ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ

2792

τόμος 60

Τα «προνόμια» του Δημοσίου και το «Δίκαιο της ανάγκης»
στο κράτος δικαίου
Αντώνη Π. Αργυρού
Δικηγόρου ΑΠ

«Δει τον άρχοντα μεμνήσθαι
ότι ανθρώπων άρχει,
κατά νόμους άρχει, ουκ αεί άρχει»
(Αγάθων, 450-400 π.Χ.)
1. Εισαγωγή

τώπιση της κρίσης αποτελεί αντικείμενο προσφυγής στην Δικαιοσύνη, με μεγάλες μεταστροφές της νομολογίας σε πολύ κρίσιμα ζητήματα.
1.1.- Η ανατροπή: Η Ελλάδα της κρίσης: «δυστυχώς
κύριοι, επτωχεύσαμεν».

Η Δικαιοσύνη αποτελεί το θεμέλιο κάθε «πολιτικής κοινωνίας» και τον ακρογωνιαίο λίθο της
κοινωνικής ευρυθμίας, όπως λέγει ο Πίνδαρος
«βάθρον πόλεων ασφαλές δίκα»1, αλλά και ο Αριστοτέλης «Αύτη μεν ούν η δικαιοσύνη ου μέρος
αρετής, αλλ’ όλη αρετή εστιν»2.
Xωρίς την διάταξη του άρθρου 20 § 1 του Συντάγματος, η οποία καθιερώνει το δικαίωμα του
πολίτη να προσφύγει στη δικαστική εξουσία και
να ζητήσει την προστασία των δικαιωμάτων του,
όλες οι διατάξεις προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων που κατοχυρώνουν το «κράτος δικαίου»
θα ήταν χωρίς αντικείμενο3.
H δημοσιονομική κρίση που ταλανίζει τον Τόπο μας τα τελευταία χρόνια, δημιούργησε μια εντελώς καινούργια κατάσταση που οδήγησε στην
λήψη εξαιρετικών μέτρων και για την δικαιολόγησή τους στην επίκληση της διάσημης Ρωμαϊκής
Αρχής όπως την κατέγραψε ο Κικέρωνας (450
π.Χ.), «Salus populi suprema lex esto», μτφ: «η
σωτηρία της πόλεως είναι ο υπέρτατος Νόμος». Το
ζήτημα των έκτακτων μέτρων για την αντιμε_________

1.1.1.- Φέτος, κλείνουν ήδη 120 χρόνια από την
ιστορική εκείνη μέρα (10.12.1893), που ο τότε
πρωθυπουργός της Ελλάδας Χαρίλαος Τρικούπης
- κάτω από το βάρος του δημόσιου χρέους - είπε
δημόσια από το βήμα της ελληνικής Βουλής, το
γνωστό «δυστυχώς κύριοι, επτωχεύσαμεν»4.
Συνέπεια της κήρυξης της Ελλάδας σε πτώχευση ήταν να επιβληθεί στην Ελλάδα ο Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος (ΔΟΕ) με το νόμο ΒΦΙΘ/23 - 2
- 1898, με τη μορφή «οικονομικής βοήθειας».
Η ιστορία επαναλαμβάνεται … «Δυστυχώς η
Ελλάς επτώχευσε», είπε το 1932 ο μέγας Ελευθέριος Βενιζέλος και ακολούθησε μια νέα ελληνική
πτώχευση5. Σήμερα, ξαναβρίσκεται η Ελλάδα στα
πρόθυρα μιας άλλης οικονομικής πτώχευσης, ενώ
είναι ισότιμο μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέσα
στο πλαίσιο λειτουργίας της έχει γίνει ένα αδύνατο, ένα προβληματικό, ένα ετοιμόρροπο μέλος,
που κινδυνεύει πάλι με οικονομική κατάρρευση,
ύστερα από 80 χρόνια από την πτώχευση του 1933.
Η Ελλάδα βρέθηκε ξανά από τα τέλη του 2009
σε κατάσταση πτώχευσης, δηλαδή κατάσταση α-

1. Θεμέλιο για τις πόλεις αποτελεί η αμερόληπτη
απονομή της δικαιοσύνης, που περιέχεται σε Ύμνο του
Πίνδαρου (Ολυμπιόνικος 13, στίχος 6).
2. Βλ. Α ρ ι σ τ ο τ έ λ η , Ηθικά Νικομάχεια, 1130b 1112: μ' αυτήν την έννοια η δικαιοσύνη δεν είναι απλώς
τμήμα της αρετής, αλλά ολόκληρη η αρετή.
3. Βλ. Σ τ . Μ α τ θ ί α , Η ευθύνη του δικαστή για την
πραγμάτωση του κράτους δικαίου (ΝοΒ 2004. 553).

4. Βλ. Ν ι κ ό λ α ο υ Π . Σ ο λ ε ϊ ν τ ά κ η «Δυστυχώς
επτωχεύσαμεν. Οι στάσεις πληρωμών 1827, 1893, 1932»
Εκδόσεις Παπαζήση, 2012.
5. Βλ. Μ α ρ κ Μ α ζ ά ο υ ε ρ , Η Ελλάδα και η οικονομική κρίση του μεσοπολέμου, εκδ. ΜΙΕΤ. Κ ω ν σ τ α ν τ ί ν ο ς Β ε ρ γ ό π ο υ λ ο ς : «Η Ελληνική οικονομία
από το 1926 έως το 1935», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΕ, εκδόσεις «Εκδοτική Αθηνών».

_________

2012

ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ

δυναμίας χρηματοδότησης του τρέχοντος ελλείμματος, αδυναμίας αναχρηματοδότησης του χρέους και πληρωμής των ελληνικών κρατικών ομολόγων που έληγαν τον επόμενο χρόνο, ομόλογα
που κατείχαν αφενός εγχώριες τράπεζες, ασφαλιστικά ταμεία, κ.λπ., και αφετέρου και τράπεζες του
εξωτερικού.
Η κατάσταση πτώχευσης, στην οποία εξακολουθεί να βρίσκεται μέχρι στιγμής η Ελλάδα, δεν
έχει εξελιχθεί σε ανεξέλεγκτη χρεοκοπία με τη
βοήθεια ενός «μηχανισμού στήριξης» που δημιουργήθηκε από τη λεγόμενη «Τρόικα». Στις
6.5.2010, δημοσιεύτηκε ο ν. 3845/20106 «Μέτρα
για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της
ελληνικής οικονομίας από τα κράτη μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο»
(ΦΕΚ Α 65). Με το νόμο αυτό, μεταξύ άλλων, μειώθηκαν οι αποδοχές και τα επιδόματα των υπηρετούντων, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, στο
στενό ή ευρύτερο δημόσιο τομέα, κατά παρέκκλιση οποιασδήποτε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης ή συμφωνίας (άρθρο 1), ορίστηκε νέο όριο στις συνολικές αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές
όλων των εργαζομένων στον στενό και ευρύτερο
δημόσιο τομέα (άρθρο 2) και καθορίστηκε η εισοδηματική πολιτική της Κυβέρνησης για το έτος
2010. Οι εν λόγω μειώσεις των αποδοχών τέθηκαν
σε ισχύ αναδρομικά από 1.1.2010 (άρθρο 1) και
1.3.2010 (άρθρο 2), αντίστοιχα. Επακολούθησε το
ΜΝΗΜΟΝΙΟ ΙΙ,ο νόμος 4046 (ΦΕΚ Α΄28/

_________
6. Βλ. Για την νομική φύση του Μνημονίου: 1.Κ ώ σ τ α Μ π ο τ ό π ο υ λ ο υ , Κοινός νους και κενά σημεία στην «απόφαση του Μνημονίου» www.constitutionalism.gr 2.- Π. Γ κ λ α β ί ν η , Το Μνημόνιο της Ελλάδος στην ευρωπαϊκή, τη διεθνή και την εθνική έννομη τάξη, εκδ. Σάκκουλα, 2010. 3.- Κ. Μ π ο τ ό π ο υ λ ο υ ,
Τα θεσμικά της κρίσης, εκδ. Νέδα, 2010. 4.- Ν. Α λ ι β ι ζ ά τ ο ς , «Αντισυνταγματικότητες: όχι στην ανεύθυνη
πλειοδοσία», στην Καθημερινή, 11 Ιουλίου 2010. 5.- Δίκη του Μνημονίου, εκδ. ΔΣΑ, 2011.5. 6.- Βλ. Γ. Κ α σ ι μ ά τ η , συμβολή σε εκδήλωση του ΔΣΑ που διεξήχθη
στις 15 Ιουνίου 2010 με τίτλο «Μνημόνιο, Σύνταγμα,
Ευρωπαϊκή Συνθήκη και ΕΣΔΑ», εκδ. ΔΣΑ, 2010. 7.- Γ.
Κ α τ ρ ο ύ γ κ α λ ο ς , «Memoranda sunt servanta? H συνταγματικότητα του ν. 3845/2010 και του Μνημονίου
για τα μέτρα εφαρμογής των συμφωνιών με το ΔΝΤ,
την ΕΕ και την ΕΚΤ», στην Εφημερίδα Διοικητικού Δικαίου, 2010.

2793

14.02.2012) και η Π.Υ.Σ. 6/28.02.2012. Επακολούθησε το ΜΝΗΜΟΝΙΟ ΙΙΙ: Ο νόμος 4093 (ΦΕΚ Α
222/12.11.2012) «Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012
και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016» και ο νόμος 4092
(ΦΕΚ Α΄ 220/08.11. 2012). Παράλληλα η νομοθέτηση γίνεται και με έκτακτους τρόπους, Πράξεις
Νομοθετικού Περιεχομένου7, με τις οποίες ρυθμίζονται πάσης φύσεως ζητήματα, που δεν φέρουν
πάντοτε το χαρακτήρα του κατεπείγοντος, μεταξύ
άλλων ζητήματα όπως η αλλαγή στο ύψους του
αγωγόσημου με την ΠΝΠ της 4.12.2012 ΦΕΚ Α
237/5.12.2012, η αλλαγή τού τρόπου καθορισμού
του ύψους των αποδοχών των εμμίσθων δικηγόρων (δικηγόροι Τραπεζών, ν.π.δ.δ., ασφαλιστικών
εταιρειών κ.λπ.) και περιορίζει παράλληλα την
αποζημίωσή τους.
1.1.2.- Η Ελλάδα ήταν μία από τις πρώτες ευρωπαϊκές χώρες που κύρωσαν με νόμο (ν.δ. 2329/
1953) την Ευρωπαϊκή Σύμβαση «για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών» (ΕΣΔΑ), ενσωματώνοντάς
την στο εσωτερικό δίκαιο. Η Σύμβαση κυρώθηκε
εκ νέου με το ν.δ. 53/1974 και απέκτησε αυξημένη
έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, σύμφωνα
με το άρθρο 28 § 1 Συντ. του 1975.
Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του
Ανθρώπου, έρχεται να λειτουργήσει συμπληρωματικά στις διατάξεις του Συντάγματος και να ενισχύσει έτσι το κανονιστικό εύρος αυτού ή να το
φωτίσει ευκρινώς.
Κατά τη διάταξη άρθρου 4 § 1 του ισχύοντος
Συντάγματος «οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του
νόμου». Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται η αρχή της ισότητας, κυρίως με την έννοια της ίσης με-

_________
7. Με την ΠΝΠ της 4.12.2012 ΦΕΚ 237/2012 επιφέρονται οι ακόλουθες «κατεπείγουσες» αλλαγές, μεταξύ
άλλων: α) στο Μνημόνιο (ν. 4093/2012), β) Στο Συμβολαιογραφικό Κώδικα, γ) στον Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Δικαστικών Λειτουργών, δ) στην ΕΣΔΙ,
ε) στο Σωφρονιστικό Κώδικα (βλ. θέματα αδειών), στ)
παρατείνεται μέχρι 30.6.2013 η μεταβατική διάταξη του
4043/2012 για την Απόλυση κρατουμένων υπό τον όρο
της ανάκλησης, ζ) διορθώνεται το δικαστικό ένσημο
(ν. 4093/2012), η) παρατείνεται ο πίνακας επιτυχόντων
Ειρηνοδικών μέχρι 31.12.2013.

2794

ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ

ταχείρισης, αλλά ταυτόχρονα καθιερώνεται και
συνταγματικά αντικειμενικός κανόνας δικαίου
και θεμελιώδες δικαίωμα. Στο δικονομικό δίκαιο,
η συνταγματική αρχή της ισότητας εμφανίζεται ως
ισότητα των διαδίκων, η οποία διακρίνεται σε νομική και δικαστική ισότητα.
Η νομική ισότητα μεταφράζεται ως ισότητα
των διαδίκων απέναντι στο νόμο. Απολαμβάνει
δηλαδή ο κάθε διάδικος τα ίδια δικαιώματα και
βαρύνεται με τις αυτές υποχρεώσεις.
Από την άλλη η δικαστική ισότητα επιβάλλει
την ίση μεταχείριση των διαδίκων από το δικαστήριο. Συνέπεια της προαναφερόμενης συνταγματικής επιταγής αποτελεί η θέσπιση της ισότητας
των διαδίκων με ειδικές διατάξεις στον Κώδικα
Πολιτικής Δικονομίας και τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας καθώς και του Κώδικα Ποινικής
Δικονομίας.
Το Ελληνικό Δημόσιο με πολλές διατάξεις, επεφύλαξε και συνεχίζει να επιφυλάσσει στον εαυτό του ειδικό προνομιακό καθεστώς στις δικαστικές του υποθέσεις και ιδίως με τις ρυθμίσεις στόν
Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ.
της 26.6/ 10.7.1944) (Α΄ 139).
Η νομολογία των Ελληνικών Δικαστηρίων των
τελευταίων ετών, με αφετηρία τις ΟλΣτΕ 2807/
2002 και ΟλΑΠ 12/2002, προ της Ελληνικής δημοσιονομικής κρίσεως, είχε αρχίσει μετά από σχετικές πολλαπλές αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Βλ. την
απόφαση του ΕΔΔΑ της 22.5.2008, Μεϊδάνης κατά Ελλάδας8) να μεταβάλλεται και να ανατρέπει
τις προστατευτικές υπέρ του Δημοσίου διατάξεις,
δηλαδή τα «προνόμια του Δημοσίου», εφόσον δεν
δικαιολογείται η ύπαρξή τους από λόγους δημοσίου συμφέροντος και είναι αντίθετες στην αρχή
της δικονομικής ισότητας που κατοχυρώνει το
Σύνταγμα και η ΕΣΔΑ9.
Η νομολογία αυτή τείνει πλέον ν’ ανατραπεί,
υπό το κράτος της έντονης δημοσιονομικής κρίσεως την οποία διέρχεται ο τόπος, με την επίκληση
από τα Δικαστήρια, του «δικαίου εκτάκτων συνθηκών ή δικαίου της ανάγκης».
Την εξελικτική πορεία της νομολογίας αναφο-

_________
8. Δ 2008. 1095 επ., με παρατηρήσεις Κ. Μ π έ η .
9. Βλ. Ν. Ν ί κ α , Η αρχή της ισότητας των όπλων
και τα διαδικαστικά προνόμια του Δημοσίου στην πολιτική δίκη, Αρμ 2004. 325 επ. Β. Ρ ή γ α , ως η υποσ. 46.

τόμος 60

ρικά με τα «προνομία του δημοσίου» μέσα στο
πλαίσιο της δημοσιονομικής κρίσεως εξετάζει η
παρούσα μελέτη.
2.- Η Ελλάδα στο στόχαστρο του Ευρωπαϊκού
Δικαστηρίου:
2.1.- Η δυσμενής ιστορική εξέλιξη:
Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του
Ανθρώπου μετά την καταγγελία της από το δικτατορικό καθεστώς την 12.12.1969, κυρώθηκε εκ νέου
με το ν.δ. 53/1974 και απέκτησε αυξημένη έναντι
των κοινών νόμων τυπική ισχύ με βάση το άρθρο
28 § 1 Συντ. του 1975. Είναι αυτονόητο ότι νόμος
που είναι αντίθετος σε διεθνή σύμβαση, δεν εφαρμόζεται από τα δικαστήρια στο πλαίσιο του δικαστικού ελέγχου10.
Και όμως στην πράξη άργησε εξαιρετικά η αναγνώριση από την Ελλάδα, μόλις το 1985, της
αρμοδιότητας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για την εκδίκαση ατομικών προσφυγών εναντίον της. Είναι αλήθεια ότι η
ΕΣΔΑ άργησε11 πολύ να γίνει κτήμα της καθημερινής νομικής πραγματικότητας στον τόπο μας .
Ο Καθηγητής Φ. Βεγλερής το 1997 προέβη σ’
έναν θλιβερό απολογισμό της νομολογίας των Ελληνικών Δικαστηρίων για την περίοδο 1953-197412
σε σχέση με την εφαρμογή της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) ,
την οποία χαρακτήριζε «κείμενο άχρηστο στην ζωή
του δικαίου μας 13». Η καθυστερημένη αναγνώριση

_________
10. Βλ. Φ. Α ρ ν α ο ύ τ ο γ λ ο υ , Νόμος αντίθετος
προς διεθνή σύμβαση είναι αντισυνταγματικός, ΤοΣ
1982, 546 επ. (562).
11. Βλ. Κ ώ σ τ α Χ . Χ ρ υ σ ό γ ο ν ο υ , «Η (μη) εφαρμογή της ΕΣΔΑ από τα ελληνικά δικαστήρια» ΤοΣ
[Τεύχος 5/2002].
12. Βλ. Φ. Β ε γ λ ε ρ ή , Η Σύμβαση των Δικαιωμάτων
του Ανθρώπου και το Σύνταγμα, ΤοΣ 1976. 570: «Δεν
υπάρχει έως σήμερα ούτε μία περίπτωση θετικής εφαρμογής από τα ελληνικά δικαστήρια των δικαιωμάτων και ελευθεριών του ανθρώπου, όπως τα καθορίζει η ευρωπαϊκή Σύμβαση ... Πρέπει να προστεθεί ότι
δεν υπάρχει καμία ένδειξη ως τώρα ότι η νομολογία της
ΕΣΔΑ ή του Δικαστηρίου ΔΑ .... ελήφθη ποτέ υπ’ όψιν,
είτε από τα ελληνικά δικαστήρια, είτε από τις ελληνικές
διοικητικές αρχές».
13. Βλ. Ε υ α γ γ έ λ ο υ Κ ρ ο υ σ τ α λ ά κ η , «Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου μο-

2012

ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ

από την Ελλάδα, το 1985, της αρμοδιότητας του
Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΔΑ) για την εκδίκαση ατομικής προσφυγής, είχε σαν συνέπεια η κατάσταση που επεσήμανε ο Βεγλερής τα τελευταία χρόνια να έχει
αλλάξει δραματικά. «Από τότε14, οι δικηγόροι
πρώτα, τα δικαστήρια στη συνέχεια, οι ίδιοι οι
διάδικοι τέλος, «ανακάλυψαν» τη Σύμβαση κι άρχισαν οι μεν να την επικαλούνται, τα δε να την
εφαρμόζουν».
Με την πάροδο του χρόνου, όλο και περισσότερες ελληνικές υποθέσεις οδηγούνται στο Στρασβούργο. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και η νομολογία του
Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΔΑ), επηρεάζουν αποφασιστικά την
ζωή μας και είναι πλέον καθημερινό εργαλείο του
Έλληνα εφαρμοστή του δικαίου. Το Ελληνικό Δημόσιο με μεγάλο αριθμό νομοθετικών ρυθμίσεων
έχει επιτύχει υπέρ αυτού ρυθμίσεις με κυριότερο
το κωδικοποιημένο διάταγμα της 26.6/10.7.1974
«Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου» με προφανή στόχο την προστασία του Δημοσίου, ενώ όλα τα ν.π.δ.δ. οποιασδήποτε μορφής
και ονομασίας και αντικειμένου, καθώς και οι δημόσιες επιχειρήσεις προικοδοτούνται κατά τη σύστασή τους με το ίδιο προνομιακό δικονομικό
status quo που ισχύει και για το Δημόσιο.
Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι σύμφωνα με το άρθρο 6 § 1
της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου
και τις Θεμελιώδεις Ελευθερίες, η υπόθεση οποιουδήποτε προσώπου πρέπει να δικάζεται από το
δικαστήριο εντός ευλόγου προθεσμίας15. Το Δικαστήριο με την πάγια νομολογία του θεωρεί, ότι η
αρχή της ισότητας των όπλων, η οποία αποτελεί
επιμέρους έκφανση της ευρύτερης έννοιας της
«δίκαιης δίκης», σημαίνει ότι κάθε διάδικο μέρος
πρέπει να διαθέτει μια εύλογη δυνατότητα να υποστηρίξει την υπόθεσή του σε συνθήκες που δεν
το θέτουν σε μειονεκτική θέση έναντι του αντιδίκου. Έτσι η νομολογία του ΕΔΔΑ οδηγεί στην κα_________
χλός ανανέωσης της νομολογίας των δικαστηρίων»
ΝοΒ 2000. 1723.
14. Βλ. Ν. Φ ρ α γ κ ά κ η σε Νομικό Βήμα τόμ. 53
τευχ. 2, Φεβρουάριος 2005.
15. Κατά το διάστημα 1999-2008, η Ελλάδα καταδικάστηκε 272 φορές για υπέρβαση του εύλογου χρόνου
απονομής Δικαιοσύνης (Ετήσια Έκθεση Ευρωπαϊκού
Δικαστηρίου 2008, σ. 138).

2795

τάργηση των δικονομικών προνομίων οποιουδήποτε διαδίκου έναντι του αντιδίκου του.
Τα “εξαιρετικά προνόμια” στο Δημόσιο αποτελούν πολλές φορές τροχοπέδη στα δικαιώματα
των Ελλήνων πολιτών. Κατά πάγια τακτική και
μέσα στο πλαίσιο των δικονομικών και ουσιαστικών του προνομίων, το Δημόσιο, αντί να συμμορφωθεί με τις δικαστικές αποφάσεις ασκεί αβάσιμα ένδικα16 μέσα στα Ανώτατα Δικαστήρια και
αυτό με την ευθύνη του Νομικού Συμβουλίου του
Κράτους και τις εντολές της Κυβέρνησης.
Μπροστά σ’ αυτή την στρεψόδικη διάθεση του
Δημοσίου να κατακλύζει τα δικαστήρια με αβάσιμα και παρελκυστικά ένδικα μέσα επιβαρύνει την
λειτουργία της Δικαιοσύνης και «βασανίζει» τους
ιδιώτες διαδίκους και ειδικότερα τους εργαζόμενους που αναμένουν να δικαιωθούν. Οι εξαιρετικές ρυθμίσεις υπέρ του Δημοσίου και των ν.π.δ.δ.,
έρχονται σε προφανή αντίθεση με την Ευρωπαϊκή
Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ),
και, τελευταία, η νομολογία τόσο του Ευρωπαϊκού
Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου
(ΕΔΔΑ) όσο και των ελληνικών δικαστηρίων οδηγεί στην πλήρη κατάργησή τους.
Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του
Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) έχει αρχίσει να γίνεται όλο και
περισσότερο γνωστή στην νομική οικογένεια, αλλά και στις διοικητικές αρχές. Τα Ελληνικά δικαστήρια αναφέρονται πλέον και εφαρμόζουν καθημερινά την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΔΑ)17. Η
ΕΣΔΑ συνιστά πλέον πηγή έμπνευσης για τον Έλληνα Δικαστή. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΔΑ) όμως, όλο και
περισσότερο ασχολείται με Ελληνικές υποθέσεις,

_________
16. Είπε ο ο υπουργός Δικαιοσύνης Α ν τ ώ ν η ς
Ρ ο υ π α κ ι ώ τ η ς , στις προγραμματικές δηλώσεις στη
Βουλή (8 Ιουλίου 2012). «Το δημόσιο είναι ο καλύτερος
και ο χειρότερος πελάτης. Ασκεί κατά κόρον όλα τα
ένδικα μέσα. Ενδεικτικά αναφέρω ότι στο Β’ Τμήμα
του ΣτΕ, το 2010 είχαν κατατεθεί εκ μέρους του δημοσίου 808 αναιρέσεις και το 2011, 2.184 αναιρέσεις. Η
άσκηση αυτή οφείλεται είτε σε ευθυνοφοβία, είτε κυρίως στην εφαρμογή μιας ιδιότυπης δημοσιονομικής
πολιτικής σύμφωνα με την οποία το δημόσιο για να
μην εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του ασκεί ένδικα
μέσα, ώστε να μακραίνει ο χρόνος εξόφλησης. Άρα
υπάρχει συνευθύνη …».
17. Βλ. Ε υ α γ γ έ λ ο υ Κ ρ ο υ σ τ α λ ά κ η , ό.π.

2796

ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ

τόμος 60

πράγμα που αποδεικνύει την καθυστέρηση προσαρμογής της ελληνικής έννομης τάξης στο ευρωπαϊκό κεκτημένο προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Πολλαπλές είναι οι καταδίκες της
Χώρας μας, λόγω της αδικαιολόγητης βραδύτητας
απονομής της Δικαιοσύνης.
Από τον Ιούλιο του 2003 μέχρι το 2007 έχουν
εκδοθεί συνολικά 90 καταδικαστικές αποφάσεις
κατά της Ελλάδας, από τις οποίες οι 85 αφορούσαν υπερβολικές καθυστερήσεις στην απονομή της
Δικαιοσύνης18. Από τα στοιχεία του Ευρωπαϊκού
Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που αφορούν την παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της
Σύμβασης προκύπτει ότι μέσα στα 52 χρόνια λειτουργίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η χώρα μας μετρά συνολικά
403 καταδίκες∙ αριθμός που μεταφράζεται σε ποσοστό 48% επί του συνόλου των καταδικαστικών
αποφάσεων, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος κυμαίνεται σε ποσοστό περίπου 26%. Μέχρι τώρα οι
Έλληνες πολίτες προσέφευγαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στις περισσότερες περιπτώσεις, όταν η ελληνική Δικαιοσύνη καθυστερούσε στην έκδοση απόφασης και οι
καταδίκες της χώρας μας είναι ήδη αρκετές. Η
χώρα μας καταδικάστηκε το 2011 συνολικά σε πενήντα (50) υποθέσεις για υπερβολική διάρκεια της
δικαστικής διαδικασίας.
Το πρόβλημα της βραδύτητας απονομής της
δικαιοσύνης αγγίζει, τόσο την Πολιτική όσο και
τη Διοικητική δικαιοσύνη. Δεν είναι προς τιμήν
της Χώρας μας η καταδίκη της για παραβιάσεις
των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, λόγω της αδικαιολόγητης βραδύτητας απονομής της Δικαιοσύνης.
Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι σύμφωνα με το άρθρο 6
§ 1 της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και τις Θεμελιώδεις Ελευθερίες η υπόθεση οποιουδήποτε προσώπου πρέπει να δικάζεται από
το δικαστήριο εντός ευλόγου προθεσμίας. Για να
καθοριστεί το εύλογο ή μη του χρονικού διαστήματος εκδίκασης των υποθέσεων λαμβάνεται υπόψη το στάδιο στο οποίο βρίσκονταν αυτές την
20.11.1985, οπότε αναγνωρίστηκε το δικαίωμα ατομικής προσφυγής με ελληνική δήλωση. Κρίσιμος όμως είναι και ο χρόνος διάρκειας των διαδικασιών αυτών μέχρι την παραπάνω ημερομηνία.

Στον χρόνο αυτό περιλαμβάνεται τόσο αυτός που
μεσολάβησε έως την έκδοση αποφάσεων των διοικητικών οργάνων επί των ενστάσεων όσο και αυτός μέχρι την έκδοση δικαστικών αποφάσεων,
λαμβανομένων υπόψη της περιπλοκότητας της
υπόθεσης, της συμπεριφοράς των μερών και των
πραγματικών περιστατικών.
Το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων επικρίνει έντονα σε απόφασή του, την βραδύτητα
απονομής δικαιοσύνης στην Ελλάδα και ζητεί να
θεσμοθετηθεί το δικαίωμα προσφυγής και αξίωσης
αποζημίωσης, για όσους ταλαιπωρούνται από τις
σχετικές χρονοβόρες διαδικασίες.
Εκδικάζοντας την προσφυγή της Παναγούλας
Γλυκατζή19 κατά της Ελλάδος, το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καταδίκασε την Ελλάδα
(Απόφαση 30.10.12), για παραβίαση του δικαιώματος σε μία δίκαιη και σύντομη δίκη και επιδίκασε καταβολή αποζημίωσης στην 74χρονη σήμερα Παναγούλα. Με αφορμή την εκδίκαση της
προσφυγής Γλυκατζή κατά Ελλάδος, ωστόσο, το
Δικαστήριο, επικρίνει έντονα την υπερβολική
διάρκεια μέχρι την απονομή της δικαιοσύνης
στην Ελλάδα, ειδικά για τις αστικές υποθέσεις και
δίνει προθεσμία δύο ετών στην ελληνική κυβέρνηση προκειμένου να θεσμοθετήσει τις απαραίτητες διαδικασίες για την επίσπευση απονομής δικαιοσύνης. Μέχρι τότε, διευκρινίζεται στην απόφαση ότι το Δικαστήριο δεν πρόκειται να εκδικάσει καμία από τις 250 προσφυγές Ελλήνων που
εκκρεμούν και αναφέρονται στην χρονοβόρα
διάρκεια των αστικών διαδικασιών στα ελληνικά
δικαστήρια.
Με την ίδια απόφαση το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι εξαντλείται το περιθώριο των δύο χρόνων
που έδωσε στην Ελλάδα, προκειμένου να θεσμοθετήσει νομικές διαδικασίες με τις οποίες να επιτρέπεται, τόσον η δυνατότητα κατάθεσης προσφυγής
όσον και η απαίτηση αποζημίωσης, σε όσους υφίστανται τις συνέπειες από την πολυετή καθυστέρηση της εκδίκασης των υποθέσεών τους από την
ελληνική Δικαιοσύνη.
Το Δικαστήριο υπογραμμίζει ακόμη ότι, κατά
την δεκαετία 1999-2009 εξέδωσε πάνω από 300 καταδικαστικές αποφάσεις εναντίον της Ελλάδος,
για παραβίαση του δικαιώματος προσφυγής σε

_________

_________

18. Βλ. Χ ρ ή σ τ ο υ Ζ έ ρ β α , «Δικαιοσύνη slow
motion», Εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» 22.10.2007.

19. Βλ: http://www.ant1iwo.com/ellada/2012/10/
30/thn-nradythta-aponomhs-dikaiosynhs-sthn/

2012

ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ

μία δίκαιη και σύντομη δίκη και για παραβίαση
του δικαιώματος υποβολής μιας πραγματικής
προσφυγής.
2.1.1.-Το δικαστήριο του Στρασβούργου με την
από 22.5.2003 απόφασή του Κυρτάτος κατά Ελλάδος20, με την ερμηνεία που έδωσε στο άρθρο 6
ΕΣΔΑ, αφού έδωσε ερμηνευτικές λύσεις στην εφαρμογή του άρθρου της ΕΣΔΑ, έθεσε το κεφαλαιώδους σημασίας για την ελληνική έννομη τάξη
ζήτημα της συμμόρφωσης της Διοίκησης προς τις
δικαστικές αποφάσεις21. Η συγκεκριμένη απόφαση αφορά στην εκτέλεση ακυρωτικών αποφάσεων
του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Σύμφωνα με προγενέστερη νομολογία του
ΕΔΔΑ στο ζήτημα της μη συμμόρφωσης της Διοί-

_________
20. Βλ. Αποφαση 22-5/2003 ΕΔΔΑ (ΕΔΚΑ 2003/
497). Με την απόφαση κρίθηκε ότι: Η εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης εμπεριέχεται στην έννοια της δίκης
για τους σκοπούς του άρθρ. 6 ΕΣΔΑ. Παράλειψη επί
επτά χρόνια της Διοίκησης να λάβει μέτρα για τη συμμόρφωση με δυο τελεσίδικες αποφάσεις του ΣτΕ συνιστά παραβίαση του άρθρ. 6 ΕΣΔΑ.
21. Βλ. ΣτΕ 3586/2011: «… τα αρμόδια όργανα του
Δημοσίου, το οποίο ήταν διάδικος στη δίκη, συμμορφούμενα με την ακυρωτική δικαστική απόφαση κατά
την § 1 του άρθρου 198 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, οφείλουν, κατά τη ρητή επιταγή του νόμου, να
προβούν σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες προκειμένου
να λειτουργήσει εκ νέου η αναγκαστική σύμβαση εργασίας, με όλες τις εντεύθεν συνέπειες, μεταξύ των οποίων
και η καταβολή αναδρομικών αποδοχών, ώστε ο προστατευόμενος να βρεθεί στη θέση που θα βρισκόταν αν
δεν είχαν μεσολαβήσει η, παράνομη κατά τη δικαστική
απόφαση και ακυρωθείσα με αυτήν, απόφαση της δευτεροβάθμιας Επιτροπής και η συνεπεία αυτής απόλυσή
του [πρβλ. αποφάσεις Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΔΑ) της 22.5.2005, Ιερά
Μονή Προφήτου Ηλίου Θήρας κατά Ελλάδος και της
22.5.2003, Κυρτάτος κατά Ελλάδος]. Οι υποχρεώσεις
αυτές των οργάνων του Δημοσίου, που απορρέουν από
ρητές και συγκεκριμένες δημοσίου δικαίου διατάξεις,
είναι άσχετες από την τυχόν, κατά τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου, ευθύνη του εργοδότη έναντι του αναγκαστικώς τοποθετηθέντος, η οποία ευθύνη, τυχόν
υφισταμένη, κατ’ ουδέν επηρεάζει ούτε αναιρεί τις ανωτέρω αυτοτελείς υποχρεώσεις του Δημοσίου. Από την
παράλειψη δε των αρμόδιων οργάνων του Δημοσίου
να προβούν στις ενέργειες αυτές δημιουργείται ευθύνη
του Δημοσίου προς αποζημίωση κατά το άρθρο 105 του
Εισ.Ν.Α.Κ. μπορεί, επιπλέον, να συντρέξουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 932 του Α.Κ.»

2797

κησης προς τις δικαστικές αποφάσεις22, όπως στην
υπόθεση Hornsby κατά Ελλάδας, απόφαση της
19.3.1997, είναι αντίθετη στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ η
παράλειψη συμμόρφωσης προς αποφάσεις23 του
Συμβουλίου της Επικρατείας, οι οποίες είχαν ακυρώσει αρνήσεις της Δ/νσης Δευτεροβάθμιας
Εκπαίδευσης για χορήγηση άδειας φροντιστηρίου
σε Άγγλους υπηκόους.
Το ΕΔΔΑ τόνισε, ότι το άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ
θα ήταν ατελές και χωρίς νόημα, αν η εθνική έννομη τάξη ενός Κράτους-μέλους της ΕΣΔΑ ανεχόταν να παραμείνει ανεφάρμοστη μια τελεσίδικη
δικαστική απόφαση. Συμπεριέλαβε κατά συνέπεια
στην έννοια «δίκαιη δίκη» και την εκτέλεση των
δικαστικών αποφάσεων.
Στην υπόθεση Γεωργιάδης κατά Ελλάδας,
απόφαση της 28.3.2000, κρίθηκε επίσης, ότι με τη
μη συμμόρφωση σε αμετάκλητη απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την οποία είχε επιδικασθεί ποσό συμπληρωματικής σύνταξης, παραβιάζεται το άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ.
Κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 6 § 1 της
ΕΣΔΑ εφαρμόζεται σε διαφορές σχετικές με δικαιώματα και υποχρεώσεις αστικής και ποινικής
φύσεως. Οι έννοιες αυτές δεν ερμηνεύονται στενά.
Ακόμα, δηλαδή, και αν μία υπόθεση θεωρείται στο
εθνικό δίκαιο ως διοικητικής φύσεως, τούτο δεν
σημαίνει, ότι αποκλείεται να εμπίπτει στο πεδίο
εφαρμογής του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ.
Αποφασιστικής σημασίας είναι η ύπαρξη μεταξύ των μερών μίας διαφοράς, το αντικείμενο της
οποίας να αφορά δικαιώματα και υποχρεώσεις
αστικής ή ποινικής φύσεως, έτσι ώστε το αποτέλεσμα της διαδικασίας να επιδρά σε αυτά, ανεξάρτητα από τη νομική θέση των μερών (ως ιδιωτών,
νομικών προσώπων, διοικητικών αρχών κ.λπ.), τη

_________
22. Βλ. 19-5/2010 ΕΣ (Ολ.) (ΝοΒ 2010. 1558). Συμμόρφωση της διοίκησης προς το διατακτικό μιας δικαστικής απόφασης. Περιεχόμενο της υποχρέωσης αυτής.
Αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων και προσωρινές διαταγές. Θέση ότι η προσωρινή δικαστική προστασία έχει
συνταγματική κατοχύρωση και αναγνώριση από την
ΕΣΔΑ. Υποχρέωση της διοίκησης να συμμορφώνεται
και με αυτές τις αποφάσεις και τις πράξεις.
23. Βλ. 2-7/2009 ΕΔΔΑ (ΠειρΝ 2009. 380). Παραβίαση της σύμβασης από τη θέσπιση ανώμαλα μεγάλης
προθεσμίας για την εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης. Απόφαση: Ψυχιατρική Κλινική «ΑΘΗΝΑ» Βρηλισσίων και Κλινική Αυράκου ΚΑΤΑ Ελλάδας.

2798

ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ

φύση των εφαρμοστέων νομικών διατάξεων (ιδιωτικού δικαίου, δημοσίου δικαίου κ.λπ.) ή το χαρακτήρα του αρμόδιου δικαστηρίου (πολιτικό δικαστήριο, διοικητικό δικαστήριο, ποινικό δικαστήριο κ.λπ).
Έτσι, με μία σειρά αποφάσεων το ΕΔΔΑ έκρινε,
ότι ορισμένες κατηγορίες διοικητικών διαφορών
είναι αποφασιστικές για δικαιώματα και υποχρεώσεις αστικής φύσεως και υπάγονται κατά συνέπεια στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 6 § 1
της ΕΣΔΑ.
Τέτοιες είναι, για παράδειγμα, η αίτηση ακυρώσεως κατά αποφάσεως ανακλήσεως της άδειας
λειτουργίας ιδιωτικής κλινικής και της άδειας άσκησης του ιατρικού επαγγέλματος (βλ. απόφαση
Konig της 28.6.1978), η εγγραφή στο δικηγορικό
σύλλογο (βλ. απόφαση Η. κατά Βελγίου της 30.11.
1987), η διοικητική ανάκληση άδειας διανομής
αλκοολούχων ποτών (βλ. απόφαση Tre Τraktoker
Aktiebolag της 7.7.1989), η χορήγηση εγκρίσεως
απαλλοτριώσεως στην κοινότητα για χωροταξικούς και πολεοδομικούς σκοπούς (βλ. απόφαση
Boden της 27.10.1987), η άρνηση χορήγησης μιας
οικοδομικής άδειας από τις αρμόδιες αρχές (βλ.
απόφαση Allan Jacobsson της 25.10.1989) κ.λπ.
Η συμμόρφωση της Διοίκησης στις συγκεκριμένες ακυρωτικές αποφάσεις κρίνεται βάσει της
προαναφερθείσας νομολογίας του ΕΔΔΑ, επιβεβλημένη λόγω της συμπερίληψης στην έννοια της
«δίκαιης δίκης» της εκτέλεσής τους.
Στην υπόθεση Αρβανιτάκη – Ρομποτή κατά
Ελλάδος, απόφαση της 15.2.2008, το Δικαστήριο
έκρινε ότι: «Συντρέχει λόγος να υπενθυμισθεί καταρχήν ότι, όταν διαπιστώνει παραβίαση μίας
διάταξης της Σύμβασης, το Δικαστήριο μπορεί να
επιδικάσει στον ενδιαφερόμενο ένα ποσό για την
ηθική βλάβη που υπέστη. Το ποσό αυτό στοχεύει
στην επανόρθωση της αγωνίας, της ταλαιπωρίας
και της αβεβαιότητας που απορρέουν από την
παραβίαση αυτή (βλέπε Comingersoll S.A. κατά
Πορτογαλίας [GC], αριθ. 35382/97, § 29, CEDH
2000-IV). Συνεπώς, όταν η διάρκεια μίας διαδικασίας είναι υπερβολικά μακρά, το επιδικαστέο για
ηθική βλάβη ποσό πρέπει να λαμβάνει υπόψη αυτό το είδος βλάβης που μπορεί να υπέστη ο ενδιαφερόμενος. Τα τελευταία χαρακτηριστικά μίας
κοινής διαδικασίας μπορεί με τη σειρά τους να
γεννήσουν στους ενδιαφερόμενους την προσδοκία
να επιδείξει το Κράτος ταχύτητα στον χειρισμό

τόμος 60

της υπόθεσής τους. Συνεπώς, αδικαιολόγητες καθυστερήσεις στον τομέα αυτό δύνανται να επιβαρύνουν τη βλάβη που ενδεχομένως υπέστησαν οι
ενδιαφερόμενοι.
Με την απόφαση 1-12/2009 ΕΔΔΑ Αρ. Πρ.
7269/05 (ΕΔΚΑ 2011. 493) κρίθηκε από το ΕΔΔΑ,
ότι δεν κατοχυρώνεται αξίωση κατά του κράτους
για εγγύηση ορισμένου επιπέδου ζωής, αλλά απαιτείται ο δικαιούχος να αντιμετώπισε πραγματικό και άμεσο κίνδυνο για τη ζωή του ή τη σωματική του ακεραιότητα (Υπόθεση Florin Huc κατά
Ρουμανίας και Γερμανίας).
2.1.2.-Ν. 4055/2012. Αίτηση για δ ίκαιη ικανοποίηση λόγω υπερβάσεως
της εύλογης διάρκειας της Διοικητικής
Δίκης (Απόφαση 4467/2012 του Σ τΕ).
Προς θεραπεία της ανάγκης εύλογης ικανοποιήσεως των πολιτών από την καθυστέρηση απονομής της δικαιοσύνης, με τις διατάξεις των άρθρων 53 έως 58 του ν. 4055/2012 θεσμοθετήθηκε,
ως νέο ένδικο βοήθημα, η αίτηση για δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπερβάσεως της εύλογης διάρκειας της διοικητικής δίκης, η οποία ασκείται ανά
βαθμό δικαιοδοσίας και από κάθε διάδικο (πλην
του Δημοσίου και των δημοσίων νομικών προσώπων τα οποία συνιστούν κυβερνητικούς οργανισμούς, κατά την έννοια του άρθρου 34 της ΕΣΔΑ)
και στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών.
Όπως προκύπτει και από τη σχετική με τις διατάξεις των άρθρων αυτών αιτιολογική έκθεση, οι
επίμαχες ρυθμίσεις θεσπίσθηκαν κατ’ επίκληση
των άρθρων 6 § 1 και 13 της ΕΣΔΑ, καθώς και σε
συμμόρφωση προς την απόφαση – πιλότο του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της 21.12.2010, Αθανασίου κ.λπ. κατά Ελλάδος.
Κρίθηκε με την ιστορική με αριθμό 4467/2012
απόφαση του Γ’ Τμήματος (Μονομελές) του ΣτΕ24
(Πρόεδρος Μ. Βηλαράς, Σύμβουλος) ότι, ο εύλογος χαρακτήρας της διάρκειας μιας διαδικασίας
εκτιμάται σύμφωνα με τις συνθήκες της υποθέσεως και αφού ληφθούν υπόψη τα κριτήρια που

_________
24. Βλ. σε ΝοΒ 2012 (τεύχος Νοεμβρίου 2012) σ. 2539
με σχόλιο Α ν τ . Π . Α ρ γ υ ρ ο ύ .

2012

ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ

έχει διαπλάσει η νομολογία του Ευρωπαϊκού
Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και
καθιερώνει ήδη το άρθρο 57 § 1 του ν. 4055/2012,
όπως, ειδικότερα, η πολυπλοκότητα της υποθέσεως, η συμπεριφορά του προσφεύγοντος και
των αρμοδίων αρχών, καθώς και η σημασία (διακύβευμα) της διαφοράς για τους ενδιαφερόμενους.
Αξιοσημείωτοι, όμως, είναι και οι ισχυρισμοί
του Δημοσίου για την επιδίκαση του ύψους του
ποσού ως δίκαιη ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, λόγω της προαναφερόμενης παραβίασης του
δικαιώματός του σε ταχεία απονομή της δικαιοσύνης του, εν όψει του σημερινού βιοτικού επιπέδου της Χώρας. Το δικαστήριο απάντησε με τις
ακόλουθες ενδιαφέρουσες σκέψεις του, που βρίσκονται πλέον στην σταθεροποιημένη γραμμή της
πρόσφατης νομολογίας σχετικά με την τρέχουσα
δημοσιονομική κρίση: «Στο πλαίσιο αυτό, δεν
μπορεί να παραγνωρισθεί η προκύπτουσα από
τα διαθέσιμα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής πτώση του βιοτικού επιπέδου στην
Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, η οποία είναι απότοκη του σοβαρότατου κλονισμού της δημοσιονομικής ισορροπίας του ελληνικού Κράτους, λόγω της εκτόξευσης σε πρωτοφανή για την ιστορία των δημοσίων οικονομικών της Χώρας επίπεδα του δημοσίου ελλείμματος και του δημοσίου χρέους (το οποίο ανήλθε, το έτος 2011, σε
165,3% επί του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος
– ΑΕΠ), καθώς και λόγω της συνεχιζόμενης σοβαρής ύφεσης, η οποία απομειώνει συνεχώς το
ΑΕΠ της Χώρας (από 233 δισεκατομμύρια ευρώ
το έτος 2008 σε 215 δισεκατομμύρια το έτος 2011)
και, συνακόλουθα, το διαθέσιμο κατά κεφαλή
εισόδημα».
Το δικαστήριο επιδίκασε αποζημίωση, αφού
έλαβε υπόψη το ύψος του «σημερινού βιοτικού
επιπέδου της Χώρας».
Ο συνυπολογισμός όμως των δυσμενών οικονομικών συνθηκών του ζημιώσαντος Δημοσίου
δεν πρέπει σε κάθε περίπτωση, να οδηγεί στην
πλήρη απαλλαγή του από την αξίωση της ηθικής
βλάβης, γιατί τότε ματαιώνεται ο σκοπός του νομοθέτη, για την καταβολή αποζημίωσης λόγω καθυστέρησης έκδοσης δικαστικής απόφασης από
την ελληνική Δικαιοσύνη, που προβλέπεται για
πρώτη φορά στα άρθρα 53 έως 58 του ν. 4055/
2012.

2799

2.2.- Η διάπλαση της νομολογίας των Εθνικών Δικαστηρίων
Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του
Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) έχει πράγματι γίνει μοχλός
ανανέωσης της νομολογίας των ελληνικών δικαστηρίων, τα οποία ενστερνίζονται πλήρως την αρχή του άμεσου αποτελέσματος των αποφάσεων
του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.
Αξίζουν μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα που τα Δικαστήριά μας ξεπερνούν ακόμα και
την νομολογία του ΕΔΔΑ:
2.2.1.- Η Ολομέλεια του Συμβουλίου
της Επικρατείας έκρινε ως εξής:
α.- Με την 2152/200025 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε, ότι σύμφωνα με το
άρθρο 20 § 1 και 2 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με το άρθρο 6 § 3 ΕΣΔΑ, πηγάζει το δικαίωμα
συμπαράστασης δικηγόρου στις συνεδριάσεις των
ανακριτικών (πειθαρχικών) συμβουλίων και τούτο ανεξαρτήτως της βαρύτητας της επαπειλούμενης πειθαρχικής ποινής. Και εδώ η νομολογία του
ΣτΕ φαίνεται να υπερακοντίζει τις επιταγές της
ΕΣΔΑ, αφού το δικαίωμα στη δίκαιη δίκη, έτσι
όπως ερμηνεύεται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο,
δεν εφαρμόζεται αυτόματα σε όλες τις πειθαρχικές
διαδικασίες που αφορούν δημόσιους υπάλληλους
(βλ. ΣτΕ 255/2001, 2914/2002, 2754/2002, 2086/
2002).
β.- Με την 2364/200426 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, κρίθηκε ότι είναι αντισυνταγματικές οι διατάξεις του άρθρου 7 § 1 και του
άρθρου 12 § 1 του π.δ. 269/1993, με τις οποίες απαγορεύεται πλήρως η συμπαράσταση δικηγόρου
στις συνεδριάσεις του πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου ανακριτικού συμβουλίου που επιλαμβάνονται των πειθαρχικών υποθέσεων των στρατιωτικών.
γ.- Με την 1294/200327 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, κρίθηκε ότι τα εκκλησιαστικά
δικαστήρια είναι όργανα της Εκκλησίας της Ελ-

_________
25. Βλ. ΔΔΙΚΗ/2001. 96.
26. Bλ. και ΣτΕ 2632/2011.
27. Bλ. ΣτΕ 4120/2005, ΣτΕ 644/2010.

2800

ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ

λάδος και όταν επιβάλλουν ποινές που επηρεάζουν αμέσως και την υπηρεσιακή σχέση του κληρικού ή του μοναχού, καθώς και τα δικαιώματα
που απορρέουν από αυτή, έχουν χαρακτήρα πειθαρχικών συμβουλίων. Οι εκδιδόμενες από αυτά
αποφάσεις είναι εκτελεστές διοικητικές πράξεις
και υπόκεινται σε αίτηση ακύρωσης ενώπιον του
ΣτΕ. Υπάρχει η δυνατότητα παραστάσεως των
πειθαρχικώς διωκομένων κληρικών και μοναχών
ενώπιον των εκκλησιαστικών δικαστηρίων με ή
χωρίς συνήγορο, ακόμη και μη κληρικό δικηγόρο.
δ.- Με την 2807/200228 Απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι,
οι διατάξεις των άρθρων 22 § 4 του ν. 1868/ 1989
και 4 § 1α του ν. 2479/1997, κατά το μέρος που με
αυτές διαφοροποιείται εις βάρος του ιδιώτη διαδίκου η προθεσμία άσκησης ενδίκου μέσου του
Δημοσίου και των ιδιωτών διαδίκων, είναι ανίσχυρες ως αντικείμενες στα άρθρα 4 § 1 και 20 § 1
του Συντάγματος. Με την απόφαση αυτή έγινε επέκταση της αναστολής προθεσμιών κατά τη
διάρκεια των δικαστικών διακοπών και στους ιδιώτες διαδίκους, όσον αφορά στην διάρκεια της
αναστολής των εις βάρος τους προθεσμιών κατά
την διάρκεια των δικαστικών διακοπών, ενόψει
και της από 11.1.2001 αποφάσεως του Ευρωπαϊκού
Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου
(υπ’ αριθ. 38460/97 προσφυγή Πλατάκου κατά
Ελλάδος).
Ο Άρειος Πάγος και το Ελεγκτικό Συνέδριο
έκριναν ως εξής:
α.- Με την απόφαση 40/199829, ο Άρειος Πάγος
(Ολ.), παραπέμποντας σε σχετικές αποφάσεις του
Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, αναγνώρισε ότι το δικαίωμα στην ιδιοκτησία, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής του
και ενοχικά -και όχι μόνο εμπράγματα δικαιώματα30. Έτσι, οι ενοχικές αξιώσεις προστατεύθηκαν

_________
28. Bλ. NoB 2003/766, 717/2011 ΣτΕ (NOB 2011/
1934).
29. Αρμ. 1999. 412, ΕλλΔνη 1999. 46, Δ 1999. 230,
ΕΔΚΑ 1999. 138, ΕΕΜΠΔ 1999. 28, ΕεργΔ 1999. 694,
NoB 1999. 752, ToΣ 1999. 103.
30. Η ΑΠ 9/2008, εκρινε την έννοια της περιουσίας
κατά το Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ. Αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης βλ Δ 2008. 716. Με το άρθρο 1 του
Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής
Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του

τόμος 60

για πρώτη φορά στη βάση κανόνων υπερνομοθετικής ισχύος.
β.- Σύμφωνα με την απόφαση 147/2010 το Ελεγκτικό Συνέδριο (Ολ.) έκρινε ότι στην έννοια της
περιουσίας περιλαμβάνονται και οι απαιτήσεις
για σύνταξη31 και κοινωνικοασφαλιστικές εν γένει
παροχές.
γ.- Με την απόφαση 21/200132 που αφορά την
Εκτέλεση κατά του Δημοσίου και των ΟΤΑ33, ο
_________
Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ),
που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 53/1974
και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος,
αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο
μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι
μόνο εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα «περιουσιακής φύσεως» και τα κεκτημένα
«οικονομικά συμφέροντα». Καλύπτονται έτσι τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα απαιτήσεις,
είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει προσδοκία, με βάση το ισχύον έως την
προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (ΟλΑΠ 40/1998). Τέτοιες απαιτήσεις (ενοχικά δικαιώματα) είναι και εκείνες του εργατικού δικαίου, που στρέφονται κατά του Κράτους. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται και οι απαιτήσεις από
τακτικές αποδοχές (μισθούς κ.λπ.), που καταβάλλονται
σε εργαζόμενους στο δημόσιο τομέα και οι οποίες δεν
μπορούν να μειωθούν παρά μόνο για λόγους δημόσιας
ωφέλειας, η συνδρομή της οποίας υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (ΟλΑΠ 3/1998). Επίσης, η αρχή
της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, που εντάσσεται
στις θεμελιώδεις αρχές της Κοινότητας, αποβλέπει να
διασφαλίσει τον πολίτη από την απρόβλεπτη μεταβολή
καταστάσεων και εννόμων σχέσεων, που διέπει το κοινοτικό δίκαιο. Η αρχή αυτή πρέπει να εφαρμόζεται και
στο εσωτερικό δίκαιο καθόσον αφορά το ύψος των αποδοχών των εργαζομένων, οι οποίοι δικαιολογούνται
να τρέφουν προσδοκίες ότι αυτές δεν θα μειωθούν αδικαιολόγητα στο μέλλον.
31. Βλ. ΟλΕλΣυν 26/2010. Θάνατος άγαμου δημοτικού υπαλλήλου και μεταβίβαση της σύνταξής του στον
πατέρα του από την επόμενη του θανάτου, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Αυτός διέθετε «περιουσία», κατά την § 1 του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, από το χρόνο θεμελίωσης του συνταξιοδοτικού δικαιώματος.
32. Βλ. ΑρχΝ 2002. 86, ΕλλΔνη 2002. 83, ΔΕργΝ 2002.
185, Δ 2002. 20, ΕΔΚΑ 2002. 122, ΕΕργΔ 2002. 494,
ΑρχΝ 2002. 456.
33. Βλ. ΜΠρΑθ 2913/2005 (Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟ-

2012

ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ

Άρειος Πάγος (Ολ.) έκρινε ότι είναι επιτρεπτή η
εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων που επιδικάζουν
χρηματικές απαιτήσεις, καθώς και η επίδοση επιταγής προς πληρωμή τέτοιων απαιτήσεων κατά
του Δημοσίου και των ΟΤΑ. Τούτο δε διότι κρίθηκε ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 § 1
της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974
και έχει επίσης υπερνομοθετική ισχύ, συνάγεται
ότι το δικαίωμα της ελεύθερης πρόσβασης σε δικαστήριο περιλαμβάνει και την πραγματική ικανοποίηση του δικαιώματος που επιδικάσθηκε από
το δικαστήριο, δηλαδή το δικαίωμα της αναγκαστικής εκτέλεσης. Για τη διασφάλιση του δικαιώματος αυτού, είναι αναγκαίο όπως στους εκτελεστούς τίτλους, που μπορούν να εκτελεσθούν κατά
του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ν.π.δ.δ., συμπεριληφθούν και οι διαταγές πληρωμής, διότι προσομοιάζουν λειτουργικά με δικαστικές αποφάσεις,
καθόσον, αφενός επιλύουν διαφορές, αφετέρου
ανταποκρίνονται στα βασικά γνωρίσματα της δικαστικής προστασίας, ενόψει της παρεχόμενης
στον καθ’ ου δυνατότητας να προβάλλει με ανακοπή τους ισχυρισμούς του, τόσο ως προς τη συνδρομή των όρων εκδόσεως της διαταγής, όσο και
ως προς την ουσία της κατ’ αυτού απαίτησης του
αντιδίκου του. Κρίθηκε, άλλωστε, ότι η νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 20 του ν. 3301/04 περί μη
εκτελέσεως ορισμένων εκτελεστών τίτλων του άρθρου 904 § 2 ΚΠολΔ έναντι των Δημοσίου, ΟΤΑ
κ.λπ., είναι, ως προς τις διαταγές πληρωμής, ανίσχυρη ως αντισυνταγματική34.

_________
ΜΟΣ, ΔΕΕ 2005. 1208, Αρμ 2006. 441, Δ 2006. 529, Δ
2005. 1267). Αναγκαστική εκτέλεση κατά ΟΤΑ βάσει διαταγής πληρωμής. Απορρίπτει αίτηση αναστολής εκτέλεσης Δήμου με βάση διαταγή πληρωμής, ποσού οφειλομένου από εκτέλεση υπερσυμβατικών εργασιών από
την καθής Α.Ε., ως αντικείμενη στο άρθρο 2 § 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα σε συνδυασμό με το άρθρο 20 του Συντάγματος
και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ.
34. Βλ. ΑΠ 2347/2009 ΝΟΜΟΣ και ΕφΑΔ 2008. 103
με σχόλια Σ π . Α ν δ ρ ί τ σ ο υ , ΝοΒ 58. 1172 με σχόλια
Ε μ μ . Γ ι α ν ν α κ ά κ η και ΧρΙδΔ 2011. 115 με σχόλια
Ε λ έ ν η ς Τ σ ο υ ν ά κ ο υ - Ρ ο υ σ ι ά , ΕλΣυν Πρ. 77 της
7ης συνεδρ. της 3.3.2011 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 4486/06
ΝΟΜΟΣ και ΝοΒ 55. 679 με παρατηρήσεις Η λ ί α
Κ ω ν σ τ α ν τ ό π ο υ λ ο υ , ΕφΑθ 1837/07 ΝοΒ 55. 1143
με παρατηρήσεις τ ο υ ί δ ι ο υ , Χ. Χ ρ υ σ α ν θ ά κ η ς Δ
37. 317 επ., Κ. Χ ο ρ ο μ ί δ η ς «Η Αναγκαστική Απαλλο-

2801

δ.- Με την απόφαση 605/200735 το Ελεγκτικό
Συνέδριο (Ολ.) έκρινε σχετικά με τις χορηγίες των
προέδρων κοινοτήτων, που έχουν συνενωθεί σε
δήμους, και αναπροσαρμογή κατά τα καθορισθέντα με την ΥΑ 23891 OΛ/1998 έξοδα παράστασης.
Με τη δημοσίευση της Υπουργικής απόφασης αυτής, γεννήθηκε η αξίωση των συνταξιούχων προέδρων κοινοτήτων για αναπροσαρμογή της χορηγίας τους από 1.1.1998 και μέχρι να τροποποιηθεί
η απόφαση αυτή, η οποία έγινε με το άρθρο 10 του
ν. 2703/1999. Η διάταξη της § 2 του άρθρου 10 του
νόμου 2703/1999, κατά το μέρος που με αυτή καταλύεται αναδρομικά η αξίωση για αναπροσαρμογή χορηγιών, έστω και αν δεν προσκρούει στην
αρχή της ισότητας, αντίκειται στις διατάξεις του
άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου
της ΕΣΔΑ και δεν μπορεί να εφαρμοστεί.
ε.- Με τις αποφάσεις ΣτΕ 3319-3320/201036 (Ολ.)
_________
τρίωση»,
ΝοΒ 60 δ΄ έκδοση, § 217.IV, σ. 1320, πρβλ. και ΑΕΔ 18.
2005 ΝΟΜΟΣ και ΕΔΚΑ 2006. 1132052/2012 ΕφΑθ.
35. ΕΔΔΔ 2008. 164.
36. Το δικαστήριο έκρινε ότι: «Επειδή, στο άρθρο 6
§ 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του
Ανθρώπου (ΕΣΔΑ – ν.δ. 53/1974 - «Σύμβαση της Ρώμης
περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων» - 256 Α΄) που θεσπίζει
το ατομικό δικαίωμα σε δικαστική προστασία σύμφωνα
με τις αρχές της χρηστής απονομής της δικαιοσύνης
(«αρχή της δίκαιης δίκης»), ορίζονται τα ακόλουθα: …
το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής ΕΔΔΑ) έχει κρίνει τα εξής: Από την επίμαχη διάταξη προκύπτει, κατ’ αρχάς, ότι καθένας έχει το δικαίωμα, η υπόθεσή του να εξετασθεί από «δικαστήριο», το οποίο πρέπει να λειτουργεί με τις εγγυήσεις της ανεξαρτησίας, της αμεροληψίας και της δημοσιότητας, όταν αυτό αποφαίνεται είτε «επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του
αστικής φύσεως», είτε «επί του βασίμου πάσης εναντίον
του κατηγορίας ποινικής φύσεως». Ως «δικαστήριο» δε,
κατά την έννοια της επίμαχης διατάξεως, όπως αυτή έχει ερμηνευθεί, με πλούσια νομολογία, νοείται το όργανο εκείνο, το οποίο, αποφαίνεται, επί των υπαγομένων στην αρμοδιότητά του υποθέσεων, επί τη βάσει της
κειμένης νομοθεσίας παγίως και όχι σε συγκεκριμένες
περιπτώσεις και μετά την τήρηση ορισμένης διαδικασίας, η οποία πρέπει να τελεί υπό ορισμένες εγγυήσεις. Οι
εγγυήσεις αυτές συνίστανται, εκτός της αμεροληψίας
που πρέπει να έχει με τρόπο θεσμικά κατοχυρωμένο
έναντι των διαδίκων το εν λόγω όργανο (τήρηση ίσων
αποστάσεων από τους διαδίκους), της ανεξαρτησίας του
από τη Διοίκηση και τα άλλα συντεταγμένα όργανα της
Πολιτείας, εγγυήσεις σε ό,τι αφορά ιδίως τη σύνθεση
του οργάνου, τον διορισμό των μελών του, τη διάρκεια

2802

ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ

ακυρώθηκαν, λόγω παράβασης του άρθρου 6 της
ΕΣΔΑ και της συνταγματικά επιτασσόμενης αρχής της δημόσιας διεξαγωγής των συνεδριάσεων,
αποφάσεις της Αρχής Διασφάλισης Απορρήτου
των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ), με τις οποίες επιβλήθηκαν πρόστιμα σε δύο εταιρίες για παραβάσεις
της νομοθεσίας περί απορρήτου των επικοινωνιών, και ειδικότερα για πράξεις και παραλείψεις
αυτών, σχετικά με την παρακολούθηση τηλεφωνικών συνδιαλέξεων και την υποκλοπή του περιεχομένου τους.
2.3.- Ισότητα των διαδίκων – Ισότητα των όπλων
Η αρχή του κράτους δικαίου ανάγεται σε βασική αρχή διασφαλίσεως της νομιμότητας, δηλαδή
της τηρήσεως όχι μόνο των νόμων, αλλά και της
επιδιώξεως αυτής της ιδέας του δικαίου υπό ουσιαστική πλέον έννοια και περιεχόμενο, και ενέχει
αντίστοιχη θεσμική-συνταγματική εγγύηση. Βασικό όμως χαρακτηριστικό του κράτους δικαίου είναι η ισονομία, δηλαδή η ισότητα όλων όσων υπόκεινται στην έννομη τάξη.
Η αρχή της ισότητας37, η οποία από τους αρχαίους χρόνους ταυτίζεται με την έννοια της Δημοκρατίας38 και της Δικαιοσύνης, προβλέπεται
στο άρθρο 4 § 1 του Συντάγματος το οποίο επιτάσσει τόσο την ισότητα όλων έναντι του νόμου,
όσο και του νόμου έναντι των υποκείμενων στην

_________
της θητείας τους και τους λόγους εξαίρεσης ή παύσης
τους, του παγίου και όχι περιστασιακού ή ad hoc χαρακτήρα του, στην εκ μέρους του οργάνου αυτού εφαρμογή κανόνων δικαίου, στην δεσμευτικότητα των αποφάσεών του και, τέλος, στην θεμελιώδη για την λειτουργία
κάθε Δικαστηρίου αρχή της δημοσιότητας των συνεδριάσεών του (πρβλ. αποφάσεις ΕΔΔΑ, Β. and Ρ. κατά
Ηνωμένου Βασιλείου).
37. «Τοις πολίταις τα ίσα είναι».
38. Θ ο υ κ υ δ ί δ η , ΙΣΤ Β 37, Περικλέους Επιτάφιος
«Χρώμεθα γαρ πολιτεία ου ζηλούση τους των πέλας
νόμους, παράδειγμα δε μάλλον αυτοί όντες τίσιν ή
μιμούμενοι ετέρους, και όνομα μεν δια το μη ες ολίγους αλλ’ ες πλείονας οικείν δημοκρατία κέκληται,
μετέστι δε κατά μεν τους νόμους προς τα ίδια διάγορα πάσι το ίσον, κατά δε την αξίωσιν, ως έκαστος εν
τω ευδοκιμει, ουκ από μέρους το πλέον ες τα κοινά η
απ’ αρετής προτιμάται, αυδ’ αυ κατά πενίαν, έχων γε
τι αγαθόν δράσαι την πόλιν, αξιώματος αφάνεια κεκώλυται».

τόμος 60

έννομη τάξη39. Καθιερώνει δηλαδή, με αυξημένη
τυπική ισχύ, την υποχρέωση της ίσης μεταχείρισης
ιδίων περιπτώσεων και της μη όμοιας μεταχείρισης περιπτώσεων στον βαθμό και την έκταση που
είναι διαφορετικές. Η αρχή πάλι της ασφάλειας
του δικαίου και των συναλλαγών προϋποθέτει την
τήρηση των αρχών του κράτους δικαίου και βεβαίως της αρχής της ισότητας.
Παρεκκλίσεις ή εξαιρέσεις από την αρχή αυτή
δεν είναι παραδεκτές κατά το ισχύον Σύνταγμα.
Αυτό σημαίνει ότι ο κοινός νομοθέτης κανονικά
δεν μπορεί να παραβεί τη συνταγματική επιταγή
περί ισονομίας, σε κάθε δε περίπτωση η δικαστική
εξουσία, μέσω της ασκήσεως του διάχυτου ελέγχου40 της συνταγματικότητας που εμπίπτει στην
αρμοδιότητα των δικαστηρίων41, οφείλει να αποτρέψει οποιαδήποτε παραβίαση της αρχής της ισότητας και να μην εφαρμόσει στη συγκεκριμένη
υπόθεση που δικάζεται κανόνα του δικονομικού ή
του ουσιαστικού δικαίου που βρίσκεται σε αντίθεση με την παραπάνω αρχή. Εν τούτοις, γίνεται δεκτό τόσο στη θεωρία όσο και στη νομολογία των
δικαστηρίων ότι η αρχή της ισότητας δεν είναι ανεπίδεκτη περιορισμών στο πεδίο τουλάχιστον του
ουσιαστικού δικαίου, ενώ τελικά κάμπτεται κατ’
αποτέλεσμα, εφ’ όσον και στην έκταση που οι επιβαλλόμενοι από τον κοινό νομοθέτη περιορισμοί
εξυπηρετούν «γενικότερο δημόσιο συμφέρον». Ο
Αριστοτέλης42 χαρακτηρίζει το δημόσιο συμφέρον
ως το πολιτικόν δίκαιον - «έστι δε το πολιτικόν
αγαθόν το δίκαιον, και τούτο πάλιν το κοινό
συμφέρον». Το δημόσιο δίκαιο43 έχει δικαιολογητική βάση την αρχή44 «πότερον τω νομοθέτη νομοθετητέον τίθεσθαι τους ορθοτάτους νόμους …
Το δ’ ορθόν ληπτέον ίσως, το δ’ ίσως ορθόν προς
το της πόλεως όλης συμφέρον και προς το κοινόν
των πολιτών».
Παρατηρείται το φαινόμενο, μέσω της επικλή-

_________
39. Βλ. Π λ ά τ ω ν , Μενέξενος 238.
40. Ο οποίος αποτελεί «Συνταγματικό Κεκτημένο»
που έρχεται από τα πρώτα Συντάγματα των αγωνιστών
του ΄21.
41. Βλ. Σ α κ ε λ α ρ ο π ο ύ λ ο υ , Ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων σε www.nomosphysis.
org.gr
42. Πολιτικά 1282b.
43. Βλ. Ε π . Σ π η λ ι ω τ ό π ο υ λ ο , Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, εκδ. Σάκκουλα, Αθήναι 1982, σ. 21.
44. Βλ. Α ρ ι σ τ ο τ έ λ η ς , Πολιτικά 1283b.

2012

ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ

σεως της ανάγκης για τη θεραπεία διάφορων κοινωνικοπολιτικών σκοπών και καταστάσεων, να
επέρχεται, κατά τη θέσπιση κανόνων ουσιαστικού
δικαίου, διάσπαση της αρχής της ισότητας. Μέσα
στα πλαίσια των κρατουσών κοινωνικοπολιτικών
και οικονομικών συνθηκών, όπως αυτές διαμορφωθήκαν από τη δημιουργία του Νεοελληνικού
Κράτους, αλλά και την ύπαρξη πραγματικών και
ενίοτε επιτακτικών ζητημάτων, επί μακρόν το
Κράτος νομοθετούσε θέτοντας το Ελληνικό Δημόσιο εκτός των δικονομικών πλαισίων που ισχύουν
για όλους τους λοιπούς διαδίκους. Η σχετική νομοθεσία είναι διάσπαρτη σε πληθώρα νομοθετικών κειμένων, με κυριότερο το κωδικοποιημένο
διάταγμα της 26.6/10.7.1944 «Περί κώδικος των
νόμων περί δικών του Δημοσίου».
Η αξίωση παροχής έννομης προστασίας του
άρθρου 20 του Συντάγματος αποτελεί κατοχυρωμένο ατομικό δικαίωμα, το οποίο η Οικουμενική
Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (10.12.
1948) αναφέρει στο άρθρο 8 και το κατοχυρώνει
στα άρθρα 5 § 3, 6, 13 η ΕΣΔΑ. Περαιτέρω, η θεμελιώδης συνταγματική αρχή της ισότητας του άρθρου 4 του Συντάγματος αποτελεί αναμφισβήτητα, πέραν των άλλων, και θεμελιώδη δικονομικό
κανόνα στο σύστημα απονομής της Δικαιοσύνης
στον τόπο μας. Έτσι, οι δικονομικές διατάξεις δεν
επιτρέπεται να καθιερώνουν αποκλίνουσα ρύθμιση των αυτών διαδικαστικών φαινομένων.
Ο κανόνας της δικονομικής ισότητας45 των διαδίκων, αποτελεί πάγια ρύθμιση του δικονομικού
μας συστήματος46, καθιερώθηκε με το άρθρο 76 § 1
του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας του 183447.
Στον ισχύοντα Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αναφέρεται στο άρθρο 110 ότι: «Οι διάδικοι έχουν τα
αυτά δικαιώματα και τας αυτάς υποχρεώσεις και είναι ίσοι ενώπιον του δικαστηρίου». Η ίδια διάταξη που
καθιερώνει την ισότητα των διαδίκων επαναλαμβάνεται στον ισχύοντα Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, στο άρθρο 40 του ν. 2717/ 1999, αλλά και
στο άρθρο 47 § 1 ΚΦΔ (π.δ. 331/ 1985). Η διάταξη,
αναμφισβήτητα, σημαίνει την απονομή των ιδίων
ακριβώς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ανεξάρ_________
45. Βλ. Κ. Δ. Κ ε ρ α μ ε ύ ς , «Αστικό Δικονομικό Δίκαιο», Γενικό Μέρος, εκδόσεις Σάκκουλα 1986, σ. 95.
46. Βλ. Β. Ρ ή γ α , Η δικανική ισότητα κατά τη ΕΣΔΑ
και τα δικονομικά προνόμια του Ελληνικού Δημοσίου.
ΕλλΔνη 2003. 302.
47. Βλ. ΑΠ 74/1847, 5/1866.

2803

τητα από την ιδιότητα του διαδίκου ως φυσικού ή
νομικού προσώπου (και οπωσδήποτε και του Δημοσίου) ή τη θέση του στη δίκη ως επιτιθεμένου ή
αμυνομένου.
Η ισότητα των διαδίκων48 εξασφαλίζεται άλλωστε και από τον συνδυασμό του άρθρου 6 της
ΕΣΔΑ με το άρθρο 14 αυτής.
Στο άρθρο 14 της ΕΣΔΑ απαγορεύονται οι διακρίσεις ως προς την απόλαυση των κατοχυρωμένων δικαιωμάτων και ελευθεριών. Το άρθρο αυτό
δεν λειτουργεί αυτόνομα, αλλά μόνο σε συνδυασμό προς κάποια άλλη ουσιαστική διάταξη της
ΕΣΔΑ. Η αρχή της ισότητας των διαδίκων, εκφράζεται με την ίση μεταχείριση από τον νόμο των
διαδίκων, δηλαδή, της «ισότητας των όπλων». Η
δικονομική ισότητα των διαδίκων μαζί με την αρχή του φυσικού δικαστή και το δικαίωμα ακροάσεως αποτελούν τις απαράβατες προϋποθέσεις
πάνω στις οποίες στηρίζεται η «δίκαιη δίκη» του
άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ, σύμφωνα με την οποία:
«Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς
του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής
προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου
δικαστηρίου …».
Όπως έχει ερμηνευθεί η διάταξη του άρθρου 6
§ 1 της ΕΣΔΑ, η έννοια του όρου «δικαίως» δεν
αναφέρεται στην ορθότητα της αποφάσεως, αλλά
στην έγκαιρη, ουσιαστική και αδιάβλητη υπό δικονομικές εγγυήσεις διεξαγωγή της δίκης49. Το
άρθρο 6 της ΕΣΔΑ αναφέρεται ρητά μόνο σε αστικές και σε ποινικές δίκες.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων
του Ανθρώπου, με την πάγια νομολογία του, έχει
διευρύνει σημαντικά το πεδίο εφαρμογής του άρθρου αυτού, δεχόμενο ότι ως αστικές νοούνται όλες οι δίκες που έχουν αντικείμενο ή επιπτώσεις
επί αστικών γενικά δικαιωμάτων. Έτσι, θεωρεί ως
αστικές και τις ενώπιον των διοικητικών δικαστη-

_________
48. Με εξαιρετικές σκέψεις για την αντισυνταγματικότητα των διατάξεων του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, για το αναλογικό παράβολο έφεσης σε φορολογικές υποθέσεις η ΟλΣτΕ 3470/2007, (βλ ΛΟΓΙΣΤΗΣ
2008/342, ΔΦΟΡΝ 2008/345 και ιδία της μειοψηφίας
για την θέσπιση του παραβόλου, με το άρθρο 277 του
Κώδικος Διοικητικής Δικονομίας, ως προϋποθέσεως
παραδεκτού της εφέσεως. Βλ όμως και 1619/2012 ΣΤΕ,
601/2012 ΣΤΕ (Ολ.).
49. Βλ. ΔΣΑ «Η Προστασία των δικαιωμάτων του
ανθρώπου στην Ευρώπη», Αθήνα 2006 σ. 65.

2804

ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ

ρίων, του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή των πειθαρχικών Συμβουλίων, αλλά και τις διαφορές από επιβολή ασφαλιστικών εισφορών κ.λπ. δίκες, αρκεί το
αντικείμενο ή οι συνέπειές τους να είναι περιουσιακές ή να επάγονται κυρώσεις επί αστικών δικαιωμάτων. Αν δεν υφίσταται το αυτονόητο δικαίωμα στην ισότιμη δίκη σε όλους τους διαδίκους, τότε αναμφισβήτητα δεν υφίσταται «δίκαιη
δίκη».
Το Ελληνικό Δημόσιο με μεγάλο αριθμό νομοθετικών ρυθμίσεων έχει επιτύχει σε υπέρ αυτού εξαιρετικές ρυθμίσεις που αποκλίνουν της δικονομικής ισότητας. Ο λόγος της υπάρξεως τέτοιων εξαιρετικών ρυθμίσεων είναι η επίκληση λόγων
«δημοσίου συμφέροντος», που αναμφισβήτητα σε
κάποιες περιπτώσεις είναι δυνατόν να γίνουν ανεκτοί, σε κάθε όμως περίπτωση πρέπει να εξετάζονται υπό το πνεύμα της ΕΣΔΑ και της αρχής του
κράτους δικαίου, η οποία διατρέχει οριζόντια όλη
την έννομη τάξη, αλλά και της αρχής της αναλογικότητας. Η απόκλιση από τη δικονομική ισότητα των διαδίκων δεν είναι επιτρεπτή, ακόμη και
όταν διάδικος είναι το Δημόσιο, οι Ο.Τ.Α.
Η αξίωση παροχής έννομης προστασίας του
άρθρου 20 του Συντάγματος αποτελεί κατοχυρωμένο ατομικό δικαίωμα, το οποίο η Οικουμενική
Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (10.12.
1948) αναφέρει στο άρθρο 8 και κατοχυρώνει στα
άρθρα 5 § 3, 6, 13 η ΕΣΔΑ.
Περαιτέρω η θεμελιώδης συνταγματική αρχή
της ισότητας του άρθρου 4 του Συντάγματος, αποτελεί αναμφισβήτητα πέραν των άλλων και θεμελιώδη δικονομικό κανόνα στο σύστημα απονομής
της Δικαιοσύνης στον τόπο μας. Έτσι οι δικονομικές διατάξεις δεν επιτρέπεται να καθιερώνουν αποκλίνουσα ρύθμιση των αυτών διαδικαστικών
φαινομένων.
Το Ελληνικό Δημόσιο με μεγάλο αριθμό νομοθετικών ρυθμίσεων έχει επιτύχει σε υπέρ αυτού
ρυθμίσεις: «Οθωμανικής εμπνεύσεως και λογικής
κάθε είδους και μορφής προνόμια ...»50.
Παρατηρείται το φαινόμενο, μέσω της επικλήσεως της ανάγκης για τη θεραπεία διάφορων

_________
50. Βλ. Καθηγητής Ν ί κ ο ς Ν ί κ α ς , εισήγηση «Η
αρχή της ισότητας των όπλων και τα διαδικαστικά
προνόμια του Δημοσίου στην πολιτική δίκη», Εθνική
Σχολή Δικαστών «Τα προνόμια του Δημοσίου στο Κράτος Δικαίου», Θεσσαλονίκη 20.10.2003.

τόμος 60

κοινωνικοπολιτικών σκοπών και καταστάσεων, να
επέρχεται, κατά τη θέσπιση κανόνων ουσιαστικού
δικαίου, διάσπαση της αρχής της ισότητας.
Τροχοπέδη στην αξίωση παροχής έννομης
προστασίας του άρθρου 20 του Συντάγματος, είναι η συνεχής επιβολή νομοθετικών μέτρων που
δυσχεραίνουν την πρόσβαση στη Δικαιοσύνη, τετοια είναι η νομοθετική καθιερωση υψηλού παραβόλου51,προκαταβολής φόρου κλπ.
Με την απόφαση 1619/2012 ΣΤΕ (Ολομ)52, Συνταγματική κρίθηκε η ρύθμιση του άρθρου 22 του
ν. 3900/2010, η οποία προστέθηκε στο άρθρο 93
του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, κατά την
οποία ο φορολογούμενος έχει υποχρέωση να καταβάλει το 50% του οφειλομένου κατά την πρωτόδικη απόφαση φόρου για την παραδεκτή άσκηση
της έφεσης, καθώς και υποχρέωση καταβολής παραβόλου ύψους 2% επί του αντικειμένου της διαφοράς.
2.4.1.- Το δίκαιο της ανάγκης «Salus
populi suprema lex esto».
«Ουδείς ανάγκης μείζον ισχύει νόμος53»
Μ έ ν α ν δ ρ ο ς , 4ος αιών π.Χ., Αρχαίος Έλληνας ποιητής.
2.4.1.1- Η ετυμολογία της λέξης ανάγκη κατά
τον Αριστοτέλη στο έργο του «Μετά τα Φυσικά»,
ορίζεται ως: «…η ανάγκη είναι αρχή κινούσα ή εμποδίζουσα την πράξη που προέρχεται από την ελεύθερη
βούληση και τη σκέψη …».
Κατά το Θαλή το Μιλήσιο: «Δεινής ανάγκης ουδέν ισχυρότερον..». Η πρώτη αναφορά στο δίκαιο
της ανάγκης καταγράφεται στον Κικέρωνα (450

_________
51. Βλ. Απόφαση 601/2012 ΣΤΕ (Ολ.) ΝΟΒ 2012. 376.
Το αναλογικό παράβολο της § 3 του άρθρου 277 του
ΚΔΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 45 του ν.
3900/2010, δεν ισχύει στις φορολογικές και τελωνειακές
διαφορές που ήσαν εκκρεμείς την 1.1.2011. Το ανακαθορισθέν ποσό των εκατό ευρώ, που πρέπει να καταβληθεί για την προσφυγή μέχρι την πρώτη συζήτηση
της υποθέσεως, και αφορά όλες τις προσφυγές που
συζητούνται υπό την ισχύ του ν. 3900/2010, ανεξαρτήτως του χρόνου άσκησης αυτών, κρίθηκε ότι δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ
52. ΝοΒ 2012/1263)
53. Μτφρ.: Δεν υπάρχει νόμος που να υπερισχύει
της ανάγκης.

2012

ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ

π.Χ.) ως “salus populi suprema lex esto” (η σωτηρία της πατρίδος ο υπέρτατος νόμος). Σύμφωνα με
τη Ρωμαϊκή Δωδεκάδελτο η Σύγκλητος είχε την
εξουσία, όταν επιβάλλονταν από λόγους εξαιρετικής απειλής κατά της δημόσιας τάξεως και ασφάλειας, να παραβλέπει τις διατάξεις του ρωμαϊκού
δικαίου
εκδίδοντας
“Senatum
Consultum
Ultimum” (SCU). Το SCU αποτελούσε διαπιστωτική πράξη νομοθετικού περιεχομένου με την οποία διαπιστωνόταν η πραγματική κατάσταση
που έδινε τη δυνατότητα να παρακάμπτεται η αρχή της νομιμότητας .
Στο 14ο αι. μ.Χ. στο Αγγλικό Δίκαιο συναντάμε
τα Statutes of Proclamation, με τα οποία όποτε έκρινε το Συμβούλιο του Στέμματος ότι υπήρχε
ανάγκη, ο Βασιλιάς εξέδιδε αναγκαστικά νομοθετικά διατάγματα χωρίς την άδεια της Βουλής. Η
έκτακτη αυτή εξουσία του Βασιλιά περιορίστηκε
το 1628 με την Petition of Rights. Η θεωρία της
Ragion di Stato έχει τις απαρχές της στον Machiavelli, και μέσα από τους Γάλλους νομικούς του
16ου και 17ου αιώνα, φθάνει στο ανώτερο σημείο
της εννοιολογικής της επεξεργασίας με τις γερμανικές θεωρίες του «Κράτους - δύναμη» του 19ου
αιώνα (Machtstaatsgedanke).
Η επίκληση του δικαίου της ανάγκης στη Γαλλική Επανάσταση ήταν η ανακήρυξη του Ναπολέοντα ως ισοβίου πρώτου Ύπατου με διάταγμα
της Γερουσίας. Ο Ναπολέων το 1815 εισήγαγε το
δίκαιο της ανάγκης σαν θετό κανόνα δικαίου με
προσθήκη σαν παράρτημα στο νόμο περί πολιορκίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, που αποτελεί
έκφραση συνταγματικής δικτατορίας είναι το Σύνταγμα της Βαϊμάρης, που έδινε το δικαίωμα στον
Πρόεδρο της Δημοκρατίας, σε περιπτώσεις ανάγκης, τη δυνατότητα διάλυσης του Κοινοβουλίου.
Αυτή ακριβώς την ρύθμιση εκμεταλλεύτηκε μετά
το θάνατο του Γερμανού Προέδρου Χίντεμπεργκ ο
Αδόλφος Χίτλερ, που ασκούσε ως Καγκελάριος
καθήκοντα Προέδρου, ενεργοποίησε τις σχετικές
διατάξεις και κατέστη δικτάτορας του τρίτου Ράιχ.
2.4.1.2- Το Δίκαιο της Ανάγκης εμφανίζεται στο
μυστικό Ψήφισμα της Επιδαύρου το 1823, το οποίο εξεδόθη μόλις είχε ψηφισθεί ο νόμος της Επιδαύρου από τη Συντακτική Συνέλευση, με σκοπό
τη μη εφαρμογή του νόμου της Επιδαύρου σε περίπτωση εκτάκτου ανάγκης. Τον Ιανουάριο του
1828 η Βουλή των Ελλήνων κατήργησε το Σύνταγμα με επίκληση του δικαίου της ανάγκης «ε-

2805

πικείμενον κίνδυνον για την Πατρίδα». Το Σύνταγμα του 1844 είναι δημιούργημα του δικαίου
της ανάγκης, διότι ήταν προϊόν της λαϊκής εξεγέρσεως που οδήγησε την Εθνοσυνέλευση στην
ψήφιση Συντάγματος. Το δίκαιο της ανάγκης
χρησιμοποιήθηκε πάρα πολλές φορές στη συνταγματική μας ιστορία μέσω ψηφισμάτων, αναγκαστικών νόμων και πραξικοπημάτων, που οδήγησαν τελικά στη δικτατορία της 21ης Απριλίου του
1967 δια της εφαρμογής του άρθρου 91 του Συντάγματος του 1952.
2.4.1.3- Η θεμελιωδέστερη εγγύηση της προστασίας του Πολιτεύματος είναι ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, ο οποίος συνδέεται
με την αρχή του Κράτους Δικαίου, την οποία ολοκληρώνει και υλοποιεί.
Παράλληλα το δίκαιο της ανάγκης ενυπάρχει
σε κάθε νομικό σύστημα προς θωράκιση της έννομης τάξης από κινδύνους που προοιωνίζουν την
κατάρρευσή της. Όταν οι θεμελιώδεις διατάξεις
του Συντάγματος απειλούνται και κινδυνεύουν
να ανατραπούν ενυπάρχει σύμφυτη εξουσία για
τη διασφάλιση της συνταγματικής τάξης με προσφυγή στο δίκαιο της ανάγκης. Το δίκαιο της ανάγκης έχει ως λόγο και μόνο την προστασία της
λειτουργίας των συνταγματικών θεσμών και όχι
την υπερφαλάγγιση των διατάξεων του Συντάγματος.
Τα μέτρα που λαμβάνονται βάσει του δικαίου
της ανάγκης δεν μπορεί παρά να έχουν μόνο
προσωρινό χαρακτήρα και χρονικά να ταυτίζονται με τη χρονική διάρκεια της εξαιρετικής κατάστασης, ενώ έχουν σαν αντικείμενο τη συμπλήρωση των ελλείψεων στη λειτουργία των συνταγματικών θεσμών, που δημιουργείται από τις εξαιρετικές και έκτακτες περιστάσεις. Τα μέτρα λοιπόν
που λαμβάνονται δεν μπορεί σε καμία περίπτωση
να παραβιάζουν τις διατάξεις του Συντάγματος
που αναφέρονται στα ατομικά δικαιώματα και
στις ελευθερίες, όπως και αυτές που αφορούν τη
λειτουργία του Πολιτεύματος.
Κατά το Μάνεση το δίκαιο της ανάγκης βρίσκει τη νομιμοποίησή του στον πρωταρχικό σκοπό
της πολιτειακής οργάνωσης, δηλαδή στη διασφάλιση της κρατικής υπόστασης. Με αυτόν τον τρόπο ανάγει σε θετικό κανόνα δικαίου το δίκαιο της
ανάγκης που συμπληρώνει τα κενά των σχετικών
συνταγματικών διατάξεων. Η άποψη αυτή θεωρεί
το περιεχόμενο του Συντάγματος σαν ένα εξελισ-

2806

ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ

σόμενο κείμενο που συμπληρώνεται και προσαρμόζεται με το χρόνο (θεωρία περί εξέλιξης γνωστής και ως αλλοίωσης του περιεχομένου του Συντάγματος).
Σύμφωνα με το Μάνεση, η κατάσταση ανάγκης
δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση καταλύσεως της
εννόμου τάξεως, αλλά σε περιπτώσεις που τίθεται
σε διακινδύνευση η Πολιτεία, πάντοτε μαζί με την
Κοινωνία.
2.4.1.4- Η διασφάλιση της λειτουργίας των θεσμών και η ομαλή εξέλιξη της λειτουργίας της Πολιτείας, επιβάλλουν σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις, μέσα στα πλαίσια της λειτουργίας του
δημοκρατικού πολιτεύματος, την προσφυγή στο
«δίκαιο της ανάγκης», ως μέσο διάσωσης αποκλειστικό της λειτουργίας του Κράτους, όπως αναγνωρίζεται σε καθιερωμένες δικαιϊκές αρχές σε
πολλές Χώρες.
Όλα σχεδόν τα δημοκρατικά Συντάγματα προβλέπουν την ύπαρξη ενός «Συνταγματικού Δικαίου
της ανάγκης» που τίθεται προσωρινά σε ισχύ σε
εξαιρετικές καταστάσεις και για όσο διαρκούν αυτές, πάντοτε υπό την σκέπη της αρχής της νομιμότητας.
Το ίδιο ισχύει και για την Ευρωπαϊκή Σύμβαση
των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η οποία στο άρθρο 15 παρέχει τη δυνατότητα στα συμβαλλόμενα
Κράτη σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης να λαμβάνουν μέτρα κατά παράβαση των περί θεμελιωδών δικαιωμάτων διατάξεων της Σύμβασης, μόνο
όμως στο απολύτως αναγκαίο μέτρο που επιβάλλεται από τις συνθήκες της κατάστασης αυτής.
Όπως είναι γνωστό, το άρθρο 15 ή, μάλλον πιο
σωστά, οι εγγυήσεις που αποτρέπουν την καταστρατήγησή του, βρήκαν εφαρμογή στην περίφημη «ελληνική υπόθεση», στην οποία η Ευρωπαϊκή
Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έκρινε ότι η
χούντα των συνταγματαρχών στην Ελλάδα προσχηματικά επικαλέστηκε το άρθρο αυτό για να δικαιολογήσει την αναστολή των συνταγματικών
εγγυήσεων.
2.4.1.5- Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι, σύμφωνα με
τον διφυή χαρακτήρα τους (ΣτΕ 1443/1993), όπως
είχαν δικαίωμα αλλά και υποχρέωση, σύμφωνα με
τις διατάξεις του άρθρου 199 του Κώδικα περί Δικηγόρων, προσέφυγαν μαζί με μέλη τους και άλλους Επαγγελματικούς και Επιστημονικούς φορείς, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας,
κατά εκτελεστών πράξεων που είχαν εκδοθεί σε

τόμος 60

υλοποίηση του ανωτέρω νομοθετικού πλαισίου.
Δίκαιο έκτακτης ανάγκης συνιστούν οι νόμοι
του μνημονίου συνεργασίας, απαντά η Κυβέρνηση στις Αιτήσεις Ακυρώσεως που είχαν καταθέσει
στο ΣτΕ, ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, η
ΑΔΕΔΥ και άλλοι φορείς κατά του Μνημονίου,
επί των οποίων εκδόθηκε η με αριθμό 668/201254.
Ενόψει της συζήτησης των Αιτήσεων Ακυρώσεως αυτών, στις 23 Νοεμβρίου 2010, το Υπουργείο Οικονομικών κατέθεσε στην Ολομέλεια του
ΣτΕ έκθεση, με τις θέσεις του, αναφέροντας μεταξύ
άλλων ότι: «οι ρυθμίσεις των νόμων 3833/2010
και 3845/2010 συνιστούν δίκαιο έκτακτης ανάγκης θεσπισμένο για την προστασία του εθνικού
συμφέροντος και ειδικότερα για την προστασία
της ελληνικής οικονομίας από την κατάρρευση
και τη διασφάλιση χρηματοδοτήσεως των δημόσιων πολιτικών στους τομείς της εθνικής ασφάλειας, της παιδείας, της υγείας και της κοινωνικής ασφάλισης».
Επιπλέον, σύμφωνα με το Υπουργείο Οικονομικών, τα οικονομικά μέτρα που επιβλήθηκαν ήταν «απολύτως αναγκαία, διότι αν δεν είχαν ληφθεί, είναι πλέον βέβαιο ότι θα υπήρχε αδυναμία
πληρωμής μισθών και συντάξεων».
Σημειώνεται επίσης στην έκθεση ότι «τα μέτρα
αυτά είναι κατάλληλα αφού συμβάλλουν άμεσα
στην περιστολή των δημοσίων δαπανών και συνδυάζονται με ευρύ δανεισμό υπό όρους σαφώς
καλύτερους εκείνων της χρηματοπιστωτικής αγοράς, ενώ είναι τα ηπιότερα δυνατά, ενόψει των
καταστροφικών επιπτώσεων οιασδήποτε άλλης
πολιτικής επιλογής». Στο άρθρο 53 του ν. 4021/
2011 ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Για επιτακτικούς λόγους εθνικού συμφέροντος που συνίστανται στην άμεση μείωση του δημοσιονομικού
ελλείμματος, επιβάλλεται ειδικό τέλος υπέρ του
Δημοσίου στις ηλεκτροδοτούμενες για οικιστική ή
εμπορική χρήση δομημένες επιφάνειες των ακινήτων που υπάγονται κατά τη 17η Σεπτεμβρίου κάθε
έτους στο τέλος ακίνητης περιουσίας, που προβλέπεται στην § 1 του άρθρου 24 του ν. 2130/1993».
2.4.1.6.- Το δίκαιο της ανάγκης στις αποφάσεις για
το Μνημόνιο
Στις 20.02.2012, δημοσιεύτηκε η υπ’ αριθμό

_________
54. Βλ. ΝοΒ 60. 384 επ.

2012

ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ

668/201255 απόφαση της Ολομελείας του ΣτΕ, με
την οποία κρίθηκε, με ισχυρή πλειοψηφία δικαστών, ότι είναι συνταγματικός ο ν. 3845/2010, με
τον οποίο κυρώνεται το προσαρτημένο σ΄ αυτόν
Μνημόνιο. Κρίθηκε ακόμη, ότι το Μνημόνιο δεν
αποτελεί διεθνή συνθήκη και επομένως για την
ψήφιση του κυρωτικού νόμου δεν απαιτείται αυξημένη πλειοψηφία βουλευτών, ότι με το Μνημόνιο, αλλά και με το ν. 3845/2010 δεν παραχωρούνται αρμοδιότητες τέτοιες που να περιορίζουν την
εθνική κυριαρχία.
Κρίθηκε ακόμη ότι η περικοπή αποδοχών των
δημοσίων υπαλλήλων (εν ευρεία εννοία) και συνταξιοδοτικών παροχών και ότι η περικοπή των
αποδοχών και των επιδομάτων εργαζομένων στο
δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα και των
συνταξιοδοτικών παροχών αποσκοπεί στην αντιμετώπιση της, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη,
άμεσης ανάγκης κάλυψης οικονομικών αναγκών
της χώρας, δηλαδή εξυπηρετεί σοβαρούς λόγους
δημοσίου συμφέροντος και σκοπούς κοινού ενδιαφέροντος των κρατών μελών της Ευρωζώνης, ενόψει της καθιερούμενης από την Ευρωπαϊκή Ένωση υποχρέωσης δημοσιονομικής πειθαρχίας και
διασφάλισης της σταθερότητας της ζώνης του ευρώ στο σύνολό της. Η Ολομέλεια του Ανωτάτου
Ακυρωτικού Δικαστηρίου αποφάνθηκε παράλληλα ότι με το Μνημόνιο δεν αναγνωρίζονται εξουσίες σε όργανα διεθνών οργανισμών, οι οποίες
περιορίζουν καθ' οιονδήποτε τρόπο την άσκηση
της εθνικής κυριαρχίας, ενώ ταυτόχρονα η Κυβέρνηση διατηρεί την κατ’ άρθρο 82 του Συντάγματος εξουσία της για τη χάραξη της γενικής πολιτικής της χώρας. Η ένταξή μας στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο επισημαίνει το ΣτΕ, δεν περιορίζει την άσκηση της εθνικής μας κυριαρχίας. Παράλληλα, όπως τονίζουν, συνάδουν με το Σύνταγμα και το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της
Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), όσο και με τις διεθνείς συμβάσεις τα
περιοριστικά μέτρα που επιβάλλει το Μνημόνιο,
όπως οι περικοπές αποδοχών, συντάξεων, επιδομάτων, επιδομάτων θερινών διακοπών, δώρων
εορτών (Χριστουγέννων και Πάσχα) κ.λπ. Τονίζει
τέλος ότι οι διατάξεις του Μνημονίου δεν προσκρούουν σε άρθρα του Συντάγματος, όπως είναι
το άρθρο 2 για την προστασία της ανθρώπινης α-

_________
55. Βλ. υποσημείωση 54 στην παρούσα μελέτη.

2807

ξίας, το άρθρο 4, που κατοχυρώνει την αρχή της
ισότητας, το άρθρο 5 περί οικονομικής ελευθερίας,
το άρθρο 17 για την προστασία της ιδιοκτησίας,
στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται ο μισθός
και η σύνταξη, το άρθρο 20, που αφορά το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, το άρθρο 22, που
προβλέπει τις συλλογικές συμβάσεις ως μέσο καθορισμού των αποδοχών, το άρθρο 23 για την
προστασία της συνδικαλιστικής ελευθερίας, το
άρθρο 25, που αφορά την αρχή της αναλογικότητας και το άρθρο 28, που αναφέρει ότι οι διεθνείς
συμβάσεις επικυρώνονται με την πλειοψηφία των
180 βουλευτών.
Είναι αξιοσημείωτη η ακόλουθη σκέψη της
προαναφερόμενης με αριθμό 668/2012 απόφασης
της Ολομελείας του ΣτΕ: «… 34. Επειδή, στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της
Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των
Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών
Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), το οποίο κυρώθηκε μαζί με τη
Σύμβαση, με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (Α΄
256), ορίζεται ότι: «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού
ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους
προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών
αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός
Κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε
κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή
προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων
εισφορών ή προστίμων». Με τις διατάξεις αυτές
κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του
προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνον
για λόγους δημοσίας ωφελείας. Στην έννοια της
περιουσίας, η οποία έχει αυτόνομο περιεχόμενο,
ανεξάρτητο - από - την τυπική - κατάταξη των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων στο εσωτερικό δίκαιο, περιλαμβάνονται όχι μόνον τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα «περιουσιακής φύσεως», καθώς και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα». Καλύπτονται,
κατ’ αυτόν τον τρόπο, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, απαιτήσεις
που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημοσίου
ή ιδιωτικού δικαίου, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νό-

2808

ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ

μιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς, εφόσον, δηλαδή, υφίσταται σχετικώς μια επαρκής νομική βάση στο εσωτερικό δίκαιο του συμβαλλομένου κράτους,
προϋπόθεση που συντρέχει, ιδίως, όταν η απαίτηση θεμελιώνεται σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή σε παγιωμένη νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων του συμβαλλομένου κράτους. Εν
όψει των ανωτέρω περιουσία, κατά την έννοια του
άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου,
αποτελούν και οι έναντι των οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως αξιώσεις για την χορήγηση
προβλεπομένων από τη νομοθεσία του συμβαλλομένου κράτους κοινωνικοασφαλιστικών παροχών,
τόσο στην περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος είχε
καταβάλει στο παρελθόν υποχρεωτικώς εισφορές,
όσο και στην περίπτωση που η χορήγηση της συγκεκριμένης παροχής δεν εξαρτάται από την προηγούμενη καταβολή εισφορών, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται και οι λοιπές προϋποθέσεις
που τίθενται, κατά περίπτωση, από το εθνικό δίκαιο («βλ. αποφάσεις ΕΔΔΑ Vesna Hasani κατά
Κροατίας, της 30.9.2010, Andrejeva κατά Λετονίας, της 18.2.2009, No 55707/00, σκέψη 77, Stec και
λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, No 65731/01
και 65900/01, σκέψη 54, Jankovic κατά Κροατίας,
της 12.10.2000, No 43440/98, Kjartan Asmundsson
κατά Ισλανδίας, της 12.10.2004, No 60669/00,
σκέψη 39, Domalewski κατά Πολωνίας, της
15.6.1999, No 34610/97). Περαιτέρω, περιουσία,
κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, αποτελεί και η αξίωση για
καταβολή προβλεπομένων από τη νομοθεσία του
συμβαλλομένου κράτους αποδοχών, εφ` όσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες για την καταβολή
τους προϋποθέσεις (βλ. αποφάσεις ΕΔΔΑ Kechko
κατά Ουκρανίας, της 8.2.2006, σκέψεις 23 και 26,
Vilho Esken και λοιποί κατά Φινλανδίας, της
19.4.2007, σκέψη 94). Πάντως με το άρθρο 1 του
Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε μισθό ή σύνταξη ορισμένου
ύψους (βλ. ΕΔΔΑ Αθανάσιος Κανάκης κ.ά. κατά
Ελλάδος, της 20.9.2001, Juhani Saarinen κατά Φινλανδίας, No. 69136/01, Kechko κατά Ουκρανίας,
της 8.2.2006, σκέψη 23, Vilho Esken και λοιποί κατά Φινλανδίας, της 19.4.2007, σκέψη 94, Andrejeva
κατά Λετονίας, της 18.2.2009, σκέψη 77), με συνέπεια να μην αποκλείεται, κατ’ αρχήν, διαφορο-

τόμος 60

ποίηση του ύψους του μισθού ή συνταξιοδοτικής
παροχής, αναλόγως με τις επικρατούσες εκάστοτε
συνθήκες. Εξ άλλου, για να είναι σύμφωνη με τις
διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου
Πρωτοκόλλου επέμβαση σε περιουσιακής φύσεως
αγαθό, υπό την ανωτέρω έννοια, πρέπει να προβλέπεται από νομοθετικές ή άλλου είδους κανονιστικές διατάξεις, καθώς και να δικαιολογείται
από λόγους γενικού συμφέροντος, στους οποίους περιλαμβάνονται, κατ’ αρχήν, και λόγοι συναπτόμενοι προς την αντιμετώπιση ενός ιδιαιτέρως σοβαρού, κατά την εκτίμηση του εθνικού
νομοθέτη, δημοσιονομικού προβλήματος ή προς
την εξασφάλιση της βιωσιμότητας κοινωνικοασφαλιστικών οργανισμών. Η εκτίμηση δε του
νομοθέτη ως προς την ύπαρξη λόγου δημοσίου
συμφέροντος επιβάλλοντος τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος και ως προς την επιλογή της ακολουθητέας πολιτικής για την εξυπηρέτηση του δημοσίου αυτού συμφέροντος υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο (πρβλ. ΕΔΔΑ
αποφάσεις James και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, της 21.2.1986, No 8793/79, σκέψη 46,
Pressos Compania Naviera S.A. και λοιποί κατά
Βελγίου, της 20.11.1995, σκέψη 37, Saarinen κατά
Φινλανδίας, της 28.1.2003, Κλιάφας και λοιποί κατά Ελλάδος, της 8.7.2004, σκέψη 25, Adrejeva κατά
Λετονίας, - της 18.2.2009, σκέψη 83). Περαιτέρω, η
επέμβαση στην περιουσία πρέπει να είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκομένου από τον νομοθέτη σκοπού γενικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογη σε σχέση
προς αυτόν (βλ. ΕΔΔΑ James και λοιποί κατά
Ηνωμένου Βασιλείου, σκέψη 50)».
Υπάρχει, πλέον, η ισχυρή τάση της νομολογίας
(Βλ. ΑΕΔ 2/2012, ΟλΣτΕ 668/2012, ΣτΕ 1620/
2011, ΣτΕ 1373/2012, ΟλΣτΕ 1283-1286/12), ότι
λόγοι υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος επέβαλαν το «Μνημόνιο» και τα επακολουθήσαντα
δυσμενή μέτρα, όπως τις περικοπές συντάξεων
και μισθών, καθώς και ότι τηρούνται για την λήψη των μέτρων αυτών πλήρως οι αρχές της αναλογικότητας και της αναγκαιότητας.
Ειδικότερα κρίθηκε (βλ. σκέψη 31 ) στην απόφαση της Ολομελείας του ΣτΕ 1283/2012 ότι: «…η
θεσπισθείσα με τους νόμους 3833/2010 και 3845/
2010 περικοπή αποδοχών και επιδομάτων εργαζομένων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο
τομέα και συνταξιοδοτικών παροχών αποτελεί

2012

ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ

τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών
μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο, συνολικώς εφαρμοζόμενο, αποσκοπεί τόσο
στην αντιμετώπιση τής, κατά την εκτίμηση του
νομοθέτη, άμεσης ανάγκης κάλυψης οικονομικών
αναγκών της χώρας, όσο και στη βελτίωση της
μελλοντικής δημοσιονομικής και οικονομικής της
κατάστασης, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών
που συνιστούν πρωτίστως σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος και αποτελούν, ταυτοχρόνως, και σκοπούς κοινού ενδιαφέροντος των κρατών μελών της Ευρωζώνης, ενόψει της καθιερούμενης από τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης
υποχρέωσης δημοσιονομικής πειθαρχίας και διασφάλισης της σταθερότητας της ζώνης του ευρώ
στο σύνολό της. Τα μέτρα δε αυτά, λόγω της φύσεώς τους, συμβάλλουν αμέσως στην περιστολή
των δημόσιων δαπανών. Ενόψει τούτων, με τα δεδομένα, που, κατά το νομοθέτη, συνέτρεχαν κατά
το χρόνο θέσπισης των επίμαχων μέτρων, τα μέτρα αυτά δεν παρίστανται απρόσφορα, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων με αυτά σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθούν ότι δεν ήταν αναγκαία, λαμβανομένου,
άλλωστε, υπόψη ότι η εκτίμηση του νομοθέτη ως
προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της
διαπιστωθείσης από αυτόν κρίσιμης δημοσιονομικής κατάστασης υπόκειται σε οριακό μόνον
δικαστικό έλεγχο».
Με αφορμή την απόφαση της Ολομελείας του
ΣτΕ 668/2012 (βλ. παραπάνω) και τις όμοιες Αποφάσεις της Ολομελείας του ΣτΕ 669/2012,
1283/1256, 1284/1257, 1285/12, 1286/1258, τίθενται
πλέον ζητήματα όπως: α) το εάν στην παρούσα
συγκυρία δημοσιονομικής κρίσεως, προς θεραπεία
της οποίας γίνεται από τα Δικαστήριά μας η επίκληση του επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος
μπορεί να είναι ένα γεγονός κατόπιν του οποίου
επιτρέπεται περιορισμός των ατομικών δικαιωμάτων αυτών και ιδιαίτερα του δικαιώματος της περιουσίας και β) μέχρι ποίου σημείου επιτρέπεται
να καταργούνται οι δικαστικές αποφάσεις, ακόμη
και Ανωτάτων Δικαστηρίων.
Περαιτέρω, αξίζει να σημειωθεί ότι, στις σκέ-

_________
56. ΝοΒ 60. 2060 επ.
57. ΝοΒ 60. 2448 επ.
58. ΝοΒ 60. 2121 επ.

2809

ψεις των ανωτέρω Αποφάσεων του «Μνημονίου»
ενυπάρχει μια πλήρης και αναλυτική σε έκταση
παράθεση όλων των στοιχείων της δημοσιονομικής κρίσεως και των διεθνών δεσμεύσεων της Χώρας και τίθεται πλέον ως αυτονόητο συμπέρασμα,
ότι ο νομοθέτης «οδηγήθηκε» χωρίς να έχει άλλη
επιλογή59, εξαναγκαστικά, στην λήψη των εξαιρετικών αυτών μέτρων: «Ανάγκα και Θεοί πείθονται60».
Έχει συζητηθεί και αναμένεται η Απόφαση της
Ολομελείας του ΣτΕ επί μιας σειράς σημαντικών
ζητημάτων, όπως του Μνημονίου ΙΙ, του τέλους
επιτηδεύματος κ.ο.κ. έχοντας υπόψην και τις σχετικές επιφυλάξεις που έχουν εκφρασθεί από την
Ολομέλεια του ΣτΕ στην απόφαση 668/12, που
αναφέρεται παραπάνω, ότι: «…σε περιπτώσεις
παρατεταμένης οικονομικής κρίσεως δύναται ο
νομοθέτης να θεσπίσει μέτρα περιστολής δαπανών
που συνεπάγονται οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού, πλην η δυνατότητα αυτή έχει ως όριο την καθιερούμενη από το
άρθρο 4 παράγραφος 5 του Συντάγματος αρχή
της ισότητας στα δημόσια βάρη αναλόγως των
δυνάμεων εκάστου, καθώς και την καθιερούμενη
στο άρθρο 2 παράγραφος 1 του Συντάγματος αρχή του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας».
Ο πρώην Πρωθυπουργός και ετ. Πρόεδρος του
ΣτΕ κ. Παναγιώτης Π ι κ ρ α μ μ έ ν ο ς , σε ομιλία
του στο Βόλο στις 2 Οκτώβριου 201261, απευθυνόμενος ουσιαστικά στους συναδέλφους του δικαστές είπε τα εξής: «Ίσως έφτασε η ώρα το δικαστήριο να κάνει το επόμενο βήμα κατά τον έλεγχο των νέων οριζόντιων μέτρων, εξαρτώντας τη
νομιμότητα αυτών σε σχέση και με την τήρηση
των λοιπών υποχρεώσεων που είχαν προβλεφθεί
από τους εφαρμοστικούς των μνημονίων νόμους».

_________
59. Βλ: Ο Υπουργός Δικαιοσύνης Α ν τ ώ ν η ς Ρ ο υ π α κ ι ώ τ η ς δηλώσε στις 16.11.12: «Τα μέτρα μου επιβλήθηκαν δεν τα έγραψα εγώ. Πείτε μου έναν υπουργό που έγραψε ο ίδιος τα μέτρα που υπέγραψε» σε ιστοσελίδα:
http://www.tanea.gr/ellada/article/?aid=4768320 και
οι «δανειστές μας πάτησαν στο λαιμό», σε ιστοσελίδα:
http://www.enikos.gr/politics/97044,BinteoOi_ dhlwseis_fwtia_toy_Roypakiwt.html
60. Σ ι μ ω ν ί δ η ς ο Κ ε ί ο ς , 556-468 π.Χ.
61. Βλ. σε: http://www.tovima.gr/politics/article/
?aid=477398

2810

ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ

2.4.1.7-Η νομολογία και το «δημόσιο συμφέρον62».
Το Δημόσιο Δικαιο είναι σύστημα κανόνων και
αρχών που ρυθμίζουν ή αφορούν τον καθορισμό,
άμεσο ή έμμεσο, την υπηρέτηση, την προστασία
και την επιβολή του «κοινού συμφέροντος».Από
την Ρωμαϊκή νομοθεσία καθορίσθηκε ως σκοπός
του Πραιτωρικού Δικαίου, όπως διαπιστώνεται
από τον Παπινιανό σε dicesta,1,1,17, όπου θεσπίζεται ως αρχή της «communis utilitas»(κοινή χρησιμότητα, κοινό συμφέρον). Η νομολογία έκρινε,
μεταξύ άλλων, σε ζητήματα που ανάγονται στην
αρχή του «δημοσίου συμφέροντος», σε χαρακτηριστικές περιπτώσεις που αφορούν κρίσιμα θέματα της παρούσας συγκυρίας, ως εξής:
1) Με την με Αριθμό 551/2008 Απόφαση του
ΑΠ63 κρίθηκε, ότι ο νομοθέτης απέβλεψε προδήλως στον περιορισμό, για λόγους γενικότερου
συμφέροντος, των αποζημιώσεων των αποχωρούντων υπάλληλων του ΟΤΕ και στην εντεύθεν
οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, των
ν.π.δ.δ. και των αναφερόμενων στην ως άνω απόφαση Τραπεζών, Επιχειρήσεων και Οργανισμών ή
Επιχειρήσεων κοινής ωφελείας, δεδομένου ότι οι
σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικώς τους φορολογουμένους, στην περίπτωση δε των τραπεζών
και των μη επιχορηγούμενων κοινωφελών επιχειρήσεων, στο κόστος των παρεχομένων από αυτές
υπηρεσιών (ΟλΑΠ 33 και 34/1997).
2) Με 1621/2011 ΑΠ κρίθηκε ότι ανάγεται στην
προστασία του γενικότερου συμφέροντος το ανώτατο όριο στο ύψος της αποζημίωσης απολύσεως, όταν εργοδότης τυγχάνει το Δημόσιο,
ν.π.δ.δ., τράπεζες, επιχειρήσεις επιχορηγούμενες
από το κράτος ή επιχειρήσεις και οργανισμοί κοινής ωφελείας και ότι τέτοια επιχείρηση, η οποία
οφείλει να καταβάλει την αποζημίωση απολύσεως
με το θεσπιζόμενο ως άνω ανώτατο όριο, σύμφωνα με τις διατάξεις του α.ν. 173/1967, είναι και ο
Ο.Τ.Ε.

_________
62. Βλ. εκτενώς σε Φ. Σ π υ ρ ό π ο υ λ ο υ στο σύγγραμμα «Εισαγωγή στο Συνταγματικό Δίκαιο» σ. 364
επ., εκδ. Α. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 2006.
63. Βλ. μελέτη του Α ν τ ώ ν η Π . Α ρ γ υ ρ ο ύ , Η επίδραση της ΕΣΔΑ στις αξιώσεις των εργαζομένων και
στα δικονομικά προνόμια του Δημοσίου. ΕΕργΔ 2009.
1129.

τόμος 60

3) Με την με Αριθμό 2119/2008 Απόφαση του ΣΤΕ
κρίθηκε, ότι, όπως έχει γίνει δεκτό (ΣτΕ 791/ 2012,
783/2012, 29/2009, ΣτΕ 2373/2004, 1536/ 1992,
4075, 3048/1989), οι διατάξεις του άρθρου 11 του
ν. 1649/1986 (ΦΕΚ Α΄ 149) προβλέπουν την μονομερή πρόσληψη, κατόπιν ορισμένης διοικητικής
διαδικασίας, δικηγόρων με πάγια αντιμισθία ή
αποκλειστική ή συστηματική ανάθεση υποθέσεων
με πάγια αμοιβή από νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα είτε δημόσιου, είτε ιδιωτικού δικαίου.
Ειδικότερα, με τις διατάξεις αυτές θεσπίστηκε, με
γνώμονα το γενικότερο δημόσιο συμφέρον, ενιαία ρύθμιση σχετικά με την προκήρυξη και επιλογή δικηγόρων τόσο για την πρόσληψη σε
νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου όσο και για
την πρόσληψη στους διεπόμενους από το ιδιωτικό δίκαιο κρατικούς οργανισμούς και επιχειρήσεις, των οποίων η έννοια προσδιορίζεται στο
άρθρο 9 του ν. 1232/1982 και στο άρθρο 1 § 6 του
ν. 1256/ 1982.
4) Με την με Αριθμό 1972/2012 ΣτΕ (Ολ.)64 κρίθηκε
αίτηση ακύρωσης κατά της ΥΑ 1211/ 2011, που
εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 53 του
ν. 4021/2011, αναφορικά με το «’Εκτακτο Ειδικό
Τέλος Ηλεκτροδοτούμενων Δομημένων Επιφανειών (ΕΕΤΗΔΕ)», ότι αυτό δεν έχει ανταποδοτικό
χαρακτήρα, αλλά αποτελεί φόρο, κατά το άρθρο
78 του Συντάγματος και έχει έκτακτο χαρακτήρα.
Το ΕΕΤΗΔΕ επιβλήθηκε εκτάκτως προς αντιμετώπιση ιδιαιτέρως σοβαρού, κατά την εκτίμηση
του νομοθέτη, δημοσιονομικού προβλήματος,
δηλαδή με γνώμονα το γενικότερο δημόσιο
συμφέρον. Το άρθρο 53 του ν. 4021/2011 δεν αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου
Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και στα άρθρα 4, 17 και
25 § 1 του Συντάγματος. Το σύστημα βεβαιώσεως
του τέλους δεν αντίκειται στην αρχή της διακρίσεως των εξουσιών. Η θεσπιζομένη, με την § 11
του άρθρου 53 του ν. 4021/2011, δυνατότητα της
ΔΕΗ και των εναλλακτικών προμηθευτών ηλεκτρικού ρεύματος να προβαίνουν σε διακοπή
της παροχής του ηλεκτρικού ρεύματος προς τον
καταναλωτή, αντίκειται στο Σύνταγμα65 και εί-

_________
64. Βλ. Απόφαση με Σχόλιο συντακτικής επιτροπής
ΝοΒ τομέα Δημοσίου Δικαίου σε ΝοΒ 2012. 1572.
65. Βλ. Απόφαση: 1101/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ΔΦΟΡΝ 2012/1709), έκρινε για το

2012

ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ

ναι ακυρωτέο το άρθρο 4 της προσβαλλομένης
ΥΑ.
3.1- Τα Δικονομικά Προνόμια του Δημοσίου66. Ρωγμές
στην Αρχή της Ισότητας των Όπλων και η ΕΣΔΑ.
3.1.1.- Η ισχύς των διαδικαστικών προνομίων του Δημοσίου με βασικό πάντοτε επιχείρημα την υπεροχή του γενικότερου δημόσιου
συμφέροντος έχει ιδιαίτερα απασχολήσει την
νομολογία των Ελληνικών Δικαστηριών, όσο
και το ΕΔΔΑ. Η ευνοϊκή μεταχείριση του Δημοσίου έναντι των ιδιωτών αντιδίκων του εμφανίζεται στο νόμο, όπως: 1) στην αναστολή των δικονομικών προθεσμιών υπέρ του Δημοσίου κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, 2) με
τη μορφή της απαγόρευσης της αναγκαστικής
εκτέλεσης κατά του Δημοσίου, ΟΤΑ και ν.π.δ.δ.,
3) του μειωμένου νόμιμου και από υπερημερία
τόκου ως προς τις οφειλές του Δημοσίου, 4) της
ισχύος μεγαλύτερων προθεσμιών για την άσκηση ένδικων μέσων, 5) του ευνοϊκότερου χρόνου
παραγραφής των αξιώσεων κατά του Δημοσίου
κ.λπ.
Τα πιο χαρακτηριστικά προνόμια του Δημοσίου:
3.1.1.1.- Ε μ π ρ ά γ μ α τ η Α γ ω γ ή κ α τ ά Δ η μ ο σίου - απαράδεκτο του άρθρου 8 § 1
του α.ν. 1539/38.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 του
ν. 1539/1938, όπως αυτή ισχύει μετά της τροποποιήσεως της με το άρθρο 24 ν. 2732/1999 ΦΕΚ Α
154/30.7.1999, ορίζεται ότι «1. Οποιοσδήποτε αξιώνει δικαίωμα κυριότητας ή άλλο, εκτός της νομής, ε-

_________
Ειδικό τέλος ακινήτων (ΕΕΤΗΔΕ), ότι η επιβολή και είσπραξή του, μέσω του λογαριασμού της ΔΕΗ, δημιουργεί έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου (σύμβαση μεταξύ
καταναλωτή και προμηθευτή). Μονομερής παράβαση
της συμβατικής της υποχρέωσης της ΔΕΗ για συνεχή
και ακώλυτη παροχή ηλεκτρικής ενέργειας. Είναι παράνομη και αντισυνταγματική η ρύθμιση για την επιβολή του επίμαχου τέλους. Υποχρέωση της ΔΕΗ να μη
διακόπτει την ηλεκτροδότηση, να δέχεται την καταβολή μόνο του αντιτίμου του ηλεκτρικού ρεύματος και να
μην ενσωματώνει το τέλος στους λογαριασμούς της.
66. Βλ. Α. Α ρ γ υ ρ ό ς , (ΔΔίκη 2009. 561) Δικονομικά
προνόμια του δημοσίου και ΕΣΔΑ.

2811

μπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου έναντι του Ελληνικού
Δημοσίου, ανεξάρτητα αν αυτό κατέχεται από το Δημόσιο ή τον ίδιο, οφείλει, πριν υποβάλει σχετική αγωγή
στο αρμόδιο, κατά τις κείμενες διατάξεις, δικαστήριο, να
κοινοποιήσει με δικαστικό επιμελητή προς το Δημόσιο
αίτηση, η οποία θα περιλαμβάνει τις αξιώσεις του, δηλαδή το δικαίωμά του, το είδος, την έκταση, την ακριβή
θέση όπου κείται το ακίνητο και τα όριά του, μετά τοπογραφικού διαγράμματος, συνταγμένου από μηχανικό και
τους τίτλους στους οποίους στηρίζει το δικαίωμά του, ως
και τα ονόματα και την ακριβή διεύθυνση κατοικίας των
μαρτύρων, οι οποίοι μπορούν να καταθέσουν υπέρ αυτού.
Αγωγή, που ασκείται χωρίς να έχει τηρηθεί η ως άνω
προδικασία, κηρύσσεται απαράδεκτη από το αρμόδιο δικαστήριο».
Είχε δε κριθεί από την νομολογία, ότι η προδικασία αυτή αφορούσε αποκλειστικώς τα υπό το
δημοσίου διακατεχόμενα ακίνητα (ΑΠ 547/91,
271/80 ΝοΒ 1980. 1711).
Ο ΑΠ όμως με την απόφασή του 320/200467 έκρινε, ότι η διαδικασία, που ακολουθεί την επίδοση δεν είναι προπαρασκευαστική της ασκήσεως
της αγωγής, αλλά αποβλέπει στην επίλυση της διαφοράς από την αρμόδια διοικητική αρχή. Με
την Απόφαση 1756/200968 του ΑΠ κρίθηκε σχετικά
με διεκδικητική αγωγή κατά του Δημοσίου, ότι είναι απαράδεκτη η άσκηση διεκδικητικής αγωγής
αν δεν προηγηθεί η επίδοση της προβλεπόμενης
αίτησης και περάσουν έξι μήνες από αυτήν, εκτός
αν στο διάστημα αυτό ο αιτών έλαβε ειδοποίηση
ότι έγιναν δεκτές ή απορρίφθηκαν οι αξιώσεις του.
Οι διατάξεις αυτές είναι κανόνες δικονομικού δικαίου. Η ανωτέρω προδικασία πρέπει να τηρείται
και μετά την μετατροπή του Οργανισμού Σχολικών Κτιρίων σε ανώνυμη εταιρία και δεν θεωρείται αντισυνταγματική.
Έχουμε την γνώμη ότι, οι διατάξεις του άρθρου
8 του α.ν. 1539/1938, όπως τροποποιήθηκε από το
άρθρο 24 του ν. 2732/1999, είναι αντίθετες προς το
άρθρο 4 § 1 του Συντάγματος, αφού θεσπίζουν αδικαιολόγητα υπέρ του Δημοσίου εις βάρος των
Ελλήνων πολιτών ρυθμίσεις, όπως της δικονομικής ανισότητας των διαδίκων στη δίκη αυτή, και
τίθεται με το άρθρο αυτό απαραδέκτως ως προϋπόθεση παροχής έννομης προστασίας η υποβολή
«ΑΙΤΗΣΕΩΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ», δηλαδή κοινοποίηση

_________
67. Βλ. ΧρΙδΔ 2004. 816.
68. Βλ. ΕλλΔνη 2010. 680.

2812

ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ

στο αντίδικο Δημόσιο των ισχυρισμών, των αποδεικτικών μέσων, ακόμη και των μέσων αποδείξεως (μαρτύρων) προ της ασκήσεως της αγωγής και
ως προϋπόθεση ασκήσεώς της κατά παράβαση
μάλιστα της αρχής του άρθρου 110 § 1 του
ΚΠολΔ.
Με τις διατάξεις του άρθρου 8 του α.ν. 1539/
1938, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 24 του
ν. 2732/1999, διαμορφώθηκε ευνοϊκή μεταχείριση
υπέρ του Δημοσίου και με τη ρύθμιση αυτή δημιουργείται προφανέστατη άνιση μεταχείριση των
ιδιωτών διαδίκων έναντι του Δημοσίου και μάλιστα για αντικείμενο, που αφορά την ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου.
Επειδή, ενόψει όσων προεκτέθηκαν, πρέπει να
γίνει δεκτό, ότι οι αξιώσεις για αναγνώριση της ιδιοκτησίας έναντι του Δημοσίου, αποτελούν περιουσιακής φύσεως δικαιώματα, τα οποία, επομένως, προστατεύονται από τις διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του
Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, θεμελιώνονται δε επιπλέον στις προαναφερόμενες
συνταγματικές διατάξεις από τις οποίες απορρέουν οι αρχές της δικονομικής ισότητας και της νομιμότητας.
Συνεπώς, κάθε διάταξη νόμου, η οποία, χωρίς
να συντρέχει ιδιαίτερος λόγος δημοσίου συμφέροντος, που να δικαιολογεί τη σχετική ρύθμιση με
βάση πάντοτε την αρχή της αναλογικότητας, αίρει
ή περιορίζει (άμεσα ή έμμεσα) την ευθύνη του Δημοσίου, με αποτέλεσμα η πρόσβαση στο δικαστήριο να εμποδίζεται, αντίκειται στις παραπάνω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις και αρχές 69.
Έτσι οι ανωτέρω ρυθμίσεις, κατά το μέρος που
με αυτές διαφοροποιείται σε βάρος του ιδιώτη διαδίκου η δυνατότητα παροχής εννόμου προστασίας του υπέρ του Δημοσίου, είναι ανίσχυρες ως
αντικείμενες στην αρχή της ισότητας αλλά και της
δικονομικής ισότητας των διαδίκων, όπως αυτή
συνάγεται από τα άρθρα 4 § 1, 2 § 1, 25 § 1 του
Συντάγματος, καθώς και από τα άρθρα 6, 13 και
14 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974) και τα άρθρα 2 § 3 α,
β, 14 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ν. 2462/97).
3.1.1.2.- Πρόταση ενστάσεων και ένσταση παραγραφής αξιώσεων κατά του δη -

_________
69. Βλ. Μ π έ η ς σε Δ 26. 348.

τόμος 60

μοσίου, αυτε πάγγελτ η λήψ η της από
το δικαστήριο.
Η προβολή της ένστασης της παραγραφής, γενικώς (ΑΚ 277), ως ένσταση «συνειδήσεως», απόκειται στη βούληση ενός εκάστου (ιδιώτη) οφειλέτη και στις υποκειμενικές εκάστοτε σταθμίσεις αυτού. Η στηριζόμενη, όμως, στο άρθρο 48 § 3 του
ν.δ. 496/1974 ένσταση παραγραφής των κατά του
ν.π.δ.δ. αξιώσεων των υπαλλήλων του ορίζεται
στο άρθρο 52 εδ. γ΄ του ίδιου ν.δ. ότι λαμβάνεται
υπόψη αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια (βλ.
ΑΠ 495/2011).
Σύμφωνα μάλιστα με το άρθρο 96 του ν. 321/
1969 «Περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού» η ένσταση παραγραφής των αξιώσεων κατά του Ελληνικού Δημοσίου λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια, ενώ, βάσει του άρθρου 52
§ 3 του ν. 496/1974 «Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου», το ίδιο προνομιακό καθεστώς ισχύει και για τα ν.π.δ.δ., με
αποτέλεσμα, μάλιστα, να μεταφέρεται η σχετική
ένσταση και στο εφετείο, ανεξαρτήτως του αιτήματος της έφεσης.
Αντιθέτως, οι αντίδικοι του Δημοσίου ιδιώτες
οφείλουν να προτείνουν οι ίδιοι την ένσταση παραγραφής των εναντίων τους αξιώσεων του Δημοσίου. Έως προσφάτως η νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων δεχόταν σε γενικές γραμμές αβασάνιστα τα δικονομικά προνόμια του δημοσίου
με σκοπό την θεραπεία του δημοσίου συμφέροντος, το οποίο εδώ προφανώς συνίσταται στο
συμφέρον που έχει το Δημόσιο ή τα ν.π.δ.δ. να νικήσουν στη δίκη, δεδομένου ότι σε αντίθετη περίπτωση θα ζημιωθεί η περιουσία τους και θα επιβαρυνθεί ο προϋπολογισμός τους, τον οποίο στηρίζουν οι Έλληνες φορολογούμενοι με την καταβολή των φόρων τους. Σύμφωνα, όμως, με τη γενική διάταξη του άρθρου 277 του Αστικού Κώδικα
«Το δικαστήριο δεν λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη την
παραγραφή που δεν έχει προταθεί».
Η ως άνω όμως αυτεπάγγελτη έρευνα της παραγραφής από τα δικαστήρια, που ισχύει υπέρ
των ν.π.δ.δ., έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και συγκεκριμένα, για
την προστασία της περιουσίας αυτών και της οικονομικής τους κατάστασης, στις οποίες συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή
φόρων.

2012

ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ

Με την απόφαση του Εφετείου Αθηνών 1877/
201170 κρίθηκε ότι: «Η αυτεπάγγελτη λήψη υπόψη
της υπέρ ν.π.δ.δ. παραγραφής, η οποία κατά το
άρθρο 49 του ν.δ. 496/ 1974 αρχίζει από το τέλος
του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η
αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική αυτής επιδίωξη, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 20
του Συντάγματος, 6 § 1 της ΕΣΔΑ και 110 § 1 του
ΚΠολΔ, που εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο τις
από αυτές απορρέουσες ως άνω εγγυήσεις. Η διασφαλιζόμενη από τις διατάξεις αυτές δικαστική
προστασία δεν έχει σχέση με την αυτεπάγγελτη εξέταση και λήψη υπόψη της παραγραφής από τα
δικαστήρια, αφού η αυτεπάγγελτη αυτή ενέργεια
του δικαστηρίου δεν στερεί τους αντιδίκους του
ν.π.δ.δ. από τη δυνατότητα να προβάλουν καθ`
υποφοράν, ενόψει του (εκ του νόμου) γνωστού σε
αυτούς αυτεπαγγέλτου της λήψης υπόψη της παραγραφής, όλες τις αντενστάσεις που τους παρέχει
το ουσιαστικό και δικονομικό δίκαιο για την απόκρουση της παραγραφής, ενώ η προαναφερθείσα
περίπτωση δεν μπορεί να νοηθεί ως έλλειψη αμεροληψίας του δικαστηρίου και επομένως, ως παράβαση της αρχής της δίκαιης δίκης. Η ανωτέρω
διάταξη του άρθρου 52 εδ. γ΄ του ν.δ. 496/1974
δεν είναι αντίθετη ούτε με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της
ΕΣΔΑ, οι οποίες επιβάλλουν τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι διατάξεις αυτές
αναφέρονται στην κατάργηση περιουσιακών (και
ενοχικών) δικαιωμάτων (ενδεχομένως και δια της
επιβολής αναδρομικής παραγραφής αυτών), αλλά
όχι στο ζήτημα της αυτεπάγγελτης ή μη λήψης
υπόψη της παραγραφής από το δικαστήριο. Και
τούτο διότι, «περιουσία», κατά την ως άνω διάταξη, αποτελεί το σύνολο των δεκτικών οικονομικής
αποτίμησης εννόμων σχέσεων του προσώπου, τέτοια δε δεκτική αποτίμησης έννομη σχέση του δανειστή του ν.π.δ.δ., δεν αποτελεί, λογικώς, το –
κατ’ ένσταση μόνο - προβλητό της παραγραφής
της απαίτησής του. Άλλωστε, από τη διάταξη της
§ 2 του άρθρου 1 του ως άνω Πρωτοκόλλου, που
ορίζει ότι: «Αι προαναφερόμενοι διατάξεις δεν θίγουσι
το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύι Νόμους, ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της
χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων

_________
70. Βλ. ΕλλΔνη 2011. 1452.

2813

εισφορών ή προστίμων», προκύπτει ότι και αυτό, όχι
μόνο δεν απαγορεύει, αλλά αντίθετα ευθέως αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε κράτους να θεσπίζει
νόμους, αν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση
του δημόσιου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει και η προστασία της περιουσίας
των ν.π.δ.δ., κατά τα προεκτιθέμενα (ΟλΑΠ
31/2007, ΟλΑΠ 38/200571, ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ
187/200972). Όταν δε οι διάδικοι απρακτούν, η
παραγραφή αυτή μπορεί να συμπληρωθεί και εν
επιδικία, εφόσον μεταξύ δύο διαδικαστικών πράξεων συμπληρωθεί ολόκληρος ο απαιτούμενος για
την παραγραφή της αξίωσης χρόνος. Τέλος, αν η
αγωγή απορρίφθηκε πρωτοδίκως διότι δεν αποδείχτηκαν τα πραγματικά περιστατικά της ιστορικής της βάσης, ή, μετά από παραδοχή καταλυτικής ένστασης, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απορρίπτει την έφεση αν αποδεικνύεται άλλη ένσταση η οποία δεν ερευνήθηκε πρωτοδίκως και
επαναφέρεται για την υποστήριξη του διατακτικού της απόφασης ή λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως (Σ α μ ο υ ή λ , η Εφεση, έκδοση 2003, σ. 427
§ 1136)».
3.1.1.2.- Π α ρ έ μ β α σ η - Δ ι κ ο ν ο μ ι κ έ ς π ρ ο θεσμίες – Επιδόσεις.
3.1.1.2.1.- Αναστολή των προθεσμιών στην περίοδο των δικαστικών διακοπών.
Mε το άρθρο 11 κ.δ. 26.6/10.7.1944 «περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου» που είναι διάδικο το Δημόσιο δεν τρέχει καμία προθεσμία σε βάρος του κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, δηλαδή από 1ης Ιουλίου έως 16
Σεπτεμβρίου. Το προνόμιο επεκτάθηκε και σε άλλα ν.π.δ.δ. με το άρθρο 28 του ν. 2579/1998, ενώ
ισχύει σε όλες τις πολιτικές δίκες και στην συνέχεια επεκτάθηκε στο ΣτΕ και το Ελεγκτικό Συνέδριο και τα διοικητικά δικαστήρια με το άρθρο 22
του ν. 1869/1989.
Η πάγια νομολογία των Δικαστηρίων είχε καθιερώσει το προνόμιο υπέρ του Δημοσίου. Χαρακτηριστικές είναι εν προκειμένω οι υπ’ αριθ. 3433/
199873 και 3434/199874 αποφάσεις της Ολομέλειας

_________
71. ΕλλΔνη 2005. 1047.
72. ΕλλΔνη 2010. 761.
73. Βλ. ΝοΒ 1999. 508.

2814

ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ

του ΣτΕ καθώς και οι αποφάσεις 792/199075,
1386/199476, 62/1995, 4743/1997, 2156/1998 Ολ.77,
3031/1998, 849/199978, 41/2000, 2171/200079 και
2150/200180 του ίδιου Δικαστηρίου.
Ρωγμή στην ανωτέρω πάγια νομολογία επέφερε,
όμως, η υπ’ αριθ. 2606/2001 απόφαση του ΣτΕ (Τμ.
Ε΄), με την οποία κρίθηκε ότι οι νομοθετικές ρυθμίσεις που θεσπίζουν το ανωτέρω προνόμιο υπέρ του
Δημοσίου είναι «ανίσχυρες ως αντικείμενες στην αρχή
της δικονομικής ισότητος των διαδίκων».
Το δικαστήριο του Στρασβούργου με την υπόθεση Πλατάκου, έδωσε τέλος στην παραβίαση της
αρχής της ισότητας των όπλων81.
Εν συντομία το ιστορικό αυτής της υπόθεσης
έχει ως εξής: Η Πλατάκου82 είχε στην κυριότητά
της ένα οικόπεδο με ένα νεοκλασικό κτίσμα στην
Σπάρτη. Το Δημόσιο προχώρησε σε αναγκαστική
απαλλοτρίωση αυτού, προκειμένου να στεγάσει το
μουσείο Σπάρτης. Το δικαστήριο όρισε πολύ μικρή προσωρινή τιμή μονάδος και στη συνέχεια η
Πλατάκου προσέφυγε ενώπιον του Εφετείου ζητώντας οριστικό προσδιορισμό. Από λάθος, όμως,
του δικαστικού επιμελητή η αίτησή της κοινοποιήθηκε εκπρόθεσμα στους αντίδικους με αποτέλεσμα να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Αντίστοιχα
απορρίφθηκε και η αίτηση του Δημοσίου για οριστικό προσδιορισμό, αλλά για το Δημόσιο αναγνωρίστηκε ότι η προθεσμία είχε ανασταλεί κατά
τις δικαστικές διακοπές. Στη συνέχεια τόσο ο Άρειος Πάγος, όσο και το Εφετείο απέρριψαν για
τυπικούς λόγους την αίτηση επαναφοράς των
πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Ακολούθως
η Πλατάκου προσέφυγε στο ΕΔΔΑ, το οποίο, αφού εξέτασε και τους λοιπούς ισχυρισμούς της, τη
δικαίωσε με την εν λόγω απόφασή του. Με την με

_________
74. Βλ. ΝοΒ 1999. 842.
75. Βλ. ΔΔίκη 1990.563.
76. Βλ. ΤΟΣ 1994. 699.
77. Βλ. ΝοΒ 1999. 505.
78. Βλ. ΔΔίκη 2001. 25.
79. Βλ. Αρμ 2001. 132.
80. Βλ. ΔΔίκη 2002. 1204.
81. Βλ. Κ. Χ ρ υ σ ό γ ο ν ο υ , Η ενσωμάτωση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου
στην εθνική έννομη τάξη. Οι ελληνικές δυσχέρειες προσαρμογής στην ευρωπαϊκή δημόσια τάξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, 2001.
82. Βλ. ΝοΒ 2001. 765 επ.

τόμος 60

αριθμό Απόφαση 2808/200283 της Ολομέλειας του
ΣτΕ κρίθηκε ότι: Η αρχή της ισότητας των διαδίκων επιβάλλει την ίση μεταχείρισή τους κατά την
άσκηση του δικαιώματος παροχής δικαστικής
προστασίας. Διατάξεις δικονομικών νόμων, με τις
οποίες θεσπίζεται διάκριση μεταξύ των διαδίκων
είναι ανίσχυρες. Η διαφοροποίηση των προθεσμιών για την άσκηση ενδίκων μέσων σε βάρος ιδιωτών έναντι του Δημοσίου αντίκειται στην αρχή
της δικονομικής ισότητας.
O Άρειος Πάγος με την με αριθμό 12/2002 Απόφαση της Ολομέλειάς του84 έκρινε ότι η καθιερούμενη με τη διάταξη του άρθρου 11 του κ.δ. της
26.6/10.7.1944 για αναστολή, μόνον υπέρ του Δημοσίου, των προθεσμιών κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών θεσπίζει αδικαιολόγητη άνιση και προνομιακή δικονομική μεταχείριση του
Δημοσίου σε σχέση προς τους ιδιώτες διαδίκους
και αντιβαίνει, έτσι, στο άρθρο 4 § 1 Συντ. και στο
άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ. Κρίθηκε αναγκαία η επέκταση
της ανωτέρω αναστολής και υπέρ των ιδιωτών διαδίκων.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 § 2 εδ.
β΄ και § 3 εδ. α΄ του ν.δ. 797/1971 «περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων» η προθεσμία για την
άσκηση αίτησης οριστικού προσδιορισμού της
αποζημίωσης είναι έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου
που προέβη στον καθορισμό της προσωρινής αποζημίωσης, αν η απόφαση αυτή δεν κοινοποιήθηκε.
Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, σύμφωνα με την § 6 του ίδιου άρθρου, οριστικοποιείται,
ως προς το διάδικο που αμέλησε, η αποζημίωση
που έχει οριστεί προσωρινώς. Αναστολή της προθεσμίας αυτής κατά τη διάρκεια των δικαστικών
διακοπών δεν προβλέπεται ως προς τους καθ’ ων
η απαλλοτρίωση ιδιώτες, τρέχει δε η προθεσμία
αυτή και κατά την περίοδο από 1ης έως 31ης Αυγούστου, αφού δεν περιλαμβάνεται στο άρθρο 147
§ 7 του ΚΠολΔ. Αντίθετα κατά το άρθρο 11 του
κ.δ. της 26.6/10.7.1944 «περί κώδικος των νόμων
περί δικών του Δημοσίου», η οποία διατηρήθηκε
σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, σε όλες
τις δίκες του Δημοσίου ουδεμία απολύτως προθε-

_________
83. Βλ. Μελέτη του Τ ά σ ο υ Γ . Π ρ ο υ σ α ν ί δ η ,
δημοσιευμένη στην ΕΔΔΔ 2008. 880, Τράπεζα νομικών
πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ».
84. Βλ. ΤοΣ ΤΕΥΧΟΣ 2/2002.

2012

ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ

σμία τρέχει σε βάρος του κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, ήτοι από 1/7 έως 16/9 κάθε
έτους (άρθρο 11 § 2 Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων), οι δε αρξάμενες προθεσμίες αναστέλλονται. Η καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή του
άρθρου 11 του κ.δ. της 26.6/10.7.1944, αναστολή,
μόνον υπέρ του Δημοσίου, θεσπίζει αδικαιολογήτως άνιση και προνομιακή δικονομική μεταχείριση του Δημοσίου σε σχέση προς τους ιδιώτες διαδίκους, άρα αντιβαίνει στο άρθρο 4 § 1
του ισχύοντος Συντάγματος και στο άρθρο 6 § 1
της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του
Ανθρώπου, η οποία έχει κυρωθεί με το ν.δ.
53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 §
1 του Συντ.). Προς άρση της ανισότητας αυτής
επιβάλλεται να επεκταθεί η ως άνω αναστολή
και υπέρ των ιδιωτών διαδίκων οι οποίοι, επομένως, όταν αντιδικούν προς το Δημόσιο δικαιούνται επίσης κατά τη διάρκεια των δικαστικών
διακοπών όμοια αναστολή προθεσμιών (βλ. απόφ. ΕΔΔΑ: Πλατάκου κατά Ελλάδας της 11ης Ιανουαρίου 2001).
Ο ισχυρισμός του Δημοσίου ότι η ως άνω ειδική μεταχείρισή του ως διαδίκου δικαιολογείται,
γιατί το προσωπικό του Νομικού Συμβουλίου του
Κράτους μετέχει στις δικαστικές διακοπές, δεν αίρει την άνιση μεταχείριση, δεδομένου μάλιστα ότι
κατά τη διάρκεια των διακοπών το Νομικό Συμβούλιο δεν παύει να λειτουργεί.
Το Δημόσιο μετά ταύτα αντικατέστησε την διάταξη με το άρθρο 12 ν. 3514/2006, ΦΕΚ Α 266/
6.12.2006, ως εξής: «Σε όλες τις δίκες του Δημοσίου,
κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, ουδεμία απολύτως τρέχει προθεσμία, είτε εις βάρος του Δημοσίου,
είτε εις βάρος των άλλων διαδίκων, ούτε για την υπό
τούτων ως τρίτων άσκηση δηλώσεων ούτε για την έγερση αγωγών, παρεμβάσεων και προσεπικλήσεων ούτε τέλος για την άσκηση οποιουδήποτε ενδίκου μέσου ή εξέταση μαρτύρων. Κάθε προθεσμία, η οποία έχει αρχίσει
προ των διακοπών, καθώς και η εξέταση των μαρτύρων
αναστέλλονται κατά τη διάρκεια των διακοπών».
Τα Δικαστήρια της Χώρας ακολούθησαν μέχρι
σήμερα την ανωτέρω κρίση του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Πλατάκου κατά Ελλάδας.
Η αρχή της ισότητας των όπλων που θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, καθώς
και τη συναφή νομολογία του ΕΔΔΑ, οδήγησε τον
Έλληνα Δικαστή στην αναγνώριση της ίσης δικονομικής μεταχείρισης των ιδιωτών διαδίκων και

2815

του Δημοσίου στο πεδίο των δικονομικών προθεσμιών, η οποία απορρέει άλλωστε από τον ερμηνευτικό συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4
και 20 § 1 Σ. Για την ταυτότητα του νομικού λόγου, θα μπορούσε να θεωρήσει κανείς, ότι η αρχή
της ίσης δικονομικής μεταχείρισης των διαδίκων
(Δημοσίου και ιδιωτών), καταλαμβάνει, όχι μόνο
τις δικονομικές προθεσμίες, αλλά και σειρά άλλων
σχετικών ζητημάτων, όπως εκτίθεται κατωτέρω.
3.1.1.2.2. Προθεσμίες – Επιδόσεις κ.λπ.
Σύμφωνα με το άρθρο 10 κ.δ. 26.6/10.7.1944
«Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου» κάθε προθεσμία -νόμιμη ή δικαστική- που ορίζεται βραχύτερη των τριάντα ημερών είναι για
το Δημόσιο διάρκειας τριάντα ημερών.
Έτσι στις μισθωτικές διαφορές, η προθεσμία
του άρθρου 652 ΚΠολΔ είναι για την ανακοπή
ερημοδικίας και την επαναφορά των πραγμάτων
οκτώ (8) ημέρες, για την προθεσμία της εφέσεως,
αναιρέσεως και αναψηλαφήσεως δεκαπέντε (15)
ημέρες, ενώ η προθεσμία κλητεύσεως σύμφωνα με
το άρθρο 9 του κ.δ. 26.6/10.7.1944 δεν μπορεί να
είναι μικρότερη των 30 ημερών για το Δημόσιο85.
Είναι αξιοσημείωτη η διάταξη για την περίπτωση
της πρόσθετης παρέμβασης, π.χ. στην εργατική
διαδικασία, όπου ο ιδιώτης για να παρέμβει στην
δίκη υποχρεούται να κοινοποιήσει δικόγραφο
προ 30 ημερών, ενώ το Δημόσιο θα μπορεί να παρέμβει στην δίκη και προφορικά.
3.1.1.2.3.- Απόδειξη συμβάσεων δημοσίου και πληρωμών
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 84 του ν.δ.
321/1969 «περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού»
κάθε σύμβαση για λογαριασμό του Δημοσίου που
έχει αντικείμενο άνω των 10.000 δρχ. ή δημιουργεί
υποχρεώσεις διαρκείας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από άλλη διάταξη, υποβάλλεται στον
τύπο του ιδιωτικού εγγράφου86. Κατά το τρίτο ε-

_________
85. Βλ. ΑΠ 328/2005, ΕλλΔνη 2006. 1438.
86. Βλ. ΜΠρΘηβ 118/2012. Έγγραφος τύπος συμβάσεων. Η πρόταση καταρτίσεως συμβάσεως και η αποδοχή της μπορούν να γίνουν και με ιδιαίτερα έγγραφα. Η ακυρότητα από τη μη τήρηση του τύπου της
έγγραφης αποδοχής αίρεται σε περίπτωση εκπληρώσε-

2816

ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ

δάφιο του ίδιου άρθρου η πρόταση για κατάρτιση
της σύμβασης και η αποδοχή της μπορούν να γίνουν και με «χωριστά» έγγραφα, ενώ κατά το τέταρτο εδάφιο του εν λόγω άρθρου η ακυρότητα
από τη μη τήρηση του τύπου της έγγραφης αποδοχής αίρεται σε περίπτωση εκτέλεσης της σύμβασης. Ειδικότερα, αναφορικά με το προαναφερόμενο τελευταίο εδάφιο, τούτο εφαρμόζεται μόνο
στην περίπτωση που η σύμβαση εκπληρώθηκε όταν υπήρξε μεν έγγραφη πρόταση κατάρτισής της,
αλλά δεν επακολούθησε αποδοχή, όχι δε και στην
περίπτωση που δεν τηρήθηκε καθόλου τύπος για
την πρόταση και αποδοχή (βλ. ΟλΑΠ 862/1984,
ΝοΒ 33. 89, ΑΠ 847/1986, ΝοΒ 35. 1196). Η ακυρότητα της σύμβασης από την έλλειψη του απαιτούμενου τύπου, ο οποίος είναι συστατικός
και όχι αποδεικτικός, τόσο για την αρχική σύμβαση όσο και για την τροποποίηση αυτής, είναι
απόλυτη και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως
από το δικαστήριο, εφόσον προκύπτει από τα
εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά (ΕφΑθ
11549/1995, ΝοΒ 44. 1008, ΕφΑθ 1840/1992, ΝοΒ
41. 510, ΕφΑθ 8341/ 1991, ΕλλΔνη 33. 875, ΕφΑθ
3410/1991, ΕλλΔνη 33. 875).
Με την απόφαση του Αρείου Πάγου 322/
201087 κρίθηκε ότι: «…. σύμφωνα με τη διάταξη του
άρθρου 41 του ν.δ. 496/74 «Περί λογιστικού των
ν.π.δ.δ.» ορίζεται ότι «κάθε σύμβαση για λογαριασμό του
Ν.Π. έχουσα αντικείμενο άνω των 10.000 δραχμών ή
δημιουργούσα υποχρεώσεις διαρκείας, εφόσον δεν ορίζεται άλλως, υποβάλλεται στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου. Το ποσόν τούτο δύναται να αυξομειώνεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, δημοσιευομένης
στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης. Η πρόταση κατάρτισης σύμβασης και η αποδοχή αυτής δύναται να γίνουν

_________
ως της συμβάσεως. Αυτό όμως μπορεί να συμβεί μόνο
όταν εκπληρώθηκε σύμβαση, για την οποία προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση χωρίς να επακολουθήσει
και έγγραφη αποδοχή, όχι δε και όταν δεν τηρήθηκε ο
έγγραφος τύπος για την πρόταση και την αποδοχή. Η
ακυρότητα της σύμβασης από την έλλειψη του απαιτούμενου τύπου, ο οποίος είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, τόσο για την αρχική σύμβαση όσο και για
την τροποποίηση αυτής, είναι απόλυτη και λαμβάνεται
υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εφόσον
προκύπτει από τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά.
87. Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ».

τόμος 60

και με ιδιαίτερα έγγραφα». Με την υπ’ αριθ.
2054839/452/ 0026/3-9.7.1992 απόφαση του Υπουργού
Οικονομικών (ΦΕΚ Β΄ 447), αυξήθηκε το χρηματικό
ποσό το οριζόμενο από τις διατάξεις του άρθρου 84 του
ν.δ. 321/69 και του άρθρου 41 του ν.δ. 496/74 σε
150.000 δραχμές. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη
του άρθρου 158 ΑΚ η τήρηση τύπου για τη δικαιοπραξία
απαιτείται μόνον όπου το ορίζει ο νόμος, σύμφωνα δε με
την § 1 του άρθρου 159 ΑΚ, δικαιοπραξία, για την οποία
δεν τηρήθηκε ο υπό του νόμου απαιτούμενος τύπος, εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο, είναι άκυρη. Από το
συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς συνάγεται
ότι κάθε σύμβαση, καταρτιζόμενη από ν.π.δ.δ., όπως η
σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών από εργαζόμενο, και έχουσα το ως άνω αντικείμενο, υποβάλλεται σε
έγγραφο τύπο απαιτούμενο εκ του νόμου, άνευ τηρήσεως του οποίου η δικαιοπραξία είναι άκυρη, η δε ακυρότητα στην περίπτωση αυτή είναι απόλυτη».
4. Τα ουσιαστικά προνόμια του Δημοσίου και η
αντανάκλασή τους στο χώρο του δικονομικού
δικαίου και την ΕΣΔΑ.
4.1.- Τόκος Δημοσίου:
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων
340, 341, 345, 346 του ΑΚ, 75 § 3 του ΚΔιοικΔικ
(ν. 2717/1999, Α΄ 90) και 21 του κ.δ. της 26.6/10.7.
1944 (Κώδιξ Δικών Δημοσίου), που ορίζει ότι «ο
νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην αν άλλως
ωρισθή δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος
τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής», προκύπτει ότι η υποχρέωση προς καταβολή τόκων επί
των οφειλών του Ελληνικού Δημοσίου αρχίζει πάντοτε και μόνον από την επίδοση της σχετικής
αγωγής.
Το ζήτημα των προνομίων του Δημοσίου έκρινε
το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην απόφαση του AKA κατά Τουρκίας
(23.9.1998) και σε άνω των πενήντα παρόμοιες –
μεταγενέστερες- αποφάσεις κατά της Τουρκίας.
Συγκεκριμένα, η αποζημίωση για απαλλοτρίωση
περιουσίας του προσφεύγοντα καταβλήθηκε με
αρκετή καθυστέρηση από την τουρκική διοίκηση.
Ο υπολογισμός των αναλογούντων τόκων πραγματοποιήθηκε με βάση το ποσοστό που καθόρισε
νόμος του κράτους (30%) και σε πλήρη δυσαρμονία με τον πραγματικό πληθωρισμό (70%) και τη

2012

ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ

νομισματική θέση της τουρκικής λίρας. Το Δικαστήριο, αποδεχόμενο τους λόγους δημόσιας ωφελείας που επέβαλαν τη συγκεκριμένη απαλλοτρίωση, την εξέτασε σε αναλογία με την προστασία
των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου. Θεώρησε δε ότι η αργοπορία στην καταβολή της αποζημίωσης, σε συνδυασμό με τη συνεχώς επιδεινούμενη νομισματική ισοτιμία της τουρκικής λίρας, έφεραν σε δυσχερή θέση τον προσφεύγοντα
και έκρινε ομόφωνα ότι αυτός είχε δικαίωμα πρόσθετης αποζημίωσης, την οποία μάλιστα επιδίκασε
σε αμερικάνικα δολάρια για λόγους νομισματικής
ασφάλειας.
Tο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων
του Ανθρώπου δικαίωσε τον Ευθύμιο Μεϊδάνη, ο
οποίος προσέφυγε κατά της Ελλάδος όσον αφορά
το δικαίωμα του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου να καταβάλουν ποσοστό τόκου υπερημερίας (6%) μικρότερο από εκείνο
που καταβάλουν οι ιδιώτες (το ποσοστό αυτό σήμερα είναι 12%, ενώ ήταν 27% και 23% κατά την
επίμαχη χρονική περίοδο). Ο Ευθύμιος Μεϊδάνης
προσελήφθη από το «Σισμανόγλειο - Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο Αττικής», στις 2.9.1996, για
να εργαστεί ως ειδικευόμενος ιατρός με σύμβαση
«εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου».
Ο προσφεύγων αποχώρησε μετά το πέρας του
συμβατικού χρόνου εργασίας του και αφού περάτωσε την ειδίκευσή του. Κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1998 έως και 30.9.1998 και προκειμένου
να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες του νοσοκομείου, ο
προσφεύγων πραγματοποίησε εφημερίες, οι οποίες βεβαιώθηκαν και εγκρίθηκαν με την υπ’ αριθ. 24/16.11.1998 ομόφωνη απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του ν.π.δ.δ. Ο προσφεύγων άσκησε στις 20.11.2000 αγωγή σε βάρος του νοσοκομείου, διότι το νοσοκομείο δεν του είχε εξοφλήσει το ποσό, που του όφειλε από τις υπερωρίες. Ο
προσφεύγων ζήτησε να υποχρεωθεί το νοσοκομείο
να καταβάλει την οφειλή του εντόκως και νομίμως
μέχρι την εξόφληση, με τον τόκο υπερημερίας που
ορίζει η γενική διάταξη του άρθρου 15 § 5 του νόμου 876/1979 (27% από 9.1.1998 έως 30.3.1998 και
23% από 31.3.1998 έως 13.1.1999) και όχι εκείνη
του άρθρου 7 § 2 του νομοθετικού διατάγματος
496/1974 περί λογιστικού των ν.π.δ.δ., η οποία ορίζει ότι ο νόμιμος τόκος υπερημερίας πάσης οφειλής των ν.π.δ.δ. ανέρχεται σε 6% ετησίως, διότι
η τελευταία είναι αντισυνταγματική και αντίθετη

2817

στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Με την υπ’ αριθ. 3/2006 απόφασή
της88 η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου έκρινε κατά
πλειοψηφία ότι η διαφοροποίηση μεταξύ του
ν.π.δ.δ.-οφειλέτη και του ιδιώτη-οφειλέτη, ως προς
το ύψος του οφειλόμενου τόκου υπερημερίας, είναι δικαιολογημένη και ότι η επίμαχη ρύθμιση
του άρθρου 7 § 2 του νομοθετικού διατάγματος
496/1974 περί λογιστικού των ν.π.δ.δ. δεν αντίκειται στα άρθρα 20 του Συντάγματος, 6 § 1 της
ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου στην ΕΣΔΑ
Πρωτοκόλλου.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του
Ανθρώπου έκρινε ομόφωνα (βλ. ΝοΒ 2008. 1367),
ότι τόσο η επίμαχη ρύθμιση του άρθρου 7 § 2 του
νομοθετικού διατάγματος 496/1974 περί λογιστικού των ν.π.δ.δ. η οποία ορίζει ότι ο νόμιμος τοκος υπερημερίας πάσης οφειλής των ν.π.δ.δ. ανέρχεται σε 6% ετησίως, όσο και η απόφαση της
Ολομέλειας του Αρείου Πάγου η προαναφερόμενη 3/2006, που την έκρινε συνταγματική, παραβίασαν το δικαίωμα του συγκεκριμένου προσφεύγοντος στην περιουσία, όπως αυτό προστατεύεται
από το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου στην
ΕΣΔΑ Πρωτοκόλλου. Το Δικαστήριο επιδίκασε
τον τόκο υπερημερίας των ιδιωτών της επίδικης
περιόδου (27% και 23%) υπέρ του προσφεύγοντος.
Η νομολογία της κρίσης
Με την με αριθμό 1620/201189 Απόφαση Τμήματος του ΣτΕ κρίθηκε ότι: «η διάταξη του άρθρου 21
του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου, με την
οποία καθορίζεται το ύψος του τόκου των οφειλών του
Δημοσίου, δεν αποτελεί δικονομική αλλά ουσιαστική
διάταξη και ως εκ τούτου, από τη διαφοροποίηση του οριζόμενου με αυτή τόκου, σε σχέση με τον εκάστοτε γενικώς ισχύοντα τόκο για τις οφειλές των ιδιωτών, δεν
μπορεί να τεθεί ζήτημα παραβίασης του άρθρου 20 § 1
του Συντάγματος, ούτε του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ, που
κατοχυρώνουν το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, δεδομένου ότι με την ανωτέρω διάταξη το Δημόσιο δεν εξοπλίζεται, έναντι των ιδιωτών, με προνόμια δικονομικού περιεχομένου (πρβλ. ΟλΣτΕ 1663/ 2009 90 και

_________
88. Βλ. ΕλλΔνη 2006. 412, Δ 2006. 293.
89. Βλ. ΕΔΚΑ 2011. 350, ΕΔΔΔ 2011. 998, ΔΕΕ 2011.
1301, Αρμ 2011. 1887.
90. Mε απόφαση (ΣτΕ 1663/09) της Ολομέλειας του

2818

ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ

ΕΔΔΑ, απόφαση Μεϊδάνης κατά Ελλάδας, της
22.5.2008, σκέψεις 34 έως 36)…» και παρέπεμψε την
επίλυση του ζητήματος στην Ολομέλεια του ΣτΕ.
Το ίδιο δικαστήριο στην ανωτέρω απόφαση
περαιτέρω έκρινε ότι: «η διαφοροποίηση, μεταξύ του
επιτοκίου που αφορά τις οφειλές του Δημοσίου και του
υψηλότερου επιτοκίου που εφαρμόζεται στις οφειλές
των ιδιωτών, συνεπαγόμενη τον περιορισμό του κρατικού χρέους, είναι, τουλάχιστον από το 2004, αφότου επισήμως το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο είχε διαπιστώσει την
ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος που συνιστούσε απειλή για τη δημοσιονομική ισορροπία της Χώρας, πλήρως
δικαιολογημένη. Και τούτο διότι συμβάλλει στην επίτευξη ενός μείζονος εθνικού συμφέροντος
σκοπού, εκείνου της διασφάλισης της δημοσιονομικής ισορροπίας αρχικά, ήδη δε της αποτροπής της οικονομικής κατάρρευσης της Χώρας.
Από τα ανωτέρω εκτεθέντα σαφώς προκύπτει ότι, σύμφωνα με τη νομολογία της Ολομελείας του Συμβουλίου
της Επικρατείας και του ΕΔΔΑ, από την επίμαχη διαφοροποίηση, με το άρθρο 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου, των επιτοκίων δεν προκαλείται παραβίαση ούτε της συνταγματικής αρχής της ισότητας,
ούτε του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ενόψει και της εύλογης σχέσης των επιτοκίων».
Συνταγματική έκρινε το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο με την με αριθμό 25/201291 απόφασή του,
τη ρύθμιση που προβλέπει μικρότερη επιβάρυνση
του Δημοσίου στον τόκο υπερημερίας για χρέη
του, απ' ότι στους ιδιώτες που χρωστούν σε αυτό.
Συγκεκριμένα, το δικαστήριο έκρινε πως υπό τις
παρούσες οικονομικές συγκυρίες δεν προσκρούει
στις συνταγματικές επιταγές η πρόβλεψη ότι το
Δημόσιο για τις οφειλές του πρέπει να καταβάλει

_________
ΣτΕ υπογραμμίζεται ότι το άρθρο 21 του Κώδικα Νόμων για τις δίκες του Δημοσίου (κ.δ. της 10.7.1944) που
ορίζει το επιτόκιο 6% παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ισότητας, καθώς θεσπίζει υπέρ του Δημοσίου έναντι των ιδιωτών, αδικαιολόγητη προνομιακή μεταχείριση, χωρίς να συντρέχει γι’ αυτό κάποιος λόγος δημοσίου συμφέροντος. Η διαφοροποίηση αυτή δεν μπορεί να δικαιολογηθεί μονάχα από το ταμειακό συμφέρον του Δημοσίου. Γιατί το ταμειακό του συμφέρον δεν
ταυτίζεται με το δημόσιο συμφέρον και δεν μπορεί να
στηρίζει την παραβίαση του δικαιώματος του πολίτη
για προστασία της περιουσίας.
91. Βλ. Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ».

τόμος 60

τόκο υπερημερίας 6%.
Ειδικότερα, το ΑΕΔ, με ισχυρότατη πλειοψηφία, έκρινε κατ’ αρχάς, ότι λόγοι δημοσίου συμφέροντος δεν δικαιολογούν τη διαφοροποίηση
του ύψους του επιτοκίου μεταξύ Δημοσίου και ιδιωτών. Όμως, συνιστούν λόγους δημοσίου συμφέροντος η ανάγκη διασφαλίσεως της δημοσιονομικής ισορροπίας του κράτους και η αντιμετώπιση της διαπιστωθείσας από τον νομοθέτη,
οξείας δημοσιονομικής κρίσεως, την οποία
διέρχεται η Ελλάδα. Για τη αντιμετώπιση της κρίσης αυτής και για την αποκατάσταση της δημοσιονομικής ισορροπίας, συνεχίζει η δικαστική απόφαση, έχουν ήδη ληφθεί διάφορα μέτρα με σκοπό
τη μείωση των δαπανών και την αύξηση των δημοσίων εσόδων. Μεταξύ των άλλων μέτρων, που
έχουν ληφθεί, είναι οι περικοπές των αποδοχών
και των συντάξεων, η αύξηση των φόρων, η επιβολή έκτακτων φόρων, η επιβολή εκτάκτου ειδικού τέλους ηλεκτροδοτούμενων δομημένων επιφανειών (χαράτσι) κ.λπ.
Μετά τα δεδομένα αυτά, υπογραμμίζεται στην
απόφαση, η διαφοροποίηση αυτή στο ύψος του
τόκου, που προβλέπει ο Κώδικας Νόμων περί Δικών του Δημοσίου, η οποία δεν αντίκειται στα άρθρα 4 (ισότητα) και 25 (αρχή αναλογικότητας) του
Συντάγματος, λόγω «των συντρεχουσών περιστάσεων» και του σκοπού της επίμαχης διάταξης του
εν λόγω Κώδικα.
Σε άλλο σημείο της απόφασης, το ΑΕΔ τονίζει
ότι η διαφοροποίηση αυτή στο ύψος του τόκου
δεν αντίκειται στην κατοχυρωμένη από το άρθρο
4 § 5 του Συντάγματος, που αφορά την ισότητα
ενώπιον των δημοσίων βαρών, ενόψει του γεγονότος ότι προς αντιμετώπιση της οξείας δημοσιονομικής κρίσεως έχουν ληφθεί μέτρα που επιβαρύνουν οικονομικώς διάφορες και μεγάλες
κατηγορίες πολιτών.
Υπενθυμίζεται, ότι την αντισυνταγματικότητα
του προνομιακού επιτοκίου επισήμαινε το ΣτΕ το
2002 και την επιβεβαίωσαν το 2009 οι Ολομέλειες
του ΣτΕ (ΣτΕ 1663/0992) και του Ελεγκτικού Συνεδρίου (ΕΣ 513/0993, 744/1094, 2812/1195). Η Ολομέ-

_________
92. ΕΔΔΔ 2009. 387, Αρμ 2009. 925, ΔΔίκη 2010. 507,
ΑρχΝ 2010.106
93. ΑρχΝ 2009. 250
94. Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ».
95. Βλ. ΕΔΔΔ 2012. 432

2012

ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ

λεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου (στην προαναφερόμενη απόφαση με αριθμό 2812/2011) έκρινε ότι
είναι αντισυνταγματική και αντίθετη στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου
(ΕΣΔΑ) η επίμαχη διάταξη που προβλέπει τη διάκριση μεταξύ Δημοσίου και ιδιωτών ως προς το
ύψος του τόκου και παρέπεμψε το όλο θέμα προς
οριστική κρίση στο ΑΕΔ.
Από την άλλη πλευρά, ο Άρειος Πάγος, με σειρά αποφάσεών του (1127-28/201096 κ.λπ.), έχει
κρίνει ότι είναι συνταγματική η επίμαχη διάκριση
για την επιβολή του τόκου και δεν αντιβαίνει
στην ΕΣΔΑ.
Ο Άρειος Πάγος με την με αριθμό 41/201297
Απόφασή του, έκρινε ότι ο Οργανισμός σχολικών
κτιρίων (ΟΣΚ), αποτελεί ανώνυμη εταιρεία και λειτουργεί με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας.
Η παρούσα Α.Ε. αποτελεί καθολική διάδοχο του
ΟΣΚ και δεν ισχύουν τα ουσιαστικά προνόμια
του Δημοσίου, όπως ο μειωμένος τόκος υπερημερίας.
Ο Άρειος Πάγος με την 248/201298 Απόφασή
του, έκρινε ότι τόκος υπερημερίας για οφειλές
του Δημοσίου οφείλεται τόσο επί καταψηφιστικής αγωγής, όσο και επί αναγνωριστικής αγωγής, συμπεριλαμβανομένης και της περίπτωσης
κατά την οποία λαμβάνει χώρα σχετικός περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό με τις προτάσεις.
Το ΣτΕ στην υπ΄αριθ. 603/201299 Απόφασή του
έκρινε σχετικά με τον τόκο επί απαιτήσεων κατά
του Δημοσίου, ότι έναρξη της τοκογονίας επέρχεται με την επίδοση όχι μόνο καταψηφιστικής, αλλά και αναγνωριστικής αγωγής. Σε περίπτωση περιορισμού του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος
της αγωγής σε αναγνωριστικό, οφείλονται τόκοι.
Το ΣτΕ στην υπ΄αριθ. 1207/2012100 Απόφασή
του έκρινε ότι το άρθρο 3 του ν. 2120/1993 περί
εντόκου επιστροφής του φόρου μετά την πάροδο

_________
96. Βλ. Τράπεζα Νομικών
ΜΟΣ».
97. Βλ. Τράπεζα Νομικών
ΜΟΣ».
98. Βλ. Τράπεζα Νομικών
ΜΟΣ».
99. Βλ. Τράπεζα Νομικών
ΜΟΣ».
100. Βλ. ΕΔΔΔ 2012. 785.

Πληροφοριών «ΝΟΠληροφοριών «ΝΟΠληροφοριών «ΝΟΠληροφοριών «ΝΟ-

2819

εξαμήνου από την πρώτη του επομένου μήνα της
κοινοποίησης στη φορολογική αρχή της απόφασης του δικαστηρίου, αντίκειται στα άρθρα 4 § 5
και 17 του Συντάγματος καθώς και του άρθρου 1
του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Ο δικαστής υποχρεούται να μην εφαρμόζει νόμο
αντισυνταγματικό, δεν μπορεί όμως να νομοθετήσει ο ίδιος. Ο ζημιωθείς πολίτης μπορεί να εγείρει
αγωγή αποζημιώσεως του άρθρου 105 του ΕισΝ
ΑΚ, την οποία μπορεί να σωρεύσει με προσφυγή
που στρέφεται κατά καταλογιστικής πράξης της
φορολογικής αρχής.
4.2. Η παραγραφή των αξιώσεων κατά του δημοσίου
Στο άρθρο 90 § 3 του ν. 2362/1995 «Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και
άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α' 247) ορίζεται ότι: «Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού
δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν
βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή
στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις - παραγράφεται μετά διετία από της γεννέσεώς της». Περαιτέρω, στο άρθρο 91 του προαναφερόμενου νόμου
ορίζεται ότι: «Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής
διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε
απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του
Οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν
δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. Προκειμένου όμως
περί δασμών, φόρου, τελών και λοιπών δικαιωμάτων
που εισπράττονται στα Τελωνεία, η παραγραφή αρχίζει,
από της βεβαίωσης αυτών».
Η διάταξη του άρθρου 90 § 3 του ν. 2362/1995
«Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του
Κράτους και άλλες διατάξεις», η οποία εφαρμόζεται
και στους ΟΤΑ, βάσει του άρθρου 29 § 5 του ν.
3202/2003 (ΦΕΚ 284 Α'), είναι αντίθετη με το άρθρο 1 περ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία
τον Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ) (που κυρώθηκε μαζί με
την Σύμβαση με το ν.δ. 531/1973 και έχει σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος αυξημένη
τυπική ισχύ έναντι των κοινών νόμων), το οποίο
ορίζει ότι: «Παν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται
σεβασμού της περιουσίας του, ...». Στην κατά τα ανω-

2820

ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ

τέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται, όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως
κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα
περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και δη οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε
απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον
υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον
πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ. ΑΠ 40/1998).
Η διάταξη του άρθρου 90 § 3 του ν. 2362/1995
είναι αντίθετη και προς το άρθρο 80 § 1 του Συντάγματος, αφού θεσπίζει αδικαιολόγητα σε βάρος των Ελλήνων πολιτών διακρίσεις. Με την διάταξη αυτή διαμορφώθηκε ευνοϊκή μεταχείριση υπέρ του Δημοσίου, αφού, όπως ορίζεται στο άρθρο
86 § 2 του ίδιου νόμου «Η χρηματική απαίτηση του
Δημοσίου μετά των συμβεβαιουμένων προστίμων παραγράφεται μετά πενταετία από την λήξη του οικονομικού
έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε εν στενή έννοία και
κατέστη αύτη ληξιπρόθεσμη», ενώ αντίθετα με την
διάταξη του άρθρου 90 § 3 η απαίτηση των υπαλλήλων του Δημοσίου κατ' αυτού, που αφορά σε
αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές αυτών
ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται, σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γεννέσεώς της.
Με την ρύθμιση αυτή δημιουργείται προφανέστατη άνιση μεταχείριση των ιδιωτών διαδίκων
έναντι του Δημοσίου. Επομένως, πρέπει να γίνει
δεκτό, ότι οι απαιτήσεις για καταβολή αποζημίωσης από αδικοπραξία οργάνων του Δημοσίου αποτελούν περιουσιακής φύσεως δικαιώματα, τα
οποία προστατεύονται από τις διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του
Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, θεμελιώνονται δε επιπλέον στις προαναφερόμενες
συνταγματικές διατάξεις από τις οποίες απορρέουν οι αρχές της αλληλέγγυας αναλογικής ισότητας στην ανάληψη των δημοσίων βαρών και της
νομιμότητας. Συνεπώς, κάθε διάταξη νόμου η οποία χωρίς να συντρέχει ιδιαίτερος λόγος δημοσίου συμφέροντος, που να δικαιολογεί την σχετική
ρύθμιση με βάση πάντοτε την αρχή της αναλογικότητας, αίρει ή περιορίζει, άμεσα ή έμμεσα, την

τόμος 60

ευθύνη του Δημοσίου με αποτέλεσμα η καταβαλλόμενη αποζημίωση να μην είναι πλήρης, αντίκειται στις παραπάνω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις και αρχές101.
Έτσι, οι ανωτέρω ρυθμίσεις του άρθρου 90 § 3
του ν. 2362/1995, κατά το μέρος που με αυτές διαφοροποιείται σε βάρος του ιδιώτη διαδίκου η
προθεσμία συμπληρώσεως της παραγραφής μεταξύ του Δημοσίου και των ιδιωτών διαδίκων, είναι
ανίσχυρες ως αντικείμενες στην αρχή της ισότητας
αλλά και της δικονομικής ισότητας των διαδίκων,
όπως αυτή συνάγεται από τα άρθρα 4 § 1, 2 § 1, 20
§ 1 και 25 § 1 του Συντάγματος, από τα άρθρα 6,
13 και 14 της ΕΣΔΑ και τα άρθρα 2 § 3α και β, 14
και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά
και Πολιτικά Δικαιώματα (ν. 2462/1997), για την
αποκατάσταση της οποίας (εν. της δικονομικής
ισότητας) η παραγραφή πρέπει να θεωρηθεί ότι
είναι πενταετής κατά τα άρθρα 250 και 937 του
Αστικού Κώδικα (βλ. 1/2005 απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 § 2 του Συντάγματος).
Με την με αριθμό 3654/2008 απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ102 κρίθηκε κατά πλειοψηφία
(31-2) ότι η διετής παραγραφή103 των αξιώσεων
των υπαλλήλων των νπδδ (άρθρ. 48 του ν.δ. 496/
1974) αντιβαίνει στην αρχή της ισότητας, η δε υπόθεση παραπέμφθηκε στο ΑΕΔ.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σχετικά με το ζήτημα της προνομιακής παραγραφής του δημοσίου σε σχέση με
την παραγραφή των αξιώσεων, ειδικότερα, έκρινε στην υπόθεση Ζουμπουλίδη κατά Ελλάδας της
25-6-2009, ότι για τον προβλεπόμενο από το άρθρο 90 § 3 του ν. 2362/1995 περιορισμό της αξίωσης των απαιτήσεων κατά του Δημοσίου (αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές υπαλλήλων
του Δημοσίου) σε μια διετία, έναντι των απαιτήσεων του Δημοσίου κατά άλλων προσώπων, όπου
κατά το άρθρο 86 του ως άνω νόμου προβλέπονται προθεσμίες παραγραφής που κυμαίνονται
μεταξύ πέντε και είκοσι ετών, δεν υπάρχει κάποιος
λόγος που να δικαιολογεί επαρκώς την εφαρμογή
διετούς παραγραφής, μόνο δε το δημοσιονομικό
_________
101. (Μ π έ η ς , Δ 26. 346).
102. ΕΔΚΑ 2009. 29.
103. Βλ. ΤρΔΠρΠειρ 263/2007, Πενταετής η παραγραφή αξιώσεων κατά Δημοσίου.

2012

ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ

συμφέρον του Δημοσίου δεν μπορεί να αφομοιωθεί συλλήβδην σε ένα γενικότερο δημόσιο συμφέρον. Περαιτέρω, η επίκληση του γενικού συμφέροντος έγκαιρης ισοσκέλισης των υποχρεώσεων
του Δημοσίου δεν αρκεί για να καθοριστεί κατά
προνομιακό, για το Δημόσιο, τρόπο η ημέρα, από
την οποία ξεκινά ο υπολογισμός των νόμιμων τόκων του επιδικαζόμενου ποσού (βλ. όμως ΑΕΔ
32/2008104 και 9/2009105).
Η νομολογία της κρίσης
Με την απόφαση με αριθμό 1/2012 του ΑΕΔ106
κρίθηκε ότι: «…οι οιασδήποτε φύσεως μισθολογικές αξιώσεις των με οποιαδήποτε έννομη σχέση υπαλλήλων του Ελληνικού Δημοσίου, έστω
και αν αυτές βασίζονται σε παρανομία των οργάνων αυτού ή στις διατάξεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, δηλαδή είτε πρόκειται για ευθεία
αγωγή κατά του Δημοσίου λόγω αρνήσεως ή καθυστερήσεως καταβολής των αποδοχών για οποιοδήποτε λόγο κατά την έννοια που προσδίδουν τα
όργανα αυτού στο νόμο, είτε πρόκειται για αγωγή
αποζημιώσεως κατά το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, εξαιτίας παραλείψεως οφειλομένης νόμιμης ενέργειας των οργάνων του Δημοσίου, ως προϋποθέσεως για την
θεμελίωση των σχετικών αξιώσεων, υπόκεινται σε
διετή παραγραφή. Η προβλεπομένη από την τελευταία αυτή διάταξη (άρθρο 90 § 3 του ν.
2362/1995), …. βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή, …, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και συγκεκριμένα

_________
104. Βλ. Αρμ 2009. 427, ΕΔΚΑ 2009. 26, ΕΔΔΔ 2010. 44.
105. Βλ. ΕΦΑΔ 2009. 798, ΕΔΔΔΔ 2010. 355.
106. Βλ. και 2/2012 ΑΕΔ, ΝοΒ 2012. 1298,1579: Παραγραφή αξιώσεων δημοσίων υπαλλήλων. Άρση της
αμφισβήτησης περί της συνταγματικότητας του άρθρ.
91 § 3 του ν.δ. 321/1969. Κρίση ότι η διάταξη αυτή, η
οποία προβλέπει διετή παραγραφή των αξιώσεων κατά
του Δημοσίου των δημοσίων υπαλλήλων, πολιτικών και
στρατιωτικών, και των συνδεομένων με σχέση δημοσίου
ή ιδιωτικού δικαίου με αυτό από καθυστερούμενες αποδοχές ή κάθε άλλης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις
εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού, δεν αντίκειται στην από
το άρθρο 4 § 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας. Η
κρίση αυτή δεν έρχεται σε αντίθεση με την απόφαση
του ΕΔΔΑ επί σχετικής υποθέσεως που είχε κρίνει αντιθέτως. (Σχόλιο Α. Α ρ γ υ ρ ο ύ ΝοΒ 2012. 1579).

2821

από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως αξιώσεων
που απορρέουν από περιοδικές (ανά μήνα) παροχές και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία είναι απαραίτητη για
την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής καταστάσεως αυτού, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων. Η ταχεία εκκαθάριση των εκκρεμοτήτων, αναφορικά με τις πιο πάνω αξιώσεις και τις
αντίστοιχες υποχρεώσεις του Δημοσίου, είναι αναγκαία προς αποφυγή ανατροπής, μετά την
πάροδο μακρού χρονικού διαστήματος, των οικονομικών δεδομένων, κατά συνεκτίμηση των
οποίων το Δημόσιο προβαίνει στον σχεδιασμό
της οργανώσεως και του τρόπου λειτουργίας της
δημοσίας διοικήσεως, λαμβάνοντας αυτά υπόψη
για την πρόβλεψη των σχετικών δαπανών κατά
την κατάρτιση του κρατικού προϋπολογισμού και
την αποφυγή των δυσμενών επιπτώσεων που επάγεται στην εκτέλεση του προϋπολογισμού, η σε
βάθος πολλών ετών ικανοποίηση των ανωτέρω αξιώσεων, λόγω του μεγάλου ύψους των σχετικών
απαιτήσεων συνολικά, που απορρέει από τον μεγάλο αριθμό των σχετικών διαφορών που ανακύπτουν με την άσκηση αγωγών κατά του Ελληνικού Δημοσίου από το υπηρετούν σε αυτό προσωπικό. Έτσι ο στόχος του Κράτους να προγραμματίσει τα έσοδά του και τις δαπάνες του, χωρίς να
εμποδίζεται από σημαντικά ανεξόφλητα χρέη,
δικαιολογεί την θέσπιση εύλογων αποκλειστικών προθεσμιών για την άσκηση των σχετικών
αγωγών. Η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται,
όχι μόνο από την ανάγκη προστασίας της περιουσίας του Δημοσίου κατά τα προεκτεθέντα, αλλά
και από τις διαφορετικές συνθήκες υπό τις οποίες
τελούν οι υπάλληλοι του Δημοσίου σε σχέση με
τους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, καθώς και
από το διαφορετικό νομικό καθεστώς που διέπει
αντίστοιχα τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών
υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους, σύμφωνα
με τις ειδικότερες ρυθμίσεις της κείμενης νομοθεσίας. Κατά συνέπεια, η διάταξη του άρθρου 90 § 3
του ν. 2362/1995, με την οποία θεσπίζεται διετής
παραγραφή για τις ρηθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, δεν αντίκειται στην από
το άρθρο 4 § 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας (πρβλ. ΑΕΔ 9/2009, ως προς την διάταξη του
άρθρου 48 § 3 του ν.δ. 496/1974 που προβλέπει
διετή επίσης παραγραφή για τις αντίστοιχες αξιώ-

2822

ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ

σεις των υπαλλήλων ν.π.δ.δ. κατ’ αυτών). Ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου και τα μέλη Δημήτριος
Αλεξανδρής, Κίμων-Παναγιώτης Ευστρατίου και
Βασίλειος Λυκούδης, διατύπωσαν την ακόλουθη
ειδικότερη γνώμη: « Ο θεσπιζόμενος με την § 3 του
άρθρου 90 του ν. 2362/1995 ειδικός κανόνας, με
τον οποίο καθιερώνεται, κατ’ εξαίρεση από τον
προβλεπόμενο στην § 1 του ίδιου άρθρου 90 γενικό κανόνα της πενταετούς παραγραφής για τις αξιώσεις κατά του Δημοσίου, βραχυπρόθεσμη διετής παραγραφή για τις σχετικές με αποδοχές ή
άλλης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις χρηματικές αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου κατ’
αυτού, δικαιολογείται από την φύση της εννόμου
σχέσεως, που συνδέει το Δημόσιο με τους υπαλλήλους του. Και τούτο διότι η ορθολογική οργάνωση
και η εύρυθμη λειτουργία της Διοικήσεως δημιουργούν την ανάγκη της ταχείας εκκαθαρίσεως
των εκκρεμοτήτων περί τις εν λόγω αξιώσεις και
τις αντίστοιχες υποχρεώσεις του Δημοσίου, που
απορρέουν από περιοδικές (κατά μήνα) παροχές,
η επί μακρόν χρόνον διατήρηση των οποίων εκκρεμοτήτων επιβαρύνει, κατά τρόπο βλαπτικό για
την Διοίκηση, την σχέση που συνδέει το Δημόσιο
με τους υπαλλήλους του. Περαιτέρω, η ανάγκη
ταχείας εκκαθαρίσεως εκκρεμοτήτων ως προς την
ύπαρξη των εν λόγω αξιώσεων των υπαλλήλων
και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Δημοσίου,
ενδείκνυται προς αποφυγή ανατροπής, μετά την
πάροδο μακρού χρονικού διαστήματος, των οικονομικών δεδομένων, κατά συνεκτίμηση των οποίων το Δημόσιο προβαίνει στον σχεδιασμό της
οργανώσεως και του τρόπου λειτουργίας της δημοσίας διοικήσεως και τα οποία λαμβάνει υπόψη
για την πρόβλεψη των σχετικών δαπανών κατά
την κατάρτιση του κρατικού προϋπολογισμού. Η
διετής δε παραγραφή είναι εύλογη από την άποψη ότι παρέχει επαρκές χρονικό διάστημα στον
υπάλληλο για την διεκδίκηση τυχόν χρηματικών
αξιώσεών του κατά του Δημοσίου, σχετικών με
αποδοχές ή άλλης πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, ώστε δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι, ως εκ
της καθιερώσεως της βραχυπρόθεσμης αυτής παραγραφής, καθίσταται πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερής η άσκηση του δικαιώματος
του υπαλλήλου να διεκδικήσει αποδοχές ή άλλης
φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, που οφείλονται
σ’ αυτόν, συνεπεία της σχέσεως που τον συνδέει με
το Δημόσιο. Εξάλλου, ο ανωτέρω λόγος, ο οποίος

τόμος 60

δικαιολογεί την θέσπιση της διετούς παραγραφής
για τις αφορώσες αποδοχές ή άλλης πάσης φύσεως
απολαβές ή αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου
κατ’ αυτού, συντρέχει εξ ίσου και προκειμένου περί τυχόν χρηματικών αξιώσεων του Δημοσίου κατά των υπαλλήλων του, που απορρέουν από την
έννομη σχέση που τους συνδέει. Τούτο δε έχει ως
συνέπεια, ότι είναι αδικαιολόγητη η εξαίρεση των
αξιώσεων αυτών του Δημοσίου έναντι των υπαλλήλων του από την βραχυχρόνια διετή παραγραφή, την οποία προβλέπει η § 3 του άρθρου 90 του
ν. 2362/1995 αναφορικά με τις αξιώσεις των υπαλλήλων που απορρέουν από την εν λόγω έννομη σχέση και η υπαγωγή των αξιώσεων τούτων
του Δημοσίου στον προβλεπόμενο από την § 2 του
άρθρου 86 του ν. 2362/1995 γενικό κανόνα της
πενταετούς παραγραφής των χρηματικών απαιτήσεων του Δημοσίου. Διότι, ενόψει της ομοιότητας των συντρεχουσών περιστάσεων, και οι αξιώσεις αυτές θα έπρεπε να υπαχθούν στον ειδικό κανόνα της διετούς παραγραφής, ισχύοντα για τις
πάσης φύσεως χρηματικές αξιώσεις που απορρέουν από την σχέση του δημοσίου υπαλλήλου με το
Δημόσιο, ανεξαρτήτως δηλαδή αν δικαιούχος είναι ο υπάλληλος ή το Δημόσιο. Εφόσον δε είναι
αδικαιολόγητη η διάκριση αυτή υπέρ του Δημοσίου,
η μη υπαγωγή και η συνακόλουθη εξαίρεση των
εν λόγω αξιώσεων του Δημοσίου έναντι υπαλλήλων του από την βραχυχρόνια διετή παραγραφή,
που αντιβαίνει στην συνταγματική αρχή της ισότητας, δεν μπορεί να αποτελέσει έγκυρο έρεισμα
για την επέκταση της εφαρμογής της πενταετούς
παραγραφής και στις σχετικές με τις αποδοχές και
τις πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις αξιώσεις των υπαλλήλων κατά του Δημοσίου. Ενόψει
των ανωτέρω, η διάταξη του άρθρου 90 § 3 του
ν. 2362/1995, που θεσπίζει διετή παραγραφή για
τις προαναφερθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων του
Δημοσίου κατ’ αυτού, δεν αντίκειται στην κατά το
άρθρο 4 § 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας».
Επίσης, η συγκλίνουσα ειδικότερη γνώμη του μέλους του Δικαστηρίου Νικολάου Αλιβιζάτου έχει
ως εξής: «η συνταγματικότητα της διάταξης της
§ 3 του άρθρου 90 του ν. 2362/1995 θα πρέπει
κατ’ αρχάς να εξετασθεί αυτοτελώς, υπό το πρίσμα
του δικαιώματος που η δικονομική αυτή διάταξη
ρυθμίζει, δηλαδή του δικαιώματος δικαστικής
προστασίας, όπως αυτό κατοχυρώνεται γενικά
(άρθρο 20 § 1 Σ και 6 § 1 ΕΣΔΑ) και στις δίκες του

2012

ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ

Δημοσίου ειδικότερα. Στο πλαίσιο της ευρείας
ευχέρειας που του παρέχει η επιφύλαξη του νόμου της § 1 του άρθρου 20 του Συντάγματος, ο
νομοθέτης μπορεί να προβλέψει διαφορετικούς
κανόνες για τις δίκες στις οποίες διάδικος είναι
το Δημόσιο ή ένας άλλος φορέας δημόσιας εξουσίας (ΟΤΑ, ν.π.δ.δ. κ.λπ.). Αρκεί, όπως έχει
κριθεί, να μην εισάγει αδικαιολόγητα προνόμια
υπέρ του Δημοσίου, δηλαδή εξαιρέσεις από τις γενικές ρυθμίσεις, οι οποίες δεν υπηρετούν λόγους
δημόσιου συμφέροντος (βλ. ΕΔΔΑ Καραχάλιος
κατά Ελλάδος, απόφαση της 11.12.2003, Μεϊδάνης
κατά Ελλάδος, απόφαση της 22.5.2008, Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδος, απόφαση της 25.6.2009). Περαιτέρω, στο πεδίο των δικών του Δημοσίου, ο
νομοθέτης έχει την ευχέρεια, δυνάμει της ίδιας επιφύλαξης του νόμου, να προβλέψει διαφορετική
προθεσμία για την παραγραφή διαφορετικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου. Αρκεί η προβλεπόμενη κάθε φορά προθεσμία να μην είναι τόσο
βραχεία ώστε, εν όψει της φύσεως της διαφοράς
και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας,
να παρακωλύει ουσιωδώς την αποτελεσματική
άσκηση του προστατευόμενου δικαιώματος. Εν
προκειμένω, η προβλεπόμενη διετής παραγραφή
από τη γέννεση της αξίωσης είναι επαρκής για έναν στοιχειωδώς επιμελή διάδικο, ο οποίος, κατά
τεκμήριο, γνωρίζει εξ αρχής τους όρους υπό τους
οποίους παρέχει τις υπηρεσίες του στο Δημόσιο
και, συνεπώς, για την προστασία των συμφερόντων του, δεν χρειάζεται να προσφύγει στις συμβουλές εξειδικευμένου δικηγόρου (πρβλ. ΕΔΔΑ
Sunday Times κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση της 26.4.1979, § 49). Από την άλλη, η κανονικότητα και η περιοδικότητα της καταβολής των
κάθε είδους απολαβών των δημόσιων κ.λπ. υπαλλήλων, διαφοροποιούν τις αξιώσεις κατά του Δημοσίου για καθυστερούμενες αποδοχές σε σύγκριση με άλλες αξιώσεις κατά του Δημοσίου, που ούτε
ο χρόνος γέννεσής τους είναι βέβαιος, ούτε έχουν
τα ανωτέρω χαρακτηριστικά. Ως εκ τούτου, η διαφοροποίηση της παραγραφής των πρώτων (διετής) έναντι των δεύτερων (πενταετής) είναι κατ’
αρχήν δικαιολογημένη. Δεν τίθεται, επομένως, ζήτημα παραβίασης ούτε και της αρχής της (δικονομικής) ισότητας (άρθρα 20 § 1 και 4 § 1 Σ), διότι οι
ρυθμιζόμενες καταστάσεις διαφέρουν εν προκειμένω ουσιωδώς. Πολύ περισσότερο, που δεν ανήκει στη δικαστική αλλά στη νομοθετική εξουσία να

2823

αποκαθιστά ανισότητες, με άμεση ή έμμεση επέκταση του πεδίου εφαρμογής μισθολογικών ρυθμίσεων σε κατηγορίες δημόσιων κ.λπ. υπαλλήλων
και λειτουργών, στις οποίες ο νομοθέτης δεν είχε
προσβλέψει. Διότι ο κίνδυνος άνισης μεταχείρισης
ουσιωδώς ομοίων καταστάσεων εξ αιτίας αυθαίρετων ρυθμίσεων, δεν δικαιολογεί εν προκειμένω
την υποκατάσταση του νομοθέτη από τον δικαστή. Ο τελευταίος εκτός του ότι δεν διαθέτει τις
αναγκαίες τεχνικές γνώσεις, δεν είναι κατά το Σύνταγμα αρμόδιος, ούτε και υπεύθυνος για την τήρηση του κρατικού προϋπολογισμού (άρθρα 78
§ 1 και 80 § 1 Σ). Τέλος, και ανεξάρτητα από το ζήτημα της δικαιοδοσίας του ΑΕΔ, παρατηρείται ότι
η επίδικη διαφορά δεν καταλαμβάνεται από το
δεδικασμένο της προαναφερθείσας απόφασης του
ΕΔΔΑ στην υπόθεση Ζουμπουλίδη κατά Ελλάδος.
Ως εκ τούτου, δεν τίθεται ζήτημα αντίθεσης της
κρίσιμης εν προκειμένω διάταξης της § 3 του άρθρου 90 του ν. 2362/ 1995 με το δικαίωμα σεβασμού της περιουσίας (άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ), διότι από τα
στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι, στην παρούσα υπόθεση, τα περιστατικά που οδήγησαν στην
έκδοση της παραπεμπτικής απόφασης της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, είναι διαφορετικά σε σύγκριση με εκείνα τα οποία προκάλεσαν την καταδίκη της Ελλάδος από το ΕΔΔΑ
στην ως άνω υπόθεση. Πράγματι, όπως προκύπτει
από το ιστορικό της υπόθεσης Ζουμπουλίδη, (βλ.
τις §§ 5-14 της ως άνω απόφασης του ΕΔΔΑ), αποφασιστικός παράγων για την καταδικαστική
κρίση του τελευταίου ήταν η διαφοροποίηση (και
μάλιστα όχι με διάταξη νόμου, αλλά με υπουργικές αποφάσεις) των διοικητικών υπαλλήλων του
Υπουργείου Εξωτερικών σε δημόσιου και ιδιωτικού δικαίου και η εντεύθεν δυσμενής μισθολογική
μεταχείριση των δεύτερων έναντι των πρώτων.
Υπό το πρίσμα αυτό, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η βραχύτερη παραγραφή των αξιώσεων των δεύτερων ήταν αδικαιολόγητη και παραβίαζε το δικαίωμά
τους για σεβασμό της περιουσίας τους. Εντούτοις,
τα περιστατικά εκείνα διαφέρουν από αυτά της
υποθέσεως που οδήγησαν στην έκδοση της παραπεμπτικής απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, πρωτίστως διότι σε αυτές δεν ετέθη ζήτημα
φύσεως της εργασιακής σχέσεως ως δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου και, κατ’ επέκταση, αυθαίρετης
μισθολογικής διαφοροποίησης των ενδιαφερομέ-

2824

ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ

νων υπαλλήλων. Επομένως, σε αντίθεση με την
υπόθεση Ζουμπουλίδη, lex specialis για τον έλεγχο της συνταγματικότητας της κρίσιμης εν προκειμένω διάταξης δεν είναι το δικαίωμα σεβασμού
της περιουσίας (άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου
Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ), αλλά το δικαίωμα δικαστικής προστασίας (άρθρο 20 § 1 Σ. και 6 § 1
ΕΣΔΑ). Ως εκ τούτου, ανεξάρτητα από το ότι η ως
άνω απόφαση του ΕΔΔΑ αναφέρεται στην ίδια
διάταξη τυπικού νόμου με αυτήν περί της οποίας
η παρούσα διαφορά (δηλ. την § 3 του άρθρου 90
ν. 2362/1995), δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις
του άρθρου 46 της ΕΣΔΑ, ώστε η κρίση του στην
απόφαση Ζουμπουλίδη να καταλαμβάνει την παρούσα υπόθεση». Μ ε ι ο ψ ή φ ι σ α ν τ α μ έ λ η
τ ο υ Δ ι κ α σ τ η ρ ί ο υ , Παναγιώτα Καρλή, Βασιλική Καλαντζή και Χρήστος Κούσουλας, τα οποία
διατύπωσαν την ακόλουθη άποψη: «Επειδή, η θέσπιση με το άρθρο 90 § 3 του ν. 2362/1995 εις βάρος των υπαλλήλων του Δημοσίου ειδικής βραχυπρόθεσμης διετούς παραγραφής, με την οποία περιορίζεται το δικαίωμα τους να διεκδικήσουν αναδρομικά ποσά λόγω καθυστερουμένων αποδοχών ή άλλων απολαβών ή αποζημιώσεων λόγω
παράνομης πράξεως ή παραλείψεως της Διοικήσεως ή εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού, αντίκειται
στο άρθρο 4 § 1 του Συντάγματος, που καθιερώνει
την αρχή της ισότητας, διότι είναι μικρότερος από
τον χρόνο παραγραφής που προβλέπεται (πενταετής) αφενός μεν από την § 1 του ίδιου ως άνω άρθρου 90 του ν. 2362/1995 για όλες τις άλλες χρηματικές αξιώσεις κατά του Δημοσίου, αφετέρου δε
από το άρθρο 86 § 2 του εν λόγω νόμου για τις
χρηματικές αξιώσεις του Δημοσίου κατά τρίτων. Η
θέσπιση δε της ανωτέρω βραχυπρόθεσμης παραγραφής δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από την ανάγκη της ταχείας εκκαθαρίσεως των αξιώσεων
των υπαλλήλων του Δημοσίου κατ’ αυτού, που
αφορούν αποδοχές ή άλλες απολαβές ή αποζημιώσεις, και της τηρήσεως της δημοσιονομικής τάξεως, με την αποφυγή ανατροπής των δεδομένων,
κατ’ εκτίμηση των οποίων έχει καταρτισθεί ο κρατικός προϋπολογισμός. Και τούτο διότι η ανωτέρω
βραχυπρόθεσμη παραγραφή έχει θεσπισθεί μόνον
για τις απαιτήσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου
κατ’ αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες
κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις,
ενώ για όλες τις άλλες απαιτήσεις κατά του Δημοσίου ο χρόνος παραγραφής είναι πενταετής, αν

τόμος 60

και των απαιτήσεων αυτών ενδείκνυται η ταχεία
εκκαθάριση. Εξάλλου, η θέσπιση της ανωτέρω διετούς παραγραφής δεν δικαιολογείται ούτε από
την φύση της εννόμου σχέσεως, που συνδέει το
Δημόσιο με τους υπαλλήλους του, εφόσον οι χρηματικές αξιώσεις του Δημοσίου κατ’ αυτών δεν
υπόκεινται στην ίδια βραχεία παραγραφή. Ενόψει των ανωτέρω, η διάταξη της § 3 του άρθρου 90
του ν. 2362/ 1995 δεν θα έπρεπε να εφαρμοσθεί ως
αντισυνταγματική, και, ως εκ τούτου, ανίσχυρη,
με συνέπεια οι απαιτήσεις των υπαλλήλων του
Δημοσίου από καθυστερούμενες αποδοχές ή απολαβές οποιασδήποτε φύσεως, ή αποζημιώσεις λόγω παράνομης πράξεως ή παραλείψεως της Διοικήσεως ή από αδικαιολόγητο πλουτισμό να υπόκεινται στην προβλεπόμενη, από την § 1 του ίδιου
άρθρου 90 και ισχύουσα για όλες τις άλλες χρηματικές αξιώσεις κατά του Δημοσίου, πενταετή παραγραφή».
Ο Άρειος Πάγος με την με αριθμό 2/2011 (Ολ.)
Απόφασή του107 έκρινε ότι είναι διετής ο χρόνος
παραγραφής των αξιώσεων υπαλλήλων ν.π.δ.δ.
και αυτό δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και την
ΕΣΔΑ. Το ίδιο Δικαστήριο με την 707/2011 ΑΠ108
έκρινε ότι η διάταξη της § 3 του άρθρου 90 του ν.
2362/1995, που προβλέπει διετή παραγραφή, δεν
αντίκειται στο Σύνταγμα, την ΕΣΔΑ και το άρθρο
1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της
ΕΣΔΑ. Επιπροσθέτως ο Άρειος Πάγος με την
18/2012 ΑΠ109 έκρινε ότι δεν αντίκειται στο Σύνταγμα η θέσπιση διετούς παραγραφής των αξιώσεων των υπαλλήλων νπδδ από καθυστερούμενες
εν γένει αποδοχές.
Η νομολογία110 για το ζήτημα της παραγραφής
μετά την ανωτέρω Απόφαση του ΑΕΔ, συνεπώς
διαφοροποιείται πλέον.
5. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Διαδικαστικα προνόμια
του Ελληνικού Δημοσίου και νομολογία ΕΔΔΑ:

_________
107. Βλ. ΧρΙδΔ 2011. 438, ΕΔΚΑ 2011. 468, ΝοΒ 2011.
1274, ΕλλΔνη 2011.678
108. Βλ. ΕλλΔνη 2011. 1415, 1430
109. Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ».
110. Βλ. μελέτη Χ. Π ο υ λ ά κ ο ς ΘΠΔΔ 2012. 8,
ΝΟΜΟΣ H διετής παραγραφή αξιώσεων κατά του Δημοσίου (άρθρ. 90 § 3 ν. 2362/95). Οι νέες νομολογιακές
τάσεις, η οικονομική θεώρηση του δικαίου και η υποχώρηση προνομίων του Δημοσίου.

2012

ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ

Η αρχή του τέλους ή μια νέα Αρχή;
Τα πράγματα στη νομολογία των Ελληνικών
Δικαστηρίων άρχισαν ν’ αλλάζουν στο ζήτημα της
εφαρμογής της νομολογίας ΕΔΔΑ μετά τις Αποφάσεις του ΕΔΔΑ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το
σύνολο των Δικαστηρίων πρόθυμα τις εφαρμόζει.
Με την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην υπόθεση
Πλατάκου κατά Ελλάδας της 11ης Ιανουαρίου
2001, κρίθηκε ότι το δικονομικό προνόμιο αναστολής των προθεσμιών κατά τις δικαστικές διακοπές έπρεπε να εφαρμόζεται και υπέρ του ιδιώτη
διαδίκου. Ειδικότερα με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι: «η προσφεύγουσα αντιμετωπίστηκε κατά
τρόπο καθαρά μειονεκτικό έναντι του Δημοσίου».
Αναφέρει χαρακτηριστικά η απόφαση αυτή ότι:
«Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η αρχή της ισότητας
των όπλων συνιστά έννοια ευρύτερη από αυτή της δίκαιης δίκης. Συνεπάγεται την υποχρέωση να δίδεται σε
κάθε διάδικο μέρος η εύλογη δυνατότητα να αξιολογηθούν τα επιχειρήματά του υπό συνθήκες που δεν το θέτουν σε μειονεκτική θέση με τρόπο αισθητό σε σχέση και
με το αντίδικο μέρος».
Ακολουθώντας την ως άνω απόφαση, τα ανώτατα ελληνικά δικαστήρια της Χώρας μας σε μια
σειρά αποφάσεών τους (ΣτΕ 2606/2001111, 497/
2002112, ΑΠ 12/2002113) αναγνωρίζουν πλέον την
πλήρη αντίθεση του προνομίου της αναστολής
των προθεσμιών με τα άρθρ. 4 § 1 του Συντάγματος και 6 § 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Αντίθετα η Απόφαση 11/
2003 Ολ. ΑΠ114 δεν δέχτηκε ότι προσκρούει στην
αρχή της ισότητας των διαδίκων, όπως προκύπτει
από το άρθρ. 4 § 1 Σ, και στο δικαίωμα για χρηστή
δίκη, που πηγάζει από τα άρθρ. 20 Σ και 6 § 1
ΕΣΔΑ, η αυτεπάγγελτη λήψη υπόψη της ενστάσεως παραγραφής των αξιώσεων κατά του Δημοσίου. Επιπροσθέτως, ακόμη και ως προς τα ουσιαστικού δικαίου προνόμια, όπως είναι το χαμηλότερο ύψος νόμιμου τόκου που υποχρεούται να καταβάλλει το Δημόσιο βάσει του άρθρ. 21 β.δ. της
26.6/10.7.1944 («Κώδικας νόμων περί δικών του

_________
111. ΕΔΔΔ 2002. 140 επ.
112. Βάση Νομικών Δεδομένων ΝΟΜΟΣ.
113. ΔτΑ 2003. 279 με παρατηρήσεις Γ. Π α ρ α ρ ά .
114. ΕλλΔνη 2003. 408.

2825

Δημοσίου»)115, τα Ανώτατα Δικαστήριά μας έλαβαν αντίθετες μεταξύ τους αποφάσεις στην λύση
που έδωσε τελικά το ΑΕΔ.
Τελικά Συμπεράσματα:
«Έσσετ’ ήμαρ116»
Όμηρος, 800-750 π.Χ., Ποιητής
(Ιλιάς)
1.- Κανείς δεν μπορεί να αγνοεί, ότι για πάρα
πολλά ζητήματα είναι αδύνατη μια τελική δικαστική κρίση σε εθνικό επίπεδο, με χαρακτηριστική
την περίπτωση του «βασικού μετόχου»117.
Υπάρχουν δύο διεθνή δικαστήρια από τα οποία, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, θα δοθούν λύσεις στα μεγάλα ζητήματα που εχουν προκύψει
και αναδεικνύονται δραματικά υπο την παρούσα
δημοσιονομική κρίση, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο
των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που αποφαίνονται τελικά, το ένα για ζητήματα ατομικών
δικαιωμάτων και το άλλο για ζητήματα κοινοτικού δικαίου. Και τα δύο αυτά δικαστήρια, θεωρούν αυτονόητη την υπεροχή των διεθνών κανόνων που εφαρμόζουν και δεν διστάζουν διόλου,
και ήδη το εχουν πράξει, να αντιταχθούν σε αποφάσεις Εθνικών Συνταγματικών Δικαστηρίων.
Τα δύο προαναφερόμενα δικαστήρια έχουν, εκ
των πραγμάτων, σήμερα, θέση συνταγματικών δικαστηρίων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Κανένα, πάντως, εθνικό Δικαστήριο δεν μπορεί να αποστεί
της μέχρι σήμερα νομολογίας αναφορικά με τα
κριθέντα ζητήματα, ιδίως στο ζήτημα της δικονομικής ισότητας των διάδικων, αφού δεν μπορεί
κανείς ακόμη να αγνοήσει, ότι, ήδη, το Δικαστή-

_________
115. Γ. Κ τ ι σ τ ά κ ι ς , Το ανίσχυρο του χαμηλού επιτοκίου για την περίπτωση υπερημερίας του δημοσίου, Δ
2001. 26-29.
116. Μτφρ: θα ‘ρθει η μέρα που…
117. Βλ. Δ η μ ή τ ρ η ς Σ . Ν ι κ η φ ό ρ ο ς « Η αναλογικότητα ως διάμεσος της εθνικής και της ενωσιακής
έννομης τάξης – Σκέψεις με αφορμή την ΟλΣτΕ 3470/
2011 και σχέση εθνικού Συντάγματος και ενωσιακού
δικαίου www.constitutionalism.gr και Γ. Γ ε ρ α π ε τ ρ ί τ η , Το Σύνταγμα και ο δικαστής: μια αέναη διαλεκτική σχέση – Σκέψεις με αφορμή τις αποφάσεις
3242/2004 και 3243/2004 του ΣτΕ για τον «βασικό μέτοχο», ΝοΒ 2005. 443.

2826

ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ

ριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει επιληφθεί
και έχει προβεί σε κρίσεις που επηρεάζουν άμεσα
την μελλοντική εξέλιξη του υπό κρίση κάθε φορά
θέματος.
2.- Αναμφισβήτητα, η Ελλάδα βρίσκεται σε
τραγική δημοσιονομική κατάσταση και γι’ αυτήν
εφαρμόζεται «το δίκαιο της ανάγκης», όμως πάντοτε η εφαρμογή αυτή πρέπει να γίνεται απαρέγκλητα μέσα στα πλαισια των δικαστικών εγγυήσεων και της αυστηρής τήρησης των ατομικών δικαιωμάτων και των Συνταγματικών ελευθεριών.
Στην παρούσα συγκυρία, αξίζει να θυμίσουμε
την υπόθεση «EX PARTE MILIGAN118». Με την
απόφασή του επί αυτής της υπόθεσης, η οποία εκδόθηκε στις 3 Απριλίου του 1866, το Supreme
Court ακύρωσε την καταδίκη του Miligan από
στρατιωτική επιτροπή και διέταξε την αποφυλάκισή του. Ο δικαστής Davis δήλωσε ότι το Σύνταγμα αποτελεί νόμο για τους κυβερνώντες και
τους ανθρώπους και στον πόλεμο και στην ειρήνη
και προστατεύει όλες τις τάξεις των ανθρώπων, σε
κάθε περίπτωση. Η άποψή του, η οποία αποτέλεσε
και την άποψη της πλειοψηφίας, ήταν ότι σε ο-

_________
118. Ex parte Milligan, 71 U.S. (4 Wall.) 2 (1866), was
a United States Supreme Court case(U.S. Supreme
Court).

τόμος 60

ποιαδήποτε κατάσταση βασικό μέλημα πρέπει να
είναι η προστασία των συνταγματικών δικαιωμάτων και πως ποτέ δεν επιτρέπεται η παραβίασή
τους. Στη συγκεκριμένη υπόθεση θεωρήθηκε παράνομη η εκδίκασή της από στρατιωτικό σχηματισμό. Η απάντηση του δικαστή Davis στο ερώτημα, αν μπορεί να δικαιολογηθεί η παραβίαση
του νόμου προκειμένου να σωθεί η έννομη τάξη
ή ακόμα και το έθνος, είναι πάντα αρνητική. Πιο
συγκεκριμένα, ανέφερε ότι: «… Το σύνταγμα εμπεριέχει μια σταθερή και απαράλλαχτη ισορροπία ανάμεσα στην προσωπική ελευθερία και
ανεξαρτησία από τη μια, και στις κυβερνητικές
εξουσίες από την άλλη. Αυτή η ισορροπία πρέπει
να διατηρείται σε όλες τις περιπτώσεις. Η κυβέρνηση δεν αποκτά νέες εξουσίες σε περίοδο
οξείας κρίσης, ούτε οι εξουσίες που η κυβέρνηση
έχει σε περίοδο ομαλότητας διευρύνονται σε περίοδο έκτακτης ανάγκης. Όταν η κυβέρνηση
βρεθεί αντιμέτωπη με μια κρίση μπορεί να χρησιμοποιήσει τις κανονικές της εξουσίες και μόνο
αυτές ...». Η γνώμη του δικαστή, καθώς και η τελική απόφαση επί της υπόθεσης θεωρήθηκαν ως
ορόσημο για την προστασία των δικαιωμάτων.
Θα ήθελα να συνεισφέρω στην κρίση τα αισιόδοξα λόγια του ποιητή:
«Κι αν πέσαμε σε πέσιμο πρωτάκουστο
και σε γκρεμό κατρακυλήσαμε
που πιο βαθύ καμιά φυλή δεν είδε ως τώρα,
είναι γιατί με των καιρών το πλήρωμα
όμοια βαθύ εν’ ανέβασμα μας μέλλεται
προς ύψη ουρανοφόρα!»
Κ. ΠΑΛΑΜΑΣ