ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΠΕΘΑΝΕ: ΦΑΝΤΑΣΟΥ

ΣΑΜΟΥΕΛ ΜΠΕΚΕΤ
ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ
Πουθενά ίχνος ζωής, πουφ, η φαντασία δεν πέθανε ακόμα, ναι πέθανε για τα καλά, η φαντασία
πέθανε, φαντάσου. Νησιά, νερά, γαλάζιο, πράσινο, χάθηκαν σε μια στιγμή για πάντα, παράλειψέ το.
Ώσπου όλα λευκά μέσα στη λευκότητα κυκλικής στοάς. Κανένα πέρασμα, μπες μέσα, μέτρησε.
Διάμετρος τρία πόδια, τρία πόδια βάθος από τη βάση ως την κορφή του θόλου. Διάμετροι δύο,
ορθές γωνίες ΑΒ CD, τέμνουν το λευκό επίπεδο σε δύο ημικύκλια ACB και BDA. Στο χώμα
κείτονται δύο άσπρα κορμιά, το καθένα στοημικύκλιό του. Άσπρος ο θόλος κι ο κυκλικός τοίχος,
δεκαεφτά ίντσες ύψος από τη βάση ως την κορυφή. Βγες πάλι έξω, λευκός θόλος, απλός, ολόλευκος
μέσα στη λευκότητα, μπες μέσα, κρότος ξαφνικός, συμπαγής από παντού, κύκλος όπως στη
φαντασία, κύκλος ολόλευκος από κόκκαλο.
Το φως που καθιστά όλα λευκά, από καμιά φανερή πηγή, όλες οι λάμψεις ίδια λευκές, χώμα, τοίχος,
κορμιά, καμιά σκιά. Θερμοκρασία υψηλή, επιφάνειες θερμές όχι καυτές στο άγγιγμα, κορμιά
ιδρωμένα. Βγες έξω, κάνε πίσω, η μικρή οικοδομή χάνεται, βυθίζεται, εξαφανίζεται, όλα λευκά στη
λευκότητα, μπες πάλι μέσα. Κενό, σιωπή, ζέστη, λευκότητα, περίμενε, το φως χαμηλώνει. Όλα
σκοτεινά, χώμα, τοίχος, θόλος, κορμιά, είκοσι δευτερόλεπτα περίπου τεφρά, το φως σβήνει, όλα
εξαφανίζονται. Ταυτόχρονα πέφτει και η θερμότητα στο ελάχιστο, περίπου στο σημείο ψήξεως, τη
στιγμή που γίνεται σκοτάδι, μπορεί να φαίνεται παράδοξο. Περίμενε, σε λίγο φως και θερμότητα
επανέρχονται, όλα φωτίζονται και θερμαίνονται συγχρόνως, χώμα, τοίχος, θόλος, κορμιά, είκοσι
δευτερόλεπτα, τεφρά, ώσπου να φτάσει στο αρχικό σημείο, απ' όπου ξεκίνησε η κάθοδος. Για λίγο,
μπορεί να παρεμβάλλονται, εκ πείρας, ανάμεσα στο τέλος της καθόδου και την αρχή της ανόδου,
παύσεις διαρκείας κλάσματος τον δευτερολέπτου, μοιάζουν με άλλους χρόνους με άλλους τόπους,
ολόκληρη αιωνιότητα. Το ίδιο παρατηρείται και στις άλλες παύσεις, μεταξύ του τέλους της ανόδου
και της αρχής της καθόδου. Τα ακραία σημεία έχουν σταθερή διάρκεια, που στην περίπτωση της
θερμότητας μπορεί να φαίνεται παράδοξο καταρχήν. Είναι δυνατόν επίσης σε κάθε σημείο της
ανόδου ή της καθόδου -να σημειωθεί ένα μικρό σταμάτημα, μια σύντομη παύση, μικρής ή μεγάλης
διάρκειας, πριν από την επανάληψη ή την αντιστροφή, οπότε η άνοδος εκπίπτει και η κάθοδος
ανέρχεται ή η στροφή είναι ολοκληρωμένη ή να σταματήσει για λίγο σημειώνοντας μια μικρή
παύση, λίγο πολύ μεγάλη πριν από την επανάληψη ή την αντιστροφή και ούτω καθεξής, ώσπου
τελικά να φτάσει στο ένα ή το άλλο ακραίο σημείο. Τέτοιες παραλλαγές ανόδου ή καθόδου συνθέτονται σε άπειρους ρυθμούς, γενικώς ακολουθούν το πέρασμα από το λευκό και θερμό στο
ψυχρό και μαύρο και vica - versα. Μόνο τα ακραία σημεία είναι σταθερά, καθώς είναι
εξαναγκασμένα από τον κραδασμό, να παρατηρηθεί η εκδήλωση μιας παύσης σε μια ενδιάμεση
κατάσταση, ανεξαρτήτου επιπέδου ή διάρκειας. Τότε το παν πάλλεται, χώμα, τοίχος, θόλος, κορμιά,
σταχτιά ή μολυβένια ή ό,τι ενδιάμεσο. Αλλά γενικώς, εκ πείρας, τέτοια αβέβαια περάσματα δεν
είναι συχνά. Και πιο συχνά, όταν το φως ξαναρχίζει να εξασθενεί και η θερμότητα συγχρόνως, η
μεταβολή συνεχίζεται ομαλά, έτσι που σε είκοσι δευτερόλεπτα γίνεται απόλυτο σκοτάδι κι ακριβώς
την ίδια στιγμή η θερμότητα αγγίζει το σημείο ψήξεως. Το ίδιο παρατηρείται και κατά την
αντίστροφη φορά, προς τη φωτεινότητα με την αντίστοιχη θερμότητα
Άλλο πιο συχνό φαινόμενο είναι η κάθοδος ή άνοδος με παύσέις διαφορετικής διάρκειας, στα
εμπύρετα γκρίζα, χωρίς κανένα λεπτό αντίστροφης κίνησης. Αλλά παρ' όλες αυτές τις
αβεβαιότητες, η στροφή σε μια παροδική ισορροπία, αργά ή γρήγορα είναι εξασφαλισμένη ή η
στιγμή του απόλυτου σκοταδιού ή της άπλετης λευκότητας, με την αντίστοιχη θερμότητα κι ο
κόσμος αυτός παραμένει απρόσβλητος από τη μόνιμη αναταραχή. Επανεμφανίζεται δε, ως εκ
θαύματος, έπειτα από κάθε απουσία, με απόλυτα καθορισμένα κενά. Έξω απ' αυτό τίποτ' άλλο.

Εξωτερικώς όλα είναι όπως και πριν και η εμφάνιση της μικρής οικοδομής, σαν εντελώς τυχαίο
γεγονός, η λευκότητά της χωνεύεται μέσα στην περιρρέουσα λευκότητα. Όμως τώρα μπες μέσα,
τώρα γαληνεύει για λίγο και ποτέ δυο φορές ή ίδια αναταραχή. Φως και θερμότητα παραμένουν λες
και εφοδιάζονται από την ίδια αθέατη πηγή. Ακίνητοι πάνω στο χώμα, διπλωμένοι στα τρία, το
κεφάλι ακουμπισμένο στον τοίχο Β, τα οπίσθια στον τοίχο Α, τα γόνατα ανάμεσα στους τοίχους Α
και C, τα πόδια ανάμεσα στους C και Α, δηλαδή στο ημικύκλιο ΑCΒ. Χωμένο στο λευκό χώμα όχι
τόσο από την παράξενη ακαθόριστη λευκότητα των μακριών μαλλιών, τέλος το λευκό σώμα μιας
γυναίκας. Ίδια περιβαλλόμενο από το άλλο ημικύκλιο, ακουμπισμένο στον τοίχο Α, το κεφάλι, τα
οπίσθια στο Β και τα γόνατα στο Α και Δ, τα πόδια ανάμεσα στους D και Α, ο σύντροφος.
Ξαπλωμένοι κι οι δυο στο ίδιο πλευρό, πλάτη με πλάτη, κεφάλι με πισινά. Αν κρατήσεις έναν
καθρέφτη στα χείλια τους αχνίζεται. Με τα αριστερά τους χέρια πιάνουν τα αριστερά τους πόδια
λίγο πιο κάτω από το γόνατο και με τα δεξιά τους χέρια πιάνουν το αριστερό τους μπράτσο, λίγο
πιο πάνω από τον αγκώνα. Μέσα σ' αυτό το ερεθιστικό φως, η απέραντη λευκή τους γαλήνη, τόσο
εξαίσια σύντομη, καθιστά ανέφικτη οποιαδήποτε εποπτεία. Αχνός στον καθρέφτη κι όμως θα
μπορούσες να πεις πως είναι νεκροί, αλλά, τα αριστερά τους μάτια, ξαφνικά ορθάνοιχτα, χωρίς ν'
ανοιγοκλείνουν, ατενίζουν το άπειρο, πέρα από το ανθρώπινα δυνατό. Διαπεραστικό ξεθωριασμένο
γαλάζιο, το φαινόμενο κεραυνοβολεί στην αρχή. Ποτέ τα δύο βλέμματα μαζί, όταν ανοίγει το ένα
κλείνει το άλλο, για δέκα δευτερόλεπτα περίπου. Τα κορμιά ούτε παχιά, ούτε αδύνατα, ούτε μεγάλα
ούτε μικρά, φαίνονται ακέραια και σε καλή κατάσταση αν κρίνει κανείς απ' ό,τι βλέπει. Το ίδιο και
τα πρόσωπα, τα δυο μαζί συγκροτούν ένα, δείχνουν να μην επιθυμούν τίποτα το ουσιαστικό.
Ανάμεσα στην απόλυτη ακινησία τους και το παλλόμενο φως, η αντίθετη αποσβολώνει όποιον
θυμάται να έχει εκπλαγεί απ' το αντίθετο. Οπωσδήποτε είναι φανερό από χιλιάδες ενδείξεις, να
φανταστείς ότι δεν κοιμούνται. Μόνο ένας ελαφρός αναστεναγμός, αχ, τίποτα περισσότερο μέσα
στη σιωπή και την ίδια στιγμή το μάτι αιχμαλωτίζεται από ένα απειροελάχιστο φρικίασμα που
καταστέλλεται ακαριαία! Άφησέ τους εκεί, ιδρώνοντας και παγώνοντας, είναι καλύτερα από
παντού. Όχι, κανένα τέλος ζωής και πάλι όχι, εκεί δεν υπάρχει τίποτα από οπουδήποτε αλλού και
καμιά καινούργια ελπίδα να ξαναβρείς αυτή τη λευκή κουκίδα χαμένη στη λευκότητα, να δεις αν
κείτονται ακόμη ακίνητοι, μέσα σ' αυτό το λυσσομάνημα της καταιγίδας ή μιας άλλης αγριότερης ή
στο απόλυτο σκοτάδι για πάντα ή στην απέραντη αμετάβλητη λευκότητα, κι αν όχι, τότε τι κάνουν;
ΤΕΛΟΣ

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful