ΔΙΔΑΣΚΩΝ: ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ

ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ: ΠΑΛΟΥΚΗΣ ΚΩΣΤΑΣ
ΧΕΙΜΕΡΙΝΟ ΕΞΑΜΗΝΟ 1998
Α.Μ.1254

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η γενικότερη πολιτική κατάσταση, οι Ξένες Δυνάμεις, η Οθωμανική
Αυτοκρατορία και η Ελλάδα.
Τον Οκτώβριο του 1898 η Κρήτη ανακηρύχτηκε Αυτόνομη Πολιτεία υπό την
Προστασία των Μεγάλων Δυνάμεων (Μεγάλης. Βρετανίας, Γαλλίας, Ιταλίας,
Ρωσίας) με Ύπατο Αρμοστή τον πρίγκιπα Γεώργιο, γιο του βασιλιά της Ελλάδας.
Ο πρίγκιπας έφτασε στο νησί τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους. Με την άφιξή του,
σήμανε μία νέα περίοδος για την Κρήτη, η περίοδος της Κρητικής Πολιτείας.
Στα τέλη του 19 ο υ και στις αρχές του 20 ο υ αιώνα η Κρήτη αποτελούσε εξαιτίας
της γεωγραφικής θέσης της φυσικό σταυροδρόμι του Διεθνούς Εμπορίου. Στο
κέντρο σχεδόν της Ανατολικής Μεσογείου, στην είσοδο του Αιγαίου και στο δρόμο
για τα Στενά και τον Εύξεινο Πόντο⋅ πολύ κοντά στην Ελλάδα, την Μικρά Ασία
και τη Βόρειο Αφρική και όχι μακριά από την Ιταλία και την Εγγύς Ανατολή
διασταύρωνε όλους τους τότε εμπορικούς δρόμους που συνέδεαν Δύση και
Ανατολή. Εκείνο όμως που την έκανε να έχει τεράστια οικονομική σημασία και να
αποκτήσει ξαφνικά πολύ μεγάλο ενδιαφέρον για τις διεθνείς οικονομίες είναι το
γεγονός ότι βρίσκεται ακριβώς απέναντι από το μεγαλύτερο εμπορικό πέρασμα της
εποχής, τη Διώρυγα του Σουέζ. Η διώρυγα που μόλις στα τέλη του 19ου αιώνα είχε
ολοκληρωθεί, ανοίγοντας μία εμπορική δίοδο ανεκτίμητης αξίας, ένωνε τον
ευρωπαϊκό βορά και τον μεσογειακό κόσμο με την Άπω Ανατολή και ολόκληρο το
νότιο ημισφαίριο. Επομένως, λογικό ήταν το νησί να κεντρίσει το ενδιαφέρον των
μεγάλων ευρωπαϊκών οικονομιών.
Η Μεγάλη Βρετανία την περίοδο αυτή, που έμεινε γνωστή ως Βικτωριανή
λόγω της μακραίωνης μοναρχίας της Βασίλισσας Βικτωρίας αποτελούσε την
παγκόσμιο υπερδύναμη έχοντας οικοδομήσει μία τεράστια Αυτοκρατορία με
συμφέροντα και παρεμβάσεις σε όλες τις άκρες της γης. Η Κρήτη αποτελούσε για
αυτήν «ένα σπουδαίο στήριγμα για την ιμπεριαλιστική της εξάπλωση στην
Ανατολή» 1 . Ήδη από τα μέσα του αιώνα προσπαθεί να δημιουργήσει οικονομικά
και πολιτικά ερείσματα υποστήριξης της πολιτικής της. Στόχευε στο να
καταστήσει την Κρήτη αυτόνομη υπό την δική της ηγεμονία 2 .
Η Ρωσική Αυτοκρατορία παρά τις εσωτερικές τις αντιφάσεις είχε καταφέρει
να εκσυγχρονιστεί ως ένα βαθμό και συνέχιζε με επιθετικότητα να διεκδικεί ένα
σημαντικό χώρο στην παγκόσμια οικονομία. Οι παραδοσιακές οικονομικές σχέσεις
της με την Κρήτη και οι ιμπεριαλιστικοί στόχοι της για την Οθωμανική
Αυτοκρατορία, έθεταν την Κρήτη στα πρώτα πλάνα των ενδιαφερόντων της.
Η Ιταλία η οποία μόλις είχε καταφέρει να διαμορφωθεί σε εθνικό κράτος, είχε
κληρονομήσει από το προηγούμενο καθεστώς μία ισχυρή οικονομία και μία ισχυρή
αστική τάξη με σαφής στόχους να αποκτήσει ένα διεθνή οικονομικό ρόλο και να
προλάβει να μπει στο παιχνίδι του νεοαποικιακού μοιράσματος της γης πριν να
1 Π α π α μ α ν ο υ σ ά κ η ς Σ τ ρ ά τ η ς , « Η ξ ε ν ο κ ρ α τ ί α σ τ η ν Κ ρ ή τ η » , Κά λ β ο ς , Α θ ή ν α 1 9 7 9 , σ ε λ . 5 0 .
2 Ο.π. , σελ.50.

2

είναι πολύ αργά. Η Κρήτη πολύ κοντά της, ήταν ένας από τους βασικούς χώρους
που θα έπρεπε να είχε βλέψεις.
Η Γαλλία και αυτή μέσα σε αυτόν τον συνεχή οικονομικό πόλεμο είχε πολλά
συμφέροντα στην Αφρική και στην Ασία, η Κρήτη αποτελούσε και γι’ αυτή ένα
χώρο που δε θα έπρεπε να αφήσει μόνο στους αντιπάλους της.
Η Αυστρία και Γερμανία αφού είχαν αποτύχει να διαμορφώσουν μία μεγάλη
αποικιακή αυτοκρατορία στην Ασία και την Αφρική είχαν προσανατολιστεί στο να
προσεταιριστούν τον Σουλτάνο γι’ αυτό από ένα σημείο και πέρα αρνήθηκαν να
θέσουν σε κίνδυνο τις καλές τους σχέσεις με την Πύλη 3 .
Από την άλλη, η Ελλάδα ήταν ακόμη μία χώρα αδύναμη με μία αστική τάξη
που μόλις άρχιζε να διαμορφώνεται, χωρίς συγκεκριμένο χαρακτήρα και διακριτό
ρόλο. Οι ανταγωνιστικές οικονομικές σχέσεις της παγκόσμιας ελεύθερης
οικονομίας και η παραδοσιακή κοινωνική δομή που κληρονόμησε η Οθωμανική
Αυτοκρατορία δεν βοηθούσαν να αναπτυχθεί γρήγορα κάποια δυναμική βασικής
παραγωγής και εμπόδιζε την μεγάλη συσσώρευση. Η Ελλάδα δεν μπορούσε να
είναι τίποτα άλλο παρά ένα πεδίο ανταγωνισμών των μεγάλων δυνάμεων, μία
δίοδος προς τα ανατολικά και μία χώρα με ενδιαφέρον κυρίως στα αγροτικά
προϊόντα της. Η ελληνική άρχουσα τάξη δεν μπορούσε να είναι παρά ο φτωχός
συγγενής και η τελευταία στη σειρά διακλάδωση στο οικονομικό μπλοκ του
ευρωπαϊκού κεφαλαίου. Η περίοδος μάλιστα της τελευταίας δεκαετίας πριν από
τον 20ο αιώνα είναι από τις πιο δυσάρεστες για την ελληνική οικονομία και
κοινωνία, παρά τις όποιες προσπάθειες εκβιομηχάνισης, που είχαν τότε αρχίσει.
Με την ήττα του 1897 στον επονομαζόμενο «ατυχή πόλεμο» φάνηκε ξεκάθαρα η
αδυναμία της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας να πραγματοποιήσει το μεγάλο της
στόχο, την επίτευξη του οράματος της Μεγάλης Ιδέας, την επέκταση δηλαδή των
ελληνικών συνόρων. Ενώ παράλληλα, η «πτώχευση» που ακολούθησε και ο
Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος κατέδειξαν με τον καλύτερο τρόπο την οικονομική,
πολιτική και διαχειριστική δυσκαμψία του Ελληνικού κράτους. Πέρα από αυτά
όμως η Ελλάδα δε σταματά να αγωνίζεται και να θέλει καινούριες περιοχές.
Νιώθει ασφυκτικά μικρή στα σύνορα του 1830 ακόμη και μετά την προσάρτηση
της Θεσσαλίας.
Η Οθωμανική Αυτοκρατορία διατηρώντας έναν ημι-φεουδαλικό χαρακτήρα,
εξευρωπαϊσμένη μόνο στο μέτρο που βόλευε τις δυτικές χώρες και τα ντόπια
εμπορικά συμφέροντα που διαπλέκονταν με αυτές είχε ακόμα να δώσει πολλά ως
παρθένος ανεκμετάλλευτος χώρος και να κάνει πολλά βήματα προς τον
«εκδυτικισμό». Για τον έλεγχό του πλουτοπαραγωγικού πλούτου της και της
παρθένας αγοράς αποτελούσε το μεγαλύτερο σημείο οικονομικής και πολιτικής
σύγκρουσης μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων, αποτελώντας για όλον τον 19ο αιώνα
το σημαντικότερο διεθνές διπλωματικό και πολιτικό πρόβλημα, που έμεινε γνωστό
ως «Ανατολικό Ζήτημα». Μια σύγκρουση που στιγματίστηκε και έφτασε στο τέρμα
της με τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και τις μετέπειτα οικονομικοστρατιωτικές
επεμβάσεις των νικητών στην υπό διάλυση Αυτοκρατορία.
3 Ο.π., σελ. 140.

3

Μέσα σε αυτήν την παραπαίουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία είχαν αναπτυχθεί
οικονομικές δυνάμεις οι οποίες ασφυκτιούσαν σε ένα τέτοιο παρωχημένο θεσμικό,
ιδεολογικό και πολιτικοκοινωνικό πλαίσιο. Σε πολλές, λοιπόν, περιοχές
Αυτοκρατορίας, και κυρίως σε όσες βρίσκονταν στις παρυφές της, δημιουργούνταν
τάσεις οικονομικής ανάπτυξης με διαφορετικούς προσανατολισμούς και
διαφορετικούς ρυθμούς που έβρισκαν εμπόδια στο θεσμικό πλαίσιο και στη δομή
του Οθωμανικού Κράτους. Οι δομές και οι πολιτικές σχέσεις που αναπτύσσονταν
σε αυτές τις επαρχίες δεν είχαν άμεση δικτύωση με το οθωμανικό κέντρο αλλά με
κέντρα εκτός της Αυτοκρατορίας. Σε αυτές, επομένως, τις περιοχές της
περιφέρειας η κεντρική οθωμανική εξουσία αποτύχαινε να διατηρεί τον έλεγχο και
την πίστη σε αυτή, με αποτέλεσμα να οδηγούνται είτε σε μερική είτε σε ολική
απόσπαση από τον Οθωμανικό κορμό. Μετά τις μεγάλες αποσκιρτήσεις των
Βαλκανικών χωρών, Ελλάδα, Σερβία, Βουλγαρία, Μαυροβούνιο, μιά σειρά άλλων
περιοχών με κεντρόφυγες τάσεις άρχισαν να επιδιώκουν και να οδηγούνται στην
απόσχιση. Η Σάμος ήδη αποτελεί Αυτόνομη Πολιτεία, η Βοσνία-Ερζεγοβίνη έχει
σχεδόν περάσει στην εξουσία της Αυστροουγγαρίας, η Ανατολική Ρωμυλία έχει
περάσει και ενσωματωθεί στο Βουλγάρικο Βασίλειο και η Κρήτη βρίσκεται από
καιρό σε αναβρασμό.
Το πέρασμά της Κρήτης από την Αιγυπτιακή εξουσία και η συγκεκριμένη
γεωγραφική της θέση την θέτει σε ένα χώρο επιδιώξεων, όπου τα συμφέροντα
όλων, όσων σχετίζονται, συγκλίνουν στο να αποκλείσουν τελικά την Οθωμανική
Αυτοκρατορία να συνεχίσει να έχει ουσιαστικό ρόλο στα κρητικά πράγματα.
Οι χριστιανοί κρητικοί εγκλωβισμένοι στους υπανάπτυκτους θεσμούς της
Οθωμανικής Αυτοκρατορίας επιδίωκαν την ένωση με την Ελλάδα. Είχαν
δημιουργήσει στα τέλη της δεκαετίας του 1890, ως καταστάλαγμα ενός
ταραχώδους 19ου αιώνα, μία κατάσταση τόσο έκρυθμη και συγκρουσιακή με το
μουσουλμανικό στοιχείο και με όλους τους φορείς που στήριζαν την οθωμανική
νομιμότητα. Το 1897 μετά από αλλεπάλληλες σφαγές και συγκρούσεις τα
πράγματα είχαν οδηγηθεί σε απόλυτο αδιέξοδο. Το επίδοξο εμπορικό κέντρο της
Ανατολική Μεσογείου έπρεπε να ηρεμήσει για να μπορέσει να ανταποκριθεί στους
στόχους του διεθνούς κεφαλαίου. Έπρεπε να βρεθεί γρήγορα μία λύση η οποία
όμως να ήταν και ωφέλιμη για τις δυνάμεις. Η προοπτική μιας γενικευμένης
σφαγής των χριστιανών από τον Σουλτάνο για την υποταγή τους με καμία δύναμη
δεν συνέφερε. Οι χριστιανοί αποτελούσαν την οικονομική δύναμη στο νησί και
συνδέονταν με το ευρωπαϊκό κεφάλαιο και επομένως, η εξαφάνισή τους θα
οδηγούσε σε οικονομική απονέκρωση της περιοχής. Η Κρήτη έπρεπε αναγκαστικά
να φύγει από τον έλεγχο του σουλτάνου. Από την άλλη όμως η κατάσταση της
Ελλάδας δεν αποτελεί για αυτές τις δυνάμεις την καλύτερη άμεση λύση.
Οι Μεγάλες Δυνάμεις που στην Κρήτη έβλεπαν ένα ιδανικό διεθνές εμπορικό
κέντρο κι ένα πρόσφορο έδαφος για οικονομική εκμετάλλευση στη μέση της
Ανατολικής Μεσογείου δεν ήταν δυνατόν να αφήσουν την Κρήτη σε ένα καθεστώς
σαν αυτό της Οθ. Αυτ. αλλά ούτε και να την παραδώσουν σε μία εντελώς αδύναμη
ελληνική οικονομία. Η ανάπτυξη της Κρήτης στην παρούσα φάση ήταν ανάγκη να
4

είναι αυτόνομη από αυτά τα κέντρα και ταυτόχρονα συνέφερε σαφώς περισσότερο
για τις ίδιες να έχουν το βασικό έλεγχο και τον κυρίαρχο λόγο. Με αυτά τα
δεδομένα η καλύτερη προσωρινή λύση που θα μπορούσε να δοθεί στο κρητικό
ζήτημα και που θα ικανοποιούσε όλους ήταν η αυτονομία.
Η αυτονομία όμως δεν είναι μία ιδέα που ξαφνικά συνέλαβαν οι ευρωπαίοι
διπλωμάτες το 1897. Παρά τον μόνιμο προσανατολισμό των επαναστατών, καθ’
όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα στην ιδέα της Ένωσης, η Αγγλία ήδη από το 1830
προσπαθούσε να δημιουργήσει ερείσματα στο νησί υπέρ της ιδέας της αυτονομίας,
που θα ήταν όμως υπό τον ουσιαστικό έλεγχό της. Η πολιτική της Αγγλίας
ανάγκασε τις υπόλοιπες δυνάμεις να επικεντρωθούν και αυτές σε αυτή τη λύση και
να επιβάλλουν μία αυτονομία κοινής κηδεμονίας.
Η ΚΡΗΤΗ ΚΑΙ Η ΚΡΗΤΙΚΗ ΑΡΧΟΥΣΑ ΤΑΞΗ
Η Κρήτη , όπως και όλες οι άλλες βαλκανικές χώρες, όταν αποκόπηκε από τον
οθωμανικό κορμό, και παρά τους νέους προσανατολισμούς και κατευθύνσεις που
έθεσε, διατήρησε στη βάση της κοινωνίας της πολλούς οικονομικούς και
πολιτικούς οθωμανικούς θεσμούς, οι οποίοι απλώς προσαρμόστηκαν στην νέα
πραγματικότητα.
Η κρητική οικονομία βασίζεται κυρίως στην αγροτική παραγωγή. Υπάρχει
κατά τη διάρκεια όλου του 19ου αιώνα μία κοινωνική διαστρωμάτωση
διαμορφωμένη με βάση αυτήν την κλασσική, παρά τις κατά τόπους
διαφοροποιήσεις, οθωμανική δομή κοινωνίας, που έχει ως πυρήνα την αγροτική
παραγωγή. Ακόμη, το 1900, όταν ήδη είχαν περάσει δύο χρόνια από την
αυτονόμηση, οι κάτοικοι των αστικών κέντρων της μεγαλονήσου δεν υπερέβαιναν
το 25% του συνολικού πληθυσμού, ενώ το σύνολο των ασχολουμένων με τη
βιομηχανία - βιοτεχνία, το εμπόριο, τα ελεύθερα επαγγέλματα και τη δημόσια
διοίκηση μόλις άγγιζε το 15% του ενεργού πληθυσμού του νησιού 4 . Πολύ λίγο οι
κάτοικοι της Κρήτης σχετίζονται με τα ναυτιλιακά εμπόριο. Δεν έχουμε στην
Κρήτη ντόπιους μεγάλους ή και μικρότερους ναυτιλιακούς εμπορικούς οίκους,
όπως στα άλλα μικρότερα νησιά του Αιγαίου και γενικότερα οι κάτοικοι δεν έχουν
σαν βασικό βιοποριστικό μέσο τη θάλασσα αλλά τη γη. Η Κρήτη μοιάζει
περισσότερο με τις χερσαίες περιοχές της οθωμανικής αυτοκρατορίας παρά με τις
νησιωτικές.
Το οθωμανικό φορολογικό σύστημα δημιουργεί τις προϋποθέσεις για
κοινωνική διαστρωμάτωση στον χώρο της χριστιανικής αλλά και της ντόπιας
μουσουλμανικής κοινότητας. Οι πρόκριτοι και οι προεστοί με εκμίσθωση των
φόρων αναλαμβάνουν να συγκεντρώνουν τη φορολογία για χάρη του Οθωμανικού
Δημοσίου. Από όλη αυτή την ιστορία όμως ο εκμισθωτής έπρεπε να βγάλει και
κάποιο κέρδος, κάτι που πετύχαινε αυξάνοντας το ποσό του φόρου σε βάρος του
καλλιεργητή. Στη συνέχεια ο εκμισθωτής εμπορευότανε το μέρος εκείνο του φόρου
4 Σ β ο λ ώ π ο υ λ ο ς Κω ν σ τ α ν τ ί ν ο ς , « Η α υ τ ο ν ο μ ί α σ τ η ν Κ ρ ή τ η , Ι σ τ ο ρ ί α κ α ι π ο λ ι τ ι σ μ ό ς , Τό μ ο ς Δ ε ύ τ ε ρ ο ς » , ( 1 9 8 8 ) , ε κ δ . Σ ύ ν δ ε σ μ ο ς
τ ο π ι κ ώ ν ε ν ώ σ ε ω ν , δ ή μ ω ν κ α ι κο ι ν ο τ ή τ ω ν Κ ρ ή τ η ς , Κ ρ ή τ η , σ ε λ . 4 7 2 .

5

που κρατούσε για τον εαυτό του, που στην περίπτωση της Κρήτης ήταν κυρίως το
λάδι, το πούλαγε και το μετέτρεπε σε κάποιο πρωταρχικό κεφάλαιο. Με το
πρωταρχικό αυτό κεφάλαιο αργότερα δάνειζε με μεγάλο τόκο στους φτωχούς
αγρότες όντας ο τραπεζίτης της εποχής ή και με υποθήκη αγόραζε, πολύ πριν από
τη συγκομιδή σε πολύ φτηνή τιμή, τα παραγόμενα προϊόντα τους και τα
εμπορευόταν.
Το όλο αυτό καθεστώς δυσαρεστούσε, καθώς οδηγούσε στην εξαθλίωση τις
αγροτικές μάζες. Ούτε, όμως, και οι πρόκριτοι αυτοί ήταν ευχαριστημένοι από το
οθωμανικό καθεστώς γιατί οι δομές του περιόριζαν τις επιδιώξεις τους. Κυρίως,
δεν έβλεπαν το λόγο που θα έπρεπε να φεύγουν οι φόροι έξω από το νησί σε μία
μακρινή πρωτεύουσα που δεν είχε τη διάθεση να εφαρμόσει καμιά αναπτυξιακή
πολιτική και να κατατίθενται σε ένα καταχρεωμένο Δημόσιο Οθωμανικό Ταμείο.
Δεν έβλεπαν το λόγο που θα έπρεπε να κυβερνώνται από έναν Τούρκο κυβερνητικό
αξιωματούχο. Οι προύχοντες και οι οπλαρχηγοί των μεγάλων και παλιών
οικογενειών με πολλές αγωνιστικές περγαμηνές και με μεγάλη κοινωνική
καταξίωση επεδίωκαν πρόσβαση στην τοπική εξουσία και ουσιαστικό ρόλο στην
πολιτική διακυβέρνηση των πραγμάτων στο νησί. Παράλληλα, η ένωση με την
Ελλάδα ήταν μία πολύ καλή προοπτική απεγκλωβισμού από το παρηκμασμένο
καθεστώς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η κοινωνική διάρθρωση της Ελλάδας,
που προέρχεται και αυτή από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, στα μέσα του 19ου
αιώνα αποτελούσε ακόμη μία καθυστερημένη αγροτική οικονομία στην οποία
κυβερνούσαν οι τάξεις που είχαν κυριαρχήσει στην επανάσταση, δηλαδή οι
προύχοντες και οι αναδειγμένοι στις μάχες οπλαρχηγοί. Επομένως, η δομή του
ελληνικού κράτους είχε πάρα πολλά κοινά στοιχεία με τη μορφή του καθεστώτος
που η κρητική ηγετική ομάδα είχε ως πρότυπο και στόχο να εφαρμόσει
αντικαθιστώντας το σουλτανικό. Από αυτό το σημείο όμως, αρχίζει και η
σύγκρουση με το μουσουλμανικό στοιχείο, που φυσικά έβλεπε αρνητικά
οποιαδήποτε προοπτική σύνδεσης με τον ελληνικό εθνικό κορμό. Εκείνη την
περίοδο ενώ οι ελληνόφωνοι χριστιανοί είχαν αποκτήσει ελληνική συνείδηση και
ένιωθαν κοντά στην Ελλάδα, οι μουσουλμάνοι συνέχιζαν να αυτοπροσδιορίζονται
με βάση το θρήσκευμα. Με την άρνησής τους βέβαια στην προοπτική της ένωσης
της Κρήτης με την Ελλάδα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ακολουθούσαν έναν
αμυντικό οθωμανισμό κοντά σ’ αυτόν που ο Αβδούλ Χαμίτ Β΄(1876 – 1909) ήθελε να
δημιουργήσει στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Έχοντας, λοιπόν, δημιουργήσει οι χριστιανοί προεστώτες, που αποτελούσαν
και την πλειοψηφία άλλωστε του νησιού σε σχέση με τους αντίστοιχους
μουσουλμάνους, ένα πολιτικό πλέγμα εξάρτησης με τους καλλιεργητές, κατάφεραν
να ελέγξουν και να ρίξουν όλο το κύμα της δυσαρέσκειας των αγροτών ενάντια
στις σουλτανικές αρχές και να κάνουν συνείδηση το αίτημα της ένωσης με την
ελεύθερη από τον Τουρκικό ζυγό Ελλάδα. Κατά την διάρκεια όλου του 19ου αιώνα
με μια σειρά εξεγέρσεις πέτυχαν υπέρ τους πολλές ευνοϊκές ρυθμίσεις. Το 1878
ύστερα από εξέγερση ο Σουλτάνος υποχρεώθηκε με την «Σύμβαση της Χαλέπας»
να αποδεχτεί τον «Οργανικό Νόμο». Από τότε τέθηκε για πρώτη φορά σε ισχύ και
6

έγινε η πρώτη προσπάθεια να εφαρμοστεί ένα υποτυπώδες σύστημα
κοινοβουλευτικής αυτοδιοίκησης 5 .
Από τότε η κρητική ιθύνουσα τάξη, που ξεσήκωνε συνεχώς τον λαό σε
ενωτικές εξεγέρσεις, άρχισε να «φλερτάρει» και με την ιδέα της αυτονομίας.
Μέχρι εκείνη τη φάση θεωρούσε ως λύση του αδιεξόδου και εξυπηρέτηση των
επιδιώξεών, με τις όποιες εσωτερικές αντιθέσεις της, μόνο την ένωση 6 . Οι θετικές
συνέπειες στην προοπτική της εφαρμογής του «Οργανικού Νόμου», ο πολιτικός
εγκλωβισμός της ελληνικής άρχουσας τάξης και του Βασιλιά Γεωργίου 7 και ο
φόβος μιας γενικευμένης καταστροφής που θα επέβαλε ολοκληρωτικά και
τελειωτικά την επικυριαρχία του Σουλτάνου είναι οι παράγοντες που συντέλεσαν
στην αλλαγή του προσανατολισμού. Οι ιθύνοντες στα κρητικά πράγματα άρχισαν
να αναζητούν μία πιο ρεαλιστική λύση.
Η ένωση ήταν βέβαια ο τελικός σκοπός αλλά από το 1878 έως το 1898
σταδιακά οι απόψεις όλο και περισσότερων κρητικών ηγετών, που μπορούσαν να
ξέρουν τι ακριβώς γίνεται στην Ελλάδα και είχαν ανεπτυγμένα τα πολιτικά τους
ένστικτα και βαθιά γνώση του συμφέροντός τους, προσανατολίζονταν σε μία υπό
την προστασία των Μεγάλων Δυνάμεων προσωρινή αυτονομία. Από δω και πέρα
το αίτημα της Ένωσης και οι επαναστάσεις καταλήγουν να είναι απλώς μέσα
πίεσης για περισσότερη δύναμη και αυτονομία. Το 1889 η Κρητική Συνέλευση
στηρίζει ένα Ψήφισμα Ενωτικό με την Ελλάδα, ενώ μία νέα εξέγερση αποπειράται.
Οι Τούρκοι τότε βρίσκουν την ευκαιρία να καταργήσουν τα προνόμια που είχαν
αναγκαστεί να παραχωρήσουν. Αλλά, η επαναφορά του καθεστώτος της
απολυταρχίας προκαλεί την επανάσταση του 1895, τη «Μεταπολιτευτική
Επανάσταση», όπως ονομάστηκε. Τότε, συστάθηκε μία Επιτροπή που στήριζε, το
αίτημα της αυτονομίας, με αρχηγό τον εισαγγελέα Σφακίων Μανούσο Κούνδουρο.
«Ο ίδιος ο Κούνδουρος πίστεβε ότι η κατάσταση του νησιού θα καλιτέρεβε με την
αφτονομία και χαρακτήριζε αδικαιολόγητη και σφαλερή την αντίθετη άποψη» 8 . Το
1896 υπογράφτηκε ο «Νέος Οργανικός Νόμος», «οι κρητικοί ξαναπαίρνουν τα
προνόμια του 1878 και αποκτούσαν ένα πολίτεβμα μεταξύ της αφτονομίας και της
εξάρτησης. Οι Δυνάμεις αποκτούσαν DE JURE πια, δικαίωμα κηδεμονίας[...]. [...]
Το πολίτευμα όμως του 1896 ήταν και παρέμεινε ανεφάρμωστο...» 9 . Η
‘Μεταπολιτευτική Επιτροπή’ αλλάζει όμως στάση, υποκινεί νέα επανάσταση που
καταλήγει στο Ενωτικό διάγγελμα του 1897 1 0 . Η τελευταία αυτή επανάσταση, που
έκαναν οι χριστιανοί της Κρήτης ενάντια στο Σουλτάνο και η στρατιωτική
απάντηση της Πύλης σε αυτή, είχε οδηγήσει με τις σφαγές, τις λεηλασίες και τις
καταστροφές, και από τις δύο πλευρές, τα πράγματα στο απροχώρητο.
5 Π α π α μ α ν ο υ σ ά κ η ς Σ τ ρ ά τ η ς , « Το Ε ν ω τ ι κό Κ ί ν η μ α τ η ς Κ ρ ή τ η ς σ τ α 1 9 0 8 κ α ι ο Ε μ μ . Ξ η ρ ά ς » , Χ α ν ι ά 1 9 8 5 , σ ε λ . 2 0
6 Π α π α μ α ν ο υ σ ά κ η ς Σ τ ρ ά τ η ς , « Η ξ ε ν ο κ ρ α τ ί α σ τ η ν Κ ρ ή τ η » , σ ε λ . 8 7 έ ω ς 11 2 .
7 Ο Γ ε ώ ρ γ ι ο ς ό τ α ν ε π ι λ έ χ τ η κ ε α π ό τ ι ς Δ υ ν ά μ ε ι ς σ τ ο ν ε λ λ η ν ι κό θ ρ ό ν ο , ε γ γ υ ή θ η κ ε σ ε α υ τ έ ς ν α μ η ν υ π ο σ τ η ρ ί ξ ε ι μ ί α δ ι ε κ δ ι κ η τ ι κ ή
πολιτική απέναντι στην Οθωμανική αυτοκρατορία.
8 Π α π α μ α ν ο υ σ ά κ η ς Στ ρ ά τ η ς , « Η ξ ε ν ο κ ρ α τ ί α σ τ η ν Κ ρ ή τ η »

,

σελ. 106.

9 Ο . π . , σ ε λ . 111 .
1 0 Ο . π . , σ ε λ . 11 3 - 1 3 6 .

7

Η καταφανής αδυναμία της Ελλάδας να υποστηρίξει το ενωτικό ζήτημα και
γενικότερα την Εθνική Ιδέα, η άσκημη οικονομική κατάσταση και ο πολιτικός
εκμαυλισμός του κράτους των Αθηνών βοήθησε στα επιχειρήματα τους
υποστηρικτές της αυτονομίας. Οι ιθύνοντες των πολιτικών πραγμάτων στην Κρήτη
κατάφεραν να πείσουν τον κρητικό λαό ότι η λύση αυτή μέχρι να αλλάξει η
κατάσταση στην Ελλάδα αποτελούσε μία πολύ μεγάλη ευκαιρία γι’ αυτούς να
«απελευθερωθούν» από την Οθωμανική κυριαρχία. Ο γάλλος περιηγητής Berard 11
μεταφέροντας τα λόγια του περίφημου οπλαρχηγού Χατζημιχάλη Γιάνναρη (το
1878) καταδεικνύει ακριβώς αυτές τις διαθέσεις των Κρητικών ηγετών : «Οι
Κρητικοί είναι απολύτως διατεθειμένοι, όπως υπήρξαν πάντα, να ακολουθήσουν τις
συμβουλές των δυνάμεων. Εδώ και δύο χρόνια έκαναν οτιδήποτε θέλησαν εκείνες
και θα συνεχίσουν. [.... ]» Η επιθυμητή λύση είναι αυτή που θα δώσει η Ευρώπη,
υπό τον όρο ότι «θα τηρήσει τις υποσχέσεις των ναυάρχων ⋅ περισσότερος τούρκικος
στρατός ⋅ περισσότεροι Οθωμανοί υπάλληλοι ⋅ ένας κανονισμός φτιαγμένος από τις
δυνάμεις ⋅ ένας Ευρωπαίος κυβερνήτης.» «Η Κρήτη πρέπει πάνω απ’ όλα να
σκέφτεται τον εαυτό της και πρέπει να είμαστε Κρητικοί. Αυτή η χρονιά μας
αποκάλυψε πολλά πράγματα. Διότι άλλοτε σκεφτόμαστε οι ανάμεσα στην Ελλάδα
και την Τουρκία υπήρχε μεγάλη διαφορά, και είδαμε ότι η διαφορά είναι μικρή. Στην
Τουρκία, αυτό που κάνει το πιο μεγάλο κακό είναι ότι θυσιάζεται στα προσωπικά
συμφέροντα του Αφέντη ⋅ οι λαοί και τα συμφέροντά τους δεν υπολογίζονται ποτέ.
Στην Ελλάδα, μας είπαν και είδαμε καλά, εδώ και δέκα μήνες, ότι το παλάτι
κυβερνά επίσης για τον εαυτό του, όχι για το λαό, και ότι η Ιδέα, η φυλή, η χώρα
δεν υπολογίζονταν όταν διακυβεύονταν τα συμφέροντα του Αφέντη. [...]» 1 2 .
Οι Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής, λοιπόν, Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία, Ιταλία 1 3
οδήγησαν το ζήτημα της Κρήτης σε αυτό που ήταν ιστορικά αναγκαίο να γίνει.
Απέσπασαν την Κρήτη από την Αυτοκρατορία του Σουλτάνου και την έθεσαν υπό
τον έλεγχό τους. Εγγυητές της νέας τάξης στο νησί και των αποφάσεων των
Δυνάμεων είναι ένας διεθνής στρατός κατοχής. Στο Ρέθυμνο εγκαθίσταται ρωσικός
στρατός, στο Ηράκλειο αγγλικός, στον Άγιο Νικόλαο ιταλικός και στα Χανιά
γαλλικός. Ουσιαστικά την κατέστησαν ένα διεθνές προτεκτοράτο κοινού ελέγχου
με ένα καθεστώς Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου εγκαθιστώντας στις τρεις
μεγάλες πόλεις δικό τους στρατό, με αρκετές πολιτικές αρμοδιότητες, και
τοποθετώντας ηγεμόνα της νεότευκτης πολιτείας ένα πρόσωπο κοινής
εμπιστοσύνης.
Ο Πρίγκιπας Γεώργιος σύμφωνα με την άποψη του κ. Παπαμανουσάκη
αποτελούσε διπλωματική επιτυχία της Ρωσίας, καθώς συνδεόταν φιλικά αλλά και
συγγενικά με τον Τσάρο, αλλά συνταίριαζε και τα συμφέροντα της Αγγλίας, αφού
11 Δ ι α τ η ρ ώ ν τ α ς γ ι α τ η ν π α ρ ο υ σ ί α σ η α υ τ ώ ν τ ω ν λ ό γ ω ν τ ο υ Χ α τ ζη μ ι χ ά λ η , τ ι ς ό π ο ι ε ς τ υ χ ό ν ε π ι φ υ λ ά ξ ε ι ς γ ι α τ ι ς π ρ ο θ έ σ ε ι ς τ ο υ
Berard.
1 2 B e r a r d V. , Κ ρ η τ ι κ έ ς Υ π ο θ έ σ ε ι ς , Ο δ ο ι π ο ρ ι κ ό 1 8 9 7 , ( 1 9 9 4 ) ε κ δ . Τ ρ ο χ α λ ί α , σ ε λ . 1 7 1 - 1 7 2 .
1 3 Η α υ τ ο κ ρ α τ ο ρ ι κ ή Γ ε ρ μ α ν ί α κ α ι η Α υ σ τ ρ ο ο υ γ γ α ρ ί α , ε ί χ α ν α π ο σ υ ρ θ ε ί , υ π ο σ τ η ρ ί ζο ν τ α ς ό τ ι δ ε ν τ ο υ ς ε ν δ ι α φ έ ρ ε ι η Κ ρ ή τ η . 
Π α π α μ α ν ο υ σ ά κ η ς Στ ρ ά τ η ς , « Η ξ ε ν ο κ ρ α τ ί α σ τ η ν Κ ρ ή τ η » , σ ε λ . 1 3 8 .

8

ήταν γιος του αγγλόφιλου Έλληνα Βασιλιά και της Γαλλίας ως συμμάχου της
Ρωσίας 1 4 . Από τη μεριά της Ελλάδας, ικανοποιούσε πλήρως τις επιδιώξεις της για
το προσεχές μέλλον μιάς κι ακόμη δεν ήταν εφικτό να πραγματοποιήσει άμεσα την
προσάρτηση της Κρήτης. Αποτελούσε μία εγγύηση των απώτερων προθέσεων των
Μεγάλων Δυνάμεων, ενώ έβαζε ήδη τα θεμέλια για μία ουσιαστική πολιτική
συμπόρευση Κρήτης Ελλάδας, μέχρι την τελική Ένωση.
Η κρητική άρχουσα τάξη αποδεσμεύεται από την πολιτική κυριαρχία του
Σουλτάνου και θέτει Ηγεμόνα της υπό την «αυστηρή» εποπτεία των τεσσάρων
Δυνάμεων τον Γεώργιο. Ο ρόλος του Πρίγκιπα Γεώργιου για τα πράγματα της
Κρήτης ήταν πολλαπλός. Η ταυτόχρονη τριπλή καλή σχέση με τους βασιλικούς
οίκους της Αγγλίας, Ελλάδας και Ρωσίας τον καθιστούσε εγγυητή για τα
συμφέροντα αυτών των χωρών στην Κρήτη αλλά και το αντίστροφο, αποτελούσε
ταυτόχρονα εγγύηση στους κρητικούς ηγέτες για την άμεση σύνδεση με αυτά τα
οικονομικά και πολιτικά κέντρα καλύπτοντας όλες τις επιδιώξεις τους. Ο
Πρίγκιπας Γεώργιος αναδεικνύεται σε αυτή συγκυρία για την απόλυτη πλειοψηφία
των κρητικών, όπως μία εφημερίδα της Αυτονομίας λέει, σε «Ηγέτη του Εθνικόν,
απόστολον της Εθνικής αυτού αποκαταστάσεως [,...] τον αρραβώνα της Ενώσεως
υπό την δεξιάν πηδαλιουχίαν του οποίου το πλοίων ολοταχώς βαίνει προς τον
λιμένα της σωτηρίας 1 5 ».
Τα μεγάλα δάνεια των 6.000.000 και 9.300.000 φράγκων που έδωσαν οι
Δυνάμεις στη νεοσύστατη Κρητική Πολιτεία καταδεικνύουν το μέγεθος των
φιλοδοξιών τους για το μέλλον του νησιού. Τα δάνεια αυτά εξυπηρετούν καθαρά
την προοπτική της άμεσης σύνδεσης και εξάρτησης με το ευρωπαϊκό κεφάλαιο.
Στόχος ήταν να αναπτυχθεί η οικονομία και μία ισχυρή ντόπια ελίτ η οποία σε
πολύ μεγάλο βαθμό να είναι ανεξάρτητη από την ελλαδική αστική τάξη και
συνδεδεμένη με τα διεθνή συμφέροντα. Ούτως ή αλλιώς, όμως, η ελληνική
οικονομία δεν είναι ικανή να διεισδύσει στην Κρήτη και να παίξει ουσιαστικό
πολιτικό ρόλο. Αντίθετα, μάλιστα, μπορούμε να πούμε ότι η κρητική οικονομία
είχε τέτοιας μορφής ανάπτυξη που εν τέλει αυτή κυριάρχησε επί της ελλαδικής.
Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που όταν το ελλαδικό σύστημα φθάνει στα 1909 στο
τέλμα του, ένας κρητικός πολιτικός, πολύ λίγο σχετικός με την ελλαδική πολιτική
σκηνή, καλείται να φέρει την αλλαγή και την ανανέωση. Διατηρείται στην εξουσία
για πολλά χρόνια και φέρνει, επιτέλους, την πολυπόθητη βιομηχανική και
οικονομική ανάπτυξη.
Στην Κρήτη, λοιπόν, εγκαθιδρύεται το 1898 ένα καθεστώς αμιγώς αστικό στη
δομή και στη βάση του με συγκεντρωτική εξουσία οικονομική πολιτική
στραμμένη κυρίως στην εκμετάλλευση της αγροτικής παραγωγής.
14 Ο Πρίγκιπας Γεώργιος συνδεόταν συγγενικά από την πλευρά της μητέρας του με τον οίκο των Ρομανόφ, ενώ σε ένα ταξίδι
σ τ η ν Ι α π ω ν ί α ε ί χ ε σ ώ σ ε ι τ ο ν Τσ ά ρ ο Ν ι κό λ α ο α π ό μ ί α δ ο λ ο φ ο ν ι κ ή α π ό π ε ι ρ α . Ε π ί σ η ς , δ ι α τ η ρ ο ύ σ ε τ ι ς π α ρ α δ ο σ ι α κ έ ς κ α λ έ ς σ χ έ σ ε ι ς
τ η ς β α σ ι λ ι κ ή ς ο ι κ ο γ έ ν ε ι α ς τ η ς Ε λ λ ά δ α ς μ ε τ ο ν Β ρ ε τ α ν ι κό θ ρ ό ν ο κ α ι ο ί κο - σ τ η δ ι ά ρ κ ε ι α τ ο υ Α Π . Π . Π . τ ά χ θ η κ ε μ ε τ ο π λ ε υ ρ ό τ ω ν
Αγ γ λ ο γ ά λ λ ω ν , ε ν ώ α ν τ ί θ ε τ α ο α δ ε λ φ ό ς τ ο υ μ ε τ η ν Γ ε ρ μ α ν ί α . Β λ έ π ε B e r a l V. , « Κ ρ η τ ι κ έ ς Υ π ο θ έ σ ε ι ς » . Σ ε λ . 4 7 , 1 9 9 , 2 0 0 .
15 Εφημερίδα «Επιθεώρησις», 5 Ιαν. 1902, Ρέθυμνο.

9

Η «ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΙΚΗ» ΤΑΞΗ: Η ΚΥΡΙΑΡΧΗ ΤΑΞΗ ΣΤΟ ΝΕΟ ΚΡΑΤΟΣ
Στην προβιομηχανική κρητική κοινωνία των αρχών του 20ου αιώνα ο
βασικός μηχανισμός πολιτικού εναγκαλισμού και χειραγώγησης των κατώτερων
τάξεων από τις ανώτερες ήταν οι πελατειακές σχέσεις. Οι σχέσεις αυτές
διαμορφώθηκαν μέσα στα πλαίσια της προκαπιταλιστικής ημιφεουδαλικής
Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αποτελώντας τον φορολογικό μηχανισμό της. Το
σύγχρονο αστικό καθεστώς που διαδέχτηκε την οθωμανική κοινωνία παίρνει έναν
ποιοτικά διαφορετικό αναβαθμισμένο πολιτικοκοινωνικό ρόλο. Θέτει τους
προύχοντες και τους προεστώτες κυρίαρχους του πολιτικού οικοδομήματος,
ανεξάρτητους και αδέσμευτους από την απομυζητική επιβολή της σουλτανικής
εξουσίας.
Οι πελατειακές σχέσεις γίνονται στο αστικό σύστημα ένας άτυπος μη
θεσμικός, πλέον, αλλά κεντρικός λειτουργικός θεσμός της κοινωνίας. Είναι οι
αμοιβαίες προσωπικές σχέσεις ανάμεσα σε δύο πρόσωπα με άνιση οικονομική
εξουσία, του δανειστή και του οφειλέτη, που μετατρέπεται στην άνιση πολιτική
εξουσία του πολιτικού ή πολιτευόμενου και του πολίτη – ψηφοφόρου
μετουσιώνοντας την οικονομική εξάρτηση σε κοινωνική και πολιτική υπαγωγή. Ο
φτωχός αγρότης της Κρήτης, δεν έχει τα χρήματα για να καλλιεργήσει τα κτήματά
του και αδυνατεί να προστατεύσει την παραγωγή του από κάθε τυχόν λογής
φυσικούς ή ανθρώπινους κινδύνους. Γι’ αυτό αναζητά από ένα πρόσωπο της
κοινότητάς του ή της ευρύτερης περιοχής με κοινωνική και οικονομική επιφάνεια
να του δώσει χρήματα για να καλύψει τις παραγωγικές ανάγκες του και να τον
προστατεύσει. Το τίμημα για την προσφορά αυτών των υπηρεσιών είναι
συντριπτικά εις βάρος του. Ο τόκος είναι συνήθως υπερβολικά υψηλός. Για την
απόδοσή του, πρώτον, υποθηκεύει ως εγγύηση την περιουσία του ή τη παραγωγή
του 1 6 · και δεύτερον, είναι υποχρεωμένος να στηρίζει με την ψήφο του και με την
πολιτική του συνείδηση το πρόγραμμα ενός κόμματος και τα πρόσωπα της
πολιτικής σκηνής που ο δανειστής στηρίζει ή συναποτελεί.
Στο πελατειακό σύστημα η σχέση της οικονομικής εξάρτησης δανειστή–
οφειλέτη και πολιτικής εξουσίας είναι διαλεκτική. Διευρύνοντας ο πάτρωνας την
οικονομική του βάση ενισχύει ταυτόχρονα την πολιτική του θέση και αντίστροφα.
Αυτό συμβαίνει γιατί οι χωρικοί δε λειτουργούν συλλογικά, αλλά προσπαθούν να
στηριχθούν σε πρόσωπα με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αίγλη και οικονομική
ευρωστία. Όσο ο δανειστής ανεβαίνει στην πολιτική κλίμακα, μερίδα από αυτούς,
οι πιο πιστοί μετατρέπονται σε πολιτικούς ετέρους.
Πέρα από αυτά μία άλλη πλευρά του εκμεταλλευτικού αυτού συστήματος
είναι η αγορά και η εμπορία των παραγόμενων αγροτικών προϊόντων. Ο δανειστής
είναι συνήθως και αυτός που θα αγοράσει, εάν δεν το έχει ήδη δεσμεύσει με το
δάνειο, το αγροτικό προϊόν για να το πουλήσει είτε στο εσωτερικό είτε στο
εξωτερικό. Τα γεωργικά προϊόντα της Κρήτης ήταν κυρίως το λάδι, τα χαρούπια,
1 6 Π α π α μ α ν ο υ σ ά κ η ς Στ ρ α τ ή ς , « Η Ε π ο χ ή τ η ς Κ ρ η τ ι κ ή ς Π ο λ ι τ ε ί α ς » , Αν τ ί , 1 0 4 , σ ε λ . 2 1 .

10

τα βελανίδια, οι ελιές και λιγότερο κάποια άλλα εσπεροειδή. Το λάδι, που ήταν και
το βασικότερο απ’ όλα, το συγκέντρωναν οι λαδέμποροι σε μεγάλες ξύλινες
δεξαμενές, τις ντίνες, απ’ όπου το εξήγαγαν με ξένα εμπορικά πλοία 1 7 .
Η Κρητική Πολιτεία αποτελεί την πολιτική και οικονομική κυριαρχία αυτής
της γαιοκτημονικής, εμπορικής και πολιτικής τάξης. Στο Ρέθυμνο μάλιστα αυτή η
κοινωνική σχέση είναι κυρίαρχη σχεδόν σε απόλυτο βαθμό. Στις εφημερίδες της
περιόδου βλέπει κανείς πλήθος από προγράμματα πλειστηριασμών επιφανών
προσώπων με ενεργό πολιτικό ρόλο ενάντια σε συμβαλλόμενα πρόσωπα κατοίκους
χωριών από τους οποίους ζητάνε και κατασχέτουν αγροτικές εκτάσεις ή εργαλεία
και κτίρια παραγωγικής χρησιμότητας. Τα πρόσωπα αυτά εάν τα ίδια δεν
πολιτεύονται και είναι απλώς έμποροι εξαγωγής κάποιου αγροτικού, είναι
οπωσδήποτε μέλη ή φίλοι επιφανών οικογενειών που παίζουν ενεργό ρόλο στην
κοινωνική και πολιτική ζωή της πόλης, της επαρχίας, του νομού, της πολιτείας. Ο
θεσμός της πατριαρχικής οικογένειας, με την αυστηρή ιεραρχία και τις συγγενείς
οικογένειες, που αποτελούν τα σόγια, σε ένα τέτοιο οικονομικό - κοινωνικό σχήμα
προσωπικών σχέσεων παίζει πρωταρχικό ρόλο, καθώς του δίνει κάποια ιερότητα
δένοντας τα άτομα με ηθικούς και απαράβατους όρους σχέσης και υποταγής.
Στην νέα πολιτική κατάσταση μετά το 1898, αυτή η ντόπια άρχουσα τάξη που
είχε υποκινήσει επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας τις εξεγέρσεις και τις
επαναστάσεις, με σκοπό να διώξει τον Σουλτάνο για γίνει κυρίαρχη, εδραιώνεται
συνεχίζοντας να βασίζει την εξουσία της στο οικονομικοπολιτικό πλέγμα των
πελατειακών σχέσεων και ταυτίζεται με το νέο κράτος.
Στις 9 Δεκεμβρίου 1898 ο Πρίγκιπας Γεώργιος της Ελλάδας φτάνει και
εγκαθίσταται στα Χανιά πρωτεύουσα της νεότευκτης πολιτείας. Οι προύχοντες
συσπειρώθηκαν γύρω του και οι ίδιοι κατέλαβαν τα σημαντικότερα κρατικά
αξιώματα. Με τους μηχανισμούς τους κατάφεραν να κυριαρχήσουν στην Κρητική
Συνέλευση και να επιβάλουν ένα μοναρχικό, συγκεντρωτικό, με περιορισμένη
συμμετοχή των αντιπροσώπων καθεστώς. Το νομικό πλαίσιο της νέας Πολιτείας
διατηρεί τα στοιχεία εκείνα στο Δίκαιο και στο Σύνταγμα που στηρίζουν τις
προϋπάρχουσες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία διαμορφωμένες κοινωνικές
σχέσεις και καθιστούν πολιτικά κυρίαρχους τους προεστώτες και τους
οπλαρχηγούς, τις οικονομικά ηγέτιδες δυνάμεις του νησιού. Η «αριστοκρατική»,
άτυπα τιμοκρατική διοίκηση της πολιτείας, ήταν αρκετή για να ικανοποιεί τα
συμφέροντά τους, και για να μπορεί να εμπνέει κύρος με την εξουσία της στους
αγρότες. Ο στόχος τους έχει επιτευχθεί. Ο πελατειακός μηχανισμός
ολοκληρώνεται με τη συγκρότηση του νέου κράτους και τον έλεγχο αυτού από την
αριστοκρατική τάξη, θέτοντας στην κορυφή της τον Γεώργιο.
Ο Γεώργιος ως φυσικό θεσμικό πρόσωπο πέρα από την πολιτειακή
κατοχύρωση της εξουσίας της κρητικής ανώτερης τάξης ήταν παράλληλα και ο
κρίκος σύνδεσής της με την ελλαδική άρχουσα τάξη. Η ελληνική κοινωνία, παρά
την απαρχή της εκβιομηχάνισης από την δεκαετία του 70 και την πορεία αυτής
μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα, επειδή ακριβώς ξεπήδησε από την ίδια «μήτρα»,
1 7 Π α π α μ α ν ο υ σ ά κ η ς Στ ρ α τ ή ς , Το ε ν ω τ ι κ ό κ ί ν η μ α τ η ς Κ ρ ή τ η ς κ α ι ο Ε μ μ α ν ο υ ή λ Ξ η ρ ά ς , σ ε λ . 3 3 .

11

την Οθωμανική Αυτοκρατορία, κυριαρχείται και από τις ίδιες πολιτικές και
κοινωνικές δυνάμεις. Λογικό, επομένως, ήταν για την κρητική αριστοκρατία να
διακατέχεται από την επιθυμία να στερεοποιηθεί με ακόμη πιο δυνατά πολιτικά
πλέγματα στήριξης, συμμετέχοντας ισότιμα σε μία μεγαλύτερη αστική κρατική
οντότητα, αυτήν της Ελλάδας. Από την άλλη, όμως, στην Ελλάδα οι
εκσυγχρονιστικές τάσεις των τελευταίων δεκαετιών άρχιζαν να πιέζουν για
πολιτικές και οικονομικές αλλαγές. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η κυρίαρχη τάξη
ήταν φυσικό να μην θέλει με κανένα τρόπο να διακινδυνεύσει τη θέση και την
κυριαρχία της στην Κρήτη. Η πρόταση του Πρίγκιπα για ένα καθεστώς αυτόνομης
ηγεμονίας με άμεση σύνδεση από το Ελληνικό Στέμμα σηματοδοτεί αυτές τις
διαθέσεις.
Εξάλλου, από αρκετά νωρίς είχε δημιουργήσει σε ιδεολογική και
αντικειμενική βάση την πολιτισμική και εθνική συνείδηση της ελληνικότητας της
νήσου και είχε καλλιεργήσει την ιδέα της επίτευξης της ενότητας της
φαντασιακής κοινότητας του ελληνικού έθνους με την ένωση Κρήτης και
Ελλάδας. Άρα το άμεσο αίτημα για όλους αυτούς έπρεπε να ήταν και ήταν η άμεση
ένωση με την Ελλάδα. Η Ένωση με την Ελλάδα αποτελούσε τη Μεγάλη Ιδέα της
Κρητικής Πολιτείας.
Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΙΑΣΤΡΩΜΑΤΩΣΗ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ. Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ
ΝΕΩΝ ΑΣΤΩΝ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ.
Η πλειοψηφία των αριστοκρατικών οικογενειών ζούσε στις μεγάλες πόλεις.
Την περίοδο της Κρητικής Πολιτείας τρεις ήταν ουσιαστικά οι μεγάλες πόλεις, τα
Χανιά, το Ηράκλειο και το Ρέθυμνο. Ήταν διοικητικά και οικονομικά κέντρα της
πολιτείας. Εκεί, βρίσκονταν η νομαρχιακή, η δικαστική, ενώ στα Χανιά, και η
πολιτειακή αρχή με την Αυλή του Ηγεμόνα. Εκεί, βρίσκονταν οι προξενικές αρχές
και οι πρεσβείες των Μεγάλων Δυνάμεων, με το ειδικό βάρος τους για τα πολιτικά
πράγματα της Πολιτείας. Οι πόλεις εκτός από κέντρα των πολιτικών παθών ήταν
και κέντρα των εμπορικών συναλλαγών. Αποτελούσαν τους χώρους συγκέντρωσης
των εμπορευμάτων και τα λιμάνια, απ’ όπου γινόταν το εξαγωγικό και εισαγωγικό
εμπόριο. Επίσης, είχε τους κοσμικούς χώρους που μία εύπορη κοινωνική τάξη
χρειάζεται για να επιδεικνύει τον πλούτο της, να παίζει τα πολιτικά της παιχνίδια
και να κλείνει τις εμπορικές συμφωνίες της. Είχαν τα μεγάλα εμπορικά
καταστήματα με τα ακριβά δυτικά εμπορεύματα, ένδειξη του μεγάλου πλούτου.
Ήταν τα εμπορικά κέντρα και τα κέντρα λήψεων των αποφάσεων της
Πολιτείας που αυτές οι οικογένειες διαμόρφωναν. Οι πόλεις αποτελούσαν για τα
μέλη αυτών των οικογενειών τον χώρο της επαγγελματικής τους δράσης και δεν
μπορούσαν να έχουν την έδρα τους παρά σε αυτές. Παράλληλα, βέβαια,
διατηρούσαν και τις σχέσεις τους με τον τόπο προέλευσής τους, όπου είχαν και
τους πελατειακούς τους δεσμούς, την βάση του πολιτικοοικονομικού τους
εποικοδομήματος.
12

Η συσσώρευση πλούτου της τάξης αυτής από τους πόρους των κρατικών
αξιωμάτων, το εξαγωγικό εμπόριο και τα ελεύθερα επαγγέλματα πέτυχε την
κοινωνική καταξίωσή της στα δεδομένα των αναγκών της εποχής, δημιουργώντας
οικονομική άνεση και βελτιώνοντας το βιοτικό επίπεδο. Η ενσωμάτωση των
προτύπων της αστικής ζωής των μεγαλοαστικών ευρωπαϊκών τάξεων των δυτικών
πρωτευουσών ήταν ένας στόχος που οι κρητικοί είχαν την δυνατότητα και
μπόρεσαν να πετύχουν. Οι καταναλωτικές αυτές τάσεις δημιούργησαν αρχικά ένα
μεγάλο κύμα εισαγωγής ευρωπαϊκών καταναλωτικών και δευτερευόντως την
ανάγκη για την εκβιομηχάνιση του νησιού.
Μία αστική ομάδα αναλαμβάνει να διοχετεύει τα εισαγόμενα προϊόντα στο
εσωτερικό. Οι πόλεις είναι γεμάτες με μεγάλα καταναλωτικά μαγαζιά που έχουν
αποκλειστικούς πελάτες τους πλούσιους μεγαλοαστούς. Ενώ μία άλλη
αναλαμβάνει να βάλει τις βάσεις για την ανάπτυξη της βιοτεχνίας βιομηχανίας, με
σκοπό να καλύψει βασικές καταναλωτικές ανάγκες μειώνοντας τις εισαγωγές και
την οικονομική εξάρτηση από τις μεγάλες δυνάμεις. Αυτή η αστική μερίδα βλέπει
τα συμφέροντά της να συγκρούονται με το πολιτικό και οικονομικό καθεστώς των
αριστοκρατών. Ο διαφορετικός προσανατολισμός αυτής της μερίδας της αστικής
τάξης και ο αυστηρά κλειστός κυβερνητικός κύκλος θα δημιουργήσει τις αιτίες
δημιουργίας διαφορετικών και αντικρουόμενων πολιτικών συνασπισμών
διαμορφώνοντας ένα ταραχώδες πολιτικό σκηνικό.
Η πολιτική σύγκρουση είναι πιο έντονη στα Χανιά και στο Ηράκλειο, γιατί
είναι οι μεγαλύτερες και πιο εμπορικές πόλεις, ενώ βέβαια τα Χανιά και επειδή
είναι η πρωτεύουσα της Πολιτείας. Στο Ρέθυμνο, όπως θα δούμε, τα πράγματα
είναι αρκετά πιο διαφορετικά, ο μικρός πληθυσμός της πόλης και οι μικρότερες
καταναλωτικές ανάγκες, έχουν ως συνέπεια λίγοι άνθρωποι να ασχολούνται με
περισσότερες από μία οικονομικές εργασίες, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να
υπάρξει σαφής διαφοροποίηση των συμφερόντων και των προσανατολισμών. Αυτό
έχει ως συνέπεια μεγαλύτερη σύνδεση με το πριγκηπικό μπλοκ και φυσικά
μικρότερη απόκλιση από τις βασικές ιδεολογικές αρχές του κράτους.
ΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΟΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΟΥΣ
Ο κρατικός μηχανισμός έχοντας στην κορυφή τον ηγεμόνα και μαζί με την
αγροτική αριστοκρατία αποτελούσε το ενιαίο μπλοκ συμφερόντων, στον αντίποδα
του οποίου δημιουργήθηκαν αντίθετοι πολιτικοοικονομικοί συνασπισμοί με
αντικρουόμενα συμφέροντα. Απέναντι σε αυτήν την πρώτη συσπείρωση στήθηκαν
δύο άλλες συσπειρώσεις, δημιουργώντας τελικά τρία κόμματα. Το κόμμα ήταν το
κρατικό, ευθυγραμμιζόταν με την πριγκηπική πολιτική και είχε συντηρητική
στάση. Τα μέλη του που ονομάζονταν «καραβανάδες» είχαν αρχηγό τον Μανούσο
Κούνδουρο. Το άλλο ήταν βενιζελικό, το φιλελεύθερο, και εξέφραζε με αρχηγό
του τον Ελευθέριο Βενιζέλο, τα φιλελεύθερα αστικά συμφέροντα. Τα μέλη του
οποίου καλούνταν «ξυπόλυτοι». Τέλος, το λεγόμενο τρίτο κόμμα ηταν του
Πολωγιώργη και Παπαδόπετρου.
13

Το τρίτο κόμμα αποτελούταν, βασικά, από πρόσωπα που αποκλείστηκαν από
την άμεση σύνδεση με την κρατική μηχανή, γιατί δεν κατάφεραν να κάνουν τους
κατάλληλους πολιτικούς ελιγμούς και συμμαχίες. Και γι’ αυτό κυρίως εξέφραζαν
την αντίδρασή τους στο κυβερνητικό μπλοκ, χωρίς στο πρόγραμμά τους να έχουν
κάποια ουσιαστική διαφορά από τους κυβερνητικούς. Ήταν πιστοί στον Πρίγκιπα
και στην ιδέα της «αμέσου ενώσεως» υπό την ηγεμονία του Γεωργίου και
υποστηρικτές της εθνικής ενότητας με σκοπό την ένωση. Το πρόβλημά τους ήταν
κυρίως η πολιτική αποκλεισμού και περιθωριοποίησης που είχε επιβάλλει ο
αυλικός κύκλος. «Πασίγνωστον τυγχάνει ότι ο Κρητικός λαός ανέκαθεν μίαν και
μόνον λάτρευσεν ιδέαν την Εθνικήν, υπέρ ης και μόνης γεννεαί ολόκληροι
εθυσίασαν το άγιο αυτών αίμα και υπέστησαν μαρτύρια, ότι ο λαός ούτος προτίμησε
πολλάκις την δουλείαν, την τυραννίαν, άλλης λύσεως προσφερθείσης αυτώ
απομακρυνομένης της εθνικής ιδέας.
Ότι ο Κρητικός λαός ουδέποτε και επί ης εποχής της δουλείας διηρήθη
πολιτικώς αλλά πάντοτε ως βράχος ακλόνητος ετάχθη υπέρ της εθνικής του
αποκαταστάσεως ην ελάτρευε λατρεύει και θα λατρεύη, και ότι πάντες όσοι και αν
επειράθησαν να τον διαιρέσωσιν ή τον παραστήσωσιν ως πολιτικώς διηρεμένον και
μη ποθούντα την Ένωσιν εις ίδια αποβλέποντες τέλη εξήλθον καταντροπιασμένοι
και ότι εν Κρήτη δεν υπάρχει ψυχή ζώσα μη ποθούσα την ένωσιν.
Αφού λοιπόν ο Κρητικός λαός κατά τους χρόνους της τυραννίας δεν κατορθώθη
πολιτικώς να διαιρεθή και αφού σήμερον δια της ταύτης επιμονής και σύμπνοιάς
του και των αγώνων του κατόρθωσε να φέρει εις πέρας την απελευθέρωσίν του και
να αποκτήση Ηγέτη του Εθνικόν, απόστολον της Εθνικής αυτού αποκαταστάσεως
τον Πρίγκηπα της Ελλάδος Γεώργιον τον αρραβώνα της Ενώσεως υπό την δεξιάν
πηδαλιούχιαν του οποίου το πλοίον ολοταχώς βαίνει προς τον λιμένα της σωτηρίας,
η ύπαξις πολιτικού κόμματος εν Κρήτη και κατά διάνοιαν μόνον να την φαντασθή
τις είνε αυτόχρημα ανοησία, συκοφαντία αναιδεστάτη και ύβρις, κατά του Κρητικού
λαού.
Δυστυχώς ενώ αυτά ταύτα τα πράγματα πασιφανέστατα αποδεικνύουσιν ότι εν
Κρήτη πολιτικόν κόμμα δεν υπάρχει ούτε υπήρξεν αλλ’ έν και μόνον το Εθνικόν
ούτινος ηγήται και θα ηγήται η Α.Β.Υ. ο πρόδρομος της Εθνικής αποκαταστάσεως
φαίνεται ότι οι Κρήτες τινές ίσως και μετά ξένων επιτηδεία εξ εκείνων οίτινες και
επί της εποχής των Τούρκων Πασσάδων κατώρθουν χάριν των ιδίων συμφερόντων
προσποιούμενοι αυτοίς πίστιν και αφοσίωσιν δια να διατηρώνται εν τη εξουσία και
τοποθετούσι τους φίλους των να διαβάλλωσι τους αντιπάλους των ως επαναστάτας
και πολεμούντας, ούτοι, διότι την ύπαρξιν προσωπικών κομμάτων και τότε και νυν
δεν αρνούμεθα ούτε ηρνήθημεν καθόσον η ύπαρξις τοιούτων κομμάτων είνε φυσική
ως εκ του πολιτεύματος η δημιουργία των οποίων ουδεμίαν δύναται επιφέρη βλάβην
επί του εθνικού ζητήματος καθό προκειμένου περί κατισχύσεως εν τη εξουσία δια
την τοποθέτησιν φίλων ως συμβαίνει και εις αυτά ακόμη τα απολυταρχικώς
κυβερνώμενα Κράτει Ρωσσίαν και Τουρκίαν.
Λέγομεν δυστυχώς διότι η ιδέα υπάρξεως τοιούτου πολιτικού κόμματος
ενεφυλοχώρησεν ου μόνον παρά τη Κυβερνήσει μας, τη Αυλή και αυτώ τω Ανωτάτω
14

Άρχοντι και αι διαβολαί και ραδιουργίαι έφθασαν μέχρις εκεί, καθόσον καθά
διαδίδεται η Κυβέρνησις ενώ ο κυρίαρχος λαός ουδεμίαν πολιτικήν σημασίαν εις
τας δημοτικά εκλογάς αλλά καθαρώς οικογενειακήν του Δήμου έδωκεν πολιτικήν
σημασίαν και οι φίλοι της μετεχειρίσθησαν πολλά μέσα δια να επιτύχωσι
τουλάχιστον τους Προέδρους των Δημοτικών Συμβουλίων των τριών πόλεων φίλους
των καθα δε επίσης διαδίδεται εν τη πόλει μας οι φίλοι της δικήρυττον ότι οι
πολεμήσαντες την υποψηφιότηταν του κ. Καλογενήτου ως Προέδρου του Δημοτικού
Συμβουλίου Ρεθύμνης πολεμούσι την Α.Β.Υ. διότι η Υψηλή θέλησίς του είνε να
επιτύχει ούτος.
Καίτοι ημείς ως και παν εύφρονων αδυνατεί να πιστεύση ότι η Κυβέρνησις θα
προέβαινε μέχρις αυτού του σημείου να δώση τοιαύτην πολιτικήν σημασίαν εις τας
εκλογάς ταύτας διότι εις τα αποτελούντα αυτήν πρόσωπα δεν αρνούμεθα
πατριωτισμόν και διότι δεν ανελάμβανον ποτέ τοιαύτην βαρείαν ευθύνην και
απέναντι του τόπου, και απέναντι ολόκληρου του Έθνους παριστάνοντας τον τόπον
πολιτικώς διηρημένον εις τους εχθρούς μας.
Ουχ’ ήττον φρονούμεν ότι τους επιβάλλεται και ως επισήμου κυβερνήσεως να
διαψεύση δια του κατηγορηματικωτέρου τρόπου την ύπαρξιν τοιούτου πολιτικού
κόμματος εν Κρήτη.
Όπως επιβάλλεται και εις πάντας τους συνετούς πατριώτας και πολιτευομένους
και την δημοσιογραφίαν να διαψεύσωσι την ύπαρξιν, πολιτικής διαιρέσεως εν
Κρήτη, και να παραπέμψωσιν εις την αράν του έθνους τους υβριστάς εκείνους
οίτινες δια τοιούτων μέσων πειρώνται πολεμούντες τους προσωπικούς εχθρούς των
να διακυβεύωσι την τιμήν του τόπου και να υβρίζωσιν αυτόν, διότι αν άλλοτι δεν
έχομεν να επιδείξωμεν τουλάχιστον ότι επί αιώνας ολοκλήρους διετηρήσαμεν το
εθνικόν αίσθημα αγνόν και αλώβητον.
Καίτοι φρονούμεν ότι κατόπιν των εκδηλώσεων και της λατρείας την οποίαν ο
Κρητικός λαός έχει υποδείξει μέχρι τούδε εις τον λατρευτόν Ηγεμόνα του και της
κατά την 9 Δεκεμβρίου πλήρους αποθειάσεως Του εις ένδειξιν της ευγνωμοσύνης
δια τας υπέρ της εθνικής αποκαταστάσεως προσπαθείας και θυσίας του η Α.Β.Υ.
ουδέ κατά διάνοιαν θα σκεφθή ότι υπάρχει μία και μόνη ψυχή μη λατρεύουσα Αυτή
ουχ ήττον αναγκαίον θεωρούμεν όπως δια λαοψηφίσματος εκδηλωθή και αύθις η
προς Αυτόν λατρεία και η διάψευσις πάσης τυχόν κακοήθους συκοφαντίας. 1 8 »
Γενικότερα την περίοδο αυτή η έννοια του κόμματος, είχε πάρα πολύ αρνητική
σημασία, και όλοι οι πολιτικοί φορείς θέλανε να διώξουν από πάνω τους αυτό το
στίγμα της διαίρεσης. Αλλά αυτό το λέγανε στα λόγια, γιατί οι ίδιοι στην πράξη
λειτουργούσανε με τις πιο παλαιοκομματικές μεθόδους. Η κάθε παράταξη
θεωρούσε ότι αυτή εκφράζει τις πραγματικές διαθέσεις και απόψεις του συνόλου
του κοινωνικού οργανισμού και ότι οι αντίπαλοι είναι αυτοί που διασπάνε την
ενότητα, επομένως δεν θα πρέπει να έχουν οι αντίπαλοί τους καμία πολιτική θέση.
Τη στάση αυτή βλέπουμε να την έχει κυρίως το κυβερνητικό και το «τρίτο κόμμα».
Το βενιζελικό, ως πιο εκσυγχρονιστικό, δημοκρατικότερο και πιο φιλελεύθερο,
ήταν το μοναδικό κόμμα που στις επίσημες αντιλήψεις του αυτοπροσδιοριζόταν ως
18 Εφημερίδα «Επιθεώρησις» , 5 Ιαν. 1902.

15

κόμμα 1 9 . Επίσης, κανένας πολιτικός δεν εννοούσε να υποστηρίξει ότι υπάρχει
κοινωνική διαστρωμάτωση. Το κοινωνικό ή εθνικό σώμα ήταν ένα, ενιαίο και
αδιάσπαστο υπό την εξουσία του Γεωργίου, με ένα στόχο την Ένωση.
Το κυβερνητικό κόμμα θεωρεί ότι εκφράζει την νομιμότητα της κρατικής
εξουσίας αφού αυτό υποστηρίζει και υποστηρίζεται από τον Πρίγκιπα.
Η εσωτερική οικονομική πολιτική του Πρίγκιπα και του κυβερνητικού
κόμματός του την περίοδο 1898 1906 ήταν κατά βάση αγροτική και
αντιαναπτυξιακή. Ουσιαστικά οι πριγκηπικοί είχαν ως μόνο στόχο να παγιώσουν
το πολιτικό, κοινωνικό και θεσμικό καθεστώς το οποίο στήριζε την κυριαρχία τους
αναπαράγοντάς το. Η εσωτερική και εξωτερική τους πολιτική συνδέεται με αυτόν
τον στόχο και εξυπηρετεί αυτήν προοπτική.
Ένα κομμάτι του δανείου δόθηκε για να καλύψει τις ανάγκες της κρατικής
μηχανής. Το 1904 η εφημερίδα «Επιθεώρηση» κατηγορεί την κυβέρνηση για τον
τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκε τα χρήματα του δανείου. «Η αρτισύστατος
Κρητική Πολιτεία ήτο βλέπετε τότε αρκετά πρόσφορος προς εκμετάλλευσιν με την
καθιερωθείσαν μάλιστα πολυτέλειαν περί την διοίκησιν. Θέσεις επί θέσεων,
πολιτέλειαι επί πολυτελειών, αρκεί να εξοικονομούντο οι φίλοι και να
δημιουργούνται νέοι δια τους σκοπούς του μέλλοντος. Χρήματα άλλωστε υπήρχαν
διότι είχομεν το δάνειον...» 2 0 . Πραγματικά, οι μισθοί ήταν πολύ μεγάλοι.
Για παράδειγμα, ενώ το μεροκάματο ενός ανειδίκευτου εργάτη ήταν 70 - 80
λεπτά και για τον τεχνίτη ήταν 1 - 1,20 δρχ., ένας δημόσιος υπάλληλος έπαιρνε 50
δρχ. Το μήνα, ένας δάσκαλος έπαιρνε 100 δρχ., ένας ανώτερος τελωνειακός 250
δρχ., ο δήμαρχος 300 δρχ., ο δικαστής 400, ο αξιωματικός της χωροφυλακής και ο
δεσπότης 500, ενώ ο ηγεμόνας 200.000 ετησίως. Το δάνειο δόθηκε στους αγρότες
για να ανακάμψουν οικονομικά από τις καταστροφές του πολέμου να σώσουν τις
περιουσίες τους από τις υποθηκεύσεις και να αρχίσουν να καλλιεργούν τους
αγρούς τους. Με αυτόν τον τρόπο το πελατειακό σύστημα απαιτούσε να
διαχειριστούν τα χρήματα. Οι μεγάλοι φίλοι να ικανοποιηθούν από παχυλούς
μισθούς, ενώ οι μικρότεροι να πάρουν πίσω τα δάνειά τους από τους αγρότες, τα
οποία αλλιώς με την οικονομική κατάσταση που επικρατούσε στην επαρχία δεν θα
τα έπαιρναν ποτέ σε καμία περίπτωση. Και βέβαια, να διασώσουν το καθεστώς από
μία πιθανή αγροτική εξέγερση, να διατηρήσουν και να παγιώσουν το σύστημα
οικονομικής εξάρτησης των αγροτικών τάξεων και γενικότερα να
σταθεροποιήσουν την εξουσία τους.
Τέλος, η πολιτική του Πρίγκιπα στη βιομηχανία, εξυπηρετώντας τα
πελατειακά συμφέροντα, δεν βοήθησε την καπιταλιστική της ανάπτυξη και μάλλον
λειτούργησε, αν όχι αρνητικά, πάντως σίγουρα επιβραδυντικά προς αυτή. Ο κ.
Παρασκευάς στο άρθρο του «Η Σαπωνοποιία της Κρήτης 2 1 » παρατηρεί ότι η
έλλειψη εκσυγχρονισμού στη σαπωνοποιία «ήταν ζήτημα λιγότερο χρημάτων και
19 Εφημερίδα «Κήρυξ», 1901
20 Εφημερίδα. «Επιθεώρησις», 26 Ιουλ. 1904.
21 Παρασκευάς Π.Μ., «Η Σαπωνοποιία της Κρήτης», σελ.153 - 158.

16

περισσότερο ιεράρχησης των προτεραιοτήτων που χάραξαν οι κυβερνήσεις την
περίοδο αυτή». Το 1904 η ρεθεμνιώτικη αντιπολιτευτική εφημερίδα του τρίτου
κόμματος «Επιθεώρηση» ασκεί κριτική στην Κυβέρνηση για την πολιτική της στον
χώρο της σαπωνοβιομηχανίας, όχι μόνο για το Ρέθυμνο αλλά και για όλη την
Κρήτη. Από τα 80 σαπουναριά που λειτουργούσαν παλιότερα, μόνο 20 παράγουν
ακόμα. Η εξαγωγή και η εσωτερική κατανάλωση ντόπιου σαπουνιού έχει μειωθεί
κατά 90%. Ενώ με το να χρησιμοποιείται καυστική σόδα, προϊόν που παραγόταν
στα χημεία της Πολιτείας, έχει μειωθεί κατά την άποψη του αρθρογράφου, η καλή
ποιότητα των κρητικών σαπουνιών και έχει χαθεί και η καλή τους φήμη. Επίσης,
θεωρεί ότι το χημικό αυτό υλικό είναι επικίνδυνο τόσο για τους εργάτες όσο και
γι’ αυτούς που χρησιμοποιούν τα σαπούνια.
Ο κ. Παρασκευάς, επίσης, με βάση τον Γιάνναρη 2 2 και δικές του μελέτες
σημειώνει στο ίδιο άρθρο τη διαφορά της παραγωγής σαπουνιού πριν και μετά το
1906 με βάση τις εξαγωγές. «Ο μέσος όρος της αξίας της παραγόμενης ποσότητας
του σαπουνιού που εξήχθηκε την περίοδο 1901 - 1905 ανερχόταν σε 930.427δρχ.,»
ποσό που θεωρεί ο Γιάνναρης μικρό, «έχοντας προφανώς υπόψη του στοιχεία
παλαιότερων εποχών» 2 3 .
Και ενώ αυτά συνέβαιναν στα μεγάλα κέντρα, η οικονομική κατάσταση της
υπαίθρου ήταν τραγική. Η εφημερίδα «Επιθεώρηση» αναφέρει το γεγονός ότι οι
αγρότες έτρωγαν μόνο χόρτα για να ζήσουν. Η Κυβέρνηση στην προσπάθεια να
καλύψει την κατάσταση αποπροσανατολίζει τον κόσμο από τα πραγματικά του
προβλήματα, οξύνει μέσα από το πελατειακό μηχανισμό της τον εθνικισμό.
Καλλιεργεί κλίμα υπέρ της Ένωσης και την πόλωση εναντίον των βενιζελικών
προβάλλοντας τον Πρίγκιπα ως το σωτήριο εθνικό πρόσωπο.
Ένας είναι για τον λαό ο εθνικός στόχος, η Ένωση, η οποία δεν μπορεί να
αναβληθεί και μπροστά σε αυτήν δεν μπορεί να υπάρξει και δεν υπάρχει άλλος
προσανατολισμός. Ο μόνος ικανός που μπορεί να τον πραγματοποιήσει θεωρείται
ο Πρίγκιπας. Το κείμενο της φιλοπριγκιπικής ρεθυμνιώτικης εφημερίδας «Κρητική
Εφημερίς»στο οποίο ο αρθρογράφος φαντάζεται τον λόγο που ο κρητικός λαός
έχει πει στον Πρίγκιπα, καταδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο την κυβερνητική
ιδεολογία αυτού του κόμματος : «Υψηλότατε, η επιθυμία είνε μία και μόνη[,] ο
σκοπός μου εις και αναλλοίωτος να καταστώ ελεύθερος δια της ενώσεως μετά της
μητρός Ελλάδος. Προς επιτυχίαν του σκοπού τούτου είμαι πρόθυμος να υποστώ
οιανδήποτε θυσίαν. Έχω πλήρης συναίσθησιν της αποστολής Σου και ακράδαντον
πεποίθησιν εις τας ειλικρινείς Σου προσπαθείας. Η αναβολή της Ενώσεως είνε δι’
εμέ πικρότατον μαρτύριον. Η ψυχή μου είναι περίλυπος μέχρι θανάτου. Νομίζω ότι
μέγας πένθιμος πέπλος εξαπλούται καθ’ όλην την γην της πατρίδος μου. Πενθώ[,]
Υψηλότατε, το μεγαλύτερο αλλά και το ευγενέστερο πατριωτικό πένθος. Και εις τους
πενθούντες αι πολιτικαί διασκεδάσεις και τα κομματικά όργια αποτελούσι
παραφροσύνην. Θέλω αμερόληπτον δικαιοσύνην, παιδείαν φωτεινήν, φορολογίαν
δίκαιαν, ασφάλειαν και τίποτε άλλο. Δεν εννοώ να γίνω εχθρός του γείτονός μου,
2 2 Ο . π . σ ε λ . 1 5 3 – 1 5 8 - Γι ά ν ν α ρ η ς Α . Ν . , : Π ε ρ ί τ η ς κ α τ α σ τ ά σ ε ω ς τ η ς ε ν Κ ρ ή τ η γ ε ω ρ γ ί α ς κ α ι ε μ π ο ρ ί α ς , ε ν Χ α ν ί ο ι ς 1 9 0 6 .
23 Παρασκευάς Π.Μ., «Η Σαπωνοποιία της Κρήτης», σελ.156.

17

του χωριανού μου, δεν θέλω διαιρέσεις και πάθη, διότι τούτο νομίζω μου
επιβάλλεται εις τας παρούσας περιστάσεις. Δεν θέλω εκλογάς. Ευχαριστώ τους
πολιτικούς άνδρες της πατρίδος μου οίτινες μετά τόσης αφιλοκερδίας προσφέρονται
να εργασθώσιν υπέρ των συμφερόντων μου. Ας φυλάξουν την όρεξίν των και όταν
έλθη το πλήρωμα του χρόνου τότε θα ψάλωμεν και ημείς με το όνομα που πρέπει
τας πολιτικάς μας ελευθερίας[,] προς το παρόνδεν είμαι πρόθυμος ν’ αδιαφορήσω
εις τας κραυγάς των μικροταπεινών της πολιτικής». (Αυτή είναι η λαϊκή θέληση και
όχι αυτή που υποστηρίζει ο βενιζελικός αρθρογράφος του «Κήρυκα» των Χανίων).
Ακόμη και αυτές οι εκλογές είναι πολυτέλεια. Πραγματικά, οι πριγκηπικοί είχαν
προγραμματικό στόχο την συγκεντροποίηση ακόμα περισσότερο της εξουσίας του
Πρίγκιπα και την ακόμη μεγαλύτερη ενδυνάμωση της πολιτικής ισχύος της τάξης
αυτής στο καθεστώς. Με αυτόν τον στόχο είχε να κάνει και η πριγκηπική πρόταση
για την ένωση.
Τον Σεπτέμβρη του 1900 ο Γεώργιος έκανε μία περιοδεία στην Ευρώπη, όπου
πείσθηκε ότι η ένωση ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθεί. Πρότεινε τότε να
δημιουργηθεί ένα καθεστώς όμοιο με αυτό της Βοσνίας Ερζεγοβίνης 2 4 . Η πρόταση
του ήταν η εξής «η εξουσία την οποίαν έχουν σήμερα αι Δυνάμεις επί της Κρήτης να
μεταδοθή υπ’ αυτών εις τον βασιλέα Γεώργιον. Ούτος δε να διορίση ένα εκ των
υιών του ως αντιβασιλέα, όστις να κυβερνά τον τόπον χωρίς Βουλάς και σύνταγμα
διότι με αυτά τα πράγματα ο τόπος δεν πάει μπροστά» 2 5 . Στόχος του Γεωργίου ήταν
ένα απολυταρχικό καθεστώς, με συνδετικό κρίκο Ελλάδας και Κρήτης το πρόσωπό
του. Η πρόταση αυτή ουσιαστικά σήμαινε ολοκληρωτική πολιτική επικράτηση των
αριστοκρατών, εξανδραποδισμό των φιλελεύθερων αντιπάλων τους και οικονομική
οπισθοδρόμηση και στασιμότητα σε μία βαθιά ταξική αγροτική κοινωνία με βάση
το πελατειακό σύστημα. Εάν η πρόταση αυτή επικρατούσε η Κρήτη θα αργούσε
πάρα πολύ να αναπτυχθεί. Το πιο πιθανό να ακολουθούσε μία αντίστοιχη αργή
πορεία σαν αυτή της Ελλάδας.
Η παγκόσμια οικονομική και πολιτική πραγματικότητα όμως την εποχή αυτή
ήταν κατά πολύ διαφορετική από ότι στις αρχές του 19ου αιώνα στην Ευρώπη και
η γεωπολιτική θέση της Κρήτης πρόβαλλε διαφορετικούς ορίζοντες. Η Αγγλία που
σε όλον τον 19ο αιώνα στήριζε και στηριζόταν στο συντηρητικό κόμμα, — ο
Κούνδουρος ήταν αυτός που υποστήριζε την λύση της αυτονομίας —, βλέποντας
την στάση αυτή του Πρίγκιπα στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική της
Πολιτείας, προσανατολίζεται στην υποστήριξη του Βενιζέλου, που στις πολιτικές
απόψεις βρισκόταν πιο κοντά στα συμφέροντα της Μεγάλης Βρετανίας για την
περιοχή.
Οι βενιζελικοί υποστηρίζουν ότι η κυβέρνηση είναι αυταρχική και ότι ο λαός
θέλει δημοκρατικότερη διακυβέρνηση. Δεν είναι δυνατόν μετά από τόσους αγώνες
ενάντια στην τυραννία να περιπέσουν πάλι σε τύραννο. Οι βενιζελικοί, αντίθετα
με το τρίτο κόμμα, πέρα από την «φυσική» αντιπάθεια προς τους κυβερνητικούς
διαφωνούν στο ζήτημα της ένωσης, καθώς αυτό το θέμα συνδέεται άρρηκτα και με
2 4 Π α π α μ α ν ο υ σ ά κ η ς Στ ρ ά τ η ς , « Η ξ ε ν ο κ ρ α τ ί α σ τ η ν Κ ρ ή τ η » , σ ε λ . 1 4 8 .
25 Ο.π. , σελ. 148.

18

το θεσμικό καθεστώς της Πολιτείας, αλλά και τους όρους με τους οποίους θα γίνει
η Ένωση. Θέλουν την ένωση, αλλά όχι άμεσα, αργότερα και μέσα σε ένα πλαίσιο
που να τους ικανοποιεί. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ήταν Σύμβουλος του Πρίγκιπα το
1898. Συγκρούεται με το Αρμοστή και τους άλλους Συμβούλους, όταν ο Πρίγκιπας
θα διατυπώσει τις θέσεις του για το ενωτικό ζήτημα και παραιτείται. Η δική του
πρόταση ήταν « η εφαρμογή ενός καθεστώτος τύπου Βουλγαρίας, με πλήρη
αφτονομία, εκλογή του Ηγεμόνα από τον λαό, οργάνωση πολιτοφυλακής και
αποχώρηση των ξένων στρατεβμάτων από την Κρήτη. ‘Ούτως η Κρήτη θα απέβαινε
‘‘Δέσποινα εν τω ιδίω οίκω’’... προς ταχυτέραν και ασφαλεστέραν επιτυχίαν του
επιδιωκόμενου σκοπού’, δηλαδή της ένωσης». Ο Βενιζέλος εξέφραζε τις
φιλελεύθερες δημοκρατικές αστικές δυνάμεις του νησιού. Η Κρήτη μπορεί να ήταν
κυρίως αγροτική περιοχή αλλά είχε πάρα πολλές μικρές βιοτεχνίες, σαπουνιού,
βυσορδεψία αλλά και πολλές ορθολογικοποιημένες επιχειρήσεις. Το εισαγωγικό
εμπόριο έδωσε τη δυνατότητα ανάπτυξης μεγάλων αλλά και μικρότερων
εμπορικών καταστημάτων. Ο κοινωνικός χώρος που βρίσκονται αυτές οι
επιχειρήσεις είναι οι μεγάλες πόλεις κυρίως τα Χανιά και το Ηράκλειο και πολύ
λιγότερο το Ρέθυμνο. Είναι καπιταλιστικές επιχειρήσεις που βασίζονται καθαρά
στις σχέσεις κεφαλαίου κι εργασίας.
Οι ιδιοκτήτες τους, επομένως, έχουν διαφορετική λογική ανάπτυξης από τους
αστοτσιφλικάδες. Στηρίζονται στην εργατοϋπαλληλική τάξη και χρησιμοποιούν
διαφορετικά ιδεολογικά μέσα για να πετύχουν την υποταγή της. Οι εργαζόμενοι
και οι μικροϊδιοκτήτες αποτελούν τη βάση πολιτικής εξάρτησης στον δικό τους
κομματικό χώρο επιρροής και λιγότεροι οι «καθαρά» πελατειακές σχέσεις. Θέλουν
περισσότερη δημοκρατία στο αστικό κράτος για να ενσωματώνουν τις κοινωνικές
αντιδράσεις της πιο συνειδητοποιημένης εργατικής τάξης μέσα στα πλαίσια του
συστήματος. Επίσης, στην παρούσα φάση, που την πολιτική ηγεμονία έχουν οι
αντίπαλοί τους, μόνο μέσα από ένα δημοκρατικότερο καθεστώς μπορούν να
επιβάλουν στοιχεία των συμφερόντων τους. Μία ολοκληρωτική διακυβέρνηση από
τους αστοτσιφλικάδες θα αποτελούσε γι’ αυτούς καταστροφή. Δεν θέλουν την
ένωση στην παρούσα φάση γιατί γνωρίζουν την οικονομική κατάσταση και τις
κοινωνικές σχέσεις που επικρατούν στην Ελλάδα. Δεν θέλουν από την άλλη να
παραμείνουν ακόμα κάτω από τον άμεσο έλεγχο του ευρωπαϊκού κεφαλαίου.
Θέλουν εσωτερική οικονομική ανάπτυξη με στόχο την εκβιομηχάνιση και την ως
ένα βαθμό κάλυψη των βασικών καταναλωτικών αναγκών από το εσωτερικό,
δηλαδή από κρητικούς, περιορίζοντας την οικονομική και πολιτική εξάρτηση από
το εξωτερικό. Η δημιουργία ενός δημοκρατικά αυτοδιοικούμενου αυτόνομου
κρητικού κράτους θα μπορούσε να βάλει τις εκσυγχρονιστικές του βάσεις μέχρι να
αλλάξει η κατάσταση στην Ελλάδα. Θέλουν την ένωση όταν θα έχουν την
οικονομική και πολιτική δύναμη να επιβάλλουν στο νησί, αλλά και σε όλο τον
ελληνικό χώρο τη δική τους εκσυγχρονιστική γραμμή. Το πρόγραμμα μπορεί να
ήταν φιλόδοξο αλλά, πραγματικά, η πορεία των πραγμάτων θα τους δικαιώσει.
Γενικά, την περίοδο αυτή, η ιδέα της ένωσης, την οποία η άρχουσα τάξη έχει
καλλιεργήσει και ο λαός έχει αγκαλιάσει ως λύση όλων των προβλημάτων του,
19

συνεχίζει να αποτελεί στα χέρια των δύο αντίπαλων παρατάξεων αντικείμενο
εκμετάλλευσης για την επιβολή του δικού τους οικονομικού και πολιτικού
προσανατολισμού. Αυτό βέβαια συμβαίνει ως ένα βαθμό, γιατί η αποτυχία της
οικονομικής πολιτικής του συντηρητικού κόμματος καλλιέργησε ένα ευρύτατο
κλίμα δυσαρέσκειας και απογοητεύσεως.
Έτσι, το 1905, όταν τα πράγματα πλέον είχαν φτάσει σε διέξοδο η
φιλελεύθερη αστική τάξη, με κύριο εκπρόσωπό της τον Ελ. Βενιζέλο,
προσεταιρίστηκε την λαϊκή εξέγερση και την οδήγησε στην επανάσταση του
Θερίσου με κύριο αίτημα την άμεση ένωση και των εκδημοκρατισμό των θεσμών.
Ο Βενιζέλος φυσικά γνώριζε τις αρνητικές διαθέσεις των ξένων δυνάμεων
στο θέμα της ένωσης αλλά είχε την στήριξη της Μεγάλης Βρετανίας. Η τελευταία
έβλεπε στο πρόσωπο του Γεώργιου την προσκόλληση στη φεουδαρχική Ρωσία και
το πρόβλημα ότι δεν ικανοποιούνταν οι στόχοι της για γρήγορη
καπιταλιστικοποίηση της οικονομίας του νησιού. Επομένως, ο πραγματικός τους
στόχος δεν ήταν η ένωση αλλά με το κάλυμμα αυτού του αιτήματος ήταν η
«εσωτερική αλλαγή», «όπως απαλλαγή ο τόπος του δεσποτισμού». Πράγματι στο
κείμενο που συνέταξαν οι Βενιζέλος, Φούμης και Μάνος, επικεφαλής των
κινηματιών, που είναι το εξής: «α) Πρώτον και κύριον μέλημά ημών έσται η
επίτευξις του από αιώνας επιδιωκόμενου σκοπού της ενώσεως της Κρήτης μετά της
ελευθέρας Ελλάδος. β) Αδυνάτου αποβαίνοντος του σκοπού τούτου, θέλομεν
επιδιώξη την πολιτικήν προσέγγισην της πατρίδος μας προς την ελευθέραν Ελλάδα
μεταβαλλομένης από διεθνούς απόψεως της σημερινής κατάστασεως. Γ) μη
εκπληρουμένου μηδέ του σκοπού τούτου θέλομεν επιδιώξει την αναθεώρησιν του
ημετέρου συντάγματος κατά το πρότυπον του ελληνικού, όπως απαλλαγή ο τόπος του
δεσποτισμού», φαίνεται ξεκάθαρα το γεγονός τι πραγματικά ήθελαν να πετύχουν με
την επανάσταση και γιατί έβαλαν το αίτημα της ένωσης 2 6 . Δεν είναι δυνατόν οι
βενιζελικοί που υποστήριζαν τη «ρεαλιστική» πρόταση της βουλγαροποίησης του
καθεστώτος ξαφνικά να αλλάξουν και να ζητούν άμεση ένωση.
Οι Μεγάλες Δυνάμεις μετά από μία μικρή τυπική μάχη υποστήριξης του
Γεωργίου στο Καστέλι συνηγόρησαν στις εσωτερικές μεταρρυθμίσεις. «Το Γενάρη
του 1906 έρχεται στα Χανιά διεθνής επιτροπή..., για τη μελέτη των κρητικών
προβλημάτων και την υπόδειξη οικονομικών και διοικητικών μεταρρυθμίσεων» 2 7 . Η
Επιτροπή αποφάσισε: συνομολόγηση δανείου 9.300.000 φράγκων, επέκταση στην
Κρήτη την Επιτροπή Ελέγχου των οικονομικών της Ελλάδας, διευρυμένη
διοικητική εξουσία των συμβούλων, ενίσχυση των δικαιωμάτων των
μουσουλμάνων και αναθεώρηση του κρητικού συντάγματος.
Ο Γεώργιος παραιτείται και νέος αρμοστής διορίζεται ο Αλέξανδρος Ζαΐμης.
Οι φιλελεύθεροι έχουν τώρα την εξουσία στο νησί.
Η μεταβολή αυτή του 1906 είναι ιδιαίτερα σημαντική για την ανάπτυξη του
νησιού. Οι νέοι κυβερνήτες στρέφουν την προσοχή τους στον αστικό
εκσυγχρονισμό των θεσμών και της παραγωγικής βάσης. Η Κρήτη οδηγείται σε
26 Παπαμανουσάκης Στράτης, «Η ξενοκρατία στην Κρήτη», σελ. 153.
2 7 Μ ά λ α ι ν ο ς , τ . Α ΄ , σ ε λ . 7 4 . - Π α π α μ α ν ο υ σ ά κ η ς Στ ρ ά τ η ς , « Η ξ ε ν ο κ ρ α τ ί α σ τ η ν Κ ρ ή τ η » , σ ε λ . 1 5 4 .

20

ταχεία οικονομική ανάπτυξη. Από το 1906, βασιζόμενος και πάλι στα
συμπεράσματα του κ. Παρασκευά, φαίνεται αντίστοιχα μία βελτίωση των
πραγμάτων. Την επόμενη περίοδο 1906 - 1910 παρατηρείται μία αύξηση της αξίας
της παραγόμενης ποσότητας σαπουνιού που εξήχθηκε στις 1.193.167,9 δρχ. 2 8 Την
περίοδο αυτή σε αντίθεση με την προηγούμενη υπήρχε πολιτική στήριξης της
βιομηχανίας που δημιούργησε ένα θετικό επενδυτικό κλίμα με διάφορους
εκσυγχρονιστικούς νόμους, όπως «ο υπ’ αρ. 413 Τελωνιακός νόμος και ιδιαίτερα το
άρθρο 3, εδάφιο Θ΄: «περί ατελούς εισαγωγής μηχανημάτων» 2 9 .
Μέσα σε λίγα χρόνια η κοινωνική πραγματικότητα της Κρήτης επιτρέπει όχι
μόνο την ένωση με την Ελλάδα αλλά ουσιαστικά και την επικράτηση της κρητικής
άρχουσας τάξης στην τελματωμένη ελληνική κατάσταση. Το 1909 το Βενιζέλος,
χωρίς να έχει γίνει ακόμη η ένωση, θα γίνει πρωθυπουργός της χώρας
προαναγγέλλοντας τον αστικό εκσυγχρονισμό της ελληνικής κοινωνίας. Το
πρόγραμμα των βενιζελικών στην Κρήτη γίνεται το ανανεωτικό και
εκσυγχρονιστικό πρόγραμμα της Ελλάδας.
ΡΕΘΥΜΝΟ. Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ. Η ΑΡΧΟΥΣΑ ΤΑΞΗ (1898 –
1905).
Το Ρέθυμνο την εποχή της αυτονομίας αριθμούσε στην πόλη μόλις 9.308
κατοίκους από τους οποίους οι 3.717 χριστιανοί και οι 5.575 μουσουλμάνοι, ενώ
όλος ο νομός Ρεθύμνης έχει στα όριά του περίπου 54.899 κατοίκους, 52.478
χριστιανούς και 6.748 μουσουλμάνους 3 0 . Για τα Χανιά οι αντίστοιχοι αριθμοί είναι
20.972 κάτοικοι στην πόλη, 72.761 στον νομό 3 1 .
Το 1898 έφτασε στην Πόλη του Ρεθύμνου και εγκαταστάθηκε ρωσικό
στράτευμα μέχρι το 1899, οπότε «και έμεινε μονάχα μία στρατιωτική μονάδα, με
Διοικητή τον συνταγματάρχη Θεόδωρο ντε Χίοστακ. Στόχος του ήταν να επιβάλει
τις αποφάσεις των Δυνάμεων στον ντόπιο πληθυσμό, να θέσει τις ιδεολογικές και
πολιτικές βάσεις του νέου καθεστώτος και να διαφυλάξει τα συμφέροντα της
Ρωσίας στην Κρήτη. Μέχρι το 1906 όταν με τη σύσταση της Κρητικής
Πολιτοφυλακής θα αποχωρήσει το ρωσικό στράτευμα κατοχής, όπως και τα άλλα
τρία, λειτούργησε κατασταλτικά υπέρ της δομής του νέου πολιτικού συστήματος
και των συμφερόντων του οικονομικού εποικοδομήματος που αυτό εξέφραζε,
δηλαδή των κατευθύνσεων του Γεωργίου και της γαιοκτημονικής τάξης. Ο
περιορισμένος αστικός χαρακτήρας της κοινωνικής δομής του Ρεθύμνου λειτουργεί
θετικά στην απόφαση των Ρώσων να επιλέξουν αυτή την περιοχή ως βάση του
στρατεύματός τους. Η προοπτική και το μοντέλο ανάπτυξης, που Ρωσική αρχή
σχεδιάζει για το Ρέθυμνο, η σχέση της Ρωσικής διπλωματίας με τον πρίγκιπα και
28 Παρασκευάς Π.Μ., «Η Σαπωνοποιία της Κρήτης»,σελ. 156.
29 Ο.π., σελ.154.
30 Μπουρνόβα Ευγενία, «Εξέλιξη του πληθυσμού», Ρέθυμνο 1898 - 1913, από την αυτονομία στην ένωση, σελ.19.
3 1 Π α π α μ α ν ο υ σ ά κ η ς Στ ρ α τ ή ς , « Η Ε π ο χ ή τ η ς Κ ρ η τ ι κ ή ς Π ο λ ι τ ε ί α ς » , Αν τ ί , 1 0 4 , σ ε λ . 2 0 .

21

τα ιδεολογικά και πολιτικοκοινωνικά πρότυπα που το τσαρικό κράτος ενέπνεε,
καθόρισαν αποφασιστικά τον μελλοντικό χαρακτήρα της πόλης.
Αμέσως, ο Χίοστακ με τη βοήθεια του ρώσου υποπρόξενου Γεώργιου Ιωσήφ
Χατζηγρηγοράκη όρισε μία διοικούσα επιτροπή για το Ρέθυμνο με πρόεδρο τον
Επίσκοπο Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου και μέλη της τους: Αριστείδη Λιαντονάκη,
Ιωάννη Καυγαλάκη, Βασίλειο Δρανδάκη και Νικόλαο Κορωνάκη 3 2 προσπαθώντας
παράλληλα να στήσει κρατική μηχανή. Διόρισε δάσκαλους σε σχολεία,
συμβολαιογράφους, δημοτικούς γιατρούς και επέβαλε την τάξη, με συλλήψεις και
καταδίκες σε όσους συνέχιζαν να επιδιώκουν καταστροφές. Επίσης, την περίοδο
αυτή οικοδομήθηκε νοσοκομείο, επισκοπείο, έγιναν διάφορες άλλες αισθητικές
παρεμβάσεις και συντάχτηκε σχέδιο πόλης 3 3 . Η συσπείρωση της ανώτερης τάξης
γύρω από την ρωσική κατοχή αποτέλεσε γι' αυτή το πρώτο βήμα για την
καθιέρωσή της ως κυρίαρχη τάξη. Οι Ρώσοι στήνουν τους πολιτικούς μηχανισμούς
που θα βοηθήσουν στην ομαλή λειτουργία του νέου καθεστώτος και θα επιβάλλουν
την πολιτική ηγεμονία των προεστών.
Η παρουσία των Ρώσων αποτέλεσε σταθεροποιητικό παράγοντα για την
οικονομία. Δεν πρέπει άλλωστε να παραγνωρίζεται ότι έδωσαν ζωή στην πόλη,
αφού ένας αριθμός μαγαζιών και ανθρώπων ζούσαν από τους ρώσους στρατιώτες.
Πολιτικά, φυσικά, οι Ρώσοι τάχθηκαν με το μέρος των φιλοπριγκιπικών.
Όταν αποκαθίσταται η τάξη και στήνεται το κράτος, ο κρατικός μηχανισμός
υποκαθιστά γρήγορα στην διοίκηση τους ρώσους. Νομάρχης Ρεθύμνης ορίστηκε
το 1899 ο Αντώνης Βορεάδης και πρώτος δήμαρχος ο Γιουσούφ Μπέης
Αλυγιαζαδάκης, ο οποίος θα παραμείνει στο δημαρχικό αξίωμα μέχρι το 1905.
Διορίστηκε δικαστικό σώμα σε όλη την επικράτεια, τελωνειακοί υπάλληλοι κ.α.
Στο ερώτημα ποιά είναι η άρχουσα τάξη του Ρεθύμνου η απάντηση είναι όλοι
όσοι είναι ανώτεροι και μέσοι κρατικοί υπάλληλοι. Όλοι οι έχοντες και οι
κατέχοντες επενδεδυμένο κεφάλαιο στην παραγωγική και μεταπρατική διαδικασία.
Όλοι, δηλαδή οι ελεύθεροι επαγγελματίες, οι έμποροι-τραπεζίτες και οι βιοτέχνες,
κάποιοι καταστηματάρχες, τα πολιτικά πρόσωπα εν γένη, οι μεγάλες οικογένειες.
Ειδικότερα, τα πρόσωπα που συγκαταλέγουμε στην άρχουσα τάξη της πόλης
και της περιοχής είναι οι μορφωμένοι και οι σπουδασμένοι γιατροί, δικηγόροι,
συμβολαιογράφοι, φαρμακοποιοί, δάσκαλοι. Αυτοί ανήκουν στις μεγάλες ή
μικρότερες οικογένειες των εμπόρων, προεστών και δικηγόρων, όντας και οι ίδιοι
τις περισσότερες φορές επιχειρηματίες. Αυτοί, δηλαδή, που συμμετέχουν στο
μηχανισμό του πελατειακού συστήματος. Τα πρόσωπα αυτής της κατηγορίας
ασχολούνταν κυρίως με τα κοινά της πόλης και της περιοχής, πολιτεύονταν,
έπαιρναν μέρος στις εκλογικές διαδικασίες για το δημοτικό συμβούλιο της πόλης,
για την βουλή και για πολιτιστικούς συλλόγους οι οποίοι είχαν ιδιαίτερο πολιτικό
βάση. Διορίζονταν από την κυβέρνηση σε καίριες πολιτικές και κυβερνητικές
θέσεις που είχαν να κάνουν με την ομαλή λειτουργία του καθεστώτος, όπως
νομάρχες, δικαστές, γραμματείς, διευθυντές και υπάλληλοι του τελωνείου, της
32 Εφημερίδα
33 Εφημερίδα

22

τράπεζας, του Κοινωφελούς Ταμείου, της Τράπεζας Κρήτης· κάλυπταν τις
υπόλοιπες διοικητικές θέσεις του δημοσίου όντας δάσκαλοι και καθηγητές στα
σχολεία ή και απλοί δημόσιοι υπάλληλοι, ανάλογα με την πολιτική δύναμη και την
θέση που είχε η οικογένειά τους. Συνήθως, η κάθε μεγάλη οικογένεια είχε
τουλάχιστον από ένα μέλος που ήταν γιατρός ή δικηγόρος.
Στην άρχουσα τάξη του Ρεθύμνου σίγουρα θα πρέπει να εντάξουμε και όλους
τους επισκόπους και μητροπολίτες της περιφέρειας, και ιδιαίτερα τον Επίσκοπο
Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου. Οι θρησκευτικοί άρχοντες και κατ’ επέκταση όλος ο
κλήρος, έπαιζαν σημαντικό νομιμοποιητικό ρόλο της κυβερνητικής πολιτικής στις
συνειδήσεις της πλειοψηφίας των πολιτών, που ήταν κυρίως αμόρφωτοι αγρότες
και φυσικά πάρα πολύ συνεπείς χριστιανοί.
Στην Κρήτη βέβαια υπάρχουν και βιοτεχνικές επιχειρήσεις, τα προϊόντα των
οποίων εξάγονται. Στο Ρέθυμνο μεγάλες και πολλές βιομηχανίες δεν υπάρχουν. Τα
παραδοσιακά σαπωνοποιία που υπήρχαν από τον καιρό της Οθωμανικής Διοίκησης
παρακμάζουν. Στο Ρέθυμνο έχουν απομείνει μόλις δύο σαπωνοποιία. Το ένα από τα
δύο χρησιμοποιεί την καυστική σόδα, λειτουργεί ως οργανωμένη καπιταλιστική
επιχείρηση με εξαγωγές στην Τουρκία και ανήκει στον Αλή Βαφή Εφένδη
Σελιανάκη, σημαντική φυσιογνωμία της πόλης 3 4 . Το άλλο είναι, ακόμη, μία
οικογενειακή επιχείρηση και ανήκει στους αδελφούς Μουσταφάκη, που το
κατασκευάζουν με τον «παλιό τρόπο». Το γεγονός ότι η παραγωγή σαπουνιού έχει
παρακμάσει το αναφέρει και ο Παναγιώτης Παρασκευάς στο άρθρο του οι
Σαπωνοποιίες του Ρεθύμνου. Πέρα από αυτά τα δύο σαπωνοποιία ο Π.
Παρασκευάς αναφέρει ακόμη δύο τα οποία, όπως προκύπτει από την έρευνά του,
λειτουργούν αυτήν την περίοδο στο Ρέθυμνο, του Γιουσούφ Λαμεράκη και του
Ταλαά Χατζημπερυκάκη 3 5 . Επίσης, η «Επιθεώρησις» αναφέρει σε δημοσίευμά της
το 1902 ότι σαπουναριό είχε στην ιδιοκτησία του και ο Νικόλαος Καλογέννητος 3 6 .
Τέλος, στο Ρέθυμνο υπάρχει βυρσοδεψία και ελαιουργεία. Ιδιοκτήτες των
ελαιουργείων είναι οι λαδέμποροι.
Οι ρεθύμνιοι ιδιοκτήτες των βιοτεχνικών - βιομηχανικών αυτών μονάδων είναι
συνήθως επιχειρηματίες που ασχολούνται με περισσότερο από μία οικονομική
δραστηριότητα. Επίσης, τις περισσότερες φορές ταυτίζονται με τους εμπόρους
λαδιού και τους διαχειριστές της αγροτικής παραγωγής. Επομένως, κυρίως
ανήκουν ή συνδέονται με το κυβερνητικό κόμμα ή σχετίζονται και ακολουθούν το
λεγόμενο τρίτο κόμμα. Στο Ρέθυμνο οι βενιζελικοί την πρώτη περίοδο της
Κρητικής Πολιτείας (1898 – 1905) είναι ελάχιστοι. Σύμφωνα και με δημοσίευμα
της «Επιθεώρησης» φαίνεται ότι ο «Κήρυκας» διαβαζόταν στο νομό και μάλιστα
έφτασε να πουλάει μέχρι και 200 φύλλα. Αλλά αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι όλοι
όσοι την διάβαζαν ήταν και βενιζελικοί, η κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα
της περιοχής και της πόλης συνηγορεί μάλλον στο αντίθετο.
34Εφημε ρίδα: «Επιθεώρησις», 4 Δεκ. 1904.
35Παρασκευάς Παναγιώτης, «Οι Σαπ ωνοπονοποιϊες του Ρεθύμνου», Κρητολογικά Γράμματα 1, σελ. 33 - 43.
36Εφημε ρίδα, «Επιθεώρησις», 17 Φλεβ. 1902.

23

Μέχρι το 1905 στο Ρέθυμνο δρουν και κυριαρχούν δύο μόνο πολιτικές
μερίδες, οι κυβερνητικοί και το τρίτο κόμμα. Ο Γεώργιος Παπαδόπετρος του
τρίτου κόμματος, αντιπρόσωπος των Αυστριακών Ασφαλειών μόνιμος κάτοικος
Χανίων εκδίδει στο Ρέθυμνο την εφημερίδα «Αναγέννησις». Το 1900 η εφημερίδα
κλείνει και ο ίδιος εκδίδει την εφημερίδα «Επιθεώρησις» με διευθυντή και
συντάκτη τον Θεμιστοκλή Παπαδάκη. Στις 21 Ιουλίου 1901 ο Στυλιανός
Καλογέννητος από τα ηγετικά στελέχη του κόμματος των κυβερνητικών εκδίδει
την εφημερίδα «Κρητική Εφημερίς». Οι δύο αυτές μερίδες μέσα από τις στήλες
των εφημερίδων τους οξύνουν την πολιτική σύγκρουση, αν και οι δύο στηρίζουν
τον Πρίγκιπα. Γενικότερα το Ρέθυμνο είναι ακραιφνώς φιλοβασιλικό.
Η «Κρητική Εφημερίς» κατηγορεί συνεχώς τον Βενιζέλο, ενώ αντιμετωπίζει
ισοπεδωτικά και τα μέλη του τρίτου κόμματος ως βενιζελικούς, επειδή ασκούν
κριτική στην Κυβέρνηση.
Η «Επιθεώρηση» κρατά μία μέση στάση ξεκαθαρίζοντας ότι δε συμπαθεί τα
πρόσωπα της κυβέρνησης 3 7 και προσπαθώντας να είναι δίκαιη με τους
βενιζελικούς. Στις 30 Ιουνίου 1901 σε ένα άρθρο υποστηρίζει ότι είναι λάθος να
λέγεται ότι οι βενιζελικοί δεν θέλουν την ένωση. Σε σχόλια τουρκικών και
ευρωπαϊκών εφημερίδων που γράφουν ότι οι βενιζελικοί δε θέλουν την ένωση,
καλεί «τον κ. Βενιζέλον και τους φίλους του να δώσωσι τας απαιτούμενας εξηγήσεις
εις τον ευρωπαϊκόν τύπον δια να διασκεδασθή τέλειον παν νέφος το οποίον κατά
τους κακοθελητάς μας δύναται να παρουσιασθή εις τον Κρητικόν ορίζοντα και να
αποστομωθώσι πλέον οι εχθροί μας» 3 8 .
Την πραγματική της στάση, την «κεντρώα», θα λέγαμε με σημερινούς όρους,
μας βοηθάει να καταλάβουμε ένα άρθρο της, όταν πρωτοεκδίδεται ο βενιζελικός
«Κήρυκας». Στην αυτού του άρθρου αρχή λέει ότι είδε θετικά την εμφάνιση «της
συναδέλφου [εφημερίδος] καθ’ όσον αυτή διερμηνεύουσα τας γνώμας του
κ.Βενιζέλου περιεμένομεν να επιχύσει φως εις πολλά σκοτεινά σημεία της πολιτικής
του κυρίου αυτού». Στη συνέχεια, όμως, δηλώνει δυσαρεστημένη από το πρώτο
φύλλο της εφημερίδας των φιλελευθέρων, γιατί όχι μόνο δεν ικανοποιεί τον στόχο
που προηγουμένως περιέγραψε αλλά και γιατί, αντίθετα, λειτουργεί διασπαστικά
στο κοινωνικό και εθνικό σύνολο προσπαθώντας να πάρει με το μέρος της τους
μουσουλμάνους ανακινώντας ανύπαρκτα κατά την άποψη του ρεθυμνιώτη
αρθρογράφου μίση. Γενικότερα, πάντως, κατηγορεί τους βενιζελικούς ότι
αντιπολιτεύονται την κυβέρνηση με όχι «καλούς» σκοπούς και «δημιουργικό»
τρόπο αλλά με εντελώς μικροκομματική και υπονομευτική τακτική.
Ένα μήνα μετά το πρώτο φύλλο του «Κήρυκα» και αφού είχαν προηγηθεί τα
πέντε «πολύκροτα άρθρα» 3 9 του ίδιου του Βενιζέλου με τις θέσεις του, την
απάντηση των κυβερνητικών και την ρητή καταδίκη των βενιζελικών από τον
βασιλιά της Ελλάδας η «Επιθεώρηση» αναγνωρίζει ότι δίκαια ο Βασιλιάς Γεώργιος
της Ελλάδας κατηγόρησε τον Βενιζέλο για τις απόψεις του καθώς «εσχηματίσθη
37 Εφημερίδα, «Επιθεώρησις», 5 Ιαν. 1902.
38 Εφημερίδα, «Επιθεώρησις», 30 Ιουν. 1901.
3 9 Π α π α μ α ν ο υ σ ά κ η ς Στ ρ ά τ η ς , « Η ξ ε ν ο κ ρ α τ ί α σ τ η ν Κ ρ ή τ η » , σ ε λ . 1 4 9 .

24

πλέον και εδραιώθη η πεποίθησις παρά τη κοινή γνώμη της Κρήτης και του
Πανελληνίου, ότι η πολιτική του κ.Βενιζέλου έβλαψε τα εθνικά μας θέματα και είνε
καταστροφική για τον τόπο.» 4 0
Σε δύο μάλιστα φύλλα πρωτύτερα ο ίδιος ο Παπαδόπετρος καταγγέλλει τους
βενιζελικούς, γιατί θεωρούν το πολιτικό πρόγραμμά τους απόψεις όλων των
Κρητών, ενώ στην πραγματικότητα είναι μόνο των ίδιων, και γιατί κάνουν τον
εθνικό διαχωρισμό μεταξύ Ελλήνων και Κρητών 4 1 .
Η αρχική αυτή στάση αναμονής της «Επιθεώρησης» απέναντι στον Βενιζέλο
και η επιθετική της στάση μετά από ένα μήνα, δείχνει ότι στις αρχές του 1902
ακόμη οι βενιζελικές θέσεις — όχι μόνο στο Ρέθυμνο αλλά και στα ίδια τα Χανιά,
αφού ο Παπαδόπετρος είναι μόνιμος κάτοικος Χανίων και πολιτευτής — ίσως, να
μην ήταν ευρύτερα γνωστές και να υπήρχε μία γενικότερη άγνοια και ασάφεια για
τους λόγους που ο Βενιζέλος διώχθηκε από το Συμβούλιο. Η έκδοση του
«Κήρυκα» προσπαθεί προφανώς να καλύψει αυτό το κενό. Ενδεικτικό πάντως των
προθέσεων της «Επιθεώρησης» αποτελεί το γεγονός ότι παρά την καλή πίστη που
θέλει να έχει απέναντι στον ίδιο τον Πρίγκιπα είναι επιφυλακτική απέναντι στις
κατηγορίες του για τον Βενιζέλο, όταν ο τελευταίος έφυγε από το Συμβούλιο τον
Μάρτιο του 1901. Επιπλέον, το γεγονός ότι πιθανόν στις δημοτικές εκλογές οι
υποστηρικτές του τρίτου κόμματος να συνεργάστηκαν με τους βενιζελικούς δίνει
αφορμή στην κυβερνητική «Κρητική Εφημερίς» να τους χαρακτηρίσει όλους ως
βενιζελικούς. Πάντως, η «Επιθεώρηση» διαμαρτύρεται ότι κάποιοι από αυτούς που
είχαν υποβάλει υποψηφιότητα «εχαρακτηρήσθησαν υπό του κ. Καλογέννητου ως
Βενιζελικοί[,] διεβλήθησαν δε εις την κυβέρνησιν και μέχρι Αυτού του Ανωτάτου
Άρχοντος[...].» 4 2
Την πραγματική της πίστη για το ρόλο του Πρίγκιπα η εφημερίδα την δείχνει
με τον ένθερμο τρόπο που παρουσίασε την επίσκεψη του Γεωργίου στο Ρέθυμνο
περιγράφοντας με τα πιο ωραία λόγια την αγάπη των Ρεθυμνιωτών για τον
Ηγεμόνα τους 4 3 .
Μέσα από τις στήλες των δύο αυτών εφημερίδων περιγράφεται όλη η
πολιτική ζωή της περιόδου. Τα άρθρα που αναφέρονται στις τρεις εκλογικές
μάχες, δυο για το δημοτικό συμβούλιο και μία για το διοικητικό συμβούλιο του
Γυμναστικού συλλόγου και τα υπόλοιπα άρθρα των εφημερίδων μας βοηθάνε να
ανιχνεύσουμε τις πεποιθήσεις των πιο σημαινόντων προσώπων της ρεθεμνιώτικης
πολιτικής και κοινωνικής σκηνής 4 4 . Κυβερνητικούς κατά τη γνώμη μου θα πρέπει
να θεωρήσουμε καταρχήν το σύνολο των προσώπων που κατείχαν σημαντική
διοικητική θέση.
Ο Νομάρχης Βορεάδης και ο διάδοχός του Μαρής νομίζω ότι θα είναι από
τους πρώτους που θα πρέπει να κατατάξουμε σ’ αυτήν την κατηγορία. Επίσης,
40 Εφημερίδα, «Επιθεώρησις», 17 Φλεβ. 1902.
41 Εφημερίδα, «Επιθεώρησις», 4 Φλεβ. 1902
42 Εφημε ρίδα, «Επιθεώρησις», 5 Ιαν. 1902.
43 Εφημε ρίδα, «Επιθεώρησις», 10 Φλεβ. 1901.
44 Μία τέτοια χαρτογράφηση βέβαια πάντα ενέχει και κάποια περιθώρια λάθους.

25

κυβερνητικοί είναι σίγουρα ο Σπύρος Βαρδινογιάννης που διορίστηκε το 1901,
διευθυντής του υποκαταστήματος του Κοινωφελούς Ταμείου Κρήτης 4 5 και όλοι οι
γραμματείς των διάφορων διοικητικών θέσεων, όπως ο γραμματέας της νομαρχίας
Δρανδάκης Βασίλειος, ο γραμματέας του πρωτοδικείου Ρεθύμνης Ιωάννης Ε.
Καυγαλάκης, ο γραμματέας του ειρηνοδικείου Ρεθύμνης Πρεβελάκης Γεώργιος.
Επίσης, οι καθηγητές των γυμνασίων ως τα κατεξοχήν θεσμικά πρόσωπα, που
αναλαμβάνουν να αναπαράγουν και να κάνουν συνείδηση τις κυρίαρχες ιδέες του
πολιτικού συστήματος. Καθηγητές του ημιγυμνασίου του Ρεθύμνου είναι ο
Γενεράλης Εμμανουήλ, Βοϊατζάκης Ιωάννης και ο Μιχαήλ Πρεβελάκης.
Το βασικό σχήμα διάρθρωσης του πελατειακού - κομματικού συστήματος των
συντηρητικών, όπως είπαμε, είναι η πατριαρχική οικογένεια. Ο οικογενειακός
οργανισμός λειτουργεί ως πολιτικός και οικονομικός δεσμός. Τα στοιχεία, λοιπόν,
που έχουμε για την οικογένεια Γενεράλη, Πρεβελάκη και τις υπόλοιπες και η
γνώση της γενικότερης ιστορίας της κοινωνίας που έζησαν μας να κατανοήσουμε
τον μηχανισμό λειτουργίας της άρχουσας τάξης.
Οικογένεια Γενεράλη. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ο Εμμανουήλ Γενεράλης είναι
αδελφός του Ιωάννη Γενεράλη 4 6 αρχικά Πρωτοδίκη του Ρεθύμνου και αργότερα
Εισαγγελέα των Εφετών στα Χανιά, μία θέση σαφώς πάρα πολύ σημαντική για
ένα καθεστώς τόσο αυταρχικό. Ταυτόχρονα, αποτελεί το πρόσωπο που υποστηρίζει
η πριγκηπική «Κρητική Εφημερίς» σε μία πολύ κομματικοποιημένη εκλογική μάχη
για την ανάδειξη του Προεδρείου του Γυμναστικού Συλλόγου 4 7 .
Από την πληροφορία που μας δίνει η ίδια εφημερίδα ότι οι αδελφοί Γενεράλη,
που τους ονομάζει «έγκριτους φίλους», έχουν παντρέψει την αδελφή τους με
κάποιον Ελευθέριο Χατζιδάκη, πρακτικό γιατρό και πρόκριτο του χωριού Άνω
Μέρους. Οι αδελφοί Γενεράλη ήταν από το Αμάρι, όπου προφανώς είχαν από την
περίοδο της Οθωμανικής εξουσίας μεγάλη οικογενειακή περιουσία και δύναμη. Η
οικογενειακή οικονομική ευμάρεια και θέση τους φαίνεται ότι κάποια στιγμή παύει
να ικανοποιείται μόνο μέσα από την δραστηριότητα της στην τοπική κοινότητα και
παρουσιάζει τάσεις ακόμη μεγαλύτερης κοινωνικής ανέλιξης. Στέλνει η
οικογένεια, λοιπόν, τα νέα μέλη της να σπουδάσουν. Από τα αδέλφια ο ένας
σπουδάζει νομικά, επάγγελμα σχετιζόμενο με συμβολαιογραφικά και δικαστικά
ζητήματα και άμεσα συνδεδεμένα με το σύστημα των δανείων και ο άλλος
φιλολογικά. Το επάγγελμα του φιλολόγου ήταν περιτριγυρισμένο με την αίγλη του
μορφωμένου, μία αίγλη που οι οικογένειες χρειάζονταν για να κατοχυρώσουν την
κοινωνική τους θέση. Γι’ αυτό πολλές φορές οι κόρες των μεγάλων οικογενειών
γίνονταν και δασκάλες.
45 Εφημερίδα, «Επιθεώρησις», 1900 – 1904.
4 6 Ε φ η μ ε ρ ί δ α , « Κ ρ η τ ι κ ή Ε φ η μ ε ρ ί ς » , 11 / 5 / 1 9 0 2 .
4 7 Η π ρ ο σ ο χ ή κ α ι ο α γ ώ ν α ς π ο υ δ ί ν ο υ ν ο ι κ υ β ε ρ ν η τ ι κο ί γ ι α τ ο ν έ λ ε γ χο α υ τ ο ύ τ ο υ π ρ ο ε δ ρ ε ί ο υ ε ν ό ς ε κ π ρ ώ τ η ς ό ψ ε ω ς « α θ ώ ο υ » κ α ι
ά σ χ ε τ ο υ α π ό π ο λ ι τ ι κ έ ς σ κ ο π ι μ ό τ η τ ε ς γ υ μ ν α σ τ ι κο ύ σ υ λ λ ό γ ο υ κ α τ α δ ε ι κ ν ύ ε ι τ ο ν π ρ α γ μ α τ ι κό ρ ό λ ο τ ω ν σ υ λ λ ό γ ω ν α υ τ ώ ν . Ο ι
σύλλογοι αυτοί είχαν ως στόχο να διαπ λάσουν τις συνειδήσεις των νέων υπέρ των πολιτικών και ηθικών αξιών του πριγκηπικού
καθεστώτος.

26

Κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας τα μέλη της οικογένειας Γενεράλη
παίρνουν μέρος και στηρίζουν τον αγώνα ενάντια στο καθεστώς του Σουλτάνου,
που περιορίζει τους ορίζοντες ανέλιξης τους και συμπορεύονται με άτομα της
δικής τους τάξης και των δικών τους επιδιώξεων.
Όταν καταφέρνουν να πετύχουν τον γενικότερο ταξικό τους στόχο να διώξουν
την σουλτανική εξουσία και να κυριαρχήσει η τάξη τους συμμετέχουν ενεργά στο
νέο καθεστώς προσφέροντας τις γνώσεις τους στην προσπάθεια της
σταθεροποίησής και αναπαραγωγής του, αλλά και για να αντλήσουν ακόμη
μεγαλύτερη δύναμη. Φεύγουν από την επαρχία τους, έρχονται στην πόλη και
γίνονται μέρος του κρατικού και κομματικού μηχανισμού που αντιπροσωπεύει τα
συμφέροντά τους. Φεύγοντας όμως φροντίζουν να βρουν ένα έμπιστο πρόσωπο με
το οποίο θα ταυτόχρονα θέλουν να ταυτίσουν τα συμφέροντά τους, να αναλάβει τη
διαχείριση και την εποπτεία των πατρογονικών κτημάτων, να τους εκπροσωπεί
στην τοπική κοινότητα και μέσα από το δικό τους προσβεβλημένο κοινωνικό
προφίλ να διευρυνθεί η βάση της δύναμης, οι πελατειακές σχέσεις της οικογένειας.
Ο μόνος τρόπος για να επιτευχθούν όλα τα παραπάνω είναι μέσω της δημιουργίας
συγγενικών δεσμών εξ’ αγχιστείας με κάποιο πρόσωπο από την κοινότητα τους,
της ίδιας με αυτούς τάξης αλλά μικρότερου πολιτικού διαμετρήματος. Το πρόσωπο
αυτό φυσικά μέσα από τη σχέση αυτή επιδιώκει να ανεβάσει και τη δική του θέση
και να συνδέσει τα συμφέροντά του με κάποιους πιο δυνατούς από αυτόν. Γι’ αυτό
το λόγο, λοιπόν, τα αδέλφια Γενεράλη παντρεύουν την αδελφή τους με τον
Ελευθέριο Χατζηδάκη. Αυτός αποτελεί τον επιδιωκόμενο συνεχιστή της
οικογενειακής παράδοσης στην τοπική κοινότητα αλλά και διατηρεί την βάση του
πελατειακού τους μηχανισμού πάνω στον οποίο στηρίζουν την πολιτική τους
καριέρα και θέση
Άλλες οικογένειες του συντηρητικού κόμματος με παρόμοια δομή.
Η οικογένεια Πρεβελάκη. Κατά την Επανάσταση και γενικότερα τις
εξεγέρσεις του 1895 κι έπειτα, η οικογένεια είχε ένα μέλος της αρχηγό σώματος
στον Άγιο Βασίλη, τον Ευάγγελο Πρεβελάκη. Ένα άλλο μέλος της γνωστότατης
αυτής οικογένειας ο Γεώργιος Πρεβελάκης είδαμε ότι ήταν γραμματέας
ειρηνοδικείου. Αυτός μαθαίνουμε από την εφημερίδα ότι συμμετέχει στις
περίφημες αυτές εκλογές του Γυμναστικού Συλλόγου, όπου κι εκλέγεται μέλος του
συμβουλίου. Η εφημερίδα μας πληροφορεί ότι όλοι όσοι εκλέχτηκαν σε αυτό το
συμβούλιο ήταν κυβερνητικοί. Επομένως, και εδώ επιβεβαιώνεται το σχήμα αυτό
που θέλει τα πρόσωπα της κρατικής μηχανής να είναι ενεργά μέλη του
κυβερνητικού κόμματος. Ένα άλλο μέλος, ο Εμμανουήλ Πρεβελάκης, ήταν
δικηγόρος και μάλιστα εκλέχτηκε πρόεδρος του δικηγορικού συλλόγου του
Ρεθύμνου, μία αρκετά τιμητική θέση.
Και δε σταματάμε εδώ. Άλλο μέλος αυτής της οικογένειας ο Ιωάννης
Πρεβελάκης, κάτοικος Αγίου Βασιλείου, μαθαίνουμε από μία προκήρυξη δύο
πλειστηριασμών 4 8 ότι ήταν έμπορος. Από την κοινοποίηση των ίδιων των
πλειστηριασμών πληροφορούμαστε ότι έχει δανείσει χρήματα σε δύο πρόσωπα
48 Εφημερίδα, «Κρητική Εφημε ρίς», 1901.

27

κάποιον, Στεφανάκη Νικόλαο και κάποιον Ιωσήφ Βολογιαννάκη, κατοίκων και οι
δύο της ίδιας επαρχίας. Ο πρώτος του χρωστάει 1.253,90 δρχ. και ο άλλος 420,65
δρχ. Η κοινοποίηση, επίσης, μας πληροφορεί για την ιδιοκτησία του καθενός που
πρόκειται εκποιηθεί και η οποία αποτελείται κυρίως από αγρούς. Ακόμη, μας
πληροφορεί ότι πληρεξούσιος δικηγόρος του Ιωάννη Πρεβελάκη είναι ο δικηγόρος
Εμμανουήλ Πρεβελάκης. Δηλαδή, ο Ιωάννης Πρεβελάκης, έμπορος πιθανόν
λαδιού, δανείζει λεφτά σε κάποιους αγρότες μάλλον, αυτοί δεν έχουν να τα
ξεπληρώσουν και τους κατάσχει την υποθηκευμένη περιουσία 4 9 . Επίσης, φαίνεται
από μία άλλη κοινοποίηση πλειστηριασμού ότι και ο Εμμανουήλ Πρεβελάκης
ακολουθούσε την χαρακτηριστική αυτή μέθοδο συσσώρευσης κεφαλαίου. Ένας
άλλος παραδοσιακός τρόπος σύσφιξης πολιτικών σχέσεων μέσα από τους
οικογενειακούς δεσμούς είναι και η κουμπαριά.
Οικογένεια Σαουνάτσου. Γεώργιος Σαουνάτσος γιατρός. Σαουνάτσος
Θεμιστοκλής του Γεωργίου, φαρμακοποιός. Σαουνάτσος Ιωάννης, δικαστικός και ο
Ανδρέας Σαουνάτσος, υποπρόξενος της Γαλλίας στο Ρέθυμνο, οποίος είχε στις
αρχές του αιώνα φιλοξενήσει και τον γάλλο Πρωθυπουργό Κλεμανσώ 5 0 . Ο
Γεώργιος Σαουνάτσος, ήταν βουλευτής και συνεχές μέλος του Δημοτικού
Συμβουλίου του Ρεθύμνου από το 1898. Στην αρχή ο Ιωάννης Σαουνάτσος ήταν
εισηγητής του Πρωτοδικείου Ρεθύμνης, αργότερα γίνεται Πρωτοδίκης στα Χανιά.
Ο Πολύδωρος Σαουνάτσος πρέπει να είχε εμπορικές και οικονομικές ασχολίες,
καθώς το 1901 μαζί με άλλα δύο άτομα αναλαμβάνει εκκαθαριστής της Εταιρίας
του Μάρκου Σκουλούδη.
Από μια πληροφορία που έχουμε από την «Κρητική Εφημερίδα» μαθαίνουμε
ότι ο Θεμιστοκλής Σαουνάτσος, φαρμακοποιός, από τους κορυφαίους μάλιστα
καθώς είχε πάρει μέρος και στην Διεθνή Έκθεση των Χανίων 5 1 , ήταν από τα
πρόσωπα που δεν κατόρθωσαν να εκλεχτούν στο Συμβούλιο του Γυμναστικού
Συλλόγου. Ο συντάκτης της εφημερίδας υποστηρίζει ότι σε αυτήν την εκλογική
μάχη κανένας από τους «βενιζελικούς» δεν εκλέχτηκε και συνεχίζει εξαιρώντας
από αυτούς τρία πρόσωπα τα οποία δεν ήταν «βενιζελικοί» 5 2 . Ο Θεμιστοκλής
Σαουνάτσος δεν είναι στα τρία ονόματα αυτά και επομένως άνηκε στην αντίπαλη
πολιτική παράταξη. Το πρόσωπο αυτό είχε μία πετυχημένη, καθαρά αστική
επιχείρηση η οποία του άφηνε περιθώρια να μην ακολουθεί αναγκαστικά τους
παραδοσιακούς οικογενειακούς μηχανισμούς, να διαφοροποιείται πολιτικά και να
είναι αυτόνομο οικονομικά από την υπόλοιπη οικογένεια.
Τα πολλά ονόματα, οι σημαντικότατες θέσεις αλλά και το βενετσιάνικης
καταγωγής επώνυμο, οδηγούν στο να υποθέσουμε ότι οι Σαουνάτσοι αποτελούν
4 9 Σ τ ο π ρ ώ τ ο ( 2 1 Ι ο υ λ . 1 9 0 1 ) φ ύ λ λ ο τ η ς « Κ ρ η τ ι κ ή ς Ε φ η μ ε ρ ί δ ο ς » , ο σ υ ν τ ά κ τ η ς υ π ο σ τ η ρ ί ζ ε ι ό τ ι ο ι α γ ρ ό τ ε ς β ρ ί σ κο ν τ α ι σ ε ά σ κ η μ η
οικονομική κατάσταση εξ αιτίας του συστήματος του δανεισμού.
5 0 Τσ ι ρ ι μ ο ν ά κ η Μ α ρ ί α « Ε ν Ρ ε θ ύ μ ν ω » , 1 9 9 7 , Ρ έ θ υ μ ν ο , σ ε λ . 4 0 .
51 Σημανδηράκη Ζαχαρένια, «Η Α΄Διεθνής Έκθεση Χανίων (1900)», Κρητολογικά Γράμματα , σελ. 478 - 520.
5 2 Α π ό τ η ν « Ε π ι θ ε ώ ρ η σ η » ξ έ ρ ο υ μ ε ό τ ι γ ε ν ι κ ό τ ε ρ α ο ι β ε ν ι ζ ε λ ι κ ο ί δ ε ν ε ί χ α ν κ ά π ο ι ο σ η μ α ν τ ι κό ρ ε ύ μ α τ η ν ε π ο χ ή α υ τ ή σ τ ο Ρ έ θ υ μ ν ο
κ α ι μ ά λ λ ο ν , ο ό ρ ο ς β ε ν ι ζ ε λ ι κ ο ί σ τ η ν π ρ ι γ κ η π ι κ ή ε φ η μ ε ρ ί δ α ή τ α ν π ε ρ ι σ σ ό τ ε ρ ο α φ ο ρ ι σ τ ι κ ό ς κ α ι υ π ο τ ι μ η τ ι κό ς π α ρ ά α ν τ ι π ρ ο σ ώ π ε υ ε
την πραγματική κατάσταση.

28

μία οικογένεια με μεγαλύτερη αριστοκρατική παράδοση σε σχέση με τις άλλες που
ήλθαν σχετικά πρόσφατα ως ηγετική τάξη στο Ρέθυμνο.
Οικογένεια Δρανδάκης. Ο Βασίλειος Δρανδάκης ήταν από τα πρόσωπα που ο
συνταγματάρχης Χίοστακ εμπιστεύτηκε όταν έφτασε στην πόλη, καθώς τον
διόρισε το1898 μαζί με τον επίσκοπο και άλλα τρία άτομα την διοικητική επιτροπή
του Ρεθύμνου. Ο ίδιος ήταν δικηγόρος και γραμματέας της Νομαρχίας Ρεθύμνης.
Ο Στυλιανός Δρανδάκης υπήρξε από τους πρώτους δασκάλους που όρισε η
επιτροπή του Χίοστακ το 1898σε δημοτικό σχολείο. Ο Δρανδάκης Χαράλαμπος
ήταν εμπορικός αντιπρόσωπος της εταιρίας του Καλογένητου στον Μυλοπόταμο.
Ευάγγελος Δρανδάκης ήταν έμπορος κι όπως μαθαίνουμε από μία κοινοποίηση
πλειστηριασμού για κατάσχεση από δάνειο, λειτουργούσε προφανώς και ως
δανειστής. Ο Λεωνίδας Δρανδάκης εκλέχτηκε στο συμβούλιο του Γυμναστικού
Συλλόγου. Οι πολλαπλές αυτές πολιτικές, οικονομικές σχέσεις με πρόσωπα του
κυβερνητικού κόμματος και τα κρατικά αξιώματα και θέσεις θέτει την οικογένεια
Δρανδάκη έναν από τους βασικούς πολιτικούς υποστηρικτές του ηγεμονικού
καθεστώτος.
Ο Κωστογιάννης Στυλιανός ήταν δικηγόρος και συντάκτης στην εφημερίδα
«Κρητική Εφημερίς». Βασικό στέλεχος των φιλοπριγκιπικών αναλαμβάνει να
προβάλει και να εκφράσει τον κυβερνητικό λόγο στο Ρέθυμνο, όταν ήδη
κυκλοφορεί μία αντιπολιτευτική εφημερίδα και όταν μετά τη ρήξη Γεωργίου και
Βενιζέλου το εποικοδόμημά τους αρχίζει να τρίζει. Ήταν μέλος του δημοτικού
συμβουλίου.
Καλογένητος Νικόλαος ήταν ίσως ο αρχηγός την περίοδο αυτή της
φιλοπριγκιπικής μερίδας στο Ρέθυμνο. Ήταν διευθυντής της «Κρητικής
Εφημερίδας», όπου με διάφορα άρθρα επιτίθεται ενάντια στους βενιζελικούς, τους
ανεξάρτητους του Ρεθύμνου και γενικότερα προπαγανδίζει υπέρ του υπάρχοντος
καθεστώτος. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε σχέση με την «Επιθεώρηση», δεν
αναφέρεται καθόλου σχεδόν σε βασικά θέματα και υπαρκτά προβλήματα της
ντόπιας κοινωνίας τα οποία η κυβέρνηση αγνοεί. Διετέλεσε βουλευτής Ρεθύμνου,
δημοτικός σύμβουλος και πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου, θέση με
ουσιαστικό πολιτικό ρόλο. Ενώ από τη μία κατηγορεί τον κομματισμό, από την
άλλη ο ίδιος λειτουργεί πολιτικά με ραδιουργίες και μηχανισμούς. Η
«Επιθεώρηση» τον κατηγορεί ότι κατάφερε να γίνει πρόεδρος του δημοτικού
συμβουλίου γιατί είχε με το μέρος του δύο μέλη από τα Περιβόλια  περιοχή
φαίνεται που ο Καλογένητος είχε ως πολιτική βάση, καθώς αυτοί οι δύο είχαν
οικονομικές δοσοληψίες με τον Καλογένητο. Για το πως λειτουργούσε ο κρατικός κομματικός μηχανισμός, μας το δείχνει το περιστατικό που μας αναφέρει η
«Επιθεώρηση». Ο Νικόλαος Καλογένητος ήταν υποψήφιος για πρόεδρος του
δημοτικού συμβουλίου μετά τις εκλογές του 1901 που ήταν περίοδος
Χριστουγέννων. Προσπαθεί να έρθει «δια των φίλων του» διαταγή από τον
Μανούσο Κούνδουρο, σύμβουλο των εσωτερικών, «η σύλληψις κατά τας αγίας
ταύτας χριστιανικάς ημέρας του Δημοτικού Συμβούλου Θεμ. Παπαδάκην και η
φυλάκισις του δια να εκτίση την ποινήν ην καταδικάσθη δι’ αδίκημα του τύπου, ως
29

λέγεται ώστε να απουσιάζη την ημέραν της εκλογής και να ενεργήσει να ορισθή [από
το δικαστήριο] κατά την προσεχήν Τετάρτην και στερήση μίας ψήφου τον αντίπαλόν
του» 5 3 .
Επαγγελματικά ο κ. Καλογένητος ασχολείται με πάρα πολλά πράγματα.. Όπως
φάνηκε η βάση του πελατειακού του μηχανισμού ήταν η περιοχή των Περιβολίων.
Αλλά είχε στην ιδιοκτησία του σαπωνοποιείο, και μάλιστα κατηγορήθηκε ότι ήρε
την άδεια λειτουργίας από ένα άλλο σαπωνοποιείο για λόγους ανταγωνιστικούς.
Διατηρούσε εμπορικό κατάστημα στο Ρέθυμνο υπό την επωνυμία «Ιατρουδάκης,
Καλογένητος και Σία», το οποίο είχε και υποκατάστημα στο Καστέλι
Μυλοποτάμου, ενώ κατηγορήθηκε από τους αντιπάλους του ότι γραφική ύλη για
τις ανάγκες της δημαρχίας τα αγόραζε από το δικό του κατάστημα. Τέλος,
μαθαίνουμε ότι ο Καλογέννητος ήταν και συνεργάτης του τυπογράφου
Καλαϊντζάκη 5 4 . Ο Καλογένητος αποτελεί τον βασικό κανόνα προσώπου το οποίο
ασχολείται με πάρα πολλές επιχειρήσεις, συνδέεται με το κρατικό - κομματικό
μηχανισμό, πολιτεύεται και βασίζεται στις πελατειακές σχέσεις.
Σημαντικό ρόλο στην κυβερνητική παράταξη είχε η οικογένεια του Αριστείδη
Παπαδάκη, ηγεμονικού 5 5 βουλευτή. Ο γιος του Σπύρος ήταν γιατρός και ο
Εμμανουήλ Παπαδάκης συγγενής εξ’ αγχιστείας με τους Τσουδερούς ήταν μέλη
του Συμβουλίου του Γυμναστικού Συλλόγου.
Ο Ιωάννης Τσουδερός από τους κορυφαίους πολιτικούς του κυβερνητικού
κόμματος. Ο Ιωάννης Τσουδερός ιατρός στο επάγγελμα μέλος της μεγάλης
οικογένειας των «Τσουδερών ή Καλλέργων». Η οικογένειά του είχε πολλές
αγωνιστικές περγαμηνές. Ο ίδιος πήρε μέρος στις επαναστάσεις του 1878 και σε
ηλικία 25 χρονών εξελέγη αρχηγός της Επαρχίας του Αγίου Βασιλείου. Ο θείος του
Μιχαήλ Τσουδερός είχε το ίδιο ακριβώς αξίωμα στην επανάσταση του 1866.
Πεθερός του ήταν ο Εμμανουήλ Παπαδάκης. Μετά τη σύγκρουση Βενιζέλου
Γεωργίου μαζί με τον Βενιζέλο παραιτήθηκε και ο Κωνσταντίνος Φούμης από τη
θέση του σύμβουλου των Οικονομικών και στη θέση αυτή διορίστηκε ο
Τσουδερός. Ο ίδιος όμως στο κίνημα του θερίσου πήγε με το μέρος των
βενιζελικών 5 6 .
Από τον κατάλογο των συμμετοχών στην Διεθνή Έκθεση των Χανίων 5 7
βλέπουμε ότι ο Τσουδερός ήδη ασχολείται με την μεταλλουργία. Έχει ζητήσει και
του έχει δοθεί η εκμετάλλευση έκτασης 1051 στρεμμάτων και 350 μέτρων στην
περιφέρεια του χωριού Ασωμάτων 5 8 , 4895 στρ. 715 μ. στην περιφέρεια του χωριού
53 Εφημερίδα, «Κρητική Εφημε ρίς», 5/1/1901.
5 4 Ε φ η μ ε ρ ί δ α , « Κ ρ η τ ι κ ή Ε φ η μ ε ρ ί ς » , 5 / 1 / 1 9 0 1 . Α υ τ ή η π λ η ρ ο φ ο ρ ί α ε ά ν δ ε ν ε ί ν α ι α π λ ώ ς έ ν α μ ι κ ρ ο π ο λ ι τ ι κό ψ έ μ α , έ χ ε ι ι δ ι α ί τ ε ρ η
σ η μ α σ ί α κ α θ ώ ς ο Κα λ α ϊ ν τ ζά κ η ς α ρ γ ό τ ε ρ α π α ρ ο υ σ ι ά ζ ε τ α ι ω ς β ε ν ι ζ ε λ ι κ ό ς . Ο ι μ ε τ α σ τ ρ ο φ έ ς α υ τ έ ς κ α ι ο ι σ υ ν θ ή κ ε ς μ ε τ ι ς ο π ο ί ε ς
έγιναν, όταν ο Γεώργιος ήταν για την Κρήτη πλέον ένα «κακό» παρελθόν, καταδεικνύουν την πολιτική συμπεριφορά ενός
σ υ γ κ ε κ ρ ι μ έ ν ο υ κ ο ι ν ω ν ι κο ύ σ τ ρ ώ μ α τ ο ς , π ο υ θ έ λ ε ι ν α ε ί ν α ι π ά ν τ α μ ε τ ο μ έ ρ ο ς τ η ς ε ξο υ σ ί α ς .
55 Διορισμένου δηλαδή από τον Ηγεμόνα κι όχι εκλεγμένου.
56 Δετοράκης Θεοχά ρης, Η Ιστορί α της Κρήτης , 1986, Αθ ήνα, σελ. 446.
57 Σημανδηράκη Ζαχαρένια, «Η Α΄ Διεθνής Έκθεση Χανίων (1900)», σελ. 478 - 520.
58 Εφημερίδα, «Κρητική Εφημε ρίς», 24/8/1902.

30

Μυρθίου του Δήμου Φοίνικος και 2.741 στρ. 561 μ. της περιφέρειας του χωριού
Αγκουσελιανά του Δήμου Λάμπης. Όλες αυτές οι εκτάσεις, που ο ίδιος
ανακάλυψε 5 9 , ανήκουν στην επαρχία του Αγίου Βασιλείου και ήταν πρόσφορες για
μεταλλεία λιγνίτη και γαιάνθρακα. Με έγγραφό προς τον Νομάρχη ζητούσε να του
δοθεί η οριστική εκμετάλλευση 6 0 όλης αυτής της γης. Από εδώ συμπεραίνουμε την
μεγάλης έκτασης περιουσία των Τσουδερών καθώς και την οικονομική βάση, τα
μεταλλεία, που έδωσαν δηλαδή στην οικογένεια την γρήγορη ανέλιξη της σε
σημαντικό κομμάτι της ελληνικής αστικής τάξης και του ελληνικού πολιτικού
βίου. Επίσης, οι Τσουδεροί φαίνεται από διακοίνωση πλειστηριασμού ότι
ακολουθούσαν και αυτοί τον γενικό κανόνα του πελατειακού μηχανισμού.
Από τον κατάλογο όσων εκλέχτηκαν στο Συμβούλιο του Γυμνασίου Συλλόγου
συμπεραίνουμε ότι ήταν με το μέρος των φιλοπριγκηπικών οι Μαραγκουδάκης
Στυλιανός, δικηγόρος και πρώην βουλευτής, Αστρινός Ευάγγελος, Περυσάκης
Γεώργιος, διευθυντής του Γυμναστηρίου, Καούνης Εμμανουήλ, Ανδρουλιδάκης
Άγγελος, Σταματάκης Χαράλαμπος, Μανουσέλης Στυλιανός, Τσερβάκης
Αλέξανδρος, Κασιμάτης Ιωάννης, Ανυφαντάκης Κωνσταντίνος, Γαβαλάς Ανδρέας.
Επίσης, ο Γεώργιος Αθανασιάδης, δικηγόρος, κουμπάρος με τους Πρεβελάκηδες.
Επίσης, στο κυβερνητικό κόμμα άνηκε και ο Εμμανουήλ Πορτάλιος που ήταν
ηγεμονικός βουλευτής.
Στον αντίποδα όλων αυτών έχουμε τα πρόσωπα εκείνα που κινούνται πολιτικά
και εκφράζονται από την εφημερίδα «Αναγέννηση» και «Επιθεώρηση».
Από τις πιο σημαντικές οικογένειες που φαίνεται να κρατούσαν αποστάσεις
από τον κυβερνητικό μηχανισμό πρέπει να ήταν η οικογένεια Πετυχάκη. Ο Μίνως
Πετυχάκης ήταν δικηγόρος και υποπρόξενος της Ελλάδας στο Ρέθυμνο για πολλά
χρόνια. Ήταν ο αντίπαλος υποψήφιος του Καλογένητου στις Δημοτικές εκλογές
του Ιανουαρίου του 1902, γύρω από τον οποίο είχαν συσπειρωθεί όλοι οι
αντιπολιτευόμενοι 6 1 . Ο Τίτος Πετυχάκης, δικηγόρος ο γνωστός μετέπειτα
δήμαρχος Ρεθύμνης, που τότε μόλις άρχιζε την πολιτική σταδιοδρομία του, και ο
Αλέξανδρος Πετυχάκης ήταν από τα πρόσωπα που απέτυχαν να εκλεγούν στο
Συμβούλιο του Γυμναστικού Συλλόγου πράγμα που επιβεβαιώνει την άποψη για
την αντικυβερνητική τους στάση. Άλλα γνωστά μέλη της οικογενείας ήταν ο
Κωνσταντίνος Πετυχάκης 6 2 ο οποίος ήταν έμπορος, υποπρόξενος της Ιταλίας στο
Ρέθυμνο και πρόεδρος του Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου, καθώς και η Πετυχάκη
Μαρία που ήταν δασκάλα στο Παρθεναγωγείο του δήμου Ρεθύμνου.
Άλλα σημαντικά πρόσωπα της αντιπολιτευτικής μερίδας ήταν ο Μανουσάκης
Π., ο Κορωνάκης Νικόλαος, ο Βάλαρης Φ., ο Ζακάκης Τίτος, ο Τσιριμονάκης
Εμμανουήλ, ο Καλομενόπουλος Εμμανουήλ, ο Καφφάτος Γεώργιος, δικηγόρος, ο
Πενθερουδάκης Μ., Γοβαντζιδάκης Ιωάννης, έμπορος με κατάστημα ειδών
59 Εφημερίδα, «Κρητική Εφημε ρίς», 1/9/1902.
6 0 Ν α σ η μ ε ι ω θ ε ί ε δ ώ ό τ ι ο Τσ ο υ δ ε ρ ό ς ή τ α ν τ ό τ ε μ έ λ ο ς τ η ς κ υ β έ ρ ν η σ η ς .
61 Εφημερίδα, «Κρητική Εφημε ρίς», 5/1/1901.
62 Σημανδηράκη Ζαχαρένια, «Η Α΄ Διεθνής Έκθεση Χανίων (1900)», σελ. 479.

31

ρουχισμού, Πατσουράκης Γεώργιος, Σκουλούδης Μάρκος, Σωτήρχος Νικόλαος,
Δαφνομήλης Ευάγγελος, δικηγόρος.
Το κυβερνητικό κόμμα και η μουσουλμανική κοινότητα.
Μετά τις καταστροφές της εξέγερσης του 1896 - 7 σε όλες τις μεγάλες πόλεις
έτσι και στο Ρέθυμνο συγκεντρώθηκε μεγάλος αριθμός από μουσουλμάνους, για να
βρούνε προστασία στα σουλτανικά στρατεύματα και στα τείχη. Όταν τελικά οι
χριστιανοί επικράτησαν και τα σουλτανικά στρατεύματα έφυγαν, οι μουσουλμάνοι
ένιωθαν ότι ήταν απροστάτευτοι. Ο ερχομός και η εγκατάσταση των ευρωπαϊκών
συνταγμάτων στις πόλεις και η σταθερότητα που αυτοί εγγυούνταν αποτέλεσαν για
τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς τους μοναδικούς προστάτες. Επόμενο ήταν,
λοιπόν, η μεγάλη μουσουλμανική μάζα να στηρίξει τον πρίγκιπα, αφού αυτός
αποτελούσε την συνέχεια και την εγγύηση προστασίας και ειρηνικής συνύπαρξης
που οι μεγάλες δυνάμεις είχαν εγγυηθεί για αυτούς. Το ίδιο και η μεσαία αστική
μουσουλμανική τάξη που ήταν κυρίως έμποροι και μικροί ή μεσαίοι
καταστηματάρχες δεν έβλεπαν τον λόγο που θα έπρεπε να αντιταχτούν στη νέα
εξουσία αφού αυτή τους διασφάλιζε προστασία και ομαλή οικονομική ζωή, ύστερα
από πολύ ταραγμένες περιόδους.
Αντίθετα, οι αστοί μουσουλμάνοι έβλεπαν ότι στο καινούριο καθεστώς με ένα
σύνταγμα που τους έθετε σε δεύτερη μοίρα, η θέση τους ήταν περιορισμένη
πολιτικά και οικονομικά. Το φιλελεύθερο πρόγραμμα των βενιζελικών για ισότητα
και ισοπολιτεία των δύο στοιχείων εξυπηρετούσε καλύτερα τις θέσεις και τα
συμφέροντά τους.
Στο Ρέθυμνο η απόλυτη πλειοψηφία των μουσουλμάνων στηρίζουν τους
κυβερνητικούς. Στο δημοτικό συμβούλιο που εκλέχτηκε μετά τα τέλη του 1901, οι
μουσουλμάνοι στηρίζουν τον Καλογένητο. Αυτοί ήταν : ο Αλής Σεβκής
Τσιτσεκάκης, που εκλέγεται και αντιπρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου. Ο ίδιος
ήταν και μέλος της διοικητικής επιτροπής των μουσουλμανικών ιδρυμάτων στο
Ρέθυμνο, ενώ ο λαδέμπορος Χουσνή Βέη Τσιτσεκάκης ήταν προφανώς κάποιος
συγγενής του. Ο Φαχουρδίν εφένδη Χοτζάκης, ηγεμονικός βουλευτής, έμπορος
καπνού, μεγάλη προσωπικότητα μέσα στα πλαίσια της μουσουλμανικής
κοινότητας, καθώς ήταν και Ιμάμης Πρόεδρος της διοικητικής επιτροπής των
μουσουλμανικών ιδρυμάτων. Επίσης, ήταν Πρόεδρος της Γερουσίας της
μουσουλμανικής κοινότητας. Οι μουσουλμάνοι έμποροι οι οποίοι και
πολιτεύονταν, έστηναν και αυτοί ανάλογους πελατειακούς μηχανισμούς και
σχέσεις. Ο Χατζαλής Σιναμεκάκης ήταν επίσης μέλος και διευθυντής της
διοικητικής επιτροπής των μουσουλμανικών ιδρυμάτων. Ο Χουσνής
Μποκλογλάκης και Χατζή Χασάν Μπαρμπερετζάκης. Ο Βαφή Εφένδης
Σελιανάκης, από τους πιο γνωστούς επιχειρηματίες της περιόδου, ιδιοκτήτης του
μεγαλύτερου σαπωνοποιείου του Ρεθύμνου και από τα μεγαλύτερα της Κρήτης,
εξήγαγε στην Ανατολή. Επίσης, από το άρθρο του κ. Παρασκευά βλέπουμε ότι
«εκτός από τη σαπωνοποιία ασχολούνταν με εμπόριο αποικιακών, είχε ατμοκίνητο
32

ελαιοτριβείο, έκανε εξαγωγές λαδιού, εγχωρίων προϊόντων» 6 3 . Αργότερα, φαίνεται
ότι ο Σελιανάκης θα συγκρουστεί με τον Καλογένητο, καθώς ο δεύτερος, ο οποίος
είχε στην ιδιοκτησία του σαπωνοποιείο, θα προσπαθήσει να άρει την άδεια
λειτουργίας του σαπωνοποιείου του Σελιανάκη. Πιθανόν τότε ο Σελιανάκης,
επειδή η «Επιθεώρηση» τον στήριξε σε εκείνη την φάση καταγγέλλοντας την
προσπάθεια αυτή του πρόεδρου του δημοτικού συμβουλίου να άλλαξε μερίδα. Η
«Επιθεώρηση» πάντως τον είχε στηρίξει και στις εκλογές παρά το γεγονός ότι ο
Σελιανάκης ήταν με τους Καλογεννητικούς. Αυτό δείχνει ότι διατηρούσε καλές
σχέσεις μαζί τους.
Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΠΡΟΞΕΝΩΝ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ΣΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ
ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΤΟΥ ΡΕΘΥΜΝΟΥ
Αυτό που αρχικά εντυπωσιάζει, όσον αφορά στις προξενικές αρχές του
Ρεθύμνου και γενικότερα της Κρήτης, είναι το γεγονός ότι όλοι εκείνοι που τις
στελεχώνουν είναι ντόπιοι και μάλιστα χριστιανοί. Τί ήταν εκείνο που έκανε αυτά
τα πρόσωπα να γίνουν πολιτικά και οικονομικά όργανα μίας ξένης δύναμης στον
τόπο τους; Το ερώτημα ενισχύεται αν προσθέσει κανείς μάλιστα ότι πολλές φορές
τα συμφέροντα του τόπου τους έρχονταν σε πλήρη αντίθεση με τα συμφέροντα των
δυνάμεων.
Πρώτα όμως ας ολοκληρώσουμε τον κατάλογο με τους υποπρόξενους.
Υποπρόξενος Γαλλίας ήταν ο Ανδρέας Σαουνάτσος, Ιταλίας ο Κωνσταντίνος
Πετυχάκης και αργότερα ο Χαρίδημος Τσιριμονάκης, Ελλάδας ο Μίνως
Πετυχάκης, Αγγλίας και Αυστροουγγαρίας ο Θεόδωρος Τριφύλλης, Ρωσίας ο
Γεώργιος Ι. Χατζηγρηγοράκης.
Όλοι σχεδόν οι πρόξενοι προέρχονταν από μεγάλες και εμπορικές
οικογένειες. Από επαγγελματική άποψη συνδέονταν συνήθως εμπορικά με τις
χώρες που εκπροσωπούσαν. Είδαμε την οικογένεια Πετυχάκη και την οικογένεια
Σαουνάτσου που υπήρξαν μεγάλοι έμποροι, άτομα που ασχολούνταν με τα
πολιτικά, οικογένειες με μεγάλο κύρος και παράδοση. Λογικό ήταν, επομένως, από
μέρους τους να ταυτίζουν τα συμφέροντά τους με αυτές, χωρίς μάλιστα αυτό να
φαίνεται σαν «προδοσία», αλλά μάλλον σαν κάτι καλό για τον τόπο. Εντύπωση,
επίσης, κάνει η περίπτωση του Θεόδωρου Τριφύλλη. Ήταν ταυτόχρονα
υποπρόξενος δύο δυνάμεων και μάλιστα αντίπαλων στο διπλωματικό και πολιτικό
πεδίο αντίπαλες. Πώς λοιπόν μπορούσε να εκπροσωπεί ταυτόχρονα δύο αντίπαλες
δυνάμεις; Την απάντηση σε αυτό νομίζω ότι θα τη βρούμε στη φύση του θεσμού
του υποπρόξενου. Αν αφαιρέσουμε την περίπτωση του Ρώσου υποπρόξενου, ο
οποίος εξαιτίας των ρωσικών στρατευμάτων κατοχής είχε ιδιαίτερο πολιτικό ρόλο,
οι υπόλοιποι ήταν κυρίως οικονομικοί αντιπρόσωποι κάποιας εταιρίας (για
παράδειγμα ο Τριφύλλης ήταν πράκτορας της μεγάλης αυστριακής εταιρίας Loyd)
και απλώς αναλάμβαναν να εκπροσωπούν και τις χώρες αυτών των εταιριών σε
οικονομικά θέματα και να ενημερώνουν τους πρέσβεις για την πολιτική κατάσταση
63 Παρασκευάς Παναγιώτης, «Οι Σαπ ωνοπονοποιϊες του Ρεθύμνου», σελ. 34.

33

της περιοχής τους. Δεν θα ήταν παράξενο, λοιπόν, κάποιος να αναλάβει, αφού έχει
εμπορική σχέση με εταιρίες δύο διαφορετικών χωρών να το κάνει και για τις δύο.
Σίγουρα η θέση του υποπρόξενου πέρα από το κύρος θα πρέπει να είχε και
οικονομικό αντίκρισμα στις επαγγελματικές ασχολίες των προσώπων αυτών.
Ακριβώς επειδή είχε έναν τέτοιο εμπορικό χαρακτήρα ο θεσμός του
υποπροξένου, πήρε και μία μορφή οικογενειακής υπόθεσης. Για παράδειγμα
βλέπουμε τον Θεόδωρο Τριφύλλη κάποια στιγμή να ορίζεται πράκτορας των Loyd
στην Κέρκυρα και να αφήνει στο Ρέθυμνο διάδοχο και για τη θέση του πράκτορα
αλλά και για τη θέση του υποπρόξενου τον γιο του. Επίσης, το ίδιο βλέπουμε και
τον Χατζηγρηγοράκη που διαδέχεται τον πεθερό του Μανούσο Μουρατζάκη,
έμπορο 6 4 , στην θέση του υποπρόξενου.
Σίγουρα, ο ρόλος των υποπρόξενων είχε ιδιαίτερη σημασία καθώς μπορούσαν
να καταστούν φορείς διείσδυσης των απόψεων των δυνάμεων για το κρητικό στην
ανώτερη τάξη οπότε και αυτή να προσανατολιστεί ανάλογα.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Μέσα από αυτήν την εργασία γίνεται μία πρώτη προσπάθεια να συγκεντρωθεί
ένα σκόρπιο υλικό με σκοπό να καταδειχθεί η κοινωνική διάρθρωση και η
πολιτική δράση της ηγετικής ομάδας του νησιού και ειδικότερα του Ρεθύμνου την
περίοδο 1898 - 1905, σε μία πολύ σημαντική στιγμή της κρητικής ιστορίας.
Σίγουρα, η μελέτη είναι πολύ ελλιπής. Λείπουν πολλά στοιχεία πρωτογενούς
έρευνας αλλά και δευτερογενούς. Η περίοδος αυτή παρά το ενδιαφέρον των
τελευταίων χρόνων παραμένει σχεδόν άγνωστη σε πολλά και σημαντικά πεδία,
όπως η οικονομία, η κοινωνία της επαρχίας, η ζωή των αγροτικών τάξεων, η ζωή
στις πόλεις, η δράση του μουσουλμανικού στοιχείου αλλά και μελέτες με πιο
συνολική ματιά.
Σκοπός της εργασίας δεν ήταν μία απλή καταγραφή προσώπων και
συμπεριφορών της άρχουσας τάξης αλλά η προσπάθεια εξήγησης της πολιτικής
της δράσης και ύπαρξης μέσα από μία πιο διεισδυτική ματιά στην κοινωνική
πραγματικότητα. Οι άνθρωποι δεν λειτουργούν πολιτικά και κοινωνικά με βάση
ιδεολογίες αποκομμένες από την ζωή τους και τα προβλήματά τους, αλλά
φτιάχνουν τις ιδεολογίες σύμφωνα με τις ανάγκες τους. Προσπαθούν να
δικαιολογήσουν αλλά και να καλύψουν πολλές φορές τους στόχους και τα
συμφέροντά τους, που συνήθως είναι καθαρά οικονομικά -βιοποριστικά επαγγελματικά, με πιο ηθικές αξίες και ανώτερους στόχους. Αυτή η συμπεριφορά
χαρακτηρίζει κυρίως τις άρχουσες τάξεις. Γιατί χρειάζεται όχι μόνο να επιβληθούν
στις αρχόμενες τάξεις, αλλά και να κρύψουν τη δυσάρεστη για αυτές τις δεύτερες
κατάστασή της εξάρτησης και της εκμετάλλευσης για να τις καταστήσουν
συμμέτοχες των επιδιώξεών τους.
Εμβαθύνοντας και συσχετίζοντας, λοιπόν, τις συμπεριφορές και τους στόχους
της κρητικής και ρεθυμνιώτικης αστικής τάξης, με τις κοινωνικές σχέσεις και την
6 4 Δ ε τ ο ρ ά κ η ς Μ α ν ό λ η ς , « Ο γ ι α τ ρ ό ς α γ ω ν ι σ τ ή ς Γ ε ώ ρ γ ι ο ς Ι ω σ . Χ α τ ζη γ ρ η γ ο ρ ά κ η ς » , Κ ρ η τ ο λ ο γ ι κ ά Γ ρ ά μ μ α τ α , σ ε λ . 3 6 1 .

34

οικονομική δράση της πιστεύω ότι μπορούν να κατανοηθούν τα πραγματικά αίτια
των πολιτικών επιλογών της, να αποκαλυφθεί ο μηχανισμός που θέτει τα πράγματα
σε κίνηση, αλλά και να ξεπεταχτούν από τη λήθη κομμάτια της ιστορίας αυτής της
περιοχής.

Συμπεράσματα.
Ένα πρώτο συμπέρασμα είναι ότι οι πελατειακές σχέσεις λειτουργούν και εδώ.
Μέσα όμως από τα κόμματα το «τοπικό» που χαρακτηρίζει τις πελατειακές σχέσεις
μετατρέπεται σε «γενικό». Το αυστηρά «κοινοτικό» και «επαρχιακό» γίνεται
«ρεθυμνιακό» και από «ρεθυμνιακό», «παγκρήτιο».
Ένα δεύτερο είναι ότι στην πλειοψηφία τους οι ρεθυμνιώτες ήταν
συντηρητικοί και φιλοπριγκηπικοί. Σε πάρα πολλές ηγετικές θέσεις της κρητικής
πολιτείας την περίοδο αυτή βρίσκονταν ρεθυμνιώτες ειδικά την περίοδο της
όξυνσης της σύγκρουσης βενιζελικών και πριγκηπικών.
Ένα άλλο είναι ότι τελικά οι δυνάμεις του αστικού εκσυγχρονισμού παρά την
αρχική αδυναμία τους κατάφεραν και κυριάρχησαν όχι μόνο στην Κρήτη, αλλά και
με αφετηρία την Κρήτη αυτής της εποχής σε όλη την Ελλάδα.
Σε πιο ειδικά θέματα αυτό που αξίζει να επισημάνουμε είναι ότι η περίοδος
της Αυτονομίας δεν μπορεί να ειδωθεί ως κάτι το ενιαίο και ούτε όλες οι
κυβερνήσεις μπορούν να ειδωθούν ως κάτι το ίδιο. Από το 1906 με την
επικράτηση των φιλελεύθερων αστών αρχίζει μία νέα περίοδος με άλλα
χαρακτηριστικά και άλλους προσανατολισμούς, γι' αυτό επιλέχτηκε και εδώ να
γίνει αυτός ο διαχωρισμός στη μελέτη της άρχουσας τάξης.
Επίσης, η φτώχεια και η δυστυχία των αγροτικών τάξεων διαλύει το
ρομαντικό μύθο για την αλησμόνητη εκείνη ευημερούσα πολιτεία. Οι εφημερίδες
της εποχής πολύ λίγο σκιαγραφούν την πραγματική κατάσταση αλλά οι λίγες
αναφορές είναι αρκετές για να καταλάβουμε την μεγάλη απόσταση που χώριζε από
τις κατώτερες από τις ανώτερες ομάδες. Από τη μία υπήρχε η απόλυτη πλειοψηφία
των ανθρώπων που δεν είχαν τα μέσα να καλύψουν και τις πιο βασικές τους
ανάγκες όπως η τροφή, και από την άλλη μία μειοψηφία που ζούσε αυτόν τον
κοσμοπολίτικο μεγαλοαστικό βίο με τις μεγάλες πολιτικές συγκρούσεις και
συγκινήσεις. Μία μειοψηφία που πλούτιζε από την «νόμιμη» απόσπαση (δάνεια,
υπερτοκισμοί, έλλειψη κοινωνικής πρόνοιας) του παραγόμενου πλούτου των
φτωχών αγροτών.

35

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ











Berard V., Κρητικές Υποθέσεις, Οδοιπορικό 1897, (1994) εκδ.
Τροχαλία.
Δετοράκης Θεοχάρης, «Ο γιατρός αγωνιστής Γεώργιος Ιωσ.
Χατζηγρηγοράκης», Κρητολογικά Γράμματα 11, σελ.352 - 367.
Δετοράκης Θεοχάρης, Ιστορία της Κρήτης, 1986, Αθήνα.
Εφημερίδα του Ρεθύμνου«ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΙΣ»1900 - 1905.
Εφημερίδα του Ρεθύμνου «Κρητική Εφημερίς», 1901-1904.
Μπουρνόβα Ευγενία, «Εξέλιξη του πληθυσμού», Ρέθυμνο 1898
- 1913, από την αυτονομία στην ένωση, σελ.19 - 24.
Παπαμανουσάκης Στράτης, «Η ξενοκρατία στην Κρήτη»,
(1979), εκδ. Κάλβος, Αθήνα.
Παπαμανουσάκης Στρατής, «Η Εποχή της Κρητικής
Πολιτείας», Αντί, 104, σελ. 21- 23.
Παπαμανουσάκης Στράτης, «Το Ενωτικό Κίνημα της Κρήτης
στα 1908 και ο Εμμ. Ξηράς», (1985) Χανιά.
Παρασκευάς Π.Μ., «Η Σαπωνοποιϊα της Κρήτης στα χρόνια
της Κρητικής Πολιτείας», Κρητικά Χρονικά 30, σελ.153 - 158.
Παρασκευάς Παναγιώτης, «Οι Σαπωνοπονοποιϊες του
Ρεθύμνου(1907- 1937)», Κρητολογικά Γράμματα 1,σελ. 33 43.
Σβολώπουλος Κωνσταντίνος, «Η αυτονομία στην Κρήτη,
Ιστορία και πολιτισμός, Τόμος Δεύτερος», (1988),εκδ.
Σύνδεσμος τοπικών ενώσεων, δήμων και κοινοτήτων Κρήτης,
Κρήτη.
Σημανδηράκη Ζαχαρένια, «Η Α΄Διεθνής Έκθεση Χανίων
(1900)», Κρητολογικά Γράμματα , σελ. 478 - 520.
Τσιριμονάκη Μαρία «Εν Ρεθύμνω», 1997, Ρέθυμνο.

36