You are on page 1of 160

15

ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ

#

15

SET 978-960-285-113-5
ISBN 978-960-285-137-1

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ: Ο ΑΝΑΜΟΡΦΩΤΗΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

#

1Ο ΒΙΒΛΙΟ
19351967

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ

ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ

ΕΜΙΚΗΣ ΕΛ Λ
Λ
Ο
Π
Α
ΕΤ
Μ
Σ
Η
Τ
Σ
Η
Τ
Ω
Φ
Ρ
Ο
Ο ΑΝΑΜ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ

ΑΔΑΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ

Ο

1Ο ΒΙΒΛΙ
19351967

ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ

ΛΑΔΑΣ
ΕΛ
Σ
Η
ΙΚ
ΕΜ
Λ
Ο
Π
Α
ΕΤ
Μ
Σ
Η
Τ
Σ
Ο ΑΝΑΜΟΡΦΩΤΗ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ

περιεχομενα
8-37
κωνσταντίνος Καραμανλής.
Μια ζωή προσφοράς με
την αίσθηση του χρέους
Ο Κ. Καραμανλής γεννήθηκε το 1907 στο Κιούπκιοϊ
Σερρών της τότε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε οικογένεια
μακεδονομάχων. Αποφοιτά από τη Νομική Αθηνών το
1929. Εισέρχεται στην πολιτική για «να αφιερωθεί στο
λαό και να δικαιώσει το πέρασμά του από τον κόσμο
αυτό». Εκλέγεται βουλευτής με το Λαϊκό Κόμμα το 1935.
Αντιτάχθηκε στο καθεστώς Μεταξά και από το 1942
συμμετείχε στις διεργασίες της Σοσιαλιστικής Ενωσης.
Επανεκλέγεται το 1946, διαδέχεται τον Παπάγο το 1955
και αναδείχθηκε ο μακροβιότερος πρωθυπουργός από
ιδρύσεως ελληνικού κράτους. Επισφράγισε τη σταδιοδρομία
του με δεκαετή θητεία στην Προεδρία της Δημοκρατίας.
ΤΟΥ Μανόλη Κούμα

38-77
Από την πρωθυπουργία
στην αυτοεξορία:
Εκλογές, πολιτικές και κρίσιμες
καμπές για τις κυβερνήσεις
Καραμανλή, 1955-1963
Γιατί ο Παύλος επέλεξε τον Καραμανλή ως διάδοχο του Παπάγου.
Η ίδρυση της ΕΡΕ ως ριζική τομή με το παρελθόν, στο πλαίσιο
του αστικού φιλελευθερισμού. Ο κατακερματισμός της κεντρώας
αντιπολίτευσης. Το «καμπανάκι» του 24,4% της ΕΔΑ. Η «ανταρσία»
βασικών συνεργατών του. Προτάσεις μομφής για Ζυρίχη-Λονδίνο. Η
στρατηγική επιλογή Καραμανλή για ένταξη στην ΕΟΚ. Το «ελληνικό
θαύμα», με μέσο ρυθμό αύξησης 6,5% επί 11 χρόνια. Εκσυγχρονισμός
υποδομών, άνοδος του βιοτικού επιπέδου αλλά και μετανάστευση.
Οι εκλογές του 1961 αρχή αποσταθεροποίησης του μετεμφυλιακού
πολιτικού συστήματος. Η φυγή στο εξωτερικό και η δικτατορία.
τησ Κωνσταντίνασ Ε. Μπότσιου
4

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

περιεχομενα
78-119
Η οικονομική και κοινωνική πολιτική του
Κωνσταντίνου Καραμανλή, 1946-1963
Ο Καραμανλής στη μία όχθη της διαιρεμένης Ελλάδας, σε εθνικόφρονες και κομμουνιστές,
που δημιούργησε ο Εμφύλιος Πόλεμος. Οπαδός ενός παρεμβατικού κράτους με κοινωνική
αποστολή. Θεωρούσε την άρση της φτώχειας αποτελεσματικότερο αντίδοτο του κομμουνισμού.
Οι προσπάθειες ανάπτυξης μέσα στις «Συμπληγάδες» Τρούμαν-Μάρσαλ. Εξηλεκτρισμός,
εκβιομηχάνιση και οικιστικό κεντρικοί στόχοι του ως υπουργού και πρωθυπουργού. Ο κρατικός
παρεμβατισμός ως «ατμομηχανή» για την εξωστρέφεια και το διεθνή ανταγωνισμό.
ΤΟΥ Ιωάννη Κ. ΦίλανδροΥ

120-147
Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής
και το Κυπριακό, 1955-1959
Η Ελλάδα πιέζεται από τη Βρετανία να μη θέσει στον ΟΗΕ
θέμα αυτοδιάθεσης της Κύπρου. Οι ΗΠΑ, παρά το αντιαποικιακό πνεύμα τους, σταδιακά προσχωρούν στις βρετανικές
θέσεις, ανησυχώντας για την ενότητα του ΝATO. Η έναρξη
του αγώνα της ΕΟΚΑ. Το σχέδιο Χάρντινγκ, η εξορία του
Μακαρίου και οι εκτελέσεις Καραολή - Δημητρίου. Οι ιδέες
για ένωση με την Ελλάδα και εδαφική αποζημίωση της
Τουρκίας. Η πολυπλοκότητα των συνταγματικών διατάξεων
«αχίλλειος πτέρνα» των Συμφωνιών Ζυρίχης και Λονδίνου.
του Σωτήρη Ριζά

148-157
Η σύνδεση της Ελλάδας με την Ευρωπαϊκή
Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ)
Η Ελλάδα συμμετέχει ενεργά στις διαπραγματεύσεις των Εξι για τη δημιουργία της ΕΟΚ,
αναζητώντας διέξοδο για τα αγροτικά προϊόντα της και επιδιώκοντας μεταβατικές ρυθμίσεις για
το δασμολογικό αφοπλισμό έναντι των εισαγωγών. Η προσέγγιση της ελληνικής κυβέρνησης
με Γαλλία και Γερμανία. Στις 9 Ιουλίου 1961 με την υπογραφή της Συμφωνίας Σύνδεσης η
Ελλάδα γίνεται οργανικό τμήμα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης στην Ανατολική Μεσόγειο.
ΤΟΥ Σωτήρη Ριζά
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

5

Iδιοκτησία
SABD Α.Ε.
Εκδότες
Δημήτρης Μπενέκος,
Αλέξης Σκαναβής
Διευθυντής
Πάνος Αμυράς
Επιμέλεια έκδοσης
Αρτέμης Ψαρομήλιγκος,
Βασιλική Λάζου
Συνεργάτες τεύχους
Μανόλης Κούμας
Κωνσταντίνα Ε. Μπότσιου
Ιωάννης Φίλανδρος
Σωτήρης Ριζάς
Art director
Σοφία Λιβιεράτου
Υπεύθυνη διόρθωσης
Κατερίνα Μπεχράκη
Εμπορική διεύθυνση
Ελσα Σοϊμοίρη
Διεύθυνση διαφήμισης
Λουκάς Παπανικολάου
Υπεύθυνος κυκλοφορίας
Κώστας Μπαλής
Διανέμεται με τον Τύπο της Κυριακής

6

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

προλογοσ
Δεκαπέντε χρόνια μετά το θάνατό του, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής διατηρεί την επικαιρότητά
του και καταλαμβάνει την κεντρική θέση μεταξύ των πολιτικών προσωπικοτήτων της μεταπολεμικής Ελλάδας. Κάθε εγχείρημα πρώιμης αποτίμησης ενός ηγέτη εμπεριέχει τον κίνδυνο
του υποκειμενισμού, καθώς δεν έχει παρέλθει ο απαραίτητος ιστορικός χρόνος. Ωστόσο, μια
πρώτη προσέγγιση είναι και θεμιτή και απαραίτητη και ενδιαφέρουσα.
Ο Καραμανλής γεννήθηκε το 1907 στο τότε Κιούπκιοϊ των Σερρών και σε ηλικία 6 ετών είδε
τον ελληνικό στρατό να απελευθερώνει τη Μακεδονία. Από νέος εκδήλωσε μια έντονη αίσθηση του χρέους απέναντι στη χώρα και το λαό. Το 1935 εξελέγη βουλευτής σε ηλικία 28 ετών.
Η σταδιοδρομία του υπήρξε ραγδαία και θυελλώδης. Το 1946 υπουργός του Συναγερμού, το
1955 πρωθυπουργός ως διάδοχος του Παπάγου. Ιδρύει την ΕΡΕ ως μια κίνηση τομής με το
παρελθόν και το 1956 εκλέγεται πρωθυπουργός.
Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής υπήρξε ένας ριζοσπάστης αναμορφωτής. Πίστευε στην αναδιανομή ενός αυξανόμενου εθνικού πλούτου υπέρ των λαϊκών στρωμάτων. Και δεν το έκανε ως
αποτέλεσμα των νεανικών του αναζητήσεων στη Σοσιαλιστική Ενωση, αλλά λόγω της πεποίθησής του πως η κοινωνική συνοχή αποτελούσε σταθεροποιητικό παράγοντα της Δημοκρατίας.
Στα χρόνια της πρώτης διακυβέρνησής του η Ελλάδα αναπτυσσόταν επί 11 χρόνια με μέσο
ρυθμό 6,5%, ενώ κατά τη δεύτερη με ρυθμό υπερδιπλάσιο των χωρών της ΕΟΚ. Βεβαίως, η
προδικτατορική θητεία του συνοδεύτηκε από τη μετανάστευση 250.000 Ελλήνων στο εξωτερικό.
Ομως, πέραν αμφισβήτησης είναι το γεγονός πως ο Καραμανλής παρέδωσε μια άλλη Ελλάδα
από αυτήν που παρέλαβε. Στηρίχθηκε στην ενθάρρυνση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας ασκώντας
έντονη κρατική παρέμβαση για την ανάπτυξη της καχεκτικής ελληνικής βιομηχανίας, για την
οποία φρόντισε να εξασφαλίσει μακρά μεταβατική περίοδο δασμολογικής προστασίας εν όψει
της ένταξης στην ΕΟΚ, η οποία αποτέλεσε στρατηγική επιλογή του.
Αποχωρεί για το Παρίσι το 1963 και επανέρχεται το 1974 για να θεμελιώσει ως πρωθυπουργός
μια σύγχρονη Δημοκρατία. Κέρδισε αναγνώριση πέραν των ορίων της παράταξής του. Περί
αυτού πείθει ο τρόπος με τον οποίο αναφέρονται -βεβαίως οι φίλοι, αλλά κυρίως- οι αντίπαλοί
του: με προσοχή και ακριβολογία. Χαρακτηριστική είναι η τοποθέτηση της τέως γενικής γραμματέως του ΚΚΕ, Αλέκας Παπαρήγα, η οποία δεν δίστασε πρόσφατα στη Βουλή να πει πως δεν
προέκυψε ποτέ κανένα στοιχείο σύνδεσης του Κωνσταντίνου Καραμανλή με τη δολοφονία του
Λαμπράκη, αν και βεβαίως απέδωσε ευθύνες για το σκληρό μετεμφυλιακό κράτος.
Εκλέγεται Πρόεδρος της Δημοκρατίας για την περίοδο 1980-1985 και επανεκλέγεται το 1990
ως το 1995, τρία χρόνια πριν από το θάνατό του. Είχε κερδίσει 5 εκλογικές αναμετρήσεις,
είχε θητεύσει 8 χρόνια υπουργός, 14 χρόνια πρωθυπουργός (ο μακροβιότερος του ελληνικού
κράτους) και διετέλεσε 10 χρόνια Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Συνολικά 60 χρόνια προσφοράς.
Με την αίσθηση τους χρέους, όπως αδιαπραγμάτευτα αυτός το αισθανόταν.
Την επόμενη Κυριακή το 2ο βιβλίο με το θαύμα της Μεταπολίτευσης και την οικοδόμηση μιας
σύγχρονης Δημοκρατίας.
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

7

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής μαθητής γυμνασίου στη Νέα Ζίχνη Σερρών (Ιδρυμα
«Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής», φωτογραφικό αρχείο Κωνσταντίνου Καραμανλή).
8

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Μανόλησ Κούμασ
Δρ. Σύγχρονης Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών

κωνσταντίνος
Καραμανλής.
Μια ζωή προσφοράς
με την αίσθηση
του χρέους
Ο Κ. Καραμανλής γεννήθηκε το
1907 στο Κιούπκιοϊ Σερρών της τότε
Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε οικογένεια
μακεδονομάχων. Αποφοιτά από τη Νομική
Αθηνών το 1929. Εισέρχεται στην πολιτική
για «να αφιερωθεί στο λαό και να δικαιώσει
το πέρασμά του από τον κόσμο αυτό».
Εκλέγεται βουλευτής με το Λαϊκό Κόμμα
το 1935. Αντιτάχθηκε στο καθεστώς
Μεταξά και από το 1942 συμμετείχε στις
διεργασίες της Σοσιαλιστικής Ενωσης.
Επανεκλέγεται το 1946, διαδέχεται
τον Παπάγο το 1955 και αναδείχθηκε
ο μακροβιότερος πρωθυπουργός από
ιδρύσεως ελληνικού κράτους. Επισφράγισε
τη σταδιοδρομία του με δεκαετή θητεία
στην Προεδρία της Δημοκρατίας.

Ι. Νεότητα και πρώτη
δράση, 1907-1946
Γεννημένος στις 8 Μαρτίου 1907, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής σημάδεψε με την πολυσχιδή
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

του δράση τη Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία. Βουλευτής για πρώτη φορά σε ηλικία μόλις 28 ετών,
επανειλημμένα υπουργός κατά την πρώτη φάση
του Ψυχρού Πολέμου, ο Κ. Καραμανλής υπήρξε
ο μακροβιότερος πρωθυπουργός από την ίδρυση
του ελληνικού κράτους. Η δεκαετής θητεία του ως
Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας επισφράγισε την πολυετή παρουσία του στην πολιτική
ζωή του τόπου, κατά την οποία επιτέλεσε έργο
σημαντικό, αναγνωρισμένο ακόμα και από πολιτικούς του αντιπάλους.
Πρωτότοκος υιός του Γεωργίου και της Φωτεινής, ο Καραμανλής γεννήθηκε στο χωριό Κιούπκιοϊ της περιφέρειας Σερρών - επαρχίας τότε της
Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Εως και το 1929, η
οικογένεια Καραμανλή θα αποκτούσε άλλα επτά
τέκνα, από τα οποία θα επιζούσαν τα έξι: Ολγα,
Αθηνά, Αντιγόνη, Αλέκος, Γραμμένος και Αχιλλέας. Οι παιδικές αναμνήσεις του Κ. Καραμανλή
κυριαρχούνταν από το όραμα της Μεγάλης Ιδέας,
αλλά και από τις συνεχείς δυσχέρειες που βίωναν
η ιδιαίτερη πατρίδα του και η οικογένειά του. Ο
πατέρας του, αρχικά δάσκαλος και έπειτα καπνοκαλλιεργητής, μετείχε ενεργά στον Μακεδονικό
Αγώνα του 1904-1908. Πριν από την οριστική του
ενσωμάτωση στο ελληνικό βασίλειο και τη μετονομασία του σε Πρώτη, το Κιούπκιοϊ πέρασε υπό τη
βραχύβια κατοχή των Βουλγάρων, το 1912-1913.
Το 1916-1918, όταν η Πρώτη Σερρών κατελήφθη
και πάλι από τα βουλγαρικά στρατεύματα, ο Γεώργιος Καραμανλής συνελήφθη και εστάλη όμηρος
στη Βουλγαρία, όπου και παρέμεινε έως το τέλος
του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.
Το 1919 ο Κ. Καραμανλής ολοκλήρωσε τη βασική εκπαίδευσή του στο δημοτικό σχολείο της
Πρώτης. Κατόπιν, μετέβη στη Νέα Ζίχνη, όπου
λειτουργούσε διτάξιο ημιγυμνάσιο. Τον επόμενο
χρόνο συνέχισε τις γυμνασιακές του σπουδές στις
Σέρρες, ενώ το 1923 μετακόμισε με τον αδελφό
του Αλέκο στην Αθήνα, όπου και παρέμεινε ως
οικότροφος στο ιδιωτικό Λύκειο Μεγαρέως. Το
1925, τέλος, αποφοίτησε από το Ογδοο Γυμνάσιο Κυψέλης και εισήλθε στη Νομική Σχολή του
Πανεπιστημίου Αθηνών.
9

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής με τον πατέρα του Γεώργιο (Ιδρυμα «Κωνσταντίνος
Γ. Καραμανλής», φωτογραφικό αρχείο Κωνσταντίνου Καραμανλή).
10

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Πριν από την ολοκλήρωση των πανεπιστημιακών του σπουδών, το 1928-1929, ο Καραμανλής εργάσθηκε ως αντιπρόσωπος ιδιωτικής
ασφαλιστικής εταιρίας προκειμένου να συνδράμει και αυτός στην αποπληρωμή οικονομικών υποχρεώσεων του πατέρα του. Για δύο
χρόνια περιόδευσε τις πόλεις και τα χωριά της
Μακεδονίας, ερχόμενος σε επαφή με τα προβλήματα του αγροτικού πληθυσμού. Το 1929
ο Κ. Καραμανλής αποφοίτησε από τη Νομική
Αθηνών και το επόμενο έτος εξέτισε ολιγόμηνη
στρατιωτική θητεία ως πρωτότοκος υιός πολυμελούς οικογένειας. Στη συνέχεια επέστρεψε
στις Σέρρες, όπου το 1930 άνοιξε δικηγορικό
γραφείο. Σύντομα, όμως, διαπίστωσε ότι μόνη
η δικανική δραστηριότητα δεν κάλυπτε τις ευρύτερες φιλοδοξίες του:
«Εάν περιμένης να νοικοκυρευτώ και να ζήσω
μια συνηθισμένη ζωή» -αντέτεινε στον πατέρα

του όταν ο τελευταίος εξέφρασε τη διαφωνία του
να αναμιχθεί ενεργά στην πολιτική- «πρέπει να
σου πω ότι ποτέ δεν θα λογικευθώ κατ’ αυτόν τον
τρόπο. Αν έχω φιλοδοξίες, είναι γιατί μ’ ενδιαφέρουν άλλα πράγματα πολύ σημαντικότερα από
μένα τον ίδιον. Ημπορεί αυτό να είναι αφελές.
Πιστεύω όμως ότι δεν δικαιώνεται η παρουσία
μας σ’ αυτόν τον κόσμο με το να καλλιεργούμε τη
μικρή προσωπική μας ευτυχία. Καθένας προσφέρει τον εαυτό του κατά το δικό του τρόπο, ανάλογα
με την ευκαιρία και τις περιστάσεις. Εγώ θέλω
να αφιερωθώ στο λαό μου, θέλω να δικαιώσω το
πέρασμά μου από τον κόσμο αυτό, υπηρετώντας
αυτούς τους ανθρώπους».
Η αίσθηση χρέους προς το «λαό του» οδήγησε
κατ’ αρχάς τον Κ. Καραμανλή στην απόφαση να
συμμετάσχει στις βουλευτικές εκλογές του 1932
ως υποψήφιος με το Λαϊκό Κόμμα. Αν και τελικά
δεν κατήλθε ως υποψήφιος λόγω της αντίδρασης
Η οικογένεια Γεωργίου
Καραμανλή. Ο Κωνσταντίνος
Καραμανλής ήταν ο
πρωτότοκος γιος του
Γεωργίου και της Φωτεινής
(Ιδρυμα «Κωνσταντίνος
Γ. Καραμανλής»,
φωτογραφικό αρχείο
Κωνσταντίνου Καραμανλή).

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

11

του πατέρα του, αλλά και της επιθυμίας του να
μην εμπλακεί στις έριδες μεταξύ των πολιτευτών
της εκλογικής του περιφέρειας, η απόφασή του
να ασχοληθεί ενεργά με την πολιτική ήταν πλέον
οριστική. Ο θάνατος του πατέρα του, τον Νοέμβριο του 1932, και η ευθύνη που ανέλαβε έκτοτε
για την ανατροφή και τη μόρφωση των αδελφών
του δεν του επέτρεψαν να θέσει υποψηφιότητα
ούτε στις εκλογές του 1933, οι οποίες σηματοδότησαν την επιστροφή της αντιβενιζελικής παράταξης στην εξουσία ύστερα από μια δεκαετία
βενιζελικής κυριαρχίας. Τελικά, ο Κ. Καραμανλής
εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής με το Λαϊκό
Κόμμα στις εκλογές του 1935, οι οποίες πάντως
σημαδεύτηκαν από την αποχή των βενιζελικών
κομμάτων. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η αποχή
των βενιζελικών, όπως επίσης και το γεγονός ότι
ο πατέρας του ήταν γνωστός για τη δράση του
στους εθνικούς αγώνες έπαιξαν κάποιο ρόλο στην
εκλογή του Κ. Καραμανλή. Κυρίως, όμως, ήταν η
προσωπική σχέση που ανέπτυξε με τους κατοίκους της περιφέρειάς του κατά τη διάρκεια της
πρόσφατης επαγγελματικής του δραστηριότητας
στην οποία θα πρέπει να αποδοθεί η εκλογή του
στο βουλευτικό αξίωμα και μάλιστα σε ηλικία μόλις 28 ετών. Η επανεκλογή του στις εκλογές της
26ης Ιανουαρίου 1936 -τις τελευταίες πριν από
την επιβολή της μεταξικής δικτατορίας- επιβεβαίωσε την αυξημένη απήχησή του σε ευρύτερα
λαϊκά στρώματα.
Οπωσδήποτε, η ένταξη του Κ. Καραμανλή στο
Λαϊκό Κόμμα προκαλεί αρκετά ερωτήματα. Ο Μακεδόνας πολιτικός ανήκε σε μια νέα γενιά που
θεωρούσε ξεπερασμένα τα διχαστικά διλήμματα
του πρόσφατου παρελθόντος, αναζητώντας εναλλακτικές λύσεις εκτός του πλαισίου του Εθνικού
Διχασμού. Πώς μπορούσε να συνδυασθεί, λοιπόν, το αίτημα για συνολική αναδιάρθρωση του
πολιτικού συστήματος με την υποστήριξη ενός
παραδοσιακού κόμματος; Η απάντηση θα πρέπει
να αναζητηθεί στην οικογενειακή παράδοση του
Κ. Καραμανλή. Ο πατέρας του, Γεώργιος, όπως
άλλωστε και η πλειοψηφία των Μακεδονομάχων
και γενικότερα των γηγενών της Βορείου Ελλάδος
ταυτίστηκαν εξ αρχής με την αντιβενιζελική πα12

ράταξη, πιθανότατα ως αντίδραση στην καθολική
στήριξη που παρείχε ο κόσμος της προσφυγιάς
στο Κόμμα των Φιλελευθέρων και τον Ελευθέριο
Βενιζέλο. Η επίθεση βενιζελικών εναντίον της
οικίας του Κ. Καραμανλή το βράδυ των εκλογών
του 1928, η σύλληψη και φυλάκισή του κατά τη διάρκεια του βενιζελικού κινήματος του 1935, καθώς
και η προσωπική του φιλία με τον πολιτευτή του
Λαϊκού Κόμματος στις Σέρρες Αθανάσιο Αργυρό
επιβεβαίωσαν τον προσανατολισμό του νεαρού
δικηγόρου προς την αντιβενιζελική παράταξη.
Οι πολιτικές εξελίξεις του 1935-1936 προκάλεσαν
έντονη απογοήτευση στο νεαρό βουλευτή. Η πραξικοπηματική παλινόρθωση του βασιλιά Γεωργίου Β΄, η ψήφος εμπιστοσύνης που παρείχαν τα
παραδοσιακά κόμματα (συμπεριλαμβανομένου
και του Λαϊκού) στον Ιωάννη Μεταξά, η εγκαθίδρυση δικτατορικού καθεστώτος και η αδυναμία
του πολιτικού κόσμου να εγγυηθεί την επιστροφή
στην κοινοβουλευτική ομαλότητα έπεισαν τον
Κ. Καραμανλή για τη γενικότερη αποτυχία του
πολιτικού συστήματος. Ηδη, τον Μάιο του 1937,
με επιστολή προς τον Κωνσταντίνο Τσαλδάρη,
είχε ταχθεί υπέρ του συντονισμού της δράσης
των κομμάτων για την ανατροπή του μεταξικού
καθεστώτος. Ο ίδιος, μάλιστα, δήλωνε έτοιμος να
ηγηθεί του αντιδικτατορικού αγώνα στη Βόρειο
Ελλάδα. Ωστόσο, όλες οι προσπάθειες των κομμάτων για επαναφορά των δημοκρατικών θεσμών
απέτυχαν, ενώ ούτε ο Κ. Καραμανλής ήταν σε θέση
να αναλάβει ουσιαστικές πρωτοβουλίες προς αυτήν την κατεύθυνση. Στα τέλη της δεκαετίας του
1930, η διάγνωση σοβαρής μορφής βαρηκοΐας
απειλούσε ακόμα και αυτή τη συνέχιση της πολιτικής του σταδιοδρομίας, ενώ ο θάνατος της
μητέρας του Φωτεινής κατέστησε τον Καραμανλή
μοναδικό πλέον υπεύθυνο για την ανατροφή και
τη μόρφωση των αδελφών του. Μετά την έναρξη
του Ελληνοϊταλικού Πολέμου, στον οποίο δεν του
επιτράπηκε η στράτευση λόγω της ασθένειάς του,
μετακόμισε στην Αθήνα προκειμένου να συνεχίσει
τη δικανική του δραστηριότητα. Η επίταξη, όμως,
του κτιρίου που φιλοξενούσε το δικηγορικό του
γραφείο από τον κατακτητή προκάλεσε εντέλει την
αναστολή κάθε επαγγελματικής του δράσης.
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής μαθητής γυμνασίου στη Νέα Ζίχνη Σερρών (Ιδρυμα «Κωνσταντίνος
Γ. Καραμανλής», φωτογραφικό αρχείο Κωνσταντίνου Καραμανλή).
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

13

Κατά τη διάρκεια της τριπλής Κατοχής, ο Κ. Καραμανλής συμμετείχε σε δύο παράλληλες διεργασίες, οι οποίες έμελλε να επηρεάσουν καταλυτικά
την πολιτική του σκέψη κατά τον ιδεολογικό του
προσανατολισμό: στην Επιτροπή Μακεδόνων
και Θρακών και στη Σοσιαλιστική Ενωση. Η
κατάληψη εδαφών της Ανατολικής Μακεδονίας και της Δυτικής Θράκης από τα βουλγαρικά
στρατεύματα και η πολιτική αφελληνισμού που
ακολούθησε η Σόφια στις περιοχές αυτές οδήγησαν σημαντικές προσωπικότητες της πολιτικής
και πνευματικής ζωής του τόπου -ανάμεσά τους
ο Αλ. Σβώλος, ο Α. Κεραμόπουλος, ο Μ. Κύρκος,
ο Α. Θεολογίτης, ο Αλ. Ζάννας, ο Φ. Μανουηλίδης και ο Γ. Μόδης- στην ίδρυση της Εταιρείας
Μακεδόνων και Θρακών. Σκοπός της οργάνωσης
ήταν η ενημέρωση των αρμόδιων αρχών για τα
βουλγαρικά έκτροπα στη Βόρειο Ελλάδα και η
περίθαλψη χιλιάδων προσφύγων από τις βουλγαροκρατούμενες περιοχές. Ο Καραμανλής μετείχε
στην Εταιρεία ως εκπρόσωπος των προσφύγων
του Νομού Σερρών.
Η Σοσιαλιστική Ενωσις ιδρύθηκε το 1942 από
διακεκριμένους εκπροσώπους της δημόσιας ζωής
του τόπου: Κ. Τσάτσος, Ξ. Ζολώτας, Ι. Πολίτης, Α.
Αγγελόπουλος, Π. Γαρουφαλιάς, Γ. Μαύρος, Π.
Κόκκαλης κ.ά. Η συμμετοχή του Κ. Καραμανλή
στις συζητήσεις της ομάδας αυτής επηρέασε την
πολιτική του φυσιογνωμία. Η ανάγκη ενίσχυσης
της εκτελεστικής εξουσίας, η συμμετοχή των Ελλήνων στις ευρωπαϊκές και τις διεθνείς διεργασίες, η
αποδοχή πολιτεύματος Αβασίλευτης Δημοκρατίας,
η εκλογή ανώτατου άρχοντα επιφορτισμένου με
ενισχυμένες εξουσίες και ο ενισχυμένος ρόλος του
κράτους στην παραγωγική διαδικασία υπήρξαν
θέσεις που διατύπωσε κατά τη διάρκεια της Κατοχής η Σοσιαλιστική Ενωσις και μετουσίωσε σε
πολιτική πράξη ο Κ. Καραμανλής κατά τη διάρκεια
της πρωθυπουργίας του.
Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής φοιτητής
της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου
Αθηνών (Ιδρυμα «Κωνσταντίνος
Γ. Καραμανλής», φωτογραφικό αρχείο
Κωνσταντίνου Καραμανλή).
14

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ο Κ. Καραμανλής
απέκρουσε κατηγορηματικά κάθε πρόταση που
του έγινε να αναλάβει Νομαρχία, Γενική Γραμματεία ή ακόμα την υποδιοίκηση της Αγροτικής
Τράπεζας. Παράλληλα, αρνήθηκε να συμμετάσχει
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Ομιλία του Κωνσταντίνου
Καραμανλή στις Σέρρες,
Μάρτιος 1935. Στις
εκλογές του 1935 ο
Καραμανλής εξελέγη για
πρώτη φορά βουλευτής
με το Λαϊκό Κόμμα
(Ιδρυμα «Κωνσταντίνος
Γ. Καραμανλής»,
φωτογραφικό αρχείο
Κωνσταντίνου
Καραμανλή).

στο κίνημα της ένοπλης αντίστασης, ακολουθώντας στο σημείο αυτό τη στάση του πολιτικού του
χώρου. Σε γενικές γραμμές, η συμμετοχή του στις
πολιτικές διεργασίες που έλαβαν χώρα είτε στην
Αθήνα είτε στο Κάιρο, όπου βρισκόταν εγκατεστημένη η εξόριστη ελληνική κυβέρνηση, υπήρξε
αναμφισβήτητα υποτονική. Η μοναδική απόπειρά
του να μετάσχει ενεργά στην εθνική προσπάθεια
για το σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας υπό
τον Γεώργιο Παπανδρέου απέτυχε παταγωδώς. Η
άφιξή του στην Αίγυπτο, ύστερα από πέντε μήνες ταλαιπωριών σε Ελλάδα, Τουρκία και Μέση
Ανατολή, κατέστη εφικτή μετά την αναχώρηση
της ελληνικής κυβέρνησης για τη Νεάπολη. Τελικά, επέστρεψε στην Αθήνα στις 25 Οκτωβρίου
1944 - μετά την αποχώρηση των γερμανικών
στρατευμάτων.
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

ΙΙ. Ασκηση υπουργικών
καθηκόντων, 1946-1955
Εως τις βουλευτικές εκλογές της 31ης Μαρτίου
1946, στις οποίες εξελέγη για τρίτη φορά βουλευτής με το Λαϊκό Κόμμα, ο Κ. Καραμανλής απέφυγε
συστηματικά την εμπλοκή του στις πολιτικές εξελίξεις. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι μετά το τέλος
της Κατοχής δεν είχε διαμορφώσει ένα σαφές
ιδεολογικό πλαίσιο ή ότι δεν είχε καταλήξει στις
πολιτικές που θα έπρεπε να εφαρμοσθούν στη
μεταπολεμική Ελλάδα∙ κάθε άλλο. Θεωρώντας την
ηγεσία του ΕΑΜ και του ΚΚΕ ως την κατεξοχήν
υπεύθυνη για το νέο αιματοκύλισμα, ο Μακεδόνας
πολιτικός αναφέρθηκε, την άνοιξη του 1945, στην
ανάγκη υπέρβασης του δίπολου Αριστερά-Δεξιά
και αναζήτησης λύσεων εκτός των παραδοσιακών
15

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής
με τη μητέρα του Φωτεινή (Ιδρυμα
«Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής»,
φωτογραφικό αρχείο Κωνσταντίνου
Καραμανλή).

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στο Χαλέπι
της Συρίας το 1944 μαζί με το μουσικό
Βολονίκη (Ιδρυμα «Κωνσταντίνος
Γ. Καραμανλής», φωτογραφικό αρχείο
Κωνσταντίνου Καραμανλή).

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ως νέος βουλευτής το 1935 με τον αρχηγό του Λαϊκού Κόμματος Παναγή
Τσαλδάρη (Ιδρυμα «Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής», φωτογραφικό αρχείο Κωνσταντίνου Καραμανλή).
16

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

σχημάτων. Η ανάληψη του υπουργείου Εργασίας
στην κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Τσαλδάρη,
στις 24 Νοεμβρίου 1946, του έδωσε για πρώτη
φορά τη δυνατότητα μετουσίωσης των ριζοσπαστικών αντιλήψεων, με τις οποίες είχε έλθει σε
επαφή κατά τη διάρκεια της Κατοχής, σε αποτελεσματική πολιτική.
Η πρώτη υπουργική θητεία του Κ. Καραμανλή
έμελλε να είναι βραχύβια, αφού διατήρησε το χαρτοφυλάκιο της Εργασίας έως τις 17 Φεβρουαρίου 1947 - διάστημα μικρότερο των τριών μηνών.
Παρ’ όλα αυτά, αναλαμβάνοντας τη θέση σε μια
κρίσιμη φάση του Εμφυλίου Πολέμου, ο Κ. Καραμανλής κατάφερε να αντεπεξέλθει ικανοποιητικά
στα νέα του καθήκοντα. Ηδη, από την αρχή της
υπουργικής του θητείας, βρέθηκε αντιμέτωπος
με σημαντικά προβλήματα: ανεργία, εργασιακές
σχέσεις, κοινωνική ασφάλιση, καταβολή συντάξεων, ύψος απολαβών κ.λπ. Δίχως να επιφέρει
οριστικές λύσεις σε όλα τα ζητήματα που αφορούσαν το υπουργείο Εργασίας -κάτι τέτοιο άλλωστε
ήταν αδύνατο, ιδιαίτερα σε συνθήκες εμφύλιας
σύρραξης­-, ο Μακεδόνας πολιτικός κατάφερε να
δρομολογήσει ρυθμίσεις υπέρ των δικαιωμάτων
των εργαζομένων και των κοινωνικά ασθενέστερων πολιτών.
Φορέας κατεξοχήν μετριοπαθών αντιλήψεων
και έχοντας επιτελέσει θετικό έργο στο υπουργείο Εργασίας, ο Καραμανλής έτυχε σταδιακά
της αποδοχής προσωπικοτήτων και πέραν του
πολιτικού χώρου από τον οποίο προερχόταν. Το
γεγονός αυτό επιβεβαιώθηκε με την ανάθεση του
υπουργείου Μεταφορών από τον πρωθυπουργό και αρχηγό του Κόμματος των Φιλελευθέρων,
Θεμιστοκλή Σοφούλη, στις 7 Μαΐου 1948. Και σε
αυτήν την περίπτωση, τα προβλήματα με τα οποία
βρέθηκε αντιμέτωπος έμοιαζαν ανυπέρβλητα: κατεστραμμένο συγκοινωνιακό δίκτυο, τεράστιες
ελλείψεις σε πόρους και τεχνική υποδομή, προβλήματα ηλεκτροδότησης. Η συνέχιση των εμφύλιων
συγκρούσεων αλλά και πιέσεις εσωτερικών και
εξωτερικών συμφερόντων καθιστούσαν ακόμα
πιο δύσκολη την εφαρμογή μιας στρατηγικής για
τη συνολική ανασυγκρότηση της χώρας. Ωστόσο,
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

η εξάμηνη σχεδόν παρουσία του Κ. Καραμανλή
στο υπουργείο Μεταφορών συνοδεύτηκε από τη
λήψη δραστικών μέτρων που επέφεραν σημαντική
βελτίωση σε όλους τους τομείς της αρμοδιότητάς
του. Ιδιαίτερα, η σύγκρουσή του με την πανίσχυρη
βρετανική ηλεκτρική εταιρεία Πάουερ, με αφορμή
την άρνηση της τελευταίας να προβεί σε αναθεώρηση της σύμβασης του 1925, κατέδειξε την
προσήλωση του Κ. Καραμανλή στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. Οπωσδήποτε, η
μετακίνησή του στο υπουργείο Πρόνοιας, εκείνο
ακριβώς το διάστημα, δεν ήταν άσχετη με την
αντιδικία του με την Πάουερ…
Ο Κ. Καραμανλής παρέμεινε υπουργός Πρόνοιας
για ένα περίπου έτος, έως τις 6 Ιανουαρίου 1950.
Η τοποθέτησή του στη συγκεκριμένη θέση τη δεδομένη χρονική στιγμή είναι άκρως ενδεικτική
της εμπιστοσύνης με την οποία τον περιέβαλε ο
πρόεδρος της κυβέρνησης, Θεμιστοκλής Σοφούλης. Η ευθύνη για την αποκατάσταση εκατοντάδων χιλιάδων αμάχων κατά την κορύφωση του
Εμφυλίου, καθιστούσε το υπουργείο Πρόνοιας
ένα από τα πλέον νευραλγικά χαρτοφυλάκια της
κυβέρνησης. Αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, ο Κ. Καραμανλής προχώρησε σε
απογραφή των άπορων «ανταρτόπληκτων» σε
ολόκληρη την ελληνική επικράτεια, προκειμένου
να καταγραφεί το ακριβές μέγεθος του προβλήματος. Κατόπιν, ο νέος υπουργός πέρασε στην
εφαρμογή ενός φιλόδοξου αλλά και ρεαλιστικού
σχεδίου: η αναδιοργάνωση του προγράμματος
«Πρόνοια-Εργασία», η αναθεώρηση του υπάρχοντος θεσμικού πλαισίου και η δημιουργία κέντρων
Ασφαλείας αποτέλεσαν τους βασικούς άξονες του
σχεδιασμού του Κ. Καραμανλή κατά τη θητεία του
στο εν λόγω υπουργείο.
Εχοντας εκλεγεί σε διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις, από το 1935 έως το 1946, και διατελέσει
τρεις φορές υπουργός των κυβερνήσεων συνεργασίας κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου,
ο Κ. Καραμανλής είχε πλέον καταξιωθεί στη δημόσια συνείδηση ως ένας φέρελπις πολιτικός,
απαλλαγμένος από αντιλήψεις και πρακτικές του
παλαιοκομματισμού. Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν
17

θα πρέπει να εκπλήσσει η επανεκλογή του στις
βουλευτικές εκλογές της 5ης Μαρτίου 1950, αν και
το Λαϊκό Κόμμα έλαβε μόλις 18,8% των ψήφων και
62 έδρες. Ο κατακερματισμός των πολιτικών δυνάμεων, η συρρίκνωση των παραδοσιακών κομμάτων
και η ανάδειξη νέων σχημάτων -πρώτη ανάμεσά
τους η ΕΠΕΚ του Νικολάου Πλαστήρα- οδήγησαν αναπόφευκτα στη δημιουργία διαδοχικών
κυβερνήσεων συνεργασίας του Κέντρου - πέντε σε
διάστημα δεκαοκτώ μηνών. Νικόλαος Πλαστήρας
και Σοφοκλής Βενιζέλος -αρχηγός ο τελευταίος του
Κόμματος Φιλελευθέρων- διαδέχονταν ο ένας τον
άλλο στην πρωθυπουργία της χώρας έως ότου η
αδυναμία αντιμετώπισης των οξυμμένων προβλημάτων της ελληνικής κοινωνίας οδήγησε σε νέες
εκλογές, στις 9 Σεπτεμβρίου 1951.

Στις 13 Σεπτεμβρίου 1950, ο σχηματισμός κυβέρνησης συνεργασίας Βενιζέλου-Τσαλδάρη
άνοιξε το δρόμο για τη νέα υπουργοποίηση του
Κ. Καραμανλή, αυτή τη φορά με το χαρτοφυλάκιο της Αμυνας. Οπωσδήποτε, η παραμονή του
στο συγκεκριμένο υπουργείο υπήρξε βραχύβια,
μόλις 50 ημέρες, και συνεπώς τα όποια περιθώρια ουσιαστικών παρεμβάσεων υπήρξαν εκ των
πραγμάτων ελάχιστα. Ωστόσο, το διάστημα αυτό
πρόλαβε να φέρει εις πέρας αξιόλογο έργο, δείχνοντας έμπρακτο ενδιαφέρον για την ενίσχυση
της εθνικής ασφάλειας και την αποκατάσταση της
ομαλότητας στο στράτευμα ένα μόλις έτος μετά
το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου.
Στις 16 Νοεμβρίου 1950, ο Κ. Καραμανλής και

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ως υπουργός Μεταφορών στην κυβέρνηση Σοφούλη-Τσαλδάρη, 18 Νοεμβρίου
1948 (Ιδρυμα «Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής», φωτογραφικό αρχείο Κωνσταντίνου Καραμανλή).
18

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

άλλοι 24 βουλευτές του Λαϊκού Κόμματος αποφάσισαν να ανεξαρτητοποιηθούν και να συγκροτήσουν, μαζί με το Εθνικό Ενωτικό Κόμμα, το Λαϊκό Ενωτικό Κόμμα με αρχηγούς τον Παναγιώτη
Κανελλόπουλο και τον Στέφανο Στεφανόπουλο.
Η περαιτέρω συρρίκνωση του Λαϊκού Κόμματος
σχετιζόταν άμεσα με τις ευρύτερες ανακατατάξεις
στο χώρο της Δεξιάς, στον οποίο σταδιακά αναδείχτηκε κυρίαρχος ο Αλέξανδρος Παπάγος. Οταν
στις 31 Ιουλίου 1951 ο στρατάρχης ανακοίνωσε
την ίδρυση του Ελληνικού Συναγερμού, τα μέλη
του Λαϊκού Ενωτικού Κόμματος αποφάσισαν ομόφωνα την αυτοδιάλυσή του και την προσχώρησή
τους στον Ελληνικό Συναγερμό. Η επιτακτική ανάγκη αποτελεσματικής διακυβέρνησης αποτελούσε
κυρίαρχο ζητούμενο για τον Παπάγο, αλλά και τον

Καραμανλή, που διείδε εγκαίρως ότι ο νέος πολιτικός σχηματισμός ήταν ο μόνος που μπορούσε
να βγάλει τη χώρα από τα πολλαπλά αδιέξοδα.
Ηδη, στις εκλογές της 9ης Σεπτεμβρίου 1951, ο
Ελληνικός Συναγερμός αναδείχθηκε πρώτο κόμμα
με ποσοστό 36,5%, δίχως όμως να εξασφαλίσει
την απαραίτητη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Ο
Κ. Καραμανλής εξελέγη για πέμπτη συνεχόμενη
φορά βουλευτής Σερρών. Στο μεταξύ, στις 2 Ιουλίου 1951, ο Κ. Καραμανλής είχε νυμφευτεί την
ανιψιά του Παναγιώτη Κανελλόπουλου, Αμαλία
Κανελλοπούλου.
Η συντριπτική επικράτηση του Ελληνικού Συναγερμού στις εκλογές της 16ης Νοεμβρίου 1952
-με ποσοστό 49,2% των ψήφων και 247 έδρες-

Η κυβέρνηση Διομήδη κατά τον εορτασμό της 28ης Οκτωβρίου 1949 έξω από τη Μητρόπολη
(Ιδρυμα «Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής», φωτογραφικό αρχείο Κωνσταντίνου Καραμανλή).
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

19

σηματοδότησε το τέλος μιας περιόδου αστάθειας
και αλλεπάλληλων κυβερνητικών κρίσεων. Πρόεδρος της πρώτης ισχυρής μονοκομματικής κυβέρνησης μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου
Πολέμου, ο Αλέξανδρος Παπάγος ήταν πλέον σε
θέση να εφαρμόσει απρόσκοπτα ένα ιδιαίτερα
φιλόδοξο σχέδιο προς την κατεύθυνση της συνολικής ανασυγκρότησης της χώρας. Ηδη, η είσοδος
της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ και η αποκατάσταση των
σχέσεών της με τη Γιουγκοσλαβία -σημαντικά
επιτεύγματα των κεντρώων κυβερνήσεων υπό τον
Νικόλαο Πλαστήρα και τον Σοφοκλή Βενιζέλοείχαν δημιουργήσει ένα αίσθημα ασφάλειας που
επέτρεπε την ανάληψη σύντονων πρωτοβουλιών
με σκοπό τη συνολική οικονομική ανάπτυξη. Ο
Παπάγος ανέθεσε στον Κ. Καραμανλή το υπουργείο Δημοσίων Εργων, τοποθετώντας τον Μακεδόνα πολιτικό στην πρώτη γραμμή της εθνικής

προσπάθειας για τον εκσυγχρονισμό της χώρας.
Ο Κ. Καραμανλής διατήρησε το χαρτοφυλάκιο
των Δημοσίων Εργων για τρία περίπου χρόνια.
Το διάστημα αυτό αναδείχθηκε σε έναν από τους
πλέον επιτυχημένους υπουργούς της κυβέρνησης
Παπάγου, επιτελώντας έργο πρωτοφανές για τα
δεδομένα της μετεμφυλιακής Ελλάδας. Η επίλυση
του προβλήματος υδροδότησης της πρωτεύουσας, η εκτέλεση σειράς εγγειοβελτιωτικών, αντιπλημμυρικών, αποξηραντικών και αρδευτικών
έργων, η διάνοιξη εκτεταμένου οδικού δικτύου
κατά μήκος της επικράτειας, ο εκσυγχρονισμός
λιμενικών εγκαταστάσεων, καθώς και η πληθώρα
παρεμβάσεων για την ανάπτυξη του τουρισμού
και την ανάδειξη του πολιτιστικού παρελθόντος
συνέβαλαν καθοριστικά στην οικονομική ανασυγκρότηση της χώρας πάνω σε βάσεις στέρεες
και υγιείς.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ως υπουργός Εθνικής Αμύνης στην κυβέρνηση Σοφοκλή Βενιζέλου,
19 Οκτωβρίου 1950. Το έργο του στο υπουργείο υπήρξε αξιόλογο παρά τη βραχύβια θητεία του σε
αυτό (Ιδρυμα «Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής», φωτογραφικό αρχείο Κωνσταντίνου Καραμανλή).
20

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

ΙΙΙ. Η πρώτη πρωθυπουργία,
1955-1963
Η, κατά κοινή ομολογία, επιτυχημένη πορεία του
στο υπουργείο Δημοσίων Εργων, η διατύπωση
ρεαλιστικών και εφικτών λύσεων για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της χώρας, καθώς και
η συνολική μετριοπαθής πολιτεία του σε όλες τις
μεταπολεμικές κυβερνήσεις υπήρξαν οι βασικότεροι παράγοντες που συνεκτίμησε ο βασιλιάς
Παύλος όταν στις 5 Οκτωβρίου 1955 κάλεσε τον
Κ. Καραμανλή προκειμένου να του αναθέσει την
πρωθυπουργία της χώρας ύστερα από το θάνατο
του Παπάγου. Οπωσδήποτε, η αποχώρηση του
Σπύρου Μαρκεζίνη από τον Ελληνικό Συναγερμό,
τον Νοέμβριο του 1954, είχε διευκολύνει την άνοδο του Κ. Καραμανλή στην κομματική ιεραρχία.
Ακόμα κι έτσι, η επιλογή του Κ. Καραμανλή ως

διαδόχου του στρατάρχη Παπάγου αντί των δύο
αντιπροέδρων της κυβέρνησης, Στέφανου Στεφανόπουλου και Παναγιώτη Κανελλόπουλου, προκάλεσε αίσθημα ικανοποίησης σε όσους απέβλεπαν
στη ριζική αναμόρφωση της πολιτικής ζωής του
τόπου, αλλά και πρωτοφανούς έκπληξης - ακόμα
και στην αμερικανική πρεσβεία, που στις 5 Οκτωβρίου προδίκαζε την άνοδο του Στεφανόπουλου
στην πρωθυπουργία.
Η ανάθεση σχηματισμού κυβέρνησης στον Κ. Καραμανλή δεν έγινε δίχως αντιδράσεις - ακόμα και
μέσα από το κυβερνών κόμμα. Η μεγάλη, όμως,
πλειοψηφία των στελεχών του Ελληνικού Συναγερμού συντάχθηκε με το νέο πρωθυπουργό. Η
υπερψήφιση της πρώτης κυβέρνησης Καραμανλή από 200 βουλευτές επιβεβαίωνε κατ’ αρχάς
την άποψη αυτή. Ωστόσο, ο Μακεδόνας πολιτι-

Ο γάμος του Κωνσταντίνου Καραμανλή με την Αμαλία Κανελλοπούλου, 2 Ιουλίου 1951 (Ιδρυμα
«Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής», φωτογραφικό αρχείο Κωνσταντίνου Καραμανλή).
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

21

Η ομιλία του
Αλέξανδρου Παπάγου
στις Σέρρες. Στο πλάι
του ο Κωνσταντίνος
Καραμανλής, 10
Νοεμβρίου 1952
(Ιδρυμα «Κωνσταντίνος
Γ. Καραμανλής»,
φωτογραφικό αρχείο
Κωνσταντίνου
Καραμανλή).

κός ήταν αποφασισμένος να μην παραμείνει για
μακρύ διάστημα στην προεδρία της κυβέρνησης
δίχως η επιλογή του από το βασιλιά Παύλο να
τύχει της ευρύτερης λαϊκής επιδοκιμασίας. Για
το λόγο αυτό, ήδη από τις 10 Οκτωβρίου δημοσιοποίησε την απόφασή του να προχωρήσει στη
διεξαγωγή νέων βουλευτικών εκλογών. Στις 4
Ιανουαρίου 1956, μάλιστα, ανήγγειλε την ίδρυση νέου κόμματος, της Εθνικής Ριζοσπαστικής
Ενωσης (ΕΡΕ). Το νέο κόμμα δεν αποτελούσε
απλή μετεξέλιξη του Ελληνικού Συναγερμού. Η
ενσωμάτωση πολλών προσωπικοτήτων από το
φιλελεύθερο χώρο -ανάμεσά τους ο Δ. Μακρής,
ο Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας, ο Α. Θεολογίτης,
22

ο Γ. Κασιμάτης και ο Κ. Τσάτσος- επιβεβαίωνε
ότι η ΕΡΕ απευθυνόταν σε ευρύτερα κοινωνικά
στρώματα, καλύπτοντας ένα ευρύ ιδεολογικό και
πολιτικό φάσμα. Σε κάθε περίπτωση, η ίδρυση
νέου κόμματος υποδήλωνε ασφαλώς τη βαθύτερη επιθυμία του νέου πρωθυπουργού να χαράξει μια ανεξάρτητη πορεία, ενώ η επιλογή του
όρου «ριζοσπαστική» στην επωνυμία του νέου
πολιτικού σχηματισμού ήταν άκρως ενδεικτική
του γενικότερου προσανατολισμού του αρχηγού
του στην αναζήτηση ρηξικέλευθων λύσεων. Ο
ίδιος, άλλωστε, ο Κ. Καραμανλής αυτοχαρακτηριζόταν ως «φιλελεύθερος ριζοσπάστης» - και
πράγματι ήταν.
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Η νέα κυβέρνηση Καραμανλή κατά την κηδεία του Αλέξανδρου Παπάγου, 7 Οκτωβρίου 1955. Μετά το
θάνατο του Παπάγου, ο Καραμανλής αποτέλεσε την επιλογή του βασιλιά Παύλου για την πρωθυπουργία
της χώρας (Ιδρυμα «Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής», φωτογραφικό αρχείο Κωνσταντίνου Καραμανλή).

Το αποτέλεσμα των εκλογών της 19ης Φεβρουαρίου 1956 δικαίωσε την επιλογή του Κ. Καραμανλή. Πράγματι, η ΕΡΕ έλαβε 47,4% των ψήφων
και 165 έδρες, όταν όλα τα υπόλοιπα κόμματα,
συνεργαζόμενα υπό τη Δημοκρατική Ενωση,
συγκέντρωσαν 48,15% και 132 έδρες. Η πρώτη
εκλογική επικράτηση της ΕΡΕ -θα ακολουθούσαν
εκείνες του 1958 και του 1961- επετεύχθη σε μια
χρονική συγκυρία ιδιαίτερα κρίσιμη για τη διεθνή
θέση της Ελλάδας. Η απόφαση της κυβέρνησης
Παπάγου για διεθνοποίηση του Κυπριακού και η
προσφυγή της Ελλάδας στον ΟΗΕ, στα τέλη του
1954, είχαν προκαλέσει όχι μόνον την έντονη βρετανική αντίδραση, αλλά και τη δυσαρέσκεια των
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

ΗΠΑ. Παράλληλα, η εμπλοκή της Αγκυρας στην
κυπριακή υπόθεση, απόρροια χειρισμών εκ μέρους
του Λονδίνου, και κυρίως οι τουρκικές βιαιότητες
εναντίον των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης
κατά τα Σεπτεμβριανά του 1955 σηματοδότησαν
το τέλος μιας μακράς περιόδου σύμπνοιας στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Η επίμονη, τέλος, άρνηση
των Βρετανών να αναγνωρίσουν το δικαίωμα της
αυτοδιάθεσης στον κυπριακό λαό είχε προκαλέσει
τη δικαιολογημένη αγανάκτηση της ελλαδικής
κοινής γνώμης και ένα αίσθημα πικρίας για τη
στάση των δυτικών συμμάχων.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η επίλυση του Κυ23

Ο Κωνσταντίνος
Καραμανλής και
ο Παναγιώτης
Κανελλόπουλος
κατά τη διάρκεια
προεκλογικής
εκστρατείας
στην Πάτρα το
1956 (Ιδρυμα
«Κωνσταντίνος
Γ. Καραμανλής»,
φωτογραφικό
αρχείο
Κωνσταντίνου
Καραμανλή).

πριακού αποτέλεσε μείζων προτεραιότητα του
νέου πρωθυπουργού. Δίχως να εγκαταλείψει την
πολιτική της διεθνοποίησης, ο Κ. Καραμανλής
κατέβαλε σημαντικές προσπάθειες προς την κατεύθυνση της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα.
Και όταν στα τέλη της δεκαετίας του 1950 παρουσιάστηκε ο κίνδυνος διχοτόμησης του νησιού, η
ελληνική κυβέρνηση, με τη σύμφωνη γνώμη της
ελληνοκυπριακής ηγεσίας και του Αρχιεπίσκοπου
Μακαρίου, κινήθηκε αποφασιστικά προς τη λύση
της ανεξαρτησίας. Η υπογραφή, τελικά, των συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου, το 1959, οδήγησαν
στην ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, ένα
έτος αργότερα. Αν και ο Καραμανλής έχει έκτοτε
δεχθεί σκληρή κριτική -άδικη τις περισσότερες
φορές- για την υπογραφή των συμφωνιών, παραμένει γεγονός ότι ο αρχηγός της ΕΡΕ υπήρξε
ο μοναδικός πρωθυπουργός της μεταπολεμικής
Ελλάδας που επέλυσε το κυπριακό ζήτημα…
Η διευθέτηση του κυπριακού προβλήματος υπήρξε
σημαντική, όχι όμως και η μοναδική προτεραιότητα του Καραμανλή κατά τη διάρκεια της πρώτης πρωθυπουργίας του, που ολοκληρώθηκε τον
24

Ιούνιο του 1963. Η οργανική ένταξη της Ελλάδας
στους δυτικοευρωπαϊκούς θεσμούς, καθώς και η
περαιτέρω προσέγγιση με τις ΗΠΑ και τις χώρες
της Δυτικής Ευρώπης αποτέλεσαν σημαντικούς
στρατηγικούς στόχους όλων των κυβερνήσεών
του. Η υπογραφή της συμφωνίας για τη σύνδεση της Ελλάδας με την Ευρωπαϊκή Οικονομική
Κοινότητα (ΕΟΚ), στις 9 Ιουλίου 1961, υπήρξε
επιστέγασμα της γενικότερης αντίληψης του Κ.
Καραμανλή για τη διεθνή θέση της Ελλάδας κατά
την ψυχροπολεμική περίοδο. Αλλωστε, η τελική
ετυμηγορία υπέρ της ΕΟΚ και όχι της Ευρωπαϊκής
Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών (ΕΖΕΣ), συσσωμάτωσης υπό τη βρετανική ηγεσία, λάμβανε υπόψη
όχι μόνο οικονομικούς υπολογισμούς, αλλά και
ευρύτερες πολιτικές στοχεύσεις.
Τέλος, βασική μέριμνα της εξωτερικής πολιτικής του Κ. Καραμανλή καθ’ όλη τη διάρκεια των
ετών 1955-1963 υπήρξε η αποκατάσταση των
σχέσεων της χώρας με τα κράτη του ανατολικού
συνασπισμού. Αν και οι στιγμές έντασης της Ελλάδας με τους βαλκανικούς της γείτονες και τη
Σοβιετική Ενωση δεν εξέλειψαν, κατά την περίΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Η νέα κυβέρνηση
Καραμανλή,
17 Μαΐου
1958 (Ιδρυμα
«Κωνσταντίνος
Γ. Καραμανλής»,
φωτογραφικό
αρχείο
Κωνσταντίνου
Καραμανλή).

οδο αυτή (ιδιαίτερα από τις αρχές της δεκαετίες
του 1960), σημειώθηκαν σημαντικά βήματα προς
την κατεύθυνση της ύφεσης. Ούτως ή άλλως, η
γεωγραφική ιδιομορφία της Ελλάδας και ο φόβος
διπλωματικής απομόνωσης καθιστούσαν ουσιαστικά μονόδρομο την εφαρμογή μιας ρεαλιστικής
εξωτερικής πολιτικής, που πρώτος είχε ακολουθήσει ο Ελευθέριος Βενιζέλος το 1928-1933. Οχι
τυχαία, οι κοινές αναφορές του Κ. Καραμανλή με
τον Κρητικό πολιτικό, ιδιαίτερα στον τομέα της
εξωτερικής πολιτικής, έχουν πολλάκις επισημανθεί από την επιστημονική έρευνα.
Αν η επιβεβαίωση του προσανατολισμού της
Ελλάδας προς το δυτικό κόσμο και η οργανική
ένταξή της στους δυτικοευρωπαϊκούς θεσμούς
υπήρξε ο ένας βασικός πυλώνας της «καραμανλικής στρατηγικής» των ετών 1955-1963,
η οικονομική ανάπτυξη και ο εκσυγχρονισμός
της χώρας ήταν ο άλλος. Δίχως να υποτιμάται
η προσπάθεια δημοσιονομικής εξυγίανσης και
νομισματικής σταθερότητας που κατέβαλαν οι
πρώτες μετεμφυλιακές κυβερνήσεις, ήταν κατά
την περίοδο της «καραμανλικής οκταετίας» όταν
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

συντελέσθηκε η πολύπλευρη οικονομική ανασυγκρότηση της χώρας: εκσυγχρονισμός και
ανάπτυξη της αγροτικής και της βιομηχανικής
παραγωγής, κεντρικός συντονισμός της ενεργειακής πολιτικής, επέκταση των δημοσίων έργων, αντιμετώπιση των μακροχρόνιων δομικών
αδυναμιών της ελληνικής οικονομίας, ταχύτατη
υλοποίηση ενός νέου τουριστικού προγράμματος,
έμπρακτη στήριξη της εμπορικής ναυτιλίας. Με
απλούστερα λόγια, ήταν οι κυβερνήσεις του Κ.
Καραμανλή εκείνες που σχεδίασαν και πέτυχαν
μια συνολική αντιμετώπιση του αναπτυξιακού
προβλήματος της χώρας. Παράλληλα, υψηλά στις
προτεραιότητες του Κ. Καραμανλή ήταν η ουσιαστική ενίσχυση της Παιδείας και του πολιτισμού,
ενώ ιδιαίτερη μέριμνα έδειξε για την κοινωνική
πρόνοια, στο βαθμό βέβαια που το επέτρεπαν οι
οικονομικές δυνατότητες της χώρας. Η ίδρυση
του ΟΓΑ, το 1961, υπήρξε ενδεικτική της τάσης
αυτής. Την ίδια περίοδο, πάντως, η αναγκαστική
μετανάστευση εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων
στη Δυτική Ευρώπη και τις ΗΠΑ καταδείκνυε και
τα όρια μιας αναπτυσσόμενης, αλλά όχι ακόμα
αναπτυγμένης οικονομίας.
25

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής με το βασιλιά
Παύλο και τη βασίλισσα Φρειδερίκη. Η αντίδραση
των Ανακτόρων στην εισήγηση του Καραμανλή
για την αναθεώρηση του Συντάγματος του
1952, σε συνδυασμό με την αρνητική στάση
της αντιπολίτευσης, δεν επέτρεψε τη θετική
έκβαση της αναθεωρητικής διαδικασίας.

Η αποτίμηση της πρώτης οκταετίας δεν μπορεί να
μη συμπεριλάβει ειδική μνεία στη «βαθιά τομή»
που επεχείρησε, δίχως αποτέλεσμα, τον Φεβρουάριο του 1963. Αντιλαμβανόμενος ενωρίς τις δομικές αδυναμίες του πολιτικού συστήματος και
επιδιώκοντας μια ριζική αναδόμηση του θεσμικού
πλαισίου του δημοκρατικού πολιτεύματος, ο Κ.
Καραμανλής εισηγήθηκε την αναθεώρηση μη θεμελιωδών διατάξεων του Συντάγματος του 1952.
Μια θετική αποδοχή των προτάσεων Καραμανλή
από την αναγκαία πλειοψηφία των δύο τρίτων του
Κοινοβουλίου θα ενίσχυε σημαντικά την εκτελεστική εξουσία, περιορίζοντας δραστικά τα προνόμια
και τις δυνατότητες ουσιαστικής παρέμβασης του
ανώτατου άρχοντα. Η αντίδραση των Ανακτόρων
στη «βαθιά τομή» και κυρίως η άρνηση της αντιπολίτευσης να την υπερψηφίσει δεν επέτρεψαν τη
θετική έκβαση της αναθεωρητικής διαδικασίας.
Η πρωτοβουλία του Κ. Καραμανλή να προχωρήσει στην αναθεώρηση του Συντάγματος δεν ήταν
άσχετη με την πτώση της τελευταίας κυβέρνησής
του και την απόφασή του να φύγει στο εξωτερικό
στις 19 Ιουνίου 1963. «Την επεχείρησα και απέτυχα», έγραψε το 1966 ο Μακεδόνας πολιτικός,
αναφερόμενος στη «βαθιά τομή»∙ και προσέθε-

Ο Κωνσταντίνος
Καραμανλής
με τον Τούρκο
πρωθυπουργό
Αντνάν Μεντερές
στη Ζυρίχη, 5-11
Φεβρουαρίου
1959. Η υπογραφή
των συμφωνιών
Ζυρίχης-Λονδίνου
το 1959 οδήγησαν
στην ίδρυση
της Κυπριακής
Δημοκρατίας το
1960 (Ιδρυμα
«Κωνσταντίνος
Γ. Καραμανλής»,
φωτογραφικό
αρχείο
Κωνσταντίνου
Καραμανλή).
26

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

σε: «Και ίσως απέτυχα διότι την επεχείρησα».
Οπωσδήποτε, η σύγκρουση του Καραμανλή με
το βασιλιά Παύλο -σύμπτωμα της οποία υπήρξε η
διαφωνία για το ταξίδι του βασιλικού ζεύγους στο
Λονδίνο- δεν υπήρξε η μόνη αιτία της πτώσης
του. Ο κεντρώος χώρος, κατακερματισμένος κατά
τη δεκαετία του 1950, είχε ήδη συμπήξει ενιαίο
κομματικό φορέα, την Ενωση Κέντρου, που με
αρχηγό τον Γεώργιο Παπανδρέου αναδείχθηκε
σταδιακά σε αξιόπιστη εναλλακτική κυβερνητική
πρόταση. Την ίδια στιγμή, ο «ανένδοτος αγώνας» της Ενωσης Κέντρου δημιούργησε εύλογες
προσδοκίες σε πλατιά λαϊκά στρώματα για την
περαιτέρω εμπέδωση των δημοκρατικών θεσμών.
Ηδη, οι καταγγελίες της Ενωσης Κέντρου και της
ΕΔΑ ότι το αποτέλεσμα των εκλογών του 1961
υπήρξε προϊόν «βίας και νοθείας» τύγχαναν ολοένα και μεγαλύτερης απήχησης. Την πτώση της
κυβέρνησης Καραμανλή επιτάχυνε η δολοφονία
του βουλευτή Γρηγόρη Λαμπράκη, τον Μάιο του
1963, από παρακρατικούς. Αν και η ανακριτική
διαδικασία και η δίκη της υπόθεσης κατέδειξαν
ότι ο Κ. Καραμανλής και η κυβέρνησή του δεν
είχαν καμία ανάμιξη στην απόπειρα κατά του
Λαμπράκη -κάτι που έχει επιβεβαιωθεί από την
ιστορική έρευνα-, η δολοφονία του βουλευτή
είχε ανεξέλεγκτες προεκτάσεις στην πολιτική
ζωή του τόπου.
Η έκβαση των εκλογών της 3ης Νοεμβρίου 1963
επιβεβαίωσε την ενίσχυση των δυνάμεων του
Κέντρου: η ΕΡΕ συγκέντρωσε ποσοστό 39,37%,
ενώ η Ενωση Κέντρου 42,04%, δίχως όμως να
εξασφαλίσει την αναγκαία κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Στα τέλη του 1963, ο Καραμανλής έφυγε
πικραμένος για το Παρίσι προκειμένου να αποφευχθεί ένας νέος εθνικός διχασμός. Πριν από
την αναχώρησή του παρέδωσε την αρχηγία του
κόμματος στον Παναγιώτη Κανελλόπουλο. Δεν
επρόκειτο να επιστρέψει στην Ελλάδα παρά έντεκα
χρόνια αργότερα. Η αποχώρηση του Καραμανλή
από την πολιτική επέφερε καίριο πλήγμα και στην
ίδια την ΕΡΕ: Στις εκλογές της 16ης Φεβρουαρίου
1964 έλαβε μόλις το 35,3% των ψήφων και μάλιστα συνεργαζόμενη με το Κόμμα Προοδευτικών
του Σπύρου Μαρκεζίνη. Στον αντίποδα, η Ενωση
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ανταλλάσσει χειραψία
με τον Σοβιετικό κοσμοναύτη Γιούρι Γκαγκάριν
(Εφημερίδα «Το Βήμα», 13 Φεβρουαρίου 1962).

Κέντρου έλαβε ποσοστό 52,7% και 171 έδρες, σχηματίζοντας λίγες ημέρες αργότερα κυβέρνηση με
πρωθυπουργό τον Γεώργιο Παπανδρέου.

IV. Περίοδος αυτοεξορίας,
1963-1974
Κατά τη μακροχρόνια απουσία του Κ. Καραμανλή από την Ελλάδα -δεν θα επέστρεφε παρά την
επαύριον της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο
το 1974-, η πολιτική ζωή της χώρας διολίσθησε
σε ατραπούς που έθεσαν σε κίνδυνο το ίδιο το
δημοκρατικό πολίτευμα. Η αδυναμία του νέου
πρωθυπουργού να επιβληθεί ακόμα και μέσα στην
παράταξή του, η επανεμφάνιση στο προσκήνιο
του κυπριακού ζητήματος και μάλιστα με τρόπο
δραματικό, η ακραία πολλές φορές ρητορεία εκ
μέρους της ηγεσίας των κομμάτων, ο θάνατος
του βασιλιά Παύλου και η άνοδος του υιού του
Κωνσταντίνου στον ελληνικό θρόνο απετέλεσαν
ένα μίγμα πράγματι εκρηκτικό που απειλούσε την
27

Ο Κωνσταντίνος
Καραμανλής
αναχωρεί για τη
Ζυρίχη μετά την
παραίτησή του από
την πρωθυπουργία,
18 Ιουνίου
1963 (Ιδρυμα
«Κωνσταντίνος
Γ. Καραμανλής»,
φωτογραφικό αρχείο
Κωνσταντίνου
Καραμανλή).

πολιτική σταθερότητα. Η κρίση του Ιουλίου του
1965 αποτέλεσε, ασφαλώς, το αποκορύφωμα μιας
ανεξέλεγκτης εκτροπής της πολιτικής ζωής από
την κοινοβουλευτική ομαλότητα.
Την ίδια περίοδο, η εκτόξευση ανυπόστατων κατηγοριών από την πλευρά της Ενωσης Κέντρου
και της ΕΔΑ εναντίον του αυτοεξόριστου Καραμανλή και συνεργατών του για δήθεν διασπάθιση
του δημοσίου χρήματος και παράνομο πλουτισμό
είχε προκαλέσει την έντονη αντίδραση του πρώην
πρωθυπουργού, που καταλόγιζε στους αντιπάλους του προσπάθεια ηθικής και πολιτικής του
εξόντωσης. Σε κάθε περίπτωση, η επιστημονική
έρευνα κατέληξε σε πορίσματα που στο σύνολό
τους δικαίωναν πλήρως τον Καραμανλή. Παράλληλα, η κρίση των μέσων της δεκαετίας του
1960 καθιστούσε, για μεγάλο μέρος του πολιτικού
κόσμου και της κοινής γνώμης, επιτακτική την
επάνοδο του Καραμανλή στην πολιτική ζωή. Ηδη,
πριν από την επιβολή δικτατορικού καθεστώτος,
ο Μακεδόνας πολιτικός είχε αποκρούσει επανειλημμένες προσκλήσεις για ανάμιξή του στις
28

ελληνικές υποθέσεις. Η άρνησή του αυτή δεν θα
πρέπει να αποδοθεί σε κάποιο προσωπικό πείσμα
ή ακόμα περισσότερο στην έλλειψη ενδιαφέροντος για τα τεκταινόμενα στην πατρίδα – κάθε
άλλο. Θεωρώντας ότι δεν υπήρχαν οι απαραίτητες
προϋποθέσεις για την εκ νέου δραστηριοποίησή
του, απέρριψε το ενδεχόμενο να επιστρέψει στην
Ελλάδα και να αναλάβει την πρωθυπουργία.
Η επιβολή του καθεστώτος της 21ης Απριλίου
1967 υπήρξε μια εξέλιξη που πραγματικά συγκλόνισε τον Κ. Καραμανλή. Με δημόσια τοποθέτησή
του, δύο ημέρες αργότερα, ο πρώην πρωθυπουργός καταδίκασε απερίφραστα τη στρατιωτική
δικτατορία, τονίζοντας την ανάγκη άμεσης ανατροπής των πραξικοπηματιών και αναδόμησης
του δημοκρατικού πολιτεύματος σε βάσεις στέρεες και υγιείς, απαλλαγμένο από τις ανωμαλίες
του πρόσφατου παρελθόντος. Η ελπίδα του Κ.
Καραμανλή ότι το νέο καθεστώς θα αποτελούσε
μια προσωρινή κατάσταση και ότι θα ήταν εφικτή η αποκατάσταση της Δημοκρατίας σύντομα θα διαψευδόταν. Νέα δριμεία καταγγελία του
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Η επάνοδος του
Κωνσταντίνου
Καραμανλή στην
Ελλάδα, 24 Ιουλίου
1974. Η ανάληψη
της πρωθυπουργίας
της χώρας έγινε σε
στιγμές τραγικές
για τον Ελληνισμό,
καθώς τα τουρκικά
στρατεύματα είχαν
προχωρήσει στην
κατάληψη μεγάλου
μέρους εδαφών της
Κύπρου. Στην έξοδο
του αεροπλάνου ο
ανηψιός του Μιχ.
Λιάπης και ο Παν.
Λαμπρίας (Ιδρυμα
«Κωνσταντίνος
Γ. Καραμανλής»,
φωτογραφικό αρχείο
Κωνσταντίνου
Καραμανλή).
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

29

Η κυβέρνηση Καραμανλή, 28 Νοεμβρίου 1977. Στη διάρκεια της εξάχρονης παραμονής του
στην πρωθυπουργία κατά τη δεκαετία του 1970, ο Καραμανλής πέτυχε την ομαλή μετάβαση
της χώρας από ένα αυταρχικό καθεστώς σε συνθήκες δημοκρατικής ομαλότητας (Ιδρυμα
«Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής», φωτογραφικό αρχείο Κωνσταντίνου Καραμανλή).

στρατιωτικού καθεστώτος, αυτή τη φορά μέσα
από συνέντευξή του στη γαλλική εφημερίδα «Le
Monde», στις 28 Νοεμβρίου 1967 κατέστησε το
χάσμα ανάμεσα στον Καραμανλή και τη χούντα
των Αθηνών αγεφύρωτο.
Το αποτυχημένο κίνημα του βασιλιά Κωνσταντίνου για την ανατροπή των δικτατόρων και η
αποχώρησή του για τη Ρώμη, τον Δεκέμβριο του
1967, θα ενίσχυε σημαντικά τον Γεώργιο Παπαδόπουλο και τους υπόλοιπους πραξικοπηματίες.
Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα αντιμετώπιζε κίνδυνο
διπλωματικής απομόνωσης. Η ένταση στις σχέ30

σεις με την Τουρκία με αφορμή το Κυπριακό και
η αποπομπή της Ελλάδας από το Συμβούλιο της
Ευρώπης απειλούσαν να περιπλέξουν τη χώρα
σε κρίση πρωτοφανή. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, ολοένα και περισσότεροι εκπρόσωποι του
πολιτικού κόσμου, ανεξαρτήτως κομματικής ή
ιδεολογικής προέλευσης, προσέβλεπαν στη «λύση
Καραμανλή», τη μοναδική ρεαλιστική προοπτική
για αποκατάσταση των δημοκρατικών θεσμών. Ο
Κ. Καραμανλής, από την πλευρά του, επέμενε στην
ανάγκη ουσιαστικής μεταρρύθμισης του πολιτικού
συστήματος προκειμένου να μην επαναληφθούν
τα λάθη που είχαν οδηγήσει στην κοινοβουλευτική
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Η ορκωμοσία του Κωνσταντίνου Καραμανλή μετά την επάνοδό του στην Ελλάδα, 24 Ιουλίου 1974
(Ιδρυμα «Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής», φωτογραφικό αρχείο Κωνσταντίνου Καραμανλή).

εκτροπή. Η αδυναμία, εντούτοις, συντονισμού της
αντιδικτατορικής δράσης των εκπροσώπων της
ΕΡΕ και της Ενωσης Κέντρου θα απογοήτευε τον
Κ. Καραμανλή, οδηγώντας τον στην απόφαση της
σιωπής. Σε προσωπικό επίπεδο, το 1970 ο Καραμανλής και η σύζυγός του Αμαλία αποφάσισαν να
τερματίσουν τον έγγαμο βίο τους.
Ο Κ. Καραμανλής επανήλθε, ύστερα από μια μακρά
περίοδο απουσίας, με νέες του δηλώσεις στις 23
Απριλίου 1973, που δημοσιεύτηκαν στις εφημερίδες «Βραδυνή» και «Θεσσαλονίκη». Η παρέμβασή
του αυτή αποτέλεσε ένα δριμύ «κατηγορώ» για τις
μεθόδους του αυταρχικού καθεστώτος. Παράλληλα, ο Κ. Καραμανλής καλούσε τη δικτατορία
να αναλάβει πρωτοβουλίες για επιστροφή στους
δημοκρατικούς θεσμούς. Η επάνοδος του βασιλιά Κωνσταντίνου, ο σχηματισμός προσωρινής
κυβέρνησης, επιφορτισμένης με έκτακτες εξουσίες, και τελικά η προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

αποτελούσαν κατά τον Καραμανλή τα απαραίτητα
βήματα προς την κατεύθυνση αυτή.
Πολύ σύντομα, η τροπή που θα έπαιρναν τα γεγονότα θα απογοήτευε ακόμα περισσότερο τον
Καραμανλή. Ούτε, όμως, η κορύφωση της λαϊκής
δυσαρέσκειας ούτε το κίνημα του Ναυτικού προκάλεσαν τελικά την πτώση του Γεωργίου Παπαδόπουλου. Αντίθετα, στις 25 Νοεμβρίου 1973, λίγες
ημέρες μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου, ο Δημήτριος Ιωαννίδης ανέτρεψε την κυβέρνηση του
Σπύρου Μαρκεζίνη για να εγκαθιδρύσει ένα ακόμα
πιο αυταρχικό καθεστώς. Ηταν το ίδιο καθεστώς
που λίγους μήνες αργότερα, στις 15 Ιουλίου 1974,
προχώρησε στην πραξικοπηματική ανατροπή του
Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, δίνοντας στην Τουρκία
την αφορμή που επιζητούσε για να εισβάλει στην
Κύπρο. Κατά τρόπο ειρωνικό, η τουρκική εισβολή
σηματοδότησε την επιστροφή του Καραμανλή στην
Ελλάδα ύστερα από 11 χρόνια αυτοεξορίας.
31

Η ορκωμοσία του Κωνσταντίνου Καραμανλή στην Προεδρία της Δημοκρατίας, 5 Μαΐου 1990
(Ιδρυμα «Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής», φωτογραφικό αρχείο Κωνσταντίνου Καραμανλή).
32

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

V. Η δεύτερη πρωθυπουργία,
1974-1980
«Προσεύχεσθε για μένα». Με τα λόγια αυτά ο Κ.
Καραμανλής εγκατέλειπε το Παρίσι, το βράδυ της
23ης Ιουλίου 1974, προκειμένου να αναλάβει την
πρωθυπουργία της χώρας σε ώρες τραγικές για
τον Ελληνισμό. Τα τουρκικά στρατεύματα είχαν
ήδη καταλάβει μεγάλο μέρος της Κύπρου, ενώ την
ίδια στιγμή η δικτατορία των Αθηνών αποδείχτηκε
ανήμπορη να αντιδράσει. Η εξέλιξη αυτή ανάγκασε
το καθεστώς Ιωαννίδη να παραδώσει την εξουσία
στους πολιτικούς για να διαχειρισθούν την κρίση. Αν και αρχικά η σύσκεψη της 23ης Ιουλίου,
στην οποία μετείχε η πολιτική και στρατιωτική
ηγεσία της χώρας, είχε αναθέσει το σχηματισμό
κυβέρνησης εθνικής ενότητας στον Παναγιώτη
Κανελλόπουλο, ύστερα από παρέμβαση του Ευάγγελου Αβέρωφ-Τοσίτσα προκρίθηκε η ανάθεση της
προεδρίας της κυβέρνησης στον Καραμανλή.
Χιλιάδες κόσμου συγκεντρώθηκαν το ξημέρωμα
της 24ης Ιουλίου στο αεροδρόμιο του Ελληνικού
προκειμένου να υποδεχθούν τον Μακεδόνα πολιτικό. Λίγες ώρες αργότερα, ο Κ. Καραμανλής ορκίστηκε πρωθυπουργός ενώπιον του Αρχιεπισκόπου
Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Σεραφείμ. Δύο ημέρες
αργότερα, ορκίστηκαν τα υπόλοιπα μέλη της κυβέρνησης εθνικής ενότητας - ανάμεσά τους ο Γεώργιος
Ράλλης, ο Γεώργιος Μαύρος, ο Ευάγγελος ΑβέρωφΤοσίτσας, ο Ξενοφών Ζολώτας και ο Κωνσταντίνος
Τσάτσος. Το έργο το οποίο εκλήθη να φέρει εις
πέρας η κυβέρνηση ήταν τεράστιο: αποκατάσταση
της πειθαρχίας στο στράτευμα, εκπόνηση νέου
Συντάγματος, επίλυση του πολιτειακού ζητήματος, διατήρηση της εθνικής ομοψυχίας, αναίμακτη
μετάβαση στη Δημοκρατία… Και όχι μόνο. Στις 14
Αυγούστου 1974, εκμεταλλευόμενη την αδυναμία
της Ελλάδας να επέμβει στρατιωτικά στο νησί, η
Αγκυρα εξαπέλυσε νέα επίθεση καταλαμβάνοντας
το 38% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η απόφαση του Καραμανλή να αποχωρήσει η
Ελλάδα, τότε ακριβώς, από το στρατιωτικό σκέλος
του ΝΑΤΟ υπήρξε απόρροια της απογοήτευσής
του για την αδυναμία της Ατλαντικής Συμμαχίας
να αποτρέψει τη νέα τουρκική εισβολή, καθώς και
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

αναγκαιότητα υπό το βάρος της δυσαρέσκειας του
συνόλου της κοινωνίας έναντι της στάσης των
Δυτικών Συμμάχων. Την ίδια στιγμή, νοσταλγοί
του χουντικού καθεστώτος προέβαιναν σε ενέργειες
αποσταθεροποίησης της νέας κυβέρνησης.
Παρά τις μεγάλες αντιξοότητες -πρωτοφανών ακόμα και γι’ αυτήν την ελληνική μεταπολεμική ιστορία-, η μετάβαση στην κοινοβουλευτική ομαλότητα
επετεύχθη με τρόπο απολύτως ικανοποιητικό. Η
σταδιακή επαναφορά των δημοκρατικών θεσμών, η
αποκατάσταση των λαϊκών ελευθεριών, η επιβολή
πειθαρχίας στις Ενοπλες Δυνάμεις, η ανασυγκρότηση της διοικητικής μηχανής, η επαναλειτουργία
των πολιτικών κομμάτων, η νομιμοποίηση του
ΚΚΕ και η προκήρυξη εκλογών για τις 17 Νοεμβρίου 1974 υπήρξαν επιτεύγματα της κυβέρνησης
Εθνικής Ενότητας.
Στις 29 Σεπτεμβρίου, ο Καραμανλής προέβη στη
συγκρότηση νέου κομματικού φορέα, της Νέας
Δημοκρατίας (Ν.Δ.). Λίγο αργότερα, ο Ανδρέας Παπανδρέου, που στο μεταξύ είχε αρνηθεί να μετάσχει
στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας, ανακοίνωσε την
ίδρυση του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος
(ΠΑΣΟΚ). Στις εκλογές της 17ης Νοεμβρίου, η Ν.Δ.
κατήγαγε θριαμβευτική νίκη, συγκεντρώνοντας ποσοστό 54,37% έναντι 20,42% της Ενωσης ΚέντρουΝέων Δυνάμεων, 13,58% του ΠΑΣΟΚ και 9,47%
της Ενωμένης Αριστεράς (συνασπισμός ΚΚΕ, ΚΚΕ
εσωτερικού και ΕΔΑ). Επόμενη πρόκληση του Κ.
Καραμανλή η οριστική επίλυση του πολιτειακού
ζητήματος. Ο ίδιος προέκρινε τη στάση της απόλυτης και αυστηρής ουδετερότητας, η οποία σε τελική
ανάλυση καθόρισε και το μέλλον του θεσμού της
βασιλείας. Στο δημοψήφισμα της 8 Δεκεμβρίου
1974, 69,2% του εκλογικού σώματος ετάχθη υπέρ
της Αβασίλευτης Δημοκρατίας.
Μετά την επιτυχή διενέργεια των βουλευτικών εκλογών και του δημοψηφίσματος για το πολιτειακό, η
κατάρτιση νέου Συντάγματος αποδείχθηκε αναγκαία
προϋπόθεση για την εγκαθίδρυση ενός σύγχρονου
και λειτουργικού πολιτεύματος. Ο ίδιος ο Κ. Καραμανλής, έχοντας ενωρίς διαγνώσει τις αδυναμίες του
Συντάγματος του 1952, είχε επιδιώξει την αναθεώ33

Απονομή τιμητικού μεταλλίου στον Κωνσταντίνο Καραμανλή από το Πανεπιστήμιο Παρισίων, Σορβόνη, 19
Σεπτεμβρίου 1983 (Ιδρυμα «Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής», φωτογραφικό αρχείο Κωνσταντίνου Καραμανλή).

ρηση μη θεμελιωδών διατάξεών του. Τελικά, ο νέος
καταστατικός χάρτης της χώρας, που εγκρίθηκε στις
7 Ιουνίου 1975 από την Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή,
δεν απείχε, όσον αφορά στο πνεύμα και την ουσία
του, από τη «βαθιά τομή» του 1963…
Μετά το τέλος της Μεταπολίτευσης, μείζων στόχος
του Καραμανλή αναδείχθηκε η ένταξη της Ελλάδας
στις ευρωπαϊκές κοινότητες. Η διαδικασία αυτή,
που είχε ήδη δρομολογηθεί από τα τέλη της δεκαετίας του 1950, είχε ανακοπεί κατά τη διάρκεια
της επταετίας. Επικρατώντας σε δύο διαδοχικές
εκλογικές αναμετρήσεις, το 1974 και το 1977, ο Καραμανλής εξασφάλισε όλο τον απαιτούμενο χρόνο
προκειμένου να πείσει την ευρωπαϊκή κοινότητα
ότι η Ελλάδα κάλυπτε όλες τις προϋποθέσεις για να
ενταχθεί ως πλήρες μέλος στην ΕΟΚ. «Αν δεν ενταχθεί στην ΕΟΚ, η μοίρα του τόπου δεν πρόκειται
να αλλάξει ποτέ», εκμυστηρευόταν στον Γεώργιο
Ράλλη. Η υπογραφή της συνθήκης προσχώρησης
34

της Ελλάδας στην ΕΟΚ, στις 28 Μαΐου 1979, δεν
απετέλεσε προσωπική μόνο επιτυχία του Κ. Καραμανλή, αλλά πραγματοποίηση του οράματος μιας
ολόκληρης γενιάς. Παράλληλα με τις πρωτοβουλίες
για την ενσωμάτωση στην ΕΟΚ, ο Καραμανλής
κατέβαλε σύντονες προσπάθειες για περαιτέρω
εναρμόνιση των σχέσεων της Ελλάδας με τα βαλκανικά κράτη. Η προσέγγιση με τη Γιουγκοσλαβία,
τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία συνέβαλε τα μέγιστα
στην εμπέδωση της σταθερότητας στη Χερσόνησο
του Αίμου, σε μια περίοδο κατά την οποία οι ελληνοτουρκικές σχέσεις ήταν εξαιρετικά τεταμένες.
Η αδιαλλαξία της Αγκυρας για την εξεύρεση μιας
βιώσιμης λύσης στο Κυπριακό, η εμμονή της στη
διατήρηση των κατεχόμενων εδαφών της Κυπριακής Δημοκρατίας, η επιδεικτική αγνόηση των
ψηφισμάτων του ΟΗΕ αλλά και η νέα ένταση στο
Αιγαίο, το 1976, καθιστούσαν την αποκατάσταση
σχέσεων εμπιστοσύνης με την Τουρκία εξαιρετικά
δυσχερή. Στο πλαίσιο της προσπάθειάς του να
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

πιέσει την Τουρκία σε διαλλακτικότερες θέσεις,
ο Κ. Καραμανλής ακολούθησε μία πολυδιάστατη
διπλωματία, η οποία περιελάμβανε την πρωτοβουλία του για τη συγκρότηση Διαβαλκανικής
Συνεργασίας επί οικονομικών και ίσως αργότερα
πολιτικών ζητημάτων και την προσέγγισή του με
τις δύο κομμουνιστικές δυνάμεις, τη Σοβιετική
Ενωση και την Κίνα, τις οποίες επισκέφθηκε στα
τέλη του 1979. Ανάλογη ήταν και η προσέγγιση
με τα αραβικά κράτη, ενώ οι θέσεις του για την
επίλυση του παλαιστινιακού προβλήματος χαρακτηρίζονταν από νηφαλιότητα και ώριμη προσέγγιση, που τον διαφοροποιούσε αισθητά από
τη δυτική επιχειρηματολογία.
Κατά τα έξι χρόνια που παρέμεινε στην πρωθυπουργία της χώρας τη δεκαετία του 1970, ο Κ.
Καραμανλής πέτυχε την ομαλή μετάβαση από ένα
αυταρχικό καθεστώς σε συνθήκες δημοκρατικής
ομαλότητας. Την περίοδο αυτή, βέβαια, μείζων
προτεραιότητα των κυβερνήσεών του ήταν πλέον
η ένταξη στην ΕΟΚ. Επανάληψη του οικονομικού
θαύματος της οκταετίας δεν ήταν εφικτή. Αλλωστε,
ήταν βέβαιο ότι η ενσωμάτωση της Ελλάδας στην
ΕΟΚ θα συνέβαλε καθοριστικά στην οικονομική
ανάπτυξη της χώρας, αν βέβαια η διαχείριση των
ευρωπαϊκών κονδυλίων γινόταν με τρόπο χρηστό
και λελογισμένο. Παρ’ όλα αυτά, την περίοδο 19741980 έγιναν σημαντικές παρεμβάσεις στους τομείς
της κοινωνικής ασφάλισης, της εκπαίδευσης και
του πολιτισμού.

VI. Πρόεδρος της Δημοκρατίας,
1980-1985 και 1990-1995
Μεταπολίτευση, αποκατάσταση δημοκρατικών
θεσμών, ένταξη στην ΕΟΚ. Κρίνοντας ότι οι
στρατηγικοί στόχοι των κυβερνήσεών του είχαν
επιτευχθεί, ο Κ. Καραμανλής αποφάσισε να εγκαταλείψει την πρωθυπουργία της χώρας και να
θέσει υποψηφιότητα για Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας. Σε μια χρονική συγκυρία κατά
την οποία η άνοδος του ΠΑΣΟΚ και του Ανδρέα
Παπανδρέου στην εξουσία ήταν αρκετά πιθανή,
η ανάδειξη του Καραμανλή στο ανώτατο πολιτειΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

ακό αξίωμα εγγυάτο ότι ο νέος πρωθυπουργός
δεν θα απέκλινε σημαντικά από τις βασικές αρχές
της καραμανλικής διακυβέρνησης - τουλάχιστον
όσον αφορά στο διεθνή προσανατολισμό της
χώρας. Πράγματι, η αντιδυτική ρητορεία που
καλλιέργησε ο Ανδρέας Παπανδρέου, ακόμα και
ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης το
1977-1981, δημιουργούσε εύλογες ανησυχίες
ότι μετά την άνοδό του στην εξουσία θα επεδίωκε την έξοδο της Ελλάδας από το ΝΑΤΟ ή
ακόμα και από την ΕΟΚ. Η παρουσία και μόνο
του Καραμανλή στην Προεδρία της Δημοκρατίας, δεδομένων μάλιστα και των ενισχυμένων
αρμοδιοτήτων που αναγνώριζε στον ανώτατο
άρχοντα το Σύνταγμα του 1975, θα λειτουργούσε
ανατρεπτικά σε οποιαδήποτε προσπάθεια του
πρωθυπουργού για ριζική μεταστροφή των διεθνών επιλογών της χώρας.
Η εκλογή του Κ. Καραμανλή από τη Βουλή ως
Προέδρου της Δημοκρατίας έγινε στις 5 Μαΐου
1980. Νέος πρωθυπουργός εξελέγη από την Κοινοβουλευτική Ομάδα της Ν.Δ. ο Γεώργιος Ράλλης,
επικρατώντας οριακά του βασικού του πολιτικού
αντιπάλου Ευάγγελου Αβέρωφ-Τοσίτσα. Οπως
ήταν αναμενόμενο, οι σχέσεις του Καραμανλή με
τον παλαιό του συνεργάτη ήταν άψογες. Αλλά και
η συνεργασία του με τον Ανδρέα Παπανδρέου,
θριαμβευτή των εκλογών της 18ης Οκτωβρίου
1981, υπήρξε, παρά τις όποιες διαφωνίες, ικανοποιητική. Η άποψη αυτή έδειχνε να επιβεβαιώνεται όταν, στο τέλος της πρώτης θητείας του
Καραμανλή στο Προεδρικό Μέγαρο, διαφάνηκε
η πρόθεση του Παπανδρέου να στηρίξει μια νέα
υποψηφιότητα του Μακεδόνα πολιτικού. Παρά
ταύτα, στις 9 Μαρτίου 1985 ανακοινώθηκε αιφνιδιαστικά η απόφαση του ΠΑΣΟΚ να προταθεί
για το αξίωμα ο αρεοπαγίτης Χρήστος Σαρτζετάκης! Αν και τα κίνητρα πίσω από την απόφαση
του Παπανδρέου παραμένουν αδιευκρίνιστα, η
ξαφνική αυτή μεταστροφή προκάλεσε τη δικαιολογημένη οργή του Κ. Καραμανλή.
Πέντε ολόκληρα χρόνια μετά την πρώτη αποχώρηση του Κ. Καραμανλή από την Προεδρία
της Δημοκρατίας, ο νέος πρωθυπουργός και
35

Ο Κωνσταντίνος
Καραμανλής έξω
από το πατρικό
του σπίτι
στην Πρώτη
Σερρών (Ιδρυμα
«Κωνσταντίνος
Γ. Καραμανλής»,
φωτογραφικό
αρχείο
Κωνσταντίνου
Καραμανλή).
36

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

πρόεδρος της Ν.Δ. Κωνσταντίνος Μητσοτάκης
θα καλούσε και πάλι το γηραιό πολιτικό να αναλάβει χρέη ανώτατου άρχοντα. Η ορκωμοσία του
πραγματοποιήθηκε στις 11 Απριλίου 1990, σε μια
περίοδο δραματικών πολιτικών εξελίξεων, τόσο
σε περιφερειακή όσο και σε παγκόσμια κλίμακα.
Η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, η
επανένωση της Γερμανίας, η διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης, ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία
συνιστούσαν το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και
την έναρξη μιας νέας αλλά απρόβλεπτης εποχής.
Αμεση συνέπεια της πτώσης των κομμουνιστικών καθεστώτων στην ευρωπαϊκή ήπειρο υπήρξε
η εμφάνιση στο προσκήνιο του μακεδονικού
ζητήματος. Η διαφωνία του πρωθυπουργού με
τον υπουργό των Εξωτερικών, Αντώνη Σαμαρά, για το χειρισμό του Μακεδονικού έμελλε να
αποτελέσει και την αφορμή για την πτώση της
κυβέρνησης Μητσοτάκη, τρία μόλις χρόνια μετά
την επικράτηση της Νέας Δημοκρατίας. Οι εκλογές της 10ης Οκτωβρίου 1993 σηματοδότησαν
την επιστροφή του Ανδρέα Παπανδρέου στην
εξουσία.
Κατά τη διάρκεια της δεύτερης θητείας του στην
Προεδρία της Δημοκρατίας, από το 1990 έως
το 1995, η δραστηριότητα του Κ. Καραμανλή
παρέμεινε περιορισμένη σε σχέση με εκείνη που
είχε αναπτύξει κατά τα έτη 1980-1985. Το 1990
ήταν ήδη 83 ετών και συνεπώς αδυνατούσε να
ταξιδέψει στο εξωτερικό προκειμένου να ενισχύσει τη διεθνή θέση της χώρας, όπως είχε πράξει
με εξαιρετική επιτυχία κατά την πρώτη θητεία
του. Εστω και υπό αυτές τις συνθήκες, πάντως, η
ενεργή παρουσία του Κ. Καραμανλή στην πολιτική ζωή της χώρας αποτελούσε από μόνη της, σε
μια κρίσιμη συγκυρία για την Ελλάδα, εγγύηση
για την ομαλή λειτουργία του πολιτεύματος και
την προάσπιση της εθνικής ενότητας. Αποχώρησε από την Προεδρία τον Μάρτιο του 1995,
έχοντας διανύσει εξήντα χρόνια αδιάλειπτης
προσφοράς προς τον τόπο του.
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως κατά τη διάρκεια της
μακράς παρουσίας του στην πολιτική ζωή της
Ελλάδας, ο Καραμανλής υπήρξε από τις προσωπιΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

κότητες εκείνες που λοιδορήθηκαν όσο ελάχιστοι.
Στις έξι δεκαετίες της ενεργού ενασχόλησής του
με τα κοινά, είτε ως υπουργός είτε ως πρωθυπουργός είτε ακόμα ως ιδιώτης, ο Μακεδόνας
πολιτικός υπήρξε συχνά στόχος ανήθικων επιθέσεων και έωλων καταγγελιών. Ανάμεσα στα άλλα,
έχει κατηγορηθεί ότι ενεπλάκη σε οικονομικά
σκάνδαλα, ότι ανήλθε στην εξουσία χάρη στην
υποστήριξη μυστικών υπηρεσιών και ξένων συμφερόντων (συνήθως αμερικανικών), ότι πρόδωσε
την Κύπρο (και μάλιστα δύο φορές, το 1959 και
το 1974), ότι υπήρξε ο ηθικός αυτουργός της δολοφονίας του Γρηγόρη Λαμπράκη, ότι διετέλεσε
συνεργάτης των Γερμανών κατά την περίοδο
της Κατοχής, ότι οργάνωσε τις εκλογές «βίας και
νοθείας»… Ισως είναι περιττό να επαναληφθεί ότι
όλες ανεξαιρέτως οι κατηγορίες έχουν αποδειχθεί
αβάσιμες και ιστορικά ανυπόστατες. Δεν είναι,
όμως, περιττό να υπογραμμισθεί το γεγονός ότι
ο Κ. Καραμανλής υπήρξε ο μοναδικός από τους
μεγάλους πολιτικούς άνδρες από την ίδρυση
του σύγχρονου ελληνικού κράτους που είδε τις
βασικές στρατηγικές του επιλογές όχι μόνο να
δικαιώνονται ιστορικά, αλλά και να αναγνωρίζονται από πολιτικούς του αντιπάλους. Ο ίδιος,
άλλωστε, ουδέποτε φοβήθηκε να ξεκαθαρίσει
τους λογαριασμούς του με την Ιστορία.
Η ίδρυση, το 1983, του ομώνυμου ιδρύματος
και η παραχώρηση σε αυτό του προσωπικού του
αρχείου υπήρξε ασφαλώς απόρροια της βαθιάς
προσήλωσής του στη διαφώτιση της ιστορικής
αλήθειας. Η έκδοση του 12τομου έργου «Αρχείο,
Γεγονότα και Κείμενα» ολοκληρώθηκε υπό την
καθοδήγηση του καθηγητή Κωνσταντίνου Σβολόπουλου το 1997. Ενα έτος αργότερα, στις 23
Απριλίου 1998, ο Κ. Καραμανλής θα άφηνε την
τελευταία του πνοή, έχοντας εκπληρώσει στο
ακέραιο την «υπόσχεση» που έδωσε στον πατέρα
του: «Εγώ θέλω να αφιερωθώ στο λαό μου, θέλω
να δικαιώσω το πέρασμά μου από τον κόσμο
αυτό, υπηρετώντας αυτούς τους ανθρώπους».
Και πράγματι αυτό έπραξε.

37

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής κατά την ανάγνωση των προγραμματικών δηλώσεων στη Βουλή στις 11
Οκτωβρίου 1955 (Ιδρυμα «Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής», φωτογραφικό αρχείο Κωνσταντίνου Καραμανλή).
38

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Κωνσταντίνα Ε. Μπότσιου
Αναπλ. Καθηγήτρια Σύγχρονης Ιστορίας και Διεθνούς
Πολιτικής Πανεπιστημίου Πελοποννήσου
Αντιπρόεδρος Ινστιτούτου Δημοκρατίας
«Κωνσταντίνος Καραμανλής»

Από την
πρωθυπουργία
στην αυτοεξορία:
Εκλογές, πολιτικές
και κρίσιμες καμπές
για τις κυβερνήσεις
Καραμανλή, 1955-1963

Γιατί ο Παύλος επέλεξε τον Καραμανλή ως
διάδοχο του Παπάγου. Η ίδρυση της ΕΡΕ ως
ριζική τομή με το παρελθόν, στο πλαίσιο του
αστικού φιλελευθερισμού. Ο κατακερματισμός
της κεντρώας αντιπολίτευσης. Το «καμπανάκι»
του 24,4% της ΕΔΑ. Η «ανταρσία» βασικών
συνεργατών του. Προτάσεις μομφής για
Ζυρίχη-Λονδίνο. Η στρατηγική επιλογή
Καραμανλή για ένταξη στην ΕΟΚ. Το «ελληνικό
θαύμα», με μέσο ρυθμό αύξησης 6,5% επί 11
χρόνια. Εκσυγχρονισμός υποδομών, άνοδος
του βιοτικού επιπέδου αλλά και μετανάστευση.
Οι εκλογές του 1961 αρχή αποσταθεροποίησης
του μετεμφυλιακού πολιτικού συστήματος.
Η φυγή στο εξωτερικό και η δικτατορία.
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Η ανατροπή του 1955:
Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής
στην εξουσία
Η άνοδος του Κωνσταντίνου Καραμανλή στην
πρωθυπουργία μετά το θάνατο του Αλέξανδρου
Παπάγου υπήρξε μια από τις σημαντικότερες ανατροπές της μεταπολεμικής περιόδου. Η απροσδόκητη επιλογή του υπουργού Συγκοινωνιών
και Δημοσίων Εργων από το βασιλιά Παύλο για
την ανάθεση εντολής σχηματισμού κυβέρνησης
τάραξε τα νερά σε δύο κατευθύνσεις. Από τη μια
πλευρά, διέκοψε την άτυπη «επετηρίδα» των παραδοσιακών πολιτικών οικογενειών ή αναγνωρισμένων πολιτικών αρχηγών στην καταγόμενη
από τον αντιβενιζελισμό παράταξη του Ελληνικού
Συναγερμού, εμμέσως, όμως, και στο αντίπαλο
παλαιοβενιζελικό στρατόπεδο. Από την άλλη πλευρά, ακύρωσε την παλαιοκομματική αντίληψη ότι
ο θάνατος του Παπάγου θα σηματοδοτούσε την
επιστροφή σε καθεστώς συχνών κυβερνητικών αλλαγών, όπως συνέβαινε την περίοδο 1950-52.1
Η επιλογή Καραμανλή συνδύαζε στοιχεία αλλαγής
και συνέχειας. Η πρότερη επιτυχημένη σταδιοδρομία του σε υπουργεία ανασυγκρότησης και
ανάπτυξης προδίκαζε την εντατικοποίηση του
αναπτυξιακού ρόλου του κράτους σε περιβάλλον
δημοσιονομικής πειθαρχίας και νομισματικής
σταθερότητας. Με την οικονομία να αναγνωρίζεται ως το κλειδί για την ευημερία, την πολιτική
συναίνεση και την κοινωνική συνοχή, δεν ήταν
τυχαίο ότι οι κυβερνήσεις Καραμανλή έμειναν
γνωστές για την έμφαση στα δημόσια έργα2. Με
εφόδιο την οικονομική βελτίωση, ο Καραμανλής
επιχείρησε στη συνέχεια να αγκιστρώσει την Ελλάδα στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής, ο Καραμανλής
ήταν γνωστός για τις φιλοδυτικές του πεποιθήσεις,
στοιχείο που επέσυρε αρχικά υπονοούμενα ότι η
πρωθυπουργοποίησή του υπαγορεύθηκε από τις
ΗΠΑ για να διευθετήσει κατά τα δυτικά συμφέροντα το Κυπριακό3. Η αντίληψη αυτή δεν υποστηρίζεται από τη διαθέσιμη αρχειακή τεκμηρίωση.
39

Οι Αμερικανοί εμφανίζονταν ως την τελευταία
στιγμή πεπεισμένοι για τη διαδοχή του Παπάγου
από τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης και υπουργό
Εξωτερικών Στέφανο Στεφανόπουλο, τον οποίο
ο στρατάρχης είχε υποδείξει πριν πεθάνει. Είναι,
ωστόσο, βέβαιο, ότι η δυνητική υποψηφιότητα
Στεφανόπουλου είχε τρωθεί από τους ατυχείς χειρισμούς του στο Κυπριακό και την τραγική τροπή
που έλαβε το ζήτημα με τις σεπτεμβριανές διώξεις
κατά της ελληνικής μειονότητας σε τουρκικές πόλεις το 1955. Το Κυπριακό προβλημάτιζε βαθιά το
βασιλιά Παύλο, ο οποίος θεωρούσε επικίνδυνη
για τη χώρα την αντιπαράθεση με τους δυτικούς
εταίρους και προπάντων την απειλή σύγκρουσης
με την Τουρκία, τη στιγμή που η Ελλάδα μόλις
και μετά βίας συνερχόταν από τον Πόλεμο και
τον Εμφύλιο4. Η ψυχραιμία που είχε επιδείξει
ο Καραμανλής κατά τις κυπριακές κρίσεις του
1955 μέτρησαν θετικά υπέρ της επιλογής του.

Ωστόσο, η γρήγορη υπαναχώρηση στα εθνικά
δίκαια δεν ήλθε, κατά την πολιτική προφητεία της
εποχής, καθώς το Κυπριακό ταλάνισε τις σχέσεις
της Ελλάδας με τις ΗΠΑ, τη Βρετανία, την Τουρκία και το ΝΑΤΟ για μια πενταετία ακόμα μέχρι
να συνομολογηθούν οι ιδρυτικές Συμφωνίες της
Κυπριακής Δημοκρατίας το 1959-60.
Σταθερά προσηλωμένος στην ανάγκη να αναπτυχθεί η μεταπολεμική Ελλάδα μέσα σε ένα πλαίσιο
κοινωνικής ειρήνης και πολιτικής συναίνεσης, ο
Καραμανλής προχώρησε συστηματικότερα από τον
Παπάγο στη συγκρότηση μίας ευρείας παράταξης
κοινών αρχών, η οποία θα παρέσυρε και τα υπόλοιπα κόμματα στην υπέρβαση των αναχρονισμών
του Εθνικού Διχασμού. Δεν ήταν ούτε εύκολο ούτε
εύλογο εγχείρημα στη μετεμφυλιακή κινούμενη
άμμο, που με τη διακυβέρνηση Παπάγου μόνον
προσωρινά φαινόταν να είχε υποχωρήσει. Με

Ο Κωνσταντίνος
Καραμανλής, δεξιά
από τον Αλέξανδρο
Παπάγο, ως υπουργός
Δημοσίων Εργων στις
17 Νοεμβρίου 1952
(Ιδρυμα «Κωνσταντίνος
Γ. Καραμανλής»,
φωτογραφικό αρχείο
Κωνσταντίνου
Καραμανλή).
40

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

αφορμή την ασθένεια του στρατάρχη το τελευταίο
έτος της πρωθυπουργίας του, είχε αναφανεί η
ευθραυστότητα του Ελληνικού Συναγερμού, της
συνεκτικότερης παρ’ όλα αυτά παράταξης από τις
εκλογές του 1952. Η εσωτερική επιβολή φάνταζε
ακόμα δυσκολότερη για έναν απροσδόκητο, νέο
και στην ηλικία, ηγέτη, ο οποίος είχε κατακτήσει
μεν γενική αναγνώριση και αναγνωρισιμότητα
μέσω των σημαντικών χαρτοφυλακίων που είχε
χειριστεί μετά τον πόλεμο, δεν διέθετε, όμως, παραδοσιακές περγαμηνές ανέλιξης: οικογενειακό
όνομα, οικονομική δύναμη, ιδιαίτερη μόρφωση.
Διόλου τυχαία, η άνοδος στην εξουσία χαρακτηρίστηκε από αρκετούς ως προϊόν στιγμιαίας «βασιλικής εύνοιας» χωρίς πολιτική διάρκεια5.
Ηδη κατά την πρωθυπουργοποίηση Καραμανλή,
το 1955, ο Συναγερμός είχε χάσει πολλές δυνάμεις.
Με το θάνατο του Παπάγου εξέλιπε ο συνεκτικός

κρίκος των ετερόκλητων στοιχείων του. Από το
1954 είχε αποχωρήσει ο αρχιτέκτονας της «λύσης
Παπάγου» Σπύρος Μαρκεζίνης με αρκετούς υποστηρικτές του. Βουλευτές προσκείμενοι στους δύο
παραγκωνισμένους από την «επιλογή Καραμανλή»
αντιπροέδρους, τον Στέφανο Στεφανόπουλο και
τον υπουργό Αμυνας, Παναγιώτη Κανελλόπουλο,
είχαν επίσης αποξενωθεί6.
Με την εκλογή πενταμελούς Διοικούσας Επιτροπής, τον Οκτώβριο 1955, αποτελούμενης από τον
Στέφανο Στεφανόπουλο, τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, τον Εμμανουήλ Τσουδερό, τον Κωνσταντίνο Ροδόπουλο και τον ίδιο τον Καραμανλή, μετριάστηκαν οι εσωτερικές αντιδράσεις. Ως αποτέλεσμα,
ο εντολοδόχος πρωθυπουργός εξασφάλισε ψήφο
εμπιστοσύνης στη Βουλή με 200 θετικές ψήφους
και 7 μόνον αποχές από το Συναγερμό - εκ μέρους
του Στεφανόπουλου και φίλιων προς αυτόν βου-

Η ορκωμοσία
της
κυβέρνησης
Παπάγου στη
Βουλή στις 12
Δεκεμβρίου
1952.
Διακρίνονται
δεξιά μετά τον
πρωθυπουργό
οι Τσουδερός,
Κανελλόπουλος,
Στεφανόπουλος
και
Καραμανλής
(Ιδρυμα
«Κωνσταντίνος
Γ.
Καραμανλής»,
φωτογραφικό
αρχείο
Κωνσταντίνου
Καραμανλή).
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

41

Ο Καραμανλής ως εκλεγμένος πρωθυπουργός επιθεωρεί την πρόοδο των έργων στην πλατεία Ομονοίας στις 25
Σεπτεμβρίου 1957 (Ιδρυμα «Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής», φωτογραφικό αρχείο Κωνσταντίνου Καραμανλή).

Με τη συγκρότηση
της ΕΡΕ ο Κ.
Καραμανλής έβαλε
την προσωπική
του σφραγίδα,
εμπλουτίζοντας
το νέο κόμμα
με δυνάμεις
προερχόμενες από
το βενιζελισμό. Στο
γραφείο του την
ημέρα αναγγελίας
της Εθνικής
Ριζοσπαστικής
Ενωσης στις
4 Ιανουαρίου
1956 (Ιδρυμα
«Κωνσταντίνος
Γ. Καραμανλής»,
φωτογραφικό
αρχείο
Κωνσταντίνου
Καραμανλή).
42

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

λευτών. Αλλά ο Καραμανλής στηρίχθηκε κυρίως
σε ομάδες νεότερων βουλευτών που συνέδεαν
το πολιτικό τους μέλλον με την ανανέωση της
συντηρητικής παράταξης γύρω από το τρίπτυχο
«ασφάλεια, σταθερότητα, ανάπτυξη». Για αυτή την
κατηγορία πολιτικών, ο μέχρι πρότινος υπουργός
Συγκοινωνιών και Δημοσίων Εργων αποτελούσε
εγγύηση επιτυχίας7.

Οι εκλογές του 1956 και του 1958:
ανανέωση, πόλωση, ανάπτυξη
Ο Καραμανλής γνώριζε, ωστόσο, ότι ο πυρήνας
των ανανεωτικών βουλευτών δεν ήταν αρκετός

για μια ριζική τομή με το παρελθόν. Μετά την
πρώτη στερέωση στην πρωθυπουργία, το φθινόπωρο του 1955, προχώρησε γρήγορα στην ίδρυση
νέου κόμματος με την προσωπική του σφραγίδα
και τον εμπλουτισμό της ηγετικής ομάδας με πολιτευτές προερχόμενους από το βενιζελισμό. Η ΕΡΕ
(Εθνική Ριζοσπαστική Ενωση) αποτύπωσε στην
ονομασία και στο πρόγραμμά της την πρόθεση
διαχωρισμού της νέας ελληνικής «Κεντροδεξιάς»
από τη δομή και το πρόγραμμα των παλαιών συντηρητικών, ακόμα και του ίδιου του Συναγερμού.
Ενα πρόγραμμα ριζικών αλλαγών στο πλαίσιο του
αστικού φιλελευθερισμού, ο «ρεαλιστικός φιλελευθερισμός», όπως είχε διατυπωθεί από τον Παναγή
Παπαληγούρα στις αρχές της δεκαετίας του 1950,

Ο Κ. Καραμανλής επικεφαλής της κυβέρνησης που συγκρότησε στις 6 Οκτωβρίου 1955 μετά το θάνατο του Αλ.
Παπάγου (Ιδρυμα «Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής», φωτογραφικό αρχείο Κωνσταντίνου Καραμανλή).
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

43

παρουσιάστηκε σαν το κράμα συντηρητικών, φιλελεύθερων και κεϋνσιανών αντιλήψεων που καθόριζαν την πολιτική Καραμανλή8. Η ΕΡΕ ιδρύθηκε
τον Ιανουάριο του 1956, λίγο μετά τον προσδιορισμό πρόωρων εκλογών για τις 19 Φεβρουαρίου
1956. Η ιδρυτική της διακήρυξη προέβαλε αρχές
και στόχους που είχαν ήδη προαναγγελθεί στις
προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης9.

χρόνια (1952) που οδήγησαν στην αποφυλάκιση
1.100 πολιτικών κρατουμένων και σε μείωση του
αριθμού των εκτοπισμένων. Στη δεύτερη κατηγορία, δόθηκε βάρος στην αναδιαπραγμάτευση
της αρχής της ετεροδικίας για τους Αμερικανούς
στρατιωτικούς που υπηρετούσαν στην Ελλάδα
και στην ανάκληση του ελληνικού εκστρατευτικού
σώματος από την Κορέα (Οκτώβριος 1955)10.

Τον τόνο της ανανέωσης έδωσαν στη σύντομη
πρώτη πρωθυπουργία μέτρα εκτόνωσης του μετεμφυλιακού διχασμού και πρωτοβουλίες που
αποσκοπούσαν να δείξουν ανάστημα απέναντι
στη Δύση. Στην πρώτη κατηγορία δέσποζαν η
αμνήστευση των καταδικασμένων στην πολύκροτη υπόθεση των αεροπόρων (1952-53) και δέσμη μέτρων επιείκειας ύστερα από τρία ολόκληρα

Την πολιτική τομή από το Συναγερμό την επιχείρησε ο Καραμανλής, κυρίως με τις παρεμβάσεις
του στην ανθρώπινη γεωγραφία του νέου κόμματος11. Καθοριστική υπήρξε η προσχώρηση στην
ΕΡΕ πολιτευτών με βενιζελική προέλευση, όπως
ο Ευάγγελος Αβέρωφ, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος,
ο Γρηγόριος Κασιμάτης, ο Δημήτρης Μακρής, ο
Αύγουστος Θεολογίτης, ο Δημήτρης Μανέντης

Τον Οκτώβρη του 1955 ο Καραμανλής ανακάλεσε το Ελληνικό Εκστρατευτικό Σώμα στην Κορέα, ένα μήνα
μετά το ξέσπασμα των Σεπτεμβριανών στην Κωνσταντινούπολη (ΓΕΣ/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού).
44

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

κ.ά. Αναδείχθηκαν σε κορυφαία στελέχη των κυβερνήσεων της ΕΡΕ, καταλαμβάνοντας επανειλημμένως κομβικά υπουργεία (Εσωτερικών, Προεδρίας, Εξωτερικών, Παιδείας κ.ά.), ενώ έπαιξαν
εξαρχής σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της
φυσιογνωμίας της, συμμετέχοντας στην κατάρτιση των εκλογικών συνδυασμών. Μια άλλη πηγή
ανασυγκρότησης αποτέλεσε η ένταξη πολιτευτών
από τη Βόρεια Ελλάδα στενά συνδεδεμένων με τον
ίδιο τον Καραμανλή, όπως ο Νικόλαος Μάρτης, ο
Νικόλαος Ζαρντινίδης κ.ά. Και τα δύο «ανοίγματα»
συνέβαλαν στον έλεγχο κόμματος και κυβέρνησης
από τον Καραμανλή, αφού στηρίχθηκε σε δυνάμεις
χωρίς βαθιές ρίζες στο συντηρητικό συναγερμικό
πυρήνα, ο οποίος μειώθηκε και ποσοτικά, αφότου,
στις εκλογές του 1956, 39 από τους 165 βουλευτές
που εξέλεξε η ΕΡΕ εκλέγονταν για πρώτη φορά.

Οι νέες ομάδες συνδυάστηκαν με «ριζοσπάστες»
βουλευτές του Συναγερμού, οι οποίοι ανέλαβαν
σημαντικές θέσεις εντός και εκτός Υπουργικού
Συμβουλίου, όπως ο Γεώργιος Ράλλης (υπουργός
Συγκοινωνιών και Δημοσίων Εργων το 1956-58,
Εσωτερικών το 1961-63), ο Κωνσταντίνος Παπακωνσταντίνου (υπουργός Δικαιοσύνης το 195658 και το 1961-63, Οικονομικών το 1958-61), ο
Αριστείδης Πρωτοπαπαδάκης (υπουργός Εθνικής
Αμύνης το 1956-58 και το 1961-63, υπουργός
Συντονισμού το 1958-61), ο Δημήτριος Χέλμης
(υπουργός Συντονισμού το 1956-58 και στη συνέχεια Διοικητής της Εθνικής Τραπέζης) κ.ά.12.
Η άνοδος του Καραμανλή στην εξουσία επέβαλε
σε διαφωνούντα στελέχη του Συναγερμού και κυρίως στα κόμματα της αντιπολίτευσης τη χάραξη

Η νέα κυβέρνηση Καραμανλή την 1η Μαρτίου 1956. Δεξιά από τον πρωθυπουργό η πρώτη γυναίκα υπουργός
Λίνα Τσαλδάρη (Ιδρυμα «Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής», φωτογραφικό αρχείο Κωνσταντίνου Καραμανλή).
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

45

εκλογικής στρατηγικής ικανής να στερήσει από
την πρώτη του αναμενόμενη εκλογική νίκη το
χαρακτήρα θριάμβου. Οι μεγάλες ανακατατάξεις
σημειώθηκαν στην κατακερματισμένη μέχρι τότε
αντιπολίτευση, με τη Φιλελεύθερη Δημοκρατική
Ενωση (ΦΔΕ) του Σοφοκλή Βενιζέλου να πρωτοστατεί στην επαναπροσέγγιση με το μητρικό
Κόμμα Φιλελευθέρων, από το οποίο είχε αποκοπεί
το 1955 προσδοκώντας να καλύψει το έλλειμμα
που προκάλεσε ο θάνατος του Νικόλαου Πλαστήρα (1953) στην Εθνική Προοδευτική Ενωση
Κέντρου (ΕΠΕΚ). Από τη συνένωση δημιουργήθηκε το Δημοκρατικό Κέντρο, ένα εκ των τριών
βασικών συστατικών της Δημοκρατικής Ενωσης,
του εκλογικού συνασπισμού που αντιπαρατάχθηκε
τελικά στην ΕΡΕ τον Φεβρουάριο του 1956. Το
δεύτερο συστατικό αποτέλεσε η Εθνική Κίνηση
Αλλαγής (ΕΚΑ), σύμπραξη της ΕΔΑ, του Δημοκρατικού Κόμματος Εργαζόμενου Λαού (ΔΚΕΛ)
των Γιώργου Καρτάλη και Αλέξανδρου Σβώλου,
και της κεντρώας Εθνικής Δημοκρατικής Πρωτοβουλίας (ΕΔΠ). Το τρίτο συστατικό ήταν η ΕΠΕΚ
με ουσιαστικό αρχηγό πια τον Σάββα Παπαπολίτη.
Στη συνέχεια, η Δημοκρατική Ενωση κέρδισε το
Λαϊκό Κόμμα με αρχηγό τον Κωνσταντίνο Τσαλδάρη και το Κόμμα Αγροτών Εργαζομένων (ΚΑΕ)

με αρχηγό τον Αλέξανδρο Μπαλτατζή και πολλά
στελέχη που είχαν συνεργαστεί με τον Ελληνικό
Συναγερμό στις εκλογές του 195213.
Παρότι η εκλογική συμμαχία της Δημοκρατικής
Ενωσης απέκλειε την κυβερνητική συνεργασία, η
συσπείρωση σύσσωμης της αντιπολίτευσης από
την Αριστερά έως τη Δεξιά ήταν εντυπωσιακή για
τρεις προπάντων λόγους. Πρώτον, γιατί συνέδεε
άσπονδους αντιπάλους του πρόσφατου ακόμα
Εμφυλίου με αγεφύρωτες πολιτικές και ιδεολογικές διαφορές. Δεύτερον, επειδή επέτεινε την
αντίθεση ανάμεσα σε μια ανερχόμενη πολιτική
δύναμη και στον παλαιοκομματισμό, που φάνηκε
να κατασκευάζει επίφαση ανανέωσης μέσω ενός
λευκού γάμου με τα αριστερά κόμματα. Τρίτον,
διαφοροποιούσε ξεκάθαρα στα μάτια του ψηφοφόρου την ΕΡΕ ως παράταξη που μπορούσε να
σχηματίσει σταθερή κυβέρνηση. Επρόκειτο ακριβώς για τις εντυπώσεις που δεν συνέφεραν την
αντιπολίτευση, ιδίως τα βενιζελογενή κόμματα,
αν ήθελε να ανακόψουν τη σταθεροποίηση του
Καραμανλή.
Τα κόμματα της αντιπολίτευσης πέτυχαν βέβαια
ένα στόχο τους: να εκθέσουν την κυβέρνηση για

Στην εκλογική
συμμαχία της
Δημοκρατικής
Ενωσης, η οποία
αντιπαρατάχθηκε
στην ΕΡΕ στις
εκλογές του
Φεβρουαρίου
1956, συμμετείχαν
άλλοτε άσπονδοι
αντίπαλοι, όπως
ο Αλέξανδρος
Σβώλος και ο
Κωνσταντίνος
Τσαλδάρης.
46

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Εγκαίνια του εκλογικού κέντρου της ΕΡΕ στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 1956 (Ιδρυμα
«Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής», φωτογραφικό αρχείο Κωνσταντίνου Καραμανλή).

Παρότι η
Δημοκρατική
Ενωση
συγκέντρωσε
26.000 ψήφους
παραπάνω, η
ΕΡΕ κέρδισε 165
έδρες έναντι 132.
Πρωτοσέλιδο
της εφημερίδας
«Ελευθερία»
του Π. Κόκκα.
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

47

Ο Κ. Καραμανλής εξέρχεται του εκλογικού τμήματος χειροκροτούμενος από γυναίκες οπαδούς του στις 19
Φεβρουαρίου 1956 (Ιδρυμα «Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής», φωτογραφικό αρχείο Κωνσταντίνου Καραμανλή).

