Ο Φραντ ς Κ άφ κα και οι µε τ αµορφώ σεις

(Από τη «Δίκη» το υ Κ άφ κα στ ο σήµερ α)

Γράφει ο Θανάσης Μπαντές
Το λογοτεχνικό βεληνεκές της «µεταµόρφωσης» του Κάφκα κρίνεται δεδοµένο. Ο Κάφκα
κατατάσσεται στους κορυφαίους λογοτέχνες του 20ου αιώνα και η «Μεταµόρφωση», µαζί µε
τη «Δίκη» αποτελούν όχι µόνο τα πιο γνωστά, αλλά και τα πιο χαρακτηριστικά δείγµατα της
καφκικής σκέψης. Η υπόθεση του έργου συγκεκριµενοποιείται από την αρχή. Ο Γκρέγκορ
Σάµσα ξυπνά ένα τυχαίο πρωί και διαπιστώνει ότι είναι κατσαρίδα (αν και οι πιο σύγχρονες
µεταφράσεις τον θέλουν σκαθάρι). Εγκλωβισµένος στο νέο του σώµα προβαίνει στη λογική
σκέψη: «Τι µου συνέβη;» κι αµέσως µετά: «πώς θα µπορούσα να κοιµηθώ ακόµα λίγο και να
ξεχάσω αυτές τις τρέλες;» Προσπαθεί να γυρίσει πλευρό, αλλά κάτι τέτοιο κρίνεται αδύνατο
καθώς είναι αναποδογυρισµένος µε τα µικρά του ποδαράκια να σαλεύουν στον αέρα.
Ισορροπώντας στο µεταίχµιο του συνειδητού και του ασυνείδητου, του ύπνου και του
ξύπνιου, ο Γκρέγκορ προβαίνει στις σκέψεις: «Αχ, θεέ µου, πόσο επίπονο επάγγελµα
διάλεξα! Μέρα νύχτα ταξιδεύω. Κι όλη αυτή η επαγγελµατική ένταση είναι πολύ µεγαλύτερη

από κείνη που θα είχα σ’ ένα δικό µου µαγαζί…..Δεν πάνε όλα στο διάβολο!» και λίγο
αργότερα όταν πια βλέπει το ξυπνητήρι συνειδητοποιώντας ότι η ώρα είναι εξήµιση και ότι
έχει αργήσει ανεπανόρθωτα στη δουλειά το µόνο που σκέφτεται είναι η οργή του αφεντικού
και το αν µπορεί να προλάβει το τρένο των εφτά. Το αφεντικό δεν θα έδειχνε καµία
κατανόηση «θα ερχόταν µε το γιατρό του ταµείου, θα τον κατηγορούσε στους γονείς του για
τεµπελιά κι έπειτα µε τη βοήθεια του γιατρού θα υποστήριζε πως γενικά όλοι οι άνθρωποι
είναι υγιείς, αλλά δεν θέλουν να δουλεύουν».
Με δυο λόγια βρισκόµαστε µπροστά στο εξωφρενικό που αποτελεί µοναδική
πραγµατικότητα. Μπροστά στην αδιαπέραστη υπερβολή που δεν εξαντλείται στο παράλογο
της µεταµόρφωσης, αλλά εξελίσσεται σ’ ένα παραληρηµατικό κυκεώνα ανορθολογισµού
ισοπεδώνοντας τα πάντα. Ο Γκρέγκορ δεν έχει να πει απολύτως τίποτε για την ουσία της
τραγωδίας που είναι η καθαυτή µεταµόρφωσή του σε κατσαρίδα. Το ανήµπορο της
κατάστασής του, σε προσωπικό επίπεδο, τον αφήνει τελείως αδιάφορο µπροστά στην
ανηµποριά των κοινωνικών του υποχρεώσεων που φυσικά κορυφώνονται στο θέµα της
εργασίας. Θα έλεγε κανείς ότι αν µπορούσε να εκτελεί τα εργασιακά του καθήκοντα δεν θα
υπήρχε κανένα πρόβληµα. Όµως το θέµα της εργασίας δεν είναι τόσο απλό, αφού σχετίζεται
µε τη συντήρηση της οικογένειάς του. Μετά τη χρεοκοπία του πατέρα τα οικονοµικά
αναλαµβάνει ο Γκρέγκορ που χρηµατοδοτεί εξολοκλήρου την οικογένεια. Ο πατέρας, η
µητέρα και η µικρή του αδερφή κρέµονται κυριολεκτικά από αυτόν. Το αξιοπρεπές σπίτι που
ο ίδιος πληρώνει είναι η µέγιστη περηφάνια. Είναι η ίδια η καταξίωση. Η ανέλιξή του στη
δουλειά δρα ευεργετικά όχι µόνο γιατί βελτιώνει τα οικονοµικά της οικογένειας, αλλά και
γιατί προσδίδει κοινωνικό κύρος στην οικογένεια. Και φυσικά, εδώ δεν υπονοείται καθόλου
το οικογενειακό δράµα της εκµετάλλευσης που θέλει όλους να αποµυζούν τον ένα και να
προβαίνουν σε προσωπικές απολαύσεις στερώντας του τα πάντα. Εδώ µιλάµε για τις ίδιες τις
ανθρώπινες σχέσεις που ορίζονται αποκλειστικά από τον καθορισµό του εαυτού, δηλαδή από
τη µέγιστη εσωστρέφεια. Οι σχέσεις των µελών της οικογένειας µε τον Γκρέγκορ
καθορίζονται αποκλειστικά από τον ίδιο τον Γκρέγκορ και είναι ο ίδιος που πρέπει να προβεί
στον καθορισµό του εαυτού προκειµένου να τις καθορίσει. Τι γνωρίζουµε για τον Γκρέγκορ;
Τι γνωρίζει ο Γκρέγκορ για τον εαυτό του; Τι επιθυµεί; Τι θα ήθελε να αγοράσει για τον
εαυτό του µε όλα αυτά τα χρήµατα που έβγαλε; Το µόνο που ξέρουµε είναι η δεδοµένη
απέχθεια για τη δουλειά του.
Τελικά, το πορτρέτο του Γκρέγκορ, ως αξιοπρεπή γιου που θυσιάζεται για την οικογένεια,
ανατρέπεται καθώς βρισκόµαστε µπροστά σ’ έναν ανυπόστατο άνθρωπο. Οι δυο αυτοί πόλοι
(εργασία και οικογένεια) δεν είναι παρά η αφορµή της απόλυτης θυσίας του εαυτού, δηλαδή
η τεκµηρίωση της ανυπόστατης φύσης του Γκρέγκορ, που οφείλει να υποταχθεί µπροστά σε
οποιαδήποτε εξουσία. Ο Γκρέγκορ δεν επιθυµεί ποτέ τίποτε για τον εαυτό του γιατί
αντικατέστησε την επιθυµία µε το καθήκον. Όµως η άρνηση της επιθυµίας είναι η ίδια η
άρνηση της ύπαρξης, δηλαδή η υπέρτατη ενοχή. Και κάπου εδώ βρίσκεται ο υπαρξιακός
πυρήνας του Κάφκα, που µόνο η σκοτεινότητα της παραιτηµένης ύπαρξης µπορεί να
εκφράσει. Γιατί µόνο η παραίτηση νοµιµοποιεί τις προσβολές κι ο Γκρέγκορ (ως κατσαρίδα)
αν και αντιλαµβάνεται απολύτως όλους τους διαλόγους (το να κρυφακούει είναι η
αγαπηµένη του ενασχόληση) δεν αγανακτεί ποτέ για τη συµπεριφορά που εισπράττει.
Αντίθετα φορτώνεται κάθε ευθύνη χωρίς ίχνος αυτολύπησης. Η µοναδική πρωτοβουλία που
οραµατιζόταν όταν ακόµα ήταν άνθρωπος, η εγγραφή της αδερφής του σε ωδείο, θα
παραµείνει ανεκπλήρωτη. Κι εδώ δεν αναφερόµαστε και πάλι στην άρνηση του εαυτού,
αφού και πάλι η ύψιστη χαρά είναι η υλοποίηση της ξένης επιθυµίας, ούτε στην απολύτως
ανθρώπινη ανιδιοτελή προσφορά στην αδερφή. Εδώ µιλάµε για τη δειλία της ύπαρξης και
την αναβλητικότητα µπροστά στην όψη της εξουσίας, γιατί ο Γκρέγκορ θέλει από καιρό να

στείλει την αδερφή του στο ωδείο, αλλά σκοντάφτει στην άρνηση του πατέρα που επί της
ουσίας αδυνατεί να αντιµετωπίσει.
Όµως ο Κάφκα δεν σταµατά στην οπτική του µεταµορφωµένου υποκειµένου, αλλά
συνεχίζει περικλείοντας όλες τις οπτικές. Ο πατέρας τον τροµάζει ουρλιάζοντας και τον
τραυµατίζει πετώντας του µήλα. Η µητέρα θέλει να λιποθυµήσει όταν τον βλέπει. Τον
αποµονώνουν στο δωµάτιό του κι απαιτούν να µη βγαίνει ποτέ. Η αδερφή του είναι η µόνη
που µπαίνει στο δωµάτιο και του φέρνει καθηµερινά φαγητό. Η εµφάνιση του Γκρέγκορ
µπροστά στους νοικάρηδες (που αναγκάστηκε να βάλει η οικογένεια στο σπίτι για
οικονοµικούς λόγους) ήταν η ολοκληρωτική καταστροφή. Οι νοικάρηδες απειλούν ότι θα
φύγουν χωρίς να πληρώσουν, ο πατέρας γίνεται έξαλλος, η µητέρα δεν ανασαίνει και η
αδερφή δηλώνει: «Πρέπει οπωσδήποτε να απαλλαχτούµε από αυτό. ….Όταν κανείς έχει
δουλειές δεν µπορεί συνάµα να έχει στο κεφάλι του κι αυτή την ασταµάτητη τυραννία. Εγώ
δεν µπορώ άλλο» και ο πατέρας αναφωνεί: «αν µπορούσε να µας καταλάβει».
Η αναφώνηση του πατέρα δεν σηµατοδοτεί ούτε την αχαριστία, ούτε την απανθρωπιά, ούτε
οτιδήποτε τέτοιο, αλλά την αποθέωση της ανθρώπινης ασυνεννοησίας, δηλαδή την οριστική
µαταίωση του Γκρέγκορ που και ως άνθρωπος και ως κατσαρίδα δεν επιζητούσε παρά την
ελάχιστη αποδοχή. Γι’ αυτό δεν έκανε ποτέ τίποτε για τον εαυτό του. Γι’ αυτό ήθελε να
περνά απαρατήρητος. Να µην ενοχλεί. Να προσφέρει χωρίς αντιρρήσεις. Γι’ αυτό φοβόταν
την απόρριψη του αφεντικού ή του πατέρα ή της οποιασδήποτε εξουσίας. Γι’ αυτό ζούσε στα
κατάβαθα των ενοχών. Γιατί το εκτόπισµα των άλλων κουρέλιαζε το δικό του. Γιατί και η
ελάχιστη διεκδίκηση µπορεί να φέρει συγκρούσεις. Γιατί ο Γκρέγκορ αδυνατούσε να
υποφέρει την πολυπλοκότητα των ανθρωπίνων σχέσεων «που διαρκώς αλλάζουν χωρίς ποτέ
να γίνονται εγκάρδιες». Κι αυτή ακριβώς είναι η κατά Κάφκα µεταµόρφωση. Είναι η ψυχική
µεταµόρφωση της παραίτησης από την ίδια τη ζωή. Η ατολµία που δρα ως παραλυτικός
µηχανισµός. Ο φόβος που διαλύει τη βούληση. Η σιωπή που εξασφαλίζει την ησυχία. Οι
ενοχές που διαλύουν όλες τις πρωτοβουλίες. Το καθήκον που καταβροχθίζει την επιθυµία. Η
υποταγή που συντρίβει τον άνθρωπο. Η ύψιστη παθητικότητα που σηµατοδοτεί την
κατσαριδοποίηση του ανθρώπου. Τελικά η µεταµόρφωση του Κάφκα ξεπερνά όλες τις
µεταµορφώσεις πετυχαίνοντας την απόλυτη αντιστροφή. Γιατί ο Γκρέγκορ δεν
µεταµορφώθηκε σε κατσαρίδα εκείνο το πρωί, αλλά µάλλον απέκτησε τη φυσιολογική του
όψη. Γιατί η εµφάνιση δεν εξασφαλίζει το είναι και από αυτή την άποψη η µεταµόρφωση
ήταν περισσότερο προηγουµένως που βλέπαµε την κατσαρίδα µεταµορφωµένη σε άνθρωπο.
Ο άνθρωπος – κατσαρίδα είναι η βασική ιδέα όλου του έργου του Κάφκα. Και στη «Δίκη»
και στον «Πύργο» και στην «Αµερική» βλέπουµε τον ίδιο άνθρωπο – κατσαρίδα που
φοβάται να ζήσει. Και φυσικά η συντριβή είναι το µόνιµο αποτέλεσµα.
Από τη «Δίκη» του Κάφκα στο σήµερα
Η «Δίκη» του Κάφκα είναι ίσως το βαθύτερο πολιτικό µυθιστόρηµα της παγκόσµιας
λογοτεχνικής παραγωγής. Ο Κ. κατηγορείται τελείως παράλογα από τους ανθρώπους του
κράτους για ένα αδίκηµα που δεν διευκρινίζεται ποτέ. Άνθρωποι της αστυνοµίας εισβάλλουν
στο σπίτι του, τον απειλούν, τον αναστατώνουν, τον οδηγούν στο τµήµα και τελικά του
ανακοινώνουν ότι θα δικαστεί κι ότι πρέπει να βρει έναν καλό δικηγόρο. Ο Κ. εντελώς
ανίσχυρος µπροστά στον ακατανόητο κυκεώνα απευθύνεται σ’ έναν καταξιωµένο δικηγόρο.
Προσπαθεί να µάθει για τι πράγµα κατηγορείται. Ο δικηγόρος αναλαµβάνει να ξεκαθαρίσει
το κουβάρι, προβαίνει στις απαραίτητες ενέργειες, αλλά τελικά αδυνατεί να βοηθήσει τον Κ.
Βρισκόµαστε µπροστά στον σκοτεινό, καφκικό κόσµο του παραλόγου, όπου όλα κινούνται
αποκλειστικά στα πλαίσια του ακατανόητου. Μπροστά σε απροσπέλαστα βουνά

γραφειοκρατίας και απροσδιόριστους κρατικούς µηχανισµούς που σταδιακά συνθλίβουν τον
Κ. σ’ ένα ντελίριο ασυνεννοησίας και ανολοκλήρωτων διαδικασιών. Μπροστά σ’ ένα κράτος
– τέρας που καταβροχθίζει τους πολίτες προβάλλοντας το αδιευκρίνιστο ως µοναδική
προοπτική. Και κάπως έτσι ενσαρκώνεται ο φόβος. Ο απόλυτος φόβος που φτάνει στην
παράνοια. Ο ασφυκτικότερος εφιάλτης. Τι κράτος είναι αυτό; Για τι πολίτευµα µιλάµε;
Ο κρατικός ολοκληρωτισµός διαγράφεται αργά και µεθοδικά σαν προµελετηµένο έγκληµα
που όµως δεν θα εκπληρωθεί ακαριαία, αλλά θα παρατείνεται στο χρόνο αόριστα, σαν
αιωνιότητα. Οι διαρκείς ελπίδες που αφήνει στο θύµα είναι το κερασάκι µιας ολοκάθαρης
σαδιστικής φάρσας. Γιατί το θύµα οφείλει να ελπίζει µέχρι το τέλος, αλλιώς υπάρχει
κίνδυνος να γίνει ανεξέλεγκτο. Το σκοτάδι που σκεπάζει τα πάντα και η ξεκάθαρα
οργανωµένη άγνοια του θύµατος είναι η επιβολή του τρόµου που γίνεται επιστήµη. Γιατί το
άγνωστο είναι πάντα πιο τροµαχτικό. Γιατί η γνώση δηµιουργεί την ανεπιθύµητη οικειότητα
της διεκδίκησης. Ο Κ. δεν πρέπει να µάθει ποτέ γιατί κατηγορείται, γιατί αν το µάθει θα
ξεκινήσει προσπάθειες αντιµετώπισης κι αυτό απέχει ένα βήµα απ’ τον ηρωισµό. Μόνο το
άγνωστο καθηλώνει. Μόνο το άγνωστο µπορεί να µετατρέψει το παράλογο σε λογικό. Μόνο
το άγνωστο εξασφαλίζει την καθηµερινή ανασφάλεια και την πρόσκαιρη ελπίδα, δηλαδή τη
µέγιστη υποταγή.
Η ελπίδα λειτουργεί τόσο πολύπλοκα πάνω στον ανθρώπινο ψυχισµό που µπορεί να
συµβιβάσει όλες τις αντιφάσεις. Να εκλογικεύσει και τους πιο µεγάλους παραλογισµούς. Ο
Κ. ουσιαστικά ξέρει ότι είναι χαµένος από την αρχή. Συνειδητοποιεί ότι το τέλος πλησιάζει
µέρα τη µέρα, ώρα την ώρα και ταυτόχρονα ελπίζει. Ελπίζει γιατί όλα είναι τόσο παράλογα
που φυσικά αποκλείεται να υλοποιηθούν. Εξάλλου λαµβάνει και τις µικροδιαβεβαιώσεις του
από το δικηγόρο κι από άλλους µικροϋπαλλήλους του κράτους. Και κάπως έτσι βιώνει τη
µεγαλύτερη αντίφαση, το µέγιστο παραλογισµό που προσπαθεί να εκλογικεύσει.
Γνωρίζοντας καθαρά το θάνατο κάθε µακροπρόθεσµης ελπίδας, τρέφεται µε τις αυταπάτες
της εφήµερης ελπίδας. Κι εδώ δεν µιλάµε για τον θανατοποινίτη που ελπίζει κάθε µέρα να
αναβληθεί η εκτέλεση για αύριο. Μιλάµε για κάτι βαθύτερο και κραυγαλέο. Μιλάµε για το
καταπραϋντικό που κάνει τους ανθρώπους να ανέχονται τα πάντα καθώς οδηγούνται στην
καταστροφή την οποία γνωρίζουν εκ των προτέρων. Όπως ο φορέας της θανατηφόρας
αρρώστιας που ξέρει το τέλος αλλά νιώθει ευτυχής που για δυο µέρες δεν είχε τα
συµπτώµατα. Κι αυτό δεν είναι θέµα συνείδησης, ότι δηλαδή ευχαριστιέται δυο µέρες χωρίς
ενδεχόµενους πόνους, αλλά κρυφής ελπίδας, ότι δηλαδή στο βάθος ίσως και να τη γλυτώσει.
Κι εδώ ακριβώς βρισκόµαστε στην ολοκληρωτική µετατροπή του ανθρώπου σε κατσαρίδα.
Του ανθρώπου που ξέρει ότι η µοναδική του ανέλπιδη ελπίδα είναι η υποταγή. Του
ανθρώπου που δεν πρέπει να προκαλεί γιατί το τέλος διαρκώς έπεται και διαρκώς µπορεί να
αποφευχθεί. Του ανθρώπου που επί της ουσίας απαρνιέται κάθε του δικαίωµα αναζητώντας
την επιβίωση του οίκτου που µόνο η υπακοή µπορεί να εξασφαλίσει. Του ανθρώπου που
µεταβάλλει την παθητικότητα σε µοναδική επιλογή και που εντέχνως του εµφυτεύεται η
µηδαµινότητα ως µοναδική συνείδηση. Ο Κ. παλεύει να βγάλει άκρη µε τα ανεξιχνίαστα
κρατικά γρανάζια που τον συνθλίβουν, χωρίς τελικά να διεκδικήσει ποτέ ανθρώπινη
µεταχείριση, γιατί ποτέ δεν κατορθώνει να υψώσει τη φωνή του. Η οργή που κατά
διαστήµατα τον κυριεύει είναι µάλλον κωµική σε σχέση µε την τραγωδία που υποµένει. Η
αρχική ανεπαρκής αντίσταση που δείχνει στους εκπροσώπους αυτού του οργανωµένου
µηχανισµού (αστυνοµικοί – ανακριτής) διαρκώς εξασθενεί µπροστά στα ανίκητα βουνά του
παραλόγου. Σταδιακά γίνεται πιο συνεργάσιµος, πιο λογικός προς τους απάνθρωπους
κρατικούς όρους. Γίνεται αναβλητικός. Ακόµα και το δικηγόρο, που, σε τελική ανάλυση, δεν
τον βοηθά σε τίποτε, αδυνατεί να τον απολύσει. Σχεδόν από την αρχή θέλει να απαλλαχτεί

από αυτόν και συνεχώς µετατοπίζει το θέµα στο µέλλον µε παιδαριώδεις προφάσεις. Η
παρωδία της ανάκρισης του Κ. δεν είναι συγκλονιστική µόνο ως λογοτεχνική σύλληψη ή
απόδοση ή µέσο συναισθηµατικής έξαρσης, αλλά κυρίως ως µηχανισµός ψυχικής
εξουδετέρωσης. Το παντελώς κατευθυνόµενο ακροατήριο που ουρλιάζει κάτω από τα
νεύµατα του ανακριτή και η όλη ατµόσφαιρα αρένας που δηµιουργείται είναι η οριστική
µαταίωση του Κ. Οι προσπάθειές του να επικαλεστεί την ελάχιστη λογική είναι
καταδικασµένες από θέση αρχής και φυσικά ερµηνεύονται ως ανεπίτρεπτο θράσος που του
στερεί όλα τα δικαιώµατα των ανακρίσεων. Μπαίνοντας για τα καλά στο µηχανισµό
αντιλαµβάνεται ότι οι υπόδικοι είναι χιλιάδες. Τροµοκρατηµένοι κι άβουλοι στοιβάζονται
στους διαδρόµους του δικαστηρίου σε αξιοθρήνητη κατάσταση. Ολοκληρωτικά έρµαια του
τµηµατάρχη και του κλητήρα και του ανακριτή και του οποιουδήποτε υπαλλήλου, παντελώς
ανυπεράσπιστοι µπροστά στην ολοφάνερα προδιαγεγραµµένη συντριβή και την ανέλπιδη
ελπίδα που ολοένα και φθίνει, αλλά ποτέ δεν εξαντλείται. Και είναι απολύτως φανερό ότι
ποτέ δεν θα διεκδικήσουν τη δύναµή τους. Ότι ποτέ δεν θα συσπειρωθούν ορθώνοντας
ανάστηµα. Ότι ο φόβος και ο παραλυτικός κρατικός µηχανισµός τους έχουν ευνουχίσει. Η
συντριβή του ανθρώπου από το κράτος είναι η δηµιουργία του ανθρώπου κατσαρίδα και η
υιοθέτηση της κατσαριδοσυµπεριφοράς είναι η αποδοχή του ρόλου. Κι αυτή είναι η ουσία
του εφιάλτη. Γι’ αυτό όλα είναι δοσµένα µε τρόπο ονειρικό. Γι’ αυτό δεν χρειάζεται καµιά
λογική αλληλουχία. Γιατί ο εφιάλτης δεν χρειάζεται να έχει λογική, µόνο να επιβάλλεται.
Και το ερώτηµα πλανάται χωρίς να διατυπώνεται. Είναι ο κρατικός ολοκληρωτισµός που
µετέτρεψε τους ανθρώπους σε κατσαρίδες ή είναι οι άνθρωποι αυτοί που εκκόλαψαν το
τερατώδες κράτος; Τελικά και «Η Δίκη» και «Ο Πύργος», αλλά και «Η Αµερική» είναι το
ίδιο βιβλίο της ατολµίας του ανθρώπου κατσαρίδα. «Η Μεταµόρφωση» είναι το
συµπληρωµατικό εγχειρίδιο που εισάγει επίσηµα τον άνθρωπο κατσαρίδα ως ψυχολογικό
όρο.
Αν εξετάσουµε το µεγαλείο του Κάφκα από καθαρά λογοτεχνική σκοπιά επισηµαίνοντας
την εξαιρετική ατµόσφαιρα ή την αµεσότητα των διαλόγων ή τις άρτιες περιγραφές ή
οτιδήποτε τέτοιο τότε απλώς το εγκλωβίζουµε σε λογοτεχνικούς όρους που τελικά χάνουν
κάθε σηµασία. Γιατί ο Κάφκα ξεπερνά όλα τα λογοτεχνικά όρια παίρνοντας διαστάσεις
κοινωνιολογικής µελέτης, αφού καταδεικνύει, σαν σε εργαστήριο, όχι µόνο τη διαστρέβλωση
της εξουσίας που µετατρέπεται από συµβιωτική συνθήκη σε δυναστικό µηχανισµό, αλλά και
την ίδια την ανθρώπινη ψυχολογία που, σχεδόν µαθηµατικά, υποκύπτει στον παράλογο
τρόµο της διαρκούς ακαθόριστης απειλής και στον κυκεώνα της γραφειοκρατικής ακαµψίας.
Η επικαιρότητα του Κάφκα, µε τον ολοκληρωτικό φόβο της οικονοµικής κατάρρευσης µέσα
από επιτηδευµένα ακατανόητους οικονοµικούς µηχανισµούς, τη χυδαία τηλεοπτική
καταστροφολογία, την τροµολαγνεία και τον πανικό των ανθρώπων που τελικά
προθυµοποιούνται να θυσιάσουν κάθε δικαίωµα στα πλαίσια της αποφυγής των χειρότερων
αποδεικνύει ότι ο Κ. δεν είναι και τόσο µακρινός. Όµως η µετατροπή του πολίτη σε Κ.
διαλύει, εξ’ ορισµού, κάθε έννοια δηµοκρατίας.

Πηγή: Ερανιστής
http://tokoskino.wordpress.com

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful