You are on page 1of 3

Μικρή συμβολή στην ιστορία της νήσου του Αγίου Γεωργίου

Γράφει ο Παναγιώτης Βελτανισιάν
Η νησίδα του Αγ. Γεωργίου βρίσκεται στον όρμο των Παλουκίων μεταξύ
Ναυστάθμου και Καματερού. Ο αρχαίος γεωγράφος Στράβων καταγράφει στο στενό
μεταξύ Σαλαμίνας και Αττικής δύο νήσους, τις Φαρμακούσες, όπου στη μία αναφέρει
ότι υπάρχει ο τάφος της Κίρκης1. Η πληροφορία αυτή οδήγησε τον Ερρίκο Σλήμαν να
προβεί στην πρώτη του ανασκαφή κατά την παραμονή του στην Ελλάδα στο
νησιωτικό σύμπλεγμα των Κυράδων, βορειοανατολικά της Σαλαμίνας, στο στόμιο
του Ελευσινιακού κόλπου. Στη μεγαλύτερη από τις δύο νήσους εντόπισε μαζί με τη
σύζυγό του Σοφία ένα μεταβυζαντινό κτίσμα (ίσως εκκλησία). Συνέχισε την
αναζήτησή του για τον τάφο της Κίρκης στη νήσο Λέρο2 (Λέρα ή Νέρα) βόρεια του
Ναυστάθμου και σήμερα ενωμένη με επιχωμάτωση με τον τελευταίο. Εκεί έκανε
ανασκαφή σε μια φρυκτωρία. Άπρακτος κι απογοητευμένος εγκατέλειψε τη
Σαλαμίνα. Πάντως έχει επισημανθεί3 πως το σύμπλεγμα των δύο νησίδων που
αποτελούσαν τις Φαρμακούσες είναι δυνατό να είναι η νησίδα του Αγίου Γεωργίου
μαζί με τον σημερινό ύφαλο, πάνω στον οποίο σήμερα υπάρχει βάση κυβόλιθου 4.
Συνεπώς ο τάφος της Κίρκης ήταν χτισμένος στον ύφαλο αυτό, ο οποίος κατά την
αρχαιότητα θα ήταν κάπως υπερυψωμένος από την επιφάνεια της θάλασσας. Πολύ
πιθανό επίσης να ήταν το ταφικό αυτό μνημείο στην ανατολική άκρη της νησίδας του
σημερινού Αγ. Γεωργίου και πάνω σ’ αυτό να ανοικοδομήθηκε η αρχική
παλαιοχριστιανική βασιλική. Εξάλλου, οι βυζαντινοί συνήθιζαν να ανεγείρουν
εκκλησίες πάνω σε αρχαία ερείπια.
Κατά την επίσκεψή μας στη νήσο παρατηρήθηκαν στην ανατολική και νότια
ακτή της άπειροι σωροί οστράκων που ξεπερνούσαν σε ύψος το μισό μέτρο και
κατελάμβαναν επιφάνεια άνω των πέντε τετραγωνικών μέτρων ο καθένας. Αυτά τα
κελύφη πορφυρών οδήγησαν πολλούς μελετητές στο συμπέρασμα πως αποτελούν
κατάλοιπα βαφικής βιοτεχνίας των Φοινίκων5.
Η επισήμανση αυτή ταυτίζεται με την άποψη πως η ονομασία της νήσου
Σαλαμίνας προέρχεται από τη φοινικική λέξη «chalan» που σημαίνει «ειρήνη» και
συνεπώς η Σαλαμίνα είναι «ο τόπος της ειρήνης, της γαλήνης»6. Όσον αφορά την
ετυμολόγηση της λέξης «Σαλαμίς» παραβλέπεται το γεγονός πως η συγκεκριμένη
ονοματοθεσία είναι σύνθετη και αποτελείται από τη ρίζα σαλ (σάλος = ο
θαλασσόβρεχτος) και την κατάληξη –αμίς (= δηλωτικό της ποσότητας, κατά το βιταμίς). Συνεπώς «Σαλαμίς» σημαίνει το νησί του «θαλασσοβρέχεται πάρα πολύ». Η
ετυμολογία αυτή πιστεύω είναι ορθότερη και είναι σύμφωνη με την ελληνική.
Η άποψη μάλιστα αυτή είναι σχετική με την εμπεριστατωμένη επιτόπια
έρευνα που είχε πραγματοποιήσει κατά το 1987 ο αείμνηστος Δημήτριος Ι. Πάλλας,
Καθηγητής Βυζαντινής Αρχαιολογίας, ο οποίος είχε υποστηρίξει πως τα ερείπια της
βαφικής βιοτεχνίας δεν έχουν καμιά σχέση με φοινικική εγκατάσταση. Η ύπαρξη
μάλιστα μιας ερειπιώδους κοσμικής οικίας, σύγχρονης με την αρχική
1

«Γεωγραφικά», Θ´, 12.
Κανείς συγγραφέας της αρχαιότητας δεν καταγράφει τη νήσο αυτή. Πιθανό να ήταν συνδεδεμένη
τότε με ισθμό με την υπόλοιπη Σαλαμίνα.
3
Y. Lolos, «Heinrich and Sofia Schliemann in the Straits of Salamis», τεύχ. περιλήψεων των
ανακοινώσεων στα «Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου για τον Ερρίκο Σλήμαν» (Αθήνα, Απρίλιος 1990),
απ’ όπου και τα στοιχεία των ανασκαφών του Σλήμαν.
4
Εκεί ήταν εγκαταστημένος πυλώνας μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος.
5
Σπυρίδωνος Λάμπρου, «Φοίνικες εν Αγίω Γεωργίω τω παρά τη Σαλαμίνι», Ιστορικά Μελετήματα,
Αθήναι 1884, σελ. 33-43.
6
Άποψη F. Mover, στο ό.π.
2

παλαιοχριστιανική βασιλική, αξιολογήθηκε από τον ίδιο ως σχετική με την παραγωγή
πορφυρού χρώματος από τους ντόπιους στα πρωτοβυζαντινά χρόνια. Επισημαίνεται
πως το κτίσμα αυτό γειτνιάζει με τους σωρούς των κελυφών οστράκων και έτσι η
χρονική σχέση μεταξύ τους καθίσταται βεβαία7.
Ο ναός του Αγίου Γεωργίου είναι χτισμένος στην ανατολική άκρη της νήσου
και πάνω σε ευδιάκριτα ερείπια παλαιοχριστιανικής βασιλικής (τουλάχιστον του 7ου
αι. μ.Χ.). Το σημερινό εκκλησάκι είναι σταυρεπίστεγο με σκαφοειδούς θόλου στέγη.
Η αρχιτεκτονική αυτή ιδιομορφία του θόλου συναντάται στα χρόνια της
Φραγκοκρατίας και αποτελεί τεκμήριο πως ο ναός ανοικοδομήθηκε κατά τους
παραπάνω χρόνους.
Σε αυτό το ναό προστέθηκαν δύο βοηθητικοί χώροι στη βόρεια και νότια
πλευρά αντίστοιχα που επικοινωνούν με το εσωτερικό του ναού και με τον αύλειο
χώρο. Στη δυτική πλευρά κατασκευάστηκε επιβλητικό δίρριχτο υπόστεγο, το οποίο
στηρίζεται στη νότια πλευρά του από δύο ισχυρούς πεσσούς (τύποι κολώνας), ενώ
στη βόρεια από ενιαίο τοίχο, πιθανότατα για την προφύλαξη των πιστών από τους
δυνατούς βόρειους ανέμους. Οι διαμορφώσεις των βοηθητικών παράπλευρων χώρων
και του υπόστεγου έγιναν κατά το 1865 (= ΑΩΞΕ), όπως αναγράφεται σε μαρμάρινη
πλάκα, εντοιχισμένη στο επάνω μέρος του ανατολικού πεσσού.
Κατά το παραπάνω έτος η νησίδα του Αγίου Γεωργίου μετατράπη σε
Υγειονομοφυλάκειο και οικοδομήθηκαν οι οικίες που υπάρχουν σήμερα στο νησί.
Σύμφωνα με τη δημοσιευμένη μελέτη του Σαλαμίνιου Αντωνίου Β. Βιρβίλη (νομικού)
για το Λοιμοκαθαρτήριο του Αγ. Γεωργίου8, επισημαίνεται πως από το 1858 μέχρι το
1865 ο θαλάσσιος χώρος μπροστά από τον Αγ. Γεώργιο χρησιμοποιήθηκε ως
αγκυροβόλιο των πλοίων όπου έρχονταν από χώρες όπου είχε ξεσπάσει χολέρα για
επιτηρητική κάθαρση.
Το 1865 μετατρέπεται σε Υγειονομικό Φυλάκειο και, σύμφωνα με την
εντοιχισμένη ενεπίγραφη στήλη, κατασκευάστηκαν η αποβάθρα, οι δρόμοι και
ανακαινίστηκε η εκκλησία του Αγ. Γεωργίου. Στις εγκαταστάσεις του
αντιμετωπίστηκαν κρούσματα χολέρας και χιλιάδες άνθρωποι πέρασαν τη διαδικασία
της κάθαρσης. Ενδεικτικά αναφέρεται πως το 1884 10 ιστιοφόρα, 25 ατμόπλοια και
1239 επιβάτες, υπέστησαν κάθαρση. Αντιμετωπίστηκαν επίσης οι επιδημίες του 1892,
του 1900, του 1911 και του 1913. Μετά τη Ρωσική Επανάσταση (1917) δέχθηκε
προσφυγικούς ελληνικούς πληθυσμούς, ενώ από την επόμενη χρονιά αντιμετώπισε
τμηματικά 6.500 στρατιώτες του Δ´ Σώματος Στρατού που είχαν παραδοθεί στους
Γερμανούς και μεταφερθεί στο Görlitz και μετά τη λήξη του Α´ Παγκοσμίου
Πολέμου επέστρεψαν στην Ελλάδα. Το 1924 δέχθηκε σταδιακά πάνω από 100.000
Μικρασιάτες πρόσφυγες για κάθαρση. Το 1939-40 κατασκευάστηκαν νέα κτίρια στην
ανατολική άκρη της νήσου (όπου το σημερινό φυλάκιο του Π.Ν.). Κατά τη γερμανική
κατοχή 1940-44 χρησιμοποιήθηκε ως κατάλυμα του ανώτατου στρατιωτικού
προσωπικού. Διοικητής του Στόλου ήταν ο Völkam και υποδιοικητής ο Videise. Μετά
την αποχώρηση (12-10-1944), οι εγκαταστάσεις του λεηλατήθηκαν. Το τελευταίο
κρούσμα χολέρας που αντιμετώπισε ήταν το 1947 (τα στοιχεία προέρχονται από βλ.
σημ. 13).
Αξίζει να σημειωθεί πως το λοιμοκαθαρτήριο επισκέφθηκε για μια μέρα η
γνωστή σε όλους συγγραφέας Πηνελόπη Δέλτα. Σύμφωνα με το ημερολόγιό της που
αναφέρεται στα παιδικά της χρόνια, καταγράφονται από την ίδια οι εντυπώσεις της
από τον Αγ. Γεώργιο, όταν αναγκάστηκε με μέλη της οικογενείας της να έρθουν στην
7

Πάλλα, ό.π., σελ. 211-212.
Αντωνίου Β. Βιρβίλη, «Το Λοιμοκαθαρτήριο του Αγ. Γεωργίου Σαλαμίνος», Περιοδικό «Φιλοτέλεια»,
τεύχη 590, 591, 592 (1988), απ’ όπου και τα στοιχεία που παραθέτονται.
8

Αθήνα, αφού στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, όπου διέμεναν, είχαν ξεσπάσει
πάμπολλα κρούσματα χολέρας. Το περιστατικό που παρουσιάζει η Π. Δέλτα έλαβε
χώρα το καλοκαίρι του 1883:
«Οι ταξιδιώτες που έφθαναν στην Ελλάδα από την Αίγυπτο, έπρεπε να παν
στον Άγη-Γιώργη της Σαλαμίνας όπου ήταν το λοιμοκαθαρτήριο, κι έμεναν 21 μέρες,
και αν τύχαινε κανένα κρούσμα χολέρας στο μεταξύ ανάμεσα στους ταξιδιώτες
έπρεπε να μείνουν άλλες 21 μέρες. Η εγκατάσταση του λοιμοκαθαρτηρίου ήταν
ελεεινή. Η μητέρα δεν μπόρεσε ν’ αποφασίσει να πάμε κει να κάνομε κάθαρση.
Ενοικίασε ο πατέρας τηλεγραφικώς ένα βαποράκι της εταιρίας του Γουδή, και
περάσαμε από το βαπόρι της γραμμής στο πλοίο του Γουδή, όπου εγκατασταθήκαμε
σε καμπίνες και κοκέτες»9.
Τα επόμενα χρόνια λειτούργησε ως Παράρτημα του Δημόσιου Ψυχιατρείου˙
με τη λειτουργία αυτή είναι περισσότερο γνωστό το νησί του Αγ. Γεωργίου και
παραβλέπεται η υπόλοιπη σημαντική προσφορά του ως Λοιμοκαθαρτηρίου στη
νεότερη ελληνική ιστορία. Το 1967 παραχωρήθηκε από το Δημόσιο στο Ναύσταθμο
και το 1982 συνδέθηκε μ’ αυτόν με ισχυρή επιχωμάτωση.
Το θαλάσσιο χώρο της νήσου εκμεταλλεύονται ακόμη και σήμερα οι
Κουλουριώτες οστρακαλιείς. Ο ναός μάλιστα ήταν ιδιαίτερα συνδεδεμένος με τους
κατοίκους του Καματερού μιας και αυτοί τακτικά φρόντιζαν την εκκλησία, ιδίως κατά
την περίοδο της εορτής του Αγίου. Να σημειωθεί πως Καματεριώτικα λατίνια και
περάματα έκαναν δρομολόγια από το Καματερό στο νησί μέχρι τη λήξη της
λειτουργίας του Ψυχιατρείου μεταφέροντας εμπορεύματα και επισκέπτες.
Πρόσφατα, κατά τη διάνοιξη δρόμου στα βόρεια του νησιού εντοπίστηκε
ομαδική ταφή. Αυτή χρειάζεται να συνδεθεί με την εγκατάσταση κλιβάνου
απολύμανσης των νεκρών από χολέρα˙ γνωστή αυτή η εγκατάσταση με το όνομα
«Φουρνάκι»10.
Σήμερα, το νησί του Αγ. Γεωργίου είναι έρημο. Τα οικήματα, παρά την
παλαιότητά τους (1865), διατηρούνται σε αρκετά καλή κατάσταση. Κατά την
επίσκεψή μας στο εσωτερικό τους παρατηρήθηκε μόνο σαθρότητα των οροφών. Όλα
είναι ψηλοτάβανα και τα διώροφα διαθέτουν εσωτερικές ξύλινες σκάλες. Η
αναπαλαίωση των οικιών πιστεύω πως θα δώσει μια άλλη όψη, από τη θλιβερή που
δημιουργεί σήμερα η αντιαισθητική τους κατάσταση. Θα μπορούσαν, για
παράδειγμα, να χρησιμοποιηθούν ως Μουσείο Ιατρικής και, σε συνδυασμό με την
ανάδειξη της νήσου, να προσδοθεί η χαμένη παραδοσιακή αρχιτεκτονική
φυσιογνωμία, που δύσκολα εντοπίζει κανείς στη Σαλαμίνα και που αντικαταστάθηκε
από άκομψα κτήρια, τα οποία επιδεικνύουν την, υποτιθέμενη, συσσώρευση της
κερδοφορίας των ιδιοκτητών τους.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “Επικοινωνία”, τεύχ. 3, Ιούλιος 2001.

9

Αρχείο Πην. Δέλτα, «Πρώτες ενθυμήσεις» τόμος Γ´, επιμέλεια Π. Α. Ζάννας, εκδ. Ερμής, Αθήνα
1980, σελ. 85.
10
Κατά τον Θεοφ. Π. Καπαραλιώτη ίσως να πρόκειται για ομαδική ταφή Μικρασιατών προσφύγων
που λόγω κακουχιών κατέληξαν στη νήσο, όπου και τάφηκαν. Πληροφορία από Αναστ. Π. Κεχαγιά.
Συντομογραφίες
σελ. = σελίδα, σελίδες
ό.π. = όπως παραπάνω
σημ. = σημείωση
βλ. = βλέπε
τεύχ. = τεύχος