ΟΙ ΕΛΕΓΕΊΕς ΤΟΥ ΝΤΟΥΙΝΟ

Επιλογή - Επιμέλεια - Σχεδιασμός Εξωφύλλου
της Σεφας «Γέφυρες»: Σωτήρης Γουνελας

ISBN 960-527-173-7
© 2 0 0 0 , 'Εκδόσεις 'Αρμός
Εκδόσεις 'Αρμός, Μαυροκορδάτου 7, 1 0 6 7 8 'Αθήνα
τηλ.: 3 3 0 4 1 9 6 - 3 8 3 0 6 0 4 , fax: 3 8 1 9 4 3 9

ΡΑΙΝΕΡ ΜΑΡΙΑ

ΡΙΛΚΕ

0 1 ΕΛΕΓΕΊΕς ΤΟΥ ΝΤΟΤΙΝΟ
Άπό τήν ιδιοκτησία της κόμησσας
Μαρίας φόν Τούρν ουντ Τάξις - Χόενλόε
(1912/1922)
Μετάφραση:
ΔΗΜΗΤΡΗΣ Θ. ΓΚΟΤΣΗΣ

ΓΕΦΥΡΕΣ

Στον
Αντώνη

Κοντογεωργίου

μικργ] αντιπροσφορά
στη Μουσική

Σύντομη γνωριμία
μέ τον ποιητή
Ό Rainer Maria Rilke γεννήθηκε στήν Πράγα στίς 4 Δεκεμβρίου του 1875
άπό γερμανούς γονείς. "^Ηταν υπερευαίσθητος, φιλάσθενος κι εμεινε άπό νωρίς
μόνος. Σπούδασε στήν Πράγα, τό Μόναχο και τό Βερολίνο, έχοντας δμως στήν
πραγματικότητα άποφασίσει ν' άκολουθήσει τ ή ζωή του έλεύθερου συγγραφέα.
Μέ τή στενή του φίλη Lou Andreas-Salome έκανε στα ετη 1899 και 1900 δύο
μακρόχρονα ταξίδια στή Ρωσσία. 'Αργότερα έζησε για λίγο στήν «άποικία καλλιτεχνών» του Woφswede, οπού γνώρισε και παντρεύτηκε τή γλύπτρια Clara
Westhoif και πιο υστέρα στο Παρίσι σαν ιδιαίτερος γραμματέας του διάσημου
γλύπτη Auguste Rodin. 'Από τό 1911 ήταν φιλοξενούμενος της κόμησσας Maria
von Thurn und Taxis στό Duino της 'Αδριατικής και τέλος πέρασε τα τελευταία
χρόνια της ζωής του στόν πύργο Muzot κοντά στό Siders της Ελβετίας. Έκεϊ
πέθανε στις 29 Δεκεμβρίου του 1926 άπό νόσο του αίματος. Τάφηκε στό προαύλιο τής μικρής έκκλησίας του Raron. 'Επάνω στόν τάφο του, έκτος άπό τόν
οικογενειακό θυρεό τών Ρίλκε, χαράχτηκαν οί παρακάτω στίχοι του, πού ό ίδιος
δ ποιητής όρισε σάν έπιτάφιό του:
Ρόδο, ώ άντίφαστ] αγνή, ηδονή,
κανενός 6 ύπνος νά μην είσαι κάτω άπό τόσα
Βλέφαρα
Τά ποιητικά του έργα (μόνο αύτά άναφέρουμε έδώ) γράφτηκαν και πρωτοεκδόθηκαν ώς έξης:

10

ΡΑΪΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚΕ

Τά πρώιμα ποιήματά του τών έτών 1 8 9 4 - 9 9 συγκεντρώθηκαν στους τόμους
«Πρώτα Ποιήματα» (1913) και «Τά Πρώιμα Ποιήματα» (1909). Τά ποιήματα
τών έτών 1899-1903 συγκεντρώθηκαν στόν τόμο «Τό Βιβλίο τών Ωρών»
(1905). 'Ακολούθησαν τά: «Τό Βιβλίο τών Εικόνων» (1902), «Νέα Ποιήματα»
(1907-8), «Ρέκβιεμ» (1909), « Ή ζωή τής Μαρίας» (1913), «'Ελεγείες του
Ντουίνο» (1923), «Τά Σονέτα στόν Όρφέα» (1923). Τέλος, οκτώ χρόνια μετά
τόν θάνατό του, τό 1934, έκδόθηκε ό τόμος «"Οψιμα Ποιήματα».
Ή Ιστορία τής Γερμανικής Αογοτεχνίας τοποθετεί τόν Ρίλκε στή θέση του
έπιφανέστερου εκπροσώπου του Συμβολισμού, ό όποιος πρωτοάνθησε στα γερμανικά Γράμματα στό μεταίχμιο άνάμεσα στόν 19ο και 20ό αιώνα (λοιποί έπιφανεις συμβολιστές ό Stefan George, ό Christian Morgenstern, ό Αυστριακός
Hugo von Hofmannsthal).
Άπό νωρίς γνώρισε τό ποιητικό έργο του Ρίλκε πρωτοφανή έπιτυχία και
κέρδισε διεθνή άναγνώριση. Ό λυρικός του λόγος έπηρέασε καί — έ μ μ έ σ ω ς —
έπηρεάζει πολλούς άκόμη και σήμερα. Για τό οψιμο έργο του —στό όποιο άνήκουν και οί «'Ελεγείες του Ντουΐνο»,— δεν έχουν πάψει άκόμη οί συζητήσεις
καί οί διαφωνίες οσον άφορα τουλάχιστον στή βαθύτερη σημασία του.
Πέρα δμως άπό δλα αύτά, ενα πράγμα παραμένει σίγουρο: δτι ό ποιητής έκπλήρωσε άπόλυτα τό δυσκολότατο καθήκον τής Τέχνης του μέ ένα υποδειγματικό αίσθημα ευθύνης. 'Επειδή προσπάθησε ώς τό έπακρο νά εξασφαλίσει για
χάρη τοΰ κόσμου τής γνήσιας άνθρωπιας (πού τόν έβλεπε νά άπειλειται) τ ή δυνατότητα μιας προσωπικής ύπαρξης, ή όποία είναι ικανή νά μεταμορφώνει τόν
κόσμο εντός της.
Δ.Θ.Γ.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Τά συγκριτικώς λίγα προλογικά πού άκολουθοϋν έ8ώ, τά σιημείωσα ετσι, ώστε νά απευθύνονται κυρίως προς «αθώους» αναγνώστες
του Ρίλκε, αυτούς ($τηλα<$ή πού τον πρωτοδιαβάζουν. "Ετσι, (δεν επιμένω τόσο σε μιά διεξοδική και κατ' ιδίαν γιά κάθε Ελεγεία ερμηνευτική τών ιδεών τις οποίες έμπεριέχουν, όσο σε μιά γενική έπόπτευστ] της εσωτερικής διάθεσης, τών έπιθυμιών, του ποιητη. Αυτές
πού καΐ τον ώθησαν στη γραφή αύτοϋ του έργου του.
«Στις Ελεγείες ή έπικύρωση της ζωης κι -ή έπικύρωσγ) του θανάτου αποκαλύπτονται σαν "Ενα».
(άπό γράμμα του ποιητή προς
τον Πολωνό μεταφραστή του).

α
Αρχές του 1912. Στον πύργο του ϋιιίηο, ψηλά πάνω άπ' τήν
άκτή της Αδριατικής και κοντά στήν Τεργέστη, ό Ρίλκε αρχίζει τή

12

ΡΑΙΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚ Κ

γραφή των Ελεγειών/ αυτών σε έλεύθερο στίχο. Γράφει ολόκληρη
την 1η καΙ 2η Ελεγεία, την αρχή της 6ης και ίνα πρώτο σχεδίασμα
της τελευταίας, της 10ης. Τον επόμενο χρόνο, 1913, γράφει ολόκληρη την 3η Ελεγεία στο Παρίσι καθώς και το πρώτο και το τελευταίο μέρος της 9ης στην Ισπανία. Το 1914 συνεχίζει τη γραφή της
6ης και ετοιμάζει ε να δεύτερο σχεδίασμα της 10ης στο Παρίσι και
πάλι. Μέσα στον ήΒη αρχινισμένο Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, τό φθινόπωρο του 1915, γράφει στο Μόναχο ολόκληρη τήν 4η Ελεγεία. Και
μετά, μακρόχρονη σιωπή.
"Ωσπου τον Φεβρουάριο του 1922, μέσα σε οκτώ ήμέρες, και πάλι
σέ εναν πύργο (τή φορά αυτή στο Μηζοί της Ελβετίας) ολοκληρώνει
αυτό τό πιο σημαντικό —τουλάχιστον σέ περιεχόμενο— άπό ολα τα
ποιητικά του έργα. Μέ τήν έξης σειρά:
7.2.22 : ολόκληρη ή 7η Ελεγεία.
7-8.2.22: ολόκληρη ή 8η Ελεγεία.
9.2.22 : τελευταίο μέρος και ολοκλήρωση της 6ης Ελεγείας.
9.2.22 : μεσαίο μέρος και ολοκλήρωση της 9ης Ελεγείας.
11.2.22 : τελική γραφή της 10ης Ελεγείας.
14.2.22 : ολόκληρη ή 5η Ελεγεία.
^Έτσι, μέσα σέ μια δεκαετία μέ τήν έναλλαγή γεννήσεων κατορθωμένων γοργά και μακροχρόνιων κυοφοριών συμπληρώθηκε ή γρα-

0 1 Ε Λ Ε Γ Ε Ί Ε ς Τ Ο Ϊ ΝΤΟΤΪΝΟ

φ·η δέκα 'Ελεγειών, τις όποιες ό ποιητης ονόμασε μετά Duineser, του
Duino δηλαδή, άπό τόν τόπο όπου τις πρωτοεμπνεύστηκε.
β
Τό εργο αυτό του Ρίλκε έχει έπανειλημμένα μεταφερθεί από τά
γερμανικά στη δική μας γλώσσα. Επίσης στη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών εχει εμφανιστεί Ικανός αριθμός ελληνικών βιβλίων,
πού αναφέρονται στόν Ρίλκε και τό εργο του. Ποιός ό λόγος, λοιπόν,
ώστε νά εκδίδεται και πάλι σήμερα μιά άκόμη μετάφραση αύτοΰ του
ποιητικού του βιβλίου;
Οι αιτίες εϊναι δύο: Ή πρώτη, ή και λιγότερο σημαντική, εχει νά
κάνει με τά όσα συνέβησαν στην Ελλάδα σχετικά με τόν Ρίλκε και
ιδίως μέ τό ποιητικό του εργο. Ή δεύτερη αιτία, ή και σημαντικότερη, εχει νά κάνει μέ τόν κρυφό πυρήνα τών Ελεγειών αυτών. Μέ τόν
πλούτο, πού μας προσφέρουν αύτές, και πού είναι και σήμερα άκόμη
μεγάλης άξιας. Επειδή δέν άντιπροσωπεύεται άπλώς άπό την διαχρονικότητα της θεματολογίας. Δέν πρόκειται μόνον γιά τήν πάντα
ισχύουσα έγνοια τών άνθρώπων γιά τόν θάνατο, τόν έρωτα, τόν ηρωισμό ή τήν καλλιτεχνική πράξη. Εξάλλου, τά θέματα αύτά, πιό

14

ΡΑΙΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚ Κ

πλούσια σέ λεπτομέρειες των στοιχείων τους, πιο διεξοδικά σε νοητική προσέγγιση, μπορούν νά μας τά προσφέρουν άλλες πνευματικές
πειθαρχίες έκτος της ποίησης, όπως ή Θεολογία ή ο'ι διάφοροι κλάδοι
της Φιλοσοφίας.
Κύριος πλούτος έδώ, πού μας προσφέρεται σάν παράδειγμα και
υπόδειγμα ζωης και αίσθησης —κι 6χι άπλώς νόησης και ιδεών—,
είναι 6 τρόπος του ποιητη.

Τ

Διαβάζοντας τις Ελεγείες του Ντουΐνο, ειχα κάθε φορά την αίσθηση, δτι όλες οΐ έμφανιζόμενες μέσα σ'αύτές μορφές είναι γυμνές.
Εννοώ άπεκδυμένες, όχι γυμνητεύουσες. Άπεκδυμένες άπό δ,τι θά
ηταν σύνηθες στον συμβατικά έκλαμβανόμενο κόσμο. Κι όμως μας
γίνονται πολύ οικείες, μέ εκείνη την γυμνή έμφάνιση της σιλουέτας
τους και του αίσθήματός τους. Είναι ουσιαστικά παρουσίες προσώπων. Ποιητικά σκηνογραφημένες και λειτουργικά ζωντανές.
Παρόμοιος είναι και δ τρόπος του ποιητή. Άπεκδυμένος και δ ίδιος, εχει προσλάβει αυτήν τήν τροπή του. Ή δποία δεν τον δδηγεΐ
τόσο σέ μετακοσμικούς χώρους, άλλά κυρίως πίσω, έντδς του κό-

0 1 Ε Λ Ε Γ Ε Ί Ε ς ΤΟΤ ΝΤΟΤΙΝΟ

!3

σμου. "Οπου, όμως, δ απεκδυθείς μπορεί γιά τοΰτο άκρφώς νά αρχίσει τον κόσμο άπ' την άρχή. Σύμφωνα με την όποια ποιητικότητα
του. Αηλα8η τη δημιουργικότητα του. Μπορεί να έκλέγει το ώραΐο,
νά διαλέγει το γνήσιο, νά επιλέγει το διαρκές. Προς δημιουργία ενός
νέου κόσμου, διαμορφωμένου τη φορά αύτη από την εσωτερικότητα
του ανθρώπου, η μάλλον από την ούσιαστική του δυνατότητα νά συγκεφαλαιώνει και νά διασώζει με την Τέχνη του σε ένα άλλο επίπεδο
νοήματος όλους τους κατ' ίδέαν υπερβολικούς και καθ' ίστορίαν πενιχρούς κόσμους, πού του δόθηκαν. Και οι όποιοι είναι μόνο μέρη. Έν
πολλοίς φανταστικά. Γι' αύτό και απέχουν από την καθολικότητα
της αλήθειας της άνθρώπινης ύπαρξης.
Επομένως, ό τρόπος αυτός είναι ενα καθαρό δείγμα γνήσιας, παναπεΐ καθολικής έλευθερίας. Κι αύτό άκριβώς κάνει τις Ελεγείες
αύτές άξιες γιά μιάν έπανέκδοσή τους. Σέ κάθε καιρό.

Γιά νά δημιουργήσει, λοιπόν, ό ποιητής τόν κόσμο μιας νέας εσωτερικότητας, τόν κόσμο της γιά πρώτη φορά «πλήρως έν αίσθήσει
συνειδητοποιούμενης» έσωτερικότητας, οφείλει νά διαβεί τά όρια του

16

ΡΑΙΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚ Κ

συμβατικοϋ κόσμου. Του χρόνου, της ιστορικότητας, της συνήθους
ζωης, του καθ' εζιν έρωτα, του μηδενός του θανάτου κι όλου εκείνου
του πλήθους των άντικειμενοποιήσεων, οί όποιες έκμη^ενίζουν τη
σημασία της παρουσίας του ανθρώπου, άλλα και των λοιπών πλασμάτων (8η Έλ.), άκόμη και των πραγμάτων (9η Έλ.).
Ή ποιητική, λοιπόν, πράξη του Ρίλκε 8έν είναι πράξη εκλογής εκ
μέρους ενός «έκλεκτικοΰ», παρά πράξη προερχόμενη άπό τον βαθύ
πόθο και την άΒιάκοπη προσπάθεια μεταμόρφωσης του εκλεγέντος.
"Ετσι, τά σύμβολα —μορφών ή πραγμάτων— 8έν έχουν στον λόγο
του τη ΒεΒομένη τους κοινή σημασία ή και ούσία. Γιά παράδειγμα, ό
κύριος αποδέκτης των «άποστροφών» του —ό άποδέκτης τών αίφνιδίων άλλαγών κατεύθυνσης του λόγου του προς συνομιλία με ίνα
«εσύ»—, ό "Αγγελος, δεν είναι μια εκ τών εξω ερχόμενη εμφάνιση,
δημιουργημένη άπό πίστη μεταφυσική, άλλά ή τελική ενόραση πού
του προσφέρει ή προς τά εξω κίνηση μιας εσωτερικής έπιθυμίας.
Ό "Αγγελος, όπως ειπε ό ίδιος ό Ρίλκε, δεν είναι ό γνωστός άγγελιαφόρος τών χριστιανικών ουρανών. Εϊναι πρωτίστως ό μεταμορφωμένος άπό τή σωτηρία του όλου του Είναι άνθρωπος. Πρός ενα Είναι
νέο, τόσο άγνωστο άκόμη, ώστε τον τρομάζει. Αποτελεί εναν Τρόμο
γιά τήν συνήθη ύπαρξη, ή όποια μόνο τήν άρχή του μπορεί νά διακρίνει σάν Ωραιότητα. ΚαΙ είναι Τρόμος, επειδή άντιπροσωπεύει τό

0 1 Ε Λ Ε Γ Ε Ί Ε ς ΤΟΤΝΤΟΓΙΝΟ

17

αποτέλεσμα της μεταμόρφωσης του ίδιου του ανθρώπου. Τρόμος,
επειδ-ί] άφορα τον ϊ8ιο τον άνθρωπο, γιατί άναφέρεται στο πρόσωπο
της ύπαρξης του και οχι σε κάτι άντικειμενικό, πού κείται 8ηλα8η
εκτός του (ΐη ΈλΧ Γι' αυτό εξάλλου και η υποθετική εμφάνιση του
Αρχάγγελου (2η Έλ.) είναι έπικίνδυνη οχι γιατί αυτός είναι επικίνδυνος —κι ας κατονομάζεται έτσι—, άλλά γιατί φέρνει κίνδυνο η
άντίδραση της καρδιάς μας σ' αύτη την παρουσία. Επειδή, βέβαια,
άναγνωρίζει ετσι το εύρος του δικού της «αισθάνεσθαι».

Ή εσωτερική επιθυμία τοΰ ποιητη νά διασωθεί άπό την φυχή του
μέσα στό "Εν τό διαρκές μιας διαδικασίας Ζωης, τόν οδηγεί νά χρησιμοποιήσει τό σύμβολο «Ανοικτό» (das Offene), είτε συμπτωματικά έφευρίσκοντάς το, οπως και ό Hölderlin εκατόν δέκα χρόνια
πριν απ' αυτόν, είτε μέ τή λειτουργία της άσύνειδης ή και συνειδητης
μνήμης έπαναχρησιμοποιώντας το, έχοντας ίσως διαβάσει τόν μεγάλο προηγηθέντα του. Ό άνοιχτός αυτός χώρος, όπου έντός του (φαίνεται νά αναιρείται τό «υπό-» της ύπαρξης, σάν Περιέχον, περιλαμβάνει σέ 'Ένα και τή ζωή καΐ τόν θάνατο και ο,τι μετά άπ' αυτόν. Στόν

18

ΡΑΙΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚ Κ

χώρο αυτόν βιάζονται νά φθάσουν άλλιώς οί "Ηρωες (6η Έλ.), οί
"Αγιοι (ΐη Έλ.), αυτόν υποψιάζονται οί εραστές (ΐη και 8η Έλ.) και
πρός αυτόν κοιτάζουν τα ζώα (8η Έλ.). Είναι η «άλλη Σχέση»
(αηάβΓβΓ
Ββζηξ) και από αύτη μας χωρίζει τό όριο του θανάτου. 'Ένα
όριο δμως ευρύ, όπου βρίσκεται ό ιστορικά συσσωρευμένος πόνος και
θρήνος έκ του θανάτου, 6 άρχέγονος-πόνος (ϋΓ-Ιβιά) τών όντων (ΐΟη
Έλ.), χώρος ικανός για την εκμάθηση του θανάτου, ώστε να άρχίσει
και ή πρώτη συνειδητοποίηση της άλλης σχέσης, της Αιωνιότητας
(1η Έλ.).
Πέραν αύτοΰ του ορίου τοποθετούνται οί νεκροί και οί "Αγγελοι
και έΒώθε ό άνθρωπος με τις άποτυχίες του, άλλα και τη δυνατότητα
ενόρασης της άκρης αύτοΰ του ορίου υπό μορφην Ωραιότητας, δηλαδή Τέχνης. Κι εδώ άκριβώς τοποθετεί ό ποιητής τόν εαυτό του. Γι'
αύτό και έπιμένει νά μένει σ' αυτό τό σημείο και νά υπομένει αποφεύγοντας τήν άμεση έπίκληση γιά σωτηρία. 'Όμως έτσι, δημιουργείται ό λυγμός, έτσι δηλαδή σχηματίζεται η άρχή του θρήνου. Εκεί, σε έπαφή με τόν θάνατο. 'Όμως ό θρήνος αύτός είναι ή Μουσική, πού τελικά έκμαιεύουμε, είναι ό ποιητικός λόγος.
Και ό Ρίλκε δεν ζεχνα νά τραγουδήσει. Μέσα άπό τούς πρωτοπόρους ελεύθερους στίχους του (διανθισμένους ώστόσο συχνά με υπέροχες παρηχήσεις, κρυμμένες ομοιοκαταληξίες και κυρίως ρυθμούς δα-

0 1 Ε Λ Ε Γ Ε Ί Ε ς ΤΟΓ Ν Τ Ο Γ Ι Ν Ο

19

κτυλων καΐ τροχαίων) ξεπετιούνται άσματα λυρικότατα: 6 Αίνος
προς τους Αγγέλους (2η Έλ.), 6 Αίνος προς τις Νύχτες (7ύ] Έλ.) η
—αμέσως πριν άπ' αυτόν τον δεύτερο— τό συμβολικά τόσο υπέροχα
καλυμμένο τραγουά της ιεροποιημένης ερωτικής πράζης.

Αοιπόν, εσωτερική επιθυμία του ποιητη είναι εκείνη για τό "Ενα.
Γιά τό κλείσιμο «του κύκλου της όλης μεταμόρφωσης» (4η Έλ.).
Γι' αυτό και οί εικόνες η λοιπές περιγραφές του κινούνται πολλές
φορές ταχύτατα στό έ8ώ και στό πέραν. Ύποσημαίνοντας μέ τόν
έντονο θυμικό διχασμό του ποιητη (μέ την εκάστοτε προτίμηση του
γιά τόν έ8ώ η γιά τόν πέραν κόσμο), τη σύγχρονη έντούτοις συνύπαρξη των 8ύο αυτών κόσμων.
"Ετσι ή πρώτη προτίμηση κατατίθεται π.χ. σάν πικρή έρώτηση
γιά τη διατήρηση της έ8ώ έμπειρίας μέσα «στην άλλη σχέση» (9η
Έλ.). Κάτι πού 8έν άπέχει και πολύ από την έγνοια γιά τη σωτηρία
«της σάρκας του κόσμου», πού μας προσφέρει ό χριστιανικός «μύθος». Μόνο πού εδώ έχουμε νά κάνουμε, βέβαια, μέ εναν ποιητικό
μύθο. Απ' τόν όποιο θά ηταν λάθος νά ζητηθούν θρησκευτικές και

20

ΡΑΙΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚ Κ

ιδίως δογματικές απόλυτες συμπτώσεις.
Ή πρώτη αύτη προτίμηση διατρέχει έπίσης όλη την 7η Ελεγεία,
όπου τα μεταφυσικής έμπνευσης υλικά πεπραγμένα του ανθρώπου
(τα καλλιτεχνήματα της θρησκευτικής του πίστης) ζητούν την αναγνώριση τους από τόν "Αγγελο, στόν όποιον έντουτοις αντιστέκονται
για να διατηρήσουν έτσι την αυτονομία της σημασίας τους.
Ή ίδια αύτη προτίμηση του ποιητη, μέ απανωτές όμως κρούσεις
από τό εύάλωτο του χαρακτήρα της, παρουσιάζεται και στην 4η Ελεγεία, σαν έμμονη για την παραμονή στόν κόσμο αύτόν, κόσμο του
θεάματος. Εϊτε και στήν 5η Ελεγεία, μέ τήν τάση του ποιητή νά
έζυμνήσει τους νέους ακροβάτες, παρά τήν τελική τους πτώση. Αλλά κυρίως μέ τήν έπιθυμία του (έκφρασμένη σέ λόγο υποθετικό) νά
μετατραπεί ό έρωτικός συμβολισμός πού παρασταίνουν οι άκροβάτες
σέ έρωτα αιώνιο, έλευθερο άπό τήν πτώση έκ της βαρύτητας της αστοχίας και του θανάτου.
Εμφανέστατη αύτή ή πρώτη του προτίμηση και στήν επιμονή
του νά διεισδύσει στήν προέλευση και μυστική έζέλιξη του γενετήσιου ένστικτου στόν άντρα (3η Έλ.), οπού όμως προσκαλείται τελικά
τό θηλυκό στοιχείο πού, άφήνοντας τόν άπλό προκλητικό του ρόλο,
θά πρέπει νά υπενθυμίσει στόν άντρα τό πεπερασμένο άνυσμα της
έπίγειας ζωής, τό όριο της άπαρχής της (ό Κήπος, ό Παράδεισος 6-

0 1 Ε Λ Ε Γ Ε Ί Ε ς ΤΟΤ ΝΤΟ ΥΪΝΟ

21

που και ή πρώτη συνάντηση των φύλων) και το όριο του πέρατος
της, πού τελικά ύπερισχύει (ή Νύχτα, 6 θάνατος).
ζ
Και άλλοτε, συχνά και πάλι, εχουμε την υπεροχή της (δεύτερης
προτίμησης. Π.χ. ή χωρίς όρια χρόνου κίνηση των ζώων (8η Έλ.).
Είτε ή παρόμοια άνοιχτωσιά της παιδικής ηλικίας, Ιδίως όταν αύτη
8έν άκολουθεΐται άπό τις άλλες. Όπότε και 6 θάνατος γίνεται δεκτός
πρίν άπό τη ζωή του ενήλικα, τήν γεμάτη άποτυχίες, θανάτους μερικούς (4η Έλ.). Όπότε και αυτός ό θάνατος μοιάζει μέ ενα εύτυχισμένο τρέξιμο των παιδιών προς τ' άνοιχτά, πρός τό τίποτε, μ' ενα
λαχάνιασμα έπιθανάτιο, πού ξεπερνά σέ σημασία εκείνο του έρωτευόμενου (7η Έλ.).
Ή αμφίδρομη αύτή θυμική κίνηση του ποιητή εκφράζεται έπίσης
συχνά —και μάλιστα σέ λεπτότερες υποβαθμίσεις της— μέ τή βοήθεια μιας άμφισημίας, τόσο ιδιάζουσας και χαρακτηριστικής στόν
Ρίλκε. Και ή όποια εισάγεται μέ τή χρήση οριστικών ή και προσωπικών άντωνυμιών, πού έχουν πέραν του ενός αποδέκτες. "Η μέ τή
χρήση επιθέτων, πού σύρουν επάνω τους άκόμη και τρία διαφορετικά

22

ΡΑΙΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚ Κ

ουσιαστικά, η άκόμη τόσο απομακρυσμένων, ώστε τό ουσιαστικό, μέ
το όποιο συνδέονται, να εχει ηδ-η μεταποιηθεί αρκετά σε νόημα άπό
τά παρεμβαλλόμενα λεχθέντα. Τέλος μέ τη χρήση μετοχών ή και
έπιθέτων-παραγώγων μετοχών, πού μπορούν νά εκληφθούν Βιττώς,
δηλαδή μέ ενεργητική ή και μέ παθητική σημασία. "Ετσι έπιτυγχάνεται μιά διττή έποπτεία τών συμβαινόντων και εκ του εδώθε και έκ
του εκείθεν, μιά «συμμειζη τών δύο σχέσεων».
Στήν 6η Ελεγεία π.χ. μπορούμε ν' ακούμε τήν καταιγίδα του
ηρωικού κόσμου αλλά και του ϊδιου του ήρωα. Στήν 9η Ελεγεία πάλι, ή άγια έμπνευση της γης, του εδώ κόσμου, δηλαδή ό θάνατος,
είναι οικείος, εμπιστευτικός, τελεί υπό έχεμύθειαν, άλλά και ό ίδιος
μπορεί νά εκληφθεί σάν εχέμυθος. Είτε, τέλος, στήν 10η Ελεγεία,
τό «ομοίωμα», τό σύμβολο πού εγείρουν γιά μας ο'ι νεκροί, μπορεί νά
συμβολίζει εκείνους άλλά και έμάς.
Σάν τέτοιο σύμβολο χρησιμοποιεί ό Ρίλκε τ' άνοιγμένα, κενωμένα φλούδια τών φουντουκιών πάνω στο δέντρο, πού οι σπόροι τους
έχουν πέσει στό έδαφος. Κάτι πού, τολμώντας, μπορεί κάποιος νά
παραλληλίσει μέ τό κενό μνήμα του Ίησου. Πρόκειται γιά τήν πρόταση μιας Όντολογίας, πού επιθυμεί νά θραύσει τά όρια του Κόσμου. Σέ άντίθεση μέ τό γεμάτο πλούτη σπήλαιο στήν Ιθάκη, δώρα
γιά τον Όδυσσέα. Μέ μιάν Όντολογία πού έγκλωβίζεται έντός του

ΟΙ Ε Λ Ε Γ Ε Ί Ε ς ΤΟΤ ΝΤΟΤΙΝΟ

23

κόσμου, ύποβοηθημένη από την Αθηνά, την «κτιστή σοφία». Δεύτερο σύμβολο των νεκρών ή βροχή, «πού πέφτει κάβε άνοιξη» (για τον
Ρίλκε ή αλκή της κάθε ανθρώπινης ζωής) «στό σκοτεινό βασίλειο
του χώματος». "Ετσι, στό τέλος της τελευταίας Ελεγείας, τό κλείσιμο του όλου κύκλου της μεταμόρφωσης μοιάζει με τό τέρμα ενός
κύκλιου ταξιδιού των όντων, οπότε δέν επισυμβαίνει —δπως εκ πρώτης δφεως φαίνεται— με τήν πτώση των ευτυχισμένων (ευτυχισμένων επειδή εμπεριέχουν τό ολον, τό "Εν, άφου βρίσκονται πλέον στήν
«άλλη σχέση»). Πρόκειται περισσότερο για μια κατάβασή τους πρός
έμάς. Για μια κάθοδο εντός του σκοτεινού χοϊκοΰ μας πρός νοηματοδότησή του. Γι' αύτό και 6 συγκλονισμός μας. Ελπιδοφόρος όμως.
η
"Υστερα όμως από τήν προσφορά μιας τέτοιας ελπίδας, γιατί ονόμασε ό Ρίλκε αυτά τά ποιήματά του Ελεγείες; Που είναι ό ακουστός θρήνος τους; Πουθενά. Πουθενά δέν είναι τουλάχιστον ευκρινής.
Επειδή ή ομιλία του ποιητή, παρ' όλες τις άγωνιώδεις ερωτήσεις
του, πού υπαινίσσονται σάν απάντηση τό «όχι» της άδυναμίας, της
αποτυχίας ή της άπώλειας, σου δίνει τήν εντύπωση μιας εκφοράς λό-

24

ΡΑΙΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΑΚΕ

γου μετά τόν Θρήνο. Μετά την άποδοχή της κάθε άπώλειας. Μέ τή
σταθερή παραδοχή της κτήσης τοΰ Ur-leid, τοΰ «άρχέγονου πόνου».
Τή σίγουρη αυτή προετοιμασία γιά τό «Ανοικτό».
Πάντως ή ονομασία «έλεγεία» έχει σίγουρα νά κάνει μέ τους βασικούς πρωταγωνιστές άνάμεσα στόν πληθυσμό τών ποιημάτων.
Και δέν είναι τόσο ή —άσθενική όντως— προσωποποίηση τών
'Ελεγειών (10η Έλ.), όσο οι νεκροί. Oi νέοι νεκροί, αύτοι «πού προορίστηκαν γιά τά φηλά άπό νωρίς» (6η 'Ελ.):01 άγιοι μάρτυρες, οί
ήρωες, οί άγαπημένες πού τις παράτησαν. Ό καθένας και μέ τό δικό
του είδος μαρτυρίου, δηλαδή μέ τή δική του μαρτυρία γιά τό 'Όλον
τών σχέσεων. Ό καθένας άπό τή δική του θέση και μέ τή δική του
ικανότητα έκ της δίκης του συνθήκης: ό άγιος υψωμένος «πάνω άπ'
τό χώμα», μέ την έσωτερική άκοή γιά τις θειες φωνές. Ό ήρωας στό
τέρμα τών χαμόγελων (γιά τόν Ρίλκε τό χαμόγελο και τά άνάβλεμμα είναι τό τελικό άπόσταγμα τοΰ έρωτα). Χαμόγελα τοΰ έρωτα γι'
αυτόν και τόν θρύλο του. Μέ την ικανότητα νά στέκεται έκεϊ άποστραμμένος, πέρα άπό αύτά, αλλιώς. Τέλος, ή έγκαταλειμμένη αγαπημένη στό «νυχτιάτικο παραθύρι της», μέ τή μοναξιά της, τόν «παλιότατο πόνο», πού την κάνει ικανή νά προαισθάνεται τό Ur-leid.
Αύτοι ολοι, είναι έκεΐνοι πού άντιπροσωπεύουν γιά τόν ποιητή την
πραγμάτωση της έσωτερικης του επιθυμίας. Τό κέρδος τοΰ άνοιχτοΰ

0 1 Ε Λ Ε Γ Ε Ί Ε ς ΤΟΓΝΤΟΓΙΝΟ

23

χώρου, οπού έπιτυγχάνεται τό "Εν. "Οπου εντέλει «αποκαλύπτεται
σαν ίνα και τό αυτό ή έπικύρωστ] της ζωής και ή επικύρωση του θανάτου».
θ
Αυτό πού τελικά κερδίζει ό αθώος αναγνώστης αύτοΰ του έργου,
8ηλα8η ό άνοιχτός πρός την πραγματικότητα των μεταποιήσεων της
Ποίησης, είναι ενας πλούσιος κόσμος ποιητικης μυθοποιίας, ή όποια
κείται παρά τις όποιες άλλες. Είναι σάν νά λέμε μιά παρα-μυθία, μιά
παρηγοριά σε μορφή ποιητικής ωραιότητας. Πού μας μιλα γιά μιάν
ενότητα, ή όποια 8έν χάνεται ποτέ γιά τούς άνθρώπους. Αέν μας
μιλα ίσως γιά τήν ενότητα, πού, θεολογικά μιλώντας, θά τήν χαρακτηρίζαμε αιώνια ζωή, αλλά όπωσδήποτε γιά ενα αιώνιο γίγνεσθαι
του συνειδέναι ή, αν τολμήσουμε νά τό πούμε ετσι, γιά τήν αιωνιότητα της ποιητικής συνείδησης.
Προσπάθησα νά προσφέρω στόν άναγνώστη ενα βασικό νήμα
(μπορούν εκάστοτε νά ύφανθοϋν και άλλα), τό όποιο διατρέχει ολο τό
μήκος αύτών των ποιητικών κειμένων. Πιστεύοντας, πώς ετσι θά
τόν βοηθούσα, έστω και λίγο, ώστε κατά τή διαδρομή του μέσα άπό

26

ΡΑΙΝΕΡ Μ Α Ρ Ι Α Ρ Ι Α Κ Κ

αύτά νά μπορεί νά διαθέτει διεισδυτικότερο βλέμμα γιά την άναγνώριση τών στοιχείων ομορφιάς και άλήθειας του κόσμου τους. Είθε νά
τόν βοηθήσει σ' αύτό και ή μεταφραστική μου ομιλία. Τό εύχομαι και
τό έλπίζω.
Τελειώνοντας, θά έπιθυμοϋσα άπ' τή θέση αύτη νά έκφράσω τις
εύχαριστίες μου πρός τις κυρίες Gabriele Saxinger και Annette Berg
γιά τή φιλική και πρόθυμη συνεκτίμηση και τελική τους ύποστήριξη
τόσο της κατανόησής μου τοΰ έργου αύτοΰ, οσο και τών έννοήσεών
μου έξ αύτοΰ.
Ρογιάτικο Λευκωσίας, Φθινόπωρο 1999

Η ΠΡΏΤΗ ΕΛΕΓΕΊΑ

Ποιος, έάν κραύγαζα, θα μ,' άκουγε λοιπόν άπ' των Αγγέλων
τά Τάγματα; Και μόνο να υπέθετα πώς ενας τους
μ' έπαιρνε ξάφνου πάνω στήν καρδιά του, θα χανόμουν
άπ' τή δυνατότερή του "Υπαρξη. Γιατί τό Ώραϊο δέν είναι τίποτε άλλο,
παρά ή μόλις πού άντέχουμε Άρχή του Τρομερού
και τό θαυμάζουμε τόσο, γιατί αυτό, άνέμελο, μήτε πού νοιάζεται
νά μας συντρίψει. Ό κάθε "Αγγελος είναι τρομερός.
Κι ετσι συγκρατιέμαι και μέ σκοτεινό λυγμό καταπίνω
του καλέσματός μου τή φωνή. "Αχ και σέ ποιόν μπορούμε πιά
νά προσφύγουμε; Μήτε στους Αγγέλους, μήτε στούς άνθρώπους
και τά έφευρετικά ζώα κιόλας τό προσέχουν
πώς δέν είμαστε και τόσο ασφαλισμένοι στό σπίτι μας,
στόν άντιληπτό αύτόν κόσμο. "Ισως μας άπομένει

28

ΡΑΙΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚ Κ

ε να κάποιο δέντρο στήν πλαγιά, έτσι πού νά τό βλέπαμε ξανά
τήν κάθε μέρα. Μας άπομένει ό δρόμος του χτές
και ή αλλοιωμένη πίστη μας σέ μια συνήθεια,
πού της άρεσε κοντά μας κι έμεινε και πια δεν φεύγει.
και ή Νύχτα μένει, ή Νύχτα, δταν 6 άνεμος γεμάτος μέ τό Διάστημα
τό πρόσωπο μας τρώει — σέ ποιόν δέν θά 'μενε αυτή ή ποθητή,
ή τρυφερά άπογοητευτική, άφου τόσο έπίμονα είναι μελλούμενη
γιά τήν κάθε μιά καρδιά; Μήπως είναι πιο εύκολη γιά τους Εραστές;
"Α, μά αύτοι μόνο πού κρύβουν δ ένας άπ' τόν άλλον τή μοίρα τους!
Άκόμ-η δέν τό ξέρεις; Ρίξε τότε άπ' τήν άγκαλιά σου τό Κενό
πέρα στούς χώρους πού άνασαίνουμε, έτσι πού ίσως τά πουλιά
τόν άέρα πού θά πλατύνει νά αισθάνονται μέ πτήση πιό οικεία.
Ναί, πραγματικά οί Ανοίξεις σέ χρειάζονταν. Και κάποια αστέρια
σ' έμπιστεύονταν πώς θά μπορέσεις νά τά νιώσεις. "Ενα κύμα υψώθηκε
πρός έσένα μέσα στά περασμένα, ειτε κι έπειδή διάβαινες
μπροστά από ανοιγμένο παραθύρι, ένα βιολί σου πρόσφερε
τήν άφοσίωσή του. Κι δλα αυτά ήταν μιά άποστολή.
"Ομως τά έφερες σέ πέρας; Μήπως δέν ήσουν πάντοτε
τόσο άποξεχασμένος ακόμη άπό προσμονή, λες κι δλα

0 1 Ε Λ Ε Γ Ε Ί Ε ς ΤΟΓΝΤΟΥΙΝΟ

29

σου προμηνούσαν μιαν Αγαπημένη; (καΐ που νά τήν φυλάξεις,
άφοΰ οΐ μεγάλες και ξένες σκέψεις μέσα σου
μπαινοβγαίνουν και συχνά δλη τή νύχτα μένουν).
"Άν δμως τό ποθείς, τότε ύμνησε τις Ερωτευμένες. Γιατί
δέν άπαθανατίστηκε άκόμη αρκετά τό ξακουστό αϊσθημά τους.
Έκεϊνες ύμνησε, πού σχεδόν ζηλεύεις, τις παρατημένες,
πού τις βρήκες ν' αγαπούν πιό πολύ, άπ' δ,τι οί ικανοποιημένες.
Λοιπόν, ξανά και ξανά ν' άρχίζεις αυτό τό έγκώμιο, πού ποτέ δέν πετυχαίνεις.
Σκέψου: ό "Ηρωας διατηρείται. Άκόμη κι ή πτώση ήταν γι' αύτόν
μιά πρόφαση γιά νά ύπάρχει. Ή εσχατή του γέννηση.
Μά τις Ερωτευμένες παίρνει ξανά ή Φύση μέσα της, άποσταμένη,
σάν νά μήν ειχε τις δυνάμεις γιά δεύτερη φορά κάτι παρόμοιο τους
νά πλάσει. Στοχάστηκες τάχα άρκετά τήν Οαδραια δίαιηρα, ώστε
κάθε κοπέλα, πού της έφυγε ό έραστής, στο έντονο παράδειγμα
μιας τέτοιας έρωτευμένης νά νιώσει και νά πει:
«άχ, άς γινόμουν κι έγώ σάν έκείνη!»;
Δέν πρέπει έπιτέλους αύτοί οΐ παλιότατοι πόνοι νά γίνουν
πιό γόνιμοι γιά μας; Δέν είναι πιά καιρός νά έλευθερωθοϋμε
άπό κείνο πού αγαπάμε, ένώ άκόμη τό άγαπάμε, κι άναρριγώντας
νά τό ξεπεράσουμε;

30

ΡΑΙΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚ Κ

"Ετσι καθώς καΐ τό βέλος τή χορδή του τόξου ξεπερνά, ώστε στο
τίναγμ,ά του συγκεντρωμένο, νά γίνει κάτι ττίο πολύ απ τον εαυτό του;
Γιατί στάση δέν υπάρχει πουθενά.
Φωνές, φωνές. "Ακου καρδιά μου, έτσι δπως μόνο
οί "Αγιοι άκουαν. Ώστε τό γιγάντιο κάλεσμα
τους σήκωνε άπ' τό χώμα. "Ομως αυτοί, οί απίθανοι,
έμεναν γονατιστοί κι ούτε πού τό πρόσεχαν.
Τόσο πολύ άκουαν. "Οχι πώς τώρα εσύ θέ ν' άντεχες
τή φωνή του Θεοΰ, διόλου. "Ακου δμως τό Φύσημα,
τό άκατάπαυστο Μήνυμα τό φτιαγμένο άπό Σιωπή.
Αυτό τώρα βουίζοντας άπ' τούς νέους έκείνους νεκρούς πρός έσένα κυλα.
"Οπου κι άν μπήκες, στις έκκλησιές της Ρώμης ή της Νάπολης,
μήπως δεν στράφηκε νά σου μιλήσει ήρεμα ή μοίρα τους;
Είτε κι έφερε έπάνω της μεγαλόπρεπα γιά χάρη σου μιάν έπιγραφή,
δπως πρόσφατα εκείνη τήν πλάκα στή Σάντα-Μαρία Φορμόζα.
Μά τί ζητούν αύτοι άπό μένα; "Ησυχα θα πρέπει τοΰ "Αδικου
τήν έντύπωση ν' άποδιώξω, πού πότε-πότε τήν καθαρή
των πνευμάτων τους κίνηση εμποδίζει λιγάκι.
Βέβαια, ει ναι παράξενο νά μήν κατοικείς πιά τή γη,

ΟΙ Ε Λ Ε Γ Ε Ί Ε ς ΤΟΓΝΤΟΓΙΝΟ

συνήθειες πού μ,όλις κι έμαθες πλέον νά μ,ήν έξασκεϊς,
νά μή δίνεις πια τό νόημα ένός άνθρώπινου μέλλοντος
σέ ρόδα κι άλλα πράγματα, πού σκόπιμα υπόσχονται κάτι.
'Ό,τι ήσουν ανάμεσα σέ χέρια άγωνίας άτέλειωτης
νά μήν είσαι πιά κι άκόμη και τό ίδιο σου τό όνομα
νά παρατας σάν νά ήταν ένα σπασμένο παιγνίδι.
Παράξενο, νά μή νιώθεις πιά έπιθυμίες. Παράξενο, όλα
όσα συνδέονταν με σένα, νά τά θωρείς ξελυμένα μές στόν Χώρο
ν' άνεμίζουν. Και τό νά είσαι νεκρός είναι επίπονο κι όλο ζητα
νά συμπληρωθεί, έτσι πού νά νιώθεις σιγά σιγά και μιά στάλα
Αιωνιότητας. Μά δλοι οί ζωντανοί κάνουν τό λάθος
μέ τόσο πείσμα παντού όρια νά θέτουν.
Ένώ οΐ "Αγγελοι, έχουν νά πουν, συχνά μήτε πού θά γνώριζαν
έάν ανάμεσα σέ ζωντανούς ή σέ νεκρούς βαδίζουν. Τό αιώνιο ρεύμα
παρασύρει μαζί του όλες τις ήλικίες και στούς δυό κόσμους
και μέσα στούς δυό ή βουή του τις σκεπάζει.
Τέλος, δέν μας έχουν πιά ανάγκη, όσοι πρόωρα έχουν φύγει.
Απαλά κάνεις τά γήινα ξεσυνηθίζει, όπως ήρεμα μεγαλώνει
άπ' της μάνας του τό στήθος και τ' άφήνει. "Ομως έμεϊς, πού τόσο
μεγάλα μυστικά έχουμε άνάγκη, άπ' όπου τόσο συχνά μέ πένθος
πρόοδος ευλογημένη άναβλύζει, θά μπορούσαμε

31

32

ΡΑΙΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚ Κ

νά υπάρχουμε δίχως τους νεκρούς;
Είναι τάχα μάταιος 6 θρύλος, πώς κάποτε μέ τον Θρήνο για τον Λίνο,
τόλμησε ή πρώτη Μουσική τήν ξεραμένη άκαμψία νά διαπεράσει;
Πώς μέσα στον τρομαγμένο Χώρο, πού ξάφνου τον έγκατέλειπε
για πάντα
έκεϊνος 6 σχεδόν θεϊκός έφηβος, τό Κενό για πρώτη του φορά
πηρε τή δόνηση έκείνη,
πού έμας τώρα συνεπαίρνει και παρηγορεί και βοηθά;

α. Οαχρατα δΐ&πιρα: Ιταλίδα ποιήτρια άπό τήν Πάδουα (1523-1554). Ό άτυχος
ερωτάς της μέ τον άπιστο Οί Οαΐΐ&ΐΐο άναφέρεται σέ πάμπολλα Σονέτα της έποχής
εκείνης.
β. δαπία Μαηα Ροιτηο8&: Περίφημος ναός στή Βενετία, χτισμένος σέ βενετσιάνικο ρυθμό της Αναγέννησης. Ό Ρίλκε τήν ειχε έπισκεφθεΐ τό 1911.

Η ΔΕΎΤΕΡΗ ΕΛΕΓΕΊΑ

Κάθε "Αγγελος είναι τρομερός. Κι δμως, άλίμονό μου,
έσάς είναι πού υμνώ, ένώ σας γνωρίζω, ώ πουλιά σχεδόν θανατερά
γιά τήν ψυχή. Που πήγαν οί μέρες του Τωβία, όταν ένας
από τους πιό λαμπρούς σας, στάθηκε μπρός
στήν άπλή του θύρα, γιά τό ταξίδι κιόλας λίγο μεταμφιεσμένος
κι έτσι δχι πια τόσο τρομερός;
(έφηβος, λές, μπροστά στον έφηβο, πού περίεργος έξω κοιτούσε).
'Άν τώρα πρόβαινε 6 έπικίνδυνος Αρχάγγελος πίσω άπ' τ' άστρα
μονάχα ένα βημα πιό χαμηλά και πιό κοντά μας — ά, τότε, ψηλά
χτυπώντας θά μας σύντριβε ή ι'δια ή καρδιά μας. Μά ποιοί είστε;
Οί άπαρχης πετυχημένοι, της Δημιουργίας έσεϊς οί χαϊδεμένοι,
άνύψωση οροσειρών, αύγινές κορυφές της Κτίσης δλης,

34

ΡΑΙΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚ Κ

γύρη θεότητας πού άνθίζει, άρμ,οΐ φωτός,
διάδρομοι, θρόνοι και σκάλες,
χώροι άπό "Υπαρξη φτιαγμένοι, άσπίδες άπό τέρψη,
ταραχές αισθήματος σφοδρά γοητευμένου, και ξάφνου, ενας-έ'νας σας
και καθρέφτες, πού δση Ωραιότητα τούς ξεχύθηκε
και πάλι πίσω τήν άντλουν μέσα στήν 'ιδια τους τήν όψη.
Γιατί έμεϊς, έκεϊ πού άγαπαμε, γινόμαστε αχνός. "Α, τον έαυτό μας
έκπνέουμε και χανόμαστε. Άπό τή μια στήν άλλη μας πυρά
δλο και πιο αδύναμη άναδίδουμε οσμή. Μας λέει κάποιος άξαφνα:
'Ώ ναι, στο αιμα μου περνάς, αυτή ή κάμαρη, ή "Ανοιξη αύτή
γεμίζει άπό σένα... Μά τί τον βοηθά; Νά μας κρατήσει δεν μπορεί,
φθίνουμε μέσα του, γιά χάρη του. Κι αύτούς πού είναι όμορφοι
ά ποιός τούς συγκρατεί; Αδιάκοπα μιά έντύπωση άναδύεται
στό πρόσωπό τους και χάνεται και πάλι, "Ο,τι είναι δικό μας
υψώνεται και φεύγει μακριά μας, όπως ή δροσιά άπ' τό πρωινό γρασίδι,
όπως ή θερμότητα άπ' τό ζεσταμένο φαγητό. "^Ω χαμόγελο, γιά που;
"^Ω άνάβλεμμα: θερμό, νέο, φευγάτο κύμα της καρδιάς—·
άλίμονό μου, έμεϊς είμαστε αύτό, άλήθεια! Μήπως, λοιπόν,
τό Διάστημα, πού μέσα του διαλυόμαστε, εχει τή γεύση μας;
Κι οί Άγγελοι, άλήθεια, παίρνουν πίσω μόνον ο,τι άναβρύζοντας

0 1 Ε Λ Ε Γ Ε Ί Ε ς ΤΟΥ ΝΤΟΤΙΝΟ

35

τους ξέφυγε, ή μήπως και καμμιά φορά, άπό λάθος, παίρνουν καΐ κάτι
άπ' τήν ουσία τή δική μας; Είμαστε τάχα στήν δψη τους σμιγμένοι
τόσο λίγο μόνο δσο κι έκεΐνο τό ακαθόριστο πάνω στο πρόσωπο
των έγκύων γυναικών; Μα τούτο αυτοί δεν τό προσέχουν,
έτσι καθώς σαν στρόβιλος ξαναγυρνουν στον εαυτό τους
(και πώς θα τό μπορούσαν;)
Πάντως οί Εραστές, αν τό κατανοούσαν, τότε και θα μπορούσαν
παράξενα να ομιλούν μές στον νυχτιάτικον αέρα. Άφοΰ δλα
φαίνεται νά μας κρατούν σαν μυστικό.
Δές, τα δέντρα υπάρχουν. Τα σπίτια δπου κατοικούμε
άκόμη στέκουν. Και μόνο έμεϊς δλα τα προσπερνούμε λές κι είμαστε
του αέρα άνταλλαγή. "Ολα συμφώνησαν, λοιπόν, νά μας αποσιωπήσουν
λιγάκι ίσως σαν ντροπή, λιγάκι σαν άνείπωτη έλπίδα.
Έσας ρωτώ για μας, Ερωτευμένοι, έσας πού άρκεϊσθε ο Ινας
μές στον άλλον. Αγγίζεστε, λοιπόν. Μα ποιάν απόδειξη έχετε γι' αυτό;
Δεϊτε, μέ μένα δά συμβαίνει, τα χέρια μου νά γίνονται οικεία
τό ένα γιά τό άλλο, είτε και τό ξοδιασμένο μου πρόσωπο νά προφυλάγεται
άνάμεσά τους. Κι αυτό μιά κάποια αίσθηση μου δίνει. "Ομως,
ποιός τόλμησε γι' αυτό και μόνο νά υπάρχει;

36

ΡΑΙΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚ Κ

Άλλα έσεϊς, πού αύξαίνετε μέσα στή γοητεία του έραστη σας,
ώσπου νικημένοι να τον ίκετεύσετε: ά, οχι άλλο πιά! — έσεϊς,
πού άνάμεσα στα χέρια σας γίνεστε πλούσιοι σαν καρπερή χρονιά
και πού καμμιά φορά αφανίζεστε, μόνο γιατί ο έραστής σας
τόσο άπόλυτα υπερέχει, έσας ρωτώ γιά μας. Ξέρω,
αγγίζεστε τόσο εύτυχισμένα, γιατί τό χάδι διαρκεί,
γιατί δεν άφανίζεται ή θέση, πού έσεϊς, ώ Τρυφεροί, καλύπτετε,
άφου κάτω άπ' αύτήν προαισθάνεστε τήν καθαρή διάρκεια. "Ετσι,
Αιωνιότητα σχεδόν ύπόσχεσθε μέ τό άγκάλιασμά σας. Κι δμως,
μόλις τόν τρόμο ξεπερνάτε άπό τις πρώτες σας ματιές
και τή λαχτάρα μπροστά στο παραθύρι, τόν πρώτο και μοναδικό
πού κάνατε οι δυό σας περίπατο μέσα στόν κήπο, τότε
είστε άκόμη οΐ Ερωτευμένοι; Γιατί, όταν 6 ένας υψώνεται
στό στόμα του άλλου κι άκουμπα —πιοτό επάνω σέ πιοτό—
ώ τότε, πόσο παράδοξα αύτός πού πίνει άπ' τόν ρόλο του ξεφεύγει!
Μήπως δέν σας ξάφνιασε ή περίσκεψη της άνθρώπινης χειρονομίας
πάνω σ' έκεϊνες τις αττικές στήλες; Μήπως δέν ήταν ό "Ερωτας
κι 6 Αποχαιρετισμός
τόσο άνάλαφρα βαλμένοι πάνω στους ώμους, λές και φτιαγμένοι
άπό άλλο υλικό, άπ' δ,τι είναι.σέ μας; Θυμηθείτε τά χέρια.

0 1 Ε Λ Ε Γ Ε Ί Ε ς ΤΟΤΝΤΟΥΙΝΟ

37

πόσο άπαλά άκουμποΰν πάνω στο μπούστο, μ' δλο πού μέσα
σ' αυτό βρίσκεται ή δύναμη. "Ομως έκεΤνοι
οί συγκρατημένοι τεχνίτες μέ τούτο μας διδάσκουν: αυτά είναι
τά δριά μας, αυτό είναι τό δικό μας, ετσι πρέπει
ν' άγγίζουμε ό ένας τον άλλον. Φυσικά οί θεοι πιο δυνατά
θ' άκουμπουσαν έπάνω μας. Μ' αυτό είναι υπόθεση δική τους.
"Ας βρίσκαμε κι έμεϊς κάτι τό άγνό, συγκρατημένο και λεπτά
Ανθρώπινο, μιά λουρίδα εύφορης γης δική μας, ανάμεσα στο ρέμα
και στά βράχια! Γιατί ή ίδια ή καρδιά μας ακόμη μας ξεπερνά
δπως κι οί τεχνίτες εκείνοι. Και δέν μπορούμε πιά νά τήν άναγνωρίσουμε
μέσα σέ πίνακες, πού τήν παρασταίνουν γαληνεμένη, μήτε
μέσα σέ σώματα θεών, δπου και πιό μεγάλη αυτή κουρνιάζει.

α. Τωβίας: Πρόσωπο άπό τήν Παλαιά Διαθήκη, γιος του Τωβίτ. Είναι γνωστή
ή συνοδοιπορία του μέ τον άγγελο Ραφαήλ (Βιβλίο Τωβίτ, κεφ. ε' κ. έξ.).

Η ΤΡΊΤΗ ΕΛΕΓΕΊΑ

Ειν' άλλο πράγμ,α τήν Αγαπημένη νά υμνείς, κι άλλο, αλίμονο,
έκεϊνον τον υγρό Θεό του αίματος, τόν ένοχο καΐ άπόκρυφο.
Αυτός, πού ή κοπέλα από μακριά διακρίνει πώς είναι ό καλός της,
σαν τί γνωρίζει 6 ίδιος για τόν Κύριο της Ήδονης, αύτόν,
πού συχνά άπ' τή μοναξιά του, πρίν τήν κοπέλα ήμερώσει,
—συνήθως σάν νά μήν ύπήρχε κάν αύτή, άπό ποιό Άγνωστο, αχ,
σταλάζοντας, ύψωνε τό θεϊκό κεφάλι, καλώντας τή νύχτα σ' ατέλειωτη
ταραχή;
"Ω, του αίματος ό Ποσειδώνας, ώ ή φοβερή του τρίαινα!
Ώ, σκοτεινός ό άνεμος του στήθους του σάν άπό στριφτό κοχύλι!
'Αφουγκράσου πώς κοιλαίνεται, κενώνεται ή νύχτα. Κι έσεΤς άστέρια,
μή δέν πηγάζει άπό σας ό πόθος του έραστή στή θωριά
της αγαπημένης του; Μήπως τή βαθειά ματιά του μές στό άγνό της

40

ΡΑΙΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚ Κ

πρόσωπο δέν τήν πηρε άπ' τον άγνό άστερισμό;
Μήτε έσύ, αλίμονο, μά μήτε κι ή μητέρα του
τεντώσατε έτσι τά τόξα των φρυδιών του στήν προσμονή.
Ουτε προς έσένα, κοπέλα πού τον άγαπάς, ναι, ούτε προς έσένα
ήταν πού τά χείλη του κυρτώθηκαν σέ έκφραση πιο γόνιμη.
Αλήθεια, λοιπόν, πιστεύεις πώς ή άνάλαφρή σου έμφάνιση
θα τον συγκλόνιζε, έσύ πού σαν άνεμος τριγυρνάς της αυγής;
Τρόμαξες, βέβαια, τήν καρδιά του. "Ομως τρόμοι πιο παλιοί
μέσα του γκρεμίζονταν μ' αυτό τό άγγιγμα της πρώτης έπαφής.
Φώναξέ τον... ά, ή φωνή σου δέν τον βγάζει απόλυτα
άπ' τή σκοτεινή του σχέση.
Φυσικά, αυτός τό θελει. Ξεπηδά. Ανακουφισμένος, συνηθίζει
μέσα στή μυστική καρδιά σου, παίρνει άπ' αυτήν κι άρχίζει
τον εαυτό του.
"Ομως τόν άρχισε ποτέ του;
Μητέρα, εσύ τόν έκανες μικρό, έσύ ήσουν έκείνη πού τόν άρχισε.
Σου ήταν καινούργιος, έσύ έγειρες πάνω άπ' τά νέα του μάτια
τόν φιλικό κόσμο κι άμύνθηκες ένάντια στόν ξένο.
"Αχ, που πήγαν τά χρόνια έκεϊνα, όταν ή λεπτή σου σιλουέτα,
έτσι άπλά, έπαιρνε γι' αυτόν τή θέση του άφρισμένου χάους;

0 1 Ε Λ Ε Γ Ε Ί Ε ς ΤΟΓΝΤΟΤΙΝΟ

41

Πολλά του απόκρυψες μ' αυτόν τόν τρόπο. Τό νυχτιάτικα ύποπτο
Δωμ-άτιο
του τό 'κανες άκίνδυνο, άπ' τή γεμάτη καταφυγή καρδιά σου
του εσμιξες χώρο πιο άνθρώπινο στης νύχτας του τόν χώρο.
"Οχι στή σκοτεινιά, οχι, παρά στήν κοντινή σου παρουσία
έθεσες, σάν νά τό 'κανες άπό φιλία, τό φως γιά τή νύχτα.
Πουθενά ένα τρίξιμο, πού νά μήν του τό έξηγήσεις χαμογελώντας,
λές και γνώριζες άπό καιρό πότε τό δάπεδο έτσι συνεννοείται...
Κι αυτός αφουγκραζόταν και ήσύχαζε. Τόσο πολλά κατόρθωσε
μέ τρόπο τρυφερό ή έγνοια σου. Πίσω στό έρμάρι ξεπρόβαλε
μέσα σέ πανωφόρι τό πεπρωμένο του και στης κουρτίνας
τις πτυχές διάβηκε, έλαφρά μετακινούμενο, τό άνήσυχό του μέλλον.
Κι αυτός, έτσι καθώς πλάγιαζε ανακουφισμένος,
σμίγοντας κάτω άπ' τά νυσταγμένα του βλέφαρα
τή γλύκα της λεπτής μορφής σου μέ τή γεύση του πρώτου ύπνου—:
ε/ΛΟίαζε προστατευμένος... "Ομως βαθιά: ποιός θ' άντιστεκόταν,
ποιός θά έμπόδιζε μέσα του τΙς παλίρροιες της καταγωγής του;
"Αχ, καμμιά προσοχή δέν ύπηρχε μές στόν ύπνο του. Σ' εναν ύπνο
μέ όνειρα, μέ πυρετό, πώς αυτός παραδινόταν.
Αυτός καινούργιος, ντροπαλός, πώς ήταν δεμένος μέ τις πλατειές

42

ΡΑΙΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚ Κ

θηλιές των πλοκαμιών αύτοΰ πού μέσα του συνέβαινε,
τυλιγμένων κιόλας σέ πρότυπα, σέ βλάστηση πνιγηρή,
σέ ζωώδεις κυνηγών μορφές. "Α, πώς παραδινόταν—. Αγαπούσε!
Τό μέσα του αγαπούσε, του μέσα του τον άγριο τόπο,
αυτή τή ζούγκλα έντός του, πού πάνω στο βουβό της γκρέμισμα
φωτεινή πράσινη στεκόταν ή καρδιά του. Αγαπούσε. Λοιπόν,
τήν έγκατέλειψε, ακολουθώντας τις ίδιες του τις ρίζες
για έξω, προς μια προέλευση τρομερή, δπου κιόλας
ή μικρή του γέννηση ειχε έπιζήσει. Αγαπώντας,
κατηφόρισε μές στο παλιότερο αιμα, μές στα φαράγγια,
δπου κοιτόταν τό Φριχτό, χορτάτο άκόμη άπό προγόνους. Και τό κάθε
Τρομερό τόν ήξερε, του 'κλεινε τό μάτι, σαν νά 'ταν συνεννοημένο.
Ναι, τό Τρομαχτικό χαμογελούσε... Μητέρα! Σπάνια χαμογέλασες έσύ
τόσο τρυφερά! Πώς γινόταν νά μήν τό άγαπήσει,
άφου του χαμογέλασε! ΠρΙν άπό σένα τό ειχε άγαπήσει,
γιατί, δταν άκόμη μέσα σου τόν έφερες, αυτό βρισκόταν
διαλυμένο μές στό ύγρό, πού κάνει πιό έλαφρό τό σπέρμα.
Κοίταξε, έμεϊς δέν άγαπαμε σαν τα λουλούδια
της μιας μόνον χρονιάς. Σάν άγαπαμε, στα μπράτσα μας χυμός
άπό άμνημόνευτους καιρούς άνηφορίζει. "Ω, κοπέλα, ήταν αύτό:

()Ι Ε Λ Ε Γ Ε Ί Ε ς ΤΟΥ Ν Τ Ο Υ Ϊ Ν Ο

43

τό δτι μέσα μας αγαπούσαμε, δχι Ινα, ένα κάτι μελλοντικό,
παρά αυτό πού αναρίθμητα ζυμώνεται. Όχι ένα, ένα μοναδικό παιδί,
παρά τούς πατέρες, πού σαν βουνοϋ συντρίμμια
άναπαύονται στή ρίζα μας. Τό δτι άγαπούσαμε τήν ξεραμένη κοίτη·
των άλλοτινών μητέρων. Όλόκληρο τό άηχο τοπίο
κάτω άπό μιά συννεφιασμένη ή και μιάν αίθρια μοίρα —
αυτό ήταν, ώ κοπέλα, πού σέ πρόλαβε.
Κι εσύ ή ίδια σάν τί ξέρεις; — έσύ δελέασες κι άνάσυρες
άρχέγονους καιρούς μέσα στόν εραστή. Ποιά αισθήματα
δεν ξεσκάβονταν μες άπό πλάσματα πού έχουν φύγει! Ποιές
γυναίκες δεν σέ μίσησαν γΓ αυτό! Τί άντρες σκοτεινούς
δεν διέγειρες μέσα στοΰ νέου τις φλέβες! Νεκρά παιδιά
ήθελαν νά 'ρθουν κοντά σου... "Ω, σιγανά πιά, σιγανά
κάνε μπροστά του μιάν άγαπητή, οικεία καθημερινή δουλειά,
κοντά στόν κήπο όδήγησέ τον, χάρισέ του
τήν υπεροχή των νυχτών...
Συγκράτησέ τον...

Η ΤΈΤΑΡΤΗ ΕΛΕΓΕΊΑ

"Ω, δέντρα της Ζωης, πότε ό χειμώνας σας θά 'ρθεΐ;
Άφου έμεϊς δέν μονιάζουμε. Δεν συνεννοούμαστε
δπως τ' άποδημητικά πουλιά. Ξεπερασμένοι κι αργοπορημένοι
σπρωχνόμαστε ξαφνικά πάνω σέ άνέμους
και πέφτουμε μέσα σέ τέλμα αδιάφορο.
Τήν ιδια στιγμή νιώθουμε και άνθηση και μαρασμό.
Και κάπου λιοντάρια άκόμη βαδίζουν, κι δσον καιρό
είναι μεγαλόπρεπα, καμμιάν άδυναμία δεν γνωρίζουν.
"Ομως έμεϊς, όταν έχουμε ένα πράγμα άπόλυτα στο νου,
νιώθουμε κιόλας του άλλου τό ξόδιασμα. Τό πλησίον μας
είναι ή "Εχθρα. Μήπως οί Εραστές, φτάνοντας πάντα στα άκρα,
μπερδεύοντάς τα, δεν περιορίζονται, αύτοι μάλιστα πού ύποσχέθηκαν

46

ΡΑΙΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚ Κ

6 ένας στον άλλον Άνοιχτωσιά, Κυνήγι και Πατρίδα;
Τότε, για τή ζωγραφιά μιας στιγμής έτοιμάζεται ένα πρώτο φόντο
καμωμένο άπό τ' άντίθετό της, κοπιαστικά, ώστε να τήν διακρίνουμε.
Γιατί 6 καθένας είναι πολύ σαφής μαζί μας. "Ομως δέν ξέρουμε
τό περίγραμμα του αισθήματος, παρά μόνον δ,τι άπό έξω του δίνει σχήμα.
Και ποιός δέν κάθησε μέ δέος μπρος στής καρδίας του τήν αυλαία;
Νά, άνοιξε αυτή: Σκηνικό Αποχαιρετισμού.
Εύκολο νά τό άναγνωρίσεις. Ό γνωστός Κήπος,
πού λικνιζόταν έλαφρά. Μόνο τότε πρόβαλε 6 Χορευτής.
"Α, όχι αύτόςΙ Φθάνει! Γιατί, όσο κι άν παρασταίνει ανάλαφρα,
μασκαρεύεται και γίνεται άστός και μπαίνει
μέσα στό σπίτι άπό τήν πίσω πόρτα.
Δέν θέλω αύτές τις μισογεμισμένες μάσκες, προτιμώ
τήν Κούκλα, πού είναι γεμάτη. Θέλω
ν' άντέξω τόν φλοιό της, τά μέσα της σύρματα,
τό φτιαγμένο άπό έπίδειξη πρόσωπο της. Νά, κάθομαι έδώ μπροστά.
Κι άν σβήσουν τά φώτα, κι άν άκόμη μου πουν
«τέλος της παράστασης», κι άν άκόμη άπ' τή σκηνή
μέ πλησιάζει τό Κενό μ' ένα γκρίζο ρεύμα άγέρα
κι άν άκόμη κανένας άπ' τούς σιωπηλούς προγόνους μου
δέν κάθεται πιά έδώ μαζί μου, καμμιά γυναίκα, μήτε

0 1 Ε Λ Ε Γ Ε Ί Ε ς ΤΟΓ ΝΤΟ ΥΙΝΟ

κι έκεϊνο ακόμη το αγόρι μ,έ τό καστανό, άλλοίθωρό του μάτι
μένω, παρ' δλα αυτά. Γιατί πάντα υπάρχει θέαμα.
Δεν έχω δίκιο; Έσύ, πατέρα, που για χάρη μου τόσο πικρή
σου ήταν ή γεύση της ζωής, τή δική μου καθώς δοκίμαζες,
τό πρώτο θολό έκχύλισμα της δικής μου έπιβλημένης παρουσίας,
μ,ιά πού μεγάλωνα, ναι, πάντα δοκιμάζοντάς το,
καί, όλος έγνοια μέ τήν τελική γεύση ένός τόσο ξένου μέλλοντος,
έξέταζες τό καλυμμένο μου βλέμμα—
έσύ, πατέρα, από τότε πού είσαι νεκρός, συχνά
μες στήν έλπίδα μου, βαθιά μου μέσα, άγωνιάς
και τήν άταραξία πού έχουν οΐ νεκροί, βασίλεια αταραξίας,
τα παρατάς μόνο για κάτι λίγο άπ' τή δική μου μοίρα —
Δεν έχω δίκιο; Κι έσάς τό λέω, δέν έχω δίκιο; Έσας,
πού μ' αγαπούσατε μονάχα για τή μικρή άρχή
πού ειχα για σας αγάπης, άπ' τήν οποία πάντα ξέφευγα,
έπειδή 6 χώρος πού είχατε στήν οψη σας,
μιά πού τόν άγαποΰσα, πήγαινε μέσα σ' ενα Σύμπαν,
όπου πιά δέν ύπήρχατε... έσάς λέω λοιπόν: "Οποτε μου άρέσει
μπροστά στοΰ Κουκλοθέατρου τή σκηνή νά καρτερώ, όχι.

47

48

ΡΑΙΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚ Κ

άπόλυτα έκεϊ μέσα νά κοιτάζω, τόσο, πού για ν' αντισταθμίσει πια
τούτο τό βλέμα μου, ενας "Αγγελος πρέπει νά προβάλει
έκεϊ σαν ήθοποιός, τους φλοιούς έκείνους σηκώνοντας ψηλά—
Ό "Αγγελος και ή Κούκλα: "Α, τότε έπιτέλους έχουμε παράσταση!
Τότε ένώνεται και πάλι αύτό πού έμεϊς πάντα διχάζουμε
μέ τό νά βρισκόμαστε έδώ. Τότε πρωτοδημιουργεϊται
από τις έποχές μας της όλης μεταμόρφωσης 6 κλειστός κύκλος.
Και τότε, ψηλά, πιό πάνω από μας,
ό "Αγγελος παρασταίνει. Γιά κοίτα, οΐ έτοιμοθάνατοι
δέν θά 'πρεπε νά υποψιάζονται πόσο γεμάτα μέ προφάσεις
είναι δλα όσα πετυχαίνουμε έδώ κάτω; Αφοΰ τό κάθε πράγμα
δέν είναι αύτό πού είναι. "Α, ώρες της παιδικής ήλικίας,
δταν πίσω άπ' τις φιγούρες υπήρχε κάτι πιό πολύ
άπό τά περασμένα μόνο και μπροστά μας μέλλον κανένα.
Φυσικά, μεγαλώναμε καΐ πολλές φορές βιαζόμασταν
νά μεγαλώσουμε πιό γρήγορα, λίγο και γιά χάρη έκείνων,
πού τίποτε πιά δέν εϊχαν, παρά τό ότι ήταν μεγάλοι.
Και ήμασταν, άλήθεια, μέσα στή μοναχική πορεία μας
εύχαριστημένοι μέ ο,τι διαρκεί κι άπλώς στεκόμασταν
στόν χώρο τόν ένδιάμεσο, άνάμεσα σέ Κόσμο και Παιγνίδια,
σέ μιά θέση δηλαδή, πού έξαρχής ειχε θεμελιωθεί

0 1 Ε Λ Ε Γ Ε Ί Ε ς ΤΟΤΝΤΟΤΙΝΟ

49

για μια διαδικασία άγνή.
Ποιος παρουσιάζει ένα παιδί, έτσι καθώς στέκει; Ποιος
τό βάζει άνάμεσα στ' άστέρια και του δίνει στο χέρι
τό μέτρο της Απόστασης; Ποιος φτιάχνει τον θάνατο των παιδιών
άπό γκρίζο ψωμί, πού ξεραίνεται — ή τον άφήνει
μέσα στο στρογγυλό τους στόμα έτσι, σαν ψίχα
ένός δμορφου μήλου;... Τους φονιάδες εύκολα
τους ξεχωρίζεις. "Ομως τοΰτο: τον Θάνατο,
ολόκληρο τον Θάνατο, ήδη πρίν άπό τή ζωή
τόσο τρυφερά μέσα σου νά περικλείσεις, δίχως να γογγύζεις,
ά, τοΰτο δέν λέγεται μέ λόγια!

α. «Αγόρι μέ τό καστανό, άλλοίθωρο μάτι»: Πρόκειται για τον εξάδελφο του
ποιητή Ε§οη Κ,ϊΐΐίε, πού πέθανε πολύ μικρός. Στή μνήμη του αφιέρωσε ό ποιητής τό
8ο Σονέτο άπό τό Β' Μέρος των Σονέτων του για τόν Όρφέα.

Η ΠΈΜΠΤΗ ΕΛΕΓΕΊΑ
αφιερωμένη στήν κυρία ΗεΠίια Κοοηίβ

Μά πές μου, ποιοί εϊναί τοΰτοι οΐ πλανόδιοι, αυτοί οΐ λίγο
πιο περαστικοί κι άπό έμας άκόμη, πού άπό πολύ νωρίς
τόσο επίμονα τούς στύβει μια πάντα άνικανοποίητη θέληση
(για ποιόν, για ποιου τή χάρη;) Ναί, τούς στύβει,
τούς λυγίζει, τούς στρίβει σαν θηλιές και τούς δονεϊ,
πέρα τούς τινάζει και ξανά πίσω τούς άρπάζει; Λές καΐ μέσα
άπό λαδωμένο, πιο γλιστερό ν άέρα προσγειώνονται και πάλι
πάνω στο φαγωμένο ταπέτο, πού έχει λεπτύνει άπό τ' ασταμάτητα
πηδήματά τους, σ' αυτό τό ταπέτο
τό χαμένο μές στό Σύμπαν,
τό άπλωμένο σάν τσιρότο, λές κι είχε στό σημείο έκεϊνο

52

ΡΑΙΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚ Κ

6 ουρανός των προαστίων πληγώσει τή γή. Κι έκεϊ περίπου,
δρθια στημένο, άφοΰ πρέπει να τό δείχνουν: τό πρώτο γράμμα
του σταματήματος τους, κεφαλαίο... άφου δα και τους πιο δυνατούς
άκόμη άντρες ξανά τους κατρακύλα, έτσι γι' αστείο, ή λαβή
πού δλο και ξανάρχεται, δπως κι 6 Αυγουστος 6 Ισχυρός
κυλοΰσε πάνω στο φαγητό ένα τσίγκινο πιάτο.
"Αχ, και γύρω άπ' αυτό τό κέντρο
τό ρόδο του θεάματος άνθεϊ
και φυλλορροεϊ. Γύρω άπ' αύτό τό γουδοχέρι,
τόν ύπερο, αγγιγμένο άπ' τή δική του γύρη
κι έτσι ξανά γονιμοποιημένο σέ άπατηλό της δυσθυμίας καρπό,
καρπό πού ποτέ δέν τή νιώθει, γυαλιστερό μέ λεπτότατη
έπιφάνεια καρπό, πού ψευτοχαμογελάει δυσθυμία.
Νά, ό γέρο-άκροβάτης πού στήριζε τούς άλλους,
μαραμένος κι δλος ρυτίδες, πού μόνο τό τύμπανο
μπορεί πιά νά χτυπά, σουφρωμένος μές στό τεράστιο δέρμα του
λες κι αύτό κάποτε χωρούσε μέσα του ^υό άντρες,
πού ήδη 6 ένας τους κείται τώρα στης εκκλησίας τό κοιμητήρι,
ώστε τοϋτος εδώ έπιζεϊ εκείνου.

0 1 Ε Λ Ε Γ Ε Ί Ε ς ΤΟΥ ΝΤΟΤΪΝΟ

κουφός καΐ πότε πότε καΐ λιγάκι σαστισμένος
μέσα στο χηρευάμενό του δέρμα.
Άλλα νά, ό νέος άντρας
σάν νά ήταν γιος ένός σβέρκου και μιας καλόγριας:
σφιχτός, γεροδεμένος, γεμάτος
μυς καΐ άπλότητα.
"^Ω έσεϊς,
πού κάποτε μιά άρρώστια, μικρή τότε άκόμη,
σας πήρε σάν νά ήσασταν παιγνίδι,
σέ μιά άπ' τις μακρόχρονές της άναρρώσεις...
Έσύ, νέε άντρα, έσύ μ* έκείνη τήν πρόσκρουση,
έτσι δπως μόνον οί καρποί τήν γνωρίζουν, άγουρε,
πού κάθε μέρα πέφτεις έκατό φορές άπ' τό δέντρο της κίνησης,
πού τό έφτιαξε ή κομπανία σου (δέντρο, πού γρήγορα σάν τό νερό,
έχει σέ λίγα λεπτά και "Ανοιξη και Θέρος και Φθινόπωρο) —
ναί, έσύ πού πέφτεις κι άναπηδάς πάνω στον τάφο:
κάποιες φορές, στο μικρό διάλειμμα, πάει νά σχηματισθεί
στο πρόσωπό σου ένα υφος άγάπης γιά κει πέρα προς τή σπάνια
τρυφερή μητέρα σου.

53

54

ΡΑΙΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚ Κ

"Ομως, νά, χώνεται μές στο κορμί σου αυτός πού ολοκληρωτικά
σβήνει ένα τέτοιο ντροπαλό, μόλις και δοκιμασμένο, πρόσωπο...
Άφου και πάλι ό μέσα σου άντρας χτυπά τα χέρια έτοιμος για το άλμα,
και τό κάψιμο έκεϊνο στις πατούσες προλαβαίνει τήν άπαρχή του,
πριν καν τή νιώσεις, τον πόνο έκεϊνο στο πλάι της πάντα
αφηνιασμένης σου καρδιάς,
με λίγα δάκρυα σωματικά, πού άργοκυλοΰν στα μάτια σου.
Παρ' δλα αυτά, έτσι στα τυφλά,
νά, τό Χαμόγελο...
"Ώ αυτό τό μικρολούλουδο βοτάνι πάρε το, δρέψε το, "Αγγελε!
Κάνε ένα βάζο και φύλαξέ το! Βάλ' το ανάμεσα σ' έκεϊνες τις χαρές
πού άκόμτ] δέν άνθησαν για μας! "Υμνησέ το
μέσα σε υδρία χαριτωμένη, με τήν ανθισμένη
κι ορμητική έπιγραφή: δυΙ)Πδΐο δ&ΐΐαΐ (τό χαμόγελο πηδα).
Κι έπειτα έσύ Χαριτωμένη,
έσύ, πού οί θελκτικότερες χαρές
σε υπερπήδησαν βουβά. "Ισως και νά 'ναι τα κρόσσια
της στολής σου για χάρη σου ευτυχισμένα,
ε'ίτε και πάνω στα νεανικά, σφιχτά σου στήθη

0 1 Ε Λ Ε Γ Ε Ί Ε ς ΤΟΤΝΤΟΓΪΝΟ

τό πράσινο μεταλλόχρωμο μετάξι της νά νιώθει
άπέραντα χαϊδεμένο και τίποτε νά μήν του λείπει.
Έσύ,
αγοραίε καρπέ της άταραξίας,
πάντα αλλιώτικα βαλμένε πάνω σε δλα τα αιωρούμενα
μονόζυγα της ισορροπίας,
σέ κοινή θέα κάτω άπ' τους ώμους.
Που, ώ 7Γ0ί>, είναι ό τόπος —μές στήν καρδιά τον κουβαλώ—
δπου αύτοι διόλου δέν μπορούσαν, δπου ακόμη επεφταν
μακριά ό ενας άπ' τον άλλον, δπως ζώα πού βατεύονται κι άδέξια
ζευγαρώνουν, δπου τό βάρος του κορμιού είναι βαρύ ακόμη,
δπου άπ' τά ραβδάκια τους, πού μάταια στροβιλίζονται,
τρεκλά άκόμη τά πιάτα στριφογυρνούν...
ΚαΙ ξάφνου, σ' αυτό τό έπίμονο «Πουθενά», ξάφνου
ή ανείπωτη θέση, δπου ή απόλυτη ένδεια
ακατανόητα μεταμορφώνεται-μεταπηδά
σ' έκείνη τήν κενή Πλησμονή,
δπου 6 λογαριασμός μέ τά πολλά ψηφιά
βγαίνει σωστός δίχως κανέναν άριθμό.

55

56

ΡΑΙΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚ Κ

Πλατείες, ώ πλατεία στο Παρίσι, άπέραντη πλατεία θεάτρου,
δπου ή μοδίστρα, ή μαντάμ Λαμόρ,
τους ανήσυχους δρόμους της γης, αυτές τΙς δίχως άκρα κορδέλες,
τις θηλιάζει και τις στρίβει κι άπ' αυτές νέους έπινοεϊ
φιόγκους και γιακάδες, λουλούδια και κονκάρδες, ψεύτικα φροϋταδλα τους απατηλά βαμμένα— γιά τά φθηνά
της μοίρας χειμωνιάτικα καπέλα.
"Αγγελε! Άν υπήρχε μιά πλατεία, άγνωστή μας, κι έκεϊ,
πάνω σέ άνείπωτο ταπέτο, άν παράσταιναν οΐ Εραστές
αυτό πού εδώ ποτέ δέν το μπορούν: τις θαρραλέες
ψηλές φιγούρες άπ' τής καρδιάς τους τήν ορμή,
τις «πυραμίδες» του πόθου τους, τις σκάλες τους νά πάλλονται,
αυτές πού άπό καιρό κι έκεϊ δπου ποτέ έδαφος δέν υπήρξε
γέρνουν μονάχα ή μιά πάνω στήν άλλη, — ναί, άν το μπορούσαν
μπροστά στούς θεατές τριγύρω τους, αυτούς τούς άναρίθμητους
και άφωνους νεκρούς:
Τότε, θά έριχναν αύτοι τά τελευταία τους, πάντα έξοικονομημένα,
πάντα κρυμμένα, άγνωστά μας κι αιώνια πού ισχύουν,
νομίσματα τής Εύτυχίας μπρος στο ζευγάρι, πού πάνω σέ ταπέτο
ικανοποιημένο έπιτέλους γνήσια θά χαμογελούσε;

0 1 Ε Λ Ε Γ Ε Ί Ε ς ΤΟΓ Ν Τ Ο Υ Ϊ Ν Ο

57

α. ΗοηΠα Κοοηΐ^ (άφιέρωση): Γνωστή τοΰ Ρίλκε, πού είχε άγοράσει και της
άνηκε ό γνωστός πίνακας τοΰ ΡαΜο Ρίο&δδο «01 Σαλτίμπάγκοι». Άπ' αύτόν
εμπνεύστηκε ό ποιητής τήν Ελεγεία αύτή και τα πρωταγωνιστικά της πρόσωπα.
β. Αύγουστος 6 Ισχυρός: γνωστός για τή σωματική του δύναμη Έκλέκτωρ
της Σαξονίας (1670-1733). Τα αναφερόμενα από τον Ρίλκε γι' αύτόν εΤναι αληθινά
(μάλιστα έσπαζε τα τσίγκινα πιάτα μέ τά χέρια του).

Η Ε Κ Τ Η ΕΛΕΓΕΊΑ

Άπό πόσον κιόλας καιρό, ώ Συκιά, σπουδαίο είναι για μένα
τό πώς τή σελίδα της άνθησης σχεδόν ολότελα πηδάς
και σπρώχνεις μ,έσα στον έγκαιρα πού άποφασίστηκε καρπό,
δίχως καύχηση καμμιά, τό καθαρό σου μυστικό.
"Οπως συντριβανιου σωλήνας, έτσι και τα κυρτά κλαδιά σου
πάνω και κάτω σπρώχνουν τον χυμό κι αύτός άναπηδα άπ' τόν ύπνο,
χωρίς σχεδόν νά 'χει ξυπνήσει, μέσα στήν εύτυχία του πιο γλυκού
σου κατορθώματος,
δές, όπως μέσα στόν κύκνο κι 6 Θεός.
Έμεϊς δμως, άχ, άργοπορουμε,
γα τήν άνθηση καυχιόμαστε και στόν καθυστερημένο πυρήνα
του τελικού καρπού μας μπαίνουμε προδομένοι.
Σε λίγους μόνο 6 πόθος για δράση φουντώνει τόσο δυνατός.

60

ΡΑΙΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚ Κ

ώστε κιόλας σταματούν και πυρακτώνονται μέσα στήν πλησμονή
της καρδίας,
καθώς ή παραπλάνηση της άνθησης, σάν ήσυχος νυχτιάτικος άγέρας,
τους άγγίζει τά βλέφαρα και του στόματος τή νιότη:
στους ήρωες ίσως και σ' αυτούς πού προορίστηκαν για τά ψηλά
άπό νωρίς
και πού ό Κηπουρός-θάνατος αλλιώς τις φλέβες τους λυγίζει.
Αύτοι όρμουν γιά κει κι είναι πιο μπροστά άπ' το χαμόγελο τους,
δπως είναι και τ' άλογα πιο μπροστά άπ' τον νικηφόρο Βασιλιά
στις ήρεμες έκεϊνες, κοίλες εικόνες του Καρνάκ.
Γιατί 6 "Ηρωας μοιάζει θαυμαστά μ' έκείνους πού πέθαναν νέοι.
Ή διάρκεια δέν θά τον διεκδικούσε. Ή άνοδος του είναι ύπαρξη.
Συνέχεια προχωρεί έμπρός και μπαίνει μέσα στου σταθερού κινδύνου του
τον άλλαγμένο άστερισμό. Κι έκεϊ λίγοι θά τον άκολουθοϋσαν.
"Ομως ή μοίρα, πού σκοτεινά έμάς αποσιωπά, μ' έκεϊνον ξάφνου
ένθουσιάζεται
και τον ύμνεϊ μέσα στου φρενιασμένου κόσμου του τή θύελλα.
Άφου σάν κι αυτόν κανέναν δέν ακούω. Μοναστραπις
μ' εκείνης τον κυλιόμενο άγέρα μέ διαπέρνα ό σκοτεινιασμένος του ήχος.
Και τότε, πόσο πολύ θά τό 'θελα νά φυλαχτώ άπ' τή λαχτάρα:

ο I Ε Λ Ε Γ Ε Ί Ε ς ΤΟΓ ΝΤΟΤΊΝΟ

61

νά ήμουν, νά ήμουν ένα άγόρι, ναί, νά γινόταν πάλι νά είμαι
και νά καθόμουν στηριγμένος σέ μπράτσα μελλοντικά μου,
νά διάβαζα γιά τον Σαμψών και πώς ή μητέρα του, πού πρώτα
δέν έκανε παιδιά, μετά γέννησε τά πάντα.
Μήπως δέν ήταν ήδη μέσα σου "Ηρωας, μητέρα, μήπως
δέν άρχισε κιόλας μέσα σου έκεϊ νά διαλέγει σάν Κυρίαρχος;
Χιλιάδες μές στή μήτρα σου ζυμώνονταν κι ήθελαν εκείνος νά είναι,
μά δές: αυτός άρπαξε, αυτός άφησε στήν άκρη. Διάλεξε και μπόρεσε.
Κι αν γκρέμισε κολώνες, τό έκανε γιατί, κινώντας άπ' τον κόσμο
του κορμιού σου, μπήκε στον στενότερο κόσμο, δπου
συνέχισε νά μπορεί και νά διαλέγει. "^Ω μητέρες Ηρώων,
ώ πηγή ποταμών άφρισμένων! Έσεϊς είστε τά φαράγγια, δπου,
θρηνώντας κιόλας οί κοπέλες, μέσα τους γκρεμίστηκαν άπό ψηλά,
άπ' της καρδίας τό χείλος, θύματα μελλοντικά του Γιου.
Γιατί ορμούσε ό "Ηρωας μές άπ' του "Ερωτα τις παύσεις,
τό κάθε ψηλά τον σήκωνε, τό κάθε πού τον γνοιαζόταν καρδιοχτύπι,
μά 'κεϊνος ήδη άποστραμμένος, στεκόταν στο τέρμα τών Χαμόγελων
άλλιώς.

Η ΕΒΔΟΜΗ ΕΛΕΓΕΊΑ

"Οχι πια κάλεσμα έρωτικό, οχι, μα ώριμη φωνή άς είναι
ή ουσία της κραυγής σου. Βέβαια, καθαρά θα κραύγαζες σαν τό πουλί,
δταν τό ανυψώνει ή ανερχόμενη εποχή, πού σχεδόν ξεχνά
πώς είναι κι αυτό ενα ζωντανό γεμάτο έγνοιες κι οχι μια ξεχωριστή
καρδιά μόνο,
πού έτσι τήν ρίχνει μές στήν Αιθρία, στούς οικείους ουρανούς.
"Οπως και του πουλιοΰ,
έτσι θά ήταν και τό δικό σου κάλεσμα, όχι πιό λίγο, ώστε
άόρατον άκόμη, νά σέ άκουγε ή σιωπηλή Φίλη, πού μέσα της
μιά άπάντηση άργοξυπνά και ζεσταίνεται πάνω άπό τ' άκουσμά σου—,
στό τολμηρό σου αίσθημα ν' άπαντα πυρακτωμένο τό δικό της.
"Ω, θά τό καταλάβαινε κι ή "Ανοιξη, άφοΰ σ' αύτήν μέρος δεν υπάρχει

64

ΡΑΙΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚ Κ

πού νά μήν εφερνε του Ευαγγελισμοΰ τον ήχο. Εκείνον πρώτα
τον μικρό, πού δλο ρωτα, φθόγγο, αυτόν πού μια αισιόδοξη
και καθαρή μέρα τον άποσιωπά μ' έντεινόμενη σιωπή πέρα για πέρα.
Τα σκαλιά μετά προς τά ψηλά, του καλέσματος σκαλιά προς τά ψηλά,
προς τον ονειρευτό του μέλλοντος Ναό—. Πιό μετά τήν τρίλλια,
ένα συντριβάνι πού μέσα στον ορμητικό του πίδακα κιόλας
τήν πτώση προμηνά μέ υπόσχεσης παιγνίδι... Τέλος, μπροστά της τό
Καλοκαίρι.
"Οχι μόνο δλα του καλοκαιριού τά πρωινά, όχι μόνο έτσι καθώς
μεταμορφώνονται αυτά σε μέρα κι από τοΰτο τό ξεκίνημά τους
άχτινοβολοΰν.
Όχι μόνο οί μέρες, οί τρυφερές τριγύρω άπ' τά λουλούδια
και ψηλά, γύρω άπ' τά μεγαλωμένα δέντρα, πελώριες και δυνατές.
Όχι μόνο ή κατάνυξη αυτών των άναπτυγμένων δυνάμεων,
όχι μόνο οΐ δρόμοι, δχι μόνο τά λιβάδια στο δειλινό,
δχι μόνο, μετά τήν άργοπορημένη μπόρα ή αιθρία πού ανασαίνει,
δχι μόνο 6 ύπνος πού πλησιάζει και μιά προαίσθηση, τό βράδυ...
αλλά οί Νύχτες! Άλλά οί ψηλές του καλοκαιριού νύχτες,
μά και τ' αστέρια, της γης τ' αστέρια.
'Ώ κάποτε νεκροί σάν θά 'ναι, απέραντα θέ νά γνωρίσουν

0 1 Ε Λ Ε Γ Ε Ί Ε ς ΤΟΥ ΝΤΟΥΙΝΟ

65

δλοι δλα τ' άστέρια. Γιατί και πώς, πώς, πώς νά τα ξεχάσουν;
Για 8ες, ας ποϋμε πώς φώναζα τήν Αγαπημένη. Μα τότε δέν θα 'ρχόταν
μόνο αύτη... Θά 'ρχονταν κι άπό τάφους άδύναμους
κοπέλες και θά στέκονταν... Γιατί και πώς θά περιόριζα, πώς,
τή βγαλμένη πιά φωνή μου; 01 βουλιαγμένοι ακόμη άναζητοΰν
τή Γη. Έσεϊς παιδιά, ένα πράγμα πού τό πιάσατε κάποια φορά
έδώ και γιά πολλά άλλα θά ίσχυε. Μήν πιστεύετε, πώς ή μοίρα
είναι κάτι πιο πολύ άπ' τήν πυκνότητα τών παιδικών χρόνων.
"Α, πώς ξεπεράσατε έσεϊς τον Εραστή, λαχανιασμένα, λαχανιασμένα,
μετά άπό τρέξιμο ευτυχισμένο, έξω γιά τ' ανοιχτά, προς τό Τίποτε.
Νά ζεις έδώ εϊναι υπέροχο. Τό ξέρατε αύτό, κοπέλες, κι έσεΐς
ακόμη, έσεϊς πού μοιάζατε στερημένες, βουλιαγμένες — έσεϊς
οί βασανισμένες μέσα στών πόλεων τά πιο φριχτά σοκάκια,
ανοιχτές στον ξεπεσμό.
Άφοΰ 6 καθένας τους μιάν ώρα διαρκούσε, ισως ούτε κάν μιάν
ολόκληρη ώρα, κάτι άνάμεσα σε δυο στιγμές, πού μόλις και τό λογαριάζει ό χρόνος—,
κι έτσι αυτός είχε ύπαρξη. Τά είχε δλα. Και τις φλέβες μέ ύπαρξη
γεμάτες.

66

ΡΑΙΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚ Κ

Μόνο πού έμεϊς πολύ εύκολα ξεχναμ,ε αυτό, πού 6 γελαστός μας
γείτονας μήτε τό βεβαιώνει, μήτε μας τό ζηλεύει. Κι έπιθυμοΰμε
να τό υψώσουμε να γίνει φανερό, αν καί, βέβαια, ή πιο φανερή
εύτυχία για πρώτη μας άποκαλύπτεται φορά, δταν έντός μας τή μεταμορφώνουμε.
Πουθενά, Αγαπημένη, δέν θα ύπάρχει Κόσμος, παρά έντός μας.
Μέ μεταμόρφωση διαβαίνει ή ζωή μας, τό έξωτερικό μας πάντοτε
φθίνει και λιγοστεύει. Έκεϊ πού κάποτε στεκόταν ένα σπίτι
άνθεκτικό, τώρα αύτοπροτείνεται μπαίνοντας στή μέση μια εικόνα
έπινόησης κι άνήκει άπόλυτα στα έπινοήματα, σαν να βρισκόταν
άκόμη δλη μέσα στο μυαλό.
Μεγάλες άποθήκες δύναμης χτίζει για τον έαυτό του τό πνεύμα
της έποχής, άμορφο, σαν τήν τεντωμένη ορμή, πού τήν καρπώνεται
άπ' τα πάντα.
Ναούς πια δέν γνωρίζει. Μια τέτοια σπατάλη της καρδίας
έμεϊς μέ τρόπο πιο κρυφό τήν άποφεύγουμε. Ναί, δπου άκόμη
άντέχει ένα πράγμα, πού κάποτε σ' αύτό προσευχηθήκαμε, γονατίσαμε
και τό ύπηρετήσαμε,
διατηρείται άναλλοίωτο προς τή μεριά κιόλας του Αόρατου.
Πολλοί πιά δέν τό νιώθουν κι έτσι χάνουν τό πλεονέκτημα
μέσα τους νά τό χτίσουν τώρα πιο μεγάλο, μέ αγάλματα και στύλους!

0 1 Ε Λ Ε Γ Ε Ί Ε ς ΤΟΥ ΝΤΟΥΙΝΟ

67

Κάθε άμ,υδρή του Κόσμου άλλαγή έχει τέτοιους άπόκληρους,
πού μήτε τό περασμένο μήτε και τό έπόμενο τους άνήκει.
Γιατί και τό έπόμενο είναι για τους άνθρώπους μακρινό.
"Ομως έμας δέν πρέπει αυτό να συγχύζει, άλλα να ένισχύει
μέσα μας τή διατήρηση της άκόμη αναγνωρίσιμης Μορφής, Άφου
τό έπόμενο στεκόταν κάποτε ανάμεσα στούς άνθρώπους,
στό κέντρο της μοίρας τους στεκόταν, αύτης πού δλα έκμηδενίζει,
στεκόταν μέσα στήν άγνοια για προορισμό, σαν νά 'χε ύπαρξη,
κι έσυρε πάνω του άστέρια άπό βέβαιους ούρανούς. "Αγγελε,
νά έι^ώ, άκόμη τό δείχνω σ' ΈσέναΙ Μέσα στό βλέμμα σου
στέκεται έπιτέλους σωσμένο, τώρα στητό έπιτέλους.
Κολώνες, Πυλώνες, ή Σφίγγα, ή φιλόδοξη ώθηση πρός τά ψηλά,
έτσι γκρίζα πού προβάλλει πάνω άπό πόλη έφήμερη ή πόλη ξένη, της
Μητρόπολης.
Δεν ήταν θαΰμα; "Ω, θαύμαζε "Αγγελε, γιατί έμεΐς είμαστε αύτό,
έμεϊς, ώ Μεγάλε, πές το παντού πώς έμεϊς κάτι τέτοιο κατορθώσαμε,
μια κι ή δική μου άνάσα δέν φθάνει για έναν τέτοιον ύμνο.
Παρ' δλα αυτά, δέν χάσαμε τούς Χώρους, αυτούς τούς δωρητές,
αύτούς τούς βίκους μας χώρους (πόσο φοβερά μεγάλοι
πρέπει νά είναι, άφου δέν τούς γέμισε τό αίσθημά μας χρόνων χιλιάδων!)

68

ΡΑΙΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚ Κ

Μά ένα καμπαναριό ήταν ψηλό, έτσι δέν είναι; "^Ω Άγγελε, δέν ήταν
ψηλό και πλάι σου άκόμ,η; Ή Σαρτρ ήταν ψηλή — κι ή Μουσική
έφθανε άκόμη πιό ψηλά, μας ξεπερνούσε. Άλλα και μόνο
μια Αγαπημένη — ώ έτσι μονάχη της σέ νυχτιάτικο παραθύρι...
δεν θα σου έφθανε μέχρι τό γόνατο; —
Μη νομίσεις. Άγγελε,
πώς σέ έπικαλουμαι, ακόμη κι άν τό έκανα! Δέν έρχεσαι. Γιατί
ή έπίκλησή μου είναι πάντα μέ άπόδιωξη γεμάτη. Και δέν μπορείς
σέ ρεύμα τόσο δυνατό ένάντια νά βαδίσεις. Ή έπίκλησή μου
είναι σαν ένα μπράτσο τεντωμένο, πού τό χέρι του, θέλοντας ν' αδράξει
άνοίγει στα ψηλά και μένει σαν προειδοποίηση κι άντίσταση,
ώ Ασύλληπτε, ορθάνοιχτο μπροστά σου!

Η ΟΓΔΟΗ ΕΛΕΓΕΊΑ

άφιερωμένη στον Κυάοΐί ΚαδδΠϋΓ
Μέ δλα τά μάτια τους βλέπουν τά πλάσματα
τό Ανοικτό. Και μόνο τά δικά μας μάτια
λές κι είναι άνάποδα, στραμμένα στον εαυτό τους,
σαν παγίδες τριγύρω στήν έλεύθερη έξοδό τους.
"Ο,τι υπάρχει έξω έκεϊ τό γνωρίζουμε μόνο
άπό του ζώου τήν δψη. Άφοΰ ήδη τό μικρό παίδι
τό αναγκάζουμε άπ' τήν άλλη να στραφεί, ώστε να βλέπει
πίσω τόν κόσμο των μορφών κι όχι να κοιτάζει τό Ανοικτό,
τόσο βαθύ πού φαίνεται στων ζώων τήν οψη. Ελεύθερο άπό θάνατο.
Αύτόν μόνον έμεϊς τόν βλέπουμε. Ένώ τό έλεύθερο ζώο
έχει διαρκώς πίσω του τή φθορά και μπρός του τόν Θεό

70

ΡΑΙΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚ Κ

κι δταν προχωρεί, τότε προχωρεί αιώνια
έτσι καθώς τρέχουν κι οΐ πηγές.
Έ[χεΐς ποτέ δέν έχουμε, ουτε για μ,ιά μονάχα μέρα,
τον άγνό Χώρο μπροστά μας, έκεϊ δπου τα λουλούδια
άτέλειωτα φυτρώνουν. Για μας υπάρχει πάντα Κόσμος
και ποτέ τό Πουθενά τό δίχως "Αρνηση: τό Άγνό,
τό Αφύλακτο, πού τό ανασαίνουμε κι άπέραντα τό γνωρίζουμε
κι έτσι δέν τό ποθούμε. Σαν παίδι χάνεται κάποιος μέσα σ' Αύτοΰ
τόν θηλασμό και συνταράζεται. "Ή κι ενας άλλος πεθαίνει
και γίνεται Αυτό.
Γιατί κοντά στόν θάνατο, τόν θάνατο πιά δέν βλέπεις,
στό "Εξω προσηλώνεσαι, ίσως μέ τό μεγάλο των ζώων βλέμμα.
Οί Εραστές, αν έλειπε 6 ένας άπ* τους δυό τους, πού αλλοιώνει
γιά τόν άλλον τή θέα, κοντά του βρίσκονται και άπορου ν...
Γιατί, σάν άπό λάθος, προβάλλει γι' αύτούς τό Ανοικτό
πίσω άπ' τόν έραστή τους... "Ομως πέρα και πίσω άπ' αύτόν
κανείς τους δέν προχωρεί κι έτσι ξανά δλα του γίνονται Κόσμος.
Στραμμένοι πάντα πρός τήν Πλάση, βλέπουμε μόνον έπάνω της
τό άντικαθρέφτισμα του Ελεύθερου
σκοτεινιασμένου άπό μας. Είτε και δτι ένα ζώο
βουβό τό βλέμμα του σηκώνει κι ήρεμα μ' αύτό μας διαπέρνα.

0 1 Ε Λ Ε Γ Ε Ί Ε ς ΤΟΤ Ν Τ Ο Π Ν Ο

Αυτό είναι ή μοίρα: άντικρυστά να στέκεσαι,
τίποτε έξω άπ' αύτο και πάντα άντικρυστά.
"*Αν μια συνείδηση δμοια μέ τή δική μας
υπήρχε μές στο βέβαιο ζώο, πού μπροστά μας διαβαίνει
προς κατεύθυνση άλλη — τότε θα μας στροβίλιζε
μέ τις μεταβολές του. Κι όμως για τό ίδιο
ή υπαρξή του είναι άπέραντη, άσύλληπτη, δίχως βλέμμα
για τήν κατάστασή του, άγνή δπως και ή ματιά του.
Κι δπου έμεϊς βλέπουμε μέλλον, αύτό βλέπει τό Παν,
τον εαυτό του μές στο Παν για πάντα λυτρωμένον.
Κι δμως μέσα στό ζεστό κι άγρυπνο ζώο
υπάρχει τό βάρος και ή έγνοια μιας θλίψης μεγάλης.
Γιατί και σ' αύτό μένει πάντα προσκολλημένο
δ,τι κι έμας συχνά καταβάλλει: ή Ανάμνηση,
σαν νά 'ταν κιόλας κάποτε αύτό πού λαχταρούμε
πιό κοντά μας, πιό πιστό, άπέραντα ένωμένο τρυφερά
μαζί μας. Έδώ εϊναι δλα Απόσταση
κι έκεϊ ήταν Ανάσα. "Ετσι, μετά τήν πρώτη του πατρίδα
στό ζώο φαντάζει αύτή ή δεύτερη θύελλες γεμάτη και άνέμους.

71

72

ΡΑΙΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚ Κ

"^Ω ευδαιμονία του μικροΰ πλάσματος, άφου πάντα
παραμένει μέσα στή μήτρα πού τό κυοφόρησε.
"^Ω τύχη καλή του κουνουπιου, πού συνεχίζει έντός του
να σκιρτά, άκόμη κι δταν ζευγαρώνει! Γιατί ή μήτρα είναι τό Παν.
Δές, τή μισή έκείνη σιγουριά μές στο πουλί,
πού σχεδόν ξέρει και τά δυο μέρη της καταγωγής του,
λές κι είναι ή ψυχή ένός άπό εκείνους τούς νεκρούς Έτρούσκους,
πού τον δέχτηκε ένα χώρος, σκεπασμένος δμως
μέ τή γνωστή ξαπλωμένη μορφή για κάλυμμα.
Και πόσο σαστίζει ένα πού πρέπει να πετάξει
και προέρχεται άπό μιά μήτρα. Σάν άπ' τόν ίδιο τόν έαυτό του
τρομαγμένο, σπαρταρά και ξεσχίζει τόν άέρα,
δπως πάει κι ή ραγισματιά πάνω στό φλιτζάνι. Παρόμοια
και της νυχτερίδας τό 'ίχνος χαράζει τήν πορσελάνη της νύχτας.
Κι έμεϊς: παντού και πάντοτε θεατές,
στραμμένοι πρός τά πάντα, ποτέ πρός τά έξω!
Τό παν μας κατακλύζει. Τό βάζουμε σέ τάξη — διαλύεται.
Τό ξαναβάζουμε σέ τάξη — διαλυόμαστε έμεϊς.
Ποιός, λοιπόν, έτσι μας έστρεψε, ώστε
δ,τι κι αν κάνουμε, παίρνουμε τή στάση κάποιου

0 1 Ε Λ Ε Γ Ε Ί Ε ς Τ Ο Ϊ ΝΤΟΓΙΝΟ

73

πού δλο άναχωρεϊ; "Οπως κι έκεινος πάνω
στον τελευταίο λόφο, άπ' δπου ολη του τήν κοιλάδα μπορεί
γι' άκόμ,η μια φορά να δει, δλο πισωγυρνά, σταματα κι άργοπορεϊ
έτσι κι έμεϊς ζούμε και πάντα άποχαιρετοΟμε.

α. ΚυάοΙί Κ&δδηβΓ (άφιέρωση): Αυστριακός συγγραφέας, φίλος πιστός στόν Ρίλκε και στό έργο του.
β. «ξαπλωμένη φιγούρα σαν σκέπασμα»: Άπό τΙς γνωστές σαρκοφάγους των
άρχαίων Έτρούσκων, δπου έπάνω στό σκέπασμα τους έφεραν τό άγαλμα του νεκρού, δταν ήταν άκόμη έν ζωη, μισοξαπλωμένου στό πλάι (συνήθως μαζι μέ τή
σύζυγο του).

Η ΕΝΑΤΗ ΕΛΕΓΕΊΑ

Γιατί, λοιπόν, άφου είναι δυνατόν νά περάσουμε τή διάρκεια της ζωής μας
έτσι σαν νά ήταν μια δάφνη, από κάθε άλλο πράσινο λίγο πιο σκοτεινή,
με κύματα μικρά σ' εκείνες των φύλλων της τις άκριες
(άνέμου ένα χαμόγελο): γιατί τότε μιας άνθρώπινης πρέπει νά 'ναι,
ένώ δηλαδή τή μοίρα άποφεύγουμε, τή μοίρα νά λαχταρούμε;...
"Α, όχ[ έπειδή είναί Ευτυχία
αυτό τό βιαστικό πλεονέκτημα ένός έπικείμενου χάμου.
Μήτε άπό περιέργεια, μήτε και γιά έξάσκηση της καρδίας,
πού κι αυτή δμως θά ηταν μές στή δάφνη...
Άλλά γιατί είναι κάτι τό πολύ ή έδώ ζωή μας και γιατί δείχνει
πώς έμάς χρειάζεται δ,τι ύπάρχει έδώ, αυτό πού φθίνει

76

ΡΑΙΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚ Κ

καΐ πού, παράξενο, μας νοιάζει. Έμας, πού πιότερο φθίνουμε.
Μίά φορά τό καθετί, μόνο μιά φορά. Μίά φορά και ποτέ πιά.
Κι έμεΐς έπίσης μίά φορά, ποτέ ξανά. "Ομως αύτό, τό μιά φορά
νά έχεις υπάρξει, έστω κι αν μόνο μ[ά φορά:
τό νά έχει υπάρξει γψνος, μοιάζει άμετάκλητο.
Λοιπόν, βιαζόμαστε και θέλουμε νά τό κατορθώσουμε,
θέλουμε μέσα στ' άπλά μας χέρια νά τό κλείσουμε
σέ πιό γεμάτο βλέμμα μέσα και σέ άμίλητη καρδιά.
Θέλουμε νά γίνουμε αύτό. Γιά νά τό δώσουμε σέ ποιόν; Καλύτερα
νά τά κρατήσουμε δλα γιά πάντα... "Αχ, μέσα στήν άλλη Σχέση,
τί παίρνει, αλίμονο, κάνεις ψηλά μαζί του; Ούτε τό άνάβλεμμα
πού έμαθε σιγά σιγά, κανένα από τά εδώ συμβάντα. Τίποτε.
"Αρα τούς πόνους. "Αρα, πριν άπ' ολα τή θλίψη,
άρα του "Ερωτα τή μακρόχρονη πείρα, άρα μόνο
τά Ανείπωτα. "Ομως, άργότερα,
άνάμεσα στ' άστέρια, τί θά κάνει; Αύτά είναι πιό εύκολα άνείπωτα!
Άφοϋ ο οδοιπόρος κι άπ' τήν πλαγιά άκόμη της άκρης των βουνών
δέν φέρνει πίσω στήν κοιλάδα μιά φούχτα γης, ανείπωτης γιά δλους,
παρά μιά λέξη κερδισμένη, καθαρή, τήν κίτρινη και κυανή γεντιανή.
Μήπως ζοΰμε έ8ώ γιά νά πούμε: Σπίτι, Γέφυρα,

0 1 Ε Λ Ε Γ Ε Ί Ε ς ΤΟΤΝΤΟΤΙΝΟ

77

Βρύση, Πύλη, Στάμνα, Δέντρο Καρποφόρο, Παράθυρο
και τό πολύ-πολύ: Κολώνες, Πύργος... ή μήπως για νά τα πούμε,
νιώσε το, ώ έτσι νά τά ονομάσουμε τά Πράγματα, δπως αυτά ποτέ
βαθιά τους δέν γνοιάστηκαν νά είναι; Μήπως δέν πρόκειται
γιά τον κρυφό δόλο αυτής της αποσιωπημένης γης, δταν αυτή ώθεϊ
τους Εραστές, ώστε τά πάντα νά γοητεύονται μέσα στο αϊσθημά τους;
Και τό Κατώφλι: πόσο είναι εύκολο γιά δυο έραστές, ώστε κι αύτοι
φθείρουν λιγάκι και τό δικό τους παλιότερο της θύρας κατώφλι,
ναι, κι αύτοι έπίσης, μετά άπό τόσους πριν άπ' αυτούς
και πριν άπ' δλους τους μελλοντικούς.
Τό έ8ώ είναι ή έποχή αύτου πού μπορεί νά ειπωθεί, τό έ8ώ είναι ή πατρίδα του.
Μίλησε, όμολόγησέ το! Πιό πολύ άπ' δ,τι πριν πέφτουν
και χάνονται τά πράγματα, αύτά πού μπορούμε νά βιώσουμε, έπειδή
δ,τι τά άντικαθιστα απωθώντας τα είναι ένα έργο δίχως εικόνα,
έργο κάτω άπό κρουστές, πού σκάζουν πρόθυμα μόλις στά βαθιά
ή πράξη μεγαλώνει και νέα δρια βάζει στον έαυτό της.
Σέ σφυριά άνάμεσα υπάρχει ή καρδιά μας,
δπως άνάμεσα στά δόντια ή γλώσσα,
πού δμως παραμένει αύτή πού ύμνεϊ.

78

ΡΑΙΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚ Κ

Λοιπόν, ύμνησε τον Κόσμο, δχι τον άνείπωτο, στον "Αγγελο. Γιατί
αυτόν δεν μπορείς μ* δ,τι θαυμάσιο αισθάνθηκες, νά έντυπωσιάσεις.
Μέσα στο Σύμπαν, δπου Εκείνος πιο αισθητά αισθάνεται, είσαι εσύ
ενας πρωτάρης.
Γι' αύτό, δεϊξε του τό άπλό, πού άπό γενιά σέ γενιά του δώσαμε μορφή,
κι όλοδικό μας ζει πλάι στο χέρι και μέσα στή ματιά.
Γιά τα Πράγματα μίλησέ του. Κατάπληκτος τότε θά σταθεί, δπως
στάθηκες κι έσύ δίπλα στον σχοινοποιό της Ρώμης ή πλάι στου Νείλου τον άγγειοπλάστη.
Δεϊξε του πόσο ευτυχισμένο μπορεί νά είναι ένα Πράγμα,
πόσο αθώο και δικό μας, πώς κι ο πόνος ακόμη πού θρηνεί
άποφασίζει νά πάρει μιάν άγνή μορφή του,
σάν Πράγμα υπηρετεί ή και μέσα σ' ένα Πράγμα πεθαίνει—,
κι εύτυχισμένος ξεφεύγει άπ' τό βιολί γιά πέρα. Κι αυτά τά Πράγματα,
πού ζουν άπ' τον χαμό, τό νιώθουν πώς έσύ τά υμνείς. Εφήμερα
καθώς εϊναι, μ' έμπιστοσύνη προσδοκούν μιά σωτηρία άπό μας,
τούς άκόμη πιο έφήμερους. Ζητούν νά τά μεταμορφώσουμε άπόλυτα
μές στήν άόρατη καρδιά —ώ απέραντα— σέ... μας. "Οποιοι κι αν
θά 'μαστε έμείς στο Τέλος.
"^Ω Γη, μήπως αύτό δεν θέλεις; Αόρατη

0 1 Ε Λ Ε Γ Ε Ί Ε ς Τ Ο Ϊ ΝΤΟΥΙΝΟ

79

νά υψωθείς έντός μας; Μή και δεν είναι τ' δνειρό σου
κάποτε άόρατη νά γίνεις; Γη, Αόρατη!
Ποιά είναι ή πιο έπείγουσα άποστολή σου, αν μή ή μεταμόρφωση;
"^Ω Γή άγαττημένη, έγώ αυτό τό στέργω, πίστεψέ με, δέν θά χρειάζονταν
πια οί Ανοίξεις σου για νά μέ κερδίσεις — μιά μόνο
και μοναδική, αχ, είναι κιόλας τόσο πολλή γιά τό αιμα!
Ανώνυμος κι άπό πολύ μακριά είμαι γιά σένα άποφασισμένος.
Πάντοτε είχες δίκιο κι ή άγια έμπνευσή σου
είναι 6 εχέμυθος θάνατος.
Δές, ζώ. Άπό τί; Μήτε ή παιδική ήλικία, μήτε τό μέλλον
λιγοστεύουν... "Τπαρξη άπροσμέτρητη
μές στήν καρδιά μου αναβλύζει.

Η ΔΈΚΑΤΗ ΕΛΕΓΕΊΑ

Για νά έψελνα κάποτε πάνω στήν έξοδο της βλοσυρής διαπίστωσης
ώσαννά δοξαστικά προς συγκατανευοντες Αγγέλους.
Για νά μην άποτύχαινε κανένα άπ' της καρδίας τά φανερά
πού χτύπησαν πλήκτρα πάνω σέ μαλακές, δισταχτικές
ή και τόσο τεντωμένες χορδές. Γιά νά μ' έκανε πιο λαμπρό
τό πρόσωπο μου πού διαλύεται. Γιά ν' άνθιζε τό άνείδωτο κλάμα:
•"Ω τότε πόσο θά πρέπει νά μου γίνετε αγαπητές, Νύχτες έσεϊς
σκυθρωπές. Άφου έγώ, άδελφές απαρηγόρητες, δεν σας δέχτηκα
γονατισμένος, άφοΰ δεν παραδόθηκα πιο λυμένος
μές στά λυμένα σας μαλλιά. Έμεϊς, πού τούς πόνους άχρηστεύουμε,
πώς τούς παρατηρούμε από πρίν μέσα στή θλιβερή διάρκεια,
μή τυχόν και δέν τελειώνουν. "Ομως οί πόνοι είναι, ναί,
τό άειθαλές μας φύλλωμα, ή σκοτεινή χλόη του νοήματός μας,

82

ΡΑΙΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚ Κ

μια απο τις εποχες του μυστικού έτους —και οχι μ,ονον εποχή—
παρά και θέση, οικισμός, σκήνωμα, έδαφος και κατοικίας 6 τόπος.
Μα βέβαια πόσο ξένα είναι, άλίμονο, της πόλης του Πόνου τα δρομάκια,
δπου μέσα στήν ψεύτικη σιωπή, τήν καμωμένη άπό ήχους υπερβολικούς,
στέκει γερά και καυχιέται τό χυμένο μέταλλο, αυτό πού βγαίνει
άπ' τό καλούπι του Κενοΰ: 6 έπιχρυσωμένος θόρυβος,
τό παραφουσκωμένο μνημείο.
"Α, πώς δίχως ϊχνη θά τους ποδοπατούσε ενας "Αγγελος
της παρηγοριας τους τό παζάρι,
δπου και δίπλα του ή έκκλησιά τους, πού έτοιμη τήν αγόρασαν:
καθαρή, κλειστή κι άπογοητευμένη, σάν ένα Ταχυδρομείο, ήμέρα
Κυριακή.
"Ομως έκεϊ άπ' έξω, πάντα στριφογυρνούν του πανηγυριοϋ οί άκριες.
Οί κούνιες της Αευτεριας! Βουτηχτάδες και τσαρλατάνοι της δράσης!
Της φτιασιδωμένης τύχης τό άπεικόνισμα, ένα Σκοπευτήριο,
δπου τά πάντα άπό Στόχο σπαρταρούν, τενεκεδένια άντιδρουν,
δταν ένας πιο ξύπνιος σκοπευτής τόν στόχο βρίσκει. Κι άπό
χειροκρότημα σε σύμπτωση, πηγαίνει αυτός τρεκλίζοντας παρακάτω.
Άφου της κάθε περιέργειας οΐ παράγκες προσκαλούν,
διατυμπανίζουν, φωνασκούν. Άλλά οί ένήλικες μπορούν

0 1 Ε Λ Ε Γ Ε Ί Ε ς ΤΟΓΝΤΟΓΙΝΟ

83

άκόμη νά δουν ιδιαίτερα, πώς τό χρήμα πολλαπλασιάζεται άνατομικά
κι δχι μόνο για διασκέδαση: τό γενετήσιο μέρος του χρήματος,
ολόκληρο, τα πάντα, δλη ή διαδικασία — ά, μα τούτο είναι
διδακτικό και λίαν ωφέλιμο...
... ώ μα άκριβώς πέρα άπ' αυτό, πίσω άπ' τήν
τελευταία σανίδα τήν καλυμμένη μέ τις άφίσσες «Αθάνατη»,
εκείνης της πικρής μπύρας, πού φαίνεται γλυκεία σ' δσους τήν πίνουν,
δταν πάντα άναμασοΰν μαζι φρέσκο πασατέμπο...
στή ράχη της σανίδας άκριβώς, πίσω της άκριβώς, δλα γίνονται πραγματικά.
Παιδιά παίζουν, έρωτευμένοι κρατιούνται άπ' τό χέρι, παράμερα,
σοβαροί, πάνω στό φτενό γρασίδι, σκυλιά άκολουθοΰν τή φύση τους.
Κι ένας νέος παρασύρεται άκόμη πιό μακριά. "Ισως γιατί άγαπά
μιά νέα Ελεγεία... άκολουθώντας την, φθάνει σε λιβάδια. Λέει αυτή:
—Μακριά έκεϊ πέρα κατοικούμε... Που; Και ό νέος άκολουθεϊ.
Τόν συγκινεί ό τρόπος της. Οί ώμοι, ό λαιμός — ισως κατάγεται
αυτή άπό άρχοντική γενιά. Μά τήν άφήνει, πισωγυρίζει, και πάλι
στρέφεται της νεύει... Μά τί 'ναι τούτα; Αυτή είναι δά μιά Ελεγεία.
Μόνον οί νέοι νεκροί, στήν πρώτη τους κατάσταση
άχρονης άταραξίας, σάν δηλαδή ξεχνάνε τις συνήθειες.

4

ΡΑΙΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚ Κ

άκολουθοΰν τήν Ελεγεία με αγάπη. Εκείνη πάλι, καρτερεί
τις κοπέλες και γίνεται μαζί τους φίλη. Μέ σιγανή φωνή
δείχνει σ' αυτές τί πάνω της φορεϊ. Μαργαριτάρια του πόνου,
λεπτότατα της καρτερίας πέπλα. — Μέ τους νέους όμως βαδίζει
σιωπηλή.
"Ομως στήν κοιλάδα έκεϊ, δπου κατοικούν οΐ Ελεγείες,
μια άπ' τις πιο παλιές τους προσέχει τον νέο, δταν τή ρωτα:
—"Ημασταν, του άπαντα, έμεϊς οΐ Ελεγείες κάποτε μια γενιά
μεγάλη. Οί πατέρες μας δούλευαν τά ορυχεία έκεϊ στά μεγάλα βουνά.
Στους άνθρώπους βρίσκεις πότε πότε ενα κομμάτι λαξεμένου πανάρχαιου Πόνου,
ειτε κι άπό παλιό ήφαίστειο εναν πετρωμένο θυμό, δλο άποφύσεις.
Ναί, αυτά προέρχονταν άπό έκεϊ. "Ημασταν πλούσιες μιά φορά.
Κι άνάλαφρα τον όδηγεϊ μές άπ' τό διάπλατο τοπίο των Θρήνων,
του δείχνει τΙς κολώνες των ναών ή και συντρίμμια
τών πύργων έκείνων, άπ' δπου τών Ελεγειών οΐ άρχοντες
σοφά κάποτε διαφέντευαν τον τόπο. Του δείχνει τά ψηλά
δέντρα τών δακρύων και χωράφια άνθισμένης θλίψης
(οί ζωντανοί σάν άπαλή μονάχα φυλλωσιά τήν ξέρουν).
Του δείχνει τά ζώα του πένθους νά βόσκουν —, και πότε πότε

0 1 Ε Λ Ε Γ Ε Ί Ε ς ΤΟΤΝΤΟΤΙΝΟ

85

τρομάζει αυτή ένα πουλί, πού χαμηλά έτσι στο βλέμμα τους πετώντας,
σύρει πέρα μακριά της μοναχικής κραυγής του τή γραφτή εικόνα.—
Το δειλινό, τον όδηγεϊ στούς τάφους άπ' τούς παλιούς εκείνους
του γένους των Ελεγειών, άπό Σίβυλλες και Προφήτες.
Κι δταν πλησιάζει ή νύχτα, πιο ήσυχα βαδίζουν και σέ λίγο
δμοιο φεγγάρι υψώνεται ψηλά τό Μνήμα, πού πάνω άπ' δλα
ξαγρυπνά. Αδελφικό μ' έκεϊνο στον Νεϊλο, τή μεγαλόπρεπη
Σφίγγα: ή δψη τής άποσιωπημένης κάμαρης.
Και θαυμάζουν τό έστεμμένο κεφάλι, πού, σιωπώντας,
έχει θέσει γιά πάντα τό ανθρώπινο πρόσωπο
πάνω στή ζυγαριά των άστρων.
Μά δέν τό πιάνει ή ματιά του, ζαλισμένος
καθώς είναι μέσα στόν πρόωρο θάνατο. "Ομως τής Σφίγγας
ή ματιά, έτσι ως προβάλλει πίσω άπ' τήν άκρη του Ψέντ,
τρομάζει κι άποδιώχνει τήν κουκουβάγια. Κι αύτή, άργά διαγράφοντας
τούς κύκλους της μπροστά στής Σφίγγας τήν παρειά,
σ' έκείνη τήν καμπύλη τήν πιό ώριμη άπ' δλες,
σχεδιάζει άπαλά μέσα στή νέα του νεκρού άκοή,
πάνω σέ διπλανοιγμένο φύλλο, αύτό τό άπερίγραπτο περίγραμμα.

86

ΡΑΙΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚ Κ

Και πιο ψηλά, τ' αστέρια. Καινούργια. Της χώρας του Πόνου τ' αστέρια.
Άργά τά ονομάζει ή Ελεγεία: — Έδώ, δές, τον «Ιππέα»,
τό «Ραβδί» και τον πιο γεμ,άτο άστερισμό τον λένε
«τό Στεφάνι των Καρπών». Μετά, πιο πέρα, προς τον Πόλο:
«Ζυγαριά», «Δρόμος», «τό Φλεγόμενο Βιβλίο», «Κούκλα», «Παράθυρο».
"Ομως στον ουρανό του Νότου, άγνό σαν μέσα
σέ παλάμη ευλογημένη, τό καθαρά πού λάμπει «Μ»
και πού «Μητέρες» σημαίνει... —
"Ομως, ό νεκρός πρέπει να προχωρήσει και ή παλιότερη Ελεγεία
τόν φέρνει μέχρι τό φαράγγι,
δπου στό φεγγαρόφωτο φεγγρίζει
ή Πηγή της Χαράς. Μέ σεβασμό ή Ελεγεία
προφέρει τ' ονομά της, λέει: —Οί άνθρωποι
τή θεωρούν πλωτό ποτάμι.—
Στέκονται στή ρίζα των βουνών.
Και νά, κλαίγοντας αύτή τόν άγκαλιάζει.
Μονάχος του άνηφορίζει στου πανάρχαιου Πόνου τά βουνά.
Κι ούτε κάν τό βήμα του αντηχεί μές άπ' τήν άηχη μοίρα.

0 1 Ε Λ Ε Γ Ε Ί Ε ς ΤΟΪΝΤΟΥΙΝΟ

Χ/

•"Αν δμως οι απέραντα νεκροί ξυπνοΰσαν για μας μιαν παραβολή,
δές, θά έδειχναν ισως τ' άνοιγμένα πού κρέμονται,
άδεια της φουντουκιάς τσόφλια, είτε και
θά σκέφτονταν τή βροχή, πού πέφτει τήν "Ανοιξη
πάνω σε χώματος βασίλειο σκοτεινό.—
Και τότε έμεϊς, πού δλο έχουμε στο νου
μιάν ανερχόμενη ευτυχία,
θά νιώθαμε έκείνη τή συγκίνηση
πού σχεδόν μας συγκλονίζει,
δταν κάτι Ευτυχισμένο πέφτει.
Δεκέμβριος '91 - Απρίλιος '99

α. Ψέντ: Διπλή κορώνα που φορούσαν οί Φαραώ της άρχαίας Αιγύπτου, άπό
τότε πού είχαν τήν κυριαρχία στήν Κάτο) και στήν "Ανω Αίγυπτο.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Σύντομη γνωριμία μέ τον ποιητή
Πρόλογος του μεταφραστή
Ή πρώτη Ελεγεία
Ή δεύτερη Ελεγεία
Ή τρίτη Ελεγεία
Ή τέταρτη Ελεγεία
Ή πέμπτη Ελεγεία
Ή έκτη Ελεγεία
Ή έβδομη Ελεγεία
Ή δγδοη Ελεγεία
Ή έννατη Ελεγεία
Ή δέκατη Ελεγεία

9
11
27
33
39
45
51
59
63
69
75
81

Στη σειρά «ΓΕΦΥΡΕΣ» κυκλοφορούν:
ΡΑΪΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΑΚΕ: Τό χρυσό
Μετάφραση Παναγιώτη Ύφαντη

κουτί

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΛΩΡΟΦΣΚΤ: Τό Σ ώ μ α του ζώντος Χρίστου
Μετάφραση Γιάννη Παπαδόπουλου - Επίμετρο Μητρ. Περγάμου Ιωάννη
ΝΙΚΟΥ ΓΙΑΝΝΑΔΑΚΗ: Δύο
Πρόλογος Σωτήρη Γουνελά

έκδοχές της Ιστορίας

Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας

ΣΤΤΑΙΑΝΟΤ:

Περι προσευχής

(Δίγλωσση έκδοση)
ΡΑΙΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΑΚΕ: Οί έ λ ε γ ε ϊ ε ς τ ο υ Ν τ ο υ ΐ ν ο
Εισαγωγή - Μετάφραση Δημήτρη Γκότση
ΒΑΣΙΑΕΙΟΓ ΤΑΤΑΚΗ: Ή έλληνική πατερική και βυζαντινή
Μετάφραση Κλείτου Ίωαννίδη - Επίμετρο Νίκου Ματσούκα

φιλοσοφία

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΕΑΛΑ: Οί χριστιανοί μέσα στον κόσμο
Δοκίμια

ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΑΑ: Όψεις του παγκόσμιου και του έλληνικοΰ
γίγνεσθαι

Στη σειρά «ΓΕΦΥΡΕΣ» άκολουθοΰν:
ΠΩΛ ΒΑΛΕΡΥ: Ή διδασκαλία της Ποιητικής στο Collège de France
Μετάφραση Σωτήρη Γουνελα

Παρατηρήσεις στά άποσπάσματα 34 και 35
του Ξενοφάνους

ANDRÉ RIVIER:

Μετάφραση Σωτήρη Γουνελα
ΔΙΟΝΤΣΙΟΤ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΟΥ: Περί μυστικής θεολογίας
(Σχόλια Α,γίου Μαξίμ,ου - Παράφραση Παχυμέρη)
Εισαγωγή Vladimir Lossky - Μετάφραση Σωτήρη Γουνελα
(έπανεκδίδεται)

p. PLACIDE DESEILLE: Ρωμαιοκαθολική πνευματικότητα καΐ
ορθόδοξη παράδοση
Μετάφραση 'Απ. 'Αποστολίδη - Σωτ. Γουνελα
ΝΙΚΟΑΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΑΑ:
'Απόδοση Σωτήρη Γουνελα

Τρεις Λόγοι (της «έν Χριστώ ζωής»)

ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΣΕΡΡΑΡΝΤ: Ποιήματα
Μετάφραση Δημήτρη Κοσμόπουλου
'Επίμετρο - Μελέτη π. 'Ιωάννη Χρυσαυγή

TO ΒΙΒΛΙΟ T O r Ρ Λ Ϊ Ν Ε Ρ Μ Α Ρ Ι Α
Ρ Ι Λ Κ Ε Ol ΚΑΚΓΚΙΕΣ
TOT
ΝΤΟΤΙ
NO ΣΤ()ΙΧΚΙ()ΘΡ]ΤΙΙΘΗΚΕ ΣΤΗΝ
«ΦΟΙΝΙΚΙ!» ΤΚΡΜΊΧΟΡΗΣ 9 H P
ΛΚΛΚΙΟ Λ Π Ί Κ Ι Ι Σ Τ Π Ι Ω Θ Η Κ Ε Σ
ΤΟ Τ η ί Ο Γ Ι ' Λ Φ Ι ί Ι Ο τ ο ν Α. Β Α Γ Ε Ν
Λ ΛΓ. Β Λ Ι ' Β Λ Ι ' Λ Σ 101 ΔΑΦΝΗ Κ Α Ι
ΒΙΒΛΙΟΔΚ/ηΐΒΙΙΚΚ ΑΙ 10 ΤΟΤΣ θ .
ΠΛΙΟΙΙΟΪ'ΛΟ - II. ΡΟΔΟΙΙΟΥΑΟ Ο.
Κ. ΟΡΦΚϋΣ 200 ΛΙΓΛΛΕΩ ΤΟΝ OK
Τί2Ι{ΙΜ() T O r 2 0 0 0 ΓΙΑ Α Ο Γ Α Ρ Ι
ΛΣΜΟ TUN ΚΚΔΟΣΚΛ2Ν
ΑΡΜΟΣ

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful