ΡΕΚΒΙΕΜ

ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΡΕΝΧΙΦΟ
Φεύγω πτώμα απ' τη δουλειά, με τα πόδια, δεν ξέρω για ποιον δουλεύω, κανείς δεν ξέρει για ποιον
δουλεύει, η πόλη χάος, ο κόσμος βιαστικός, φαρδιές λεωφόροι, πλήθος που αναλώνει και
αναλώνεται στο πηγαινέλα με πλαστικές σακούλες στο χέρι./ Χτυπάει το ξυπνητήρι, κοιτάω την
ώρα, δεν μπορώ σηκωθώ, στριφογυρίζω στο κρεβάτι, ξανακοιτάω την ώρα./ Περνάω το απόγευμα
σ' ένα καφέ, προσπαθώ να μη σκέφτομαι πολύ, η μουσική με συντροφεύει και ξεκουφαίνει τις
σκέψεις μου, αναμνήσεις από το παρελθόν, γέρνω το κεφάλι και αφήνω τον χρόνο να κυλάει./
Σηκώνομαι, κοιτάζομαι στον καθρέφτη, ανοίγω τα παράθυρα, βάζω το ραδιόφωνο, ακούω τις
ειδήσεις, φτιάχνω πρωινό, σήμερα πρέπει να πας για ψώνια, δεν παίρνει αναβολή, δεν έχει καφέ για
αύριο, ξυρίζομαι, μπαίνω στο ντους, σκέφτομαι τι έχω να κάνω σήμερα, διαλέγω ένα καθαρό
πουκάμισο, ντύνομαι, βγαίνω, αγοράζω εφημερίδα, εξώφυλλο, δεύτερη σελίδα, και από την
τελευταία σελίδα στην πρώτη, οι πόλεμοι συνεχίζονται η Αιθιοπία είναι πάντα Αιθιοπία, ανησυχώ
για τον πόλεμο στην Τσετσενιά σε λίγο μου περνάει./ Άδειος, μισοτελειωμένος, έρημος./ Ανώφελος,
ανεπαρκής, άσκοπος/ γελασμένος, μπερδεμένος, αλλόκοτος./ Κατοικώ τις μέρες μου λες κι έχουν
σημασία./ Μπαίνω σε ένα μπαρ, ζητάω μια μπύρα με ενοχλεί η φασαρία τον μπαρ πληρώνω τη
μπύρα και φεύγω περπατάω σε στενά δρομάκια βραδιάζει φτάνω στη γωνία του σπιτιού στέκομαι
στη βιτρίνα του βιβλιοπωλείου μπαίνω και ξεφυλλίζω βιβλία στην τύχη./ Ώρες ώρες με πιάνει μια
παράξενη τεμπελιά δε θέλω να ξυριστώ, δεν απαντάω στην αλληλογραφία, δεν πετάω τα άδεια
μπουκάλια, φτιάχνω την τελευταία στιγμή τις βαλίτσες όταν ταξιδεύω. Βιβλιοπωλείο στη γωνία τον
σπιτιού, περιεχόμενα βιβλίου: ο παράλογος συλλογισμός, το παράλογο και η αυτοκτονία, τα
παράλογα τείχη, η φιλοσοφική αυτοκτονία, η παράλογη ελευθερία, ο παράλογος άνθρωπος, ο
δονζουανισμός, η κωμωδία, η κατάκτηση, η παράλογη δημιουργία, φιλοσοφία και μυθιστόρημα,
Κιρίλοφ, η δημιουργία χωρίς μέλλον, ο μύθος τον Σίσυφου, παράρτημα: η ελπίδα και το παράλογο
στο έργο τον Φραντς Κάφκα./ Άνδρας, 51 ετών, επιθυμεί να ξαναφτιάξει τη ζωή του./ Γυναίκα
ώριμη και γοητευτική αναζητεί σύντροφο./ Ψάχνω μια κοπέλα με ευχάριστο χαρακτήρα για να
μοιραστώ μαζί της τη ζωή μου. Είμαι 25 χρονών. Δίνω όσα ζητώ./ Πλοίαρχος, 50 ετών, υπάρχει ένα
ταξίδι που δεν μπορώ να κάνω μόνος./ Προσφέρω μια αγάπη δίχως όρια σε όποια γυναίκα θελήσει
να μοιραστεί τις μέρες της μαζί μου./ Γυναίκα 40 ετών ψάχνει τον έρωτα της ζωής της./ Ώριμος
άνδρας. Αν ψάχνεις αυτό που θα δώσει νόημα στη ζωή σου, είμαι ο σύντροφός σου./ Κύριος,
διαζευγμένος, που ζει μόνος, 68 ετών, χωρίς παιδιά, επιθυμεί να γνωρίσει κυρία μόνη, κι αν
υπάρχει συνεννόηση, να ζήσουμε μαζί όσα χρόνια μας μένουν./ Άνδρας επιθυμεί να βρει την
ευτυχία με γυναίκα 55 έως 60 ετών./ Γοητευτικός άνδρας ζητεί γυναίκα έως 50 ετών με σκοπό τη
συμβίωση./ Νεαρός εργένης αναζητεί τη γυναίκα που θα μοιραστεί τη ζωή του./ Κυρία αλλοδαπή,
μόνη, ψάχνει φίλους και πιθανό σύντροφο./ Νέος 30 ετών, γοητευτικός, θέλει να γνωρίσει νέα 18
έως 40 ετών για σεξ χωρίς δεσμεύσεις./ Κύριος σοβαρός επιθυμεί γνωριμία με ζευγάρι, παντρεμένο
ή μη, για τρίο./ Παντρεμένος, ώριμος, επιθυμεί γνωριμία με νεαρό./ Ψάχνω έναν ώριμο άντρα για
να γελάω μαζί του./ Είμαι ολομόναχη και ζητώ άνδρα για σχέση φιλίας και τρυφερότητας./ Νεαρός
38 ετών. Θα 'θελε να γνωρίσει έναν φίλο για να βγαίνουν παρέα./ Θέλω να γνωρίσω μια φίλη για να
κάνουμε βόλτες, να πηγαίνουμε σινεμά, για ποτό, δηλαδή έναν άνθρωπο εμπιστοσύνης./
Συνταξιούχος αναζητεί φίλους./ Κοπέλα ψάχνει να βρει φίλες για να περάσουν μαζί τις
καλοκαιρινές διακοπές./ Φτάνω στην αγορά, συναντάω μια γειτόνισσα, τη χαιρετάω, μου
χαμογελάει, της χαμογελάω, πλησιάζω το μανάβικο, σωροί φρούτα στοιβαγμένα, ο μανάβης με
ρωτάει τι θέλω, βγάζω τη λίστα με τα ψώνια: ζάχαρη, αβγά, αλεύρι, καφέ, πορτοκάλια για φάγωμα,
πορτοκάλια για στίψιμο, μήλα, λεμόνια, λάδι, σκόρδα, κρεμμύδια, άσπρο πιπέρι, ρίγανη,
μουστάρδα, τυρί τριμμένο και κρασί./ «Οι Θεοί καταδίκασαν το Σίσυφο να σπρώχνει αιώνια ένα
βράχο ως την κορυφή ενός βουνού, από όπου ο βράχος κατρακυλούσε ξανά λόγω τον βάρους του.

Σκέφτηκαν, και είχαν δίκιο, πως δεν υπήρχε χειρότερη τιμωρία από μια δουλειά χωρίς σκοπό και
προοπτική...»./ Έρχεται στο νου μου η εικόνα της μητέρας μου που ψωνίζει φρούτα στην αγορά,
έρχεται στον νου μου η εικόνα της γιαγιάς μου που πλάθει ζυμαρικά, όταν ήμουνα μικρός μού
ζητούσε να τη βοηθήσω, να κοσκινίζει το αλεύρι και να πλάθει με τις ώρες ραβιόλια, τορτελίνια,
τορτέλια, τορτελόνια, καπελέτι, μπομπονίνι, πανσότι, κανελόνια, σπαγγέτι, σπαγγετίνι, καπελίνι,
μακαρόνι, μακαροντσίνι, μακαροντσέλι, μακαρονάκι ψιλό, μακαρονάκι κοφτό, χυλοπίτες,
παπαρδέλες, φετουτσίνι, πένες, πενάκι, φιογκάκια, φαρφάλες, ταλιάρντι, νιόκι, πεπερίνι, φουζίλι,
μαλλιά αγγέλου, ανιόλι, ανολίνι, ανιολότι, κιφέρι, κιφερίνι, βερμιτσέλι, βερμιτσελόνι, περτσιατέλι,
μπουκατίνι, ταλιαρίνι, ταλιατέλες, λαζανάκια, λαζάνια./ «Λένε πως οι Θεοί καταδίκασαν το Σίσυφο
για την αγάπη τον στη ζωή: δεν μπόρεσε να αντέξει τη ζωή στον Άδη και ζήτησε να τον αφήσουν
να ξανάρθει για λίγο στη Γη, έμεινε όμως στη Γη και δε γύρισε στον Άδη όπως είχε υποσχεθεί, και
χρειάστηκε να τον βρουν εκείνοι και να τον πάνε σηκωτό στο μέρος που είχαν ήδη ετοιμάσει τον
βράχο τον...»./
Γύρισα αεροπορικώς, μόνο με μια βαλίτσα, έπειτα από είκοσι χρόνια εξορίας. Άνοιξαν οι τελευταίες
πύλες τον λαβύρινθου της εξόδου και αντίκρυσα ξανά τον ήλιο των παιδικών μου χρόνων. Το
πρώτο που βλέπω είναι μια γυναίκα με κόκκινα μαλλιά και απροσδιόριστη ηλικία που προσπαθεί
να πάρει το πρώτο ταξί της σειράς. Έχει κι αυτή μόνο μία βαλίτσα. Την ώρα που τη σηκώνει για να
τη βάλει στο πίσω κάθισμα ανοίγει και το περιεχόμενό της σκορπίζεται στο κάθισμα, στο
πεζοδρόμιο και στην άσφαλτο. Εκείνη στην αρχή γελάει κι έπειτα σοβαρεύεται και μαζεύει τα
πράγματα. Μένω να κοιτάζω. Παρατηρώ πως ανάμεσα στο περιεχόμενο της βαλίτσας της και σ'
αυτό της δικής μου δεν υπάρχει η παραμικρή ομοιότητα. Εκείνη αποφάσισε να πάρει ό,τι εγώ
αποφάσισαν' αφήσω. Δίχως να ξέρω από πού έρχεται, ούτε πού πάει, αποφασίζω πως είναι η
γυναίκα της ζωής μου. Παίρνω το δεύτερο ταξί της σειράς και λέω στον ταξιτζή να τρέξει πίσω απ'
την ευτυχία μου, πληρώνω όσο όσο. Εκείνη τη στιγμή νιώθω πως τα πράγματα αρχίζουν να
αποκτούν κάποιο νόημα./ Κατέβασέ μου το τηγάνι, της το κατέβαζα, κόψε μου το κρεμμύδι, έκοβα
το κρεμμύδι, κούνα το συνέχεια, θα κολλήσει, κούναγα συνέχεια. Στο τέλος πρόσταζε να βγούνε
όλοι απ' την κουζίνα, εμένα μου 'κανε νόημα να μείνω. Της άρεσε να μαγεύει με τα μυστικά της
μαγειρικής της. Μου 'δινε να δοκιμάσω τη σάλτσα με μια ξύλινη κουτάλα, ύστερα τη δοκίμαζε κι
εκείνη, θέλει πάπρικα και τρεις σταγόνες λεμόνι./ Οι σκέψεις στριμώχνονται στο μυαλό μου
περιφέρομαι στο σπίτι, διασχίζω τον διάδρομο, ξεσκονίζω τα βιβλία συμμαζεύω την κουζίνα βγάζω
τα σκουπίδια κάθομαι να διαβάσω σηκώνομαι ανοίγω ένα μπουκάλι κρασί βάζω ένα ποτήρι να πιω
ανάβω τσιγάρο κάθομαι και ξανασηκώνομαι./ Περιεχόμενο βαλίτσας: ένα θαλασσί πουλόβερ με
τρύπες, ένα κουτί από καραμέλες, ένα τετράδιο με κίτρινες σελίδες, τρία μικρά βαζάκια για
μπαχαρικά, το Βιβλίο της ανησυχίας τον Πεσόα, μια καρτ-ποστάλ με κινέζικη καλλιγραφία, ένα
ερωτικό μυθιστόρημα, μια μαξιλαροθήκη κι ένα μικρό άλμπουμ με φωτογραφίες./ Περιμένω
τηλεφώνημα και το τηλέφωνο δεν χτυπάει θέλω να κοιμηθώ σε μια αγκαλιά δε θέλω να κοιμηθώ
μόνος βγαίνω και τριγυρίζω στην άδεια πόλη για να δω έναν άνθρωπο μπαίνω στα μπαρ στέκομαι
στις γωνίες διασχίζω τις πλατείες και τις γέφυρες./ Πάντα τραβούσαν την προσοχή μου οι ρυτίδες
των γέρων./ Πλησιάζω στις όχθες τον ποταμού, περπατάω στις προβλήτες, αρχίζει να φυσάει το
δροσερό αεράκι της αυγής, στέκομαι ν' ακούσω τον θόρυβο του νερού, βλέπω μια γυναίκα στη
μέση της γέφυρας, θα πέσει στο ποτάμι, σκέφτομαι, μη σκέφτεσαι τέτοια πράγματα./ Ανοίγω το
γραμματοκιβώτιο μια κάρτα απ' την Αβάνα και διαφημιστικά πετάω τα διαφημιστικά διαβάζω την
κάρτα την ώρα που ανεβαίνω τις σκάλες μού λείπεις τόσο πολύ θα σου άρεσε αυτή η πόλη είναι
γεμάτη παιδιά που παίζουν στις πλατείες στις ταράτσες στα μπαλκόνια και μέσ' στον δρόμο φτάνω
στο πλατύσκαλο δε βρίσκω τα κλειδιά τελικά τα βρίσκω στην πρώτη τσέπη πού είχα ψάξει
ξαναδιαβάζω την κάρτα θα σου άρεσε αυτή η πόλη είναι γεμάτη παιδιά που παίζουν στις πλατείες
στις ταράτσες στα μπαλκόνια και μέσ' στον δρόμο./ Στη μέση της γέφύρας μια γυναίκα, θα πέσει
στο ποτάμι, σκέφτομαι, μη σκέφτεσαι τέτοια πράγματα και η γυναίκα πέφτει στο ποτάμι κι εγώ το
βλέπω, αδρανής / δεν θα ξαναπέσει ποτέ / δεν θα ξαναπέσει ποτέ για μένα./ Βγαίνω στο μπαλκόνι
να ποτίσω τα φυτά στέκομαι ακουμπισμένος στα κάγκελα και βλέπω τον κόσμο να περνάει./ 22
Νοεμβρίου: χαμένη μέρα, δεν κάνω τίποτα./ Ο χρόνος διαστέλλεται και στέλλεται./ Τίποτα δεν μας
εκπλήσσει όσο θα θέλαμε./ «Δεν υπάρχει παρά μόνο ένα πραγματικά σοβαρό φιλοσοφικό ζήτημα:

η αυτοκτονία. Να αποφασίσεις αν η ζωή αξίζει ή δεν αξίζει τον κόπο να τη ζήσεις. Αυτό πρέπει να
είναι το θεμελιώδες ερώτημα της φιλοσοφίας. Τα υπόλοιπα, αν ο κόσμος έχει τρεις διαστάσεις, αν
το πνεύμα έχει εννέα ή δώδεκα κατηγορίες, έρχονται μετά» Καμύ./ Αυτή η πόλη είναι γεμάτη
παιδιά ο κόσμος είναι γεμάτος παιδιά σκέφτομαι χιλιάδες γεννιούνται καθημερινά γεμίζουμε τον
κόσμο παιδιά να φέρεις ένα παιδί στον κόσμο και να τον πεις τί./ Παίζω τη ζωή μου στο ποτό /
παίζω τη ζωή μου σ' ό,τι καπνίζω / παίζω τη ζωή μου στο κρεβάτι γιατί μου αρέσουν οι άντρες /
γιατί μου αρέσουν οι γυναίκες / παίζω τη ζωή μου ασυνείδητα / παίζω τη ζωή μου συνειδητά / η
ευαισθησία με τρομάζει / πίστευα και δεν πιστεύω πια / έλπιζα και δεν ελπίζω πια / έψαξα και δεν
βρήκα / έψαξα και χάθηκα / Να φέρεις ένα παιδί στον κόσμο και να τον πεις τί πως έξω βρέχει πως
το δέντρο κάνει σκιά πως δεν ξέρουμε πως δεν είμαστε σίγουροι να το εκπαιδεύσεις να του
απαντάς να το εκπαιδεύσεις ποιος ξέρει να εκπαιδεύει να του πει αυτό ναι αυτό όχι να το κάνεις να
πιστέψει ότι ο κόσμος φτιάχτηκε για χάρη του και να το ξεγελάσεις και να μη νοιαστείς τι θα
απογίνει / VIDEX, χάπια. Περιέχουν 50, 100 ή 150 mg. διδανοσίνη. Δεδομένου ότι μέχρι σήμερα
δεν διαθέτουμε αξιόπιστα αποτελέσματα σχετικά με την επίδραση της θεραπείας στην κλινική
βελτίωση της προσβολής από τον ΗΙV, συνεχίζονται τα πειράματα για την επαλήθευση των
αποτελεσμάτων του φαρμάκου στις κλινικές παραμέτρους της αξιολόγησης, όπως οι τυχαίες
μολύνσεις και η επιβίωση./ Η μοναξιά μου δεν παραλύει τον κόσμο / η θλίψη μου δεν παραλύει
τον κόσμο / ο πόνος μου δεν παραλύει τον κόσμο./ Μέθυσος, άγιος, γαμιάς./ Άφησε σημείωμα:
ήμουν ευτυχισμένος, μη νιώθετε ένοχοι / να συνεχίσεις να συνεχίσεις το είδος ποιος είπε ότι θέλω
να συνεχίσω το είδος ποιος είπε ότι πρέπει να συνεχιστεί το είδος και αν αποφασίζαμε να μη
συνεχίσουμε το είδος./ Λόγοι, δικαιολογίες, εξηγήσεις, αποδείξεις, αρχές, επιδείξεις, επιχειρήματα,
προβλέψεις, ενδείξεις, βεβαιότητες, μαρτυρίες, διαβεβαιώσεις, επιβεβαιώσεις, πορίσματα, θεωρίες,
συλλογισμοί, συμπεράσματα, συλλογιστικές, προτάσεις, αξιώματα, δηλώσεις, βασικές αρχές,
θέσεις, κρίσεις, πιθανολογίες, συμβάσεις, δοξασίες, εκτιμήσεις, θεωρήματα, τεκμήρια, υποθέσεις,
εικασίες, φρονήματα, αγορεύσεις, αντιπαραθέσεις, ιδεολογίες, καθοδηγήσεις, μανιφέστα, δόγματα,
κηρύγματα, πεποιθήσεις, αποκαλύψεις, οιωνοί, πιστεύω, διαφωτισμοί, οράματα, μυθοπλασίες,
άγχη, αντιφάσεις, αντινομίες, αντιθέσεις, ανοησίες, ασυναρτησίες, παραλογισμοί, υποψίες,
αμφιβολίες, ατυχίες, ανασφάλειες, σφάλματα, ψευδαισθήσεις, συκοφαντίες, ελιγμοί, απάτες, ελπίδες, ψέματα, τεχνάσματα, επιθέσεις, ενέδρες, κακεντρέχειες, προτροπές, παγίδες, ίντριγκες,
αδεξιότητες, δολιότητες, λάθη, υποσχέσεις, νοσταλγίες, ελεγείες./ Που καθόμουν κι ερχόταν και με
αγκάλιαζε από πίσω, που έμπαινα κι έβρισκα ένα σημείωμα στο τραπέζι, που ξυπνούσε νύχτα κι
έβγαινε στο παράθυρο, που έφτανα κι έβρισκα την ακαταστασία της, που δεν ήθελε να σηκωθεί το
πρωί, που πήγαινα στην κουζίνα κι έβρισκα τα ψίχουλα από το πρωινό της, που αργούσε, που
γέλαγε, που αρρώσταινε και της έφταιγαν όλα, που έλεγε βλακείες, που με ρωτούσε τι ώρα θα είναι
αντί τι ώρα είναι, που πήγαινε να πει ψέματα, που μπερδευόταν κι έλεγε θερμοκήπιο το μαγαζί με
τα βότανα, που μπερδευόταν και έλεγε κούνια την κουνιστή πολυθρόνα./ Ο Σίσυφος είναι ο
παράλογος ήρωας, ανέβασε τον βράχο και ασ' τον ξανά να πέσει, καταδικασμένος σε μια άχρηστη
δουλειά, ανέβασέ τον ξανά και άσ' τον ξανά να πέσει, ο ιδρώτας τον προσώπου του πικρός, όταν
φτάσεις στην κορφή άσε το βράχο να πέσει, και κοίταζέ τον που πέφτει, που κατρακυλάει στην
πλαγιά χωρίς κόπο. Ο Σίσυφος στέκεται και βλέπει τον βράχο να πέφτει. Εκείνη τη στιγμή
σκέφτεται ίσως τη μοίρα του. Είναι η ώρα της επίγνωσης. Άχρηστη δουλειά, δίχως ελπίδα. Μάταιη
προσπάθεια, ατέρμονη. Ολόκληρη η ύπαρξη επιδίδεται στην ολοκλήρωση του τίποτα. Ανασαίνει
βαθιά και ξαναπαίρνει το δρόμο αναζητώντας τον βράχο που πρέπει να ανεβάσει ξανά. Ο αντάρτης
Σίσυφος περιφρονεί την αναπόδραστη μοίρα του και νιώθει ικανοποιημένος. Η παράλογη νίκη. Ο
παράλογος άνθρωπος. Ο παράλογος άνθρωπος λέει ναι και συνεχίζει την προσπάθειά του, ανεβάζει
το βράχο και τον αφήνει να πέσει και τον ανεβάζει ξανά και τον αφήνει ξανά να πέσει και σε μια
στιγμή ανάπαυλας ο Σίσυφος σκέφτεται τη μοίρα του και την περιφρονεί: δεν υπάρχει μοίρα που να
μη νικιέται με την περιφρόνηση. Μπορούμε να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο./ Κατεβαίνω
τις σκάλες του μετρό, κάθομαι και περιμένω, στην απέναντι αποβάθρα ένας άνδρας κοιμάται
ξαπλωμένος στο πάτωμα, λίγα βήματα πιο κει μια γυναίκα μιλάει μόνη της./ 13 Απριλίου:
σηκώνομαι με πονοκέφαλο βγαίνω για βόλτα και γυρίζω με την αίσθηση πως δε βγήκα / 26
Ιουνίου: σκαρφαλώνω στους τοίχους /18 Οκτωβρίου: δε μου συμβαίνει τίποτα σπουδαίο / 1931-

2000: δε μου συμβαίνει τίποτα σπουδαίο./ Μακάριος, ευτυχής, καλότυχος, καλοπερασάκιας / ένα
παιδί, να
κάνω ένα παιδί / καυγάδες, φτώχεια, φασαρία / ανισόρροπος, ανεύθυνος,
ασυνάρτητος/ αϋπνία, ανησυχία / η καρέκλα είναι άδεια / το τραπέζι είναι άδειο / αγάπα με, αγάπα
με / έξω βρέχει / σε χρειάζομαι, δεν μπορώ άλλο, φεύγω / το δέντρο έχει ίσκιο / απόφαση, φόβος,
αργότερα / τρείς καρέκλες, τέσσερις καρέκλες, κανείς / σκέψη, λόγος, έργο, παράληψη / καφέ,
ζάχαρη, κρεμμύδια / οι ρυτίδες των γέρων / γραβάτα, γαμώτο, γραβάτα, πού είναι η γραβάτα / κάνει
ζέστη / πολύς κόσμος, πάρα πολύς κόσμος, κανείς / η καρέκλα είναι άδεια, τέσσερις καρέκλες / τα
τρένα χάνουν τον δρόμο / τα λεωφορεία χάνουν τον δρόμο./ Ανάβω το φως καίγεται η λάμπα
βρίσκω άλλη την αλλάζω ξανακαίγεται δεν έχω άλλες λάμπες τα μαγαζιά είναι κλειστά χτυπάω την
πόρτα του γείτονα στο απέναντι διαμέρισμα του ζητάω μια λάμπα πάει να δει αν έχει και γυρίζει
γελαστός με μία λάμπα στο χέρι./ Γελάς: καλά κάνεις, κι εγώ γελάω./ Στρίβω στη γωνία ούτε
θυμάμαι ποιου δρόμου και ξαφνικά, χωρίς να ξέρω γιατί νιώθω παράλογος./ «Ο Ίνγκμαρ
Μπέργκμαν υποστηρίζει πως η αυτοκτονία είναι ένας φυσικός θάνατος: Εγώ θα αποφασίσω πότε
ήρθε η ώρα να πεθάνω. Δεν αναφέρουμε συχνά πόσο οδυνηρό είναι να γερνάς, πόσο εξευτελιστικό
είναι να νιώθεις πως η ζωή του πνεύματός σου σβήνει σιγά σιγά και πως τα ίδια σου τα σπλάχνα σε
προδίδουν και σε υπονομεύουν»./ Ώρες ώρες βαριέμαι να σηκωθώ το πρωί, μη σκέφτεσαι σήκω και
περπάτα μη μετράς μη μετράς τις μέρες μη μετράς τις ώρες μη σκέφτεσαι γιατί κάθε μέρα δε
μετριέται δεν υπάρχει μέτρο να τη μετρήσει δε βγαίνει το μέτρημα δε μετριέται ένας καφές ένας
χυμός πορτοκάλι και λίγες φέτες ψημένο ψωμί εγέρθητι και περιπάτει θαύμα./ Πιάνω πάτο / μένω
στον πάτο / δε διασκεδάζω πια / δεν τα καταφέρνω πια / οι αναχωρητές / οι τρελοί / αυτοί που
καταλήγουν κουρέλια στο πεζοδρόμιο με το βλέμμα χαμένο./ Τέσσερις και μισή το απόγευμα
νυστάζω λίγο δεν προλαβαίνεις τώρα ποτέ δεν τελειώνουν οι υποχρεώσεις πιάνω ένα βιβλίο
διαβάζω δυο σελίδες χτυπάει το θυροτηλέφωνο υγραέριο όχι όχι εδώ στο αποπάνω ευτυχώς τώρα
περνάνε το απόγευμα και όχι οκτώ η ώρα το πρωί ξαναπιάνω το βιβλίο αλλάζω σελίδα πέντε
όροφοι στα χέρια σκέφτομαι μόνο ο κόπος να το ανεβάσεις δεν αξίζει τον κόπο ο άντρας
φορτωμένος με φιάλη τον γκαζιού από τη σκάλα ξανά και ξανά, κάθε μέρα δεν ξέρω τι διαβάζω ο
άντρας φορτωμένος τη φιάλη του γκαζιού στη σκάλα ο Σίσυφος φορτωμένος τη φιάλη τον γκαζιού
στη σκάλα σταμάτα να σκέφτεσαι βλακείες αφήνω το βιβλίο σηκώνομαι σκύβω από το παράθυρο
τώρα ο άνθρωπος με τη φιάλη βγαίνει από την εξώπορτα απελευθερωμένος από το φορτίο του όχι
για πολύ σκέφτομαι καλαμπουρίζει με το συνάδελφό τον πριν πάρει την επόμενη φιάλη έχει
χιούμορ ακόμα κάνω δυο βήματα πίσω και κλείνω το παράθυρο τι διαφορά έχει αυτός ο άνθρωπος
από μένα τι διαφορά έχει αυτός ο άνθρωπος από τους άλλους τι διαφορά έχουν οι άλλοι από μένα./
Με παίρνουν για να μου πούν πως έκανα εγγονό, φεύγω τρέχοντας, φτάνω στο νοσοκομείο, παίρνω
το μωρό στην αγκαλιά μου και ξαφνικά με πλημμυρίζει μια χαρά ανεξήγητη./ Με πήραν από το
χέρι και με άφησαν / ανασαίνω, ανασαίνω δυνατά, ακόμη / ο ενδιάμεσος χρόνος / ένα κενό στο
στομάχι / σκόνη, στάχτη / μίλα μου, κοίτα με, άκου με / δεν καταλαβαίνω τελικά / όταν θέλησα να
κοιτάξω ήταν πολύ αργά / πιάσε τα χέρια μου / χλομός, χλομάδα / γιατί με εγκατέλειψες / με πήραν
από το χέρι και με άφησαν / ανασαίνω, ανασαίνω δυνατά, ακόμη / ο ενδιάμεσος χρόνος / θέλω /
συμβαίνει / αγαπώ / χρειάζομαι / είμαι / έχω / φεύγω / ρωτώ / ψάχνω / καταλαβαίνω / χάνομαι /
αγκαλιάζω / βρίσκω / ξυπνώ / εμφανίζομαι / γελάω / αρρωσταίνω / θυμάμαι / αφήνω / λαχταρώ /
απαντώ / προσπαθώ / ψεύδομαι / σφάλλω / κοιμάμαι / φιλάω / χαϊδεύω/ ελπίζω / περνάω τις ώρες
μου καθισμένος μπροστά στη Θάλασσα και πεθαίνω./ Προγενέστερα αίτια: καμιά ελπίδα, πίστη
καμιά./ Δυο μάτια, δυο βλέφαρα, μια καρδιά, δύο πνευμόνια, ένα στόμα, μια πλάτη, δύο μάγουλα,
δύο αστράγαλοι, ένας αφαλός, δυο μασχάλες, ένας ουρανίσκος, δύο ζυγωματικά, ένα στέρνο, μια
φύση, ένα κεφάλι, μια γλώσσα, δυο ώμοι, δυο γόνατα, ένα στομάχι, ένα λαρύγγι, δέρμα, χείλη,
φλέβες που κυλάει το αίμα, σάλιο, υγρασία και ζέστη./ Θυμάμαι τον κήπο του σπιτιού μού όταν
ήμουνα παιδί, τις φωνές από μακριά, και νωρίς τα πρωινά τη μυρωδιά της Θάλασσας, το ρολόι της
κουζίνας, το πλατύσκαλο, την ανάποδη του χαλιού, το κενό ανάμεσα στα κρεβάτια, τα καζάνια να
βράζουν στην αυλή, τη μυρωδιά του σαπουνιού στα απλωμένα σεντόνια.
Τουρ (Γαλλία)—Μαδρίτη, 1999-2000

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful