«ΠΙΣΤΕΥΩ ΕΙΣ ΜΙΑΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ»

Πολλά λέγονται και γράφονται αυτές τις ημέρες για το αν η
Χριστιανοσύνη στην εποχή μας συνιστά ΜΙΑ, δυο ή περισσότερες
Εκκλησίες. Πριν αναφέρουμε οτιδήποτε, θα πρέπει από την αρχή να
δηλώσουμε τη μέθοδο της επιχειρηματολογίας μας. Η μέθοδος αυτή δεν
θα είναι η παράθεση ούτε αγιογραφικών χωρίων, ούτε αγιοπατερικών
ρήσεων, αλλ’ η υπόμνηση της Ορθόδοξης Δογματικής (Εκκλησιολογία),
τού Κανονικού Δικαίου τής Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας (δηλ. των
αποφάσεων των Οικουμενικών Συνόδων) —επειδή η Εκκλησία «κανόσιν
διοικείται και ουκ έθεσι» (Documents Inedits d’Ecclesiologie Byzantine 170, 21)—
και της Ποιμαντικής, που αυτοδικαίως συνδέονται άμεσα με το υπό
διερεύνηση θέμα. Γιατί, αν αρχίσουμε υποκειμενικά να παραθέτουμε
χωρία και αποφθέγματα Πατέρων, δεν θα βρούμε καμία λύση στο
ζητούμενο. Άλλωστε, η Consensus Patrum και ο Regula Fidei γι’ αυτό
ακριβώς υπάρχουν από αιώνες· για να μας προφυλάσσουν από την
ατέρμονη λογοκοπία και σύγχυση.
Το Σύμβολο της Πίστεως εμπεριέχει ρήματα και στους τρεις
γραμματικούς χρόνους (παρελθόν, παρόν και μέλλον). Το ρήμα τού
αριθμητικού επιθέτου «μίαν» βρίσκεται σε χρόνο ενεστώτα, που σημαίνει
ότι τώρα και διαρκώς πιστεύουμε ότι υπάρχει ΜΙΑ Εκκλησία. Όταν δε
διατυπώθηκε αυτό το Σύμβολο, οι αιρέσεις ως γνωστό οργίαζαν,
θεωρώντας η κάθε μια τον εαυτό της ως την αυθεντική Εκκλησία.
Συνεπώς, το «Πιστεύω» δεν μας λέει να πιστέψουμε σε ΜΙΑ μελλοντική
Εκκλησία. Μας καλεί να πιστέψουμε και να ενωθούμε με τη ΜΙΑ
υπάρχουσα αληθή Εκκλησία. Ποια είναι αυτή; Εκείνη που οι επίσκοποί
της διαθέτουν αδιάκοπη και συνεχή αποστολική διαδοχή (Καρμίρης, 1995).
Η διακοπή τής αποστολικής διαδοχής συνεπάγεται νόθευση της
Εκκλησίας.
Έτσι, ενώ πολλοί αιρεσιάρχες μπορεί να ισχυρίζονται ότι αποτελούν την αυθεντική Εκκλησία, η αληθής Εκκλησία είναι ΜΙΑ και όχι όλες
μαζί (βλ. “branch theory” του Pusey). Το επίθετο ΜΙΑ δηλώνει την
πληρότητα και ενότητα της Εκκλησίας. Αν δε δεν υφίσταται
εκκλησιαστική ενότητα, δεν υφίσταται και αληθής Εκ-κλησία, και άρα
ούτε σωτηρία. Πράγματι, αν η μια εκκλησία (π.χ. η ανατολική ορθόδοξη)
τρέφεται με άλλο σώμα, και η άλλη (π.χ. η ρωμαιοκαθολική) τρέφεται με
άλλο σώμα, τότε δεν γινόμαστε όλοι ΕΝΑ «σώμα Χριστού» (βλ.
λατρευτική/ευχαριστιακή ενότητα), αλλά σώματα πολλά (Ι. Χρυσ., MPG
61, 200). Η ενότητα της Εκκλησίας απορρέει από τη ΜΙΑ θεανθρώπινη
κεφαλή της και από το ΕΝΑ θεανθρώπινο σώμα της, που εκφράζει
ομοθυμαδόν και την «κοινωνία τής πίστεως» (Φιλήμ. 6), δηλ. τη ΜΙΑ πίστη
της.

Άρα, θα πρέπει να γίνει και να γίνεται πάντοτε διάκριση (αν και
όταν οι διάφοροι αιρετικοί ή σχισματικοί μετανοήσουν, γίνονται
εκκλησιαστικώς δεκτοί) μεταξύ κόσμου και Εκκλησίας, σκότους και φωτός,
λυσιτελούς και αλλοιωμένου άλατος, σάπιων και φρέσκων ψαριών,
κίβδηλης και αυθεντικής, αμαρτωλής και αγίας (βλ. «communion
sanctorum», ως «συμπολίται των Αγίων»), Εκκλησίας. Μάλιστα δε, κατά
τον άγιο Ισίδωρο, άλλο Εκκλησιαστήριον (κοινωνιολογική θεώρηση της
Εκκλησίας) και άλλο Εκκλησία (θεολογική/πνευματική θεώρηση της
Εκκλησίας: Άγιοι, «γένος εκλεκτόν»)· όχι λόγω αμέλειας, χαλαρότητας,
διστακτικότητας, ολιγοπιστίας και «χρησικτησίας» να βάζουμε όλες τις
υπάρχουσες λεγόμενες εκκλησίες στο «ίδιο τσουβάλι», κατά το κοινώς
λεγόμενο· τότε είναι σαν να εξισώνουμε τον Χριστό με τον οποιοδήποτε
άλλο ψευδο-Μεσσία, ψευδο-προφήτη ή Guru. Στην πλάνη αυτήν πίπτουν
συνήθως όσοι αντιμετωπίζουν την Εκκλησία κοινωνιολογικά (ιστορικοφαινομενολογικά) και όχι θεολογικά. Επειδή δηλ. βλέπουν στην πράξη
ότι χριστιανικές εκκλησίες διαφόρων Ομολογιών υπάρχουν πολλές,
συμπεραίνουν (ή μάλλον πιέζονται για πολιτικο-οικολογικούς λόγους να
παραδεχθούν) ότι θα πρέπει να τις αποδεχθούμε όλες ως ισότιμες και
αδελφές «εκκλησίες»· δηλαδή, αν σε μια κοινωνία φθάσουμε στο σημείο
όλοι οι πολίτες της να παίρνουν ναρκωτικά, ο νομοθέτης θα πρέπει να τα
αποποινικοποιήσει. Το ίδιο θα μπορούσε να λεχθεί και για οποιαδήποτε
αμαρτία. Όμως, δεν υπάρχουν δυο ή πολλοί Χριστοί. Το Σώμα τού Χριστού
είναι ΕΝΑ και δεν μερίζεται. Αλλιώς, δεν θα είχαμε ΕΝΑΝ «ιερό γάμο»
μεταξύ τού νέου Αδάμ και της νέας Εύας, αλλά πνευματική πορνεία, κατά
την προφητική ορολογία. Η Εκκλησία, λοιπόν, είναι η ΜΙΑ Εκκλησία, είτε
άλλοι τη δέχονται ολόκληρη (καθ-ολικώς), είτε άλλοι μερικώς. Αν ο πιστός
έχει ως πατέρα του τον Θεό, ως μητέρα του έχει την Εκκλησία, μας λέει ο
Κυπριανός Καρθαγένης, τον οποίο συνήθως κάποιοι επικαλούνται υπέρ
τής δεσποτοκρατίας. Και, ως γνωστό, ένας «γεννημένος» άνθρωπος ούτε
δυο πατέρες μπορεί να έχει, ούτε δυο μητέρες. Ομοίως, αν ο Χριστός
αποτελεί τον θεμέλιο Λίθο τής Εκκλησίας (Α’ Πέτρ. 2, 4-5), η όλη
εκκλησιαστική αυτή οικοδομή δεν μπορεί να έχει δυο ή περισσότερους
θεμέλιους λίθους. Όπως η Κιβωτός τού Νώε τυπολογικώς ήταν ΜΙΑ και
διέσωσε το πλήρωμά της, έτσι ως ΜΙΑ και μοναδική σώζει από την
αμαρτία, τη φθορά και τον θάνατο η Εκκλησία τα γνήσια τέκνα και
κληρονόμους της. Άλλωστε, αν η Εκκλησία αποτελούσε κράμα αλήθειας
και ψεύδους, όλου και μέρους, αίρεσης και ορθοδοξίας, δεν θα αποτελούσε
μια εγγενή ενότητα (ποιοτική καθ-ολικότητα), αλλά μόνο μια εξωτερική,
επιφανειακή (κοινωνιολογική) και επίπλαστη (ποσοτικό/αθροιστικό Όλο).
Στην Εκκλησία, υπό τον ευρύτερό της κύκλο, κατά τη γνωστή
Εκκλησιολογία τού καθηγητού Ι. Καρμίρη, εντάσσεται κάθε άνθρωπος.
Στην Εκκλησία, υπό τον στενότερό της κύκλο, εντάσσονται μόνο οι ορθώς
πιστεύοντες και βαπτισμένοι Χριστιανοί. Η ως άνω διάκριση όμως αυτή

δεν σημαίνει ότι υφίσταται σύγχυση μεταξύ ευρέως και στενού κύκλου.
Τα του ευρέως κύκλου πρόσωπα θα σωθούν, αν σωθούν, με κριτήριο την
ηθική τους συνείδηση, τα έργα τους και τη Χάρη τού Θεού. Το θεολογικό
(εκκλησιολογικό) όμως ζήτημα της μοναδικότητας ή μη τής Εκκλησίας,
που απασχολεί μόνο τούς πιστούς και βαπτισμένους Χριστιανούς, δεν έχει
να κάνει με τη σωτηριολογική αυτή διάκριση.
Κατά συνέπεια, αν η Εκκλησία τού Χριστού δεν είναι ΜΙΑ, όπως το
ένα Κυριακό Σώμα ή η ΜΙΑ νύμφη τού Χριστού, τότε δεν είναι ούτε
καθολική, ούτε αποστολική, ούτε Αγία. Γιατί, όπου υφίσταται διαίρεση και
όχι ομολογιακή ενότητα («Οὐ περὶ τούτων δὲ ἐρωτῶ μόνον, ἀλλά καὶ περί
τῶν πιστευσόντων διὰ τοῦ λόγου αὐτῶν εἰς ἐμέ, ἵνα πάντες ἕν ὦσι»), εκεί
δεν αναπαύεται το Άγιο Πνεύμα το οποίο συνέχει την αληθή Εκκλησία (Ι.
Χρυσ., MPG 50, 458-459), αλλά κυριαρχεί η αμαρτία, αφού μόνο η αληθής
Εκκλησία αποτελεί ταμείο τής Θ. Χάρης. Αντίθετα, μια διηρημένη
εκκλησία είναι ένα τέρας με μισό ανθρώπινο σώμα, όπως οι
ιπποκένταυροι (Μάρκος Εφέσου) ή οι πολυκέφαλες ύδρες. Αν από
οικουμενιστική αγάπη θελήσει κανείς εξισωτικά και ισοπεδωτικά να
συμπεριλάβει μια άλλη (ψευδο)εκκλησία (δηλ. αίρεση ή σχίσμα) στη ΜΙΑ
Εκκλησία, τότε μοιάζει σαν να αναμιγνύει το καθαρό νερό με δηλητήριο.
Θα περατώσω την ελάχιστη αυτή συμβολή στο ανακύψαν
δογματικό θέμα με τα λόγια τού άτλαντα της Ορθοδοξίας, Μάρκου τού
Ευγενικού: «Κατά πάντα τοίνυν ἑπόμενος ταῖς ἁγίαις καὶ οἰκουμενικαῖς
ἑπτά Συνόδους καὶ τοῖς ἐν αὐταῖς διαλάμψασι θεοσόφοις Πατράσι,
Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν<εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικήν καὶ ἀποστολικήν
Ἐκκλησίαν. Τοῦτο τὸ ἱερόν τῆς πίστεως μάθημά τε καὶ σύμβολον, τὸ παρά
μέν τῆς πρώτης καὶ δευτέρας τῶν συνόδων ἐκτεθέν, παρά δὲ τῶν λοιπῶν
κυρωθέν καὶ βεβαιωθέν<Εἴ τις γάρ παρά τοῦτο τὸ ἱερόν σύμβολον
τολμήσει ἕτερον ἀναγράψασθαι ἤ προσθεῖναι ἤ ὑφελεῖν, καὶ ὅρον
ὀνομάσαι ἀποθρασυνθείη, κατάκριτος καὶ πάσης χριστιανικῆς πολιτείας
ἀπόβλητος» (Ομολογία τής ορθής πίστεως, 3· πρβλ. Γεδεών, Κανονικαί
διατάξεις, τ. 2, σ. 235 εξ.).
Σπυρίδων Κ. Τσιτσίγκος, MA, DD, PhD
Αν. Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful