσο
διδασκαλίας του νηπιαγωγείου/προδημοτικής και του Δημοτικού είναι η Ελληνική
γλώσσα. Τα σχολεία αυτά λειτουργούν με το ίδιο ακριβώς καθεστώς που έχουν τα
υπόλοιπα δημόσια σχολεία, καθώς και ως περιφερειακά, για τη φοίτηση Μαρωνιτών από
την ευρύτερη περιοχή της Λευκωσίας. Η φοίτηση σε αυτά είναι δωρεάν και δεν υπάρχουν
ιδιαίτερα κριτήρια για την εισαγωγή των μαθητών.
iv. Η Κυπρομαρωνιτική Αραβική:
Αν και στην πλειοψηφία τους οι Μαρωνίτες των τριών μικρότερων χωριών είναι
Ελληνόφωνοι, οι Κορμακιτιανοί είναι περήφανοι για τη ντοπιολαλιά τους, η οποία
υπήρχε ως ξεχωριστή διάλεκτος ήδη από το 12ο αιώνα. Μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα
είχε διατηρηθεί μόνο στον Κορμακίτη, λόγω της γεωγραφικής του απομόνωσης.
Μολονότι σήμερα η Κυπρομαρωνιτική Αραβική (ΚΜΑ) ομιλείται καθημερινά μόνο από τους
εγκλωβισμένους κάτοικους του Κορμακίτη, είναι κατανοητή από περίπου 1.200
Μαρωνίτες. Χαρακτηρίζεται δε ως χρυσωρυχείο για το μελετητή της σημιτικής
γλωσσολογίας, αφού - λόγω της απομόνωσής της από την κυρίως Αραβική - έχει
245.

Ως εκλογικά κέντρα είχαν οριστεί το Λύκειο Κύκκου Α’ και το Δημοτικό Σχολείο Περνέρα (Λευκωσία), το Δημοτικό
Σχολείο Κοτσιάτη, η Σχολή St. Mary’s (Λεμεσός), το Δημοτικό Σχολείο Αγίας Νάπας και το Γραφείο του Επάρχου
(Λάρνακα και Πάφος).
246. Ως εκλογικά κέντρα είχαν οριστεί το Λύκειο Κύκκου Α’, το Δημοτικό Σχολείο Περνέρα, το Λύκειο Αρχιεπισκόπου
Μακαρίου Γ’, το Γυμνάσιο Ανθουπόλεως και το Ελένειο Δημοτικό Σχολείο (Λευκωσία), το Δημοτικό Σχολείο
Κοτσιάτη, η Σχολή St. Mary’s (Λεμεσός), το Γραφείο της Υπηρεσίας Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών
(Λάρνακα), το Δημοτικό Σχολείο Αγίας Νάπας και το Γραφείο του Επάρχου (Πάφος).
247. Ως εκλογικά κέντρα είχαν οριστεί το Ενιαίο Λύκειο Κύκκου Α’, το Δημοτικό Σχολείο Περνέρα, το Λύκειο
Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ’ και το Γυμνάσιο Ανθουπόλεως (Λευκωσία), το Δημοτικό Σχολείο Κοτσιάτη, η Σχολή St.
Mary’s (Λεμεσός), το Γραφείο της Υπηρεσίας Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Λάρνακα) και το Γραφείο
του Επάρχου (Πάφος).
248. Ως εκλογικά κέντρα είχαν οριστεί το Ενιαίο Λύκειο Κύκκου Α’, το Δημοτικό Σχολείο Περνέρα, το Γυμνάσιο
Αγλαντζιάς και το Γυμνάσιο Ανθουπόλεως (Λευκωσία), το Κοινοτικό Ιατρείο Κοτσιάτη, η Σχολή St. Mary’s (Λεμεσός),
το Β’ Δημοτικό Σχολείο Αγίου Λαζάρου (Λάρνακα) και το Γραφείο του Επάρχου (Πάφος).
249. Ως εκλογικά κέντρα είχαν οριστεί το Ενιαίο Λύκειο Κύκκου Α’, το Δημοτικό Σχολείο Περνέρα, το Γυμνάσιο
Αγλαντζιάς και το Δημοτικό Σχολείο Αγίου Μάρωνα (Λευκωσία), το Κοινοτικό Ιατρείο Κοτσιάτη, η Σχολή St. Mary’s,
το Β’ Δημοτικό Σχολείο Αγίου Λαζάρου (Λάρνακα) και το Γραφείο του Επάρχου (Πάφος), ενώ συστάθηκε επίσης ειδικό
εκλογικό κέντρο στις Κεντρικές Φυλακές.

61

αναπτύξει ενδιαφέροντα γλωσσολογικά χαρακτηριστικά. Η ΚΜΑ συγγενεύει με τα
Αραμαϊκά, τη γλώσσα του Ιησού, γι’ αυτό και θεωρείται ως κληρονομιά του
Χριστιανισμού και χρησιμοποιείται στη μαρωνιτική Θεία Λειτουργία.
Επειδή για αιώνες δεν διέθετε γραπτή απόδοση, μεταφερόταν από στόμα σε στόμα. Με
τη διάδοση της Ελληνικής στον Κορμακίτη, οι Κορμακιτιανοί έγιναν δίγλωσσοι· ως
αποτέλεσμα της διασποράς τους στο ευρύτερο ελληνόφωνο περιβάλλον, λόγω της
προσφυγιάς, σήμερα κινδυνεύει με εξαφάνιση. Το 1993 η UNESCO την κατέταξε ως
σοβαρά απειλούμενη γλώσσα, όπως έκαμε και το 2002 το Συμβούλιο της Ευρώπης. Το
Δεκέμβριο του 2007 ιδρύθηκε η πλατφόρμα «Hki Fi Sanna» (Μίλα στη γλώσσα μας) και
παρουσιάστηκε το αλφάβητο250 της ΚΜΑ, το οποίο δημιούργησε ο Μαλτέζος
γλωσσολόγος Alexander Borg. Το Μάρτιο του 2008 συγκροτήθηκε από το Υπουργείο
Παιδείας και Πολιτισμού ειδική επιτροπή για την προστασία της. Τα τελευταία δεκαπέντε
χρόνια γίνονται εντατικές προσπάθειες για την αναβίωση και τη διάδοσή της, με θερινές
κατασκηνώσεις για την εκμάθησή της, τμήματα των μαρωνιτικών εφημερίδων γραμμένα
σε αυτήν και την έκδοση λεξικών και γραμματικής της ΚΜΑ.
v. Η θρησκευτική ταυτότητα των Μαρωνιτών:
Η Μαρωνιτική Εκκλησία ιδρύθηκε από τον Άγιο Μάρωνα (†410), ασκητή και συμμαθητή
του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου, και σήμερα αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του ανά
τον κόσμο Καθολικισμού. Ως Ανατολική Εκκλησία, όμως, έχει τυπικές διαφορές με τους
Ρωμαιοκαθολικούς και, παρά τη μακραίωνη κοινωνία με την Αγία Έδρα, δεν έχει
εκχωρήσει κανένα από τα προνόμιά της: εκλέγει τον Πατριάρχη και τους Αρχιεπισκόπους
της χωρίς την παρεμβολή της Ρώμης, ιερουργεί με το τυπικό της Αντιόχειας (Λειτουργία
του Αγίου Ιακώβου) και ακολουθεί το δικό της κανονικό δίκαιο.
Από το 517 η Μαρωνιτική Εκκλησία αναγνώρισε τον Πάπα ως επικεφαλής της. Μετά από
μακροχρόνια απομόνωση - λόγω της Αραβοκρατίας - το 1100 ο Μαρωνίτης Πατριάρχης
έλαβε το στέμμα και την αναγνώριση από τον Πάπα, ενώ το 1131 ο Πάπας αναγνώρισε
την ανεξαρτησία του Πατριαρχείου των Μαρωνιτών, το οποίο επιβεβαίωσε εκ νέου την
κοινωνία με την Αγία Έδρα το 1182. Άλλη μία επιβεβαίωση έγινε το 1445 με τη Σύνοδο
της Φλωρεντίας και το 1516 με την Ε’ Σύνοδο του Λατερανού. Έκτοτε, οι Μαρωνίτες
υιοθέτησαν τα σημερινά τους άμφια, εισήγαγαν τα αγάλματα στις εκκλησίες τους και ο
εκάστοτε Μαρωνίτης Πατριάρχης λαμβάνει μετά την εκλογή του το πάλλιον (λεπτό
υφασμάτινο περιλαίμιο) από τον Πάπα, ως ένδειξη της αποδοχής εκ μέρους του
τελευταίου. Από το 1606 οι Μαρωνίτες ακολουθούν το γρηγοριανό ημερολόγιο. Με τη
Σύνοδο του Λιβάνου (1736), αποφασίστηκε όπως στη Θεία Λειτουργία θα χρησιμοποιείται
άζυμος άρτος, η Θεία Κοινωνία θα χορηγείται στους λαϊκούς σε μία μόνο μορφή (όστια =
καθαγιασμένος άζυμος άρτος) και θα χρησιμοποιείται η έκφραση filioque (και εκ του
υιού) σε αναφορά στην εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος στο Σύμβολο της Πίστεως.
Λέγεται, όχι άδικα, πως η Μαρωνιτική Εκκλησία παρουσιάζει υβριδικά χαρακτηριστικά
ανάμεσα στην Ορθοδοξία και τον Καθολικισμό: όπως και οι Ορθόδοξοι, οι Μαρωνίτες
τρέφουν μεγάλο σεβασμό στις εικόνες, ενώ - όπως και οι Ρωμαιοκαθολικοί - δεν
διαθέτουν εικονοστάσι και στη Θεία Λειτουργία προτιμάται η ανθρώπινη φωνή, αλλά όχι
τα δυτικά μουσικά όργανα. Τα άμφια των ιερέων μοιάζουν με αυτά των Ορθοδόξων, ενώ
η Θεία Λειτουργία είναι ένα μίγμα Συριακής και Αραβικής, οι οποίες στην Κύπρο
παραμερίζονται προς όφελος της Ελληνικής. Όπως και στην Ορθόδοξη Εκκλησία, οι
ψάλτες είναι λαϊκοί, ενώ οι διάκονοι και οι ιερείς δεν είναι αναγκαστικά άγαμοι, μόνο οι
250. Το νεογενές αλφάβητο της Κυπρομαρωνιτικής Αραβικής αποτελείται από τα εξής γράμματα: A, B, C, D, Δ, E, F, Ġ,
Ċ, I, J, K, L, M, N, O, P, Θ, R, S, T, U, V, W, X, Y, Z, Ș.

62

Επίσκοποι· το ξύρισμα επαφίεται στην κρίση του ιερέα, ενώ το σύμβολο του σταυρού
σχηματίζεται και με τα πέντε δάκτυλα, από πάνω προς τα κάτω και από αριστερά προς
δεξιά. Αν και ανά τον κόσμο, οι Μαρωνίτες εορτάζουν το Πάσχα σύμφωνα με το
γρηγοριανό ημερολόγιο, στην Κύπρο το Πάσχα εορτάζεται μαζί με τους Ορθόδοξους, για
κοινωνικούς και άλλους λόγους.
Όπως προαναφέραμε, επικεφαλής της Μαρωνιτικής Εκκλησίας είναι κατά πρώτον ο
Ποντίφικας και κατά δεύτερον ο Πατριάρχης των Μαρωνιτών, ο οποίος εδρεύει στο
Μπεκερκέ του Λιβάνου. Η Αρχιεπισκοπή Μαρωνιτών Κύπρου υπάγεται απευθείας στον
Πατριάρχη των Μαρωνιτών.
vi. Αρχιεπισκοπή Μαρωνιτών και χώροι λατρείας:
Η Αρχιεπισκοπή Μαρωνιτών Κύπρου ιδρύθηκε το 1316 και έκτοτε διατηρούσε μια συνεχή
παρουσία στο νησί μας μέχρι και τις αρχές της Τουρκοκρατίας251. Από το 1673 μέχρι το
1988 η έδρα της βρισκόταν στο Λίβανο, ενώ τον εκάστοτε Αρχιεπίσκοπο εκπροσωπούσε
από το 1768 ο πρωθιερέας του Κορμακίτη, ο οποίος οριζόταν Γενικός Βικάριος και
Χωρεπίσκοπος252. Το Βικαριάτο βρίσκεται στη Λευκωσία από το 1897. Το 1988 η έδρα της
Αρχιεπισκοπής επέστρεψε στη Λευκωσία, ενδυναμώνοντας το θρησκευτικό συναίσθημα
της κοινότητας. Παραδοσιακά, η επαρχία της Κύπρου τελούσε υπό τη δικαιοδοσία του
Πατριαρχείου των Μαρωνιτών· ωστόσο, για διάφορους λόγους, κατά καιρούς βρισκόταν
υπό τους Φραγκισκανούς και Καπουτσίνους αδελφούς (1690-1759) και το Μητροπολίτη
Κυρηνείας (1759-1840). Η Αρχιεπισκοπή στεγάζεται σε ιδιόκτητο κτίριο στη Λευκωσία
(1977253, ο δεύτερος όροφος προστέθηκε το 1990). Ο θρησκευτικός ηγέτης της
κοινότητας είναι από το Δεκέμβριο του 2008 ο Αρχιεπίσκοπος και Μονσινιόρος Ιωσήφ
Σουέιφ, ενώ καθήκοντα Χωρεπισκόπου και Γενικού Βικαρίου ασκεί ο Αποστολικός
Πρωτονοτάριος Ιωάννης Ορφανού (από το 1989 ως Χωρεπίσκοπος και από το 1991 ως
Γενικός Βικάριος).
Σήμερα, στην ελεύθερη Κύπρο λειτουργεί ο καθεδρικός ναός της Παναγίας των Χαρίτων
στη Λευκωσία (17ος αιώνας)254, η εκκλησία του Αγίου Μάρωνα στην Ανθούπολη (1986)255,
η εκκλησία της Αγίας Μαρίνας στον Κοτσιάτη (1975)256, η εκκλησία του Αγίου Σιάρπελ
στη Λεμεσό (2003)257 και η εκκλησία της Αγίας Μαρίνας στα Κάτω Πολεμίδια (1974)258·
επιπλέον, υπάρχει το παρεκκλήσι του Αγίου Μάρωνα στο κτίριο της Αρχιεπισκοπής
251.

Για σχετικά πλήρη κατάλογο και βιογραφίες των Αρχιεπισκόπων Μαρωνιτών Κύπρου, βλέπε το βιβλίο Η ιστορία
των Μαρωνιτών της Κύπρου του Χωρεπισκόπου Ιωάννη Φοραδάρη (σελίδες 41-69).
252. Για σχετικά πλήρη κατάλογο και βιογραφίες των Χωρεπισκόπων Μαρωνιτών Κύπρου, βλέπε το βιβλίο Η ιστορία
των Μαρωνιτών της Κύπρου του Χωρεπισκόπου Ιωάννη Φοραδάρη (σελίδες 70-71).
253. Πριν το κτίριο αυτό στεγάσει την Αρχιεπισκοπή Μαρωνιτών Κύπρου, στέγαζε το Οικοτροφείο των Μαρωνιτών.
254. Η εκκλησία αυτή κτίστηκε αρχικά το 17ο αιώνα - σύμφωνα με τη μαρωνίτικη παράδοση, σε αντικατάσταση της
αρχικής εκκλησίας των Μαρωνιτών του Αγίου Ιωάννη, την οποία κατέλαβαν οι Τούρκοι. Το 1886 ανακαινίστηκε και
το 1888 αναστηλώθηκε, ωστόσο έλαβε τη σημερινή της μορφή μεταξύ 1959-1961, όταν ξανακτίστηκε με βοήθεια από
τη βρετανική κυβέρνηση· προτού δοθεί η βοήθεια αυτή, οι Μαρωνίτες είχαν ζητήσει από την αποικιακή κυβέρνηση να
τους παραχωρηθεί η Καστελλιώτισσα, κάτι το οποίο δεν ήταν δυνατό, καθώς αυτή χαρακτηρίζεται ως αρχαίο μνημείο.
Τα εγκαίνια και ο καθαγιασμός του καθεδρικού ναού τελέστηκαν στις 28 Οκτωβρίου 1961 από τον Αρχιεπίσκοπο
Μαρωνιτών Κύπρου, Ηλία Φαράχ. Σημαντική αποκατάσταση έγινε το 2010.
255. Η εκκλησία κτίστηκε μεταξύ 1985-1986. Ο καθαγιασμός της τελέστηκε στις 7 Δεκεμβρίου 1986 από τον
Αρχιεπίσκοπο Μαρωνιτών Κύπρου, Ιωσήφ Μπεσιάρα.
256. Η εκκλησία διαμορφώθηκε το 1975 σε υπό κατασκευή οικία. Έλαβε τη σημερινή της μορφή το 1990, μετά από
επέκταση και ανύψωση, με οικονομική βοήθεια από την Κυπριακή Δημοκρατία. Το 2001 έγινε σημαντική ανακαίνιση.
Ο καθαγιασμός της τελέστηκε στις 17 Μαρτίου 2002 από τον Αρχιεπίσκοπο Μαρωνιτών Κύπρου, Πέτρο Τζεμάγιελ.
257. Η εκκλησία του Αγίου Σιάρπελ κτίστηκε μεταξύ 1996-2003. Η κατάθεση της θεμέλιας λίθου της έγινε στις 18
Μαΐου 1996 από τον Πρόεδρο Γλαύκο Κληρίδη, τα εγκαίνιά της έγιναν το 2000 και ο καθαγιασμός της στις 25
Ιανουαρίου 2003 από τον Αρχιεπίσκοπο Μαρωνιτών Κύπρου, Πέτρο Τζεμάγιελ. Να αναφέρουμε ότι η αίθουσα
εκδηλώσεων στο πλάι της εκκλησίας εγκαινιάστηκε στις 13 Νοεμβρίου 2003, επίσης από τον Αρχιεπίσκοπο
Μαρωνιτών Κύπρου, Πέτρο Τζεμάγιελ.
258. Η εκκλησία ουσιαστικά αποτελεί την αναδιαμόρφωση ενός μικρού τουρκοκυπριακού κινηματογράφου.

63

(2001)259. Στη Λάρνακα, οι Μαρωνίτες εκκλησιάζονται στη λατινική Μονή του Αγίου
Ιωσήφ260. Χάρη στην ευγενή παραχώρηση του τέως Μητροπολίτη Πάφου Χρυσόστομου,
οι Μαρωνίτες της Πάφου και της Πόλεως Χρυσοχούς χρησιμοποιούν σε τακτά διαστήματα
τις εκκλησίες της Χρυσοπολίτισσας (από το 1987)261 και του Αγίου Δημητρίου (από το
2006)262, αντίστοιχα. Στον Κοτσιάτη βρίσκεται το μετόχι της Μονής του Προφήτη Ηλία
(2006)263, με το ομώνυμο παρεκκλήσι (επίσης 2006). Να αναφέρουμε, επίσης, ότι στην
Ακρόπολη λειτουργεί από το 2007 η μονή και το παρεκκλήσι της Αγίας Ρεβέκκας264 και
ότι στο Μαρκί βρίσκεται υπό ανέγερση η εκκλησία της Παναγίας του Μαρκί265.
Στις τουρκοκρατούμενες περιοχές λειτουργεί τακτικά ο καθεδρικός ναός του Αγίου
Γεωργίου στον Κορμακίτη (1933)266, ο παλαιός ναός του Αγίου Γεωργίου στον Κορμακίτη
(1534, σήμερα χρησιμοποιείται από τις καλογριές)267, η εκκλησία του Αρχαγγέλου
Μιχαήλ στον Ασώματο (1774)268, η εκκλησία του Τιμίου Σταυρού στην Καρπάσια (15ος
αιώνας)269 και, από μία φορά το χρόνο, το παρεκκλήσι του Αγίου Γεωργίου του Κόρνου
στον Κορμακίτη (1852)270, το παρεκκλήσι της Παναγίας στον Κορμακίτη (1453)271, το
παρεκκλήσι της Παναγίας στην Καμπυλή (13ος αιώνας)272 και, μόλις από το 2006 και το
2010, το Μοναστήρι του Προφήτη Ηλία στην Αγία Μαρίνα (1735)273 και η νέα εκκλησία
259.

Το παρεκκλήσι κατασκευάστηκε με δωρεά του Μαρωνίτη τέως Βουλευτή Ιωσήφ Γιαμάκκη· ο καθαγιασμός του
τελέστηκε στις 23 Δεκεμβρίου 2001 από τον Αρχιεπίσκοπο Μαρωνιτών Κύπρου, Πέτρο Τζεμάγιελ. Εκεί τελείται
καθημερινά Θεία Λειτουργία.
260. Ωστόσο, αξίζει να αναφέρουμε ότι οι Μαρωνίτες της πόλης του Ζήνωνα διέθεταν παλαιότερα μια μικρή εκκλησία
του Αγίου Ιωσήφ, η οποία λειτουργούσε στην οικία του Giuseppe Cirilli από το 1867 μέχρι και το 1941. Στη συνέχεια,
η εκκλησία σταμάτησε να λειτουργεί, ενώ γύρω στο 1965 πωλήθηκε και σήμερα είναι χώρος στάθμευσης.
261. Αρχικά τους είχε παραχωρηθεί το εκκλησάκι του Αγίου Αντωνίου (1978-1985). Στην αρχή, τη Λειτουργία
τελούσαν Αυστριακοί ειρηνευτές που βρίσκονταν στο στρατώνα του Αποστόλου Βαρνάβα, ενώ από το 1980 τη
Λειτουργία τελούσαν Φραγκισκανοί από τη Λεμεσό. Με την αύξηση του αριθμού των ενοριτών, χρειαζόταν
μεγαλύτερος χώρος, γι’ αυτό και μεταξύ 1985-1986 χρησιμοποιείτο το ξενοδοχείο Annabelle.
262. Αρχικά τους είχε παραχωρηθεί η εκκλησία του Αγίου Νικολάου (1992), ωστόσο λόγω της αποκατάστασής της, από
το 2006 χρησιμοποιείται η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου.
263. Η ανέγερση της μονής ξεκίνησε το 1993, ωστόσο σταμάτησε το 1995 για να ξαναρχίσει το 2003 και να
ολοκληρωθεί το 2006.
264. Η μονή οικοδομήθηκε μεταξύ 2004-2007 και εγκαινιάστηκε στις 17 Δεκεμβρίου 2008 από τον Αρχιεπίσκοπο
Μαρωνιτών Κύπρου, Πέτρο Τζεμάγιελ, και φιλοξενεί αδελφές του Λιβάνιου Τάγματος των Καλογριών του Αγίου
Αντωνίου. Οι πληροφορίες οφείλονται στην Ελενίτσα Χατζηπαύλου, την οποία και ευχαριστούμε ιδιαίτερα.
265. Η γη παραχωρήθηκε από την κυβέρνηση και ο θεμέλιος λίθος τοποθετήθηκε στις 12 Φεβρουαρίου 2012 από το
Μαρωνίτη Πατριάρχη Αντιοχείας και Πάσης Ανατολής, Μπεσιάρα Μπούτρος Αλ-Ράχι.
266. Η εκκλησία άρχισε να κτίζεται μεταξύ 1900-1905, με αργούς ρυθμούς, ωστόσο το ουσιαστικό κτίσιμο έγινε μεταξύ
1910-1933. Τα εγκαίνια και τον καθαγιασμό της εκκλησίας τέλεσε ο Αρχιεπίσκοπος Μαρωνιτών Κύπρου, Παύλος
Αουάτ, στις 20 Οκτωβρίου 1933. Το δεύτερο κωδωνοστάσιο κτίστηκε το 1941. Μεταξύ 1996-1997 έγινε επιδιόρθωση
και το 2005 έγινε ανακαίνιση του ναού.
267. Η σημερινή εκκλησία κτίστηκε το 1936. Προηγουμένως, η παλαιά εκκλησία χρησιμοποιόταν ως η κύρια εκκλησία.
268. Η εκκλησία επισκευάστηκε το 1877 και ανακαινίστηκε πλήρως το 1896, ενώ το 1906 κτίστηκε το καμπαναριό. Το
1950 έγινε επέκταση της εκκλησίας, το 1956 επιδιόρθωση και το 2005 ανακαίνιση.
269. Η εκκλησία έτυχε μερικής αποκατάστασης το 1894 και ανακαινίστηκε πλήρως το 1924.
270. Το παρεκκλήσι επιδιορθώθηκε μεταξύ 1997-1998 και ανακαινίστηκε το 2002. Λειτουργείται στις 3 Νοεμβρίου
εκάστου έτους (γιορτή Αγίου Γεωργίου του Σπόρου).
271. Το 2002 αναστηλώθηκε, ενώ μεταξύ 2010-2011 έγινε μερική αποκατάσταση του ναού. Λειτουργείται την τελευταία
Κυριακή του Μαΐου (Στέψη της Παναγίας) και στις 15 Αυγούστου εκάστου έτους.
272. Το παρεκκλήσι αποκαταστάθηκε γύρω στο 1850. Το 1956 επιδιορθώθηκε σημαντικά, ενώ το 1993 - όταν
πρωτολειτούργησε μετά το 1963 - έγινε μερική αποκατάσταση του ναού. Σημαντική αναστήλωση έλαβε χώρα μεταξύ
2008-2009. Τα εγκαίνια της ανακαινισμένης εκκλησίας τελέστηκαν στις 8 Δεκεμβρίου 2009 από τον Αρχιεπίσκοπο
Μαρωνιτών Κύπρου, Ιωσήφ Σουέιφ. Λειτουργείται στις 15 Αυγούστου εκάστου έτους (Κοίμηση της Θεοτόκου).
273. Η Μονή του Προφήτη Ηλία ιδρύθηκε το 1735 στην Αγία Μαρίνα Σκυλλούρας και έκτοτε αποτελούσε το
πνευματικό κέντρο της μαρωνιτικής κοινότητας. Το 1901 κτίστηκε η δυτική πτέρυγα της μονής, ενώ το 1928 κτίστηκε
μικρό ξωκλήσι του Προφήτη Ηλία δίπλα στη μονή. Για τις ανάγκες της μοναστικής κοινότητας, την περίοδο 19431944 κτίστηκε καινούργιο ησυχαστήριο βορειοδυτικά της μονής, η οποία διέθετε τεράστιες εκτάσεις γης, γύρω στις
3.700 σκάλες, μεγάλο τμήμα των οποίων ήσαν καλλιεργήσιμες. Κατά την τουρκική εισβολή του 1974, το μοναστήρι
και η γύρω περιοχή βομβαρδίστηκαν και, έκτοτε, αποτελούν τμήμα στρατιωτικής περιοχής, βουβό και
εγκαταλελειμμένο. Μετά από διάφορες παρεμβάσεις, το κατοχικό καθεστώς επέτρεψε για πρώτη φορά την επίσκεψη
στο μοναστήρι στις 23 Ιουλίου 2006 και ξανά στις 20 Ιουλίου 2008, 19 Ιουλίου 2009, 18 Ιουλίου 2010, 24 Ιουλίου
2011, 11 Φεβρουαρίου 2012 και 22 Ιουλίου 2012.

64

της Αγίας Μαρίνας στο ομώνυμο χωριό (1972)274, αντίστοιχα. Αλειτούργητες παραμένουν
η παλαιά εκκλησία της Αγίας Μαρίνας στο ομώνυμο χωριό (1650, απρόσιτη), η εκκλησία
της Ιεράς Καρδίας του Ιησού στην Αμμόχωστο (1900, βρίσκεται στην περιφραγμένη
περιοχή)275, το παρεκκλήσι του Αγίου Αντωνίου στην Κυθρέα (1955, είναι ερειπωμένο)276,
το παρεκκλήσι του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού στο Βουνό (1518, χρησιμοποιείται ως
«μουσείο»)277 και το παρεκκλήσι της Παναγίας του Μαρκί στην Καμπυλή (1636, είναι
ερειπωμένο)278. Σώζονται, επίσης, τα ερείπια των ναών του Προφήτη Ηλία (Αγία Μαρίνα:
1508) και του Αγίου Ιωάννη του Κοκκινόκρεμμου στο Φλούδι (Αγία Μαρίνα: 12ος αιώνας).
vii. Χώροι ανάπαυσης:
Στις ελεύθερες περιοχές η μαρωνιτική κοινότητα διαθέτει ένα κοιμητήριο στην περιοχή
των Αγίων Τριμιθιάς (1979)279 και ένα κοιμητήριο στον Άγιο Αθανάσιο (1998)280· στις
τουρκοκρατούμενες περιοχές υπάρχουν από δύο κοιμητήρια στον Κορμακίτη (το νέο από
το 1946), στην Αγία Μαρίνα (το νέο από το 1955) και στον Ασώματο (το νέο από το 1911),
και ένα κοιμητήριο στην Καρπάσια. Μεταξύ 1957-1974 λειτουργούσε, επίσης, ένα
κοιμητήριο στον Άγιο Δομέτιο (περιοχή Σχολής Γρηγορίου), κοινό με τους Λατίνους, το
οποίο σήμερα συνορεύει με τη γραμμή Αττίλα και βρίσκεται στο έλεος της φύσης.
Παλαιότερα, η μαρωνιτική κοινότητα διέθετε και κοιμητήριο στην Αμμόχωστο281.
viii. Μνημεία:
Η μαρωνιτική κοινότητα διαθέτει σήμερα τα εξής μνημεία: α) στον περίβολο του
καθεδρικού ναού του Αγίου Γεωργίου στον Κορμακίτη υπάρχει το μαρμάρινο άγαλμα του
Αγίου Ιωσήφ με το Χριστό (1948)282, β) στον περίβολο της εκκλησίας του Αγίου Μάρωνα
στην Ανθούπολη βρίσκεται το μαρμάρινο Μνημείο των Πεσόντων και Αγνοουμένων
Μαρωνιτών (2002)283 και το μαρμάρινο άγαλμα της Παναγίας (2010)284, γ) στον περίβολο
της Αρχιεπισκοπής στην Ακρόπολη βρίσκονται οι ορειχάλκινες προτομές285 του
274. Η εκκλησία κτίστηκε μεταξύ 1971-1972 και λειτούργησε για δύο μόνο χρόνια. Ωστόσο, τα θεμέλιά της τέθηκαν το
1957. Μετά την τουρκική εισβολή του 1974, το κατοχικό καθεστώς επέτρεψε την τέλεση της Θείας Λειτουργίας για
πρώτη φορά στις 17 Ιουλίου 2010 και ξανά στις 17 Ιουλίου 2011, 11 Φεβρουαρίου 2012 και 17 Ιουλίου 2012.
275. Η εκκλησία αυτή ανήκε στη μαρωνιτική κοινότητα, ωστόσο τη λειτουργούσαν Φραγκισκανοί ιερείς. Εδώ θα
πρέπει να αναφέρουμε ότι στην παλαιά Αμμόχωστο υπάρχει η μαρωνιτική εκκλησία της Αγίας Άννας, η οποία
κτίστηκε λίγο μετά το 1311· για λόγους που μας διαφεύγουν - πιθανώς λόγω της απόστασης - δεν ζητήθηκε η χρήση
αυτής της εκκλησίας (όπως έγινε με τους Αρμένιους), αλλά κτίστηκε η μικρή εκκλησία το 1900.
276. Το εκκλησάκι αυτό κτίστηκε 500 μέτρα από την αρχική τοποθεσία του μεσαιωνικού παρεκκλησιού του Αγίου
Αντωνίου, το οποίο είχε καταστραφεί από σεισμό το 1952.
277. Το εκκλησάκι επιδιορθώθηκε κατά τη δεκαετία του 1950.
278. Το 1969 επιδιορθώθηκε σημαντικά. Μετά την τουρκική εισβολή του 1974, ο γύρω χώρος έγινε στρατόπεδο.
279. Καθώς το εν λόγω κοιμητήριο είναι σχεδόν πλήρες, αναμένεται σύντομα να παραχωρηθεί στην κοινότητα κρατική
γη στο Μαρκί για την ανέγερση του νέου κοιμητηρίου Μαρωνιτών Λευκωσίας.
280. Το κοιμητήριο αυτό χρησιμοποιείται σήμερα και από τη λατινική παροικία της Λεμεσού, καθώς το λατινικό
κοιμητήριο της πόλης είναι πλήρες.
281. Φαίνεται ότι από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι το 1905 χρησιμοποιόταν ένας μικρός χώρος ταφής στην
Αμμόχωστο, ενώ από το 1906 μέχρι το 1966 - όταν ο χώρος αγοράστηκε από την εκκλησιαστική επιτροπή της
εκκλησίας του Τιμίου Σταυρού - χρησιμοποιόταν χώρος δίπλα από το παλαιό κοιμητήριο της ενορίας του Σταυρού·
αρχικά, ο χώρος ήταν 2 προστάθια, ωστόσο το 1908 μεγάλωσε λίγο περισσότερο, για να καλύψει τις ανάγκες της
μαρωνιτικής παροικίας. Είναι ο ίδιος χώρος τον οποίο χρησιμοποιούσε και η αρμενική παροικία της Αμμοχώστου.
282. Το άγαλμα ήταν δωρεά του Χωρεπισκόπου Ιωάννη Φοραδάρη, ο οποίος το αποκάλυψε στις 21 Μαρτίου 1948.
283. Το συγκεκριμένο μνημείο, πρωτοβουλία του Εκπροσώπου Αντώνη Χ” Ρούσου, χρηματοδοτήθηκε από την Κυπριακή
Δημοκρατία. Τα αποκαλυπτήρια τέλεσε ο Υπουργός Άμυνας, Σωκράτης Χάσικος, στις 29 Σεπτεμβρίου 2002.
284. Το άγαλμα αποτελεί δωρεά του Εκπροσώπου Αντώνη Χ” Ρούσου. Δεν έχουν τελεστεί αποκαλυπτήρια.
285. Οι δύο αυτές προτομές ανεγέρθηκαν με δαπάνη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αρχικά θα τοποθετούνταν στο
προαύλιο του Δημοτικού Σχολείου «Άγιος Μάρωνας», καθώς οι δύο τους - Χωρεπίσκοπος Ιωάννης Φοραδάρης και
Εκπρόσωπος Ιωάννης Μαυρίδης - είχαν ζητήσει επίσημα για πρώτη φορά στις 10 Φεβρουαρίου 1981 από τον Πρόεδρο
Σπύρο Κυπριανού την παραχώρηση γης για την ανέγερση Δημοτικού Σχολείου Μαρωνιτών στις ελεύθερες περιοχές.
Ωστόσο, στην πορεία αποφασίστηκε όπως οι προτομές ανεγερθούν στο προαύλιο της Αρχιεπισκοπής Μαρωνιτών
Κύπρου, όπως και έγινε. Τα αποκαλυπτήρια των δύο προτομών τέλεσε ο Υπουργός Παιδείας και Πολιτισμού, Άκης
Κλεάνθους, στις 21 Απριλίου 2007.

65

Χωρεπισκόπου Ιωάννη Φοραδάρη286 και του Εκπροσώπου Ιωάννη Μαυρίδη287 (2007), δ)
σε αυλή στον Κορμακίτη υπάρχει το μαρμάρινο άγαλμα του Αγίου Σιάρπελ288 (2008), ε)
στο κοιμητήριο του Κορμακίτη, απέναντι από τον τάφο του, βρίσκεται η μπρούντζινη
προτομή του πατρός Αντώνη Τερζή289 (2009), στ) στο προαύλιο της εκκλησίας της
Παναγίας στον Κορμακίτη υπάρχει το μαρμάρινο άγαλμα της Παναγίας (2009)290, ζ) στον
περίβολο της εκκλησίας του Αγίου Σιάρπελ στη Λεμεσό υπάρχει το μαρμάρινο άγαλμα
του Αγίου Σιάρπελ (2009)291 και η) στην κεντρική πλατεία του Κορμακίτη υπάρχει το
μαρμάρινο γλυπτό που απεικονίζει τον ιστό ενός καραβιού (2012)292.
ix. Σωματεία, ιδρύματα, αθλητισμός και προσκοπισμός:
Η μαρωνιτική κοινότητα διαθέτει σήμερα τα εξής σωματεία και οργανισμούς: α) την
Ένωση Νέων Ασωμάτου (ΕΝΑ) (Λευκωσία: 1951), β) τον Κέδρο Αγίας Μαρίνας
Σκυλλούρας (Κοτσιάτης: 1967), γ) την Ένωση Νέων Τιμίου Σταυρού Καρπάσιας
(Λευκωσία: 1972), δ) το Κέντρο Νεότητας Μαρωνιτών Κάτω Πολεμιδιών (ΚΝΜ)
(Λεμεσός: 1984), ε) την Ένωση Μαρωνιτών Ανθούπολης (ΕΜΑ) (Λευκωσία: 1987), στ)
την Καθολική Νεολαία Μαρωνιτών Κύπρου (ΚΝΜΚ) (Λευκωσία: 1988), ζ) το Σωματείο
«Ο Κορμακίτης» (Λευκωσία: 1992), η) το Σύνδεσμο Εκτοπισθέντων Αγίας Μαρίνας «Η
επιστροφή» (Λευκωσία: 2006), θ) τους Παλαίμαχους Κορμακίτη (Λευκωσία: 2007), ι)
την Κίνηση Γυναικών Ασωμάτου (Λευκωσία: 2007), ια) τον Πολιτιστικό Όμιλο
Ασωμάτου «Αρχάγγελος Μιχαήλ» (Λευκωσία: 2009) και ιβ) το Maronite Youth Link
(Λευκωσία: 2011). Στη Λευκωσία, επίσης, δραστηριοποιούνται ο Σύνδεσμος Μαρωνιτών
Επιστημόνων Κύπρου (1996), η Κοινοτική Χορωδία Μαρωνιτών Κύπρου (1997), η
Πολιτιστική Ομάδα «Κέρμια Ztite» (2006), το Ιστορικό και Πολιτιστικό Κέντρο
Μαρωνιτών (2007), ο Μουσικός Όμιλος Μαρωνιτών Κύπρου (2007), το Σωματείο για
την Κληρονομιά «Kormakitis Trust» (2007), το Σωματείο «Hki Fi Sanna» (2007) και η
Χορωδία «Η μελωδία των Νέων» (2010).
Η ποδοσφαιρική ομάδα του Κέδρου Αγίας Μαρίνας Σκυλλούρας (1967) διαγωνίζεται στην
α’ κατηγορία του πρωταθλήματος της ΕΠΟΠΛ, η ποδοσφαιρική ομάδα του Σωματείου «Ο
Κορμακίτης» (1992) συμμετέχει στην α’ κατηγορία του πρωταθλήματος ΕΠΟΠΛ, οι
ποδοσφαιρικές ομάδες της ΕΜΑ (1987) και της ΕΝΑ (1951) συμμετέχουν στην α’ και β’
286. Ο Χωρεπίσκοπος Ιωάννης Φοραδάρης (1909-2000) υπήρξε μαθητής σε ιεροσπουδαστήριο του Λιβάνου και
φοιτητής θεολογίας και φιλοσοφίας στο Γρηγοριανό Πανεπιστήμιο της Ρώμης. Χειροτονήθηκε ιερέας το 1933,
Γενικός Βικάριος το 1939 και Χωρεπίσκοπος το 1957. Ηγετική φυσιογνωμία της μαρωνιτικής κοινότητας, υπηρέτησε
ως Γενικός Βικάριος και Χωρεπίσκοπος μέχρι το 1990.
287. Ο Ιωάννης Μαυρίδης (1922-1992) υπηρέτησε ως Εκπρόσωπος της μαρωνιτικής κοινότητας κατά την περίοδο 19601981 και 1986-1991, ενώ διατέλεσε για μικρό διάστημα και εγκλωβισμένος στο χωριό του, τον Κορμακίτη. Υπήρξε
ηγετική φυσιογνωμία και μεγάλος ευεργέτης της μαρωνιτικής κοινότητας.
288. Ο νεοφανής Άγιος Σιάρπελ (1828-1898) έγινε δόκιμος και στη συνέχεια εκάρη μοναχός το 1851 και το 1862,
αντίστοιχα. Από το 1875 μέχρι και το θάνατό του, έζησε ως ασκητής και ερημίτης. Οσιοποιήθηκε το 1965 και
ανακηρύχθηκε Άγιος της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας το 1977. Τα αποκαλυπτήρια του αγάλματος, δωρεάς του
Εκπροσώπου Αντώνη Χ” Ρούσου, τέλεσε στις 9 Αυγούστου 2008 ο ιερέας Ιωσήφ Σκέντερ.
289. Ο πατήρ Αντώνης Τερζής (1907-2007) χειροτονήθηκε ιερέας το 1931 και υπηρέτησε στη Λάρνακα και την
Αμμόχωστο μέχρι το 1932, όταν μετατέθηκε στον Ασώματο. Μεταξύ 1942-2001 υπηρέτησε ως ιερέας και πρωθιερέας
του Κορμακίτη. Υπήρξε βιβλική μορφή και παράγοντας συσπείρωσης των εγκλωβισμένων Μαρωνιτών. Την προτομή,
δωρεά της οικογένειας Τερζή, αποκάλυψαν ο Αρχιεπίσκοπος Μαρωνιτών Κύπρου, Ιωσήφ Σουέιφ, και ο Εκπρόσωπος
Αντώνης Χ” Ρούσος στις 9 Φεβρουαρίου 2009.
290. Τα αποκαλυπτήρια του αγάλματος και τα εγκαίνια του παρακείμενου πάρκου τελέστηκαν στις 23 Μαΐου 2009 από
τους νυν και τέως Αρχιεπισκόπους Μαρωνιτών Κύπρου, Ιωσήφ Σουέιφ και Πέτρο Τζεμάγιελ. Το άγαλμα αποτελεί
δωρεά του Εκπροσώπου Αντώνη Χ” Ρούσου.
291. Τα αποκαλυπτήρια του αγάλματος, το οποίο αποτελεί δωρεά του Εκπροσώπου Αντώνη Χ” Ρούσου, τέλεσε ο
Αρχιεπίσκοπος Μαρωνιτών Κύπρου, Ιωσήφ Σουέιφ, στις 18 Ιανουαρίου 2009.
292 Ο συμβολισμός παραπέμπει στην άφιξη των κατοίκων του Κορμακίτη από το χωριό Κουρ του Λιβάνου. Το γλυπτό
είναι δωρεά Λιβανέζων Μαρωνιτών (Rami Samir Chidiac, Claude Youssef Sfeir, Emile Anthony Issa El Khoury,
Dany Hassan Moustafa) και του Μάριου Χ” Ρούσου. Τα αποκαλυπτήριά του τέλεσε ο Μαρωνίτης Πατριάρχης
Αντιοχείας και Πάσης Ανατολής, Μπεσιάρα Μπούτρος Αλ-Ράχι, στις 11 Φεβρουαρίου 2012.

66

κατηγορία του πρωταθλήματος της ΕΠΟΠΛ, αντίστοιχα, ενώ η ποδοσφαιρική ομάδα των
Παλαίμαχων Κορμακίτη (2007) διαγωνίζεται στη β’ κατηγορία του ερασιτεχνικού
πρωταθλήματος της ΕΠΟΠΛ. Στον τομέα του προσκοπισμού υπάρχει το 99ο Σύστημα
Προσκόπων Κύπρου (1959-1964 και 1996-σήμερα).
Υπάρχουν, επίσης, όλα στη Λευκωσία, η Φιλανθρωπική Οργάνωση - Κοινωνία
«Κάριτας» Κύπρου (1963), το κυπριακό παράρτημα του Κινήματος «Πίστη και Φως»
(1986), το Ίδρυμα Ευημερίας Μαρωνιτών Κύπρου (1996), το Ίδρυμα «Άγιος Αντώνιος»
(1998), το Συνεργατικό Ταμιευτήριο ΑΜΚΚΑ (Αγίας Μαρίνας, Κορμακίτη, Καρπάσιας,
Ασώματου) (1998), το Ίδρυμα Χωρεπισκόπου Ιωάννη Φοραδάρη (2000), το Ίδρυμα
Πρόνοιας και Ανάπτυξης Μαρωνιτών Κύπρου (2006) και το Θεολογικό Κέντρο «Άγιος
Εφραίμ» (2009). Το Ίδρυμα «Άγιος Αντώνιος» διαχειρίζεται τη Στέγη Ευγηρίας «Άγιος
Αντώνιος» (Λευκωσία: 2001), η οποία φιλοξενεί και Ελληνοκύπριους ηλικιωμένους. Να
αναφέρουμε, τέλος, ότι στον Κορμακίτη λειτουργεί εκκλησιαστικό μουσείοεικονοσκευοφυλάκιο (2010)293 και λαογραφικό μουσείο (2012)294.
x. Μέσα ενημέρωσης:
Η μαρωνιτική κοινότητα διαθέτει σήμερα295 τα εξής μέσα μαζικής ενημέρωσης: α)
εβδομαδιαία ραδιοφωνική εκπομπή από το α’ πρόγραμμα του ΡΙΚ (1999), β) τη μηνιαία
εφημερίδα «Κοινοτικό Βήμα» (Ιανουάριος 2000) και γ) τη μηνιαία εφημερίδα «Τύπος των
Μαρωνιτών» (Νοέμβριος 2001). Στο Διαδίκτυο, υπάρχουν ιστοσελίδες που είναι
αφιερωμένες στα μαρωνίτικα χωριά (www.kormakitis.net, www.asomatos.com,
www.ayiamarina.com και www.karpasha.com), οι οποίες ταυτόχρονα παρέχουν και
γενική ενημέρωση για τη μαρωνιτική κοινότητα· η τελευταία λειτουργεί και ως
ενημερωτικό δελτίο. Καθαρά ενημερωτικής φύσεως είναι οι ιστοσελίδες
www.maroniteforum.com, η οποία λειτουργεί και ως ενημερωτικό δελτίο, και
www.ayiamarinapress.com. Υπάρχουν, επίσης, ιστοσελίδες για τους διάφορους
μαρωνίτικους οργανισμούς, η ιστοσελίδα www.maronitesitv.tv, που περιέχει πλούσιο
οπτικοακουστικό υλικό, και η ιστοσελίδα www.maronitesradio.com.
Η επίσημη ιστοσελίδα της κοινότητας είναι από το 2009 η www.maronitesofcyprus.com,
ενώ από το 2010 λειτουργεί και η ιστοσελίδα της Αρχιεπισκοπής Μαρωνιτών Κύπρου,
www.maronitearcheparchy.org.cy.
ζ. Οι Λατίνοι της Κύπρου.
i. Ιστορία:
Φραγκοκρατία-Ενετοκρατία: Υπάρχει ένας μακρύς δεσμός
ανάμεσα στους Λατίνους και την Κύπρο, που χρονολογείται
στο 1126, όταν προνομιούχοι έμποροι από τη Βενετία και
τη Γένοβα εγκαταστάθηκαν στο νησί μας. Ωστόσο, η
πραγματική ιστορία της λατινικής κοινότητας στην Κύπρο
ξεκίνησε το 1192, όταν ο τιτουλάριος Φράγκος Βασιλιάς
της Ιερουσαλήμ, Γκυ ντε Λουζινιάν, αγόρασε το νησί από
το σταυροφόρο Βασιλιά της Αγγλίας, Ριχάρδο Α’ το Λεοντόκαρδο, ο οποίος το είχε
καταλάβει το 1191. Στην προσπάθειά του να εγκαθιδρύσει ένα δυτικού τύπου
293.

Τα εγκαίνια του εκκλησιαστικού μουσείου-σκευοφυλακίου τέλεσαν στις 9 Μαΐου 2010 ο Αρχιεπίσκοπος Μαρωνιτών
Κύπρου, Ιωσήφ Σουέιφ, και ο Αναστάσιος Π. Λεβέντης, Πρόεδρος του Ιδρύματος «Αναστάσιος Γ. Λεβέντης».
294. Τα εγκαίνια του λαογραφικού μουσείου τέλεσα στις 11 Φεβρουαρίου 2012 ο Εκπρόσωπος Αντώνης Χ” Ρούσος, η
Alessandra Viezzer (EU Project Support Office) και η Tiziana Zennaro (UNDP-PFF).
295. Παλαιότερα, κυκλοφορούσε το περιοδικό «Κρίκος» (1979-1986), η εφημερίδα «Βήμα Μαρωνιτών» (1993-2000) και
το ενημερωτικό δελτίο «Η Φωνή της Αρχιεπισκοπής των Μαρωνιτών Κύπρου» (1989-1997). Το «Κοινοτικό Βήμα»
αποτελεί μετεξέλιξη του «Βήματος των Μαρωνιτών», στο οποίο εμφανιζόταν ως ένθετο από το 1997.

67

φεουδαρχικό βασίλειο, ο νέος κυρίαρχος της Κύπρου έστειλε απεσταλμένους στη Δυτική
Ευρώπη, την Κιλικία και το Λεβάντε, προσκαλώντας αστούς, ευγενείς, ιππότες και
πολεμιστές· στη συνέχεια, έλαβε χώρα μια μαζική μετανάστευση Ρωμαιοκαθολικών
Χριστιανών και άλλων λαών, στους οποίους δόθηκαν απλόχερα φέουδα, τιμάρια και
προνόμια.
Το 1196 ιδρύθηκε η Λατινική Αρχιεπισκοπή στη Λευκωσία, μαζί με τρεις Μητροπόλεις
(Αμμόχωστος, Λεμεσός και Πάφος). Ως αποτέλεσμα, καθ’ όλη τη διάρκεια της
Φραγκοκρατίας και της Ενετοκρατίας (1192-1489 και 1489-1570, αντίστοιχα), κατέφθασε
αριθμός λατινικών θρησκευτικών ταγμάτων296: Αυγουστινιανοί, Βενεδικτίνοι, Δομινικανοί,
Καρθουσιανοί, Καρμελίτες, Κιστερκιανοί, Οψερβαντίνοι, Πρεμονστρατενσιανοί (ιδρυτές
του φημισμένου Αββαείου του Μπέλλα-Πάις), Σταυροφόροι και Φραγκισκανοί, καθώς και
τα θρησκευτικοστρατιωτικά τάγματα των Ιωαννιτών, των Ναϊτών, των Θωμαϊτών και των
Τευτόνων· οι Ιωαννίτες (Οσπιτάλιοι) και οι Ναΐτες (Τεμπλάροι) ήταν υπεύθυνοι για την
εσωτερική ασφάλεια και είχαν τη βάση τους στο Κολόσσι, όπου βρισκόταν η Μεγάλη
Κουμανταρία (Διοίκηση). Το περίφημο κρασί «κουμανταρία» ονομάστηκε έτσι επειδή
παραγόταν από τους αμπελώνες γύρω από το κάστρο του Κολοσσιού.
Κατά τη Φραγκοκρατία και την Ενετοκρατία, στην Κύπρο
ζούσαν χιλιάδες Ρωμαιοκαθολικοί, που αντιστοιχούσαν
περίπου στο 15-20% του συνολικού πληθυσμού, αλλά με
ισχυρό εκτόπισμα, καθώς αποτελούσαν την άρχουσα τάξη
των ευγενών και των αριστοκρατών. Ο λαϊκός λατινικός
πληθυσμός προερχόταν από την Αραγωνία, την Καταλωνία,
τη Φλωρεντία, τη Βενετία, τη Γένουα, τη Μασσαλία, τη
Νάπολη, την Πίζα, την Προβηγκία, τη Συροπαλαιστίνη, την Τοσκάνη κτλ· υπήρχαν επίσης
μερικοί εύποροι Αρμενοκαθολικοί από το Βασίλειο της Κιλικίας. Μετά την Πτώση της
Άκρας το 1291, η Κύπρος κατέστη το ανατολικότερο προπύργιο του Χριστιανισμού, το
σημαντικότερο εμπορικό κέντρο στο Λεβάντε και πιθανότατα το πλουσιότερο Βασίλειο σε
ολόκληρη την Ευρώπη· χωρίς έκπληξη, συγγραφείς της εποχής παρατηρούν ότι «οι
γλώσσες όλων των εθνών υπό τον ουρανό ομιλούνται στην Κύπρο».
Οι σχεδόν τέσσερις αιώνες λατινικής παρουσίας και οι αμοιβαίες σχέσεις που
αναπτύχθηκαν μεταξύ ντόπιων και διαφόρων Φράγκων, Ενετών και άλλων Λατίνων
άφησαν ανεξίτηλη τη σφραγίδα τους στην κυπριακή πραγματικότητα: α) δόθηκε το
έναυσμα για τη δημιουργία του φραγκοβυζαντινού αρχιτεκτονικού ρυθμού, β)
διαμορφώθηκε η ιταλαλοβυζαντινή εικονογραφική τεχνοτροπία, γ) ανεγέρθηκαν δεκάδες
αρχιτεκτονικά μνημεία σε ολόκληρη την Κύπρο, δ) εισήλθαν στην κυπριακή διάλεκτο
δεκάδες λέξεις, ονόματα/επώνυμα και τοπωνύμια γαλλικής ή ιταλικής προέλευσης,
μεγάλος αριθμός εκ των οποίων σώζεται μέχρι σήμερα και ε) «βαφτίστηκε» η περίφημη
296. Με βάση τα στοιχεία που παραθέτει ο Νικόλαος Κουρέας, πρώτοι κατέφθασαν οι Ναΐτες Ιππότες (1191), τους
οποίους ακολούθησαν οι Τεύτονες Ιππότες (1197), οι Ιωαννίτες (1198), οι Αυγουστινιανοί (1198) και οι Θωμαΐτες
(1209)· στα πρώτα-πρώτα χρόνια του 13ου αιώνα εμφανίστηκαν οι Βενεδικτίνοι, οι Καρθουσιανοί, οι Κιστερκιανοί και
οι Πρεμονστρατενσιανοί, στη συνέχεια οι Δομινικανοί (1226) και οι Φραγκισκανοί (1226), ενώ στα μέσα του 13ου
αιώνα ήρθαν οι Καρμελίτες. Ωστόσο, ο Τζων Χάκκεττ αναφέρει ότι πρώτοι ήρθαν οι Καρμελίτες, λίγο πριν από την
εγκαθίδρυση του Λατινικού Βασιλείου, ύστερα οι Ναΐτες Ιππότες (1191) και λίγο αργότερα οι Βενεδικτίνοι, οι
Κιστερκιανοί και οι Καρθουσιανοί (όλοι τους πριν από το 1226)· στη συνέχεια, γύρω στο 1226 ήρθαν οι
Φραγκισκανοί, οι Αυγουστινιανοί, οι Οψερβαντίνοι ή Μινορίτες και οι Δομινικανοί, λίγο ύστερα οι Σταυροφόροι και
μετά το 1267 οι Πρεμονστρατενσιανοί· τελευταίοι ήρθαν οι Θωμαΐτες και οι Τεύτονες Ιππότες, το 1291. Σύμφωνα με
την ίδια πηγή, οι Ναΐτες Ιππότες ή Τεμπλάροι εκδιώχθηκαν το 1308, ενώ οι Αυγουστινιανοί, οι Δομινικανοί, οι
Καρμελίτες, οι Οψερβαντίνοι, οι Πρεμονστρατενσιανοί και οι Φραγκισκανοί παρέμειναν μέχρι το τέλος της
Λατινοκρατίας, αν και με μειωμένη παρουσία μετά τις επιδρομές των Μαμελούκων το 1426 (όταν, ανάμεσα σε άλλους,
την Κύπρο εγκατέλειψαν οι Βενεδικτίνοι). Οι Οσπιτάλιοι ή Ιωαννίτες μεταφέρθηκαν στη Ρόδο εντελώς το 1488, ενώ
στα μέσα του 15ου αιώνα το νησί εγκατέλειψαν οι Κιστερκιανοί. Οι Φραγκισκανοί δηλώνουν ότι πρωτοήλθαν το 1221.

68

κουμανταρία, το αρχαιότερο επώνυμο κρασί παγκοσμίως.
Τουρκοκρατία: Μετά την κατάληψη της Κύπρου από τους
Οθωμανούς μεταξύ 1570-1571, χιλιάδες Λατίνοι ευγενείς
και κληρικοί σφαγιάστηκαν ή εξορίστηκαν/αποδήμησαν στη
Ρόδο, τη Μάλτα, την Ιταλία, το Λίβανο και αλλού, ενώ
αρκετοί λατινικοί ναοί μετατράπηκαν σε τζαμιά.
Ταυτόχρονα, η Λατινική Εκκλησία ουσιαστικά διαλύθηκε
και οι νέοι κυρίαρχοι αποκατέστησαν την Ελληνορθόδοξη
Εκκλησία, η οποία καταπιεζόταν από τη Λατινική Εκκλησία καθ’ όλη τη Λατινοκρατία.
Λόγω της αντικαθολικής πολιτικής σε ολόκληρη την Οθωμανική Αυτοκρατορία, οι
λιγοστοί Λατίνοι που επέζησαν των σφαγών και επέλεξαν να παραμείνουν στην Κύπρο
είχαν δύο επιλογές: είτε να γίνουν Ελληνορθόδοξοι είτε να ασπαστούν το Ισλάμ. Όντας
ευσεβείς Καθολικοί, πολλοί επέλεξαν να γίνουν Λινοβάμβακοι (Κρυπτοχριστιανοί). Οι
θρύλοι μιλούν, επίσης, για Λουζινιανούς και Ενετούς που κρύβονταν στα βουνά του
Τροόδους και του Πενταδακτύλου και στη χερσόνησο της Καρπασίας, μερικοί εκ των
οποίων επέστρεψαν στον Καθολικισμό κατά τη διάρκεια της Αγγλοκρατίας.
Επιπλέον, μεγάλο μέρος του πληθυσμού αποδεκατίστηκε ή μετανάστευσε λόγω των
φυσικών καταστροφών που έπληξε την Κύπρο (καταστροφικοί σεισμοί, επανειλημμένοι
και παρατεταμένοι λοιμοί, λιμοί και ανομβρίες κτλ). Μολονότι οι πλείστοι Λατίνοι
χάθηκαν, οι Φραγκισκανοί κατόρθωσαν να επανέλθουν και να ιδρύσουν τα Μοναστήρια
του Τιμίου Σταυρού στη Λευκωσία και της Παναγίας των Χαρίτων στη Λάρνακα
(αμφότερα το 1596)· τα ιδρύματα αυτά χρησιμοποιούνταν και ως καταλύματα
Ευρωπαίων εμπόρων, θαλασσοπόρων και περιηγητών, ενώ ταυτόχρονα στις αρχές του
17ου αιώνα ξεκίνησε δειλά-δειλά να διαμορφώνεται, κυρίως στη Λάρνακα, μια μικρή
λατινική κοινότητα, αρχικά από Ενετούς, αφού η Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας
είχε συνάψει συνθήκη ειρήνης με τους Οθωμανούς το 1573297. Στην αύξηση του λατινικού
πληθυσμού συνέτεινε η παρουσία των κονσουλάτων (προξενείων)298 στην πόλη της
Λάρνακας, που προσέφεραν προστασία και εργοδότηση στους διάφορους Ευρωπαίους.
Το 1629 επανιδρύθηκε η Λατινική Επισκοπή Πάφου, που καταργήθηκε όμως το 1684,
όταν ο Επίσκοπος απεβίωσε και το ποίμνιό του αριθμούσε μόλις 250 ψυχές299. Ωστόσο,
στη συνέχεια και εντός του 17ου αιώνα, η λατινοκυπριακή κοινότητα ενισχύθηκε ελαφρώς
από Καπουτσίνους Μοναχούς300, Αρμενοκαθολικούς και Ελληνοκαθολικούς (Ουνίτες). Το
297.

Το 1630 υπήρχαν μόλις 50 Ευρωπαίοι Καθολικοί στην Κύπρο.
Το πρώτο κονσουλάτο ήταν αυτό της Βενετίας (1604)· σε αυτό ήρθαν σύντομα να προστεθούν τα κονσουλάτα της
Βρετανίας, της Γαλλίας, της Αυστροουγγαρίας και της Φλάνδρας. Αργότερα προστέθηκαν τα προξενεία της
Γερμανίας, της Δανίας, της Ισπανίας, της Νάπολης και της Ρωσσίας, ενώ στη συνέχεια τα προξενεία των Ηνωμένων
Πολιτειών Αμερικής, της Ελλάδας, της Επτανήσου Πολιτείας, της Ιταλίας, της Ολλανδίας, της Πρωσσίας, της
Ραγούζας, της Σαρδηνίας, της Σικελίας, της Σουηδίας και της Τοσκάνης. Όλα τους βρίσκονταν τη Λάρνακα ή τη
Σκάλα (που τότε ήσαν ξεχωριστές πόλεις), ενώ μερικά είχαν παραρτήματα στη Λεμεσό. Το 1848 στην Κύπρο
διατηρούσαν προξενεία η Αυστρία, το Βέλγιο, η Βρετανία, η Γαλλία, η Δανία, η Ελλάδα, οι Ηνωμένες Πολιτείες
Αμερικής, η Ισπανία, η Ιταλία, η Ολλανδία, η Πρωσσία, η Ρωσσία και η Σουηδία.
299. Φαίνεται, ωστόσο, ότι η κατάργηση της Επισκοπής δεν οφειλόταν μόνο στο μειωμένο αριθμό των πιστών, αλλά
και την αντιπαλότητα μεταξύ των γαλλόφωνων Καπουτσίνων (οι οποίοι κυβερνούσαν την Επισκοπή) και των
ιταλόφωνων και ισπανόφωνων Φραγκισκανών μοναχών (οι οποίοι είχαν σημαντικό προβάδισμα στη Λάρνακα και τη
Λευκωσία, αντίστοιχα). Να σημειώσουμε ότι ο πρώτος Επίσκοπος (Pietro Vespa: 1629-1653) ήταν Καρμελίτης.
Επιπλέον, η Επισκοπή τελούσε υπό την αιγίδα της οργάνωσης Propaganda Fide, ενώ η φραγκισκανική αποστολή
τελούσε υπό την Κουστωδία των Αγίων Τόπων.
300. Οι Γάλλοι Καπουτσίνοι (μοναχικό Τάγμα που ιδρύθηκε το 1520) εμφανίστηκαν στην Κύπρο για πρώτη φορά το
1627, αλλά σταθεροποίησαν την παρουσία τους το 1637. Στη Λευκωσία απέκτησαν, σχεδόν αμέσως, την εκκλησία του
Αγίου Ιακώβου, ενώ στη Λάρνακα έκτισαν δική τους μονή το 1702, πιθανότατα αφιερωμένη στην Παναγία. Λόγω της
αντιπαλότητας με τους Ιταλούς Φραγκισκανούς και λόγω του αντικληρικαλισμού εκ μέρους της μητροπολιτικής
Γαλλίας, οι Καπουτσίνοι εγκατέλειψαν το νησί το 1791. Η μονή στη Λάρνακα παρέμεινε ιδιοκτησία της Γαλλίας και
χρησιμοποιήθηκε ως ξενώνας και προξενείο, ενώ από το 1802 και μετά άρχισε να ερειπώνεται. Η μονή στη Λευκωσία
298.

69

1646 οι Φραγκισκανοί αδελφοί ίδρυσαν παρά τη Μονή του Τιμίου Σταυρού τη Σχολή
Τέρρα Σάντα, το αρχαιότερο μέχρι σήμερα σχολείο σε λειτουργία στην Κύπρο, στο οποίο
μορφώθηκαν χιλιάδες μαθητές από όλες τις κοινότητες του νησιού, καθώς επίσης και μη
Κύπριοι που στάληκαν εδώ ως οικότροφοι της σχολής.
Από το 18ο αιώνα και, κυρίως, κατά το 19ο αιώνα, ο
λατινικός πληθυσμός του νησιού αυξήθηκε σημαντικά με την
άφιξη Ευρωπαίων γαιοκτημόνων, γιατρών, διπλωματών,
εμπόρων και τραπεζιτών, οι οποίοι κατοικούσαν κυρίως στο
Φραγκομαχαλλά της Λάρνακας - όπου βρίσκονταν και τα
ευρωπαϊκά κονσουλάτα· μικρές φράγκικες συνοικίες
υπήρχαν, επίσης, στη Λευκωσία και τη Λεμεσό. Οι
νεοαφιχθέντες προερχόταν από τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία, την Αυστρία, τη
Μάλτα και τη Δαλματία, ενώ μερικοί ήσαν Φραγκολεβαντίνοι. Κάποιοι από αυτούς έγιναν
σημαίνοντες γαιοκτήμονες, με προεξάρχοντες α) το Δούκα Antonio Roretti από τη
Ραγούζα301, ο οποίος το 1795 αγόρασε μια έκταση 2.000 σκάλων γης (περίπου 267
εκτάρια) στα νοτιοδυτικά της Κερύνειας (ανάμεσα στα χωριά Τριμίθθι και Τέμπλος), που
στη συνέχεια αποτέλεσαν το περίφημο τσιφλίκι Φουντζί302 και β) το Georges Lapierre
από την Κωνσταντινούπολη, ο οποίος το 1823 αγόρασε μια έκταση 700 σκαλών γης
(περίπου 93 εκτάρια) νοτιοδυτικά της Κοντέας, που αποτέλεσε το ομώνυμο τσιφλίκι303.
Το 1844 εγκαταστάθηκαν στη Λάρνακα μερικές αδελφές του νεοσύστατου Τάγματος του
Αγίου Ιωσήφ της Εμφανίσεως, όπου ίδρυσαν μονή, στην οποία στεγάζονταν το πρώτο
νοσοκομείο/φαρμακείο της Κύπρου304, καθώς και η Σχολή του Αγίου Ιωσήφ· το πρώτο
παρθεναγωγείο του νησιού, στα 145 χρόνια της λειτουργίας της, φιλοξένησε και έδωσε
μια άριστη εκπαίδευση σε χιλιάδες μαθήτριες από όλες τις κοινότητες του νησιού, ενώ
υπήρξε σημαντικός παράγοντας στη διάδοση της γαλλοφωνίας στην πόλη της Λάρνακας
και, κατ’ επέκταση, στην Κύπρο. Με την αριθμητική αύξηση του λατινικού πληθυσμού
της Λεμεσού και στο πνεύμα των μεταρρυθμίσεων του Τανζιμάτ, άρχισε το 1872 η
ανέγερση της εκκλησίας της Αγίας Αικατερίνης δίπλα από την ομώνυμη μονή (1850), ενώ
παράλληλα υπήρχαν ήδη από το 16ο αιώνα κάποιες φορολογικές και άλλες
διευκολύνσεις στους οικονομικά ενεργούς Λατίνους των παράκτιων πόλεων. Με βάση δε
διάφορες εκτιμήσεις, η μικρή αλλά προνομιούχα λατινική κοινότητα της Κύπρου
αριθμούσε γύρω στα 400-600 άτομα κατά τα μέσα του 19ου αιώνα, η πλειοψηφία των
οποίων - όπως προαναφέραμε - κατοικούσε στη Λάρνακα, με μικρότερους αριθμούς στη
πωλήθηκε στο δραγομάνο Χατζηγεωργάκη Κορνέσιο το 1795. Μεταξύ 1969-1972 στη θέση της μονής στη Λάρνακα
ανεγέρθηκε η Στέγη Ευγηρίας Villa Regina Pacis. Σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες, τις οποίες μας ανέφερε ο Δρ.
Sylvain Béraud, στη θέση της μονής στη Λευκωσία μετά από μερικά χρόνια κτίστηκε το τέμενος Αράπ Αχμέτ Πασιά,
καθώς ο ιερέας της μονής αρνιόταν να φύγει από το χώρο επειδή πίστευε ότι υπήρχε εκεί θαμμένος ένας θησαυρός.
Πάντως, σύμφωνα με τα αρχεία του Εβκάφ, το τέμενος επιδιορθώθηκε το 1845 και το βακούφιο του τεμένους του Αράπ
Αχμέτ Πασιά ιδρύθηκε το 1825.
301. Δεν πρόκειται για τη Ragusa της Σικελίας, αλλά για τη Ραγούζα που βρίσκεται στα παράλια της Δαλματίας, στη
σημερινή Κροατία, και φέρει από το 1918 την ονομασία Dubrovnik.
302. Το περίφημο τσιφλίκι του Φουντζί διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της περιοχής, παρείχε δε άσυλο
σε αρκετούς Χριστιανούς, όντας η οικία του Φέλιξ Σαλέτοβιτς, προξένου της Αυστροουγγαρίας. Το 1871, μετά το
θάνατο του συζύγου της, η Theodolinda Carletti πούλησε το μερίδιο που της αναλογούσε (περίπου 800 σκάλες). Οι
υπόλοιπες 1.200 σκάλες παρέμειναν στα χέρια της Ορτάνς και του Ιωσήφ Νακούζη, μέχρι που χρεοκόπησαν το 1879·
πωλήθηκαν σε δημοπρασία το 1880 και, αργότερα, αξιοποιήθηκε εμπορικά. Να σημειώσουμε ότι μέχρι το 1906 η
οικογένεια είχε στην ιδιοκτησία της το δάσος πάνω από το χωριό Κάρμι.
303. Γνωστό και ως τσιφλίκι της Κοντέας ή έπαυλη της Κοντέας, αυτό διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη
της περιοχής και παρέμεινε στα χέρια των απογόνων της οικογένειας μέχρι και το 1974, όταν καταλήφθηκε από τα
τουρκικά στρατεύματα. Σήμερα βρίσκεται σε τραγική κατάσταση. Να σημειώσουμε ότι μέσα στο τσιφλίκι βρίσκεται
έπαυλη των Λουζινιανών και ορθόδοξη εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπους.
304. Η μονή παρείχε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη μέχρι και το 1922. Προτού στεγαστούν στη σημερινή μονή, μεταξύ
1844-1846 οι μοναχές διέμεναν στην οικία του Αββά Πάολο Μπρουνόνι, η οποία βρίσκεται στην οδό
Χρυσοπολίτισσας.

70

Λευκωσία και τη Λεμεσό.
Αγγλοκρατία: Με την έλευση των Βρετανών στο νησί μας
τον Ιούλιο του 1878 ήρθε και η θρησκευτική ανοχή και η
ηπιότερη διοίκηση, οι οποίες ενίσχυσαν ιδιαίτερα την ήδη
εύπορη αλλά μικρή λατινική κοινότητα. Στο πρώτο
Νομοθετικό Συμβούλιο που δημιούργησαν οι Βρετανοί
(1879-1882) συμμετείχε ο γαιοκτήμονας Riccardo Mattei,
μαζί με έναν Ελληνορθόδοξο και δύο Μουσουλμάνους. Κατά
τις πρώτες δεκαετίες της Αγγλοκρατίας, η λατινική κοινότητα της Κύπρου μεγάλωσε με
Καθολικούς από τη Μάλτα, την Ισπανία, τη Βρετανία, Ισπανούς Φραγκισκανούς,
ορισμένους Αρμενοκαθολικούς πρόσφυγες από την Κιλικία, καθώς και μερικούς
Μαρωνίτες που - για διάφορους λόγους - ενσωματώθηκαν στη λατινική κοινότητα αφού
μετακινήθηκαν από τα χωριά τους στη Λευκωσία, Λάρνακα, Λεμεσό και Αμμόχωστο.
Κατά την Αγγλοκρατία, πολλοί Λατίνοι έγιναν δημόσιοι λειτουργοί, επιχειρηματίες,
τραπεζίτες, ιατροί, έμποροι κτλ. Παράλληλα, ιδρύθηκε η Σχολή του Αγίου Ιωσήφ στη
Λευκωσία (1884) και οι Σχολές Τέρρα Σάντα στη Λεμεσό (1923), τον Κορμακίτη (1936) και
την Αμμόχωστο (1952), οι οποίες συνέβαλαν τα μέγιστα στην εκπαίδευση του νησιού μας.
Ιδρύθηκε, επίσης, ο Σύλλογος «Κονκόρντια» στη Λευκωσία (1903-1954), ο οποίος είχε
σημαντικό αντίκτυπο στην κοινωνική ζωή της πρωτεύουσας. Με την πάροδο των χρόνων,
οι Λατινοκύπριοι ενσωματώθηκαν όλο και περισσότερο στην ευρύτερη κυπριακή
κοινωνία, κυρίως μέσω της εκπαίδευσης και της εργασίας τους. Εξετάζοντας τις
απογραφές πληθυσμού της Αγγλοκρατίας, παρατηρούμε ότι ο αριθμός των Λατίνων στην
Κύπρο παρέμεινε σχετικά σταθερός: 1.275 το 1881, 915 το 1891, 824 το 1901, 815 το
1911, 952 το 1921, 851 το 1931 και 1.014 το 1946· το 1960 υπήρχαν 4.505
Ρωμαιοκαθολικοί, εκ των οποίων οι 2.796 ήσαν μεσογειακής καταγωγής
(περιλαμβανομένων αρκετών Μαλτέζων)305 και οι 1.709 ήσαν Βρετανοί.
Περίοδος Ανεξαρτησίας: Η Ανεξαρτησία του 1960 έφερε μια
νέα εποχή για τους Λατίνους της Κύπρου, οι οποίοι
αναγνωρίστηκαν
ως
«θρησκευτική
ομάδα»
και
εκπροσωπεύονταν πλέον από έναν εκλελεγμένο Εκπρόσωπο.
Κατά τις διακοινοτικές ταραχές του 1963-1964, η
λατινοκυπριακή κοινότητα δεν επηρεάστηκε ιδιαίτερα.
Ωστόσο, η δεύτερη φάση της βάρβαρης τουρκικής εισβολής
του 1974 έπληξε και τη λατινοκυπριακή κοινότητα:
προσφυγοποιήθηκαν περίπου 2-3 οικογένειες που ζούσαν στον Ξερό, 7-8 οικογένειες που
ζούσαν στη Λευκωσία, 10 οικογένειες που ζούσαν στην Αμμόχωστο και 10 οικογένειες
που ζούσαν στην Κερύνεια. Καταλήφθηκαν, επίσης, το φημισμένο Αββαείο του ΜπέλλαΠάις, η Σχολή και Μονή Τέρρα Σάντα στην Αμμόχωστο και τον Κορμακίτη, η εκκλησία της
Αγίας Ελισάβετ στην Κερύνεια, το παρεκκλήσι του Αγίου Αντωνίου στην Κοντέα και το
παρεκκλήσι του Αγίου Βαρνάβα στον Ξερό, ενώ το λατινικό κοιμητήριο της Λευκωσίας
είναι έκτοτε απρόσιτο, αφού εφάπτεται με την πράσινη γραμμή. Επιπλέον, το πίσω μέρος
της εκκλησίας του Τιμίου Σταυρού και της Μονής του Αγίου Ιωσήφ στη Λευκωσία
βρίσκονται στη νεκρή ζώνη.
Παρά τις απώλειές της, η μικρή αλλά εύπορη λατινική κοινότητα της Κύπρου συνέχισε να
ευημερεί στις υπόλοιπες αστικές περιοχές, συμβάλλοντας πολιτιστικά και
κοινωνικοοικονομικά στην ανάπτυξη της πατρίδας μας. Επιπλέον, τα λατινικά σχολεία
305. Αν και δεν υπάρχουν ολοκληρωμένα στοιχεία για το πόσοι ακριβώς ήταν οι Κύπριοι Λατίνοι και πόσοι ήσαν οι
Μαλτέζοι και άλλοι ξένοι Λατίνοι, φαίνεται ότι οι Κύπριοι Λατίνοι αριθμούσαν γύρω στα 1.100 άτομα.

71

παρέχουν άριστη λαϊκή εκπαίδευση σε όλα τα παιδιά, ανεξαρτήτως εθνικότητας ή
θρησκεύματος. Τις τελευταίες δεκαετίες, η δυναμική της λατινοκυπριακής κοινότητας
έχει αλλάξει με τον αυξανόμενο αριθμό γάμων με Ελληνοκύπριους· περαιτέρω, τα
τελευταία 25-30 χρόνια είδαν την άφιξη δεκάδων χιλιάδων Ρωμαιοκαθολικών από χώρες
της Ανατολικής, Κεντρικής και Δυτικής Ευρώπης, της Νοτιοανατολικής Ασίας και της
Λατινικής Αμερικής, μερικοί από τους οποίους έχουν εγκατασταθεί μόνιμα στην Κύπρο.
Οι παραδοσιακοί Λατινοκύπριοι σήμερα αριθμούν γύρω στα 1.000 άτομα, τα οποία ζουν
κατά 50% στην αστική Λευκωσία, κατά 35% στη Λεμεσό, κατά 10% στη Λάρνακα και
περίπου 5% στην Πάφο και κάποια χωριά. Υπάρχουν, επίσης, περίπου 1.000 ξένοι
Ρωμαιοκαθολικοί που απόκτησαν την κυπριακή υπηκοότητα, περίπου 5.000 αλλοδαποί
Ρωμαιοκαθολικοί μόνιμοι κάτοικοι της Κύπρου (κυρίως Βρετανοί), πέραν των 15.000
Ρωμαιοκαθολικών που διαμένουν προσωρινά στην Κύπρο (κυρίως από την Κεντρική
Ευρώπη, τη Νοτιοανατολική Ασία και τη Λατινική Αμερική), περίπου 800 Βρετανοί
Ρωμαιοκαθολικοί που υπηρετούν στην επισταθμία των Βρετανικών Βάσεων του
Ακρωτηρίου και της Δεκέλειας, καθώς και περίπου 550 Ρωμαιοκαθολικοί που υπηρετούν
στο απόσπασμα της ΟΥΝΦΙΚΥΠ (κυρίως από τον Καναδά, τη Νότια Αμερική, την Κεντρική
Ευρώπη και το Ηνωμένο Βασίλειο).
ii. Εκλογές:
Κατά τη συγκρότηση της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης το 1960, μοναδικός
υποψήφιος για το αξίωμα του Λατίνου-μέλους της ήταν ο Άντωνυ Πιετρώνι306· το 1970
ανακηρύχθηκε και πάλιν Εκπρόσωπος, όντας ο μόνος υποψήφιος για το αξίωμα307. Στις
εκλογές που έγιναν στις 3 Οκτωβρίου 1976 εξελέγη ο Φέλιξ Κυρίλλης, λαμβάνοντας το
55,19% των ψήφων (117), έναντι του Άντωνυ Πιετρώνι (95 ψήφοι)308· ανακηρύχθηκε
Εκπρόσωπος ξανά το 1981 και το 1986, όντας ο μόνος υποψήφιος για το αξίωμα309. Στις
εκλογές που έλαβαν χώρα στις 19 Μαΐου 1991, εξελέγη ο Μπενίτο Μαντοβάνι,
λαμβάνοντας το 64,44% των ψήφων (212), έναντι του Φέλιξ Κυρίλλη (117 ψήφοι)310· το
1996 και το 2001 ανακηρύχθηκε και πάλιν Εκπρόσωπος, όντας ο μόνος υποψήφιος για το
αξίωμα311. Στις εκλογές που διεξήχθησαν στις 21 Μαΐου 2006, εξελέγη και πάλιν ο
Μπενίτο Μαντοβάνι, ο οποίος έλαβε το 61,83% των ψήφων (230), έναντι της Μαρίας
Μάρκου (142 ψήφοι)312· επανεξελέγη στις εκλογές της 22ας Μαΐου 2011, αφού έλαβε το
72,39% των ψήφων (215), έναντι του Τζάστιν Πιετρώνι (82 ψήφοι)313.
306.

Ανακηρύχθηκε, μαζί με τα υπόλοιπα εκ Λευκωσίας μέλη της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης στις 6 Αυγούστου
1960, με το Announcement Νο. 297, το οποίο δημοσιεύθηκε στο Supplement 3, No. 4342 της Cyprus Gazette,
ημερομηνίας 9 Αυγούστου 1960.
307. Η ανακήρυξη έγινε με τη Διοικητική Πράξη Αρ. 587/1970, ημερομηνίας 10 Ιουλίου 1970, η οποία δημοσιεύθηκε
στο Τρίτο Παράρτημα της Επίσημης Εφημερίδας της Δημοκρατίας, υπ’ αρ. 812, ημερομηνίας 11 Ιουλίου 1970.
308. Ως εκλογικά κέντρα είχαν οριστεί το παλαιό κτίριο της Αστικής Σχολής Αγίου Ανδρέα (Λευκωσία), η Σχολή Αγίας
Μαρίας (Λεμεσός) και το Γραφείο του Επάρχου (Λάρνακα).
309. Η ανακήρυξη του 1981 έγινε με την Ατομική Διοικητική Πράξη Αρ. 1037/1981, ημερομηνίας 18 Σεπτεμβρίου 1981,
η οποία δημοσιεύθηκε στο Τρίτο Παράρτημα/Μέρος ΙΙ της Επίσημης Εφημερίδας της Δημοκρατίας, υπ’ αρ. 1718,
ημερομηνίας 19 Σεπτεμβρίου 1981. Η ανακήρυξη του 1986 έγινε με την Ατομική Διοικητική Πράξη Αρ. 189/1986,
ημερομηνίας 3 Ιουλίου 1986, η οποία δημοσιεύθηκε στο Τρίτο Παράρτημα/Μέρος ΙΙ της Επίσημης Εφημερίδας της
Δημοκρατίας, υπ’ αρ. 2158, ημερομηνίας 4 Ιουλίου 1986.
310. Ως εκλογικά κέντρα είχαν οριστεί το Λύκειο Κύκκου Α’ (Λευκωσία), η Σχολή St. Mary’s (Λεμεσός) και το Γραφείο
του Επάρχου (Λάρνακα και Πάφος).
311. Η ανακήρυξη του 1996 έγινε με την Ατομική Διοικητική Πράξη Αρ. 564/1996, ημερομηνίας 4 Μαΐου 1996, η οποία
δημοσιεύθηκε στο Τρίτο Παράρτημα/Μέρος ΙΙ της Επίσημης Εφημερίδας της Δημοκρατίας, υπ’ αρ. 3059, ημερομηνίας
10 Μαΐου 1996. Η ανακήρυξη του 2001 έγινε με την Ατομική Διοικητική Πράξη Αρ. 438/2001, ημερομηνίας 7 Μαΐου
2001, η οποία δημοσιεύθηκε στο Τρίτο Παράρτημα/Μέρος ΙΙ της Επίσημης Εφημερίδας της Δημοκρατίας, υπ’ αρ.
3498, ημερομηνίας 11 Μαΐου 2001.
312. Ως εκλογικά κέντρα είχαν οριστεί το Γυμνάσιο Αγλαντζιάς (Λευκωσία), η Σχολή St. Mary’s (Λεμεσός), το Β’
Δημοτικό Σχολείο Αγίου Λαζάρου (Λάρνακα) και το Γραφείο του Επάρχου (Πάφος).
313. Ως εκλογικά κέντρα είχαν οριστεί το Γυμνάσιο Αγλαντζιάς (Λευκωσία), η Σχολή St. Mary’s (Λεμεσός), το Β’
Δημοτικό Σχολείο Αγίου Λαζάρου (Λάρνακα) και το Γραφείο του Επάρχου (Πάφος).

72

iii. Χώροι εκπαίδευσης:
Η λατινική κοινότητα διαθέτει σήμερα το Κολλέγιο Τέρρα Σάντα (Λευκωσία, 1646) και τη
Σχολή Αγίας Μαρίας (Λεμεσός, 1923), που προσφέρουν συνολική εκπαίδευση, από το
νηπιαγωγείο μέχρι και το Λύκειο. Τα δύο σχολεία της λατινικής κοινότητας
χρησιμοποιούν ως κύριο μέσο διδασκαλίας την Αγγλική και την Ελληνική, δίνοντας
έμφαση και στην εκμάθηση της Γαλλικής και της Ιταλικής. Λειτουργούν ως ιδιωτικά
σχολεία, είναι δε ανοικτά σε όλους τους μαθητές, ανεξαρτήτως εθνικής ή θρησκευτικής
καταγωγής και καλλιεργούν την πολυπολιτισμικότητα. Η φοίτηση σε αυτά προϋποθέτει
την καταβολή διδάκτρων εκ μέρους των μαθητών.
iv. Η κληρονομιά της Φραγκοκρατίας και της Ενετοκρατίας:
Οι σχεδόν τέσσερις αιώνες λατινικής παρουσίας άφησαν ανεξίτηλη τη σφραγίδα τους
στην πατρίδα μας: α) δόθηκε το έναυσμα για τη δημιουργία του φραγκοβυζαντινού
αρχιτεκτονικού ρυθμού, β) διαμορφώθηκε η ιταλαλοβυζαντινή εικονογραφική
τεχνοτροπία, γ) ανεγέρθηκαν δεκάδες αρχιτεκτονικά μνημεία σε ολόκληρη την Κύπρο, δ)
εισήλθαν στην κυπριακή διάλεκτο δεκάδες λέξεις, ονόματα/επώνυμα και τοπωνύμια
γαλλικής ή ιταλικής προέλευσης, πολλά εκ των οποίων επιζούν μέχρι σήμερα και ε)
«βαφτίστηκε» η περίφημη κουμανταρία, το αρχαιότερο επώνυμο κρασί παγκοσμίως.
Όσον αφορά τα αρχιτεκτονικά μνημεία (ναοί, διοικητικά κτίρια και οχυρωματικά έργα)
που κατασκεύασαν οι Λουζινιανοί και οι Ενετοί στο νησί μας και σώζονται μέχρι σήμερα,
τα πιο εξέχοντα είναι τα εξής:
 Το Αββαείο του Μπέλλα-Πάις (εκκλησία Παναγίας Ασπροφορούσας), ένα μοναδικό δείγμα γοτθικής






αρχιτεκτονικής σε ολόκληρο το Λεβάντε. Δυστυχώς, σήμερα βρίσκεται στις κατεχόμενες περιοχές.
Τα ισχυρά ορεινά φρούρια του Πενταδακτύλου (Άγιος Ιλαρίων, Βουφαβέντο, Καντάρα).
Δυστυχώς, σήμερα βρίσκονται στις κατεχόμενες περιοχές.
Τα διάφορα πεδινά κάστρα (Γαστριά, Κερύνεια, Κολόσσι, Λα Κάβα, Λάρνακα, Λεμεσός, Πάφος).
Δυστυχώς, τα πρώτα δύο σήμερα βρίσκονται στις κατεχόμενες περιοχές.
Οι γεροί παραθαλάσσιοι πύργοι (Αλαμινός, Κίτι, Ξυλοφάγου, Πύλα, Χοιροκοιτία).
Τα κυκλικά ενετικά τείχη της Λευκωσίας, με 11 καρδιόσχημους προμαχώνες και 3 πύλες, πρότυπο
αναγεννησιακής αρχιτεκτονικής. Δυστυχώς, μέρος τους βρίσκεται στις κατεχόμενες περιοχές.
Τα απόρθητα τραπεζοειδή μεσαιωνικά τείχη της Αμμοχώστου, με 10 προμαχώνες, 4 πύργους και 2
πύλες. Δυστυχώς, σήμερα βρίσκονται στις κατεχόμενες περιοχές.
Ο καθεδρικός ναός της Αγίας Σοφίας (τέμενος Selimiye), οι ναοί της Αγίας Αικατερίνης (τέμενος
Haydar Paşa) και της Παναγίας της Τύρου (αρμενική εκκλησία Παρθένου Μαρίας) (κατεχόμενη
Λευκωσία), η Μονή της Αγίας Μαρίας των Αυγουστίνων (τέμενος Ömeriye), η Καστελλιώτισσα και ο
Σταυρός του Μισσιρίκου (τέμενος Arablar) (ελεύθερη Λευκωσία), ο καθεδρικός ναός του Αγίου
Νικολάου (τέμενος Lala Mustafa Paşa), οι ναοί των Αποστόλων Πέτρου & Παύλου (τέμενος Sinan
Paşa) και της Αγίας Άννας και το ενετικό παλάτι (κατεχόμενη Αμμόχωστος).
Οι βασιλικές επαύλεις (Κούκλια, Ποταμιά).
Το βασιλικό παρεκκλήσι (Πυργά).

Όσον αφορά την επίδραση στην κυπριακή διάλεκτο, να αναφέρουμε ότι δεκάδες λέξεις
που χρησιμοποιούνται σήμερα έλκουν την καταγωγή τους στην περίοδο της
Φραγκοκρατίας και της Ενετοκρατίας. Οι πιο κάτω λέξεις, που παρατίθενται δειγματικά,
χρησιμοποιούνται συχνά στη σημερινή κυπριακή διάλεκτο:
 Λατινικές: βούκκα (μάγουλο), ζιβανία (ρακί), καλλίτζιν (πέταλο), κουκουμάς (κουμπαράς),

κούσπος (σκαπάνη), μαντηλιά (πετσέτα), μπουκκώννω (γεμίζω/κλείνω το στόμα), πλουμίζω
(στολίζω), πούγκα (τζέπη), ρουσούδιν (ιλαρά), στουππώννω (βουλλώνω), φουτουνιάζουμαι
(θυμώνω έντονα).
Προβηγκιανές: κουλιάζω (φιλτράρω), κουμέρα (κουμπάρα), πουλουστρίνα (φιλοδώρημα), ρότσα
(πέτρα), σπλίγκα (καρφίτσα), τάτσα (λεκές), τσαέρα (καρέκλα), τσιμινιά (καπνοδόχος), τσούρα
(κατσίκα).

73

 Γαλλικές: αμάντα (ηρεμία), βλάγκα (υπομονή), γλιππάρω (γλυτώνω), ζάμπα (γοφός), κούζα



(κανάτα), κουμανταρία (είδος γλυκού κρασιού), μίντζιης (ισχνός), πεζούνιν (περιστέρι), ποδίνα
(μπότα), πρότσα (πηρούνι), σέντε (πατάρι), φλαντζίν (συκώτι), φλαούνα (πασχαλινό τσουρέκι),
φλόκκος (σφουγγαρόπανο), φουκού (μαγκάλι).
Γαλλοϊταλικές: δυσπυρκώ (δυσανασχετώ), κοστώννω (μελανιάζω), μαραπέλλα (κορόμηλο),
παλάρω (δυναμώνω), πομιλόριν (ντομάτα), πουρνέλλα (δαμάσκηνο), σιουκράζουμαι (ησυχάζω).
Ιταλικές: αμπούστα (θήκη), γιουτώ (βολεύω/βοηθώ), ζαμπούκκος (κουφοξυλιά), καρκόλα
(κρεβάτι), κατσέλλα (αγελάδα), λάντα (λιμνασμένο νερό), λαντζιεύκω (λογχίζω), λαπορτάρω
(καταγγέλλω παράπτωμα), λασμαρίν (δεντρολίβανο), λούντζα (καπνιστό χοιρινό), μάππα (μπάλα),
μάππουρος (κουκουνάρι), ματσιάζω (τσαλακώνω), ματσικόριδον (φυτό νάρκισσος), ξαρνιάζω
(γδέρνω), παπίρα (πάπια), παρτάρω (μεροληπτώ), περσιάνα (κιγκλιδωτό παραθυρόφυλλο),
πιλάντζα (ζυγαριά), πλάτσα (απλωσιά), πότσα (μπουκάλα), ραφκιόλα (ραβιόλια), ριάλια (λεφτά),
σινιάρω (σημαδεύω/αναγνωρίζω), σουππώννω (βρέχω), σπόντα (καρφί), σσιηπέττος (κυνηγετικό
όπλο), σταγκώννω (κλείνω ερμητικά), στράτα (δρόμος), συσταρίζω (συγυρίζω), τίτσιρος (γυμνός),
ττάππος (πώμα/κοντός), φαλλάρω (συγχύζομαι), φαραώνα (φραγκόκοτα), φκιόρον (λουλούδι),
φουντάνα (βρύση) και οι εκφράσεις καρατέλλον (μεγάλη ποσότητα), μάγκο μου (τουλάχιστον),
μάνι-μάνι (γρήγορα) και στρακόττον (έντονο μεθύσι).
Βενετικές: καντούνιν (δρομάκι), καράολος (σαλιγκάρι), κάστια (βάσανα), κούρβα (στροφή),
λαβέζιν (χύτρα), λαμιντζάνα (φιάλη μεγάλου μεγέθους), πομπάρω (φουσκώνω), ρέμπελος
(αλήτης), σκαρπάπης (παπουτσής) και το επιφώνημα σιόρ.
Αραγωνικές: κουέλλα (προβατίνα), λόττα (γουρούνα).

Όσο δε αφορά τα τοπωνύμια, τα οποία είναι αρκετά, αρκεί να αναφέρουμε τα εξής:
 Από ευγενείς: Αγκολέμι, Αγλαντζιά, Αλαμινός, Αναβαργός, Βατυλή, Ζακάκι, Καπούτι, Κοντεμένος,



Κυβίδες, Λαζανιά, Λιβερά, Λουρουτζίνα, Μάμμαρι, Μαρί, Μαρκί, Μενεού, Μένοικο, Ομορφίτα, Τάλα,
Τερσεφάνου, Τζιάος, Φυκάρδου και πιθανώς τα Πελένδρι και Φλάσου.
Από τα Γαλλικά: Αγκαστίνα, Απλάντα, Αχέλεια, Ίνια, Κοντέα, Μάσαρι, Μπέλλα-Πάις, Σκάλα.
Από τα Ιταλικά: Βουφαβέντο, Κάβο Γάτα, Κάβο Γκρέκο, Πέγεια, Στράκκα, Τέρρα, Φοντάνα
Αμορόζα, Φουντζί και πιθανώς ο Κόρνος.
Από μοναχικά τάγματα: Αρόδες, Κάρμι, Σπιτάλι, Τέμπλος και Φρέναρος.
Φραγκοελληνικές ονομασίες: Δελίκηπος, Καζάφανι, Κρήτου Τέρρα, Λάρα, Λέμπα, Λετύμπου,
Σανταλάρης.

v. Η θρησκευτική ταυτότητα των Λατίνων:
Σε αντίθεση με τους Μαρωνίτες και τους Αρμένιους, οι οποίοι έχουν κοινή καταγωγή
ή/και γλώσσα, το μόνο κοινό σημείο αναφοράς των Λατίνων είναι η ρωμαιοκαθολική
τους πίστη, αφού έλκουν την καταγωγή τους από τη Γαλλία, την Ιταλία, τη Μάλτα, τη
Βρετανία, την Αυστρία, τη Δαλματία και αλλού.
Το Πατριαρχείο της Ρώμης ιδρύθηκε από τον Απόστολο Πέτρο και ήταν ένα από τα πέντε
πρεσβυγενή Πατριαρχεία314. Μετά τη μεταφορά της πρωτεύουσας της Βυζαντινής
Αυτοκρατορίας στην Κωνσταντινούπολη το 330 μ.Χ. και εξαιτίας διαφόρων συγκυριών, ο
Πάπας της Ρώμης απέκτησε και πολιτική εξουσία. Λόγω γεωγραφικής, γλωσσικής και
πνευματικής αποξένωσης μεταξύ Δύσης και Ανατολής, κυρίως όμως εξαιτίας πολιτικών
κινήτρων και δογματικών αποκλίσεων, οι δύο Εκκλησίες χωρίστηκαν οριστικά με το
Μέγα Σχίσμα το 1054.
Στις ρωμαιοκαθολικές εκκλησίες, η Θεία Κοινωνία χορηγείται στους λαϊκούς σε μία μόνο
μορφή (όστια: καθαγιασμένος άζυμος άρτος), η βάπτιση τελείται με ραντισμό, ενώ το
σημείο του σταυρού σχηματίζεται και με τα πέντε δάκτυλα από πάνω προς κάτω και από
314. Ως πρεσβυγενή πατριαρχεία ορίζονται το Πατριαρχείο της Ρώμης, το Οικουμενικό Πατριαρχείο της
Κωνσταντινούπολης, το Πατριαρχείο της Αλεξανδρείας, το Πατριαρχείο της Αντιόχειας και το Πατριαρχείο των
Ιεροσολύμων, τα οποία ιδρύθηκαν στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες. Σε αντίθεση, νεοπαγή πατριαρχεία
θεωρούνται το Πατριαρχείο της Μόσχας και Πασών των Ρωσσιών (1589), το Πατριαρχείο της Σερβίας (1219), το
Πατριαρχείο της Ρουμανίας (1885), το Πατριαρχείο της Βουλγαρίας (1945) και το Πατριαρχείο της Γεωργίας (1917).

74

αριστερά προς δεξιά. Οι κληρικοί όλων των βαθμίδων (διάκονοι, ιερείς, Επίσκοποι) είναι
άγαμοι και ξυρισμένοι, ενώ οι καθολικοί ναοί κοιτάζουν προς τη βορρά και περιέχουν
αγάλματα αντί εικόνων. Οι σημαντικότερες διαφορές με την Ορθόδοξη Εκκλησία είναι ότι
στο Σύμβολο της Πίστεως αναφέρεται η έκφραση filioque (και εκ του Υιού) όσον αφορά
την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος, ο Πάπας θεωρείται αλάθητος όταν ομιλεί ex
cathedra και θεωρείται τοποτηρητής και μοναδικός αντιπρόσωπος του Χριστού, ενώ στη
μία και αδιαίρετη Εκκλησία θεωρείτο ως primus inter pares (πρώτος μεταξύ ίσων).
Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία χρησιμοποιεί το γρηγοριανό ημερολόγιο, ενώ ο
υπολογισμός του Πάσχα γίνεται με βάση τις επακτές, οι οποίες είναι πολύ πιο κοντά στην
αστρονομική σελήνη παρά το σύστημα της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, το οποίο
βασίζεται στο χρυσό μετώνειο αριθμό. Της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας προΐσταται ο
Ποντίφικας και σε αυτήν υπάγονται 23 συνολικά Εκκλησίες, μία δυτικής και είκοσι δύο
ανατολικής παράδοσης (14 βυζαντινής, 3 αντιοχικής, 2 χαλδαϊκής, 1 αρμενικής, 2
αλεξανδρινής παράδοσης). Υπάρχουν τέσσερα λατινικά Πατριαρχεία (Ιερουσαλήμ,
Λισσαβώνας, Βενετίας και Ανατολικών Ινδιών) και τα ανατολικά καθολικά Πατριαρχεία
[Αλεξάνδρειας (Κοπτών), Αντιόχειας (Ελλήνων-Μελκιτών), Αντιόχειας (Σύρων),
Αντιόχειας (Μαρωνιτών), Κιλικίας (Αρμενίων) και Βαβυλώνας (Χαλδαίων)]. Από το 1847,
η Λατινική Εκκλησία Κύπρου υπάγεται στο Λατινικό Πατριαρχείο της Ιερουσαλήμ.
Από το 1965 και εντεύθεν διεξάγεται διάλογος ανάμεσα στην Ορθόδοξη και τη
Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και διοργανώνονται συλλείτουργα, με σκοπό την άρση των
σκοπέλων και, εν τέλει, την επίτευξη της πολυπόθητης επανένωσης των Εκκλησιών.
vi. Λατινικό Βικαριάτο και χώροι λατρείας:
Για πρώτη φορά, Λατινική Αρχιεπισκοπή στην Κύπρο ιδρύθηκε το 1196 μαζί με τις
Επισκοπές Αμμοχώστου, Λεμεσού και Πάφου, διατηρώντας την πρωτοκαθεδρία της στο
νησί καθ’ όλη τη διάρκεια της Φραγκοκρατίας (1192-1489) και της Ενετοκρατίας (14891570). Στη συνέχεια καταργήθηκε, λόγω της εκδίωξής της από τους Οθωμανούς, ωστόσο
μεταξύ 1629-1684 λειτουργούσε μια Λατινική Επισκοπή στην Πάφο. Μετέπειτα, οι Λατίνοι
υπάγονταν στην Κουστωδία των Φραγκισκανών των Αγίων Τόπων, μεταξύ 1742-1762
υπάγονταν στον Αποστολικό Βικάριο της Κωνσταντινούπολης, ενώ μεταξύ 1762-1847
υπάγονταν στον Αποστολικό Βικάριο του Αλέππο. Η Λατινική Εκκλησία
επαναδραστηριοποιήθηκε στο νησί μας το 1847, υπό το Λατίνο Πατριάρχη της
Ιερουσαλήμ, και έκτοτε διατηρεί μια συνεχή παρουσία, με έδρα αρχικά τη Λάρνακα και
αργότερα τη Λευκωσία315. Το Βικαριάτο στεγάζεται σε ιδιόκτητη μονή στη Λευκωσία
(1900). Ο θρησκευτικός ηγέτης της κοινότητας είναι από το Σεπτέμβριο του 2010 ο
Πατριαρχικός Γενικός Βικάριος, Εβέντσιο Χερρέρα-Ντίαζ, ex officio αντιπρόσωπος του
Προνούντσιου της Αγίας Έδρας στην Ιερουσαλήμ.
Σήμερα στην ελεύθερη Κύπρο λειτουργεί ο καθεδρικός ναός και η Μονή του Τιμίου
Σταυρού στη Λευκωσία (1596)316, η εκκλησία της Παναγίας των Χαρίτων στη Λάρνακα
(1596)317, η εκκλησία της Αγίας Αικατερίνης της Αλεξάνδρειας στη Λεμεσό (1879)318 και το
315. Δεν μας είναι γνωστή η χρονολογία της μεταφοράς του Βικαριάτου από τη Λάρνακα και τη Λευκωσία. Ωστόσο,
φαίνεται ότι η μεταφορά έλαβε χώρα στα πρώτα χρόνια της Αγγλοκρατίας. Η πληροφορία οφείλεται στο Δρ. Συλβαίν
Μπερώ, τον οποίο και ευχαριστούμε ιδιαίτερα.
316. Η εκκλησία πρωτοκτίστηκε το 1596 και επανοικοδομήθηκε το 1642, ενώ έγινε αποκατάστασή της το 1863. Ο
σημερινός ναός κτίστηκε μεταξύ 1900-1902 με δωρεά από τη Βασίλισσα της Ισπανίας, Μαρίας-Χριστίνας των
Βουρβώνων· η θεμέλια λίθος κατατέθηκε στις 8 Απριλίου 2000 και τα εγκαίνια τελέστηκαν στις 6 Φεβρουαρίου 1902.
Το μοναστήρι κτίστηκε μεταξύ 1959-1961. Ολόκληρο το συγκρότημα συντηρήθηκε σημαντικά κατά την περίοδο 20092010. Δίπλα από το ναό βρίσκεται η αποστολική νουντσιατούρα (πρεσβεία) της Αγίας Έδρας.
317. Τα πρώτα κελλιά κτίστηκαν το 1593, ενώ ο ναός το 1596. Το 1724 αντικαταστάθηκε από μεγαλύτερο ναό και μονή,
ενώ μεταξύ 1842-1848 κτίστηκε εκ βάθρων η σημερινή εκκλησία· η θεμέλια λίθος κατατέθηκε στις 10 Ιουλίου 1842,
ενώ ο καθαγιασμός τελέστηκε στις 8 Δεκεμβρίου 1848 από τον Αββά Bernardino Trionfetti, Κουστωδό των Αγίων

75

παρεκκλήσι των Αγίων Κοσμά και Δαμιανού στο Μέσα Χωριό (1995). Επιπλέον,
λειτουργεί η μονή και το παρεκκλήσι του Αγίου Ιωσήφ στη Λευκωσία (1884), η Μονή του
Αγίου Ιωσήφ στη Λάρνακα (1848)319, το παρεκκλήσι της Μονής του Αγίου Ιωσήφ στη
Λάρνακα (1853), η μονή και το παρεκκλήσι της Αγίας Μαρίας στη Λεμεσό (1965)320 και το
παρεκκλήσι του Αγίου Βαρνάβα (1955), στο χώρο του Κολλεγίου Τέρρα Σάντα στη
Λευκωσία. Υπάρχουν, επίσης, ένα παρεκκλήσι στο λατινικό κοιμητήριο της Λεμεσού
(1905), ένα παρεκκλήσι στο λατινικό κοιμητήριο της Λάρνακας (1933) και ένα
παρεκκλήσι στο παλαιό λατινικό κοιμητήριο της Λευκωσίας (1957), τα οποία δεν
λειτουργούν, ενώ κατά τους καλοκαιρινούς μήνες λειτουργούν τα παρεκκλήσια της Αγίας
Μαρίας (Τρόοδος: 1932)321 και του Αγίου Ιωσήφ (Πρόδρομος: 1936)322.
Να αναφέρουμε ότι Λειτουργίες τελούνται και στις ορθόδοξες εκκλησίες της Αγίας
Κυριακής στην Πάφο και του Αγίου Δημητρίου στην Πόλη Χρυσοχούς, μετά από ευγενή
παραχώρηση του τέως Μητροπολίτης Πάφου Χρυσόστομου, καθώς επίσης και σε χώρους
στο Πισσούρι, την Αγία Νάπα και το Παραλίμνι.
Στις τουρκοκρατούμενες περιοχές λειτουργεί κανονικά μόνο το παρεκκλήσι της Αγίας
Ελισάβετ της Ουγγαρίας (Κερύνεια: 1907)323. Υπήρχε, επίσης, το παρεκκλήσι του Αγίου
Βαρνάβα στον Ξερό (1930) - το οποίο, δυστυχώς, κατεδαφίστηκε από το κατοχικό
καθεστώς το 1975 -, το παρεκκλήσι του Αγίου Αντωνίου στην έπαυλη Lapierre στην
Κοντέα (1910) - το οποίο σήμερα βρίσκεται σε άθλια κατάσταση -, καθώς και το
παρεκκλήσι της Μονής Τέρρα Σάντα στην Αμμόχωστο (1952) - το οποίο σήμερα βρίσκεται
στην περιφραγμένη περιοχή των Βαρωσίων.
vii. Χώροι ανάπαυσης:
Η λατινική κοινότητα διαθέτει σήμερα ένα κοιμητήριο κοντά στο χωριό Νήσου (2007), ένα
κοιμητήριο στη Λάρνακα324 (1880), ένα κοιμητήριο στη Λεμεσό325 (1905) και ένα
Τόπων. Η εκκλησία ανακαινίστηκε σημαντικά το 1987 και το 2000. Σε μικρή απόσταση βόρεια της φραγκισκανικής
εκκλησίας της Παναγίας των Χαρίτων υπήρχε επίσης η Μονή των Καπουτσίνων, η οποία κτίστηκε το 1702 και
λειτουργούσε μέχρι το 1791, ενώ ύστερα χρησιμοποιήθηκε ως γαλλικό προξενείο μέχρι το 1802· στη συνέχεια
ενοικιαζόταν σε πρόσφυγες και φτωχούς, ενώ αργότερα εγκαταλείφθηκε και τελικά αφέθηκε να ερειπωθεί και να
καταρρεύσει και το 1918 πευκοφυτεύτηκε. Να αναφέρουμε εδώ ότι στη Λάρνακα παλαιότερα υπήρχαν και δύο
«καπέλλες» (μικρές εκκλησίες): α) του Αγίου Ιωσήφ [γνωστή και ως cappella dei mercanti (καπέλλα των εμπόρων), στο
παλαιό κτίριο της Σχολής Terra Santa παρά το Τηλεγραφείο (1844-1961)· το 1882 έτυχε συντήρησης, ενώ το 1935
επεκτάθηκε] και β) του Αγίου Παύλου, παρά τη Λεωφόρο Μακαρίου Γ’ (1961-1987). Η μεν πρώτη καπέλλα πωλήθηκε
στην εταιρεία Παρασκευαΐδη, η οποία έκτισε τη δεύτερη καπέλλα, ενώ η δεύτερη καπέλλα επίσης πωλήθηκε.
Αμφότερες κατεδαφίστηκαν και κτίστηκαν στη θέση τους πολυκατοικίες.
318. Η εκκλησία κτίστηκε μεταξύ 1872-1879, στη θέση μικρότερου ναού και χώρων φιλοξενίας Ευρωπαίων
προσκυνητών, που ανήκαν στη μικρή Μονή των Φραγκισκανών, η οποία είχε ιδρυθεί το 1850. Τα εγκαίνια της
εκκλησίας τελέστηκαν στις 25 Νοεμβρίου 1879. Μεταξύ 1979-1981 έγινε σημαντική ανακαίνιση και στις 15
Νοεμβρίου 1981 εγκαινίασε την ανακαινισμένη εκκλησία ο Αββάς Ignazio Mancini, Κουστωδός των Αγίων Τόπων.
319. Η μονή ιδρύθηκε το 1844 και στεγαζόταν προσωρινά στην οικία του Αββά Paolo Brunoni στη σημερινή οδό
Χρυσοπολίτισσας. Τα σημερινά κτίρια της μονής κτίστηκαν μεταξύ 1846-1848· η θεμέλια λίθος κατατέθηκε στις 12
Μαρτίου 1846 από το Γάλλο Πρόξενο Μπρουνόνι.
320. Προτού η Μονή της Αγίας Μαρίας μεταφερθεί στη σημερινή της τοποθεσία, λειτουργούσε επί της οδού Αγίου
Ανδρέα στη Λεμεσό από το 1923 μέχρι το 1965, στον οποίο χώρο υπήρχε και παρεκκλήσι.
321. Το παρεκκλήσι κτίστηκε από τις μοναχές του Τάγματος της Ιεράς Καρδίας του Ιησού και χρησιμοποιείται ως
ησυχαστήριο των Λεμεσιανών καλογριών κατά τους καλοκαιρινούς μήνες.
322. Το παρεκκλήσι κτίστηκε από τις μοναχές του Τάγματος του Αγίου Ιωσήφ και χρησιμοποιείται ως ησυχαστήριο των
Λαρνακέων καλογριών κατά τους καλοκαιρινούς μήνες.
323. Η εκκλησία κτίστηκε το 1907 από το Διοικητή της Κερύνειας, Ταγματάρχη Tankerville J. Chamberlayne, ως
προσωπικό προσευχητάριο, ορίζοντας στη διαθήκη του ότι έπρεπε να δοθεί στον Επιτηρητή (Custos) των Αγίων
Τόπων. Το 1932 η Κουστωδία άρχισε να λειτουργεί το παρεκκλήσι κανονικά.
324. Προηγουμένως, δηλαδή από τις αρχές του 19ου αιώνα, υπήρχε λατινικό κοιμητήριο στην αυλή της εκκλησίας της
Παναγίας των Χαρίτων, οι τάφοι του οποίου μεταφέρθηκαν στο λατινικό κοιμητήριο Λάρνακας το 1933. Το πρώτο,
όμως, λατινικό κοιμητήριο της πόλης του Ζήνωνα βρισκόταν δίπλα από την εκκλησία του Αγίου Λαζάρου και
φαίνεται να ιδρύθηκε γύρω στο 1590 προς εξυπηρέτηση των μελών της Βρετανικής Εταιρείας της Ανατολής (British
Levant Company). Στην πορεία, εδώ θάφτηκαν Αγγλικανοί, Ρωμαιοκαθολικοί, Λουθηρανοί, Πρεσβυτεριανοί και

76

κοιμητήριο στο Μέσα Χωριό (1994). Στη Λευκωσία υπάρχει, επίσης, το παλαιό
κοιμητήριο, που λειτουργούσε από το 1935 μέχρι το 1974, στην περιοχή της Σχολής
Γρηγορίου στον Άγιο Δομέτιο· σήμερα βρίσκεται στο έλεος της φύσης, αφού δύο από
τους τοίχους του εφάπτονται της πράσινης γραμμής και οι επισκέψεις σε αυτό
επιτρέπονται μόνο μία φορά το χρόνο, στις 2 Νοεμβρίου (ημέρα των ψυχών)326. Να
αναφέρουμε, επίσης, ότι πριν από το 1974 υπήρχε ένα οικογενειακό λατινικό κοιμητήριο
στην έπαυλη της Κοντέας, στο οποίο έγιναν ταφές μεταξύ 1878-1965.
viii. Μνημεία:
Η λατινική κοινότητα διαθέτει σήμερα τα εξής μνημεία: α) στο προαύλιο της εκκλησίας
της Παναγίας των Χαρίτων στη Λάρνακα υπάρχει η μαρμάρινη προτομή του πατρός
Serafino da Roccascalegna (1892)327, β) στον περίβολο της Μονής του Αγίου Ιωσήφ στη
Λάρνακα βρίσκεται κρήνη από χυτοσίδηρο εις μνήμην της αδελφής Sophie Chambon
(1895)328 και μαρμάρινη αναμνηστική πλάκα (1994)329, γ) στο χώρο της Σχολής του Αγίου
Ιωσήφ στη Λευκωσία βρίσκεται το μαρμάρινο άγαλμα του Αγίου Ιωσήφ με το Χριστό
(1956)330 και δ) μπροστά από την είσοδο της Σχολής της Αγίας Μαρίας στη Λεμεσό
βρίσκεται μαρμάρινο άγαλμα του Αγίου Φραγκίσκου της Ασσίζης (1965) 331.
ix. Οργανισμοί και ιδρύματα:
Η λατινική κοινότητα διοργανώνει ένα ευρύ φάσμα φιλανθρωπικών, ανθρωπιστικών
πολιτιστικών και κοινωνικών εκδηλώσεων. Στη Λευκωσία λειτουργεί η Φιλανθρωπική
Οργάνωση Αγίου Αντωνίου (1926) και το Καταφύγιο Ξένων Εργαζομένου Αγίου Ιωσήφ
(2000), στη Λεμεσό λειτουργεί η Φιλανθρωπική Οργάνωση Αγίας Αικατερίνης (1958)
και το Καταφύγιο Ξένων Εργαζομένων Αγίου Φραγκίσκου (2003), ενώ στη Λάρνακα

άλλοι Προτεστάντες, αφού εξυπηρετούσε ουσιαστικά την ευρωπαϊκή παροικία της Λάρνακας. Φαίνεται ότι οι
τελευταίες ταφές εδώ έγιναν το 1849, ενώ οι παλαιότεροι τάφοι που σώζονται σήμερα χρονολογούνται στο 1685.
325. Καθώς το κοιμητήριο αυτό είναι πλήρες, από το 2007 η λατινική παροικία της Λεμεσού χρησιμοποιεί το
μαρωνιτικό κοιμητήριο της πόλης.
326. Θα πρέπει να αναφέρουμε ότι πριν από το 1935 υπήρχε παλαιότερο λατινικό κοιμητήριο στη Λευκωσία, στο χώρο
όπου σήμερα βρίσκεται το δημοτικό κολυμβητήριο. Κανείς δεν γνωρίζει πότε ακριβώς ιδρύθηκε, αλλά μάλλον αυτό θα
πρέπει να έγινε μέσα στο 18ο αιώνα ή τις αρχές του 19ου αιώνα. Ο χώρος αγοράστηκε από την εταιρεία Παρασκευαΐδη,
η οποία ανέλαβε την ανέγερση του παρεκκλησιού του καινούργιου κοιμητηρίου και την επισκευή της Μονής του Τιμίου Σταυρού.
327. Ο Φραγκισκανός μοναχός Serafino da Roccascalegna (1800-1872) ήταν ο αρχιτέκτονας του σημερινού
οικοδομήματος της Παναγίας των Χαρίτων στη Λάρνακα. Δυστυχώς, δεν μας είναι γνωστή η ακριβής ημερομηνία των
αποκαλυπτηρίων της προτομής και το όνομα αυτού που τα τέλεσε.
328. Η αδελφή Sophie Chambon (1847-1894) έφθασε στην Κύπρο το 1871 και - μέχρι και το θάνατό της από τύφο εργάστηκε άοκνα, προσφέροντας φροντίδα και ανακούφιση σε χιλιάδες φτωχούς, δυστυχισμένους, άρρωστους και
εγκαταλειμμένους, χωρίς να κάνει διάκριση φύλου, χρώματος ή εθνικότητας. Υπολογίζεται ότι συνολικά περιέθαλψε
γύρω στους 200.000 ασθενείς. Για να τιμήσει το έργο της, η μοναχική αδελφότητα κατασκεύασε αυτό το μνημείο.
Αρχικά, το μνημείο αποκαλύφθηκε από το Δήμαρχο Λάρνακας, Νικόλαο Ρώσσο (δυστυχώς, δεν μας είναι γνωστή η
ακριβής ημερομηνία των αποκαλυπτηρίων του μνημείου), και είχε τοποθετηθεί στην πλατεία του Τηλεγραφείου (τότε
πλατεία Λουλουδιές, σήμερα πλατεία Ζήνωνος Πιερίδη), εφοδιάζοντας τους δημότες με νερό. Αργότερα, πριν από το
1930, το μνημείο μεταφέρθηκε μπροστά από τη Μονή του Αγίου Ιωσήφ και στις αρχές της δεκαετίας του 1980
μεταφέρθηκε στην άκρη της πλατείας. Το 2003 επιδιορθώθηκε και επανατοποθετήθηκε μπροστά από τη μονή.
329. Τα αποκαλυπτήρια της πλάκας, η οποία αποτελεί δωρεά των πρώην μαθητριών της σχολής, τέλεσε στις 9
Οκτωβρίου 1994 ο Δήμαρχος Λάρνακας, Γιώργος Λυκούργος. Να αναφέρουμε, επίσης, ότι στη Μονή του Αγίου Ιωσήφ
υπάρχουν εντοιχισμένες μαρμάρινες πλάκες εις μνήμην του ιατρού Joseph-Irénée Foblant (1805-1864), της αδελφής
Philomène Praques (1807-1846), της αδελφής Victoire Teyssonnières (1804-1846) και της αδελφής Anastasie Forbet
(1813-1850). Και οι τέσσερις τους προσέφεραν με ενθουσιασμό, ευσυνειδησία και αυτοθυσία της ιατρικές και
πνευματικές τους υπηρεσίες στον κάθε ένα ασθενή που τις χρειαζόταν. Οι μαρμάρινες πλάκες κατασκευάστηκαν και
τοποθετήθηκαν το 1971 με δαπάνες της Γαλλικής Δημοκρατίας.
330. Δυστυχώς, δεν μας είναι γνωστή η ακριβής ημερομηνία των αποκαλυπτηρίων του αγάλματος και το όνομα αυτού
που τα τέλεσε. Το συγκεκριμένο άγαλμα είναι κρεμμαστό από τον πρώτο όροφο και διαθέτει καλύπτρα από πάνω.
331. Ο Άγιος Φραγκίσκος της Ασσίζης (1182-1226) υπήρξε προστάτης των φτωχών και των αδυνάτων και ιδρυτής του
Τάγματος των Φραγκισκανών (1209). Λέγεται ότι επισκέφθηκε την Κύπρο τον Ιούλιο του 1219, καθοδόν προς τους
Αγίου Τόπους. Δυστυχώς, δεν μας είναι γνωστή η ακριβής ημερομηνία των αποκαλυπτηρίων του αγάλματος, ούτε και
το όνομα αυτού που τα τέλεσε.

77

λειτουργεί ο Σύνδεσμος Αγίου Ιωσήφ, Προστάτη των Απόρων και Φτωχών (2011).
Υπάρχει, επίσης, η Νεολαία Λατινικής Κοινότητας (2002) στη Λευκωσία.
Η λατινική κοινότητα διαθέτει τη Στέγη Ευγηρίας «Villa Regina Pacis» στη Λάρνακα
(1972), η οποία φιλοξενεί και Ελληνοκύπριους ηλικιωμένους, και το Λατινικό Κοινοτικό
Κέντρο στην Κάτω Πάφο (2000), ενώ μέσα στο 2013 αναμένεται να λειτουργήσει και το
Κέντρο Ανακουφιστικής Φροντίδας (Hospice) του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στο Μέσα
Χωριό. Η λατινική κοινότητα συμμετέχει, επίσης, στη Φιλανθρωπική Οργάνωση Κοινωνία «Κάριτας» Κύπρου (1963).
x. Μέσα ενημέρωσης:
Η λατινική κοινότητα δεν διαθέτει δικά της μέσα μαζικής ενημέρωσης, ωστόσο διαθέτει
τα κατά τόπους ενοριακά εκκλησιαστικά δελτία και τη διμηνιαία επιστολή του
Εκπροσώπου προς τα μέλη και τους φίλους της κοινότητας. Από το 1999 μεταδίδεται σε
εβδομαδιαία βάση από το α’ πρόγραμμα του ΡΙΚ ημίωρη εκπομπή για τη λατινική
κοινότητα με τίτλο «Οι Λατίνοι της Κύπρου, χθες και σήμερα» (σήμερα κάθε Παρασκευή,
16:00-16:30), ενώ από το Μάιο του 1991 ο Εκπρόσωπος αποστέλλει διμηνιαία
ενημερωτική επιστολή προς τους Λατίνους και τους φίλους της κοινότητας. Η επίσημη
ιστοσελίδα της κοινότητας είναι από το 2008 η www.latincatholicsofcyprus.com, ενώ από
το 2005 λειτουργεί και η ιστοσελίδα της Λατινικής Εκκλησίας Κύπρου
www.cypruscatholicchurch.org.

Η ηγεσία των Αρμενίων, των Μαρωνιτών και των Λατίνων (1973)
78

ΑΠΟΓΡΑΦΕΣ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ (1881-2001)

1881

1891

1901

1911

1921

1931

1946

ΕΠΑΡΧΙΑ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ελληνορθόδοξοι
Μουσουλμάνοι
Αρμένιοι
Μαρωνίτες
Λατίνοι
Άλλοι

56.312
43.065
12.662
113
113
209
150

61.695
47.154
13.818
183
177
206
157

71.289
54.775
15.534
352
150
251
227

81.497
63.787
16.682
299
153
254
322

93.765
73.461
18.775
534
223
268
504

110.010
85.428
21.289
2.225
364
250
454

145.965
114.026
27.706
2.487
504
486
756

ΕΠΑΡΧΙΑ ΛΕΜΕΣΟΥ
Ελληνορθόδοξοι
Μουσουλμάνοι
Αρμένιοι
Μαρωνίτες
Λατίνοι
Άλλοι

29.248
22.472
5.904
5
68
324
475

35.730
29.271
6.102
11
82
190
74

39.139
32.509
6.372
13
65
111
69

46.084
38.514
7.184
22
16
138
210

54.332
45.610
7.811
375
44
234
258

57.841
49.478
7.567
204
95
239
258

75.421
65.504
9.294
225
51
177
170

ΕΠΑΡΧΙΑ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ
Ελληνορθόδοξοι
Μουσουλμάνοι
Αρμένιοι
Μαρωνίτες
Λατίνοι
Άλλοι

38.207
28.693
9.449
4
10
41
10

41.423
31.367
9.888
11
91
47
19

48.508
37.789
10.581
24
22
65
27

58.530
46.323
12.103
13
14
35
42

63.755
51.024
12.539
48
12
64
68

71.472
58.562
12.534
91
7
62
216

94.474
78.077
15.979
118
11
81
208

ΕΠΑΡΧΙΑ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
Ελληνορθόδοξοι
Μουσουλμάνοι
Αρμένιοι
Μαρωνίτες
Λατίνοι
Άλλοι

20.766
14.624
5.317
14
27
649
135

23.760
17.415
5.635
27
81
425
177

26.073
19.452
5.949
77
101
357
137

29.737
22.431
6.712
173
11
272
138

34.918
26.290
7.953
221
14
309
131

42.208
31.902
8.981
814
35
271
205

52.189
40.022
10.823
811
7
223
303

ΕΠΑΡΧΙΑ ΠΑΦΟΥ
Ελληνορθόδοξοι
Μουσουλμάνοι
Αρμένιοι
Μαρωνίτες
Λατίνοι
Άλλοι

28.424
18.934
9.454
1
--8
27

31.674
21.932
9.696
8
6
20
12

35.205
24.971
10.193
2
--15
24

38.508
27.907
10.574
3
--4
20

42.330
31.262
11.029
1
11
18
9

43.769
32.964
10.755
16
6
20
8

53.891
40.887
12.951
21
--18
14

ΕΠΑΡΧΙΑ ΚΕΡΥΝΕΙΑΣ
Ελληνορθόδοξοι
Μουσουλμάνοι
Αρμένιοι
Μαρωνίτες
Λατίνοι
Άλλοι

13.216
9.843
2.672
37
612
44
8

15.004
11.446
2.787
40
694
27
10

16.808
13.243
2.680
49
792
25
19

19.752
15.518
3.173
48
879
112
22

21.615
17.240
3.231
18
1.046
59
21

22.659
18.238
3.112
27
1.197
9
76

28.174
22.683
3.795
24
1.510
29
133

186.173
137.631
45.458
174
830
1.275
805

209.286
158.585
47.926
280
1.131
915
449

237.022
182.739
51.309
517
1.130
824
503

274.108
214.480
56.428
558
1.073
815
754

310.715
244.887
61.338
1.197
1.350
952
991

347.959
276.572
64.238
3.377
1.704
851
1.217

450.114
361.199
80.548
3.686
2.083
1.014
1.584

ΣΥΝΟΛΟ
Ελληνορθόδοξοι
Μουσουλμάνοι
Αρμένιοι
Μαρωνίτες
Λατίνοι
Άλλοι

79

ΑΠΟΓΡΑΦΕΣ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ (1881-2001)

ΕΠΑΡΧΙΑ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ελληνοκύπριοι
Αρμενοκύπριοι
Μαρωνιτοκύπριοι
Λατινοκύπριοι
Άλλοι
Τουρκοκύπριοι
ΕΠΑΡΧΙΑ ΛΕΜΕΣΟΥ
Ελληνοκύπριοι
Αρμενοκύπριοι
Μαρωνιτοκύπριοι
Λατινοκύπριοι
Άλλοι
Τουρκοκύπριοι
ΕΠΑΡΧΙΑ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ
Ελληνοκύπριοι
Αρμενοκύπριοι
Μαρωνιτοκύπριοι
Λατινοκύπριοι
Άλλοι
Τουρκοκύπριοι

1956

1960

1973

1976

1982

1992

2001

182.260
141.198
3.130
677

204.484
153.910
2.542
798
1.628
4.853
40.753

232.702

191.345

184.007

189.300

1.695
47.000

2.045

210.684
202.507
1.029
1.871
65
5.130
82

244.779
231.141
776
2.461
69
10.272
60

273.642
246.402
959
3.129
173
22.618
361

110.908
85.704
287
102
1.573
9.715
13.527

124.855

141.971

97.392

141.018

12.463
15.000

953

145.614
141.800
150
235
17
3.359
53

173.634
164.459
100
337
28
8.665
45

196.553
176.072
175
388
63
19.652
203

114.389
91.190
157
33
750
3.292
18.967

123.856

23.359

102.005

23.336

1.851
20.000

23

25.659
25.545
------114
---

30.798
30.200
--6
--591
1

37.738
35.380
1
22
2
2.332
1

58.660
43.344
604
18
449
1.615
12.630

60.714

79.008

46.020

78.855

694
14.000

153

84.496
82.873
237
37
20
1.077
252

100.242
96.565
139
85
11
3.423
19

115.268
106.220
203
95
37
8.697
16

58.159
43.939
3
7
13
22
14.175

57.065

46.633

42.003

46.565

62
15.000

68

45.645
45.118
--8
--492
27

52.572
49.946
1
21
1
2.565
38

66.364
54.381
3
24
4
11.890
62

31.015
24.434
35
1.794
92
362
4.298

32.586

577.615
442.521
3.628
2.752
4.505
19.859
104.350

5.327
31.928
93.246
79.260
295
63
2.286
11.342
104.885
86.432
198
60
1.658
16.537

ΕΠΑΡΧΙΑ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
Ελληνοκύπριοι
Αρμενοκύπριοι
Μαρωνιτοκύπριοι
Λατινοκύπριοι
Άλλοι
Τουρκοκύπριοι

54.535
41.065
867
23

ΕΠΑΡΧΙΑ ΠΑΦΟΥ
Ελληνοκύπριοι
Αρμενοκύπριοι
Μαρωνιτοκύπριοι
Λατινοκύπριοι
Άλλοι
Τουρκοκύπριοι

56.905
43.532
26
4

ΕΠΑΡΧΙΑ ΚΕΡΥΝΕΙΑΣ
Ελληνοκύπριοι
Αρμενοκύπριοι
Μαρωνιτοκύπριοι
Λατινοκύπριοι
Άλλοι
Τουρκοκύπριοι

29.501
23.533
33
1.618

ΣΥΝΟΛΟ
Ελληνοκύπριοι
Αρμενοκύπριοι
Μαρωνιτοκύπριοι
Λατινοκύπριοι
Άλλοι
Τουρκοκύπριοι

1.057
11.523

99
13.244

537
3.780
521.332
415.020
4.549
2.445

10.964
88.354

Περιοχή υπό τουρκική κατοχή

27.084
---

---

---

---

631.778

482.316

489.511

479.074

17.267
116.000

3.242

512.098
497.843
1.416
2.151
102
10.172
414

602.025
572.311
1.016
2.910
109
25.516
163

689.565
618.455
1.341
3.658
279
65.471
361

502
5.000

80

ΑΠΟΓΡΑΦΕΣ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ (1881-2001)

1881

1891

1901

ΕΠΑΡΧΙΑ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Αστική - Αρμένιοι
Αγροτική - Αρμένιοι
Αστική - Μαρωνίτες
Αγροτική - Μαρωνίτες
Αστική - Λατίνοι
Αγροτική - Λατίνοι

435
107
6
48
65
190
19

566

ΕΠΑΡΧΙΑ ΛΕΜΕΣΟΥ
Αστική - Αρμένιοι
Αγροτική - Αρμένιοι
Αστική - Μαρωνίτες
Αγροτική - Μαρωνίτες
Αστική - Λατίνοι
Αγροτική - Λατίνοι

397
5
--67
1
247
77

283

55
--4
8
2
10
31

149

ΕΠΑΡΧΙΑ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
Αστική - Αρμένιοι
Αγροτική - Αρμένιοι
Αστική - Μαρωνίτες
Αγροτική - Μαρωνίτες
Αστική - Λατίνοι
Αγροτική - Λατίνοι

690
14
--27
--637
12

533

ΕΠΑΡΧΙΑ ΠΑΦΟΥ
Αστική - Αρμένιοι
Αγροτική - Αρμένιοι
Αστική - Μαρωνίτες
Αγροτική - Μαρωνίτες
Αστική - Λατίνοι
Αγροτική - Λατίνοι

9
1
------8
---

34

ΕΠΑΡΧΙΑ ΚΕΡΥΝΕΙΑΣ
Αστική - Αρμένιοι
Αγροτική - Αρμένιοι
Αστική - Μαρωνίτες
Αγροτική - Μαρωνίτες
Αστική - Λατίνοι
Αγροτική - Λατίνοι

693
3
34
--612
18
26

761

ΣΥΝΟΛΟ
Αστική - Αρμένιοι
Αγροτική - Αρμένιοι
Αστική - Μαρωνίτες
Αγροτική - Μαρωνίτες
Αστική - Λατίνοι
Αγροτική - Λατίνοι

2.279
130
44
150
680
1.110
165

2.326

ΕΠΑΡΧΙΑ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ
Αστική - Αρμένιοι
Αγροτική - Αρμένιοι
Αστική - Μαρωνίτες
Αγροτική - Μαρωνίτες
Αστική - Λατίνοι
Αγροτική - Λατίνοι

183
177
206

11
82
190

11
91
47

27
81
425

8
6
20

40
694
27

280
1.131
915

1911

1921

1931

1946

753
331
21
49
101
239
12

706
293
6
23
130
223
31

1.025
523
11
58
165
219
49

2.839
1.749
476
108
256
211
39

3.477
2.252
235
160
344
398
88

189
12
1
65
--102
9

176
14
8
16
--129
9

653
22
353
44
--162
72

538
109
95
88
7
119
120

453
207
18
44
7
167
10

111
11
13
17
5
40
25

62
10
3
14
--22
13

124
47
1
4
8
53
11

160
78
13
7
--26
36

210
115
3
11
--73
8

535
61
16
92
9
357
---

456
173
--11
--260
12

544
208
13
14
--274
35

1.120
799
15
28
7
264
7

1.041
809
2
6
1
214
9

17
1
1
----14
1

7
2
1
----4
---

30
1
--11
--17
1

42
16
--6
--15
5

39
13
8
----14
4

866
5
44
3
789

1.039
8
40

1.123

1.233
9
18
6
1.191
2
7

1.563
7
17
8
1.502
17
12

5.932
2.760
617
243
1.461
637
214

6.783
3.403
283
229
1.854
883
131

25

879
5
107

2.471
421
96
226
904
752
72

2.446
500
58
64
1.009
643
172

18
1.046
59
3.499

1.197
1.350
952

81

ΑΠΟΓΡΑΦΕΣ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ (1881-2001)

ΕΠΑΡΧΙΑ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Αστική - Αρμενοκύπριοι
Αγροτική - Αρμενοκύπριοι
Αστική - Μαρωνιτοκύπριοι
Αγροτική - Μαρωνιτοκύπριοι
Αστική - Λατινοκύπριοι
Αγροτική - Λατινοκύπριοι
ΕΠΑΡΧΙΑ ΛΕΜΕΣΟΥ
Αστική - Αρμενοκύπριοι
Αγροτική - Αρμενοκύπριοι
Αστική - Μαρωνιτοκύπριοι
Αγροτική - Μαρωνιτοκύπριοι
Αστική - Λατινοκύπριοι
Αγροτική - Λατινοκύπριοι
ΕΠΑΡΧΙΑ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ
Αστική - Αρμενοκύπριοι
Αγροτική - Αρμενοκύπριοι
Αστική - Μαρωνιτοκύπριοι
Αγροτική - Μαρωνιτοκύπριοι
Αστική - Λατινοκύπριοι
Αγροτική - Λατινοκύπριοι
ΕΠΑΡΧΙΑ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
Αστική - Αρμενοκύπριοι
Αγροτική - Αρμενοκύπριοι
Αστική - Μαρωνιτοκύπριοι
Αγροτική - Μαρωνιτοκύπριοι
Αστική - Λατινοκύπριοι
Αγροτική - Λατινοκύπριοι
ΕΠΑΡΧΙΑ ΠΑΦΟΥ
Αστική - Αρμενοκύπριοι
Αγροτική - Αρμενοκύπριοι
Αστική - Μαρωνιτοκύπριοι
Αγροτική - Μαρωνιτοκύπριοι
Αστική - Λατινοκύπριοι
Αγροτική - Λατινοκύπριοι
ΕΠΑΡΧΙΑ ΚΕΡΥΝΕΙΑΣ
Αστική - Αρμενοκύπριοι
Αγροτική - Αρμενοκύπριοι
Αστική - Μαρωνιτοκύπριοι
Αγροτική - Μαρωνιτοκύπριοι
Αστική - Λατινοκύπριοι
Αγροτική - Λατινοκύπριοι
ΣΥΝΟΛΟ
Αστική - Αρμενοκύπριοι
Αγροτική - Αρμενοκύπριοι
Αστική - Μαρωνιτοκύπριοι
Αγροτική - Μαρωνιτοκύπριοι
Αστική - Λατινοκύπριοι
Αγροτική - Λατινοκύπριοι

1956

1960

3.807+
3.062
68
310
367

3.326+
2.529
13
347
437

Άγνωστο

Άγνωστο

358+
278
17
56
7

375+
268
19
79
9

Άγνωστο

Άγνωστο

258+
193
5
43
17

181+
152
5
24
---

Άγνωστο

Άγνωστο

890+
864
3
19
4

617+
602
2
13
---

Άγνωστο

Άγνωστο

32+
26
--5
1

7+
3
--3
1

Άγνωστο

Άγνωστο

1.651+
28
5
6
1.612

1.830+
30
5
9
1.786

Άγνωστο

Άγνωστο

6.994+
4.451
98
437
2.008

9.132
3.584
44
475
2.233

Άγνωστο

2.796

1973

1976

Δεν υπάρχουν στοιχεία

---

---

Δεν υπάρχουν στοιχεία

---

---

Δεν υπάρχουν στοιχεία

---

---

Δεν υπάρχουν στοιχεία

---

---

Δεν υπάρχουν στοιχεία

---

Δ/Υ

---

---

1982

1992

2001

2.965
1.025
4
1.635
236
65
---

3.306
773
3
2.160
301
66
3

4.261
945
14
2.669
460
162
11

402
148
2
230
5
17
---

465
99
1
321
16
20
8

626
169
6
355
33
62
1

--∆/Υ
--∆/Υ
--∆/Υ
---

6
∆/Υ
--∆/Υ
6
∆/Υ
---

25
∆/Υ
1
∆/Υ
22
∆/Υ
2

294
230
7
19
18
18
2

235
136
3
67
18
11
---

335
195
8
82
13
31
6

8
----7
1
-----

23
--1
19
2
1
---

31
3
--22
2
2
2

Περιοχή υπό τουρκική κατοχή

---

---

---

---

Δεν υπάρχουν στοιχεία

3.669
1.403
13
1.891
260
100
2

4.035
1.008
8
2.567
343
98
11

5.278
1.312
29
3.128
530
257
22

---

---

82

4. Το καθεστώς των θρησκευτικών ομάδων (μέχρι το 1960):
Όπως γίνεται αντιληπτό, η παρουσία των θρησκευτικών ομάδων στην Κύπρο είναι μακρά
και σημαντική. Είναι δε ενδιαφέρον το γεγονός ότι και οι τρεις θρησκευτικές ομάδες
βρίσκονται εδώ από τη Βυζαντινή περίοδο: οι μεν Αρμένιοι και οι Μαρωνίτες
εμφανίστηκαν κατά την Πρωτοβυζαντινή περίοδο, οι δε Λατίνοι κατά την
Υστεροβυζαντινή περίοδο, χωρίς ωστόσο κάποιο ιδιαίτερο θεσμικό καθεστώς που να
τους διαφοροποιούσε από άλλες θρησκευτικές ή εθνικές ομάδες που ζούσαν τότε εδώ.
Επί Λατινοκρατίας (1192-1489-1570), η Λατινική Εκκλησία διέθετε Αρχιεπισκοπή στη
Λευκωσία και Επισκοπές στην Αμμόχωστο, τη Λεμεσό και την Πάφο, ενώ μειώθηκαν οι
ελληνορθόδοξες Επισκοπές από 14 σε 4 και εκτοπίστηκαν στην ύπαιθρο332. Ο Βασιλιάς
και οι διάφοροι ευγενείς και αξιωματούχοι ήσαν, στη συντριπτική τους πλειοψηφία,
Λατίνοι και ο Καθολικισμός ήταν η επίσημη θρησκεία της νήσου. Τόσο οι Αρμένιοι όσο και
οι Μαρωνίτες διέθεταν Επισκόπους, όπως άλλωστε και οι Αβησσύνιοι, οι Νεστοριανοί, οι
Ιακωβίτες, οι Κόπτες και άλλοι (Παυλίδης: 1984-1996). Επιπλέον, η Αραβική, η Αρμενική,
η Γαλλική, η Ιταλική και η Ελληνική συγκαταλέγονταν ανάμεσα στις έντεκα επίσημες
γλώσσες του φράγκικου Βασιλείου της Κύπρου, ενώ κατά την Ενετοκρατία ήσαν οι πέντε
επίσημες γλώσσες (Χατζηλύρας: 2008α και 2008β).
Επί Τουρκοκρατίας (1571-1878), η αυτοκέφαλη Ελληνορθόδοξη Εκκλησία αποκτά
ευρύτατα προνόμια, η Λατινική Εκκλησία περιθωριοποιείται, ενώ διατηρούνται ο
Επίσκοπος των Αρμενίων333, ο Επίσκοπος των Μαρωνιτών334 και (για λίγα μόνο χρόνια) ο
Επίσκοπος των Ιακωβιτών. Με τη σταδιακή βελτίωση των συνθηκών υπό το φως του
διατάγματος Χάττ-ι Σερίφ του Γκιουλχανέ (‫فرمان تنظيمات‬/Gülhane Hatt-ı Şerif-î)335, το
οποίο εκδόθηκε στις 3 Νοεμβρίου 1839 και εισήγαγε την Οθωμανική Αυτοκρατορία στην
περίοδο του Τανζιμάτ (1839-1876), συστάθηκε το μετζλίς ιταρέ (‫ادارءسی مـــجــلــيـس‬/meclis
idaresi, διοικητικό συμβούλιο), στο οποίο συμμετείχαν ο Μουφτής336 της Κύπρου, ο
Αρχιεπίσκοπος Κύπρου, ο Επίσκοπος των Αρμενίων και ο Χωρεπίσκοπος των Μαρωνιτών
(Παυλίδης: 1984-1996). Ενδιαφέρουσα είναι η απουσία εκπροσώπου των Λατίνων, αφού
επισήμως θεωρούνταν εχθροί των Οθωμανών. Στις 18 Φεβρουαρίου 1856 εκδόθηκε το
διάταγμα Χάττ-ι Χουμαγιούν337 (‫اصالحات خط ھمايونى‬/Hatt-ı Hümayun), το οποίο
Αυτό έγινε με βάση το διάταγμα Bulla Cypria, που εκδόθηκε στις 3 Ιουλίου 1260 από τον Πάπα Αλέξανδρο Δ’.
Έτσι, ο Αρχιεπίσκοπος εκτοπίστηκε στην περιοχή της Σολέας, ο Επίσκοπος Πάφου στην Αρσινόη, ο Επίσκοπος
Λεμεσού στα Λεύκαρα και ο Επίσκοπος Αμμοχώστου στην Καρπασία. Επιπλέον, όλοι οι Ελληνορθόδοξοι ιερείς
όφειλαν υποταγή στους Λατίνους αρχιερείς. Ωστόσο, μέσα στο 14ο αιώνα οι Ελληνορθόδοξοι ιεράρχες επέστρεψαν
στις πόλεις τους και η υποταγή που όφειλαν στους Λατίνους αρχιερείς έγινε περισσότερο τυπική παρά ουσιαστική.
333. Πρόκειται για τον Επίσκοπο της Λευκωσίας, αφού η επισκοπή έδρα στην Αμμόχωστο καταργήθηκε το 1571 με την
κατάληψη της πόλης από τους Οθωμανούς, οι οποίοι απαγόρευαν τη διαμονή στην πόλη Χριστιανών.
334. Αν και στα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας ο Αρχιεπίσκοπος των Μαρωνιτών διέμενε στην Κύπρο, στη συνέχεια
κάποιοι Αρχιεπίσκοποι διέμεναν στην Κύπρο και κάποιοι στο Λίβανο. Από το 1673 και μετά, οι Αρχιεπίσκοποι των
Μαρωνιτών διέμεναν αποκλειστικά στο Λίβανο και εκπροσωπούνταν από τον πρωθιερέα του Κορμακίτη, ο οποίος από
το 1768 και εντεύθεν έφερε τον τίτλο του Γενικού Βικάριου και Χωρεπισκόπου.
335. Με το σουλτανικό διάταγμα του Χάττ-ι Σερίφ του Γκιουλχανέ, η Οθωμανική Αυτοκρατορία εισήλθε στην περίοδο
του Τανζιμάτ (‫تنظيمات‬/Tanzimât, Αναδιοργάνωση), που στόχο είχε τον εκσυγχρονισμό του στρατού και της κοινωνίας,
για να ανταποκριθεί στις προκλήσεις που δεχόταν από τις Μεγάλες Δυνάμεις. Το διάταγμα υποσχόταν διαφόρων
ειδών μεταρρυθμίσεις, όπως την κατάργηση του φόρου καλλιέργειας, τη μεταρρύθμιση της στρατιωτικής θητείας και
μεγαλύτερη ισότητα στην αντιμετώπιση των μη μουσουλμανικών θρησκευμάτων. Ωστόσο, οι πρόνοιές του δεν άρχισαν
να εφαρμόζονται παρά μετά το 1856, όταν εκδόθηκε το Χάττ-ι Χουμαγιούν.
336. Ο Μουφτής (‫مفتي‬/Müftî) είναι ανώτερος ιερατικός βαθμός του Μουσουλμανισμού, ιδιαίτερα των Σουνιτών.
Θεωρείται ο ερμηνευτής του Κορανίου για την απόδοση δικαιοσύνης, βάσει του μουσουλμανικού δικαίου (νόμος της
Σαρίας). Το νομικό πλαίσιο της θέσης του Μουφτή καλύπτεται από το ΚΕΦΑΛΑΙΟ 340 [(Νόμος Περί Τούρκου
Θρησκευτικού Αρχηγού (Μουφτή)]. Να σημειώσουμε ότι, παρόλον ότι θρησκευτικός αρχηγός των Τουρκοκυπρίων, ο
εκάστοτε Μουφτής δεν είναι υπεύθυνος για τη διοίκηση του ΕΒΚΑΦ.
337. Το σουλτανικό διάταγμα του Χάττ-ι Χουμαγιούν εκδόθηκε αμέσως μετά τον Κριμαϊκό Πόλεμο (1853-1856), ως
αποτέλεσμα της πίεσης των Γάλλων, των Σαρδηνίων και των Βρετανών, που είχαν βοηθήσει τους Οθωμανούς έναντι
των Ρώσσων. Αποτέλεσε το δεύτερο σημαντικό σταθμό του Τανζιμάτ και υποσχόταν την ισότητα στην εκπαίδευση, το
332.

83

αποδεχόταν την εσωτερική και διοικητική αυτονομία των αναγνωρισμένων χριστιανικών
δογμάτων· στις πρόνοιες αυτού του διατάγματος στηρίζονται οι σχετικές για το ζήτημα
διατάξεις του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας (Άρθρα 110 και 111).
Επί Αγγλοκρατίας (1878-1960), εφαρμόστηκε η διαχωριστική διάκριση των κατοίκων του
νησιού σε Μωαμεθανούς και μη Μωαμεθανούς, όχι απλώς ως συνέχιση του οθωμανικού
συστήματος Μουσουλμάνων και γκιαούρηδων338, αλλά ως ένα γραφειοκρατικό μέσο
διαχωρισμού, κατά την προσφιλή τακτική του «διαίρει και βασίλευε»: ήταν, πράγματι,
παράλογο σε ένα νησί, όπου - με βάση την απογραφή πληθυσμού του 1881339 - το
75,546% των κατοίκων ήταν Χριστιανοί (εκ των οποίων το 97,856% Ελληνορθόδοξοι), να
χρησιμοποιείται ο όρος μη Μουσουλμάνοι για να ορίσει την πλειοψηφία! Οι Βρετανοί
υποστήριζαν ότι ο όρος υιοθετήθηκε για να μην αποκλείει τους Εβραίους και τα διάφορα
μη ελληνορθόδοξα χριστιανικά δόγματα και παρέμεινε σε χρήση καθ’ όλη την
Αγγλοκρατία340. Επίσημη γλώσσα της διοίκησης ήταν η Αγγλική, ωστόσο από το 1878
μέχρι και το 1927 η Cyprus Gazette ήταν διαθέσιμη, εκτός από την πρωτότυπη αγγλική
έκδοση, σε ελληνική έκδοση και σε τουρκική έκδοση341. Η κατάργηση της Cyprus
Gazette στην ελληνική και την τουρκική έκδοση έγινε λόγω έλλειψης επαρκούς ζήτησης·
να σημειωθεί ότι η ελληνική και η τουρκική έκδοση δεν είχαν ετήσιο ευρετήριο, αντίθετα
με την αγγλική έκδοση.
Αν και οι Βρετανοί αναγνώρισαν την αυτονομία των Αρμενίων, των Μαρωνιτών και των
Λατίνων όσον αφορά τα εσωτερικά τους ζητήματα342, στο Νομοθετικό Συμβούλιο
(Legislative Council)343 που δημιούργησαν δεν υπήρχε κάποια πρόνοια για τη
θεσμοθετημένη συμμετοχή τους. Με εξαίρεση δε τις περιόδους 1878-1882, 1887-1889,
1890-1891 και 1921-1925, κανένα μέλος των θρησκευτικών ομάδων δεν συμμετείχε στο
Νομοθετικό Συμβούλιο, ούτε καν διεκδίκησε την εκλογή του. Κατά τα έτη 1878-1882, στο
πρώτο Νομοθετικό Συμβούλιο, διορίστηκε ο Λατίνος μεγαλοκτηματίας Riccardo Mattei
(Χατζηλύρας: 2008γ), ο οποίος εξελέγη το 1887, παραιτήθηκε το 1889 και επανεξελέγη
το 1890. Μεταξύ 1921-1925, στο Νομοθετικό Συμβούλιο συμμετείχαν δύο Μαρωνίτες, ο
Χωρεπίσκοπος Ιωάννης Κυρίλλης και ο πατήρ Ιωσήφ Τριανταφυλλίδης, και αυτό μετά
διορισμό στην κυβέρνηση και την αμερόληπτη απόδοση της δικαιοσύνης, ανεξαρτήτως θρησκεύματος. Συνέβαλε,
επίσης, στην αναδιοργάνωση των μιλλετιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
338 Ο όρος «γκιαούρης», στα Τουρκικά ‫كافر‬/gâvur [από το αραβικό ‫( كافر‬kāfir), πληθυντικός ‫( كفّار‬kuffār), κυριολεκτικά
«αυτός που κρύβει ή καλύπτει» (την αλήθεια)] είναι ισλαμικός όρος που χρησιμοποιείται αδιακρίτως σε αναφορά προς
τους μη Μουσουλμάνους, ιδιαίτερα τους Χριστιανούς. Ο όρος αυτός θεωρείται ιδιαίτερα προσβλητικός στα Βαλκάνια
και τη Μέσης Ανατολή και είναι αντίστοιχος με τον ελληνικό όρο «άπιστος» και τον αρμενικό όρο «անհաւատ».
Συνώνυμα του γκιαούρη είναι ο ραγιάς [‫( رعايا‬râya) - κυριολεκτικά «μέλη του ποιμνίου»)], όρος που χρησιμοποιόταν
για να περιγράψει τις φορολογούμενες χαμηλές τάξεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και ο ζίμμης [από το αραβικό
‫( ذمي‬ḏimmī)]. Ζίμμηδες θεωρούνταν οι «Λαοί της Βίβλου» (‫أھاللكتاب‬/Ehl-i kitap), δηλαδή οι Χριστιανοί, οι Εβραίοι και οι
Σαβιανοί, στους οποίους αναγνωρίζονταν ελάχιστα προνόμια.
339. Στην απογραφή που διενεργήθηκε στις 4 Απριλίου 1881, καταγράφηκαν 186.173 άτομα, εκ των οποίων οι 140.647
ήσαν Χριστιανοί (137.631 Ελληνορθόδοξοι, 1.275 Ρωμαιοκαθολικοί, 830 Μαρωνίτες, 737 Προτεστάντες και
Αγγλικανοί, 174 Αρμενορθόδοξοι), 45.458 Μωαμεθανοί και 68 Εβραίοι.
340. Είναι γεγονός, ωστόσο, ότι από μία περίοδο και μετά χρησιμοποιούνταν οι όροι «Μουσουλμάνοι», «Χριστιανοί»
και «μικρότερες ομάδες» ή «άλλες ομάδες». Τονίζεται, ωστόσο, ότι συνήθως οι Μουσουλμάνοι αναφέρονταν πρώτοι
στις διάφορες αναφορές της αποικιακής διοίκησης.
341. Για την τουρκική έκδοση γινόταν χρήση της οθωμανικής γραφής, καθώς μόλις το 1932 εισάχθηκε η λατινική
γραφή στην Κύπρο για την καταγραφή της Τουρκικής, ενώ στην Τουρκία αυτή εισήχθη το 1928.
342. Είναι χαρακτηριστικό πως, όταν οι Αρμένιοι κατάρτισαν τους νέους κανονισμούς της Μητρόπολής τους και τους
υπέβαλαν στον Κυβερνήτη για επικύρωση με επιστολή στις 23 Νοεμβρίου 1944, αυτός απάντησε στις 7 Δεκεμβρίου
1944 πως δεν υπήρχε οποιαδήποτε ανάγκη για δική του έγκριση (Tornaritis: 1961).
343. Το Νομοθετικό Συμβούλιο ήταν νομοθετικό σώμα, μέσω του οποίου προωθούνταν και νομιμοποιούνταν οι
οποιεσδήποτε αποφάσεις του εκάστοτε Ύπατου Αρμοστή/Κυβερνήτη. Πρόεδρός του ήταν ο Ύπατος Αρμοστής (μετά το
1925 Κυβερνήτης), ο οποίος είχε και τη νικώσα ψήφο. Μεταξύ 1882-1925 ήταν 18μελές (9 Ελληνοκύπριοι, 6 Βρετανοί,
3 Τουρκοκύπριοι) και μεταξύ 1925-1931 24μελές (12 Ελληνοκύπριοι, 9 Βρετανοί, 3 Τουρκοκύπριοι). Με εξαίρεση τα
ex officio μέλη, τα υπόλοιπα μέλη ήταν αιρετά και εκλέγονταν με βάση τη γεωγραφική πληθυσμιακή κατανομή
Χριστιανών και Μουσουλμάνων ανά επαρχία ή/και ανά ναχιέ. Καταργήθηκε μετά τα Οκτωβριανά.

84

από πολιτικές μηχανορραφίες344 του Ύπατου Αρμοστή, Sir Malcolm Stevenson
(Georghallides: 1979).
Τέλος, αξίζει να αναφερθεί ότι η μοναδική άλλη εκπροσώπηση των θρησκευτικών
ομάδων στον κρατικό μηχανισμό συνίστατο στους Μαρωνίτες μουχτάρηδες (κοινοτάρχες)
των τεσσάρων μαρωνίτικων χωριών (Κορμακίτης, Ασώματος Κερύνειας, Αγία Μαρίνα
Σκυλλούρας και Καρπάσια)345, τους Μαρωνίτες αζάδες (κοινοτικούς συμβούλους) των
τεσσάρων μαρωνίτικων χωριών346, καθώς και στον Αρμένιο μουχτάρη (κοινοτάρχη) της
αρμενικής ενορίας της Λευκωσίας (Καραμάν Ζατέ/Karaman Zade)347.

344. Λόγω αντιβρετανικής αντίδρασης, τα μέλη του προηγούμενου Νομοθετικού Συμβουλίου είχαν παραιτηθεί, ενώ η
Εκκλησία μποϋκόταρε τις εκλογές. Λίγο πριν τη λήξη της υποβολής των υποψηφιοτήτων, υποβλήθηκαν οι
υποψηφιότητες των δύο αυτών Μαρωνιτών, γεγονός το οποίο υποκίνησε ο ίδιος ο Ύπατος Αρμοστής, Sir Malcolm
Stevenson, μέσω του Διευθυντή Παιδείας, Canon Newham, εκμεταλλευόμενος τη μαρωνιτική κοινότητα και
προσπαθώντας να την αντιπαραθέσει με την πλειοψηφία· το ζήτημα αναλύεται διεξοδικά στο βιβλίο A Political and
Administrative History of Cyprus, 1918-1926, with a Survey of the Foundations of British Rule του George S.
Georghallides, όπου ακριβώς φαίνεται πόσο οπορτουνιστική ήταν η εμφάνιση των δύο Μαρωνιτών στο Νομοθετικό
Συμβούλιο. Να σημειώσουμε ότι λίγο πριν το πέρας της θητείας τους, οι Μαρωνίτες Βουλευτές είχαν ζητήσει τη
μόνιμη παρουσία Μαρωνιτών στο Νομοθετικό Συμβούλιο, κάτι το οποίο αρνήθηκε ο Κυβερνήτης.
345. Τα τέσσερα μαρωνίτικα χωριά διαθέτουν μέχρι σήμερα κοινοτάρχη, ο οποίος από το 2006 εκλέγεται
(προηγουμένως διοριζόταν από τον οικείο Έπαρχο). Στον Κορμακίτη ως κοινοτάρχες υπηρέτησαν ο Ηλίας Γιωρκή
Μαυρή (1900-1920), ο Χατζηαντώνης Γιαμάκης (1920-1965), ο Αντώνης Ηλία Διάκου (1966-1995), ο Μιχάλης
Αραούζος (1995-2004), ο Ιωάννης Τσουτσούκης (2004-2006), ο Ηλίας Παπάς (2006-2011) και ο Ηλίας Κατσιολούδης
(Γκούρας) (2011)· στον Ασώματο ως κοινοτάρχες υπηρέτησαν ο Βραχίμης Χατζηχάννας (1900-1920), ο Ιωάννης
Βραχίμη Χατζηχάννα (1920-1940), ο Χατζητζιοβάννης Χατζηαντρέα (1940-1955), ο Βραχίμης Αντώνη Ορφανού
(1955-1960), ο Ιωσήφ Χατζητζιοβάννης (1960-1968), ο Ιωάννης Νέρουππος (1968-2006) και ο Αντώνης Καράχαννας
(2006- )· στην Αγία Μαρίνα ως κοινοτάρχες υπηρέτησαν ο Χατζητζιοβάννης Ανδρέα Φράγκου (1900-1925), ο Ιωσήφ
Αχμέτης (1925-1930), ο Ιωσήφ Σολωμού (1930-1937), ο Ιωσήφ Χατζηχάννας (1937-1987), ο Ιωάννης Χατζηχάννας
(1987-1994), ο Κυριάκος Κιτέος (1994-2011) και ο Παρτελλής Χατζηφεσσάς (2011- )· στην Καρπάσια ως κοινοτάρχες
υπηρέτησαν ο Αντώνης Χαννή Χατζηχαννή (1900-1920), ο Μάρκος Ζόρζου Ρουμανή (1920-1955), ο Μάρκος
Χατζημάρκου (1955-1967), ο Ηλίας Λιασής (1967-1974), ο Γεώργιος Μάρκου (1974-1990), ο Αντώνης Ορφανού (19902006) και ο Χριστάκης Χατζηαντώνης (2006). Μαρωνίτες κοινοτάρχες υπηρέτησαν, επίσης, στο Μαρκί: Ηλίας
Φτανού (2001-2006) και Αντώνης Σολωμού (2006) και στον Κοτσιάτη: Ιωάννης Καμηλάρης (2001-2011) και
Αντώνης Καμηλάρης (2011). Οι πληροφορίες για τους Μαρωνίτες κοινοτάρχες προέρχονται από τη Μαριάννα
Φραγκίσκου, τον Τώνη Σολωμού, το Σιάρπελ Τζουτζούκη, τον Ιωσήφ Κόκκινο, τον Αντώνη Καννά, τον Ιωσήφ Καρή
και το Χριστάκη Χατζηαντώνη, τους οποίους και ευχαριστούμε ιδιαίτερα.
346. Οι αζάδες στην Κύπρο διορίζονταν μέχρι το 1979 (για τους Μαρωνίτες μέχρι το 2006). Όσον αφορά τα τέσσερα
μαρωνίτικα χωριά, αυτοί ήσαν και είναι τέσσερις για κάθε χωριό. Μεταξύ 2006-2011 ως αζάδες του Κορμακίτη
υπηρετούσαν οι Γιαννάκης Λαζαρής, Αντώνης Σκούλλος, Βαλεντίνος Κουμέττου και Νίνος Σιαμμούτης, ως αζάδες του
Ασώματου υπηρετούσαν οι Γεώργιος Ηλία, Ιωσήφ Κάττος, Μισιέλ Χατζητζωρζής και Αντώνης Χατζηανδρέου, ως
αζάδες της Αγίας Μαρίνας υπηρετούσαν οι Χριστάκης Εμμανουήλ, Αντωνάκης Χαννή, Ιωσήφ Χατζηχάννας και
Μιχαήλ Παύλου, ενώ ως αζάδες της Καρπάσιας υπηρετούσαν οι Ιωάννης Κατσιολούδης, Μάριος Ιωσήφ, Ιωσήφ
Γεωργίου και Ιωσήφ Κατσιολούδης. Στο Μαρκί υπηρετούσαν ως αζάδες μεταξύ 2006-2011 οι Ιωσήφ Πουλλής,
Χριστάκης Κουκουλλής και Παύλος Ανδρέου· μεταξύ 2006-2010 υπηρέτησε και ο Ιωσήφ Κατσιολούδης, ο οποίος - μετά
το διορισμό του ως Πρόεδρος της Σχολικής Εφορείας Μαρωνιτών - αντικαταστάθηκε από τον Αντώνη Φτανό. Στον
Κοτσιάτη ως αζάδες υπηρετούσαν μεταξύ 2006-2011 οι Νεόφυτος Παναγιώτου, Ζηνωνής Τουράλης, Παναγιώτης
Χατζηιωσήφ και Χριστάκης Χαννή. Στις εκλογές του 2011, ως αζάδες του Κορμακίτη εξελέγησαν οι Βαλεντίνος
Κουμέττου, Γεώργιος Φραντζιάς, Ηλίας Φένεκ και Γιαννούλα Γιουσελλή-Καρή, ως αζάδες του Ασώματου εξελέγησαν
οι Γεώργιος Ηλία, Ηλίας Μαλτέζος, Μάριος Χατζηζωρζής και Αντώνης Χατζηζωρζής, ως αζάδες της Αγίας Μαρίνας
εξελέγησαν οι Ανδρέας Λακκοτρύπης, Παύλος Πεκρής, Μιχαήλ Παύλου και Ιωσήφ Τζιοβάννη και ως αζάδες της
Καρπάσιας εξελέγησαν οι Ιωσήφ Κατσιολούδης, Πέτρος Κατσιολούδης, Αντώνης Σολωμού και Ηλίας Ηλία· στο
Μαρκί ως αζάδες ανακηρύχθηκαν οι Παύλος Ανδρέου, Χριστάκης Κουκούλη, Ιωσήφ Πουλλής και Αντώνης Φτανού,
ενώ στον Κοτσιάτη ως αζάδες εξελέγησαν οι Τάκης Χαννή, Πέτρος Κιτέος, Δημήτρης Κωνσταντίνου και Ιωάννης
Αντωνίου.
347 . Όσον αφορά τον Αρμένιο μουχτάρη, από το 1927 μέχρι το 1949 το αξίωμα κατείχε ο Μελίκ Μελικιάν, ενώ μεταξύ
1949 με 1956 το αξίωμα κατείχε ο Κασπάρ Ντελιφέρ· μεταξύ 1955-2009 ως Αρμένιος μουχτάρης υπηρετούσε ο Βαχέ
Κουγιουμτζιάν, ενώ από 1η Ιανουαρίου 2011 είναι ο Μεγκερντίτς Κουγιουμτζιάν. Να αναφέρουμε ότι πριν από το
1927 ο μουχτάρης της ενορίας Καραμάν Ζατέ ήταν Ελληνοκύπριος. Οι πληροφορίες αυτές προέρχονται από την
Περούζ Ντελιφέρ, το Λεβόν Λεβονιάν και τη Ναϊρί Μουρατιάν, τους οποίους και ευχαριστούμε ιδιαίτερα.

85

5. Το Σύνταγμα του 1960:
Μετά από τον 4ετή απελευθερωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ κατά των Βρετανών και τις
συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, καταρτίστηκε το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, το
οποίο τέθηκε σε εφαρμογή από τα μεσάνυχτα της 15ης προς τη 16η Αυγούστου 1960. Με
σκοπό δε να εξασφαλιστεί η νομική συνέχεια με την αλλαγή του καθεστώτος από
βρετανική αποικία σε ανεξάρτητη Δημοκρατία, όλη η βρετανική νομοθεσία που
βρισκόταν σε εφαρμογή μέχρι και τη 15η Αυγούστου 1960 ενσωματώθηκε στα λεγόμενα
CAPS (Κεφάλαια), σύμφωνα με το Άρθρο 188 του Συντάγματος, με εξαίρεση διατάξεις
που αντίκειντο ή ήταν ασύμφωνες προς το νέο Σύνταγμα. Αξίζει εδώ να αναφερθεί ότι
παρόμοια ενσωμάτωση της προϋπάρχουσας νομοθεσίας είχε γίνει και τον Ιούλιο του
1878, όταν η διοίκηση της Κύπρου μεταφέρθηκε από τους Οθωμανούς στους Βρετανούς.
Το 1882 αντικαταστάθηκαν τα οθωμανικά δικαστήρια, το 1927 έπαψε να ισχύει η
διαφορά μεταξύ κυπριακών και μη κυπριακών υποθέσεων, το 1928 καταργήθηκε ο
οθωμανικός ποινικός κώδικας, ενώ το 1935 εισάχθηκε το Αγγλικό Κοινό Δίκαιο (Common
Law)348 και οι οθωμανικοί νόμοι έπαψαν να ισχύουν, με εξαίρεση τα κεκτημένα
δικαιώματα, μέχρι που το 1946 αντικαταστάθηκε ο οθωμανικός κώδικας περί γαιών και
το 1960 καταργήθηκε ο ναυτικός οθωμανικός κώδικας (Kyrris: 1985, Neocleous: 2000).
Το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν καταρτίστηκε από την ελεύθερη θέληση
του κυπριακού λαού, αλλά επιβλήθηκε σ’ αυτόν, γι’ αυτό άλλωστε και χαρακτηρίζεται
ως «δοτό». Το μεγαλύτερο μέρος του συντάχθηκε από τον Ελβετό συνταγματολόγο της
Λωζάνης Marcel Bridel, με τη βοήθεια του δικηγόρου Louis Bagi349. Θεωρείται από τα
εκτενέστερα και λεπτομερέστερα συντάγματα του κόσμου, αφού αποτελείται από 199
άρθρα και από τις Συνθήκες Εγγυήσεως και Συμμαχίας (Αιμιλιανίδης: 2006β).
Ταυτόχρονα, θεωρείται από τα πιο άκαμπτα συντάγματα, αφού αριθμός των άρθρων του
(ολόκληρα ή τμήματά τους) «αποτελούν θεμελιώδη άρθρα του Συντάγματος και δεν
μπορούν, με οποιοδήποτε τρόπο, να τροποποιηθούν με μεταβολή, προσθήκη ή
κατάργηση» (Άρθρο 182 § 1).
Το Σύνταγμα διέπεται από δύο κύριες αρχές: την αναγνώριση της ύπαρξης δύο
κοινοτήτων, της «ελληνικής» και της «τουρκικής», οι οποίες και ορίζονται κατά κύριο
λόγο με βάση την καταγωγή και κατά δεύτερο λόγο με βάση τη μητρική γλώσσα, την
πολιτιστική κληρονομιά ή το θρήσκευμα (Άρθρο 2 § 1 και 2), και οι οποίες - παρά την
αριθμητική τους διαφορά350 - τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης, ενώ ταυτόχρονα η έννοια του
λαού της Κύπρου, ως σύνολο, απουσιάζει· η δεύτερη αρχή αφορά την εξασφάλιση της

348. Το κοινό δίκαιο ή κοινοδίκαιο, το οποίο ισχύει κυρίως σε αγγλοσαξωνικές χώρες και (πρώην) βρετανικές αποικίες,
βασίζεται στο δικαστικό προηγούμενο (case law precedent), σύμφωνα με το οποίο ο κανόνας δικαίου που έχει
διαμορφωθεί νομολογιακά με μία απόφαση δεσμεύει εφεξής τα υπόλοιπα δικαστήρια που βρίσκονται στην ίδια ή σε
κατώτερη βαθμίδα της δικαιοδοτικής ιεραρχίας. Έτσι, οι δικαστές δεν είναι απλά ερμηνευτές του νόμου και απονομείς
δικαιοσύνης (όπως συμβαίνει στο ηπειρωτικό δίκαιο), αλλά και δημιουργοί δικαιϊκών κανόνων.
349. Η σύνθεση της Μεικτής Συνταγματικής Επιτροπής (Joint Constitutional Commission) καταγράφεται στο
Παράρτημα Δ’ του Συντάγματος. Υπήρχαν οκτώ (8) μέλη στην ελληνική αντιπροσωπεία (καθηγητής Θεμιστοκλής

Τσάτσος, Γεώργιος Χαρμπούρης, Αλέξανδρος Λέκκας, Κωνσταντίνος Χοϊδάς, Δημήτριος Αποστολίδης, Δημήτριος
Κυριαζής, Γεώργιος Ζωδιάτης, Δημήτριος Πετρουνάκος), έξι (6) στην τουρκική αντιπροσωπεία (καθηγητής Nihat
Erim, Dr. Suat Bilge, Șerif Kolhan, Ahmet Asım Akyamaç, Kaya Pirnar, Alaeddin Gülen), πέντε (5) στην
ελληνοκυπριακή αντιπροσωπεία (Γλαύκος Κληρίδης, Γεώργιος Πολυβίου, Μιχαλάκης Τριανταφυλλίδης, Τάσσος
Παπαδόπουλλος, νομικός σύμβουλος Κρίτων Γ. Τορναρίτης) και πέντε (5) στην τουρκοκυπριακή αντιπροσωπεία (Rauf
R. Denktaș, Halit Ali Rıza, Hakkı Süleyman, Ali Dana, νομικός σύμβουλος Mehmet Necati).
350.

Σύμφωνα με την απογραφή πληθυσμού που διενεργήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 1960, καταγράφηκαν 577.615 άτομα:
440.391 Ελληνοκύπριοι (76,243%), 102.756 Τουρκοκύπριοι (17,790%), 4.505 Ρωμαιοκαθολικοί (0,780%) (2.796
μεσογειακής καταγωγής και 1.709 Βρετανοί), 3.628 Αρμενοκύπριοι (0,628%) (3.378 Αρμενορθόδοξοι και 250 Αρμένιοι
Προτεστάντες & Αρμενοκαθολικοί), 2.752 Μαρωνιτοκύπριοι (0,476%), 19.246 Αγγλικανοί και Προτεστάντες Βρετανοί
(3,332%), 2.130 Έλληνες (0,369%), 1.594 Τούρκοι (0,276%), 502 Τσιγγάνοι (0,087%) και 111 άλλοι (0,019%, ανάμεσά
τους και κάποιοι Εβραίοι).

86

συμμετοχής351 της κάθε κοινότητας στις λειτουργίες της κυβέρνησης, αποφεύγοντας να
αναγνωρίσει την κυριαρχία της μεγαλύτερης κοινότητας, αλλά ταυτόχρονα
αναγνωρίζοντας μερική διοικητική αυτονομία στην κάθε κοινότητα (π.χ. τους
Τουρκοκύπριους Υπουργούς επέλεγε και έπαυε όχι ο Πρόεδρος, αλλά ο Αντιπρόεδρος
της Δημοκρατίας, όντας και ο ίδιος Τουρκοκύπριος).
Ο δυαδικός και διαχωριστικός χαρακτήρας του Συντάγματος δεν άφηνε “χώρο” για τις
διάφορες εθνοτικές/θρησκευτικές/πολιτιστικές ομάδες να αναγνωριστούν ως
μειονότητες. Έτσι, με βάση το Άρθρο 2 § 3, εισάγεται η έννοια της θρησκευτικής ομάδας,
ως «ομάδα προσώπων που συνήθως κατοικούν στην Κύπρο, πρεσβεύουν την ίδια
θρησκεία και ανήκουν είτε στο ίδιο δόγμα είτε υπόκεινται στην ίδια δικαιοδοσία με αυτή,
των οποίων ο αριθμός κατά την ημερομηνία της έναρξης της ισχύος του Συντάγματος
υπερβαίνει τους χίλιους, εκ των οποίων τουλάχιστον πεντακόσιοι έγιναν υπήκοοι της
Δημοκρατίας κατά την αναφερόμενη ημερομηνία».
Την εποχή εκείνη ως αναγνωρισμένες μειονότητες θεωρούνταν συνήθως οι γηγενείς
μειονότητες (native minorities)352· έτσι, αναγνωρίστηκαν οι τρεις θρησκευτικές ομάδες
(Αρμένιοι, Μαρωνίτες, Λατίνοι), με προβληματικό ωστόσο ορισμό και ονοματοθεσία:
α) τόσο οι Μαρωνίτες, όσο και οι Λατίνοι είναι Καθολικοί, οι μεν Ανατολικοί Καθολικοί οι δε
Ρωμαιοκαθολικοί. Τι είναι αυτό που τους διαχωρίζει; Γιατί θεωρούνται διαφορετικές θρησκευτικές
ομάδες;
β) η πλειοψηφία των Αρμενίων είναι Αποστολικοί (Ορθόδοξοι), υπάρχουν όμως επίσης Καθολικοί
και Ευαγγελικοί. Προς τι η ενοποίησή τους και η θεώρησή τους ως μία θρησκευτική ομάδα;
Εικάζουμε ότι ο νομοθέτης υπονοεί την ύπαρξη πολιτιστικών ή/και εθνοτικών ομαδοποιήσεων. Η
χρησιμοποίηση θρησκευτικών κριτηρίων για τον υπόρρητο ορισμό εθνοτικών ή/και πολιτιστικών
ομάδων είναι επίσης προβληματική και θεωρούμε ότι οφείλεται στον έντονα δυαδικό και
διαχωριστικό χαρακτήρα του Συντάγματος. Το κανονικό δίκαιο της Εκκλησίας είναι και αυτό
κριτήριο, ωστόσο δεν είναι το μοναδικό κριτήριο.
γ) οι θρησκευτικές ομάδες δεν μπορούσαν να είναι αυθύπαρκτες, αλλά έπρεπε να επιλέξουν353 τη
μία από τις δύο κοινότητες, εξασφαλίζοντας έτσι ότι τα μέλη τους θα απολάμβαναν τα ίδια οφέλη
351.

Η τουρκοκυπριακή κοινότητα διέθετε Αντιπρόεδρο με δικαίωμα βέτο, συμμετοχή 30% στο Υπουργικό Συμβούλιο
(από τους δέκα Υπουργούς, οι τρεις ήταν Τουρκοκύπριοι και ένας εξ αυτών ήταν υποχρεωτικά ο Υπουργός Άμυνας ή ο
Υπουργός Εξωτερικών ή ο Υπουργός Οικονομικών· την περίοδο 1960-1963 υπηρέτησε ως Υπουργός Άμυνας ο Osman
Örek), τη Βουλή των Αντιπροσώπων (15 από τα 50 κοινοβουλευτικά έδρανα), τη δημόσια υπηρεσία και τις δυνάμεις
ασφαλείας (με πρόνοια για αύξηση στο 40%, για να μην απολυθούν οι υπεράριθμοι Τουρκοκύπριοι αστυνομικοί και
χωροφύλακες) και 40% στις ένοπλες δυνάμεις. Στο Ανώτατο Δικαστήριο, ένας εκ των τριών δικαστών ήταν
Τουρκοκύπριος και ο Πρόεδρός του ουδέτερος (δηλαδή με καταγωγή εκτός Κύπρου, Ελλάδας, Τουρκίας και Βρετανίας).
Επίσης, σε όλα τα ανώτερα αξιώματα του κράτους (Γενικός Εισαγγελέας, Γενικός Ελεγκτής, Διοικητής Κεντρικής
Τράπεζας, Γενικός Λογιστής και Διοικητές Στρατού και Σωμάτων Ασφαλείας), αν ο επικεφαλής ανήκε στη μία
κοινότητα, ο βοηθός επικεφαλής θα ανήκε στην άλλη. Υπήρχε, επίσης, η Τουρκική Κοινοτική Συνέλευση (με 30 μέλη),
όπως και η Ελληνική Κοινοτική Συνέλευση (με 26 μέλη). Είναι δε ενδιαφέρουσα η άποψη που εκφράστηκε ότι το
Σύνταγμα της Κύπρου ήταν το αποτέλεσμα ενός εφιαλτικού διαλόγου μεταξύ ενός συνταγματολόγου και ενός
μαθηματικού, όπως και η έκφραση της εποχής ότι ο Πρόεδρος κρατούσε μεν το τιμόνι της Κύπρου, αλλά ο
Αντιπρόεδρος κρατούσε τα φρένα και τα πετάλια.
352. Με τον όρο “native minorities” εννοούμε μειονότητες οι οποίες έχουν ιστορική παρουσία σε μια περιοχή και δεν
αποτελούν το αποτέλεσμα αποικισμού ή/και αποικιοκρατίας. Οι Βρετανοί της Κύπρου - που αρχικά προσπαθούσαν να
αναγνωριστούν ως μειονότητα - τελικά δεν αναγνωρίστηκαν, εν μέρει και γι’ αυτό το λόγο.
353. Η επιλογή αυτή έγινε με δημοψήφισμα την Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 1960. Ως εκλογικά κέντρα είχαν οριστεί τα
εξής: α) για τους Αρμένιους: τα Αρμενικά Δημοτικά Σχολεία στη Λευκωσία, τη Λάρνακα, την Αμμόχωστο και τη
Λεμεσό, καθώς επίσης και το Διοικητήριο της Κερύνειας, β) για τους Μαρωνίτες: το οίκημα της οδού Φαβιέρου, παρά
τη μαρωνιτική εκκλησία (Λευκωσία), το Δημοτικό Σχολείο Αγίας Μαρίνας, το Δημοτικό Σχολείο Κορμακίτη, το
Δημοτικό Σχολείο Καρπάσιας, το Δημοτικό Σχολείο Ασωμάτου, το Ευρυβιάδειο Παρθεναγωγείο (Λάρνακα), το
Διοικητήριο της Αμμοχώστου και το Διοικητήριο της Λεμεσού και γ) για τους Λατίνους: η αίθουσα συνεδριάσεων της
εκκλησίας του Τιμίου Σταυρού (Λευκωσία), το Διοικητήριο της Κερύνειας, το Ευρυβιάδειο Παρθεναγωγείο (Λάρνακα),
το Διοικητήριο της Αμμοχώστου και η Σχολή Τέρρα Σάντα (Λεμεσός). Όπως ήταν αναμενόμενο, και οι τρεις
θρησκευτικές ομάδες επέλεξαν με συντριπτική πλειοψηφία να ανήκουν στην ομόθρησκη ελληνοκυπριακή κοινότητα,
αφού όλοι τους είναι Χριστιανοί. Πιο συγκεκριμένα, 1.077 Αρμένιοι, 1.046 Μαρωνίτες και 322 Λατίνοι ψήφισαν υπέρ
της ελληνοκυπριακής κοινότητας, ενώ μόνο 5 Αρμένιοι και 1 Λατίνος ψήφισαν υπέρ της τουρκοκυπριακής κοινότητας.
Η αριθμητική διαφορά μεταξύ αυτών που ψήφισαν στο δημοψήφισμα και των καταγεγραμμένων στην απογραφή

87

με τα υπόλοιπα μέλη της κοινότητάς τους, π.χ. να υπηρετούν στη δημόσια υπηρεσία ή/και να
εκλέγονται σε δημόσια αξιώματα, σύμφωνα με το Cyprus Act 1960, Appendix E.
δ) οι θρησκευτικές ομάδες δημιουργήθηκαν εφάπαξ, υπό την έννοια ότι ούτε μπορούν να
καταργηθούν, αλλά ούτε και μπορούν να δημιουργηθούν νέες. Έτσι, αν και σήμερα στην Κύπρο
ζουν πολλοί Παλαιοημερολογίτες, Κόπτες, Αγγλικανοί, Προτεστάντες, Μάρτυρες του Ιεχωβά,
Εβραίοι, Βουδιστές, Ινδουιστές και Μπαχαϊστές, δεν υπάρχει κάποια πρόνοια για την αναγνώρισή
τους ως θρησκευτικές ομάδες, αν και πάλιν απολαμβάνουν συνταγματική ελευθερία (Άρθρο 18).
ε) η ίδια η ύπαρξη ειδικών συνταγματικών διευθετήσεων για τα μέλη των θρησκευτικών ομάδων
είναι κατάλοιπο της Τουρκοκρατίας και του θεσμού των μιλλετιών354. Έτσι, το Σύνταγμα θεωρείται
ότι ανήκει στο σύστημα post-millet. Πράγματι, σε έναν ξένο που δεν μπορεί να διακρίνει τον
εθνικό διαχωρισμό, ο οποίος υπάρχει υπόρρητος στο Σύνταγμα, φαντάζουν παράλογες και
αναχρονιστικές οι ιδιαίτερες αυτές ρυθμίσεις.

Ο καθεδρικός ναός του Αγίου Νικολάου (τέμενος Lala Mustafa Paša) στην Αμμόχωστο (1920)
μελών των θρησκευτικών ομάδων οφείλεται στις πρόνοιες του Συντάγματος ότι «η παντρεμένη γυναίκα ανήκει στην
κοινότητα του συζύγου της» (Άρθρο 2 § 7α) και «το αρσενικό ή θηλυκό παιδί που δεν έχει συμπληρώσει το εικοστό
πρώτο έτος της ηλικίας του ανήκει στην κοινότητα του πατέρα του» (Άρθρο 2 § 7β).

354. Ο όρος μιλλέτ (‫ملة‬/millet) προέρχεται από το αραβικό ‫( ملة‬έθνος) και δημιουργήθηκε μετά την Άλωση της
Κωνσταντινούπολης το 1453 ως αναφορά σε μονοθεϊστικές θρησκευτικές κοινότητες. Τα πρώτα μιλλέτια ήταν το
ελληνικό (με επικεφαλής τον Οικουμενικό Πατριάρχη), το αρμένικο (με επικεφαλής τον Αρμένιο Πατριάρχη της
Κωνσταντινούπολης) και το εβραϊκό (με επικεφαλής τον Αρχιραββίνο). Καθώς η έννοια του μιλλέτ ήταν περιεκτική,
το ελληνικό μιλλέτι αρχικά περιλάμβανε όλους τους Ανατολικούς Ορθόδοξους (Έλληνες, Βούλγαρους, Αλβανούς,
Βλάχους, Σλαβομακεδόνες, Γεωργιανούς, Άραβες, Ρουμάνους και Σέρβους), ενώ το αρμενικό μιλλέτι αρχικά
περιλάμβανε όλους τους Αρμένιους (Αρμενορθόδοξους, Αρμενοκαθολικούς και Αρμένιους Ευαγγελικούς), αλλά και
τους Ασσύριους και τους Κόπτες (καθώς και οι δύο ομάδες αυτές ανήκαν σε Παλαιές Ανατολικές Εκκλησίες). Να
σημειώσουμε ότι στην πορεία έγιναν διάφορες μετατροπές στα μιλλέτια: μεταξύ 1557-1766 οι Σέρβοι είχαν
περιορισμένη αυτονομία (Σερβικό Πατριαρχείο), μεταξύ 1870-1915 οι Βούλγαροι είχαν περιορισμένη αυτονομία
(Βουλγαρική Εξαρχία), ενώ κατά την περίοδο του Τανζιμάτ δημιουργήθηκε ξεχωριστό καθολικό (1831) και
προτεσταντικό μιλλέτι (1847), καθώς επίσης και ξεχωριστό μιλλέτι για τους Ιακωβίτες (1882 - οι οποίοι το 1783 είχαν
ενωθεί με τους Αρμένιους), τους Χαλδαίους (1844), τους Νεστοριανούς (1845) και τους Κόπτες (1874)· το καθολικό
μιλλέτι αρχικά περιλάμβανε όλους τους Καθολικούς (Ρωμαιοκαθολικούς, Ελληνοκαθολικούς, Αρμενοκαθολικούς κτλ),
ενώ το προτεσταντικό μιλλέτι περιλάμβανε όλους τους Προτεστάντες (Έλληνες Ευαγγελικούς, Αρμένιους
Ευαγγελικούς κτλ). Οι Αρμενοκαθολικοί αποτέλεσαν ξεχωριστό μιλλέτι το 1889, ενώ οι Αρμένιοι Προτεστάντες το
1850. Να σημειώσουμε ότι, καθώς τα μιλλέτια ήσαν θρησκευτικές κοινότητες, με εξαίρεση συγκεκριμένες περιπτώσεις
δεν είχαν εδαφική αρμοδιότητα.

88

6. Το Σύνταγμα, η Νομοθεσία και οι Εκκλησίες των θρησκευτικών ομάδων:
Με βάση το Άρθρο 18 § 1-3 του Συντάγματος, «ο καθένας έχει το δικαίωμα ελευθερίας
σκέψης, συνείδησης και θρησκείας· όλες οι θρησκείες, των οποίων τα δόγματα και οι
ιεροτελεστίες δεν είναι μυστικές, είναι ελεύθερες· όλες οι θρησκείες είναι ίσες ενώπιον
του νόμου». Με την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, εφαρμόστηκε ένα σύστημα
ομοταξίας (co-ordination), όπου δεν υπάρχει μία επίσημη ή επικρατούσα θρησκεία, αλλά
πέντε μεγαλύτερες με προνομιακό και ιδιόρρυθμο νομικό καθεστώς (αυτοκέφαλη
Ελληνορθόδοξη Εκκλησία, Ευλαβή Ιδρύματα Evkaf355, Αρμενική Αποστολική Εκκλησία,
Μαρωνιτική Καθολική Εκκλησία, Λατινική Καθολική Εκκλησία), χωρίς να προβαίνει σε
διαφοροποιήσεις μεταξύ τους. Η Κύπρος αποτελεί πρότυπο του μοντέλου της ομοταξίας
παγκοσμίως, που χαρακτηρίζεται από την ισοτιμία μεταξύ πολιτείας και Εκκλησιών· όταν
δε προκύπτουν θέματα κοινού ενδιαφέροντος με το κράτος, τα μέρη συνδιαλέγονται
ισότιμα μεταξύ τους (Αιμιλιανίδης: 2006β).
Το Άρθρο 110 § 3 αναγνωρίζει τη διοικητική αυτονομία των Εκκλησιών των
θρησκευτικών ομάδων, όπως αυτή είχε καθιερωθεί με το φιρμάνι του Hatt-ı Hümayun
το 1856. Πιο συγκεκριμένα, στο άρθρο αυτό αναφέρεται ότι «η κάθε εκκλησία
θρησκευτικής ομάδας, για την οποία ισχύουν οι διατάξεις της τρίτης παραγράφου του
Άρθρου 2, θα συνεχίσει να έχει από την ημερομηνία της έναρξης της ισχύος του
Συντάγματος κάθε δικαίωμα σχετικό προς θρησκευτικά θέματα όπερ έχει συμφώνως με
τον ισχύοντα αμέσως πριν από την αναφερόμενη ημερομηνία νόμο της αποικίας της
Κύπρου». Αντίστοιχες πρόνοιες υπάρχουν, στις παραγράφους 1 και 2 του
προαναφερόμενου άρθρου, αναφορικά με την αυτοκέφαλη Ελληνορθόδοξη Εκκλησία και
τα Ευλαβή Ιδρύματα Εβκάφ.
Σύμφωνα με το Άρθρο 111, διατηρούνται οι αρμοδιότητες των τεσσάρων χριστιανικών
Εκκλησιών αναφορικά με τα ζητήματα προσωπικού θεσμού (αρραβώνας, γάμος,
διαζύγιο, οικογενειακές σχέσεις κτλ), «εξαιρουμένης της με δικαστική απόφαση
νομιμοποίησης ή της υιοθεσίας», οι οποίες μάλιστα ρυθμίζονται από τα οικεία
εκκλησιαστικά δικαστήρια. Με την πρώτη τροποποίηση του Συντάγματος, η οποία έγινε
με το Νόμο 95/1989, η δικαιοδοσία των εκκλησιαστικών δικαστηρίων μεταβιβάστηκε
στα οικογενειακά δικαστήρια των θρησκευτικών ομάδων, τα οποία - σύμφωνα με το
Νόμο 87(Ι)/1994 - συγκροτούνται σε δίκες διαζυγίου από τρεις δικαστές. Λόγω της μη
αναγνώρισης της μεταβίβασης της δικαιοδοσίας στα οικογενειακά δικαστήρια από τις
355.

Γνωστό και ως βακούφι [από το αραβικό ‫( وقف‬waqf, αφιέρωση), πληθυντικός ‫( أوقاف‬awqāf), κυριολεκτικά
εγκλεισμός και απαγόρευση], είναι το αντίστοιχο της Αρχιεπισκοπής όσον αφορά τους Μουσουλμάνους. Πρόκειται για
κινητή ή ακίνητη περιουσία που αφιερώνεται στον Αλλάχ εις το διηνεκές. Για την καθιέρωση ενός βακουφίου, αν και
ο αφιερωτής μπορεί να μην είναι Μουσουλμάνος, ο δωρητής θα πρέπει να είναι ενήλικας, να έχει σώας τας φρένας, να
μπορεί να χειρίζεται οικονομικές υποθέσεις, να μην τελεί υπό απαγόρευση για χρεωκοπία και να είναι σαφώς ο
ιδιοκτήτης. Η περιουσία που ανήκει στο Εβκάφ δεν δωρίζεται, δεν πωλείται και δεν μεταβιβάζεται, υπάρχει ωστόσο η
περιορισμένη δυνατότητα ενοικίασης ή/και ανταλλαγής της γης, υπό προϋποθέσεις. Η νομική έννοια του βακουφίου
είναι η κράτηση ενός συγκεκριμένου πράγματος στην ιδιοκτησία του Εβκάφ και η αφιέρωση του κέρδους ή των
προϊόντων του σε σκοπούς που αναγνωρίζονται από το μουσουλμανικό νόμο ως θρησκευτικοί, ευσεβείς ή ευαγείς. Αν
και δεν υπάρχει άμεση αναφορά για το βακούφιο στο Κοράνι, υπάρχει ένα χαντίθ (‫حديث‬, λόγος ή πράξη του προφήτη
Μωάμεθ ή ακόμη έγκρισή του για ό,τι ειπώθηκε ή τελέστηκε ενώπιόν του) που αναφέρεται στην έννοια της
αναφαίρετης ιδιοκτησίας που ο Ομάρ αφιέρωσε στην ελεημοσύνη μετά από προτροπή του Μωάμεθ. Στην Κύπρο, το
Εβκάφ ιδρύθηκε το 1571 μετά την ολοκλήρωση της οσμανικής κατάκτησης της νήσου. Υπάρχουν δύο ειδών κύριες
κατηγορίες αφιερωμάτων: τα ‫تاقحلم‬/mülhakat (ιδιοκτησίες που δωρίζονται αλλά η διαχείριση της ιδιοκτησίας
παραμένει υπό τον έλεγχο του δωρητή μέχρι που δεν υπάρχει απόγονος της οικογένειας), τα ‫طوبضم‬/mazbut
(ιδιοκτησίες υπό τον άμεσο έλεγχο του συμβουλίου του Εβκάφ, κυρίως αυτές που κατέλαβε από Χριστιανούς) και τα
‫ینثتسم‬/müstesna (ιδιοκτησίες που τυγχάνουν διαχείρισης από τους διαχειριστές χωρίς την επίβλεψη της διοίκησης του
Εβκάφ)· τα mülkahat διακρίνονται περαιτέρω σε ‫وطرشم‬/meșrut (τα οποία με το θάνατο του δωρητή περνούν στα χέρια
αυτών τους οποίους ορίζει για διαχείριση) και σε ‫وطرشم ريغ‬/meșrut olmayan (αυτά που περνούν άμεσα στο Εβκάφ
χωρίς προϋποθέσεις). Το νομικό πλαίσιο του Εβκάφ καλύπτεται από τον Περί Εβκάφ και Βακουφίων Νόμο 27/1959
(CAP 337).

89

άλλες Εκκλησίες (συμπεριλαμβανομένη της αυτοκέφαλης Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας),
μόνο η Αρμενική Εκκλησία συμμετέχει στη σύνθεση των εν λόγω δικαστηρίων με
αντιπρόσωπό της (Αιμιλιανίδης: 2006γ).
Από το 1998 μέχρι το 2007, η Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του Υπουργείου Εσωτερικών
κατέβαλλε ετησίως από £25.000/€42.715 προς την Αρχιεπισκοπή Μαρωνιτών Κύπρου και
την Αρμενική Μητρόπολη Κύπρου, και £22.000/€37.589 προς το Λατινικό Βικαριάτο
Κύπρου356. Με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 66.589/19-12-2007, τα ποσά
αυτά αυξήθηκαν σε £35.000/€59.801 και £30.000/€51.258, αντίστοιχα, με έτος αρχικής
εφαρμογής το 2008. Επιπλέον, με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου
48.166/22-07-1998, από την 1η Ιανουαρίου 1999 άρχισαν να καταβάλλονται οι μισθοί
των ιερωμένων των θρησκευτικών ομάδων357. Επίσης από το 1999, το κράτος παρέχει
δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη στους ιερείς των θρησκευτικών ομάδων,
ανεξαρτήτως της υπηκοότητάς τους και, ειδικά στην περίπτωση των Μαρωνιτών, τους
καταβάλλει τα οδοιπορικά έξοδα για την τακτική μετάβασή τους τουρκοκρατούμενους
χώρους λατρείας της μαρωνιτικής κοινότητας.
Σύμφωνα με Άρθρο 8 § 3 του Νόμου 118(Ι)/2002, το εισόδημα των θρησκευτικών,
φιλανθρωπικών ή εκπαιδευτικών ιδρυμάτων απολαμβάνει απαλλαγής από το φόρο
εισοδήματος. Τέλος, με βάση το Άρθρο 3 (κλάση Ρ του παραρτήματος Ι) της
Κανονιστικής Διοικητικής Πράξης 380/2004, οι εκκλησιαστικές και θρησκευτικές αρχές
στην Κύπρο εξαιρούνται από διάφορους δασμούς και φόρους κατανάλωσης επί
διαφόρων ειδών, όπως υλικά οικοδομής, εξαρτήματα και έπιπλα για εκκλησίες,
ενδύματα και άλλα είδη για θρησκευτικούς σκοπούς, τα οποία εισάγονται για
εκκλησιαστικές και θρησκευτικές αρχές. Οι ρυθμίσεις αυτές, φυσικά, ισχύουν και για τις
μη αναγνωρισμένες από το Σύνταγμα Εκκλησίες και δεν περιορίζονται μόνο στις πέντε
αναγνωρισμένες Εκκλησίες.

356.

Δυστυχώς, δεν κατέστη δυνατός ο εντοπισμός σχετικής Απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου, πιθανώς δε η
ρύθμιση αυτή να ήταν θεσμοθετημένη με πρόνοια του Υπουργείου Εσωτερικών. Πάντως, η πληροφορία είναι
εξακριβωμένη και με τους τρεις Εκπροσώπους των θρησκευτικών ομάδων· ιδιαίτερα ο Εκπρόσωπος των Λατίνων,
Μπενίτο Μαντοβάνι, με πληροφόρησε πως η χορηγία ξεκίνησε να δίνεται μετά το 1991, αναφέρεται μάλιστα και στο
Αιμιλιανίδης: 2006γ.
357. Οι Αρμένιοι διαθέτουν Αρχιεπίσκοπο και δύο (2) ιερείς [ένα (1) για τη Λευκωσία και την Πάφο και ένα (1) για τη
Λάρνακα και τη Λεμεσό], οι Μαρωνίτες διαθέτουν Αρχιεπίσκοπο, Χωρεπίσκοπο, ηγούμενο και έξι (6) ιερείς [ένα (1)
για τον Κορμακίτη, ένα (1) για τον Ασώματο και την Καρπάσια, ένα (1) για την Ανθούπολη, ένα (1) για τη Λάρνακα,
ένα (1) για τη Λεμεσό και τα Κάτω Πολεμίδια και ένα (1) για τη Λευκωσία], ενώ οι Λατίνοι διαθέτουν Γενικό Βικάριο
και έντεκα (11) ιερείς [τρεις (3) για τη Λευκωσία και την Κερύνεια, τρεις (3) για τη Λεμεσό, τρεις (3) για τη Λάρνακα
και την Αγία Νάπα και δύο (2) για την Πάφο, το Μέσα Χωριό, την Πόλη Χρυσοχούς και το Πισσούρι]. Με την
Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 64.854/10-01-2007, αποφασίστηκε η αύξηση της επιχορήγησης για οκτώ (8)
Μαρωνίτες ιερείς (προηγουμένως ήταν 7) και έξι (6) Λατίνους ιερείς (προηγουμένως ήταν 4), ενώ με την Απόφαση του
Υπουργικού Συμβουλίου 68.311/29-01-2009 η επιχορήγηση γίνεται για δέκα (10) Μαρωνίτες ιερείς. Οι πληροφορίες
για τους Αρμένιους κληρικούς προέρχονται από τη γραμματέα της Αρμενικής Μητρόπολης Κύπρου, Ελίζ Κεσισιάν,
την οποία και ευχαριστούμε ιδιαίτερα. Οι πληροφορίες για τους Μαρωνίτες κληρικούς προέρχονται από την
κοινοβουλευτική συνεργάτιδα του Εκπροσώπου Αντώνη Χ” Ρούσου, Μαριάννα Φραγκέσκου, το Σιάρπελ Τζουτζούκη
και την Έλλη Σάρρου, τους οποίους και ευχαριστούμε ιδιαίτερα. Τέλος, οι πληροφορίες για τους Λατίνους κληρικούς
προέρχονται από την κοινοβουλευτική συνεργάτιδα του Εκπροσώπου Μπενίτο Μαντοβάνι, Σαλώμη Αχιλλέως, την
οποία και ευχαριστούμε ιδιαίτερα.

90

7. Το Σύνταγμα και η εκπροσώπηση των θρησκευτικών ομάδων:
Η εκπροσώπηση των θρησκευτικών ομάδων στα θέσμια της Κυπριακής Δημοκρατίας
καθορίζεται από το Άρθρο 109, σύμφωνα με το οποίο η κάθε θρησκευτική ομάδα
«δικαιούται να αντιπροσωπεύεται στην Κοινοτική Συνέλευση της κοινότητας, την οποία η
ομάδα επέλεξε, όπως ο κοινοτικός νόμος θα ορίσει, με μέλος ή μέλη της θρησκευτικής
ομάδας που εκλέγονται από αυτή». Με βάση την πιο πάνω διάταξη, ένας Αρμένιος και
ένας Λατίνος συμμετείχαν στα εκ Λευκωσίας μέλη της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης,
ενώ στα εκ Κυρηνείας μέλη συμμετείχε ένας Μαρωνίτης (Αποικιακός Νόμος 6/1960 και
Νόμος Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης 8/1960). Είναι ενδιαφέρον να
παρατηρήσουμε ότι ο Αποικιακός Νόμος 6/1960 έχει ημερομηνία 6 Ιουλίου 1960, δηλαδή
προ του δημοψηφίσματος επιλογής της κοινότητας (13 Νοεμβρίου 1960). Αυτό εξηγείται
από τον Αποικιακό Νόμο 36/1959, σύμφωνα με τον οποίο «οποιοδήποτε πρόσωπο που
είναι μέλος της Αρμενικής, Μαρωνιτικής ή Λατινικής Εκκλησίας, για το οποίο ισχύουν οι
διατάξεις του υπό-εδαφίου (2) του εδαφίου 4, θα εγγραφεί στο ελληνικό μητρώο».
Οι δύο Κοινοτικές Συνελεύσεις δρούσαν ως ενός Κάτω Βουλής, με αρμοδιότητα σε όλα τα
θρησκευτικά, εκπαιδευτικά, μορφωτικά, διδακτικά και άλλα κοινοτικής φύσεως θέματα
(Άρθρο 87). Ωστόσο, εξαιτίας της πρόνοιας του Άρθρου 110, το οποίο δίνει πλήρη
διοικητική αυτονομία στην αυτοκέφαλη Ελληνορθόδοξη Εκκλησία και τις Εκκλησίες των
θρησκευτικών ομάδων, αλλά και λόγω της πρακτικής αιώνων στην Κύπρο, ουσιαστικά η
Ελληνική Κοινοτική Συνέλευση είχε την άμεση επιτήρηση των ελληνικών και μαρωνιτικών
σχολείων358, την έμμεση επιτήρηση των αρμενικών και λατινικών σχολείων (αφού αυτά
επιτηρούνταν και από τις οικείες τους Εκκλησίες) και πλήρεις αρμοδιότητες (προσωπικός
θεσμός, οικογενειακό δίκαιο, θρησκευτικά και εκπαιδευτικά θέματα κτλ) μόνο για τους
ανήκοντες στις μη αναγνωρισμένες από το Σύνταγμα Εκκλησίες (Αιμιλιανίδης: 2006β).
Με την αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων από το συνεταιρισμό της Κυπριακής
Δημοκρατίας, την de facto κατάργηση της Τουρκικής Κοινοτικής Συνέλευσης και την
παρέλευση σχεδόν πέντε ετών από την εκλογή της, η Ελληνική Κοινοτική Συνέλευση
αυτοδιαλύθηκε359. Στις 25 Μαρτίου 1965 αποφασίστηκε η μεταβίβαση των νομοθετικών
εξουσιών της στη Βουλή των Αντιπροσώπων, των εκτελεστικών της εξουσιών στο
νεοσύστατο Υπουργείο Παιδείας και των άλλων εξουσιών της στο Υπουργικό Συμβούλιο
(Νόμος 12/1965, Περί Μεταβιβάσεως της Ασκήσεως των Αρμοδιοτήτων της Ελληνικής
Κοινοτικής Συνελεύσεως και περί Υπουργείου Παιδείας Νόμος). Με βάση το Άρθρο 10
του προαναφερόμενου Νόμου και με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου
4.907/29-07-1965, οι τρεις Εκπρόσωποι των θρησκευτικών ομάδων μεταφέρθηκαν στη
Βουλή των Αντιπροσώπων και συνέχισαν να εκπροσωπούν την οικεία τους ομάδα στη
358. Ουσιαστικά, τα μαρωνιτικά σχολεία ήσαν σχολεία που παρείχαν πανομοιότυπη εκπαίδευση με τα υπόλοιπα
ελληνόφωνα σχολεία. Εξάλλου, τα σχολεία αυτά τύγχαναν διαχείρισης από την Ελληνική Κοινοτική Συνέλευση και,
μετά το 1965, το Υπουργείο Παιδείας.
359. Όπως διαφάνηκε και στην ομιλία του πρώην Γενικού Εισαγγελέα Αλέκου Μαρκίδη στο συνέδριο «Το πολιτικό
μέλλον των θρησκευτικών ομάδων της Κύπρου», την εποχή εκείνη δεν υπήρχε η νομική παιδεία που υπάρχει σήμερα.
Η συνταγματική, νομική και πολιτική ακινησία (standstill) που επέφερε η τουρκοκυπριακή ανταρσία του 1963-1964
επηρέασε σε τέτοιο βαθμό την εύρυθμη λειτουργία της Κυπριακής Δημοκρατίας, που οι προεδρικές εκλογές έγιναν
στις 25 Φεβρουαρίου 1968 (αντί να γίνουν το 1965) και οι βουλευτικές εκλογές μόλις στις 5 Ιουλίου 1970 (αντί να
γίνουν το 1965). Εν τη σοφία της, η Ελληνική Κοινοτική Συνέλευση αυτοδιαλύθηκε, αφού δεν υπήρχε ρητά κάποια
ρύθμιση που να προνοούσε για την έκτακτη κατάσταση που είχε δημιουργηθεί λόγω της τουρκοκυπριακής ανταρσίας.
Είναι γνωστό, ωστόσο, πως ο Πρόεδρος Μακάριος δεν ευνοούσε την ύπαρξη της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης,
καθώς το τελευταίο σημείο από τα 13 σημεία που είχε προτείνει το Νοέμβριο του 1963 προνοούσε για την κατάργησή
της. Επιπλέον, από δημοσιεύματα του τοπικού τύπου το 1964, φαίνεται ότι ο φιλόδοξος Κωνσταντίνος Σπυριδάκης
(Πρόεδρος της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης) διέβλεπε συνταγματικά και οικονομικά προβλήματα στη συνέχιση
της λειτουργίας της ΕΚΣ και επιθυμούσε τη μετεξέλιξή της σε Υπουργείο Παιδείας, κάτι που φυσικά θα τον
καθιστούσε Υπουργό Παιδείας, όπως και τελικά έγινε. Η αυτοδιάλυση της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης πάρθηκε
με την Απόφαση της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης 4, η οποία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της
Κυπριακής Δημοκρατίας (Παράρτημα Τέταρτο/Μέρος ΙΙΙ) υπ’ αρ. 397, ημερομηνίας 25 Μαρτίου 1965.

91

Βουλή, σε σχέση με θέματα που υπάγονταν στην αρμοδιότητα της Συνέλευσής τους, με
δικαίωμα να θέτουν τις απόψεις τους για ζητήματα που αφορούσαν τις οικείες ομάδες
τους, ενώ η Βουλή των Αντιπροσώπων ζητούσε την άποψή τους προτού νομοθετήσει επί
θεμάτων που τις αφορούσαν.
Με τους Νόμους 45/1965, 49/1966, 50/1967, 87/1968 και 58/1969, η θητεία των
Εκπροσώπων παρατεινόταν ετησίως για μια πενταετία (όπως και των Βουλευτών, με
τους Νόμους 38/1965, 48/1966, 46/1967, 86/1968 και 55/1969). Με το Νόμο 58/1970
[Νόμος Περί Θρησκευτικών Ομάδων (Εκπροσώπησις)], ρυθμίζεται μεν η
εκπροσώπευση των θρησκευτικών ομάδων στη Βουλή των Αντιπροσώπων, χωρίς ρητή
μνεία πως αυτή γίνεται στην ολομέλεια του σώματος. Οι Νόμοι 30/1975 και 26/1976
παρέτειναν τη θητεία των Εκπροσώπων των θρησκευτικών ομάδων κατά ένα έτος και
κατά μερικούς μήνες, αντίστοιχα, για πρακτικούς λόγους (όπως παρέτειναν τη θητεία
των Βουλευτών οι Νόμοι 29/1975 και 25/1976). Με το Νόμο 38/1976, διασφαλίζεται ότι
οι θρησκευτικές ομάδες θα εκλέγουν από ένα μέλος που θα τις εκπροσωπεί στη Βουλή
και θα συμμετέχει στις συνεδριάσεις της ολομέλειας του νομοθετικού σώματος.
Σύμφωνα με το Νόμο 41/1981, προνοείται ρητά ότι οι διατάξεις του εκλογικού νόμου
(όπως αυτός είχε τροποποιηθεί με το Νόμο 40/1980) εφαρμόζονται και στην εκλογή των
Εκπροσώπων των θρησκευτικών ομάδων. Λόγω προβλημάτων που προέκυψαν με κάποια
άτομα που ήταν εγγεγραμμένα στους εκλογικούς καταλόγους της αρμενικής
θρησκευτικής ομάδας360, παρατάθηκε η θητεία του Δρος Αντρανίκ Λ. Αστζιάν με το Νόμο
53/1981 για μερικούς μήνες. Βάσει του Νόμου 70/1986, αποφασίστηκε ότι οι εκλογές
για ανάδειξη των Εκπροσώπων των θρησκευτικών ομάδων θα διενεργούνται ταυτόχρονα
και παράλληλα με τις βουλευτικές εκλογές και ότι η θητεία των Εκπροσώπων θα
ταυτίζεται361 με τη θητεία των Βουλευτών. Έτσι, αρχής γενομένης από το 1991, την
ημέρα διεξαγωγής των βουλευτικών εκλογών οι εκλογείς των θρησκευτικών ομάδων
ψηφίζουν δύο φορές, μία για τον Εκπρόσωπό τους και μία για την εκλογή των 56
Ελληνοκυπρίων Βουλευτών362.
Από το 1970, οι τρεις Εκπρόσωποι των θρησκευτικών ομάδων συμμετέχουν στην
Κοινοβουλευτική Επιτροπή Παιδείας, τη Συμβουλευτική Επιτροπή Ιδιωτικής Εκπαίδευσης
του Υπουργείου Παιδείας (Νόμος 5/1971, Νόμος Περί Ιδιωτικών Σχολείων),
παρευρίσκονται στις συνεδριάσεις της ολομέλειας και απολαμβάνουν των ιδίων
προνομίων με τους υπόλοιπους Βουλευτές (ανεύθυνο, ασυλία, ατέλεια363, αποζημίωση364
360. Επρόκειτο για 147 άτομα, τα οποία - ενώ ήσαν εγγεγραμμένα στους εκλογικούς καταλόγους της αρμενικής
θρησκευτικής ομάδας - δεν είχαν αποκτήσει με τις προβλεπόμενες διαδικασίες την κυπριακή υπηκοότητα. Το ζήτημα
τότε είχε λάβει σημαντικές διαστάσεις, με διαδηλώσεις στους δρόμους, συζήτηση στη Βουλή και αναβολή των εκλογών
από το Σεπτέμβριο του 1981 στο Μάρτιο του 1982.
361. Όσον αφορά τις εκλογές για την ανάδειξη των μελών της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης, αυτές δεν
πραγματοποιήθηκαν παρά μόνο για την επαρχία Κερύνειας, αφού στις άλλες επαρχίες ο αριθμός των υποψηφίων ήταν
ίσος με τον αριθμό των εδρών. Για τους Μαρωνίτες και τους Λατίνους δεν έγιναν εκλογές, αφού μόνο ένας υποψήφιος
από την κάθε ομάδα υπέβαλε την υποψηφιότητά του (ο Ιωάννης Μαυρίδης και ο Άντωνυ Πιετρώνι, αντίστοιχα). Μόνο
για τους Αρμένιους έγιναν εσωτερικές εκλογές την Παρασκευή, 5 Αυγούστου 1960 (μεταξύ του Μπερτζ Τιλμπιάν και
του Βαχράμ Λεβονιάν), έτσι ώστε να μπορέσει ο νικητής (Μπερτζ Τιλμπιάν) να ανακηρυχθεί με τα υπόλοιπα εκ
Λευκωσίας μέλη της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης το Σάββατο, 6 Αυγούστου 1960. Έκτοτε, και μέχρι και το
1986, οι εκλογές για την ανάδειξη των Εκπροσώπων πραγματοποιούνταν σε διαφορετικές ημερομηνίες από τις
εκλογές των Βουλευτών [για τους Εκπρόσωπους: 19 Ιουλίου 1970, 3 Οκτωβρίου 1976, 27 Σεπτεμβρίου 1981
(Μαρωνίτες και Λατίνοι) και 14 Μαρτίου 1982 (Αρμένιοι), και 13 Ιουλίου 1986, ενώ για τους Βουλευτές: 5 Ιουλίου
1970, 5 Σεπτεμβρίου 1976, 24 Μαΐου 1981 και 8 Δεκεμβρίου 1985].
362. Οι εκλογές για την ανάδειξη Εκπροσώπων των θρησκευτικών ομάδων που πραγματοποιήθηκαν ταυτόχρονα και
παράλληλα με τις εκλογές για την ανάδειξη Βουλευτών μέχρι τώρα έχουν ως εξής: 19 Μαΐου 1991, 22 Οκτωβρίου 1995
(μόνο για τους Αρμένιους, αφού κενώθηκε η θέση λόγω του θανάτου του κατόχου της), 26 Μαΐου 1996, 27 Μαΐου 2001,
9 Οκτωβρίου 2005 (μόνο για τους Αρμένιους, για τον ίδιο λόγο), 21 Μαΐου 2006 και 22 Μαΐου 2011.
363. Ο Εκπρόσωπος δικαιούται αφορολόγητο βενζινοκίνητο όχημα μέχρι 2000 cc ή πετρελαιοκίνητο όχημα μέχρι 2500
cc [Άρθρο 7 (κλάση Ρ του παραρτήματος Ι) της Κανονιστικής Διοικητικής Πράξης 380/2004].

92

κτλ). Αν και μπορούν να εκφράζουν τις απόψεις τους σε θέματα που αφορούν την ομάδα
τους, ακόμη και να καταθέτουν ψηφίσματα στην ολομέλεια, δυστυχώς δεν έχουν
δικαίωμα ψήφου, με αποτέλεσμα ο χαρακτήρας του αξιώματός τους να είναι
συμβουλευτικός και η παρουσία τους είναι «εικονική», κατά τον εύστοχο χαρακτηρισμό
του Εκπροσώπου των Αρμενίων, Βαρτκές Μαχτεσιάν365. Το ζήτημα είναι ιδιαίτερα λεπτό,
αφού θα μπορούσε να λεχθεί ότι υφίσταται συνταγματικό κενό366.
Από τη μια, έχει εκφραστεί η άποψη (Παπαφιλίππου: 1991) ότι οι Εκπρόσωποι είναι
«παρείσακτοι» στη Βουλή και η παρουσία τους είναι αντισυνταγματική, αφού παραβιάζει
την αρχή της ισότητας και της ισονομίας των πολιτών της Δημοκρατίας (Άρθρο 28).
Σύμφωνα, ωστόσο, με μια πιο μετριοπαθή άποψη (Αιμιλιανίδης: 2006α), δεν θα πρέπει
να ξεχνούμε ότι στην Κύπρο βρίσκεται σε εφαρμογή και το δίκαιο της ανάγκης. Η
παρουσία στη Βουλή των Αντιπροσώπων των Εκπροσώπων των θρησκευτικών ομάδων
κατέστη αναγκαία μετά την αυτοδιάλυση της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης και τη
μετάβαση των νομοθετικών αρμοδιοτήτων της στη Βουλή των Αντιπροσώπων, εφόσον
αποσκοπεί στη διασφάλιση των δικαιωμάτων των ομάδων αυτών με λογικό τρόπο, ο
οποίος δεν επηρεάζει αυθαίρετα τα δικαιώματα της πλειοψηφίας. Το γεγονός, μάλιστα,
ότι οι Εκπρόσωποι συμμετέχουν στη Βουλή των Αντιπροσώπων χωρίς δικαίωμα ψήφου
τους παρέχει μειωμένη προστασία και συνιστά αρνητική εξέλιξη, αφού στην Ελληνική
Κοινοτική Συνέλευση είχαν πλήρες δικαίωμα ψήφου.
Συνομιλώντας με τους ίδιους τους Εκπροσώπους των θρησκευτικών ομάδων κατά την
περίοδο 2008-2010, ο Αρμένιος και ο Μαρωνίτης υποστήριξαν ότι θα έπρεπε να διαθέτουν
δικαίωμα ψήφου για ζητήματα που τους αφορούν (μάλιστα δε ο Μαρωνίτης είχε
εκφραστεί επανειλημμένα επί του θέματος), αφού μέχρι τότε όταν ήθελαν να καταθέσουν
πρόταση νόμου αναγκάζονταν να «χρωματιστούν», προσεγγίζοντας Βουλευτές πολιτικών
κομμάτων· αντίθετα, ο Λατίνος θεωρούσε ότι, εάν δοθεί το δικαίωμα ψήφου στους
Εκπροσώπους, θα εμπλακούν σε πολιτικά παιγνίδια, κάτι που είναι επικίνδυνο για μια
μικρή κοινότητα. Επιπλέον, τόσο εντός όσο και εκτός των θρησκευτικών ομάδων, έχει
364.

Αν και οι αναπροσαρμογές στο ποσό της αποζημίωσής τους διέπονται από διαφορετική νομοθεσία [π.χ. η
προτελευταία έγινε για τους Βουλευτές με το Νόμο 111(Ι)/2005, ενώ για τους Εκπροσώπους με το Νόμο 88(Ι)/2006],
ουσιαστικά τίθενται σε εφαρμογή για την ίδια βουλευτική περίοδο και αφορούν το ίδιο ακριβώς ποσό. Με βάση το
Νόμο της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης 9/1960, οι Εκπρόσωποι αμείβονταν ετησίως με £600 και είχαν ετήσιο
επίδομα παραστάσεως £240, ενώ με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 4794/17-06-1965 συνεχίστηκε η
καταβολή της αντιμισθίας τους μέχρι το πέρας της θητείας τους. Ο Νόμος 58/1970 καθόρισε τις ετήσιες αποδοχές τους
σε £900, χωρίς αναφορά σε επίδομα παραστάσεως και οδοιπορικών. Σύμφωνα με το Νόμο 39/1976, οι ετήσιές τους
αποδοχές καθορίστηκαν σε £1.680 και το ετήσιο επίδομα παραστάσεως και οδοιπορικών σε £960. Ο Νόμος 45/1983
όρισε τιμαριθμικές αναπροσαρμογές στις ετήσιες αποδοχές και το ετήσιο επίδομά τους, καθώς και 13ο μισθό ίσο με το
1/12 των αποδοχών. Ο Νόμος 230/1990 καθόρισε τις ετήσιες αποδοχές τους σε £7.800 και το ετήσιο επίδομα
παραστάσεώς τους σε £5.400. Σύμφωνα με το Νόμο 111(I)/1995, οι ετήσιες τους αποδοχές αυξήθηκαν σε £12.000, το
ετήσιο επίδομα παραστάσεως αυξήθηκε στις £7.200 και προστέθηκε ετήσιο επίδομα £3.600 για την παροχή
γραμματειακών υπηρεσιών. Η τελευταία αναπροσαρμογή έγινε με το Νόμο 88(I)/2006, αφού προηγήθηκε σχετική
έγκριση με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 63.616/05-04-2006: οι ετήσιες αποδοχές και ο 13ος μισθός
παρέμειναν όπως είχαν (£12.000/€20.503 + 13ος μισθός), το ετήσιο επίδομα παραστάσεως αυξήθηκε στις
£12.000/€20.503 και το επίδομα γραμματειακών υπηρεσιών αυξήθηκε στις £7.200/€12.302. Επίσης, από το 2006 ο
Ετήσιος Προϋπολογισμός της Βουλής καθόρισε, για όλα τα μέλη της, επίδομα για οδοιπορικά έξοδα, που ανέρχεται
επί μηνιαίας βάσης σε £400/€683. Ωστόσο, στο γενικό πνεύμα της λιτότητας και της μείωσης των δαπανών του
κρατικού μισθολογίου προς αντιμετώπιση της τρέχουσας παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, σύμφωνα με το Νόμο
74(I)/2010 από τις ετήσιες αποδοχές και το 13ο μισθό αποκόπτεται ποσό ίσο με 10% ετησίως, από την 1η Αυγούστου
2010 μέχρι και την 31η Ιουλίου 2012 και σύμφωνα με το Νόμο 128(I)/2012 μέχρι και την 30η Σεπτεμβρίου 2012.
365. Βλέπε συνέντευξή του στο ΚΥΠΕ ημερομηνίας 09/07/2008 (http://www.sigmalive.com/news/politics/39887).
366. Σύμφωνα με το Άρθρο 80 του Συντάγματος, «το δικαίωμα της υποβολής προτάσεων νόμων ανήκει στους Βουλευτές
και νομοσχεδίων στους Υπουργούς». Ωστόσο, από τη στιγμή που η σημερινή νομοθεσία ορίζει ότι ο όρος “Βουλευτής”
περιλαμβάνει και τους Εκπροσώπους των θρησκευτικών ομάδων, το θέμα θα μπορούσε να διευθετηθεί με νομοθεσία.
Εξάλλου, το εν λόγω άρθρο δεν είναι θεμελιώδες και, ως τέτοιο, επιδέχεται τροποποίησης. Κατά την άποψή μας, το
ζήτημα είναι περισσότερο πολιτικό και τεχνοκρατικό παρά νομικό ή συνταγματικό και η συνέχισή του είναι το
αποτέλεσμα έλλειψης πολιτικής βούλησης.

93

εκφραστεί η άποψη ότι εάν οι Εκπρόσωποι είχαν δικαίωμα ψήφου για όλα τα ζητήματα,
τότε θα παραβιαζόταν η αρχή της ισότητας και θα ήταν σαν η ψήφος των μελών των
θρησκευτικών ομάδων να μετρούσε δύο φορές.
Μέχρι και σήμερα, η παρουσία των Εκπροσώπων στη Βουλή πράγματι υπήρξε σιωπηλή,
αφού σπάνια367 λαμβάνουν το λόγο στην ολομέλεια, πλην της τελετής διαβεβαίωσης και ειδικά στην περίπτωση των Αρμενίων - την ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας των
Αρμενίων368. Κατά την γνώμη μας, θα πρέπει να τους δοθεί δικαίωμα ψήφου για θέματα
που αφορούν άμεσα και συγκεκριμένα την οικεία τους ομάδα. Πάντως, το ζήτημα
παροχής του δικαιώματος ψήφου στους Εκπροσώπους ξεκίνησε το 2007 και τέθηκε τον
Οκτώβριο του 2009 επί τάπητος με επιστολή και των τριών Εκπροσώπων στα πολιτικά
κόμματα και σε σχετικό συνέδριο που διοργάνωσε το ΔΗΣΥ369, καθώς και ξανά το
Φεβρουάριο του 2011, μετά από πρωτοβουλία του τότε Προέδρου της Βουλής των
Αντιπροσώπων, Μάριου Καρογιάν.
Ωστόσο, μια σχετικά πρόσφατη εξέλιξη έρχεται να βελτιώσει την υπάρχουσα κατάσταση:
μετά από πρωτοβουλία και των τριών Εκπροσώπων, έγινε η απαραίτητη βολιδοσκόπηση
και προεργασία και έτσι όλα τα κοινοβουλευτικά κόμματα υπέβαλαν πρόταση νόμου στις
17 Φεβρουαρίου 2011 για την αναβάθμιση του ρόλου και την ουσιαστική συμμετοχή των
Εκπροσώπων στη διαδικασία λήψης αποφάσεων που τους αφορούν. Η πρόταση νόμου
αυτή προωθήθηκε για μελέτη από την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών της Βουλής
στις 24 Μαρτίου 2011, η οποία διαβουλεύθηκε με τους τρεις Εκπροσώπους, το Γενικό
Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών, καθώς και εκπροσώπους του Υπουργείου
Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού του

367.

Το λόγο στην ολομέλεια φαίνεται να έλαβε και ο Εκπρόσωπος των Μαρωνιτών, Ιωάννης Πογιατζής (1991-1996).
Η πληροφορία αυτή προέρχεται από το Δρ. Αντρανίκ Αστζιάν, τον οποίο και ευχαριστούμε ιδιαίτερα.
368. Ο Εκπρόσωπος Δρ. Αντρανίκ Λ. Αστζιάν στις 24 Απριλίου 1975 εκφώνησε ομιλία για την Αρμενική Γενοκτονία
και κατέθεσε το Ψήφισμα 36 για την αναγνώριση της Αρμενικής Γενοκτονίας, το οποίο έγινε δεκτό ομόφωνα από τη
Βουλή των Αντιπροσώπων. Στις 29 Απριλίου 1982, ο Βουλευτής Αλέξης Γαλανός κατέθεσε το Ψήφισμα 74, εκ μέρους
της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εξωτερικών, το οποίο έγινε δεκτό ομόφωνα, και ύστερα εκφώνησε ομιλία για τη
Γενοκτονία ο Εκπρόσωπος Αράμ Καλαϊτζιάν. Στη συνέχεια, ομιλία για τη Γενοκτονία εκφώνησε στην ολομέλεια της
Βουλής των Αντιπροσώπων ο Εκπρόσωπος Αράμ Καλαϊτζιάν στις 24 Απριλίου 1986, στις 28 Απριλίου 1988 και στις
19 Απριλίου 1990· ο Εκπρόσωπος Πετρός Καλαϊτζιάν εκφώνησε ομιλία για τη Γενοκτονία από το βήμα της Βουλής
των Αντιπροσώπων στις 18 Απριλίου 1996, στις 17 Απριλίου 1997, στις 30 Απριλίου 1998, στις 22 Απριλίου 1999,
στις 20 Απριλίου 2000, στις 19 Απριλίου 2001, στις 25 Απριλίου 2002, στις 8 Μαΐου 2003, στις 6 Μαΐου 2004 και στις
21 Απριλίου 2005· τέλος, από το βήμα της Βουλής των Αντιπροσώπων ο Εκπρόσωπος Βαρτκές Μαχτεσιάν εκφώνησε
ομιλία για τη Γενοκτονία στις 26 Απριλίου 2007, στις 17 Απριλίου 2008, στις 30 Απριλίου 2009, στις 22 Απριλίου
2010 και στις 26 Απριλίου 2012. Να σημειωθεί ότι στη συνεδρία της ολομέλειας της 24ης Απριλίου 1986, για τη
Γενοκτονία μίλησαν επίσης ο Προεδρεύων της Βουλής, Εζεκίας Παπαϊωάννου και οι Βουλευτές Λέανδρος Ζαχαριάδης,
Αλέξης Γαλανός, Ανδρέας Φάντης και Ευστάθιος Ευσταθίου· στις συνεδρίες της ολομέλειας της 28ης Απριλίου 1988
και της 19ης Απριλίου 1990 για τη Γενοκτονία μίλησε επίσης ο Πρόεδρος της Βουλής, Βάσος Λυσσαρίδης, ο οποίος το
1990 κατέθεσε το Ψήφισμα 103, για ανακήρυξη της 24ης Απριλίου ως Εθνικής Ημέρας Μνήμης της Γενοκτονίας του
Αρμενικού Έθνους. Στις συνεδρίες της ολομέλειας της 30ης Απριλίου 1992, της 22ας Απριλίου 1993 και της 18ης
Απριλίου 1996, για τη Γενοκτονία μίλησε επίσης ο Πρόεδρος της Βουλής, Αλέξης Γαλανός· στις συνεδρίες της
ολομέλειας της 17ης Απριλίου 1997, της 30ης Απριλίου 1998 και της 22ας Απριλίου 1999, για τη Γενοκτονία μίλησε
επίσης ο Πρόεδρος της Βουλής, Σπύρος Κυπριανού· στη συνεδρία της ολομέλειας της 20ης Απριλίου 2000, για τη
Γενοκτονία μίλησε επίσης ο Προεδρεύων της Βουλής, Αβραάμ Αντωνίου· στη συνεδρία της ολομέλειας της 19ης
Απριλίου 2001, για τη Γενοκτονία μίλησε επίσης ο Προεδρεύων της Βουλής, Νίκος Αναστασιάδης· στις συνεδρίες της
ολομέλειας της 25ης Απριλίου 2002, της 8ης Μαΐου 2003, της 6ης Μαΐου 2004 και της 21ης Απριλίου 2005, για τη
Γενοκτονία μίλησε επίσης ο Πρόεδρος της Βουλής, Δημήτρης Χριστόφιας· στη συνεδρία της ολομέλειας της 26ης
Απριλίου 2007, για τη Γενοκτονία μίλησε επίσης ο Προεδρεύων της Βουλής, Κώστας Παπακώστας· στη συνεδρία της
ολομέλειας της 17ης Απριλίου 2008, για τη Γενοκτονία μίλησε επίσης ο Πρόεδρος της Βουλής, Μάριος Καρογιάν, ενώ
στη συνεδρία της ολομέλειας της 30ης Απριλίου 2009, για τη Γενοκτονία μίλησε επίσης ο Προεδρεύων της Βουλής,
Νίκος Κουτσού. Τέλος, στη συνεδρία της ολομέλειας της 22ας Απριλίου 1993, για τη Γενοκτονία εκφώνησε λόγο ο
Βουλευτής Παύλος Παπαγεωργίου, εκ μέρους του ασθενούντος τότε Αράμ Καλαϊτζιάν.
369. Το Συνέδριο με τίτλο «Το πολιτικό μέλλον των θρησκευτικών ομάδων της Κύπρου» διοργανώθηκε στις 18
Φεβρουαρίου 2010 στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας από το ΔΗ.ΣΥ. Αποσπάσματα από το συνέδριο υπάρχουν στην
ιστοσελίδα http://news.karpasha.com/index.php?option=com_content&view=article&id=2912:t-.

94

Υπουργείου Οικονομικών και του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας370.
Εν τέλει, η Επιτροπή Νομικών της Βουλής συμφώνησε ομόφωνα στην τροποποίηση της
σχετικής νομοθεσίας. Το ζήτημα τέθηκε στην ολομέλεια της Βουλής των Αντιπροσώπων
στις 7 Απριλίου 2011, η οποία ομόφωνα ενέκρινε την τροποποίηση371.
Στις 21 Απριλίου 2011 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής
Δημοκρατίας, ως Νόμος 66(Ι)/2011. Σύμφωνα με τη νέα νομοθεσία, τόσο η νομοθετική
όσο και η εκτελεστική εξουσία και η διοίκηση της Δημοκρατίας θα ζητούν εκ των
προτέρων τη γνώμη των Εκπροσώπων για ζητήματα που αφορούν τις κοινότητές τους
και θα εξετάζουν σοβαρά τις απόψεις τους· οι Εκπρόσωποι θα παρευρίσκονται στις
σχετικές συναντήσεις και οι απόψεις τους θα καταγράφονται· εάν τελικά δεν
υιοθετηθούν οι απόψεις των Εκπροσώπων, η σχετική επιτροπή ή η διοίκηση θα πρέπει να
αιτιολογήσουν την απόφασή τους. Ευχόμαστε ότι η νέα αυτή νομοθεσία θα αποτελέσει
κληρονομιά για τις επερχόμενες γενιές και θα βελτιώσει αισθητά το καθεστώς των
Εκπροσώπων από απλούς παρατηρητές σε ενεργούς συμμετέχοντες.
Στις πρόσφατες εκλογές της 22ας Μαΐου 2011, ήταν εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς
καταλόγους 2.135 Αρμένιοι (63,09% Λευκωσία, 20,70% Λάρνακα, 15,50% Λεμεσός, 0,71%
Πάφος και Αμμόχωστος), 4.051 Μαρωνίτες (78,60% Λευκωσία, 14,10% Λεμεσός, 3,38%
Λάρνακα, 2,17% εγκλωβισμένοι, 1,21% Πάφος, 0,54% Αμμόχωστος) και 647 Λατίνοι
(44,98% Λευκωσία, 38,02% Λεμεσός, 10,51% Λάρνακα, 5,87% Πάφος, 0,62%
Αμμόχωστος)372. Συγκριτικά, να αναφέρουμε ότι στις εκλογές 21ης Μαΐου 2006 ήσαν
εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους 2.041 Αρμένιοι (63,60% Λευκωσία, 20,48%
Λάρνακα, 15,92% Λεμεσός), 3.614 Μαρωνίτες (81,46% Λευκωσία και εγκλωβισμένοι,
13,56% Λεμεσός, 3,90% Λάρνακα, 1,08% Πάφος) και 600 Λατίνοι (47,17% Λευκωσία,
41,50% Λεμεσός και Πάφος, 11,33% Λάρνακα).
Στις εκλογές της 27ης Μαΐου 2001 ήσαν εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους
1.828 Αρμένιοι (63,95% Λευκωσία, 20,84% Λάρνακα, 15,21% Λεμεσός) και 3.309
Μαρωνίτες (77,66% Λευκωσία, 13,21% Λεμεσός, 4,23% εγκλωβισμένοι, 3,75% Λάρνακα,
1,15% Πάφος)373, ενώ στις εκλογές της 26ης Μαΐου 1996 ήσαν εγγεγραμμένοι στους
εκλογικούς καταλόγους 1.660 Αρμένιοι (64,34% Λευκωσία, 20,66% Λάρνακα, 15,00%
Λεμεσός) και 2.958 Μαρωνίτες (77,18% Λευκωσία, 12,75% Λεμεσός, 5,81% εγκλωβισμένοι,
2,98% Λάρνακα, 1,28% Πάφος και Αμμόχωστος)374. Στις εκλογές της 19ης Μαΐου 1991 ήταν
εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους 1.564 Αρμένιοι (65,67% Λευκωσία, 20,65%
Λάρνακα, 13,68% Λεμεσός), 2.650 Μαρωνίτες (76,04% Λευκωσία, 12,94% Λεμεσός και
Πάφος, 8,00% εγκλωβισμένοι, 3,02% Λάρνακα) και 388 Λατίνοι (57,47% Λευκωσία, 26,03%
Λεμεσός, 16,50% Λάρνακα). Στις εκλογές της 13ης Ιουλίου 1986 ήσαν εγγεγραμμένοι
στους εκλογικούς καταλόγους 1.501 Αρμένιοι (64,62% Λευκωσία, 21,19% Λάρνακα,
14,19% Λεμεσός) και 2.164 Μαρωνίτες (82,62% Λευκωσία και εγκλωβισμένοι, 14,88%
370.

Σύμφωνα με την έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών της Βουλής, ημερομηνίας 5 Απριλίου 2011,
είχε ζητηθεί και η συμμετοχή εκπροσώπων του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, το οποίο ωστόσο δεν συμμετείχε.
371. Οι πληροφορίες προέρχονται από την τέως κοινοβουλευτική συνεργάτιδα του Εκπροσώπου Μαχτεσιάν, Γαβριέλλα
Πετρίδου, την οποία και ευχαριστούμε ιδιαίτερα.
372. Οι πληροφορίες αυτές προέρχονται από το Δημήτρη Δημητρίου της Υπηρεσίας Εκλογών, τον οποίο και
ευχαριστούμε ιδιαίτερα.
373. Το 2001 δεν διεξήχθησαν εκλογές για την ανάδειξη του Εκπροσώπου των Λατίνων, καθώς μοναδικός υποψήφιος
ήταν ο Μπενίτο Μαντοβάνι. Επομένως, δεν είναι δυνατή η αναφορά του αριθμού των Λατίνων εκλογέων κατά το
συγκεκριμένο έτος. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι το 1991 οι Λατίνοι εκλογείς ήσαν 388 και το 2006
ήσαν 600, ο αριθμός τους θα πρέπει να κυμαινόταν γύρω στους 450.
374. Όπως και με το 2001, έτσι και το 1996 δεν έγιναν εκλογές για την ανάδειξη του Εκπροσώπου των Λατίνων, καθώς
ο μόνος υποψήφιος ήταν ο Μπενίτο Μαντοβάνι. Επομένως, δεν είναι δυνατή η αναφορά του αριθμού των Λατίνων
εκλογέων κατά το συγκεκριμένο έτος· ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι το 1991 οι Λατίνοι εκλογείς ήσαν
388 και το 2006 ήταν 600, ο αριθμός τους θα πρέπει να κυμαινόταν γύρω στους 500.

95

Λεμεσός και Πάφος, 2,50% Λάρνακα)375.
Στις εκλογές της 14ης Μαρτίου 1982 ήσαν εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους
1.450 Αρμένιοι (65,45% Λευκωσία, 21,93% Λάρνακα, 12,62% Λεμεσός) και στις εκλογές
της 27ης Σεπτεμβρίου 1981 ήταν εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους 1.631
Μαρωνίτες (80,93% Λευκωσία, 16,86% Λεμεσός, 1,72% Λάρνακα, 0,49% Πάφος)376. Στις
εκλογές της 3ης Οκτωβρίου 1976 ήσαν εγγεγραμμένοι 1.385 Αρμένιοι, 1.161 Μαρωνίτες
και 286 Λατίνοι377· τέλος, στις εκλογές της 19ης Ιουλίου 1970, στους εκλογικούς
καταλόγους ήσαν εγγεγραμμένοι 1.251 Αρμένιοι (67,55% Λευκωσία, 18,94% Λάρνακα,
9,19% Λεμεσός, 3,76% Αμμόχωστος, 0,56% Πάφος) και 1.553 Μαρωνίτες (37,61%
Λευκωσία, 17,90% Ασώματος, 16,87% Λευκωσία, 11,46% Αγία Μαρίνα Σκυλλούρας, 9,02%
Καρπάσια, 3,67% Λεμεσός, 1,22% Μόρφου, 0,90% Λάρνακα, 0,64% Αμμόχωστος, 0,39%
Κερύνεια, 0,32% Πάφος)378.
Από το 1960 μέχρι σήμερα, ως Εκπρόσωποι της αρμενικής κοινότητας υπηρέτησαν ο
Μπερτζ Τιλμπιάν (1960-1970), ο Δρ. Αντρανίκ Λ. Αστζιάν (1970-1982), ο Αράμ
Καλαϊτζιάν (1982-1995), ο Πετρός Καλαϊτζιάν (1995-2005), ο Δρ. Βαχάκν Αταμιάν
(2005-2006) και ο Βαρτκές Μαχτεσιάν (2006). Ως Εκπρόσωποι της μαρωνιτικής
κοινότητας υπηρέτησαν ο Ιωάννης Μαυρίδης (1960-1981 & 1986-1991), ο Νίνος
Χατζηρούσος (1981-1986), ο Ιωάννης Πογιατζής (1991-1996) και ο Αντώνης Χ” Ρούσος
(1996). Τέλος, ως Εκπρόσωποι της λατινικής κοινότητας υπηρέτησαν ο Άντωνυ
Πιετρώνι (1960-1976), ο Φέλιξ Τσιρίλλι ντε Νόρες (1976-1991) και ο Μπενίτο
Μαντοβάνι (1991).
Τέλος, να αναφέρουμε ότι στα 52 χρόνια ζωής της Βουλής των Αντιπροσώπων, μόνο
τέσσερις Μαρωνίτες και ένας Αρμένιος Βουλευτής έχουν καθήσει στα έδρανά της: οι
Μαρωνίτες Ιωσήφ Γιαμάκης (εξελέγη Βουλευτής Λευκωσίας με το Πατριωτικό Μέτωπο
στις 31 Ιουλίου 1960 και υπηρέτησε μέχρι το 1970), Αβραάμ Αντωνίου (εξελέγη
Βουλευτής Λευκωσίας με το Α.Κ.Ε.Λ. στις 19 Μαΐου 1991 και ξανά στις 26 Μαΐου 1996·
υπηρέτησε μέχρι το 2001), Κλαύδιος Μαυρόχαννας (έλαβε τη θέση του Βουλευτή
Κερύνειας του Α.Κ.Ε.Λ. Δημήτρη Χριστόφια στις 2 Μαρτίου 2008, ως πρώτος επιλαχών,
όταν ο τελευταίος εξελέγη στο ύπατο αξίωμα· υπηρέτησε μέχρι το 2011) και Μάριος
Μαυρίδης (εξελέγη Βουλευτής Κερύνειας με το ΔΗ.ΣΥ. στις 22 Μαΐου 2011 και υπηρετεί
μέχρι σήμερα), και ο Αρμένιος Μάριος Καρογιάν (εξελέγη βουλευτής Λευκωσίας με το
ΔΗ.ΚΟ. στις 21 Μαΐου 2006 και ξανά στις 22 Μαΐου 2011· υπηρετεί μέχρι σήμερα)· με την
εκλογή του Δημήτρη Χριστόφια στην προεδρία της Δημοκρατίας στις 24 Φεβρουαρίου
2008, ο Μάριος Καρογιάν εξελέγη Πρόεδρος της Βουλής στις 6 Μαρτίου 2008, θέση που
κατείχε μέχρι και τις 2 Ιουνίου 2011379.

375. Όπως και με το 1996, έτσι και το 1986 δεν έγιναν εκλογές για την ανάδειξη του Εκπροσώπου των Λατίνων, καθώς
ο μόνος υποψήφιος ήταν ο Φέλιξ Κυρίλλης. Επομένως, δεν είναι δυνατή η αναφορά του αριθμού των Λατίνων
εκλογέων κατά το συγκεκριμένο έτος· ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι το 1976 οι Λατίνοι εκλογείς ήσαν
286 και το 1991 ήταν 388, ο αριθμός τους θα πρέπει να κυμαινόταν γύρω στους 350.
376. Όπως και με το 1986, έτσι και το 1981 δεν έγιναν εκλογές για την ανάδειξη του Εκπροσώπου των Λατίνων, καθώς
ο μόνος υποψήφιος ήταν ο Φέλιξ Κυρίλλης. Επομένως, δεν είναι δυνατή η αναφορά του αριθμού των Λατίνων
εκλογέων κατά το συγκεκριμένο έτος· ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι το 1976 οι Λατίνοι εκλογείς ήσαν
286 και το 1991 ήσαν 388, ο αριθμός τους θα πρέπει να κυμαινόταν γύρω στους 300.
377. Δυστυχώς, δεν καταρτίστηκαν αναλυτικοί πίνακες με τη γεωγραφική κατανομή των ψηφοφόρων.
378. Όπως και με το 1981, έτσι και το 1970 δεν έγιναν εκλογές για την ανάδειξη του Εκπροσώπου των Λατίνων, καθώς
ο μόνος υποψήφιος ήταν ο Άντωνυ Πιετρώνι. Επομένως, δεν είναι δυνατή η αναφορά του αριθμού των Λατίνων
εκλογέων το συγκεκριμένο έτος· ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι το 1976 οι Λατίνοι εκλογείς ήσαν 286, ο
αριθμός τους θα πρέπει να κυμαινόταν γύρω στους 200.
379. Μετά τις τελευταίες εκλογές (22 Μαΐου 2011), η εκλογή του Προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων έλαβε χώρα
στις 2 Ιουνίου 2011, με το Μάριο Καρογιάν και το Γιαννάκη Ομήρου να ήταν τα επικρατέστερα ονόματα για τη θέση
αυτή. Τελικά Πρόεδρος της Βουλής εξελέγη ο Γιαννάκης Ομήρου, με 28 ψήφους υπέρ.

96

8. Η Κυπριακή Δημοκρατία και η εκπαίδευση των θρησκευτικών ομάδων:
Οι ακρογωνιαίοι λίθοι ή καλύτερα πυλώνες της διατήρησης μιας θρησκευτικής,
γλωσσικής ή εθνοτικής μειονότητας είναι συνήθως η γλώσσα, η εκπαίδευση, ο
πολιτισμός, η Εκκλησία και οι εκδηλώσεις. Η εκπαίδευση καλλιεργεί τη γλώσσα και τα
διάφορα γνωρίσματα και παραδόσεις της μειονότητας, παράλληλα δημιουργώντας
δεσμούς ανάμεσα στους μαθητές της, η Εκκλησία αναμεταδίδει μέρος των διαφόρων
γνωρισμάτων και παραδόσεων της μειονότητας, ενώ οι εκδηλώσεις αναπαράγουν άλλο
μέρος των διαφόρων γνωρισμάτων και παραδόσεων της μειονότητας, δίνοντας την
ευκαιρία στα διάφορα μέλη της να δημιουργήσουν ή/και να συσφίξουν διαφόρων ειδών
δεσμούς. Η εκπαίδευση των θρησκευτικών ομάδων, επομένως, κατέχει εξέχουσα θέση
στο ευρύ φάσμα των πολύπλευρων τους δραστηριοτήτων. Με τη σειρά τους, οι
θρησκευτικές ομάδες πάντοτε έδιναν ιδιαίτερη έμφαση στην εκπαίδευση, αφού αυτή
αποτελεί το θεμέλιο της εθνικής και πολιτιστικής τους κληρονομιάς.
Οι Αρμένιοι σήμερα διαθέτουν τα τρία Δημοτικά Σχολεία Ναρέκ (Նարեկ Հայկական
Վարժարաններ)380, τα οποία λειτουργούν στη Λευκωσία, Λάρνακα και Λεμεσό με
περίπου 190 μαθητές381. Από το 2005, εξαιτίας του άδικου κλεισίματος του ιστορικού
Εκπαιδευτικού Ινστιτούτου Μελκονιάν (Մելգոնեան Կրթական Հաստատութիւն)382,
περίπου 10 μαθητές φοιτούν στο τριτάξιο Γυμνάσιο Ναρέκ (Միջնակարգ Նարեկ)383, το
οποίο στεγάζεται στη Λευκωσία. Τα σχολεία έχουν κοινή Διευθύντρια και τελούν υπό την
επίβλεψη της αυτόνομης Σχολικής Εφορείας Αρμενικών Σχολείων (Կիպրահայ
Վարժարաններու Հոգաբարձութիւն), τα μέλη της οποίας διορίζει το Υπουργικό
Συμβούλιο, ύστερα από εισήγηση του Υπουργού Παιδείας και Πολιτισμού, ο οποίος
διαβουλεύεται με τον Εκπρόσωπο [Νόμος 103(I)/1999]· στα Ναρέκ Λάρνακας και
380.

Και τα τρία Αρμενικά Δημοτικά Σχολεία στην Κύπρο φέρουν το όνομα Ναρέκ, εις μνήμη του μεγάλου Αρμένιου
φιλόσοφου και θεολόγου Αγίου Κρικόρ Ναρεκατσί (Սուրբ Գրիգոր Նարեկացի, 951-1003). Στη Λευκωσία αρμενικό
σχολείο λειτουργεί από το 1870, στη Λάρνακα από το 1909, ενώ στη Λεμεσό από το 1928. Τα προαναφερόμενα σχολεία
(καθώς επίσης και το Αρμενικό Σχολείο Αμμοχώστου, που λειτουργούσε από το 1927) ονομάστηκαν το 1972 «Εθνικά
Σχολεία Ναρέκ» (Նարեկ Ազգային Վարժարաններ) και τέθηκαν υπό ενιαία διεύθυνση (αυτό από το 1961), ενώ από το
1991 ονομάζονται «Αρμενικά Σχολεία Ναρέκ» (Նարեկ Հայկական Վարժարաններ). Ως ένδειξη αλληλεγγύης προς τον
αδελφό αρμενικό λαό, η οδός Κύκλωπος (επί της οποίας βρισκόταν το Ναρέκ Λευκωσίας) μετονομάστηκε στις 10
Δεκεμβρίου 1979 σε οδό Αρμενίας, μετά από σχετική απόφαση του Συμβουλίου Βελτιώσεως Στροβόλου.
381. Οι πληροφορίες προέρχονται από τη Διευθύντρια των Αρμενικών Σχολείων Ναρέκ, Βέρα Ταχμαζιάν, και τη
γραμματέα τους, Καρένινα Τοφαρίδου, τις οποίες και ευχαριστούμε ιδιαίτερα. Στη Λευκωσία υπάρχουν περίπου 135
μαθητές, στη Λάρνακα 30 και στη Λεμεσό 40. Ο αριθμός περιλαμβάνει και τους περίπου 10 μαθητές του Γυμνασίου.
382. Το Εκπαιδευτικό Ινστιτούτο Μελκονιάν (Մելգոնեան Կրթական Հաստատութիւն - Melkonian Educational
Institute) κτίστηκε με τη φιλάνθρωπη και γενναιόδωρη δωρεά των καπνεμπόρων αδελφών Κρικόρ και Καραμπέτ
Μελκονιάν, στο λόφο των φιδιών επί της σημερινής Λεωφόρου Λεμεσού στην Αγλαντζιά. Τη θεμέλια λίθο του έθεσε
στις 15 Φεβρουαρίου 1924 ο Ύπατος Αρμοστής Sir Malcolm Stevenson, ενώ τα εγκαίνιά του τέλεσε στις 13
Φεβρουαρίου 1926 ο Αρχιεπίσκοπος Ζαβέν ντερ Γεγιαγιάν. Μέχρι και το άδικο κλείσιμό του το 2005, είχε διεθνή
ακτινοβολία και υπήρξε φάρος ελπίδας για την απανταχού αρμενοφωνία, φυτώριο πολιτισμού για τον αρμενισμό και
ταυτόχρονα πρεσβευτής της Κύπρου και του προβλήματός της στην υφήλιο, αφού η πλειοψηφία των μαθητών του
προερχόταν από το εξωτερικό. Εδώ φοίτησαν χιλιάδες Αρμένιοι από περισσότερες από 30 χώρες· από το 1930 μέχρι το
2005, αποφοίτησαν 1.828 μαθητές και μαθήτριες. Άρχισε ως ορφανοτροφείο για τα ορφανά της Γενοκτονίας (19261940) και στην πορεία κατέστη διεθνούς φήμης σχολή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (1934-2005) με οικοτροφείο. Στις
24 Μαΐου 1987 ο Πρόεδρος Σπύρος Κυπριανού έθεσε τη θεμέλια λίθο για το νέο οικοτροφείο της σχολής, το οποίο
εγκαινίασε στις 21 Οκτωβρίου 1989 ο Προεδρεύων Βάσος Λυσσαρίδης. Από το 1999 επιτράπηκε η φοίτηση και σε
Κύπριους μαθητές που δεν είχαν αρμενική καταγωγή. Έκλεισε τον Ιούνιο του 2005, μετά από μονομερή απόφαση του
κεντρικού συμβουλίου της Αρμενικής Γενικής Ένωσης Αγαθοεργίας (AGBU), το οποίο είχε την ευθύνη της
διαχείρισης της σχολής. Τα παλαιά κτίρια του Μελκονιάν φιλοξένησαν το Γυμνάσιο Αγλαντζιάς μεταξύ Σεπτεμβρίου
2007 και Δεκεμβρίου 2009, μετά από συμφωνία του AGBU και του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού.
383. Τον πρώτο χρόνο λειτουργίας του (2005-2006), το Γυμνάσιο Ναρέκ λειτούργησε με έγκριση του Διευθυντή Μέσης
Παιδείας του Υπουργείου και Πολιτισμού, με ελάχιστα λειτουργικά έξοδα, αφού κανένας καθηγητής δεν ήταν πλήρους
απασχόλησης, ενώ μερικοί δάσκαλοι του Δημοτικού Σχολείου Ναρέκ δίδασκαν και στο Γυμνάσιο (όπως γίνεται και
σήμερα). Με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 63.718/03-05-2006, εγκρίθηκε επίσημα η λειτουργία του
σχολείου και άρχισε η κάλυψη των δαπανών. Οι πληροφορίες προέρχονται από τον κο Αρτίν Αϊβαζιάν, τέως
Διευθυντή των Αρμενικών Σχολείων Ναρέκ, τον οποίο και ευχαριστούμε ιδιαίτερα.

97

Λεμεσού υπάρχει από ένας υπεύθυνος δάσκαλος (աւագ ուսուցիչ/senior teacher). Τα
Αρμενικά Σχολεία Ναρέκ θεωρούνται δημόσια σχολεία με ειδικό καθεστώς, με κριτήριο
εισαγωγής την αρμενική καταγωγή τουλάχιστον ενός εκ των δύο γονέων. Η εκπαίδευση
ξεκινά από το νηπιαγωγείο384 και συνεχίζει μέχρι τη Στ’ τάξη385. Η σχολική ύλη που
καλύπτουν είναι αντίστοιχη με αυτή των δημοσίων σχολείων, ενισχυμένη με
υποχρεωτικά μαθήματα αρμένικης γλώσσας, ιστορίας και γεωγραφίας, καθώς και
δραστηριότητες που καλλιεργούν την αρμενογνωσία και την αρμένικη κουλτούρα.
Οι δάσκαλοι του νηπιαγωγείου, της προδημοτικής και του Δημοτικού διορίζονται και
πληρώνονται από τη Σχολική Εφορεία, με εξαίρεση τους δασκάλους των Ελληνικών, τους
οποίους διαθέτει το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού και πληρώνει η Εκπαιδευτική
Υπηρεσία. Οι καθηγητές του Γυμνασίου παρέχονται και πληρώνονται από το Υπουργείο
Παιδείας και Πολιτισμού. Όπως και με τα δημόσια σχολεία, τα ελληνόφωνα βιβλία
παρέχονται δωρεάν από τις αποθήκες του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού· για τα
αρμενόφωνα βιβλία που αγοράζονται από τις Η.Π.Α., το Λίβανο, τη Συρία και αλλού, το
κόστος επίσης καταβάλλεται από το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού. Ολόκληρος ο
προϋπολογισμός των Αρμενικών Σχολείων Ναρέκ καλύπτεται από το Υπουργείο Παιδείας
και Πολιτισμού. Η φοίτηση σε αυτά είναι δωρεάν, με απαραίτητο κριτήριο εισαγωγής την
αρμενική καταγωγή τουλάχιστον ενός εκ των δύο γονέων.
Οι Μαρωνίτες σήμερα διαθέτουν το Δημοτικό Σχολείο Αγίου Μάρωνα και το νηπιαγωγείο
Αγίου Μάρωνα386 στην Ανθούπολη, στα οποία φοιτούν συνολικά περίπου 95 μαθητές. Το
Δημοτικό και το νηπιαγωγείο έχουν ξεχωριστές Διευθύντριες και τελούν υπό την
επίβλεψη της Σχολικής Εφορείας Μαρωνιτών, τα μέλη της οποίας διορίζει το Υπουργικό
Συμβούλιο, μετά από πρόταση του Εκπροσώπου και εισήγηση του Υπουργού Παιδείας και
Πολιτισμού [Νόμος 103(I)/1999]. Τα προαναφερόμενα σχολεία λειτουργούν ως δημόσια
σχολεία, με ελεύθερη και δωρεάν φοίτηση. Η εκπαίδευση στο Δημοτικό είναι εξατάξια. Η
ύλη που καλύπτεται είναι πανομοιότυπη με την ύλη των υπόλοιπων δημοσίων σχολείων,
ενισχυμένη με προαιρετικά απογευματινά μαθήματα της Κυπρομαρωνιτικής Αραβικής.
Όπως και με τα υπόλοιπα δημόσια σχολεία, οι δάσκαλοι του Δημοτικού και του
νηπιαγωγείου παρέχονται και πληρώνονται από το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού,
ενώ τα βιβλία παρέχονται δωρεάν από τις αποθήκες του Υπουργείου και Πολιτισμού.
Όπως και με τα υπόλοιπα δημόσια σχολεία, ολόκληρος ο προϋπολογισμός του Δημοτικού
και του νηπιαγωγείου Αγίου Μάρωνα καλύπτεται από το Υπουργείο και Πολιτισμού.
Οι Λατίνοι σήμερα διαθέτουν στη Λευκωσία το Κολλέγιο Terra Santa387 (νηπιαγωγείο,
384.

Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι υπάρχουν δύο τάξεις νηπιαγωγείου, εκ των οποίων η πρώτη δεν θεωρείται
κοινοτική, γι’ αυτό και η φοίτηση σε αυτήν προϋποθέτει μια μικρή χρηματική επιβάρυνση στους γονείς των παιδιών.
385. Από το σχολικό έτος 1955-1956 και μέχρι το σχολικό έτος 2009-2010, οι τάξεις ξεκινούσαν την αρίθμησή τους από
την προδημοτική, με αποτέλεσμα η φοίτηση στα αρμενικά σχολεία να ολοκληρωνόταν στη Ζ’ τάξη, η οποία ήταν
αντίστοιχη με τη Στ’ τάξη των δημόσιων σχολείων.
386. Το νηπιαγωγείο Αγίου Μάρωνα άρχισε τη λειτουργία του το 1987 - τότε ονομαζόταν Νηπιαγωγείο «Άγιος
Αντώνιος» και μετονομάστηκε σε Νηπιαγωγείο «Άγιος Μάρωνας» το 1995 - ενώ το Δημοτικό Σχολείο Αγίου Μάρωνα
το 2002. Οι Μαρωνίτες διέθεταν Δημοτικά Σχολεία και πριν από την τουρκική εισβολή του 1974, στα μαρωνίτικα
χωριά Κορμακίτης (1883), Ασώματος (1887), Αγία Μαρίνα (1892) και Καρπάσια (1905)· μετά την τουρκική εισβολή
υπολειτουργούσαν τα σχολεία στον Κορμακίτη (μέχρι το 1999) και την Καρπάσια (μέχρι το 1988). Στον Κορμακίτη
λειτουργούσε, επίσης, από το 1936 το Δημοτικό Σχολείο που διεύθυναν οι Φραγκισκανές καλογριές του Τάγματος της
Ιεράς Καρδίας του Ιησού. Αρχικά ήταν παρθεναγωγείο, ωστόσο από τη σχολική χρονιά 1965-1966 συνενώθηκε με το
μέχρι τότε Αρρεναγωγείο Κορμακίτη και φιλοξενούσε τη Γ’ και Δ’ τάξη του μεικτού πλέον σχολείου. Οι πληροφορίες
προέρχονται από το Σιάρπελ Τζουτζούκη και τη Μαριάννα Φραγκέσκου, τους οποίους και ευχαριστούμε ιδιαίτερα.
387. Το Κολλέγιο Τέρρα Σάντα (Collegio Terrae Sanctae) άρχισε να λειτουργεί πλάι στη λατινική εκκλησία του Τιμίου
Σταυρού στη Λευκωσία από το Σεπτέμβριο του 1646 και θεωρείται το αρχαιότερο σε λειτουργία σχολείο στην Κύπρο.
Το 1913 επεκτάθηκε στη μέση εκπαίδευση, ως αρρεναγωγείο, ενώ μεταξύ 1941-1942 λειτουργούσε στην Κυθρέα, λόγω
της εκκένωσης του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μεταξύ 1936-1947 τελούσε υπό βρετανική διεύθυνση· όταν επανήλθε
στους Φραγκισκανούς, το 1947, ονομάστηκε κολλέγιο, ενώ το 1955 μεταφέρθηκε στη σημερινή του τοποθεσία στα
υψώματα της Αγίας Παρασκευής στην Ακρόπολη. Από το 1970 λειτουργεί και ως νηπιαγωγείο και έγινε μεικτό

98

Δημοτικό και Γυμνάσιο/Λύκειο), με περίπου 350 μαθητές388, και στη Λεμεσό τη Σχολή
Saint Mary’s389 (νηπιαγωγείο, Δημοτικό και Γυμνάσιο/Λύκειο), με περίπου 980
μαθητές390. Και τα δύο σχολεία είναι ανοικτά σε μαθητές από όλα τα θρησκεύματα, αλλά
λειτουργούν ως ιδιωτικά σχολεία, με την καταβολή διδάκτρων φοίτησης. Το Κολλέγιο
Τέρρα Σάντα έχει ξεχωριστές διευθύνσεις για το νηπιαγωγείο, το Δημοτικό και το
Γυμνάσιο/Λύκειο, καθώς και ένα Γενικό Διευθυντή, ο οποίος είναι αλλοδαπός και ανήκει
στο Τάγμα των Φραγκισκανών. Η Σχολή Saint Mary’s έχει μία Γενική Διευθύντρια για όλα
τα τμήματα, η οποία είναι Κύπρια και προέρχεται από το Τάγμα της Ιεράς Καρδίας του
Ιησού· επιπλέον, διαθέτει Διευθύντρια για το ελληνόφωνο Δημοτικό και Βοηθούς
Διευθύντριες για το Γυμνάσιο/Λύκειο, το αγγλόφωνο Δημοτικό και το νηπιαγωγείο. Στα
Δημοτικά και τα Γυμνάσια/Λύκεια η συνολική εκπαίδευση διεξάγεται στα Ελληνικά και τα
Αγγλικά, με έμφαση στα Ιταλικά (Terra Santa) και τα Γαλλικά (Saint Mary’s). Η ύλη του
Terra Santa από το σχολικό έτος 2007-2008 είναι αντίστοιχη με αυτή των ελληνόφωνων
δημοσίων σχολείων και η διδασκαλία γίνεται στα Ελληνικά. Το Saint Mary’s διαχωρίζεται
σε ελληνόφωνο και αγγλόφωνο τμήμα μέχρι και το Γυμνάσιο, οπότε στο Λύκειο η
διδασκαλία διεξάγεται στα Αγγλικά. Οι προσλήψεις και οι μισθοί των διδασκόντων
τυγχάνουν διαχείρισης από τη διεύθυνση του κάθε σχολείου (12μελές διοικητικό
συμβούλιο από λαϊκούς για το Terra Santa και συμβούλιο από καλογριές για το Saint
Mary’s). Όπως και με τα υπόλοιπα ιδιωτικά σχολεία, τα ελληνόφωνα βιβλία παρέχονται
δωρεάν από το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού.
Όσον αφορά τους Αρμένιους, ποσοστό σχεδόν 95% παρακολουθεί τα Δημοτικά Σχολεία
Ναρέκ391 για τη στοιχειώδη εκπαίδευση και εξ ορισμού όλοι οι μαθητές των σχολείων
Ναρέκ έχουν αρμενική καταγωγή. Για τη μέση εκπαίδευση, υπάρχει μια σαφής
προτίμηση προς στα αγγλόφωνα/ιδιωτικά σχολεία, με ελάχιστους Αρμενοκύπριους να
φοιτούν σε δημόσια ελληνόφωνα σχολεία. Όσον αφορά τους Μαρωνίτες, υπολογίζεται
ότι ποσοστό μόνο 15% φοιτά στο Δημοτικό Σχολείο Αγίου Μάρωνα, με τους υπόλοιπους
να φοιτούν κυρίως στα ελληνόφωνα δημόσια σχολεία· αν και το σχολείο αυτό είναι
δημόσιο, ποσοστό πέραν του 95% των μαθητών του έχει μαρωνίτικη καταγωγή. Για τη
μέση εκπαίδευση η πλειοψηφία των Μαρωνιτών μαθητών επιλέγει τα δημόσια
Γυμνάσια/Λύκεια, με αρκετούς να φοιτούν σε αγγλόφωνα/ιδιωτικά σχολεία, ιδιαίτερα τα
«εθνικά σχολεία»392 των Μαρωνιτών, Terra Santa και Saint Mary’s, για την οποία
φοίτηση υπάρχει και κάλυψη των διδάκτρων. Όσο δε αφορά τους Λατίνους, δεν
υπάρχουν συγκεκριμένες τάσεις: άλλοι φοιτούν σε δημόσια ελληνόφωνα σχολεία, άλλοι
σε ξενόγλωσσα ιδιωτικά σχολεία, ενώ αριθμός τους φοιτά στα ιδιωτικά λατινικά σχολεία.
σχολείο, ενώ το 1983 καταργήθηκε το οικοτροφείο του. Το σχολείο υπήρξε για πολλά χρόνια το εκπαιδευτήριο
χιλιάδων, κυρίως ξενόγλωσσων, παιδιών και απολαμβάνει ιδιαίτερης εκτίμησης τόσο στην Κύπρο όσο και στο
εξωτερικό. Να αναφέρουμε ότι μετά την τουρκική εισβολή του 1974, το κολλέγιο φιλοξένησε περίπου 430 πρόσφυγες
για μικρό χρονικό διάστημα.
388. Οι πληροφορίες προέρχονται από τη γραμματέα, Μαρία Κυριακίδου, την οποία και ευχαριστούμε ιδιαίτερα.
389. Το Σχολείο Saint Mary’s (École de Sainte Marie, γνωστό και ως «Καλογριές») ιδρύθηκε το 1923 επί της οδού
Αγίου Ανδρέου στη Λεμεσό ως «École de Terre Sainte» από καλογριές του Τάγματος της Ιεράς Καρδίας του Ιησού. Το
1965 μεταφέρθηκε στη σημερινή του τοποθεσία, κοντά στο Δημόσιο Κήπο, και απέκτησε τη σημερινή του ονομασία.
Μέχρι το 1991 διέθετε και οικοτροφείο. Ενώ το νηπιαγωγείο και το Δημοτικό ήσαν πάντοτε μεικτά, μέχρι το 2000 το
Γυμνάσιο/Λύκειο ήταν παρθεναγωγείο, ενώ έκτοτε είναι μεικτό. Το σχολείο υπήρξε για πολλά χρόνια το
εκπαιδευτήριο χιλιάδων παιδιών και είναι ιδιαίτερα δημοφιλές ανάμεσα στους Λεμεσιανούς, παρέχοντας συνολική
εκπαίδευση (νηπιαγωγείο, Δημοτικό, Γυμνάσιο/Λύκειο).
390. Οι πληροφορίες προέρχονται από τη Διευθύντρια του σχολείου, αδελφή Ζιοζεφίν Βραχίμη, και τη γραμματέα του
σχολείου, Ευαγγελία Σωκράτους, τις οποίες και ευχαριστούμε ιδιαίτερα.
391. Στη Λευκωσία, το ποσοστό αυτό αγγίζει το 90-95%, στη Λεμεσό το 75%, ενώ στη Λάρνακα το 50%.
392. Ο καθορισμός των «εθνικών σχολείων» φαίνεται πως έγινε στις 24 Οκτωβρίου 1999, με σχετική κοινή απόφαση
του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού και του Υπουργείου Οικονομικών. Ως «εθνικά σχολεία» καθορίστηκαν για
τους Μαρωνίτες και τους Λατίνους το Κολλέγιο Terra Santa στη Λευκωσία και η Σχολή Saint Mary’s στη Λεμεσό, ενώ
για τους Αρμένιους το Εκπαιδευτικό Ινστιτούτο Μελκονιάν στη Λευκωσία. Παράλληλα, εγκρίθηκαν χορηγίες που
κάλυπταν πλήρως τα δίδακτρα για τους Αρμενοκύπριους, Μαρωνιτοκύπριους και Λατινοκύπριους μαθητές που
φοιτούσαν σε αυτά τα σχολεία.

99

Παραδοσιακά, τα αγγλόφωνα/ιδιωτικά σχολεία τα οποία δέχονται μεγάλο αριθμό
μαθητών-μελών των θρησκευτικών ομάδων είναι τα εξής: στη Λευκωσία, η Αγγλική
Σχολή393, το Κολλέγιο Τέρρα Σάντα, η Αμερικανική Ακαδημία Λευκωσίας394 και το
Grammar School395· στη Λεμεσό, η Σχολή Αγίας Μαρίας, ενώ στη Λάρνακα η Αμερικανική
Ακαδημία Λάρνακας396. Παλαιότερα, αρκετοί μαθητές-μέλη των θρησκευτικών ομάδων
φοιτούσαν στο Εκπαιδευτικό Ινστιτούτο Μελκονιάν στη Λευκωσία, τη Σχολή Αγίου Ιωσήφ
στη Λευκωσία397, τη Σχολή Αγίου Ιωσήφ στη Λάρνακα398 και τη Σχολή Τέρρα Σάντα στην
393.

Η Αγγλική Σχολή (The English School), γνωστή στα πρώτα της χρόνια ως Newham’s School, ιδρύθηκε το έτος
1900 από τον αιδεσιμότατο (canon) Frank Darvall Newham και λειτουργούσε αρχικά στην οδό Βικτωρίας στην εντός
των τειχών Λευκωσία. Μεταξύ 1909-1934 στεγαζόταν στα κτίρια που σήμερα στεγάζουν το Επαρχιακό Δικαστήριο
Λευκωσίας, ενώ στη συνέχεια μεταφέρθηκε σε ενοικιαζόμενο κτίριο στην οδό Βύρωνος. Το 1936 ο ιδρυτής της, Canon
Newham, την παραχώρησε ως καταπίστευμα (in trust) στην αποικιακή κυβέρνηση. Κατά την περίοδο 1942-1946,
λόγω της εκκένωσης του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, μεταφέρθηκε στην Κερύνεια, ενώ το 1946 εγκαταστάθηκε στα
σημερινά της κτίρια στο λόφο των φιδιών στο Στρόβολο. Μεταξύ 1957-1962 υπήρχε και η Αγγλική Σχολή Θηλέων
(English School for Girls), που στεγαζόταν στα κτίρια του σημερινού Λυκείου Ακροπόλεως και της οποίας το καθεστώς
διεπόταν από τον Αποικιακό Νόμο 14/1960· συγχωνεύτηκε με την κυρίως Αγγλική Σχολή το 1962, γινόμενη έτσι το
πρώτο μεικτό δευτεροβάθμιο σχολείο στην Κύπρο. Μέχρι το 1974 διέθετε οικοτροφείο, το οποίο στη συνέχεια έγινε το
Γυμνάσιο Ακρόπολης. Η Αγγλική Σχολή διέπεται από ένα ιδιόρρυθμο νομικό καθεστώς, το οποίο την καθιστά αφενός
κρατική σχολή, αφετέρου ωστόσο όχι δημόσια, αφού η φοίτηση σε αυτήν προϋποθέτει την καταβολή διδάκτρων. Το
νομικό της πλαίσιο καθορίζεται από το CAP 167, τον Αποικιακό Νόμο 13/1960 και το Νόμο 9/1969, ενώ το Διοικητικό
Συμβούλιο της σχολής διορίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο. Ο χαρακτήρας της σχολής είναι μεν χριστιανικός,
αλλά μη δογματικός και όλοι οι μαθητές (συμπεριλαμβανομένων των Μουσουλμάνων) έχουν διευκολύνσεις στην
εξάσκηση της θρησκείας τους. Να σημειωθεί ότι από το 2003, μετά τη μερική άρση των περιορισμών στη διακίνηση
από και προς τις κατεχόμενες περιοχές, στην Αγγλική Σχολή φοιτούν και Τουρκοκύπριοι μαθητές, όπως γινόταν και
πριν τις διακοινοτικές ταραχές του 1963-1964. Ποσοστό 90-95% των μαθητών της είναι Κύπριοι.
394. Η Αμερικανική Ακαδημία Λευκωσίας (American Academy Nicosia) ιδρύθηκε το 1922 από τη δεσποινίδα Lola Weir
της Μεταρρυθμισμένης Πρεσβυτεριανής Αποστολής σε χώρο επί της οδού Μαχμούτ Πασιά, στην εντός των τειχών
Λευκωσία. Αρχικά υπήρξε παρθεναγωγείο, ενώ λίγο αργότερα το Δημοτικό λειτουργούσε ως μεικτό Δημοτικό και το
Γυμνάσιο/Λύκειο ως παρθεναγωγείο. Κατά την περίοδο 1941-1942, λόγω της εκκένωσης του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου,
μεταφέρθηκε στην Κερύνεια Το 1955 εγκαταστάθηκε στα σημερινά της κτίρια επί της οδού Μιχαλάκη Παρίδη, ενώ
από το 1976 τη διαχείριση έχει το Συμβούλιο Αποφοίτων της Ακαδημίας. Το 1977 έγινε μεικτό δευτεροβάθμιο
σχολείο και καταργήθηκε το οικοτροφείο, ενώ το 1982 επαναλειτούργησε το Δημοτικό, που είχε σταματήσει το 1963.
Αν και η φοίτηση στην Αμερικανική Ακαδημία δεν γίνεται με θρησκευτικά κριτήρια, το σχολείο έχει ιεραποστολικό
χαρακτήρα με πρεσβυτεριανή χροιά. Περίπου 65% των μαθητών είναι Κύπριοι, ενώ το 35% είναι ξένοι.
395. Γνωστό και ως Σχολή Γρηγορίου, το Grammar School ιδρύθηκε από τον Ιωάννη Γρηγορίου το 1963 και μερικά
χρόνια μετά στεγάστηκε σε ιδιόκτητο κτίριο παρά το ύψωμα Περνέρα στον Άγιο Δομέτιο, το οποίο καταλήφθηκε κατά
την τουρκική εισβολή του 1974. Στη συνέχεια στεγάστηκε σε ενοικιαζόμενα κτίρια στο Στρόβολο, μέχρι που το 1981
μεταφέρθηκε στα ιδιόκτητά του κτίρια στην περιοχή της Κάτω Δευτεράς. Από το 1971 λειτουργεί και τμήμα
Δημοτικού, με την ονομασία The Grammar Junior School.
396. Η Αμερικανική Ακαδημία Λάρνακας (American Academy Larnaca) ιδρύθηκε το 1908 από τον αιδεσιμότατο
Walter McCarroll της Μεταρρυθμισμένης Πρεσβυτεριανής Αποστολής στο χώρο της ευαγγελικής εκκλησίας της
Λάρνακας. Το 1911 στεγάστηκε στο σημερινό της χώρο, απέναντι από την Ευαγγελική εκκλησία και απέκτησε τμήμα
οικοτροφείου. Αρχικά υπήρξε αρρεναγωγείο, ωστόσο μεταξύ 1916-1919 και 1929-1936 λειτουργούσε και τμήμα
θηλέων. Από το 1937 έγινε μεικτό σχολείο. Κατά την περίοδο 1941-1943 λειτούργησε στα Λεύκαρα, λόγω της
εκκένωσης του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μετά την τουρκική εισβολή του 1974, το σχολείο φιλοξένησε αριθμό
προσφύγων για μικρό χρονικό διάστημα. Από το 1976 τη διαχείριση έχει το Συμβούλιο Αποφοίτων της Ακαδημίας,
ενώ το 1979 επαναλειτούργησε το Δημοτικό, που είχε σταματήσει το 1962. Το 1980 σταμάτησε να λειτουργεί το
οικοτροφείο. Αν και η φοίτηση στην Αμερικανική Ακαδημία δεν γίνεται με θρησκευτικά κριτήρια, το σχολείο έχει
ιεραποστολικό χαρακτήρα με πρεσβυτεριανή χροιά. Περίπου 85% των μαθητών είναι Κύπριοι, ενώ το 15% είναι ξένοι.
397. Η Σχολή του Αγίου Ιωσήφ (École de Saint Joseph) ιδρύθηκε το 1884 από καλογριές του Τάγματος του Αγίου
Ιωσήφ της Εμφανίσεως ως Δημοτικό Σχολείο. Το 1920 επεκτάθηκε στη μέση εκπαίδευση, ως παρθεναγωγείο, ενώ
μεταξύ 1940-1943 λειτουργούσε στον Πεδουλά, λόγω της εκκένωσης του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Υπήρξε πολύ γνωστό
παρθεναγωγείο συνολικής εκπαίδευσης (νηπιαγωγείο, Δημοτικό, Γυμνάσιο/Λύκειο) στη Λευκωσία και σε αυτό
φοίτησαν χιλιάδες μαθήτριες από διάφορα θρησκεύματα και εθνικότητες, ιδιαιτέρως λόγω του ότι το καθίδρυμά της
βρισκόταν εξίσου κοντά στον αρμενομαχαλλά, τον ελληνομαχαλλά, τον τουρκομαχαλλά και το φραγκομαχαλλά της
παλιάς Λευκωσίας. Μέχρι το 1963 διέθετε και νηπιαγωγείο. Μεταξύ 1974-1977 λειτουργούσε στην παρακείμενη Μονή
των Φραγκισκανών, καθώς οι Τούρκοι παρενοχλούσαν τη λειτουργία της σχολής. Το 1986 δέχθηκε και αγόρια στο
Γυμνάσιο/Λύκειο. Το 1987 διέκοψε τη λειτουργία της και στη θέση της άρχισε να λειτουργεί το Γαλλικό Σχολείο
Arthur Rimbaud. Η μονή συνεχίζει να λειτουργεί.
398. Η Σχολή του Αγίου Ιωσήφ (École de Saint Joseph) ιδρύθηκε το 1844 από καλογριές του νεοσύστατου τότε
Τάγματος του Αγίου Ιωσήφ της Εμφανίσεως. Η επίσημη λειτουργία της άρχισε στις 10 Ιανουαρίου 1845. Υπήρξε
δημοφιλές παρθεναγωγείο που παρείχε δευτεροβάθμια εκπαίδευση στη Λάρνακα και σε αυτό φοίτησαν χιλιάδες
μαθήτριες από διάφορα θρησκεύματα και εθνικότητες. Κατά την περίοδο της εκκένωσης του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου
(1941-1942), λειτουργούσε στα Λεύκαρα. Μέχρι το 1956 διέθετε και Δημοτικό Σχολείο. Μετά την τουρκική εισβολή

100

Αμμόχωστο399, ενώ σήμερα μερικοί μαθητές που είναι μέλη των θρησκευτικών ομάδων
φοιτούν επίσης στο Γαλλικό Σχολείο Arthur Rimbaud400 στη Λευκωσία.
Χαρακτηριστικά, να αναφέρουμε ότι στο νηπιαγωγείο Terra Santa φοιτούν κατά 68%
Ορθόδοξοι, 19% Μαρωνίτες και 13% Λατίνοι, στο Δημοτικό Terra Santa φοιτούν κατά 54%
Ορθόδοξοι, 34% Μαρωνίτες και 12% Λατίνοι, ενώ στο Γυμνάσιο/Λύκειο Terra Santa
φοιτούν κατά 42% Ορθόδοξοι, 37% Μαρωνίτες, 18% Λατίνοι και 3% Αρμένιοι401. Στο
νηπιαγωγείο Saint Mary’s φοιτούν κατά 85% Ορθόδοξοι, 6% Μαρωνίτες, 5% Λατίνοι και 4%
άλλοι (Μουσουλμάνοι και Αγγλικανοί), στο Δημοτικό Saint Mary’s φοιτούν κατά 82%
Ορθόδοξοι, 8% Μαρωνίτες, 8% Λατίνοι και 2% άλλοι (Μουσουλμάνοι και Ινδουιστές), ενώ
στο Γυμνάσιο/Λύκειο Saint Mary’s φοιτούν κατά 84% Ορθόδοξοι, 8% Μαρωνίτες, 6%
Λατίνοι και 2% άλλοι (Μουσουλμάνοι, Αρμένιοι, Αγγλικανοί και Λουθηρανοί)402.
Η κυβέρνηση επιχορηγεί τη φοίτηση μαθητών που ανήκουν στις θρησκευτικές ομάδες και
φοιτούν στην Αγγλική Σχολή ή σε ιδιωτικά δευτεροβάθμια σχολεία403. Ωστόσο, η
επιχορήγηση αυτή γίνεται μέχρι και την έκτη τάξη της μέσης εκπαίδευσης (ως γνωστό,
τα πλείστα αγγλόφωνα/ιδιωτικά δευτεροβάθμια σχολεία έχουν και εβδόμη τάξη) και,
παρά τη σημαντική αύξηση των διδάκτρων τα τελευταία χρόνια, το ποσό αυτό
παραμείνει αμετάβλητο από το 1996, όπως ορίστηκε με την Απόφαση του Υπουργικού
Συμβουλίου 44.212/03-05-1996 για επιχορήγηση £450/€769 το χρόνο για τα μέλη των
θρησκευτικών ομάδων που φοιτούν στα ιδιωτικά δευτεροβάθμια σχολεία404.
Με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 60.541/07-07-2004, αποφασίστηκε
όπως γίνεται, με αναδρομική ισχύ από τη σχολική χρονιά 2002-2003, επιχορήγηση ύψους
£600/€1.025 σε Λατίνους και Μαρωνίτες μαθητές που φοιτούν στα Δημοτικά Σχολεία
Terra Santa και Saint Mary’s, καθώς και επιχορήγηση £1.100/€1.879 σε Λατίνους και
του 1974, τμήμα της σχολής φιλοξένησε αριθμό προσφύγων για κάποιο χρονικό διάστημα. Το 1990 διέκοψε τη
λειτουργία της και το 1992 κηρύχθηκε διατηρητέα. Η μονή συνεχίζει να λειτουργεί.
399. Η Σχολή Τέρρα Σάντα (Scuola Terrae Sanctae) ιδρύθηκε το 1952 από καλογριές του Τάγματος της Ιεράς Καρδίας
του Ιησού. Ως παρθεναγωγείο, προσέφερε συνολική εκπαίδευση (νηπιαγωγείο, Δημοτικό, Γυμνάσιο/Λύκειο) και σε
αυτή φοίτησαν αρκετές μαθήτριες από διάφορα θρησκεύματα και εθνικότητες. Μέχρι το 1959 διέθετε και
νηπιαγωγείο. Το 1974 καταλήφθηκε από τα τουρκικά στρατεύματα και έκτοτε βρίσκεται στην περιφραγμένη περιοχή
των Βαρωσίων.
400. Το Γαλλικό Σχολείο Arthur Rimbaud (École Français Arthur Rimbaud) ιδρύθηκε το 1987 από την Υπηρεσία για
τη Γαλλική Εκπαίδευση στο Εξωτερικό (AEFE) και στεγάζεται στο χώρο που βρισκόταν η Σχολή Αγίου Ιωσήφ στη
Λευκωσία. Λειτουργεί ως ιδιωτικό σχολείο και προσφέρει συνολική εκπαίδευση (νηπιαγωγείο, Δημοτικό,
Γυμνάσιο/Λύκειο), με κύριο μέσο διδασκαλίας τη Γαλλική γλώσσα. Η ονομασία του είναι εμπνευσμένη από το Γάλλο
ποιητή Arthur Rimbaud (1854-1891), ο οποίος βρισκόταν στο νησί μας μεταξύ 1878-1880 ως διερμηνέας, επιστάτης
ορυχείου στον Ποταμό του Λιοπετρίου και της υπεύθυνος κατασκευής της θερινής οικίας του Ύπατου Αρμοστή στο
Τρόοδος. Από το Σεπτέμβριο του 2012, το σχολείο ονομάζεται γαλλοκυπριακό και λειτουργεί στα ανακαινισμένα
κτίρια του άλλοτε Ανώτερου Τεχνολογικού Ινστιτούτου στην Αθαλάσσα. Τα εγκαίνια του νέου κτιρίου τέλεσε στις 8
Σεπτεμβρίου 2012 ο Πρόεδρος Δημήτρης Χριστόφιας.
401. Τις πληροφορίες παρείχε η γραμματέας του σχολείου, Μαρία Κυριακίδου, την οποία και ευχαριστούμε ιδιαίτερα.
402. Οι πληροφορίες προέρχονται από τη Διευθύντρια του σχολείου, αδελφή Ζιοζεφίν Βραχίμη, και τη γραμματέα του
σχολείου, Ευαγγελία Σωκράτους, τις οποίες και ευχαριστούμε ιδιαίτερα.
403. Σύμφωνα με το http://www.moec.gov.cy/pdf/private_sxoles_mesis.pdf, κατά τη σχολική χρονιά 2011-2012
λειτουργούσαν συνολικά 36 εγκεκριμένα δευτεροβάθμια ιδιωτικά σχολεία (18 στη Λευκωσία, 13 στη Λεμεσό, 3 στη
Λάρνακα και από 1 στην Πάφο και το Παραλίμνι - περιλαμβάνονται η Αγγλική Σχολή, το Κολλέγιο Τέρρα Σάντα και
η Σχολή Αγίας Μαρίας). Από αυτά, τα 19 ήσαν αγγλόφωνα, τα 12 ελληνόφωνα, τα 2 ρωσσόφωνα (και τα δύο στη
Λεμεσό), τα 2 αραβόφωνα (από ένα στη Λευκωσία και τη Λεμεσό) και το 1 γαλλόφωνο (στη Λευκωσία).
404. Προηγουμένως, με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 34.301/18-10-1990, το ποσό αυτό ανερχόταν σε £360
το χρόνο. Πριν από αυτό, με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 26.264/19-09-1985, το ποσό αυτό ανερχόταν σε
£275 το χρόνο, ανεξαρτήτως τάξης. Πρωτύτερα, με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 22.096/23-08-1982, το
ποσό αυτό ανερχόταν σε επιχορήγηση £275 για την Α’, Β’ και Γ’ τάξη και £132 για τη Δ’ τάξη, ενώ με την Απόφαση του
Υπουργικού Συμβουλίου 25.007/27-09-1984 παραχωρήθηκε επιχορήγηση £132 για την Ε’ τάξη. Οι αρχικές αποφάσεις
ήταν η Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 19.602/16-10-1980, σύμφωνα με την οποία οι Λατίνοι μαθητές που
φοιτούσαν σε ιδιωτικά σχολεία μέσης εκπαίδευσης επιχορηγούνταν με £200 ανά έτος για την Α’, Β’ και Γ’ τάξη και η
Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 19.371/24-07-1980, σύμφωνα με την οποία οι Αρμένιοι και οι Μαρωνίτες
μαθητές σχολείων ιδιωτικής εκπαίδευσης επιχορηγούνταν με £200 για την Α’, Β’ και Γ’ τάξη.

101

Μαρωνίτες μαθητές που φοιτούν στο Γυμνάσιο/Λύκειο Terra Santa και σε Αρμένιους
μαθητές που φοιτού(σα)ν στο Μελκονιάν, ενώ για τους Λατίνους και Μαρωνίτες μαθητές
που φοιτούν στο Γυμνάσιο/Λύκειο Saint Mary’s η ετήσια επιχορήγηση ανέρχεται σε
£800/€1.367. Σύμφωνα με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 63.847/01-062006, αποφασίστηκε όπως γίνεται, με αναδρομική ισχύ από τη σχολική χρονιά 20052006, κλιμακούμενη επιχορήγηση της φοίτησης των Λατίνων και των Μαρωνιτών
μαθητών που φοιτούν στο Terra Santa από £1.100-1.600/€1.879-2.734 και κλιμακούμενη
επιχορήγηση της φοίτησης των Λατίνων και των Μαρωνιτών μαθητών που φοιτούν στο
Saint Mary’s από £900-1.100/€1.538-1.879. Επιπλέον, καλύπτεται πλήρως η φοίτηση των
Μαρωνιτών και των Λατίνων που φοιτούν στα λατινικά Δημοτικά Σχολεία405.
Όσον αφορά τη δημόσια τριτοβάθμια εκπαίδευση (Πανεπιστήμιο Κύπρου, Λευκωσία και
Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου, Λεμεσός), υπάρχει ποσόστωση εισδοχής της τάξεως
του 3% για τα μέλη των θρησκευτικών ομάδων που εισάγονται με πτυχία GCE406. Για τα
μέλη των θρησκευτικών ομάδων, τα οποία παρακάθονται στις παγκύπριες εξετάσεις,
υπάρχει ποσόστωση της τάξεως του 1%. Ωστόσο, φαίνεται ότι η πλειοψηφία των
Αρμενοκυπρίων και αριθμός των Μαρωνιτοκυπρίων και Λατινοκυπρίων φοιτά σε
Πανεπιστήμια του εξωτερικού ή σε ιδιωτικά Πανεπιστήμια στην Κύπρο407, δεδομένου ότι η
εκπαίδευση που λαμβάνουν αρκετοί είναι αγγλόφωνη ή/και τους προετοιμάζει για
φοίτηση σε αγγλοσαξωνικά και αμερικανικά Πανεπιστήμια.
Εδώ θα πρέπει να αναφέρουμε ότι, στο παρελθόν, οι θρησκευτικές ομάδες διέθεταν και
άλλα σχολεία, τα οποία σήμερα δεν λειτουργούν:
α) οι Αρμένιοι διέθεταν τα εξής σχολεία:
 Μεταξύ 1870-1886 λειτουργούσε στη Λευκωσία το Εθνικό Αρμενικό Σχολείο (Հայ Ազգային



Վարժարան). Το 1886 ανακαινίστηκε και μετονομάστηκε σε Αρρεναγωγείο Βαρτανάντς
(Վարդանանց Մանչերու Վարժարան) και λειτούργησε μέχρι το 1921.
Μεταξύ 1896-1899 λειτουργούσε στη Λάρνακα ένα μικρό αρμενικό εκπαιδευτήριο, υπό τη διεύθυνση
της Προτεστάντισσας Susan Fluhart.
Μεταξύ 1897-1904 λειτουργούσε στη Λευκωσία (και τα καλοκαίρια στο Αρμενομονάστηρο) το
Εθνικό Εκπαιδευτήριο-Ορφανοτροφείο (Ազգային Կրթարան-Որբանոց) του Βαχάν Κιουρκτζιάν
(Παγκουράν).
Μεταξύ 1897-1914 λειτουργούσε στο Αρμενομονάστηρο ένα μικρό αρμενικό σχολείο για τα παιδιά
των οικογενειών που διέμεναν γύρω από το μοναστήρι· τα τελευταία χρόνια δίδασκε ένας
απόφοιτος του Εθνικού Εκπαιδευτηρίου-Ορφανοτροφείου.
Μεταξύ 1900-1905 λειτουργούσε στη Λευκωσία ένα μικρό αρμενικό νηπιαγωγείο, με δασκάλες τις
Ρακέλ και Ωσαννά Σαρκισιάν, κόρες του Ευαγγελικού πάστορα Χαρουτιούν Σαρκισιάν.

405.

Ας σημειωθεί πως υπάρχει σωρεία αποφάσεων του Υπουργικού Συμβουλίου που αφορούν τη χορηγία χρηματικών
ποσών στις σχολές Terra Santa και Saint Mary’s, με σκοπό τη διευκόλυνση της φοίτησης σε αυτά Λατίνων και
Μαρωνιτών μαθητών στις τάξεις του νηπιαγωγείου και του Δημοτικού, π.χ. για τους Μαρωνίτες, οι Αποφάσεις του
Υπουργικού Συμβουλίου 22.333/21-10-1982, 23.547/01-09-1983, 24.870/23-08-1974, 26.529/02-12-1985, 28.162/05-021987, 29.982/07-04-1988, 30.998/01-12-1988 και 32.822/28-12-1989 (προς Terra Santa) και οι Αποφάσεις του
Υπουργικού Συμβουλίου 46.301/03-07-1997, 47.463/25-02-1998, 48.146/22-07-1998, 49.770/02-06-1999, 51.603/19-042000, 54.587/28-11-2001 και 55.709/30-05-2002 (προς Saint Mary’s)· για τους Μαρωνίτες και τους Λατίνους, οι
Αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου 36.737/03-01-1992, 39.042/17-03-1993 και 48.032/01-07-1998 (προς Terra
Santa)· για τους Λατίνους, οι Αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου 25.388/17-01-1985, 30.997/01-12-1998,
32.683/01-12-1989 και 36.737/03-01-1992 (προς Terra Santa) και οι Αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου
26.481/25-11-1985, 28.133/29-01-1987 και 29.867/25-02-1988 (προς Terra Santa και Saint Mary’s). Να αναφερθεί ότι
οι Αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου 44.212/03-05-1996, 48.032/01-07-1998 και 50.160/30-07-1999
επαναβεβαιώθηκαν με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 57.463/24-02-2003.
406. Ο διακανονισμός για την εισδοχή φοιτητών στη δημόσια τριτοβάθμια εκπαίδευση μέσω των εξετάσεων
GCE/IGCSE ή με άλλες ισοδύναμες εξετάσεις ισχύει επίσης για Κύπριους με διπλή υπηκοότητα, ξένους υπηκόους,
καθώς και Κύπριους και Έλληνες της Διασποράς οι οποίοι είναι απόφοιτοι σχολής μέσης εκπαίδευσης
αναγνωρισμένης από τις αρμόδιες αρχές της χώρας στην οποία διαμένουν.
407. Τα ιδιωτικά Πανεπιστήμια (University of Nicosia - Cyprus, European University Cyprus, Frederick University
Cyprus και Neapolis University Pafos) χρησιμοποιούν την Αγγλική γλώσσα ως το κύριο μέσο διδασκαλίας.

102

 Μεταξύ 1900-1908 λειτουργούσε στη Λάρνακα ένα μικρό αρμενικό σχολείο, με δάσκαλο το Nshan











Gehazian, υπό την αιγίδα της Μεταρρυθμισμένης Πρεσβυτεριανής Αποστολής.
Μεταξύ 1902-1921 λειτουργούσε στη Λευκωσία το Παρθεναγωγείο Σουσανιάν (Շուշանեան Աղջկանց
Վարժարան).
Μεταξύ 1909-1923 λειτουργούσε στη Λάρνακα το Εθνικό Σχολείο Μουσεγιάν (Մուշեղեան Ազգային
Վարժարան). Το 1923 ξανακτίστηκε και μετονομάστηκε σε Εθνικό Αρμενικό Σχολείο (Հայ Ազգային
Վարժարան) και λειτούργησε μέχρι το 1972, όταν έλαβε την ονομασία Εθνικό Σχολείο Ναρέκ
(Նարեկ Ազգային Վարժարան). Το 1991 μετονομάστηκε σε Αρμενικό Σχολείο Ναρέκ (Նարեկ
Հայկական Վարժարան), ονομασία που διατηρεί μέχρι σήμερα.
Μεταξύ 1910-1922 λειτουργούσε στο μικρό αρμενικό οικισμό της Ατάλειας ή Αττάλου (νοτιοδυτικά
της Χάρτζιας) ένα μικρό αρμενικό σχολείο· στα τελευταία του χρόνια δίδασκε ο Αρχιμανδρίτης
Κρικόρ Μπαχλαβουνί, γνωστός και ως «Τοπάλ Βαρταμπέτ»408.
Μεταξύ 1916-1918 λειτουργούσε στο χώρο της Αμερικανικής Ακαδημίας Λάρνακας ένα μικρό
αρμενικό Δημοτικό Σχολείο με δάσκαλο το Χακόπ Νταβιντιάν.
Μεταξύ 1921-1923 λειτουργούσε στη Λάρνακα ένα μικρό αρμενικό σχολείο με δάσκαλο τον
Αρμενοκαθολικό Αββά Jean Kouyoumdjian.
Μεταξύ 1921-1938 λειτουργούσε στη Λευκωσία το Εθνικό Σχολείο Μελικιάν (Մելիքեան Ազգային
Վարժարան). Το 1938 κτίστηκε το Εθνικό Σχολείο Ουζουνιάν (Ուզունեան Ազգային Վարժարան) και
έτσι τα δύο σχολεία λειτούργησαν μέχρι το 1963 υπό την επωνυμία Εθνικό Σχολείο ΜελικιάνΟυζουνιάν (Մելիքեան-Ուզունեան Ազգային Վարժարան).
Μεταξύ 1922-1923 λειτουργούσαν στη Λάρνακα δικά τους σχολεία οι Χαρουτιούν Καλαϊτζιάν, Βερκίν
Απατζιάν και η Προτεστάντισσα Σατενίκ Ντερντεριάν.
Μεταξύ 1923-1929 λειτουργούσε στη Λάρνακα ένα μικρό αρμενικό νηπιαγωγείο με δασκάλα τη
Josephine Gulesserian, υπό την αιγίδα της Μεταρρυθμισμένης Πρεσβυτεριανής Αποστολής.
Μεταξύ 1923-1936 λειτουργούσε στην Αμερικανική Ακαδημία Λάρνακας ένα 4τάξιο αρμενικό
Δημοτικό Σχολείο.
Μεταξύ 1926-2005 λειτουργούσε στη Λευκωσία το Εκπαιδευτικό Ινστιτούτο Μελκονιάν (Մելգոնեան
Կրթական Հաստատութիւն) υπό την αιγίδα του με έδρα τη Νέα Υόρκη AGBU. Ξεκίνησε από
ορφανοτροφείο (1926-1940) και εξελίχθηκε σε διεθνούς φήμης δευτεροβάθμια σχολή με
οικοτροφείο (1934-2005). Μεταξύ 1935-1967 διέθετε παιδαγωγικό/διδασκαλικό τμήμα, μεταξύ
1936-1942 διέθετε τεχνική σχολή409, μεταξύ 1937-1964 και 1974-2005 διέθετε εμπορικό τμήμα,
μεταξύ 1950-2005 διέθετε τμήμα θετικών επιστημών, μεταξύ 1964-1973 διέθετε τμήμα γενικής
εκπαίδευσης, ενώ μεταξύ 1966-1975 διέθετε τμήμα κοινωνικών επιστημών.
Μεταξύ 1927-1972 λειτουργούσε στην Αμμόχωστο το Εθνικό Αρμενικό Σχολείο (Հայ Ազգային
Վարժարան). Το 1972 έλαβε την ονομασία Εθνικό Σχολείο Ναρέκ (Նարեկ Ազգային Վարժարան). Το
σχολείο καταλήφθηκε από τα τουρκικά στρατεύματα το 1974.
Μεταξύ 1928-1939 και 1942-1948 λειτουργούσε στον Αμίαντο ένα μικρό αρμενικό σχολείο με
πρωτοβουλία της Tunnel Asbestos Co. και με δάσκαλο τον Καραμπέτ Τζαγικιάν.
Μεταξύ 1928-1972 λειτουργούσε στη Λεμεσό το Εθνικό Αρμενικό Σχολείο (Հայ Ազգային
Վարժարան). Το 1972 έλαβε την ονομασία Εθνικό Σχολείο Ναρέκ (Նարեկ Ազգային Վարժարան),
ενώ το 1991 μετονομάστηκε σε Αρμενικό Σχολείο Ναρέκ (Նարեկ Հայկական Վարժարան), ονομασία
που διατηρεί μέχρι σήμερα.
Μεταξύ 1938-1941 λειτουργούσε στον Πρόδρομο ένα μικρό αρμενικό σχολείο, με δάσκαλο τον
Καραμπέτ Τζαγικιάν.
Μεταξύ 1939-1942 λειτουργούσε στη Μαυροβούνι ένα μικρό αρμενικό σχολείο με πρωτοβουλία της
Κυπριακής Μεταλλευτικής Εταιρείας, με δάσκαλο τον Καραμπέτ Τζαγικιάν.
Μεταξύ 1941-1942, κατά την εκκένωση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, μικρά αρμενικά σχολεία
λειτουργούσαν στον Αγρό, την Αναφωτία, τα Λεύκαρα, την Ορμήδεια, τα Περβόλια, τον Πρόδρομο,
τη Σκουριώτισσα και τον Πεδουλά - το μεγαλύτερο από τα προηγούμενα, που λειτουργούσε δίπλα
από το Δημοτικό Σχολείο Πεδουλά, με δάσκαλο το Χαϊγκαζούν Χακοπιάν.
Μεταξύ 1964-1972 λειτουργούσε στη Λευκωσία το Εθνικό Αρμενικό Σχολείο (Հայ Ազգային
Վարժարան). Το 1972 μεταστεγάστηκε στο σημερινό του κτίριο και έλαβε την ονομασία Εθνικό
Σχολείο Ναρέκ (Նարեկ Ազգային Վարժարան). Μετονομάστηκε σε Αρμενικό Σχολείο Ναρέκ (Նարեկ
Հայկական Վարժարան) το 1991, ονομασία που διατηρεί μέχρι σήμερα.

408.

Τοπάλ Βαρταμπέτ (Թոփալ Վարդապետ) σημαίνει Κουτσός Αρχιμανδρίτης. Το παρατσούκλι αυτό του δόθηκε
λόγω τραυματισμού που υπέστη κατά την υπηρεσία του στην Αρμενική Λεγεώνα.
409. Σύμφωνα με τις εκθέσεις του Επιθεωρητή Παιδείας, αυτή ήταν η πρώτη πραγματική τεχνική σχολή στο νησί.

103

β) Οι Μαρωνίτες διέθεταν τα εξής σχολεία:
 Μεταξύ 1883-1965 λειτουργούσε στον Κορμακίτη Αρρεναγωγείο, ενώ μεταξύ 1936-1965






λειτουργούσε στον Κορμακίτη το Παρθεναγωγείο, στη Μονή των Καλογριών του Αγίου Γεωργίου.
Το 1965 τα δύο σχολεία συνενώθηκαν και λειτουργούσαν μέχρι το 1974. Στη συνέχεια, το Δημοτικό
Σχολείο Κορμακίτη λειτούργησε μεταξύ 1974-1999, για την εξυπηρέτηση των εγκλωβισμένων
παιδιών που παρέμειναν στο χωριό, ενώ στη Μονή των Καλογριών γινόταν διδασκαλία μέχρι το
1981. Μετά το 1974 δάσκαλοι ήταν ο Ηλίας Κασάπης (Διευθυντής 1974-1991), ο Ηλίας Γιαλλούρης
(Διευθυντής 1991-1999) και οι καλογριές Μπερναντέτ Σκορδή και Πάτρικ Φραντζιά.
Μεταξύ 1887-1974 λειτουργούσε στον Ασώματο Κερύνειας μεικτό Δημοτικό Σχολείο.
Μεταξύ 1892-1974 λειτουργούσε στην Αγία Μαρίνα Σκυλλούρας μεικτό Δημοτικό Σχολείο.
Μεταξύ 1905-1974 λειτουργούσε στην Καρπάσια μεικτό Δημοτικό Σχολείο· υπολειτουργούσε μεταξύ
1975-1988, με δάσκαλο τον Ιωσήφ Τουμάζου, για εξυπηρέτηση των λιγοστών εγκλωβισμένων
παιδιών που παρέμειναν στο χωριό.
Μεταξύ 1922-1935 λειτουργούσε στη Λεμεσό απογευματινή σχολή Αραβικής410, στην οποία δίδασκε
ο Χωρεπίσκοπος Ιωσήφ Τριανταφυλλίδης.
Μεταξύ 1923-1932 λειτουργούσε στη Λάρνακα απογευματινή σχολή Αραβικής, στην οποία δίδασκε ο
Χωρεπίσκοπος Ιωσήφ Τριανταφυλλίδης.
Μεταξύ 1941-1959 λειτουργούσε στη Λευκωσία απογευματινή σχολή Αραβικής, στην οποία δίδασκε
ο π. Abdullah Sadey.

γ) οι Λατίνοι διέθεταν τα εξής σχολεία, στα οποία μορφώθηκαν χιλιάδες μαθητές από
όλες τις κοινότητες του νησιού:
 Τη Σχολή Τέρρα Σάντα (Schola Puerorum Terrae Sanctae, Λάρνακα: 1844-1939 και 1950-1956), η





οποία ιδρύθηκε από τους Φραγκισκανούς μοναχούς. Λειτουργούσε ως αρρεναγωγείο και παρείχε
συνολική εκπαίδευση (νηπιαγωγείο, Δημοτικό, Γυμνάσιο/Λύκειο).
Τη Σχολή Αγίου Ιωσήφ (École de Saint Joseph, Λάρνακα: 1844-1990), η οποία ιδρύθηκε από τις
καλογριές του νεοσύστατου τότε Τάγματος του Αγίου Ιωσήφ της Εμφανίσεως. Λειτουργούσε ως
παρθεναγωγείο και παρείχε συνολική εκπαίδευση (νηπιαγωγείο, Δημοτικό, Γυμνάσιο/Λύκειο)· από
το 1956, ωστόσο, έπαψε να λειτουργεί το Δημοτικό.
Τη Σχολή Τέρρα Σάντα (Schola Puerorum Terrae Sanctae, Λεμεσός: 1860-1939 και 1951-1956), η
οποία ιδρύθηκε από τους Φραγκισκανούς μοναχούς. Λειτουργούσε ως αρρεναγωγείο και παρείχε
συνολική εκπαίδευση (νηπιαγωγείο, Δημοτικό, Γυμνάσιο/Λύκειο).
Τη Σχολή Τέρρα Σάντα (École de Terre Sainte, Λεμεσός: 1877-1921), η οποία ιδρύθηκε από τις
καλογριές του Τάγματος του Αγίου Ιωσήφ της Εμφανίσεως411. Λειτουργούσε ως παρθεναγωγείο
και παρείχε, κυρίως, δημοτική εκπαίδευση.
Τη Σχολή Αγίου Ιωσήφ (École de Saint Joseph, Λευκωσία: 1884-1987), η οποία ιδρύθηκε από τις
καλογριές του Τάγματος του Αγίου Ιωσήφ της Εμφανίσεως. Λειτουργούσε ως παρθεναγωγείο και
παρείχε συνολική εκπαίδευση (νηπιαγωγείο, Δημοτικό, Γυμνάσιο/Λύκειο)· από το 1963, ωστόσο,
έπαψε να λειτουργεί το νηπιαγωγείο.
Δύο μικρά Δημοτικά Σχολεία που άνοιξε ο μισιονάριος Celestino de Nunzio da Casalnuovo στον
Άγιο Τύχωνα και τις Κάτω Κυβίδες (1890-1891). Σε αντίθεση με τα άλλα λατινικά σχολεία, δεν
υπήρξαν δημοφιλή, καθώς θεωρήθηκαν ως κέντρα προσηλυτισμού των Λινοβαμβάκων.
Τη Σχολή Τέρρα Σάντα (Κορμακίτης: 1936-1981), η οποία ιδρύθηκε από τις μοναχές του Τάγματος
της Ιεράς Καρδίας του Ιησού και παρείχε μέρος της δημοτικής εκπαίδευσης.
Τη Σχολή Τέρρα Σάντα (Schola Terrae Sanctae, Αμμόχωστος: 1952-1974), η οποία ιδρύθηκε από
τις καλογριές του Τάγματος της Ιεράς Καρδίας του Ιησού. Λειτουργούσε ως παρθεναγωγείο και
παρείχε συνολική εκπαίδευση (νηπιαγωγείο, Δημοτικό, Γυμνάσιο/Λύκειο)· από το 1959, ωστόσο,
έπαψε να λειτουργεί το Δημοτικό.
Το νηπιαγωγείο La Souris Verte (Μέσα Χωριό: 1999-2001), το οποίο ιδρύθηκε από τη λατινική
ενορία Πάφου και παρείχε προδημοτική εκπαίδευση.

410.

Στις σχολές αυτές διδασκόταν η Αραβική γλώσσα και όχι η Κυπρομαρωνιτική Αραβική.
Η Σχολή Τέρρα Σάντα έκλεισε, σύμφωνα με διάφορες πληροφορίες, για να μην υπάρχει ανταγωνισμός με τη
Σχολή Αγίου Ιωσήφ στη Λάρνακα. Επιπλέον, φαίνεται ότι οι Φραγκισκανοί μοναχοί ήθελαν να εκτοπίσουν το Τάγμα
του Αγίου Ιωσήφ στη Λεμεσό, γι’ αυτό και έφεραν τις μοναχές του Τάγματος της Ιεράς Καρδίας του Ιησού για να
ανοίξουν σχολείο. Γενικά μιλώντας, πάντοτε υπήρχε μια αντιπαλότητα των Φραγκισκανών με τα άλλα λατινικά
μοναχικά τάγματα· στη Λεμεσό τελικά υπερίσχυσαν οι Φραγκισκανοί, όχι όμως και στη Λάρνακα.
411.

104

9. Οι Σχολικές Εφορείες:
Γενικά μιλώντας, οι Σχολικές Εφορείες είναι ανεξάρτητα νομικά πρόσωπα δημοσίου
δικαίου, τα οποία εγκαθιδρύονται και λειτουργούν με βάση το Νόμο Περί Σχολικών
Εφορειών [Νόμος 108(Ι)/1997], με εξουσίες και αρμοδιότητες που περιορίζονται σε
υλικοτεχνικά θέματα (σχολικά κτίρια και σχολικός εξοπλισμός), στην εργοδότηση
βοηθητικού προσωπικού (περιλαμβανομένου του γραμματειακού προσωπικού) και στον
έλεγχο λειτουργίας των καντινών. Η κάθε Σχολική Εφορεία ετοιμάζει και υποβάλλει στο
Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού τους ετήσιους προϋπολογισμούς των σχολείων που
διαχειρίζεται, αποδέχεται - μετά από έγκριση του Υπουργού Παιδείας και Πολιτισμού δωρεές ή κληροδοτήματα, αξιοποιεί, συντηρεί, βελτιώνει και εκμισθώνει - μετά από
έγκριση του Υπουργού Παιδείας και Πολιτισμού - οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία που
είναι εγγεγραμμένη στο όνομά της (εξαιρουμένων των σχολικών κτιρίων), συνάπτει
δάνεια - μετά από έγκριση του Υπουργικού Συμβουλίου -, συντηρεί και βελτιώνει τα
οικεία της σχολικά κτίρια - μετά από έγκριση του Υπουργικού Συμβουλίου - και
επιλαμβάνεται θέματα ευημερίας και ασφάλειας των μαθητών.
Αν και παραδοσιακά οι Σχολικές Εφορείες διορίζονταν από το Υπουργικό Συμβούλιο, με
βάση την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 64.561/01-11-2006 και ξανά με βάση
την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 72.760/04-11-2011, εγκρίθηκε η
ταυτόχρονη διεξαγωγή εκλογών για την ανάδειξη δημοτικών αρχών, κοινοτικών αρχών
και μελών των Σχολικών Εφορειών για όλους τους Δήμους και της κοινότητες της
Δημοκρατίας, δυνάμει του Νόμου 108(Ι)/1997 (Νόμος Περί Σχολικών Εφορειών), σε
συνδυασμό με το Νόμο 111/1985 (Νόμος Περί Δήμων). Ως αποτέλεσμα, επτά (7) από τα
ένδεκα (11) μέλη των κατά τόπους Σχολικών Εφορειών εκλέγονται, ενώ τέσσερα (4)
μέλη διορίζονται από τα δημοτικά ή κοινοτικά συμβούλια, μετά την εκλογή τους ως
δημοτικοί ή κοινοτικοί σύμβουλοι για την ίδια χρονική περίοδο.
Όσον αφορά τις θρησκευτικές ομάδες, οι Σχολικές Εφορείες τους διέπονται από το Νόμο
103(Ι)/1999 (Νόμος Περί Σχολικών Εφορειών), σύμφωνα με τον οποίο ο Πρόεδρος και
τα μέλη των Σχολικών Εφορειών διορίζονται από το Υπουργικό Συμβούλιο, ύστερα από
εισήγηση του Υπουργού Παιδείας και Πολιτισμού, ο οποίος διαβουλεύεται με τους
οικείους Εκπροσώπους των θρησκευτικών ομάδων στη Βουλή των Αντιπροσώπων· η
θητεία των μελών των Σχολικών Εφορειών των θρησκευτικών ομάδων έχει διάρκεια,
όπως και για τις υπόλοιπες Σχολικές Εφορείες, πέντε (5) χρόνια. Εδώ, να αναφέρουμε
ότι οι Σχολικές Εφορείες των σχολείων της λατινικής κοινότητας δεν διορίζονται από το
Υπουργικό Συμβούλιο, καθώς τα σχολεία αυτά λειτουργούν ως ιδιωτικά και τυγχάνουν
διαχείρισης από δικά τους συμβούλια. Το ίδιο ίσχυε και για τη Σχολική Εφορεία του
Εκπαιδευτικού Ινστιτούτου Μελκονιάν, το οποίο ήταν ιδιωτικό και τύγχανε διαχείρισης
από το AGBU412. Επίσης, να αναφέρουμε ότι - λόγω της ιδιαίτερης σχέσης που είχε στο
παρελθόν η αρμενοκυπριακή κοινότητα με την Αγγλική Σχολή - συχνά στο Διοικητικό
Συμβούλιο της Αγγλικής Σχολής διορίζεται ένας Αρμένιος απόφοιτος ή γονιός.
Όσον αφορά τη Σχολική Εφορεία Αρμενικών Σχολείων, αυτή είναι αυτόνομη και διαθέτει
ευρείες αρμοδιότητες, επιπρόσθετες των άλλων Σχολικών Εφορειών, όπως την
πρόσληψη, απόλυση και μισθοδοσία του Διευθυντή και των δασκάλων των Αρμενικών
Σχολείων Ναρέκ. Η παρούσα Σχολική Εφορεία Αρμενικών Σχολείων διορίστηκε με την
Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 69.557/18-11-2009 για περίοδο πέντε (5) ετών
412.

Το Εκπαιδευτικό Ινστιτούτο Μελκονιάν διέθετε Σχολική Εφορεία από το 1940. Η Σχολική Εφορεία του
Μελκονιάν ήταν, συνήθως, 9μελής και διοριζόταν από το Κεντρικό Συμβούλιο του AGBU, χωρίς καθορισμένη
διάρκεια θητείας. Υπήρχε μέλος που υπηρέτησε 1 έτος, αλλά και μέλος που υπηρέτησε 25 έτη. Για πλήρη κατάλογο
των Σχολικών Εφόρων του Μελκονιάν, βλέπε το βιβλίο Մելգոնեան Կրթական Հաստատութեան Յուշամատեան του
Եղիա Գայայեան (σελίδα 380). Στη σελίδα 381 παρατίθεται ο κατάλογος με όλους τους Διευθυντές του Μελκονιάν.

105

(μέχρι 18 Νοεμβρίου 2014), απαρτίζεται δε από τους εξής: Βαρτάν Ταστζιάν (Πρόεδρος),
Σεμπούχ Ταβιτιάν (Αντιπρόεδρος), Μασίς ντερ Παρτόγ (Γραμματέας), Αβεντίς Τσουλτζιάν
(Ταμίας), Γεράν Κουγιουμτζιάν, Ασαντούρ Ντεβλετιάν, Ραφφί Μαχτεσιάν, Ναϊρί ντερ
Αρακελιάν, Ρίτα Κασπαριάν, Δρ. Μισάκ Κεσισιάν413 και Χαρουτιούν Κασαπιάν (μέλη).
Πιο κάτω, παρατίθεται το πλήρες ιστορικό της σύνθεσης και των διορισμών/
αντικαταστάσεων/παραιτήσεων των μελών της Σχολικής Εφορείας Αρμενικών Σχολείων,
που υπηρέτησαν από το 1960 μέχρι και σήμερα: με τη Γνωστοποίηση 39/15-01-1959, ο
Κυβερνήτης διόρισε414 6μελή Σχολική Εφορεία Αρμενικών Σχολείων για περίοδο δύο (2)
ετών από τις 5 Οκτωβρίου 1958, με βάση το Αποικιακό ΚΕΦΑΛΑΙΟ 203 και τους Νόμους
22/1950, 17/1952, 28/1953, 12/1954, 19/1955 και 25/1956 (Νόμοι Περί
Στοιχειώδους Εκπαιδεύσεως). Με σχετικές Αποφάσεις της Ελληνικής Κοινοτικής
Συνέλευσης415, ημερομηνίας 29 και 30 Σεπτεμβρίου 1960, τερματίστηκε ο διορισμός των
πιο πάνω και διορίστηκε νέα Σχολική Εφορεία της Αρμενικής Κοινότητας416, αντίστοιχα,
με βάση το ΚΕΦΑΛΑΙΟ 166 (Νόμος Περί Στοιχειώδους Εκπαιδεύσεως). Η επόμενη
Σχολική Εφορεία Αρμενικών Δημοτικών Σχολείων διορίστηκε417 για περίοδο δύο (2) ετών
από την 1η Ιανουαρίου 1963, με σχετική Απόφαση της Επιτροπής Διοικήσεως της
Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης418, βάσει του Νόμου της Ελληνικής Κοινοτικής
Συνέλευσης 7/1962 (Νόμος Περί Στοιχειώδους και Μέσης Εκπαιδεύσεως). Στη
συνέχεια, η Σχολική Εφορεία Αρμενικών Δημοτικών Σχολείων επαναδιορίστηκε - με τη
σύνθεση που είχε - για περίοδο δύο (2) ετών από την 1η Ιανουαρίου 1965, με σχετική
Απόφαση της Επιτροπής Διοικήσεως της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης419.
Με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 5.719/09-06-1966, έγινε αποδεκτή η
παραίτηση του Ζιράιρ Ναλτσιατζιάν, χωρίς να πληρωθεί η κενούμενη θέση. Η επόμενη
Σχολική Εφορεία Αρμενικών Σχολείων διορίστηκε420 με την Απόφαση του Υπουργικού
Συμβουλίου 6.233/29-12-1966, για περίοδο δύο (2) ετών από την 1η Ιανουαρίου 1967.
Οι δύο κενωθείσες θέσεις πληρώθηκαν421 με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου
6.413/02-03-1967· ωστόσο, με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 6.750/1506-1967, έγινε αποδεκτή η παραίτηση του Ντικράν Ταταριάν. Στη συνέχεια,
διορίστηκε422 νέα Σχολική Εφορεία Αρμενικών Σχολείων με την Απόφαση του
Υπουργικού Συμβουλίου 8.400/19-12-1968, για περίοδο δύο (2) ετών από την 1η
413. Διορίστηκε με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 70.780/14-07-2010, στη θέση του Άρτο Αρακελιάν, ο
οποίος είχε διοριστεί με την αρχική Απόφαση και στη συνέχεια παραιτήθηκε, λόγω ασθένειας.
414. Τα άτομα που διορίστηκαν ήσαν οι Βαχράμ Λεβονιάν, Μελίκ Μελικιάν, Μισάκ Καλιντζιάν, Μπερτζ Τιλμπιάν,
Χακόπ Κεχεγιάν και Μπερτζ Κεβορκιάν.
415. Οι δύο αυτές αποφάσεις δημοσιεύθηκαν στο Τέταρτο Παράρτημα/Μέρος ΙΙΙ της Επίσημης Εφημερίδας της
Δημοκρατίας, υπ’ αρ. 12 της 14ης Οκτωβρίου 1960. Δυστυχώς, δεν αναφέρεται ο αριθμός των σχετικών Αποφάσεων. Οι
εν λόγω Αποφάσεις αφορούσαν μόνο τη Σχολική Εφορεία Αρμενικών Σχολείων.
416. Τα άτομα που διορίστηκαν ήταν οι Χραντ Ουτιτζιάν, Χάικ Ασαντουριάν, Σετράκ Γκεπενλιάν, Χάικ Νισιανιάν,
Σεμπάτ Ντεβλετιάν, Χακόπ Κεχεγιάν και Ντικράν Μελικιάν.
417. Τα άτομα που διορίστηκαν ήταν οι Χάικ Ασαντουριάν, Χάικ Νισιανιάν, Σεμπάτ Ντεβλετιάν, Αρσιαβίρ
Μπερμπεριάν, Ζιράιρ Ναλτσιατζιάν, Άρτο Τιλμπιάν και Πετρός Μουρατιάν.
418. Η Απόφαση αυτή δημοσιεύθηκε στο Τέταρτο Παράρτημα/Μέρος ΙΙΙ της Επίσημης Εφημερίδας της Δημοκρατίας,
υπ’ αρ. 247 της 2ας Μαΐου 1963. Δυστυχώς, δεν αναφέρεται ο αριθμός της σχετικής απόφασης. Η εν λόγω Απόφαση
αφορούσε και τις άλλες Σχολικές Εφορείες.
419. Η Απόφαση αυτή δημοσιεύθηκε στο Τέταρτο Παράρτημα/Μέρος ΙΙΙ της Επίσημης Εφημερίδας της Δημοκρατίας,
υπ’ αρ. 382 της 14ης Ιανουαρίου 1965. Δυστυχώς, δεν αναφέρεται ο αριθμός της σχετικής Απόφασης. Η εν λόγω
Απόφαση αφορούσε και τις άλλες Σχολικές Εφορείες.
420. Τα άτομα που διορίστηκαν ήταν οι Σεμπάτ Ντεβλετιάν, Χάικ Ασαντουριάν, Χάικ Νισιανιάν, Αρσιαβίρ
Μπερμπεριάν, Άρτο Τιλμπιάν και Πετρός Μουρατιάν, με σημείωση ότι ο Χάικ Ασαντουριάν είχε μεταναστεύσει και
ότι θα έπρεπε να διοριστούν άλλα δύο (2) άτομα, με πρόταση του Εκπροσώπου ο Κεγάμ Πετροσιάν και Ντικράν
Ταταριάν. Η εν λόγω Απόφαση αφορούσε και τις άλλες Σχολικές Εφορείες.
421. Οι δύο αυτές θέσεις πληρώθηκαν από τον Κεγάμ Πετροσιάν και τον Ντικράν Ταταριάν.
422. Τα άτομα που διορίστηκαν ήταν οι Σεμπάτ Ντεβλετιάν, Άρτο Τιλμπιάν, Πετρός Μουρατιάν, Κεγάμ Πετροσιάν,
Οχαννές Σιεχμελιάν, Χαρουτιούν Ντεντεγιάν και Χακόπ Ταχμιζιάν. Από τη σχετική πρόταση προς το Υπουργικό

106

Ιανουαρίου 1969.
Καινούργια Σχολική Εφορεία Αρμενικών Σχολείων διορίστηκε423 με την Απόφαση του
Υπουργικού Συμβουλίου 9.932/27-08-1970 για περίοδο δύο (2) ετών από την 1η
Σεπτεμβρίου 1970. Στη συνέχεια, η Σχολική Εφορεία Αρμενικών Σχολείων
επαναδιορίστηκε424, όπως είχε, για περίοδο δύο (2) ετών από την 1η Ιανουαρίου 1971 με
την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 10.190/29-12-1970, με βάση το Νόμο
69/1970 (Νόμος Περί Στοιχειώδους Εκπαιδεύσεως). Νέα Σχολική Εφορεία Αρμενικών
Σχολείων διορίστηκε425 με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 12.015/11-011973 για την περίοδο 1ης Ιανουαρίου μέχρι 31ης Αυγούστου 1973. Με την Απόφαση του
Υπουργικού Συμβουλίου 12.600/23-08-1973, διορίστηκε426 καινούργια Σχολική
Εφορεία Αρμενικών Σχολείων για περίοδο δύο (2) ετών από την 1η Σεπτεμβρίου 1973.
Με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 14.058/12-06-1975, διορίστηκαν μέλη
της Σχολικής Εφορείας Αρμενικών Σχολείων για την περίοδο μεταξύ 1ης Ιουνίου και 31ης
Αυγούστου 1975 οι Οννίκ Τουμαγιάν και Χακόπ Ατουριάν, σε αντικατάσταση των Άρτο
Τελλαλιάν και Μπογός Μπαλταγιάν, οι οποίοι είχαν υποβάλει παραίτηση. Στη συνέχεια, η
Σχολική Εφορεία Αρμενικών Σχολείων επαναδιορίστηκε427 για περίοδο δύο (2) ετών από
την 1η Σεπτεμβρίου 1975 με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 14.234/28 και
29-08-1975. Με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 16.125/25-08-1977,
παρατάθηκε428 η θητεία της Σχολικής Εφορείας Αρμενικών Σχολείων μέχρι την 31η
Οκτωβρίου 1977, όπως είχε προηγουμένως, εκτός από τον Άλεξ Κουγιουμτζιάν429.
Στη συνέχεια, τη θητεία της Σχολικής Εφορείας Αρμενικών Σχολείων παρέτειναν430 η
Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 16.267/21-10-1977 μέχρι τις 30 Απριλίου 1978,
η Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 16.841/04-05-1978 μέχρι τις 31 Μαΐου 1978,
η Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 16.898/17-05-1978 μέχρι τις 31 Ιουλίου 1978,
η Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 17.141/1, 2 και 4-08-1978 μέχρι τις 20
Σεπτεμβρίου 1978 και η Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 17.232/14-09-1978
μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1978. Νέα Σχολική Εφορεία Αρμενικών Σχολείων διορίστηκε431
με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 17.645/23-01-1979 για περίοδο δύο (2)
ετών από την 1η Φεβρουαρίου 1979. Με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου
19.933/29 και 30-01-1981 και 02-02-1981, διορίστηκε432 η Σχολική Εφορεία Αρμενικών
Συμβούλιο, φαίνεται ότι ο Χάικ Νισιανιάν είχε αποβιώσει και ότι ο Αρσιαβίρ Μπερμπεριάν είχε μεταναστεύσει. Η εν
λόγω Απόφαση αφορούσε και τις άλλες Σχολικές Εφορείες.
423. Τα άτομα που διορίστηκαν ήταν ο Αρχιμανδρίτης Αρσέν Αβεντικιάν και οι Μπερτζ Κεβορκιάν, Βαχάν Μαχτεσιάν,
Χαϊραμπέτ Γκεοκτζιάν, Άρτο Ταβιτιάν, Αράμ Αρμαγανιάν, Ντικράν Ταταριάν, Ζκον ντερ Νισιανιάν και Ζιράιρ
Ναλτσιατζιάν. Η εν λόγω Απόφαση αφορούσε μόνο τη Σχολική Εφορεία Αρμενικών Σχολείων.
424. Η εν λόγω Απόφαση αφορούσε και τις άλλες Σχολικές Εφορείες.
425. Τα άτομα που διορίστηκαν ήταν ο Αρχιμανδρίτης Αρσέν Αβεντικιάν και οι Μπερτζ Κεβορκιάν, Ζιράιρ
Ναλτσιατζιάν, Χαϊραμπέτ Γκεοκτζιάν, Σαρκίς ντερ Αβεντισιάν, Λεβόν Μπογιατζιάν και Βαρουζάν Βοσκεριτσιάν. Η
εν λόγω Απόφαση αφορούσε μόνο τη Σχολική Εφορεία Αρμενικών Σχολείων.
426. Τα άτομα που διορίστηκαν ήταν οι Χαρουτιούν Παρικιάν, Άλεξ Κουγιουμτζιάν, Μπογός Μπαλταγιάν, Σαρκίς ντερ
Αβεντισιάν, Άρτο Τελλαλιάν, Γκιρακός Βαϋβαγιάν και Μπενόν Αρμενακιάν. Η εν λόγω Απόφαση αφορούσε και τις
άλλες Σχολικές Εφορείες.
427. Η εν λόγω Απόφαση αφορούσε και τις άλλες Σχολικές Εφορείες.
428. Η εν λόγω Απόφαση αφορούσε και τις άλλες Σχολικές Εφορείες.
429. Φαίνεται ότι δεν επιθυμούσε να συνεχίσει να είναι μέλος της Σχολικής Εφορείας για προσωπικούς λόγους·
ωστόσο, δεν υπέβαλε παραίτηση, επομένως απλώς δεν ανανεώθηκε η δική του θητεία. Η πληροφορία αυτή προέρχεται
από την Αναχίτ Εσκιτζιάν και τη χήρα του, Σιρβάρτ Κουγιουμτζιάν, τις οποίες και ευχαριστούμε ιδιαίτερα.
430. Οι εν λόγω Αποφάσεις αφορούσαν και τις άλλες Σχολικές Εφορείες.
431. Τα άτομα που διορίστηκαν ήταν οι Μπερτζ Κεβορκιάν, Άρτο Ταβιτιάν, Πετρός Σιαμμασιάν, Σαρκίς ντερ
Αβεντισιάν, Ζιράιρ Ναλτσιατζιάν, Αντρανίκ Αλτουνιάν, Δρ. Καραμπέτ Καζαντζιάν, Γκιρακός Βαϋβαγιάν και Μπενόν
Αρμενακιάν. Η εν λόγω Απόφαση αφορούσε και τις άλλες Σχολικές Εφορείες.
432. Τα άτομα που διορίστηκαν ήταν οι Μπερτζ Κεβορκιάν, Άρτο Ταβιτιάν, Πετρός Σιαμμασιάν, Μπογός Μαχτεσιάν,
Ζιράιρ Ναλτσιατζιάν, Αντρανίκ Αλτουνιάν, Δρ. Καραμπέτ Καζαντζιάν, Γκιρακός Βαϋβαγιάν και Μπενόν
Αρμενακιάν. Η εν λόγω Απόφαση αφορούσε και τις άλλες Σχολικές Εφορείες.

107

Σχολείων για περίοδο δύο (2) ετών από την 1η Φεβρουαρίου 1981.
Νέα Σχολική Εφορεία Αρμενικών Σχολείων διορίστηκε433 με την Απόφαση του
Υπουργικού Συμβουλίου 21.664/29-04-1982 για περίοδο δύο (2) ετών από την 1η
Μαΐου 1982. Επαναδιορίστηκε434, ως είχε, με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου
22.674/13-01-1983 μέχρι τις 30 Απριλίου 1983, ξανά με την Απόφαση του Υπουργικού
Συμβουλίου 24.454/24-04-1984 μέχρι τις 31 Ιουλίου 1984, ξανά με την Απόφαση του
Υπουργικού Συμβουλίου 24.842/02-08-1984 μέχρι τις 31 Αυγούστου 1984, ξανά με την
Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 24.916/31-08-1984 μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου
1984, ξανά με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 25.335/29-12-1984 μέχρι τις
31 Μαρτίου 1985 και ξανά με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 25.638/21-031985 μέχρι τις 30 Ιουνίου 1985. Η Σχολική Εφορεία Αρμενικών Σχολείων
επαναδιορίστηκε435 με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 25.996/27-06-1985
μέχρι τις 31 Αυγούστου 1985, ξανά με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου
26.200/29-08-1985 μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1985, ξανά με την Απόφαση του
Υπουργικού Συμβουλίου 26.227/27-12-1985 μέχρι τις 30 Ιουνίου 1986 και ξανά με την
Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 27.300/19-06-1986 μέχρι τις 31 Ιουλίου 1986.
Με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 27.696/09-10-1986, παρατάθηκε καλυπτικά, μέχρι τις 8 Οκτωβρίου 1986, - η θητεία των μελών της Σχολικής Εφορείας
Αρμενικών Σχολείων, των οποίων η θητεία είχε λήξει στις 31 Ιουλίου 1986 και
διορίστηκε436 νέα Σχολική Εφορεία Αρμενικών Σχολείων για περίοδο δύο (2) ετών από τις
9 Οκτωβρίου 1986· επίσης, με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 28.265/1902-1987, διορίστηκε η Δρ. Αρμίκ Νατζιαριάν ως μέλος της Σχολικής Εφορείας Αρμενικών
Σχολείων για περίοδο δύο (2) ετών από τις 9 Οκτωβρίου 1986. Με την Απόφαση του
Υπουργικού Συμβουλίου 30.757/06-10-1988, επαναδιορίστηκε, όπως είχε, η Σχολική
Εφορεία Αρμενικών Δημοτικών Σχολείων για περίοδο δύο (2) ετών από τις 9 Οκτωβρίου
1988, ξανά - από 9 Οκτωβρίου 1990 μέχρι 31 Οκτωβρίου 1991 - με την Απόφαση του
Υπουργικού Συμβουλίου 34.234/04-10-1990, ξανά με την Απόφαση του Υπουργικού
Συμβουλίου 36.378/05-11-1991 από 1η Νοεμβρίου 1991 μέχρι 30 Ιουνίου 1992, ξανά με
την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 37.584/11-06-1992 από 1η Ιουλίου 1992
μέχρι 30 Ιουνίου 1993 και ξανά με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου
39.492/16-06-1993 από την 1η Ιουλίου 1993 μέχρι τις 31 Ιουλίου 1993437.
Καινούργια Σχολική Εφορεία Αρμενικών Δημοτικών Σχολείων διορίστηκε438 με την
Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 39.769/05-08-1993 για περίοδο δύο (2) ετών
από 1η Αυγούστου 1993. Επαναδιορίστηκε439, ως είχε, για περίοδο δύο (2) ετών από την
1η Αυγούστου 1995 με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 42.939/31-07-1995.
Με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 45.392/08-01-1997, διορίστηκε ο
Σνοργκ Μπαχατουριάν σε αντικατάσταση της Γεράν Κουγιουμτζιάν, η οποία είχε
υποβάλει παραίτηση, για το υπόλοιπο της θητείας της Σχολικής Εφορείας (δηλαδή μέχρι
31 Ιουλίου 1997). Η επόμενη Σχολική Εφορεία Αρμενικών Δημοτικών Σχολείων

433. Διορίστηκαν ο Χρατς Μανουκιάν, ο Δρ. Καραμπέτ Καζαντζιάν, η Τεγτσανίκ Μπογιατζιάν, ο Πετρός Σιαμμασιάν,
ο Σεμπούχ Ταβιτιάν, ο Οννίκ Κουγιουμτζιάν, ο Κεβόρκ Ζαρταριάν, ο Κρικόρ Χαρουτιουνιάν και η Τακουχί Αστζιάν.
434. Η Απόφαση του 1983 αφορούσε και τις άλλες Σχολικές Εφορείες.
435. Οι εν λόγω Αποφάσεις αφορούσαν και τις άλλες Σχολικές Εφορείες.
436. Διορίστηκαν ο Σεμπούχ Ταβιτιάν, ο Πετρός Σιαμμασιάν, η Τεγτσανίκ Μπογιατζιάν, η Τακουχί Αστζιάν, ο Δρ.
Βαχάκν Αταμιάν, ο Σεμπούχ Γκοργκοριάν, η Γεράν Κουγιουμτζιάν και ο Αντρανίκ Κεζουκιουτσιουκιάν.
437. Οι Αποφάσεις του 1990, του 1991, του 1992 και του 1993 αφορούσαν και τις άλλες Σχολικές Εφορείες.
438. Τα άτομα που διορίστηκαν ήταν ο Σεμπούχ Ταβιτιάν, ο Βαχάν Μαχτεσιάν, ο Αρίς Κεστερλιάν, η Αυγή
Ντεμιρτζιάν, ο Δρ. Βαχάκν Αταμιάν, ο Κρικόρ Χαρουτιουνιάν, ο Πετρός Σιαμμασιάν, η Γεράν Κουγιουμτζιάν και η
Μπελίντα Νατζιαριάν. Η εν λόγω Απόφαση αφορούσε και τις υπόλοιπες Σχολικές Εφορείες.
439. Η εν λόγω Απόφαση αφορούσε και τις υπόλοιπες Σχολικές Εφορείες.

108

διορίστηκε440 με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 46.477/31-07-1997 για
περίοδο δύο (2) ετών από την 1η Αυγούστου 1997 και στη συνέχεια διορίστηκε441 με την
Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 50.277/01-09-1999 για περίοδο πέντε (5) ετών,
με βάση το Νόμο 103(I)/1999 (Νόμος Περί Σχολικών Εφορειών). Νέα Σχολική Εφορεία
Αρμενικών Δημοτικών Σχολείων διορίστηκε442 με την Απόφαση του Υπουργικού
Συμβουλίου 61.129/16-11-2004, για περίοδο πέντε (5) ετών.
Με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 63.224/25-01-2006, η Σχολική Εφορεία
Αρμενικών Δημοτικών Σχολείων μετονομάστηκε σε Σχολική Εφορεία Αρμενικών
Σχολείων, διορίστηκαν ως μέλη της ο Μανούκ Γιλντιζιάν και η Ελοΐζα Ζαντογιάν σε
αντικατάσταση του Δρος Βαχάκν Αταμιάν (ο οποίος είχε εκλεγεί Εκπρόσωπος των
Αρμενίων στη Βουλή των Αντιπροσώπων) και του Χακόπ Τουτουντζιάν (ο οποίος είχε
σκοτωθεί στο αεροπορικό δυστύχημα στο Γραμματικό) για το υπόλοιπο της πενταετούς
της θητείας, ενώ ο Κρικόρ Χαρουτιουνιάν διορίστηκε Πρόεδρός της. Με την Απόφαση
του Υπουργικού Συμβουλίου 65.778/27-06-2007, διορίστηκε μέλος της Σχολικής
Εφορείας Αρμενικών Σχολείων ο Σεμπούχ Ταβιτιάν σε αντικατάσταση του Αράμ Ταβιτιάν,
ο οποίος είχε υποβάλει παραίτηση, για το υπόλοιπο της θητείας της. Με την Απόφαση
του Υπουργικού Συμβουλίου 66.109/04-10-2007, διορίστηκε μέλος της Σχολικής
Εφορείας Αρμενικών Σχολείων ο Ραφφί Μαχτεσιάν, σε αντικατάσταση του Μπαρέτ
Κουγιουμτζιάν, ο οποίος είχε υποβάλει παραίτηση, για το υπόλοιπο της θητείας της. Με
την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 68.312/29-01-2009, διορίστηκε μέλος της
Σχολικής Εφορείας Αρμενικών Σχολείων ο Αβεντίς Τσουλτζιάν, σε αντικατάσταση της
Βέρας Ταχμαζιάν, η οποία είχε υποβάλει παραίτηση, για το υπόλοιπο της πενταετούς της
θητείας. Τέλος, με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 69.144/22-07-2009,
διορίστηκε Πρόεδρος της Σχολικής Εφορείας Αρμενικών Σχολείων ο Σεμπούχ Ταβιτιάν, σε
αντικατάσταση του Κρικόρ Χαρουτιουνιάν, ο οποίος είχε υποβάλει παραίτηση, για το
υπόλοιπο της πενταετούς της θητείας (δηλαδή μέχρι τις 15 Νοεμβρίου 2009).
Όσον αφορά τη Σχολική Εφορεία Μαρωνιτών, αυτή διαθέτει παρόμοιες αρμοδιότητες με
τις υπόλοιπες Σχολικές Εφορείες των δημοσίων σχολείων. Η παρούσα Σχολική Εφορεία
Μαρωνιτών διορίστηκε με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 71.212/10-112010 για περίοδο πέντε (5) ετών, δηλαδή μέχρι τις 9 Νοεμβρίου 2015, και απαρτίζεται
από τους εξής: Ιωσήφ Κατσιολούδης (Πρόεδρος)443, Ιωσήφ Χατζηιωσήφ (Αντιπρόεδρος),
Αντώνης Βιολάρης (Γραμματέας), Σύλβια Πογιατζή (Ταμίας), Χριστίνα Πετρή (Βοηθός
Ταμίας), Μιχαήλ Πεκρής, Αντουανέττα Σιαμμούτη, Ερασμία Χατζηιωσήφ, Βίκτωρας
Ναούμ, Αιμιλία Φωτίου444 και Γιαννάκης Λαζαρής (μέλη).
Πιο κάτω, παρατίθεται το πλήρες ιστορικό της σύνθεσης και των διορισμών/
αντικαταστάσεων/παραιτήσεων των μελών της Σχολικής Εφορείας Μαρωνιτών, που
υπηρέτησαν από το 1960 μέχρι και σήμερα: με τη Γνωστοποίηση 390/24-04-1959, ο

440.

Διορίστηκαν ήταν ο Βαχάν Μαχτεσιάν, ο Αρίς Κεστερλιάν, η Αυγή Ντεμιρτζιάν, ο Δρ. Βαχάκν Αταμιάν, ο Κρικόρ
Χαρουτιουνιάν, ο Πετρός Σιαμμασιάν, ο Σνοργκ Μπαχατουριάν, ο Μανούκ Γιλντιζιάν και ο Βαζκέν Μετζαβοριάν. Η
εν λόγω Απόφαση αφορούσε και τις υπόλοιπες Σχολικές Εφορείες.
441. Διορίστηκαν ο Αρίς Κεστερλιάν, ο Κρικόρ Χαρουτιουνιάν, ο Μανούκ Γιλντιζιάν, ο Βαζκέν Μετζαβοριάν, ο Δρ.
Βαχάκν Αταμιάν, η Αυγή Ντεμιρτζιάν, ο Σνοργκ Μπαχατουριάν, ο Χακόπ Τουτουντζιάν, ο Αβεντίς Αβεντισιάν, η
Ναϊρί Μουρατιάν και η Λίντα Τελλαλιάν.
442. Διορίστηκαν ως Πρόεδρος ο Δρ. Βαχάκν Αταμιάν και ως μέλη η Βέρα Ταχμαζιάν, ο Αράμ Ταβιτιάν, ο Μπαρέτ
Κουγιουμτζιάν, η Αυγή Ντεμιρτζιάν, ο Χακόπ Τουτουντζιάν, ο Σαρκίς Ντεμιρτζιάν, ο Κρικόρ Χαρουτιουνιάν, ο Αράμ
Μπαστατζιάν, η Γεράν Κουγιουμτζιάν και ο Βικέν Κεστερλιάν.
443. Καθώς εξελέγη ως μέλος της κοινοτικής επιτροπής της Καρπάσιας στις κοινοτικές εκλογές του 2011, έχει υποβάλει
παραίτηση και αναμένεται ο διορισμός καινούργιου Προέδρου της Σχολικής Εφορείας Μαρωνιτών.
444. Διορίστηκε με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 71.838/16-02-2011, στη θέση του Ιωσήφ Παχίτα, ο
οποίος είχε διοριστεί με την αρχική Απόφαση και στη συνέχεια δεν αποδέχθηκε το διορισμό του.

109

Κυβερνήτης διόρισε445 5μελή Σχολική Εφορεία Μαρωνιτικών Σχολείων για περίοδο δύο
(2) ετών από τις 17 Φεβρουαρίου 1959, με βάση το Αποικιακό ΚΕΦΑΛΑΙΟ 203 και τους
Νόμους 22/1950, 17/1952, 28/1953, 12/1954, 19/1955 και 25/1956 (Νόμοι Περί
Στοιχειώδους Εκπαιδεύσεως)· στη συνέχεια, με τη Γνωστοποίηση 935/17-09-1959, ο
Κυβερνήτης διόρισε τον Τελέσφορο Νακούζη στη θέση του Μισιέλ Χούρη, ο οποίος είχε
παραιτηθεί, ενώ με τη Γνωστοποίηση 1148/12-11-1959 διορίστηκε ο Ανδρέας Μακρίδης
στη θέση του Πήτερ Πρενς, ο οποίος είχε παραιτηθεί. Στη συνέχεια, εφαρμόστηκαν οι
πρόνοιες του ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ 166 (Νόμος Περί Στοιχειώδους Εκπαιδεύσεως) και πλέον τα
μαρωνιτικά σχολεία τύγχαναν διαχείρισης από τις οικείες χωριτικές αρχές446. Η
διαχείριση των μαρωνιτικών σχολείων από τις χωριτικές αρχές447 συνέχισε και μετά την
εφαρμογή του Νόμου της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης 7/1962 (Νόμος Περί
Στοιχειώδους και Μέσης Εκπαιδεύσεως) και του Νόμου 69/1970 (Νόμος Περί
Στοιχειώδους Εκπαιδεύσεως).
Με την κατάληψη των τεσσάρων μαρωνίτικων χωριών το 1974, τα τέσσερα μαρωνίτικα
Δημοτικά σχολεία σταμάτησαν να λειτουργούν επίσημα, ωστόσο για μερικά χρόνια
υπολειτουργούσαν το Δημοτικό Σχολείο Κορμακίτη (1974-1999) και το Δημοτικό Σχολείο
Καρπάσιας (1975-1988), ενώ στις ελεύθερες περιοχές οι Μαρωνίτες δεν είχαν δικό τους
σχολείο. Οι εγκλωβισμένοι Μαρωνίτες μαθητές αναγκάστηκαν σταδιακά να μετοικήσουν
στην ελεύθερη Κύπρο, όπου και φοιτούσαν σε ελληνόφωνα, κυρίως, σχολεία, αλλά και
στα διάφορα ιδιωτικά, ανάμεσά τους και τα λατινικά, σχολεία· για το σκοπό αυτό,
λειτούργησε το Οικοτροφείο Μαρωνιτών στην Ακρόπολη (1977-1987). Το 1987 ξεκίνησε
να λειτουργεί το νηπιαγωγείο «Άγιος Μάρωνας», το οποίο στεγαζόταν μέχρι το 1995 στο
χώρο της Αρχιεπισκοπής (πρώην Οικοτροφείο) και έφερε, αρχικά, την ονομασία «Άγιος
Αντώνιος», ενώ στη συνέχεια μεταφέρθηκε στη σημερινή του τοποθεσία, δίπλα από την
εκκλησία του Αγίου Μάρωνα, λαμβάνοντας τη σημερινή του ονομασία.
Με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 51.577/12-04-2000 για ίδρυση του
Δημοτικού Σχολείου Άγιος Μάρωνας, διορίστηκε448 η πρώτη Σχολική Εφορεία Μαρωνιτών
για περίοδο πέντε (5) ετών, με βάση το Νόμο 103(I)/1999 (Νόμος Περί Σχολικών
Εφορειών). Με βάση την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 52.208/09-08-2000,
διορίστηκε Πρόεδρος της Σχολικής Εφορείας ο Μάριος Μαυρίδης. Με την Απόφαση του
Υπουργικού Συμβουλίου 53.796/08-06-2001, διορίστηκε ο Αντώνης Μαρίνος Πρόεδρος
της Σχολικής Εφορείας στη θέση του Μάριου Μαυρίδη, ο οποίος είχε υποβάλει
παραίτηση, και ο Ηλίκκος Ηλία μέλος της Σχολικής Εφορείας. Καινούργια Σχολική
Εφορεία Μαρωνιτών διορίστηκε449 με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου
62.080/25-05-2005 για περίοδο πέντε (5) χρόνων, δηλαδή μέχρι τις 24 Μαΐου 2010. Με
την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 65.045/14-02-2007, διορίστηκε η Ερασμία
Χατζηιωσήφ μέλος της Σχολικής Εφορείας Μαρωνιτών, στη θέση του Λιασή Λιασή, ο
οποίος είχε αποβιώσει. Με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου 67.900/29-102008, διορίστηκαν οι Αντουανέττα Σιαμμούτη, Βίκτωρας Ναούμ και Σύλβια Πογιατζή ως
μέλη της Σχολικής Εφορείας Μαρωνιτών, στη θέση των Ανδρέα Ανδρέου, Ανδρέα
Λακκοτρύπη και Τζιάνετ Χατζηιωσήφ, οι οποίοι είχαν υποβάλει παραίτηση.
445.

Διορίστηκαν οι Πήτερ Πρενς, Ιωσήφ Γιαμάκης, Μισιέλ Χούρη, Μάρκος Χατζημάρκου και Ιωάννης Μαυρίδης.
Δεν έγινε κατορθωτό να εξακριβωθεί από πότε ακριβώς τα σχολεία της μαρωνιτικής κοινότητας τύγχαναν
διαχείρισης «ἐκ τῶν μελῶν τῶν οἰκείων χωριτικῶν ἐπιτροπῶν». Ο Νόμος 21/1959 (Elementary Education Law/Νόμος
Περί Στοιχειώδους Εκπαίδευσης) δημοσιεύθηκε στις 9 Ιουλίου 1959.
447. Από το 1966, ο Κορμακίτης κατέστη Συμβούλιο Βελτιώσεως (Κανονιστική Διοικητική Πράξη 266/1966).
448. Διορίστηκαν οι εξής: Ιωσήφ Χατζητζιοβάννης, Ανδρέας Ανδρέου, Ηλίας Μουτήρης, Ηλίας Κασάπης, Λιασής
Λιασή, Αντώνης Μαρίνος, Μάριος Μαυρίδης, Γιώργος Πεκρής, Αντώνης Σκούλλος, Τζιάνετ Καλακούτη-Χατζηιωσήφ
και Ορτάνς Χατζηχάννα.
449. Διορίστηκαν οι εξής: Μάριος Βιολάρης, Ανδρέας Λακκοτρύπης, Αντώνης Βιολάρης, Ιωσήφ Παχίτας, Ανδρέας
Ανδρέου, Λιασής Λιασή, Χριστίνα Πετρή, Αντώνης Σκούλλος, Γιαννάκης Λαζαρής, Μιχάλης Πεκρή και Τζιάνετ
Καλακούτη-Χατζηιωσήφ.
446.

110

10. Οι θρησκευτικές ομάδες στον κρατικό μηχανισμό:
Αν και δεν διαθέτουμε περιεκτικά στοιχεία που να δείχνουν την ποσοστιαία συμμετοχή
των Αρμενίων, των Μαρωνιτών και των Λατίνων στη δημόσια και τη δημοτική υπηρεσία,
τους ημικρατικούς οργανισμούς450, το στρατό και τα σώματα ασφαλείας, είναι γενικά
γνωστό ότι η συμμετοχή τους στον ευρύτερο δημόσιο τομέα κυμαίνεται από μικρή έως
μέτρια451. Παραδοσιακά, οι Αρμένιοι επιδίδονταν περισσότερο στο εμπόριο και τις τέχνες,
οι Μαρωνίτες στην ιδιοκτησία και την καλλιέργεια της γης, ενώ οι Λατίνοι στα ελεύθερα
επαγγέλματα.
Κατά την περίοδο του Τανζιμάτ (1839-1876), συμμετείχαν στον κρατικό μηχανισμό και
Αρμένιοι. Στην Κύπρο, εξ όσων γνωρίζουμε, ο Αρμενοκύπριος Μπογός Εραμιάν (18401918) υπήρξε Υπεύθυνος του Θησαυροφυλακίου και συνέχισε την υπηρεσία του μέχρι και
τα πρώτα χρόνια της Αγγλοκρατίας452. Επί Αγγλοκρατίας, υπήρχε αυξημένη συμμετοχή
Αρμενίων στη δημόσια υπηρεσία453, λόγω της γλωσσομάθειάς τους, με πιο
χαρακτηριστική την περίπτωση του Κωνσταντινουπολίτη Απισογόμ Ουτιτζιάν (18531929), ο οποίος υπήρξε ο επίσημος μεταφραστής των κρατικών οθωμανικών εγγράφων
και ο επίσημος διερμηνέας των συνεδριάσεων του Νομοθετικού Συμβουλίου μεταξύ 18781919454. Δημόσιοι λειτουργοί επί Αγγλοκρατίας υπήρξαν, επίσης, μερικοί Λατίνοι455 και
450.

Οι ημικρατικοί οργανισμοί είναι οργανισμοί κοινής ωφελείας που παρέχουν ουσιώδεις υπηρεσίες και των οποίων
ο κυριότερος μέτοχος είναι το κράτος (συνήθως με ποσοστό 51%). Οι ημικρατικοί οργανισμοί είναι αυτόνομοι και η
λειτουργία τους διέπεται από ειδικούς νόμους, βρίσκονται δε υπό τον έλεγχο των Υπουργείων ή της εκτελεστικής
εξουσίας ή ανεξάρτητων αρχών. Οι σημαντικότεροι ημικρατικοί οργανισμοί είναι η Αρχή Ανάπτυξης Ανθρώπινου
Δυναμικού (ΑνΑΔ), η Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου (Α.Η.Κ.), η Αρχή Κρατικών Εκθέσεων Κύπρου (Α.Κ.Ε.Κ.), η Αρχή
Λιμένων Κύπρου (Α.Λ.Κ.), η Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου (CY.T.A. - Α.ΤΗ.Κ.), ο Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου
(Θ.Ο.Κ.), οι Κυπριακές Αερογραμμές (Κ.Α.), το Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων (ΚΥ.Π.Ε.), ο Κυπριακός Οργανισμός
Αθλητισμού (Κ.Ο.Α.), ο Κυπριακός Οργανισμός Αναπτύξεως Γης (Κ.Ο.Α.Γ.), ο Κυπριακός Οργανισμός Διαχείρισης
Αποθεμάτων Πετρελαιοειδών (Κ.Ο.Δ.Α.Π.), ο Κυπριακός Οργανισμός Προώθησης Ποιότητας (Κ.Ο.Π.Π.), ο Κυπριακός
Οργανισμός Σήμανσης Αντικειμένων από Πολύτιμα Μέταλλα (C.A.O.), ο Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού (Κ.Ο.Τ.),
ο Οργανισμός Αγροτικών Πληρωμών (Ο.Α.Π.), ο Οργανισμός Γεωργικής Ασφάλισης (Ο.Γ.Α.), ο Οργανισμός
Κυπριακής Γαλακτοκομικής Βιομηχανίας (Ο.Κ.Γ.Β.), ο Οργανισμός Νεολαίας Κύπρου (Ο.ΝΕ.Κ.), το Ραδιοφωνικό
Ίδρυμα Κύπρου (Ρ.Ι.Κ.), το Συμβούλιο Αμπελοοινικών Προϊόντων (Σ.Α.Π.), το Συμβούλιο Ανοικοδόμησης και
Επανεγκατάστασης (Σ.Α.Ε.), το Συμβούλιο Εμπορίας Κυπριακών Ελαιοκομικών Προϊόντων (Σ.Ε.Κ.Ε.Π.), το
Συμβούλιο Εμπορίας Κυπριακών Πατατών (Σ.Ε.Κ.Π.), το Συμβούλιο Μελέτης Παρεκκλίσεων (ΣΥ.ΜΕ.ΠΑ.), καθώς
επίσης και τα τοπικά Συμβούλια Υδατοπρομήθειας (Λευκωσίας - Σ.Υ.Λ., Λεμεσού - Σ.Υ.Λ., Λάρνακας - Σ.Υ.Λ., Πάφου Σ.Υ.Π. και Αμμοχώστου - Σ.Υ.Α.) και τα τοπικά Συμβούλια Αποχετεύσεων (Λευκωσίας - Σ.Α.Λ., Λεμεσού-Αμαθούντος Σ.Α.Λ.Α., Λάρνακας - Σ.Α.Λ., Πάφου - Σ.Α.ΠΑ., Παραλιμνίου-Αγίας Νάπας - Σ.Α.Π.Α.Ν. και Πόλης Χρυσοχούς Σ.Α.ΠΟ.Χ.).
451. Να αναφέρουμε, ωστόσο, ότι μέλη των θρησκευτικών ομάδων κατόρθωσαν να φθάσουν σε πολύ υψηλές βαθμίδες
της ευρύτερης δημόσιας υπηρεσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας: στο παρελθόν, ο Αρμενοκύπριος Δρ. Βατσιέ
Καλμπιάν και ο Μαρωνιτοκύπριος Δρ. Αντώνης Χατζηχάννας υπήρξαν Γενικοί Διευθυντές του Γενικού Νοσοκομείου
Λευκωσίας, ενώ ο Λατινοκύπριος Τζιους Μπαγιάτας υπήρξε Διευθυντής της Αρχής Λιμένων· πιο πρόσφατα, ο
Μαρωνιτοκύπριος Αντώνης Τζωρτζής ήταν μεταξύ 1999-2000 Γενικός Λογιστής και ο Μαρωνιτοκύπριος Ιωάννης
Πογιατζής ήταν μεταξύ 2003-2008 Πρόεδρος της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών, ενώ σήμερα ο Μαρωνιτοκύπριος
Γιαννάκης Κόκκινος είναι από το 2001 Γενικός Διευθυντής της Αρχής Λιμένων Κύπρου, από το 2007 ο
Μαρωνιτοκύπριος Δρ. Ιωάννης Καρής είναι Γενικός Διευθυντής του Κυπριακού Οργανισμού Τυποποίησης, από το
2009 ο Μαρωνιτοκύπριος Γιάννης Ιωσήφ Κοντός είναι Διευθυντής Εμπορίου και Βιομηχανίας στο Υπουργείο
Εμπορίου και Βιομηχανίας, από το 2011 η Μαρωνιτοκύπρια Μαίρη Παπά είναι Διοικητής της Πολιτικής Άμυνας και
από το 2012 ο Λατινοκύπριος Αρθούρος Ισσέγιεκ είναι Διευθυντής των Φαρμακευτικών Υπηρεσιών του Υπουργείου
Υγείας.
452. Οι πληροφορίες για τον Μπογός Εραμιάν προέρχονται από τα μέλη της οικογένειάς του, Berge & Joy
Kouyoumdjian, τους οποίους και ευχαριστούμε ιδιαίτερα.
453. Πολύ υψηλόβαθμοι Αρμένιοι στην αποικιακή δημόσια υπηρεσία υπήρξαν ο Βαχράμ Λεβονιάν [Γενικός
Επιθεωρητής Τμήματος Υδάτων, Υδατοπρομήθειας και Άρδευσης (1939-1952) και Διευθυντής του Συμβουλίου
Υδατοπρομήθειας Λευκωσίας (1951-1960)], ο Αράμ Κεβορκιάν [Γενικός Διευθυντής του Ταχυδρομείου (1947-1950)]
και ο Κασπάρ Αμιραγιάν [Αρχιδιερμηνέας και Αρχιπρωτοκολλητής στο Ανώτατο Δικαστήριο (1878-1905) και Βοηθός
Δικηγόρος του Στέμματος (1907-1924)].
454. Οι πληροφορίες για τον Απισογόμ Ουτιτζιάν προέρχονται από τα μέλη της οικογένειάς του, Αρής & Έλση
Ουτιτζιάν και Χάικ Ουτιτζιάν, καθώς και από τη Ruth Keshishian, τους οποίους και ευχαριστούμε ιδιαίτερα. Να
αναφέρουμε ότι τον Απισογόμ Ουτιτζιάν διαδέχθηκαν οι επίσης Αρμένιοι Μικαέλ Κασιλιάν (1919-1927) και Χραντ
Ουτιτζιάν (1927-1930), ενώ ο τελευταίος επίσημος μεταφραστής Τουρκικών ήταν ο Τουρκοκύπριος Mustafa Midhat

111

κάποιοι Μαρωνίτες456. Αρκετοί Μαρωνίτες εντάχθηκαν στη δημόσια υπηρεσία κυρίως
μετά την Ανεξαρτησία, όπως επίσης και κάποιοι Αρμένιοι και Λατίνοι457. Στο διπλωματικό
σώμα (πρόξενοι και υποπρόξενοι), επί Αγγλοκρατίας παρατηρείτο η αυξημένη συμμετοχή
των Λατίνων458.
Με την αποχώρηση των Βρετανών από την Κύπρο το 1960, δημιουργήθηκε η ανάγκη για
ελληνόφωνους δημόσιους λειτουργούς, γι’ αυτό άλλωστε και προσλήφθηκαν αρκετοί
Μαρωνίτες και Λατίνοι. Οι ήδη υπηρετούντες δημόσιοι λειτουργοί, εκ των οποίων και
αρκετοί Αρμένιοι, παρέμειναν στην κρατική μηχανή μέχρι και τη συνταξιοδότησή τους.
Με την αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων δημοσίων υπαλλήλων από τη δημόσια υπηρεσία,
δημιουργήθηκαν ή απελευθερώθηκαν πάρα πολλές θέσεις στο δημόσιο και τον
ημικρατικό τομέα, κάποιες από τις οποίες πλήρωσαν οι (ελληνόφωνοι) Μαρωνίτες και
Λατίνοι και οι (τουρκομαθείς) Αρμένιοι459. Είναι, ωστόσο, γενικώς παραδεκτό ότι οι
Μαρωνίτες έχουν σήμερα τη μεγαλύτερη συμμετοχή στον κρατικό μηχανισμό, σε
σύγκριση με τους Αρμένιους και τους Λατίνους460.
Στην τοπική αυτοδιοίκηση, μέχρι τώρα υπήρξε πολύ περιορισμένη εκπροσώπευση των
μελών των θρησκευτικών ομάδων: όσον αφορά τους Αρμένιους, ο Πετρός Αμιραγιάν
υπηρέτησε ως διορισμένο μέλος της δημοτικής επιτροπής στην Αμμόχωστο (1903-1905),
ο Δρ. Αντρανίκ Λ. Αστζιάν υπηρέτησε ως δημοτικός σύμβουλος και Αντιδήμαρχος
Λευκωσίας (1964-1970), ενώ ο Μπερτζ Κεβορκιάν υπηρέτησε ως δημοτικός σύμβουλος
στη Λευκωσία (1970-1986)461· όσον αφορά τους Μαρωνίτες, ο Βιντσέντζο Φέννεκ
υπηρέτησε ως διορισμένος δημοτικός σύμβουλος στην Αμμόχωστο (1889), ο Σαβέριος
Βραχίμης υπηρέτησε ως δημοτικός σύμβουλος στη Λευκωσία με το ΔΗΣΥ462 (1991-1996),

(1930-1931). Να σημειώσουμε, επίσης, ότι ο βοηθός μεταφραστής Τουρκικών της Αρχιγραμματείας ήταν επίσης
Αρμένιος, ο Κρικόρ Τουντζιάν (1892-1918).
455. Πολύ υψηλόβαθμοι Λατίνοι στην αποικιακή δημόσια υπηρεσία υπήρξαν o Francis Gaffiero (Λιμενάρχης της
Λεμεσού, 1882-1913) και ο Joseph Gaffiero (Επαρχιακός Μηχανικός Λεμεσού, 1929-1932).
456. Πολύ υψηλόβαθμοι Μαρωνίτες στην αποικιακή δημόσια υπηρεσία υπήρξαν ο Καίσαρας Shellish (Επαρχιακός
Διοικητής Αστυνομίας Λευκωσίας, 1938-1949), ο Alexander Shellish (Γενικός Διευθυντής του Ταχυδρομείου, 19341943) και ο Τελέσφορος Νακούζη [Διευθυντής του Γραφείου Ευρέσεως Εργασίας (1949-1951) και Διευθυντής του
Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (1956-1959)]. Οι πληροφορίες για τον Τελέσφορο Νακούζη προέρχονται από το
γιο του, Πέτρο Νακούζη, τον οποίο και ευχαριστούμε ιδιαίτερα.
457. Επιπλέον, πληροφορίες για όλους τους δημόσιους λειτουργούς βρίσκονται στη σειρά «Cyprus Blue Book», η οποία
καλύπτει τα έτη 1880-1946. Ενώ ο εντοπισμός των Αρμενίων και, σε κάποιο βαθμό, των Λατίνων δημοσίων
λειτουργών είναι εύκολος, ο εντοπισμός των Μαρωνιτών δημοσίων λειτουργών καθίσταται δύσκολος, ακριβώς επειδή
τα πλείστα επώνυμά τους είναι κοινά ή όμοια με αυτά των Ελληνοκυπρίων.
458. Παραδοσιακά, η κατεξοχήν πόλη με τα προξενεία υπήρξε η Λάρνακα, με τη Λεμεσό, τη Λευκωσία και την
Αμμόχωστο να ακολουθούν.
459. Είναι χαρακτηριστικό ότι από το 1974 μέχρι το 1992, το τουρκικό πρόγραμμα του Ραδιοφωνικού Ιδρύματος
Κύπρου εκφωνούσαν αποκλειστικά (τουρκομαθείς) Αρμενοκύπριοι. Από το 1992 και μετά το τουρκικό πρόγραμμα
εκφωνείται τόσο από Τουρκοκύπριους και (τουρκομαθείς) Αρμενοκύπριους. Οι πληροφορίες αυτές προέρχονται από τη
βετεράνο συνεργάτιδα του Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου Σίσυ Τοροσιάν, την οποία και ευχαριστούμε ιδιαίτερα.
460. Σε προσωπική μας επίσκεψη σε συγκεκριμένη κυβερνητική υπηρεσία, διαπιστώθηκε ότι οι πλείστοι υπάλληλοι
εκεί ήταν Μαρωνίτες. Παρόμοια παραδείγματα υπάρχουν και σε άλλες κρατικές υπηρεσίες.
461. Και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για διορισμούς από το Υπουργικό Συμβούλιο ή το Υπουργείο Εσωτερικών,
καθώς οι τελευτ