ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ

ΕΡΩΤΗΜΑ:
Εν

ενεργεία

δικαστικός

λειτουργός

των

Διοικητικών

Δικαστηρίων άσκησε ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου του
άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος, αγωγή αποζημιώσεως
και ζήτησε να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο, κατά το
άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, να
του καταβάλει, εντόκως, με βάση το εκάστοτε γενικώς
ισχύον επιτόκιο υπερημερίας, από την επίδοση της αγωγής
μέχρι την εξόφληση, αφενός μεν χρηματικό ποσό, ως
αποζημίωση για την αποκατάσταση της υλικής ζημίας που
υπέστη από τη μη καταβολή της διαφοράς μεταξύ των
ποσών που είχε λάβει υπό τη μορφή τακτικών αποδοχών
κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2000 έως 31-12-2005 και
των ποσών που θα έπρεπε να είχε λάβει, εάν οι αποδοχές
του είχαν καθορισθεί, κατά τα επιβαλλόμενα από τα άρθρα 4
παρ. 1 και 88 παρ. 2 του Συντάγματος, σε αντιστοιχία με τις
αποδοχές του Δικαστικού Αντιπροσώπου Α' τάξεως του
Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με τα ίδια, επτά και πλέον,
έτη υπηρεσίας, αφετέρου δε χρηματικό

ποσό ** ως

χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υποστήριξε
ότι υπέστη για την παραπάνω αιτία. Επί της αγωγής αυτής
εκδόθηκε απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88
1

παρ. 2 του Συντάγματος, με την οποία, αφού διαπιστώθηκε
ότι το νομικό ζήτημα που εμπίπτει στη δικαιοδοσία του έχει
επιλυθεί «αμετακλήτως» με την με αριθμό 1/2005 απόφασή
του (βλ σκέψη 6 απόφασης) και όπως κρίθηκε στην
συγκεκριμένη περίπτωση: «η οποία δεσμεύει το δικαστήριο
αυτό», η υπόθεση παραπέμφθηκε στο Τριμελές Διοικητικό
Πρωτοδικείο Αθηνών προκειμένου να επιλυθεί οριστικώς η
επίδικη διαφορά «συμμορφούμενο υποχρεωτικώς ως προς
τα επιλυθέντα νομικά ζητήματα..»
Εν

συνεχεία,

εξεδόθη

απόφαση

του

Διοικητικού

Πρωτοδικείου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και
υποχρεώθηκε

το

Ελληνικό

Δημόσιο

να

καταβάλει,νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής με
το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο, το ποσό των 21.500 ευρώ
περίπου .
Κατά της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως το Ελληνικό
Δημόσιο άσκησε την έφεση επί της οποίας εκδόθηκε
απόφαση του Διοικητικού Εφετείου. Με την απόφαση αυτή το
δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την έφεση,
μεταρρύθμισε την εκκαλούμενη απόφαση και περιόρισε το
ποσό που υποχρεούται να καταβάλει το Ελληνικό Δημόσιο
περίπου 17.000 ευρώ.
Ακολούθως το Δημόσιο άσκησε ενώπιον του ΣτΕ
Αίτηση

Αναίρεσης κατά της Αποφάσεως του Διοικητικού

Εφετείου.
Το Ελληνικό Δημόσιο στην Αναίρεση του επικαλείται:
1)ότι η άσκηση αναιρέσεως παραδεκτώς ασκείται κατ’ άρθρο
2 του ν. 3900/2010.
2) ότι η κρίση της απόφασης του Διοικητικού Εφετείου περί
αντιθέσεως προς το Σύνταγμα των διατάξεων του άρθρου 21
ΚΔ της 26.6/10.7.1944 περί του ύψους του τόκου και του
άρθρου 90 του ν 2362/1995 περί του χρόνου γενέσεως της
παραγραφής, δεν είναι ορθή εν όψει μάλιστα της με αριθμό
1./2012 Αποφάσεως του ΑΕΔ.
ΕΡΩΤΑΤΑΙ:
1)Εάν το Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 88 παρ. 2 Σ

με την με αριθμό

1/2005 Απόφαση του επέλυσε το νομικό ζήτημα : α) της ευνοϊκότερης

2

μισθολογικής αντιμετώπισης των λειτουργών του ΝΣΚ έναντι των
δικαστικών λειτουργών και β) παραλλήλως επέλυσε το νομικό ζήτημα της
υποχρεώσεως του Δημοσίου επί της αγωγής αποζημιώσεως κατ’ άρθρο
105 Εισ.ΝΑΚ

να καταβάλει τόκους υπερημερίας το ύψος των οποίων

ανέρχεται στον εκάστοτε ισχύοντα τόκο, όπως και ότι η παραγραφή των
σχετικών αξιώσεων, από την αδικοπρακτική ευθύνη του Δημοσίου είναι
πενταετής;
2)Εάν το Δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύεται από την παραπεμπτική
απόφαση
3)Είναι παραδεκτή η προβολή λόγων Αναιρέσεως ενώπιον του ΣτΕ επί
ζητημάτων κριθέντων αμετακλήτως από το ειδικό δικαστήριο του άρθρου
88 παρ 2 Σ και μάλιστα κατ’ άρθρο 2 του ν. 3900/2010 .
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
1.1.-Το άρθρο 881 του Συντάγματος, όπως ισχύει από 17.4.2001, μετά την
αναθεώρησή του με το Ψήφισμα της από 6.4.2001 Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής
των Ελλήνων (Α΄ 84), ορίζει στην παρ. 2 ότι: «2. Οι αποδοχές των δικαστικών
λειτουργών είναι ανάλογες2 με το λειτούργημά τους. Τα σχετικά με τη
βαθμολογική και μισθολογική τους εξέλιξη και με την κατάστασή τους
γενικά καθορίζονται με ειδικούς νόμους. Κατά παρέκκλιση από τα άρθρα
94, 95 και 98, διαφορές σχετικά με τις κάθε είδους αποδοχές και τις
συντάξεις των δικαστικών λειτουργών και εφόσον η επίλυση των σχετικών
νομικών ζητημάτων μπορεί να επηρεάσει τη μισθολογική, συνταξιοδοτική
ή φορολογική κατάσταση ευρύτερου κύκλου προσώπων, εκδικάζονται από
το ειδικό δικαστήριο του άρθρου 99 . Το δικαστήριο στις περιπτώσεις αυτές
συγκροτείται με τη συμμετοχή ενός επιπλέον τακτικού καθηγητή και ενός
επιπλέον δικηγόρου, όπως νόμος ορίζει. Νόμος ορίζει τα σχετικά με τη
συνέχιση τυχόν εκκρεμών δικών».3
1

Είναι δεδομένο ότι, η διάταξη του άρθρου 88 παρ. 2α του ισχύοντος Συντάγματος, που καθορίζει το
ύψος των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών, αποτελεί, όπως κρίθηκε από την παγία νομολογία
όλων των δικαστηρίων, τη βάση της δικαστικής Ανεξαρτησίας, άνευ της οποίας δεν μπορεί να
υφίσταται Δικαιοσύνη και είναι αναγκαίο και αναπόσπαστο συμπλήρωμα των άρθρων 20 παρ. 1 και 26
του Συντάγματος, ενώ είναι αμφίβολο αν μπορεί να αναθεωρηθεί.
2
Η νομολογία σχετικά με το τι ακριβώς ο Συνταγματικός νομοθέτης θεωρεί «ανάλογες αποδοχές»
είναι σταθερή και χωρίς καμία απολύτως παρέκκλιση από το 1950. Βλ: ΟλΣτΕ 2080/1950, 2928/1986,
ΣτΕ 1688/1991, 2030/1991, 3124/1991, 1145/1992, 1148/1992, 1148/1992, 130/1992, 541/1992,
736/1992, 886/1992, 2458/1993, 2591/1993, 2592/1993, 2681/1993, 1840/1994, 470/1996, 472/1996,
1651/1997, 3458/1997, 3925/1998, 2381/1999, 436/2006.
3
Βλ. Μελέτη Αντώνη Π. Αργυρού: 1) «Η Δικαιοσύνη σε νέα δοκιμασία. Οι μισθοί των δικαστών από
τη Δ΄ αναθεώρηση του Συντάγματος στο "Μισθοδικείο" και στο Συνταγματικό Δικαστήριο και το
Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου» (Δ/ΝΗ 2007/321)~. και 2) Ισότητα στις αποδοχές των
δικαστικών λειτουργών. ΕΕΡΓΔ 2005/1377).

3

1.2.-Σε εκτέλεση της διατάξεως του άρθρου 88 παρ. 2 Σ εκδόθηκε ακολούθως ο
ν. 3038/2002 : «Για την επίλυση των διαφορών του άρθρου 88 παρ. 2 του
Συντάγματος και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 180, 7.8.2002), στο Κεφάλαιο Α΄
του οποίου (άρθρα 1 - 13) ρυθμίζονται τα θέματα της συγκροτήσεως και της
δικαιοδοσίας του ανωτέρω ειδικού δικαστηρίου, της διαδικασίας ενώπιον αυτού
και της ισχύος και των συνεπειών των αποφάσεών του. Ειδικότερα, στο μεν
άρθρο 4 του ν. 3038/2002 ορίζεται ότι: «Στο Ειδικό Δικαστήριο που
προβλέπεται με το άρθρο 88 παρ. 2 του Συντάγματος υπάγονται οι
διαφορές που αναφέρονται σε κάθε είδους αποδοχές και συντάξεις των
δικαστικών λειτουργών και του κύριου προσωπικού του Νομικού
Συμβουλίου του Κράτους, εφόσον η επίλυση των σχετικών νομικών
ζητημάτων μπορεί να επηρεάσει τη μισθολογική, συνταξιοδοτική ή
φορολογική κατάσταση ευρύτερου κύκλου προσώπων». Στην δε παρ. 1 του
άρθρου 5 του ν. 3038/2002 ορίζεται ότι: «1. Το Ειδικό Δικαστήριο εάν κρίνει
ότι δεν έχει δικαιοδοσία παραπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο τακτικό
διοικητικό δικαστήριο ή το Ελεγκτικό Συνέδριο. Η παραπεμπτική απόφαση
είναι δεσμευτική για το δικαστήριο στο οποίο γίνεται η παραπομπή», ενώ
στην παρ. 2 ίδιου άρθρου ορίζεται ότι : «2. Το τακτικό διοικητικό δικαστήριο ή
το Ελεγκτικό Συνέδριο, εάν κρίνει ότι στη διαφορά που έχει εισαχθεί
απευθείας σε αυτό ανακύπτουν νομικά ζητήματα η επίλυση των οποίων
μπορεί να επηρεάσει τη μισθολογική, συνταξιοδοτική ή φορολογική
κατάσταση ευρύτερου κύκλου προσώπων, παραπέμπει τη διαφορά αυτή
στο Ειδικό Δικαστήριο. Το τακτικό διοικητικό δικαστήριο ή το Ελεγκτικό
Συνέδριο κρίνει το ζήτημα της παραπομπής σε κάθε στάση της δίκης και σε
κάθε βαθμό δικαιοδοσίας. Η παραπεμπτική απόφαση, όταν καταστεί
αμετάκλητη, είναι δεσμευτική για το ειδικό δικαστήριο». Στο άρθρο 9 του ν.
3038/2002 ορίζεται ότι : «Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Ειδικού
Δικαστηρίου εφαρμόζονται αναλόγως κατά τα λοιπά οι διατάξεις του
Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας και συμπληρωματικά οι διατάξεις του
Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας».
Εξ άλλου, με το άρθρο 13 του ν. 3038/2002 ορίστηκε ότι: «Οι διατάξεις του
Κεφαλαίου Α΄ του νόμου αυτού εφαρμόζονται στα ένδικα βοηθήματα που
ασκούνται μετά την έναρξη της ισχύος του». Κατά την έννοια της διατάξεως
αυτής, στη δικαιοδοσία του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 99 του Συντάγματος
(με διευρυμένη σύνθεση) υπάγονται οι σχετικές με κάθε είδους αποδοχές και
συντάξεις των δικαστικών λειτουργών διαφορές (και εφόσον η επίλυση των
οικείων νομικών ζητημάτων μπορεί να επηρεάσει τη μισθολογική, συνταξιοδοτική

4

ή φορολογική κατάσταση ευρύτερου κύκλου προσώπων), οι οποίες εισάγονται σ’
αυτό με ένδικα βοηθήματα (εισαγωγικά δικόγραφα) μετά την έναρξη της ισχύος
του ανωτέρω νόμου (7.8.2002), (βλ. ΣτΕ 687/2003).
1.3.- Σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις :
1.3.1.-Οπως έχει ήδη κριθεί παγίως από την νομολογία των Δικαστηρίων ενόψει
των διατάξεων των άρθρων 26, 87 παρ. 1 και 88 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος,
οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών, συναρτώμενες προς την σπουδαιότητα
του λειτουργήματος, την ιδιαίτερη κατάσταση, τις υποχρεώσεις και τους
περιορισμούς των λειτουργών αυτών, σε σχέση προς την ανάγκη της
απρόσκοπτης απονομής της δικαιοσύνης, ως βασικής λειτουργίας του Κράτους,
από πρόσωπα, τα οποία απολαμβάνουν προσωπικής και λειτουργικής
ανεξαρτησίας4 και καλύπτονται από το θεσμό της ισοβιότητας, πρέπει να είναι
ανάλογες προς το κύρος της ανεξάρτητης δικαστικής λειτουργίας, ως μίας από τις
τρεις συντεταγμένες λειτουργίες. Προς εξασφάλιση της ανεξαρτησίας της
δικαστικής λειτουργίας, η οποία αποτελεί και το κύριο στοιχείο, το οποίο την
καθιστά ισότιμη και ισοδύναμη προς τις άλλες δύο λειτουργίες, το Σύνταγμα
αναγνωρίζει λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία στους δικαστές και εξαρτά
την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης από την ανεξαρτησία των δικαστών. Εγγύηση
προς εξασφάλιση της ανεξαρτησίας αυτής, το Σύνταγμα θεωρεί και την ιδιαίτερη
μισθολογική μεταχείριση των δικαστών, την οποία καθιερώνει ευθέως. Συνεπώς,
οι αποδοχές αυτές πρέπει να είναι διακεκριμένες, καθοριζόμενες από τη
νομοθετική λειτουργία αυτοτελώς, για τους δικαστικούς λειτουργούς, σε επίπεδο
ανώτερο έναντι όχι απλώς των διοικητικών υπαλλήλων, αλλά έναντι όλων των
άλλων λειτουργών και αξιωματούχων του δημοσίου τομέα, ανεξαρτήτως της
νομικής σχέσεώς τους προς το Δημόσιο ή της νομικής μορφής της υπηρεσίας
τους ως διοικητικής, νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, νομικού προσώπου
ιδιωτικού δικαίου, ανωνύμου εταιρείας, δημοσίας επιχειρήσεως κ.λπ. Κατ’
ακολουθίαν τούτων, πλην της κατά το άρθρο 100Α του Συντάγματος συνδέσεως
των αποδοχών του κυρίου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με
τις αποδοχές των δικαστικών λειτουργών απαγορεύεται από το Σύνταγμα η
μισθολογική εξομοίωση λειτουργών του δημοσίου τομέα ή άλλων προσώπων, μη
σχετιζομένων προς την οργανική σύνθεση των δικαστηρίων, προς τους
δικαστικούς λειτουργούς. Το μισθολόγιο των δικαστικών λειτουργών, η κατάρτιση
του οποίου αποτελεί αντικείμενο ειδικού οργανικού νόμου, αφορά αποκλειστικώς

4

Βλ: 604/2007 ΕΣ (ΕΔΔΔΔ 2007/923), 1445/2007 ΔΠΡ ΑΘ (ΔΔΙΚΗ 2007/514),
1/2005,4,5/2006,13/2006 ΕΙΔ ΔΙΚ ΑΡΘ 88 Σ,Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ), ΣΤΕ597/2007 ΣΤΕ (Α`
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ

5

και μόνον στους κατά την παρ.1 του άρθρου 88 του Συντάγματος δικαστικούς
λειτουργούς, δηλαδή εκείνους, οι οποίοι αποτελούν το δικαστικό προσωπικό των,
κατά το Σύνταγμα, οργανωμένων δικαστηρίων και όχι άλλες κατηγορίες
προσώπων. Ως εκ τούτου, οποιαδήποτε μισθολογική εξομοίωση ή καθ’
οιονδήποτε τρόπο παραπομπή ή αναφορά στις αποδοχές των δικαστικών
λειτουργών για τον καθορισμό των αποδοχών διοικητικών υπαλλήλων, δημοσίων
λειτουργών ή άλλων προσώπων, ασχέτων προς την οργανική σύνθεση των
δικαστηρίων, θεσπιζομένη υπό το κράτος της ισχύος των ως άνω διατάξεων του
Συντάγματος είναι αντισυνταγματική και, για τον λόγο αυτόν, μη εφαρμοστέα (βλ.
Σ.τ.Ε. 2080/1950 Ολομ., 2928/1986 Ολομ., 3670/1994 Ολομ.).
1.3.2.- Το προβλεπόμενο από το άρθρο 88 παρ. 2 του Συντάγματος ειδικό
δικαστήριο έχει δικαιοδοσία επί των διαφορών που αναφύονται από ένδικα
βοηθήματα, τα οποία ασκούνται μετά την έναρξη της ισχύος του ν. 3038/2002 (Α΄
180), δηλαδή μετά τις 7.8.2002 (άρθρα 13 και 16 του ν. 3038/2002).
Από την νομολογία του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ. 2 του Σ
προέκυψαν τα ακόλουθα:
1.-Οι αποφάσεις του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ. 2 του Σ είναι
αμετάκλητες και δεν υπόκεινται στον έλεγχο άλλου δικαστηρίου.
2.- Σχεδόν στο σύνολό τους, οι υποθέσεις που επελήφθη το Ειδικό Δικαστήριο
του άρθρου 88 παρ. 2 του Σ ήταν αγωγές αποζημιώσεως του άρθρου 105
ΕισΝΑΚ σε βάρος του Δημοσίου, σύμφωνα με τις οποίες οι ενάγοντες δικαστικοί
λειτουργοί προέβαλαν ότι, προκύπτει ευθύνη προς αποζημίωση του Ελληνικού
Δημοσίου, από την εκ μέρους της Ελληνικής Πολιτείας νομοθέτηση με τα αρμόδια
κατά το Σύνταγμα της όργανα, όταν η νομοθέτηση αυτή γίνεται σε αντίθεση προς
υπερκείμενους και επικρατούντες κανόνες δικαίου (ΣτΕ 3587/97, 1141/99,
5/2001).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 105 ΕισΝΑΚ, 914, 298 και 937
ΑΚ, προκύπτει ότι, επί αδικοπραξίας, από την εκδήλωση του ζημιογόνου
γεγονότος, γεννιέται, υπέρ εκείνου που ζημιώθηκε, αξίωση αποζημίωσης, για
όλη, και τη μέλλουσα, προβλεπτή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ζημία
(ΑΠ 1921/1988, ΝοΒ 1989. 1035, ΑΠ 317/1958, ΝοΒ 1958. 980, πρβλ. ΑΠ
316/1986, ΝοΒ 1987. 26).
Προκειμένου περί αδικοπραξίας που δημιουργεί παράνομη κατάσταση, η
διάρκεια της παράνομης αυτής κατάστασης δεν ανάγεται στους όρους υπό τους
οποίους γεννιέται το δικαίωμα αποζημίωσης, αλλά έχει σημασία μόνο για τον
προσδιορισμό του ποσού της αποζημίωσης, συνεπώς, υφίσταται μία και όχι
περισσότερες κατ' εξακολούθηση (παράνομες) πράξεις (ΑΠ 317/1958).

6

Όπως παγίως κρίθηκε: Η θέσπιση κανόνων δικαίου που έρχονται σε αντίθεση με
υπερκειμένους, καθιερωμένους και επικρατούντες κανόνες δικαίου και ιδίως του
άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος

όπως έχει ερμηνευθεί, ή των κανόνων

δικαίου που έχουν αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των κοινών νόμων, δημιουργεί
αντικειμενική ευθύνη προς αποζημίωση του Δημοσίου από τις διατάξεις του
άρθρου 105 ΕισΝΑΚ (Ολ. ΑΠ 13/1991, ΣτΕ 3587/1997, 1141/1999).
1.4. Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΙΔΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 88 ΠΑΡ. 2
ΤΟΥ Σ:
Η υπόθεση: Το Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 88 Σ κλήθηκε στην πρώτη
υπόθεση που δίκασε, να επιλύσει το ακόλουθο ζήτημα: Πρωτοδίκης ΔΔ
άσκησε κατά του Δημοσίου, αγωγή αποζημιώσεως κατ’ άρθρο 105 ΕιΣΝΑΚ
επικαλούμενος ότι κατά την θέσπιση του ν 2521 /1997 ότι ο μισθός που
προβλέφθηκε από τον νόμο αυτό για τους δικαστικούς λειτουργούς με το
βαθμό πρωτοδίκη με 7 χρόνια υπηρεσίας, είναι πολύ υποδεέστερος του
θεσπισθέντος με το ίδιο νομοθέτημα

μισθολογίου του δικαστικού

αντιπροσώπου Α τάξεως του ΝΣΚ με 7 χρόνια υπηρεσίας και τούτο
αντίκειται στο άρθρο 88παρ 2 Σ .Με την αγωγή ζήτησε να του καταβληθεί
αποζημίωση του άρθρου 105ΕισΝΑΚ,νομιμοτοκα

από την επίδοση της

αγωγής. Το Δικαστήριο αφού επέλυσε τα ζητήματα που τέθηκαν, έκανε
δεκτή την αγωγή

εξέδωσε αμετάκλητη Απόφαση και υποχρέωσε το

Δημόσιο να καταβάλει αποζημίωση
Από την επισκόπηση της αποφάσεως 1/2005 του ειδικού δικαστηρίου του
άρθρου 88 παρ. 2 του Σ (Βλ και Εισήγηση5 σκέψεις 11,12 που αφορούν την
τοκοδοσία και παραγραφή των αξιώσεων) του Εισηγητή της 1/2005
Αποφάσεως και υπογράφοντος τον παρόν): προκύπτει ότι :
1.4.1.-Επιλύθηκαν τα προκύψαντα με την αγωγή νομικά ζητήματα ως εξής:
α) Κρίθηκε ότι, είναι αντίθετη με άρθρον 88 παρ 2 Σ, η ευνοϊκότερη μισθολογική
αντιμετώπιση των λειτουργών του ΝΣΚ έναντι των οργάνων της δικαστικής
λειτουργίας6.
β) Κρίθηκε ότι, το Δημόσιο ευθύνεται σε αδικοπρακτική αποζημίωση δικαστικού
λειτουργού,

λόγω παράνομης νομοθέτησης7 κανόνα (όπως στην περίπτωση

5

Βλ ΕΕΡΓΔ σε τόμο 64 ΣΕΛ 1377-1377
Η Απόφαση 13/2006 ΕΙΔ ΔΙΚ ΑΡΘ 88 Σ Κρίθηκε ότι: 1) Αποτελεί υποχρέωση της Πολιτείας προς
καταβολή στους δικαστές , κατ’ επιταγή του άρθρου 88 παρ.2 Σ, αποδοχών όχι κατωτέρων από τις
αποδοχές των άλλων οργάνων των δύο άλλων κρατικών λειτουργιών (νομοθετικής και εκτελεστικής).
6

7

αυτή των άρθρων 9 παρ. 1ε και 2, 10 παρ. 3γ και 6 του ν. 2521/1997) αντίθετου
με τη διάταξη του άρθρου 88 παρ 2 Σ και εντεύθεν κρίθηκε παράνομη
νομοθέτηση μεγαλύτερων αποδοχών δικαστικού αντιπροσώπου ΝΣΚ, σε σχέση
με τις αποδοχές των δικαστικών λειτουργών του αυτού κατ’ αντιστοιχία βαθμού.
3.-Κρίθηκε (όπως και στις λοιπές στις περιπτώσεις που επελήφθη το Ειδικό
Δικαστήριο του άρθρου 88 παρ. 2 του Σ) ότι, σε αγωγές αποζημιώσεως του
άρθρου 105 ΕισΝΑΚ σε βάρος του δημοσίου, υφίσταται αντικειμενική ευθύνη του
Δημοσίου προς αποζημίωση από την εκ μέρους της Πολιτείας νομοθέτηση ή μη
διατάξεων αντικειμένων σε υπερκειμένους κανόνες δικαίου8. Τέτοια παράνομη
νομοθέτηση υφίσταται στην περίπτωση καθιερώσεως κατωτέρων αποδοχών σε
δικαστικούς λειτουργούς έναντι οποιουδήποτε άλλου δημοσίου λειτουργού .Το
Δικαστήριο δέχθηκε με τις Αποφάσεις του, ότι αφού λύθηκε το νομικό ζήτημα που
τέθηκε στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η 1/2005 Απόφαση του,
δεσμεύεται από την λύση αυτή και την ακολούθησε στο σύνολο της νομολογίας
του.
4.-Κρίθηκε (όπως και στις λοιπές στις περιπτώσεις που επελήφθη το Ειδικό
Δικαστήριο του άρθρου 88 παρ. 2 του Σ) ότι, υφίσταται πενταετής

παραγραφή

της αξίωσης κατά του Δημοσίου.
5.-Κρίθηκε (όπως και στις λοιπές στις περιπτώσεις που επελήφθη το Ειδικό
Δικαστήριο του άρθρου 88 παρ. 2 του Σ) ότι, υφίσταται υποχρέωση του Δημοσίου
να καταβάλει τόκους

υπερημερίας , το ύψος των οποίων ανέρχεται στον

εκάστοτε ισχύοντα τόκο υπερημερίας , από την επίδοση αναγνωριστικής αγωγής
.
6.-Κρίθηκε ότι δικαιούται ο ενάγων δικαστικός λειτουργός

χρηματικής

ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της απαξίωσης από την εφαρμογή
αντισυνταγματικής διάταξης.

7

Βλ: επισκόπηση της Νομολογίας του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ.2 του Συντάγματος.
Μελέτη Αντώνη Π. Αργυρού, δικηγόρου δημοσιευμένη στη ΝΟΜΟΣ
8
Οι Απόφασεις: 1/2005 και 36/2006 ΕΙΔ. ΔΙΚ. ΑΡΘ. 88 Σ Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 88 του Σ.
«Αντισυνταγματική, κατ` άρθρο 88παρ 2 Σ, η ευνοϊκότερη μισθολογική αντιμετώπιση των λειτουργών
του ΝΣΚ έναντι των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, εν όψει και του άρθρου 100Α Σ.
Αδικοπρακτική αποζημίωση δικαστή λόγω παράνομης νομοθέτησης κανόνα αντίθετου με τη διάταξη
του άρθρου 88 παρ 2 Σ και εντεύθεν κρίθηκε παράνομη νομοθέτηση αποδοχών δικαστικού
αντιπροσώπου ΝΣΚ, σε σχέση με τις αποδοχές των δικαστικών λειτουργών Αντικειμενική ευθύνη
του Δημοσίου προς αποζημίωση από την εκ μέρους της Πολιτείας νομοθέτηση ή μη διατάξεων
αντικειμένων σε υπερκειμένους κανόνες δικαίου. Πενταετής παραγραφή της αξίωσης κατά του
Δημοσίου. Υποχρέωση του Δημοσίου να καταβάλει τόκους υπερημερίας, το ύψος των οποίων
ανέρχεται στον εκάστοτε ισχύοντα τόκο υπερημερίας, από την επίδοση αναγνωριστικής αγωγής.
Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της απαξίωσης από την εφαρμογή
αντισυνταγματικής διάταξης.

8

Η Απόφαση 1/2005 Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ. 2 του Σ, ήταν
άμεσα εκτελεστή και παρείχε κατά το άρθρο 904 παρ.1, 2α του ΚΠολΔ
δυνατότητα

αναγκαστικής

εκτέλεσης

ώστε

να

παράγει

αντίστοιχη

υποχρέωση συμμόρφωσης (ΑΠ 1, 2 /2009 Τριμ. Συμβ.).
Σύμφωνα με το άρθρο 95 παρ. 5 Συντ . (όπως αναθεωρήθηκε το έτος 2001), «η
διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές
αποφάσεις. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής γεννά ευθύνη για κάθε
αρμόδιο όργανο, όπως νόμος ορίζει. Νόμος ορίζει τα αναγκαία μέτρα για τη
διασφάλιση της συμμόρφωσης της διοίκησης».
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 50 παρ. 4 του ΠΔ 18/1989 (ΦΕΚ Α΄ 8), οι
διοικητικές αρχές πρέπει, σε εκτέλεση της υποχρέωσης που απορρέει από το
άρθρο 95 παρ. 5 Συντ ., να συμμορφώνονται ανάλογα με κάθε περίπτωση με
θετική ενέργεια προς το περιεχόμενο της απόφασης του Συμβουλίου της
Επικρατείας ή να απέχουν από κάθε ενέργεια που είναι αντίθετη με όσα κρίθηκαν
από αυτό.
1.4.2.-Κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως της παρ. 2 του άρθρου 88 του
Συντάγματος, με την οποία θεσπίζεται παρέκκλιση από τη διαδικασία και τους
κανόνες εκδικάσεως των προβλεπομένων από τα άρθρα 94, 95 και 98 αυτού
διαφορών, που αφορούν σε όλους ανεξαιρέτως τους Έλληνες, και η οποία, ως
διάταξη εξαιρετικού δικαίου, είναι στενά ερμηνευτέα, στη δικαιοδοσία του ειδικού
δικαστηρίου του άρθρου 99 του Συντάγματος (με διευρυμένη σύνθεση) υπάγονται
οι σχετικές με κάθε είδους αποδοχές και συντάξεις των δικαστικών λειτουργών
διαφορές, υπό την προϋπόθεση ότι η επίλυση των οικείων νομικών ζητημάτων
μπορεί να επηρεάσει τη μισθολογική, συνταξιοδοτική ή φορολογική κατάσταση
ευρύτερου κύκλου προσώπων, οι οποίες εισάγονται σ’ αυτό με ένδικα βοηθήματα
μετά την κατά την 7.8.2002 έναρξη της ισχύος του ανωτέρω νόμου. Η επίλυση
διαφορών ευρύτερου κύκλου προσώπων έχει την έννοια ότι στο ειδικό δικαστήριο
υπάγονται μόνον εκείνες οι διαφορές, οι οποίες μπορεί να επηρεάσουν τη
μισθολογική,

συνταξιοδοτική ή φορολογική κατάσταση μεγάλου αριθμού

δικαστικών λειτουργών, όταν δηλαδή, προκύπτει ζήτημα επεκτατικής εφαρμογής
ευνοϊκών διατάξεων που αφορούν σε μεγάλο κύκλο προσώπων, πρόκειται
δηλαδή για «συλλογικές» και όχι ατομικές διαφορές ή υποθέσεις που αφορούν σε
περιορισμένο αριθμό προσώπων. Η χρήση, άλλωστε, συγκριτικού βαθμού από
τις ερμηνευόμενες διατάξεις για τον προσδιορισμό του κύκλου των προσώπων,
τις διαφορές των οποίων επιλύει το ειδικό δικαστήριο, χαρακτηρίζει και τη
βούληση του νομοθέτη να αποκλείσει από τη ρύθμιση αυτή ατομικές υποθέσεις ή
υποθέσεις που αφορούν σε περιορισμένο αριθμό προσώπων και οι οποίες δεν

9

συνιστούν «συλλογικές» διαφορές (πρβλ. ΣτΕ 4415/2011 (Σκέψη 3, 4), 1819/2006, 43/2007 αποφάσεις Δικαστηρίου άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος,
ΣτΕ 3509/2011 παρ. σε 7μ., ΣτΕ 2972/2011, αντίθ. 50/2009 απόφαση
Δικαστηρίου άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος).
1.4.3.- Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από το άρθρο
88 παρ. 2 του Συντάγματος Ειδικό Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο ορισμένης
διαφοράς, με απόφασή του η οποία ισχύει μόνο έναντι των διαδίκων της δίκης ή
των τυχόν παρεμβάντων, περιορίζεται στην επίλυση του επίμαχου κατά
περίπτωση νομικού ζητήματος και παραπέμπει τη διαφορά στο αρμόδιο
τακτικό διοικητικό δικαστήριο για την οριστική επίλυσή της, σύμφωνα με
τη λύση που δόθηκε από αυτό στο οικείο νομικό ζήτημα.
Επομένως,

όταν

το

τακτικό

διοικητικό

δικαστήριο

επιλαμβάνεται

υποθέσεως που παραπέμπεται κατά τα ανωτέρω ενώπιον του από το
Ειδικό Δικαστήριο, ασκεί (συνεχίζει) κατά παραπομπή τη δικαιοδοσία του
Δικαστηρίου αυτού για την οριστική επίλυση της διαφοράς, δεσμευόμενο
ως προς τη δοθείσα με τη σχετική παραπεμπτική απόφαση λύση επί του
επίμαχου νομικού ζητήματος (Ε.Σ. 2490/2010, Ολ ΕΣ 214/2011).
2.1.-Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία που τίθενται, προκύπτουν τα
εξής: Με την αγωγή και με την ιδιότητα ως δικαστικού λειτουργού Διοικητικών
Δικαστηρίων ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ. 2 του
Συντάγματος, ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι κατά το στο ιστορικό κρίσιμο χρονικό
διάστημα οι δικαστικοί αντιπρόσωποι του Ν.Σ.Κ., σύμφωνα με τις διατάξεις των
άρθρων 9 παρ. 1 περ. ε΄ και 10 παρ. 3 περ. γ΄ και 6 του Ν. 2521/1997,
τυγχάνουν ευνοϊκής μεταχείρισης έναντι των δικαστικών λειτουργών με το βαθμό
του Πρωτοδίκη με υπηρεσία επτά (7) ετών, κατά τη θέσπιση του ως άνω νόμου
και, συνεπώς, οι ρυθμίσεις αυτές παραβιάζουν τις συνταγματικές διατάξεις των
άρθρων 88 παρ. 2 και 4 παρ. 1 του Συντάγματος, καθόσον εισάγουν δυσμενή
διάκριση, που δεν επιβάλλεται από λόγους κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος
σε βάρος των δικαστικών λειτουργών με το βαθμό του Πρωτοδίκη με επταετή
υπηρεσία, όπως ο ενάγων στην κρίσιμη περίοδο . Περαιτέρω, με την ένδικη
αγωγή, ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι το Δημόσιο ευθύνεται σε αποζημίωση κατά τις
διατάξεις του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., για την αποκατάσταση της ζημίας που
υπέστη λόγω της κατά τα ανωτέρω παραβίασης του άρθρου 88 παρ. 2 του
Συντάγματος και της συνταγματικής αρχής της ισότητας του νόμου, το οποίο και
ζήτησε μεταξύ άλλων να καταβληθεί νομιμότοκα.

10

Του νομικού αυτού ζητήματος είχε επιληφθεί το Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 88
παρ. 2 Σ με την με αριθμό 1/2005 Απόφαση του9 με την οποία έδωσε την
ακόλουθη λύση κατά την σχετική διάταξη του Συντάγματος:

«οι επίμαχες διατάξεις (του άρθρου 9 παρ. 1 περ. ε και παρ. 2 και του

άρθρου 10 παρ. 3 περ. γ και παρ. 6 ν. 2521/97), κατά το μέρος που μ` αυτές
εξαιρούνται από τη σχετική ευμενή μισθολογική μεταχείριση οι δικαστικοί
λειτουργοί με το βαθμό του πρωτοδίκου με υπηρεσία επτά ετών κατά τη
θέσπιση του ν. 2521/97, όπως είναι ο ενάγων, παραβιάζουν την επιταγή του
άρθρου 88 παρ.2 του Συντάγματος, όπου οι αποδοχές των δικαστικών
λειτουργών είναι ανάλογες με το λειτούργημά τους και οπωσδήποτε
παραβιάζουν και τη συνταγματική αρχή της ισότητας του νόμου, καθόσον
εισάγουν δυσμενή διάκριση μη επιβαλλόμενη από λόγους κοινωνικού ή
δημοσίου συμφέροντος σε βάρος των δικαστικών λειτουργών με βαθμό
πρωτοδίκου με επταετή υπηρεσία, των οποίων τα καθήκοντα δεν
υπολείπονται σε σοβαρότητα και σπουδαιότητα από τα καθήκοντα των
δικαστικών αντιπροσώπων Α΄ τάξεως του Ν.Σ.Κ. και ασκούνται υπό
εργασιακές συνθήκες ταυτόσημες ή ανάλογες προς εκείνες υπό τις οποίες
παρέχουν τα υπερασπιστικά καθήκοντα και τις δικαστηριακές υπηρεσίες
τους οι δικαστικοί αντιπρόσωποι Α΄ τάξεως, εν όψει μάλιστα της επιταγής
του άρθρου 100 Α΄ του Συντάγματος με ευθεία αναφορά στη μισθολογική
κατάσταση των μελών του ΝΣΚ, έτσι ώστε να είναι ανάλογη των αποδοχών
των δικαστικών λειτουργών σύμφωνα με το άρθρο 88 παρ 2 του
Συντάγματος, αλλά και του ασκούμενου έργου των μελών του ΝΣΚ, όπως
αυτό προσδιορίζεται στο άρθρο 12 του ν. 2298/95, όπως ισχύει. Επίσης,
σύμφωνα με τις ίδιες σκέψεις, πρέπει να γίνει εφαρμογή των παραπάνω
διατάξεων που προβλέπουν την ευνοϊκή μεταχείριση για τους δικαστικούς
αντιπροσώπους Α΄ τάξεως του Ν.Σ.Κ. και ως προς τους δικαστικούς
λειτουργούς με βαθμό

πρωτοδίκη με επταετή υπηρεσία, σε βάρος των

οποίων γίνεται αδικαιολόγητη δυσμενής διάκριση, προκειμένου να
αποκατασταθεί με αυτόν τον τρόπο η αρχή της ισότητας αλλά και η
Συνταγματική επιταγή του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος.»

9

Τα ζητήματα που τέθηκαν είχαν επιλυθεί με την 1/2005 απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου (βλ

Απόφαση του Δικαστηρίου σκέψεις για τοκοδοσία και παραγραφή με μειοψηφία του Προέδρου του
και ενός μέλους ,όπως σκέψεις και προκύπτει μεταξύ άλλων από την επισκόπηση της ανωτέρω
Αποφάσεως και από την εισήγηση (Βλ Εισήγηση σκέψεις 11,12 που αφορούν την τοκοδοσία και
παραγραφή των αξιώσεων) του Εισηγητή της 1/2005 Αποφάσεως και υπογράφοντος τον παρόν σε
Βλ ΕΕΡΓΔ σε τόμο 64 σελ 1476 επ

11

«..Περαιτέρω

κρίνεται

κατά

την

πλειοψηφήσασα

γνώμη

στο

Δικαστήριο αυτό , ότι η …. διάταξη περί του ύψους του νόμιμου και της
υπερημερίας τόκου πάσης του δημοσίου οφειλής σε 6% ετησίως, αντιβαίνει
στην αρχή της αναλογικότητας και στα άρθρα 4 παρ 1 και 20 παρ 1 του
Συντάγματος 6 και 14 της Ε.Σ.Δ.Α και 2 παρ 3α και β ,14 παρ 1 και 26 του
διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (ν. 2462/97),
διότι θεσπίζει προνομιακή μεταχείριση του δημοσίου σε σχέση με τους
ιδιώτες αντιδίκους του, χωρίς να δικαιολογείται τούτο

από λόγους

δημοσίου συμφέροντος (ΑΠ 252/2005, ΣτΕ3651/2002)..»

«….το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να απορριφθεί η σχετική ένσταση

του Δημοσίου περί παραγραφής και ότι όλες οι αγώγιμες αξιώσεις των
ετών (1997-2000) δεν έχουν υποκύψει σε παραγραφή, όπως αβάσιμα
ισχυρίστηκε και το δημόσιο με το υπόμνημά του, με το δεδομένο ότι οι
διατάξεις αυτές (άρθρο 90 παρ. 3 του Ν. 2362/95) είναι αντίθετες με τους
ανωτέρω κανόνες δικαίου και δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής….».
Συνεπώς, εφόσον το ζήτημα εφαρμογής των διατάξεων περί του χρόνου
παραγραφής των αξιώσεων, που απορρέουν από την αγωγή είχε επιλυθεί
αμετακλήτως από το μόνο αρμόδιο να επιλύσει το ζήτημα αυτό Ειδικό
Δικαστήριο του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος, το οποίο, με την
προεκτεθείσα με αριθμό 1/2005 απόφαση10 του έκρινε ότι η παραγραφή
των σχετικών αξιώσεων είναι πενταετής, το δικαστήριο της ουσίας, που
επιλαμβάνεται μετά από παραπομπή του Ειδικού Δικαστηρίου για να
εξετάσει την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, δεν μπορεί νομίμως να
επανεξετάσει το νομικό ζήτημα εφαρμογής των διατάξεων περί του χρόνου
παραγραφής, δεδομένου ότι το ζήτημα αυτό έχει επιλυθεί αμετακλήτως. Το
ίδιο ισχύει και για το νομικό ζήτημα εφαρμογής των διατάξεων περί
επιτοκίου υπερημερίας.
2.2.- Η αντίθετη κρίση του Α.Ε.Δ11., περί του ζητήματος της συνταγματικότητας
των

διατάξεων

περί

παραγραφής12,

ισχύει

έναντι

πάντων

από

της

δημοσιεύσεως της ( άρθρο 52 του ν. 345/1976).

10

Βλ. ΕΕΡΓΔ σε τόμο 64 σελ 1476 επ
Με την 1/2012 ΑΕΔ κρίθηκε ότι: «…οι οιασδήποτε φύσεως μισθολογικές αξιώσεις των με
οποιαδήποτε έννομη σχέση υπαλλήλων του Ελληνικού Δημοσίου, έστω και αν αυτές βασίζονται σε
παρανομία των οργάνων αυτού ή στις διατάξεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, δηλαδή είτε πρόκειται
για ευθεία αγωγή κατά του Δημοσίου λόγω αρνήσεως ή καθυστερήσεως καταβολής των αποδοχών για
οποιοδήποτε λόγο κατά την έννοια που προσδίδουν τα όργανα αυτού στο νόμο, είτε πρόκειται για
αγωγή αποζημιώσεως κατά το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, εξαιτίας
παραλείψεως οφειλομένης νόμιμης ενέργειας των οργάνων του Δημοσίου, ως προϋποθέσεως για την
θεμελίωση των σχετικών αξιώσεων, υπόκεινται σε διετή παραγραφή. τελευταία αυτή διάταξη (άρθρο
11

12

Επισημαίνεται όμως ότι σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις οι Αποφάσεις του
Δικαστηρίου του άρθρου 88παρ 2 Σ δεν υπόκεινται σε Αίτηση Επαναλήψεως
διαδικασίας , ούτε προβλέπεται κάτι σχετικό στις ρυθμίσεις του ν 345/1976 :
Με τις διατάξεις των παρ.1 έως 5 του άρθρου 51 του εν λόγω νόμου ορίζονται τα
ακόλουθα: "1. Η απόφασις του Ειδικού Δικαστηρίου δια της οποίας ήρθη αμφισβήτησις περί
της ουσιαστικής αντισυνταγματικότητας ή της εννοίας (τυπικού) Νόμου, ισχύει έναντι πάντων
από της εν δημοσία συνεδριάσει δημοσιεύσεώς της, επιφυλασσομένης της διατάξεως της
παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου. 2. Δικαστικαί αποφάσεις και διοικητικαί πράξεις
εκδιδόμεναι μετά την δημοσίευσιν της περί ής η προηγουμένη παράγραφος αποφάσεως του
Ειδικού Δικαστηρίου, κρίνασαι δε κατά παράβασιν των δι` αυτής γενομένων δεκτών,
υπόκεινται εις τα προβλεπόμενα ένδικα μέσα. Ειδικώς εάν τοιαύτη απόφασις εξεδόθη υπό του
Συμβουλίου Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου χωρεί δια τον
λόγον τούτον αίτησις επαναλήψεως της υφ` ήν εξεδόθη διαδικασίας, ασκούμενη εκ μέρους
παντός διαδίκου, εντός ενενήκοντα ημερών από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως,
τηρούμενης κατά τα λοιπά της ισχυούσης δι` έκαστον δικαστήριον διαδικασίας. 3. Αι διατάξεις
της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζονται και επί των αποφάσεων αίτινες εξεδόθησαν
προ της δημοσιεύσεως της αποφάσεως του Ειδικού Δικαστηρίου κατά παράβασιν των
διατάξεων των άρθρων 48 παρ. 2 και 50 παρ. 3. Εν τη περιπτώσει ταύτη η αίτησις
επαναλήψεως διαδικασίας ασκείται εντός ενενήκοντα ημερών από της δημοσιεύσεως της
αποφάσεως του Ειδικού Δικαστηρίου. 4. Το Ειδικόν Δικαστήριον δύναται, δι` ειδικώς
ητιολογημένης προς τούτο σκέψεως της αποφάσεώς του, ισχυούσης έναντι πάντων, να
κηρύξη και από προγενεστέρου της δημοσιεύσεως αυτής χρόνου το ανίσχυρον της ως
αντισυνταγματικής

κριθείσης

διατάξεως.

5.

Επί

αναδρομικής

κηρύξεως

της

αντισυνταγματικότητας νόμου, κατά την προηγουμένην παράγραφον 4, εφ` όσον εντός του
χρονικού διαστήματος της αναδρομής είχεν εκδοθή αμετάκλητος δικαστική απόφασις κατ`
εφαρμογήν της κηρυχθείσης ως αντισυνταγματικής διατάξεως, χωρεί αίτησις επαναλήψεως
της εφ` ής εξεδόθη η απόφασις αύτη διαδικασίας, ασκουμένη εκ μέρους παντός διαδίκου εντός
προθεσμίας έξ μηνών από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως του Ειδικού Δικαστηρίου. Κατά
τα λοιπά τηρείται η ισχύουσα διαδικασία εις το δικάζον δικαστήριον, υποχρεούμενον όπως μη
εφαρμόση την κηρυχθείσαν ως αντισυνταγματικήν διάταξιν".

Εν όψει των Συνταγματικών διατάξεων του άρθρου 88παρ 2 Σ, έχουμε την
γνώμη ότι δεσμεύεται

13

για το μέλλον το Ειδικό δικαστήριο του άρθρου 88

παρ 2 Σ, από τις αποφάσεις του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 100Σ.
90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995), …. βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή, …, έχει θεσπισθεί για λόγους
γενικότερου δημοσίου συμφέροντος»
12
βλ Μελέτη Χ. ΠΟΥΛΑΚΟΣ(ΘΠΔΔ 2012/8, ΝΟΜΟΣ H διετής παραγραφή αξιώσεων κατά του
Δημοσίου (άρθ. 90 §3 N 2362/95). Οι νέες νομολογιακές τάσεις, η οικονομική θεώρηση του δικαίου
και η υποχώρηση προνομίων του Δημοσίου.
13
Βλ σκέψεις σε 1849/2009 Ολ ΣΤΕ «..Δεν ασκεί δε, κατά τούτο, επιρροή το γεγονός ότι,
ενδεχομένως, νομικά ζητήματα που τίθενται σε υπόθεση που αφορά στην αμοιβή μελών ειδικού
δικαστηρίου, ή παρόμοια προς αυτά, είναι δυνατόν να ανακύψουν και σε υποθέσεις που αφορούν
στην μισθολογική κατάσταση τακτικών δικαστών, διότι η λύση που δίδεται στα ζητήματα αυτά από

13

Σε κάθε περίπτωση, όμως ,δεν δεσμεύουν οι αποφάσεις του ΑΕΔ τα
δικαστήρια της παραπομπής, τα οποία δεν δικαιούνται να κρίνουν άλλως
επί όσων έκρινε αμετακλήτως το Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 88 παρ. 2
του Συντάγματος, διότι το Ειδικό Δικαστήριο, με την παραπεμπτική
απόφαση του, έκρινε ότι τα νομικά ζητήματα που τέθηκαν με την αγωγή,
είχαν επιλυθεί και κριθεί αμετακλήτως με την πρώτη με αριθμό 1/2005
απόφαση του ( μεταξύ των οποίων και το ζήτημα εφαρμογής των
διατάξεων τόκου και

περί παραγραφής ) και η κρίση περί αυτών έχει

δεσμευτικό χαρακτήρα και για το Διοικητικό Δικαστήριο, που κατά
παραπομπή εκδίκασε και σχετική αγωγή
Η κρίση αυτή, ως εκ του χρόνου δημοσιεύσεως της σχετικής αποφάσεως
1/2012 του ΑΕΔ, δεν μπορεί να καταλαμβάνει οπωσδήποτε υποθέσεις για
τις οποίες έχει εκδοθεί ήδη παραπεμπτική Απόφαση του Ειδικού
Δικαστηρίου του άρθρου 88 Σ, στις οποίες το σχετικό ζήτημα έχει κριθεί
αμετακλήτως. Άλλωστε δεν συντρέχει κάποιος από τους λόγους που να
δικαιολογεί τη διακύβευση της ασφαλείας του δικαίου, την οποία
συνεπάγεται η ανατροπή αποφάσεως ανωτάτου ειδικού δικαστηρίου.
Αντιθέτως, έχουμε την γνώμη ότι είναι εσφαλμένη η άποψη ότι τα
δικαστήρια της ουσίας, στα οποία είχε παραπεμφθεί η υπόθεση με
Απόφαση του Δικαστηρίου του άρθρου 88Σ,είχαν τη δυνατότητα να
επανεξετάσουν το ζήτημα εφαρμογής των διατάξεων περί παραγραφής,
που είχαν όμως κριθεί ήδη με την 1/2005 Απόφαση του Ειδικού
Δικαστηρίου και την παραπεμπτική Απόφαση, ότι η αντίθετη κρίση του
ΑΕΔ (βλ την Απόφαση ΑΕΔ 1/2012). καταλαμβάνει αναδρομικώς και τα
αμετακλήτως κριθέντα, θα αποτελούσε παραβίαση των διατάξεων :
1)Του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος, δεδομένου ότι θα οδηγούσε
πλέον στην εκδίκαση των διαφορών του άρθρου αυτού, από τα τακτικά διοικητικά
δικαστήρια και όχι από το Ειδικό Δικαστήριο, όπως ορίζει το Σύνταγμα και έτσι
θα ήταν δυνατή η συνταγματικά ανεπίτρεπτη ανατροπή των αμετακλήτως
κριθέντων και μάλιστα με αναδρομική δύναμη.
Οι κρίσεις του Ειδικού Δικαστηρίου περί της αντισυνταγματικότητας του άρθρου
93 παρ. 3 του ν. 2362/1995 και εφαρμογής των διατάξεων περί πενταετούς
παραγραφής και περί του αμετακλήτου χαρακτήρα των κρίσεων που εκφέρει το

τα αρμόδια, κατά το Σύνταγμα, ανάλογα με την διαφορά, δικαστήρια, στις υποθέσεις που αφορούν στα
μέλη ειδικού δικαστηρίου δεν δεσμεύουν το Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 88 παρ. 2 του
Συντάγματος, όταν επιλαμβάνεται υποθέσεων που αφορούν τακτικούς δικαστές. …»

14

Δικαστήριο αυτό, δημιούργησαν δικαιολογημένα την ακράδαντη πεποίθηση ότι
πράγματι η συγκεκριμένη κρίση περί εφαρμογής των διατάξεων περί πενταετούς
παραγραφής έχει αμετάκλητο χαρακτήρα και συνεπώς, δεν απαιτείται η εντός
διετίας διεκδίκηση των σχετικών αξιώσεων.
Επομένως, η ενδεχόμενη ανατροπή των αμετακλήτως κριθέντων και η εφαρμογή
των διατάξεων περί διετούς παραγραφής θα οδηγούσε σε παραγραφή νομίμων
αξιώσεων, που έχουν κριθεί αμετακλήτως μη παραγεγραμμένες και σε απώλεια
του δικαιώματος παροχής έννομης προστασίας.
Άλλωστε, σε κάθε περίπτωση,

πρέπει το δικαστήριο να εφαρμόσει την

καθιερωμένη αρχή της ασφαλείας δικαίου, που πρέπει να χαρακτηρίζει

κάθε

έννομη τάξη και που εξειδικεύεται στη συγκεκριμένη περίπτωση στην μη
ανατροπή των εννόμων σχέσεων που αναπτύχθηκαν και τελειώθηκαν κατά το
παρελθόν με τις αποφάσεις του ειδικού δικαστηρίου,

έχοντας παραγάγει στο

ακέραιο όλα τα έννομα αποτελέσματα τους, για αμφότερα τα μέρη που
συμμετείχαν σε αυτές14
2) Της παρ. 4 του άρθρου 5 του ν. 3038/2002, κατά την οποία : « 4. Αν η ίδια
διαφορά μεταξύ των ίδιων διαδίκων κρίθηκε από το Ειδικό Δικαστήριο και
από το τακτικό διοικητικό δικαστήριο ή το Ελεγκτικό Συνέδριο, υπερισχύει η
απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου».
Άλλως, εάν το τακτικό διοικητικό δικαστήριο αποφανθεί ότι το νομικό ζήτημα
εφαρμογής των διατάξεων περί του χρόνου παραγραφής ενώ δεν έχει επιλυθεί
από το Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος και δεδομένου
ότι η επίλυση του νομικού αυτού ζητήματος μπορεί να επηρεάσει τη μισθολογική
κατάσταση ευρύτερου κύκλου προσώπων, το τακτικό διοικητικό δικαστήριο, δεν
έχει αρμοδιότητα να επιλύσει το εν λόγω ζήτημα, αλλά οφείλει να παραπέμψει τη
διαφορά αυτή στο Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος,
σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του Συντάγματος και την παρ. 2 του άρθρου 5
του ν. 3038/2002.
5) τις σχετικές για το δεδικασμένο διατάξεις.
3.1- Το Ειδικό Δικαστήριο στην με αριθμό 1/2005 απόφασή του επέλυσε τα
ζητήματα κατά τον ανωτέρω τρόπο και με την παραπεμπτική απόφασή του, που
εξέδωσε

επί

της

ανωτέρω

αγωγής,

παρέπεμψε

στα

κριθέντα

στην

προαναφερόμενη με αριθμό 1/2005 απόφασή του αυτή, επέλυσε δε αμετακλήτως
14

. (βλ σχετικώς σκέψεις επ' αυτού στις αποφάσεις ΑΠ 113/2004 ΝοΒ 2004.1275, ΣτΕ 7μελούς συνθ.
808/2006 παρ. 11 με εκεί παραπομπές και ειδικότερα ΔΕΚ C-262/88/17-5-1990, όπου, κατά
παρέκκλιση της αρχής της αναδρομικότητας των αποφάσεων του, οι επιτακτικές ανάγκες ασφαλείας
του δικαίου επιβάλλουν να μην επανεξετάζονται νομικές καταστάσεις που παγιώθηκαν στο παρελθόν
και ως, εκ τούτου, εξάντλησαν τα έννομα αποτελέσματα τους.)

15

το ανωτέρω νομικό ζήτημα και δεσμεύει και το Δικαστήριο της παραπομπής. Το
Δημόσιο, έκρινε το Ειδικό Δικαστήριο, ότι έχει ευθύνη για αποζημίωση του
ενάγοντος, και παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο Τριμελές Διοικητικό
Πρωτοδικείο, προκειμένου αυτό να κρίνει επί των λοιπών ζητημάτων, των
σχετικών με την αναγνώριση της αξίωσης προς αποκατάσταση της ανωτέρω
ζημίας του ενάγοντος, καθώς και του ύψους αυτής. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, σε
συμμόρφωση προς την ανωτέρω απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου
88 παρ. 2 του Συντάγματος, εξέδωσε την σχετική απόφαση.
Περαιτέρω, με την πρωτόδικη απόφαση απορρίφθηκε ο ισχυρισμός του
Ελληνικού Δημοσίου ότι οι ένδικες αξιώσεις αυτές, έχουν υποπέσει στην
προβλεπόμενη από τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 90 του ν. 2362/1995
παραγραφή, γιατί είχε παρέλθει διετία από τη γένεση των αξιώσεων αυτών μέχρι
την κατάθεση της ως άνω αγωγής. Ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε με την
αιτιολογία ότι το νομικό ζήτημα του χρόνου της παραγραφής15 και
τοκοφορίας16 των αξιώσεων του Δημοσίου έχει επιλυθεί οριστικά με την με
αριθμό 1/2005 απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ. 2 του
Συντάγματος, στην οποία παραπέμπει η παραπεμπτική απόφαση αυτού.
Τέλος, με την πρωτοδίκη απόφαση έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή του ενάγοντος
και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του Δημοσίου να καταβάλει, ως αποζημίωση
για την προαναφερόμενη αιτία, το συνολικό ποσό νομιμοτόκως από την επίδοση
της αγωγής έως την εξόφληση, με βάση το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο
υπερημερίας.

4.ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ:
4.1-ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΚΤΟΥ ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΣΤΕ:
4.1.1.-Το Ελληνικό Δημόσιο στην Αναίρεση του επικαλείται άσκηση αναιρέσεως
παραδεκτώς ασκηθείσα κατ’ άρθρο 2 του ν. 3900/2010.
Σύμφωνα με την διάταξη αυτή : «
«Κατ` αποφάσεως διοικητικού δικαστηρίου που κρίνει διάταξη τυπικού
νόμου αντισυνταγματική ή αντίθετη σε άλλη υπερνομοθετική διάταξη, χωρίς
το ζήτημα αυτό να έχει κριθεί με προηγούμενη απόφαση του Συμβουλίου
15

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σχετικά με το ζήτημα της προνομιακής
παραγραφής του δημοσίου σε σχέση με την παραγραφή των αξιώσεων ειδικότερα έκρινε στην
υπόθεση Ζουμπουλίδη κατά Ελλάδας της 25-6-2009,
16
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δικαίωσε τον Ευθύμιο Μεϊδάνη, ο
οποίος προσέφυγε κατά της Ελλάδος όσον αφορά το δικαίωμα του Δημοσίου και των Νομικών
Προσώπων Δημοσίου Δικαίου να καταβάλουν ποσοστό τόκου υπερημερίας (6%) μικρότερο από
εκείνο που καταβάλουν οι ιδιώτες. Το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο με την υπ' αριθμό 25/2012
απόφασή του έκρινε πως υπό τις παρούσες οικονομικές συγκυρίες δεν προσκρούει στις συνταγματικές
επιταγές η πρόβλεψη ότι το Δημόσιο για τις οφειλές του πρέπει να καταβάλει τόκο υπερημερίας 6%.

16

της Επικρατείας, χωρεί ενώπιον αυτού, κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη
διάταξη, αίτηση αναιρέσεως, αν πρόκειται για διαφορά ουσίας, ή έφεση, αν
πρόκειται για ακυρωτική διαφορά. Αν το Συμβούλιο της Επικρατείας
διαπιστώσει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της διάταξης αυτής,
μπορεί, εφόσον η απόφαση αυτή υπόκειται σε έφεση ενώπιον άλλου
δικαστηρίου, να του παραπέμψει την υπόθεση προς εκδίκαση.»
Α.-Η κρίση περί αντιθέσεως προς το Σύνταγμα των διατάξεων του άρθρου 21
ΚΔ της 26.6/10.7.1944 περί του ύψους του τόκου και του άρθρου 90 του ν.
2362/1995 περί του χρόνου γενέσεως της παραγραφής (τόσον του αιτουμένου
ποσού, όσον και της παραγραφής και τοκοφορίας των αξιώσεων), είναι
ζητήματα που επελύθησαν αμετακλήτως από το Ειδικό Δικαστήριο του
άρθρου 88 παρ 2 Σ με την με αριθμό 1/2005 Απόφαση του, οι οποία
δεσμεύει το Δικαστήριο της παραπομπής, ενώ δια της Αναιρέσεως
ενώπιον του ΣΤΕ, διώκεται η ανατροπή ακόμη και του δεδικασμένου των
ανωτέρω Αποφάσεων του Δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ 2 .
4.1.2.-Το Συμβούλιο της Επικρατείας είχε κρίνει τις ανωτέρω διατάξεις17
αντίθετες με το Σύνταγμα με προγενέστερες Αποφάσεις του (βλ. ΣτΕ
426/2011),
2.-Το τακτικό διοικητικό δικαστήριο δεν ηδύνατο να αποφανθεί, αφού δεν
είχε τέτοια εξουσία (παρεπέμφθη σ’ αυτό η υπόθεση για να προβεί στους
σχετικούς υπολογισμούς) ότι το νομικό ζήτημα εφαρμογής των διατάξεων
περί του χρόνου παραγραφής και τοκοδοσίας ενώ έχει επιλυθεί από το
Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος
3.- Σε κάθε περίπτωση το Συμβούλιο της Επικρατείας:
Δεν έχει την δυνατότητα κατά τα ανωτέρω να επιληφθεί νομίμως λόγου
αναιρέσεως επί ζητήματος κριθέντος κατά ως άνω, από το Δικαστήριο του
άρθρου 88 παρ 2 Σ .
Αθηναι 7/2/2013

Ο ΓΝΩΜΟΔΟΤΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ

ΑΝΤΩΝΗΣ Π.ΑΡΓΥΡΟΣ

17

του άρθρου 21 ΚΔ της 26.6/10.7.1944 περί του ύψους του τόκου και του άρθρου 90 του ν.
2362/1995 περί του χρόνου γενέσεως της παραγραφής

17