1

ΠΕΡΙΕΧΌΜΕΝΑ
ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ…………………….…………………………………….. σελίδα 3
ΠΡΌΛΟΓΟΣ…………………….……………………………………………….. σελίδα 4
ΕΙΣΑΓΩΓΉ :Α. Κάποια στοιχεία του κομμουνιστικού κινήματος κατά την περίοδο
της μελέτης μας…………………………………………………………………. σελίδα 5
Β. Η εργασία και οι στόχοι της ………………………………………………... σελίδα 6
ΚΕΦΆΛΑΙΟ 1: Στοιχεία της διεθνούς κατάστασης
του κομμουνιστικού κινήματος ……………………………………………….. σελίδα 8
Α. Η Σοβιετική Ένωση και η ρωσική αντιπολίτευση……………………….. σελίδα 8
Β. Η Διεθνής Αριστερή Αντιπολίτευση (Δ.Α.Α.) και το ελληνικό αντιπολιτευτικό
κίνημα…………………………………………………………………..……….. σελίδα 11
ΚΕΦΆΛΑΙΟ 2: Φράξια Πουλιόπουλου. Η πορεία της διαμόρφωσης της πρώτης
αριστερής αντιπολίτευσης. ………………………………….………..……….. σελίδα 13
Α. Διεργασίες μέσα στο Κ.Κ.Ε. ………………………………….………..…… σελίδα 13
Β. Προς το Γ΄ Τακτικό Συνέδριο του Κ.Κ.Ε. Η διαμόρφωση των τάσεων…. σελίδα 13
Γ. Οι βασικές θέσεις της ομάδας Πουλιόπουλου Γιατσόπουλου
την περίοδο αυτή………………………………….………..……………………. σελίδα
15
Δ. Το Γ΄ Τακτικό Συνέδριο του Κ.Κ.Ε. Συγκροτημένη εμφάνιση και αναμέτρηση των
τάσεων………………………………….………..………………………………. σελίδα 20
Ε. Οι αποφάσεις του Γ΄ Τακτικού Συνεδρίου του Κ.Κ………………………. .σελίδα 22
Στ. Συμπεράσματα πάνω στο Συνέδριο……………………………………….. σελίδα 25
ΚΕΦΆΛΑΙΟ 3: Η ομάδα Πουλιόπουλου- Γιατσόπουλου……………………. σελίδα 27
Α. Σκέψεις πάνω στο ζήτημα της διαμόρφωσης της αντιπολίτευσης
μέσα στο κόμμα…………………………………………………………………. σελίδα 27
Β. Ο πολιτικός χαρακτήρας της ομάδας Πουλιόπουλου- Γιατσόπουλου……. σελίδα 34
ΚΕΦΆΛΑΙΟ 4: Η συγκρότηση της πρώτης Ελληνικής Αριστερής Αντιπολίτευσης
(Νέο Ξεκίνημα). Η πορεία προς την διάσπαση και τη διαμόρφωση της δεύτερης
αντιπολίτευσης…………………………………………………………………. σελίδα 41
Α. Η περίοδος μετά το Συνέδριο. Η δημοσίευση του credo…………………. σελίδα 41
Β. Η Α΄ Ολομέλεια του Κόμματος. Όξυνση της φραξιονιστικής πάλης με μια σειρά
εκατέρωθεν ανταπαντήσεων……………………………………………………σελίδα 45
Γ. Η Συνδιάσκεψη του Πειραιά. Οι πρώτες οργανωτικές παρεμβάσεις της
πλειοψηφίας του Π.Γ…………………………………………………………… σελίδα 51
Δ. Τα γεγονότα και οι συγκρούσεις μέχρι την διάσπαση. Η παραίτηση των κεντριστών
και η δημιουργία της «Ενωμένης Αντιπολίτευσης»………………………….. σελίδα 53
ΚΕΦΆΛΑΙΟ 5: Η δεύτερη αντιπολίτευση. Η συγκρότηση της Κομμουνιστικής
Αντιπολίτευσης στο Κ.Κ.Ε. (ομάδα «Σπάρτακος»)…………………………… σελίδα 59
Α. Το περιοδικό Σπάρτακος……………………………………………………. σελίδα 59
Β. Η πολιτική οργάνωση «Σπάρτακος»(αντιπολίτευση του Κ.Κ.Ε.)………… σελίδα 63
Γ. Η αντιπολίτευση απέναντι στις κρίσεις του Κ.Κ.Ε.
και το ζήτημα της Ε.Γ.Σ.Ε.Ε…………………………………………………… σελίδα 65
Δ. Ο Σπάρτακος απέναντι στους αρχειομαρξιστές……………………………. σελίδα 68
ΚΕΦΆΛΑΙΟ 6: Επίλογος. Συμπεράσματα…………………………………….. σελίδα 75
ΠΑΡΆΡΤΗΜΑ…………………………………………………………………....σελίδα 81
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΊΑ…………………………………………………………………σελίδα 87
2

ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ
Γ.Σ.Ε.Ε. = Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας
Δ.Α.Α.= Διεθνής Αριστερή Αντιπολίτευση
Ε.Γ.Σ.Ε.Ε.= Ενωτική Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας
Ε.Δ.Κ. = Ένωση Διεθνιστών Κομμουνιστών
Ε.Ο.Κ.Δ.Ε.= Ενιαία Οργάνωση Κομμουνιστικών Διεθνιστών Ελλάδας
Ε.Σ.Ε. = Εργατική Σοσιαλιστική Ένωση Ελλάδος
Ε.Σ.Σ.Δ.= Ένωση Σοσιαλιστικών Σοβιετικών Δημοκρατιών
Κ.Α.Κ.Ε. = Κομμουνιστικό Αρχειομαρξιστικό Κόμμα Ελλάδος
Κ.Δ = Κομμουνιστική Διεθνής
Κ.Ε.= Κεντρική Επιτροπή του Κ.Κ.Ε.
Κ.Ε.Ε.= Κομμουνιστική Ένωσης Ελλάδος
Κ.Ε.Ο. = Κομμουνιστική Ενωτική Ομάδα
Κ.Κ.Β. = Κομμουνιστικό Κόμμα Βουλγαρίας
Κ.Κ.Ε.= Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας
Κ.Κ.Ε. Εσ.= Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας Εσωτερικού
Κ.Κ.Ρ. = Κομμουνιστικό Κόμμα Ρωσίας
Κ.Κ.Σ.Ε. = Κομμουνιστικό Κόμμα Σοβιετικής Ένωσης
Κ.Ο.Β. = Κομμουνιστική Οργάνωση Βάσης του Κ.Κ.Ε.
Κομιντέρν= Κομμουνιστική Διεθνής
Κ.Ο.Μ.Λ.Ε.(Α) = Κομμουνιστική Οργάνωση Μαρξιστών Λενινιστών Ελλάδας
(Αρχειομαρξιστών)
Λ.Α.Κ.Κ.Ε. = Λενινιστική Αντιπολίτευση του Κ.Κ.Ε.
Ν.Α.Ρ.= Νέο Αριστερό Ρεύμα
Ν.Ε.Π.= Νέα Οικονομική Πολιτική
Ο.Κ.Δ.Ε. =Οργάνωση Κομμουνιστικών Διεθνιστών Ελλάδας
Ο.Κ.Ν.Ε. = Ομοσπονδία Κομμουνιστικών Νεολαιών Ελλάδας
Π.Γ.= Πολιτικό Γραφείο της Κεντρικής Επιτροπής του Κ.Κ.Ε.
Σ.Ε.Κ.Ε = Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδας
Π.Π.-Π.Γ.= Παντελής Πουλιόπουλος-Παστίας Γιατσόπουλος

3

ΠΡΌΛΟΓΟΣ
Για ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας, αλλά και για κάποιους
ιστορικούς, η ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος και της ελληνικής αριστεράς
είναι ταυτόσημη με την πορεία και την δράση του Κ.Κ.Ε. Ιδιαίτερα για την περίοδο του
μεσοπολέμου ουσιαστικά παραβλέπεται, συχνά συνειδητά, από τις διάφορες ιστορικές και
πολιτικές έρευνες ένα μικρό, αλλά αρκετά δυναμικό, κομμάτι της επαναστατικής
αριστεράς. Κι όμως την περίοδο μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, οπότε και άρχισε να
ανδρώνεται το ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα, εκτός από το μετεξελιγμένο Σ.Ε.Κ.Ε. σε
Κ.Κ.Ε. έδρασαν διάφορες ομάδες, διασπάσεις κυρίως του προηγούμενου. Αυτές οι
κινήσεις οι οποίες λειτούργησαν μαχητικά μέσα στις γραμμές του ελληνικού εργατικού
κινήματος πρότειναν λύσεις στα διάφορα προβλήματα που το απασχολούσαν, πρόβαλλαν
τον δικό τους επαναστατικό λόγο και προσέφεραν την δική τους άποψη για την ελληνική
κοινωνία της εποχής.
Η υποτίμηση τους είτε γίνεται μέσα από ένα πρίσμα γενικότερης υποβάθμισης του
μεσοπολεμικού κομμουνιστικού κινήματος, είτε γίνεται μέσα από μια γενικότερη
απαξίωση των ομάδων αυτών λόγω της μικρής τους αριθμητικής τους δύναμης, δημιουργεί
ένα σοβαρό ζήτημα επιστημονικής αντίληψης για την ιστορία. Διότι πολλές φορές
κυριαρχεί, δυστυχώς ακόμη και σε μαρξιστές, μια ιδεαλιστική αντίληψη για την ιστορία η
οποία καταδικάζει εντελώς αφαιρετικά ως εξωιστορικό κάθε τι που ορίζει «μικρό»
θεωρώντας ότι η δράση του ή ο λόγος του δεν έχει συνέπειες.1 Και όμως δεν είναι δυνατόν
το «αποτέλεσμα» να κρίνει την ιστορική αξία των κοινωνικών φαινομένων, όσο και αν
τελικά αυτή παίζει σημαντικό ρόλο στις επιλογές των ιστορικών. «Αν ήταν έτσι» γράφει ο
κ. Θεόδ. Νικολόπουλος στο βιβλίο του «Η Άλλη Όψη του Ελληνικού Εργατικού
Κινήματος(1918-1930)» «η ανθρωπότητα θα δεχόταν παθητικά τις επίσημες ιστορίες των
κρατούντων στην εξουσία».2
Ακόμη χειρότερα όμως για την ιστορία, η κοινωνία δεν αντιμετωπίζεται στην
ολότητά της, αλλά δίνεται βάση σε συγκεκριμένα προεπιλεγμένα γενικά σημεία της τα
οποία δίνουν μια παραμορφωμένη τελικά εικόνα, αφού η ίδια έχει απεμπλουτιστεί από τις
«εξαιρέσεις». Γιατί σε μια υλιστική ιστορική αφήγηση δεν νοούνται ότι υπάρχουν
εξωιστορικές και ιστορικές κινήσεις ή γεγονότα και απόψεις με ή χωρίς συνέχεια και
συνέπεια. Διότι κάθε πολιτικοϊδεολογικό ρεύμα που διαμορφώνεται μέσα σε έναν
κοινωνικό σχηματισμό ή σε μία κίνηση είναι, καταρχήν, από μόνο του άξιο προσοχής,
μελέτης και έρευνας και, βεβαίως κατά δεύτερον, είναι αδύνατον να μην αφήσει καμία
παρακαταθήκη.
Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που όλες σήμερα οι τροτσκιστικές οργανώσεις στην
Ελλάδα αναφέρονται στην Ελληνική Αριστερή Αντιπολίτευση του Κ.Κ.Ε. στον
μεσοπόλεμο, επανεκδίδουν και μελετούν κείμενα και θέσεις όλων αυτών των ομάδων, τις
αποδέχονται ως ορθές τόσο για την εποχή τους όσο ακόμα και για σήμερα, ενώ πολλές
οργανώσεις έχουν υιοθετήσει τα ονόματά τους διατείνοντας την συνέχειά τους. Συνεπώς,
είναι λανθασμένη επιστημονικά επιλογή να υποτιμάται το πέραν του Κ.Κ.Ε. επαναστατικό
μεσοπολεμικό κομμάτι της εργατικής τάξης, διότι αποτέλεσε ένα από τα πιο δυναμικά
στοιχεία της ελληνικής κοινωνίας επηρεάζοντας σημαντικά τους εργατικούς αγώνες της
εποχής του, άφησε ένα μοναδικό και πρωτότυπο πολιτικοϊδεολογικό έργο, αλλά και
Για παράδειγμα βλ. την άποψη του Άγγελου Ελεφάντη για τον ρόλο διάφορων αριστερών διανοούμενων οι οποίοι
είχαν απομακρυνθεί από το Κ.Κ.Ε. Ελεφάντης Άγγελος, Η Επαγγελία της Αδύνατης Επανάστασης, Κ.Κ.Ε. και
αστισμός στον μεσοπόλεμο, Θεμέλιο (1999 γ΄ έκδοση) Αθήνα, σ. 157.
2
Νικολόπουλος Θεόδωρος, Η Άλλη Όψη του Ελληνικού Εργατικού Κινήματος(1918-1930), Αθήνα 1983, σ.127.
1

4

συμμετείχε με σημαντική παρουσία και επιρροή στο διεθνές επαναστατικό κίνημα. Είναι
αναγκαίο, λοιπόν, να προσμετρείται η αξία της σε κάθε συνολική προσπάθεια προσέγγισης
της περιόδου του μεσοπολέμου, όπως επιχειρείται να γίνει σε κάποιο βαθμό με αυτήν την
σειρά μαθημάτων και εργασιών.

ΕΙΣΑΓΩΓΉ
Α. Κάποια στοιχεία του κομμουνιστικού κινήματος κατά την περίοδο της
μελέτης μας.
Το φαινόμενο της ύπαρξης ομαδοποιήσεων με κομμουνιστική, σοσιαλιστική ή
εργατική αναφορά γύρω ή σε αντίθεση με το Σ.Ε.Κ.Ε.- Κ.Κ.Ε. ξεκινάει από πολύ νωρίς,
θα λέγαμε από το 1919, οπότε και δημιουργείται η πρώτη διάσπαση μετά την συγκρότηση
του Σ.Ε.Κ.Ε. Οι πολλές διαφωνίες πάνω στη γραμμή που θα έπρεπε να ακολουθήσει το
κόμμα και το κομμουνιστικό κίνημα από τη μία και οι διαφορετικές αναλύσεις της
πραγματικότητας από την άλλη δημιούργησαν τριβές που οδηγούσαν σε διασπάσεις και
διαγραφές. Θα είχε πολύ μεγάλο ενδιαφέρον να εξετάσει κάποιος στο σύνολό τους όλες
αυτές τις οργανώσεις, την δράση τους, τον λόγο τους, τις διαφωνίες τους και τον ρόλο τους
στην μεσοπολεμική Ελλάδα διαμορφώνοντας μια ενιαία άποψη. Αυτό, όμως, είναι αρκετά
πολύπλοκο και μάλλον ξεφεύγει από τα ποσοτικά όρια μιας τέτοιας εργασίας. Συνεπώς, θα
αρκεστούμε πέρα από μια γενική αναφορά να συγκεντρώσουμε την προσοχή μας σε ένα
μόνο χώρο, αυτό του χώρου της αριστερής αντιπολίτευσης που εξελίχθηκε στην ομάδα
Σπάρτακος.
Γενικά, οι διαφωνίες και οι συγκρούσεις στους κόλπους της ελληνικής
μεσοπολεμικής αριστεράς μπορούν να χωριστούν με βάση κάποιους γενικούς κεντρικούς
άξονες σε δύο περιόδους. Η πρώτη αρχίζει με την ίδρυση του κόμματος στα 1919 και
τελειώνει ουσιαστικά στα 1926-27. Το κεντρικό ζήτημα για τους σοσιαλιστές ήταν τότε η
μπολσεβικοποίηση- «κομουνιστικοποίηση» του Σ.Ε.Κ.Ε.- Κ.Κ.Ε. και η όσο το δυνατόν
ορθότερη προσέγγιση της γραμμής της Γ΄ Διεθνούς. Βέβαια η «σωστή» ερμηνεία των
θέσεων της Κομμουνιστικής Διεθνούς αποτελούσε ένα καίριο πρόβλημα που δίχαζε τις
διάφορες ομάδες, που ήθελαν να αναγάγουν τις διαφορετικές τους απόψεις για την δράση
τους στο ελληνικό εργατικό κίνημα ως τις πραγματικά αυθεντικές απόψεις της Διεθνούς.
Την εποχή αυτή κανείς δεν διανοείται να ασκήσει κριτική στην Σοβιετική Ένωση και τους
ηγέτες της και κανείς δεν τολμά να αρθρώσει λόγο τον οποίο δεν θα θέλει να ταυτίσει με
την Κομμουνιστική Διεθνή. Η έναρξη της δεύτερης περιόδου θα πρέπει να οριστεί γύρω
στα 1926-27 όταν οι κριτικές και οι διαφωνίες επικεντρώνονται πλέον στην ίδια την
γραμμή και τον χαρακτήρα της Κομμουνιστικής Διεθνούς όσο και του Κ.Κ.Ε. μέσα όμως
από το πρίσμα της σχέσης του με την Κ.Δ. Δηλαδή, βασικό χαρακτηριστικό αποτελεί η
αμφισβήτηση και όχι η ερμηνεία του λόγου και της δράσης του τριτοδιεθνίστικου
κομμουνιστικού κινήματος. Η δεύτερη περίοδος αυτή ολοκληρώνεται ως διαδικασία
ιδεολογικοπολιτικής καταστάλαξης και οργανικής συγκρότησης όλων των ρευμάτων την
περίοδο 1936-1940, αν και ουσιαστικά οι βάσεις αυτών των διαφωνιών θα συνεχίσουν
μέχρι σήμερα να αποτελούν πολιτικοϊδεολογική έριδα μερίδας της αριστεράς και στοιχείο
πολιτικής και ιδεολογικής ταυτότητας, ενώ βέβαια οι διασπάσεις και η κατάτμηση της
επαναστατικής αριστεράς αποτελεί τον κανόνα μέχρι και σήμερα.
Παρατηρώντας τον πίνακα 1(σελ. ) μπορούμε γενικεύοντας να διακρίνουμε τρία
μεγάλα ρεύματα στο κομμουνιστικό κίνημα της δεύτερης περιόδου του μεσοπολέμου. Το
ένα είναι το Κ.Κ.Ε. το άλλο η αριστερή αντιπολίτευση και το τρίτο ο χώρος των
αρχειομαρξιστών. Από την άποψη της επιρροής στο εργατικό κίνημα το Κ.Κ.Ε.
διατηρούσε σίγουρα έναν πρώτο ρόλο, καθώς, βέβαια, αποτελούσε και μία συγκροτημένη
5

πολιτική δύναμη μέσα στην ελληνική κοινωνία, σε αντίθεση με τους άλλους χώρους που
ποτέ δεν κατάφεραν να αποκτήσουν ρόλο στην κεντρική πολιτική σκηνή. Από την άλλη, σε
περιόδους κρίσης του Κ.Κ.Ε., οι άλλες ομάδες και κυρίως το Αρχείο τόσο την εποχή του
Πάγκαλου όσο και τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του 20 αποτελούσε ισοδύναμο
ρεύμα, αριθμητικά αλλά και σε επιρροή στο συνδικαλιστικό κίνημα.
Εκείνο που ο καθένας θα σχολίαζε σε αυτόν τον πίνακα είναι οι συνεχείς
διασπάσεις και συνενώσεις. Πραγματικά εντυπωσιάζει η συνεχής αυτή κινητικότητα και
ρευστότητα των αριστερών οργανώσεων και θα είχε ενδιαφέρον να αποτυπωθούν τόσο οι
εγγενείς αιτίες όσο και οι συνθήκες οποίες επέτρεπαν ή οδηγούσαν σε αυτήν. Πάντως όσον
αφορά το Κ.Κ.Ε. η ρευστότητα αυτή σταματάει το 1932, πράγμα που είναι ενδεικτικό της
πορείας που έλαβε το κόμμα την επόμενη δεκαετία και γενικότερα μεταπολεμικά παρά την
ουσιαστική διάλυση μετά το 36.
Την δεύτερη περίοδο οι εσωτερικές διαφωνίες είχαν ως βάση κυρίως το οργανωτικό
πρότυπο το οποίο ακολουθούσε το Κ.Κ.Ε. σε σχέση με την Κ.Δ. και τις συγκρούσεις στο
εσωτερικό του Κομμουνιστικού Κόμματος Ρωσίας οδηγώντας στη διαμόρφωση της
αριστερής αντιπολίτευσης του Κ.Κ.Ε. Ο χώρος αυτός με αναμφισβήτητο ηγέτη τον
Παντελή Πουλιόπουλο αφού αρχικά συνειδητοποίησε τις διαφωνίες του, συγκροτήθηκε σε
φράξια μέσα στο κόμμα στα 1926-1927, εξέδωσε το περιοδικό Σπάρτακος το 1928 και
σταδιακά μετεξελίχθηκε στην οργάνωση Σπάρτακος η οποία λειτουργούσε πολιτικά, αλλά
όχι οργανικά και οργανωτικά μέσα στα πλαίσια του κόμματος. Με τις διάφορες
προσχωρήσεις αρχειομαρξιστικών γκρουπών αρχικά άλλαξε σε ΟΚΔΕ(Οργάνωση
Κομμουνιστικών Διεθνιστών Ελλάδας) το 1934 και σε ΕΟΚΔΕ(Ενιαία Οργάνωση
Κομμουνιστικών Διεθνιστών Ελλάδας) το 1936, ανεξαρτητοποιούμενη ολοκληρωτικά από
το Κ.Κ.Ε.
Β. Η εργασία και οι στόχοι της
Η φύση, όμως, μιας τέτοιας εργασίας, όπως η παρούσα, θέτει κάποιους ποσοτικούς
περιορισμούς οδηγώντας την έρευνα σε συγκεκριμένες επιλογές. Συνεπώς, επειδή ακριβώς
είναι δύσκολο να πλησιάσουμε με επιτυχία όλο τον μεσοπολεμικό επαναστατικό χώρο
είμαστε υποχρεωμένοι να επικεντρωθούμε σε μία πλευρά του, η οποία όμως θα μας
επιτρέπει να βγάλουμε και κάποια γενικά συμπεράσματα για το σύνολο της αριστεράς, του
εργατικού κινήματος και να κατανοήσουμε μέρος της ελληνικής κοινωνίας του
μεσοπολέμου. Η επιλογή της ομάδας Σπάρτακος δεν είναι τυχαία, καθώς η συγκρότηση
και η πορεία αυτής της κίνησης θέτει ιδιαίτερες προβληματικές, πρώτον, ως προς την
αντανάκλαση των εξελίξεων του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος στο ελληνικό
κομμουνιστικό κίνημα και, δεύτερον, ως προς τον κοινωνικοπολιτικό χαρακτήρα της
ελληνικής εργατικής τάξης. Η δράση μιας επαναστατικής πρωτοπορίας μέσα στο εργατικό
κίνημα σημασιοδοτεί τις δυνατότητες ριζοσπαστικοποίησης, το ποσοστό ταξικής
συνειδητοποίησης, τον βαθμό πολιτικής ωρίμανσης της εργατικής τάξης. Επίσης, μας
επιτρέπει να εξετάσουμε τις σχέσεις μιας πρωτοπορίας με τον κοινωνικό της χώρο, την
σχέση διανοούμενων και εργατών και όλα αυτά μέσα στις συγκεκριμένες ιστορικές
συγκυρίες. Ακόμα βλέπουμε τον τρόπο που πολιτικά φαινόμενα όπως ο «σταλινισμός»3
Ίσως θα ήταν σωστότερο από πλευράς επιστημονικής οριοθέτησης των εννοιών να χρησιμοποιούσαμε αντί του
όρου «σταλινισμός», «σταλινικός, η,ο», τον όρο «σοβιετικός μαρξισμός», καθώς «σταλινισμός» αποτελεί έναν όρο
πολιτικής χρήσης με απαξιωτικά χαρακτηριστικά, ενώ ο δεύτερος αντικειμενοποιεί περισσότερο επιστημονικά το
συγκεκριμένο ρεύμα με μια πιο ουδετεροποιημένη πολιτικά διάθεση, που τελικά όμως παίρνει συνειδητά μια
πολιτική θέση. Η συνειδητή χρήση του πρώτου όρου στην παρούσα εργασία γίνεται για κανέναν από τους δύο
προαναφερόμενους λόγους, γίνεται διότι ο όρος «σταλινισμός» αντανακλά σε ένα συνολικό φαινόμενο που δεν
παρουσιάζεται μόνο στη σφαίρα της μαρξιστικής σκέψης, αλλά σε όλα τα κοινωνικά επίπεδα ως ένα ιδιαίτερο και
ξεχωριστό πολιτικό, ιδεολογικό, κοινωνικό ρεύμα, ως ένα ενεργό κίνημα, ως μια ιδιαίτερη κοσμοαντίληψη που
αφορά όχι μόνο κάποιους διανοητές, αλλά εκατομμύρια ανθρώπους σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, που
3

6

έρχονται στην Ελλάδα, ποιες είναι οι σχέσεις τους με τα διεθνή πολιτικά κέντρα και πως
δημιουργούν αντιδράσεις με ίδια χαρακτηριστικά με άλλες περιοχές της Ευρώπης. Τέλος,
την περίοδο αυτή μέσα από τη μελέτη της αριστερής αντιπολίτευσης παρατηρούμε τη
γένεση ενός ιδιαίτερου, αν και μειοψηφικού, πολιτικού και ιδεολογικού ρεύματος στην
Ελλάδα, τον ελληνικό τροτσκισμό, το οποίο θα συνεχίσει μέχρι τις ημέρες μας να δρα
μέσα στην ελληνική εργατική τάξη το ίδιο και ακόμα περισσότερο μειοψηφικά.
Συνεπώς, το πλαίσιο για την μελέτη και την σε βάθος κατανόηση μιας
κομμουνιστικής κίνησης, όπως ο Σπάρτακος, έχει πολλαπλά επίπεδα, διαφορετικές
θεματικές πλευρές προσέγγισης, ένα συγκεκριμένο εννοιολογικό λεξικό αλλά και
αναγκαστικά εμπεριέχει την υποκειμενική στάση του ερευνητή όσο πραγματικά
αντικειμενικές και να είναι οι προθέσεις του. Έτσι, ως προς το πρώτο χρειάζεται να
λαμβάνονται υπόψη από τη μια οι εξελίξεις στο παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα και οι
επιδράσεις τους στο ελληνικό, οι διεθνείς πολιτικές συγκυρίες και η σύνδεσή τους με τον
ελληνικό εθνικό χώρο και από την άλλη οι ιδιαίτερες μορφές ανάπτυξης του ελληνικού
εργατικού κινήματος σε συνδυασμό με τον χαρακτήρα της εργατικής τάξης μέσα στα
ιδιαίτερα πλαίσια του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, καθώς και οι συγκεκριμένες
πολιτικοκοινωνικές συνθήκες του ελληνικού μεσοπολέμου.
Η πορεία της Διεθνούς Αριστερής Αντιπολίτευσης και η πρόσληψή της από την
αντιπολιτευτική μερίδα του Κ.Κ.Ε., τα πρόσωπα Τρότσκι, Μπουχάριν, Στάλιν κ.α., η
Σοβιετική Ένωση και η Κομμουνιστική Διεθνής, ο χαρακτήρας της διεθνικής ταξικής
πάλης και η επίδρασή της στην Ελλάδα, είναι στοιχεία που μας αφορούν. Επίσης, οι
αστικές πολιτικές στην ελληνική κοινωνία και η ιδιαίτερη ταξική σύγκρουση, αλλά και η
ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής αποτελούν ζητήματα που μας βοηθούν
να εξηγήσουμε πολλά για τον χαρακτήρα και τις αδυναμίες της Ελληνικής Αριστερής
Αντιπολίτευσης. Η αυστηρή επιστημονική προσέγγιση που μελετάει και προσέχει τις πηγές
της, ακολουθεί ορθολογιστικά ερμηνευτικά σχήματα παίρνοντας υπόψη της βασικές
δομικές λειτουργίες και τα επιφαινόμενα ενός κοινωνικού σχηματισμού που κυριαρχείται
από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής είναι η όλη βάση της προσπάθειάς μας χωρίς να
αρνούμαστε τον πολιτικό χαρακτήρα της επιλογής μιας υλιστικής ιστορικής προσέγγισης.
Τέλος, έχουμε ως δεδομένο ότι κάθε προσχηματισμένη εντύπωση ενός μελετητή για το
θέμα του είναι δυνητικά ανατρέψιμη ή επιβεβαιώσιμη στην πορεία της έρευνας.

ΚΕΦΆΛΑΙΟ 1

Στοιχεία της διεθνούς κατάστασης του κομμουνιστικού κινήματος
Α. Η Σοβιετική Ένωση και η ρωσική αντιπολίτευση
Η διαδικασία γραφειοκρατικοποίησης των Σοβιέτ και συγκρότησης ενός νέου
εξουσιαστικού κρατικού μορφώματος στην επαναστατημένη Ρωσία το οποίο θα
λειτουργούσε στο όνομα της επανάστασης δεν είναι μια εξέλιξη η οποία όπως συνηθίζεται
να υποστηρίζεται ξεκίνησε μετά την τελική επικράτηση της Οκτωβριανής επανάστασης.
Αντίθετα, όπως πολύ πετυχημένα παρουσιάζει ο Μαρκ Φερρό στο βιβλίο του «Από τα
Σοβιέτ στον γραφειοκρατικό Κομμουνισμό», αλλά και οι Γκόμπεν, Ροκέρ, Άρβιτς κ.α. στο
βιβλίο «Η Ρωσική Επανάσταση, η αποτυχία του κρατικού καπιταλισμού», ήταν μια
εξέλιξη σύμφυτη με την επικράτηση των μπολσεβίκων στην πλειοψηφία των
επαναστατημένων σοβιέτ και, τελικά, με την ολοκληρωτική νίκη τους στην ίδια κοινωνία.
Η αναζήτηση των αιτιών αυτής της εξέλιξης δεν είναι δική μας τωρινή δουλειά. Πάντως,
κατά την άποψη του γράφοντος θα πρέπει να αναζητηθούν α) στην συγκεντρωτική δομή
αντανακλά ιστορικά σε έναν συγκεκριμένο τύπο συγκρότησης συγκεκριμένων κοινωνικών σχηματισμών.
7

του Μπολσεβίκικου Κόμματος και στον ιδιαίτερο ταξικό και πολιτικό χαρακτήρα μιας
διευθυντικής ομάδας που επικρατούσε μέσα σε αυτό ως συνέπεια κάποιων συγκεκριμένων
κοινωνικοπολιτικών δομών της τσαρικής Ρωσίας, β) στις ιδιαίτερες πολιτικές και
οικονομικές συνθήκες στην επαναστατημένη χώρα που αποτέλεσαν παρακαταθήκη του
προηγούμενου καθεστώτος, γ) στις δυσκολίες που αντιμετώπισε η επανάσταση με τον
εμφύλιο πόλεμο, οι οποίες τελικά σημάδεψαν τις εξελίξεις, αλλά και δ) στις συγκεκριμένες
παραδόσεις της σοσιαλδημοκρατίας και του ρωσικού μαρξισμού που έπαιξαν καταλυτικό
ρόλο στη διαμόρφωση του μπολσεβίκικου κόμματος, ε) στην αποτυχία να επεκταθεί
νικηφόρα η επανάσταση στην κεντρική Ευρώπη και την απομόνωση της Σοβιετικής
Ρωσίας.
Στην βάση της Ε.Σ.Σ.Δ. διαμορφώθηκαν κάποιες κοινωνικοπολιτικές τάσεις οι
οποίες ουσιαστικά αντανακλούσαν τα διαφορετικά συμφέροντα των κοινωνικών τάξεων
που είχαν συγκροτηθεί μέσα στα πλαίσια του υπό διαμόρφωση σοβιετικού τρόπου
παραγωγής και είχαν έρθει στην επιφάνεια κατά την πορεία και τις διάφορες φάσης της
επανάστασης. Αυτός ο ταξικός ανταγωνισμός είχε δύο αφετηρίες, που πάντα όμως ετίθετο
ως πεδίο διαφωνίας ο τρόπος ανάπτυξης της σοβιετικής οικονομίας και η παράλληλη
διεκδίκηση της εξουσίας. Η μια αφετηρία είχε ως εκκίνηση την ταξική πάλη ανάμεσα στην
επαναστατημένη εργατική και αγροτική τάξη που διεκδικούσαν αυτά που επαγγελόταν η
επανάσταση και είχαν είτε κερδίσει ως ένα βαθμό με τη συμμετοχή τους σε αυτήν είτε
υπήρχαν ως δυνατότητα, αλλά προϋπέθεταν την ολοκλήρωση της επανάστασης,— δηλαδή
άμεσο έλεγχο από τις ίδιες της παραγωγικής διαδικασίας και πολιτική ηγεμονία στον
κοινωνικό σχηματισμό— και στις κοινωνικές τάξεις με διευθυντικό και αστικό χαρακτήρα
οι οποίες χωρίζονταν σε εκείνες που έτειναν, πρώτον, να κυριαρχήσουν στην παραγωγή
αναλαμβάνοντας την διεύθυνση των εργοστασίων μέσα από την ηγεμονία τους στον
κομματικό μηχανισμό και, δεύτερον, να κυριαρχήσουν στο πολιτικό εποικοδόμημα μέσα
από την κατάκτηση του κρατικού μηχανισμού και τη γραφειοκρατικοποίηση των Σοβιέτ
και σε εκείνες που έλεγχαν το μικρεμπόριο της Νέας Οικονομικής Πολιτικής (Ν.Ε.Π.)νέπμεν- και την αγροτική παραγωγή-κουλάκοι. Η δεύτερη αφετηρία είχε ως εκκίνηση την
πάλη για εξουσία ανάμεσα στις δύο τελευταίες ταξικές ομάδες, πάλη που είχε και ως
διαμάχη τον τρόπο ανάπτυξης της σοβιετικής οικονομίας, καθώς η κάθε μια πίεζε για την
ανάπτυξη του δικού της τρόπου παραγωγής. Σε ένα πρώτο επίπεδο, δηλαδή, η πάλη
διεξαγόταν ανάμεσα από τη μια στις δυνάμεις της επαναστατικής πολιτικής και της
κομμουνιστικής απελευθέρωσης και από την άλλη στις δυνάμεις της αντεπανάστασης και
παλινόρθωσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής με τις ιδιοτυπίες που κληρονόμησε
η επανάσταση και τα πρότυπα που γενικότερα εκείνη την εποχή κυριαρχούσαν στην
παγκόσμια οικονομία, δηλαδή κρατισμός. Σε ένα δεύτερο επίπεδο η πάλη διεξαγόταν
ανάμεσα σε ένα ολοκληρωτικά κρατικού και ενός ημικρατικού τρόπου καπιταλιστικής
παραγωγής, και ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς τύπους ανερχόμενης μικρομεσαίας αστικής
τάξης, που επιθυμούσε η κάθε μια την πολιτική ηγεμονία ώστε να καταστεί άρχουσα τάξη
στον υπό συγκρότηση κοινωνικό σχηματισμό. Η επαναστατική κατάσταση η οποία είχε
φέρει στο προσκήνιο την εργατική και αγροτική τάξη ήταν πολύ λογικό να δημιουργεί
αντίρροπες τάσεις ενάντια στη διαμόρφωση μιας νέας ηγετικής κοινωνικής τάξης, καθώς η
προοπτική ολοκλήρωσης της επανάστασης αποτελούσε πρώτιστη προτεραιότητα και ήταν
λογικό οι επαναστατημένες μάζες να διεκδικούν τα προσδοκώμενα. Επίσης, ήταν επόμενο
οι συγκρούσεις να μεταφερθούν μέσα στο μπολσεβίκικο κόμμα, αφού ηττήθηκαν και
εξανδραποδίστηκαν κηρυσσόμενα παράνομα όλα τα υπόλοιπα ρεύματα της επαναστατικής
ή της ρεφορμιστικής αριστεράς.
Η ταξική σύγκρουση αντανακλόμενη μέσα στο κόμμα έλαβε μια ιδιαίτερη μορφή
καθώς στο ανώτερο επίπεδο του Κ.Κ.Ρ. διεξαγόταν μια μάχη επικράτησης στην ηγεσία του
8

κόμματος με συνέπεια να συγκροτηθούν κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες ανάμεσα στα
ηγετικά στελέχη του κόμματος και την βάση του κόμματος και της κοινωνίας. Έτσι, τελικά
η ταξική διαμάχη έλαβε πολιτικό περιεχόμενο, μορφή και χαρακτηριστικά επηρεαζόμενη
από τις συγκεκριμένες ηγεσίες που ανέλαβαν την εκπροσώπησή τους. Οι τρεις αυτές
τάσεις στην κοινωνία και το κόμμα εκφράστηκαν στο ανώτατο επίπεδο από τους Τρότσκι
ως εκφραστής του πνεύματος της επανάστασης και της προοπτικής της κομμουνιστικής
απελευθέρωσης και των συμφερόντων της εργατικής και αγροτικής πολιτικής, τους
Καμένεφ, Ζηνόβιεφ και Στάλιν ως εκφραστές του κομματικού μηχανισμού και της τάσης
επικράτησης ενός ολοκληρωτικά κρατικού καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και τον
Μπουχάριν ως εκφραστή μιας πιο φιλελεύθερης οικονομίας και μιας πιο
αστικοδημοκρατικής διακυβέρνησης.
Δηλαδή, για να γινόμαστε πιο σαφείς η επιτυχία της Τρόικας Στάλιν, Ζηνόβιεφ,
Καμένεφ να επικρατήσουν στη διαμάχη στα 1924 μετά τον θάνατο του Λένιν για την
διαδοχή στην ηγεσία του Κ.Κ.Ρ. και ο εξοβελισμός των άλλων δύο από τον Στάλιν το 1925,
με στήριγμα τις δυνάμεις αυτές που θα ορίζαμε ως «αντεπαναστατικές», οδήγησε αρχικά
τον Τρότσκι μόνο του και αργότερα μαζί με τους Καμένεφ, Ζηνόβιεφ να αναλάβει την
ηγετική έκφραση του κοινωνικού μπλοκ που ερχόταν σε αντίθεση με την γραφειοκρατική
πορεία της Σοβιετικής Ένωσης. Υπό αυτό το πρίσμα θα πρέπει να δούμε τις συμμαχίες και
τους ελιγμούς της κεντρίστικης «σταλινικής» μερίδας η οποία ανάλογα με τον ποιόν ήθελε
να χτυπήσει είτε τους εκφραστές της εργατικής πολιτικής είτε τους εκφραστές μιας
φιλελεύθερης μικρομεσαίας εμπορικής αστικής τάξης τους νέπμαν και τους κουλάκους
χρησιμοποιούσε το αντίστοιχο φρασεολόγιο και προσάρμοζε την πολιτική της.
Ουσιαστικά, το 1927 ξεμπερδεύει στο 15ο Συνέδριο του Κ.Κ.Ρ. με τους τροτσκιστές και
το 1929 με τους μπουχαρινικούς, οπότε και κυριαρχεί ο οικονομικός τύπος ενός ιδιότυπου
κρατικοκαπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, όπου την υπεραξία της υπερεργασίας της
μισθωτής εργασίας καρπώνεται συλλογικά μια κρατική άρχουσα τάξη με χαρακτηριστικά
αστικής τάξης, δηλαδή ουσιαστικά μια κρατική αστική τάξη, η οποία και ηγεμονεύει
πολιτικά και οικονομικά στον σοβιετικό κοινωνικό σχηματισμό.
Δεν είναι τυχαία η ανάδειξη στην Ρωσία μετά την ήττα των επαναστατικών
δυνάμεων ενός τέτοιου κοινωνικού καθεστώτος μέσα στο οποίο το σύνολο της παραγωγής
και της οικονομικής και πολιτικής ζωής είναι άμεσα και κεντρικά προκαθορισμένα, καθώς
εκείνη την εποχή σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο και σε όλες τις υπόλοιπες χώρες ενυπήρχαν
τέτοιες τάσεις. Το γεγονός ότι ο κοινωνικός και οικονομικός χώρος της Ρωσίας ήταν
ουσιαστικά παρθένος έδωσε τη δυνατότητα σε αυτήν την κατεύθυνση μιας κατασκευής
ενός νέου κρατικού μοντέλου που θα αντανακλά στα οικονομικά πρότυπα της εποχής.
Το κοινωνικοπολιτικό αυτό μόρφωμα το οποίο κατάφερε να αναπαραχθεί μετά τον
Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο ένα τρίτο της γης άρχισε να παρακμάζει μετά τη δεκαετία του
΄70 όταν πια από το στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού, όπου επικρατεί ο τύπος
απόσπασης σχετικής υπεραξίας πράγμα που σημαίνει μια κοινωνική ισορροπία ανάμεσα
στις παραγωγικές τάξεις που αντανακλά σε μια παρεμβατικότητα του κράτους, περνάμε σε
τάσεις απόσπασης ταυτόχρονα και απόλυτης υπεραξίας και σχετικής υπεραξίας πράγμα
που αντανακλά σε μια εκ των πραγμάτων αναδιάταξης των παραγωγικών σχέσεων σε
βάρος των δυνάμεων της εργασίας. Οι αστικές τάξεις διεκδικούν αυτόνομο ρόλο στην
παραγωγή ανεξάρτητα από το κράτος μέσα στους δικούς τους κανόνες του ελεύθερου
ανταγωνισμού τείνοντας σε μια ολοκληρωτική ηγεμονία της οικονομίας της αγοράς. Αυτό
είχε συνέπεια να υποχωρεί ο κρατισμός σε όλες τις μορφές του με αποκορύφωμα την
κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ. Εδώ βέβαια δεν θα εξετάσουμε αυτά τα φαινόμενα και
όλες τους τις λεπτομέρειες και τα χαρακτηριστικά τους, αλλά ήταν αναγκαία να πούμε
9

κάποια πράγματα ώστε να έχουμε μια συνολική εικόνα των δεδομένων της εξεταζόμενης
εποχής.
Το πρόσωπο το οποίο εξέφρασε στην κεντρική πολιτική σκηνή την εργατική
πολιτική κατά την περίοδο της γραφειοκρατικοποίησης, αλλά και ταυτίστηκε με την από
τα αριστερά πάλη ενάντια στον «σταλινισμό» ήταν ο Λέων Τρότσκι. Το πραγματικό του
όνομα ήταν Λέων Νταβίνοβιτς Μπρονστάιν και ήταν ένας επαγγελματίας επαναστάτης,
όπως τα περισσότερα ηγετικά στελέχη των μπολσεβίκων, προερχόμενος από εβραϊκή
οικογένεια κουλάκων (εύπορων αγροτών). Ο Τρότσκι την περίοδο της διάσπασης του
ρωσικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος σε μενσεβίκους και μπολσεβίκους διαφώνησε με
το οργανωτικό κομματικό μοντέλο του Λένιν και ουσιαστικά εντάχθηκε στους δεύτερους
μόλις με το ξέσπασμα της επανάστασης χωρίς όμως και να ταυτίζεται με τους
μενσεβίκους. Σε αντίθεση με τα υπόλοιπα στελέχη του δικού του διαμετρήματος ήταν ένα
πρόσωπο που «ανέβηκε» μέσα από την επανάσταση και κάπως τραγικά «έπεσε» μαζί με
την ήττα της. Ήταν πρόεδρος του Σοβιέτ της Πετρούπολης στην επανάσταση του 1905 και
είχε μάθει να λειτουργεί όχι μέσω κομματικών και γραφειοκρατικών μηχανισμών όπως τα
περισσότερα ηγετικά στελέχη των μπολσεβίκων, αλλά κινηματικά. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν
ότι ο Τρότσκι ανέλαβε να συγκροτήσει τον στρατό των εξεγερμένων και αποτέλεσε
αρχηγός του Κόκκινου Στρατού ενώ ξεχώριζε ως ο πιο σημαντικός ηγέτης της
επανάστασης μετά τον Λένιν. Από την άλλη οι Ζηνόβιεφ, Στάλιν και Καμένεφ οι
εκφραστές της μπολσεβίκικης γραφειοκρατίας έστηναν κατά τη διάρκεια του εμφυλίου
τους κοινωνικούς μηχανισμούς οι οποίοι στήριζαν τον πόλεμο.
Μέχρι τα 1925 ο Στάλιν βρισκόταν σε συμμαχία με τα άλλα δύο ηγετικά στελέχη
των μπολσεβίκων, τους Καμένεφ και Ζηνόβιεφ, οπότε μετά το 14ο Συνέδριο του Κ.Κ.Ρ.
αυτοί συγκροτούν δική τους αντιπολίτευση. Στα 1926 οι Τρότσκι, Ζηνόβιεφ, Καμένεφ
συμμαχούν και κυκλοφορούν τον Απρίλιο μια διακήρυξη. Τον Ιούνη ο Ζηνόβιεφ πετάχτηκε
έξω από το Πολιτικό Γραφείο του Κ.Κ.Ρ. Τον Οκτώβριο ο Τρότσκι διώχθηκε από το
Πολιτικό Γραφείο του Κ.Κ.Ρ. και ο Ζηνόβιεφ από την Κ.Δ. Τον Μάιο του 1927
κυκλοφόρησε ένα κείμενο που ονομάστηκε των 83 γιατί τόσα ήταν τα ανώτατα στελέχη
που την υπόγραψαν επικρίνοντας την πολιτική της ηγεσίας που οδήγησε στην αιματηρή
ήττα της κινέζικης επανάστασης, την πολιτική που ακολουθήθηκε στην αγγλορωσική
συνδικαλιστική επιτροπή κατά τη διάρκεια της γενικής απεργίας του 1926, καθώς και την
πολιτική υποστήριξη των κουλάκων. Τον Σεπτέμβριο του 1927 η αντιπολίτευση συνέταξε
την πλατφόρμα της Ενωμένης Αντιπολίτευσης στην οποία πρότεινε μεταξύ άλλων βασικά
σχεδιοποίηση, εκβιομηχάνιση και βαθμιαία κολεκτιβοποίηση. Η άρνηση της γραμματείας
του κόμματος να την μοιράσει στο κόμμα ως σχέδιο της αντιπολίτευσης για το επερχόμενο
συνέδριο υποχρέωσε την αντιπολίτευση να το τυπώσει με δικά της μέσα.
Η πάλη των φραξιών μέσα στο κόμμα κράτησε μέχρι τον Δεκέμβριο του 1927,
οπότε διεγράφησαν 75 βασικά στελέχη της αντιπολίτευσης στο 15ο Συνέδριο του
κόμματος και η σύγκρουση πέρασε στην Διεθνή, όπου και εκεί κατέληξε με νίκη των
σταλινικών. Τα βασικά ζητήματα πάνω στα οποία συγκρούστηκαν οι τάσεις μέσα στο
Κ.Κ.Ρ., ήταν η μορφή οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην Ε.Σ.Σ.Δ., η πολιτική του Στάλιν
στην κινέζικη επανάσταση, η γραφειοκρατικοποίηση και το πνίξιμο της δημοκρατίας και
της πολιτικής ελευθερίας μέσα στην χώρα και το κόμμα.
Το Γενάρη του 1929 ο Τρότσκι και η οικογένειά του απελάθηκε αρχικά στην Άλμα
Άτα και αργότερα στην Τουρκία. Το 1933 βρήκε άσυλο στη Γαλλία και το 1935 στο
Μεξικό, όπου και δολοφονήθηκε στα 1940 από πράκτορα της Γκεπεού. Οι ΖηνόβιεφΚαμένεφ συνθηκολόγησαν με τον Στάλιν με την ήττα της ενωμένης αντιπολίτευσης στο
15ο Συνέδριο ακολουθώντας τους υπεραριστερούς ελιγμούς του Στάλιν για να χτυπήσει
10

τους δεξιούς μπουχαρινικούς στα 1929. Οι Ζηνόβιεφ, Καμένεφ και Μπουχάριν
εκτελέστηκαν στις περίφημες δίκες της Μόσχας το 1936-38.
Β. Η Διεθνής Αριστερή Αντιπολίτευση (Δ.Α.Α.) και το ελληνικό αντιπολιτευτικό
κίνημα
Παράλληλα, με την προσπάθεια ηγεμονίας της σταλινικής φράξιας στο Κ.Κ.Ρ.
επιχειρούνταν ο έλεγχος από την ηγεσία της Ε.Σ.Σ.Δ. όλων των κομμάτων της
κομμουνιστικής διεθνούς (Κ.Δ.) προσπαθώντας εκ των άνω να επιβάλει ένα
γραφειοκρατικό κομματικό τύπο οργάνωσης και να μετατρέψει τα Κ.Κ. σε όργανα της
σοβιετικής άρχουσας τάξης με συνέπεια να απολέσουν τον επαναστατικό χαρακτήρα τους.
Επομένως, σε όλα τα κόμματά της ξέσπασε μια ανάλογη σύγκρουση ανάμεσα στους
σταλινικούς και τους τροτσκιστές που οδήγησε στη διαγραφή και τη συγκρότηση
αντιπολιτευτικών ομάδων μέσα στα πλαίσια των εθνικών τμημάτων της Κ.Δ. Οι διάφορες
ομάδες που είχαν συνταχτεί με τη ρωσική αντιπολίτευση συγκρότησαν την «Ένωση
Κομμουνιστών Διεθνιστών»(Διεθνής Αριστερή Αντιπολίτευση) που το 1930 εξέλεξε μια
Διεθνή Γραμματεία. Στην Ελλάδα επίσημο τμήμα της δεν έγινε η αντίστοιχη αριστερή
αντιπολίτευση του Κ.Κ.Ε., αλλά το αρχειομαρξιστικό κόμμα. Η κίνηση αυτή του Τρότσκι
αποσκοπούσε στην προσπάθεια ένταξης στη Δ.Α.Α. κομμάτων που είχαν οργάνωση και
σοβαρή επιρροή στα εθνικά εργατικά κινήματα, κάτι που στα 1930 μπορούμε να πούμε ότι
ίσχυε για το αρχειομαρξιστικό κόμμα, αλλά όχι για τον Σπάρτακο. Από το 1923 που άρχισε
η πάλη του Τρότσκι ενάντια στην γραφειοκρατικοποίηση ως το 1933 διεξήγαγε την πάλη
για την μεταρρύθμιση του Κ.Κ.Σ.Ε. και της Κομμουνιστικής Διεθνούς, «έχοντας» (κατά
Λαμπάτο και Αστερίου) «επίγνωση ότι μια αποτυχία αυτής της πάλης θα σημάδευε μια
δεύτερη χρεοκοπία - εκείνη της 3ης Διεθνούς μετά την χρεοκοπία της 2ης Διεθνούς το
1914- η οποία θα έθετε το καθήκον νέων κομμάτων και νέας Διεθνούς»4.
Στα 1933 η Δ.Α.Α. αποφάσισε την προχώρηση σε Νέα Διεθνή. Η στάση που
κράτησε το Κ.Κ. Γερμανίας απέναντι στην άνοδο του Χίτλερ αποτέλεσε την αφορμή για
την απόφαση του Τρότσκι. Μέχρι τότε «στην αντίληψη του Τρότσκι, η δυνατότητα
μεταρρύθμισης στην Ε.Σ.Σ.Δ. εξαρτιόταν από την υλοποίηση μιας νέας νίκης της
προλεταριακής επανάστασης διεθνώς που θα έσπαζε την απομόνωσή της, η ιστορική ήττα
του γερμανικού προλεταριάτου έβαζε τέλος σε αυτήν τη δυνατότητα. Τον Οκτώβριο του
ίδιου χρόνου, ο Τρότσκι διατυπώνει την προοπτική της πολιτικής εργατικής επανάστασης
ενάντια στη γραφειοκρατία.»5 Ο νέος τίτλος της Διεθνούς Αριστερής Αντιπολίτευσης ήταν
Διεθνής Κομμουνιστική Ένωση. Τελικά, το ιδρυτικό Συνέδριο της 4ης Διεθνούς έγινε στα
1938. Η 4η Διεθνής ποτέ δεν μπόρεσε τελικά να συγκροτηθεί σε ένα μαζικό διεθνές
κομμουνιστικό κίνημα και έτσι όλα τα μέρη του πολυδιασπασμένα παρέμειναν κάποιες
δυναμικές μειοψηφίες στα επιμέρους εθνικά κινήματα με σημαντικό όμως ρόλο σε κάποιες
χώρες και την γενικότερη ξεχωριστή της ιστορική σημασία.

4
5

Αστερίου Ελένη, Λαμπάτος Γαβρίλης, Η Αριστερή αντιπολίτευση στην Ελλάδα, Φιλίστωρ Αθήνα 1995, σ. 22.
Αστερίου Ελ., Λαμπάτος Γ., ό.π., σ. 27.
11

ΚΕΦΆΛΑΙΟ 2
Η Φράξια Πουλιόπουλου. Η πορεία της διαμόρφωσης της πρώτης αριστερής
αντιπολίτευσης6
Α. Διεργασίες μέσα στο Κ.Κ.Ε.
Την ίδια περίοδο το ελληνικό κομμουνιστικό κόμμα παρουσίαζε εσωτερικές
πολιτικές ιδεολογικές διεργασίες οι οποίες οδηγούσαν σε ομαδοποιήσεις και προκαλούσε
έντονες συγκρούσεις. Μολονότι μετά το Τρίτο Έκτακτο Συνέδριο στο οποίο
ξεκαθαρίστηκε η ένταξη στην Διεθνή με την αποδοχή των 21 όρων 7 και των αποφάσεων
των Συνεδρίων της Διεθνούς φάνηκε ότι η φραξιονιστική πάλη είχε κοπάσει, νέες τάσεις
πάνω σε νέα αλλά και παλαιότερα ζητήματα άρχιζαν να εμφανίζονται. Η νέα αυτή όμως
σύγκρουση είχε έναν ποιοτικά ολότελα διαφορετικό χαρακτήρα, διότι αντικατόπτριζε την
διεθνή διαπάλη των σταλινικών και τροτσκιστών στο εθνικό επίπεδο. Δεν είναι τυχαίο,
επομένως, ότι η νέα αυτή κρίση στο κόμμα άρχισε γύρω στα 1926, χρονιά που εντάθηκε η
κρίση και στο Κ.Κ.Σ.Ε. με την συνένωση των δύο αντιπολιτεύσεων και τις πρώτες τους
κοινές αντιπολιτευτικές κινήσεις.
Μέχρι τα 1926 λίγες είναι οι ενδείξεις που προεικάζουν μια τόσο οξυμένη κρίση. Η
κάθοδος στην Ελλάδα ήδη από το 1924 μίας ομάδας στελεχών που είχαν φοιτήσει σε
σχολές της Ε.Σ.Σ.Δ., Λένινσκούρς και ΚΟΥΤΒ(αποκεί και το όνομα κούτβιδες για αυτά τα
στελέχη) με σκοπό να διαμορφώσουν έναν ηγετικό πυρήνα πιστό στην σταλινική ηγεσία
στο μετεξελισσόμενο Κ.Κ.Ε. σε Σ.Ε.Κ.Ε, προετοίμαζε ίσως μια σύγκρουση με τα στελέχη
εκείνα που είχαν αναδειχθεί μέσα από τους κοινωνικούς αγώνες. Αλλά και πάλι με κανένα
τρόπο δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε την επερχόμενη κρίση μόνο ως μια τέτοια
διαπάλη μεταξύ κούτβιδων και ντόπιων. Αυτό που θα δούμε ότι κυρίως κρίνεται με αυτή
τη διαμάχη είναι οι πολιτικές κατευθύνσεις του ελληνικού προλεταριάτου και, συνεπώς,
εκείνο που μας ενδιαφέρει είναι τα όρια των πολιτικών διεκδικήσεων και οι όροι της
ταξικής πάλης ως στοιχεία που μας επιτρέπουν να σχηματίσουμε μια εικόνα για τη
δυναμική και τον χαρακτήρα της ελληνικής εργατικής τάξη στο μεσοπόλεμο. Όσον αφορά
τον Πουλιόπουλο δεν υπάρχει καμία ένδειξη που να τον συνδέει πιο πριν με τον Τρότσκι.
Και αυτό γίνεται σαφές από τη στιγμή που είναι αδύνατον σε μια εποχή που η Τρόικα
Στάλιν, Καμένεφ, Ζηνόβιεφ ασκούσε δριμύ πόλεμο απέναντι στους τροτσκιστές να
βρίσκεται στην ηγεσία ενός τμήματος της τόσο συγκεντρωτικής Κ.Δ. ένας φίλος του
Τρότσκι.
Β. Προς το Γ΄ Τακτικό Συνέδριο του Κ.Κ.Ε. Η διαμόρφωση των τάσεων
Ας δούμε όμως πιο συγκεκριμένα τις εξελίξεις και την κατάσταση μέσα στο Κ.Κ.Ε.
την περίοδο στα 1926. Ο Παντελής Πουλιόπουλος, γ.γραμματέας του κόμματος, και οι
Θωμάς Αποστολίδης8, Κώστας Σκλάβος και Τάκης Φίτσιος μέλη της Κεντρικής Επιτροπής
εκλεγμένα από το Γ Έκτακτο Συνέδριο του 1924 βρίσκονταν από τον Απρίλιο του 25 στην
φυλακή καταδικασμένοι για το μακεδονικό. Επίσης, ο Σεραφείμ Μάξιμος βρισκόταν στην
εξορία για τον ίδιο λόγο. Τον Μάιο του ίδιου χρόνου συνήλθε ευρεία Κεντρική Επιτροπή
με όσους είχαν απομείνει, η οποία επέλεξε γραμματέα του κόμματος στην θέση του Π.
Πρώτη αντιπολίτευση είναι η ομάδα Πουλιόπουλου-Γιατσόπουλου και ονομάζεται έτσι για δηλωθεί η διαφορά της
δεύτερης αντιπολίτευσης στην οποία συμμετείχε και η ομάδα Μαξίμου- Σκλάβου- Χαϊνογλου.
7
Οι 21 όροι αποτελούσαν τα πολιτικά και οργανωτικά χαρακτηριστικά που απαιτούσε ή έθετε ως προϋπόθεση η Κ.Δ.
μετά το 2ο Συνέδριό της, τον Αύγουστο του 1920, στα κόμματα που ήθελαν να αποτελέσουν τμήμα της. Οι 21 όροι
είχαν γίνει αποδεχτοί από το Σ.Ε.Κ.Ε. στην έκτακτη Συνδιάσκεψη του Φεβρουαρίου του 1920 και στο έκτακτο
Συνέδριο του Οκτωβρίου του 1922, αλλά μόνο με το Τρίτο Έκτακτο Συνέδριο ουσιαστικά τέθηκαν σε εφαρμογή.
8
Ο Θωμάς Αποστολίδης είχε αποχωρήσει από το κόμμα λόγω της θέσης του για το μακεδονικό.
12
6

Πουλιόπουλου τον Ελευθέριο Σταυρίδη, μελλοντικό ηγέτη της φασιστικής οργάνωσης
Τρία Έψιλον, ο οποίος υποστηριζόταν από την ομάδα Ευτυχιάδη, Χαϊτά και Ζαχαριάδη. Η
νέα ηγεσία διαμόρφωσε μια διαφορετική γραμμή σε σχέση με τις αποφάσεις του
Συνεδρίου απέναντι στα πολιτικά ζητήματα που προέκυψαν κατά την παγκαλική περίοδο.
Βασική γραμμή της ήταν ότι το κόμμα θα έπρεπε να παλέψει για την αριστερή ή
πραγματική δημοκρατία υπό την ηγεμονία του προλεταριάτου, ένα μίνιμουμ δηλαδή
νομιμότητας που θα εξασφάλιζε την οργανωτική και πολιτική δραστηριότητά του, αντί
δηλαδή για πάλη για εργατοαγροτική κυβέρνηση που είχε αποφασιστεί στο τελευταίο
Τρίτο Έκτακτο Συνέδριο. Με αυτό το πνεύμα η ηγεσία του κόμματος ήρθε σε επαφή με
ορισμένους δημοκρατικούς παγκαλικούς αξιωματικούς και είδε θετικά το παγκαλικό
πραξικόπημα ως απάντηση των δημοκρατικών στελεχών του στρατού απέναντι στην
συντηρητική κυβέρνηση Μιχαλακόπουλου. Στην συνέχεια, αλλάζοντας στάση απέναντι
στην δικτατορία υποστήριξε τον φιλελεύθερο Πατρίκιο στις δημοτικές εκλογές της
Θεσσαλονίκης και την άνοιξη του 1926 στις προεδρικές εκλογές, που προκήρυξε ο
Πάγκαλος, τον κοινό από όλα τα αστικά κόμματα υποψήφιο μοναρχικό Δεμερτζή. 9 Τέλος,
μόλις ανατράπηκε ο Πάγκαλος τον Αύγουστο του 26 ο επανεκδιδόμενος Ριζοσπάστης στο
πρώτο φύλλο του καλούσε τον Κονδύλη να ακολουθήσει ριζοσπαστική-φιλεργατική
πολιτική, καταδεικνύοντας για ακόμη μια φορά την γενικότερη αντίληψη των διοικούντων
του Κ.Κ.Ε. για μια πιο «ρεφορμιστική» αντιμετώπιση των πραγμάτων.
Με την πτώση της παγκαλικής δικτατορίας επανήλθε από την φυλακή ο Παντελής
Πουλιόπουλος μαζί με τους άλλους φυλακισμένους. Στην «Σύσκεψη Παραγόντων» που
συνήλθε στις 5 με 8 του Σεπτέμβρη η γραμμή της αριστερής δημοκρατίας δέχτηκε σφοδρή
κριτική και καταδικάστηκε ως «επανεμφάνιση της ρεφορμιστικής αντιλήψεως του
Γεωργιάδη10 και Σια περί μακράς νομίμου υπάρξεως»11. Η «Σύσκεψη Παραγόντων»
επανεξέλεξε ομόφωνα τον Π. Πουλιόπουλο γραμματέα του κόμματος ο οποίος μαζί με τον
Παστία Γιατσόπουλο είχαν πρωτοστατήσει ενάντια της αριστερής δημοκρατίας
υποστηρίζοντας το σύνθημα της «προλεταριακής-σοβιετικής δημοκρατίας».
Ο Πουλιόπουλος όμως περνώντας μια ατομική κρίση, την οποία θα εξετάσουμε
αργότερα, δεν αποδέχτηκε την επανεκλογή και έφυγε για την πατρίδα του Θήβα χωρίς να
εξηγήσει τους λόγους αυτής της στάσης του. Προσωρινά γραμματέας ανέλαβε ο
Γιατσόπουλος. Όλη αυτή την περίοδο ο Πουλιόπουλος βρισκόταν στην Θήβα ουσιαστικά
σε απόσταση από κάθε ενεργή δράση μέσα στο κόμμα. Αυτό που κυρίως έκανε ήταν να
διεκδικεί το δικαίωμά του να απόσχει, να δικαιολογείται πάνω σε αυτό απαντώντας σε
κριτικές εμφανίζοντας όμως σταδιακά στις επιστολές του μια διάθεση κριτικής προς το
κόμμα. Την περίοδο αυτή η Κ.Ε. στάθηκε πολύ επιθετική απέναντί του.
Γ. Οι βασικές θέσεις της ομάδας Πουλιόπουλου Γιατσόπουλου την περίοδο
αυτή
Από τις αρχές του νέου έτους ο Πουλιόπουλος επέστρεψε στην ενεργή πολιτική
δράση μέσα από τον προσυνεδριακό διάλογο και κυρίως με αρθρογραφία στον Ριζοσπάστη
καταγγέλλοντας τις ανεπάρκειες της οργανωτικής δομής του κόμματος, την πολιτική του
στο εθνικό, την έλλειψη πληροφόρησης για τις διεργασίες στο Κ.Κ.Σ.Ε. και τους ελιγμούς
των σταλινικών στο ζήτημα της αριστερής δημοκρατίας. Το πιο πιθανό βέβαια είναι ότι δεν
παρέμεινε σε μια λεκτική φραξιονιστική πάλη, αλλά λειτουργούσε φραξιονιστικά και μέσα
στο κόμμα αναζητώντας συμμάχους.
Για την στάση του Κ.Κ.Ε. κατά την διάρκεια της παγκαλικής περιόδου βλ. Ελεφάντης, σ. 70-3. Λιβιεράτος
Δημήτριος, Κοινωνικοί Αγώνες στην Ελλάδα, (1927-31), Κομμούνα /Ιστορική Μνήμη 5, 1987, Καστρίτης Κ., Η
Ιστορία του μπολσεβικισμού-τροτσκισμού στην Ελλάδα, μέρος πέμπτο, εργατική πρωτοπορία Αθήνα 1976-78.
10
Γεωργιάδης πρώην γραμματέας του Σ.Ε.Κ.Ε.
11
Επίσημα Κείμενα τ. Β΄, σ. 160.
9

13

Στον προσυνεδριακό διάλογο που ξεκίνησε για το Γ΄ Τακτικό Συνέδριο ο
Πουλιόπουλος εξέθεσε πλήρως τις θέσεις του με μια σειρά άρθρων του στον Ριζοσπάστη
με τον γενικό τίτλο «Η κρίση στο Κ.Κ.Ε. I. Μερικά από τα παράδοξα του κινήματός μας».
(1η Φεβρ. 1927), «II. Η κρίση ύστερα απ' το Νοέμβρη 1924»(5 Φεβρ. 1927) «III. Με ποια
έννοια μπορούμε να «μιλούμε» για ιδιομορφίες του κινήματός μας»(6 Φεβρ. 1927) «IV.
Για το μέλλον του κόμματος»(7 Φεβρ. 1927). Στην παρουσίαση που ακολουθεί
χρησιμοποιούμε ως βάση και το κείμενο των θέσεων που δημοσίευσαν οι Π.Π.-Π.Γ. μετά
το συνέδριο («Γράμμα στα μέλη του Κ.Κ.Ε.» )12 το οποίο απλώς πρόκειται για επανάληψη
των ήδη διατυπωμένων απόψεων στην προσυνεδριακή περίοδο. Αποτυπώνει εξίσου το ίδιο
τις αντιλήψεις της ομάδας καθώς είναι αυτό που τελικά κατατέθηκε στην γραμματεία του
συνεδρίου για να δημοσιευθεί μαζί με τις αποφάσεις. Βέβαια, αυτό το τελευταίο δεν έγινε
και γι αυτό το λόγο το κείμενο αυτό αποκτά στην ιστορία της σύγκρουσης των τάσεων
έναν δικό του αυτόνομο χαρακτήρα τον οποίο θα εξετάσουμε στην ώρα του.
Βασική ιδέα της ομάδας Πουλιόπουλου-Γιατσόπουλου την περίοδο αυτή είναι ότι
το κόμμα «από την πρώτη του γένεση περνά μια διαρκή κρίση (η υπογρ. Π.Π.-Π.Γ.)» Τα
συμπτώματα αυτής της κρίσης είναι, πρώτον, «η έλλειψη ενός ηγετικού πυρήνα (η υπογρ.
Π.Π.-Π.Γ.) από συντρόφους, που να έχουν μια μαρξιστική κατάρτιση και πολιτική
ικανότητα να προσαρμόσουν τις κομμουνιστικές αρχές στις συγκεκριμένες συνθήκες της
χώρας, που να έχουν ένα μίνιμουμ ομοιογένειας και να εμπνέουν εμπιστοσύνη...».13
«Καμία διοίκηση δε στέκει σταθερή επικεφαλής του Κόμματος. Χρησιμοποίηση
''αναγκαστική'' σε υπεύθυνα διευθυντικά όργανα συντρόφων που χτες ακόμα μέσα στην
οργάνωσή τους ή στη διοίκηση του Κόμματος σημείωσαν κλασσική αποτυχία. Και τέλος
πιάσιμο απ’ τα μαλλιά του πρώτου τυχόντος και αδοκίμαστου, αλλά ''καλύτερου'' δήθεν
επειδή έχει την άλφα ή τη βήτα περγαμηνή απ' την Ελλάδα ή τη Ρωσία, και ανακήρυξή του
σπασμωδικά στη διοίκηση του κόμματος. Το κεντρικό διοικητικό όργανο του Κόμματος
έζησε και ζει ακόμη χωρίς ίχνος συνέχειας, ''από ημέρας εις ημέραν''».14 Αυτή η κατάσταση
οδηγούσε κατά την άποψή τους στην δημιουργία μιας «ατμόσφαιρας διαφθοράς, μέσα
στην οποία καλλιεργείται διαρκώς το κουτσομπολιό, ο καριερισμός και η στείρα
ψευτοεπαναστατική φράση» επιτρέποντας την διαρκή αλλαγή ηγεσιών και να
καλλιεργείται αυτό που ονόμαζαν «τυχοδιωκτικό ψευτοεπαναστατισμό» και ενισχυόταν
«από ένα δίχτυ ''έμπιστων'' ανθρώπων που περιτριγυρίζουν κάθε φορά τα όργανα της
Διεθνούς και Β.Κ.Ο.».15
Φωτογραφίζοντας, λοιπόν, με σαφήνεια τους κούτβιδες τους μέμφονταν για
ανικανότητα του χειρισμού της μαρξιστικής μεθόδου πάνω σε μια συγκεκριμένη
πραγματικότητα που τους οδηγούσε σε πολιτικό τυχοδιωκτισμό, όπως στην περίπτωση της
αριστερής δημοκρατίας και της υποστήριξης του Πάγκαλου. Επίσης, εμμέσως πλην σαφώς
αφήνουν να διαφανεί μια κριτική απέναντι στον ρόλο της Διεθνούς ως προς τον τρόπο με
τον οποίο χειρίζεται το θέμα της ανάδειξης της εκάστοτε ηγεσίας στο κομμουνιστικό
κόμμα της Ελλάδας. Στο σημείο αυτό έγινε από μέρους τους και η αναγκαία αυτοκριτική,
καθώς βέβαια ο Πουλιόπουλος υπήρξε κάποτε ο «εκλεκτός» της Κ.Δ., ενώ η διαδικασία
του Τρίτου Έκτακτου Συνεδρίου στο οποίο ο Παντελής Πουλιόπουλος έπαιξε καταλυτικό
ρόλο δεν ήταν και η πλέον δημοκρατική και αντιπροσωπευτική. Σε αυτό το σημείο
βλέπουμε και την αυτοκριτική του. «Το Νοέμβρη του 1924 έγιναν τα ακόλουθα τρία λάθη
μέσα στο Κόμμα: 1. Το συνηθισμένο κι αναπόφευκτο σε όλα τα Συνέδρια του Κόμματος:
Βλ. Πουλιόπουλος Π.- Γιατσόπουλος Π, «Γράμμα στα μέλη του Κ.Κ.Ε.», Νέο Ξεκίνημα 15 Ιουνίου 1927 στο
Κείμενα του 1928, Ουτοπία 1982, σ. I - VII.
13
Βλ. Πουλιόπουλος Π.- Γιατσόπουλος Π, «Γράμμα στα μέλη του Κ.Κ.Ε.», Νέο Ξεκίνημα 15 Ιουνίου 1927 στο
Κείμενα του 1928, Ουτοπία 1982, σ. I - VII.
14
Πουλιόπουλος Π., «Η κρίση στο κόμμα», Ριζοσπάστης 5 Φεβρ. 1927.
15
Βλ. Πουλιόπουλος Π.- Γιατσόπουλος Π, «Γράμμα στα μέλη του Κ.Κ.Ε.», ό.π.
12

14

''Εκ των ενόντων'' βγήκε μια νέα διοίκηση από τους ''καλύτερους''. 2. Υπερτιμήθηκαν οι
δυνάμεις της επιτροπής εκείνης σχετικά με την αντιμετώπιση των προβλημάτων του
Κόμματος. 3. Το μεγαλύτερο λάθος που συνέπεια αυτουνού και μόνον ήταν βιαστική
εκλογή εντελώς νέων συντρόφων στη διοίκηση του Κόμματος.»16
Ένα δεύτερο σύμπτωμα ήταν «η απαρχής κακή ποιοτική σύνθεση (η υπογρ. Π.Π.Π.Γ.) του κόμματος, που όσο πάει γίνεται χειρότερη» καθώς θεωρούσαν ότι «ένα μεγάλο
ποσοστό από τα μέλη του κόμματος εξαρχής βγήκε από τα πιο σκάρτα στοιχεία του
προλεταριάτου, από λούμπεν — προλεταρίους, από μικροαστούς με αντιπρολεταριακή
ψυχολογία». Και ένα τρίτο ότι υπήρχε «δυσαναλογία του αυθόρμητου κινήματος των
μαζών που αριστεροποιούνται από τις αντικειμενικές συνθήκες, προς τις ελαττωματικές κι
ανεπάρκειες του κόμματος.»17
Γενικώς, πίστευαν ότι το κόμμα βρισκόταν σε θεωρητική ανηλικιότητα, ότι η
ποιοτική στάθμη των μελών του ήταν χαμηλή και ότι υπήρχε δυσαναλογία «μεταξύ της
πολιτικής επιρροής του κομμουνισμού και της θεωρητικής του ανεπάρκειας. [...]» Έτσι,
παρότι αναγνώριζαν ότι «όσοι εργάτες απόχτησαν ταξική συνείδηση είναι σχεδόν όλοι
κάτω απ' την επιρροή του Κόμματος», είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ήταν
«δύσκολο να βρεθούν ανάμεσα στα επαγγελματικά στελέχη του Κόμματος λίγα που να'
χουν κατατόπιση επάνω στα ουσιώδη ζητήματα του κλάδου τους». Για τους Π.Π.-Π.Γ. ο
αγώνας μέσα στα συνδικάτα από τα μέλη του κόμματος «ως τα σήμερα περιορίστηκε σε
μια φρασιολόγο, αμέθοδη και χωρίς περιεχόμενο συγκεκριμένο πολεμική εναντίον των
μεταρρυθμιστών και σε αγώνα για την μηχανική κατάχτηση των διοικήσεων.» Στην
συνέχεια για την κατάσταση αυτή, με ένα ίσως απόλυτο τρόπο, κατέληξαν ότι «η
επαγγελματική εργασία του Κόμματος πλέει στα σκοτάδια» και ότι «το Κόμμα δεν
μπόρεσε να κάνει τίποτα απολύτως για ν' ανεβάσουν τα επαγγελματικά του στελέχη το
επίπεδο της προλεταριακής τους μόρφωσης.» 18 Ως αρνητική συνέπεια σε αυτό μεγάλο
μορφωτικό έλλειμμα έβλεπαν την τάση για γραφειοκρατικοποίηση και κατάργηση της
εσωτερικής δημοκρατίας και ελευθερίας, που θα οδηγούσε το κόμμα σε ένα ιεραρχικό
εξουσιαστικό μόρφωμα. Σε αυτό το σημείο τα λόγια του Πουλιόπουλου είναι σαφή «το
χαμηλό μορφωτικό επίπεδο των μελών αφαιρεί κάθε δυνατότητα σοβαρού πολιτικού
ελέγχου στα διοικητικά όργανα, επιτρέπει την εξαφάνιση κάθε δημοκρατικότητας από τον
συγκεντρωτισμό...».19
Τα αίτια αυτής της κρίσης τα έβρισκαν τόσο «στις ιδιαίτερες συνθήκες της
ιστορικής εξέλιξης του εργατικού κινήματός μας, σε συσχετισμό με την πρόοδο και ύφεση
του διεθνούς επαναστατικού κινήματος» όσο και «στις ιδιαίτερες συνθήκες της εξέλιξης
του καπιταλισμού στη χώρα μας. (Οικονομικοκοινωνική θέση και ψυχολογία του
ελληνικού προλεταριάτου, μικροαστικός και ειδικότερα εμπορομεσιτικός χαρακτήρας της
χώρας και καπιταλιστική καθυστέρησή της, έλλειψη σοσιαλιστικής παράδοσης και
μαρξιστικής καλλιέργειας, εισροή τυχοδιωκτικών στοιχείων μέσα στο κίνημα κλπ. κλπ»20.
Αρνούνταν να αποδώσουν την κρίση του Κ.Κ.Ε. στον ανταγωνισμό των τάσεων και
στις διαφωνίες ως προς την ταχτική που προσδοκεί κάθε ομάδα να ακολουθεί το κόμμα,
αλλά την απέδιδαν στην επικρατούσα τάση να επικρατεί στο κόμμα «αμορφία και
κομφουζιανισμός» (σύγχυση) στην ταχτική του Κ.Κ.Ε. Στο σημείο αυτό έφερναν ως
παράδειγμα την συμπεριφορά της ομάδας Χαϊτά απέναντι στο ζήτημα της αριστερής
δημοκρατίας και της υποστήριξης Πάγκαλου. Αρνούνταν να αποδεχτούν τους
διαχωρισμούς της Κ.Δ. που χαρακτήριζαν ως «αριστερούς» και «λενινιστές» τους
Πουλιόπουλος Π., «Η κρίση στο κόμμα», Ριζοσπάστης 5 Φεβρ. 1927.
Πουλιόπουλος Π.,- Γιατσόπουλος Π. «Γράμμα στα μέλη του Κ.Κ.Ε.», ό.π.
18
Πουλιόπουλος Π., «Η κρίση στο κόμμα», Ριζοσπάστης 1 Φεβρ. 1927.
19
Πουλιόπουλος Π., «Η κρίση στο κόμμα», Ριζοσπάστης 1 Φεβρ. 1927.
20
Πουλιόπουλος Π.,- Γιατσόπουλος Π. «Γράμμα στα μέλη του Κ.Κ.Ε.», ό.π.
16
17

15

υποστηριχτές της αριστερής δημοκρατίας, οι οποίοι άλλαξαν μόνο στάση όταν
καταδικάστηκε αυτή η γραμμή από την Κ.Δ. λίγο πριν τις εκλογές, και δεξιούς τους ίδιους
που πρωτοστάτησαν ενάντια σε αυτήν την αντίληψη ήδη από την «Σύσκεψη
Παραγόντων». Κατά την άποψή τους, λοιπόν, όλη η συζήτηση για ξεκαθαρισμένη δεξιά
και αριστερά μέσα στο Κ.Κ.Ε. είναι καθαρή δημαγωγία.21
Η αντίληψη που κυριαρχούσε στους δύο συνεργάτες για το τι χρειάζεται να γίνει
από δω και πέρα ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα έπρεπε να συγκροτηθεί και να
λειτουργήσει το Κ.Κ.Ε. στο αμέσως επόμενο διάστημα είναι ακριβώς αυτό το σημείο στο
οποίο ήρθαν σε σύγκρουση με τον αντιπρόσωπο της Κ.Δ., τους κούτβηδες και την ομάδα
Χαϊτά. Και οι θέσεις τους αυτές είναι υπεύθυνες για τον χαρακτηρισμό «λικβινταριστές»
και δεξιοί που τους προσέδωσε ο Ρέμελε και έκτοτε επαναλάμβαναν συνέχεια οι
υποστηρικτές του. Συγκεκριμένα ζητούσαν «γενική ανακάθαρση του Κόμματος και νέα
επιλογή» των στελεχών του με βάση κάποια συγκεκριμένα κριτήρια, «τις ατομικές
ικανότητες εξέλιξης, τη δραστηριότητα, την προλεταριακή ηθική». Σε αυτήν την
αναδιάρθρωση ζητούσαν να συγκροτηθεί πρώτα όχι ένα μαζικό κόμμα, αλλά με
αυστηρότατη επιλογή να συγκεντρωθεί αρχικά ένας ορισμένος αριθμός επίλεχτων
προλεταριακών και διανοουμένων στοιχείων. Αυτό σήμαινε ένα γενικό ξεκαθάρισμα από
ότι οι ίδιοι θεωρούσαν τυχοδιωκτικό, παθητικό, πολιτικώς ανεξέλιχτο (δεν έχει δηλαδή
εξελιχθεί) και ευκολοδημαγώγητο στοιχείο.
Διαφωνώντας με την αντίληψη των αντιπροσώπων της Κ.Δ. ότι η φύση του
κομμουνιστικού κόμματος αντανακλά στο επίπεδο της εργατικής τάξης θεωρούσαν ότι η
βασική οργανωτική αρχή του λενινισμού και η πείρα των μπολσεβίκων δείχνουν ότι τα
Κ.Κ. είναι η elite του προλεταριάτου και συγκεντρώνει τα πιο προοδευμένα και έντιμα
στοιχεία της εργατικής τάξης. Πρώτα, λοιπόν, έπρεπε να διαμορφωθεί μια «αληθινή
πρωτοπορία» που θα ήταν ικανή να συλλέξει αυτά τα στοιχεία και μέχρι τότε να μην
«ανοιχτούν οι γραμμές του κόμματος σε προλετάριους απλώς της αράδας». Αυτή η
μέθοδος δημιουργίας κόμματος αποτελεί την αρχή με την οποία συγκροτήθηκε το
μπολσεβίκικο κόμμα και όλα τα τότε κομμουνιστικά κόμματα.
Κατά την αντίληψή τους τα κέρδη από αυτήν την οργανωτική ανασύνθεση θα ήταν
«σταθερότητα, χαλύβδωση και εύρυνση της προοπτικής του» κόμματος, ενώ δεν θα έχανε
το κόμμα τίποτε σε πολιτική επιρροή. Αντίθετα, θα κέρδιζε πολύ περισσότερα από αυτήν
την σε σχέση με την κατάσταση που βρισκόταν σε εκείνη την περίοδο. Διότι κατά την
άποψή τους σε μια χώρα όπως η Ελλάδα με «χαμηλό πολιτικό επίπεδο μαζών» είχε μεγάλη
σημασία «η συνειδητή οργάνωση και διεύθυνση του αγώνα από ένα καλό επιτελείο».
Ακόμη, ως βασικό μέλημα του κόμματος, το οποίο βέβαια θα πετύχαινε μια σοβαρή
ηγεσία, είναι «η πολιτική ανάπτυξη των μελών του με τον κατάλληλο συνδυασμό της
προπαγανδιστικής-μορφωτικής εργασίας μέσα στο κόμμα και του μεθοδικού
καταμερισμού και ελέγχου της πραχτικής εργασίας». «Το κόμμα πρέπει να επιδιώξη την
επιστημονική καλλιέργεια του μαρξισμού λενινισμού, να τη διαδώση μέσα στο
προλεταριάτο και να δώση τη δυνατότητα στους καλύτερους συντρόφους να μελετήσουν
μαρξιστικά-λενινιστικά τις συγκεκριμένες οικονομικοκοινωνικές συνθήκες της χώρας».
Για την Κ.Δ. έγραφαν ότι πιστεύουν «απόλυτα στην ορθότητα των αρχών και της
ταχτικής της Κ.Δ., όπως την εθεμελίωσε και την καθοδήγησε πάνω σ' αυτές ο Λένιν»22.
Κάνοντας όμως σαφές με τη διατύπωση αυτή ότι η Κ.Δ. είχε παρεκτραπεί από τις
λενινιστικές αρχές. Αλλά δήλωναν την διαφωνία τους για τις πολιτικές που ακολουθούν οι
αντιπρόσωποι της τόσο στο οργανωτικό όσο και στην σχέση τους με συγκεκριμένες
ομάδες. Κατά τα άλλα στο συνέδριο ο Πουλιόπουλος υπογράμμισε ότι «επαφή με το
21
22

Πουλιόπουλος Π.,- Γιατσόπουλος Π. «Γράμμα στα μέλη του Κ.Κ.Ε.», ό.π.
Πουλιόπουλος Π.,- Γιατσόπουλος Π. «Γράμμα στα μέλη του Κ.Κ.Ε.», ό.π.
16

διεθνές κίνημα και την ζωή της ΚΔ δεν υπάρχει απολύτως καμία. Ακόμη ούτε η εξέλιξη
του Βαλκανικού προβλήματος παρακολουθείται. Μόνο για τιμητικό τίτλο παίρνουμε τ'
όνομα ''διεθνιστικό κόμμα''. Κολοσσιαία προβλήματα αναταράζουν την Διεθνή και μεγάλες
συζητήσεις έγιναν τα 3 τελευταία χρόνια ύστερα απ' τον θάνατο του Λένιν και το Κ.Κ.Ε.
δεν ξέρει γι' αυτά περισσότερο απ' όσο τους αναγνώστες των αστικών εφημερίδων.»23
Έθετε, δηλαδή, ως βασικό μέλημα του Κ.Κ.Ε. ως τμήμα της Κ.Δ. να γνωρίζει, να συζητάει
και να συγκροτεί άποψη για τα θέματα που ταλάνιζαν την Κ.Δ. και το Κ.Κ.Ρ. Επίσης,
κατηγορούσε την Διεθνή ότι δεν αφήνει να γίνουν γνωστές οι θέσεις της αριστερής
ρωσικής αντιπολίτευσης.24 Παρόλαυτα, πουθενά δεν γίνεται ξεκάθαρη αναφορά
υποστήριξης στην ενωμένη αντιπολίτευση. Το μόνο που γράφτηκε και το οποίο δείχνει μια
διάθεση να μελετήσει την άποψη των αντιπολιτευόμενων είναι μια κριτική ότι δεν λύνεται
το πρόβλημα «με το να χαρακτηρίζεται "απαισιόδοξη" ή λικβινταριστική η εκτίμηση που η
Ρωσική αντιπολίτευση Τρότσκι, Καμένεφ, Ζηνόβιεφ, Σοκόλνικωφ κ.τλ. κάνει για τα
προβλήματα της σοσιαλιστικής ανοικοδόμησης, αφού προτείνει και συγκεκριμένα μέτρα
εκβιομηχάνισης καθώς και διεθνούς ταχτικής, που αυτά και μόνο μπορούν να κριθούν για
σωστά ή λαθεμένα.».25
Όσον αφορά το ζήτημα της αυτονόμησης της Μακεδονίας θεωρούσαν ότι «δεν
μπορεί να υπάρξει εθνική ανεξαρτησία των μακεδόνων μέσα στα πλαίσια του αστικού
καθεστώτος».26 Γι' αυτό με την γραφή του Πουλιόπουλου υποστηρίζουν ότι «δεν φτάνει
μονάχα να εγκαταλείψουμε σιωπηρά, όπως έγινε, το σύνθημα "Ενιαία και Ανεξάρτητη
Μακεδονία Θράκη" και να σκεπάζουμε αυτήν την εγκατάλειψη ότι ήταν τάχα
"θεωρητικώς" σωστό μα απέτυχε γιατί "το βάλλαμε στο κέντρο της δράσης του
κόμματος".»27 Στο συνέδριο και στα προσυνεδριακά άρθρα κατήγγειλαν ως υποκριτική την
στάση των λεγόμενων «λενινιστών» να κρύβουν το σύνθημα για την αυτονομία στις
εκλογές και να μην υποστηρίζουν τα διωκόμενα μέλη για το μακεδονικό τους από τα
στρατιωτικά δικαστήρια. Εκλαμβάνουν ως πολιτική ανανδρία το γεγονός ότι ενώ τις
αδυναμίες αυτού του συνθήματος, δεν τολμούν να ασκήσουν κριτική στην Διεθνή και,
τελικά, προσπαθούν να συγκαλύψουν το μέγεθος της έλλειψης σύνδεσης με την
πραγματικότητα.
Υποστηρίζουν, αντίθετα με τις αποφάσεις του προηγούμενου συνεδρίου και κόντρα
στην γραμμή της διεθνούς την οποία είχε ο Πουλιόπουλος με σθένος υπερασπίσει
παλιότερα, «ότι το κόμμα χωρίς να πάψη να υπερασπίζεται την αυτοδιάθεση του
μακεδονικού λαού μέχρι και του αποχωρισμού και να καταπολεμά τις συγκεκριμένες
μορφές καταπίεσης επάνω σ' αυτόν από την ελληνική, βουλγαρική και σερβική
μπουρζουαζία, πρέπει να αφήση τα συνθήματα ''Ενιαία και Ανεξάρτητη Μακεδονία και
Ενιαία και Ανεξάρτητη Θράκη''».28 Και δικαιολογεί ο Πουλιόπουλος την άποψή τους αυτή
λέγοντας ότι «[...]η φύση των συνθημάτων (αυτών)[...], ριχνομένων στην Ελλάδα, είναι
τέτοια που είναι αδύνατο να μην προκαλέσουν σύγχυση σε όλους και παρεξήγηση ότι
είμαστε συνεργάτες των βουλγάρων κομιτατζήδων.» Διότι «ούτε εθνικοεπαναστατικό
κίνημα έχουμε στην Ελληνική Μακεδονία, ούτε εθνότητα θρακική υπάρχει, ώστε να
δικαιολογείται αγώνας για την κατάχτηση της εθνικής ανεξαρτησίας, ούτε ίχνος καν
τέτοιου αγώνα υπάρχει απ' τους κατοίκους ενώ απ' τάλλο μέρος η αθρόα συσσώρευση
Πουλιόπουλος Π., «Η κρίση στο κόμμα», Ριζοσπάστης 1 Φεβρ. 1927.
Λιβιεράτος Δ., Κοινωνικοί Αγώνες στην Ελλάδα (1927-31), ό.π., σ. 46.
25
Πουλιόπουλος Π., «Η κρίση στο κόμμα», Ριζοσπάστης 1 Φεβρ. 1927.
26
Πουλιόπουλος Π.,- Γιατσόπουλος Π. «Γράμμα στα μέλη του Κ.Κ.Ε.», ό.π.
27
«Είναι αλήθεια ότι ο εθνικοεπαναστατικός παράγοντας υπερτιμήθηκε κάπως σχετικά με τ' άλλα πεδία της
δράσης», και τούτο είναι επίσης βαρύ λάθος. Μα όταν ο ισχυρισμός εκείνος όταν χρησιμοποιείται για να σκεπάση
το εσφαλμένο της πολιτικής μας στο εθνικό, αποτελεί ένα καθαρό σόφισμα και δείχνει πολιτική ανανδρία για ένα
σοβαρό πολιτικό κόμμα.» Πουλιόπουλος Π., «Η κρίση στο κόμμα», Ριζοσπάστης 1 Φεβρ. 1927.
28
Πουλιόπουλος Π.,- Γιατσόπουλος Π. «Γράμμα στα μέλη του Κ.Κ.Ε.», ό.π.
23
24

17

Ελλήνων προσφύγων στην Μακεδονία και Θράκη αποτελεί μια θεοφάνερη
πραγματικότητα που είναι θανάσιμο σφάλμα για ένα πολιτικό κόμμα να την παραβλέψει
προκειμένου να καθορίσει τα πολιτικά του συνθήματα.»29 Δέχεται ως μόνη ορθή πολιτική
την γραμμή «εναντίον του απειλούμενου πολέμου για το ξαναμοίρασμα της Μακεδονίας.
Εναντίον κάθε εξανδραποδιστικής συνθήκης ανταλλαγής ή «εκούσιας» μετανάστευσης.
Υπεράσπιση κάθε ελευθερίας εθνικής για τις μειονότητες και της πλέριας αυτοδιάθεσής
τους. Υπέρ της Βαλκανικής Ομοσπονδίας μέσα στην οποία θα καθορίσει ελεύθερα ο
Μακεδονικός λαός την τύχη του.»30 Γιαυτό οι Πουλιόπουλος-Γιατσόπουλος καθόρισαν ως
σωστή δράση των κομμουνιστών της Βαλκανικής «να εμφανίζονται μπρος τις μάζες των
μακεδόνων με την καθαρή τους κομμουνιστική φυσιογνωμία, να ξεσκεπάζουν τα
αυτονομιστικά συνθήματα της βουλγαρικής μπουρζουαζίας και τα φασιστικά της όργανα
μέσα στις μακεδονικές οργανώσεις, και να υπερασπίζουν το εθνικοεπαναστατικό κίνημα
των μακεδόνων όπου και όταν αυτό εκδηλώνεται από τις ίδιες τις μάζες, διακηρύχνοντας
συγχρόνως ότι ο μόνος τρόπος για να αποχτήση ο μακεδονικός λαός την εθνική του
ελευθερία και την ανεξάρτητη κρατική του υπόσταση, αν το θελήση ο ίδιος, είναι ο
συμμαχικός του αγώνας με τους εργάτες και τους χωρικούς όλης της βαλκανικής εναντίον
του κοινού εχθρού, της βαλκανικής μπουρζουαζίας και των δυναστικών κλίκων και για την
Βαλκανική Ομοσπονδία των εργατοαγροτικών Δημοκρατιών.»31
Άλλη βασική θέση τους, που διατύπωσαν όμως για πρώτη φορά στο «Γράμμα στα
μέλη του Κ.Κ.Ε.» είναι να δημοκρατικοποιηθεί ο συγκεντρωτισμός μέσα στο κόμμα, να
σταματήσει ο διορισμός υπαλλήλων, η τοποθέτηση αδοκίμαστων με οποιεσδήποτε
περγαμηνές και η μηχανική κατασκευή ''εξ επαγγέλματος επαναστατών'' και να εξυγιανθή
η τεχνική οργανωτική λειτουργία του κόμματος».
Ιδιαίτερη σημασία έχει η στάση τους απέναντι στους αρχειομαρξιστές. Ο Π.Π. δε
δίστασε να δηλώσει ανεπιφύλακτα ότι «ο αρχειομαρξισμός δεν είναι χαφιεδισμός» αλλά
ένα ιδιότυπο φαινόμενο του ολοκληρωτικού διαχωρισμού της θεωρίας από την πράξη και
δικαιολογεί τους εργάτες που εντάσσονται σε αυτόν εξαιτίας της παραμέλησης της
θεωρητικής και μορφωτικής δουλειάς στο κόμμα.32 Αυτή η θέση του όμως δεν συνεπάγεται
και διαφοροποίηση στην πολιτική του στάση απέναντι στους αρχειομαρξιστές, αντίθετα
καλεί το κόμμα να πείσει τους παρασυρμένους εργάτες και διανοούμενους ότι δεν αρκεί
μόνο η μόρφωση μόνο για την προετοιμασία της επανάστασης.
Δ. Το Γ΄ Τακτικό Συνέδριο του Κ.Κ.Ε.
Συγκροτημένη εμφάνιση και
αναμέτρηση των τάσεων
Όταν τον Μάρτιο του 1927 συνήλθε το Γ΄ Τακτικό Συνέδριο του Κ.Κ.Ε. 33,
εμφανίστηκαν τρεις τάσεις. Μία με ηγέτες τους Χαϊτά-Ευτυχιάδη- Ζαχαριάδη-κούτβιδες,
άλλη με τους Πουλιόπουλο-Γιατσόπουλο και τέλος εκείνη με τους Μάξιμο-ΧαίνογλουΣκλάβου. Οι τάσεις αυτές ακόμα δεν παρουσίαζαν ολοκληρωμένες διαφορές ούτε
συνδέονταν άμεσα με τις ομάδες του Κ.Κ.Ρ., πλην ίσως μα βάση μια μαρτυρία του
Πουλιόπουλου της ομάδας των κούτβιδων, η οποία ήταν μέχρι τότε η πιο συμπαγής και
Πουλιόπουλος Π., «Η κρίση στο κόμμα. Η κρίση ύστερα από το Νοέμβρη1924», Ριζοσπάστης 5 Φεβρ. 1927.
Πουλιόπουλος Π., «Η κρίση στο κόμμα. Η κρίση ύστερα από το Νοέμβρη1924», Ριζοσπάστης 5 Φεβρ. 1927.
31
Πουλιόπουλος Π.,- Γιατσόπουλος Π. «Γράμμα στα μέλη του Κ.Κ.Ε.», ό.π.
32
Βλ. Πουλιόπουλος Π., «Με ποια έννοια μπορούμε να μιλάμε για 'ιστορικές' ιδιομορφίες του κινήματός μας»,
Ριζοσπάστης 6 Φεβρ. 1927.
33
Από το Β΄ Τακτικό που είχε γίνει τον Απρίλιο του 1920 είχαν περάσει 7 χρόνια. Όμως εντωμεταξύ είχαν συνέλθει
άλλα έκτατα σώματα. Το Α' Έκτακτο τον Σεπτέμβριο του 1920, η Α΄ Συνδιάσκεψη τον Φλεβάρη του ΄22, το Β΄
Έκτακτο Συνέδριο τον Δεκ. του 22, το Έκτακτο εκλογικό Συνέδριο τον Σεπτ. του 23, το Εθνικό Συμβούλιο τον Φλεβ.
Του 24, το Γ΄ Έκτακτο Συνέδριο τον Δεκ. του 24 και τέλος η Σύσκεψη Παραγόντων τον Σεπτ. του 23. Στα σώματα
αυτά δεν είχε προηγηθεί εσωκομματική συζήτηση γ' αυτό είχαν αυτόν τον έκτακτο ή ημιεπίσημο χαρακτήρα. Βλ.
Λιβιεράτος Δ. Δημήτριος, Κοινωνικοί Αγώνες στην Ελλάδα, (1927-31), ό.π., σ. 45.
18
29
30

συγκροτημένη φράξια. Περισσότερο θα ήταν πιο σωστό να πούμε ότι αρχικά
συγκροτήθηκαν πάνω στην βάση διαφωνιών τακτικής και οργάνωσης όσον αφορά το
Κ.Κ.Ε.
Ο Πουλιόπουλος στην τρίωρη αντιεισήγησή, του ανέπτυξε τις παραπάνω θέσεις με
την βοήθεια του Παστία Γιατσόπουλου. Ως σύνοψη επαναλαμβάνουμε τα βασικά στοιχεία
των αντιλήψεών τους ότι το κόμμα βρίσκεται σε διαρκή εσωτερική κρίση, διαρκή κρίση
ηγεσίας και ηγετικών στελεχών, καθώς καμία διοίκηση δεν στέκει επικεφαλής του
κόμματος και ότι το πρόβλημα αναζήτησης ομοιογενούς πυρήνα εξακολουθεί να υπάρχει
μετά το Συνέδριο Μπολσεβικοποίησης ενώ κατήγγειλε την χρησιμοποίηση του πρώτου
τυχόντος αδοκίμαστου, αλλά «καλύτερου» δήθεν, επειδή έχει την Α ή Β περγαμηνή απ' την
Ελλάδα ή την Ρωσία34. Κατά την άποψή του στο κόμμα υπάρχει θεωρητική ανεπάρκεια και
ότι χρειάζεται γενική αναδιάρθρωση την ανάγκη για συγκρότηση πρώτα ενός μικρού και
θεωρητικά καταρτισμένου ηγετικού πυρήνα. Γιαυτό ζητούσε «αυστηρή επιλογή για νέα
μέλη. Καμιά νέα εγγραφή προτού γίνει η στοιχειώδης μόρφωση και δοκιμασία στην
πρακτική δουλειά. Καλύτερα λίγοι και καλοί, παρά πολλοί και σκάρτοι».35 Καταδίκασε τα
συνθήματα της σταυριδικής ηγεσίας και κούτβιδων περί λαϊκής ή αριστερής ή πραγματικής
δημοκρατίας τα οποία θεωρούσε αντιλενινιστικά και υποστήριξε την πάλη για την
σοβιετική δημοκρατία36. Τέλος, άσκησε δριμύτατη κριτική στην γραμμή για «ενιαία και
αυτόνομη Μακεδονία, ενιαία και αυτόνομη Θράκη», και ζήτησε να υπάρξει ενημέρωση
των μελών για τις εξελίξεις στην κομμουνιστική διεθνή (Κ.Δ.). 37
Από την μεριά των κούτβιδων ο Ζαχαριάδης δεν παρακολούθησε τις διαδικασίες
(παρότι είχε συμμετάσχει στον προσυνεδριακό διάλογο)38. Επομένως, οι Ευτυχιάδης και
Χαϊτάς ανέλαβαν την πολιτική εκπροσώπηση της ομάδας. Κατηγόρησαν προσωπικά τον
Πουλιόπουλο για απειθαρχία, για περιφρόνηση των εκλογέων, «λικβινταρισμό»,
διακήρυξη της ανάγκης διάλυσης του κόμματος και τον συνέδεσαν με την ενωμένη
αντιπολίτευση, πράγμα που ακόμα δεν είχε δηλωθεί από τους αντιπολιτευόμενους. Τέλος,
παραδέχτηκαν ως εσφαλμένοι την πολιτικής τους κατά την προηγούμενη περίοδο. Ο
Σεραφείμ Μάξιμος στον δικό του λόγο κατήγγειλε, επίσης, την «αριστερή δημοκρατία»
και κάθε άλλη δημοκρατία. Καταδίκασε την αντικομματική στάση του Πουλιόπουλου,
αλλά διαφώνησε με τον χαρακτηρισμό «λικβινταριστή» που του προσέδωσαν οι κούτβιδες.
Η δικιά του θέση ήταν ότι το κόμμα βρίσκεται ακόμα σε μια φάση αντίστοιχη με εκείνης
των κομμάτων της σοσιαλδημοκρατίας πριν τον πόλεμο, διότι και η ελληνική εργατική
τάξη βρίσκεται σε μια τέτοια αντίστοιχη φάση.39
Στο Συνέδριο αντιπρόσωποι της Κ.Δ. είχαν έρθει ο γερμανός Ρέμελε και ο
γιουγκοσλάβος Μπούγιοβιτς. Ο Ρέμελε στον λόγο του παρότι στήριζε πολιτικά την ομάδα
Χαϊτά-Ευτυχιάδη, άσκησε δριμύτατη κριτική στο σύνθημα για την αριστερή δημοκρατία,
καταλογίζοντας όμως μια γενικότερη δεξιά στροφή όχι στον Σταυρίδη ή στην ομάδα
Χαϊτά- Ευτυχιάδη αλλά στο σύνολο της πολιτικής γραμμής του κόμματος. Ο Σταυρίδης, ο
μόνος πιστός στις θέσεις του για αριστερή δημοκρατία, κατήγγειλε τον τρόπο με τον οποίο
ανέβαιναν στην ιεραρχία του κόμματος οι κούτβιδες.
Πουλιόπουλος Π., «Με ποια έννοια μπορούμε να μιλάμε για 'ιστορικές' ιδιομορφίες του κινήματός μας»,
Ριζοσπάστης 6 Φεβρ. 1927.
35
Πουλιόπουλος Π., «Για το μέλλον του κόμματος», Ριζοσπάστης 7 Φεβρ. 1927.
36
Πουλιόπουλος Π., «Η κρίση στο κόμμα», Ριζοσπάστης 1 Φεβρ. 1927. Ενδιαφέρον έχει η στάση του κ. Ελεφάντη,
ο οποίος παρότι είναι ευρέως γνωστό, δεν γράφει πουθενά ότι το Κ.Κ.Ε. υποστήριξε την παγκαλική δικτατορία.
37
Να δω το άρθρο του Πουλιόπουλου στον Ριζοσπάστη.
38
Την πληροφορία αυτή την βρίσκουμε στον Καστρίτη, ο οποίος μάλιστα εξηγεί την απουσία του Ζαχαριάδη
υποστηρίζοντας ότι συμμετείχε στη δολοφονία ενός αρχειομαρξιστή με το όνομα Γεωργοπαπαδάκος και γι' αυτό δεν
εμφανιζόταν. Βλ. Καστρίτης Κ., Η Ιστορία του μπολσεβικισμού-τροτσκισμού στην Ελλάδα, μέρος πέμπτο, ό.π., σ. 57.
39
Βλ. Καστρίτης Κ., Η Ιστορία του μπολσεβικισμού-τροτσκισμού στην Ελλάδα, μέρος πέμπτο, ό.π., σ. 61.
19
34

Το στοιχείο που έχει σημασία για την μελέτη μας είναι ότι στο Συνέδριο
εμφανίστηκαν πια ξεκάθαρες οι ομαδοποιήσεις. Με βάση τον διαχωρισμό του Ρέμελε,
όπως τον παρουσιάζει ο Καστρίτης, ο οποίος έγινε μάλλον με κριτήριο όχι τα πολιτικά
ζητήματα αλλά τα οργανωτικά η ομάδα Χαϊτά- Ευτυχιάδη- Ζαχαριάδη- κούτβιδων
ονομάστηκε «λενινιστική» διότι ακολουθούσε την γραμμή της Διεθνούς στον τρόπο
μπολσεβικοποίησης, η Μάξιμου- Σκλάβου- Χαϊνογλου μαρξιστική» εξαιτίας του
χαρακτηρισμού που έδωσαν στην φάση που περνούσε το ελληνικό προλεταριάτο,
ουσιαστικά «μαρξιστική» σημαίνει σοσιαλδημοκρατική, η τάση Πουλιόπουλου θεωρήθηκε
«λικβινταριστική» και δεξιά. Ακόμη αναγνώρισε άλλη μια τάση αυτή του Σιάντου- Θέου
την οποία ονόμασε «εργατική». Ο κ. Κουτσούκαλης στο βιβλίο του «Η πρώτη Δεκαετία
του ΚΚΕ», το οποίο είναι γραμμένο από την πλευρά του ΚΚΕ, θεωρεί λανθασμένο τον
διαχωρισμό μαρξιστών – λενινιστών και ασκεί κριτική στον Κώστα Σκλάβο ο οποίος σε
άρθρο του στο Βήμα το 1978 αναπαρήγαγε το ίδιο σχήμα, καταδικάζοντας τον
διαχωρισμό αυτό ως δημιούργημα των «νεομαρξιστών».40 Ίσως ο κ. Κουτσούκαλης να
μην είχε υπόψη του ότι πραγματικά ο Ρέμελε υποστήριξε αυτές τις θέσεις.
Ο Κώστας Καστρίτης θεωρεί ενιαία και αριστερή την τάση Πουλιόπουλου Μάξιμου - Σκλάβου και ότι οι σταλινικοί «έβαλαν μια σφήνα» ανάμεσά τους41 (στην ουσία
λίγες ήταν οι διαφορές στο θεωρητικό επίπεδο, αλλά σίγουρα αρκετές στο πρακτικό). Ο κ.
Λιβιεράτος αναγνωρίζει τρεις τάσεις, Χαϊτά- Ευτυχιάδη- Σιάντου- Θέου-κούτβιδων, την
οποία ονομάζει «σταλινική», την Μάξιμου - Σκλάβου-Χαϊνογλου, την οποία ονομάζει
«κεντρίστικη» επειδή ήθελε να παίξει συμφιλιωτικό ρόλο ανάμεσα στις άλλες, και την
τρίτη Πουλιόπουλου-Γιατσόπουλου την ονομάζει «λικβινταριστική» από την κριτική που
της έκαναν οι αντίπαλοί της, αλλά ο ίδιος βέβαια την θεωρεί αριστερή42. Ο κ. Ελεφάντης
ακολουθεί το ίδιο σχήμα με τον κ. Λιβιεράτο με την διαφορά ότι δεν παίρνει σαφή θέση
για το αν τους θεωρεί δεξιούς ή αριστερούς.43 Το σχήμα αυτό τελικά μάλλον
ανταποκρίνεται περισσότερο στους πραγματικούς συσχετισμούς της φάσης εκείνης.
Στο συνέδριο η πλειοψηφία των μελών τάχθηκε με το πλευρό της ομάδας Χαϊτά, η
αριστερή στροφή των σταλινικών και το κύρος της Διεθνούς έπαιξαν καταλυτικό ρόλο. Με
την ομάδα αυτή συντάχτηκε το μεγαλύτερο μέρος των συνδικαλιστών και των στελεχών
της Ο.Κ.Ν.Ε., με την ομάδα Μαξίμου οι διανοούμενοι και τα μέλη με μεγάλη κομματική
ηλικία και τέλος με τους Πουλιόπουλο-Γιατσόπουλο συντάχτηκε η οργάνωση του Πειραιά,
περίπου 300 μέλη, πράγμα όχι ευκαταφρόνητο καθώς το Κ.Κ.Ε. δεν είχε συνολικά
παραπάνω από 2.000. Σίγουρα, βέβαια θα υπήρχαν και στελέχη και σε άλλες οργανώσεις
που έβλεπαν ευνοϊκά την ομάδα αυτή.44
Ε. Οι αποφάσεις του Γ΄ Τακτικού Συνεδρίου του Κ.Κ.Ε.
Βλ. Κουτσούκαλης Αλ., Η πρώτη δεκαετία του ΚΚΕ, 1918-1928, Γνώση Αθήνα 1979.
Καστρίτης Κ., ό.π., σ. 62.
42
Λιβιεράτος Δ., ό.π., σ. 41.
43
Μια εντύπωση που δίνει ο κ. Ελεφάντης μέσα στο βιβλίο του είναι ότι ενώ τελικά ο Μάξιμος και ο Πουλιόπουλος
συνενώθηκαν και συμφώνησαν σε βασικά θέματα που ο Ελεφάντης διαφωνεί, γενικώς ευνοεί τον πρώτον και
υποτιμά τον δεύτερον. Αυτή η εντύπωση η οποία δεν συγκεκριμενοποιείται, αλλά είναι γενική σε όποιον διαβάσει το
βιβλίο έχοντας κατά νου την αριστερή αντιπολίτευση, μάλλον εξηγείται από την προσπάθεια που έκανε ο
ανανεωτικός χώρος της αριστεράς στην οποία εντάσσεται σαφώς ο συγγραφέας της «Επαγγελίας της Αδύνατης
Επανάστασης» την περίοδο που ο κ. Ελεφάντης έγραφε το βιβλίο του να βρει ρίζες στην ιστορία του κομμουνιστικού
κινήματος. Μέσα στο ίδιο κλίμα βέβαια κυμαίνεται και το πρόσφατο αφιέρωμα του περιοδικού «Αρχειοτάξιο» των
Α.Σ.Κ.Ι. στον Σεραφείμ Μάξιμο (τα Α.Σ.Κ.Ι. έχουν τα γραφεία τους στο κτίριο του Συνασπισμού). Βλ. Αρχειοτάξιο,
τ. 3, Μάιος 2001, εκδ. Θεμέλιο.
44
Με βάση αυτά τα στοιχεία που παίρνουμε από τον κ. Ελεφάντη, πραγματικά είναι απορίας άξιο γιατί ο ίδιος
συγγραφέας αφήνει με την διατύπωσή του να φανεί ότι κυρίως η σταλινική μερίδα εξέφραζε τα εργατικάσυνδικαλιστικά στελέχη υποτιμώντας το γεγονός ότι η οργάνωση στην μεγαλύτερη βιομηχανική περιοχή της χώρας
είχε συνταχθεί με τους αριστερούς. Βλ. Ελεφάντης Αγ., ό.π., σ. 87-8.
20
40
41

Το Συνέδριο δεν προχώρησε σε μαζικές διαγραφές παρότι οι σταλινικοί είχαν την
πλειοψηφία, διότι δεν το επέτρεψε ο Ρέμελε μη επιθυμώντας μάλλον όξυνση της κρίσης.
Επίσης, οι κεντριστές αν και διαφωνούσαν με την πρακτική της αντιπολίτευσης, δεν
δέχονταν σε καμία περίπτωση να λυθούν οι διαφορές με διοικητικά μέσα. Έτσι, για τον
Πουλιόπουλο και τις θέσεις του στο τελικό κείμενο της απόφασης γράφηκε: «Το Συνέδριο
του Κόμματος
αποκρούει και αποδοκιμάζει κάθε προσπάθεια περί δημιουργίας
Μπολσεβίκικου Κόμματος κατά τρόπο αντίθετο προς τις αποφάσεις του Συνεδρίου του
Κόμματος. Εγκρίνει την κριτική της Κ.Ε. απέναντι του σ. Πουλιόπουλου ως ορθή στις
γενικές της γραμμές. Καταδικάζει επίσης το οργανωτικό μέτρο της Κ.Ε. να θέσει εκτός του
κόμματος τον σ. Πουλιόπουλο ως επιβλαβές για το συμφέρον του κόμματος».45 Επίσης,
αλλού «θεωρεί την παραίτηση του σ. Πουλιόπουλου από την Κ.Ε. και από την
υποψηφιότητά του εις τον συνδυασμόν Θεσσαλονίκης ως πράξεις στρεφόμενας κατά της
πειθαρχίας του κόμματος, πράξεις αίτινας έφερον τον κλονισμόν εις το κόμμα και εις την
εκλογικήν του δράσιν. Τας καταδικάζει και καλεί τον σ. Πουλιόπουλο όπως εργαστεί εντός
του κόμματος και κάτω από την πειθαρχία του σύμφωνα με τις απόψεις του Συνεδρίου του
Κόμματος»46
Σε άλλο σημείο φαίνονται ξεκάθαρα οι διαφορετικοί στόχοι που θέτει για την
οργάνωση του κόμματος. «Το συνέδριο τονίζει την ανάγκη της καταπολεμήσεως του
φραξιονισμού ως επικινδύνου για την ύπαρξη και την ανάπτυξη του κόμματος και καλεί
όλα τα μέλη του Κόμματος να αγωνισθούν κάτω απ' τη σημαία του Κόμματος για την
ανάπτυξή του και τη δημιουργία του σε κόμμα μαζών, σε σωστό μπολσεβίκικο κόμμα.»47
Στον Πουλιόπουλο το συνέδριο καταλογίζει την εσφαλμένη με βάση αυτές τις αποφάσεις
γραμμή του κόμματος για την οργανωτική ανάπτυξη του κόμματος. «Το βασικό λάθος στη
δράση του Κόμματος υπήρξε η εσφαλμένη αντίληψη του ρόλου, της δημιουργίας και της
οργάνωσης του μπολσεβίκικου κόμματος. [...] Η άποψη ότι το Κόμμα μας πρέπει νάχει
από πριν έναν ηγετικό πυρήνα για να μπορέσει να αφομοιώσει και να τραβήξει εργάτες
μέσα του, η άποψη για μια μηχανική εκκαθάριση και την παρεμπόδιση άφθονης εισόδου
προλεταριάτου μέσα του, η αντίληψη ότι τα στελέχη του Κόμματος θα σχηματισθούν με
μια μελέτη ή θάρθουν μεμονωμένα προς το Κόμμα απ΄ τα μορφωμένα στρώματα της
σημερινής κοινωνίας, διανοούμενοι κλπ., η άποψη ότι οι εντός του κόμματος εργάτες
αποτελούν το κατώτερο στρώμα του προλεταριάτου, είνε απολύτως εσφαλμένη και
αποδεικνύουν μια τέλεια παραγνώριση του ρόλου του Κομμουνιστικού κόμματος και της
εργατικής τάξης, παραγνώριση η οποία φτάνει ως την περιφρόνηση των εργατών. Επίσης,
λάθος της ίδιας κατηγορίας είνε το σύστημα των ομάδων συμπαθούντων και των
υποψηφίων μελών, που παρεμποδίζει την είσοδο των εργατών μέσα στο Κόμμα». Ως προς
αυτό το θέμα άμεσο καθήκον του κόμματος αποφασίστηκε ότι «Όλες μας οι δυνάμεις
πρέπει να ριχτούν για τη δημιουργία και οργάνωση μπολσεβίκικου κόμματος μαζών.
Τράβηγμα των εργατών στο κόμμα. Η βάση του κόμματος ο πυρήνας εργοστασίου, αλλαγή
της κοινωνικής σύνθεσης του κόμματος μ' αυτόν τον τρόπο. (Άμεσο σύνθημα
ενδοκομματικό, 5.000 εργάτες).»48
Ο μόνος ο οποίος διαγράφηκε ήταν ο Γιάννης Κορδάτος γιατί δημοσίευσε τις
απόψεις του για το μακεδονικό ζήτημα στην παριζιάνική εφημερίδα «Ρεβολισιόν
Προλεταριέν», που είχε σχέσεις με την τροτσκιστική αντιπολίτευση. Επίσης, ο Ελευθέριος
Βλ. Γ΄ Τακτικό Συνέδριο Κ.Κ.Ε., «Απόφαση επί της εκθέσεως δράσεως των Εκτελεστικών Επιτροπών του
Κόμματος», Ριζοσπάστης 8Απρίλη 1927, 278/β΄, Επίσημα Κείμενα, ό.π., σ. 213-215.
46
Λιβιεράτος Δ., Κοινωνικοί Αγώνες στην Ελλάδα (1927-31), ό.π., σ.46.
47
Βλ. Γ΄ Τακτικό Συνέδριο Κ.Κ.Ε., «Απόφαση επί της εκθέσεως δράσεως των Εκτελεστικών Επιτροπών του
Κόμματος», Ριζοσπάστης 8Απρίλη 1927, 278/β΄, Επίσημα Κείμενα, ό.π., σ. 213-215.
48
Βλ. Γ΄ Τακτικό Συνέδριο Κ.Κ.Ε., «Θέσεις για την οικονομική και πολιτική κατάσταση της χώρας και τα άμεσα
καθήκοντα του Κόμματος», Ριζοσπάστης 7 Απρίλη 1927, 277/α΄, Επίσημα Κείμενα, ό.π., σ. 204-212.
45

21

Σταυρίδης αποχώρησε από το κόμμα καταγγέλλοντας τον τρόπο με τον οποίο ανέρχονταν
στην ηγεσία του κόμματος η ομάδα των κούτβιδων.
Για το εθνικό κάνει μια κριτική: «Το λάθος του κόμματος ύστερα από το έκτακτο
συνέδριο του 1924 ήταν ότι έκαμε το Εθνικό Ζήτημα κέντρο ουσιαστικά όλης του της
δράσης. Το λάθος του κόμματος το 1925 δεν πρέπει να το αποδίδουμε στην σφαλερότητα
του συνθήματος, αλλά στη θέση που πήρε το σύνθημα αυτό, ανάμεσα στα άλλα συνθήματα
του Κόμματος και μέσα στην δράση». Αλλά θεωρεί ότι «το καλύτερο μέσο για την πάλη
μας εναντίον των ιμπεριαλιστών τάσεων Σερβίας, Βουλγαρίας, είνε η προπαγάνδα του
συνθήματος ''ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη''». Για αυτό «παρ' όλο ότι δε διατρέχουμε
τώρα άμεσο επαναστατική περίοδο, το σύνθημα ''ενιαία και ανεξάρτητη Μακεδονία κλπ''
πρέπει μνα παραμείνει εν ισχύει. Η μεταβολή της αμέσου επαναστατικής περιόδου σε
περίοδο κοπιώδους προετοιμασίας για την επανάσταση επιδρά πάνω στη γραμμή του
κόμματος επί του εθνικού ως εξής: Στην τρέχουσα περίοδο το Κ.Κ.Ε. οφείλει να θέσει σε
πρώτη γραμμή όχι την άμεσο πάλη για το παραπάνω σύνθημα αλλά τη συγκεκριμένη πάλη
εναντίον όλων των μέτρων και των μορφών της εθνικής καταπιέσεως (φόροι, αγροτικό,
γλώσσα, εποικισμός κλπ.). Η πάλη πρέπει να διεξάγεται με τον τύπο και όχι με την εντός
και εκτός της βουλής δράσης του Κόμματος.»
Η απάντηση στις κριτικές που δέχτηκε το σύνθημα είναι ότι οι σύντροφοι «που
προτείνουν την εγκατάλειψη του συνθήματος '' ενιαία και ανεξάρτητη Μακεδονία και
Θράκη'' στηριζόμενοι σε δευτερευούσης σημασίας επιχειρήματα, όπως αν υπάρχει είτε δεν
υπάρχει σχηματισμένος μακεδονικός και θρακικός λαός, είνε εσφαλμένες. Αφετηρία για
τον καθορισμό της μπολσεβίκικης γραμμής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να
είνε το αν υπάρχει στο δεδομένο κράτος καταπίεση εθνικών μειονοτήτων και με ποιο
τρόπο είνε δυνατό τις καταπιεζόμενες αυτές εθνότητες να τις οδηγήσουν μαζί με την
εργατική τάξη στην πάλη εναντίον της κυρίαρχης μπουρζουαζίας του καταπιέζοντος
έθνους.».49
Για την αριστερή δημοκρατία χαρακτήρισε ως «εσφαλμένη τη στάση του κόμματος
κατά τις προεδρικές εκλογές και καταδικάζει ως δεξιότατη παρέκκλιση το σύνθημα της
''αριστερής δημοκρατίας''. Κατά την περίοδο την από της συνδιασκέψεως της 5ης
Σεπτεμβρίου μέχρι σήμερα, το συνέδριο παρατηρεί τις αυτές δεξιές παρεκκλίσεις στο
σύνθημα της ''πραγματικής δημοκρατίας'', που αντικατέστησε το πρώτο της ''αριστερής''».50
«Το λάθος της αριστερής πραγματικής δημοκρατίας ... έχει τα εξής δύο
χαρακτηριστικά α) απόσπαση των μερικών διεκδικήσεων απ' τον τελικό σκοπό και β) την
παραδοχή ενός σταθμού αριστερής δημοκρατίας απ' την οποία απαραιτήτως πρέπει να
περάσουμε στο δρόμο μας για την εγκαθίδρυση της εργατοαγροτικής κυβέρνησης πράγμα
που αντικειμενικά μας έριχνε στον ρεφορμισμό". Καταδικάσθηκαν επίσης "τα λάθη όσον
αφορά τα στρατιωτικά κινήματα (οι απόψεις συνεργασίας με τον Κονδύλη, Πάγκαλο
κ.τ.λ.) βάσει των οποίων είνε η παραγνώριση του ρόλου της εργατικής τάξης στον αγώνα
κατά των μοναρχικών και δημοκρατικών"».51 Λάθη αναγνωρίστηκαν στην εφαρμογή του
ενιαίου μετώπου και στη δράση της κοινοβουλευτικής ομάδας.
Το Γ΄ Τακτικό Συνέδριο, χάρη και στην παρέμβαση του εκπροσώπου της ΚΔ
Ρέμελε, εξέλεξε μια Κεντρική Επιτροπή αποτελούμενη
από «κεντριστές» και
«σταλινικούς». Στο Πολιτικό Γραφείο, θεσμός που καθιερώνεται για πρώτη φορά,
εκλέγονται εκπρόσωποι και των δύο τάσεων. Φαινομενικά λοιπόν η διοίκηση του
Βλ. Γ΄ Τακτικό Συνέδριο Κ.Κ.Ε., «Θέσεις για την οικονομική και πολιτική κατάσταση της χώρας και τα άμεσα
καθήκοντα του Κόμματος», Ριζοσπάστης 7 Απρίλη 1927, 277/α΄, Επίσημα Κείμενα, ό.π., σ. 204-212.
50
Βλ. Γ΄ Τακτικό Συνέδριο Κ.Κ.Ε., «Απόφαση επί της εκθέσεως δράσεως των Εκτελεστικών Επιτροπών του
Κόμματος», Ριζοσπάστης 8Απρίλη 1927, 278/β΄, Επίσημα Κείμενα, ό.π., σ. 213-215.
51
Βλ. Γ΄ Τακτικό Συνέδριο Κ.Κ.Ε., «Θέσεις για την οικονομική και πολιτική κατάσταση της χώρας και τα άμεσα
καθήκοντα του Κόμματος», Ριζοσπάστης 7 Απρίλη 1927, 277/α΄, Επίσημα Κείμενα, ό.π., σ. 204-212.
49

22

κόμματος δεν ήταν μονολιθική, στην πραγματικότητα όμως η πλειοψηφούσα τάση
αποτελούσε την πραγματική του διοίκηση.52 Και οι τρεις τάσεις διαφώνησαν με την εντολή
του Ρέμελε θεωρώντας ότι πιο σωστό είναι να υπάρχει ενιαία στις αντιλήψεις της Κ.Ε. Ο
Ρέμελε όμως φαίνεται ότι δεν ήθελε να σπρώξει τους κεντριστές προς τον Πουλιόπουλο
και, όπως αργότερα αναφέρει ο Μάξιμος, ευελπιστούσε σε μια σύνθεση των δύο ομάδων
του κέντρου και της «λενινιστικής». Ούτε ο Ρέμελε και κυρίως ούτε οι κεντριστές
δεχόντουσαν την διαγραφή των Π.Π.-Π.Γ. και όπως φαίνεται το τελευταίο αυτό
αποτελούσε μάλλον προϋπόθεση από Μάξιμο, Σκλάβο και Χαϊνογλου για την συμμετοχή
τους στο Π.Γ.
Στ. Συμπεράσματα πάνω στο Συνέδριο
Αυτό, πάντως, που είναι βέβαιο είναι ότι παρά την εμφανώς μεγαλύτερη δύναμη της
ομάδας Χαϊτά το Τρίτο Τακτικό Συνέδριο, με την παρέμβαση μάλιστα του Ρέμελε, ήταν
μάλλον ένα συνέδριο εξισορρόπησης των τάσεων και προσωρινού συμβιβασμού. Ο
Πουλιόπουλος ήταν δικαιωμένος τόσο ως προς το ζήτημα της αριστερής δημοκρατίας όσο
και ως προς την διαγραφή του παρά την καταδικαστική απόφαση για την γενικότερη
συμπεριφορά του. Από την άλλη, η ομάδα Χαϊτά είχε εμφανώς ηττηθεί ως προς την
τακτική της στο προηγούμενο διάστημα, αλλά έχοντας την υποστήριξη της Διεθνούς
κατάφερε να πλειοψηφήσει στην Κεντρική Επιτροπή και να καταστεί νικήτρια στην
φραξιονιστική πάλη μέσα στο κόμμα. Επομένως, είναι εν μέρει μόνο σωστή η άποψη του
κ. Ελεφάντη ότι οι απόψεις του Πουλιόπουλου καταδικάστηκαν από την πλειοψηφία των
συνέδρων, καθώς αυτό μπορεί να ειπωθεί μόνο για τις προτάσεις του που αφορούσαν το
οργανωτικό και την συμπεριφορά του.
Γεγονός όμως είναι ότι η υπό διαμόρφωση αντιπολίτευση δεν είχε καταθέσει ένα
ολοκληρωτικά διαφοροποιημένο πολιτικό πρόγραμμα, παρότι όπως αργότερα θα φανεί στα
κείμενα του Σπάρτακου οι πολιτικές διαφωνίες άγγιζαν όλες τις πλευρές της πολιτικής
σκέψης. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι η ομάδα Πουλιόπουλου - Γιατσόπουλου δεν είχε
προβάλλει καμιά διαφωνία στρατηγικού χαρακτήρα και η κριτική της δεν ζητούσε αλλαγή
πολιτικής κατεύθυνσης, όπως εσφαλμένα παρατηρεί ο κ. Ελεφάντης53. Ήταν σαφέστατη η
διαχωριστική γραμμή πάνω στο μακεδονικό, ενώ κυρίως ο Πουλιόπουλος και ο Μάξιμος,
οι ομάδες δηλαδή που επρόκειτο να συνενωθούν αργότερα στο ίδιο περιοδικό, πολέμησαν
με σαφήνεια όχι μόνο το σύνθημα για αριστερή δημοκρατία αλλά και τους υποστηρικτές
του. Το γεγονός ότι ο αντιπρόσωπος της Κ.Δ. φαινομενικά ταυτίστηκε με τις
αντιπολιτευτικές ομάδες δεν θα πρέπει να μας μπερδεύει, διότι το μακεδονικό και η
αριστερή δημοκρατία αποτελούσε βασικό σημείο της πολεμικής Πουλιόπουλου εναντίον
κούτβιδων. Συνεπώς, η ομάδα που υπό άλλες συνθήκες θα έπρεπε να είναι δικαιωμένη και
ενισχυμένη είναι η ομάδα των Π.Π.-Π.Γ. και όχι οι κούτβιδες και ο Χαϊτάς.
Επομένως, οι εκτιμήσεις και τα συμπεράσματα γύρω από αυτό το ζήτημα
χρειάζονται μια μεγαλύτερη εμβάνθυση. Μια άποψη για την στάση του Ρέμελε απέναντι
στην αριστερή δημοκρατία είναι ότι ίσως οι σταλινικοί να αδυνατούσαν να
αντιπαρατεθούν στον Πουλιόπουλο πάνω σε αυτό το ζήτημα, χωρίς να αποκλείουμε το
γεγονός ότι πραγματικά ο Ρέμελε πίστευε ότι ήταν λάθος. Έτσι, ο Ρέμελε άσκησε κριτική
στην ομάδα Χαϊτά για την αριστερή δημοκρατία, αλλά προσπάθησε να μην τους εκθέσει
πολύ. Όπως ήδη έχουμε αναφέρει, δεν έριξε την ευθύνη της εσφαλμένης τακτικής στην
τότε ηγεσία, αλλά κατηγόρησε το σύνολο του κόμματος για δεξιά στροφή.
Τα μέλη του ΠΓ ήταν οι σταλινικοί: Ανδρόνικός Χαϊτάς (γραμματέας), Γιώργης Σιάντος, Κώστας Θέος, Κώστας
Ευτυχιάδης, , οι κεντριστές: Σεραφείμ Μάξιμος, Κώστας Σκλάβος, Τάσος Χαϊνογλου. Βλ. Ελεφάντης Αγ., ό.π., σ. 88.
53
Ελεφάντης Αγ., ό.π., σ. 83.
23
52

Με αυτόν τον ελιγμό πέτυχε προφανώς, πρώτον, να διαχωρίσει τον ίδιο και την
Διεθνή (δεν ήταν δυνατόν η Κ.Δ. να μην ήταν ενήμερη για την γραμμή του Κ.Κ.Ε.)
διασώζοντας το κύρος τους και παρουσιάζοντας μια αλάνθαστη Κομιντέρν, και, δεύτερον,
να αποφύγει να δικαιώσει σε βάρος των υποστηρικτών του τον Πουλιόπουλο, καθώς δεν
έβλεπε μόνο μία ομάδα υπεύθυνη για την δεξιά πολιτική, άλλα όλες. Ταυτόχρονα,
μετέφερε το πεδίο του πολιτικού διαχωρισμού πάνω στο οργανωτικό ζήτημα στο οποίο
ήταν πολύ πιο εύκολο να υποστηρίξει την ομάδα Χαϊτά και να καταδικάσει την ομάδα του
Πουλιόπουλου. Εξάλλου, ο τομέας αυτός ενδιέφερε μάλλον περισσότερο την Διεθνή διότι
στο οργανωτικό βασιζόταν και ο έλεγχος του κόμματος. Η ομάδα Χαϊτά και, κυρίως, οι
κούτβιδες αποτελούσαν το μέσο γιαυτόν τον έλεγχο. Έτσι, εξηγείται από την μεριά των
τελευταίων η παραδοχή του εσφαλμένου της πολιτική τους, καθώς αυτό υπαγορευόταν
από την Κ.Δ. και μόνο έτσι θα μπορούσαν να διατηρήσουν τη συμμαχία τους με την
ηγεσία του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος και, συνεπώς, την κυρίαρχη θέση τους
στο κόμμα.

24

ΚΕΦΆΛΑΙΟ 3

Η ομάδα Πουλιόπουλου-Γιατσόπουλου.

Α. Σκέψεις πάνω στο ζήτημα της διαμόρφωσης της αντιπολίτευσης μέσα στο
κόμμα
Παρακολουθώντας την πορεία των γεγονότων και διαβάζοντας τις απόψεις της υπό
διαμόρφωση αντιπολίτευσης τίθενται αυτόματα ερωτηματικά τόσο για τις αιτίες που
οδήγησαν τα πρόσωπα αυτά σε συγκεκριμένες επιλογές όσο και για την πολιτική φύση της
ομάδας. Η πρώτη παρατήρηση που κάνει κάποιος για τους Πουλιόπουλο-Γιατσόπουλο
είναι ότι στα 1926-27 υπήρξε μια ξαφνική μεταστροφή εντελώς αντιφατική και κραυγαλέα
αντιθετική με την ως τότε δράση και πορεία τους. Ο μέχρι τότε αδιαμφισβήτητος ηγέτης
του κόμματος με σημαντικές αγωνιστικές περγαμηνές και μοναδική θεωρητική κατάρτιση
και ο μέχρι τότε γραμματέας της οργάνωσης της Θεσσαλονίκης και για την περίοδο εκείνη
μέχρι το Συνέδριο γραμματέας του κόμματος, οι οποίοι φαινομενικά ύστερα μάλιστα από
την «Σύσκεψη Παραγόντων» έδειχναν να επικρατούν μέσα στο κόμμα μέσα σε ένα χρόνο
άλλαξαν απότομα στάση απέναντι σε πολλά ζητήματα που αφορούν την τακτική και την
συγκρότηση του κόμματος.
Ιδιαίτερα, μάλιστα, για τον Πουλιόπουλο θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι
ακόμη και εάν διαφωνούσε παρέδωσε αμαχητί την ηγεσία του κόμματος χωρίς να
προσπαθήσει να διορθώσει αυτά που θεωρούσε ο ίδιος λανθασμένα. Ουσιαστικά, μέσα σε
ένα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, τον Σεπτέμβρη του 1926, μετέβαλλε από μόνος του
την θέση του στο κόμμα περιερχόμενος από την θέση του ηγέτη στην θέση του
αντιπολιτευόμενου διαμορφώνοντας κάποιες «περίεργες» απόψεις για κάποιον που μέχρι
πριν ήταν γραμματέας του κόμματος οι οποίες υποστήριζαν την διάλυση του Κ.Κ.Ε. στα εξ
ων συνετέθη και την εκ θεμελίων αναδιάρθρωση και ανασυγκρότησή του. Εκεί όμως που
πρόκειται για μια ιδιαίτερα εκπληκτική στροφή 180 μοιρών η οποία δείχνει το μέγεθος της
μεταστροφής είναι το μακεδονικό ζήτημα. Ο ίδιος ο Πουλιόπουλος μαζί με τον Σεραφείμ
Μάξιμο ως αντιπρόσωποι του Σ.Ε.Κ.Ε. στο 5ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς
στην Μόσχα είχαν αποδεχθεί το νέο σύνθημα, και ανέλαβαν με διακεκριμένη
ορμητικότητα να το υποστηρίξουν μέσα στο Γ Έκτακτο Συνέδριο το 1924. Επομένως, η εκ
διαμέτρου αντίθετες διατυπώσεις του Πουλιόπουλου δημιουργούν έναν πρόσθετο
προβληματισμό γύρω από τις πραγματικές αιτίες της μεταστροφής του, διότι ναι μεν είναι
ίσως δυνατόν να αναγνωριστεί εμπειρικά μέσα σε ένα τόσο μικρό χρονικό διάστημα ότι η
στάση του κόμματος απέναντι σε ένα ζήτημα είναι ατελέσφορη και δημιουργεί τα αντίθετα
από τα προσδοκώμενα αποτελέσματα, αλλά είναι αρκετά περίεργο οι αναλύσεις της
πραγματικότητας για την κατάσταση στην μακεδονική ύπαιθρο και τον ρόλο των
μακεδονικών πληθυσμών να είναι τόσο διαφοροποιημένες, ενώ ουσιαστικά πολύ λίγα
πράγματα είχαν αλλάξει ανάμεσα στο 1924 και το 1926.54 Η υποστήριξη, λοιπόν, του
Για παράδειγμα είδαμε την άποψη του Πουλιόπουλου στο Γ Τακτικό Συνέδριο ότι ούτε καν υπήρχαν εθνικές
μειονότητες και ότι δεν υπήρχε καμία διάθεση για εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα στους μακεδονικούς πληθυσμούς
μα μόνο βουλγαρική προπαγάνδα. Για το ίδιο ζήτημα σε ένα κείμενο μετά το Γ Έκτακτο έγραφε ότι «η μακρά
διεξοδική εξέταση του θέματος, κάτω από το φως των αποφάσεων του V Παγκόσμιου Συνεδρίου και της VII
Βαλκανικής Συνδιάσκεψης, έπεισε όλο το Συνέδριο, ότι ο πραγματικός αυτοκαθορισμός της Μακεδονίας και Θράκης
μέχρι και του αποχωρισμού των από τα ιμπεριαλιστικά κράτη μεταξύ των οποίων είναι διαμελισμένες και του
σχηματισμού ιδιαίτερων ενιαίων και ανεξάρτητων κρατών και η Βαλκανική Ομοσπονδία, είναι η μόνη λύση την
οποία το Κ.Κ.Ε., ως επαναστατικό κόμμα του προλεταριάτου, μπορεί να δώσει στο εθνικό ζήτημα, όπως
παρουσιάζεται σήμερα με τόση οξύτητα στη Μακεδονία και Θράκη. Οι δισταγμοί δυό τριών συντρόφων ... δεν
μπορούσαν να αντισταθούν σοβαρά στην κομμουνιστική κριτική.»Πουλιόπουλος Π. με το όνομα Σαρκάτος Π., «Νέος
Σταθμός, το έργο του τελευταίου Συνεδρίου του κόμματος», ΚΟΜΕΠ Ιαν. 1926, στο Λιβιεράτος Δ., Παντελής
Πουλιόπουλος, ό.π., σ. 120. Το κείμενο αυτό φαίνεται να έχει γραφτεί γύρω στο 24 αλλά πιθανόν για λόγους
25
54

Πουλιόπουλου μιας νέας εντελώς αντίθετης γραμμής απέναντι στο μακεδονικό ναι μεν
εμπεριέχει το στοιχείο της εμπειρικής κατανόησης της πραγματικότητας αλλά κυρίως και
στην μία αλλά και στην άλλη περίπτωση πρόκειται τελικά για μια πολιτική επιλογή,
άσχετα αν η δεύτερη εκτίμηση βρίσκεται πιο κοντά σε αυτό που συνέβαινε.
Στην «Σύσκεψη Παραγόντων» ο Παντελής Πουλιόπουλος (στο εξής και Π.Π.),
όπως βέβαια και ο Παστίας Γιατσόπουλος (στο εξής και Π.Γ.), αλλά κυρίως ο πρώτος, δεν
φαίνεται να παρουσίασαν καμία αιρετική άποψη, καθώς η κριτική για την αριστερή
δημοκρατία συνάδει άμεσα με τις αποφάσεις του Τρίτου Εκτάκτου Συνεδρίου του 1924.
Παρόλαυτά στην πρώτη σύγκλιση της Κ.Ε. τον Σεπτέμβριο του 1926 ο Πουλιόπουλος δεν
εμφανίστηκε και ειδοποίησε με επιστολή μέσω τρίτου την παραίτησή του από την θέση
του γραμματέα και κάθε διευθυντικής θέσης λόγω, όπως έγραφε, μιας νευρικής
υπερκοπώσεως που συχνά φέρνει αϋπνίες σκοτοδίνη και τον κάνει ανίκανο να εργασθεί
πνευματικά συνεχώς παραπάνω από μια ώρα ζητώντας εξάμηνη αναρρωτική άδεια, την
οποία θα διέκοπτε όταν θα ένιωθε ο ίδιος καλύτερα.55 Νέος προσωρινός γραμματέας
αναδείχτηκε από την Κ.Ε. ο Παστίας Γιατσόπουλος πράγμα που ισχυροποιεί την άποψη ότι
και οι δύο είχαν μέσα στο κόμμα μια πολύ ισχυρή θέση.
Ο Π.Π. με άλλη επιστολή 12 μέρες αργότερα, με αφορμή τη δημοσίευση λίστας με
τους υποψήφιους βουλευτές για τις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές, στην οποία υπήρχε
το όνομά του, έκανε σαφές ότι του είναι απολύτως αδύνατο να δεχτεί τις ευθύνες
οποιασδήποτε διευθυντικής εργασίας, είτε μέσα στη διοίκηση του κόμματος, είτε ως μέλος
ενδεχομένως της βουλευτικής ομάδας56. Ουσιαστικά, σε αυτό το γράμμα δεν υπήρχε καμία
πολιτική μνεία που να προεικάζει κάποια αλλαγή των προθέσεων του γραμματέα του
κόμματος. Η στάση του αυτή όμως προκάλεσε έκπληξη σε όλα τα μέλη του Κ.Κ.Ε. Μόλις
σε μια επιστολή στις 30 Σεπτεμβρίου αναφέρει μια σοβαρή αιτιολόγηση της όλης στάσης
του. Συγκεκριμένα έγραφε «η οικτρή αποτυχία που σημείωσαν ως τώρα οι προσπάθειές
μας για την υπερνίκηση των τόσων ελαττωματικοτήτων του Κόμματός μας, αποτυχία που
στο τέλος ήλθε να επισφραγισθεί με τη χρεοκοπία της πολιτικής μας στο εθνικό, με τόση
αποφασιστικότητα και ενθουσιασμό υποστηριγμένης από μας, εξάσκησαν επάνω μου μια
επίδραση πρωτοφανή, η οποία το βλέπω, για ένα διάστημα με φέρει σε αδυναμία να
προσφέρω σπουδαίες υπηρεσίες στο Κόμμα»57. Ακόμη όμως αν και το γράμμα δείχνει μια
διάθεση αυτοκριτικής και για πρώτη φορά παρουσιάζει μια διαφοροποιημένη πολιτική
θέση, που ίσως τώρα εμάς που γνωρίζουμε την εξέλιξη των πραγμάτων μας προετοιμάζει
για αυτό που πρόκειται να συμβεί, δεν υπάρχει κάτι το επιθετικό. Ο χαρακτήρας αυτών
των επιστολών είναι πολύ φιλικός. Συγκεκριμένα, φαίνεται ότι απευθύνεται σε ένα
πρόσωπο που δείχνει ότι ο γράφων έχει μαζί του μια ξεχωριστή οικειότητα, ενώ η
εναλλαγή του πρώτου ενικού με τον πρώτο πληθυντικό σε σημεία που δείχνει κοινή δράση
δείχνει ότι πρόκειται για ένα πρόσωπο που κατανοεί τον Πουλιόπουλο και έχει δράσει μαζί
ως συνεργάτης. Επίσης, κάποιες άλλες επιστολές που απευθύνονται προς το ίδιο πρόσωπο
είναι προσωπικές και όχι πολιτικές. Το ύφος, λοιπόν, των επιστολών και το γεγονός ότι ο
Γιατσόπουλος ήταν γραμματέας της Κ.Ε. εκείνη την περίοδο δείχνει ακριβώς ότι εκείνος
σκοπιμότητας των αντιπάλων είναι δημοσιευμένο στην ΚΟΜΕΠ την περίοδο που ο Πουλιόπουλος είχε αλλάξει
άποψη. Για περισσότερες πληροφορίες ως προς την στάση του Πουλιόπουλου απέναντι στο μακεδονικό το 1924 βλ.
Το Τρίτο Έκτακτο Συνέδριο του Σ.Ε.Κ.Ε. (Κ), πρακτικά, έκδοση του ιστορικού Τμήματος της κε του Κ.Κ.Ε. , 1991,
και βλ, επίσης, Δάγκας Αλέξανδρος, Λεοντιάδης Γιώργος, Κομιντέρν και Μακεδονικό Ζήτημα, το ελληνικό
παρασκήνιο, 1924, Τροχαλία 1997.
55
Βλ. Πουλιόπουλος Παντελής, «Προς την Κεντρική επιτροπή του Κ.Κ.Ε.», Θήβα 12 Σεπτ. 1926 στο Αστερίου Ελ.Λαμπάτος Γ., ό.π., σ. 113.
56
Βλ. Πουλιόπουλος Παντελής, «Προς την Κεντρική επιτροπή του Κ.Κ.Ε.», Θήβα 24 Σεπτ. 1926 στο Αστερίου Ελ.Λαμπάτος Γ., ό.π., σ. 115.
57
Βλ. Πουλιόπουλος Παντελής, «Προς την Κεντρική επιτροπή του Κ.Κ.Ε.», Θήβα 30 Σεπτ. 1926 στο Αστερίου Ελ.Λαμπάτος Γ., ό.π., σ. 115.
26

ήταν ο αποδέχτης αυτών των κειμένων, πράγμα που φανερώνει ότι οι προσωπικές σχέσεις
του Πουλιόπουλου και του Γιατσόπουλου ήταν φιλικές και διατηρούνταν σε εκείνη την
δύσκολη ίσως για την σχέση τους φάση, κατά την οποία ο Γιατσόπουλος ήταν γραμματέας
και εκείνος υπόλογος στην Κ.Ε. του κόμματος για την ανάρμοστη συμπεριφορά του, σε
άριστο επίπεδο.
Ο Πουλιόπουλος απ’ ότι φαίνεται είχε επίσης στείλει στην Κ.Ε. μια έκθεση
δράσεως της Κ.Ε. στην οποία ασκούσε συγκεκριμένη κριτική σε όλα αυτά τα ζητήματα
που τον απασχολούσαν. Δυστυχώς όμως δεν κατέχουμε αυτήν την επιστολή. Από τις
κατηγορίες όμως που η Κ.Ε. επιτροπή άρχισε να αποδίδει στον Παντελή Πουλιόπουλο,
φαίνεται ότι σε αυτήν την έκθεση είχε διατυπώσει κάποιες από τις απόψεις που θα
συγκεκριμενοποιήσει και θα γνωστοποιήσει το Φθινόπωρο του 27. Από άλλες επιστολές
φαίνεται ότι ο Πουλιόπουλος είχε σχηματίσει κατά την περίοδο της αυτοεξορίας του στην
Θήβα όλες εκείνες της θέσεις του, όπως τις είδαμε στα προηγούμενα κεφάλαια. Συνεπώς,
είναι εξηγήσιμη η επιθετική διάθεση της Κ.Ε. που τον κατηγορούσε ότι ταυτίζεται σε
αντιλήψεις με τον πρώην γραμματέα του κόμματος Γεωργιάδη, ο οποίος διαφωνούσε με το
μακεδονικό, τον χαρακτήριζε αρχειομαρξιστή, «λικβινταριστή» κ.α. Ο χαρακτήρας των
κατηγοριών τις οποίες θα δούμε αργότερα να αποδίδει η λεγόμενη «σταλινική» μερίδα,
υποδηλώνει ότι δεν πρόκειται για λόγια του Γιατσόπουλου, αν και στην πραγματικότητα
γνωρίζουμε πολύ λίγα πράγματα για τη στάση του τότε γραμματέα σε όλη εκείνη τη φάση.
Η σύγκρουση του Πουλιόπουλου με την Κ.Ε. οξύνθηκε με την άρνησή του να είναι
υποψήφιος βουλευτής του κόμματος και την προσφυγή του στο δικαστήριο, όταν αυτό δεν
γινόταν πραγματικότητα.58
Η συμπεριφορά όμως του Παντελή Πουλιόπουλου, η απότομη και ξαφνική
παραίτησή του από όλα τα αξιώματα, η συνειδητή σύγκρουση με το κόμμα και με τους
πρώην συντρόφους του είναι από μια πρώτη άποψη ανεξήγητη και νομίζω ότι είναι ορθό
να επιχειρήσουμε να το διερευνήσουμε σε μεγαλύτερο βάθος, γιατί δεν πρόκειται μόνο για
μια ψυχολογική παρέκκλιση του Πουλιόπουλου, αλλά για μια ορθολογικά, όπως θα
καταλήξουμε, κατανοητή και ερμηνεύσιμη κίνηση. Διότι, ακόμα και αν φαίνεται ότι
μπαίνουμε σε λεπτομέρειες που τελικά δεν έχουν μεγάλη σημασία, στην πραγματικότητα η
απότομη αυτή αλλαγή και μεταστροφή του Πουλιόπουλου έχει να μας δείξει αρκετά
πράγματα και να μας βοηθήσει να καταλάβουμε τι πραγματικά γινόταν μέσα στο Κ.Κ.Ε.
την εποχή εκείνη. Η περίοδος αυτή της αυτοεξορίας του Πουλιόπουλου στην Θήβα
σημασιοδοτεί μια τομή στην ιστορία του Κ.Κ.Ε. στον μεσοπόλεμο, καθώς αποτελεί ως
χρονικό όριο η εκκίνηση των διεργασιών που θέλουμε να μελετήσουμε, η γένεση δηλαδή
της ελληνικής αριστερής αντιπολίτευσης.
Το επόμενο έτος ο Πουλιόπουλος ουσιαστικά επανέρχεται στα πολιτικά πράγματα
μέσα από τον προσυνεδριακό διάλογο για το Τρίτο Τακτικό Συνέδριο, οπότε και
διατυπώνει στον Ριζοσπάστη ξεκάθαρα και με σαφήνεια τις θέσεις που μελετήσαμε στα
προηγούμενα κεφάλαια, και οι οποίες μας προκαλούν τώρα να δώσουμε εξηγήσεις για
τους λόγους που έφεραν τον Πουλιόπουλο σε αυτές. Συνεπώς, αποτελεί ζήτημα για μας τι
είναι, όμως, εκείνο το οποίο οδήγησε τον Πουλιόπουλο σε όλη αυτή την πραγματικά
περίεργη συμπεριφορά τόσο στο πρακτικό όσο και στο ιδεολογικό. Η απάντηση που
καλούμαστε να δώσουμε θα μας βοηθήσει να καταλάβουμε τους πολιτικούς και
ιδεολογικούς συσχετισμούς μέσα στο Κ.Κ.Ε., θα μας βοηθήσει να εμβαθύνουμε τη μελέτη
μας ως προς τον χαρακτήρα της αριστερής αντιπολίτευσης στο Κ.Κ.Ε.
Ξεκινώντας, λοιπόν, κάποιες λογικές παρατηρήσεις και επαγωγικές διαπιστώσεις,
μία απάντηση σε αυτό ερώτημα θα μπορούσε να είναι ότι ο Πουλιόπουλος στα 1926
άλλαξε στάση διότι ήταν τροτσκιστής ή απλώς φιλικά προσκείμενος στην ενωμένη ρωσική
58

Βλ. διάφορες επιστολές Πουλιόπουλου στο Αστερίου Λαμπάτος, ό.π., σ.111-125.
27

αντιπολίτευση και προς υποστήριξη της τροτσκιστικής γραμμής στην Ελλάδα έδρασε με
αυτόν τον τρόπο. Για το ζήτημα αυτό υπάρχει μία διατύπωση του κ. Λιβιεράτου, ο οποίος
γράφει ότι «εκείνο τον καιρό η πουλιοπουλική ομάδα δεν έχει υιοθετήσει τις ιδέες της
ρωσικής αντιπολίτευσης ακόμα, ούτε τις τροτκιστικές όπως θα διαμορφωθούν
αργότερα»59. Και πράγματι, οι θέσεις του Πουλιόπουλου όπως τις είδαμε μέσα από τα
αποσπάσματα, σε κανένα σημείο δεν φανερώνουν σαφή και ρητή τοποθέτηση υπέρ των
ρώσων αντιπολιτευομένων. Μάλιστα ο κ. Λιβιεράτος αναφέρει σε κάποιο σημείο του
βιβλίου του ότι ο Πουλιόπουλος χρησιμοποιούσε το 1927 τσιτάτα του Στάλιν στα κείμενα
προσυνεδριακού του διαλόγου60. Επίσης, με βάση τα κείμενα της προσυνεδριακής
συζήτησης και συνεδριακής διαδικασίας θα ήταν σωστό να υποστηρίξουμε ότι ο
Πουλιόπουλος και όταν συντάχθηκε μαζί του και ο Γιατσόπουλος δεν παρουσίαζαν κάποιο
στοιχείο που να τους συνδέει με την ρωσική αντιπολίτευση. Το μόνο ουσιαστικά το οποίο
θα μπορούσε να εκλάβει κανείς ως διάθεση συμπάθειας μέχρι και το συνέδριο είναι ότι
όταν γενικώς επικρατούσε ένα επιθετικό κλίμα απέναντί στην ρωσική αντιπολίτευση
εκείνοι έδειχναν ότι κρατούσαν μια στάση αντικειμενικής διερεύνησης του ζητήματος, ενώ
γενικώς μέσα από ένα πρίσμα επιδίωξης για ενημέρωση αποτελούσε αίτημά τους να γίνουν
γνωστές οι απόψεις των αντιπολιτευομένων τόσο στην Κ.Δ. όσο και στο Κ.Κ.Ε., ώστε τα
μέλη να σχηματίζουν μόνα τους γνώμη.
Η δεύτερη άποψη που θα μπορούσε να διατυπωθεί είναι ότι ο Πουλιόπουλος
συμφωνούσε με την ενωμένη αντιπολίτευση, αλλά δεν το έλεγε ακόμη δημόσια, πιθανόν
για να μην προκαλέσει την άμεση αποπομπή του. Ίσως στο μυαλό του να σχεδίαζε πρώτα
την συγκρότηση μιας δικιάς του ομάδας μέσα στο κόμμα, κάτι το οποίο φαίνεται ότι μόνο
μετά το συνέδριο αποτελεί μια πραγματικότητα. Οι ενδείξεις που νομιμοποιούν την
υποστήριξη αυτής της υπόθεσης δεν είναι χωρίς αξία, διότι, πρώτον, οι ΠουλιόπουλοςΓιατσόπουλος δείχνουν ενημερωμένοι για τις θέσεις της ενωμένης ρωσικής
αντιπολίτευσης, πράγμα που μας οδηγεί να συμπεράνουμε ότι είχαν σίγουρα διαβάσει τα
κείμενα της. Δεύτερον, οι απόψεις γύρω από το οργανωτικό έχουν μια σχετική συνάφεια
με την άποψη του Τρότσκι για τον πολιτικό χαρακτήρα των νέων μελών που εντάχθηκαν
στο ρωσικό κόμμα με την «στρατολογία Λένιν». Και οι δύο κριτικές θέτουν ως αναγκαία
προϋπόθεση για μια πετυχημένη κομματική δράση μέσα στα πλαίσια της εργατικής τάξης
την ολοκληρωμένη μαρξιστική κατάρτιση των μελών του κόμματος, μιλάνε για
ανασυγκρότηση του κομμουνιστικού κινήματος και κατηγορούν την σταλινική μερίδα ότι
δεν ενδιαφέρεται γι' αυτό. Τρίτον, το αίτημα για πραγματικό δημοκρατικό
συγκεντρωτισμό, ελευθέρια διακίνησης ιδεών και όχι διορισμό «εξ ονόματος
επαναστατών» συνδέει άμεσα τους Πουλιόπουλο-Γιατσόπουλο με την ενωμένη
αντιπολίτευση. Ακόμη, οι ίδιοι οι κομματικοί τους αντίπαλοι επέμεναν να τους
προσάπτουν ως κατηγορία ακριβώς ότι συνδέονται με τον Τρότσκι και τους χαρακτήριζαν
με τον ίδιο τρόπο που χαρακτήριζαν και τον Τρότσκι, «λικβινταριστές».
Ακόμη όμως και αν αποδεχτούμε τελικά ότι αρχικά ο Πουλιόπουλος και αργότερα
και ο Γιατσόπουλος ήταν φιλικά προσκείμενοι προς την ρωσική αριστερή αντιπολίτευση
χωρίς να το δείχνουν και ότι αυτή είναι η πραγματική αιτία της μεταστροφής του
Πουλιόπουλου στα 1926, το ίδιο αυτό το γεγονός δημιουργεί ένα πρόσθετο ερώτημα. Ο
Τρότσκι δρούσε αντιπολιτευτικά ήδη από το 1923, ποτέ όμως οι δύο σύντροφοι,
τουλάχιστον όσο ξέρουμε για τον Πουλιόπουλο, δεν παρουσιάστηκαν πρωτύτερα ως
υποστηρικτές του. Ο Πουλιόπουλος σίγουρα κατά την διάρκεια της θητείας του στη ηγεσία
του κόμματος δεν ήταν φιλοτροτσκιστής. Η πρώτη του κίνηση όταν εκλέχτηκε στην
γραμματεία, παρόλο που το Γ Έκτακτο Συνέδριο δεν είχε πάρει καμία απόφαση για τον
59
60

Λιβιεράτος Δ., Κοινωνικοί Αγώνες στην Ελλάδα (1927-31), ό.π., σ. 43.
Βλ. Λιβιεράτος Δ., Κοινωνικοί Αγώνες στην Ελλάδα (1927-31), ό.π., σ. 36.
28

τροτσκισμό, ήταν η δημοσίευση άρθρων του Ζηνόβιεφ εναντίον του Τροτκισμού.61
Εξάλλου, με καμία δύναμη η Τρόικα Στάλιν, Καμένεφ και Ζηνόβιεφ, που το 1924
λειτουργούσε ακόμα και δρούσε ενάντια στον Τρότσκι, δεν θα υποστήριζε έναν οπαδό του
για γραμματέα σε ένα κομμουνιστικό κόμμα. Τότε, εκείνος ο οποίος κατηγορούταν για
φιλοτροτσκισμό ήταν ο Γιάννης Κορδάτος ο οποίος μάλιστα όπως είδαμε διαγράφτηκε στα
1927 από το κόμμα για αυτόν ακριβώς τον λόγο. Το ίδιο θα πρέπει να πούμε και για την
περίπτωση Γιατσόπουλου. Η θέση του στην Θεσσαλονίκη ήταν πολύ σημαντική, αλλά και
οι απόψεις που διατύπωσε στην «Σύσκεψη Παραγόντων» φαίνεται ότι δεν είχαν τίποτα το
μεμπτό και γιαυτό εκλέχτηκε γραμματέας.
Συνεπώς, θα πρέπει να καταλήξουμε ότι οι Π.Π.-Π.Γ. και συγκεκριμένα ο Παντελής
Πουλιόπουλος δεν είχε σίγουρα καμία σχέση με τον τροτσκισμό πριν από την περίοδο της
Θήβας. Το γιατί στράφηκε προς αντιπολιτευτικές θέσεις και πρακτικές μάλλον θα πρέπει
να το δούμε σε συνδυασμό τόσο με εσωτερικά γεγονότα του Κ.Κ.Ε. όσο και γεγονότα
σχετικά το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Δηλαδή μια σειρά από προσωπικές ανακαλύψεις
σε σχέση με τη γραμμή της Κ.Δ. αναγνωσμένες στο εθνικό πεδίο ή και αντίστροφα μια
σειρά διαπιστώσεις για την κατάσταση μέσα στο κόμμα και την πολιτική γραμμή του
συνδεμένες με την Κ.Δ. και τον ρόλο της, τον έσπρωξαν στο να επαναχαράξει την άποψή
του για την κατάσταση μέσα στο κομμουνιστικό κίνημα και να επανεξετάσει την θέση του,
τον ρόλο του και τον τρόπο δράσης του. Σίγουρα, πάντως ως προς το εθνικό επίπεδο
βασικός κινητήριος μοχλός της ανασημασιοδότησης της σκέψης του αποτέλεσαν αυτό που
και ο ίδιος αναφέρει το μακεδονικό, αλλά και η προσωπική του εμπειρία από την πολιτική
συμπεριφορά των κούτβιδων και τον τρόπο που ανέβαιναν στην κομματική ιεραρχία. Η
ομάδα αυτή ήταν η μοναδική που συνδεόταν οργανικά με την Ρωσία (κατά την άποψη
Πουλιόπουλου οι σταλινικοί μηχανορραφούσαν και αλληλογραφούσαν με την Κ.Δ. από το
1925-26)62 και προάγονταν με εντελώς εμφανή τρόπο από την Κ.Δ. στην ηγεσία του
κόμματος. Με αυτόν τον τρόπο θα πρέπει να εξηγήσουμε και την ξαφνική μεταστροφή του
Πουλιόπουλου και την πραγματικά αψυχολόγητη συμπεριφορά του.
Ο ίδιος όντας στην φυλακή εξαιτίας του συνθήματος για το μακεδονικό ήταν πολύ
λογικό να αντιληφθεί ότι αυτή η πολιτική ήταν καταστροφική για το κόμμα. Επίσης, η
δράση των κούτβιδων και της ομάδας Χαϊτά και τα συνθήματα που υποστήριξαν καθόλη
την προηγούμενη περίοδο επίσης ήταν πολύ λογικό να προκαλέσουν την αντίδρασή του.
Εκείνο όμως που τον οδήγησε σε αυτήν την απόφαση να παραιτηθεί από την θέση του
γραμματέα είναι η εικόνα μιας κατάστασης που εμείς ίσως να μην έχουμε τη δυνατότητα
να κατανοήσουμε στο σύνολό της, αλλά από τα εκ των υστέρων γεγονότα να μπορούμε να
υποθέσουμε ότι ενώ αντιλαμβανόταν ποια ήταν τα προβλήματα του κόμματος αισθανόταν
ότι το κόμμα ελεγχόταν από μια συγκεκριμένη ομάδα και ότι δεν είχε καμία σημασία η
συμμετοχή σε κανένα διοικητικό όργανο αφού οι αποφάσεις και η γραμμή ερχόταν από
αλλού και προαγόταν από συγκεκριμένη κομματική μερίδα.
Κατά την άποψη του γράφοντος όμως όλα αυτά μάλλον δεν ήταν αρκετά για μια
τόσο μεγάλη μεταστροφή. Κατά την άποψη του γράφοντος κάποιες ενδείξεις που μας
παρέχουν οι πηγές μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι εκείνο που έπαιξε καθοριστικό ρόλο
στο να δει με διαφορετικό μάτι την κατάσταση στην Ελλάδα είναι οι εξελίξεις στο ρωσικό
κόμμα, χωρίς να αποκλείουμε το γεγονός ότι ούτως ή αλλιώς αργά ή γρήγορα τα πράγματα
θα έπαιρναν την συντεταγμένη αυτή πορεία. Συγκεκριμένα, σε ένα κείμενο της Κ.Ε. που
ασκούσε κριτική στην στάση και τις θέσεις του Πουλιόπουλου γίνεται αναφορά σε μια
επιστολή του Πουλιόπουλου από την εξορία όπου φαίνεται να διατηρεί τις απόψεις του
Έκτακτου Συνεδρίου για το μακεδονικό, ενώ λίγους μήνες αργότερα διατύπωνε τις
61
62

Βλ. Καστρίτης Κ., Η Ιστορία του μπολσεβικισμού-τροτσκισμού στην Ελλάδα, μέρος τέταρτο, ό.π., σ. 61.
Βλ. Πουλιόπουλος Π., «Έκθεση Πουλιόπουλου στον Τρότσκι» στο Αστερίου Λαμπάτος, ό.π., σ. 40.
29

γνωστές νέες θέσεις του.63 Προφανώς, αυτό συνέβηκε όταν επέστρεψε από την εξορία,
οπότε αφού πιθανόν ενημερώθηκε από τις διασυνδέσεις του καλύτερα για αυτά που
συνέβαιναν στην Ε.Σ.Σ.Δ. μπόρεσε να δει με διαφορετικό μάτι και τα τεκταινόμενα στην
Ελλάδα. Πάντως, αυτό που θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας είναι ότι γενικά στην Ελλάδα,
όπως ίσως και στις άλλες χώρες, οι κομμουνιστές δεν μπορούσαν να έχουν ολοκληρωμένη
ή σαφή θέση για αυτά που συνέβαιναν στην «σοσιαλιστική πατρίδα» και τις διαφορές που
ταλάνιζαν τους μεγάλους ηγέτες του κινήματός τους. Γιαυτό βασική θέση του
Πουλιόπουλου και αργότερα της αντιπολίτευσης ήταν να υπάρχει επίσημη και ισότιμη
ενημέρωση του κόμματος για όλα όσα διαδραματίζονταν στην Κ.Δ. και το Κ.Κ.Ρ.
Ως προς το διεθνές επίπεδο βασικός κινητήριος μοχλός μάλλον είναι οι κινήσεις των
αντιπολιτευτικών δυνάμεων στα 1926. Μια μαρτυρία του Κώστα Καστρίτη στο βιβλίο του
«Ιστορία του μπολσεβικισμού- τροτσκισμού στην Ελλάδα» δίνει μια τέτοια διάσταση.
Γύρω στα τέλη του1923 ο Παντελής Πουλιόπουλος αντί για την Γερμανία όπου επρόκειτο
να πάει με λεφτά του πατέρα του «για σπουδές» ταξίδεψε κρυφά στην Μόσχα. Εκεί
επισκέφτηκε τον Λένιν και συνομίλησε μαζί του. Εκεί, ακόμα ο Καστρίτης υποστηρίζει ότι
ήρθε σε επαφή με τον Γκόργκι και τον Καμένεφ, αλλά όχι με τον Τρότσκι. Κατά τον
συγγραφέα και κατά κάποιον Δεκελειώτη «Ο Καμένεφ έκανε τα πάντα για να καταχτήση
τον Π.Π. ενάντια στον Τρότσκι» αλλά εκεί ο ίδιος αναφέρει ότι «αυτό ήταν δύσκολο γιατί
ο Πουλιόπουλος θαύμαζε τον Τρότσκι και εκτιμούσε τις ιδέες του».64 Η μαρτυρία αυτή
προφανώς αναφέρεται στο ταξίδι του Πουλιόπουλου στην Μόσχα για το 5ο Συνέδριο της
Διεθνούς. Το στοιχείο της επαφής Πουλιόπουλου Καμένεφ, αν προσπεράσουμε το δεύτερο
σκέλος της μαρτυρίας αυτής η οποία πρόκειται για πρωθύστερη προσωπική υποκειμενική
εκτίμηση ενός αγωνιστή πολιτικά ταυτισμένου με τον τροτσκισμό, μας οδηγεί στο να
εικάσουμε ότι ο Πουλιόπουλος είχε στην πραγματικότητα συνδεθεί πολιτικά με τους
Καμένεφ-Ζηνόβιεφ. Εάν ο Πουλιόπουλος ήταν θαυμαστής του Τρότσκι θα είχε σίγουρα
προσπαθήσει να τον συναντήσει, χωρίς να φοβάται να έρθει σε σύγκρουση με την τότε
κυβερνητική Τρόικα Καμένεφ, Στάλιν και Ζηνόβιεφ. Ακόμη, η πολιτική σύνδεση του
Πουλιόπουλου με τον Καμένεφ εξηγεί πολύ καλά την εκλογή του πρώτου ως γραμματέα
του Κ.Κ.Ε. μετά το συνέδριο μπολσεβικοποίησης. Μοιάζει να πήρε το χρίσμα από την
Μόσχα. Τέλος, εξηγεί άψογα το ζητούμενό μας την απότομη αλλαγή του στα 1926, το
καλοκαίρι του οποίου ο Ζηνόβιεφ και ο Καμένεφ συντάχθηκαν με τον Τρότσκι. Ο ίδιος ο
Καστρίτης αναφέρει σχετικά «Με τη διαγραφή Ζηνόβιεφ-Κάμενεφ οι εξόριστοι
εντυπωσιάστηκαν. Ο Πουλιόπουλος συγκλονίστηκε. Ο Ζηνόβιεφ ήταν ο πρόεδρος στο 5ο
Συνέδριο της Κ.Δ. Τον έβλεπε σαν επικεφαλής των παλιών μπολσεβίκων. Ίσως σαν
διάδοχο του Λένιν. Και δεν μπορούσε να εξηγήσει την τεράστια μεταβολή που έγινε στο
Κρεμλίνο».65 Ανάλογες εκτιμήσεις για τη σχέση της συνένωσης των δύο ρωσικών
αντιπολιτεύσεων και την επίδραση αυτής της εξέλιξης στο Κ.Κ.Ε. κάνουν και οι κκ.
Αστερίου Λαμπάτος, χωρίς όμως να αναφέρονται σε κάποια πηγή ή σε κάποια μαρτυρία,
απλώς μάλλον ως λογική επαγωγή66.
Αλλά ακόμη και εάν ο Πουλιόπουλος δεν είχε έρθει σε επαφή με τον Καμένεφ το
ίδιο το γεγονός ότι είχε εκλεγεί γραμματέας κάνει αρκετά μεγάλη την πιθανότητα να ήταν
οπαδός των Καμένεφ-Ζηνόβιεφ. Πρώτον, ο Ζηνόβιεφ ήταν γραμματέας της Κ.Ε. της
Κομιντέρν και επομένως είναι πολύ λογικό ο γραμματέας του Κ.Κ.Ε. να είναι της τάσης
του. Δεύτερον, στην Ελλάδα την περίοδο εκείνη το κόμμα ακολουθούσε τους
ζηνοβιεφικούς προσανατολισμούς όπως είναι για παράδειγμα η απόφαση για το
μακεδονικό, και ξέρουμε με πόσο πάθος ο Πουλιόπουλος τόσο στα Συνέδρια της Διεθνούς
Βλ. Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε., «Ανακοίνωση της Κ.Ε.», ριζοσπάστης, 29/1/1927 στο Αστερίου Λαμπάτος, ό.π., σ. 128.
Καστρίτης Κ., Η Ιστορία του μπολσεβικισμού-τροτσκισμού στην Ελλάδα, μέρος τρίτο, ό.π., σ. 86.
65
Καστρίτης Κ., Η Ιστορία του μπολσεβικισμού-τροτσκισμού στην Ελλάδα, μέρος τέταρτο, ό.π., σ. 120.
66
Βλ. Αστερίου Ελ., Λαμπάτος Γ., ό.π., σ. 19.
63
64

30

όσο και στο Έκτακτο υποστήριξε τη νέα γραμμή (αυτή την σύνδεση την διαβάζουμε
επίσης στους Αστερίου-Λαμπάτο)67. Τρίτον, από τον Κώστα Καστρίτη είδαμε ότι η πρώτη
του κίνηση ως γραμματέας ήταν να εκδώσει κείμενα του Ζηνόβιεφ εναντίον του Τρότσκι.
Προσπαθήσαμε, λοιπόν, να δώσουμε μια απάντηση σε μια σειρά από ερωτήματα που
δημιουργήθηκαν κατά την διάρκεια της έρευνάς μας τα οποία καταλήγουν σε
ολοκληρωμένο σχήμα. Ο Πουλιόπουλος ταυτιζόταν με τους Καμένεφ-Ζηνόβιεφ και γιαυτό
υποστήριξε το μακεδονικό στα διάφορα συνέδρια και ανέβηκε στην ηγεσία του κόμματος.
Το 1926 βλέποντας από τη μία την πορεία και την δράση των σταλινικών και από
την άλλη μαθαίνοντας την ταύτιση Καμένεφ-Ζηνόβιεφ με τον Τρότσκι, παθαίνει μια κρίση
και απομακρύνεται από το κόμμα. Ενημερώνεται για τις θέσεις της ενωμένης
αντιπολίτευσης, αλλάζει άποψη για τον Τρότσκι, συνειδητοποιεί ότι οι αναλύσεις του για
την Κ.Δ. και την Ε.Σ.Σ.Δ. ταιριάζουν με την κατάσταση που τείνει να επικρατήσει στο
Κ.Κ.Ε. και αποφασίζει να διαμορφώσει ένα αντίστοιχο πρόγραμμα και δράση μέσα στο
ελληνικό τμήμα της Κ.Δ. Φτάνει στο συμπέρασμα ότι η κατάσταση δεν μεταρρυθμίζεται
μέσα από την κατοχή ηγετικών θέσεων αλλά ότι χρειάζεται μια γενικότερη αναδιάρθρωση
και νιώθει ότι το κόμμα δεν ελέγχεται από τα μέλη του αλλά από εξωκομματικούς
μηχανισμούς. Δεν εμφανίζεται εξ αρχής οπαδός της αντιπολίτευσης προσπαθώντας να
διαμορφώσει μια δική του φράξια, αλλά οι αντίπαλοί του αντιλαμβάνονται τι ακριβώς έχει
συμβεί και τον κατηγορούν για τροτσκιστή. Ο Παστίας Γιατσόπουλος φίλος του
Πουλιόπουλου, συνειδητοποιεί προφανώς και ο ίδιος μέσα από την θέση του γραμματέα
την κατάσταση στον κόμμα. Όταν είχε εκλεγεί γραμματέας πιθανόν να μην είχε ακόμα
έρθει σε ταύτιση ολοκληρωτικά με τον Πουλιόπουλο. Το ύφος των επιστολών του
Πουλιόπουλου προς την Κ.Ε. δείχνουν ότι οι δύο άνδρες συνδέονταν με φιλικούς δεσμούς
και συνδέονταν με κοινούς αγώνες μέσα στο κόμμα. Ο ίδιος ο Παστίας Γιατσόπουλος
προφανώς όντας ο ίδιος γραμματέας αντιλήφθηκε στην πράξη ότι το κόμμα δεν ελέγχεται
από τον ίδιο και ότι η κατοχή διευθυντικών θέσεων δεν βοηθάει σε τίποτα. Πιθανόν να
ήρθε σε πιο στενή επαφή με τον Πουλιόπουλο κατά την προσυνεδριακή διαδικασία για να
γίνει ο μόνιμος συνεργάτης του.
Β. Ο πολιτικός χαρακτήρας της ομάδας Πουλιόπουλου-Γιατσόπουλου.
Είδαμε, όσο το δυνατόν πιο διεξοδικά μας επιτρέπουν τα όρια μιας τέτοιας
εργασίας, τις αντιλήψεις της τάσης Πουλιόπουλου, όπως και όλη την πορεία συγκρότησής
της. Δεν μπορούμε όμως να ισχυριστούμε ότι γνωρίζουμε ικανοποιητικά κάποια στοιχεία
ερμηνείας της σκέψης των δύο ανδρών. Σίγουρα υπάρχει ένας βασικός συνεκτικός άξονας
ο οποίος είναι δυνατόν να γίνει διακριτός σε όλες διατυπωμένες απόψεις τους και ο οποίος
διαμορφώνει μια ενιαία πολιτική εικόνα πάνω σε μια σειρά από ζητήματα, όπως οι
βαθύτεροι στόχοι της ομάδας, οι ιδεολογικές τους εκκινήσεις αλλά και οι εμπειρικές τους
εκκινήσεις, δηλαδή τα εμφανή προβλήματα που η ανάγκη αντιμετώπισης των οποίων τους
οδήγησαν σε αυτές τις απόψεις. Συγκεκριμένα αν αυτό που τους οδηγεί σε αυτές τις
διατυπώσεις συνδέεται ή όχι με τον ρόλο των σταλινικών και τι σημαίνει αυτό.
Γενικότερα, αποτελεί ένα ζήτημα πως χαρακτηρίζεται η πολιτική ταυτότητα αυτών των
αντιλήψεων. Ο Ρέμελε και οι λεγόμενοι «λενινιστές» τους χαρακτήρισαν «δεξιούς» και
«λικβινταριστές», οι ίδιοι αυτοπροσδιορίζονταν ως αριστεροί, συνεπώς δική μας δουλειά
είναι να συντάξουμε όλα τα δεδομένα που μπορεί να δικαιολογούν την μία ή την άλλη
χαρακτηρολογία και να επιχειρήσουμε να διαπιστώσουμε το ακριβές πολιτικό περιεχόμενο
της ομάδας Π.Π.-Π.Γ.
Από μία πρώτη άποψη φαίνεται ότι οι απόψεις των Π.Π.-Π.Γ. είναι πράγματι πιο
δεξιές και σίγουρα πιο ελιτίστικες σε σχέση με τις προτάσεις της Κ.Δ. Η θέση για
67

Βλ. Αστερίου Ελ., Λαμπάτος Γ., ό.π., σ. 16.
31

αναδιάρθρωση του κόμματος με βάση μια σειρά επιλεκτικών διαγραφών ώστε να
ξεχωρίσουν τα «καλά» από τα «κακά» στοιχεία όχι μόνο του προλεταριάτου, αλλά και των
διανοουμένων δείχνει μια «αριστοκρατική» αντίληψη για τον τρόπο οργάνωσης του
κόμματος. Αυτές τις κριτικές εξάλλου θα τις δεχθούν και από τους αντιπάλους τους, αλλά
επικρατούν και στην επίσημη κομματική ιστορία. Επίσης, η άποψη για εγκατάλειψη του
συνθήματος για το εθνικό, πάλι από κάποιους θα μπορούσαν να θεωρηθούν πιο δεξιές από
τις θέσεις της Κ.Δ. και της ομάδας Χαϊτά, καθώς οι δεύτεροι φαίνονται πιο διεθνιστές και
οι θέσεις τους ενάντιες στον ελληνικό εθνικισμό και συνεπώς στον ελληνικό αστισμό.
Από την άλλη όμως, η επιμονή πάνω στο ζήτημα για αναγκαία και διαρκή
επιμόρφωση των στελεχών φανερώνει μια πολιτικά αρτιότερη αντίληψη για τον πολιτικό
ρόλο του κόμματος, αλλά και η βάση πάνω στην οποία διατυπώνεται (καταρτισμένοι και
μορφωμένοι ίσον συνειδητοποιημένοι ίσον έχουν άποψη ίσον λειτουργεί η δημοκρατία),
δείχνει ένα αρκετά πιο δημοκρατικό φρόνημα. Επίσης, ως προς το ζήτημα της αριστερής
δημοκρατίας είναι σαφής ο επαναστατικός χαρακτήρας της ομάδας Πουλιόπουλου σε
σχέση με μια οπορτουνιστική συμπεριφορά της ομάδας Χαϊτά. Ακόμα, ο Πουλιόπουλος
δείχνει ένα πολιτικό ήθος και ύφος αρκετά πιο συνεπές και πολύ πιο υπεύθυνο, που τον
οδήγησε ακριβώς στην προσωπική κρίση και «ανακάλυψη» μιας άλλης πραγματικότητας.
Τέλος, το ίδιο φανερώνει και η θεωρία περί διαρκούς κρίσης της ηγεσίας του κόμματος
που συνοδεύεται με μια κριτική για την πολιτική σχέση της ηγεσίας και Κ.Δ., ότι δηλαδή η
διοίκηση ορίζεται όχι με βάση τις ανάγκες του κόμματος όπως τις αντιλαμβάνεται το
κόμμα και όχι βγαλμένη μέσα από τους αγώνες του κόμματος, αλλά ουσιαστικά
διορισμένη από έναν εξωκομματικό μηχανισμό. Ένα πρώτο, λοιπόν, συμπέρασμα θα
μπορούσε να ήταν ότι για την ομάδα Π.Π. δεν μπορούμε να έχουμε ένα σαφή
χαρακτηρισμό.
Αυτό το συμπέρασμα κατά την άποψή μου παρουσιάζει αρκετές αδυναμίες καθώς
πρόκειται για μια γρήγορη κατάληξη χωρίς να έχει προηγηθεί μια ουσιαστική εμβάθυνση
στο περιεχόμενο και την ουσία των θέσεων και των αντιλήψεων της αντιπολίτευσης. Η
προσπάθεια για να ανακαλύψει κανείς την πολιτική ταυτότητα της αντιπολίτευσης
υποχρεωτικά λαμβάνει υπόψη της την εικόνα που έχουν οι αντιπολιτευόμενοι για το
κόμμα, την κοινωνία και την εργατική τάξη. Επίσης, μέσα από το πρίσμα των πολιτικών
προθέσεων και των ιδεολογικών στόχων τους μπορεί να διαπιστώσει κανείς τις βάσεις της
διαμορφούμενης κοσμοαντίληψής τους. Οι θέσεις τους θα πρέπει να αξιολογηθούν ως
προς τα συγκεκριμένα προβλήματα που καλούνται να επιλύσουν.
Εκείνο που είναι σαφές για τους στόχους τους είναι ότι θέλουν να εμποδίσουν την
ομάδα των σταλινικών και συγκεκριμένα των κούτβιδων να κυριαρχήσει μέσα στο κόμμα.
Συγκροτούν και διαμορφώνουν το πολιτικό τους πρόγραμμα με βάση αυτόν το σκοπό.
Συνεπώς, ο χαρακτήρας και η δράση των κούτβιδων αποτελεί ένα σημαντικό παράγοντα
που την επιρροή του στην διαμόρφωση των αντιλήψεών της ομάδας Π.Π.-Π.Γ. θα πρέπει
να αποτιμήσουμε με μεγαλύτερη προσοχή, καθώς οι Π.Π.-Π.Γ. με αυτές τις απόψεις
απαντούσαν στην συγκεκριμένη αντίπαλη ομάδα.
Οι μαρτυρίες που έχουμε από τις πηγές για τους κούτβιδες μας παρέχουν μια εικόνα
για την ταυτότητά τους. Κατά την απόλυτη πλειοψηφία τους ήταν προλεταριακά στοιχεία
με καταγωγή από τις ελληνορθόδοξες κοινότητες της Ανατολής οι οποίοι είχαν
παρακολουθήσει μαθήματα στο Κομμουνιστικό Πανεπιστήμιο Ανατολικών Λαών. Είχαν
στενές σχέσεις με την εκάστοτε ηγεσία της Κ.Δ. και συγκεκριμένα με την τάση του Στάλιν
αφού αυτή κυριαρχούσε, ήταν δηλαδή ένας μηχανισμός που δημιουργήθηκε μέσα στο
κόμμα χωρίς να ελέγχεται από τη διοίκησή του. Καταλάμβαναν σιγά-σιγά όλα τα
διοικητικά πόστα του κόμματος σαν επαγγελματικά στελέχη και προορίζονταν για να
αναλάβουν την ηγεσία του κόμματος. Ο κ. Λιβιεράτος τους περιγράφει ως «νέοι
32

δραστήριοι , φιλόδοξοι, βιαστικοί, με αριστερίστικη φρασεολογία από τότε, αφοσιωμένοι
στο κόμμα και τη διεθνή, δεν είχαν κανένα σεβασμό για τους παλιότερους συντρόφους του
κόμματος. Τους θεωρούσαν αρτηριοσκληρωμένους, μπαρμπάδες, εθνικιστές, λεγκαλιστές
και ότι άλλο θέλεις.»68 Είχαν έρθει σε σύγκρουση αρχικά με τον Ελευθέριο Σταυρίδη, ο
οποίος είχε κρατήσει μια προσεχτική στάση απέναντί τους. Δε διέκοπτε τις σχέσεις του,
αλλά έκανε ότι μπορούσε για να τους εμποδίσει την πρόοδο. Για παράδειγμα τους είχε
αποκλείσει απ’ όλες τις υποψηφιότητες για τις εκλογές. Αργότερα, ο Σταυρίδης όπως
είδαμε απομακρύνθηκε από το κόμμα καταγγέλλοντας τον ρόλο των κούτβιδων μέσα στο
κόμμα.
Σε σχέση με τα άλλα ηγετικά στελέχη όπως ο Μάξιμος, ο Πουλιόπουλος κ.α. οι
οποίοι είχαν το χαρακτήρα του διανοούμενου, οι κούτβιδες είχαν τον αλήτικο χαρακτήρα
του λούμπεν, που διέκρινε μερίδα της εργατικής τάξης εκείνη την εποχή. Ο Κώστας
Καστρίτης καταγγέλλει στο βιβλίο του ξεκάθαρα αυτήν την συμπεριφορά των σταλινικών
προσάπτοντας στον Ζαχαριάδη τον φόνο ενός αρχειομαρξιστή. Συνολικά την περίοδο του
μεσοπολέμου δολοφονήθηκαν από τους κομματικούς-σταλινικούς δύο αρχειομαρξιστές,
ενώ στις συχνές συγκρούσεις μεταξύ τους δεν υπήρχε κανένας δισταγμός να βγουν
μαχαίρια και σουγιάδες. Ο Πουλιόπουλος αντιλαμβάνεται ως πρόβλημα την ύπαρξη μέσα
στο κόμμα τέτοιων στοιχείων και σε αυτό απαντάει η πρότασή του για την δημιουργία
κόμματος μιας ποιοτικής elite εργατών.
Δεν είναι τυχαίο όμως ότι μέσα στο Κ.Κ.Ε. εντάσσονται τέτοια στοιχεία καθώς
ακριβώς αντανακλούν στο μορφωτικό επίπεδο και στα γενικά πολιτικά και πολιτιστικά
αντανακλαστικά της ελληνικής εργατικής τάξης του μεσοπολέμου. Δηλαδή η απόλυτη
αθλιότητα που επικρατεί, η ανεργία, ο αναλφαβητισμός, η έλλειψη ενός μαζικού
προλεταριάτου, έμπειρου και με παράδοση κινημάτων προσέδιδε κάποια λούμπεν και
περιθωριακά στοιχεία στον γενικό χαρακτήρα της εργατικής τάξης. Το Κ.Κ.Ε., λοιπόν,
αντανακλά στο εσωτερικό του την ποιότητα του ελληνικού προλεταριάτου και πάνω σε
αυτό συγκρούονται οι τάσεις. Από τη μία οι μεν υποστηρίζουν ότι το κόμμα δεν πρέπει να
αντανακλά στην κοινωνική κατάσταση της εργατικής τάξης και οι δε ότι η κατάσταση
είναι αδιόρθωτη γιατί θεωρούσαν ότι αυτό το υλικό μπορεί να δώσει το ελληνικό
προλεταριάτο και με αυτό αναγκαστικά το κόμμα θα πορευτεί. Άποψη που οι Π.Π.-Π.Γ.
κατηγορούσαν ως μοιρολατρική.69
Η πρόθεση, λοιπόν, των Π.Π.-Π.Γ. να υπερκεράσουν τις δυσκολίες που δημιουργεί
το πολιτικό, κοινωνικό και πολιτιστικό υπόβαθρο του ελληνικού προλεταριάτου μας
επιτρέπει να αξιολογήσουμε την θέση τους για αναδιαμόρφωση και ξεκαθάρισμα του
κόμματος για την συγκρότηση μιας πρωτοπορίας ιδεολογικής, πολιτικής και ηθικής,
πρότυπο για την εργατική τάξη ως επαναστατική. Διότι η φύση της επανάστασης ως
διαδικασίας είναι ακριβώς να ανατρέπει τις υπάρχουσες καταστάσεις, και αυτό που
χαρακτηρίζει συγκεκριμένα την επαναστατική κομμουνιστική αριστερά είναι ακριβώς να
δρα προς τον επαναστατικό προσανατολισμό μέσα από έναν συγκεκριμένο πολιτικό
σχεδιασμό ανατρέποντας στην βάση καταστάσεις που αποτελούν εμπόδιο και
θεμελιώνοντας επαναστατικές συνειδήσεις. Ουσιαστικά, η αναπαραγωγή αυτής αρνητικής
κατάστασης μέσα στο κόμμα και τελικά στην ίδια την εργατική τάξη αποτελεί αναίρεση
στην πράξη της επαναστατικής κατεύθυνσης του κόμματος και του ρόλου του ως
συνειδητοποιημένης πρωτοπορίας μέσα στο προλεταριάτο, πράγμα που τελικά δίνει μια
πολιτική κατεύθυνση στην εργατική τάξη όχι ανατρεπτική και ριζοσπαστική, αλλά
ρεφορμιστική. Ή το κόμμα ως πρωτοπορία θα προσπαθεί να αλλάξει τα χαρακτηριστικά
της εργατικής τάξης μετατρέποντάς την σε μια συνειδητή τάξη, που ξέρει να διεκδικεί και
68
69

Βλ. Λιβιεράτος Δ., Κοινωνικοί Αγώνες στην Ελλάδα (1927-31), ό.π., σ. 37.
Πουλιόπουλος Π.,- Γιατσόπουλος Π. «Γράμμα στα μέλη του Κ.Κ.Ε.», ό.π.
33

να παλεύει ή θα δεν θα γίνει αυτό και το κόμμα θα επηρεαστεί από τα χαρακτηριστικά του
ελληνικού προλεταριάτου αναπαράγοντας τις αδυναμίες και θέτοντας τα όρια και της
δυνατότητες της πολιτικής του δράσης και των διεκδικήσεων του. Μάλιστα, αν λάβουμε
υπόψη μας και την τάση αναπαραγωγής μέσα στο κόμμα μιας ιεραρχικής γραφειοκρατικής
δομής με αστικά χαρακτηριστικά (διαχωρισμός διανοητικής και πρακτικής εργασίας,
επαγγελματοποίησης της ηγεσίας, αντιδημοκρατικός συγκεντρωτισμός, καλλιέργεια της
νοοτροπίας της υποταγής) είναι εμφανές ότι τα εσωτερικά χαρακτηριστικά του κόμματος
άσχετα με την οποιαδήποτε φρασεολογία βάζουν τα όρια στην πολιτική κατεύθυνση της
ελληνικής εργατικής τάξης προς μια ρεφορμιστική πρακτική και νοοτροπία, που πολύ
σύντομα θα επηρεάσει και την ιδεολογία.
Γι’ αυτό η τάση Πουλιόπουλου είναι αριστερή και επαναστατική και η «σταλινική»
δεξιά με τάσεις ρεφορμιστικές με την έννοια ότι τείνουν να αναπαράγουν μέσα στο κόμμα
και την τάξη την υπάρχουσα κατάσταση. Και αυτό που ίσως να έχει και μεγαλύτερη
σημασία είναι ότι η διαμάχη αυτή δείχνει την ωριμότητα του ελληνικού προλεταριάτου
στον μεσοπόλεμο, την κοινωνική του φύση μέσα στην παραγωγή ως προς τις σχέσεις
εργασίας-κεφαλαίου και τον πολιτικό του ρόλο στην ταξική πάλη στον συγκεκριμένο
κοινωνικό σχηματισμό και τη συγκεκριμένη περίοδο ανάμεσα στην άρχουσα τάξη και το
ίδιο. Δηλαδή η σύγκρουση μέσα στο Κ.Κ.Ε. δεν είναι μια διαδικασία που έρχεται μόνο απ’
έξω και δεν έχει καμία σχέση με την ελληνική πραγματικότητα. Σίγουρα, ο τρόπος δράσης
του «σταλινισμού» είναι πολύ ελισσόμενος και διεισδύει με πολύ προσεχτικό τρόπο, αλλά
εάν η πολιτική που προήγαγε δεν ανταποκρινόταν ή δεν αναδείκνυε μια πραγματικότητα
μέσα στην κοινωνία δεν θα μπορούσε να σταθεί ούτε να αντιπαρατεθεί.
Οι κούτβιδες οι οποίοι προέρχονται κοινωνικά από αυτήν την «λούμπεν» κατηγορία
της εργατικής τάξης πολύ εύκολα συμμαχούσαν και συγκέντρωναν γύρω τους έναν ισχυρό
πυρήνα στελεχών που διαπνέονταν από ένα τέτοιο πολιτικό ήθος και μια τέτοια πολιτική
ωριμότητα. Συνεπώς, η ομάδα αυτή είχε την ικανότητα να επικοινωνεί πολιτικά και να
ταιριάζει πολιτισμικά-κοινωνικά καλύτερα με την πλειοψηφία της εργατικής τάξης.
Αποτελεί λογική συνέπεια το γεγονός ότι η ομάδα αυτή μπορούσε να φαίνεται ως ο
φυσικός της ηγέτης παρουσιάζοντας τον Πουλιόπουλο ως διανοούμενο μικροαστό μακριά
από τον τρόπο ζωής και σκέψης των εργατών που δεν εξέφραζε τελικά και τα συμφέροντά
τους. Και αυτό βέβαια δεν είναι και πολύ μακριά από την πραγματικότητα την
αντιπολίτευση ακολουθούσε το μεγαλύτερο μέρος των σοβαρών μικροαστών
διανοούμενων του κόμματος. Σε αυτό το σημείο ενδιαφέρον θα είχε να μπορούσαμε να
μπούμε στα αρχεία της οργάνωσης Πειραιά και Θεσσαλονίκης του Κ.Κ.Ε. και να
μελετούσαμε την κοινωνική δομή τους σε εκείνη την φάση και τα χαρακτηριστικά των
εργατικών στελεχών της, ώστε να έχουμε μια συγκεκριμένη εικόνα για τη μερίδα του
προλεταριάτου που ακολουθούσε την αντιπολίτευση. Και αυτό το αναφέρουμε διότι σε
αυτές τις περιοχές η αντιπολίτευση είχε τη μεγαλύτερη δύναμη, πράγμα που έχει μεγάλη
σημασία διότι τόσο η Θεσσαλονίκη όσο και ο Πειραιάς εκείνη την εποχή αποτελούσαν τα
μεγαλύτερα βιομηχανικά κέντρα της χώρας με την πιο συγκροτημένη και
συνειδητοποιημένη εργατική τάξη, την μεγαλύτερη παράδοση, συνοχή και το μεγαλύτερο
αριθμητικό μέγεθος. Δηλαδή υποστηρίζουμε ότι το κοινωνικό μπλοκ μέσα στο κόμμα που
ακολούθησε τον Πουλιόπουλο αποτελούσαν τα πιο συνειδητοποιημένα και
πολιτικοποιημένα κομμάτια της στελεχικής δύναμης του κόμματος από τη μία οι πιο
καταρτισμένοι μαρξιστικά διανοούμενοι και από την άλλοι οι εργάτες με την πιο πλούσια
παράδοση και εμπειρία, που αντιπροσωπεύανε τις πιο συγκροτημένες ταξικά και πολιτικά
μερίδες της εργατικής τάξης που πολύ λογικά βρίσκονται κυρίως στη Θεσσαλονίκη και τον
Πειραιά. Η εκτίμηση ότι μόνο το δεδομένο της χωροταξικής διαφοροποίησης δεν επαρκεί
για να υποστηριχτεί ένα τέτοιο σχήμα είναι βέβαια βάσιμη, αλλά ως ένδειξη είναι πολύ
34

σοβαρή και το πιο πιθανό θα είναι εάν μπορούσαμε να διεισδύσουμε καλύτερα στο
αντικείμενο να καταλήγαμε πάλι, αλλά με μεγαλύτερη σιγουριά, στο ίδιο αποτέλεσμα.
Γιατί ένα τέτοιο κομμάτι της εργατικής τάξης είναι πολύ λογικό να επιθυμεί τον
εξοβελισμό από το κόμμα στοιχείων με «αντιπρολεταριακή ψυχολογία», όπως θα έλεγε και
ο Πουλιόπουλος, και να επιδιώκει την επανασυγκρότησή του κομματικού μηχανισμού
πάνω σε ένα στελεχικό δυναμικό συνειδητοποιημένο, μαρξιστικά καταρτισμένο που δε θα
αντανακλά στο επίπεδο της ελληνικής εργατικής τάξης, αλλά θα αποτελεί την ιδεολογική,
πολιτική και ηθική πρωτοπορία της προς μια επαναστατική κατεύθυνση. Γιαυτό ακριβώς
το λόγο η αντιπολίτευση προτείνει ένα πρότυπο στελεχικού δυναμικού που θα κατανοεί
βασικές αρχές τις μαρξιστικής ιδεολογίας, θα έχει άποψη και θα επιθυμεί να
συνδιαμορφώνει τις αποφάσεις, οι οποίες θα κρίνονται και θα ορίζονται με βάση τα
προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας όπως θα τα διαβάζει αυτό. Αυτό το κομμάτι θέλει να
ορίζει το ίδιο την ηγεσία του η οποία θα είναι βγαλμένη μέσα από τις δικές του
δοκιμασίες. Δεν θέλει να ταυτίζεται με τις μάγκικες διαθέσεις μερίδας της εργατικής
τάξης. Είναι πιο συνειδητοποιημένο ταξικά και κατανοεί τον ρόλο του μέσα στην
παραγωγή και την κοινωνία με τον μαρξιστικό τρόπο, δηλαδή ως σχέση αντιφατική, αλλά
όχι με ενστικτώδη τρόπο μα με ορθολογικό και συνειδητό. Αυτή η μερίδα του κόμματος
πιστεύει και ακολουθεί τον δημοκρατικό συγκεντρωτισμό, όπως είχε διατυπωθεί και
εφαρμοστεί από τον Λένιν στην συγκρότηση του μπολσεβίκικου κόμματος, στις αρχές του
20ου αιώνα.
Οι κούτβιδες αρνούνταν ή και αδυνατούσαν λόγω της δικής τους ιδεολογικής
ανεπάρκειας να προχωρήσουν σε σοβαρή μορφωτική δουλειά. Αλλά γενικώς δεν είναι
τυχαίο ως προς τους στόχους τους το γεγονός ότι καλλιεργούσαν στην κομματική βάση
που ήταν της επιρροής τους μια ελεγχόμενη ημιμάθεια, διαχωρίζοντας ουσιαστικά μέσα
στο κόμμα αυτούς που έχουν πρόσβαση στην μαρξιστική γνώση και σε αυτούς που δεν
έχουν, δηλαδή τους ίδιους από τα απλά στελέχη. Οι πρώτοι γίνονται εκείνοι που
αποφασίζουν και οι δεύτεροι εκείνοι που εκτελούν. Αναπαράγεται δηλαδή μέσα στο
κόμμα, αυτό που ήδη έχουμε αναφέρει και έχουμε χαρακτηρίσει ως στοιχείο που θέτει
συγκεκριμένα πολιτικά όρια στον τρόπο με τον οποίο διεκδικεί τα δικαιώματά του η
εργατική τάξη, αλλά τελικά και στον χαρακτήρα της επαγγελλόμενης κομμουνιστικής
κοινωνίας, ο διαχωρισμός διανοητικής και πρακτικής εργασίας διαμορφώνοντας ένα
αστικού τύπου κομματικού εξουσιαστικού μπλοκ. Ουσιαστικά, επέβαλλαν στους εργάτες
που ελέγχουν την δική τους δικτατορία η οποία αντικαθιστούσε την δικτατορία των
αφεντικών τους. Το γεγονός ότι ταυτίζονταν με την ηγεσία του Παγκόσμιου
κομμουνιστικού κινήματος, με την οποία μόνο οι ίδιοι έχουν επαφή, επικοινωνία και
πρόσβαση τονίζει ακριβώς το στοιχείο του εξουσιαστικού διαχωρισμού μέσα στο κόμμα
και τον καταμερισμό εργασίας. Οι μεν είναι οι εκλεκτοί από κάποια υπέρτατη αρχή και οι
δε πρέπει να υπακούν. Ουσιαστικά, με τον τρόπο αυτό καταργείται η υποτιθέμενη
διαλεκτική σχέση που υπάρχει στον μπολσεβίκικο δημοκρατικό συγκεντρωτισμό ανάμεσα
στους αρχηγούς και τους αρχηγούμενους, και αντικαθίσταται από μια χωρίς από τα πάνω
προς τα κάτω μόνο εξουσιαστική δομή. Κάποιοι μόνο αποφασίζουν και αυτός είναι ο
ρόλος τους στην κομματική δομή, επαγγελματοποιούνται, και κάποιοι άλλοι μόνο
εκτελούν. Συνεπώς, η πρόταση για μαζική διεύρυνση των κομματικών στελεχών με στόχο
τα 5.000 μέλη, αλλά και όλη η αντίληψη για κόμμα μαζών από τους σταλινικούς κρύβει
την προσπάθεια διεύρυνσης των σχέσεων εξουσίας μέσα στο κόμμα. Αυτό μας οδηγεί στην
διαπίστωση η διαφωνία των Π.Π.-Π.Γ. ως προς αυτό το σύνθημα υποδηλώνει όχι ελιτισμό,
αλλά πραγματική επαναστατική πίστη στην δημοκρατία και συγκεκριμένα, έτσι, όπως την
όρισε ο Λένιν. Αυτό που πραγματικά συμβαίνει είναι ότι αντίθετα με ότι ίσως δείχνει η
απόλυτη φρασεολογία τους οι ίδιοι δεν ήταν ούτε κοινωνικά και ούτε πολιτικά ελιτιστές,
35

αλλά δημοκράτες και μέσα από τις προτάσεις τους προσπαθούσαν να διασώσουν και να
διευρύνουν την δημοκρατία μέσα στο κόμμα. Δηλαδή οι προθέσεις τους είναι εκείνες που
δείχνουν τον χαρακτήρα τους, σε σχέση μάλιστα με τους αντιπάλους τους, και καθεαυτό οι
προτάσεις τους.
Ακόμα θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει ότι οι σταλινικοί με το να μην
διαπαιδαγωγούν μαρξιστικά τις κομματικές μάζες και να μην ενδιαφέρονται να
δημιουργήσουν μια πρωτοπορία μέσα στην εργατική τάξη, αλλά ουσιαστικά να αφήσουν
να κυριαρχήσουν στο κόμμα τα αντιδραστικά στοιχεία της ελληνικής εργατικής τάξης
θέτουν κάποιες βάσεις για μια πιο ρεφορμιστική πολιτική πρακτική, καθώς θα αδυνατούν
τα μέλη να συνδέουν με πιο πολιτικά ζητήματα τα καθημερινά προβλήματα είτε
καταφεύγοντας σε έναν αριστερό οπουρτονισμό και έναν στείρο επαναστατισμό που δεν
θα συνδέεται με την καθημερινότητα καταλήγοντας σεχταρισμό είτε θα οδηγεί σε ένα
καθαρά δεξιό οπουρτονισμό. Οι Π.Π.-Π.Γ. με τις προτάσεις τους περί πρωτοπορίας
επιθυμούν να διαμορφώσουν ένα σκεπτόμενο και καταρτισμένο δυναμικό που σε κάθε
στιγμή θα μπορεί να διαμορφώνει και να εντάσσει τα επιμέρους στην γενικότερη πολιτική
του κόμματος χωρίς να εμπίπτει σε αριστερίστικες ή δεξιές μεταστροφές. Είναι σωστό,
λοιπόν, και από αυτήν την άποψη να χαρακτηρίσουμε αριστερούς τους αντιπολιτευόμενους
και δεξιούς τους σταλινικούς.
Μέσα από το παραπάνω πρίσμα είναι εξηγήσιμη και η άλλη διαφορά γύρω από τον
χαρακτήρα και την φύση της εργατικής τάξης. Οι Π.Π.-Π.Γ. υποστηρίζουν ότι η εργατική
τάξη στην Ελλάδα βρίσκεται στην φάση που βρισκόταν η ευρωπαϊκή πριν τον πόλεμο,
ακριβώς για να υποστηρίξουν τον μπολσεβίκικο τρόπο συγκρότησης. Οι κούτβιδες και η
ομάδα Χαϊτά για τον αντίθετο ακριβώς λόγο για την υποστήριξη δηλαδή ενός κόμματος
μαζών κατηγορούν τους πρώτους ως σοσιαλδημοκράτες και θεωρούν ότι το ελληνικό
προλεταριάτο βρίσκεται στην λεγόμενη τρίτη περίοδο, την επαναστατική, όπως το
υπόλοιπο ευρωπαϊκό προλεταριάτο και θα πρέπει να συγκροτηθεί με βάση τα μαζικά
πρότυπα που όρισε η Κ.Δ. για την φάση αυτή, εξηγώντας ότι ο Λένιν σωστά την εποχή
των αρχών του 20ου αιώνα συγκροτούσε το Μπολσεβίκικο κόμμα με αυτόν τον τρόπο,
αλλά στις σύγχρονες περιστάσεις η πιο σωστή λενινιστικά γραμμή ήταν εκείνη της
Διεθνούς.
Τέλος, ακόμη και η στάση στο μακεδονικό που όπως είδαμε αποτέλεσε την
εμπειρική αφορμή για την μεταστροφή του Πουλιόπουλου δείχνει από τη μία τον σταθερό
επαναστατικό προσανατολισμό της αντιπολίτευσης και τον αριστερό οπορτουνισμό των
σταλινικών. Η στάση της αντιπολίτευσης είναι πιο επιστημονικά και μαρξιστικά άρτια,
ενώ η θέση των σταλινικών δείχνει μπροστά στις αναλύσεις του Π.Π. αδυναμία με
συνέπεια να παρουσιάζει αντιφάσεις, ιδιαίτερα στο σημείο που όπως θα δούμε
υποστηρίζουν ότι δεν χρειάζεται να υπάρχει συγκροτημένη εθνότητα για να υποστηριχθεί
το αίτημα της αυτονομίας της. Πολύ εύκολα κάποια στιγμή ο Π.Π. θα αντιληφθεί και θα
αναφέρει την πραγματική σκοπιμότητα που κρύβει αυτή η θέση, την υποστήριξη δηλαδή
του βουλγάρικου εθνικισμού. Έτσι, λοιπόν, δεν αποτελεί με κανένα τρόπο δειλία των
αντιπολιτευόμενων η μη υποστήριξη του συνθήματος για αυτονόμηση της Μακεδονίας και
Θράκης, αλλά απλώς δεν βλέπουν όχι μόνο ότι δεν βοηθάει την επαναστατική και
κομματική υπόθεση, αλλά και ότι δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα. Στα
κείμενά τους ξεκάθαρα υποστηρίζουν ότι η γραμμή αυτή εξυπηρετεί σκοπιμότητες του
Κ.Κ.Β., οι οποίες όχι μόνο είναι προβληματικές οι ίδιες, καθώς στοχεύουν στη συμμαχία
με εθνικιστές, αλλά δεν είχαν και κανένα θετικό αποτέλεσμα στο Κ.Κ.Β. με
καταστροφικές συνέπειες για το Κ.Κ.Ε.
Μετά από όλα αυτά μπορούμε να διαχωρίσουμε πολιτικά τις δύο ομάδες που
συγκρούονταν μέσα στο κόμμα. Από τη μια υπήρχαν οι συγκεντρωτικοί που επιθυμούσαν
36

την διεύρυνση του απολίτικου, μη μαρξιστικά συνειδητοποιημένου και εύκολα
χειραγωγήσιμου κατώτερου στελεχικού δυναμικού προάγοντας μια από τα πάνω προς τα
κάτω γραμμή εξουσίας και από την άλλη οι πιο δημοκρατικοί οι οποίοι υποστήριζαν μια
ιδεατή σχέση παράλληλου ελέγχου από τα πάνω προς τα κάτω και από τα κάτω προς τα
πάνω.

37

ΚΕΦΆΛΑΙΟ 4
Η συγκρότηση της πρώτης Ελληνικής Αριστερής Αντιπολίτευσης (Νέο
Ξεκίνημα). Η πορεία προς την διάσπαση και τη δημιουργία της δεύτερης
αντιπολίτευσης.
Α. Η περίοδος μετά το Συνέδριο. Η δημοσίευση του credo.
Μόλις τελείωσε το συνέδριο η φραξιονιστική πάλη οξύνθηκε έντονα καταλήγοντας
με μαθηματική ακρίβεια στην διαγραφή της αντιπολίτευσης. Ο αγώνας πήρε και από τις
δύο πλευρές την μορφή ολοκληρωτικής σύγκρουσης. Σε μια πρώτη φάση όμως η
σύγκρουση είχε λάβει την μετέπειτα βιαιότητα. Η ομάδα Πουλιόπουλου-Γιατσόπουλου με
στόχο να κάνει γνωστά στο κόμμα τα τεκταινόμενα στην Διεθνή κυκλοφόρησε μια
διαμαρτυρία των Τρότσκι και Βούγιεβιτς για τον αποκλεισμό του Ζηνόβιεφ από την
Εκτελεστική Επιτροπή της ΚΔ. Το Π.Γ. κυκλοφόρησε μια ανακοίνωση στις 6 Απριλίου
1927 για να σταματήσει τη συζήτηση που φούντωνε γύρω από τη δράση της
αντιπολίτευσης, καλώντας όλα τα μέλη να πειθαρχήσουν στις αποφάσεις του συνεδρίου
και οι οργανώσεις να πάψουν τις συζητήσεις. Από δω και στο εξής το Π.Γ. θα απαγορεύει
τις γενικότερες πολιτικές συζητήσεις. Τα μέλη του κόμματος θα πρέπει να εκτελούν τις
αποφάσεις του συνεδρίου, που ουσιαστικά αποφάσισε αυτά που πρότεινε η Κ.Δ., και δε θα
πρέπει να συζητούν ή να διαφωνούν. Ο μόνος τους ρόλος είναι να εκτελούν τις εντολές της
ηγεσίας.
Στις 6 Ιουνίου του ίδιου έτους ο Πουλιόπουλος απέστειλε ένα γράμμα προς το
Πολιτικό Γραφείο του κόμματος διαμαρτυρόμενος για την εικόνα που παρουσίασε το
κόμμα στην συγκέντρωση αλληλεγγύης στους καπνεργάτες απεργούς που
πραγματοποιήθηκε την προηγούμενη μέρα της επιστολής στον κινηματογράφο
«Απόλλωνα». Στο κείμενο αυτό ασκούσε κριτική στον λόγο του ρήτορα Πικρού ο οποίος
ήταν ο επίσημος ομιλητής του κόμματος χαρακτηρίζοντας το περιεχόμενό του «ένα
συνοθύλευμα από κούφιες 'επαναστατικές' φράσεις, βωμολοχίες της ταβέρνας και του
πορνείου, από ανακρίβειες και γελοίες ανοησίες — ένα αληθινό αίσχος για το κόμμα» ...
«που όχι αλληλεγγύη δε φανέρωναν προς το αγωνιζόμενο καπνεργατικό προλεταριάτο, μα
ήταν μια αναίσθητη διακωμώδηση του μαρτυρικού του αγώνα»(η υπογρ. Π.Π.). Στο
κείμενο ο Π.Π. αναδεικνύει την κεντρική του αντίληψη ότι το κόμμα εκφράζει το μέσο
επίπεδο του έλληνα εργάτη, αναπαράγει αυτό το επίπεδο και δε λειτουργεί με τέτοιο τρόπο
ώστε να προσπαθεί να ανατρέψει αυτή την κατάσταση. Γιαυτό ακριβώς εκείνο που ο ίδιος
θεωρεί ως τραγικότερο στην υπόθεση αυτή ήταν ότι «οι τέτοιες εμφανίσεις του κόμματος
είναι τόσο συνηθισμένες που, πολλοί ... εργάτες... ήσαν σχεδόν ικανοποιημένοι από την
κατάσταση αυτή...».
Επίσης, στο ίδιο κείμενο με αφορμή τόσο ότι οι ίδιοι οι ηγέτες του κόμματος δεν
εμφανίστηκαν όσο και για ένα συλλαλητήριο αλληλεγγύης στους καπνεργάτες το οποίο
ορίστηκε από την ηγεσία ως παράνομο, με αποτέλεσμα να μην το μάθουν ούτε οι ίδιες οι
οργανώσεις του κόμματος, τους κατηγορούσε ότι κρύβονται και καλλιεργούν ένα χωρίς
λόγο κλίμα ημιπαρανομίας.70 Το κείμενο αυτό δείχνει πολύ εύστοχα τον τρόπο με τον
οποίο λειτουργούσε η διοίκηση του Κ.Κ.Ε. Αποτελούσε τον εντελοδόχο, ενώ δεν
παρουσιαζόταν δημόσια καλλιεργώντας ένα μυθοποιητικό ρόλο για την ίδια και τον ρόλο
της. Επίσης, κινδυνολογούσε χωρίς λόγο προσπαθώντας να λειτουργήσει συσπειρωτικά
στα μέλη.
Πουλιόπουλος Π., Γράμμα «Προς τη Διοίκηση του Κόμματος», Νέο Ξεκίνημα 6 Ιουνίου 1927 στο Κείμενα του
1928, Ουτοπία 1982, σ. VII - VIII..
70

38

Στο σημείο αυτό ίσως θα έπρεπε να αναφερθούμε λίγο και στον καπνεργατικό
αγώνα, καθώς το ζήτημα αυτό πρώτον απασχολεί τους πρωταγωνιστές του εργατικού
κινήματος της εποχής, αλλά και καταδεικνύει τον τρόπο δράσης της διοίκησης. Η
πανελλαδική απεργία των καπνεργατών που κατέληξε σε άγριες και αιματηρές
συγκρούσεις σ' όλα τα καπνοβιομηχανικά κέντρα της χώρας, αποτελούσε το
σημαντικότερο γεγονός αυτήν την περίοδο. Παντού η αστυνομία χρησιμοποίησε τα όπλα
εναντίον των απεργών και σε όλες τις πόλεις υπήρχαν θύματα και μαζικές συλλήψεις. Με
βάση την περιγραφή του Στίνα το Π.Γ. κινήθηκε αντιφατικά προκαλώντας σύγχυση στους
εργάτες συμβάλλοντας αποφασιστικά στην αποτυχία του κινήματος. Αρχικά ο Μάξιμος ο
οποίος μετέβηκε στην Καβάλα, το κέντρο των κινητοποιήσεων, υποστήριξε ότι η απεργία
«πρέπει να κρατήσει τον χαρακτήρα της απλής αποχής από την εργασία», προκαλώντας
δυσφορία στα μέλη του κόμματος. Λίγες μέρες πιο μετά κατέφτασε στην πόλη ο Θέος
όπου λειτουργώντας ως ο υπεύθυνος για την απεργία, κάλεσε σε μαχητικές εκδηλώσεις.
Αργότερα όμως ο ίδιος ο Θέος ύστερα από τις απειλές του νομάρχη άλλαξε στάση
ματαιώνοντας τις μαχητικές διαδηλώσεις και προκηρύξεις, προκαλώντας την αγανάχτηση
και απογοήτευση των καπνεργατών. Κατά τον Στίνα η κομματική οργάνωση της Καβάλας
διαλύθηκε μετά από αυτά τα γεγονότα και το προλεταριάτο της περιοχής έκανε χρόνια να
κινητοποιηθεί.71
Πολύ σύντομα η ομάδα της αντιπολίτευσης έχοντας το καπνεργατικό ως μια
σοβαρή βάση για να αποδείξει τις αδυναμίες της ηγεσίας προχώρησε στην πρώτη
ουσιαστική αντιπολιτευτική της κίνηση μετά το συνέδριο. Στις 15 Ιουνίου κυκλοφόρησε
μαζί με τον Γιατσόπουλο ένα πολιτικό κείμενο «Γράμμα στα μέλη του Κ.Κ.Ε.» ως
γνωστοποίηση στα μέλη του κόμματος των μη δημοσιευμένων στον «Ριζοσπάστη»
κατατεθειμένων απόψεών τους στο Συνέδριο. Το κείμενο αυτό το οποίο έμεινε γνωστό με
το όνομα «credo» αποτελούσε το πρώτο από μια σειρά άρθρων με το όνομα «Νέο
Ξεκίνημα». Το «Νέο Ξεκίνημα» με υποκεφαλίδα «έκτατα φύλλα της αντιπολίτευσης μέσα
στο Κ.Κ.Ε.» ουσιαστικά αποτελεί την πρώτη επίσημη παρέμβαση της ομάδας Π.Π.-Π.Γ.
όχι πια ως μιας φράξιας αλλά ως οργανωμένης αντιπολίτευσης. Ο τίτλος έδωσε και το
όνομα στην αντιπολιτευτική κίνηση, η οποία έμεινε στην κομματική ιστορία ως η πρώτη
αντιπολίτευση για να ξεχωρίζει από την ενωμένη αντιπολίτευση των ομάδων Μαξίμου και
Πουλιόπουλου. Από κάτω έγραφε: «Ο μπολσεβίκος υπερασπίζει τη γνώμη του θαρραλέα
κι ανεξάρτητα ακόμη και μέσα στην ίδια του την οργάνωση», υπογραφή ΤΡΟΤΣΚΙ. Οι
Π.Π.-Π.Γ. είχαν πάρει την απόφασή τους με ποιούς ήθελαν να είναι και το δήλωναν. Στο
προλογικό σημείωμα δικαιολογούσαν την έκδοση των φύλλων αυτών ως ανάγκη να
απαντήσουν στις λασπολογίες και τις κατηγορίες της ηγεσίας καθώς δεν τους επιτρεπόταν
να έχουν πρόσβαση στον «Ριζοσπάστη», ο οποίος υποστήριζαν ότι είχε πάψει πια να είναι
όργανο όλου του κόμματος, αλλά μιας μερίδας. Το «Νέο Ξεκίνημα» δηλαδή δεν ήταν
απλώς ένα φύλλο, αλλά ουσιαστικά προσέδιδε την πολιτική ταυτότητα ενός ξεχωριστού
ρεύματος, τα κείμενα των Π.Π.-Π.Γ. και τις απαντήσεις τους στις επιθέσεις του Π.Γ.
Στο «credo» επαναλάμβαναν τις απόψεις τους για τα οργανωτικά και επιχειρούσαν
μια αποτίμηση του συνεδρίου και της κατάστασης μέσα στο κόμμα μετά από αυτό. Τις
θέσεις τους τις έχουμε ήδη αναφέρει και δεν χρειάζεται να τις επαναλάβουμε. Αυτό που
αξίζει να σημειώσουμε εδώ όμως είναι ότι θεωρούσαν ότι η εξέλιξη του τακτικού
συνεδρίου επικύρωσε τα συμπεράσματά τους για την νοσηρή κατάσταση που επικρατεί σε
αυτό και ότι οι αποφάσεις του «ήταν μια επίσημη πιστοποίηση για τη διαιώνιση της
ακαταστασίας», διότι όχι μόνο δεν έγινε καμιά σκέψη για ξεκαθάρισμα και επιλογή
μελών», αλλά το αντίθετο, «άνοιγμα του κόμματος σε κάθε σκάρτο στοιχείο». Είδαν την
«οικουμενική» σύνθεση της διοίκησης που προάχθηκε από την Διεθνή ως νόθα λύση, ενώ
71

Στίνας Α., Αναμνήσεις, Ύψιλον Αθήνα 1985, σ. 131-2.
39

ουσιαστικά επικρατούσε η ομάδα Χαϊτά. Κατά τους ίδιους «ενόσω είναι ακόμη καιρός ...
πρέπει όλα τα υγιή στοιχεία του κόμματος ναρχίσουν ν’ αντιδρούν συστηματικά στο
κακό». Καταδίκασαν την φημολογούμενη διάθεση των συνδικαλιστών του κόμματος να
προχωρήσουν σε δημιουργία νέας Γ.Σ.Ε.Ε.
Τέλος, πρότειναν την σύνταξη ενός προγράμματος του Κ.Κ.Ε. με βάση το σχέδιο
προγράμματος της Κ.Δ. που ψηφίστηκε στο 5ο συνέδριο της Κ.Δ. και το πρόγραμμα του
Κ.Κ.Β. και την έκδοση ενός θεωρητικού οργάνου στο οποίο θα διατυπώνουν όλοι
ελεύθερα τις απόψεις τους. 72 Ακόμα κατηγόρησαν την ηγεσία και συγκεκριμένα τους
κούτβιδες ότι λειτουργούσαν με παρασκηνιακές μεθόδους αποφεύγοντας να εμφανίζονται
και να εξηγούν τις εντολές τους, ώστε σε περίπτωση αποτυχίας να μπορούν μετά να
διαχωρίσουν την θέση τους. Επίσης, ότι καθοδηγούσαν σε παράνομες πράξεις στις οποίες
όμως οι ίδιοι δεν έπαιρναν μέρος ποτέ και ότι γενικώς, όπως θα το περιγράφαμε σήμερα,
διαπνέονταν από έναν ινστρουκταδόρικο αρχηγισμό. Ακόμη διέβλεπε ότι όπως και στην
«πρώτη παρανομία» (δικτατορία Πάγκαλου) έτσι και σε όποια άλλη μελλοντική το κόμμα
θα διαλυθεί. Στο κείμενο αυτό κατήγγειλε σαν βασικό υπεύθυνο για την καταστροφή στο
καπνεργατικό «τον τυχοδιωκτισμό που κυβερνάει το κόμμα».
Την ίδια περίοδο το αποσπασθέν κομμάτι του «Αρχείου του Μαρξισμού» με το
όνομα Τρίτη Κατάσταση73 είχε αποφασίσει στην συνδιάσκεψη της 12.6.1927 την
αυτοδιάλυση της οργάνωσης και της ένταξής της στο Κ.Κ.Ε. Για την πρόθεσή τους
απέστειλαν έγγραφο στο Κ.Κ.Ε. Στην απάντηση του, το Π.Γ. απαιτούσε για την ένταξή
τους την απάρνηση του αρχειομαρξιστικού παρελθόντος, ενώ δεν αναγνώριζε το δικαίωμά
τους να τηρούν ακέραιες τις γνώμες τους μέσα στο Κ.Κ.Ε., διότι οι γνώμες τους κατά το
Π.Γ. δεν θα μπορούσαν παρά «νάνε υπολείμματα του αρχειομαρξισμού και της
τριτοκαταστατικής εξέλιξης, υπολείμματα βλαβερά και για το Κόμμα και για την εργατική
τάξη». θεωρούσε λανθασμένες τις αντιλήψεις τους για τα οργανωτικά του κόμματος και
έβαζε ως προϋπόθεση την αποδοχή των αποφάσεων του Γ΄ Συνεδρίου. 74 Εντωμεταξύ, η
αντιπολίτευση είχε έρθει ήδη σε επαφή με την Τρίτη Κατάσταση και φαίνεται ότι υπήρξε
συμφωνία σε πολλά ζητήματα, γι' αυτό στο credo του «Νέου Ξεκινήματος» ασκούσαν
κριτική στην τακτική της διοίκησης του κόμματος απέναντι της, διότι έβαζε αυτές τις
προϋποθέσεις για την ενσωμάτωσή τους, ενώ κατά τους Π.Π.-Π.Γ. το μόνο που θα
μπορούσε να τους είχε ζητήσει ήταν πειθαρχία στο κόμμα.75 Το αποτέλεσμα ήταν τελικά οι
αρχειομαρξιστές της Τρίτης Κατάστασης να μην δεχτούν τις προϋποθέσεις αυτές και να
συνεχίσουν να δρουν αυτόνομα.
Στις 2 Ιούλη οι Γιατσόπουλος-Πουλιόπουλος Οι Π.Π.-Π.Γ. δήλωναν στο «Νέο
Ξεκίνημα» ως απάντηση στην πληροφορία που διοχετεύτηκε στην αστική εφημερίδα
«Ελεύθερο Βήμα», ότι δεν εκδηλώνουν καμία τάση ν΄αποσχιστούνε από το Κ.Κ. και ότι
εξακολουθούν να είναι στρατιώτες του κομμουνισμού. Απλώς διαφωνούν με την πολιτική
της ηγεσίας και δηλώνουν την διαφωνία τους.76
Στην επόμενη φάση το Π.Γ. θα εντείνει την επίθεση ενάντια στην αντιπολίτευση.
Στις 6 Ιουλίου το Π.Γ. με ομόφωνη απόφαση επιχείρησε να απαντήσει στο «Γράμμα» των
Π.Π.-Π.Γ. κατηγορώντας τους για οργανική επαφή με την Τρίτη Κατάσταση, για
ιδεολογική ταύτιση μαζί τους και ότι αποτέλεσαν εμπόδιο στην ενσωμάτωσή τους στο
κόμμα. Διαφώνησε με την άποψη του Πουλιόπουλου για μόνιμη κρίση που δεν σχετίζεται
με τον ανταγωνισμό τάσεων και πρόβαλλε την άποψη ότι «οι κρίσεις του κόμματος
Βλ. Πουλιόπουλος Π.- Γιατσόπουλος Π, «Γράμμα στα μέλη του Κ.Κ.Ε.» ό.π.
Βλ. για Τρίτη Κατάσταση επίμετρο και πίνακα I.
74
Π.Γ. της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε. , «Ανακοίνωση του Π.Γ.», Ριζοσπάστης, 20 Ιούνη 1927, Το Κ.Κ.Ε. , Επίσημα Κείμενα ,
1925-1928, τ.2ος, 319, σ.334-339.
75
Πουλιόπουλος Π.,- Γιατσόπουλος Π. «Γράμμα στα μέλη του Κ.Κ.Ε.», ό.π.
76
Βλ. Πουλιόπουλος Π.- Γιατσόπουλος Π., «Μια Πολιτική Ατιμία», Νέο Ξεκίνημα, 2 Ιουλίου 1927.
40
72
73

οφείλονται εν πρώτοις στη σύγκρουση των διαφόρων τάσεων μέσα στο Κομμουνιστικό
κόμμα, οι οποίες ξεκινώντας από διαφορετική ταξική βάση, προσπαθούν να δώσουν μια
δική των λύση στα μεγάλα προβλήματα του κινήματος.» Η έκφραση «ξεκινώντας από
διαφορετική ταξική βάση» αποτελεί εμμέσως πλην σαφώς νύξη για την κοινωνική θέση
του Πουλιόπουλου.
Κατά την άποψη του Π.Γ. «η τάση Πουλιόπουλου» προσπαθεί με τις απόψεις της
για επίλεχτα στοιχεία, ξεκαθάρισμα του κόμματος και δοκιμασία των μελών να
δημιουργήσει από το κομμουνιστικό κόμμα ένα κόμμα το οποίο να μην είναι
κομμουνιστικό, αλλά μια αιρετική και αντιδραστική μικροαστική οργάνωση, απομονωμένη
από τις μάζες, ανίκανη για πολιτική δράση, παρόμοια προς το ''Αρχείο του Μαρξισμού''».
Κατηγορεί ως μικροαστική αντιδραστική την διαφωνία του Πουλιόπουλου για τον στόχο
των 5.000 μελών και ότι με την στάση του απέναντι στους αντιπροσώπους της Διεθνούς,
την εκδήλωση συμπάθειας στην ρωσική αντιπολίτευση και την διάθεσή του για διάσπαση
βρίσκεται στην «απαρχή μιας θλιβερής εξέλιξης προς την αναθεώρηση της μαρξιστικήςλενινιστικής θεωρίας». Θεωρεί ότι ο φραξιονισμός των Π.Π.-Π.Γ. και η άγονη κριτική
ανακόπτουν την πορεία του κόμματος και οδηγούν στην αποσύνθεσή του. Αρνείται να
αποδεχθεί την κριτική τους για τον καπνεργατικό αγώνα, καθώς κατά την αντίληψή τους
μόνο Ολομέλεια της Κ.Ε. μπορεί να την αποδώσει σωστά. Χαρακτηρίζει την επαφή τους
με την Τρίτη Κατάσταση αντικομματική και «στρεφόμενη εναντίον της πειθαρχίας και του
γοήτρου του Κόμματος» και καταδικάζει την κυκλοφορία του Νέου Ξεκινήματος ως «την
σοβαρότερη και την πιο επικίνδυνη φραξιονιστική ενέργεια της ομάδος Πουλιόπουλου, ως
παραβίαση της υπόσχεσης της δοθείσης από το σ. Πουλιόπουλο στο 3ο τακτικό Συνέδριο,
ότι σεβασθή την πειθαρχία του Κόμματος, ως μια επίθεση εναντίον των αποφάσεων του
3ου τακτικού Συνεδρίου».
Καταλήγει, λοιπόν, στα συμπεράσματα ότι η τάση Πουλιόπουλου «α) ... έχει ένα
καθαρά μικροαστικό αντιδραστικό περιεχόμενο. β) .... Τείνει να τορπιλίσει το
Κομμουνιστικό κόμμα της Ελλάδος μεταβάλλοντάς το σε αιρετική μικροαστική οργάνωση.
γ) ... Έχει μέσα της τα σπάργανα ενός σχίσματος και μιας εχθρότητας εναντίον της
Κομμουνιστικής Διεθνούς και του Κ.Κ.Ε. δ) ... Ενισχύει με τις αρχές της και με την εντός
του Κόμματος στάση της, όλους τους εξωκομματικούς εχθρούς του Κόμματος, το ''Αρχείο
του Μαρξισμού'', την 3η Κατάσταση, την κεφαλαιοκρατική αντίδραση.» Καλεί τα μέλη να
καταδικάσουν ομόθυμα κάθε φραξιονιστική πάλη μέσα στο κόμμα. Θα είχε ίσως μια αξία
να αναφέρουμε ότι και σήμερα οι απόψεις του κόμματος, αλλά και του ΚΚΕ Εσ. της
μεταδιδακτορικής περιόδου για την ομάδα Πουλιόπουλου όπως παρουσιάζονται στο βιβλίο
του κ. Κουτσούκαλη, όσον αφορά την πρώτη περίπτωση, και του Νεφελούδη Παύλου 77,
όσον αφορά τη δεύτερη, αντιστοιχούν στην κριτική του κόμματος της μεσοπολεμικής
περιόδου.
Β. Η Α΄ Ολομέλεια του Κόμματος. Όξυνση της φραξιονιστικής πάλης με μια
σειρά εκατέρωθεν ανταπαντήσεων.
Στις 20-25 Ιουλίου συνήλθε η Ολομέλεια της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε. Κατά την διάρκειά
της η πλειοψηφία της Κ.Ε. ενέκρινε την δράση του Π.Γ. και τις κριτικές της επί διαφόρων
ζητημάτων. Η ολομέλεια της Κ.Ε. θεώρησε σφάλμα του Π.Γ. το γεγονός ότι αδιαφόρησε
για τον κίνδυνο του λικβινταρισμού, δεν τον ανέλυσε σύμφωνα με τις αποφάσεις του 3ου
τακτικού Συνεδρίου και δεν τον καταπολέμησε, καθώς έπρεπε να κάνει. Με απόφασή της
«απαλλάσσει τον Πουλιόπουλο από κάθε υπεύθυνο θέση» και «δίδει εντολή στο Π.Γ. να
λάβει επιπλέον όλα τα αναγκαία μέτρα για την καταπολέμηση και την εκμηδένιση του
Νεφελούδης Παυλος, Στις πηγές της κακοδαιμονίας, τα βαθύτερα αίτια της διάσπασης του ΚΚΕ, 1918-1968,
Γκούτεμπεργκ Αθήνα 1974.
77

41

λικβινταριστικού κινδύνου και την περιφρούρηση των αποφάσεων του 3ου τακτικού
Συνεδρίου και του Κόμματος.»78. Επίσης, απέδωσε μομφή στο μέλος της Κ.Ε. Νικολινάκο
για την υπεράσπιση του credo.
Σε όλα αυτά η μειοψηφία της ομάδας Μαξίμου αντέδρασε με την παραίτηση των
Μαξίμου, Χαίνογλου και Σκλάβου καλώντας την έναρξη συζήτησης και την σύγκλιση
εκτάκτου Συνεδρίου. Η Ολομέλεια τους κάλεσε να ανακαλέσουν την παραίτησή τους διότι
με αυτόν τον τρόπο ενθάρρυναν την αντιπολίτευση. Στις 29-7-1927 οι Μάξιμος,
Χαϊνογλου και Σκλάβος με κοινή τους δήλωση στον Ριζοσπάστη ανακάλεσαν την
παραίτησή τους και κατηγόρησαν την τάση Πουλιόπουλου ότι εκμεταλλεύεται προς το
συμφέρον της και συνεπώς εναντίον του κόμματος τις διαφωνίες μέσα στο Π.Γ.
Αναγνώριζαν ως πραγματικό χειριστή των πραγμάτων του κόμματος την ομάδα Χαϊτά και
για αυτό παραχώρησαν στην πλειοψηφία τις υπεύθυνες θέσεις του Π.Γ., δηλαδή την θέση
της Πολιτικής Γραμματείας που κατείχε ο Μάξιμος. Ολοκληρώνοντας δήλωσαν ότι θα
συνεχίσουν τον αγώνα του κόμματος εναντίον της διασπαστικής τάσης του
Πουλιόπουλου.79
Το Π.Γ. είχε αρχίσει μια εκστρατεία προσωπικών επιθέσεων και υπονόμευσης του
κύρους των αντιπολιτευόμενων, αλλά θύματα αυτής της πολεμικής δεν ήταν μόνο οι
ηγέτες της αντιπολίτευσης μα και οι απλοί οπαδοί της. Για παράδειγμα ο
αντιπολιτευόμενος Μοναστηριώτης ο οποίος βρισκόταν στην Φολέγανδρο ως εξόριστος
δεν γινόταν δεκτός στην κολεκτίβα του κόμματος στο νησί σαν όργανο της ασφάλειας. Οι
αντιπολιτευόμενοι στον Βόλο κατηγορήθηκαν ότι παίρνουν στις γραμμές τους
«χαφιεδίστικα στοιχεία», ενώ στον Πειραιά τους κατηγόρησαν για προδοσία επειδή
κατέβασαν ξεχωριστό ψηφοδέλτιο. Επίσης, πολεμική στήθηκε και απέναντι σε μέλη της
Κ.Ε., όπως ο Χατζησταύρου της ομάδας Μάξιμου.80 Στην Αθήνα μάλιστα οξύνθηκαν τόσο
πολύ τα πράγματα με την ύπαρξη ξεχωριστού ψηφοδελτίου σε διάφορα σωματεία, που
οπαδοί της διοίκησης επιτέθηκαν με μπουνιές εναντίον των αντιπολιτευόμενων. Από τα
παραπάνω συμπεραίνουμε ότι στον συνδικαλιστικό τομέα η διάσπαση ουσιαστικά έχει
προχωρήσει. Αν και δεν γνωρίζουμε λεπτομέρειες, αυτό που φαίνεται είναι ότι η ευθύνη
πέφτει στην αντιπολίτευση, πράγμα που δικαιώνει τις κατηγορίες της ηγεσίας.
Μπροστά σε αυτήν την κατάσταση οι Π.Π.-Π.Γ. συνέγραψαν ένα επιθετικό γεμάτο
οργή άρθρο ενάντια στην ηγεσία με τίτλο «Που Τραβάτε;» αρχίζοντας ανοιχτά πλέον μια
μετωπική σύγκρουση με τους κούτβιδες, έναν πραγματικό ανελέητο πόλεμο κατηγοριών
μία σύγκρουση στην οποία έπρεπε να υπάρξει νικητής και ηττημένος. Σε αυτό στρέφονταν
ενάντια στις αποφάσεις της Ολομέλειας της Κ.Ε. θεωρώντας ότι «επισημοποιούν μια
κατάσταση από τις πιο επικίνδυνες, που γνώρισε ... το Κόμμα». Καλούσαν τα μέλη να μην
σταθούνε παθητικά υποστηρίζοντας ό,τι είναι γνωστό σε όλους, ότι δηλαδή η «Κ.Ε. δεν
εκφράζει το πραγματικό φρόνημα του κόμματος». Κατά την άποψή τους όλα αυτά
αποτελούσαν συνέπειες του «διεθνούς υπερσυγκεντρωτισμού και ενός ανόητα
βεβιασμένου συμβιβασμού, που έγινε στο 3ο Συνέδριο» και συγκεκριμένα ανέφεραν την
ύπαρξη πολλών λευκών ψήφων και την διαμαρτυρία 15 συνέδρων, καταγγέλλοντας
ανοιχτά ότι «αντικειμενικά το διοικητικό όργανο του Κόμματος σήμερα είναι έκφραση της
κοινότερης πολιτικής νοθείας». Δηλαδή στο σημείο αυτό η αντιπολίτευση αμφισβητεί την
νομιμότητα του συνεδρίου και συνεπώς τη νομιμότητα των αποφάσεών του,
δικαιολογώντας την δική τους στάση. Εκτιμούσαν ότι ουσιαστικά «το κόμμα κυβερνιέται
Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε. , «Απόφαση της Ολομέλειας της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε..», Ριζοσπάστης, 26 Ιούλη 1927, Επίσημα
Κείμενα, ό.π., 330γ, σ. 365-366.
79
Μάξιμος, Χαϊνογλου, Σκλάβος, «Δήλωση πάνω στην απόφαση της Ολομέλειας της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε.»,
Ριζοσπάστης 29 Ιουλίου 1927.
80
Για όλα βλ. Καστρίτης Κ., Η Ιστορία του μπολσεβικισμού-τροτσκισμού στην Ελλάδα, μέρος πέμπτο, ό.π., σ. 114-115.
42
78

από μια φράξια, που όλη η ιστορία της μέσα στο κόμμα είναι ιστορία πολιτικού
τυχοδιωκτισμού».
Στο σημείο αυτό η στάση των Π.Π.-Π.Γ. απέναντι στην «μαρξιστική ομάδα αλλά
και στην λεγόμενη «εργατική» ομάδα είναι αρκετά επιθετική. Τους πρώτους τους
κατηγόρησαν για πολιτική απάθεια και τους δεύτερους για πολιτική απλοϊκότητα, διότι δεν
προσπάθησαν να αποτρέψουν τους κούτβιδες να αλώσουν το κόμμα. Ακόμη κατηγόρησαν
τους «μαρξιστές» ότι το μόνο που είναι ικανοί να πράξουν είναι να παραιτούνται και
μάλιστα χωρίς να έχουν το θάρρος να εξηγήσουν τους λόγους της παραίτησής τους. Και
καταλήγουν ότι ουσιαστικά ταυτίζονται με τον τυχοδιωκτισμό και συνυπεύθυνη για την
εγκληματική δράση του κόμματος. Υποστήριζαν ότι η διοικούσα φράξια με τον πολιτικό
της τυχοδιωκτισμό «ωδήγησε το κόμμα σε πρωτοφανή όξυνση των αποσυνθετικών
φαινομένων, σε αληθινές καταστροφές και γελοιοποιήσεις» φέρνοντας ως παραδείγματα
το καπνεργατικό, τις δημόσιες εμφανίσεις και την γενικότερη οργανωτική ακαταστασία.
Στην συνέχεια, κατήγγειλαν ότι η Ολομέλεια δεν συνήρθε για να αποφασίσει πάνω στα
σημαντικά ζητήματα του κόμματος ούτε άσκησε κριτική στην τακτική της διοικούσας
ομάδας, αλλά για να τα συγκαλύψει προβάλλοντας το φόβητρο του «λικβινταρισμού».
Στις επόμενες παραγράφους έγραψαν για την αντιπολίτευση, ότι ως «γνήσιος
φορέας και αποφασιστικός εκδηλωτής της αγανάκτησης των σκεπτόμενων συντρόφων»
είναι η μόνη δύναμη που εναντιώνεται στον «αποσυνθετικό φραξιονισμό της διοικούσας
ομάδας». Χρησιμοποιώντας το β πληθυντικό για μεγαλύτερη έμφαση και αμεσότητα στην
επίθεσή τους κατηγόρησαν την διοίκηση ότι έπνιξε τη φωνή τους με το να δημοσιεύσει τις
επίσημα κατατεθειμένες στο Τρίτο Συνέδριο δηλώσεις τους «με δόλιο σκοπό να μη τις
γνωρίσει το κόμμα». Συνεχίζοντας υποστήριξαν ότι η διοίκηση δημοσίευε άρθρα
αντιπολιτευομένων χωρίς την υπογραφή τους για να μην φανεί ότι μέλη της
αντιπολίτευσης έχουν «ορθή» και «κομμουνιστική» πολιτική γραμμή, όπως για
παράδειγμα κείμενα που αναφέρονταν στο καπνεργατικό και που ουσιαστικά
συγκροτούσαν τη γραμμή του κόμματος. Αναγνώριζαν την δολιότητα πίσω από τη μη
δημοσίευση της απάντησής τους στο Ελεύθερο Βήμα να δείξουν ότι η αντιπολίτευση θέλει
να αποσχιστεί. Στην συνέχεια έριξαν σε εκείνους το βάρος για την αποτυχία της
ενσωμάτωσης της Τρίτης Κατάστασης στο κόμμα, για να μην ενισχυθεί η αντιπολίτευση.
Δηλώνουν ξανά ότι δεν θέλουν να διαλύσουν το κόμμα και ότι όποιος το πιστεύει αυτό
είναι πολιτικό νήπιο αλλά ότι παλεύουν για την εξυγίανσή του. Αυτό που μόνο ζητούν να
διαλύσουν είναι ο τυχοδιωκτισμός που οδηγεί στην αποσύνθεση. Τους κατηγορούσαν ως
τους ταπεινότερους φραξιονιστές που έχει γνωρίσει το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα,
διότι χωρίς να τολμούν να διαγράψουν την αντιπολίτευση, διαγράφουν από το Κόμμα
πυρήνες και αχτίδες, εργάτες γραμματείς επαγγελματικών σωματείων επειδή απλώς
ζήτησαν να διαφωτιστούν πάνω στο τι λέει η αντιπολίτευση. Τέλος, τους κατηγορούσαν
ότι μεταβάλλανε «το κόμμα σε στρατώνα, όπου ο κοποραλισμός αντικατέστησε την
προλεταριακή δημοκρατία και τρέμει ο απλοϊκός εργάτης μπροστά στο δεκανέα — τοπικό
επίτροπο που τον επιπλήσσει γιατί διάβασε το ''Νέο Ξεκίνημα''».
Τα βασικά τους αιτήματα ήταν «άμεση δημοκρατικοποίηση του συγκεντρωτισμού,
το σταμάτημα της ενδοκομματικής τρομοκρατίας και του ανόητου πυροτεχνήματος
''λικβινταρισμός'', σύγκλιση Εκτάκτου Συνεδρίου και ελεύθερη συντροφική συζήτηση στο
''Ριζοσπάστη'', καθώς και ελευθερία του λόγου για την αντιπολίτευση μέσα σε κάθε
πυρήνα.» Τα προβλήματα που έθεταν προς συζήτηση ήταν εκτός από τα γνωστά
οργανωτικά 1. Κρίση του κόμματος. 2. Πρόβλημα ποιοτικής σύνθεσης και λενινιστική του
θέση για το ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα. 3. Εσωτερική ομαλοποίηση και
δημοκρατικός συγκεντρωτισμό. 4. Θεωρητική — μορφωτική και πραχτική εργασία και
ορθός συσχετισμός τους για το Κ.Κ.Ε. 5. Αρχείο Μαρξισμού, Τρίτη Κατάσταση., πολιτικά
43

ζητήματα τα οποία όριζαν ως 1. Πολιτικός ψευτοεπαναστατικός τυχωδιοχτισμός,
συγκεκριμένες εκδηλώσεις του και καταπολέμησή του. 2. Εθνικό ζήτημα. 3. Θεωρία του
''Σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα'' και διεθνής αντιπολίτευση. (ζήτημα που για πρώτη φορά
ξεκάθαρα δήλωναν ως θέμα συζήτησης). 4 Κίνδυνοι πολέμου, αγώνας για τη νομιμότητα
και πραχτική προετοιμασία μορφών παράνομης οργάνωσης και παράνομης εργασίας. Και
τέλος στα επαγγελματικά ζητήματα έθεταν ένα ζήτημα το πρόβλημα της ενότητας.81
Η απάντηση του Π.Γ. ήταν εξίσου επιθετική, χρησιμοποιώντας όμως πολύ
περισσότερους υβριστικούς προσδιορισμούς και χαρακτηρισμούς που μάλλον δεν
ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Η ανακοίνωση είχε ως τίτλο: «Ο αντιδραστικός
λικβινταριστικός μικροαστισμός συνεχίζει τον πόλεμο εναντίον του κόμματος», «Η νέα
δήλωση του σ. Πουλιόπουλου. Αγώνας εξοντωτικός κατά του ανωτάτου διοικητικού
οργάνου. Η αντιδραστική αντιπολίτευση αγωνίζεται υπέρ της διαγραφής της Ασυγκράτητη
εξέλιξη προς την αντίδραση». Στο κείμενο μέσα καταδίκασαν την νέα δήλωση λέγοντας
χαρακτηριστικά ότι «υπερβαίνει σε αντιδραστική εξωφρενικότητα και λύσσα κάθε άλλη
προηγούμενη δήλωση». Στην συνέχεια προβάλλοντας ως δικαιολογία «ότι δεν υπάρχει
ουδέ ελαχίστη ελπίς ότι η δημοσιευόμενη δήλωση θάνε η τελευταία τους» και ότι «δεν
είναι δυνατό να συνεχισθεί επ' άπειρο η κωμωδία αυτή των δηλώσεων» κατέληξε στο «ότι
το Π.Γ. δεν είνε δυνατό ν' απασχολείται διαρκώς με τις κωμικές, όσο και αντιδραστικές
δηλώσεις του Δον Κιχώτου της μικροαστικής αντίδρασης και του πολιτικού του Σάντσου».
Δεν επιτρέπεται ούτε στο Π.Γ. ούτε σε ολόκληρο το Κόμμα να παραμελούν τα άλλα
ζωτικότατα προβλήματα ... και να απασχολούν το χρόνο τους και τις στήλες του κεντρικού
οργάνου του κόμματος». Έτσι, δήλωσε ότι δεν επρόκειτο να ξαναδημοσιεύσει άλλο
κείμενο της αντιπολίτευσης.
Στην ανάλυση του κειμένου «Που Τραβάτε;» επανέλαβε την κατηγορία ότι η
αντιπολιτευόμενη ομάδα θέλει να διαλύσει το κόμμα γιατί, πρώτον, δεν υπακούει στις
αποφάσεις, δεύτερον, αγωνίζονται να προκαλέσει ανταρσία εναντίον των
αντιπροσωπευτικών σωμάτων του κόμματος και του ανώτατου διοικητικού οργάνου και,
τρίτον, γιατί υποσκάπτει την πειθαρχία. Το Π.Γ. αρνήθηκε την κατηγορία ότι δεν επιτρέπει
την δημοσίευση των θέσεων της αντιπολίτευσης. Για τη μη δημοσίευση των προτάσεων
των Π.Π.-Π.Γ. στο συνέδριο υποστήριξε ότι μόνο οι αποφάσεις του συνεδρίου
δημοσιεύτηκαν και κανένα άλλο κείμενο, αλλά και ότι, τελικά, και αυτές δημοσιεύτηκαν
αργότερα. Για την μη δημοσίευση της απάντησης στο «Ελεύθερο Βήμα» υποστήριξαν ότι
λένε ψέματα ότι δεν θέλουν να αποσχισθούν από το κόμμα διότι «φέρονται μοιραία προς
την απόσχιση». Τους κατηγόρησε ότι αντί να θεωρούν πρώτιστο κίνδυνο για τον
κομμουνισμό την οικουμενική, και τον ιμπεριαλισμό θεωρούν το Κ.Κ.Ε. και ότι ο
Πουλιόπουλος δεν έχει κανένα λόγο να διαμαρτύρεται «ότι πνίγεται η φωνή του» διότι
στην οργάνωση Πειραιά του επιτρέπεται να μιλάει επί ώρες. Καταλήγει στο συμπέρασμα
«ότι υποπτεύεται ότι όλος αυτός ο θόρυβος των αντιδραστικών μικροαστών γύρω στα
καταπατηθέντα ''καταστατικά δικαιώματα'' του σ. Πουλιόπουλου γίνεται για να
δικαιολογηθεί ένα νέο πραξικόπημα κατά της πειθαρχίας και του οργανισμού του
Κόμματος, η κυκλοφορία ενός καινούργιου ''κρέντο'', αντιδραστικότερου και
βλακωδέστερου από το πρώτο».
Συνεχίζοντας την επίθεση πέρασε στο ζήτημα της Τρίτης κατάστασης. Το Π.Γ.
ειρωνευόταν τον Πουλιόπουλο για τον πρωτότυπο τρόπο με τον οποίο προσπαθούσε να
διαλύσει σε αυτήν την αντιδραστική μη κομματική οργάνωση με τις φορτωμένες
αρχειομαρξιστικές πλάνες. Αντί να τους επιτίθεται, εκείνος τους καλούσε στο κόμμα
αποδεχόμενος το δικαίωμά τους να διατηρούν στο ακέραιο τις αρχειομαρξιστικές γνώμες
τους οι οποίες ως αρχειομαρξιστικές ήταν a priori αντιμαρξιστικές και αντιλενινιστικές,
81

Βλ. Πουλιόπουλος Π.- Γιατσόπουλος Π., «Που Τραβάτε;», Νέο Ξεκίνημα, 27 Ιουλίου 1927.
44

ήλθε σε επαφή μαζί τους και τους βοήθησε εναντίον του κόμματος. Μάλιστα για πειστήριο
του τελευταίου δημοσίευσαν και έναν ιδιόγραφο κείμενο υποτίθεται του Πουλιόπουλου
και κατέληξε ότι «ο άνθρωπος αυτός συνδέεται περισσότερο με τις εξωκομματικές
οργανώσεις παρά με το Κόμμα».
Στις επόμενες παραγράφους χωρίς να αρνείται την κατηγορία του Π.Π. ότι ασκείται
τρομοκρατία στους απλούς εργάτες, υποστηρίζει ότι «αντιδραστικός λικβινταριστικός
μικροαστισμός κοπτόμενος για την προλεταριακή δημοκρατία, εννοεί την ανυπαρξία κάθε
πειθαρχίας εντός του κόμματος και έτσι θέλει να δικαιολογήσει τα πραξικοπήματα του
εναντίον του οργανισμού και της πειθαρχίας του κόμματος. Όσο για τις προτάσεις περί
εκτάκτου συνεδρίου και ανοιχτές συζητήσεις υποστηρίζει ότι ο Π.Π. προσπαθεί να
συγκεντρώσει περί τον εαυτό του όλη την προσοχή του κόμματος, και να το αποτρέψει
από τα άλλα επίπεδα του αγώνος. Γι' αυτό «θέλει διαιώνιση των συζητήσεων και των
ενδοκομματικών αγώνων» και «να μεταβάλλει το Κόμμα σε αίθουσα ακαδημαϊκών
συζητήσεων». Και καταλήγει ότι «το καθήκον του Κ.Κ.Ε. είνε να μη συζητά χωρίς τέλος
με τους αντιδραστικούς και τους λικβινταριστές, αλλά να επαναφέρει την τάξη μέσα στους
διάφορους οργανισμούς του».
Για την συζήτηση περί διαγραφής τους υποστηρίζουν ότι αυτό είναι το τελευταίο
μέσο που χρησιμοποιεί ένα κόμμα εναντίον «βλαβερών τάσεων» και ότι για την στιγμή το
σημαντικότερο είναι η ιδεολογική καταπολέμηση του αντιδραστικού λικβινταριστικού
μικροαστισμού και η «διαφώτιση των μελών του κόμματος πάνω στο βαθύτερο
περιεχόμενο του». Βέβαια, προαναγγέλλει την διαγραφή τους λέγοντας ότι «ο Δον
Κιχώτης και ο Σάντσος του ανέλαβαν μέσα στο κόμμα αγώνα διαγραφής των» και με βάση
αυτήν την διαπίστωση συμπεραίνει «πόσο αληθινή είναι η διαβεβαίωση της
αυτοαποκαλούμενης αντιπολίτευσης, ότι θεωρεί ''ζωτική ανάγκη τον αγώνα μέσα στο
Κόμμα ...''». Μάλιστα, φτάνει στο σημείο να υποστηρίζει ότι πρόκειται για καταστρωμένο
σχέδιο των επιτελών του «αντιδραστικού μικροαστισμού» να εκβιάσουν τη διαγραφή τους
από το Π.Γ. και έτσι να το «καταστήσουν υπεύθυνο του σχίσματος». Τέλος, απηύθυναν
ύστατη προειδοποίηση προς τους πλανημένους συντρόφους να πειθαρχήσουν, να
σεβασθούν την έννοια της οργάνωσης και να σταματήσουν την αλλόφρονα επίθεση
εναντίον διότι κάθε αντίθετη στάση τους φέρει ολοταχώς και μοιραίως εκτός του
Κόμματος κάτι το οποίο θεωρούσαν ως την οικτρότερη κατάσταση ενός αγωνιστού του
Κόμματος και του προλεταριάτου.82 Η τελευταία αυτή απειλή δεν ήταν τυχαία. Τον
Αύγουστο του 27 συγκαλούνταν συνδιασκέψεις και υπήρχε κίνδυνος να εκλεγεί σε κάποιες
και κυρίως σε εκείνη του Πειραιά γραμματέας κάποιος της αντιπολίτευσης.
Μετά από αυτό το κείμενο ακολουθούσε ένα άλλο με τίτλο «Λικβινταριστής και
δικολάβος» που κατά τον επιμελητή στα «Επίσημα Κείμενα» δεν είναι γνωστόν αν είναι
του Π.Γ. ή της σύνταξης του Ριζοσπάστη. Το άρθρο αυτό προσωπικό και καθόλα υβριστικό
χρησιμοποιώντας βαρύτατους χαρακτηρισμούς, ουσιαστικά είναι μια σύνοψη όσων έχουν
γενικώς διατυπωθεί κατά του Πουλιόπουλου. Αποκαλείται «θεωρητικός του ελληνικού
λικβινταρισμού - αρχειομαρξισμού Νο3» ο οποίος «''περί την νομικήν σπουδάσας''
μεταχειρίζεται δικολαβικά μέσα για την ''αυτοϋπεράσπισή'' του».Το κείμενο αυτό περιέχει
έναν αριθμημένο κατάλογο με 6 σημεία για ότι μέχρι τώρα θεωρεί ο Ριζοσπάστης ότι είναι
μεμπτό στην αντιπολίτευση. 83
Φυσικά, ένα τέτοιο κείμενο αποτελούσε πρόκληση για τους αντιπολιτευόμενους.
Στο «Νέο Ξεκίνημα» δημοσίευσαν ένα άρθρο με τον τίτλο «Κριτική των κριτικών μας,
απάντηση στο Πολ. Γραφ.». Σε αυτό επανέλαβαν ακόμη μια φορά, αλλά με συνοπτικό
Για όλα βλ. Π.Γ. της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε. , «Ο αντιδραστικός λικβινταριστικός μικροαστισμός συνεχίζει τον πόλεμο
εναντίον του Κόμματος», Ριζοσπάστης, 9 Αυγούστου 1927, Επίσημα Κείμενα, ό.π., 336, σ. 385-397.
83
Για όλα βλ. « Λικβινταριστής και δικολάβος », Ριζοσπάστης, 9 Αυγούστου 1927, Επίσημα Κείμενα, ό.π., 336, σ.
97-8.
82

45

τρόπο, τις θέσεις τους και της μομφές τους απέναντι στην διοίκηση του κόμματος
αντικρούοντας μια προς μια όλες τις κατηγορίες του Π.Γ. Είναι περιττό να επαναλάβουμε
ξανά όλη την επιχειρηματολογία τους, αλλά αξίζει να σταθούμε σε κάποια σημεία.
Ενδιαφέρον έχει για το επίπεδο στο οποίο τελικά έχει περιέλθει όλη η συζήτηση είναι ότι
ανταποδίδουν τον χαρακτηρισμό του δονκιχώτη. Το πιο σημαντικό, βέβαια, είναι ότι για
πρώτη φορά δηλώνουν ότι όχι μόνο θέλουν το κόμμα να γνωρίζει ακριβώς τις βαθύτατες
διαφωνίες μέσα στην Κ.Δ., αλλά ότι σαφέστατα είναι «κατά της θεωρίας του
«σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα», τη θεωρούμε αντιλενινιστική, αντιμαρξιστική.
Επίσης, ένα άλλο σημείο το οποίο έχει αξία να αναφερθεί σε αυτό το κείμενο μας
είναι οι απαντήσεις διαφωτίζουν ακόμη καλύτερα για την αντίληψή των Π.Π.-Π.Γ. πάνω
στο οργανωτικό. Θεωρούν διαστρέβλωση των απόψεών τους ότι «ζητούν να φύγουν οι
εργάτες από το κόμμα και να μπουν οι διανοούμενοι». Κατά την άποψή τους «το Κ. πρέπει
να είναι προλεταριακό, όχι με την έννοια να γίνη εργατικό σωματείο, ... αλλά με τη διπλή
έννοια 1. Να βασίζεται η πλειονοψηφία της σύνθεσής του στο εκλεχτότερο τμήμα του
προλεταριάτου και 2. Να έχη μια ορθή προλεταριακή μαρξιστική πολιτική γραμμή και
θεωρία» η οποία βέβαια δίνεται από τους διανοούμενους. Στο σημείο αυτό όμως βάζουν
μια δικλείδα υποστηρίζοντας ότι δεν θέλουν πολλούς διανοούμενους αλλά λίγους με
ποιότητα, κάτι που για παράδειγμα δεν συμβαίνει στην οργάνωση της Αθήνας. Αρνούνται
ότι χαρακτηρίζουν όλα τα μέλη κατακάθια διότι δεν υπήρχαν και εκλεχτά στοιχεία «η
αντιπολίτευση θα είχε όλο το θάρρος να διακηρύξει ότι πρέπει να δημιουργήσουμε τώρα
το Κ.Κ. της Ελλάδας, κι όχι να εξυγιάνουμε το υπάρχον. Διαχωρίζει τα εργατικά μέλη του
κόμματος σε αυτά που αξίζει να είναι μέσα στο κόμμα και εκείνα που καλύτερα θα ήταν να
ήταν εκτός κόμματος γιατί ως οπαδοί του θα μπορούσαν να προσφέρουν περισσότερα.
Αυτό, που χαρακτηρίζει δηλαδή όλο το περιεχόμενο των προβληματισμών τους είναι η
πάλη για ποιότητα. Επίσης, για πρώτη φορά οι Π.Π.-Π.Γ. προβάλλουν και τον τρόπο με
τον οποίο θα γίνει το προτεινόμενο ξεκαθάρισμα. «Δεν πρόκειται για μια απλή ''επιτροπή
ξεκαθαρίσματος''. Σε μερικές οργανώσεις μπορεί κι' αυτό να χρειαστεί, δηλαδή διάλυση
και ανασύνθεση ολόκληρων οργανισμών. Υπάρχουν και μερικά αληθινά κατακάθια της
κοινωνίας ανάμεσα μας. Αυτά πρέπει αμέσως να διωχτούν. Το κκ είναι ο εγκέφαλος του
προλεταριάτου. Αυτά είναι το απηυθυσμένο του έντερο. ... Το ξεκαθάρισμα στην πραχτική
του εφαρμογή είναι κάτι που θα γίνει όχι απλώς μηχανικά, μα θα είναι το φυσικό
αποτέλεσμα της επικράτησης μέσα στα σκεπτόμενα στοιχεία κάθε οργάνωσης του Κ.
σαφών αντιλήψεων πάνω στην αναγκαιότητα της ποιοτικής βελτίωσης Κι στα κριτήριά
της. Αλλού θα γίνη αβίαστα μέσα στην πράξη. Άλλού πάλι τα ανεξέλεγκτα στοιχεία θα
αισθανθούν την αναξιότητά τους να είναι πια μέλη ενός Κ.Κ. που άρχισε να ανυψώνεται,
και θα περάσουν φυσιολογικά στον κύκλο των απλών οπαδών.» Στην συνέχεια
επαναλαμβάνουν την θέση τους για μορφωτική δουλειά και απαντούν στο ζήτημα των
5.000 μελών ότι δεν είναι κατά αλλά υπέρ των 100.000 μελών, «αλλά κομμουνιστών,
ηγετών της εργατικής τάξης, όχι οπαδών». Δηλαδή υποστήριζαν ότι δεν είναι εν γένει κατά
των πολλών μελών, αλλά ότι στη συγκεκριμένη συγκυρία πρέπει να δράσουν με μια μικρή
πρωτοπορία, διότι ακριβώς δεν υπάρχει ένας τέτοιος αριθμός που να αξίζει να είναι μέλος
του κόμματος.
Στην επόμενη παράγραφο αναλαμβάνουν να ανασκευάσουν την θεωρία περί
λικβινταρισμού. Αν και από την πρώτη στιγμή οι αντίπαλοι τους χαρακτήριζαν έτσι το
γεγονός ότι σε αυτήν την φάση φαίνεται αισθάνθηκαν την ανάγκη να απαντήσουν είναι
ενδεικτικό της κατάστασης. Η αναμέτρηση ήταν ολοκληρωτική ο καθένας έπρεπε να μην
αφήνει κανένα αναπάντητο σημείο. Λένε, λοιπόν: «είναι τελείως αναλφάβητοι από ιστορία
του Κομμουνισμού όσοι ειλικρινώς επιμένουν να μας νομίζουν ''λικβινταριστές''.
''Λικβινταρισμός'' είναι η τάση που παρουσιάστηκε και στη Ρωσία (1907, ''Λικβιντάρσβο'',
46

Π.Π.-Π.Γ.) και στη Γερμανία (1921.''Liquidatorenthum'' και στην Ελλάδα (Γεωργιάδης
1922, ''μακρά νόμιμος ύπαρξις'') και ζήτησε να ''νομιμοποιήση'' το Κόμμα, προσαρμόζοντάς
το σε όσες αποκλειστικά νόμιμες δυνατότητες του επέτρεπε η αντίδραση.» Οι ίδιοι δεν
είχαν αυτά τα χαρακτηριστικά και επομένως ο χαρακτηρισμός «λικβινταρισμός» είναι
ανυπόστατος και καταλήγουν ότι ο ''λικβινταρισμός'' είναι η ανοητότερη συκοφαντία που
εκτοξεύτηκε εναντίον μας». Για την θεωρία του «αντιδραστικού μικροαστισμού» το οποίο
οι Π.Π.-Π.Γ. κατανοούν ως φασισμό δεν λένε πολλά. Υποστηρίζουν ότι θα πρέπει να έχει
κανείς το αίσθημα του γελοίου για το πει και «ότι το Π.Γ. έχει πέσει σ' ένα πραγματικώς
αξιοθρήνητο επίπεδο πολιτικής παιδαριωδείας.» Αρνούνται το ισχυρισμό ότι το
περιεχόμενο της πρότασης της Τρίτης Κατάστασης συντάχτηκε από τον Πουλιόπουλο και
το καταγγέλλουν ως «χυδαία» δημαγωγία. Ξεκαθαρίζουν ότι αντίπαλό τους είναι η ομάδα
Χαϊτά και η διοίκηση της Ο.Κ.Ν.Ε. και, τέλος, παραθέτουν έναν ανάλογο κατάλογο που
παρέθεσε και ο Ριζοσπάστης εναντίον της αντιπολίτευσης, με ότι επιβλαβές θεωρούν ότι
έχει διαπράξει αυτή η ομάδα με 22 σημεία.84
Γ. Η Συνδιάσκεψη του Πειραιά. Οι πρώτες οργανωτικές παρεμβάσεις της
πλειοψηφίας του Π.Γ.
Την ίδια περίοδο εντεινόταν η μάχη για την επικράτηση στις οργανώσεις. Ο
Πουλιόπουλος κατήγγειλε ότι στην Αθήνα διέγραψαν αχτίδες, πυρήνες και στελέχη στην
νεολαία και στο κόμμα επειδή συμπαθούσαν τις γνώμες της αντιπολίτευσης. Τον Αύγουστο
του 1927 με εντολή του Π.Γ. όλες οι οργανώσεις θα προχωρούσαν σε συνδιασκέψεις. Στις
2 Αυγούστου 1927 έχουμε ένα τελεσίγραφο του Π.Γ. προς την οργάνωση Πειραιά, με το
οποίο καλούσε τα μέλη να διαλέξουν είτε να πάνε με την Διεθνή, με τις αποφάσεις του Γ
Συνεδρίου, με το Π.Γ., με το Κόμμα είτε με τον Πουλιόπουλο ή τον Νικολινάκο.
Ουσιαστικά, με αυτό το τηλεγράφημα τους έθετε το δίλημμα ή να εκλέξουν ξανά ως
γραμματέα της οργάνωσης αντιπολιτευόμενο Νικολινάκο και να διαλυθεί η οργάνωση ή να
στηρίξουν τον υποψήφιο που στήριζε το Π.Γ.
Από την πλευρά του Πουλιόπουλου έχουμε ένα αντίστοιχο δικό του γράμμα στο
οποίο καταδίκασε την κίνηση αυτή του Π.Γ. Εκτίμησε ότι με την ανακοίνωση αυτή η
αντιπολίτευση κηρύσσεται επίσημα όχι απλώς εκτός του κόμματος αλλά εχθρός του
κόμματος. Κατήγγειλε ότι επιδιώκουν την διάσπαση και ότι οι ίδιοι θα κάνουν «το παν για
να μην πετύχη το διασπαστικό σχέδιό τους». Γιαυτό καλούσε: «όσοι αληθινά έχουν πειστή,
... ότι οι απόψεις μα ς είναι σωστές να το δηλώσουν σαν αληθινοί κομμουνιστές ...». Αλλά
συνεχίζοντας συνέστησε για να μην πέσει πάνω στην αντιπολίτευση το όποιο βάρος
διάσπασης: «Είτε μειονοψηφία είτε πλειονοψηφία είναι, να δηλώσουν απόλυτα πειθαρχία
στην έστω και νόθα σημερινή Διοίκηση του Κόμματος και να μη θελήσουν να βγάλουν
στη διοίκηση της οργάνωσης συντρόφους της αντιπολίτευσης, αφού το Π.Γ. με το δίλημμα
που θέτει, προαναγγέλλει για την περίπτωση αυτή διάλυση της οργάνωσης, άρα σχίσμα. Ν'
αφήσουν να εκλέγει (λευκή ψήφος με διαμαρτυρία όπως ''εξελέγη'' και η τωρινή Κ.Ε. στο
3 Συνέδριο) η διοίκηση που θα προτείνει το Π.Γ., και κάτω από τις εντολές της να
εργαστούν με όλες τις δυνάμεις τους...».85
Πουλιόπουλος Π.- Γιατσόπουλος Π., «Κριτική των κριτικών μας, απάντηση στο πολιτικό γραφείο», Νέο Ξεκίνημα
στην φωτογραφική επανέκδοση του Σπάρτακου 1930-1932, Ουτοπία 1986 Αθήνα, σ.8-13.
85
Πουλιόπουλος Π., «Ποιοι είναι διαλυτές;», Νέο Ξεκίνημα, 2 Αυγούστου 1927, Ουτοπία, 1930-32, ό.π.,
σ.13-14.
Ένα ζήτημα, όμως, που προκύπτει είναι ότι με τις ανακοινώσεις αυτές αρχικά δίνεται η εντύπωση ότι η
συνδιάσκεψη της οργάνωσης Πειραιά συνήλθε στις 2 του μηνός. Όλοι όμως οι συγγραφείς αναφέρουν ότι συνήλθε
στις 12 Αυγούστου, μάλιστα ο Καστρίτης συνδέει τα κείμενα του Π.Γ. της 9 Αυγούστου με την συνδιάσκεψη, ότι
δηλαδή αποτελούσαν έμμεση δεύτερη προειδοποίηση. Το πιο πιθανό, λοιπόν, και αφού τα αρχεία του Κ.Κ.Ε. είναι
κλειστά οφείλουμε να υποθέσουμε ότι απλώς αναβλήθηκε για τις 12 εξαιτίας της σοβαρότητας της περίστασης.
47
84

Στην πραγματικότητα, λοιπόν, το Π.Γ. βρισκόταν σε δύσκολη θέση. Από τη μία η
εκλογή αντιπολιτευόμενου στην μεγαλύτερη εργατική οργάνωση του κόμματος θα διέλυε
όλη την επιχειρηματολογία περί αντιδραστικού μικροαστισμού, αλλά και από την άλλη η
υποταγή τους στο Π.Γ. πάλι θα ερχόταν σε αντίθεση με την βασική τους κατηγορία περί
λικβινταρισμού. Εδώ όμως προκύπτει ένα άλλο ζήτημα, πολύ πιο σοβαρό για τις
εκτιμήσεις μας, τι πραγματικά έπραξαν οι οπαδοί της αντιπολίτευσης στην οργάνωση
Πειραιά ως προς την εκλογή γραμματέα. Το γράμμα του Π.Γ. γραφείου που απεστάλη
τέσσερις ημέρες αργότερα δείχνει ότι η πλειοψηφία ενέκρινε την εισήγηση της
αντιπολίτευσης, αλλά, τελικά, υποτάχθηκε διοικητικά στο Π.Γ. Το γράμμα όμως δεν
αναφέρει ως τρόπο υποταγής παρά μόνο την σταθερά θέληση και απόφαση να
περιφρουρήσουν προ παντός την ενότητα και την πειθαρχία στις αποφάσεις του Κόμματος
και στα κεντρικά του όργανα και την ανάλογη κατηγορηματική τους δήλωση. Δεν μας
διαφωτίζει τι πραγματικά έγινε ως προς το ζήτημα του γραμματέα. Μόνο με αυτά τα δύο
κείμενα οδηγούμαστε να εικάσουμε ότι εκλέξανε γραμματέα τον εκλεκτό του Π.Γ. Αλλά
υπάρχει ένας σοβαρός λόγος να μην είμαστε σίγουροι για αυτό, διότι στην απάντηση της
αντιπολίτευσης, που θα δούμε αμέσως στην συνέχεια, οι Π.Π.-Π.Γ. γράφανε ξεκάθαρα ότι
η οργάνωση του Πειραιά ψήφισε αντιπολιτευόμενη περιφερειακή διοίκηση. Εάν οι δύο
διατυπώσεις σημαίνουν κάτι διαφορετικό τότε καλώς, εάν όχι πραγματικά δεν γνωρίζουμε
με βάση τις υπάρχουσες πηγές τι πραγματικά συνέβη. Ο Καστρίτης αναφέρει ότι όταν
έγινε η διάσπαση δηλαδή τον Σεπτέμβρη γραμματέας ήταν ο Βασίλης Νικολινάκος τον
οποίο χαρακτηρίζει ως πουλιοπουλικό. Ο Νικολινάκος ήταν όμως μέλος της Κ.Ε. πράγμα
που σημαίνει ότι δεν ήταν εμφανώς στο συνέδριο υποστηρικτής του Πουλιόπουλου, αλλά
παρουσιαζόταν ως κεντριστής. Φαίνεται, λοιπόν, ότι μάλλον κατά την μετασυνεδριακή
περίοδο συντάχθηκε με τους αντιπολιτευόμενους. Πάντως, και οι Αστερίου, Λαμπάτος
γράφουν ότι η συνδιάσκεψη με παμψηφία έβγαλε αντιπολιτευτική διοίκηση. Για όλο αυτό
το μπέρδεμα ίσως να υπάρχει μια εξήγηση. Η μόνη πηγή που παρουσιάζει διαφορετική
εικόνα του αποτελέσματος είναι τα Επίσημα Κείμενα, αλλά δεν κατέχουμε κάποιο
συγκεκριμένο στοιχείο που θα μας οδηγούσε με σιγουριά στον ισχυρισμό ότι υπάρχει
αλλοίωση.86
Όπως και νάνε τα πράγματα δείχνουν ξεκάθαρα όχι μόνο την πολιτική νίκη των
αντιπολιτευόμενων στον Πειραιά, αλλά και μια ηθική νίκη, διότι η αντιπολίτευση φάνηκε
αντίθετα με τις κατηγορίες του Π.Γ. ότι δεν επιθυμεί την διάσπαση. Πραγματικά το
κείμενο της ανακοίνωσης παρουσιάζει έναν λόγο ο οποίος δείχνει την φανερή αμηχανία
των συγγραφέων του. Σε αυτό το Π.Γ. προσπαθούσε να δικαιολογήσει τους λόγους που ο
Πουλιόπουλος συνέστησε στα μέλη να υποταχθούν στην πλειοψηφία, πράγμα που ερχόταν
σε αντίθεση με όσα διακήρυσσε για τους σκοπούς του «Νέου Ξεκινήματος». Στο κείμενο
αυτό ήταν αρκετά προσεκτικοί, δεν χρησιμοποίησαν το υβριστικό περιεχόμενο των
προηγουμένων. Βέβαια κατήγγειλαν την δράση της αντιπολίτευσης στην οργάνωση και
υποστήριξαν ότι ο Πουλιόπουλος αναγκάστηκε να κάνει αυτήν την δήλωση κάτω από την
πίεση τους απόφασης των μελών της βάσης να μείνουν μέσα στο κόμμα.87 Ουσιαστικά, η
επιστολή αυτή αποδείκνυε την νίκη του Νέου Ξεκινήματος στην μάχη αυτή. Αλλά ο
πόλεμος δεν είχε τελειώσει.
Δ. Τα γεγονότα και οι συγκρούσεις μέχρι την διάσπαση. Η παραίτηση των
κεντριστών και η δημιουργία της «Ενωμένης Αντιπολίτευσης»
Αστερίου Ελένη-Λαμπάτος Γαβρίλης, ό.π., σ. 189.
Βλ. Π.Γ. της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε., «Γράμμα του Πολιτικού Γραφείου προς τα μέλη της οργάνωσης Πειραιά»,
Ριζοσπάστης 19 Αυγούστου 1927, 339, Επίσημα Κείμενα, ό.π., σ. 402-403.
86
87

48

Φαίνεται, λοιπόν, ότι οι συζητήσεις φούντωναν πάλι και το Π.Γ. έχανε το έδαφος.
Γιαυτό η επόμενη κίνηση ήταν δική του επιχειρώντας ουσιαστικά φανεί συμβιβαστικό
απέναντι στην αντιπολίτευση και να δείξει ότι είναι διατεθειμένο να διατηρήσει την
ενότητα. Με ένα προσωπικό γράμμα, λοιπόν, προς τους Π.Π.-Π.Γ. τους καλούσε να μην
απασχολούν το κόμμα με τις απόψεις τους, διότι τα ζητήματα αυτά λύθηκαν στο 3ο
Συνέδριο και το κόμμα προχωρούσε προς τα μπρος. Έτσι τους καλούσε: Εσείς κρατάτε τις
διαλυτικές σας απόψεις — αφού το θέλετε και επιμένετε — για τον εαυτό σας όμως, μην
υποσκάπτετε το κόμμα ... Ελάτε στο άλλο συνέδριο να ξαναπείτε τις διαλυτικές σας
προτάσεις και να τις υπερασπισθείτε εκεί μέσα. Τώρα όμως αφήστε το κόμμα να
εργάζεται, να προχωρήσει μπρος.... .» Τους καλούσε να μην ξαναεξαπατήσουν το κόμμα
αφού θέλουν την ενότητα. Βέβαια, μετά από αυτό το γράμμα εάν οι Π.Π.-Π.Γ.
ξαναεμφάνιζαν αντιπολιτευτική δράση, η ομάδα Χαϊτά θα εμφανιζόταν ότι τους είχε
προειδοποιήσει και ότι δεν ήταν η ηγεσία υπεύθυνη για την διαγραφή τους. 88
Η αντιπολίτευση δεν είχε όμως καμία διάθεση να υποχωρήσει. Τρεις μέρες
αργότερα δημοσίευσε ένα κείμενο με τον τίτλο «Η αντιπολίτευση στα μέλη του Κόμματος.
Αντί για απάντηση στο Πολιτικό γραφείο». Ή ανακοίνωση αυτή είναι παρόμοια στο
περιεχόμενο της με το «Κριτική των κριτικών μας, απάντηση στο πολιτικό γραφείο»
εμπλουτισμένη όμως με πολλά καινούρια στοιχεία κυρίως παραδείγματα κομματικής
δράσης και πολιτικής πρωτοπορίας αντιπολιτευόμενων μελών ιδίως της οργάνωσης
Πειραιά και μια σειρά από τσιτάτα του Λένιν και άλλων θεωρητικών των μπολσεβίκων
που αποδεικνύουν κατά την άποψή τους το ορθό των θέσεων της αντιπολίτευσης. Αρχικά
καταδικαζόταν μια σειρά από συνεχείς επεμβάσεις του Π.Γ. σε όλες τις οργανώσεις με
διαγραφές μελών και ολόκληρων αχτίδων, καθώς και την επέμβαση του Π.Γ. στην
οργάνωση Θεσσαλονίκης. Δήλωναν ότι διαφωνούν με «τη θεωρία του σοσιαλισμού σε μια
χώρα που τη θεωρούμε αντιμαρξιστική και αντιλενινιστική και που πάνω σε αυτή τα
επιχειρήματα των συντρόφων Τ ρ ό τ σ κ ι , Ζ η ν ό β ι ε φ , Κ ά μ ε ν ε φ , είνε απολύτως
πειστικά». Αν και είχαν ξανά αναφερθεί στην θεωρία για τον σοσιαλισμό σε μία χώρα, στο
κείμενο αυτό για πρώτη φορά δημοσίως αναφέρονται ότι υποστηρίζουν τους ηγέτες της
ρωσικής αντιπολίτευσης. Στην συνέχεια αφού επαναλαμβανόταν ότι «το Πολιτικό γραφείο
ζητεί προφανώς να σπρώξει την αντιπολίτευση σε σ χ ί σ μ α», υποστηριζόταν «ότι ένα
σχίσμα μέσα στις λιγοστές συνειδητές επαναστατικές δυνάμεις της χώρας μας δεν
πρόκειται να ωφελήσει τον κομμουνισμό. Κάθε ιδέα για σχίσμα ήταν και είνε άντικρυς
αντίθετη με τις γνώμες της αντιπολίτευσης. Έμπραχτη πιστοποίηση τούτου η δήλωσή της
στη συνδιάσκεψη του Πειραιά.»
Τέλος, κατέληγε η ανακοίνωση στην εξής σύσταση προς τους αντιπολιτευόμενους:
«όσοι σύντροφοι παραδέχονται πραγματικά όχι από προσωπικά γόητρα και συμπάθειες
από πολιτική πεποίθηση ότι οι γνώμες που διατυπώθηκαν από την αντιπολίτευση είνε οι
μόνες σωστές, αυτοί οφείλουν να εργαστούν μέσα στο Κόμμα και να υπερασπίσουν με
όλες τις δυνάμεις τους τη θέση τους μέσα σ' αυτό ενάντια σε κάθε φατριαστική
προσπάθεια που γίνεται για το διώξιμό τους από το Κόμμα. Και επειδή ο τυφλός
φατριασμός που κυβερνά άρχισε κιόλας το διαλυτικό του έργο, προτείνουμε όσοι
''διαγράφηκαν'' ή ''διαγραφούν'' οφείλουν να παραμείνουν μέσα στον κύκλο των αγωνιστών
του Κόμματος, ν α υ π ε ρ α σ π ι σ θ ο ύ ν τ ο Κ ο μ μ ο υ ν ι σ τ ι κ ό κ ό μ μ α τ η ς
Ελλάδος ενάντια σε κάθε εχθρική επίθεση και σε κάθε προσπάθεια
εχθρικής εκμετάλλευσης των ενδοκομματικών διαφωνιών και να

Βλ. Π.Γ. της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε., «Γράμμα του Πολιτικού Γραφείου προς τους σ.σ. Π.Πουλιόπουλο και
Π.Γιατσόπουλο», Ριζοσπάστης 21 Αυγούστου 1927, 342, Επίσημα Κείμενα, ό.π., σ. 410-411.
88

49

συνεχίσουν τον αγώνα τους για την εξυγίανση και την εξύψωση
τ ο υ Κ ό μ μ α τ ο ς ».89
Στην προκλητική αδιαφορία απέναντι στα συμβιβαστικά κελεύσματα του Π.Γ., η
ηγεσία δημοσιεύει μια πολυσέλιδη απάντηση με εμφανές το στοιχείο της οργής μπροστά
στην απείθεια της αντιπολίτευσης. Σε αυτό καλεί για τελευταία φορά τους
αντιπολιτευόμενους να πειθαρχήσουν στο κόμμα. Η ηγεσία αρνούταν ότι επενέβαινε στην
οργάνωση με διαγραφές και δεν αποδεχόταν ότι η αντιπολιτευόμενοι δρουν στην
οργάνωση Πειραιά δημιουργικά υπέρ του κόμματος. Επαναλάμβανε τα περί σύμπραξης με
την Τρίτη Κατάσταση, μάλιστα φτάνοντας στο σημείο να υποστηρίξει ότι η δράση της
αντιπολίτευσης εξυπηρετεί τους σοσιαλφασίστες. Αντιπαρέβαλε άλλα τσιτάτα του Λένιν
και υποστήριζε ότι από το 1905 μέχρι εκείνη την εποχή έχει υπάρξει εξέλιξη στην Κ.Δ.
την οποία εκείνοι αρνούνται. Για την ξεκάθαρη υποστήριξη της αντιπολίτευσης των
Τρότσκι-Ζηνόβιεφ έγραφαν «Επί τέλους ετολμήσατε να ταχθείτε φανερά υπέρ αυτής.».
Και καταλήγει με την απειλή ότι εάν δηλώσουν σαφώς και κατηγορηματικώς ότι
αναγνωρίζουν το Κόμμα, ότι πειθαρχούν έμπραχτα σε αυτό και στις αποφάσεις του χωρίς
περιστροφές και δικολαβισμούς, είναι αδύνατο να παραμείνουν εντός του κόμματος και
τίθονται και τυπικώς εκτός αυτού.90
Βέβαια, οι Π.Π.-Π.Γ. στην νέα τους ανακοίνωση δεν προχώρησαν καμία τέτοια
δήλωση. Συνεπώς, η πλειοψηφία του Πολιτικού Γραφείου αποφάσισε στις 25 Σεπτεμβρίου
1927 με μία ευρεία σύσκεψη, χωρίς την συμμετοχή της μειοψηφίας όμως, ότι «θέτει και
τυπικώς πλέον εκτός Κόμματος — διότι ουσιαστικώς υπήρξαν με τις αντιλήψεις τους και
τις πράξεις τους Π. Πουλιόπουλο και Π. Γιατσόπουλο, τους διαγράφει από τις γραμμές του
ως εχθρούς του».91 Αλλά οι διαγραφέντες δεν ήταν μόνο οι δύο ηγέτες της ελληνικής
αντιπολίτευσης. Μαζί τους σταδιακά διαγράφηκαν γύρω στα 300 μέλη. Η διαγραφή όμως
των Π.Π.-Π.Γ. έχει ένα μεγαλύτερο παρασκήνιο. Κατά τον Κώστα Καστρίτη ο Χαϊτάς και
Ευτυχιάδης «σέρνοντας πίσω τους τον Θέο και Ευτυχιάδη» όχι μόνο παραβίασαν της
αρχές του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού που προβλέπει προσφυγή στο Συνέδριο, αλλά
πήγαν κόντρα και στις οδηγίες της Κ.Δ, η οποία έστειλε πόρισμα να ανακληθεί η
διαγραφή, αλλά εκείνοι το δημοσίευσαν πολύ αργότερα χωρίς να γίνει γνωστό στην
μειοψηφία δημιουργώντας τετελεσμένα γεγονότα τόσο για την Κ.Δ. όσο και για τους
κεντριστές. Ο Κώστας Καστρίτης προσπαθώντας να ερμηνεύσει την κίνηση αυτή της
ομάδας Χαϊτά εικάζει ότι αν δεν ήταν δικής τους πρωτοβουλία πιθανόν να είχαν εντολή
από την Γκεπεού ή και τον ίδιο τον Στάλιν «που διεύθυνε τα πάντα πίσω από τις πλάτες
της Κ.Δ. Τελικά, βέβαια, η Κ.Δ. επεκύρωσε την διαγραφή.92 Το πιο πιθανό όμως είναι να
πήραν οι ίδιοι την πρωτοβουλία, καθώς δεν υπάρχει κάποιο αποδεδειγμένο στοιχείο για
μια τέτοια σύνδεση.
Ύστερα από αυτό οι Μάξιμος, Σκλάβος, Χαϊνογλου παραιτήθηκαν από το Π.Γ. και
κυκλοφόρησαν ένα φυλλάδιο που εξηγούσαν τους λόγους της παραίτησής τους. Σε αυτό
εξηγούσαν ότι αν και διαφωνούσαν με την εισήγηση του αντιπροσώπου της Κ.Δ. ο οποίος
επέμεινε στο συνασπισμό των δύο άλλων ομάδων στην κεντρική διοίκηση του κόμματος
ελπίζοντας στην συγχώνευσή τους, αποδέχτηκαν την πρότασή του γνωρίζοντας το
αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στην ομάδα Χαϊτά και τους ίδιους, άποψη η οποία κατά την
γνώμη τους επιβεβαιώθηκε. Αρνήθηκαν τότε να δεχτούν την λύση των προβλημάτων του
Πουλιόπουλος Π.- Γιατσόπουλος Π., « Η αντιπολίτευση στα μέλη του Κόμματος. Αντί για απάντηση στο Πολιτικό
γραφείο », Νέο Ξεκίνημα στην φωτογραφική επανέκδοση του Σπάρτακου1928, Ουτοπία 1927 Αθήνα, σ. VIV-XVI.
90
Βλ. Π.Γ. της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε., «Το Πολιτικό Γραφείο, για την περιφρούρηση της ενότητος και της υπόστασης του
Κόμματος», Ριζοσπάστης 18 Σεπτεμβρίου 1927, 346, Επίσημα Κείμενα, ό.π., σ. 416-433.
91
Βλ. Π.Γ. της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε., «Απόφαση Πολιτικού Γραφείου, επί της νέας δήλωσης των δύο λικβινταριστών»,
Ριζοσπάστης 25 Σεπτεμβρίου 1927, 350, Επίσημα Κείμενα, ό.π., σ. 437-438.
92
Βλ. Καστρίτης Κ., Η Ιστορία του μπολσεβικισμού-τροτσκισμού στην Ελλάδα, μέρος πέμπτο, ό.π., σ. 123-4.
50
89

κόμματος με οργανωτικό τρόπο με αποτέλεσμα από τη μία το Γ΄ Τακτικό Συνέδριο του
Κόμματος να καταδικάσει σχεδόν ομόφωνα τις αντιλήψεις της ομάδος Πουλιόπουλου
χωρίς να προχωρήσει στην διαγραφή τους. Συνεπώς, η διαγραφή της τάσης Πουλιόπουλου
βρισκόταν αντίθετη με τις αποφάσεις του συνεδρίου πράγμα που εξανάγκαζε την
μειοψηφία στην παραίτηση. Αρνήθηκαν την κατηγορία ότι η γενικότερη στάση της
μειοψηφίας αποτελούσε μια «αμφιταλάντευση του κέντρου προς το μέρος της ομάδας
Πουλιόπουλου καθώς η μειοψηφία διεξήγαγε στο όνομα του Π.Γ. ''δριμύτατη κριτική
εναντίον των καινούργιων εκδηλώσεων της τάσης Πουλιόπουλου (κυκλοφορία του κρέντο,
συζητήσεις Πειραιώς — Θεσσαλονίκης)».
Στις επόμενες παραγράφους, συνέχισαν καταγγέλλοντας την πλειοψηφία ότι
αντικατοπτρίζει μέσα στο κόμμα και μέσα στο κίνημα γενικότερα τον μικροαστικό
ριζοσπαστισμό, ότι είναι αρτηριοσκληρωτική και δογματική πράγμα που την κάνει
εξτρεμιστική. Σημείωσαν ότι κριτικάρει τις απόψεις και των δύο άλλων ομάδων και ότι αν
«η σύμπτωση των δύο ομάδων του Π.Γ. όσον αφορά την κριτική των τάσεων του Πουλ. θα
μπορούσε να δημιουργήσει την εντύπωση ότι υπάρχει στο ζήτημα αυτό τουλάχιστο μια
πλήρης ταυτότης αντιλήψεων», πρόκειται για «φαινομενική σύμπτωση ιδεών» διότι
υπήρχαν σοβαρότατες διαφορές που ανάγονται όλες στο ζήτημα της ακολουθητέας
τακτικής απέναντι της ομάδος Πουλ. ...» Κατά την άποψή τους «η πλειοψηφία του πολ.
Γραφ. Μεταφέροντας μηχανικά τα παραδείγματα της ενδοκομματικής πάλης σε άλλες
χώρες κυρίως δε την Γερμανία και Σοβ. Ένωση, θεωρούσε και θεωρεί την διαγραφή ως τη
μόνο λογική λύση της κρίσης». Οι ίδιοι σε αυτό το ζήτημα υποστήριζαν ότι υπήρχαν
διαφορές ανάμεσα σε όλες αυτές τις χώρες και την Ελλάδα, διότι η ελληνική εργατική
τάξη βρίσκεται σε διαφορετική φάση, σε σχέση με εκείνες τις χώρες που είχαν
«μακροχρόνιο προλεταριακή ιστορία».
Για την τάση Πουλιόπουλου υποστήριζαν ότι είχε τελείως διαφορετικό χαρακτήρα
μέχρι της επιστροφής από την Θήβα του Πουλιόπουλου, από τότε μέχρι το συνέδριο
παρουσίασε μια καινούρια εμφάνιση, κατά την διάρκεια του καπνεργατικού αγώνα άλλαξε
ξανά για μεταβληθεί πάλι με την έκδοση του δεύτερου ξεκινήματος και στην συνδιάσκεψη
του Πειραιά. Θεωρούσαν ότι σε όλα αυτό το διάστημα «η ομάδα Πουλιόπουλου
εγκατέλειψε τις εξωφρενικές αντιλήψεις της για το Αρχείο του Μαρξισμού και την τρίτη
κατάσταση, για την ωφέλιμη εκτός κόμματος εργασία» και ότι οι Π.Π.-Π.Γ. αναγνώρισαν
επανειλημμένως ότι το Κ.Κ.Ε. είναι το μοναδικό προλεταριακό κόμμα της χώρας» και ότι
αποδοκίμασαν στην πράξη το σχίσμα και την διάσπαση, που απέρρεε από ορισμένες
θεωρητικές των απόψεις». Αιτία αυτών των θετικών μεταβολών έκριναν την κριτική που
εξασκήθηκε από μέρους τους εναντίον της ομάδας, πράγμα που τελικά οδήγησε στην
εξαφάνιση κάθε διαφορά αρχών μεταξύ της ομάδας Πουλιόπουλου και του κόμματος. Η
μοναδική διαφορά που έβλεπαν ήταν η αδυναμία της ομάδας αυτής να αντιληφθεί τις
ιδιαίτερες πολιτικές και οικονομικές συνθήκες της χώρας, πράγμα που την οδηγούσε «στο
οργανωτικό και πολιτικό σεχταρισμό, στην οργανωτική και πολιτική αίρεση».
Πάντως, διέβλεπαν ότι, αν και μπορούσε η εσφαλμένη αυτή αντίληψη να καταλήξει
σε διαφορές αρχών, αυτό θα εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό και από την συμπεριφορά του
κόμματος. Για αυτό το λόγο θεωρούσαν λανθασμένη την αντίδραση της πλειοψηφίας διότι
οι Π.Π.-Π.Γ. παρουσίαζαν μια σταδιακή βελτίωση. «Στη συγκεκριμένη περίπτωση της
ομάδας Πουλιόπουλου κι' έπειτα απ' όλες τις παραμορφώσεις της ομάδας αυτής, οι οποίες
την εκράτησαν μέσα στα πλαίσια του κινήματος, η διαγραφή απ' την πλειοψηφία του Πολ.
Γραφ. του σ.σ. Πουλ. και Γιατσ. η διακηρυχθείσα ομαδική προγραφή των ομοφρόνων των
μέσα στο κόμμα, είναι ένα σοβαρό πολιτικό λάθος ...». Και το θεωρούσαν πολιτικό λάθος
διότι κατά την άποψή τους το κόμμα θα έπρεπε να περάσει από αυτήν την φάση της
εσωτερικής σύγκρουσης η οποία αποτελεί την ομαλή εξέλιξη ίδιας της ομάδας αλλά και
51

του κόμματος γενικότερα. Οι διαγραφές παρεμπόδιζαν αυτήν την πορεία, και οδηγούσαν
την ομάδα Πουλιόπουλου στις διασπαστικές αντιλήψεις που είχε επιτευχθεί να
αναχαιτιστούν προκαλώντας ανυπολόγιστες ευθύνες στο κόμμα. Επίσης, την κατηγορούσε
ότι στο όνομα της πάλης ενάντια στην ομάδα Π.Π. διέκοψε και τον ελάχιστο δεσμό της με
την μειοψηφία, με συνέπεια να πέσει το κόμμα στα χέρια της υπερεξτρεμιστικής
κατάστασης. Μάλιστα στο σημείο αυτό έκανε και μια έμμεση μα σαφή νύξη για την σχέση
ομάδας Χαϊτάς και ηγεσία Κ.Δ. λέγοντας ότι η πρώτη «υποθάλπεται από στοιχεία ξένα
προς την ιστορία του κινήματος και άγνωστα σ' αυτό». Υποστήριζαν για την ιδεολογική
σχέση τους με τους Π.Π.-Π.Γ. «ότι τη διαφορά μεταξύ κόμματος και σ. Πουλιόπουλου δε
τη θεωρούμε πια ως διαφορά αρχών τόσο περισσότερο μάλιστα όσο ανάλογες διαφορές
μας χωρίζουν και από την πλειονοψηφία του πολιτικού Γραφείου». Και τέλος, κατέληγαν
ότι παραιτηθήκανε όχι μόνο γιατί η συνεργασία τους ήταν αδύνατη, αλλά και γιατί θέλανε
να επισημάνουνε τον κίνδυνο και να σταματήσουν τον κατήφορο.93 Το κείμενο αυτό είναι
το πρώτο που έχουμε υπόψη μας το οποίο αναλύει συνολικά τις απόψεις της ομάδας του
Μαξίμου. Και γι’ αυτόν ίσως το λόγο ο Καστρίτης να το μεταφέρει ολόκληρο και
αυτούσιο κάτι που δεν έχει ξανακάνει σε άλλες μεταφορές κειμένων στο έργο του. Πρέπει
να είχε τη σημασία του credo της αριστερής πρώτης αντιπολίτευσης. Οι θέσεις της ομάδας
του κέντρου δείχνουν με σαφήνεια τις αποστάσεις που πήραν από την ηγεσία, και
προαναγγέλλει ουσιαστικά με την ευμενή διάθεση προς το «Νέο Ξεκίνημα» την συνένωση
των ομάδων. Μάλιστα, τα σημεία τα οποία η ομάδα Μάξιμου αναγνωρίζει ως στοιχεία
βελτίωσης της ομάδας Πουλιόπουλου, θα πρέπει να διαβαστούν ίσως και ως οι όροι που
τέθηκαν από μέρος των «κεντριστών» για τη συγχώνευση και τα χαρακτηριστικά της νέας
αντιπολίτευσης.
Πέντε μέρες ημέρες αργότερα ήρθε η απάντηση του Π.Γ. Στην ανακοίνωσή του
εξηγούσε ότι η Κ.Δ. διαφοροποιήθηκε αρχικά απέναντι στο ζήτημα της διαγραφή των
Π.Π.-Π.Γ. διότι «δεν είχε υπόψη τα νεότερα στοιχεία, δηλαδή την τελευταία
προειδοποίηση του Πολιτικού γραφείου στους δύο λικβινταριστές». Όταν τα στοιχεία αυτά
εστάλησαν στην Κ.Δ., με επιστολή της υπό ημερομηνία 14 Οκτωβρίου ενέκρινε τη
διαγραφή των δύο και τόνισε ότι δεν πρέπει να υπάρξουν διαφωνίες μέσα στο πολιτικό
γραφείο επί του ζητήματος αυτού. Στην συνέχεια κατηγόρησε την κεντρίστικη τάση ότι
στην προσυνεδριακή περίοδο ήταν σύμμαχοι με τους «λικβινταριστές» και ότι μόνο μέσα
στο συνέδριο χαρακτήρισαν και αυτοί ως διαλυτικές τις αντιλήψεις των λικβινταριστών
και να παραδεχτούν φαινομενικώς την ανάγκη της καταπολέμησης και εκμηδένισης της
λικβινταριστικής τάσης. Η θεωρία των δύο κινδύνων που διατύπωσαν απεδείχθη
αστήριχτος, αβάσιμος και επιζημία για το Κόμμα.» Στην συνέχεια υποστήριξαν ότι
«μερικοί κεντριστές ήταν δεδηλωμένοι λικβινταριστές», και «την τελευταία στιγμή
μεταμφιέστηκαν σε κεντριστές». Χαρακτήρισαν ως σύμπραξη με του πουλιοπουλικούς τις
παραιτήσεις τους μετά την ολομέλεια στην αρχή από το Π.Γ. και στην συνέχεια από τις
υπεύθυνες θέσεις. Το Π.Γ αντιλήφθηκε την δήλωση της παραίτησης των κεντριστών
αναθεώρηση των απόψεων της ομάδας Μαξίμου απέναντι στην αντιπολίτευση.
Στα αιτήματα των κεντριστών να διαβιβάσουν τις απόψεις του στην Κ.Δ. με
ιδιαίτερη έκθεση για την εσωτερική κατάσταση του κόμματος απάντησαν θετικά, για την
σύγκληση έκτακτης Ολομέλειας της Κ.Ε. θεώρησαν ότι δεν γεννάται ζήτημα και ότι θα
συγκληθεί κανονικά στις 25 Σεπτεμβρίου και τέλος για την δημοσίευση των θέσεών τους
απλώς ότι θα παραπέμπονταν στην ολομέλεια. Τέλος, τους κατηγόρησαν για
επανασύμπραξη με την ομάδα Π.Π.-Π.Γ. τέλος, αυτό που αξίζει να σημειώσουμε είναι ότι
χαρακτήρισαν την δημοσίευση του κειμένου που δικαιολογούσε την παραίτησή τους ως
Μάξιμος Σ., Σκλάβος Κ., Χαίνογλου, «Γιατί παραιτηθήκαμε από το Πολιτικό Γραφείο», 26 Σεπτεμβρίου 1927,
Καστρίτης Κ., Η Ιστορία του μπολσεβικισμού-τροτσκισμού στην Ελλάδα, μέρος πέμπτο, ό.π., σ. 125-133.
93

52

«Κρέντο » Νο2 και ως πράξη σαφώς «αντικομουνιστική, φραξιονιστική και διαλυτική,
ακόμη και λιποταξία από τις υπεύθυνες θέσεις».94
Με την οργανωτική επίλυση της κρίσης στο Κ.Κ.Ε. ανήλθε στην διοίκηση του
κόμματος η τέταρτη ηγετική γενιά η οποία κατά τον κ Λιβιεράτο θα χρειαστεί 2 ακόμη
χρόνια μέχρι να διαμορφωθεί. Αυτή η γενιά θα τύχει να ηγηθεί του ελληνικού
κομμουνιστικού κινήματος στις πιο ένδοξες στιγμές του και θα αφήσει ανεξίτηλη την
σφραγίδα της σε όλες τις ηγεσίες του Κ.Κ.Ε. μέχρι σήμερα, αλλά και σε όλα τα μικρότερα
σταλινικά κόμματα της Ελλάδας. Η κατάσταση της οργάνωσης του κόμματος σε εκείνη
την φάση ήταν η χειρότερη μέχρι τότε. Το σύνολο των μελών ήταν 1.500, λιγότεροι από
ποτέ. Στην Β ολομέλεια αποφασίστηκε η σύγκληση του 4ου Συνεδρίου του κόμματος.95
Οι διεργασίες όμως αυτές μέσα στο ελληνικό κομμουνιστικό κόμμα δεν είναι τελικά
άσχετες με τις εξελίξεις στην Ρωσία. Τον Σεπτέμβρη του 1927 ο Τρότσκι διώχθηκε από
την Εκτελεστική Επιτροπή της Κ.Δ. Τον ίδιο μήνα η ενωμένη αντιπολίτευση κατέθεσε μια
πλατφόρμα με όλες τις θέσεις της για το επερχόμενο συνέδριο. Στις 14 Νοέμβρη η
Κεντρική Επιτροπή και η Κεντρική Εξελεγκτική Επιτροπή στην Έκτακτη Ολομέλεια του
Κ.Κ.Σ.Ε. αποφάσισε να διαγράψει τους Τρότσκι και Ζηνόβιεφ. Τον Δεκέμβριο, ακριβώς
την περίοδο που ολοκληρώνεται το πογκρόμ διαγραφών στο Κ.Κ.Ε., συνήλθε το 15ο
Συνέδριο του Κ.Κ.Σ.Ε. Σε αυτό 121 μέλη του συνεδρίου κατέθεσαν μια δήλωση ότι μια
διάσπαση θα ήταν καταστροφική, αλλά στις 2.12 οι Τρότσκι, Ζηνόβιεφ και Καμένεφ
διαγράφηκαν μαζί με τους οπαδούς τους. Όμως πριν λήξει το Συνέδριο οι Καμένεφ και
Ζηνόβιεφ συνθηκολόγησαν με τον Στάλιν, μετά το Συνέδριο η ηγεσία της Ε.Σ.Σ.Δ. θα
ακολουθούσε αριστερή στροφή που σήμαινε σύγκρουση με τον Μπουχάριν, τους
κουλάκους και τους νέπμαν.
Η εξάλειψη της αριστεράς μέσα στο Κ.Κ.Σ.Ε. 10 χρόνια μετά την επανάσταση
εξαφάνισε και την τελευταία έκφραση του επαναστατικού προτάγματος, αλλά η
ολοκληρωτική συνθηκολόγηση της εργατικής τάξης στην νέα γραφειοκρατική κάστα είχε
ως αναγκαία προϋπόθεση την ενσωμάτωση ενός φαινομενικά υπερεπαναστατικού
πολιτικού προγράμματος. Εξάλλου, η νέα κρατική αστική τάξη, το ανώτερο και μεσαίο
δηλαδή διευθυντικό στρώμα της βιομηχανίας, των επιχειρήσεων και των οργανισμών, και
ο πολιτικός της εκφραστής, η κομματική γραφειοκρατία, αφού κατάφεραν να παγιώσουν
την εξουσία τους μέσα στην εργατική τάξη και ως επαναστατικό πρόπλασμα, αλλά και ως
ανάγκη ολοκληρωτικής επικράτησης έπρεπε να πολεμήσει τους νέπμαν και τους
κουλάκους. Οι Ζηνόβιεφ και Καμένεφ θα ήταν πολύτιμοι συμπαραστάτες ενάντια στον
Μπουχάριν, η κομματική γραφειοκρατία χρειαζόταν την υποστήριξη της αριστεράς.
Βέβαια, και οι δύο μαζί με όλη την παλαιά φρουρά θα εξοντωθούν στις περίφημες δίκες
της Μόσχας. Αυτήν την αριστερή στροφή θα την δούμε και στο Κ.Κ.Ε. και στην Κ.Δ. Η
υπερεπαναστατική εμφάνιση ήταν αναγκαία ώστε να μην στραφεί το παγκόσμιο εργατικό
κίνημα στην τροτσκιστική αντιπολίτευση, αλλά και να υπαχθεί στις τότε ανάγκες της
Ε.Σ.Σ.Δ.
Στις 25 Νοέμβρη το Π.Γ. του Κ.Κ.Ε. δημοσίευσε μια απόφασή του πάνω στην
πλατφόρμα της ενωμένης αντιπολίτευσης του Κ.Κ.Σ.Ε. με ρητή εντολή να μην συζητηθεί
στις οργανώσεις του κόμματος. Χαρακτήριζαν την αντιπολίτευση «πρότυπο του
τροτσκισμού, νεομενσεβικισμού, μιας παραλλαγής της διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας.» Για
την πλατφόρμα έγραφε ότι «υπό την ''αριστερά'' δημαγωγική της μορφή, στρέφεται

Βλ. Π.Γ. της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε., «Ανακοίνωση Πολιτικού Γραφείου, επί της στάσεως της μειοψηφίας των κεντριστών
μελών του Πολιτικού Γραφείου», Ριζοσπάστης 31 Οκτωβρίου 1927, 356, Επίσημα Κείμενα, ό.π., σ. 453-457.
95
Βλ. Λιβιεράτος Δ., Κοινωνικοί Αγώνες στην Ελλάδα (1927-31), ό.π., σ. 61.
53
94

εναντίον των βασικών προγραμματικών αρχών του λενινισμού» και στρέφεται κατά της
Ε.Σ.Σ.Δ.96

Βλ. Π.Γ. της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε., «Απόφαση Πολιτικού Γραφείου, επί της τροτσκιστικής, νεομενσεβικικής
αντιπολίτευσης», Ριζοσπάστης 25 Νοεμβρίου 1927, 358, Επίσημα Κείμενα, ό.π., σ. 464-468.
96

54

Κεφάλαιο 5
Η δεύτερη αντιπολίτευση. Η συγκρότηση
Αντιπολίτευσης στο Κ.Κ.Ε. (ομάδα «Σπάρτακος»)

της

Κομμουνιστικής

Α. Το περιοδικό Σπάρτακος
Οι παραιτηθέντες μαζί με τους Πουλιόπουλο-Γιατσόπουλο στις 4 Νοεμβρίου 1927
παρουσίασαν κοινές θέσεις σαν «Ενωμένη Αντιπολίτευση». Από τα μέλη του Π.Γ. του
προηγούμενου συνεδρίου, υπογράφουν οι Σεραφείμ Μάξιμος, Κώστας Σκλάβος, Τάσος
Χαϊνογλου και της Κ.Ε. Βασίλης Νικολινάκος, Π. Χατζησταύρος, Γρηγόρης
Παπανικολάου. Ο Μάξιμος ήταν πρώην γραμματέας και νυν βουλευτής όπως, επίσης,
βουλευτής ήταν και ο Παπανικολάου. Πρώην γραμματείς ήταν βέβαια και οι
συνυπογράφοντες Παντελής Πουλιόπουλος και Παστίας Γιατσόπουλος. Η διάσπαση
αποτελούσε ένα αναμφισβήτητο γεγονός για το κόμμα σε όλα τα επίπεδα και ήταν η πιο
σημαντική στην ιστορία του μέχρι εκείνη την εποχή97. Στο κείμενο της «Ενωμένης
Αντιπολίτευσης» διακηρυσσόταν η έκδοση ενός περιοδικού ο «Σπάρτακος».
Στις 26 Νοεμβρίου το Π.Γ. με ανακοίνωση κατήγγειλαν τον Μάξιμο ότι δεν
υπακούει στην κοινοβουλευτική ομάδα και ότι δεν δίνει τον κοινοβουλευτικό μισθό στο
κόμμα, αλλά τον χρησιμοποιεί για να «εκδίδουν ''κρέντα'', ''διακηρύξεις'', και ''Σπάρτακους''
και να καταπολεμούν το Κόμμα». Προεικάζει την ίδρυση νέου κόμματος μαζί με τους
τριτοκαταστίτες και τους αρχειομαρξιστές και προαναγγέλλει την διαγραφή των
κεντριστών.98 Σε άλλη ανακοίνωση στις 5 Δεκέμβρη ανέφερε απειλητικά μεταξύ άλλων
ότι η εμφάνιση των κεντρο-λικβινταριστών ως «μαρξιστών-λενινιστών» αποτελεί ελιγμό
για να «παρασύρουν όσο το δυνατόν περισσότερα μέλη του κόμματος, περισσότερους
εργάτες και να πολεμήσουν ύπουλα και έντεχνα το κόμμα» και ότι «οποιαδήποτε
υποστήριξη, έστω και ελαχίστη, του αναγγελλόμενου οργάνου των κεντριστών,
λικβινταριστών ''Σπάρτακος '', άσχετα με την μάσκα με την οποία αυτό εμφανίζεται, είνε
πράξη εχθρική, διαλυτική και στρέφεται εξολοκλήρου εναντίον του Κ.Κ.Ε. και της
Κ.Δ.».99
Τον Γενάρη του 1928 η ενωμένη αντιπολίτευση εκδίδει το περιοδικό «Σπάρτακος»
με υπότιτλο «μηνιαίο περιοδικό της μαρξιστικής - λενινιστικής θεωρίας και πράξης». Ως
λογότυπο είχε ένα τσιτάτο του Λένιν «Χωρίς επαναστατική θεωρία δεν υπάρχει
επαναστατικό κίνημα». Η τιμή του ήταν 8 Δρ. Η έκδοση το 1928 του «Σπάρτακου»
αποτέλεσε ένα σημαντικό γεγονός στην ιστορία του κομμουνιστικού περιοδικού τύπου
εκείνης της εποχής όχι μόνο γιατί η Κομμουνιστική Επιθεώρηση είχε σχεδόν σταματήσει
να την έκδοσή της (το 1928 δεν κυκλοφόρησε κανένα φύλλο, ενώ το 1929 τέσσερα μόνο,
για να αρχίσει πάλι ξανά τον Μάη του 1931), αλλά και για έναν άλλο σημαντικό λόγο. Οι
Βλ. Λιβιεράτος Δ., Κοινωνικοί Αγώνες στην Ελλάδα (1927-31), ό.π., σ. 60. Μέχρι σήμερα το Κ.Κ.Ε. έχει οδηγηθεί
σε ακόμη τέσσερις διασπάσεις, όλες μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο. Η πρώτη ύστερα από τα γεγονότα της
Τασκένδης το 1957(συγκρούσεις που επακολούθησαν την καθαίρεση του Ζαχαριάδη), από την οποία ξεπετάχτηκαν
διάφορες οργανώσεις στην δεκαετία του 60 με μαοϊκές καταβολές. Η δεύτερη πιο ξεκάθαρη στα 1968 οδήγησε στην
δημιουργία του Κ.Κ.Ε.(εσωτερικού), η τρίτη στα 1989 εξαιτίας της Οικουμενικής οδήγησε στην δημιουργία του
Νέου Αριστερού Ρεύματος (Ν.Α.Ρ.) και η τέταρτη στα 1993 οδήγησε το πιο δεξιό μέρος του κόμματος να
παραμείνει στον Συνασπισμό, ενώ το πιο πιστό στην μεταχρουτσωφική παράδοση διατήρησε τον τίτλο του
κόμματος. Κατά την διάρκεια της πολύχρονης πορείας του κόμματος συνεχώς μεγαλύτερα ή μικρότερα κομμάτια
έχουν διαγράφονται ή διασπόνται.
98
Βλ. Π.Γ. της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε., «Απόφαση Πολιτικού Γραφείου, επί της αντικομματικής διαλυτικής δράσης των
τριών κεντριστών Μαξίμου, Σκλάβου, Χαϊνογλου», Ριζοσπάστης 30 Νοεμβρίου 1927, 359, Επίσημα Κείμενα, ό.π.,
σ. 469-471.
99
Βλ. Π.Γ. της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε., «Ανακοίνωση Πολιτικού Γραφείου, επί της αντιμπολσεβικής αντεπαναστατικής
δράσης των λικβινταριστών και κεντριστών» Γραφείου», Ριζοσπάστης 5 Δεκεμβρίου 1927, 362, Επίσημα Κείμενα,
ό.π., σ. 475-476.
55
97

συντάκτες και οι αρθρογράφοι του περιοδικού επιχείρησαν να μελετήσουν και να
αναλύσουν τις οικονομικό-πολιτικές συνθήκες της χώρας με τη μαρξιστική διαλεκτική
μέθοδο.
Η έκδοση του «Σπάρτακου» καταχωρίζεται σε τρεις περιόδους. Πρώτη από το 1928
έως το 1929. Τα πρώτα 4 τεύχη έχουν 48 σελίδες και από το 5ο και μετά αρχικά
δεκαπενθήμερη τετρασέλιδη και ακόλουθα εβδομαδιαία εφημερίδα. 100 Προφανώς το
γεγονός ότι ο Μάξιμος ήταν βουλευτής βοηθούσε πολύ στην εκδοτική προσπάθεια, αλλά
και το περιοδικό για να επιχειρήσει την εβδομαδιαία έκδοση σημαίνει ότι υπήρχε ένα
σταθερό κοινό. Δεν κατέχουμε όμως κανένα στοιχείο που να δείχνει τον αριθμό
κυκλοφορίας των φύλλων. Υπεύθυνος ήταν ο Μάξιμος, η βουλευτική ιδιότητα του
προσέδιδε και ασυλία. Επίσης, τα περιεχόμενα και οι τίτλοι ήταν γραμμένοι και στα
γερμανικά. Στους επόμενους πίνακες παραθέτουμε κάποια στοιχεία για τον χαρακτήρα των
τεσσάρων πρώτων 48φυλλων τευχών.
Το πρώτο τεύχος θέτει του στόχους του περιοδικού. Πρωταρχικό έργο του είναι «η
προσαρμογή της μαρξιστικής-λενινιστικής θεωρίας, στις συγκεκριμένες συνθήκες της
χώρας, στις ανάγκες της πάλης του ελληνικού προλεταριάτου». Επιφορτίζεται με το έργο
της καλλιέργειας της μαρξιστικής θεωρίας «όχι δογματικά, παρά σαν όπλο της συνειδητής
προλεταριακής πρωτοπορίας στους πραχτικούς αγώνες». Στο πεδίο της πολιτικής «θα
προσπαθήση να αναλύση με τη μαρξιστική διαλεχτική μέθοδο τις οικονομικές και
πολιτικές συνθήκες της χώρας, να δημιουργήση τη δυνατότητα για έναν επιστημονικά
μελεμετημένο καθορισμό των πολιτικών συνθημάτων και για μια ορθή διαπίστωση της
προοπτικής που μας δίνουν οι όροι της πολιτικής πάλης, να βάλη τέρμα στον πολιτικό
πρωτογονισμό του επαναστατικού κινήματος γενικά».
Στο πεδίο της συνδικαλιστικής δράσης «θα προσπαθήση να δώση λύση στα
βασικώτερα σημερινά προβλήματα του κινήματος, στην οργάνωση των ανοργάνωτων
εργατών, στην εξύψωση της επαγγελματικής οργάνωσης, στην καταπολέμηση όλων των
παραγόντων που στέκουν εμπόδια στην επαναστατική συνειδητοποίηση και ενότητα της
εργατικής τάξης». Για τους αγρότες γραφόταν ότι ο «Σπάρτακος θ' αντιμετωπίση το
πρόβλημα της κατάχτησης συμμάχων για την εργατική τάξη, αναλύοντας τις μεθόδους
επαναστατικής κινητοποίησης των αγροτών ενάντια στο καπιταλιστικό σύστημα».101
Διευθυντής και υπεύθυνος της σύνταξης ήταν ο Σεραφείμ Μάξιμος.
Τα περιεχόμενα του περιοδικού διακρίνονται από την ποικιλία και την προσπάθεια
να αγγιχτούν όλα τα πεδία της ανθρώπινης σκέψης και της κοινωνικής δράσης , η
εσωτερική και εξωτερική κεντρική πολιτική, το διεθνές και εθνικό εργατικό κίνημα, το
Κ.Κ.Ε. και η Κ.Δ., ζητήματα οικονομικής θεωρίας, στοιχεία της ιστορίας του ελληνικού
και διεθνούς εργατικού κινήματος, άρθρα για την τέχνη και τον πολιτισμό.
Στον πρώτο Σπάρτακο δημοσιεύτηκαν οι θέσεις της ελληνικής αντιπολίτευσης για
την οικονομική και πολιτική κατάσταση της χώρας. Αυτές οι θέσεις αποτελούν ουσιαστικά
σύνθεση των απόψεων των δύο αντιπολιτευτικών ομάδων και επιχειρούν να θέσουν τις
διαφορετικές εκτιμήσεις τους από το την ηγεσία του Κ.Κ.Ε. Πρόκειται, δηλαδή, για μια
ολοκληρωμένη απάντηση στην οικονομική εκτίμηση του κόμματος, κάτι που μέχρι τότε
δεν είχε γίνει ανοιχτά από καμία αντιπολίτευση.
Η ανάλυση της αντιπολίτευσης σε σχέση με τις θέσεις του Κόμματος όπως αυτές
διατυπώθηκαν στο Τρίτο Τακτικό Συνέδριο διαχωρίζεται πάνω σε ένα βασικό ποιοτικό
σημείο. Η ηγεσία επιχειρεί να κατανοεί το επίπεδο της καπιταλιστικής ανάπτυξης στην
Ελλάδα χρησιμοποιώντας ως βασικό μέτρο ανάλυσης την ανάπτυξη της βιομηχανίας,
πράγμα που την οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αφού «τον σπουδαιότερο ρόλο στην εθνική
100
101

Βλ. προλογικό σημείωμα στην επανέκδοση του Σπάρτακου, Κείμενα του 1928, Ουτοπία 1982.
Βλ. Σπάρτακος, Γενάρης 1928, Χρόνος Α.-αρ.φ.1, Αθήνα, σ. 1.
56

οικονομία παίζουν η αγροτική οικονομία, το εμπορικό, το εφοπλιστικό και το τραπεζιτικό
κεφάλαιο» και εφόσον «το βιομηχανικό κεφάλαιο βρίσκεται σε υποδεέστερη μοίρα», η
χώρα «απ' την άποψη της καπιταλιστικής εξέλιξης είνε καθυστερημένη». Δηλαδή αδυνατεί
να αποσυνδέσει την έννοια της καπιταλιστικής ανάπτυξης με την ανάπτυξη της
βιομηχανίας θεωρώντας ότι οποιαδήποτε μορφή αγροτικής παραγωγής είναι από τη φύση
της μη καπιταλιστική. Με βάση την εκτίμηση ότι η βιομηχανική παραγωγή με
αυξομειώσεις παρουσιάζει κατάπτωση στο σύνολό της και ότι η αγροτική παραγωγή παρά
τις αυξομειώσεις και την αύξηση παρουσιάζει κρίση εξαγωγής καταλήγει στο γενικό
συμπέρασμα ότι η χώρα βρίσκεται σε οικονομική κρίση που «είνε δημοσιονομική κρίση,
αγροτική, ναυτιλιακή και βιομηχανική». Κύρια αιτία της κρίσης διαπιστώνει τα τεράστια
πολεμικά έξοδα των τελευταίων ετών και τα μεγάλα έξοδα εξοπλισμών, καθώς οδηγούσαν
στην αναγκαστική σύναψη δανείων και αύξηση των φόρων.
Αντίθετα, οι αντιπολιτευόμενοι επιστούν την προσοχή τους όχι σε ένα τομέα της
παραγωγής τον οποίο θέτουν a priori εκ των προτέρων κύριο δείκτη καπιταλιστικής
ανάπτυξης, αλλά γενικότερα στο εύρος της ανάπτυξης και κυριαρχίας των καπιταλιστικών
σχέσεων παραγωγής στην φάση εκείνη της ιστορικής εξέλιξης του ελληνικού κοινωνικού
σχηματισμού. Με αυτήν την οπτική ματιά παρατηρούν ότι στην Ελλάδα επικρατούν
συνθήκες τέτοιες που επιτρέπουν την ανάπτυξη του καπιταλισμού και την διεύρυνση των
καπιταλιστικών σχέσεων στη χώρα. Τεκμηριώνουν αυτήν την θέση παρουσιάζοντας την
επίδραση των πολεμικών γεγονότων στην οικονομία και στους κοινωνικούς θεσμούς.
Συγκεκριμένα, υποστηρίζουν ότι «ο Πανευρωπαϊκός πόλεμος έγινε η αιτία να αυξηθούνε
σε απίστευτο βαθμό τα κέρδη του εφοπλιστικού κεφαλαίου, ενώ ο αποκλεισμός του 1916
προκάλεσε σχετική ανάπτυξη της μικράς βιομηχανίας. Η κατάχτηση νέων εδαφών
ανέπτυξε συνολικά τις καπιταλιστικές σχέσεις, ενώ η αγροτική ψευδομεταρρύθμιση
συνετέλεσε στη διείσδυση του καπιταλισμού στα χωριά.» Για τον ρόλο της Μικρασιατικής
καταστροφής βλέπουν ότι ωφέλησε διότι δημιούργησε οξύτατες κοινωνικές αντιθέσεις και
δημιούργησε πληθώρα εργατικών χεριών, που τελικά «δώσανε μια νέα ανάπτυξη στις
παραγωγικές δυνάμεις της χώρας». Και γιαυτό καταλήγουν στο εντελώς αντίθετο
συμπέρασμα σε σχέση με την θεωρία της κρίσης ότι το κυριότερο γνώρισμα στην νέα αυτή
περίοδο είναι η συστηματικότερη οργάνωση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης (ανάπτυξη
του εμπορίου, δημιουργία συστήματος αγροτικής πίστης, κτηματικές τράπεζες, αύξηση
των ανωνύμων εταιριών, αυτόνομος σταφιδικός οργανισμός, νόμος περί αμβύκων) και
ιδιαίτερα ανάπτυξης της ελληνικής βιομηχανίας».
Η κομματική ηγεσία απ' την πλευρά της συνειδητά υποτιμά την πολιτική των
δασμών και των ατελειών στην εισαγωγή μηχανημάτων θεωρώντας ναι μεν σωστά ότι δεν
αποτελεί γενικά κεντρική πολιτική των κυβερνήσεων, αλλά αποτέλεσμα της πίεσης των
βιομηχάνων. Παραβλέπει, όμως, τελικά την αυτόνομη δυναμική που παρουσιάζει ο
ελληνικός καπιταλισμός πέφτοντας στην παγίδα να λαμβάνει υπόψη μόνο την
προβεβλημένη οικονομική στόχευση του ελληνικού κράτους, που κατά γενική ομολογία
ήταν η αγροτική ανάπτυξη.
Η αντιπολίτευση παραδέχεται ότι στα 1923 υπήρξε κρίση στην οικονομία η οποία
όμως κατά την άποψή της υπερπηδήθηκε γρήγορα χάρη στην έλλειψη ισχυρής πολιτικής
οργάνωσης της εργατικής τάξης, ενώ η ηγεσία βλέπει ότι οι κυβερνήσεις με τα μέτρα που
παίρνει εκείνη την περίοδο επιχειρεί να ξεπεράσει την κρίση. Δηλαδή η μεγάλη διαφορά
είναι ότι η αντιπολίτευση βλέπει τα μέτρα των κυβερνήσεων να έχουν ήδη φέρει
αποτέλεσμα, ενώ η ηγεσία ότι το ξεπέρασμα βρίσκεται στην παρούσα φάση, για να
αλλάξει πολύ γρήγορα άποψη και να μιλά για γενική κρίση του καπιταλιστικού
συστήματος, όπως θα δούμε αργότερα.
57

Με κανένα τρόπο η αντιπολίτευση δεν βλέπει μια καθυστερημένη εξέλιξη και κρίση
αλλά ανάπτυξη της βιομηχανίας και της βιομηχανικής παραγωγής ιδιαίτερα, συγκρότηση
πραγματικού χρηματιστικού κεφαλαίου με ξένα και ελληνικά κεφάλαια. Αντίθετα, με την
ηγεσία η αντιπολίτευση δεν εκτιμά την είσοδο ξένου κεφαλαίου ως εμπόδιο στην
ανάπτυξη της εγχώριας βιομηχανίας, αλλά ότι η γενικότερη αυτή ανάπτυξη και
σταθεροποίηση γίνεται κάτω από την κηδεμονία και την διεύθυνση κυρίως ξένου
χρηματιστικού κεφαλαίου, ώστε να συμβαδίζει με την μεγαλύτερη υποταγή της χώρας στο
αγγλοαμερικανικό κεφάλαιο και ότι είναι συνώνυμη με την μισοαποικοποίηση της
Ελλάδας.
Στο τελευταίο αυτό σημείο και οι δύο ταυτίζονται απόλυτα με την διαφορά ότι η
αντιπολίτευση προτιμά να αναλύει τις εσωτερικές συγκρούσεις και τις πολιτικές επιλογές
της αστικής τάξης, μέσα από μια οπτική γωνία ενσωμάτωσης της ταξικής πάλης στα
αστικά πλαίσια και υποταγής της στα αστικά πλαίσια, ενώ η ηγεσία την συσχετίζει άμεσα
με τους ανταγωνισμούς των μεγάλων δυνάμεων και μόνο με την «φυσική» οικονομική
προέλευση των κοινωνικών δυνάμεων που εκπροσωπούν. Δηλαδή το Λαϊκό κόμμα
φεουδαρχία και μέρος της εμπορικής και βιομηχανικής μπουρζουαζίας, φιλελεύθερο κόμμα
εμπορικό, εφοπλιστικό, τραπεζιτικό και βιομηχανικό κεφάλαιο. Συγκεκριμένα, η
αντιπολίτευση θεωρεί ότι η βενιζελική παράταξη είναι ενσυνείδητος φορέας των
αντιλήψεων της ελληνικής κεφαλαιοκρατίας, αλλά επειδή στενά συνδεδεμένο με τα
προσφυγικά στρώματα υποχρεώνεται να διατηρήσει την ψευτοριζοσπαστική φυσιογνωμία
του. Για το Λαϊκό κόμμα εκτιμά ότι αποτελεί την άρνηση κάθε ενσυνείδητης
καπιταλιστικής ανάπτυξης. «Τα λαϊκά στρώματα του κόμματος αυτού (αγροτικές μάζες,
επαγγελματίες) έρχουνται σε οικονομική αντίθεση με το πρόγραμμα της σταθεροποίησης
της φιλελεύθερης κεφαλαιοκρατίας, ενώ τα ανώτερα στρωματά του μοναρχικά και
φεουδαρχικά από παράδοση και ιστορικούς δεσμούς, έρχουνται σε ιδεολογική σύγκρουση
με την φιλελεύθερη αστική παράταξη.»
Για το εργατικό κίνημα συνδέουν την εκτιμούμενη παθητικότητα και χαλάρωσή του
με την περίοδο σχετικής σταθεροποίησης και ανάπτυξης του καπιταλισμού. Όσον αφορά
τα καθήκοντα του κόμματος αφού θέσει ως βασικό μέλημα την κατάκτηση της εργατικής
μάζας
μέσα από την συγκρότηση ολοκληρωμένου προγράμματος θέσεων και
αναλύσεων.102
Μέσα από το περιοδικό η ομάδα της αντιπολίτευσης θα παρουσιάζει τις απόψεις της
Ρωσικής και Διεθνούς Αριστερής Αντιπολίτευσης. Στο πρώτο τεύχος παρουσίασε μια
δήλωση 83 μελών της αντιπολίτευσης και στο δεύτερο μέρος από την πλατφόρμα της
αριστερής αντιπολίτευσης του Κ.Κ.Ρ.
Β. Η πολιτική οργάνωση «Σπάρτακος» (αντιπολίτευση του Κ.Κ.Ε.).
Η ενωμένη αντιπολίτευση, πάντως, δεν μπόρεσε να διατηρηθεί ενιαία. Υπήρχαν
σημαντικές διαφορές που οδήγησαν σύντομα την αντιπολίτευση σε κρίση. Η ομάδα
Σκλάβου που κατά τον Δ. Λιβιεράτο υποστήριξε μάλλον μπουχαρινικές θέσεις διαφώνησε
με την πολιτική της αντιπολίτευσης και αποχώρησε. Μια ιδεολογική πάλη έγινε ανάμεσα
στις τρεις κύριες οργανώσεις Αθηνών, Πειραιώς, Θεσσαλονίκης που τελικά κατέληξαν
στην ίδρυση της οργάνωσης Σπάρτακος. Ο Σπάρτακος συνέχιζε να βρίσκεται μέσα στο
Κ.Κ.Ε. και να αγωνίζεται για την ανασυγκρότησή του.

Για τις θέσεις της Ενωμένης Αριστερής Αντιπολίτευσης βλ. «Οικονομική και πολιτική Κατάσταση», Σπάρτακος,
τ.1, Γενάρης 1928. Για τις θέσεις του Κ.Κ.Ε. βλ. Βλ. Γ΄ Τακτικό Συνέδριο Κ.Κ.Ε., «Θέσεις για την οικονομική και
πολιτική κατάσταση της χώρας και τα άμεσα καθήκοντα του Κόμματος», Ριζοσπάστης 7 Απρίλη 1927, 277/α΄,
Επίσημα Κείμενα, ό.π., σ. 204-212.
102

58

Τον Ιανουάριο 1929 συνήλθαν σε κοινή συνέλευση οι ομάδες Αθηνών-Πειραιώς
και εξέλεξαν 5μελές Γραφείο. Σε αυτή την συνέλευση λογοδότησε το προηγούμενο
Γραφείο, όσοι δηλαδή είχαν απομείνει μετά την αποχώρηση της ομάδας του Σκλάβου.
Γενικότερα, η περίοδος αυτή ήταν μια περίοδος χαλάρωσης της οργάνωσης
Σπάρτακος. Η προς τα έξω προβολή της ήταν ηθελημένα μικρή, παρότι όπως υποστηρίζει
ο κ. Λιβιεράτος διέθετε ισχυρή επιρροή σε όλο το κόμμα. «Η βασική ιδέα που κυριαρχεί
είναι να μην θιχτεί το κόμμα. Είναι ο κομματικός πατριωτισμός. Η κριτική που γίνεται
πρέπει να μείνει μεταξύ μας, να διορθώσουμε το κόμμα από μέσα. Να μην φτιάξουμε νέα
οργάνωση.» Στην σχέση της με το κόμμα και τη μορφή δράσης και οργάνωσης της ομάδας
«ο φόβος από το αρχειομαρξιστικό παράδειγμα κρατάει την Αντιπολίτευση σε οργανωτική
αδράνεια. Το θεωρητικό όργανο σταμάτησε το 1929 για ένα χρόνο περίπου και η κύρια
αιτία ήταν να μη θίγεται το δημόσια κόμμα, αυτό που παραμένει η οργάνωση της
εργατικής τάξης.» 103 Προφανώς, η τάση Μαξίμου, που ήταν και η πιο «κομματική» έπαιξε
καταλυτικό ρόλο σε αυτήν την αμυντική λογική. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό ο «Σπάρτακος»
αδυνατούσε να παρασύρει τους εργάτες στην δική του γραμμή και αυτό λειτούργησε
αποδιοργανωτικά για την αντιπολιτευτική οργάνωση. Η αυτοκριτική του Νικολινάκου ο
οποίος έλεγε για τον εαυτό του ότι « η ψυχολογία των καθυστερημένων εργατικών
στρωμάτων μέσα στα οποία εκλήθηκα από τα πράγματα να επαληθεύσω τις απόψεις της
Κομμουνιστικής Αντιπολίτευσης εξάσκησε τέτοια επίδραση πάνω μου, που να περιορίσει
τη δράση μου σε μια ακίνδυνη αντιπολιτευτική εργασία ενάντια στην αντίδραση»...104
Το 1932 πραγματοποιήθηκε η πρώτη Συνδιάσκεψη όπου έγινε απολογισμός του
έργου μέχρι τότε και αποφασίστηκε η μεταφορά της διοίκησης στην Θεσσαλονίκη. Το
1932 αποχώρησε από τον Σπάρτακο ο Μάξιμος διαφωνώντας με την ιδέα της ίδρυσης νέας
Διεθνούς που προάγονταν από την ΔΑΑ. Αντίθετα, ο Πουλιόπουλος πλέον έβλεπε την
ίδρυση μιας νέας διεθνούς ως αναγκαία. Στα 1934 η ομάδα Σπάρτακος ενώθηκε με την
Λ.Α.Κ.Κ.Ε. (Λενινιστική Αντιπολίτευση του Κ.Κ.Ε.) και ίδρυσαν την ΟΚΔΕ (Οργάνωση
Κομμουνιστών Διεθνιστών Ελλάδας). Βασική αφορμή που νομιμοποίησε την απόφαση
αυτή του Σπάρτακου ήταν η στροφή του Κ.Κ.Ε. μετά την 6η Ολομέλεια του κόμματος,
στην οποία χαρακτηρίσθηκε η επικείμενη επανάσταση «αστικοδημοκρατική» κι όχι όπως
μέχρι τότε προλεταριακή. 105
Για το τι ήταν ο Σπάρτακος ο κ. Λιβιεράτος μας προτείνει ένα απόσπασμα ενός
αντιπολεμικού μανιφέστου του Πουλιόπουλου για τον Σπάρτακο που γράφτηκε στα 1931.
«Ο αγώνας του ''Σπάρτακου'' (αντιπολίτευση του Κ.Κ.Ε.) από τα 1927 παλεύει για την
εσωτερική μεταρρύθμιση του Κόμματος, την οργανική του ανασύνταξη και το
ξεκαθάρισμα των σφαλμάτων της σταλινικής διοίκησης, ενσαρκώνει στην Ελλάδα τις
βασικές απόψεις που διατύπωσε η Ρωσική και η Διεθνής Αντιπολίτευση (αριστερή) για την
Κομμουνιστική Διεθνή και έχει ακριβώς για σκοπό τον καλύτερο πολιτικό και οργανωτικό
οπλισμό του Κόμματος, και γενικά του προλεταριακού κινήματός μας για την
αποτελεσματική αντιμετώπιση των σοβαρών καθηκόντων που μπαίνουν μπροστά του.
Αποκατάσταση της αντιπολίτευσης στα κομματικά της δικαιώματα που γραφειοκρατικά
της αφαιρέθηκαν από τη σταλινική ομάδα, πρέπει να είναι η επιδίωξη κάθε επαναστάτη και
κάθε συνειδητού προλεταρίου που θέλουν να δουν το κόμμα τους ισχυρό και νικηφόρο»106.
Βλ. Λιβιεράτος Δ., Κοινωνικοί Αγώνες στην Ελλάδα (1927-31), ό.π., σ. 147.
Νικολινάκος Β., «Ανοιχτή επιστολή προς το Γραφείο της Κομμουνιστικής Αντιπολίτευσης», Σπάρτακος, περ. Β,
χρ. Α, αρ.φ.6, Δεκέμβρης 1930.
105
Ελεφάντης Αγ., ό.π., σ. 250-1.
106
, Σπάρτακος, 13-14 β-β σ.19 Μαρξιστικό δελτίο, Δεκέμβρης 1962, σ.30 στο Λιβιεράτος Δ., Κοινωνικοί Αγώνες
στην Ελλάδα (1927-31), ό.π., σ. 148. Επίσης, βλ. «Μανιφέστο της αντιπολίτευσης», Σπάρτακος, περ. Β, χρ. Β΄, αρ.φ.
13-14, Ιούλης Αύγουστος 1931.
59
103
104

Η άποψη του Σπάρτακου για το κόμμα είναι η εξής ότι το «Κ.Κ.Ε. είναι ένα
πολιτικό κόμμα» και γι’ αυτό εκείνο που το χαρακτηρίζει δεν είναι «η κάθε φορά
οργανωτική του κατάσταση[...], ούτε πάλι αριθμητικές πράξεις πάνω στις νίκες και στις
ήττες, στις επιτυχίες και στις αποτυχίες που εσημείωσε στη ζωή του το κόμμα αυτό.»
εκείνο που καθορίζει τον χαρακτήρα μια πολιτικής οργάνωσης όπως το Κ.Κ.Ε. είναι «η
ιδιαίτερη τοποθέτησή της πάνω στο στίβο του αγώνα των τάξεων γενικά.» Γι’ αυτό κατά
την άποψή τους το Κ.Κ.Ε. «είναι, πρώτα, κόμμα προλεταριακό» διότι ιδρύθηκε από ένα
τμήμα, το πιο συνειδητοποιημένο ταξικά, του ελληνικού προλεταριάτου και μέχρι σήμερα
παρ’ όλες τις οργανωτικές του παλίρροιες παρ’ όλη την εισχώρηση σ’ αυτό λούμπενπρολεταριακών, λούμπεν-προσφυγικών και μικροαστικών που σήμερα παίζουν τόσο
σημαντικό ρόλο στην ηγεσία του, ως τόσο διατήρησε δίχως αμφιβολία μια σύνθεση μελών
προλεταριακή»[...] Το Κ.Κ.Ε. είναι το μοναδικό εργατικό κόμμα στην Ελλάδα. Αν μπόρεσε
να διατηρήση το πολιτικό μονοπώλιο και να ματαιώση αλλεπάλληλες απόπειρες για
δημιουργία άλλων εργατικών κομμάτων στη χώρα, τούτο τελικά δεν μπορεί να οφείλεται
παρά στον αδιάρρηκτο του δεσμό με την εργατική τάξη και τις ιστορικές της τύχες.»
«Τέλος, το Κ.Κ.Ε. είναι επαναστατικό κόμμα. Όχι μόνο η καθαρά προπαγανδιστική του
εργασία και η πολιτική ζύμωση που διεξάγει, μα και η πολιτική του δράση γενικά και οι
μέθοδες — σωστές ή σφαλερές κάθε φορά — που χρησιμοποίησε πάνω στη δράση αυτή,
αποτελούν μέχρι σήμερα μια καθαρή άρνηση αυτών των βάσεων του καπιταλιστικού
καθεστώτος, του ρεφορμιστικού και της συνεργασίας των τάξεων.» [...]. ενδιαφέρον όμως
έχει και η τελευταία αυτή διατύπωση, όπου ο Πουλιόπουλος κάνει έναν σημαντικό
διαχωρισμό και υποστηρίζει ότι «αν όμως το Κ.Κ.Ε. είναι κόμμα της κοινωνικής
επανάστασης κι’ όχι της κοινωνικής μεταρρύθμισης, όμως δεν μπορούμε ακόμη να το
ονομάσουμε κόμμα μαρξιστικό με όλη τη σημασία που έχει σήμερα ο όρος, δηλαδή κόμμα
που έχει αφομοιώσει στην ιδεολογία και την πρακτική του την επαναστατική θεωρία του
Μαρξ και την επαναστατική μέθοδο του Λένιν.»107
Γ. Ο Σπάρτακος απέναντι στους αρχειομαρξιστές και η σχέση του με την Κ.Δ.
Η κομμουνιστική αντιπολίτευση του Κ.Κ.Ε. αναμφισβήτητα αποτελεί συνέπεια της
ελληνική εκδοχής μιας διαδικασίας με διεθνή χαρακτηριστικά που οδήγησε στη
δημιουργία σε όλα τα Κ.Κ. παρόμοιων αντιπολιτευτικών ομάδων. Θα ήταν πολύ
κατατοπιστικό να μπορούσαμε να γνωρίζουμε κάποια στοιχεία αυτής της εξέλιξης σε άλλα
κόμματα της Κ.Δ. ώστε να μπορέσουμε να έχουμε μια πιο συνολική εικόνα αυτού του
κινήματος. Αυτό που μπορούμε να ξέρουμε είναι ότι σε άλλες χώρες η διαδικασία αυτή
είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα ακολουθώντας πιο στενά την πορεία του Κ.Κ.Ρ. Δηλαδή ενώ
η τροτσκιστική αντιπολίτευση στην Ε.Σ.Σ.Δ. λειτουργούσε από πολύ νωρίς, με αντίστοιχη
επίδραση στα υπόλοιπα Κ.Κ., στο Κ.Κ.Ε. άργησε να εμφανιστεί αντιπολίτευση, διότι το
ίδιο το Κ.Κ.Ε. πολύ αργά συντονίστηκε με την Κ.Δ. Δεν είναι τυχαίο ότι μόλις εντάχθηκε
οργανικά άρχισε να εμφανίζει τα προβλήματα και τις αντιφάσεις της διεθνούς. Αυτό όμως
δε σημαίνει ότι η γραφειοκρατικοποίηση στο Σ.Ε.Κ.Ε. δεν υπήρχε. Αντίθετα, θα
μπορούσαμε να συσχετίσουμε την από πολύ νωρίς εμφάνιση μιας αντιπολιτευτικής
δύναμης στο Κ.Κ.Ε. το «Αρχείο του Μαρξισμού», το οποίο συγκρούσθηκε με το κόμμα
για τους ίδιους λόγους πάνω- κάτω που συγκρουόταν η τροτσκιστική αντιπολίτευση,
λόγους για τους οποίους συγκρούσθηκε και η αντιπολίτευση του Πουλιόπουλου. Το
«Αρχείο του Μαρξισμού»» όμως επειδή ακριβώς το κόμμα τότε δεν είχε στενή σχέση με
το Κ.Κ.Ρ. δεν μπόρεσε να συνδεθεί με το διεθνές τροτσκιστικό ρεύμα της εποχής,
λειτούργησε απομονωμένα και έλαβε δικά του αυτόνομα χαρακτηριστικά επηρεασμένα
από την εθνικά χαρακτηριστικά του ελληνικού εργατικού κινήματος, αλλά και της
107

Πουλιόπουλος Π., «Κομμουνισμός και Αρχειομαρξισμός, Ι», Σπάρτακος, περ. Β, χρ. Α, αρ.φ.6, Δεκέμβρης 1930.
60

ελληνικής κοινωνίας γενικότερα. Και γιαυτό δεν θα πρέπει να θεωρηθεί τυχαίο το γεγονός
ότι όταν η Διεθνής Αντιπολίτευση αποσπάστηκε από την Κ.Δ. το αρχειομαρξιστικό κόμμα
προσδέθηκε σε αυτή. Εξάλλου, στα περιοδικά των αρχειομαρξιστών ήταν πολύ συχνές οι
αναφορές στον Τρότσκι, από πολύ νωρίς.
Η αρχική στάση του Πουλιόπουλου απέναντι στους αρχειομαρξιστές ήταν πολύ
θετική. Η ξαφνική και ολοκληρωτική μεταστροφή του αποτελούσε προφανώς μια εκ
βάθρων επανεξέταση όλων των θεμάτων που αφορούσαν το Κ.Κ.Ε., και μέσα σε αυτά και
το «Αρχείο». Αντικειμενικά, πολλές από τις θέσεις που άρχισε να υποστηρίζει τις είχαν
πρωτοδιατυπώσει οι αρχειομαρξιστές, ενώ η όλη του αρχική στάση, η συνολική
αποχώρηση από την ενεργή δράση και η υποστήριξη της προσωπικής του ανάγκης να
δουλέψει έξω από το κίνημα πάνω σε θεωρητικά και επιμορφωτικά ζητήματα είναι
κατάδηλα παρόμοια με την αρχική στάση των αρχειομαρξιστών. Βέβαια, το παράδειγμα
της εξέλιξης του «Αρχείου» καθώς και η επιθετική εμμονή από τη μεριά του κόμματος που
καλλιεργούταν σε όλα τα μέλη του Κ.Κ.Ε., είχε βέβαια εμποτίσει τον Πουλιόπουλο και
τον είχε εξοπλίσει με τη συνείδηση ότι δεν θέλει να ακολουθήσει την πορεία της
οργάνωσης αυτής. Θεωρούσε όμως ότι μπορούσε να υπάρξει κάτω από κάποιες συνθήκες
συνένωση μερίδας των αρχειομαρξιστών με το κόμμα. Η συμπτωματική διάσπαση του
Αρχείου εκείνη την εποχή με την συγκρότηση της Τρίτης Κατάστασης, η οποία
προσέβλεπε στην σύνδεση με το κόμμα τον είχε βοηθήσει στη διατύπωση αυτών των
φιλοαρχειομαρξιστικών απόψεων. Η πολεμική που έγινε στην τάση Πουλιόπουλου από το
κόμμα, αλλά και η συνένωση της τάσης του με την τάση Μαξίμου, που όπως φάνηκε από
την πορεία των πραγμάτων ήταν περισσότερο πιστή στη μονοκομματική αντίληψη, ότι
δηλαδή μια ήταν η εργατική τάξη και ένα το κόμμα αυτής, το Κ.Κ.Ε., οδήγησε αργότερα
τον Σπάρτακο σε μια ακραία αντιαρχειομαρξιστική φρασεολογία, που συνδεόταν με ένα
κομματικό πατριωτισμό, ουσιαστικά αμυντισμό του Σπάρτακου. Βέβαια, σημαντικό ρόλο
στην στάση της αντιπολίτευσης απέναντι στους αρχειομαρξιστές είναι ότι γενικά η
συμπεριφορά τους είχε αυτό το βίαιο και αλήτικο που οδηγούσε συχνά σε συγκρούσεις με
το κόμμα. Οι σχέσεις κόμματος και αρχείου αποτελούν ένα ιδιαίτερο ζήτημα το οποίο δεν
έχει ερευνηθεί αρκετά και είναι δύσκολο να υποστηριχθεί ότι κατέχουμε κάτι παραπάνω
από μια γενική εικόνα, η οποία όμως δεν μας επιτρέπει να διαμορφώσουμε άποψη.
Όλα τα φύλλα από το 1930 περιέχουν ένα άρθρο πολεμική ενάντια στους
αρχειομαρξιστές. Σε αυτά τα άρθρα πρωτοστατούσε ο ίδιος ο Πουλιόπουλος, ο οποίος
όταν το «Αρχείο» εντάχθηκε στη Διεθνή Αντιπολίτευση με το όνομα Κομμουνιστική
Οργάνωση Μαρξιστών Λενινιστών Ελλάδας (Αρχειομαρξιστών) [Κ.Ο.Μ.Λ.Ε.(Α)],
απέστειλε μια έκθεση στον Τρότσκι στην οποία του εξέθετε την άποψή του Σπάρτακου για
τους «Αρχειομαρξιστές».
Συγκεκριμένα, η ομάδα «Σπάρτακος» θεωρούσε ότι οι αρχειομαρξιστές αποτελούν
γάγκραινα του εργατικού κινήματος διότι, όπως ισχυρίζονται, χρησιμοποιούν τη βία
ενάντια σε όσους διαφωνούν μαζί τους, με τρόπο τραμπούκικο, χαφιεδίστικο και
φασιστικό. Κατά την άποψη της αντιπολίτευσης «...Η χρήση της βίας ενάντια στους
ιδεολογικούς αντιπάλους είναι ένα έγκλημα και μια τρέλα...»108
Σε συγκεκριμένο του άρθρο ο Πουλιόπουλος γράφει: «Ο αρχειομαρξισμός είνε ένα
πρωτότυπο ελληνικό υποκατάστατο της σοσιαλδημοκρατίας σε μια περίοδο που το
κομμουνιστικό κίνημα δεν έχει ακόμη φτάσει στη οριστική του ιδεολογική
αποκρυστάλωση. Είναι δηλαδή ένα ρεύμα που ζητεί να τραβήξει την εργατική τάξη μακριά
από τον επαναστατικό δρόμο προς τον οπορτουνισμό, μα έχει την ικανότητα με την
εξωτερική «κομμουνιστική» εμφάνισή του να τραβά προς το μέρος του εργάτες και
οπαδούς του κόμματος με επαναστατική διάθεση, αλλά με ιδεολογική σύγχυση, πού ΄ναι
108

Σπάρτακος, «Αρχείοι και Ατομική Τρομοκρατία», Σπάρτακος, περ. Β, χρ. Α, αρ.φ.2, Αύγουστος 1930.
61

συνέπεια των σφαλμάτων και εσωτερικών ελλείψεων του Κόμματος και του
αδιαμόρφωτου ακόμη μέσα στο Κόμμα πολιτικού στερεώματος.» Τα βασικά στοιχεία
αυτής της ιδιότυπης οργάνωσης που κατά τον ηγέτη της αντιπολίτευσης μέχρι τον
Σεπτέμβριο του 1930 το πρόγραμμά τους θα περιλάμβανε μόνο τρία άρθρα, είναι «
1)Μόρφωση και μόνο μόρφωση.2) Πόλεμος κατά του Κ.Κ.Ε. με όλα τα μέσα. 3) Ύστερα
δηλαδή όταν θα «μορφωθούν» οι εργάτες (ή τα «στελέχη») και διαλύσουμε το Κ.Κ.Ε. θα
ιδούμε τι θα κάνουμε.» Παρομοιάζει το Αρχείο με μασονική στοά, το κατηγορεί για
γραφειοκρατισμό, μυστικισμό και αρχηγισμό, για βία, συνεχνιακή και οικονομίστικη πάλη
στα συνδικάτα κ.α. Για την ένταξη του αρχείου στη Διεθνή Αντιπολίτευση θεωρεί ότι
κακώς είναι συνδεμένη γιατί κατά τη διάρκεια της εξέλιξης του τροτσκισμού μέσα στην
Κ.Δ. δεν είχαν καμία σύνδεση και σχέση. Κατά την εκτίμησή του ο αρχειομαρξισμός
χρειάζεται την αριστερή λεοντή του τροτσκισμού για να συνεχίσει στις νέες συνθήκες το
παλιό του λαθρεμπόριο.109 Ο ρόλος του Σπάρτακου «πάλη ιδεολογική ενάντια στον
αρχειομαρξισμό, αλύπητο ξεσκέπασμα της αληθινής του αντικομουνιστικήςοπορτουνιστικής ουσίας, είναι ένα καθήκον για τους κομμουνιστές στη χώρα μας. Σκοπός
μιας τέτοιας πάλης δεν μπορεί να είναι άλλος από Κ.Ε. εκείνον που έχει η πάλη κατά της
Σοσιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη: διάλυση της αντίπαλης οργάνωσης, κατάχτηση των
εργατών της υπέρ του κομμουνισμού. Διόρθωση, εσωτερική μεταρρύθμιση του
αρχειομαρξισμού, μετατροπή του σε μια κομμουνιστική οργάνωση και συγχώνευση με το
κόμμα [...].». «Η άποψή του Πουλιόπουλου για τις διασπάσεις του «Αρχείου» είναι ότι
είναι καταδικασμένες να ναυαγήσουν και ότι το ίδιο ναυάγιο περιμένει χωρίς άλλο και τις
προσπάθειες του διεθνούς Γραφείου της Αριστερής Αντιπολίτευσης να κάμη την
αρχειομαρξιστική οργάνωση κομμουνιστική και μάλιστα αντιπολιτευτική.» Στο σημείο
αυτό είναι εμφανής η κριτική απέναντι στην Διεθνή αντιπολίτευση, χωρίς να φοβούνται να
διατυπώσουν ανοιχτά κατηγορίες εναντίον της. Κατά την άποψη του Πουλιόπουλου «το
πείραμα αυτό του Διεθνούς Γραφείου εκτός από τον καιροσκοπικό χαραχτήρα του, πρέπει
να το πούμε καθαρά ότι δεν στηρίζεται σε άγνοια των πραγμάτων των ελληνικών, παρά
πηγάζει από μια απόλυτα εσφαλμένη εκτίμησή τους. Το αποτέλεσμα της σημερινής θέσης
του διεθνούς Γραφείου είναι τριπλό: Πρώτα, σκορπίζει μια πρωτοφανή σύγχυση γύρω από
τα προβλήματα του επαναστατικού κινήματος της χώρας μας που μόλις πρόσφατα η
Αντιπολίτευση του Κ.Κ.Ε. είχε αρχίσει να τα διαφωτίζει χρησιμοποιώντας διαλεχτικά
μέσα στις εθνικές συνθήκες τις απόψεις και την επαναστατική μαρξιστική μέθοδο της
ρωσικής και διεθνής αριστεράς. Ύστερα στερεώνει στις αρχειομαρξιστικές αυταπάτες
πολλούς προλεταρίους που βρίσκονταν στις απαρχές του ορθού επαναστατικού
προσανατολισμού τους, δηλαδή προς τον κομμουνισμό και το Κόμμα. Τέλος, δυσφημεί την
ιδέα της Αριστερής Αντιπολίτευσης μέσα στη συνείδηση των εργατών του Κόμματος που
την αντιπολίτευση ταυτίζουνε πια τώρα με τη γνώριμή τους αντικομουνιστική τάση του
αρχειομαρξισμού.»110 Ξεκάθαρα κατηγορούν το Γραφείο ότι η επιθυμία του να
παρουσιάσει την διεθνή αντιπολίτευση ισχυρή στην Ελλάδα είναι που το οδήγησε στην
αναγνώριση του αρχείου και ότι αυτή η τακτική είναι καιροσκοπική, οπορτουνιστική
αντίθετη στον χαρακτήρα και το πνεύμα της διεθνούς αντιπολίτευσης και τις απόψεις της
για τα οργανωτικά θέματα και γενικά αντίθετη στην ιστορία της και τη δράση της. Τους
επιρρίπτουν την κατηγορία ότι διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα του ελληνικού
κομμουνιστικού και εργατικού κινήματος.111
Στο σημείο αυτό σκόπιμο είναι να δούμε πια είναι ακριβώς η σχέση του Σπάρτακου
με το Γραφείο της Διεθνής Αριστερής Αντιπολίτευσης. Η σύνδεση του Αρχείου με το
Πουλιόπουλος Π., «Κομμουνισμός και Αρχειομαρξισμός, ΙΙ», Σπάρτακος, περ. Β, χρ. Β, αρ.φ.7, Γενάρης 1931.
Πουλιόπουλος Π., «Κομμουνισμός και Αρχειομαρξισμός, ΙΙΙ», Σπάρτακος, περ. Β, χρ. Β, αρ.φ.8, Φλεβάρης 1931.
111
Κομμουνιστική αντιπολίτευση, «Προς το Διεθνές Γραφείο της Κομμουνιστικής αντιπολίτευσης», Σπάρτακος, περ.
Β, χρ. Α, αρ.φ.6, Δεκέμβρης 1930.
62
109
110

Διεθνές Αντιπολιτευτικό Γραφείο δεν είναι μόνο απόρροια κάποιας σκοπιμότητας της
Δ.Α.Α. Γιατί πραγματικά ο «Σπάρτακος» σε σχέση με την εξέλιξη του υπόλοιπου
τροτσκιστικού ρεύματος θα λέγαμε βρίσκεται σε μια προηγούμενη φάση. Την εποχή των
αρχών της δεκαετίας του 30 το Διεθνές Γραφείο έχει ήδη προχωρήσει στην άποψη ότι στον
αγώνα για την δικτατορία του προλεταριάτου δεν μπορεί να ηγηθούν τα Κ.Κ. και
επομένως η στάση τους είναι πιο χαλαρή ως προς τη μονοκομματική αντίληψη, πράγμα
που σαφώς έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον Σπάρτακο που βρίσκεται στην πιο
κομματική του φάση. Την χρονιά του 1930 ήρθαν στην Ελλάδα δύο γάλλοι
αντιπολιτευτικοί με σκοπό να πείσουν τις δύο ομάδες να συνενωθούν. Οι σπαρτακιστές
αρνήθηκαν να συζητήσουν αυτό το ενδεχόμενο και προσπάθησαν να καταδείξουν τον
αντιδραστικό χαρακτήρα της οργάνωσης των αρχειομαρξιστών. Οι γάλλοι συμφώνησαν να
ελέγξουν τις κατηγορίες αυτές και προχώρησαν σε ένας είδος δικαστηρίου ενώπιον του
οποίου οι αρχειομαρξιστές παραδέχτηκαν πολλά λάθη τους. Αυτό βέβαια δεν οδήγησε σε
καμία ουσιαστική αλλαγή της στάσης του Σπάρτακου απέναντι στο Αρχείο, όπως πιθανόν
να ήλπιζαν οι δύο γάλλοι, με συνέπεια να λειτουργούν οι δύο ομάδες ξεχωριστά και
αντιθετικά.
Ο Σπάρτακος παρόλ’ αυτά θεωρούσε ότι αποτελούσε την αυθεντική έκφραση της
αντιπολίτευσης. Σε όλα τα τεύχη του περιοδικού υπάρχουν αναφορές στον Τρότσκι,
κείμενα του Τρότσκι και αναφορές στο διεθνές αντιπολιτευτικό κίνημα.
Δ. Η αντιπολίτευση απέναντι στις κρίσεις του Κ.Κ.Ε. και το ζήτημα της
Ε.Γ.Σ.Ε.Ε.
Το Κ.Κ.Ε. την περίοδο μετά την διάσπαση πέρασε μια φάση «απομόνωσης και
φτώχειας». Πέρα από την διάσπαση οι δυσκολίες που αντιμετώπιζε ήταν αρκετές. Οι
διώξεις από την Οικουμενική και τον βενιζελισμό ιδιαίτερα μετά την υπερψήφιση από την
βουλή του νόμου για το ιδιώνυμο και η διάσπαση που επιβλήθηκε στο Δ΄ Συνέδριο της
Γ.Σ.Ε.Ε. με την διαγραφή των αριστερών συνέδρων είχαν σημαντικές συνέπειες στο
κόμμα. Δεν είναι τυχαίο ότι στις εκλογές της 19ης Αυγούστου το Κ.Κ.Ε. συγκέντρωσε
μόνο 1,43% των ψήφων, δηλαδή μόνο 14.325, ενώ μόλις δυό χρόνια πριν συγκέντρωνε
στις εκλογές της 7ης Νοεμβρίου 1926 είχε συγκεντρώσει 4,38%, δηλαδή 41,982. Κατά την
άποψη του κ. Λιβιεράτου το πλειοψηφικό σύστημα με το οποίο διεξάχθηκαν οι εκλογές, το
οποίο συνθλίβει τα μικρά κόμματα, δεν δικαιολογούσε μια τόσο μεγάλη απώλεια. Και
μάλλον αυτή η παρατήρηση είναι σωστή, οι πραγματικές αιτίες της μεγάλης πτώσης των
εκλογικών ποσοστών του Κ.Κ.Ε. δεν βρίσκονται στον εκλογικό νόμο, αλλά στα
αντικειμενικά εσωτερικά και εξωτερικά προβλήματα που αντιμετώπιζε το κόμμα.
Μέσα σε αυτό το κλίμα είναι ιδιαίτερα προβληματική η αδυναμία του Σπάρτακου
να οργανωθεί και να αυξήσει την επιρροή του. Την αδυναμία αυτή πέρα από τις ιδιαίτερες
συνθήκες που ισχύουν για τον Σπάρτακο θα πρέπει να την εντάξουμε μάλλον και στην
συνολική δυσκολία του Κ.Κ.Ε.
Την περίοδο αυτή συνήλθε το 6ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς στη
Μόσχα (15.7.-1.9.1928), χωρίς αντιπολίτευση και με πλήρη ηγεμονία της ομάδας του
Στάλιν όχι μόνο στο Ρωσικό κόμμα αλλά σε όλο το τριτοδιεθνιστικό κίνημα. Το 6ο
συνέδριο ταύτισε τα συμφέροντα του παγκόσμιου προλεταριάτου με τα συμφέροντα της
Ε.Σ.Σ.Δ., απένειμε κεντρικό ρόλο στο Κ.Κ.Σ.Ε. και καθόρισε ως βασικό καθήκον των
Κ.Κ. να υποστηρίξουν την Σοβιετική Ένωση, στην εξωτερική και εσωτερική της πολιτική.
Το 6ο Συνέδριο αποτέλεσε ήττα της δεξιάς μπουχαρινικής τάσης, καθώς το νέο πενταετές
πλάνο σήμανε την βίαιη κολεκτιβοποίηση, ολοκληρώνοντας ουσιαστικά την ηγεμονία των
κρατικοκαπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής μέσα στον σοβιετικό κοινωνικό σχηματισμό.
Ως τον Απρίλιο του 1929 η δεξιά τάση του Μπουχάριν είχε εκκαθαριστεί.
63

«Η πολιτική την οποία υιοθετεί το 6ο Συνέδριο της Κ.Δ. είναι ότι ο καπιταλισμός
έμπαινε στην Τρίτη και τελευταία περίοδο της ύπαρξής του. Πρώτη περίοδος ήταν από το
τέλος του παγκοσμίου Πολέμου μέχρι το 1921. Περίοδος επαναστάσεων. Η δεύτερη ήταν
της μερικής σταθεροποίησης του καπιταλισμού. Αλλά στην Τρίτη περίοδο έμπαινε σε μια
συνεχή κρίση, απ' όπου δεν θα έβγαινε ποτέ ο παγκόσμιος καπιταλισμός. Η επανάσταση θα
τον σάρωνε. Γι' αυτό δεν υπήρχαν περιθώρια μακρόχρονης συνδικαλιστικής ή πολιτικής
δουλειάς. Έπρεπε όλοι να είναι μπροστά για την τελική φάση, το γκρέμισμα του
παγκόσμιου καπιταλισμού. Διαδηλώσεις, συγκρούσεις, απεργίες..»112 Τον Ιούλιο του 1929
συνήλθε στη Ρωσία η 10η ολομέλεια της Κ.Δ. η οποία κατά τον κ. Ελεφάντη ολοκλήρωσε
τη θεωρητικοπολιτική κατασκευή της «τάξης εναντίον τάξης», του σοσιαλφασισμού και
αποσαφήνισε την θεωρία της τρίτης περιόδου. Οι αποφάσεις της τονίζουν ότι επειδή
αρχίζει η άνοδος των επαναστατικών αγώνων ο διεθνής καπιταλισμός ετοιμάζει πόλεμο
εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης, εγκαθιδρύει φασιστικά καθεστώτα στις επιμέρους χώρες
ή, ανάλογα με τις περιστάσεις, καταφεύγει στη σοσιαλδημοκρατική λύση πριν περάσει
οριστικά στο φασισμό (η σοσιαλδημοκρατία είναι η δίδυμη αδελφή του φασισμού).113 Ο
αγώνας κατά του καπιταλισμού γίνεται απόλυτος, ολοκληρωτικός. Από τη μια μεριά η
εργατική τάξη και τα κομμουνιστικά κόμματα επικεφαλής και στην ηγεσία την Σοβιετική
Ένωση. Από την άλλη ο καπιταλισμός με τα διάφορα κοινοβουλευτικά και φασιστικά
καθεστώτα και όλους τους βοηθούς του σοσιαλφασίστες, αγροτοφασίστες κ.λ.π. Το
καθήκον της υπεράσπισης της σοβιετικής πατρίδας που κινδυνεύει γίνεται το πρώτο και
το κύριο. Συγκεκριμένα, η 10η Ολομέλεια διακήρυξε για το ζήτημα του φασισμού ότι «ο
φασισμός γίνεται όλο και περισσότερο κυρίαρχη μέθοδος της αστικής εξουσίας. Σε χώρες
όπου υπάρχουν ισχυρά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, ο φασισμός παίρνει την ιδιαίτερη
μορφή του σοσιαλφασισμού, ο οποίος με ένα συνεχώς αυξανόμενο ρυθμό υπηρετεί την
αστική τάξη σαν ένα όργανο για να παραλύει την δραστηριότητα των μαζών στον αγώνα
ενάντια στο καθεστώς της φασιστικής δικτατορίας.»
Μέσα σε αυτά τα πλαίσια τα Κ.Κ. προωθούσαν την δική τους κόκκινη Γ.Σ.Ε.Ε.
καταγγέλλοντας τις υπάρχουσες ρεφορμιστικές εργατικές οργανώσεις ως «φασιστικές». Η
Γερμανία όπου ο φασισμός βρισκόταν σε άνοδο αποτέλεσε τον χώρο εφαρμογής της νέας
θεωρίας. Η νέα γραμμή συνεπαγόταν ότι δεν υπήρχε θέμα να γίνει προσπάθεια να
συγκροτηθεί είτε ενιαίο μέτωπο με τους σοσιαλδημοκράτες είτε να υπάρχει επαφή μαζί
τους στα συνδικάτα ώστε να πιέζονται για ριζοσπαστικοποίηση. Ο Τρότσκι καταδίκασε τη
γραμμή της Διεθνούς για τον τρόπο που αναλύει την πραγματικότητα και συγκεκριμένα τις
επιλογές του Κ.Κ. Γερμανίας το οποίο θεωρούσε τους Σοσιαλδημοκράτες ως τους κύριους
εχθρούς.
Ένα μήνα μετά την ολοκλήρωση των διεργασιών του Συνεδρίου της Κ.Δ. άνοιξε η
προσυνεδριακή περίοδος για το Κ.Κ.Ε. Το 4ο συνέδριο συνήλθε στις 10.12.1928. Όπως
σημειώνει ο κ. Λιβιεράτος το κύριο χαρακτηριστικό αυτού του συνεδρίου ήταν η
πειθαρχία και η υπακοή στις αποφάσεις της Κ.Δ. επιχειρώντας να προσαρμόσει τις
αναλύσεις του 4ου Συνεδρίου της Κ.Δ. στην ελληνική πραγματικότητα. Το ιδιαίτερο που
αποφασίστηκε σαν εφαρμογή της γραμμής της Κ.Δ. είναι καταρχήν ότι ορίστηκε το
σύνθημα για επαναστατική δημοκρατική δικτατορία των εργατών και των αγροτών ως
μεταβατικός σταθμός προς τη δικτατορία του προλεταριάτου. Ορίστηκε δηλαδή ένα
ενδιάμεσο στάδιο μεταξύ του αστικού καθεστώτος και της δικτατορίας του προλεταριάτου.
Ως κεντρικό πρόβλημα στο συνδικαλιστικό τέθηκε η συγκρότηση ταξικής Ενωτικής
Γ.Σ.Ε.Ε., της κόκκινης δηλαδή συνομοσπονδίας.114 Η νέα πολιτική που εγκαινιάζεται
Βλ. Λιβιεράτος Δ., Κοινωνικοί Αγώνες στην Ελλάδα, ό.π., σ. 139.
Βλ. Ελεφάντης Αγ., ό.π., σ.106.
114
Βλ. Λιβιεράτος Δ., Κοινωνικοί Αγώνες στην Ελλάδα, ό.π., σ. 88-91.
112
113

64

συμπυκνώνεται πλέον στο κανόνα ότι από δω και στο εξής μαρξισμός-λενινισμός θα είναι
τα αποφθέγματα των Ζητημάτων του Λενινισμού του Στάλιν.115
Στο Κ.Κ.Ε. η θεωρία του σοσιαλφασισμού αποσαφηνίστηκε με μια απόφαση του
Π.Γ. το Νοέμβριο του 1929, μετά δηλαδή την 10η Ολομέλεια του Π.Γ. της Κ.Δ. Ο
πανφασισμός πρυτανεύει σε όλες τις εκτιμήσεις του Κ.Κ.Ε. Από τον χαρακτηρισμό αυτό
δεν ξεφεύγει κανείς: σοσιαλιστές, αγροτιστές, βενιζελικοί, καφανταρικοί, κονδυλικοί,
βασιλικοί. Με την ίδια και περισσότερη σφοδρότητα πλήττονται και οι άλλες τάσεις της
αριστεράς, σπαρτακιστές και αρχειομαρξιστές. Κατά την άποψη του κ. Ελεφάντη «το
Κ.Κ.Ε. χαράζει μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σ' αυτό και τον υπόλοιπο πολιτικό
κόσμο και διαλαλεί: όποιος δεν είναι μαζί μου είναι φασίστας».116 Συγκεκριμένα, το
Κ.Κ.Ε. στην Τρίτη ολομέλειά της Κ.Ε. στα 1930 αποφάσισε ότι η κυβέρνηση Βενιζέλου
κινείται προς την φασιστικοποίση και ότι πρέπει να είναι αμείλικτη και εξοντωτική η πάλη
ενάντια στους σοσιαλφασίστες.117 Στην ίδια ολομέλεια δόθηκε και μια νέα άποψη για την
επερχόμενη επανάσταση στην Ελλάδα ότι δηλαδή θα είναι προλεταριακή που θα’ χει
εκπληρώσει και καθήκοντα αμεσοδημοκρατικά μεγάλης ευρύτητας. Η συζήτηση γύρω από
αυτό το θέμα απλωνόταν, καθώς είχε να κάνει ακριβώς με την προσαρμογή της νέας
γραμμής της Κ.Δ.
Ο Σπάρτακος κρατά μια «τροτσκιστική» στάση απέναντι στη νέα γραμμή του
Κ.Κ.Ε. Στο ζήτημα της οικονομικής κρίσης θεωρεί ότι υπάρχει «μια περιοδική κρίση του
καπιταλισμού, συμπτώματα της οποίας είναι 1)η ελάττωση της βιομηχανικής παραγωγής
[...]. 2) Η πτώση της γεωργικής παραγωγής [...]. 3) Συγκεντροποίηση του Κεφαλαίου [...].
3)Ανάπτυξη της ανεργείας [...]. 5) Ελάττωση των βιομηχάνων εργατών και ανάπτυξη του
αριθμού των εργατών των ελεύθερων επαγγελμάτων. 6) πτώση της καταναλωτικής
δυνάμεως των αγοραστών. 7) Ελάττωση της εισαγωγής και εξαγωγής συνοδευόμενη με
αύξηση των τελωνειακών δασμών[...]. Η κρίση αυτή του καπιταλισμού ''δεν είναι κρίση
που δεν μπορεί να την ξεπεράσει'' Εξαρτάται από το κόμμα ου προλεταριάτου να του
φράξει τη διέξοδο.»118
Η κομμουνιστική αντιπολίτευση αρνείται ότι ο Βενιζέλος είναι φασίστας και μιλά
για έναν ειδικό ρόλο της κυβέρνησης Βενιζέλου. «Ποιος είναι ο ειδικός αυτός ρόλος της;
Χρησιμοποίηση του κοινοβουλίου και κάθε δημοκρατισμού για την προπαρασκευή της
δικτατορίας. Αυτό σημαίνει, πρώτο, ότι δεν είναι μια συνηθισμένη κοινοβουλευτική
δημοκρατική κατάσταση και δεύτερον ότι δεν είναι φασισμός.». 119 Κατά την αντίληψη των
Σπαρτακιστών η κυβέρνηση Βενιζέλου είναι δικτατορική, αλλά δεν είναι φασιστική. «Ο
Βενιζέλος δεν είναι ή δεν είναι ακόμα φασίστας. Είναι μια κοινοβουλευτική δικτατορία
προετοιμαστική για τον φασισμό». «Φασισμός και δημοκρατία βρίσκονται σε μια
διαλεχτική αλληλεπίδραση και περιπλοκή μα δεν είναι το ίδιο πράγμα», γράφει ο
Πουλιόπουλος το 1931 στον Σπάρτακο. «Με τους χονδροκομμένους συλλογισμούς του
Μολότωφ και του Μανουϊλσκι (ηγέτες της Κ.Δ.) ''φασισμός ίσον δημοκρατία σοσιαλδημοκρατία ίσον φασισμός» και ασκεί κριτική στην σοβιετική ηγεσία ότι με τον
ισοπεδωτισμό αυτόν δεν κατανοεί πραγματικά στην φύση του το πρόβλημα και γιαυτό
τελικά πέρα από «φωνακλάδικο αντιφασισμό» αφήνει άοπλη την επαναστατική
πρωτοπορία, δηλαδή τους εργάτες κομμουνιστές. «Φασισμός δεν είναι κάθε
υπερσυγκεντρωτισμός στην εκτελεστική εξουσία, ούτε κάθε τρομοκρατία αντεργατική,
Βλ. Ελεφάντης Αγ., ό.π., σ.98.
Βλ. Ελεφάντης Αγ., ό.π., σ.110.
117
Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε., Επίσημα Κείμενα, τόμος Γ΄, 28.1.1930, σ.71.
118
Κομμουνιστική Αντιπολίτευση, «Θέσεις της κομμουνιστικής Αντιπολίτευσης στο συνέδριο της Ομοσπονδίας
Ηλεκτρισμού», Σεπτέμβριος 1930, αρ. φ.3, Σπάρτακος, περ. Β΄- χρόνος Α΄, Σεπτέμβρης 1930.
119
Για την στάση του Σπάρτακου στο ζήτημα του πανφασισμού βλ. «Θέσεις της Κομμουνιστικής Αντιπολίτευσης,
Εργατικό Κίνημα», Δεκέμβρης 1930, αρ. φ.6, Σπάρτακος, περ. Β΄-χρόνος Α΄.
115
116

65

ούτε κάθε πολιτικό ή στρατιωτικό πραξικόπημα κατά των ''νόμιμων'' εξουσιών. Τα
πραξικοπήματα ήσαν και θα είναι ακόμα συχνά σε όλες τις αστικές Δημοκρατίες κατά την
μεταπολεμική περίοδο. [....] Φασισμός και δημοκρατία είναι δύο διαφορετικοί τρόπο
κατάχτησης και συσσωμάτωσης μαζών για το σκοπό της συντήρησης του αστικού
καθεστώτος από τις αδιάλυτες αντιφάσεις του [....]. Φασισμός είναι εκείνη η ως το
κατακόρυφο συγκέντρωση της κρατικής εξουσίας και ένταση της πολιτικής αντίδρασης
που στη σύγχρονη εποχή στηρίζεται σε ένα κίνημα μικροαστικών κυρίως μαζών
επηρεασμένων από μια κοινωνική ''αντικαπιταλιστική '' δημαγωγία κατά των βάσεων της
''τυπικής'' δημοκρατίας που στερεώνεται με ένοπλες αντεπαναστατικές οργανώσεις λευκών
φρουρών, και για σκοπό έχει να συντηρήση το καθεστώς της καπιταλιστικής δουλείας
πάνω στους εργαζόμενους.»120 Στο ζήτημα του φασισμού η ομάδα Σπαρτός είχε
διατυπώσει την δική της πρόταση την δημιουργία ενιαίου μετώπου για την κατάργηση των
αναδυόμενων φασιστικών οργανώσεων στην Ελλάδα (ΕΕΕ κα) με την σύσταση
αντιφασιστικών ενώσεων κατηγορώντας το Κ.Κ.Ε. ότι με τον ισοπεδωτισμό του δεν κάνει
ουσιαστικά τίποτα προς αυτήν την κατεύθυνση.
Η θέση του Σπάρτακου απέναντι στη νέα ανάλυση του Κ.Κ.Ε. περί επαναστατικής
κρίσεως ότι η γενικότερη διεθνής κρίση της περιόδου μετά το 1929 επαναστατικοποιεί και
ριζοσπατικοποιεί από τη μία τις μάζες, αλλά και από την άλλη γεννάει την αντίδραση. Στο
σημείο αυτό για το γεγονός ότι το Κ.Κ.Ε. δεν μπόρεσε να κερδίσει ουσιαστικά τίποτα
κατηγορούσε την ηγεσία του κόμματος ότι παρά τη «φρασεολόγα ... διακήρυξη για μια
''δήθεν ραγδαία αριστεροποίηση'' κι ''γοργότερη ανάπτυξη του επαναστατικού κινήματος''»
η διακήρυξη αυτή «συνοδευότανε με μια μοιρολατρική παθητικότητα στην πράξη.»121 Στο
συνδικαλιστικό παρότι κάποιοι στο Κ.Κ.Ε. όπως έχουμε δει προσανατολίζονταν ήδη από
πιο νωρίς στην συγκρότηση ξεχωριστής «κόκκινης» Γ.Σ.Ε.Ε. ενταγμένης στην Κόκκινη
Συνδικαλιστική Διεθνή και παρότι αυτό αποτέλεσε τη γραμμή της Κ.Δ. μετά το 6ο
Συνέδριο ως προϊόν της αντίληψης για τον σοσιαλφασισμό στην Ελλάδα τελικά βασικοί
υπεύθυνοι για την διάσπαση δεν ήταν οι κομμουνιστές, αλλά οι δεξιοί. Στο 4ο Συνέδριο
της Γ.Σ.Ε.Ε. Απρίλης 1928 η συντηρητική ηγεσία εκδίωξε με την βοήθεια της αστυνομίας
από το Συνέδριο τους αριστερούς αντιπροσώπους. Στις 3 Φεβρουαρίου 1929 άρχισαν οι
εργασίες ενός πανελλαδικού συνεδρίου που αποφάσισε την ίδρυση της Ενωτικής Γ.Σ.Ε.Ε.
Η αντιπολίτευση από την περίοδο που είχαν πρωτοεμφανιστεί στο κόμμα τέτοιες απόψεις
τις είχε καταδικάσει. Συγκεκριμένα η άποψή του Σπάρτακου για το ζήτημα της Γ.Σ.Ε.Ε.
είναι ότι σταδιακά η συνομοσπονδία πέρασε στα χέρια της αστικής τάξης μετατρεπόμενη
ιδιαίτερα μετά το 4ο Συνέδριο σε όργανο του Υπουργείου Οικονομίας.122 Οι συνδικαλιστές
του τάχθηκαν ενάντια στην διάσπαση του εργατικού κινήματος, αλλά πιστοί στην γραμμή
τους για συμπόρευση με το κόμμα αποφάσισαν να δράσουν μέσα στην -Ενωτική Γ.Σ.Ε.Ε.,
καταδικάζοντας παράλληλα και τον συνειδητό διασπαστικό ρόλο της ηγεσίας του Κ.Κ.Ε.
Με κεντρικό σύνθημα «Δυό συνθήματα ,δυό γραμμές» ο Σπάρτακος είχε παλέψει αρχικά
για ένα πραγματικό Ενωτικό Συνέδριο με αναλογική εκπροσώπηση και δημοκρατία.
Επειδή, όμως αντιπολίτευση απέτυχε να επιβάλλει την γραμμή της στο κόμμα, τους
δεξιούς και τους αρχειομαρξιστές ώστε να μην «μπορέσει ν' αποτρέψει την απομόνωση
των επαναστατών εργατών από την υπόλοιπη εργατική τάξη» αναγκάστηκε να
ακολουθήσει το κόμμα, παραμένοντας σε αυτό «ως επαναστατική μειοψηφία».
Πουλιόπουλος Π, «Η πάλη κατά του φασισμού και το Κόμμα», Σπάρτακος, περ. Β, χρ. Β, αρ.φ. 15, Σεπτέμβρης
1931 Αθήνα.
121
Βλ. Κομμουνιστική Αντιπολίτευση, «Θέσεις της Κομμουνιστικής Αντιπολίτευσης (Σπάρτακος)», Σπάρτακος, περ.
Β, χρ. Α, αρ.φ. 6, Δεκέμβρης 1930.
122
Βλ. Κομμουνιστική Αντιπολίτευση, «Το Ε ''Πανελλαδικό'' Συνέδριο της Γ.Σ.Ε.Ε. και το καθήκον των επαναστατών
εργατών», Αύγουστος 1930, αρ. φ.2, Σπάρτακος, περ. Β΄- χρόνος Α΄, Αύγουστος 1930.
66
120

Η άποψη της αντιπολίτευσης για την Ε.Γ.Σ.Ε.Ε. ήταν ότι είχε ακολουθήσει
λανθασμένη γραμμή η οποία «σε όλα ανεξαιρέτως τα σημεία χαρακτηριζότανε από μια
έλλειψη σταθερής επαναστατικής τακτικής, έλλειψη που φανερώθηκε σ' όλες τις
εκδηλώσεις της πάλης» και ότι ρόλος της ήταν να την αλλάξει. Στα 1930 θεωρούσαν την
παραμονή τους μέσα στην Ε.Γ.Σ.Ε.Ε. αναγκαία. Πλέον, γιαυτούς η Γ.Σ.Ε.Ε. ήταν πλήρως
κρατικοποιημένη και γι αυτό καλούσαν την εργατική τάξη να ενταχθεί μέσα στην
Ενωτική.123 Κατά την αντιπολίτευση «η ιστορική πρωτοβουλία για τη δημιουργία μαζικού
ταξικού συνδικαλιστικού κινήματος, πέφτει και πάλι σήμερα στο Κ.Κ.Ε., όπως και πριν
από 12 χρόνια». «Το έργο αυτό»για τους Σπαρτακιστές «είναι αναπόσπαστα συνδεμένο με
την εσωτερική μεταρρύθμιση του Κ.Κ.Ε. επάνω στο πνεύμα των αρχικών
αντιπολιτευτικών προτάσεων».124 Το 1931 ο Σπάρτακος δημοσίευσε μια διακήρυξη για την
Ε.Γ.Σ.Ε.Ε. υποστηρίζοντας την ανάγκη για ανασυγκρότησή της.125
Μετά το Τέταρτο Συνέδριο το Κ.Κ.Ε. περνάει την τελευταία μεγάλη προπολεμική
κρίση. Η κρίση θα διαρκέσει μέχρι το 1931 και θα μείνει στην ιστορία «φραξιονιστική
πάλη χωρίς αρχές». Στην πραγματικότητα όμως όπως πολύ καλά εξηγεί στην Επαγγελία
της Αδύνατης Επανάστασης ο κ. Ελεφάντης, η σύγκρουση αυτή είχε πολιτικό περιεχόμενο
και ουσιαστικά επρόκειτο για την προσπάθεια των νέων τάσεων που εμφανίστηκαν στην
ηγεσία να ερμηνεύσουν και να προσαρμόσουν τις αποφάσεις της Κ.Δ. στην Ελλάδα,
τελικά, όπως καταλήγει ο συγγραφέας, αναιρώντας τις.
Οι προσπάθεια του Κ.Κ.Ε. να προσαρμόσει την γραμμή της Κ.Δ. θέτοντας ως
άμεσο ζήτημα την προετοιμασία της γενικής πολιτικής απεργίας που θα καταλύσει το
αστικό καθεστώς και η αμείλικτη πάλη κατά των «ρεφορμιστών σοσιαλφασιστών» και
αγροτιστών που ανακόπτουν τις επαναστατικές διαθέσεις των, οδήγησε το κόμμα σε μια
παταγώδη αποτυχία διότι προφανώς οι αντικειμενικές συνθήκες δεν ευνοούσαν μια τέτοια
τάση. Όλα τα μέλη του κόμματος ουσιαστικά παραμέλησαν τα καθήκοντα της άμεσης
ταξικής πάλης πράγμα που απομόνωσε το κόμμα τελείως από την εργατική τάξη. Αυτό είχε
ως συνέπεια να προβληματιστεί η ηγεσία του κόμματος και να προσπαθεί να ερμηνεύσει
με τέτοιο τρόπο τις θέσεις της Κ.Δ. ώστε να τις αναιρέσει στην πράξη. Οι δύο αυτές
ομάδες ήταν η μία με τους Ευτυχιάδη, Χαϊτά, Κολοζώφ και η άλλη με τα συνδικαλιστικά
στελέχη Σιάντο, Θέο, Πυλιώτη, Παπαρρήγα, Ασίκη κλπ. Η δεύτερη μετά την σύλληψη των
Χαϊτά-Ευτυχιάδη, τον Σεπτέμβριο του 1930, ανέλαβε και τη διοίκηση του κόμματος. «Η
ομάδα Χαϊτά-Ευτυχιάδη υποστήριζε ότι μέσα στις συνθήκες του τέλους της
σταθεροποίησης του καπιταλισμού τα πρωτεία στην προσπάθεια του κόμματος θα έπρεπε
να δοθούν στην οργανωτική προσπάθεια: ''πρώτα οργάνωση και ύστερα επανάσταση ήταν
η συμπυκνωμένη η θέση της. »126 Κατά την άποψη του κ. Ελεφάντη οι απόψεις των ΧαϊτάΕυτυχιάδη συγγένευαν με το σύνθημα της αριστερής δημοκρατίας, αλλά άσχετα με αυτό
τελικά έρχονταν δια της τεθλασμένης σε αντίθεση με τη γραμμή του σοσιαλφασισμού. «Η
πρακτική απόδοση των αντιλήψεων αυτών θα ήταν συμμαχία με προοδευτικές δυνάμεις
που ήθελαν να ανατρέψουν τις ''μισοαποικιακές σχέσεις'' στην Ελλάδα· ούτως ή αλλιώς,
δεν έβλεπαν την ελληνική κοινωνία να έχει μπει στη δίνη της επαναστατικής θύελλας. Η
συγγένεια με τους ''δεξιούς μπουχαρινικούς οπορτουνιστές'' ήταν ολοφάνερη». 127 Η άλλη
ομάδα υπερθεμάτιζε στα περί επαναστατικής κρίσης και είχε ως κύριο μέλημα την πάλη
Βλ. Κομμουνιστική Αντιπολίτευση, «Ενωτική Συνομοσπονδία & Αντιπολίτευση», Σεπτέμβριος 1930, αρ. φ.3,
Σπάρτακος, περ. Β΄- χρόνος Α΄, Σεπτέμβρης 1930.
124
Βλ. Κομμουνιστική Αντιπολίτευση, «Θέσεις της Κομμουνιστικής Αντιπολίτευσης, Εργατικό Κίνημα», Δεκέμβρης
1930, αρ. φ.6, Σπάρτακος, περ. Β΄- χρόνος Α΄.
125
Κομμουνιστική Αντιπολίτευση, «Διακήρυξη για την ανασυγκρότηση της Ε Γ.Σ.Ε.Ε. » Σεπτέμβρης 1931, αρ.
φ.15, Σπάρτακος, περ. Β΄- χρόνος Β΄.
126
Βλ. Ελεφάντης, ό.π., σ.114.
127
Βλ. Ελεφάντης, ό.π., σ.115.
67
123

για πολική απεργία. Η ομάδα αυτή αναιρούσε τις θέσεις της Κ.Δ. για ξεχωριστή Γ.Σ.Ε.Ε.
υποστηρίζοντας ότι για να πραγματοποιηθεί αυτός ο στόχος θα έπρεπε να υπάρξει πλατιά
ενότητα όλων των εργαζομένων. Συνεπώς, τα ξεχωριστά συνδικάτα δεν εξυπηρετούσαν.
Την λύση θα δώσει η Κ.Δ. στα 1931 όταν θα καλέσει την ηγεσία στην Μόσχα και εντελώς
πραξικοπηματικά θα ορίσει νέα ηγεσία με αρχηγό τον Νίκο Ζαχαριάδη. 128
Ενδιαφέρον έχει η στάση του Σπάρτακου απέναντι στην νέα φραξιονιστική κρίση
που ξέσπασε στο Κ.Κ.Ε. Η αντιπολίτευση έβλεπε ότι « οι αλλεπάλληλες αποτυχίες του
κόμματος, συνέπεια των εκτός τόπου και χρόνου συνθημάτων, από τόνα μέρος και από το
άλλο η επίδραση της κριτικής της Αντιπολίτευσης (Σπάρτακος) προκάλεσαν τελευταίως
μέσα σε όλα σχεδόν τα μέλη του κόμματος μια εξέγερση και μια τάση εκκαθάρισης των
σφαλμάτων που εκδηλώνεται σήμερα με τη νέα κομματική αντιπολίτευση (Χαϊτάς, ΟΚΝΕ,
Οργάνωση Θεσσαλονίκης)».129 Δηλαδή δεν θεωρούσε όπως το επίσημο Κ.Κ.Ε.
υποστηρίζει και ο κ. Ελεφάντης συμφωνεί ότι υπήρχε φραξιονιστική πάλη(η διαφορά τους
είναι για το αν υπήρχαν πολιτικές αρχές στην διαφωνία), αλλά ότι συγκροτήθηκε μια νέα
αντιπολίτευση. Η διαφορά είναι ότι η δεύτερη ερμηνεία αντιλαμβάνεται τη μια από τις δύο
ομάδες να ταυτίζεται με την Κ.Δ. και την άλλη να διαφωνεί. Ο Σπάρτακος είχε καταλήξει
σε μία άποψη για τον χαρακτήρα της φράξιας Χαϊτά που θεωρούσε νέα αντιπολίτευση και
πίστευε ότι βρισκόταν κοντά στις θέσεις του. «Η νέα αντιπολίτευση χαρακτηρίζεται: 1)
από μία γενική πολιτική σύγχυση και ένα εμπειρισμό των οπαδών της που μόλις τώρα
προσπαθούν να ανεύρουν τα αίτια της κρίσης του κόμματος εμπειρικά βγάζοντας
συμπεράσματα από τις αποτυχίες του παρελθόντος. 2) Μια σωστή σε γενικές γραμμές
κριτική ωρισμένων εκδηλώσεων της ψευτοεπαναστατικής ταχτικής των Σταλινικών
(«γενική πολιτική απεργία»— εκτίμηση της «ορμητικής επαναστατικής ανόδου». 3) Τον
κίνδυνο να τραβήξει πάνω στην απότομη στροφή της συμπεράσματα δεξιά, τυπικό
γνώρισμα των οπαδών του σταλινικού κεντρισμού απόν τον κύκλο των οποίων
προέρχονται οι ηγέτες της νέας κομματικής Αντιπολίτευσης, [...] και 4) Χρησιμοποιεί
διαπιστώσεις της Αντιπολίτευσης (Σπάρτακος) ενώ ταυτόχρονα αποκηρύσσει την
Αντιπολίτευση πράγμα που φανερώνει την ασυνέπεια και τον καιροσκοπικό της
χαρακτήρα.»
Οι αντιπολιτευόμενοι έβλεπαν τον δικό τους ρόλο μέσα στην κρίση ότι οφείλούν να
υποβοηθήσουν και να επιταχύνουν «την πορεία εξέλιξης των μελών και των οπαδών του
Κόμματος που στρέφονται σήμερα προς μια εκκαθάριση των σφαλμάτων του Κόμματος
και να τους προφυλάξει από τους κινδύνους δεξιών ζιγ—ζαγ που κλίνει η σημερινή ρευστή
ιδεολογική κατάσταση και η νέα κομματική αντιπολίτευση».130 Τελικά, όμως όπως έχουμε
ήδη αναφέρει, αντί να δράσουν επιθετικά σταμάτησαν την έκδοση του περιοδικού για ένα
χρόνο περίπου.
Εκείνο που ίσως να εκπλήσσει είναι ότι ο Σπάρτακος δεν κατάλαβε τη μεγάλη τομή
που σήμαινε η επέμβαση της διεθνούς στα 1931 και ο διορισμός από τα πάνω της ηγεσίας
του κόμματος. Κατά την άποψη του κ. Ελεφάντη «με την επέμβαση μπαίνουν τα θεμέλια
για τη δημιουργία ενός νέου κόμματος» και ουσιαστικά τίθεται τέλος στην προϊστορία του
Κ.Κ.Ε. η μέθοδος αυτή επιλογής ηγεσίας θα μονιμοποιηθεί και θα διευρυνθεί σε όλα τα
επίπεδα μέσα στο κόμμα. «Στο εξής ή δεν συνέρχονται συνέδρια και οι κεντρικές
επιτροπές «εκλέγονται» από την προϋπάρχουσα ηγετική ομάδα ή συνέρχονται για να
νομιμοποιήσουν συντελεσμένες αλλαγές.»131 Καταργούνται δηλαδή και οι όποιες
Βλ. Ελεφάντης Αγ., ό.π., σ.113-120
Βλ. Κομμουνιστική Αντιπολίτευση, «Θέσεις της Κομμουνιστικής Αντιπολίτευσης, Εργατικό Κίνημα», Δεκέμβρης
1930, αρ. φ.6, Σπάρτακος, περ. Β΄-χρόνος Α΄.
130
Βλ. Κομμουνιστική Αντιπολίτευση, «Θέσεις της Κομμουνιστικής Αντιπολίτευσης, Εργατικό Κίνημα», Δεκέμβρης
1930, αρ. φ.6, Σπάρτακος, περ. Β΄-χρόνος Α΄.
131
Βλ. Ελεφάντης Αγ., ό.π., σ.128
68
128
129

επιφάσεις δημοκρατίας με συνέπεια να επιβληθεί ο ολοκληρωτικός συγκεντρωτισμός.
Πολύ σωστά στην Επαγγελία της Αδύνατης Επανάστασης αυτή η εξέλιξη συνδέεται με την
πορεία των πραγμάτων στην Σοβιετική Ένωση. Στην «Ανοιχτή επιστολή της
αντιπολίτευσης του Κ.Κ.Ε. » δηλώνεται ανοιχτά πως το Κ.Κ.Ε. αιφνιδιάστηκε από την
έκκληση της Διεθνούς. Θεωρεί ότι η κριτική που γίνεται στα πρόσωπα που ανακαλούνται
δικαιώνει τις δικές τους προσπάθειες. Διαφωνεί με την άποψη της Κ.Δ. ότι η κρίση είναι
κρίση προσώπων και βλέπει τις αιτίες της κρίσης στην «κατάργηση του δημοκρατικού
συγκεντρωτισμού, πράγμα που τείνει να αλλοιώσει αυτόν τον χαρακτήρα του κόμματος»
και στην «βασικά εσφαλμένη διαπίστωσή του, όσον αφορά την οικονομική και πολιτική
κατάσταση, απ' όπου προκύψανε βαρειά σφάλματα τακτικής ....». Η δική τους εκτίμηση
είναι ότι πρόκειται για μια «απλή αλλαγή προσώπων» και καταγελούν τον τρόπο λέγοντας
ότι «σκοτώνει κάθε πρωτοβουλία και κάθε συμμετοχή των μαζών και παρουσιάζει
μπροστά στα κατάπληκτα μέλη του κόμματος μια έτοιμη λύση για την εξεύρεση της οποία
ούτε συνεργάστηκε ούτε ρωτήθηκε το κόμμα». Θεωρούν ότι αυτή η μέθοδος θα εντείνει
την κρίση του κόμματος, ενώ έμμεσα ασκεί κριτική στην Κ.Δ. πως άφηνε τόσο καιρό να
διοικείται το κόμμα από κάποιους που δεν είχαν αρχές. Η αντιπολίτευση θεωρεί ότι πρέπει
να πάψει αυτό «το γραφειοκρατικό ανεβοκατέβασμα» και ότι «η κρίση δε λύεται με το να
φύγει ο Σιάντος ή ο Χαϊτάς».132
Ο Σπάρτακος δεν βλέπει την ποιοτική τομή που σημαίνει αυτή η αλλαγή διότι
θεωρεί ότι ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός έχει ήδη καταργηθεί στο εσωτερικό του
κόμματος και ότι αυτή η κίνηση αποτελεί απλώς ένα βήμα παραπάνω. Ίσως, κάνουν αυτήν
την εκτίμηση διότι δεν γνωρίζουν την εξέλιξη της ιστορίας ή τι ακριβώς συμβαίνει στην
Ε.Σ.Σ.Δ. Πάντως, δεν φαίνεται να σκέφτονται καν έναν τέτοιο συσχετισμό.

Βλ. Κομμουνιστική Αντιπολίτευση, «Ανοιχτή Επιστολή της Αντιπολίτευσης του Κ.Κ.Ε. », Νοέμβρης 1931, αρ.
φ.17, Σπάρτακος, περ. Β΄-χρόνος Β΄.
132

69

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

Επίλογος. Συμπεράσματα
Το θέμα που πραγματευόμαστε σε αυτήν την εργασία μας δίνει τη δυνατότητα να
εξάγουμε μερικά πιο γενικά συμπεράσματα για κάποιες πλευρές του ελληνικού κοινωνικού
σχηματισμού στον μεσοπόλεμο. Το γεγονός ότι στην Ελλάδα δεν έχουμε μόνο ένα
κομμουνιστικό κόμμα, αλλά ένα κομμουνιστικό κόμμα το οποίο διαπερνάται μέσα σε μια
σχετική συγχρονία από τις κρίσεις που διαπερνούν τα κομμουνιστικά κόμματα της
υπόλοιπης Ευρώπης, αλλά και πολλών άλλων χωρών, αποτελεί ένα στοιχείο της
νεωτερικότητας, θα λέγαμε, του εποικοδομήματος, που μας επιτρέπει να επιβεβαιώσουμε
κάποιες γνωστές σταθερές ή να δούμε ένα άγνωστο κομμάτι του παζλ για τον
μεσοπολεμικό ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό. Δηλαδή η Ελλάδα της δεύτερης και τρίτης
δεκαετίας του 20 αιώνα έχει μια τέτοιου τύπου ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και
μια τέτοια μορφή καπιταλιστικοποίησης της παραγωγής, ώστε να διαμορφώνονται σε μια
σειρά από κοινωνικά πεδία, όπως το εργατικό κίνημα και η πολιτική, παρόμοιες τάσεις και
κινήσεις με την υπόλοιπη Ευρώπη είτε ως εγγενής ανάγκη που προέρχεται μέσα από τις
ίδιες τις πολιτικές διεργασίες στο ελληνικό εργατικό κίνημα είτε ως επιρροή που όμως
βρίσκει τον χώρο να αποκτήσει βάση. Παρατηρούμε δηλαδή να διαμορφώνονται παρόμοια
πολιτικά και ιδεολογικά ρεύματα με τον υπόλοιπο ευρωπαϊκό κόσμο τα οποία όχι μόνο
έχουν παρόμοια κατεύθυνση, αλλά έχουν σχεδόν παρόμοια κατάληξη.
Ακόμη τα κείμενα του Σπάρτακου και των ανθρώπων γύρω του μας δείχνουν ότι η
Ελλάδα βρισκόταν σε μια θέση που μπορούσε να παράξει διανοούμενους οι οποίοι είχαν
τη δυνατότητα πέρα από το να μεταφέρουν και να γειώνουν με επιτυχία στην Ελλάδα
θεωρίες που γεννήθηκαν και περιέγραψαν διαφορετικούς κοινωνικούς σχηματισμούς, να
συμβάλλουν με πρωτοτυπία στα ρεύματα αυτά. Κατά την άποψή μας δεν είναι τυχαίο ότι
το ελληνικό τροτσκιστικό κίνημα έδωσε έναν από τους πιο γνωστούς και μεγάλους ηγέτες
του παγκόσμιου κινήματος της 4ους Διεθνούς, τον Μιχάλη Ράπτη (Πάμπλο), καθώς επίσης
και διανοούμενους παγκόσμιας αναγνώρισης όπως ο Κορνήλιος Καστοριάδης. Επίσης,
πάλι δεν είναι τυχαίο ότι το ελληνικό τροτσκιστικό ρεύμα είχε στους κόλπους τους
προσωπικότητες όπως ο Παντελής Πουλιόπουλος και ο Σεραφείμ Μάξιμος.
Εξάλλου, θα πρέπει να έχουμε στο νου μας ότι αναλογικά με τους υπόλοιπους
κοινωνικούς σχηματισμούς τα ελληνικά τροτσκιστικά κόμματα είχαν σημαντική θέση στο
ελληνικό εργατικό κίνημα και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο ο Τρότσκι επέλεξε να εντάξει
τους Αρχειομαρξιστές στην αντιπολιτευτική Διεθνή.
Η ίδια όμως η ελληνική μεσοπολεμική κοινωνία μας δείχνει και τα όρια όλων
αυτών των εγχειρημάτων, τα όρια αυτών προωθημένων πρωτοποριών που δεν κατάφεραν
να γίνουν μαζικά κινήματα. Ενδιαφέρον εδώ θα είχε μια σύγκριση με άλλες χώρες, αλλά
μάλλον θα ξεφεύγαμε αρκετά από τα ποσοτικά όρια μιας τέτοιας εργασίας.
Ακόμη τα ερμηνευτικά σχήματα που χρησιμοποιήσαμε για να απαντήσουμε σε
κάποια ζητήματα μας λειτούργησαν αυτοεπιβεβαιωτικά και για τα ίδια. Δηλαδή η θέση
ότι το ελληνικό εργατικό κίνημα βρισκόταν σε μια φάση ωρίμανσης που τα ευρωπαϊκά
κινήματα είχαν προπολλού ξεπεράσει όχι μόνο μας χρησιμεύει για να εξηγήσουμε την
διαρκή κρίση του Κ.Κ.Ε., αλλά ως εργαλείο ερμηνείας αποκτά μια αυτόνομη αξία για την
κατανόηση της ελληνικής κοινωνίας.
Το σχήμα που μας βοηθά σε σημαντικό βαθμό να εξηγήσουμε την εγγενή αδυναμία
του ελληνικού κινήματος να πάρει μια πιο σαφή επαναστατική πορεία και το οποίο
επιβεβαιώνεται μέσα από την πορεία του τροτσκιστικού ρεύματος είναι ένας βασικός
παράγοντας που δεν επιτρέπει στο ελληνικό προλεταριάτο να αποχτήσει ισχυρή ταξική
70

συνείδηση, το γεγονός δηλαδή ότι η ελληνική βιομηχανία είναι κατακερματισμένη σε
μικρές και μεσαίες βιομηχανικές μονάδες.
Γενικά, η εικόνα που έχουμε για την ομάδα Σπάρτακος δείχνει μια ηγεσία η οποία
πρόκειται για ανθρώπους με μια σημαντική προσφορά στο κομμουνιστικό κίνημα
αποτελώντας την ηγεσία του Κ.Κ.Ε. σε κρίσιμες στιγμές του καταλήγοντας να βρίσκονται
υπό διωγμό. Στην πραγματικότητα οι ηγέτες αυτοί υπέστησαν τον ίδιο πολιτικό διωγμό
που εκείνοι παλιότερα σε άλλες φάσεις είχαν προωθήσει για άλλα μέλη του κόμματος με
τα οποία πιθανόν στη συνέχεια να συμπορεύτηκαν. Επίσης, ως ηγέτες πολλοί από τους
μετέπειτα τροτσκιστές είχαν ταυτιστεί με τις πρακτικές του τριτοδιεθνίστικου κινήματος
τις οποίες αργότερα κατηγορούσαν και κατήγγειλαν ως αντικομουνιστικές. Για παράδειγμα
κατά τα λεγόμενα του Κώστα Καστρίτη133 ο Μάξιμος ήταν τόσο αυταρχικός και
συγκεντρωτικός την περίοδο που διετέλεσε γραμματέας ώστε όταν τα μέλη αναφέρονταν
στις εντολές του χρησιμοποιούσαν με μια μικρή δόση ειρωνείας την έκφραση “αυτά
κελεύει ο Μάξιμος”. Ακόμα οι ίδιοι αυτοί που κατηγορούσαν τους σταλινικούς ότι
υποστηρίζονται από δυνάμεις άσχετες με το Κ.Κ.Ε., οι ίδιοι διατηρούσαν ακριβώς την ίδια
σχέση με την Κ.Δ.
Ο Πουλιόπουλος, όπως είδαμε στο Τρίτο Έκτακτο Συνέδριο, ήταν ο βασικός
υποστηριχτής της άποψης που αργότερα θα κατηγορούσε, ακριβώς επειδή ήταν η γραμμή
της Κ.Δ. Όλα αυτά όμως δεν είναι απόλυτα αντιφατικά, καθώς η συμμετοχή σε ένα κίνημα
σημαίνει καταρχήν συνεχείς πολιτικοϊδεολογικές μετατοπίσεις ανάλογα με τη συγκυρία
και τα συγκεκριμένα ιστορικά δεδομένα.
Το ζήτημα που τίθεται τώρα είναι γιατί τελικά αυτός ο χώρος ενώ αποτελούταν από
τα πιο δημοφιλή πρόσωπα στο Κ.Κ.Ε. και εξέφραζε αντικειμενικά έναν πιο ποιοτικό και
επιστημονικό μαρξιστικό λόγο, αλλά παράλληλα είχε μαζί του το πιο συνειδητοποιημένο
κομμάτι των εργατών μέσα στο κόμμα (ένα μεγάλο μέρος της Κ.Ο.Β. στην Θεσσαλονίκη
και όλη σχεδόν Κ.Ο.Β. Πειραιώς) δεν κατάφερε να επικρατήσει και να ηγεμονεύσει στο
κόμμα. Αντίθετα, μάλιστα έχασε και την αρχική της δυναμική και κατέληξε να είναι ένας
μικρός χώρος, μικρότερος και από τους αρχειομαρξιστές. Σε αυτό το σημείο ενδιαφέρον
θα είχε να γίνει μια σύγκριση με τις άλλες διασπάσεις 1956 (Τασκένδη, μ-λ χώρος), 1968
(Κ.Κ.Ε. Εσωτ.), 1989(Ν.Α.Ρ.), 1991 (Συνασπισμός). Ιδιαίτερα θα μπορούσε να συγκριθεί
μάλλον περισσότερο με την περίπτωση του 56 και του 89, διότι οι διασπάσεις αυτές
οδήγησαν σε μικρές ομαδοποιήσεις και ήταν από τα αριστερά του Κ.Κ.Ε., όπως ακριβώς
συνέβηκε με τον Σπάρτακο. Συγκρίνοντας κανείς τις τρεις αυτές περιπτώσεις επιφανειακά
θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι κάθε διάσπαση προς τα αριστερά είναι καταδικασμένη να
περιθωριοποιηθεί. Αλλά σίγουρα δεν είναι αυτό.
Κατά την άποψη του γράφοντος το πρόβλημα θα πρέπει να συσχετιστεί κυρίως με
την ίδια τη θέση της εργατικής τάξης το μεσοπόλεμο. Όπως έχουμε ήδη επισημάνει η
σταλινική ηγεσία κοινωνικά βρισκόταν πολύ πιο κοντά στην μεγάλη πλειοψηφία της
εργατικής τάξης από ότι οι διανοούμενοι του Σπάρτακου ή και ακόμη οι εργάτες που τους
ακολουθούσαν. Ήταν μια εργατική τάξη χωρίς πολιτική παιδεία μαθημένη να δρα μέσα
στα πλαίσια των αστικών κομμάτων και να μην έχει μια παράδοση πολιτικής αυτονομίας.
Συνεπώς, ήταν ευνόητο η πλειοψηφία της εργατικής τάξης που έμπαινε στο κόμμα μαζικά
και με τους όρους των σταλινικών να αναπαράγουν μέσα στο κόμμα τις αδυναμίες της
ελληνικής εργατικής τάξης και να ταυτίζονται με την ηγεσία και δεν είναι τυχαίο ότι αυτό
το σημείο αποτελούσε από τα πιο σημαντικά της τριβής ανάμεσα στις δυο φράξιες. Το
σταλινικό πρότυπο τους προσέφερε μια ηγεσία που θα τους καθοδηγούσε για να
Για τα λόγια του Κώστα Καστρίτη πάντα θα πρέπει να υπάρχουν σοβαρές επιφυλάξεις. Παρότι περισσότερα
στοιχεία του επιβεβαιώνονται και από άλλες πηγές και γενικώς παρουσιάζει μια αξιοπιστία δε θα πρέπει να ξεχνάμε
ότι ο ίδιος ήταν αρχειομαρξιστής.
71
133

διεκδικήσουν μια καλύτερη ζωή και αυτό ήταν μάλλον επαρκές. Το μόνο που χρειαζόταν
ήταν απλώς να εκτελούν τις διαταγές. Η μεταφορά του πολιτικού και εξουσιαστικού
διαχωρισμού ανάμεσα στην διανοητική εργασία και την χειρονακτική εργασία ήταν κάτι
οικείο στους πολιτικά αμαθείς εργάτες αφού αυτό βίωναν μέσα στην παραγωγή. Απλώς
δηλαδή άλλαζε η εξουσία. Το στοιχείο αυτό η αναπαραγωγή δηλαδή αστικού τύπου
σχέσεων εξουσίας μέσα σε ένα εργατικό κόμμα, όπως το Κ.Κ.Ε., φανερώνει τα
πραγματικά κοινωνικά χαρακτηριστικά του κοινωνικού προτύπου που αντανακλούσε
αυτός ο κομματικός τύπος οργάνωσης, δηλαδή ο σοβιετικός κοινωνικός σχηματισμός και η
κρατικοκαπιταλιστική του βάση.
Η πολυδιασπασμένη βιομηχανική και βιοτεχνική παραγωγή, αλλά και οι σχετικά
μικρές εμπορικές μονάδες δεν άφηναν περιθώρια στην εργατική τάξη να συγκροτηθεί
μαζικά στα συνδικάτα, να αποκτήσει ταξική συνείδηση, να έρθει σε επαφή με τα
κομμουνιστικά κόμματα και να ριζοσπαστικοποιηθεί. Η εργατική τάξη της Ελλάδας δεν
είχε την μεγάλη παράδοση επαναστατικών αγώνων και ριζοσπαστικής δράσης που είχαν οι
εργατικές τάξεις σε άλλες χώρες, πράγμα που σαφώς είχε συνέπεια ως προς τον βαθμό
πολιτικοποίησης των εργατών. Συνεπώς, πρώτον, ήταν πολύ πιο εύκολο κάποιος εργάτης
υποστηρίξει ρεφορμιστικά συνδικαλιστικά κόμματα, τα οποία ταυτίζονταν με τις δύο
μεγάλες αστικές παρατάξεις οι οποίες ήδη βρίσκονταν σε οξυμένη σύγκρουση καθ’ όλη
την περίοδο και κατάφερναν να πολώνουν την κοινωνία με βάση τα δικά τους διλήμματα.
Και, δεύτερον, αν είχε πολιτική ταξική συνείδηση ήταν πιο εύκολο να επιλέξει το
σταλινικό πρότυπο καθώς αυτή η δομή η οποία όπως είπαμε αναπαρήγαγε αστικές σχέσεις
δεν μπορούσε τελικά να είναι επαναστατική, αλλά ρεφορμιστική, πράγμα που βρισκόταν
πιο κοντά στις συνειδήσεις του απολίτικου γενικά εργατικού στρώματος. Τέλος, γενικά,
όπως είδαμε και από τη σύγκρουση για τις επίσημες εμφανίσεις του κόμματος η σταλινική
ηγεσία κυρίως επιδίωκε να απευθύνεται στο θυμικό μέρος της ανθρώπινης νόησης και όχι
στο λογικό, όπως οι σπαρτακιστές, ή γενικώς επιδίωκαν εκείνοι να κατεβάσουν το επίπεδο
του κόμματος στα μέτρα των εργατών και όχι να “εξυψώσουν” τους εργάτες σε μια ιδεατή
μαρξιστική αντίληψη και επαναστατική ηθική, ώστε να ξεφύγουν από την ημι-λούμπεν
κατάστασή τους και να αποκτήσουν μια πιο αυτόνομη πολιτική αντίληψη. Ήταν δηλαδή
τελικά πολύ πιο εύκολο να πλησιάσουν οι σταλινικοί τους εργάτες παρά οι σπαρτακιστές.
Διότι τελικά δεν τους πρότειναν κοινωνικά κάτι το εντελώς διαφορετικό. Γι’ αυτό πολύ
γρήγορα η όποια αναντιστοιχία αριστερών πολιτικών θέσεων και δεξιάς κοινωνικής
πρακτικής και οργάνωσης του κόμματος πολύ γρήγορα θα ανατραπεί υπέρ του δεύτερου
και στο πολιτικό επίπεδο.
Η άποψή μας αυτή ότι το ελληνικό προλεταριάτο ως συνέπεια της αργής
εκβιομηχάνισης στην Ελλάδα, της έλλειψης σοσιαλιστικής παράδοσης, αλλά ίσως και ως
συνέπεια του ιδιαίτερου τρόπου με τον οποίο συγκροτήθηκε (πρόσφυγες), αναδεικνύεται
μέσα από τις λιγοστές πηγές μας. Αν και δεν κατέχουμε γι’ αυτό το θέμα μια συγκεκριμένη
και μελετημένη εικόνα θα ήταν λάθος να μην λάβουμε υπόψη μας την αναδεικνυόμενη
αυτή εικόνα και να μην την συνδέσουμε με επίπεδο της πολιτικής συνείδησης
διακινδυνεύοντας να υποπέσουμε και σε μεθοδολογικά λάθη, αλλά και πραγματικά
εσφαλμένες απόψεις για το ελληνικό προλεταριάτο. Κατά την άποψη του γράφοντος οι
ενδείξεις που μας οδηγού προς αυτήν την κατεύθυνση είναι αρκετές, ώστε να τις
αποσιωπήσουμε.
Από την άλλη η αντιπολίτευση μέχρι το 1932 δεν έδρασε μαζικά, κλείστηκε στον
εαυτό της, αδυνατώντας να κρατήσει τις υπάρχουσες δυνάμεις που την ακολουθούσαν. Δεν
έδωσε δηλαδή μια μάχη επανάκτησης της δύναμής της και επαναδιεκδίκησης της
ηγεμονίας. Αρχικά, δεν ήξερε μέχρι που θα προχωρούσε, εάν δηλαδή θα συγκροτούσε νέα
οργάνωση ή όχι, όταν το έλυσε αυτό δημιουργήθηκε ένα άλλο πρόβλημα, η σχέση της με
72

το κόμμα. Η λύση ήταν να ακολουθεί την κομματική γραμμή και να προσπαθεί να
καταδείξει ότι είναι λάθος προσδοκώντας ότι οι αγώνες θα δείξουν την εσφαλμένη
πολιτική των σταλινικών και τη σωστή δική τους. Δεν μπορούσαν με τον τρόπο που
σκέφτονταν τότε να κάνουν κάτι διαφορετικό, κατά την λενινιστική αντίληψη μία είναι η
εργατική τάξη και ένα το κόμμα της. Ήταν αδύνατον να διανοηθούν κάτι άλλο και γι’ αυτό
πολεμούσαν τους αρχειομαρξιστές.
Ήταν όμως πραγματικά πολύ δύσκολο από τη στιγμή που υποτασσόταν συνεχώς σε
θέσεις που δεν πίστευε και λειτουργούσε με τους όρους του αντιπάλου της, ο κόσμος που
την ακολουθούσε να διαρρεύσει και είτε “να πάει σπίτι του” είτε να προσχωρήσει στους
αρχειομαρξιστές ή και να επιστρέψει στο κόμμα. Αντίστροφα, όποιος διαφωνούσε με το
Κ.Κ.Ε. δεν είχε κανένα λόγο να ταυτιστεί με τον Σπάρτακο, θα μπορούσε άνετα να
ενταχθεί στους αρχειομαρξιστές ένα κόμμα που αντανακλούσε ακόμη περισσότερο στον
ημι-λούμπεν χαρακτήρα της εργατικής τάξης. Γενικώς, ήταν πιο εύκολο να ταυτιστεί
κάποιος εργάτης με το επίσημο Κ.Κ.Ε. που έπαιζε έναν ρόλο στην κεντρική πολιτική
σκηνή έχοντας κάποια σημαντική εκλογική δύναμη και αναφορά, παρά από τους
σπαρτακιστές που απλώς ήταν μια διωκόμενη φράξια μέσα στους κομματικούς κόλπους.
Ας δούμε όμως και μια άλλη πλευρά του ζητήματος. Προφανώς σε όλον αυτόν τον
κόσμο που αγκάλιαζε το κομμουνιστικό κόμμα η Οκτωβριανή επανάσταση λειτουργούσε
καταλυτικά στις συνειδήσεις τους και συνεπώς το ίδιο συνέβαινε και με τη Σοβιετική
Ένωση ως το πρώτο «εργατικό κράτος». Αλλά τελικά δεν είναι τόσο βασικός λόγος αυτός
για την επικράτηση των σταλινικών στο κόμμα όσο οι κινήσεις τους μέσα στο κόμμα και η
οργανική σχέση του κόμματος με την Κ.Δ. Στο σημείο αυτό ο κ. Ελεφάντης υπερτιμά
υπερβολικά αυτόν τον παράγοντα και δεν τον βλέπει σε συνάρτηση με άλλα δεδομένα.
Είναι προφανές ότι εάν το κόμμα δεν είχε τέτοια οργανική σχέση με την Κ.Δ. και εάν το
διεθνές κομμουνιστικό κίνημα δε λειτουργούσε τόσο συγκεντρωτικά, καθετοποιημένα και
εξαρτημένα από το Ρωσικό Κόμμα, θα ήταν πιο δύσκολο να κυριαρχήσει η σταλινική
ομάδα στο τρίτο τακτικό συνέδριο και γιατί είχε προβεί σε μεγάλα πολιτικά σφάλματα,
αλλά και γιατί δεν είχε ξεκάθαρες και σταθερές ακόμη βάσεις. Όπως φάνηκε, το Συνέδριο
ψήφισε ό,τι υποστήριξε ο αντιπρόσωπος της Διεθνούς κάτι που τελικά απέβηκε η
ουσιαστική ήττα για τους Π.Π.-Π.Γ. καθώς αργότερα οι απόψεις τους ήταν πλέον
αντικομματικές και ήταν πιο εύκολο να χτυπηθούν από την ηγεσία.
Σε αυτό το σημείο ενδιαφέρον θα είχε να δούμε την άποψη των ίδιων των
σπαρτακιστών για τους λόγους που δεν μπόρεσαν να κερδίσουν την ηγεμονία μέσα στο
κόμμα. Στην επανέκδοση του Σπάρτακου στα 1930 ο Σεραφείμ Μάξιμος κάνει μια
αυτοκριτική: «Η σταδιοδρομία της αντιπολίτευσης από το 1927 μέχρι σήμερα, παρουσίασε
πολιτικές ήττες και προσωπικές λιποταξίες και απογοητεύσεις, που στάθηκε αδύνατο ή
δύσκολο να υπερνικηθούν ή δεξιές παρεκκλίσεις που δικαιολογήθηκαν από
αντικειμενικούς λόγους στην αρχή, για να σταθεροποιηθούν αργότερα και να αποτελέσουν
σταθερές πολιτικές και επαγγελματικές επιδιώξεις. [...]» Η βασική του θέση ως προς τα
αίτια της αποτυχίας τους είναι ότι «η αντιπολίτευση έπαθε ότι και το κόμμα ή καλλίτερα
ακολούθησε βήμα προς βήμα την προς τα κάτω ακατάσχετη πορεία του κόμματος.»
Δηλαδή ανοιχτά συνδέει την αποτυχία τους με την συνολική αποτυχία του κόμματος: «Μα
αν όλες οι αρχικές προσπάθειες της αντιπολίτευσης καταλήξανε σε αποτυχία, αν η πάλη
αντιπολίτευσης και κόμματος ειλικρινής και ανιδιοτελής από τη μια πλευρά, προσωπική
συκοφαντική και ιδιοτελής από την άλλη κατέληξε στην ήττα της αντιπολίτευσης, η πάλη
του κόμματος για την κατάκτηση των μαζών, για την ηγεσία του κινήματος κατέληξε σε
μια πραγματική καταστροφή. [...] Ηττήθηκε η αντιπολίτευση από το Κόμμα, μα το Κόμμα
ηττήθηκε δύο, τρεις, πέντε φορές. Έχασε τις μεγαλύτερες δυνάμεις του, τα περισσότερα
μέλη του έμεινε χωρίς επαγγελματικές οργανώσεις και χωρίς πραγματικές μάζες. Η ήττα
73

της αντιπολίτευσης συνοδεύτηκε με μια πρωτοφανή στα χρονικά μας ήττα του Κόμματος
από τους ταξικούς εχθρούς. Μα αυτό δε σημαίνει παρά ότι η ήττα της αντιπολίτευσης
ήτανε στη πραγματικότητα ήττα του Κόμματος. Ότι η αντιπολίτευση και το Κόμμα μαζί
ηττηθήκανε από μερικούς γραφειοκράτες χωρίς θέληση και χωρίς πρωτοβουλία
πραγματικούς υπηρέτες της διεθνούς σταλινικής γραφειοκρατίας.»134
Είναι πολύ δύσκολο ίσως για την αντιπολίτευση να δουν λίγο πιο απόμακρα την
κατάσταση, ώστε να προχωρήσουν σε πιο ολοκληρωμένες διαπιστώσεις για την αποτυχία
τους. Εξάλλου, συνεχίζουν να κάνουν πολιτική και αυτό που έχει σημασία για αυτούς είναι
η αυτοκριτική να αντιστρέψει το κλίμα, συνεπώς εκείνο που προέχει είναι να καταδείξουν
ότι η ήττα της αντιπολίτευσης είναι ήττα του κόμματος και ότι μόνο αν κερδίσει η ίδια την
εσωκομματική μάχη θα μπορέσουν να αλλάξουν τα πράγματα για το κόμμα. Πάντως, ο
Μάξιμος έχει σίγουρα δίκιο ως προς το γεγονός ότι η αντιπολίτευση ηττήθηκε μαζί με το
κόμμα. Αυτό το δεδομένο όμως δεν μπορούμε βέβαια να το ερμηνεύσουμε με τον ίδιο
τρόπο που το κάνει ο Μάξιμος, διότι δε γνωρίζουμε τι θα συνέβαινε εάν επικρατούσε η
δική τους γραμμή, ενώ επιπλέον βρισκόμαστε στην θέση να ξέρουμε ότι οι τροτσκιστικές
ομάδες τελικά πουθενά δεν απέκτησαν μαζικότητα. Ίσως κάπου αλλού σε κάποιο άλλο
άρθρο να υπάρχει μια πιο τεκμηριωμένη και πιο διεισδυτική άποψη ή μεταξύ των
σπαρτακιστών να συνυπάρχουν και άλλες απόψεις. Πάντως, από τα λόγια του Μάξιμου,
για εκείνη την εποχή δε διαφαίνεται κάτι τέτοιο.
Ο κ. Λιβιεράτος σημειώνει ως αιτία της αποτυχίας του Σπάρτακου να επικρατήσει
στο κόμμα το γεγονός ότι «σε όλο το διάστημα από τη συγκρότησή του έως το 1932 δεν
είχε ξεκαθαρίσει τι ήθελε οργανωτικά» και ότι, «όταν ο σταλινισμός στερέωνε τις θέσεις
του μέσα στο εργατικό κίνημα, ρίχνοντας στεγανά φράγματα μεταξύ οργάνωσης του
Κ.Κ.Ε. και κάθε εξωτερικής αντίδρασης, η Αντιπολίτευση δεν μπόρεσε να χρησιμοποιήσει
τη δύναμη που είχε για μια καινούρια οργάνωση» και κατά την άποψή του «ο χρόνος που
χάθηκε ήταν μοιραίος. Όχι μόνο δεν εστρατολογούντο καινούργια μέλη, αλλά η επιρροή
που υπήρχε φυλλορροούσε.»135 Σημαντικό λάθος καταλογίζει στην απόφαση της Α΄
Συνδιάσκεψης να μεταφερθεί η έδρα της οργάνωσης στην Θεσσαλονίκη, ενώ θεωρεί
σοβαρό εμπόδιο την σύνδεση της ΔΑΑ με τον αρχειομαρξισμό. Οι εκτιμήσεις του κ
Λιβιεράτου δεν είναι λανθασμένες εκτός του γεγονότος ότι θεωρεί ότι ο σταλινισμός
εκείνη την εποχή στερέωνε τις θέσεις στο εργατικό κίνημα, αντίθετα το Κ.Κ.Ε. είχε
πρόβλημα. Η άποψη ιστορικών του Κ.Κ.Ε. για τους λόγους που απέτυχαν οι τροτσκιστές
απορρέουν από την επιβεβαίωση της θεωρίας ότι το Κ.Κ.Ε. αποτελεί το κόμμα της
εργατικής τάξης πράγμα που συνεπάγεται την εξαφάνιση κάθε ομάδας έξω από αυτό και
θεωρού αυτήν την εξέλιξη ως κάτι το φυσικό που απορρέει από τον αντιμαρξισμό και
αντιλενινισμό αυτών των ομάδων. Ο κ. Κουτσούκαλης Αλέκος στο βιβλίο του η πρώτη
δεκαετία του Κ.Κ.Ε. παρουσιάζει αυτήν τη λίγο μεταφυσική μάλλον άποψη «οι
αντικομματικές και αντιμαρξιστικές αυτές ομάδες καταλήγουν, όπως ήταν φυσικό, στην
πολιτική αφάνεια και χρεοκοπία»136
Μια άλλη πλευρά που ίσως να μπορούσε να μας δώσει περισσότερα στοιχεία για
την αποτυχία της ελληνικής αριστερής αντιπολίτευσης είναι να τη δούμε σε ένα ενιαίο
πλαίσιο με την Διεθνή Αριστερή Αντιπολίτευση που κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο δεν
κατάφερε να συγκροτήσει μαζικά επαναστατικά κόμματα. Η διεθνής συγκυρία, η έλλειψη
σταθερών στόχων ίσως και η γενικότερη τάση των εργατικών τάξεων της Ευρώπης να
περιέλθουν σε πιο συντηρητικές γραμμές μετά την αποτυχία των επαναστάσεων οδήγησε
Βλ. Μάξιμος Σεραφείμ, «Η Επανέκδοση του Σπάρτακου», Σπάρτακος περ. Β΄. χρόνος Α΄, αρ.φ. 1, Ιούλιος 1930.
Λιβιεράτος Δ., Κοινωνικοί Αγώνες στην Ελλάδα (1927-31), ό.π, σ.146-47.
136
Βλ. ΚουτσούκαληςΑλ., ό.π., σ. 207.
74
134
135

τον τροτσκιστικό χώρο στην απομόνωση, πράγμα που σίγουρα άσκησε επιρροή και στον
ελληνικό κομμουνιστικό κόσμο.

75

ΠΑΡΆΡΤΗΜΑ
Το 1918 με το Ιδρυτικό Συνέδριο οι μέχρι τότε σοσιαλιστικές οργανώσεις και
ομάδες συνενώνονται συγκροτώντας το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδας
(Σ.Ε.Κ.Ε.). Το νέο κόμμα ουσιαστικά αποτελείται από ένα μωσαϊκό αντιλήψεων σε μια
σειρά από «ζητήματα αρχών». Τάσεις με σοσιαλδημοκρατικές αποκλίσεις και τάσεις
«μπολσεβικοποίησης» του κόμματος με πολλές εσωτερικές διαφορές που ουσιαστικά
καθιστούν αδύνατη μια γενικότερη σχηματοποίησή τους, είναι αυτές που συγκρούονται
τόσο ως προς τον χαρακτήρα του κόμματος όσο και ως προς την γραμμή του (πολιτική,
εργατική κτλ).
Το 1920 στο Β΄ Συνέδριο του Σ.Ε.Κ.Ε. αποφασίστηκε κυρίως με πίεση της βάσης
του κόμματος η προσχώρηση στην Γ΄ Διεθνή. Παρόλα αυτά «δεν έγινε κανένα βήμα για
την εφαρμογή των αποφάσεων της Διεθνούς στην Ελλάδα, καθώς ο ηγετικός πυρήνας του
Σ.Ε.Κ.Ε. είχε διαφορετικές θέσεις».137 Έτσι, μια ομάδα κομμουνιστών που είχε φύγει ήδη
από το 1919 άρχισαν να εκδίδουν από το Φθινόπωρο του 1920 το περιοδικό Κομμουνισμός
με σκοπό να μορφώσει τους αγωνιστές και να πιέσει για την οργανική ένταξη του
κόμματος στην Κ.Δ. με την αποδοχή των 21 όρων που απαιτούνταν ως προϋπόθεση. Το
1921 η ομάδα αυτή θα συγκροτηθεί επίσημα σε οργάνωση με το όνομα «Κομμουνιστική
Ένωση», αλλά πολύ σύντομα, μέσα στο έτος, θα επαναπροσχωρήσει στο Σ.Ε.Κ.Ε. καθώς
θεώρησε ότι το τελευταίο είχε αρχίσει να κάνει βήματα προς την πολυπόθητη
μπολσεβικοποίηση. Το 1920 άλλη μια ομάδα, διαγραμμένη αυτήν τη φορά (από το Β΄
Συνέδριο), συγκρότησε τη «Νέα Ζωή» που από τον Μάρτη του 1921 εξέδιδε το ομώνυμο
περιοδικό. Κύριο χαρακτηριστικό των θέσεων και αυτής της κίνησης ήταν η άμεση
οργανική σύνδεση του κόμματος με την Γ΄ Διεθνή. Η βασική όμως διαφορά στην αντίληψη
των μελών αυτής της κίνησης με το Σ.Ε.Κ.Ε. ήταν ότι αρνούνταν στην υποταγή της
Γ.Σ.Ε.Ε. στο κόμμα.138 Στα 1923 η «Νέα Ζωή» μετεξελίχθηκε στο «Ανεξάρτητο Εργατικό
Κόμμα» της Ελλάδος (Α.Ε.Κ.) το οποίο είχε ως βασική θέση την ανεξαρτησία της Γ.Σ.Ε.Ε.
από το κόμμα και την αυτόνομη οργάνωση των εργατών. Το Α.Ε.Κ. έφτασε σε διάλυση
την περίοδο της παγκαλικής δικτατορίας, γύρω στα 1925.139
Στα 1922 μια ομάδα νεαρών από την παλιά Κομμουνιστική Ένωση θεώρησε ότι το
πρόγραμμα της Συνδιάσκεψης του 1922 τραβούσε το Σ.Ε.Κ.Ε. έξω από την πορεία της
Κομμουνιστικής Διεθνούς. Έτσι αποφάσισαν την δημιουργία ενός μορφωτικού πυρήνα, με
στόχο να εξαπλωθεί αυτή η δραστηριότητα και στα άλλα μέλη του κόμματος. Η ομάδα
αυτή λειτούργησε αρχικά σε παράνομη μορφή όμοια με τη μορφή που όριζε η
Κομμουνιστική Διεθνή, ως φράξια μέσα στο κόμμα. Στα 1923 εξέδωσαν ένα περιοδικό με
τον τίτλο «Αρχείο του Μαρξισμού». Το «Αρχείο» εκδόθηκε από τις 1.5.1923 μέχρι και
5.4.1925. Βασικό χαρακτηριστικό της ομάδας αυτής ήταν η μυστικότητα. Το 1924 οι
ηγέτες της ομάδας διαγράφηκαν αλλά ο πυρήνας αυτός συνέχισε να δουλεύει με μέλη του
κόμματος. Η παγκαλική δικτατορία δεν εμπόδισε την ανάπτυξη του «Αρχείου» σε
αντίθεση με το Κ.Κ.Ε. που η χαλαρότητα της κομματικής οργάνωσης το διέλυσε. Στην
ανάπτυξη της ομάδας βέβαια βοήθησε και η διαφωνία τους με το σύνθημα «της
ανεξάρτητης Μακεδονίας και Θράκης» που επέβαλλε η ΚΔ.140 Το «Αρχείο» αποτέλεσε την
πρώτη κομμουνιστική ομάδα που αμφισβήτησε ανοιχτά και άσκησε κριτική στις επιλογές
και τη γραμμή της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Ο πυρήνας αυτός θα συνεχίσει να λειτουργεί
Νικολόπουλος Θ., ό.π., σ. 29.
Για τη «Νέα Ζωή» βλ. Νικολόπουλος Θ., ό.π., σ. 43-47.
139
Για το Α.Ε.Κ. βλ. Νικολόπουλος Θ., ό.π., σ. 67-70.
140
Για το «Αρχείο του Μαρξισμού» βλ. Νικολόπουλος Θ., ό.π., σ. 71-78.
137
138

76

όπως θα δούμε και αργότερα και θα μετεξελιχθεί σε συγκροτημένο κόμμα συνδεόμενο με
την Διεθνή Αντιπολίτευση του Τρότσκι. Η αντιπολίτευση των αρχειομαρξιστών λαμβάνει
ένα καινούριο ποιοτικό χαρακτηριστικό την ανοιχτή διαφωνία με την ΚΔ. Εκείνη την
εποχή θα αρχίσουν και μέσα στο κόμμα να εμφανίζονται πυρήνες αμφισβήτησης και
κριτικής τόσο στις επιλογές της ηγεσίας του κομμουνιστικού κινήματος. Το Αρχείο στα
1929 θα μετονομαστεί Ένωση Διεθνιστών Κομμουνιστών. Το 1930 η Ε.Δ.Κ. ερχόμενη σε
επαφή με την τροτσκιστική αντιπολίτευση αποφάσισε με την Α΄ Συνδιάσκεψη την
μετονομασία σε ΚΟΜΛΕ(Α) Κομμουνιστική Οργάνωση Μπολσεβίκων Λενινιστών
Ελλάδας (Αρχειομαρξιστές) (Ελληνικό Τμήμα της Διεθνούς Αριστερής Αντιπολίτευσης.141
Πέρα όμως από τις εκ των αριστερών αντιπολιτευόμενες ομάδες η σύνδεση του
Σ.Ε.Κ.Ε. -Κ.Κ.Ε. με την Τρίτη Διεθνή δημιούργησε και στα δεξιά του κόμματος
διαφωνίες. Από το 1922 έως το 1924 διαγράφονται και παραιτούνται μια σειρά από
ηγετικά στελέχη που είχαν διαφωνίες ως προς τον χαρακτήρα της σύνδεσης με την Διεθνή.
Το 1924 διαγράφτηκε από το Εθνικό Συμβούλιο του κόμματος μια μεταρρυθμιστική ομάδα
στη Θεσσαλονίκη, μετεξέλιξη της Φεντερασιόν, με το όνομα Συγκεντρωτική Ομάδα. Τότε
διαγράφηκε και ο ηγέτης της Φεντερασιόν Αβραάμ Μπεναρόγια. Την ίδια χρονιά στη
Αθήνα άλλη μια ομάδα σοσιαλιστών προερχόμενων από το Κ.Κ.Ε. ίδρυσε της Εργατική
Σοσιαλιστική Ένωσις Ελλάδος (Ε.Σ.Ε.) στην οποία εντάχθηκε και η Συγκεντρωτική
Ομάδα. Η οργάνωση αυτή είχε κυρίως μεταρρυθμιστικό χαρακτήρα ενώ ως προς στην
Τρίτη Διεθνή εκφράζονταν τρεις διαφορετικές απόψεις. Η μία με επικεφαλής τον
Μπεναρόγια υποστήριζε ότι η ΚΔ δεν ήταν υπεύθυνη για την στάση του Σ.Ε.Κ.Ε. στην
Ελλάδα και ότι εάν την πληροφορούσαν σωστά θα στήριζε την Ε.Σ.Ε. Η δεύτερη ήταν πιο
κριτική ως προς την Γ΄ Διεθνή και η τρίτη την απέρριπτε τελείως.142
Το 1924, επίσης, με αφορμή την στάση του κόμματος για το πελατειακό διώχθηκε
από το κόμμα μια άλλη ομάδα κομμουνιστών η λεγόμενη Κομμουνιστική Πτέρυγα. Η
Κ.Π. υποστήριζε να μην πάρει θέση το κόμμα απέναντι στο πολιτειακό ζήτημα και να μην
συμμετάσχει στο δημοψήφισμα, αλλά να μην νομιμοποιήσει «το καθεστώς των
στρατοκρατών της Δημοκρατίας» καθώς θεωρούσε όχι μόνο αντεργατικό το πρόγραμμα
της αστικής Δημοκρατίας αλλά και τυραννικό πρόγραμμα στρατοκρατικής ολιγαρχία».
Τότε διαγράφηκε ολόκληρος ο πυρήνας του Πειραιά και μαζί με άλλα τμήματα
συγκροτήθηκε η Κομμουνιστική Ένωσης Ελλάδος (Κ.Ε.Ε). Η χρήση του ονόματος δεν
ήταν τυχαίο καθώς πολλοί από τους διαγραμμένους αποτελούσαν μέλη της παλιάς
Κομμουνιστικής Ένωσης. Η Κ.Ε.Ε. εκτιμούσε ότι η κατάσταση στην Ελλάδα ήταν
επαναστατική και αντλούσε τα συνθήματα της, την πρακτική της και την οργανωτική
μορφή της από την Κομμουνιστική Διεθνή. Η Κ.Ε.Ε. θεωρούσε το Σ.Ε.Κ.Ε. ως
σοσιαλδημοκρατικό κόμμα και την ίδια αυθεντικό εκφραστή της Γ΄ Διεθνούς, καθώς
μάλιστα υπεράσπιζε το σύνθημα για ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη κατηγορώντας το
Κ.Κ.Ε. ότι δεν δέχτηκε ανεπιφύλακτα τη νέα γραμμή. Η ηγεσία του διεθνούς
κομμουνιστικού κινήματος δεν αναγνώρισε την Κ.Ε.Ε. αλλά πρότεινε την συνένωση των
δύο οργανώσεων.143
Κατά την παγκαλική περίοδο συνελήφθηκαν τα κυριότερα μέλη της Κ.Ε.Ε. Μετά
την δικτατορία, το 1926, μία ομάδα από δεύτερα στελέχη της Κ.Ε.Ε. επανασύστησαν την
οργάνωση. Η παλιά ηγεσία κατηγορήθηκε ως εξτρεμιστική. Η Κ.Ε.Ε. έκανε κύριο
σύνθημά της το σύνθημα της ΚΔ για μπολσεβικοποίηση και αυτοτοποθετούνταν ως η μόνη
αυθεντική οπαδός της σταλινοποιημένης πια ΚΔ. Κατηγορούσαν το Κ.Κ.Ε. ως
οπορτουνιστικό εξαιτίας του συνθήματος της «αριστερής δημοκρατίας» αντί για
Για την ΕΚΔ και ΚΟΜΛΕ βλ. Λιβιεράτος Δ. Δημήτρης, Η Αριστερή Αντιπολίτευση στην Ελλάδα (1926-1936), Ο
τροτσκισμός στην Ελλάδα (1936-1946), Ενότητα Αθήνα 2000.
142
Για την Ε.Σ.Ε. βλ. Νικολόπουλος Θ., ό.π., σ. 79-88.
143
Για την Κ.Ε.Ε. βλ. Νικολόπουλος Θ., ό.π., σ. 89-101.
141

77

δικτατορία του προλεταριάτου και για τον χαρακτήρα της σύνθεσής του (έμμισθοι
κομματικοί υπάλληλοι και διανοούμενοι). Η στάση της Κ.Ε.Ε. απέναντι στο «Αρχείο του
Μαρξισμού» ήταν ολότελα εχθρική γιατί θεωρούσε αντικομματική την στάση του
απέναντι στο επίσημο τμήμα της ΚΔ, το Κ.Κ.Ε. Το 1929 μετονομάστηκε σε Ομάδα
Μπολσεβικοποίηση. Το 1930 προσπάθησε μάταια να αναγνωριστεί σαν επίσημη τάση του
Κ.Κ.Ε. ώσπου δέχτηκε να προσχωρήσει χωρίς όρους στο σταλινοποιημένο κόμμα.144
Στα 1926 απεχώρησε από το αρχείο μια ομάδα η οποία επιθυμούσε την συγχώνευση
του Κ.Κ.Ε. και του αρχείου, γι' αυτό έλαβε και το όνομα Τρίτη Κατάσταση. Η ομάδα αυτή
έπαψε να υπάρχει το 1930. Κάποια μέλη της προσχώρησαν στο Κ.Κ.Ε. κάποια άλλα
εισχώρησαν στην Κομμουνιστική Ενωτική Ομάδα, και κάποια έμειναν έξω από
οργανώσεις.145
Στα 1930 μια ομάδα αρχειομαρξιστών συγκρότησε μια φραξιονιστική ομάδα, η
ομάδα αυτή ένα χρόνο μετά μαζί με ένα κομμάτι της Τρίτης Κατάστασης δημιούργησε την
Κομμουνιστική Ενωτική Ομάδα (ΚΕΟ). Η ΚΕΟ επιδιώκει την ενότητα των
αντιπολιτευόμενων στο Κ.Κ.Ε. δυνάμεων (αρχείου και Σπάρτακου), κατηγορεί το αρχείο
για σταλινικές μεθόδους και είναι σταθερά προσανατολισμένη προς την ΔΑΑ και θεωρεί
αναγκαία την συγκρότηση 4ης Διεθνούς και νέων κομμάτων. Στα 1932 συνδέθηκε με μια
ομάδα που έφυγε από το Κ.Κ.Ε.(με επικεφαλή τον Άγι Στίνα) και μετονομάστηκε σε
Λενινιστική Αντιπολίτευση του Κ.Κ.Ε. (ΛΑΚΚΕ). Το 1933 μια ομάδα με τον Στίνα
περνάει με το μέρος της ΚΟΜΛΕΑ. Τελικά στα 1934 οι εναπομείναντες συνενώθηκαν με
τον Σπάρτακο και συγκρότησαν την ΟΚΔΕ. Αυτήν την φράξια των αρχειομαρξιστών
ακολούθησε και ο μετέπειτα γ.γ. της 4ης Διεθνούς Μιχάλης Ράπτης.146
Το 1932 η παλιά ομάδα της Κομμουνιστικής Ένωσης η οποία δρούσε μέσα στο
Κ.Κ.Ε. ως ομάδα Μπολσεβικοποίηση διαγράφτηκε. Στα 1934 καταδίκασε το κόμμα για
την θέση του για αστικοδημοκρατική επανάσταση και ξαναπήρε το όνομα Κομμουνιστική
Ένωση.
Στα 1934 η ΚΟΜΛΕΑ διασπάστηκε κύρια πάνω στο νέο σύνθημα της Διεθνούς
Αριστερής Αντιπολίτευσης για την δημιουργία «Νέων κομμάτων και νέας Διεθνούς»147.
Ένα κομμάτι της έφτιαξε την ΚΑΚΕ Κομμουνιστικό Αρχειομαρξιστικό Κόμμα Ελλάδος, η
οποία «έσβησε» την δεκαετία του 50. Το ΚΑΚΕ εντάχθηκε στο Διεθνές Γραφείο του
Λονδίνου όπου συμμετείχαν το αγγλικό ΑΕΚ, το Ισπανικό POUM, η γαλλική ομάδα του
Μ. Πιβέρ κ.α Το άλλο κομμάτι συγκρότησε το Μπολσεβίκο-Οργάνωση Μπολσεβίκων
Λενινιστών (ελληνικό τμήμα Κομμουνιστικής Διεθνιστικής Διεθνούς). Ο Μπολσεβίκος
στα 1934 διασπάστηκε σε Κομμουνιστική Διεθνιστική Ένωση Ελλάδας και Νέο Δρόμο. Ο
Νέος Δρόμος συνενώθηκε με την ΟΚΔΕ στην ΕΟΚΔΕ.148 Η ΚΔΕΕ πέρασε σε απόψεις που
θεωρούσαν τη Σοβιετική Ρωσία κρατικοκαπιταλιστική χώρα και όχι εκφυλισμένο εργατικό
κράτος, παραμένοντας όμως στον χώρο των τεταρτοδιεθνιστών.
Οι εσωτερικές διαφωνίες στο Κ.Κ.Ε. και οι συγκρούσεις στο εσωτερικό του
Κομμουνιστικού Κόμματος Ρωσίας δημιούργησαν την αριστερή αντιπολίτευση στο Κ.Κ.Ε.
Ο χώρος αυτός με αναμφισβήτητο ηγέτη τον Παντελή Πουλιόπουλο αφού αρχικά
συνειδητοποιήσει μέσα στο κόμμα τις διαφωνίες του, συγκροτήθηκε σε ομάδα μέσα στο
κόμμα στα 1927, εξέδωσε το περιοδικό Σπάρτακος και σταδιακά μετεξελίχθηκε σε
αυτόνομη οργάνωση, Σπάρτακος το 1929, ενώ με τις διάφορες προσχωρήσεις
αρχειομαρξιστικών γκρουπών άλλαξε σε ΟΚΔΕ(Οργάνωση Κομμουνιστικών Διεθνιστών
Ελλάδας) το 1934 και σε ΕΟΚΔΕ (Ενιαία Οργάνωση Κομμουνιστικών Διεθνιστών
Για την Κ.Ε.Ε. (Ομάδα Μπολσεβικοποίηση) βλ. Νικολόπουλος Θ., ό.π., σ. 101-105.
Για την Τρίτη Κατάσταση βλ. Λιβιεράτος Δ., Η Αριστερή Αντιπολίτευση στην Ελλάδα (1926-1936), ό.π.
146
Για ΚΕΟ, ΛΑΚΚΕ βλ. Λιβιεράτος Δ., Η Αριστερή Αντιπολίτευση στην Ελλάδα (1926-1936), ό.π.
147
Βλ. Νικολόπουλος Θ., ό.π., σ. 126.
148
Για ΚΑΚΕ, ΚΔΕΕ και Νέο Δρόμο βλ. Λιβιεράτος Δ., Η Αριστερή Αντιπολίτευση στην Ελλάδα (1926-1936), ό.π.
144
145

78

Ελλάδας) το 1936.

79

ΠΙΝΑΚΑΣ 1*
Οργανώσεις και Διασπάσεις της Ελληνικής Αριστεράς (1919-39)
Ίδρυση Σ.Ε.Κ.Ε.

1918
1919

Ομάδα Τζουλάτι

1920

Νέα Ζωή

Κομμουνιστική Ένωση

1921

1922

1923

1924

1925

Ανεξάρτητο Εργατικό Κόμμα
Σοσιαλιστική
Ομάδα
Σοσιαλιστική
Εργατική
Ένωση

×

Αρχείο Μαρξισμού

Νέα Εποχή

Κομμουνιστικό
Κόμμα Ελλάδας

Κομμουνιστική Ένωση

×

Κομμουνιστική Ένωση
Ομάδα Μπολσεβικοποίηση

1926

Πουλιόπουλος
Γιατσόπουλος

1927

ΚΚΕ
1928
1929

Ομάδα Μπολσεβικοποίηση
Σπάρτακος
Μάξιμος, Σκλάβος,
κ.α.

Τρίτη Κατάσταση
Ενωμένη Αριστερή
Αντιπολίτευση
Αρχείο Μαρξισμού
Ένωση Διεθνιστών
Σπάρτακος Κομμουνιστών
ΚΟΜ ΛΕ (Α)(ΕΤΔ Α)

1931

Τρίτη Κατάσταση

Φραξιονιστική
ομάδα

×
80

1930

Κομμουνιστική Ενωτική Ομάδα
Ομάδα Μπολσεβικοποίηση

1932

Λενινιστική Αντιπολίτευση ΚΚΕ

Στίνας

Στίνας
1933

1934

Κομμουνιστική
Ένωση

ΟΚΔΕ

ΚΑΚΕ

Μπολσεβίκος

Νέος Δρόμος

ΚΔΕΕ

1935

ΕΟΚΔΕ

1936
1937
1938

1939

* Τα στοιχεία του πίνακα προέρχονται από τον αντίστοιχο πίνακα του κ.
Λιβιεράτου Δημήτρη, στο Η Αριστερή Αντιπολίτευση στην Ελλάδα (19261936) Ο Τροτσκισμός στην Ελλάδα (1936-1946), αδημοσίευτο Αθήνα
2000 και του κ. Νικολόπουλου Θεόδωρου Η Άλλη Όψη του ελληνικού
εργατικού κινήματος (1918-1930)
Ç ðïñåßá
ìéáòïñãÜíùóçò

Ç ðïñåßá ìéáò ïìÜäáò
üóï ëåéôïõñãåß ùò öñÜîéá.

Χ ìéá ïñãÜíùóç/ïìÜäá ðáýåé íá õðÜñ÷åé

81

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΊΑ
Βιβλία, τόμοι, μονογραφίες
Αστερίου Ελένη, Λαμπάτος Γαβρίλης, Η Αριστερή Αντιπολίτευση στην Ελλάδα,
Φιλίστωρ Αθήνα 1995
2) Γκομπέν, Ροκέρ, Άβριτς κ.α., Η Ρωσική Επανάσταση, η αποτυχία του κρατικού
καπιταλισμού, μτφ. Αλεξίου Ν., Ελεύθερος Τύπος Αθήνα 1997
3) Δάγκας Αλέξανδρος, Λεοντιάδης Γιώργος, Κομιντέρν και Μακεδονικό Ζήτημα, το
ελληνικό παρασκήνιο, 1924, Τροχαλία 1997.
4) Ελεφάντης Άγγελος, Η Επαγγελία της Αδύνατης Επανάστασης, Κ.Κ.Ε. και αστισμός
στον μεσοπόλεμο, Θεμέλιο Αθήνα 1999, σ. 157.
5) Hallas Duncan, Ο Μαρξισμός του Τρότσκι, μτφ. Ντάγκας Παντελής, Εργατική
Δημοκρατία, 1990
6) Καστρίτης Κώστας, Η Ιστορία του μπολσεβικισμού-τροτσκισμού στην Ελλάδα,
μέρος δεύτερο, εργατική πρωτοπορία, Αθήνα 1976-78.
7) Καστρίτης Κώστας, Η Ιστορία του μπολσεβικισμού-τροτσκισμού στην Ελλάδα,
μέρος τρίτο, εργατική πρωτοπορία, Αθήνα 1976-78.
8) Καστρίτης Κώστας, Η Ιστορία του μπολσεβικισμού-τροτσκισμού στην Ελλάδα,
μέρος τέταρτο, εργατική πρωτοπορία, Αθήνα 1976-78.
9) Καστρίτης Κώστας, Η Ιστορία του μπολσεβικισμού-τροτσκισμού στην Ελλάδα,
μέρος πέμπτο, εργατική πρωτοπορία, Αθήνα 1976-78.
10) Κ.Κ.Ε., Επίσημα Κείμενα, τόμος δεύτερος (1925-1928), Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα
1924
11) Κουτσούκαλης Αλέκος, Η πρώτη δεκαετία του Κ.Κ.Ε., 1918-1928, γνώση Αθήνα
1979.
12) Κουτσούκαλης Αλέκος, Η δεύτερη δεκαετία του Κ.Κ.Ε., 1929-1939, γνώση Αθήνα
1984.
13) Λιβιεράτος Δημήτρης, Η Αριστερή Αντιπολίτευση στην Ελλάδα (1926-1936), Ο
τροτσκισμός στην Ελλάδα (1936-1946), Ενότητα Αθήνα 2000.
14) Λιβιεράτος Δημήτρης, Κοινωνικοί Αγώνες στην Ελλάδα, (1923-27), Κομμούνα
/Ιστορική Μνήμη 5, 1987
15) Λιβιεράτος Δημήτρης, Κοινωνικοί Αγώνες στην Ελλάδα, (1927-31), Κομμούνα
/Ιστορική Μνήμη 5, 1987
16) Λιβιεράτος Δημήτρης, Κοινωνικοί Αγώνες στην Ελλάδα, (1932-36), Κομμούνα
/Ιστορική Μνήμη 5, 1987
17) Λιβιεράτος Δ., Παντελής Πουλιόπουλος, Γλάρος 1992
18) Νεφελούδης Παύλος, Στις πηγές της κακοδαιμονίας, τα βαθύτεα αίτια της
διάσπασης Κ.Κ.Ε., 1918-1968, Gutenberg, Αθήνα 1974
19) Νικολόπουλος Θεόδωρος, Η Άλλη Όψη του Ελληνικού Εργατικού Κινήματος(19181930), Αθήνα 1983.
20) Το Τρίτο Έκτακτο Συνέδριο του Σ.Ε.Κ.Ε. (Κ), πρακτικά, έκδοση του Ιστορικού
Τμήματος της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε., 1991
21) Τρότσκι Λέων, Η προδομένη Επανάσταση, μτφ. Πουλιόπουλος Παντελής,
Σοσιαλιστική Έρευνα Αθήνα 1997
22) Πουλιόπουλος Παντελής, Δημοκρατική ή Σοσιαλιστική Επανάσταση, Εργατική
Δημοκρατία Αθήνα 1992
23) Πλατφόρμα της ενωμένης αντιπολίτευσης,
1)

Ράπτης Μιχάλης(Πάμπλο), Η πολιτική μου αυτοβιογραφία, Ίκαρος Αθήνα 1996
25) Στίνας Α., Αναμνήσεις, Ύψιλον Αθήνα 1985
26) Φερρό Μαρκ, Από τα Σοβιέτ στον γραφειοκρατικό Κομμουνισμό, μτφ. Τομανάς
Βασίλης, Νησίδες 1998
24)

Άρθρα
Γ΄ Τακτικό Συνέδριο Κ.Κ.Ε., «Απόφαση επί της εκθέσεως δράσεως των
Εκτελεστικών Επιτροπών του Κόμματος», Ριζοσπάστης 8Απρίλη 1927, 278/β΄,
Επίσημα Κείμενα, σ. 213-215.
2) Γ΄ Τακτικό Συνέδριο Κ.Κ.Ε., «Θέσεις για την οικονομική και πολιτική κατάσταση
της χώρας και τα άμεσα καθήκοντα του Κόμματος», Ριζοσπάστης 7 Απρίλη 1927,
277/α΄, Επίσημα Κείμενα, σ. 204-212.
3) Ενωμένη Αριστερή Αντιπολίτευση «Οικονομική και πολιτική Κατάσταση»,
Σπάρτακος, τ.1, Γενάρης 1928.
4) «Θέσεις της Κομμουνιστικής Αντιπολίτευσης, Εργατικό Κίνημα», Δεκέμβρης
1930, αρ. φ.6, Σπάρτακος, περ. Β΄-χρόνος Α΄.
5) Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε., «Ανακοίνωση του Π.Γ.», Ριζοσπάστης, 20 Ιούνη 1927, Το Κ.Κ.Ε.
, Επίσημα Κείμενα , 1925-1928, τ.2ος, 319, σ.334-339.
6) Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε. , «Απόφαση της Ολομέλειας της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε.», Ριζοσπάστης,
26 Ιούλη 1927, Επίσημα Κείμενα, 330γ, σ. 365-366.
7) Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε., «Γράμμα του Πολιτικού Γραφείου προς τους σ.σ.
Π.Πουλιόπουλο και Π.Γιατσόπουλο», Ριζοσπάστης 21 Αυγούστου 1927, 342,
Επίσημα Κείμενα, ό.π., σ. 410-411.Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε., «Γράμμα του Πολιτικού
Γραφείου προς τα μέλη της οργάνωσης Πειραιά», Ριζοσπάστης 19 Αυγούστου
1927, 339, Επίσημα Κείμενα, σ. 402-403.
8) Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε., «Το Πολιτικό Γραφείο, για την περιφρούρηση της ενότητος και
της υπόστασης του Κόμματος», Ριζοσπάστης 18 Σεπτεμβρίου 1927, 346, Επίσημα
Κείμενα, σ. 416-433.
9) Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε., «Απόφαση Πολιτικού Γραφείου, επί της νέας δήλωσης των δύο
λικβινταριστών», Ριζοσπάστης 25 Σεπτεμβρίου 1927, 350, Επίσημα Κείμενα, σ.
437-438.
10) Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε., «Απόφαση Πολιτικού Γραφείου, επί της τροτσκιστικής,
νεομενσεβικικής αντιπολίτευσης», Ριζοσπάστης 25 Νοεμβρίου 1927, 358, Επίσημα
Κείμενα, σ. 464-468.
11) «Λικβινταριστής και δικολάβος », Ριζοσπάστης, 9 Αυγούστου 1927, Επίσημα
Κείμενα, 336, σ. 397-8.
12) Μάξιμος, Χαϊνογλου, Σκλάβος, «Δήλωση πάνω στην απόφαση της Ολομέλειας
της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε.», Ριζοσπάστης 29 Ιουλίου 1927.
13) Μάξιμος Σ., Σκλάβος Κ., Χαίνογλου, «Γιατί παραιτηθήκαμε από το Πολιτικό
Γραφείο», 26 Σεπτεμβρίου 1927, Καστρίτης Κ., Η Ιστορία του μπολσεβικισμούτροτσκισμού στην Ελλάδα, μέρος πέμπτο, ό.π., σ. 125-133.
14) Μάξιμος Σεραφείμ, «Η Επανέκδοση του Σπάρτακου», Σπάρτακος περ. Β΄. χρόνος
Α΄, αρ.φ. 1, Ιούλιος 1930.
15) Π.Γ. της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε., «Ανακοίνωση Πολιτικού Γραφείου, επί της στάσεως της
μειοψηφίας των κεντριστών μελών του Πολιτικού Γραφείου», Ριζοσπάστης 31
Οκτωβρίου 1927, 356, Επίσημα Κείμενα, ό.π., σ. 453-457.
1)

83

Π.Γ. της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε. , «Ο αντιδραστικός λικβινταριστικός μικροαστισμός
συνεχίζει τον πόλεμο εναντίον του Κόμματος», Ριζοσπάστης, 9 Αυγούστου 1927,
Επίσημα Κείμενα, ό.π., 336, σ. 385-397.
17) Π.Γ. της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε., «Απόφαση Πολιτικού Γραφείου, επί της
αντικομματικής διαλυτικής δράσης των τριών κεντριστών Μαξίμου, Σκλάβου,
Χαϊνογλου», Ριζοσπάστης 30 Νοεμβρίου 1927, 359, Επίσημα Κείμενα, ό.π., σ.
469-471.
18) Π.Γ. της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε., «Ανακοίνωση Πολιτικού Γραφείου, επί της
αντιμπολσεβικής αντεπαναστατικής δράσης των λικβινταριστών και κεντριστών»,
Ριζοσπάστης 5 Δεκεμβρίου 1927, 362, Επίσημα Κείμενα, ό.π., σ. 475-476.
19) Προλογικό σημείωμα στην επανέκδοση του Σπάρτακου, Κείμενα του 1928,
Ουτοπία 1982.
20) Πουλιόπουλος Π.- Γιατσόπουλος Π, «Γράμμα στα μέλη του Κ.Κ.Ε.»,
Νέο
Ξεκίνημα 15 Ιουνίου 1927 στο Κείμενα του 1928, Ουτοπία 1982, σ. I - VII.
21) Πουλιόπουλος Π.- Γιατσόπουλος Π., «Η αντιπολίτευση στα μέλη του Κόμματος.
Αντί για απάντηση στο Πολιτικό γραφείο », Νέο Ξεκίνημα στην φωτογραφική
επανέκδοση του Σπάρτακου1928, Ουτοπία 1927 Αθήνα, σ. VIV-XVI.
22) Πουλιόπουλος Π.- Γιατσόπουλος Π., «Κριτική των κριτικών μας, απάντηση στο
πολιτικό γραφείο», Νέο Ξεκίνημα στην φωτογραφική επανέκδοση του Σπάρτακου
1930-1932, Ουτοπία 1986 Αθήνα, σ.8-13.
23) Πουλιόπουλος Π.- Γιατσόπουλος Π., «Μια Πολιτική Ατιμία», Νέο Ξεκίνημα, 2
Ιουλίου 1927.
24) Πουλιόπουλος Π.- Γιατσόπουλος Π., «Που Τραβάτε;», Νέο Ξεκίνημα, 27 Ιουλίου
1927.
25) Πουλιόπουλος Π., «Για το μέλλον του κόμματος», Ριζοσπάστης 7 Φεβρ. 1927.
26) Πουλιόπουλος Π., «Γράμμα Προς τη Διοίκηση του Κόμματος», Νέο Ξεκίνημα 6
Ιουνίου 1927 στο Κείμενα του 1928, Ουτοπία 1982, σ. VII - VIII..
27) Πουλιόπουλος Π., «Η κρίση στο κόμμα», Ριζοσπάστης 1 Φεβρ. 1927.
28) Πουλιόπουλος Π., «Η κρίση στο κόμμα. Η κρίση ύστερα από το Νοέμβρη1924»,
Ριζοσπάστης 5 Φεβρ. 1927.
29) Πουλιόπουλος Π., «Με ποια έννοια μπορούμε να μιλάμε για 'ιστορικές'
ιδιομορφίες του κινήματός μας», Ριζοσπάστης 6 Φεβρ. 1927.
30) Πουλιόπουλος Π., «Ποιοι είναι διαλυτές;», Νέο Ξεκίνημα, 2 Αυγούστου 1927,
Ουτοπία, 1930-32, ό.π., σ.13-14.
16)

Περιοδικά
1) Σπάρτακος, Περίοδος Α΄. Χρόνος Α΄, αρ.φ.1-4, 1928, φωτογραφική επανέκδοση,
Ουτοπία 1982 Αθήνα
2) Σπάρτακος, Περίοδος Β΄, Χρόνος Α΄, αρ.φ. 1- 25, 1930-32, φωτογραφική
επανέκδοση, Ουτοπία 1986 Αθήνα
3) Αρχειοτάξιο, τ. 3, Μάιος 2001, εκδ. Θεμέλιο.

84