You are on page 1of 21

1

περιεχόμενα
Εδitorial......................................................................................................σελ.3
Στις δημοκρατίες τον λόγο έχουν μόνο
οι κοινωνίες............................................................................................σελ.4
Μετά τους τοξικοεξαρτημένους,
ποιος ;...........................................................................................................σελ.6
Σχέδιο «Αθηνά»:
Το πανεπιστήμιο του μνημονίου
και οι φοιτητικές αντιστάσεις..............................................σελ.8
Μιλώντας για την ιθαγένεια...................................................σελ.10
Για την αστική νομιμότητα.....................................................σελ.12
Η παθολογία της ομαλότητας...........................................σελ.14
Αν δεν μπορείτε εσείς,
μπορούμε εμείς..............................................................................σελ.16
Το κοινωνικό συμβόλαιο
της μεταπολίτεσης......................................................................σελ.18
Ο φόβος ως πολιτικό εργαλείο.........................................σελ.20
Οπαδοί: εν δυνάμει κίνημα
ή αδίστακτες αγέλες βίας;.....................................................σελ.22
Κοντές φούστες ή καμένα σουτιέν?...............................σελ.24
Ας πεθαίναμε για κάτι δυνατό.............................................σελ.25
Συνέντευξη: Μάριος Λώλος.................................................σελ.26
50 χρόνια από τη μετακόμιση............................................σελ.32
Η Ελευθερία δε δίνεται
ποτέ εθελοντικά από τον καταπιεστή...........................σελ.34
Cult αλλά όχι kitch.........................................................................σελ.36
Koloterorita.........................................................................................σελ.38

2

Εδitorial
Σχεδόν ένας χρόνος πέρασε από το προηγούμενο τεύχος του Leftcore και το τελευταίο εντιτόριαλ. Αν
προσπαθήσει κανείς να δει τι μεσολάβησε, να σταθεί στις στιγμές που έφυγαν, ένα κουβάρι από εικόνες θα ξετυλιχτεί
μπροστά στα μάτια του. Στιγμές που είτε έφυγαν, περαστικές απλά, είτε χαράχτηκαν έντονα στην ψυχοσύνθεση του
καθενός και της καθεμιάς από εμάς, στιγμές από εκείνες που μας διαμορφώνουν ως άτομα.

Από την μια μεριά της ζυγαριάς βάζουμε τις εικόνες και τα βιώματα εκείνα που φυλάμε σαν οδηγό, τις
στιγμές που αποτελούν πηγή έμπνευσης, μας βοηθούν να προχωράμε μπροστά. Δρόμοι γεμάτοι από ανθρώπους που
αγωνίζονται και διεκδικούν, πορείες, καταλήψεις, δράσεις και δίκτυα αλληλεγγύης που ξεπετάγονται σε κάθε γειτονιά,
αντιφασιστικά μέτωπα, αυτοδιαχειριζόμενα εγχειρήματα και τόσα άλλα. Από τις κινητοποιήσεις ενάντια στα μέτρα
λιτότητας που κάθε μέρα εξαθλιώνουν όλο και περισσότερο την κοινωνία μέχρι τις δυναμικές αντιδράσεις για το
σχέδιο ‘Αθηνά’ και την επιχειρούμενη διάλυση των δημοσίων και δωρεάν πανεπιστημίων, από τον αγώνα των κατοίκων
της Χαλκιδικής ενάντια στα μεταλλεία μέχρι την απόφαση των εργαζομένων της Βιομηχανικής Μεταλλευτικής
να βάλουν μπροστά τις μηχανές του εργοστασίου στη βάση της αυτοδιαχείρισης, χωρίς κανένα αφεντικό, από το
αυτοδιαχειριζόμενο κυλικείο της σχολής μας και τα αντίστοιχα παραδείγματα σε ολοένα και περισσότερες σχολές,
βλέπουμε ένα κόσμο να μάχεται, να αγωνίζεται για τη ζωή του, να αλλάζει την καθημερινότητά του, να μην αφήνει τους
άλλους να αποφασίζουν για αυτόν, να διεκδικεί.

Στον αντίποδα, βάζει κανείς τις σκοτεινές εικόνες, τις στιγμές που βυθίζουν την κοινωνία στην εξαθλίωση.
Η κυβερνητική πολιτική πλήττει ολοένα και περισσότερους/ες από εμάς, η ανεργία βρίσκεται σε δυσθεώρητα ύψη,
οι άστεγοι πληθαίνουν καθημερινά. Φασίστες επιτίθενται σε μετανάστες, ομοφυλόφιλους και όποιον άλλον δεν τους
γουστάρει, γυναίκες διαπομπεύονται, συλληφθέντες, αντιφασίστες ξυλοκοπούνται, η κρατική καταστολή είναι σχεδόν
καθημερινά παρούσα, καταλήψεις και χώροι αντίστασης εκκενώνονται βιαίως.

Είναι στο χέρι μας, λοιπόν, να κάνουμε τις πρώτες, τις ωραίες στιγμές να πληθύνουν. Να αποτελέσουν τον
κανόνα, στην πορεία για μια κοινωνία αλλιώτικη. Από τη μεριά μας θα κάνουμε ότι χρειάζεται. Το Leftcore, η περιοδική
έκδοση της Αριστερής Ενότητας Νομικής, αποτελεί μέρος αυτής της προσπάθειας. Είναι μια φωνή διαφορετική μέσα
στο φοιτητικό σύλλογο. Ανοιχτό, δημιουργικό, πολυδιάστατο. Μια ψηφίδα στο πολύχρωμο ψηφιδωτό που φτιάχνουμε.
Μέσο αντιπληροφόρησης, φορέας ποικίλων απόψεων, χώρος έκφρασης θεμάτων που δεν ακούγονται αλλού. Η μεριά
που έχουμε διαλέξει είναι σαφής, θεωρώντας μονόδρομο τον αγώνα για μια ζωή καλύτερη, ελεύθερη, μια κοινωνία
στη βάση της οποίας θα βρίσκονται η αλληλεγγύη, η αξιοπρέπεια, η έμπνευση. Είναι στο χέρι μας, λοιπόν, στο χέρι του
καθένα και της καθεμιάς ξεχωριστά, στο χέρι όλων μαζί.

« Ταξιδεύουμε για νέα εποχή και θα ψάχνουμε για πάντα κάτι που δε βρίσκεται ποτέ, Μανιφέστο!
Στείλτε αυτό το μήνυμα στο δυο χιλιάδες, μη φοβάσαι για ότι έρθει, χόρεψε και κοίτα ίσια μπροστά,
Μανιφέστο!
Ταξιδεύουμε για νέα εποχή για μια νέα εποχή με καινούριους μύθους και ρυθμούς, Μανιφέστο! »

3

Στις δημοκρατίες
τον λόγο έχουν μόνο

οι κοινωνίες
Είναι περίεργο πόσο εύκολα
μπορεί να γίνεις από πολίτης
τρομοκράτης, από ‘νοικοκυραίος’
αλήτης και να σε σέρνουν
στα τμήματα για εξακρίβωση
γενετικού υλικού. Πόσο εύκολα
ποινικοποιείται ο δικός σου
αγώνας και ο αγώνας των
παιδιών σου για ζωή με υγεία
και αξιοπρέπεια.
Πολλοί δεν
γνωρίζουν τι αγώνας δίνεται
στις Σκουριές Χαλκιδικής, και
δικαίως, καθώς τα δελτία των
8 των καθεστωτικών μέσων
ενημέρωσης δεν αναφέρουν ποτέ
οτιδήποτε βρίσκεται εκτός της
μνημονιακής και ‘αναπτυξιακής’
ατζέντας. Κάποιοι άνθρωποι
όμως, εδώ και καιρό, στην
Χαλκιδική δεν οραματίζονται
την ανάπτυξη των μνημονίων
και των εγχώριων εκφραστών
τους. Κάποιοι άνθρωποι στην
Χαλκιδική, όπως και στην Κερατέα
πιο πριν, δεν θέλουν να πεθάνουν
από βρώμικο νερό και μολυσμένο
έδαφος, επειδή έτσι επιτάσσει το
εθνικό συμφέρον, το συμφέρον
των μεγαλοεπιχειρηματιών.
Τι συμβαίνει όμως στις Σκουριές;
Στην περιοχή των Σκουριών
Χαλκιδικής, στο δήμο Ιερισσού,
συντελείται ένα διπλό έγκλημα,
οικολογικό
και
οικονομικό,
προϊόν πρωτοφανούς σκανδάλου
που ξεκινά από το 2003, απέναντι
στο οποίο οι κάτοικοι της
περιοχής δίνουν ένα δίκαιο
αγώνα για την υπεράσπιση της
ποιότητας της ζωής τους και των
επόμενων γενιών. Η πρωτοφανής

4

στρεμμάτων, στην μόλυνση του εδάφους και του υπεδάφους, του
υδροφόρου ορίζοντα και της αιγιαλίτιδας ζώνης της περιοχής.
Αποτέλεσμα: τέλος στις καλλιέργειες, δασική καταστροφή, καμία
ελπίδα για τον τουρισμό, μολυσμένο νερό. Το κόστος της εξόρυξης
για την τοπική κοινωνία είναι θανατηφόρο. Την ίδια στιγμή, οι θέσεις
εργασίας που υποτίθεται πως θα βρεθούν από τη συγκεκριμένη
δραστηριότητα δεν είναι αρκετές για να ισοσταθμίσουν την απώλεια
χιλιάδων άλλων θέσεων εργασίας που συνδέονται με διαφορετικές
οικονομικές δραστηριότητες των κατοίκων, όπως είναι η αλιεία, η
κτηνοτροφία, η γεωργία και ο τουρισμός, τομείς που θα πληγούν
ανεπανόρθωτα από τις εξορύξεις χρυσού.
Η κυβέρνηση και οι συν αυτής επιχειρηματίες αποδεικνύουν
περίτρανα ότι δεν διστάζουν να καταστρέψουν τα πάντα, ακόμα και
ανθρώπινες ζωές, προκειμένου να κερδίσουν. Η μόνη που κερδίζει
από τις εργασίες εξόρυξης χρυσού είναι η εταιρία EL DORADO και
όχι, όπως ψευδώς λέγεται από τους μνημονιακούς χρυσοθήρες, το
ελληνικό δημόσιο, καθώς η έκταση των 300.000 στρεμμάτων δάσους
έχει παραχωρηθεί από το δημόσιο στην συγκεκριμένη εταιρία,
έναντι του εξευτελιστικού ποσού των 11 εκατ. ευρώ. Το παν για
την κυβέρνηση Σαμαρά είναι η προάσπιση και ισχυροποίηση του
μεγάλου κεφαλαίου, στις πλάτες των πολιτών, των συνταγματικά
κατοχυρωμένων δικαιωμάτων τους (άρθρο 24Σ, για την προστασία
του περιβάλλοντος και των δασών), στις πλάτες της ελευθερίας.
Η πρωτοβουλία ενάντια στα μεταλλεία χρυσού έχει πια απλωθεί
σε όλη την επικράτεια, παρά το γεγονός ότι έχει δεχθεί έντονη
συκοφάντηση και καλοστημένη προπαγάνδα. Ο υπουργός Δένδιας
δίνει εντολή στην αστυνομία να συλλαμβάνει πολίτες, να τους
κρατά ομήρους στην ασφάλεια, απαιτώντας μάλιστα και την λήψη
αποτυπωμάτων, προκειμένου να διασταυρωθεί η, γελοία ακόμα
και ως σκέψη, σχέση των κατοίκων με τρομοκρατικές οργανώσεις.
Σε αυτήν την προσπάθεια κατασυκοφάντησης του κινήματος η
κυβέρνηση έχει στο πλευρό της και τον τοπικό δήμαρχο κ. Πάχτα,
τον δήμαρχο Θεσσαλονίκης κ. Μπουτάρη, καθώς και τους απανταχού
δημοσιογράφους των κυρίαρχων μέσων ενημέρωσης που είναι
πάντα πρόθυμοι να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στα αφεντικά
τους. Τελευταίο
«αντιτρομοκρατικό» επίτευγμα του κατασταλτικού μηχανισμού ήταν
η ρήψη δακρυγόνων ακόμα και μέσα σε σχολικά προαύλια κατά τη
διάρκεια μαθημάτων, καθώς και η σύλληψη 15χρονων μαθητριών
από την αντιτρομοκρατική(!), χωρίς, μάλιστα, να τους επιτρέψουν
να μιλήσουν με τους γονείς τους ή να συμβουλευτούν δικηγόρο.

Τα σχολεία της περιοχής καταλήφθηκαν από τους
μαθητές, ακολούθησαν, για ακόμη μια φορά, οξύτατες
διαμαρτυρίες από την εξαγριωμένη πλέον για την
αυθαιρεσία και την καταστολή τοπική κοινωνία,
για μια ακόμα φορά πολλοί άνθρωποι βρέθηκαν
χτυπημένοι. Τα δελτία των 8 έκαναν εξαιρετικά και
πάλι την δουλειά τους, παρουσιάζοντας τους νέους
της περιοχής ως βάνδαλους αναρχοαριστερούς,
υποκινούμενους από ακροαριστερές ομάδες, ως μη
σεβόμενους τις προσπάθειες της αγίας ελληνικής
κυβέρνησης να σώσει την πατρίδα.
Κάποιοι άνθρωποι δεν θα καταλάβουν ποτέ πως
όσο νομίζουν ότι μας φοβίζουν, τόσο περισσότερο
μας πεισμώνουν. Δεν δικαιολογείται διαφορετικά
το πλήθος κόσμου που συγκεντρώνεται κάθε φορά
στην Μεγάλη Παναγιά, στην Ιερισσό, στις Σκουριές,
στην Θεσσαλονίκη (όσο και αν ο Άδωνης κάνει λόγο
για 1500 άτομα), ανταποκρινόμενο στο κάλεσμα
της επιτροπής κατοίκων για μεγάλες ειρηνικές
διαμαρτυρίες. Αλληλέγγυοι από όλη την χώρα
εκφράζουν κάθε φορά την αμέριστη στήριξή τους
στο αίτημα για ζωή με ποιότητα και αξιοπρέπεια,
στην προσπάθεια αυτών των ανθρώπων να έχουν τα
παιδιά τους ένα όμορφο μέρος να μεγαλώσουν. Κάθε
συγκέντρωση στην Ιερισσό, στη Μ. Παναγιά, στις
Σκουριές είναι γιορτή. Μουσική , καμπάνες, πανό,

τραγούδια. Κι ας ξέρουν ότι ίσως πάλι
θα φάνε ξύλο από τα ΜΑΤ. Δεν πειράζει
σου λένε, όλα τα μεγάλα κάπως έτσι
ξεκινάνε. Και όταν τα πούλμαν φεύγουν
για να γυρίσουν στην Θεσσαλονίκη, αργά
το βράδυ, σου φωνάζουν, «καλό δρόμο,
να μας ξανάρθετε, σας περιμένουμε».
Ας το κρατήσουμε αυτό λοιπόν και
ας θυμόμαστε αυτό το βουητό που

«εδώ δεν
είναι Καναδάς, δεν είναι
Ελντοράντο, εδώ είναι ο
τόπος μας και κάνουμε
κουμάντο».
τραντάζει τις Σκουριές:

Αγώνας για τη γη και την ελευθερία
λοιπόν.
Βίκυ Τσεφαλά

5

Μετά τους
τοξικοεξαρτημένους,

ποιος ;
Μετά τους
μετανάστες, οι
ναρκομανείς. Μετά ποιος έχει
σειρά; Ποια ευπαθής κοινωνική
ομάδα θα πέσει θύμα στο πλαίσιο
άσκησης, ή καλύτερα ,κατάχρησης
εξουσίας από την κυβέρνηση;
Περιμένουμε
εναγωνίως
τα
επόμενα βήματα. Λες να είμαι εγώ,
εσύ; Ποιος; Ίσως να μας φαίνονται
αστεία τέτοια ερωτήματα αλλά
δεν είναι. Το αποδεικνύουν τα
γεγονότα. Ας τα πάρουμε όμως τα
πράγματα από την αρχή.
Επιχείρηση ‘’Θέτις’’. Την Τετάρτη
7 Μαρτίου ξεκίνησε μια νέα
«ανθρωπιστική
επιχείρηση»
της αστυνομίας με την αρωγή
του ΕΚΕΠΥ (Εθνικό Κέντρο
Επιχειρήσεων
Υγείας)
που
ονομάστηκε «Επιχείρηση Θέτις»,
στόχος της οποίας είναι η
αναιτιολόγητη
σύλληψη,
η
υποχρεωτική καταγραφή των
εξαρτημένων
που
κινούνται
στο κέντρο των Αθηνών και η
υποχρεωτική ιατρική εξέταση
των ουσιοεξαρτημένων. Χωρίς
επαρκή νομική τεκμηρίωση και
δυνατότητα νομικής υποστήριξης
συνελήφθησαν οι πρώτοι 132.
Μεταφέρθηκαν και κρατήθηκαν
παρά τη θέλησή τους στην
Αμυγδαλέζα,
όπου,
όπως
πολλές φορές έχει επισημανθεί,
οι
συνθήκες
«φιλοξενίας»
παραβιάζουν και απαξιώνουν
την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Ειδικότερα μεταφέρθηκαν 76
ημεδαποί (54 άντρες και 22
γυναίκες) και 56 αλλοδαποί (44
άντρες και 12 γυναίκες). Στις

6

Στις
εγκαταστάσεις
της
Αμυγδαλέζας τους χορηγήθηκαν
σάντουιτς, ζεστή σούπα και
φιάλες νερού.
Η αστυνομία σε ανακοίνωσή της
διευκρινίζει και υπερτονίζει τον
ανθρωπιστικό χαρακτήρα της
επιχείρησης αυτής. Επισημαίνει,
επίσης, ότι για πρώτη φορά
δράσεις για την αντιμετώπιση
των ναρκωτικών συνδυάζονται
με
δράσεις
ανθρωπιστικού
χαρακτήρα και υγειονομικής
περίθαλψης. Πέρα απ’ αυτά όμως,
συνεχίζει την θρασύτατη και
ταυτοχρόνως αστεία ανακοίνωσή
της λέγοντας ότι τέτοιες
επιχειρήσεις θα συνεχιστούν με
σκοπό την πάταξη των ναρκωτικών
και την αναβάθμιση του κέντρου
της πρωτεύουσας. Και κάπου εδώ
μπορείτε να γελάσετε ελεύθερα.
Από πότε η ελληνική αστυνομία,
ο κ. Δένδιας, το ελληνικό κράτος
και οι λοιποί φορείς εξουσίας
νοιάζονται ουσιαστικά για τους
τοξικοεξαρτημένους; Από πότε
θέλουν να τους προσφέρουν
ανθρωπιστική βοήθεια;

μην φτάσουμε σε σημείο να
κοροϊδευόμαστε και μεταξύ μας.
Όταν οι αστυνομικοί έρχονται σε
σύγκρουση με τους ναρκομανείς,
όταν τους φέρονται σαν σε ζώα
κάνοντας επίδειξη εξουσίας, πού
είναι εκεί η ανθρωπιά του κ.
Δένδια και του κάθε αστυνομικού;
Ή μήπως ο ανθρωπιστικός

Ή μήπως ο ανθρωπιστικός
χαρακτήρας
της
ελληνικής
αστυνομίας και της κυβέρνησης
εξωτερικεύεται
σε
δόσεις;
Δηλαδή κάθε 7 Μάρτη. Ας
περιμένουμε λοιπόν ένα χρόνο
ακόμα πριν τους κατηγορήσουμε.
Ιματισμός,
σίτιση,
ιατρικές
εξετάσεις, «θεραπευτική πρόταση»
για την εξάρτηση από τις ουσίες.
Ωραία όλα αυτά, αλλά μήπως
ξεχνάμε ότι έχουμε να κάνουμε με
ουσιοεξαρτημένα άτομα; Έχουν
ακουστά οι αστυνομικές αρχές
το δικαίωμα στη θεραπεία, στην
απεξάρτηση; Οι ναρκομανείς δεν
είναι απλά άστεγοι, είναι άτομα
που χρήζουν βοηθείας. Αλλά
όχι, καλύτερα ας αρχίσουμε
από το βασικό: είναι άνθρωποι,
που συνεπάγεται ότι έχουν
δικαιώματα. Η ανθρωπιστική
όμως βοήθεια που προσέφεραν οι
αστυνομικές αρχές εφαρμόζεται
με όρους που παραβιάζουν τα

ανθρώπινα δικαιώματα σε όλα τα
επίπεδα και χωρίς οργανωμένο
και δημοσιοποιημένο σχέδιο
για την αντιμετώπιση του
ζητήματος της ουσιοεξάρτησης.
Αν αυτή είναι η αντίληψη της
Πολιτείας για την αναβάθμιση
του κέντρου της Αθήνας, την
αντεγκληματική πολιτική, αλλά
και την αντιμετώπιση της κάθε
εξαθλιωμένης και ευάλωτης
ομάδας τότε δεν μιλούμε πια
απλώς για δυστοκία εφαρμογής
ενός κοινωνικού κράτους δικαίου,
όπως συνταγματικά ονομάζει τον
εαυτό της η χώρα. Συζητάμε για
ένα άλλο κράτος. Ένα κράτος
τρομοκρατίας. Αυτό που νοιάζει
τον κ. Δένδια είναι η αισθητική του
κέντρου της Αθήνας και προφανώς
οι ναρκομανείς είναι αυτοί
που του χαλάνε την αισθητική.
Δεν τον ενδιαφέρει διόλου η
αντιμετώπιση του ζητήματος των
ναρκωτικών. Αν τον ενδιέφερε,
έστω σε ελάχιστο βαθμό, δεν θα
καταπατούσε έτσι τα δικαιώματα
των ατόμων αυτών, τους νόμους,
το Σύνταγμα.
Τον πρώτο λόγο για τα εξαρτημένα
άτομα πρέπει να έχουν, όχι η
αστυνομία, αλλά οι υπηρεσίες
υγείας, εξειδικευμένες σε θέματα
εξάρτησης. Με τον ΟΚΑΝΑ, όμως,
τι γίνεται; Από τη μια το ελληνικό
κράτος βρίσκεται σε έξαρση
ανθρωπιστικών συναισθημάτων
απέναντι στους ναρκομανείς
και από την άλλη μειώνει
δραματικά τη χρηματοδότηση
του ΟΚΑΝΑ; Περίεργα πράγματα.
Το νέο, λοιπόν, κατόρθωμα της
νεοφιλελεύθερης μνημονιακής
πολιτικής είναι η δημιουργία
σοβαρών προβλημάτων, μέσω της
υποχρηματοδότησης, στις δομές
απεξάρτησης που λειτουργούν
στη χώρα μας. Πιο συγκεκριμένα,

Πιο συγκεκριμένα, η μείωση της
χρηματοδότησης του ΟΚΑΝΑ ήδη
από το περασμένο έτος καθώς
και οι πολιτικές αποφάσεις
του Υπουργείου Υγείας και οι
επιλογές της διοίκησης του
ΟΚΑΝΑ να «προσαρμόζει» τις
ανάγκες του Οργανισμού στο
βάρβαρο οικονομικό πλαίσιο των
μνημονιακών προϋπολογισμών,
έχουν δημιουργήσει πολύ σοβαρά
εμπόδια στη φροντίδα των 8.500
εξαρτημένων που έχει στην ευθύνη
του το πρόγραμμα. Ως εκ τούτου,
ο Οργανισμός αντιμετωπίζει
τεράστια προβλήματα λειτουργίας
και αδυνατεί να ανταπεξέλθει
στο έργο του. Σε όλα αυτά ας
προσθέσουμε το νέο νόμο για
τα ναρκωτικά που ψηφίστηκε
πρόσφατα,
αναθέτοντας
στον ΟΚΑΝΑ νέα καθήκοντα,
διευρύνοντας
ποσοτικά
και
ποιοτικά το πεδίο δράσης του.
Όλα αυτά θα εφαρμοστούν στο
πλαίσιο της υποχρηματοδότησης;
Μετά από αυτό, μπορούμε πλέον
να πιστεύουμε στα θαύματα.

Οι εξαρτημένοι είναι οι πιο
αδύναμοι κρίκοι στην αλυσίδα του
εμπορίου ναρκωτικών. Αν λοιπόν
θέλει το κράτος να πατάξει αυτή
τη μάστιγα πρέπει να αλλάξει
κατεύθυνση. Όσους ναρκομανείς

και να μεταφέρει ο κ.Δένδιας στην
Αμυγδαλέζα, στις πιάτσες του
κέντρου της Αθήνας θα υπάρχει
ακόμα εμπόριο. Άλλη μια φορά,
λοιπόν, τα ανθρώπινα δικαιώματα
και η αξιοπρέπεια των πιο
αδύναμων γίνονται κουρελόχαρτο
στην Ελλάδα της κρίσης. Μετά
τον Ξένιο Δία, τη διαπόμπευση
των οροθετικών εκδιδόμενων
γυναικών και τις επιχειρήσεις
- σκούπα, το περιστατικό αυτό
γίνεται ακόμα ένας μελανός
κρίκος στο φαύλο κύκλο που
βαθαίνει την κοινωνική αδικία και
την κοινωνική κρίση. Ενέργειες
όπως αυτή, που υιοθετούνται με
το πρόσχημα της δημόσιας υγείας
και ασφάλειας, παραβιάζουν τις
διεθνείς συμβάσεις, το σύνταγμα
και το νόμο και οδηγούν την
κοινωνία μας σε αδιέξοδο. Την
ώρα που η κρίση επιδεινώνει
την κατάσταση των χρηστών
μέρα με τη μέρα και οδηγεί
περισσότερους
ανθρώπους
στη χρήση και το περιθώριο,
περιμένει κανείς η Πολιτεία να
ανταποκριθεί με μέτρα πρόληψης,
έγκαιρης παρέμβασης, θεραπείας
και επανένταξης. Αντίθετα, αυτού
του είδους η τιμωρητική πολιτική,
που στιγματίζει, διαπομπεύει
και σπρώχνει πιο βαθιά στο
περιθώριο, δεν έχει θέση σε ένα
κράτος δικαίου, κάνει βαθύτερα τα
ρήγματα της ελληνικής κοινωνίας
και μεγαλώνει τα προβλήματά
της.
Σοφία Γεωργακοπούλου

7

Σχέδιο «Αθηνά»:
το πανεπιστήμιο του μνημονίου
και οι φοιτητικές αντιστάσεις

8

Τα δυο τελευταία χρόνια στο χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης
λαμβάνει χώρα μια μεγάλη προσπάθεια αναδιάρθρωσης και
εξορθολογισμού. Πρόκειται, βέβαια, για αναδιάρθρωση και
εξορθολογισμό κατά τα μνημονιακώς οριζόμενα πρότυπα και τις
επιταγές της τρόικας, που έχουν οδηγήσει την κοινωνία στη φτώχεια,
την εξαθλίωση, την απόγνωση. Οι νόμοι-πλαίσια Διαμαντοπούλου
και Αρβανιτόπουλου, τα συμβούλια διοίκησης, το κούρεμα
των αποθεματικών των ιδρυμάτων μέσω του PSI, οι περικοπές
λειτουργικών δαπανών, οι απολύσεις διοικητικών υπαλλήλων,
συνέθεταν το τοπίο μέχρι τις αρχές του 2013.
Τον Φεβρουάριο, ανακοινώθηκε από το υπουργείο ένα ακόμα
μεγαλεπήβολο σχέδιο παρέμβασης στον ακαδημαϊκό χάρτη της
χώρας, με το βαρύγδουπο όνομα «Αθηνά». Βάσει του σχεδίου,
προβλέπονταν καταργήσεις ή συγχωνεύσεις δεκάδων τμημάτων
ΑΕΙ και ΤΕΙ, ακόμα και ολόκληρων ιδρυμάτων, στο όνομα «της
χωροταξικής αναδιάρθρωσης, της οικονομικής εξυγίανσης και της
διαμόρφωσης τμημάτων που θα παρέχουν ισχυρά πτυχία. Ωστόσο,
οι κυβερνητικές επιδιώξεις καμία σχέση δεν είχαν με μια ορισμένου
τύπου διόρθωση. Αντίθετα, στο σχέδιο «Αθηνά» συναντήθηκαν η
πάγια επιδίωξη της τελευταίας 15ετίας για διάλυση του δημόσιου,
δωρεάν Πανεπιστημίου και η ιδιωτικοποίησή ή προσαρμογή του στις
ανάγκες της αγοράς όπως επιτάσσουν η συνθήκη της Μπολόνια, οι
οδηγίες της Ε.Ε, καθώς και οι μνημονιακές πολιτικές που προβλέπουν
την ισοπέδωση κάθε έννοιας κοινωνικού κράτους και δημόσιων
παροχών, προκειμένου να εξυπηρετηθεί το δημόσιο χρέος (που μόνο
δημόσιο δεν είναι). Έτσι οφείλουν να ερμηνευτούν η εκπόνηση του
σχεδίου «Αθηνά» από τον επιχειρηματικό όμιλο όπου ανήκει και το
ΙΕΚ ΑΚΜΗ, ο εξαναγκασμός χιλιάδων φοιτητών και σπουδαστών να
μετακινηθούν σε άλλες πόλεις ή αν δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν
στο κόστος αυτής της μετακίνησης να εγκαταλείψουν τις σπουδές
τους, η ουσιαστική απαξίωση των πτυχίων και συνακόλουθα των
όποιων εργασιακών δικαιωμάτων κατοχύρωναν, η ένταση της
υποχρηματοδότησης μέσω των συγχωνεύσεων και καταργήσεων.
Ο καταστροφικός χαρακτήρας των ρυθμίσεων οδήγησαν στο άμεσο
ξέσπασμα κινητοποιήσεων από την πλευρά των φοιτητών αλλά και
συνολικότερα της πανεπιστημιακής κοινότητας, που προσέλαβαν
πανελλαδικό χαρακτήρα. Ιδιαίτερα στις σχολές και τα τμήματα που
πλήττονταν οι κινητοποιήσεις χαρακτηρίστηκαν από εξαιρετικά
μεγάλη μαζικότητα, δυναμισμό και διάρκεια. Χαρακτηριστικές του
κλίματος που επικρατούσε ήταν οι συνελεύσεις σε πληττόμενα
ΤΕΙ ή στη Φιλοσοφική Αθήνας που θύμιζαν εποχές άρθρου 16. Επί
ένα και πλέον μήνα, καθημερινά, είτε σε περιφερειακές πόλεις είτε
στην Αθήνα, πραγματοποιούνταν συγκεντρώσεις και διαμαρτυρίες
προκειμένου να μην περάσει το σχέδιο «Αθηνά». Ο αγώνας των
φοιτητών, έχοντας ως κορυφαίες στιγμές τα δυο πανελλαδικά

συλλαλητήρια στο κέντρο της
Αθήνας, οδήγησε το υπουργείο
σε ουσιαστικές υποχωρήσεις,
όπως η άρση της συγχώνευσης
των ξενόγλωσσων τμημάτων
της Φιλοσοφικής. Δεν μπόρεσε,
ωστόσο, να μπλοκάρει συνολικά
το σχέδιο Αθηνά, αφήνοντας
ανοιχτούς λογαριασμούς στην
αντιπαράθεση με το υπουργείο
και την τρικομματική μνημονιακή
κυβέρνηση.
Η πρόκληση ενός άλλου
φοιτητικού κινήματος
Καθώς ένας πρώτος κύκλος
αγώνων ενάντια στο σχέδιο Αθηνά
έκλεισε, είναι ανάγκη να σταθούμε
κριτικά και να αξιολογήσουμε
το φοιτητικό κίνημα
του
προηγούμενου
διαστήματος,
προκειμένου να εντοπίσουμε και
να αντιμετωπίσουμε αδυναμίες
και παθογένειες. Συγκεκριμένα,
παρά την κινητοποίηση χιλιάδων
φοιτητών, δεν υπήρξε ουσιαστική
υπέρβαση
μιας
ορισμένης
συντεχνιακής αντίληψης που
εστίαζε το πρόβλημα αποκλειστικά
και μόνο στις πληττόμενες
σχολές και τμήματα, αδυνατώντας
να αντιληφθεί το σχέδιο Αθηνά
ως τμήμα ενός συνολικότερου
σχεδιασμού
διάλυσης
της
τριτοβάθμιας
εκπαίδευσης,
κατακρεούργησης μελλοντικών
εργασιακών δικαιωμάτων και
μετατροπής
της
σημερινής
νεολαίας σε no future γενιά. Ως
αποτέλεσμα, μερίδα των φοιτητών
απείχε από τις κινητοποιήσεις
βάσει της λογικής «ας κλείσει
ο διπλανός, εμένα δεν με
αφορά», λογική που προωθήθηκε
συστηματικά από τη ΔΑΠ. Όσοι
συμμετείχαν δεν κατόρθωσαν

να συνολικοποιήσουν την αντιπαράθεση,
να προσδώσουν χαρακτήρα κεντρικής
πολιτικής μάχης απέναντι στην κυβέρνηση,
να καταστήσουν τον αγώνα τους αγώνα
όλης της κοινωνίας για την υπεράσπιση
της νεολαίας από ένα μέλλον εργασιακού
μεσαίωνα και ανεργίας ή μετανάστευσης.
Επιπρόσθετα, χρόνιες παθογένειες που
αφορούν τον εκφυλισμό των συλλογικών
διαδικασιών και της συλλογικής συνείδησης
στο χώρο του πανεπιστημίου και η κυριαρχία
μιας λογικής ανάθεσης, είχαν ως αποτέλεσμα
καταλήψεις που δεν χαρακτηρίζονταν από
την μαζική και ουσιαστική συμμετοχή του
κόσμου που στήριζε αγωνιστικές αποφάσεις,
γεγονός που αν ανατρεπόταν θα οδηγούσε
σε μια αναβαθμισμένη πολιτική δυναμική
του φοιτητικού κινήματος.
Τα παραπάνω, προκειμένου να ορίσουν
καθήκοντα, πρέπει να ειδωθούν στο πλαίσιο
ενός μεγάλου ελλείμματος που χαρακτηρίζει
την τριετή αντίσταση του λαού απέναντι
στα μνημόνια, τις κυβερνήσεις και την
τρόικα. Πρόκειται για το έλλειμμα της μη
δυναμικής κινητοποίησης της νεολαίας. Η
νεολαία του άρθρου 16 και του Δεκέμβρη
του 2008 που έδειξε ότι δεν συμβιβάζεται
με το μέλλον που της ετοιμάζουν ,αντί
να πρωτοστατεί στους αντιμνημονιακούς
αγώνες, αρκείται σε ένα ρόλο εν πολλοίς
περιθωριακό. Αντί για ένα φοιτητικό κίνημα
σταθερό, πολιτικοποιημένο, πρωτοπόρο

έχουμε
κινηματικές
εξάρσεις
μη
συνολικής
αντιπαράθεσης με την κυβέρνηση. Ωστόσο, η κατάσταση
αυτή μπορεί να ανατραπεί εφόσον οι δυνάμεις που
ευαγγελίζονται την αγωνιστική ανάταση της νεολαίας
αναμετρηθούν με τις αναγκαίες υπερβάσεις που ορίζει
η περίοδος. Υπερβάσεις που αφορούν τη μορφή και το
περιεχόμενο της παρέμβασης στους φοιτητικούς χώρους.
Την κατεύθυνση αυτή μπορεί να εξυπηρετήσει η μετωπική
συσπείρωση δυνάμεων, πολιτικών και κοινωνικών,
στις σχολές και ευρύτερα στη νεολαία. Μια μετωπική
συσπείρωση, όχι ως προϊόν μικροπολιτικών συμφωνιών
ή αντιπαραθέσεων αλλά ως προϊόν της ανάγκης και
της διάθεσης των φοιτητών να αντιπαλέψουν την
υφιστάμενη κατάσταση. Μια μετωπική συσπείρωση που
θα υπερασπίζεται τη δημόσια και δωρεάν παιδεία και
το δικαίωμα κάθε νεολαίου στις σπουδές, συνδέοντας
αυτή την πάλη με το συνολικό αγώνα για να υπάρξει
άλλος δρόμος, για μια νεολαία με αξιοπρεπή δουλειά
και εργασιακά δικαιώματα σε μια κοινωνία απαλλαγμένη
από τα μνημόνια και την τρόικα.
Εντέλει, οι προκλήσεις για τους φοιτητές, το φοιτητικό
κίνημα, τη σημερινή νεολαία είναι μεγάλες. Συνοψίζονται,
όμως, στην αποστροφή του Μ. Κατσαρού: «Το ζήτημα πια
έχει τεθεί: Ή θα εξακολουθούμε να γονατίζουμε ή θα
σηκώσουμε άλλον πύργο ατίθασο απέναντί τους»
Νικόλας Νικολέας

9

Μιλώντας για την ιθαγένεια
10

Με αφορμή την απόφαση του ΣτΕ για το
νόμο 3838/2010 περί ιθαγένειας έχει
επανέλθει στον κεντρικό πολιτικό διάλογο το
ζήτημα της ιθαγένειας και τα κριτήρια της
απονομής της. Τι είναι όμως η «ιθαγένεια»;
Με βάση την κυρίαρχη αφήγηση, η έννοια
ταυτίζεται με την εθνική συνείδηση
ενός προσώπου, τη συνείδηση, δηλαδή,
ότι αυτό ανήκει σε μια συμπαγή εθνική
κοινότητα. Έτσι, η ελληνικότητα ανάγεται
σε μια τιμητική ιδιότητα, σε έναν τίτλο
ή προνόμιο, που αρμόζει μόνο σε άτομα
που φέρουν ορισμένα κοινά εθνολογικά
χαρακτηριστικά (θρησκεία, πολιτισμική
ταυτότητα). Το αίσθημα του ανήκειν σε μια
εθνική κοινότητα δημιουργεί με τη σειρά
του τεράστια ένταση, συγκίνηση και ταύτιση
μεταξύ των μελών της με επακόλουθο τον
αποκλεισμό των «αλλοεθνών». Με τον τρόπο
αυτό συσπειρώνονται τα εθνικά ακροατήρια
και αναζωπυρώνεται το κριτήριο του έθνους
για την απονομή ιθαγένειας σε σχέση με το
κριτήριο του λαού.
Η ιθαγένεια όμως, ιδωμένη και από νομικής
άποψης, δεν είναι εθνικότητα, δεν είναι
εθνική συνείδηση, αλλά η ιδιότητα του να
είναι κανείς πολίτης ενός κράτους, ο νομικός
δεσμός ενός προσώπου με ένα κράτος. Η
ιθαγένεια δεν είναι τίποτα άλλο από το
δικαίωμα στην απρόσκοπτη πρόσβαση σε όλα
τα άλλα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα.
Στην Ελλάδα, το σύστημα απονομής ιθαγένειας
είναι ιδιαίτερα κλειστό, καθώς πέραν των
τυπικών προϋποθέσεων που πρέπει να
πληροί κάποιος, απαιτούνται και ουσιαστικά

κριτήρια, η συνδρομή των οποίων ελέγχεται
από ειδική επιτροπή. Ο ν. 3838/2010, παρά
τις πολλές ατέλειες και παραλείψεις του,
έθεσε κάποιες βάσεις στην κατεύθυνση της
διεύρυνσης των περιπτώσεων απονομής
της ελληνικής ιθαγένειας. Οι επικριτές της
ρύθμισης έσπευσαν να επικαλεστούν στο
όνομα της δήθεν εθνικής καθαρότητας,
ότι αυτή θα οδηγούσε σε αθρόα εισροή
μεταναστών στη χώρα, αφού θα είχαν την
ευκαιρία να αποκτήσουν πιο εύκολα την
ελληνική ιθαγένεια. Το επιχείρημα αυτό
είναι εξαιρετικά σαθρό, καθώς ο νόμος,
μεταξύ άλλων, ορίζει πως η ιθαγένεια
απονέμεται σε παιδιά μεταναστών, μόνο όταν
και οι δύο γονείς διαμένουν και εργάζονται
νόμιμα, τουλάχιστον για πέντε χρόνια, στην
Ελλάδα. Η κινδυνολογία, άλλωστε, αυτή
δεν επιβεβαιώθηκε ούτε από τα στατιστικά
στοιχεία των υπηρεσιών πολιτογράφησης
πληθυσμού. Έτσι, η απόφαση του ΣτΕ που
κρίνει βασιζόμενη, στο δίκαιο του αίματος,
το νόμο αυτό αντισυνταγματικό, έρχεται
να επαναφέρει το προηγούμενο αυστηρό
θεσμικό πλαίσιο, αφήνοντας ουσιαστικά
στον αέρα χιλιάδες παιδιά και νέους
μετανάστες δεύτερης γενιάς που γεννήθηκαν
και μεγάλωσαν στη χώρα μας, φοίτησαν στα
ελληνικά σχολεία, σπουδάζουν στα ελληνικά
πανεπιστήμια. Οι νέοι αυτοί που δεν γνώρισαν
άλλη πατρίδα, δεν υπάρχουν πουθενά για το
ελληνικό κράτος, αντιμετωπίζοντας συχνά
ακόμα και τον κίνδυνο της απέλασης, με
το παράδοξο βέβαια ότι δεν έχουν πουθενά
αλλού να πάνε. Για τα παιδιά αυτά, που
γνωρίζουν άριστα την ελληνική γλώσσα και
συμμετέχουν στην κοινωνική και οικονομική
ζωή της χώρας, τα όνειρά τους, το μέλλον
τους, οι φίλοι τους, η ζωή τους είναι εδώ.

Από τη μεριά μας, απορρίπτοντας τη
σύνδεση της ιδιότητας του πολίτη με την
εθνική καταγωγή, οραματιζόμαστε μια
κοινωνία πολυπολιτισμική που στηρίζεται
στη βάση της ένταξης και συμπόρευσης
στο κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι, όλων
εκείνων των ατόμων που ζουν στη χώρα και
που κάποιοι συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν
ως εσωτερικούς εχθρούς. Τα παιδιά των
μεταναστών που ζουν στην Ελλάδα, έχουν ήδη
από τη γέννησή τους δικαίωμα στην ελληνική
ιθαγένεια, στην ιδιότητα του πολίτη, όπως
και κάθε άνθρωπος που ζει και εργάζεται για
χρόνια στη χώρα. Οποιαδήποτε σύνδεση της
ιθαγένειας με το κοινό θρήσκευμα, τα ήθη και
τα έθιμα, την εθνική εν γένει ταυτότητα, σε μια
εποχή συνεχούς μετακίνησης των ανθρώπων,
δεν μπορεί παρά να καταλήγει αναχρονιστική,
ανεδαφική, αποπροσανατολιστική από την
ουσία του ζητήματος.
Βαγγελιώ Κοντάκη
Βίκυ Τσεφαλά

11

Για την

αστική
νομιμότητα
Κατά τους δύο πρώτους μήνες του 2013,
η ελληνική κυβέρνηση σε συνεργασία με
την ελληνική αστυνομία δημιούργησαν ένα
σχέδιο το οποίο, βασισμένο αποκλειστικά στις
αρχές του δόγματος του σοκ και του δέους,
περιελάμβανε εφόδους στις πιο ιστορικές
καταλήψεις της πρωτεύουσας, δεκάδες
συλλήψεις καταληψιών και διαδηλωτών και
συχνές επεμβάσεις αστυνομικών δυνάμεων
στη πλατεία των Εξαρχείων. Όλη αυτήν την
περίοδο, η επίμαχη λέξη που είχε καταλήξει
να ακούγεται σαν ρεφρέν από το στόμα του
Υπουργού Δημόσιας Τάξης, του Δημάρχου
Αθηνών και των δημοσιογράφων ήταν η λέξη
‘ανομία’. Πράγματι, η έννοια της νομιμότητας
έχει καταστεί τα δύο τελευταία χρόνια
ένας από τους βασικούς πυλώνες πάνω
στους οποίους οικοδομείται η κυρίαρχη
αφήγηση. Η επίκληση της γίνεται κυρίως
για να αποδομηθεί στη συνείδηση του
μέσου ανθρώπου το δίκαιο, όχι μόνο των
μαζικών και παραδοσιακών μέσων πάλης και
αντίστασης (διαδηλώσεις, απεργίες), αλλά
και κάθε άλλης μορφής αμφισβήτησης της
κυρίαρχης ιδεολογίας (π.χ.: υπόθεση Γέροντα
Παστίτσιου, κινήματα για τη κατάργηση των
πνευματικών δικαιωμάτων, κλπ). Αυτό, λοιπόν,
που θα μας προβληματίσει στο παρόν άρθρο
είναι να καταδείξουμε πως ο νόμος, ο οποίος
στη γλώσσα των ‘από πάνω’ παρουσιάζεται
ως θέσφατο, ως κάτι το αντικειμενικό, δεν
είναι τίποτα άλλο από μια πολιτική επιλογή,
μια άποψη που επιβάλλεται, ένα εργαλείο
στα χέρια των κυρίαρχων.
Για να φτάσουμε στην απόδειξη αυτή, πρέπει
να ξεκινήσουμε από τον τρόπο με τον οποίο
προκύπτει στους σύγχρονους καπιταλιστικούς
κοινωνικούς σχηματισμούς ο νόμος ως μια

12

γενική και αφηρημένη ρύθμιση της κοινωνικής ζωής.
Τη νομοθετική αρμοδιότητα στην δυτική, αστική
κοινοβουλευτική δημοκρατία, την έχει κατά κανόνα
και κατ’ ουσία ένα ‘άμεσα αντιπροσωπευτικό’ σώμα,
το οποίο συνήθως αποκαλείται Βουλή ή Κοινοβούλιο
(οι διαφορές μεταξύ των κρατών στη ποσότητα ή τη
σύνθεση των σωμάτων αυτών δεν επηρεάζουν τη
παρούσα προσέγγιση). Σε αυτά τα σώματα οι αποφάσεις
λαμβάνονται με τον κανόνα της πλειοψηφίας (σχετικής,
απόλυτης ή αυξημένης). Η πλειοψηφία αυτή προκύπτει
συνήθως μέσω καθολικών εκλογών. Δεδομένου ότι η
αστική δημοκρατία είναι στη συντριπτική πλειονότητα
των περιπτώσεων κομματική (πολλές φορές και με
πρόβλεψη ανώτερης τυπικής ισχύος), είναι πρακτικά
αδύνατον να προκύψουν εξ αρχής ανεξάρτητοι βουλευτές,
και έτσι αποκλείεται η δυνατότητα να δημιουργηθεί ένα
ψηφιδωτό πολλών διαφορετικών πολιτικών απόψεων.
Επομένως, λοιπόν, την προαναφερθείσα πλειοψηφία
τη διεκδικεί και την αποκτά πάντα μια ενιαία, a priori συσπειρωμένη και ομογενής από πλευράς απόψεων,
παράταξη. Ακόμα και στη περίπτωση που η πλειοψηφία
τελικά σχηματίζεται από συνασπισμό κομμάτων,
αυτά έχουν ήδη καταλήξει σε μια σύγκλιση εκ των
προτέρων.
Στις εκλογές από τις οποίες, όπως προαναφέρθηκε,
προκύπτει η ενιαία κοινοβουλευτική πλειοψηφία,
το κριτήριο ψήφου δεν είναι κανένα άλλο παρά το
πολιτικό πρόγραμμα, εξαγγελθέντα εν πολλοίς μέτρα
για την οικονομία και τη κοινωνία. Το πρόγραμμα αυτό
δεν είναι μια ουδέτερη λίστα που απλώς απαριθμεί
τις σκοπούμενες κινήσεις της κάθε παράταξης αλλά,
αντίθετα, αντικατοπτρίζει συγκεκριμένες αντιλήψεις
για την κοινωνική πραγματικότητα και στοχευμένες
αξιολογήσεις για το ποια από τα συγκρουόμενα
κοινωνικά συμφέροντα πρέπει να προκριθούν. Επομένως,
καταλήγουμε πως η πλειοψηφία που ψηφίζει ένα νόμο
δεν είναι μια ουδέτερη μάζα αλλά ένα συγκροτημένο
σύνολο με πολύ συγκεκριμένη πολιτική τοποθέτηση,

συγκεκριμένη άποψη για τη δομή της
κοινωνίας και τα εκάστοτε σύγχρονα
επίδικα. Έτσι, οι νόμοι που ψηφίζονται
δεν μπορούν παρά να είναι εκ φύσεως
πολιτικές επιλογές που έχουν αναδείξει
μια λύση, μια κατεύθυνση, απορρίπτοντας
ταυτόχρονα μια άλλη. Αυτή η επιλογή μπορεί
να φαίνεται ότι έχει γίνει με το τεχνοκρατικό
κριτήριο της αποτελεσματικότητας, αλλά
αναπόδραστα στο πυρήνα της εμπεριέχει μια
κρίση, μια άποψη για τη δέουσα κοινωνική
πραγματικότητα. Καταλήγουμε, λοιπόν, πως
όταν μιλάμε για ‘ανομία’ στη πραγματικότητα
αναφερόμαστε στη κατάσταση εκείνη κατά
την οποία κάποιος αρνείται να ακολουθήσει
τις υποκειμενικές επιλογές τις οποίες κάνουν
κεντρικά τα κυρίαρχα πολιτικά κόμματα για
τον τρόπο οργάνωσης και το περιεχόμενο
των κοινωνικών δομών.
Σε αυτό το σημείο πρέπει να πούμε και
για τη δικαστική εξουσία. Η Δικαιοσύνη
στην αστική δημοκρατία περιορίζεται στην

εφαρμογή των νόμων. Η ανεξαρτησία της πηγάζει και
διασφαλίζεται από το γεγονός ότι δε κάνει αξιολογήσεις,
πέρα από το ελάχιστο περιθώριο που επιτρέπει η
ερμηνεία, αλλά επιβάλει απαρέγκλιτα αυτό που πιο πάνω
ορίσαμε ως τις επιλογές της εκάστοτε κοινοβουλευτική
πλειοψηφίας. Έτσι, προκύπτει το συμπέρασμα πως
η δικαστική εξουσία είναι ένα απλό εργαλείο που
δεν στερείται ταξικού προσήμου.
Επιστρέφοντας
στο σημείο από το οποίο ξεκινήσαμε, φτάνουμε στο
συμπέρασμα πως δε μπορεί κανείς να μιλάει για τους
νόμους σα να αναφέρεται στις βασικές αρχές της
φυσικής επιστήμης. Η επίκληση στη νομιμότητα δε
μπορεί να προβάλλεται ως μια επίκληση στην αλήθεια
και το πραγματικό, αφού δεν είναι τίποτα άλλο παρά
η επιβολή της λογικής των ‘από πάνω’. Τελειώνοντας,
το μόνο που μπορούμε να ευχηθούμε, είναι πως κόντρα
στο κλίμα της υποταγής, οι ‘εστίες ανομίας’ και οι
‘παράνομες και αποσταθεροποιητικές αντιδράσεις’ θα
πληθύνουν σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην υπάρχει πλέον
σημείο επιστροφής στην ‘ομαλότητα’.
Κωνσταντίνος Δρελιώζης

13

Η παθολογία της

ομαλότητας

14

Ο 20ος αιώνας σήμανε την άνοδο και
την κυριαρχία ενός άψογα σχεδιασμένου
καπιταλιστικού μοντέλου στον «ανεπτυγμένο»
δυτικό κόσμο. Αυτή τη στιγμή, διανύουμε τη
δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα και αρχίζει
να γίνεται ξεκάθαρο ότι αυτός ο πάλαι ποτέ
ιδανικά δομημένος κόσμος της ελεύθερης
αγοράς και εργασίας ίσως να μην προσέφερε
ποτέ ουσιαστική ευτυχία στον άνθρωπο.
Προκειμένου να καταστήσω σαφή τη θέση
μου, θα κινηθώ γύρω από τρία βασικά στοιχεία
που στήριξαν την καπιταλιστική κοινωνία και
οδήγησαν στην ευρύτερη αποδοχή της, των
οποίων την ανεπάρκεια θα επιχειρήσω να
αναδείξω.
Μετά την κατάργηση της φεουδαρχίας και
τη βιομηχανική επανάσταση, η εγκαθίδρυση
του καπιταλισμού στον οικονομικό τομέα
οδήγησε, μεταξύ άλλων, στην κατάργηση
της εκμετάλλευσης. Το άτομο ξέφυγε από
την υποτέλεια και ανοίχθηκε σε μια αγορά
εργασίας που, στην πλέον τελειοποιημένη
μορφή της, προσδιοριζόταν από την ιδιωτική
πρωτοβουλία και την αυτενέργεια του ατόμου.
Ποιος μπορεί να ξεχάσει την Αμερική των
αρχών του 20ου αιώνα, τη γη της επαγγελίας,
όπου το όνειρο για οικονομική επιτυχία
βασιζόταν αποκλειστικά στην προσωπική
εργασία και επιχειρηματικότητα; Επρόκειτο,
όμως, για ένα οικονομικό μοντέλο που
πράγματι κάλυπτε την ανθρώπινη ανάγκη
για δημιουργικότητα και επιτυχία και, πλέον,
απλά παρακμάζει; Κατά την προσωπική μου,
τουλάχιστον, άποψη, ακόμα και στην ακμή
του καπιταλισμού, ο άνθρωπος δε βρήκε
ποτέ ουσιαστική ικανοποίηση. Αντίθετα,
αντιμετώπιζε προβλήματα κοινωνικά και
ψυχολογικά τα οποία τώρα, στην παρακμή
αυτού του μοντέλου γίνονται εμφανή.
Η ίδια η δομή του καπιταλισμού προκρίνει
την επιχείρηση και την παραγωγή και
εκτοπίζει το άτομο από τη θέση του
κυρίαρχου, του δημιουργού των εξελίξεων.
Μπορεί η μικροαστική ζωή ευημερίας να
φαινόταν ικανή να αναπληρώσει ορισμένες
από τις ελλείψεις που προέκυπταν από αυτό
το μοντέλο στην ψυχολογία του ατόμου με
την παροχή ενός κράτους πρόνοιας και τη
βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης, ωστόσο
ο άνθρωπος έπαψε να έχει κοινωνικά
ενδιαφέροντα. Μια μορφή εχθρότητας άρχισε
να πηγάζει από τις συμβιωτικές σχέσεις η
οποία βεβαίως βασίστηκε στην ανάπτυξη

του ανταγωνισμού και την προβολή της
αυτονομίας ως ενδεδειγμένης στάσης ζωής.
Ο άνθρωπος, μόνος σε μια κοινωνία θηρίων,
να προσπαθεί να γλιτώσει από τον αρπακτικό
συνάνθρωπό του, αλλά ταυτόχρονα να
επιχειρεί και ο ίδιος να τον κατασπαράξει, να
τον εξοντώσει για να ανέβει, και πάλι μόνος,
τη σκάλα προς την επιτυχία.
Ένα άλλο στοιχείο που συνόδεψε την
καπιταλιστική
κοινωνία
συνδέεται
κυρίως με τον προοδευτισμό και τον
φιλελευθερισμό που αυτή ανέδειξε. Ο
άνθρωπος απελευθερώθηκε σεξουαλικά.
Έπαψαν τα ταμπού και άνοιξε ο δρόμος για
την ελεύθερη έκφραση των σεξουαλικών
προτιμήσεων και την αναζήτηση των
προσωπικών «θέλω» χωρίς φόβο ή ντροπή,
αλλά με πάθος. Στο ίδιο πλαίσιο, όμως, και
σε συνδυασμό με την ανωτέρω αναφερθείσα
κοινωνική και ψυχολογική έλλειψη, το άτομο
δεν επιχείρησε και δεν επιχειρεί τη σύναψη
ουσιαστικών σχέσεων με το αντικείμενο της
έλξης του. Καλείται να εντάξει τον εαυτό
του σε μια κατηγορία, να επιλέξει προς τα
πού διαχέεται η σεξουαλικότητά του, αν
δηλαδή ανήκει στους ομοφυλόφιλους, στους
ετεροφυλόφιλους, στους αμφισεξουαλικούς
και σε ένα σωρό άλλες ομάδες που δεν
εξυπηρετούν κάτι παραπάνω πέραν του
να του παρέχουν μια ταμπέλα· ένα όνομα
για να εκφράσει τη σεξουαλικότητά του,
προκειμένου να διευκολυνθεί η ικανοποίηση
της ενστικτώδους ανάγκης του σεξ.
σύγχρονος άνθρωπος της καπιταλιστικής
κοινωνίας δηλώνει τι είναι ούτως ώστε να
μην αναλωθεί στη διαδικασία αναζήτησης
του άλλου, να μην σπαταλήσει πολύτιμο
χρόνο προς αναζήτηση των πραγματικών του

επιθυμιών. Ικανοποιείται, χωρίς
να αναζητά την πνευματικότητα
στην ερωτική πράξη. Δεν
πειραματίζεται. Επιλέγει ταμπέλα
και επιχειρεί να πορευθεί μέσω
της εκάστοτε επιλογής του σε
ένα απλοποιημένο μονοπάτι
σεξουαλικών απολαύσεων που
καλύπτουν βέβαια σωματικές
ανάγκες, ωστόσο δεν επαρκούν
για
να
του
προσφέρουν
ουσιαστική ευτυχία.
Τέλος, η ζωή του ατόμου φάνηκε
να αποκτά νόημα και στον τομέα
της πολιτικής, αλλά φευ. Ο
άνθρωπος βίωσε για πρώτη φορά
την ανεξαρτησία. Κλήθηκε να
ζήσει σε οργανωμένα πολιτειακά
συστήματα στα οποία θα ήταν ο
ίδιος ελεύθερος επιλέξει ποιος
θα τον εκπροσωπούσε. Επρόκειτο,
όμως, για πραγματική ελευθερία
επιλογής ή απλά για απουσία
εξωτερικής βίας; Νομίζω ότι ο
άνθρωπος από νωρίς παραδόθηκε
και μέσα στο καπιταλιστικό
μοντέλο στα εξής δύο πάθη
του, στο κυριαρχικό και στο
υποτακτικό.
Ως
κυριαρχικό/
σαδιστικό πάθος επιχειρώ να
χαρακτηρίσω την αιώνια ανάγκη
του ατόμου να είναι κύριος· κύριος
του εαυτού του, αλλά και των
γύρω του. Και εφόσον δεν μπορεί
να ελέγχει άμεσα τους γύρω του,
επιχειρεί τουλάχιστον να ζει σε
μια οργανωτική μορφή οπού
οι αποφάσεις θα επηρεάζονται

από όλους επί ίσοις όροις.
Αυτό το ένστικτο εκφράζεται
μέσω της συνεχούς ανάγκης
για αυτοπροσδιορισμό και ίσως
σε ένα ασυνείδητο επίπεδο να
στηρίζει και την αδυναμία του
ατόμου να αναγνωρίσει και να
αποδεχτεί τον ετεροκαθορισμό
που υφίσταται, ιδίως στην εποχή
μας. Σε κάθε περίπτωση, προς
ικανοποίηση αυτού του ενστίκτου
επιδίδεται σε ένα μανιώδες κυνήγι
για ιεραρχική ανέλιξη, αφού αυτή
αποτελεί το μόνο νόμιμο μέσο για
επιβολή και επικυριαρχία. Από
την άλλη πλευρά, διακρίνεται
στο άτομο και το υποτακτικό/
μαζοχιστικό πάθος. Εδώ μπορώ
να αναγνωρίσω την πολιτική
αδράνεια
του
ατόμου,
τη
μεμψιμοιρία και την αποδοχή κάθε
κοινωνικής αναταραχής χωρίς
το παραμικρό ίχνος αντίδρασης
(εννοώ,
βέβαια,
δυναμικής
και ενδεχομένως κινηματικής
αντίδρασης, όχι τη συνήθη, πλέον,
απαξίωση που δε συνοδεύεται από
οποιαδήποτε μορφή δράσης). Ο
σύγχρονος πολίτης «βολεμένος»
σε μικρότερο ή μεγαλύτερο
βαθμό σε ένα συγκεκριμένο
τρόπο ζωής δεν επιχειρεί παρά
την ελάχιστη αντίδραση ακόμα
και όταν πλήττονται καίρια
όλα του τα συμφέροντα.
Τα δύο αυτά ένστικτα μπορούν
να
λειτουργήσουν
κατ’
αναλογία προς τους κατωτέρω

τρόπους αντίδρασης στο πλέον
εκφυλισμένο
καπιταλιστικό
μοντέλο. Το κυριαρχικό άτομο,
όταν συνειδητοποιήσει την πλήξη
που υφίσταται η σφαίρα της
μέχρι πρότινος κυριαρχίας του,
θα λειτουργήσει καταστροφικά
και με μίσος επιφέροντας το
τέλος του συστήματος. Αντίθετα,
το υποτακτικό άτομο θα εκφράσει
μια μορφή απάθειας και θα
αδρανήσει μπροστά στα εμπόδια
που ανακύπτουν. Με αυτόν τον
τρόπο θα πάψει να εκτελεί τα
καθήκοντά του σε αυτήν την
κοινωνία.
Μια
δημιουργική
σύνθεση των δύο ενστίκτων,
όμως, μπορεί να οδηγήσει σε
έναν αγώνα για ανεξαρτησία,
ουσιαστική και όχι επίπλαστη. Και
με δημιουργικές παρεμβάσεις,
ενδεχομένως θα τεθούν οι
βάσεις για τη σύσταση ενός
νέου κοινωνικού και οικονομικού
μοντέλου. Ίσως μια τέτοια μορφή
αντίδρασης στο κατεστημένο
σύστημα να εμφανίζεται ουτοπική,
αλλά θεωρώ ότι στην Ελλάδα
του 2013 έχουν αρχίσει να
διαφαίνονται ορισμένα ψήγματα
τέτοιας συμπεριφοράς. Το πέρας
του χρόνου αδιαμφισβήτητα
θα οδηγήσει σε μεταβολή. Ο
άνθρωπος βιώνει ήδη, εδώ και
καιρό, το κενό του καπιταλιστικού
μεγαθηρίου να τον κατατρώει
και δε νομίζω ότι υπάρχει ακόμα
διάθεση για εγκαρτέρηση.
Αλεζίνη Λόξα

15

ΑΝ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΤΕ
ΕΣΕΙΣ, ΜΠΟΡΟΥΜΕ
ΕΜΕΙΣ!
Κωνσταντίνα Τσουκαλά - Σταθάκη

Τα τελευταία χρόνια η κρίση έχει
επηρεάσει τόσο τον τρόπο που ζούμε
όσο και το πώς σκεφτόμαστε, αφού η
καθημερινότητά μας, οι ανάγκες μας,
έχουν πάψει να χωράνε στο πλαίσιο
των νεοφιλελεύθερων πολιτικών τους.
Έτσι, αναγκαστήκαμε να ανακαλύψουμε
νέες μορφές και δομές οργάνωσης οι
οποίες δεν έχουν καμία σχέση με τις
αξίες του καπιταλιστικού συστήματος,
το κέρδος και την εκμετάλλευση,
αντίθετα αφορούν στη ζωή με
αξιοπρέπεια και αλληλεγγύη. Έννοιες,
λοιπόν, που παραδοσιακά άνηκαν
στην αριστερά και την αναρχία, όπως
αυτές της αυτοδιαχείρισης και της
αυτοοργάνωσης, μπαίνουν πλέον στο
λεξιλόγιο της κοινωνίας στα χρόνια της
κρίσης, με κομβικό σημείο εκκίνησης
την πλατεία Συντάγματος το 2011. Οι
αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες της
συνέλευσης και οι ομάδες εργασίας
αποτελούσαν εχθρό του αξιακού
πυρήνα του συστήματος. Παρά το
γεγονός της διάλυσής τους από την ωμή
κρατική καταστολή, η εμπειρία αυτή
εγγράφηκε στην συλλογική συνείδηση
και εκφράστηκε μέσα από δίκτυα
αλληλεγγύης, λαϊκές συνελεύσεις
γειτονιών, κοινωνικά παντοπωλεία,
ιατρεία
και
αυτοδιαχειριζόμενα
εγχειρήματα.

Η έννοια της αυτοδιαχείρισης που
σταδιακά έχει αρχίσει να αγκαλιάζεται
από την κοινωνία αποτελεί μια
μορφή άμεσης δημοκρατίας, όπου
οι άνθρωποι συνειδητοποιούν την

16

ανάγκη κινητοποίησης τους για την εξασφάλιση των επιτακτικών
τους αναγκών. Το αδιέξοδο πολιτικό και οικονομικό σκηνικό είναι
αυτό που ωθεί στο νέο τρόπο θεώρησης της ζωής, βασισμένο στην
αυτοοργάνωση και την αυτοθέσμιση. Έτσι, αφενός οι άνθρωποι
αναλαμβάνουν με άμεσο τρόπο την οργάνωση του κοινωνικού και
εργασιακού τους βίου και αφετέρου θεσπίζουν με δημοκρατικές
διαδικασίες το καθεστώς που επιθυμούν να διέπει την οργάνωση
τους. Το ζητούμενο, επομένως, σε κάθε είδους αυτοδιαχειριζόμενο
εγχείρημα είναι η εξάλειψη του θεμελιώδους διαχωρισμού της
κοινωνίας σε ένα στρώμα διευθυνόντων και μια μάζα εκτελεστών,
καθώς εξαλείφεται η έννοια του αφεντικού και όλοι οι συμμετέχοντες
αποκτούν ταυτόχρονα και τις δύο ιδιότητες. Η αυτοδιαχείριση σε
ευρεία μορφή φαίνεται να εμφανίζεται σε οξυμένες περιόδους
κρίσης (παράδειγμα Αργεντινής) ως το μεταβατικό στάδιο από
τον καπιταλισμό σε μια μορφή σοσιαλισμού με δημοκρατία και
ελευθερία. Σηματοδοτεί, ειδικότερα, το πέρασμα σε μια κοινωνία
άμεσης δημοκρατίας και αυτοκυβέρνησης, μετατρέποντας τους
εργαζόμενους από παραγωγούς σε γνήσια κυβερνώσα τάξη, μακριά
από το ιστορικό παράδειγμα του υπαρκτού σοσιαλισμού. Άλλωστε,
ακρογωνιαίος λίθος της επιτυχίας τέτοιων εγχειρημάτων είναι οι
συλλογικές διαδικασίες λήψης των αποφάσεων, βασιζόμενες στο
διάλογο, την αλληλεγγύη και την έμπρακτη συνεργασία. Η μετατόπιση
του κέντρου εξουσίας δε συνεπάγεται τη μείωση της παραγωγής και
την πτώση της ποιότητας, αντίθετα κινητοποιεί τους εργαζομένους
και αυξάνει την αποδοτικότητα τους, αφού καρπώνονται οι ίδιοι
αυτό που παράγουν. Αυτό, άλλωστε, αναφέρουν και οι εργαζόμενοι
του εργοστασίου της Βιομηχανικής Μεταλλευτικής(ΒΙΟ. ΜΕ.), οι
οποίοι με πρωτοποριακό τρόπο ανέλαβαν στα δικά τους χέρια το
εργοστάσιο. «..Έχουμε φτάσει σε απόγνωση και βλέπουμε πως δεν
έχουμε να χάσουμε τίποτα άλλο περισσότερο από αυτό που έχουμε
χάσει ήδη. Και ενημερώσαμε πως εμείς ξεκινάμε την λειτουργία του
εργοστασίου και δεν μας ενδιαφέρουν οι συνέπειες όποιες και αν
είναι γιατί θεωρούμε ότι είμαστε στα χειρότερα..»
Η ΒΙΟ.ΜΕ. αποτελεί ακόμη ένα καινοτόμο εγχείρημα ενός εργατικού
δυναμικού 70 ανθρώπων, οι οποίοι, με δική τους πρωτοβουλία
και υπό το σύνθημα «Αν δεν μπορείτε εσείς, μπορούμε εμείς»,
αποφάσισαν να προχωρήσουν σε επίσχεση εργασίας, δεδομένου
ότι από το Μάιο του 2011 η εργοδοσία κήρυξε στάση πληρωμών
και εγκατέλειψε το εργοστάσιο σε απραξία. Έκτοτε, κινήματα
αλληλεγγύης με διάφορους τρόπους (ψηφίσματα αλληλεγγύης,
εκδηλώσεις, συναυλίες κλπ) στηρίζουν έμπρακτα τον αγώνα τους.
Το εργοστάσιο βασίζεται στη λειτουργία της γενικής συνέλευσης,
ενώ η διοίκηση είναι προσωρινή και ανακλητή. Η αρχική κινηματική
δράση των εργαζομένων δεν σταμάτησε στη πρώτη νίκη, αλλά

συνεχίστηκε με αναζήτηση νομικού πλαισίου που
θα νομιμοποιήσει το ιδιόρρυθμο ιδιοκτησιακό
καθεστώς, την προσπάθεια συμμετοχής σε
ευρωπαϊκά προγράμματα επιδότησης για την
επανεκκίνηση της παραγωγής και πλήθος άλλων
ενεργειών. Μια αξιοσημείωτη συνάντηση των
εργαζομένων ήταν η αυτή με τον εκπρόσωπο των
αυτοδιαχειριζόμενων εργοστασίων στην Αργεντινή,
Ernesto Lalo Paret, προκειμένου να τους
μεταφέρει την εμπειρία του από το νέο μοντέλο
‘χωρίς αφεντικό’. Σύμφωνα με τον Lalo, στην
Αργεντινή, όπως και στη Ελλάδα, οι εργαζόμενοι
δυσκολεύονται να συνηθίσουν ότι δεν χρειάζεται
να λογοδοτούν σε ένα αφεντικό και πως η γνώμη
τους έχει αξία. Επίσης, μέσα στα εργοστάσια
πολλές φορές δημιουργούνται παράλληλες δομές,
όπως πολιτιστικά και ιατρικά κέντρα, σχολεία
που εξυπηρετούν όλη την κοινότητα και όχι μόνο
τις στενές ανάγκες του εργοστασίου. Φαίνεται,
λοιπόν, ότι στη ΒΙΟ.ΜΕ. η ανάγκη και η θέληση της
κοινωνίας που δεινοπαθεί είναι το εφαλτήριο για
τέτοιες ριζοσπαστικές πρωτοβουλίες.
Ταυτόχρονα, βλέπουμε ότι και στις σχολές η τάση
αυτή για νέες δομές εκφράστηκε με την δημιουργία
αυτοδιαχειριζόμενων κυλικείων. Συγκεκριμένα,
από τον Οκτώβρη στη Νομική, αφού ο ιδιώτης
εγκατέλειψε τον χώρο του κυλικείου λόγω
οικονομικών δυσκολιών, πρωτοβουλία φοιτητών/

τριών αποφασίσαμε να ανακαταλάβουμε τον χώρο
με σκοπό την εγκατάσταση ενός διαφορετικού
μοντέλου λειτουργίας του κυλικείου στην βάση
της αυτοδιαχείρισης και της άμεσης δημοκρατίας.
Ο μόνος που έχει λόγο για την ζωή του χώρου
είναι η συνέλευση του, η οποία αποφασίζει για
ζητήματα που ξεκινούν από την τροφοδοσία
μέχρι τις πολιτιστικές εκδηλώσεις. Στον αντίποδα
της λογικής του εργοδότη-εργαζόμενου-πελάτη,
δομήθηκε το νέο αντιπαράδειγμα το οποίο έπαψε να
αναπαράγει ιεραρχικές σχέσεις, με ανοιχτές βάρδιες
όπου συμμετέχει όποιος/α θέλει, με συνελευσιακές
διαδικασίες ισότιμων συμμετεχόντων, με την έννοια
της ανάθεσης να καταρρίπτεται και να εφαρμόζεται
αυτή της συναπόφασης και της συνυλοποίησης.
Ακολούθησαν, μέχρι την στιγμή που γράφτηκε
το άρθρο, το κυλικείο της αρχιτεκτονικής, των
πολιτικών μηχανικών και της ΑΣΟΕΕ. Ελπίζουμε
πως δεν θα είναι τα τελευταία και ότι η φαντασία
για νέες δομές μέσα στα πανεπιστήμια δεν θα
σταματήσει εκεί.
Παρόλο, λοιπόν, που η
κυρίαρχη αφήγηση αντιμετωπίζει τέτοιου είδους
εγχειρήματα ως δομές χωρίς κανένα κανόνα,
ως «εστίες ανομίας» που δεν αποσκοπούν σε
κανένα κοινωνικό όφελος, η πραγματικότητα τους
διαψεύδει. Απαντώντας πλήρως στα σημερινά
προβλήματα, είναι η ίδια η κοινωνία που τα
νομιμοποιεί στις συνειδήσεις μας και αναζητά την
διεύρυνση και την εξάπλωση τους.

17

Το κοινωνικό
συμβόλαιο της

μετα
πολίτευσης
Το κοινωνικό συμβόλαιο αποτελεί
την
κυριότερη
φιλοσοφική
θεμελίωση
του
σύγχρονου
κράτους. Οι άνθρωποι, σύμφωνα
με τη θεώρηση αυτή, είναι
φύσει ελεύθεροι και ίσοι, δίχως
κοινωνικούς δεσμούς που να
εμποδίζουν
την
ελευθερία
αυτή. Οι
ισχυρότεροι, όμως,
καταπιέζουν τους ασθενέστερους
και η καταπίεση αυτή οδηγεί
στη σύναψη μιας σύμβασης,
ενός κοινωνικού συμβολαίου.
Με τον τρόπο αυτό, οι άνθρωποι
δημιουργούν μια ανώτατη εξουσία
επιφορτισμένη να προστατεύει
τα δικαιώματά τους, να διατηρεί
την τάξη και την ασφάλεια. Τα
παραπάνω ισχυρίζονται όσοι
αποδέχονται την οργάνωση της
κοινωνίας σε κράτος.

Τα κυριότερα σημεία
κριτικής
του
κοινωνικού
συμβολαίου είναι τα ακόλουθα.
Αρχικά, το κοινωνικό συμβόλαιο
αποτελεί μια νοητική κατασκευή,
η οποία προφανώς δεν υπόκειται
σε κανενός είδους απόδειξη.
Πρόκειται, δηλαδή, για ένα αξίωμα,
το οποίο αν αναδειχθεί ως τέτοιο,
κλονίζεται η ίδια η αντικειμενική
θεμελίωση του κράτους. Επιπλέον,
το
κοινωνικό
συμβόλαιο
προϋποθέτει λογικά την αποδοχή
της αναπαράστασης της φύσης
τους ανθρώπου με συγκεκριμένο
τρόπο, ως ατομικιστικού όντος,
με τον ισχυρότερο να τρώει τον

18

ασθενέστερο. Η ανθρώπινη φύση,
όμως, είναι ένα ανοιχτό, μη
αποδεδειγμένο επιστημολογικό
ζήτημα.

Προβήκαμε
στην
παραπάνω ανάλυση όχι για
να
επικεντρωθούμε
στη
γενική θεωρία και κριτική
του κοινωνικού συμβολαίου.
Άλλωστε, θέμα του άρθρου είναι
η έκφανσή του κατά τη διάρκεια
της ελληνικής μεταπολίτευσης.
Με τον όρο κοινωνικό συμβόλαιο
της μεταπολίτευσης εννοούμε
τον πολιτικό συμβιβασμό μεταξύ
των δύο κυρίαρχων πολιτικών
δυνάμεων: της αριστεράς και
της δεξιάς. Ο συμβιβασμός
αυτός
αναδεικνύεται
μέσω
της διαφορετικής σχέσης της
αριστεράς με το πολιτικό σύστημα
κατά τις περιόδους πριν και μετά
το 1974.

Κατά
την
πρώτη
περίοδο (1944-1974), η αριστερά
βρισκόταν στο περιθώριο της
κοινωνικής και πολιτικής ζωής
της χώρας ως προδότης του
έθνους. Βαρυνόταν με την ευθύνη
του εμφυλίου πολέμου και
γενικότερα κατηγορείτο για τη
διατάραξη της ειρήνης και της
ασφάλειας, για την υπονόμευση
του
πολιτικού
καθεστώτος.
Κανένας,
όμως,
αριστερός
σχηματισμός δεν έλαβε μέρος
στις εκλογές του 1946 οπότε και
επήλθε το ξέσπασμα του εμφυλίου

(1946-1949). Ακολούθησε, φυσικά,
η λήψη εκτάκτων μέτρων για
την αντιμετώπιση της απειλής
που προερχόταν εξ αριστερών,
όπως οι διοικητικές εκτοπίσεις,
τα στρατόπεδα συγκέντρωσης,
τα
πιστοποιητικά κοινωνικών
φρονημάτων,
οι
δηλώσεις
μετανοίας, τα βασανιστήρια,
οι
εκκαθαρίσεις
δημοσίων
υπαλλήλων και η λογοκρισία.
Αναφέρουμε χαρακτηριστικά τον
αναγκαστικό νόμο 509/1947, ο
οποίος προέβλεπε τη διάλυση
του ΚΚΕ και του ΕΑΜ καθώς και
τον αναγκαστικό νόμο 375/1936
περί διώξεως των κομμουνιστών
για κατασκοπεία.

Η θέση της αριστεράς
μεταβλήθηκε ριζικά με την
έλευση της μεταπολίτευσης
(1974). Από προδότες της
πατρίδας θεωρούνταν πλέον
ότι ανήκαν στις πολιτικές
δυνάμεις, οι οποίες είναι άξιες
να εκπροσωπήσουν το έθνος. Το
γεγονός αυτό φαίνεται από την
πλήρη ανασκευή της επίσημης
ιστορίας. Αναγνωρίστηκαν οι
εθνικοί αγώνες (1941-1944) της
αριστεράς κατά της γερμανικής
κατοχής και του ναζισμού. Από
την άλλη, ο «συμμοριτοπόλεμος»
μετονομάστηκε σε ελληνικό
εμφύλιο,
ο
οποίος
είτε
αποσιωπάται, είτε όχι. Όταν
δεν αποσιωπάται, οι ευθύνες
είτε αποδίδονται ισομερώς στα

εμπλεκόμενα
εγχώρια
μέρη,
είτε αποδίδονται στον ξένο
παράγοντα. Στην αναγνώριση
αυτή της αριστεράς συνέβαλε
και η εξέγερση των φοιτητών του
Πολυτεχνείου κατά της χούντας
των συνταγματαρχών το Νοέμβρη
του 1973. Το δεύτερο σκέλος αυτού
του πολιτικού συμβιβασμού είναι
το ενδιαφέρον για τη δόμηση ενός
κράτους με κοινωνικό χαρακτήρα,
ενός κράτους πρόνοιας. Συνεπώς,
η αριστερά αναγνωρίστηκε ως
άξιος συνομιλητής εντός του
κοινοβουλευτικού παιγνίου.
Η «σύναψη» του κοινωνικού
συμβολαίου
καθόρισε
την
πολιτική της αριστεράς από
το 1974 έως σήμερα. Αυτό
φαίνεται και στις δύο πτυχές του.
Αφενός, σχετικά με την ιστορία,
δημιουργήθηκε μια αριστερή
ιστοριογραφία που αναδείκνυε
το θετικό ρόλο της αριστεράς.
Μεταγενέστερα, μια άλλη τάση
της ιστοριογραφίας αμφισβήτησε
την προηγούμενη. Η απάντηση της
αριστερής ιστοριογραφίας ήταν η
επιστροφή στα «συμφωνηθέντα»
του 1974. Όσον αφορά στο
δεύτερο σκέλος, οι διεκδικήσεις
της αριστεράς, ή τουλάχιστον
έτσι λειτουργούσε η ικανοποίησή
τους εκ του αποτελέσματος,
σκόπευαν στην ενίσχυση του
κοινωνικού χαρακτήρα(sic) του
κράτους. Oι διεκδικήσεις αυτές
αφορούσαν
στην
καλύτερη
κρατική υγειονομική περίθαλψη,
σε εργασιακά δικαιώματα, στο
συνδικαλισμό κλπ. Η αριστερά
συνήθισε να δρα εντός του
πλαισίου
του
κοινωνικού
συμβολαίου και έπαψε να
διεκδικεί εκτός του συστήματος.
Οι υπόλοιπες δυνάμεις (κέντροδεξιά) έρχονται να τροποποιήσουν
τους όρους του κοινωνικού
συμβολαίου με τη μορφή
που αυτό πήρε το 1974. Εδώ
καταδεικνύεται και η σημερινή
αδυναμία της αριστεράς, η οποία
μη μπορώντας να βρει λύσεις
εκτός του συστήματος, προσπαθεί
να αντισταθεί στην ανατροπή των
όρων του πολιτικού συμβιβασμού
του 1974.

Να μην ξεχνάμε ότι οποιαδήποτε μορφή και αν πάρει
το κοινωνικό συμβόλαιο συνεπάγεται την αποδοχή
τόσο του κράτους όσο και του κεφαλαιοκρατικού
τρόπου παραγωγής, του καπιταλισμού.
Αλέξανδρος
Χρύσα

19

ωs πολιτικό εργαλείο

ο φόβοs
20

Ο φόβος είναι η μεγαλύτερη
αδυναμία για την σκέψη των
πολλών και συνεπώς η μεγαλύτερη
ενίσχυση του οράματος των
λίγων. Σε μια κοινωνία ατομικά
προσδιορισμένη,
υπό
το
καμουφλάζ του συλλογικού, είναι
πολύ εύκολο για κάθε έξυπνο
δημοκόπο να προσεγγίσει την
συναισθηματική
ανασφάλεια
και να τη γιγαντώσει με λέξεις
βαρύγδουπες που διηθούνται
στην ταλαιπωρημένη μας πια
συνείδηση και έτσι να μας
χειραγωγήσει.
Το πείραμα στέφθηκε με επιτυχία
και, πράγματι, δημιουργώντας μια
σφαίρα ανασφάλειας γύρω από
την αλλαγή πολιτικής πλεύσης
και τη διαπραγμάτευση επί ίσοις
όροις, ξαφνικά το μνημόνιο έγινε
η καλύτερη δυνατή λύση μέσα
στον κυκεώνα των σχέσεων με
την Ευρώπη. Το πόσα μπορεί να
υπομείνει κάποιος, αν πεισθεί
πως σε ό,τι τον υποβάλλεις θα
είναι καλύτερα από κάτι άλλο,
είναι αξιοθαύμαστο. Ο φόβος για
το άγνωστο δρα τόσο παραλυτικά,

Ο φόβος είναι η μεγαλύτερη
αδυναμία για την σκέψη των
πολλών και συνεπώς η μεγαλύτερη
ενίσχυση του οράματος των
λίγων. Σε μια κοινωνία ατομικά
προσδιορισμένη,
υπό
το
καμουφλάζ του συλλογικού, είναι
πολύ εύκολο για κάθε έξυπνο
δημοκόπο να προσεγγίσει την
συναισθηματική
ανασφάλεια
και να τη γιγαντώσει με λέξεις
βαρύγδουπες που διηθούνται
στην ταλαιπωρημένη μας πια
συνείδηση και έτσι να μας
χειραγωγήσει.
Το πείραμα στέφθηκε με επιτυχία
και, πράγματι, δημιουργώντας μια
σφαίρα ανασφάλειας γύρω από
την αλλαγή πολιτικής πλεύσης
και τη διαπραγμάτευση επί ίσοις
όροις, ξαφνικά το μνημόνιο έγινε
η καλύτερη δυνατή λύση μέσα
στον κυκεώνα των σχέσεων με
την Ευρώπη. Το πόσα μπορεί να
υπομείνει κάποιος, αν πεισθεί
πως σε ό,τι τον υποβάλλεις θα
είναι καλύτερα από κάτι άλλο,
είναι αξιοθαύμαστο. Ο φόβος για
το άγνωστο δρα τόσο παραλυτικά,
που η παρούσα κατάσταση,
όσο ζοφερή κι αν είναι, γίνεται
ανεκτή, γιατί όπως και να έχει την
ξέρουμε, κι αφού επιβιώνουμε
μάλλον δεν είναι τόσο κακή. Και
να εκεί βρίσκεται η ρωγμή που
προκλήθηκε στην λογική σκέψη.
Μια πολιτική κι, επομένως,
λογική απόφαση εξαρτάται τελικά
από ένα μαζικά προκεκλημένο
συναίσθημα. Ο φόβος για
άτακτη χρεοκοπία, η σύνδεση
της άρνησης μνημονιακών όρων
με την άτακτη χρεοκοπία, η
υπερπροβολή της ανέχειας και
η υπόνοια ότι θα επικρατήσει
στο μέλλον, μια αλυσίδα
εικόνων από τα μέσα μαζικής
ενημέρωσης που ξεγελά και τον
πιο παρατηρητικό. Ακόμη και ο
διορατικότερος δυσκολεύεται να
καταλάβει ότι δεν επικαλείται τη
σκέψη η παραπάνω παρουσίαση
αλλά το συναίσθημα και μάλιστα
τον φόβο, το δυσκολότερο από
ψυχολογικής πλευράς, ως πιο
ανεπεξέργαστο. Σου λέει, ας
ανεχτώ τα πάντα, διότι λογική

συνέπεια είναι ότι η μη υπακοή θα
με οδηγήσει στην ανέχεια και την
χρεοκοπία, ενώ τώρα λίγα μέτρα
ακόμα και θα σταθεροποιηθεί η
κατάσταση. Κι εκεί αφήνεις το
υποσυνείδητο σου να καθορίσει
την ψήφο, την πολιτική σου
φωνή. Άνθρωπος είναι αυτός που
κοιτάζει πάνω (άνω-θρώσκω).
Χάνοντας το μοναδικό μας
ταλέντο να χτίζουμε παλάτια
από τη στάχτη ή ακριβέστερα
την δύναμη να το κάνουμε αν
χρειαστεί, ισοπεδώνεται η ίδια η
εξελικτική μας φύση.
Είναι,
αλήθεια,
δαιμόνιο,
πανέξυπνο, το πόσο εύσχημα
συνέδεσαν οι πολιτικοί στο μυαλό
μας την χρεοκοπία του δημοσίου
με την δική μας προσωπική
ανέχεια, το πόσο πεπεισμένοι
γίναμε ότι οφείλουμε όλα τα
υπέρογκα ποσά που διαθέτουμε
στους φόρους και, το χειρότερο
από όλα, το πόσο γρήγορα μάθαμε
να περιμένουμε τη σωτηρία
από άλλους (συναισθηματική
παράλυση). Ο φόβος είτε σε
οδηγεί σε επιπόλαιες επιλογές
γιατί ψάχνεις τη γρήγορη
λύση που θα άρει άμεσα την
ανασφάλεια σου, είτε σε παραλύει
και, συνεπώς, δεν κάνεις τίποτα
και γίνεσαι έρμαιο εκείνων που
διατηρούν τη λογική τους και
την αξιοποιούν στα δύσκολα
προς όφελος τους. Ο Camus είπε
«να μην φοβάσαι την αλλαγή, να
φοβάσαι ότι δεν θα γίνει», και
είναι μια συμβουλή πραγματικά
ακατόρθωτη για το μέσο άνθρωπο
που επιζητά την ασφάλεια και
το πρόγραμμα. Κι οι πολιτικοί
αυτό κάνουν, μας εθίζουν σε
καταστάσεις,
μετατρέπουν
ακόμα και τις πιο απότομες
και δυσβάσταχτες πολιτικές
αλλαγές σε ρουτίνα, πρόγραμμα,
μέρος διαδικασίας και έτσι τα
χωνεύουμε, τα υπομένουμε, γιατί
τα γνωρίζουμε.
Η κινδυνολογία κρύβει μεγάλη
δύναμη γιατί συνιστά πολιτικό
λόγο που καταλήγει στην πρόκληση
του φόβου. Ο φόβος ανήκει στα
ασθενή συναισθήματα, στα πιο
άγνωστα, βαθειά, προσωπικά και

λιγότερο εκδηλωμένα. Δεν είναι
τυχαία η εμφάνιση ή ανάπτυξη
ολοκληρωτικών καθεστώτων σε
περιόδους βαθειάς οικονομικής
δυσπραγίας ή ανασφάλειας. Τα
φασιστικά καθεστώτα ξεκινούν
πάντα ως οργανωμένα κινήματα
στήριξης ενός οράματος άλλοτε
εθνικιστικού, εθνοσοσιαλιστικού
κλπ, πάντα όμως με θέσεις
σαφείς και συνεπείς και λύσεις
πολιτικές και συγκεκριμένες. Όταν
ο λαός φοβάται φτάνει στα άκρα
αναζητώντας ασφάλεια. Στην
προχιτλερική Γερμανία του ’30, με
τις πολεμικές αποζημιώσεις να
ανέρχονται σε μεγάλο ποσοστό
του εθνικού εισοδήματος και την
οικονομική κρίση της εποχής,
η ιδέα ενός μαζικού κινήματος
αναδιοργάνωσης, η ιδέα για μια
χώρα ισχυρή να επιβληθεί στις
διεθνείς σχέσεις, πήρε το ρόλο
του από μηχανής θεού. Ο Χίτλερ
ήταν απολυταρχικός, φασίστας,
με
ακραίες
κοσμογονικές
θεωρίες
και
απάνθρωπα
οράματα. Μια λεηλατημένη από
φόβο συνείδηση, όμως, από την
παραπάνω πρόταση συγκρατεί
τις θεωρίες και τα οράματα. Της
αρκούν.
Αν ο άνθρωπος δεν δει το
καινούργιο, το φοβάται. Όμως,
καμιά κατάσταση δεν μπορεί να
αποβεί πιο ασύμφορη για μας
από αυτήν που δημιουργήθηκε
ερήμην μας. «Ανεπαισθήτως
μας κλείνουν έξω από τον
κόσμο», αν δεν κινηθούμε να τον
αλλάξουμε. Καλύτερα ο καθένας
να αποφασίζει σύμφωνα με αυτό
που θεωρεί το καλύτερο παρά με
αυτό που φοβάται ως χειρότερο.
Έλλη Καραΐνδρου

21

Οπαδοί: εν δυνάμει κίνημα ή

αδίστακτες αγέλες βίας;
Θάνος Σάρλας

Αποτελεί
αδιαμφισβήτητο γεγονός πως
το προφίλ του μέσου οπαδού, όπως αυτό έχει
διαμορφωθεί από τα σύγχρονα μέσα μαζικής ενημέρωσης,
συμβάλλει στην διαμόρφωση μιας όχι και τόσο καλής εικόνας
προς την κοινωνία. Πιο συγκεκριμένα, στο συλλογικό υποσυνείδητο, η
λέξη οπαδός ταυτίζεται μέσω αλλεπάλληλων συνειρμών με την εικόνα ενός
οργισμένου, συνήθως απολιτίκ νεαρού, ο οποίος είτε υπό την επήρεια ναρκωτικών
ουσιών, είτε λόγω του βεβαρημένου ψυχισμού του, ωθείται σε πράξεις άκρατης και ωμής
βίας, με αποτέλεσμα την καταστροφή των αθλητικών γεγονότων και τον εκμαυλισμό της όλης
διαδικασίας. Είναι όμως, πράγματι, οι συνθήκες όπως περιγράφθηκαν ανωτέρω ή μήπως είναι
δυνατή και μία διαφορετική ανάγνωση των πραγμάτων; Πράγματι, οι οπαδοί της ελληνικής
σκηνής έχουν κάνει πληθώρα λανθασμένων ενεργειών. Αρκετά συχνά, θέτοντας το μίσος για τα αντίπαλα
χρώματα πάνω απ’ όλα, επιδίδονται σε επαίσχυντες πράξεις βίας. Το σύνηθες, όμως, δεν είναι αυτού
του είδους η βία, αλλά οι εχθροπραξίες και οι συγκρούσεις με τα όργανα της καθεστηκυίας τάξης και
η καταστροφή των αθλητικών εγκαταστάσεων. Τέτοιες πράξεις, όμως, πιθανόν να βρίσκουν δικαιολόγηση,
αν κανείς αναλογιστεί τη σημερινή κατάσταση στον ευρύτερο χώρο του αθλητισμού. Διασαφητικά, γεγονότα
όπως η εμπορευματοποίηση του ποδοσφαίρου, οι άθλιες συνθήκες παρακολούθησης αγώνων, η βίαια κρατική
καταστολή, οι αυθαίρετες συλλήψεις, η δικτατορικού χαρακτήρα απαγόρευση των μετακινήσεων σε συνδυασμό
πάντα με την γενικότερη κατάσταση εξαθλίωσης που δημιουργούν τα διάφορα κοινωνικά προβλήματα στην
μνημονιακή Ελλάδα, πιθανόν να καταστούν την βία στα γήπεδα, όπως αποκαλείται η κοινωνική βία εντός των
αθλητικών εγκαταστάσεων από τους μισθωτούς προπαγανδιστές του ορθού, όχι και τόσο αδικαιολόγητη.
Αντίθετα, οι οπαδοί έχουν να παραθέσουν σειρά αξιομνημόνευτων πράξεων. Η κινηματική τους δράση, τόσο
στα πέταλα κατά την κορύφωση της λαϊκής οργής για την μνημονιακή βαρβαρότητα, όσο και στους δρόμους
την 12η Φεβρουαρίου, οπότε και συγκρούστηκαν μαζικά και δυναμικά με τις δυνάμεις καταστολής είναι ένα
πρώτο παράδειγμα. Ταυτόχρονα, η συγκέντρωση τροφίμων και η οργάνωση δικτύων αλληλεγγύης και οι
εθελοντικές αιμοδοσίας ήταν πραγματικά συγκλονιστική και απίστευτης μαζικότητας, στέλνοντας ένα
ισχυρό μήνυμα.
Επιπροσθέτως, αξίζει να σημειωθεί πως πληθώρα οπαδών συμμετείχε δυναμικά, είτε στο
πλαίσιο διαφόρων συλλογικοτήτων είτε μεμονωμένα, στην γενικευμένη αντιφασιστική δράση,
καθιστώντας σαφές στους από πάνω πως τα άβουλα και πειθήνια όργανά τους δεν θα
επικρατήσουν σε πέταλα και δρόμους. Ακόμα, οπαδοί ήταν εκείνοι οι οποίοι
δίχως περιστροφές και φόβο στάθηκαν κοντά στην διατήρηση της ακεραιότητας
των χώρων κοινωνικής αλληλεγγύης όπως η κατάληψη της Villa Amalias,
την ίδια στιγμή που η φοβισμένη μικροαστική κοινωνία, μάλλον
με ανακούφιση αντιμετώπιζε την κατάσταση, δεχόμενη
παθητικά την προπαγάνδα των μέσω
μαζικής ενημέρωσης.

22

δεν
ώρο με
χ
ό
κ
,
ι
τερα
λλην
ον ε η. Ειδικό ριν την
τ
σ
π
ών
ασ
οπαδ α κατάστ llecano, μικά την
ν
ω
a
τ
δυνα
χώρι
όσο
yo V
ήρα
ρακτ ύν την εγ νικής Ra έφρασαν λονίκη, τ εις
α
χ
ί εξ
ας
σσα
ικού
ορο
σπα
ινων που αφ ύ της ι ες οπαδο ίο στη Θε ή λιτότητ
ο
κ
ο
ς
ν
α
ε
κ
ι
δ
ι
η
τ
λιτ
οπα
οξεν
Έλλ
ήμα
ράσε
λή
οι δ στα ζητ λφονσο, εμβρίου, ανικό πρ ια την πο
,
Ηρακ η,
ά
υ
κ
γ
ι
π
ο
ο
A
ο
τ
σ
ι
σ
ν
ι
Ν
υ
α
θ
ό
ύ
υ
κ
Φ
παδο ες και πά κό
ται μ ληψη το α στις 14 ω από το ού, όσο
ν
ο
ο
η
ζ
ί
ρ
έξ
νί
αδ
ύλ
τησ
ατι
ντρ
περιο ή την σ την Ισπα ρόμενοι ρονου οπ
ι κρά οντας κό το χρημ ι η
α
κ
υ
σ
η
μ
α
η
χ
τ
ζ

αφορ απεργία ς διαμαρ η του 21 Ισπανία. η σύλληψ αραμερί απαραίτ ροτάσσετ τα
ή
π
ψ
υ
ο
π
μ
ς,
γενικ εγγύη το η σύλλη των στην παράνο ς χώρας
ρες τ ότι όταν ός εχθρό α ς ,
ώ
τ
ς
η
ά
λ
τ
η
ε
ε
τ
αλλη ν αυθαίρ ν στρωμ πρόσφα ί όλης τ α σε λίγ νύοντας ραγματικ ο ψ ί ζ ο ν ναι
ν
κ
ο
ώ
π
ν
σ
ι
η
κ
δ
εί
υ
τ
έ
ε
η
ϊ
α
ο
τ
Σ
δ
μ
α
για
ων λ αφορμή χές, οι οπ τρωσαν δού, απο ος είναι οντος. ατικότητα κοπό
τ
ς
ο
ν
σ
έλλ
ποι
οπα
βάρ έλος, με ικές αρ
γκέ
αγμ
ρο
α συ νεαρού ε όλους ύτερου μ δική πρ ε απώτε μάνθηκε
Τ
ν
ομ
ν
ώ
υ
γ
α
τ
λ
μ
α
σ
η
π
σ
α
ου
τις α κινητικό λάκιση τ τανοητό οι ενός κ λία, η ο ες πηγές ήδη επισ τα οποία
γ
από
ο
α
ν
υ
λ
ς
υ
ς
κ
β
έ
ι
ε
ασ
σμα
ριμ
μφ
ποφ
όπω
ται
νεια
άγγ
με έν για την α καθίστα σια, προ δίχως α ό συγκεκ Βέβαια, α παθογέ στο άκου ων
τ
ι
ά
π
ς
ν
ς
ν.
ποσό εγγύη κα ίναι θαυμ νθεί πω ιάζεται α ρεοτύπω φαινόμε ροφή τη ροβλημά ική
π
α
τ
τ
λ
ε
ε
σ
ά
αλλη λέσματα α επισημ τι παρου ηθών στ πό πολλ την αποσ τιών των αυτοκρι ση
ι
λ
ά
α
ν
ή
ι
ε
ό
α
α
ρ
ν
ι
τ
α

ι
ν
ν
δ
ε
ν
κ
απο δυνατό τική απ ν και α
πάσχ ινωνίας ωσης τω αι ειλικρ κευμένη σεις
ή
ν
ε
ώ
ι
η
ρ
ι
γεν
είνα
ία κ
ς κο
ρεβλ
αφο
νάγν
δηλώ
ή σκ
τά δι φωση στ ή οπαδικ πιστία τη πάθεια α με γεννα γήσει σε δικές εκ ίνημα τα
ε
κ
ρ
α
α
ρ
η
προσ
και
ικό κ
ληνικ
ιαμό
σπορ
α οδ
ν δυσ
ασμό
την δ άνω, η ελ ρικώς τη σταδιακή σε συνδυ ώμενα, ν ι όχι σε ι το οπαδ θεστώτος ίμα
ε
π
ε
α
α
η
κα
δρ
παρα λογούν μ ς. Ίσως
σμού οπαδικά νείδηση να φθάσ πή του κ οντας το ότι
ι
δ
α
ό
π
ο
ο
υ
ν
ι
ν
δ
ο
ρ
ί
α
σ
ό
α
τ
α
ε
τ
ή
ου
οπ
δικ
θαν την ανα χώρα, δ τηρούμ
ισ
ταξικ
και τ
έξης
οντα
ία πι
ο να
της λ ινωνίας ς εμπλέκ με σαφή διαδικασ άτησαν σ τίας στη ς, παρα εί από τ ντα
τ
α
α
υ
γ
έ
ρα
κο
της λους όσο χαρακτήρ ια τέτοια ί πρωτοσ ς δημοκ Κλείνοντ μην αρ αναφερθ μη,
α
ο
ή
ο
α
μ
ό
ν
κ
δ
ύ
ν
ρ
από ουσιακο έσα από ν οι οπα περιεκτι Καΐρου. υρήνων
τα π αδός, δύ
ν
α
α
ρ
π
π

ής,
συγκ εγγύης. Μ πτου, ότ σης μιας τείες του αδικών
τροπ ουθηθούν
ύ
α
η
π
λ
α
γ
τ
ν
ο
ι
η
λ
ά
α
λ
Α
π
ρ
ν
ς
ικ
αλ
ολ
αι
ις
τω
δα τη
ια επ
ης κ
αι στ
ας ακ
άση
επίπε ροσπάθε άγματα κ τική δρ αντίδρασ κοινωνί
π
ς
ρ
μα
στην τα οδοφ μει κινη ία εστία πνηση τη
σ
ε
ύ
ά
γ
ν
ρ
ς
του η εν δυ εν ενερ ην επαγ
τ
ίσως ληθεί σε ασμό με
υ
β
μετα α σε συνδ
τ
βήμα πος.
ω
άνθρ

23

Ας πεθαίναμε για κάτι δυνατό

Σταυρούλα Γενικαλιώτη
Δανάη Φωτούλα 
Σωτηρία Χριστούλη

Μια ανάγνωση των ‘‘Δικαίων’’

Άννα Οικονόμου
Γωγώ Ροβά

Κοντές φούστες
ή καμένα σουτιέν;
Τελικά, η κουλτούρα αυτή «απελευθερώνει» ή
«σκλαβώνει»; Κινείται προς μια κατεύθυνση
αυτοκαθορισμού ή αναπαράγει τη νόρμα της γνώριμης
ιεραρχικής σχέσης μεταξύ των 2-3 (ή και περισσότερων)
φύλων;
Το ερώτημα αυτό απασχόλησε το γυναικείο κίνημα, όταν
αυτό βρισκόταν στην άνοδο του τις δεκαετίες του ΄60
και του ΄70, όπου βασικό αίτημα του ριζοσπαστικού
φεμινισμού ήταν η σεξουαλική απελευθέρωση και
χειραφέτηση του γυναικείου υποκειμένου. Βασική
διάκριση του κινήματος, που αποτυπώνει την παραπάνω
διαφορά ήταν η διάσπαση των υποστηρικτών της
γυναικείας υπόθεσης σε φεμινίστριες υπέρ του σεξ και
σε φεμινίστριες κατά του σεξ. Πολλές θεωρούσαν
και θεωρούν ότι το να ντύνεσαι προκλητικά, να έχεις
πρόσβαση σε πορνογραφικό υλικό (βλέπε playboy,
nitro και ιστοσελίδες τύπου youporn) είναι νίκη του
κινήματος και απόδειξη πως η χειραφέτηση είναι
ένα βήμα πιο κοντά, προσπαθώντας ταυτόχρονα να
επικρατήσει η αντίληψη ότι οι επικριτές τους είναι
συντηρητικοί και οπισθοδρομικοί. Με λίγα λόγια,
ενσωματώνουν μια αντίληψη περί σεξουαλικότητας,
περί του τι είναι σέξι, η οποία δεν έχει αυτοκαθοριστεί
με βάση την ατομικότητα του κάθε υποκειμένου, αλλά
ετεροκαθορίζεται και ταυτοποιείται σύμφωνα με αυτό
που η κυρίαρχη ιδεολογία έχει δομήσει ως τέτοιο.
Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Πριν από αυτό ας
περιγράψουμε λίγο τι είναι η κουλτούρα του
ξέκωλου και αν, με μια εμπειρική παρατήρηση της
πραγματικότητας, βρίσκεται παντού γύρω μας. Από
τη μουσική βιομηχανία μέχρι τα αμφιθέατρα, από
τα εξώφυλλα περιοδικών μέχρι τα μπαρ στο Γκάζι
καθώς και σε όλη την τηλεόραση, βλέπουμε γυναίκες
με ελάχιστα ρούχα να ακουμπιούνται, να λικνίζονται
αισθησιακά και να σουφρώνουν τα χείλη τους. Άλλωστε,
αυτό δεν έχουν μάθει από τις προσλαμβάνουσες

24

Αθήνα . Μάρτης . Βράδυ . Ποτό .
Στέκι Μεταναστών . Ανοιχτά Μπλουζάκια
. Ντεκολτέ . Κοντές φούστες . Σχόλια
αντρικά . Αντίδραση . Συζήτηση . Όχι
όποια και όποια . Για την κουλτούρα του
ξέκωλου . Και το φεμινισμό .
Με ποτό .

τους (όπου προσλαμβάνουσες βλέπε για παράδειγμα
ξελιγωμένους  άνδρες και γυναίκες που κοιτούν με
πόθο ημίγυμνες χορεύτριες σε κλαμπ και μπαρ) ότι
είναι σέξι και ότι είναι το μυστικό για να είναι αρκετές
στον/στην σύντροφό τους; Η θηλυκή σεξουαλικότητα
είναι κατασκευασμένη βάσει της αρσενικής ματιάς.
Εάν δεχθούμε τη κοινή παραδοχή πού θέλει δομικά
στοιχεία της ελληνικής κοινωνίας να είναι ο σεξισμός
και το αυταρχικό πρότυπο του ηγεμονικού ανδρισμού,
τότε αντιλαμβανόμαστε ότι η παραπάνω εικόνα είναι
πολλά πράγματα, αλλά σε καμία περίπτωση δεν
είναι προϊόν ελεύθερης βούλησης. Αυτό συμβαίνει
διότι σε μία πατριαρχική κοινωνία, η οποία αποκτά
σταδιακά σκληρά νεοφιλελεύθερα χαρακτηριστικά και
αντιλαμβάνεται τη γυναίκα ως σκεύος σεξουαλικής
εκτόνωσης και μηχανή αναπαραγωγής, οι έμφυλες
σχέσεις είναι κατά βάση κοινωνικές. Οπότε, όσο
ελεύθερο είναι το άτομο να «επιλέξει» τη πώληση
της εργατικής του δύναμης, άλλο τόσο είναι ελεύθερο
να «επιλέξει» τη σεξουαλική του ταυτότητα και την
αυτοδιάθεση του σώματος του.
Το αίτημα για «αυτοδιάθεση του σώματος», θα λέγαμε,
παραφράζοντας τον Τριστάν Τζαρά, αποτέλεσε ένα
προωθημένο αίτημα στις δυτικές κοινωνίες, βόμβα που
τοποθετήθηκε από το ριζοσπαστικό φεμινισμό. Τα ακόμη
επικίνδυνα κομμάτια της βόμβας αυτής που οδηγούν
στην ατομική αυτονομία έμειναν διασκορπισμένα
και διαθέσιμα για τη δική μας επανεπεξεργασία. Τα
ακίνδυνα κομμάτια περισυλλέγησαν και πωλούνται
σήμερα σε φιλικές τιμές ως «επαναστατικά προϊόντα»
που υποτίθεται ότι προωθούν τη χειραφέτηση και την
σεξουαλική απελευθέρωση του γυναικείου υποκειμένου. 
Σήμερα πουλάνε για απελευθέρωση μια νέα σκλαβιά.
*Σημείωση: Καλώς ή κακώς, σε όλο το κείμενο διατηρήσαμε το
αρσενικό γένος, όπως το υπαγορεύει η πατριαρχική δομή της
ελληνικής γλώσσας.

 Ορμώμενος από πραγματικά γεγονότα της Ρωσίας
του 1905, ο Albert Camus αναζητά τις αληθινές
ταυτότητες των «Δικαίων» σ’ ένα έργο όχι μονάχα
ιστορικό, αλλά με κοινωνικοπολιτικές και κατ’ εξοχήν
φιλοσοφικές προεκτάσεις. Στον πυρήνα της δράσης ο
νεαρός Καλιάγιεφ, ο οποίος και υλοποιεί στο όνομα
της τρομοκρατικής οργάνωσης στην οποία ανήκει
την απόφαση δολοφονίας του Μεγάλου Δούκα (ενός
εκ των αυταρχικότερων κυβερνητών της Μόσχας),
προσλαμβάνοντας έτσι διαστάσεις συμβόλου του
Επαναστατημένου, διαρκώς μαχόμενου, Ανθρώπου. Η
απόλυτη προσήλωση στην οργάνωση και η πίστη στα
ιδανικά και τον σκοπό, για τον οποίο αυτή έχει συσταθεί,
τον οδηγούν στην εκτέλεση ενός ανθρώπου. Μολαταύτα,
τόσο για τον ίδιο όσο και για τους συναγωνιστές αδελφούς του, η ενέργεια αυτή έχει αμιγώς ιδεολογικό
υπόβαθρο, δεν λογίζεται ως ανθρωποκτονία, αλλά ως
εναντίωση  και πλήγμα στην τυραννία που ολόκληρος
ο ρωσικός λαός υφίσταται.
Οι Δίκαιοι, αποδέκτες μιας βάναυσης πραγματικότητας,
δέσμιοι ενός κόσμου που σταδιακά αποσυντίθεται,
μετέρχονται αθέμιτα μέσα, ακόμα και το φόνο, ενάντια
στο δεσποτισμό, αποζητώντας την αξιοπρέπεια και την
ελευθερία. Μολονότι η απονομή δικαιοσύνης προβάλλει
ως πρωταρχικός τους στόχος, δεν οραματίζονται
μια δικαιοσύνη απογυμνωμένη από την ανθρώπινη
ευαισθησία, την αδελφοσύνη, την ειλικρινή αθωότητα.
Η δίψα τους γι’ αυτή και ο πόθος για την επικράτηση της
Επανάστασης δεν τους μεταμορφώνουν σε στυγνούς
εγκληματίες. Οι «Δίκαιοι» δεν είναι διατεθειμένοι να

αφαιρέσουν ζωές αθώων παιδιών για την ευόδωση
του αγώνα, δεν θα επιχειρήσουν μια απάνθρωπη
επανάσταση, δεν θα αρκεστούν στην ωμή επιβολή. Παρά
την αγωνία, τους φόβους, τις αμφιβολίες, τα αδιέξοδα
που προοδευτικά στοιχειώνουν την πάλη τους, στέκουν
όρθιοι και δικαιώνουν την ουσία της ύπαρξής τους.
Ολοκληρωτικά αφοσιωμένοι στο Σκοπό και την Ιδέα κι
ακριβώς εξαιτίας της βαθιάς κι ανιδιοτελούς αγάπης
τους για την ομορφιά της ζωής και τον Άνθρωπο,
επιλέγουν συνειδητά να θυσιαστούν, να θανατώσουν
και να θανατωθούν.
Και κάπως έτσι οδηγούνται στη λύτρωση, την εξιλέωση,
την πιο βαθειά γι’ αυτούς μορφή απελευθέρωσης.
Δίχως να επαναπαύονται και να αναμένουν τη θεία
παρέμβαση και χωρίς καμιά ελπίδα συγχώρεσης,
είναι οι μόνοι κριτές του εαυτού τους και φέρουν
το βάρος τόσο της δικής τους σωτηρίας όσο και
των συνανθρώπων τους. Και αν, για να φτάσουν στη
σωτηρία αυτή, νιώθουν αναγκασμένοι να απαρνηθούν
τη ζωή, θα την απαρνηθούν ευτυχισμένοι και γαλήνιοι,
έχοντας προσεγγίσει τα απώτατα όρια της ανθρώπινης
φύσης.  Γιατί μόνο τότε μπορεί να δικαιωθεί ο αγώνας,
όταν συνδέεται με μια εξέγερση που απαιτεί όχι
περισσότερα από όσα μπορεί να προσφέρει ο μέσος
άνθρωπος, αλλά συγχρόνως τον εξυψώνει σε σφαίρες
ιδεατές. Αξίζει, όμως, πράγματι να ακολουθήσει ο
άνθρωπος ως μοναδικό διαφαινόμενο δρόμο αυτόν
του θανάτου; Οι «Δίκαιοι» του Camus  απαντούν: «Θα
πεθάνουμε αγωνιζόμενοι σαν Άνθρωποι. Όμως αυτός ο
θάνατος οδηγεί στη ζωή. Στη ζωή των άλλων…».

«Μακάρι  ο θάνατος να προσδώσει στην πράξη μου την αθωότητα της
ιδέας για την οποία αγωνίστηκα»

25

Μάριος Λώλος:
«Ο κόσμος έχει συνηθίσει στην εικόνα

του αίματος, δεν του προκαλεί αίσθηση»
Μια συνέντευξη με τον Μάριο Λώλο, πρόεδρο
της Ένωσης Φωτορεπόρτερ Ελλάδος
Τη συνέντευξη πήραν οι Νικόλας Κολυτάς και
Μαίρη Καρταπάνη

- Πώς αποφάσισες να γίνεις φωτορεπόρτερ;
Από φοιτητής. Άλλο πράγμα σπούδαζα και
μου ήρθε η αίσθηση ότι θέλω να αρχίσω να
φωτογραφίζω. Πήγα πήρα μια μονοπτική
μηχανή lubitel, που ήταν πολύ φθηνή με
την οποία τραβάς καρέ 6×6, όχι το κλασικό
φιλμάκι που ξέρουμε, και μετά πήγα και
έφτιαξα σκοτεινό θάλαμο για να τις τυπώνω
μόνος μου. Δεν υπήρχε τότε ΤΕΙ φωτογραφίας,
παρακολουθούσα ταυτόχρονα και κάποια
σεμινάρια. Αλλά ήταν ξεκάθαρο μέσα, παρόλο
που πήρα πτυχίο στη σχολή που σπούδαζα,
ότι ήθελα να κάνω φωτορεπορταζ. Δηλαδή
δεν με ένοιαζε κάτι άλλο στη φωτογραφία,
όπως διαφήμιση, γάμοι. Ήθελα να κάνω κάτι
πολύ συγκεκριμένο, φωτορεπορταζ, και στο
φωτορεπορταζ κάτι πάρα πολύ συγκεκριμένο.
Δεν με ένοιαζε να κάνω αθλητικό, κοσμικό ή
καλλιτεχνικό. Καλλιτεχνικό, μάλλον, έχω κάνει
στο επίπεδο συναυλιών, θεάτρων κλπ. Πιο πολύ
με ενδιαφέρει ο δρόμος, το κοινωνικό ρεπορτάζ
και το πολιτικό.
- Πες μας για τις εμπειρίες σου από
επαγγελματικά σου ταξίδια σε χώρες
με πολεμικές και στρατιωτικές κρίσεις
(Αλβανία, Βοσνία, Κόσοβο,  Κράινα, Τουρκία,
Γιουγκοσλαβία).
Ένας πόλεμος είναι πόλεμος. Έχει μια φρίκη.
Μπαίνεις σε λογικές που ούτε καν μπορείς
να φανταστείς, όσο προετοιμασμένος και
αν πηγαίνεις. Είσαι προετοιμασμένος ότι
θα αντιμετωπίσεις εκεί πράγματα τα οποία
είναι πάρα πολύ σκληρά και απάνθρωπα. Το
στοίχημα μου από μικρός, όταν ξεκίνησα αυτή
τη δουλειά και βρέθηκα στον πρώτο πόλεμο,

26

είναι να προσπαθώ να μην φωτογραφίζω αίμα. Εκτός αν
είναι απαραίτητο, από την άποψη ότι όταν γίνεται μια
σφαγή και έχει αίμα δεν έχεις πάρα πολλές επιλογές,
αλλά τη φρίκη ενός πολέμου μπορείς να την τραβήξεις
και χωρίς να δείχνεις αίμα. Πιστεύω ότι ο κόσμος έχει
συνηθίσει πάρα πολύ στην εικόνα του αίματος και δεν του
προκαλεί αίσθηση, άρα πρέπει να βρεις άλλους τρόπους
να αποτυπώσεις τη φρίκη ενός πολέμου. Ο ανθρώπινος
πόνος, ο παιδικός πόνος, αυτή η φρίκη του πολέμου
βγαίνει. Ειδικά τα παιδιά που είναι τα πιο αθώα θύματα,
δεν έχουν επιλέξει να ζήσουν αυτή την κατάσταση. Μπορεί
να δεις παιδιά να παραμιλάνε, παιδιά με χαμένο βλέμμα,
παιδιά που ακούνε τον ήχο της σειρήνας όταν γίνεται

αεροπορικός βομβαρδισμός και τρελαίνονται. Και έχει γίνει
έρευνα στη Σερβία, μετά τους βομβαρδισμούς στο Κόσοβο,
όσον αφορά τις ψυχολογικές επιπτώσεις στα παιδιά που
πήγαιναν σχολείο, άκουγαν σειρήνα και νόμιζαν ότι ήταν
από βομβαρδισμό. Απλά εμείς σε έναν πόλεμο είμαστε
ένα κομμάτι. Δεν ευχόμαστε να γίνει πόλεμος για να πάμε,
είμαστε απλά ένα κομμάτι του. Πας σε έναν πόλεμο γιατί
θες να είσαι εκεί να το αποτυπώσεις για τους ιστορικούς
του μέλλοντος. Θες να είσαι εκεί που γράφεται η ιστορία,
να τη φωτογραφήσεις. Θες να είσαι εκεί επειδή υπάρχει
αδρεναλίνη. Και φεύγεις από έναν πόλεμο όταν αρχίζεις
και συνηθίζεις, αρχίζεις και δε φοβάσαι. Όλοι φοβόμαστε. Ο
φόβος είναι η δικλείδα ασφαλείας που σε κάνει να φύγεις
ζωντανός. Όταν αρχίζεις και δε φοβάσαι και ρουτινιάζεις,
γιατί κάποια στιγμή ο οργανισμός αντιδρά και δεν μπορείς
να είσαι συνέχεια φρικαρισμένος, τότε είναι η ώρα να
σηκωθείς να φύγεις. Αλλιώς θα ρισκάρεις πολύ παραπάνω
χωρίς να το καταλάβεις.
- Και δεν είναι σκληρό να βλέπεις τον άλλον να πονάει
και εσύ να πρέπει να κάνεις τη δουλειά σου;
Τον βοηθάς. Δεν ισχύει ότι οι φωτορεπόρτερ είναι κοράκια
και τραβάνε και δεν βοηθάνε. Έχω ζήσει τρελές στιγμές
σε εμπόλεμες ζώνες. Και δε μιλώ για αίμα, γιατί αυτό το
περιμένεις ότι θα το δεις, περιμένεις ότι θα δεις κόσμο

να σκοτώνεται, ότι θα δεις πτώματα
διαμελισμένα. Εγώ συγκλονίστηκα από μια
γιαγιά στη Σερβία που της έδωσα ασπιρίνες και
πήγε να μου φιλήσει τα χέρια. Συγκλονίστηκα
από ένα κοριτσάκι κατάξανθο με μπούκλες,
που είχε την ηλικία της κόρης μου, και δεν
το φωτογράφισα. Το κοριτσάκι αυτό ήταν από
τη Σερβία, ζούσε σε ένα χωριό στη Βοσνία, το
κατάλαβαν οι μουσουλμάνοι, σκότωσαν τους
γονείς του και είχε μείνει μόνο του, έτρωγε
για μια βδομάδα χώμα. Tο ξαναπήραν μετά από
μια βδομάδα οι Σέρβοι και το βρήκαν σε μια
κατάσταση που κουνούσες το χέρι μπροστά
από τα μάτια του και δεν αντιδρούσε. Αυτή
την κενότητα στο βλέμμα ενός κοριτσιού έξι
χρονών δεν μπορούσα να την αποτυπώσω στη
φωτογραφική μηχανή και δεν το φωτογράφισα.
Βοηθάς. Εκεί που σε παίρνει να τραβήξεις τον
άλλον, να τον φέρεις λίγο πιο κοντά, να νιώσει
πιο ασφαλής το κάνεις. Αλλά ταυτόχρονα
συνεχίζεις και φωτογραφίζεις. Τρελαίνεσαι,
βέβαια, αλλά σκέφτεσαι ότι αυτή την εικόνα την
επικοινωνείς στον κόσμο, τη βλέπει ο κόσμος
από τον καναπέ του και πιθανά κάποιοι από
αυτούς που θα δουν αυτή τη φωτογραφία να
νιώσουν ότι αυτό το πράγμα πρέπει πλέον να
σταματήσει. Γι’ αυτό και είσαι εκεί.
- Οι φωτορεπόρτερ, με χαρακτηριστικό
παράδειγμα εσένα και τον τραυματισμό
σου, μαζί με πολλούς άλλους διαδηλωτές
είναι συχνά αντιμέτωποι με την κρατική
καταστολή. Ποια είναι η άποψή σου για τον
τρόπο με τον οποίο «επιβάλλεται η τάξη»
στις διαδηλώσεις;
Με το χημικό. Χημικό και γκλομπ. Πρώτον, η
καταστολή έχει αυξηθεί κατακόρυφα από το
2008 και μετά. Το 2008 ήταν η εξέγερση με το
Γρηγορόπουλο, γιατί κατ’ εμέ εξέγερση ήταν,
απλά δεν υπήρχε εργατική κάλυψη, δεν μπήκαν
οι εργάτες, οπότε αυτό το πράγμα το μαθητικό
και το φοιτητικό ξεφούσκωσε. Όμως, ήταν μια
εξέγερση μαθητική και φοιτητική. Όσο υπήρχε
αυτή η εξέγερση η καταστολή ήταν άμεση, όσο ο
κόσμος βγαίνει και διαμαρτύρεται, όσο ο κόσμος
διαδηλώνει για το μνημόνιο η καταστολή είναι
πάλι άμεση. Οι προηγούμενες κυβερνήσεις
άφηναν τον κόσμο να μαζευτεί λίγο, έγιναν
χιλιάδες οι αγανακτισμένοι και ήταν χιλιάδες
στις πανεργατικές συγκεντρώσεις και μετά
τους ντουμάνιαζαν. Η τωρινή κυβέρνηση δεν
σε αφήνει καν! Άνω των τριών στο Σύνταγμα
συλλαμβάνεστε. Δεν πρόκειται να μαζευτούν
χιλιάδες εδώ τώρα να σε ντουμανιάσει. Σε
ντουμανιάζει από την αρχή. Όσο, λοιπόν, η
αγανάκτηση του κόσμου μεγαλώνει, τόσο

27

θα μεγαλώνει και η καταστολή,
άρα τόσο θα δέρνουν τους
εργαζόμενους αδιάκριτα. Επίσης,
εμάς δεν μας θέλουν στα πόδια
τους, γι’ αυτό και μας χτυπούν.
Εμείς είμαστε τα μάτια του κόσμου
που δεν είναι στο Σύνταγμα. Οι
λεκτικές απειλές, τα σεξιστικά
υπονοούμενα σε συναδέλφισσες,
τα σπρωξίματα με την ασπίδα είναι
σχεδόν σε καθημερινή βάση, απλά
έχουν πάει πλέον σε ένα επίπεδο
παραπάνω και μας δέρνουν. Και
έχουμε πάρα πολλά παραδείγματα
και πλέον έχουμε βαρεθεί να
κάνουμε καταγγελίες. Κάνουμε
καταγγελίες, τρέχουμε, πηγαίνουμε
στα δικαστήρια, σε ένα φανταστικό
σύστημα δικαιοσύνης, γίνεται μια
ΕΔΕ για τους αστυνομικούς από
τους ίδιους τους αστυνομικούς που για μας ΕΔΕ σημαίνει Εμείς Δεν
Είδαμε, όπως έχει πει ο Μανώλης
ο Κυπραίος, ένας δημοσιογράφος
που έμεινε κουφός από κροτίδα
λάμψης μπάτσου. Και φυσικά δεν
υπάρχει καμία κατάληξη, και όσο
οι τύποι μένουν ελεύθεροι τόσο θα
μας χτυπάνε κανονικά. Πλέον και
με κυβερνητικές ευλογίες, χωρίς
κανένα πρόσχημα, και μάλιστα
η δικαιολογία είναι ότι μπορεί
κάποιος αστυνομικός να ξεφύγει.
Όμως, δεν ξεφεύγει κάποιος.
Ξεφεύγει όλη η διμοιρία. Και όσο για
το δικό μου τραυματισμό είναι ένας
από τους 24 σε μια συγκεκριμένη
διμοιρία, την οποία και ξέρουμε.
Είναι ένας από τους 24. Δεν είναι
πυρηνική φυσική. Τους βάζεις και
τους 24 στη σειρά και ρωτάς ποιος
το έκανε και κάποια στιγμή το λένε.
Αλλά αυτοί δε θέλουν να σπάσουν
αυγά με την omerta που έχουν
στις διμοιρίες τους. Και με έχουν
παραμυθιάσει λέγοντας μου ότι
έχουν πάρει DNA από τα γκλομπ.
Μάλλον βλέπουν πολύ CSI! Δεν
θέλουν να τον δώσουν αυτόν που
με χτύπησε. Και με κάλεσαν, λοιπόν,
για δεύτερη φορά να πάω να δώσω
συμπληρωματική κατάθεση στη
ΓΑΔΑ στον 6ο όροφο στην κρατική.
Ήθελαν την ώρα του συμβάντος,
κάποια χαρτιά από το νοσοκομείο,
που δεν τα είχε ο εισαγγελέας και
να δώσω και DNA. Αυτόν που με

28

Οι δουλειές των φωτορεπόρτερ δε λογοκρίνονται. Πώς δουλεύει το σύστημα; Πλέον, με την
ψηφιακή εποχή υπάρχουν τα server και οι φωτορεπόρτερ τις φωτογραφίες που τραβάνε
τις ανεβάζουν στα server όπου με κωδικό μπαίνουν οι εφημερίδες που είναι πελάτες των
πρακτορείων των free lancers. Οι εφημερίδες, λοιπόν, από πενήντα φωτογραφίες που έχουν
τραβήξει οι φωτορεπόρτερ από μία δαδήλωση επιλέγουν και βάζουν δύο-τρεις. Άρα, λοιπόν, οι
εφημερίδες λογοκρίνουν τις φωτογραφίες των φωτορεπόρτερ. Εμείς δεν αυτολογοκρινόμαστε
για το τι φωτογραφία θα ανεβάσουμε στον server.
- Άρα οι φωτορεπόρτερ δε δουλεύουν για την εφημερίδα;
Όχι. Οι φωτορεπόρτερ πρώτον τραβάνε και δεύτερον τηρούν κανόνες δεοντολογίας. Δηλαδή, δε
δίνουμε φάτσες και δε δουλεύουμε για τη ΓΑΔΑ. Δουλεύουμε μόνο για τα media. Από το 2008,
και αυτό ισχύει ακόμα, γι’ αυτό και «τις τρώμε» κιόλας απ’ τους μπάτσους, δίνουμε φωτογραφίες
με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου στην ομάδα δικηγόρων για συλληφθέντες. Έχει
αποδειχθεί πάρα πολλές φορές να προσαγάγουν πιτσιρικά που δεν έχει τσάντα στην πλάτη
και στη συνέχεια να εμφανίζεται στην προσαγωγή στη ΓΑΔΑ με μια τσάντα στην πλάτη.
Φωτογραφίες δικιές μας έχουν αποδείξει ότι ο πιτσιρικάς τη στιγμή της προσαγωγής δεν είχε
τίποτα στην πλάτη ενώ ως δια μαγείας μες στη ΓΑΔΑ αποδείχθηκε ότι είχε μια τσάντα στην
πλάτη. Τέτοιες φωτογραφίες δίνουμε, γιατί θεωρούμε ότι είμαστε κομμάτι των εργαζομένων
που έχουμε πληγεί άμεσα από την εσωτερική και την εξωτερική τρόικα. Άρα από τη στιγμή
που είμαστε εργαζόμενοι η αλληλεγγύη μεταξύ μας θεωρείται δεδομένη. Δε λογοκρίνουμε,
λοιπόν, το τι θα ανεβάσουμε στα server, απλώς οι εφημερίδες ανάλογα με τη γραμμή τους
επιλέγουν. Γι αυτό προσπαθούμε οι φωτογραφίες μας να μη χρειάζονται λεζάντα από κάτω που
να επεξηγεί αλλά να μιλάει η εικόνα από μόνη της στην πραγματικότητα.
χτύπησε δεν θα τον βρουν ποτέ. Οι ίδιες οι διμοιρίες έχουν omerta μεταξύ τους και δε θέλει ούτε η ίδια η πολιτική εξουσία. Ένα
χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Τατιάνα η Μπόλαρη. Εκεί τον μπάτσο
τον είχαμε, ξέραμε ποιος ήταν. Η Τατιάνα κάνει μήνυση και την άλλη
μέρα τον μπάτσο τον πάνε στα δικαστήρια και όφειλε η ιατροδικαστική
έκθεση από τον ιατροδικαστή να έρθει στον εισαγγελέα. Δεν ήρθε ποτέ
φυσικά. Αυτό δεν έγινε τυχαία. Ο μπάτσος, λοιπόν, αφέθηκε ελεύθερος
και πήγε σε τακτική δικάσιμο για πταίσμα. Ε, μετά από αυτό κάνουμε
μπαμ στον Παπουτσή, που ήταν τότε υπουργός, και δε φωτογραφίζουμε
Παπουτσή. Μας κάλεσε εσπευσμένα μετά από μια βδομάδα για να
λύσουμε την παρεξήγηση, όπως είπε. Του δείχνουμε φωτογραφίες, και
από αυτά που μας είπε κράτησα δύο πράγματα. Ο Υπουργός Δημοσίας
Τάξης, λοιπόν, ο προϊστάμενος όλων αυτών, μας είπε ότι οι ματατζήδες
τις φωτογραφικές μηχανές τις βλέπουν ως εν δυνάμει φονικά όπλα,
σαν καλασνικοφ δηλαδή. Η απάντηση η δικιά μας φυσικά ήταν ότι
ξέρουμε πάρα πολύ καλούς ψυχίατρους να τους κάνει μια ομαδική
ψυχοθεραπεία! Και το δεύτερο, ήταν ότι μας πρότεινε να φορέσουμε
γιλέκα φωσφοριζέ που να γράφουν «PRESS». Δε γίνεται να βάλουμε
γιλέκα φωσφοριζε. Θα γλιτώσουμε από τους μπάτσους και θα μας
δέρνουν οι άλλοι. Γιλέκα «PRESS» εγώ έβαζα στις εμπόλεμες ζώνες.
Αν θεωρήσει επίσημα η πολιτεία ότι το Σύνταγμα είναι εμπόλεμη ζώνη,
εγώ θα βάλω τότε γιλέκο. Εφόσον όμως τώρα υπάρχουν στοιχειώδεις
κανόνες «δημοκρατίας» εμείς τέτοιο γιλέκο δε φοράμε.
- Έχει λογοκριθεί η δουλειά σου και κατά πόσο οι φωτορεπόρτερ
στοχοποιούνται;
Οι δουλειές των φωτορεπόρτερ δε λογοκρίνονται. Πώς δουλεύει
το σύστημα; Πλέον, με την ψηφιακή εποχή υπάρχουν τα server και
οι φωτορεπόρτερ τις φωτογραφίες που τραβάνε τις ανεβάζουν στα
server όπου με κωδικό μπαίνουν οι εφημερίδες που είναι πελάτες των
πρακτορείων των free lancers. Οι εφημερίδες, λοιπόν, από πενήντα

- Πώς κρίνεις την ειδησεογραφία των δελτίων των 8, υπάρχει άλλος δρόμος πληροφόρησης;
Τα δελτία των 8 είναι δελτία που «τρέμουν». Είναι δελτία προπαγάνδας που έχουν κάνει σεμινάρια σε αυτό πιστεύω. Είναι
δελτία που σπονσοράρουν όλη την τροϊκανή και κυβερνητική πολιτική, χρησιμοποιούν το «σοκ και δέος» στον κόσμο,
μας μπολιάζουν τη λογική ότι αυτό που ζούμε – η εξαθλίωση της ζωής μας δηλαδή - είναι το φυσικό επακόλουθο
και δεν έχουμε άλλη επιλογή, είναι μονόδρομος. Θα φέρω ένα παράδειγμα από τα δελτία των 8. Δείτε τώρα τι γίνεται
στις Σκουριές. Ένας μεγαλοεργολάβος συμμετέχει στην «επένδυση» - το βάζω σε εισαγωγικά γιατί δεν είναι επένδυση
αυτό το πράγμα αλλά καταστροφή και στα τρία πόδια της Χαλκιδικής - της εξόρυξης του χρυσού, ο οποίος έχει
μετοχές σε ηλεκτρονικό μέσο, σε κανάλι και έχει και εφημερίδες δικιές του. Καθίστε και δείτε πως παίζουν τα δελτία
των 8 αυτό το θέμα των Σκουριών στη Χαλκιδική. Στην καλύτερη περίπτωση να εξομοιώσουνε τους μεταλλωρύχους,
τους εργοδοτικούς δηλαδή, μαζί με τον κόσμο που αντιδρά. Στη χειρότερη περίπτωση θα δώσουν λόγο μόνο στους
μεταλλωρύχους, στο σωματείο τους, στην εταιρεία κλπ. Δεν είναι τυχαίο δε ότι η εταιρεία, όπου υπάρχει έντυπο, έχει
βάλει διαφήμιση «El dorado». Έχει μπουκώσει με χρήμα δηλαδή. Σου λέει πάρε το χρήμα και μη μιλάς. Δεν είναι
τυχαίο που έχει κάνει δύο συνεντεύξεις τύπου κολλητά, μία στο Hilton και άλλη μία στη Θεσσαλονίκη, όπου μάλιστα
έδινε και μία πετρούλα με λίγο χρυσό στους δημοσιογράφους. Δεν είναι τυχαίο που όσα κανάλια εμφανίστηκαν στη
Ιερισσό, εμφανίστηκαν μετά το περιστατικό με το κάψιμο των μηχανημάτων και ουσιαστικά παρουσίαζαν «αρες μάρες
κουκουνάρες». Δεν υπάρχει πληροφόρηση στα δελτία των 8. Είναι η λογική του Γκέμπελς, λέγε, λέγε, λέγε, στο τέλος
κάτι θα μείνει. Και δεν υπάρχει πληροφόρηση στα δελτία των 8 γιατί είναι πολιτικό το θέμα. Τα media δεν τα έχουν πια
οι εκδότες όπως τα είχαν παλιά, τα media πλέον τα έχουν οι επιχειρηματίες οι οποίοι κάνουν μπίζνες για τις δουλειές
τους και είναι σε άμεση διαπλοκή με το πολιτικό σύστημα και τους συμφέρει αυτό το πράγμα που γίνεται τώρα με τους
τροϊκανούς. Εξάλλου, μην ξεχνάτε ότι ο κλάδος των media ήταν ο πρώτος που χτυπήθηκε με το που ήρθε η τρόικα, με το
να μας διαλύσουν τις εργασιακές συνθήκες, με ατομικές συμβάσεις, με ελαστικά ωράρια, απολύσεις σε «κακά σπυριά»
δημοσιογράφους που διαμαρτύρονταν και δεν υπέγραφαν τις ατομικές συμβάσεις και ήθελαν να γράψουν αυτό που
έβλεπαν, και όχι την προπαγάνδα, τηρώντας πάντα τους κανόνες δεοντολογίας κλπ. Ο χώρος των media ήταν ο πρώτος
που χτυπήθηκε γιατί ήθελαν να δημιουργήσουν τα παπαγαλάκια έτσι ώστε να λένε την κυβερνητική πολιτική. Ποιο
είναι το μέλλον στα media; Το μέλλον για μένα στα media είναι τα αυτοδιαχειριζόμενα σχήματα δηλαδή το «εργάτη
μπορείς χωρίς τ’ αφεντκά». Έχουμε ένα πολύ καλό ελπιδοφόρο παράδειγμα, την «Εφημερίδα των Συντακτών», όπου
είναι 120 συνεταιριστές με τον ίδιο μισθό όλοι - 800 ευρώ - από το διευθυντή μέχρι τον κλητήρα, 120 εργαζόμενοι που
έχουν καταφέρει να πάρουν ενάμιση μισθό μέσα σε έξι μήνες, δεν έχει γίνει πουθενά αλλού σε οποιοδήποτε κλάδο,
πόσο μάλλον στα media που είναι και διαλυμένος. Αυτά τα εγχειρήματα πρέπει να τα στηρίξουμε παιδιά. Δεν υπάρχει
πιθανότητα αυτά τα εγχειρήματα να ζήσουν από τη διαφήμιση «Eldorado», «coca-cola», «Vodafone» στυλ. Ούτε θα
πάρουν κρατική διαφήμιση. Ο μοναδικός τρόπος επιβίωσης αυτών των επαγγελματιών δημοσιογράφων που θέλουν να

29

πουν τη διαφορετική αλήθεια,
είναι ο ίδιος ο κόσμος που πρέπει
να τα στηρίξει. Η «Εφημερίδα
των Συντακτών» είναι ένα πάρα
πολύ καλό εγχείρημα, όπως και
τα περιοδικά «Unfollow» και το
«Hotdoc» του Βαξεβάνη, καθώς
και το «alterthess», ένα εγχείρημα
διαδικτυακό από τη Θεσσαλονίκη,
αν μιλάμε πάντα για επαγγελματική
δημοσιογραφία, γιατί υπάρχει και
η δημοσιογραφία των πολιτών,
όπου αυτό το πράγμα είναι
άλλο. Απλώς, ο επαγγελματίας
δημοσιογράφος ή φωτορεπόρτερ
σε αυτό που λέει ή φωτογραφίζει
βάζει το όνομά του από κάτω και
ακολουθεί κανόνες δεοντολογίας
και προσπαθεί να ζήσει από
αυτό. Αυτός που βρίσκεται σε ένα
γεγονός μπροστά, καλά κάνει και το
φωτογραφίζει με το κινητό του ή με
την ψηφιακή του μηχανή, δε φέρει
την ευθύνη στο πως αναπαράγεται.
Εγώ λέω ότι ορθώς υπάρχει η
δημοσιογραφία των πολιτών. Δεν
μπορεί οι φωτορεπόρτερ να είναι
παντού και να φωτογραφίζουν τα
πάντα. Σαφέστατα καλώς υπάρχει,
σαφέστατα οι πληροφορίες από
τη δημοσιογραφία των πολιτών
είναι πάρα πολύ σημαντικές, απλά,
επειδή γίνεται ένα μπάχαλο στο
internet, πρέπει κάποια στιγμή
να κάτσουμε να φιλτράρουμε, να
δούμε ποιος λέει τι. Αντίθετα, οι
επαγγελματίες είτε δουλεύουν
στα δελτία των 8, που για μένα
είναι κατάπτυστοι, είτε σε άλλα
σχήματα που έχουν κάποιο νόημα,
βάζουν την υπογραφή τους, δηλαδή
όλος ο κόσμος ξέρει την Τρέμη,
τον Πρετεντέρη και τους λοιπούς,
όπως όλος ο κόσμος ξέρει και τους
δημοσιογράφους που δουλεύουν
στην «Εφημερίδα των Συντακτών».
- Μετά από τη φωτογραφική
κάλυψη
εκατοντάδων
διαδηλώσεων, πιστεύεις στον
παλμό και το όραμα των κινημάτων
για ένα καλύτερο αύριο;
Το καλύτερο αύριο μόνο με τα
κινήματα θα έρθει. Το θέμα είναι
να κάτσουμε να δούμε τι κινήματα
θέλουμε. Εγώ, θεωρώ, ότι αυτή η

30

κρίση έχει ξεπεράσει τις λογικές
συνδικαλισμού και κινημάτων που
είχαμε παλιά, προ κρίσης. Μας έχει
βάλει σε ένα άλλο επίπεδο. Στο
χώρο των media για να καταλάβετε
τι εννοώ ο τρόπος συνδικαλισμού
που κάνουμε είναι ξεπερασμένος
από την κούνια του, για πάρα
πολλούς λόγους. Στο χώρο των media δεν υπάρχει συνδικάτο τύπου,
δηλαδή, όλοι οι ασχολούμενοι με τα
ΜΜΕ να είναι σε ένα πρωτοβάθμιο
συνδικάτο
τύπου.
Αντίθετα,
είναι η «Ένωση Φωτορεπόρτερ
Ελλάδας», που είμαι πρόεδρος,
η «Ένωση Δημοσιογράφων», που
είναι ο Τρίμης, οι cameramen, οι
ηχολήπτες κλπ. Αν δε φτιαχτεί ένα
συνδικάτο τύπου που να είμαστε
όλοι μέσα, άρα κάποια λαμόγια της
ΕΣΗΕΑ να ενσωματωθούν μες στο
γενικό πλαίσιο των εργαζομένων
των ΜΜΕ και όταν λέω εργαζομένων
των ΜΜΕ βάζω μέσα και τους
«μπλοκάκηδες» και τους ανέργους
και για μένα ακόμη και τη μακιγιέρ
που βάφει την Τρέμη, γιατί δουλεύει
στο χώρο των media, δεν πρόκειται
να αποδυναμωθεί το εργοδοτικό
κομμάτι των δημοσιογράφων που
είναι διαπλεκόμενοι και έχουν
δύναμη στο πρωτοβάθμιο σωματείο
της ΕΣΗΕΑ. Αν δημιουργηθεί
όμως συνδικάτο τύπου αυτοί
αποδυναμώνονται. Συνδικάτο τύπου
με μηνιαίες γενικές συνελεύσεις,
με διοικητικό συμβούλιο το οποίο
είναι αιρετό και πράττει αυτά
που του λένε οι μηνιαίες γενικές
συνελεύσεις, όπου θα συμμετέχουν
όλοι. Μόνο κάτω από αυτό το
πλαίσιο μπορείς να φτιάξεις ένα
δυναμικό κίνημα και να δώσεις ένα
όραμα σε αυτόν που σηκώθηκε από
τον καναπέ του για να συμμετέχει.
Θεωρώ ότι το βλέπετε και στις
σχολές σας ότι πρέπει να μιλήσεις
πλέον με άλλη γλώσσα, με γλώσσα
ενωτική. Το τι θα κάνουμε μετά την
επανάσταση, παιδιά, μπορούμε να το
συζητήσουμε μετά. Αν θα κάνουμε
κομμούνα ή σοβιέτ ή πώς θα
καταλάβουμε τα χειμερινά ανάκτορα,
το συζητάμε μετά. Αυτή τη στιγμή
αυτό που χρειάζεται είναι όλοι
μαζί να συνεννοηθούμε σε πέντε
κανόνες, έστω κανόνες του δρόμου.

Σε κανόνες ανώτερου πολιτικού
σχεδιασμού ας διαφωνήσουμε,
αλλά σε κανόνες στο δρόμο πρέπει
να συμφωνήσουμε. Άρα, όλα αυτά
τα γκρουπούσκουλα θα πρέπει
μεταξύ τους να συνεννοηθούνε, πως
στο διάολο στο δρόμο θα έχουμε
καλύτερο αποτέλεσμα. Αυτό δεν
πρέπει να γίνει μόνο απέναντι στην
εσωτερική και εξωτερική τρόικα,
αλλά και απέναντι στους φασίστες.
Αν το antifa κίνημα, στο οποίο θα
ήθελα εγώ να είναι μέσα, από το
black block των αναρχικών, τους
αντάρσυους και τους συριζαίους,
μέχρι τον οποιονδήποτε είναι antifa, θα πρέπει να ανοίξει αυτό
το πράγμα και να έχουμε κοινές
δράσεις. Και το βλέπετε ότι στις
γειτονιές γίνεται καταπληκτική
δουλειά. Στο Ηράκλειο, για

παράδειγμα, έγινε καταπληκτική
πορεία που μάζεψε 5000 άτομα,
όταν άνοιξε αυτό το έκτρωμα
(ενν. γραφεία Χρυσής Αυγής). Το
συμπέρασμα είναι ότι ο κόσμος
στις γειτονιές συλλειτουργεί
και συνεννοείται μεταξύ του. Ε,
αυτό ας το γενικεύσουμε στην
Πανεπιστημίου και στη Σταδίου.
- Ως άνθρωπος που είσαι χρόνια
στο δρόμο, τι μήνυμα θα έδινες
στους φοιτητές που μάχονται
ενάντια στο «σχέδιο Αθηνά»;
Να είστε κάθε μέρα στο δρόμο,
κάνετε ακτιβίστικα πράγματα, πέρα
από πορείες, συγκεντρώσεις κλπ,
σκεφτείτε και κάτι άλλο ακτιβίστικο
να κάνετε. Δεν ξέρω εγώ τι. Φαντασία
έχετε, πιτσιρικάδες είστε, όνειρα

έχετε, γι’ αυτό να το κρατάτε πολύ
ψηλά στην επικαιρότητα, βάλτε
συμμέτοχους και τους γονείς σας,
και μόνο με αγώνα απέναντι σε αυτή
τη λαίλαπα που έχει πέσει πάνω
μας μπορούμε να αντιδράσουμε.
Συνθέστε μεταξύ σας, με τα ΕΑΑΚ
και λοιπούς, και εννοείται πως
δε μιλάω για πασόκους, δαπίτες
και δημαρίτες γιατί αυτοί είναι
απέναντι. Εγώ έχω ένα μότο για το
δικό μου χώρο, που σε κάποιους
ξινίζει: «Οι συνάδελφοι που είναι
τα τσιράκια των αφεντικών είναι
αντίπαλοί μου, γιατί αυτοί είναι το
τείχος για να χτυπήσω το αφεντικό,
άρα για να καταφέρω να χτυπήσω
το αφεντικό πρέπει να περάσω
πάνω από το τείχος που είναι τα
τσιράκια, οι εργοδοτικοί». Αν τα
τσιράκια και οι ρουφιάνοι φοιτητές

είναι στη ΔΑΠ και δεν ξέρω και εγώ
πού, τους έχετε αντίπαλους. Πρέπει
να μην ντρεπόμαστε να λέμε τα
πράγματα με το όνομά τους, αυτοί
είναι απέναντί σας και με κάποιο
τρόπο, φαντάζομαι, αυτοί οι ηλίθιοι
θα βολευτούνε μέχρι να το φάνε
στη μάπα όλο αυτό.
- Μάριε ευχαριστούμε πολύ για
τη συνέντευξη.
Τιμή μου που μίλησα σε ένα
φοιτητικό περιοδικό, πόσο μάλλον
με αριστερό προφίλ.

31

50

χρόνια από τη
«μετακόμιση»
Ελάτη Ποντικοπούλου – Βενιέρη
Ελευθερία Στεφανάκη

Γρηγόρης Λαμπράκης
Γεννημένος το 1912, βαλκανιονίκης στο άλμα εις μήκος, γιατρός,
υφηγητής στο πανεπιστήμιο, βουλευτής με την ΕΔΑ, ιδρυτικό
μέλος της Ελληνικής Επιτροπής για τη Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη
και με το θάνατό του σύμβολο που ενέπνευσε μια ολόκληρη
γενιά, τη γενιά των Λαμπράκηδων.
Σήμερα, 50 χρόνια μετά τη δολοφονία του, μπορεί ακόμη και εμπνέει,
καθώς με τον αγώνα του διεκδίκησε την απλή, κοινή λογική, την
αλλαγή της κατάστασης που έβλεπε γύρω του, μια κατάσταση που
συνεχίζεται ακόμη, προς όφελος όχι της άψυχης οικονομίας αλλά
των ανθρώπων και των αναγκών τους. Διεκδίκησε την ειρήνη,
όχι την πολυμεταχειρισμένη έννοια αυτής, αλλά εκείνη που
νοηματοδοτείται από τη συμμετοχή, τον αγώνα και την πάλη
ενάντια σε ό,τι την απειλεί. Στην εποχή μας, που η αξία αυτή
συχνά τίθεται σε αμφισβήτηση και η κοινή λογική απουσιάζει, ο
θάνατός του μας απασχολεί για ακόμη έναν λόγο, καθώς πολλά
στοιχεία και καταστάσεις σχετικές με την υπόθεση της δολοφονίας
του βρίσκουν αντιστοιχία στις σημερινές συνθήκες.
Μια πρώτη
αναλογία θα μπορούσε να εντοπιστεί στο ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο
της περιόδου, καθώς η δολοφονία συνέβη επί κυβερνήσεως της δεξιάς
του Καραμανλή, στην οποία είχαν βρει πολιτική στέγη πρόσωπα που
επί Κατοχής συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς και εμφορούνταν από
φασιστικές αντιλήψεις και πρακτικές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα,
στο μη μυθοπλαστικό μυθιστόρημα του Βασίλη Βασιλικού «Ζ», ο
Στρατηγός, που με την παραβολή για τον περονόσπορο συνεχίζει
το κυνήγι των κομμουνιστών, ενώ η κεντρική εξουσία ακολουθεί
υποτίθεται μια πιο ουδέτερη στάση.
Στην πραγματικότητα, η ουδέτερη αυτή στάση διαψεύσθηκε από τη
διαπλοκή κράτους-αστυνομίας-παρακράτους, αλλά και από την εμφανή
αναίρεση της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης, παρά την αξιοσημείωτη
προσπάθεια που κατέβαλε ο τότε ανακριτής Χρ. Σαρτζετάκης με τη
βοήθεια ευσυνείδητων δημοσιογράφων να διαλευκάνει την υπόθεση
και να φτάσει στους ηθικούς αυτουργούς. Αυτή η διαπλοκή δεν έμεινε
στο τότε αλλά αναβιώνει στο τώρα, κυρίως μέσα από τη σύμπραξη
αστυνομίας-Χρυσής Αυγής για την καταστολή όποιου αντιστέκεται. Στο
πεδίο της δικαιοσύνης, εξόφθαλμο παράδειγμα αποτελεί η αθωωτική
για το βουλευτή της Χ.Α. Ηλία Κασιδιάρη απόφαση του Εφετείου
Αθηνών στην οποία καθοριστικό ρόλο έπαιξε η τρομοκράτηση του
δικαστή από τους τραμπούκους της Χ.Α., οι οποίοι είχαν κατακλύσει
τη δικαστική αίθουσα, με την αστυνομία, και πάλι, απλό θεατή.
Επιπλέον, οι φυσικοί αυτουργοί της δολοφονίας Λαμπράκη και οι
όμοιοι τους, στους οποίους στηρίχθηκε το παρακράτος, μπορούν
να θεωρηθούν πρόγονοι των σημερινών μελών της Χ.Α. Σ’ αυτούς
αναφερόμενος ο, όχι και τόσο της φαντασίας του Βασιλικού, Ζ, λέει τα

32

εξής: «Αλλά αν οι τραμπούκοι αυτοί
ήταν σε θέση να διαβάσουν δυο
γραμμές και να τις καταλάβουν,
θα βλέπαν τότε ότι φωνάζουν
ενάντια στα ίδια τα συμφέροντά
τους. Γιατί είναι όλοι φτωχοί,
ρακένδυτοι,
μεροκαματιάρηδες
χωρίς μεροκάματο κι είναι
καταδικασμένοι να μείνουν έτσι σ’
όλη τους τη ζωή, γιατί το συμφέρον
των άλλων είναι να υπάρχει αυτό
το κουρελοπρολεταριάτο, απ’ όπου
να μπορούν κάθε τόσο να επιλέγουν
τους κατάλληλους για την
περίσταση μπράβους, με μια μικρή
οικονομική ενίσχυση ή κάποια
άλλη εύνοια, και να τους έχουν του
χεριού τους, όπως απόψε.»

Τέλος, ο Β. Βασιλικός, στο
«Ζ-Φανταστικό ντοκιμαντέρ ενός
εγκλήματος» που γράφτηκε εν
θερμώ το 1966 αναφέρει σε κάποιο
σημείο: «Οι νεκροί δεν μιλούν.
Οι νεκροί δεν ξέρουν πώς
φτιάχνεται η Ιστορία. Με το αίμα
τους την ποτίζουν και δεν μαθαίνουν
ποτέ τι ακολούθησε το θάνατό τους.
Είναι χωρίς επίγνωση της θυσίας
τους κι αυτό τους κάνει ακόμα πιο
ωραίους.»
Τη γνώση αυτή μπορεί πλέον να
τους τη δώσει μόνο η φαντασία.
Στο «Ζ» η ψυχή του Λαμπράκη, που
παρακολουθεί το νεκρό σώμα μέχρι
τον ενταφιασμό του, ξέρει πολύ
καλά τώρα ότι το σώμα δεν πέθανε,
αφού τόσος λαός συσπειρώθηκε
γύρω από το φέρετρό του. Ήξερε
ακόμη ότι η αθανασία είναι ό,τι
επιζεί μες στη μνήμη των άλλων.

Θεσσαλονίκη. Το βράδυ της 22ας Μαΐου 1963 η ομιλία του Γρηγόρη Λαμπράκη, που είχε οργανωθεί από την Ελληνική Επιτροπή
για τη Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη, γίνεται πόλος αντι-συγκέντρωσης παρακρατικών με τη συγκάλυψη της αστυνομίας, οι οποίοι
με συνθήματα και προπηλακισμούς απειλούν τους παρευρισκομένους στην ομιλία, ενώ παράλληλα τραυματίζουν τον
Λαμπράκη, κατά την είσοδό του, ελαφρά στο κεφάλι και επιτίθενται στους βουλευτές που τον συνοδεύουν. Μετά το πέρας της
ομιλίας και υπό το βλέμμα της Αστυνομίας, ένα τρίκυκλο με οδηγό τον Σ. Γκοτζαμάνη εμφανίζεται αιφνιδίως και ο συνεπιβάτης
Ε. Εμμανουηλίδης χτυπάει θανάσιμα με ρόπαλο το Λαμπράκη. Πέφτει σε κόμμα και ύστερα από πέντε ημέρες πεθαίνει.
“Πρέπει να μιλήσω. Τα πρόσωπα μου ζητούν να μιλήσω”. Ένας ψίθυρος στο σκοτάδι, μια αλλιώτικη αύρα
από μια άλλη εποχή άρχισε να μας υπόσχεται 100 λεπτά  επανάστασης, φόβου, αγωνίας αλλά και ελπίδας.
Κάπως έτσι άρχισε η παράσταση ή μάλλον το ταξίδι στη Θεσσαλονίκη του ’63. Βασισμένη στο κείμενο του Β. Βασιλικού
η Ε. Θεοδώρου ζωντάνεψε μια ιστορία, κράμα γεγονότων, προσωπικοτήτων, κριτικών αλλά, κυρίως, συναισθημάτων,
φλερτάροντας πολιτικά, ιστορικά αλλά και συμβολικά με όλες τις δυνατές προσεγγίσεις ενός ανθρώπινου δράματος.
Οι ηθοποιοί άλλοτε ως πρωταγωνιστές και άλλοτε ως χορός σε καλούσαν να “συμπάσχεις” και ξυπνούσαν μέσα
σου με έναν ίσως πιο λυρικό τρόπο το αίσθημα της αδικίας, της προδοσίας και της απόγνωσης που δυστυχώς η
σημερινή κοινωνία σε αναγκάζει να παραγκωνίζεις τονίζοντας πως δεν υπάρχει χώρος για συναισθηματισμούς.
Μια παράσταση-βίωμα που, ενσαρκώνοντας την έννοια του αγώνα και της αλήθειας, σου δημιουργεί
την ανάγκη να παλέψεις. Αυτό που χρειάζεται η σημερινή κοινωνία περισσότερο από ποτέ.

Δήμητρα Γεωργοπούλου

Και η φωνή που δέσποζε σε
όλη την κηδεία ήταν «Ζει».

33

«Η Ελευθερία δε δίνεται ποτέ εθελοντικά από
τον καταπιεστή. Πρέπει να κατακτηθεί από
τον καταπιεζόμενο.»
(Martin Luther King)
Ποιο είναι το στοιχείο εκείνο, το διακριτό γνώρισμα
που τυχαίνει να κοσμεί έναν άνθρωπο και απολήγει στη
αναγωγή του εν λόγω ανθρώπου από έμβια οντότητα
με καθορισμένη βιολογική αρχή και τέλος σε σύμβολο
αέναο με διηνεκή ιδεολογική συνέχεια, που αδυνατεί να
φθαρεί στην πάροδο του χρόνου; Martin Luther King,
Che, Gandhi, Mandela, και πολλοί ακόμα βέβαια. Στο
άκουσμα των ονομάτων αυτών, πράγματι, συνειρμικά
πόσοι τα συσχετίζουν με τη σάρκα, τα οστά, αλλά και
την ίδια την ουσία των ανθρώπων που προσδιόριζαν,
και πόσοι με τη συμβολική αξία του έργου τους, τις
ηθικές και ιδεολογικές αρχές των δράσεών τους, ο
απόηχος των οποίων δεκαετίες μετά συνεχίζει να
παρακινεί και να εμπνέει;
Γιατί, όμως, οι συγκεκριμένες φυσιογνωμίες;
Δαχτυλοδειχτούμενες από τη μοίρα; μάλλον όχι. Κάποιο
κοινό γνώρισμα όμως, κάποια συνάφεια, πρέπει να
φέρουν. Διότι αν και πρόκειται μεν, για διαφορετικούς
ανθρώπους,
διαφορετικές
κοινωνικοπολιτικές
πραγματικότητες, αν αφαιρεθούν μεμονωμένες
ιδιαιτερότητες κάθε περίπτωσης, μένει η απλή και
πανομοιότυπη ουσία: άνθρωποι-σύμβολα αντίστασης
σε μία δυσμενή αντικειμενικά πραγματικότητα.
Αφετηρία αυτής της πραγματείας μας, λοιπόν, το
ιστορικά κατοχυρωμένο. Η εφάμιλλη ιστορική ένταση
που βίωσαν οι άνθρωποι αυτοί, η αναμφισβήτητα
θυελλώδης καθεστηκυία τάξη σε κοινωνικοπολιτικό
επίπεδο, που αποτελεί το σκηνικό της δράσεώς
τους. Από τη μία, κάποια καταπιεσμένη μάζα, άθυρμα
ανελέητων παιχνιδιών εξουσίας, από την άλλη, οι
παντοδύναμοι παίχτες, η επιβολή των οποίων φαντάζει
αδύνατο να θιγεί. Διαμορφωμένα, λοιπόν, τα κοινωνικά
στρατόπεδα και πόλωση των κοινωνικών μερίδων
ως σκηνικό. Στα μετόπισθεν, ωστόσο, έχει αρχίσει
να εκκολάπτεται μία επαναστατικά σκιαγραφημένη
αντίληψη, απορρέουσα από την υφιστάμενη κοινωνική
αδικία, που εντείνεται σταδιακά από την ανάγκη
των εξουσιαστών να επιβεβαιώνουν την κυριαρχία
τους, πάντα με τους πιο φρικαλέους τρόπους, στους
εξουσιαζόμενους. Αντίληψη, λοιπόν, που θα αρχίσει
υποδορίως να αναμοχλεύει τον συρφετό, να διαχέεται
στη συνείδηση των καταπιεσμένων και να παράγει
φυγόκεντρα κύματα ερεθισμάτων, σπιθών για την
πυρκαγιά της λαϊκής αφύπνισης.

34

Εμφανίζεται, όμως, ένα ανάχωμα στην εξελικτική
πορεία της προαναφερθείσας αντίληψης. Γίνεται
λόγος για τεράστια ποσοστά ανθρώπων που βίωναν
την εξαθλίωση (υλική και ψυχική) ως μία πάγια και
τελεσίδικη κατάσταση μέσα στην οποία θα γεννηθούν,
θα ζήσουν και θα πεθάνουν. Η νοοτροπία τους είχε
σφυρηλατηθεί υπό καθεστώς καταναγκασμού και
καταπίεσης. Αυτός ήταν ο κόσμος τους, αυτό γνώριζαν.
Η συνείδησή τους και ο ωμός πραγματισμός που
τους δίδασκε το περιβάλλον τους οριοθετούνταν
στο βαθμό που βίωναν το αίσθημα της ψυχικής
φθοράς, αδυνατούσαν όμως να πραγματοποιήσουν
το αμέσως επόμενο βήμα, την εξωτερίκευση της
εσωτερικής διαμαρτυρίας και την αντίδραση. Εξ άλλου,
σε τι συνειδησιακό έρεισμα να στηριχθεί η όποια
προσπάθεια έκφρασης της καθημερινής τους οδύνης;
Αόριστες έννοιες, όπως ισότητα μεταξύ ανθρώπων,
κοινωνική αλληλεγγύη, σεβασμός στη διαφορετικότητα,
εθνική ανεξαρτησία, που εμείς δεχόμαστε ως ευκόλως
εννοούμενες, πώς να ηχούσαν και πολύ περισσότερο,
πώς να αποτυπωνόντουσαν στο μυαλό ενός μέσου
μαύρου της δεκαετίας του ’20 στην Αμερική; Μάλλον
ως συνωμοτικές θεωρίες αιθεροβαμόνων. Γίνεται,
λοιπόν, αντιληπτό, ότι ενώ τη μάζα έχει αρχίσει να
διαπερνά μία επαναστατική αντίληψη, παρεμποδίζεται
η μετάβασή της από θεωρητικό επίπεδο σε πρακτικό,
ακριβώς επειδή εκλείπει ο ακρογωνιαίος λίθος κάθε
επαναστατικού εγχειρήματος: η απάντηση στο πώς.
Μήπως, λοιπόν, κάπου εδώ, δίνοντας πνοή σε μία
ναρκωμένη κοινωνικοπολιτική θέση με τη δράση τους,
λαμβάνουν τη σκυτάλη οι άνθρωποι αυτοί; Διότι αυτοί,
συνήθως, βρίσκονταν σε ελαφρώς πλεονεκτική θέση,
συγκριτικά με τα άτομα που εξέφρασαν διά του έργου
τους. Δεν υπήρξαν στερημένοι ορισμένων στοιχειωδών
μορφωτικών προνομίων, με αποτέλεσμα να φέρουν
δυνατότητα πανοραμικής αντίληψης των τεκταινομένων,
δυνατότητα σχηματισμού σφαιρικής άποψης. Το
υπόβαθρο αυτό, λειτουργώντας συμπληρωματικά προς
ένα προϋπάρχον σύστημα αξιών που πριμοδοτούσε μία
κοινωνική κατεύθυνση ανθρωποκεντρική, τους επέτρεψε
να σταθμίσουν τις παραμέτρους μίας κατάστασης, να
συνειδητοποιήσουν τι έπρεπε να κάνουν, να δράσουν.
Ουσιαστικά έκαναν κάτι σχετικά απλό. Επωμίστηκαν
το κοινωνικό, ή μάλλον ανθρωπιστικό, καθήκον που
φέρει ο καθένας μας, στο μέτρο των δυνατοτήτων του.

Υπέδειξαν το δρόμο προς την έμπρακτη αντίσταση, η οποία μπορεί όντως να επιφέρει αλλαγές. Χάραξαν συνειδησιακές
τομές, καταρρίπτοντας τη γενικών διαδεδομένη πεποίθηση ότι το όποιο επαναστατικό εγχείρημα κινείται στη σφαίρα
του ουτοπικού, μένει ατελέσφορο. Και βέβαια, κατέστησαν εμφανές ότι συχνά η θυσία είναι μονόδρομος.
Ας επανέλθουμε όμως λίγο στο σήμερα. Άλλωστε, προς τι αυτή η αμετροέπεια αν δεν πρόκειται να ακολουθήσει
κάποιος συσχετισμός με το τώρα. Έστω, λοιπόν, ότι δεχόμαστε πως αυτοί οι άνθρωποι ξεχώρισαν ανάμεσα σε άλλους
που αδυνατούσαν για θεμιτούς λόγους να αφυπνιστούν συνειδησιακά, να βρουν εφαλτήριο για κάποια δράση τους. Το
2013 υπάρχει δικαιολογία που να ευσταθεί; Τι έκαναν αυτοί οι άνθρωποι; Έκριναν μία κατάσταση που εκτυλίσσονταν
στο χωροχρόνο που τους περιέβαλλε και έλαβαν αντίστοιχη δράση. Εμείς όμως τι βλέπουμε; Άλλοι να αρέσκονται
στη σκέψη ότι είναι τρανοί πολιτικοί κήνσορες, άλλοι να νομίζουν πράγματι ότι στο πρόσωπό τους έχει λάβει σάρκα
και οστά ο Che, άλλοι να πληροφορούνται για τα κοινωνικά συμβαίνοντα αλλά να προτιμούν την ασφάλεια του
μικρόκοσμού τους, και λίγοι να έχουν πιάσει την ουσία. Αφού σου έχει εκχωρηθεί το περιθώριο της κρίσης, κρίνε. Μην
κοροϊδευόμαστε. Αν επαίρεσαι στο να προβάλεις την αξίωση του ηθικά εχέφρονος, η κριτική διαδικασία στην οποία θα
προβείς θα σου υπαγορεύσει να λάβεις δράση. Απλή, αλτρουιστική και ταπεινή δράση. Αν κάτι σε εμποδίσει, αυτό θα
είναι ο φόβος σου. Και εκεί σταθμίζεις: τί έχεις να χάσεις, τί έχεις να κερδίσεις, τι έχεις να προσφέρεις. Κρίνε, λοιπόν,
στάθμιζε και πράξε.
Αναστασία Τελόνη
Μελίνα

35

kitsch

Έλλη Καραΐνδρου

Ακούγοντας για τον καλτ κινηματογράφο το
μυαλό μας πάει κατευθείαν σε κακογυρισμένες
βιντεοταινίες της δεκαετίας του ‘70 και του
’80, καθώς και σε αμερικάνικες κωμωδίες.
Το cult ως όρος χρησιμοποιήθηκε αρχικά
από τους Άγγλους για να δηλώσουν την
προχειροδουλειά, την πεζότητα. Cult όμως
δεν είναι η ευγενική ονομασία για το kitsch
ή την παρωδία. Είναι κάθε άλλο παρά μια
ασόβαρη σκηνοθετική τάση που έχει
ως γνωρίσματά της την σκηνοθετική

Cult

ι
χ
ό
ά
αλλ

υπερβολή,

36

την

θεατρικότητα,

The Royal Tenenbaums (Wes Anderson, 2001)
Η ταινία του Wes Anderson προσδιορίζεται ως cult
μα καθόλου kitsch. Διακωμωδεί, μέσω της παράξενης
παρουσίασης τους, διάφορες περίπλοκες οικογενειακές
σχέσεις. Οι χαρακτήρες είναι σχεδόν καρτουνίστικοι, αστείοι,
όχι όμως γελοίοι. Προκαλούν, ωστόσο, το γέλιο μέσα από
το δράμα και την προσωπικότητα τους. Μια ετερόκλητη και
αποξενωμένη οικογένεια διανοιών αναγκάζεται να συζήσει
κάτω από το ίδιο σπίτι με αφορμή την υποτιθέμενη ασθένεια
του πατέρα, ο οποίος την χρησιμοποιεί για να αναθερμάνει
τη σχέση του μαζί τους. Χαρακτηριστικό είναι πως το cult
στοιχείο στην ταινία, όσο και αν σε ξενίζει στην αρχή, κάνει
εντονότερες τις δραματικές πτυχές, ενώ αυτό που μένει στο
τέλος δεν είναι κάτι απαραίτητα κωμικό ή έστω ευχάριστο,
αλλά μέσα από τη διακωμώδηση βγαίνει δράμα, διάψευση
προσδοκιών, ανεκπλήρωτος έρωτας, απώλεια αλλά και
αισιοδοξία για τον πυρήνα των οικογενειακών σχέσεων,
που είναι αδιαπραγμάτευτα ανιδιοτελής.

τα

καρτουνίστικα χρώματα και κοστούμια,
καθώς

και

τη

δραματοποιημένη,

σχεδόν ανεπεξέργαστη καλλιτεχνικά,
παρουσίαση νοημάτων. Τα τελευταία
χρόνια

σημαντικοί

στράφηκαν

στην

σκηνοθέτες
εναλλακτική

απόδοση των ιστοριών τους,
αντιδιαστέλλοντάς
με

την

αυτές

φωτογραφική

και

βαριά

αποτύπωση

των

ταινιών

«ποιότητας»

της

προηγούμενης

Dogville (Lars von Trier, 2003)

γενιάς.

Ίσως το πιο minimal και αλλόκοτο σκηνικό σε ταινία αυτού
του είδους, αμάλγαμα κοινωνικού έργου και περιπέτειας.
Μια θεατρική σκηνή με ελάχιστα έπιπλα, σχέδια με κιμωλία
που συμβολίζουν πού βρίσκεται το κάθε σπίτι, το ορυχείο,
το παγκάκι. Μια κοπέλα που την κυνηγούν, η Grace, αναζητά
καταφύγιο σε μια μικρή κοινότητα του Colorado, το Dogville, με αντάλλαγμα την προσφορά της στην κοινότητα.
Ωστόσο, τα όρια της βοήθειας, της εκμετάλλευσης και της
κακομεταχείρισης είναι ρευστά για την αδηφάγο ανθρώπινη
φύση. Το έργο είναι έξυπνο, οριακά ωμό ή απαισιόδοξο, ενώ
η ευρηματική και παράξενη σκηνοθεσία του Lars Von Trier,
που από ορισμένους χαρακτηρίζεται και ως cult, έρχεται να
προσθέσει στην ειλικρίνεια της ταινίας. Η μη εξωραϊσμένη
αλλά ρεαλιστική οπτική για τις κοινωνικές σχέσεις δεν θα
μπορούσε να βρει καλύτερη απεικόνιση στην σκληρότητα
και την απλότητα του υπερρεαλιστικού σκηνικού του Dogville.

37

Koloterorita !

I’ve got a plan I would like to share
I ‘m gonna fuck with the people that run this world
Not one at a time, I don’t have much time

Μαρία Καλογήρου, Κατερίνα Ράπτη

Όσοι και όσες χορεύουν Ηarlem Shake, αν και υπάρχει μουσική την
αγνοούν, λειτουργούν σαν να μην υπάρχει ο κανόνας του ρυθμού.
Τριάντα δευτερόλεπτα χωρίς κανόνες σε μια ζωή γεμάτη κανόνες.
Εκτόνωση ατομική, χωρίς επικοινωνία. Όταν τραγουδάμε, επικοινωνούμε
με τον άλλον, όταν χορεύουμε, επίσης, γιατί προσπαθούμε να
συγχρονιστούμε μαζί του, προσπαθούμε να τον νιώσουμε και να τον
κάνουμε να μας νιώσει. Όπως και να ‘χει, το τραγούδι που παραπέμπει
στο χιπ χοπ των έγχρωμων κατοίκων στο Harlem της Νέας Υόρκης,
απ’ όπου και πρωτοξεκίνησε τη δεκαετία του ’80 ως χορός των εκεί
κατοίκων. αναφέρεται από πολλούς και πολλές μόνο και μόνο γιατί
είναι μόδα και θα αναφέρεται μέχρι να ξεπεραστεί από την επόμενη.

Let’s start with the cops, dealing drugs, beating kids around the blocks
Power freaks and homophobes, bullshit playing TV shows
I won’t wait another hour, I can’t handle all this power game
Of censored truth against the youth
You can try but you can’t stop me
I got cover from all over the world
You can try but you won’t break me
If you wanna join. . Hands in the air!
All we need is some gasoline
What do you think? Got a better idea?
How to fight this mass production of fear..
Cause I ‘m sick and tired, of these bullshit liars
Dictating how to live our lives, bring out the knives
Drinking whiskey, you think I’m brain-dead, just frustrated,
But I’m sober in my mind, I won’t be wasting anytime
My mind is working overtime, just wait and see the master plan
I ‘m the raging bull that wil bring down your clan

Vodka Juniors All we need is some gasoline

Αν
πηγαίναμε σχολείο, το
Harlem Shake θα ήταν
αυτό που θα θέλαμε σίγουρα
να ξέρουμε, ώστε να μη μείνουμε
μόνοι ή μόνες μας στο διάλειμμα. Μετά
το Macarena, τις Las Ketchup και το Gangnam Style, όλο και περισσότερα βίντεο ξεπηδούν
στο διαδίκτυο. Σε αυλές, σχολεία, πλατείες, συνεδριακές
αίθουσες με το που ακουστεί το οικείο πλέον τραγούδι του
Bauer όλοι και όλες σεληνιάζονται με το ρυθμό. Δεν ήταν όμως η
πρωτότυπη ιδέα μερικών νεαρών από τη Φλόριντα να ανεβάσουν στο Υoutube
το πρώτο - οικιακής εμβέλειας - Harlem Shake που πυροδότησε τη μαζική αυτή
παράκρουση. Λίγες μέρες μετά, αμερικανικό στούντιο με ειδίκευση στα βίντεο για το
Υoutube οργάνωσε το πρώτο επίσημο Ηarlem Shake, ενώ η δισκογραφική εταιρία του Bauer
προώθησε σκληρά το βίντεο σε όλα τα κοινωνικά δίκτυα με πρόσοδο 6$ ανά 1000 προβολές. Ακόμη
μία φορά, λοιπόν, βλέπουμε αυθόρμητες πρωτοβουλίες επιδέξια να ενσωματώνονται από την αγορά.
Όσο λιγοστεύουν οι χώροι, όπου μπορούμε να χαλαρώσουμε με φίλους
και φίλες ανέξοδα κι αυθόρμητα, τόσο περισσότερο χρόνο περνάμε
μπροστά στην οθόνη. Ό,τι παλιά διαδίδονταν στόμα με στόμα, τώρα
διαδίδεται διαδικτυακά. Χορεύοντας Ηarlem Shake σε βιβλιοθήκες
και τόπους προορισμένους για άλλους, εντελώς διαφορετικούς
σκοπούς, αναζητάμε χώρο συνάντησης και έκφρασης. Είναι, όμως,
όντως διέξοδος από την συστημικά διαμορφωμένη ζωή μας; Η
εμφάνιση της ηλεκτρονικής μουσικής πριν από περίπου μια εικοσαετία
σηματοδοτεί ένα νέο τρόπο όχι μόνο διασκέδασης αλλά και αντίληψης
της πραγματικότητας. Με το μοτίβο του επαναλαμβανόμενου ρυθμού,
χορεύουμε μαζί με άλλους, αλλά μόνοι μας. Έχουμε ανάγκη να σκεφτούμε
τον τρόπο με τον οποίο ζούμε με το να αποστασιοποιηθούμε από αυτόν
και ο επαναλαμβανόμενος ρυθμός βοηθάει, όπως ο παφλασμός του
κύματος και το μονότονο τραγούδι των τζιτζικιών. Όντας μακριά από τη
φύση, επιζητούμε την απομόνωση σε έναν κατεξοχήν κοινωνικό χώρο.

I ‘m gonna clean this place from government crime

And I watch it burn, I watch it fall
Evacuate the city, bells ring last call,
While I’m jumping up and down, always dancing to the sound
Of a hopelessly corrupted city burning to the ground
You can try but you can’t stop me
I got cover from all over the world
You can try but you won’t break me
If you wanna join. . Hands in the air!
All we need is some gasoline
Hands in the air. .

38

39
39

40