Παλούκης

Κώστας
Η Πρωτοεκβιομηχάνιση στην
Νοτιοανατολική
Ευρώπη,
1700-1880:
η περίπτωση των
χωριών του
Πηλίου

1

2

Η Πρωτοεκβιομηχάνιση στην Νοτιοανατολική Ευρώπη, 1700-1880:
η περίπτωση των χωριών του Πηλίου
Α. Προϋποθέσεις για την πρωτοεκβιομηχάνιση στην Νοτιοανατολική Ευρώπη
Α.1. Οι κοινωνικοί και οικονομικοί όροι στον Οθωμανικό χώρο πριν τη φάση της
πρωτοεκβιομηχάνισης .................................................................................................. σ. 3
Α.2. Οι συνθήκες αποδόμησης του οθωμανικού ασιατικού τρόπου παραγωγής και η
τάση φεουδαρχοποίησης ............................................................................................... σ. 6
Β. Η διαδικασία πρωτοεκβιομηχάνισης στο Πήλιο
Β.1. Η βιοτεχνία στον ασιατικό τρόπο παραγωγής, οι δυνατότητες ανάπτυξής της
κατά την περίοδο της αποδιάρθρωσης του Οθωμανικού τρόπου παραγωγής......... σ. 15
Β.2. Η περίπτωση του Πηλίου............................................................................................
Β.2.α. Η Θεσσαλία και το Πήλιο στα ύστερα βυζαντινά και πρώτα οθωμανικά
χρόνια .............................................................................................................................

σ. 20
σ. 21

Β.2.β. Οι κοινωνικοί όροι που οδήγησαν στην πρωτοεκβιομηχάνιση στο Πήλιο.......... σ. 26
Β.2.γ. Τα χαρακτηριστικά της πηλιορείτικης βιοτεχνίας και εμπορίας.........................

σ. 32

Β.2.δ. Η διαδικασία της πρωτοεκβιομηχάνισης ως διαδικασία έντασης της
κοινωνικής διαφοροποίησης........................................................................................

σ. 40

Γ. Η αδυναμία μετάβασης από τη φάση της πρωτοεκβιομηχάνισης στη φάση της
εκβιομηχάνισης ............................................................................................................. σ. 44
Δ. Βιβλιογραφία .................................................................................................................. σ. 47

3

σ. 46

4

Η Πρωτοεκβιομηχάνιση στην

Νοτιοανατολική Ευρώπη, 1700-1880:

η περίπτωση των χωριών του Πηλίου
Α. Προϋποθέσεις για την πρωτοεκβιομηχάνιση στην Νοτιοανατολική Ευρώπη
Α.1. Οι κοινωνικοί και οικονομικοί όροι στον Οθωμανικό χώρο πριν τη φάση της
πρωτοεκβιομηχάνισης
Η ανάπτυξη της βιοτεχνικής παραγωγής στα χωριά του Πηλίου στα μέσα του 18ου αιώνα
δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο φαινόμενο, αλλά συνδέεται με τις διαδικασίες πρωτοεκβιομηχάνισης στον Οθωμανικό κοινωνικό σχηματισμό και ιδιαίτερα στην βαλκανική
περιφέρεια από το 1700 και έπειτα. Συγκεκριμένα

η «απογείωση» της μανουφακτούρικης

βιοτεχνίας που παρατηρείται την περίοδο αυτή και ιδίως στο θεσσαλικό χώρο μπορεί να ειδωθεί
ως συνέπεια δύο διαφορετικών, αλλά άλληλοεπιδρούμενων παραγόντων. Αυτοί είναι πρώτον, η
σταδιακή ενσωμάτωση του Οθωμανικού κοινωνικού σχηματισμού και της παραγωγικής του
βάσης στην αναπτυσσόμενη και διευρυνόμενη καπιταλιστική αγορά, η οποία εκείνη την εποχή,
θα λέγαμε, αρχίζει να συγκροτείται ως παγκόσμια. Δεύτερον, είναι η πορεία των κοινωνικών
ισορροπιών της ταξικής πάλης που δομούνται σε κάθε ιστορική φάση μέσα στο εσωτερικό της
οθωμανικής κοινωνίας συγκροτώντας μια συγκεκριμένη μορφή ιστορικού κράτους, σε αυτή την
περίπτωση εκείνης του οθωμανικού κράτους, και τις μεταλλάξεις που επιφέρουν αυτές οι
αλλαγές στις ταξικές ισορροπίες του κοινωνικού ιστού που αντανακλώνται κάθε φορά στο
ιστορικό κράτος, στον χαρακτήρα του παραγωγικού συστήματος και τελικά στον ίδιο το
χαρακτήρα του κοινωνικού σχηματισμού.
Μελετώντας κανείς τις συνθήκες με βάση τις οποίες συγκροτήθηκε και διευρύνθηκε το
Οθωμανικό κράτος στη Νοτιοανατολική Ευρώπη μπορεί να κατανοήσει και να ερμηνεύσει τα
πολιτικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά του οθωμανικού ασιατικού τρόπου παραγωγής, που
αποτέλεσε την οικονομική βάση της νέας αυτοκρατορίας του Μωάμεθ Β που αναδύθηκε πάνω
στα συντρίμμια της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας τον 14ο και 15ο αιώνα. Η έναρξη μιας
πορείας σταδιακής αποδόμησης του οθωμανικού ασιατικού τρόπου παραγωγής και η ένταξη της
οθωμανικής κοινωνίας σε μια κατάσταση διαρκούς μετάβασης προς φεουδαλικές μορφές
απόσπασης της υπεραξίας σημαίνει καταρχήν ότι δεν υφίστανται πλέον εκείνες οι αρχικές
συνθήκες που γέννησαν την αυτοκρατορία. Προφανώς, λοιπόν, οι νέες συνθήκες ήταν επόμενο
να πιέζουν για αναδιάταξη των κοινωνικών δυνάμεων στο πεδίο της ταξικής πάλης με σαφή
στόχο και κατάληξη την ανατροπή των υπαρχουσών κοινωνικών σχέσεων ανάμεσα στις
άρχουσες και τις αρχόμενες κοινωνικές τάξεις.
Η ύπαρξη ενός συγκεντρωτικού κράτους προσωποποιημένου στον αυτοκράτορα και μιας
ανώτερης συγκεντρωτικής άρχουσας τάξης γύρω από αυτόν στην πρωτεύουσα σήμαινε για την
Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία την παρεμπόδιση της δημιουργίας μιας ισχυρής

5

φεουδαρχικής αριστοκρατίας και τη διατήρηση της

ταξικής

εκμεταλλευτικής

ισορροπίας

ανάμεσα στην άρχουσα τάξη και την παραγωγική τάξη σε ένα επίπεδο ικανοποιητικό για την
αναπαραγωγή και τη διαβίωση των κατώτερων τάξεων. Η πίεση για αποσυγκεντρωποίηση του
κράτους και ενδυνάμωσης της τάξης των «δυνατών» συνδεόταν με μια ανατροπή της ταξικής
εκμεταλλευτικής ισορροπίας σε βάρος των παραγωγικών τάξεων. Ουσιαστικά, λοιπόν, μετά την
κατάρρευση του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους ύστερα από την πτώση της Κωνσταντινούπολης
στα χέρια των Λατίνων Σταυροφόρων μπορούμε να ισχυριστούμε ότι υπάρχει μια κατάληξη
αυτής της πορείας που είναι η ολοκλήρωση της φεουδαρχοποίησης των κοινωνικών σχέσεων
και δομών στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, όπως συνέβηκε εκείνη την εποχή γενικά στην
Ανατολική Ευρώπη. Αυτή η εξέλιξη θα πρέπει να ειδωθεί αντιθετικά με τη βιοτεχνική
απογείωση της Δυτικής Ευρώπης η οποία είχε ενταχθεί σε μια πορεία αποφεουδαρχοποίησης για
να μπορέσει να αντιμετωπίσει την κοινωνική ένταση δημιουργώντας νέες μορφές συναίνεσης
και ταξικής εκμεταλλευτικής ισορροπίας και να ικανοποιήσει ταυτόχρονα τις ανάγκες της
άρχουσας τάξης. Η διαδικασία αυτή στη δυτική Ευρώπης γέννησε τη μανιφακτούρα, τις
καπιταλιστικές σχέσεις, τις ελεύθερες πόλεις και την καπιταλιστική αγορά οδηγώντας στα μέσα
του 16ου αιώνα στην εμφάνιση του καπιταλισμού.
Στρεφόμενοι πίσω όμως στον 14ο και 15ο αιώνα στα νοτιοανατολικά βλέπουμε πως η
φεουδαρχοποίηση είχε ως συνέπεια τη δημιουργία μιας εκρηκτικής κατάστασης στον κοινωνικό
χώρο της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, η οποία ερχόταν στην επιφάνεια με τη μορφή συνεχών
πολέμων και εξεγέρσεων. Οι ηγετικές δυνάμεις της περιοχής είτε ήταν σλαβικές είτε ήταν
ελληνορωμαϊκές είτε ήταν φραγκικές αδυνατούσαν να δώσουν με τα υπάρχοντα ιδεολογικά
πρότυπα και τις υπάρχουσες κοινωνικοοικονομικές δομές απάντηση και λύση στην κρίση. Οι
κατευθύνσεις που θα μπορούσαν να υπάρξουν ως διέξοδοι ήταν ή να ακολουθηθεί μια πορεία
καπιταλιστικοποίησης όπως στη δύση ή να ανασυγκροτηθεί ένα καινούριο υπερσυγκεντρωτικό
κρατικό θεσμικό πλαίσιο με βάση τις υπάρχουσες δομές, κάτι σαν «επιστροφή στο καλό
παρελθόν» που θα μπορεί να δημιουργήσει τη συναίνεση επαναπροσδιορίζοντας σε καλύτερη
ισορροπία. την ταξική πάλη. Ο οικονομικός επεκτατισμός του δυτικού εμπορίου στην ανατολή,
με την Βενετία και τη Γένοβα στην πρωτοπορία, δεν επέτρεπε την ανταγωνιστική ανάπτυξη
δομών αντίστοιχων με την δύση. Αντίθετα, δημιουργούσε την ανάγκη της άμυνας και τη
συγκρότησης ενός θεσμικού πλαισίου που θα είχε τη δυναμική να αντιπαρατεθεί με τη δύση. Τις
διαφορετικές αυτές κατευθύνσεις τις βλέπουμε και στην ιδεολογική σύγκρουση μέσα στην
Κωνσταντινούπολη μεταξύ των ενωτικών υποστηρικτών του δυτικού μοντέλου ανάπτυξης και
των ανθενωτικών υποστηρικτών, θα λέγαμε, του ανατολίτικου τρόπου ανάπτυξης.
Σε αυτή τη συγκυρία δεν ήταν τυχαίο, λοιπόν, που οι βαλκανικές χώρες οι οποίες
αδυνατούσαν να ξεπεράσουν την κοινωνική κρίση συγκροτώντας έναν ισχυρό μηχανισμό
ταξικής εκμεταλλευτικής ισορροπίας αδυνατούσαν να αντιμετωπίσουν την οθωμανική εισβολή.

6

Αντίθετα φαίνεται πολύ φυσιολογικό που δημιουργήθηκε

μέσα

στον

χριστιανικό

βαλκανικό χώρο ένας ιδεολογικός συνασπισμός και μια κοινωνική συμμαχία εναντίον της Δύσης
η οποία ως απάντηση στο δίπολο ένωση και υποταγή στην καθολική Δύση ή κατάχτηση από
τους μουσουλμάνους επέλεξε την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στο σημείο αυτό θα μπορούσαμε
να διαχωρίσουμε τις μερίδες της παραδοσιακής φεουδαρχικής τάξης που έβλεπαν ότι μια τέτοια
προοπτική θα έθιγε την ηγεμονία της στην κοινωνία και τις μερίδες που είχαν αστικοποιηθεί και
συνδεθεί με το εμπόριο της Δύσης που έβλεπαν αναβάθμιση του ρόλου τους. Σίγουρα όμως η
θέση και η επιλογή των κυριαρχούμενων τάξεων της υπαίθρου να σταθούν εναντίον στην
«ένωση» ήταν αυτή που έπαιξε τον καθοριστικό παράγοντα στην οθωμανική επέλαση. Συνεπώς,
δεν είναι τυχαίο που ένα πολύ μεγάλο κομμάτι δέχτηκε θετικά την ενσωμάτωσή του στον
οθωμανικό κρατικό ιστό, καθώς η θέση του αναβαθμίστηκε σε σχέση με την προηγούμενη
περίοδο και ότι οι Οθωμανοί σχετικά εύκολα κατάφεραν να καταχτήσουν όλη τη Βαλκανική.
Η οθωμανική κατάκτηση αποτέλεσε λύση που ευνοούσε από τη μια κομμάτια της
άρχουσας τάξης, καθώς το καινούριο θεσμικό πλαίσιο έδωσε σε κάποια κομμάτια της
βυζαντινής αριστοκρατίας με κέντρο το πατριαρχείο και τον εκκλησιαστικό μηχανισμό
μεγαλύτερη ισχύ και θέση από ότι είχαν μέχρι τότε διασώζοντάς την ίσως από μια δυσμενέστερη
θέση που θα σήμαινε η ένωση με την καθολική εκκλησία. Από την άλλη όμως το καινούριο
συγκεντρωτικό πλαίσιο επειδή ακριβώς αφαιρούσε δύναμη από τους τοπάρχες μεταφέροντάς
την σε ένα ισχυρό κέντρο έθεσε μια ευνοϊκότερη τελικά θέση σε σχέση με πριν για τις
κατώτερες τάξεις. Αυτό έγινε για δύο λόγους, πρώτον, για να μπορεί να διατηρεί το οθωμανικό
κράτος την ισχύ του σε μεγάλες και αχανείς αποστάσεις οπότε και χρειαζόταν μια μεγάλη
συναίνεση από τα κάτω και, δεύτερον, είχε ήδη συγκροτηθεί με ένα τέτοιο τρόπο ώστε να
αντιμετωπίζει τις συνθήκες διαρκούς πολέμου πράγμα που χρειαζόταν τη συναίνεση και την
υποστήριξη της παραγωγικής βάσης. Τρίτον, η διαρκής πολεμική κατάσταση λειτουργούσε
συσπειρωτικά και μεταξύ της ίδιας της οθωμανικής άρχουσας τάξης και αργότερα και της
ελληνορθόδοξης που εντάχθηκε σε αυτή. Επομένως, με βάση τα όσα αναφέρθηκαν θα μπορούσε
να ισχυριστεί κάποιος λίγο σχηματικά και αφαιρετικά ότι η οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν η
απάντηση της ανατολής στην επέλαση της εμπορευματικής δύσης, δηλαδή ήταν μια άμυνα των
νοτιοανατολικών ευρωπαϊκών κοινωνιών απέναντι στην έκρυθμη κατάσταση που δημιουργούσε
ο φεουδαρχικός τρόπος παραγωγής ενσωματωμένος σε μια είδους καπιταλιστική αγορά.
Το Οθωμανικό κράτος και ο οθωμανικός ασιατικός τρόπος παραγωγής συγκροτήθηκαν
και εξυπηρέτησαν έναν στόχο: την ανάγκη των κοινωνιών της Ανατολής να μην ενσωματωθούν
στο πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό σύστημα του δυτικού φεουδαρχισμού που είχε την τάση
να οδηγείται στον καπιταλισμό. Ήταν αντιληπτό τόσο στις χαμηλότερες τάξεις όσο και στις
ανώτερες ότι μια τέτοια εξέλιξη δε θα ήταν προς το όφελός τους και θα οδηγούσε σε εκρηκτικές
συνέπειες.

7

Α.2. Οι συνθήκες αποδόμησης του οθωμανικού ασιατικού τρόπου παραγωγής
και η τάση φεουδαρχοποίησης
Ξεκινώντας αυτήν την ενότητα θα σταθούμε στο προηγούμενο τελικό συμπέρασμα: η
ύπαρξη και η συνοχή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στηριζόταν στην δυνατότητά της να
διατηρεί σε απόσταση την Ανατολή από τη Δύση και να εμποδίζει την οικονομική επέκτασή της.
Επομένως, εάν θέλουμε να διερευνήσουμε τις γενικές αιτίες που η κατάσταση μέσα στο
εσωτερικό της οθωμανικής κοινωνίας άρχισε να γίνεται το ίδιο εκρηκτική και να
επαναλαμβάνονται διασπαστικές τάσεις και τάσεις φεουδαρχοποίησης, θα πρέπει να τις
συνδέσουμε το γεγονός ότι η οθωμανική αυτοκρατορία σταμάτησε να επεκτείνεται, οπότε και
έπαψαν να υπάρχουν οι κοινωνικές συνθήκες που συγκροτούσαν την αναγκαιότητα της
κοινωνικής συναίνεσης και της κοινωνικής συσπείρωσης σε όλα τα επίπεδα.
Από την άλλη το γεγονός ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία έπαψε να είναι το αντίπαλο
δέος στην επεκτατική εμπορευματική δύση προφανώς και έχει να κάνει με μια αναμφισβήτητη
πραγματικότητα: η καπιταλιστική δυναμική έχει πλέον κατασταλάξει σε κάποια βασικά
χαρακτηριστικά και αναπτύσσει την καπιταλιστική αγορά σε παγκόσμιο επίπεδο. Η Οθωμανική
Αυτοκρατορία και ο οθωμανικός ασιατικός τρόπος παραγωγής προφανώς και δεν μπορεί να
αντιτάξει μια οικονομική δυναμική που θα μπορούσε να συγκροτήσει έναν κοινωνικό
σχηματισμό εμπόδιο στην καπιταλιστική αγορά. Ήταν, τελικά, καταδικασμένη να ενσωματωθεί
ως κοινωνία και να αποδομηθεί ως ενιαίος οικονομικός χώρος με συνέπεια να αποδομηθεί και
ως ενιαίος εξουσιαστικός χώρος φέρνοντας στην επιφάνεια τάσεις αποκέντρωσης με
χαρακτηριστικά φεουδαρχοποίησης.
Πιο συγκεκριμένα εκείνο που ενδιαφέρει εμάς είναι η συμβολή αυτών των εξελίξεων
στην ιστορική κοινωνική ισορροπία της ταξικής πάλης και πως οι μεταβολές σε αυτό το πεδίο
οδήγησαν σε μια νέου τύπου παραγωγική διαδικασία, σε μια νέου τύπου οικονομία. Η μελέτη
της διαδικασίας της αποδόμησης του οθωμανικού ασιατικού τρόπου παραγωγής προϋποθέτει
την επιστημολογική διασαφήνιση του όρου ασιατικός τρόπος παραγωγής και την επιβεβαίωση
της τυπολογικής κατάταξης του οθωμανικού τρόπου παραγωγής σε αυτόν κατά την πρώτη
οθωμανική περίοδο, έως τα μέσα του 17ου αιώνα. Με βάση το μαρξικό καθορισμό, όπως
μεταφέρεται στο άρθρο του Ernest Mandel στο περιοδικό Θέσεις1 τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά
αυτού του τρόπου παραγωγής μπορούν να συνοψισθούν ως εξής: «1) Εκείνο που είναι, πάνω απ’
όλα, το κύριο χαρακτηριστικό του ασιατικού τρόπου παραγωγής είναι η απουσία ιδιωτικής γης.
2) Ως αποτέλεσμα, η κοινότητα του χωριού διατηρεί μια ουσιαστική συνεκτική δύναμη,
η οποία της επιτρέπει να αντιστέκεται στις αιματηρότερες κατακτήσεις που επιχειρήθηκαν
1 Mandel Ernest, «Ο ασιατικός τρόπος παραγωγής και οι ιστορικές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη του
κεφαλαίου», Θέσεις 57, 1996, σσ.139 – 167

8

διαμέσου των αιώνων.
3) Αυτή η εσωτερική συνοχή της αρχαίας κοινότητας του χωριού, αναπτύχθηκε ακόμα
περισσότερο εξαιτίας της στενής συνάφειας μεταξύ γεωργίας και βιοτεχνίας που υπάρχει στο
εσωτερικό της.
4) Για γεωγραφικούς και κλιματολογικούς λόγους, όμως, η ανάπτυξη της γεωργίας σε
αυτές τις περιοχές απαιτεί εντυπωσιακά υδραυλικά έργα: «Η τεχνητή άρδευση είναι εδώ η
πρώτη προϋπόθεση ανάπτυξης της γεωργίας». Αυτού του είδους η άρδευση απαιτεί σχεδόν
παντού μια κεντρική εξουσία για να την διαχειρίζεται

και να αναλαμβάνει έργα μεγάλης

κλίμακας.
5) Γι’ αυτό το λόγο, το κράτος πετυχαίνει τη συγκέντρωση του μεγαλύτερου μέρους του
υπερπροϊόντος στα χέρια του, γεγονός το οποίο προκαλεί την εμφάνιση ενός κοινωνικού
στρώματος συντηρούμενου από αυτό το υποπροϊόν. Αυτό το κοινωνικό στρώμα αποτελεί την
κυρίαρχη δύναμη στην κοινωνία. Η «εσωτερική λογική» μιας κοινωνίας τέτοιου είδους
λειτουργεί υπέρ ενός πολύ υψηλού βαθμού σταθερότητας των βασικών παραγωγικών
σχέσεων.2»
«Στον ασιατικό όπως και στο φεουδαλικό τρόπο παραγωγής, οι εργαζόμενοι δεν έχουν
αποχωριστεί από τα μέσα παραγωγής. Η ιδιοκτησία ανήκει βέβαια στην άρχουσα τάξη, με την
έννοια ότι αυτή ιδιοποιείται το παραγόμενο υπερπροϊόν. Οι εργαζόμενοι έχουν όμως στην
κατοχή τους τα μέσα παραγωγής, με την έννοια ότι αυτοί αποφασίζουν σχετικά με το πώς θα τα
θέσουν παραγωγικά σε κίνηση.»3
Ο Οθωμανικός τρόπος παραγωγής είναι ασιατικός διότι, καταρχήν, η κρατική γη ως
μορφή ιδιοκτησίας ήταν κυρίαρχη. Σύμφωνα με τον ισλαμικό νόμο η γη άνηκε στον σουλτάνο
που ήταν: «Σκιά και αντιπρόσωπος του Θεού επί της γης».4 Κατά δεύτερον η κοινότητα
αποτελούσε «ουσιαστικό στοιχείο της κοινωνικοπολιτικής οργάνωσης της οθωμανικής
αυτοκρατορίας»5 όχι ως θεσμός που υποκαθιστά την εξουσία, αλλά ως θεσμός υποεξουσίας
άρρηκτα δεμένος με τον αγροτικό χαρακτήρα της παραγωγής. Αυτό που ίσως να έχει σημασία
είναι ότι η ύπαρξη της σχετικής αυτονομίας της κοινότητας χωρίου σχετίζεται ακριβώς με τον
χαρακτήρα του τρόπου παραγωγής. Η έλλειψη ενσωμάτωσης της αγροτικής υπαίθρου σε μια
είδους αγορά και ο εξωοικονομικός τρόπος απόσπασης του υπερπροϊόντος έχει ως συνέπεια την
λειτουργία της με προσανατολισμό την αυτοκατανάλωση διαμορφώνοντας και τις κοινωνικές
δομές αντίστοιχα προς μια τέτοια λογική αυτονομίας-αυτάρκειας. Τέλος, είναι σαφές ότι η
σχετική αυτή ελευθερία – αυτονομία είναι στοιχείο της συγκεκριμένης ταξικής ισορροπίας, είναι
2 Mandel Ernest, «Ο ασιατικός τρόπος…», ό.π., σσ. 151-2
3 Μηλιός Γιάννης, Ο Ελληνικός Κοινωνικός Σχηματισμός, από τον επεκτατισμό στην καπιταλιστική ανάπτυξη,
Εκδόσεις Κριτική 2000 Αθήνα, σ. 234
4 Βλ. Νικολόπουλος Ηλίας, Δομές και θεσμοί στην Τουρκοκρατία, τα αμπελάκια και κοινωνικοοικονομικός
μετασχηματισμός του ελλαδικού χώρου, Κάλβος 1988, σ. 20
5 Βλ. Νικολόπουλος Ηλίας, ό.π., σ. 34

9

από τη μια οι συνειδητές παραχωρήσεις της άρχουσας τάξης και από την άλλη εκείνο το
στοιχείο συναίνεσης και αποδοχής της ενσωμάτωσης των κυριαρχούμενων τάξεων στον
μηχανισμό εξουσίας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Αυτό το οποίο ίσως να αλλάζει από το πρότυπο του ασιατικού τρόπου παραγωγής, το
οποίο συγκροτήθηκε από τους Μαρξ Ένγκελς οι οποίοι είχαν υπόψη τους το κινέζικο και ινδικό
παράδειγμα είναι η κοινωνική και οικονομική χρησιμότητα της συγκρότησης μιας είδους
υπερδομής σαν αυτής της οθωμανικής αυτοκρατορίας (τουλάχιστον στον ευρωπαϊκό χώρο), η
οποία διαφοροποιείται από την κινέζικη αυτοκρατορία. Πιο συγκεκριμένα αυτό που ίσως να
διαφοροποιεί τον οθωμανικό ασιατισμό από τον κινέζικο ή τον ινδικό είναι ακριβώς ότι η
συγκρότησή του πρώτου δεν έλαβε ποτέ ολοκληρωμένα μια «εσωτερική οικονομική δυναμική
αναπαραγωγής του», μια δυναμική αναπαραγωγής βασισμένη στη δική του αυτόνομη
παραγωγική βάση, αλλά η δυναμική της αναπαραγωγής του και της επέκτασής του ήταν
συνδεμένη με τη δυνατότητα γεωγραφικής επέκτασης μέσα από μια διαρκή πολεμική
ετοιμότητα και σύγκρουση. Δηλαδή ενώ «μέσα στο κράτος συμφύονταν οι κρατικές λειτουργίες,
που ήταν αναγκαίες για την κοινωνική αναπαραγωγή, και οι μηχανισμοί αφαίρεσης
πλεονάσματος χάρη στην εξουσιαστική – καταχτητική σχέση, από την άλλη μεριά ουδέποτε η
κατάχτηση, ως μηχανισμός, συγχωνεύτηκε πλήρως με το οικονομικοκοινωνικό σύστημα της
κατακτημένης κοινωνίας, ώστε να δημιουργηθεί ενιαίος και ολοκληρωμένος σχηματισμός»6. Για
αυτό το λόγο και δεν υπάρχει το τέταρτο τυπολογικό στοιχείο του ασιατικού τρόπου παραγωγής,
δηλαδή οι υδραυλικές υποδομές υποστήριξης της αγροτικής παραγωγής. Για το λόγο αυτό η
οθωμανική αυτοκρατορία ποτέ δεν επιχείρησε να συγκροτήσει την κοινωνική συναίνεση με
βάση τις ανάγκες της παραγωγής δημιουργώντας πολύ μεγάλα δημόσια έργα, όπως τα αρδευτικά
του κινέζικου βασιλείου, καθώς η οθωμανική αγροτική παραγωγή είχε έναν διαφορετικό
«εξωτερικό» προσανατολισμό. Η κοινωνική συναίνεση και το επίπεδο ιστορικής ταξικής
εκμεταλλευτικής ισορροπίας στηριζόταν σε μια ιδεολογική σχετικώς εξωοικονομική ανάγκη,
την γεωγραφική επέκταση και τον πόλεμο. Σε αυτόν τον πολεμικό στόχο ήταν, λοιπόν,
προσανατολισμένος όλος ο κρατικός μηχανισμός, η παραγωγή και η ιδεολογία της φαντασιακής
κοινότητα και, γενικώς, η ιδεολογική συνοχή πετυχαινόταν κυρίως με τον ετεροπροσδιορισμό σε
σχέση με τους αλλόθρησκους ή και τους δυτικούς.
Τελικά, λοιπόν, βλέπουμε ο οθωμανικός ασιάτικος τρόπος παραγωγής αναδεικνύει τις
δικές του ιδιαιτερότητες και τις δικές του αντινομίες7. Το τρίτο τυπολογικό στοιχείο του
6 Βλ. Νικολόπουλος Ηλίας, ό.π., σ. 59
7 Δεν υποστηρίζουμε βέβαια εδώ ότι δεν υπήρχε μια πολιτική δημόσιων και κρατικών δαπανών ή μια είδους
κοινωνική πολιτική. Και φυσικά υπήρχε, αλλά λειτουργούσε μέσα από τον θεσμό των βακουφίων σχεδόν
ανεξάρτητα από τον κεντρικό σχεδιασμό. Η ύπαρξη αυτής της λειτουργίας προφανώς και σχετικοποιεί κάπως την
παρακάτω θέση ότι το οθωμανικό σύστημα παραγωγής δεν αναπτύσσει καμία εσωτερική δομική διάρθρωση καθώς
βασίζεται κυρίως σε εξωοικονομικό κοινωνικό εξαναγκασμό. Αυτό που υποστηρίζεται είναι ότι συνολικά ο
κεντρικός και κυρίαρχος προσανατολισμός του κράτους δεν έχει έναν τέτοιο χαρακτήρα.

10

οθωμανικού ασιατικού τρόπου παραγωγής είναι προφανές ότι είναι η λειτουργία του ως
πολεμική μηχανή και η λειτουργία του ως κοινωνικός και δομικός χώρος παρεμπόδισης α) της
διείσδυσης των συγκεκριμένων δυτικών φεουδαρχικών σχέσεων μάλιστα σε μια ιδιαίτερη
ιστορική φάση τους, στη φάση της μετάβασης στον καπιταλισμό, επομένως και β) της
καπιταλιστικής αγοράς.
Το τέταρτο όμως αυτό ιδιάζον τυπολογικό στοιχείο αποδείχτηκε τελικά πολύ ασταθές,
ώστε να καταφέρει να δημιουργήσει τη δυνατότητα συνεχούς και επιτυχούς αναπαραγωγής και
να διατηρήσει σε ενότητα τον οθωμανικό κοινωνικό σχηματισμό. Συνεπώς, όταν εξέλειψαν οι
επεκτατικοί όροι ο οθωμανικός ασιατικός τρόπος παραγωγής έπαψε να έχει λόγο ύπαρξης και
δεν μπορούσε παρά να ενταχθεί σε μια πορεία αποδόμησης και συνεχούς κρίσης ανατρέποντας
όλες τις κοινωνικές ισορροπίες τόσο ανάμεσα στη σχέση κέντρου και περιφέρειας – άρχουσας
τάξης και εγγυήτριας δύναμης της κοινωνικής τάξης, δηλαδή τον Σουλτάνο, όσο και στη σχέση
κυριαρχούμενων και κυρίαρχων. Αντίθετα, το κινέζικο βασίλειο που διατηρούσε μια εσωτερική
δυναμική βασίζοντας την κοινωνική συναίνεση πάνω σε πιο στέρεες οικονομικές βάσεις, την
βελτίωση της παραγωγής μπόρεσε να αντισταθεί πολύ περισσότερο στη λαίλαπα της
καπιταλιστικής αγοράς. Προφανώς, αυτή η εξέλιξη συνδέεται και με την αναγκαστική
χωροταξική συνόρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με το κέντρο της ανάπτυξης του
καπιταλισμού, την Δυτική Ευρώπη.
Ας συγκεκριμενοποιήσουμε όμως και ας προσδιορίσουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια την
εξέλιξη και την πορεία αυτών των αλλαγών ώστε να δούμε τελικά πως επέδρασαν στη
διαδικασία της πρωτοεκβιομηχάνισης. Η δομή της ανώτερης τάξης χωριζόταν: α) στον σουλτάνο
και το άμεσο περιβάλλον του που ήταν η κορυφή της πυραμίδας, β) τους στρατιωτικούς, γ) τους
διοικητικούς και δ) τους κληρικούς. «Τα άτομα που συγκροτούσαν τις κατηγορίες αυτές
αποτελούσαν και τους καρπωτές του πλεονάσματος, που συγκεντρωνόταν από το κράτος και
διανεμόταν από το Σουλτάνο ανάλογα με τη θέση που κατείχαν και το ρόλο που διαδραμάτιζαν
στις κρατικές λειτουργίες και μηχανισμούς. … Ο Σουλτάνος που μέσα από τη λειτουργία του
οθωμανικού κράτους αναδεικνυόταν σε ηγεμονική δύναμη παραχωρούσε στους στρατιωτικούς
αξιωματούχους, στους διοικητικούς λειτουργούς και στους κληρικούς φορολογικά προνόμια
πάνω στα αγροτικά και μη εισοδήματα, με αντάλλαγμα την παροχή υπηρεσιών. Τυπικά
επρόκειτο για παραχώρηση από το κράτος, και πιο συγκεκριμένα από το σουλτάνο, ενός
τμήματος από το πλεόνασμα που αποσπούσε και συγκέντρωνε».8
Με βάση αυτήν την διαδικασία οι κρατικές γαίες ανάλογα με τα εισοδήματα που έδιναν
και τελικά ανάλογα με τη δύναμη που είχε ο κάτοχός τους υποδιαιρούνταν σε τρεις κατηγορίες:
Τα τιμάρια (timar) που αποφέρανε ετήσιο εισόδημα έως και 19.999 άσπρα (akce) τα ζιαμέτια
8 Βλ. Νικολόπουλος Ηλίας, ό.π., σ. 58

11

(zi’amet) που αποδίδανε εισόδημα από 20.000 έως 100.000 άσπρα

το χρόνο και τα χάσια

(has) που προσφέρανε ετήσιο εισόδημα άνω των 100.000 άσπρων.9
Τα τιμάρια που ήταν και τα πιο διαδεδομένα ανήκαν στους πολεμιστές σπαχήδες
(spachi), ακριβώς ως αντάλλαγμα για τις πολεμικές τους υπηρεσίες και την πολεμική τους
ετοιμότητα. Αυτοί διατηρούσαν ο καθένας έναν μικρό στρατό που ακολουθούσε στους πολέμους
ή λειτουργούσε στον τόπο ως καταχτητική δύναμη. Αυτό που ίσως έχει μεγάλη σημασία είναι
ότι τελικά το μεγαλύτερο κομμάτι των εσόδων των τιμαριωτών δεν προερχόταν από τα τιμάρια,
αλλά από τη λεία και τις κρατικές υπηρεσίες.
Το πέμπτο επομένως τυπολογικό στοιχείου του ασιατικού τρόπου παραγωγής η όροι
συγκρότησης της άρχουσας τάξης συνδέονται με τον συγκεκριμένο πολεμικό χαρακτήρα του
Οθωμανικού κράτους. Με σκοπό την υποστήριξη του επεκτατισμού της αυτοκρατορίας το
κράτος πετυχαίνει τη συγκέντρωση του μεγαλύτερου μέρους του υπερπροϊόντος στα χέρια του,
γεγονός το οποίο προκαλεί την εμφάνιση ενός κοινωνικού στρώματος συντηρούμενου από αυτό
το υπερπροϊόν. Αυτό το κοινωνικό στρώμα αποτελεί την κυρίαρχη δύναμη στην κοινωνία. Το
πρόβλημα όμως με την «εσωτερική λογική» της συγκεκριμένης κοινωνίας είναι ότι ναι μεν
επιδιώκει να λειτουργεί υπέρ ενός πολύ υψηλού βαθμού σταθερότητας των βασικών
παραγωγικών σχέσεων, αλλά οι ασταθείς όροι πάνω στους οποίους βασίζεται, όπως είναι ο
πόλεμος, προφανώς και δυσκολεύει την επιτυχία της συνεχούς αναπαραγωγής ενός υψηλού
βαθμού σταθερότητας των παραγωγικών σχέσεων .
Είναι, λοιπόν, ξεκάθαρο πως όταν η χρησιμότητα των σπαχήδων θα μειωνόταν το όλο
οικονομικό και κοινωνικό οικοδόμημα θα ετίθετο σε κρίση. Έτσι, γίνεται σαφές γιατί τα
προβλήματα ως προς τη λειτουργία του συστήματος παρουσιάστηκαν όταν εκδηλώθηκε η
αδυναμία της αυτοκρατορίας για διαρκή επέκταση, όταν εκδηλώθηκε αδυναμία να εξυπηρετηθεί
ο βασικός στόχος που δημιουργούσε την βάση ύπαρξης της αυτοκρατορίας.
Το σημείο όμως που κατά την άποψή μας είναι το κεντρικό στην πορεία της
εκβιομηχάνισης είναι, όπως έχει ήδη τονισθεί, η ανατροπή των κοινωνικών σχέσεων στην
ύπαιθρο σε βάρος των άμεσων παραγωγών. Στην οθωμανική κοινωνία τη γη την καλλιεργούσαν
ελεύθεροι αγρότες (reaya), δουλοπάροικοι μισακάρηδες καλλιεργητές και δούλοι. Στη
συντριπτική τους πλειοψηφία η αγροτιά στον οθωμανικό κοινωνικό σχηματισμό αποτελούνταν
από ελεύθερους αγρότες. Αντίθετα, ο αριθμός των δουλοπάροικων μισακάρηδων αγροληπτών,
όπως και των δούλων, ήταν περιορισμένος. Η αναφορά του O. L. Barkan η οποία μεταφέρεται
από τον Νικολόπουλο και υποστηρίζει ότι «η οθωμανική αυτοκρατορία αποτελείται από
ελεύθερους χωρικούς που για πολύν καιρό ήταν μειοψηφία στη Δύση»(10) ενισχύει την άποψή
9 Βλ. Νικολόπουλος Ηλίας, ό.π., σσ. 20 - 21
10 Βλ. O. L. Barkan, «Μορφές οργάνωσης της αγροτικής εργασίας στην Οθωμανική αυτοκρατορία το ΙΕ΄και ΙΣΤ΄
αιώνα», μτφ. Σπύρου Ασδραχά, στο Η οικονομική δομή των βαλκανικών χωρών (15ος – 19ος αιώνας), Εκδόσεις
Μέλισσα 1979, σ.76 και 80 στο Νικολόπουλος Ηλίας, ό.π., σ. 62

12

μας για μια υψηλού επιπέδου κοινωνική ισορροπία

της

πάλης

των

τάξεων

στην

Οθωμανική κοινωνία, ισορροπία που θεωρούμε ότι συγκροτείται καταρχήν σε αντίθεση με τη
χειρότερη θέση που βρίσκονταν οι βαλκάνιοι χωρικοί στην φεουδαρχική Νοτιανατολική Ευρώπη
πριν την οθωμανική κατάκτηση και στην πολεμική ανάγκη για επέκταση, αλλά κυρίως αυτή η
αναγνώριση θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε καλύτερα τις συνέπειες της ανατροπής αυτής
της ταξικής εκμεταλλευτικής ισορροπίας .
Τα τιμάρια που αποτελούσαν την κυριότερη μορφή παραγωγικής σχέσης στον
οθωμανικό κοινωνικό σχηματισμό ήταν χωρισμένα σε ανεξάρτητες μικρές αγροτικές
εκμεταλλεύσεις, που είχαν παραχωρηθεί από το κράτος σε ελεύθερους χωρικούς για
καλλιέργεια. Μάλιστα το οθωμανικό κράτος κατόρθωσε να μετατρέψει τις δουλοπάροικες τάξεις
των χωρικών των κατακτημένων χωρών σε ελεύθερη τάξη, προσθέτοντας ότι «οι νόμοι του
Βυζαντίου και των σερβικών χωρών μας δείχνουν ότι οι χωρικοί υπόκεινταν σε όλες τις
υποχρεώσεις της δουλοπαροικίας, αγγαρεία, main morte (δικαίωμα στα αγαθά του νεκρού
δουλοπάροικου) κ.τ.λ και καταλήγει ότι το οθωμανικό κράτος μετέτρεψε την προσωπική
εξάρτηση σε εξάρτηση αποκλειστικά οικονομική»(11).
Ο τιμαριούχος που αποτελούσε τον κορμό της κυρίαρχης τάξης δεν είναι «ούτε
φεουδαλικός άρχοντας ούτε εκπρόσωπος μιας γεωκτητικής αριστοκρατίας πλουτισμένης από τη
γη, είναι όμως υποψήφιος να γίνει. Το οθωμανικό κράτος βρισκόταν σε κατάσταση διαρκούς
αγώνα για να αποτρέψει μια τέτοια εξέλιξη που οδηγούσε στην υπονόμευση των ίδιων του των
συμφερόντων. Μάλιστα, για να παρεμποδίσουν μια τέτοια εξέλιξη, οι κανονισμοί της
οθωμανικής αυτοκρατορίας δεν επέτρεπαν στους τιμαριούχους να απαιτούν αγγαρεία από τους
αγρότες που καλλιεργούσαν τις μικρές αγροτικές εκμεταλλεύσεις, στις οποίες χωριζόταν το
τιμάριο και τους είχαν παραχωρηθεί από το κράτος. Επίσης, απαγορευόταν στους τιμαριούχους
να χρησιμοποιούν τους αγρότες σαν εργατικά χέρια στις δικές του γαίες … Χάρη σε αυτά τα
μέτρα όσο και να χειροτέρευαν αργότερα οι συνθήκες ζωής των αγροτών, αυτοί δεν έχασαν ποτέ
επίσημα την ιδιότητα του ελεύθερου αγρότη.»(12)
Με την εκδήλωση της αδυναμίας του οθωμανικού κράτους για διαρκή στρατιωτική
επέκταση, το ενδιαφέρον της κυρίαρχης τάξης αρχίζει να στρέφεται, όλο και περισσότερο στην
εκμετάλλευση

της

γαιοπροσόδου

σαν

αποκλειστικής

σχεδόν

πηγής

απόσπασης

πλεονάσματος.(13) Και είναι πολύ λογικό καθώς ο ρόλος τους στο κράτος μειωνόταν, ενώ τα
έσοδα από τις λείες δεν υπήρχαν. Αυτό είχε ως συνέπεια να διαταραχθεί η κοινωνική ισορροπία,
να ενταθεί η ταξική πάλη και η κοινωνική επίθεση της κυρίαρχης τάξης σε βάρος της αγροτικής
τάξης με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν κεντρόφυγες δυνάμεις οι οποίες ανέτρεπαν την
«εσωτερική αρμονία» του κυρίαρχου τρόπου παραγωγής, καθώς είχε ανατραπεί η «εσωτερική
11 Βλ. O. L. Barkan, «Μορφές οργάνωσης …», ό.π., σσ. 83-84, στο Νικολόπουλος Ηλίας, ό.π., σ. 63
12 Βλ. Νικολόπουλος Ηλίας, ό.π., σ. 64
13 Βλ. Νικολόπουλος Ηλίας, ό.π., σσ. 67-8

13

λογική» του. Από την άλλη η αδυναμία να διατηρήσει η αυτοκρατορία το δυναμισμό της
απέναντι στην Ευρωπαϊκή Δύση, η οποία πλέον είχε περάσει στο στάδιο του καπιταλισμού και
είχε αναπτύξει μια πρωτόγνωρη για την παγκόσμια ιστορία οικονομική και πολιτική δυναμική
είχε και τη συνέπεια να μπει η οθωμανική κοινωνία σε μια διαδικασία ενσωμάτωσης της στην
καπιταλιστική αγορά. Αυτό είχε ως συνέπεια, καταρχήν, να ενταχθεί η παραγωγική διαδικασία
στη λογική του καπιταλιστικού κέρδους, πράγμα που επιβάρυνε ακόμη περισσότερο τη θέση των
αγροτών, καθώς η πίεση σε βάρος τους αυξανόταν.
Ας δούμε όμως πιο συγκεκριμένα την εξέλιξη στις παραγωγικές σχέσεις. Ο τρόπος με
τον οποίο η κυρίαρχη τάξη αναδιαμορφώνει υπέρ της την μέχρι τότε κοινωνική εκμεταλλευτική
ισορροπία είναι η ολοένα και περισσότερο ιδιωτικοποίηση της φορολογίας. Ο συνασπισμός
εξουσίας Σουλτάνος/ κράτος- κυρίαρχη τάξη πρέπει να επαναπροσδιοριστεί με βάση τις νέες
ανάγκες της τελευταίας. Μέχρι την περίοδο εκείνη η κυρίαρχη τάξη, οι τιμαριώτες, είχε ως
βασικό προϊόν πλουτισμού τον πόλεμο και τον κρατικό μηχανισμό. Το κράτος χρειαζόταν
κυρίως ως συμμαχία μεταξύ τους και ο Σουλτάνος κυρίως χρειαζόταν να υπάρχει ως εγγυητής
αυτής της συμμαχίας, ώστε να μπορούν να γίνονται οι πόλεμοι και να είναι νικηφόροι.
Παράλληλα το κράτος εγγυούταν την ισοτιμία της κυρίαρχης τάξης, το συλλογικό ταξικό
συμφέρον σε βάρος των εκμεταλλευομένων τάξεων και το συλλογικό των αντίπαλων
κοινωνικών σχηματισμών. Εγγυούταν την ύπαρξη μιας παραγωγικής βάσης για την
αναπαραγωγή της άρχουσας τάξης και εγγυούταν μια είδους σταθερότητας με τα τιμάρια. Με
την εμφάνιση της αδυναμίας επέκτασης της αυτοκρατορίας αλλάζουν και οι σχέσεις ανάμεσα
στην κυρίαρχη τάξη και τον εκπρόσωπό της τον Σουλτάνο, δηλαδή το κράτος. Οι περιφερειακοί
άρχοντες δε χρειάζονται ποια τόσο αυτή τη συλλογική ταξική συμμαχία οπότε είναι λογικό να
πιέζουν για περισσότερη αυτονομία, που σημαίνει από τη μεριά του αυτοκράτορα μεγαλύτερες
παραχωρήσεις. Ο νέος συνασπισμός εξουσίας έχει περισσότερο ταξικό και εκμεταλλευτικό
χαρακτήρα. Ο σουλτάνος για να μπορέσει να διατηρήσει την ισχύ του είναι υποχρεωμένος να
παραχωρεί ολοένα και μεγαλύτερο μέρος της υπερπαραγωγής στην κυρίαρχη εκμεταλλευτική
τάξη, ώστε να αντικαταστήσει το χαμένο κέρδος από τη μη ύπαρξη πολέμων. Το κράτος
αδυνατεί να προστατεύσει τους άμεσους παραγωγούς, καθώς ο έλεγχος ολοένα και
απομακρύνεται από την πρωτεύουσα και το κέντρο. Για την άρχουσα τάξη της νέας περιόδου το
κράτος- Σουλτάνος αποκτά μια νέα σημασία που αντικαθιστά την πολεμική, είναι ο εγγυητής
της εκμίσθωσης των φόρων. Ο ασιατικός τρόπος παραγωγής που αρχικά ήταν βασισμένος σε
χαρακτηριστικά κατακτητικού-δοσιματικού τύπου μετασχηματίζεται και τείνει να μετεξελιχθεί
περισσότερο «σε μια ιδιότυπη μορφή φεουδαλικών σχέσεων, από τις οποίες όμως απουσίαζε σε
μεγάλη έκταση ο θεσμός της πλήρους κυριότητας»(14).
Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο καθώς την περίοδο της παρακμής της Οθωμανικής
14 Βλ. Νικολόπουλος Ηλίας, ό.π., σ. 87

14

Αυτοκρατορίας,

η

οθωμανική

κοινωνία ενσωματώνεται στην παγκόσμια αγορά με

αποτέλεσμα παράλληλα με την τάση φεουδαρχοποίησης, η οποία ποτέ δε θα ολοκληρωθεί για να
λάβει

τα

δυτικοευρωπαϊκά

φεουδαλικά

χαρακτηριστικά,

να

εμφανίζονται

στοιχεία

καπιταλιστικοποίησης κάποιων στοιχείων της παραγωγής. Θα μπορούσε μάλιστα κάποιος να
συνδέσει την τάση για φεουδαρχοποίηση ως αναγκαία προϋπόθεση την οποία η ιστορική
αναγκαιότητα επιβάλλει κατά τη διάρκεια της εξέλιξης του συγκεκριμένου κοινωνικού
σχηματισμού για τη μετάβαση σε στον παραγωγικό και εμπορευματικό καπιταλισμό ή την
ενσωμάτωσή του στην καπιταλιστική αγορά.
Β. Η διαδικασία πρωτοεκβιομηχάνισης στο Πήλιο
Β.1. Η βιοτεχνία στον ασιατικό τρόπο παραγωγής, οι δυνατότητες ανάπτυξής της
κατά την περίοδο της αποδιάρθρωσης του Οθωμανικού τρόπου παραγωγής
Πρώτη συνέπεια της ανατροπής σε βάρος των αγροτών της ταξικής ισορροπίας και της
πορείας φεουδαρχοποίησης αφορά τις δημογραφικές εξελίξεις και τις πληθυσμιακές
μετακινήσεις. Ο Ηλίας Νικολόπουλος είναι σαφής: «οι δημογραφικές εξελίξεις που
σημειώθηκαν στην οθωμανική κοινωνία την περίοδο … » αυτή «χαρακτηρίζονται από μια
έντονη δημογραφική στασιμότητα ή, πιο σωστά, ο πληθυσμός αυξάνεται με πολύ μικρό ρυθμό,
κυρίως στο ευρωπαϊκό της τμήμα. Σε δύο μάλιστα περιοχές, τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία
όπου είχαμε σημαντική ανάπτυξη των τσιφλικιών, παρουσιάστηκε κατά το διάστημα 1520- 1820
πληθυσμιακή μείωση στην πρώτη και στασιμότητα στη δεύτερη»(15). Η απάντηση που δίνει ο
ίδιος ερευνητής είναι εξίσου σαφής: «Νομίζουμε ότι τις αιτίες της δημογραφικής αυτή εξέλιξης
πρωταρχικά πρέπει να τις αποδώσουμε σε μεγάλο βαθμό στις μετακινήσεις των πληθυσμών προς
τις ορεινές και νησιωτικές περιοχές, όπως και στη μετανάστευση προς το εξωτερικό. Σε ό, τι
αφορά δε τους παράγοντες που υποκίνησαν τα μεταναστατευτικά αυτά ρεύματα, πρέπει να
αναζητηθούν καταρχήν στις τάσεις διαφοροποίησης των «ασιατικών» κοινωνικοπολιτικών
σχέσεων, που κυριαρχούσαν στην κατεύθυνση των «φεουδαρχικών» όπως και στις πρώτες
ρωγμές κεφαλαιοκρατικού χαρακτήρα που θα κάνουν την εμφάνισή τους από τα μέσα του ΙΗ΄
προς το ΙΘ΄ αιώνα.»(16) Τα λόγια του Κωστή Μοσκώφ, όπως τα μεταφέρει ο ίδιος επιβεβαιώνουν
αυτήν την ερμηνεία. «Σε κάθε καινούριο κύμα φεουδαρχοποίησης του ευφορώτερου κάμπου, ο
δρόμος είναι ανοικτός προς το βουνό». Τα στοιχεία που μεταφέρει είναι καταδεικτικά: με την
επέκταση των τσιφλικιών σε βάρος της δημόσιας γης, οι γεωργοί υποχρεώνονταν να
καταβάλουν με τη μορφή διαφόρων φόρων 20 – 25% της παραγωγής τους στους γαιοκτήμονες
πέρα από το 28% της παραγωγής που κατεβάλανε στο κράτος.»(17) Πάρα πολύ μεγάλο
15 Βλ. Νικολόπουλος Ηλίας, ό.π., σ. 92
16 Βλ. Νικολόπουλος Ηλίας, ό.π., σ. 92
17 Βλ. Νικολόπουλος Ηλίας, ό.π., σ. 93

15

ενδιαφέρον έχει η σύγκριση δύο περιόδων της ιστορίας του ίδιου κοινωνικού χώρου, δηλαδή
του βαλκανικού, που επιχειρεί η Ελ. Αντωνιάδη – Μπισμπίκου αυτής του 14ου αιώνα και εκείνης
μεταξύ 1750- 1850 « … δυό στιγμές ‘‘αποδιάρθρωσης’’, δυο κορυφαία σημεία εκφεουδαλισμού
(ο όρος χρησιμοποιούμενος στην πλατειά του σημασία) που προηγείται από την τελική πτώση
δύο

αυτοκρατοριών,

πρωτύτερα

ισχυρά

συγκεντρωτικών,

της

βυζαντινής

και

της

οθωμανικής»(18). Την περίοδο αυτή έχουμε αγροτική έξοδο, λοιπόν, η οποία δημιούργησε ώθηση
προς τους ορεινούς όγκους. Το ερώτημα γιατί στους ορεινούς όγκους δεν είναι δύσκολο να
απαντηθεί: η δυσκολία των οθωμανικών αρχών να ελέγχουν με τα υπάρχοντα μέσα
ολοκληρωτικά τον χώρο κυριαρχίας τους ή ίσως και η αδιαφορία των μπέηδων, καθώς ο καθαρά
γεωργικός προσανατολισμός του οθωμανικού παραγωγικού συστήματος, ιδιαίτερα με τη μορφή
που έλαβε τους τελευταίους αιώνες δεν προκαλούσε την άμεση ανάγκη σύνδεσης των χωρών της
πεδιάδας με τις χώρες του βουνού. Εκεί διαμορφώνονταν νέοι εξουσιαστικοί μηχανισμοί και νέοι
συνασπισμοί εξουσίας ανάμεσα σε εξουσιαζόμενους και εξουσιαστές, οι μηχανισμοί των
κλεφτών και των αρματολών, δημιουργώντας νέες ελίτ. Η κοινωνική συμμαχία του βουνού
βασισμένη κυρίως στην κτηνοτροφία συγκροτούταν μέσα από την «φυσική» σύγκρουση βουνού
– πεδιάδας, κτηνοτρόφων – αγροτών. Δηλαδή οι κτηνοτρόφοι δημιουργούσαν έναν πολεμικό
μηχανισμό άμυνας μέσα από έναν κοινωνικό καταμερισμό και διαχωρισμό ανάμεσα σε εκείνους
που ασχολούνταν με την κτηνοτροφία και σε εκείνους που τους προστάτευαν. Αυτός ο
πολεμικός μηχανισμός μπορούσε μέσα από τη δυναμική των όπλων να αυτονομείται και να
μετατρέπεται σε εξουσιαστικό μηχανισμό του ορεινού χώρου. Σίγουρα, η ταξική ισορροπία και
οι κοινωνικοί όροι στα βουνά βρίσκονταν σε πολύ καλύτερο επίπεδο για τις κατώτερες τάξεις.
Αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι ότι τελικά αυτοί οι χώροι δεν μπορούσαν να συγκροτήσουν ένα
διευρυμένο ανεξάρτητο πεδίο αντιπαρατιθέμενο με κρατική μορφή ενάντια στο οθωμανικό
κράτος, οπότε αναγκαστικά ενσωματώθηκε στους εξουσιαστικούς μηχανισμούς της Οθωμανικής
Αυτοκρατορίας με περισσότερα δικαιώματα από ότι οι άλλοι χώροι. Αποτελούσαν, δηλαδή,
τελικά αυτοί οι εξουσιαστικοί μηχανισμοί κομμάτι του πολυσύνθετου οθωμανικού κοινωνικού
σχηματισμού και μόνο εν δυνάμει αποτελούσαν κίνδυνο για συνολική ανατροπή. Θα μπορούσε
κάποιος να ισχυριστεί ότι από τη μια ήταν μια από τις εκφάνσεις της τάσης αποδόμησης του
οθωμανικού κοινωνικού ιστού και περιφερειοποίησης της πολιτικής ισχύος, από την άλλη όμως
λειτούργησε μέσα σε κάποια όρια γενικής εξισορρόπησης, ώστε να μπορεί γενικά το οθωμανικό
καθεστώς να αναπαράγεται.
Βέβαια, όπως έχουμε ήδη αναφέρει η αγροτική έξοδος δεν κατευθυνόταν μόνο στα
ορεινά. Κατά τον Τζιαμτζή Α. «την εποχή αυτή μπορούμε να μετρήσουμε τέσσερα
μεταναστευτικά ρεύματα να διαγράφονται καθαρά, το πρώτο κατευθύνεται από την ύπαιθρο στις
18 Βλ.Αντωνιάδου - Μπιμπίκου Ελένη, «Ερημωμένα χωριά στην Ελλάδα. Ένας προσωρινός απολογισμός», μτφ.
Σπ. Ασδραχά στο Η οικονομική δομή των βαλκανικών χωρών (15ος – 19ος αι.), Εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα 1979
στο Νικολόπουλος Ηλίας, ό.π., σ. 93

16

μεγάλες κωμοπόλεις, πόλεις και βιοτεχνικά κέντρα που γίνονται πόλοι έλξεως των
ξεριζωμένων αυτήν πληθυσμών. Συνήθως αναζητούν και αποζούν από δευτερεύουσες, ίσως
παρασιτικές, απασχολήσεις. Το δεύτερο μεταναστευτικό ρεύμα πραγματοποιείται από τη μια
περιοχή στην άλλη καθώς οι χωρικοί ψάχνουν για καλλίτερους όρους εργασίας, περισσότερη
ασφάλεια, λιγότερα βάρη, ανθρωπινότερη μεταχείριση. Οι περιοχές που μεταναστεύανε οι
καταπιεζόμενοι ήσαν οι ορεινές απόκεντρες περιοχές, περιοχές που για τον ‘έναν ή τον άλλον
λόγο απολαμβάνανε σχετικά προνόμια ελευθερίας και τέλος τα νησιά. Στα μέρη αυτά η
τουρκική διοίκηση ήταν σκιώδης για λόγους που ανάγονται στις ίδιες τις δομές του διοικητικού
μηχανισμού σε συνδυασμό με την ανυπαρξία οδικού δικτύου και επαρκών συγκοινωνιακών
μέσων. Έτσι κάποια στιγμή ορισμένες περιοχές του ελληνικού χώρου και κυρίως οι ακτές και τα
νησιά βρέθηκαν να κατοικούνται τόσο από τους μόνιμους κατοίκους τους που είχαν γνώση της
Θάλασσας από παράδοση, όσο και από ανήσυχα, δημιουργικά και επιχειρηματικά πνεύματα που
είχαν φτάσει και εγκατασταθεί εκεί, κάτω από την πίεση διωγμών και κάθε φύσεως καταπιέσεις.
Το τρίτο ρεύμα στο εσωτερικό της οθωμανικής αυτοκρατορίας είναι εκείνο που οδηγεί από την
ύπαιθρο, το χωριό στο «κλαρί» (ενν. στις ομάδες των κλεφταρματωλών) και τέλος το τέταρτο
είναι εκείνο που κατευθύνεται στο εξωτερικό για να τροφοδοτήσει τις ελληνικές παροικίες που
υπήρχαν εκεί ή για να δημιουργήσει καινούριες»(19).
Αυτό που θα μπορούσαμε να κρατήσουμε από την αναφορά του Τζιαμτζή είναι η
υπόνοια μιας ποιοτικής διαφοροποίησης των μεταναστών. Κάποιοι από αυτούς ικανοποιούνταν
με την προοπτική μιας λίγο καλύτερης διαβίωσης, ενώ κάποιοι άλλοι ήταν «ανήσυχα,
δημιουργικά και επιχειρηματικά πνεύματα». Στη συνέχεια λαμβάνουμε υπόψη μας ότι ένα
χαρακτηριστικό του οθωμανικού ασιατικού τρόπου παραγωγής ήταν ότι λειτουργούσε και
υπήρχε η οικιακή αγροτική χειροτεχνία η οποία κάλυπτε τις ανάγκες των μικρών τοπικών
κοινωνιών η οποία όταν ξέφευγε από το χωρίο λειτουργούσε αυστηρά μέσα στα πλαίσια μιας
αγοράς προϊόντων ανταλλακτικής αξίας, άσχετα εάν μεσολαβούσε ως ανταλλακτικό μέσο η
νομισματική αξία(20). Επίσης, γνωρίζουμε ότι γενικώς η βιοτεχνική παραγωγή στις πόλεις ήταν
υπαρκτή, πράγμα που μας δείχνει ότι είναι δυνατόν να αναπτυχθεί η βιοτεχνία μέσα στους
κόλπους της οθωμανικής κοινωνίας(21). Τα τρία αυτά στοιχεία μας οδηγούν στην υπόθεση ότι η
19 Τζιαμτζής Α.Ι., Η ναυτιλία του Πηλίου στην Τουρκοκρατία, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, σσ. 15-16
20
21 Εκείνο που αποτελεί ιδιοποιό χαρακτηριστικό του ασιατικού τρόπου παραγωγής και το παρατηρούμε και στην
οθωμανική εκδοχή του είναι το γεγονός ότι οι πόλεις υπάγονται αυστηρά στην κεντρική εξουσία του κράτους ή
στους διάφορους τοπάρχες. Δεν έχουμε δηλαδή το φαινόμενο των ανεξάρτητων πόλεων της φεουδαλικής δύσης.
Παράλληλα η εμπορική αγορά είναι κεντρικά προσδιορισμένη και ελεγχόμενη. Παρόλαυτά τα αστικά κέντρα
διατηρούν και αναπτύσσουν βιοτεχνική παραγωγή, η οποία όμως λειτουργεί υπαγμένη στους αυστηρούς
παρεμβατικούς κανόνες ενός κράτους και μιας άρχουσας τάξης που ο όλος της πλούτος προέρχεται από την
αγροτική παραγωγή. Κατά τον Ernest Mandel και κυρίως με βάση τα μαρξικά κείμενα η ανάπτυξη των πόλεων στις
χώρες της Ανατολής ήταν «αρκετά τυχαία και δευτερεύουσας σημασίας», η παραγωγή παρέμενε σχεδόν
αποκλειστικά παραγωγή αξιών χρήσης. Παρόλαυτά η ανάπτυξη της παραγωγής ανταλλακτικών αξιών στις πόλεις
είναι εκείνη που καθιστά δυνατή την προετοιμασία για την κυριαρχία του κεφαλαίου. Όταν η δύναμη του χρήματος
γίνεται κυρίαρχη σε μη βιομηχανικές κοινωνίες, αυτό οδηγεί στην κυριαρχία της υπαίθρου πάνω στην πόλη.( Βλ.
για όλα Mandel Ernest, «Ο ασιατικός τρόπος…», ό.π., σ. 152.) «Μ’ άλλα λόγια, η ιδιαίτερη δομή του ασιατικού

17

επιβάρυνση

των

κοινωνικών

όρων

στην αγροτική παραγωγή και ο εκφεουδαρχισμός

της οδηγούσε σε μια μεγαλύτερη «αγροτοποίηση» της παραγωγής. Δηλαδή, από τη στιγμή που η
ανάγκη της κυρίαρχης τάξης είναι μια ολοκληρωτική υποταγή των αγροτών στις γεωργικές
ασχολίες οι οποίες προσφέρουν μέσα από την εκμισθωμένη φορολογία μεγαλύτερο πλούτο
υπάρχει πίεση προς αυτήν την κατεύθυνση μέσα από την αύξηση των φορολογικών
υποχρεώσεων των ραγιάδων. Συνεπώς, εκείνοι οι οποίοι πρώτοι θα αισθάνονταν αδυναμία να
αντεπεξέλθουν στη νέα πραγματικότητα είναι όσοι μέσα στις αγροτικές κοινότητες εξασκούσαν
παράπλευρα στις αγροτικές τους ασχολίες κάποια μορφή εξειδικευμένης τεχνικής εργασίας μέσα
σε αυτό το αυτοκαταναλωτικό πλαίσιο. Πρώτοι αυτοί, λοιπόν, θα αναζητούσαν χώρους που θα
υπήρχε η δυνατότητα είτε να εξασκήσουν με τον ίδιο τρόπο την εργασία τους είτε να την
αναπτύξουν. Υποστηρίζουμε δηλαδή εδώ ότι ένα κομμάτι των μεταναστών ήταν εκείνοι που
εξασκούσαν οικοτεχνία και έφυγαν από τον τόπο τους επειδή ακριβώς πιέζονταν να
προσανατολιστούν στην αγροτική παραγωγή.
Αν το δούμε πιο συγκεκριμένα το γεγονός ότι στους χώρους αυτούς έπνεε σε σχέση με
την καταπνικτική κατάσταση στην πεδιάδα ή στην ηπειρωτική χώρα ένας όσον αφορά τα νησιά
αέρας μεγαλύτερης ελευθερίας και μεγαλύτερης σιγουριάς θα πρέπει σίγουρα να υπολογιστεί ως
πολύ βασικός παράγοντας για τον παραγωγικό μετασχηματισμό πολλών περιοχών προς μια
βιοτεχνική κατεύθυνση. Πολλοί, λοιπόν, αυτόνομοι τεχνίτες που δεν άντεχαν την καταπίεση και
την

βίαιη

αγροτοποίηση

των

πεδινών

περιοχών

ή

γενικώς

των

περιοχών

που

εκφεουδαρχοποιούνταν ήταν πολύ λογικό να συγκεντρωθούν σε αυτές τις περιοχές και τελικά να
αναπτύξουν τη βιοτεχνία. Πάνω σε αυτό θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί κάνοντας ένα
συσχετισμό, όχι και τόσο αυθαίρετο, ότι η ελευθερία των βουνών που οδήγησε στην
πρωτοεκβιομηχάνιση θυμίζει την ελευθερία των αστικών πόλεων στο δυτικό μεσαίωνα. Οι
βιοτεχνικές κοινότητες και οι δομές που δημιουργήθηκαν για να τις προστατέψουν και
γενικότερα το ευρύτερο απόλυτα διαφοροποιημένο και αντιθετικό παραγωγικό, κοινωνικό,
οικονομικό πλέγμα έχει περισσότερες αναλογίες με την αντιθετική κατάσταση πόλης – υπαίθρου
στο δυτικό μεσαίωνα παρά με τα κοινωνικά χαρακτηριστικά που οδήγησαν στην
πρωτοεκβιομηχάνιση στην ύπαιθρο στην Ευρώπη, ως πρώτη φάση της εκβιομηχάνισης. Δεν
υπήρξε δηλαδή ένας γενικός μετασχηματισμός της παραγωγικής βάσης ολόκληρης της
οθωμανικής κοινωνίας ώστε να τεθούν οι όροι για την ανάπτυξη του καπιταλισμού, αλλά
μετασχηματίστηκαν κάποιοι συγκεκριμένοι χώροι που βρίσκονταν υπό ιδιαίτερους όρους. Η
πρωτοεκβιομηχάνιση στην οθωμανική κοινωνία είναι συνέπεια της τάσης φεουδαρχοποίησης. Η
ανολοκλήρωτη αυτή όμως διαδικασία σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ήδη η οθωμανική
τρόπου παραγωγής – η υπαγωγή των πόλεων τόσο στη γεωργία όσο και στην κεντρική εξουσία – συνεπαγόταν ότι
το κεφάλαιο δεν μπορούσε πλήρως να αναπτυχθεί. Αυτό σήμαινε όχι στασιμότητα των παραγωγικών δυνάμεων
(κάτι το οποίο δεν μπορεί να υποστηριχθεί σε μια περίπτωση όπως αυτή της Κίνας), αλλά επιβραδυνόμενη
ανάπτυξη, η οποία, τελικά, αποδείχθηκε μοιραία για τα έθνη τα οποία βασίστηκαν σ’ αυτόν τον τρόπο παραγωγής».(
Mandel Ernest, «Ο ασιατικός τρόπος…», ό.π., σ. 152.)

18

κοινωνία

εντάχθηκε

στην

παγκόσμια καπιταλιστική αγορά, χωρίς να έχει μπορέσει

(δεν ξέρουμε αν θα μπορούσε να εξελιχθεί διαφορετικά) να συγκροτήσει μια ιδιαίτερη
βιοτεχνική δυναμική προφανώς την εμπόδισε να συνεχίσει προς αυτήν την πορεία.
Οι συνέπειες της ενσωμάτωσης της οθωμανικής κοινωνίας στη διεθνή αγορά οδήγησαν
στην εμπορευματικοποίηση του ιδιοποιούμενου από την κυρίαρχη τάξη πλεονάσματος είτε αυτό
είχε τη μορφή χρήματος είτε αγροτικού προϊόντος, πράγμα που δημιούργησε τη βάση
σχηματισμού ιδιωτικού κεφαλαίου μέσα από την πρωταρχική συσσώρευση. Η βάση αυτή όμως
παρότι ήταν μικρή και κατά συνέπεια η δυνατότητα για την πραγματοποίηση παραγωγικών
επενδύσεων ιδιαίτερα περιορισμένη, ένα κομμάτι κατευθύνθηκε προς την βιοτεχνία, ακριβώς
διότι υπήρχαν οι υλικές προϋποθέσεις: η προσφορά τεχνογνωσίας και ένα λιγότερο βαρύ
φορολογικό θεσμικό πλαίσιο στους ορεινούς όγκους ή σε νησιά το οποίο επέτρεπε την
πρωτοεκβιομηχάνιση. Ένα κομμάτι του εμπορικού κεφαλαίου, πιεσμένο για ανεύρεση νέων
πηγών, «ανακάλυψε» τους τεχνίτες που έφευγαν από την πεδιάδα, τους συγκέντρωσε στο
ελεύθερο ορεινό ή νησιωτικό χώρο και τους συνέδεσε υπό την εποπτεία και τον έλεγχό του
γεννώντας τη μανιφακτούρα. Ο ελεύθερος ανταγωνισμός ως χαρακτηριστικό του πρώτου
σταδίου του καπιταλισμού δημιουργούσε όλες τις προϋποθέσεις για μια επιτυχημένη ανάπτυξη
της βιοτεχνίας.
Έτσι, λοιπόν, μπόρεσαν και δημιουργήθηκαν οι όροι σε κοινότητες και σε περιοχές της
Οθωμανικής Αυτοκρατορίας οι οποίες εξελίχθηκαν σε δυναμικά οικονομικά βιοτεχνικά κέντρα
τα οποία όμως εξαιτίας της αντίρροπης πορείας των περιοχών της οθωμανικής αυτοκρατορίας
που είχαν ενταχθεί σε μια τροχιά εκφεουδαρχοποίησης δεν μπόρεσαν να ενιαιοποιηθούν ως
παραγωγική δομή, παρότι αποτελούσαν συνέπεια των ίδιων φαινομένων και παρότι συνδέονταν
και ήταν υποταγμένες στο ίδιο εμπορικό κεφάλαιο. Δηλαδή παρότι βρίσκονταν στην ίδια
κοινωνία και στο ίδιο κράτος, δεν επικοινωνούσαν ουσιαστικά καθόλου ως κοινωνικοί και
οικονομικοί χώροι. Η βιοτεχνική παραγωγή ήταν συνδεμένη κυρίως με τις αγορές της
Ευρωπαϊκής Δύσης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο οθωμανικός κοινωνικός σχηματισμός να
διασπαστεί σε δύο παραγωγικούς χώρους, τον εκφεουδαρχημένο ασιατικό και τον
πρωτοκαπιταλιστικό. Βέβαια, κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι πρόκειται για ισοδύναμες
παραγωγικές δομές. Η αγροτική παραγωγή συνέχιζε να αποτελεί το βασικό πεδίο διαμόρφωσης
της κυρίαρχης τάξης στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι όποιες υπάρχουσες βιοτεχνικές νησίδες
δεν αποτελούσαν παρά ένα περιθωριακό φαινόμενο καταδικασμένο να αποτύχει άσχετα με τη
δυναμική που αναδείκνυε, καθώς αυτή είναι απόρροια της φύσης της βιοτεχνικής παραγωγής,
δηλαδή δεν πρέπει να μας ξεγελά η μεγάλη διαφορά σε επίπεδο πολιτισμικής, πνευματικής,
πολιτικής και κοινωνικής ανάπτυξης των περιοχών και των ανθρώπων του βιοτεχνικού τομέα
από τον αγροτικό.
Είδαμε την εμφάνιση της βιοτεχνίας ως συνέπεια της ενσωμάτωσης της οθωμανικής

19

αγοράς

στον

υπό

διαμόρφωση

διεθνή καταμερισμό της παραγωγής, επίσης είδαμε τη

διάσπαση του οθωμανικού χώρου ως συνέπεια των αντιφάσεων και των αντίρροπων τάσεων της
εκφεουδαρχοποίησης, αλλά δεν επισημάναμε τη σημαντική συμβολή στην υποστήριξη της
βιοτεχνίας των πρόσθετων καταναλωτικών αναγκών που δημιούργησε ο πρόσθετος πλούτος στη
νέα φεουδαρχική ελίτ, ιδιαίτερα σε μια εποχή που η δυτική ανάπτυξη πίεζε για έντονη κοινωνική
διαφοροποίηση των αρχόντων από τους αρχόμενους. Δεν είναι καθόλου τυχαία η επίσημη
προστασία που απολάμβαναν όλες αυτές οι περιοχές είτε απευθείας από το Σουλτάνο για
ικανοποίηση των αναγκών της αυλής της Υψηλής Πύλης είτε από διάφορους τοπάρχες όπως ο
Αλί Πασάς των Ιωαννίνων. Πήλιο, Ζαγορά, Χίος και άλλες περιοχές διατηρούσαν τέτοια
προνόμια. Τελικά, λοιπόν, η εναιαότητα στον οικονομικό χώρο ήταν ως ένα βαθμό υπαρκτή,
αλλά σε ένα υψηλότερο επίπεδο, περισσότερο σαν σύνδεση δυο διαφορετικών παραγωγικών
σφαιρών. Η σύνδεση αυτή δεν ήταν ισομερής, αλλά άνιση και ουσιαστικά αποτελούσε μια
μορφή υποταγής της αδύναμης πολιτικά αστικής τάξης της βιοτεχνίας στον πραγματικά
επικυρίαρχο της κοινωνίας και της παραγωγής που ήταν ο Πασάς ή ο Σουλτάνος, δηλαδή οι
άρχοντες της γης. Είναι σαφές πως στην οθωμανική αυτοκρατορία κυρίαρχη τάξη ήταν η τάξη
που απολάμβανε το αγροτικό υπερπροϊόν, η φεουδαρχικά αριστοκρατία. Συνδετικός κρίκος των
δύο αυτών παραγωγικών δομών ήταν το εμπόριο.
Β.2. Η περίπτωση του Πηλίου
Το γεγονός ότι στους ορεινούς χώρους η αγροτική έξοδος ωθεί σε μια πρωτότυπη
αρκετές φορές πρωτοεκβιομηχάνιση όπως για παράδειγμα στα χωριά του Πηλίου αποτελεί
ακριβώς το δικό μας το αντικείμενο μελέτης.
Ας δούμε καταρχήν το Πήλιο γεωγραφικά. Το όρος Πήλιο βρίσκεται δυτικά της πόλης
του Βόλου στο σημερινό νομό Μαγνησίας στο κέντρο της σημερινής Ελλάδας. Εκτείνεται κατά
μήκος στην αρχή της χερσονήσου που διαμορφώνει τον Παγασητικό Κόλπο διαχωρίζοντάς τον
από το Αιγαίο Πέλαγος.
Χάρτης Πηλίου(22)

22 Ο χάρτης είναι τουριστικός πράγμα που σημαίνει ότι μας δίνει μια σχετική μόνο εικόνα του χώρου. Βλ.
http://2004.cybex.gr/pls/snow/disp_map?htmlsccode=5&lang=1

20

Τα χωριά του Πηλίου βρίσκονται πάνω στις πλαγιές του όρου και μπορούν να χωριστούν σε
εκείνα της ανατολικής πλαγιάς προς το Αιγαίο και σε εκείνα της εσωτερικής δυτικής προς τον
Παγασητικό. Τα πιο σημαντικά χωριά του ανατολικού Πηλίου είναι αρχίζοντας από το πιο
βορινό είναι το Πουρί, η Ζαγορά, το Χορευτό στην παραλία, η Μακρυράχη, το Μούρεση, τα
παραλιακά Άγιος Ιωάννης και Νταμουχάρη, η Τσαγκαράδα στην πλαγιά, ο Μυλοπόταμος
παραλιακά και η Λαμπινού στην πλαγιά. Τα δυτικά χωριά είναι η Μακρυνίτσα, 10 χλμ από τον
Βόλο, δίπλα ακριβώς η Πορταριά, πιο μετά τα Χάνια, ο Άγιος Λαυρέντιος, ο Άγιος Βλάσιος, η
Βυζίτσα και οι Μηλιές. Παραλιακά στον Παγασητικό είναι η Αγριά πιο κοντά στον Βόλο και τα
Καλά Νερά. Τέλος, αυτό που θα πρέπει να λάβουμε υπόψη συνολικά για τα χωριά του Πηλίου
είναι ότι βρίσκονται χωροταξικά νότια του μεγάλου Θεσσαλικού κάμπου και πάρα πολύ κοντά
σε άλλες περιοχές με ανάλογη έντονη βιοτεχνική ανάπτυξη την ίδια ακριβώς περίοδο, όπως τα
Αμπελάκια και ο Τύρναβος. Βέβαια, βιοτεχνική ανάπτυξη παρατηρείται εκείνη την εποχή σε όλη
τη Νοτιανατολική Ευρώπη. Πιο κοντά στη Θεσσαλία είναι η Μακεδονία, η Ήπειρος και τα
νησιά του Αιγαίου.
Β.2.α. Η Θεσσαλία και το Πήλιο στα ύστερα βυζαντινά και πρώτα οθωμανικά χρόνια
Στη Θεσσαλία κατά την προοθωμανική περίοδο οι φεουδαρχικές σχέσεις είχαν
αναπτυχθεί σε σημείο τέτοιο, ώστε να δημιουργηθεί μια ισχυρή ντόπια αριστοκρατία η οποία με
ηγέτιδα δύναμη την οικογένεια των Μελισσινών, κάτοχο του φέουδου της περιοχής, ανάλογα με
τη συγκυρία και τη δύναμη του κάθε αυτοκράτορα ή δεσπότη επέλεγε τις συμμαχίες της και
εντασσόταν στα διάφορα βυζαντινά ή λατινικά κρατίδια. Ο Γιάννης Κορδάτος στο βιβλίο του

21

«Ιστορία της Επαρχίας Βόλου και Αγιάς» αναφέρει πως «η Θεσσαλία, το Πήλιο και ο
Κίσαβος, όλο το 14ο αιώνα και τις αρχές του 15ου, ήταν κομματιασμένα σε μεγάλα φέουδα που
ανήκανε άλλα σε ιδιώτες, στους δυνατούς ή άρχοντες, όπως λέγονταν, άλλα στο βυζαντινό
δημόσιο ή στους ξένους καταχτητές, κι άλλα στα μοναστήρια. Τα Κεφαλοχώρια (μητροκώμαι)
ήταν λίγα.» (23)
Οι συνεχείς συγκρούσεις, πόλεμοι και καταστροφές του ύστερου μεσαίωνα στη
Βαλκανική έθιγαν σημαντικά τους ντόπιους φεουδάρχες της Θεσσαλίας. Οι περιουσίες τους είτε
κινητές είτε ακίνητες φθείρονταν. Η παραγωγή μειωνόταν με αποτέλεσμα το αποσπώμενο
υπερπροϊόν να είναι μικρότερο. Ο αγροτικός πληθυσμός που αποτελούσε την κινητήρια βάση
της παραγωγής και γενικότερα τη βάση του παραγωγικού συστήματος εξαντλούταν και
μειωνόταν εξίσου. Η φορολογία που απαιτούσαν οι εκάστοτε επικυρίαρχοι, αλλά και η κάθε
είδους ενίσχυση για την κάλυψη των αναγκών της συνεχούς πολεμικής ετοιμότητας και
πολεμικής σύγκρουσης μείωνε συνολικά το προσποριζόμενο αγροτικό προϊόν που κατέληγε
στους ίδιους. Όλα αυτά είχαν ως συνέπεια τη σταδιακή υποβάθμιση του πολιτικού, κοινωνικού
και θεσμικού ρόλου τους. Ακόμη περισσότερο δημιουργούταν σοβαρός κίνδυνος ανατροπής σε
βάρος τους των σχέσεων ιδιοκτησίας και εκμετάλλευσης με την ανάδειξη μιας νέας άρχουσας
τάξης στη θέση της είτε με εσωτερικές διεργασίες είτε μέσω την τελική εξόντωση από έναν
κατακτητή. Το υπάρχον κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό σύστημα αδυνάτιζε εσωτερικά. Ο
κίνδυνος αυτός γινόταν ιδιαίτερα ορατός εξαιτίας της ορμής της επέκτασης των Οθωμανών. Οι
επιτυχείς εισβολές του οθωμανικού στρατού από το 1396 και έπειτα έκαναν σαφή την έλλειψη
των κοινωνικών όρων που θα επέτρεπαν τη νικηφόρα έκβαση μιας διαρκούς πολεμικής
αναμέτρησης μαζί τους και θα απέτρεπαν την κατάκτηση (24).
Παρόλ’ αυτά, η εγγενής τάση μείωσης του ποσοστού του ιδιοποιούμενου αγροτικού
υπερπροϊόντος και η ανάγκη της κάλυψης του απαιτούμενου πλούτου που εξέλειπε για την
επιτυχή αναπαραγωγή του κοινωνικού καθεστώτος ωθούσε τους φεουδάρχες σε ενεργή
συμμετοχή στις πολεμικές συγκρούσεις. Η λεηλάτηση και η καταστροφή του αντιπάλου
αποτελούσε πλέον το ενισχυτικό εκείνο πλεόνασμα που ήταν αναγκαίο για την επιβίωση του
κοινωνικού καθεστώτος. Προσετίθετο, λοιπόν, σταδιακά στην υπαρχουσα οικονομική και
πολιτική δομή ένα νέο ποιοτικό χαρακτηριστικό, εκείνο της ανάγκης συνεχούς επέκτασης
οδηγώντας σε μια ενδογενή αυτοκαταστροφική πορεία. Το αποτέλεσμα όμως συνολικά ήταν η
αδιέξοδη αποτελμάτωση, καθώς διαλυόταν η παραγωγική δομή.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το ιδεολογικό επιστέγασμα όλων αυτών των συγκρούσεων στη
βαλκανική ενδοχώρα. Το ζητούμενο ήταν ανασύσταση της αυτοκρατορίας, δηλαδή η
ανασυγκρότηση μιας μεγάλης κρατικής υπερδομής όπως η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία
23 Βλ. Κορδάτος Γιάννης, Ιστορία της Επαρχίας Βόλου και Αγιάς, σ. 179
24 Για τα γεγονότα των οθωμανικών επιδρομών στη Θεσσαλία, βλ. Κορδάτος Γ., ό.π., σ. 180 – 181

22

που είχε τη δυνατότητα να ιδιοποιείται κεντρικά και να διανέμει και να κατανέμει σε
ένα ευρύ γεωγραφικό πλάτος το αποσπώμενο υπερπροϊόν με τέτοιο τρόπο. Δεν είναι τυχαίο που
οι αυτοκρατορικοί τίτλοι συνέχισαν να υφίστανται και να αποτελούν αντικείμενο έριδας Θα
μπορούσε κάποιος πολύ εύστοχα να διειδεί στο νοτιοανατολικό «νόθο» φεουδαρχισμό την
επανάληψη της ίδιας αντίφασης που χαρακτηρίζει και τον δυτικό φεουδαρχισμό, να θέτει
δηλαδή ως κύρια ιδεολογική και πολιτική στόχευση την ανασύσταση του Δυτικού Ρωμαϊκού
Κράτους παρά το γεγονός ότι η παρακμή των αυτοκρατοριών συνέτειναν στην ενδυνάμωση των
φεουδαρχών. Η παρατεταμένη κρίση που προκάλεσε η διάλυση της αυτοκρατορίας σε
συνδυασμό με τον εμβόλιμο ρόλο των λατίνων έθετε εξαρχής το ζήτημα της επαναθεμελίωσης
της κοινωνικής συνοχής στο χώρο των Βαλκανίων. Ήταν φανερή η ανάγκη ενός ισχυρού και
διευρυμένου χωροταξικά κρατικού μηχανισμού που θα επέβαλλε την τάξη, θα έφερνε την
ηρεμία, θα ευνοούσε την ανάπτυξη της παραγωγής, θα μείωνε συνολικά τις εκροές τους
πλεονάσματος των «δυνατών» εφόσον θα μειώνονταν οι καταστροφές και τελικά θα έσωζε την
κοινωνική θέση τους και το «σκληρό πυρήνα» του εκμεταλλευτικού – εξουσιαστικού πολιτικού
συστήματος.
Η αποτυχία όμως όλων των διεκδικητών να επανασυστήσουν την αυτοκρατορία άνοιξε
το δρόμο για την Οθωμανική Αυτοκρατορία, μια δύναμη που αποδεδειγμένα μπορούσε να
αναλάβει αυτό το ρόλο. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που βασικοί υπέρμαχοι της Οθωμανικής
λύσης εκείνη την εποχή ήταν οι μοναχοί. Ο Κορδάτος αναφέρει: «Οι καλόγεροι μάλιστα
προπαγάνδιζαν τον ερχομό των Τούρκων τόσο στην Πόλη, όσο και στην υπόλοιπη Ελλάδα. Και
σε πολλά μέρη(όπως στο Άγιο Όρος) τους κάλεσαν νάρθουν να γίνουν αφεντικά τους.» (25)Τα
μοναστήρια αποτελούσαν τον αδύναμο κρίκο αυτής της κρίσης, εφόσον δεν μπορούσαν να
αμυνθούν έχοντας περισσότερο από τους υπόλοιπους φεουδάρχες την ανάγκη μιας εσωτερικής
τάξης. Το Βυζάντιο δεν είχε την ικανότητα αυτή. Μπροστά στην επέκταση του διαμελισμού και
της αποσύνθεσης που θα συνεπαγόταν η κυριαρχία του δυτικού φεουδαρχικού τρόπου
παραγωγής, οι Οθωμανοί μπορούσαν να αποτελέσουν ένα εμπόδιο και ταυτόχρονα μια διέξοδο
για την κρίση. Σίγουρα η αναγκαιότητα αυτή αποτελούσε έναν από τους υλικούς παράγοντες
που διαμόρφωσαν την ιδεολογία των ανθενωτικών. Δεν πρέπει να είναι τυχαίο επομένως που οι
δεσποτάδες και οι ιερείς της ευρύτερης περιοχής της Ρούμελης συντάσσονταν με το «κόμμα»
των ανθενωτικών. (26)
Από την άλλη, εάν οι συνέπειες αυτής της κατάστασης προκαλούσαν πρόβλημα στην
ανώτερη τάξη, το πρόβλημα ήταν πολλαπλάσιο για τις κατώτερες αγροτικές τάξεις, καθώς πλέον
το ζητούμενο ήταν η επιβίωση μέσα από τις καταστροφές, ενώ ο βαθμός εκμετάλλευσης και
καταπίεσης αυξανόταν. Η συμμετοχή στους πολέμους των αφεντικών ως μισθοφορικός στρατός
25 Βλ. Κορδάτος Γ.,ό.π., σ. 179 – 180
26 Βλ. Κορδάτος Γ., ό.π., σ. 182

23

αποτελούσε μια λύση, αλλά τελικά όπως και για τους φεουδάρχες αποτελούσε εξίσου ένας
φαύλος κύκλος. Επίσης, η πρόσδεση στο μπλοκ εξουσίας της αριστοκρατίας εξουδετέρωνε και
τις όποιες τάσεις ανεξάρτητου ταξικού αγώνα δημιουργώντας ιδεολογίες κοινωνικής
συναίνεσης. Ο εχθρός κάθε φορά ήταν εξωτερικός. «Έτσι, σιγά σιγά,», όπως αναφέρει και ο
Κορδάτος, «μπροστά στο αδιέξοδο αυτό, δημιουργήθηκε απαισιόδοξη παθητική ψυχολογία και
περίμεναν οι δυστυχισμένοι αγρότες, όχι από τις δικές τους δυνάμεις την αλλαγή, αλλά
«άνωθεν». Φυσικά, εύχονταν ο Ύψιστος να τους στείλει κανένα νέο κυρίαρχο.[….]
Όλοι, λοιπόν, ποθούσαν την αλλαγή, γι’ αυτό δε πολυσκοτίζονταν αν έρθει ξένος
καταχτητής, αρκεί να μην είναι Βενετσιάνοι, Καταλανοί και Λατίνοι. Αυτούς τους δοκίμασαν.
Το νέο κυρίαρχο τον περίμεναν από την Ανατολή, γιατί άκουγαν πως οι Τούρκοι, όπου πάτησαν,
δεν ήταν σκληροί εκμεταλλευτές σαν τους δυτικούς.» (27) Επομένως, όπως φαίνεται είχε
συγκροτηθεί στη Θεσσαλία ένας ανεξάρτητος τοπικός συνασπισμός εξουσίας γύρω από αυτούς
τους ντόπιους φεουδάρχες, ο οποίος αναζητούσε τρόπο διεξόδου από την παρατεταμένη κρίση.
Στα 1423 όταν ανέβηκε στο σουλτανικό θρόνο ο Μουράτ Β΄ καταλήφθηκε η Θεσσαλία
οριστικά από τον στρατηγό Τουραχάν Μπέη. Ο Κορδάτος υποθέτει ότι οι προύχοντες και οι
φεουδάρχες παρέδωσαν την περιοχή με ειρηνικό τρόπο, όπως ακριβώς έγινε και σε άλλες
περιπτώσεις, εφόσον από τις μαρτυρίες γνωρίζουμε ότι δεν εκδηλώθηκε πουθενά καμία
αντίσταση. (28)
Το κέρδος της ανώτερης ντόπιας αριστοκρατίας ήταν να πετύχει να διατηρήσει ως
τιμάρια τη γη τους. Μάλιστα πολλοί Θεσσαλοί φεουδάρχες, απόγονοι των Μελισσηνών, των
Ζωριανών και των Στρατηγόπουλων, εξισλαμίστηκαν οικειοθελώς. Έχει άδικο όμως ο Κορδάτος
όταν αναφέρει ότι δεν άλλαξε τίποτα για τους καλλιεργητές της Θεσσαλίας, από τη στιγμή που
εξακολουθούσαν να δουλεύουν όπως και πρώτα, και απλώς η διαφορά είναι ότι η ψιλή
κυριότητα άνηκε στο Σουλτάνο. Σίγουρα, δεν άλλαξε το κοινωνικό καθεστώς, το οποίο συνέχισε
να παραμένει εκμεταλλευτικό, αλλά οι κοινωνικοί όροι μέσα στα πλαίσια της Οθωμανικής
Αυτοκρατορίας εκείνη την εποχή ήταν για τους λόγους που στην εισαγωγή αναφέρουμε
ευνοϊκότεροι για τις κατώτερες τάξεις.
Η αλλαγή του κοινωνικού status μετά την οθωμανική κατάκτηση και η κοινωνική ηρεμία
που έφερε στο χώρο η ισχύς μιας μεγάλης αυτοκρατορίας που εχθρευόταν την ανάπτυξη μιας
ντόπιας ανεξάρτητης αριστοκρατίας διατήρησε ή και ανέπτυξε τον πληθυσμό. Την υπόθεση αυτή
επιβεβαιώνει και ο Τσοπότος Δ.Κ. στο βιβλίο του «Γη και Γεωργοί της Θεσσαλίας κατά την
Τουρκοκρατίαν» χρησιμοποιώντας τη μαρτυρία ενός Ενετού που έλαβε μέρος της άλωσης του
φρουρίου του Βόλου την περίοδο του μακροχρόνιου ενετοτουρκικού πολέμου για την
κατάκτηση της Κρήτης, καθώς οι ενετοί αναζητούσαν εφόδια για την υποστήριξη της Κρητικής
27 Βλ. Κορδάτος Γ.,ό.π., σ. 179
28 Βλ. Κορδάτος Γ., ό.π., σ. 182

24

άμυνας. Ο ενετός Cornelli σημείωσε ότι στο φρούριο του Βόλου «εκτός άλλων πολλών
στρατιωτικών εφοδίων, υπήρχε μεγάλη παρακαταθήκη τροφίμων και αλεύρων, ήτις αποτελεί το
μεγαλείτερον τεκμήριον, ότι η επαρχία αύτη ήτο παραγωγικότητατη (η υποσημ. του Τσοποτού)».
Ο Τσοπότος αναφέρει για να αναδείξη τον πλούτο της πόλη του Βόλου πως ο Μοροζίνης,
κατέκαφσε τα μαγαζεία, καφφενεία, Τσαμία κ.λπ. αφήρεσε δε τα εν αυτώ υπάρχοντα
πολεμοφόδια και λοιπά στρατιωτικά είδη, ωσαύτως 27 κανόνια και τροφάς, αξίας 4
εκατομμυρίων λιβρών (di libri).(29) Γενικότερα, μέσα από συγκεκριμένες πηγές και μαρτυρίες
του Τσοποκού αναδεικνύεται μια εικόνα σχετικής ευμάρειας για τους γεωργούς της περιοχής της
Θεσσαλίας συγκριτικά πιθανόν με προηγούμενες ή και επόμενες περιόδους και ευμάρειας για
την άρχουσα τάξη. Η ελληνόφωνη αυτή άρχουσα τάξη πιθανόν να προέρχεται από τις μερίδες
εκείνες των βυζαντινών ελίτ που συνθηκολόγησαν με τους Οθωμανούς κατακτητές και
μπόρεσαν να διατηρήσουν τη γη τους.
Το Πήλιο αναφέρεται από τον Απόστολο Παπαθανασίου στο βιβλίο του «Η Μαγνησία
και το Πήλιο στον Ύστερο Μεσαίωνα (1204 – 1423)» ως άοικο έως το 13ο αιώνα(30). Η σταδιακή
εγκατάλειψη της πόλης της Δημητριάδας από τους κατοίκους της εξαιτίας της γενικότερης δεινής
κοινωνικής κατάστασης συνέβαλε στην εποίκηση του όρους του Πηλίου. Κατά τον
Παπαθανασίου «η περιοχή αυτή επιλέχθηκε από τους κατοίκους της ιστορικής πόλεως, όχι μόνο
επειδή ήταν κοντά στις εστίες τους και θα είχαν τη δυνατότητα να αποκομίσουν οικοδομικό
υλικό, για τις καινούριες κατοικίες τους, αλλά κυρίως για λόγους ασφάλειας που τους
εξασφάλιζε ο ορεινός όγκος του Πηλίου»(31). Το γεγονός ότι στο Πήλιο υπήρχαν πολλά
μοναστήρια, τα οποία διέπονταν προφανώς από την ειδική ρύθμιση για τα δικαιώματα της
Ορθόδοξης Εκκλησίας και η συγκεκριμένη αναφορά ότι οι έποικοι πλαισίωσαν τα μοναστήρια
του Πηλίου μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το Πήλιο βρισκόταν από πολύ νωρίς θεσμικά σε
ευνοϊκή θέση εξαιτίας της οποίας και επιλέχθηκε να κατοικηθεί σε μια περίοδο μεγάλης κρίσης,
όπως ήταν περίοδος πριν την κατάκτηση από τους Οθωμανούς.(32)
Αμέσως μετά την ενσωμάτωση στην οθωμανική κοινωνία όσα κτήματα στο Πήλιο
ανήκανε αποκλειστικά σε μοναστήρια, οι Οθωμανοί δεν τα πείραξαν. Όσα όμως τιμάρια
(φέουδα ή τσιφλίκια) ανήκανε στον Αυτοκράτορα του Βυζαντίου ή στο βυζαντινό κράτος ή σε
δούκες συγγενείς του αυτοκράτορα, πέρασαν στην απόλυτη κυριότητα του Σουλτάνου με τη
μορφή του χας. Τα εξαρτημένα μοναστήρια της Πορταριάς και όλα τα άλλα με παρόμοιο
καθεστώς έχασαν τις γαίες τους και σταδιακά μέσα σε ένα αιώνα έκλεισαν ή παρέμειναν απλώς
29 Βλ. Cornelli, Memorie Istorico Geographiche de la Morea e.t.c., Venetia 1687, σ. 69 στο Τσοπότος Δ.Κ., Γη και
Γεωργοί της Θεσσαλίας κατά την Τουρκοκρατίαν, Αθήνα 1974 2η έκδοση, σ. 152
30 Βλ. Παπαθανασίου Δ. Απόστολος, Η Μαγνησία και το Πήλιο στον Ύστερο Μεσαίωνα (1204-1423), Βόλος 1998.
31 Βλ. Παπαθανασίου Δ. Απόστολος, ό.π., σ. 249
32 Συγκεκριμένα, Ο Παπαθανασίου υποστηρίζει ότι η εγκατάλειψη και η παρακμή της Δημητριάδας συνεχίστηκε
με την κατάκτηση της περιοχής από τους Οθωμανούς στα 1423 και ολοκληρώθηκε κατά τη διάρκεια του 16ου αιώνα
εξαιτίας και της πολιτικής της Οθωμανικής εξουσίας να γκρεμίσει και τα υπολείμματα των τειχών της πόλης. Βλ.
Παπαθανασίου Δ. Απόστολος, ό.π., σ. 245

25

εκκλησίες εφόσον δεν είχαν ιδιόκτητες γαίες να καλλιεργούνται

από

τους

μοναχούς.

Η

διαφορετική αντιμετώπιση των μοναστηριών αυτών συσχετίζεται προφανώς με την ξεκάθαρα
αντιοθωμανική στάση των ιδιοκτητών τους που πιθανότατα, λόγω της απευθείας σύνδεση με το
στέμμα, ήταν «ενωτικοί» και με τη γενικευμένη τακτική των Οθωμανών να δημεύουν τις
περιουσίες όλων όσων αντιστέκονταν. Στη συνέχεια με τη διεύρυνση του συστήματος οι
καλλιεργούμενες γαίες παραχωρήθηκαν σε μουσουλμάνους τιμαριούχους (σπαχήδες ή ζαϊμηδες)
για να τις νέμονται. Κατά το ίδιο σύστημα τα κεφαλοχώρια παραχωρήθηκαν σε κάποιο
στρατιωτικό διοικητή. Συνολικά, λοιπόν, η περιοχή του Πηλίου διεπόταν την πρώτη περίοδο της
Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σχεδόν από το ίδιο κοινωνικοοικονομικό και θεσμικό καθεστώς με
το υπόλοιπο οθωμανικό κορμό. Εσωτερικά στο Πήλιο η μόνη διαφοροποίηση παρατηρείαται
ανάμεσα στους συνοικισμούς που προέρχονταν από τις δημευμένες γαίες των βυζαντινών
μοναστηριών και τα κεφαλοχώρια. Τα πρώτα νέμονταν ως το 1615 από τον ίδιο τιμαριούχο, ενώ
τα δεύτερα είχαν το καθένα ξεχωριστό διοικητή με αποτέλεσμα να μην υπάρχει ομοιομορφία
στην άσκηση της τουρκικής εξουσίας σε αυτά.(33)
Σε πλήρη αντίθεση με την εικόνα που έχουμε για το Πήλιο του 18 ου αιώνα, η παραγωγή
των πηλιορείτικων χωριών τα πρώτα οθωμανικά χρόνια. περιοριζόταν στην κτηνοτροφία και τη
γεωργία. Τα προϊόντα τους για όσα χωριά έχουμε πληροφορίες ήταν κυρίως σιτάρι, κριθάρι,
νταρί και σπέντζες. Για αμπέλια και ελιές δε γίνεται κανένας λόγος. Φαίνεται πως φυτεύτηκαν
αργότερα.Τα χωριά ήταν μικροί συνοικισμοί, η οικονομία ήταν κλειστή, ούτε ανταλλαγές
γίνονταν κι’ ούτε ο Βόλος ήταν εμπορική σκάλα όπως πολύ παλιά. Από μερικά τουρκικά
έγγραφα ξέρουμε πως στις αρχές του 1600 η Μακρινίτσα, η Πορταριά, το Κατηχώρι και η
Δράκια πλήρωναν φόρους στο τουρκικό δημόσιο. Αυτό δείχνει πως ήταν σχηματισμένα
χωριά.(34) Η περίοδος των μέσων του 17ου αιώνα φαίνεται να αποτελεί την τομή για την
πηλιορείτικη κοινωνία. Τότε ακολούθησε ο τόπος διαδικασίες που ώριμες τον επόμενο αιώνα θα
δώσουν ένα πολύ συγκεκριμένο στίγμα μέσα από την ανάπτυξη της χειροτεχνικής βιοτεχνίας και
του εμπορίου.
Β.2.β. Οι κοινωνικοί όροι που οδήγησαν στην πρωτοεκβιομηχάνιση στο Πήλιο
Όλες οι πηγές περιγράφουν τη γενικότερη ανατροπή των κοινωνικών σχέσεων στην
περιοχή της Θεσσαλίας σε βάρος των κατώτερων στρωμάτων στην ύπαιθρο την περίοδο μετά τα
μέσα του 17ου αιώνα. Τα «γεωργικά χωριά» και γενικότερα η Θεσσαλία παρουσιάζεται ως
θιγόμενη από επιδρομές ληστών και από λοιμικές αρρώστιες. Στο ίδιο μήκος κύματος ο
Τσοποτός εκτιμά τις αρνητικές επιπτώσεις των διαφόρων εξεγέρσεων, όπως τα Ορλωφικά, ή τις
αγριότητες των γενιτσάρων. Οι αγριότητες αυτές, ιδιαίτερα στην πόλη της Λάρισας
33 Για όλα βλ. Κορδάτος Γ., ό.π., σ. 183 και σ. 191
34 Για όλα βλ. Κορδάτος Γ., ό.π., σ. 208 – 9

είχαν

26

συγκεκριμένα καταστροφικές συνέπειες για τους χριστιανούς της πόλης, τόσο για τα
κατώτερα όσο και για τα ανώτερα στρώματα, καθώς εξοντώθηκαν χιλιάδες άνθρωποι, ενώ
καταστράφηκαν και ιδιοποιήθηκαν οι περιουσίες τους. Ο ίδιος συγγραφέας αναφέρει ότι οι
γεωργοί είχαν εξαντληθεί οικονομικά, πράγμα που οδήγησε στο βύθισμα στα χρέη τους και στην
απώλεια των κτημάτων τους. Οι αναφορές σε καταστροφές είναι αρκετά πολλές αναδεικνύοντας
μια εικόνα για τη συγκεκριμένη κοινωνία διευρυμένης κρίσης σε όλα τα επίπεδα.(35) Το ίδιο ο
Βαγγέλης Σκουβαράς στο βιβλίο του «Το παλιότερο Αρματολίκι του Πηλίου κι οι Αρβανίτες στη
Θεσσαλομαγνησία (1750-1790)» σημειώνει πως «ο υποσιτισμός κι η άθλια ζωή μέσα στα
λασποχώρια του κάμπου που ήταν όλα τους χτισμένα σε ελώδεις εκτάσεις, ήσαν οι λόγοι που
αποδεκατίζονταν οι πληθυσμοί κι η αντοχή τους ήταν ανυπολόγιστα μικρή στις λοιμικές
αρρώστιες. Όσες φορές τα χρονικά μιλούνε για επιδημίες, το ποσοστό των θανάτων είναι
τρομερά φρικιαστικό κι είχε μεγάλο αντίκτυπο στη διαμόρφωση της ιδιοχτησίας στη Θεσσαλία.
Τα χρέη που έπνιγαν τους μεσακάρηδες θεσσαλούς καλλιεργητές, ήταν μια μόνιμη κατάσταση
που δινόταν σαν κλήρο από το γονιό σε παιδί και διαρκώς δημιουργούσε και μεγαλύτερο αριθμό
αχτημόνων, ενώ παράλληλα μεγάλωνε τα όρια των τσιφλικιών».(36) Στο σημείο αυτό θα
επαναλάβουμε την παρατήρηση του Ηλία Νικολόπουλου ότι την περίοδο ανάμεσα στα 15201820 στη Θεσσαλία υπάρχει σημαντική ανάπτυξη των τσιφλικιών εξέλιξη που συνδέεται με
παρουσίαση πληθυσμιακής μείωσης και την έξοδο των αγροτών προς τα βουνά και το
εξωτερικό.(37) Από τα παραπάνω εμείς μπορούμε να συμπεράνουμε την οικονομική και
κοινωνική κρίση που διέρχονταν οι κοινωνικές και παραγωγικές σχέσεις στη συγκεκριμένη
περιοχή ως προϊόν της ευρύτερης κρίσης του οθωμανικού κοινωνικού σχηματισμού και του
οθωμανικού ασιατικού τρόπου παραγωγής, όταν εντάχθηκε σε πορεία εκφεουδαρχισμού ύστερα
από την αδυναμία συνεχούς επέκτασης και ύστερα από τον εσωτερικό προσανατολισμό για
προσπορισμό πλούτου της ισλαμικής άρχουσας τάξης.
Την περίοδο γύρω στις αρχές και τα μέσα του 17ου αιώνα, λοιπόν, τα χωριά του Πηλίου
αποτελούσαν καταφύγιο για τους φυγάδες από τη πεδιάδα, αλλά κυρίως για μετανάστες και
πρόσφυγες από άλλες περιοχές. Μάλιστα, το Πήλιο σε αντίθεση με το Θεσσαλικό κάμπο που
πλέον κατοικούταν σε πολύ μεγάλο βαθμό και από μουσουλμάνους αποτελούσε το μοναδικό
χώρο αμιγώς χριστιανικής κατοίκησης.
Ο Κορδάτος αναφέρει ότι ο πλυθυσμός του Πηλίου μεγάλωνε και ανακατεύτηκε με τους
αποίκους Ηπειρώτες, Νησιώτες, Κρητικούς, Μοραϊτες κλπ. «Τα πολλά τοπωνύμια της
ανατολικής πλευράς του Πηλίου, στις καλλιεργημένες περιοχές (μωρατέϊκα, σουλικτέϊκα,
γιαννιώτικα, κραββαρέϊκα, μοσχοπολίτικα, μανιάτικα κλπ.) μαρτυρούν για τους νέους κατοίκους
35 Βλ. για όλα αυτά Τσοπότος Δ.Κ., ό.π., σ. 153 - 165
36 Βαγγέλης Σκουβαράς, Το παλιότερο Αρματολίκι του Πηλίου κι οι Αρβανίτες στη Θεσσαλομαγνησία (1750-1790),
Βόλος 1959, σ. 23
37 Βλ. Νικολόπουλος Ηλίας, ό.π., σ. 91

27

του Πηλίου.» Συγκεκριμένα, «από τα μέσα του 17ου αιώνα και δώθε, ήρθαν κι’ άλλοι
Ηπειρώτες και δώσανε με την ενεργητικότητά τους μεγάλη οικονομική ζωή στα χωριά του
Πηλίου.»(38) Είναι βέβαιο και από όλους τους συγγραφείς αποδεκτό ότι βασική αιτία της
συγκέντρωσης στο Πήλιο όλων αυτών των μεταναστών με συνέπεια την βιοτεχνική ανάπτυξη
αποτελούσε το ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς που το διέποταν.
Στις αρχές του 17ου αιώνα το καθεστώς των πηλιορείτικων χωριών υπέστη σημαντικές
αλλαγές. Δεκατέσσερα χωριά αποτελούσαν πλέον το κύριο τμήμα του ευαγούς ιδρύματος
(vakif)(39)

που

ίδρυσε

ο

Χατζή

Μουσταφά

Αγάς,

«στρατιωτικός

διοικητής

Κωνσταντινουπόλεως». Τα υπόλοιπα μη - βακούφικα χωριά του Πηλίου που δεν είχαν αυτό το
προνόμιο ονομάζονταν «χανελίδικα»(40). Αυτά όμως τα χωριά ήταν όμως «χάσια» «διότι
αποτελούσαν γαίες των οποίων την ψιλή κυριότητα διατηρούσε το οθωμανικό δημόσιο, αλλά η
κατοχή, και τα φορολογικά έσοδα που τους αντιστοιχούσαν, είχαν παραχωρηθεί σε υψηλούς
αξιωματούχους της Πύλης, σε θηλέα μέλη της αυτοκρατορικής οικογένειας ή ακόμη και στον
ίδιο το Σουλτάνο».(41) Στην περίπτωση του Πηλίου είχαν παραχωρηθεί σε θηλέα μέλη της
αυτοκρατορικής οικογένειας. «Eάν προσθέσουμε σε αυτό ότι ο επίτροπος (nazir) που έλεγχε τη
διαχείριση του εφόρου (mutevelli) του ευαγούς ιδρύματος (δηλαδή στα βακούφικα χωριά), στην
περίπτωσή μας του διαδόχου του ιδρυτή του στη θέση «του στρατιωτικού διοικητή της
Κωνσταντινούπολης», εκλεγόταν μεταξύ των μαύρων ευνούχων του αυτοκρατορικού νυμφώνος
και διατηρούσε συνεπώς άμεση σχέση με τα θηλέα μέλη του Οθωμανικού οίκου,
αντιλαμβανόμαστε ότι μέρος των χανελίδικων και το σύνολο των βακούφικων χωριών του
Πηλίου εξαρτώνταν άμεσα από τη διοίκηση του αυτοκρατορικού νυμφώνος.»(42) «Το βασικό
πλεονέκτημα του φορολογικού καθεστώτος των βακουφικών χωριών, ... δεν έγκειτο στο γεγονός
ότι οι ‘‘συνήθεις και τακτικοί’’ φόροι ήταν χαμηλότεροι από αυτούς των υπόλοιπων χωριών,
αλλά στο ότι επειδή δεν επιβάλλονταν ‘‘έκτακτοι’’ φόροι, το συνολικό ύψος των εξόδων ήταν
δυνατό να προβλεφθεί.»(43) Αλλά και στα χανελίδικα, όπως βέβαια και στα βακούφικα, επειδή οι
φόροι δίδονταν σε σταθερό ποσό ανά έτος έδιναν τη δυνατότητα στην «κοινοτική εξουσία να
προβλέψει μεσοπρόθεσμα το ύψος αυτών των σταθερών και ετησίων ‘‘συνηθισμένων’’ φόρων
και δοσιμάτων»(44). Επίσης, η διοίκηση τόσο των βακουφίων όσο και των χανελίδικων χωριών
βρισκόταν μακριά από το Πήλιο, αλλά εγγύτατα στο αυτοκρατορικό κέντρο αποφάσεων
δημιουργώντας συνολικά για τα πηλιορείτικα χωριά ένα καθεστώς προστασίας από τους
38 Βλ. Κορδάτος Γ., ό.π., σ. 192 – 193
39 Τα βακούφικα Πηλιορείτικα χωριά ήταν: η Μακρινίτσα (πρωτεύουσα των βακουφίων), η Δράκια, Άγιος
Λαυρέντης, το Καραμπάσι, οι Πινακάτες, η Βυζίτσα, η Αργαλαστή, το Μετόχι, το Μπιρ, η Μπιστινίκα, η Συκή, ο
Λαύκος, το Προμίρι, το Ανήλιο, ο Κισσός, το Μούρεσι κι η Μακρυράχη.
40 Τα χανελίδικα χωριά του Πηλίου ήταν: Άνω Βόλος, Πορταριά, Κατηχώρι, Μηλιές, Νιοχώρι, Τσαγκαράδα και
Ζαγορά. Διοικητικά υπάγονταν στη Λάρισα.
41 Βλ. Πετμεζάς Δ. Σωκράτης, «Διαχείριση των κοινοτικών οικονομικών …», ό.π., σ.78
42 Βλ. Πετμεζάς Δ. Σωκράτης, «Διαχείριση των κοινοτικών οικονομικών …», ό.π., σ.78 - 9
43 Βλ. Πετμεζάς Δ. Σωκράτης, «Διαχείριση των κοινοτικών οικονομικών …», ό.π., σ.79
44 Βλ. Πετμεζάς Δ. Σωκράτης, «Διαχείριση των κοινοτικών οικονομικών …», ό.π., σ.80

28

ντόπιους

αγιάνηδες

και

μπέηδες

και διατηρώντας

παράλληλα

τη

δυνατότητα

ευνοϊκής αντιμετώπισης από την Πύλη.(45)
Η επιλογή της στενής σύνδεσης του αυτοκρατορικού νυμφώνα με την περιοχή του
Πηλίου είναι εξήγησιμη και κατανοητή για την περίοδο της εμπορικής και βιοτεχνικής ακμής
της περιοχής καθώς επρόκειτο για μια σταθερή κερδοφόρα πηγή. Το ερώτημα όμως που
ορθώνεται ως εμπόδιο στην προσπάθεια συνολικής κατανόησης της κοινωνικής εξέλιξης του
πηλιορείτικου κοινωνικού σχηματισμού είναι η αναζήτηση των αιτιών που οδήγησαν το Πήλιο
να επιλεχθεί από τη σουλτανική αυλή, ώστε να υπάρξει το ευνοϊκό καθεστώς που αποτέλεσε
βαική προϋπόθεση για την εμπορική και βιοτεχνική ανάπτυξη. Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα
θα μας φανεί χρήσιμη για να κατανοήσουμε τις δομικές ισορροπίες που εξυπηρετούσε τελικά η
η παραγωγική διαφοροποίηση του Πηλίου σε ένα ευρύτερο σύστημα παραγωγής μέσα στο οποίο
υπαγόταν και λειτουργούσε, όπως εκείνο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας την περίοδο μετά τα
μέσα του 17ου αιώνα.
Θέτοντας κάποιες λογικές βάσεις σε αυτήν την ερνηνευτική προσπάθεια υποθέτουμε
πως η Υψηλή Πύλη επέλεγε να νέμεται τους φόρους μιας περιοχής, είτε, πρώτον, διότι τα έσοδα
ήταν αρκετά υψηλά είτε, δεύτερον, διότι τα παραγόμενα προϊόντα ήταν χρήσιμα για την αυλή.
Για την περίπτωση του Πηλίου, όμως, δυστυχώς δεν κατέχουμε επαρκή στοιχεία για την
συγκεκριμένη περίοδο των μέσων του 17ου αιώνα που θα μας επέτρεπαν να καταλήξουμε σε ένα
ασφαλές συμπέρασμα για τους λόγους της επιλογής. Εξ ανάγκης, λοιπόν, θα χρησιμοποιήσουμε
ως ένα βαθμό υποθετικά ερμηνευτικά σχήματα που θα διέπονται όμως από μια λογική συνέπεια
και θα βασίζονται όσο το δυνατόν περισσότερο στα συμπεράσματα που μπορεί να αντληθούν
από τις πηγές.
Επανερχόμενοι, λοιπόν, στις πηγές παρατηρούμε ότι στο Πήλιο παράγονται προϊόντα
που συναντιώνται και στην υπόλοιπη Θεσσαλία, πράγμα που σημαίνει πως δε συνίσταται σε
αυτόν τον τομέα κάποια διαφοροποίηση που να αιτιολογεί τη διάκριση αυτή από μέρους της
Υψηλής Πύλης. Προχωρόντας τη σκέψη μας αν υποθέσουμε ότι πιθανόν η ποσότητα της
παραγωγής αποτελούσε το διαφοροποιό στοιχείο που οδήγησε σε αυτήν την προτίμηση, και πάλι
δεν ικανοποιούμαστε από την πραγματικότητα των πηγών, διότι όσο εύφορο και αν είναι το
Πήλιο και ειδικά οι πλαγιές του σίγουρα δεν παρήγαγε την ποσότητα που παρήγαγε ο
θεσσαλικός κάμπος. Θα μπορούσαμε να εντάξουμε στις υποθέσεις μας τον παράγοντα ποιότητα
ή και τον παράγοντα ευφορία, αλλά και πάλι δε νομίζω ότι αυτοί οι παράγοντες από μόνοι τους
θα αποτελούσαν την αιτία για τον περιορισμό του άμεσου σουλτανικού ελέγχου σε ένα βουνό
όπως το Πήλιο αφήνοντας τη νομή της παραγωγής μιας τεράστιας και καρποφόρας έκτασης σε
τρίτους και θεωρητικά κατώτερης κοινωνικής ισχύος.
Θα πρέπει, λοιπόν, να στρέψουμε προς άλλη κατεύθυνση την προβληματική μας για να
45 Βλ. Πετμεζάς Δ. Σωκράτης, «Διαχείριση των κοινοτικών οικονομικών …», ό.π., σ.79

29

καταλήξουμε σε πιο ασφαλή συμπεράσματα. Εάν

ιστορικοποιήσουμε

τις

υποθετικές

προτάσεις μας και λάβουμε υπόψη μας τις οικονομικοκοινωνικοπολιτικές διαδικασίες της
περιόδου, τότε θα ανατρέψουμε τη σταθερά ενός ισχυρού μέχρι τώρα δεδομένου, την ίδια την
ισχύ του Σουλτάνου. Εάν, λοιπόν, αμφισβητήσουμε τη δύναμη του ίδιου του Σουλτάνου εκείνη
ακριβώς την περίοδο της διάλυσης των δομών του οθωμανικού τύπου ασιατικού τρόπου
παραγωγής, τότε θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι ο αυτοκρατορικός νυμφώνας και κατ’
επέκταση ο ίδιος ο Σουλτάνος, εφόσον ο αυτοκρατορικός νυμφώνας αποτελεί κομμάτι της
σουλτανικής εξουσίας, επέλεξε το Πήλιο όχι από θέση ισχύος, αλλά από θέση αδυναμίας. Στην
πραγματικότητα δηλαδή δεν το επέλεξε, αλλά περιορίστηκε η άμεση εξουσία του στο χώρο που
οι ανερχόμενοι τσιφλικάδες - φεουδάρχες του επέτρεψαν. Σε μια εποχή με τάσεις έντονης πίεσης
από την πλευρά της κυρίαρχης οθωμανικής τάξης για αγροτοποίηση της παραγωγής και μάλιστα
με όσο το δυνατόν περισσότερο μαζικά χαρακτηριστικά το Πήλιο ως χώρος λιγότερο
παραγωγικός σε σχέση με το Θεσσαλικό κάμπο προκαλούσε εκ των πραγμάτων μικρότερο
ενδιαφέρον για τους Οθωμανούς τσιφλικάδες.
Η ίδια η διαδικασία που οδήγησε τα βακούφικα χωριά του Πηλίου υπό τον έλεγχο της
σουλτάνας μαρτυρά αυτήν την τάση. Ο Σουλτάνος, από τη μεριά του, την περίοδο της κρίσης
των οθωμανικών δομών εξαιτίας διάρρηξης της των συνεκτικών δεσμών των επαρχιών της
αυτοκρατορίας με το διοικητικό κέντρο λόγω της αδυναμίας του οθωμανικού συστήματος να
επεκταθεί, αναζητούσε νέους τρόπους διατήρησης της αναγνώρισης και επιβεβαίωσης της ισχύς
του προσώπου του και τελικά της διατήρησης της συνοχής της αυτοκρατορίας. Η παραχώρηση,
λοιπόν, εξουσιών και νομής φορολογικών προσόδων στους ανερχόμενους φεουδάρχες
διαμόρφωνε ένα νέο μηχανισμό επιβεβαίωσης της σουλτανικής εξουσίας και διατήρησης της
αυτοκρατορικής συνοχής. Οι υφιστάμενοι μουσουλμάνοι αγιάνηδες, χριστιανοί κοτζαμπάσηδες,
χριστιανοί έμποροι αναγνώριζαν την ισχύ του αυτοκράτορα εφόσον προσδοκούσαν από αυτόν
προνόμια. Από ένα σημείο και έπειτα βέβαια ο μηχανισμός αυτός στράφηκε εναντίον της
σουλτανικής αρχής(46).
Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι στο παράδειγμα των βακουφίων παρότι η σουλτανική αρχή
παραχώρησε στις αρχές του 17ου αιώνα, περίοδο που εκκινούνταν οι διαδικασίες δομικού
μετασχημαντισμού του Οθωμανικού κοινωνικού σχηματισμού, το κομμάτι αυτό σε έναν πολύ
ισχυρό Αγά της εποχής,

τον Χατζή Μουσταφά Αγά, «στρατιωτικό διοικητή της

Κωνσταντινούπολης», δεν υπήρξε συνέχεια της μετακύλισης των δικαιωμάτων και της νομής
των φορολογικών εσόδων, αλλά τα έσοδα επιστράφηκαν κατά ένα μέρος στην αυλή και η
46 Οι παραχωρήσεις του Σουλτάνου προς τους υφιστάμενους επέτρεψαν την ανάδειξη παραγωγικών δυνάμεων
ταυτισμένες με υλικές βάσεις που παρήγαγαν θεσμικά και πολιτικά μορφώματα ανταγωνιστικά ως προς το
αυτοκρατορικό εποικοδόμημα, εφόσον είχε ανατραπεί η υλικη βάση αναπαραγωγής του τελευταίου. Έτσι,
αναπτύχθηκαν οι φεουδαλικές σχέσεις, οι εμπορευματικές - προκαπιταλιστικές και βιοτεχνικές - προκαπιταλιστικές
σχέσεις που έδιναν τη δυνατότητα στις νέες ελίτ να διεκδικούν και να διαμορφώνουν την ιδεολογία μερικής ή και
συνολικής συνολικής αμφισβήτησης της σουλτανικής εξουσίας.

30

διοίκηση, όπως είδαμε πιο πάνω, επανήλθε ή παρέμεινε

στην

Κωνσταντινούπολη.

(47)

Δηλαδή δεν ξέφυγε εντελώς ο έλεγχος της περιοχής όπως αλλού, αλλά οι εκάστοτε
διαμεσολαβητές μεταξύ της Υψηλής Πύλης και των χωριών των Πηλίων βρίσκονταν σχεδόν
πάντοτε υπό τον άμεσο έλεγχό της.
Ως προς τα «χανελίδικα» χωριά το γεγονός ότι εξ αρχής στα κεφαλοχώρια αυτά που
μετατράπηκαν σε «χάσια» η διοίκηση δεν ήταν ενιαία, αλλά σε κάθε ένα υπήρχε και
διαφορετικός τούρκος διοικητής, εμπόδιζε στη μετεξέλιξή τους σε φέουδα. Η διοικητική αυτή
πολυδιάσπαση στις πηλιορείτικες κομωπόλεις μεταφερόταν και στην οικονομία λειτουργώντας
ως πρόσθετος παράγοντας απαξίωσης της περιοχής από την οθωμανική ελίτ. Αντίθετα, η
πολιτική αυτή διάσπαση ευνοούσε την πολιτική αυτονομία βασική προϋπόθεση για την
ανάπτυξη παραγωγικών δομών με αστικό χαρακτήρα.
Ο Σωκράτης Πετμεζάς σημειώνει ως σημαντική διαφορά των βακούφικων χωριών από
τα χανελίδικα το γεγονός ότι δεν πλήρωναν πρόσθετους έκτακτους φόρους. Προσθέτει όμως ότι
συνολικά τόσο τα βακούφικα όσο και τα χανελίδικα χωριά πλήρωναν τους ίδιους περίπου
κανονικούς και συνήθεις φόρους, οι οποίοι ήταν εκφρασμένοι σε σταθερό κατ’ έτος ποσόν,
διδόταν δηλαδή κατ’ αποκοπή(48). Γίνεται, λοιπόν, σαφές πως το διαφοροποιό στοιχείο των
πηλιορείτικων χωριών δεν έγγειται στο ότι απέκτησαν προνόμια σε σχέση με τις υπόλοιπες
περιοχές, αλλά ότι δεν υπέστησαν τις αλλαγές που υπέστη ο υπόλοιπος θεσσαλικός κάμπος
διατηρώντας σε εποχή έντονης ταξικής πίεσης από την άρχουσα οθωμανική τάξη την ταξική
ισορροπία ως ένα βαθμό στα προϋπάρχοντα επίπεδα. Ο Κορδάτος αναφέρει πως υπήρχαν και
στο Πήλιο κάποια τσιφλίκια ακόμη και μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα. Αλλά «αυτά φαίνεται πως
στην αρχή της τουρκικής κατάκτησης πέρασαν στα χέρια των Τούρκων ή από αυθαίρετη κατοχή
ή από κανονική αγοραπωλησία ή γιατί ανήκανε σε Βενετσάνους ή Βυζαντινούς φεουδάρχες που
έφυγαν»(49)
Το Πήλιο γενικά δεν ακολούθησε την πορεία φεουδαλικοποίησης της υπόλοιπης
Θεσσαλίας. Τα «χάσια» δεν αποτέλεσαν ποτέ οθωμανικά φέοουδα, ενώ η υψιλή κυρίοτητα και
τα φορολογικά έσοδα παραμείνανε σχεδόν στο σύνολό τους υπό τον έλεγχο της σουλτανικής
αυλής, τα βακούφια υπάγονταν απευθείας στη σουλτάνα. Γενικώς, λόγω της απόστασης υπήρχε
μια αυτονομία, οι φόροι ήταν προβλέψιμοι. Γίνονται σαφείς επομένως οι αιτίες που έκαναν το
Πήλιο πόλο έλξης των χριστιανών που πιέζονταν εξαιτίας της έντασης της κοινωνικής
καταπίεσης και της αγροτοποίησης/φεουδαλικοποίησης της παραγωγής. Αναζητούσαν συνθήκες
47 Ο Κορδάτος αναφέρει για πως «έχουμε επίσημα τουρκικά έγγραφα (ιεροδικαστικές αποφάσεις φερμάνια κλπ.),
που μας πληροφορούν πως τη μεν Μακρινίτσα την έκανε βακούφι και κανόνισε ένα ποσοστό από τα δοσίματα
(φόρους) να δίνει το χωριό αυτό στο μετζητιέ (ναό), που έχτισε ο ίδιος στα Λεχώνια και το υπόλοιπο στο ειδικό
ταμείο από το οποίο συντηρούντανε οι φτωχοί της Μέκκας και Μεδίνας. Τα άλλα όμως χωριά τα παραχώρησε στη
βασιλομήτωρα (βαλιντέ Σουλτάνα) και τα αφιέρωσε στις δύο ιερές πόλεις.» Βλ. Κορδάτος Γ., ό.π., σ. 198 – 199.
48 Βλ. Πετμεζάς Δ. Σωκράτης, «Διαχείριση των κοινοτικών οικονομικών …», ό.π., σ.80
49 Βλ. Κορδάτος Γ., ό.π., σ. 199

31

που έμοιαζαν με εκείνες στις οποίες είχαν συγκροτήσει τον υλικό τους πλούτο και
ευνοούσαν τον τύπο παραγωγικής διαδικασίας που είχαν επιλέξει. Το Πήλιο προσέφερε όλες
αυτές τις δυνατότητες. Επίσης, γίνεται ξεκάθαρη η αιτία της μη κατοίκησης μουσουλμάνων, δεν
υπήρχε κανένα ενδιαφέρον.
Από τη μία, λοιπόν, ήταν υπαρκτοί δηλαδή οι όροι ανάπτυξης ενός θεσμικού καθεστώτος
περισσότερο ανεξάρτητου και αυτόνομου και ενός φορολογικού καθεστώτος αρκετά ευνοϊκού.
Από την άλλη, το δασώδες Πήλιο δεν αποτελούσε τη μεγάλη οροσειρά που ευνοούσε την
κατάληψή του από ποιμενικούς πληθυσμούς, ώστε να αναπτυχθεί η κτηνοτροφία, αλλά και να
αναπτυχθούν οι μηχανισμοί εξουσίας των κλεφταρματωλών. Πολύ κοντά στη θάλασσα και
κοντά στον αναπτυσσόμενο Βόλο οι συνθήκες στο Πήλιο την περίοδο από τα μέσα του 17ου
αιώνα και έπειτα ευνοούσαν από τη μία τις γενικότερες τάσεις που αναπτύσσονταν σε αυτήν την
περίοδο υπέρ τις εποίκισης των ορεινών όγκων σε όσους δεν μπορούσαν να αντέξουν τις πιέσεις
της φεουδαλικοποίησης στην υπόλοιπη χώρα και από την άλλη συγκεκριμενοποιούσαν
επαγγελματικά ενδιαφέροντα του πληθυσμού που θα μπορούσε να το εποικίσει. Ο Κορδάτος,
λοιπόν, αναφέρει «πως όταν η Μοσχόπολη άρχισε να παρακμάζει –- 1760 – 1770 –- πολλοί
Μοσχοπολίτες που αναγκάστηκαν να εκπατριστούν, ήρθαν στα ανατολικά χωριά του Πηλίου και
εγκαταστάθηκαν. Αυτοί έφεραν μαζί τους πολλά γρόσια και φλουριά και με το να είναι
ασκημένοι στο εμπόριο και τη βιοτεχνία, συντελέσανε στο ν’ αναπτυχθεί πιο πολύ η βιοτεχνία
και το εμπόριο στο Πήλιο.» (50) Τα χωριά του όρους Πήλιο χαρακτήριζονταν από όλες εκείνες τις
συνθήκες που επέτρεπαν τη μετατροπή τους σε μια «νησίδα πολιτικής ελευθερίας», με όλες τις
προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της βιοτεχνίας και του εμπορίου, μιας οικονομίας με αμιγώς
αστικά χαρακτηριστικά.
Β.2.γ. Τα χαρακτηριστικά της πηλιορείτικης βιοτεχνίας και εμπορίας
Η διαφοροποίηση της παραγωγικής βάσης των χωριών του Πηλίου γίνεται αισθητή 60 –
70 χρόνια από την εποχή της εκκίνησης των αλλαγών στο θεσμικό καθεστώς και γενικότερα την
παγίωση των νέων τάσεων στην οθωμανική οικονομία. Υπάρχουν γαλλικές προξενικές
αναφορές που κάνουν λόγω για τη βιοτεχνική ανάπτυξη της περιοχής αυτής από το τέλος του
17ου αιώνα.(51) «Από τις αρχές πλέον του 18ου αιώνα όλα τα μεγάλα χωριά του Πηλίου έχουν
αναπτυγμένη παραγωγή και βιοτεχνία. Η κλειστή οικονομία είχε σχεδόν ξεπεραστεί ...»(52) Η
50 Βλ. Κορδάτος Γ., ό.π., σ. 193
51 « .. Μπορούμε επίσης ν άχομε, στην εποχή τους, διακόσια ως τριακόσια καντάρια μετάξι, βάρος Μασσαλίας (το
καντάρι Μασσαλίας πήγαινε 39 κιλά και 767 γραμμάρια), πέρα από ό, τι ξοδεύεται εδώ. Τα βρίσκει κανείς στην
Κασσάνδρα και στο Βόλο. Το τελευταίο (το βολιώτικο), είναι το πιο φίνο από το πρώτο, που είναι περίπου στο ίδιο
‘adrasse’ ,αλλά λιγώτερο βαρύ ...» Υπόμνημα του Γάλλου προξένου στη Θεσσαλονίκη Γκλεζ, 26-2-1685, στο Βλ.
Κορδάτος Γ., ό.π., σ. 209 -10.
52 Βλ. Κορδάτος Γ., ό.π., σ. 209

32

συνεχής αναφορά στον Κορδάτο περί διάλυσης της

κλειστής

(σπιτικής)

οικονομίας

και

ανάπτυξης της χειροτεχνίας και των ανταλλαχτικών σχέσεων μαρτυρά το σταδιακό πέρασμα της
σπιτικής παραγωγής υπό τον έλεγχο συγκεκριμένων εμπόρων. Η διαδικασία αυτή θα πρέπει να
ταυτίστηκε με την είσοδο ανθρώπων που γνώριζαν την τέχνη της παραγωγής μεταξιού και
ανθρώπων που κατείχαν κεφάλαια και ασκούσαν το εμπόριο. Ο Γιάννης Μηλιός στο βιβλίο του
«Ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός, από τον επεκτατισμό στην καπιταλιστική ανάπτυξη»
γράφει για τη μανιφακτούρα. «Η μανιφακτούρα δημιουργείται ως γνωστό στη βάση της
προϋπαρχουσας χειροτεχνίας και στηρίζεται αρχικά στην τυπική μόνον υπαγωγή της εργασίας
στο κεφάλαιο, δηλαδή στον μη ολοκληρωμένο διαχωρισμό των εργαζομένων από τα μέσα
παραγωγής.»(53) Η μετάβαση από τη σπιτική βιοτεχνία στην ανοιχτή δε σήμαινε τη μεταφορά
και τη στέγαση όλων όσων εργάζονταν σε έναν κοινό τόπο υπό την άμεση διέυθυνση και κατοχή
ενός καπιταλιστή. Αντίθετα, αυτό το οποίο συνέβαινε ήταν η υποταγή της «οικοτεχνικής»
παραγωγικότητας στις ανάγκες και τις διακυμάνσεις της οθωμανικής ή διεθνούς αγοράς μέσω
της διαμεσολάβησης του εμπόρου. Με τον τρόπο αυτό υπήρξε και υποταγή της παραγωγής στο
εμπορικό κεφάλαιο και οι άμεσοι παραγωγοί ήταν στην πράξη εξαρτημένοι έμμισθοι εργάτες
που πληρώνονταν με το κομμμάτι από τον ιδιοκτήτη των μεταξωτών ή μάλλινων ή βαμβακερών
ινών που μπορούσε να είναι ένας γαιοκτήμονας – εκτροφέας μεταξοσκώληκα ή ένας έμπορος
που είχε αγοράσει το μαλλί ή το βαμβάκι. Η μεγάλη διαφορά όμως της φάσης της
πρωτοεκβιομηχάνισης από τη φάση της βιομηχάνισης που ίσχυε και στην πηλιορείτικη εκδοχή
της έγκειται στο ότι ένα κομμάτι των μέσων παραγωγής π.χ. αργαλειοί, τεχνικά εργαλεία,
τεχνικές μέθοδοι ανήκε στην εκμισθούμενη εργατική δύναμη. Αντίθετα, οι ανειδίκευτοι εργάτες
δηλαδή εκείνοι οι οποίοι εργάζονταν στα χωράφια κάποιου εκτροφέα μεταξοσκώληκα ή σε
βαμβακοφυτεία ή σε ελαιοφυτεία ή σε ναυπηγεία ή πλοία, βρίσκονταν πιο κοντά στην
προλεταριακή κατάσταση της μισθωτής εργασίας εξαίτιας του βαθμού εκχρηματισμού της
κοινωνίας, αν και σε αρκετές περιπτώσεις εφαρμοζόταν το σύστημα συμμετοχής στα κέρδη.
Ως προς την περίπτωση της μεταποίησης στον αριθμητή της οργανικής σύνθεσης του
κεφαλάιου υπήρχε από τη μια το επενδεδυμένο κεφάλαιο σε γη ή σε αγορασμένο νήμα και από
την άλλη στον παρανομαστή η εκμισθωμένη εργατική δύναμη. Η εκμισθωμένη εργατική δύναμη
όμως κατείχε και εκείνη ένα μέρος των μέσων παραγωγής, π.χ. τους αργαλειούς, δηλαδή ήταν
κάτοχος κεφαλαίου επενδεδυμένου. Η σχέση επομένως, ενώ θα μπορούσε να θεωρηθεί
συνεταιρεστική, παραμένει να είναι σχέση εξάρτησης και εκμετάλλευσης γιατί η κίνηση της
παραγωγικής διαδικασίας εξαρτάται από τον γαιοκτήμονα ή τον έμπορο κεφαλαιούχο επειδή
επενδύει πολύ μεγαλύτερο κεφάλαιο πράγμα που σημαίνει ότι έχει τη δύναμη να αποσπά
μεγαλύτερο ποσοστό αξίας από τη συνολική αξία του προϊόντος. Δηλαδή αποσπά υπεραξία, η
53 Βλ. Μηλιός Γιάννης, «Ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός, από τον επεκτατισμό στην καπιταλιστική ανάπτυξη»,
σσ. 264 - 265

33

οποία είναι στη συντριπτική της πλειοψηφία απόλυτη υπεραξία με την έννοια ότι ο
καπιταλιστής δεν κερδίζει από επενδεδυμένο κεφάλαιο σε μέσα παραγωγής, αλλά μόνο σε
εργατική δύναμη. Ο Μαρξ γράφει για τη μανιφακτούρα και τις θεωρίες περί συνεταιρισμού:
«Όσο για τις καλοκάγαθες φαντασιώσεις, σύμφωνα με τις οποίες ο κεφαλιοκράτης και ο
εργαζόμενος συνάπτουν ένα συνεταιρισμό κ.λπ., η ιστορία τις αγνοεί απολύτως και δεν υπάρχει
το παραμικρό ίχνος τους μέσα στην εξέλιξη της έννοιας του κεφαλαίου. Σποραδικά, η
μανιφακτούρα μπορεί να αναπτυχθεί τοοπικά μέσα σ’ ένα περιβάλλον το οποίο να ανήκει σε μια
εποχή ολότελα διαφορετική». (54) Ακόμη, όμως, εάν στη συνέχεια υπήρξε μεγαλύτερη συμβολή
του κεφαλαίου στην παραγωγή, το είδος της αποσπούμενης υπεραξίας παραμένει απόλυτο,
πράγμα που συνεχίζει να ισχυροποιεί την εργατική δυναμη. Ακόμη και στην περίπτωση που ο
άμεσος παραγωγός βιοτέχνης αγοράζει το νήμα ή τις πρώτες ύλες βρίσκεται πάντα σε θέση
εξάρτησης από τον έμπορο που εκπροσωπεί την αγορά. Η οργάνωση των εργαζομένων σε
παραδοσιακές συντεχνίες αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο της δύναμης των άμεσων παραγωγών.
Γενικά, όμως, εχουμε μια μορφή καπιταλιστικής σχέσης σε πρώιμη φάση.
Στην περίπτωση όμως της φάσης της πρωτοεκβιομηχάνισης το επενδεδυμένο κεφάλαιο
από τη μεριά του κεφαλαιούχου σε μέσα παραγωγής είναι αρκετά μικρό και αντίστοιχα το
επενδεδυμένο κεφάλαιο σε μισθωτή εργατική δύναμη μεγάλο, καθώς εμπεριέχει και εκείνη
επενδεδυμένο κεφάλαιο. Το αποτέλεσμα, λοιπόν, της σχέσης της οργανικής σύνθεσης του
κεφαλαίου είναι μικρό. Από αυτή την ισορροπία της σχέσης

επωφελείται σε σχέση η

εκμισθούμενη εργατική δύναμη διατηρώντας μεγαλύτερη αυτονομία και μεγαλύτερο έλεγχο
στην διαδικασία της παραγωγής και κρατώντας σημαντικό μέρος της αξίας του παραγόμενου
προϊόντος. Στις εργασίες της παραγωγής συμμετείχαν εξίσου γυναίκες και άντρες με
διαχωρισμένη όμως βέβαια ειδικότητα. Οι άντρες γενικώς αναλάμβαναν τις εργασίες εκείνες που
είχαν μεγαλύτερη κοινωνική επιφάνεια, επέφεραν μεγαλύτερο κέρδος και απαιτούσαν
περισσότερη ευελιξία και «τέχνη». Οι γυναίκες κυρίως απασχολούνταν στην κατασκευή του
νήματος, αλλά και με άλλες εργασίες κατασκευής προϊόντων κατώτερης ποιότητας, όπως
κορδόνια, ζώνες και τσάντες. Οι άντρες κυρίως σε μεταποιητικά παραγωγικά πόστα (κατασκευή,
μάλλινων και μεταξωτών υφασμάτων). Η συμμετοχή της γυναίκας στις παραγωγικές εργασίες
δεν ήταν κάτι εκτός παραγματικότητας και ούτε σήμαινε κατανάγκην ανατροπή των έμφυλων
σχέσεων κυριαρχίας του άντρα. Αντίθετα, βρισκόταν κοντα στις συνήθειες εφόσον στις
προνεωτερικές κοινωνίες δεν υπήρχε διάσπαση του χώρου ή τουλάχιστον διάσπαση με τον
τρόπο που πραγματτοποιήθηκε μετά την βιομηχανική επανάσταση στα αστικά και βιομηχανικά
κέντρα ανάμεσα σε εργασία και οίκο, πράγμα που συνέβαινε και στην περίπτωση της
παραγωγής νήματος που λάμβανε χώρα μέσα στον τόπο κατοικίας της γυναίκας.
Το μετάξι. Το βασικό, λοιπόν, βιοτεχνικό προϊόν των χωριών του Πηλίου ήταν το μετάξι.
54 Βλ. Μαρξ Κ., στο Μηλιός Γ., ό.π., σ. 265

34

Από προξενική μαρτυρία μαθαίνουμε ότι ήδη στα 1691 το πιο ξακουστό χωριό για το μετάξι
ήταν η Ζαγορά το οποίο περιγράφεται ως «πολύ καθαρό και φίνο». Οι πηλιορείτες
ακολουθούσαν περίπου την παρακάτω διαδικασία παρασκευής του μεταξιού: Όταν ο
μεταξοσκώληκας, που ονομαζόταν στο Πήλιο «καματερό», έβγαινε από το σπόρο του τρεφόταν
με φυλλά μουριάς που στο Πήλιο ονομαζόταν «συκαμνιά». Όταν μεγάλωνε τον τοποθετούσαν
στις «σταντοσιές», μια σειρά από κρεβάτια το ένα πάνω στο άλλο με αρκετό χώρο ανάμεσα
Όταν ερχόταν η εποχή που τα σκουλήκια ενέκριναν την ουσία που έπλεκε το κουκούλι
καλύπτωντάς τα με αυτό «κάθονταν για το μέγα», κατά την πηλιορείτικη ορολογία, τα
τοποθετούσαν δηλαδή σε κλαδιά του φυτού λαδανιά πάνω στα οποία έφτιαχναν τα
κουκούλια(55). Στη συνέχεια τα έψηναν. Όλα τα χωριά από την παλιά Μουντζέλα ως την
Πορταριά διατηρούσαν φούρνους για το ψήσιμο του μεταξοσκώληκα(56). Στην επόμενη φάση θα
πρέπει να τα έβρεχαν σε μεγάλες λεκάνες για να μαλακώσει το κουκούλι, ώστε να ξεχωρίσουν οι
ίνες. Στη συνέχεια τα επεξεργάζονταν οι γυναίκες φτιάχνοντας τις κλωστές του μεταξιού.
Οι περισσότερες σύγχρονες πηγές αναφέρονται στο ζαγοριανό μετάξι, το οποίο
διαχωρίζεται από το μετάξι της Πορταριάς ή της Μακρινίτσας ή του Βόλου. Πιθανότατα όμως
στην πραγματικότητα η έννοια Ζαγορά στα εμπορικά γραπτά να είναι διευρυμένη και να αφορά
την παραγωγή του ανατολικού Πηλίου και όλες οι υπόλοιπες τοπονυμικές αναφορές μάλλον να
αφορούν την παραγωγή του δυτικού Πηλίου ή της κάθε κωμόπολης ξεχωριστά. Πολλές φορές με
το όνομα «Ζαγορά» εννοούσαν το σύνολο των πηλιορείτικων χωριών. Γίνεται σαφές και από τις
πηγές ότι η αγορά της Ζαγοράς προηγούταν σαφώς της αγοράς της Μακρινίτσας και της
Πορταριάς. Γενικότερα, οι κάτοικοι των χωριών της δυτικής πλευράς του Πηλίου σε αντίθεση με
εκείνους των χωριών της ανατολικής ασχολούνταν σε μεγάλο ποσοστό όχι μόνο με τη βιοτεχνία,
αλλά και με την αγροτική παραγωγή.
Στα τέλη του 17ου και στις αρχές του 18ου αιώνα οι κύριοι αποδέκτες των εξαγωγών
ζαγοριανού μεταξιού μέσα στην Οθωμανική επικράτεια ήταν η Θεσσαλονίκη και η Χίος, για τις
βιομηχανίες μεταξωτών υφασμάτων που λειτουργούσαν εκεί. Γενικώς, η καλύτερη ποιότητα
κατναλωνόταν στο εσωτερικό της Αυτοκρατορίας.(57) Ένα άλλο μέρος του μεταξιού της
Ζαγοράς μεταφερόταν στην Πρεβέζα και από κει εξαγόταν στην Ευρώπη και κυρίως στη
Βενετία που ήταν και ο κυριότερος αγοραστής του στην Ευρωπαϊκή αγορά. Από ό,τι φαίνεται
μάλιστα υπήρχε και συναγωνισμός ανάμεσα στη Βενετσιάνικη και τη Χιώτικη αγορά για το
ζαγοριανό μετάξι. Ένας βενετσιάνος έμπορος γράφοντας σε γραπτή αναφορά το Μάιο του 1942
τη σημασία του ζαγοριανού μεταξιού για τους Χιώτες πρότεινε για την καλύτερη αντιμετώπιση
της χιώτικης βιοτεχνίας την αγορά όλου του ζαγοριανού μεταξιού. (58). Γύρω στα μέσα του 18ου
55 Βλ. Κορδάτος Γ., ό.π., σ. 241
56 Βλ. Κορδάτος Γ., ό.π., σ. 249
57 Βλ. Κενέ, Πληροφοριακό Υπόμνημα, Κορδάτος Γ., ό.π., σ. 210
58 «Οι Χιώτες αγοράζουν το μετάξι της Ζαγοράς δια την κατασκευήν των δαμασκηνών μεταξωτών, με τα οποία
τόσον ανταγωνίζονται την Βενετίαν. Αν ήτο δυνατόν να αγορασθή όλη η παραγωγή της Ζαγοράς από τους εν

35

αιώνα πρέπει να προστέθηκε στους αγοραστές και η Γένοβα Η τιμή του ζαγοριανού μεταξιού
υπολογίζεται γύρω 4½ πιάστρα ανά οκά, όταν το μετάξι της Πορταριάς από 2 ½ έως 3 πιάστρα
την οκά. Η παραγωγή της Ζαγοράς υπολογίζεται εκείνη την εποχή πάνω από 200 κιντάλια το
χρόνο, αφού μόνο οι Βενετοί αγόραζαν τέτοιες ποσότητες. (59) Το μετάξι του Πηλίου αναφέρεται
από τον Κενέ ως όμοιο στην ποιότητα με το μετάξι «adrasse», ενώ από τον Γάλλο πρόξενο στις
σταγιάδες Dybrocat αναφέρεται όμοιο σποιότητα με εκείνο της Προβηγκίας.(60)
Στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα στους αγοραστές πρέπει να προστέθηκαν πέρα από τη
Γένοβα η Ρωσία, η Αγγλία, η Ολλανδία και το Λιβόρνο, ενώ από το ενδιαφέρον των γαλλικών
προξενικών αρχών εκτιμούμε ότι ένα πολύ μεγάλο μέρος του εμπορίου διεξαγόταν με γάλλους
εμπόρους. Άλλος σημαντικός αποδέκτης του πηλιρείτικου μεταξιού εντός της Οθωμανικής
αγοράς πέρα από την Χίο ήταν ο Τύρναβος. Την ίδια περίοδο φαίνεται πως οι ζαγοριανοί
έμποροι επέκτειναν την παραγωγή και σε βαμβακερά νήματα. Ο Ν. Σβορώνος στο βιβλίο του Το
Εμπόριο της Θεσσαλονίκης τον 18ο αιώνα αναφέρει ότι «προς τα τέλη του 18ου αιώνα και όταν
άρχιζε να παρακμάζει η συντροφία των Αμπελιακίων, ιδρύθηκε μια νηματοβιοτεχνία στη
Ζαγορά από ζαγοριανούς επιχειρηματίες συναιτερισμένους με έναν γάλλο έμπορο».(61)
Υπολογίζεται από περιηγητές πως το λιμάνι του Βόλου εξήγαγε τότε γύρω στα 30 – 35.000
οκάδες μεταξιού και αρκετό βαμπακερό νήμα. Ο ίδιος συγγραφέας αναφέρει τη συγκομιδή του
ζαγοριανού μεταξιού γύρω στις 25.000 – 30.000 οκάδες εκτιμώντας ότι τα μετάξια της Ζαγοράς
αποτελούσαν σημαντικότατο είδος του εξαγωγικού εμπορίου της Θεσσαλονίκης.(62) Από το
Σβορώνο καταλαβαίνουμε την άμεση σύνδεση του Πηλίου με το λιμάνι της Θεσσαλονίκης, από
το οποίο θα πρέπει να έφευγε το μετάξι για τη Δύση.
Πιο συγκεκριμένα όσον αφορά την παραγωγή, ο Κορδάτος παραθέτει μια αναφορά ότι
γύρω στα 1842 η παραγωγή μεταξιού ήταν γύρω στις 20.000 οκάδες, ενώ στα 1779 γύρω στις 30
με 35.000 οκάδες μεταξιού.(63) Επομένως, εάν οι μαρτυρίες είναι περίπου κοντά στην
πραγματικότητα, τότε παρατηρούμε σημαντική αύξηση της παραγωγικότητας του μεταξιού στην
περιοχή του Πηλίου μέσα σε 40 χρόνια κατά το 1/2 περίπου της παραγωγής του 1842. Γενικά, ο
Κορδάτος αναφέρει ότι σχεδόν ποτέ δεν έπεφτε η παραγωγή κάτω από τις 25.000 οκάδες
μεταξιού. Ο ίδιος εκτιμά πως επρόκειτο για ένα πολύ μεγάλο ποσό για την εποχή εκείνη.
Οι Πηλιορείτες εκτός από την παραγωγή μεταξωτών ινών παρασκεύαζαν και μεταξωτά
υφάσματα. Οι Δημητρίεις καταμετρούν 600 ως 800 αργαλειούς οι οποίοι ύφαιναν μεταξωτό πανί

Βενετία εργοστασιάρχας, οι Χιώτες θα εσταμάτων εντελώς ..» Βλ. Μέρτζιος, Μνημεία Μακεδονικής Ιστορίας, σ.
313 στο Κορδάτος Γ., ό.π., σ. 212
59 Βλ. για όλα Κορδάτος Γ., ό.π., σ. 211
60 Βλ. για όλα Κορδάτος Γ., ό.π., σ. 210 -11
61 Βλ. Σβορώνος Ν., Το Εμπόριο της Θεσσαλονίκης τον 18ο αιώνα, Θεμέλιο, σ. 287
62 Βλ. Σβορώνος Ν., ό.π., σ. 295
63 Βλ. Μέρτζιος, Μνημεία Μακεδονικής Ιστορίας, σ. 316 στο Κορδάτος Γ., ό.π., σ. 213 και Κορδάτος Γ., ό.π., σ.
215

36
64

ή άλλα υφάσματα και πετσέτες.( ) Ένα μέρος των μεταξωτών ινών, περίπου 5.000 οκάδες,
δηλαδή το 1/5 περίπου της παραγωγής στις 25.000 οκάδες, παρέμενε στα ίδια τα χωριά για την
παραγωγή μεταξωτών μαντηλιών, τα οποία έμοιαζαν πολύ με της Λυών. Για τη Ζαγορά και τα
ανατολικά χωριά δεύτερο σε σημασία μετά το μετάξι και τα μεταξωτά υφάσματα παραγόμενο
προϊόν στα τέλη του 18ου αιώνα ήταν τα σκουτιά. Το σκουτί ήταν μάλλινο χοντρό ύφασμα για
φορεσιές χωρικών. Επίσης, σημαντικό βιοτεχνικό προϊόν των χωριών του Πηλίου αποτελούσαν
οι καπότες, δηλαδή μάλλινες κάπες. Το μαλλί ερχόταν από τη Λιβαδιά και η παραγωγή θα πρέπει
να κυμαίνεται γύρω στα 15.000 κομμάτια το χρόνο που εξάγονταν το ένα δεύτερο στη
Θεσσαλονίκη και το υπόλοιπο στα διάφορα λιμάνια του Αιγαίου. Το κέντρο της βιοτεχνικής
παραγωγής καποτών ήταν η Ζαγορά και ακολουθούσαν η Μακρινίτσα και η Πορταριά(65). Τα
μάλλινα παρασκευάσματα κυρίως κατέληγαν στα παράλια της Ανατολής, αλλά και σε κάποιες
παράλιες πόλεις της Ιταλίας. Μάλιστα πολλοί από αυτούς του εμπόρους, που ονομάζονταν
καποτάδες πλούτισαν στη Μεσσίνη, στην Αγκώνα, στο Λιβόρνο κ.α. πόλεις.(66)
Για τα δυτικά χωριά του Πηλίου (Πορταριά, Λεχώνια) εκτός της Μακρινίτσας το δεύτερο
σε σημασία παραγόμενο προϊόν ήταν το λάδι. Ο Κορδάτος μεταφέρει τη μαρτυρία του Άγγλου
Leake που επισκέφτηκε την περιοχή στα χρόνια 1803 – 1807 ότι η παραγωγή λαδιού είναι
αρκετή ώστε να μπορεί μια μικρή του ποσότητα να πωληθή έξω(67). Η ίδια μαρτυρία αναφέρει
ότι κυρίως τα χωριά της Αργαλαστής, των Λεχωνιών, του Νεοχωρίου, του (Άνω) Βόλου και της
Μακρινίτσας παρήγαγαν σιτάρι. Λίγα όμως κατάφερναν να ικανοποιήσουν τις ανάγκες της
περιοχής και γι’ αυτό αγόραζαν από τον κάμπο. Η καλλιέργεια σίτου πραγματοποιούταν στην
πεδιάδα που ανοιγόταν στην αρχή του κόλπου του Παγασητικού. (68) Άλλα προϊόντα ήταν κρασί,
μέλι και λαχανικά, ενώ γενικά περιορισμένη ήταν η αμνοτροφία σχετικά με άλλες περιοχές της
ορεινής Βαλκανικής.
Συγκεκριμένα, με βάση τις μαρτυρίες που παραθέτει ο Κορδάτος παραθέτουμε τα
προϊόντα που παρήγαγε το κάθε χωριό. Αρχίζοντας από τα δυτικά χωριά του όρους Πηλίου
ξεκινάμε με την πρωτεύουσα των βακούφικων χωριών, την

Μακρινίτσα με 1000 σπίτια

χριστιανών χωρισμένη σε 9 μαχαλάδες εκ των οποίων οι δύο ξεχωριστοί γύρω της έως 150 με
200 σπίτια ο καθένας. Η Μακρινίτσα είχε ως κύριο προϊόν το μετάξι και ακολουθούσαν σιτάρι,
κριθάρι, κρασί και μέλι. Όλοι σχεδόν με έμφαση επισημαίνουν την έλλειψη συκιών και ελιών,
πράγμα που δείχνει ότι γενικώς αυτά τα δέντρα συναντιώταν στα υπόλοιπα χωριά. Οι Σταγιάτες,
χωριό με 80 σπίτια χριστιανών κοντά στην Μακρινίτσα, μία ώρα ανατολικά, παρήγαγε λίγο
σιτάρι, πολλά μετάξια και λίγο λάδι. Το Σέσκλο, μια ώρα έξω από το Βόλο χωριό, με 150 σπίτια
χριστιανών, παρήγαγε κυρίως αγροτικά προϊόντα και λιγοστό μετάξι. Οι Δημητρίεις αναφέρουν
64 Βλ. Δημητρίεις, , σ.389 – 391.
65 Βλ. για όλα Κορδάτος Γ., ό.π., σ. 215
66 Βλ. Ναύτης Γ.Α., Γενικαί αρχαί του εμπορίου, Αθήνα 1859, στο Κορδάτος Γ., ό.π., σ. 217
67 Βλ. Κορδάτος Γ., ό.π., σ. 216
68 Βλ. Κορδάτος Γ., ό.π., σ. 215

37

για, την Πορταριά με 300 σπίτια χριστιανών, το μεγάλο κεφαλοχώρι που φημιζόταν για τα
βιοτεχνικά του προϊόντα ότι παρήγαγε «ζωνάρια, γαϊτάνια, μανδύλια, ιμπρισίμαια και μεσίνια
εξαίρετα αργασμένα».(69) Το Κατηχώρι, χωρίο με 150 σπίτια χριστιανών, παρήγαγε κυρίως
μετάξι, κρασί και λάδι. Ο Άνω Βόλος ανάμεσα στο Βόλο και την Μακρινίτσα, κεφαλοχώρι 700
σπιτιών χριστιανών με τέσσερις μαχαλάδες, το οποίο ιδρύθηκε από τους κατοίκους της
κατεστραμμένης Δημητριάδας, παρήγαγε μετάξι και αγροτικά προϊόντα από τα οποία ξεχώριζε
το λάδι. Ανατολικότερα η Αλμεριά ή Βλαχομαχαλάς κατοικούμενος αποκλειστικά από
Βλαχόφωνους που ασκούσαν το επάγγελμα του αγωγιάτη αποτελούσε το συνδετικό κρίκο της
περιοχής με την ενδοχώρα. Το επόμενο χωριό, οι Μπαξέδες με μεγάλα σπίτια - πύργους,
κατοικούταν από μουσουλμάνους. Σε αυτό έρχονταν να καλοκαιριάσουν οι μουσουλμάνοι του
Βόλου. Ένα άλλο μεγάλο χωριό η Δράκια με 600 σπίτια παρήγαγε κρασί, λάδι και ελιές τα οποία
και εξήγαγε κυρίως μέσα του παραλιμένα της Αγριάς. Το χωριό το οποίο ήταν φημισμένο για τα
ελαιοπαράγωγα ήταν ο Άγιος Λαυρέντιος με 400 σπίτια. Επίσης, καλλιεργούσαν σιτάρι, αμπέλια,
ενώ ασχολούνταν και με τη μεταξουρεγεία. Το πιο φημισμένο κρασί είχε το χωριό Άγιος
Γεώργιος με 400 χριστιανικά σπίτια, ανατολικά του Αγίου Λαυρεντίου. Στη συνέχεια κοντά στην
παραλία βρισκόταν ο μικρόκαμπος Λεχώνια, που παρήγαγε λαχανικά κυρίως και άλλα αγροτικά
(σιτάρια, κριθάρι, βρίζες, κουκιά και ρεβύθια, βαμπάκι. Στα Λεχώνια που χωρίζονταν στα Πέρα
και Δώθε Λεχώνια

κατοικούσαν κυρίως μουσουλμάνοι στους οποίους οι χριστιανοί ήταν

κολίγοι.
Στα νότια άκρα του Πηλίου βρισκόταν η Αργαλαστή με 500 χριστιανικά σπίτια, η οποία
παρήγαγε σιτάρι, κριθάρι, λινάρι και λίγο βαβμβάκι, ενώ είχαν πολλές ελιές αμπέλια. Οι
Αργαλιατιώτες είχαν τη φήμη του ντή και του οξύθυμου. Ανατολικά της Αργαλαστής βρισκόταν
η Βεστενίκα με 60 χριστιανικά σπίτια. Εδώ πάλι ελιές, μετάξι, αμπέλια. Στο ανατολικότερο
μέρος της Δυτικής πλευράς του όρους Πηλίου βρισκόταν ο Λαύκος με πάνω από 500 σπίτια.
Εκεί δούλευαν κυρίως μετάξι, αλλά υπήρχαν και σφουγγαράδες. Το Προμήρι 200 σπιτιών και
αυτό παρήγαγε μετάξι και ελιάς.Το ίδιο και το Νιοχώρι. Ανατολικά από τα Λεχώνια βρίσκονταν
οι Μηλιές, παλιά πρωτεύουσα της περιοχής με 300 περίπου σπίτια. «Οι κάτοικοι της χώρας
αυτής, έχουν τόπο αρκετό εργάσιμο, πεδιάδα και πλαγινά, ελαιώνες πολλούς, συκαμεώνας, και
άλλον τόπο σπάρσιμο, έχουν ακόμι και αγεώργητο αρκετό δια ζώα»(70) Τα επόμενα χωριά οι
Πινακατές με 120 και η Βιζίτσα με 100 σπίτια χριστιανών με παραλιακή σκάλα στην οποία
βρισκόταν το τελωνείο του Βόλου δεν παρήγαγαν μετάξι. Αντίθετα στο Πρόπαντο με 100 σπίτια
κοντά στις Μηλιές η οικονομία στηριζόταν στο μετάξι και το ναυτικό εμπόριο.
Η σημαντικότερη κοινότητα της ανατολικής πλευρά του Πηλίου βέβαια ήταν η Ζαγορά
με τέσσερις μαχαλάδες. Η Ζαγορά κυρίως παρήγαγε νήμα μεταξιού, αλλά και με αργαλειούς
69 Βλ. Δημητρίεις, Νεωτερική Γεωγραφία, 218 - 219
70 Βλ. Δημητρίεις στο Κορδάτος Γ., ό.π., σ. 325

38

παρήγαγε σκουτιά, καπότες που ήταν τα πιο σημαντικά, αλλά και καρπέτες, βελέντζες,
κηλίμια, φλοκάτες και βαμβακερά νήματα. Επίσης, οι ζαγοριανοί είχαν ισυρό ναυτικό.
Βορειοανατολικά της Ζαγοράς είναι ο πέμπτος μαχαλάς της Ζαγοράς, το Πορί, με 80 σπίτια, οι
κάτοικοι του οποίου δουλεύουν ως εργάτες σε ζαγοριανούς εμπορικούς και βιοτεχνικούς οίκους.
Ανατολικοβόρεια του Ποριού, βρισκόταν η Μουτζέλα με 150 σπίτια σε δύο μαχαλάδες
χωρισμένα, οι κάτοικοι της οποίας ήταν στην πλειονότητά τους ναυτικοί και δεν ασχολούνταν με
άλλες παραγωγικές εργασίες. Βορειανατολικά της Μουτζέλας, το Βένετο, με πάνω από 50
σπίτια ακολουθούσε τα γεωργικά κυρίως παραγωγικά πρότυπα της περιοχής. Το ίδιο και η
Μακρυράχη με 100 σπίτια, αν και κάποιοι ασχολούνταν και με την παραγωγή σκουτιών. Το
Ανήλιον με 150 σπίτια παρήγαγε κυρίως σκουτιά τα οποία και εμπορεύονταν. Ίδια παραγωγική
βάση με το Ανήλιο είχε και ο Κισσός με 250 σπίτια. Στη Μούρεση επιπλέον ασχολούνταν και με
αγροτικά. Μεγάλο χωριό ήταν η Τσαγκαράδα με παραγωγική βάση την καλλιέργεια
μεταξοσκώληκα, την κατασκευή μεταξωτών υφασμάτων και το εμπόριο αυτών.(71)
Η κουραστική παράθεση όλων σχεδόν των χωριών του Πηλίου σε συδυασμό με την
αναφορά των παραγωγικών ασχολιών των κατοίκων του δεν είναι άνευ σκοπιμότητας.
Αποσκοπεί στην όσο το δυνατόν πιο σφαιρική εμπέδωση της πηλιορείτικης παραγωγικής δομής.
Καταρχήν παρατηρούμε ότι το Πήλιο λειτουργεί ως ενιαίος παραγωγικός χώρος με καταμερισμό
της εργασίας ανάμεσα στα χωριά. Ο ενιαίος κοινωνικός σχηματισμός του Πηλίου διασπάται με
βάση τον καταμερισμό της παραγωγικής αλυσίδας σε μικρότερους κοινωνικούς σχηματισμούς
με διαφοροποιημένη κάποιες φορές παραγωγική βάση. Έτσι, κάποια χωριά είναι κυρίως
αγροτικά, κάποια ναυτικά, ενώ κάποια μπορούν και ειδικεύονται στην βιοτεχνία, ενώ κάποια
μπορούν να συνδυάζουν περισσότερες από μια ασχολίες. Η διαφοροποίηση αυτή όμως στην
παραγωγική βάση προκαλεί οικονομικές ανισότητες ανάμεσα στις κοινότητες με αποτέλεσμα η
διαφοροποίηση στην υλική βάση να αντανακλάται και στο πολιτικό και θεσμικό εποικοδόμημα.
Κάποια δηλαδή χωριά είναι πιο ισχυρά πολιτικά, κάποια λιγότερο και κάποια εξαρτημένα
εντελώς.
Η παρατήρηση ότι η παραγωγή αγροτικών προϊόντων αφορούσε κυρίως τα χωριά του
δυτικού Πηλίου, εκτός της Μακρινίτσας που ήταν κατεξοχήν περιοχή παραγωγής μεταξιού,
προφανώς εξηγείται με την σαφή πρωτοπόρηση του ανατολικού Πηλίου στη μεταξουργία
λειτουργώντας με αυτό τον τρόπο εξισσοροπητικά σε μια κοινωνία εκχρηματισμένη και
ενταγμένη σε λογικές της αγοράς.
Η σημαντικότερη συνέπεια της μεταξουργίας στον πηλιορείτικο κοινωνικό σχηματισμό
συνίσταται στο γεγονός ότι αποτελούσε το κύριο μοχλό εκχρηματισμού της πηλιορείτικης
οικονομίας επιτρέποντας καταρχήν τη διαμόρφωση μιας τοπικής αγοράς διακίνησης και
ανταλλαγής προϊόντων πρώτης ανάγκης. Το μετάξι ως το βασικό εξαγώγιμο προϊόν ενέταξε το
71 Για τα ανατολικά χωριά του όρους Πηλίου βλ. Κορδάτος Γ., ό.π., σσ. 343 – 444

39

Πήλιο τόσο στην οθωμανική εμπορική αγορά όσο και στη διεθνή. Η οικονομική σύνδεση με
τη Στερεά Ελλάδα δείχνει την ένταξη της πηλιορείτικής αγοράς στην οθωμανική οικονομία και
τη λειτουργία της ως αναπόσπαστο κομμάτι της. Επίσης, η παραγωγή βαμβακερών νημάτων,
αλλά και μάλλινων βιοτεχνικών προίόντων υποδεικνύει επίσης και εμπορική διασύνδεση και με
το Θεσσαλικό κάμπο και γενικότερα την ηπειρωτική ενδοχώρα της περιοχής. Γίνεται σαφές με
αυτόν τον τρόπο πως τελικά οι αντιφατικοί και φαινομενικά ασύνδετοι οικονομικοί χώροι της
οθωμανικής αυτοκρατορίας με την τόσο διαφορετική παραγωγική δομή αποτελούσαν συνολικά
μια αδιάσπαστη ενότητα και ότι σίγουρα το πηλιορείτικο φαινόμενο προϋποθέτει, χρειάζεται και
αποτελεί συνέπεια των φεουδαρχοποιημένων δομών του Οθωμανικού κοινωνικού σχηματισμού.
Τέλος, η έντονη εμπορευματική δραστηριότητα είχε ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη και
της ναυτιλίας. Από τα μέσα του 18ου αιώνα κάποια χωριά του Πηλίου αποκτούν μεγάλης
χωρητικότητας πλοία. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι τα χωριά της ανατολικής πλευράς ήταν
εκείνα που ξεχώρησαν, κυρίως η Ζαγορά, οι Μουτζέλες και το Τρίκκερι. Η πρωτοκαθεδρία της
Ζαγοράς στην εμπορία μεταξιού επέδρασε καταλυτικά στην ταύτιση της πηλιορείτικης ναυτιλίας
με το συγκεκριμένο χωριό, ενώ βέβαια ζαγοριανοί κατείχαν και τα μεγαλύτερα καράβια. (72)

Β.2.δ. Η διαδικασία της πρωτοεκβιομηχάνισης ως διαδικασία έντασης της
κοινωνικής διαφοροποίησης
Η άρχουσα τάξη στους πηλιορείτικους κοινωνικούς σχηματισμούς αποτελούταν από τους
κατόχους του εμπορικού κεφαλαίου (εμπόρους και καραβοκύρηδες) και από τους
μεγαλοκτηματίες. Η άρχουσα τάξη επομένως δε συγκροτούσε ένα ενιαίο οικονομικοπαραγωγικό μπλοκ. Αντίθετα, ήταν διασπασμένη με βάση τους οικονομικούς προσανατολισμούς
που πρότασσε η διαφοροποιημένη παραγωγική βάση. Από τη μια βρίσκονταν οι κάτοχοι
μεγάλων εκτάσεων γης οι οποίοι ελέγχανε ένα σημαντικό μέρος της ντόπιας παραγωγικής
αλυσίδας, κυρίως την παραγωγή μεταξιού, επειδή ακριβώς χρειαζότανε από τη φύση της
μεγάλες εκτάσεις γης και τα αγροτικά προϊόντα. Οι ομάδες αυτές λογικά θα έλεγχαν τη
βιοτεχική δραστηριότητα που στηριζότανε στην παραγωγή του νήματος του μεταξιού και
επομένως θα συγκροτούσαν τον συνασπισμό εξουσίας τους έχοντας ως βάση κομμάτια της
αγροτιάς και κομμάτια των μαστόρων βιοτεχνών που συνδέονταν με την μεταξουργεία.
Πρόκειται, θα λέγαμε, για τα παραδοσιακά στρώματα της άρχουσας τάξης, με περισσότερα
κοινά χαρακτηριστικά με τους τυπικούς κοτζαμπάσιδες των υπόλοιπων περιοχών. Οι
«αριστοκράτες αυτοί της γης» λόγω του αγροτοκεντρικού φορολογικού συστήματος της

72 Για τα δυτικά χωριά του όρους Πηλίου βλ. Κορδάτος Γ., ό.π., σσ. 230 – 343

40

Οθωμανικής

Αυτοκρατορίας

συνδέονταν άμεσα

με

τον

οθωμανικό

εξουσιαστικό

κορμό(73). Κατάφερναν να αντλούν κύρος και να αναπαράγουν τη δύναμή τους μέσα από αυτό
διεκδικώντας τον έλεγχο συνολικά στον πηλιορείτικο παραγωγικό ιστό, εφόσον πετύχαιναν τη
διατήρηση του προνομίου της φορολογικής κατανομής και της συγκέντρωσης των φόρων. Αυτές
οι μερίδες της άρχουσας τάξης κατά τον Κορδάτο συγκροτούσαν το συντηρητικό κόμμα.
Από την άλλη, ήταν οι φορείς του τοπικού εμπορικού κεφαλαίου οι οποίοι ελέγχανε σε
πολύ μεγάλο βαθμό λόγω της φύσης της εργασίας τους την τύχη συνολικά της ντόπιας
παραγωγής συγκροτώντας μια ιδιαίτερη κοινωνική τάξη με αμιγή αστικά χαρακτηριστικά. Αυτοί
λογικά θα διατηρούσαν υπό τον έλεγχό τους τη μεταποιητική βιοτεχνική παραγωγή, που δε
χρειαζόταν μεγάλες εκτάσεις γης και ήταν περισσότερο επιρρεπής στις διακυμάνσεις της
αγοράς, δηλαδή την παραγωγή υφασμάτων και βέβαια τα επαγγέλματα που συνδέονταν με τη
ναυτιλία. Αντίστοιχα θα συγκροτούσαν το συνασπισμό εξουσίας με τους μαστόρους αυτών των
ειδικοτήτων, που στην πράξη αποτελούσαν την πλειοψηφία των βιοτεχνών, κάποια μεσαία
στρώματα αγροτών που διεκδικούσαν αυτονομία από τους μεγαλοκτηματίες και κάποιους
φτωχούς εργάτες. Το κύρος τους θα το αντλούσαν από την προνομιακή σχέση με το μεγάλο
δυτικό κεφάλαιο και τα δυτικά πολιτικά κέντρα εξουσίας. Αυτές οι μερίδες συγκροτούσαν το
δημοτικό κόμμα.
Το πεδίο της σύγκρουσης ήταν η διεκδίκηση του ελέγχου συνολικά ολόκληρης της
ντόπιας παραγωγικής αλυσίδας μέσα από την υποταγή του ενός στον άλλο. Ο έλεγχος της
φορολογικής κατανομής και συγκέντρωσης φόρων αποτελούσε τη βάση για την επίτευξη αυτού
του σκοπού. Γενικότερα, η συμμετοχή στους μηχανισμούς του κράτους και διοίκησης
αποτελούσε αναγκαία μεταφορά της σύγκρουσης από το πεδίο της υλικής βάσης στο πεδίο του
εποικοδομήματος, εφόσον τελικά σε αυτό θα μπορούσε να κριθεί η πάλη για τον έλεγχο.
Επομένως, εκείνο το οποίο θα ήταν λογικό είναι τα πηλιορείτικα πολιτικά κόμματα
συγκροτούνταν με ένα αυστηρό εξουσιαστικό προσανατολισμό και πολύ λιγότερο να
επαγγέλλονταν ένα διαφορετικό πολιτικό σύστημα. Στην πραγματικότητα, όμως υπήρχαν
ιδεολογικές διαφορές και εξ αιτίας της διαφορετικής παραγωγικής βάσης της κάθε μερίδας, αλλά
και λόγω της προνομιακής σχέσης με διαφορετικά εξουσιαστικά κέντρα. Οι «αριστοκράτες της
γης» θα υπεραμύνονταν της διατήρησης των οθωμανικών θεσμών, αφού ευνοούσαν την
αναπαραγωγή της τάξης τους και οι έμποροι αστοί, θα υποστήριζαν ένα διαφορετικό θεσμικό
πλαίσιο που θα εξέφραζε πολύ περισσότερο την ανάγκη για διεύρυνση και ανάπτυξη των
καπιταλιστικών σχέσεων. Προφανώς, θα υπήρχε στους τελευταίους έντονη ιδεολογική επίδραση
από τη δύση.(74)
Τα μεσαία στρώματα ήταν οι βιοτέχνες - μάστοροι (κεπεντζήδες, τσοχατζήδες,
73 Τη διασύνδεση κοτζαμπάσιδων με Οθωμανική εξουσία αναφέρει ο Κορδάτος Γ., ό.π., σ. 229
74 Για τα πολιτικά κόμματα και τις τάξεις βλ. Κορδάτος Γ., ό.π., σ. 226 και σ. 229

41

καζαντζήδες, μπιτσακτσίδες, καζάζηδες κλπ.) και ναυπηγοί. Διατηρούσαν σε κάθε χωριό δική
τους συντεχνία, ενώ σε μερικά χωριά – όπως στη Ζαγορά – ήταν συνδεμένοι με τις ομότεχνες
συντεχνίες της Πόλης. Σε αυτούς εντάσσονταν και κάποιοι μεσαίοι αγρότες. Στη μεσαία τάξη
υπήρχαν εξίσου ίδιες αντιθέςσεις και γι’ αυτό επέλεγαν το συνασπσιμό με διάφορα κόμματα.
Γενικά, καταλαβαίνουμε ότι επειδή υπήρχαν διαδικασίες κοινωνικής κινητικότητας και επειδή οι
οικογενειακοί μηχανισμοί λειτουργούσαν, η σύγκρουση μεταξύ των κοινωνικών μερίδων της
άρχουσας και μεσαίας τάξης ξεπερνούσε τα αυστηρά δομικά πλάισια με βάση τη φύση της
παραγωγής και αρκετές φορές εφαρμοζότασν σε προσωπική ή/και οικογενειακή βάση. Η
κατώτερη τάξη αποτελούντανε από τους κεραντζήδες (αγωγιάτες), εργάτες (σκαφτιάδες) και από
εκείνους που είχαν κανένα μικρό χωράφι ή αμπέλι.
Η κοινωνική συναίνεση και η υποταγή των κατώτερων τάξεων στις ανώτρες θα γινόταν
είτε μέσα από τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο των
δημογερόντων, δηλ. την εκκλησία, είτε μέσα από πελατειακές σχέσεις είτε μέσα από τη χρήση
των μηχανισμών καταστολής (βία). Μέσα από αυτούς τους μηχανισμούς η ταξική πάλη
ατομικοποιούταν και γενικότερα εοππιυχόταν ένα επίπεδο ταξικής ισορροπίας. Παρόλ’ αυτά
όμως επειδή οι κοινωνικές εντάσεις λόγω της υπερεκμετάλλευσης των κατώτερων στρωμάτων
εξαιτίας της πίεσης για συσσώρευση ήταν έντονες, πολλές φορές η ταξική πάλη
αποπροσωπικοποιούταν και και συλλογικοποιούταν οδηγώντας σε εξεγέρσεις. Ο Κορδάτος
αναφέρει πολλές περιπτώσεις εξεγέρσεων. Μάλιστα, επειδή το επίπεδο ταξικής ισορροπίας δεν
ήταν το ίδιο σε όλα τα χωριά πιθανόν να επικρατούσε το δημοτικό κόμμα ή πιθανόν να μην
υπήρχε τόσο έντονη κοινωνική διαφοροποίηση αρκετά χωριά ακολουθούσαν ένα περισσότερο
δημοκρατικό σύστημα διακυβέρνησης. Στη Ζαγορά που ο βαθμός κοινωνικής διαφοροποίησης
ήταν πιο έντονος από παντού το σύστημα διακυβέρνησης ήταν περισσότερο ολιγαρχικό. Οι
εξεγέρσεις θα πρέπει να ερμηνευθούν με δύο τρόπους.
Από τα παραπάνω καταλαβαίνουμε τη σημασία που είχαν οι δημοκρατικές δομές
κοινοτικής αυτοδιοίκησης στη διαδικασία της πρωτοεκβιομηχάνισης. Βοήθησαν εφόσον
απελευθερώθηκαν ως ένα βαθμό από την αυστηρή υποταγή στο εξουσιαστικό οθωμανικό κέντρο
στην ανέλιξη των νέων κοινωνικών στρωμάτων και τη μετατροπή τους σε τοπική άρχουσα τάξη
διαμορφώνοντας μια εναλλακτική μορφή κοινοτικής αυτοδιοίκησης με περισσότερο
αστικοδημοκρατικά χαρακτηριστικά. Παρ’ όλα αυτά κεντρικός μηχανισμός διεκδίκησης της
εξουσίας από πρόσωπα και μερίδες αποτελούσε η βια, όπως και στην υπόλοιπη οθωμανική
επικράτεια. Την ήμέρα του Αγίου Γεωργίου, όπως και σε όλες τις οθωμανικές περιοχές, οι
κάτοικοι του κάθε χωριού μαζεύονταν στην κεντρική πλατεία και εξέλεγαν τους δημογέροντες ή
κοτζαμπάσιδες. Η εκλογή όμως ήταν τύποις ελεύθερη και δημοκρατική, γιατί στην
πραγματικότητα επιβαλλόταν με την τρομοκρατία. Εκείνοι που κατάφερναν να επιβληθούν δια

42

των ξυλοκοπημάτων κατόρθωναν και να εκλεγούν.(75)
Γενικά, παρά τις όποιες τάσεις εσωτερικής ιδεολογικής η πολιτικής διαφοροποίησης η
ντόπια αυτή άρχουσα τάξη συνδέεται στο σύνολό της με τον οθωμανικό κορμό και αποτελεί
αναπόσπαστο κομμάτι του. Ακόμη και οι έμποροι αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της
ελληνόφωνης εμπορικής αστικής τάξης που μπορεί να γέννησε το σπόρο της αμφισβήτησης,
αλλά συνδέονταν στην τελική άμεσα με το οθωμανικό σύστημα παραγωγής και διανομής.
Συγκροτούσαν, επομένως, ένα τοπικό κράτος προσαρμοσμένο εν μέρει στα δεδομένα της
περιοχής, αλλά πάντοτε μέσα στα θεσμικά πλαίσια της οθωμανικής αυτοκρατορίας, δηλαδή
αποτελεί πρόεκταση του οθωμανικού κράτους. Παρότι η παραγωγική δομή του Πηλίου
διαφοροποιείται έντονα από τις υπόλοιπες περιοχές, αστικοποιείται, θα λέγαμε, όταν οι
υπόλοιπες φεουδαλικοποιούνται, δεν υπάρχει άμεση σύγκρουση με τον αυτοκράτορα και τους
διάφορους τοπάρχες, ακριβώς διότι αποτελεί την άλλη όψη του ίδιου νομίσματος, υπάρχει
δηλαδή δομική αλληλεξάρτηση. Θα μπορούσαμε σχηματικά να δούμε την άρχουσα τάξη του
Πηλίου ως έναν συλλογικό τοπάρχη. Γι’ αυτό παρά την αστικοποίηση των μορφών κάποιων
παραγωγικών δομών τελικά καταφέρνουν και διατηρούνται θεσμοί και δομές φεουδαρχικής
καταγωγής, όπως π.χ. οι αγγαρίες τόσο για δημόσια έργα όσο και για ιδιωτικά των αρχόντων ή
άλλες υποχρεώσεις και δικαιώματα (για παράδειγμα οι φτωχοί Πηλιορείτες δεν επιτρεπόταν να
καθήσουν στα καφενεία που σύχναζαν οι δημογέροντες του χωριού, οι δημογέροντες είχαν το
δικαίωμα να εκδικάζουν μικρές υποθέσεις). Εκείνο όμως το δικαίωμα το οποίο ουσιαστικά έδινε
μεγάλη εξουσία στους κοτζαμπάσιδες ήταν η υποχρέωση διατήρησης κτηματολογίου και βέβαια
η συγκέντρωση των φόρων. (76). Η διαφορά βέβαια έγκειται στο ότι η απλήρωτη εργασία των
αγροτών υποτασσόταν όχι στις ανάγκες του μουσουλμάνου φεουδάρχη, αλλά στα συλλογικά ή
ιδιωτικά εμπορικά συμφέροντα της ελληνόφωνης χριστιανικής άρχουσας τάξης. Γίνεται σαφές,
λοιπόν, ότι το οθωμανικό θεσμικό πλαίσιο είναι εκείνο που επικυριαρχεί, καθώς εκείνο είναι
τελικά που επιτρέπει, γιατί έχει ανάγκη, την ανάπτυξη μορφών πρωτοεκβιομηχάνισης. Οι
ελληνόφωνοι χριστιανοί του Πηλίου είναι υπήκοοι του Σουλτάνου, η ζωή τους ανήκει τυπικά σε
αυτόν. Το γεγονός ότι η άρχουσα τάξη του Πηλίου δεν ήταν φεουδαρχική, όπως οι άρχουσες
τάξεις άλλων περιοχών, πολύ λίγο επιδρά στο επίσημο θεσμικο πλαίσιο,α λλά αρκετά στο τοπικό
εθιμικό δίκαιο.
Από τη μία, επικρατούσαν στις κοινότητες του Πηλίου τα ήθη, τα πρότυπα, οι νόμοι και
τα έθιμα της οθωμανικής κοινωνίας. Από την άλλη, υπήρχαν όμως ιδεολογικές και εθιμικές
ρωγμές αστικής προέλευσης λόγω της παραγωγικής φύσης και της επίδρασης από το εξωτερικό.
Ο Κορδάτος είναι σαφής: «Στα χρόνια της τουρκοκρατίας και στον καιρό που διαλύθηκε η
κλειστή (σπιτική) οικονομία και η βιοτεχνία και το εμπόριο πήραν μεγάλη ανάπτυξη, ήταν
75 Βλ. Κορδάτος Γ., ό.π., σσ. 205 - 206
76 Βλ. Κορδάτος Γ., ό.π., σσ. 206 - 207

43

φυσικό

να

διαμορφωθεί

νέο

δίκαιο, εξυπηρετικό των ανταλλαγών. Ήταν όμως

επόμενο, το νέο αυτό δίκαιο (εμπορικό, ενοχικό και εμπράγματο όπως θα λέγαμε σήμερα), να
ήταν επηρεασμένο από την αστική νομοθεσία των Βενετσιάνων, που ακόμα από τα πριν της
τουρκοκρατίας χρόνια, είχαν εμπορικές συναλλαγές με τον Παγασητικό και την περιοχή του
Πηλίου. Μια μάλιστα που από τα μέσα του 17ου αιώνα, οι Βενετσάνοι ξανάρχισαν τις
ανταλλαγές τους με τα χωριά του Πηλίου, αναβίωσε στην περιοχή αυτή το παλιό νομικό
καθεστώς με μερικές αλλαγές προσαρμοσμένες στις νέες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες. Το
νέο όμως αυτό δίκαιο δεν κωδικοποιήθηκε, όπως στην Κύπρο τη Μολδοβλαχία και αλλού, αλλά
είχε τη μορφή του εθίμου (λαϊκό δίκαιο).»(77) Πολλοί κοτζαμπάσιδες δημιούργησαν δική τους
«αστυνομία» τους «μπράβους» ή «κουτσάβους» που ασκούσαν την ταξική τρομοκρατία μέσω
της βιας τόσο σε βάρος των αγροτών και εργατών όσο και βάρος των οπαδών των αντίπαλων
κομμάτών. (78)

77 Βλ. Κορδάτος Γ., ό.π., σσ. 221 - 222
78 Βλ. Κορδάτος Γ., ό.π., σσ. 229

44

Γ. Η αδυναμία μετάβασης από τη

φάση της πρωτοεκβιομηχάνισης στη φάση

της εκβιομηχάνισης
Ο Μέντελς γράφει για την περίπτωση της μετάβασης από τη φάση της
πρωτοεκβιομηχάνισης στην εργοστασιακή βιομηχανία. «Όπως και ναναι, με αυτή τη λογική
μερικές περιοχές αποβιομηχανοποιήθηκαν, όπως για παράδειγμα πολλές από την δυτική Γαλλία
στις οποίες είχαν νωρίτερα αναπτυχθεί εξαγωγικές στην ανατολή βιοτεχνίες υφασμάτων. Έτσι
είναι σαφές ότι σε κάθε περιοχή όπου η πρωτοεκβιομηχάνιση προηγήθηκε από την
εργοστασιακή βιομηχανία και ήταν το φαινόμενο πιο κοντά στα τελικά στάδια και έγινε η
μετάβαση προς αυτή την κατεύθυνση, δεν υπήρχε τίποτα το αναπόφευκτο ή το αυτόματο στη
μετάβαση από τη φάση ένα στην επόμενη. Η ιστορία της Αλσατίας, της Ρηνανίας, της περιοχής
γύρω από τη Λίλ ή γύρω από το Ιναβόνο αποτελούν παραδείγματα περιοχών οι οποίες
πραγματοποίησαν

μια γρήγορη μετάβαση με σχετική επιτυχία. Το Όλστερ, η Σιλεσία, η

Βρεττάνη και οι Φλάνδρες μπορούσαν το ίδιο να συγκαταλεχτούν σε ένα συνεχές σχετικής
αδυναμίας στην επιτυχία της μετάβασης. Μια παρόμοια ανάπτυξη της αγροτικής βιοτεχνίας στη
φάση ένα θα μπορούσε έτσι να οδηγήσει σε πλατειές διαφοροποιήσεις στην επέκταση και την
πορεία προς την βιομηχανοποίηση της φάσης δύο. Η διαθεσιμότητα φυσικών πόρων, η εντόπιση
ουσιαστικά νέων καυσίμων και νέων πρώτων υλών και, πάνω απ’ όλα, το κοινωνικό-πολιτικό
πλαίσιο, επικαθόρισαν την επιτυχία με την οποία η μετάβαση ήταν ένα φαινόμενο όπου η
βιομηχανική επανάσταση εμφανίστηκε με ένταση στις πλεονεκτούσες περιοχές. Η επέκταση της
καπιταλιστικής συσσώρευσης καθώς και το πολιτικό και κοινωνικό εδαφος στο οποίο έλαβε
χώρα και το προσωπικό στου οποίου τα χέρια έλαχε να καθορίσει πάρα πολύ την πορεία του
μέλλοντος της εργοστασιακής βιομηχανίας.»(79)
Στην περίπτωση του Πηλίου βασικός παράγοντας της ασυνέχειας στη διαδικασία της
εκβιομηχάνισης ήταν το ίδιο το οθωμανικό κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο. Καταρχήν, τα
κοινωνικά πρότυπα και πολιτισμικά ήθη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας συνέχιζαν να
διαπερνούν και να αναπαράγονται μέσα στους πρωτοεκβιομηχανισμένους κοινωνικούς
σχηματισμούς. Αυτό όμως αποτελεί αποτέλεσμα και όχι αιτία. Η πρωτοεκβιομηχάνιση στην
οθωμανική αυτοκρατορία αναπτύχθηκε στο γεωγραφικό, οικονομικό και θεσμικό «χώρο» που
«άφηνε» ως «κενό» η τάση για φεουδαλικοποίηση της αγροτικής παραγωγής. Στη Δύση η
πρωτοεκβιομηχάνιση αναπτύχθηκε μέσα στον ίδιο το χώρο της αγροτικής ζωής. Δεν
αποσπάστηκε από αυτόν σε βιοτεχνικές νησίδες. Δηλαδή η μετατροπή των αγροτών σε βιοτέχνες
και κατόπιν σε εργάτες ήταν μια αργή διαδικασία που συντελέστηκε στον ίδιο τον χώρο. Αρχικά
ήταν αγρότες που ασχολούνταν και λίγο με τη χειροτεχνία, στη συνέχεια περισσότερο βιοτέχνες
που ασχολούνταν και με τις αγορτικές δουλειές για να καταλήξουν σε εργάτες. Ακόμη και αν η
79 Βλ. Mendels Fr., «Proto – Industrialization: The First Phase of Industrialization Process», Journal of Economy
History, v.32, is.1, The Tasks of Economy History, σσ. 241 – 261, σ. 246

45

κατάληξη

αυτή

τους

ανάγκασε

να μετατοπιστούν σε άλλο χώρο, δηλαδή στις

πόλεις, η ανάγκη για μετατροπή τους συντελέστηκε ως μια διαδοχή.

Στην οθωμανική

περίπτωση, αντίθετα η πίεση για αγροτοποίηση οδήγησε σε μεγαλύτερο δέσιμο των αγροτών με
τη γη τους και οι διάσπαρτες χειροτεχνικές μονάδες όχι μόνο δεν μπορούσαν να διευρνθούν,
αλλά υποχρεώθηκαν να συγκεντρωθούν σε συγκεκριμένες νησίδες. Εκ των πραγμάτων, λοιπόν,
δεν μπορούσαν να ξεπεράσουν σε δυναμική τη φεουδαλικοποιημένη οικονομία, καθώς δεν
υπήρχαν οι προϋποθέσεις να την «αντικαταστήσουν» ως μηχανισμό. Ως εκτούτου, οι νέες
παραγωγικές δυνάμεις λειτουργούσαν πάντα στο περιθώριο και πάντα ως συμπληρωματικές σε
αυτή. Έμοιαζαν δηλαδή περισσότερο με τις πόλεις της δύσης και όπως ξέρουμε το πέρασμα στη
Δύση δεν έγινε στις πόλεις, αλλά στην ύπαιθρο. Χαρακτηριστικό της ομοιότητας με τις πόλεις
ήταν το γεγονός ότι λειτουργούσαν με βάση το θεσμό των συντεχνιών. Ειδικά στο Πήλιο που
μας απασχολεί αυτό είναι ξεκάθαρο. Η αρχαϊκή βάση όμως πάνω στην οποία αναπτύχθηκε η
πρωτοεκβιομηχάνιση δεν της επέτρεψε και το πέρασμα. Οι αγρότες της Δύσης που
μεταμορφώθηκαν σε εργάτες μεταμορφώθηκαν σε προλετάριους χωρίς κανένα προνόμιο και
χωρίς καμία κοινωνική ισχύ. Αυτό επέτρεψε στους δυτικούς εμπόρους να πετύχουν μεγαλύτερη
συσσώρευση που τους επέτρεψε και να αποκτήσουν μεγαλύτερη κοινωνική ισχύ και να
πετύχουν διεύρυνση και ανάπτυξη των πρωτοεκβιομηχανισμένων παραγωγικών δομών προς το
συμφέρον τους και σε βάρος των άμεσων παραγωγών. Έτσι, πέτυχαν το πέρασμα στην
εκβιομηχάνιση και την καπιταλιστικοποίηση. Κατάφεραν δηλαδή πολύ πιο εύκολα να πετύχουν
το διαχωρισμό του εργαζόμενου από τα μέσα παραγωγής.
Αντίθετα, η ταξική ισοροπία που είχε συγκροτηθεί στο Πήλιο, όπως την περιγράψαμε πιο
πάνω, δε δημιουργούσε τις αντίστοιχες προϋποθέσεις. Οι έμποροι δεν είχαν τη δύναμη να
διαχωρίσουν τους άμεσους παραγωγούς από τα μέσα παραγωγής και να τους υποτάξουν
ολοκληρωτικά. Όπως είδαμε οι συντεχνίες του Πηλίου συνδέονταν με τις συντεχνίες της
Κωνσταντινούπολης αντλώντας από εκεί δύναμη. Στο θεσμικό επίπεδο η κυρίαρχη τάξη
παρέμενε η οθωμανική φεουδαρχική και η εμπορική που αναπτυσσόταν λειτουργούσε μέσα στα
πλάισια που της επέτρεπε εκείνη. Ο Σουλτάνος ως συλλογικός εκφραστής πλέον αυτών των
συμφερόντων δε θα επέτρεπε μια εξέλιξη στις σχέσεις μεταξύ εμπόρων και μαστόρων που θα
ενδυνάμωνε τους πρώτους και θα τους καθιστούσε επικίνδυνους να ανατρέψουν τη σχέση
εξουσίας ανάμεσα στην κυρίαρχη οθωμανικά τάξη και την εμπορική τάξη. Και στην περίπτωση
του Πηλίου που βρισκόταν υπό τον άμεσο έλεγχο της σουλτανικής αυλής αυτό θα ήταν αρκετά
πιο δύσκολο. Η κυριαρχία της αγροτικής παραγωγής στην οικονομική βάση της αυτοκρατορίας
καθιστούσε τους γαιοκτήμονες άρχουσα τάξη και έθετε a priori την εμπορική τάξη εξαρτημένη
από αυτή. Η ανάπτυξη άλλων δομών παραγωγής θα ανέτρεπε αυτή τη σχέση. Και από τη μεριά
των εμπόρων βέβαια τα κέρδη προέρχονταν από την εμπορία των αγροτικών ειδών που είχαν
μεγαλύτερη σιγουριά, και λιγότερο ρίσκο για τους ίδιους. Δεν αναλάμβαναν οι ίδιοι την ευθύνη

46

της παραγωγής, αλλά μόνο την ευθύνη της μεταφοράς.
Από την άλλη, το ασταθές κοινωνικό κλίμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τους
ληστές τους αρματολούς και τους διάφορους μπέηδες να διεκδικούν συνεχώς την υποταγή και η
καταστροφή να αιωρείται πάντοτε

ως πιθανός κίνδυνος λειτουργούσε αποτρεπτικά για το

εμπορικό κεφάλαιο να μετατραπεί σε βιομηχανικό, να αποκτήσει δηλαδή συγκεκριμένες βάσεις.
Ήταν μεγαλύτερο το ρίσκο της σταθερής επένδυσης με μακροπρόθεσμη απόσβεση και
κερδοφορία και μικρότερο το ρίσκο σε τραπεζικές ή εμπορικές εργασίες.
Τέλος, η νωρίτερη ανάπτυξη της βιομηχανίας στην Δύση αποτέλεσε παράγοντα
ανάσχεσης μια αντίστοιχης προσπάθειας στην Οθωμνική Αυτοκρατορία που ήταν όπως φαίνεται
εκ των πραγμάτων πολύ πιο δύσκολη. Έτσι, η βιοτεχνική παραγωγή του Πηλίου έφτασε κάποια
στιγμή στα όριά της οπότε και άρχισε να παρακμάζει.
Είναι εμφανές, λοιπόν, πως μια εναλλακτική εξέλιξη στη διαδικασία της εκβιομηχάνισης
ήταν δυνατή εφόσον η εμπορική αστική τάξη κατάφερνε να ανατρέψει τη σχέση κυριαρχίας με
την οθωμανική, κυριαρχούσε στο κράτος και προσάρμοζε τους θεσμούς στα δικά της
συμφέροντα. Αυτό θα ήταν εφικτό μόνο με μια αστικοδημοκρατική επανάσταση. Οι πιέσεις και
οι τάσεις αυτές ήταν υπαρκτές στην παραγωγική βάση του Πηλίου. Για αυτό δεν ήταν καθόλου
τυχαίο ότι εισήχθηκαν οι ιδέες του διαφωτισμού στο Πήλιο και η εγγενής ανάγκη της ύπαρξης
εγγράμματων ανθρώπων για τη λειτουργία και αναπαραγωγή των εμπρευματικών σχέσεων
απέκτησε ιδεολογικό χαρακτήρα. Άνθρωποι που προέρχονταν από το Πήλιο ή έζησαν στο Πήλιο
ήταν ανάμεσα στους ιδεολόγους πρωτοπόρους των νέων ιδεών, αλλά και της ριζοσπαστικής
δράσης που προετοίμασαν και οδήγησαν στον πόλεμο της ελληνικής ανεξαρτησίας. Σε μια
περίοδο κρίσης των πρωτοκαπιταλιστικών παραγωγικών δομών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας
μετά την ωρίμανση της βιομηχανικής επανάστασης στη Δύση και την ειρήνευση στην Ευρώπη η
μόνη λύση για τους ελληνόφωνους εμπόρους ήταν η σύγκρουση και η διεκδίκηση της
δυνατότητας της ύπαρξης ενός δικού τους πολιτικού και θεσμικού χώρου στον οποίο θα
μπορούσαν να εκφραστούν ελεύθερα και ανοιχτά οι υπάρχουσες αστικές τάσεις.
Το αποτέλεσμα όμως της ελληνικής επανάστασης δεν αντιστοιχούσε στις πιθανές
επιδιώξεις των πρωτοπόρων της εξέγερσης. Ακόμη περισσότερο για το Πήλιο, το γεγονός ότι δεν
εντάχθηκε στο νέο κράτος, ενώ συμμετείχε σε αυτήν την προσπάθεια, αλλά και το γεγονός ότι
υπέστη καταστροφές από τον πόλεμο συντέλεσαν στην παρακμή του.

47

Βιβλιογραφία
1.
2.
3.
4.
5.
6.
7.
8.
9.
10.
11.
12.
13.
14.

Αντωνιάδου - Μπιμπίκου Ελένη, «Ερημωμένα χωριά στην Ελλάδα. Ένας προσωρινός απολογισμός», μτφ.
Σπ. Ασδραχά στο Η οικονομική δομή των βαλκανικών χωρών (15ος – 19ος αι.), Εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα
1979
O. L. Barkan, «Μορφές οργάνωσης της αγροτικής εργασίας στην Οθωμανική αυτοκρατορία το ΙΕ΄και ΙΣΤ΄
αιώνα», μτφ. Σπύρου Ασδραχά, στο Η οικονομική δομή των βαλκανικών χωρών (15ος – 19ος αιώνας),
Εκδόσεις Μέλισσα 1979
Δημητρίεις, Νεωτερική Γεωγραφία
Κορδάτος Γιάννης, Ιστορία της Επαρχίας Βόλου και Αγιάς,
Νικολόπουλος Ηλίας, Δομές και θεσμοί στην Τουρκοκρατία, τα αμπελάκια και κοινωνικοοικονομικός
μετασχηματισμός του ελλαδικού χώρου, Κάλβος 1988
Mandel Ernest, «Ο ασιατικός τρόπος παραγωγής και οι ιστορικές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη του
κεφαλαίου», Θέσεις 57, 1996, σσ.139 – 167
Mendels Fr., «Proto – Industrialization: The First Phase of Industrialization Process», Journal of Economy
History, v.32, is.1, The Tasks of Economy History, 241 – 261
Μηλιός Γιάννης, Ο Ελληνικός Κοινωνικός Σχηματισμός, από τον επεκτατισμό στην καπιταλιστική ανάπτυξη,
Εκδόσεις Κριτική 2000 Αθήνα, σ. 234
Παπαθανασίου Δ. Απόστολος, Η Μαγνησία και το Πήλιο στον Ύστερο Μεσαίωνα (1204-1423), Βόλος 1998.
Τζιαμτζής Α.Ι., Η ναυτιλία του Πηλίου στην Τουρκοκρατία, Βιβλιοπωλείο της Εστίας
Πετμεζάς Δ. Σωκράτης, «Διαχείριση των κοινοτικών οικονομικών …», ό.π.,
Πετμεζάς Δ. Σωκράτης, «Ιεράρχηση του χώρου και δυναμική της αγροτικής παραγωγής. Η περίπτωση της
Ζαγοράς του Πηλίου, 1800 – 1860», Ίστωρ, τ. 5, 1994, σσ. 101 - 150
Σκουβαράς Βαγγέλης, Το παλιότερο Αρματολίκι του Πηλίου κι οι Αρβανίτες στη Θεσσαλομαγνησία (17501790), Βόλος 1959,
Σβορώνος Ν., Το Εμπόριο της Θεσσαλονίκης τον 18ο αιώνα, Θεμέλιο

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful