Νικόλας Αφρόκαλος

Μίλα Μου Για Ξόρκια
Οι παλαβές περιπλανήσεις της Λούσης Μπόμπινγκς

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Επισήμανση …..……………...….......................... 3
Προοίμιο ……………………......………….......... 4
Εισαγωγή – Οι Νεράιδες Με Τις Τσίκλες
Θα Μας Διώχνουνε Ως Και Τσίμπλες ..…............. 5
Ομπρέλα , Να Μία Λούλα! ……………............. 35
Όνομα Και Πράγμα ....…..….……………............ 46
Χοντρές Πλάκες Του Δάσους – Μέρος 1ον.............. 55
Χοντρές Πλάκες Του Δάσους – Μέρος 2ον............. 81
Χοντρές Πλάκες Του Δάσους – Μέρος 3ον............. 86
Πως Ξεμπάφιασε Το Δάσος
(περιληπτική ενότητα) ....….….…..……............. 133
Αμάν Νταντά …........…………..………............. 137
Πολύ Χάλια Μέρα ……..….….………............... 165
Της Τέχνης Της Μοντέρνας .....….……............... 177
10. Σκέψου Τάληρα ....…..………..………............... 198
11. Τρώω Κεράσια Και Χορεύω Σάμπα
Ξεκαπνίζω Και Τις Καμινάδες Τζάμπα ............... 205
12. Με Τη Σέσουλα Ζαχαρομπουκωμένος ................ 222
13. Γουστάρω Γέλια Για Νεύρα Κουρέλια ……....... 239
14. Μια Καραβιά Ζάχαρη …....……..….………...... 274
15. Αρβυλοπρηξίματα Και Κορνιζοταβλιάσματα ..... 276
16. Σουπακαλεφρακαραστηνεξοδογιατραβαεπιτέλους!.. 282
17. Κλωτσομπαλοσημεία Και Ταμειοτέρματα .......... 286
18. Άντε Τρέχα Σύνελθε ............................................ 333
19. Τα Κανόνια Των Νεραϊδώνε ........……...……..... 351
20. Οδός Ναυάρχου Ζουμ Και Αλαλούμ Γωνία ….... 369
21. Φτου Παραμυθοπειρατοψαριλοτυριλότρυπα!..... 397
22. Τα Ρεσάλτα, Οι Καραβέλες
Και Οι Βρωμοτυροκαρβέλες ..........…………...... 419
23. Η Μπούλα, Ο Μπούλης, Ο Νεραϊδομπελάς
Και τα Κανονομπαλοπετάγματα ......……............ 430
24. Είναι Μια Μέρα Χαράς,
Φάτε Γλώσσες Πεθεράς ....................................... 442
25. Τα Καπέλα, Τα Μπαλόνια, Τα Μπερκέτια
Και Τα Νεραϊδοσερμπέτια .................................... 447

2
pdf by elifrac

- Επισήμανση Προβλέποντας την αδυναμία που μπορεί να αισθανθεί κανείς στην
ευρύτερη κατανόηση των διαφόρων καταστάσεων για τις οποίες
πρόκειται να πληροφορηθεί σχετικώς στις αμέσως παρακάτω σελίδες,
την παρούσα παράγραφο ακολουθεί προοίμιο συντεταγμένο σε ύφος
παραδοσιακής κινεζικής ευγενείας θεωρουμένης ως κατ’ εξοχήν
κατάλληλης προκειμένου το ανυποψίαστο αναγνωστικό κοινό να
εξοικειωθεί με τα λίαν κινεζικού χαρακτήρα από πλευράς διατυπώσεως
περιεχόμενα του παρόντος, υπέρ του δέοντος αλλοκοτάτου,
αναγνώσματος.

- Προοίμιο Λένε πως άμα δε σπάσεις αβγά, ομελέτα δε γίνεται. Στην
πραγματικότητα είτε σπάσεις αβγά, είτε όχι όλα έτσι γίνονται. Παρ’ όλο
που θα το γνωρίζετε καλά αναρωτιόμαστε μια και έτυχε να βρεθεί ο
χρόνος για να προκύψουνε μερικές παραπάνω λεπτομέρειες για το όλο
θέμα, μήπως υπάρχει απ’ την πλευρά σας και η ανάλογη περιέργεια.
Άλλωστε μαζί με τις θερμές μας ευχαριστίες για την καλή πρόθεση να
παραχωρήσετε τον διαθέσιμο ελεύθερο χρόνο σας για να
πληροφορηθείτε όλα εκείνα που ακολουθούνε παρακάτω, ελπίζουμε για
χάρη της ικανοποίησης της περιέργειας ετούτης οι στιγμές ανάγνωσης
να μην αποτελέσουνε για εσάς και εξαιρετικά μεγάλη απώλεια.
Στην ευτυχή περίπτωση που όντως ισχύει το γεγονός αυτό, μάλλον δεν
είναι τόσο μεγάλη η γκάφα της ύπαρξης της παρακάτω ιστορίας.
Ακόμη, επιτρέψτε μας να εκφράσουμε εκ των προτέρων την ειλικρινή
μας κατανόηση για την όποια δυσκολία εκ μέρους σας να μας
συναισθανθείτε πλήρως. Σε αυτό το ενδεχόμενο θα επιθυμούσαμε να
ευχηθούμε στον κάθε μας αναγνώστη να βρει λίγη καλή τύχη ώστε να
καταφέρει να διαλέξει απ’ όλα εκείνο το σημείο στο οποίο νομίζει ότι
βρίσκεται αραγμένη καλύτερα της παραπάνω παροιμίας η απόδειξη.

3
pdf by elifrac

- Εισαγωγή Οι Νεράιδες Με Τις Τσίκλες
Θα Μας Διώχνουνε Ως Και Τσίμπλες
Όπως εσείς ετούτη τη στιγμή και καλή ώρα, εκεί που θα ξεφυλλίζει ένα
περιοδικάκι για να ξεσκάσει με κάτι που να ταιριάζει στο γούστο της
αλλά δε θα το βρίσκει με τίποτα ούτε στο μέλλον το πολύ μακρινό στο
οποίο θα τυχαίνει να ζει, στο επιπροσθέτως γκαντέμικο σε χρόνο
παρατατικό ήδη από αυτές εδώ τις μέρες, η επίσης μακρινή εγγονή
κάποιας προπρογιαγιάς αγνώστου εποχής και λοιπών στοιχείων θα
αρχίσει να ψιλοεκνευρίζεται. Οπότε έχοντας το συννεφάκι πανωκέφαλα
με το μέλλον το ακόμη παραπέρα το υποσχόμενο ψυχαγωγία
δελεαστικότερη, θα αποφασίσει να σηκωθεί απ’ την καναπεδάρα του
σαλονιού της για να πάρει φρέσκο αέρα.
Πάνω στον περίπατο νάτη που περνάει μπροστά απ’ το περίπτερο.
Ούτε ένα ολόκληρο λεπτό δε θά ’χει περάσει έπειτα απ’ το «Καλημέρα
κυρ Θανάση! Μια τσίκλα!». Δε θα προφταίνει να τη δοκιμάσει και μ’
ένα «παφ!» ξαφνικά θα χάνεται! Τσικλόφουσκα αν θα προλάβει ή δε θα
προλάβει να κάνει δεν ξέρουμε. Πάντως στο άψεσβήσε θα αφήνει το
ειρηνικό και άκρως νυσταλέικο το έτος 4010 πίσω της και θά ’ρχεται
κάποτε και στο έτος 2010 από ’δω.
Ε, μα! Έτσι θά ’ναι κατά πως φαίνεται το μέλλον. Αφού όλοι θα τά
’χουνε ανακαλύψει όλα, όπως θα κατάβαριούνται θα κόβουνε βόλτες
μασώντας διαστημότσικλα κεράσι. Κάθε φορά δηλαδή που μια εγγονή
όπως ετούτη του μέλλοντος του μυστήριου θα έχει διάθεση
βαριεστημένης ώσπου να ξανακοιμηθεί θα πετάγεται ως το περίπτερο
για κάτι τέτοιες τσίκλες. Οι οποίες μεταξύ άλλων θα της αλλάζουνε
γενικώς την αντίληψη για το τι σημαίνει παρόν, παρελθόν και μέλλον.
Με το μασούλημα λοιπόν μιας τέτοιας έξτρα ενισχυμένης σε ενέργεια
τσίκλας θά ’χει την ευχέρεια να αποκτήσει μια αφάνταστη ευελιξία. Από
4
pdf by elifrac

το να ξεχνιέται προσωρινά με την έντονη φρουτένια γεύση της ή να
εξαφανίζεται επιτόπου για να αλλάξει περιβάλλον βρισκόμενη σε μέρη
που πολύ τα επιθυμεί μέχρι να μεταμορφώνεται σε ό,τι βάλει ο νους της.
Χάρη σε τούτη τη διαστημότσικλα όταν μια φορά και έναν καιρό σε ένα
μακρινό μέλλον θά ’χει τέτοιες για να μασουλάει η εγγονή στο έτος
4010 μιας πολύ πιθανό εξίσου νέας ακόμη προπρογιαγιάς του σήμερα
θα πετυχαίνει βελτιώσεις σε οποιεσδήποτε ατέλειες έχει τη γνώμη ότι
αδίκως απ’ τη φύση έτυχε να εμφανίζει. Εμπλουτίζοντας τον εαυτό της
μάλιστα με μπόλικη υπερφυσική ενέργεια. Με την οποία θα ικανοποιεί,
θέλουμε να ελπίζουμε στο μέγιστο, κάθε επιθυμία της αν πρέπει
κατεπειγόντως.
Εκτός δηλαδή απ’ την ικανότητα να αλλάζει όψεις γενικώς από πάνω
μέχρι κάτω ή να επιτρέπει στον εαυτό της με μια απλή σκέψη να βρεθεί
κατευθείαν για ένα απόλύτως αληθινό ταξιδάκι στο παρελθόν ή στο
μέλλον. Διότι πια πλέον θά ’χει την ευχέρεια να προμηθεύεται οτιδήποτε
ευχηθεί να βρεθεί στη στιγμή μπροστά στα μάτια της. Οπότε
φουλαρισμένη από τόσα εξωπραγματικά χαρακτηριστικά και χωρίς να
προλάβει να πάρει χαμπάρι, σε στιλ «για πες εν’ αριθμό!» θα λέει
τούτης της εντελώς τυχαίας μα καλής όπως είπαμε προπρογιαγιάς η
εγγονή μια χρονολογία κουτουρού και θα τη χάνει η μανούλα της.
Καθότι θα κάνει τέτοια κοπάνα σε χρόνο ανύποπτο – τό ’παμε ήδη –
που θα γίνεται καπνός ακόμη και αν βρίσκεται στο σπίτι της μέσα.
Χωρίς να περάσει ποτέ απ’ την πόρτα ή να ξεγλιστρήσει απ’ το
παράθυρο του μπαλ-κονιού της.
- Λουλούκα! Πού ’σαι;
Θα ψάχνει η μανούλα της την εγγονή της μαμάς της δικής της
φωνάζοντάς την αλλά θα της έχει κιόλας τσικλολακίσει για
διαστημότσαρκα κάνοντας γενέθλια σε μας του χρόνου. Άλλωστε η
Λουλούκα μπορεί να μην έχει απομακρυνθεί και πολύ. Ίσως να
βρίσκεται κάπου στο παρελθόν μα, σ’ εκείνο το χώρο όπου στο σήμερα
του έτους 4010 ήδη για ’κείνη σε μια στιγμή αργότερα θα ήτανε παλιά ή
θα είναι ακόμη για τον τρέχοντα χρόνο τούτης ακριβώς της εποχής όπου
και θα ήρθε για να δει πως είναι ο κόσμος, το πλέι ρουμ στο σπίτι της.
5
pdf by elifrac

Αυτό με τη σειρά του τώρα θα εξαρτάται από το αν τη σκαπουλάρησε
για το πιο μπροστινό από ’κείνο το δικό της μυστηριώδες μέλλον το
πολλά υποσχόμενο ή αν ξέφυγε για να ζήσει λιγάκι πριν από την εποχή
της γιαγιάς της. Ξεκινώντας απρόοπτα για το επίσης γεμάτο από χρυσές
ευκαιρίες παρελθόν.
Δηλαδή τώρα εδώ που τα λέμε να, η Λουλούκα πιθανότατα να μην την
κοπάνησε ποτέ από το σπίτι της. Ίσως απλώς να μη φαίνεται. Ο χώρος
βέβαια ο από ’κει απ’ όπου θα έκανε «παφ!» και θα χάθηκε που να
μοιάζει με τον από ’δω όπου είμαστε ακόμη κάτι ρέστοι με τις
χνουδόσκονες σκεπασμένοι αφού δεν κάνουμε τέτοια δυστυχώς ακόμη,
τρέχα γύρευε. Όχι πως γίνεται. Σχήμα λόγου εξακολουθεί και το «τρέχα
γύρευε» να είναι για εμάς. Όποιος μπορεί πάντως να μας πει και μας
πως θα γίνει. Να μάθουμε.
Οπότε μ’ άλλα λόγια προς το παρόν το σαλόνι του στο μέλλον πως θά
’χει καταντήσει, ο καθένας ας το φανταστεί όπως θέλει. Καθότι, όλες οι
εξηγήσεις για κάτι τέτοια μυστήρια έχουνε σκαλώσει στην άτιμη την
πιθανολογία. Πράγμα που σημαίνει ότι πλέον για να προχωρήσουμε από
’δω έστω και λίγο παρακάτω θα πρέπει πρώτα να πιθανολογήσουμε
αγρίως. Τι να κάνουμε. Φαίνεται απαραίτητο. Διότι πρόκειται και περί
μιας ακόμη περιπτώσεως που καλό θά ’ναι να τη λάβουμε υπόψη μαζί
με τις υπόλοιπες. Όσες αφορούνε δηλαδή στο «πού επιτέλους στους
ατμούς που άφησε πίσω της έχει πλέον πάει αφότου και χάθηκε τόσο
ξαφνικά μια νέα μόλις και μασούλησε μια φρουτότσικλα;».
Η πιθανότητα τώρα τούτη αφορά στις ακόλουθες τρελλές μαντεψιές.
Κατ’ αρχήν να πάει πιλάλα δοθείσης της ευκαιρίας όταν θά ’ναι αόρατη
και σε κανένα δυσπρόσιτο αλέως αστέρι ξεγυρισμένο για να δοκιμάσει
μπας και του αλλάξει τα φώτα. Όπου αστέρι λέγοντας, εννοούμε
κάποιον απ’ τους πολλούς διάσημους τους κατακοψοχολιασμένους απ’
τους ίδιους τους οπαδούς τους. Εννοούμε λοιπόν κάποιον ο οποίος ζει
με σωματοφυλακή της σωματοφυλακής για τους σωματοφύλακες των
σωματοφυλάκων που κάνουνε ευγενικά μεταβολή μαζεμένους όλους
τους παλαβωμένους θαυμαστές του και τους επιτρέπουνε να στέλνουνε
όλα τα χαιρετίσματα και τις εκδηλώσεις θαυμασμού μόνο γραπτώς και
6
pdf by elifrac

εντός φακέλου, απαγορεύοντας να ξεπερνάνε το πάχος μπόμπας. Όχι οι
οπαδοί. Να μην παρεξηγούμαστε. Τα χαιρετίσματα που κάθονται οι
οπαδοί και φτιάχνουνε σαν επιστολές πενηνταπεντασέλιδες
επιθυμώντας να τα λαμβάνει αδιαλείπτως το αστέρι τους το τυχερό από
δαύτους.
 Μόνο σε φάκελο το «μιλιόρι αουγκούρι» το έκαστο και αριβεντέρλα
σας…
Θα λέει ο υπεύθυνος του φαν κλαμπ για νά ’ναι πάντοτε όλοι μακριά και
αγαπημένοι. Διότι με την τσίκλα τουτη που θα κάνει τα πάντα εύκολα,
μια ολόιδιας περίπτωσης φαν θα μπορεί αόρατη να πηγαίνει και να του
τριβελίζει το λάιφ στάιλ του ήρωα και ινδάλματος που θα της έχει κάνει
την καρδιά της θράκας. Πολύ φυσικό τότε παίρνοντας αμπάριζα μια
οπαδός να μπαίνει ανενόχλητη για να κάνει ιδιαίτερο φροντιστήριο με
αυτοψία για την καθημερινότητά του. Μαθαίνοντας από πρώτο χέρι και
όλα τα γούστα του.
Σκεφθείτε κιόλας να μαζεύονται σε αόρατη κατάσταση στη διεύθυνση
κατοικίας ενός λίαν δημοφιλούς καλλιτέχνη όλες οι ανήσυχες για
εκείνον. Δηλαδή όλες ετούτες οι μπιρμπιλοσπινθηροβολομάτες να
τρικλοποδιάζονται μεταξύ τους ενώ θά ’ναι αόρατες. Μέσα στο σπίτι
του ήδη άνευ ειδοποίησης για να τον κατσιάσουνε προσπαθώντας να
τον μαγέψουνε δεόντως μπας και δέσει το γλυκό. Με επιτυχία πλάγια
όπως θα παίζουνε κρυφτό και «πούντοπούντο το δαχτυλίδι»
ταυτόχρονα. Μαζί μ’ όλα αυτά νά ’χουνε αρπαχτεί τραβολογώντας του
τη σαγιονάρα μέχρι να νικήσει εκείνη που θα ξεφύγει με τη σαγιονάρα
για ενθύμιο. Ώστε νά ’ναι σίγουρα η πρώτη και η καλύτερη πριν καν νά
’ρθει ο αστέρας να τη ζητήσει και επιπλέον αντί για παντόφλα φορετή, ο
κάθε ήρωας σαν ετούτονε – όχι ένα σκέτο όνειρο πλέον για κάθε
νεραϊδοτσαπερδόνα – από το νεραϊδομουτζομπούκωμα να τη λάβει
ξαφνικά τη σαγιονάρα αεριοθούμενη σε εγερτήριο συζυγικό μετά από
απάτη με τσικλοφουσκαλόμουτζες.
Άντε να τις μαζέψει μπόντιγκαρντ. Όπως το βλέπω, για τις ίδιες τσίκλες
θα τρέχει κάθε φρουρά σημαίνοντος προσώπου για να τσακώνει τις
7
pdf by elifrac

ξαμολυμένες τις θαυμάστριες εγκαίρως. Αν όχι παρά τρίχα! Άμα θα τό
’χουνε άχτι να την κόβουνε απ’ την κεφάλα του ινδάλματος στο τσακ οι
ξετρελλαμένες γι’ αυτόν άγνωστες. Οι μπόντιγκαρντς λαχανιασμένοι
απ’ το κυνηγητό. Όπως θα κυνηγιούνται όλοι αόρατοι. Δηλαδή όχι όλοι.
Φρουροί και θαυμάστριες μόνο. Αφού το αστέρι ο σελέμπριτι εκείνη
την ώρα θα σέρνει αγουροξυπνημένος τη σαγιονάρα του τη μία την
άκλεφτη με τό ’να του πόδι…
Εμ, πως. Όχι αλλιώτικα. Έτσι και χειρότερα με τις πιθανότητες.
Τουλάχιστον τη μία την εξωφρενική που κάνει «μπαμ!» μέσα από τις
πάμπολλες άλλες. Από την άλλη μεριά ωραία τ’ αστεία όμως οι απορίες
περί του «πού επιτέλους πήγε η Λουλού;» κάπως δε θα πρέπει να
δικαιολογούνται και επιστημονικώς; Επομένως αφού θα χάνεται έτσι
απότομα ε, δε μπορεί! Κάτι τρέχει παντού και πάντοτε με τους
μυστήριων διαστάσεων χώρους και χρόνους.
Έτσι μήπως να υπάρχει, αναρωτιόμαστε ακόμη, μαζί με τον δικό μας
κόσμο όσο και με καθενός άλλου πλάσματος, άλλος ένας ή
περισσότεροι κόσμοι αλλεπάλληλοι; Δηλαδή οικοδομημένοι στον ίδιο
χώρο όπου βρίσκεστε και ’σεις ή εγώ; Αόρατοι όμως, καθόσον μάλλον
θα υπάρχουνε σε άλλους απ’ τον δικό μας χρόνους; Κατ’ επέκταση όλοι
οι κόσμοι ετούτοι θα μπορεί ποιος ξέρει, να υπάρχουνε στο περιβάλλον
του καθενός. Παντού τριγύρω. Ακόμη και ως διακριτικοί μικρόκοσμοι.
Οι οποίοι αφήστε που θά ’ναι για χίλιους οκτακόσιους εβδομηνταπέντε
και πλέον λόγους αδύνατο να αποκαλυφθούνε μπροστά στους γυμνούς
σας οφθαλμούς. Θα μπορεί κάλ-λιστα να πρόκειται για τέτοιου είδους
μικρόκοσμους που είτε θα αντιλαμβάνονται το χρόνο στις αναλογίες
που
και ’σεις γνωρίζετε, είτε σε μια διαφορετική κλίμακα. Ας
πούμε νιώθοντας ως πολλαπλάσιας διάρκειας μια δική σας ημέρα. Ώστε
να θεωρείται από άλλους συνυπάρχοντες με τον δικό σας κόσμους
ακόμη και αντίστοιχη με ολόκληρο έτος ή και με ολόκληρο κύκλο ζωής.
Πάντοτε αναφερόμαστε σε ανθρώπινης αντιλήψεως ή ανώτερης ευφυίας
οντότητες ασχέτως αν το βιολογικό τους ρολόι μοιάζει με ’κείνο που
έχουνε οι φωτόσκωροι. Τα εφήμερα εκείνα έντομα που έλκονται από τη
λάμψη μιας κοινής λάμπας τις νύχτες και εκπνέουνε κάτω από αυτού
8
pdf by elifrac

του είδους, θέλουμε να πούμε, τον ήλιο. Επιπλέον φαντάζει εξίσου
πιθανό οι κόσμοι όλοι αυτοί να είναι παραλλαγές της δικής σας εποχής
όπου κατοικούνε όλες οι αρχαιότερες και όλες οι πιο μοντέρνες εκδοχές
των εαυτών σας μέσα στην ιστορία. Τόσο εκείνη που προηγήθηκε όσο
και εκείνη που θα υπάρξει. Πάντως περισσότερα κατά ’δω μη ρωτάτε.
Διότι, πόσο μεγάλη πιθανότητα ε, τώρα να βρούμε αν ισχύουνε κιόλας
κάτι τέτοια είναι λίγο δύσκολο. Βέβαια πολλοί προσπαθούνε και
μάλιστα στα σοβαρά.
Καθότι όμως πράγματι δεν έχει βρεθεί η άκρη ακόμη, φτάνει ως εδώ η
πιθανολογία με τα διάφορα υπερφυσικά. Από ’δω και πέρα αφού
φάνηκε ξεκάθαρα το πόσο μεγάλου διαμετρήματος βλήμα της κακιάς
ώρας είμαι σχετικά με τις θεωρίες που εξακολουθούνε να ψάχνουνε για
την απάντηση σε μυστήριες κινήσεις και μεταβολές το καλύτερο είναι
να παρατήσω σβέλτα τις σοβαρές απόπειρες να ξεκαθαρίσω το θέμα.
Αφ’ ενός διότι είμαι ικανός μόνο να έχω στα καλά καθούμενα καμιά
ψευδαίσθηση σαν αυτές που μού ’ρχονται για να φαντάζομαι κάτι
καταγέλαστα πράγματα απότομα για μελλοντικές προκοπές με τις
τσίκλες. Μα γίνονται για καλό άραγε ποτέ κάτι τέτοια πράγματα; Έλα
ντε! Οπότε…ας το δούμε ξανά με τα ρούχα της δουλειάς. Όλα στο
μυαλό δεν είναι; Αμέ. Μα, μη τυχόν και κάνετε πρόβες για να δείτε αν
παίρνετε χαμπάρι από περιπτώσεις αυθυποβολής με φόρεμα και τσίκλα!
Εννοώ πως είναι ώρα να ξαναθυμηθούμε το εύκαιρο το άλτερ έγκο της
υποθέσεως. Την εγγονή της προγιαγιάς του μέλλοντος. Α, μπράβο!
Η Λουλούκα λοιπόν που τυχαίνει να την ενδιαφέρει όλο το ζήτημα για
να μπορεί να φεύγει για εκδρομούλες γίνεται κάποτε, φτάνοντας του
χρόνου ας πούμε σε μας, μια νεράιδα μεταμορφωμένη. Με το που θα πει
ένα νούμερο σαν του έτους 2010 όπως θα τσικλομασουλήσει, μπορεί νά
’χει μάλιστα προφτάσει πριν σκάσει μύτη κατά ’δω να γίνει από ένα
συνηθισμένο κοριτσάκι άλλου είδους άνθρωπος σε ικανότητες και
δύναμη. Πόσο μάλλον σε διαστάσεις. Μέχρι και σαν όρθιο, σουραυλωτό
φιογκομπάλονο από πάνω μέχρι κάτω θα μπορεί να αλλάζει τη σιλουέτα
της για να καμουφλάρεται. Ανθρώπινο τέτοιο καλαμομπάλονο
εννοούμε. Διότι επιπλέον θα κατορθώνει να ρίχνει μπόι απότομα ως και
δυο μέτρα. Ε, για να μην τραβάει την προσοχή…
9
pdf by elifrac

Μόνο που απ’ τη ρημάδα την τσίκλα θα κολλάνε ίσως απ’ την
αναποδιά της στιγμής τα δάχτυλα μεταξύ τους. Έτσι, του μακρινού
εκείνου μέλλοντος η εγγονή των όσων προγιαγιάδων θά ’χουνε
προηγηθεί μέχρι το διάστημα εκείνο ας υποθέσουμε πως ακούει τον
εαυτό της να λέει:
- Α, μα τι στο…στην…κολλάω στα χέρια σαν νά ’πιασα κόλλα
«γιούπιστικ!».
Αφήστε δε που μόλις προφέρει τις λέξεις «γιούπιστικ!» δεν προφταίνει
να πει άλλα. Αφού όπως κολλάνε οι αντίχειρες με τα ρέστα δάχτυλα και
ξεκολλάνε με φόρα σε μούτζες αλλάζει ό,τι περιοδικό κρέμεται με
μανταλάκια στο περίπτερο μπροστά της. Αν δεν θέλει να
διαστημοσαλτάρει ως εμάς δηλαδή, ξεθυμαίνει με δυο λέξεις
σημαδεύοντας ίσα πάνω στα κρεμασμένα τεύχη που υπήρχανε μέχρι
λίγο πριν από τούτη την άτζαλη κίνηση γύρω απ’ την περιπτερότεντα
για λαθραναγνώστες. Αμέσως ό,τι κρεμότανε προηγουμένως χάρτινο
τώρα κρέμεται βατραχένιο. Γεμίζει το κορδόνι στην τέντα του
περιπτέρου από βατράχους απλωμένους για στέγνωμα. Οι οποίοι δε
σημαίνει, ξαναγίνονται εναλλάξ και εφημερίδες για δεκαεφτά φορές.
- Γιούπι Στικ!!
Ξαναλέει φυσικά τούτη η εγγονή που καλή μακάρι να είναι και νά ’ναι
και καλής γιαγιάς επίσης, αν έχει δηλαδή και γιαγιάδες ακόμη στο
μέλλον, ξαναλέει λοιπόν για να βεβαιωθεί για την οπτική αλλαγή που
προκύπτει
μπροστά
της.
Κατάφατσα
κοιτώντας
τις
εφημεριδοβατραχοκούνιες. Οι οποίες είναι κρεμασμένες με τα
μανταλάκια ακόμη. Οπότε αναβοσβήνει ό,τι εφημερίδα κρέμεται ξανά
σε βατραχάκια. Τα οποία αλλάζουνε γρήγορα όλα μαζί σε χαρτομάνι
τυπωμένο πάλι με γραμματάρες θεόρατες και με οκτάστηλα
στριμωγμένα στο εξώφυλλο. Ποιος ξέρει τι θα γράφουνε και αυτά
κάποτε όπως θα ρεμπελέψουμε οικουμενικώς. Δε βαριέσαι, λέει ο
άλλος. Πως δε βαριέσαι. Έχουμ’ αρχίσει από νωρίς.
- Γιούπι! Γιούχου!
10
pdf by elifrac

Λέει τώρα για να μη βαριέται η Λουλούκα όπως κάνει πρόβα ακριβείας
με μίαμία λέξη άλλη μια φορά. Όμως για φαντάσου! Τίποτε δε
συμβαίνει. Τζίφος!
-Στικ!!!
Αμολάει τη λέξη σκέτη σαν επιφώνημα ή μισό βρισίδι που ξέρει μόνο
εκείνη τι πάει να πει. Ενώ κοιτάει σαν μύωπας ντερέκι, ήδη ψιλόλιγνη
μέσα σε άλλα ρούχα, γιακαδουραστραγαλόπαλτη αμέσως μέχρι τ’
αφτιά. Μεταμορφωμένη και η ίδια όπως και οι εφημερίδες μπροστά της.
Πράγματι. Καθώς διαπιστώνει, τούτη η λέξη φαίνεται πως είναι τελικά ο
λόγος που γίνεται όλο το πανηγύρι με τους μετασχηματισμούς.
- Να γιατί καταντάει ο ημερήσιος Τύπος μπροστά στα μάτια μου
βατραχόχαρτα! Λες και είναι οι εφημερίδες ανατολίτικη χειροτεχνία που
διπλώνει βατραχάκι και ξεδιπλώνει ματζουράνα!
Βγάζει ένα συμπέρασμα η απόγονος ευτυχούς προπρογιαγιάς τινός.
Μιλάμε πάντοτε για ’κείνη την εγγονή στο μακρινό έτος 4010. Από
σημερινή ενδεχομένως προμητέρα, προγιαγιά εννοώντας που δεν είναι
και απίθανο να πρόκειται περί προσώπου που αποτελεί μέρος από τον
πληθυσμό του παρόντος κόσμου. Πάντως για καλό ή κακό δεν ξέρω μα,
τελικά απομένει εφημερίδες όλο το υλικό που κρέμεται έξω απ’ το
περίπτερο.
- Α, ώστε «στικ!» είναι το σύνθημα που αλλάζει τα χάλια στο
περιβάλλον! Για φαντάσου! Δε λέω, άσχημο δεν είναι καθόλου. Άσε
που μου θυμίζει διαφημιστικό σποτ στην τηλεόραση. Πολύ τις
γουστάρω κάτι τέτοιες διαφημισούλες. Όπου όλα αλλάζουνε σε
ονειρεμένα, εξωτικά τοπία. Άμα το αμολάς αυτό το «στικ!» απότομα
κιόλας και φωναχτά είναι σαν να βγάζεις το άχτι με μια κουβέντα.
Ρίχνοντας μαζεμένα σαρανταδυό κάρα βρισίδι. Λίγο είναι; Το τι χάλια
καταστάσεις μπορεί να ξαναδείς να σού ’ρχονται κατάμουτρα απ’ όλες
τις μπάντες δε λέγεται.
 Στικ…Σποτ!
11
pdf by elifrac

-Α-χα! Στικ Σποτ! Φοβερότερο διαφημιστικό μότο για ένα ξεκόλλημα
απ’ τα χάλια που σε δέρνουνε ε, δε θα μπορούσε να βρεθεί! Μόνο που
εφέ δεν είναι καθόλου. Το σοκ το παθαίνεις πατόκορφα! Πρώτο ρε!
Με κάτι τέτοιες σκέψεις μη έχοντας καμιά καλύτερη για να παιδεύω
ούτε και τη δική μου χοντροκεφάλα γλάρωνα ελαφρώς βαριεστημένα σε
κάποια στιγμή ρηλαξαρίσματος. Προαισθανόμενος την άνεση χρόνου
που θα μπορούσε να υπάρχει για τον καθένα από όσους θα διαιωνίζανε
το είδος σε ένα τόσο μακρινό μέλλον. Καταλήγοντας να φαντάζομαι
πως κάπως έτσι θά ’μενε για την όλη δύναμη που θα ’κονόμαγε
τσικλοφουσκαλομασώντας μια ξαφνική θολή φιγούρα αφήνοντάς με
μισοχαμογελαστό ενώ της χάριζα όνομα. Απομένοντας για κάμποσο να
αναρωτιέμαι αν θα υπάρχει ποτέ μία παρόμοιας περίπτωσης Λουλούκα
στο μακρινό έτος 4010. Ασχέτως αν θα προτιμούσε να παραμείνει
απλώς για λίγο κάπου εκεί στη δική της εποχή ή να πάρει αμπάριζα για
’δω παίζοντας πάντως τη νεράιδα.
Το γεγονός, εξακολούθησα συνεπαρμένος να σκέφτομαι είναι πως με
κάτι τέτοια πράγματα θα μπορούσε κάλλιστα μέχρι και να καβατζάρει
ύψος απότομα τούτη η εγγονή στο απίθανο μακρινό μέλλον.
Αψηφώντας τυχόν δισταγμούς για κάθε είδους ξαφνικά φαινόμενα όταν
θα γνώριζε πια πόσο εύκολα θα σπάει τη ρουτίνα της ανάπαυλας κανείς.
Για να ξεμουδιάσει με μια τσικλίτσα που θα προσφέρεται για πράγματα
απλά μεν για το μέλλον, θαυμαστά ακόμη όμως για το παρόν.
Σιγά το πράγμα δηλαδή με τα άλλα προϊόντα για παγερές ανάσες και
φαινυλκετονουρία από την παραπάνω κατανάλωση. Ενώ τώρα!
Μάλιστα! Όπως λοιπόν χαζολογούσα, φαντάστηκα τη μελλοντική
εκείνη Λουλού νά ’ναι και κατενθουσιασμένη νιώθοντας διπλά τυχερή
απ’ τη μια στιγμή στην άλλη καθώς θα της ερχότανε αμέσως εύκολα
εκείνη η υπόλοιπη έμπνευση η κατάλληλη. Οπότε ορίστε μετά τι μού
’ρθε και ’μένα να σκεφτώ ότι θα συμβαίνει χάρη σε μια τεχνολογία που
θά ’ναι ακριβώς ό,τι και τούτες εδώ οι σκέψεις. Δηλαδή τόσο
εξωπραγματική για το παρόν που και η πλέον σουρεαλιστική εικόνα από
αταίριαστες επιθυμίες να γίνεται επιτόπου μια ευχή που θα
πραγματοποιείται για πλάκα. Ωστόσο επιμένω να σκέφτομαι πως
12
pdf by elifrac

κάποτε στ’ αλήθεια μια Λουλούκα που θα βρίσκει τέτοιας δυνατότητας
τεχνολογία σε μορφή μασώμενη, μόλις θα τσικλομασουλήσει θα ενώνει
μια σαχλαμάρα λεκτική με μια ακόμη. Φωνάζοντάς τις από περιέργεια
και λαχτάρα για τ’ αποτελέσματα, κατευθείαν.
 Στικ Σποτ!
Θα λέει ξαφνικά. Για να σκορπίσουνε στον αέρα τα ίχνη της φωνής
τούτης της σχεδόν έτοιμης στην υπνηλία μου εκδοχής μιας πολύ
γνωστής, παλιάς νεράιδας των παραμυθιών. Σε μια στιγμή τεμπέλικης
προσπάθειας να λύσω χωρίς πολλάπολλά μια ξεχασμένη από πολύ
καιρό απορία για το κόλπο που θα κρύβεται πίσω από την πολυθρύλητη
νεραϊδοδύναμη, τέτοια ήρθανε να γεμίσουνε για τα καλά τη
μουργελοκεφάλα μου. Ενώ ακόμη χουζουρεύοντας καθόμουνα να
ονειροταξιδεύω με τα ανύπαρκτα κατά τα άλλα ετούτα τα δυο λεκτικά
φρούτα όπως θα προκύπτανε από το στόμα της Λουλούς.
Δυο ακαταλαβίστικες λεκτικές επινοήσεις της στιγ-μής, βγήκε ως
συμπέρασμα τούτων των σκέψεων σε ώρα απραξίας απ’ το εύθυμο το
σαχλοκουδουνοκέφαλό μου, ότι θά ’ναι εκείνες που θα σκορπίζουνε
κάποτε στον αέρα καθώς θά ’χει βρει την επιθυμητή έμπνευση μια
μελλοντική νεραϊδούλα. Ως ίχνη από τους ήχους της φωνής της. Κάτι
που θά ’ναι απλώς ένα δείγμα από μια τεχνική για να απελευθερώνεις
τόση παραπανήσια ζωτική ενέργεια που δε μ’ άφηνε η πρεμούρα ήσυχο
και όλο έψαχνα να βρω πως άραγε μπορούσε να πει κανείς πως
περιγράφεται. Καθότι ακόμη το βρίσκω κάπως δύσκολο, αν επιμένετε
να μάθετε ντεκαικαλά για πόση την έκοβα μεσ’ την κεφάλα μου
ετούτη την ενέργεια ε, άμα σας πω ότι με το μάτι πάνωκάτω τη
σουμάριζα ας πούμε ίσαμε δέκα καρότσες καρπούζια σε μορφή
απροειδοποίητης καταιγίδας, ίσως να σας φανεί αρκετούτσικη.
Το θέμα πάντως είναι ότι όπως το φαντάστηκα τελείως τεμπέλικα μεν,
πρακτικά όσο γινότανε πάνω σε ψευτόυπνο για να φύγουνε τα
χασμουρητά δε, ότι η ζωτική ετούτη ενέργεια ίσως να προέρχεται από
μια πολύ γευστική φρουτότσικλα. Τόσο όμως εξελιγμένη που αφού
μασουληθεί για μια στιγμή αντί να γίνεται κανείς τραγί χάρη στα
13
pdf by elifrac

επιστημονικά τα αστροεργαστήρια θα γίνεται νεραϊ-δονονά ή
νεραϊδονονός για όσο θα του κάνει κέφι. Φωνάζοντας την πρώτη
αρλούμπα που θα τού ’ρθει μόλις θα πρωτομασουλήσει την τσίκλα
τούτη την παιχνιδοδιαστημικότατη. Αν και κανείς δε μας λέει εάν θα
νιώθει, όποιος τολμήσει να δοκιμάσει, να του αλλάζει μια τέτοια
φρουτότσικλα τη μόστρα κάνοντάς τον άνωκάτω.
Όσο για τη Λουλούκα προτίμησα να υποθέσω ότι θα
τό ’βρισκε το
κόλπο εύκολα πλέον μετά από αυτή τη μικρή λεκτική πατέντα.
Λέγοντάς τη σβέλτα ίσως. Σαν κάτι που επιπλέον θα μπορούσε να είναι
ο απολύτως δικός της μα ούτως ή άλλως ειδικός φωνητικός
συνδυασμός. Αν και με ένα ακόμη ενδεχόμενο. Να κάνει λέγοντας
«Στικ Σποτ!» και καμιά χειρονομία. Απρόσεκτη τελείως. Οπότε, είπα
καθώς τα ψιλομαστόρευα, το πράγμα που θα φύγει χωρίς
συγκεκριμμένη σκέψη προτού γίνει ευχή ή κατάρα μπορεί και νά ’ναι
κάποτε από τ’ άγραφα. Κάτι που σημαίνει, προχώρησα αφήνοντας τη
φαντασία μου ελεύθερη να καλπάσει, ότι με το που θα κάνει η
Λουλούκα ένα απότομο νεύμα ίσως να ξεφυτρώσει απ’ το πουθενά ένας
λόφος με φο μπιζού. Τα οποία ξαφνικά να τα καπελωθεί αμέσως μια
περαστική κυρία μαζεμένα. Η Λουλούκα κατά λάθος εξακολουθώντας
να μην προσέχει τι γίνεται τριγύρω μπορεί να ξαναπεί μισή ντουζίνα
από «στικ σποτ!» ακόμη.
Μουτζώνοντας αφηρημένα από τη γεμάτη ενθουσιασμό διάθεση, ουκ
ολίγα αν βρίσκεσαι σε στιγμή δημιουργικής φαντασίας. Κάτσε να δεις,
είπα βάζοντας τον εαυτό μου στη θέση μιας τέτοιας ανακατωσούρας.
Ορίστε, πες ότι αν θα επέστρεφα στον κόσμο έχοντας βρεθεί να ζω σε
μια – ποιος ξέρει ποια – άλλη εποχή να συνέβαινε εκείνη τη στιγμή
όπως θα ήμουνα μάλιστα ένας γεροντάκος να πέσει πάνω μου μια τέτοια
Λουλούκα. Κουνώντας μάλιστα και το χέρι της ζωηρά όπως θα έκανε με
το δείκτη της και δυοτρεις σβέλτες περιστροφές.
Έτσι σαν παππουδικάκι ανυποψίαστο θα λουζόμουνα το «στικ σποτ!»
και το μόνο που δε θα έκανα θα ήτανε τριπλή τούμπα στον αέρα για να
κρεμαστώ απ’ το κλαδί κανενός δέντρου στο απέναντι πεζοδρόμιο.
Μπορεί ν’ άρχιζα όμως να χορεύω κλακέτες κουνώντας μέχρι και
14
pdf by elifrac

μπαστούνι, ανεμίζοντας μαζί και ένα ψάθινο καπέλο. Όλα φρέσκα. Όταν
χορεύοντας ακόμη θα ξαναφόραγα το καπέλο εκείνο το απότομα
ολοκαίνουργιο μπορεί να έπιανα την επίσης ξεφυτρωμένη μαγκούρα
οριζοντίως απ’ τις άκρες με τα δυο χέρια και να έκανα δέκα επιτόπια
άλματα περνώντας τα πόδια από πάνω.
Για φινάλε ίσως νά ’κανα ένα κόλπο ισορροπίας περνώντας το δρόμο με
τη μαγκούρα στη μύτη μου όρθια. Να τίναζα κοφτά προς τα πάνω τη
φάτσα μου, το μπαστούνι νά ’φευγε προς τα σύννεφα, οπότε και ’γω ως
παππουδικάκι τέτοιο να περίμενα και να το ξαναγράπωνα. Ταυτόχρονα
μπορεί να σαλτάριζα μέχρι και σε ένα μέτρο και εξηνταπέντε πόντους
ύψος χτυπώντας τρεις φορές τις φτέρνες στον αέρα. Μετά ίσως να
κρεμιόμουνα από ένα στύλο φωτισμού του πεζοδρομίου με την αγκύλη
του μπαστουνιού, τεντώνοντάς το κατά μπρος και κάνοντας ένα
ευκίνητο σάλτο για να φύγω με φόρα πιο πέρα.
Έπειτα κρατώντας το μπαστούνι στο χέρι απ’ το κέντρο ίσως τύχαινε να
βρεθούνε στο δρόμο μου και δυο γιαγιάδες για να τους σφυρίξω
θαυμαστικά έχοντας κέφια, κάνοντάς τις να τα χάσουνε ελαφρώς.
Καθώς θα προχωράγανε αγκαζέ, ακόμη και για ένα παππούκα όπως
εκείνος που θα ήμουνα τότε, οι κυρίες θα φαίνονταν ξανά στα μάτια μου
δυο μις των καλλιστείων. Τούτες οι συμπαθέστατες κυρίες ίσως μάλιστα
κρατάγανε από ένα μαλλιαρό καστανόξανθο σκυλάκι απ’ το λουρί.
Ακριβώς σε μια τέτοια περίπτωση έκανα και ’γω σε ώρα σιέστας την
απόπειρα να φανταστώ πως η Λουλούκα ενώ θα βρισκότανε λίγο πιο
’κει και θά ’τανε ξεμυαλισμένη απ’ το εύρημά της το φωνητικό μπορεί
να ξανάλεγε εκείνες πάλι τις λέξεις,
 Στικ Σποτ!! Φοβερό!!
Χωρίς ποτέ να δει ότι ο από δίπλα της διερχόμενος παπουλίνος που θα
τύχαινε νά ’μαι εγώ, θα απομακρύνεται αναζωογονημένος προς την
αντίθετη κατεύθυνση. Παρ’ όλα αυτά το χέρι της ίσως πάλι ακριβώς
τότε να το πηγαινόφερνε δεξιά και αριστερά μισοτεντωμένο με τον
δείκτη σαν να διηύθυνε μια ανύπαρκτη ορχήστρα.
15
pdf by elifrac

Όπως λοιπόν θα προσπέρναγα σαν παππουδίνι ζωηρό τις κυριούλες με
τα δυο σκυλάκια τα μαλλινοφουντωτά το ένα τουλάχιστον από δαύτα θα
πάθαινε χωρίς να τη γλιτώσει καμιά «στικσποτίαση» ξαφνική. Ενώ θά
’φευγε επίτηδες απ’ το χέρι μου, σαν παππουδίνος φρέσκος που θά ’χα
γίνει, το άχρηστο πια μπαστούνι καθώς θα το ξεφορτωνόμουνα, την ίδια
στιγμή το ένα απ’ τα δυο σκυλάκια δαύτα, το νεραϊδοκατραπακιασμένο,
να το δάγκωνε λίαν βραχυκυκλωμένο. Τσακίζοντας το μπαστούνι τούτο
σαν να καθότανε τερματοφύλακας. Πάντως προτιμώ σ’ ένα στιγμιότυπο
σαν αυτό να με φαντάζομαι κάθε φορά που το ξαναθυμάμαι σαν ένα
παππουλινούλη φουλ από τύχη που αν και αμέριμνος απομακρύνεται
από εκεί ολόκληρος και πάει στο καλό και χάνεται σώος στον ορίζοντα
ή σε καμιά κοντινή στροφή του δρόμου.
Μια όμως και βρήκα νόστιμη την ιδέα είπα να μην αφήσω από τη
φαντασία μου μια συνέχεια να πάει χαμένη, φέρνοντας στη σκέψη μου
το σκυλάκι εκείνο και πάλι. Υ-ποθέτοντας όπως και πριν πως θά ’τανε
σε μέγεθος λίγο πιο μεγάλο από πορτοφόλι. Με λουρί. Όχι για τον ώμο.
Για να σε φέρνει βόλτα αν είσαι γιαγιάκα. Σκέψου, είπα στον εαυτό μου
όπως απολάμβανα τη σιέστα μου αραγμένος, τι άλλο θα γινότανε αφού
το σκυλάκι θά ’χε γραπώσει τη μαγκουράκλα εκείνη μ’ ένα «σκλαπ!»
όπως θα πλατάγιζε μέσα στα σαγονάκια του. Έτσι δηλαδή όπως θα
φαινότανε πως είναι ένα μπαστούνι περιπάτου σ’ ένα τόσο δα στόμα. Το
οποίο θα την τσάκιζε μάλιστα τη βακτηρία μου την καλή σαν ξυλαράκι
και θα την καταβρόχθιζε μονοκόμματη. Με τα δυο κομμάτια του μέχρι
πριν λίγο μπαστουνιού ενωμένα κατά μπρος στην άκρη του μικρού
ετούτου στόματος. Σαν σπαγγέτι θα τά ’τρωγε το τοσοδούτσικο το
μαλλιαρό ον ετούτο.
Άσε, είπα καθώς με παρέσυρε η μια γαργαλιστική σκέψη μετά την άλλη,
που αμέσως η μια γιαγιά θά ’κανε σκι στο πεζοδρόμιο για να πάει σπίτι
με το σκύλο σε άψογη φόρμα σε μισό λεπτό. Κάπου πέντε οικοδομικά
τετράγωνα πιο κάτω για να μη γινόμαστε και υπερβολικοί, ξαναείπα
μέσα μου ενώ είχα ένα μισό χαμόγελο στο πρόσωπο, μπορεί νά ’φερνε ο
Φλουπ τη γιαγιά. Ώσπου να μυρίσει την εξώπορτα της γιαγιουλίνας σαν
να μην έτρεξε τίποτα. Κουνώντας ξεκούραστος ο Φλουπ και την ουρά
στην αφεντικίνα του που θα την πέταγε ως το σπίτι κανονικά.
16
pdf by elifrac

Αν θά ’τανε κατά ’κει η Λουλούκα και ξαναμαναφασκελωνότανε όλο
τούτο το μαλλιά και πατούσες θαύμα άλλο ένα της «στικ σποτ!»
σίγουρα θα ξεκλείδωνε από μόνο του για να σερβιριστεί. Ανοίγοντας το
ψυγείο και στρώνοντας τραπέζι για να φάει. Ξετρυπώνοντας από την
τσάντα της γιαγιουλίνας το κλειδί σε μισό λεπτό. «Όμως είπαμε!»,
θύμησα στον εαυτό μου εύθυμα, φρενάροντας τη σκέψη μου και
κρίνοντας επιεικώς πως «εκεί θά ’θελε νέο ξόρκι».
Προχωρώντας ωστόσο για να διασκεδάσω με τις πιθανότητες από
μερικές παραπανήσιες αναποδιές, μου χάρισε ένα ακόμη πιο έντονο
χαμόγελο η παρακάτω εξωφρενική μα τραγικά κωμική σκέψη. «Η
γιαγιουλίνα του Φλουπ…» , είπα μέσα μου τώρα, προφασιζόμενος και
για τις πιο εξωφρενικές καταστάσεις την υπαγωγή τους σε νόμους
ανεξακρίβωτους ακόμη που θα τις καθιστούνε όμως απολύτως πιθανές
να συμβούνε. Περίμενα λίγο για να λειτουργήσει ξανά η φαντασία μου
και αφού μου ξέφυγε ένα σύντομο γέλιο, καθώς συναρμολογούσα
διάφορα στην αδιόρθωτα ελαφρόμυαλη κεφάλα μου, συνέχισα κάνοντας
επιπλέον ανατριχιαστικές αν συμβαίνανε ποτέ, υποθέσεις. Οι οποίες, ως
απολύτως απίθανες στην πραγματικότητα όταν βασιλεύει η λογική, μου
χαρίσανε την ευχαρίστηση κάνοντάς με να ξεκαρδιστώ κάμποσο. Να τι
επιπόλαια πράγματα τόλμησα δηλαδή να φανταστώ.
Μια περίπτωση γιαγιουλίνας σαν και ’κείνη που θά ’χε για συντροφιά
της τον Φλουπ, το σκυλάκι δηλαδή που ήδη είχα προλάβει να το ρίξω
στο δρόμο της Λουλούκας όπως το φαντάστηκα αναπάντεχα
νεραϊδοκαρπαζωμένο, χωρίς την επίσης αναπόσπαστη παρουσία της
άλλης καλής συνομήλικης φίλης της που θά ’χε για αντίστοιχο δικό της
ίδιο με τον Φλουπ ένα σκύλο που θά ’κουγε στο όνομα Χλουπ δε θά
’κανε ποτέ ούτε ρούπι για να μπει στο σπίτι. Στο μυαλό μου τριγυρίζανε
σαν νά ’τανε σετ. Γι’ αυτό λοιπόν ένας νεραϊδοενισχυμένος Φλουπ απ’
το «στικ σποτ!» μιας πιθανής Λουλούκας ταίριαξε στη σκέψη μου ως
ένας όμοιος σε αλτρουισμό συνοδός. Κάνοντας το παν για να βρούνε
μια ανάλογη ενεργητικότητα και οι υπόλοιποι της αγέλης στην οποία ως
σκύλος θά ’νιωθε από ένστικτο ότι όφειλε να εξακολουθεί να ανήκει.

17
pdf by elifrac

Έτσι, νεραϊδοκαρδαμωμένος ο Φλουπ που θα θυμήθηκε τον Χλουπ, μου
φάνηκε αυτονόητη όσο απίθανη και αν ήτανε ποτέ μια τέτοια
περίσταση, ότι θα την έπαιρνε την κυρία του και θα την σήκωνε σαν
πετρούλα σε σφεντόνα μέσα σε πέντε δευτερόλεπτα. Για να βρούνε
ξανά μαζί το φίλο του με τη γιαγιά κυρά του. «Ε, θά ’χανε μείνει όσο να
πεις αρκετά πιο πίσω…», σχολίασα μέσα μου τη λεπτομέρεια ενώ
χαμογελούσα ακόμη με τούτες τις εξωφρενικές σκέψεις.
Ο Φλουπ, πήρα τη φόρα που επέτρεπε η γεμάτη από εναλλακτικές
περιπτώσεις συνέχεια για να το διασκεδάσω όσο γινότανε ξαπλωτός
γεμίζοντας την αδράνεια της ώρας μου, ο Φλουπ, ε! Θά ’σερνε αμέσως
τη γιαγιά τη δική του σαν ρουκέτα με κονσερβοκούτι δεμένο στην πίσω
άκρη αλλά σε μέγεθος περίπου ίδιο με βαρελιού πετρελαίου, φτάνοντας
έτσι το σκυλάκι ετούτο στους φίλους του πανεύκολα. Όσο για τη γιαγιά,
φαντάστηκα, θα σταμάταγε παντού ζυγισμένη στο φρενάρισμα χάρη
στην κατασκευή της. Όρθια πάντα όπου την άφηνε ο Φλουπ χωρίς να
ενοχλείται για τίποτα, λόγω ατονίας των αισθήσεων, που θα
αποδεικνυότανε η πλέον σωτήρια για τη διάθεση μιας ηλικιωμένης σε
τέτοιο βαθμό και συμπαθεστάτης κατά τα άλλα κυρίας. Όσο για τα
υπόλοιπα, τα είδα κάπως έτσι:
Τελικά ο Φλουπ θα μυρίστηκε λίγα μονάχα δευτερόλεπτα αργότερα με
τον Χλουπ, θα του κούνησε την ουρά ζωηρά, θα κλαψούρησε και θα
ξανάδωσε μια με φόρα κατά το σπίτι. Πηγαίνοντας άλλη μια φορά ως
εκεί και τη γιαγιαδίτσα του οριζοντίως στον αέρα. Οπότε μόλις θα
φρενάρησε το σκυλάκι η κυριούλα του θα ξαναστάθηκε με ταλαντεύσεις
στο κατώφλι του σπιτιού της. Τότε θα ξανακούνησε για άλλη μια φορά
την ουρά του καταγουρλωμένος ο Φλουπ. Με μια γλώσσα καλή ώρα
να, σαν τσίκλα νεράιδας. Τραβηγμένη όλη έξω όπως θα σαλιάριζε
πεινασμένος.
Έμενε στο νου μου σαν νά ’τανε πλέον ένας μικροσκοπικός σούπερ
σκύλος γεμάτος με όρεξη για να φάει όμως ίσαμε τρία σαφάρι κρέας.
Ένα τόσο δα τέτοιο πλασματάκι που θά ’τανε και νευρικό τελείως από
ανησυχία, κάνοντας έτσι ξαφνικά και ξαναφεύγοντας σαν βολίδα. Με τη
γιαγιουλίνα χαρταετό. Υποθέτοντας με έμπνευση ότι θά ’κανε
18
pdf by elifrac

τριανταεφτά πηγαινέλα πάνωκάτω στον αριθμό. Μου φτάνανε τόσα.
Μέχρι, συνέχισα να χαμογελάω με τη σκέψη, να φτάσουνε κάποτε όλοι
επιτέλους έξω απ’ το σπίτι. Ο Χλουπ με τη γιαγιά τη δική του την
αντοπάριστη αθλητικώς, ο Φλουπ και η γιαγιάλάστιχο η δική του. Για
να οδηγηθώ μ’ όλα τούτα να σκεφτώ πως μόνο όταν θα έκανε ένα
«γαβ!» χαρωπό και ηλίθιο εκφραστικώς λόγω πείνας ασυγκράτητης ο
Φλουπ θά ’φαγε μια τσαντιά απ’ τη γιαγιά του Χλουπ. Η οποία εντελώς
ανέκφραστη, ένιωθα πως ταίριαζε να συμπληρώσω, θα το κατραπάκιασε
το σκυλάκι περνώντας το για ληστή.
Όπως φανταζόμουνα κιόλας με λεπτομέρεια που ήτανε ό,τι χρειαζότανε
για να γίνω ακόμη πιο εύθυμος μ’ αυτές τις υποθετικές απίθανες
καταστάσεις από ’να νεραϊδοξόρκι, αν θα μπορούσε κάποιος να κάνει τη
γιαγιά του Χλουπ να αποχωριστεί την τσάντα της για να ερευνήσει το
περιεχόμενο, θά ’χε σίγουρα μέσα ή κάτι ανάλογο με βαράκια
γυμναστικής ή κονσέρβες για σκύλους. Πάντως, άρχισα να βγάζω
σιγάσιγά και από ’να καινούργιο λογικό συμπέρασμα, ο Φλουπ θα την
έτρωγε την τσάντα τούτη της γιαγιάς του άλλου σκύλου, του Χλουπ,
χωρίς να σκύψει τρομαγμένος. Όχι κατακέφαλα. Κανονικά
καταβροχθίζοντάς τη. Αμάσητη. Μετά αναπηδώντας και κουνώντας την
ουρά θα κουδούναγε ολόκληρος σαν τσέπη με κλειδιά.
Στο μεταξύ ύστερα από μια μικρή αναμονή, μόλις θα έπαιρνε σειρά η
δική του η κυριούλα όπως θά ’τανε απρόσεχτα στραμμένο προς την
αντίθετη από την αφεντικίνα του πλευρά για να μεζεδιάσει την τσάντα
της φίλης της, θα κατόρθωνε να προλάβει για να το
τσαντοκατακεφαλιάσει η κυρά του προσωπικώς το σκυλάκι το
νεραϊδοφασκελωμένο τούτο. Μάλιστα αφού έγινε η αρχή, διαρκώς μέσα
από την καζανόγκλαβά μου καταφέρνανε να βγούνε και τα υπόλοιπα
απίθανα από μια υποτιθέμενη ξαφνική νεραϊδοσύγκρουση.
Αμέσως δηλαδή μετά το παραπάνω στιγμιότυπο, φανταζόμουνα κιόλας
ως το πιο εξωφρενικά ανεπιθύμητο συμβάν νά ’βγαινε απ’ το μουσούδι
του τσαντοσβαρνισμένου απ’ την κάτοχό του, Φλουπ, αυτομάτως το
κλειδί για την είσοδο της κατοικίας τους. Το οποίο κλειδί θα
προερχότανε απ’ την τσάντα της άλλης γιαγιάς. Διότι αν ήθελε κάποιος
19
pdf by elifrac

να φανταστεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο ως το άκρον άωτον των αδυνάτων
δυνάμενο να συμβεί σε κάθε περίπτωση ε, δε μπορεί! Από τις ίδιες
σκέψεις θα περνούσε ξανά και ας μην τό ’χε από πριν μελετημένο το
σκηνικό.
Έτσι αναλογιζόμενος ετούτες τις στιγμές που ταιριάζανε για συνέχεια να
τι άλλο υπέθεσα χαμογελώντας. Ότι τελικά η γιαγιά του Φλουπ όσο και
νά ’ψαχνε τσέπες και τσάντα, από κάποια επιπλέον κακή σύμπτωση,
κλειδιά δε θά ’βρισκε με τίποτα. Οπότε καθώς πρόλαβα να φανταστώ
ήδη πιο πριν, εάν θα της έφευγε η τσάντα η δική της απ’ τα χέρια όπως
θα τη σβούριζε στου Φλουπ τη σκυλόκουτρα τη μαλλιαρή θα έσκαγε
όλη πάνω του. Ε, να μην υποθέσουμε ότι θά ’χε και τα ίδια
κονσερβοκούτια με την άλλη μέσα; Αναρωτήθηκα. Δε θά ’χε;
Εδώ μια εξέλιξη μαζί με το κλειδί που θά ’βγαζε απ’ το στόμα του ο
Φλουπ θά ’τανε να βγούνε και μισή ντουζίνα σγρομπαλάκια στο κεφάλι
του όπως θα γλίστραγε απότομα πάνω εκεί η τσάντα της κυρίας του.
Ακόμη και έτσι πάλι καλά, συμπέρανα μ’ όλα τούτα τα φανταστικά που
ξεπηδούσανε απ’ την κεφάλα μου μέσα. Πάλι καλά μια που θά ’σκυβε η
γιαγιά εκείνη, η αφεντικίνα του έπειτα για να μαζέψει τούτη την τσάντα
της. Αμέσως, όπως θα νόμιζε πως έπεσε απ’ τη δική της το κλειδί θα τό
’βγαζε απ’ του ζαβλακωμένου Φλουπ το στόμα.
Κάτι που θα συνέβαινε εγκαίρως μεν όμως κατά τύχη. Πριν το σκυλάκι
να το ξανακαταπιεί. Λίγο να καθυστερούσανε, έσπευσα να σκεφτώ, να
μπούνε όλοι στο σπίτι τους ο Φλουπ να δεις που θά ’χε προλάβει να
φάει για μεσημέρι δυο γιαγιάδες φιλέτο με συμπλήρωμα σκυλοτροφές
κονσερβαρισμένες αμάσητες και γεμιστές μέσα σε γιαγιαδότσαντες.
Όλα με δυο μπουκιές ριγμένα μέσα στο δικό του στομάχι. Θά ’τανε ό,τι
πρέπει για τον κτηνίατρο της περιοχής. Να του πει αφού θά ’χε πάρει
μεζέ και τον μπόγια ο Φλουπ ότι έχει εχινόκοκκο. Δηλαδή
σκουληκοταινία στ’ άντερα και γι’ αυτό πεινούσε ακατάσχετα.
«Για κοίτα!», είπα μέσα μου ενώ βρισκόμουνα σε μια ευδαιμονία. Από
’κείνες που προκαλούνε μια ονειροπόληση σε μορφή ξαφνικής
αγρυπνίας. Όταν κάτι τέτοια βροντάνε τις αμπαρωμένες πόρτες κάθε
20
pdf by elifrac

χοντροκεφάλας που αφήνει να υπάρχουνε τέτοιες σκέψεις μέσα της για
να ξαμολυθούνε κατά πως γίνεται. Απομένοντας έτσι να κάνεις κέφι τις
πρώτες τέτοιες εικόνες, το μυαλό σου γρήγορα αρχίζει και σε τσιγκλάει.
Για να νοστιμήσει την ησυχία σου σκαρώνοντας για το χαμόγελό σου
όσα δε θα περίμενες. Μέσα σε έξαψη που έρχεται να σε βρει στα καλά
του καθουμένου για να σου δώσει αφορμή να φανταστείς
ακοντρολάριστα τελείως ό,τι πιο παλαβό.
Να δεις που έτσι θα γινότανε με τον Φλουπ, κατέληξα λοιπόν και
πρόσθεσα χωρίς να το ελέγχω απ’ την τρομερή μου ευθυμία, ότι ο
γιατρός θα απουσίαζε ύποπτα από το ιατρείο μικρών ζώων. Με την
πόρτα ορθάνοιχτη σαν τέντα και χωρίς σημείωμα. Σαπούνι, συμπέρανα,
θά ’θελε να φάει μετά ο Φλουπ μπας και ξαναβγούνε όλοι με πλύση
στομάχου. Ξεμπουκάροντας κλεισμένοι μέσα σε σαπουνόφουσκες από
το στοματάκι του το λιχούδικο. Το άκακο εντελώς…
Όσο για τη Λουλού θυμήθηκα πως ε, δε θά ’τανε και πολύ μακριά απ’
όλα αυτά τα απρόοπτα. Μέσα σε μια τέτοια αναμπουμπούλα θα
κυκλοφορούσε ακόμη. Όπως θα γινότανε η γειτονιά για πρώτη γεύση
απ’ το περίπτερο και μετά. Αφού θα πρωτομασούλαγε εκείνο τον μπελά
του τσικλοφουσκομέλλοντος. Καθόσο όλο τεχνολογία μπορεί νά ’ναι
κάποτε και οι φρουτότσικλες αλλά δε θα θέλει και πολύ για να γίνει
τσικλοφουσκαλοκάζανο σκέτο το περιβάλλον από τους καταναλωτές
τους υπερενισχυμένους τούτου του προϊόντος. Επέστρεψα δηλαδή στην
φαντασιοπληξία που γέμισε την κεφάλα μου πρώτηπρώτη ήδη απ’ την
αρχή της ξάπλας μου. Καρυκεύοντάς τη δεόντως. Σκεφτόμενος πως ένα
τέτοιο πράγμα θέλει και μια ονομασία. Μάρκας ίσως «Ζαμάν Φου!» που
σημαίνει «δε με νοιάζει!».
Αμ, τι! Μάλιστα. Μάρκας «Ζαμάν Φου!». Ε…και πάνω τούρλα. Μού
’ρθε η όρεξη να ξεφουρνίσω με τούτα τα λίαν υποθετικά γεγονότα.
Παρατηρώντας δήθεν μέσα στην υπνοζαλάδα μου τη λαγοκοιμήσικη
πως θά ’ναι ό,τι πρέπει για ένα τέτοιο προϊόν τούτο το χαρακτηριστικό
αναγνώρισης. Αφού δε θα νοιάζει κανένα πια το παραμικρό περίεργο
φαινόμενο στο μέλλον. Καθώς τέτοιο πράγμα, σκέφτηκα αμέσως, δε θα
υπάρχει. Περίεργο φαινόμενο εννοώντας. Μέλλον ελπίζω να μείνει λίγο
21
pdf by elifrac

περίσσευμα, ευχήθηκα. Αμέσως προσθέτοντας πως σε τέτοιου είδους
ιδέες ως λεπτομέρεια ουσιώδης για την αμέσως προηγούμενη
προσδοκία μου για το μέλλον το θέμα είναι ότι το άτιμο ετούτο το
μαστιχοκουλουβάχατο μπορεί να βρίσκεται κάποτε στα περίπτερα. Ίσως
στη διάθεση όποιου θα τό ’χει άχτι να κάνει τσικλόφουσκες και
ταχυδακτυλουργικά ή βόλτες στο παρελθόν αλλά και στο μέλλον. Χωρίς
σύνεργα για τρικ. Εκτός αν είναι του γούστου του. Πάντως μια
απασχόληση για να περνάει κάπως η ώρα θα τό ’χει όλο το κόλπο. Για
βαβούρα.
Μήπως οι τσικλόφουσκες γιατί υπήρχανε πάντα; Βρήκα την ευκαιρία να
σχολιάσω καθώς φαντάστηκα ένα αγελαδινά ήρεμο μέλλον ως
παραμορφωτική αντανάκλαση ενός επίσης νωθρότατα γαλήνιου και
ειρηνικού παρόντος. Μα, παρόντος απελπιστικά μονότονου και
ελλειπούς ακόμη σε ό,τι αφορά στον ρυθμό αφομοίωσης κάθε
επιπρόσθετης τεχνολογίας που προκύπτει στη θέση μιας άλλης. Κάτι για
το οποίο θέλησα να ελπίζω ότι θα αλλάξει κάποτε και οι ανθρώπινες
επινοήσεις για αυτοματισμούς θα είναι απολύτως φιλικές. Δηλαδή
εύχρηστες για τον καθένα. Στο έπακρο μάλιστα. Εκεί όπου όλοι θα
χειρίζονται τα όποια τεχνητά βοηθήματα το ίδιο εύκολα και δεν θα
επιδέχεται περαιτέρω απλοποιήσεις ο κόσμος των αυτοματισμών.
Η ουσία να ποια είναι, είπα μέσα μου όταν επανήλθα στον ουτοπικά
φανταστικό κόσμο που ξαφνικά άρχισα να έχω ως ονειροφαντασία σε
στιγμή ηρεμίας. Για να μην παιδευόμαστε, ειρωνεύτικα τον εαυτό μου,
ε! Η ουσία είναι πως ό,τι θα σε κάνει να φαίνεσαι νεράιδα ή ξωτικό
κάποτε θα προέρχεται από κάτι που αν δε μοιάζει με αυτοκόλλητα
τσιρότα για να φεύγουνε τα κουνουποκαρούμπαλα καθόλου απίθανο δε
θα είναι να μοιάζει με τσίκλα. Άλλος άνθρωπος μ’ ένα
«χλατσαχλούτς!» θα γίνεσαι. Μόνο με μιαδυο λέξεις ίσως στ’ αλήθεια
πια. Από ένα ζαχαρωτό που εκτός του ότι θα κάνει μασάζ στο στόμα
φρεσκάροντάς το μαζί απ’ την ανασόμποχα θα προκαλεί και λίαν
ειρηνικά μελλοντικά φαινόμενα τηλεκατσιάσματος. Όλων των εμποδίων
και ενοχλήσεων στις αισθήσεις. Μόνο με δυο λέξεις ε; «Στικ Σποτ!».
Ας πούμε. Μαντραχαλοσουλουποφτιάχτρα πρώτη. Τσίκλες «Ζαμάν

22
pdf by elifrac

Φου» – Πρώτα Μασείστε, Μετά Μασίστας Είστε! Που θα λέει και του
σλόγκαν ο λόγος.
«Είναι κάτι που αναμένεται από στιγμή σε στιγμή αγαπητοί!», που θά
’λεγε ο υπεύθυνος για την προώθηση του εν όψει προϊόντος ετούτου,
εντελώς άγαρμπα μού ’ρθε ακόμη μια ακαταλόγιστη σκέψη σαν όρθια
γροθιά στην κεφάλα μου κατευθείαν και χωρίς διακοπή όπως ραχάτευα
με ιλαρότητα κάπως παραπανήσια. Ντροπής πράγματα για έναν ενήλικο
δηλαδή. Όταν πρέπει να ανησυχεί για το μέλλον μεν, με πιο χειροπιαστό
τρόπο δε. Έστω συναντώντας και κανένα άνθρωπο ανταλλάσσοντας
καμιά «καλησπέρα» με χειραψία για να μην του στρίψει η βίδα στην
κεφάλα του για τα καλά. Σχεδόν θα τό ’χα πιστέψει εντελώς πια ότι αν
πήγαινα ως το περίπτερο για μια φρουτότσικλα και τη μασούλαγα, μετά
θα μπορούσα να αεροβατώ κανονικά και όχι σε καναπέ αραχτός. Οπότε
όπως μου καλάρεσε πλέον το θέμα ως ένα καταλλήλως ελαφρύ για να
απασχολώ κάπως την ανήσυχη σε ώρα ημιχαλάρωσης τσανακοκεφάλα
μου, είπα να δω πόσο μακρύτερα γινότανε να πάω με δαύτο για παρέα
μου.
Γι’ αυτό προχώρησα προσπαθώντας στη συνέχεια να βρω τον τρόπο για
να περιγράψω το μηχανισμό στον οποίο θα μπορούσανε να οφείλονται
και οι ιδιότητες που θα χαρίζει σ’ όποιον θα δοκιμάζει κάποτε μια
τέτοιου είδους τσίκλα. Αρμενίζοντας μέσα σ’ ένα εντελώς τυχαίο στη
σύνθεσή του λεκτικό κατασκεύασμα λοιπόν, όπως ετούτο το άνευ
γλωσσικής σημασίας της Λουλούκας που μού ’κανε να τό ’χω και για
παράδειγμα, δηλαδή το «Στικ Σποτ!» αφού έστιψα για κάμποση ώρα τη
λεμονόκουπα πού ’χε γίνει ήδη η γκλάβα μου μετά από μια
καθυστέρηση κατέβασα τελικά μια ιδέα.
Θα μπορούσε ίσως, σκαρφίστηκα προσπαθώντας να το δω το όλο
ζήτημα σοβαρότερα, ως και με τη μορφή της ακροστοιχίδας που θα
σχηματίζουνε τα ίδια τα γράμ-ματά του να περιγράφεται με ένα
ευκολονόητο τρόπο τόσο η σημασία αυτού καθαυτού όσο και κάθε
παρόμοιας μορφής ονόματος που θα δίνεται στο ξόρκι απ’ τον
οποιοδήποτε εμπνευστή του αφού θά ’χει κάνει τον κόπο να μασουλήσει
πρώτα μια τέτοια σπέσιαλ σε δυνάμεις τσίκλα.
23
pdf by elifrac

Επομένως, σκέφτηκα όπως ζούπαγα παραπάνω την τενεκεδοκεφάλα
μου την εσωτερικώς κουδουνιστή σαν μαχαιροπηρουνοστεγνωτήρι
ακατάστατο που το ψαχουλεύουνε δυο χέρια για να μπει μια τάξη, ας
πούμε πως το όνομα που θα έδινε στο ξόρκι μια από τις Λουλούκες του
μέλλοντος, στο αποκλειστικά δικό της τσικλοξόρκι, ίσως να σημαίνανε
απλά τα εξής :
Σ …………… Σύνθημα
Τ …………… Ταχείας
Ι …………… Ιδιοαποστελλόμενης
Κ ………….... Κατακεφαλιάς
Σ
Π
Ο
Τ

…………...
…………...
…………...
……………

Συστήματος
Περιεργομυστήριας
Ολοκληρωμένης
Τουβλογουρλοκουτουλοκαρμοιρότυφλας

Παράλληλα, έπειτα από ένα ανάλογο για το νιονιό που σέρνω στη
γιουσουρουμόκουτρά μου ζόρι κατόρθωσα να κάνω μερικά ακόμη
υποθετικά βήματα για το όλο θέμα. Φτάνοντας σε σημείο να
περηφανευτώ που μπόρεσα να φανταστώ το πως θά ’τανε το μέλλον αν
υπήρχε η εξής εντελώς μουρλή περίπτωση. Δηλαδή τι θα γινότανε αν οι
τυχαίες κατά τα άλλα λεκτικές πυροδοτήσεις αυτού του είδους
συνέβαινε να είναι κάποτε όντως εκείνες που θα ενεργοποιούνε ως ένας
γενικός διακόπτης ένα τέτοιο ξόρκι. Μια εντολή η οποία θα ήτανε
μακροσκελής και πολύπλοκη με οποιοδήποτε διαφορετικό τρόπο.
Εννοώντας με τη σκέψη τούτη πως στη νταμαροκεφάλα μου ένα τέτοιο
φαινόμενο μπορούσε κάπως να εξηγηθεί. Αν με μιαδυο λέξεις μέσα σε
ένα τέχνασμα σαν το «Στικ Σποτ!» θα έχει ποτέ του την ευκολία
κανένας να χρησιμοποιεί μια πολύ μεγάλη ποσότητα ενέργειας ώστε να
υλοποιεί εκπληκτικές επιθυμίες μ’ αυτή. Αν και μπορεί όχι πάντοτε
εντός των επιτρεπομένων ορίων ασφαλείας. Όχι πως δεν ελπίζω ακόμη
και τώρα για το αντίθετο. Κάθε άλλο. Φτάνει να γίνεται…

24
pdf by elifrac

Όπως είχα τσακώσει ένα καναπεδομαξίλαρο για να βολευτώ καλύτερα
αρχίζοντας να παίρνω το θέμα πιο ζεστά αποφάσισα πως πάντως θα
πρόκειται για λέξεις που αν δεν επιλεχθούνε στην προκειμένη
περίπτωση σε μορφή μπούρδας μονοσύλλαβης θα πρέπει, για
παράδειγμα, για να εκστομίζει μια Λουλού του μέλλοντος ένα ξόρκι να
θυμάται τόσες άλλες λέξεις που για να τις πει όλες μαζί αν άρχιζε την
πλησιέστερη Δευτέρα θα τελείωνε το αντίστοιχο μεθεπόμενο Σάββατο.
Βάζοντας τη μαξιλαράκλα του καναπέ πίσω απ’ το καλότυχο σβέρκο
μου διότι παρέμενε παρ’ όλα αυτά τα ακατανόμαστα δείγματα
χαμηλοτάτης ευφυίας ακατραπάκιαστο, πήρα το ύφος του ειδικού.
Πιστεύοντας, λες και ήτανε όλα στο παρά πέντε για το εμπόριο, πως σε
κάθε ακροστοιχίδα ενός για παράδειγμα «Στικ Σποτ!» αντί να υπάρχει
μονάχα η περιγραφή για την όλη σημασία του ίσως να είναι δυνατό να
γίνει και κάτι παραπάνω. Να περιέχονται σε αυτή τη μορφή
ακροστοιχίδων και λέξεις κρυφές και βουβές οι οποίες χωρίς να είναι
εκείνες που θα το ενεργοποιούνε, εν τούτοις θα περικλείουνε την
περιγραφή όχι μόνο του ονόματος αλλά και της εκάστοτε επιθυμίας.
Ίσως νά ’ναι πιθανό, επέμενα να φαντάζομαι σαν νά ’χε σχέση με την
πραγματικότητα. Υποθέτοντας τα εξής παρακάτω πολύ αστεία
πράγματα. Ότι μπορεί και να πρόκειται για λέξεις οι οποίες
συναρμολογούμενες σε ομάδες μέσα από την επιθυμία που θα εκφράζει
με τη σκέψη του εκείνος που θα τροφοδοτείται με τη σχετική τσίκλα ,
θά ’ναι χωρίς να φαίνεται υπεύθυνες για την ακρίβεια στην
πραγματοποίηση της κάθε του ευχής. Η οποία με τη σειρά της θα
υλοποιείται λέγοντας στη θέση των σκελετικών ετούτων κρυφών και
πολλαπλών ακροστοιχίδων μια απλούστατη μακροεντολή. Δηλαδή
κάποια φωνητική συντόμευση που θά ’ναι ίδια για όλες τις επιθυμίες.
Ένα «στικ σποτ!» σε άπειρες παραλλαγές που θα σκαρώνει μια
ενδεχόμενη Λουλούκα . Έστω και με ’κείνα τα μπαρουτένιας μορφής
απρόοπτα που άφησα τον εαυτό μου να υποθέσει λίγο νωρίτερα από
τούτες τις σκέψεις, με την ξάπλα νά ’ναι ακόμη η κυρίως απασχόληση.
Ώσπου μην αντέχοντας την αφηρημάδα και το νοητικό μπουρδούκλωμα
έφυγα μανιωδώς και έψαξα κατευθείαν για μολύβι και χαρτί. Ε! Από
25
pdf by elifrac

’κει και έπειτα ήτανε που ξέχασα να τ’ αφήσω. Μα για να μη λέμε πιο
πολλές μπαρούφες όταν δεν είναι η κατάλληλη στιγμή να τι μού ’ρθε να
γράψω αμέσως μόλις ξαναπλώθηκα στον καναπέ. Φρόντισα να βρω ένα
παράδειγμα που να δίνει όσο το δυνατόν παραστατικότερα μια εικόνα
για όσα είχα καταφέρει να κάνουνε μια μαρμελάδα σε βάζο
παραγεμιστή την αλλιώς τίγκα από αέρα και άδεια συνήθως κούτρα
μου. Η οποία στο εσωτερικό έκανε μέχρι και αντίλαλο σαν άδειο τριάρι
οροφοδιαμέρισμα.
Το παράδειγμα βεβαιότατα και παρατίθεται λίγες αράδες παρακάτω.
Μόνο που δείχνει σκόπιμα αλλοπρόσαλλο. Ως μια εκδοχή που καθένας
θα ευχότανε να μην προκύψει ποτέ ούτε για αστείο. Ίσως όμως γι’ αυτό
ακριβώς το λόγο να φαίνεται αμέσως πως δεν είναι τέτοιες ιδέες για να
τις παίρνει στα σοβαρά κανείς.
Ορίστε. Να τι ακριβώς εννοώ.
Ξόρκι Σ.Τ.Ι.Κ. Σ.Π.Ο.Τ.
Δείγματα λέξεων για τις ακροστοιχίδες του. Πρόκειται για τις
στοιχειώδεις υποθετικές λεκτικές μονάδες που όλες μαζί σε ένα άλλο
σοβαρότερο και επομένως πιο βαρετό παράδειγμα αν είχανε
αντικατασταθεί από τις σωστές θα σχηματίζανε την ολοκληρωμένη
εικόνα που θά ’πρεπε να παρουσιάζεται. Ίσως μίας και μόνης αλλά
μπουγιόζικης σε διαστάσεις επιθυμίας.
Συμπεθέρες - Τρακτέρ Ιππότες - Κρυφτό
Σολόδερμα - Περίδρομος - Ορθογραφία - Τοτέμ
Σφαιροβολία - Τσάρλεστον - Ιλαρά Κουκουνάρες
Σεξαπήλ - Πρωτόκολλα - Ορδές Ταβανόπροκες
Σαλπιγκτές - Τσιμπηδάκια - Ίλιγγος Κραμπολάχανα
Σαμπρέλες - Προκοπή Οπαδοί - Τσαρουχόπροκες
Σαρδελοβάρελα Τανγκό Ιδρώτας - Κουδουνάκια
Σάψαλα Πούπουλα - Όσπρια - Ταγματάρχες
Σαλτιμπάγκοι - Τυρότρυπες - Ιατροδικαστές Κοτόψειρες
Σκυλόψαρα - Παρέλαση - Οδοντόπαστες Ταπέτα
26
pdf by elifrac

Σακαφιόρες - Τηλεγράφημα Ιπποπόταμος --Κομπρεσέρ
Σκόρδα
Προπέλες - Οικόπεδα - Τυφλόμυγες
Στρουθοκάμηλος Ταξί Ισοπαλία - Κασίδα
Σημαδούρες - Παρτέρια - Οστρακιά - Τουλουμπάκια
…κ.λ.π., κ.λ.π….
Ε, λοιπόν αν εξαιρέσει κανείς τη λογική όσο και τη σειρά των
παραπάνω λέξεων ίσως εν ολίγοις έτσι να είναι περίπου μια παραλλαγή,
φαντάζομαι μ’ αυτό το μουρταδελοκέφαλο πού ’χω ακόμη, απ’ αυτό τον
κρυφό μηχανισμό. Ο οποίος αν δεν αντιστοιχεί σε τούτον του ανωτέρω
παραδείγματος θά ’ναι μέσα σ’ ένα σωρό παρόμοιας επινόησης ένας
παραπάνω από ’κείνους όταν τα καταφέρει όποιος συμβεί νά ’ναι τελικά
αυτός που θα τους ανακαλύψει, αν υπάρξει και ποτέ, ώστε να βρούνε οι
μηχανισμοί ετούτοι με το καλό και την εν λόγω εφαρμογή, μετά
βεβαίως από τη σχετική αναμονή για την οριστική έγκριση κυκλοφορίας
στην αγορά, αφού θα έχει περάσει πρώτα όλα τα πειραματικά στάδια
των εργαστηρίων ε, που θα κάνουνε εύκολο πράγμα το να επιδρά κανείς
δηλαδή τελικά στα πάντα και μάλιστα πάνω στην ώρα για να μην
πολυχασμουριέται και ο κόσμος. Αν έχει μείνει και ως τότε κάποιο ίχνος
του…
Καθόλου απίθανο, εξακολούθησα να φαντάζομαι καψοκεφαλιασμένος
αντί να ρεμβάζω πια μ’ αυτά ονειροπολώντας, ένας παρόμοιας μορφής
μηχανισμός κάποτε να εμπεριέχεται σε μια τσίκλα που θα βρίσκεις είτε
στα περίπτερα, είτε σε μηχανήματα αυτοεξυπηρέτησης. Ως στοιχειώδης,
κατά το μπαγλαμαδοκέφαλό μου πάντα, για ένα ξόρκι που θα το ξυπνάει
κανείς στα κουτουρού εντελώς. Με άσχετες μεταξύ τους λέξεις.
Κανονικές ή και κατασκευασμένες. Όπως εξακολουθώ συχνά να
φαντάζομαι ότι θα κάνει σβέλτα μια κάποια Λουλού μόλις υποτίθεται
ότι θα δοκιμάσει σ’ ένα ενδεχόμενο μέλλον την υπερενισχυμένη
φρουτότσικλα με γεύση κάποιου φρούτου, ίσως κερασιού που θα τη
μετατρέπει αστραπιαία σε νεράιδα.
Μια και τά ’χω όμως κάπως σκόρπια πλέον σημειωμένα, στο σημείο
αυτό καλό θα είναι επιτέλους να τα συμμαζεύουμε για να συνοψίσουμε.
Καθότι βρισκόμαστε ήδη κοντά στο τέλος ετούτου του εισαγωγικού
27
pdf by elifrac

κεφαλαίου. Οπότε αφού έγινε για τούτα τα επί του παρόντος ονειροπόλα
φούμαρα μέχρι και ένα υποτυπώδες μα, πάντοτε της απολύτως
καταδικής μου φαντασίας σκαρίφημα για τον όλο μηχανισμό τους,
έχοντας μαζί κατά νου και την ύπαρξη μιας το συντομότερο δυνατό
τέτοιας παλαβά ευτυχούς συγκυρίας, σε γενικές γραμμές θα ήθελα να
ευελπιστώ έχοντας ακόμη απομείνει με την περιέργεια, ότι :
Υπάρχει προοπτική να παρασκευαστεί κάποτε η φρουτότσικλα εκείνη
που με το που θα τη μασουλάει κανείς θα ενισχύεται ολόκληρος από
υπερφυσική ενέργεια.
Τότε, καθώς θα φέρνει στη σκέψη του εκείνο το χάλι που θα γουστάρει
ώστε με της φρουτότσικλας ετούτης την ενέργεια την υπερφυσική να
εντοπιστεί ως άμεσος στόχος ταυτόχρονα να ολοκληρώνει τη διαδικασία
σβέλτα, υλοποιώντας και στην πράξη τη σκέψη του αυτή. Φροντίζοντας
να τη φέρει σε πέρας δίνοντας μια πολύ σύντομη φωνητική εντολή.
Λέγοντας πολύ απλά μέχρι και μια λεκτική ασυναρτησία όπως, για
παράδειγμα, «Στικ Σποτ!».
Αυτό είναι όλο. Περισσότερα με παιδεύουνε να τα σκέφτομαι. Καθότι
ακόμη και με τόσα πού ’ναι ως εδώ, η Λουλού μέχρι να τελειοποιηθεί
με την εξάσκηση θα εξακολουθεί να πηγαίνει χωρίς να βλέπει κατά που
μουτζώνει. Κάνοντας μέχρι και ρεφραίν για τραγούδι τις λέξεις «Στικ
Σποτ!». Την ίδια στιγμή θα γίνονται στο πέρασμά της όλα κουβάρι.
Βεβαίως, στο μέλλον μονάχα θα υπάρχει η περίπτωση να πρωτοσυμβεί
κάτι σαν και αυτό. Όπου έτσι και αλλιώς ίσως όλα μετά να
διορθώνονται μέσα σε ησυχία, τάξη και ασφάλεια. Απλά και γρήγορα
από τα κατάλληλα συστήματα επανόρθωσης. Λέω τώρα…Αν τέλος
πάντων υπάρχει και κανένας πραγματικά σοβαρός λόγος για κάτι
τέτοιο…
Πάντως εδώ που τα λέμε, για νά ’ναι κανείς προετοιμασμένος για τα
κάθε είδους μυστήρια του μέλλοντος υπάρχει μία τουλάχιστον ευκαιρία
για να μη χρειάζεται να τα περιμένει. Από ’δω και πέρα μάλιστα γιατί να
μη λειτουργήσουμε και ’μεις αναλόγως; Αφού γίνεται με τα παραμύθια
και αλλιώς ας βγούμε απ’ το χρόνο λιγάκι πονηρά απ’ το σημείο ετούτο,
28
pdf by elifrac

βρισκόμενοι διαρκώς παράμερα από την εποχή του έτους 4010. Στο
κάτωκάτω κάτι τέτοιο μας διευκολύνει εξίσου. Τόσο εσάς ως
αναγνώστες όσο και ’μένα για να σας αφηγηθώ τις επόμενες εξωπραγματικές καταστάσεις. Έτσι υποδυόμενοι τους παρατηρητές
μετατοπιζόμαστε νοητά στο περιθώριο εποχών και γεγονότων.
Τώρα φυσικά μπορεί να μου πείτε ότι σας έχω αλαφιάσει στο
χρονολογικό τραβολόγημα. Από το «μπορεί» ότι σας πάω στο χάος.
Δίκιο θά ’χετε. Όμως τελικά να που βρέθηκε ο τρόπος προκειμένου
μέσα σ’ όλη αυτή τη χρονολογική ακαταστασία όλα να μοιάζουνε
εντέχνως τακτικότερα. Ώστε καθώς θα ατενίζουμε εκείνο το μέλλον του
έτους 4010 στο εξής ως φανταστικό παρελθόν να το έχουμε ως
εφαλτήριο από το οποίο θα ξεπηδά μέσα σ’ ένα μπέρδεμα η συνέχεια
από μερικές απίθανες τρικλοποδιές.
Έτοιμοι; Άντε! Καθώς έτσι και αλλιώς η Λουλού από ’δω έφυγε και
επομένως για νά ’μαστε από κοντά είναι καιρός να πηγαίνουμε και ’μεις
κατά ’κει όπου ξαμολύθηκε. Ό-ποιος πρόλαβε, ετοιμάστηκε. Το τούνελ
βγάζει στο κεφάλαιο το διπλανό. Εγώ μια φορά απ’ τον καναπέ
σαλτάρησα. Με τη Λουλού νεράιδα σε τέτοιο παραμύθι, ε! Αφού είχα
να κουρκουτογράψω και τα επόμενα ήθελαδεν ήθελα, ξεσηκώθηκα. Αν
επιμένετε να μάθετε για όλα τούτα τα υπόλοιπα της κουνουπιδόγκλαβάς
μου φροντίστε να μην καταδεχτείτε να γίνει και η δική σας έτσι και
νυστάξετε ξαφνικά από τώρα.
Αν και μάλον το ψυλλιάζεστε ήδη. Ποιο; Ότι έμεινε κάτι ακόμη. Όχι
πως είμαι και σίγουρος. Έχω μια υποψία μόνο. Λέτε να παρέλειψα
τίποτα το αξιοσημείωτο; Από όσα δε θα μπορούσα να φανταστώ
σχετικά με το τρέχον θέμα που να σας μπερδεύουνε μέχρι εδώ
περισσότερο; Για να δω! Εσείς πώς να μου πείτε. Α, ναι! Γιατί όχι;
Μήπως για καλό θά ’ναι; Πάλι με απορίες θα μείνετε και θα φταίω
απολύτως και μονάχα εγώ με ένα τέτοιο καβουρδιστήρι που μού ’τυχε
για μυαλό. Όμως είναι αναπόφευκτο. Οπότε πριν γυρίσετε σελίδα μπας
και προλάβω και δεν πολυφανεί ότι είμαι όντως τόσο αδέξιος καλύτερα
να κάνω πιο λιανά εκείνα τα αθλητικής φύσεως που προανέφερα περί
εφαλτηρίων.
29
pdf by elifrac

Με εκείνες δηλαδή ακριβώς τις σάλτσες εννοώ ότι από το σκηνικό που
ακολουθεί αμέσως μετά αλλάζει το ύφος στην όλη εξιστόρηση. Τελείως
πλέον. Καθώς θα βρεθούμε κατευθείαν ως θεατές μέσα σ’ ένα
παραμύθι γεμάτο σαματά. Έπειτα από αυτή τη διευκρίνιση, δε μπορεί!
Θά ’χετε ετοιμαστεί για να τό ’χετε κατά νου. Διότι τι κεφάλα και δαύτη
η δική μου… Μια γυάλινη μπάλα την έχω καταντήσει! Με τέτοια
αφηρημάδα ζήτημα είναι αν προλαβαίνει κανείς με ηρεμία να πει «Μια
φορά και έναν καιρό…». Γι’ αυτό σας αφήνω κιόλας σβέλτα, μια που
άργησα. Να προλάβω τη Λουλού να βγει και η συνέχεια.

30
pdf by elifrac

Κεφάλαιο 1
1. Ομπρέλα, Να Μία Λούλα!
…Μια φορά και έναν καιρό και…
…τη μπαρμπουνοκεφάλα μου την αναψοκοκκινισμένη! Δεν ησυχάζει
και καθόλου από την ώρα που η νεραϊδούλα τούτη σφηνώθηκε ’κει
μέσα…Α! Νάτη! Τη βλέπω! Ορίστε. Μια και δεν έχετε ορατότητα
αλλιώς και ’σεις να σας δείξω. Παρά λίγο και θα τη χάναμε! Μέσα σ’
ένα άλσος βρίσκεται ήδη η Λουλούκα. Αμάν το χέρι της και ο
ενθουσιασμός της για το εύρημά της το ατιθάσευτο…
- Στικ Σποτ!!
Μόλις πέρασε ξυστά πλάι από ’να κάδο απορριμάτων στριφογυρνώντας
το χέρι της ζωηρά όπως πρόφερε ετούτη τη σβέλτη λεξοβαβούρα. Να,
βάρεσε αφηρημένη με το ξόρκι που μόλις εκσφεντονίστηκε μια
στραπατσαρισμένη, χιλιοφθαρμένη, πολύ ψηλή, κλειστή μα τρομερά
πλατύγυρη αν άνοιγε, ομπρέλα.
Βρήκε όμως και σημάδεψε ένα δείγμα για δοκιμή ό,τι πρέπει. Τούτη η
ομπρέλα που έκλεισε απότομα με θόρυβο σκουριασμένης μανιβέλας
μοιάζει πάντοτε μεσ’ το νερομπαμπαλομυαλό μου σαν μέτρο
πτυσσόμενο ντυμένο με μια αξιοθρήνητη, γκριζωπή καρό
μπανελοκελεμπία. Ένα πράγμα που αν όντως τό ’βλεπε και άλλος κανείς
θα νόμιζε πως ετοιμαζότανε για να γίνει από μια σακαράκα στο σχήμα
του ελληνικού γράμματος ξι ένα ανήσυχο, δηλαδή ποτέ ικανό να
μείνουνε οι άκρες του ίσιες, γιότα. Πάνω που με κόπο ίσιωνε η μια
μεριά της, ξαναστράβωνε η άλλη.
Ελέφαντας νά ’χε έρθει να δοκιμάσει σε θέση σπλιτ μπαλέτου με τα δυο
πόδια του μπρος και τα άλλα πίσω σε ελεφαντόξαπλες πλατύφαρδες να
καθήσει πάνω της, πάλι δε θά ’μενε ίσια η ομπρέλα τούτη. Η οποία να
που σηκώθηκε και στάθηκε έτσι όπως ήτανε το όλο παράστημά της, ίδια
31
pdf by elifrac

μ’ ένα ζιγκ-ζαγκ ζωντανεμένο, πατώντας στο έδαφος στην
κατακατσαρωμένη απ’ το βιδοστράβωμα το υπερβολικό, μύτη της.
Μόλις την πλεύρησε βαδίζοντας η Λουλού, η ομπρέλα τούτη, τεράστια
και κατασβαρνισμένη βούτηξε για να κολλήσει στη διάπλατα ανοιχτή
μούτζα που σχημάτιζε η παλάμη της. Η τσικλοφουσκονεράιδα
μισοτέντωσε το χέρι της στο πλάι σημαδεύοντας έτσι την πελώρια
ομπρέλα. Δείχνοντας δεξιά όπως ήτανε αφηρημένη, κατευθείαν πάνω
στην ομπρελάρα τη σαραβαλιασμένη. Ενώ περπατούσε αμέριμνη
χαζεύοντας κατά μπρος. Περνώντας πλάι απ’ τον σκουπιδοτενεκέ.
- Ώπα!!! Τί ’ναι τούτη η ομπρελοκονταροπηρούνα που μου κόλλησε στο
χέρι;
Εε!
Ξεκόλλα
ρε
ομπρελοτερατόγοπα!
Άντε!!…Το
φουντάρησα…Μα!!! Πάλι για κράτημα μου ήρθες;
Η Λουλούκα αντέδρασε εκνευρισμένη όσο και έκπληξη γεμάτη απ’ το
αναπάντεχο ομπρελοξύπνημα. Το οποίο η ίδια προκάλεσε και τώρα
έκανε ό,τι μπορούσε για να ξεφορτωθεί απ’ τη λαβή της τούτο το
κελεπούρι. Αν και δε ζήτησε με κανένα τρόπο να αποκτήσει κάτι τέτοιο,
πάντως το ομπρελοκονταροπανοκότσυφο δαύτο ήρθε να της φορτωθεί.
Μιλώντας της κιόλας όπως κούμπωνε πάνω στο χέρι της Λουλούς αυτό
το κάτι που την αιφνιδίασε από το πουθενά. Η ομπρελάρα δηλαδή η
οποία μπασαδούρικη και βραχνή σαν αγουροξυπνημένος οπωροπώλης
μάγκας πού ’χει βγει να ξεπουλήσει δέκα τόνους ραπανάκια, είπε…
- ’Μάστα! Είμαι συνοδεία!
- Δε γίνεται να μην είσαι;
Ρώτησε σβέλτα η νεραϊδούλα που θέλησε να συντομεύει.
- Τώρα όπως με κάλεσες σαν τζίνι πού ’ναι φαντάρος σε εφεδρεία που
να ξέρω τι να κάνω για να μην είμαι; Να είμαι θα μού ’πες!
Απάντησε χωρίς περιστροφές η ομπρελάρα που μιλιά είχε. Το στόμα δεν
ήξερες ακριβώς κατά που βρισκότανε. Η νεραϊδούλα τά ’χασε ελαφρώς.
32
pdf by elifrac

Έψαξε να βρει από που βγαίνει η εξυπνάδα με φωνή από τούτη τη
μπανελόβιδα της βροχής τη δίμετρη. Ταυτόχρονα μέχρι να βρει το κόλπο απάντησε,
- Δε μπορεί!!!
Οπότε συνέχισε και η ομπρελάρα την πάρλα ξαναρωτώντας σβέλτα,
- Δε μού ’πες;
- Τί νά ’πα;
Η Λουλού ματαξαναρώτησε το μακρουλοκαλαμόπανο βρισκόμενη
νοητικώς σε άλλο μήκος κύματος.
- Νά ’μαι ό,τι μού ’πες…
Της εξήγησε κατά πως νόμιζε η ομπρέλα.
- Δε σού ’πα νά ’σαι…
Την κοντράρησε η Λουλούκα ξανά. Τινάζοντάς την από το χέρι χωρίς
αποτέλεσμα. Η τερατοπανοκονταράκλα τούτη είχε γίνει αυτοκόλλητη
πάνω στην παλάμη της. Σαν παλιός περιπλανώμενος και λίαν αλλόκοτος
οτοστοπατζής είχε βρει τη διάπλατα ανοιχτή παλάμη της νεραϊδούλας
σαν καρότσα από νταλίκα ξεφορτωμένη και ανέβηκε επιβάτης. Έτσι
τούτη η ομπρελάρα αφότου πήρε φόρα δεν έλεγε να κατέβει απ’ το χέρι
της Λουλούς με τίποτα. Η οποία απ’ τη μεριά της ένιωθε σαν νά ’χε
πασαλειφτεί με σούπερ κόλλα αόρατη καθώς η κονταροπανοσκεπή η
κλειστή και παλαβιάρικη τράβαγε τούτη την κουβέντα όλο και
μακρύτερα λέγοντας αμέσως,
- Μού ’πες!
- Σού ’πα;
33
pdf by elifrac

Έμεινε η Λουλούκα να παιδεύεται με την απορία.
- Μού ’πες!!
Αποκρίθηκε η ομπρελάρα κοφτά.
- Πώς σού ’πα;
Ξαναντέδρασε ενοχλημένη η νεραϊδούλα με την ομπρελαράκλα πάντα
κολλημένη στο ανοιχτό της χέρι όπως το ταρακούναγε σποραδικά μπας
και την ξεκολλήσει επιτέλους από ’κει.
- Μού ’πες και είμαι όπως θα μού ’πες νά ’μαι!
Απάντησε μετά από ’να ακόμη ταρακούνημα ετούτη η
γιγαντοπανοκόνταρη, σβαρνισμένη κουρελοσαΐτα. Θέλοντας νά ’χει και
την τελευταία λέξη σε τούτη την άσκοπη λογομαχία μετατρέποντάς τη
σε μια εναλλαγή από «σουπαμούπες» κυριολεκτικότατες. Ανοίγοντας
ξαφνικά τέτοιου είδους ιστορίες σαν τον ψύλλο πού ’ναι πίσω απ’ του
σκύλου το αφτί. Όπου εκεί που βρέθηκε ζητάει ο ψύλλος να τον ξύσει ο
σκύλος. «Να, στην πλάτη. Πιο μπροστα και λίγο πιο δεξιά αν γίνεται,
σκυλουλίνο μου γιατί έχω φαγούρα απ’ του προηγούμενου γκριφόν το
σαμπουάν». Έτσι έβλεπε την όλη κατάσταση και η Λουλούκα να
γίνεται. Ώσπου καθώς δεν άντεχε να συνεχίζει μια κουβέντα σαν και
αυτή, βρήκε μια ιδέα. Άρχισε να σφίγγει την ομπρελάρα όπως την
κράταγε απ’ το κέντρο. Τον κλειστό ετούτο κονταροπανογέρακα.
Ο μακρυφουστανοσωλήνας δαύτος ξέσπασε τότε σ’ ένα μπάσο
τσιγαρόβηχα εντελώς απασχολημένος με σκοτισμένη την προσοχή διότι
στραμπουλήχθηκε απότομα απ’ τη νεραϊδούλα. Η οποία σε υπερένταση
όρμησε και τη σφήνωσε ως τη μέση σε μια κούφια, οριζόντια,
μεταλλική μπάρα απ’ το σύνθετο κιγκλίδωμα ενός περίπλοκου
μονόζυγου. Της κοντινότερης παιδικής χαράς.
- Εγώ δεν ξέρω τίποτα! Φεύγω!
34
pdf by elifrac

Μονολόγησε η νεραϊδούλα φωναχτά. Χωρίς να δίνει δεκάρα τσακιστή
για μια ομπρέλα σμπαραλιαστή όπως αυτή που παρατούσε σφηνωτή
μέσα σ’ ένα κάγκελο καταμεσής σ’ ένα άλσος. Ούτε καν απευθυνότανε
σε τούτη την στειλιαρόπανη κότα. Απλώς συνέχιζε ξεμπλοκάροντας
επιτέλους απ’ τον περίπατο. Μόνο που δεν είχε λογαριάσει τι σημαίνει
τσίκλα μάρκας «Ζαμάν Φου!». Ας φώναζε ήδη το ξόρκι της, φτιαγμένο
από λέξεις τόσο αλαμπουρνέζικες όσο είναι εκείνες που προφέροντάς
τις ακούει τον εαυτό του κανείς να λέει «Στικ Σποτ!». Το οποίο πάντως
ήτανε αποτελεσματικό προς το παρόν. Μέχρι καρυδώματος.
- Έρχομαι και ’γω!! ’Συ ’σαι τ’ αφεντικό!!
Την ακολούθησε τούτη η ομπρελοβαλτόχηνα τρεχάτη. Χοροπηδηχτά
τρεχολογώντας στην ομπρελομύτη της και βρισκόμενη από σφηνωμένη
σ’ ένα κάγκελο, πλάι στη Λουλού. Απ’ τη μια στιγμή στη άλλη.
- Να μη σ’ ακούω!
Της απάντησε νευριασμένη η Λουλούκα χωρίς ούτε να γυρίσει να τη
δει.
- Στις μύτες ρολλάρω!
Την πιλάτεψε η ομπρέλα απτόητη.
- Καλώς!
Είπε ενώ έκανε μια μεταβολή σταματώντας απότομα με τα χέρια στη
μέση της η Λουλού για να κανονίσει την πορεία της με τη
μπανελογκαζοτανάλια τούτη.
- Ό,τι θες κυρά…
Της αποκρίθηκε η ομπρέλα και η Λουλού το εννόησε ως άλλη μια
ομπρελογαλιφιά μπασαδούρικη.
35
pdf by elifrac

- Τρυπητήρι για τυροτρίφτες…
Είπε έτσι λοιπόν η Λουλούκα κατευθείαν τη γνώμη της για την
ομπρελαράκλα επισημαίνοντας όλο το λάθος πού ’χε γίνει στην
κατασκευή και ξεγελιότανε το μάτι με την όλη παρούσα όψη της.
- Αμέσως!
Απάντησε τούτο το φροκαλοκάμακο το τυλιγμένο με το αδιάβροχο
κουνουπιερόπανο. Έτοιμο να εξυπηρετήσει το αφεντικό της για ό,τι
ζητήσει.
- Σκάσε επιτέλους! Έχω φάει τη μισή μέρα να προσπαθώ να δω πως
πιάνει αυτό το ξόρκι! Τη μισή μέρα!
Απηύδησε η νεράιδα φωνάζοντας στο αξεσουάρ το μουτζωμένο.
- Με πόσες τρύπες νά ’ναι ο τυροτρίφτης;
Μάζευε πληροφορίες για να εκτελέσει επακριβώς την επιθυμία της
Λουλούκας το ομπρελοτσάμπουρο τούτο το φασκελοβαρεμένο. Στημένο
όρθιο στη μύτη του, μπροστά της και πάλι. Προφανώς χοντρόπετσο
μόνο στις νεραϊδοκατσάδες.
- Στικ Σποτ, ρε μυτόσφηνα!!
Τη σημάδεψε πάντως την ομπρελάρα η νεραϊδούλα γεμάτη φούρκα
ξαφνικά, ξεσπώντας μπας και ξορκίσει το πράγμα τούτο από μπρος της
επιτέλους.
Ώπα,
κυρά
λοχαγός
ευπειθώς
πεζικάριος…ε…πώνυμο…εμμ…ε…ναι…

αναφέρω…βοηθητικός

Έγινε πιο χάλια με τούτο το φρέσκο νεραϊδοφάσκελο η ομπρέλα.

36
pdf by elifrac

- Ρε, μπελάς! Κοίτα να δεις που έπεσε ένα ξόρκι απανωτά! Τώρα; Αυτός
ο γαντζοπανολεβιές δε λέει να πάρει χαμπάρι!
Μουρμούρησε η Λουλού με τα χέρια στη μέση της.
- Με λένε…
Έψαχνε για διακριτικά αναγνώρισης η ομπρελάρα ακόμη που τό ’χε
βάλει πείσμα να καταταγεί εθελοντής βοηθός νεράιδας.
- Άμα βρέχει ανοίγεις;
Έκανε μια πρακτικής φύσεως ερώτηση για να δει πως θα βγει από τούτο
το αδιέξοδο στο μεταξύ η Λουλούκα.
- Μπα!
Απάντησε ο κονταροπανογάντζουλας. Αφήνοντας με παραπάνω
ανησυχία τη νεραϊδούλα για την όποια χρησιμότητα του νέου της
ετούτου εξαρτήματος της βροχής. Το οποίο θα καθότανε μονίμως
κλειστό και ας τη λουζότανε απ’ ό,τι καταλάβαινε τελικά ως μοναδική
της κάτοχος η Λουλού. Μαζί με τη βροχή. Τρώγοντάς τη, αν θα τόλμαγε
κανείς να πει κάτι τέτοιο. Βεβαίως. Δεν αντιλέμε. Αρκεί μια τέτοια
κουβέντα αν όντως την έλεγε μεγαλοφώνως κανείς να την εννοούσε
μόνο μεταφορικώς. Διότι τέτοιο πράγμα κανονικά δεν τρωγότανε.
Χωρίς συζήτηση.
- Όπου νά ’ναι θα σε χρειαζόμουνα.
Είπε η Λουλούκα στην ομπρέλα τούτη που αντί για αξεσουάρ της
βροχής ένιωθε σαν να ξύπνησε απότομα τζίνι. Μια στήλη με μπανέλες.
Με ένα τρύπιο βρακί από πολυαμίδιο…
- Του τυροτρίφτη τις τρύπες δεν κάναμε σούμα!

37
pdf by elifrac

Ξανάκανε μαντάρα την όλη συνεννόηση μεταξύ τους τούτο το ξαφνικό
βοήθημα της αρχηγού. Το σουρωτηραλεξιβρόχινο εξάρτημα δαύτο.
- Ρε, θα βρέξει!!!
Την ταρακούνησε κανονικά την ομπρελάρα μήπως και τη συνεφέρει και
αντιληφθεί για ποιο πράγμα μόνο την έβρισκε η Λουλού τέλος πάντων
χρήσιμη.
- Ε!…και;
Αποκρίθηκε το πράγμα τούτο που λίγο ακόμη και θα θύμιζε παράδειγμα
για κόμπο ναυτοπροσκόπων που κάπως εφαρμόστηκε με ομπρέλα.
- Ρε, δεν είσαι ομπρέλα;
Προσπάθησε να μεταδώσει στο τερατοτρυπανόπανο τούτο η νεραϊδούλα
την αίσθηση των πραγμάτων. Διότι αν υπήρχε τέτοια αίσθηση ανέκαθεν
σε νεραϊδομουτζωμένες ομπρέλες ποτέ, τότε έπρεπε να ξαναβρεθεί και
αμέσως μάλιστα.
- Μ’ αρέσει που είμαι συνοδεία πιο πολύ! Όμως μ’ αρέσει και ομπρέλα!
Εξήγησε με νοοτροπία χιμπατζή που άμα τον αμολύσεις απ’ το κλουβί
του ζωολογικού κήπου κάνει το μπέμπη με σωβρακάκι στις
γεροντοκόρες με τα γυαλάκια που ήρθανε να τον δούνε, η ομπρελάρα η
παλαβωμένη μέχρι ομιλίας από μια νεραϊδόφαπα.
- Ναι, μα άμα βρέξει;
Επέμενε η Λούλουκα να βλέπει τα πράγματα απ’ τη φυσική τους
πλευρά. Την απολύτως χρηστική, εφ’ όσον τις ομπρέλες τις θεωρούσε
πάντοτε ως πράγματα. Με ξόρκι ή άνευ. Μιλώντας πάντως ακόμη όχι σε
ό,τι θα αποκαλούσε κάποιος «ον» μα, αν μη τι άλλο σε ένα ομιλόν
πράγμα. Σε μια ομπρέλα που κακείν-κακώς συνέβει και ξαφνικά η
ομπρελένια της χρησιμότητα την αποχαιρέτησε.
38
pdf by elifrac

- Άμα βρέξει, έβρεξε! Τυροτρίφτη θα βρω;
Η ομπρελαράκλα επέμενε όλως παραδόξως να νιώθει αλλιώτικα και
μάλιστα ολοένα και καλύτερα. Λίαν ορεξάτη για δράση αν και δεν της
φαινότανε καθόλου.
- Λαμαρινοβιδάκλα της βροχής, σκουριασμένη!
Εξάντλησε η Λουλού κάθε ρανίδα υπομονής εκφράζοντας με ένα πολύ
παραστατικό τρόπο τη γνώμη της για τούτη την τεράστια ομπρέλα τη
φλύαρα ομιλούσα με την άθλια όψη.
- Προχώρα ’συ καί ’ρχομαι ’γω! Τί θες να βρω πρώτο;
Η μακρουλοπανόβεργα τούτη, ατάραχη από τα όποια αρνητικά σχόλια
μέχρι που είδε μια ιδανική ευκαιρία να παρουσιάζεται για να δείξει τι
σημαίνει να έχει στην κατοχή του κανείς ένα παραπάνω μουτζωμένο απ’
το κανονικό τέτοιο κελεπούρι.
- Πώς θα συνεννοηθώ;
Μπάφιασε η Λουλούκα αναρωτώμενη φωναχτά για τον τρόπο που
μπορούσε να βρεθεί για να μην υπάρχει πλέον το οποιοδήποτε άλλο με
τούτη την ομπρέλα ανεπιθύμητο φαινόμενο. Ώστε η νεραϊδούλα να
παραμείνει ανενόχλητη.
- Όνομα βγάλε μου για να ξέρω πως με λένε πριν μου πεις τι χρειάζεσαι!
Ξαναμίλησε η ομπελάρα που φαινότανε ικανότατη για ν’ απαντάει σε
κάθε ερώτηση της Λουλούς. Ασχέτως του πως εξελισσότανε ο μεταξύ
τους διάλογος. Μάλιστα αναπάντεχα ξανακοντράροντας την όλη θέληση
της νεράιδας. Απαντώντας τούτο το στραβοσουραυλόπανο αυτή τη
φορά με τρόπο που να ευνοήσει τις συνθήκες συνεργασίας του με τη
Λουλού. Η οποία αναρωτήθηκε τι το ήθελε νά ’ναι απρόσεχτη και του
έριξε σαν ξυπνητήρι την πρώτη κεραμίδα.
39
pdf by elifrac

- Πετάξου Μια Στιγμή, σ’ αρέσει;
Αδιαφορώντας για την προηγούμενη ένδειξη καλής θέλησης της
ομπρελάρας να κάνει το παν για να παραμείνει ακόλουθος στην
υπηρεσία της Λουλούς, το πραγματικό θέλημα της νεράιδας
φανερώθηκε τώρα με έναν ηθελημένα άκομψο τρόπο. Καθώς δηλαδή
ανταποκρίθηκε στη λύση που της πρότεινε για να βολευτεί στα σβέλτα η
ομπρέλα, ακολουθώντας τη. Έτσι έδωσε στο αξεσουάρ τούτο για όνομα
τον καημό της η Λουλού. Ο οποίος ένας μονάχα ήτανε εκείνη την ώρα.
Να πήγαινε ανεπιστρεπτί επιτέλους η αγριοβαλτοκονταρόχηνα δαύτη
για μια και καλή από ’κει που ήρθε.
- Αμέ!
Η ομπρελαράκλα απ’ την πλευρά της έκανε τα πάντα να δείχνουνε πως
οδηγούνε σε ένα δρόμο που κανένας άλλος δε θα μπορούσε ποτέ του να
δει για λύση με τίποτα. Οπότε, γουστάροντας απλώς οτιδήποτε και αν
έλεγε η Λουλούκα, συμφώνησε αναντίρρητα με την τελευταία της αυτή
επιθυμία. Όποια και αν ήτανε τέλος πάντων…
- Ωραία!
Απάντησε
με
ικανοποίηση
η
νεράιδα
στο
μακρουλοστραβοραβδοβελονόπανο. Νομίζοντας ότι η ομπρέλα θα της
έκανε το μεγάλο εκείνο χατήρι να εξαφανιστεί δια παντός,
αντιλαμβανόμενη πλήρως τη σημασία της ειρωνείας του ονόματος.
Πάντως ακόμη και αν ταίριαζε και άλλο όνομα σε ’κείνο το πράγμα, η
Λουλούκα μόνο ετούτο ’δω θα διάλεγε. Οπότε και της τό ’δωσε. Μια
και αν δεν καλυτέρευε η κατάσταση ας έμενε μαζί και τ’ όνομα δαύτο
πάνω σ’ αυτόν τον κατασαραβαλιασμένο κονταροπανόσαυρο για να
βγαίνει το άχτι της Λουλούς κάθε φορά που θα τον φώναζε.
- Αυτό νά ’λεγες τόση ώρα θά ’χαμε ξεμπερδέψει!
Η ομπρέλα έκανε να φύγει για να βγει απλώς και μόνο η παραγγελία
που εκκρεμούσε για τον ειδικό τυροτρίφτη κατά τη συνήθη απερίσκεπτη
40
pdf by elifrac

νοοτροπία της αλλά κοντοστάθηκε. Οπότε μέσα στην παρόρμηση που
τη χαρακτήριζε για να εκπληρώνει εντελώς βιαστικά κάθε φράση της
νεραϊδούλας ως μια επείγουσα να πραγματοποιηθεί επιθυμία όταν δεν
έπιανε καλά το νόημά της, ξαναρώτησε,
Άμα έχει πάνω από εννενηνταεννέα τρύπες ο τυροτρίφτης να φέρω
κανένα άλλο;
- Πετάξου Μια Στιγμή…
Είπε η Λουλού, προλαβαίνοντας ίσαίσα να προφέρει τ’ όνομα που μόλις
πήρε η ομπρελάρα. Η οποία τρωγότανε από τη λαχτάρα να εκπληρώνει
το καθήκον και ήτανε έτοιμη να εκσφεντονιστεί. Το όνομα που
ακούστηκε πολυσήμαντο ήτανε τουλάχιστον για την ώρα το
αναμενόμενο σινιάλο για την ομπρέλα τούτη. Αν όχι ακόμη ως όνομα,
ήτανε χρήσιμο πάντως και έτσι. Ποτέ κανείς δεν πρέπει να αμφιβάλλει
αμέσως για τίποτα.
- Έφυγα!
Είπε
λοιπόν
ξαφνικά
η
παλαβιαροφυσούνα
τούτη
αδιαβροχοκουρελόπανη και έγινε μπουχός χωρίς άλλες κουβέντες.

η

Η Λουλούκα δε σάστησε για πολύ. Απλώς σήκωσε τους ώμους και
συνέχισε να προχωράει διασχίζοντας αργά το υπόλοιπο άλσος.
Σκεπτόμενη πιο σοβαρά τι να κάνει πλέον μ’ ένα τέτοιο ξόρκι σαν το
«Στικ Σποτ!». Διότι για να πάρει μια ανάσα να ηρεμήσει μασουλώντας
και μια τσίκλα ώστε να κάνει και κανένα ψιλό ταχυδακτυλουργικό
προκειμένου να μη βαρεθεί, δεν υπήρχε πρόβλημα. Αρκεί από ’δω και
μπρος να έπιανε καμιά κουβέντα με τα ρούχα της για να τα ανακουφίζει
όταν θά ’χανε φαγούρα. Μακάρι νά ’πεφτε πάνω σε καμιά παρέα πού
’χε βγει με της ίδιας μάρκας τσίκλες στο στόμα. Για να παίξουνε
«περνά-περνά η μέλισσα». Μέχρι να φλιτάρει ο ένας μεταμορφωμένος
τον άλλο που θά ’τρεχε για να σωθεί βουίζοντας.

41
pdf by elifrac

Το πιο πιθανό ήτανε πως θ’ άρχιζε να κάνει καμιά εξερεύνηση.
Ταξιδεύοντας μ’ ένα νέο «παφ!» κάπου στο παρελθόν για ν’ αλλάξει
περιβάλλον. Θα αποφάσιζε με την ησυχία της. Ενώ θα συνέχιζε να
βολτάρει στο ωραίο εκείνο άλσος τελικά. Ναι…
Κεφάλαιο 2
2. Όνομα Και Πράγμα.
Μέσα σ’ ένα παλτό που βρέθηκε να φοράει μετά από όλα τούτα τα
δοκιμαστικά ξόρκια, της φαινότανε σαν νά ’χε σφηνώσει σε μαριδοχωνί
φτιαγμένο από ρολό γκρίζου στρατσόχαρτου καμιάς ντελιπανταποθήκης
ή τέλος πάντων, κάποιου φρικτού μπακαλικατέσεν. Με ένα από ’κείνα
τα «Στικ Σποτ!» έτσι είχε αλλάξει η Λουλού μορφή σε νεράιδα. Έχοντας
το στιλ και την όψη μιας πανύψηλης, φιογκοσούλουπης σαν διπλόκουπο
κοντάρι για ινδιάνικη πιρόγα, παράταιρα ντυμένης για την όλη
καινούργια σωματική κατασκευή της, κοπέλα. Με μια γκρίζα
γκαμπαρντίνα που ήτανε καλά κουμπωμένη πάνω της. Σφιχτοζωσμένη
επιπλέον σαν αμπαλάζ αποσκευών σε αεροδρόμιο. Παρ’ όλα αυτά
ένιωσε πως κάτι τέτοιο ήτανε ό,τι χρειαζότανε για τη βροχή. Η οποία
μάλλον θά ’πεφτε τουλούμι πολύ σύντομα.
Για νά ’ναι σίγουρη για τα κέφια που θά ’χε ο καιρός αργότερα, μ’ ένα
«Στικ Σποτ!» που τό ’ριξε χτυπώντας παλαμάκια πάνω απ’ το κεφάλι
της, βρέθηκε και με καπέλο. Ένα γκρι καρό ανοιχτό και πλατύγυρο.
Οπότε είχε πια το ύφος μιας σταρ του σινεμά η Λουλού. Όπως εκείνες
που ξεμυτίζουνε για να κάνουνε σεφτέ πρωίπρωί σε ιδιωτικό γραφείο
ερευνών για να ξετρυπώσει όποιος προλάβει το μαύρο τους τον
αρκουδόγατο. Ο οποίος είναι καταγούρικος μόνο για ’κείνες ενώ όσοι
άγνωστοι βρεθούνε κοντά του ανοίγει η γη και τους τρώει η μαρμάγκα.
Έγινε λοιπόν η Λουλούκα σαν μυστικός πράκτορας που βγήκε περίπατο
με τα ρούχα της δουλειάς φανερά. Ξαφνικά όπως βάδιζε στο πράσινο
μέσα στο άλσος ακόμη, μια απρόσμενη πνοή αέρα δυνατού ήρθε να την
προσπεράσει αφού πρώτα έπεσε πάνω της. Έτσι ακινητοποιήθηκε
σκύβοντας το κεφάλι ελαφρά και προστατεύοντας το πρόσωπό της με το
42
pdf by elifrac

γείσο του καπέλου. Το οποίο μόλις είχε κάνει «κουκου!» στο κεφάλι της
με το τελευταίο ξόρκι.
- Για κεφαλοτύρι, λαδοτύρι, φορμαέλα!!!
Η ομπρελάρα μ’ ένα ζωηρό, ζαρκαδάτο σάλτο μπήγοντας τη μύτη στο
έδαφος ταρακουνήθηκε δεξιάαριστερά δυο δρασκελιές μακριά απ’ τη
νεραϊδούλα. Με την ίδια μπάσα και βραχνή φωνή βετεράνου
ποδοσφαιριστή που θά ’λεγες πως προπονούσε κανένα μάτσο από
άσχετους με το άθλημα παίκτες καθώς έτρεχε τώρα γκαρίζοντας. Μπας
και του βγούνε πρωταθλητές πριν απ’ το βράδι χωρίς να σέρνονται τρία
λεπτά αργότερα. Με τις γλώσσες κρεμαστές σαν τις ξυραφολουρίδες
του κουρέα της ομάδας τους. Έτσι ξεφύτρωσε σαν αστραπή απ’ το
πουθενά, σαν να φώναζε ποδοσφαιρικές τακτικές επίθεσης αντί για
ποικιλίες σκληρών τυριών που συνοδεύουνε το φαγητό τριμμένα η
ενθουσιώδης τούτη ομπρέλα.
Η οποία, όπως διαπίστωσε γρήγορα η Λουλούκα με μια ματιά, είχε
φορέσει σαν να τό ’χε αγελαδοκούδουνο περασμένο σε λαιμοδέτη,
αγελαδοτροκάνα δηλαδή για να δείχνει ομορφότερη, τον τυροτρίφτη και
τον φορούσε κρεμαστό από το γαντζοχέρουλο. Το οποίο είχε γίνει όπως
οι σωληνώσεις σε λεβητοστάσιο. Θυμίζοντας μεν ένα παρά λίγο πι,
όμως όλο μια λαβή ήτανε κανονικά. Δηλαδή πιο πολύ λαβή για τέντες
θύμιζε, παρά λαβή για ομπρέλα.
- Τυρί για δοκιμή, δώσανε;
Είπε η Λουλού μόλις βρήκε τον έλεγχο των αισθήσεων απολύτως και
πήρε απότομα χαμπάρι τι συνέβαινε μπροστά της.
- Λαμαρινοβιδάκλα της βροχής θά ’χουμε το απογευματάκι αν δεν είσαι
βιαστική κυρά! Δεν πιστεύω ν’ άργησα; Πετάξου μού ’πες μια στιγμή
καί ’γινε!
Η ομπρέλα κατευθείαν εξηγήθηκε με κάθε λεπτομέρεια για την
παραμικρή δυσκολία διεκπεραίωσης ολόκληρης της υποτιθέμενης
43
pdf by elifrac

παραγγελίας. Όπως είχε καταντήσει η μέχρι εκεί συνεννόηση κάθε φορά
που τούτο το φουστανοστραβοδόκαρο ανακατευότανε στις οδηγίες της
Λουλούς.
«Ακόμη δεν ξύπνησε το γαντζομπρελοντιζόπανο άρχισε να μας
δουλεύει ψιλό γαζί!».
Μουρμούρησε μέσα απ’ τα δόντια η νεράιδα.
«Ρε, λες απ’ τις τσίκλες με το ξόρκι, σαν αυτό που πρωτόφαγε τούτη η
στραβοδοκαροσακκούλα η μυστήρια νά ’ρθε η ώρα για να μας
αρχίσουνε μέχρι και τα τσιμπηδάκια στην καζούρα; Νά ’χουμε το νου
μας! Κατάλαβες; Να πάει για φούντο της είπα διακριτικά και τούτη μου
ξανάρθε την επόμενη στιγμή με χαμηλή πτήση. Αυτό κατάλαβε όλο και
όλο από τ’ όνομα που τη στόλισα. Α-τσίδα μου βγήκε! Για δες το
βροχοκατσάβιδο!».
Αμέσως μετά τη συγκρατημένη πρώτη αυτή αντίδραση εκνευρισμού
χωρίς να σαστίσει η Λουλούκα απάντησε τελικά ξεσπώντας κανονικά
στην ομπρελαράκλα δαύτη τη ζωντανεμένη παραπάνω απ’ το κανονικό,
- Όνομα σου τό ’δωσα ρε βληταρότεντα, φύκι δεμένο φιόγκο που
ναυάγησες στο λόφο από ’δω μη σε χάσει τούτος ο κήπος!
Είπε έτσι η Λουλού στην ομπρέλα, σκασμένη απ’ την παραπανήσια
υπομονή που έκανε με χίλια ζόρια.
- Α!
Έκανε η ομπρελάρα που σχεδόν αντιλήφθηκε το κατσάδιασμα σαν μια
επόμενη προς εκτέλεση παραγγελία περιμένοντας για άλλο ένα
προθυμότατο πηγαινέλα.
- Κατάλαβες;
Τη ρώτησε η Λουλούκα αμέσως για νά ’ναι σίγουρη για το αντίθετο.
44
pdf by elifrac

- Για ξαναπέστα μία…
Η ξεβρασμένη τερατάγκυρα της στεριάς η μπανελοπανοψαροφαγωμένη
βεβαίωσε χωρίς καμιά καθυστέρηση γι’ αυτές τις αμφιβολίες τη
Λουλού.
- Ο ζωολογικός κήπος κάπου εδώ γύρω πέφτει! Μεσ’ το άλσος! Για
πετάξου μια στιγμή!
Απάντησε στην ομπρέλα τότε και η νεραϊδούλα αμέσως. Αδιαφορώντας
για την όποια δυσκολία στη μεταξύ τους συννενόηση.
- Μαϊμούδι να σου βρω κυρά;
Δυσκόλευε στο μεταξύ η ομπρελάρα τη συνεννόηση αυτή και άλλο.
Έχοντας σε κάτι τέτοιο όντως την ειδικότητα.
- Λοιπόν για να μην κατασκηνώσουμε εδώ! Τ’ όνομα που έχεις από ’δω
και πέρα είναι…
Ξαναπροσπάθησε η Λουλού να γίνει κατανοητή στα γρήγορα
αποφασίζοντας
να
δώσει
τις
οδηγίες
σε
τούτη
τη
στραπατσοτζιτζιφιογκόψηλη ομπρέλα αργά και καθαρά.
- Ναι…
Συμφώνησε το τσαταλιασμένο και ενοχλητικό τούτο νεραϊδοσύνεργο με
τον γνωστό υπερβάλλοντα ζήλο του στο τσακ να εκδηλωθεί καθότι δεν
υπέφερε την ακινησία όντας λάτρης του καθήκοντος.
- Για Πετάξου…
Πρόσθεσε η Λουλούκα μόνο δυο λέξεις.
- Να βρω μαϊμούδι…
45
pdf by elifrac

Πρόσθεσε και η ομπρέλα τρεις δικές της μια και νόμιζε πως μάντευε την
άσκηση στην πρόσθεση.
- …ε, μη βιάζεσαι…
Εγκατέλειψε και η Λουλού το «μαθαίνω πρόσθεση με κουβέντες» και
άφησε την ομπρέλα να πράξει όπως νόμιζε χωρίς να της φέρει
αντιρρήσεις.
- Έφυγα!
Είπε και τούτη τη φορά η ομπρελαράκλα υπάκουη που ξαναχάθηκε με
ό,τι και αν πρόλαβε και κατάλαβε πως θά ’θελε από την αφεντικίνα της
να γίνει. Έπειτα από ’κείνη την ομπρελοκαταδική της ιδέα για την οποία
ανυπομονούσε να έρθει η έγκριση στο μεταξύ τάκατάκα για να μην
καθυστερεί.
- Πρέπει να κάνω υπομονή. Όπου νά ’ναι…
Άρχισε να παραμιλάει η νεράιδα φτάνοντας όμως στα μισά της σκέψης
της όταν ακούστηκε απότομα από αλλού,
-…Μαϊμούδι τους τελείωσε!!!
Αστραπιαία ο μαρκουτσοπανόγαλος με τις μπανελοφτερούγες τις
τρύπιες επέστρεψε δίνοντας και αναφορά ξελαρυγγιαστά προφορική
όπως βρισκότανε ακόμη εν κινήσει.
-…θά ’ναι ’δω. Νάτη! Να σου πω κάτι!
Ολοκλήρωνε τη σκέψη της παράλληλα και η Λουλούκα προβλέποντας
τη στιγμιαία τούτη εξέλιξη. Αν και ακόμη αποφασισμένη να καταφέρει
να στρώσει τελικά τούτο το πάρα, μα πάρα πολύ εκτάκτου ανάγκης
πάντα και αχρείαστο νά ’τανε, αξεσουάρ.
- ’Μάστα!
46
pdf by elifrac

Έκανε η ομπρέλα καθ’ όλα υπάκουη.
- Τ’ όνομα που έχεις!
Είπε η Λουλού.
- Ε!
Είπε και η ομπρέλα.
- Άκου να μάθεις ποιο είναι.
Συνέχισε η Λουλού.
- ’Κούω!
Συνέχισε και η ομπρέλα.
- Για Πετάξου…
Η νεράιδα επανήλθε τότε σε ’κείνο το λεπτοτάτου χειρισμού σημείο της
όλης συνεννόησης όταν δίστασε να προφέρει άλλες λέξεις. Οπότε
ξαφνικά πλησίασε το κονταροπανόδραμα πού ’χε ξανασφηνωθεί στο
έδαφος δυο βήματα απέναντί της. Διότι αν δεν το έκανε να ακούσει πως
το λένε επιτέλους θα υπήρχε πρόβλημα στην όλη εκ-παίδευση τούτου
του εξαρτήματος. Το οποίο αν και ομπρέλα παραλίας είχε λαβή για
βροχοπεριπέτειες περιπάτου. Μοιάζοντας σαν νά ’χε ξεφύγει μέσα απ’
τα σαγόνια αλιγάτορα όπως θα την παρέσυρε ανεμοστρόβιλος από
τίποτε βάλτους του Μισισιπή για να βρεθεί τελικά στο άλσος τούτο.
Η Λουλούκα λοιπόν τη γράπωσε και με τα δυο χέρια και την ξεσφήνωσε
από το έδαφος.
- Μπα! Τίποτα που είπα μήπως; Αργήσαμε να βρεθούμε πιο νωρίς κατά
’κει όπου θά ’πρεπε ήδη νά ’μαστε; Ε;
47
pdf by elifrac

Αναρωτήθηκε η ομπρελάρα για ό,τι συνέβαινε στη συνέχεια. Η
Λουλούκα αμίλητη την πήγε φουριόζικα βαδίζοντας να την κολλήσει
όρθια πάνω στον πρώτο κορμό δέντρου που είδε.
- Στικ Σποτ!!!
Είπε φωναχτά ενώ μάτιαζε το ζωνάρι του παλτού της πιάνοντας τον
κόμπο του ταυτόχρονα με τό ’να χέρι. Το ξόρκι εξαπλώθηκε σ’ όλο το
παλτό της. Φουσκώσανε οι γιακάδες της γκαμπαρντίνας σαν
μαξιλαράκια του καναπέ και ζωντανέψανε κάτι φρέσκιες στα ποδάρια
της γόβες. Με τακούνια σαν ματσόλες, ξυλόσφυρα φαρδιά και με σόλες
για ορειβάτες. Το παλτοζωνάρι χωρίς αγκράφα, μια γκρίζα λωρίδα
μακριά, πάνινη βρέθηκε λυμένο εντελώς ξαφνικά στο χέρι της. Το
κράτησε λοιπόν για λίγο απ ’την άκρη καθώς το ίδιο από μόνο του χάρη
στο ξόρκι σαλαμόδενε αστραπιαία πάνω στον κορμό του δέντρου την
ομπρέλα. Φέρνοντας βόλτες το δέντρο για να δέσει όσο πιο γερά μπορεί
να φανταστεί κανείς, σαν μια κορδέλα πού ’χε κάπου δεκαεφτά
χιλιόμετρα μήκος, τη σιδηροδρομόραμπα τη στραβομπανελόπανη που
βρήκε η νεραϊ-δούλα. Το νεραϊδοζωνάρι στροβίλησε έτσι για δυο στιγμές. Ο μπάρμπας μου ο ζωναράς σαράντα ζώνες ζώνεται και απ’ όξω
την παλιά του που λέει και το αίνιγμα για το κρεμμύδι. Η ομπρέλα; Λες
και είχε γίνει μπόλι γεωπόνου ήτανε. Για να βγάλει και άλλα τέτοια
μπουμπούκια όλο το δέντρο.
- T’ όνομα που έχεις από ’δω και πέρα είναι – σκάσε! – μην ακούσω
κιχ!!!
Ακούστηκε τώρα κάπως πιο πικάντικο αν και μισοτελειωμένο το
πρόσταγμα της Λουλούς.
- Άμα σ’ αρέσει ακούω και σ’ αυτό εγώ!
Ακούστηκε και η ομπρέλα που απ’ το πρώτο ξόρκι που έφαγε ήτανε
ακόμη σε ρύθμιση αυτόματη. Δηλαδή πάντοτε σύμφωνη να συμφωνεί.
Σε όλα όσα η Λουλού δε θα διανοούνταν να ζητήσει πρώτα και μετά και
στα υπόλοιπα.
48
pdf by elifrac

- Αααα!! T’ όνομά σου είναι…
Αντέδρασε τσατισμένα η Λουλούκα που δεν την άφησε η ομπρέλα να
προχωρήσει στη διόρθωση της καταστάσεως.
- Σκάσε!!
Θύμησε προθυμότατα η ομπρέλα, που δεν τα πήγαινε ωστόσο τόσο
καλά στο θέμα της υπομονής, στη Λουλού. Η οποία μόλις είχε αρχίσει
να εμφανίζει τα ίδια συμ-πτώματα.
- Σκάσε!!
Θυμήθηκε λοιπόν και η νεράιδα να ξαναπεί σαν νά ’χε εκδηλωθεί η
ίωση της εξαντλημένης υπομονής με αυτή τη λέξη για φτάρνισμα.
- Συνεννοηθήκαμε! Να κατέβω τώρα;
Είπε η ομπρέλα μονίμως ανυπόμονη.
- Ουφ! Θα ακούς στο όνομα Πετάξου Μια Στιγμή!
Απάντησε ξεφυσώντας και αναστενάζοντας αυτή τη φορά η Λουλούκα.
- Θα ακούω. Να πεταχτώ να φέρω ό,τι θες μετά χαράς, με ξέρεις,
αλίμονο κυρά!
Η ομπρέλα που είχε ακόμη την ακατανίκητη συνήθεια να συμφωνεί σαν
βασική ρύθμιση στην όλη λειτουργία της απάντησε αναλόγως χωρίς
καθυστέρηση, για μια ακόμη φορά, φυσικά.
- Αλίμονο σου πράγματι έτσι και κουνηθείς! Άκου κυρά! Κηρόσκωρος
να σε φάει και κηραλοιφή να μη μείνει!!
Έχασε η Λουλού ξανά την υπομονή της. Αφού δεν έλεγε η
κονταροπανομαντάρα τούτη επιτέλους να το βουλώσει.
49
pdf by elifrac

- Πιάνει αυτό;
Η ομπρέλα ξανακούστηκε σε πείσμα της Λουλούς. Όχι μόνο δεν έσκαγε
αλλά αναρωτιότανε και από πάνω με κάθε νέα φράση της νεραϊδούλας
περιμένοντας λεπτομέρειες.
- Α, μα!! Αφού ξέχασα να πω το ξόρκι! Παρά λίγο θα το ξέχναγα
τελείως. Πέταξα πριν την τσίκλα πού ’ναι αχρείαστη πια. Αφού πήρε το
ξόρκι μπρος. Οπότε να τι κάνουμε τώρα…
Στικ Σποτ!!!
Η Λουλούκα ξαναθυμήθηκε επιτέλους την τεχνική για το ξόρκι της
απολύτως δικής της έμπνευσης. Κατευθείαν τότε η ομπρελοβελόνα για
καλτσομαντάρισμα κανενός γίγαντα, η στραπατσαρισμένη, τυλιγμένη
με τη νεραϊδοζώνη έφαγε το κεραυνοβόλο ξόρκι από πάνω μέχρι κάτω.
Απότομα η ζωναράκλα, σαν μουντζουρογραμ-μή κουβαριασμένη
μονοκόντυλα που μόλις ξεπετάχθηκε από έργο αφηρημένης τέχνης με
τίτλο «ο ανηψιός της θείας Τασίας που θέλει να αφήσει κολοβά τα δύο
μπακαλόγατα του μπαρμπαΘόδωρα» μια και έτυχε να περνάνε και δύο
τσουρούτικα με μισοόρθια ουρά που το μετανιώσανε εκείνη την ώρα, η
ζωναράκλα λοιπόν αυτομάτως έλυσε αστραπιαία την ομπρελάρα απ’ το
δέντρο.
Τότε το κρεμανταλομαντζάφλαρο το κοτσιδομπανελάτο αφού αφέθηκε
ελεύθερο έπεσε άτονο εντελώς με μια μύτη ολόιδια με σούστα και
σφηνωθηκε καλά στο έδαφος. Το ξόρκι είχε το πολυπόθητο αποτέλεσμα
και από ’δω και πέρα η Λουλού είχε ανά πάσα στιγμή σε κατάσταση
αναμονής ένα παρατρεχάμενο εξάρτημα εξυπηρετικό με το παραπάνω
μεν, όμως κάπως πιο ρεγουλαρισμένο. Αφού πλέον είχε δέσει πάνω του
και ’κείνο το ρημάδι τ’ όνομα.
Η Λουλούκα έλεγε από ’κει και μετά τρεις λέξεις μόνο για να
καμαρώσει το πως έκανε ζάφτι αν ήθελε την ομπρέλα με το
παρατσούκλι που της έδωσε ξανακαρπαζώνοντάς την. Μόνιμα πλέον.
Όπως ήτανε το αναμενόμενο να συμβεί αποτέλεσμα κάθε φορά που
50
pdf by elifrac

εφαρμοζότανε σωστά ένα ξόρκι σαν το «Στικ Σποτ!» από τσίκλα
μάρκας «Ζαμάν Φου!». Που σημαίνει ότι υπήρχεδεν υπήρχε καθήκον
υπό εκτέλεση, η ομπρελάρα από ’κείνη την ώρα θα κανόνιζε να νιώσει
ένα με τ’ όνομα που πήρε έτσι και η Λουλού της φώναζε,
- Πετάξου Μια Στιγμή!
Όμως παρά τις όποιες διαθέσιμες ευκαιρίες για περαιτέρω
πειραματισμούς, τελικά η νεράιδα μπαφιασμένη από όλη αυτή την
αναποδιά αποφάσισε να παρατήσει την ομπρέλα στο σημείο που η
κονταροπανοσαλαμάνδρα τούτη βρήκε να σταθεί από μόνη της. Όρθια
σφηνωμένη στο έδαφος. Ανάμεσα στις ρίζες του πυρόξανθου στο
φύλλωμα όσο και πλατύσκιου αμέλαγχου εκείνου όπου το κατά τα άλλα
πετυχημένο ξόρκι της Λουλούκας μπήκε αστραπιαία σε δράση. Μ’ άλλα
λόγια ούτε που την ένοιαζε μετά απ’ όλα αυτά τη Λουλού πότε θα τη
μάζευε ή αν θα της έκανε κέφι ξανά να επιτρέψει μια ευκαιρία να
ξαναμαρσάρει η ομπρελάρα εκείνη. Έτσι για την υπόλοιπη μέρα σ’
εκείνο το άλσος την προσοχή της νεραϊδούλας θα τραβούσανε, εξαιτίας
και της εκτεταμένης επίδρασης πού ’χε το ξόρκι, κάποιες επίσης
αναπάντεχες μα πολύ πιο ενδιαφέρουσες για ’κείνη εξελίξεις.
Καλό θά ’τανε εδώ όμως ένα μικρό διάλειμμα. Ας αφήσουμε και λίγες
λεπτομέρειες για πιο μετά. Δεν ξέρω εσείς αν θα διαφωνούσατε. Πάντως
εμένα κάτι τέτοιο δε θα με ενοχλούσε καθόλου. Όποτε λοιπόν το
επιθυμήσετε ε, καλή αντάμωση στο κεφάλαιο της κεφάλας μου το
επόμενο.

51
pdf by elifrac

Κεφάλαιο 3
3. Χοντρές Πλάκες Του Δάσους
Μέρος 1ον
Το «Στικ Σποτ» που βρήκε ως κατ’ εξοχήν στόχο την ομπρελάρα,
δημιούργησε κάποια παραπανήσια απρόοπτα που οφείλονταν σε μια
απροσδιόριστη ευρύτητα που είχε ένα τέτοιο ξόρκι αν δεν φρόντιζε
εκείνος που το χειριζότανε να βάλει την κεφάλα του να σκεφτεί
αναλόγως προκειμένου να αποφευχθούνε τυχόν παρενέργειες. Έτσι
λοιπόν να τι έγινε ταυτόχρονα με τη νεραϊδοκατραπακιά πού ’φαγε η
ομπρέλα. Επιτόπου η σπαγγετοχιλιόμετρη η ζωναροφιδούκλα καθώς
ήτανε μια κορδέλα ανυπολόγιστα μακριά και χιλιομπερδεμένη έγινε με
μια απότομη μετατροπή μια παρδαλή τσαντάρα. Μεγάλη όσο οχτώ
σάκκοι του μποξ στιβαγμένοι από την πλατιά τους πλευρά και
τοποθετημένοι κολλητά από την ίδια πλευρά σε δυο τετράδες. Μια
πορτοφολαροτσανταράκλα παραφουσκωμένη σαν ντοματάρα γεμιστή.
Απ’ όπου άρχισε να προεξέχει σε κάθε πετάρισμα που κάνανε της
Λουλούκας τα μάτια κάθε φορά και άλλο αντικείμενο…
Πρώτα έκανε «φουπ!» ένα αχνό λευκό σύννεφο. Α-μέσως φανήκανε στο
άνοιγμα της τσαντάρας αλλάζοντας μορφή από τό ’να πράγμα στ’ άλλο
τα εξής παρακάτω πράγματα. Για αρχή εμφανίστηκε ξαφνικά στα καλά
του άλσους καθούμενα ένας θηριώδης τόμος. Ο οποίος τελικά ήτανε
ένας ζωντανεμένος οδομπούσουλας με μια έντονα ανάγλυφη φάτσα
παχυφρύδη γεροπαράξενου στη θέση για το εξώφυλλο. Ξεφύτρωσε
παμπάλαιος και ογκώδης όσο ένα εσκαμπό ύψους και πλάτους μισού
μέτρου. Με μήκος λίγο πιο μακρύ από ένα τέτοιο παρά λίγο κύβο. Το
ίδιο ξαφνικά εξαιτίας του λευκού νέφους προτού αυτό να διαλυθεί
εντελώς, ξέσπασε σε ένα βαθύφωνο, τραχύ βήχα που έσπαγε μέχρι και
τζάμια. Κάτω από το γηραλέο εξωφυλλόμουτρο τούτο πρέπει να
αναστατωθήκανε καμιά πενηνταριά χιλιάδες σελίδες.
Αφού καθάρισε το λαρύγγι του που φάνηκε πεντακάθαρα την ώρα του
γκαργκανόβηχα που το έπιασε, άρχισε να γκαρίζει σαν παλιός
52
pdf by elifrac

σταθμάρχης σε αποβάθρα τρένων. Αυτά για τα οποία ξελαρυγγιαζότανε
να φωνάζει ήτανε συνοικίες από τις περιοχές που υπήρχανε έτσι και
βουτούσε κανείς για να βρεθεί μέσα στους δρόμους και τα υπόλοιπα
άγνωστα μέρη ετούτου του αγουροξυπνημένου παμπάλαιου οδικού
χάρτη. Να λοιπόν τι άρχισε να βροντοφωνάζει. Με ένα βρυχηθμό
λιονταριού που έκανε τον άκρως εκρηκτικό λάρυγγα του τόμου δαύτου
να ακούγεται σαν ν’ αναβλύζανε βότσαλα απ’ το ηχητικό κροτάλισμα το
παραπανήσιο.
- Για Υπναλέικα!!!
- Όσοι είναι για Παλιό Χουζούρεμα!!!
- Ανεβείτε για Γλαρομάτικα!!!
- Επιβάτες για τις Γκαβότσιμπλες!!!
- Αναχώρηση σε τρία λεπτά, κύριοι!!!
- Όσοι πάνε για τη Γερή Ξάπλα!!!
- Άνω Αρκουδοτεμπέλικα!!!
- Κουκουλογουρλομάτικα!!!
- Ροχαλητοσπηλιές!!!
- Φαρμακομυτοπλάτανο!!!
- Γρουσουζομάτικα!!!
- Έλα κόσμος για Χασμουρητόδασος!!!
-…και για Κάτωωω Ααααρκουδοτεμπεεέλικααα!!!

53
pdf by elifrac

Ξαφνικά η Λουλού δοκίμασε να κάνει σε ετούτο το μυστήριο
κατασκεύασμα μια ερώτηση. Για να μάθει πως λειτουργεί από πρώτο
χέρι.
- Πώς μπορεί κάποιος να κάνει βόλτα;
Ρώτησε τον τόμο που γκάριζε μέχρι εκείνη τη στιγμή.
- Α, έχω βγει στη σύνταξη πιτσιρίκα! Γουστάρεις τσάρκες μήπως μέχρι
τα Ξαπλαργοκίνητα Ποδάρια και τις Τεμπελοαιώρες;
Είπε ο πρωτοφανής ετούτος ζωντανεμένος, γέρικος τόμος για χίλιουςδυο φρέσκους δρόμους και άλλες τόσες πλατείες.
- Ευτυχώς που βρέθηκε η στιγμή και βγήκα για λίγο να ξεμουδιάσω. Δεν
είναι να με έχεις όμως και για πολλά σούρταφέρτα πια. Μ’ έχει βαρέσει
κατακούτελα η αφηρημάδα και καταμπερδεύω τα δρομολόγια. Πάντως
νά ’σαι καλά που με άφησες να πάρω μια ανάσα. Θα στο χρωστάω!
- Να…
Πήγε να πει η Λουλού, όταν ο τόμος ο πελώριος τη διέκοψε, λέγοντας
βιαστικά,
- Ώπα!!! Ώρα για αναχώρηση! Τελευταία ειδοποίηση για Εξοχικές
Ανασκελοκούνιες και για Χασμουροτάισμα!!!
Είπε ο τόμος απότομα. Βάζοντας αμέσως μετά και μια φωνή για να
ανακοινώσει μιαδυο τελευταίες διαδρομές που είχε πλέον μόνο ως
επαγγελματικές αναμνήσεις του παλιού, καλού καιρού.
- Α! Ε, πώς σε λένε παππού;
Φώναξε η Λουλού στο ασήκωτο ετούτο παχούλο βιβλίο καθώς έσβηνε
από μπροστά της. Ακριβώς τη στιγμή που το σκέπαζε ένας αφράτος,
παχύς και ολόλευκος αχνός πριν να χαθεί για τα καλά.
54
pdf by elifrac

- Άμα βαρεθείς ποτέ, βάλε μια φωνή και ξανάρχομαι. Με λένε Δρόμο
Για Υπνο!!!
Πρόλαβε να απαντήσει ο γηραλέος οδομπούσουλας στην ερώτηση της
Λουλούκας. Καθώς χανότανε ήδη μέσα στο ολόλευκο συννεφάκι που
σχηματίστηκε για να ξαναησυχάσει κάπου μέσα στην τσαντάρα. Άλλο
ένα απρόσμενο κομμάτι με το οποίο είχε επιπλέον βρεθεί εδώ και λίγη
ώρα η νεραϊδούλα. Πάντως ο παππουδοτόμος εκείνος όσο σβέλτα
εμφανίστηκε το ίδιο σβέλτα έγινε καπνός. Οπότε και ξεφύτρωσε σε μια
στιγμή κάτι ακόμη πιο ασυνήθιστο.
Να λοιπόν που ξεπρόβαλλε τώρα ένα ιπτάμενο ακουστικό του
τηλεφώνου με δικό του σετ από ένα ζευγάρι λευκά, λαστιχένια γάντια.
Τα οποία ήτανε επίσης ιπτάμενα. Είχανε κανονικό μέγεθος για να
ντύνουνε χέρι μέχρι τον καρπό. Με στρίφωμα ελαστικό και φουσκωτό
χωρίς κουμπώματα. Τα γάντια τούτα σου κρατάγανε το πηγούνι ή σου
ξύνανε τ’ αφτιά και το κεφάλι.
Όσο για το ιπτάμενο τ’ ακουστικό του τηλεφώνου, μέσα στο μικρόφωνο
του έμενε κοριός πού ’χε δωμάτιο. Από ’κει ψιθύριζε, σιγομουρμούριζε,
φλυαρούσε ή σφύριζε μελωδίες στον άλλο κοριό που ήτανε μέσα στο
ηχείο του ακουστικού για το αφτί και το αντίστροφο. Ετούτοι οι δυο
κοριοί δηλαδή που είχανε ξαπλάρει ο καθένας στο πόστο του μπαίνανε
στη συζήτηση μόλις δοκίμαζες να μιλήσεις νομίζοντας ότι σε καλέσανε
στον αριθμό του τηλεφώνου ετούτου φίλοι σου χωρίς ποτέ να αφήνουνε
συζήτηση να μείνει σοβαρή, ρίχνοντας στο ενδιάμεσο της όλης
συνομιλίας μέχρι και ανέκδοτα.
Σαν να λέμε η ζημιά, ε! Νάτη πως γίνεται. Άμα καμιά νεράιδα ρίξει
ποικιλία από ξόρκισαλάτα βαρύτερο του συνηθισμένου έτσι και είναι
στα κέφια πάνω θα φωνάξει απ’ έξω της «στικ σποτ!» αλλά από μέσα
της μπορεί να πει «βουή να σου έρθει!». Θα βουίζεις – μην ψάχνεις για
πόσο – τυμπανοηχητικώς. Κρίμα τις λοβότρυπες. Όχι αυτές για τα
σκουλαρίκια. Τις εργοστασιακώς ανοιγμένες από τη γέννα.

55
pdf by elifrac

Ε, βέβαια. Έτσι και ’δω. Σ’ όποιον του λάχαινε να τον τρακάρουνε,
εκείνα τα ιπτάμενα, βοηθητικά για το ακουστικό λευκά, λαστιχένια
γάντια με στρίφωμα φουσκωτό στον καρπό και χωρίς κανένα
κούμπωμα, όταν δεν τον πιάνανε τα γέλια με τις φάρσες τους αρχίζανε
σύντομα να τον γαργαλάνε μέχρι να τον πιάσει λόξυγγας. Φυσικά για
όλα αυτά το σετ του τηλεφώνου έκανε στη Λουλούκα μια επίδειξη. Το
δείγμα εκείνη τη στιγμή πέρναγε σφυρίζοντας αμέριμνο είκοσι μέτρα
μακριά της. Ο άγνωστος τούτος διαβάτης φαντάζομαι πως θα ήτανε
ντυμένος με κάτι συνηθισμένα ρούχα για τη δεκαετία του έτους 4010
στο μακρινό μέλλον.
Τώρα ακόμη και κάτι τέτοιο θα μου πείτε είναι ευκολότερο να το λέει
απλώς κανείς παρά να το φαντάζεται. Ακριβώς εδώ λοιπόν μετά από μια
γρήγορη βαθιά αναπνοή είναι το σημείο που είπα αμέσως «νάτηνε η
στιγ-μή». Να χαρίσω δηλαδή ένα ακόμη απολύτως αντιπροσωπευτικό
δείγμα της μια για πάντα λειψής μερίδας απ’ το νιονιό πού ’χω.
Κάμποση μάλιστα δεν ξέρω πως έγινε και μού ’πεσε πάνω ακριβώς σε
’κείνη την ώρα μοιρασιάς όλης της εξυπνάδας. Μάλιστα. Μακάρι να
εκπλαγεί στο ντεφιλέ το φουτουριστικό η αφρόκρεμα της μόδας.
Πάντως καλό θά ’ναι από τακτ να μη γελάτε καθώς θα διαβάζετε για τα
ρούχα που περιγράφονται αμέσως παρακάτω. Διότι πολύ το φοβάμαι ότι
θα γελάει και το παρδαλό κατσίκι μελλοντικώς.
Σε γενικές γραμμές λοιπόν, μια περίεργη εκδοχή της αμφίεσης του
τύπου που μόλις έσκασε μύτη στο άλσος που βρίσκεται και η Λουλού,
μιλώντας πάντα για το έτος 4010 να πως υπέθεσα ολομόναχος πως θά
’ναι. Ίσως να θυμίζει λίγοπολύ, παραλείποντας αρχικά το κάλυμμα για
το κεφάλι, χωρίς νά ’ναι απαραίτητα και εφαρμοστή, όμως αρκετά
αφράτη απ’ την ειδική προστατευτική επέν-δυση στο εσωτερικό όσο και
από ένα πιθανότατα τεχνητά μυώδες εξωτερικό, στολή για τους δύτες.
Απλώς λέω τώρα πως τό ’δα τ’ όνειρο. Ένα ολόσωμο πιτζαμομπανιερό
ελαστικό, ανατομικής εφαρμογής που θα φοριέται και σαν καθημερινό
κοστούμι περιπάτου τό ’δα κάτι τέτοιο.
Ε; Όπου όλος ο κορμός, η μέση και τα πόδια θά ’ναι προφυλαγμένα από
τυχόν τραυματισμούς χάρη στους διπλωμένους, πολύ ανθεκτικούς και
56
pdf by elifrac

έτοιμους να φουσκώσουνε όταν χρειαστεί, αερόσακκους του κάθε
ρούχου. «Κούνια που σε κούναγε» θα μου πείτε ’σεις αλλά εγώ τη φόρα
την πήρα μια πού ’χα όρεξη. Έτσι, σε κάθε τύπο ενδύματος, στο πάνω
του μισό που θα καλύπτει τον κορμό να ποια έξτρα προδιαγραφή θα
περιλαμβάνεται. Μια ειδικού τύπου λαιμόκοψη η οποία θα κρύβει μια –
παρόμοιου σχεδιασμού με των αερόσακκων – αδιόρατη σε πάχος
διπλωμένη κουκούλα. Γελάτε, ε; Σίγουρα. Φάσκελο με πατέντα ή όχι
και να ρίξατε την είχα όμως και ’γω μυαλοφούσκωμα την ιδέα. Ως ένα
τέτοιο προστατευτικό μηχανισμό που αν μπορέσει κάποτε να
λειτουργήσει, θα παίρνει μπρος χάρη σε κάποια μικροσκοπική,
ενσωματωμένη μονάδα ελέγχου. Τώρα όσοι μισογελάτε για το αν το
φάσκελο ανοίγει γρηγορότερα, εγώ σαν οπτασία τα είδα.
Η κεντρική αυτή η μοναδούλα ελέγχου θα βρίσκε ται, κατά τη μάπα
μου, σε ένα ειδικά επιλεγμένο, δηλαδή το πιο προσδιοριστικό σημείο
όλου του ρουχισμού. Να σας πω και τις λεπτομέρειες. Σε συνδυασμό με
αισθητήρες όπως κανένας ταχογράφος βημάτων, ακόμη και κανένας
ανιχνευτής που θα «πιάνει» την υπερβολικά απότομη γωνία
πρόσπτωσης κάθε σκουντουφλημένου καρμοίρη εν πάσει περιπτώση
μαζί και με κάποιου τύπου βιοηλεκτρονικούς καταγραφείς πιθανώς
διαφόρων αδενικών ουσιών για την εξακρίβωση διάθεσης ταυτιζόμενης
με την κατάσταση κινδύνου από την ξαφνική κινησιακή ένταση,
προστατεύοντας αστραπιαία βεβαίως μαζί και την κεφάλα, καθένας θα
σώζεται την τελευταία στιγμή από το ίδιο το μακρυβράκι του…
Αμέ. Για παράδειγμα, αυτή η κουκούλα που είπαμε πιο πριν, κατάλληλα
διπλωμένη και προσαρμοσμένη στη λαιμόκοψη της κάθε παρόμοιας,
τύπου κολάν και ολόσωμης της φανελοδιαστημόβρακας, τη στιγμή που
θα αισθάνεται κανείς ως άκρως σπαζοκουτέλικο το παραπάτημα, θα
ανοίγει καλώς εχόντων των πραγμάτων πριν από το κεφάλι. Σε δυο
μέρη. Τυλίγοντας η μισή από δαύτη την τσουτσουμίδα ολόκληρη τη
μούρη πλην των χειλιών, ματιών και ρουθουνιών και η άλλη μισή το
υπόλοιπο πίσω μέρος του μυαλοκολόκυθου, κουμπώνοντας αστραπιαία
όσο και αυτομάτως τα δυο τμήματα μεταξύ τους και φουσκώνοντας.

57
pdf by elifrac

Επιπλέον, για το κλου, σχετικά με τις αλλαγές στο στιλ των παπουτσιών
ασχέτως απ’ το σχέδιο και τον τύπο μού ’ρθε η μοναδική για τον
μπαγιατεμένο κατιμά πού ’χω ξεχάσει καταχωνιασμένο στη θέση του
μυαλού ιδέα νά ’ναι τέτοια στα βασικά χαρακτηριστικά όλα ώστε να
βαδίζει κανείς στον αέρα έως και – το ρυθμίζω κουτουρού επιτόπου ε; –
τριάντα πόντους πάνω απ ’το έδαφος. Όταν κάποτε θα υπάρχουνε
τέτοιας μορφής λαστιχομπόρδολοι για πολύ προχωρημένα ποδάρια και
μαζί και ’κείνες οι μανικοπιτζαμόκαλτσες σαν των μπαλαρινώνε χωρίς
τη φούστα την τούλινη διότι θα μας φλερτάρουνε και οι καρακάξες οι
βεριτάμπλ φωναχτά, έχω την αφέλεια να νομίζω πάντοτε πως θά ’ναι
πλέον μια ασπίδα που κανείς ακόμη δεν ξέρει μα μπορεί και να
προστατεύει, όποιον προφτάσει να τα φορέσει, ακόμη και από πτώσεις
πολ-λών μέτρων. Παρ’ όλο που έχοντας τη δυνατότητα σε
ανηφοροκατήφορους να βαδίζει κάποιος πολύ ευκολότε ρα, καμιά άλλη
ενόχληση για τα πέλματα δε θα υπάρχει εκτός ίσως από τους
γκρεμούς…Αν και όπως λέει η παροιμία «γίδα που τρέχει στον γκρεμό,
ποτέ δεν έχει σκοτωμό». Μακάρι και οι όρθιες οι δίποδες με τα
διαστημάρβυλα δηλαδή.
Ε, εκείνος ο άγνωστος περαστικός λοιπόν έχοντας μια εμφάνιση
ανάλογη αυτής που μόλις περιέγραψα καθώς γκεζέραγε μέσα απ’ το
άλσος σκόνταψε εκεί που δεν το περίμενε όπως ορμήσανε επάνω του τα
ολοκαίνουργια ιπτάμενα εξαρτήματα της Λουλούς. Μπας και τη
διασκεδάσουνε λιγάκι τα τσικλοξόρκια επιτέλους. Αφού γι’ αυτό βγήκε
στο νεραϊδοσεργιάνι τσικλοφουσκαλοπαίζοντας. Από τούτη την
αναμπουμπούλα που δημιουργήθηκε σε χρόνο μηδέν ο τύπος απόμεινε
πεσμένος στο γρασίδι. Με την κουκούλα την προστατευτική ως τη
στιγμή εκείνη τακτικά διπλωμένη μεσ’ τη λαιμόκοψη της μπλούζας του
τώρα νά ’χει ανθίσει μ’ ένα «τσκαφ!» στην κεφάλα του!
Με μια λεπτεπίλεπτη, όμοια με ένα βλαστό σε πάχος τρίχας, κεραία
ραδιογωνιόμετρου που είχε στην κορυφή της μια ακτινωτή φτερωτή έξι
αυτόματων, οριζόντια περιστρεφόμενων πτερυγίων. Φτιαγμένων από
συνθετικό υφασμάτινο υλικό ακριβώς στην κορυφή της κουκούλας
δαύτης. Το ραδιογωνιόμετρο γύρναγε ασταμάτητα ψάχνοντας για τυχόν

58
pdf by elifrac

κινδύνους που ίσως κάπου τριγύρω να συνεχίζανε να απειλούνε την
ακεραιότητα του εξοπλισμένου με το ειδικό τούτο ρούχο προσώπου.
Ο τύπος αυτός λοιπόν έμενε ανασηκωμένος ενώ στηριζότανε στον ένα
του αγκώνα ανάσκελα στη χλόη μ’ όλο τούτο το λούναπαρκ στη κεφάλα
του και με βλέμμα διπλογουρλωτό. Τριβελιζόμενος συνεχώς από το
ιπτάμενο ακουστικό του τηλεφώνου. Χωρίς καλάκαλά και τούτο νά ’χει
ξεφυτρώσει μέσα απ’ τη νεοσκαρωμένη τσαντάρα της Λουλούς μαζί με
τα δυο λευκά, με το φουσκωτό στρίφωμα στον καρπό, λαστιχένια και
εξίσου ιπτάμενα με το ακουστικό, γάντια.
Μια λεπτομέρεια που αφορά στο ακουστικό ετούτο του τηλεφώνου το
σκέτο ήτανε μια τουρμπίνα τόση δα στο κάτω μέρος του. Εκεί δηλαδή
όπου θα υπήρχε υποδοχή για καλώδιο κάτω απ’ την καμπίνα του κοριού
του μικροφώνου, προεξείχε μια μικρή κυλινδρική εξάτμιση που όμως
δεν έβγαζε ατμούς. Μόνο μια μόνιμα αστραφτερή από λάμψεις
χρυσόσκονης, ουρά. Μακριά όσο ο αντίχειρας ενός χεριού ενηλίκου
ανθρώπου. Το ακουστικό δαύτο, μια αντίκα από συσκευή τηλεφώνου
της εποχής του 1900, από τη Μπελ Επόκ, λες και είχε μόλις εφευρεθεί
το τηλέφωνο, πέταξε κολλώντας στο αφτί του εν λόγω ζαβλακωμένου
περαστικού. Μέσα από το ηχείο για τ’ αφτί του ακουστικού ετούτου ήδη
στα σκουντουφλημένα και καθόλου καλά του τύπου εκείνου καθούμενα
ακουγότανε ήδη,
- Εμπρός; Ναι; Ποιος; Παρακαλώ;
Σε τούτο το στραβό χωριό παπά δεν είχε κι ήρθα, δηλαδή. Αφού την ίδια
στιγμή του περδικλώματος τα δυο λευκά γάντια τα ιπτάμενα γίνανε
μπελάς για δαύτον τον τύπο. Το ένα πήγε και τον έξυνε στο σβέρκο και
το άλλο για μια στιγμή με τον δείκτη και τον αντίχειρα του πλάτυνε τα
σοβαρά και χάσκοντα από έκπληξη χείλη του. Για να δείχνει
οδοντοχαμογελαστός καθώς φωτογραφήθηκε σε χρόνο μηδέν απ’ τον
κοριό του μικροφώνου. Όταν απότομα το ιπτάμενο ακουστικό πέρασε
και έμεινε, βγάζοντας μια λάμψη, απέναντι απ’ τη φάτσα του τύπου.

59
pdf by elifrac

Η εξάτμιση του ακουστικού εκτόξευσε τότε ένα λεπτό ρολό μέσα απ’
τον αχνό χρυσόσκονης που άφηνε. Το χαρτάκι το τσάκωσε εκείνο το
γάντι που σχημάτησε το χαμόγελο στη φάτσα ετούτου του
μπλοκαρισμένου αγνώστου. Το γάντι τότε μοστράρησε ξετυλιγμένο το
γυαλιστερό χαρτί που βγήκε λες και ήτανε καλαμάκι για αναψυκτικό
έτσι καλοτυλιγμένο που το εκτόξευσε η εξατμισούλα. Ιπτάμενο πάντα,
το κράτησε για λίγο να το προσέξει και ο απεικονιζόμενος καθώς
στάθηκε αιωρούμενο απέναντι απ’ τη φάτσα του τύπου. Όταν ξαφνικά η
φωτογραφία εξαϋλώθηκε αφήνοντας κόκκους απαλής λάμψης στα
λευκά δάχτυλα του ιπτάμενου γαντιού. Μια λάμψη που έσβησε
παρομοίως.
Οι δυο κοριοί του ακουστικού του τηλεφώνου, ο ένας μέσα απ’ το
μικρόφωνο και ο άλλος μέσα απ’ το ηχείο για το αφτί αρχίσανε να
πιλατεύουνε τότε τον άγνωστο. Κάνοντάς του ένα κεφάλι ίδιο με
καζάνι. Ενώ είχε απομείνει να χάσκει γουρλωμένος με τα φρύδια του
ψηλά και με μια κουκούλα στο κεφάλι του ίδια μ’ ένα βόρδονα, πρήξιμο
άνευ προηγουμένου δηλαδή που θύμιζε λασποθεραπεία παχειά με
ανεμιστηράκι στην κορυφή. Παρ’ ότι ήτανε σε χρώμα γαλάζιο
στραφταλιστό.
- Τζιμ! Έλα! Πες ένα «γεια!»…
Άρχισε να λέει με διαπεραστική, ζωηρή φωνή ο κοριός του ηχείου για τ’
αφτί μέσα από τ’ ακουστικό το ιπτάμενο. Αναστατώνοντας κατευθείαν
στο τύμπανο του αφτιού τον περαστικό ετούτο τον φρεναρισμένο.
- Η γιαγιά!
- Η γιαγιά! Έλα, έλα Τζιμ!
- «Γεια σου!» πες της!!!
Συνεχίσανε με αλλεπάλληλο τριβέλισμα οι δυο κοριοί να ενοχλούνε
τούτο τον άγνωστο. Σε στιλ «Άλλ’ αντ’ άλλα τα μεγάλα της
Παρασκευής το γάλα»...
60
pdf by elifrac

- Μα…
Προσπάθησε να διαμαρτυρηθεί ο άγνωστος.
- Γιαγιά! Ο Τζιμ!
- Ναι; Τζιμ; Εσύ; Πού ’σαι και χάθηκες;
- Μίλα, Τζιμ! Η γιαγιά!! Ντροπή!!
Διατηρώντας το ρυθμό οι δυο κοριοί του ακουστικού φροντίσανε να
φλομώσουνε τον τύπο με παραπάνω βαβούρα.
-…ναι…γιαγιά…
Ψέλλισε απρόθυμα ο τύπος εντελώς αιφνιδιασμένος.
- Τζιμ, αγόρι μου! Μετά από τόσο καιρό! Νιώθω συγκίνηση! Νά ’σαι
καλά! Πω, πω Τζιμ…ε; Πού ’σαι;…Τζιμ;
- Η γιαγιά, Τζιμ!! Πες κάτι!!
Ακάθεκτοι οι δυο κοριοί του ιπτάμενου ακουστικού συνεχίσανε με
απανωτές ριπές φλυαρίας να τσιγγλάνε τον τύπο.
- Εε…πολύς…
Έκανε αμήχανος ο τύπος με τη σειρά του.
- «Γιαγιά!». Ρίχτης ένα «Γιαγιά!». Τζάμπα τά ’χουμε τα «Γιαγιά!»
Τζιμ!!
Φρόντισε να κρατάει ο κοριός του ηχείου για τ’ αφτί τον τύπο επίτηδες
παραπάνω ζαλισμένο μήπως και ξεφύγει.
- …πο…πολύς…γιαγιά…
61
pdf by elifrac

Απάντησε εντελώς σαστισμένος ακόμη ο τύπος. Εμ!Του κουτσοδόντη
τυχαίνει το παξιμάδι.
- Α, μπα; Ε!…και το θυμήθηκες τώρα ε;
Πήρε τη σκυτάλη τώρα ο κοριός του μικροφώνου.
-…εε…
Ξέφυγε ως μοναδική όσο και άναρθρη αντίδραση στη θέση κάθε
καλύτερης δικαιολογίας, απ’ τα χείλη του τύπου μέσα σε τέτοιο καζίκι
βεβαίως. Για να δούμε και παρακάτω.
- Τόλμησες παλιόπαιδο και μου τηλεφώνησες μετά από τόσα χρόνια και
με είπες και γιαγιά; Αίσχος Τζιμ!! Σαν δε ντρέπεσαι!! Ακούς εκεί!! Εγώ
γιαγιά!! Τζιμ εγώ στην ηλικία σου έριχνα διάνα με τη σφεντόνα σε
κεφάλι καρφίτσας από διακόσια μέτρα και την…την…την…Τζιμ;
Εξακολούθησε ανελέητα να τρώει τον χρόνο του τύπου ο κοριός του
μικροφώνου μέσα απ’ το ακουστικό. Τι ανελέητα. Τσάμικος ταμπάκος
του έγινε μαζί με τον άλ-λονε το δίδυμο.
- …ν…αι;
Αποκρίθηκε μηχανικά ο τύπος τελείως μουδιασμένος.
- Την καρφίτσα μου παλιοαλήτη που μου την ξάφρισες φεύγοντας!
Πέταξε μια απάντηση ο κοριός του μικροφώνου επίτηδες για να
συνεχίσει να μιλάει. Λέγοντας οτιδήποτε. Φτάνει να γινότανε
γκαρίζοντας για να μένει ξαφνιασμένο το θύμα. Αγάλια αγάλια κότα
μου και ’ γω σε μαγειρεύω...
- Ποια καρφίτσα;
Έκανε ο τύπος γεμάτος απορία.
62
pdf by elifrac

- Να, αυτή!
Είπε στον άγνωστο ο ένας απ’ τους δυο κοριούς τούτου του
ξεκαπίστρωτου – χωρίς βάση του καντράν – ακουστικού. Ενός
φαντάσματος από παλιομοδίτικη τηλεφωνική συσκευή. Όταν ξαφνικά
βγήκε απ’ το μικρόφωνο ξεβιδώνοντας το καπάκι του ιπτάμενου
ακουστικού ένα ντιπ τσαπράγκαλο πλασματάκι ολοστρόγγυλο και
πλακέ σαν παστίλια. Μέσα σ’ ένα σκούρο ριγέ κοστούμι με λευκό
κολλάρο. Μ’ ένα λευκό παπιγιόν επίσης. Φορώντας στα πόδια το ίδιο
λευκά, φουσκωτά παπουτσάκια και έχοντας αφράτα και ολόλευκα,
ζωηρά χέρια. Κρατώντας με τό ’να απ’ τα δυο μια καρφίτσα για πέτο
σακακιού. Η οποία είχε κεφάλι στο σχήμα του τετράφυλλου τριφυλλιού. Κατά τα άλλα δε διέφερε σε άλλο τίποτα από μια απλή βελόνα.
Δίνοντάς τη στον τύπο όπως βρέθηκε ο σγρουμπός ο κοριός απ’ το
μικρόφωνο του ακουστικού απ’ τη μια στιγ-μή στην άλλη πάνω στην
παλάμη του ενός ιπτάμενου λευκού γαντιού. Τούτο το γάντι το ιπτάμενο
το σκέτο βρισκότανε εντελώς μετέωρο απέναντι απ’ τη φάτσα του
σταματημένου και πεσμένου στο γρασίδι τύπου. Με τον κοριό να
κάθεται πάνω στη λαστιχένια, λευκή παλάμη που έστεκε στον αέρα.
Ναι. Βγήκε και το τζίτζιφο και παρίστανε το φρούτο. Ο κοριός
μοστράριζε στον περαστικό την καρφίτσα λέγοντας,
- Εδώ ρε Τζιμ! Ξύπνα! Πάρε! Να η καρφίτσα!
Μετά ο κοριός αφού έδωσε στον τύπο την καρφίτσα, ξαναμπήκε στο
μικρόφωνο βιδώνοντας και πάλι το καπάκι. Συνεχίζοντας από μέσα την
υπόλοιπη πάρλα. Παρατείνοντας την εμπλοκή στον περίπατο του
αγνώστου με συνεργούς τόσο τον άλλο κοριό όσο και τα δυο λευκά,
ιπτάμενα γάντια που πετάγανε σαν τα προυτσαλέκια.
- Τζιμ! Την καρφίτσα μου! Αίσχος μικρέ!
Είπε τώρα ο κοριός του μικροφώνου αφού άραξε ξανά μέσα στο
ακουστικό παίζοντας ακόμη το ρόλο μιας γιαγιάς ενός κάποιου Τζιμ.
Κάτι ονόματα που για τον άγνωστο τύπο ξεφυτρώσανε πριν λίγο για
63
pdf by elifrac

πρώτη φορά μέσα από τούτο το παράξενο μαραφέτι. Άλλα μελετούν τα
βόδια και άλλα ο ζευγάς, η κατάσταση.
- Πες της Τζιμ ότι τη βρήκες επιτέλους!
Παρενέβει εγκαίρως ο κοριός στο ηχείο για τ’ αφτί ετούτου ’δω του
ακουστικού του ιπτάμενου εξακολουθώντας τη συνήθη τακτική που
απομάκρυνε σβέλτα την προσοχή του τύπου από τις σκέψεις μιας
άμεσης διαφυγής. Από τούτο δηλαδή το μπλόκο που είχε καταφέρει να
του στήσει η συμμορία το σετ από τα τζερτζελέδικα τα κουμποκλίτσια
του ακουστικού που τον ζουρλοβρόνταγε.
- Τη…βρήκα!
Ξαναβάλτωσε εξαιτίας της εκτός ελέγχου υποχωρητικότητάς του ο
άγνωστος που άκουγε τον εαυτό του να συμμορφώνεται για άλλη μια
φορά. Ακριβώς όταν έπρεπε νά ’χει βρει την αυτοσυγκράτηση για να
διαφωνήσει κοφτά. Χάνοντας άλλη μια ευκαιρία για να γλιτώσει. Έμπλεξα στο βάτο. Μήτε πάνω, μήτε κάτω, αν έχετε καθόλου ακουστά.
- Ένα «γιαγιά!» δεν έριξες Τζιμ! Πάντα ρίχνε ένα «για γιά!». Τζάμπα
είναι, είπαμε τα «γιαγιά!»…
Ο κοριός στο μικρόφωνο με ένα νέο αντιπερισπασμό ξανατριβέλησε τον
τύπο για να τον αποτρέψει να εκδηλώσει τον εκνευρισμό του, ως
συνήθως. Ώστε να τον επαναφέρει σε εκείνη τη μονίμως αμήχανη θέση
να μαγνητίζεται από τις απρόβλεπτες αντιδράσεις του διδύμου τόσο των
κοριών όσο και των λευκών ιπτάμενων γαντιών. Πράγμα που πέτυχε
πάραυτα.
- Γιαγιά…
Είπε, λουτιασμένος ο τζες παθητικά εντελώς. Το ζαλακιάρικο, που λένε
κι οι ηπειρώτες. Όπως του βαράγανε κι αυτουνού τα δυο τα γκριτζούνια
του ακουστικού, χόρευε.
64
pdf by elifrac

- Ε, μα τόση ώρα έχω φάει! Έχω μείνει με την κουβαρίστρα την
κλωστή. Φέρτη την καρφίτσα μου για το ράψιμο επιτέλους να
τελειώνουμε!
Είπε τώρα ο άλλος κοριός μέσα απ’ το ηχείο του ακουστικού. Εκεί όπου
ακουμπάει το αφτί. Τούτος ο κοριός του ηχείου το καπάκι τό ’βγαλε
κλωτσώντας το. Το οποίο το γράπωσε τό ’να ιπτάμενο, λευκό,
λαστιχένιο γάντι. Ε-κεί απάνω, πατώντας στο καπάκι σαν νά ’τανε σε
βάθρο σαλτάρησε ο κοριός που βγήκε απ’ το ηχείο του ακουστικού.
Αντικρίζοντας στη φάτσα τον άγνωστο τύπο. Ο οποίος κράταγε με το
χέρι λυγισμένο μπροστά του την καρφίτσα για πέτο σακακιού. Ένα
μικροσκοπικό τετράφυλλο τριφύλλι όπως είπαμε, στο χρώμα ενός πολύ
λαμπερού σμαραγδιού. Καταπράσινη. Ο τύπος την είχε πάνω στην
ανοιχτή του παλάμη ανασηκωμένος στο γρασίδι και αμήχανος.
Αντιδρώντας κατά το «μην κουνάς τα πόδια σου πριν ανεβείς στο
γάιδαρο» όπως το πήγαινε το πράγμα.
Ο κοριός που ξεπετάχθηκε απ’ το ηχείο του ακουστικού μ’ ένα άλμα
χωρίς φόρα βρέθηκε απ’ το λευκό, λαστιχένιο γάντι το ιπτάμενο αμέσως
στο χέρι του τύπου μόλις το γαντοπλεύρησε. Όπου η καρφίτσα έμενε
ξεχασμένη στην ανοιχτή και στραμμένη προς τα πάνω παλάμη. Ο
κοριός πάνω τώρα στο χαλαρό και ανοιχτό ανάσκελα χέρι του τύπου
άρπαξε την καρφίτσα λέγοντας,
- Μπαφιάσαμε να ψαχνόμαστε! Βρίσκονται οι καρφίτσες μας στα ξερά
του καθενός!
Φάνηκε όμως ότι «την πικρή τη μελιτζάνα, πάχνη δεν την πιάνει». Οι
κοριοί τον είχανε κόψει τον τύπο ότι ήτανε αντοχής στο θόρυβο δηλαδή.
Στη συνέχεια ο κοριός μπήκε στη θέση του μέσα στο ηχείο του
ακουστικού για το αφτί, σφύρηξε κλέφτικα, ήρθε το άλλο ιπτάμενο,
λευκό γάντι το οποίο όλο έξυνε το σβέρκο του τύπου, πήρε το καπάκι
που βρισκότανε στην παλάμη του άλλου ιπτάμενου γαντιού ως την ώρα
εκείνη και το βίδωσε στο ηχείο του ακουστικού που βρίσκεται στη θέση
όπου ακουμπάει το αφτί.
65
pdf by elifrac

- Λοιπόν, Τζιμ! Για να μην πολυλογούμε! Λέγε γιατί μου τηλεφώνησες!
Είπε τώρα ο κοριός μόλις βρέθηκε μέσα πάλι στο ηχείο για τ’ αφτί.
- Εε…γιαγιά…
Ξεστόμισε αργά όπως χειροτέρεψε από αμηχανία, ξεχνώντας σχεδόν
από πού ήρθε και που πήγαινε ο τύπος με τούτα τα μπαμπεσοσύνεργα
της Λουλούς. Η οποία παρακολουθούσε πνίγοντας γέλια. Αγάπαγε η
Μάρω το χορό, βρήκε και άντρα χορευτή, σαν να λέμε.
- Μέχρι να μου πεις έχω κεντήσει τραπεζομάντηλο, Τζιμ! Θα μου καεί
το ψητό! Άλλη φορά νά ’σαι σβέλ- τος!
Είπε ο κοριός του μικροφώνου τώρα και ακούστηκε απότομα ο ήχος απ’
το «κλικ!» που κάνει το άγκιστρο όταν κλείνει κανείς το τηλέφωνο και
μένει με το ακουστικό σύξυλος στ’ αφτί ο συνομιλητής του απ’ την
άλλη μεριά της γραμμής. Αμέσως όμως τούτο το ακουστικό
ξανακουδούνησε.
- Εμπρός; Τζιμ εσύ;
Ρώτησε απ’ την αρχή ο κοριός του ηχείου στη θέση του αφτιού τον
τύπο. Άλλαξε η πάπια κι έβαλε τα σάπια...
- Για έλα, Μακ! Τηλέφωνο!!
Είπε ο άλλος κοριός μπήζοντας τις φωνές μέσα απ’ το μικρόφωνο του
ακουστικού.
- Γιαγιά! Βρήκα την καρφίτσα!
Ξεφώνησε ο κοριός του ηχείου για τ’ αφτί με μια αλ-λιώτικη φωνή με
ορεινή προφορά.
- Δε γίνεται! Δεν είσαι ο Τζιμ;
66
pdf by elifrac

Ρώτησε ο κοριός του μικροφώνου τον τύπο ξαναβγαίνοντας απ’ το
ακουστικό. Με το καπάκι του μικροφώνου να τό ’χει φορέσει σαν
καπέλο ο κοριός ενώ το κράταγε με τα δυο του χέρια.
- Μα, όχι!
Απάντησε ο μπλοκαρισμένος περαστικός. Έκαν’ ο κόκκορας αβγό και
δεν είχε που να το βάλει, έγινε σβέλ-τα όλη η φασαρία.
- Τζο…Πες του Τζιμ ν’ αφήσει τ’ αστεία γιατί ο…
- Μπομπ!
Συμπλήρωσε δίνοντας το μικρό του όνομα ο άγνωστος τύπος στους
κοριούς.
- …γιατί ο Τζιμ-Μπομπ από ’δω ήρθε έτσι στο πάρκο και εγώ νόμιζα
πως ήτανε πρόβα. Για να δω αν θυμάμαι πως θα ήτανε ο Τζιμ στη φάτσα
αν τον είχα εγγονό. Λες και θα θυμόμουνα δηλαδή πως θά ’μοιαζε ο
Τζιμ αν ήτανε εγγονός μου! Εδώ που τα λέμε, σίγουρα ο Τζιμ δε θά
’τανε ποτέ εγγονός μου. Δε θυμάμαι νά ’χω εγγονό δηλαδή…
Από μυαλοισάδα οι κοριοί ήτανε, τι να σου πω. «Σ’ όλα τα σπίτια ένας
τρελός, στο δικό μας όλοι». Αφού ξανακούμπωσε το καπάκι της
καμπίνας της η μικροφωνόψειρα ξανάπιασε την κουβέντα με την
άλληνε. Το ακουστικό ήτανε όλη την ώρα κολλημένο στο αφτί ετούτου
του απότομα σταματημένου πεζού που έτυχε να δοκιμάσει να διασχίσει
εκείνο το άλσος.
- Μακ, ο γιατρός σού ’χει πει να κάνεις συχνά πρόβες για να δεις πως θά
’τανε άμα θά ’χες εγγονό τον Τζιμ και ξεχνούσε να σου δώσει πίσω την
καρφίτσα σου!
Απάντησε ο κοριός του ηχείου για τ’ αφτί τώρα σ’ αυτόν που άραξε
ξανά μέσα στο μικρόφωνο.
67
pdf by elifrac

- Πώς τό ’πες;
Ρώτησε γεμάτος έκπληξη ο τύπος τον κοριό του ηχείου στο αφτί μόλις
άκουσε την απάντηση. Άλλα λέει η θειά μου κι άλλα ακούν τ’ αφτιά
μου. Κανονικά. Τι. Έτσι το λέμε;
- Ξέχνα τα φίλε. Άμα πολυκάθεται ο κόσμος βασανίζεται! Δε βλέπεις;
Δηλαδή δεν τό ’χουνε σε τίποτα μερικοί να κοψοχολιάζουνε και
περαστικούς για να τους πιάσουνε την πάρλα!
Έριξε ο κοριός του αφτιού ένα εξωφρενικό υπονοούμενο για όλο αυτό
το τρομερά μεγάλο θράσσος. Από το οποίο δήθεν ένιωθε ο ένας κοριός
ότι έπασχε ο άλλος λόγω αφόρρητης πλήξης. Όταν κατευθείαν τούτος ο
άλλος κοριός μέσα απ’ το μικρόφωνο του ακουστικού απάντησε με τη
σειρά του αφήνοντας τον τύπο να ακούει αμέτοχος όσο και αμήχανος
και τους δυο κοριούς,
- Οι περαστικοί φταίνε που μας κάνουνε να νομίζουμε ότι βγαίνουνε απ’
την πόρτα του σπιτιού τους για να τους ενοχλούμε ώστε να μη
βαριούνται! Φίλε μου, συγνώμη. Ορίστε η καρφίτσα σου!
Είπε λοιπόν ο κοριός του μικροφώνου στον τύπο πού ’χε στο αφτί του
κολλημένο για τόση ώρα τούτο το ακουστικό του τηλεφώνου το
μυστηριώδες. Γλώσσα παπούτσι οι δυο οι κοριοί οι ανεμοστρίφουλες,
μυαλό κουκούτσι και ο τύπος δαύτος που σκόνταψε και ξεχάστηκε
πεσμένος καθώς πέρναγε από ’κείνο το άλσος. Με τό ’να λευκό,
λαστιχένιο και επίσης ιπτάμενο γάντι να κρατάει του τύπου το πηγούνι
και τ’ άλλο γάντι να του πιάνει απλωτό τον αυχένα. Όταν κατευθείαν
ξεπρόβαλλε μια καρφίτσα απ’ αυτές πού ’ναι για στριφώματα στο
ράψιμο.
Μέσα από μια απ’ τις πεντέξι τρυπίτσες που είχε το καπάκι από το
μικρόφωνο ετούτου του ακουστικού. Ο τύπος ένιωθε την καρφίτσα να
του τσιμπάει το μάγουλο ελαφρά και μόλις μετά από τέσσερις
επαναλήψεις από το ίδιο τσίμπημα που γίνανε επίτηδες για να
68
pdf by elifrac

εκνευριστεί, τον άφησε ο δράστης της σκανταλιάς, δηλαδή ο κοριός
μέσα από το μικρόφωνο να εκτονωθεί.
Αφού ο τύπος λοιπόν μπόρεσε να δει τι ήτανε αυτό που τον πιλάτευε
από το καπάκι του μικροφώνου, μόλις απομακρύνθηκε από αυτό καθώς
διαφορετικά θα τό ’χε συνεχώς κολλημένο στο μάγουλο, άρπαξε τελικά
την καρφίτσα. Μένοντας με σμιχτά τα φρύδια του να την κοιτάζει
θυμωμένος. Τότε το ένα λευκό γάντι, αυτό που πριν λίγο του κρατούσε
το πηγούνι, του την άρπαξε και το ίδιο ξαφνικά μέσα σε μια
αλλοπρόσαλλη κατάσταση ηρεμίας του την ξαναπρόσφερε μέσα στην
ιπτάμενη, λευκή γαντοπαλάμη. Η οποία βρισκότανε τώρα μετέωρη
απέναντι από την τελείως απορημένη φάτσα του τύπου. Εκείνος είδε την
καρφίτσα μπροστά του και ξέσπασε,
- Δεν είναι δική μου η καρφίτσα!!
- Ε, λοιπόν ο γιατρός έχει δίκιο! Ούτε που το θυμόμουνα!
Απάντησε ο κοριός του μικροφώνου. Αμέσως έβγαλε ξανά περνώντας
τη και τούτη από άλλη τρυπίτσα του καπακιού μια ακόμη, ολόιδια όμως,
κοινή καρφίτσα των ειδών ραπτικής.
- Να η δική σου!
Συμπλήρωσε τότε ο κοριός.
- Ούτε αυτή είναι δική μου!!
Απάντησε βράζοντας ακόμη ο αιφνιδιασμένος όλη αυτή την ώρα
περαστικός. Σ’ έναν δίνουν και δεν παίρ νει, άλλο δέρνουν και δε φεύγει
παίζανε όλοι μαζί φαίνεται...
- Αν δεχτείς να πάρεις επιτέλους αυτή την καρφίτσα θα με γλιτώσεις
από ένα σωρό πρόβες! Για κράτα τη λίγο!

69
pdf by elifrac

Του είπε πεισματάρικα με τη μισή καρφίτσα να εξέχει απ’ το καπάκι του
μικροφώνου ο κοριός που έμενε εκεί μέσα. Το γάντι το λευκό πού ’χε
αράξει στο σβέρκο του τύπου πήρε τη νέα αυτή καρφίτσα στη
γαντοπαλάμη και ήρθε αντίκρυ από τ’ άλλο λευκό, ιπτάμενο γάντι που
παρομοίως έστεκε στον αέρα, μπροστά απ’ το πρόσωπο του τύπου.
- Εε;
Σάστισε για τα καλά ο τύπος με τα δυο λευκά, ιπτάμενα γάντια απέναντι
απ’ τα μάτια του δυο βήματα με τις καρφίτσες μέσα στις παλάμες τους.
- Την καρφίτσα!
Τον τριβέλιζε ο κοριός μέσα απ’ το μικρόφωνο.
- Μα, πηγαίνω στο…
Προσπάθησε να δικαιολογηθεί ο τύπος. Σκόρδα στα μάτια του και
αυτουνού...Σαν πεθάνω από συνάχι, φάσκελα η πανούκλα νά ’χει
έμοιαζε από έκφραση η φάτσα του.
- Κράτα! Τελειώνουμε!
Του πήρε του κορόιδου ό,τι είχε ρέστο από τον αέρα διακόπτοντάς τον ο
κοριός του ηχείου στο αφτί του ακουστικού. Δε τα βλέπεις βρε κεφάλα
που ’ν’ αλλιώτικα από τ’ άλλα, τον είχανε τον Μπομπ οι
τηλεφωνόψειρες οι δυο.
- Καλά…
Υποχώρησε, απαντώντας ασυλλόγιστα και ο τύπος καθώς έπαιρνε την
καρφίτσα απ’ το γάντι εκείνο που ήρθε μπροστά του τελευταίο. Τον
παρλαντίσανε οι κοριοί.
- Τζιμ-Μπομπ, ευχαριστώ για την καρφίτσα! Α, τώρα τα θυμάμαι! Σού’
δωσα την καρφίτσα σε μια στιγμή όπως ερχόσουνα! Μα ακόμα δε
70
pdf by elifrac

θυμάμαι αν αυτή εκεί που κρατάς ήτανε δική σου ή δική μου! Πάρτη
Τζιμ-Μπομπ καλύτερα και άντε στο καλό γιατί δε θυμάμαι τίποτα!
Χαιρετισμούς στη γιαγιά σου!
Είπε στον τύπο ο κοριός του μικροφώνου. Στεφάνωσε και μπλέτσωσε
και βάφτισε και φεύγα, το κοριοκόλ-πο.
- Αν ήτανε δική σου η καρφίτσα εσύ τί θά ’κανες;
Ρώτησε τον κοριό στο μικρόφωνο ο τύπος από περιέργεια. Κάλλιο ένα
καλό χουζούρι παρά της δουλειάς το νταβαντούρι...Φως φανάρι το
παλληκάρι.
- Θα στην ξανάδινα Τζιμ-Μπομπ! Εννοείται!
Απάντησε στον τύπο ο κοριός του μικροφώνου.
- Ε, τότε την παίρνω και φεύγω!
Προσπάθησε να βάλει ένα τέλος σε όλη αυτή τη συν-εννόηση ο τύπος.
Καλά. Άρμεγε και κούρευε και τρώγε και πασάλειβε.
- Δική μου είναι γιόκα μου η καρφίτσα!
Ξανάπε ένας κοριός, του ηχείου για τ’ αφτί τούτη τη φορά. Που να τους
φρενάρει κανείς που έβγαζε το στόμα τους την αρλούμπα σαν γαζέπι.
Δηλαδή, νεροποντή τα κουροφέξαλα.
- Ε, τότε πάρτηνε! Ορίστε!
Την έδειχνε στο τίποτα κρατώντας τη με τον αντίχειρα και το δείκτη του
χεριού του ο τύπος όπως την πρόσφερε σε κάποιο φανταστικό κάτοχο
που τον άκουγε μόνο. Τί λέμε τόση ώρα; Εννιά λογιών φαΐ, όλο
κολοκύθι.

71
pdf by elifrac

- Δε βαριέσαι γιόκα μου! Πού να την κουβαλάω…Κράτα τη και μου τη
δίνεις άλλη φορά!
Ξαναποκρίθηκε στον τύπο εκείνος ο κοριός μέσα απ’ το ηχείο για τ’
αφτί. Δηλαδή, τι χοντρό κεφάλι πού ’χεις, με στενεύει η σκούφια σου.
- Μα, δε τη θέλετε;
Ρώτησε ο τύπος. Ναι. Παστρική, καλή η Θοδώρα, το τσαρούχι μεσ’ την
πίτα. Αντί να ξεμπερδεύει, άρχισε τις ευγένειες.
- Τη θέλω Τζιμ-Μπομπ αλλά δε θυμάμαι η καρφίτσα που κρατάς τώρα
αν είναι δική σου, δική μου, μου τη χαρίζεις ή σου τη δάνεισα.
Απάντησε στον τύπο που καθότανε και άκουγε τους κοριούς παρ’ όλα
αυτά για τόση ώρα, εκείνος απ’ τους δυο που υπήρχε μέσα στο ηχείο για
τ’ αφτί. Δηλαδή ανοίξανε μια χαρά κουβέντα. Σαν τη γίδα το ψαλίδι.
Αλλά;
- Δική σας είναι η καρφίτσα!
Βεβαίωνε κιόλας ο τύπος τον κοριό που ξάπλωνε μόνιμα μέσα στο ηχείο
για τ’ αφτί του ακουστικού. Δεν πα’ να βεβαίωνε. Αλί απ’ τον Αλή πού
’χασε τ’ άλογό του και πιλαλεί.
- Εσύ την κρατάς Τζιμ-Μπομπ, πάντως. Πού ξέρω ’γω αν δεν είναι
γρουσούζικη;
Δηλαδή το πηγαίνανε το νταβαντούρι κατά «το δικό σου δε το θέλω, το
δικό μου δε τ’ αφήνω». Έτσι επέμενε να τσιγκλάει ο κοριός που έμενε
πάντοτε μέσα στο ηχείο του ακουστικού για το αφτί. Μιλώντας
κατευθείαν μέσα στο τύμπανο του αφτιού ’κείνου του άμοιρου του
τύπου που τον άκουγε.
- Μα, πάρτε τη επιτέλους!
72
pdf by elifrac

Ύψωσε τον τόνο της φωνής του στον κοριό και ο τύπος. Τί λέμε όμως
συνέχεια; Σούπα η κουβέντα όλη. Κοριός κάνει με άνθρωπο;
- Α, μπα; Σε λίγο θα πουλάμε έτσι όπως πάμε και τη φανέλα που
φοράμε!
Απάντησε τώρα στον άγνωστο περαστικό το τηλεφωνοτσιμπούρι το ένα
που υπήρχε μέσα στο ηχείο για τ’ αφτί. Αν μπορούσε μάλιστα κάποιος
να κάνει μια μεγέθυν-ση εκεί μέσα να πως έμοιαζε όλο το περιβάλλον.
Μια γουστόζικα ντυμένη μα όλη και όλη μια παστίλια στην όψη ήτανε
ξάπλα πάνω σε μια μαξιλάρα. Με τα πόδια σταυρωτά τεντωμένα και τα
χέρια πίσω απ’ το κεφάλι. Φορώντας ένα σκούρο ριγέ κοστουμάκι με
λευκό γιακαδάκο, μαύρο κορδονάκι για λαιμοδετούλη, παχουλούλικα,
λευκά παπουτσάκια, λευκό καπελουδίνι τεξανούλη κτηματία
υπερβολικά πλατύγυρο και το ίδιο λευκά στα χέρια του γαντουλίνια.
Μάλιστα έκλεινε πονηρά στον εαυτουλίνο του και το ματουλίνι του.
- Πετάω την καρφίτσα σας και φεύγω!!!
Είπε καθώς εκνευρίστηκε, τόση ώρα βρισκόμενος έτσι εκεί ο
σιουμπερδέκας ο σταματημένος περαστικός. Α-πό την όλη ενέδρα τη
φαφλατάδικη το μόνο που δεν έβλεπε ήτανε ο ίσκιος μπάρμπας.
- Μη! Δεν κάνει! Δώστε τη σ’ εμένα!
Ξεφύτρωσε δε πάνω στο άλλο γάντι και ο κοριός του μικροφώνου και
μπήκε στην κουβέντα. Φορώντας και τούτος ίδιο καπελουδίνι με τον
κοριό του ηχείου για τ’ αφτί. Έχοντας αλλάξει και το λευκό
παπιγιονιδουνάκι με ένα ίδιο λαιμοδετούλη από μαύρο κορδονουλίνι.
Ήτανε δηλαδή ο κοριολινούλης του μικροφώνου τώρα φτυστός ο άλλος
κοριολινουδινάκος του ηχείου για τ’ αφτί.
- Ορίστε!!
Του έδωσε κατευθείαν ο τύπος την καρφίτσα που κρατούσε.
73
pdf by elifrac

- Να, πάρε Τζιμ-Μπομπ και ’συ αυτά!
Έδωσε στον τύπο ένα κουβάρι πράγματα και ο κοριός του μικροφώνου.
- Τί ’ναι τούτα;
Ξαφνιάστηκε ο τύπος που τα πήρε αμήχανα στο ένα του χέρι.
- Δυο τρύπιες κάλτσες, ένα καρούλι με κλωστή και μια βελόνα για
μαντάρισμα. Σαν αντάλλαγμα Τζιμ-Μπομπ για ’κείνη την καρφίτσα που
μού ’δωσες.
Εξηγήθηκε ο κοριός του μικροφώνου με φυσικότητα. Από μήλο ως
αβγό, να κυρά, λουκάνικο τα σερβίριζε τα διάφορα.
- Πού τα βρήκατε όλα αυτά;
Ρώτησε ο τύπος και τους δυο κοριούς. Τους κοστουμαρισμένους
τούτους δίδυμους απατεώνες μεταμφιεσμένους σε δίδυμους τεξανούς
βασιλειαδουλίνους των πετρελαίων.
- Τις κάλτσες τις έβγαλε ο Τζο απ’ τα ποδάρια σου Τζιμ-Μπομπ, πού
’χει το τσαρδί του στο μικρόφωνο από την ώρα που σε πετύχαμε! Οπότε
μια και οι φτέρνες έχουνε τρύπα καλό θά ’τανε να τις έραβες!
Απάντησε στον τύπο ο Μακ, ο κοριός του ηχείου για τ’ αφτί. Ράβε
ξήλωνε, δουλειά να μη σου λείπει...
- Οι κάλτσες μου!
Τι κι αν σε δέρνουν δεκατρείς αν δε σε δέρνει ο νους σου. Γούρλωσε ο
τύπος τα μάτια του καθώς κατάλαβε τι κράταγε στο χέρι του στον αέρα
όρθιος απότομα μετά από τόση ώρα. Χάρη στα παπούτσια που ίσως να
γουστάρουνε περισσότεροι να φοράνε από όσους θα ζούνε στο έτος
4010 στο μέλλον. Με τα παπούτσια δαύτα του τύπου νά ’χουνε
μυστηριωδώς βγει και ξαναμπεί στα πόδια του όσο ήτανε πεσμένος στη
74
pdf by elifrac

χλόη απ’ τον αλαφροχέρη τον κοριό που κατά τα άλλα άραζε μέσα στο
μικρόφωνο. Ο οποίος και αφαίρεσε απ’ αυτά τα ποδάρια, πάντα ετούτου
’δω του τύπου και τις κάλτσες και του τις έδωσε για να τις μπαλώσει.
Τούτος ήτανε ο κοριός ονόματι Τζο.
- Έχω εδώ και κάτι άλλες κάλτσες Τζιμ-Μπομπ! Χωρίς τρύπες! Μήπως
είναι αυτές; Για δες!
Είπε τώρα ο Τζο λοιπόν, που κανονικά λούφαζε στο μικρόφωνο. Καθώς
έδινε στον τύπο τα ίδια τσουράπια που ειδάλλως νόμιζε μέχρι ετούτη τη
στιγμή ότι φορούσε πάντα στα πόδια του τα δυο με τις τσαβάτες που
είχανε αερόσουστες.
- Ναι, αυτές είναι!
Παραδέχτηκε ο τύπος με το σκουτί το αστροναυτένιο που είχε μείνει
στον αέρα με ’κείνα τα παπούτσια που δεν καταδεχόντουσαν να
πατήσουνε με τίποτα στη γη έτσι όπως ήτανε φτιαγμένα. Για να μην
ανησυχούνε δηλαδή ούτε και τα κατακαημένα τα παπουτσάκια τα ίδια
από τυχόν συναπαντήματα με τίποτε βρωμούσες. Άσε που δεν θα
υποφέρανε στο εξής από το μόνιμο ντελίριο που το είχανε γενετική
πληροφορία στα γονίδια για αιώνες και όλα τα ταλαίπωρα τα
μυρμηγκάκια. Έχοντας καταμπαφιάσει τόσο καιρό να ματαξανατραβάνε
τις κεραίες τους από τα ανθρωποποδοβολητά τα ατζαμήδικα.
- Ε, τότε οι τρύπιες Τζιμ-Μπομπ θά ’ναι δικές μου! Μου τις δίνεις σε
παρακαλώ;
Ξανάπε στον τύπο ο Τζο, ο κοριός από το μικρόφωνο. Πάνω στο λευκό
γάντι με την πρώτη καρφίτσα. Από ’κείνες που χρησιμοποιούνται στο
ράψιμο. Την οποία και κράταγε κιόλας ο μικροφωνοκοριός σαν
μπαστούνι.
- Ορίστε!!!

75
pdf by elifrac

Πρόσφερε σε τούτο ακριβώς τον ζαλαδοκοριό απότομα τις κάλτσες ο
τύπος όλος νεύρα.
- Τζιμ-Μπομπ! Κράτησε για λίγο την καρφίτσα σου!
Είπε τώρα ο Τζο, ο κοριός από το μικρόφωνο. Πάντα με τρομερή
αναισθησία στη φωνή. Ο οποίος έδινε την καρφίτσα πού ’χε ως τότε σαν
μπαστούνι στον τύπο.
- Δική σου είναι!!!
Γρύλλησε στον κοριό του μικροφώνου ο τύπος έξαλ-λος. Έπεσε το λάδι
μας μεσ’ τη μαγειριά μας... Μόνο που δεν άχνισε όπως τού ’ρθε και
φουρκαλιάστηκε.
- Ε, άντε φέρτηνε την καρφίτσα ρε Τζιμ-Μπομπ και θα τη χάσω! Όλο
αυτή ψάχνω! Ξέρεις πόσες φορές μου έχουνε δανείσει οι περαστικές
γιαγιάδες τη δική τους και τους λέω ότι είναι δική μου;
Σούφρωσε ο μικροφωνοκοριός την καρφίτσα ενώ απαντούσε δήθεν
ενοχλημένος στον αιφνιδιασμένο άγνωστο.
Τότε ήτανε η στιγμή που βραχυκύκλωσε και το θύ μα, που λεγότανε
Μπομπ. Είχε χάσει πια την υπομονή του ο τύπος. Δηλαδή είπε στους
κοριούς πολύ δυνατά για να μην μένει άλλο στην παγίδα δαύτη
πιασμένος ο Μπομπ.
- Δεν είμαι ο Τζιμ-Μπομπ!!!
- Δεν είναι σίγουρο!!!
Απαντήσανε όμως στον τύπο ετούτο γκαρίζοντας αμέσως και οι κοριοί.
Μαντζουράνα στο κατώφλι, γάιδαρος στα κεραμίδια, η φλυαρία. Με τον
Μακ πάνω στο καπάκι του ηχείου για τ’ αφτί που βρισκότανε στη μία
λευκή γαντοπαλάμη την πάντοτε μετέωρη μπροστά απ’ τον
απαυδισμένο απ’ όλα αυτά τύπο. Όσο για τον Τζο, τον κοριό μέσα στο
76
pdf by elifrac

μικρόφωνο από αυτό το ιπτάμενο σετ του ακουστικού είχε βγει και
στεκότανε κιόλας – πού αλ-λού; Στην άλλη λευκή γαντοπαλάμη, πλάι σ’
αυτή του Μακ. Μαζί και τα δυο τούτα γάντια με τους κοριούς στο
σχήμα κοστουμαρισμένης αναβράζουσας παστίλιας για φαρυγγίτιδα νά
’χουνε βρεθεί κατάφατσα από τον μπαϊλ-ντισμένο και έξαλλο τύπο.
- Αφού δε θυμάστε τίποτε!!!
Παίξανε τα μάτια του εξαγριωμένου αγνώστου δεξιά και αριστερά
κοιτώντας εναλλάξ πάνω σε κάθε ιπτάμενο, λευκό, λαστιχένιο γάντι από
ένα κοριό του μετέωρου ακουστικού ενώ τους απαντούσε.
- Τζιμ-Μπομπ!! Καλά που το κατάλαβες!!
Του απαντήσανε σαν μια φωνή ξανά και οι δυο κοριοί μαζί.
- Τζο, ο Τζιμ-Μπομπ φεύγει!
Είπε ο Μακ, ο κοριός που κατοικούσε στο ηχείο για το αφτί κάνοντας
νόημα στον άλλο του μικροφώνου πως ήτανε ώρα να ξαναμπουκάρουνε
στις θέσεις τους μέσα στ’ ακουστικό. Κάτι που έγινε εν ριπεί οφθαλμού
και ξανακουμπώσανε από ’να καπάκι τα γάντια τα ιπτάμενα. Τότε ο
Μακ μέσα από το ηχείο του ακουστικού για το αφτί με ύφος εντελώς
φυσικό ξανάπε στον τύπο που ήτανε πλέον όρθιος τριάντα πόντους απ’
το έδαφος καθώς το ιπτάμενο ετούτο ακουστικό απότομα από μόνο του
ξανακόλλησε στ’ αφτί του,
- Τζιμ, πες ένα γρήγορο «Γεια!» στη γιαγιάκα που δε θα σε ξεχάσει
εύκολα τώρα πού ’δωσες πίσω την καρφίτσα!
- Α, μα!!! Φταν…
Πήγε να διαμαρτυρηθεί ο τύπος δοκιμάζοντας να σμπαραλιάσει τούτο
το ανυπόφορο ιπτάμενο ακουστικό του τηλεφώνου. Όμως δεν πρόλαβε.
Αμέσως τα δυο λευκά, ιπτάμενα γάντια αρχίσανε να τον γαργαλάνε στα
77
pdf by elifrac

πλευρά και τις μασχάλες κάνοντάς τον να ξεσπάσει σε δυνατά και
ασταμάτητα γέλια.
- Τι καλ-Ο-ξυγκας…ααα…κούς εκεί…κλ-Ο-ξυγκ-Α-ρφ-Ι-τσα!!!
Ήτανε ό,τι μπόρεσε να αρθρώσει ο μπαρλακιασμένος ο τύπος που
απομακρυνότανε μισοδιπλωμένος και άκρως τραμπαλιζόμενος. Λες και
φορούσε πατίνια περπατώντας με τα φρένα στις μύτες των ποδιών
έτοιμος να ξαναπέσει από στιγμή σε στιγμή. Ενώ ήδη το καθένα λευκό
γάντι έκανε από μια σβέλτη χειραψία με την επίσης ξεκαρδισμένη στα
γέλια Λούλα. Γρήγορα επέστρεψε όλο το σετ του ακουστικού του
τηλεφώνου για να ξαναμπεί στην τσαντάρα. Μάλιστα, μέσα απ’ το
μικρόφωνο του ακουστικού, ακριβώς πριν κάνει τελευταίο μια βουτιά
κατά την τσάντα, ο Τζο, ο κοριός του μικροφώνου είπε,
- Ο Τζιμ-Μπομπ γιαγιά : Δεν έχεις μόνο χαιρετίσματα! Σου έρχεται
χοροπηδηχτός!
Έτσι,
εξαφανίστηκε
μέσα
στη
φρέσκια
ετούτη
καλαμπουρογαργαληθροτσαντοβαβούρα όλο το σετ του ακουστικού
μαζί με τους δυο κοριούς και τα δυο λευκά τα γάντια. Στη συνέχεια; Ε,
μόλις
χαθήκανε
και
δαύτα
απ’
το
άνοιγμα
της
φαρσοκολπατζομαγαζότσαντας ετούτης της πελώριας φάνηκε μετά κάτι
άλλο παρομοίως μυστήριο. Αφού όμως μας προέκυψε και τούτο το
επόμενο το τσανταροκόλπο ως ένα ακόμη από τα παράξενα και ωραία
ας το φυλάξουμε για αργότερα. Για να το απολαύσουμε καλύτερα, ας
κάνουμε πρώτα ένα διάλειμμα για να επιστρέψετε και ’σεις στην
ανάγνωση δριμύτεροι και ξεκούραστοι. Βέβαια. Όπως θα σας έκανα με
όλα αυτά τo κεφάλι…

78
pdf by elifrac

Κεφάλαιο 4
4. Χοντρές Πλάκες Του Δάσους

Μέρος 2ον
Άμα επιμένετε να έχετε τη διάθεση για να συνεχίσετε παρακάτω τότε
σημαίνει πως είναι ώρα να ξανάρθουμε όλοι στις θέσεις μας. Επομένως
να μη χάνουμε χρόνο. Διότι όπως είπαμε νωρίτερα μόλις γίνανε καπνός
τα συμπραγκαλοτριβελιστήρια της Λούλας, εκείνα που ξεμοναχιάζανε
άμα λάχαινε και κανένα ανυποψίαστο στην ερημιά του άλσους πού ’χε
καθήσει προς το παρόν η νεραϊδού λα, συνέβησαν ακόμη μερικά εξίσου
ζαλαδοκέφαλα νούμερα. Δηλαδή, μέσα από την τρελλοκαμπερότσαντα
δαύτη έκανε «τσα!» μια τσανακάρα καπακωμένη μ’ ένα χο ντρό,
γαλανόλευκο καρό πανί δεμένο μ’ ένα καλό, γυαλιστερό και επίσης
γαλανό κορδόνι. Το τσανακόβαζο ετούτο θα ζύγιζε τουλάχιστον
πενήντα κιλά και είχε μια ετικέτα μεγάλη που έγραφε με φουσκωτά
γράμματα «Μαρμελαδογκριματσοκοκό!» στη μία του όψη.
Επιπλέον σε κάθε αντικρυστή πλευρά, εκατέρωθεν της ετικέτας της
περίεργα μεγάλης ετούτης βαζαράκλας υπήρχε, καθένα περασμένο μέσα
σε δυο θηλειές κάθετα τοποθετημένες από ένα κουταλάκι. Δύο δηλαδή
στο σύνολο. Το παρασκεύασμα τούτο ήτανε δε μια γλυκειά μαρμελάδα
φράουλας. Η οποία, απότομα και χωρίς κανένα έλεγχο κινήσεων ώστε
να ρεγουλάρεται και λίγο η όψη εκείνου που την κατάπινε, αυτομάτως
έκανε τη φάτσα που το δοκίμαζε να πάρει μπρος με τρόπο κομμάτι
άτζαλο. Δίνοντας ρεσιτάλ από τη μεγαλύτερη ποικιλία που θα έβλεπε
ποτέ του κανείς σε γελοία μούτρα. Τα οποία διαδέχονταν το ένα το άλλο
ανά δευτερόλεπτο πάνω σε μια και μόνο μούρη.
Με μια κουταλιά, ώσπου να μετρήσεις ως το δεκαπέντε ξεχείλωνε το
πηγούνι σου, έκανε το στόμα νά ’ρχεται στα μάγουλα μονόμπαντα, το
σαγόνι να πηγαίνει υπερβολικά μπροστά ή πίσω, μεγάλωνε τη μύτη και
τ’ αφτιά, αλλάζανε μέγεθος στο τριπλάσιο του κανονικού τα δόντια,
79
pdf by elifrac

μαλλιάζανε τα φρύδια, φάρδαινε το κούτελο και έδινε πλάτος ή τρομερά
μεγάλο ύψος στο λαιμό. Τόσο που τελικά λες και ήσουνα από τους
ώμους και πάνω σαν πορτατίφ ευλύγιστο όπως εκείνα τα σπιράλ, τα
ψιλοκρεμαστά.
Προκειμένου να δει τα αποτελέσματα και η Λουλού με τα ίδια της τα
μάτια, λύθηκε από μόνο του στο βάζο το κορδόνι του πάνινου
γαλανόλευκου και καρό καπακιού. Έπειτα βγήκανε και τα δυο
κουταλάκια απ’ τις θηλειές στο πλάι του βάζου, βουτήξανε μαζί μέσα
στο μεγάλο γυάλινο δοχείο και γεμάτα πλέον βγαίνοντας ψάξανε για
εθελοντές. Κάνοντας αμέσως άλλη μια βαθιά βουτιά. Όμως τούτη τη
φορά μέσα στην τσαντάρα. Ακουστήκανε κουταλοκουδουνίσματα όπως
σε ένα ρεστοράν και αμέσως μετά στον αχό των απανωτών
δαχτυλοσφυριγμάτων που διακρίνονταν κάπου μέσα στην αβυσσαλέα
τούτη τσάντα, ξεπεταχτήκανε αναπάντεχα κάμποσα μουσικά όργανα.
Ζωντανεμένα όλα όπως η ομπρέλα της Λούλας.
Εκσφεντονιστήκανε έναένα σαν ρουκέτες από την τσαντάρα
ξεμπουκάροντας με μια δίμετρη, σχεδόν τοξοτή πορεία για να κάνουνε
μια σειρά τό ’να πλάι στ’ άλλο. Κοιτώντας τη Λούλα δυο μέτρα
απέναντί
τους.
Τα
κουτάλια
της
βαζάρας
απ’
το
«Μαρμελαδογκριματσoκοκό» αφού είχανε κιόλας μπει και βγει απ’ το
βάζο ξεκινήσανε να τρατάρουνε κατ’ αρχήν δύο και έπειτα από
απανωτούς ανεφοδιασμούς και τα υπόλοιπα όργανα.
Ένα κοντραμπάσο σαν γιγάντιο, όρθιο βιολί στην όψη, μία τούμπα
θηριώδης σαν φουγάρο από υπερωκεάνειο που έβγαζε και ίδιο ήχο όταν
φορτσάριζε, ένα μπάντζο, ένα ζεύγος χάλκινα πιατίνια και τελευταία μια
τρομπέτα. Όλα αιωρούμενα χωρίς να ακουμπάνε στο έδα φος,
σιγομουρμουρίζοντας τό ’να με τ’ άλλο καθώς τα κουτάλια τα
κερνάγανε «Μαρμελαδογκριματσοκοκό» και κάθε όργανο σχολίαζε το
πόσο νόστιμο ήτανε το πράγμα όλο τούτο.
Η τούμπα πήρε γεύση απ’ το γλυκό με στόμα την καμπάνα της,
αφήνοντας το κουτάλι ν’ αστράφτει όπως άλ-λαξε σχήμα καί ’γινε σαν
μια μπουμπουκάρα για να δοκιμάσει. Αμέσως είπε τη γνώμη της στο
80
pdf by elifrac

μπάντζο που δοκίμαζε το «Μαρμελαδογκριματσοκοκό» μέσα απ’ το
σκάφος των χορδών του το ολοστρόγγυλο και συμπαγές σαν άσπρη
τούρτα που δεν έχει άνοιγμα για ηχείο. Όμως εμ-φανίστηκε πάνω ’κει
στο κεσεδοκαπακωτό αυτό έγχορδο ένα στενό, μεγάλο σαν θυρίδα σε
γραμματοκιβώτιο στόμα καί ’γλειψε τ’ άλλο κουτάλι. Το μπάντζο
καταχάρηκε αμέσως και μαζί με την τούμπα ήδη την επόμενη στιγμή
αλληλοσυμφωνούσανε για την πεντανόστιμη ετούτη τη γλυκειά
μπουκιά.
Έπειτα ήτανε το κοντραμπάσο, το όρθιο γιγαντοβιολί που πήρε τη
μερίδα απ’ το κουτάλι όπως και το μπάντζο. Από το κέντρο του λίαν
ευμεγέθους οχτώ στο σχήμα, εύσωμου σκάφους των δικών του χορδών.
Μόνο που του κοντραμπάσου το στόμα ήτανε παχουλό και στις άκρες
σχηματίζονταν αφράτα μάγουλα καθώς ήτανε και χαμογελαστό.
Με τα πιατίνια να δοκιμάζουνε ταυτόχρονα δυο κουταλιές κάνοντάς τις
σάντουιτς, ζαλίζοντας τα κουτάλια έγινε η συνέχεια. Τα οποία κουτάλια
βγήκανε ανάμεσα απ’ τα παλαβοκύμβαλα τούτα σε λίγο για να δώσουνε
σε όποιον είχε απομείνει. Όμως πηγαίνοντας ιπτάμενα σαν να
ανακατεύανε τσάι σε αόρατο φλιντζάνι αλλά μισολυγισμένα, σκύβοντας
την κεφαλόγουβά τους και ξεβιδώνοντας απ’ το στριφογύρισμα το
λαιμό τους. Μέχρι να χαθούνε σ’ αυτή ακριβώς την κατάσταση ξανά
στα βάζα και να δώσουνε επιτέλους με ζαλάδα ακόμη στην τρομπέτα
που είχε μείνει να περιμένει τελευταία.
Η τρομπέτα δοκίμασε λοξοκοιτάζοντας το μπάντζο που χάζευε με τη
σειρά του τα δυο πεσμένα με θόρυβο ανάσκελα στο έδαφος πιατίνια τα
οποία λιγωμένα ήδη απ’ τη νοστιμιά λέγανε στο μπάντζο το πόσο ωραίο
γλυκό ήτανε το «Μαρμελαδογκριματσοκοκό». Καθώς γευότανε την
κουταλιά η τρομπέτα έδωσε ένα πιο κομψό απ’ την τούμπα σχήμα, σαν
λουλουδάκι, στο στόμα της. Στο οποίο μόλις που θα χώραγε μια
μέλισσα στην άκρη της καμπάνας του για να τσιμπολογήσει το
περίφημο τούτο «Μαρμελαδογκριματσοκοκό». Κατευθείαν άρχισε να
τριβελίζει με τη σειρά της τα πιατίνια δίπλα της μιλώντας για τη
νοστιμιά του γλυκίσματος δαύτου.

81
pdf by elifrac

Τα πιατίνια μ’ ένα σάλτο από δυο μισά πεσμένα ανάσκελα
παραπλεύρως βρεθήκανε να χτυπιούνται μεταξύ τους. Σε ύψος δύο
μέτρων απ ’τη χλόη για να φτάσουνε την τρομπέτα να της πούνε ότι
όντως έχει δίκιο. Ώσπου να μετρήσει η Λούλα ως το δέκα γρήγορα, ενώ
στέκανε όλα στον αέρα είχανε μαζευτεί σ’ ένα πυκνό κύκλο απ’ όπου
ακουγότανε ένα ακατανόητο επιφώνημα από επιδοκιμασίες και
«μμμμμ!» που φυσικά οφειλότανε στο πολύ γευστικό αυτό γλύκισμα.
Αμέσως μετά απ’ αυτό το βουητό πάνω που αρχίσανε να φλυαρούνε
ακόμη πιο χαρούμενα, μείνανε με τη χαρά στο λαιμό.
Στο μισό του μισού κιόλας λεπτού είχανε χάσει ήδη το κούρδισμα και
ήτανε πλέον πέρα για πέρα φάλτσα. Ο τόνος τους να γίνεται αφύσικα
πιο μπάσος ή πιο λεπτόφωνος και το σουλούπι τους να παίρνει σβέλτα
τρεις ντουζίνες διαφορετικά σχήματα. Μπασόπριμα στον ήχο της φωνής
μοιάζανε με πέντε αγελάδες που τις έπιασε ναυτία πάνω που βγαίνανε
στη σκηνή να τραγουδήσουνε. Φυσικά στο μεταξύ, καταζουληχθήκανε
και παρατραβηχτήκανε σε διαστάσεις και αλλόκοτα σουλούπια τα
φουκαριάρικα τα όργανα τούτα. Ενός λεπτού επίδειξη είχε διάρκεια η
επίδραση απ’ το «Μαρμελαδογκριματσοκοκό». Μετά έγινε ενός λεπτού
σιγή για να δει η Λούλα ποιο κινείται ακόμη όπως είχανε ταβλιαστεί
στη χλόη του άλσους όλα. Μόλις που είχε πλησιάσει για να τα δει
καλύτερα όταν σαλτάρησε το κοντραμπάσο και βρέθηκε όρθιο μπροστά
της φωνάζοντας για σύνθημα,
¾ Αχα!!! Πάμε παιδιά!!! Με το τέσσερα! Έτοιμοι;
Έτσι ξεκινήσανε να κάνουνε νούμερα λέγοντας γρήγορα πολύ και
εντελώς απροειδοποίητα γλωσσοδέτες και ιστορίες σε στιχάκια
κάνοντας διάφορα σκέρτσα ταυτόχρονα. Τα οποία μπορεί να αφήσανε
τη Λούλα με τα μάτια διάπλατα στην αρχή μα κατέληξε σιγάσιγά να
ξεκαρδίζεται στα γέλια. Όπου νά ’ναι θα δείτε πως άρχισε το πανηγύρι.
Απ’ τα όργανα εκείνα που ξεπεταχτήκανε μέσα απ’ την τσάντα. Η οποία
ήτανε πιο πριν μια ζώνη για να σφίγγει η Λουλού το παλτό στη μέση
της.

82
pdf by elifrac

Το κοντραμπάσο όπως είπαμε τα φιτίλιασε και η πρώτη φράση βγήκε
απ’ την τούμπα. Ένα πνευστό μουσικό όργανο που ίσως να θυμίζει χωνί
από γραμμόφωνο στραμμένο κάθετα με το άνοιγμα προς τα πάνω.
Γεμάτο από στρογγυλόφαρδες καμπύλες. Πάντως έχει ένα στό μα, εκεί
ακριβώς που φυσάς για να βγάλει τις νότες, το ίδιο το επιστόμιό του
δηλαδή, το οποίο είναι άλλο πράγμα. Για να στριφώνει μπαντζάκια σαν
ραπτομηχανή απ’ την ταχύτητα έτσι και άρχιζε την πολυλογία. Η
τούμπα λοιπόν βγάζοντας έναν ήχο που ήτανε σε ηχητική ομοιότητα
πολύ κοντά σε ’κείνον του ελέφαντα που λέει αστραπιαία απανωτές
δύσκολες λέξεις με την προβοσκίδα του διάλεξε εκείνη να κάνει την
αρχή με γλωσσοδέτες. Ξεστομίζοντας σαν κουκουτσοροχάλα την πρώτη
δύσκολη φράση και δίνοντας εναλλάξ πάσες από διαδοχικούς στίχους
και στα υπόλοιπα όργανα που αποδειχθήκανε στην πάρλα το ίδιο
γρήγορα με ’κείνη.
Αφού το σκηνικό όμως πρόκειται ν’ αλλάξει ξαφνικά χρειάζεται μια
παύση εδώ για να έρθει η συνέχεια ομαλότερα μονοκόμματη και
ξεχωριστά για να μην παρακουδουνιάσετε. Άλλωστε αμέσως μετά το
όλο πανηγύρι αρχίζει κατευθείαν και χωρίς εισαγωγικές περιληπτικές
εξηγήσεις. Όμως να μην πολυστεκόμαστε. Άντε και ’σεις αν δε
βαριόσαστε μέχρι το κεφάλαιο δίπλα. Με μια ασπιρινούλα
κουτσοδιαβάζεται, μη νομίζετε…

Κεφάλαιο 5
5. Χοντρές Πλάκες Του Δάσους
Μέρος 3ον
-…Ένα, δύο, τρία και…
-…Πάμε!!!
-…Κουρούνα θεριακλόραμφη…
…μαυροφρυδοτσικνόβηξε…
…τρικλοτρισθαλασσώθηκε…
83
pdf by elifrac

…τριπλοτρικυμιασμένη…
-…μαυροκαπνοραμφόβηξε κατατσαταλιασμένη…
-…μια καρακαξοκορακοκαπνιά…
…κουρελοκλουβιασμένη…
-…Πως τρικλοκουτρουβάλησε…
…τσιμπλοκαρβουνιασμένη!…
-…κατακατραπακιάστηκε…
-…φρικτά ξελαρυγγιάστηκε…
-…όρθια από καραβόκορνα ξαφνοξεβουλωμένη…
-…μεσ’ τις καραβοφουγαροκαπνιές…
-…μαυροβηχοξαγρύπνησε…
-…κόρακας ψητός μύρισε…
-…φίσκα από κορναροκαρτεργαριές…
-…σακαρακοσκονίστηκε…
-…φουμοπαρασκοτίστηκε…
-…παρακατατραντάχθηκε…
-…μακριά άξαφνα πετάχτηκε…
-…καρακαξοπατόρφα τακμακοτσαντισμένη…
-…μια καρακαξοπίπιζα καταξεκουρδισμένη…
-…Τί αυτό μόνο;
-…Κάπως αργό ήτανε!
-…Γιατί ρε, μάγκες;
-…Θα σας ενημερώσω πάραυτα!
-…Δεν ήτανε επειδή…
-…τα ξόρκια που μας ρίξανε…
…τις κούτρες μας τις πρήξανε…
-…και από μια χύτρα μέσα έτσι…
…βγήκαν σαν από κοτέτσι…
-…τρεις χιλιάδες λίτρα φίδια…
-…τρία απίδια…
…δύο στρείδια…
-…δύο μύδια…
…τρία γίδια…
-…είκοσι κιλά σαυρίδια…
-…’χτώ κασέλες παλαμήδια…
-…λαστιχένια κατσαβίδια…
84
pdf by elifrac

…ίσαμ’ εκατό σκαφίδια…
-…χίλια δεκατρία τσιμπήδια…
…βγήκανε πίσω απ’ τα φρύδια…
-…παν’ που πάνε στα τσακίδια…
…χίλιαδυο σκαρτοστολίδια…
-…παν’ και τ’ αφανοκοτσίδια…
-…όπως τά ’τρωγα τ’ αντίδια…
-…παρά λίγο κούκλα ίδια…
…θά ’ριχνα σ’ άντρα βαρίδια…
-…τέτοια ξόρκια δηλάδή…
-…που λες αμάν;…
-…ή αλλιώς που σπαν…..
-…ρεκόρ σαλτάροντας ακρίδια;…
-…όχι…
-…μήπως σπάν’ σε λατομείο βραχίδια;…
-…ή σε κεφάλια απ’ τα ρετιρέ γλαστρίδια;…
-…τί άλλο τέλος πάντων σπαν’;…
-…η σωστή λέξη είναι το παν…
-…μάλλον τα δόντια τους δρακίδια…
-…όχι;…
-…άμα μ’ αφήνατε να σας το πω …
-…παΐδια, σπληνίδια, σπαλίδια…
-… ή αν δεν πρήζονται, συκωταρίδια;
-…πέρα στη έρημο κακτίδια!…
-…σάπια ταβλίδια…
-…στραβοψαλίδια…
-…Το βρήκα!…
-…Αρχαία σταμνίδια!…
-…Δεν κάνει νιάου…
-…στα κεραμίδια…
-…καταμπαφιάσαμε…
-…Πες το και σκάσαμε!…
-…Μιλάμε για τέτοια ξόρκια δηλαδή…
-…που αν σε δείρει μαγικό ραβδί...
-…τα ρέστα βγαίνουν ξίδια...
-…Καρούμπαλα ας μη θίξουμε...
85
pdf by elifrac

-…Όπως θα σας τυλίξουμε...
-…θα είσαστε άμα στρίψουμε...
-…καλούμπα απ’ τα εμπλαστρήδια!…
-…Ουφ!!! Βγήκε ε;…
-…Ε! Νά’ ταν και άλλο!…
-…Παιδιά αυτό για τ’ αντίδια…
…μήπως είναι λίγο κλεμμένο…
-…από άλλον;…
-…Από άλλον;…Ρε τη Λουλού...
…πώς το θυμήθηκες;…
-…Είναι παραδοσιακό!…
-…Ακατοχύρωτο!…
-…Τζάμπα το δίνανε και το πήραμε!…
-…Δεν πάμε εν’ άλλο παίδες;…
-…Φύγαμε!…
-…Τρεις μυστήριοι…
…κύριοι σικ…
-…τριπλοψηλομακροπόδαροι…
-…αναποδογυροστρίψανε…
…και δαχτυλοτριπλοδείξανε…
-…τρία τυχερά, τρελλά νομίσματα…
-…τικ κυρίες τρεις κερνώντας…
-…τριών μυστήριων κύριων όντας…
…τα δαχτυλοτριπλαρίσματα…
-…και ’κάναν μούτρα οι κυρίες οι καημένες…
…πια μ’ ένα τικ ντιπ καταντίπ…
-…ακροτριπλοταχυδακτυλοδιπλαρωμένες…
-…σικ κυρές τρεις πριν πάθουν τικ…
…τώρα απ’ τα τρικ σαν κόλλες στικ…
-…τριπλοταχυδακτυλοσαλταρομουτρωμένες…
-…και μ’ ένα χικ τρεις κύριοι σικ…
-…τριπλοψιλοπεριεργολεπτομακροπόδαροι…
-…κόλλησαν λόξυγγα τελείως ασόβαροι…
-…από τα σοκ τριπλοσπαστίκ…
…πού ’παθαν πριν με τρία τικ…
…τρεις κυρές σικ τώρα εξαντρίκ…
86
pdf by elifrac

…πια εντελώς απ’ όλα αυτά τα άγρια τικ…
-…πού ’χουν να λένε…
…αν είναι σικ…
…αντί να κλαίνε…
…το να γελάνε…
…σαν να μεθάνε…
-…από τα τρικ κύριοι μυστήριοι…
-…πολύ αλητήριοι!
-…Είναι και οι τρεις…
…άμα τους δεις…
…ίδιας κοπής…
-…Πλέον σίγουρο ’ναι πως…
…δε θα υπάρχουν ασφαλώς…
…άλλοι χειρότεροι…
…ντιπ καταντίπ!…
-…Μη ρίξεις μπιπ!…
-…Ανασκελοχαχανοκαπελομπαστουνόγεροι!
-…Είστε και φαίνεστε!…
-…Σουτ!!…
-…Λέμε και άλλο!…
-…Μπορεί να μην αρέσει καθόλου!...
-…Δε με νοιάζει καθόλου ουτ’ εμένα!…
-…Ε, τότε κύλα το…
-…άντε ξετύλα το…
-…ρίχτα με ζήλο…
-…Αγκυλομυτομπιρμπίλω…
…μάγισσα είχε για φίλο…
…ένα ψύλλο από σκύλο…
-…και ήθελε ακόμη πια…
…εννιακόσιους ’νήντα εννιά…
-…να τους ρίξει χίλιες τύφλες…
…και να κάνουν φούσκες τσίκλες…
-…να γυρνάνε τριάντα τούμπες…
…να χορεύουν σάμπες ρούμπες…
-…ή αντίχειρα στη μύτη…
…να κουνάνε κάθε τρίτη…
87
pdf by elifrac

-…απ’ τις μακριές γαϊδούρες…
…μετά να γυρνάν’ σα σβούρες…
…σαλτιμπάγκοι μινιατούρες…
…που τους χώνουν μεσ’ τις μούρες…
-…μεγεθυντικούς φακούς…
…κάτι παλαβοί γι’ αυτούς…
-…και οι ψύλλοι τότε ’κει…
…να αρπάνε από ’να αφτί…
-…που ανήκει σ’ ένα κύριο…
…που χαζεύει απ’ το μυστήριο…
-…σκύβει να δει τη βαβούρα…
…και σαλτάρει απ’ τη φαγούρα!…
-…Με καρούμπαλα στη μύτη…
…ξύνονται όλοι σ’ ένα σπίτι…
…και στη μέση έχουν το σκύλο…
-…να κεράσει αφτί τον ψύλλο…
…που τον βρήκε λέει για φίλο…
…κάτω σαν πεσμένο μήλο…
-…’κείνη η παλιομαγίστρω!…
-…Τι σκαρφίστηκε η κακίστρω!…
-…Από ένα ψύλλο σκέτο…
…χίλιους νά ’χει σε πακέτο…
…νά ’ρχονται άλλοι να τους δουν…
…όπως θα χοροπηδούν…
-…έως να μαλλιοτραβηχτούν…
…χίλιους ψύλλους για ν’ αρπάξουν…
-…απ’ τα σβέρκα που θ’ αράξουν…
-…και θ’ αλληλομαδηθούν…
…όπως θ’ αλληλοξυθούν!…
…Ως τα ρούχα τους θα κάψουν!…
-…Μα οι ψύλλοι θα γελούν…
…όπως θά ’χουν να κρυφτούν…
…σ’ όλες τούτες τις κεφάλες…
…σε μανίκια σαν κουφάλες…
-…Πόσοι άνθρωποι βρωμόστομοι…
…δε θα κλαίν για μια ψειρόσκονη…
88
pdf by elifrac

-…Κοίτα ρε τους φουκαριάρηδες!…
-…Κόσμος τίγκα στους ψωριάρηδες!…
-…Τόσο πήχτρα από ψύλλο…
-…Που ήρθε πια νύστα στο σκύλο…
-…Τέτοιο πλήθος ρε να ξύνεται…
-…καί ’ρχεται η μυτομπιρμπίλω…
…όλη μέρα για να ψήνεται…
…που θα βρει και αυτή ένα φίλο…
-…Την επόμενη φορά…
-…άμα ψάχνει συμφορά…
-…να σκεφτεί πιο σοβαρά…
-…’σω ’χει η αχλάδα την ουρά…
-…Για να βγάλει το σεβντά…
-…ας κονομηθεί ένα γρύλλο…
-…με μια μούτζα σ’ ένα μήλο!!!…
-…Άλλο;…
-…Κορακιάσαμε!…
-…Α, δεν το ξέρω!…
-…Ε, για να το μάθειθ…
-…πολλά θα πάθειθ…
-…θα λαχανιάθειθ…
-…θα θυννεφιάθειθ…
-…μα πωθ θα θώθεις…
-…μήπωθ θαλαθοθολώθειθ…
-…το…θαλατο…
-…θαλαχο…
-…θαλαθο…
-…Τ’ άτιμο!…
-…Δε λέει να βγει…
-…το κολοκυθοκαλαθοθαλαθοθακκουλόθολο…
-…ναι…
-…το θάπιο…
-…κέφαλό σου!…
-…Θωθτά!…
-…Καθόλου!…
-…Πόθο θράθοθ!…
89
pdf by elifrac

-…Πόθεθ εκπλήκθειθ θεθ εθύ;…
-…Παρθραμυθάδεθ!…
-…Θα θωπάθειθ;…
-…Θα θαθ εκθιθτορίθω;…
-…Θουτ! Θα θαθ αρχίθω…
-…Φρέθκο φυθικά θα…
-…Χωρίθ θου!…
-…Θου κθου!!…
-…Ώπα, καλώς! Στρίβω αμέσως μανιβέλες…
-…να σας πω για κατσιβέλες…
-…Κόφτο! Άλλο είναι!…
-…Ποιο; Το «Είχα μια φοράδα βλάγγα;»…
-…Άκου τι είπε…Νάτο!…
-…Μπρος στον καθρέφτη…
…κοίτα ένα ψεύτη…
…αν είμαι κούκλα…
…να μ’ απαντήσει…
-…τού ’χω ζητήσει…
…και τι μου λέει!…
…«Η Ευριδίκη…
…κόρη κουρέα…
…ειν’ πιο ωραία…
…εσύ ’σαι φρίκη!»…
-…Καθρέφτη πήρα…
…ή ένα καθή…
-…Με το «θου» παίζουμε;…
-…κατσίκι…
-…«Μια μαγισσάρα…
-…μ’ ένα σαγόνι σα σαγιονάρα!»…
-…Πως μου τη δίνει…
…το καθρεφτόστομα…
…όταν δεν κλείνει!
…Μα θα του δείξω…
-…Τι θα πει Θρούμπα…
…Ξόρκι θα ρίξω…
…να έρθει τούμπα…
90
pdf by elifrac

…Άκου Ευρυδίκες…
-…να λες τις κούκλες…
…που δίνουν προίκες…
-…και στρίβουν μπούκλες…
-…Εμείς τί κάνουμε…
…ρε Ευρυδίκη;…
-…Κολλάμε μπρίκι;…
-…Πολλοί οι πριγκήποι!…
…Της πέφτουν δίπλα…
…όλοι πια τύφλα…
…Μωρέ κατάλαβες…
-…Τα σαχλοκούδουνα!…
-…Ένα καλόγερα…
-…τον ατιμότερο…
-…όχι σε ράσα…
-…ούτε σε κάσα…
…μα, ένα βούζουνα!…
…Ίδιο ραδίκι!…
-…Να! Ένα μπιμπίκι!…
-…Μού ’μεινε τ’ άτιμο…
…ραμφοπαράσημο…
…αντί σειρήτι…
…πάνω στη μύτη…
…για να ρωτάω…
-…ένα καθρέφτη!…
-…Ρε, αντί να σπάω…
-…και αυτό τον ψεύτη…
…πρέπει να πάω…
-…αν βρω γερό…
…άντρα να βρω…
…για να τον φάω!…
-…Μετά;…
-…Έχει καινούργιο! Αφουγκράσου…
-…Γεια σου γιαγιάκα!!…
…Επιτόπου άνοιξε…
-…Άντε ατάκα!…
91
pdf by elifrac

-…Καλέ Λουλούκα!…
-…’συ ’σαι για πες;…
-…Έχω στη μπούκα…
-…μία κρασόκουπα…
…από προχτές…
-…Ο κρασολύκος…
…δεν ξέρω μήπως…
…νομίζει γέρασα…
…ότι απλώς ξέχασα…
-…πως είν’ μπεκρούλιακας…
…Μα τι χαζούλιακας!…
…Έχει έρθει στην αυλή μου…
-…παίζοντας την εγγονή μου!…
-…Εγώ γιαγιάκα μου…
…ναι, η Λουλούκα…
-…Α, τον μαντράχαλο!…
-…Παίρνω τη σκούπα!…
-…και τρέμει ολόκληρο…
…το κοκκαλάκι μου…
…και το μουστάκι μου…
-…Να μη σε βρω…
…όταν θα βγω…
…και άλλη φορά…
…μια πατατούκα…
…σαν το παλτό…
…πού ’χει η Λουλούκα…
…κοίτα να ρίξεις!…
-…Για μια κρασάρα…
…που κοπανάς…
…όλα μαντάρα…
-…όπως μεθάς…
…και θα μας πρήξεις!...
-…Μα έχω και κάππα!…
…Έλα γιαγιά!…
…πού ’χει και σκούφο!…
-…Φύγε ρε μάπα!…
92
pdf by elifrac

…Θα πέσει φάπα!…
-…Τι να σου κάνω…
…που είσαι ούφο!…
…μία σαπιέντζω…
…εγώ ζεν παίντζω…
-…όχι νελό…
-…κ’ασί καλό…
-…’α γίνω κόσκινο…
…σέλω κ’ασάκι…
…σαν την κουκούλα…
…πού ’χε απάνω της…
-…το κοριτσάκι…
…Για κέρνα ντε…
-…μια καραφίτσα…
-…Τι ειν’ η κεφάλα…
-…μια σκέτη μπάλα…
…σαν της εγγόνας σου…
-…Το μάτι τό ’να σου!…
-…Μα μανταμίτσα…
-…Θες καραφίτσα!…
…Στάσου εκεί!…
-…Πατάω τώρα…
-…ένα κουμπί…
…ν’ ανοίξει η γη…
-…να φάει και αυτή!
-…Κοίτα η γίδα!
…νά ’χει παγίδα…
…ένα χαντάκι…
…που το χαλάκι…
…τό ’χει καπάκι…
-…Γριά νυφίτσα!…
-…Λίγο κρασάκι…
…μία γουλίτσα…
…να, τόση δα…
-…ούτε που ήπια εδώ σταλιά…
…με κατάπιε και χαλί…
93
pdf by elifrac

…πού ’ναι μπρος απ ’το σκαλί…
…αχ, κυρά αν ήσουν καλή…
…θά ’χα του παραμυθιού κρασιά…
…αν δεν ήσουνα κακιά…
…θα έβλεπα τις ώρες πια…
-…παραμύθια παιδικά…
-…Α, ρε η στραβή η ώρα…
-…πού ’ρθα καί ’πεσα εδώ τώρα…
…ρε, με ’σένα τη γριά κλώσσα…
-…πού ’μεινα με στεγνή γλώσσα…
…για μπουκάλι στροφιλιάς…
-…ήρθα απ’ όξω απ’ της γριάς…
…αν δεν πέσουν ρετσινίτσες…
…τρώω κοκκινοσκουφίτσες…
-…και δε λέει να μου βρει…
…πού ’χω εδώ χαντακωθεί…
-…δυο κιβώτια κρασί…
-…σε κοκκινομποτιλίτσες…
…θα γινόταν τ’ όνειρό μου…
…γούρι σαν σε παραμύθι…
…κλειδί στον παράδεισό μου…
-…η γαλήνη μεσ’ τη λήθη…
…κρασιού στάλες θά ’ταν οι ώρες…
…που του μυλωνά οι κόρες…
…και άλλες τέτοιες σακαφιόρες…
…τίποτ’ άλλο να μη θέλω…
-…φίσκα κράσο στο καπέλο…
…’νω θα τρέχαν’ οι δουλειές…
…θά ’χα ύπνο απ’ τις γουλιές…
-…με κρασάρες δυο αγκαλιές…
-…και στο λάκκο πάντα ας μπαίνω…
…θα τον είχα και πιο σένιο…
-…για να φτιάχνω ωραίο κεφάλι…
-…σαν θα μ’ άφηνε η ζάλη…
…υπναρά ξεγυρισμένο…
…τέλεια σταφιδιασμένο!
94
pdf by elifrac

…Κρίμα πάντως ρε γιαγιά…
-…νά ’χαμε μια κουμπαριά…
-…θά ’χα εδώ να μια κοιλιά…
-…σωστό βαρελοκάσονο…
-…και ούτε σκοτούρα η βάσανο…
…το κρασί αν ειν’ ωραίο…
-…τίποτ’ άλλο δε σου λέω…
…γω’ δηλαδή και να γκαρίσεις…
…γιαγιά αν δε μου χαρίσεις…
…δυο μποτίλιες με κρασά…
-…κάνω ένα πικ-νικ μετά…
-…τρώω τη ζουμπουρλούλα εκείνη…
…πού ’ναι σαν χοντρό ρουμπίνι…
-…ε, τη δασοτσαπερδόνα!…
-…φεύγει ως και η τερηδόνα!…
…’φτοπροσώπως και επιτόπου εδώ…
…μια μπουκιά σ’ ένα λεπτό…
…’γω μπορώ να τη χωνέψω…
-…και ’σεις κλάφτε τη μια καί ’ξω!…
…θά ’ναι μια μπουκιά και ’σχώριο…
…ένα γλέντι δίχως όριο…
…ήδη όνειρο τη βλέπω…
-…πως το τρώω το θύμα σκέτο…
-…τη χοντρομπιρμπιλομάτα…
-…σαν μια ζουμερή ντομάτα…
…Άμα τηνε ξεμονάχιαζα…
…θα τηνε ψιλοτσατάλιαζα…
-…δε θα τηνε ξεκοκκάλιζα…
-…ούτε θα τηνε τραγάνιζα…
-…πολύ δε θα τηνε δάγκωνα…
…στον ύπνο αν τηνε μάγκωνα…
…πιο νόστιμη θα’ ν’ άψητη…
-…την έτρωγα και αμάσητη…
-…όλη θα τη μεζέδιαζα…
-…άμα θα την κεμέριαζα…
-…’κείνη την παπαρούνα…
95
pdf by elifrac

…με ψαθοκαλαθούνα…
…όλοι τους θα την ψάχνανε…
-…και αν τρέχαν δε θα φτάνανε…
-…πασχάλιααβγά θα χάνανε…
…αν είχα καραφίτσα…
-…και οδοντογλυφιδίτσα…
-…την είχα γεύμα πρόχειρο…
-…αυτόνε το σκαντζόχειρο…
-…την κοκκινοσκουφίτσα!…
-…Τι λέτε ρε παιδιά!…
-…Σοβαρά τα πράγματα!…
-…Έχει και σοβαρότερα!…
-…’δω προσέχτε!…
-…Μαλλιοκεφαλομάγισσα…
-…μαστροχαλαστρομάντισσα…
-…χυτροκακομελέταγε…
-…κακοριζικοπέταγε…
-…σκορπαλευροχερόβραζε…
-…και βαλτοσουπιερόκραζε…
-…για ενός χωριού ξεκλήρισμα…
-…Για ώρα πολλή τσίριζε…
-…καθώς χυτροτσιτσίριζε…
-…στου κουταλιού το γύρισμα…
-…ελεεινό εκχύλισμα…
-…τα παρακάτω τρομερά…
-…προφέροντάς τα μια φορά…
-…μαυρόφρυδα και ζωηρά…
-…για κάθε είδους μαργιολιά…
-…σε αυτή τη μαγισσοσπηλιά…
-…τα λόγια αυτά τ’ αλλόκοτα :
-…«Δέκα στοιχειά και ζούζουλες…
-…μη μας χαθούν οι μπούσουλες…
-…και μετά μια βαλτόκοτα!…
-…Μια στάλα ανάσας δράκοντα…
-…τρύπιες γαλότσες άρχοντα…
-…μπλε για το μάτι χάντρα…
96
pdf by elifrac

-…και στην κεφάλα αρσενικού…
-…θύμα αυτού του μαγικού…
-…μια αλογομυγομάντρα!»…
-…Ε, μπας και δούμε προκοπή!…
-…Προτού μας πιάσει συγκοπή…
-…να βρούμε νέο και άντρα!…
-…Πριν μάθουνε τη μαγική…
-…οι συνομίληκές μας ’κει…
-…στους οίκους για σαράβαλα…
-…να πέσουμε σε ντράβαλα…
-…μας φάει η μαρμάγκα…
-…και πάμε από δάγκα…
-…κλειδομανταλωμένων…
-…παππούδων ξεχασμένων…
-…που μέσα στην κομμάρα…
-…ονειρεύονται κορμάρα…
-…χάσουμε τις μαρμίτες μας…
-…μας φάνε και τις μύτες μας…
-…πριν μεταμορφωθούμε…
-…ώστε να συστηθούμε…
-…προτού να φιληθούμε…
-…γυναίκες λίαν λιμπιστές…
-…με πρίγκηπες μόνο για εραστές…
-…τα δόντια μας αν έχουμε…
-…ποτέ να μη προσέχουμε…
-…Αν τρέχοντας στο μεταξύ…
-…δεν έρθουν με τα πόδια…
-…ή στριμωγμένοι σε ταξί…
-…σαν να ’ν’ σαρδελοβόδια…
-…μια και χορέψαν στο ταψί…
-…όλοι εκείνοι οι γέροι…
-…που έγιναν ξεφτέρι…
-…σε ένα μεσημέρι…
-…από τις κεραμίδες…
-…που φάγαν σε μερίδες…
-…εκεί μέσα στο οίκημα…
97
pdf by elifrac

-…που έβαλαν το στοίχημα…
-…παλιοσειρές λοξίες…
-…γλυκές, καλές κυρίες…
-…που θέλανε γαλήνη…
-…το μάτι γιατί όχι;…
-…και ας φύγει απ’ την κόγχη…
-…’νας άντρας να τους κλείνει…
-…Μα έτυχε το μαγικό…
-…πού ’μαθε μια από τύχη…
-…να ειν’ ερασιτεχνικό…
-…και να μη τους πετύχει…
-…Να ροβολάν κατοσταριές…
-…με τις μαγκούρες στις πλαγιές…
-…γέροι, να μαζεμένοι…
-…πολύ νταβραντισμένοι…
-…σφαιράτοι και συμπούρμουλοι…
-…και είναι και ατσούμπαλοι…
-…σε ’μένα όλοι νά ’ρθουνε…
-…καθόλου μήπως μάθουνε…
-…αν μάγισσες που φτιάχνουνε…
-…όλα αυτά τα μαντζούνια…
-…που καίνε τα ρουθούνια…
-…αντέχουνε σερί φιλιά…
-…κάργα μια λειβαδοπλαγιά…
-…από γέροντες μιλλούνια…
-…ή χάνουν έτσι τη μιλιά…
-…θαμμένες σε μπαστούνια…
-…ακούγοντας μονίμως πια…
-…στ’ αφτιά μόνο κουδούνια…
-…Για πάντα από ’δω και μπρος…
-…τρελέγκω απ’ τα ζουπήγματα…
-…και ούτε για δείγμα ένας γαμπρός…
-…μόνο μαλλιοτραβήγματα…
-…Ο κόρακας μου λάκησε…
-…με μία κορακίνα…
-…τι τού ’ρθε και με άφησε…
98
pdf by elifrac

-…πετώντας πρόσω ολοταχώς…
-…αλήθεια είναι δυστυχώς…
-…ευθεία προς την Κίνα;…
-…Παίρνοντας άξαφνα και οι δυο…
-…μέσα σ’ αυτό το ρημαδιό…
-…μαζί τους το τσουκάλι…
-…ταυτόχρονα τσιμπώντας με…
-…σύξυλη παρατώντας με…
-…με μια στεγνή φιάλη!…
-…Μια μάγισσα για φάσκελα…
-…ενώ ήταν όλα φίνα…
-…τον ουρανό ανάσκελα…
-…να βλέπω για ένα μήνα…
-…Να μη μπορώ να κουνηθώ…
-…καλάκαλά να κρατηθώ…
-…όπως θα είμαι σούπα…
-…ξάπλα τώρα τρεμάμενη…
-…από ’κείνη την ιπτάμενη…
-…τη μαδημένη σκούπα!…
-…Που να σφυρίξεις…
-…ξόρκι να ρίξεις…
-…να καβαλήσεις…
-…προτού λαλήσεις…
-…’φτο το σκουπόξυλο…
-…Μ’ ένα χοντρόψηλο…
-…με ρόζους ρόπαλο…
-…σε κάθε κόκκαλο…
-…θα φαν’ μπερτάκια!…
-…Παν’ τα κοράκια!…
-…Θα γίνουν σκόνη…
-…για καταπλάσματα…
-…και ’γω κανόνι…
-…μέσα σε κλάσματα…
-…Τί και αν βήχω;…
-…Θα τα πετύχω…
-…Ήδη η Φιφή…
99
pdf by elifrac

-…ειν’ αλοιφή!…
-…Μαζί και ο Μόκο!…
-…Τέζα με τόκο!…
-…Κόρακες φίλοι!…
-…Τελείως ρεζίλι!…
-…Πάει και η μέρα…
-…Θέλω αιθέρα…
-…Όπως λυσσάω…
-…λιποθυμάω…
-…Έτσι όπως τά ’κανα…
-…θα τρώω λάχανα…
-…τουρσί από βάζα…
-…μόλις βρω γάζα…
-…και όσο για σαύρες…
-…και γάτες μαύρες…
-…ούτε για αστείο…
-…Αν σηκωθώ…
-…το άντρο αυτό…
-…θα ’ν’ μαγειρείο…
-…Μια πινακίδα…
-…«Κότσι από γίδα»…
-…«φιλέ μινιόν»…
-…πολλοί να τρων’…
-…με σως μαδέρα…
-…ώστε και ’γω…
-…σβέλτα να δω…
-…μια άσπρη μέρα!…
-…Δηλαδή;…
-…Άντε ρε, σιγά μη γίνει μαγείρισσα!…
-…Λες;…
-…Ουού!!!…
-…Άμα γίνεις μάγισσα μια φορά…
-…Τελείωσε…
-…Ο βήχας και οι μάγισσες…
-…δεν κρύβονται…
-…Σαν τη μύγα μες το γάλα…
100
pdf by elifrac

-…πήγα…
-…καί ’μεινα κοάλα…
-…από ’κείνα όλα που είδα…
-…βλέπω φώτα αναμμένα…
-…λέω τά ’χουνε για ’μένα…
-…έτσι έκανα και μπήκα…
-…και σε τσίμπησε μια σφήκα;…
-…Ρε, τι σφήκες και άλλ’ αντ’ άλλα;…
-…Πάντως, σού ’φυγε η κεφάλα…
-…Ου, παιδιά που να σας λέω…
-…Θα το μάθουμε το νέο;…
-…Όχι σφήκες και κουνούπια…
-…και μαϊμούδες με χαρούπια…
-…άλλα χάλια πιο μεγάλα…
-…Όπως είπα προηγουμένως…
-…η κυρά που πήγα κ’ είδα…
-…ψάχνει άντρα σαν τον Μίδα;…
-…Ξύνισε το γάλα γίδα;…
-…Μου λασκάρησε η βίδα…
-…όχι μύγα μεσ’ το γάλα…
-…Με μια λέξη βγάλε τ’ άλλα…
-…Μαγισσαγκυλομυταροσαγονοκατσομάλλα!!!
-…Αμ, το άλλο το θυμάστανε;…
-…Πού; Εκεί όπου θα ’μάστανε;…
-…Σε τα μας τα λε…τα νε…
-…Πως, ναι! ’Μάστα! Τι; Αμέ!…
-…’φου λες «’μάστα!» τότε πε…
-…Αν το θέ ’τε και αμανέ…
-…Μα, τι τώρα…’Μάστα ναι!…
-…’Μάστα, ναι, αμανέ ή σκέτο;…
-…Όπως νά ’ναι μόνο πε ’το…
-…’Μαστα, ναι…
-…ναι, νά ’ναι νέτο…
-…Να μην είναι μ’ αμανέ!…
-…’Μάστα, ναι και μ’ αμανέ!…
-…Αν θα λέμε «’μάστα, ναι!»…
101
pdf by elifrac

…’γω με βλέπω κουνενέ…
-…Ν’ αρχινάμε ποτενέ;
-…Ν’ αρχιναμενέ, ναι, ναι!…
-…Άϊντε επιτέλους!!!…
-…Καλά…
-…’δω ακούτε…
-…Ο αέρας να, γυρίζει…
-…τί ’ν’ αυτό μεσ’ τις νεφέλες;…
-…Κάτι άσχημο μυρίζει…
-…Μήπως είν’ ψαροκασέλες;…
-…Σαν στειλιάρι με προπέλες…
-…Στον αέρα μεσ’ τα νέφη;…
-…Δε μπορεί, θα είμαι ντέφι…
-…Κονταράκλα σ’ αεροντρίμπλες…
-…ή στα μάτια έχω τσίμπλες;…
-…Εσύ βλέπεις σπαθοβέργα…
-…ή έχω ’γω τσατάλια νεύρα;…
-…Σας χαζέψανε τα έργα…
-…Διακρίνω και πηδάλιο…
-…Όπως πας και καρδινάλιο!…
-…Πού ρε ’σεις; Στους ουρανούς;
-…Θα σαλτάρει ανθρώπου νους…
-…Γκαραντί είναι σας λέω…
-…’γω το χέρι μου το καίω…
-…πρόκειται για ένα κοντάρι…
-…και δε δείχνει φως φανάρι…
-…Ρε, άντε κάντε μου τη χάρη!…
-…Ούτε πήρατε χαμπάρι!…
-…Έχει απάνω μια κοπέλα…
-…Μη μας πεις έχει και σέλα…
-…Θα της φύγει η μασέλα…
-…και κρατιέται να μην πέσει…
-…Το μυαλό σας είν’ στη μέση…
-…Έχει για άκρη αχυροφούντα…
-…Εγώ ακόμα ψάχνω, πούντα;…
-…Έχει χάσει το κοντρόλ…
102
pdf by elifrac

-…Θα ’ν’ από τ’ αεροζόλ…
-…Όχι, λέμε! Ειν’ τελώνιο!…
-…Μπάμπη σόρι, είσαι ψώνιο!…
-…και όμως θέλει συνεργείο…
-…Πάμε γιατί κάνει κρύο…
-…Ώπα! Τώρα κάνει σούζα!…
-…Κόφτα λίγο αυτά τα ούζα…
-…Σαν να θέλει μανιβέλα…
-…Είπες και άλλη σαχλή τρέλλα!…
-…Στο σκουπόξυλο γλιστράει!…
-…Ε, τα λάδια θα κοιτάει…
-…Τώρα κάνει μια εφόρμηση!…
-…Μπάμπη, φύγε! Ειν’ οχτώμιση!…
-…Μήτσο, σκύψε! Δεν κορνάρει!…
-…Μπάμπη, το μυαλό ρετάρει!…
-…Καταφέρνει και φερμάρει!…
-…Μήτσο έχει και ρεφλέξ!…
-…Το μυαλό τη σκαπουλάρει!…
-…Μπάμπη κάνε λίγο σεξ!…
-…Α, μα τό ’ξερα! Φρενάρει!…
-…Μα δεν ειν’ αυτές δουλειές!…
-…Θέλει πέντε τουφεκιές…
-…και τρία κυνηγόσκυλα…
-…Πού ’δες δηλαδή εσύ…
…μάγισσες και σκουπόξυλα;…
-…Ρε ’συ Μήτσο θέλεις κυάλια;…
-…Μπάμπη, πράγματι είσαι χάλια!…
-…Όμως άκου με εσύ!…
-…Μετά θα τη μαδήσουμε…
-…και αφού τη ζεματίσουμε…
-…σβήνουμε με κρασί…
-…κοτόπουλα και μάγισσες…
-…άρπα τα και καθάρισες!…
-…Τα τρώνε με τα χέρια!…
-…Πηρούνια δε χρειάζονται…
-…το ίδιο τα μαχαίρια…
103
pdf by elifrac

-…και τα ψητά κουράζονται!…
-…Πονούν στ’ αφρατομέρια!…
-…Πάντως τώρα ειν’ εντάξει…
-…Εμάς δε θα μας αρπάξει;…
-…Δε θα είδε εμάς ακόμα…
-…Θέλει λάστιχα για χώμα…
-…Άμα έρθει κατά ’δω…
-…φτιάχτε σκούπα χαρταετό…
-…αμολύστε μια καλούμπα…
-…Ε, μετά νομίζω ξέρεις…
-…λιγο βόλτα να τη φέρεις…
-…πιάστη και όπου θέλει ζούμπα…
-…Μήτσο, δε θα το πιστέψεις!…
-…Τί; Της τύχαν’ επισκέψεις;…
-…Έπεσε σ’ ένα πιλότο!…
-…Άμα θες με λεν και Σώτο…
-…Ρε, σπινάρησε ελικόπτερο!…
-…Εγώ χθες είδα και κότερο!…
-…Που πετάει με πεντάλ…
-…μια και ’γω είμαι νορμάλ!…
-…Δυο ελέφαντες προχτές…
-…Ροζ με βούλες ερυθρές…
-…κάνανε ύπτιο ως πέρα…
-…ήταν και ωραία μέρα…
-…να γλιστράν στον ουρανό…
-…και να κάνουν οτοστόπ…
-…σ’ έναν με κανό.
-…Μήτσο ειν’ όρθια στο κενό!…
-…Όρθια και η σκούπα…
-…και ο πιλότος την κερνάει…
-…πλάι όπως τώρα δα περνάει…
-…και τη χαιρετάει…
-…τσάι σε μια κούπα!
-…Τώρα πάνω στο κοντάρι…
-…τα δυο χέρια της κοτσάρει…
-…και ακουμπά εκεί μετά…
104
pdf by elifrac

-…απολύτως φυσικά…
-…πάνω το σαγόνι.
-…Η κοπέλα ρε, ’συ λιώνει…
-…Μπάμπη, ξέρεις ρε τί λέω;…
-…Άλλο θά ’ναι το ωραίο…
-…Όπως θα ’ν’ δουλευταράς…
-…θά ’πε και ο ελικοπτεράς…
-…«Έχει σκούπα από σανό…
-…τι οτοστόπ και τι κανό…
-…Α, η μάνα μου είναι ψεύτρα…
-…Μέχρι και στον ουρανό…
-…βρίσκεις μια παραδουλεύτρα!…
-…Εγώ ρε, είμαι πιλότος!…
-…Μη μου πει ο συγκυβερνήτης…
-…ότι αυτός την είδε πρώτος…
-…γιατί θα ’ν’ παλιοαλήτης!»…
-…Α, θα χαίρεται ο λεγάμενος…
-…τζέντλεμαν όσο κ’ ιπτάμενος…
-…μ’ όλη αυτή την περιπέτεια…
-…που έτσι βρήκε υπηρέτρια…
-…Μα, η άλλη η κομπίνα…
-…και δεν ξέρω αν δε σού ’πα…
-…είναι ότι αυτή η σκούπα…
-…έχει και μία καμπίνα…
-…ένα έλικα επίσης…
-…μα, άντε εσένα να σε πείσεις!…
-…Μπάμπη δύο είναι τα ελικόπτερα!…
-…Νά ’λεγες και κολεόπτερα…
-…κάναμ’ έτσι λίγο πλάκα…
-…δάγκωνα ελαφρώς τη φάκα…
-…Μα, πιλότοι είναι Μπάμπη!…
-…και ’κει κάτω ειν’ όλο κάμποι…
-…Αν ακόμα βλέπω εντάξει…
-…γιατί αλλιώτικα στην πράξη…
-…ε, θα πρέπει από οργή…
105
pdf by elifrac

-…μ’ ένα σάλτο από τη γη…
-…χωρίς φόρα και εξέδρα…
-…πύραυλος από τα νεύρα…
-…νά ’χω ανέβει εκεί με άλμα…
-…για να δω τι θα πει κάλμα!…
-…Τώρα τί λέμε;…
-…Ευχαριστώ;…
-…Μήπως να κλαίμε;…
-…Να τσαντιστώ;…
-…Τώρα θα δούμε!…
-…Δε θα το βρούμε;…
-…Πάει πάλι η ηρεμία…
-…Ώπα! Να αμέσως μία…
-…και άλλη ιστορία καμία!…
-…Οργή του Δία…
-…καιρός αηδία…
-…μπόρας βαρβάτης…
-…γρουσουζομάτης…
-…ο ουρανός…
-…ειν’ σκοτεινός…
-…κατράμι πίσσα…
-…κεραυνολύσσα…
-…Γριά αλεπού…
-…ποιος ξέρει που…
-…πολύ μπαμπέσα…
-…σε κάστρο μέσα…
-…δηλαδή, μάγος…
-…ψυχρός σαν πάγος…
-…κλεισμένος μένει…
-…και περιμένει…
-…πάνω στο ύψωμα…
-…το βραχυκύκλωμα…
-…να διακοπεί…
-…να βρει σιωπή…
106
pdf by elifrac

-…Να κάτι βράχοι!…
-…Ίδιοι ξυράφι…
-…Μαύροι και απότομοι…
-…Αισχροί και απόκοσμοι…
-…Να κλαίς τις τύχες σου…
-…καρφιά οι τρίχες σου…
-…Για σκέψου εκεί…
-…Μα, πως μπορεί…
-…νά ’χει χτιστεί…
-…τούτου του τράγου…
-…του γερομάγου…
-…’κείνη η φωλιά…
-…σαν κουτσουλιά…
-…μία κουκκίδα…
-…στην καταιγίδα;…
-…Μαύρο το κάστρο του…
-…κάρβουνο τ’ άστρο του…
-…μαύρα τα βράχια…
-…και οι νυχτερίδες…
-…Σαν τα βατράχια…
-…οι αραχνίδες…
-…πηδούν σαν γίδες…
-…με μαλλί μαύρο…
-…Θυμίζουν ταύρο…
-…για κουτουλιές…
-…μεσ’ τις φωλιές…
-…Τρώνε γατούλες…
-…οι ταραντούλες…
-…Οι πύργοι σκούροι…
-…σα δράκου μούρη…
-…κάθε κορφή…
-…ειν’ σαν καρφί…
-…Ψηλά ντουβάρια…
-…Κάτι αγκωνάρια…
-…γεμάτα τρύπες…
-…και γύρω γύπες…
107
pdf by elifrac

-…Σ’ αυτά τα ύψη…
-…όποιος και αν σκύψει…
-…ποτέ τη γη…
-…δε θα τη δει…
-…κ’ έτσι τρελλαίνεται…
-…γιατί δε φαίνεται.
-…Του κάστρου όμως…
-…τούτος ο τρόμος…
-…το μάγο κάνει…
-…να θέλει νάνι…
-…Ο οποίος λιώμα…
-…νιώθωντας πτώμα…
-…να που φαντάζεται…
-…ότι σωριάζεται…
-…χίλια κρεβάτια…
-…με αφράτα στρώματα…
-…τόσα δωμάτια…
-…πόσα πατώματα…
-…«Είμαι κομμάτια…
-…με γλαρά μάτια…
-…οι τσίμπλες κόμποι…
-…τύφλα στα ζόμπι»…
-…Παραμιλάει…
-…παραπατάει…
-…για ύπνο πάει…
-…να κλείσει μάτι…
-…μια ώρα και κάτι…
-…Μ’ αυτό δε γίνεται…
-…Φαγουροξύνεται…
-…Μέσα του ψήνεται…
-…και βλαστημάει…
-…πού ’πε να πάει…
-…μια τέτοια ώρα…
-…μέσα στη μπόρα…
-…ύπνο να βρει…

108
pdf by elifrac

-…Παίρνει κερί…
-…που το κοιτάει…
-…και αυτό αρπάει…
-…Φλόγα φυτρώνει…
-…καλά και σώνει…
-…και ο μάγος χάνεται…
-…με κηροπήγιο…
-…Πάει, δεν πιάνεται!…
-…Κοίτα μυστήριο!…
-…Πώς πολλοί λένε κοινώς…
-… πάει, γίνηκε καπνός;…
-…Πού πήγε τώρα;…
-…Να χαρεί μπόρα….
-…«Στον πύργο έξω…
-…τον πιο ψηλό…
-…λίγο να παίξω…
-…και ας κουτουλώ…
-…Λίγες βολές…
-…σε νυχτερίδες…
-…πού ’ναι πολλές…
-…σαν τις ακρίδες…
-…και ο ύπνος νάτος!…
-…Ίδιος σαν γάτος…
-…για ύπνο βαθύ…
-…σ’ ένα λεπτάκι…
-…στο κρεβατάκι…
-…θά ’χω χωθεί!»…
-…Σε μια στιγμή…
-…βγαίνουν κρωγμοί…
-…Οι κουκουβάγιες…
-…ακούν χαβάγιες…
-…όπως τα μάγια…
-…τα τρων’ σαν σκάγια…
-…Βολτάρει λίγο…
-…ο μάγος στον πύργο…
109
pdf by elifrac

-…και μάνιμάνι…
-…ό,τι πετάει…
-…τό ’χει ξεκάνει…
-…και όπως χτυπάει…
-…το τελευταίο…
-…βρίσκει τουρμπάνι…
-…«Σε πόντους χάνει…
-…Δεν ειν’ ωραίο…
-…κακή βολή…
-…Αργώ πολύ…»
-…Παρατηρεί…
-…και απορεί…
-…όταν ορμά…
-…απ’ το πουθενά…
-…πάνω του ήδη…
-…εν’ ανθρωπάκι…
-…σαν σαμιαμίδι.
-…«Τάβλα και οι δυο!…
-…Τι ρημαδιό!»…
-…Ο μάγος γκάρησε…
-…όπως τουμπάρησε…
-…Άξαφνα ανάσκελα…
-…δίνει αυτοφάσκελα…
-…κουκουλωμένος…
-…και γουρλωμένος…
-…που έχει πέσει…
-…σε τέτοια θέση…
-…Από ’να χαλί…
-…το κεφάλι βγάζει…
-…με οργή τρελλή…
-…μένει να κοιτάζει…
-…Μία και καλή…
-…βλέμμα ευθύς αλλάζει…
-…Πολύ θυμωμένος…
-…νιώθει σαν σε βάλτο…
110
pdf by elifrac

-…και άκρως μπαφιασμένος…
-…έτσι κάνει σάλτο…
-…Αφού μπρούμητα από πάνω…
-…είχε ως τώρα ένα νάνο…
-…τέζα κιόλας σε αφασία…
-…«’γω σε τέτοια δεν τα χάνω…
-…αν και έχουν σημασία…
-…Πράγματι κακό σημάδι…
-…είναι αυτά σε ένα βράδι»…
-…είπε ο μάγος έτσι απλά…
-…και χωρίς πολλάπολλά…
-…ξεσκονίστηκε καλά…
-…από τον κακό μπελά…
-…«Ε, λοιπόν ας τον ματιάσω!…
-…Σίγουρα θα ησυχάσω»…
-…Τού ’ριξε και ο μάγος μάτι…
-…μα του έλειπε κομμάτι…
-…το εξτρα σπέσιαλ το κάτι…
-…Τό ’δε και αυτοπροσώπως…
-…πως δεν έπιανε ο τρόπος…
-…Φαίνεται πως οι γκουρού…
-…από ξόρκια κουτουρού…
-…δε θα παίρνουνε χαμπάρι…
-…και θα τό ’χουν και καμάρι…
-…Έτσι έκανε ο μάγος…
-…πως μετράει τις αστραπές…
-…μέχρι νά ’σπαζε ο πάγος…
-…και να φύγει ο τουπές…
-…γιατί άρχιζε ο φακίρης…
-…ίδιος σαν καραβοκύρης…
-…να ριχν’ ήδη τις βρισιές.
-…Η κατάρα στην κατάρα…
-…ο φακίρης φωναχτά…
-…και ο μάγος μουλωχτά…
-…παν’ τα νεύρα τους, μαντάρα!…
-…Μέσα σ’ ένα περιβάλλον…
111
pdf by elifrac

-…πού ’μοιαζε με χάος μάλλον…
-…μέσα σε κορακοσμήνη…
-…πούπουλο δε θά ’χει μείνει…
-…απ’ αυτά τα κουρνιαχτά…
-… «Τρία ρε, του έχω ρίξει…
-…έφαγε και απ’ αυτό!…
-…Μα πια φτάνει, μ’ έχει πρήξει!…
-…Θά ’χει μάλλον φυλαχτό»…
-…Μέσα ο μάγος σ’ όλα αυτά…
-…καθεμιά γλωσσοφαγιά…
-…τη μαστόρευε βουβά…
-…Του γκουρού όμως μια βρισιά…
-…έμοιαζε με κουβαδιά…
-…και δεν είναι δυνατόν…
-…μάγοι ποτέ των ποτών…
-…σ’ ένα τέτοιο χάλι…
-…κουβαδιές από μπετόν…
-…να τρων’ στο κεφάλι.
-…«Στην κατάρα τη βουβή…
-…είναι όλη η παραζάλη…
-…αλλά η τύχη μου ειν’ γκαβή…
-…και ο γκουρού τσακάλι».
-…Θα τον δάγκωνε σχεδόν…
-…τον φακίρη οκλαδόν…
-…άλλος θά ’χε φύγει…
-…τού ’πε ξόρκια σωρηδόν…
-…Τί ήρθε; Για κυνήγι;…
-…«Αν εγώ έχω καθρεφτάκι…
-…αυτός θά ’χει κοκκαλάκι…
-…πάει στράφι κάθε σπελ…
-…Δεν αντέχω άλλα γκελ…
-…Με χαλί ή με το κτελ…
-…ρε να πάρει να σηκώσει!…
-…Που με λένε Σαλταρέλ…
-…Τι μπελά μού ’χει φορτώσει!»…
-…«Μού ’γινε όλη η κεφάλα…
112
pdf by elifrac

-…απ’τη φακιροφωνή…
-…σαν ξεφουσκωμένη μπάλα…
-…Σκέψου λέει νά ’χε χωνί…
-…ένα τηλεβόα…
-…Τον πύργο μου και μένα…
-…θα δέρναν μέρη ξένα…
-…Θα μας βρίσκαν στη Γκόα…
-…από τα βρισίδια…
-…πού ’ναι σαν μια θύελλα…
-…Αϊ, να πάει στα τσακίδια…
-…και με γέμισ’ όλο πτύελα!»…
-…Είναι μάγων μυστικό…
-…κάτι από άλλον δανεικό…
-…από το χαλί ένα κρόσσι…
-…νάτη η μισή δουλειά…
-…σ’ ουρανό ψήνεις πουλιά…
-…Δύναμη να θες πια πόση;…
-…Δεν τον πιάνουν ούτε αυτά;…
-…Ε, πρέπει εσύ τότε μετά…
-…να ’κονομηθείς καρφίτσα…
-…κ’ ένα ομοίωμα να σκαρώσεις…
-…Αν δε γίνει ούτε νυφίτσα…
-…και φακίρη αν δε σκοτώσεις…
-…προτού φτιάξει καν βαλίτσα…
-…όταν θα τον καρφιτσώσεις…
-…πιθανό είναι να χαθεί…
-…για να βρει δουλίτσα…
-…χωρίς καν ν’ αντισταθεί…
-…μπρος σε ταμπελίτσα…
-…η οποία αν διαβαστεί…
-…γράφει εύγλωττα πολύ…
-…“ Kolopetinitsa ”…
-…Μα τι κάθομαι και λέω;…
-…Όπου νά ’ναι πια θα κλαίω…
113
pdf by elifrac

-…Αυτός κάθεται και βρίζει…
-…νά ’ταν τα φτυσίδια ρύζι…
-…θα του σέρβιρα πιλάφι…
-…Έτσι πού ’ναι ζωή νά ’χει…
-…Λες ιδέα να ’ν’ καλή;…
-…Μη το σκέφτομαι πολύ!…
-…Ξόρκι ο μάγος τότε αλλάζει…
-…Μα, ο φακίρης δε σκαμπάζει…
-…αλλά από το στόμα πλέον…
-…που βρυχάται όπως ο λέων…
-…όση ώρα ακόμη βρίζει…
-…πέφτει όλο βρασμένο ρύζι…
-…Να απ’ το ξόρκι αυτό το κάτι!…
-…Θά ’ταν τελικά μπασμάτι!…
-…Όπου μένει εκεί θαμμένος…
-…στην αρχή πιο θυμωμένος…
-…Μα ειν’ ο μάγος νυσταγμένος…
-…κιόλας εξαφανισμένος…
-…Ο φακίρης τρώει λαπά…
-…πάνω στην τσατίλα του…
-…και ο μάγος «παπαπά!»…
-…λέει και σκασίλα του.
-…Νυχτικό ήδη φοράει…
-…όπως κ’ ένα σκούφο…
-…κάτι σιγοτραγουδάει…
-…για χαλιά και ούφο…
-…έτοιμος να πέσει…
-…να ξεκουραστεί…
-…και από τη μέση…
-…πια να ξεπιαστεί.
-…Ο γκουρού ταράτσα…
-…έκανε μια μπάκα…
-…Του άστραψε η φάτσα…
-…Γέμισαν τα μπράτσα…
-…και όλα τάκατάκα…
-…’κείνο το χαλί…
114
pdf by elifrac

-…τζίβα από μαλλί…
-…κιλιμολινάτσα…
-…απ’ τη ριζοχλαπάτσα…
-…φάνηκε στο φακίρη…
-…Ο οποίος χωρίς ποτήρι…
-…τη γύρευε μια κούπα…
-…να πιεί να γίνει σούπα.
-…Λες και το μανουβράρησε…
-…το χαλί όμως για πλάκα…
-…Το τουρμπάνι του φόρεσε…
-…και όπως πάντα μπόρεσε…
-…να πάει μοκετοτσάρκα…
-…μη χάνοντας στιγμή…
-…από την εκδρομή.
-…Τα πάντα πια ξεχνώντας…
-…στους κεραυνούς γελώντας…
-…το μάγο μακαρίζει…
-…για το ωραίο ρύζι…
-…αν και ψιλοτρεκλίζει…
-…και απ’ τη μουργέλα τρίζει…
-…Ο μάγος απ’ την άλλη…
-…περίπου στο ίδιο χάλι…
-…νιώθει μια τέτοια ζάλη…
-…του φεύγει το κεφάλι…
-…Ώσπου σε μηδέν χρόνο…
-…Ο γκουρού σε γιόγκα στάση…
-…και να πέσει δε θα σκάσει…
-…Το χαλί πως πιλοτάρει…
-…Λήθαργο δεν κουμαντάρει…
-…πάντως σ’ όλες του τις πτήσεις…
-…μπρος δε βλέπει, ειν’ κοιμήσης…
-…Πώς τα μάτια του ειν’ κλειστά…
-…και πετάει χαλί σωστά;
-…Ο δε μάγος προβατάκια…
-…ξάπλα δε μετράει ποτέ…
-…σημαδεύει όλο κοράκια…
115
pdf by elifrac

-…τό ’χει για σεφτέ.
-…Ροχαλίζει και γελάει…
-…Σαν φακίρης που πετάει…
-…είναι στ’ όνειρό του…
-…μα δεν χάνει τον καιρό του…
-…Διότι ιπτάμενος κοιμάται…
-…του καλού καιρού…
-…Ύπνο όποιος βρει λυπάται…
-…άυπνους και γκουρού…
-…Μάγος ο γκουρού έχει γίνει…
-…Έτσι παίρνει τ’ όχυρό του…
-…Να ποιο ειν’ το τυχερό του…
-…Μάτι ρε, ο γκουρού δεν κλείνει!
-…Φταίει το ξεροκέφαλό του…
-…Τίγκα ο πύργος στα καρφιά…
-…δεξιά και αριστερά…
-…ως και στο κρεβάτι…
-…καρφωμένα ορθωτά…
-…Ο γκουρού να κλείσει μάτι…
-…πώς εσύ μου λες μετά;…
-…Πρόκες ζουν για να πατάνε…
-…Που για ύπνο αυτοί να πάνε!
-…Όνειρο όμως και αυτό!
-…Ε, τί άλλο πλέον να δω;
-…Ριξ’ ένα ροχαλητό…
-…και εφιάλτη ούτε μισό!
-…Α, ναι! Δεν το συζητώ!
-…Όσο πιο πριονωτό…
-…ρίνεις το ροχαλητό…
-…τόσο το ταχύτερο…
-…ύπνο έχεις καλύτερο!…
-…Μάλλιασε η γλώσσα σας;…
-…Λέω να φεύγουμε…
-…Λουλούκα, χαρήκαμε! Τα δεόντα…
-…Πείτε ρε, καμιά ευχή για καλή αντάμωση!…
-…Αμέ!…
116
pdf by elifrac

-…Πως!…
-…Γίνεται!…
-…Ε, άντε!!!…
-…Ξεχαστήκαμε…
-…Τη Δευτέρα για το γούρι…
-…νά ’χεις πάντα ριγέ μούρη!…
-…Για να έχεις τύχη Τρίτη…
-…και να περπατάς στη μύτη…
-…πρέπει όλη να μακρύνει…
-…σαν μακρύ μυτοπατίνι!…
-…Όλοι όσοι την Τετάρτη…
-…εκτός απ’ το μήνα Μάρτη…
-…βρούνε νούμερο στα πόδια…
-…το εκατόν πενηνταοκτώ…
-…μια κουδούνα σαν τα βόδια…
-…πάει στο λαιμό μπορντώ!…
-…Άμα θες Πέμπτη την τύχη…
-…και ο εχθρός σου όλο να βήχει…
-…μπόχα από παλιά κρασά…
-…να μυρίζεις και απλυσά…
-…και άστους να πνιγούνε όλοι…
-…λες και ήπιαν βιτριόλι…
-…Κατευθείαν σε μηδέν χρόνο…
-…φτιάξε αέρα εντομοκτόνο…
-…μια και οι δυο σου οι πατούσες…
-…θα θυμίζουνε βρωμούσες!…
-…Όταν θα ’ν’ Παρασκευή…
-…όλη την οικοσκευή…
-…κάντη πυραμίδα…
-…και στην κορυφή…
-…αντί όρθιο να ’ν’ σκουφί…
-…να βελάζει γίδα!…
-…Για Σαββάτο τυχερό…
-…βρες για γούρι τσαγερό…
-…βράσε μέσα αβγά ομελέτα…
-…και μετά φτιάξτα ρουλέτα!
117
pdf by elifrac

-…Τύχη αν θες την Κυριακή…
-…Έχει μείνει και απ’ αυτή;
-…Χίλιες κάβες με ρακί…
-…και καρούμπαλα οχτακόσα…
-…Πού τα είδες ρε ’συ τόσα;
-…Ρε, άκου τι σου λέω πάλι…
-…Μον’ όσοι έχουν κάργα ζάλη…
-…ή όλο γάζες στο κεφάλι…
-…γούρι μάτσο ένα χάλι…
-…και απ’ την πολλή την ντάλα…
-…σκόρπια κάτω από τα πόδια τους…
-…να μην ειν’ όμως τα ρόδια τους…
-…μα, σαπούνια σε μια σκάλα…
-…ή αφημένη εκεί μια μπάλα…
-…και αφού σπάσουν την καρκάλα…
-…απ’ το γούρι το πολύ…
-…μπαίνουν τέζα μεσ’ τη γη…
-…αλλιώς κάθε Κυριακή…
-…παίρνουν δώρο αντί πουγγί…
-…πρώτων βοηθειών κουτί…
-…Τι και αν σπάσει ένα νύχι…
-…Νάτηνε κιόλας η τύχη!…
-…Κυριακή για το Τριώδιο…
-…γούρι άφθονο το ιώδιο…
-…και όποιος ζμπρώξει είναι βώδιο!…
-…Με το μαλακό, ε παίδες;…
-…Λέμε μπας και το ιώδιο…
-…φέρνει τελικά ασσόδυο…
-…Ίσα ρε, όλο βιαζούστε!…
-…Κοίτα πού ’ναι όλοι σαν σούσται!…
-…Ένας-ένας μεσ’ την τσάντα!…
-…και να κάνετε στη μπάντα!…
-…Μου τραβάνε την τιράντα!…
-…Ίδια μπάντα είστε πάντα!…
-…Μπάντα τσάντα και κοπάνα…
-…με σφυρίχτρα και ροκάνα…
118
pdf by elifrac

-…Ύπνο τώρα! Έχει ταξίδι!…
-…Μην κουνιέται ούτε φρύδι!…
-…Θά ’πρεπε ήδη να ονειρεύεστε…
-…και όχι ξάπλα όλο να ρεύεστε!…
-…όποιον βλέπω ξαπλωμένο…
-…στόμα νά ’χει βουλωμένο!…
-…Μη μιλάτε!…
-…Ενοχλάτε!…
-…Ένας-ένας…
-…σιγά σκάτε!!!…
-…Ησυχία κάντε οι μπάνται!…
-…’λα ντε! Δε μιλάμε!…
-…Άντε!…
-…που έχει πέσει…
-…σε τέτοια θέση…
-…Από ’να χαλί…
-…το κεφάλι βγάζει…
-…με οργή τρελλή…
-…μένει να κοιτάζει…
-…Μία και καλή…
-…βλέμμα ευθύς αλλάζει…
-…Πολύ θυμωμένος…
-…νιώθει σαν σε βάλτο…
-…και άκρως μπαφιασμένος…
-…έτσι κάνει σάλτο…
-…Αφού μπρούμητα από πάνω…
-…είχε ως τώρα ένα νάνο…
-…τέζα κιόλας σε αφασία…
-…«’γω σε τέτοια δεν τα χάνω…
-…αν και έχουν σημασία…
-…Πράγματι κακό σημάδι…
-…είναι αυτά σε ένα βράδι»…
-…είπε ο μάγος έτσι απλά…
-…και χωρίς πολλάπολλά…
-…ξεσκονίστηκε καλά…
119
pdf by elifrac

-…από τον κακό μπελά…
-…«Ε, λοιπόν ας τον ματιάσω!…
-…Σίγουρα θα ησυχάσω»…
-…Τού ’ριξε και ο μάγος μάτι…
-…μα του έλειπε κομμάτι…
-…το εξτρα σπέσιαλ το κάτι…
-…Τό ’δε και αυτοπροσώπως…
-…πως δεν έπιανε ο τρόπος…
-…Φαίνεται πως οι γκουρού…
-…από ξόρκια κουτουρού…
-…δε θα παίρνουνε χαμπάρι…
-…και θα τό ’χουν και καμάρι…
-…Έτσι έκανε ο μάγος…
-…πως μετράει τις αστραπές…
-…μέχρι νά ’σπαζε ο πάγος…
-…και να φύγει ο τουπές…
-…γιατί άρχιζε ο φακίρης…
-…ίδιος σαν καραβοκύρης…
-…να ριχν’ ήδη τις βρισιές.
-…Η κατάρα στην κατάρα…
-…ο φακίρης φωναχτά…
-…και ο μάγος μουλωχτά…
-…παν’ τα νεύρα τους, μαντάρα!…
-…Μέσα σ’ ένα περιβάλλον…
-…πού ’μοιαζε με χάος μάλλον…
-…μέσα σε κορακοσμήνη…
-…πούπουλο δε θά ’χει μείνει…
-…απ’ αυτά τα κουρνιαχτά…
-… «Τρία ρε, του έχω ρίξει…
-…έφαγε και απ’ αυτό!…
-…Μα πια φτάνει, μ’ έχει πρήξει!…
-…Θά ’χει μάλλον φυλαχτό»…
-…Μέσα ο μάγος σ’ όλα αυτά…
-…καθεμιά γλωσσοφαγιά…
-…τη μαστόρευε βουβά…
-…Του γκουρού όμως μια βρισιά…
120
pdf by elifrac

-…έμοιαζε με κουβαδιά…
-…και δεν είναι δυνατόν…
-…μάγοι ποτέ των ποτών…
-…σ’ ένα τέτοιο χάλι…
-…κουβαδιές από μπετόν…
-…να τρων’ στο κεφάλι.
-…«Στην κατάρα τη βουβή…
-…είναι όλη η παραζάλη…
-…αλλά η τύχη μου ειν’ γκαβή…
-…και ο γκουρού τσακάλι».
-…Θα τον δάγκωνε σχεδόν…
-…τον φακίρη οκλαδόν…
-…άλλος θά ’χε φύγει…
-…τού ’πε ξόρκια σωρηδόν…
-…Τί ήρθε; Για κυνήγι;…
-…«Αν εγώ έχω καθρεφτάκι…
-…αυτός θά ’χει κοκκαλάκι…
-…πάει στράφι κάθε σπελ…
-…Δεν αντέχω άλλα γκελ…
-…Με χαλί ή με το κτελ…
-…ρε να πάρει να σηκώσει!…
-…Που με λένε Σαλταρέλ…
-…Τι μπελά μού ’χει φορτώσει!»…
-…«Μού ’γινε όλη η κεφάλα…
-…απ’τη φακιροφωνή…
-…σαν ξεφουσκωμένη μπάλα…
-…Σκέψου λέει νά ’χε χωνί…
-…ένα τηλεβόα…
-…Τον πύργο μου και μένα…
-…θα δέρναν μέρη ξένα…
-…Θα μας βρίσκαν στη Γκόα…
-…από τα βρισίδια…
-…πού ’ναι σαν μια θύελλα…
-…Αϊ, να πάει στα τσακίδια…
-…και με γέμισ’ όλο πτύελα!»…
121
pdf by elifrac

-…Είναι μάγων μυστικό…
-…κάτι από άλλον δανεικό…
-…από το χαλί ένα κρόσσι…
-…νάτη η μισή δουλειά…
-…σ’ ουρανό ψήνεις πουλιά…
-…Δύναμη να θες πια πόση;…
-…Δεν τον πιάνουν ούτε αυτά;…
-…Ε, πρέπει εσύ τότε μετά…
-…να ’κονομηθείς καρφίτσα…
-…κ’ ένα ομοίωμα να σκαρώσεις…
-…Αν δε γίνει ούτε νυφίτσα…
-…και φακίρη αν δε σκοτώσεις…
-…προτού φτιάξει καν βαλίτσα…
-…όταν θα τον καρφιτσώσεις…
-…πιθανό είναι να χαθεί…
-…για να βρει δουλίτσα…
-…χωρίς καν ν’ αντισταθεί…
-…μπρος σε ταμπελίτσα…
-…η οποία αν διαβαστεί…
-…γράφει εύγλωττα πολύ…
-…“ Kolopetinitsa ”…
-…Μα τι κάθομαι και λέω;…
-…Όπου νά ’ναι πια θα κλαίω…
-…Αυτός κάθεται και βρίζει…
-…νά ’ταν τα φτυσίδια ρύζι…
-…θα του σέρβιρα πιλάφι…
-…Έτσι πού ’ναι ζωή νά ’χει…
-…Λες ιδέα να ’ν’ καλή;…
-…Μη το σκέφτομαι πολύ!…
-…Ξόρκι ο μάγος τότε αλλάζει…
-…Μα, ο φακίρης δε σκαμπάζει…
-…αλλά από το στόμα πλέον…
-…που βρυχάται όπως ο λέων…
-…όση ώρα ακόμη βρίζει…
-…πέφτει όλο βρασμένο ρύζι…
-…Να απ’ το ξόρκι αυτό το κάτι!…
122
pdf by elifrac

-…Θά ’ταν τελικά μπασμάτι!…
-…Όπου μένει εκεί θαμμένος…
-…στην αρχή πιο θυμωμένος…
-…Μα ειν’ ο μάγος νυσταγμένος…
-…κιόλας εξαφανισμένος…
-…Ο φακίρης τρώει λαπά…
-…πάνω στην τσατίλα του…
-…και ο μάγος «παπαπά!»…
-…λέει και σκασίλα του.
-…Νυχτικό ήδη φοράει…
-…όπως κ’ ένα σκούφο…
-…κάτι σιγοτραγουδάει…
-…για χαλιά και ούφο…
-…έτοιμος να πέσει…
-…να ξεκουραστεί…
-…και από τη μέση…
-…πια να ξεπιαστεί.
-…Ο γκουρού ταράτσα…
-…έκανε μια μπάκα…
-…Του άστραψε η φάτσα…
-…Γέμισαν τα μπράτσα…
-…και όλα τάκατάκα…
-…’κείνο το χαλί…
-…τζίβα από μαλλί…
-…κιλιμολινάτσα…
-…απ’ τη ριζοχλαπάτσα…
-…φάνηκε στο φακίρη…
-…Ο οποίος χωρίς ποτήρι…
-…τη γύρευε μια κούπα…
-…να πιεί να γίνει σούπα.
-…Λες και το μανουβράρησε…
-…το χαλί όμως για πλάκα…
-…Το τουρμπάνι του φόρεσε…
-…και όπως πάντα μπόρεσε…
-…να πάει μοκετοτσάρκα…
-…μη χάνοντας στιγμή…
123
pdf by elifrac

-…από την εκδρομή.
-…Τα πάντα πια ξεχνώντας…
-…στους κεραυνούς γελώντας…
-…το μάγο μακαρίζει…
-…για το ωραίο ρύζι…
-…αν και ψιλοτρεκλίζει…
-…και απ’ τη μουργέλα τρίζει…
-…Ο μάγος απ’ την άλλη…
-…περίπου στο ίδιο χάλι…
-…νιώθει μια τέτοια ζάλη…
-…του φεύγει το κεφάλι…
-…Ώσπου σε μηδέν χρόνο…
-…Ο γκουρού σε γιόγκα στάση…
-…και να πέσει δε θα σκάσει…
-…Το χαλί πως πιλοτάρει…
-…Λήθαργο δεν κουμαντάρει…
-…πάντως σ’ όλες του τις πτήσεις…
-…μπρος δε βλέπει, ειν’ κοιμήσης…
-…Πώς τα μάτια του ειν’ κλειστά…
-…και πετάει χαλί σωστά;
-…Ο δε μάγος προβατάκια…
-…ξάπλα δε μετράει ποτέ…
-…σημαδεύει όλο κοράκια…
-…τό ’χει για σεφτέ.
-…Ροχαλίζει και γελάει…
-…Σαν φακίρης που πετάει…
-…είναι στ’ όνειρό του…
-…μα δεν χάνει τον καιρό του…
-…Διότι ιπτάμενος κοιμάται…
-…του καλού καιρού…
-…Ύπνο όποιος βρει λυπάται…
-…άυπνους και γκουρού…
-…Μάγος ο γκουρού έχει γίνει…
-…Έτσι παίρνει τ’ όχυρό του…
-…Να ποιο ειν’ το τυχερό του…
-…Μάτι ρε, ο γκουρού δεν κλείνει!
124
pdf by elifrac

-…Φταίει το ξεροκέφαλό του…
-…Τίγκα ο πύργος στα καρφιά…
-…δεξιά και αριστερά…
-…ως και στο κρεβάτι…
-…καρφωμένα ορθωτά…
-…Ο γκουρού να κλείσει μάτι…
-…πώς εσύ μου λες μετά;…
-…Πρόκες ζουν για να πατάνε…
-…Που για ύπνο αυτοί να πάνε!
-…Όνειρο όμως και αυτό!
-…Ε, τί άλλο πλέον να δω;
-…Ριξ’ ένα ροχαλητό…
-…και εφιάλτη ούτε μισό!
-…Α, ναι! Δεν το συζητώ!
-…Όσο πιο πριονωτό…
-…ρίνεις το ροχαλητό…
-…τόσο το ταχύτερο…
-…ύπνο έχεις καλύτερο!…
-…Μάλλιασε η γλώσσα σας;…
-…Λέω να φεύγουμε…
-…Λουλούκα, χαρήκαμε! Τα δεόντα…
-…Πείτε ρε, καμιά ευχή για καλή αντάμωση!…
-…Αμέ!…
-…Πως!…
-…Γίνεται!…
-…Ε, άντε!!!…
-…Ξεχαστήκαμε…
-…Τη Δευτέρα για το γούρι…
-…νά ’χεις πάντα ριγέ μούρη!…
-…Για να έχεις τύχη Τρίτη…
-…και να περπατάς στη μύτη…
-…πρέπει όλη να μακρύνει…
-…σαν μακρύ μυτοπατίνι!…
-…Όλοι όσοι την Τετάρτη…
-…εκτός απ’ το μήνα Μάρτη…
-…βρούνε νούμερο στα πόδια…
125
pdf by elifrac

-…το εκατόν πενηνταοκτώ…
-…μια κουδούνα σαν τα βόδια…
-…πάει στο λαιμό μπορντώ!…
-…Άμα θες Πέμπτη την τύχη…
-…και ο εχθρός σου όλο να βήχει…
-…μπόχα από παλιά κρασά…
-…να μυρίζεις και απλυσά…
-…και άστους να πνιγούνε όλοι…
-…λες και ήπιαν βιτριόλι…
-…Κατευθείαν σε μηδέν χρόνο…
-…φτιάξε αέρα εντομοκτόνο…
-…μια και οι δυο σου οι πατούσες…
-…θα θυμίζουνε βρωμούσες!…
-…Όταν θα ’ν’ Παρασκευή…
-…όλη την οικοσκευή…
-…κάντη πυραμίδα…
-…και στην κορυφή…
-…αντί όρθιο να ’ν’ σκουφί…
-…να βελάζει γίδα!…
-…Για Σαββάτο τυχερό…
-…βρες για γούρι τσαγερό…
-…βράσε μέσα αβγά ομελέτα…
-…και μετά φτιάξτα ρουλέτα!
-…Τύχη αν θες την Κυριακή…
-…Έχει μείνει και απ’ αυτή;
-…Χίλιες κάβες με ρακί…
-…και καρούμπαλα οχτακόσα…
-…Πού τα είδες ρε ’συ τόσα;
-…Ρε, άκου τι σου λέω πάλι…
-…Μον’ όσοι έχουν κάργα ζάλη…
-…ή όλο γάζες στο κεφάλι…
-…γούρι μάτσο ένα χάλι…
-…και απ’ την πολλή την ντάλα…
-…σκόρπια κάτω από τα πόδια τους…
-…να μην ειν’ όμως τα ρόδια τους…
-…μα, σαπούνια σε μια σκάλα…
126
pdf by elifrac

-…ή αφημένη εκεί μια μπάλα…
-…και αφού σπάσουν την καρκάλα…
-…απ’ το γούρι το πολύ…
-…μπαίνουν τέζα μεσ’ τη γη…
-…αλλιώς κάθε Κυριακή…
-…παίρνουν δώρο αντί πουγγί…
-…πρώτων βοηθειών κουτί…
-…Τι και αν σπάσει ένα νύχι…
-…Νάτηνε κιόλας η τύχη!…
-…Κυριακή για το Τριώδιο…
-…γούρι άφθονο το ιώδιο…
-…και όποιος ζμπρώξει είναι βώδιο!…
-…Με το μαλακό, ε παίδες;…
-…Λέμε μπας και το ιώδιο…
-…φέρνει τελικά ασσόδυο…
-…Ίσα ρε, όλο βιαζούστε!…
-…Κοίτα πού ’ναι όλοι σαν σούσται!…
-…Ένας-ένας μεσ’ την τσάντα!…
-…και να κάνετε στη μπάντα!…
-…Μου τραβάνε την τιράντα!…
-…Ίδια μπάντα είστε πάντα!…
-…Μπάντα τσάντα και κοπάνα…
-…με σφυρίχτρα και ροκάνα…
-…Ύπνο τώρα! Έχει ταξίδι!…
-…Μην κουνιέται ούτε φρύδι!…
-…Θά ’πρεπε ήδη να ονειρεύεστε…
-…και όχι ξάπλα όλο να ρεύεστε!…
-…όποιον βλέπω ξαπλωμένο…
-…στόμα νά ’χει βουλωμένο!…
-…Μη μιλάτε!…
-…Ενοχλάτε!…
-…Ένας-ένας…
-…σιγά σκάτε!!!…
-…Ησυχία κάντε οι μπάνται!…
-…’λα ντε! Δε μιλάμε!…
-…Άντε!…
127
pdf by elifrac

Κεφάλαιο 6
6. Πως Ξεμπάφιασε Το Δάσος (περιληπτική ενότητα)
Με εκείνη λοιπόν την παράσταση που δώσανε για χάρη της Λούλας τα
πέντε ζωντανεμένα μουσικά όργανα σχεδόν τελείωσε η παραμονή της
νεραϊδούλας τούτης στο άλσος της γειτονιάς της στο μελλοντικό έτος
4010. Μόλις ολοκληρώθηκε το νταβαντούρι λίγες στιγμές αργότερα όλα
τα τρομπετοκουδουνομπούζουκα τα ξεσαλωμένα βουτήξανε για να
χαθούνε ξανά μέσα στην τσαντάρα. Το ίδιο πράγμα έκανε τελευταία στη
σειρά και η βαζάρα με το «Μαρμελαδογκριματσοκοκό». Για να κλείσει
μετά η γιγαντοτσαντοφασολιά τούτη να καλμάρει και το περιβάλ-λον. Η
Λούλα, εκεί ακόμη στο έτος 4010 μόλις είχε βρει τη συνταγή για να
παίζει «περνάπερνά η νεράιδα!». Έ-χοντας και τα βοηθητικά της
εξαρτήματα τα δυο πάντοτε. Το εξής ένα ναι, ήτανε εκείνο το γιγάντιο
ομπρελοτιρμπουσόν. Μάλιστα, μετά από τη διόρθωση στο ξόρκι της με
το παλτοζωνάρι της στο δέντρο η νεραϊδούλα κατάφερε να στρώσει το
γαντζοσουστόπανο δαύτο με το κοντάρι το μακρύ για να τό ’χει ως
βοηθητικό εξάρτημα. Το οποίο άκουγε επιτέλους πια για ονοματάκι του
το Πετάξου Μια Στιγμή. Ακριβώς προτού αποκτήσει η Λούλα εκείνη
την παραγεμισμένη μελιτζανότσαντα. Όταν η ζώνη απ’ το περίεργο
παλτό της πήρε τέτοια μορφή. Μιας τσαντάρας ίδιας με τριθέσιο καναπέ
στο μέγεθος. Όσο για τα αντικείμενα που είδε η Λούλα να
μπαινοβγαίνουνε για μια επίδειξη γνωριμίας, τούτα δεν ήτανε παρά μια
απειροελάχιστη ποσότητα από όλο εκείνο τον συρφετό που υπήρχε
καταχωνιασμένος εκεί μέσα. Σε τούτη την τσανταράκλα που αν την
άνοιγες για να ρίξεις μια ματιά έβλεπες μόνο ένα πυκνό, πολύ ανοιχτό
γαλανό νέφος. Αν άγγιζες δε τούτο το εσωτερικό νόμιζες πως έπιανες
ένα σωρό από ολοστρόγγυλες, στιβαγμένες κοτρωνάρες. Μάλλον μια
γερή μπάζα λύσεων έτοιμων και φυλαγ-μένων σε τούτες τις σφαιρικές,
ασήκωτες και γι’ αυτό λίαν μυστήριες πάντοτε κάψες. Δηλαδή κάψες
για κάθε είδους προβλήματα. Για όποιον τυχόν θα είχε έστω και ένα στο
έτος 4010. Πάντως, σ’ αυτόν τον ομιχλώδη σωρό ακουγότανε μονίμως
κάποια βαβούρα. Άλλοτε ψίθυροι, κάποτε επιφωνήματα από ενοχλήσεις
μέσα σε στριμωξί δι, όπως συχνά και χαρωπές φωνές. Οι οποίες
βρίσκανε τα πάντα ωραία και γουστάρανε το καθετί σαν φοβερή ιδέα. Η
128
pdf by elifrac

Λούλα παρ’ όλο που είχε γίνει υπερβολικά ψηλότερη για το ύψος
κανονικού ανθρώπου έχοντας χάρη σε ’κείνη την τσίκλα με γεύση
κερασιού τώρα τόση πολλή ενέργεια, δεν έχασε στιγμή. Μια και
μπορούσε ε, μόνο να το σκεφτεί χρειαζότανε και μ’ ένα «παφ!»
χανότανε και ταξίδευε όπου ήθελε και στο χρόνο. Κάτι που της έδωσε
την ευχέρεια περνώντας έτσι τόσο καιρό μασουλώντας τέτοιες
φρουτότσικλες με γεύσεις από φραγκοστάφυλο, φράουλα, κεράσι και
απ’ όποιο άλλο φρούτο έκανε κέφι να μεγαλώσει με αυτή ακριβώς τη
συνήθεια. Επιστρέφοντας κάθε λίγο στους αυτόματους πωλητές
νεραϊδοφρουτότσικλας και στα περίπτερα του έτους 4010 για να
ξανάρθει στα ίσα της μετά από κάθε της εξόρμηση στο χρόνο.
Ξεφυτρώνοντας, μακρόστενη πάντα, πίσω στη γειτονιά της.
Προκειμένου με μια ακόμη τέτοια τσίκλα να εξουδετερώνει όλες τις
έξτρα δυνάμεις της προηγούμενης απ’ τον εγκέφαλό της και με μια νέα
να ξαναστυλώνεται. Όσο για τα δυο της αξεσουάρ, την ομπρελάρα και
την τσαντάρα, τούτα εξανεμίζονταν πάντα το ίδιο απλά μόλις η Λούλα
με μια τσίκλα σκεφτότανε να επανέλθει στον παλιό, απλό εαυτό της.
Φυσικά, το ίδιο εύκολα χάρη στη μνήμη της τα ξανάβρισκε αμφότερα
με την κάθε νέα της λαχτάρα για νεραϊδοτσικλοτσάρκες. Επιπλέον, θά
’πρεπε να συμπληρώσω εδώ κάτι που ακολούθησε με το που
ολοκληρώθηκε η πρώτη εκείνη παράσταση απ’ τα μουσικά όργανα που
βγήκανε τελευταία απ’ την τσαντάρα μεσ’ το άλσος. Τη στιγμή λοιπόν
που η Λούλα θά ’κανε μια σκέψη για την πρώτη της εκ-δρομή για κάπου
αλλού μέσα στο χρόνο, εμφανίστηκε για να την αναζητήσει ο πάντοτε
κεφάτος θείος της. Η Λούλα γεμάτη χαρά φρόντισε κατευθείαν να τον
ενισχύσει μ’ ένα μόνιμο «Στικ Σποτ!». Οπότε κατάφερε έτσι να τον
πείσει σαν συνταξιδιώτη της να αλλάξει εποχή και περιβάλλον σχεδόν
μόνιμα. Εκείνο το ταξίδι ήτανε τόσο πετυχημένο που ο θείος της
Λουλούς βολεύτηκε σύντομα, περνώντας καλύτερα εκεί, σ’ ένα
γραφικό, τριόροφο εξοχικό σε μια εποχή πολύ πριν απ’ το έτος 4010.
Δεν υπάρχει αμφιβολία έπειτα από τόσα ταξίδια σε άλλες εποχές μέσα
στο χρόνο με τις εμπειρίες που θα μάζευε η Λούλα από την κάθε της
αλλαγή σε νεράιδα πως θά ’χαμε και έμεις να μαθαίνουμε από νέα ουκ
ολίγα. Σχεδόν όπως θά ’νιωθε λοιπόν από την περιέργεια εκείνος που δε
θά ’θελε να περιμένει και θά ’κανε ό,τι μπορεί για να φανταστεί όσα θα
μπορούσανε να συμβούνε, δοκίμασα και ο ίδιος να ονειροταξιδέψω από
129
pdf by elifrac

’δω προς μια ελάχιστα λογική, πρέπει να πω, συνέχεια. Πειράζοντας
όμως λιγάκι το χρόνο στις επόμενες σελίδες. Καθώς η Λουλούκα έχει
μεγαλώσει αν και νέα και κινητικότατη ομολογουμένως ακόμη.
Διαλέγοντας ωστόσο για να τριβελίζει άλ-λους και να τριβελίζεται
παρομοίως σ’ αυτή τη συνέχεια που πρόκειται να ακολουθήσει στα
επόμενα κεφάλαια την ίδια εποχή που βρέθηκε και την πρώτη φορά με
τον θείο της τον εύθυμο. Ο οποίος θεώρησε πολύ καλή ιδέα την
εγκατάστασή του σε ’κείνο το μέρος ήδη από τότε, όπως είπαμε.
Μάλιστα η Λούλα άμα και έβγαλε φρονιμίτες βρήκε ως και πλήρη
απασχόληση χάρη στις τσικλόφουσκες της εποχής της δικής της.
Κάνοντας την παραμανονεράιδα όπως σουλατσάριζε συχνάπυκνά
ταξιδεύοντας στο χρόνο. Αμέ! Νεραϊδοσυνοδός για παιδιά. Κελεπούρι.
Αμ, εδώ οι νόμοι της φύσης θα πάνε κάποτε περίπατο. Οι μπόμπιρες θα
μένανε χωρίς νταντά μεσ’ το σπίτι να περιμένουνε απεριπάτητοι; Οπότε
ως γκουβερνάντα με χαρίσματα που θά ’χε διαφορετικά μια ανειδίκευτη
μονάχα σε μαγικά κόλπα νεράιδα, η Λούλα ανέλαβε καθήκοντα.
Βεβαίως, όταν λέμε «νεράιδα» δε θα πρέπει κανείς να μπερδεύει τη
φιλοφρόνηση που γίνεται για κάποιο πρόσωπο που έμφυτα διαθέτει
αποθέματα εξαιρετικής γαλήνης και παρουσιάζει εξαιρετική
αυτοκυριαρχία στο όλο ταπεραμέντο του. Μιλάμε κυριολεκτικότατα.
Εννοώντας ναι, μια παρουσία που διαθέτει, έστω και μασώντας ’κείνες
τις φρουτότσικλες, την ικανότητα να αγουροξυπνάει μέχρι και τις
πολυθρόνες και να κάνει να σε χαιρετάνε ως και τα πόμολα απ’ τις
πόρτες. Επομένως τα πολλά λόγια είναι φτώχεια. Για όλες τις
παραλειπόμενες λεπτομέρειες άμα ακόμη δεν αρχίσατε να
ψιλοβαριόσαστε, προχωράτε αν θέλετε στις επόμενες σελίδες. Όσοι από
εσάς θα το διαβάσουνε αντί να δοκιμάσει μήπως καταφέρει να τους
κοιμήσει κανείς άλλος μ’ αυτό, έναν καφέ ίσως να τον χρειάζονται.
Μήπως – λέω – ξαγρυπνήσουνε χωρίς καφέ γιατί θά ’χουνε να το
θυμούνται. Σε κάθε περίπτωση αν δεν το θεωρούσα περιττό θα σας
ζήταγα συγνώμη ελπίζοντας να σας φανεί υποφερτή και η υπόλοιπη
ανάγνωση. Όμως κάτι τέτοιο τελικά το θεωρώ περιττό. Ουδεμία ευθύνη
φέρει ο εμπνευστής για όποια πεισματάρικα θορυβώδη μετεικάσματα,
αναλαμπές από τουμπανοκέφαλη και κροταφικώς παλλόμενη δηλαδή
ανάμνηση – κουρκουτοπισθοφλασιά ή φλάσμπακ μ’ άλλα λόγια –
παρουσιαστούνε μετά την απομάκρυνση από το μυθιστόρημα τούτο.
130
pdf by elifrac

Πάντως αν το αποφασίσετε ε, εύχομαι να το βρείτε, έστω και ξώφαλτσα
κάπως συμπαθητικό. 6. Πως Ξεμπάφιασε Το Δάσος (περιληπτική
ενότητα)
Με εκείνη λοιπόν την παράσταση που δώσανε για χάρη της Λούλας τα
πέντε ζωντανεμένα μουσικά όργανα σχεδόν τελείωσε η παραμονή της
νεραϊδούλας τούτης στο άλσος της γειτονιάς της στο μελλοντικό έτος
4010. Μόλις ολοκληρώθηκε το νταβαντούρι λίγες στιγμές αργότερα όλα
τα τρομπετοκουδουνομπούζουκα τα ξεσαλωμένα βουτήξανε για να
χαθούνε ξανά μέσα στην τσαντάρα. Το ίδιο πράγμα έκανε τελευταία στη
σειρά και η βαζάρα με το «Μαρμελαδογκριματσοκοκό». Για να κλείσει
μετά η γιγαντοτσαντοφασολιά τούτη να καλμάρει και το περιβάλ-λον. Η
Λούλα, εκεί ακόμη στο έτος 4010 μόλις είχε βρει τη συνταγή για να
παίζει «περνάπερνά η νεράιδα!». Έ-χοντας και τα βοηθητικά της
εξαρτήματα τα δυο πάντοτε. Το εξής ένα ναι, ήτανε εκείνο το γιγάντιο
ομπρελοτιρμπουσόν. Μάλιστα, μετά από τη διόρθωση στο ξόρκι της με
το παλτοζωνάρι της στο δέντρο η νεραϊδούλα κατάφερε να στρώσει το
γαντζοσουστόπανο δαύτο με το κοντάρι το μακρύ για να τό ’χει ως
βοηθητικό εξάρτημα. Το οποίο άκουγε επιτέλους πια για ονοματάκι του
το Πετάξου Μια Στιγμή. Ακριβώς προτού αποκτήσει η Λούλα εκείνη
την παραγεμισμένη μελιτζανότσαντα. Όταν η ζώνη απ’ το περίεργο
παλτό της πήρε τέτοια μορφή. Μιας τσαντάρας ίδιας με τριθέσιο καναπέ
στο μέγεθος. Όσο για τα αντικείμενα που είδε η Λούλα να
μπαινοβγαίνουνε για μια επίδειξη γνωριμίας, τούτα δεν ήτανε παρά μια
απειροελάχιστη ποσότητα από όλο εκείνο τον συρφετό που υπήρχε
καταχωνιασμένος εκεί μέσα. Σε τούτη την τσανταράκλα που αν την
άνοιγες για να ρίξεις μια ματιά έβλεπες μόνο ένα πυκνό, πολύ ανοιχτό
γαλανό νέφος. Αν άγγιζες δε τούτο το εσωτερικό νόμιζες πως έπιανες
ένα σωρό από ολοστρόγγυλες, στιβαγμένες κοτρωνάρες. Μάλλον μια
γερή μπάζα λύσεων έτοιμων και φυλαγ-μένων σε τούτες τις σφαιρικές,
ασήκωτες και γι’ αυτό λίαν μυστήριες πάντοτε κάψες. Δηλαδή κάψες
για κάθε είδους προβλήματα. Για όποιον τυχόν θα είχε έστω και ένα στο
έτος 4010. Πάντως, σ’ αυτόν τον ομιχλώδη σωρό ακουγότανε μονίμως
κάποια βαβούρα. Άλλοτε ψίθυροι, κάποτε επιφωνήματα από ενοχλήσεις
μέσα σε στριμωξί δι, όπως συχνά και χαρωπές φωνές. Οι οποίες
βρίσκανε τα πάντα ωραία και γουστάρανε το καθετί σαν φοβερή ιδέα. Η
131
pdf by elifrac

Λούλα παρ’ όλο που είχε γίνει υπερβολικά ψηλότερη για το ύψος
κανονικού ανθρώπου έχοντας χάρη σε ’κείνη την τσίκλα με γεύση
κερασιού τώρα τόση πολλή ενέργεια, δεν έχασε στιγμή. Μια και
μπορούσε ε, μόνο να το σκεφτεί χρειαζότανε και μ’ ένα «παφ!»
χανότανε και ταξίδευε όπου ήθελε και στο χρόνο. Κάτι που της έδωσε
την ευχέρεια περνώντας έτσι τόσο καιρό μασουλώντας τέτοιες
φρουτότσικλες με γεύσεις από φραγκοστάφυλο, φράουλα, κεράσι και
απ’ όποιο άλλο φρούτο έκανε κέφι να μεγαλώσει με αυτή ακριβώς τη
συνήθεια. Επιστρέφοντας κάθε λίγο στους αυτόματους πωλητές
νεραϊδοφρουτότσικλας και στα περίπτερα του έτους 4010 για να
ξανάρθει στα ίσα της μετά από κάθε της εξόρμηση στο χρόνο.
Ξεφυτρώνοντας, μακρόστενη πάντα, πίσω στη γειτονιά της.
Προκειμένου με μια ακόμη τέτοια τσίκλα να εξουδετερώνει όλες τις
έξτρα δυνάμεις της προηγούμενης απ’ τον εγκέφαλό της και με μια νέα
να ξαναστυλώνεται. Όσο για τα δυο της αξεσουάρ, την ομπρελάρα και
την τσαντάρα, τούτα εξανεμίζονταν πάντα το ίδιο απλά μόλις η Λούλα
με μια τσίκλα σκεφτότανε να επανέλθει στον παλιό, απλό εαυτό της.
Φυσικά, το ίδιο εύκολα χάρη στη μνήμη της τα ξανάβρισκε αμφότερα
με την κάθε νέα της λαχτάρα για νεραϊδοτσικλοτσάρκες. Επιπλέον, θά
’πρεπε να συμπληρώσω εδώ κάτι που ακολούθησε με το που
ολοκληρώθηκε η πρώτη εκείνη παράσταση απ’ τα μουσικά όργανα που
βγήκανε τελευταία απ’ την τσαντάρα μεσ’ το άλσος. Τη στιγμή λοιπόν
που η Λούλα θά ’κανε μια σκέψη για την πρώτη της εκ-δρομή για κάπου
αλλού μέσα στο χρόνο, εμφανίστηκε για να την αναζητήσει ο πάντοτε
κεφάτος θείος της. Η Λούλα γεμάτη χαρά φρόντισε κατευθείαν να τον
ενισχύσει μ’ ένα μόνιμο «Στικ Σποτ!». Οπότε κατάφερε έτσι να τον
πείσει σαν συνταξιδιώτη της να αλλάξει εποχή και περιβάλλον σχεδόν
μόνιμα. Εκείνο το ταξίδι ήτανε τόσο πετυχημένο που ο θείος της
Λουλούς βολεύτηκε σύντομα, περνώντας καλύτερα εκεί, σ’ ένα
γραφικό, τριόροφο εξοχικό σε μια εποχή πολύ πριν απ’ το έτος 4010.
Δεν υπάρχει αμφιβολία έπειτα από τόσα ταξίδια σε άλλες εποχές μέσα
στο χρόνο με τις εμπειρίες που θα μάζευε η Λούλα από την κάθε της
αλλαγή σε νεράιδα πως θά ’χαμε και έμεις να μαθαίνουμε από νέα ουκ
ολίγα. Σχεδόν όπως θά ’νιωθε λοιπόν από την περιέργεια εκείνος που δε
θά ’θελε να περιμένει και θά ’κανε ό,τι μπορεί για να φανταστεί όσα θα
μπορούσανε να συμβούνε, δοκίμασα και ο ίδιος να ονειροταξιδέψω από
132
pdf by elifrac

’δω προς μια ελάχιστα λογική, πρέπει να πω, συνέχεια. Πειράζοντας
όμως λιγάκι το χρόνο στις επόμενες σελίδες. Καθώς η Λουλούκα έχει
μεγαλώσει αν και νέα και κινητικότατη ομολογουμένως ακόμη.
Διαλέγοντας ωστόσο για να τριβελίζει άλ-λους και να τριβελίζεται
παρομοίως σ’ αυτή τη συνέχεια που πρόκειται να ακολουθήσει στα
επόμενα κεφάλαια την ίδια εποχή που βρέθηκε και την πρώτη φορά με
τον θείο της τον εύθυμο. Ο οποίος θεώρησε πολύ καλή ιδέα την
εγκατάστασή του σε ’κείνο το μέρος ήδη από τότε, όπως είπαμε.
Μάλιστα η Λούλα άμα και έβγαλε φρονιμίτες βρήκε ως και πλήρη
απασχόληση χάρη στις τσικλόφουσκες της εποχής της δικής της.
Κάνοντας την παραμανονεράιδα όπως σουλατσάριζε συχνάπυκνά
ταξιδεύοντας στο χρόνο. Αμέ! Νεραϊδοσυνοδός για παιδιά. Κελεπούρι.
Αμ, εδώ οι νόμοι της φύσης θα πάνε κάποτε περίπατο. Οι μπόμπιρες θα
μένανε χωρίς νταντά μεσ’ το σπίτι να περιμένουνε απεριπάτητοι; Οπότε
ως γκουβερνάντα με χαρίσματα που θά ’χε διαφορετικά μια ανειδίκευτη
μονάχα σε μαγικά κόλπα νεράιδα, η Λούλα ανέλαβε καθήκοντα.
Βεβαίως, όταν λέμε «νεράιδα» δε θα πρέπει κανείς να μπερδεύει τη
φιλοφρόνηση που γίνεται για κάποιο πρόσωπο που έμφυτα διαθέτει
αποθέματα εξαιρετικής γαλήνης και παρουσιάζει εξαιρετική
αυτοκυριαρχία στο όλο ταπεραμέντο του. Μιλάμε κυριολεκτικότατα.
Εννοώντας ναι, μια παρουσία που διαθέτει, έστω και μασώντας ’κείνες
τις φρουτότσικλες, την ικανότητα να αγουροξυπνάει μέχρι και τις
πολυθρόνες και να κάνει να σε χαιρετάνε ως και τα πόμολα απ’ τις
πόρτες. Επομένως τα πολλά λόγια είναι φτώχεια. Για όλες τις
παραλειπόμενες λεπτομέρειες άμα ακόμη δεν αρχίσατε να
ψιλοβαριόσαστε, προχωράτε αν θέλετε στις επόμενες σελίδες. Όσοι από
εσάς θα το διαβάσουνε αντί να δοκιμάσει μήπως καταφέρει να τους
κοιμήσει κανείς άλλος μ’ αυτό, έναν καφέ ίσως να τον χρειάζονται.
Μήπως – λέω – ξαγρυπνήσουνε χωρίς καφέ γιατί θά ’χουνε να το
θυμούνται. Σε κάθε περίπτωση αν δεν το θεωρούσα περιττό θα σας
ζήταγα συγνώμη ελπίζοντας να σας φανεί υποφερτή και η υπόλοιπη
ανάγνωση. Όμως κάτι τέτοιο τελικά το θεωρώ περιττό. Ουδεμία ευθύνη
φέρει ο εμπνευστής για όποια πεισματάρικα θορυβώδη μετεικάσματα,
αναλαμπές από τουμπανοκέφαλη και κροταφικώς παλλόμενη δηλαδή
ανάμνηση – κουρκουτοπισθοφλασιά ή φλάσμπακ μ’ άλλα λόγια –
παρουσιαστούνε μετά την απομάκρυνση από το μυθιστόρημα τούτο.
133
pdf by elifrac

Πάντως αν το αποφασίσετε ε, εύχομαι να το βρείτε, έστω και ξώφαλτσα
κάπως συμπαθητικό.

Κεφάλαιο 7
7. Αμάν Νταντά
Α, Φθινόπωρο. Πυκνόφυλλα και δροσοσταλάτα, αφάνες σε τόνους
ακόμη πράσινους τα δέντρα. Παρ’ όλο που επί τρεισήμισυ εβδομάδες ο
καιρός όλο ετοιμάζεται. Προμηνύονται δηλαδή κάτι σταγόνες, χοντρές
σαν κρασομπουκάλες. Ε, για την ώρα μόλις κάνει να ψιχαλήσει μέσα
απ’ τον βαρυβλέφαρο, γκριζοφρύδικο, σχεδόν μπαρουτοσύννεφο
ουρανό σκάει ένα μόλις λοξό χαμογελάκι και ο ήλιος και ξαναχάνεται
πίσω απ’ την τζαναμπέτικη τούτη γκριζοσυννεφιά της αναβολής της
ατελείωτης.
Ταυτόχρονα, αρχίζει να φυσάει δυνατός άνεμος τέτοιος που πιλατεύει
και τα πιο γεροριζωμένα δέντρα. Μέχρι που μεσ’ τις φωλιές τους τα
σπουργίτια
παίρνουνε
ανάποδες
στροφές
βλαστημώντας
μετεωρολογικώς κάθε τρίλεπτο και από ένα κόντρα άνεμο. Διότι
κοντεύουνε να γίνουνε απ’ τα τσαταλιασμένα νεύρα δρυοκολάπτες. Όπου νά ’ναι θα τριβελίζουνε μυτοσπαθίζοντας τους κορμούς των
δέντρων σκαρφαλωμένα απ’ έξω όρθια. Αν παρ’ όλα αυτά δεν
αρχίσουνε να κοπανάνε αποτρελαμένα τα κουκουτσοκέφαλά τους
ντουγρού εκεί πάνω όπως θά ’ναι πλέον λόγω θύελλας με τις φωλιές
σαν ψάθες για παραλία.
Μάλιστα…Τα φαινόμενα του καιρού αυτά είναι προς το παρόν σε όλη
την περιοχή όπου θα συνεχίσουμε με τούτη την ιστορία. Όμως ας
κοντοσταθούμε μια στιγμούλα γιατί κάπου εδώ πρέπει να βρίσκεται το
σπίτι των Μπακς. Γι’ αυτό ήρθαμε σ’ αυτό το μέρος. Μια στιγμή να
ρίξω μια ματιά…Επ! Νάτο! Εδώ είμαστε! Ορίστε. Οδός
Νεροκολοκυθομάχης 717. Το βρήκαμε! Είναι το τσαρδί πού ’χουνε
στήσει αμφότεροι. Απ’ όπου και πηγαινοέρχονται ενώ τρώνε τρέχοντας
134
pdf by elifrac

και κοιμούνται όρθιοι. Καθότι μπαινοβγαίνουνε απ’ το σπίτι σε μια
μεγάλη εταιρία με είδη υγιεινής διατροφής. Δημητριακά για πρωινό.
Εξαιρετικότατα. Οι Μπακς έχουνε κολλήσει με το να τα συνιστούνε.
Εκείνη είναι υπεύθυνη αγοράς διαφημιστικού χρόνου σε
οπτικοακουστικά μέσα για τούτα ακριβώς τα προϊόντα. Εκείνος είναι
υπεύθυνος διανομής για τα καταστήματα. Πάντα για τα δημητριακά της
ίδιας εταιρείας. Φανατικοί οπαδοί υγιεινής διατροφής και οι δύο οι
Μπακς. Όχι τώρα τελευταία. Από χρόνια. Καλαμποκονιφαδοπουλερικά
απ’ τα λίγα. Με καριέρα κανονικότατη. Έτσι θα εξηγείται τόση αντοχή
που βρίσκουνε για τρεχάλα ακόμη και νυσταγ-μένοι. Άλλωστε μάρκα
«Έφυγες!!» είναι οι τροφές που διαθέτει στην αγορά η εταιρεία
τους...και ποιος δεν θα ξέρει τι σόι πράγμα είναι. Οπότε μάλλον από
τούτη την ενέργεια γεμάτοι όπως θά ’νιωθαν με το
νιφαδοτουρμπινοκαλάμποκο αυτό το πασίγνωστο θα συναντηθήκανε
μια αλαφιασμένη μέρα από σύμπτωση στο σπίτι αφού θα βρήκανε στο
κουτί πού ’ναι πάντα «μέγεθος γίγας» πρώτα τις απαραίτητες βιταμίνες
και τελικά έτσι θα αποκτήσανε και την εξής μία κόρη τους.
Η οποία έγινε κιόλας οχτώ χρονών και είναι γεγονός πως πρόκειται για
παιδίθαύμα. Είδατε τα υγιεινά προϊόντα; Αμέ! Για να καταλάβετε, μέχρι
που σε κάνει η μικρή να θες να φας σιδερόβεργες για μακαρόνια.
Φουλάρεις από νεύρα και μένεις ρέστος από δόντια. Καθότι, άμα
περισσεύει ενέργεια χάρη στα μπρέκφαστ τα ενισχυμένα γίνεται ο ένας
πιο τσίφτης από τον άλλο στο άψεσβήσε. Το αβγό κάνει την κότα και τη
βγάζει και βιταμινοθρεμμένη με νοημοσύνη όλων των προγόνων
σουμαρισμένη. Η τόση δα κόρη των Μπακς δεν πιάνεται.
Στο κολλέγιο ήδη. Παραμύθι είναι, που λέω αλήθεια εδώ αλλά τό ’χει
πάρει πολύ απάνω της μια που τα λέμε το όλο θέμα περί ιδιοφυίας.
Ναι…Έχει μεγάλο στόχο. Θέλει να γίνει άσος στην
καλαμποκονιφαδοκατανάλωση. Ό-χι όμως πρακτικώς. Επιχειρηματικώς
και φραγκοσακκουλιασματικώς. Παραβγήκε έτοιμη απ’ την κούνια για
χρυσές και έξυπνες δουλειές η πιτσιρίκα. Εμ, τρεχαλητοξεπατώνονται
στο 717 της οδού Νεροκολοκυθομάχης στη μπίζνα την κερδοφόρα.

135
pdf by elifrac

Βέβαια, είναι το άτιμο το τρόφιμο τέτοιο που το παρακάνουνε οι Μπακς
οικογενειακώς, μα δεν πειράζει. Η τρεχάλα στην υγεία κάνει και καλό.
Μόνο που χρειάζονται οι γονείς της μικρής λόγω του σπορ μια νταντά
επί εικοσιτετραώρου βάσεως για να βοηθήσει. Φροντίζοντας για την
κανονική
ζωή
ενός
παιδιού
όπως
η
Καίτη
Μπογοδιφραγκομαζωξοπούλου εδώ, δηλαδή η Γκέτεμ (παρατσούκλι
απ’ το Κέιτ) Μπακς. Ώστε να κάνει άλλωστε ό,τι και οποιοσδήποτε όταν
είναι μόνο οχτώ χρονών. Πρόκειται για ανάγκη κατεπείγουσα. Αφού
λείπουνε όλοι. Μια νταντά για τη μικρή Μπακς λοιπόν είναι άκρως
απαραίτητη. Μα, όχι για τα γεύματα. Εκεί παραείναι ικανή από μόνη της
η μπομπιροτσακμακόπετρα. Πρέπει όμως νά ’χει μια συνοδό για τα
παιδικά της ηλικίας της δικής της γραβατόγλωσσα τρεχαλητά. Μια και η
συνοδός θά ’χει την ευθύνη σε ένα πλήρες ωράριο για εξόδους και
ψυχαγωγία κατάλληλη. Το πράγμα όπως φαίνεται είναι κιόλας
ρυθμισμένο. Από λεπτό σε λεπτό αναμένεται στο σπίτι των Μπακς η
άφιξη μιας τέτοιας ορεξάτης βοηθού.
Μα κρίμα είναι να στεκόμαστε απ’ έξω πολυλογώντας. Δεν κάνουμε τον
κόπο να δούμε τί γίνεται; Ε; Κιχ. Αφού έπεσα σε τάμα περίεργο και δε
μιλάτε μπαίνω να δω. Όποιος θέλει, έρχεται. Μέχρι να πείτε «ύποπτος
βολ-τάρει στη Νεροκολοκυθομάχης» έχω θέα μέσα στο σπίτι των
Μπακς περνώντας μέσα απ’ την κλειστή την πόρτα αθέατος σαν σκιά.
Εδώ είμαστε. Ορίστε. Νάτη και η Γκέτεμ Μπακς. Έ-τοιμη να υποδεχτεί
για πρώτη φορά την παραμάνα της που θα φτάσει σε λίγο. Η μικρή την
περιμένει μπαφιασμένη. Ντυμένη μ’ ένα ταγιεράκι σαν τουρτοπόλεμο,
όλο πουά λευκοκίτρινα, πορτοκαλομπλέ και καφέ ανοιχτά. Φορώντας
μαζί κάτι σανδάλια τόσο περίπλοκα δεμένα που τα πόδια της μοιάζουνε
σαν δυο πακέτα με λουριά. Τα μαλλιά πλεγμένα σε μια μακριά κοτσίδα
μ’ ένα πάνινο κόκκινο φιόγκο. Στο τηλέφωνο ήδη. Για εφαρμογή
σχεδίου διάσωσης από ντανταδομπλεξίματα.
Ο Άλσελ (παρατσούκλι από το Άλεκ) Φορνόουλες, σαν να λέμε ο
Αλέκος Φραγκοδεκατεβαίνογλου, από την άλλη μεριά της τηλεφωνικής
γραμμής είναι ο επιλαχών για να βοηθήσει. Οχτάχρονος μπόμπος και
136
pdf by elifrac

τούτος. Φακιδόφατσος, στρουμπουλός, κοστουμαρισμένος ολόκληρος
σαν πρασινοπορτοκαλί καρό κολατσοβαλιτσάκι και με παπούτσια σαν
φραντζόλες φτιαγμένες εκλεράκια. Μακρουλά, καφετιά, καρουμπαλάτα
και φουσκωτά με άσπρες σόλες.
Το σπίτι του Άλσελ βρίσκεται ακριβώς δίπλα στης Γκέτεμ Μπακς. Να
και η τηλεφωνική τους συννενόηση με απόσταση ανάμεσα στα δυο
ακουστικά κάτι λίγα βήματα, ένα τοίχο και δυο εξώπορτες, τη μία πλάι
στην άλ-λη.
- Άλσελ Φορνόουλες! Κατάπιε ό,τι έχεις δαγκώσει μη σε ακούω να
μασουλάς! Έλα από ’δω μόλις σε κλείσω! Κοίτα μην ξεχαστείς εκεί
αγκαλιά με μια κούτα γκοφρέτες! Μην μπερδευτείς. Λοιπόν! Για άκου!
Μου φέρνουνε για να με προσέχει μια νταντά. Ακούς ρε;
Η Γκέτεμ με το που ακούστηκε η φωνή του Άλσελ με ένα
καταμπουκωμένο στόμα να λέει «εμπρός!» βραχυκύκλωσε επιτόπου.
Δεν υπήρχε και ώρα που να το πετύχει χωρίς να μασουλάει αυτό το
παιδί. Λέγοντάς του σαν τηλεγράφημα ό,τι της συνέβαινε. Σε τόνο
μάλιστα που να φαίνεται πως το πράγμα αναβολή δε σήκωνε.
- Γκ-κ-κ…Μμμ; Τί σ’ έπιασε; Εγώ τί φταίω;
Ο Άλσελ δεν ήθελε και πολύ για να στραβοκαταπιεί όταν κάθε φορά
που σήκωνε το τηλέφωνο του απαντούσε η Γκέτεμ ξεκουφαίνοντάς τον
όπως ήτανε πάντα μπουρινιασμένη από διάθεση.
«Κατάπιε ο γκοφρεταλιγάτορας! Κοντεύει να φάει και το ακουστικό
του τηλεφώνου!», παρατήρησε η από ώρα εκνευρισμένη Γκέτεμ Μπακς.
Αν και ο εκνευρισμός δε σήμαινε ότι έπεφτε και έξω στην εκτίμηση της
όλης κατάστασης στην άλλη μεριά της γραμμής.
- Έλα από δω ρε φαγάνα! Μια πόρτα δρόμος. Δε χάνεις θερμίδα! Με πιο
πολλές θα φτάσεις απ’ ό,τι όταν ξεκινήσεις. Τι σοκολατοχλιμίτζουρας
είσαι δε λέγεται!
137
pdf by elifrac

Απάντησε στον Άλσελ η Γκέτεμ για να τον βγάλει από την απραξία και
να τον φέρει σβέλτα στους Μπακς μήπως τη βοηθήσει να ξεφορτωθεί
τον ανεπιθύμητο επισκέπτη που θά ’φτανε.
- Καλά, έρχομαι. Γλυκά βγάλε.
Έκανε ο Άλσελ ατάραχος. Μετά από μια ντουζίνα τέτοια παραγγέλματα
τη μέρα είχε μάθει πια όλες τις προτεραιότητες που έπρεπε να θυμάται
για λογαριασμό του. Αν και δεν είχε ποτέ το νου του για να μην τον
βρούνε οι τακτικοί μπελάδες. Τα απανωτά, συνήθως παραπάνω του
ενός, Γκετεμοκαψόνια που του τυχαίνανε κάθε φορά σαν και τούτη.
- Τί;
Έκανε η Γκέτεμ έτσι ρωτώντας όπως ήτανε και σκοτισμένη ήδη. Που να
διανοηθεί κάθε φορά του Άλσελ τις αντιδράσεις. Όποτε μάλιστα του
ζητούσε να τη σώσει από μια σοβαρή κατάσταση. Σαν ετούτη ’δω τη
συγκεκριμμένη.
- Για τη μις που θα σε αναλάβει υπόθεση. Σίγουρα έρχεται να βρει
κορίτσι για ντάντεμα! Βέβαια! Τι ντάντεμα όμως δε λέγεται! Νταντάς!
Για να τη νταντεύεις σού ’ρχεται! Μέχρι πλήρους ξεμασχουλώματος!
Να
δει
τι
εστί
Γκέτεμ
Μπακς!
(ελληνιστί
Καίτη
Μπογοδιφραγκομαζωξοπούλου είπαμε).
Ο Άλσελ χωρίς να ιδρώνει από καιρό στ’ αφτί της εξήγησε καλύτερα
όσα της απάντησε πιο πριν αντί να τα επαναλάβει. Εννοώντας
αυτομάτως ότι θά ’τανε προτιμότερο ο ίδιος να λείπει ενώ δήθεν έλυνε
επιτόπου και το προβληματάκι της Γκέτεμ για το σπάσιμο του πάγου.
Για να γνωριστεί η φίλη του με τη συνοδό της και σβέλτα χωρίς ν’
ανησυχεί και πολύ.
- Έλα και θα φας!
Είπε αμέσως η Γκέτεμ στον αναίσθητο φίλο της που το μόνο επείγον
θέμα που ήξερε ήτανε οι καραμελοσοκολάτες να βρίσκονται σαν
138
pdf by elifrac

βουναλάκι σε δίσκο. Έκανε και τον έξυπνο. Αν περίμενε κανένα μεζέ θα
τον δοκίμαζε βλέποντας και φωτοβολίδες μαζί από τίποτε ξενυχιάσματα
στις πατούσες.
«Ωχ! Είναι μπάνικη όμως αν και μπαρούτι. Πάμε να δούμε τι θα φάμε».
Μονολόγησε ο Άλσελ καθώς πήγαινε τελικά στο σπίτι των Μπακς να
δει τι θα γίνει μ’ όλα αυτά μαζί. Μήτε των σοκολατομπουκιών
εξαιρουμένων. Πράγ-μα που σημαίνει ότι σε δυο λεπτά ο παιδικός
τούτος φίλος της και οχτώ χρονών σοκολαταλογόμυγα ή όπως αλλιώς
τον στόλιζε το στόμα της Γκέτεμ ήτανε κιόλας εκεί. Έ-φτασε με ’κείνο
το καρό κοστουμάκι για καουμπόηδες και ας μην είχανε τέτοιους οι
Άγγλοι.
- Ήρθα! Φέρε ένα κέρασμα!
Αιφνιδίασε τη Γκέτεμ όπως το σχεδίασε ακριβώς ο Άλσελ με το που
κατέφτασε. Μετά όρμησε ντουγρού μέσα στο σπίτι για να χαιρετήσει
επειγόμενος για άλλα σοβαρά ζητήματα.
- Άλσελ! Θα σε φασκελώσω και θα φας τσαντιά! Ά-κουσε λίγο! Έρχεται
γκουβερνάντα!
Τού ’κοβε, νόμιζε, του φίλου της του καλού τη φόρα η Γκέτεμ με τούτο
το αυστηρό ύφος. Λέγοντάς του γρήγορα και άνευ καλωσορίσματος
όπως τό ’χε συνήθειο για ό,τι το ξαφνικό ανακάλυπτε για θέμα σοβαρό
που την απασχολούσε.
- Ναι. Μού ’πες! Κέρασμα όμως θα πέσει; Τί θα γίνει;
Άλλαζε και ο Άλσελ θέμα στα επείγοντα προβλήματα θίγοντας ένα πολύ
σοβαρό δικό του που δε σήκωνε συζήτηση.
- Ρε γκοφρετοβρυκόλακα! Θέλω νά ’σαι και ’συ στις βόλτες! Μην πάθω
καμιά λαχτάρα! Αντέχεις, δεν παίρνεις ντιπ χαμπάρι. Ε; Ναι;

139
pdf by elifrac

Η Γκέτεμ συνέχιζε την προσπάθεια για να συντονιστεί ο Άλσελ στη
σοβαρότητα της όλης υπόθεσης. Μπας και τον κάνει να καλμάρει τα
γουργουρίσματά του για τα παστογκοφρετάκια προσωρινά. Καθώς η
μικρή Μπακς ένιωθε με την προοπτική μιας μόνιμης συνοδού ως
μπάστακα μαζί της σε κάθε της βήμα, στριμωγμένη. Ο Άλ-σελ δε,
πεινάλας αθεράπευτος. Όχι! Μόνο να άνοιγε το στόμ…
- Όοο…
Έτοιμο τό ’χε όμως στην άκρη της γλώσσας και ο Άλσελ το
βουλημικολιχούδικο κακοκάρδισμα για τη φίλη του.
- Ναι! Έτσι και κουνηθείς σε μάσησα!
Είπε η Γκέτεμ που είχε ακόμη την εντύπωση ότι ήξερε τα πάντα για τα
φρένα και περίμενε νά ’χει αποτέλεσμα η αγριάδα στου Άλσελ την
ασυγκράτητη όρεξη. Ό-ταν λέμε δηλαδή όρεξη ποτέ δεν εννοούμε και
’μεις για βοήθεια. Μόνο για μάσα. Αν και δεν ήτανε κακή η
προσπάθεια. Πρώτα όμως ακάθεκτο το άτιμο το σοκολατομπίντονο
τούτο πήγε στην κουζίνα της Γκέτεμ να φουλάρει όπως-καιδήποτε.
Όταν ξαφνικά, πάνω που τσάκιζε μια σοκολάτα γεμιστή με φράουλα,
πάντα όμοιος με κοστουμαρισμένο κροκόδειλο στην όρεξη ο μπόμπος,
να που ακούστηκε και το κουδούνι της πόρτας.
Ο Άλσελ τρεχάτος έφυγε να σκαρφαλώσει για να δει από το ματάκι.
Στα σβέλτα τσάκωσε ένα σκαμνί, αυτό που υπήρχε για τα βάλεβγάλε
των παπουτσιών όποτε οι Μπακς και οι επισκέπτες τους μπαινοβγαίνανε
στο σπίτι. Το σκαμνάκι τούτο ήτανε πλάι στην πόρτα. Ο Άλσελ πάτησε
γρήγορα για ν’ ανέβει, αλλιώς ένιωθε πως δεν προλάβαινε να μπανήσει
πρώτος τη φρέσκια κοπέλα που ήρθε. Να τσεκάρει για να βγάλει
συμπέρασμα για το χαρακτήρα της. Βέβαια, μυτοπάτησε όσο γίνεται
πάνω στο σκαμνάκι αλλά του λείπανε του Άλσελ στο ύψος κάτι πόντοι
ακόμη.
Οπότε τεντώθηκε και παρά λίγο να ξηλωθεί. Το γαζί από τις μασχάλες
του σακακιού του δηλαδή ήτανε που έκανε ένα θόρυβο.
140
pdf by elifrac

- Τί γίνεται;
Ρώτησε η Γκέτεμ ανυπόμονα.
Ο Άλσελ στράφηκε στη φίλη του με χαμόγελο. Κρατούσε τώρα μια
γκοφρέτα που είχε και τούτη προλάβει να τη δαγκώσει.
- Τί γελάς ρε; Σοκολατοχωνί για ζαχαροπλαστείο! Ά-νοιξε!
Του είπε εκνευρισμένη χαμηλόφωνα η Καίτη και καταχλαπάκιασε τη
μπουκιά ο μπόμπιρας ο γκοφρετομπαγάσας.
- Είναι όπως εσύ μεγάλη! Το ίδιο μάτι παίρνω!
Ξανάπε, ξαναπήρε μάτι ο Άλσελ και ξαναδάγκωσε.
- Ρε, άνοιξε! Λιγούρα που σε δέρνει! Τί ’σαι…
Τον ξύπνησε η Γκέτεμ γουρλώνοντας και δείχνοντάς του την ακόμη
κλειστή πόρτα μπροστά του.
Πήγε ο Άλσελ το σκαμνί παράμερα μ’ ένα κλώτσο. Γύρισε το πόμολο.
Τράβηξε την πόρτα και φάνηκε στο κατώφλι πίσω απ’ το χαλάκι
μακρύπαλτη, κατακουμπωμένη ολόκληρη μια αδύνατη, λέτσω. Ψηλέας,
λελέκω! Ροδομάγουλη όμως κοπέλα. Καθώς έριχνες μια ματιά, αν
έπεφτε στα παπούτσια της, το νούμερο που θα φόραγε πρέπει νά ’τανε
ίσαμε εβδομηνταοχτώ και φορεμένα ανάποδα. Όπως στεκότανε ακίνητη,
οι γόβες αυτές σαν χοντροτάκουνα βατραχοπέδιλα, γκρίζες σκούρες
αλληλοκοιταζόντουσαν και κάνανε νοήματα για να μπούνε στα ίσα με
την πρώτη ευκαιρία. Μάλιστα, εκτός από το ότι ήτανε φορεμένες αλλ’
αντ’ άλλων κάθε τρεις και λίγο στραπατσαριζόντουσαν και από τη
φαγούρα. Μια και επιπλέον οι πτυχές από τη μακριά γκαμπαρντίνα της
μουσαφίρισσας ετούτης όπως αγγίζανε τη φασολομυταρόλα του κάθε
της τέτοιου τακουνοπάπουτσου το γαργαλάγανε με το παραμικρό σ’
όλη τη μουτσούνα. Ζαλίζοντάς τα και τα δυο με μια γκριμάτσα για ένα
φτάρνισμα που πηγαινοερχότανε χωρίς να λέει να βγει στο τέλος ποτέ.
141
pdf by elifrac

Το πρωτοφανές αυτό παίδεμα έκανε κατευθείαν τον Άλσελ να γελάσει.
Αντιθέτως η Γκέτεμ μπροστά στο ίδιο θέαμα στρίτζωσε. Δηλαδή
παραξενεύτηκε ενοχλημένη.
Πάντως ακόμη και να βρισκότανε στον κόσμο ένας που να δείξει λίγο
ψυχραιμία σε κάτι τέτοιες καταστάσεις, από την πλευρά μου πάλι δε θα
άντεχα. Πρέπει να το παραδεχτώ ότι μια νταντά σαν και τούτη θα μ’
έκανε να τα χάσω. Δε λέω βέβαια εκείνος που οφείλει απ’ την αρχή στο
κάτωκάτω να εξηγηθεί σε όσους παραέχουνε απορήσει για την αιτία
επιλογής
σχετικά
με
το
σουλούπι
και
γενικώς
το
αχαροψηλοκαμηλοπαρδαλάτο μπόι ετούτης της νεράιδας δεν είναι
άλλος κανείς εκτός από ’μένα και ας βγήκε η Λουλού από χάιτεκ
φρουτότσικλες τέλος πάντων. Οπότε να μην το αναβάλλω για άλλη ώρα.
Η απόφαση λοιπόν για την όλη μορφή που πήρε ένας τέτοιος
πρωταγωνιστής δικαιολογείται από τον εξής άκρως προσωπικό τρόπο
σκέψης.
Το όλο εκτός κανονικών διαστάσεων παρουσιαστικό σε καθετί που
υπερέχει των φυσικών ικανοτήτων, σχεδόν στιγμιαία μου φάνηκε ως
ένας απ’ τους πιο ταιριαστούς τρόπους για να έχω στο νου μου το
κολοκυθοπατατοκεφτεδοπλασμένο όσο παραστατικά γίνεται, δυο
πράγματα. Το ένα είναι η υπερβολικά παραπανήσια ενέργεια που
διαρκώς πρέπει να αφήνει την εντύπωση ότι περισσεύει σε αποθέματα.
Οπότε ψάχνοντας για διέξοδο για να βρει τον απαιτούμενο ικανό χώρο
όπου θα περιέχεται, βγάζει εκτός των κανονικών του διαστάσεων
οποιονδήποτε ή οτιδήποτε μέσα στα οποία θα τύχει να εισχωρήσει. Γι’
αυτό και υφίσταται το κάθε πρόσωπο ή πράγμα ένα αναπόφευκτο
ξεσουλούπωμα.
Η άλλη λεπτομέρεια, αν δεν την αντιληφθεί σαν παρατραβηγμένη ιδέα
για την πραγματικότητα κανείς είναι η όσο το δυνατόν παραστατικότερη
απεικόνιση της αίσθησης του δέους που θα προκαλούσε ο καθένας που
θα αναλογούσε σε ικανότητες σε μια γεμάτη από υπερφυσική ενέργεια
νεράιδα. Αρκεί να ήτανε όντως για τι καήκαμε.

142
pdf by elifrac

Άλλωστε, ξαναφέρνοντας στη σκέψη του κάποιος τα διάφορα
εξωπραγματικά συναπαντήματα με τυχόν νεράιδες μέσα από
φανταστικές ιστορίες, ακόμη και σε μια μοντέρνα εποχή που μοιάζει
πολύ με τη σημερινή μπορεί να ξυπνάνε σκόρπιες, αμυδρές αναμνήσεις
από αμήχανα φαποχαϊδέματα. Στο κεφάλι κάθε σαστισμένου που
υπήρξε κάποτε μπόμπιρας. Καθώς θα θυμάται ότι συνήθιζε να κοιτάει
και να ξανακοιτάει προς τα πάνω προκειμένου να εντοπίσει τις φάτσες
των μεγάλων. Ώσπου να πιαστεί το σβέρκο του καθώς προσπαθούσε να
τραβήξει στο βλέμμα του το πρόσωπο ενός κάθε φορά απείρως πιο
ψηλέα από ’κείνον ενηλίκου που έστεκε δίπλα του.
Η πρώτη απορία για έναν πάλαιποτέ πιτσιρίκο αν θυμάμαι και ’γω καλά
ήτανε γιατί δεν έφτανε γρηγορότερα αφότου ήρθε στον κόσμο και
έστεκε παρομοίως στα πόδια του, στο ίδιο ανάστημα με ’κείνους τους
ψηλούς τύπους και μέχρι πότε δηλαδή θά ’πρεπε να περιμένει για να
ρίξει τόσο μπόι. Τραβώντας στο μεταξύ τα μπαντζάκια και τις φούστες
τούτων των ανθρωποτηλεγραφόξυλων. Μπας και γνωρίζουνε πως να
του απαντήσουνε. Μήπως και υπήρχε τουλάχιστον η περίπτωση να
συμβεί το θαύμα μέχρι αύριο.
Επομένως, αν ποτέ στη θέση των πανύψηλων εκείνων τύπων
βρισκότανε κάποια νεράιδα, από τη μπάζα που θά ’χε κάνει σε
υπερφυσική δύναμη, όσοι την αντικρίζανε είτε το γνωρίζανε, είτε όχι θά
’πρεπε νά ’ναι τότε σ’ αυτούς αισθητά προφανές πως για κάτι ξεχωριστό
πρόκειται. Κάνοντας τον κάθε απροετοίμαστο που θα τη συναντούσε,
ακόμη και αν δεν τύχαινε να εκπλαγεί, να ζαλιστεί έστω λίγο από
κάποια διαταραχή μιας τουλάχιστον από τις αισθήσεις του.
Διαλέγοντας νά ’ναι οπτικό το ερέθισμα ακόμη και στη θέση μιας
εξαιρετικά γλυκειάς φωνής σε μια τέτοια αντίδραση, πολύ με βόλευε
μια τέτοια αλλόκοτη υψομετρική διαφορά ανάμεσα σ’ ένα συνηθισμένο
άνθρωπο και σε μια, όπως και να το εξετάσει κανείς, νεράιδα. Διότι
ακόμη και το επιπλέον ανάστημα ως ένα θαύμα που τυχόν συνέβαινε ε,
με τρόπο μυστηριώδες απ’ τη μια στιγμή στην άλλη κατά πάσα
πιθανότητα θά ’τανε πολύ μεγαλύτερο από το αναμενόμενο αν η
επιθυμία, συνήθως εκπληρωμένη βιαστικά, περιοριζότανε γενικά σε ένα
143
pdf by elifrac

απότομο όσο και λαχταριστό ψήλωμα. Ώστε να φαίνονται όλα μια
σταλιά διασκεδαστικότερα…
Παραβγήκαμε απ’ την πορεία μας όμως. Πρέπει να επανέλθουμε. Για να
συνεχίσουμε λοιπόν αφού μισοεξηγηθήκαμε για την όψη δαύτης της
ανθρωπομπασκέτας της ξεχειλωμένης απέναντι στην οποία βρεθήκανε
ξαφνικά οι μικροί, ετούτη η νταντά στάθηκε αρχικώς στο ύψος της αν
και εξωπραγματικό. Τουλάχιστον για όσο κρατάει μια κομμένη ανάσα.
Καθότι, στάθηκε μεν αξιοπρεπώς στο κατώφλι όμως ήτανε κάτι που δε
θα κράταγε για πολύ.
Σε χρόνο μηδέν με τό ’να της χέρι συγκράτησε πατηκώνοντας απότομα
το ούτως ή άλλως κατσιασμένο καπέλο στο κεφάλι της. Μετά έκανε ένα
«χοπ!» με τα δυο τα ποδάρια μαζί και πάτησε κατά μέσα. Με άλμα
χωρίς φόρα. Σαν βατραχοπρίγκηπας, μπλιααά, αφίλητος. Απ’ το
κατώφλι σαλτάρησε σε ύψος μισού μέτρου περνώντας πάνω απ’ το
χαλάκι. Συγχρόνως τη μιμηθήκανε μ’ ένα «ζβουπ!» πλάι της μια
τσαντάρα και μια ομπρελάρα. Η γαϊδουρότσαντα κουδούνησε δυνατά.
Με το που τιναχθήκανε πάνω. Μέσα, τούτη η χοντροβαρελότσαντα
ήτανε αχούρι σκέτο. Ενώ η νταντά έτσι όπως σαλτάρησε σηκώνοντας τα
ποδάρια της για να κάνει την είσοδό της με αεροπλανικό κόλπο στο χωλ
του σπιτιού της Γκέτεμ Μπακς ούτε στρουθοκάμηλος νά ’τανε.
Προσγειώθηκε σε κλάσματα δευτερολέπτου. Εντελώς σαλταπήδικα,
αφύσικα ψηλά και ξαφνικά μ’ ένα «νταπ!» άνευ προηγουμένου απ’ τις
χοντροτακουνάρες της αυτές μέσα στο ξένο σπίτι. Ήτανε δε να μη σου
τύχει να σε τσαλαπατήσει. Σε είχε αφήσει με πόδια για παπούτσι, ειδική
παραγγελία. Νούμερο εβδομηνταοχτώ συν εικοσιοχτώ και λίγο λέω.
Πάνω που έκανε κιόλας τούτο το πηδηχτό και σφυροπάπουτσο
ποδαρικό και πατουσοπλάνταξε το σπίτι ως το ταβάνι, τους χαιρέτησε
κατευθείαν. Τούτη ’δω η απερίγραπτα ασουλούπωτη, λεπτή και σαν
όρθιο χιλιόμετρο ψηλή, ίδια λελεκοπελεκάνος, όχι μόνο στα μάτια τους,
κοπέλα.
Ο μικρός ό,τι θα μασούλαγε το κατάπιε αμάσητο. Η Γκέτεμ ε, δεν
αιφνιδιάστηκε λιγότερο. Διότι σίγουρα όχι από σύμπτωση ο χαιρετισμός
144
pdf by elifrac

της νταντάς μαζί με το πατουσομπάσιμό της το θυελλώδες περιλάμβανε
εκτός απ’ το όνομα της Γκέτεμ και ’κείνο του παιδικού της φίλου.
Οπότε η Γκέτεμ αν και ανέκφραστη συνήθως μπροστά σε οτιδήποτε θα
προκαλούσε σε άλλους μια έκπληξη, απόμεινε τώρα με τα φρύδια όρθια.
Μα, πως αλλιώς να γινότανε! Καθότι να, ήτανε η Λούσι Μπόμπινγκς
αυτοπροσώπως που τους έκανε αυτό το κεραυνοκάρπαζο και
παρκετογδουποτάκουνο νεραϊδοποδαρικό. Αλέως ονομαζόμενη και
Λούλα Μπουμπουνηταριδοσυννεφίδου. Η νεραϊδονταντά. Ναι. Η οποία
αν ήσουνα μικρούλης και μπερμπαντάκος σού ’λεγε,
- Φάε γλυκάκι! Γιατί σε βλέπω ότι θες να με γλυκοφιλήσεις που είμαι
καλούλα αν και κομματάκι ψηλούλα και δε με φτάνεις. Όμως δεν είναι
«κρίκετ!». Δεν είναι δηλαδή πρέπον. Αν και δε γεροντοκοροφέρνω
επίτηδες. Ας έχω ντυθεί Τολ Μπόις αντίκα με σοφτ τοπ, δηλαδή οροφή
που αναδιπλώνει . Τό ’χω καιρό το λουκ. Φίνο; Ε; Σασί γκαμπαρντίνας
σαν αμάξι κειμήλιο και πολύ σπάνιο κομ-μάτι!
Έλεγε για παράδειγμα ευγενικά στο ανάλογο, με ή χωρίς γλυκάκι, ύφος.
Εκτός και αν σε έβλεπε όπως τον Άλσελ να σαβουρώνεις τον δέκατο
μεζέ και βάλε και σε ανθιζότανε ότι ήσουνα για νταντά με
ζαχαροπλαστείο δικό της. Οπότε σαλταρομπαίνοντας είπε να συστηθεί
να πιάσει δουλειά αμέσως και γρήγορα. Έτσι κατακουμπωμένη απ’ το
λαιμό ως τον αστράγαλο είπε τελικά για να ενημερώσει τις δυο μικρές
καταστροφές τις αυτοπροωθούμενες.
- Από ’δω η νέα σας παρέα! Με λένε Μπόμπινγκς. Λουλού Μπόμπινγκς.
Όπως συστηνότανε το χέρι της διέγραψε ένα τόξο δείχνοντας τα
συμπράγκαλα και τον εαυτό της ενώ σβέλ-τα μετά ξερόβηξε για να μην
αρχίσει κανένα πανηγύρι που της βγήκε έτσι τ’ όνομα.
- Από που βγαίνει το «Λουλού»;

145
pdf by elifrac

Τη διέκοψε όμως τότε ακριβώς ο Αλέκος απορώντας για το όνομά της.
Το μικρό όνομα της νεραϊδονταντάς ετούτης ήτανε που τον παραξένεψε
πιο πολύ τον μικρό.
- Ορίστε; Το Λου...Α! Ε...Απ’ το Χαρίκλεια! Χάριετ με
λένε...Χαϊδευτικά Χάτι...και όχι μόνο απ’ το καπέλο...δηλαδή
Χαρικλούλα...από ’κει Λούση, Λούλα, Λουλούκα, Λουλού...
Είπε ετούτη η μόλις αφιχθείσα παραμάνα, ψιλοϊδρώνοντας μάλιστα από
την ξαφνική ερευνητικότητα του σπόρου ετούτου ονόματι Αλέκου.
Διότι διέκρινε και κατευθείαν ως σπίρτο νεραϊδένιο ασύγκριτο τα δυο
στραβομουτσουνιάσματα απέναντί της.
Όμως πριν προλάβει να πάρει τον αέρα των δυο ετούτων μικρών ο
Αλέκος ο Φραγκοδεκατεβαίνογλου έριξε μια ακόμη ερώτηση,
- Από που είσαι;
- Από τη Μαγκουφάνα ρε ’συ Φραγκοδεκατεβαίνο γλου, μα δε βλέπεις
καλά; Τι ρωτάς...
Ψιθύρησε η Καιτούλα η Μπογοδιφραγκομαζωξοπούλου στον φίλο της
τον καλό ενώ τον σκούνταγε με τον αγκώνα της.
- Από την ευγενή οικογένεια Μαγκαφά;
Ρώτησε την φίλη του ο Αλέκος – επίσης ψιθυριστά εννοείται – ενώ
κοίταγε όπως και η Καίτη την νέα επισκέπτρια.
- Από το «μαγκούφα Άννα»!
Τού ’τριξε τα δόντια εκνευρισμένη η Καίτη του Αλέκου που της το
γύρισε της φίλης του στο αστείο παίζοντας τον ανήξερο.
- Κανταβριγιώτισσα...
146
pdf by elifrac

Είπε και η Λουλού απαντώντας πρόχειρα.
- Από τα Κανταβρικά βουνά στη βόρεια Ισπανία ή από την
Κανταβριγία;
Είπε τώρα η Καιτούλα και μουρμούρισε στο αφτί του Αλέκου,
Δηλαδή τι Κανταβριγία. Εμένα μου λες. Τι άβρα και κατάβρα ειν’ αυτή
που τη βρήκε ολόσωμα! Καταβρισιώτισσα να μας έλεγε τρωγότανε
κάπως το χωρατό. Αμ, θα της ρίχνουνε βρισίδι οι συχωριανοί που θα
πέφτει σύννεφο και δε θα τη φτάνει άλλο κατακούτελα τίποτα.
- Από το Κέμπριτζ...
Είπε η σπιρτοξυλογίγαντη παραμάνα χαμογελώντας.
- Χαρίκλεια απ’ το Κέμπριτζ...
Ξεστόμισε η Γκέτεμ έτσι που να τ’ ακούσει η φαλ-τσοστέκα η
δίποδη που έστεκε απέναντί της πίσω ακόμη απ’ το χαλάκι της εισόδου.
- Λουλού να με λέτε...ή μις Λούσι...
Αντέδρασε λέγοντας και η κρεμανταλοτσιμπήδα που μόλις είχε
φτάσει στο σπίτι της Γκέτεμ – της Καίτης Μπακς δηλαδή – για να κάνει
τη νεραϊδονταντά.
Το όνομα της Χαρικλώς δεν ηχούσε ποτέ καλά και φρόντιζε άλλωστε να
μη το πολυκαμαρώνει στις πρώτες συστάσεις με καινούργιους
πιτσιρίκους νεραϊδοφυλασσόμενους. Οπότε τις ενοχλημένες φάτσες και
το αλληλοκοίταγμα των μπομπιρώνε μεταξύ τους μόλις τους απάντησε
ήτανε κάτι που το εξέλαβε σαν μια αιτία για ένα ξεκίνημα με τρανό
χασομέρι. Με το οποίο σίγουρα οι μικροί θα σκοπεύανε σε μια επιτόπου
μεταβολή από την πλευρά της. Γι’ αυτό ύστερα η

147
pdf by elifrac

παλτοδιπλοκουμπωμένη, ψηλή σαν στειλιάρι, νεράιδα τους είπε
συμπληρώνοντας εν-θαρρυντικά στο τέλος,
Φεύγουμε κατευθείαν αν δε σας πειράζει! Μαζί θα πηγαίνουμε
πολλές εκδρομές και θα βγαίνουμε καθημερινά για βόλτα. Πάμε;
Άλλωστε γι ’αυτό ήρθα και έχω κιόλας προαίσθημα καλό!
Οι μικροί που χαζεύανε παρατηρώντας τη για λίγο έτσι μακρύπαλτη που
ήτανε, αργήσανε κάπως να αντιδράσουνε. Γιατί να μην ξεχνάμε πως η
νταντά είχε και μια μυστήρια συνοδεία. Όπως είπαμε, από τη μια μεριά
τούτης ’δω της γκουβερνάντας έστεκε, πιο συγκεκριμμένα, μια ομπρέλα
τεράστια. Της παραλίας αλλά με λαβή για τη βροχή. Σε χρώμα γκρι
καρό ανοιχτό, καταφθαρμένη. Στραβοσκελετωμένη και ξηλωμένη από
’δω και από ’κει. Πατούσε στο τσακισμένο, ελατηρένια γαμψό, μυτερό
άκρο της ισορροπώντας από μόνη της.
Από την άλλη πλευρά της νταντάς, το ματαξαναλέμε και αυτό, είχε
σκάσει κάτω – επίσης από μόνη της – μια ασήκωτη σαν ρεκόρ
αρσιβαρίστα, τσαντάρα. Καστανή με σχεδιάκια, μεγέθυνση γυναικείου
πορτοφολιού με μπανέλες. Στο κέντρο είχε ραμμένες γερά δυο
χειρολαβές σαν όρθια αφτιά. Μήπως γινότανε από νεράιδα ενίοτε και
εξαψήφιας γραμμής αμέσου κλήσεως υδραυλικός τεχνίτης; Τέτοιου
είδους εντυπώσεις αφήνανε όλα αυτά. Ώ-σπου τα δυο μικρά τσακάλια
όπως στέκανε και τη χαζεύανε, φέρανε το βλέμμα τους κατά το κεφάλι
τούτης της παραμάνας της οδοντογλυφιδοχιλιόμετρης.
Χαζεύοντάς το διαπιστώσανε πάραυτα πως πραγματικά η φιγούρα της
φρέσκιας στην παρέα που χαμογελούσε χαζοχαρούμενα απέναντί τους
χειροτέρευε από ένα καπέλο. Γκρίζο σκούρο με πλατύ γείσο. Πάνω του
είχε λευκά, αχνά σαν σύννεφα, παχουλά γράμματα παντού. Φαίνεται
πως υπήρχε μια μακρόσυρτη, ακατανόητη λέξη τυπωμένη. Πάντως το
όλο σουλούπι του καπέλου έδινε την εντύπωση ότι η κάτοχος
τσακωνότανε τακτικά για εισπράξεις γραμματίων.
Μα, ας πάμε και παρακάτω. Απ’ το σαγόνι κατεβαίνοντας ήτανε
κυριολεκτικά τυλιγμένη με το παλτό. Το φορούσε κατακουμπωμένο ως
148
pdf by elifrac

το λαιμό και έφτανε ως τους αστραγάλους της. Καθότι σημαντικό το
ξαναλέμε και τούτο κάμποσες φορές για να μην ξεχνιόμαστε. Ό,τι
φαινότανε μονάχα από τα ρούχα της αυτό ήτανε. Επίσης σκούρο γκρι.
Ασορτί με το καπέλο. Τούτο το παλτό ήτανε παχύ και άτριχο μα
χνουδωτό. Με φουσκωτούς, σαν μαξιλαράκια μεγάλους, γιακάδες. Τα
κουμπιά σφαιρικά. Μεγάλα και σκουρότερα. Γκρίζα και τούτα. Εν
ολίγοις ένα ντύσιμο ψιλολετσέ και καθόλου εμφανήσιμο. Κατάγκριζο
σύννεφο στις αποχρώσεις η νέα στο οικοδομικό τετράγωνο. Ασορτί με
τα γιαπιά, τον καιρό και τις δεκαοχτούρες. Πάλι καλά που υπήρχε πάνω
της λίγο λευκό απ’ την πλατύγυρη την καπελαδούρα.
Με δυο λόγια χαιρόσουνα που δεν την έβλεπες δε θα πει τίποτα. Να δεις
που οι βροχοσυννεφιές τσιγγουνευόντουσαν το ψιχάλισμα για να μην τη
δει και ο ήλιος και γκριζάρει μόνιμα.
«Πωωω! Την κάτσαμε τη βάρκα! Η Χαρικλώ η νταντά από ’δω σαν τη
θεία μου την Ατυχία είναι! Αν είχα έτσι θά ’τανε! Τούτη ’δω κάνει σαν
μαϊμού που κλέβει μπανάνα από άλλη ίδια και χειρότερη με δαύτηνε.
Πώς μπήκε έτσι; Τη λένε και Χάριετ. Άμα τη λέγανε Χάριερ θα θύμιζε
αεριοθούμενο ακόμη πιο εύκολα. Έτσι λένε αεροπλάνο που πάει καί
’ρχεται κάθετα φεύγοντας από κοτζάμ αεροπλανοφόρο. Πάλι καλά που
μοιάζει της Γκέτεμ. Ας χαζέψουμε προς το παρόν γενικώς και μετά
βλέπουμε». Έκανε ο Άλσελ μέσα του.
Καθότι επρόκειτο για ένα εξίσου αναπάντεχο γεγονός το ότι η όψη
ακόμη και μιας νεράιδας τέτοιου τύπου θα ήτανε λίαν δυνατόν να
σκανδαλήσει στο πι και φι μέχρι και κάτι τόσους δα μπόμπιρες σαν τον
Άλσελ. Οι οποίοι έτσι και αλλιώς θα τό ’χανε στο αίμα τους να
τσιγκλάνε τα πάσης φύσεως κοριτσάκια ασχέτως αναστήματος για
τίποτε φιλάκια. Σιγά να μην περιμένουνε και αυτοσυγκρατιούνται μέχρι
να έρθουνε με ’κείνες, θα μου λέγατε, στο ίδιο μπόι. Αν πρόκειται
δηλαδή για δεσποινίδες που συμ-βαίνει να βγούνε από ’κείνους αρκετά
πιο ψηλέες. Ας μασάνε εκείνες και φρουτότσικλες που τους αβγατίζουνε
το μπόι κρυφά όσο καιρό οι μπόμπιρες θα αρκούνται σε λιχουδιές με
σοκολάτα που κάνουνε το ίδιο πράγμα αλλά σε ρυθμό αναρριχητικής
σαρανταποδαρούσας με χαλασμένα φρένα που μαζεύει και απλώνει
149
pdf by elifrac

αργά και ήσυχα. Μακραίνοντας στο ύψος απότομα μεν, όμως μόνο
προσωρινά όταν έχουνε παστοκαραμελολόξυγγα.
Έτσι ξεχάστηκε κοιτώντας σαστισμένος ελαφρώς ο Άλσελ για λίγο
όπως καρατάριζε το νέο ετούτο θηλυκό είδος. Ώσπου ακουστήκανε
παλαμάκια που τον βγάλανε όπως και τη Γκέτεμ απ’ την έκπληξη. Την
επόμενη στιγμή έπειτα από ένα επιπλέον «Άντε! Μπρος!» ζωηρό, οι
μικροί κινηθήκανε σαν υπάκουα, τηλεκατευθυνόμενα ρομποτάκια.
Αμάγευτα όμως.
Η νταντά παραμέρησε για να ακολουθήσει τελευταία και έτσι βγήκανε
πρώτοι οι μπόμπιρες μαζί με την καμηλοπαρδαλότσαντα. Αυτή της
νταντάς σαν πολυκατοικία εμπριμέ και την ομπρέλα, την επίσης δική
της. Την μακρουλή σαν σούβλα για αγριογούρουνο του Ηρακλή. Τούτες
οι δυο προχωρούσανε από μόνες τους. Με χοροπήδημα ανεπαίσθητο.
Τόσο ο πάνινος ο μυτογάντζουλας που τη συνόδευε, ίδιος με μαδημένη
κονταρόσκουπα, όσο και ο αγκωναρόσακκος για μπάζα, ο ασήκωτος με
τα δυο χερούλια τα άχρηστα. Αλλιώτικα η μία δε σηκωνότανε και η
άλλη δεν κρατιότανε. Σαν τις γεροντοκόρες τις τρίτες ξαδέρφες τις
συνομίληκες τις ανόμοιες που πάνε παντού μαζί. Επιπλέον, στο σημείο
τούτο, μια άλλη λεπτομέρεια ήτανε πως πριν απομακρυνθούνε το σπίτι
κλείδωσε με κόλπο αόρατου τηλεκοντρόλ απ’ την ίδια τη Λούλα τη
Μπουμπουνηταριδοσυννεφίδου. Λούσι Μπόμπινγκς κατά το
αγγλικότερο όπως αναφέραμε.
Εδώ, αν υποθέσουμε πως θα άξιζε τον κόπο να περιγράψουμε το σπίτι
τούτο απ’ το οποίο μόλις αναχωρούσανε ήτανε έτσι περίπου. Όπως το
παρατηρούσες για να συγκρατήσεις τις λεπτομέρειες με κόπο,
φαινότανε σαν ένα συνονθύλευμα από όρθια παράθυρα
στενομακροτετράγωνα και τζαμαρίες οριζόντιες για εκατόν πενήντα
μέτρα. Από ’κείνες τις αμιγώς αγγλικές σπιταρόνες που τις σκαρώνουνε
με πριτσινοπίστολο και πριόνι. Οι μάστορες πρώτα φτιάχνουνε το σπίτι
αχυρώνα. Με τέσσερεις τοίχους από σανιδοκατασκευή οριζόντια
αλληλοεπικαλυπτόμενη και βαθμιδωτή. Αφού το ετοιμάσουνε μετά το
κοιτάνε για λίγο. Αόριστα ενοχλημένοι όπως είναι όλο φρίκη τότε
αρπάνε το πριόνι ξανά και ανοίγουνε αμέσως μονοκοπανιά διακόσια
150
pdf by elifrac

παράθυρα όπου τους έρθει στα γρήγορα. Με χίλιες-δυο προσθήκες σαν
μυτερές σοφιτοροπαλοκαρουμπαλιές που μόνο αγγλικό εποικοδομητικό
πνεύμα αφαντάσματο αλλά αφάνταστο μπορεί να συλλάβει.
Εκεί όπου πέρισυ ήτανε μάλιστα μια σκεπούλα του θεούλη ωραία και
συμμαζεμένη σαν χωρίστρα τσατσαροβιομήχανου στη μέση της
κεφάλας του, τώρα ο ένοικος πως τό ’κανε κιόλας βρες άκρη εσύ, την
έχει κατακαπελώσει με μια δεύτερη οροφή επίπεδη για νά ’χει
σοφιτοταράτσα. Επίπεδη έγραψα, δεν ξέρω αν το προσέξατε. Το σπίτι
ήτανε πια όλο λάμδα σαν ανοιγμένα μανταλάκια απ’ τα
κεραμιδοπαραθυράκια που προεξέχουνε. Με ένα πι σαν κούτα τσιγάρων
καβάλα του. Πάνω από διπλά λοξή σκέπη, ναι!!! Ανάποδα, όχι.
Δεξιοτίμονη είναι και η οικοδομή. Καλά το φαντάζεστε. Καμάρι όμως
το έχουνε κάμποσοι κατά ’κει. Άσε που το ΓκετεμοΑλσελομέγαρο
ήτανε και διπλοτρίδιπλο φτιαγμένο, δυο σπίτια τριόροφα οπτικώς,
ενωμένα με την ίδια στέγη και με αντικατοπτρισμό το χάλι
δεξιάαριστερά. Μια πορτούλα της Γκέτεμ, μια του Άλσελ και γύρωγύρω
θάλασσα…εεε…σπίτι
μονοκόμματο.
Με
μια
γρασιδομαραμενοκουρεμένη αυλή, έστω. Όμως με πρόσοψη, όσο και
πίσω, άνω, κάτω και πλαγίως όψεις σαν αποκριάτικη μάσκα
γκαβομάρας με γυαλιά υπερμετρωπίας απ’ τις τζαμάρες τις πολλές. Ε;
Φτάνει ως εδώ νομίζω. Παρασχοληθήκαμε με το σπίτι τούτο.
Καθότι, οι υπόλοιποι κάπου αλλού είχαμε μείνει. Α, ναι! Όπως λέγαμε
λοιπόν πριν να σοκαριστούμε απροετοίμαστοι ψυχολογικά όπως το
είδαμε για οίκημα απότομα, η Λούλα η Μπουμπουνηταριδοσυννεφίδου
το νεραϊ-δοφασκέλωσε. Κάτι πού ’γινε για καλό αφού με αυτό τον
τρόπο τού ’βαλε και αντικλεπτικό με ξόρκι απλωτό και δαχτυλοπάλαμο,
ίσως και διπλό. Δηλαδή, αν δεν ήσουνα περίοικος ή γείτονας νόμιζες
πως το κατάντησε η ίδια έτσι με το κλείδωμα τούτο το
νεραϊδοφασκελάτο.
Το γεγονός τράβηξε την προσοχή του Άλσελ έτσι και αλλιώς. Ο οποίος
έπειτα απ’ το μαγικό κλικ-μπλιπ-πίουπίουμπλε με εφέ σειρήνας
περιπολικού ήτανε ένας απ’ αυτούς που σηκώσανε τα φρύδια. Αν και το
μάτι κανενός δεν πήρε είδηση αν υπήρχανε τριγύρω τίποτε νεοφερμένοι
151
pdf by elifrac

περαστικοί. Όσο για ’μένα, τις αντιδράσεις των όποιων κοντινών,
αγνώστων και μη στο μέρος εκείνο της οδού Νεροκολοκυθομάχης,
βλεμμάτων μόνο να τις μαντέψω εξακολουθώ να μπορώ αφού χάζεψα
από το περιστατικό παρομοίως. Την συγκεκριμμένη στιγμή είδα όμως
ότι η Γκέτεμ δεν πισωγύρισε, ούτε κούνησε βλέφαρο όσο στεκότανε για
να συγυριστεί με την πλάτη γυρισμένη προς το σπίτι της. Τρωγότανε με
τα ρούχα της για νά ’ναι σίγουρη ότι είναι τα πάντα οκέι και φορεμένα
σωστά. Τα ρούχα με την έξω πλευρά απ’ έξω και τα σανδάλια σωστά
στο κάθε πόδι και ζευγάρι ίδιου τύπου.
- Ευτυχώς είναι ίδια και δύο. Πως δεν έγινε να δω το ένα χιονοπέδιλο
βγαίνοντας κανείς δε θα μου πει…
Αρκέστηκε να μουρμουρήσει αναστενάζοντας δηλαδή η Γκέτεμ.
Ο Άλσελ καθώς είπαμε κόντεψε να χάσει τα φρύδια του όπως
σηκωθήκανε απότομα. Γιατί είδε το κτιριάκι πως αμπαρώθηκε όλο σαν
υστερικό με το ξόρκι τούτο το ξαφνικό. Νόμιζε πως έβλεπε κουρδιστό
κούκο να μπαινοβγαίνει από πορτάκι ρολογοφωλιάς. Βέβαια δεν
παρασύρθηκε και για πολύ ο Άλσελ. Διότι ο μπόμπιρας, εγγλέζος
γέννημαθρέμμα, θρεφτάρι σωστό εγγλέζικο – φτου να μη βασκαθεί –
ξαναβρήκε το φλέγμα του. Τουλάχιστον για δέκα δευτερόλεπτα πάντως
έμεινε κόκκαλο.
Μέχρι που ξανασήκωσε τα φρύδια γιατί πήρε μάτι καλύτερο. Μια
περαστική μ’ ένα σκυλί ράτσας. Της γέλασε κιόλας όλο σοκολάτα, με
φιστίκι μαζί στο δόντι όπως τη χάζευε. Γιατί ο Άλσελ όταν τύχαινε,
κράταγε γλυκό και κοίταγε και θηλυκό. Δεν ήτανε ένας απλός
καρχαριόμπομπος. Δεν ξέρω αν τό ’πα και αυτό προηγουμένως. Ε-νώ
μετά και απ’ αυτό ο σοκολατοστρόβιλος τούτος ο αχόρταγος έβγαλε και
δάγκωσε ίσαμε τρεις διπλές σοκολατογκοφρέτες μαζί. Τον άκουγε όμως
η Λούλα Μπόμπινγκς να κάνει κάτι «σκλουπ!» και κάτι «ζγρουτς!» σ’
όλη τη διαδρομή απροετοίμαστη εντελώς. Αν και ήτανε μόνο ένας
δεκάλεπτος περίπατος της φάνηκε ότι είχε σπαταλήσει σε δαύτον
αποκλειστικά τη ζωή της ολόκληρη. Λίγο κρατιότανε να μη κάνει του
μασουλομπόμπιρα το σαγόνι να φρακάρει με ξόρκι με την καθεμιά του
152
pdf by elifrac

δάγκα. Μέχρι να συμφωνήσει να το κόψει το ροκάνισμα με όρκο.
Βεβαίως η σιωπή τούτη δε θα κράταγε παρά μόνο κανένα δεκάλεπτο το
πολύ.
- Πού πάμε;
Ρώτησε η Γκέτεμ μετά από ένα οικοδομικό τετράγωνο ξεμασελιάσματος
του παιδικού της φίλου. Η απορία ακούστηκε βαθιά υπαρξιακή όμως
ήτανε μόνο μια φυσιολογική αντίδραση εξάντλησης της υπομονής και
εκδήλωσης της όλης ανησυχίας για τον προορισμό του περιπάτου. Κάτι
που υπονοεί φυσικά πολλά περισσότερα για την όλη αίσθηση
ανασφάλειας και κλυδωνισμού της λογικής για την ιδιοσυγκρασία της
Γκέτεμ όλη εκείνη την ώρα. Αυτό με τη σειρά του σημαίνει πως και νά
’λεγα ότι η απορία ήτανε αθώα και τίποτε παραπάνω δεν έτρεχε, θά
’μουν άγαρμπος ψεύτης. Πάντως είναι απολύτως σίγουρο πως
φιλοσοφικής χροιάς η ερώτηση δεν ήτανε. Η Γκέτεμ δε φιλοσοφούσε
ποτέ για τίποτα. Δεν έβλεπε καν το λόγο.
Η Λούσι Μπόμπινγκς αφού άκουσε την ερώτηση, έστριψε το κεφάλι
της. Για να δει μαζί τους δυο μικρούς δίπλα της. Πιο ’κει από μια
αυτοκινούμενη τσαντάρα και μια επίσης ευθεία κατευθυνόμενη σε
όρθια θέση με το γάντζο να αιωρείται δυο πόντους απ’ τη γη,
ομπρελάρα. Οι οποίες ακολουθούσανε βαριεστημένες σαν καραβάνι πού
’χει δυσπεψία επειδή σούβλησε και έφαγε τις καμήλες ντάλα
καταμεσήμερο. Όπου και να πηγαίνανε καλά ήτανε. Άσε που η ομπρέλα
είχε φρακάρει και δεν άνοιγε. Άλλωστε έμπαζε ήλιο μπόλικο. Όχι πως
υπήρχε εκείνη την ώρα και αυτός χωρίς σύννεφα. Παρά λίγο για
καταιγίδα είχε ανατείλλει τη μέρα εκείνη. Στη ζέστη δηλαδή δεν ήτανε
ζωηρός καθόλου. Δεν φαινότανε απ’ τα γκριζόμαυρα σύννεφα και έτσι
και ήτανε η λιακάδα για καύσωνα μεσογειακό, η ομπρέλα καθότι
ασυνήθιστη θά ’χε μείνει μπροστόβαρη, όρθια αλλά μισοπεσμένη να
κάνει το ανεμοδαρμένο φοινικόδεντρο.
Ας επανέλθουμε όμως. Η Λούλα η Μπουμπουνηταριδοσυννεφίδου
λοιπόν αφού γύρισε την καπελοκεφάλα της και τους είδε σε απαρτία
άρχισε να ατενίζει αυτόν τον ουρανό που μόλις περιγράψαμε.
153
pdf by elifrac

Παράλληλα στη φάτσα της φάνηκε ένα μισό χαμόγελο. Βαδίζοντας ενώ
αγνάντευε τον ουρανό με αυτή την περίεργα ευχάριστα δυσάρεστη – ή
ανάποδα – έκφραση στο πρόσωπο επειδή αδυνατούσε να εξηγηθεί με
πιο σαφή τρόπο τους απάντησε με τα εξής απλά λόγια. Ειλικρινή λόγια
θα λέγαμε.
- Εδώ στο πάρκο είναι ένας παλιόφιλος που παίζει μουτζούρη μόνος
του. Κάνει ότι ξέρει να ζωγραφίζει αλλά δεν ξέρει που πάνε τα τέσσερα!
Ζωγραφίζει τοπία απ’ την εξοχή που όμως δε βλέπονται. Πάντως ό,τι
γραμμές βγαίνουνε είναι για να κάνουμε άλλη δουλειά. Γιατί όπως
κοιτάζεις τον πίνακα απ’ έξω, μετά για να βγάλεις μια άκρη τι είναι
αυτό που βλέπεις άμα καταζοχαδιαστείς, δίνεις μια και μπαίνεις με
φόρα. Ορμώντας να τον πατήσεις για να στανιάρεις πού ’φαγες εκεί
τόση ώρα. Κάνεις όμως βουτιά κατά μέσα στη ζωγραφιά χωρίς να
κλείνεις τη μύτη. Άλσελ; Γιατί με κοιτάς με σηκωμένα φρύδια;
- Νόμιζα πως μού ’πες μις νταντά να μη σου κλείνω το μάτι και να μη
σκαλίζω τη μύτη.
Είπε ο Άλσελ με ύφος βαριεστημένο. Τόσο γιατί δεν άντεχε για πολύ να
ξεποδαριάζεται στον περίπατο, όσο και γιατί δεν κατάλαβε λέξη απ’ όλα
αυτά.
- Πόσες φορές μας μπάνησες μασουλώντας ως εδώ ρε μικρέ,
σοκολατοβαμπίρ;
Τσίγκλησε η νεραϊδονταντά τον μπόμπιρα και διατηρώντας το ίδιο μισό
χαμόγελο συνέχισε,
Πάντως για να σου εξηγήσω όσα δεν κατάλαβες θα χρειαστεί να κάνεις,
όπως και η Γκέτεμ, λιγάκι υπομονή. Απλώς έδωσα στη καλή σου φίλη
μια περίεργη απάντηση. Γιατί για να πιστέψει αυτά που ακούει έτσι
απλά τό ’χω απολύτως απίθανο. Μόλις θα φτάσουμε θα δείτε για τι
πράγμα μιλάμε.

154
pdf by elifrac

- Εγώ απλούστατα αυτά που κατάλαβα είναι ότι πάμε κάπου να μάθουμε
παιχνίδια με σημαντική λεπτομέρεια πολλά σαλταρίσματα. Μήπως μ’
αυτά που θα δούμε θα μας στρίψει νωρίς;
Της απάντησε σοβαρότατα η Γκέτεμ. Ταυτόχρονα, κοιτώντας τη.
Ατενίζοντας παρομοίως λίγο χαμηλότερα απ’ τον ουρανό τη
νεραϊδοκεφάλα ε, της συνοδού της ετούτης της μυστήριας.
- Ελπίζω να διασκεδάσετε γιατί θά ’ναι έτσι και αλλιώς απερίγραπτα
όλα με λογικό τρόπο. Έχει μπόλικη τρέλλα το μέρος, αυτό το ομολογώ.
Είναι για να χαρείτε λιγάκι σαν παιδιά. Να γελάσετε όσο σας χρειάζεται.
Είμαι σίγουρη ότι τούτο θα γίνει όντως. Άντε! Κάντε λίγο σβέλ-τα!
Ήτανε η μόνη διευκρίνιση που θέλησε να τους δώσει μιλώντας ακόμη
πάντως ήρεμα η μακρουλοφλογέρα στην όψη, πανύψηλη
νεραϊδοπαραμάνα.
Όσο για τους δυο τετραπέρατους μικρούς, εκείνοι σκεφτόντουσαν ο
ένας πανομοιότυπα με τον άλλο. Πίσω απ’ τη βόλτα κάτι άλλο θα
υπήρχε. «Ρε, μπίζνες οι νεράιδες δε θα κάνανε; Απίστευτο τους
φαινότανε πως όλα ήτανε για γέλια και χαρές. Θα κάνανε σιγουρότατα.
Οπότε περιμένανε για να δούνε, να μαθαίνουνε και τα πιο ουσιώδη. Σιγά
τα εφέ και τις ταχυδακτυλουργίες.
Να, η Γκέτεμ. Όπως πάντα. Δύσπιστη σαν πελάτισσα παλιάς μάρκας
απορρυπαντικού που την ψήνουνε για να το αλλάξει με ένα πολύ πιο
ξελεκιαστικό και ντιπ καταντίπ κατακαίνουργιο. Τούτα ’δω τα
υπερφυσικά φαινόμενα ας ήτανε πέραν λογικής. Δεν ήτανε άξια για να
την κάνουνε να συγκινηθεί ιδιαίτερα. Ωστόσο, δεν κατόρθωνε να
αποφύγει κάποιες αμυδρές εκδηλώσεις μιας κάποιας σαστιμάρας.
Τρομερής έκπληξης όχι. Παρέμενε απλώς συγκροτημένη σε όλη τη
μέχρι εδώ υπόθεση, χωρίς συν-αίσθημα. «Νά ’χει ένα σκοπό το καθετί.
Σκέτη χαρά; Για ποιο λόγο; Κέρδος αν υπάρχει, μας ενδιαφέρει».
Όσο για την σοκολατοτσαταλιάστρα τον μικρό, είχε μπουκωθεί ήδη με
άλλο γλυκό μέχρι η νταντά να πει «άντε!». Ασυνήθιστος σε υπερθέαμα
155
pdf by elifrac

προχωρημένο με κάμποσες εκπλήξεις που όμως θεωρούσε ως κάποιο
κόλ-πο που θά ’χε λογική εξήγηση. Κάτι το απαραιτήτως μυστικό για
λόγους διατήρησης της επαγγελματικής επιτυχίας. Δηλαδή, σοβαρός
ανταγωνιστής. Καθώς ο Αλέκος Φραγκοδεκατεβαίνογλου, ο Άλσελ από
’δω είχε γονείς που απασχολούνταν στη βιομηχανία του υπερθεάματος
του γνωστού, του κινηματογραφικού.
«Ακούς εκεί νεράιδες! Υπήρχανε ρε, ποτέ τέτοιες; Ας μασουλάμε, ας
περιμένουμε και καθ’ οδόν ας βλέπουμε».
Σκεφτότανε προσγειωμένος με διάθεση αφόρρητης πλήξης
μεταμφιεσμένης σε απόλυτη ψυχραιμία μέχρι πλήρους αδιαφορίας.
Απάθεια μετά μασουλήματος. Έκανε το χαζούλιακα με παραπάνω
βλακομουτρομέτρηση παρεξηγημένη. Είχε συμφέρον. Μικρός και
φαγάς αλλά τού ’χε μείνει κουσούρι να γίνει ματσό και με φράγκα να
κάνει κάτι ξάπλες όσο γίνεται πιο κοσμογυρισμένες. Όπως και η Γκέτεμ
η φίλη του. Μόνο που ο Άλσελ είχε το στιλ «χαζόδειχνε και θα
διασκεδάσεις». Όχι, θά ’χε σκοτούρα πως θα βγάλει άκρη με τους
όποιους νεραϊδοβαρεμένους.
Μάλιστα, εδώ ακριβώς ο ειρμός της σκέψης του έκανε μεταβολή
επιτόπου με το που έφτασε στο «νεραϊδοβαρεμένους». Επειδή θυμήθηκε
πως ήτανε η νταντά, σαν τσικλολουρίδα περιτυλιγμένη, απ’ τις υγιεινές
με τη γεύση την απαίσια, σαν μαρτύριο μασημένο. Άγλυκη , ψηλέας,
χαζοβιόλικη, με κοκκαλοδάχτυλα κολπατζήδικα που κάνουνε
βαβούρα.
«Γλυκά ρε! Κανένα τρικ πώς θά ’χουμε κοκό τουλάχιστον, θα μάθουμε
ντιπ; Επειγόμαστε μις…»
Έκανε να συνεχίσει και την κοίταξε. Όπως έμοιαζε σαν τον πύργο του
Άϊντε ε, σχεδόν τού ’φυγε η διάθεση να σκεφτεί τέτοιο ον συνδέοντάς
το με σιρόπι και κρέμες ζαχαροπετιμέζικες.
Τελικά μ’ ένα βαρύ ξεφύσημα έβγαλε το άχτι του για το όλο θέμα
λοξοκοιτώντας όμως ακόμη τη νταντά. Πήρε ανάσα, μπουκιά, γεύση,
156
pdf by elifrac

κατάπιε πρώτα τον μεζέ το σοκολατωμένο και μετά πήρε αμπάριζα.
Επειδή δηλαδή δεν τον άντεχε να μασάει συνέχεια, αποφάσισε να της
πει τα εξής για να εξηγηθεί για τη γερή του όρεξη που άλλωστε τον
έκανε να νιώθει κανόνι. Ε, ναι…Καλώς εννοώντας τι εστί «κανόνι»
βεβαίως. Όχι αεριτζήδικα πράγματα…
Είπε λοιπόν για να γίνει σαφής,
- Ψιλά για σοκολάτες εγώ, βαριέμαι να κρατάω. Παίρνω από πριν όλο
το απαραίτητο καύσιμο για το δρόμο και το κυκλοφορώ τσεπωμένο.
Οπότε, λιγούρα και τσακ, κρατς, πάει μια και έξω και η δωδέκατη
καραμελογκοφρέτα και τραγανάμε την επόμενη κατευθείαν. Παιδάκι
είμαι μις νταντά! Τί να πάρω δηλαδή μαζί μου; Τραινάκι με φουγάρο
κορναριστό; Θα με κυνηγάνε για φασαρία και αταξίες οι γιαγιάδες της
περιοχής. Καλύτερα να τρώω κανένα μεζέ να μην τις τρομάζω κιόλας.
Για καθείστε! Πού αλλού να πιάσουνε τόπο τα χαρτζηλίκια;
Άσε που με το που ξεφούρνησε το «χαρτζηλίκια» είπε να θίξει με τρόπο
και το θέμα για τα κέρδη τα τρελλά και τα μπικικίνια τα πολλά χάρη
στις νεράιδες αλλά κρατήθηκε. «Εκεί καλύτερα να κόβει το μάτι για να
προσέχεις πως γίνεται τι. Θα μαρτυρηθεί το μυστικό από μόνο του αν
προσέχουμε όσο πρέπει. Αλλιώς ό,τι μάθουμε», λογάριασε ο Άλσελ
κάνοντας τους σχετικούς συνειρμούς.
Να, τότε όμως πάνω που έκανε όλες αυτές τις σκέψεις – αφού έδωσε πιο
πριν την απάντηση στη νταντά της φίλης του – που κόντεψε να πνιγεί.
Καθώς δεν πρόλαβε καν να ηρεμήσει το μυαλό του για τις απορίες τις
ανείπωτες περί χρήματος μαγικού όταν άκουσε να σκίζει τον αέρα και
τα
τύμπανα
των
αφτιών
του
η
φωνή
της
Καίτης
Μπογοδιφραγκομαζωξοπούλου, δηλαδή της Κέιτ «Γκέτεμ» Μπακς, της
φίλης του.
- Πρώτα να ρωτάς τη Γκέτεμ που ξέρει τι της γίνεται για να σου βάλει
μυαλό. Βάλτα ρε, σε μερίδια και αυτά μαζί με τ’ άλλα. Τράπεζα μόνο
το στομάχι έχεις! Εγώ ξέρω καλύτερα! Πρέπει να τρώμε υγιεινά! Να
κάνουμε και στην μπάντα ό,τι έχει παραπάνω θερμίδες και να
157
pdf by elifrac

περιμένουμε να ξεφορτωθεί απ’ τις τσέπες και τα ρέστα και κανένας
μάπας άλλος που τα ξοδεύει. Του τα μαζεύουμε όλα εμείς και είμαστε
και οι πρώτοι!
Πετάχτηκε η Καίτη και έκανε ο Άλσελ ένα λεπτό για να πνίξει το βήχα.
Δηλαδή, παρά λίγο και θα κλατάριζε όπως βηχοκρατήθηκε.
Ταυτόχρονα, όσο και αν παιδευότανε να βρει την ανάσα του απ’ το
ξεροκατάπημα το παρά τρίχα τελευταίο σχολίαζε από μέσα του όσα
ολοκάθαρα παρ’ όλα αυτά άκουσε. Να τι σκεφτότανε για τη φίλη του
που τον κοψοχόλιασε έτσι ξαφνικά.
«Βρήκε αμέσως την ευκαιρία να αναρτήσει διαφημιστική πινακίδα!
Τρώτε φρουτόκρεμες με δημητριακά που είναι μάρκας «Έφυγες!» για
γερό μυαλό απ’ το μπεμπέ το καροτσάκι που θα σας κάνουνε όλες εσάς
τις νταντάδες απανταχού να κυκλοφορείτε στους δρόμους με κινγκ-σάιζ
απαλλαξίδια. Για να κάνετε κλακέτες στη βροχή. Με καπέλο και
ομπρέλα μαζί με τακούνι ξεγυρισμένο για κάτι κλακετοκλακατακλάκ
πρώτου μεγέθους. Βροχόπανο από τζην και μπαστούνι με τσιγκέλι από
ομπρελολαβή και χορευτικό αστροφρεντερικό. Τί ’ναι αυτό; Χορός που
κάνει το ίδιο με τις επείγουσες τρεχάλες με φιγούρες τρεις όρθιες
πλαγιοκανιές χιαστί. Μου κόπηκε το αίμα, μπράβο! Ωραίο κόλπο αν και
λίγο παραπάνω αιμοβόρικο. Αν και δεν πρόσεξα μήπως μού ’κλεισε το
μάτι! Μα, τι! Ε-μένα λες να βρήκε πάλι για να εκραγεί; Η νταντά να
τρόμαξε και ’γω καλά κάνω και ροκανάω. Περνάω κοτσάνι».
Το ίδιο ξαφνικά άκουσε τότε ο
Μπουμπουνηταριδοσυννεφίδου να λέει,

Άλσελ

τη

Λουλού

τη

- Μικρέ, σοκολατοκόρακα μικρέ θα σε στρώσω, δε με ξέρεις καλά! Το
ίδιο να γίνει σαφές και για την άλλη τη μις τη μικρή, την
αγριοπαραδοσακκούλα από ’κει. Σας χρειάζεται και πρέπει γρήγορα να
βρείτε λίγη παιδική ζωηράδα. Πρέπει να ξεφύγετε απ’ τη μονοτονία.
Λίγο παιχνίδι και φαντασία είναι ό,τι πρέπει.
Από την άλλη πλευρά, ακριβώς πάνω στην ώρα ένιωσε και ο Αλέκος
Φραγκοδεκατεβαίνογλου, ο Άλσελ, πως βρήκε την ανάσα του για να
158
pdf by elifrac

απαντήσει. Μήπως δώσει στη νταντά να καταλάβει ότι αλλαγές σε
ωραίες συνήθειες, δεκτές δε γίνονται. Καθόσον ψιλοφοβότανε πως θα
τους έβαζε να τρέχουνε για ποιος ξέρει πόσο με τα υπόλοιπα να
κόβονται μαχαίρι. Χωρίς γλυκά θα τρεχολογά με; Οπότε σκέφτηκε «να
σου πω μια στιγμή» και είπε κανονικά στην παραμανονεράιδα της φίλης
του,
- Εγώ μις νταντά κάνω παιχνίδι με τη φαντασία όλη την ώρα. Με ένα
αφρατοσερμπέτικο γλυκάκι ανθογαλοκρεμοζούπηχτο. Να νιώθεις από
τη ζάχαρη φρουί γκλασέ ολόκληρος όπως τα τουλουμιάζεις στη μπάκα
σου. Αν πάλι δε γουστάρετε σας κερνάω όχι σοκολατάκι αλλά ένα
συνολάκι. Για να σενιαριστείτε, πολύ περιπάτου. Έχω δει από την από
’κει πλευρά κάτι εξαντρίκ κομμάτια σε βιτρίνα, άλλο πράγμα! Σαν
μπουγελομπογιές! Δεν κάνουμε ένα έτσι να πάμε; Τ’ αφήνουμε άμα
είναι αυτά που θα δούμε σε λίγο για άλλη φορά.
Γιατί εγώ το σόου το κάνω κέφι όχι μόνο για να αλλάξω παράσταση
αλλά και για να δώσω! Να σπάσω πλάκα θέλω! Με κενιματόγραφους
μάλτιπλεξ τί ασχολούμαστε στην οικογένεια νομίζετε; Μπρίκια
κολλάμε; Το θέαμα είναι δράση για καναπέδες για έναν έξυπνο που ζει
έξυπνα, μις νταντά!
Μετά από τούτη την απάντηση η νεραϊδοπαραμάνα
σκεπτόμενη αρχικά ως εξής,

απόρησε

«Μα, μπάκα λέει ετούτος ο ντολμάμπαξές την καραμελονταμουντζάνα
δαύτη; Την έχει και για καμάρι ασυναγώνιστο έτσι πού ’ναι τουρλωτή
και καταμπαζωμένη. Είναι τώρα κατάσταση νά ’χει τέτοια
σοκολατοκοιλάρα σαν όχθη αρχιπόταμου, λες και έχει πάρει τον τίτλο
του κόμη στο καθησιό;»
Στη συνέχεια, μετά από μια σχετική παύση για αυτά τα συμπεράσματα,
επιμένοντας στην καλή ιδέα των δικών της σχεδίων, ξανάρχισε το ίδιο
βιολί λέγοντας στους δυο μικρούς,

159
pdf by elifrac

- Πρέπει να σας βρει λίγη χαρά, παιχνίδι, γέλιο! Θα με κάνετε να φάω το
καπέλο μου αν μου…
Νόμιζε ότι θα πρόφταινε να πει τούτη
καπελοπαλτοκρεμάστρα. Η Λούση η γκουβερνάντα.

η

δίμετρη

- Ε, θα σας πάρω τόσα που θά ’σαστε από καπέλα φίσκα! Θα σιχαθείτε
να τα βλέπετε. Γι’ αυτό σκάτε;
Τη διακόπτει ο μικρός σοκολατολόξυγγας που ήθελε πέντε κιλά γλυκά
στο χέρι παρά δέκα χιλιόμετρα σάλτα και τρεχαλοκαρτέρι. Οπότε κάπου
εκεί την έπιασε για τα καλά η τσατίλα την παραμανονεράιδα, τη Λούλα
Μπόμπινγκς. Αφού μετά απ’ την τελευταία αυτή ατάκα ο Άλ-σελ
νταμουντζανορεύτηκε κιόλας. Απ’ την πολλή μασαμπούκα τη
ζαχαρομελωμένη. Σαν σαλεπιτζής που ξεμονάχιασε όλο του το
εμπόρευμα. Καθόσον τα γλυκά τα χώνευε αυτόματα και μηχανικά και
όχι από συμπάθεια.
Επιπλέον, ξαφνικά χοροπηδηχτό βγαίνει από μόνο του το καπέλο της
νταντάς απ’ την κεφάλα της για να πάρει αέρα απ’ το ρέψιμο του
Άλσελ. Άρχισε να ξεμακραίνει σα λαγός που τρέχει με πηδηματάκια.
Λες και μόλις εντόπισε πιο ’κει στο χορτάρι καμιά γόπα καρότου,
γκάζωσε να την τραγανήσει. Βλαστημάει λοιπόν η νταντά όπως
ξαφνιάζεται για το καπέλο της το γκρίζο, το μονόμπαντα ζουπηγμένο
που ήτανε στην όψη για τα σκουπίδια. Εκείνο δε, μπροστά της πεσμένο
σαλτάρει στο έδαφος ενώ απομακρύνεται. Η νεραϊδοπαραμάνα πρώτη
από αντανακλαστικά, κατευθείαν έκανε έφοδο με ’κείνα τα
χοντροπάπουτσα τα φορεμένα ανάποδα, με τις φτέρνες τις εξογκωμένες
σαν μαούνες χοντοπισινάτες και τα ψηλά και πλατιά τακούνια, που άμα
σε πετυχαίνανε θα γινότανε η πατούσα σου ραβιόλι φρέσκο. Για το
κάνει το καπελάκι πίτα.
Ευτυχώς της ξέφυγε αλλά κανείς δεν κατάλαβε ότι γλύτωσε από μόνο
του και δεν το πήρε το αεράκι. Άσε που το κυνήγησε σαλτάροντας με τα
δυο πόδια μαζί ίσαμε εκατόν πενήντα μέτρα μέχρι το σημείο αφίξεως
της βόλτας στο πάρκο. Τα σύνεργα πίσω της. Η χοντομπαουλότσαντα
160
pdf by elifrac

σαν παραπάνω του κανονικού σκληροτράχηλη καουμπόισσα μ’ ένα
«ζβίιιιιν!» όμοιο με τσαντάρας μοτοσυκλετοκλέφτρας, καβάλα σε
ομπρελοσικλέτα
με
μακριά
τιμονοπηρουνομύτη
της
λεωφοροπεριπλανήσεως, την ακολουθήσανε.

Κεφάλαιο 8
8. Πολύ Χάλια Μέρα

Οι μικροί παραμένανε ο καθένας στην κοσμάρα του την ωραία. Για να
μη τους βγει ξινότερο ροβολούσανε αργά μέχρι εκεί που έφτασε πρώτη
η συνοδός τους διπλοσαλτάροντας για εκατόν πενήντα μέτρα για να
πιάσει το καπελοβατράχι, όχι να το φιλήσει για να το παντρευτεί αλλά
μάλλον να το δαγκώσει για να ψοφήσει. Η οποία νταντά ε, είχε
καταζοχαδιαστεί τώρα πλέον με όλα.
Λόγω εκνευρισμού ήτανε που άργησε να κάνει τα εντελώς φυσιολογικά
για νεράιδες κόλπα για να κατέβει το βαλτομπεκατσοκάπελό της τούτο
απ’ το κλαδί του δέντρου. Μιας λεύκας, όπου πήδηξε και στάθηκε το
αξεσουάρ της δαύτο εκεί απάνω να τη φουρκήσει. Αν και το μόνο που
γύρευε εκείνο ήτανε αρώματα του άλσους κάπως πιο αιθέρια από το
χνώτο χωνεμένου σοκολατομεζέ του μικρού Άλσελ.
Λέει τότε και η νταντά απαυδισμένη τριγυρίζοντας για λίγο μια και δεν
ήτανε ποτέ προετοιμασμένη για αναποδιές τέτοιου είδους,
- Ορίστε με ειδική στολή, όλη μαγική και να μου κάνει το καπέλο που
είναι έτσι επειδή το ξανάβγαλε στην κεφάλα μου το ξόρκι με μόνιμο
βραχυκύκλωμα, τη ζωή πατίνι! Θα το φάω ωμό αντί για φρούτο πριν απ’
το τσάι στις πέντε, δε γίνεται!

161
pdf by elifrac

Ξεφυσούσε και στριφογύριζε. Με τα χέρια πότε στη μέση και
διατάζοντας ενώ έκανε νοήματα με το κεφάλι, πότε μουρμουρίζοντας
μέσα απ’ τα δόντια λέγοντας στο καπέλο να συμμορφωθεί και πότε
σαλτάροντας να τσεκάρει που βρίσκονται οι μικροί. Χωρίς να
παραλείψει να ψάξει για τον άφαντο παλιόφιλο τον ζωγράφο. Μια και
ήλπιζε πως θα τον έβρισκε εκεί ακριβώς. Διότι εκείνος έλειπε. Είχε
παρατήσει καταγής μια περίτεχνα κορνιζαρισμένη πινακίδα που έμοιαζε
στο σχήμα με δαντελωτό μπισκότο βανίλιας χωρίς κανένα σχετικό
σημείωμα που να δικαιολογεί την απουσία του και να ειδοποιεί για την
επιστροφή του.
Το κάδρο τούτο είχε μήκος και πλάτος ένα μέτρο επί ένα μέτρο και
είκοσι πόντους με μια γαλακτερά ομιχλώδη και αχνιστή επιφάνεια στην
άνω του όψη. Ο ζωγράφος τό ’χε ξεχάσει λοιπόν απάνω στον
αγριοχορταριασμένο
και
επίσης
παραμελημμένο
μπιρομπουκαλογρασιδάτο λοφίσκο όπου σύχναζε και ο ίδιος είχε τρέξει
για ν’ ασχοληθεί με κάποιο άγνωστο απρόοπτο καλλιτεχνικό επείγον
θέμα.
Μαζί μ’ όλα αυτά η μέρα να βγαίνει όλη πάνω απ’ το κεφάλι της
Λούσης της Μπουμπουνηταριδοσυννεφίδου με πηδηματάκια φευγάτα
αφήνοντάς το σαλάτα άντυτη. «Κάπου πίσω απ’ το ύψωμα θα την έχει
στημμένη σε τίποτε κουτοπόνηρες κλωσσόφατσες που παίζουνε τη
μικρή Ζουζού και θα τους κάνει κανένα νούμερο απ’ τα γηριατρικά, τα
ταληροκομπογιαννήτικα.
Καλά».
Συμπέρανε
σβέλτα
η
νεραϊδοπαραμάνα η φροκαλόμακρη μέσα σ’ ένα πέλαγος υπερέντασης.
Λίγο έλλειψε να ξαναεκδηλωθούνε και κάτι παλιά νευρικά τικ πού ’χε
όσο νεραϊδομορφωνότανε. Τότε, με τέτοια νεύρα προτού συνηθίσει στα
απανωτά απρόοπτα και ηρεμήσει από γκριμάτσες και ανασφαλείς
χειρονομίες ήτανε «άστα να πάνε»! Πρώτα βάραγε το κούτελο με το
αριστερό της χέρι. Αφού έπαιρνε μια εισπνοή από τη μύτη
μονορούθουνη στραβώνοντάς τη, έκανε με τον αντίχειρα και το δείκτη
του αριστερού της χεριού μια στράκα και μετά τό ’κανε γροθιά και το
χτύπαγε στην παλάμη του δεξιού της επανειλημμένα σαν κολλημένο
φλας αυτοκινήτου.
162
pdf by elifrac

Μπορεί και δεκαπέντε φορές σερί, κλαπ, σναπ, κλαπ, σναπ,
δαχτυλόστρακα και γροθιά σε παλάμη. Ο-πότε στο τέλος σήκωνε το
χέρι καί ’δειχνε κατά πάνω, πάντα με τον δείχτη του αριστερού της
χεριού, κρατώντας το στο ύψος των ματιών. Απέναντι απ’ το αριστερό
δηλαδή το μάτι και σήκωνε τα φρύδια. Αφού έλεγε άτζαλα «Α!!!» και
τόσο κοφτά σαν να φώναζε για να σε κάνει να πάθεις συγκοπή,
καλμάριζε.
Ωστόσο ετούτη τη φορά αρκέστηκε, μάλλον έχοντας κρατήσει
χαρακτήρα απέναντι στο παλιό σύστημα καλμαρίσματος, να ρίξει μόνο
μια ματιά στην τσαντάρα πλάι της. Οπότε και σάστισε. «Πώς φέρνουμε
τα απάνω, κάτω;». Για να μην αργεί και άλλο έκανε νόημα στο μυτερό
σουβλί το γκρίζο, το λιμοκοντόρικο, το βροχοαδιάβροχο. Μήπως και
υπακούσει επιτέλους ο άλλος ο κεσές ο τσαλαπατημένος, το καπέλο της
νεράιδας τούτης. Η οποία πολύ θύμιζε ραδιοφωνοκεραία έτσι
υπερυψωμένη μέσα σε γιακαδουρογκαμπαρντίνα, τσαγερόγοβες και
γλαστροπιαταδούρα καπέλινη.
Με το νεύμα της λοιπόν έφυγε η μπανελομυτόγκα της βροχής πετώντας
κλειστή αεροβουίζοντας κατά πάνω στον απεργό συνάδελφο να σπάσει
τη στάση εργασίας. Μόλις το πλησίασε ίδια με βέλος, το τσίγκλησε
όρθια από πάνω του σαν καμάκι ρακοσυλλέκτη, ζουλώντας το απαλά.
Το πατημένο το καπελοκουμάσι ήτανε όμως μουτρωμένο και
μετακινήθηκε στο κλαδί παραπέρα. Ο ομπρελοσκωρομεζές επέμενε να
ταράζει την ηρεμία του γιαουρτοκαπελοκεσέ. Τότε, κυματίζοντας σαν
τυροπιτοζύμαρο που τού ’πεσε η γέμιση στην πτήση, η ξεχειλωμένη η
καπελαδούρα έφυγε και έκανε μια αεροφιγούρα τυλίγοντας νοητά το
δέντρο.
Άλλο που δεν ήθελε η ομπρελομυταρόλα. Έστησε ένα χορό από
κρυφτοκυνηγητό να ξεδώσει. Μια στην κορυφή έβλεπες το δέντρο να
φοράει καπέλο, μια σε πριονισμένα χοντρόκλαδα σαν να περίμενε την
ομπρέλα σε πορτσαπό ενός χολ ή τρύπωνε στις φυλλωσιές άφαντο να
κάνει τη χελιδονοφωλιά. Ο βροχοκουρελόγυπας δεν τό ’χε αφήσει σε
χλωρό κλαρί. Μόνο που το όλο πανηγύρι τράβηξε πολύ.

163
pdf by elifrac

Τελικά, η νταντά αφού παιδεύτηκε λέγοντας «στικ σποτ!» δυοτρεις
φορές στο στυλ του παλιού τικ με ύφος ζορισμένης αυτοσυγκέντρωσης
σμιχτοφρύδικης, σφιχτοδόντικης και λοξά γλωσσοδαγκωμένης που
απέτυχε όμως παταγωδώς, το ξανάπε γροθοχειρονομώντας και
καταφασκελώνοντας τη φάτσα της τη νεραϊδοταλαίπωρη. Γέμισε το
ξόρκι ανάμεσα στο «στικ» και το «σποτ!» και άλλα πολλά και άγρια
παραξόρκια γραφικότατα παλιών αμαξάδων πού ’χανε τα
ταχυδακτυλουργικά γραμμένα στου μουλαριού τους τα πέταλα τα παλιά.
Το χέρι της τέντωσε με την παλάμη ανοιχτή από λυγισμένο και έκανε
«να, ρε!!!» ώσπου το άτιμο, το λατερνοξεκούρδιστο το ξόρκι
λειτούργησε επιτέλους και δαύτο. Για να τον μαγνητίσει τον
καπελομπελά της επιτόπου. Το ξαναβρήκε και δεν έλεγε να ησυχάσει το
σκασμένο! Έπεσε σαν χαρτοσακκούλα μπακάλικου ξεφορτωμένη που
την κοπανάει ο άνεμος από αντιδραστική συμπεριφορά σε ξόρκι
νεράιδας τούτο το καπέλο – αντιρρησίας.
Για να βρεθεί ηλεκτρισμένο τόσο βαριά, όσο και το νήμα σε
χιλιοαναμμένο γλόμπο που καίγεται ξεφνικά. Μέχρι και ένα «παφ!»
ακούστηκε ίδιο, όπως σπαρτάρησε παραπάνω απ’ το όριο και κόντεψε
να κλατάρει βραχυκυκλώνοντας τρανταχτά. Το κατακατραπακιασμένο
το νεραϊδοσύνεργο της νεραϊδογκλάβας απ’ όπου πήγε να λιποτακτήσει,
βρέθηκε επιτέλους μπροστά της. Πάλι καλά που δεν το στερέωσε το
νεραϊδάκι – κατά τα άλλα – τούτο το καλαμόρθιο με ντουί βιδωτό στην
κεφάλα της. Η οποία ηλεκτοφορτωμένη τρισχειρότερα αναβόσβηνε
μέσα απ’ το νεραϊδοκέφαλο παρομοίως σαν αμπαζούρ
αραχνομαλιασμένο.
Οπότε το γράπωσε αφηνιασμένη και το στούμπωσε με τα δυο χέρια
τσιτώνοντάς το τραβηχτά απ’ το γείσο για κάμποσο. Μέχρι να νιώσει
ότι ξεθυμάνανε δηλαδή αμφότεροι. Σε λίγο άρχισε να το αφήνει
σιγάσιγά για να δει ότι επιτέλους ξαναπέτυχε την καπελοσύνδεση η
νεράιδα ετούτη στην κορυφή της κεφάλας της. Αν και δεν έπαιρνε μπιτ
για μπιτ παραπάνω στροφές χάρη σε δαύτο. Πράγμα που σήμαινε ότι δε
γινότανε και νά ’θελε να το μοστράρει η παραμανονεράιδα για καπέλο
σοφίας, καθότι ήτανε της συμφοράς. Πάντως το ξανακοτσάρησε και ήδη
164
pdf by elifrac

δυο στιγ-μές αργότερα ξανάψαχνε η κάτοχός του τούτη ’δω για το
ζωγράφο.
Στη συνέχεια έριξε και πάλι μια ματιά στην τσαντάρα. Ξεφύσηξε με
μάγουλα γεμάτα αέρα ένα «ουφ!» μακρύ, έντονο, φωναχτό και κοίταξε
για τρίτη φορά την τσάντα. Εκείνη έκανε ένα επιτόπιο άλμα για να
κουνηθεί απ’ τη θέση της μπας και ματιαστεί. Η Λούσι Μπόμπινγκς
ξανάφερε ένα πηγαινέλα αναποφάσιστο. Τα χέρια της δεν παύανε να
δείχνουνε την έντονη ανησυχία της που τίποτα δεν πήγαινε καλά χωρίς
να γίνει τελικά βαπόρι. Το τικ, να που την ξαναβρήκε στοιχειώνοντάς τη
γερά. Έπεσε «κλαπ-σναπ!» που πήγε σύννεφο.
Στο μεταξύ, λίγο παραπέρα κοντοσταθήκανε ο Άλ-σελ και η Γκέτεμ. Σε
μια στιγμή συνέβει η μικρή να σκύψει. Έβγαζε σχολαστικά μια
λασποπιτσιλιά απ’ τη θηλειά για το πρώτο δάχτυλο στο σανδάλι της το
αριστερό. Ο άλλος ζωηρεύοντας δεν έχασε καιρό. Της έβγαζε
ματοφωτογραφία και μισοχαμογελούσε μασώντας. Σε όλη την ως τώρα
αναποδιά της νέας συνοδού οι μικροί δεν αντιδράσανε καθόλου ή
μάλλον έτσι ακριβώς εκδηλώσανε τις όποιες διαθέσεις τους. Από
ένστικτο όχι, από τα παλαβά αυτά απρόοπτα απλώς. Προτιμούσανε να
κοιτάξουνε την πάρτη τους. Βραδυπορούσανε αδιάφοροι για τα πάντα.
Η νεραϊδοπαραμάνα τους εντόπισε, έδειξε στο ύψος του αριστερού της
του ματιού τον ουρανό με τον δείκτη του αριστερού της χεριού,
παρατώντας ό,τι «κλαπ-σναπ!» είχε μείνει, ίσως για μια άλλη φορά.
Γκάρηξε «Α!!!» σαν να της έπεσε όλη η σοφία του κόσμου στο κεφάλι
μαζεμένη. Με κάτι λίγες δρασκελιές μόνο έφτασε μπρος στον μπόμπιρα
που προσπαθούσε ακόμη χωρίς να μπορεί όμως με τίποτα να θαυμάσει
τη θέα. Ο μικρός μασούλαγε κιόλας…
Η Γκέτεμ έξυπνα, πατούσε κανονικά ενώ είχε χαλαρώσει λυγίζοντας τα
γόνατα εντελώς. Μάλιστα ο Άλσελ κλαψούρησε με μισή μπουκιά
…εεε…, καρδιά – όμως μπορεί και μπουκιά. Βέβαια. Σιγά που δε
μπορεί. Πάντως τζίφος. Αφού στα πονηρά τούτα τα μασουλοκαθούμενα
πλάκωσε η μπανιστηρονομία η εξιταρισμένη, με τα μηλίγγια της να
κάνουνε ομελέτα το κεφάλι της από μέσα. Βρισκόμενη σε μια
165
pdf by elifrac

κατάσταση που να μην ξέρει αν πρέπει να εκδηλωθεί το τικ διαδοχικά
με «κλαπ-σναπ!», δείξιμο, «Α!!!» ή να πει «στικ σποτ!». Τελικά
ξεφύσηξε και μισοσυνήλθε για να βάλει τις φωνές στον μπόμπιρα,
λέγοντας,
- Άλσελ!! Θα σου μείνει κουσούρι μικρέ! Άσε τις μαγκιές και ξεκόλλα
που να πάρει, τα μάτια σου! Ε, στο τέλος θα βρεθείς με τρεις ντουζίνες
νταντάδες για τα μικρά που θα σκαρώσεις. Θά ’ναι σαν σαφάρι με
μπαούλα για τις πάνες! Άλσελ επιτέλους!
Ξαφνικά, έκανε το κεφαλοσκέπασμά της το ισοπεδωμένο να την
ξανακοπανήσει. Το πρόλαβε πριν πάρει ύψος για κανένα δέντρο.
Πάντως απομακρύνθηκε και ξαναγύρισε λαχανιασμένη. Αμέσως με τα
δυο της χέρια μετακίνησε τον μπόμπο τον Άλσελ στον αέρα και τον
πήγε, απιθώνοντάς τον, πιο ’κει ενώ εκείνος κατσούφιασε.
- Άκου ρε Άλσελ, πανάθεμά σε!! Άσε τον πισινό της φίλης σου της
Γκέτεμ σε ησυχία, για μάτι, θά ’χεις να βλέπεις! Εδώ πρόσεχε! Λοιπόν,
που είχα…
Τού ’βαλε τις φωνές ενώ χαμήλωνε λυγίζοντας εντελώς τα γόνατά της
ώστε νά ’ναι με τον πιτσιρίκο στο ίδιο ύψος, η Λούλα η
Μπουμπουνηταριδοσυννεφίδου. Μετά ξαναορθώθηκε. Για να κάνει
αμέσως όμως μια κίνηση με ένα μόνο «κλαπ-σναπ!» του αριστερού της
αντίχειρα και δείκτη και μετά αστραπιαία κλείνοντας σε γροθιά όλα τα
δάχτυλα του νεραϊδοζερβόχερου να το κολλήσει με φόρα στην δεξιά της
παλάμη. Για να σημαδέψει ακολούθως τον ουρανό σηκώνοντας ξανά το
αριστερό της δεύτερο δάχτυλο στο ύψος του ματιού της, κοιτάζοντας
ψηλά και φωνάζοντας,
- Α!!!
Οπότε ξανακοίταξε τον Άλσελ. Ξεφυσώντας έντονα με πρησμένα απ’
τον βαθύ αναστεναγμό τα μάγουλα, συνέχισε.

166
pdf by elifrac

Θα μας κανονίσεις όλες και τί θα καζαντήσεις; Κοτετσοσυντηρητής σε
πτηνοτροφική μονάδα που βγάζει αβγά με ωμέγα τρία και βάλε! Βάστα
το δικό σου το ωμέγα να μην πέσει για αρχή και βλέπουμε! Εγκράτεια,
το άλφα και το ωμέγα! Όσο για άλφα ε, κράτα την ανάσα σου!
Άντε με το τρία! Έλα ’δω Γουέντι, Χέντι, πως σε λένε τέλος πάντων,
ξέχασα! Πιάστε ο καθένας σας από ένα μου χέρι σφιχτά γιατί όπου νά
’ναι θα κάνουμε ζουμ ψηφιακό τη σκηνή να δούμε πως είναι άμα σου τη
δώσει και σαλτάρεις! Να, εδώ βλέπετε και τον πίνακα του άλλου του
τρελλαμένου με τις γραμμές τις μισοτραβηγμένες! Ξόρκι πού ’ναι! Για
κάντε γρήγορα μη φύγει η επίστρωση και παίζουμε ταχυδακτυλουργικά
σε άσπρο φόντο, να βγάζω άσπρο κουνέλι και να μη φαίνεται! Πωωω!
Σκέψου να θέλαμε να ξαναβγούμε άμα θα φουντάραμε βιαστικοί έτσι
όπως είναι τώρα!
Τί ’ναι αυτά πού ’χει ζωγραφήσει; Τοπίο ή σεισμογράφημα; Αχνά και
ξεθωριασμένα. Μόλις που φαίνονται σαν σκιά στο άσπροξέξασπρο του
αχνού τούτης ’δω της ρημαδοκορνίζας που τού ’κανα δώρο! Ούτε
θυμάμαι πότε ήτανε η μέρα. Για να μην πλήττει...Το χρήμα που θά ’δινε
για μπογιές θα πήγαινε στράφι. Το μαγικό το κραγιόν τί τό ’κανε;
Μπορεί αν δεν τό ’φαγε ο ίδιος να το νοστιμεύτηκε κανένα πανηλίθιο
πτηνό που θα καταχαντακώθηκε γκρεμοτσακιζόμενο κατά κάτω. Μια
στιγμή να φτιάξω καινούργιο μαρκαδόρο!
Παραμίλαγε στην ουσία η νεραϊδοπαραμάνα η στειλιαρόπαλτη. Οι
μικροί ούτε την προσέχανε. Κοιτούσανε γενικά και αόριστα τριγύρω.
Ποια κορνίζα, ποιος έλειπε, ποιος θα ερχότανε, πότε, πως, γιατί, δε
δίνανε φράγκο να μάθουνε. Πρόλαβε πάντως στο μεταξύ η Λούση να
μαστορέψει και μια προσωρινή, μιας χρήσεως κηρομπογιά, κιμωλία,
κανείς δεν ξέρει. Ένα χρωματιστό αποτέτοιο. Γαλάζιο ραβδάκι που
φέγγιζε έτοιμο να εξατμιστεί φαινότανε. Το σκάρωσε η
παραμανονεράιδα η καταφερτζού λέγοντας,
- Στικ Σποτ!!!

167
pdf by elifrac

Μπροστά της δηλαδή τό ’πε, στο τίποτα το αιθέριο και το σχεδιαστικό
εργαλείο βγήκε στο χέρι της. Οπότε, κατευθείαν συμπλήρωσε μιλώντας
στους μικρούς υποτίθεται,
Να περάσω το σχέδιο τούτο το καταπληκτικό που θά ’ναι καμιά βρισιά
μεσανατολίτικη ακόμη και κατά τύχη, διότι έτσι και ο αέρας σβήσει τα
σκίτσα και τις λέξεις μας βλέπω τζίνια! Για να μαζευόμαστε!!
Είπε τώρα φωνάζοντας τους μικρούς για νά ’ρθουνε κοντά της και να
μάθουνε τι θα γίνει στη συνέχεια.
- Να πιάσουμε;
Βρήκε την ευκαιρία που περίμενε για να ρωτήσει με τρόπο ο Άλσελ κάτι
σχετικό με πιασίματα.
- Ε; Τί;
Αποσυντονίστηκε η νεράιδα που περίμενε άλλου είδους ανταπόκριση.
- Τί μας αφήνεις;
Εξακολούθησε ο Άλσελ τα μισοχαριτωμένα πειράγ-ματα που δεν
προσφέρονταν για ξαφνικά νεραϊδοτραβήγ-ματα άνευ προηγουμένου
στο φινάλε της υποθέσεως αλ-λά που να πάρει ένας εξυπνάκιας τέτοιος
Αλέκος χαμπάρι σε τι ξεγυρισμένο νεραϊδοντορβά θά ’μπαζε εντός
ολίγου την κεφάλα του.
«Άλσελ!!! Το χέρι μου κράτα μη γίνει το σώσε του παραμυθιού!!!»,
πήγε να πει στον μπόμπιρα η Λούση η Μπουμπουνηταριδοσυννεφίδου,
όμως συγκρατήθηκε ενώ ξεστόμισε μια στιγμή αργότερα κάτι άλλα
ακατανόητα μουρμουρητά γλυκαίνοντας χαμογελαστή χωρίς να δείχνει
καθόλου δόντια μάλιστα. Ταυτόχρονα, έβγαλε το καπέλο με τό ’να χέρι
και παλαμοχτενίστηκε βιαστικά με το άλλο. Πάνω που
ξανακαπελωνότανε είπε με φωνή ελεγ-χόμενα ήρεμη,
168
pdf by elifrac

- Δώστε μου τα χέρια αν έχετε την καλοσύνη. Δεν υπάρχει άλλος λόγος
να καθυστερούμε.
- Τί τρικ έχει ετοιμάσει; Από το Σάλεμ είναι;
Εκδήλωσε κάτι ξαφνικούς φόβους για τη συνέχεια την ύποπτα μαγική ο
Άλσελ, κοιτώντας και ρωτώντας συνομωτικά τη Γκετεμ. Όμως η
Λουλού συνοφρυώθηκε κατευθείαν με μια φούρκα πολύ σφιχτόστομη.
Επιπλέον γρυλίζοντας με «μμμ!!!» κεφαλοκλυδωνίστηκε, έγινε
ντοματόφατση από θυμό και τελικά άφησε και ένα αναστεναγμό
ταυρορουθούνικο. Αμέσως λοιπόν αφού φρύαξε σαν αδάμαστη
μοτοσικλέτα με το που άκουσε τούτη την ερώτηση η νεραϊδονταντά,
παίρνοντας
πρώτα
έκφραση
εξωφθαλμίασης
ανθρωποφάγου
καπελογκαμπάρντινου απάντησε με φόρα αναπάντεχη για τ’ αφτιά των
πιτσιρίκων.
- ΑΠΟ ΤΟ ΣΑΛΕΜΑ!!!
- Τάρτα με κρέμα είναι όλο αυτό στο γκαζόν;
Ρώτησε τότε όμως και ο Άλσελ απολύτως εννοώντας την ερώτηση,
χωρίς να αναστατωθεί από την αγριόφατσα και τη φωνάρα της Λουλούς
καθόλου. Μασώντας και μια καραμελογκοφρέτα καθώς απορούσε.
- ΝΑΙ!!!
Του φώναξε χάνοντας τον έλεγχο της η νταντά που δεν άντεχε άλλα
νεύρα.
- Δηλαδή, δαγκώνω και τρώγεται; Τελειώνει ή έχει πολ…
Επέμενε να μάθει ο Άλσελ όλες τις άκρως λαχταριστές λεπτομέρειες τη
λάθος εντελώς στιγμή, ως συνήθως.
- Άλσελ, μήπως είναι εύκολο να ξεφορτωθείς τη γκοφρετόπαστα και να
μου δώσεις το άδειο επιτέλους χέρι σου;
169
pdf by elifrac

Έκανε ό,τι μπορούσε καλύτερο για να αποφύγει άλλη μια αυθόρμητη
ανάφλεξη απ’ τον εκνευρισμό η νταντά. Μπουμπουνηταριδοσυννεφίδου
στο επώνυμο. Η Λούλα η νεραϊδούλα η μακρυντουφέκω η όρθια, ακόμη
και όταν χαμήλωνε πατώντας το γρασίδι για να σ’ αντικρίσει κατάφατσα
αν ήσουνα μπόμπιρας ολίγον τσαχπίνης και της έλεγες,
- Μήπως μια δάγκα, γωνία απ’ το κάδρο πάει μαζί με τη…
Όπως είπε τελικά και ο Αλέκος ο έξυπνος. Οπότε η Λούλα πού ’χε την
αεροπορική επιδρομή σχεδόν επώνυμο του αρπάει το απομεινάρι με το
ξεφλουδισμένο σαν μπανανόφλουδα περιτύλιγμα και το φουντάρει στην
κορνίζα μέσα. Μετά λέει ξερά,
- Εκεί μέσα θα το βρούμε σε συσκευασία των εικοσιπέντε! Θά ’χεις να
ρίχνεις ουκ ολίγα!
- Τί λες;
Τράβηξε την κουβέντα ο Αλέκος που ροκάναγε και χρόνο πονηρά για
να μην τον φουντάρουνε οι παραμανονεράιδες σε άγνωστο πανηγύρι με
το ζόρι.
- Όπως σε…
Πήγε κιόλας να του πει η Λούλα η Μπόμπινγκς, μα εγκαίρως
αναρωτήθηκε γιατί. Έτσι του τσάκωσε το χέρι χωρίς δεύτερη κουβέντα.
Με το άλλο έπιασε και της Γκέτεμ που έβγαλε ένα επιφώνημα γιατί
κόντεψε να πέσει η μικρή στο κάδρο μόνη της. Η νεραϊδοπαραμάνα της
κατά λάθος την έφερε κατά μπρος καθώς της τράβηξε το χέρι.
Φέρνοντάς τη άτζαλα με σκουντούφλημα στην ίδια ευθεία με ’κείνη. Η
Λούση τρομάζοντας εξίσου απ’ τα πειραγμένα νεύρα ζήτησε συγνώμη
γι’ αυτό το παρά λίγο ατύχημα κάνοντας στη μικρή,
- Σόρι, ουπς!! Χίλια συγνώμη!

170
pdf by elifrac

Η Γκέτεμ πεισμώνοντας τότε έριξε την εξής ερώτηση μια που την είχε
ήδη σαν απορία,
- Μέσα στην κορνίζα άμα βρεθεί κανενός το κεφάλι, οι απ’ έξω τον
ακούνε άμα ομολογήσει φωναχτά ότι τους θέλει όλους τέζα;
Τότε ήτανε που πήγε να κάνει ένα άλμα ’κείνο το καπέλο της
νεραϊδοπαραμάνας χοροπηδώντας ίσαμε είκοσι πόντους δυο φορές
πάνω απ’ το κεφάλι της το ταραμοσαλατένιο εσωτερικώς. Όμως έμεινε
με τη φόρα το άταχτο το κεφαλοζούπηγμα. Το ασφάλισε με γροθιά στην
ίδια της την κεφάλα.
- Να το κάνω και ’γω;
- Όχι!! Εγώ!!
Έφερε αντίρρηση η Γκέτεμ στον Άλσελ που πήγε να πάρει έγκριση
πρώτος.
- Νταντά για πειραγμένους! Τώρα θα σαλτάρουμε παρέα! Έτοιμοι;
Τους ρώτησε κιόλας δήθεν η νταντά. Με ανάμικτη διάθεση για πλήρη
αυτοσυγκράτηση και αποφασισμένη να μη χάσει το πάνω χέρι αλλά και
με μια επιθυμία να τα φασκελώσει τα πιτσιρίκια με ξόρκι διπλοχέρικο.
Ένα, προσωρινά δηλαδή, μεταμορφωτικό κάνοντάς τα μπρελόκ ώστε να
προχωρήσει στην κορνιζοβουτιά και με τα δυο μαζί στη μια της
γκαμπαρντινότσεπη και μετά να τα ξετσεπώσει, να τα ξαναμουτζώσει
για να έρθουνε στα παλιά τους τα αναστήματα. Βρισκόμενη η Λουλού
σαν χιονοδρόμος σε πίστα του σκι με γόνατα λυγισμένα σε θέση για
σάλτο για να παρασυρθούνε με ’κείνη οι μπόμπιρες κατά πάνω στο
κάδρο βαστώντας τους ήδη από τα χέρια.
- Όχι!
Απαντήσανε όμως τα άλλα δυο στόματα μαζί.
171
pdf by elifrac

- Ω, ναι είπατε! Τ’ άκουσα! Ευχαριστώ! Ξεκινάμε!
Είπε τότε βεβαίως αμετανόητη και επιπλέον κάπως τραγουδιστά η
Λουλού που τό ’χε πάρει απόφαση να ξεκινήσουνε. Είδε φευγαλέα δυο
εκφράσεις απέραντης απορίας για απάντηση, είχε γράψει στο μεταξύ
«κατειλημμένο» με το χρωματιστό ραβδί που είχε κιόλας χαθεί και
βουτήξανε όλοι. Τους πήρε και τους σήκωσε η νεραϊδοτρικλοποδιά η
διμετρόπαλτη και πέσανε άπαντες μέσα στη ζωγραφισμένη κουτουράδα
μέχρι να πεις «πεσμένο πορτοφόλι».
Η μυτερή η βροχοκονταρογαντζάρα όρμησε πίσω απ’ την μπογότσαντα
και της πάτησε μια σακοραφομυτιά. Η χοντραυγουλοβαλίτσα έκανε
προς στιγμή ότι φεύγει. Αντί όμως να πέσει στο κάδρο απλώς έκανε
επιτόπιο άλμα. Μόλις ξεσφήνωσε η ομπρελοκουνούπω, η τσαντάρα
αμέσως έπεσε βαριά και ασήκωτη πάνω στην ομπρελομύτη με φόρα.
Πατώντας τη στην άκρη την έκανε ξυλίκι και το κακοκαιρόπανο το
κατσιασμένο ήρθε τούμπα σαν έλικας και έπεσε διάνα στα ομιχλώδη,
λευκά στρωσίδια του ζωγραφοπιατέλου του καδραρισμένου.
Ο τσαντοπατατόβραχος βούηξε σαν κοτρώνα ρωμαϊ-κού καταπέλτη που
αφέθηκε χαλαρή σαν φτερό ενός αεροπλάνου Ντόινγκ στον άνεμο για
να χαθεί αναπόφευκτα όμως με ταχύτητα μπάλας για κατεδάφιση μέσα
στο κάδρο το μαγικό. Αυτό το τελαράκι το τι είχε δει ήτανε το κάτι
άλλο. Τέρας εχεμύθειας όμως, δεν είπε τίποτα.

172
pdf by elifrac

Κεφάλαιο 9
9. Της Τέχνης Της Μοντέρνας
Νά ’μαστε και στο από μέσα του κορνιζοτοπίου! Κάτι μουρμουράει
πάλι όμως η νταντά ακόμη δεν πατήσανε τα ποδάρια τους εκεί κάτω.
Για να δούμε και ’μεις.
- Για πες μου ρε Άλσελ, που τη βρήκες δηλαδή τώρα τη
σοκολατογκοφρέτα να τη μασουλήσεις τη ρημάδα, πως θα πω μετά να
ζήσεις καλύτερα, άστηνε! Κοίτα μη βγάλεις και άλλη κρυφά! Λοιπόν,
για πες πώς είναι που μπήκαμε κατευθείαν κορνιζοκατέβατοι στο
λειβάδι;
- Ο,τθ’ πρεφ’ χααμ κα’α!
Φρόντισε να δώσει αμέσως ο Αλέκος απάντηση ακόμη και με
διπλομπούκι
μόλις δαγκωμένο
από
μια
φρεσκοανοιγμένη
γκοφρετοσοκολάτα.
- Ναι. Θα φάμε καλά. Αμ, τι; Περίμενα και τίποτ’ άλ-λο; Για βοσκή θά
’βγαινες! Για να δω η δεσποινίδα!
Αποκρίθηκε η νταντά που αποκρυπτογράφησε τη λιχουδικομυστηριώδη
απάντηση του Άλσελ και κατευθείαν απευθύνθηκε αναλόγως στη
Γκέτεμ.
- Ε, ήρθαμε, θα καβαλήσουμε κανένα πλαστικό ψωράλογο, θα δούμε
τίποτα αστοιχείωτους με σκυλί και τουφέκι που μπερδεύουνε το κουνάβι
με την αλεπού, θα τραγουδήσουμε σαν χαζοί σε λέσχη για
γεροντοπαλλήκαρα και θά ’χουμε γίνει ντέφι. Να στέλναμε τον Άλσελ
στο Τζους Μαν Τζιζ να βρίσκαμε την ησυχία μας και να ερχότανε η
βασίλισσα Μίσι να παίζαμε με τα χρυσά νομίσματα ενώ τα δαγκώνουμε
για έλεγχο γνησιότητας!

173
pdf by elifrac

Έδωσε κάθε λεπτομέρεια της προτίμησής της για τον όλο μέσα ’κει
περίπατό της η μικρή Μπακς.
- Τίποτ’ άλλο;
Ρώτησε η νεραϊδοπαραμάνα με ύφος που παρέπεμπε σε μεγάλο
εστιάτορα, ούτε καν μετρ’ ντ’ οτέλ, που τά ’χει διαθέσιμα, στα φέρνει
και ας μην τα βλέπεις. Μπροστά σου είναι. Δε φαίνονται.
- Τσ! Μπα! Ε, δε θέλω και τίποτα! Ε;
Παίζανε το γάιδαρο που πετάει κάνοντας και αεροβαρελάκια καθώς τον
βλέπαν’ νά ’ρχεται, η νεραϊδονταντά με την οχτώ χρονών
αγριοπροεδρίνα της ομάδας όλης του ουρανοκατεβατόσφαιρου.
- Καλά! Να πούμε κανένα τραγουδάκι ωραίο, αυτό με τη
ζαχαροκουταλιά μήπως; Για να μας φύγει το βάσανο;
Είπε η Λούλα καθώς θυμήθηκε από το μέσα της καδροβουτιάς μια
ερώτηση αποκατάστασης της ηρεμίας που αν έπιανε και ποτέ στη
νταντά τούτη την ηρεμοσυγχυσμένη ζήτημα θά ’τανε.
- Όχι! Καλύτερα να βρούμε που γυρίζουνε τηλεπαιχνίδι, αν υπάρχει
εδώ κοντά, να βγαίνει έξτρα ρευστό και – για να δω – ένα τέταρτο
παίζεις, πατάς τρεις φορές το κουμπί, κερδίζεις τις δύο και έφυγες!
Τραγουδάκι! Το «Πλιζ Γκιβ Μάνεϊ» ας πούμε; Να ρίχνουμε και κάτι
στο αχουροτσαντικό που κουβαλάς ρε νάνι. Τσίκλα σου βρίσκεται;
Απάντησε η Γκέτεμ, αλλιώς Καίτη Μπογοδιφραγκομαζωξοπούλου, περί
τραγουδιών για μουσικά διαλείμματα μέσα σε ζωγραφιστό
κουβαροπεριβάλλον όπως τούτο ’κει μέσα.
Χωρίς να βγάλει λέξη ξέσπασε η παραμανονεράιδα σε ένα σωρό
σκέψεις,

174
pdf by elifrac

«Ούτε τα καρουσέλ, ούτε τα εξαρθρωμένα αλογάκια που
αεροκαλπάζουνε, τα ψεύτικα. Μασούλημα! Με σοκολατοφυστικωμένη
καραμέλα και φλουρί χρυσό, δαγκωτό! Ο Άλσελ και η Γκέτεμμμμ! Να
τους έχεις για να τους σέρνεις δεξιάαριστερά να μην πλήττεις με τα
τρικς και τις φταρνιζόσκονες. Η ζαχαροκουταλιά που του λείπει
διαρκώς του Άλσελ δε βρίσκεται συμπυκνωμένη σε σιρόπι για
κουταλάκι του τσαγιού. Θέλει κάδο. Εργοστασίου. Για στίχο
γλωσσοδέτη σαν σοκολάτα με το μέτρο γραμ-μένη στο φυσικό μέγεθος.
Κλίμακα ένα προς ένα ίσαμε ένα χιλιόμετρο».
«Μπόνους κανένας πισινός γκουβερνάντας για μάτι σε ώρα περιπάτου.
Να μαθαίνουμε και τα ωραία να μη τσιμπολογάμε μόνο
«Τσοκομαρσάρς» μάρκα τσοκολιχουδιάς ανάμεσα στα κυρίως κολατσά.
Να κάνουμε δειγματοληψία και τίποτ’ άλλο που τσιμπιέται! Γιατί
νταντά δε σε κάνουνε! Ούτε γίνεσαι! Ούτε τους κάνεις! Ούτε τους
κάνεις; Μήπως θά ’πρεπε νά ’χω μαστίγιο στην τσάντα μαζί με τον
καλόγερο όπου αφήνω τούτο το μοντγκόμερι το παλτό;»
«Όλο με λοξοκοιτάει κακαογελώντας και ο Άλσελ που σε πουλάει για
μια τράκα σοκολατάκι «μαζορέτα», που μάρκα ενός σνακ ή αληθινή και
νά ’ναι, διαφορά ανύπαρκτη. Αν και τούτος το κουκούτσι το θέλει
φουντούκι, αμύγδαλο, κροκάν και δε συμμαζεύεται. “Κυρία νταντά να
φταίτε
να
αυτοκακομαθαινόμαστε.
Οι
δυο
μας
να
τσαχπινοζαβολιαζόμαστε. Λουκούμι μας έρχεται! Εδώ κοντά ε; Να
τσιμπολογάμε κάθε τρεις και λίγο μια και τό ’χουμε και συνήθειο.
Διαφορετικά θέλω κινητό πίκολο που άμα λήξει η κάρτα σύνδεσης με
την εταιρεία να σοκολατοτρώγεται μονοκόμματο να παίρνουμε άλλο.
Να τρώμε το τηλέφωνο άμα δε βρισκόμαστε. Να μη νιώθουμε
τσιμποστερημένοι’’».
«Γλυκά!!! Με το κακαόχρωμα μόνιμο στα δόντια. Πως δεν πέφτουνε
αναρωτιέται και ο οδοντίατρος που θα ήθελε υαλοκαθαριστήρες το
στοματοκαθρεφτάκι για να κατασκοπεύσει το στόμα τους το άπλυτο. Τα
παιδιά σαν τον Άλσελ μου θυμίζουνε διαφήμιση για χαμόγελα που
σκοτώνουνε και τους λένε “πλύντε τα δόντια!” αλλά θυμούνται να
ξαναφάνε. Από ’κείνα που έχουνε τη ζάχαρη για φθόριο και τη
175
pdf by elifrac

σοκολάτα για οδοντόπαστα. Δεν πα’ να κολλάει με το δάγκωμα η
δαχτυλοκαραμέλα. Αμέσως γίνεται σαν ζαχαροδιαμαντίνη από πάνω.
Ένεκα που οι μπόμπιρες είναι οι καλύτεροι για πραλινοσερμπέτι στο
κουρμπέτι και τα σιρόπια από αλληλεγγύη μήτε που τους χαλάνε τα
σμάλτα. Μέχρι που τους κάνει κάναδυο δόντια μυτερότερα η
σιροποκρούστα και τους τα μερεμετίζει κυνόδοντες».
«Οδοντόβουρτσα στο στόμα τους μόνο ζαχαρωτή, να μασιέται. Αλλιώς
καμία. Αν ήτανε τούτα ’δω θα ρίχνανε έξω ως και τη μουρλέγκω τη
μάγισσα έτσι όπως θα της ρημάζανε το φαν παρκ το ζαχαροπλασμένο
στο δάσος μέσα. Δε μασάνε, δε μασάνε, εμάς ρώτα. Να προσέχουμε και
τα σπελς μη μεταμορφωθούμε κατά λάθος σε σοκολατομεζέ διπλό
μάρκας Του’βρή’κ’ς και μας φάνε σαν πολυβιταμίνη και μας
αποτελειώσουνε».
Ο Άλσελ ή αλλιώς Αλέκος Φραγκοδεκατεβαίνογλου απ’ την άλλη
σκέφτεται όπως είναι μπουκωμένος και το γουστάρει το σπορ και ας
λέει η μαϊμουδολονδρέζα η νεράιδα τα δικά της.
«Εγώ ματσωμένο αγοράκι μπορεί να μην είμαι και πούρο ακόμη να μην
κάνει. Όμως στα άλλα όλα τα κόλπα τα μαγικά ό,τι αβγοσοκολάτες και
ξεροτήγανα με μέλια προλάβουμε θα τα φάμε».
«Βέβαια σίγουρα άμα της πεις να κάνει κανένα τρικ για να βγάζει μ’ ένα
‘τσακ!’ απ’ την τσάντα κοκά να την έχουμε αυτόματο μηχάνημα χωρίς
κέρμα να ροκανάμε για πασατέμπο, θα σου κάνει αυτούς τους
μορφασμούς που θα της έχουνε μείνει απ’ τη σχολή νεραϊδικής. Γιατί
μαζί με τα ξεθεώματα των νεραϊδομαθημάτων θα τσαγοπίνανε με το
ρολόι. Θα χαλάγανε τον κόσμο με φλιντζανοκούταλα μουγγές και θα
τρώγανε μια μερίδα ολόκληρη από τέταρτο μαρουλόφιλου και μια ελιά
για συμπλήρωμα. Καθόσον μετά δε θα δούλευε το ραβδί που θα ζήλευε
τις παχουλές για την αφράτη σιλουέτα».
«Πρώτη μέρα γνωριμίας με την καινούρια, παρέα τσάρκες ε, αμάθητη η
τσαμένη. Θα στρώσει μέχρι το βράδι. Άμα δει το πρόγραμμα διατροφής
που ακολουθώ θα βάλει την κεραμιδόγατα να κάνει τη νταντά και θα
176
pdf by elifrac

της κάνει πάσα και το νεραϊδοεξοπλισμό. Καλύτερα ν’ αλλάξει
επάγγελμα διότι σκοπεύω να ρίξω μπόι πιο έπειτα. Μακάρι αυτό κιόλας
να γινότανε σβέλτα μην αργήσω να το μαζέψω για να τη φτάσω. Να πεις
ότι δεν εγκρίνω τη θέα. Μόνο πού ’ναι σαν ρετιρέ…Μα όχι και νά ’ρθει
πάνω στην ανάπτυξη να μας αλλάξει το λάντς-τάιμ να μας αναστενάξει.
Εγώ τώρα τη βλέπω θησαυρό για να μη τρέχουμε στα ΦλουΚαφέ, στα
Άρπαξ και δε συμμαζεύεται που κυκλοφορεί και με τέτοια τσαντάρα,
σίγουρα και θαυματουργή. Ό,τι χρειάζεται για προφιτερολάρες και
παβλόβες. Αν προκύψει και ντάμα πολύ θα μ’ αρέσει. Ντανταδόνταμα
μη μου μείνει…και απ’ όλα τα κόλπα ως μόνο χρήσιμο προς το παρόν
βλέπω νά ’ναι το ‘Στικ Σποτ και φάε ένα κωκ!’. Βάλιου φορ μάνεϊ…».
Την ίδια όμως στιγμή τούτων των αθώων παιδικών ονειροπολήσεων
ξανασκέφτεται ψιλοστριτζωμένη ακόμη η νταντά γι’ αυτά τα δυο
πιτσιρίκια πού ’ναι «σαν δυο ανατινάξεις αυτοπυροδοτούμενες για
φάρσες και χωρίς ξόρκια άμα τους έρθει η όρεξη αλλιώς μονίμως
σκυλοβαριούνται ενώ πρέπει να τα σέρνει για σεργιάνι μέσα στο
λειβαδοπίνακα μαζί της».
Θυμάται και τη Γκέτεμ που την ανέλαβε για να παίρνει χρώμα ροδαλό
και καθαρό αέρα για να μη μείνει η μικρή για πάντα ένα βαρύ πεπόνι
ασήκωτο. Η έκφραση δυσπεψίας της μικρής δεν ήθελε και πολύ ακόμη
για να μείνει μόνιμη. Μάλιστα το παρακράταγε το ύφος το
παντογνώστικο.
«Μόλις βγήκε, λες και θα κλείσει τις επιχειρήσεις να κάνει συγχώνευση
που φιρίφιρί το πάει να μείνει αχώνευτο. Όλα τα καλά αγοράζω σε τιμή
μια πενταροδεκάρα συμβολική».
Σκεφτότανε η Λουλού η μακρυλαίμω που από εμφάνιση ε, ήτανε το
άκρον άωτον της νεράιδας. Παρά λίγο μπαργούμαν-χταπόδι λίαν
ατζαμήδικο κιόλας και φτηνά τη γλίτωσε μ’ αυτές τις διαστημότσικλες
αλλά η Γκέτεμ που να το ξέρει αυτό. Μέχρι το «μακρυλαίμω» βλέπει
και συμφωνεί. Η οποία, Καίτη Μπογοδιφραγκομαζοξωπούλου
γεννήθηκε. Να δει άμα του βαστάει κανενός πως είναι το νέο αίμα του
Μπογοδιφραγκομαζωξοπουλέικου άμα η μικρή σκάει από τσατίλα μέσα
177
pdf by elifrac

της. Καλύτερα να δαγκωθείς. Μόνος σου. Πριν σκάσει για τα καλά
μέσα της από μαζεμένο άχτι και νιώσεις τι σημαίνει το ρητό που λέει ότι
«θα φάει η μύγα σίδερο…». Ατσάλινο καπάκι σε ασφαλτόδρομο που το
δάγκωσε το μυγάκι όπως ο Ζορμπάς το τραπέζι της ταβέρνας. Το
λιγότερο. Έτσι και εκ-τραχηλιστεί η τόση δα, να μη λέω και άλλα. Να,
άμα θέλετε μπορείτε να πάρετε μια ιδέα πως είναι…
«Κοίτα να δεις. Φτάσαμε και σε αλογάκια του λούνα παρκ. Πως τό
’ξερα! Σιγά τις ιπποδρομίες. Το Άσκοτ δε θά ’τανε έτσι ούτε και απ’ την
ανάποδη και σε ώρα αϋ-πνίας φρικτής. Για ’δω μέσα το μόνο που
ταιριάζει να πει κανείς είναι δυο παροιμίες που ξέρω για τέτοιες
γκαφατζούδες : “ Άμα σκοντάψει τ’ άλογο τύφλα σου ” που λέει η μία
και “ Όποιος γυρεύει τ’ άλογο χάνει και το πέτα λο ”. Φράγκο δε δίνω
για τις νταντάδες!! Την ξαποστέλ-νω και τελειώνει το παραμύθι και
οποιανού του γουστάρει. Αλλιώς να πάει να φυτεύει χορς ράντις! Σιγά!
Έχει μια όψη φασούλιτοφασούλι. Ριέν Νε Βα Πλι, ρε που να σας πάρει!
Τέρμα ρε, τα στοιχήματα μαζί μας! Είμαστε γεννημένες γουίνερς στα
καζίνα και οι κρουπιέρηδες δικοί μας! Η Νταντά μας έλειπε!»
Από την άλλη πλευρά, εξακολουθεί και η παραμάνα όπως βαδίζει ενώ
ακολουθεί από απόσταση τους μικρούς ετούτους. Νεράιδα με νταλκά
χαμένη στις σκέψεις της. Οι οποίες να ποιες είναι όπως την
ξαναβρίσκουμε ελαφρώς ιμάμ μπαϊλντί στο από κάτω του καπέλου και
παραμέσα.
«…Μ’ άλλα λόγια ν’ αρπαζόμαστε! Εδώ θα μου πει ότι η
νεραϊδότσαντά μου είναι από φραντσάιζ αλλά μουσάτο και γεμάτο
τριχοφάγο στο μούσι μάλιστα. Από αλυσίδα καταστημάτων λιανικής με
εργοστάσιο μακρινό που τις βγάζει φασόν φθηνά, ξεπατηκωμένες από
σινιέ αυθεντικές και είναι θυγατρική από μεγάλη, κεντρική δική της
τσαντοφάμπρικα πολυεθνική!
Ώπα!!! Λες; Να θυμηθώ να την ανοίξω, να τσεκάρω την ούγια τη
γαζωμένη. Έχει γίνει και λεχρίτικη από το πολύ ‘σάλτασάλτα’ και δεν
πλένεται μ’ όλα αυτά πού ’χω μέσα που κουδουνάνε αλλά να δω αν την
έχω πατήσει με μαϊμουζάμπλ ρουχοαξεσουάρ. Επώνυμα μεν, στο
178
pdf by elifrac

περίπου δε και μου βγει Γκούντσιζ, Γλέντι και Πάνι Μπεκάτσε και
έχουμε τίποτα μπρεϊκντάουνς».
Αυτά κάνανε της νεραϊδούλας της παραφορτωμένης από
ντανταδοσκοτούρα την κεφάλα όλη ακόμη πιο χάλια. Όταν κάτι που
θυμήθηκε απότομα την έκανε να νιώσει ότι ξεφόρτωσε καμιόνι απάνω
της ολόκληρο φορτίο τούβλα. Ψαχούλεψε τις τσέπες τις απ’ όξω του
παλτού της καί ’βγαλε ένα άδειο περιτύλιγμα από τις φρουτότσικλες
μάρκας «Ζαμάν Φου!». Τότε το πέρασε με το βλέμμα της καλά και
διάβασε σε μια άκρη του περιτυλίγματος,
«Όμιλος Ειδών Διατροφής ΦραγκοΜπογο». Πράγμα που σήμαινε
πάνωκάτω ότι η τσίκλα είχε προδιαγραφές και μάλιστα με σύστημα
ασφαλείας ωραίο. Πράγματι περνούσε η ώρα μόνο. Αν και δεν
καταλάβαινε η Λουλού πως κάτι τέτοια αστεία μπορούσανε νά ’ναι και
ακίνδυνα τελείως. Αφού τελικά είχε πέσει κατευθείαν πάνω στους
προγόνους – αν όχι στους εφευρέτες αυτοπροσώπως ή στους ιδρυτές της
εταιρείας που θα παρασκεύαζε την τσίκλα που μασούλαγε για να γίνεται
νεράιδα.
Παρ’ όλα αυτά ξαναφύλαξε το περιτύλιγμα της φρουτότσικλας στην
τσέπη της γκαμπαρντίνας της ενώ γύρναγε και κοίταγε καλάκαλά την
τσαντάρα τη χοροπηδηχτή, τη μεταμορφωμένη απ’ το παλτοζωνάρι.
Ωστόσο ξεκόλ-λησε γρήγορα όταν ξανάδε μπροστά της την
τετραπέρατη Γκέτεμ. Μόλις θυμήθηκε της πιτσιρίκας τα λόγια. Λόγια
τα οποία ειπωθήκανε με μια ειρωνεία που λες και παραμόνευε από ώρα.
Για να σφυροκοπήσει την κεφάλα της Λουλούς ακριβώς όταν τη σφυριά
θα την χρειαζότανε. Για να πάρει η νεραϊδούλα χαμπάρι εγκαίρως την
καλοστημμένη σύμπτωση που δεν ήτανε παρά ένα είδος συστατικού
αμφιβόλου ωφελείας και χωρίς συγνώμη τυπωμένη απ’ το εργοστάσιο
απ’ όπου βγαίνουνε στο μέλλον οι τσίκλες δαύτες – ’ναθεμάτες και
αυτές – οι «Ζαμάν Φου!».
- Μια τσίκλα με γεύση σκόρδου έξτρα στρονγκ έπρεπε νά έχει βγει στα
περίπτερα!
Μέχρι
στιγμής
μασουλώντας
παραματιαζόμαστε
εμφανισιακώς με τις γεύσεις φρούτων. Δε κουλαντρίζεται ούτε μούτζα
179
pdf by elifrac

από τα βραχυκυκλωμένα μαγικά και βγαίνουμε και ντουγρού στο σπίτι
των τσακαλιών αυτής της ιστορίας.
Ήτανε ό,τι συμπέρασμα εξέφρασε μουρμουριστά η Λουλού για τα
αγριοκερασάτα τα νεραϊδοσυστήματα τα μαστιχέ.
Οπότε η νεραϊδούλα ατυχής στην τύχη της όσο και το ανάποδο δε
γινότανε να συγκρατηθεί και ίσως από κάποιο ίχνος φθόνου
ξαναφούντωσε. Έτσι άρχισε να φαρμακογλωσσοτρώει, ασυναίσθητα
τώρα, την τρανή πιτσιρίκα. Για ’κείνο το «τσίκλα σου βρίσκεται;» που
της πέταξε η μικρή Μπακς πιο πριν.
- Λες και τό ’ξερε το άτιμο!!!
Είπε κατ’ αρχήν η Λουλού. Όμως μετά την έπιασε και πάλι το ανάποδο
και άλλαξε τροπάριο, λέγοντας μέσα της,
«…μμμΜΜ!! Ήθελε και τσίκλα το εξέκιουτιβ το μικρόβιο! Ο άλλος, ο
συνέταιρος τις μασάει! Έχει κατεβάσει σε ποσότητες ό,τι θα φάμε οι
άλλοι όλοι μετά από χρόνια!…Η μικρή; Καλά, όσο να πεις και τον Μίδα
φτωχομπατίρη θα τον έβλεπε και θά ’κανε μέχρι και την ψόφια μόνο και
μόνο για να δει αν έχει στην τσέπη Γκολντ Λέντερ το βασιλόπουλο.
Ντινέρο Ντράιβ, Τζόλιγκουντ, Λος Πορτοφολογάτζουλες και με όνομα
χώρας, Ω.Π.Α.! Τί σημαίνει το Ω.Π.Α.; Ώρα Παστρικοχέρικης
Αριβίστριας. Να σαρώσει τα εμπορικά κέντρα στην πιστοχρέωση και
μετά να γίνει στα πέριξ η πρώτη γούμαν τη φέραμε!».
Μα αλίμονο! Σαν να τη διάβασε τη σκέψη της νταντάς η Γκέτεμ! Η
παρταόλα απ’ την κούνια της πού ’μοιαζε νά ’χει κολλήσει την
τηλεπάθεια ίωση από την ατζούμπαλη την παραφροντήστρια…
«…Όχι που θα μας νανουρήσει με τραγουδάκια τύπου Στέι Απ Λέιτ για
να μας κάνει την έξυπνη…»
Λέει η Γκέτεμ μέσα της συνεχίζοντας,
180
pdf by elifrac

«…και μπράβο άμα και το καταλάβεις το παραμυθάκι! Για να δεις πως
ήτανε πάντα! Σιγά που βγήκαμε στην πιάτσα να μας κεφαλοχαϊδεύουνε
οι ψευτοθοδώρες με τις ομπρέλες και τις γόβες βαλμένες ανάποδα! Σαν
τίποτε άβγαλτες που φεύγει ο πρίγκηπας για να πάρει αμπάριζα ο
ξελιγωμένος ο σωσίας νομίζει ότι είμαστε ’δω πέρα!».
«Άντε γιατί θα μας πέσει κανένας δείκτης τιμών που
κοινωνικοποιούμαστε Κυριακοσουρταφέρνοντας τα χαζοπινακολείβαδα
με τέτοιες μυστηριοπερίεργες!! Που φοράνε το καπέλο αφού το
ποδοπατήσουνε και χαζοφέρνουνε επιμελώς ατιμέλητες ενώ παίζουνε
‘οι άντρες προτιμούν τις ζαβές’. Αν δε βγει η μέρα με πρόφιτ μάρτζιν
ξεγυρισμένο θα την αφήσω να βγάλει μουστάκι για να της το δώσω να
το φάει για πρωινό με τα δημητριακά!»
«Τι ώρα γυρνάμε στο σπίτι δεν ξέρω και ανησυχώ! Μήπως μας έκανε
κιντνάπιν; Για να φάει τίποτα αρπαχτιάτικα ή να μας ρίξει μέσα σε
κανένα μαυροπινέλιασμα, ψεγάδι ζωγραφικό; Μαύρη τρύπα; Να μας
καταπιεί η γη μ’ ένα «χλουπ!» η ανοιχτή; Από ζωγραφική γκάφα του
αρτίστα με τους πίνακες;»
«…Που δε θέλει πολύ να φτιάξει και άλλους! Άμα θά ’ρθει η ώρα η
ρημάδα να τους έχει να τους χαίρεται και να τους απλώνει για να κάνει
έκθεση έτσι που θά ’ναι για σύνολο! Για να χοροπηδήσεις επάνω τους
χωρίς να βυθιστείς προς τα μέσα! Χάλια! Θα μένανε απούλητοι και μ’
εμάς να ψοφάμε χωμένοι σαν τρυποφράχτες, εκεί κάτω πεσμένοι!».
Αυτά σκεφτότανε χειμαρρωδώς η βαρυκεφαλιασμένη Γκέτεμ. Με το νι
και με το σίγμα. Μόνο σχόλια μη μου ζητήσετε. Τόσο βρισίδι έπεσε. Ο
νοών, νοείτω…
Όχι και πολύ αργότερα από ένα βουβό περιπατόβουτο ζωγραφισμένο,
με όλους να σιγοβράζουνε σαν τήλια σε τσανάκα από την αμοιβαία
φούρκα, τα χέρια της νεράιδας άρχισε να τα παρατάει από ένα των
μικρών. Οι οποίοι ξεμακρύνανε χωρίς καθυστέρηση μέσα ακόμη στη
χαζοζωγραφιά. Με την ομπρελοσαραμάρα τελευταία να ακολουθεί τη
νεραϊδοκυρά της που με τη σειρά της βαριότανε μα ακολουθούσε τους
181
pdf by elifrac

μικρούς καρυδοτσουφλόσπορους τους ασήκωτους από το βαρύ το
μπομπιροσεκλέτι τους.
- Κάπου αλλού ρίχτο, όχι εδώ! Παρακάτω! Έξω απ’ αυτόν τον πίνακα,
Το Μπέρδεμα Στη Χλόη, πού ’σαι μονίμως με το περιτύλιγμα απ’ αυτό
το ρημαδοζαχαρωτό!
Ο Άλσελ τρώει μαζί και μια φωναχτή, μακρινή κατσάδα άγλυκη και
χωρίς αμυγδαλάκια από την γκουβερνάντα. Της φίλης του τη συνοδό
όσο υποχρεωτικά και δική του.
«Το χαρτί αυτό το γυαλιστερό», αναλογίζεται στο μεταξύ τη συμφορά
με τον Άλσελ η νταντά, «είναι…είναι άλλο πράγμα! Πάνω του έχει
τυπωμένες με θράσσος πληροφορίες πως ό,τι τρως είναι μηδέν. Ίχνη.
Μα από καραμέλα, μα από νουγκά, μα από σοκολάτα. Έτσι
ποικιλόχρωμο στην όψη ό,τι τυλίγει γλυκό νά ’ναι. Με τη γεύση
ενισχυμένη και θερμίδες μέχρι ανακοπής».
«Ας πούμε έστω, πως τα κρατάς αυτά τα καραμελόχαρτα. Ο άλλος από
’κει βέβαια τα φουντάρει επιτόπου χωρίς σκέψη. Μαζεύεις λοιπόν
κάμποσα. Στις τρεις και κάτι χιλιάδες σοκολατογκοφρετάκια μετά από
τρεις μέρες που θά ’χεις φάει τον άμπακο απ’ αυτά ας πούμε πως τα πας
στο εργοστάσιο τα άδεια περιτυλίγματά τους. Να δεις αν δίνουνε
βραβείο αλλά εκεί είναι που θα σου λένε,
- Α, ώστε εσύ είσαι! Κράτα τώρα και την αναπνοή σου να δούμε εμείς
κάτι άλλο.
- Τί να δείτε;
- Ρε, αέρα πάρε ’συ και πρόσεξε μη σου φύγει. Μέχρι να κάνεις
«μπαμ!» ολόκληρος. Αλλιώς άμα τ’ ανοίξεις θα φας τέτοια τριβόλια
καραμελέ, αμυγδάλου και λοιπά σοκολατένια ώσπου να σκάσεις
πανευτυχής πια. Γιατί θέλουνε και άλλοι να δοκιμάσουνε. Παίρνουνε
τηλέφωνο και μας βλαστημάνε. Γιατί το βλέπουνε το προϊόν μόνο σε
διαφήμιση. Πουθενά δεν το βρίσκουνε!».
182
pdf by elifrac

Ήτανε δε, μεσ’ τον πίνακα όλο τέτοια περιτυλίγματα σπαρμένα από
δαύτονε το μπόμπιρα ήδη μέχρι να τελειώσει αυτές τις πικρές,
αποκραιπαλωτικές και ρεγουλαδόρικες ορεκτικώς σκέψεις για παιδικές
μεζεδοκατανύξεις η μακρουλή η νεραϊδούλα.
«Σε λειβάδι τά ’φερα, χαβούζα μου τό ’κανε τούτος! Σε λούναπαρκ. Για
να σου μένει τικ από τα απίστευτα».
Σκεφτότανε έχοντας την αίσθηση πως πήγαινε όντως τη βαλιτσάρα της
μακριά και στα γρήγορα η νταντά τούτη, χωρίς να βγάζει άκρη εύκολα.
Στο μεταξύ όμως έχει καταβαρεθεί να περπατάει τόση ώρα ο Άλσελ. Ο
οποίος εξαιτίας των αναγκαστικών και ενοχλητικά αλλόκοτων
ξεποδαριασμάτων λέει και τούτος μέσα του με παρά πονο,
«…ΠαρκοΛουλαρόπαρκα και περίπατοι. Κρίμα τα μασουλημένα. Τα
λυπάμαι μόνο που τα βλέπω έτσι όπως είναι τα αλογάκια τα ψεύτικα.
Ακόμη και όταν θα φώναζες «ντε!» όπως θά ’κανες τη σβούρα χωρίς
δεύτερη κουβέντα, θά ’πρεπε νά ’μοιαζες σαν νά ’σουνα ανέκαθεν
φτιαγμένος ένας σταρ. Ας έχεις έρθει απλώς και μόνο ντυμένος
καουμπόι με σκωτσέζικο ύφασμα. Είναι από την προχωρημένη
καλαισθησία στο ντύσιμο…»
«Ο τραγουδιστής του βιντεοκλίπ που είδα τελευταία, με τέτοια ρούχα
είπε πως κοιμάται. Όρθιος σε στάση διαλογισμού. Με έναν
κοστουμαρισμένο στα καρό ποπ σταρ πάνω σε πλαστικό αλογάκι του
πανηγυριού δε λέω…Το πολύπολύ να το θυμότανε τελικά τώρα όποιος
θά ’πρε πε, αφού κανείς εδώ μέσα δε φρόντισε ποτέ του φαίνεται να
παραγγείλει και για τούτο ’δω το αλογογυριστήρι τίποτα ασορτί καρό
αλογοζακέτες».
«Να ήτανε ασορτί με καρό μεγάλα, πρασινοπορτοκαλί με
κορδονολαιμοφιόγκο κίτρινο το αλογοκοστουμάκι σαν το δικό μου,
καλύτερα θά ’τανε. Για να μην πω ότι θά ’θελα να ντυθώ και ’γω και τ’
αλογάκι εκείνο εκεί το κρεατοκαφεκίτρινο – τι ωραίο! – με στολή
υπερήρωα που του αρέσει το μανταρινί σουπερσώβρακο με
πρασινοκίτρινη, φαρδιά ζώνη και σκουροπράσινη, ολόσωμη εφαρμοστή
183
pdf by elifrac

φόρμα με μούτζα λεμονί στο στέρνο απάνω, κλεισμένη με κόκκινο,
στρογγυλό, περίγραμμα ενώ φοράει σκούφο από μεγάλου μεγέθους
γάντι για λάντζα σαν λαστιχοκοκκορολειρί, κατακόκκινα γυαλιά
κολύμβησης και ασορτί γαλότσες πάνω απ’ το γόνατο, τύπου
Ουέλλιγκτον, για βαλτοσαφάρι. Ντοματί και αυτές. Ιδίως για το άλογο.
Με μπότες. Εννοείται. Αμ, τί;»
Παραπονιότανε για ό,τι έβλεπε να λείπει από το κορνιζοπεριβάλλον
καθώς το σουλατσάριζε ο Άλσελ. Φτάνοντας σε ένα μηχανικό γαϊτανάκι
για να παίζεις καβάλα σε ψεύτικα αλογάκια «γύρωγύρω όλοι!».

Η νταντά που σιγοβάδιζε τελευταία, ψιλομουρμούραγε και αυτή
παρομοίως όπως συλλογιζότανε και τις διάφορες τις μέχρι εκεί
αναποδιές…
«Σιγά τη βόλτα στο πάρκο μέσα στα δέντρα με τις βιολετοκαστανομπλέ
και κιτρινοβυσσινί ανταύγειες που καταφωσφορίζουνε…Τι να κάνουμε
και ’μεις οι νταντάδες! Αμ, θα τα φέρω βόλτα αλλιώτικα, που θα μου
πάνε!».
Κατά τα άλλα, η βόλτα εξακολουθούσε μονότονα. Περπάτημα στο
ρελαντί με τα ποδάρια ολονώνε ασήκωτα να σέρνονται όταν οι μικροί
πάνω που θα ιππεύανε, κάνανε τα ψεύτικα τα παιχιδοάτια τα άτακτα
έτσι και αποκολληθήκανε από το στροβιλοδρόμιο για να κάνουνε
κοπάνα
καθότι
ο
πάντα
βαθιά
νυχτωμένος
κορνιζολουναροπαρκοφύλακας χλιμιντριζοροχάλιζε και αυτός αιωνίως.
Όλα δε τα πουλιά σε τούτο το δάσος φτιαγμένα πανκς.
Τα γκραφίτι με σπρέι στις κουφάλες των δέντρων τις μωβ με τα ροζ
πουά κάτι…κάτι ασαφές λέγανε. Μάλλον για το σχολείο και για
εκδηλώσεις αγάπης ριγμένες σαν συνθήματα στα δέντρα. Πάντως πότε
να βγούνε και οι τρεις τους για να ξαναδούνε τον κόσμο ακορνιζάριστο,
δεν ξέρανε ακόμη.
184
pdf by elifrac

Ξαφνικά λοιπόν, αρχίζει το περιβάλλον ν’ αλλάζει. Φαίνεται πως ο
ζωγράφος της κορνίζας από πάνω τους τό ’χε ρίξει στην εξάσκηση
μήπως και βελτιωθεί, αν και δεν ήτανε για τέτοια, μεταξύ μας. Έτσι η
νεραϊδοπαραμάνα η Λούσι η Μπόμπινγκς, η Γκέτεμ και ο Άλσελ
βρεθήκανε μεσ’ τη μέση ενός κυνηγιού. Δεν ξέρω γιατί και πως μα, ένας
τύπος μαυροκαφέ σαν μακολόλος – όχι τρελλός – σαν ιθαγενής που είχε
αλεποντυθεί μ’ ένα τομάρι, αν και όντως τον έδερνε μάκα και απλυσιά,
μόλις πρόλαβε να χωθεί για να γλιτώσει σε μια συστάδα από πυκνό
φύλλωμα, σ’ ένα εγγλέζικο πάρκο με κόκκινες και μπλε
γρασιδοραβδώσεις. Ο ζωγράφος ο άτιμος είχε – για στραβάδι –
φαντασία, τελικά.
Τότε μια ορδή πειρατών φορώντας μπαλώματα στο ένα το μάτι,
δερμάτινα μαύρα ρούχα και δόντια στο στόμα έναπαράένα χρυσά
ορμήσανε καβάλα σε καμήλες που ήρθανε από τον ορίζοντα μ’ ένα
«βζζζτ!» σε χρόνο μηδέν. Ψάχνανε για το θήραμα κρατώντας
μπαστούνια του γκολφ και φυσοκάλαμα τα οποία τα γεμίζανε
μπιρμπιλόνια από άγουρα, μικρά νεράτζια και τα φυσάγανε. Αντί για
σάλπιγγα κυνηγιού κρατάγανε κάτι πλαστικά, κούφια και ολόισια μπλε
μπαστούνια. Αυτά ήτανε σφραγισμένα με ένα κόκκινο πώμα σε κάθε
άκρη. Μέσα είχανε ένα τριβόλι που όταν τα αναποδογύριζες κάνανε σαν
να μουγγανίζουνε μοσχάρια. Ραβδιά «ουάου!» τις λένε τούτες τις
αισχρές για τ’ αφτιά κατασκευές άμα μαζευτούνε δηλαδή κάμποσες,
όπως τη στιγμή εκείνη και τά ’χανε για σήμα εφόδου σε αλεπουδόμαυρο
και καψερό ανθρωπάκο. Καταλαβαίνετε από πού θα τους είχανε
αμολύσει όλους τούτους…Καταλαβαίνετε; Αμ, δε νομίζω! Όχι πως
είναι σοβαρό άμα σας συμβαίνει. Διότι ε, σαν και σας είμαι και ’γω…
Πάντως, όπως και νά ’χε, απάνω στην πρώτη ριπή μπιρμπιλόνια των
πειρατών στις καμήλες καβάλα μέσα ’κει στο πάρκο του Χάιντ που θά
’χε δυσπεψία απ’ όποιον περαστικό θά ’φαγε την προηγούμενη νύχτα με
το καπέλο, το μπαστούνι και το σκύλο του, όλους μαζί στο στομάχι του
και κρυφοκοίταγε τους φρέσκους μαζί με τη νεραϊδονταντά πίσω από
κανένα χρώματος φούξιαφλούο σαψαλόδεντρο, τί εμφανίστηκε
απροειδοποίητα;

185
pdf by elifrac

Ο τύπος που φαντάστηκε ο Άλσελ πριν λίγο. Ο Σούπερ Τρέλλα.
Ολόκληρος ντυμένος σαν μπουκάλι για υγρό καθαρισμού των πιατικών
στα χρώματα. Μαζί με πρασινοπορτοκαλί συνδυασμούς έτσι όπως
φαινότανε μόνο που δεν έγραφε στο στήθος του «με άρωμα τζάνερο».
Με μια πράσινη μπέρτα και μανταρινί σώβρακο. Το οποίο τό ’χε βάλει
απ’ έξω ναι, πάνω απ’ το σκουροπράσινο μασαζοκαλσόν που αν υπήρχε
και στοκ απ’ τα ίδια θα διαλύανε σε όποιους θα τα φοράγανε, λίπη και
κακούς ανεξαιρέτως. Σάμπως νά ’ρθε για να τους περάσει όλους από
λουλάκι;
Ξαφνικά όμως ο θάμνος με τον «ιθαγενή» τον κυνηγημένο διαλύθηκε
αφήνοντας ένα θολό σύννεφο πρώτα. Εμφανίστηκε απότομα μια
καμπίνα για σάουνα, ο αλεπουδοντυμένος «ιθαγενής» χάθηκε και σε μια
στιγμή βρέθηκε μέσα στη σάουνα. Εκεί ξαφνιάστηκε αλλά πολύ
γρήγορα χασμουρήθηκε, τεντώθηκε για λίγο και έγειρε στον πάγκο,
σκεπάστηκε με την πετσέτα και κοιμήθηκε ροχαλίζοντας. Σαν λιοντάρι
χορτάτο για τρεις βδομάδες.
Ο Σούπερ Τρέλλα έβγαλε απ’ την τσέπη την κρυφή της μπέρτας του της
πράσινης λαχεία για λοτταρία. Καθώς τά ’δινε στους επιδρομείς
εμφανίστηκε και ένα σύν-νεφο διαλόγου για κόμικς όπου μέσα του
εναλλάσσονταν εικόνες που εξηγούσανε σ’ όλους ετούτους τους
αλαφιασμένους τύπους ότι ο καθένας τους μόλις είχε κερδίσει από μια
περούκα άφρο, τεράστια, στρογγυλομαλλιαρή και κοκκινοπράσινη. Τά ’
δωσε στους πειρατές, εκείνοι τά ’δανε, τ’ αρπάξανε και χωρίς
καθυστέρηση ροπαλιάσανε τις καμήλες.
Οι καμήλες για αντίποινα τους φτύσανε μ’ ένα πίδακα ροχάλας πού
’χανε μαζέψει σε πέντε χρόνια, πίνοντας νερό δυο φορές το χρόνο μετά
από διακόσια πηγαινέλα στην έρημο. Οπότε αναβάτες και ρέστα
τετράποδα φύγανε τρεχάτοι προς τον ορίζοντα να χαθούνε επιτέλους. Οι
πειρατές στα δυο πισινά τους ποδάρια πεζοί και καταχαρούμενοι για τα
έπαθλα και οι καμήλες καλπάζοντας κανονικά, τρισευτυχισμένες που
τους ξεφορτωθήκανε τραβώντας και τούτες κατά τον ορίζοντα αλλά
προς άλλη μεριά. Ο Σούπερ Τρέλλα κατευθείαν έκανε «χοπ!» και
ουρανοσαλτάρησε παρομοίως.
186
pdf by elifrac

Τότε φτάσανε μπροστά στη σάουνα μια ομάδα ψάρια με μαγιό και με
ομαδάρχη που κρατούσε σφυρίχτρα ενώ όλοι φορούσανε μάσκα και
κρατάγανε πλανγκτονοτούφεκα. Τα οποία είναι σαν τα ψαροτούφεκα με
τροποποίηση για βολές νεροπίστολου με ένα δαχτυλίδι για
μπουρμπουλήθρες στην άκρη της κάννης τους. Ο επικεφαλής χτύπησε
την πόρτα με σύνθημα μια φορά, παύση, τρεις φο ρές, παύση, μία, ο
«ιθαγενής» σηκώθηκε, άνοιξε το συρόμενο παραθυράκι το μακρόστενο,
τά ’βρισε μέσα απ’ τα δόντια του που τον ξυπνήσανε και τα ρώτησε τι
θέλουνε.
- Πού ’ναι η ρημάδα η θάλασσα ρε μπάρμπα;
Τού ’πε ένα της γραμμής από τη δεξιά πτέρυγα που ξεπρόβαλλε
βιαστικά.
- Πού να ξέρω ρε γατομεζεδόπαιδο, γιατί τί θες; Αντιηλιακό; Εγώ
καπνοδοχοκαθαριστής είμαι!
Του απαντάει ο από μέσα από τη σάουνα, συμπληρώνοντας,
- Τραβάτε ίσα και μη με πρήζετε!
Η διμοιρία τα τουριστόψαρα με τον ομαδάρχη που σφύρηξε για
«εμπρός-μαρς!» έφυγε σαν τη λεγεώνα των χάνων με τα στόματα σαν
τέντα ανοιχτά.
- Τι άλλο θα πάθουμε!!! Το μόνο που μού ’μεινε να δω είναι νά ’ρθουνε
τώρα πιγκουίνοι με πετσέτες για να μ’ ενοχλήσουνε, να τους βάλω μεσ
’τη σάουνα για να δουν πως ειν’ η ζέστη!!
Ε, δεν πρόλαβε ο τύπος που βρισκότανε μέσα στη σάουνα να το πει και
ήρθανε!! Η νταντά, η Γκέτεμ και ο Άλσελ είχανε μείνει άναυδοι. Με
κάτι στόματα σαν τις ψαρούκλες που τραβήξανε για τη Χαβάη της
κορνίζας ετούτης. Αν και να δεις που οι ψαρούκλες φτάνανε κιόλας. Ο
ψιλόλιγνος, λασπωμένος, καταμουντζουρωμένος και με μια ακόνταρη,
στρογγυλή μπαντανόβουρτσα φρεσκοβουτηγμένη σε μπογιά, κολλημένη
187
pdf by elifrac

στον πισινό σε χρώμα λευκοκανελί, χάζευε και αυτός το ίδιο πίσω απ’
το πορτάκι της καμπίνας. Αμέσως μετά, πάνω στα βουρτσοστεκούμενα
αυτά τα χάλια ακόμη, μια δεύτερη σάουνα έκανε «ζγκντουπ!» και
έσκασε από ψηλά. Αντιδρώντας, ένας πιγκουίνος μισογύρισε να δει,
σφύρηξε κλέφτικα στους υπόλοιπους και όλοι ορμήσανε για να
ξεχαμαμιάσουνε μέσα στη νέα καμπίνα. Ο τελευταίος έκλεισε και την
πόρτα με δύναμη. Μάλιστα, πρόλαβε και κρέμασε και καρτελάκι «μην
ενοχλείτε!».
Ο τσιγαρόλιγνος με το μαύρο μα εντελώς λασπωμένο κοστούμι στο
πίσω μέρος, με τούφα άσπρης βούρτσας κολλημένης στον πισινό,
κατάμαυρος στη φάτσα με κόκ-κινα χείλη και άσπρα, σφιγμένα από
θυμό και γκριμάτσα δόντια που τά ’δειχνε σαν νά ’θελε να φάει ζωντανό
όποιον τον ξαναενοχλήσει, τύπος κοιτούσε όσο πιο λοξά μπορούσε. Για
να βλέπει καλά μέσα απ’ το ανοιχτό πορτάκι της σάουνας λοξά απέναντί
του. Πρώτα εκείνους τους πιγκουίνους και μετά ίσα μπρος τους άλλους.
Δηλαδή τη Λούλα Μπόμπινγκς με τους μικρούς.
- Ντερτ;
Τον αναγνώρισε και φώναξε τ’ όνομά του η νεραϊδοπαραμάνα.
- Παιδιά, να σας γνωρίσω τον αγαπητό παλιό, καλό φίλο που θα
βλέπαμε έξω από ’δω και ζωγράφο ελπίζω κάποτε γιατί ακόμη δεν είναι.
Πώς βρέθηκες εδώ και πώς κατάντησες έτσι δράμα; Θα μάθουμε;
Ρώτησε η Λούλα η Μπουμπουνηταριδοσυννεφίδου τον τύπο που μόλις
συναντήσανε.
- Σκόνταψα…
Απάντησε ο τύπος μ’ ένα ξεφύσημα.
- Πού;

188
pdf by elifrac

Ξαναρώτησε μισοεύθυμη η Λουλού προπαθώντας να σβήσει ακόμη και
το μισό χαμόγελο, πάνω που είχε φρεσκαριστεί η φάτσα της μ’ αυτό,
χωρίς να τα καταφέρνει όμως η νεραιδούλα η αψηλούλα.
- Πάνω στο καπνοδοχοξεβουλωτήρι ρε ’συ Μπόμπινγκς. Μήπως θες να
δεις; Έφαγα και κοκκινόχωμα ζωγραφιστό μετά το φούμο από τις
καμινάδες μαζί με κόλλα και κιμωλία ωραία, άσπρη, τραγανή άμα σου
τύχει να δοκιμάσεις. Τα μισά τά ’παθα απάνω, έξω από ’δω πέρα, μεσ’
τις καμινάδες και μουντζουρώθηκα. Τα υπόλοιπα αφού σκόνταψα.
Έπεσα εδώ μέσα βουτώντας σε άσπρες μπογιές και λάσπη απευθείας με
κατάδυση ανάσκελη. Πασαλειμμένος σαν αλεπού ο μισός. Που να
βλέπεις! Κυνηγούσα να πιάσω στα χέρια μου κάτι τέτοια σπόρια σαν
ετούτα ’δω που βλέπω – τί κάνετε;
Εξήγησε ο Ντερτ, ο παλιόφιλος της Λουλούς καί ’ριξε ένα γρήγορο
σχετικό χαιρετισμό και στους μικρούς μια που τό ’φερε η κουβέντα για
παιδικές χαρές με παραπάνω φόρα τσιφ απάνω σε τέτοιο ψηλέα,
αχαροκανιά. Ένα σκέτο πειρασμό για να κάνεις χάζι τρικλοποδιά άμα
είσαι αληταμπουράκος με έμπνευση στις πλάκες.
- Καλά κάνουμε που ήρθαμε;
Τον ρώτησε η Γκέτεμ που πήρε χαμπάρι ότι βρήκε τον σωστό που ήξερε
και τα κατατόπια.
- Όχι!
Κάνει κοφτά ο Ντερτ, κοινώς Μήτσος Δερβισοψηλολελέκογλου. Για να
εξηγηθεί κατευθείαν δεόντως στην ερώτηση που μόλις του έκανε η
Καίτη προκειμένου εκτός των άλλων να θίξει η μικρή πάρα πολύ απλά
και το λεπτό θέμα της κορνιζοβουτιάς τη σωστή ώρα, ανησυχώντας για
την κατάσταση σ’ όλο το περιβάλλον πλέον μετά και από τούτο ’δω το
συναπάντημα. Οπότε ο Μητσάρας έχοντας βρει στην ερώτηση της
Καιτούλας όλη την αφορμή για να ξεμπαφιάσει, συμπλήρωσε την ξερή
του ετούτη άρνηση αμέσως, λέγοντας φουρκισμένος,
189
pdf by elifrac

Απάντηση θέλει τέτοια ερώτηση; Ρε Μπόμπινγκς αυτά θά ’ναι και τα
προστατεύεις στα γρήγορα! Πήγανε και μου πειράξανε το κάδρο
αλλάζοντας σχέδιο! Πότε προλάβατε και τα συμφωνήσατε δεν ξέρω
αλλά αν τα τσακώσω θα τα κάνω μπουρί με φούμο! Θα πέσανε μετά! Δε
με νοιάζει! Κάποιον πρέπει να δείρω!
Όμως πάνω που θά ’λεγε «όχι Ντερτ, ηρέμησε!» η νεραϊδοπαραμάνα, ο
Ντερτ έφαγε μια γερή τσιμπιά από ένα ροζ μαλλιαροχοντρομπάμπουρα
και χάθηκε. Η σάουνα έγινε πλυντήριο ρούχων, εμφανίστηκε εγκαίρως
με ένα βάδισμα νυσταλέικο ο φύλακας του λούνα παρκ με μια σκάφη
γεμάτη άπλυτα, έκανε με το κεφάλι «χαίρετε!» έριξε δυο κέρματα και
έβαλε πλύση. Το πλυντήριο αστραπιαία ξεμπέρδεψε σε πέντε
δευτερόλεπτα. Ο φύλακας έβγαλε από μέσα τον Ντερτ καθαρό, στεγνό
και με αμνησία ενώ ο μοσχοπλυμένος σχεδόν ζωγράφος άρχισε να
παραπατάει κάνοντας οχτάρια.
- Δικό σου το ον;
Ρώτησε ο φύλακας του κορνιζόπαρκου τη νεράιδα. Εκείνη κοιτούσε τον
Ντερτ γνέφοντας με το χέρι «έτσικαιέτσι» ή καλύτερα «καιναικαιόχι».
- Σηκώνει επισκευή ή είναι για πέταμα;
Ψιλοενδιαφέρθηκε μια και βρέθηκε στο ίδιο μέρος και ο φύλακας με τον
παραπάνω του επιτρεπομένου ορίου για καπνοδοχοκαθαριστές πλυμένο
Ντερτ που επέμενε να προσπαθεί να ορθοποδήσει. Έπειτα και από άλλη
μια να προστίθεται ανάμεσα στις τόσες απανωτές βουτιές σε κάθε
είδους σκιτσαριστά λαγούμια και γαλαρίες.
- Θα δούμε αμέσως!
Αποκρίθηκε ίδια με σωληνοπαλτανθοδέσμη η νεραϊ-δούλα στον
εξαιρετικά ατάραχο ετούτο φύλακα. Για τον οποίο φύλακα μέχρι και οι
μικροί συνέβει να συμπεράνουνε αμίλητοι την ίδια όμως εκείνη στιγμή
που ξέβγαζε απ’ την πλύση τον Ντερτ ότι θα μπέρδευε οπωσδήποτε τη
λέξη «αταραξία» με το όνομα από κάποια μέρα της εβδομάδας . Ενώ το
190
pdf by elifrac

υπόλοιπο επταήμερο θά ’χε για δαύτονε ονόματα μόνο από έξι
συνώνυμες μ’ αυτή λέξεις.
Η Λούλα λοιπόν, γλίστρησε τον αντίχειρά της πάνω στον μέσο του
δεξιού της χεριού λέγοντας «Στικ Σποτ!». Ο Ντερτ κοκκάλωσε με
βλέμμα απλανές, η Μπόμπινγκς τον χτύπησε ελαφρά με τη μια της γόβα
την ανάποδα φορεμένη στο πλάι του δικού του παπουτσιού και τον
εξαφάνισε. Το παπούτσι της έκανε «άου!».
- Θά ’ναι εκεί που θά ’πρεπε ήδη από ώρα και θα κοιμάται του καλού
καιρού χωρίς να μας θυμάται από εδώ μέσα. Ό,τι ήξερε από πιο πριν
φτάνει.
Είπε έπειτα από όλη την επιχείρηση διάσωσης η Λούση η νεράιδα ενώ
κατόρθωνε μόνη της τούτα τα κόλ-πα.
Ο φύλακας του λούνα παρκ πάντως είχε γυρίσει την πλάτη του, είχε
ξαναβάλει πλύση τα δικά του και καθότανε ήδη πάνω στην
αναποδογυρισμένη σκάφη του. Ξανά μπροστά στο πλυντήριο.
Παράλληλα, εκείνο το έντομο που τσίμπησε πιο πριν τον Ντερτ πετούσε
τόση ώρα τριγύρω. Τώρα είχε μόλις έρθει και μ’ ένα «τσακ!»
παπουτσοτσίμπησε τον Άλσελ που δεν κατάλαβε τίποτα. Έπειτα όμως
τσίμπησε το δάχτυλο το μεγάλο της Γκέτεμ μπροστά από τη θηλειά του
σανδαλιού της του δεξιού.
Η μικρή τούτη κατάλαβε καλύτερα το τσίμπημα και ξενύχιασε και την
πατούσα του φίλου της του βαρυκόκ-καλου. Ο Άλσελ έπεσε με τον
πισινό, τώρα πονώντας κανονικά, κρατώντας το πόδι του με τα δυο
χέρια. Πάνω που θα το φύσαγε να ξεπονέσει έμεινε ξερός σε εκείνη τη
θέση κρατώντας το και με τα μάγουλα στη φάτσα του φουσκωμένα.
Γεμάτα από αέρα που δεν πρόλαβε ούτε να βγάλει. Η Γκέτεμ ξέχασε
που βρίσκεται και χαιρέτησε την παραμάνα συνοδό της σαν να την είχε
μόλις πρωτοδεί.
- Καλή σας μέρα! Για το τραμ καλά πάω;
191
pdf by elifrac

Είπε η μικρή λίαν κουρκουταποβλακωμένη.
- Ααααμάν!!!
Είπε η νεραϊδοπαραμάνα η κορνιζογρασιδομπαμπουριασμένη δίχως
τέτοια έντομα να χρειαστεί να βάλουνε κανένα να πάει σαν το κορόιδο
για να πέσει τσάμπα και βερεσέ σαν καμικάζι στην κεφάλα της. Έπειτα
ενώ προσπαθούσε να κάνει όσο γίνεται γρηγορότερα τις σχετικές
επανορθωτικές κινήσεις άρχισε να λέει παραμιλώντας μέσα σε
υπερένταση,
- Ένα «στικ σποτ!» και να του δίνουμε από ’δω όσο γίνεται πιο σβέλτα.
Θα γίνουμε κουδούνια όπου νά ’ναι! Γκέτεμ! Περίμενε μια στιγμούλα
εκεί! Μην πας πιο πέρα!
Την ίδια στιγμή μπουζούριασε τον Άλσελ παραγγέλ-νοντας στην
τσαντάρα της να ανοίξει και τον έβαλε εκεί μέσα σαν να είναι σε κούνια
για νάνι. Πρόφερε μεγαλοφώνως τις λέξεις «στικ σποτ!», η Γκέτεμ έγινε
άγαλμα, δηλαδή όχι κανονικό, απλώς έμεινε ακίνητη και η νταντά πήγε
και την κράτησε απ’ το χέρι. Αμέσως στη συνέχεια ξανάπε «στικ
σποτ!», κοκκάλωσε ο φύλακας μπροστά απ’ το πλυντήριο και πετάξανε
τα ρούχα του και απλωθήκανε πιο ’κει με μανταλάκια σε ένα αόρατο
σκοινί μετέωρα στο χώρο. Το πλυντήριο έγινε πόρτα. Η Γκέτεμ, να και
’κείνη που ξαναξύπνησε. Θυμότανε όμως μόνο τα μισά χωρίς το
συναπάντημα με τον καπνοδοχοϊθαγενή και είδε τον Άλσελ που
αποκοιμότανε μέσα στη γιγαντοτσαντάρα της παραμάνας της. Πήγε με
δυο δρασκελιές, του σβούρηξε ένα φούσκο στο μάγουλο και τον
συνέφερε αυτοπροσώπως και χωρίς να μπραχαλεύει όλως διόλου τα
διάφορα μαγικά.
Ο Άλσελ πετάχτηκε σαν σούστα γυρνώντας την κεφάλα του δεξιά και
αριστερά με απορία μέχρι που είδε πίσω του τη Γκέτεμ. Με τα χέρια της
σταυρωμένα στο στέρνο. Πάνω που θα ρώταγε ο μικρός τι του έκανε
του άλλου, της Γκέτεμ εννοείται, η κουλουβαχατονταντά είπε για μια
φορά ακόμη «στικ σποτ!» και τα πιτσιρίκια ξεχάσανε αυτομάτως τι
θέλανε να πούνε. Η Γκέτεμ έμεινε πάνω σε μια κίνηση χαστουκίσματος
192
pdf by elifrac

και ο Άλσελ με νεύμα των χεριών το «τί συμβαίνει;». Στο επόμενο το
ξόρκι κρατάγανε τη νεράιδα απ’ το χέρι και άνοιγε η πόρτα η ξέμπαρκη,
πρώην πλυντήριο που έστεκε στέρεη και ακλόνητη σε παρκοζωγραφιά
μέσα. Τελικά, βγαίνανε από την αναθεματισμένη την κορνίζα
περνώντας μέσα απ’ την πόρτα εκείνη για να ξαναβρεθούνε στον αέρα,
καθαρό ή όχι καλύτερος ήτανε, του πάρκου του άνωθεν. Του
εξώκαδρου.
Μ’ όλα αυτά τα «στικ σποτ!» τα μαζεμένα, τα πιτσιρίκια το μόνο που
θυμόντουσαν πια απ’ τη βόλτα ήτανε μέχρι τα ψεύτικα τα αλογάκια του
καρουσέλ και τον υπναρά τον φύλακα που έμεινε κάτω, στην κορνίζα
μέσα. Απ’ την οποία οι μικροί μόλις σκάγανε μύτη κρατώντας τη
συνοδό τους. Η μέρα είχε γίνει σαν κουδουνοπάζαρο για να διαλέξει ο
τσοπάνος βοϊδοσειρήνα. Με τίποτα δεν έλεγε να προχωρήσει χωρίς
ζαλαδοκεφαλιάσματα για τη νεραϊδοσαραπαραμάνα δαύτηνε που από
πνεύμα ομαδικότητας και λαχτάρα για παραμυθοπερίπατο ήτανε
οπτικώς όλοι μεταξύ τους σαν κακό συναπάντημα που λες και κάποια
στριμμένη γριά τους είχε γρουσουζέψει μόνιμα για να τριγυρνάνε όπου
τους έρθει. Όλη η μέχρι εκεί βόλ-τα δε φαινότανε να βγαίνει σε καλό.
Πολύς σαματάς για το τίποτα. Μάλλον πολύ σύντομα κάποιος θα άνοιγε
το στόμα του για να βρίσει. Θα το δούμε στη συνέχεια, μη σας νοιάζει.
Το κεφάλαιο το επόμενο δίπλα είναι. Μια σελίδα δρόμος. Όποτε θέλετε
το διαβάζετε.

Κεφάλαιο 10
10. Σκέψου Τάληρα
Στο πάρκο το ξεκορνίζωτο είχε επιστρέψει και καθότανε απ’ έξω και πιο
’κει απ’ το κάδρο, με την πλάτη σε ένα πλάτανο και τα χέρια πίσω απ’
το κεφάλι, ο Ντερτ. Το κεφάλι του άδειο. Από τα προηγούμενα τα
κυνηγητά και τα ατμόλουτρα με τους πιγκουίνους δε θυμότανε τίποτα.
Το ξόρκι της Λούσης της Μπουμπουνηταριδοσυν-νεφίδου είχε
φροντίσει γι’ αυτό καταλλήλως. Ε, τότε και ο Ντερτ έκανε λοιπόν
193
pdf by elifrac

κούρα για να στρώσει μάγουλο. Κάτω από τα πλατάνια ήτανε μια
θεραπεία μέγγλα. Μέιντ Ιν Ίνγκλαντ, αν δεν σκαμπάζετε από ορολογία
περί μέγ-γλα. Ύπνος εγγλέζικος και καραμπουζουκλήδικος.
Εκεί συνήθως στο σημείο τούτο του πάρκου άπλωνε ο Ντερτ, ο Μήτσος
ο Δερβισοψηλολελέκογλου με τ’ όνομα την αρίδα του την
τσιρομακρόστενη και λιγνή σαν καλαμάκι για γκαζόζα. Όταν δε
ρεμπελοκοιμότανε ή θα τράβαγε γραμμές με κιμωλία στην πινακίδα του
την κορνιζαρισμένη ή θα καπελοενοχλούσε για σελινόπενα πίσω απ’ το
λοφάκι τον κόσμο. Τί να πάρει; Αυτοκίνητο;
Πάντως πότεπότε πεταγότανε παραπέρα και χόρευε ζωηρά
τραγουδώντας κάτι αυτοσχέδια στιχάκια του τύπου «φουφού, φούμο,
κάρβουνα και γρέζι και το χόρτο γλύκα ένα πράγμα, μαύρο πετιμέζι».
Έδενε στα ποδάρια του κλαπαδοκρόταλα, έπαιζε τρεις ντουντούκες
ταυτόχρονα, ρίχνοντας καμιά κλωτσά ανάστροφη σε τίποτε μικρόσωμες
μαλλιαρές παρκετέζες με λουράκι περιπάτου και γριούλα. Την οποία, αν
και τα κράταγε απ’ τα λουράκια, ήτανε τα σκυλάκια τούτα που την
είχανε βγάλει βόλτα. Ε-κεί δηλαδή έδινε ο Ντερτ μοναχός του
παράσταση. Κάνοντας κάτι σκέρτσα που καταντάνε νηστικό αρκούδι να
γίνεται πρωταθλητής σε τριπλή τούμπα και μετά να κάνει
οδοντοεπίδειξη στο κοινό. Να συμμορφωθεί ο θεατής επιτόπου να ρίξει
κέρμα δείχνοντας καλή προαίρεση γιατί αλλιώς είναι νόστιμες και οι
ανθρωπομύτες. Ναι. Αρκουδονούμερα. Τα οποία δουλεύανε και αυτά με
κερματοδέκτη. Είσοδος ελεύθερη. Όμως πληρώνεις πριν την έξοδο
χωρίς προειδοποίηση. Κας ή πας.
Όπως λοιπόν ήτανε μισοχουζούρης, απ’ όσο θυμότανε, μαζεψάντων
κάτι ψιλών αφού πρώτα τα σουμάρησε για να δει μήπως κάνει σκορ για
πακέτο σέρτικα μετά είπε να ξαναπέσει να ξαναξεκουραστεί από την
ξεκούραση να πάρει έναν υπνάκο καβάτζα για απόθεμα. Βέβαια, πάνω
στους υπνάκους γίνονται όσα θυμούνται ότι έχουνε να κάνουνε όλοι οι
γύρω σου. Δηλαδή, τότε ακριβώς ξεφόρτωσε το κορνιζοκάμιονο τη
νεραϊδονταντά με την καλλικαντζαροπαρέα. Αναδυόμενοι σε στυλ
σανιδοσαλταριστό. Η παραμάνα με άχτι ενδόμυχο : «Του ξεπατώματος
είναι όλα σ’ αυτό τον κόσμο. Αλλιώς του συμφέροντος».
194
pdf by elifrac

Οι μικροί οι νταντευόμενοι με βάρος. Στομαχικό και συναισθηματικό. Ο
Ντερτ, μια σλέπα φαρδιάπλατιά σαν μακρόστενο φορτηγό καράβι που
πιάνει όλο τον ορίζοντα, αργό και κοιμήσικο, πάνω που ξαναγλάρωνε,
σηκώθηκε να δει τι του έκοψε τη μουργέλα. Μα συλλογίστηκε αμίλητος
μόλις είδε,
«Η νταντά ρε παιδί μου γιατί κυκλοφορεί! Ποιος ξέρει. Όλοι οι μικροί
είναι προκάτ γεννημένοι τσιφ εξέκιουτιβς από τις πάνες τους. Ας μην τα
σκουπίσουνε και σου λέω εγώ που θα με αφήσουνε με τα χωνεμένα
στην πάνα εμένανε! Όχι ψέμματα θά ’ναι! Όπως τα βλέπω από ’κει που
σκάνε μύτη έτσι και αλλιώς μέσα πέφτω. Για τέτοια τα κόβω από τότε
που απανωανακουφιζόντουσαν, μόλις χθες μπουσουλώντας».
Που νά ’ξερε ωστόσο ο Ντερτ για τι είδους ξακουστή φάρα στα είδη
υγιεινής νεραϊδοδιατροφής μίλαγε. Διότι μέχρι και το κορνιζάκι του το
τουνελοκουνελοτρύπιο, του ομίλου εταιρειών «ΦραγκοΜπογο»
παραβλαστάρι ήτανε. Μελλοντικώς κατορθωμένο όπως και τα ρέστα τα
νεραϊδοφανή αν και όλως παραδόξως εναποτεθειμμένο μπροστά του,
αποτελώντας αν μη τι άλλο τρανό τεκμήριο των διαπρεπών ιθυνόντων
εγκεφάλων που βγάζανε οι Μπογοδιφραγκοδεκατεβαινογλέοι και οι
Φραγκομαζωξόπουλοι …ή μήπως τό ’πα ανάποδα; Μα, ναι. Παρά λίγο
και θα πήγαινε στράφι η δόξα. Έπρεπε νά ’χω πει χωρίς σαρδάμ αλλά
πως, δε γίνεται διότι φταίνε και τούτα τα ονόματα κάμποσο, έπρεπε λέω
να
διαβάζετε
«οι
Μπογοδιφραγκομαζωξόπουλοι
και
οι
Φραγκοδεκατεβαινογλέοι».
Βέβαια, από μέσα του τα εξέφρασε όλα εκείνα για την ανακούφιση τη
μπεμπέ ο Ντερτ, καθότι μεγαλοφώνως δεν είναι σωστό να λέγονται. Ε,
τό ’χει ρίξει ο Μήτσος και λίγο παραπάνω στο «σαν μπεις μέσα στα
κάδρα, κάθησε και μην πας πολύ συχνά και ξανάρχεσαι». Διότι παντού
το ίδιο είναι αλλά όσο και να έκανε συννενόηση με νεράιδες άλλο τόσο
πιάνανε τόπο. Άσε που θα τον βόλευε και τον Ντερτ να τό ’χει σαν λύση
απαλλαγής από τέτοια ζιζάνια δια παντός αλλά πως γινότανε και κάτι
πάθαινε και όλο το ξέχναγε.

195
pdf by elifrac

«Επ!!!…Πότε μπήκανε τούτοι και ξαναβγαίνουνε; Ο-ρίστε. Μας
πιάσανε οι τζαμπατζήδες στον ύπνο! Ένας, δύο αλλά κάνει για μπόνους,
μετριέται για παραπάνω νοματέους και πληρώνει εισιτήριο διπλό ο
αριθμός τρία».
Μισοχασμουρήθηκε και ξύπνησε ξαφνικά γκαβοματοτριβόμενος καλά,
πανωφρυδαπορώντας ο Μήτσος ο Δερβισοψηλολελέκογλου ο
καμιναδοζωγράφος με το μαγικό το καφάσι το μπισκοτοσούλουπο που
εκτελούσε και δρομολόγια σαν καδροφεριμπότ. Ο οποίος Μητσάρας
αφού ψιλοκαλαμπούρησε από μέσα του είπε έπειτα και απ’ έξω του
προς τους άρτι αφιχθέντες,
- Καλώς τους!
Ενώ από μέσα του πάλι, μετανιώνει που τους είδε κάνοντας : «Ήτανε
ανάγκη να ξαναβγείτε; Φτου γκίνια! Αμ, τί τις έχουμε τις
κορνιζοπαγίδες; Όξω! Η βόλτα ρε νταντά παλαβιάρα είναι για να τα
φάει και καμιά μαρμάγκα!».
Το οποίο σήμαινε πως έτσι και ενημερωνότανε σχετικώς και ο
Μητσάρας για τα μόλις σακκουλευθέντα από τη Λουλού στοιχεία περί
των νεραϊδομαστιχιώνε πολύ θα σεκλετιζότανε που η Λουλού δε
σκέφτηκε να του φέρει τα δυο τούτα σπόρια καλούμπες φτιαγμένα. Μια
και η νταντονεράιδα με το σάλτο που είχε κάνει – φυσέκι κιόλας – έως
την οδό Νεροκολοκυθομάχης τελικά ή κέρδιζε ένα ακαταλαβίστικης
εξυπνάδας νεραϊδοντάντεμα ή αλ-λιώς έπεφτε θύμα σε μια ατσεκάριστη
οπωσδήποτε ατέλεια από μασούλημα μίας μόνο αλλά πολύ ρημάδας
τσίκλας της εταιρείας «ΦραγκοΜπογο». Νά ’βλεπε δε άλ-λος στο από
μέσα του μυαλού του Μητσάρα πως αντέδρασε όταν η Λούλα του τα
σύστησε κιόλας βάρδα να μη του δίνανε τον αριθμό τηλεφώνου για την
εξυπηρέτηση των καταναλωτών της ΦραγκοΜπογο. Για να μην τυχόν
κάνει να ποιες υποδείξεις για τη βελτίωση του κορνιζοπροϊόντος για
τους βούτους τους παλαβούς. Διότι αυτά ακριβώς σκεφτότανε ο Ντερτ
με το που έκανε η νεραϊδούλα σβέλτα τις συστάσεις,

196
pdf by elifrac

«Α, μπα; Άλσελ και Γκέτεμ τα λένε; Άρα σε πουλάνε και σ’
αγοράζουνε. Κλώτσο λένε όλα τα παραμύθια απ’ την αρχή να δώσεις. Τί
τα πηγαινοφέρνεις και είναι και μ’ ένα παράπονο δηλαδή, τι να σου πω!
Όχι για τίποτ’ άλ-λο! Επειδή δε σε κάνανε ακόμα μασούρι για γιογιό!»
Όμως μια και δε συντρέχανε λόγοι παραπάνω τέτοιας ανησυχίας δεν
προέκυψε απολύτως τίποτα το βάρβαρο και λυπητερό. Μα γιατί να μη
μάθετε τις λεπτομέρειες. Να, ας αρχίσουμε απ’ τον Αλέκο. Ο οποίος
είχε ήδη ξανά στο χέρι τα σύνεργα της γνωστής δουλειάς που έκανε και
αν δε σοκολατοεργαζότανε έτσι πασαλειμμένος γύρω απ’ το στόμα
όπως ήτανε, νόμιζες πως είχε δοκιμάσει να φάει κομμάτια απ’ το τοπίο
του πίνακα.
Η Μπόμπινγκς όπως την παρατηρούσε τώρα ο Ντερτ είχε τα χάλια
στολή. Δεν άλλαζε και δαύτη λουκ συχνά.
Η
Γκέτεμ;
Η
προσωποποίηση
της
μπαρουτοκαπνισμένης
προεδρογραμματέως που κάνει ταμείο και βρίσκει πάντοτε έλλειμμα.
Μας ανήκουνε και όσα δεν πήραμε και τ’ αφήσαμε γι’ αύριο, σε
ταμπέλα παρά λίγο γραμμένο. Θα τού ’λεγε, έτοιμη ήτανε, του
ξεστουπωτή των καμινάδων να κάνει τη ζωγραφιά του χαλάκι
εξώπορτας με τυπωμένο αντί «γουέλκαμ!» το «όποιος έχει ποδάρια με
ροχάλες στις πατούσες κάτω από τις σόλες και μού ’ρθε περπατώντας»
αλλά είπε,
- Άλλη φορά θα έρθω με αυτοκίνητο και σοφέρ να δούμε αν χωράμε
όλοι. Ωραίο το μέρος και έχει προοπτικές για οικιστική αναβάθμιση με
σούπερλουξ ξενοδοχεία που θά ’χουνε μέχρι σουίτα προεδρική.
Επιφυλάσσομαι για την επόμενη φορά και γιορς…Ωπ! Μάιν! Άκου ρε
γιορς!
Τα
λετσοχαρωπά!
Μάιν
με
υπογραφή!
Γκέτεμ
Κλωτσαποτέτοιους.
Τά ’πε όλα αυτά η Μπογοδιφραγκομαζοξωπούλου η τζούνιορ άνευ
αλλαγής επωνύμου στο ληξίαρχο. Επιτόπου. Μάλιστα, η Γκέτεμ!

197
pdf by elifrac

«Το κολλεγιοζούζουνο. Τι παιδίθαύμα! Για να θυμάσαι να φοράς ζώνη
με την αγκράφα πάντοτε καλογυαλισμένη και αλίμονό σου έτσι και δε
στέκεσαι κλαρίνο όταν σου μιλάει. Γι’ αυτό και μόνο όμως δε γίνεται νά
’σαι κανονικά ζωσμένος. Χρειάζεται βοηθός για νά ’σαι καλοτυλιγμένος
δυοτρεις βόλτες με τη ζώνη πάνω από τα χέρια πριν σου την
κουμπώσουνε. Ναι».
Σχολίαζε κρυφίως και ο Ντερτ που συμπλήρωσε τις παρατηρήσεις τις
μουγγές καταλήγοντας πως,
«Το παιδάκι ντυμένο σαν πάσταφλώρα μας ήρθε από ’δω. Από πού θα
ξέρει πώς να κάνεις μπάζα για να τρώνε μέχρι και τα τρισέγγονα της
τρισεγγόνας σου; Να πεις ότι έχει και όψη λουσάτη. Μυαλό θά ’χει;».
Αφού τόσα ήξερε, βεβαίως και τόσα θά ’λεγε στον εαυτό του ο Ντερτ.
Διότι όποιος δεν ξέρει πάει γυρεύοντας. Η κορνίζα του τό ’ξερε και
καλύτερα. Παρ’ όλα τούτα πήρε το λόγο ο Μήτσος ο
Δερβισοψηλολελέκογλου και είπε εύθυμος στην όψη. Μα με απάθεια
και φορεμένο αντί για ζωνάρι γυαλισμένο ένα από τα πιο πανούργα
χαμόγελα ψευτοηρεμίας, καθότι η μόνη του έγνοια ήτανε εκείνη τη
στιγμή πως να αποφύγει να τα γδάρει της Λουλούς τα μικρόβια και τα
δυο επιτόπου. Απευθυνόμενος, αφού εκείνη πρωτομίλησε, στην
Καιτούλα την τόση δα λέγοντας,
- Ε, καλά! Μη συγχύζεσαι, δεν κάνει! Διότι θα μας πάθεις τίποτα μικρή!
Έχει και άλλα τέτοια η περιοχή. Τόσα που θα προτιμούσες νά ’χες
ανοίξει το πλυντήριο και να μπουκάρεις να σε πλύνει σε ενενήντα
βαθμούς. Αυτό κάτι μου θυμίζει, ενοχλητικό, δε θυμάμαι γιατί…
Στη συνέχεια καθώς ένιωσε ότι εκτονώθηκε ο εκνευρισμός του μ’ αυτή
την απάντηση είπε μαλακώνοντας μπας και αλλάξει για καλό και το όλο
κλίμα,
- Όπως είμαστε μια και ειν’ ευκαιρία να, δεν πάμε…
- Εμένα σπίτι μου και ’σεις όπου σας αρέσει!
198
pdf by elifrac

Κόβει όμως την όποια πρόταση στη μέση η Γκέτεμ ασυζητητί.
- …μέχρι το σπίτι τη Γκέτεμμμμ…
Τα μπαλώνει ο ανθυποζωγράφος αμέσως. Ρίχνοντας και ιδέα για τα
υπόλοιπα της ημέρας τα καθήκοντα ψυχαγωγίας. Η οποία ιδέα ήτανε η
εξής όπως την πέταξε,
- Εκεί σαλτάρω κατά την ταράτσα, κάνω έτσι και σας μοστράρω και ένα
καπνοδοχοκαθάρισμα χορευτικό, καζατσόκ στις καπνοδόχους και ίσως
και λίγο σχοινάκι «χοπ-χοπ!», σταυρωτό να με καμαρώσετε! Να πάρω
και λίγο φούμο να έχω για το ντεγραντάρισμα των τόνων στα τοπία τα
ασπρόμαυρα στην κορνίζα.
- Έχουμε και εκείνο τον κουρσαροπαλαβό τον καπετάνιο για γείτονα,
τον αρματωμένο με το κανόνι, που, για να ξέρεις, το μπουρλοτιάζει
κανονικά. Είναι «κικιρίκου και έρχεται μπουρίνι!». Έλα και ’συ για νά
’χουμε ποικιλία…Θα παίζουμε και «γύρωγύρω όλοι στη μέση το
μπαρούτι».
Κάνει η Γκέτεμ με μια διάθεση τρομερής ανίας.
- Άντε, πάμε!
Λένε με μια φωνή η Μπόμπινγκς και ο κατά τη γνώμη τη δική του
μονάχα ζωγράφος ενώ η νεράιδα συμπλήρωσε,
- Να σαλτάρει μια δόση και ο Δερβισοψηλολελέκογλου στις καμινάδες
εφ’ όσον στα σαλταρίσματα έχει λανσάρει το άθλημα!
Σημείωσε μόνο «ΣππύτυΓκαίτταιμ-ΔύπλλαΆλλσσαιλ», δηλαδή στης
Γκέτεμ τη μπάντα απ’ το διπλομονοκόμματο το σπίτι με τη μυτερή
οροφή που ήτανε καπακωμένο με μια ταρατσοσοφίτα με δυο
τσιμινιέρες. Τον έγραψε αλλοπρόσαλλα όμως τον προορισμό πάνω στη
κορνίζα του ο Ντερτ που είχε κάνει άσκηση μοντέρνας τέχνης και την
199
pdf by elifrac

ορθογραφία μαζί. Χωρίς να προλάβει να δώσει σημασία κανένας απ
’τους υπόλοιπους γι’ αυτή τη στραβοτιμονιά.
Στη συνέχεια αφού κρατήσανε ο καθένας το διπλανό του σε κύκλο,
σαλτάρανε μαζί μέσα στο κάδρο από την αφετηρία. Ταυτόχρονα κάνανε
το ίδιο και η αγκλεουρότσαντα και η τσιρκουλοσπαθομπρέλα. Σαν ένας
εύσωμος που εκφεντονίζεται από ψηλό βατήρα για κατάδυση και ένας
ακροβάτης φαινόμενο που χωράει βουτώντας για θεαματικό φινάλε σε
ποτήρι ή μάλλον σε πολύ ψηλό σωληνοπότηρο λόγω του
μακρουλομύτικου σουλουπιού που πήρε η κορνίζα μόνο και μόνο για να
κάνει ένα βούτο το ομπρελοτίμονο ποδηλάτου το πανινομπανελένιο.
Άντε να δούμε και ’μεις τώρα που θα βγούμε μετά απ’ αυτό το
μακροβούτι…

Κεφάλαιο 11
11. Τρώω Κεράσια Και Χορεύω Σάμπα
Ξεκαπνίζω Και Τις Καμινάδες Τζάμπα
Ο τίτλος είναι ένα καμιναδοσουξέ του Ντερτ. Δεν αρέσει καθόλου στις
νεράιδες αλλά το ρίχνει σε τρεις στροφές μαζί με χορογραφία
επαγγελματικού επιπέδου. Πάνω στις στέγες τις εγγλέζικες, ακόμη και
στις λοξές και μονόμπαντες, τις άτιμες πού ’ναι κατηφορικές όπως τις
έχουνε και στοιχισμένες με στιλ φάλτσο, πριονωτό. Μια ταρατσόλοξα
καταναγκαστική λόγω βροχοπτώσεων καρεκλοποδαριασμένων, ντόπιων
ντιπ καταντίπ.
Αν και για να ’μαστε ακριβείς σε άλλου είδους οροφή ουρανοπέφτανε
τώρα. Όταν μάλιστα λέμε ουρανοπέφτανε το εννοούμε. Καθώς η
κορνίζα του Μητσάρα του Δερβισοψηλολελέκογλου συχνάπυκνά όπως
συνέβει και εδώ αμόλαγε το μυστήριο της φορτίο με σύστημα
εξελιγμένου ασανσέρ. Ξεφυτρωμένου κοντά στα σύννεφα αλλά λίγο πιο
πάνω. Οπότε αυτή τη στιγμή με μια ελεύθερη πτώση, από ’κείνες που
200
pdf by elifrac

πρέπει νά ’ναι τέτοιες ώστε να επιζήσονε στο τέλος σε παραμύθι όσα
είδη έχουνε μια σχετική ομοιότητα με ανθρώπινα όντα, πέφτανε όλοι οι
ατρόμητοι ετούτοι κατευθείαν σε οροφή που ήτανε αποτέλεσμα μιας
άλλης πάρα πολύ αγγλικής αρχιτεκτονικής. Μια στέγη επίπεδη μεν
όμως κολλημένη πάνω σε μια άλλη μυτερή. Κουμπωμένη έτσι που να τη
βλέπεις και να λες «δε γίνεται!».
Εμ! Που να το φανταστείτε! Φαντάζεται κανονικός ανθρωπάκος τέτοιο
απίθανο πράγμα; Όμως γίνεται. Παραγίνεται και λένε και ένα τραγούδι
με τα πόδια σε ακροβατικό κόλπο για δοκό, νυχοπατουσοχοροπηδώντας
εκεί ακριβώς. Άσε που τούτη είναι η στάση του κορνιζολεωφορείου
μέσα και όξω του και θα τη χάσουμε. Εδώ κατεβαίνουμε. Ωωώώώπ!
Ορίστεεε! Φτάσαμε! Νά ’μαστε λοιπόν στο τέρμα του δρομολογίου για
τη νεράιδα και τους τέσσερεις τώρα μαζί με τον Ντερτ που ερχόντουσαν
να κουραστούνε για καμιάδυο μέρες ταρατσοχοροπηδώντας
αφρενάριστοι μήπως και κλείσουνε μάτι στο τέλος. Εδώ! Να και η
κορνίζα! Έγινε, μα δε βλέπετε; Ε, ξεστραβωθείτε και λίγο ντε! Έγινε,
λέω η κορνίζα σαν ένα τετράγωνο καδροσύν-νεφο και βγήκανε ψηλά σε
άλλον αέρα όλοι. Μετά πήρε το σχήμα της το δαντελομπισκοτένιο το
τετράπλευρο η καδροσήραγγα η σφεντονολαστιχένια για τα
ξεμπουκαρίσματα και βρέθηκε όρθια να πέφτει πλάι στον ανεπίδεκτο
μαθήσεως και για καλαμπούρι μονάχα επιλεγόμενο και «ζωγράφο»,
Ντερτ. Εκείνος ουρανοπέφτωντας την τσάκωσε και την κράταγε ήδη
παραπόδας.
Τι χαρτάκι σοκολάτας έριξε από πάνω στην προσγείωση ο Άλσελ δε
λέγεται. Απολαμβάνοντας μια αναπάντεχα εκπληρωθείσα ευχή που τον
έκανε να τσεποπλημμυρίσει στα παστογκοφρετίνια την ώρα που
κορνιζορισκάριζε κατά την ξαφνική του τρομάρα τα ήδη μασουλημένα
και αποθηκευμένα σε Αλσελοσιλουέτα να γίνουνε κατάρα
περιπλανώμενη και εγκαταλελειμμένη. Γι’ αυτό και ευχήθηκε νά ’χει
και κάτι να τραγανίζει για να μη μοναχοκλατάρει ανόρεχτος.
Κάτι που έγινε αμέσως παρ’ όλο που ήτανε μια καθαρή σύμπτωση. Για
την οποία έφταιγε το όλο νεραϊδοεφέ της αλλαγής περιβάλλοντος με τη
201
pdf by elifrac

μεσολάβηση τούτης της τυφλοπόντικης λαγουμοπιατέλας. Έτυχε και το
ευχήθηκε ο μικρός όταν έπρεπε. Δηλαδή καθώς κορνιζοβούταγε στο
μπισκοτοτελλάρο το προ πολλού νεραϊδοφαμπρικάτο. Το κάργα από
μουτζοξόρκι γερό. Μάλιστα χωρίς ούτε καν να εννοήσει ο Άλσελ το
πόσο καλά σοκολατανεφοδιάστηκε. Απλά εντελώς μηχανικά
τσεποψαχουλεύοντας συνέχισε αδιάκοπα το μασούλημα το
πρωταθλητικό.
Ξεπροβάλλοντας ο μπόμπος ετούτος στον αέρα για να χαμηλώσει απ’
τον ουρανό αργά και ήσυχα, κοίτα μυστήριο. Ενώ επιπλέον φτάνανε στη
δική του, στην από ’δω μεριά της οροφής, σημάδι ήτανε το φουγάρο,
όλοι τους – τέσσερεις μετράτε τώρα, τό ’παμε – εν πτήσει χωρίς όμως
να χρειάζονται αερόπλοιο. Έριξε που λέτε ο μικρός σοκολατόχαρτο που
πήγε σύννεφο. Φέιγ βολάν για εκλογές και καρναβάλι αποκριάς όπου
πετάνε τα περιτυλίγματα με γλυκά μέσα. Βέβαια τώρα δεν υπήρχε
περιτυλιγμένο στα χαρτάκια τα σκόρπια που νιφαδοπέφτανε στην ίδια
ταράτσα με τον Άλσελ και τους ρέστους αεροπλόους, ούτε απόγλυκο.
Το μέσα τό ’χε κατασπαράξει τούτος ο τζαρομαρμελαδόμαγκας.
- Ρέψου τραγουδιστά μπας και βγει μιούζικαλ και γίνει σουξέ και
αποκατασταθούμε αν δεν πέσουμε χωρίς να γκρεμοτσακιστούμε μόλις
θα πιάσουμε ταράτσα! Μ’ αυτά τα ρημαδοπεριτυλίγματα!
Τού ’βαλε η νεραϊδονταντά τις φωνές.
Σε ’κείνη την κατσάδα πάνω, ακριβώς πριν την προσγείωση
ξεφορτωνότανε απ’ τις τσέπες του ο Άλσελ τα – τελευταία; Λάθος αν το
νομίζετε – σοκολατόχαρτα. Τα οποία πέσανε και αυτά στην ταράτσα
αλλά από τη μεριά του σπιτιού του. Κάτω από τα πόδια του δυο μέτρα
στην αρχή. Μα χάρη στο αεράκι αμέσως πήγανε πιο ’κει οπότε τα
πάτησε ο Ντερτ. Έτσι αφού χόρεψε αυθόρμητα ό,τι καλύτερο μπορεί
άνθρωπος γεννημένος σε αυτή τη γη αφού διαφορετικά όρθιος δε θά
’μενε με τίποτα, κατά τα άλλα όλα πήγανε περίφημα.
- Θαύμα! Έλα μάνα να δεις!
202
pdf by elifrac

Αναστέναξε η Καιτούλα αποτυπώνοντας την παραμικρή λεπτομέρεια.
Αρχίζοντας να θολώνει ελαφρώς, καθώς θυμότανε της σχετικές
εξηγήσεις της μητέρας της. Για την άφιξη και το άξιον λόγου και
ύπαρξης μιας συνοδού στην καθημερινότητά της. «Όλα θα πάνε
περίφημα! Έτσι μού ’πε η μάνα μου ρε παιδιά! Δε λέω ψέμματα!».
- Ώστε περίφημα, ε;
Αιθεροθαλασσοσεργιάνιζε πότε αφώνως και πότε μουρμουρίζοντας
χαμηλοφώνως το μυαλό της Γκέτεμ Μπακς. Της οκτάχρονης κόρης
παλιών στελεχών σε τροφές για κοτέτσια ανθρώπινα. Από καλαμπόκι
και άλλα δημητριακά, αν θυμόσαστε.
Παράλληλα, λίγο παραπέρα καθώς επίσης ουρανοκατέβαινε η Λούλα
Μπόμπινγκς, ψευτοαμόλαγε εναερίως την τσαντάρα δήθεν αρπάζοντάς
την ενώ βρέθηκε στο νεραϊδόχερο από μόνη της. Δίνοντάς της
υποτίθεται φόρα. Τη στιγμή που το τσαντοβάρελο έκανε απλώς
φυγοκέντριση χωρίς υπερβολές από μόνο του. Ήτανε γεγονός! Η Λούσι
Μπόμπινγκς θά ’χε σαρώσει όλα τα ροντέος. Πως δεν της βγήκε το
κουλό απ’ τη μασχάλη είναι ν’ απορείς. Η τσιμεντότσαντά της έσκασε
στη στέγη βαρύγδουπη με φασαρία παλιοσιδερικών τίγκα στο
γιουσουρούμ. Βέβαια το αμάξωμα του τέρατος δαύτου τι να καταλάβει.
Ντουβαροστέριωσε επιτόπου μα έμεινε άθικτη σαν γατί.
Τσανταρκουδόγατα!
Στη συνέχεια ήρθε το ομπρελοξυλάγγουρο και βρέθηκε στη λαβή της
νταντάς όπως χαμηλώνανε προς το έδαφος. Ήτανε και από ’δω μέχρι τη
γωνία, σχεδόν ίδια η κάτοχος. Ζορισμένη κιόλας πού ’χε μαγκώσει ε,
έκανε σαν μαέστρο που φταρνίστηκε την παρανεράιδα δαύτη. Αφού
όταν μπόρεσε η Λουλού και την άνοιξε, συνέβει με φόρα τόση που
πέφτωντας κιόλας έγινε ο γνωστός αυτός φραμπαλάς με τις ανάποδα
ανοιγμένες ομπρέλες. Τις μεγάλες, όχι τις κανονικές. Τις άλλες που δεν
πάει το μυαλό σας αλλά είναι όντως οι σωστές. Οι οποίες πάνε σαν σετ
με βαριά βάση στήριξης για την ακρογιαλιά. Όταν πρόκειται για σωστά
κατασκευασμένες δηλαδή και όχι κατά λάθος με μια λαβή για τη βροχή.
Με δυο λόγια άμα οι μπανέλες τιναχθήκανε προς τα μπρος παρά λίγο να
203
pdf by elifrac

κάνει τον επισκευαστή για τηλεγραφόξυλα η νεραϊδούλα η
πιρογοδίκουπη που ήτανε μόλις μισό μέτρο λειψότερη από
τηλεγραφοκολώνα.
Μα ναι! Ήτανε δε και η ομπρέλα η σακαφιόρα, αγριορνιθολαίμω,
μακρουλοσιδερογριέντζω αλλά βαστιότανε ακόμη. Η οποία έβαζε και
από μόνη της άλλη τόση δύναμη για βοήθεια. Άνοιξε έτσι τελικά με
κόπο κατά τη μύτη. Το αλεξίβροχο της Λουλούς το καλό. Τρύπιο και
άγαρμπο έμεινε απ’ τη μέρα που το πρωτοκράτησε το ρημάδι. Από τότε
που το βρήκε και το ξαναφουντάρησε στο άψεσβήσε. Το ξεφορτώθηκε
όμως προς στιγμή μονάχα. Ούτε το περίμενε καθώς διέσχιζε το άλσος
της γειτονιάς της η Λουλού ότι θά ’κανε ετούτη η στραβοβεργότεντα
σαν σούστα πλάι απ’ τον κάδο απορριμάτων την ανάποδη διαδρομή
ξανακολλώντας στο ακόμη ανοιχτό χέρι της που δεν είχε προλάβει καν
να το κατεβάσει ελεύθερο.
Διότι το ομπρελοδόκαρο τούτο άπαξ και το φασκέλωσε άθελά της, δεν
ήτανε και τόσο στραπατσέ όσο έδειχνε. Κάτι που δεν ψυλλιάστηκε
αμέσως η νεραϊδούλα. Μια και το εξάρτημα αυτό έτυχε να το
αγουροξυπνήσει εντελώς απορροφημένη μέσα σε μια στιγμή χαράς
εμπλουτισμένης με νεραϊδοιδιότητες. Οι οποίες σε περιπτώσεις
απροσεξίας σε φιλοδωρούσανε με φαινόμενα ζωηρέματος σαν ετούτο.
Παρ’ όλο που το κίνητρο για την αυτόματη ετούτη ρύθμιση για τυχόν
αδεξιότητες στο χειρισμό των ιδιοτήτων που σε παραγέμιζε μια τσίκλα
μάρκας «Ζαμάν Φου!» ήτανε πάντοτε η διατήρηση της ευθυμίας μέχρι
την αποκατάσταση της ευρυθμίας. Για κάθε νεράιδα στο στιλ της
Λουλούς.
Μια τελειόφοιτη της νεραϊδοσχολής «ΆμπραΚατάμπρα Και Δρόμο» μα
της έμεινε η ομπρέλα στο τέλος. Α-μανάτι. Αφού την
καρμπυρατερομπραχάλεψε με δοκιμές από μούτζες, κακό μάτι και
γλωσσοφαγιά σε συνδυασμό με ξόρκι το «Στικ Σποτ!» και την έκανε
βοηθητικό εξάρτημα του χεριού της, καλή ήτανε να την έχει πλέον από
κοντά. Ως παρατρεχάμενη στις προσταγές της η Λούλα η
Μπουμπουνηταριδοσυννεφίδου. Για ακόλουθο πιο πολύ παρά για τη
βροχή ή για επείγουσα εφαρμογή σε έκτακτα περιστατικά. Πόσο μάλλον
204
pdf by elifrac

τώρα για σύστημα καθόδου που
αμπεμπαμπλομ-ες στο φρενάρισμα.

αυτό

και

αν

χρειαζότανε

Σε τούτη την κάθοδο όμως της γλίστρησε το χέρι απ’ τη λαβή μέσα σ’
όλη της την αναποδιά. Ώστε το ομπρελοκάλαμο τούτο να φτάσει
αμπλαούμπλικα να αυτοεπισκευαστεί στη στέγη. Πρώτα έριξε ένα
φτάρνισμα ίδιο επιλοχία. Καθώς διέθετε και μια φωνή σαν βροντή.
Μετά, η ομπρελοκουνουπιέρα τούτη φτερούγησε άτζαλα πριν κλείσει.
Από ’κει και έπειτα καθυστέρησε να ξαναμπεί σε δράση. Στεκότανε
θεατής σε όσα ακολουθήσανε.
Η Λούσι Μπόμπινγκς τελικά ήρθε ακριβώς πίσω απ’ την
ομπρελαγριόπαπια δαύτη και πάτησε στη στέγη. Έ-βγαλε το καπέλο που
είχε έρθει στο κανονικό του, το ατσαλάκωτο σχήμα κατά την
αεροπλεύση και το πέταξε μπροστά της. Έδωσε ένα σάλτο ίσαμε
ενάμιση μέτρο και το τσαλαπάτησε. Τό ’κανε πίτα. Αμέσως μετά,
τσαλαπατημένο το ξαναφόρεσε. Η τελετουργία ετούτη ήτανε κάτι
ανάμεσα σε άσκηση πειθαρχίας και τήρηση ενδυματολογικού κώδικα.
Ενδυματολόγος και καπελονόμος ταυτόχρονα. Βέβαια τη νεράιδα άντε
βρες πως το τραβούσε ο οργανισμός της και την έκανε, καθόσο τελικώς
όχι οι φυσικοί, ούτε για ζήτω και οι αφύσικοι νόμοι δεν είχανε τα κέφια
να την υπακούσουνε με την πρώτη. Οπότε αμόλαγε το ζοχάδιασμα
περιστασιακώς και προκαταβολικά ρημάζοντας την καπελαδούρα στα
πατητά. Με τέτοιο νούμερο γόβα, σε πρωτάθλημα πατουσοπόλεμου με
τσαλαπατήματα δε θά ’μενε σε άλλη όχι μόνο επάργυρο κύπελο, ούτε
γαβαθοφλιτζάνα για γιαουρτοκαρυδόμελο ακέρδιστη.
Να δούμε όμως και τους ρέστους της ζωηροκορνιζάτης τούτης
εξόρμησης. Όπως ο Άλσελ. Ο μπόμπιρας τώρα ε, σε όλη την
προσταράτσωση είχε τον νόμο με το μέρος του ή ακριβέστερα ο νόμος
είχε αλαφιάσει να προσπαθεί να τον ρίξει κάπως τον μπόμπιρα τον
καλοθρεμμένο με αυτοσχέδιο κεφαλοκλείδωμα. Καθόσον, της
βαρύτητας ήτανε και ο Άλσελ και ο νόμος και ισοφαρίζανε. Οπότε μια
και επικράτησε του Αλέκου η ευστάθεια, προσγειώθηκε με τις πατούσες
κανονικά και χωρίς αερόσολες. Με το υπόδημα σε κατάσταση
κλαταρίσματος ήδη, σαν να φόραγε ξαφνικά τίποτε ψωμάρες, ιταλικού
205
pdf by elifrac

τύπου, βαρκουλοπλακέ τώρα στο σχήμα, σαν χωριάτικα σάντουιτς που
γίνανε παπούτσια παντοφλέ.
Το μόνο πράγμα που τα μάτια κανενός θα μπερδεύανε με ιταλικής
προέλευσης παρασκευάσματα το πατούμενο του μικρού ήτανε τα
φραντζολάκια. Ακόμη και στα πόδια του φορεμένα. Με κόπο το
πίστευες ότι πρόκειται περί παπουτσιών κανονικών και σού ’μενε και
μια αμυδρή αμφιβολία στο τέλος μόνιμη. Έπεσε φορώντας τα με
πραλίνα λοιπόν αυτά μέσα σε πελάγη ζαχαροσοκολατένιας,
πασαλειμμένης και σκουροκαφετιάς οδοντικής έκφρασης με καρό
μοτίβο που περιγράφεται μάλλον ως χαρά. Πιο ’κει απ’ τα χαρτάκια ο
τσ…ακαλάκος.
Η Γκέτεμ; Α, θα προτιμούσε νά ’χει πέσει ακριβώς στο κατώφλι. Πάνω
στο χαλάκι και με ανοιχτή την πόρτα. Να την περίμενε, αν είχε, ο
αρχιυπηρέτης αλλά κατέληξε να αιωρείται για πέντε ολόκληρα λεπτά σε
ύψος πέντε μέτρων. Προσπαθούσε να σπάσει το αόρατο δάπεδο.
Χοροπηδώντας, κλωτσώντας προς τα κάτω με τη φτέρνα της και
κοπανώντας με όλο το πέλμα του κάθε ποδιού το κενό για να συνεχίσει
να γλιστράει. Μέχρι που κουράστηκε.
Παρατήρησε όμως αμέσως τότε ότι ο Ντερτ πριν να τον δει να
κατασκοτώνεται στα Αλσελοχαρτάκια, κατέβαινε με φυσικότητα δίπλα
της. Γλιστρούσε ολόρθιος αν και θα προτιμούσε να κοιμότανε κανονικά
ενώ έριχνε στη Γκέτεμ εκείνη την κορνίζα με μια χειρονομία για οδηγία
να πηδήσει μέσα. Ο Ντερτ, που ανάθεμα δηλαδή αν ζωγράφιζε, έκανε
κάτι λίγες σκιτσοτσαχπινιές εξασκούμενος από καιρό τώρα και εν
πτήσει με τις τρέλλες της Λούλας Μπόμπινγκς. Όπως ακριβώς έγινε
μόλις άρχισε να γλιστράει απ’ τον ουρανό κάθετα προς τη στέγη. Αφού
κατά την κάθοδο πρόφτασε και σκάρωσε μια ε, ζωγραφιά.
Τι ζωγραφιά δηλαδή, τσάτραπάτρα. Σαν υπογραφή. Συνάντησε τη
σταματημένη Γκέτεμ, της πέταξε την κορνίζα με την αφηρημένη τέχνη
ενώ συνέχισε ακάθεκτος. Ε, όπως πάτησε πέφτωντας, άρχισε απ’ την
επαφή με την ταράτσα να γλιστράει. Σε χορευτικές φιγούρες αρχαρίου
λίαν μετανιωμένου που τού ’ρθε να κάνει πατινάζ σε
206
pdf by elifrac

χαρτοσοκολατοδρόμιο. Χωρίς πολλάπολλά, καταγλιστρώντας από
όρθιος γύρισε ανάποδα ακουμπώντας στη στέγη όπως οι χειροβάτες.
Ξεκινώντας να χορεύει όπως και πριν αλλά με τα χέρια στο πάτωμα και
τα κανιά του τα σκουποξυλόμακρα να καρβουνιάζουνε με τις σόλες τον
αέρα και ακριβώς στη ανάποδη κατακορύφως θέση απ’ αυτή που
κουρκουτοέβλεπε αλέως τον ντουνιά όταν τον γέμιζε πατημασιές
εδάφους. Δηλαδή, για όσο έπρεπε στα ίσα στερεωμένος, κυριολεκτικώς
επί ποδός, να βρίσκεται και με το καμιναδοτριβελιστήρι επ’ ώμου.
Μάλιστα πήρε τον αέρα τσάκατσάκα σε αυτή τη μαγική, αναπάντεχη
τούμπα.
Η Λούσι Μπόμπινγκς τού ’χε ήδη φτιάξει με ξόρκι «Στικ Σποτ!» τα
βήματα πριν φτάσει ο Ντερτ που ερχότανε χωρίς προθέρμανση να
πατήσει τις σοκολατομπανανόφλουδες στην οροφή που στέγαζε τις
κατοικίες
των
οικογενειών
των
αξιότιμων
κ.κ.
Μπογοδιφραγκομαζωξόπουλου και Φραγκοδεκατεβαίνογλου. Επιπλέον
ο Ντερτ ίσα που πρόλαβε να ψυλλιαστεί την ταχυδακτυλουργική
παρέμβαση της νεραϊδοσυνοδού των πιτσιρίκων και καλής του φίλης
από ό,τι το ξαφνικό άρχισε να του συμβαίνει. Όσο και αν έβαλε τα
δυνατά του για να μένει σε εγρήγορση δεν κατάφερε ο Μήτσος και
τίποτα πάντως. Θέλοντας και μη, παρέμεινε τελείως ακοντρολάριστος
για τον ίδιο του τον εαυτό. Εξαιτίας του μαγικού του φάσκελου δε
μπορούσε παρά να εμπλουτίζει όλη τη γκαντεμοπαράσταση που του
προέκυψε με υποχρεωτικά παλαμάκια ενδιάμεσα. Άλλο ήθελε να κάνει,
παλαμάκια τού ’βγαινε.
Σαν να μην ήτανε το ζόρι αρκετό, η νεραϊδονταντά ατάραχη του έκανε
τη φιγούρα όλη μαρτύριο με φρίσμπι το ισοπεδωμένο καπέλο της.
Εκείνο πέρναγε ανάμεσα απ’ τα χέρια του Ντερτ όταν έκανε κάθε φορά
από ένα παλαμάκι. Κάτι που επαναλήφθηκε για καμιά δεκαριά φορές.
Ύστερα γύρισε μόνο του στο κεφάλι της κυράς του. Αναπήδησε δέκα
φορές στο ξερό της το κολοκυθοκρανίο και έσκασε μόνο του μπροστά
της. Αμέσως η καπελάρα της ετούτη φρόντισε να τεντωθεί για να έρθει
στα ίσα της. Μα ούτε καν πρόλαβε.

207
pdf by elifrac

Η Μπόμπινγκς με άλμα τό ’κανε το καπέλο πλακέ για άλλη μια φορά.
Πρώτα στάθηκε απάνω του. Μετά πατώντας το, γράπωσε την ομπρέλα
που μυτοισορροπούσε λίγο πιο ’κει γαμψομύτικη, τσακισμένη, με τη
λαβή προς τα πάνω. Χαμήλωσε, τσάκωσε και γύρισε τραβώντας κάτω
απ’ τις πελματάρες της το καπέλο ανάποδα. Το ξαναπάτησε για
σιγουριά. Ξανάκανε άλμα, χάθηκε μέσα στο καπέλο και βγήκε απ’ τη
λεωφορειοτσαντάρα μαζί με την τουφεκισμένη την μπανελονερόκοτα,
βέβαια. Μετά την καπελοβουτιά η νεραϊδούλα το άφησε το ξεφούσκωτο
το ακορντεονοκεφαλομαϊμούδι να βολτάρει.
Το καπέλο με τούμπες κορώναγράμματα σαν κάλπικη, δαγκωμένη και
στραβή δεκάρα γυρόφερνε τη στέγη χαμηλά. Στο δάπεδο. Πότε
γραμματοκορωνοβαδίζοντας και πότεπότε τεντώνοντας υπερβολικά.
Όσο τρία μέτρα. Χωρίς να αλλάξει σε φάρδος. Μάζευε καθώς ανέβαινε
στα ύψη πού ’χε τεντωθεί σαν λαιμός γριάς που τον τσιτώνει με κρεμ
ντε νουί για μια ώρα. Πατηκωνότανε αιωρούμενο εκεί πέρα και
ξανάπεφτε πιο γρήγορα απ’ ό,τι πήγαινε όταν τραβιότανε κατά πάνω
σαν τσίκλα σε στόμα αγοροκόριτσου που καταμπλαβιάζει και μαγκάκια
σε καρπαζές άνετα. Επέστρεφε στο δάπεδο σαχλοκουδουνιασμένο,
πατημένο, έχοντας γίνει σαν πίτα λεπτό και σαν στραβοφτιαγμένος
λουκουμάς τέτοιας εμφάνισης, που λυπόσουνα να το κοιτάς να σαλεύει
ώσπου να ξαναθυμίζει από κουρκουτοκουταλιά σε φριτέζα και πάλι
καπέλο.
Ισορροπούσε σε θέση όρθια. Στην κόψη του. Έκανε κάτι λίγα βήματα
έτσι με κίνηση σαν να βαδίζει στο νερό. Μέχρι τελικά να ξεζαλιστεί για
να γραμματοκορωνοβαδίσει με τούμπες πάλι και πάει λέγοντας. Η πάνω
του πλευρά έγραφε «τέιλχεντ» μόνο όταν ήτανε προς τα κάτω ενώ η
κάτω του πλευρά έγραφε «χέντεϊλ» μόνο όταν βρισκότανε προς τα
πάνω. Το καπέλο με φωνή ψιλή σαν σκίουρου τις θυμότανε τις πλευρές
ανάποδα. Τις μπέρδευε, φωνάζοντάς τις. Όταν καθότανε στο κεφάλι της
Λούσι Μπόμπινγκς, από μέσα έγραφε «εϊκχεντέιλχεντ» και απ’ έξω
«τέικμιοφμιτέικοφμιτέικμπατιτσοκέιοφτέικ».
Ο Μητσάρας στο μεταξύ σαλτιμπαγκοβολόδερνε ασταμάτητα και
’κείνος. Όλο τούμπες έκανε που τον ξαναπροσγειώνανε στα χέρια με τα
208
pdf by elifrac

πόδια προς τον ουρανό. Καθώς χειροβατούσε, φρενάριζε απότομα χωρίς
να το ελέγχει. Τιναζότανε μια δόση ανάποδα και κατακόρυφα εναερίως
μα πάνω που αναρωτιότανε προς τα που να ρίξει το διπλοφάσκελο
αμέσως ξαναχειροβάδιζε.
Σε λίγο χωρίς να καταλάβει τι συνέβει καλάκαλά άλ-λαξε χορογραφία.
Τιναζότανε προς τα πάνω σπρώχνοντας με τα χέρια. Έπαιρνε ύψος και
με πορεία τοξοτή κάνοντας ανάσκελα καμάρα έπεφτε με ανάποδη
βουτιά προς τα πίσω. Από το δάπεδο της ταράτσας πάνω στο χείλος και
από μιας καπνοδόχου των δυο ενωμένων με κοινή σκεπή κατοικιών.
Μόνο με τα χέρια τις κουλάντριζε τις οισοφαγοανακατοσούρικες αυτές
χοροπηδογραφίες που κάνανε τον Δερβισοψηλολελέκογλου με τ’ όνομα
κεφτεδικώς και λεμονοπορτοκαλαδικώς άνωκάτω. Καταγλιστρούσανε
και τα χέρια απ’ τη σκόνη.
Ωστόσο ήτανε προρυθμισμένος με φάσκελο για χορευτικό παντός
εδάφους και τραμπολινοχόρευε με το που τσάκωνε με τις χερούκλες το
στόμιο της καμινάδας όπου κατέληγε. Στηριζόμενος πότε παράλληλα,
πότε χιαστί. Τόσο με τα δυο χέρια, όσο και στο κάθε χέρι χωριστά. Πότε
λοξά κατακορύφως, πότε κάθετα ενώ άφηνε τό ’να χέρι και κράταγε μια
πλευρά του φουγάρου μόνο με τ’ άλ-λο. Σε κάθε ισορρόπηση έδινε και
από ένα ανάποδο κατακόρυφο σάλτο με παλαμάκια πριν αλλάξει με τα
χέρια στήριξη. Το νούμερο λεγότανε Τζόλι Όντμπολ. Η σπεσιαλιτέ του;
Πού έλεγε προηγουμένως; Αυτή εδώ είναι. Σε ελεύθερη μετάφραση,
Ζουρλοπαντιεράτη Ορθαναποδομουτζότουμπα.
Η χορευτική σύνθεση ετούτη εμπλουτιζότανε από νούμερο ζογκλέρ. Με
πινέλα πλακέ και στρογγυλά. Σε στάση πάντοτε άνωκάτωγιούπιμεχαρά
λες και έκανε πρόβα το πανηγύρι άμα θα κέρδιζε το λαχείο. Ενώ τού
’ριχνε τα ζωγραφοπινελάκια τα λιγνά και σουραυλωτά η Λούσι
Μπόμπινγκς. Με τις χούφτες, αμέτρητα. Εκείνος τα γύρναγε κυκλικά
επιτόπου κάνοντας μαζί και το Τζόλι Όντμπολ στις τσιμινιέρες των
τζακιών.
Άμα θα παντρευότανε, θα ’ρχότανε η μέση να γίνει ένα με την κοιλιά
αλλά…άτυχος, άτυχος. Άτυχος και κόντευε να πάρει και σασί και να
209
pdf by elifrac

χτυπήσει μπιέλες που λένε και στα φαναρτζήδικα αυτοκινήτων. Αφού
σαλταροχόρευε με τελική ταχύτητα σαν νά ’τανε σπορ αυτοκίνητο,
οδοστρωματοσκοτώστρα τέτοια που πιάνεις την άρπα στον αέρα. «Πάρε
’δω για το ασανσέρ μέχρι το σύννεφο, όχι το δεύτερο, τρίτο δεξιά,
πρώτη πόρτα ίσα απέναντι. Μη χαθείς στη στροφή πάλι; Έτσι
παλληκάρι; Όπως πριν από τρεχαλονταλκά και τζάμπα!», που θά ’λεγε ο
άγγελος υπηρεσίας.»
«Παραμύθι δηλαδή και έχουμε νυστάξει κιόλας ήδη αλ-λά είμαστε και
μισοεκπαιδευμένοι στο ακροβατικό τούτο και όσο νά ’ναι καλά
προστατευμένοι και από ντεραπαρίσματα. Χάρη σε μούτζα που σε
φτιάχνει με φρένα για να κάνεις χορευτικό μπαλλέτου για ψύλλου
πήδημα δε θα πει τίποτα. Ακριβώς το ίδιο το ψύλλου πήδημα κάνεις
φιγούρα. Σαν να δίνεις εξετάσεις για πτυχίο στο πώς να τρυπώνεις σε
τριχοκουρτινομάτικο,
αρκουδομάλλικο,
παραδοσιακό
αγγλικό
τσοπανόσκυλο. Σουστοσαλταπηδώντας ξαφνικά σε ύψος ίδιο με ψηλού
βατήρα για καταδύσεις αλ-λά χωρίς σανίδα, πισίνα και νερό από κάτω.
Σταματώντας και άψογα στις μύτες των παπουτσιών άμα λάχει όταν
προσγειώνεσαι. Μέχρι και με οχταπλή πιρουέτα χωρίς ποτέ νά ’χεις
ξανακάνει μαθήματα.».
Αυτά ψιλοσκεφτότανε ο Ντερτ ή αλλιώτικα Δερβισοψηλολελέκογλου.
Μήτσος το μικρό. Τέτοιος λάτρης της καπνοδοχοκαθαριότητας που
καλόπιανε στην πράξη την καμινάδα πριν την αναλάβει.
Μόλις τελείωσε το νούμερο που πήρε μπρος εξαιτίας των γυαλιστερών
των Αλσελόχαρτων η Γκέτεμ ξεμπουκάρησε ψηλά, κατάμαυρη μέσα
απ’ την καμινάδα του σπιτιού της βήχωντας φούμο. Μετά βγήκε η
κορνίζα. Άθικτη και αμαύριστη. Βρέθηκε ακριβώς κάτω απ’ τη Γκέτεμ
που ξαναχάθηκε μέσα της για να ξαναβγεί από ’κει δέκα φορές, πάλι
καθαρή. Όμως με κάποιες αλλαγές.
Μια χωμένη εναλλάξ σε μαγιό μακρύ ριγέ που έφτανε ως τον
αστράγαλο, αντιπρογιαγιάς, μια ντυμένη με τα ρούχα της που ήτανε σαν
τουρτοπόλεμος λες και η μάγισσα του παραμυθιού δεν είχε δόντι γερό
να τη φάει και η κουζίνα της η ηλεκτρική είχε κάψει ασφάλειες. Οπότε,
210
pdf by elifrac

της φάγανε το σπίτι με τον Άλσελ και ρουχοσκουπιστήκανε αφού πρώτα
παίξανε πετόσφαιρα με τα οικοδομικά τα υλικά του
τουρτοκαραμελόσπιτου του φρικτού. Έτσι δηλαδή νόμιζε απλώς κανείς
βλέποντας τους δυο μικρούς μέσα στα ρούχα με τα οποία βγήκανε για
τον περίπατο με τη Λούλα.
Άλλαζε λοιπόν η Καιτούλα η Μπακς μια και ασχολούμαστε με τούτη
τώρα, μια με μαγιό παλιομοδίτικο, μια με ταγιεράκι χάλια και δαύτο του
οίκου τραγικής ραπτικής «Λουκία Καρακιτσάρα και δε
συμμαζεύεται». Α!…και τα σανδάλια της που μένανε όπως είχανε
πάντως. Δεμένα με πολύ μυστήριο τρόπο στα πόδια της τα τόσα δα. Τα
οποία όμως ήτανε τέτοια στην κλωτσιά ώστε πιο καλοφτιαγμένα για το
σπορ δεν υπήρχανε.
Τελικά της έμεινε τι κιτς το σακάκι το παρδαλοφαντεζί και πιτσιλωτό,
το μαγιό το μακρυβράκι και τα σαν-δάλια που φόρεσε το πρωί. Για τις
βόλτες με μια απείρου κάλλους περίπτωση συνοδού σαν τη
Μπουμπουνηταριδοσυννεφίδου τη Λούλα. Άρχισε να μην
πολυασχολείται. Ριγέ μαγιό; Ριγέ μαγιό. Όχι, σάμπως πριν ήτανε
ντυμένη καλύτερα!
Ο Άλσελ, που ήθελε να πιάσει το καπέλο για να δει αν βγάζει κανένα
γλυκό για μάσα στα γρήγορα γλίστρησε πάνω στα ίδια του τα
περιτυλίγματα επιτέλους, πατώντας τα μάλιστα τελευταίος και
καλύτερος. Ε, διότι έτσι έφυγε με φόρα. Πέφτωντας μέσα στην κορνίζα.
Αμέσως βγήκε στον αέρα σε τέσσερα μέτρα ύψος. Μετά γύρισε
ανάποδα ακριβώς εκεί πάνω. Μένοντας σ’ αυτό το ύψος ταλαντεύτηκε
πάνωκάτω για δεκαεφτά φορές, ρεύτηκε για δύο δευτερόλεπτα πολύ
δυνατά, ήρθε δέκα τούμπες χωρίς να χαμηλώσει, επιτόπιες και έπλευσε
στο ίδιο ύψος όπου βρέθηκε μέχρι την καμινάδα του ζαχαροπλαστείου
μιας περιοχής στον ορίζοντα. Ενώ, τόσο ο καπετάνιος ο γείτονας,
δηλαδή ο ναύαρχος Ζουμ όσο και η Λούλα Μπόμπινγκς παρατηρούσανε
με το κυάλι τους ο καθένας τον ιπτάμενο Αλέκο ταυτόχρονα.
Με μια δαχτυλοεπίκρουση, γλιστρώντας δυνατά τον μέσο πάνω στον
αντίχειρά της η νεραϊδοπαραμάνα φάνηκε να παίρνει τον έλεγχο. Γιατί
211
pdf by elifrac

εκ πρώτης όψεως συμμαζεύτηκε η ταράτσα απ’ το χαρτομάνι.
Αποδήμησε πετώντας συμπούρμπουλο. Να πεταχτεί σε τίποτε κάδους.
Το καπέλο ξαναγύρισε για να αράξει στο κεφάλι της Λουλούς
επιτέλους! Όμως με αυτό το «τσακ!» των δαχτύλων της ο Ντερτ αφού
καταδύθηκε, μπαινόβγαινε στην καμινάδα χωρίς σκούπα και την
καθάριζε ολομόναχος χωρίς σύνεργα.
Ώσπου ένα νέο «ζβουπ!» απ’ τα δάχτυλα που κάνανε «τσακ!» ξανά, της
Λούσι Μπόμπινγκς εννοείται τα δάχτυλα, έφερε τον Ντερτ σε ύψος
τριών μέτρων απ’ την καμινάδα. Μετά το ξόρκι από τα
νεραϊδομπελαλήδικα τούτα τα δάχτυλα τον γύρισε στα ίσα όρθιο στον
αέρα. Απ’ όπου ξανακατέβαινε διαγράφοντας μια αόρατη διαδρομή σε
σχήμα σκάλας στριφτής. Ήτανε σαν φιδάκι σε σκάλα γυριστή, στριφτή
και σιδερένια που παίζει «ανέβακατέβα!». Αμορτισεροσκαλοπατογαλιά
που κουτρουβαλοσαλτάρει σαν σούστα. Φρένα δε, ντιπ!
Τόσο δύσκολα ισορροπώντας που νόμιζες ότι όλα τα δάχτυλα στην κάθε
του ποδάρα ήτανε μόνο δύο. Τα μεγάλα και ένα ακόμη μόνο διπλανό
τους. Η κάθε του πελματάρα έμοιαζε σαν ανθρωπόμορφη πατουσάρα
που είχε από δυο δικά της δαχτυλόποδα. Τα οποία δαχτυλοβαδίζανε από
δυοτρεις φορές το καθένα. Όμως κατεβαίνοντας τρίατρία τα αόρατα
σκαλιά με πολύ αργό ρυθμό συνεχώς σε στάση ακριδοδρασκελιάς
ολόρθιας και παρατεταμμένης όσο δεν παίρνει άλλο. Με τρεμούλα
δαχτυλοβαδίζουσα όπως περιγράψαμε, στις μύτες των ποδιών και με τα
χέρια να ψάχνουνε κανένα κάγκελο για να κρατηθούνε. Για καμιά
τριανταριά τέτοια σκαλιά έτσι κατηφόριζε σκαλοπατοψαχουλεύοντας το
κενό ο Μητσάρας ώσπου στάθηκε επιτέλους με ένα άτζαλο
στραβοπάτημα εμπρός στη Λούση Μπόμπινγκς.
- Ε, να κάνουμε και κάτι! Να μην καθόμαστε σαν χαζοί όλη την ώρα!
Του κάνει η νταντά αρπάζοντάς τον απ’ τους καρπούς για να του δώσει
την ευκαιρία να βρει την ισορροπία του. Ο Ντερτ, κοτζάμ
Δερβισοψηλολελέκογλου κιόλας βλαστήμησε μέσα απ’ τα δόντια του
εαυτού του. Έτσι που κόντεψε δηλαδή εξαιτίας των ακροβατικών να
αφήσει το κουφιοκέφαλό του να πιστέψει πως σ’ όλη τη ζωή του μέχρι
212
pdf by elifrac

εκείνη τη στιγμή μόνο αυτό είχε κάνει. Ένιωσε σαν να ήτανε το κεφάλι
του το καμιναδοκαπνοφλομωμένο ένα κουδούνι, να!
Στην πραγματικότητα, αν σας τύχει μια τέτοια, μ’ αυτό τον τρόπο
λειτουργούσε το ξόρκι ανάλογα με τις φορές που χτύπαγε τα δάχτυλά
της η νεραϊδονταντά η κριτσινομακρουλούλα η Λούλα, δημιουργώντας
αυτοσχεδιασμούς που δεκαπλασιάζανε του αλλουνού τη γκαντεμιά.
Κάτι που οδήγησε αυτομάτως στο στήσιμο της χορογραφίας του Τζόλι
Όντμπολ. Της Ζουρλοπαντιεράτης Ορθαναποδομουτζότουμπας. Χωρίς
ο Ντερτ να την έχει προσχεδιάσει.
Αφού τού ’φυγε το βούισμα απ’ τα αφτιά, της άρπαξε της νεραϊδούλας
το καπέλο, τό ’ριξε μπροστά της, έδωσε ένα σάλτο, το πάτησε, μετά τό
’σβησε όπως τις γόπες πρώτα με τό ’να πόδι και μετά με τ’ άλλο. Το
πήρε, το δάγκωσε τσιτώνοντας το τραβηχτά με τα δόντια, τού ’ριξε μια
γροθιά που βγήκε απ’ το καπάκι και της το φόρεσε. Το καπέλο φώναξε
ό,τι έγραφε μέσα και έξω. Πρώτα σε ρυθμό αργό, παραμορφωμένο
φωνητικώς, ρίχνοντας ένα «έικχεντ!» μια φορά και μετά με ταχύτητα
έκανε λέγοντας «τέικμιοφμιτέικμπατιτσοκέιοφτέικ!».
Ξανασυγκολλήθηκε
και
αυτοσυμπιέστηκε
σε
κατάσταση
τσαλαπατημένου, γύρισε κορώναγράμματα πέντε φορές, το καρπάζωσε
ο Ντερτ, γύρισε περιστρεφόμενο αντίθετα, ίσιωσε και έμεινε μετέωρο
λίγο πάνω απ’ το κεφάλι της νταντάς. Εκείνη το άρπαξε με τα δυο χέρια
και το ξαναφόρεσε. Το καπέλο έκανε μια τελευταία περιστροφή και
ηρέμησε. Τότε αιφνιδιάζοντας τους υπόλοιπους, μαζί και μια
κεραμιδόγατα που ξέμπλεξε μόλις από καυγά και σφηνώθηκε με το
κεφάλι σ’ ένα άδειο χαρτόκουτο η νεραϊδοπαραμάνα είπε «Στικ Σποτ!».
Ήρθε η κορνίζα με τσαλίμια «φεύγωμένω» και την πρόγκηξε η Λουλού
οπότε χαμήλωσε σαν αγγελούδι στη σκεπή. Πιαστήκανε οι τρεις ετούτοι
εναπομείναντες απ’ τα χέρια και βουτήξανε στον πίνακα όπως ο Άλσελ
πριν λίγο.
Βγήκανε στον αέρα ψηλά χωρίς να πατάνε στο δάπεδο και βρεθήκανε
εκεί πέρα σε ύψος τεσσάρων μέτρων ο ένας δίπλα στον άλλο, όρθιοι.
Χωρίς να πέσει καπέλο με επιτόπια τούμπα σε ’κείνο πάντα το ύψος,
213
pdf by elifrac

γυρίσανε ανάποδα. Με τα κεφάλια κάτω και τα πόδια προς τα σύννεφα.
Ανακινηθήκανε γρήγορα για δεκαεφτά φορές βρισκόμενοι στον αέρα
ακόμη, υψωμένοι τέσσερα μέρα πάνω απ’ το δάπεδο της οροφής των
κατοικιών όπου διέμεναν η Καίτη και ο Αλέκος. Ταρακουνηθήκανε σαν
να ήτανε μέσα σε αναδευτήρι για φραπέ καφέδες που το κράταγε
κάποιος γιγάντιος σερβιτόρος για να ετοιμάσει τα ροφήματα σε τρεις
επίσης γιγάντιους διψασμένους πελάτες.
Ρευτήκανε όλοι για δυο δευτερόλεπτα πολύ δυνατά, ήρθανε δέκα
τούμπες στο ίδιο σημείο και φύγανε. Για την καμινάδα του
ζαχαροπλαστείου στον ορίζοντα για να βρούνε τον Άλσελ. Η ομπρέλα
πέρασε στις λαβές της κοτρωνότσαντας και τελευταίες και καλύτερες
ακολουθήσανε την κουστωδία με μια τούβλινη, βαριά κατάδυση. Η
ζωγραφισμένη κορνίζα με ένα «παφ!» χάθηκε απ’ την ίσια, επίπεδη,
μόνο με δυο φεγγίτες και δυο φουγάρα τζακιών στέγη, απ’ τη μεριά της
κατοικίας όπου έμενε ο Άλσελ Φορνόουλες, δηλαδή ο Αλέκος ο
Φραγκοδεκατεβαίνογλου. Η ταράτσα από κάτω φόραγε και σπίτι όχι με
διπλά λοξή, τριπλά με το επίπεδο το από πάνω της κατασκεύασμα
στέγη. Αν δηλαδή κρίνει κάποιος τη λόξα της σκεπής όχι από τις
ανηφοροκατηφόρες των κεραμιδιώνε αλλά από το καπελωμένο πλακέ
ρετιρέ πού ’χε προστεθεί ολόπλευρα στην από ’κει και κάτω κανονική
σκεπή δαύτη. Διότι με την εν λόγω οροφή το σπιτάκι ετούτο ήτανε σαν
ηπειρώτης κουλουρτζής με τη λουκουμαδόντανα για μαλλιά και την
τάβλα τραγιάσκα.
Όσο για τους προορισμούς τούτους ήτανε «για αλλού να πηγαίνουμε και
αλλού να βρισκόμαστε». Όλοι τους τα κάνανε όλα στο περίπου. Διότι η
κορνίζα άμα ζωγράφιζες μόνο ή ξεχνούσες να γράψεις ακριβώς τα
δρομολόγια σε δούλευε σαν νά ’σουνα τουρίστας-ναυαγός για κανένα
παλιότερο Ροβινσώνα μισόμουρλο που έπαιζε τον ταξιτζή και
ολομόναχος για να διασκεδάζει.
- Να σε πάω να δεις τα αξιοθέατα και άμα θυμηθείς που πάμε μου λες.
Θες απ’ την απάνω ρούγα, για απ’ την από κάτω;

214
pdf by elifrac

Ο ναύαρχος Ζουμ που κοιτούσε όλα τα γεγονότα με το κυάλι, ρεύτηκε
δυνατά για δυο δευτερόλεπτα. Μετά έστρεψε το βλέμμα πλάι του
ρίχνοντας μια ματιά για την αναμενόμενη συνέχεια. Ο ύπαρχος που
στεκότανε κοιτάζοντας παρομοίως με το δικό του το μονόκυαλο τον
αντίκρυσε χωρίς να βγάλει το τηλεσκόπιο απ’ το μάτι του. Ο-πότε και
ρεύτηκε επίσης για δύο δευτερόλεπτα, πνιχτά όμως για να μην ενοχλεί
το χνώτο. Αμέσως μετά ο ανεμοδείκτης αφού στριφογύρισε
δεξιάαριστερά αλλάζοντας φορά έπειτα από λίγες βόλτες προς την κάθε
κατεύθυνση ξανάρθε στα ίσα του, σημαδεύοντας βορειοανατολικά.
Ο Ζουμ έχωσε σαν νά ’γλειφε σάλτσα το δάχτυλο στο στόμα και τό
’βγαλε σβέλτα υψώνοντας τον δοκιμασμένο δείκτη του χεριού του στον
αέρα. Η ανεμοδούρα στη στέγη του, παλαβή όσο και δαύτος
στροβιλήστηκε σαν σβούρα. Πράγμα που σήμαινε ότι και τα κουκιά να
ρίχνανε ο Ζουμ ο ναύαρχος με τον ύπαρχό του που είχανε μονίμως για
το παραμικρό περιστατικό στα πέριξ το νου τους, πάλι δε θα βγάζανε
άκρη για το που θα κατέληγε το νεραϊδοπλήρωμα το επιπόλαιο.
Όμως οι υπόλοιποι μη σκοτιζόσαστε. Τα επόμενα τα κεφάλαια οι
ιστορίες γι’ αυτό τα έχουνε. Άμα σας έρθει ποτέ ξανά η όρεξη τα
παρακάτω θα τα μάθετε και αυτά χωρίς τηλεφακό. Αφού είναι τέτοιες οι
νεραϊδόγκαφες ακόμη που μπορεί να βγάλουνε κάνα μάτι. Αλλιώς για
’κείνους με την πετιμεζάτη σκέψη που κάτι τέτοια τα υπολογίσανε μόνο
σαν κάτι μικροαναποδιές άνευ ίχνους ανησυχίας μακάρι κιόλας νά ’χα
περιλάβει μεριμνώντας και τηλέφωνα ανάγκης για τον πλέον ξουράφα
οφθαλμίατρο της περιοχής τους…Επομένως όσοι έχετε θολώσει
απορροφημένοι, για τα παρακάτω ε, καλά κρασά. Χωρίς τηλεφακό στο
τσακ τη γλιτώνετε. Μια και δεν είναι για κακό ας βρίσκονται κοντά τα
γυαλιά σας. Ίσως νιώσετε πιο ακατάβλητοι όσοι έχετε… Προπάντων η
σιγουριά από πάσης πλευράς. Διότι όσα θα διαβάζετε στη συνέχεια της
ιστορίας θα τα βλέπετε γραμμένα όντως. Αμ, γιατί τα λέω και ’γω τόση
ώρα αυτά…

215
pdf by elifrac

Κεφάλαιο 12
12. Με Τη Σέσουλα Ζαχαρομπουκωμένος
Άμα βλέπεις φαγητό όρμα και καυγά φεύγε. Όπως λέει και μια έκφραση
παλιά. Μόνο που ο Άλσελ όρμησε χωρίς να δει τίποτα. Είχε αυτόματο
πιλότο με το τιμόνι πρόσω ολοταχώς κλειδωμένο μέχρι το
ζαχαροπλαστείο. Πήγαινε συστημένος. Έμπαινε φουγαράτος και
έβγαινε κατευθείαν στο τουρτοπαστοεργαστήριο. Πίσω απ’ τον πάγκο
λιανίσματος, εεε…της λιανικής, συγνώμη. Όμως έπεσε βουρ σε
ποσότητες χονδρικής τζαμπατζίδικης. Η νορμάλ, πιο κερματομασούρικη
για τις τσέπες αλλά και πολύ μεγαλύτερης αγγαρείας συναλλαγή για τον
Αλέκο κατά τις ώρες κοινού έπεφτε μόλις ξημερώσει και βάλε. Πολύ
ήθελε; Όχι θα τα άφηνε. Τί; Όπως εμείς οι υπόλοιποι που
ψευτοκαταριόμαστε τα σιρόπια και τις κρέμες σαντιγύ στις πάστες με
γλάσο; Ο μπόμπιρας χαμπάρι…Μόνο στη σκέψη μου πού ’ναι έτσι μού
’ρχεται να σας παρατήσω και να πάω να μπουκωθώ παρομοίως αλλά
φταίω. Κάθομαι και «παίρνω μάτι» τον άλλονε.
Μαθημένος ο μικρός σε γεύμα εργασίας ή σε εργασίαγεύμα. Μάλιστα η
μύτη του κουνιότανε σαν των λαγωνικών ήδη από τα μισά της
τσουλήθρας μέσα στην καπνοδόχο. Από όπου μπήκε σαν μια μπάλα σε
καλάθι. Κατέληξε λίγο πιο ’κει από αλευρόσκονη, ζάχαρη, κακάο και
άλλα ωραία. Ίσα απέναντι απ’ την καμινάδα που έβγαζε στο τζάκι μέσα
στο οποίο έπεσε ο μπόμπος τούτος ήτανε ο πάγκος για να πλάθονται και
να χώνονται για ψήσιμο ή ψύξη τα κοκά. Θυρίδα διαμαντιών
ολομόναχων σε ελβετική τράπεζα αφρούρητη. Ό,τι δε χωράει ο στόμας
αφού έχει γεμίσει ο κάτω όροφος της λουκουμαδένιας,
ζαχαροενισχυμένης μπάκας του μπόμπιρα του φοβερού, το χωράνε
τσέπες.
Άλσελ, τουρτοζούζουνας των γλυκών των φρεσκόκρεμων και
λαχταριστών. Ζαχαρωτοκαμάκι υπερηχητικότατο. Ό,τι πιάνει το χέρι
ήδη στροβιλομποφοριασμένο, κάνει σ’ ένα ανεμοτυλιγάδιασμα μια
«επιχείρηση σκούπα» και δε μένει ασάρωτο ούτε σαβαγιάρ. Οι
αρπαχτές όμως σε ταχύτητα και ένταση γερανομαγνήτη, όχι αστεία!
216
pdf by elifrac

Έκανε γενέθλια και γιορτή μαζεμένα. Η περιγραφή σε κάτι τέτοιες
σκηνές θέλει εφέ για αργή κίνηση και κοντινά πλάνα αλλά με «κλόουζ
απ» όλα παραφαίνονται λεπτομέρειες κάπως πεζές. Οπότε καλύτερα σε
τρεχάλα υπεράν-θρωπη το σχετικό πλάνο και ό,τι πρόλαβε του θεατή το
μάτι είδε.
Ε, μα! Τί να μάθεις από λεπτομέρειες; Έναένα τα βουτήματα; Τα
ονόματα και τον ακριβή αριθμό όλων όσων γλυκισμάτων έτυχε και
καταβροχθιστήκανε ή μήπως ποια περιδρόμιασε μισά, ποια ολόκληρα;
Έτσι υγειαίνει άλλωστε ένας Άλσελ. Ένα στα δυο γλυκά υγείας ήτανε!
Τουλάχιστον η μία από τις δεκαεννιά σοκολάτες που χτύπησε στο
εικοστό πρώτο δευτερόλεπτο και τριακοσιοστό εβδομηκοστό όγδοο
τρίτο ενός χιλιοστού του δευτερολέπτου. Βεβαιότατα. Ένα ακατάρριπτο
ακόμη ρεκόρ. Μιας αθέατης με γυμνό μάτι στιγμής. Παραμύθι άλλωστε
είναι αυτό. Πώς δεν είναι παίξεγέλασε! Ό,τι θες κάνεις και λογαριασμό
δε δίνεις. Γλεντάς με τζάμπα και αζύγιστα παστοτεμάχια άφθονα άμα ο
παραμυθάς τό ’χει άχτι και όσοι έχουνε ανησυχία χωρίς να χρειάζεται,
να πάνε να ζήσουνε καλύτερα.
Φυσικά, όχι πως έπεσε μέσα ’κει και για καμιά ανάκριση. Πάνω κιόλας
που τού ’τυχε να βρει το θησαυρό με τα ζαχαρωτά! Λες και το
πολυσκεφτότανε ο Άλσελ ότι όπου και αν πήγαινε «πρώτα η μάσα και
μετά οι κουβέντες». «Χαίρω πολύ!» θα σού ’λεγε. Όσο μπορούσε τα
ρήμαζε τα ζαχαρώδη. Μήπως υπήρχε και κανείς εκεί να του φωνάξει
«φτάνει!»; Βέβαια, η συνείδηση είχε παχύνει το ίδιο. Έτσι, μόλις έφτασε
στην ένδειξη «πλήρης» η βελόνα, έκανε ο μπόμπιρας μια μεταβολή για
το τζάκι. Από τις πάστες είχε γίνει νταούλι. Μα όπως μισοχώθηκε να
τσεκάρει για την άνοδο άκουγε από ψηλά,
- Στην άκρη! Λερώνει!
Καθότι κατέβαινε πράγμα μπόλικο. Στριμωγμένο δεν το μέτραγες
εύκολα. Πέσανε σαν τις μπουκιές τις πεταχτές μέσα στο στόμα ενός
πειναλέου δράκοντα με φτερούκλες, μακριά και αιχμηρή ουρά και
σταχτοπνιγμένη, κοιμισμένη από φωτιές ανάσα. Καταρρέοντας σαν τις
ελ-πίδες για δίαιτα. Καταλήγοντας μαζεμένοι μέσα σ’ ένα τζάκι σαν
217
pdf by elifrac

θερμίδες σε κοιλιά. Ο ένας γύρω, κάτω και απάνω σε μπλέξιμο με τον
άλλο. Αγκαλιά από κάτι ενός με ένα κάτι άλλου και λίγο από Άλσελ
όλοι. Ψιλοδοκιμαζότανε για τη γεύση και η στρουμπουλοστρογγυλάδα
του πιτσιρίκου του τρομερού και άμα δεν είχες φάει, δοκίμαζες έτσι και
βρισκόσουνα σε μια παρόμοια θέση.
- Μπας και πέσαμε σε κανένα αλλόκοτο ορυχείο ή πηγάδι που αντί
ορυκτά ή νερό να βγάζει ζάχαρη;
Είπε η πάνω τούρλα στο σωρό, η Γκέτεμ.
- Άντε, ο πιο τυχερός ή όποιος άραξε σαν νά ’ναι φρούτο
γκλασαρισμένο πάνω σε καμιά πάστα να μετακινείται σιγάσιγά γιατί
μας βλέπω φορμαρισμένους πουτίνγκα! Για κουνηθείτε λίγο σβέλτα!
Ντερτ!
Έβγαλε μια στραμπουληγμένη φωνή κάπου στη στοίβα μέσα
βρισκόμενη η Λούση Μπόμπινγκς. Πάνω που λόγω σιωπής θά ’κανε
«φτου!» αντί για «Στικ Σποτ!» η νεραϊδούλα, αποκρίθηκε ο ζωγράφος
που αποτελούσε μέρος από την όλη μαρέγγα, κιόλας κομμένη όμως,
στον κάδο ακόμη μέσα,
- Είναι που η βουτιά από τον πίνακα ως το ζαχαροπλαστείο έρχεται λίγο
πιο ρηχά και φρακάραμε!
- Τί κουνάς εύκολα;
Ρώτησε η νταντά.
- Τώρα; Τ’ αφτιά!
Είπε και ο Ντερτ.
Αν δεν ήτανε η ομπρέλα η τρύπια που έμοιαζε με εξημερωμένο γύπα
όπως έστεκε συνεχώς και ανέμενε εντολές θά ήτανε πιο μεγάλο το
μπλέξιμο. Έδρασε όμως από μόνη της όταν πλέον έγινε μια δίλεπτη και
218
pdf by elifrac

παραπάνω των δυνάμεων της νεραϊδοπαρέας, περιλαμβανομένης καλά
και της ίδιας της Λουλούς, ζορισμένη προσπάθεια για να ξεμπλέξει το
χερουκλοπόδαρο κουτσουροδεμάτι. Το γεμάτο πατούσες, ζουπηγμένα
χέρια και φρακαρισμένα κεφάλια.
Κινήθηκε λοιπόν η ομπρέλα, η ξεκομπιάστρα η ματιασμένη να
λασκάρει το Μπουμπουνηταριδοσυννεφιδολελεκομπομπιροτσαντένιο
κουβάρι. Πέρασε από την κορυφή του ανθρωπολόφου που ήρθε και
αραδιάστηκε μέσα στην εστία τούτου του μεγάλου τζακιού και βγήκε
αρχικά σκάζοντας μύτη κατηφορικώς, σχεδόν οριζοντίως και τελικά
όρθια, ελευθερωμένη και ντούρα ετοιμάστηκε να πάρει πρωτοβουλία.
Κουνήθηκε η μπανελολελέκω κλειστή. Ομπρελοβλαστημώντας
μπασαδούρικα και μουρμουριστά όλες μαζί τις νεραϊδογκαμπαρντίνες
τις Μπίτερμπιρς καθώς στεκότανε όρθια στη σουσταρομυτόνγκα.
Πρώτα στάθηκε στο κέντρο της μεγάλης εστίας. Α-φού
πλαγιοτεντώθηκε δεξιά και αριστερά, πάντα με τη μυτάκλα να ακουμπά
στην ίδια θέση του δαπέδου, δυο μέτρα απέναντι από το τζάκι αλλά
κεντραρισμένη μ’ αυτό διέκρινε το κατάλληλο σημείο για έφοδο
λασκαρίσματος της θημωνιάς της νεραϊδοτσουρμαρισμένης, που δεν
ήτανε τυχερό κανενός να είναι δυστυχώς και αλλιώτικη στη ρημάδα τη
ναυτολόγηση που έκανε η Λουλού. Το βοηθητικό λοιπόν το αγαρικό το
άχαρα μακρυμύτικο με τις πέντε εκατομμύρια τριακόσιες πενηνταδύο
τσακίσεις στο επιπλέον απερίγραπτα τρύπιο, ξεφούσκωτο
φουστανοκρινολίνο το νάυλον εστίασε σε ένα δείγμα που προεξείχε
καταλλήλως και έδειχνε προέλευσης Ντερτ. Οριζοντιώθηκε κατευθείαν
και με τον κατσαρομύτουλα τον σουστένιο χτύπησε με δική του
έμπνευση ένα μύτο αντικανονικότατο στα ψαχνά που αράζουνε στις
καρέκλες για ανάπαυση.
Η Γκέτεμ αρχικώς ψιλοτρόμαξε και έβγαλε ένα «ωχ!» μαζί μ’ ένα
«ωπ!» που τα εξέφρασε σε τόνο επιβάτη σε εστιατόριο
κρουαζιερόπλοιου. Ο οποίος κυνηγάει τα πιατικά που του έχουνε
σερβίρει. Όχι για να τα συγκρατήσει αλλά για να τα ακολουθήσει πάνω
στη φουρτούνα, τριγύρω στη σάλα γευματίσματος. Βρισκόμενη από

219
pdf by elifrac

πάνω απ’ τον Ντερτ, που μαζί με την τσαντάρα την ασήκωτη είχανε
κάνει τον Άλσελ μάρκα φύλλου για ζύμη.
Η μικρή η Μπακς αμέσως με το που ένιωσε λάσκα σκέφτηκε πως θά
’πρεπε να αρχίζει να συμπαθεί περισσότερο κάποιον απ’ την παρέα.
Τουλάχιστον την ομπρέλα. Έτσι, φιλοτιμήθηκε να βοηθήσει αφού ήτανε
η κορυφή της πυραμίδας στο νούμερο. Αν και με τουρτόχρωμο απ’ τη
βιοτεχνία το σακάκι και με μαγιό ριγέ μέχρι κάτω. Λες και είχανε ντύσει
παρουσιάστρια έκτακτου δελτίου τηλεοπτικού κατακαλόκαιρο τα
μεσάνυχτα σαν ριγωτό καραμελομπάστουνο. Μόνο που λείπανε
γρύλλοι. Όχι για να μη φοβούνται πού ’ναι μόνοι στο σκοτάδι έχοντας
παρέα τα φιρουλοφιρουλίδικα ζουζούνια. Για να ανυψωθούνε με τα
σχετικά εργαλεία και να σηκωθούνε από ’κει που ξεμείνανε όσοι
υπήρχανε μέσα σε ’κείνο το τζάκι κατρακυλισμένοι.
«Βόλτα ήτανε τώρα ετούτη ε;», έκανε η Καιτούλα και όπως την
εγκατέλειπε μουλωχτά η καλοζυγισμένη ηρεμία, την καταπλάκωνε από
παντού στεναχώρια μπόλικη που την ένιωθε πάνω της και πολύ
βοϊδόξυγκη. Οπότε παραμπαζωμένη ανάμεσα σε ποικιλίες
πλοκαμοπάτουσες χλωροφορμιοειδώς οσμογόνες έτσι εγκλωβισμένη σε
κρεμανταλοκονσέρβα ανθρωποχτάποδη σκέφτηκε βαριαναστενάζοντας
«…δηλαδή κάτι σαν εξτρίμ σπορτς. Με οδηγούς κάτι αμπλαούμπλες
μαντράχαλους. Άσε που δε θά ’χουνε για μια ώρα ανάγκης ίχνος κέρμα
απάνω τους. Όχι για τηλέφωνο με κερματοδέκτη σε πάγκο
ζαχαροπλαστείου. Ούτε σοκολατένιο. Κάθησε λίγο και θα ξεσπάσουμε
δαγκώνοντας τα προς πώληση παρόμοια μέχρι να καλμάρουμε και να
ξεχάσουμε που βρεθήκαμε. Αμέ. Α, όπως
μ’ ακούς Γκέτεμ.
Μασημένα με το χρυσόχαρτο τα σοκολατοφλουριά για να
ηρεμήσουμε!».
Έτρωγε την πιτσιρίκα τη Μπακς το παράπονο και κάτι τρίχες
συρμάτινες από κάποιο μυστήριο κτήνος που οπωσδήποτε θα
στοίχειωνε από τον καιρό των μαμούθ τέτοια μέρη. Όταν απότομα
τελείως ένιωσε ανακούφιση στο θέμα των αναπνοών. Ξεσφήνωσε
ευτυχώς τσάκατσάκα με την απρόσμενη βοήθεια της ομπρελάρας. Αφού
πρώτα η κουνουποσουραύλω χαλάρωσε την πλεξίδα που έκανε η
220
pdf by elifrac

χερούκλα του Ντερτ. Ενώ η Γκέτεμ ήτανε μισομπρουμουτιασμένη,
έτοιμη να σκάσει σαν τρακατρούκα. Με ένα τριχόχερο σαν θηριώδες
ζούμπερο – έντομο μαλ-λιαρό – κάπου πλάι σε ένα της αφτί, περνώντας
και από ένα ώμο της. Το οποίο το απομάκρυνε πιάνοντάς το με τα δυο
δάχτυλα και φέρνοντάς το πάνω απ’ το κεφάλι της.
Η νταντά με το ζωγράφο την είχανε για πίκλα ανάμεσά τους με κλίση.
Κεφάλια και πόδια σε σχηματισμό τριών βε μπλεγμένων. Έχοντας έρθει
σαν ζήτα, πόδιακεφάλιπόδια. Ο ένας κόντευε να φάει τα παπούτσια του
αλ-λουνού. Με τη μέση όλων πλην του Άλσελ τουρλωμένη σε λάμδα
ήτανε οριζόντια μέσα στην ευτυχώς ψηλή εστία σαν το άτιμο το γράμμα
ντάμπλγιου. Μπλεγμένοι εντελώς καλλιγραφικά σαν το σήμα των
γνωστών αυτοκινήτων Βουρστ Βάγκεν. Τσιμινιερολουκάνικο
αλυσιδωτό. Πεσμένοι μέσα στο τζάκι με τον Άλσελ πλακέ. Φωτιά
θέλανε να ψηθούνε στη σχάρα να γίνουνε πεπερόνια.
Η Γκέτεμ το πόδι της τό ’βγαλε απ’ αυτή τη χερουκλοποδαρόφακα χάρη
στην ομπρελοέφοδο όπως είπαμε. Ως τότε ήτανε μαζί με της Λούσης τα
άλλα δύο και τον μισό Ντερτ καθηλωμένο. Σαν να τό ’χε βάλει ενέχυρο.
Μέχρι που της κάνανε «φτου ξελευτερία!». Βγήκε νιώθοντας σαν νά
’τανε τσάμπουρο από πατητήρι. Ξεμύτησε με σπρωξίδι απ’ τους
μισοζαλισμένους ταβανολέλεκες ζουπώντας για να βάλει κόντρα με τό
’να της το χεράκι το πονόψυχο την χοντροκεφάλα του Άλσελ. Ο οποίος
παρέμενε ατυχώς σαν ο πλέον θαμμένος. Με τους άλλους ακόμη από
πάνω του και τη γαϊδουρότσαντα να του πατάει το ένα του χέρι.
Τινάχθηκε η μικρή με την ησυχία της. Μαγιό φορούσε, βουτιά έκανε ε,
σαν πολύ δεν πήγαινε; Έψαξε για καθρέφτη. Βγήκε απ’ το εργαστήρι,
πέρασε στην είσοδο και βρήκε έναν πίσω απ’ την ενδιάμεση πόρτα που
οδηγούσε απ’ το παρασκευαστήριο όπου είχανε μπουρδουκλωθεί, στο
χώρο συναλλαγής. Τίναξε τα μαλλιά της ποζάροντας για να ελέγξει την
κοτσίδα της. Την πλεγμένη και με φιόγκο στολισμένη. Καθαρίστηκε
όπου έβλεπε σκόνη και επέστρεψε στο χώρο του ατυχήματος. Έβαλε τα
χέρια στη μέση. Έβγαλε ένα «χμ!» με θυμό απ’ τη μύτη μπόλικο. Έπειτα
με το κεφάλι της έγνεψε ελαφρώς μια αριστεροδεξιά αποδοκιμασία
όπως κοίταξε τον Άλσελ που είχε σηκώσει μάτια και φρύδια και
221
pdf by elifrac

τολμούσε να την αντικρίζει. Τον έπιασε απ’ το μανίκι γραπώνοντας το
μπράτσο τού σακακιού του με το ένα της χέρι. Με το άλ-λο το γιακά.
Πάνω στην ώρα ήρθε και η ομπρέλααα…Η οποία προνόησε να του
προσφέρει τη λαβή για να κρατηθεί από ’κει με τό ’να το ξερό το δικό
του το εύκαιρο. Εδώ ήτανε που ο Άλσελ νόμισε ότι είχε γίνει σαν ρολό
ταψιού που του λύνουνε το φιλέ για να τον σερβίρουνε. Διάνα έπεσε
διότι παραβάζοντας δύναμη, απ’ το ζόρισμα κοκκίνησε ακριβώς σαν
ξελευτερωμένη απ’ το διχτάκι σπάγγου κρεατοφρατζόλα απ’ όλη την
ένταση για να ξεφρακάρει. Μόλις η ομπρελάρα της νεράιδας άρχισε να
κοντράρει το βάρος του αιωρούμενη οριζοντίως, ο Αλέκος άρχισε να
κρατάει την ανάσα του. Μέχρι που βαστώντας γερά την
ομπρελοραμφόπαπια απ’ το γάντζο βγήκε με τέτοια φόρα που βρέθηκε
μ’ ένα τίναγμα όρθιος.
- Είσαι δηλαδή οκέι ε;
Τον ρώτησε η Γκέτεμ.
Της έγνεψε «ναι!» δυο φορές ο Άλσελ.
- Σίγουρα ε;
Τον ξαναρώτησε.
- Μα, ναι ρε…
«Τσάαακ!!!» Επιτόπου τού ’ριξε μια μουλαρίσα κλωτσά στο καλάμι και
ένα σβουρηχτό χαστούκι τέτοια που ο Άλσελ κόντεψε να μετρήσει τις
φακίδες στη μύτη του επτά φορές όπως αλλοιθώρησε. Η Γκέτεμ τότε
είδε με την άκρη του ματιού της την ομπρέλα που αραίωνε απ’ το
συνωστισμό πιο ’κει μη φάει καμιά σφαλιάρα. Της είπε η μικρή «έλα
’δω!» σιωπηλή, γνέφοντας με τα χέρια και το κεφάλι και η σαν από
έκρηξη κοτοπουλομαδημένη, η μακρόταλη πήγε πιο ’κει ακόμη. Η
μπαταβουκομπρέλα!
222
pdf by elifrac

Η μικρή Μπακς επιμένοντας της άπλωσε το χέρι. Έ-κανε η ομπρέλα
«ομπρελοόχι» στα ομπρελίστικα τα νοήματα τα μουγγά, «ναι!» στα
Γκετεμίστικα τα επίσης μουγγά η μικρή συμφορά, «όχι!» - «ναι!»,
κυνηγητό γύρωγύρω ενώ στο μεταξύ η Λούσι Μπόμπινγκς με τον Ντερτ
να σουλουπώνονται σιγάσιγά. Ξεσκονίζοντας εαυτούς. Με το καπέλο
της νταντάς που έκανε κάτι ψιλούτσικα νούμερα αλλά πάνω στο κεφάλι
του Ντερτ.
Η πρώτη φροντίδα της νεραϊδογκουβερνάντας ήτανε να φορέσει το ένα
της παπούτσι γυρνώντας την πλάτη της στον καπελωμένο Ντερτ απλώς
φυσώντας το ελαφρά για να το εφαρμόσει κατασκονισμένο ακόμη στο
λάθος πόδι ξανά. Μα με παπουτσιού ήχο ανακούφισης ίδιο με ανθρώπου που κάθεται στην αγαπημένη του πολυθρόνα και δεν έχει να
κουνηθεί άλλο σημέρα με την υπόλοιπη μέρα αργία.
Το καπέλο σχήμα καρφιού δεν είχε αλλά διέθετε κλίση στο δείξιμο και
σημάδεψε σαν χέρι με μακρύ δάχτυλο που κάνει σινιάλο το «από ’κει!»
κατά την καταδίωξη. Οπότε και της παραμάνας το σφύριγμα επίσης με
δάχτυλα, τα δικά της βέβαια, έκανε τη Γκέτεμ να φρενάρει, αφήνοντας
το «άμα μπορείς πιάσε με!» και επιτρέποντας στο μυτερό αυτό το
σουραυλόπανο το καρό, το γκρίζο, το θεόρατο, ξεπλυμένο και ελεεινό
και τρισάθλιο και απ’ όλες τις μεριές σκωροφαγωμένο να ξεγλιστρήσει
με ελαφρά πηδηματάκια. Στην κυριολεξία. Για να βρεθεί πίσω απ’ το
χέρι της Λούσι Μπόμπινγκς κολλώντας πάνω στο μακρύ ως τον
αστράγαλο, κατακουμπωμένο ως το λαιμό γκρι σκούρο, χνουδωτό μα
άτριχο με φουντωτούς γιακάδες και πιο σκούρα γκρι σφαιρικά κουμπιά,
όλο ένα χάλι – είναι γνωστό πια – παλτό της.
«Την τσιφούτικη την καφενεδοκαρεκλόψαθα την ξεχαρβαλωμένη! Μα
τι ρεταλοτουλούπανο για γιδότυρα του τσιγκελιού που είναι, το απαίσιο!
Κρύφτηκε εκεί στο αφεντικό του με λίγο βηχάκι μπασαδούρικο λες και
ορμήσαμε για να το κάνουμε ντα!».
Σκέφτηκε η Γκέτεμ γεμάτη από εκνευρισμό διότι δε βρήκε την ευκαιρία
να πλησιάσει την ομπρελάρα την ακατάδεκτη και ζεβροκαλπάζουσα σε
στυλ καμακοπάτουσο με θόρυβο σουστοπέταλο. Δηλαδή εκνευρισμένη
223
pdf by elifrac

από το ανεπιτυχές αποτέλεσμα ενός σπανίως άλλωστε εκ μέρους τούτης
της πιτσιρίκας τόσο καλοπροαίρετου πλησιάσματος που μόνο συμφέρον
δεν έκρυβε. Η καλοσύνη ήτανε πολύ μεγάλο μυστήριο για την Μπακς
τη νεότερη. Η οποία δεν παρέβλεψε απ’ το περιστατικό ούτε τον
κατραπακοσουταριστό χαιρετισμό ξανανταμώνοντας τον Αλέκο,
«Α, εκτός και αν η ομπρελομαριονέτα δαύτη τρόμαξε όπως ταχτοποίησα
την κατάσταση με τον μάπα τον Φραγκοδεκατεβαίνογλου. Άλλο θέμα ο
Άλσελ. Μα κάπως πρέπει να τσεκάρουμε τώρα μέχρι και τις ομπρέλες
για να δούμε αν είναι ικανές για συννενόηση! Είναι δυνατόν ποτέ να
καταλάβουνε τίποτε;».
Ακριβώς μέσα σε τούτη την τρελλοπανήγυρη η Μπόμπινγκς με τη σειρά
της να που γράπωσε τούτη την ομπρελάρα της. Όμως τόσο άτζαλα που
η βροχομυτόνγκα έκανε σαν την στραμπούληξε οδοστρωτήρας. Στη
συνέχεια, βαστώντας η νταντά το βροχοσούραυλο απ’ τη μέση έτσι
σφιχτά στο χέρι της έκανε κατευθείαν μεταβολή να απαλλάξει τον
Ντερτ από το βγάλσιμο του καπέλου. Το οποίο χοροπηδούσε. Κάθε
φορά που ο ζωγραφοφουγαροκαθαριστής προσπαθούσε να το αρπάξει.
Ξανακαθότανε το αφιλότιμο όμως μόλις τα χέρια του Ντερτ αφήνανε το
ίδιο του το κεφάλι ήσυχο.
Η παραμάνα και παρανεράιδα έριξε πάραυτα ένα αυστηρό βλέμμα στο
ζερζεβούλικο ετούτο καπέλο της δείχνοντάς του το πάτωμα. Το καπέλο
έκανε όχιναιόχι καπελοστρίβοντας πέραδώθε για να φέρει αντίρρηση
αμέσως όχι μία, δυο φορές και αργά μάλιστα. Δείχνοντας
αυτοπεποίθηση. Οπότε ορίστε τι έγινε με την ομπρέλα βοηθό.
Ευκαιρία βρήκε και η βροχόσουβλα δαύτη άρχισε να ξεγλιστράει απ’ το
χέρι της Λούλας Μπόμπινγκς έχοντας σχέδιο. Με πείρα
μακρομυτουλοκαπάτσας. Φτάνοντας αθόρυβα πίσω απ’ τον Ντερτ. Εκεί
με αργή κίνηση σηκώθηκε ψηλά ίσαμε ενάμιση κεφάλι παραπάνω απ’
τον καπνοδοχοφουμοφάγο τον οδοντοβουρτσοφτιαγμένο και εκ του
φυσικού του. Με τη λιονταρομασημένη την ομπρελομύτη προς τα κάτω
και έτοιμη να σουβλήσει κατ’ αρχήν το καπέλο. Μα όπως οι σκηνές
224
pdf by elifrac

αγωνίας έχουνε ανατροπές έτσι είχε και τούτη στο σημείο αυτό
ακριβώς.
Χασκογελώντας πνιχτά στην ιδέα ότι έτσι ανταπέδιδε όλη την ίσαμ’ εδώ
αξιοθρήνητη εκδρομή, τώρα ήτανε η Γκέτεμ η αλευρόψειρα που έκανε
τούτα τα θαυμαστά. Την ώρα που η ομπρέλα έλειψε για τη λαδιά με το
ξεκαπέλωμα η μικρή ξεκρέμαγε σε ανύποπτο χρόνο ένα χάλκινο τηγάνι.
Το ακούμπησε με τη λαβή σαν νά ’δινε σκυτάλη σε αθλητή στης
Λούσης της Μπουμπουνηταριδοσυν-νεφίδου το χέρι, που μηχανικά το
τσάκωσε. Όταν το βλέμμα της νεραϊδονταντάς στράφηκε σε στιγμή
απελπισίας στο ταβάνι να το ατενίζει και ενώ ο ομπρελομύτακας ήτανε
στην επίμαχη θέση σαν ξιφολόγχη πάνω απ’ τον ανυποψίαστο τον
Δερβισοψηλολελέκογλου.
Άπαξ και εφάρμοσε στη λαβή της το τηγάνι έτυχε άθελά της η νταντά,
όνομα και πράγμα εδώ να κατεβάσει το χέρι της κατά την κεφάλα του
Ντερτ. Ενός τέτοιου ζωγράφου ο οποίος ήτανε της κακιάς ώρας μεν
αλλά όχι και των σαγανοτήγανων. Με κάδρα έφερνε αυτός την
καταστροφή όταν ερχότανε η σειρά του να παίξει. Πάντως τότε ήτανε η
στιγμή ακριβώς που βρέθηκε η Λούλα με καπέλο και ο
καπνοδοχοφουμοδιώχτης με καρούμπαλο. Η τσαλαπετεινομπρέλα
άφαντη. Η Γκέτεμ πλάι στη νεραϊ-δοπαραμάνα. Ο Άλσελ στο τζάκι
δίπλα χωρίς γλυκό και το χρειαζότανε ένα επειγόντως. Ο Μήτσος
ανάσκελα από τηγάνι που βούλιαξε αντί να τον αφήσει να μπει για να
δει αν παραθερίζεις.
Απαγορεύονται οι επισκέπτες απροσκάλεστοι σε τηγάνι χωρίς ραντεβού.
Έτσι έμεινε ο άσχετος από τηγανοείσοδο Ντερτ απ’ έξω τάβλα, ξερός.
Αντί να δει αν υπάρχει καμπάνα να κάνει διανυκτέρευση στο
χαλκοσάγανο μέσα τον κατακαμπάνησε αυτό αφήνοντάς τον μ’ ένα
καρκαλόκαλο σουβλερό σαν καρότο. Πάνω μάλιστα που σκεφτότανε ο
Ντερτ να βάλει τα δυνατά του για να γίνει ζωγράφος ώστε να έχει κάτι
για να βάζει μια τζίφρα. Πλασάροντας για καλλιτεχνικό του όνομα αντί
για το Μήτσος στους πίνακες το Ντελελεκό. Αφήνοντας για πρώτο έργο
τέχνης ένα ακαθορίστου χρησιμότητας σκεύος με τον πρωτότυπο για
μπιενάλε γλυπτικής τίτλο «ένα κασκέτο ιππασίας για τηγανητά αβγά
225
pdf by elifrac

μαζί με δύο βίδες λάσκα». Φυσικά, παραμένοντας τελικά ανυπόγραφο.
Όσο για την γκαντεμογκουβερνάντα χάζευε την οπλισμένη με δαύτη την
παλιοχαλκολαμαρίνα χούφτα της. Πότε κιόλας έριξε ετούτη την κατάρα
χωρίς να το θυμάται και βγήκε ένα τέτοιο πράγμα στο χέρι της;
- Ναι, τώρα «Στικ Σποτ!» κάνε να δούμε!
Μουρμούρησε η Γκέτεμ που έριχνε προσεχτικές ματιές και συνέλαβε με
το βλέμμα της το φιλαράκο της τον στρουμπουλό.
«Άσε που μου φαίνεται πως ο Αλέκος πάει για φρέσκα με την κορνίζα.
Θα φύγει νομίζει ήσυχα και ωραία με καδροκοπάνα!».
Μισοριγμένη στην εστία είχε απομείνει τόση ώρα η πινακοενέδρα και ο
Άλσελ πάνω που θα σαλτάριζε κατά ’κει. Αφού πρώτα
ψευτοζωγράφησε με κάρβουνο το δρόμο του σπιτιού του. Σε γραμμές
ζωγραφιάς παιδικής. Κάνοντας τα υπόλοιπα προσευχή για οικονομία
χρόνου. Α-κριβώς εκείνη τη στιγμή η παρανεράιδα αντιδρώντας
ξεφορτώθηκε το αστραποτήγανο αμέσως. Το πέταξε αδιάφορη μόλις
είδε τον πραλινοφαντομά να θέλει να φύγει στη ζούλα χωρίς αντίο.
Έπιασε δε το ξόρκι με την πρώτη. Πότε πήγε το άτιμο το καπέλο και
σφηνώθηκε στο μισό κεφάλι του Άλσελ δεν το κατάλαβε κανένας. Τού
’μεινε καπελόμασκα ως τη μύτη και με την ομπρελομπακατέλα να τον
αρπάζει απ’ το σβέρκο για να τον φέρει στην κυρά της για εξήγηση.
Ελθόντος του δράστη του γλυκοφαγούδικου τον αφήνει η
καπελαδουρόφακα της νεραϊδονταντάς ελαφρώς. Ό-μως πάνω που
ανέβαινε και τούτο για ν’ αλλάξει κούτρα να βρεθεί στη νεραϊδοκάτοχο
προσγειώθηκε ξανά σβουρηχτό εκεί στην Αλελοκομπόστα! Κοίτα να
δεις τώρα! Απ’ το χεράκι της Γκέτεμ πού ’χε πάλι αλλάξει το επώνυμο
σε Κλωτσαποτέτοιους παρκάροντας το καπέλο σφηνωτό στη γκλάβα
του φίλου της Λούσης με ειδικό στερεωτικό εργαλείο εκείνη την τηγάνα
την ανακατωσούρικη.
«Μπανγκ!!!». Πάει η σερμπετοκεφάλα του παστορέκορντμαν,
επιχαλκωμένη. Απ’ ό,τι φανότανε, το τηγάνι είχε γίνει κουτάλα για να
226
pdf by elifrac

σερβίρεις σούπες κατευθείαν σε μερίδες. Με όλη τη σημασία της λέξεως
«σούπες». Καθόσον έτσι νιώθανε από τα απανωτά καρπαζώματα που
κέρασε η Καίτη τις καρκάλες τους, ο Αλέκος και ο Μητσάρας. Το δε
καπέλο το οποίο ήξερε τι σχήμα επιτρέπεται για δικό του ξανάρθε και
έγινε πίτα στου μπόμπου το κοπανημένο κεφάλι.
Παράλληλα, του Ντερτ η καρπαζοτηγανόκουτρα πού ’χε πέσει
προσωρινά ξερή πιο ’κει, μόλις ξανασάλευε. Ο μέχρι τότε
γλυκονανουρισμένος και στον σύντομο εκείνο ύπνο του μόνο ζωγράφος
ένιωσε ξυπνώντας και πάλι πως το επώνυμο Δερβισοψηλολελέκογλου
δεν του ’ρχότανε και τόσο καλά στ’ αφτιά. Έπειτα από το παρά λίγο
μόνιμο κουδούνισμα, στη σκέψη του τραύλιζε προβάροντάς το για
κάμποσες φορές με τούτο το ξαναξύπνημα ένα άλλο, ολοφάνερα
καλλιτεχνικότερο ψευδώνυμο. Μέσα στη διανοητική μικροβλάβη που
’κονόμησε του σφηνώθηκε – όπως είπαμε – το αρτίστικο όνομα
Ντελελεκό.
Ήτανε σκέτη μούρλια για τον Μήτσο που ονειρογλείφτηκε και έγινε πια
ένας τοπιογράφος που βρισκότανε με τα πινέλα και τα σωληνάρια από
λαδομπογιές παραμάσχαλα μαζί με το καβαλέτο σ’ ένα ξέφωτο για να
μεγαλουργήσει. Ο Μητσάρας ξελιγωμένος από χαρά καρουμπαλιαστή
που ξεπρηζότανε όλο και πιο πολύ καθραποκορύφως πρόφερε το νέο
του επώνυμο φωναχτά σαν να τό ’χε απορία. Με φωνή ενός πολύ τσίφτη
κόκκορα. Δεν ξέρω για πριν, πάντως τώρα τον κόκκορα τον είχε ζώδιο
σιγουρότατα. Όχι πως έδειξε δηλαδή και άλλοτε ικανός ότι τό ’χε
μεράκι να φυλάξει κοτέτσι , μια φιγούρα σαν τετραγωνισμένο λούκι
μονοκατοικίας με χοντρές τιράντες που τέτοιο τρυπανοτύμπανο
ουρλιαχτό δεν τό ’χε ξανά ποτέ του εξωτερικεύσει.
Ο οποίος Μητσοκόκκορας ε, προκύπτοντας από ατυχή διαταραχή, τη
στιγμή ετούτης της κατά φαντασία μονάχα μεταλλαγής, πάντα με τη
μορφή την εξωτερικώς ανθρώπινη χτυπιότανε ξελαιμιασμένος να
ειδοποιήσει όσους καλοκοιμόντουσαν μια και το πήρε χαμπάρι πρώτος
ότι χαράζει μια καινούργια, ωραία μέρα. Κάνοντας για ένα ολόκληρο
λεπτό με το Ντελελεκό στα χείλη του σαν πρώην κοτετσάτορας με το
μαλλί τσαλακωμένο σε λειρί αχυροσκουπάτο. Ο Μήτσος δηλαδή το
227
pdf by elifrac

έψαχνε εν-θουσιωδώς τούτο το όνομα μόλις μεταμορφωμένος
υποτίθεται σε ζωγράφο αν και πάλι όχι τελείως. Με κάποια αισθητικώς
εκνευριστικά κατάλοιπα από τον παλιό εαυτό του τον πετεινό.
Επομένως, η νταντά άρπαξε με φόρα το τηγάνι ετούτο πού ’χε βρει η
Γκέτεμ για να φτιάχνει σωτέ τα κεφαλοκαρούμπαλα. Βάζοντας μαζί σε
δράση επιτόπου και την τσαντάρα. Το ασήκωτο μαλλινορέταλο τέρας
συνεργασίας που τα μάζευε όλα. Το οποίο ανοίγοντας το στόμα του το
πελώριο μπουζούριασε το σκεύος μπαμ και κάτω. Σαν νά ’φαγε την
τηγανοσκουφίτσα. Λύκος ντυμένος τσάντα. Άλλο πράγμα και τούτο. Για
φυσιγγιοθήκη ό,τι έπρεπε. Άνω του μεγατόνου σε φορτίο. Ένα
νεραϊδοκατασκεύασμα σκαρωμένο συμπτωματικά που όμως καθώς
φάνηκε ήτανε σε καταστάσεις επείγουσες όπως η παρούσα μια
τερατοτελαμώνα ένα και ένα για τον ραμπαδοξυλόμακρο
παραμανολοχία τον ατζαμή. Της παρεξηγήσεως παρομοίως και αυτό το
βοήθημα. Μέχρι φαρσοκωμωδίας.
- Τί ’ναι τούτο;
- Τσάντα.
Σου λέει ο άλλος που όπως και ’συ ούτε πού ’χει ιδέα για τι τρομερό
πράγμα μιλάτε. Καθότι είναι καμιόνι οπλιταγωγό για ασκήσεις μάχης
και εκστρατεία κανονικότατο. Τσαντοφορτηγό τύπου Ρ.Ε.Ο.
καμουφλαρισμένο καλά. Η μπανελοπορτοφολότσαντα περιφερότανε
φίσκα από ένα κάρο σέα. Τά ’τρωγε βλέπετε και δαύτη όλα. Χωρίς
ρεψίματα. Ακόμη και δυναμίτες.
- Ωραία!!!
Νομίζει επιπλέον η νεραϊδονταντά μεγαλοφώνως. Στα γρήγορα
γλιστράει μεταξύ τους τα δυο της δάχτυλα, το τρίτο με τον αντίχειρα η
γκουβερνάντα αυτή, ωραίο κουμάντο, τε’ σ ’πάντων, «Στικ Σποτ!» λέει
μαζί και μετά ξεφωνίζει,
- Σκασμός!!! Στοπ!!!
228
pdf by elifrac

Χωρίς καμιά καθυστέρηση μισανοίγει τό ’να μάτι του ο Άλσελ που
απόμενε απ’ την κορυφή ως τα νύχια σε ημιλειτουργία. Η
νεραϊδοπαραμάνα καπελώνεται το βοηθό που θα το βάλει κάτω να το
πατήσει αργότερα για να έρθει να γίνει πίτα ατήγανη. Ξανανοίγει τον
καταπιώνα η ρουκετομπαουλότσαντα να φτύσει το τηγάνι, σκύβει ο
Ντερτ, η νεράιδα σφυρίζει με τα δάχτυλα και τελικά πετάει η κορνίζα
και πέφτει μπροστά τους σαν ξεκρέμαστη ομίχλη από τοίχο γκαλερί που
κρύβει κάτω από το αχνιστό συννεφάτο τίποτα μια χαράδρα χιλιόμετρη.
- Χέρια!!!
Φωνάζει η Λούλα η νεράιδα η αστροπελεκοδάχτυλη.
Την αρπάνε ο Μήτσος και η Καιτούλα που πάντως βαστάει τον εκτός
δράσης Αλέκο. Ξανακλείνει ο τσαντόσαυρος που κάνει ότι τον έχει
τσακώσει γερά ο Μητσάρας να μη τύχει και τον χάσουνε. Η ομπρέλα
περασμένη στις λαβές της τσάντας, το τηγάνι νά ’χει μείνει κόκκαλο
στον αέρα πίσω από την πόρτα και όλοι να σαλτάρουνε. Ακριβώς πάνω
στην ώρα που θά ’χανε ανοιχτά τα ζαχαροπλαστεία. Μαζί και αυτά πού
’ναι έναν ορίζοντα δρόμο απ’ την ταράτσα της Κλωτσαποτέτοιους, της
Γκέτεμ Μπακς, μελλοντικής χρυσοφλουροδαγκάνας. Το πέτο μου
σκονίστηκε από τις αλευρόσκονες, να το τινάξω μια στιγμούλα ε;
Επιπλέον, πάλι κάνανε μισές δουλειές και πέσανε όπως-όπως στην
κορνιζοπισίνα. Με τη μικρή μόνο να φοράει μαγιό. Εκείνο το μουσειακό
ριγέ. Φεύγοντας όλοι με ασημείωτη τη διεύθυνση παράδοσης. Η
καδροκαρτποστάλ η νεραϊδένια σβησμένη από κάθε λέξη και γραμμές
και ο Ντερτ να συμπληρώνει ώρες ύπνου που διακόπηκε με αισθήσεις
μόνο για κορνιζοβούτο όρθιονε. Ο παραλήπτης άγνωστος. Την
γκουβερνάντα να την τρώει η αναμπουμπούλα και νά ’ναι αφηρημένη...
Μέσα σε τούτο το σαλτιμπαγκομπούλουκο όλοι ήτανε σκέτη φρίκη.
Άπαντες λες και ήτανε χαλασμένα βαρόμετρα μοιάζανε. Σαν εκείνα ’κει
τα ξύλινα ανθρωπάκια που μπαινοβγαίνουνε από ’να επίσης ξύλινο
σπιτάκιμινιατούρα με εξάρτυση για μπόρα. Ένα καιρικό φαινόμενο που
άμα σεργιανάει κανείς μαζί με νεράιδες που φέρνουνε τον κατακλυσμό
229
pdf by elifrac

ξεσπάει πολύ εύκολα και μέσα σε χώρους όπως αυτός ενός
καταστήματος ευγεύστων γλυκισμάτων. Ασχέτως του ωραρίου
λειτουργίας.
Οπότε δε θά ’βλαπτε και πολύ παραπάνω έπειτα, μόλις δηλαδή θα
περνάγανε το κατώφλι μαζί της όσοι συμπορεύονταν για να βγούνε απ’
την οποιαδήποτε πόρτα το να μη θυμούνται πως οι λιακάδες οι
λονδρέζικες είχανε βραχυκυκλώσει παντελώς και υπήρχε ένας καιρός
σαν να βγαίνανε και το πρωί τα φαντάσματα στη γύρα. Άλλωστε πάντα
σε κάθε ξημέρωμα καλοκαιρίας όλοι τό ’χανε ζήσει με το παραπάνω το
φαινόμενο εκείνο όπου έρχεται με φόρα παλληκαρά για να στήσει
καραούλι και να σπάσει κέφι με τους κακομοιριασμένους ένα
βουβαλοσύννεφο, να! Βαρύ σαν τηγανιά κατακέφαλη. Κάτι περιττό
πάντως έτσι και αλλιώς για να χάνει πολλή ώρα κανείς. Καθότι είναι πια
γνωστό μέχρι και στις μπαγκατελιασμένες ομπρέλες για τι
μουτσουνιασμένο μουστοθολόκαιρο πρόκειται.
Έτσι τα πράγματα σε τούτη τη γκαφαδοπαρέα δεν αφήνανε άλλα
περιθώρια από το να πάει κατά ’κει όπου σκόπευε παρά μόνο
παρακάμπτωντας άρον-άρον τα ουρανομπουγελώματα. Καταφεύγοντας
σ’ έναν ακόμη αρπακολλατζήδικο τρόπο δράσης. Επειδή για μια
νεράιδα του φυράματος της Λούλας έφτανε και περίσσευε η ύπαρξη
εκείνης της μοναδικής στο είδος της μπισκοτοειδούς και ευρύχωρης
κορνίζας που προσάρμοζε τις διαστάσεις της ακόμη και για τέτοια
σαλταρίσματα οχταπόδαρα. Προκειμένου να γίνονται σχετικά
αμούσκευτες οι μετακινήσεις. Όσο και αν δεν ήτανε και δαύτο – πιο
συχνά απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς – τίποτ’ άλλο από ένα απρόβλεπτο
σκουντουφλοπλατύσκαλο.
Διότι κακά τα ψέμματα. Πέφτωντας μέσα στο κενό τούτης της πινακίδας
αρχικά μπορεί να ξεμάκραινες απ’ τις νεροποντές. Κάθε φρέσκο
πέρασμα από ’κει μέσα όμως δεν έπαυε να ξαναφήνει απαράλλαχτη την
πρωταρχική του αίσθηση. Ίδια με μιας τυφλής βουτιάς. Για δυο
αρχάριους μπόμπιρες που δεν ήτανε δυνατό να γίνει το δικό τους κέφι
και να διαφωνήσουνε για να μην πάρουνε μέρος σε τέτοια εντελώς
ακατατόπιστα τριγυρίσματα τούτο ήτανε ένα άλμα «...που μπορεί να σέ
230
pdf by elifrac

’στελνε οπουδήποτε! Να βρεθείς μέχρι και μπρούμητα με τη φάτσα να
κοιτάει ίσα μπροστά καθώς θα αφήσεις αχνάρι ολόσωμο, εσώγλυφο σε
σχήμα «Χ» μα πολύ καλλιγραφικό, το ίδιο απρόσμενα πάνω στο
λαμαρινένιο κατάστρωμα κανενός αθέατου πλοίου, όσο και μπηγμένος
μέσα σε χιονόλακκο δεκάμετρο σε βάθος, οπουδήποτε στην κορυφή
καμιάς παντελώς άγνωστης, χιονισμένης οροσειράς!».
Την ώρα τούτης της κάλλιστα κορνιζοθαλασσόγκρεμης, καθότι
επρόκειτο περί κατάθολης χωρίς να προβλέπεται ντιπ από τα παραπέρα,
ορθοπόδαρης βουτιάς, η Καιτούλα η Μπογοδιγραγκομαζωξοπούλου η
σκληροτράχηλη όπως το σκέφτηκε μαζί με τα αμέσως προηγούμενα
παραστατικότατα πλεονεκτήματα, έβαλε αμετανόητη μια τελευταία
πινελιά στις οραματιζόμενες εξελίξεις. Μνημονεύοντας την τακτική της
σαγανόφαπας λοιπόν ως το ιδεώδες προσωπικό αμυντικό σύστημα το
πήρε απόφαση,
«Όποιος προλάβει να στείλει τον αντίπαλο να κάνει γούβες πρώτος έτσι
που πέφτουμε όπου νά ’ναι μέσα σε κάτι τέτοιες κορνιζοχαράδρες,
αφήνοντας ντε και καλά την ανεμοσκαλοΛουλού ομαδάρχη για να μας
καταβροχθίζει η καταχνιά! Να ξεμπερδεύουμε και μάλιστα το
συντομότερο!».
Για δαύτες τις νεραϊδοτσαπατσουλιές δεν υπήρχε εμπιστοσύνη ούτε για
χαρτομάντηλο σε ώρα φταρνίσματος. Από ειρωνεία της τύχης μέσα
στην όλη φούρια και με τους υπεύθυνους νά ’χουνε αμελήσει να
γράψουνε όπως κιόλας είπαμε στην επιφάνεια του κάδρου το σημείο της
εξόδου, παίρνοντας όλη τη δουλειά απάνω της τούτη η πρόσοψη η
ξεπατωμένη από αζωγράφιστο καμβά συννεφάτο με τη μακρόστενη τη
μαρκίζα τη μπισκοτολαξευμένη δε δίστασε να διαλέξει προορισμό από
μόνη της για τους διαπλέοντες το πλαίσιό της.
Εσείς πάλι...Τυχεροί δεν ξέρω αν είσαστε επειδή δε χρειάζεται στο
μεταξύ να κρατηθείτε. Ευτυχώς κιόλας που δεν διατρέχετε κίνδυνο ούτε
να μου το μαρτυρήσετε γιατί ίσως νά ’τανε τελικά κακό για το γούρι
σας. Μεταξύ μας όμως, τον κόρφο σας αν θέλετε φτύστε τον. Με τέτοιες
σελίδες που έρχονται για συνέχεια...
231
pdf by elifrac

Κεφάλαιο 13
13. Γουστάρω Γέλια Για Νεύρα Κουρέλια
- Για δες κάτι πράγματα! Μια κορνίζα!
- Πού ’ναι;
- Τώώώρα! Πάει! Χάθηκε!
- Με δουλεύετε...
- Καθόλου. Η οποία χωράει εντός και κόσμο σαν τουριστικό λεωφορείο
που σε ξεναγεί σε αξιοθέατα. Επιπλέον παίρνει και πρωτοβουλία στα
μαγικά και διαλέγει τα δρομολόγια. Τα οποία λειτουργούνε με
κορνιζοκαταδύσεις. Όσο δεν παίρνει άλλο παλαβές.
- Δηλαδή;
- Φανταστείτε την πεθερά σας τη χήρα να χορεύει σε διαγωνισμό με τον
Τζιμ Γιαβόλτα και να τον παντρεύεται μόλις κερδίσει.
- Δε γίνεται!
- Ε, για τέτοιο πράγμα μιλάμε! Για κορνιζοκατάδυση χωρίς τα
βατραχοπέδιλα για να πιάνεις πάτο εκεί όπου δεν φαντάζεσαι ή για να
σε κατεβάσει απρόοπτα από μόνη της απ’ το τρόλεϊ στη στάση
αποβίβασης. Σαν νά ’σαι μπάλα που τρώει κλωτσά στη σέντρα και
βγαίνεις στη μέση του δρόμου στον ουρανό.
- Ψηλά;
- Ψηλά δε θα πει τίποτα! Μεσ’ τη διασταύρωση των αεροπλάνων και
των πελαργών! Μα πού πηγαίνουνε και δαύτα; Έτσι και αλλιώς τις
βαλίτσες τις ταξιδιωτικές και τα μωρά τα αφήνουνε πάντα σε λάθος
διεύθυνση. Όμως, δε μου λέτε κάτι;
232
pdf by elifrac

- Ορίστε.
- Να, προτού ξεμπουκάρουνε οι αεροναύτες τί θα λέγατε να κάνουμε
λίγες μπίζνες;
- Τί μπίζνες;
- Μεσιτικά ακινήτων στην Αγγλία.
- Μπα;
- Τό ’χουμε και σε αγγελία όποιος το διαβάσει και γουστάρει. Πριν το
πάρει το μάτι κανενός άσχετου από αγορά ακινήτων. Είναι κελεπούρι,
σε προάστιο, πάνω σε λόφο με μηλιές που κάνουνε φρούτα
ασκουλήκιαστα και γυαλιστερά – τί ομάδα είστε; Παναληταϊκός ή
Ωπαλιμπαθαγινειακός;
- Το δεύτερο!
- Σιγά! Πιο ’κει το ξερός σας!...Άρα έχετε αδυναμία στα κόκκινα. Ε,
έτσι κόκκινα και γυαλιστερά μήλα έχει ο κήπος του σπιτιού. Όποιος
ενδιαφέρεται να το πείτε, τηλεφωνείτε στον κύριο Μπλούγουρα απ’ τις
δύο μιμι έως τις έξι, ένα σπίτι πολύ γκιουζέλ!
Φτιαγμένο σε εξοχικό ρυθμό αγγλικό. Με διπλά λοξή κεραμιδοσκεπή
γκρίζα και με κόκκινους όλους τους τουβλότοιχους στο στιλ το γνήσιο,
το ασοβάντιστο για να χαίρεσαι να τηράς τούβλο. Μια τουβλοδουλειά
ξεγυρισμένη και μάλιστα παραδοσιακότατη. Φαρδομάνικο, ευρύχωρο,
με μεγάλα τετράγωνα παράθυρα για να μην τρέχετε και σε τρελλάδικο
πολυτελείας πού ’χει τα ίδια αλλά δεν είναι σίγουρο ότι από ’κει
ξαναβγαίνεις. Ενω εδώ βγαίνεις, αρπάς κιόλας και εφτά τελλάρα μήλα,
τα τρως να συνέλθεις και πορεύεσαι. Μετά και τρελλός να
ξαναμπουκάρεις είναι ευήλιο τόσο που λες «τι μέσα, τι έξω». Από
’κείνα που έχουνε γίνει με σχέδιο μισή ντουζίνα τζάμια σε ένα
παράθυρο.
233
pdf by elifrac

- Ό,τι πρέπει για τον εγγονό μου!
- Σφεντόνα να μην κρατάει πριν απ’ την προκαταβολή για το καπάρο
και καλορίζικο! Διότι από τζαμαρία, όπως είσαι απ’ έξω και το
παρατηρείς σου φαίνεται πως είναι καμιά γουρλωμάτα γαϊδουρομυγάρα
με μυτερό κεραμιδοκαπέλο πλατύ και σε βλεφαριάζει με χίλιες
γαϊδουροματάρες.
Με
παραθυροεξώστες
σκεπαστούς.
Δυο
τζαμοπυργίσκους. Από ένα μισό εξαγώνου, δηλαδή εξώστη κομμένο
στη μέση που βγήκε σαν καρούμπαλο απ’ τον τοίχο. Α-πό ένας σε κάθε
γωνία του σπιτιού. Όσο το συνολικό ύψος του σπιτιού αμφότεροι, από
την σκεπή ως το ισόγειο. Καρουμπαλοτζαμαρίες ιταλιάνικου
νεοκλασικού ρυθμού – αγγλικής εμπνεύσεως!
- Δηλαδή;
- Σαν πίτσα με μέντα και κρεμμύδια. Εκτός και αν προτιμάτε, σκόρδο με
δυόσμο. Έχει όμως τζαμοπυργίσκους αριστεροδεξιά του στις γωνίες σαν
εξωτερική, ορατή καμπίνα ανελκυστήρα εμπορικού κέντρου, γυάλινη
σχεδόν από πάνω μέχρι κάτω.
- Πώς τα είπατε; Μάτια μύγας;
- Ίδια. Λες και το ίδιο το σπίτι είναι έτοιμο να την κοπανήσει πρώτο
πετώντας. Για να μην στο κοπανήσουνε με τη μυγοσπιτοσκοτώστρα και
το χάσεις που δεν το χτύπησες και πάει περίπατο και η ικανοποίηση που
θά ’νιωθες αν τ’ αγόραζες πρώτος.
- Τόσο ωραίο;
- Τόσο και βάλε! Αφού έτσι είναι με όλα τα ωραία. Ό,τι μας γουστάρει
μας το χτυπάνε πρώτοι οι άλλοι και ζούνε και καλύτερα. Εμείς ζούμε
ένα δράμα. Αμ, μα τι δράμα! Χάνουμε τ’ αβγοκάλαθα κάτω απ’ τη
μύτη μας. Άσε που όποιες χήνες παίρνουνε αμπάριζα και βγαίνουνε,
μόλις έχουνε κάνα αβγό χρυσαφί σε προσφορά δε φτάνει πού ’ναι με
απομίμηση χρυσομπογιάς και τελικά ομοίωμα αβγού κότας, είναι και
καπαρωμένο από πριν με τον μεγαλοπαντοπώλη στα σβέλτα και ’μεις
234
pdf by elifrac

σαν καρμοίρικες, στουμπομύτικες αλεπούδες δεν προλαβαίνουμε ούτε
από που έρχεται η αβγομυρωδιά να πάρουμε χαμπάρι. Τά ’χουνε όλα οι
χήνες όχι σε θέση κλωσσήματος αλλά έτοιμα σε πακέτα. Πριν
ξερογλειφτείς τά ’χει βγάλει η χήνα στο σφυρί. Ο γύπας που κρατάει το
σφυρί περιμένει ως την τελευταία προσφορά και με «έναδύοτρία!»
ξεπουλάει στο τέλος αδειασμένα τα τσοφλιδάβγουλα κατηγορίας κότας,
κλούβια. Τσιγκινόχρυσα μπογιατισμένα και σενιαρισμένα με κορδέλες
γυαλιστερές για εκλεκτό πράγμα. Τεφαρίκι που λένε. Ναι. Τέτοιες
παζαροδουλειές μας αρπάνε τις προσφορές ατάκα και επιτόπου και τα
καλούδια τα χάνουμε στο παρά πέντε!
Μα έλα που είναι ωραίο το σπίτι το περί ου ο λόγος. Τό ’χει δε ένας
τύπος για να κοιμάται εκεί μέσα από τότε που ήτανε μπεμπές. Μέχρι να
γίνει η κούνια του μαυσωλείο τριόροφο, ευάερο, ηλιοχαϊδεμένο, με
πατάρι και πλήρες από όλους τους βοηθητικούς χώρους. Το γραφείο μας
όμως που φροντίζει για τη σωστή διανομή στη διαμονή τό ’χει άχτι να
το δει να μοσχοπουλιέται. Μήπως καί ’ρθουνε τίποτε πιο ασορτί ένοικοι
με το περιβάλλον της περιοχής. Πριν ο τύπος εκεί μέσα γίνει φάντασμα
εγγλέζου για να τους κοψοχολιάζει...
- Δυστυχώς πρέπει να πηγαίνω!
- Ωπ! Παρεξήγηση! Φταίει η φλυαρία μου. Θα μου πεις τα πολλά λόγια
είναι φτώχεια. Οπότε για να καταλάβετε περί τίνος πρόκειται ας
εξηγηθούμε. Που λέτε κύριε...
...Πού πήγε; Έφυγε! Χάσαμε πελάτη! Καλά να πάθουμε. Να μη λέμε
τόσα άλλη φορά. Να έρθουμε και στο θέμα. Ευκαιρία είναι...
Για την κορνίζα δε μιλούσαμε πιο πριν; Η οποία πού αλλού θα τους
έστελνε; Εκεί όπου βρίσκεται το εν λόγω σπίτι, το κελεπούρι στο ωραίο
ύψωμα με τις μηλιές! Πάνω που ψήναμε και τον πελάτη για να δώσει
κάτι έναντι πληρωμής μπας και φτωχοδιαβολοβγάλουμε και ’μεις
κανένα φράγκο από εξοχικό αγγλικό και ας μην πουλιέται καθόλου, ντιπ
καταντίπ!
235
pdf by elifrac

Μικρός ο κόσμος όμως. Διότι ε, μέσα εκεί πέρα κάπου βρήκε η κορνίζα
πως έπρεπε να ξεφορτωθεί τους εκ-δρομείς τους γνωστούς. Μικρός ο
κόσμος, όντως! Σαν στριμωξίδι σε ασανσέρ, που να πάρει! Μα δεν
πολυσκάμε! Τι να γίνει λοιπόν, πεταγόμαστε σαν αστραπή προς τα ’κει
για να δούμε τι γίνεται. Ένα...δύο...Ωώώώπ! Α, να! Φτάσανε όπως και
’μεις ετούτη ακριβώς τη στιγμή στο ίδιο μέρος!
Μα για να γίνει και σ’ εσάς φανερό, για αρχή σ’ ένα άδειο, ξύλινο
πάτωμα μέσα σ’ ένα πολύ ψηλοτάβανο δωμάτιο τους άφησε το
καδρομετρό το εξπρές να ξεφυτρώσουνε. Με ένα αστραποβόλο,
φωτεινό «παφ!». Καταγουρλωμένοι από απορία. Σαν λαγός που
αλληθωρίζει το βλέμμα ίσα πάνω στου κυνηγού το δίκαννο. Αν και για
τουφεκιές το μέρος δεν ήτανε. Τούτη τη φορά έτυχε ένα σαλόνι ή
μάλλον χώρος σερβιρίσματος ενός τυπικού απογευματινού διαλείμματος
για τσαγάκι με μπισκότα.
Χωρίς ίσως να αποκλείεται ένα λιτό μεσημεριανό κάπουκάπου.
Τουλάχιστον για τη Λούλα Μπόμπινγκς που ξέρει πως είναι μια τόση δα
ελιά! Παρ’ όλο που κανείς ποτέ του δεν την είδε μ’ ένα ντράι μαρτίνι
στο χέρι. Ούτε στο σέικερ χτυπημένο, ούτε και ανακατεμμένο. Άσε που
όποιος την ακολουθεί, νιώθει ένα πλήθος μπάλες φωτιάς να τον
σημαδεύουνε ανελέητα εκεί που δεν πρέπει. Κατακέφαλα δηλαδή νιώθει
το κάψιμο. Ναι. Ειδικά όταν ταξιδεύει τόσο αστραπιαία όπως τώρα
μέχρι εδώ με μια ολόκληρη κουστωδία που αλληλοβαστιέται στη σειρά
για να τους δείχνει και τη διαδρομή. Ας πούμε. Από λαδιές, όσο να πεις,
μπόλικες. Περιέργως όμως ούτε «Πιάστον Μάρτιν!» είπε κανείς, ούτε
είδε, ούτε άκουσε.
- Βόιδι;
- ...και βάλε!
- Ατζαμήδικο βόιδι!

236
pdf by elifrac

- Μηδέν για μηδέν στην επιδεξιότητα και με τα ίδια της τα δάχτυλα
ορθάνοιχτα και σβουρηχτά κατάφατσα απ’ το ένα της το χέρι να λένε
«πάρε πέντε!!!» γιατί με επτά δε μουτζώνουνε!
- Α, μόνο;
- Μα, ναι χρυσή μου!
Όπως θα λέγανε και τίποτε απαθείς κυριούλες. Όλο και γειτονεύουνε
και δεν το ξέρετε. Παλιές κατάσκοποι πίσω απ’ το μισοντυμένο με τις
δεμένες στα άκρα και σχεδόν ενωμένες στην κορυφή κουρτίνες.
Δουλεύουνε ημιαπασχόληση τα απογεύματα ως παρατηρήτριες.
Απέναντί τους το φαντάζεστε άμα θέλετε ένα εφέ απαλού «παφ!» και νά
’μαστε!
- Ένα πελώριο τραπέζι!
- Α, ωραίο!
- Πολύ! Μόνο που έχει σηκωθεί όλο στον αέρα. Άσε που πάνω του
κουνιέται χωρίς λόγο ένα πλήρες σερβίτσιο με μάλλον αχνιστό τσάι.
Γύρω του έχει συμπλήρωμα ιπτάμενο δεκατέσσερεις καρέκλες.
Βολεμένος σε μια τους στον αέρα ένας τύπος ροδομάγουλος και
φουσκωμένος. Του σπιτιού ο κάτοχος που λέγαμε πριν. Νά ’χει ξεραθεί
σε ύπνο σαν πετιμέζι γλυκό. Ο μισός στην καρέκλα. Με τα δάχτυλα των
χεριών του πλεγμένα πάνω στην κοιλιά.
Μια μπάκα που τούρλωνε και βούλιαζε. Έβγαζε δε ένα ροχαλητό απ’ το
στόμα του άλλου είδους! Όμοια – όχι, συγνώμη – ολόιδια ήτανε σε ήχο
και φούσκες. Μια σωστή φουσκαλοπλημμύρα. Ένα παιχνίδι με
σαπουνόμπαλλες που κάνουνε όταν σκάνε αυτό το αστείο «πλοπ!» σαν
να βγαίνει απότομα ο φελλός απ’ το μπουκάλι. Α, καλά που το
θυμήθηκα γιατί δεν είδα αμέσως τα πόδια του. Τά ’χε πολύ φυσικά και
αναπαυτικότατα απλωμένα πάνω στο τραπέζι.

237
pdf by elifrac

Ο θείος Άλμπερπ, ο Νώντας ο Καλαμπουρομπουρμπουληθρόπουλος! Ο
νεραϊδοχαρούμενος θείος της – ποιας άλλης; Μα, της Λούλας της
Μπουμπουνηταριδοσυννεφίδου! Ο ήχος του ύπνου του άλλαζε σε ένα
μακρόσυρτο «πφφφφ...» για λίγο όπως την άκουγες την ανάσα του
σκέτη. Μετά πάλι έβγαζε φούσκες. Πολλές, που σκάγανε σύντομα στη
σειρά. Ακόμη, το στόμα του σου θύμιζε πολύ εκείνο το μαραφέτι με το
οποίο φτιάχνεις όσες σαπουνόφουσκες θέλεις. Σαν το στόμα ενός
γίγαντα μπόμπου που απασχολούνταν παίζοντας με το δαχτυλίδι το
ειδικό βουτώντας το στη σαπουνάδα και φυσώντας το, κάνοντας ρεκόρ
από μπουρμπουλήθρες. Έτσι βγαίνανε. Ολόκληρες. Μοιάζοντας οπτικά
με ρέψιμο σαπουνάτο.
Όσο για τη νεραϊδονταντά ανηψιά, ένιωθε πάντα καλοδεχούμενη και με
ευτυχείς αναμνήσεις. Έτσι για πρώτη αντίδραση διάλεξε να χτυπήσει
διακριτικά το ξύλινο, από μασίφ καρυδιά για όποιον ενδιαφέρεται, πόδι
της αεροπλέουσας, παλιάς, βαριάς και ασήκωτης κατά τα άλλα,
τραπεζαρίας. Η οποία ποιος να ξέρει από πότε μα βρισκότανε όντως
στον αέρα, καταμεσής στο χώρο. Όπου διαφορετικά ένα τέτοιο σύνολο
από έπιπλα σε μια προσγειωμένη εντελώς, όσο και συνηθέστερη, σε
σύγκριση με την αιωρούμενη, εκδοχή διαρρυθμίσεως στο χώρο
απαρτίζει ένα τυπικό σαλόνι για απογευματινό τσάι με γλυκό.
Εκεί λοιπόν ψηλά ταβανομετέωρο του θείου της Λουλούς, του
Άλμπερπ, του οποίου τ’ όνομα επί το ελ-ληνοπρεπέστερο είναι Νώντας
Καλαμπουρομπουρμπουληθρόπουλος όπως είπαμε, το στόμα πλατάγιζε
σε ύπνο τέλεια βαθύ. Αμολώντας με τα χείλη και πάλι ένα «πρρρρρ...»
χαλαρό σαν τα άλογα και τους ουραγκοτάγκους. Ένα ξεφύσημα χάρη
στο οποίο φαινότανε πως είχε γίνει από ώρα ντιπ σκνίπα. Όπως
αναστέναζε διαρκώς με στοματοσαπουνόφουσκες, ονειροπολώντας σαν
νά ’χε σκοπευθεί με λιονταροένεση σε σαφάρι, ο θείος πριν περάσει ένα
λεπτό έβγαζε, το ένα μετά το άλλο, νέα και ατελείωτα κολλιέ από
φουσκάλες. Τις οποίες άρχισε να σκάει πρώτος ο Άλσελ. Έπειτα ο
Ντερτ, ύστερα από ’κείνον η Γκέτεμ που πρόλαβε και έβγαλε αξία κατ’
εκτίμηση για το μέρος κόβοντας κίνηση γρηγορομάτικη με το που
βρέθηκε εκεί μέσα, άσος βολιδοσκόπησης και τελευταία ήρθε και μπήκε
στο παιχνίδι η ομπρέλα. Τούτη έκανε συμπληρωματικά εφέ με ήχους
238
pdf by elifrac

«πλουφ!» και «παφ!». Με τη φωνή της πάντοτε μπάσα. Αφού πρώτα
έσκαγε την κάθε φούσκα στη στριφτή σαν τραβηγμένο ελατήριο μύτη
της.
Η Λούλα Μπόμπινγκς περίμενε για λίγο. Πέντε τέτοια πλαταγίσματα
του θείου της του Νώντα του Καλαμπουρομπουρμπουληθρόπουλου, του
Άλμπερπ, είχανε κάνει τον τόπο μέχρι το ταβάνι ένα απίστευτο
αφρόλουτρο. Είχε απιθώσει και τα πόδια του πάνω στο τραπέζι να
καβαλάνε τό ’να το άλλο. Το κεφάλι του έπεφτε μπροστά. Με το
πηγούνι να ακουμπάει στο προγούλι και αυτό να απομένει ζουπηγμένο
πάνω στο ακαθόριστο σε λοιπές περιγραφές μέρος του σώματος. Ας
γράψω στήθος και διορθώνει άλλος.
Η καρέκλα του, για αλλαγή σε σχέση με τις υπόλοιπες του συνόλου που
αιωρούνταν όπως και όταν πατάγανε το δάπεδο, αν δηλαδή συνέβαινε
και ποτέ κάτι τέτοιο, ήτανε το μόνο κάθισμα που έγερνε υπερβολικά
προς τα πίσω. Παλιό, γνωστό κόλπο για έναν πετυχημένο, βαθύ, τέτοιο
καθιστό ύπνο. Άσε που το κάθε του ξεφύσημα κρατούσε ενάμιση λεπτό!
Ελέγξανε το φουσκαλοξεφύσημά του δυο φορές για εξακρίβωση.
Η Λούλα Μπόμπινγκς μέσα σε άκρα σιωπή μοστράρησε ένα τεράστιο
μυστηριόμετρο για προπονητές που σε κάνουνε πρωταθλητή στο δρόμο
ταχύτητας μπας και γλιτώσεις από την τρέλλα. Το χρονόμετρο που
χρησίμευε και για πυξίδα επίσης, κολλώντας στον αντίχειρα από τον
δείκτη μέχρι και το κοντό το δαχτυλάκι και ξανατεντώνοντάς τα
διάπλατα, μέτραγε τις σαπουνόφουσκες με σπιθαμές – όπως και ό,τι
άλλο που αν του έπαιρνε μέτρα θα είχε σειρά ακόμη και για σβέλτη
συναρμολόγηση και τοποθέτηση στη θεωρούμενη ως πιο, ναι...ε,
αισθητικά ισορροπημένη θέση.
Μ’ άλλα λόγια το νεραϊδοϋπολογιστήρι για χίλιες-δυο καταμετρήσεις
ήτανε τελικά μια πρώτης τάξεως μουτζάκλα, να! Μια θηριώδης τεχνητή
καρναβαλόμουτζα με πέντε χοντρά δάχτυλα. Γοριλλοκτηνόμουτζα σαν
βεράντα για πεντάμορφες, δεξιά κιόλας για να ακριβολογούμε. Σαν να
ήτανε από βινύλιο. Με τόσο έντονη γυαλάδα που αντανακλούσε. Πολύ
παχουλή, σμαλτόμαυρη και ίση με δυο μπροστινά καθίσματα
239
pdf by elifrac

αυτοκινήτου στο μέγεθος. Χωρίς να καταλήγει σε καρπό αλλά κούφια
στο εσωτερικό ολόκληρη.
Ξεκινούσε το μέτρημα σαν γροθιά ανοίγοντας τα δάχτυλα διαδοχικά.
Όπως βρισκότανε στον αέρα στο ύψος της νεραϊδόφατσας στράφηκε
μάλιστα σαν ανοιχτή παλάμη που κέρασε μια γερή τύφλα τη νεράιδα
ξαφνιάζοντάς την, καθότι η Λουλού νόμιζε, ως συνήθως, ότι περνούσε
ξεκάθαρα στα σύνεργά της για εντολέας. Η Λούλα αντέδρασε σε τούτο
το φάσκελο εκκίνησης που έφαγε αυτοπροσώπως και αποκλειστικώς
σαν να απώθησε την κεφάλα της ένα απότομο και αόρατο κύμα δύναμης
ενώ γούρλωσε απροετοίμαστη και ξαφνιασμένη το βλέμμα της.
Σε τούτη την μετεωριζόμενη, απέναντι από τη Μπουμπουνηταριδοσυννεφίδου και σε κάθε νεραϊδοβλεφάριασμα, κάθετα ανοιχτή
χούφτα γραφότανε τελικά η σούμα από τον μετρημένο χρόνο στον οποίο
το στόμα του θείου της Λουλούς έκανε μπουρμπουλήθρες. Η συνολική
διάρκεια του κάθε μπουρμπουληθρώματος φαινότανε με μια λευκή,
έντονη γραφή στο κέντρο αυτής της παλάμης. Μόνο που η χερούκλα
τούτη κάθε πέντε ανοιχτά δάχτυλα κέρναγε τη Λουλού μια πεντάδα
φουσκάλες σε σχήμα χειρονομίας ματιάσματος πολύ ανοικοκύρευτα
απλωτού και ριγμένου. Οπότε έπιασε απ’ τους ώμους τον Μητσάρα και
τον ευθυγράμμισε με τούτο το αναπάντεχα αυθαδέστατο εξάρτημα.
Καθότι, ως ένα ακόμη σκαρωμένο προχείρως ίσως να έριχνε με το
μέτρημα και ακτίνες για γρουσουζιά διαρκείας και μάλιστα σε λάθος
μούτρα. Επομένως η νεραϊδούλα που παρίστανε κατ’ αρχήν κάθε φορά
την τζιμανοξάστερη από μαγικούς χειρισμούς παρέμενε στο μεταξύ για
προστασία πίσω απ’ τον παλιό της και για κάτι τέτοιες βοηθητικές
καταστάσεις πολύ καλό φίλο ενώ κρυφοκοίταγε μέχρι να ολοκληρωθεί
η χρονομέτρηση του Καλαμπουρομπουρμπουληθροπουλένιου του
ξεφυσήματος. Του θειούλη της.
Έπειτα η παρανεράιδα μόλις το χέρι ξεμπέρδεψε με τις τύφλες τις
γενναιόδωρες είπε μουλώχνοντας πάνω απ’ τον ώμο του Ντερτ ένα
ψιθυριστό «Στικ Σποτ!». Η μούτζα θέριεψε στο οκταπλάσιο, μάζεψε
λυγίζοντας τις δαχτυλάρες και όταν τέντωσε, προτού χαθεί, έφυγε τέτοια
γερή και άλλο πράγμα να τη βλέπεις, άλλο να την περιγράφεις,
240
pdf by elifrac

τυφωνόμουτζα. Ε, μετά στο κάθε βλεφάριασμα ολονών τα μάτια είχανε
γεμίσει απ’ την εικόνα μόνο αυτής της γαργαντουόμουτζας. Δε βλέπανε
μπροστά τους τίποτε άλλο. Ώσπου χτύπησε η Γκέτεμ με τον ώμο της τον
ώμο του Άλσελ, εκείνος κλώτσησε στο παπούτσι τον Ντερτ και αυτός
με πλαγιοκουτουλιά σκούντησε την ανέκαθεν μισοτζούφια κεφάλα της
Λουλούς.
Η οποία είχε τεντώσει κατά μπρος τη λαιμάρα ενώ πίσω ακόμη απ’ τον
Μητσάρα περίμενε εναγωνίως να χαθεί η γαντάρα να ξαναμπουκάρει σε
’κείνη τη βροντοσαυροτσαντάρα. Αμέσως μόλις τούτο το πράγμα
συνέβει και έστειλε τη μουτζομεζούρα από ’κει πού ’ρθε, η Λούλα ήρθε
εμπρός ξανά από τους άλλους. Οι οποίοι είχανε ξεχάσει τα φρύδια τους
ψηλά στα κούτελα της φάτσας τους. Όταν η φωνή της νταντάς τους
συνέφερε.
- Μην κάνετε θόρυβο. Μ’ ακούτε όλοι;
Ψιθύρησε δηλαδή η Λουλού η παρά λίγο Χερουκλοφασκελομουτρογρουσουζίδου για τους ρέστους του κορνιζοσμήνους,
απευθυνόμενη σ’ όλους τους. Ενώ το μαραφετόχερο εξαφανίστηκε ήδη,
τώρα είχε το ένα το δικό της σηκωμένο να κάνει νόημα το «στοπ!». Για
την απαραίτητη τήρηση σιωπής ενώ ξαναγούρλωσε στη φάτσα για να
πάρουνε χαμπάρι οι ακόλουθοί της όσο γινότανε καλύτερα.
- Τί ’ναι τούτη η ινδιάνικη συννενόηση ρε ’συ Λουλού;
Τη ρώτησε τη νεραϊδούλα ο φουγαροβουτηχτής μα ούτε με μια υποψία
ταλέντου για ζωγράφος, Ντερτ.
- Πάψε Ντερτ! Εδώ κοίτα κατάσταση! Αφρίζει όλος ο

θείος!

Τον έκοψε η Λούλα με ύφος σοβαρό δείχνοντας κατά την αιτία όλης της
προηγούμενης περίεργης διαδικασίας. Μετά του είπε ότι ήτανε μονάχα
ένα χρονόμετρο εκείνο το τέρας με τα πλοκάμια που χερουκλόφερνε και
ο Ντερτ απάντησε ότι θα γρουσούζευε για πεντακόσιες ζωές μόνο για να
κρατήσει χρόνο για ένα βραστό αβγό με τέτοιο κελεπούρι.
241
pdf by elifrac

Τα πάντα ήτανε ένα θαύμα, όχι εδώ που τα λέμε, τι... Εκεί πέρα μέσα.
Μια όχι και τόσο μικρή αναμπουμπούλα. Αναλόγως πως το βλέπει
κανείς που απομένει να κοιτάει. Τόσο τους νεοφερμένους όσο και τις
αναρρίθμητες μπίλιες που ιριδίζανε στο φως. Το οποίο έλουζε από
παντού το ευρύχωρο τούτο όσο και αποσαλευμένο σαλόνι χτυπώντας
ανάλαφρα και διαπερνώντας αυτόκλητα το τζάμι. Ο μοναδικός θόρυβος
ήτανε μονάχα ενός φελλού αόρατου που βγαίνει με φόρα απ’ το
μπουκάλι πράγματι. Από πολλά σημεία στο δωμάτιο. Τριγύρω μαζί με
τα «παφ!» και «πλουφ!», χειρονομίες, χώρια οι μούτζες,
φουσκαλοδιωξίματα, απανωτά μπουρμπουληθροσκασίματα και
φουσκαλοκαραμπόλες.
Επιπλέον ένα μαγικό καπέλο σε έξαψη. Άλλο; Όχι! Αυτό το
κοπανατζήδικο της νεράιδας που ένιωσε γεμάτο από διάθεση για
τούμπες. Κατευθύνθηκε αναποδογυριστό σαν φτερωτή νερόμυλου. Να
βολευτεί για την καλή αυτή αντάμωση στο ροδαλό, ολοστρόγγυλο,
χωρίς
γωνίες
κεφάλι
του
θείου
Νώντα
του
Καλαμπουρομπουρμπουληθρόπουλου, του Άλμπερπ. Με το που τα
κατάφερε για να μη χαλάσει ο ύπνος του θείου του σκέπασε και το
βλέμμα γέρνοντας μπροστά.
Όμως, όλα τούτα είναι που αλαφιάσανε τη Λούλα τη
Μπουμπουνηταριδοσυννεφίδου όσο να πεις κομμάτι που κινήθηκε
αναλόγως με ένα διπλόχερο, ωραίο, εξοχικό και εκκωφαντικό,
μακρόσυρτο, ίδιο τσοπαναρέου που μαζεύει γίδια από σεργιάνι, αισχρό
για εγερτήριο είναι αλήθεια, δαχτυλοσφύριγμα. Έκανε τα κουταλάκια,
τα πιατάκια, τα φλιντζανάκια, τα κυβάκια από ζάχαρη και τα τσαγερά
να σαλτάρουνε μαζεμένα. Ο γλυκόφατσος παρ’ όλο το δαχτυλοσαματά
της Λούλας και πανευτυχής παππούς αφυπνίστηκε επιτόπου.
Ανασήκωσε με τον δικό του αντίχειρα στη συνέχεια το καπέλο. Αυτό με
τη σειρά του μίλησε. Ως συνήθως όποτε ξαναβολευότανε στο Αλμπερποκέφαλο. Ξεφουρνίζοντας την πάρλα του από το τέλος προς την
αρχή.
- Τεϊκοφοκεϊτσμπατεϊκμιοφτεϊκμιοφτεϊκ!

242
pdf by elifrac

Δηλαδή «βγάλεμη βγάλεις-βγάλεναι αλλά όχιεντάξεικαλά κάνεις» και
λοιπά,
για
να
συννενοούμαστε.
Ο
θείος
Νώντας
ο
Καλαμπουρομπουρμπουληθρόπουλος, ο Άλμπερπ βλέποντας την
ομήγυρη κράτησε σφιχτά κλειστό τό ’να μάτι και γούρλωσε τ’ άλλο
έχοντας μια έκφραση σαν να χαμογελούσε στη φάτσα όχι με το στόμα
αλλά με ’κείνο το παρασηκωμένο φρύδι του γαριδιασμένου του ματιού.
Το οποίο ως μάτι πανευτυχή ταβανοξαμολυμένου φιλόξενου
λοξονοικοκύρη και σιγουρότατα από το σκανταλότσαγο ένα χαϊβάνι
τέλειο σπινθηροβολούσε από μόλις συγκρατημένη ενθουσιώδη χαρά.
Έτσι λίγο μετά την παρατεταμμένη γκριμάτσα δήθεν απόκρυψης της
ξαφνικής αναπτέρωσης η όλη του διάθεση απελευθερώθηκε ανυπόμονα
σαν κελαρυστό γέλιο ερυθρομάγουλου, τσαγοκυβοζαχαροπότη τέτοιου
που δεν τον είχες ικανό για νά ’ναι τόσο ξεδιψασμένος από το βραστό
βουνότσαγο παρά μόνο αν έριχνε επιπλέον κάτι λίτρα ουίσκι
γαργαρομαγουλογουλιασμένο βεβαίως απολύτως με το τσαγάκι το
τακτικό που θά ’χε καταντήσει από τ’ ανακατέματα όμως κανονική
γεροντοκολώνια καθότι θά ’τανε επίσης ανάμιχτο και με μπόλικο
γιασεμί. Τώρα, αν τά ’χε μπλέξει ελαφρώς ο θείος και έριχνε αντί για
πέντε λίτρα μπατίντα, πεντέξι αφροντούς με εκχύλισμα καρύδας μέσα
στο αφέψημα ε, είναι κάτι που δεν εξηγείται με τίποτα.
«Ξεμέθυστος ήτανε άμα τον πετύχαινες έτσι...» όπως θυμότανε όμως
και η Λουλού σε κάθε της τέτοια επίσκεψη.
Ο θείος της νεραϊδοπαραμανούλας λοιπόν ξεκαρδίστηκε μέχρι που
ευράνθηκε δεόντως. Αεροπλέοντας καθιστός από ανακούφιση
ολοφάνερη, έφερε τό ’να χέρι και τ’ άφησε να κρέμεται πίσω απ’ την
πλάτη της καρέκλας όπου έπλεε εναερίως βολεμένος.
Σ’ ένα κάθισμα από μασίφ οξιά αν πρέπει να γνωρίζει κάθε
ενδιαφερόμενος. Τιμή και λοιπές λεπτομέρειες, μη διστάσετε,
τηλεφωνείστε ώρες απογευματινές, κύριος Μπλούγουρας Μπιλ.
Βιλλοατζέντης και σηκωταροπρήξερ. Υπάρχει και διαφήμιση στον
τηλεφωνικό κατάλογο. Ναι. Στη συνέχεια; Ε, έριξε ο θείος λίγο
σαπουνολικέρ που όπως θα μαθαίνανε όλοι συντόμως ήτανε μια εξαίσια
«γλυκομπιροσαμπάνια μάρκας -Άλμπερπ Ουανμανγκλίκλαμπ-», δηλαδή
243
pdf by elifrac

σαν να λέμε αλλιώς μάρκα «-Νώντας Ωρεμαναμουκατιγέλια»,
ελπίζοντας να λανσάριζε βέβαια τούτο το αφρώδες ηδύποτο οσονούπω.
Σε φακελάκια τσαγιού τύπου «-Τίπτοου» όπως τό ’χε συλλάβει μάλιστα
το όλο σχέδιο ο γεροΝώντας. Ο οποίος καταξεκαρδιζότανε λες και του
καθαρίζανε σφιχτά αβγά σαμπανιζέ.
Έδειχνε βέβαια το προϊόν πως χρειαζότανε περαιτέρω βελτίωση. Αφού
άφριζες και ’συ για ώρα μετά. Την οποία τσαγομπιροσαμπανοϊδέα
σερβίριζε στο, δε θα λέγαμε ενδεχομένως ποτήρι ούτε και ακριβώς
φλιντζάνι. Καθώς ήτανε μια τσαγοφλιντζανομπιρόκουπα. Με σχήμα που
άφηνε εντύπωση φλιντζανιού κλασικού για τσάι. Μα με χωρητικότητα
δυο μπουκαλιών μπίρας στο εσωτερικό. Από γυαλί με φυσηγμένες
υαλοφυσαλλίδες. Όπως μια γυάλινη κούπα μπίρας σε συνδυασμό με ένα
σχήμα ποτηριού σαμπάνιας τύπου φλάουτου. Όμως από μια απόσταση
είτε μικρότερη, είτε μεγαλύτερη των τριάντα πόντων φαινότανε πως
ήτανε ταυτόχρονα και ένα τυπικό φλιντζάνι τσαγιού και σε
καταμπέρδευε. Οφθαλμαπάτη.
Η τσαγέρα ήτανε τέτοια μόνο στην όψη. Με μοχλό και βαλβίδα που
αρχικά δεν τα έβλεπες. Αφού ούτε εξωτερικώς έμοιαζε για τέτοιο μα το
πρόσεχες τελικά ότι ήτανε ένα βαρελάκι μπίρας που τη σερβίριζε
ντραφτ. Πάντα για εφέ πρεσβυομυωπίας σε σχήμα αγγλικής τσαγιέρας.
Από τις τυπικότερες που θα μπορούσες να πεις ότι υπήρχανε ανάμεσα
σε όσες είχες δει ποτέ στη ζωή σου. Ουφ! Θά ’σκαγα!
- Θείε Άλμπερπ!!!...Έρχομαι που να πάρει!! Ξαπλωτοκαθιστή,
ταβανοσημαδούρα κολοκυθινοντάουλη!! Κεφάτη νταμιντζανόμπακα
παναθλιαδιόρθωτη και χαχανοκανάτα μπουρμπουληθρασταφίδιαστη!!!
Εδώ πέσανε εναγκαλισμοί πρώτου βαθμού μαζεμένοι. Η
ψηλολελεκανηψιά αντάμωσε τον καλό της θείο μ’ ένα σάλτο. Αφού
όμως πήρε φόρα απ’ την κάσα της πόρτας του διπλανού δωματίου, μιας
βιβλιοθήκης
με
μπιλιάρδο.
Έφυγε
με
άλμα
τριπλούν
ζαρκαδοδρασκελιστό με πατούσα ογδόνταπαράδύοπόντους νούμερο και
έφτασε στο ύψος του ταβανιού το θείο το Νώντα. Αφού ασπαστήκανε,
244
pdf by elifrac

εκεί βεβαίως, κοντά στο ταβάνι, η Λουλού κάθησε σε μια απ’ τις
αμέσως πλαϊνές σε εκείνον καρέκλες.
- Εϊκχεντεϊκχεντεϊλχεντεϊλχεντεϊκοφοκεϊτσμπατεϊκμιοφ-τεϊκ!
Η σειρά του τρελλού να κάνει το καπέλο, εεε...του καπέλου να κάνει τον
τρελλό! Μπερδευτήκαμε. Το κοίταζε με τις κόρες των ματιών στο γείσο
ο μπαρμπαΆλ-μπερπ. Αυτό έκανε μια τούμπα μόνο και ξανάπεσε στην
μπατακουνοκεφάλα του. Ίδιο σε κατάσταση ευθυμίας με το μπατάλικο,
το βαρύ δηλαδή αχλαδοκουδούνι, όπως έμοιαζε στο σουλούπι η κούτρα
που πήγε το νεραϊδοκαπέλο και σκέπασε. Έγειρε μπροστά ενώ ο θείος
Νώντας ο Καλαμπουροαποτέτοιος ο σαπουνοφουσκόπουλος το ίσιωσε
για άλλη μια φορά με τον αντίχειρα.
Η ομπρέλα τότε σαν αστραπή εκτοξεύτηκε παρατώντας χωρίς σκέψη τα
παιχνιδοσκασίματα από τις άπειρες φουσκάλες. Τού ’ρθε μ’ ένα «ζουπ!»
σαν να ήτανε ομπρελομαγνήτης ο μπάρμπας της Λουλούς και άνοιξε το
ίδιο αστραπιαία χωρίς να κολλήσει στο άξαφνο άνοιγμά της. Ποιος να
το περίμενε! Ακριβώς από πάνω του ενώ λοξοστάθηκε μόρτικα σαν
όρθιο σταυροπόδι πλάι στη καρέκλα του. Όχι από την πλευρά του θείου
όπου πήρε θέση η νεραϊδονταντά η προϊστάμενη του εξαρτήματος τού
του, απ’ την άλλη μεριά, στα αριστερά του γελαστού μπάρμπα του
μπιροσαμπανοαλχημιστή.
Με το παρασκεύασμα το ονομασθέν «Νώντας Ωρεμαναμουκατιγέλια»,
που τό ’χε πιει με το γαλόνι ο μπαρμπαμπάρμαν ο
καθιστοκουνιστοπόδης ο τρισευτυχισμένος, να κάνει την τσαγιέρα που
τό ’χε περιεχόμενο να γνέφει, με το ένα και μοναδικό το μοχλόχερο που
διέθετε, προς την ομπρελάρα ένα ενθουσιώδες «Γεια χαρά!
Καλωσόρισες!». Ταρακουνιότανε δηλαδή στο τσαγερό ένα λιγνό και
μακρύ, όσο ένα καλαμάκι για μπουκάλι αναψυκτικού, μπράτσο που
όταν κατέβαινε σε οριζόντια θέση σου πρόσφερε του Νώντα το
παρασκεύασμα. Έτσι κουνιότανε ζωηρά πέραδώθε τούτος ο
μοχλοβραχίονας, εξοπλισμένος ακόμη και αυτός, με μια μικρή αλλά
πάντως καλοπροαίρετη μούτζα στην άκρη του.
245
pdf by elifrac

Αν και αυτές οι χαιρετούρες από το τσαγεροβάρελο μόλις μια στιγμή
αργότερα εξαποστέλλονταν ήδη αφηρημένα. Αφού καλοσώριζε και
διαφόρους αορίστως και στα κουτουρού χωρίς διακοπή παρακάνοντάς
το με το θέμα της υποδοχής και μάλιστα όχι των παρόντων, μόνο των
απόντων. Με μουρλά γρήγορες, πεισματάρικες κινήσεις ανεξάντλητου
υπερενθουσιασμού. Μέχρι που ξέχασε ότι έχει καιρό να δει αυτούς που
δεν υπήρξανε κατά τα άλλα ποτέ, έβγαλε ρετάροντας όσο δεν παίρνει
άλλο ένα «εεε...και καλώς τον κυρπως μου τον είπανε....», μετά είπε
«...πσσσς!!! Πάει αυτός! Κλάφτε τόνε!!!», παραμίλησε «Άμα διψάτε,
Ωρεμαναμουκατιγέλια!! Ρίχνουμε και δεν τελειώνουνε ’δω!» αλλά τόσο
ο μπαρμπαΝώντας όσο και όλοι οι επισκέπτες του ήτανε στον κόσμο
τους ο καθένας ακόμη απ’ τη βαβούρα και δεν έτυχε καθόλου προσοχής
ούτε τούτο το σχόλιο του τσαγεροβάρελου. Οπότε και αυτό βαρέθηκε
και ξανάρχισε ένα μουρμουρητό από «Καλωσόρισες! ’Συ δεν είσαι
είπαμε ο...», μέχρι που νύσταξε, γλάρωσε και πλάνταξε στο ροχαλητό.
Στο μεταξύ ο Ντερτ, στο δάπεδο ακόμη, έπεφτε στα γόνατα. Αμέσως
μετά μανικοσκούπιζε τη σουρταφερτατζού την πινακίδα και τελικά
βγάζοντας ένα κάρβουνο έγραψε στη μπουκαπόρτα τη μαγική απάνω
μόνο
τις
οδηγίες
«τραπαίζυτσάοιΝόννταςΟρραιμανναμουκατοιγαίλυα!». Τσάκωσε σε μια ξαφνική έκταση των
χεριών τους μικρούς, ορθώθηκε, είπε «Τώρα!!!» και σαλτάρανε και οι
τρεις. Βγήκανε αναδυόμενοι, ίδιοι με σούστες που ξεπετάνε ένα
φασουλή απ’ το κουτί. Αρκετά εκτός σχήματος και διαστάσεων.
Ξαναπήρανε το φυσικό τους μέγεθος μετά από πεντέξι δευτερόλεπτα
παραμόρφωσης. Ο θείος ο κουδουνογελαστός μετά απ’ αυτό είδε
μονάχη πλέον και την τσαντάρα της ανηψιάς του στο πάτωμα. Με τα
χέρια διάπλατα μόλις την εντόπισε την χαιρέτησε.
- Χαμ Μπαγκ!!!
Είπε μεγαλόφωνα ο Μπουμπουνηταριδοσυννεφίδης από άλλο σόι.
Καθότι άκουγε σε ένα αλλιώτικο επώνυμο όχι τόσο σαματατζήδικο. Αν
και άκρως επιρρεπές σε χρόνιους λόξυγγες άνευ ελπίδας για θεραπεία.
Πράγμα που φαινότανε κατευθείαν.

246
pdf by elifrac

- Μπαααα...
Του έκανε αποκρινόμενη με τον δικό της ψηλομύτικο χαιρετισμό η
τσάντα. Ύστερα άνοιξε και βγήκε από μέσα πρώτα μια ριπή καραμέλες
που σπάνε δόντι. Οι οποίες πέσανε διάσπαρτες σε όλο το τραπέζι.
Έπειτα ξεπροβάλλανε από ’κει πέρα μέσα, από την τσαντοσήραγγα
ετούτη, κουφ...εεε... μπουκάλα σκέτη στο πάτωμα ήθελα να πω, εκείνα
τα μουσικά όργανα τα γνωστά από παλιά. Το μπάντζο, η τρομπέτα, το
κοντραμπάσο πάντα σαν σπιτονοικοκυρά μεγάλο, η τούμπα η θηριώδης,
επίσης ίδια ακόμη με τρομπετοκανόνι αστραφτερό, γυρισμένο προς τα
πάνω και εκείνο το ζεύγος τα πελώρια, χάλκινα πιατίνια. Παίξανε το
«Τσάι Στο Θείο», τους «Γίγαντες Της Φασολιάς» και το «Πέταγμα Της
Μάγισσας» σε ύφος αλέγκρο πρεστίσιμο. Δηλαδή κατααγχωμένα,
έτοιμα να κλατάρουνε.
Αργότερα, ούτε ένα τρίλεπτο δεν πέρασε δηλάδή, τα πιατίνια να
κάνουνε φινάλε και όλα τα κλαπατσίμπανα τούτα να δέχονται ένα θερμό
χειροκρότημα από το νοικοκύρη του σπιτιού δαύτου και τους
επισκέπτες όλους τους ξαφνικούς. Έπεσε ζητωκραυγή που πήγε
σύννεφο. Μέχρι και από τα νεραϊδορουχοαξεσουάρ καθώς και απ’ όλα
τα είδη εξοπλισμού ξενοδοχοεστιατορίων που υπήρχανε στο τραπέζι
εκείνο.
Η Λούλα η Μπουμπουνηταριδοσυννεφίδου πανηγύριζε κιόλας με ένα
σφύριγμα στρούγκας για συναυλία όμως. Στο μεταξύ τα όργανα ενώ
δεχόντουσαν τις επεφημίες προχωρήσανε για να αράξουνε όσο πιο
μαγκιόρικα γινότανε στις υπόλοιπες τις καρέκλες που αιωρούνταν απ’
το πάτωμα μονίμως μακριά. Στα γρήγορα τα μιμηθήκε η τσάντα που
κορνιζοβούτηξε, ήρθε και έκανε σαν να βολεύεται πριμαντόνα υπέρ το
δέον παχουλή καλιμπράροντας τα πισινά της τα πληθωρικότατα με το
κάθισμα γιατί ξεχειλίζανε κάμποσο.
Ο θείος ο Επαμεινώντας πού ’χε λυσσάξει να ξεκαρδίζεται, κανονικά
μάλιστα αφού όλο έβγαζε απ’ το στόμα σαμπανομπιρόμπαλες που
φουσκώνανε και σκάγανε με ρυθμό πολυβόλου, κράτησε για λίγο τούτη
την
ανάσα
του
μήπως
διακόψει
το
ράντισμα
το
247
pdf by elifrac

σαπουνοκομπολογόχαντρο. Ε, για να καταφέρει να σοβαρέψει. Αλλά
που. Ό,τι ανάσα κράτησε του ξέφυγε με αφρό από κάτι διαφανομπάλονα
σαν πεπόνια κρυσταλοκάθαρα και ξεχωρισμένα που γίνανε μια
εκρηξούλα χαριτωμένη. Όμως κατά τα φαινόμενα επρόκειτο για
κατάσταση αποσφράγισης και εξανεμισμού του κεφαλόμουστου πού ’χε
απογίνει το μυαλό άπαξ και έφυγε απότομα σε χρόνο ανύποπτο και ο
μυαλοφελλός. Έχω ’δω ένα κουτί καί ’χει μέσα κάτι τι, άμα έβγει το
κουτί, τί το θέλω το κουτί που λέει και ένα ρωμέικο αίνιγμα ωραίο για
την υπερχείλιση από τζιτζιμπιροσαμπαναφρό πού ’ναι συχνά η μόνη
γέμιση του κεφαλιού και ταίριαζε και ως επιτραπέζιο παιχνίδι πρώτης
διαλογής για όλους τους συνδαιτημόνες του νεραϊδόμπαρμπα τους
επίσης καρεκλομετεωριζόμενους.
Ωστόσο ο μπαρμπαΆλμπερπ εύθυμος σαν να μοίραζε θησαυρό που τον
μαζεύανε αόρατα, ιπτάμενα ξωτικά και τον εξαφανίζανε κατευθείαν,
χωρίς να χολοσκάσει ούτε τόσο δα για τίποτα σήκωσε την κούπα του τη
μυστήρια. Αιωρούμενος κοντά στο ταβάνι πάντοτε, άφησε το κάθισμά
του και στάθηκε, κρατώντας την τσαγοσαμπανομπιρόκουπα ψηλά. Τότε,
παρότρυνε απαξάπαντες τους παρευρισκόμενους για να τους φύγει η
αμηχανία λέγοντας,
- Αυτή είναι μπιροσαμπάνια!!! Ωρεμαναμουκατιγέλια, δε θα πει
τίποτα!!! Πιείτε!!!
Μετά απ’ αυτή την ενθουσιώδη πρόποση ε, η Γκέτεμ ήτανε που
δοκίμασε πρώτη αιφνιδιάζοντας μέχρι και τον Άλσελ. Με μια σιγουριά
τέλειας οινογνώστριας. Όμοια στο φέρσιμο. Με μπουκώματα
φουσκαλομάγουλα, εν-ναλλάξ μονόμπαντα. Κάνοντας δε τη μεγάλη
γκάφα μετά να καταπίνει. Γιατί ενώ όλοι είχανε έτοιμες στα χέρια για
πρόποση μετά τσουγκρισμάτων τις μυστηριοπερίεργες αυτές κούπες που
χωρούσανε δυο μπουκάλια, δηλαδή μια πίντα μπίρας, απομείνανε
στραμμένοι κατά τη Γκέτεμ. Χαζεύοντάς τη που ρεύτηκε γλυκά. Με ήχο
εκείνο το «πλοπ!» του φελλού. Η Γκέτεμ, η οποία έβγαλε και το μερτικό
της σε φούσκες. Φτιάχνοντας ίσως καλύτερα το ντεκόρ εσωτερικού
χώρου με λίγες ακόμη φουσκογιρλάντες και φουσκοσειρές. Ίδιες με
μπίλιες που με μικρά κενά ανάμεσά τους σχηματίζανε λυμένες και χωρίς
248
pdf by elifrac

να ενώνονται μεταξύ τους, μακριές ουρές. Σαν κάμπιες με κυματιστό
σχηματισμό.
Έτσι η Γκέτεμ που σαπουνομπουρμπουλήθρωσε στις εκπνοές για τα
καλά, στη συνέχεια άφησε ό,τι κράταγε ή θα είχε σκοπό να κάνει,
πάραυτα. Αφού ξαπλώθηκε φαρδιάπλατιά πιο ’κει, άρχισε χωρίς να το
περιμένει κανείς ούτε τούτη τη φορά να γελάει ασυγκράτητη σαν
φασόλι σπαρταριστά χοροπηδηχτό, ψηλά στο κενό όμως. Αγγίζοντας το
ταβάνι καθώς έπιανε τα πλευρά της και στριφογύρναγε πότε μπρούμυτα
χτυπώντας με γροθιές τον αέρα και πότε ανάσκελα.
Σιγά που θα καθόντουσαν να κοιτάνε μόνο οι άλλοι. Το ίδιο λοιπόν
αποφασίσανε να πάθουνε όλοι. Πρώτα ξεκαρδιστήκανε παρομοίως
χωρίς να πιούνε σταγόνα. Μαζί και ο θείος ο σαπουνομπαρουτόπουλος
πού ’χε το σπίτι για να παίζει με μπουρμπουλήθρες. Μετά, η
μπιροσαμπάνια η μυστήρια κατέβηκε σε όλους την ίδια στιγμή. Μόνο
δυοτρεις γουλιές ήθελε για να δράσει ο αφρός και να αρχίσει το
πανηγύρι του γαργαλήματος του απερίγραπτου μέσα σου. Δε
θυμόσουνα ούτε αν διψούσες αφού δεν είχες περιθώρια για μια τέτοια
σκέψη.
Μα παρ’ όλο που αποφασίσανε να τα κοπανήσουνε μονορούφι,
προχωρήσανε με την αμπάριζα που πήρανε και τούτοι, ο Άλσελ, ο
Ντερτ και η Λούλα Μπόμπινγκς χωρίς καθόλου σκέψη. Διότι εκτός απ’
το ότι οι άσπροι πάτοι οι τριπλοκατέβατοι ήτανε συγχρονισμένοι με τη
λαχτάρα της ίδιας ακριβώς χαράς, εκείνης της πανηγυρικά πρώτης και
σπαρταριστά καλύτερης, εννοούμε της Γκέτεμ, άλλο αναπάντεχο
μυστικό απ’ το εξπρές αυτό ξεδίψασμα δε θέλανε να περιμένουνε. Όχι
δηλαδή πως θά ’τανε και εύκολο πράγμα να μαντέψουνε έτσι και αλλιώς
την όποια συνέχεια των όσων εκδηλώσεων ακολουθήσανε. Γι’ αυτό οι
εκφράσεις του προσώπου του καθενός ήτανε το άκρον άωτον της
αντίθεσης από πλευράς αυθορμήτου ξεσπάσματος.
Να, ο Ντερτ που κοτσάρησε απότομα ένα χαμόγελο γεμάτο δόντια μέχρι
τ’ αφτιά που δεν έφευγε με τίποτα. Ενώ άρχισε από ’κει, πίσω ακριβώς
απ’ τα άκρα αυτά του χαμόγελου στο πλάι της φάτσας του, απ’ τα
249
pdf by elifrac

όργανα της ακοής να βγάζει φούσκες. Δεν ξέρω ουτ’ εγώ πόσες
μαζεμένες βγαίνανε από ’κει μέσα. Όμως ήτανε η στιγμή που πλάνταξε
από τα γέλια αλλά κλαίγοντας μαζί. Με έτοιμο συνάχι που είχε ήδη
προβλέψει ο θείος, στις μπουρμπουλήθρες ο αρχιμάστορας, ο Άλμπερπ.
Διότι φρόντισε να κολλήσει του Ντερτ ένα μαντήλι ξαφνικά και
αυτοπροσώπως στη μύτη. Μελιντζάνα στο σχήμα πλέον. Μια μεγάλη
φούσκα όλη που κορνάριζε σαν καραμούζα γηπέδου και έβγαζε
μικρούς, κούφιους βώλους. Τούτοι πέφτανε στο τραπέζι και σκάγανε
αφήνοντας ένα πολύ γλυκό «ντιν ντιν!». Σαν μικροσκοπικά
μαργαριταράκια από ένα ακριβό και απίστευτα μακρύ κολλιέ που σπάει
το κορδόνι του και κατρακυλάνε στη σειρά χαρούμενα σκορπίζοντας
που βρίσκανε επιτέλους την ελευθερία τους.
Ο Μήτσος ο Δερβισοψηλολελέκογλου με τ’ όνομα, ο Ντερτ δηλαδή,
κάποια στιγμή σάλεψε οπότε και πήρε το μαντήλι απ’ το χέρι του
οικοδεσπότη θείου. Αν και χρειαζότανε ο Ντερτ όπως φάνηκε το δικό
του μόνο πάνινο πετσετάκι. Για μια δοκιμή γευσιγνωσίας δικής του
επινόησης. Αφού το στούμπωσε απαθής τελείως μεσ’ το στόμα του σαν
νοστιμιά παρηγοριάς που η πολύ πετυχημένη συνταγή της ξαφνικά
υποτίθεται ότι τον είχε ξετρελλάνει και συνέχιζε να το μασουλάει σαν
γίδι λιγούρικο. Επειδή η απελπισία του λόγω βραχυκυκλώματος τον είχε
αφοπλίσει από τη λογική και είχε χαθεί πρώτος και καλύτερος απ’ όλους
ο αυτοέλεγχος.
Πάντως, δε λέω, το μάσησε το πετσετόπανο καλά. Για τόση ώρα που
ξαφνικά εκείνο έγινε μια πελώρια μαντηλόφουσκα γυαλιστερή και ροζ
στο στόμα του απ’ όξω παρά τη θέλησή του. Η οποία μαντηλόφουσκα
ξαναχάθηκε χωρίς σκάσιμο αλλά με αστραπιαίο ξεφούσκωμα και
αναδίπλωση μέσα στο στόμα του. Μια κίνηση που επαναλήφθηκε για
τουλάχιστον δέκα φορές. Να όμως που το τσικλοφουσκομάντηλο
ξανακρύφτηκε μέσα στο στόμα στρίβοντας στο φανάρι αριστερά. Μέσα
απ’ τ’ αφτί. Απ’ όπου αφού ήρθε σχεδόν όλο έξω με χορευτικές
κινήσεις, εκσφεντονίστηκε πάλι προς το εσωτερικό.

250
pdf by elifrac

Πάλι άφαντο. Περνώντας ποιος ξέρει από που σαν βολίδα. Μέσα στο
λαβύρινθο του ενός αφτιού του για να ξαναφανεί όμως βγαίνοντας απ’
τ’ άλλο. Αλλάζοντας μορφή ενώ έκανε το κέφι του και λικνιζότανε
κιόλας μεταμορφωμένο σε μια πολύχρωμη τώρα γιρλάντα από μικρά
τρίγωνα που τυλίγονταν απαλά γύρω απ’ το λαιμό του. Ά-σε που πιο
καθαρά δε θυμότανε νά ’χε ξανακούσει σε όλη τη ζωή του ο Ντερτ.
Έμεινε έτσι κοκκαλωμένος για δυο στιγμές και άπλωσε τα πόδια πάνω
στο τραπέζι.
Πρώτα έφερε το ένα του χέρι πίσω απ’ την πλάτη της καρέκλας. Έπειτα
σκουπίστηκε κομψά με το άλλο πιάνοντας μια άλλη διπλωμένη, πάνινη
πετσέτα και φέρνοντάς τη πότε στη μια και πότε στην άλλη άκρη του
πάντα χαμογελαστού ως τ’ αφτιά, αν και κλειστού τώρα, στόματος. Για
φινάλε έμεινε με το χέρι να κρέμεται, κρατώντας και το τελευταίο τούτο
μαντήλι. Ακίνητος για λίγο. Έτσι. Σε αφασία. Οπότε τον παρατάμε και
’μεις για να δούμε τώρα πιο πέρα και κανέναν άλλο.
Ορίστε, τον Άλσελ που αμέσως άνοιξε εκείνο το πειναλέικο το στόμα.
Όχι για να βάλει κανένα ζαχαρομεζεκλίκι. Μόλις που το άνοιξε και
ακούστηκε εκείνο το φουσκοπάτ το γνωστό. Σαν πώμα, ναι, μπουκάλας
που ανοίγει με φόρα. Ε, ως εδώ θα μου πείτε, πάλι τα ίδια. Μα πρέπει να
ξέρετε πως ίσαμ’ εδώ μόνο όσα έπαθε ήτανε όμοια με των άλλων. Μετά
γίνανε αλλαγές. Έτσι, για τη συνέχεια αναπήδησε καθιστός. Αφήνοντας
ένα ξαφνικό «χικ!». Με το στόμα νά ’χει μείνει ορθάνοιχτο. Χάνος.
Οπότε, καθώς περίμενε να πάθει κάτι καινούργιο άρχισε να βγαίνει απ’
τη μεζεδοπαγίδα αυτή τη γνωστή μια θεόρατη μπαλονάρα.
Η οποία όσο έβγαινε, τόσο ο Άλσελ λέπταινε. Ακουγότανε όχι σαν
γέμισμα με αέρα ενός γιορτινού μπαλονιού μα ένας λόξυγγας. Με μια
απίστευτη ποικιλία από «χικ!». Αργά και εκκωφαντικά απότομα ή
γρήγορα και κοφτά ή κανονικά και με παύσεις. Η φούσκα ετούτη σε
λίγο έμοιαζε με μια τεραστίων διαστάσεων στρογγυλεμένη πιπίλα που
με ανταπόκριση στο καθένα «χικ!» αυτού του αναπάντεχου λόξυγγα
συνέχισε μ’ αυτό τον τρόπο να διογκώνεται. Σε ανύποπτο χρόνο έβγαλε
απ’ το στόμα του το παστοταχυδακτυλουργικό ένα μπαλόνι σε μέγεθος

251
pdf by elifrac

πολυελαίου. Τόσο μεγάλο έκανε έτσι και βγήκε δεμένο στη άκρη
φιόγκος.
Οπότε, πήρε για δοκιμή νέο σχήμα. Κολοσιαίου αμυγδαλόσπορου. Σε
χρώμα φρέσκου βούτυρου. Ύστερα μεταμορφώθηκε ξανά. Για να
υπάρχει και ποικιλία. Έγινε φωτεινό γύρω απ’ το σουλούπι του σαν
διάφανο γλομποστέφανο τη νύχτα. Γεμάτο από αύρες ζαχαρωτών που
τά ’βλεπες σαν σε μόλις χρυσοκίτρινη, θαμπή γυάλα, αιθέρια.
Σοκολάτες, γκοφρέτες, πουράκια πραλίνας, δαχτυλοσοκολάτες,
κουφετάκια καθώς και καραμέλες σε περιτύλιγμα.
Τούτο το αμυγδαλοφλασκί που άλλαζε όψη όσο γέμιζε, μετατράπηκε
στο μεταξύ και πάλι. Έμοιαζε ήδη με λικερομπούκαλο κοντούλικο,
παχουλό. Παραγέμιζε όμως και ’κείνο με τη σειρά του. Καταλήγοντας
πια σωστή κολοκύθα. Μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. Έτσι το πράγμα τούτο, ίδιο με μηχάνημα αυτόματης παστοεξυπηρέτησης
κολοκύθινο, απόμεινε αιωρούμενο πάνω απ’ το τραπέζι. Πλάι στο
τσαγεροβαρελάκι σερβιρίσματος της μπιροσαμπάνιας. Στον αέρα, ενώ
περιστρεφότανε.
Έχοντας για καπάκι ένα σκισμένο πάνω άκρο με το κοτσάνι. Μια
κολοκύθα πλημμυρισμένη με τις οπτασίες από τα γλυκίσματα τα μέχρι
λίγο πρωτύτερα Αλσελοτραγανισμένα. Φωτισμένη στο φυσικό της
χρώμα, πορτοκαλί ανοιχτό, λαμπερό. Έτσι που οι αφρατοφουσκωτές
πτυχώσεις της υπερφυσικής, αμετάκλητα πια κολοκύθας να είναι μια
αύρα διάφανη. Υποτίθεται περιέχοντας τα, αναρρίθμητα όσο δεν
φαντάζεστε, γλυκά μιας μπομπιροζωής σερμπετοξεσκασμένης.
Ξανασυγκεντρωμένα εκεί μέσα να φαίνονται σαν νά ’τανε ατόφια.
Μοιάζοντας με αληθινά και συγκεντρωμένα όλα μέσα σ’ ένα πορτοκαλί,
κολοκυθοσεντούκι αέρινο. Με το καπάκι να φαντάζει έτοιμο αν θες για
να τ’ ανοίξεις. Ο Άλσελ κόντεψε να σκανδαλιστεί να βουτήξει το χέρι.
Να του φύγει και η απειροελάχιστα παραμικρή αλλά που δεν παύει ποτέ
να είναι όπως πάντα σαν τέτοια έτσι και αλλιώς ε, η περιέργεια. Παρ’
όλα αυτά απόμεινε ν’ απορεί.
252
pdf by elifrac

Ο μπόμπος λεπτός πλέον χαζοκοίταγε χάσκοντας έκ-πληκτος. Πότε τη
δική του αλλαγή, πότε το νεφελώδη κολοκυθοπαστολογαριασμό
ταμιευτηρίου τον πορτοκαλοδιάφανο. Την μπαλονάρα τη φίσκα γεμάτη
απ’ την αύρα που αφήνανε οι παλιές, γλυκές του ορέξεις. Έτσι
κατάντησε μονάχα με δυο γουλιές από την Αλμπερποσυμφορά ο μικρός.
Πάντως λίγα έπαθε ως εδώ μέχρι στιγμής. Μετά βέβαια γίνανε και άλλα
μα ήτανε όλα και όλα κάτι ψιλοπράγματα. Αντί για υπόκλιση. Να,
δηλαδή άκουσε απότομα ένα «γκλινγκ!». Αναποδογύρισε με επιτόπια
μπροστινή τούμπα εκεί που βρισκότανε καθιστός και ξαναγύρισε όπως
ήτανε και πριν. Στην ίδια θέση και καθιστός. Η φάτσα του φωτίστηκε
αμέσως ολόκληρη. Άναψε σαν πορτατίφ χωρίς ρεύμα. Σαν να είχε
φωτάκια μέσα από το δέρμα του προσώπου του. Ανάλαφρος πια,
έσκασε και ένα γεμάτο χαμόγελο μα με άλλη, τελείως αλλαγμένη πλέον
όψη. Ανάλαφρου, ευτυχή μπόμπιρα.
Με μια χαρά που εκφράστηκε αναλόγως. Δηλαδή κουνώντας τα φρύδια
πάνωκάτω ενώ κοίταγε κατά το ταβάνι. Με το κεφάλι ίσια μπροστά
αλλά τις κόρες των ματιών νά ’χουνε στραφεί ψηλά. Φέρνοντας τα
πόδια επάνω στο τραπέζι, τό ’να πάνω στ’ άλλο. Κρεμώντας και τό ’να
χέρι πίσω απ’ την πλάτη της καρέκλας. Ενώ το άλλο να σκάει φούσκες
με δαχτυλοκαταπέλτη αντίχειρα και δείκτη. Παρέα με την ομπρέλα να
μπασάρει τα «πλοπ!» κάνοντάς τον να λυθεί στα γέλια. Λέγοντας μετά
και οι δυο τους «πλοπ!» με τη φωνή του μπόμπιρα να βαραίνει όσο
περισσότερο μπορούσε τώρα πού ’χε ελαφρύνει ολόκληρος.
Προσπαθώντας να φτάσει σε βραχνάδα την ομπρελάρα την
τερατογοριλλόμπαση.
Μα απ’ ό,τι φάνηκε τελικά αυτά ήτανε του Άλσελ όλα τα μαρτύρια.
Όσο για το τι νά ’γινε με τη Λούλα Μπόμπινγκς, εκείνη έπαθε τα εξής
πολλά και διάφορα στη συνέχεια. Για προετοιμασία ίσως είναι
απαραίτητο ένα κάποιο μέτρο μέχρι και στην περιγραφή. Ώστε να
χρωματιστεί απαλά η σάλα ετούτη από τη φινέτσα μα και την
αβροφροσύνη που κάνει μια νεράιδα νά ’ναι τόσο ξεχωριστή. Γεμάτη
από τέτοια χαρίσματα που ταυτίζονται με την αρμονία και την
εσωτερική γαλήνη και εξωτερικεύονται με το παρουσιαστικό, το οποίο
οφείλεται στο ασύγκριτο πείσμα της για την πάση θυσία διατήρηση μιας
253
pdf by elifrac

ατμόσφαιρας όπου θα επικρατεί όσο γίνεται λιγότερη γκίνια από τα
υπερβολικά συχνά φάσκελα.
Προετοιμασμένοι νά ’σαστε μόνο καθ’ όσον η Λουλού τυγχάνει πιο
πολύ του ύψους σε ό,τι αφορά γενικώς το θέμα του μέτρου. Αφού είναι
«δύο και!» στο μπόι. Α-πό πλάτος οι μεζούρες μπερδεύονται. Μήκος
έχει στις πατούσες και μάλιστα σε πλεόνασμα. Όσο για βάθος σκέψης
έτσι που παραπατάει και καπελοχτυπιέται είναι πια ολοφάνερο ότι στο
μυαλό της έχει ουκ ολίγο κενό χώρο. Παρά κάτι αβυσσαλέο. Ήδη όμως
υψώθηκε σε ’κείνο το σαλόνι η αυλαία για το χορόδραμα το ντιπ
καταντίπ αλησμόνητο. Το οποίο αν είναι αναπόφευκτο, πιο πολύ από
σας εξαρτάται. Πάντως, αρχίζει αμέσως. Ορίστε...
Όποιοι θέλουνε κάθονται ή φεύγουνε με φόρα!
Ακούτε ’δω οι υπόλοιποι και δείτε οι άλλοι τώρα!
Ακάπελη στο πρόσωπο, κοιτάζοντάς τη ως κάτω
άλλαξε στιλ που ήτανε, απείρως πιο κεφάτο.
Σβέλτα από πάνω απ’ την κορφή,
μέχρι και στα παπούτσια
αμύγδαλα γινόντουσαν, μέχρι και τα κουκούτσια.
Ούτε που καθυστέρησε, να πάρει όψη άλλη
σαν ήρθαν και της φύτρωσαν, λουλούδια στο κεφάλι
που πλέχτηκαν όλα μαζί, στα σβέλτα μάνιμάνι
ένα κομψό και ζωηρό, πολύ πυκνό στεφάνι.
Το οποίο ολοζώντανο, έστησε μια γιορτή
και μάθετε οι περίεργοι, με ποιους, πως και με τι.
Πολλά λουλούδια χαρωπά λοιπόν,
της Μπόμπινγκς η κορώνα
μήπως και βρει την ομορφιά τυχόν,
μια γκλάβα σαν κοτρώνα.
Ό,τι συμβαίνει πάνω εκεί, ακόμη και τραγούδια
254
pdf by elifrac

όλα μα όλα έχουν φτιαχτεί, μόνο από λουλούδια.
Με μπερδεμ’ ατελείωτο ή φτάρνισμα γερό
το κέφι μένει αμείωτο, το πάρτι φοβερό!
Ένα φιλί πολύ σκαστό, που κάνει ένα «σματς!».
Βοή από εξέδρα χαρωπή, μέσα σε ένα ματς.
Γελάκια ελαφρώς πνιχτά, που βγαίνουν απ’ τη μύτη
που ακούγονται σαν σκανταλιά,
κάποιου μικρού αλήτη
και γίνονται πιο κατσαρά, που κάνουν «κικικι!»
ενώ μιλούν λίγο πιο ’κει, κακοί γειτόνοι ευγενικοί.
Κάπου αλλού, εκρήξεις
τόσων δα μικροσκοπικών
αφόβων όμως μπουμπουκιών
αστραφτερές εκπλήξεις
Όλα έχουν ίδιο στο αφτί, τον ήχο μιας βεντούζας
αντί για κρότο μπαρουτιών ή μίας καραμούζας.
Η γύρη πια αμέτρητη, να σκάει παντού τριγύρω
και η Λούσι Μπόμπινγκς η νταντά,
να μοιάζει με το Φύρο.
Εκείνο το χρωματιστό, εφευρέτη,
τον Κρανιάζη
μα, χωρίς ράμφος η γυαλιά,
αν και πολύ του μοιάζει.
Α, το απίθανο, πυκνό, μαγικό τούτο στεφάνι
μοιάζει με νίκη σ’ εκλογές, στο σαματά που κάνει.
Σαν μια παρέλαση ζογκλέρ
πού ’ναι χορευταράδες.
Με μπάντες φιλαρμονικές
και ράβδο μ’ αρχιμουσικό εξπέρ
γιορτή για βασιλιάδες.
Έμοιαζε όλη η σκηνή, να είναι ένα θαύμα
255
pdf by elifrac

και η Λούσι Μπόμπινγκς η νταντά,
ένα όνομα και πράγμα!
Απ’ τη θέση της πέταξε πιο πέρα, μακριά.
Με το στεφάνι που άρχισε, το γλέντι στα μαλλιά.
Χαρίζοντας στα βλέμματα, μία κομψή πιρουέτα
βήματα από πατινάζ και ιπτάμενα μπαλέτα
Ενώ απομακρυνότανε, μαζί με την ομπρέλα
που άνοιγε και έκλεινε ή έκανε άλλη τρέλλα
και πότε στριφογύριζε
ή αναποδογύριζε
ξανάνοιγε
ξανάκλεινε
και γλίστραγε με χάρη
που νόμιζες πως έβλεπες να κολυμπά ένα ψάρι.
Όλη ένα νάζι, μια χαρά, στο βυθό για να φτάσει
και η νταντά περίμενε, για να την ξαναπιάσει.
Γυρνώντας τη σαν φτερωτή, πάνω σε ένα μύλο
στριφογυρνώντας τη εύκολα, χωρίς να δείχνει ζήλο
και μάλιστα σχημάτησε κ’ ένα χορευτικό
διαγράφοντας και κάμποσα, χαριτωμένα οχτώ.
Με καβαλιέρο στο χορό, ομπρέλα περιπάτου
μιας πολύ εύθυμης νταντάς ως χαρωπού διαβάτου.
Τι εύρημα απίθανο, το τσάρλεστον με ομπρέλα!
Μα γίνεσαι νεράιδα, άμα δε σέρνεις τρέλλα;
Στα γρήγορα όμως η Λουλού, στο σόου το παραξήλωνε.
Κάτι είχε και αμαντάριστο,
στο τσάσ’στον τούβλο αδιάβαστο,
και τα άνθη από πάνω της, μουρμούραγαν «τελείωνε!»
Άκουσε καί ’να σκίσιμο, «να λείπει» είπε «το βύσσινο»
και απότομα φρενάρησε
μα μπέρδεψε τα πόδια της και καταντεραπάρησε.

256
pdf by elifrac

Σκόνταψε δε στο ίσωμα, χωρίς να βρει εμπόδια
εκεί που και ιπτάμενα, περπάταγαν και βόδια.
Στο τσακ βρήκε και γράπωσε, εγκαίρως μία θέση
μα ήταν πού ’χε πέσει
ρημάζοντας αδέξια, το νούμερο στη μέση
βλακόμουτρο και βάλε!
Μόνο σάλτο μορτάλε, πήγαινε για φινάλε!
Είπε κ’ ένα απ’ τα όργανα
αυτό που λένε τούμπα
«Α, ειν’ απ’ τα φαινόμενα!»
«Τι νεραϊδογκόμενα ! Σκέψου να μάθει ρούμπα!»
Φτάνει εδώ που ήρθαμε, να πάμε και αλλού!
Ποδαροκοτσιδιάζοντας είπε και η Λούλου
Αργά μισοσηκώθηκε
μετά αυτοφασκελώθηκε
και αφού ψιλόρθε ίσα
κοκκίνησε από λύσσα.
«...για όλη την αναποδιά, φταίει μόνο ο θείος Νώντας»
έβγαλε τ’ άχτι η ανηψιά, καρεκλοακουμπώντας.
Μόλις που βρήκε αντοχή
στάθηκε κουτσοπροσοχή
και με άνωκάτω τα μαλλιά
πήρε μια πόζα για αγκαλιά.
Τα μπράτσα τα σωληνωτά
αφήνοντάς τα ανοιχτά
ήτανε ολόιδια σαν αυτούς
τους φρικαλέους γυπαετούς
Όρνιο και όρθιο σαράβαλο.
Γκαφατζού χωρίς σύνορα
που χόρεψε αγγαρεία.
257
pdf by elifrac

Μετά απ’ αυτό το μπάχαλο
μια βράβευση στα γρήγορα
υπήρχε και όχι αστεία :
Όχι Δέκα με τόνο.
Ούτε τον άλλο χρόνο!
Ούτε και δέκα λίρες.
Θα αλλάζανε σε ψείρες.
Μόνο δέκα μπουγέλα!
Γιατί στροφές δεν έπαιρνε
με το νιονιό που έσερνε.
Σκέτη μυαλοσαμπρέλα!
Πίτα χωρίς αέρα
και αν ποτέ κάποια μέρα
έφτιαχνε μυαλοτρόμπα
θα αυτοτουμπανιαζότανε
και θα διασκορπιζότανε
σαν νεραϊδομπόμπα!

Με λίγα λόγια και πεταχτά κάπως έτσι έμοιαζε η αλ-λαγή που
διαπέρασε και τούτη ’δω την παραμανονεράιδα. Το νούμερό της είχε
έρθει τελικά σε στοπ. Για να γλιτώσουνε τις επερχόμενες καρπαζιές οι
περικοκλάδες αυτές από κανένα ξέσπασμα νεύρων ακούστηκε
θερμότατο χειροκρότημα απ’ όλο το στεφάνι στο κεφάλι της. Τα
λουλούδια στο πι και φι σκύψανε στ’ αφτιά της. Πέσανε μπροστά στα
μάτια της. Της ψιθυρίσανε ουκ ολίγα επαινετικά σχόλια. Φωνάξανε
κάποια άλλα ύστερα και «ζήτω!», «μπράβο!» βγάζοντας και
σφυρίγματα. Όμως χωρίς να μπορούνε να κρύψουνε καθόλου την
αμηχανία τους για την απρόβλεπτη συνέχεια. Μοιάζανε όλα μαζί έτσι
εντελώς ασυντόνιστα όπως κάνανε ότι επιδοκιμάζανε της Λουλούς την
παταγωδώς αποτυχημένη χορευτική έμπνευση σαν νά ’τανε

258
pdf by elifrac

κοροϊδίστικο λεφούσι σε παζάρι. Το οποίο δήθεν ξηλώνεται σωρηδόν
για το θαυματουργό μαντζούνι που πουλάει κομπογιαννίτης πλανόδιος.
Της κλείσανε το μάτι. Για πολλοστή φορά χαμογελώντας λυγισμένα από
την κορυφή του κεφαλιού της, κρεμαστά ανάποδα στα μάτια της
αντίκρυ, δείχνοντας όσο μπορούσανε πιο γοητευμένα. Μερικά μάλιστα
φροντίσανε να χειροκροτούνε διαρκώς φωνάζοντας «άνκορ!», δηλαδή
ζητώντας και άλλη τέτοια μπαλαφάρα νεραϊδένια. Με χίλια ζόρια
βέβαια. Πάντως υπήρχανε μέχρι και λίγα που φυσάγανε – για να μη
βρούνε και δαύτα κανένα μπελά και σερπαντίνες.
Ώσπου κάποια στιγμή χορτάτη από τούτα τα «γιού πι!» έχοντας
πιστέψει ότι είχε σουξέ, δαχτυλοσφύρηξε η Λούλα και με τα δυο χέρια
χώνοντας τους δείκτες κάτω απ’ τη γλώσσα για να μπει ε, μια τάξη. Η
ομπρέλα και το στεφάνι ξεροβήξανε. Το δεύτερο συμφώνησε με την
πρώτη, το ομπρελοστραπατσοματσοκάταρτο ότι « η Μπόμπινγκς έχει
δίκιο, πως, βέβαια!». Μα το στεφάνι παραμουρμούρησε και ξερόβηξε
τώρα η ίδια η Λούλα Μπόμπινγκς για να μη βγει και άλλο κιχ. Όμως
βγήκε. Σαν ξερόβηχας. Πάλι απ’ το στεφάνι. Το οποίο σταμάτησε μόλις
ξερόβηξε ο θείος Νώντας ο Καλαμπουρομπουρμπουληθρόπουλος, ο
Άλμπερπ.
Με τη σειρά του ο Ντερτ τον έκανε να το κόψει. Με ξερόβηχα
καμπανόλαιμο, αφούμωτο, καπνοδοχοξεβουλωμένο. Έπαψε όμως και
τούτος όταν ξερόβηξε η τσαντάρα η Χαμ-Μπαγκ με αλυσιδωτό
ξερόβηχα απ’ όλα τα μουσικά όργανα που ξεμπουκάρανε από δαύτηνε.
Η τούμπα, το θηριώδες πνευστό, σαν φουγάρο, πάνω που ξερόβηξε,
διακόπηκε ο βήχας του από της Γκέτεμ. Έκανε έτσι η μικρή και μια
παύση στο γέλιο της που την ξανάπιασε έπειτα από τον προσωρινό της
ξερόβηχα. Παρά λίγο κιόλας να της έμενε μόνιμο το κακάρισμα της
χαράς. Μα κόπηκε και δαύτο με μια κίνηση άβηχη του Άλσελ μόλις
έκανε ο μπόμπος λεπτός και εύθυμος στα πιατίνια ένα νόημα.
Τούτα υπακούσανε αλλά βάλανε μπροστά το ρεπερτόριο των ρέστων
οργάνων. Άλλα φρούτα και δαύτα. Φανφαρόνικα και καπετανέοι
αρχιφασαριόζοι μα αστείοι όπως κοντεύανε να ξεχαρβαλωθούνε από
259
pdf by elifrac

την πρεμούρα για ταχύτητα ενώ βγάζανε όλη εκείνη τη
φραμπαλοκατσαμπαλομουσική. Το αποτέλεσμα ήτανε να ξεσηκώσουνε
τους
καθιστούς,
Ντερτ,
Άλσελ
και
θείο
Νώντα
Καλαμπουρομπουρμπουληθρόπουλο
που
τιναχθήκανε
όρθιοι.
Ξεκινώντας να χορεύουνε με σκέρτσα και πειράγματα για κάμποση
ώρα. Ξεφαντώσανε με την ψυχή τους. Φέρνοντας βόλτες όλο εκείνο τον
δρύινο αεροδιάδρομο. Τον ασήκωτο αλλά ολόκληρο με τα καθίσματα
στον αέρα. Μακριά από το πάτωμα και πιο κοντά στο ταβάνι.
Αργότερα, πάνω ’κει στην τραπεζαράρα τη γυαλιστερή όλα τα
τζιτζιμπαντζαλοτσαγομπιροσαμπανοφλίντζανα μπήκανε στη σειρά.
Ετοιμαστήκανε για σελφ-σέρβις. Μόνα τους στοιχηθήκανε για να
σερβιριστούνε απ’ το μπιροσαμπανοβαρελάκι που ήτανε σαν τσαγερό.
Οι πετσέτες όλες οι πάνινες χορεύανε με τα κουταλοφλίντζανα. Όπως οι
συνοδοί τις ντάμες στο χορό για να μη τις πατάνε. Όταν εκείνες τους
κρατάνε ενώ ετούτες πάλι ταυτόχρονα γυρίζουνε γύρω απ’ τον εαυτό
τους. Μέχρι που μπαφιάσανε όλοι κατευχαριστημένοι.
Τα πιατίνια σημάνανε το φινάλε. Οι πάντες βρεθήκανε όρθιοι χωρίς να
πατάει κανένας πουθενά. Τότε με τη σειρά της γλίστρησε η νταντά τα
δυο της τα δάχτυλα τα ξερακιανά να κάνουνε στράκα. Τον μέσο με τον
αντίχειρα. Με το «σναπ!» αλάξανε σε χρώμα όλα τα ρούχα της. Από
κατάγκριζο σύννεφο καπελοπαλτοπάπουτσο που ήτανε και ψιλολετσέ
και καθόλου εμφανήσιμο, ζωήρεψε σαν τουλίπα. Αλλάξανε σε χρώμα
έντονο, σκαστό κίτρινο με ύφασμα τώρα πιο πυκνόπλεκτο και
γυαλιστερό, τα ρούχα της. Βγήκανε τα παπούτσια της λέγοντας «χα
λόου!» μεταξύ τους. Με φωνή γνωστών αμφοτέρων μόνο από το
τακτικό
«χαίρετεπως-είσαστετικάνειησύζυγοςκαλάκαιοιδύοαντιχαίρετε!». Ενώ δεν έχει κανένα σύζυγο.
Κάνανε αλλαγή φρουράς. Για να μπούνε σωστά αφού ήτανε ανάποδα.
Πριν καλύτερα ήτανε μου φαίνεται. Χάθηκε το στεφάνι απ’ το κεφάλι
της. Το καπέλο που είχε ως τότε παραχωρήσει για συνεστιάσεις το
μαγαζί σε μια λουλουδοπαλάβρα μεταμορφωμένη, ξαναβρέθηκε στο
κεφάλι της και έμεινε εκεί το άτιμο, ήσυχο. Η ομπρέλα έγινε ολόλευκη
μαζί με το καπέλο. Από γκρι καρό η τέντα η φορρητή ενώ το καπέλο
260
pdf by elifrac

από κατάσκουρο γκρι που ήτανε προηγουμένως. Το ξόρκι έτσι διάλεξε
να λανσάρει την κολεξιόν με τις δημιουργίες απ’ το δειγματολόγιο. Το
καπέλο είχε αποκτήσει και φιόγκο σε κροκάδινο κίτρινο έχοντας γίνει
ολοκαίνουργιο, αγρατσούνιστο και ακαβγάδιστο.
Το παλτό ήτανε ένα κατακοτοπουλί κίτρινο μακρυνάρι πάλι
κατακουμπωμένο και μέχρι τον αστράγαλο. Με τους ίδιους και
χειρότερους, φουσκωτούς σαν μαξιλαράκια του καναπέ γιακάδες.
Πάντως ασορτί με την κορδέλα του κεφαλοσκεπάσματος. Καναρόφερνε
δηλαδή με δυο λόγια η νεράιδα με το παραπάνω αλλά αν και τη
λιγουρευτήκανε κάτι γατιά στο πρεβάζι το παραθύρου, την φοβήθηκε το
μάτι τους.
- Α, ρε νά ’χαμε και άλλα σε τέτοιο οικογενειακό μέγεθος και ψόφια!
Σχολιάσανε γουργουρίζοντας.
Τα παπούτσια της Λούλας στο μεταξύ αργούσανε να συγχρονιστούνε.
Ψάχνανε το καθένα για το χρώμα το κατάλληλο χωριστά.
- Μπλε...εεεε...όχι...όχι! Κόκκινο!...ή μήπως ακαζού;
- Σιμπιζάκι.
- Ταλασσί;
- Μπεζ, θαλασσί, πολύ μου κάνετε ζάπινγκ τα χρώματα των μούτρων
σας! Για σβέλτα!
Τά ’κανε με δυο φράσεις η νεράιδα να γίνουνε άσοι στις βαβελοβαφές
για μεταχειρισμένα νεραϊδάρβυλα.
- Καμηλίτσα τρικάμπουρη με σφουγγαράκι βερνικωμένο, έχουμε;
Ρώτησε μάλιστα το δεξιό, στο σωστό πόδι ήδη παρκαρισμένο, το
διπλανό του προτού το αριστερό να βγει για μια στιγμή απ’ το πόδι της
261
pdf by elifrac

Λουλούς να ψάξει κάνοντας ότι υπήρχε μια βαφή κάπου εκεί γύρω.
Γρήγορα ξαναβολεύτηκε στο ποδάρι της ψηλοΛουλούς, γύρισε στο
δεξιό που έκανε εκείνη την ερώτηση και του απάντησε «όχι!» κάνοντας
ένα σκέτο «τσου!». Οπότε η κάτοχος που τα επιτηρούσε τα χτύπησε
φτέρναμύτη και κιτρινήσανε σε τόνο ασορτί με το παλτό της πάραυτα.
- Εύγε!
- ...και ’σεις επίσης!
- Ω, μα ξέρω!
- Εμένα θα μου πείτε...
Αλληλοσυγχαρήκανε τό ’να τ’ άλλο για τη σωστή επιλογή με φλυαρία
ευγενική, κινέζικη.
Πάνω δε στο τραπέζι είχε πέσει ξερόβηχας κολλητικός που πήγαινε
σύννεφο. Ξεροβήχανε τα φλιντζάνια για να ακούγονται λίγα λόγια και
σοβαρά να μην ξεφεύγουμε. Αλυσιδωτά ξερόβηχας όλων απ’ την αρχή.
Ήρθανε με λαιμό εσωτερικώς καθαρό μόνο όλοι στις θέσεις τους.
Κάνανε και μια πρόποση πίνοντας από δυο γουλιές. Φώναξε και η
Λούλα Μπόμπινγκς την κορνίζα πάνω με το ονοματάκι της.
- Γκόου Φίγκερ, πλίιζ!
Δηλαδή «Τρέχα Γύρευε» για έλα σε παρακαλώ, εδώ ήρθαμε!
Αμέσως μετά η νεράιδα γύρισε προς τον Ντερτ. Εκείνος έψαξε για
γραφική ύλη πάνω του σαν ατσίγαρος τσιγάρα. Τού ’δωσε ο θείος
Νώντας ο Καλαμπουρομπουρμπουληθρόπουλος, ο Άλμπερπ τότε μια
κηρομπογιά ειδική που δεν έλιωνε ούτε λέρωνε αλλά έσβηνε – αν
έπρεπε – ό,τι έγραψες.
- Για πού;
262
pdf by elifrac

Ρώτησε ο Ντερτ.
- Η κηρομπογιά;
Ρώτησε ο θείος της νεράιδας.
- Όοοο...
Έκανε μακρόσυρτα, μισά, μακρομούρικα το «όχι», κουνώντας και την
κεφάλα κατά πίσω ο Ντερτ με τα χείλη να κρέμονται ανοιχτά.
Με το νεραϊδοθείο να τον κάνουνε όμως μεταβολή αλληλογυρνώντας
τον ο καθένας απ’ τη μεριά που έστεκε, οι άλλοι θεωρούσανε σωστό και
δεν είχανε σταματημό να κατευχαριστούνε όλους όλοι και όλοι όλους
μαζί. Η Λούλα η Μπουμπουνηταριδοσυννεφίδου ξερόβηξε πρώτη. Θα
ξανάρχιζε όμως ο βήχας περιβάλλοντος. Σφύρηξε λοιπόν ο Ντερτ
κλέφτικα με τη γλώσσα δυνατά και τους ξεκούφανε. Ούτε
φαρυγγοπαστίλια νά ’τανε τούτο το σφύριγμα γιατί ο βήχας όλων
κόπηκε. Έγινε τότε μια παύση και έπεσε η σχετική ησυχία.
- Για πού;
Ξαναρώτησε ο Μητσάρας ο Δερβισοψηλολελέκογλου με τ’ όνομα. Ο
Ντερτ δηλαδή.
Ε, λες και τους είπε να ξαναρχίσουνε το ίδιο βιολί. Καθότι πέσανε
βροχή τα «σασευχαριστωπαρακαλωπολυματιλέτε» με τον θείο Νώντα
τον Καλαμπουρομπουρμπουληθρόπουλο, τον Άλμπερπ. Έτσι και ο
Μήτσος ο Δερβισοψηλολελέκογλου έγραψε κάτι μόνος του με μισό
χαμόγελο ολίγον πονηρό για την έκπληξη που ετοίμαζε. Πάνω ’κει
τελείωσε και το σούσουρο της σουξουμουτζήδικης ευγένειας του
αποχαιρετισμού.
- Χαμ-Μπαγκ!

263
pdf by elifrac

Είπε στον τσαντογαργαντούα, το θηρίο που είχε μέσα μέχρι βίλλα με
περίφραξη
ο
περιχαρής
θείος
Νώντας
Καλαμπουρομπουρμπουληθρόπουλος, ο Άλμπερπ που όταν ήτανε μόνος
του
όλο
σαπουνοτσαγομπιροσαμπανοκαλαμπουρομπουρμπουληθρορευότανε.
- Μπααα!!!
Συμπλήρωσε χάσκοντας ίδια με γκαραζόπορτα ανοιχτή η καραβαλίτσα
από χαλί μάλλινο φτιαγμένη. Αντίκα εκατόν πενήντα Μαΐωνε στην όψη
αλλά ζωηροτάτη.
Βγήκε ένας πίδακας καραμέλες σαν κροκάλες, δηλαδή
θαλασσοβότσαλα που σε αφήνανε φαφούτη και ’μενες με τα φωνήεντα.
Απλωθήκανε σαν σκάγια από μουσκέτο πειρατών πού ’χει μια κάννη
σαν τρομπέτα και ξεπουπουλιάζει ένα λεφούσι καρακάξες μέχρι να
πέσουνε με τη σειρά όλες τούτες οι καραμέλες στο τραπέζι.
Μπουκάρανε τα όργανα για ταξίδι με ύπνο και καλαμπουρίζανε με το
δικό τους εκείνο τρόπο μέσα σε γέλια και μπηχτές ατάκες σκουντώντας
τό ’να τ’ άλλο.
Πέσανε και τα σχετικά τα παραπάνω φιλικά σκουντήματα και το
προτελευταίο από πριν έτοιμο για παράπονα ώσπου βρήκε αφορμή για
να εκδηλωθεί, είπε «μη σπρώχνεις ρε» στο άλλο «όταν είσαι στην
ουρά!!!». Έπειτα συμμαζευτήκανε και οι άλλοι κάνοντας ομοίως μια
σειρά. Ο ένας πίσω απ’ τον άλλο στον αέρα. Προσγειώθηκε με ελιγμό
ιπτάμενου χαλιού η ιπτάμενη κορνίζα και σιγάσιγά, ένας-ένας με
γλίστρημα καθόδου χανότανε χαιρετώντας τον θείο Νώντα τον
Καλαμπουρομπουρμπουληθρόπουλο, τον Άλμπερπ. Ο οποίος απόμενε
να κάνει πρόποση μόνος του. Αόριστα και αφηρημένα.
Αφού ήπιε και αναρωτήθηκε τι είχε συμβεί για τόση ώρα, κάθησε.
Έβγαλε κάμποσες φούσκες, έκλεισε το στόμα, γλάρωσε, έριξε τα πόδια
στο τραπέξι, το κεφάλι στην κοιλιά, τα χέρια επίσης, πλατάγισε το
στόμα αναστενάζοντας με μπόλικα «πφφφ!» και με πιο φουσκομάγουλα
«πφφφου!» από την αρχή όπως το συνήθιζε, το ξανάνοιξε και έβγαλε
264
pdf by elifrac

και άλλες φούσκες. Λες και είχε σερβίρει το σαπούνι για τσιζ κέικ με
σιρόπι γκλασέ ριγμένο από πάνω το σαμπουάν. Ε, πλυντηριοκοιμήθηκε
του καλού καιρού.
Το σερβίτσιο να ξεροβήχει. Να κάνει «Όου γουέλ...» και να
φουσκαλοροχαλίζει και δαύτο με το τσαγοκανατομπιροβαρελάκι παρέα.
Όμως η κολοκύθα του Άλσελ ήτανε που έκανε αυλαία στο σκηνικό.
Χάθηκε τελευταία. Α-φήνοντας ένα αχνό, κιτρινωπό σύννεφο με ένα
παφλασμό απαλό, όμοιο με σάκκο ελαφρύ που σκάει στη γη.

265
pdf by elifrac

Κεφάλαιο 14
14. Μια Καραβιά Ζάχαρη
Ο καιρός έως τον ορίζοντα έδινε πλέον ένα γλυκό, ζεστό χαμόγελο.
Ορεξάτος τελικά ο ήλιος φρόντισε να ρίξει μια αχτίδα για να λαμπιρίσει
και το χρυσοχάλκινο κλειδί του ροδόχρωμου, αφρατομάγουλου με το
κεφάτο, ευγενικό βλέμμα καλοκάγαθου γλυκισματοποιού. Νάτονε που
το γύρναγε κιόλας. Με τον μεταλλικό από χρόνια πια γνώριμο,
κουδουνιστό του ήχο στο ευτραφές και ζυμαράτο χέρι του. Έσπρωξε και
προχώρησε για να μπει.
Με την πρώτη όμως δρασκελιά έφαγε με μια και μόνη τηγανιά και το
καλύτερο του πρωινού του γεύματος. Το οποίο το είδε συννεφάκι από
πάνω του. Νιώθοντας το καρούμπαλο του κεφαλιού πανύψηλο σαν
βουνό που ξεπερνάει όλων των ειδών τα πιο ψηλά τα σύννεφα. Πάλι
καλά που κατάλαβε «αλεύρι», μη με ρωτήσετε γιατί, η νεραϊδοζωγραφιά
και όλοι μ’ ένα «ζβουπ!» βγήκανε μπροστά στον εκτός μάχης
ζαχαροπλάστη. Τι μάχη δηλαδή... Καλημέρα ήτανε αλλά και που την
έλαβε, έπεσε κάτω. Μαζί με την ευχή και ετούτος και το τηγάνι που τον
χαιρέτησε μ’ ένα τέτοιο «μπανγκ!» ασήκωτο.
Με το που έπεσε ξερός λοιπόν, βγήκανε απ’ το δρομολόγιο εκεί
ακριβώς συμπούρμουλοι οι εκδρομείς με τη Λούλα Μπόμπινγκς τη
νεραϊδονταντά. Κάνανε «Τί; Πώς; Πού;» όλοι σαστισμένοι. Γυρνώντας
τα κεφάλια πέραδώθε πολύ γρήγορα. Ώσπου πήρανε είδηση ότι εμφανιστήκανε στο ζαχαροπλαστείο απ’ το οποίο περάσανε πριν. Αμέσως
η ματιά τους καρφώθηκε στον εύσωμο και στρογγυλομέση,
παχυμουστακαλή κοκκινοτρίχη με τον σκούφο που ήτανε ξάπλα στην
είσοδο.
Η Λούλα η Μπουμπουνηταριδοσυννεφίδου με απίστευτη ετοιμότητα,
μάλλον υπερβολική για πιτσιρίκια αλλά φάνηκε προσόν, είπε «στικ
σποτ!» μόλις είδε ότι αφήσανε ένα χάος από πριν ξεχασμένο.
Καλούκακού μάλιστα έκανε και άλλο ένα «στικ-καιταρέστα» για πιο
σίγουρα. Βιαστικά, με τα χέρια που τα κούναγε για να κατευθυνθεί μια
266
pdf by elifrac

στροβιλίζουσα αστρόσκονη που άφησε άφωνο τον ιδιοκτήτη. Εκείνος
αποσβωλώθηκε έκπληκτος να χάσκει και να κοιτάει την υπό εξέλιξη
ζαχαρωτοπλημ-μύρα στις βιτρίνες πώλησης πλάι απ’ τον πάγκο του
ταμείου και τη ζυγαριά του.
Γύρισε, αντίκρυσε την υπόλοιπη παρέα μα τον αιφ-νιδίασε η Λούλα η
Μπουμπουνηταριδοσυννεφίδου. Η οποία δεν έβαλε παρ’ όλα αυτά καν
τα δυνατά της να τον καθησυχάσει. Απλώς τού ’σφιξε το χέρι λέγοντας,
- Όλα είναι εντάξει! Συγνώμη για την αναστάτωση. Α-ντίο!
Ξερόβηξε και είπανε οι άλλοι «Ναι. Λοιπόν!». Αλ-ληλοβαστηχθήκανε
απ’ τα χέρια και ακούστηκε ένα ξερό πρόσταγμα.
- Τώρα!!!
Η μόνη λέξη που τους είπε η νεραϊδονταντά και συγ-χρονισμένοι
χοροπηδήσανε επιτόπου εμπρός στη ζωγαφιά πού ’χε στο μεταξύ
φτιάξει βελτιωμένη κάπως ο Μητσάρας αφού απόρησε και ’κείνος
πρώτα για το μέρος όπου ξεφυτρώσανε. Ο ζαχαροπλάστης με μάτι
γαρίδα από σαστιμάρα έκλεισε μηχανικά την πόρτα ξύνοντας το κεφάλι
με το δεξί μικρό δάχτυλο του χεριού του. Έκανε έλεγχο, βρήκε τα γλυκά
νά ’χουνε πληθύνει αφύσικα και μια αποθήκη υλικών στο βάθος με ένα
φορτίο φρέσκους σάκ-κους. Από άλλου είδους αρωματικά, ζάχαρη και
αλεύρι.
Δοκίμασε ένα έτοιμο γλύκισμα από περιέργεια. Φωτίστηκε σαν λάμπα
το κεφάλι του, έμεινε ακίνητος, βγήκε ένα χαμόγελο πλατυμούστακο,
έκανε μπριόζικα εν-δυο πηγαίνοντας μπρος-πίσω, χτύπησε στον αέρα τις
φτέρνες, συνέχισε να σφυρίζει εύθυμα ψιλοξεσκονίζοντας και έγραψε
στη διπλή σαν λάμδα πινακίδα «Κερνάει το κατάστημα! Δωρεάν γλυκά
για όλους!». Άνοιξε την είσοδο και στερέωσε καλά στο πεζοδρόμιο την
ξύλινη, φορρητή ταμπέλα. Η μέρα μόλις ξεκίνησε.

267
pdf by elifrac

Κεφάλαιο 15
15. Αρβυλοπρηξίματα Και Κορνιζοταβλιάσματα

Σκεφτείτε να σας βαφτίζανε Τρέχα Γύρευε και νά ’σαστε κάτι σαν
ψαχτήρι μαγικό. Το οποίο όμως, για νεραϊδοκορνίζα, μια χαρχάλω
πρώτου μεγέθους παθαίνει κλαπάτσα πάνω σε ώρα λειτουργίας
ολόκληρο σμπαραλιάζοντας από μέσα και απ’ όξω ό,τι έχει και δεν έχει.
Καθότι συνέβαινε η κορνιζεμπλοκή τούτη πάνω σε ξεφόρτωμα
ανθρωποτσαντομπρελοσαρδελοστριμωγμένο. Πρησμένη σαν αρβυλάρα
κανενός γίγαντα φοβερού και ξεχειλωμένη με λαιμό γυριστό σαν
στρίφωμα μπαντζακιού. Τρύπια ακριβώς εκεί που τουμπανιάζει το
μεγάλο δάχτυλο του γιγαντοποδαριού.
Ίδια άμα λέμε! Ένα πελώριο μποτίνι με διάθεση μέχρι και για χαμόγελο.
Από την όλη σύσπαση. Λόγω της έκφρασης που φαινότανε νά ’χει πάρει
μοιάζοντας η κορνίζα τούτη σαν ξεσολιασμένη μ’ όλη την υπερβολική
διόγκωση. Η τρύπα στο σημείο που θα φαινότανε το μεγάλο δάχτυλο
της βρωμοποδάρας του γίγαντα λόγω του σχήματος του κάδρου όπως
είχε ζαρώσει τουμπανιασμένο ήτανε η μισή πλευρά για τα σάλτα. Η
άλλη μισή πλευρά ήτανε σουλουπωμένη λαιμός. Ετούτης της κορνίζας
δηλαδή πού ’χε αλλάξει όψη με αυτό τον τρόπο σαν σάπιο
αρβυλοπάπουτσο. Το ανάγλυφο πλαίσιο του κάδρου – όλο με
στρογγυλεμένες άκρες δαντελωτό μπισκότο στο σχήμα μέχρι πριν λίγο –
είχε τυλίξει πλέον το υπόλοιπο μέρος της Τρέχα Γύρευε. Μοιάζοντας
τόσο με χοντρόσολα όσο και με την επιφάνεια κάτω απ’ την οποία θά
’τανε σαν σε δέρμα χωμένο, άπλυτο το ποδάρι ενός γίγαντα.
Βέβαια, η κορνίζα είχε καταντήσει μια αρβυλάρα μεν, τέτοια όμως που
νόμιζες ότι την έχασε ο ένας γαργαντούας και την ψάρεψε κανένας
άλλος. Ακόμη πιο γκαντέμης απ’ τον πρώην κάτοχο. Αν και σε όποιον
νά ’χε συμβεί να καλοψαρέψει με πετονιά τέτοιο κελεπούρι δε θά ’ξερε
να το κάνει ούτε και μια κακαβιά. Ακατάλληλη δηλαδή ακόμη και για
αρβυλοψαρόσουπα. Α, ρε η κορνιζοτύχη η μπαμπέσα! Η Τρέχα Γύρευε
268
pdf by elifrac

λοιπόν είχε μπλέξει και ουρανοτρανταζότανε να ξανάρθει στα ίσα της.
Έβγαζε ένα βόμβο, κάτι σαν «μπβββ!» πρώτα και μετά έκανε «γκ-μπνττζ» και «γκχχχκκ!!» σαν χειροκίνητο σασμάν αυτοκινήτου. Όπως και
όταν ψάχνεις το πεντάλ του συμπλέκτη στον ανήφορο. Πώς παρκάρει η
θεία σας με τη μυωπία που οδηγεί επίτηδες; Ίδιος ήχος.
Μισοξεπέταγε τους επιβάτες η κορνίζα σε τέτοια χάλια που λέτε, όμως
μετά τους ξανάφηνε μέσα άβγαλτους. Της μένανε πίσω απ’ την έξοδο.
Ε, τέλος πάντων πως έγινε για να μη λέμε άλλα και με εξάτμιση
βουλωμένη και με ταρακούνημα σαματατζήδικο σαν χαλασμένο
πλυντήριο σε φυγοκέντριση έφτασε από μόνη της η Τρέχα Γύρευε
αεροκουτσά και αεροστραβά σε συνεργείο. Με τους άλλους ακόμη
μέσα. Κοίτα να δεις, τυχερή ήτανε! Αφού έκανε μια διαδρομή ως το
γιουσουρούμ με τις παλιατζούρες τις παλιογριεντζοσυλλεκτικές, τις προ
αμνημονεύτων ετών αντίκες. Με σαράκι υπεραιωνόβιο να κάνει φασίνα
στη φωλιά του, στην αντίκα πάνω.
Ακριβώς στην οδό Ατσαλοσαρδελοκονσέρβας και Παλιοσαβούρας
γωνία. Έφτασε σε τούτο το δρόμο τουμπανιασμένη με άχτι και έκανε
μια κατακόρυφη πτώση με στριφογύρισμα καπνιστό. Σαν τον Μπλε
Βαρώνο που αερομαχούσε κάποτε. Ο οποίος πάνω στην τελευταία
αερομαχία το πήρε το χρώμα με τίτλο μάλιστα μετά. Διότι του άξιζε μια
και γκρεμοτσακίστηκε ηρωϊκά. Έχοντας αχνίσει μπλαβιασμένος απ’ τη
δύναμη για να κρατήσει το πηδάλιο. Ώσπου έπαθε ζημιά πιλοτάροντας
μόλις τον πήρανε τα σκάγια του εχθρού. Ο Φον Τριβόλεν. Δεν πρόλαβε
να πυροβολήσει εγκαίρως τον εχθρό του και αναχαιτίστηκε. Σε
αεροπλάνο σαν καλοριφέρ ιπτάμενο, τετραπλόφτερο. Μπορεί και
πενταπλόφτερο. Με ένα κράνος σαν καπάκι από τσαγιερό με χερούλι
σαν ξιφολόγχη απάνω στο κεφάλι του. Μάλιστα, όπως σας τα λέω. Έτσι
έπεσε στην οδό Ατσαλοσαρδελοκονσέρβας και Παλιοσαβούρας γωνία
και το κάδρο, τάβλα.
Έξω απ’ το κατώφλι ενός παλαιοπωλείου. «Επισκευές-Αναστηλώσεις ο
Τέλης ο Ντούκουρας. Πληρωμές Ντούκου». Τότε βεβαίως και το είδε ο
μαστροΝτούκουρας που έστεκε με μια μυγοσκοτώστρα εποχής
Λουκουμαδοβίκου δεκάτου εβδόμου. Για να καθήσει η μύγα να
269
pdf by elifrac

θαυμάσει από μόνη της. Να μην την κυνηγάει και κουραστεί μέχρι να τη
βαρέσει όταν τού ’σκασε στα πόδια η Τρέχα Γύρευε πρησμένη σαν
αρβυλόκαδρο με τυμπανισμό. Αραχναντικέρ πρώτος και γνωστός τοις
πάσει ο κυρΤέλης μόλις είδε αμέσως άνοιξε το στόμα και αναφώνησε,
- Όου ντίαρ. Όου μάι γκούντνες. Να μη με λένε Ντόναλντ Ντάνκαν από
το Ξυνοκρασοχώρι Αιτωλακαρνανίας που ήρθα για σερμαγιά στο
Πορτομπέλο Ρόουντ από το Πορτομπέλο Ράφτη φασκελόπρυμνα.
Μπλέξαμε πρωίπρωί, να λιβανίσω να φύγει το πράγμα ετούτο όπως
ήρθε και να πάει όξω από ’δω!
Είπε και τό ’κανε αλλά η Τρέχα Γύρευε, εκεί! Έκανε «γκαχ-γκουχ!» και
τρανταζότανε στο δρόμο σύγκορμη. Αν καί ’δειχνε για τερατοπάπουτσο
πού ’θελε απολύμανση, την πήρε ο μπαρμπαΝτόναλντ στα χέρια. Την
ώρα εκείνη εντελώς συμπτωματικά δεν πέρναγε ούτε σκώρος απ’ την
περιοχή. Οπότε τη μετέφερε χωρίς να προκύψει άλλη αναποδιά στο
βάθος του καταστήματος. Ακουμπώντας τη πάνω σ’ ένα ξύλινο
τραπεζάκι ρουστίκ εμφάνισης και κακάσχημο. Απ’ αυτά που
ξεφορτώνονται οι νύφες όταν ρίξει την κουβαδοκλωτσά η πεθερά. Αμ
τί; Θα τα μετακομίζουνε;
Πήρε λοιπόν το σφυρί και άρχισε τα «ντούκουντούκου» ο
μαστροΝτούκουρας και την είχε και όρθια χτυπώντας τη στην πλάτη,
δηλαδή στη σόλα να βήξει καλά να συνέλθει η νεραϊδοκορνίζα. Η οποία
ήτανε πάντα αρβυλονταουλιασμένη και με στραβοκατάπημα. Μέχρι που
κάπως έγινε και τό ’να του χέρι έτυχε και βούλιαξε μεσ’ τον
αρβυλολαιμό. Πριν προλάβει να το βγάλει του το άρπαξε κιόλας κάτι
από μέσα. Οπότε το τράβηξε απότομα και τό ’βγαλε με χειραψία μέχρι
έξω. Με τη νεράιδα ως τη μέση βγαλμένη επίσης από ’κει μέσα. Να τον
χαιρετάει χαμογελαστή. Με μια αστραφτερή καπελαδούρα στο κεφάλι
της και μια ομπρέλα σφιχτά στραμπουληγμένη με ρόγχο στη φωνή τη
μπάσα όπως την κρατούσε η νεράιδα στο άλλο της χέρι.
- Α, νά ’σαστε καλά κυρ Ντάνκαν Ντούκουρά μου!

270
pdf by elifrac

Η Λούλα χαιρέτησε τον παλαιοπώλη με το που έβγαλε εκείνος το χέρι
του απ’ το κάδρο. Καθώς η νεραϊδούλα του τό ’χε μαγκώσει με
χειραψία γερή.
- Πανάθεμα το μαγαζί που γράφει τ’ όνομά μου!
Έκανε και ο Τέλης ο Ντόναλντ μόλις την αντίκρυσε.
- Τί γίνεσαι ρε Τέλη;
Η Λουλού χωρίς καθυστερηση ξαναχαιρέτησε τον αντικέρ με το μικρό
του όνομα για να ξαφνιάσει τον γραπωμένο μαγαζάτορα ώστε να
υποχωρήσει και να την τραβήξει απ’ την κορνίζα μέχρι να έρθει έξω.
- Σαν το σκυλί στ’ αμπέλι! Είστε;
Ήρθε απρόσμενα η απάντηση στο χαιρετισμό της παραμανονεράιδας.
Μάλιστα μαζί με την κακοτυχία ο μαστροΤέλης να μένει ατάραχος και
νά ’χει και τακτ με τις νεραϊδοβλάβες των κορνιζώνε.
- Η Μπόμπινγκς, ρε! Η Λουλού;
Είπε η νεραϊδούλα σαν να καλημεριζόντουσαν καθημερινά με τον
μπαρμπαΝτόναλντ. Διότι απλώς γνώριζε το που είχε βρεθεί. Η περιοχή
δεν ήτανε άγνωστη για τη δαιμόνια εκείνη λελεκονεράιδα.
- Όου.
Αποκρίθηκε όπως συνήθιζε σε στιγμές που χρειαζότανε να δείξει
παραπάνω ψυχραιμία ο κυρ Τέλης. Τον εκ-νευρισμό τον είχε σαν τα
καταχωνιασμένα ρολόγια με το χαλασμένο εκρεμμές. Άπαξ και δε
διορθώνεις τη ζημιά, παράτα τα.
- Όξις και ξερός! Αμάν ρε Τέλη! Μια ώρα θα χαιρετιόμαστε; Κούνα την
ξεροκεφάλα σου και θυμήσου επιτέλους! Να βγούμε να ξεφρακάρουμε
γιατί έχουμε και δουλειές!
271
pdf by elifrac

Ξαναπροσπάθησε η Λουλού να εκνευρίσει τον μάστορα. Του οποίου το
χέρι δεν το άφηνε με τίποτα. Μπας και φιλοτιμηθεί χάνοντας την
υπομονή του ο μαστροΝτόναλντ να κουνηθεί ζωηρότερα πισωπατώντας
και να τη φέρει απέναντί του τελικά. Πολύ μελετημένη τακτική δηλαδή.
- Είσαι η...η...η...
Μελετημένη τακτική που δεν πρόβλεψε το συναπάντημα με τον κυρ
Ντάνκαν που ήξερε εξ επαγγέλματος ότι το καλό πράγμα θέλει
προσοχή. Δείχνοντας και ένα εντελώς ανεπιθύμητο για την περίσταση
ενδιαφέρον για να δει τι κομμάτι τού ’πεσε στα πόδια πιο πριν. Με ό,τι
και αν υπήρχε μέσα που πήγαινε πακέτο.
- Ναι ρε, Τέλη!
Είπε η Λουλού κοντεύοντας να σκάσει! Όποια και αν είχε θυμηθεί στη
θέση της ο μπαρμπαΝτάνκαν τέλος πάντων.
Μπόμπινγκς,
αν
είναι
ο
Τέλης
’σένανεαπότοΞυνοκρασοχώρι, τη βάψαμε!

ο

πως-σελένε

Λέει από μέσα απ’ το κάδρο ο Δερβισοψηλολελέκογλου που άκουγε και
μπήκε στο νόημα για το πού ’χε τύχει να πέσουνε. Μια και ο ίδιος τον
μπαρμπαΤέλη τον ήξερε κάτι λίγο. Οπότε και αμέσως συμπλήρωσε,
Τό ’χει κουσούρι να ζορίζεται να θυμηθεί όποιον ξαναβλέπει. Τά ’χουμε
πολλά τα ζόρια όμως! Κάντε σβέλτα να βγούμε γιατί δε θυμάται ούτε
πόσο κάνουνε οι φελλοί από τις ρετσίνες. Από τα παλιόκρασα τα
συλλεκτικά, τα μισοτελειωμένα που πουλάει στους τουρίστες για δήθεν
αρχαία κειμήλια καλής σοδειάς. Είναι γερόντιο αφηρημένο το άτιμο!
Ρίχτου τίποτε ευλογίες πενταδάχτυλες για βοήθεια στο μνημονικό γιατί
θα σαψαλιάσουμε παρομοίως.
- Μπράβο, καλή ιδέα!

272
pdf by elifrac

Ξυπνάει κατά τι ευστροφότερη, νομίζουνε όλοι όταν το διαβάζουνε, η
παραμανονεράιδα και του τραβάει μια ομπρελιά κατακέφαλη μαζί με
φωναχτή ευχή και κατάρα. Εκατό δισκιοξόρκια σε ένα, με δυο
κουβέντες. Το «στικ σποτ!». Άλλο δεν είχε. Να ταρακουνηθεί η
κουρκουτοκουτέλα του μπαρμπαΤέλη του αντικερομάστορα του
παμπάλαιου να πάρει τίποτε στροφές.
Μα ο κυρ Ντούκουρας ζαλίστηκε με τη φάπα την ομπρελένια,
γλίστρησε και του χάλασε το στροφόμετρο. Τότε ο γάντζος της λαβής
της ομπρέλας της χερουκλοκαρυδωμένης απ’ την κυρά της παρομοίως
τον έπιασε απ’ τον αυχένα και τον παρέσυρε. Πράγμα που σημαίνει πως
τους έφαγε το σκοτάδι όλους απ’ την αρχή. Φτου ή όχι, πήρε αμπάριζα
και ο γεροΝτούκουρας και έκανε αρβυλοεκδρομή με τους άλλους.
Εκεί βρήκε, εκεί φουντάρησε. Πάλι καλά που το ξόρκι έφυγε να
τριγυρίσει σαν φαγουρόσκονη στραφταλίζουσα και πήγε και τράκαρε
πάνω σ’ ένα παλιό επιτραπέζιο παιχνίδι. Ποδοσφαιράκι ήτανε πριν φάει
το ξόρκι μα το τι έγινε μετά που κουκουλώθηκε με το μαγικό θα δούμε
αν περιγράφεται. Μόνο κάντε λίγο πιο πέρα.

Κεφάλαιο 16
16. Σουπακαλε...
...φρακαραστηνεξοδογιατραβαεπιτέλους!

Μέσα από το επιτραπέζιο το ποδοσφαιράκι εκτοξεύτηκε ξαφνικά μια
μπάλα που έκανε και μιαδυο αναπηδήσεις στο πάτωμα του μαγαζιού του
Ντόναλντ Ντάνκαν. Α-πό το ίδιο μέρος που βγήκε η μπάλα με τον ίδιο
τρόπο ξεμπουκάρησε αμέσως μετά ένας τύπος που δεν είδε κανείς
άλλος. Πήδησε για να γραπώσει τη μπάλα μα εκείνη τού ’φυγε
πέφτωντας μέσα στην κορνιζομποτάρα του Μητσάρα. Το οποίο
273
pdf by elifrac

κορνιζάρβυλο είχε μείνει πεσμένο πλαγιόσολα στο πάτωμα με ήχους
καυστήρα βουλωμένου και με κατακράτηση όλους τους διερχόμενους
τους σουλατσαδόρους.
Ο τύπος που βγήκε απ’ το ποδοσφαιράκι άθελά του άπλωσε ως τους
αγκώνες τα χέρια του μέσα στην αρβυλοπινακίδα να πιάσει τη μπάλα
και ένιωσε το γνωστό το γράπωμα που έγινε «χαίρεται!» από το στοιχειό
του βάλ-του. Τη Λούλα τη Μπουμπουνηταριδοσυννεφίδου που ο τύπος
αγνοώντας την ύπαρξή της τράβηξε έξω. Πάλι ως τη μέση. Η νεράιδα
βάσταγε με τό ’να χέρι τον τύπο τον ξεφυτρωμένο μέσα απ’ το
επιτραπέζιο το ποδοσφαιράκι και με το άλλο το καπέλο της που είχε
μέσα τη μπάλα.
- Επ!
Αντέδρασε μ’ αυτό το επιφώνημα έκπληξης ο καινούργιος υποψήφιος
κορνιζοναυαγοσώστης.
- Ναι, πράγματι! Μη συνεχίσεις όμως! Τράβα με να βγω να χαρείς τη
μπάλα σου!
Του κόβει απότομα τη φόρα
Μπουμπουνηταριδοσυννεφίδου.

του

τύπου

η

Λούλα

η

- Αγκαβά!
Κάνει ζωηρά ο τύπος με ένα φάσκελο στη φάτσα της νταντάς. Η οποία
έκανε σαν να τη μούτζωσε ιπτάμενος βίσωνας μετά από αίνιγμα για να
την αφήσει να πάει παρακάτω στο καλό. Τινάζοντας κατά πίσω την
ξαφνικά γουρλωμένη φάτσα της όπως πλησίαζε η ανοιχτή παλάμη του
ξένου σε άνοιγμα που αλλιώτικα θα βάσταγε καρπούζι με τό ’να χέρι.
Συγκρατώντας το με τεντωμένα δάχτυλα μέσα σ’ αυτή ακριβώς την
πελώρια παλάμη, όχι παραμάσχαλα!

274
pdf by elifrac

- Δυο τά ’χω για μάτια και όλο σκοντάφτω. Για τράβα με κατά έξω, μη
με καλοχαιρετάς και ’συ. Αργότερα τούτοι οι ασπασμοί και οι
χαιρετούρες.
Ήτανε η απάντηση που έδωσε σ’ αυτά τα νοήματα του αγνώστου η
Λούλα η κορνιζοσφηνωμένη γερά ακόμη μαζί με όσους την
ακολουθήσανε από την ίδια διαδρομή. Έχοντας φορτωθεί και τον
μπαρμπαΤέλη κάπου εκεί μέσα, αμέσως πριν από τούτη την εξέλιξη.
Ήτανε πια ώρα να παίρνανε φρεσκότερο αέρα όλοι οι
κορνιζομπουντρουμιασμένοι.
- Ντιπ αγκαβά!
Είπε πάντως ο τύπος κάνοντας μάλιστα τα φάσκελα δύο.
- Ε, τώρα φταίω ’γω ν’ αρπαχτούμε; Ολόκληρο παράσημο δεκαδάχτυλο
για μια ρημαδόμπαλα; Τώρα σού ’ρθε να με βγάλεις και
καταστραβέγκλω ρε παλιοπαίδι, μαντραχαλέα;
Αντέδρασε μ’ αυτά τα λόγια η Λουλού που τόση ώρα είχε την ελπίδα
ότι θα δεχότανε ένα χέρι βοηθείας που θα χαιρέταγε και κάπως πιο
καλμαρισμένο αν τύχαινε να ’ρχότανε για να τους σώσει από ’κει μέσα.
- Αμπλιατσιμπλιά! Σεσκουλόγκουλο!
Έβγαλε όμως ο τύπος και άλλα λόγια κατάδικά του και καθόλου
χρήσιμα για την κατάσταση εκείνη. Ξεφουρνίζοντας τα μαζί με κοχύλια
στις χούφτες του. Να τα δώσει της Λουλούς. Δείχνοντας ταυτόχρονα τη
μπάλα.
- Πρώτα σού ’πα τράβα, θα ζιζανιοχορταριάσουμε!
Η νεραϊδογκουβερνάντα είχε μόνο το νου της στην έξοδο και
προσπάθησε να ξανασυννενοηθεί χωρίς να ξέρει την ξένη γλώσσα
τούτου του επόμενου στη σειρά για να βοηθήσει, τύπου.
275
pdf by elifrac

- Σουπατράβα σεσκουλόγκουλο κοτακότα!
Συνέχισε αυτός όμως. Προτιμώντας την πάρλα από την χειροπιαστή
βοήθεια. Μιλώντας και με λέξεις καθόλου ενθαρρυντικές για σβέλτη
διάσωση.
- Άλλο κατάλαβες! Τι πάθαμε! Δεν παίρνει χαμπάρι! Τώρα θα δεις ρε!
Στικ Σποτ!!!
Όμως το παραφώναξε η Λούλα το ξόρκι και φύγανε και ψεκάδια
ψιλοκαταβρέχοντας τον άγνωστο στη φάτσα με το στόμα το
Μπουμπουνηταριδοσυννεφίδικο
το
λεκτικομαγικό.
Εντελώς
απροσδόκητα, κατευθείαν τότε βγήκε μέσα απ’ την κορνίζα σχεδόν ό,τι
την είχε στουμπώσει. Χωρίς κανένας απολύτως να πατήσει το δάπεδο.
Με τον τύπο που ξεφύτρωσε μέσα απ’ το ποδοσφαιράκι να τον
ξανατραβάει τώρα δα το ίδιο, ρουφώντας τον πρώτο απ’ όλους. Έφυγε
πισώπλατα και τελείως διπλωμένος.
Το επιτραπέζιο το ποδοσφαιράκι! Μάλιστα! Τον τύπο ακολουθούσε η
νταντά. Κάνοντας κεφαλοβουτιά με τεντωμένα χέρια που κρατάγανε το
καπέλο της με τη μπάλα του τύπου μέσα σε δαύτο. Ο
Δερβισοψηλολελέκογλου πίσω της, βαστώντας τη με τα δυο χέρια απ’
τον ένα της αστράγαλο. Ο Αλέκος ο Φραγκοδεκατεβαίνογλου, ο Άλσελ, πάνω που πέτυχε δίαιτα μια και έξω το μόνο που τού ’λειπε ήτανε
οι δοκιμές ευκινησίας για να διαφημίσει τη μέθοδο αδυνατίσματος. Στον
αέρα τον ενδιάμεσο, έξω απ’ την κορνίζα, στο χώρο του παλαιοπωλείου.
Καθώς τον τραβολόγαγε απ’ το χέρι το ένα μόνο η Καίτη η
Μπογοδιφραγκομαζωξοπούλου, η Γκέτεμ με το ριγέ μαγιό. Η οποία λες
και το ήξερε πως το χρειαζότανε ένα μαγιό μια και ξαναβούταγε πίσω
απ’ τους άλλους. Κατευθείαν μέσα στο επιτραπέζιο το ποδοσφαιράκι.
Η ομπρέλα, που η Γκέτεμ την κράταγε με το άλλο της χέρι απ’ το
μπανελοκόνταρο το κλειστό, έβγαζε απ’ τον γάντζο τής λαβής της
τραβώντας την τελευταία, την τσαντοβουνοκορφή. Ξεκολλημένη σαν
από σεισμό. Η αλυσιδωτή τούτη αντίδραση για αναπνοή δεν ήτανε
τίποτ’ άλλο από μια ορμητική βουτιά προς τα έξω. Σφεντονάτη στην
276
pdf by elifrac

έξοδο. Μα αντί για το δάπεδο, με σημάδι για ξελευτερία
μισοπετυχημένη, ένα άλλο μέρος στενό στην όψη και τετράγωνο. Μια
άλλη ζουρλοτρικλοποδιά σκέτη μέσα στην οποία μια ουρά από
καδροεπιβάτες κατέληγε με μια νέα κατάδυση.
Εξαιτίας της απρόσμενης εμπλοκής στην κορνιζαποβίβαση. Με
καθυστέρηση στην άφιξη, επιπλέον. Έτσι το ίδιο το ποδοσφαιράκι το
επιτραπέζιο που είχε καταλουστεί το νεραϊδοξόρκι το εξωφρενιασμένο
της νταντονεράιδας έγινε ένα μέρος άγνωστο για ετούτους τους
επισκέπτες του με το ζόρι. Οι οποίοι καταδύονταν προς τα ’κει χωρίς να
πιάνουνε τα φρένα έγκαιρα ώστε να τ’ αποφύγουνε.

Κεφάλαιο 17
17. Κλωτσομπαλοσημεία Και Ταμειοτέρματα

Πρώτη φορά που τους συνέβει καθώς αλλάξανε περιβάλλον και
βρεθήκανε απευθείας ξαπλωμένοι πάνω σε τόσο λαχταριστό για
τεμπελιά, φρεσκοκουρεμένο γρασίδι. Όπως θα γινότανε άμα θα φτάνανε
μετά από περίπατο στο ομορφότερο πάρκο. Φυσικά απλώς και μόνο για
να αράξουνε για τίποτε ξαπλαδούρες απαραιτήτως και χωρίς δεύτερη
κουβέντα. Για ένα πρώτης τάξεως καλμάρισμα. Αυτομάτως μάλιστα
καθότι ήτανε και κατεπείγον.
Μιλάμε για την Καιτούλα τη Μπογοδιφραγκομαζωξοπούλου, τον Αλέκο
Φραγκοδεκατεβαίνογλου, τον Μητσάρα τον Δερβισοψηλολελέκογλου
και τη Λούλα Μπουμπουνηταριδοσυννεφίδου. Δηλαδή τη Γκέτεμ, τον
Άλ-σελ, τον Ντερτ και τη Λουλού. Σαν να ήτανε στρωμένο από ώρα το
πικ-νικ στο ξέφωτο του δάσους και κάνανε τη σιέστα τους για να
χαλαρώσουνε το απόγευμα. Βρισκόμενοι σε μια περίεργη λήθη. Μέσα
σε λησμονιά πλήρη. Τούβλα όρθια. Μα και αυτό άμα θα θυμόντουσαν
ότι είχανε τα πόδια τους για να στέκονται, να βαδίζουνε ή να τρέχουνε.
277
pdf by elifrac

Τελικά σύντομα θυμηθήκανε τα πάντα αλλάζοντας από την αργή κίνηση
την οριζοντιωμένη στην όρθια τη σιφουνάτη. Εκεί όπου μοσχομυρίζανε
τα λουλουδάκια μεσ’ τις ρουθούνες τους μπρουμουτανάσκελα
αφήνοντας το ένα και βαστώντας μετά ένα άλλο πιο ευωδιαστό απ’ το
προηγούμενο. Διότι βρεθήκανε αστραπιαία τριγύρω τους μεσ’ τη
γαλήνη την απέραντη, στα γρασίδια αυτά που ήτανε από ’δω μέχρι τον
ορίζοντα, ως εκεί που φτάνει να δει το μάτι, αναλόγως πόσο καλά
βλέπει, στίφη και ορδές ζουρλοπαλαβιάρικες και αεικίνητες. Οπότε οι
γνωστοί τούτοι οι τέσσερεις, η Καίτη, ο Αλέκος, ο Μητσάρας και η
Λούλα Μπόμπινγκς με το καπέλο της πού ’χε τη μπάλα τη
νεοαποκτηθείσα μέσα, ξαναθυμηθήκανε αυτομάτως και την τρεχάλα.
Όχι τη συνηθισμένη για παιχνιδάκια όπως η αμπάριζα και το
κρυφτοκυνηγητό. Όοοχι!
Το άκρον άωτον της πιλάλας ήτανε που θυμηθήκανε. Αλλάζοντας από
ξαπλωτοί σε κίνηση ρουκετοποδαράτη μέσα σε ένα βλεφάριασμα. Άσε
που καθώς γίνανε λαγοί και βολιδοσκοπούσανε στην πράξη το μέρος για
να βρούνε έναν στο πλήθος με άσπρη ποδιά και ακουστικά να τους
ακροαστεί, αρχίσανε να εμφανίζονται πάνω στο γρασίδι το
απειραπέραντο τρεχάτες μόνες τους και αυτές όχι άσπρες δοκτοροποδιές
αλλά άσπρες γραμμές. Ευθείες ή σε σχήμα Χι, καθώς και σέντρα. Στη
στιγμή διαγραφότανε ένα κολοσιαίων διαστάσεων γήπεδο.
Απείρου κάλλους χωρίς υπερβολές γιατί πιο μεγάλο σε μέγεθος δε
γινότανε. Ούτε και ο πιο βαριά φαντασιομανής θεοπάλαβος με
μηδαμινές έως ανύπαρκτες ελπίδες γιατρειάς, όχι θεραπείας για
ανακούφιση μόνο, τι λέμε τώρα, δε θα μπορούσε να βρει πως θα σας
πείσει ότι γίνεται και απείρως μεγαλύτερου μεγέθους γήπεδο. Το άπειρο
τέλος δεν έχει. Το πολύπολύ το τέλος νά ’ναι στη στομάχα σας αν
ακουμπάει στο γρασίδι. Αφού μετά απ’ τον ορίζοντα η έκταση ίσως να
καταλήγει εκεί που βρίσκεστε.
Πόσο μακριά πάει σιγά να μη σπαζοκεφαλιάσουμε να το μάθουμε εκεί
πέρα μέσα πεσμένοι τώρα. Αν και όλα πιθανά είναι και λύνονται οι
απορίες από ’κει τόσο ξαφ-νικά που δεν ξέρεις τι να πεις. Όρκο πάντως
δεν παίρνω σε παραμύθι. Στοίχημα φυσικά και βάζω όμως. Γιατί ο
278
pdf by elifrac

κρουπιέρης και η ρουλέτα γίνονται από φλουριά μέχρι πριγκήπισσες
που δεν τελειώνουνε και δεν φαρδαίνουνε και εφοριακός δεν υπάρχει
ούτε λήμμα σε λεξικό. Ζούνε αυτοί καλύτερα και ’μεις καλυτερότερα.
Κάνουμε παλαμάκια και βγαίνει η επιθυμία βελτιωμένη στο έπακρο.
Ξανακάνουμε και πηγαίνει σε άλλο λειβάδι να ρωτήσει αν χρειάζεστε
ξαπλώστρες ή για να σας βγάλει την πασιέν-τσα επιτόπου.
Όμως για να μην πολυλογούμε και άλλο το πλήθος που γέμισε
αναπάντεχα και κοψοχόλιασε τους φρέσκους, τα πόδια τα τρυφερά, όλοι
τέσσερεις, από δυο πόδια μάλιστα έκαστος, που πέσανε μέσα στο νέο
κόσμο τον από ’κει, ξαναλέω, το πλήθος είχε μανία με ένα και μόνο
σπορ. Πολυλογούμε μήπως; Ψέμματα! Ορίστε, λέω και το σπορ, τί
’σαστε, που λεγότανε «Πούλα Μπάλα!». Η μπάλα ήτανε το αντικείμενο
με το οποίο παιζότανε τούτο το σπορ. Όποιος εμφανίστηκε εκεί πέρα
μέσα έπαιζε μπάλα. Πως όμως. Κάνοντας παζάρι για την τιμή, να την
αγοράσει όσο γίνεται πιο φθηνά για να μπορέσει να την κλωτσήσει
αμέσως μετά. Αλλιώς άμα την κράταγε για πολύ του τρώγανε τ’ αφτιά
με το ατελείωτο παζάρεμα οι εν-διαφερόμενοι αγοραστές. Γύρω του
μαζευόντουσαν σε χρόνο μηδέν σαν τις μύγες.
Όσο για το γήπεδο είχε ήδη χαραχτεί με οχτώ ομόκεντρες σε σχήμα Χι
μαζί με σταυρό γραμμές που εκτείνονταν προς το άπειρο. Με ένα λευκό,
στρογγυλό στίγμα στο σημείο που ενώνονταν. Εδώ το περίεργο το εξής
ένα ή μάλλον δύο ήτανε τα παρακάτω. Δεν υπήρχανε γραμμές για τα
όρια του γηπέδου. Όσες σχηματιστήκανε, τούτες ενώνονταν στη σέντρα
πάντα με την τελεία μαζί μα χωρίς να μένουνε ποτέ σταθερές σ’ ένα
μόνο μέρος. Με την νέα κλωτσά οι ενωμένες γραμμές ακολουθούσανε
σαν σκιά τη μπάλα. Δηλαδή η σέντρα στο έδαφος μετακινούνταν για νά
’ναι πάντα ακριβώς από κάτω της έχοντας έτσι την ίδια θέση με τη
μπάλα. Ως τη νέα της προσγείωση. Όπου κλωτσά και η σέντρα.
Επίσης ούτε τα τέρματα είχανε σταθερό σημείο. Σαν να τα έλκει καμιά
πεταλομαγνητάρα πλησιάζανε όσο κοντά κάνανε κέφι και μετά
απομακρυνόντουσαν πίσω απ’ τον ορίζοντα να χαθούνε το ίδιο εύκολα
και πάλι. Τα τέρματα, δύο μόνο, εμφανίζονταν απ’ όπου νά ’ναι. Για να
πλησιάσουνε όμως έπρεπε ο προηγούμενος κάτοχος της μπάλας νά ’χει
279
pdf by elifrac

κερδίσει από την πώλησή της ένα μάτσο από χαϊμαλιά κοχυλιών, να!
Αντί για «γκολ!» ξεφύτρωνε ένας πελώριος φωτεινός πίνακας στον αέρα
σε καμιά δεκαριά μέτρα ύψος καί ’γραφε «ντηλ!». Τότε πλησίαζε το
τέρμα σούμπιτο απ’ τον ορίζοντα και φρενάριζε σαν φόρμουλα ένα,
αυτοκίνητο αγώνων, βγάζοντας λαστιχονέφος με σκόνη από χώμα και
μπόχα από καουτσούκ.
Στο σχήμα ήτανε ένα κιόσκι ενός ατόμου ξύλινο όπου λειτουργούσε ένα
ανταλλακτήριο συναλλάγματος κανονικότατο για όσπρια, βότσαλα
χρωματιστά, πολύχρωμες χάντρες φτιαγμένες κολλιέ καθώς και
ζωηρόχρωμα κοχύλια. Εκεί ο κερδισμένος μόνο άμα η μπάζα απ’ την
πώληση της μπάλας ήτανε μεγάλη άνοιγε λογαριασμό και έκανε
κατάθεση. Ο ταμίας αντί για τερματοφύλακα φόραγε ένα γείσο σκέτο,
πράσινο ή κόκκινο, αναλόγως την ομάδα. Τα εμβλήματα των δυο μόνο
ομάδων τα οποία τά ’χανε σαν κοκάρδες στρογγυλές στο δεξί τους
θώρακα στο ρούχο τους καρφιτσωμένα όλοι οι παίχτες, να ποια ήτανε :
Ένα μάτσο πράσινα κρεμμύδια με ένα μάτσο πράσα, χιαστί τό ’να
μάτσο πάνω στ’ άλλο για τη μια ομάδα που λεγότανε
Πρασοκρεμμυδοσακκούλα. Η άλλη ομάδα είχε έμβλημα μια αρμαθιά
από τρία μεγάλα κόκκινα κρεμμύδια μαζί με τρεις βολβούς σκόρδα και
λεγότανε Σκορδοκρεμμυδοκαφάσι. Όλες οι πληροφορίες τούτες
ακουγόντουσαν φωναχτά σαν να ήτανε το γήπεδο το ίδιο το υπερπέραν.
Πάντως το τι έβλεπες να γίνεται απ’ τη μια στιγμή στην άλλη στο μέρος
τούτο είναι άλλο καπέλο. Παλαβό όσο εκείνο της Λούλας Μπόμπινγκς
και άλλο τόσο ακόμη. Θέλω να πω πόσο απίθανο ε; Μην
καπελομπερδευτούμε με τις εκφράσεις!
Με το πλήθος να καλύπτει την απέραντη λοφοπεδιάδα αφήνοντας και
μπόλικο χώρο σε πολλά ενδιάμεσα σημεία. Μοιάζοντας με μια πρωινή
γιορτή σε ένα γήπεδο του γκολφ χωρίς τρύπες που χανότανε μακριά
προς κάθε κατεύθυνση. Κόσμος από κάθε ήπειρο ανακατεμένος.
Παζαρεύοντας μία και μοναδική μπάλα. Σε ό,τι γλώσσα μιλάνε
άνθρωποι. Με μια συννενόηση φαινομενικά αλλ’ αντ’ άλλων. Διότι έτσι
και δε λειτουργούσε ένα μαραφέτι μεταφραστικό πού ’χανε όλοι πάνω
τους καλύτερα να μην έπαιζες.
280
pdf by elifrac

Τούτο το εξάρτημα ήτανε μια οθόνη με πάχος και διαστάσεις μόλις μιας
κοινής κάρτας. Δηλαδή ενός μπιλιέτου. Μια πλαισιωμένη, οριζοντίως
στενόμακρη, μαγική εικόνα τηλεμετάδοσης όλου του παιχνιδιού με ένα
λεπτόγραμμο, μαύρο περιθώριο, έχοντας και μια επίσης μαύρη ταινία
από κάτω της για τέσσερις σειρές ρέοντος κειμένου. Όλο αυτό το
καδράκι περικλειότανε από ένα ακόμη μεταλλικό, τετράπλευρο,
χρυσόχρωμο πλαίσιο. Στο κάτω μέρος του οποίου υπήρχε
κεντραρισμένη μια σχισμή δυο χιλιοστών στο πάχος και δυο εκατοστών
στο μήκος με ενσωματωμένο μικρόφωνο. Αναπόσπαστο εργαλείο για να
πληροφορούνται άπαντες οι παίκτες για την τρέχουσα τύχη της μπάλας
μέσα στο γήπεδο εκείνο το αχανές. Επιπλέον, δίνοντας φωνητικές
εντολές στη γλώσσα που μιλούσε ο καθένας, έκανε ή δεχότανε
προσφορά για να αποκτήσει ή να πουλήσει τη μπάλα. Είτε
αυτοπροσώπως, είτε συνεισφέροντας για τον κοντινότερο στη μπάλα
συμπαίκτη του τόσο στην περίπωση απόκτησης απ’ τον αντίπαλο όσο
και στην περίπτωση πώλησης της μπάλας.
Τα μαραφέτια τούτα, τα γλωσσοδετολυσάρια του καθενός
λειτουργούσανε μόνο για τον κάτοχό τους και όχι σαν διερμηνείς. Δεν
κάνανε διπλή μετάφραση. Από πωλητή σε αγοραστή της μπάλας και
ανάποδα. Μαζί δε με τον φωτεινό τον πίνακα και τα ταμειοτέρματα
ήτανε τo μεταφραστικό το καρτελάκι του καθενός ενωμένο με ένα
κεντρικό σύστημα. Ταυτόχρονης αλληλοσύνδεσης ώστε να γίνεται
γνωστή αμέσως η οποιαδήποτε εναλλαγή της μπάλας. Πάντα όμως μετά
από την υποχρεωτική, μαραφέτιμεμαραφέτι ή χέριμεχέρι συναλλαγή.
Οπότε, εμ-φανιζότανε ο φωτεινός ο πίνακας, ερχότανε ο
τερματοφύλακας και τα σχετικά.
Εξέδρες θεατών δεν υπήρχανε. Πλανόδιοι πωλητές αναψυκτικών και
σνακ, διαιτητής ο εξής ένας ναι, καθώς και παίκτες ήτανε όλοι
ανακατεμένοι κάλα. Τι καλά. Στραπατσάδα! Επιπλέον να μην ξεχνάμε
ότι η Μπόμπινγκς είχε κουβαλήσει μέχρι εκεί άλλη μια τέτοια μπάλα.
Κατέχοντάς τη τυχαίως ενώ ήτανε τώρα δε και μια μπάλα που
βρισκότανε στο γήπεδο ως έξτρα και πανομοιότυπη της άλλης του
παρόντος παιχνιδιού.

281
pdf by elifrac

Όσο για τον τύπο που γνωρίσανε στο παλιατζήδικο του Ντόναλντ
Ντάνκαν του Ξυνοκρασοχωρίτη απ’ την Αιτωλακαρνανία την αγγλική
τούτος είχε πια χαθεί απότομα μετά απ’ την προσγείωση της
νεραϊδοπαρέας στο γήπεδο. Βέβαια έτσι όπως πλάκωσε ένα λεφούσι ως
το άπειρο είχε εκεί τέτοιους! Το «σώσε!» γινότανε από ίδιους. Σαν να
ψάχνεις να βρεις τον δικό σου ψύλλο στ’ άχυρα ανάμεσα σε στριμωξίδι
ψύλλων για την ποδοσφαιροπανήγυρη την κοσμοπολίτικη. Μέσα σ’ όλα
αυτά όπου και να γυρνούσες για να δεις άπαντες στο πλήθος κοιτούσανε
τα μαραφέτια τους για να κάνουνε παζάρι στην τιμή ώστε να φάει απ’ το
ποδάρι τους μια μονάχα μπάλα μια κλωτσά ξεγυρισμένη.
Η Λούλα Μπόμπινγκς είχε αποσυντονιστεί. Μαζί με όσους άλλους είχε
επίσης αλαλιάσει απ’ το τρέξιμο πριν λίγο. Καθότι σαν νεράιδα ε, δεν
θα τό ’χε σε τίποτα υποτίθεται νά ’ναι τα αποτόμως εξωλέμβια τα
προπελοποδάρια της υπό τη διακριτική της εξουσία. Όμως παραμένει
ακατανόητο πως καταμπέρδευε μαζί με τα δικά της και τη ρύθμιση του
συστήματος διεύθυνσης των κανιών των άλ-λωνε των πεζοεναέριων.
Των συνοδοιπόρων της. Εξίσου ακουμαντάριστων ομολογουμένως απ’
την κουνελοβόλιδη την τρεχάλα πάνω σε γήπεδο απέραντο και μέσα σε
δευτερόλεπτα σαρδελογεμάτο.
Όταν επιτέλους η νταντά κοντοστάθηκε. Να πάρει μια ανάσα γερή. Απ’
την πρεμούρα για σωτηρία στη μέση του γηπεδοπουθενά. Με το καπέλο
της παραμάσχαλα και με τη μπάλα ριγμένη εκεί μέσα. Η Καίτη, ο
Αλέκος και ο Μητσάρας συν τα ομπρελοτσαντικά τριγύρω της την
μιμηθήκανε αυτομάτως.
Καθώς έριχνε σβέλτες ματιές οπουδήποτε, κοίταξε και τη μπάλα στο
καπέλο της. Την άγγιξε και...
- Χχχχ...ζζ...μπζζ...βζζ...ζζ...κχχχ...
Ακουγότανε ξαφνικά από παντού ένα ηχητικό σιγοβράσιμο. Η νεράιδα
άφησε τη μπάλα, κοιτώντας τη όμως, ενώ την είχε ακόμη μέσα στο
καπέλο της. Ξανάρθε η ησυχία. Έριξε μια ματιά τριγύρω.
Παρατηρώντας τους μυστήριους τους παίκτες ξανάγγιξε τη μπάλα και
282
pdf by elifrac

άκουσε ξανά την παρεμβολή την περίεργη. Τούτη τη φορά άφησε το
χέρι της καλούκακού πάνω στη μπάλα να δει τι θα γίνει αν περιμένει
λίγο. Το πλήθος βραχυκυκλωμένο από εκνευρισμό είχε πρόβλημα
επικοινωνίας. Όλοι οι παίκτες χάνανε το σήμα στα καρτελάκια με τις
οθόνες που βαστούσανε. Μάλιστα ξαφνικά ακουστήκανε ταυτόχρονα
παντού εκείνα τα σφυρίγματα που προηγούνται μιας πτώσης βράχου
κατακέφαλα. Τότε μέσα σε νέφη από πούπουλα έσκασε μύτη και
βρέθηκε να στέκεται πάνω στο καρτελάκι του κάθε παίκτη από ένας
πολύ παχουλός, πράσινος παπαγάλος. Με φακιόλια κόκκινα δεμένα στις
παπαγαλοκεφάλες. Τα πτηνά τούτα λοιπόν, στραβολαιμιάσανε όλα σε
πόζες προφίλ και με τό ’να μάτι πέσανε κατάμουτρα μπροστά στους
σαστισμένους παίκτες. Ξεφουρνίσανε ταυτόχρονα ένα βραχνό και πολύ
τσιριχτό «Αααααα!!!» και μετά, επίσης πολύ συγχρονισμένοι, πάντα
αντικρίζοντας ο κάθε παπαγάλος από ’να παίκτη, σε τέλεια αρμονία
ξεφουρνίσανε «Α-μπε φαμπε ντομινε, αμπε φαμπεντομινε, αμπε
φαμπεβγε!».
Από το μαραφέτι του κάθε παίκτη πίσω απ’ τα παράσιτα της χαμένης
πλέον οπτικής επαφής ακουγότανε αμέσως μετά μια μυστήρια χορωδία
που με ήχο από γαργάρες μνημόνευε τραγουδιστά το «Ένα φράγκο η
βιολέτα, τσίγκολελέτα, τσίγκολελέτα». Μόλις τελείωσε και αυτό
αιφνιδιαστήκανε άπαντες από χιλιάδες κρότους σκασίματος αθέατων
μπαλονιών και τότε στη θέση των πράσινων των παπαγάλων πού ’χανε
σταθεί πάνω στις οθόνες-καρτελάκια των παικτών απόμεινε από μια
τζούφια πουπουλόμπαλα. Στις οθόνες τους ξανάρθε δηλαδή σβέλτα και
μια εικόνα αλλά αντί για τη θέση που θα είχε του γηπέδου η μπάλα,
φαινότανε σε εξέλιξη το βιντεοπαιχνίδι «Οι Εισβολείς Από Το
Διάστημα»...
Άσε που χαραχτήκανε νέες γραμμές σταυρωτοχιαστί με δεύτερη σέντρα
που ήρθε κάτω απ’ το καπέλο της νεραϊδονταντάς. Τούτες οι γραμμές
ήτανε ένα ακόμη κλωτσομπαλοσημείο. Δεύτερο. Στο γρασίδι. Ακριβώς
εκεί που στάθηκε η νεραϊδούλα η ψηλολελέκω και κράταγε την ωραία
την καπελάρα της τη χιονόλευκη με τη μπάλα μέσα. Η Λούλα η
Μπόμπινγκς κινήθηκε για να σταθεί μισό βήμα πιο ’κει. Οπότε είδε την
ακτινωτή τελεία στο έδαφος να τη μιμείται. Κοιτάζοντας έτσι στη χλόη
283
pdf by elifrac

το λευκό, στρογγυλό στίγμα που δημιουργήθηκε από την μπάλα που
ετούτη η νεραϊδονταντά πηγαινόφερνε. Διότι διαπερνούσε σε
μαγνητισμό μέχρι και τον πάτο του καπέλου της η καούνα αυτή η
σφαιρική πού ’χε μαζέψει μέσα στο αξεσουάρ της το πλατύγυρο.
Σιγοβάδισε, έτρεξε, έκανε αλματάκια επιτόπια και με δρασκελιές μα η
σέντρα η οκτάκτινη με την τελεία στη μέση την πιλάτευε σαν σκιά του
καπέλου της. Αφού είχε τη μπάλα πάντοτε μέσα στην ασπροξέξασπρη
την
καπελάρα.
Έβγαλε
τότε
και
η
Λούλα
η
Μπουμπουνηταριδοσυννεφίδου τη μπάλα τούτη από ’κει να την
ξεφορτωθεί πυξ-λαξ. Αποφασίζοντας πως να την εξαποστείλλει. Αντί
για μπουνιά είπε να ρίξει κλωτσά τελικά. Πρώτα φόρεσε στραβά το
καπελάκι της το ωραίο, το αστραφτερόλευκο με τον φιόγκο τον κίτρινο
τον αφρατοδεμένο. Ύστερα πήρε θέση για σουτ.
Νεραϊδοποδαροπαπουτσομαουνομυτοκλώτσο. Τυλιγ-μένη μεσ’ την
κατακίτρινη γιακαδουροπαλταδούρα και με μαουνοπάπουτσα ασορτί
χωρίς τάπες στις σόλες για το σπορ. Με το αριστερό, το λιγνό το
καλαμοτζιτζικοπόδαρό της λυγισμένο και μακρουλό. Με πέλμα σαν
γαλλική μπαστουνοφραντζόλα. Ενώ κράταγε με τα δυο χέρια τη
μπελαδόμπαλα. Ε! Τότε λοιπόν ακριβώς πλάκωσε κίνηση.
- Σαμαλιπαστελικόόόόκ!!!
Εμφανίστηκε απότομα πίσω απ’ τη Λουλού ένας πλανόδιος πωλητής με
λιχουδιές και αναψυκτικά, σέρνοντας κατά μπρος ένα πάγκο με ρόδες.
- Τί ’ναι αυτό πάλι; Η μπάλα σε ξένη γλώσσα;
Είχε μείνει στη θέση για κλώτσο η νταντά όπως αναρωτήθηκε φωναχτά.
- Όχι κυρά μου, τα πουλάω!
Έγειρε το κεφάλι του δυο πατώματα, εεε, έξι κεφάλια κάτω από τ’ αφτί
της καθώς την πλησίασε πισώπλατα βαδίζοντας αργά ο πωλητής ο
πλανόδιος.
284
pdf by elifrac

- Ζουμπά Ζούμπα μπάλα!
- Καούρα! Μπολ Γάλα!
- Μπαλαζούμπα!
- Μπαλαζούμπα!
- Μπάκα Σα Μπάλα!
- Χούχουλα χούχουλα χουλαχχχχκ! Φτου!
- Ε, Του Μπάμπη Το Μάτι!
- Μάτι Τούμπανο!
- Σα Ζελέ Λάμπα!
Πλησιάσανε ένα τσούρμο αλλόκοτοι τύποι φωνάζοντας διάφορες
περίεργες φράσεις σε κάποια εξωτική διάλεκτο, χοροπηδώντας γύρω
από ’κείνο τον τυχερό που βρέθηκε νά ’χει στην κατοχή του τη νέα
μπάλα του γηπέδου. Λευκοί στον τόνο της επιδερμίδας αλλά
καβουρδισμένοι. Ενώ ζητούσανε απ’ τον κερδισμένο αντίπαλό τους τη
μπάλα δαύτη. Όλοι μαζί προσφέροντάς του ίσαμε πενήντα κιλά
χαϊμαλιά που τά ’χανε περασμένα ακόμη στο δικό τους λαιμό. Μια
περίπτωση ανταλλαγής αντικειμένων που ήτανε κοντά στην άρση
βαρών. Με όλα τα βάρη φορεμένα στο λαιμό σε πληθώρα κομπολογιών
μεγάλου μεγέθους. Πολλά από τα οποία κρεμόντουσαν ως τα γόνατα
των τύπων που ζαχαρώνανε με αυτή τι μπιχλιμπιδάτη και
καταντανιαστή πραμάτεια σε μορφή πολυκολλάρου ποικιλόχαντρου τη
μπάλα του αλλουνού. Παζαρεύοντας σε γλώσσα εντελώς μυστήρια για
τ’ αφτιά της Λουλούς και των δικών της παρατρεχάμενων.
- Χου!

285
pdf by elifrac

Έκανε και τελευταία μέσα στην όλη βαβούρα μια
κουκουβάγια με ροζ ανοιχτό το άλλο της χρώμα αλλά
διχρωμία σε όλο το φτέρωμα. Πετώντας ακριβώς πάνω
περίεργο συναπάντημα νεραϊδεπισκεπτών και παικτών
μακριά.

μπλε πουά
με τούτη τη
απ’ αυτό το
και χάθηκε

- Τί ’ναι ρε τούτοι; Τρώνε μπάλες και χάντρες; Να τους σερβίρω και τη
μπάλα τη δική μου; Νάτη! Έτοιμη την έχω!
Απόρησε μεγαλοφώνως η παραμανονεράιδα με όσα έβλεπε να
συμβαίνουνε λίγο παραπέρα.
- Μπίρα!
- Μπίρα! Μπίρα!
Πλακώσανε άλλοι δύο πίσω απ’ τη Λούλα πλησιάζοντας τον πλανόδιο
έμπορο. Τουλάχιστον έτσι φάνηκε στη νταντονεράιδα πως ετοιμαζότανε
η δουλειά για τον τύπο με το στοκ το ξεδιψαστικό τεντώνοντας πάνω
απ’ τον ώμο του ένα τσιχλόχερο μακρύλιγνο κοντεύοντας να του βγάλει
το μάτι για να του δείξει κατά την πελατεία την ξαφνική που πλάκωνε
προς τά ’κει. Αφού αυτό νόμισε πως συνέβαινε όπως έριξε μια ματιά να
δει ποιος φωνάζει και γιατί. Κατά τα άλλα η Λουλού εξακολουθούσε νά
’ναι άσχετη με τις μπερδεψοδουλειές του μέρους εκείνου.
- Ε; Α, τώρα κύριος! Στάσου! Να, παγωμένη!
Ενεργοποιήθηκε ο πλανόδιος με τα αναψυκτικά.
- Πού ’σαι μπάρμπα...
Έκανε η Λούλα Μπόμπινγκς πού ’χε ξαναχώσει κάτω από την αριστερή
μασχάλη τη μπάλα.
- Πέντλτον. Γκάβιν το μικρό.
286
pdf by elifrac

Είπε απ’ το Τροχοσπαζοβοϊδαμαξοχώρι Φθιώτιδας, της αγγλικής όμως,
ο Γιάνγκος ο Παντελόπουλος.
- Τί τρέχει κυρ Γκάβιν; Να ξέρουμε, αν γίνεται, με το πάρκο και τους
έξω φρενών τους κυρίους που μαζευτήκανε; Φωνάζουνε για μπίρα και
ορμάνε να φάνε αμάσητη μια μπάλα; Νόμιζα πως ερχόντουσαν κατά
’δω.
- Μπίρα!
- Μπάλα Κλαπατσοχλάπ!
Ακουστήκανε εκείνοι οι δύο οι τελευταίοι μουρλοί οι καταηλιοψημένοι
να ξεφουρνίζουνε ενώ προσπερνούσανε τη Λουλού τρεχάτοι για να πάνε
αρκετά μέτρα μακρύτερα μπροστά της, άγνωστο στη νταντονεράιδα
ετούτη για ποιό λόγο ακριβώς. Από όσα καταλάβαινε και ’κείνη λοιπόν
είπε του Γιάγκου του Παντελόπουλου,
- Πήγανε και πληθύνανε το πηγαδάκι για τη μπάλα! Βαστώντας κάτι
ντέφια στα χέρια τους. Τί λένε; Πεινάνε και διψάνε;
- Το παιχνίδι τους έγινε φύρδην-μίγδην. Θα δω γιατί. Συγνώμη, τ’ όνομά
σας;
Αποκρίθηκε στη νεραϊδούλα και ο περιφερόμενος μικρέμπορος στο
μυστήριο εκείνο γήπεδο. Ο οποίος διαλαλούσε αναψυκτικά και άλλα
τινά μη μασώμενα. Γεμάτος και από κάθε λογής μπιχλιμπίδια. Για να
χαζολογάνε όσοι δεν είχανε ορατότητα στο παιχνίδι. Τριγυρίζοντας
ανάμεσα στους παίχτες όπως και οι θεατές.
- Μις Λούσι Μπόμπινγκς! Η Νεραϊδοπαραμάνα;
Είπε η νεραϊδούλα λοιπόν τ’ όνομά της στον Γιάνγκο με τα είδη ψιλικών
που τά ’χε στρώσει για το κοινό του παιχνιδιού σε πάγκο.
- Τί; Να σας πω πόσο κάνει;
287
pdf by elifrac

Ρώτησε ο κυρ Γιάνγκος. Πάνω που πήγαινε να μάθει γιατί
αναστατωθήκανε ξαφνικά ολόγυρα οι ομάδες του παιχνιδιού
αφαιρέθηκε και δεν άκουσε καλά την απάντηση της Λουλούς. Οπότε
και πήγε το νου του στο νταραβέρι.
- Ποιο;
Απόρησε τότε με τη σειρά της και η Λουλού.
- Μια νεραϊδοπαραμάνα.
Εξηγήθηκε ο κυρ Γιάνγκος.
- Όχι κυρ Μπάμπη Μπάντμιντον!
Απάντησε με φυσικότητα η Λουλού, κάνοντας όμως εκείνη τώρα το
λάθος.
- Γκάβιν Πέντλτον!
Είπε ο πλανόδιος πωλητής. Διορθώνοντάς τη.
- Εγώ είμαι!
Ξαναπαντούσε όμως με κεκτημένη ταχύτητα η νταντά. Με την
απάντηση να ακούγεται από καθαρή σύμπτωση αμέσως μετά από το
όνομα όπως τό ’ξερε για δικό του από τότε που το ’κονόμησε ο
μπαρμπαΓκάβιν. Οπότε εν-νοώντας όσα δε γινότανε να εννοηθούνε
ποτέ, είπε πάνω στην παρεξήγηση τη φραστική ο έμπορας,
- Ε, τότε είμαι και ’γω επίσης!
- Νεραϊδοπαραμάνα;
Επέμενε ξαναρωτώντας τον η Λούλα κατευθείαν.
288
pdf by elifrac

- Μια πένα η μία.
Σαλατανακάτεψε τα είδη των παραμανώνε ο ξεμυαλισμένος ο
γυρολόγος. Δίνοντας και τιμή ανά τεμάχιο.
- Μπίρα! Μπίρα!
Αριβάρανε κατά το πόστο του κυρ Γκάβιν και κάτι άλλοι λασκαρόβιδοι
στις κεφάλες από το μπαλαδένιο το ξεφάντωμα παίχτες. Κρατώντας
από ένα ντέφι στο χέρι τους. Το οποίο στο εσωτερικό τού μοναδικού του
τοιχώματος είχε όλως παραδόξως μια σειρά από μικρά πλήκτρα σαν
μανταλάκια. Τοποθετημένα τό ’να πλήκτρο πλάι στο άλλο.
- Πέντε πένες!
Έδινε παρ’ όλα αυτά τιμή για καθένα μπουκάλι μπύρας ο
μπαρμπαΓκάβιν. Όχι πως δεν είχε σχέση με ντέφια και το ποτό. Αφού
με λίγα τέτοια μονοκοπανιά κεφάλι ολόκληρο στο άψεσβήσε γινότανε
έτσι.
- Α, αυτός δε θέλει μπίρα! Κάτι άλλο ’ναι που τό ’χει μέσα. Βάσανό του
’ναι, ναι!
Πετάχτηκε ένας που κράταγε από ’να αγγλικό χωριό άλλο. Ψηλέας, με
γένια γκριζόλευκα. Συμπληρώνοντας καθώς πλησίαζε,
- Μον’ έχ’ ένα! Το μαραφέτι του ’ναι! Μα ’ναι ’να αποτέτοιο!
Του λέει να κάνει παιχνίδι. «Πούλα Μπάλα!». Το τριβελίζει το πωςτολένε. Κελαηδάει. Άρπ’ από μανταλάκια. Τόση δα! Μα ’χει τ’ όνομα
της μπίρας. Κάπως.
- Άλλη φορά να πουλάτε πρόκες! Αλλιώς αέριο γέλιου!
Λέει η Λούση η Μπουμπουνηταριδοσυννεφίδου στον πλανόδιο πωλητή,
τον Γκάβιν Πέντλτον.
289
pdf by elifrac

- Θά ’χω αύριο!!! Σας πειράζει μια μέρα καθυστέρηση;
Αποκρίνεται ο γυρολόγος που θα τό ’βρισκε για αστείο να σου
ξετρυπώσει αποκριάτικο υδραυλικό για επείγον σέρβις. Σαν εκείνους
που δεν υπάρχουνε παρά μόνο σε διαφημίσεις για όλες τις βλάβες.
Αλλού δεν τους βλέπει κανένας.
- Συγνώμη, κυρά; Τ’ όνομά σας ποιό ’ναι;
Ρώτησε ξαναμπαίνοντας στη μέση της καταμπερδεμένης κουβεντούλας
τούτης ο ψηλέας ο γκριζογένης και αμέσως συνέχισε χωρίς ανάσα,
...’Μένανε Μπλινγκεντζίνγκλ Γκιλ! Το αγγλικό μου απ’ το Γαβρήλης ο
Μπιχλιμπιδοκουδουνοτσεποτσουμπλέκης. ’Μένανε είναι το μικρό μου.
Ο οποίος Γαβρήλης προφανώς δεν περίμενε ως τότε να ανταμώσει έναν
τέτοιο παρεπιδημούντα σαν ραδιενεργό καναρίνι στο ύψος κοκοφοίνικα
όπως ήτανε η Λουλού, λίαν εκληφθείσα ως Λούλος δίχως άλλο μέσα
στην αν-θρωπομέρμηγκη, λιακαδάτη πεδιάδα. Η προεξέχουσα
κατακίτρινη, γιακαδουραύχενη ράχη της νεράιδας άφηνε, μεταξύ άλλων
ντερεκιώνε και τούτονε τον γκριζογένη με το κεφάλι λοξά προς τα
πάνω. Έτσι ήτανε η τύχη της κακόμοιρης νταντονεράιδας να την
εντοπήσει . Κοντοζυγώνοντάς τη να δει μάλλον κατ’ αρχήν μπας και η
Λουλού είχε σβερκοδαγκώσει κανένα ντόπιο.
- Ρε που ήρθαμε και πέσαμε!
Μουρμούρησε εκνευρισμένη η νεραϊδοπαράμανα. Μετά συνέχισε την
κουβέντα ρωτώντας,
...Μπλινγκεντζίνγκλ είναι το όνομά σας το μεσαίο;
- ’Μένανε με λένε!
Εξήγησε χωρίς άλλες λεπτομέρειες ο γκριζογένης ο κατά τα άλλα
αψηλός για τα παλιάς, προ εποχής Λουλούς ύψη.
290
pdf by elifrac

- Χαίρω πολύ! Λούλα Μπουμπουνηταριδοσυννεφίδου!
Προτίμησε να ανταποδώσει τις συστάσεις σβέλτα η νεραϊδονταντά
χωρίς να πηγαίνει πιο πολύ γυρεύοντας. Μια και έτσι νόμιζε πως
γλίτωνε τη συννενόηση την αλ-λοπρόσαλλη. Όμως ο γκριζογένης είχε
όρεξη και της τα είχε όλα έτοιμα για καπελοπατητή σαλταριστή
επιτόπια. Μόλις που βαστήχθηκε η Λουλού, απ’ όσα είπε ο Γαβρήλης
αμέσως.
- Να πούμ’ είσαι κοτζάμ’ μαντάμ Τραμουντανονέφω με

τ’ όνομα !

Απάντησε κατ’ αρχήν ο γκριζογένης στη νεράιδα την φτιαγμένη και σαν
πασαλοσανίδα που τον ατένιζε τρία κεφάλια αέρα πιο πάνω όταν του
ξεφούρνησε για όνομα δικό της τον σιδηρόδρομο τον εξίσου άγαρμπα
μακρύ και βροντερό με το δικό του το όνομα. Το οποίο θά ’βγήκε και
αυτουνού φίφτιφίφτι. Οικογενειακό όσο και κουτελοκόλλητο
φιλοδώρημα από κουσούρι πανηγυριώτικο.
Η νταντά, ψιλοτσιτωμένη ήδη, απλώς συμπλήρωσε ως αυτονόητη
διευκρίνηση,
- Έτσι με λένε!!!
- ...’χαμνομούσμουλο ε, δε ’ναι; Χαλαζοκοντρανέμι μπάσε του! Να
πούμε στο μαχαλά που μένω ’κει, όλοι πού ’ναι! Ουου, αεράτοι
’ναι...Ναι! Μεσ’ τα κέφια. Αλ-λ’ όχι απ’ τ’ όσπριο...Μη και τό ’χεις τ’
όνομα καψόνι από ρεβύθι σούπα;
Πήγε να φλυαρήσει με αέρα μπόλικο ο Γκιλ όταν τον φρενάρησε η
νεραϊδογκουβερνάντα. Απαντώντας σε ό,τι αφορούσε στο δικό της
αέρα, σκασμένη πλέον απότομα και τελικά δυσανασχετώντας με μια
βαθιά ανάσα που βγήκε αντί άλλου ξεσπάσματος. Από κλειστά χείλη
ανασογεμισμένα για όση ώρα άκουγε τον Γαβρήλη.
- Ε;;; Πώς;;; Όχι!!! Δεν...πφφφφφφφ...
291
pdf by elifrac

Έβγαλε όλη την κομμένη και στοματαμπαρωμένη ανάσα της η νεράιδα.
Απαντώντας σπασμωδικά και βρισκόμενη ξαφνικά και μπόσικη. Χωρίς
άμυνα.
- Όπως και νά ’χει...Μα να πω ’δω ’γω τι δηλαδή παίζεται! Έτσι;
Συνέχισε
όμως
ο
Μπλινγκεντζίνγκλ
γεμάτος
από
κουλουβαχατοπροθυμία για να φωτίσει υποτίθεται τους χαμένους στη
βαβουροπεδιάδα εκείνη.
- Αν είναι εύκολο...
Συμφώνησε η λίαν επιφυλακτική για τη συνέχεια Λούλα Μπόμπινγκς.
Ελπίζοντας πρώτα να βγει άκρη, μετά να βρεθεί όπου θά ’πρεπε ό,τι
κορνιζοπετάχτηκε κατά ’κει πολύ ατυχώς μα, καλύτερο απ’όλα θά ’τανε
ό,τι θά ’βγαινε στο τέλος νά ’βγαινε χωρίς να σκάσει τίποτ’ άλλο ξανά.
Σκάσανε οι σαπουνόφουσκες στον θείο τον Άλ-μπερπ πιο πριν. Φτάνανε
τόσα σκασίματα. Άλλωστε το νόημα που έβγαινε απ’ τ’ όνομα που
κουβαλούσε η περί ης ο λόγος, ήτανε πως ένιωθε απολύτως σαν μία
παρουσία υπερβολικά βροντοκοπούσα, δηλαδή ε, αδιάκοπα πασχίζουσα
για μια διαγωγή κοσμίως αεράτη.
Δηλαδή φυσικά και ήτανε αυτονόητο στη Λουλού ότι η ιδιότητα της ως
νεραϊδοβάγιας μπομπιρώνε απαιτούσε από εκείνη να διατηρεί
αμετάβλητη τη στοιχειώδη λεπτότητα χαρακτήρα. Ώστε να κάνει την
αρχή δίνοντας το παράδειγμα. Εξακολουθώντας όμως ακόμη να
επιθυμεί διακαώς αν και ματαίως, όποτε επιτέλους και αν έφτανε εκείνη
η γουρλήδικη ώρα, να εμφανιζότανε και κάποτε ουρανοκατέβατη κατά
’κεί όπου θα το απαιτούσανε οι περιστάσεις όσο γίνεται πιο διακριτικά
και με στιλ. Μέσα σε απανεμιά.
Από τη άλλη μεριά βέβαια, απ’ τη ζούρλα που την τριβέλιζε, μια μόνιμη
ανεμοζάλη δε τη γλίτωνε. Μπα! Την έσερνε μπόλικη. Όμως το θέμα ,
παρότι κατά λάθος τό ’θιξε και ο Γαβρήλης, ένα ήτανε. Πάνω στη
δυσκολοχώνευτη απελπισία μετά από κανένα λίαν αναμενόμενο
κομπρεσαρισμένο φύσημα και άλλου τόσου αέρα συχνότατα
292
pdf by elifrac

παραβαστηγμένου, έτσι και φρακάριζε εκεί κάτω με τους υπόλοιπους
του περιτριγυρίσματος του κορνιζάτου, από το ανεμόβροντο το
ξετιναγμένο που θα προέκυπτε, ο καιρός στο υπάρχον νεραϊδόνομα θα
χάλαγε δραματικά. Καταντώντας μια τουρτουρολαίλαπα με ταυ
κεφαλαίο. Μια και έξω...Ε;
- Εύκολο ’ναι. Ναι! Λέω ’δω ’γω; Ναι; Ε;...’Δω καλά πού ’μαστε είναι
η Μπαλαλλαντάλλα και έρχεται πράμα : Ένας λέει «φέρε!». Ο άλλος
«πάρε!». «Πόσα;», «Τό σα!». Λένε «φέρε!», «πάρε!», «δώσε!»,
«πάρε!», «δώσε!», «φέρε!», «δώσε!», «πάρε!». Μπορεί να λένε «φέρε!»
για κάνα πάρεδώσε χωρίς να πέσει «πάρε!». Ο άλλος άμα δε δώσει του
ξαναλέει ο φίλος «φέρε!». Μπορεί να λένε «δώσε!», «φέρε!», «φέρε!»,
«δώ σε!», «πάρε!», «φέρε!»...
Εξήγησε ξεκάθαρα τα πάντα ο Γαβρήλης χωρίς ν’ αφήσει τίποτα που να
μη βοηθήσει στην κατανόηση του παιχνιδιού. Ιδίως στις τελευταίες
λεπτομέρειες με τα «δώσε!», «πάρε!», «φέρε!» τα διαφορετικά των
συνηθισμένων. Αφού και η ίδια η νταντά είπε να μάθει. Για να μη της
μείνει η περιέργεια γι’ αυτή την αξιοσημείωτη παραλλαγή στη
δοσοληψία. Γι’ αυτό δε γινότανε να μη ρωτήσει τον
Μπιχλιμπιδοκουδουνοτσεποτσουμπλέκη μια και τα εξηγούσε καλά,
- Έχει σημασία;
- Ουουού!!
Είπε με ύφος θετικότατο και ο Γαβρήλης.
- Πόση;
Ξανατράβηξε πιο μακριά την κουβέντα η Λουλού που ήθελε
σώνεικαικαλά να τα μάθει όλα. Να γινότανε, καλά θά ’τανε. Πάντως για
τον Γκιλ όλα ήτανε πάρα πολύ απλά.
- Πολλή!!
293
pdf by elifrac

Έδωσε το επόμενο απλούστατο στοιχείο, βγάζοντας την απάντηση με
βαρυσήμαντο ύφος ο Γαβρήλης. Απ’ τον οποίο όσες πληροφορίες και αν
έπαιρνες θά ’κανες σερί ένα κάρο ερωτήσεις. Χωρίς να υπάρχει όριο
ηλικίας στην αντοχή. Ώσπου νά ’μενες ενήμερος, γερνούσες ρωτώντας.
- Γιατί;
Ξαναδοκίμασε την τύχη της, ωστόσο, η Λούλα.
- Έτσι.
Αποκάλυψε άλλη μια ουσιώδη λεπτομέρεια ο Γκιλ.
- Προχώρα, θα καταλάβουμε...Ε;
Έκανε τελικά στον γκριζογένη τον εξυπηρετικό με το παραπάνω η
Λουλού Μπόμπινγκς. Ίσως μάλιστα να έχανε αμέσως και τα πιο
ενδιαφέροντα.
- Έτσι ’ναι. Ναι. Ο ένας νοματαίος θέλει να κάνει γερό νταραβέρι. Ο
άλλος να κεράσει τον πιο φίνο κλώτσο πού ’χει σβουρήξει ποτέ
οποιοσδήποτε σε οποιονδήποτε άλ-λονε που θα τρακάρει μέσα ’δω ’δα
’να. Οπουδήποτε.
Άργησε λιγάκι ο Γκιλ αλλά τά ’πε και τα υπόλοιπα για να ξέρει, ας
πούμε, κάποιος μετά τι του γίνεται στα σίγουρα εκεί μέσα. Μόνο που η
Λουλού δεν είχε μάθει ούτε τα μισά.
- Οπωσδήποτε;
Ρώτησε επομένως τον Γκιλ.
- Όπως και νά ’χει...
Μέτρησε τρισήμιση λόγια και τά ’δωσε σαν ρέστα και ο Γκιλ για νά ’ναι
στο λογαριασμό με τα κατατόπια εντάξει.
294
pdf by elifrac

- Α!!!
Έκανε μονάχα η Λουλού καθότι έτοιμο ήτανε καί ’βγαινε στην
επιφάνεια και ’κείνο το μισοξεπερασμένο τικ που τό ’χε ανεκδήλωτο
τόση ώρα.
- Μπίρα! Μπίρα!
Γινότανε ολόγυρα στο μεταξύ χαμός από τη βλάβη στο παιχνίδι. Η
μπάλα δεν είχε αλλάξει κάτοχο και οι παίχτες συσωρρεύονταν με
παρόμοια εξέλιξη. Προκαλώντας μέσα σ’ όλα τ’ άλλα όμως ζαλάδα
μπόλικη. Ήτανε δε να μη σου τύχαινε να σε μπαφιάσει ο θόρυβος.
- Εφτασέέέι!!!
Γκάρηξε πίσω της και ο γυρολόγος ο αεικίνητος. Κάνοντας την
παραμανονεράιδα να τρανταχτεί από νεύρα. Τότε ξαφνικά και ’κείνη
θυμήθηκε κάτι άλλο ως μια πιθανή λύση. Οπότε να που βρήκε να βάλει
τις φωνές.
- Χαμ-Μπαγκ! Πούντηνα; Μα ’ναι ’δω, δε ’ναι;... Ο-ρίστε! Κόλλησα
και του Μπιχλιμπιδοκουδουνοτσεποτσουμπλέκη την προφορά! ΧαμΜπαγκ!!
Φάε
τη
ρημαδόμπαλα
να
ξεκολλήσει
το
γκαντεμογκαντζετομάνι που σέρνουνε όλοι δαύτοι μαζί τους να
ξεμπερδεύουμε!! Μου φτάνουνε όσα έχεις σαβουροφυλαγμένα ως τώρα,
δε μού ’λειπε και η τριβολόμπαλα, όμως φάτη!! Μονοκόματη!! Γιατί
προβλέπω να γίνεσαι από μέσα γήπεδο δεύτερο άμα σε βάλω να φας και
τους ρέστους!!!
Βρήκε δηλαδή η Λούλα τον τρόπο να μπει σε μια τάξη το γήπεδο.
Αναθέτοντας το καθήκον όλο στην τεμπελοβουβάλω την τσάντα της. Η
οποία την χαιρέτησε σαν νά ’τανε αγουροξυπνημένη μετά από νυχτέρι
στην πρέφα.
- Μπααα!!!
295
pdf by elifrac

Ήτανε η μοναδική αντίδραση της τσαντάρας όπως άνοιξε και έβγαλε
μια φωνή τεμπέλικη όσο δε γινότανε παραπάνω. Χάφτοντας τη μπάλα
χωρίς να κουνηθεί ούτε χιλιοστό παραπέρα.
- Μπαμπακομαξιλαροθύελλα να σε θάψει, για μπέρδεμα, τη μέρα τούτη
θα τη θυμάμαι! Με βλέπω νά ’ρχομαι τακτικά άμα αποδράσω ποτέ για
να
παίζω
«φέρε»,
«πάρε»!!!
Για
λέγε
ρε
Μπιχλιμπιδοκουδουνοτσεποτσουμπλέκη!
Ξέσπασε κατευθείαν η νεραϊδογκουβερνάντα η κορνιζοξαποσταλμένη
σε τούτο το αλαφιασμένο γήπεδο. Α-πευθυνόμενη και πάλι στον
γκριζογένη που αν και ένας ακόμη πιο χαμηλοσούλουπος δεν πήγαινε
πίσω. Μια κάποια ανησυχία εμφανησιακώς φρόντιζε να την προκαλεί
στη νεραϊδούλα την παραψηλωμένη την καλαμομπαστούνα. Καθότι για
τα μέτρα στο φυσικότερο μπόι των ψηλώνε των υπολοίπωνε
κατακρεμανταλόφερνε ο Γαβρήλης όπως τον «έκοβε» καταντίκρυ.
Θυμίζοντας ο Γκιλ στη Λουλού, έντονα μάλιστα, μια
κοτρωνοφορτωμένη μπουλντόζα.
Πάντως περιμένοντας να της έρθει καμιά ιδέα άφηνε το Γαβρήλη να
λέει. Όχι ότι τον χρειαζότανε τελικά και τίποτα μ’ αυτό το «για λέγε».
Επομένως
φυσικότατο
ήτανε.
Ο
Μπιχλιμπιδοκουδουνοτσεποτσουμπλέκης
στρίβοντας
και
τη
γκριζομουστάκα του, χωρίς να αργεί είπε πάραυτα,
- ’Μένανε με λένε!
Με ύφος, όπως τό ’χε και τόση ώρα, πολύ χαρωπό μόλις τον φώναξε με
το γεμάτο από ήχους που πειράζουνε τα νεύρα επώνυμο η ακόμη άδεια
από ιδέες για την έξοδο και αρκετά συγχυσμένη στο μυαλό νεράιδα.
Ό,τι ήτανε δηλαδη για τον Γαβρήλη το δικό του επώνυμο, τό ’χε για
ενόχληση στο από μέσα της μπερδεψοκεφάλας της η Λουλού. Αφού της
έλειπε παντελώς η ηρεμία και της περίσσευε η νευρικότητα. Οπότε με
το που τον άκουσε να της απαντάει κιόλας με τέτοια ορθοφωνική
εκφραστικότητα άρχισε και αυτή τη μουρμούρα,
296
pdf by elifrac

«Ναι. Για να μένεις στη βοϊδότσαντα μέσα να κάνεις τον ξεναγό στο
μουσείο πού ’χει μαζέψει είσαι και ’συ ό,τι πρέπει...»
Σχολίασε μέσα απ’ τα δόντια της η Λούλα Μπόμπινγκς. Όμως είπε για
την ώρα να σωπάσει για να δει πως θα ξεμπουντρουμιαστεί απ’ το
γηπεδοκλουβί τούτο το ξαφνικό μαζί με τους άλλους πού ’σερνε μαζί
στη γύρα. Άφησε λοιπόν τον Μπλινγκεντζίνγκλ να συνεχίσει να εξηγεί.
Να πως.
- Κόσμος πάντοτε ’να ’ναι ’δω ’να! Ναι; Απίκο με το αζημίωτο ε;
Αλισβερίσι με μπάλα. Μετά η κλωτσά ε; Μπορεί να δίνει και κουκιά
που λες κυρά πας ο μάγκας, μπόγο γερό ε;
- Πολλά;
Βρήκε ευκαιρία για μια ακόμη ερώτηση η Λούλα. Ε-νώ είχε
καταζοριστεί να σπαζοκεφαλιάσει πως θα ξελευτερωθούνε με τους
υπόλοιπους τους κορνιζοναύτες από ’κει όπου τους έφτυσε η Τρέχα
Γύρευε. Έχοντας χαντακωθεί στο γηπεδομαντρί δαύτο τελικά από
σπόντα όλο το καδροπλήρωμα το κανονικό. Ο δε Γαβρήλης έδινε την
απάντηση στο «Πολλά;» της νεραϊδούλας που κόντευε να του φάει τ’
αφτί όταν άρχιζε να την ξαναβοηθάει μιλώντας. Παρ’ όλα αυτά κάτι την
έκανε και βαστιότανε.
- Να! Το αλισβερίσι κυρά! Με κουκιά πάει το παιχνίδι. Πάει και με
κάστανα!!
Ακουστήκανε, ακόμη χειρότερα από τ’ άλλα, ετούτα τα λόγια του
Γαβρήλη στης Λουλούς τ’ αφτιά. Η οποία πάντως τον ρώτησε αμέσως
μη μπορώντας παρά νά ’χει και σε δαύτον το νου της την ίδια στιγμή,
- Τα χαρίζουνε ’δω;
- Δίνουνε και λάχανα άμα θένενε! Ναι! Ό, τ’ έχουνε! Ειν’ ουουού!!!
Μαρίδα! Ξέρεις πόσοι;
297
pdf by elifrac

Έλεγε και δεν τελειώνανε όσα είχε ακόμη να πει ο Γαβρήλης. Μα η
νταντονεράιδα αφού δε μπορούσε να τον ξεφορτωθεί την ώρα που
σκεφτότανε, τον ρώταγε και από κάτι.
- Πόσοι;
Τού ’κανε λοιπόν η νεραϊδονταντά κατευθείαν.
- ’Γω ρωτάω! Ξέρω ’γω;
Είπε γρήγορα και ο Γκιλ. Η Λουλού τον λοξοκοίταξε χωρίς να
σχολιάσει καθόλου την απάντησή του. Διότι ήτανε όσο χρειαζότανε
απασχολημένη με τα δικά της.
Αναρωτιότανε αν με ένα μόνο «στικ σποτ!» γινότανε να στείλει σε μέρη
μακρινά διάφορα τους τρεις τους απετάλωτους για τουρμπινοπερίπατο
που την περιστοιχίζανε άλλωστε μονίμως βαρυγγωμιάζοντας και
μάλιστα σε τούτη την περίπτωση ασυστόλως μέσα απ’ τα δόντια τους
και ήδη σκόρπια αποτραβηγμένοι με την ευκαιρία. Μήπως γινότανε
δηλαδή να σουτάρει τον Αλέκο αντί για τη μπάλα. Αν όχι να πάρει το
κύπελο στην κωπηλασία κάνοντας κουπί σε οχτάκωπο λέμβο
ολομόναχος, να πάει κατά τους Κήπους του Κένσινγκτον ή κατά το
Γκριν Παρκ σε καμιά εκδοχή νεραϊδένια μέσα σε κάνα λαβύρινθο
καλοκλαδεμένο να παίξει σε μαγικό τουρτοπερίπατο του στιλ «στικ
σποτ! και στη μέση ο Μανώλης»; Όπως στο παιχνίδι που γυρνάνε όλοι
μέσα σε ένα δάπεδο ενός πάρκου στρωμένο με αριθμούς μέχρι να
σταματήσει η μουσική. Όποιος πατάει τον αριθμό που κληρώνει,
αμέσως μετά τον κερνάνε ένα κομμάτι κέικ. Να πάει ο Αλέκος να
πατάει όποιο νούμερο θέλει και να φυτρώνουνε γενεθλιότουρτες μια
που θα την έχει κιόλας ξανά την καψούρα. Άσε που μετά θά ’ναι
γκοφρετομαγνήτης των περιπτέρων. Θα τού ’ρχονται στις τσέπες οι
γκοφρέτες χωρίς να περιμένει να τον πιάσει λιγούρα. Αλλιώς να τον
στείλει μέχρι την Λέστερ Σκουέερ που είναι και σινεμαδότοπος να
μπουχτίσει στο νταβαντούρι το παναβίζιον και να κατασπαράξει ποπ
κορν με μια μούτζα κερασμένο για μια βδομάδα. Ακόμη καλύτερα, να
τον στείλει σε διαγωνισμούς που πιάνουνε τα μήλα δαγκωτά από
298
pdf by elifrac

γαβάθες με νερό. Να τα τραγανίζει σε πρωτάθλημα Άπλ Μπόμπινγκ
μέχρι να θέλει σόδα για να μάθει τι εστί Χαρικλώ και μάλιστα
Μπόμπινγκς.
«Α, άσε την Καίτη. Το μόνο φάσκελο που περιμένει με χαρά είναι το
εξής ένα για να γίνει Σταχτοπούτα με γκαρνταρόμπα δική της όλη τη
Μποντ Στριτ, τη νέα και την παλιά, καθώς και την Όξφορντ μαζί με όλη
τη Σλόουν Στριτ, χωρίς να παραλείπεται το Κινγκ’ ς Ρόουντ. Να
τραβολογάει μετά τα τόσα ρουχοσαρώματα και τον Αλέκο πάνωκάτω
και στην Κάρναμπι Στριτ. Για να μη μείνει όχι κάργκο τσεποπαντελόνα
για πολεμικό ανταποκριτή και τζην με φλαπ πόκετ, καπακωτές τσέπες
σαν των στολών αγγαρείας αλλά μέχρι και για μπαλαρίνα ούτε φούστα
τουτού. Να βρεθούνε με τον Άλσελ και ως τη Σάβιλ Ρόουντ για να
ασταποφορέσει, σαν να του τό ’χουνε ράψει οι μετρ από εκεί, κανένα
κοστούμι που θα του ’κονομήσει η «στικ σποτ!» η νεραϊδόμουτζα.
Δηλαδή διαλέγοντάς του το κόλπο το μαγικοφάσκελο τα
ετοιμοπαράδοτα τα προπαραγγελμένα όπως θα περνάει με την Καίτη
έξω από ραφτάδικο σωστό. Μήπως να γίνεται; Να τους πω κιόλας να
μου φέρουνε τίποτα γόβες τρακς, αντοχής, ψιλοτάκουνες ή τίποτε
στιβάλια πιο της προκοπής από τις χοντρόγοβες τούτες εδώ τις
τσιχλένιες. Α, να μου διαλέξουνε μαζί και καμιά χαρεμοπαντελόνα
χαμηλοκάβαλη να νιώσω και λίγη άνεση.
...Εκτός αν την αμολύσω τη Γκέτεμ μέχρι τη Ρίτζεντ Στριτ όχι μόνο για
να ρουχοφορτώσει μια φάλαγγα φορτηγά με ταγιέρ μα και να πάρει το
προνόμιο απ’ το δήμαρχο για να ανάβει τα λαμπάκια του δρόμου για τη
φωταψία των Χριστουγέννων όπως κάνουνε κάθε χρόνο οι σελέμπριτις.
Να ξεθυμάνει με γκλάμορ ηλεκτροδότηση όλης της Ρίτζεντ Στριτ κατ’
αποκλειστικότητα. Γιατί όχι; Να πάει με το ίδιο «στικ σποτ!» κατά ’κει
και ο Ντερτ να χαζεύει γλομπάκια. Μια που έχουνε ξεχαστεί και μέσ’
την κεφάλα του αναμμένα τα φώτα αλλά τό ’χει το ατελιέ με το νιονιό
εκεί μέσα και άδειο».
Αυτά μελέταγε επιμόνως η Λουλού με τον Γαβρήλη τον
Μπιχλιμπιδοκουδουνοτσεποτσουμπλέκη βεβαίως ακόμη μπάστακα.
Έχοντας πάρει η νταντονεράιδα κιόλας μια πόζα λίαν σκεφτικής
299
pdf by elifrac

αρχιστρατήγου αν θα μπορούσε κανείς να φανταστεί τέτοια κατάσταση
στρατιωτικώς σκεπτόμενος για τη συγκεκριμμένη περιοχή. Διότι η
Λουλού έτσι τό ’βλεπε. Με το δεξί βραχίονα να ακουμπάει στο στέρνο
της και τα δάχτυλα του ίδιου χεριού νά ’ναι κάτω απ’την αριστερή της
μασχάλη. Ο αγκώνας του αριστερού ν’ ακουμπάει στο δεξιό της πήχυ
και τα δάχτυλα του χεριού ετούτου να χαϊδεύουνε το πηγούνι της. Ενώ
λοιπόν στεκότανε έτσι, λοξοκοιτώντας πάντα τον Γαβρήλη του
απάντησε χωρίς να δώσει και πολλή σημασία,
- Α, κατάλαβα! Σπορολαχανοκολοκυθαγορά!
- Χαρά μου να βοηθάω! Ε! Γκάβιν! Μπίρα!
Αποκρίθηκε ο Γαβρήλης χαμογελώντας ικανοποιημένος που τον
κατάλαβε η νεραϊδονταντά σε ό,τι της είπε. Στρέφοντας επιτέλους την
προσοχή του και αυτός προς ένα άλλο γνώριμο τύπο που σύχναζε στα
πέριξ. Πάνω που κρυφογκρίνιαξε η Λουλού ότι με δαύτονε δε θά ’χε
ησυχία.
Στο μεταξύ γινότανε της πατούσας και του ξυλοπαπουτσιού από το
κυνήγι για τα σουταρίσματα. Βόρειοι και νότιοι. Ανατολίτες και δυτικοί.
Απ’ όλη την υφήλιο κόσμος. Το παζάρι είχε στηθεί δυο βήματα πιο
πέρα απ’ τη νεραϊδονταντά με την οικοσκευή και τους μικρούς μαζί με
το Δερβισοψηλολελέκογλου. Απέναντί τους μακρύτερα ένας
ξανθογένης που κοντράριζε με βελανίδια έναν σκουρόδερμο με
ενδυμασία φολκλόρ.
Ο ένας με μπότες ξυλοκόπου που ζει στα χιόνια μεσ’ τις καρυδιές, με
γενειάδα, ξανθοτρίχης, μικροκαμωμένος αλλά γερός. Ο άλλος με
επιδερμίδα σαν κάρβουνο φορώντας μια στιλπνή, πολύ λεπτή,
κατάμαυρη προβιά, φορεμένη σαν ολόσωμο ρουχοτομάρι. Ψηλός και
αδύνατος σαν σπιρτόξυλο.
Ο ξανθοτρίχης είχε περασμένο λοξά απ’ το δεξί ώμο και το αριστερό
του πλευρό ένα λουρί που συγκρατούσε κρεμασμένο στην πλάτη του
ένα έγχορδο όργανο μουσικής. Μια καλοφτιαγμένη, ξύλινη τάβλα σαν
300
pdf by elifrac

κουτί. Μακρουλή όσο το μπράτσο μιας κιθάρας και απ’ τον πάτο ως το
καπάκι με πάχος ίσαμε τέσσερα δάχτυλα. Στις γωνίες στρογγυλεμένη.
Με μια τρύπα στο κέντρο του καπακιού στο μέγεθος ενός κουμπιού από
πουκάμισο. Τριγύρω απ’ αυτή, οχτώ μικρότερες τρύπες σχηματίζανε
ένα λιτό μοτίβο λουλουδιού. Στην ίδια πλευρά κατά μήκος απ’ τη μια
άκρη ως την άλλη έξι χορδές στριμμένες σε καρφιά για νά ’ναι
τεντωμένες.
Ο μαυρόδερμος με ’κείνο το επίσης ανθρακί εξωτι κό, μάλλινο, λεπτό,
ολόσωμο και γεμάτο σκισήματα σαν αρκουδονυχιές ρούχο κράταγε ένα
από τα μυστήρια ντέφια που είδανε νωρίτερα η Λουλού, οι δυο μικροί
και ο Ντερτ. Μέσα στο ντέφι υπήρχε στερεωμένη μια διπλή σειρά
πλήκτρων που πολύ σου θυμίζανε μανταλάκια για το άπλωμα των
φρεσκοπλυμένων ρούχων. Οι δυο ξένοι μιλάγανε ο καθένας στη γλώσσα
του. Του ξανθογένη οι λέξεις είχανε μέσα ένα κάρο «-α», «-ο», «-ε»
ρίγους και τρεμούλας στη σειρά βγαλμένα απ’ το στόμα. Του άλ-λου
του αγριοντυμένου πολλά «-μπου» και «-ου» με μπάλες πολλές
μαζεμένες σαν πάρτι γενεθλίων, για λέξεις.
- Πολύ τη θέλει τη μπάλα ο ψηλέας ο σπιρτοξυλένιος...
Λέει ο Άλσελ.
- Ο άλλος του λέει ότι θα πάρει βελανίδια...
Λέει η Γκέτεμ.
- Τώρα ο τσίχλας ο αδυνατούλης γελάει και δίνει δυο φάσκελα στον
μικρό το γεροδεμένο. Σαν ανθισμένα μπουμπούκια τα δίνει.
Παρατηρεί ο Άλσελ στη συνέχεια.
- Τζόλι Όντμπολ!
Φωνάζει ο Ντερτ στο μαυροκαλοντυμένο σαν αριστοκράτη φύλαρχο
παραδοσιακού χωριού αφρικάνικου. Αφού πρώτα μουτζούρωσε τη δική
301
pdf by elifrac

του τη φάτσα με τρίμ-ματα από κάρβουνο που βρήκε στην τσέπη του,
δαχτυλοεξηγούσε με τους δείκτες των χεριών του πως εννοούσε κάτι
σαν τα μούτρα του μ’ αυτό που μόλις φώναξε. Μετά συμπλήρωσε
μεγαλοφώνως,
Μπορεί να είναι συνάδελφος άμα δεν παζαρεύει μπάλες σε τούτο το
γήπεδο. Δε θά ’ναι; Ωπ! Όχι είπε! Με είδε και κούνησε αγριεμένος το
κεφάλι δεξιά και αριστερά. Νά ’χα την καμιναδόσκουπα θα
καταλάβαινε. Άσε που θα σιγόβρισε! Χίλια τα εκατό. Λες ρε ’συ Μήτσο
νά ’χει τα φάσκελα για φίλους του;
Η Λουλού όμως που τον είχε τον Μήτσο πλάι της, χωρίς να μιλήσει τον
φασκέλωσε ανάποδα με το χέρι του άλλου της πλευρού.
Μουρμουρίζοντας κιόλας κάτι που ακούστηκε σαν «σκ*τά σποτ!».
Πάντως το μόνο που άλλαξε, ήτανε το ότι τού ’φυγε απλώς η μουτζούρα
απότομα του Μητσάρα. Η οποία αν-θρακομουτζαλιά, ξεφλουδίστηκε
από δαύτονε, πέφτωντας μπροστά στα πόδια του αστραπιαία και
απλώθηκε σαν μια ακίνητη σκιά δική του. Σχηματίζοντας όμως και
τελείως λάθος πόζα. Παριστάνοντάς τονε με τη φουγαρομπατονέτα στο
σβέρκο οριζόντια και με τα χέρια κρεμαστά από πάνω. Αμέσως ο ίσκιος
του ο κανονικός γαργαλήθηκε για μια στιγμή στα ρουθούνια,
φταρνίστηκε και τότε το καμιναδοστουπί με το στειλιάρι πού ’χε
ζαλωθεί ο άλλος του ο ίσκιος, επίσης ενωμένος με του Μήτσου τα
ποδάρια, εκπυρσοκρότησε. Ε, μετά πάραυτα ο Μητσάρας έχασε τις
σκιές του στο πι και φι. Δεν τού ’πανε δηλαδή οι σκιές του οι δυο ούτε
χαιρετίσματα. Έτσι και ο Μητσάρας χωρίς να βγάλει τσιμουδιά απλώς
άρχισε να σβερκοξύνεται ψάχνοντας τις σκιές μπας και βρεθούνε κάπου
τριγύρω.
- Δεν έχει μέσα η Χαμ-Μπαγκ τίποτε για να κάνουμε κανένα ψιλό;
Απόρησε η Καίτη
μεγαλοφώνως.

η

Μπογοδιφραγκομαζωξοπούλου,

επίσης

- Θέλουμε να βγούμε από ’δω.
302
pdf by elifrac

Γύρισε και της απάντησε με τόνο υπενθύμισης η Λούλα η
Μπουμπουνηταριδοσυννεφίδου.
- Καλά λες! Μας κόψανε απ’ την ξάπλα. Αλλιώς καλά ήτανε.
Αποκρίθηκε πάλι ο Μήτσος ο Δερβισοψηλολελέκογλου με τ’ όνομα,
δηλαδή ο Ντερτ πού ’χε βαρεθεί να ψάχνεται.
- Πλακώσανε υποψήφιοι!
Παρατήρησε ο Άλσελ.
- Πανηγύρι κοίτα. Έχουνε στήσει πάγκους με ξηρούς καρπούς, μαλλί
της γριάς, σφυρίχτρες που ξετυλίγονται, κουκλοθέατρο!
Λέει η Λούλα Μπόμπινγκς με έκπληξη στη φωνή.
- Ο άλλος με το κολοκύθι πού ’ναι σαν μπουκάλα με σχήμα το νούμερο
«οχτώ» τί ήρθε να κάνει;
Ρώτησε ο Άλσελ.
- Ήρθε και μια παρέα από τύπους που δίνουνε τριγυρνώντας θεατρική
παράσταση παντομίμας.
Παρατήρησε ο Ντερτ.
- Α, να ο «’Μένανε!»
Ο Άλσελ διέκρινε τη γνώριμη φιγούρα πού ’δε νωρίτερα.
- Ναι, ο Γκλινγκεντίκλ, ο Γιρλαντοτουμπελέκης. Είναι μουτζουρωμένη
και η φάτσα του!
Είπε ο Ντερτ.
303
pdf by elifrac

Όχι!
Μπλινγκεντζίνγκλ!
Μπιχλιμπιδοκουδουνοτσεποτσουμπλέκης...

Αλλιώς

Τον διόρθωσε η Γκέτεμ.
- «’Μένανε» είπε τον λένε.
Τσίγκλησε πάλι τη φίλη του ο Άλσελ.
- Ο θίασος κάνει σόου! Ένας έβγαλε ρόπαλο...
Ακούστηκε η φωνή της νταντάς που άφησε την τελευταία φράση να βγει
σαν περιγραφή ενός πλάνου από εξώστη κινηματογράφου αφού ένιωθε
σαν μια περίπτωση θεατή ακριβώς και η ίδια. Μονάχα το ποπ κορν της
έλειπε.
- Ένας τρέχει να γλιτ...
Μισοείπε ο Άλσελ.
- Ωπ! Τον ροπάλιασε ο άλλος που τον πρόλαβε.
Του είπε ο Ντερτ.
- Μαζευτήκανε
διαμαρτύρονται...

όσοι

είναι

του

θιάσου

και

κάνουνε

πως

- Οι μισοί βαστάνε τον τύπο με τη ροπάλα.
Παρατηρήσανε η νταντονεράιδα και η Γκέτεμ με τούτη τη σειρά χωρίς
ίχνος έκπληξης στη φωνή αμφότερες.
- Παιδιά, ο Γκιλ με το παχύ μούσι. Ο «’Μένανε!».
Φώναξε ο Άλσελ που τον ξαναεντόπισε.
304
pdf by elifrac

- Ναι. «Φέρε», «Πάρε» σε φάπες ροπαλί χρώματος.
Σχολίασε η νεραϊδοπαραμάνα.
- Μπόμπινγκς! Ο κομπογιαννίτης! Του δίνει μαντζού νι! Πως
σαλτάρησε όρθιος ο άλλος! Δεν πας να του πεις να κάνει «στικ σποτ!»
αντί για ’σένα;
Αποπειράθηκε να αστειευτεί ο Ντερτ.
- Να, πάψε Ντερτ! Ο σκουρόχρωμος ο ψηλός έδωσε και δαύτος κάτι σε
μπουκάλι. Φίλτρο; Για να δούμε!
Ξανακούστηκε η νεραϊδονταντά.
- Ο άλλος ο χαμηλός, ο ξανθογένης το άνοιξε και το πίνει...
Παρατήρησε ψύχραιμος ο Άλσελ.
- Τώρα μόλις άλλαξε το μαλλί του χρώμα. Έγινε μπλε. Γυαλιστερό.
Μαζί με το γένι όλες οι τρίχες στην κεφάλα του τώρα μακρύνανε κιόλας
και φτάνουνε στις πατούσες.
Είπε μένοντας ακόμη ψυχραιμότερη και η Γκέτεμ.
- Του λέει ότι είναι κολώνια ο αδυνατούλης ο ηλιοκαμ-μένος κάνοντάς
του τα σχετικά νοήματα. Ότι είναι για τις τρίχες πού ’χει στο κεφάλι
κανείς αλλά καλύτερα να θυμάται την εξωτερική χρήση όποτε τη
χρειαστεί ξανά ο μικρός με τα μπλε τα βουρτσόμαλλα τα νάιλον και τα
γένια τα ασορτί, όπως τον έκανε σαν σκουπάκι με φάτσα του
σκουρόχρωμου το μπουκαλάκι με τις σταγόνες.
Ξανάπε στη φίλη του τη συνομήλικη ο Άλσελ το ίδιο ψύχραιμα με
’κείνη.
- Το κατάλαβε. Συμφώνησε. Θα του δώσει τη μπάλα πεσκέσι.
305
pdf by elifrac

Του απάντησε γρήγορα η Γκέτεμ. Σαν να ήτανε όλα εντελώς φυσικά
ακόμη.
- Παιδιά θα πέσει κλωτσά!
Είπε με ύφος οπαδού και ο Ντερτ.
- Πράγματι!! Πωπω κλώτσος!
Βεβαίωσε γι’ αυτό με δήθεν αγωνιώδες ύφος η Γκέτεμ αμέσως.
Στρέφοντας την προσοχή της στο σημείο που είχε πέσει και το βλέμμα
του Μήτσου του Δερβισοψηλολελέκογλου την ίδια στιγμή.
- Τώρα έγινε το σκορ μεγαλύτερο;
Απόρησε ο Άλσελ.
- Α, δεν ξέρω. Πάντως ο τύπος ο ξεπαπούτσωτος με τα τομάρια τα
τροπικά που τον είδα να βαστάει τη μπάλα έριχνε μούτζες αβέρτα κατά
μπρος του.
Λέει καθώς κοιτάζει αλλού η Λούλα Μπόμπινγκς.
- Αφού δεν την έχει! Την κλώτσησε!
Της θυμίζει ο Ντερτ.
- Α...ρε παιδιά! Καλά λέτε!
Απάντησε και η νεραϊδονταντά που πρόσεξε καλύτερα και ξαναβρήκε
με τη ματιά της τη μπάλα.
- Ποιος την έχει;
Ρώτησε ο Άλσελ.
306
pdf by elifrac

- Την ψάχνουνε. Που να τη βρούνε! Κοίτα κόσμος! Ποιανού νά ’ναι η
γιορτή; Όλο πάγκους με τέντες έχει εδώ γύρω και μέσα πουλάνε
διάφορα.
Είπε ο Ντερτ που στριφογύρισε για να χαζέψει και να βγάλει
συμπέρασμα για την κατάσταση που επικρατούσε ολόγυρα.
- Τι σαχλά αντικείμενα! Άλσελ έλα να δεις!
Φώναξε τον καλό της φίλο η Γκέτεμ που έφυγε να ξεσκάσει.
- Θέλω να δω αν έχει ένα...
Πήγε κάτι να πει ο Άλσελ που πλησίαζε.
- Φωνές και σφυρίγματα!
Ξεφώνησε και η νεραϊδοπαραμάνα.
- Αυτά τα παιχνιδάκια που αναβοσβήνουνε τά ’χουνε σκόρπια στο
γρασίδι! Θα τα φοράμε για πατίνια αν δε φάμε κανένα αμάσητο! Α, ρε
νά ’χα τον Γκάβιν. Θ’ αγόραζα τη μπάλα με μπίρα...
Μουρμούρησε ο Ντερτ δίπλα της.
- Ε, εσύ ο ψηλός με τα πιτσιρίκια! Με λήστεψες!
Του αγριοφώναξε κάτι βήματα πιο πίσω στριμωγμένος ανάμεσα στο
πλήθος ένας με μουτζούρες στη φάτσα, κατάμαυρος από κάπνα. Όπως
και ο Ντερτ σε ώρα καμιναδοκαθήκοντος.
- Δερβισοψηλολελέκογλου, σε φωνάζουνε!
Του σκούντησε τα πλευρά με τον αγκώνα της η νεράιδα ενώ βαδίζανε.
Τον τύπο πού ’χε δίπλα του και τρεις άλλους τον είδε πρώτη η νταντά
καθώς γύρισε το κεφάλι της προς τα πίσω. Ένας από ’κείνους που
307
pdf by elifrac

ακολουθούσανε τον μουτζουρωμένο στη φάτσα τύπο έδειξε προς τον
Ντερτ.
- Να δω! Αμάν! Έρχονται να μας δείρουνε;
Αντέδρασε πελαγώνοντας ο Μήτσος ο Δερβισοψηλολελέκογλου.
- Τρέχα!
Του φώναξε η Λούλα η Μπουμπουνηταριδοσυννεφίδου όμως που είχε
φύγει με την κατακίτρινη τη γκαμπαρντίνα μοιάζοντας σαν δίμετρη
κανάραδρομέας. Συγκράτησε το λευκό της καπέλο στο παλαβωμένο της
κεφάλι με τό ’να της χέρι και έκανε σπριντ τα εκατό μέτρα.
- Γκέτεμ! Άλσελ!
Φώναξε κιόλας τους μικρούς τρεχάτη να μην προδίδεται από την
τρομάρα της καθώς έτρεχε να γλιτώσει.
- Ρε Μπόμπινγκς!! Θα μας βγει η γλώσσα!!
Αμολύθηκε κατά μπρος και ο Ντερτ φωνάζοντάς την. Κυνηγόντας να
προφτάσει μια νεράιδα και νταντά με ρεκόρ σε κάθε είδους παλαβές,
απίθανες τζιριτζάντζουλες. Απελπιστικά πολύπλοκη για να την
καταλάβει κανείς ποτέ. Όλη μια αναποδιά μακρουλοποδαράτη.
- Δεν προφταίνω! Είναι κοντά! Τα παιδιά!!! Νάτα!!! Τρέχουνε
παρακάτω!! Μας βλέπω να φασκελωνόμαστε μόνοι μας για τη μπάλα.
Ουφ! Εδώ μέσα. Πφ! Για όσο θα ζήσουμε ακόμη!
Του απάντησε φωνάζοντας ενώ έτρεχε πιο μπροστά η Λουλού.
Δείχνοντάς
του
την
πλάτη
της
την
ορθοχοντρογιακαδουρογκαμπαρντινόμακρη
την
μπακαλικοκροκαδιναβγοκίτρινη και φρεσκοβαμμένη, ημέρας.

308
pdf by elifrac

- Άκου πίσω μας! Φωνές! Γύρισε το πρόσωπό του το καταλαχανιασμένο
όπως την είχε προφτάσει και της τράβαγε δίπλα του την προσοχή ο
Ντερτ.
- Χειροκροτήματα!
Είπε μετά στη Λουλού πλάι του.
- Χειροκρ...
Τον κοίταξε η νεράιδα απότομα τρέχοντας παράλληλα. Μετά
φρενάρησε, γύρισε, είδε και φώναξε,
- Α, στο δια...πέφτει γέλιο! Ε, μα δεν τρώγονται! Είναι ο...
- Μπιλ ο Μαντραχαλοζεβζέκης!!
Πέταξε ο Ντερτ το όνομα γρήγορα λέγοντάς το όπως νά ’ναι. Τότε η
Λουλού τον διόρθωσε ξαφνικά θυμίζοντας του το σωστό όνομα του
τύπου που ήρθε να τους βοηθήσει πιο πριν.
- Θες να πεις ο Γαβρήλης ο Μπιχλιμπιδοκουδουνοτσεποτσουμπλέκης. Ο
θεατρίνος! Μας κάνανε θίασο για το νούμερό τους. Ο Αϊ Γιώργος, ο
δράκος, ο τρελλός και...
- Απ ’τα νεύρα ράκος! Ξέρεις το νούμερο;
Ξανάκοψε ο Ντερτ τη φόρα της Λουλούς Μπόμπινγκς. Αμέσως όμως
ξαφνιάστηκε ευχάριστα μόλις συνέχισε το σχόλιο η φίλη του η νεράιδα
για ένα γνωστό νούμερο των πλανόδιων θεατρίνων της αγγλικής
επαρχίας. Παίζανε το σκετς του ζωντανέματος χάρη σε ένα
κομπογιαννίτη περαστικό κάποιου πεθαμένου προ ολίγου. Με μπλόφα
το γιατροσόφι που είναι νεράκι σκέτο και στο άψεσβήσε φεύγει και ο
ταβλιασμένος τρέχοντας μαζί με το γιατρό τον αποκριάτικο.

309
pdf by elifrac

Τα οποίο και θυμήθηκε πάραυτα ο Μήτσος λόγω συναφιού και
παρεμφερών παραστάσεων.
- Να πάρουμε μια ανάσα! Μού ’γινε η γλώσσα σαν σανίδι για
σιδερώστρα!
Απάντησε η νεραϊδονταντά μετά απ’ το ξελαχάνιασμα.
- Άντε να βγει άκρη! Να και η Χαμ-Μπαγκ! Τι τσάντα είναι τούτη!
Κοίτα που πήγε! Να δει έναν έμπορο μέσα στην κλωτσομπαλοπανήγυρη
που πουλάει κάτι μυστήριες γυάλες με χρυσόψαρα. Ο ξένος βαστάει ένα
περίεργο κρυστάλλινο δοχείο γεμάτο νερό που περιέχει ένα ζωντανό
ψάρι. Το ψάρι κάνει κάτι μπουρμπουλήθρες. Το κρυστάλλινο δοχείο
μοιάζει σαν...μουσικό όργανο...μα με μεμβράνη από δέρμα και πλευρές
από γυαλί. Ένα πρωτότυπο νεροτύμπανο μ’ ένα χρυσόψαρο μέσα που
κολυμπάει στο νερό. Τί τρώει ρε το άτιμο και άφρισε σαν λοσιόν;
Ακούστηκε ο Μήτσος ο Δερβισοψηλολελέκογλου. Ο οποίος πλάι στη
νταντά έβλεπε καί ’λεγε.
- Έρχεται κατά ’δω κόσμος! Ανοίγει δρόμος! Για δες κάτι πού ’ρχεται!
Του κέντρησε παραπάνω την προσοχή τότε η νεραϊ-δονταντά.
- Πλησίασε ξαφνικά απ’ το πουθενά ένα περίπτερο!
Είπε ο Ντερτ μόλις είδε τι γινότανε στη συνέχεια.
- Σπίτι για βραβείο πήρε;
Απόρησε η νεραϊδοπαραμάνα.
- Να πάω κατά ’κει να πάρω τσιγάρα!

310
pdf by elifrac

Έκανε πως πλησίαζε προς το ξεφυτρωμένο κιόσκι ο Μητσάρας. Μα η
Λούλα η Μπουμπουνηταριδοσυννεφίδου τον φρέναρε πιάνοντάς τον απ’
το σακάκι στην πλάτη.
- Χαμ-Μπαγκ! Φερ’ τη μπάλα! Αλλάζει το σχέδιο!
Πήρε και μια φρέσκια δύναμη η νταντά ξαφνικά.
- Μπααα...
Άνοιξε και έδωσε στη Λουλού τη μπάλα που την είχε φυλαγμένη η
τσάντα μέσα της από ώρα.
- Ώπααα! Χίλια ευχαριστώ! Να και τα παιδιά! Γκέ τεμ; Άλσελ; Πώς και
μας ξαναβρήκατε;
Το ρώτησε τελικά και αυτό εύθυμη στη φάτσα μα απαυδισμένη πλέον η
νεραϊδογκουβερνάντα αφού άρπαξε μέσα από το άνοιγμα της τσαντάρας
της πρώτα με τα δυο της τα μακρουλόχερα τη μπάλα. Κατά τα άλλα και
’κείνη ίδια με τούτα τα δυο πιτσιρίκια ήτανε. Τάλε κουάλε. Με μια τάση
για να κάνει θραύσεις χωρίς δυσκολία. Παντοιοτρόπως.
- Τί γίνεται;
΄Εκανε μια ακόμη ερώτηση στους δυο μικρούς ο Ντερτ κάνοντας με τό
’να χέρι νόημα μαζί.
- Μάλλον υπάρχει ισοπαλία ή κάτι τέτοιο.
Τον ενημέρωσε μ’ ένα τόνο αμφιβολίας ο Άλσελ.
- Χαμοφραμπαλία θα έλεγα...
Έδωσε μια αρκετά ασαφή αλλά όχι και εντελώς ανακριβή αναφορά η
Γκέτεμ.
311
pdf by elifrac

- Χαμ-Μπαγκ! Τού ’φαγε του έμπορα μεσ’ το παζάρι εκεί κάτω τη
γυάλα με το χρυσόψαρο!
Είδε η νεράιδα και κρατήθηκε μη μαλλιοτραβηχτεί, τη βοηθό τη
βοϊδοτσαντάρα της μακρύτερα απ’ το όριο το επιτρεπόμενο.
- Εντάξει, την έβγαλε η ομπρέλα.
Είπε ο Άλσελ απαθής. Καθότι ήτανε πια συνηθισμένος σ’ όλα αυτά τα
φαινόμενα.
- Τώρα έφαγε την ομπρέλα.
Περιέγραψε με τη σειρά του ο Ντερτ με τούτες τις λέξεις τις τέσσερεις
ό,τι έβλεπε.
- Την ομπρέλα ας τη φάει! Αν τη χωνέψει κιόλας τόσο το καλύτερο!
Αποκρίθηκε η νταντά με παρασκοτισμένο το μυαλό της πλέον. Αμέσως
μετά είπε,
Βαστάω τη μπάλα για να την ξεφορτωθώ! Ορίστε, ήρθανε οι
ρημαδογραμμές οι άσπρες. Λοιπόν, πάνω στην τελεία τη στήνω! Ένα.
Δύο! Έτοιμοι;
«Νττούούούπ!!!»
Εκτοξεύτηκε απ’ το ποδάρι της η μπάλα μ’ ένα γδούπο.
«ζζζβζζζκ-χχχ...»
Άρχισε να βγάζει η γιγαντοοθόνη ψηλά στον αέρα μετέωρη χωρίς
κανένα απολύτως στήριγμα ένα θόρυβο. Γεμάτη από παραμορφωμένες
γραμμές που εναλλάσσονταν με πολύ πυκνούς και ασημί κόκκους.
Δηλαδή τίγκα στα παράσιτα στη θέση των κανονικών οπτικών σημάτων.
312
pdf by elifrac

- Αυτό τό ’χουμε ξανακούσει. Θα χαλάσει ο κόσμος για να πάμε αλλού
όμως θα πάμε και ας έρθει ανάποδα!!
Ξεστόμισε πεισματωμένη καλά τώρα η Λουλού.
- Μπόμπινγκς; Τί ποδάρι είναι τούτο το αριστερό; Μ’ αυτό δε
σουτάρησες;
Ρώτησε αμέσως ο Μητσάρας.
- Ε; Θαύμα! Νά ’χε και πέτρες μέσα να κάνανε κανένα κεφάλι που λέει
«φέρε!» να «πάρει» ωραία που θά ’τανε!!
Απάντησε η γκουβερνάντα στου Δερβισοψηλολελέκογλου τα επαινετικά
σχόλια για το ποδάρι της.
- Σταθείτε τώρα όμως γιατί κάτι γίνεται! Ώπα! Ένας πίνακας με φωτάκια
βγήκε στον ουρανό απότομα! Κάτι σαν μήνυμα βγήκε στην οθόνη του.
Παρατήρησε ο Άλσελ.
- Διαβάζω μήπως και δε μάθουμε πριν γίνει κομμάτια και
καταλυπηθούμε. Να τι γράφει :
«ντιλντιλντιλντιλντιλντιλντιλντιλ!»
Προσφέρθηκε να δώσει μια ακόμη λεπτομέρεια απ’ τη δική της οπτική
γωνία η μικρή Γκέτεμ Μπακς για το χαμό τον ξεγυρισμένο που
ετοιμαζότανε να γίνει από στιγμή σε στιγμή.
- Τώρα βγάζει σπίθες!!
Συνέχισε την παρατήρηση του φαινομένου της καταστροφής ενός
φωτεινού πίνακα ανακοινώσεων αιωρούμενου στον ουρανό, ο Άλσελ.
- Εγώ τί κάνω νομίζετε;
313
pdf by elifrac

Ενημέρωσε τα υπόλοιπα ζαρζαβατικά τα ξέμπαρκα η νεραϊδοπαραμάνα
σαν άλλο ένα ακόμη πιο εξωτικό μέσα στον μπαξέ για μπάλες και
κουκιά πού ’τυχε να βρίσκονται ακόμη. Αγνώστου Ταυτότητας
Ιπτάμενες Αγριόβρουβες με ονόματα όπως Καίτη, Αλέκος, Μήτσος και
Λουλού.
- Ήρθε το περίπτερο πιο ’δω!
Είδε γρήγορα ο Μητσάρας μια ξαφνική αλλαγή στο τοπίο μπροστά του,
αφήνοντας μακριά απ’ το βλέμμα του την αστραποχαλασμένη, φωτεινή
ποδοσφαιροταμπέλα να ζαλίζει αλλονών τα μάτια στον ουρανό ψηλά.
- Πρόσεχε Γκέτεμ!!! Πίσω σου!!!
Φώναξε ξαφνικά η Λουλού Μπόμπινγκς να αφυπνήσει τη μικρή Μπακς
που κινδύνευε από κάτι.
- Από ’κει! Στα δεξιά σου! Πλακώνει και δεύτερο περίπτερο!
Την ειδοποιεί ο Άλσελ τούτη τη φορά. Ελπίζοντας να δει μια μέρα καλό
από ’κείνη, χωρίς λάθος στον τόνο της λέξης «καλό». Κάποια μέρα
κοντινή αν γινότανε.
- Μέσα έχουνε άνθρωπο τούτα τα κουβούκλια...
Παρατήρησε ο Μητσάρας ο Δερβισοψηλολελέκογλου.
- Χτυπάει το κεφάλι του από απελπισία πάνω στον πάγκο πού ’χει
μπροστά του ο ένας...
Λέει η Λούλα η Μπουμπουνηταριδοσυννεφίδου. Η οποία εν συνεχεία
ξεφώνησε,
Ξέφυγε η Μπογοδιφραγκομαζωξοπούλου! Αμάν πια! Θα λαχταρήσουμε
για τα καλά!
314
pdf by elifrac

- Λες ο άλλος να μασάει το γείσο που φόραγε ως τώρα στο κούτελό του
επειδή θα την έχει την πιτσιρίκα τη Μπακς άχτι που του ξέφυγε;
Ρώτησε ο Ντερτ ειρωνευόμενος την παραμανονεράιδα η οποία από την
ταραχή της τά ’πε με λάθος διατύπωση για του καμιναδοφασουλή του
ξερακιανού τ’ αφτιά.
- Γέμισε ο τόπος από άσπρες γραμμές που κάνουνε μανούβρες!
Έριξε η νεράιδα μια τριγυριστή ματιά στη γη παρατηρώντας
μεγαλόφωνα τις αλλαγές.
- Ένας εκεί απέναντι πέρασε στο λαιμό ενός άλλου κάτι βαρύ.
Μισοδιέκρινε ο Δερβισοψηλολελέκογλου.
- Είναι αυτό το πράγμα τώρα ένα κολλιέ; Μα τί βόιδι γιορντάνι είναι
αυτό;
Συμπλήρωσε η Γκέτεμ.
- Τώρα ήρθε ένας ακόμη και του φόρεσε τρία τέτοια κολλιέ μεγάλα!
Περιέγραψε την υπό εξέλιξη αναστάτωση
Φραγκοδεκατεβαίνογλου, δηλαδή ο Άλσελ.

και

ο

Αλέκος

ο

- Τον έχουνε ντύσει ολόκληρο σαν θησαυρό με περιλαίμιο από τις
βοτσαλοκαδένες και τα τζίντζια για το κακό το μάτι!!!
Σχολίασε ο Δερβισοψηλολελέκογλου όπως τον έβλεπε να καταντάει τον
στολισμένο.
- Βγάζει και ένα κολλιέ απ’ το στόμα του!
- Εγώ βλέπω στον αέρα δυο μπάλες που αλλάζουνε θέση στον αέρα.
315
pdf by elifrac

Συναγωνίζονταν στην παρατηρητικότητα ο Άλσελ με τη Γκέτεμ.
- Επ! Ένας τύπος τραβολογάει το τσαντάκι μου!
Ξεφώνησε ξαφνικά η παραμανονεράιδα.
- Ποιό είναι το τσαντάκι;
Εκπλήσσεται η Γκέτεμ.
- Όρμησε πάνω στη Χαμ-Μπαγκ!
Εξήγησε περί τίνος επρόκειτο η νεράιδα στη Γκέτεμ με μια κατά τα
άλλα λογικότατη απάντηση αν διαβάζετε από ’δω και κάτω ανοίγοντας
σε μια σελίδα τυχαία.
- Μα που πήγε για να ξεδώσει για ανακούφιση η τσαντοτρέλλα η
κινούμενη;
Ξαναρώτησε η Γκέτεμ, ενοχλημένη από τις ξαφνικές τις
τσαντοπρωτοβουλίες νεραϊδονταντάδων σε άγνωστο τρελλάδικο που τό
’χανε για πιάτσα άλλοι.
- Τον κέρασε καραμέλες φτυστές.
Παρατήρησε ο Ντερτ χωρίς ίχνος υπερβολής.
- Μήπως τον βρήκε του γούστου της και τον έφτυσε να μη τον ματιάσει;
Παρέτεινε το πείραγμα το αθώο καθότι έβρισκε την τσάντα
τρισχαριτωμένη απ’ την πρώτη κιόλας ματιά η Γκέτεμ. Ειρωνικά το
λέμε κάτι τέτοιο ε; Εννοείται.
- Τυχερός είναι. Εγώ θα μάζευα τις καραμέλες και θα άρχιζα να πηγαίνω
κατά το άπειρο ευθεία!
316
pdf by elifrac

Αποκρίθηκε η νταντά.
- Εγώ πάντως θά ’σερνα και την τσάντα πριν τραβήξω για τη Δύση την
Άγρια να κάνω τον καραμελοφάγο τον βοτσαλομπαζωμένο πού ’ναι
μαντρί και για τριακόσα αγριοβούβαλα αμάσητα.
Εξέφρασε και μια γνώμη παραπάνω
Μπογοδιφραγκομαζωξοπούλου.

να

βρίσκεται

η

μικρή

- Κάτι τύποι με τουρμπάνια και τουμπελέκια μόλις που αρπάνε άλλον
έναν ίδιο πού ’χει όμως τη μια μπάλα. Τον βαστάνε χειροπόδαρα και τον
τρέχουνε. Ώπα! Τώρα τρικλοποδιαστήκανε και πέσανε όλοι παρέα.
Τούτος που κράταγε από πριν τη μπάλα τρέχει μόνος του. Της τράβηξε
κλωτσά μισοτρέχοντας.
Ακούστηκε φλύαρη η φωνή του Ντερτ που ξαναμπήκε στην κουβέντα.
- Ναι μα η σέντρα ήρθε τώρα στον τύπο χωρίς αυτός νά ’χει πλέον τη
μπάλα.
Παρατήρησε αμέσως ο Άλσελ.
- Όχι! Έρχεται!
Τον πληροφόρησε καλύτερα η Γκέτεμ όπως κατέφτανε και η άλλη η
μπάλα.
- Ναι. Την έφαγε στο στομάχι.
Έβγαλε το σωστό συμπέρασμα τελικά ο Άλσελ.
- Τον ξαναπλακώσανε ένα σωρό μπαλοπαλαβιάρηδες.
Είπε η Λούλα Μπόμπινγκς.
- Ζει ρε παιδιά;
317
pdf by elifrac

Ρώτησε ο Ντερτ;
- Θέλουνε οι άλλοι;
Του απάντησε με ερώτηση η Γκέτεμ.
- Μπίρααα! Σαμαλιπαστελικόόόκ!
Ακούστηκε κοντά τους μια γνωστή φωνή.
- Ο Γκάβιν! Ε, Γκάβιν! Μπίρα!
Τον είδε και του φώναξε για να τον φρενάρει ο Ντερτ.
- Τι μπίρα ρε ’συ Δερβισοψηλολελέκογλου!
Παραξενεύτηκε η Λουλού.
- Σάμπως θα την αγοράσω; Να, έχουνε πέσει χάντρες στο γρασίδι. Θα
’κονομηθεί ο Γκάβιν μάνιμάνι.
Έδωσε μια απάντηση ο Ντερτ. Η οποία ήτανε το άκρον άωτον της
αναισθησίας και της αλλοφροσύνης.
- Τί θα...
Μόλις που είπε και έμεινε στα μισά της απορίας η νεραϊδονταντά.
- Νάτος! Για Φέρε! Α, μπράβο! Ντουζίνα θέλω...’τσά

κω ’δω!

Έκανε σβέλτα το αλισβερίσι ο Μητσάρας.
- ...’στω πολύύύ!!!
Έκανε και ο Γκάβιν, ο πλανόδιος με τα αναψυκτικά, αργάαργά
απομακρυνόμενος.
318
pdf by elifrac

-...’γω ρε! Μπόμπινγκς δώσε βάση! Πάω για παζάρια! Αν δε φτουρήσει
το κόλπο ρίξε τύφλα στα γρήγορα. Να με σώσεις να μου τα θυμήσεις
μετά...’ντάξει;
Γύρισε και καθώς άνοιγε το βήμα του ο Ντερτ είπε στη Λουλού
δείχνοντάς της ταυτόχρονα προς τα που να τον ψάχνει έτσι και αργούσε.
- Τί; Ντερτ!! Πού; Στον τουρμπανοσωρό; Περίμ...δεν ακούει! Έφυγε για
’κει!
Αντέδρασε η Λουλού ξαφνιασμένη όσο και αναγκασμένη να περιμένει
τον Ντερτ να ξαναφανεί. Στο μεταξύ θά ’μενε μπαϊλντισμένη ποιός
ξέρει για πόσο με του Ντερτ τα ευρηματικά σχέδια.
- Χαλάλι!
Ακούστηκε η φωνή ενός από τους κυνηγούς ετούτους της μπάλας πού
’χανε αφηνιάσει λόγω τεχνικής βλάβης. Κάτι τέτοιο έμοιαζε να λέει όχι
ένας μόνο, τουλάχιστον μια ντουζίνα παίχτες. Όλοι με τουρμπάνια στα
κεφάλια τους και τουμπελέκια στα χέρια.
- Χαράμι!
Διακρίνανε τα αφτιά των ανήμπορων ν’ ακούσουνε καθαρά εντελώς τις
κουβέντες των αλλοδαπών ετούτων παιχτών. Των οποίων η καταγωγή
έμοιαζε ανατολίτικη.
- Χαλάλι!
- Χαράμι!
- Χαλάλι!
- Τον τουρμπανιάσανε στις καρπαζιές.
Σχολίασε η Γκέτεμ επί λέξει χωρίς ενθουσιασμό.
319
pdf by elifrac

- Με μπάλες. Έχουνε τώρα πια και τις δύο. Ποιός λέει «χαλάλι»; Αυτός
που τρώει το ξύλο ή οι άλλοι που δίνουνε;
Έκανε μια αναγνωριστική ερώτηση για το σκηνικό του οποίου ήτανε οι
κοντινοί θεατές, ο Άλσελ στη συνομήλικη τη φίλη του.
- Α, ρε δεν πλακώνονται! Ο άλλος είναι οκλαδόν και την κρατάει με τα
δυο χέρια χαμογελαστός. Με σαρίκι και τούτος κατακέφαλα, ίδιο με των
άλλων. Του κάνουνε οι τριγύρω του προσφορά.
Λέει η Γκέτεμ δίνοντας μια κατατοπιστική περιγραφή για το
στιγμιότυπο της σκαμπρόζικης, φαινομενικά όμως μονάχα ριψοκίνδυνης
συρροής προσώπων αν και ξαφνικής. Πάνω από έναν ανυπεράσπιστο
ξένο επειδή κράταγε τη στρογγυλοπεπόνα για τους κλώτσους. Με την
οποία βρέθηκε στα χέρια απολύτως τυχαία. Άλλωστε η τύχη μόλις που
χαιρέταγε τον ανυποψίαστο αλλά ξαφνικά και αγκαλιά με τη μπάλα
τύπο.
- Να και ο Ντερτ! Τους κερνάει όλους μπίρες. Πήρε τη μπάλα! Έρχεται!
Ζωντάνεψε η Λούλα Μπόμπινγκς καθώς το ενδιαφέρον της
ξανακεντρίστηκε. Οπότε βρήκε αφορμή για να ξαναμιλήσει φουλ από
εκνευρισμό. Όμως δεν πρόλαβε να πει «έρχεται!» διότι ο Ντερτ
μπλοκαρίστηκε.
- Ωχ! Βρήκε το διαιτητή! Την πιο ακατάλληλη στιγμή βρήκε και ο
Ντερτ να πάει να πέσει απάνω του.
Σχολίασε ο Άλσελ τη συνέχεια του συμβάντος.
- Τον είδανε οι τύποι με τα σαρίκια και τα τουμπελέκια. Τριβελίζουνε
τον Ντερτ μαζί με το διαιτητή τώρα.
Περιέγραψε την επόμενη σκηνή της δράσης η Γκέτεμ.
- Ένας έβγαλε κολοκυθοκλεψύδρες.
320
pdf by elifrac

Είπε ο Άλσελ.
- Ήρθε ένας γέρος με φίδι σε καλάθι και τους παίζει μουσική με μια
φλογέρα...
Ξαναμίλησε η Λούλα Μπόμπινγκς πιο ’κει πεντέξι βήματα.
- Εκατό τα σέσκουλα!!! Ε, ρε τι έχω!!!
- Ψάρια!!!
Ήρθανε εντελώς ξαφνικά πίσω και παραπλεύρως της νταντάς χωρίς νά
’χει κλείσει ραντεβού για τη συνάντηση μαζί τους δυο άλλοι πλανόδιοι
έμποροι, φρέσκοι στη μνήμη όλων των ξεβρασμένων. Όχι μόνο των
τριών συμπορευόντων της αλλά και της ίδιας της νεραϊδούλας που
συμπτωματικώς ήτανε τεφαρίκι κιόλας, μελανούρι ολόρθο, για να μην
πω παρά λίγο δίποδο καλαμάρι με το παλ-τό από πάνω σαν αβγολέμονο,
- Τί ’ναι τούτοι;
Έκανε η Λουλού πράγματι όμως σαστισμένη όπως τη λαχταρήσανε
πισώπλατα ξαφνικά οι δυο πραματευτάδες των ιχθυομαναβικών
επιχειρήσεων των περιπλανώμενων.
- Α, είπα και ’γω...
Είπε τότε η Γκέτεμ αμέσως μόλις τους είδε.
- Τί ’ναι αυτά που λένε;
Ρώτησε ο Αλέκος Φραγκοδεκατεβαίνογλου τη φίλη του την
πολυμαθέστατη.
- Φρέσκα παλαμηδόψαρα και τζάμπα νεραντζούλια!!! Αυτοί είναι
Έλληνες. Κανείς δεν τα καταλαβαίνει όμως τα ελληνικά πουθενά.
321
pdf by elifrac

Τού ’πε η Καιτούλα η Μπογοδιφραγκομαξωξοπούλου.
- Εσύ πως ξέρεις τι λένε;
Τη ρώτησε ο Αλέκος Φραγκοδεκατεβαίνογλου.
- Ό,τι βλέπω σου λέω. Λέξη δε βγάζω απ’ όσα φωνάζουνε. Μαθαίνονται
νομίζεις τα ελληνικά;
Απάντησε η Καίτη κατευθείαν για μην τρώγεται ο Α-λέκος από την
περιέργεια.
- Πλακώσανε κάτι ψηλέες με μαλλιαρά φέσια και μπότες από αφράτες
γούνες. Βαστάνε χορδές σε τάβλες.
Περιέγραψε ο Αλέκος την τελευταία συνάθροιση από κακιάς ώρας
αλλόκοσμους αθλητές της μπάλας.
- Ναι. Κρατάνε αυτά τα μικρά σαντούρια όπως και ’κείνος ο
μικρόσωμος ο ξανθογένης που είδαμε μόλις γέμισε από κόσμο το
κλωτσομπαλολείβαδο δαύτο. Βόρειοι φαίνονται και τούτοι ’δω.
Είπε η Καιτούλα του φίλου της του απληροφόρητου για να μαθαίνει.
- Κάτι κάνει «μπλινγκ!» και «τζινγκ!»...Μπα, τούτα τα σαματατζούρια
τους είναι...
Μονολόγησε ο Αλέκος αμέσως μετά νιώθοντας ζαλάδα από όλα τούτα
τα γεγονότα.
- ’Να μαι! ’Δω ’μαι!
Ακούστηκε κοντά τους μια φωνή.
- Ο Μπλινγκεντζίνγκλ!
322
pdf by elifrac

Ο Αλέκος τρομάζοντας λες και είδε μπαμπούλα απ’ τη φωνή που μίλησε
πολύ απότομα δίπλα του μόλις που αναγνώρισε τον τύπο που τον
πλησίασε. Οπότε στο τσακ συγκρατήθηκε και δεν χοροπήδησε μόλις
ένιωσε και τη χερούκλα του Γαβρήλη στον ώμο του.
Η Καίτη που μέσα σ’ αυτή τη φασαρία δεν είχε και το νου της παντού
δεν πρόλαβε να συντονιστεί με του Αλέκου τις αισθήσεις. Επειδή δεν
βρισκότανε και ακριβώς δίπλα του δεν κατάλαβε καθόλου του φίλου της
την όλη αντίδραση παρεξηγώντας τον. Έτσι μια και γύρω της γινότανε
που γινότανε χαλασμός αδιαφόρησε για ό,τι και αν ανησυχούσε τον
Αλέκο και ανέφερε τι «έπιανε» στη δική της πλευρά του πανηγυριού
τελικά.
- Εγώ σαντούρια ακούω. Μαζί με τουμπελέκια και ντέφια κουδουνιστά.
Μήπως χάσαμε το μυαλό μας και παρακούμε;
Απάντησε δηλαδή η Καίτη που δεν είχε πάρει ντιπ χαμπάρι τον Γκιλ τον
Μπλινγκεντζίνγκλ.
- Δε λειτουργεί φυσιολογικά το παραμικρό όντως.
Αναστέναξε η Λούλα Μπόμπινγκς.
Φωνάζει ο Δερβισοψηλολελέκογλου!
Ειδοποίησε την υπόλοιπη ομήγυρη τη δική της η νεραϊδοπαραμάνα
αμέσως μετά.
- Μα πού είναι;
Απόρησε ο Αλέκος.
- Νάτος ρε!
Τού ’δειξε η Καίτη. Εκνευρισμένη απ’ όλα τα ψαξίματα, τα χασίματα,
τα τρεξίματα, τα αστραποντυσίματα, τα σκασίματα, τα τριξίματα μόλις
323
pdf by elifrac

άντεχε τώρα και τούτα τα μπλεξίματα με τα δειξίματα συγκρατώντας
μάλιστα πεντέξι πολύ εύκαιρα βρισίματα. Επίσης έχοντας διαρκώς και
μια απόσταση οπτικοακουστικής ακαταστασίας τέσσερα βήματα με ένα
Μήτσο και μια Λουλού ανάμεσα σ’ αυτήν και τον φίλο της όση ώρα
έδειχνε.
- Πούντος ρε παιδιά;
Ρώτησε η νεραϊδοπαραμάνα εκνευρισμένη, έχοντας «πιάσει» μόνο τον
ήχο της φωνής του Μητσάρα.
- Αααα!!! Να!!! Εκεί!!! Ουφ!!!
Ξανασημάδεψε η Γκέτεμ με το δάχτυλο της ζωηρά κατά το μέρος όπου
φαινότανε νά ’χει μπλοκαριστεί ο Ντερτ λόγω κυκλοφοριακής
συμφόρησης από αρβυλάτους και αλέως χοντροπαπουτσάτους τριγύρω
του παίχτες γουνοντυμένους γερά.
- Μαντάμ, κάνει καθόλου ’δω να πούμε να πω ’γω;
Μπήκε στη μέση σφηνώνοντας ανάμεσα στη Λούλα και την
τσανταράκλα της ο Μπιχλιμπιδοκουδουνοτσεποτσουμπλέκης ο
Γαβρήλης μιλώντας χωρίς ανάσες.
- Τώρα! Θα σου πω αμέσως! Χαμ-Μπαγκ!!! Φάε!!! Χαμ-Μπαγκ!!!
Έβαλε τις φωνές δείχνοντας κατά τον Γαβρήλη η νεραϊδογκουβερνάντα
που είχε χάσει την υπομονή της από τούτο το πανδαιμόνιο.
- Να ντε ο τζες πού ’ναι για! Μέσα πέρα κάτω δα, ε! Δε! Να που! ’Κει!
Κάνει όμως ο Γαβρήλης χωρίς να πετάει βλέφαρο.
- Ναι!

324
pdf by elifrac

Του λέει η νταντά για να ξεμπερδεύει. Καθώς έψαχνε ακόμη όμως με
κόπο για να εντοπίσει τον Δερβισοψηλολελέκογλου παρ’ όλες τις
εφεδρικές οδηγίες. Ενώ τον ακροβολίζανε με τα δάχτυλα κάνοντας τη
σχετική βαβούρα με απανωτά «Να! Εκεί!» οι πρόθυμοι να τη
βοηθήσουνε οι υπόλοιποι. Μπας και ξεμπερδέψουνε γρηγορότερα από
αυτή τη χλαπαταγή.
- Τι συννενόηση! Ρε, τί κάνει εκεί κάτω που πήγε και ξεμπαρκάρησε
μόνη της τελείως η τσανταράκλα;
Ακούστηκε η έκπληκτη φωνή της Μπογοδιφραγκομαζωξοπούλου της
Καίτης, δηλαδή της Γκέτεμ Μπακς ξαφνικά.
- Έβγαλε μαντήλι και άπλωσε συμπράγκαλα για παζάρι και τα πουλάει;
Έβγαλε και τέντα. Τώρα μόλις στήνεται! Α! Μα, τι...ρε ’σεις η
ομπρέλα κάνει την τέντα! Η τσάντα που την είχε καταπιεί την
ξανάβγαλε!
Είπε ο Άλσελ ζωηρά με έκπληξη στη φωνή.
- Της πάνε οι διάφοροι παίχτες για απόσυρση τα μαραφέτια που
κρατάνε. Οι μπάλες δεν εντοπίζονται. Όποιοι απ’ όλους βρούνε μπάλα
πρώτοι μετά τρώνε χαρούπι ενάμιση τόνο. Απ’ τους άλλους που δεν
έχουνε βρει ακόμη μπάλα αλλά βρίσκουνε πρώτοι εκείνους που έχουνε
βρει μπάλα πρώτοι...
Κατατοπίζει πρώτα τον εαυτό της η Γκέτεμ και μετά όποιον άλλο την
ακούει. Για να καταλάβει αν τα καταφέρει τελικά και από μια τέτοια
περιγραφή απλή όσο καμιά άλλη. Σε περίπτωση που νιώθει να χάνει το
πιο ουσιώδες της υποθέσεως. Διότι αν υπήρχε κάτι το αξιοπρόσεχτο για
τη ματιά της Καιτούλας της Μπακς ε, τη στιγμή εκείνη μονάχα το
τσαντονταραβέρι των μαραφετιώνε ήτανε. Η Γκέτεμ είχε κάθε λόγο να
ελπίζει πως επιτέλους το σπορ ονόματι «Πούλα Μπάλα» είχε λήξει.
- Ε! Μ!!!
325
pdf by elifrac

Ακούστηκε τότε από ένα στόμα κάπου πιο ’κει απ’ τη Λούλα
Μπόμπινγκς. Μια άγρια φωνάρα, βραχνή και άναρθρη.
- Όξω!!! Τρόμαξα!!! Τί ’ναι τούτος;
Αναπήδησε απ’ τη θέση που στεκότανε μόλις γύρισε το κεφάλι της για
να δει τι συμβαίνει πίσω της πάλι η Μπουμπουνηταριδοσυννεφίδου η
Λούλα.
- Μ!!!
Της κροτάλησε κάτι σειρές από κοχύλια ενώ μουγκάνιζε ένας φρέσκος
στο μέρος τύπος. Κραδαίνοντας ταυτόχρονα και μια μαγκούρα
σκαλιστή, εβένινη. Με πρόσωπο τραχύ αλλά εκφραστικώς
παρεξηγημένο επειδή ο άγνωστος ετούτος οδοντόδειχνε παραπάνω. Από
φυσικού του. Κατά τα άλλα καλός ήτανε ο άνθρωπος. Διότι αν δεν
ήτανε θα τους έτρωγε έναν-έναν αθόρυβα και ’γω θα ξεμπέρδευα ωραία
και ήσυχα μια χαρά.
- Ωχ! Ένας μάγος!
Αντέδρασε η Γκέτεμ. Με μια ετοιμότητα απόδρασης κρυφή να
κρατιέται με το ζόρι στην ίδια θέση ακόμη.
- Είναι σαμάνος. Θέλει να βοηθήσει.
Προλαβαίνει τυχόν αντιδράσεις απελπισίας η νεραϊ-δογκουβερνάντα
διευκρινίζοντας κατευθείαν.
- Εγώ λέω να...
Πήγε να συμπληρώσει μα δεν πρόλαβε.
- Ε!!!
Ξανάβγαλε ο μαυριδερός ξένος μια φωνή.
326
pdf by elifrac

- Μάλλον έχει μαντέψει τη συμφορά μας με τηλεπαθητική σκέψη. Θέλει
να ενώσουμε τα ξόρκια μας.
Συμπλήρωσε τις καθησυχαστικές εξηγήσεις για το λεκτικό ύφος των
όλων εκφράσεων του σκουρόδερμου μα εξ όψεως μόνο αγριωπού
συναδέλφου της η Λούλα η Μπουμπουνηταριδοσυννεφίδου.
- Προσοχή!! Ο φωτεινός πίνακας! Τα κεφάλια σας! Διαλύεται! Είναι
στον αέρα! Σκύψτε! Πού ’ναι οι μικροί; Δερβισοψηλολελέκογλου!!!
Έγινε άλλος άνθρωπος καθώς τώρα το καπέλο της την κοπάναγε με
έντονα άλματα πάνω στο κεφάλι της για να δει εγκαίρως τι τρέχει η
νεραϊδονταντά.
- Εδώ!
- Εδώ!
Φροντίσανε να δώσουνε το στίγμα τους ενώ αποφεύγανε τυχόν
κατακεφαλιάσματα ουρανοκατέβατα οι δυο μικροί.
- Τί κάνει ρε ο Μήτσος! Τράκα τσιγάρο απ’ το διαιτητή!
Είπε η Λουλού χωρίς να πιστεύει στα μάτια της για ό,τι αντικρίζανε την
επόμενη στιγμή. Καθώς τρέχοντας έτυχε να πλησιάζει και τούτη η
νεραϊδούλα η σπαγγετοδίποδη προς εκείνο το σημείο που βρισκότανε ο
καλός φίλος της ο καπνοδοχοαποφρακτήρας. Ο οποίος αν και
μοσχοπλυντηριοπλυμένος από καδροφουντάρισμα νωρίτερο ξαναβγήκε
ασπροπρόσωπος μόλις πριν λίγο παρότι αναπόφευκτα για τούτο τον
απλό λόγο από την ίδια του την παλιόφιλη ανάποδα φασκελωμένος. Ο
οποίος έβαζε τώρα ένα τσιγάρο πίσω απ’ τ’ αφτί. Όμως του πέσανε απ’
τις μασχάλες οι δυο μπάλες. Κατευθείαν τότε η νεραϊδονταντά συνέχισε
να μονολογεί.
...Του φέρνουνε τις δυο μπάλες οι μικροί που φύγανε κατά ’κει σαν
βολίδες για να γλιτώσουνε απ’ τη φωτεινή την ταμπέλα που
327
pdf by elifrac

αεροψηνότανε. Ουφ! Τις πήρε και τις βαστάει παραμάσχαλα πάλι. Χα!
Μόλις που πρόλαβε να τις ξανατσακώσει επ’ αυτοφώρω! Του χώσανε
δυο κολοκύθες στις μασχάλες κάτι ψημμένοι του παιχνιδιού, εξωτικής
χώρας πάντως που τις εξαφανήσανε. Ψσσσσς! Για δες πόσο πιο πέρα
τρέξανε κιόλας. Να, τις ξαναμοστράρουνε. Ωπ! Τις κλωτσάνε τζάμπα. Ο
ρέφερης κλωτσάει τα κολοκύθια. Α, ρε Δερβισοψηλολελέκογλου!
Σπίρτο είσαι αδερφέ μου! Οι τυχεροί που τις ξετρυπώσανε τις παίζουνε
με πάσες, κλωτσώντας και τις δύο τις μπάλες. Σε πλήθη που χωρίζονται.
Απομακρύνονται αντίθετα. Μέχρι και οι γραμμές στο γήπεδο
κολλήσανε!! Είναι ένα ελαφρώς λευκοπράσινο καρό το απέραντο
γρασίδι όλο. Ο τερματοφύλακας ο ένας τρώει κουκιά και ο άλλος έχει
βαλθεί να κάνει σανίδια το κιόσκι του.
- Ε!!! Μ!!!
Βγήκε όμως σαν εφιάλτης στον ξύπνιο της παλταδουροντέρεκης της
νεραϊδούλας μια φωνή απ’ τ’ αριστερά της στο αχανές το γήπεδο που
κόντευε να ερημώσει. Τρομάζοντάς τη πάλι. Μια κοτζάμ Λούλα
Μπουμπουνηταριδοσυννεφίδου που είχε ωστόσο μαζεμένα νεύρα ουκ
ολίγα. Σαλτάρησε ολόκληρη στον αέρα πισωπατώντας σαν νά ’χε φωτιά
το χορτάρι που πατούσε.
- Ούούούστ!!! Πού βρέθηκε ρε όλος τούτος ο χορός ο μασκέ; Όλοι τους
ήρθανε με το θυμό τον κόντραπλακέ καταμούτσουνα. Ε!...Άκου ’δω
κύριος! Κοίτα! Άστηνε τη φουκαριάρα την κλώσσα που την κρέμασες
και ανάποδα! Αλλουνού είναι! Την έχασε φεύγοντας! Να δεις που θα
ξέρει και πρόσθεση! Εε!! Δε μ’ ακούει; Δε σφάξανε ακόμη όμως! Στικ
Σπόόόόότ!!!
Αντέδρασε λέγοντας η Λούλα μπροστά στο απροσδόκητο γεγονός που
την κοψοχόλιασε αρχικώς αλλά την έκανε να τσαντιστεί σε χρόνο μηδέν
χωρίς να το περιμένει. Ρίχνοντας και την αργοπορημένη από πολλή ώρα
χερουκλοβολή τη στραγαλοχάλαζη. Εκείνη τη μούτζα τη μαγική που
αλλοιθώριζε τη φάτσα όποιου την έτρωγε.

328
pdf by elifrac

- Λελέκω Με Μπάλα Νου Μάπα! Ούτε Μπαγιόκο! Να Πάει Σαφάρι!
Τρεχάλα Λιοντάρι Ροντάρει Λουλούκα Οκέι !!
Είπε κατευθείαν όμως και ο αρχισαμάνος κατατρεμουλιάζοντας σαν
ξεχαρβαλωμένος σιδηρόδρομος. Μαζί μ’ αυτόν και άλλοι τρεις βοηθοί
κάνανε ο καθένας βουβός εντελώς το δικό του θόρυβο χοροπηδώντας
και κροταλίζοντας ολόκληροι από τα χαϊμαλιά που φοράγανε στο λαιμό
και απ’ τις κουδουνίστρες τις κολοκύθινες που βαστάγανε σε κάθε τους
χέρι. Με διδακτορικό και αυτοί οπωσδήποτε. Από τη βαβούρα που
κάνανε μπορεί να φέρνανε ξαφνικά μέχρι κλωσσόμπορα. Κάνοντας όλοι
και όλοι τέσσερεις ό,τι όλες μαζί οι κερκίδες θεατών ενός γηπέδου που
σημαδεύουνε το ρέφερη για το λάθος σφύριγμα «φάουλ».
- Τα λες και ωραία! Γλίτωσε η κότα όμως. Άντε! Πες και στους
λεβέντες πού ’φερες παρεούλα να καλμάρουνε. Φτάνει!
Ίσα που πρόλαβε να πει η νεραϊδούλα στον αρχισαμάνο.
«Μπάάάάάμ!!!»
Ακούστηκε τότε μια εκκωφαντική έκρηξη. Η οποία σκέπασε μ’ ένα
πηχτό μαύρο σύννεφο καπνού τα πάντα και χαθήκανε οι πάντες απ’ το
προσκήνιο.
Αργούνε να διαλυθούνε συνήθως αυτά. Τις τυπικές διατυπώσεις πλέον
τις ξέρετε. Ναι. Θα δούμε αν έχει μείνει τίποτα στο επόμενο το
κεφάλαιο. Αλλιώς δε γίνεται. Ε, καθότι πυρομαντικώς πρέπει να
βρούμε ιεροδιάκονο με χορτόφουστα. Επομένως διάλειμμα για να
τσεκάρετε αν έχει λήξει και ο πυροσβεστήρας χρειάζεται εδώ διότι
όποιος ανακατεύεται σε τέτοιες μπαταριές είναιδεν είναι του συναφιού
ξυπνάει κοράκι. Κούφια η ώρα βεβαίως αλ-λά έτσι και σε βρει τέτοιο
κακό που να σε δει μετά κανείς για σου πει και «γείτσες!». Όπως σας
βλέπω και με βλέπετε που λένε. Μόνο που εδώ εννοείται το ανάποδο.
Διότι ούτε ’σεις με βλέπετε ούτε ’γω εσάς. Όπως ήρθανε ως εδώ τα
πράγματα κανείς δε βλέπει ακόμη κανένανε. Μας έφαγε το μπλακ-άουτ
το σαμανένιο. Γι’ αυτό και η συνέχεια προβλέπεται ολίγον σκοτεινή...
329
pdf by elifrac

Κεφάλαιο 18
18. Άντε Τρέχα Σύνελθε
- Πωπω! Κάρβουνο έγινα! Φτου! Καπνίζω ολόκληρη σαν πατάτα σε
φρεσκοσβησμένη θράκα! Πού είμαι;
Η νεραϊδούλα η μακρουλή ακούστηκε πρώτη να μουρμουρίζει από
κάπου.
- Τττου!!! Κάπνα! Πού πέσαμε ρε; Άλσελ!!!
Έφτυσε πολύ δυνατά με τη γλώσσα ανάμεσα στα χείλη της η Γκέτεμ.
Ψάχνοντας για γνώριμα πρόσωπα.
- Μη!!!
Βγήκε μια κάπως γνωστή αλλά όλο τρομάρα στο χρώμα φωνή.
- Τί;
Σάστησε η Γκέτεμ.
- Άσε να φύγει η θολούρα γιατί θα φάω τις φάπες με καπνοσύννεφο.
Σταμάτα να διώχνεις με τα χέρια το τίποτα μεσ’ το σκοτάδι γιατί δε με
βλέπω έτσι και αλλιώς καθόλου καλά! Τ’ ακούω που βουίζουνε όπως τα
κουνάς και τρέμω!
Απαντούσε ο Άλσελ που έσκυβε. Ταυτόχρονα άκουγε ήχο από
παλαμάκια χεριών που ξεσκονίζονταν όταν τού ’ξυσε ένα χέρι με
πηγαινέλα σαν πινέλο ξυρίσματος την άκρη της μύτης και του στόματος.
Πάνω που τραβήχτηκε νομίζοντας πως γλίτωσε όταν κάτι τον
ξαναχάιδεψε στο αριστερό αφτί οχτώ φορές και έξι ακριβώς στην άκρη
των τριχών τού κεφαλιού του πάνω απ’ το κούτελο.
330
pdf by elifrac

- Ε, μήπως εγώ σε βλέπω;
Απάντησε ξερά η φίλη του η καλή που ξεσκονιζότανε όπως νά ’ναι
αδιαφορώντας για τον περίγυρο. Σαν να μην υπήρχε άλλος κανείς.
- Μπόμπινγκς!
Ακούστηκε αμέσως μετά μια αθέατη μα επίσης γνωστή και μη
εξαιρετέα φωνή.
- Ο Ντερτ!
Αναγνώρισε η νεραϊδονταντά τον καπνοξεφρακαριστή των τζιμινιερώνε
των σπιτιών τον παλιόφιλο που πρόφερε τ’ όνομά της πρώτος και
λέγοντας αμέσως μετά με μια ίδια νευρικότητα το όνομα το δικό του η
Λούση. Βγάζοντας τη φωνή τη δική της σαν κλώσσα που γέννησε και
κατατρόμαξε από τ’ αβγό που έκανε. Καθότι παρέμενε λίαν
καπνοσκόταδη όπως και οι ρέστοι οι τρεις οι στραβοδιπλωμένοι που για
να φύγει η γρουσουζιά που τους βρήκε κουνιόντουσαν από τη θέση τους
την κάθε φορά τελευταία ακόμη κουτρουβαλιάζοντας. Σαν
αριθμομπαλάκια για λαχείο μπας και πέσουνε σε κανένα μέρος κάπως
πιο γούρικο. Πολύ τζαναμπέτες. Ούτε πρωτομηνιά νά ’τανε.
- Ώπα!! Κάτι έπιασα με δοντάρες τετράγωνες!!
Είπε ξαφνιασμένη η Γκέτεμ.
- Μπάλα, σέσκουλο, αγκαβά, κοτακότα!!
Μίλησε άλλος ένας πλάι στη Γκέτεμ αμέσως.
- Ναι! Τούτος μας έλειπε! Μπαλοσέσκουλο μπαρουτοκαπνισμένο,
πίσσα μαύρο ντιπ καταντίπ!!! Αμ, τη γλίτωσε το κοτοπουλάκι;
Μουρμούρησε η νεραϊδοπαραμάνα που περίμενε να δει φως μέσα σε
ένα τίποτα από συνωστισμό μυστήριο.
331
pdf by elifrac

- Ο τύπος ο «κοτακότα» που μας καδροξεσφήνωσε! Νάτονε που
ξαναφάνηκε!
Έβγαλε ένα συμπέρασμα φωναχτά για το πυκνό σκοτάδι μέσα σ’ αυτό
επίσης χαμένος ο Άλσελ.
- Πώς ξαναφάνηκε ρε άσχετε από μαυρίλα μαύρη και άραχλη; Ούτε
φαίνεται τίποτα!
Τού ’βαλε τις φωνές η Γκέτεμ που τον τράβαγε ήδη απ’ το γιακά του
στο σβέρκο για να μη χάσει την ισορροπία της εντελώς ενώ
παραπάταγε.
- Δ...ια...λ...ύ...ε...ταιτοσύν...ν...εφο!
Της απάντησε ο Άλσελ που έχανε το μπούσουλα και κατασκοτωνότανε
πλαγιοκουτσαίνοντας με άλμα να μη φάει καμιά τυφλή τούμπα. Όπου
και να βρισκότανε την ώρα εκείνη πια τέλος πάντων!!
- Ούτε του χρόνου!!!
Διαφώνησε έντονα ο Μητσάρας ο Δερβισοψηλολελέκογλου επιτόπου. Ο
οποίος ακούστηκε απολύτως σίγουρος για αυτό που μόλις είπε,
απαντώντας στον Άλσελ αμέσως.
- Σαρανταχωριαχούρια!!!
Ακούσανε απότομα μετά όλα τ’ αφτιά να λέει ’κείνη η φωνή που
ξανακούσανε λίγο πιο πριν και να το νιώθουνε όπως ακριβώς το
εννοούσε, πελαγώνοντας εντελώς.
«Μπάάάάάάμ!!! »
Ακολούθησε πιο ανατριχιαστικός ακόμη ένας κρότος στο σκοτάδι που
σου τριβέλιζε το κουράγιο.
332
pdf by elifrac

«πάάάάφ!!!»
Βγήκε επιπλέον ένας θόρυβος αμέσως μετά από την έκρηξη.
- Ώπα! Η Γκέτεμ. Το στόχο όμως τον βρήκε. Μού ’φυγε το μάγουλο!!
Ψιθύρησε ο Άλσελ καθώς κουδούναγε από μέσα όλο του το κεφάλι.
Έτσι όπως δοκίμασε τη δυναμομέτρηση σαν σφυρί του λούναπαρκ απ’
το άγαρμπο και ασήκωτο χεράκι της Γκέτεμ Μπακς. Της φίλης του της
συνομήλικης – μα πως στο καλό γίνεται! Πώπω! Σκέψου και νά ’τανε
φίλοι όπως ακριβώς τούτη τη στιγμή άμα εκείνος ήτανε και δυοτρία
χρονάκια μικρότερος. Μετά όπως ένιωθε σαν νά ’ναι σε τραινάκι μέσα
που κάνει ανάποδη βουτιά σε ράγες που έχουνε ανήφορο το πάνω μέρος
κύκλων όπου και τρέχει ο σιδηρόδρομος στο εσωτερικό τους, είπε μεσ’
τη ζαλάδα του ο Άλσελ,
- Πού είναι τα πιατίνια που με ξυπνήσανε; Θέλω να τα φιλήσω!
- Άϊντε! Αραιώνει το νέφος!
Αναφώνησε η νταντά κάπου πιο ’κει την επόμενη στιγμή.
- Μπορεί και κανένα δόντι σοκολατοκαρό μαζί!
Έβγαλε ο Άλσελ όμως μια παραπονιάρικη φωνή αυτοσαρκαζόμενος ενώ
πόναγε ακόμη.
- Ναι. Σιγά. Λες και άμα δε σου πέσει δε θα το φας κατά λάθος!
Τού ’ριξε μια πικρόχολη, ψυχρή εντελώς, γεμάτη αναισθησία, άπονη
απάντηση τελείως τούτου του φίλου της. Του Αλέκου
Φραγκοδεκατεβαίνογλου. Πάντα το ίδιο στριμμένη στο χαρακτήρα και
περίεργη η Καιτούλα η Μπογοδιφραγκομαζοξωπούλου. Τι πράγμα
ήτανε και τούτο!
- Καλά. Σκάστε! Να οι μάγοι!
333
pdf by elifrac

Έκοψε σαν άμεση δράση την όλη μουρμούρα η γκουβερνάντα που
ανυπομονούσε για το ξεμπέρδεμα.
- Τούτοι ρε ξεβιδώνονται στο χορό!
Της είπε ο Δερβισοψηλολελέκογλου που έδινε επίσης τη δέουσα
σημασία με τον τρόπο τον εντελώς δικό του.
- Πόσοι είναι; Α, πέντε και ο εξής ακόμη ένας, έξι. Ναι.
Μονολόγησε η Λούλα η Μπουμπουνηταριδοσυννεφίδου.
- Όχι. Επτά. Έχουνε και τον τύπο τον «κοτακότα» που μας
καδροξεσφήνωσε πριν.
Παρατήρησε η Γκέτεμ που προσπαθούσε να ξεστραβωθεί απ’ τη
σκοταδούρα όσο πιο σβέλτα γίνεται.
- Εγώ μας ξεσφήνωσα και ακόμα το μετανιώνω μόνο που το σκέφτομαι.
Της θύμησε όμως η νταντά. Η φαινομενικά ικανή για όλα νεράιδα που
είναι και παραμάνα αλλά με δυσκολία και στα δυο καθήκοντα. Η ψηλή,
λιγνή και λίαν ασουλούπωτη ξανάμανά εδώ πέρα Λούλα Μπόμπινγκς.
Επομένως όταν λέμε «ικανή για όλα» εννοούμε «ικανή για κάθε μορφής
χάλια».
- Μ!!! Τσακατσακακάρε, Τομπάγκο, Τρίνινταντ, Τσακατσακαχούρια!!!
Λέγανε οι μαυριδεροί με μεγάλα, τετράγωνα δόντια άγριοι με ντύσιμο
από λεπτές, γυαλιστερές, κοντότριχες γούνες. Οι οποίοι
επαναλαμβάνανε το όλο θέμα με αλ-λαγμένους ρυθμούς.
«Μπάάάάμ!!!»
Έγινε σε λίγο μια σπινθηροβόλα και κάπως φλογερή αλλά χωρίς
μεγάλες μαυρίλες νέα έκρηξη απροειδοποίητα.
334
pdf by elifrac

- Μόλις ξαναφανήκανε να που ξαναχαθήκανε!
Είπε σαστισμένη με το καπέλο της στο ίδιο χέρι με το οποίο και
δαχτυλόξυνε το κεφάλι της το ξέσκεπο η νεράιδα γεμάτη αμηχανία.
- Τους πήρανε τα σκάγια απ’ τα ίδια τους τα τροπάρια τα
αχουρομαζεμένα σε σαράντα χιλιόμετρα.
Σχολίασε ο Δερβισοψηλολελέκογλου.
- Ε, ξαναγίνανε ποδοσφαιροσαμάνοι επιτραπέζιοι.
Ήτανε το συμπέρασμα των όσων είδανε τα μάτια της Γκέτεμ.
- Ούτε «ευχαριστώ» δεν πρόλαβα να τους πω. Πρέπει να τους
ξαναπετύχω όπως-καιδήποτε. Για να μου πούνε πως το χορεύουνε το
τσατσατσά με τα κοκκαλοφυλαχτά.
Πρόσθεσε απορημένη για τα στιγμιαία αυτά γεγονότα που συμβαίνανε
μπροστά σε όλους η νεραϊδονταντά.
- Τελικά μας αφήσανε σύξυλους στο παλιατζήδικο μέσα σε χάλια
κατάμαυρα.
Παραπονέθηκε τραβώντας τα πισσόμαυρα απ’ την κάπνα μαλλιά του με
τα δυο τα χέρια μαζί που ήτανε το ίδιο κατάμαυρα απ’ την όλη
αναμπουμπούλα τούτη την εκρηκτική ο Άλσελ.
- Μπόμπινγκς κούνα τις χερούκλες πού ’χεις και κάνε κάτι να βρούμε
την κορνίζα! Φτιάξτηνε να φεύγουμε γιατί αρχίζω και βλέπω ξύπνιος
όνειρο ότι με σαπούνησε πλυντήριο ρούχων και άστραψα.
Την ταρακούνησε τη νεράιδα με τον αγκώνα του ο Μητσάρας ο
Δερβισοψηλολελέκογλου δίπλα της.

335
pdf by elifrac

- Όνειρο ε; Νομίζεις! Εγώ να δεις τι είδα όμως!! Άσε που άστραψα
παραπάνω και έγινα κάρβουνο!!
Του απάντησε αφού πρώτα γύρισε και τού ’ριξε για μια στιγμή, ένα
επίμονο βλέμμα για να σχολιάσει σιωπηλά με το ανέκφραστο μούτρο
της τα χάλια του Ντερτ. Χάλια που μόνο ξόρκι καθάριζε σβέλτα. Όχι
πως η νεράιδα πήγαινε πίσω από καθαριότητα στην εμφάνιση. Ίδια με
το υπόλοιπο γενικώς αλαλούμ ήτανε. Μαύρη σαν καλιακούδα από πάνω
μέχρι κάτω, σαν νά ’χε μόλις κάνει πόλεμο με «στικ σποτ» κατάρες
έχοντας κατατροπώσει καμιά άλ-λη φαρμακομύτα μαγίστρω.
- Να σου πω! Άμα λες «Στικ Σποτ!» φωναχτά μπας και και βλαστημάς
τίποτ’ άλλο κρυφά από μέσα;
Έβγαλε μια παλιά του απορία μια και το θυμήθηκε ο Μήτσος ο
Δερβισοψηλολελέκογλου. Έτσι όπως την κοίταγε τη στιγμή εκείνη
ακριβώς τη φίλη του τη νεράιδα. Α-φού πρώτα και ’κείνος παρομοίως
γύρισε και την κοίταξε το ίδιο μουγγός για δυο στιγμές και χωρίς να
πεταρίζει βλέφαρο προτού της ρίξει την ερώτηση τούτη την άκρως
σημαντική και μάλιστα σε χρόνο εντελώς ανύποπτο.
- Μήτσο, η Χαμ-Μπαγκ έχει χώρο μπόλικο μέσα και δεν θέλω πολύ...
Του είπε μισοσοβαράμισοαστεία η νεραϊδούλα αλλά μετά από μια
παύση λίγων δευτερολέπτων. Ανέκφραστη επίσης σαν και ’κείνον
προηγουμένως. Ενώ του ζούπαγε με το μακρουλοσουβλερό δείκτη του
αριστερού της χεριού το κέντρο του στέρνου του η φίλη του ετούτη η
παλιά και κατά τα άλλα ούτε στο ελάχιστο γλυκομίλητη. Η Λουλού
Μπόμπινγκς. Ναι αυτή ήτανε όπως την ξανακοίταγε τη νεράιδα να
στέκεται πιο ’κει τρία χνώτα σε απόσταση από ’κείνη ο Μητσάρας.
Ακούς οι νεράιδες! Ορίστε πως είναι μία! Να! Σαν πουρόκαφτρα
αβάνας όρθια. Με πόδια. Μα τι πόδια! Σαν ακρίδα με βατραχοπέδιλα
φτιαγμένη δυο μέτρα μπόι. Α-κόμη πιο ψηλή και λιγνή από ’κείνον και
με παλτό. Τυλιγμένη σαν σουβλάκι χωριάτικο με πίτα αν εξαιρέσεις το
καπέλο. Αυτή ήτανε πράγματι. Έτοιμος να της το θυμίσει αν
336
pdf by elifrac

αναρωτιότανε τυχόν για την όλη εντύπωση που του άφηνε η νταντά η
φίλη του. Παρά τρίχα κατάφατσα μπρος της ο Ντερτ. Ο οποίος παρ’ όλα
αυτά είπε,
- Για να το πω εγώ στα σβέλτα το ξόρκι σου το ρημάδι να
ξεμπερδεύουμε! Αλλιώς μέχρι να συμμαζευτείς με καπελαδούρες και
αποσκευές καλύτερα να βγάλω την κηρομπογιά του μπάρμπα σου του
Νώντα του Καλαμπουρομπουρμπουληθρόπουλου, του Άλμπερπ να μας
γράψω από μια τιμή στον καθένα! Θα μας περάσουνε για αντίκες μέχρι
να τελειώσεις με κάθε σου παπούτσι απ’ το ξεσκόνισμα!
Αποφάσισε να δώσει την απάντηση μετά από μια κάποια ακινησία ο
Ντερτ. Ενώ η νεραϊδογκουβερνάντα είχε βαλθεί, ώσπου ο φίλος της να
ξεκολλήσει απ’ το επίμονο χάζι που κατέληξε σε βλέμμα απλανές να
κάνει περιποίηση της όλης της εξάρτυσης. Ξεσκονίζοντάς την όταν ο
ανεπίδεκτος βελτίωσης καδρογραφιδοσούρτης ξανανετάρησε τη
νεράιδα καλά βγάζοντας το φλου απ’ τα μάτια του. Οπότε και γκρίνιαξε
αναλόγως. Μια και την έβλεπε να ξεσκονίζεται ατάραχη αντί να δράσει
αλλιώτικα.
Η νεράιδα όντως γυάλιζε τις γόβες της σχολαστικότατα όταν ο Ντερτ
της είπε να συντομεύει. Οι νεραϊδόγοβες βήχανε κιόλας. Κοφτά και
γρήγορα. Με ήχο παιδιού που έμοιαζε πιο πολύ καλικάντζαρος. Όπως
τις ξεμαύριζε του απάντησε. Αφοσιωμένη στο χειροκίνητο, άνευ
μαγικών βερνικιών γυάλισμα των χοντροπαπουτσιών της. Άλ-λης μιας
νεραϊδοπερίπτωσης στο γενικό ύφος της όλης της εξωτερικής
εμφάνισης. Για τα οποία χοντροπάπουτσα η Λούλα Μπόμπινγκς
δικαιολογήθηκε ενώ τα γυάλιζε στο πόδι. Καθόσο εκτός απ’ το ότι τά
’χε μονοφόρι ήτανε μέρος του φασκελωμένου από το «Στικ Σποτ!»
ενδυματολογικού της εξοπλισμού. Έτσι τώρα είχε έρθει η ώρα για μια
στιγμή φροντίδας. Παρ’ όλο βέβαια που συνήθως ντύνανε οι ίδιες οι
χοντρόγοβες χωρίς βοήθεια απ’ τα χέρια της κυράς τους ενώ εκείνη
βρισκότανε ανυψωμένη στον αέρα μ’ ένα της ξόρκι, τα ποδάρια της τα
λιγνομακρουλά και μάλιστα διαλέγοντάς τα ανάποδα.
- Λίγο ακόμα και θα μου τά ’τρωγε στο «τσακ» καμιά ασφυξία!
337
pdf by elifrac

Είπε με ύφος αυστηρό στον Ντερτ η νεράιδα.
- Άσε! Για να μην πω για το καπέλο σου το σουξουμουτζήδικο.
Παρλαπίπα που είναι για τον ήλιο ό,τι και η ηλίαση.
Της έδωσε την απάντηση ο Ντερτ με εκνευρισμό που μεγάλωσε.
- Το φοράω;
Τον ρώτησε τώρα η Λούλα Μπόμπινγκς καθώς προσπαθούσε να
δαγκώσει ένα κουμπί κοντά στους γιακάδες του παλτού της για να το
τραβήξει. Να κουμπώσει καλά. Μια και είχε μισοσφηνώσει στην
κουμπότρυπα επίμονα.
- Σχεδόν.
Της αποκρίθηκε ο Ντερτ χωρίς να γίνει καθόλου πιο σαφής.
- Μμμ-μ;
Μουρμούρησε η νεραϊδούλα ρωτώντας το «ναι» ενώ δάγκωνε το κουμπί
ακόμη που σχεδόν είχε βγει απ’ την τρύπα του παλτού. Παρά λίγο
έτοιμο να κουμπώσει.
- Ανάποδα κάθεται στην κεφάλα σου ρε Μπόμπινγκς και βγάζει
δαχτυλίδια με καπνό.
Την πληροφόρησε ο Ντερτ.
- Χεντχεντ! Χεντχεντχεντ...
Τους ενόχλησε και τους δυο με τη φωνή σαν του σκίουρου ίδια το
καπέλο της Λουλούς και σουφρώσανε και οι δυο τα φρύδια τους. Ο
Ντερτ κοιτώντας το και η Λούλα η Μπουμπουνηταριδοσυννεφίδου ενώ
κούμπωνε μανιωδώς με τα δόντια το στριμμένο το κουμπί στο παλτό της
το κίτρινο και μακρύ, γεμάτο από κάπνα σε μούτζες.
338
pdf by elifrac

- Γελάει;
Ρώτησε η Γκέτεμ για ετούτο το καπέλο που μόλις είχε βγάλει τα
καπελίστικα τα μπινελίκια της δικής του της διαλέκτου για το μαύρο το
χάλι μέσα στο γιουσουρούμ του μπαρμπαΤέλη του αντικέρ. Αφού εκεί
είχανε ξαναβρεθεί τελικά όλοι τους. Στο μεταξύ η μικρή Μπακς καθώς
ρώταγε, ψείριζε και την κοτσίδα της.
- Μπας και τού ’πεσε η επιστροφή στο παλιατζήδικο λίγο βαριά και
τραυλίζει; Γιατί, ότι χρειάζεται επισκευή κάνει «μπαμ!» και δαύτο.
Βγήκε μια ακόμη απορία. Απ’ το στόμα του Άλσελ Φορνόουλες. Ενώ
προσπαθούσε να ξεμουντζουρώσει τη φάτσα του αλλά πασσαλείβοντάς
τη διαρκώς χωρίς αποτέλεσμα.
- Άμα θα βγάλεις και τον Τέλη από το κάδρο θα του φορέσω το
νεραϊδοκαπέλο με λουρί κάτω απ’ το σαγόνι. Βρήκε το πρόσωπο που
χρειαζότανε για να ξεσπάσει ο Ντερτ.
«Μπάάάάάάάάμ!!!»
Ακούστηκε τότε όμως ένας νέος κρότος στον ίδιο χώρο και τους
κοψοχόλιασ