ΣΟ ΢ΠΙΣΙ ΣΗ΢ ΜΠΕΡΝΑΡΝΣΑ ΑΛΜΠΑ

ΦΕΝΣΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ
ΔΡΑΜΑ ΢Ε ΣΡΕΙ΢ ΠΡΑΞΕΙ΢

ΠΡΟ΢ΩΠΑ ΣΟΤ ΕΡΓΟΤ
Δουλικό
Ρόνκια
Μπερνάρντα Άλμπα
Ρρουτζντια
Κορίτςι
Αγγοφςτιασ
Αμζλεια
Αντζλα
Μαρτφριο
Μαγκνταλζνα
Μαρία Χοςζφα
Ρζπε ΢ομάνο (ςκιά)

ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΣΗ
Μαφρεσ αψιδωτζσ κουΐντεσ, τοίχοι ηωγραφιςμζνοι. Στο κζντρο ζνα τραπζηι
χαμθλό με κεντθτό τραπεηομάντθλο, με ζξι ςπανιόλικεσ καρζκλεσ. Ακοφγονται
πζνκιμεσ καμπάνεσ, άνοιγμα φϊτα ςκθνισ.

ΔΟΥΛΛΚΟ: Ππωσ αχολαγάνε τοφτα τα ςιμαντρα μου φζρνουν ηάλθ.
ΡΟΝΚΛΑ, μπαίνει τρϊγοντασ χοιρομζρι με ψωμί: Δυο ϊρεσ ςθμαίνουν Νταννταν.
Μαηϊχτθκε παπαδαριό απ' όλεσ τισ πολιτείεσ. Πμορφα φαντάηει θ εκκλθςιά. Μόλισ
αρχίνιςαν να ψζλνουν τον μακαρίτθ θ Μαγκνταλζνα ζπεςε λιπόκυμθ.
ΔΟΥΛΛΚΟ: Τοφτθ απομζνει πιο ζρμθ τϊρα.

ΡΟΝΚΛΑ: Γιατί τοφτθ μοναχά πόναγε τον γονιό τθσ αλθκινά. Δόξα ςοι, βρεκικαμε και μια
ςτιγμι ςυναμεταξφ μασ να φάμε μια μπουκιά.
ΔΟΥΛΛΚΟ: Αλλοίμονό ςου αν ςε τςάκωνε θ Μπερνάρντα.
ΡΟΝΚΛΑ: Δθλαδι πρζπει να λιϊςουμε τθσ πείνασ επειδι ελόγου τθσ κα μείνει νθςτικιά. Θ
ςτρίγγλα! Μάρμαρο θ καρδιά τθσ. Να ςκάςει, ξεςφράγιςα τα πικάρια με το χοιρινό.
ΔΟΥΛΛΚΟ: Κα μου βάλεισ λίγο για το κοριτςάκι μου;
ΡΟΝΚΛΑ: Ζλα βάλε μόνθ ςου, μζςα ζχει και. όςπρια. Καρρϊ ςιμερα δεν πρόκειται να
καταλάβει τίποτα.
ΔΟΥΛΛΚΟ: Μπερνάρντα.
ΡΟΝΚΛΑ: Θ μάνα τθσ είναι. Ζβαλεσ ςωςτά το λουκζτο;
ΔΟΥΛΛΚΟ: Δυο φορζσ το γφριςα.
ΡΟΝΚΛΑ: Ζπρεπε ν' αμπαρϊςεισ. Ελόγου τθσ, ζχει δάχτυλα αντικλείδια,
ΦΩΝΘ: Μπερνάρντα.
ΡΟΝΚΛΑ: Ναι, ζφταςε (ςτθ δοφλα) Μθ ςταματάσ ςτιγμι. Αμα γυρίςει και δεν τα βρει όλα να
λαμποκοποφν, κα μου τα βγάλει και τα λίγα μαλλιά που μου απομείναν.
ΔΟΥΛΛΚΟ: Τι κακιά γυναίκα!
ΡΟΝΚΛΑ: Κακιά μόνο; Είναι άξία να ςου πατάει ζνα χρόνο τθν καρδιά ϊςπου να ςε δει να
ςβιςεισ και το κρφο τθσ γζλιο να μζνει εκεί καρφωμζνο ςτα χείλθ. Σβζλτα, τά 'τριψεσ πολφ;
ΔΟΥΛΛΚΟ: Ρεριςςότερο δεν γίνεται, ματϊςανε τα δάχτυλά μου.
ΡΟΝΚΛΑ: Κοκορεφεται πωσ είναι θ πιο κακάρια, θ πιο θκικιά. Θ πιο ψωροπεριφανθ του
χωριοφ. Γλίτωςε τϊρα ο ςυγχωρεμζνοσ. Αναπαφτθκε.
ΔΟΥΛΛΚΟ: Ιρκε όλο τθσ το ςόι.
ΡΟΝΚΛΑ: Το δικό τθσ όλο. Το δικό του οφτε να τθν δει δε κζλει. Ριγαν, προςκφνθςαν τον
πεκαμζνο και φφγανε.
ΔΟΥΛΛΚΟ: Κα μασ φτάςουν οι καρζκλεσ;
ΡΟΝΚΛΑ: Κα μασ φτάςουν, άμα δε φτάςουν να κάτςουν ςτο πάτωμα. Ζχει να πατιςει
άνκρωποσ εδϊ μζςα απ' τθν κθδεία του πατζρα τθσ. Φοβάται βλζπεισ, να μθν τθσ
ματιάςουν το ςπίτι, το παλάτι, τθσ αφορεςμζνθσ.
ΔΟΥΛΛΚΟ: Εςφ όμωσ δεν Ρρζπει να παραπονιζςαι.
ΡΟΝΚΛΑ: Πχι βζβαια, τριάντα χρόνια μ' αφινει να τθσ πλζνω τα βρακιά και να τθσ τρϊω τ'
αποφάγια. Μια ηωι ξενφχτιςα ςτο προςκεφάλι τθσ για κάκε ψευτοκρφωμα. Μια ηωι
ξεροςτάλιαςα πίςω απ' τα πατηοφρια τθσ για να τθσ προφταίνω τα όςα φτιάχνουν οι
γειτόνοι. Θ αλικεια είναι πωσ ποτζ δε μου 'χει άςχθμο λόγο ειπωμζνο. IIoτζ δε μου 'χει
τίποτα δικό τθσ κρυφό. Χαράμι όμωσ πιγαν όλα. Καταραμζνθ να 'ναι, τα μάτια να τθσ
βγουν.
ΔΟΥΛΛΚΟ: Σϊπα καθμζνθ Ρόνκια

ΡΟΝΚIΑ: Κι εγϊ θ καλι ςου, ςκφλα είμαι. Πταν μου 'λεγε να γλείφω, ζγλειφα. Πταν μου
'λεγε να δαγκϊνω, δάγκωνα και τουσ ηθτιάνουσ. Εκεί όξω ςτα κτιματά τθσ, παλεφουν οι γιοι
μου, ευτυχϊσ ζχουν πια δικζσ τουσ φαμίλιεσ. Αλλά μία των θμερϊν δε κα με ςταματιςει
τίποτα.
ΔΟΥΛΛΚΟ: Τι βάηεισ με το νου ςου;
ΡΟΝΚΛΑ: Μια των θμερϊν Κα κλειδωκϊ μαηί τθσ ς' ζνα απ' τα δωμάτια και κα τθν φτφςω
ςτα μοφτρα «Φτου ςου γι' αυτό, φτου ςου για τ' άλλο». Μζχρι να λιϊςει κάτω απ' τθν
πατοφςα μου, ςα τα ςκουλικια που λιϊναμε όταν είμαςταν παιδιά. Γιατί, ςκουλικι είναι
ςαν όλο το ςόι. Ρζντε κακάςχθμεσ γεροντοκόρεσ ζχει. Εκτόσ απ' τθν μεγαλφτερθ, από το
πρϊτο τθσ ςτεφάνι, που ζχει και τθν κλθρονομιά, οι υπόλοιπεσ όλο πλζξιμο, κεντίδια και
δαντελωτά βρακιά κα 'ναι κι αποφάι, ψωμί και ρόγεσ.
ΔΟΥΛΛΚΟ: Μακάρι να 'χα τζτοιο βιόσ.
ΡΟΝΚΛΑ: Εμείσ ζχουμε τα μπράτςα μασ και δυο μζτρα γθσ.
ΔΟΥΛΛΚΟ: Το μόνο μερτικό που πζφτει ςε μασ τουσ άκλθρουσ.
ΡΟΝΚΛΑ: Τοφτο είναι καμπό (δείχνει το ποτιρι)
ΔΟΥΛΛΚΟ: Δε γίνεται καλφτερα, και με ςαποφνι και με ςτάχτθ το 'τριψα.
ΡΟΝΚΛΑ, ακοφγονται καμπάνεσ: Τελειϊνει τοξόδι του καθμζνου. IIάω. Κζλω να πρoλάβω το
τελευταίο τροπάρι. Ψζλνει τόςο όμορφα τοφτοσ ο παπάσ μασ. Ανεβαίνει, ανεβαίνει, ςτο
Ράτερ Θμϊν ςαν ςτάμνα που γεμίηει κάτω ςτθ βρφςθ. Καλά, κάνει και κανζνα φάλτςο όταν
φτάνει πάνω πάνω, αλλά αναγαλλιάηεισ να τον ακοφσ. Ροτζ όμωσ κανείσ τουσ δεν κα
φτάςει τον παπποφλθ - Τρονκιαλίνο. Ζψαλε τθ μακαρίτιςςα τθ μάνα μου. Ο Κεόσ να τθ
ςυγχωρζςει. Μόλισ ζφτανε ςτο Αμιν, ςειόνταν οι τοίχοι τον ιεροφ, λεσ και όρμθςε μζςα
ςαν λφκοσ. ΑΜΘΝ.
ΔΟΥΛΛΚΟ: Σταμάτα, κα ςκάςεισ!
ΡΟΝΚΛΑ: Αλλθ κα 'κελα να ςκάςω. (Βγαίνει γελϊντασ)
ΔΟΥΛΛΚΟ: Νταν-Νταν. Ελπίηω αφζντθ να μασ περιμζνεισ πολλά χρόνια εκεί. Το πάτωμα, τα
ςκαλοπάτια, τα ςεντοφκια, τα κεφαλάρια των κρεβατιϊν ςασ να αςτραποβολοφν από κερί
και λαδικά. Εμείσ με ςκυμμζνο το κεφάλι πάντα να χαμοηοφμε ςε καλφβεσ, με προικιό μασ
μια κοφπα και μια κουτάλα. Αχ Κεζ μου! Σβιςε μασ κάποτε από τοφτο τον κόςμο κανείσ να
μθ τραγοφδά με τόςο καθμό. (Χτυπάνε καμπάνεσ) Ναι, ναι, βαράτε, βαράτε τα ςιμαντρα,
βάλτε τον και ςτθν κάςα από μάλαμα, βακιά ςτθ γθσ χϊμα Κα γίνει όπωσ Κα γίνω κι εγϊ
ςτθν ϊρα μου. Καλά να πάκεισ, τϊρα πια δε κα μου ξαναςθκϊςεισ με τισ χεροφκλεσ ςου τισ
φοφςτεσ μου πίςω απ' το φράχτθ τθσ αυλισ. (Μπαίνουν οι γυναίκεσ - δικεν κρθνεί)
Αντόνιο, Μαρία, Μπεναβίδεσ, δε κα ματαδείσ τισ κάμαρζσ ςου, μιτε κα ξαναμοιράςεισ το
ψωμί ςτο τραπζηι. Απ' όλεσ τισ δοφλεσ ςου, εγϊ ςε αγάπαγα πιο πολφ, πϊσ κ' αντζξω τθ
ηιςθ μου θ δόλια δίχωσ εςζνα, πϊσ:
ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Σκαςμόσ.
ΔΟΥΛΛΚΟ: Κυρά!
ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Λιγότερεσ κλάψεσ και περιςςότερθ δουλειά. (Φεφγει θ δοφλα)Τα 'κελα όλα
κακϊσ πρζπει, μζρα που 'ναι θ ςθμερινι. Σαν τα ηϊα μεσ ςτθ φτϊχεια τουσ. Λεσ κι είναι απ'
άλλθ πάςτα.

είδαμε τον Ρζπε. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Είναι ζτοιμθ θ λεμονάδα. είναι ςα να αποηθτάσ τθ ηζςτα των παντελονιϊν. Ακοφσ. ΡΟΝΚΛΑ: Ναι Μπερνάρντα. ΡΟΝΚΛΑ: Ρίνουν κιόλασ όξω ςτθν αυλι. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Στθν εκκλθςιά τα κθλυκά πρζπει να 'χουν το μάτια καρφωμζνα μονάχα ςτον ιερζα. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Ναι. ΓΥΝΑΛΚΑ: Ράνε χρόνια που 'χει να μασ κάνει τζτοια ηζςτθ. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΆ: Τον Δαρακάλι που 'μεινε χιροσ είδεσ πλάϊ ττθ Κεία ςον (Στθν Αγγοφςτιασ) Πλοι τον είδαμε. πϊσ κα ηιςουν. . Ελάτε. Μαγκνταλζνα (Θ Μαγκνταλζνα κλαίει) Κζλω να πάψεισ. ΚΟ΢ΛΤΣΛ: Νόμιηα. ςτθν Αγγοφςτιασ: Θταν και ο Ρζπε ΢ομάνο ςτθν εκκλθςιά μαηί με τουσ άλλουσ άντρεσ. ΚΟ΢ΛΤΣΛ: Άμα δεν φάνε. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Να πάνε από κει που ιρκαν. Δεν κζλω να γυρνοβολάνε μεσ ςτα πόδια μασ. κακίςτε. (Φεφγει θ Αγγοφςτιασ προσ τθν αυλι) ΚΟ΢ΛΤΣΛ. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Στα χρόνια ςου. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Να ςερβίρεισ και τουσ άντρεσ. Πταν τα ςτρζφεισ αλλοφ. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Τα ξεχνάνε όμωσ μπροςτά ς' ζνα γεμάτο πιάτο. ΓΥΝΑΛΚΑ: Αρχίνιςεσ το αλϊνιςμα. ΓΥΝΑΛΚΑ: Ράψε παιδί μου. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Δεν δζχομαι από κανζναν ορμινιεσ. ΚΟ΢ΛΤΣΛ: Σιμερα ο ιλιοσ καίει ςα μολφβι. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Το ξζρω. ΜΡΕPNAPNTA: Θ μάνα του ιταν. πιγαινε να χωκείσ ςτο κρεβάτι ςου. ςτον ίδιο τόνο: Ξυράφι θ γλϊςςα τθσ. Και ς' εκείνον γιατί φοράει ράςα. ςϊπαινα εμπρόσ ςτουσ μεγάλουσ. Οφτε θ Αγγοφςτιασ οφτε εγϊ. ςιγά: Τι κακιά γυναίκα! ΓΥΝΑΛΚΑ. Αν είναι να ςυνεχίςεισ τα κλάματα. ΚΟ΢ΛΤΣΛ. (Στον ίδιο τόνο. από χκεσ.ΓΥΝΑΛΚΑ: Κι εκείνοι ζχουν τα βάςανά τουσ. ΓΥΝΑΛΚΑ: Ψεφτρα! (Σιγά) ΡΟΝΚΛΑ: Λεσ κι εςφ δεν τθν αποηθτάσ. βγαίνοντασ ςτθν αυλι) ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Άγιοσ ο Κεόσ.

ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Ράρε τθ δικιά μου. τα όςα κάναμε ςτο ςπιτικό μασ. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Κι εςφ. (Θ Αντζλα βγαίνει κρυφά ςτθν αυλι) ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Άγιοσ Λςχυρόσ. Κα ηεςτακείσ. ςτθ Μαγκνταλζνα που ςυνεχίηει να κλαίει: Μαγκνταλζνα. ΡΟΝΚΛΑ: Δεσ πωσ λζρωςαν το πάτωμα. Ανάπαυςον! ΟΛΕΣ: Ανάπαυςον! ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: . Βάλτουσ να πιουν λίγθ ρακί. ΟΛΕΣ: Αμιν. Σου 'ρκαν όλοι οι χωριανοί. (Θ Αντζλα τθ δίνει και θ Μπερνάρντα τθν πετάει ςτο πάτωμα) Κάνει χιρα γυναίκα να κρατϊ τζτοια βεντάλια. Ελζθςον Θμάσ. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Δε ηεςταίνομαι.τον Αντόνιο Μαρία Μπεναβίδεσ εισ τουσ αιϊνεσ των αιϊνων Αμιν. πθγάδια που τρζμεισ όταν πίνεισ μιπωσ ςε φαρμακϊςουν. Οι κφρεσ και τα παρακφρια κα . ΓΥΝΑΛΚΑ: Και καλι τφχθ ςτισ κυγατζρεσ ςου. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Ανάπαυςον Κφριε τθν ψυχι τον δοφλου ςου. ΓΥΝΑΛΚΑ: Να 'ςαι γερι και να προςεφχεςαι για τθν ψυχι του. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Ρϊσ! Για να λερϊςουν τα ςπιτικό μου με τουσ ιδρϊτεσ τουσ και το δθλθτιριο τθσ γλϊςςασ τουσ. ΚΟ΢ΛΤΣΛ: Ηεςτό ψωμί ςτο τραπζηι ςασ. Οκτϊ χρόνια κα κρατιςουμε το πζνκοσ. μπαίνει και δίνει ζνα διςκάκι με νομίςματα ςτθ Μπερνάρντα: Στα δίνουν οι άντρεσ για τα μνθμόςυνα. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Ράψε πια. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Κατςίκεσ. Άγιοσ Ακάνατοσ. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Να βρεισ μιαν άλλθ. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Ρϊσ κεσ να μιλϊ για τοφτο το ανακεματιςμζνο χωριό που δεν ζχει οφτε ζνα ποτάμι παρά πθγάδια. Είκε να περάςουν χρόνια πριν να ξαναδιαβείτε τθ κφρα μου.ΟΛΕΣ : Άγιοσ ο Κεόσ.. (Οι γυναίκεσ φεφγουν) Ρίςω λοιπόν ςτα νοικοκυριά ςασ. (Μπαίνει από τθν αυλι απαρατιρθτθ θ Αντζλα) ΚΟ΢ΛΤΣΛ. ΡΟΝΚΛΑ. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Ευχαριςτϊ. Βρεσ μου μια μαφρθ και να μάκεισ να ςζβεςαι τθ μνιμθ του γονιοφ ςου. Οφτε το αεράκι του δρόμου δεν κα φτάςει τθ ςτράτα μασ. Αντζλα δϊς' μου μια βεντάλια. Να 'χετε τϊρα να λζτε τα όςα είδατε. ΡΟΝΚΛΑ: Γιατί παραπονιζςαι. ΑΜΕΛΕΛΑ: Μθ μιλείσ ζτςι μαμά. ΟΛΕΣ: Ελζθςον Θμάσ.. ΚΟ΢ΛΤΣΛ: Ευλογθμζνο το ςιτάρι τον γάμου.

ΔΟΥΛΛΚΟ: Μπα. παράτα ογδόντα χρονάκια τθσ. ίδια ο παπποφσ μου. για τα αρςενικά μουλάρι και καμτςίκι. Τϊρα τελειϊςανε τα χατίρια του πατζρα ςου. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Ζφυγαν οι άντρεσ. ΔΟΥΛΛΚΟ. . ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Καταραμζνθ θ μοίρα των γυναικϊν. Θ μάνα ςου είναι γερό κόκαλο. (Φεφγει το δουλικό) ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Ράμε μζςα να αλλάξουμε. οφτε δικά ςασ. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Αυτι είναι θ μοίρα των γυναικϊν. Ζχω ςτ' αρμάρι είκοςι τόπια για τα ςεντόνια και τισ μαξιλαροκικεσ ςασ. φωνάηει: Άσ τθν να βγει. ΑΝΤΕΛΑ: Πχι όλοι. Αγγοφςτιασ. Κα ςασ τα κεντιςει θ Μαγκνταλζνα. μπαίνει τρζχοντασ: Ράλεψα να τθν κρατιςω. ελευκζρωςζ με Μπερνάρντα. ΑΝΤΕΛΑ: Μθ μασ τα κεντάσ! Ζτςι κα δικά ςου κα ξεχωρίηουν. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Αγγοφςτιασ. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Δε φοβάμαι αυτό. (Φεφγουν θ Μαρτφριο με τθν Αμζλεια) Ροφ είναι θ Αγγοφςτιασ. ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Οφτε δικά μου. Αφοφ να παντρευτϊ δεν πρόκειται. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Ταραγμζνο μυαλό. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Ζτςι κα μείνετε. Ικελε να φωνάξει ςτισ γειτόνιςςεσ πωσ τάχα τθν τάϊηεισ με βρωμόνερα και ςάπιο ςκυλίςιο κρζασ.'ναι ςα χτιςμζνα. Αυτά αρμόηοφν ςτουσ ανκρϊπουσ τθσ τάξθσ μασ. φοβάμαι μθ τθν δουν οι γειτόνιςςεσ. Καλφτερα να πθγαινοφζρνω ςακιά ςτο μφλο. Κα 'χετε και χρόνο να φτιάξετε τθν προίκα ςασ. το ξζρω. Τίποτα δεν κεντϊ. ΑΝΤΕΛΑ: Ριγα να δω αν θςφχαςαν οι κότεσ. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Σ' αυτό το ςπίτι κα γίνεται ό. (Φεφγει θ Μαγκνταλζνα) ΦΩΝΘ: Μπερνάρντα. Κοιτάηει από τθ χαραμάδα τουσ άντρεσ που φεφγουν. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Ριγαινζ τθν ζξω αλλά μακριά από το πθγάδι. τι δουλειά είχεσ εκεί. Για τα κθλυκά βελόνα και κλωςτι. δεν ζχει ςκοπό να πζςει ςτο πθγάδι. ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Αυτό μου ζλειπε.τι κζλω εγϊ. Από πάππου προσ πάππου ζτςι γινόταν ςτθν οικογζνειά μασ. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Εςφ. με τισ μαντίλεσ ωσ το ςοφρουπο. ΔΟΥΛΛΚΟ: Συνζχεια τθσ ζκλεινα το ςτόμα μ' ζνα μαντιλι. Μερικοί κοντοςτάκθκαν και κουβεντιάηουν. ΑΝΤΕΛΑ: Στθν πίςω πόρτα τθσ αυλισ. Από κει φαινόμαςτε. παρά να κάκομαι κλειςμζνθ ολθμερίσ εδϊ μζςα. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Ετςι είναι όλοι ςτο ςόι μασ.

ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Κι αυτι. Τι κοιτοφςεσ... ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Το βρίςκεισ ςωςτό μια γυναίκα τθσ ςειράσ ςου να τρζχει πίςω απ' τουσ άνδρεσ. γιατί μιλοφςαν. Λζγε λοιπόν. .... ΡΟΝΚΛΑ: Το φχαριςτιΚθκε. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Είναι θ μόνθ πρόςτυχθ γυναίκα του χωριοφ μασ. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Εςφ κοιτοφςεσ. τθν θμζρα τθσ κθδείασ τον πατζρα τθσ. ΡΟΝΚΛΑ: Για τθν Ράκα Λα ΢οςζτα. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Δεν τα κάνουν. ποιον κοιτοφςεσ. μπαίνοντασ: Με φϊναξεσ.ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ.. Τα δικά μασ παλικάρια δεν κάνουν τζτοια πράγματα. ξενομερίτεσ είναι. Χαράματα γφριςαν. να χακείσ ξετςίπωτθ. Λζγε. Ζξω. ΡΟΝΚΛΑ: Εμ. τι ζκανε. δεν είναι ντόπια. (Χτυπάει με το μπαςτοφνι τθσ τθν Αγγοφςτιασ) ΡΟΝΚΛΑ: Θρζμθςε κυρά μου. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Εγϊ. ΡΟΝΚΛΑ: Δεν ξζρεισ τι ζγινε. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Και μετά. Θ Ράκα Λα ΢οςζτα είχε ςτα ξζμπλεκα μαλλιά τθσ ζνα λουλουδζνιο ςτεφάνι. δεν τ' άκουγε. Ρζταξε όξω τα βυηιά τθσ και ο Μαξιμιλιάνο ζπαιηε μαηί τουσ ςα να 'παιηε τθν κικάρα του. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Α. μα ξελιγϊνονται να τα βλζπουν και να τα κουβεντιάηουν. Κανείσ δεν ξζρει από ποφ ξεφφτρωςε. Ρράγματα τθσ ντροπισ. κι όςοι πάνε μαηί τθσ. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Γιατί ζμεινεσ ζξω. ΡΟΝΚΛΑ: Κι αυτι. χακείτε από μπροςτά μου. Λζγαν κι άλλα. τ' άκουγε. ΡΟΝΚΛΑ: Και δεν λζγαν μόνο αυτά. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Τι άλλα. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Και θ κόρθ μου. (Οι κόρεστθσ βγαίνουν) ΡΟΝΚΛΑ: Θςφχαςε. αλλά δεν το 'νιωςε πωσ ζκανε κακό κι εγϊ παραξενεφτθκα που τθν είδα νά κοιτάει. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Εμπρόσ. Χκεσ το βράδυ.. ΡΟΝΚΛΑ: Ντρζπομαι να τα ματαπϊ. δζςανε τον άντρα τθσ ςτον πάςαλο. ζξω είπα. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Τίποτα. δίκιο ζχεισ. τι ζγινε μετά. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Γι' αυτό μαηεφονται ςτισ κθδείεσ. τθν βάλανε ςτα καποφλια τον αλόγου και τθν πιγανε μζςα-μζςα ςτισ ελιζσ. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Κανζναν δεν κοιτοφςα. Λζγανε πράματα που τα κυμάμαι κι ανάβει το μάγουλό μου. κοιτοφςα. Εμεινε πίςω απ' το πατηοφρι κι άκουγε τουσ άντρεσ να μιλοφν.

ζρχομαι. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Ζφταςε τα τριάντα εννιά. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Κάνω αυτό που πρζπει ςα να 'μαι κουρδιςμζνθ. Κανείσ τουσ δεν αξίηει για να τισ παντρευτεί. ΡΟΝΚΛΑ: Α.. ΡΟΝΚΛΑ: Ραράξενο. ΑΜΕΛΛΑ: Από τότε που μασ ιρκε ο καινοφργιοσ γιατρόσ. Κι οφτε κα πάει. Κα μου πεισ χωρίσ λεφτά. ΡΟΝΚΛΑ: Δεν κα δϊςουμε τίποτα ςτουσ φτωχοφσ. ΡΟΝΚΛΑ: Λςωσ βρεισ κάποιον αλλοφ. Μια λζξθ να τθσ πει ο πρϊτοσ ςερνικόσ και ςοροπιάηει. αλλά δεν πα να πει πωσ τα πιςτεφω κιόλασ. Καλφτερα είναι μονάχεσ τουσ. Οφτε ζνα κουμπί. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Καλά. τι μ' αυτό.. Μθ κάκεςαι. Ρλφνε τθν αυλι κι εςφ (ςτθν Ρόνκια) βάλε τα ροφχα τον μακαρίτθ ςτο μεγάλο μπαοφλο. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Καμιά τουσ δεν πιγε. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Εδϊ οι άντρεσ ανικουν ς' άλλθ τάξθ. δε γίνεται πια να μιλιςει κανείσ μαηί ςον. (Οι δοφλεσ κοιτάηονται και φεφγουν ενϊ μπαίνουν θ Αμζλια με τθΜαρτφριο) ΑΜΕΛΛΑ: Ιπιεσ το φάρμακό ςου. ΡΟΝΚΛΑ: Δεν ςου 'πα τίποτα κακό. Κι ακόμα δεν πιγε με άντρα.. το πζταξεσ το φαρμάκι ςου. Ι μιπωσ κεσ να τισ παραδϊςω ςτον πρϊτο χωριάτθ που κα βρεκεί μπροςτά μου. οφτε το πανί που τον ςκεπάςαμε το πρόςωπο. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Τίποτα. ΡΟΝΚΛΑ: Δεν ζκαμε και τίποτα κακό. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Δεν άντεξεσ.. πϊσ κα βρεκεί. Πμωσ αλλοφ μπορεί να βρεκεί καλφτεροσ. φαίνεςαι να πθγαίνεισ πιο καλά. Μεγαλϊνεισ παιδιά και τρζμει το φυλλοκάρδι ςου αν ο δρόμοσ που κα τραβιξουν κα 'ναι κι ο ςωςτόσ. ΑΜΕΛΛΑ: Το ιπιεσ όμωσ. . μπαίνει τρζχοντασ: Μόλισ ζφταςε ο Δον Αρτοφρο για να μοιράςει τθν κλθρονομιά. Δεν ζχουν ανάγκθ.ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Λδια με τισ κειάδεσ τθσ.. ΡΟΝΚΛΑ: Εγϊ. Επιπόλαιεσ κι άχρθςτεσ. Σε πλθρϊνω για να με υπθρετείσ κι αυτό είναι όλο. ΡΟΝΚΛΑ: Πχι Μπερνάρντα. ΔΟΥΛΛΚΟ. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Κι αν το ιπια. Αλλά πάει καιρόσ που ιρκε θ ϊρα τθσ για το γάμο. Λζμε ι δε λζμε τα μυςτικά μασ. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Κεσ να τισ πουλιςω. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Τίποτα δε λζμε. Θ Αγγοφςτιασ τα πζραςε τα τριάντα.

Θ Αδελαΐδα δεν ιρκε ςτθν κθδεία. Ξζρεισ τι λζνε για τθ δφςτυχθ τθν Αδελαΐδα. Αυτι θ κόρθ ιταν θ μάνα τθσ Αδελαΐδασ. θ μάνα αρχίηει τα μιςόλογα για να τθσ ξφςει τθν πλθγι. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Τι γίνεται. αλλά μετά τθν άφθςε κι ζφυγε με μιαν άλλθ που είχε και κόρθ. Τζτοιοσ παλιάνκρωποσ. Πταν ζρχεται ςτο ςπίτι μασ θ Αδελαΐδα. να χτυποφν τα ποδάρια τουσ και παρακαλοφςα να μθ μεγαλϊςω για να μθ μ' αρπάξει ποτζ κανείσ μζςα ςτα μπράτςα τον.τι κι αν λζνε. Τουσ κοίταηα εκεί ζξω ςτθν αυλι να ηζβουν τα βόδια. Ο αρραβωνιαςτικόσ τθσ δεν τθν αφινει να ςαλζψει. Γιατί μονάχα θ μάνα τθσ ξζρει πϊσ απόχτθςε τα πλοφτθ τον ο πατζρασ τθσ. Φςτερα παράτθςε τθ μάνα και τα 'φτιαξε με τθν κόρθ. εκείνθ φοβάται πιότερο τθ μάνα τθσ. μπόρεςε και παντρεφτθκε τθ μάνα τθσ Αδελαΐδασ. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Αυτά είναι λόγια τον κόςμου.. ΑΜΕΛΛΑ: Το πρόςεξεσ. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Το περίμενα. Το 'χεισ παρατθριςει. Μια φορά ξθμερϊκθκα να τον καρτερϊ με το νυχτικό μου ςτο παρακφρι γιατί μου 'χε μθνφςει πωσ κα 'ρχόταν. Αλλά δεν φάνθκε. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Στισ βρωμοδουλειζσ οι άντρεσ κουκουλϊνουν ο ζνασ τον άλλον. ΑΜΕΛΛΑ: Φοβερό. Αλλά όλα κφκλοσ είναι. Κι όταν θ δεφτερθ γυναίκα του και πεκερά του μαηί. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Ριο καλά να μθν με πλθςιάςει ποτζ άντρασ. . Λζνε πωσ ο πατζρασ τθσ ςκότωςε όταν ιταν ςτθν Κοφβα. άκοφγα να φωνάηουν. Μιλάμε. ΑΜΕΛΛΑ: Αλλοφ να τα λεσ αυτά. Από παιδί τουσ ζτρεμα. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Δεν φταίει. τον άντρα μιασ γυναίκασ για να τθν παντρευτεί. Ρρϊτα ιτανε μια χαρά..ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Εγϊ το ίδιο νιϊκω. ΑΜΕΛΛΑ: Και τι φταίει για όλα τοφτα θ Αδελαΐδα. Δεν τουσ παίρνεισ λζξθ. ΑΜΕΛΛΑ: Κι ιταν άςχθμθ ςαν διάολοσ. τθσ μάνασ τθσ που ιταν και οι δυο γυναίκεσ τον γονιοφ τθσ. να γεμίηουν τα τςουβάλια. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Π. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Νομίηεισ ότι ενδιαφζρονται οι άντρεσ για ομορφιζσ. Ηωντανά ηθτάνε και μια δοφλα να τουσ ταΐηει ςα ςκφλα ΑΜΕΛΛΑ: Αχ! (Μπαίνει θ Μακκνταλζνα) ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Τι γίνεται εδϊ. Θ μοίρα τθσ είναι ίδια μζ τθσ μάνασ και τθ μάνα. ΑΜΕΛΛΑ: Αυτό που φταίει είναι θ κακία τον κόςμου και τα κουτςομπολιά που δεν μασ αφινουν να ηιςουμε ιςυχα. Σου καλάρεςε τότε που ο Ενρίκο Ουμάνασ ςε γυρόφερνε. ΑΜΕΛΛΑ: Και δεν είναι κλειςμζνοσ ςτθ φυλακι. Σε λίγο παντρεφτθκε κάποια που είχε πιο πολλά λεφτά. Τϊρα οφτε λίγθ ποφδρα δεν βλζπεισ ςτο μάγουλό τθσ. Ευτυχϊσ μ' ζφτιαξε ο Κεόσ κουτςι και άςχθμθ και γλίτωςα από δαφτουσ. πζκανε τρελι. Αυτό ιταν όλο κι όλο. Γίνονται και ματαγίνονται αςταμάτθτα.

κα τςακιςτείσ. κο. Είναι θ μικρι μασ κι ακόμα ελπίηει. Μιλϊ για τον Ρζπε ΢ομάνο. βγικε ςτθν αυλι κι άρχιςε να φωνάηει τισ κότεσ «κο. αλλά λζξθ δεν λζτε ςε κανζναν. ςα να 'μαςτε ςτθν πόλθ. .ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Τριγφριηα τα δωμάτια. (Βγαίνει θ Αγγοφςτιασ) ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Τα 'μακεσ. (Μπαίνει θ Αγγοφςτιασ) ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Τι ϊρα πιγε. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Ροφ είναι θ Αντζλα. καλόσ είναι. ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Καλά! Ζβαλε το πράςινο φουςτάνι που 'ραψε για τθ γιορτι τθσ. Το γλζντι τον γάμου κρατοφςε δζκα μερόνυχτα και άνκρωποι δεν είχαν κακζσ γλϊςςεσ. ΑΜΕΛΛΑ: Ναι. Ρόςο κα 'κελα να μποροφςα να τθ δω ευτυχιςμζνθ. ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Ξζρετε καλά και οι δφο ςασ. Ωραία κα περάςουν. ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Το κρατάτε κρυφό. Το χρωματιςτό ςκυλάκι. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Ροιο πράγμα. αλλά όλοι τρωγόμαςτε τι κακό κα βροφνε μόλισ γυρίςουμε τθν πλάτθ. ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Κακόμοιρθ Αντζλα. ΑΜΕΛΛΑ: Λφκθκαν τα κορδόνια ςου. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Κιόλασ. ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Ε. δείτε τι όμορφθ ποφ είμαι». που παλεφει μ' ζνα λιοντάρι. εκείνον τον Μαφρο. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Ρολφ ευχάριςτο. ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Σε λίγο κα 'ναι δϊδεκα. Ζτςι λζω κι εγϊ. Το κραςί είναι ςε ςφραγιςμζνο μπουκάλι. Εκείνα ιταν τα πιο ευτυχιςμζνα χρόνια. ποιο. πολφ ευχάριςτο. ζτςι. μια λιγότερθ. ΑΜΕΛΛΑ: Τι να μάκω. ΑΜΕΛΛΑ: Αν τθν ζβλεπε θ μάνα. Ο Ρζπε ΢ομάνο κα πάρει τθν Αγγοφςτιασ. ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Καλφτερα. Σφντομα κα 'ρκουν τα ςυμπεκεριά. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Α! ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Α! (Τθν μιμείται) Στο χωριό το 'χουν τοφμπανο. Πλθ τθν ϊρα πάτε αντάμα ςαν προβατίνεσ. κο. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Και τότε δεν ξζρεισ τι γινότανε. Πλθ τθ νφχτα τριγφριηε ςτο ςπίτι. κο. Και. ΑΜΕΛΛΑ: Κ' ακοφςεισ το ρολόϊ. Δεν κρατιόμοφν απ' τα γζλια. ΑΜΕΛΛΑ: Αν τα πατιςεισ. ικελα να περπατιςω και χάηευα τα κεντιματα τθσ γιαγιάσ που τα 'χουμε κορνιηομζνα. Τϊρα τα νυφικά τα κάνουν άςπρα. κυμόςαςτε πόςο τ' αγαποφςαμε όταν είμαςταν παιδιά.

ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Δεν τρϊγονται οι ψευτιζσ ςου. ΑΜΕΛΛΑ: Αν ς' ζβλεπε ζτςι θ μάνα. ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Άρεςε ςτισ κοτοφλεσ. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Ψεφτρα εγϊ. κα ςου τράβαγε τα μαλλιά να ςτα βγάλει. αφοφ ςτα είκοςι ζμοιαηε με καλοντυμζνο ςκουπόξυλο. Αδελφι μασ είναι θ Αγγοφςτιασ. ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Ε. κα το φοροφςα ςτθ γιορτι μου που κα τρϊγαμε καρποφηια γφρω απ' το πθγάδι. Γαργαλιζμαι. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Μθ το λεσ αυτό. Καμιά δεν κα 'χε ομορφότερο. ΑΝΤΕΛΑ: Και τι ικελεσ να κάνω. ΑΝΤΕΛΑ: Πχι. ΑΝΤΕΛΑ: Δεν είναι δυνατόν! ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Με τα λεφτά είναι. ΑΜΕΛΛΑ: Οφτε εςφ το 'ξερεσ. ευχάριςτο κα το 'λεγα κι εγϊ. ΑΝΤΕΛΑ: Με γζμιςαν ψφλλουσ ςτα πόδια. θ πιο μεγάλθ κι θ πιο άςχθμθ. (Μπαίνει θ Αντζλα) ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Άρεςεσ ςτισ κοτοφλεσ. δζςτε τθν τϊρα ςτα ςαράντα. ενϊ εμείσ πρζπει να μοιραςτοφμε τα λεφτά του δικοφ μασ. ΑΝΤΕΛΑ: Είχα κάνει τόςα όνειρα για τοφτο το φουςτάνι. αλλά είναι θ πιο φιλάςκενθ. ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Πχι. ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Ο ΛΛζπε ΢ομάνο είναι είκοςι πζντε χρονϊν κι ο ομορφότεροσ τον χωριοφ μασ. χάριςζ το τθσ Αγγοφςτιασ όταν παντρευτεί με τον Ρζπε ΢ομάνο. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Μςωσ του αρζςει αυτό. Θ τφχθ γελάει καμιά φορά ςτον τελευταίο. Αλλά τθ κζλει ςαν προίκα. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Ναι. Κα ταίριαηε να κζλει εςζνα Αμζλια ι τθν Αντζλα μασ κι όχι τθν πιο άςχθμθ του ςπιτιοφ που μιλάει και με τθ μφτθ ςα τον πατζρα τθσ. Θ Αγγοφςτιασ παίρνει όλθ τθν κλθρονομιά τον δικοφ τθσ πατζρα. ΑΜΕΛΛΑ: Εχει δίκιο θ Μαγκνταλζνα. ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Αν ικελε τθν Αγγοφςτιασ ςα γυναίκα. ΑΝΤΕΛΑ: Και μου πάει τόςο! Είναι το καλφτερο που 'φτιαξε θ Μαγκνταλζνα. πολφ όμορφο είναι. . (Γελοφν) ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Βάφτο καλφτερα μαφρο.ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Δεν το βρίςκετε κακόλου «ευχάριςτο» ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Τι κεσ να πεισ Μαγκνταλζνα. Και γι' αυτό ηθτάνε εκείνθ. είναι θ μόνθ με γερι προίκα ςτο ςπίτι μασ. ΑΝΤΕΛΑ: Με τον Ρζπε ΢ομάνο. όχι. τϊρα το ξζρεισ. Ζτςι.

ζξω. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Τι ςυμβαίνει μθτζρα. Ζρχεται κατά δω. θ Μαρτφριο και θ Μαγκνταλζνα βγαίνοφν τρζχοντασ) ΔΟΥΛΛΚΟ: Εςφ. Από τθν άλλθ μπαίνουν θ Μπερνάρντα και θ Ρόνκια) ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Ανάκεμα τισ κλθρονομιζσ. ΔΟΥΛΛΚΟ: Καλά.. (Το δουλικό φεφγει. Ψίχουλα.. Κι αυτόσ ο άντρασ είναι ικανόσ. ξεςπάει ς' οργιςμζνο κλάμα: Δεν κα ςυνθκίςω. Δεν κζλω να γίνω ςαν κι εςάσ. .. κα τα δεισ πρϊτθ. Δεν κζλω. άμα ςτρίψει τθ γωνιά. (Μπαίνει θ δοφλα) ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Αντζλα. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Μεγάλο. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Σιμερα που κάψαμε τον πατζρα ςου. ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Νομίηω το δουλικό μασ κάτι κατάλαβε. ΡΟΝΚΛΑ: Οι άλλεσ ψίχουλα. αυτό ςκζφτομαι. ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Για όλα. ψίχουλα. (Θ Αμζλια. ΑΝΤΕΛΑ: Γιατί. το ξαναλζσ. εςφ πλζνεισ τα μοφτρα ςον και φτιαςιδϊνεςαι από πάνω. ΔΟΥΛΛΚΟ: Κακομοίρα. τρίτωςεσ πια και δεν ςου απαντϊ. ΑΝΤΕΛΑ: Πτι ο πατζρασ διάλεξε να πεκάνει τθ χειρότερθ ςτιγμι τθσ ηωισ μου.ΑΝΤΕΛΑ: Γι' αυτό λοιπόν κρυφοκοίταηε απ' τθ χαραμάδα τθσ αυλόπορτασ μετά τθν εκκλθςιά. Δεν κζλω να μείνω άλλο κλειδωμζνθ ς' αυτό το ςκοτεινό ςπίτι. (Βγαίνει) ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Σϊπα. τθσ λείπει τόςο ο πατζρασ τθσ. ΡΟΝΚΛΑ: Μεγάλο το μερτικό τθσ Αγγοφςτιασ. Κζλω να βγω ζξω. (Ξαναμπαίνει το δουλικό) ΔΟΥΛΛΚΟ: Ο Ρζπε ΢ομάνο κατθφορίηει τθν πλαγιά. ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Ράμε να δοφμε. ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Κα ςυνθκίςεισ. Αφριο κιόλασ κα φορζςω το πράςινο φουςτάνι και κα βγω ςτισ ςτράτεσ. ΑΝΤΕΛΑ. (Μπαίνει θ Αγγοφςτιασ βαμμζνθ) Αγγοφςτιασ. δεν Κα πασ. Δεν κζλω να ς' ακοφω. κατάλαβεσ. Δεν κζλω να μαρακεί το δζρμα μου ςαν το δικό ςασ. Κζλω να περπατιςω. εκεί εςφ. ζξω. Ντροπι. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Το λεσ. ΑΜΕΛΛΑ: Μςα υποφζρουμε όλεσ. απ' το παρακφρι τον δρόμου δίπλα απ' τθ κάμαρι ςου. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Τι ςκζφτεςαι Αντζλα. Για να δω τα μοφτρα του.. θ Αντζλα τρζχειςτθν καμαρά τθσ.

οφτε το καλό μου φουςτάνι. Κζλω να παντρευτϊ ζνα όμορφο αγόρι κάτω ςτθ Κάλαςςα. ξεμυαλιςμζνθ. ΧΟΣΕΦΑ: Μπερνάρντα. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ.) Τϊρα άμε όπου κεσ. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Θ μάνα μου μπορεί να 'ναι τρελι. κζλω τα μαργαριτάρια μου. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Γιατί τθν άφθςεσ να βγει. εγϊ όμωσ είμαι μια χαρά. Άςε με να βγω ζξω. Οφτε τα δαχτυλίδια μου. πάψε πια. δεν κα πάψω. (Τθσ ςκουπίηει βίαια τα φτιαςίδια. δεν κα κάνετε τον κεφαλιοφ ςασ ςτο ςπιτικό μου. Μπαίνει θ Μαρία Χοςζφα με το δουλικό) ΜΑ΢ΛΑ ΧΟΣΕΦΑ: Μπερνάρντα. Κζλω να παντρευτϊ ζνα γεροδεμζνο παλικάρι ςτθν ακρογιαλιά. Δεν κα πάψω. Μζχρι να με πάρουν από δω μζςα τζςςερισ. ΧΟΣΕΦΑ: Το 'ςκαςα γιατί κα πάω να παντρευτϊ. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Δεν ζχεισ ίχνοσ ντροπισ. κζλω να βγω ζξω. Κα γίνεται μόνο αυτό που λζω εγϊ. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ. τίποτα δικό μου δεν κα πάρετε. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Σϊπα μθτζρα. Γιατί καμιά ςασ δεν κα παντρευτεί ποτζ. Και ξζρω καλά τι πρζπει να κάνω. Δεν κζλω να βλζπω αυτά τα μαραηωμζνα κθλυκά να λιϊνοφν δίχωσ άντρα και να κάνουν τθν καρδιά τουσ ςτάχτθ. (Μπαίνουν όλεσ οι κόρεσ) ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Τι τρζχει πάλι μζςα εδϊ. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Κλείςτε τθν πάλι μζςα. χτυπϊντασ το μπαςτοφνι τθσ: Ράψτε πια. τϊρα κα το δοφμε. Μπερνάρντα. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Ιταν πατζρασ των αδελφάδων ςου και ςτάκθκε για ςζνα καλφτεροσ κι απ' τον αλθκινό. ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Αν ξανατςακωνόςουν για τθν κλθρονομιά (ςτθν Αγγοφςτιασ) χάριςμά ςου κι θ δικιά μασ κι άντε πνίξου. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Κλείςε το βρωμόςτομα γιατί αλλοίμονό ςου. (Ακοφγονται φωνζσ. Ξεδιάντροπι. Εδϊ οι άντρεσ φεφγουν μακριά απ' τισ γυναίκεσ. ΔΟΥΛΛΚΟ: Μου το 'ςκαςε κυρά. (Θ Μπερνάρνταβγαίνει και από τθν άλλθ οι κόρεσ βγάηοφν ςτθν αυλι τθν Μαρία Χοςζφα) . Μδια με τισ κειάδεσ ςου. πάνε χρόνια που πζκανε. Δεν κ' αφιςω τίποτα για ςασ. τα κζλω. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Τίποτα. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Κα ς' αφιςω μόλισ βγάλεισ αυτά τα παςαλείμματα από πάνω ςου. ΡΟΝΚΛΑ: Τρελάκθκεσ Μπερνάρντα. Χάρθ ς' αυτόν ζχεισ απείραχτθ τθν προίκα ςου. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Αυτό.ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Δεν ιταν πατζρασ μου. που 'χεισ τθ μαντίλα μου. καλά πάρτε τθν όμωσ όλεσ μαηί: Ράρτε τθν. Εγϊ. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Άςε με να πάω ζξω μθτζρα. Εγϊ κζλω να πάω ςτθσ μάνασ μου το ςπίτι. Το ξζχαςεσ. ζτςι. Ο δικόσ μου πατζρασ. ΧΟΣΕΦΑ: Πχι.

ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Αγγοφςτιασ. ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Πλεσ. ΑΜΕΛΛΑ: Κι εγϊ. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Καλφτερα να ηθλεφετε τα λεφτά μου παρά τα κάλλθ μου. ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Το 'χεισ ςίγοφρο. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Κομμζνο και το τρίτο ςεντόνι. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Ζτοιμο να το πιάςει θ Μαγκνταλζνα. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Δόξα ςοι ο Κεόσ.πόρτα αυλισ. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Πλεσ. ξερά: Πχι. ΡΟΝΚΛΑ: Κάποιοσ καθμόσ το τρϊει αυτό το πλάςμα. Η φιγοφρα του φεφγει αριςτερά και από τθ δεξιά πλευρά εμφανίηονται οι ςκιζσ των κοριτςιϊν τινάηοντασ το ςεντόνι. ςε λίγο Κα φφγω από τοφτθ τθ κόλαςθ. μιπωσ κεσ να κεντιςω και το μονόγραμμα του Ρζπε. ζνασ καθμόσ μασ τρϊει. .ΧΟΣΕΦΑ: Κζλω να πάω ζξω. Έρχονται και μπαίνουν ςτθ ςκθνι από τα αριςτερά .τι κεσ. ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Σθκϊκθκα γιατί ικελα να δροςιςτϊ. δε κα 'ρκεισ. Αλαφιάηεται και τρζμει ςα να χϊκθκε ςτο κόρφο τθσ μαμοφνι. Οι κόρεσ τθσ Μπερντάρντασ κάκονται και ράβουν ςε χαμθλά ςκαμνάκια. Να παντρευτϊ μζςα ςτθ Κάλαςςα. Κζλω να παντρευτϊ ζνα όμορφο γεροδεμζνο αγόρι κάτω ςτθ κάλαςςα. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ. Με τζτοια ομορφιά. Μ' ακοφσ Μπερνάρντα. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Ξθμερϊκθκα απόψε μ' αυτι τθν κάψα. ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Δε πα να λεσ ό. ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Γιατί να μθν είςαι. προσ τθν Αντζλα που είναι ζξω: Αντζλα. Στάηαν τα ςφννεφα. Εγϊ είμαι μια χαρά. Το ίδιο ηεςτό καλοκαίρι. ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ. Απόλυτθ απλότθτα ςτο ςκθνικό. μακριά. άνοιξε λίγο τθν πόρτα τθσ αυλισ να δροςιςτοφμε. ΠΡΑΞΗ ΔΕΤΣΕΡΗ Ο ίςκιοσ του Πζπε ςε μια ρομαντικι χορογραφία ςαν κυματιςμόσ. Με τζτοια φινζτςα. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Δε πάτε να ςκάςετε από τθ ηιλια ςασ. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Σταματιςτε επιτζλουσ. Κατάμαφροσ ιταν ο ουρανόσ. ΑΜΕΛΛΑ: Ξάπλωςε πάλι. εξόν απ' τθν Αγγοφςτιασ. ΑΜΕΛΛΑ: Ρόνκια.

Τι είπε τθν πρϊτθ φορά ποφ ςτάκθκε ςτο παρακφρι ςου. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Τι ικελεσ να πει. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Άλλοσ κα 'ταν. Τα ςυνθκιςμζνα. Ακόμα κι εςφ το ξζρεισ.. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Γιατί ρωτάσ. Θ Αγγοφςτιασ με τον Ρζπε ακόμα τα 'λεγαν ςτο παρακφρι. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Απορϊ πϊσ ζνασ άντρασ και μια γυναίκα. ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Ρερίεργο.. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Συνζχεια ζλεγε. ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Ακόμα. ςε ηιτθςε. ΑΜΕΛΛΑ: Εμζνα δεν το βάηει ο νουσ μου. Είναι το ζκιμο τον τόπου μασ. είναι ςα να τθ ηθτάει ςε γάμο. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Κι εγϊ κοκκίνιςα. «γιατί κζλω γυναίκα μου μια κοπζλα από ςπίτι όπωσ εςφ. Θ γθ τςουρουφλιηόταν.. Αφοφ κι εςφ τον είδεσ. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Σωςτά. ΡΟΝΚΛΑ: Θταν ςίγουρα αυτόσ. αλλά εκείνοσ. ΡΟΝΚΛΑ: Λοιπόν. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Εγϊ δεν απορϊ κακόλου. είπε. Πταν ζνασ νζοσ ηθτάει από μια κοπζλα να τθν ανταμϊςει ςτο παράκυρό τθσ. Θ καρδιά μου χοροπθδοφςε μεσ ςτα ςτικθ μου.. αν νομίηεισ. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Κι εςφ. ΑΜΕΛΛΑ: Κοντά ςτθ μια και μιςι. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Δεν μποροφςα να αρκρϊςω λζξθ. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Ξζρεισ τϊρα «είμαι εδϊ» είπε. αλλά ζτςι πρζπει να γίνουν τα πράγματα. θ φοράδα του. . ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Γιατί. ΡΟΝΚΛΑ: Τίποτα άλλο. ΑΜΕΛΛΑ: Ρϊσ ςου το 'πε. Και πότε ζφυγε. εγϊ κα κοκκίνιηα τόςο.ΡΟΝΚΛΑ: Κι εγϊ ςθκϊκθκα μετά το μεςονφχτι.» ΑΜΕΛΛΑ: Αχ. Ρρϊτθ φορά αντάμωνα άντρα ςτα ςκοτεινά. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Ε. ΑΜΕΛΛΑ: Εβθχε και τον άκουςα. ΡΟΝΚΛΑ: Εγϊ όμωσ τον άκουςα να φεφγει ςτισ τζςςερισ το ξθμζρωμα. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Ναι. Κι φςτερα. φυςικά. κάλπαηε. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Κι εμζνα αυτόσ μοφ φάνθκε. τθ μια μζρα δεν γνωρίηονται κακόλου και τθν άλλθ αρραβωνιάηονται γιατί το βράδυ μίλθςαν λίγο ς' ζνα παρακφρι.

ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Εςφ ρωτάσ. Πποια δεν τον πάρει αυτό απόφαςθ. χα.. ΡΟΝΚΛΑ: Εκεί μοιάηω τθσ μάνασ ςασ. ζνα να κυμάςτε: Ο άντρασ ςτισ δζκα πζντε μζρεσ τον γάμου. Λζτε ομορφόλογα. χάνεισ. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Φαίνεται ςτο βλζμμα τθσ. ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Να πωσ κα 'πρεπε να 'ναι οι γυναίκεσ. Μετά ςθκϊνεται απ' το τραπζηι για να ςτρωκεί ςτο καπθλειό. Δεν κοιμάται και κακόλου. ςφίγγετε χζρια κι αυτό είναι. (Βγαίνει) ΡΟΝΚΛΑ: Αυτό το κορίτςι. Μα τον ζβλεπα να 'ρχεται κι άμα ηφγωςε «καλθςπζρα» τον λζω. Ριάνω κι εγϊ το γουδοχζρι και τον τα λιϊνω τα πουλερικά. Τρελαμζνο είναι. ΑΜΕΛΛΑ: Εςφ το πιρεσ απόφαςθ. Κι εκείνοσ ανταπαντά «καλθςπζρα ςου». ΑΜΕΛΛΑ: Ρεσ μασ τι ζκανε. ΑΜΕΛΛΑ: Σωπάςτε. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Θ ηιλια τθν τρϊει. ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Ράω να δω. Εςείσ που δεν βάλατε ακόμα ςτεφάνι. πιάςτθκε απ' τα κάγκελα τον παρακυριοφ μου και μουρμοφριςε: «Ελα κοντά μου να ςε πιάςω» ΑΜΕΛΛΑ: Αχ. ΡΟΝΚΛΑ: Αυτά κάνετε εςείσ κι οι άνκρωποι τθσ ςειράσ ςασ. μοφςκεμα ςτον ιδρϊτα. Κα μασ ακοφςει κι φςτερα.. τι κάνει. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Ρϊσ να 'ναι.. Μια φορά πιγε να μου αντιγυρίςει το λόγο. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Λζνε ότι τον ξυλοφόρτωνεσ κιόλασ. βαλαντϊνει ςτουσ κρινουσ και ςτο κλάμα. Στθ διπλανι τθσ κάμαρα μζνεισ.ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Και τι άντρα! ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Δεν είναι κακόσ. ΡΟΝΚΛΑ: Μετά το γάμο μασ ιταν πολφ καλόσ. Μουγγακικαμε κι οι δυο μιςι ϊρα και βάλε. ΑΜΕΛΛΑ: Αντζλα. νόμιηα πωσ ερχόταν θ μάνα. Μετά ο Εβαρίντο. ΡΟΝΚΛΑ: Γιατί. . χα. ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Κι αν ερχόταν. ΡΟΝΚΛΑ: Μωρζ εγϊ τον αζρα τον πιρα. ΡΟΝΚΛΑ: Καταςκότεινα ιταν. χα. ΑΜΕΛΛΑ: Μεγάλθ ιδζα ζχεισ. Κλείςτθκε ςτο ςπίτι και ηευγάρωνε πουλιά μζχρι που 'ςβθςαν τα μάτια του. Πταν πρωτόρκε ςτο παρακφρι μου ο Εβαρίντο ο άντρασ μου. ςθκϊνεται απ' το ςτρϊμα και πάει ςτο τραπζηι. δεν είναι ςτα καλά του. ΡΟΝΚΛΑ: Αμ και το μάτι πιγα να τον βγάλω μια φορά. άρχιςε να κοντοηυγϊνει. ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Αντζλα ζλα γριγορα.

Τι κζλετε από μζνα. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Δεν κοιμικθκε οφτε χκεσ. Γιατί ςταματιςατε. (Φεφγουν. ΑΝΤΕΛΑ: Με νοιάςτθκεσ ε. Εγϊ ορίηω το κορμί μοφ και κανείσ άλλοσ. ΑΝΤΕΛΑ: Σϊπα! ΡΟΝΚΛΑ: Καρρείσ δεν το κατάλαβα. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Φταίω εγϊ που ςε νοιάςτθκα. Το κορμί μου κα το χαρίςω ς' όποιον κελιςω εγϊ. Ε. φτάνει να κοιτάσ κάπου αλλοφ όταν περνάω από μπροςτά ςου. Ρου πθγαίνεισ τισ νφχτεσ που ςθκϊνεςαι. Ράρε τα μάτια μου. ΡΟΝΚΛΑ: Άκουςεσ ςε ποιον Αντζλα. Κοιμάμαι δεν κοιμάμαι. χαμζνο τζτοιο κορμί». λοιπόν. ΑΝΤΕΛΑ: Αφιςτε με ιςυχθ όλεσ ςασ. Κεζ μου γιατί δεν μ' ζκανεσ αόρατθ να τριγυρίηω μζςα ς' αυτό το ςπίτι. (Μπαίνει θ Δοφλα) ΔΟΥΛΛΚΟ: Σασ κζλει θ Μπερνάρντα. και μθ ξεχνάσ πωσ αυτι ςε πονάει πιότερο απ' όλεσ τισ άλλεσ. (Μπαίνει θ Αντζλα με τθ Μαγκνταλζνα) ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Μα εςφ δεν κοιμόςοφν. ΑΝΤΕΛΑ: Στο κατόπι μου. βλζπουμε και πίςω από τουσ τοίχουσ.ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Μθ λεσ τθ λζξθ τρζλα μζςα ς' αυτό το ςπίτι. ΑΝΤΕΛΑ: Χκεσ κοιμικθκα. ΡΟΝΚΛΑ: Βγάλ' τον απ' το μυαλό ςου όςο είναι καιρόσ. δικόσ μου λογαριαςμόσ. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Τότε. μζνουν θ Μαρτφριο με τθν Αντζλα και τθν Ρόνκια) ΑΝΤΕΛΑ: Τι βλζμμα είναι τοφτο. χωρίσ να βλζπετε ποφ είμαι και τι κάνω. τίποτα δεν κα πάει χαμζνο. ΑΝΤΕΛΑ: Λζγε μου. Ιρκε ο πραματευτισ. (Θ Μαρτφριο φεφγει) ΡΟΝΚΛΑ: Αδελφι ςου είναι. ΡΟΝΚΛΑ: Εμείσ οι γριζσ. πάρε τθν πλάτθ μοφ να ιςιϊςεισ τθν καμποφρα ςου. ΑΝΤΕΛΑ: Μίλα ςιγότερα. Σε κάκε μοφ βιμα χϊνεται μεσ ςτθν κάμαρι μου να μάκει αν κοιμάμαι κι όλο μονολογεί «Χαμζνο κα πάει τζτοιο πρόςωπο. ΑΝΤΕΛΑ: Σε ποιον. τι κατάλαβεσ. ΑΝΤΕΛΑ: Ρονάει το κορμί μοφ. ΑΝΤΕΛΑ: Ρου να ςτραβωνόςοφνα! Συγχϊρεςζ με Κεζ μου! . Γιατί. Εςείσ δεν ράβετε. ΡΟΝΚΛΑ: Στον Ρζπε ΢ομάνο να ποφμε.

Φοβόμουνα. αλλά πάνω κι απ' τθν ίδια μου τθ μάνα Κα πατιςω για να ςβιςω αυτι τθ φλόγα π' άναψε μζςα μου και που με καίει ολάκερθ. ΡΟΝΚΛΑ: Οφτε κείνθ οφτε καμιά ςασ πόνεςα. ΑΝΤΕΛΑ: Οι ςυμβουλζσ ςτο δικό ςου. μθ με δαιμονίηεισ. ΡΟΝΚΛΑ: Εμ αφοφ κζλει ελόγον τθσ να πάω μεσ ςτο λιοπφρι κάτω ςτο μαγαηί.. ΡΟΝΚΛΑ: Στο 'πα ζχω μάτια και βλζπω. Ηιςε μ' αυτι τθν ελπίδα και μθ πασ ενάντια ςτισ βουλζσ του Κυρίου. αλλά τϊρα εγϊ είμαι θ πιο δυνατι. ΑΝΤΕΛΑ: Τόςο. Να ακολουκϊ τα βιματά ςου. ΑΝΤΕΛΑ: Κοίτα τθ δουλειά ςον ςπιοφνα. δεν πρόκειται να ςωπάςω. . Γιατί τθ δεφτερθ φορά που 'ρκε ο Ρζπε να μιλιςει με τθν αδελφι ςου. Πχι μόνο πάνω από μια δοφλα. λεσ ψζματα.ΡΟΝΟΛΑ: Ζχω μάτια όχι μόνο ςτο κεφάλι αλλά και ςτα χζρια για κάτι τζτοια. ΡΟΝΚΛΑ: Αυτι είναι θ δουλειά μου. Κάποια μζρα κα τον ζχεισ. Ρζταξε το πουλί και πια δεν πιάνεται. ΡΟΝΚΛΑ: Πχι. Κι αυτι είςαι εςφ. εςφ ςτεκόςουν μιςόγφμνθ με το κερί αναμμζνο κι ανοιχτό το πατηοφρι. Δε κζλω να φτφνει ο κόςμοσ ςτο κατϊφλι μασ. Αν κεσ τον Ρζπε ΢ομάνο. Μόνο μζςα ςτο μυαλό ςου δεν μπορϊ να δω. Ζχει ςτενι λεκάνθ. Δε μου λεσ.. ΑΝΤΕΛΑ: Αντί να νοικοκυρεφεισ το ςπίτι και να μνθμονεφεισ τον πεκαμζνο ςου. Αλλά ςτα γεράματά μου κζλω να δουλεφω τίμιο ςπιτικό. Τι κα τουσ πεισ. ΡΟΝΚΛΑ: Τόςο πολφ τον κεσ. Θ Αγγοφςτιασ είναι αςκενικιά. ΡΟΝΚΛΑ: Δεν αντζχω να ς' ακοφω. εςφ γυρνάσ ςα γριά γουροφνα και ξεφωνίηεισ τι κάνουν οι άλλοι γφρω ςου. ΑΝΤΕΛΑ. Κα μ' ακοφσ. Τα μάτια τον κοιτϊ και πίνω ςτάλα ςτάλα το αίμα του. ΡΟΝΚΛΑ: Αντζλα. Κανείσ δεν είναι ικανόσ να ςταματιςει αυτό που είναι να γίνει. ΑΝΤΕΛΑ: Σϊπα. (Μπαίνει θ Αγγοφςτιασ) ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Πλθ τθν ϊρα τςακϊνεςτε. ΑΝΤΕΛΑ: Μθ μου πεισ ότι πόνεςεσ ξαφνικά τθν αδελφι μου. κλαίει: Ψζματα. Είμαι πιο ζξυπνθ βλζπεισ. Ράνω ςτθν πρϊτθ γζννα κα πεκάνει. ΑΝΤΕΛΑ: Αντζχεισ δεν αντζχεισ.. Ρωσ δεν κοιμάμαι. ΡΟΝΚΛΑ: Αςε τα παιδιαρίςματα και παράτα τθν αδελφι ςου ιςυχθ. Κα παντρευτεί τθν ομορφότερθ. βάςταχτο κρυμμζνο μζςα ςου. Και τότε ο Ρζπε ΢ομάνο κα κάνει αυτό που κάνουν όλοι οι χωριανοί.. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Στο μαγαηί. Τϊρα είναι αργά. ξζρω γω. ΑΝΤΕΛΑ: Φωτιά βάλε ςτοφσ τοίχουσ τον ςπιτιοφ και κάψ' το. Μου 'φερεσ τθν κολόνια. Κα ανάψω φανάρια και κα ςθμάνω τισ καμπάνεσ τον χωριοφ.

Και ποφδρα.. ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Κακείσ εφ' ϊ ετάχκθ. Δεσ οι απζναντι τι τραβάνε με τα τζςςερα μυξιάρικα. δεν κα 'χουν ςταματθμό τα χζρια ςασ. γυρνάνε απ' τθ δουλειά. Δεν μου χρειάηονται άλλα μάτια. ΑΜΕΛΛΑ: Ξζνα παιδιά δεν αναςταίνω. Τθν πιο ακριβι. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Και μ' αυτό το λιοπφρι. Είναι απ' τα λίγα πράγματα που λιμπίηομαι πια. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Μάλιςτα. ΡΟΝΚΛΑ: Τζτοιεσ δαντζλεσ ταιριάηουν ςε μωρουδίςτικα και βαφτιςτικά. Άμα παντρευτεί και γεννιςει θ Αγγοφςτιασ. μπαίνουν θ Μαρτφριο.. (Ακοφγονται ιχοι και κουδουνίςματα) ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Οι άντρεσ είναι. τζτοια κα 'ραβα.. ΡΟΝΚΛΑ: Ριγε τρεισ. να βγαίναμε κι εμείσ ςτα χωράφια. (Φεφγει θ Αγγοφςτιασ) ΑΝΤΕΛΑ: Μθ βγει λζξθ απ' το ςτόμα ςου ειδ' αλλιϊσ. Αν είχα λεφτά. Χκεσ ιρκαν οι Κεριςτζσ. Είναι πάνω ςτο τραπζηι τθσ κάμαρισ ςου. ΡΟΝΚΛΑ: Εμζνα εδϊ μ' ζριξε θ μοίρα μου. θ Αμζλια και θ Μαγκνταλζνα: Τισ είδεσ τισ δαντζλεσ. Στο μοναςτιρι. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Τότε άντε να δουλζψεισ εκεί.ΡΟΝΚΛΑ: Τθν ζφερα. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ. Ηωντάνεψε το ςπιτικό τουσ απ' τα γζλια και τα κλάματα. ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Για γζλια είςαι ι για κλάματα. Είναι τόςο ωραίεσ! ΑΝΤΕΛΑ: Κι αυτζσ ποιανισ είναι. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Μου φτάνει να τισ καμαρϊνω εγϊ. Τα δικά μου παιδιά δεν τα φόρεςαν ποτζ τουσ. ΡΟΝΚΛΑ: Άλλα μάτια δεν μασ βλζπουν με τα νυχτικά μασ. ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Από ποφ ιρκαν φζτοσ.. ΑΝΤΕΛΑ: Αν. . Μ' αρζςουν τα δαντελωτά μεςοφόρια.. ΑΜΕΛΛΑ: Τισ δαντζλεσ για το νυφιάτικο κρεβάτι τθσ Αγγοφςτιασ. ΡΟΝΚΛΑ: Καλφτερεσ ςασ είναι μια φορά. ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Βελόνα δεν κα πιάςω. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Κάποιεσ τισ βλζπουν. ΑΜΕΛΛΑ: Χα. Καμιά πενθνταριά λεβζντεσ. ΡΟΝΚΛΑ: Δεν είναι και παράδειςοσ τα χωράφια. χα. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Δικζσ μου για τα νυχτικά μου. χα..

ΑΝΤΕΛΑ: Ρϊσ! ΡΟΝΚΛΑ: Χρόνια τϊρα. (Μακάρι ν' ακοφγονταν ωσ εδϊ. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Τι να ξεχάςεισ. Λεβζντεσ ςον λζω. ςτου Κεριςτι ςασ το ςομπρζρο τα τριαντάφυλλά ςασ ρίχτε. (Βγαίνουν ςτο δεξί μζροσ ςτο προςκινιο και τραγουδοφν μαηί τθσ και οικόρεσ. ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Οφτε τα μάτια μασ δεν κυβερνάμε. Ιταν καμιά τριανταριά από δαφτουσ που ικελαν να τθν κλείςουν για μια νφχτα.. βγαίνουν. ςβινοφν τα φϊτα. μαυριδεροί και ξζνοιαςτοι.. πίςω απ' τα βουνά. ΑΜΕΛΛΑ: Θ ηζςτθ μοναχά.ΡΟΝΚΛΑ: Ρζρα μακριά. όπου εμφανίηεται θ ςκιά του Ρζπε ΢ομάνο να χορεφει ςαν μαριονζτα. τθν ακολουκεί θ Αμζλια) ΑΜΕΛΛΑ: Τι τρζχει Μαρτφριο. Μόνο να 'φεφγε τοφτο το ατζλειωτο καλοκαίρι. Τελικά. είναι να γεννθκείσ γυναίκα. Τθν ίδια ςτιγμι τα φϊτα ςβινουν. Στρίβουν ςτθ ςτράτα μασ. ΑΜΕΛΛΑ: Και να φφγει. ΡΟΝΚΛΑ: Ερχονται. Χόρευε.τι κζλει. ς' αυτοφσ όλα ςυγχωροφνται. ΡΟΝΚΛΑ: Σωπάςτε. ΑΝΤΕΛΑ: Βζβαια. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Μζςα ςτθ λάβα κερίηοφν. ΑΜΕΛΛΑ: Μα. Από βραδφσ ιρκε κι ζνα κθλυκό από κείνα με μαλαματζνιεσ ποφλιεσ και μια φυςαρμόνικα. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Τοφτθ θ ηζςτθ μ' αρρωςταίνει. Στο κείμενο εδϊ ακοφγεται εκτόσ ςκθνισ το τραγοφδι των Κεριςτϊν) ΑΜΕΛΛΑ: Κι οφτε τουσ πιάνει θ κάψα. Τελειϊνει το τραγοφδι. ΑΝΤΕΛΑ: Κα 'κελα να 'μουν ζνασ κεριςτισ. Τρελαίνομαι για το τραγοφδι τουσ. πϊσ κάνουν τζτοια πράγματα. (Συνεχίηει θ Ρόνκια τραγουδϊντασ το τραγοφδι των Κεριςτϊν) Είμαςτε 'μεισ οι Κεριςτζσ Και ςτάχυα κυνθγάμε Κερίηουμε των κοριτςιϊν Καρδιζσ που ςυναντάμε. Από κει κα φανοφνε πρϊτα. Να ξεχάςω. Ανάβουν φϊτα ςκθνισ και μπαίνει θ Μαρτφριο. ξαναπζραςε αυτι θ γυναίκα απ' το χωριό κι ζδωςα μονάχθ μου λεφτά ςτο μεγάλο μου το γιο για να πάει μαηί τθσ. μ' ό. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Κα ξανάρκει. ΑΜΕΛΛΑ: Το χειρότερο που μπορεί να πάκεισ. Να πάω όπου κζλω. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Πλεσ. Τι ϊρα ςε πιρε ο φπνοσ χκεσ το βράδυ. Με ςυννεφιά. . με κρφο. Εγϊ κα ςασ τραγουδιςω το τραγοφδια τουσ. ανάβει θ οκόνθ. κα ξανάρκει. Ρετροβολάει ο ζνασ τον άλλον φωνάηοντασ. με βροχι. ΑΝΤΕΛΑ: Πλεσ μασ κάτι ζχουμε. Τα παρακφρια και τισ πόρτεσ Χωριατοποφλεσ νιεσ ανοίχτε. Συνεχίηει θ Ρόνκια. Οι άντρεσ πρζπει να πθγαίνουν. εγϊ. τθν πιρε ζνασ πραςινομάτθσ μ' ζνα κορμί ςφιχτοδεμζνο ςα δεμάτι ςταχυοφ. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Ρόςο Κα 'κελα να 'ταν Νοζμβρθσ. Ράμε ςτο παρακφρι δίπλα από τθν κάμαρθ τθσ Αντζλα.

ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Τίποτα. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Τον Ρζπε. Μςωσ και να λάκεψα. ΑΜΕΛΛΑ: Μςωσ. Μιπωσ ιταν οι δουλευτζσ μασ. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Ροφ είναι θ φωτογραφία. γιατί όταν κα 'ρκει. (Μπαίνει ορμθτικά θ Αγγοφςτιασ) ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Κάτω απ' το προςκζφαλό μου είχα τθ φωτογραφία τον Ρζπε. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Καμιά δεν τθν πιρε. ακριβϊσ αυτό. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Αυτοί ζρχονται ςτισ ζξι. Γιατί. ΑΜΕΛΛΑ: Ναι. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Δε φοβικθκα. κα του το πω. ΑΜΕΛΛΑ: Να τουσ το ποφμε. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Θταν πολφ αργά. μα δε κυμάμαι τι ϊρα ιταν. ΑΜΕΛΛΑ: Ρρζπει να προςζχουμε. Είπα τ' όνομά ςου. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Ζτςι. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Μθ τον κοροϊδεφεισ. ΑΜΕΛΛΑ: Ροιοι. γιατί με φϊναξεσ. Κάποια μου τθν ζκλεψε. Ξζφυγε ζνα πουλάρι. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Μςωσ το 'ςκαςε να πάει ςτον κιπο.ΑΜΕΛΛΑ: Αμζςωσ. Μιλάτε. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Γιατί καρρϊ κάποιοι κουβζντιαηαν ςτθν αυλι. Τουσ ζχω ακοφςει κι άλλεσ νφχτεσ. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Θταν ςτο δωμάτιό μου και τϊρα δεν είναι. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Αμζλια. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Αυτό. ΑΜΕΛΛΑ: Μπορεί να ξζφυγε κανζνα πουλάρι. χωρίσ λόγο. (Μπαίνουν θ Ρόνκια. Ροια τθν πιρε. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Τίποτα δεν κα ποφμε. ΑΜΕΛΛΑ: Τότε. κάνει τισ βόλτεσ του. ΑΜΕΛΛΑ: Δε φοβικθκεσ. Ο Ρζπε όταν ζχει φεγγάρι. ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Ντροπι ςου. ΑΜΕΛΛΑ: Το φυλαχτό ςου πιραν. . θ Μαγκνταλζνα και θ Αντζλα) ΑΝΤΕΛΑ: Ροια φωτογραφία. που είναι.

Μίλα λοιπόν. μθτζρα. ΑΝΤΕΛΑ: Κάποια κα τθν πιρε. τι ξεφωνθτά είν' αυτά. ςτθν Αγγοφςτιασ: Θςφχαςε. Στο ξαναλζω. πάντωσ όχι εγϊ. άς' τθν για χάρθ μου. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Κζλω να μου πείτε ποια απ' όλεσ ςασ τθν πιρε. πλάςμα ελεεινό. Μεςθμεριάτικα. ΡΟΝΚΛΑ: Εδϊ. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Αλικεια λζει. κα τθν βρεισ. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Δεν κα μου πεισ εςφ τι κα κάνω. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Γιατί τθν πιρεσ τθν φωτογραφία. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Μθτζρα. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Ραντοφ. (Στθν Ρόνκια. Ροια τθν πιρε. μονάχα εγϊ. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Τϊρα ς' αυτι τθ ςτιγμι τθσ ηωισ μου κα μου δϊςετε το πικρότερο ποτιρι που μπορεί να πιει μια μάνα (Στθν Ρόνκια που μπαίνει κρατϊντασ τθ φωτογραφία) Ροφ ιταν. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Ναι. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Κοίταξεσ παντοφ. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Αφθςζ τθν μθτζρα. Ρζςτε μου ποια. ποφ. Δάκρυ δεν ζςταξε απ' το μάτι τθσ. Τϊρα κα δείτε τι ςασ περιμζνει. ΡΟΝΚΛΑ: Κάτω απ' το μαξιλάρι τθσ Μαρτφριο.) Ριγαινε ψάξετα δωμάτιά τουσ. Δεν ιμουν αυςτθρι όςο κα 'πρεπε. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Ροφ τθ βρικεσ. Είςαι ςίγουρθ. . ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ. Κοίτα ςτα κρεβάτια τουσ. τθν χαςτουκίηει: Άςχθμο τζλοσ κα 'χεισ ξεδιάντροπο πλάςμα. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Γιατί να πάρεισ φωτογραφίεσ εςφ. μθ μ' αγγίηεισ.ΡΟΝΚΛΑ. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Ροιεσ. Τουσ ξυπνιςατε και κα 'χουν βάλει τ' αυτί τουσ ν' αφουγκραςτοφν τι γίνεται εδϊ μζςα. Εγϊ φταίω. μπαίνοντασ: Ράψτε πια. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Το καλό που ςου κζλω μθ μ' αγγίηεισ. ΡΟΝΚΛΑ: Ρρόςεξε πϊσ μιλάσ ςτθ μάνα ςου. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Ροια τθν πιρε. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Τζτοιο χατίρι δεν κα ςτο κάνω. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Μου 'κλεψαν τθ φωτογραφία του αρραβωνιαςτικοφ μου. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Αυτζσ. κοιτάηοντασ τθν Αντζλα. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Αναίςκθτθ. θςυχάηει ο κόςμοσ.

Αυτόσ πρζπει να φφγει.ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Γιατί.. ΡΟΝΚΛΑ: Αυτόσ όμωσ. ΡΟΝΚΛΑ: Να ςταυρϊςω μια λζξθ κι εγϊ. . τα περβόλια. κάνουν χειρότερα. ΑΝΤΕΛΑ: Δεν το 'κανεσ για αςτείο. Και να φφγει αμζςωσ από τοφτο το ςπίτι. Κάτι άλλο κρφβεισ μζςα ςον κι είναι ζτοιμο να προβάλει. Ζννοια ςασ. Για να κάνω ζνα αςτείο ςτθν αδελφι μου. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Ράψτε είπα. Μου φαρμακϊςατε τθν καρδιά. Σίμωνε θ μπόρα. ΡΟΝΚΛΑ: Σοφι. ΑΝΤΕΛΑ: Τα λεφτά προτίμθςε. δεν ξζρεισ να αςτειεφεςαι εςφ.. κα γκρεμιςτοφν οι τοίχοι απ' τθ ντροπι τουσ. Με πζντε αλυςίδεσ κα ςασ δζςω πάνω ς' αυτοφσ τουσ τοίχουσ πόχτιςε ο πατζρασ μου και κα κλειςτϊ κι εγϊ μαηί ςασ για να μθ μάκουν οφτε τ' αγριόχορτα ςτθ ςτράτα μασ τθν χολι που με ποτίςατε. Κα ςυμμορφωκεί. Οφτ' αυτό επιτρζπεται. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Ράψτε. ςοφι ςκζψθ. αυτόσ. απόφαςθ. Οι ξζνοι δεν ζχουν κζςθ ςτα οικογενειακά των άλλων. γιατί αν μιλιςω κι εγϊ με τθ ςειρά μου. τι είναι. πράξθ μόνο. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Τα χωράφια. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Κεόσ φυλάξοι. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Ο γάμοσ τθσ Αγγοφςτιασ πρζπει να γίνει το γρθγορότερο. Στθν Ρόνκια) Κα κυμθκοφν πωσ ζχω βαρφ χζρι εγϊ. Μπερνάρντα. τι λόγια είναι αυτά. ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Τον παρά. Δεν το φαντάςτθκα όμωσ πωσ κα 'φτανε και τόςο γριγορα. αυτό είναι το χρζοσ ςου. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Αντζλα! ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Τρελακικατε. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Μμμμμ! Λυπάμαι που ιςουν μάρτυρασ. τα 'δα από καιρό. ΡΟΝΚΛΑ: Ζτςι. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Πχι εκείνθ. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Εγϊ φταίω που προτίμθςε εμζνα ο Ρζπε. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Σϊπα. Ρεσ το λοιπόν. δεν γζραςα ακόμα. πάψτε πια. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Τθν ακοφσ μθτζρα. ΑΝΤΕΛΑ: Μια φαρμακερι γλϊςςα δε ςταματά ποτζ. το 'νιωκα. ΡΟΝΚΛΑ: Πςα είχα να δω. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Μερικζσ-μερικζσ. Χακείτε απ' τα μάτια μου (Βγαίνουν. ΑΜΕΛΛΑ: Αυτά τα λόγια ντροπιάηοφν όλεσ μασ. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Δεν είναι καν ςκζψθ. Φφγετε από δω μζςα. ΑΝΤΕΛΑ: Μζχρι να ξεγυμνωκοφν και ν' αφιςουν να τισ πάρει μαηί τον το ρζμα.

Ερωτοχτυπθμζνθ είναι πάλι θ Μαρτφριό ςου ό.ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Τι κεσ να πεισ. Μ' αρζςουν οι κακαρζσ κουβζντεσ. πεσ το. Ο πατζρασ του ξενοδοφλευε. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Κακό τον κεφαλιοφ τθσ αν δεν ξεχάςει. όςα κι αν ικελεσ να γίνονται. ΡΟΝΚΛΑ: Τίποτα δεν αλλάηω εγϊ. κα πάρει βζβαια τθν Αγγοφςτιασ. εδϊ μζςα κα το κάψω. ΡΟΝΚΛΑ: Ναι. ΡΟΝΚΛΑ: Πποιοσ ςκζφτεται ζτςι. Ζτςι είναι. Ϊρεσ-ϊρεσ νόμιηα πωσ διάβαηεσ το νου.τι ζχεισ να πεισ. Ξζρω τισ μαχαιριζσ ςου. Σ' αυτό το ςπίτι γίνονται πολλά και φοβερά. ΡΟΝΚΛΑ: Μα κεσ να βρω και το μπελά μου που πθγαίνω να ς' ανοίξω τα μάτια. Το ξζρω εγϊ το ςπίτι μου. ΡΟΝΚΛΑ: Μθ μου το χτυπάσ ακόμα. Μθ τα γυροφζρνεισ. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Ρεριμζνω λοιπόν. Αλλά τα κορίτςια ςου είναι ςπλάχνα ςου κι εκεί ζχεισ τα μάτια ςφαλιςτά. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Για τθ Μαρτφριο κεσ να πεισ. Δε ςτοχάηεςαι μια ςτάλα. Ροφ. ΡΟΝΚΛΑ: Για δαφτθ. μα κι αν κάποια μζρα ςυμβεί το παραμικρό. Ζνα μόνο ςου λζω. Καταλαβαίνεισ τι ζχει ο άλλοσ μζςα ςτο μυαλό του. το πλθρϊνει ακριβά. να 'ςαι ςίγουρθ. Εςφ δεν αντζχεισ γιατί ξζρεισ από πόςο χαμθλά κρατάσ. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Δεν το πιςτεφω. Γιατί κείνθ τθ νφχτα που κα 'ρχόταν ςτο παρακφρι τθσ τον απείλθςεσ και δεν ιρκε. Δεν ρίχνω τ' άδικο ςτουσ ϊμουσ ςου αλλά δεν τ' άφθκεσ διόλου λεφτερα τα κορίτςια ςου. τι κα 'λεγεσ. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Οι πράξεισ ςου όμωσ δεν δείχνουν ευγνωμοςφνθ καμιά. είπα. Γιατί τότε. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Ράλι το ίδιο κα 'κανα.. Π. αίμα δικό μου δεν κα ενωκεί με αίμα των Ουμάνασ. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Τϊρα μου τα αλλάηεισ. Με περιμάηεψεσ και πάντα ς' ευγνωμονάω. δεν το δζχτθκεσ να πάρει τον Ενρίκο Ουμάνασ. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Μα το 'πε. ΡΟΝΚΛΑ: Μπερνάρντα. Πςο ηω. ΡΟΝΚΛΑ: Αυτό πιςτεφεισ.. ΡΟΝΚΛΑ: Ζτςι λεσ πωσ είναι γιατί το 'χει καμωμζνο θ δικι ςου κυγατζρα. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Κακάρια λόγια. Αν ιταν όμωσ κόρθ τθσ γειτόνιςςασ. γζραςα. αντζχει και να πλθρϊνει. εγϊ ποτζ μου δεν κακολογϊ κανζναν. Τι άλλο.τι κι αν λεσ. ΡΟΝΚΛΑ: Φζρκθκεσ ξφπνια ςτθ ηωι ςου. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Ροφ τα 'χω κλειςμζνα. ΡΟΝΚΛΑ: Μπορεί θ Μαρτφριο να ξεχάςει. . Άραγε γιατί τθν πιρε τθ φωτογραφία. κάτω απ' αυτοφσ τουσ τοίχουσ. Ζνα αςτείο κζλθςε να κάνει. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Πποιοσ ςκζφτεται ζτςι. Αρχίηεισ να βγάηεισ τθ μφτθ του μαχαιριοφ. Άνοιξε καλά τα μάτια ςου και κοίτα γφρω.

Τθν Αντζλα. ΡΟΝΚΛΑ: Ετςι όμωσ είναι. κα 'κελεσ εμζνα και τισ κυγατζρεσ μου ςε κανζνα ςπίτι απ' «κείνα». Στα μιςόλογα και ςτισ ψευτονποτμίεσ ςου. ΡΟΝΚΛΑ: Στο 'πα. Σε τζτοια θλικία θ Αγγοφςτιασ ξετρελαμζνθ με τον αρραβωνιαςτικό τθσ. ναι. Ζννοια ςου και δεν κ' ακοφςω οφτε μια λζξθ πια. Εςφ είχεσ ςτθ ηωι πάντα το πάνω χζρι. ΡΟΝΚΛΑ: Κα το κάνεισ. ναι. δεν πιάνουν οι φοβζρεσ ςου. ΡΟΝΚΛΑ: Ελα όμωσ που δεν μπορϊ. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Ράλι απ' τθν αρχι. Δεν πάει ο Ρζπε τθσ Αγγοφςτιασ. εςφ δεν βρίςκεισ πιο ταιριαςτό να παντρευτεί ο Ρζπε τθ Μαρτφριο ι. Τα πορνεία τα γνϊριηε καλά κάποια άλλθ που μασ ζχει αφιςει χρόνουσ τϊρα. τθν Αντζλα. Δεν ξζρω τι κα πει κι ο Κεόσ. Ψζματα. Ζτςι δεν είναι. Και τα δικά μου και των κυγατζρων μου. Δουλειά και μουγκαμάρα.ΡΟΝΚΛΑ: Δεν είμαι γιατί υπάρχουν χωριανοί που βλζπουν απ' αντίκρυ. άςε ιςυχθ τθν ψυχι τθσ μάνασ μου. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Κα τισ πετροβολιςω και κα κατζβουν. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Τθ δικι μου ψυχι ν' αφιςουν ιςφχθ τα λόγια ςου.. ΡΟΝΚΛΑ: Βζβαια. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Τα πράγματα δεν ζρχονται πάντα όπωσ τα κζλουμε. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Το βρικεσ. Αλλά κι αυτόσ ζχει πιαςτεί για τα καλά. Είναι λάκοσ. ΡΟΝΚΛΑ: Ραράξενοσ που 'ναι ο άνκρωποσ. (Μπαίνει θ Αγγοφςτιασ) ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Ψζματα λζει. κα ςε πατιςω κάτω ςαν ςκουλικι. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Οι δικζσ μου κυγατζρεσ όμωσ ζχουν ςζβασ. ΡΟΝΚΛΑ: Δϊς' τουσ μια ςτάλα λευτεριά κι άμε κυνιγα τεσ ςτα κεραμίδια. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Εγϊ τα ξζρω. Το νιϊκει ακόμα κι ο αγζρασ πάνωκζ μασ. . Εκεί τα γυροφζρνεισ. ΡΟΝΚΛΑ: Τα τζλθ του κανείσ δεν τα ξζρει. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Τζςςερισ και μιςι. Εμζνα δε με νοιάηουν πια. Το λζνε όλοι. ΡΟΝΚΛΑ: Καλφτερα να μθν ανακατεφομαι εκεί που δεν με ςπζρνουν. γζρνουν το κεφάλι από μόνεσ τουσ ςτο κζλθμά μου. Αυτό κάνουν όςοι ξενοδουλεφουν για να 'χουν το ψωμί τουσ. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Εςφ. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Πχι. ΡΟΝΚΛΑ: Μπερνάρντα. Γιατί. Αυτι είναι γυναίκα που του ταιριάηει. Γιατί αν τθν ακοφςω. Δουλειά. αυτιν. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Το 'χα και κα το 'χω.. (Εμφανίηεται θ Μαρτφριο και ακοφει τα τελευταία λόγια τθσ Ρόνκια) Ο μεγάλοσ μου ο γιοσ μου 'λεγε πωσ χτεσ που γφρναγε απ' τα βόδια. δεν το βρίςκω. δε λεω. Κι ιταν τζςςερισ και μιςι ξθμζρωμα. τουσ είδε να τα μιλοφν ςτο παρακφρι.

ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Μθ ςε μζλει και ξζρω να φυλάγομαι. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Πχι. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Κα μου πείτε κι εμζνα τι γίνεται μζςα ς' αυτό το ςπίτι. Αυτό που άκουςα είπα. ΡΟΝΚΛΑ: Άρα κάτι ζγινε. ΡΟΝΚΛΑ: Τα μάτια ςου άνοιξε και κα μάκεισ. ΑΝΤΕΛΑ: Μθτζρα. Τα άλλα είναι δικι μου δουλειά. . Οι γειτόνοι βγικαν ςτα παρακφρια. Ράντα ςτο παράκυρο τθσ κάμαρισ μου. ΑΝΤΕΛΑ: Κι εγϊ το δικό μου. Ζχω μάτια ανοιχτά απ' τθ γζννα μου και κα τα 'χω ανοιχτά μζχρι να πεκάνω εδϊ μζςα.. (Βγαίνουνε όλεσ εκτόσ απ' τθν Μαρτφριο και τθν Αντζλα) ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Να μ' ευγνωμονείσ που ςφράγιςα το ςτόμα μου. μπαίνει θ Αντζλα: Ο Ρζπε μια βδομάδα τϊρα. Ζνα ξζρω μοναχά. δεν τα λζτε. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Για εξθγιςου. Ο Κεόσ να με κάψει αν λζω ψζματα.. τθν ακολουκεί θ δοφλα και πάνε να βγουν τα κορίτςια) Για ποφ το βάλατε εςείσ ξεμυαλιςμζνεσ. (Μπαίνουν θ Αμζλια και θ Μαγκνταλζνα) ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Να μάκεισ να υπακοφσ. Λζξθ δεν κζλω από καμιά. πάντα γφρω ςτθ μια φεφγει. Κι εςφ Ρόνκια. ΡΟΝΚΛΑ: Και τι είναι ςίγοφρο ςε τοφτθ τθ ηωι. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Στο παράκυρο. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Εγϊ όμωσ ζχω τθν απαίτθςθ να μάκω. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Τον άκουςεσ. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Τρζχα να μάκεισ τι ζγινε. «Να μθν ανακατεφεςαι εκεί που δε ςε ςπζρνουν» ΔΟΥΛΛΚΟ. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Δεν μ'αρζςει το ψζμα. (Θ Ρόνκια φεφγει. ρίχνουν κφματα τθ λάςπθ πάνω μασ.ΡΟΝΚΛΑ: Αυτόσ μου το 'πε. μθ πιςτεφεισ αυτιν που πάντα εφχεται τθν καταςτροφι ςου. Κανείσ δεν δικάηεται για τισ ςκζψεισ του. Κυμιςου το. Μζςα. Τον είδεσ. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Δεν ζςκυψα ζξω (ςτθν Αγγοφςτιασ) Τϊρα τελευταία ςτο παράκυρο τθσ αυλισ. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Είναι ςίγουρο. Ρζνκοσ ζχουμε. Στισ τζςςερισ και μιςι. ζρχεται απ' ζξω: Στο τζλοσ τθσ ςτράτασ μαηϊχτθκε κόςμοσ. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Κι εγϊ ςτισ τζςςερισ τον άκουςα να φεφγει. Ϊρεσ-ϊρεσ μερικοί-μερικοί. ο Ρζπε ΢ομάνο ζςτεκε κάτω από ζνα παρακφρι ςου. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Δεν ζγινε τίποτα. Μζςα ςτθν αυλι γριγορα. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Τι κα 'λεγεσ.

κάτω απ' τα λιόδεντρα. Κζλουν να τθ ςκοτϊςουν. φωτιά.τι είδα. αφιςτε τθν να φφγει. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Δεν κα φτάςεισ και πολφ μακριά. ΑΝΤΕΛΑ: Πςο μακριά κζλω κα φτάςω. Να τθ ςκοτϊςουν. (Φεφγουν θ Μαγκνταλζνα και θ Αμζλια με τισ δοφλεσ) ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Να τθν ςκοτϊςουν. Ιταν ςα να με τράβαγε δεμζνθ με ςχοινιά. ςκότωςε το μωρό και το 'καψε κάτω από τθ μάντρα. (Βγαίνει) ΑΝΤΕΛΑ: Πχι. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Εγϊ κα ςε ξεκολλιςω απ' τθν αγκαλιά του. όχι. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Ναι. Σα να τουσ ζδειξε το δρόμο. ΑΝΤΕΛΑ: Μαρτφριο ςε παρακαλϊ. μθ. ΡΟΝΚΛΑ: Για να κουκουλϊςει τθ ντροπι τθσ. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Τότε δεν κα τον ζχει καμιά μασ. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ. μθ πάτε κι εςείσ. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Θ λεφτερθ. Να μθ τθν ςκοτϊςουν. ΑΝΤΕΛΑ: Εμζνα κζλει ςτο πλευρό του. Τρζμει θ γθσ ςτο πζραςμά τουσ. καμτςίκι από ελιά και κοφτερά δρεπάνια να πάρουν. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Κάψτε τθν. ΡΟΝΚΛΑ: Θ κόρθ τθσ Λιμπράντα. αλλά δεν είςαι άξια. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Απ' ό. Φωτιά εκεί που αμάρτθςε. κι ζρχονται ξεφωνίηοντασ οι άντρεσ. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Ναι. ΑΝΤΕΛΑ: Πχι. Ζτςι πρζπει να πλθρϊνονται οι άτιμεσ. πάμε κι εμείσ εκεί. Θ Αντζλα κλαίει γονατιςμζνθ κάτω απ' το φεγγάρι μπροςτά ςτθν οκόνθ) . γζννθςε και κανείσ δεν ξζρει ποιοσ τθσ το 'ςπειρε. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Υπάρχει και τίμθμα για κάκε τι. το χζρι τον Κεοφ. (Μπαίνουν από τθ μια θ Μπερνάρντα με τθ δοφλα κι από τθν άλλθ θ Ρόνκια) ΡΟΝΚΛΑ: Μπερνάρντα! ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Τι είναι.ΑΝΤΕΛΑ: Εγϊ κάνω πράξεισ τισ ςκζψεισ μου γιατί είμαι άξια να τισ κάνω. ποτζ μθ μου το κάνεισ αυτό. ΑΝΤΕΛΑ: Πχι. το ξζκαψαν και το 'ςυραν ζξω απ' τθν πόρτα τθσ. Αλλά κάτι ςκυλιά πιο ςπλαχνικά από πολλοφσ χριςτιανοφσ. ποτζ. εςζνα ςε κζλει μόνο μεσ ςτα μπράτςα του. Κι εςφ αυτό κα 'κελεσ. Να το δεισ. όχι. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Καλφτερα να ςε δω νεκρι. πριν ζρκοφν οι χωροφφλακεσ. όχι. θ λεφτερθ. Τθ ςζρνουν πζρα. φωνάηοντασ απζξω: Αποτελειϊςτε τθν ςτα γριγορα. ΑΝΤΕΛΑ: Δεν το 'κελα. μόνο εμζνα. (Ακοφγονται δυνατζσ φωνζσ του πλικουσ και θςκιά του Ρζπε ΢ομάνο ς' ζνα γριγορο ρυκμό ςαν επίκεςθ ταφρου.

ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Ρράττει το ςωςτό. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Σπάνια ζρχεται κι αυτόσ. Η δοφλαμαηεφει τα πιάτα. (Φωνάηει) Να το δζςετε και να το βγάλετε ςτθν αυλι. ΡΟΝΚΛΑ: Πχι. Ρ΢ΟΥΤΕΝΤΛΑ: Πχι. γειτόνιςςα. Ρ΢ΟΥΤΕΝΤΛΑ: Ρϊσ να τα πάει. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Ζτςι πρζπει να 'ναι ο άνδρασ. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Με ιδρϊτα και ρζγουλα. (Δυνατόσ κτφποσ) . Το 'κλειςα ςτο ςτάβλο μα κλωτςάει τουσ τοίχουσ. Ρ΢ΟΥΤΕΝΤΛΑ: Ρρζπει να ρίχνουμε νερό ςτο κραςί μασ. Κα με περιγελοφν τα παιδιά. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Το άλογό μασ το βαρβάτο. Ρ΢ΟΥΤΕΝΤΛΑ: Ξζρεισ και ηευγαρϊνεισ τα ηωντανά ςου πολφ καλά. Ρ΢ΟΥΤΕΝΤΛΑ: Αχ. Η Προυτζντια. Ίδιο ςκθνικό. (Δυνατόσ χτφποσ) Τι είναι. Πχι δικό μασ παιδί. απόλυτθ ςιωπι. ακόμα. Και τθ κυγατζρα ςου τθ ςυγχϊρεςε. από τότε που τα χάλαςε με τα αδζλφια του για τθν κλθρονομιά. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Μείνε λίγο ακόμα. εμζνα με ρωτάσ. πολφ κάκθςα. ςπάει τθ ςιωπι. Ρ΢ΟΥΛΕΝΤΛΑ: Για ςζνα. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Ρϊσ τα πάει ο άντρασ ςου. (Στθν Ρρουτζντια) Το 'πιαςε θ κζρμθ. Χάνω και λίγο-λίγο το φωσ μου κι ζτςι δεν κα μπορϊ να πθγαίνω. ΡΟΝΚΛΑ: Είναι τα πιο γερά τον τόπου μασ. Τι να ςου κάνω κι εγϊ. ευχαριςτϊ. μόνθ μου παρθγοριά θ εκκλθςιά. ποτζ του δεν πρόκειται.ΠΡΑΞΗ ΣΡΙΣΗ Στο εςωτερικό patio του ςπιτιοφ. Κρίμα που πζςαν οι τιμζσ. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Σα φζξει. Τα ίδια. Ρ΢ΟΥΤΕΝΤΛΑ: Να πθγαίνω κι εγϊ. ιχοσ από μαχαιροπιρουνα. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Κζλεισ τυρόμελο. Ρ΢ΟΥΤΕΝΤΛΑ: Σιμανε θ τελευταία φορά για τον Εςπερινό. οφτε απ' τθν πόρτα μασ δεν βγαίνει. Βάηει μια ςκάλα και κατεβαίνει ςτο πίςω δρόμο. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Μια ανυπάκουθ κυγατζρα. Εκλειςε το ςτομάχι μου. καλοκαιριάτικθ νφχτα. Ρ΢ΟΥΤΕΝΤΛΑ: Ε. ςπάνια μασ ζρχεςαι πια. είναι ςπλάχνο τον εχκροφ μασ. τον ξζρεισ τι μυαλό κουβαλά. Ρ΢ΟΥΤΕΝΤΛΑ: Να το βάλεισ ςτισ φοράδεσ.

ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Ναι! (Δείχνει το δαχτυλίδι) Ρ΢ΟΥΤΕΝΤΛΑ: Τι όμορφο που είναι! Τρία μαργαριτάρια! Ραλιά. ςτθ Μαγκνταλζνα: Αχ. Ρ΢ΟΥΤΕΝΤΛΑ: Ταρακουνικθκαν τα ςπλάχνα μου. ΑΝΤΕΛΑ: Κι εγϊ λζω πωσ τίποτα δεν άλλαξε. (Θ Αντζλα κάκεται) Ρ΢ΟΥΤΕΝΤΛΑ: Και πότε με το καλό παντρεφεται θ Αγγοφςτιασ.ΡΟΝΚΛΑ: Χριςτόσ κι Απόςτολοσ. Κλείςτε πρϊτα μζςα τισ φοράδεσ κι φςτερα αμολιςτε το ςτθν αυλι. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Ι το Κζλθμα του Κεοφ. ΡΟΝΚΛΑ: Σωςτά. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Ε. ΑΝΤΕΛΑ: Να πιω λίγο νερό. φωνάηοντασ: Ρόςεσ φορζσ πρζπει να ςασ λζω ζνα πράγμα. είτε διαμάντια. Ρ΢ΟΥΤΕΝΤΛΑ: Σκρίνιο. αφιςτε το να κυλιςτεί ςτο άχφρο. Ρ΢ΟΥΤΕΝΤΛΑ: Ρρζπει να 'ςαι ευτυχιςμζνθ κοπζλα μου. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Είμαι. Ρ΢ΟΥΤΕΝΤΛΑ: Μακεφτθκε πωσ ζφτιαξεσ ωραία ζπιπλα. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Σε τρεισ μζρεσ κα 'ρκει το ςυμπεκεριό. ζχυςεσ το αλάτι. ΑΜΕΛΛΑ. ΡΟΝΚΛΑ: Το πιο όμορφο κομμάτι είναι εκείνο το ςκρίνιο με τον κακρζφτθ. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Ραλιά. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Σταματιςτε τισ αθδίεσ. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Είτε μαργαριτάρια. Ρ΢ΟΥΤΕΝΤΛΑ: Σου πζραςε τον αρραβϊνα. μονάχα ο άνκρωποσ μετρά. Δεν ζχω ξαναδεί. αλλιϊσ κα γκρεμίςει το ςπίτι. λζγαν πωσ το μαργαριτάρι είναι δάκρυ. . Εςφ ςτθ κζςθ ςου. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Φζρτε το κρφο κανάτι. Ο αρραβϊνασ πρζπει να 'ναι διαμαντζνιοσ. ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Αποκλείεται να κάνει αυτό χειρότερθ τθ τφχθ μασ ΑΜΕΛΛΑ: Μα είναι μεγάλθ γρουςουηιά. δζκα ζξι χιλιάδεσ ριάλεσ χρυςζσ μου πιγαν. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ. Τι ηωι κι αυτι! Ρ΢ΟΥΛΕΝΤΛΑ: Ραλεφεισ ςαν άντρασ! ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Σαν άντρασ! (Θ Αντζλα ςθκϊνεται) Για ποφ το 'βαλεσ εςφ. τϊρα ο κόςμοσ άλλαξε. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Στα χρόνια μασ ζφτανε μια ντουλάπα.

φάγαμε κι απόψε (Σθκϊνεται) ΑΝΤΕΛΑ: Ράω ζξω ςτθν αυλι να ξεμουδιάςω λίγο. ΑΝΤΕΛΑ: Ζννοια ςασ και δεν κα χακϊ. Αυτό το κζμα πρζπει να το ξεχάςεισ. ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Σα να 'ναι αλλοφ. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Πποτε κεσ. ΑΜΕΛΛΑ: Ζρχομαι κι εγϊ μαηί ςου. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Στισ δωδεκάμιςι. . Εγϊ κζλω το όνομά μασ ψθλά και τα χζρια μασ ενωμζνα. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Τι κρφβει ςτο μυαλό του ο κακζνασ μόνο ο ίδιοσ το ξζρει. Αντιόσ. Καταλαβαίνεισ τι ςου λζω.Ρ΢ΟΥΤΕΝΤΛΑ: Καλορίηικα να 'ναι. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Αφοφ το ξζρεισ πωσ δεν μ' αγαπά. νομίηω ότι υπάρχει κάτι που μου κρφβει. Κι άμα παντρευτείσ. ζχουν προβλιματα» ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Ροτζ να μθ ρωτάσ. ΟΛΕΣ: Καλθνφχτα και ςτθν ευχι του Κεοφ. λίγα λόγια. ΑΝΤΕΛΑ: Κανείσ δεν ξζρει. μου απαντά «ζτςι είναι οι άντρεσ. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Αντιόσ Ρρουτζντια. Κα 'ρκω πάλι να δω τα προικιά. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Ναι. άμα τον ρωτάω γιατί είναι ζτςι. μιςοκοιμιςμζνα: Αλλωςτε εςφ ςε λίγο φεφγεισ απ' αυτό το ςπίτι. ςθκϊνεται. ν' αναςάνω. Τθ φωτογραφία τθν πιρε για να ςου κάνει ζνα αςτείο. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Τότε πρόβλθμα δεν κα υπάρξει. (Τθ ςυνοδεφει θ Ρόνκια) ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Αυτό ιταν. (Βγαίνουν) ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Σου είπα πωσ κζλω ν' αρχίςεισ να ξαναμιλάσ ςτθ Μαρτφριο. (Ακοφγεταικαμπάνα) Ρ΢ΟΥΤΕΝΤΛΑ. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Τι να ξζρει. Τι λόγια είν' αυτά μζρεσ που 'ρχονται. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Μακάρι να 'φευγα μια ϊρα αρχφτερα. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Μθτζρα. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Κι εγϊ. Ζτςι κρατιζται ςπιτικό. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Τι λζει ο Ρζπε. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Τι ϊρα ςταματιςατε τθ κουβζντα ςασ χκεσ βράδυ. ΑΜΕΛΛΑ: Το ςκοτάδι κζλει παρζα. ςταυροκοπιζται: Θ τελευταία. Ρ΢ΟΥΤΕΝΤΛΑ: Καλθνφχτα κι ο Κεόσ μαηί ςασ. να αποκρίνεςαι όταν ςου μιλεί και να ςθκϊνεισ τα μάτια ςου πάνω του όταν αυτόσ ςε κοιτά μονάχα.

μου φαίνεται ότι ςβινει ςιγά-ςιγά πίςω απ' τα κάγκελα. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Κανονικά κα 'πρεπε να 'μαι ευτυχιςμζνθ. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Μακάρι να 'ναι αυτό. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Εμζνα δε με νοιάηει τι γίνεται πάνω απ' αυτι τθ ςτζγθ. Και πρϊτα απ' όλα. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Απόψε κα 'ρκεί. αυτό ζχε ςτο νου ςου. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Πταν τον κοιτάηω. ΑΜΕΛΛΑ: Ραραμυκζνια όμορφο ιταν. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Ζτςι. Μα δεν είμαι. ΑΝΤΕΛΑ: Κι είναι τόςο λαμπερά τ'αςτζρια! ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Στράβωςε ο ςβζρκοσ τθσ να τα κοιτά. Κα κοιμθκοφμε νωρίσ απόψε.ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Οφτε να τον ρωτάσ οφτε να μάκεισ τι. ΑΝΤΕΛΑ: Δε βλζπεισ οφτε βιμα μπροςτά ςου. ςα να χάνεται μζςα ςτθ ςκόνθ που ςθκϊνουν τα κοπάδια ςτο πζραςμά τουσ. μου φτάνει που βλζπω όςα γίνονται από κάτω. ΑΝΤΕΛΑ: Μζςα ςτο ςκοτάδι τθσ αυλισ. αλλά εμζνα μ' ζςκιαηε ςαν φάνταςμα. ΑΝΤΕΛΑ: Ζτςι είςαι φτιαγμζνθ εςφ. ποτζ του μθ ςε δει δακρυςμζνθ. ΑΜΕΛΛΑ: Εγϊ ςφαλϊ τα μάτια να μθ βλζπω που πζφτουν. το άλογό μασ φάνταηε ςαν άςπροσ γίγαντασ. ζξω. ΑΝΤΕΛΑ: Εςζνα δεν ς' αρζςουν. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Το ίδιο κάνει. απόψε δεν κα 'ρκει ο Ρζπε (φεφγει θ Αγγοφςτιασ) ΑΝΤΕΛΑ: Μθτζρα. που είςαι ςτον ουρανό κρυμμζνθ. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Καλθνφχτα. γιατί λζνε όταν δοφνε ζνα πεφταςτζρι «Αγία Βαρβάρα ευλογθμζνθ. ΑΝΤΕΛΑ: Από τϊρα κα ξαπλϊςεισ. . (Μπαίνουν οι κόρεσ) ΑΜΕΛΛΑ: Ζχει πθχτό ςκοτάδι. δϊςε κουράγιο όπου προςμζνει» ΜΡΕ΢ΑΝ΢ΝΤΑ: Οι παλιοί τα 'ξεραν αυτά. πιγε ςτθν πόλθ με τθ μάνα του. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Νφχτα για τουσ κλζφτεσ και για τουσ κρυμμζνουσ. Μαγκνταλζνα. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Πχι. (Τθσ φωνάηει) ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Αποκοιμικθκε. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Ναι. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Είςαι λιγόψυχθ γι' αυτό. ςτο παράκυρο. Τϊρα τα λθςμονάμε. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Απ' τθν ίδια πάςτα είςτε φτιαγμζνεσ όλεσ.

τι είναι γραμμζνο ςτ' άςτρα. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Γιατί δεν κα 'ρκει απόψε ο αρραβωνιαςτικόσ τθσ Αγγοφςτιασ. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Και είναι ςωςτά γιατί τα κάμω ςωςτά. μάνα είςαι. μπαίνοντασ: Ξφπνια είςαι ακόμα. ΡΟΝΚΛΑ: Ασ τ' αφιςουμε όλα όπωσ είναι. ΑΝΤΕΛΑ: Πμορφθ ποφ 'ναι τοφτθ θ νφχτα. Δεν γίνονται από μόνα τουσ. Αν υπιρχε κάτι να ψζξεισ. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Μαγκνταλζνα ςτο κρεβάτι ςον γριγορα. (Κοιτάηει τθν Αντζλα και φεφγει) ΑΝΤΕΛΑ: Καλό βράδυ. ΡΟΝΚΛΑ: Λογαριαςμόσ δικόσ ςου. (Φεφγει) ΡΟΝΚΛΑ. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Α. ξζρω καλά τθ φάρα ςου. Θ αλικεια είναι ότι δεν είδα πουκενά τα όςα λεσ πωσ γίνονται εδϊ μζςα. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Θ καρδιά τουσ χτυπά μετρθμζνα. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Ρρζπει όμωσ να πασ για φπνο Μαγκνταλζνα. ΡΟΝΚΛΑ: Δοφλα. Κα 'κελα να ξαγρυπνιςω και το χάραμα να δω τθν πάχνθ ςτα χωράφια. μ' αρζςει να τα βλζπω να κατρακυλοφν ξαφνικά ςα φλόγεσ ςτο χάοσ. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Καλφτερα να μθ μιλάμε για τισ βουλζσ του Κυρίου. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Εχει πάει ταξίδι. αυτι είναι θ κζςθ μου.ΑΝΤΕΛΑ: Γιατί να τα κλείςω. ΑΜΕΛΛΑ: Ο πρϊτοσ φπνοσ είναι βαρφσ. ζτςι δεν είναι. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Ροια κζςθ ςου. Αυτά που ιταν αιϊνεσ κι αιϊνεσ αςάλεφτα. ΡΟΝΚΛΑ: Κρατϊ το ςτόμα μου κλειςτό αλλά ζχω πολλά να πω. ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Οφτε να θςυχάςει δεν μπορεί κανείσ εδϊ μζςα. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Χαίρομαι αυτι τθ γαλινθ. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Ζτςι ακριβϊσ. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Και τι μασ μζλλει εμάσ. κανείσ δεν είναι που μπορεί να δει. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Αλικεια οι γιοι ςου βλζπουν ακόμα τον Ρζπε να φεφγει ξθμερϊματα και τουσ φαίνεται αλλόκοτο το ςπιτικό μου. Οφτε ςυ. (Φεφγει) ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Σειρά ςασ. (Φεφγει) ΑΜΕΛΛΑ: Καλθνφχτα. Με ροφχα διπλωμζνα ςτο ςυρτάρι μοιάηουν τα κορίτςια ςου. κα 'φερνεσ να βοςκιςουν και τα ηωντανά τθσ γειτονιάσ ςτο χορτάρι μου. Πμωσ βακιά μεσ ςτθν καρδιά τουσ. . Πλα είναι γραμμζνα. ΡΟΝΚΛΑ: Σωςτά για όςουσ κοιτάν απόξω. Εγϊ ξενοδουλεφω.

ΡΟΝΚΛΑ: Κα 'κελα να τισ άφθνα να αλλθλοφαγωκοφν ς' αυτά τα ντουβάρια και να 'φευγα. κι αυτι. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Για καλό μου κα 'ναι. ξζχαςε όμωσ τθ δφναμθ του αρςενικοφ όταν βρεκεί ανάμεςα ςε τόςα ζρμα Κθλυκά. Ακοφσ τθ ςιωπι.ΡΟΝΚΛΑ: Δε λζνε τίποτα. απόψε κζλω να κοιμθκϊ πολφ. Ρζρυςι τζτοιο καιρό. Του 'δινε κάρρθτα. κρατάν καρτζρι λυςςαςμζνεσ. Μα μθν είςαι ςίγουρθ πια. ΔΟΥΛΛΚΟ: Μπορεί να προλάβει το κακό θ Μπερνάρντα. Εγϊ τθσ το 'πα κι ζχω τθ ςυνείδθςι μου αναπαμζνθ. ΔΟΥΛΛΚΟ: Ρολλοί λζνε ότι τα κρυφομιλοφςαν οι δυο τουσ. ΡΟΝΟΛΑ: Τι ϊρα να ςε ξυπνιςω. Γι' αυτό ςφαλϊ το ςτόμα μου. πάω να κοιμθκϊ. όμωσ τϊρα φοβάμαι πιότερο. να πιγαινα κάτω ςτθ κάλαςςα. με κεσ τίποτα άλλο. ΡΟΝΚΛΑ: Δεν μπορϊ να κάμω τίποτα άλλο. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Κανζνα κακό δεν κα γενεί. άντρασ είναι. δεν ζχουν να καρφϊςουν τα δόντια τουσ κι αυτό γιατί ζχω τα μάτια μου ορκάνοιχτα μζρα και νφχτα. ΔΟΥΛΛΚΟ: Κι θ Μαρτφριο. ζτρεχε ςαν παλαβόσ πίςω απ' τθν Αντζλα. ΡΟΝΚΛΑ: Αλικεια λζνε κι όχι μόνο. Ξζρω να το προλαβαίνω εγϊ. φοβάμαι τι κα κάνεισ. Στάχτθ τθσ ρίχνει ςτα μάτια. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Κι όμωσ είμαι. καλφτερα να βγαίνεισ ςτθ ςτεριά. . (Μπαίνει θ δοφλα) ΔΟΥΛΛΚΟ: Τα 'πλυνα τα πιάτα κυρά. ΡΟΝΚΛΑ: Σαν πζςει τ' αςτροπελζκι θ καρδιά ςου κα ξεςκιςτεί. ΡΟΝΚΛΑ: Δεν κα προλάβει τίποτα. Σε κάκε κάμαρθ κα πζςει ζνασ κεραυνόσ που κα μασ κάψει όλουσ. ΔΟΥΛΛΚΟ. (Φεφγει) ΡΟΝΚΛΑ: Αμα δεν αντζχεισ τθ Κάλαςςα. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Γιατί δεν ζχουν να πουν. Κι οι άλλεσ. Ο άντρασ. Θ Αντζλα τα παίηει όλα για όλα. ΡΟΝΚΛΑ: Δεν φταίει ο Ρζπε. Κα χφςεισ αίμα απ' ϊρα ς' ϊρα. ΔΟΥΛΛΚΟ: Θ ψωροπερθφάνειά τθσ τθν τρϊει. ΜΡΕ΢ΑΝ΢ΝΤΑ: Δε χρειάηεται. ξετρελαμζνθ ιτανε. Κι αυτι δεν κράταγε τθ κζςθ τθσ. ΔΟΥΛΛΚΟ: Θ Μπερνάρντα νομίηει πωσ κανείσ δεν μπορεί να τθ βάλει κάτω. ΡΟΝΚΛΑ: Μπερνάρντα. ΡΟΝΚΛΑ: Να 'ναι για καλό ςου. προςπάκθςα να εμποδίςω το κακό. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Τίποτα. ςταυροκοπιζται: Εδϊ κα γίνει χαλαςμόσ. θ αλικεια να λζγεται.

ΧΟΣΕΦΑ: Άνοιξζ μου τθν πόρτα. ΡΟΝΚΛΑ: Γυναίκεσ δίχωσ άντρα είναι. ΧΟΣΕΦΑ: Τουσ το 'ςκαςα. το μαρτφριο. Μαγκνταλζνα με νφχια λιονταρζνια. Εςείσ δεν κα κοιμθκείτε. Ροια είςαι εςφ. Ροτζ ςου δεν κα κάνεισ παιδί. Κι αυτό κα κάνει άλλο μωρό κι εκείνο άλλο. Κάποιοσ κα μπικε ςτθν αυλι (μπαίνει θ Αντζλα με λευκό νυχτικό). ΧΟΣΕΦΑ: Α. Ακόμα δεν ξάπλωςεσ εςφ.) ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Ροφ πασ γιαγιά. τϊρα ςε είδα. ΔΟΥΛΛΚΟ: Εχω τόςο ανάγκθ από φπνο. Κι αυτό άςπρα μαλλιά ζχει. Μπορϊ όμωσ. Επειδι είναι ςκοτάδι και φαίνονται τ' άςπρα μου μαλλιά. (Ακοφγονται ςκυλιά) ΡΟΝΚΛΑ: Τα ςκυλιά. ΔΟΥΛΛΚΟ: Ετοιμαηόμαςτε.ΡΟΝΚΛΑ: Αυτι. Πμωσ κι ζνα προβατάκι μωρό είναι. ΧΟΣΕΦΑ: Τθν αλικεια λζω. θ γειτονιά ξαγρυπνά. Και . βλζπει τθ φιγοφρα τθσ γιαγιάσ που κάκεται ςτθν καρζκλα με το προβατάκι – μωρό ςτθν αγκαλιά. ςτρίγγλα και λεοπάρντα. ΡΟΝΚΛΑ: Ρθγαίνουμε λοιπόν. Θ χειρότερθ. Ψάχνει τθν Αντζλα φωνάηοντασ το όνομά τθσ. είςαι θ Μαρτφριο. ςαν τα δικά μου. Μπαίνει θ Μαρία Χοςζφα κρατϊντασ ςτθν αγκαλιά ζνα μωρό. λεπτό δεν μ' αφινει ν' αναςάνω θ Μπερνάρντα. δεν μπορϊ να κάνω παιδιά. (Ακοφγονται γαυγίςματα) ΔΟΥΛΛΚΟ: Λυςςάξανε. Και προβατάκι μωρό να 'χεισ. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Σϊπα. Ροτάμι το φαρμάκι τθσ. χάνονται μαηί. ΔΟΥΛΛΚΟ: Στρίγγλεσ είναι όλεσ τουσ. Κα κάνω μωρά. Το ςπίτι ξαγρφπνά. μθ φωνάηεισ. Τι νομίηεισ. είναι καλφτερα από το να μθν ζχεισ διόλου. Στθ ςκθνι μπαίνει θ Μαρτφριο. Η Αντζλα μζνει μόνθ τθσ ςτθ ςκθνι. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Ριγαινε να πζςεισ ςτο κρεβάτι ςου. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Ροφ το βρικεσ το προβατάκι. το ξζρω. Εγϊ όμωσ ζχω τοφτο. Στθ δεξιά πλευρά τθσ απλϊνειτο χζρι θ ςκιά φιγοφρα του Πζπε. Νιϊκει ότι ο Ρζπε δεν είναι για τα μοφτρα τθσ και κζλει να ξεχυκεί να πνίξει όλο τον κόςμο. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Ρϊσ ζφταςεσ εδϊ. Σϊπα! ΔΟΥΛΛΚΟ: Τι είναι. κάκεται ςε μια καρζκλα ςτθ γωνιά. Ζτςι ξεχνάσ και το αίμα ςου. δίψαςα. ΑΝΤΕΛΑ: Ιρκα να πιω ζνα ποτιρι νερό. (Βγαίνουν. Βγαίνοντασ από το άδειο δωμάτιο τθσ Αντζλα. Μαρτφριο. ΧΟΣΕΦΑ: Μια μικρι προβατίνα είναι. ΡΟΝΚΛΑ: Ράει κα μασ ξαγρυπνιςουν απόψε. ΡΟΝΚΛΑ: Ράρε τθ λάμπα. Εςφ ποια είςαι. πολλά μωρουδζλια. Μπερνάρντα.

Εγϊ βλζπεισ δεν είμαι ςακάτιςςα. Κι εςφ τον ςτάκθκεσ ςτο δρόμο. ΑΝΤΕΛΑ: Και το ξζρεισ γιατί το διάβαςεσ ςτα μάτια του πωσ αγαπάει εμζνα. δεν κα μ' ανοίξεισ. να βρω ςπιτικά ολάνοιχτα. Κζλω να βγω ζξω αλλά κα με ξεςκίςοφν τα ςκυλιά. (Μπαίνει θ Αντζλα από τθν αυλι αναμαλλιαςμζνθ) ΑΝΤΕΛΑ: Τι με κεσ. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Ναι. ΑΝΤΕΛΑ: Αυτό είναι το ξεκίνθμα. ωσ το τζρμα κα φτάςω. Κζλω να πάω ςτα χωράφια. δεν πάει ποτζ εκεί ζξω. το ξζρω καλά. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Σου είπα να φφγεισ απ' αυτόν τον άνκρωπο. πθγαίνω αλλά μετά κα μ' ανοίξεισ. όχι. (Θ Μαρία Χοςζφα φεφγει κλαίγοντασ. ΑΝΤΕΛΑ: Ιρκε για τα λεφτά. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Δεν Κα ς' αφιςω να τον αρπάξεισ. Αυτό πρζπει να τελειϊςει. όςο είναι καιρόσ. ςιταροηυμωμζνεσ. δυνατά: Ιρκε θ ϊρα να το πω. μονάχα εμζνα αγαπάει. ΑΝΤΕΛΑ: Ρόςο κα 'κελεσ όμωσ να πιγαινεσ κι εςφ! ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ. Ζλα μαηί μου ςτα χωράφια. Ζτςι ξανά και ξανά κι εςφ κα 'χεισ άςπρα τα μαλλιά μα για ςζνα δεν κα φζρει τίποτα θ γειτονιά. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Μια τίμια κοπζλα. Ο Ρζπε ΢ομάνο είναι ο γίγαντασ π' αγαπάτε όλεσ. ςαν τα δικά μου. Ο κόςμοσ να χαλάςει Κα παντρευτεί τθν Αγγοφςτιασ. Ζχω και δφναμθ και ομορφιά. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Τρφπα μ' ζνα μαχαίρι τα ςωκικά μου μα πάψε να μου το λεσ. κι ζπειτα μου 'φερνε εκείνθ. ΑΝΤΕΛΑ: Εμζνα αγαπάει. Πχι. βατράχια δίχωσ γλϊςςα είςτε. Θ Μαρτφριο ζντονα και ψικυριςτά) Αντζλα. Εδϊ μζςα δεν ζχετε Κάλαςςα. κα ς' ανοίξω. τθ δικι μου ηωι. το ξζρεισ καλά. Στο κρεβάτι ςου. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Ζλα φτάνει. Μα εκείνοσ κα ςασ φάει γιατί είςτε ςιταροηυμωμζνεσ. ΧΟΣΕΦΑ: Πταν γεννοφςε θ γειτόνιςςα τθσ πιγαινα ςοκολάτα. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Αυτόσ ο άντρασ ιρκε εδϊ για μιαν άλλθ. Μονάχα μαφρα ςάβανα ζχει τοφτο το ςπίτι. τα μάτια του όμωσ ιταν καρφωμζνα ςε μζνα μοναχά. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Ναι. . κα γίνουμε όπωσ τα κφματα. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Ναι. Να κοιμοφνται οι γειτόνιςςεσ με τα μωρουδζλια τουσ ςτον κόρφο κι οι άντρεσ τουσ να κουβεντιάηουν ςτο μπαλκόνι. ΑΝΤΕΛΑ: Δεν τθν αγαπά. ζτςι μ' αρζςουν τα ςπίτια. ΑΝΤΕΛΑ: Και ποια είςαι εςφ που κα ς' ακοφςω. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Ράψε. πάψε μθ φωνάηεισ. Είδα κατάματα το κάνατο κάτω απ' αυτι τθ ςτζγθ κι εκεί ζξω αντάμωςα τθ ηωι. ναι. ΧΟΣΕΦΑ: Ναι. ζρχεται το 'να κι ζπειτα τ' άλλο κι ζτςι κα γίνουν τα κεφάλια μασ ο αφρόσ τθσ Κάλαςςασ.τα μαλλιά τουσ κα γίνουν κι εκεινϊν άςπρα. Αντζλα.

κοίτα τα ροφχα τθσ. ΑΝΤΕΛΑ: Φεφγα από κει ςου λζω.ΑΝΤΕΛΑ: Γι' αυτό δε κεσ να φφγω μαηί τον. Ρόςο ανιμπορθ είμαι δίχωσ ζναν άντρα! ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Ριγε μαηί του ςτο ποτάμι. ΑΝΤΕΛΑ: Μασ λζνε ν' αγαπάμε τισ αδελφζσ μασ αλλά ο Κεόσ απόψε μοφ ςκοτείνιαςε τον κόςμο. Εγϊ κα φφγω από δω. πάψτε πια. όχι. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Δεν κα το κάνεισ ποτζ αυτό όςο ηω. Αλικεια είναι. ΑΝΤΕΛΑ: Ετςι κα γίνει. τρελαίνεςαι. Ασ χυμιξει πάνω μου ολάκερο το χωριό. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Σϊπα. μπαίνει. δεν αντζχω να το κρατϊ μαράηι. Γιόμιςεσ με τόςο μίςοσ τθν καρδιά μοφ που πνίγει κι εμζνα τθν ίδια. ΑΝΤΕΛΑ: Κα το κάνω γιατί όχι εςζνα που είςαι μια μαραηωμζνθ καλαμιά του κάμπου. Τον αγαπϊ. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Στο βοφρκο πρόςτυχθ. Πςο το αίμα μου είναι ηεςτό. μθ μου κακιϊνεισ. γιόμιςαν βοφρλα.τι κζλει αυτόσ. Ροτζ. δεν υπάρχει άλλθ λφςθ. Τίποτα δεν αλλάηει πια. Ράμε τϊρα για φπνο. ιςυχα. δεν αντζχω άλλο τοφτο το ςτοιχειωμζνο ςπίτι. ςα γυναίκα ςε βλζπω τϊρα. ςτο βοφρκο ςκφλα. ΑΝΤΕΛΑ: Από τθν ϊρα που γεφτθκα τθ γλφκα των χειλιϊν του. Ρρϊτθ φορά ςα να ςε βλζπω. Ριγα μαηί τον ςτο ξεροπόταμο. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Ροφ πασ. όποτε με κζλει. δεν πιγεσ.τι πεισ. όλεσ με λευκά νυχτικά: Ιςυχα. Δε ςε βλζπω ςαν αδελφι μου. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Τον αγαπϊ. Αυτό οφτε που με νοιάηει. οφτε εμζνα με νοιάηει. Ασ ςτεφανωκεί τθν Αγγοφςτιασ. Τα ςτικια μου κα ςκάςουν ςα δυο ρόδια αν δεν το πω. Κα με κάνει ό. Κα βρω ζνα ςπιτάκι απόμερο και κα τον καρτερϊ να 'ρχεται όταν. Κα φορζςω το αγκάκινο ςτεφάνι μοναχι μου και κα 'μαι θ ερωμζνθ του για πάντα. ΑΝΤΕΛΑ. Το αίμα ςου δεν είναι και δικό μου αίμα. μάνα! ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ. και ςε λίγο μπαίνουν από τισ κάμαρζσ τουσ οι τρεισ κόρεσ. δεν είναι δικό μου το φταίξιμο. Δε ςε νοιάηει αν πάρει μια γυναίκα που δεν αγαπά. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Διϊξε με αν μπορείσ. Ασ μείνει χίλια χρόνια με τθν Αγγοφςτιασ. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Πχι. ΑΝΤΕΛΑ: Τραβιξοφ από τθν πόρτα. Πποια είναι να πνιγεί. Ασ με δείχνουν οι Κεοςεβοφμενοι με το δάχτυλο. Γιατί τον αγαπάσ. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Μθ μ' αγγίηεισ. (Τθν ςπρϊχνει) ΑΝΤΕΛΑ: Π. Αλλά όταν ςφίγγει ςτθν αγκαλιά του εμζνα. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Μθ μου υψϊνεισ εμζνα τθ φωνι γιατί δεν ξζρω ποφ κα φτάςω. Ο Ρζπε ΢ομάνο είναι δικόσ μου. τθν αγκαλιάηει: Μαρτφριο. αλλά και τ' άλογό μασ το βαρβάτο μπορϊ να γονατίςω με το μικρό μοφ δαχτυλάκι. κα πνιγεί. Κι εςφ τον αγαπάσ. (Ραλεφουν) ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Μάνα. .

ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Ζτςι είναι καλφτερα (ακοφγεται ζνασ κόρυβοσ) Αντζλα. όχι ςε μζνα. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Ανοιξε και μθ νομίηεισ πωσ μποροφν να κρφψουν οι τοίχοι τθ ντροπι ςου. ΡΟΝΚΛΑ: Ο Κεόσ να μθ δϊςει ςε κανζναν τζτοιο τζλοσ. μπαίνοντασ: Σθκϊκθκε όλθ θ γειτονιά. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Ρρόλαβε. που ζχω το ντουφζκι! (Φεφγει τρζχοντασ) ΑΝΤΕΛΑ: Κανείσ δεν με κρατάει πια. μπαίνοντασ με τθ Μαρτφριο: Άμε να τον ανταμϊςεισ τϊρα. Εςφ Ρζπε τρζχεισ ηωντανόσ πάνω ςτο λόφο.ΑΝΤΕΛΑ: Τζλειωςαν οι απειλζσ ςου πια. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ. χαμθλόφωνα: Άνοιξε γιατί κα ςπάςω τθν πόρτα. μθν μπείσ μζςα. Σπάςαν τα ςίδερα. κα 'ρκει όμωσ μια μζρα να πζςεισ κι εςφ. ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Τότε γιατί είπεσ ότι. ρεηίλι τον ςπιτιοφ μου. άνοιξε τθν πόρτα. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Ο Ρζπε ΢ομάνο ςκοτϊκθκε. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Πχι. Ξεκρεμάςτε τθν. (Μπαίνει θ Ρόνκια ςτο δωμάτιο τθσ Αντζλασ. Κλζφτρα. ασ φφγει κι ασ μθν τθν ξαναδοφν τα μάτια μασ. (Θ Ρόνκια τθσ φζρνει το κόκκινο ςάλι .. ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Διάολε. ΔΟΥΛΛΚΟ. Θ κυγατζρα μου πζκανε παρκζνα. Ξαπλϊςτε τθν και ντφςτε τθν ςτα ολόλευκα. αφινει μια κραυγι κι οπιςκοχωρεί) Τι. Ρζπε. αςτόχθςα. ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Αφθςζ τθν. ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Χριςτζ και Κφριε! ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Το ντουφζκι. (Θ Αγγοφςτιασ τθν αρπάηει από το χζρι και τθ ρίχνει κάτω) ΑΓΓΟΥΣΤΛΑΣ: Από δω μζςα κα βγεισ ςθκωμζνθ ςτον αζρα ςα λάβαρο. ΑΝΤΕΛΑ: Κεζ μου. πιδθξε ςτθ φοράδα του και το 'ςκαςε. Γυναίκα βλζπεισ. (Ζχουν ιδθ μπει οι δοφλεσ) Εκεί ζξω είναι και μουγκρίηει ςα λιοντάρι. (Τθσ παίρνει και πετά μακριά το μπαςτοφνι τθσ) Κάτω τα χζρια ςον από πάνω μοφ. ΜΑΓΚΝΤΑΛΕΝΑ: Αντζλα! ΑΝΤΕΛΑ: Είμαι δικι του. Φζρτε μου ζνα τςεκοφρι. Κι αν πασ ςτθν αυλι κα ςτο πει κι εκείνοσ. όχι. Πχι. ΡΟΝΚΛΑ: Αντζλα.. (Στθν Αγγοφςτιασ) Στο λζω εγϊ. κρυμμζνοσ ςτο ςκοτάδι. ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Για να τ' ακοφςει και να τθν πνίξει το αίμα. ΡΟΝΚΛΑ: Καταραμζνθ. Εκεί ζξω είναι αλλά εδϊ μζςα κυβερνά. Στον Ρζπε ΢ομάνο ανικει το κορμί μοφ και ςε κανζναν άλλον. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Εγϊ φταίω. (Χυμάει προσ το δωμάτιό τθσ) ΡΟΝΚΛΑ: Τον ςκότωςεσ.

ΜΑ΢ΤΥ΢ΛΟ: Χίλιεσ φορζσ ευτυχιςμζνθ ποφ τον είχε δικό τθσ.τθσ Αντζλα και το αποκζτει ςτα χζρια τθσ) Κανείσ μθ πει κουβζντα. Κα μασ ςκεπάςει τϊρα μια Κάλαςςα μαφρθ για πάντα. Τθν αυγι να ςθμάνουν δυο φορζσ οι καμπάνεσ. Εκείνθ θ πιο μικρι κόρθ τθσ Μπερνάρντα Άλμπα πζκανε παρκζνα. ςϊπα είπα. ςιωπι. ΜΡΕ΢ΝΑ΢ΝΤΑ: Δεν κζλω κλάματα τϊρα. Σωπάςτε. Ρζκανε παρκζνα. Ραρκζνα! Και τϊρα. Να μάκετε να κοιτάτε τον Κάνατο κατάματα. (Σιωπι) ΣΕΛΟ΢ . Ακοφςατε. Τ' ακοφτε. τι είπα. Να κλάψεισ όταν κα 'ςαι μόνθ.