την επιλογή του εκλογικού νόμου, του διαβόητου
πια «τριφασικού», ουσιαστικά ενός πλειοψηφικού
συστήματος με αυξανόμενη αναλογικότητα μεταξύ πρώτου και δεύτερου κόμματος στις μεσαίες
και μεγάλες εκλογικές περιφέρειες. Το εκλογικό
σύστημα αποσκοπούσε να περιορίσει την ΕΔΑ
και να αποκλείσει την αμφισβήτηση του Καραμανλή από άλλο δεξιό σχηματισμό. Εμμέσως, όμως,
καταδίκαζε τις δυνάμεις του παλαιού Κόμματος
Φιλελευθέρων, ακόμα και αν επανενώνονταν, στη
δεύτερη θέση. Μοναδική λύση εκλογικής επικράτησης αποτελούσε, επομένως, η συνεργασία με
την ΕΔΑ. Πράγματι, η Δημοκρατική Ενωση επέτυχε να συγκεντρώσει στην κάλπη αριθμό ψήφων μεγαλύτερο από εκείνον της ΕΡΕ (περίπου
1.620.000 έναντι 1.594.000), πλεονέκτημα που
48

ακύρωσε ο εκλογικός νόμος, καθώς κατένειμε
περισσότερες κοινοβουλευτικές έδρες στο κόμμα του Κωνσταντίνου Καραμανλή (165 έναντι
132). Η κατακραυγή που προκάλεσε η μονομερής
προώθηση του εκλογικού συστήματος οξύνθηκε
αφενός από τη δυνατότητα που δόθηκε στους
στρατιωτικούς και τους δημοσίους υπαλλήλους
-των οποίων η κινητικότητα ρυθμιζόταν από την
κυβέρνηση- να ψηφίσουν εκτός της εκλογικής
τους περιφέρειας, αφετέρου από την άρνηση του
Καραμανλή να διεξαγάγει τις εκλογές υπηρεσιακή
κυβέρνηση14.
Από ποσοτικής άποψης, η ενωμένη αντιπολίτευση κέρδισε τις εντυπώσεις της στιγμής. Από
ποιοτικής άποψης, ωστόσο, έδειξε ότι η ΕΡΕ και
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Η ανάδειξη της
ΕΔΑ σε αξιωματική
αντιπολίτευση με
24,42% προσανατόλισε
την πολιτική του
Κέντρου στη λογική
Γ. Παπανδρέου
παρά σε αυτή του
Σοφ. Βενιζέλου.
Οι δύο πολιτικοί
ενώ προσέρχονται
στο γραφείο του
Καραμανλή το 1957.

ο Καραμανλής συγκέντρωσαν περίπου 26.000
ψήφους λιγότερες από ένα εκλογικό σχήμα, το
οποίο δεν μπορούσε να δώσει συνεκτική διακυβέρνηση. Και πάντως, αν τελικά σχημάτιζε κυβέρνηση, αυτή δεν θα αντιπροσώπευε όλες τις
ετερόκλητες δυνάμεις που είχαν συντελέσει στο
ποσοτικό προβάδισμα. Αδύναμη καθώς ένιωθε η
αντιπολίτευση να ανταγωνιστεί την ενδοπαραταξιακή συνοχή και τη γενική πολιτική σταθερότητα
που υποσχόταν η ΕΡΕ, δεν επεξέτεινε τις επικρίσεις της για τον εκλογικό νόμο και το εκλογικό
αποτέλεσμα σε συνολική αμφισβήτηση της νέας
κυβέρνησης. Οι ενδοπαραταξιακοί αντίπαλοι της
ΕΡΕ (Λαϊκό Κόμμα, Κόμμα Προοδευτικών, Λαϊκόν
Κοινωνικόν Κόμμα Στέφανου Στεφανόπουλου κ.ά.)
αποδέχθηκαν εκόντες-άκοντες την επικράτηση του
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Καραμανλή15. Οι διάφορες πτέρυγες των παλαιών
Φιλελευθέρων δεν άθροιζαν ικανές δυνάμεις για
να αμφισβητήσουν τη νίκη του αντιπάλου τους.
Απομακρύνοντας την προοπτική της εξουσίας,
η επικράτηση Καραμανλή τις οδήγησε σε έναν
τελευταίο βασανιστικό κύκλο εσωστρέφειας μέχρι
την ανασυγκρότηση των βενιζελογενών δυνάμεων
με τη μορφή του «Κέντρου» στα τέλη της δεκαετίας
του 1950.
Η κυοφορία του Κέντρου διήρκεσε περίπου πέντε χρόνια, αφού πρώτα αποδείχθηκε ανέτοιμο
για άλλη μια φορά, το 1958, να αξιοποιήσει την
πτώση της δεύτερης κυβέρνησης Καραμανλή. Στη
μέτρηση δυνάμεων με το εκλογικό σύστημα της
ενισχυμένης αναλογικής, που διαχώριζε ρητά το
49

Ο Κ. Καραμανλής ψηφίζει στις εκλογές της 11ης Μαΐου 1958 (Ιδρυμα «Κωνσταντίνος
Γ. Καραμανλής», φωτογραφικό αρχείο Κωνσταντίνου Καραμανλή).
50

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

πρώτο από το δεύτερο κόμμα για να σχηματιστεί
μονοκομματική κυβέρνηση, η ΕΔΑ αποδείχθηκε
πειστικότερη ως δυνητική αντιπολίτευση και έκανε την έκπληξη τότε σχηματίζοντας τη δεύτερη
μεγαλύτερη Κοινοβουλευτική Ομάδα και κερδίζοντας το ιστορικό ποσοστό 24,42% των ψήφων και
79 έδρες (έναντι 171 της ΕΡΕ, 36 του κόμματος
Φιλελευθέρων, 10 της ΠΑΔΕ και 4 της Ενωσης
Λαϊκών Κομμάτων).
Το «σοκ» του 1958, εννέα μόλις χρόνια μετά το
τέλος του Εμφυλίου, προσανατόλισε το Κέντρο
στη λογική του Γεωργίου Παπανδρέου αντί του
Σοφοκλή Βενιζέλου. Εχοντας αποδεχθεί τον εκλογικό νόμο του 1958, ο Παπανδρέου αναγνώριζε
ως προτεραιότητα την εναλλαγή σταθερών μονοκομματικών κυβερνήσεων αστικής αντίληψης στο
πλαίσιο ενός δυτικού τύπου δικομματισμού. Αντίθετα, ο Βενιζέλος προέτασσε την κατά το δυνατόν
διαρκέστερη συμμετοχή στη διακυβέρνηση μέσω
συμμαχικών κυβερνήσεων ως κριτήριο επιτυχίας
και προϋπόθεση επιβίωσης του Κέντρου. Σκεπτικό καθοριστικό κατά την περίοδο 1947-52, αλλά
ξεπερασμένο μετά την επικράτηση του Παπάγου.
Είχε, όμως, ευνοήσει τη σύμπλευση του Βενιζέλου
με τον Γεώργιο Ράλλη από πλευράς ΕΡΕ το 1958
υπέρ της υιοθέτησης του συστήματος των «συγγενών κομμάτων», το οποίο είχε χρησιμοποιηθεί σε
άλλες δυτικοευρωπαϊκές χώρες (Γαλλία, Ιταλία) για
την απομόνωση των κομμουνιστών16. Και τα δύο
εκλογικά συστήματα που προτάθηκαν είχαν στόχο
να αποκλείσουν ένα κοινό μέτωπο Κέντρου-ΕΔΑ
κατά το προηγούμενο του 1956, αλλά με διαφορετική μακροπρόθεσμη στόχευση. Με το σύστημα
που τελικά ίσχυσε, το Κέντρο αποκτούσε κίνητρο
να ενωθεί υπό ενιαία ηγεσία. Με το σύστημα των
«συγγενών κομμάτων» μπορούσαν να διεκδικούν
αενάως συμμετοχή στην κυβέρνηση βάσει προσωπικών στρατηγικών επιμέρους ομάδες και πολιτικοί αρχηγοί του17.
Οι εκλογές της 11ης Μαΐου 1958 προκλήθηκαν
από την αμφισβήτηση του Καραμανλή εκ μέρους
βουλευτών της ηγετικής κυβερνητικής ομάδας.
Στην κίνηση πρωτοστάτησαν μάλιστα αφενός ο
Γεώργιος Ράλλης (υπουργός Συγκοινωνιών και
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Ανδρέας
Αποστολίδης, ο οποίος παραιτήθηκε
λόγω των χειρισμών στο Κυπριακό.

Δημοσίων Εργων), πρωτεργάτης των νεότερων
του Συναγερμού για την ανάδειξη του Καραμανλή στην πρωθυπουργία το 1955, αφετέρου ο Παναγής Παπαληγούρας (υπουργός Εμπορίου και
Βιομηχανίας), πνευματικό και πολιτικό τέκνο του
Παναγιώτη Κανελλόπουλου. Ο μεν Ράλλης δεν
συμμετείχε στη συνέχεια στις εκλογές εκείνης
της χρονιάς, ενώ ο Παπαληγούρας -και ο Κανελλόπουλος- προσχώρησαν στο Λαϊκό Κόμμα του
Κωνσταντίνου Τσαλδάρη (ο Κανελλόπουλος ως
συναρχηγός). Το Λαϊκό Κόμμα συνέπραξε στις
εκλογές με άλλα θραύσματα του αντιβενιζελικού
στρατοπέδου σχηματίζοντας την Ενωση Λαϊκών
Κομμάτων (ΕΛΚ) - Λαϊκό Κοινωνικό Κόμμα Στε51

φανόπουλου, Κόμμα Εθνικοφρόνων Θεόδωρου
Τουρκοβασίλη κ.ά. Τον κατακερματισμό ενέτεινε
η συμμετοχή του Κόμματος Προοδευτικών του
Σπύρου Μαρκεζίνη στο συνασπισμό Προοδευτική
Αγροτική Δημοκρατική Ενωσις (ΠΑΔΕ) μαζί με την
ΕΠΕΚ με αρχηγό τον Παπαπολίτη, το Δημοκρατικό Κόμμα Εργαζόμενου Λαού (ΔΚΕΛ) με αρχηγό
τον Στέλιο Αλλαμανή και το Κόμμα Αγροτών και
Εργαζομένων (ΚΑΕ) με αρχηγό τον Μπαλτατζή.
Από το 1956 η ΕΡΕ είχε επίσης απολέσει σημαντικούς πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες
της Κοινοβουλευτικής Ομάδας, όπως τον Λάμπρο
Ευταξία (1956) -ο οποίος εξελέγη το 1958 ως ανεξάρτητος με την ΠΑΔΕ- και τον αντιπρόεδρο της
κυβέρνησης Ανδρέα Αποστολίδη λόγω των χειρισμών στο Κυπριακό. Ο Αποστολίδης, ο Ράλλης

και ο Παπαληγούρας τέθηκαν επικεφαλής της
κίνησης 15 συνολικά βουλευτών για την αφαίρεση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας από τον
Καραμανλή τον Μάρτιο του 1958.18
Η πτώση της κυβέρνησης συνέβη σε κρίσιμη καμπή λόγω της έξαρσης του κυπριακού ζητήματος. Το Κυπριακό είχε κυριαρχήσει κατά τη διετία
1956-58 τροφοδοτώντας την αντιδυτική επιχειρηματολογία της ΕΔΑ και φέροντας σε αμηχανία
τις φιλοδυτικές δυνάμεις. Η κυβέρνηση της ΕΡΕ
έβρισκε στον ΟΗΕ υποστήριξη για το εθνικό θέμα
από χώρες του Τρίτου Κόσμου και σοσιαλιστικά
καθεστώτα, όπως του Τίτο στη Γιουγκοσλαβία, ενώ
συγκρουόταν με τους νατοϊκούς της συμμάχους.
Η απουσία ορατής λύσης κοινής αποδοχής από

Ο πρόεδρος της ΕΔΑ Γιάννης Πασαλίδης (μπροστά στο μέσον) μετά τις εκλογές του
1958, κατά τις οποίες το κόμμα του αναδείχθηκε αξιωματική αντιπολίτευση.
Πίσω του ο Ηλίας Ηλιού.
52

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

την Ελλάδα, το ΝΑΤΟ και την ίδια την Κύπρο
τέσσερα χρόνια μετά την πρώτη προσφυγή στον
ΟΗΕ (1954) προσέφερε έδαφος στην περίφημη
«ουδετεροφιλία» (neutralism), την αντίληψη ότι τα
ελληνικά συμφέροντα θα υπηρετούνταν καλύτερα
από μια ουδέτερη πορεία ανάμεσα στα δύο μπλοκ
ισχύος19. Στη δημόσια συζήτηση δυνάμωναν οι
φωνές που ζητούσαν αποδέσμευση από το ΝΑΤΟ.
Η τάση της ουδετεροφιλίας θορύβησε έντονα τις
ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, δεδομένου ότι αναπτύχθηκε παράλληλα με την «επίθεση φιλίας» (peace
offensive) της Σοβιετικής Ενωσης επί ηγεσίας
Νικίτα Χρουστσόφ, ο οποίος πρέσβευε την «ειρηνική συνύπαρξη» (peaceful co-existence) Ανατολής-Δύσης. Οι διακηρύξεις περί ουδετερότητας
θεωρούνταν εν πολλοίς εργαλείο κομμουνιστικών

κομμάτων με στόχο την πολιτική φθορά και την
ηθική απονομιμοποίηση της Δύσης.
Το εκλογικό αποτέλεσμα του 1958 επιβεβαίωσε
τη ραγδαία αύξηση της απήχησης της ΕΔΑ ως
κατεξοχήν υπέρμαχου της «Ενωσης» της Κύπρου
με την Ελλάδα πέρα και πάνω από κάθε άλλη
εθνική στρατηγική20. Κατά μία άποψη, η ΕΔΑ
ανέσυρε στοιχεία του ελληνικού αλυτρωτισμού,
βαθιά ριζωμένα στην ελληνική συνείδηση, για
να αμφισβητήσει τον πατριωτισμό της ελληνικής
κυβέρνησης και την αναγκαιότητα του δυτικού
προσανατολισμού της χώρας. Η απήχηση των
συνθημάτων της υπερέβαινε τα όρια του κόμματος και γενικότερα της Αριστεράς. Τα φιλοδυτικά
κόμματα αντιμετώπισαν, επίσης, σοβαρές εσωτε-

Η απουσία συναινετικής λύσης για το Κυπριακό οδήγησε το ΝΑΤΟ στη λεγόμενη «ουδετεροφιλία» μεταξύ Ελλάδας
και Τουρκίας. Ο Καραμανλής επισκέπτεται το αρχηγείο της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας στο Παρίσι στις 14
Δεκεμβρίου 1957 (Ιδρυμα «Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής», φωτογραφικό αρχείο Κωνσταντίνου Καραμανλή).
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

53

ρικές διαφωνίες, ενώ πολιτευτές με περιορισμένες πολιτικές προοπτικές βρήκαν στο Κυπριακό
ένα εφαλτήριο αναβάθμισης. Σχεδόν ολόκληρο το
φάσμα του ελληνικού Τύπου απαιτούσε να ασκηθούν έντονες πιέσεις, ακόμα και με αποχώρηση
από το ΝΑΤΟ, για να προστατευθούν τα ελληνικά
συμφέροντα21. Η Εκκλησία, με την παραδοσιακή
επιρροή της στα συντηρητικά ακροατήρια, διακήρυσσε επίσης τον αγώνα για την «Ενωση» ως
αγώνα για τα ιερά και τα όσια, ασύγκριτο με κάθε
άλλο εθνικό συμφέρον22.
Εκτός από τους εσωτερικούς πολιτικούς αντιπάλους, η κυβέρνηση Καραμανλή συγκρινόταν με
τους πρωταγωνιστές του Κυπριακού στο νησί. Ο
Αρχιεπίσκοπος Μακάριος διατηρούσε υψηλότατη
δημοτικότητα στην Κύπρο και την Ελλάδα με την
αίγλη ενός ασυμβίβαστου εθνικού ηγέτη μιας πρώην αποικίας. Βαρύνουσα επιρροή με παρόμοια
χαρακτηριστικά, παρά τη χρονίως τεταμένη σχέση
του με τον Μακάριο, ασκούσε επίσης ο ηγέτης
της ΕΟΚΑ, συνταγματάρχης Γεώργιος Γρίβας, ο

οποίος έφθασε να διεκδικήσει την ηγεσία ενός
ενιαίου Κέντρου, ιδρύοντας το 1960 την Κίνηση
Εθνικής Αναδημιουργίας23.
Το πρώτο έτος της διακυβέρνησης Καραμανλή
1955-56 σημαδεύτηκε από τραυματικά γεγονότα
στο Κυπριακό, όπως το ναυάγιο των διαπραγματεύσεων Μακαρίου-Χάρντινγκ (1956), βρετανικές βιαιοπραγίες -εμβληματική, μεταξύ άλλων, η
εκτέλεση των αγωνιστών της ΕΟΚΑ Καραολή και
Δημητρίου (Μάιος 1956)- και την απομόνωση του
Μακάριου από τους Βρετανούς στις Σεϋχέλλες για
ένα χρόνο (1956-57). Λίγο πριν από την απελευθέρωσή του ανελήφθησαν σοβαρές προσπάθειες
για τη γεφύρωση των σχέσεων με τη Δύση με
αφετηρία την πρώτη ουσιαστική απόφαση της
Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ για το Κυπριακό
τον Φεβρουάριο του 1957. Εκφραζόταν η επιθυμία για μια «ειρηνική, δημοκρατική και δίκαιη
λύση… σύμφωνα με τον Καταστατικό Χάρτη του
ΟΗΕ»24. Υστερα από αμερικανική παρέμβαση, η
απόφαση απομάκρυνε τη λογική της διχοτόμησης,

Η εκλογική
ενίσχυση της
ΕΔΑ το 1958
υποβοηθήθηκε
από την πολιτική
προσήλωσή της
στο σύνθημα
της «Ενωσης». Ο
Αρχιεπίσκοπος
Μακάριος
συνομιλεί με τους
Αντ. Μπριλλάκη
και Ηλ. Ηλιού.
54

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

που προέβαλλαν επίμονα οι Βρετανοί. Καταλυτικός
υπήρξε ο ρόλος των ΗΠΑ και στην απελευθέρωση
του Μακαρίου, ο οποίος έφθασε εν μέσω διάχυτου ενθουσιασμού στην Αθήνα στις 17 Απριλίου
1957.
Ωστόσο, τα προβλήματα στο Κυπριακό συνεχίστηκαν και το 1957-58, τόσο αναφορικά με τη
Βρετανία και την Τουρκία -την οποία το Λονδίνο
είχε καταστήσει από το 1955 ουσιαστικά τρίτο μέρος της διαπραγμάτευσης- αλλά και στο διάνυσμα
«Αθήνα-Λευκωσία», με την κυπριακή πολιτική
συχνά να διχάζεται ανάμεσα στις προτιμήσεις
του Αρχιεπισκόπου και του αρχηγού της ΕΟΚΑ.
Το βρετανικής εμπνεύσεως Σχέδιο Μακμίλλαν, το
οποίο προέβλεπε ανεξαρτησία με τριμερή συγκυριαρχία Βρετανίας, Ελλάδας, Τουρκίας, παρουσιάστηκε τον Ιούνιο του 1958 με τη συναίνεση των
ΗΠΑ, αλλά ενάντια στο λαϊκό αίσθημα σε Ελλάδα και Κύπρο25. Η απειλητικότητα του Σχεδίου
ώθησε, ωστόσο, τον Μακάριο να εγκαταλείψει το
στόχο της αυτοδιάθεσης -ουσιαστικά της ένωσης-

υπέρ ενός σχεδίου εθνικής ανεξαρτησίας, που
θα απέκλειε και την ένωση και τη διχοτόμηση. Η
ένωση παρέμενε θεωρητικά απώτατος στόχος,
αλλά η κυπριακή ηγεσία δεσμεύθηκε με δημόσια
δήλωση του Μακάριου τον Σεπτέμβριο το 1958 να
επιδιώξει το πολιτικώς εφικτό. Εφικτό και για την
ελληνική πλευρά, η οποία ανέλαβε να εκπροσωπήσει τα κυπριακά συμφέροντα στις ελληνοτουρκικές διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν χωρίς
συμμετοχή των Κυπρίων. Οι διαπραγματεύσεις
κατέληξαν στις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου
(Φεβρουάριος 1959-60), το θεμέλιο λίθο για την
ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1960 ως
ανεξάρτητου κράτους με εγγυήτριες δυνάμεις τη
Βρετανία, την Ελλάδα και την Τουρκία.
Ο Καραμανλής χαρακτήρισε την ημέρα υπογραφής των Συμφωνιών «την ευτυχέστερη της ζωής
του». Οχι γιατί ήταν ιδανικές, αλλά επειδή τις
θεωρούσε τις καλύτερες δυνατές υπό τις συνθήκες της εποχής και σε σύγκριση με άλλες κατατεθειμένες προτάσεις. Ηταν πεπεισμένος ότι τα

Παραλαβή
αρμάτων
μάχης Μ-47
στον Χολαργό
στις 22 Μαΐου
1957 (Ιδρυμα
«Κωνσταντίνος
Γ. Καραμανλής»,
φωτογραφικό
αρχείο
Κωνσταντίνου
Καραμανλή).
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

55

Ο υποδιοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος
Ι. Πεσμαζόγλου (δεύτερος από αριστερά)
επικεφαλής διαπραγματευτής για τη Συμφωνία
Σύνδεσης. Διακρίνονται οι Γ. Φιλιππόπουλος,
Δ. Μπίμπας, Ν. Γαζής, Ν. Κυριαζίδης.

Ο προσανατολισμός προς την ΕΟΚ
συνεπαγόταν αυστηρότερες υποχρεώσεις
οικονομικής εναρμόνισης για την
Ελλάδα. Στη φωτογραφία από έκθεση
του ΕΒΕΑ για την Κοινή Αγορά.

ελληνικά συμφέροντα διεθνώς θα υπηρετούνταν
πληρέστερα εφόσον εκπροσωπούνταν από δύο
ψήφους στους διεθνείς φορείς και οργανισμούς,
ενώ η ελληνοκυπριακή πλειοψηφία, χάρη στην
οικονομική δυναμική της, γρήγορα θα είλκυε στην
τροχιά της την τουρκική μειονότητα στο νησί.
Κατά τον Καραμανλή, την πιο επικίνδυνη εξέλιξη
θα αποτελούσε η διαιώνιση της εκκρεμότητας σε
ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο διεθνές πλαίσιο. Η
προβλεπόμενη μείωση της αμερικανικής οικονομικής συμμετοχής στην ελληνική και ευρύτερα
στην ευρωπαϊκή οικονομία και ασφάλεια προοιωνιζόταν δυσμενέστερη θέση διαπραγμάτευσης
για αναπτυσσόμενες αδύναμες χώρες, όπως η
Ελλάδα, απέναντι στους ισχυρότερους Ευρωπαίους εταίρους σαν τη Βρετανία26.

Ο Καραμανλής δεν απέφυγε δύο χωριστές προτάσεις μομφής για το Κυπριακό από την αντιπολίτευση, μία από τα κεντρώα κόμματα και
μία από την ΕΔΑ, τον Φεβρουάριο του 1959.
Τις αντιδράσεις ενθάρρυνε ο ηχηρός σκεπτικισμός του Μακαρίου, παρά την επίσημη συναίνεσή του στα συμφωνηθέντα. Ωστόσο, οι
προτάσεις μομφής απορρίφθηκαν και ο Καραμανλής δεν άφησε περιθώρια για παλινωδίες.
Eως την εκλογική ήττα του 1963 και τη φυγή
του στο Παρίσι, ο Μακάριος απέφυγε να ζητήσει αναθεώρηση της συνταγματικής τάξης
της Κύπρου. Η ελληνική πλευρά θεωρούσε το
θέμα λήξαν και απαιτούσε να δοκιμαστεί για
ένα χρονικό διάστημα το Σύνταγμα προτού
ζητηθούν βελτιώσεις27.

56

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Ο Καραμανλής κατά την υπογραφή της Συμφωνίας Σύνδεσης με την ΕΟΚ στις 9 Ιουλίου 1961.

Η πορεία προς την Ευρώπη
Η διευθέτηση του Κυπριακού σαφώς απελευθέρωσε δυνάμεις για έργα ανάπτυξης και για πρωτοβουλίες μακροπρόθεσμων μεταρρυθμίσεων στρατηγικού χαρακτήρα. Τέτοιας υφής ήταν η σύνδεση
της Ελλάδας με την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, που
αποτέλεσε το υψηλότερο και διαρκέστερο επίτευγμα του Κωνσταντίνου Καραμανλή.
Ο Καραμανλής προσανατολίστηκε προς την ΕΟΚ
πολύ γρήγορα μετά την ίδρυσή της με τις Συμφωνίες της Ρώμης (1957), πιστεύοντας όχι μόνο
στις οικονομικές προοπτικές που διάνοιγε άμεσα,
αλλά ιδίως στις κοινές πολιτικές που σχεδίαζε για
το μέλλον. Η ΕΟΚ υποσχόταν τη δημιουργία μιας
κοινότητας οικονομικής εναρμόνισης με βάση μηΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

χανισμούς αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών-μελών
και με άξονα τη διαφύλαξη του κράτους πρόνοιας
πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε η μεταπολεμική
ευρωπαϊκή ευημερία. Η προοπτική να συμμετάσχουν οι Ελληνες στη ζώνη της ευρωπαϊκής
ευημερίας και δημοκρατίας αποτελούσε κατά τον
Καραμανλή τη μοναδική αποτελεσματική θεραπεία για τη φτώχεια, τις κοινωνικές ανισότητες
και την πολιτική αστάθεια. Οι αρχιτέκτονες της
ευρωπαϊκής κοινότητας συναρτούσαν άλλωστε
την επιτυχία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με τη
μείωση του χάσματος ανάμεσα στις ισχυρές και
τις αδύναμες οικονομικά χώρες και την επέκταση
της ανάπτυξης και της σταθερότητας σε ολόκληρη
τη Δυτική (τότε) Ευρώπη. Η σύνδεση με την ΕΟΚ
θεωρείτο διαβατήριο για το θεσμικό και τον πολι57

Τα αστυνομικά μέτρα εντάθηκαν την περίοδο 1958-1961. Φωτογραφία από την καταδίκη για
κατασκοπεία του Μανώλη Γλέζου (πίσω, δεύτερος από αριστερά). Διακρίνονται ακόμη οι Λ.
Κύρκος, Μ. Τσερέπας, Στ. Δαμιανίδης, Καλλή Σμπαρούνη (Συλλογή Λ. Κύρκου).

Ο Καραμανλής
προσανατολίστηκε
γρήγορα προς
την ΕΟΚ έναντι
της ΕΖΕΣ μετά
τη Συμφωνία της
Ρώμης στις 25
Μαρτίου 1957.
58

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Οι Ελληνες που αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στο εξωτερικό
μεταξύ 1955-1961 υπολογίζονται περί τους 250.000.

τικό εκσυγχρονισμό της χώρας. Ηταν ένας στόχος
που η Ελλάδα δεν φαινόταν ικανή να υλοποιήσει
βασιζόμενη μόνο στις δικές της δυνάμεις28.
Η επιλογή της ΕΟΚ δεν ήταν αυτονόητη. Το 195859, όταν ξεκίνησε η προσπάθεια για τη Σύνδεση,
προτείνονταν και άλλοι δρόμοι. Το 1957-58 η ελληνική κυβέρνηση αντιμετώπισε το δίλημμα αν η
Ελλάδα θα ακολουθούσε την ΕΟΚ των Εξι (Γαλλία,
Γερμανία, Ιταλία, Βέλγιο, Λουξεμβούργο, Ολλανδία) ή το εναλλακτικό σχήμα μιας Ευρωπαϊκής
Ζώνης Ελευθέρων Συναλλαγών (ΕΖΕΣ), που θα
συνδεόταν με την ΕΟΚ σε εμπορικά θέματα. Το
σχήμα της λεγόμενης «μεγάλης ΕΖΕΣ» προωθείτο
κυρίως από τους Βρετανούς και απασχόλησε τις
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

εκτός ΕΟΚ ευρωπαϊκές χώρες. Τελικά, κατέστη εφικτή η δημιουργία μίας μικρής ΕΖΕΣ των «Επτά»
παράλληλα προς τους «Εξι», με μέλη, εκτός από τη
Βρετανία, την Αυστρία, τη Δανία, την Ελβετία, τη
Νορβηγία, την Πορτογαλία και τη Σουηδία.
Ο προσανατολισμός προς την ΕΟΚ συνεπαγόταν
αυστηρότερες υποχρεώσεις οικονομικής εναρμόνισης, αλλά επίσης έμφαση στη ζωτική για την
Ελλάδα αγροτική παραγωγή και στήριξη στον
τομέα των αναπτυξιακών έργων. Αντίθετα, στην
ΕΖΕΣ τον τόνο έδιναν τα βιομηχανικά προϊόντα
και το προνομιακό εμπόριο με τις πρώην ευρωπαϊκές αποικίες, ανταγωνιστές εν προκειμένω
της ελληνικής αγροτικής παραγωγής. Επιπλέον,
59

ο προσανατολισμός των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προς μια μελλοντική στενότερη πολιτική
ενοποίηση ισχυροποιούσε τη θέση της Ελλάδας
πολύ περισσότερο από την ένταξη σε μια χαλαρή τελωνειακή ένωση και υποχρέωνε τη χώρα,
για να ανταγωνιστεί τους εταίρους της, σε ριζική
αναδιοργάνωση κράτους και οικονομίας.
Σε αυτό το αρχικό δίλημμα, η ελληνική ηγεσία επέλεξε την ΕΟΚ. Σχεδόν ταυτόχρονα απαντήθηκε και
το ερώτημα «ένταξη ή σύνδεση» με την ΕΟΚ. Η
άμεση ένταξη που υποστήριξε από το 1957 κυρίως
ο Σπύρος Μαρκεζίνης ως θεραπεία-σοκ ενείχε τον
κίνδυνο να συνθλιβεί η ελληνική οικονομία από
τον ευρωπαϊκό ανταγωνισμό. Τα ελληνικά αγροτικά και βιομηχανικά προϊόντα παρέμεναν χαμηλής
ποιότητας, καθώς διοχετεύονταν κυρίως στην
εγχώρια αγορά, ενώ απουσίαζε η τεχνογνωσία
για τη διάχυση και προβολή τους σε ξένες αγορές.
Την ποιότητα και την αποδοτικότητα καθήλωναν
οι ποικίλες κρατικές επιχορηγήσεις, η εμμονή σε
δύσκολα εξαγώγιμες καλλιέργειες και η πληθώρα
προστατευμένων επαγγελμάτων29.

Ο προστατευτισμός είχε λειτουργήσει ως κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας κατά τη μεταπολεμική
και μετεμφυλιακή ανασυγκρότηση, αλλά από τα
μέσα της δεκαετίας του 1950 έγινε τροχοπέδη
καθιστώντας την ελληνική οικονομία εύθραυστη
στο διεθνή ανταγωνισμό και ευάλωτη σε διακυμάνσεις των διεθνών αγορών. Ως συνέπεια, οι
οικονομικές της δομές παρέμεναν αναχρονιστικές μειώνοντας ταυτόχρονα τις ελπίδες για τις
μεγάλες ξένες επενδύσεις που ευαγγελίζονταν οι
φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις Μαρκεζίνη από το
1953. Η στασιμότητα προκαλούσε διαρθρωτικά
προβλήματα, μείωση της απασχόλησης και επαναλαμβανόμενες εξαγωγικές κρίσεις. Σημαντικό
μέρος των αδιάθετων ελληνικών προϊόντων
διοχετευόταν στις αγορές του ανατολικού μπλοκ
(«Ανατολικό εμπόριο»), επιτείνοντας τη χαμηλή
ανταγωνιστικότητα της ελληνικής παραγωγής
και δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για την
εξαγωγική εξάρτηση της Ελλάδας από κομμουνιστικές χώρες σε οικονομικά και κοινωνικά
κρίσιμες παραγωγές, όπως π.χ. η παραγωγή
καπνού30.

Ο παραιτηθείς
πρωθυπουργός
Κ. Καραμανλής
παραδίδει την
προεδρία της
κυβέρνησης
στον υπηρεσιακό
πρωθυπουργό
στρατηγό
Κωνσταντίνο
Δόβα και τον
αντιπρόεδρο Ιω.
Παρασκευόπουλο
(φωτογραφία από
το «Βήμα» της 22ας
Σεπτεμβρίου 1961).
60

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Ο Κ. Καραμανλής γίνεται δεκτός στη Σπάρτη κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου στις 15 Οκτωβρίου
1961 (Ιδρυμα «Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής», φωτογραφικό αρχείο Κωνσταντίνου Καραμανλή).
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

61

Τα στελέχη
της Ενώσεως
Κέντρου τον
Σεπτέμβριο 1961,
Σ. Παπαπολίτης,
Η. Τσιριμώκος,
Στ. Κωστόπουλος,
Στεφ.
Στεφανόπουλος,
Γ. Παπανδρέου,
Γ. Αθανασιάδης
- Νόβας, Αλ.
Μπαλτατζής και
Π. Κατσώτας.

Η Συμφωνία Σύνδεσης υπεγράφη στην Αθήνα στις
9 Ιουλίου 1961, έπειτα από δύο χρόνια επίπονων
διαπραγματεύσεων με επικεφαλής, από ελληνικής πλευράς, τον υποδιοικητή της Τραπέζης της
Ελλάδος Ιωάννη Πεσμαζόγλου. Η Ελλάδα ήταν η
πρώτη τρίτη χώρα που συνδέθηκε με την ΕΟΚ.
Η Συμφωνία προέβλεπε δύο μακρές διαδοχικές
μεταβατικές φάσεις δασμολογικού αφοπλισμού
για την εγκαθίδρυση τελωνειακής ένωσης. Στην
πρώτη φάση των 12 ετών η ΕΟΚ θα καταργούσε
δασμούς και ποσοστώσεις για τα περισσότερα
είδη ανοίγοντας την κοινοτική αγορά για τα ελληνικά προϊόντα, ενώ η Ελλάδα θα έπραττε το ίδιο
σε διάστημα 22 ετών. Ορίστηκαν επίσης ειδικές
ρυθμίσεις για ορισμένα ευαίσθητα προϊόντα και
η παροχή κοινοτικής βοήθειας προς την Ελλάδα
ύψους $125 εκατ. για περίοδο 5 ετών ως ενίσχυση
της προσπάθειας σύγκλισης με τους «Εξι».
Η Συμφωνία Σύνδεσης δρομολογήθηκε στις αρχές
του 1959, σχεδόν παράλληλα με τις δραματικές
62

διεργασίες για επίλυση του Κυπριακού με τις
Συμφωνίες Ζυρίχης/Λονδίνου. Η χειροτέρευση
των ελληνοβρετανικών σχέσεων έδωσε τη χαριστική βολή στις ελληνικές βολιδοσκοπήσεις
για την ΕΖΕΣ. Αλλά η επιλογή της ΕΟΚ, μάλιστα
μιας ΕΟΚ υπό τον αστερισμό του Ντε Γκωλ και
της γαλλοβρετανικής και γαλλοαμερικανικής
αντιπαράθεσης, δεν ικανοποίησε την ΕΔΑ από
τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Στην
παράδοση των περισσότερων δυτικοευρωπαϊκών
αριστερών κομμάτων, απέρριψε τη Σύνδεση. Οι
διαδικαστικές ενστάσεις του Κέντρου και η πλήρης άρνηση της ΕΔΑ ξεδιπλώθηκαν πλήρως στη
συζήτηση κύρωσης που πραγματοποιήθηκε τον
Ιανουάριο-Φεβρουάριο 1962 στη Βουλή. Μεταξύ
άλλων, ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της ΕΔΑ
Ηλίας Ηλιού χαρακτήρισε τη Σύνδεση «άλμα εις
το κενόν» και την ημερομηνία σύνδεσης «μαύρη
ημερομηνία εις την ιστορίαν του τόπου»31.
Η ευρωπαϊκή πολιτική των κυβερνήσεων ΚαραΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Η νέα κυβέρνηση
Καραμανλή στις
4 Νοεμβρίου
1961 (Ιδρυμα
«Κωνσταντίνος
Γ. Καραμανλής»,
φωτογραφικό
αρχείο
Κωνσταντίνου
Καραμανλή).

μανλή επιστέγαζε την αναπτυξιακή πολιτική της
δεκαετίας του 1950. Χαρακτηριζόμενη ως «ελληνικό θαύμα», η οικονομική ανάπτυξη, με μέσο ρυθμό
αύξησης του ΑΕΠ το 6,5% (1950-61)32, αποτυπωνόταν στον εκσυγχρονισμό των υποδομών, στην
έναρξη μεταποιητικής βιομηχανίας και την άνοδο
του βιοτικού επιπέδου, που ασκούσε, ωστόσο,
πιέσεις στον ακρογωνιαίο λίθο της μεταπολεμικής οικονομίας: τη νομισματική σταθερότητα και
το ισοζύγιο πληρωμών. Η Σύνδεση με την ΕΟΚ
υποσχόταν να οδηγήσει με ασφάλεια την Ελλάδα
σε έναν κόσμο ανταγωνιστικότητας, μεταβιβάζοντας κεφάλαια και τεχνογνωσία για την αύξηση
και τη βελτίωση της εθνικής παραγωγής, ώστε να
αντισταθμίζει τις αυξανόμενες εισαγωγές. Ο αναπροσανατολισμός εμπορίου και οικονομίας προς
τη Δυτική Ευρώπη εξασφάλισε τη βιωσιμότητα
της μέχρι τότε ανάπτυξης. Ανοιγε την προοπτική
για την άμβλυνση του χρόνιου προβλήματος της
ανεργίας και της υποαπασχόλησης στην κατά
μείζονα λόγο αγροτική ακόμα οικονομία, με την
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

προϋπόθεση του εκσυγχρονισμού αγροτικής και
βιομηχανικής παραγωγής, αλλά και επέκτασης του
ανερχόμενου τότε τομέα των υπηρεσιών.
Η πρόκληση του ανταγωνισμού γεννούσε σκεπτικισμό και πέραν της Αριστεράς, στους οικονομικούς και τους κοινωνικούς παράγοντες που
θα σήκωναν το βάρος της προσαρμογής, όπως οι
παραγωγικοί φορείς (ΣΕΒ, ΕΒΕΑ, ΓΣΕΕ), αλλά και
οι αγρότες και οι εργάτες. Ο υποτονικός συνδικαλισμός της μεταπολεμικής περιόδου συνέβαλε στην
εκδήλωση επιφυλάξεων σε περιορισμένα πλαίσια.
Αλλά η κυβέρνηση Καραμανλή ενέταξε στο πενταετές πρόγραμμα οικονομικής αναπτύξεως για τα
έτη 1960-64 μέτρα που θα εξισορροπούσαν την
έκθεση στον κοινοτικό ανταγωνισμό, όπως π.χ. τη
στήριξη της ελληνικής βιομηχανίας και την ίδρυση νέων μονάδων ως ασπίδα προς τις εισαγωγές
και μοχλό τόνωσης της απασχόλησης. Επέκτεινε
το ασφαλιστικό σύστημα για τους Ελληνες αγρότες
με την παροχή κοινωνικής ασφάλισης μέσω ΟΓΑ
63

επήλυδων, παλαιάς-νέας γενιάς λειτούργησαν ως
πόλοι νέων πολιτικών προβληματισμών στα τέλη
της δεκαετίας του 1950. Προβληματισμών που δεν
μπορούσε να αξιοποιήσει η Αριστερά εμμένοντας
στο δίπολο νικητών-ηττημένων του Εμφυλίου ούτε
αναγνώριζε επαρκώς η ΕΡΕ, καθώς επένδυε στον
αυτοματισμό της διάχυσης ευημερίας. Αιτήματα
όπως εκδημοκρατισμός, άνοιγμα της εκπαίδευσης,
μισθολογικές αυξήσεις, μείωση της φορολογίας,
επέκταση των χρηματοδοτήσεων διαμόρφωσαν το
πολιτικό πρόγραμμα της Ενωσης Κέντρου, όταν,
το 1964-65, απευθύνθηκε με μεγάλη επιτυχία στη
διευρυνόμενη μερίδα ψηφοφόρων, ιδιαίτερα των
νέων ψηφοφόρων, που δεν χωρούσαν στο δίπολο
Δεξιάς-Αριστεράς. Οι κυβερνήσεις της Ενωσης
Κέντρου απέφυγαν ανατροπές στη μετεμφυλιακή
τάξη πραγμάτων -π.χ. νομιμοποίηση του ΚΚΕπέραν της περαιτέρω μείωσης των μέτρων καταστολής που είχε ξεκινήσει ήδη νωρίτερα.

Ο Παν. Πιπινέλης, διάδοχος στην πρωθυπουργία,
αποχαιρετά τον απερχόμενο Κ. Καραμανλή στο
αεροδρόμιο (Ιδρυμα «Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής»,
φωτογραφικό αρχείο Κωνσταντίνου Καραμανλή).

(1960) και ενίσχυσε την τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση προκειμένου να στελεχωθούν οι
νέες βιομηχανίες και ο τουρισμός (1959).
Το αξίωμα ότι όλοι κέρδιζαν από την οικονομική ανάπτυξη της χώρας μέσω της ανόδου του
βιοτικού επιπέδου δεν είχε, ωστόσο, ούτε άμεση
ούτε καθολική ισχύ. Η οικονομική ανάπτυξη είχε
αναπόφευκτα και «χαμένους» ή πάντως λιγότερο
ευνοημένους. Ετσι αισθάνονταν οπωσδήποτε οι
Ελληνες που αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν
στο εξωτερικό προς εύρεση εργασίας -υπολογίζονται περί τους 250.000 μεταξύ 1955 και 1961-33
ως ένα βαθμό και οι εσωτερικοί μετανάστες, που
συνάντησαν στις πόλεις υψηλότερη ποιότητα
ζωής, αλλά ξεκινούσαν από χαμηλό σημείο αφετηρίας δίπλα στη διευρυνόμενη μεσαία τάξη της
καταναλωτικής κοινωνίας. Οι οικονομικές και
κοινωνικές διαφορές πόλης-υπαίθρου, αστών64

Η επιλογή αυτή αλλοιώθηκε λόγω των εντυπώσεων που προξένησε η ενδοαστική πόλωση του
1965-67, παρότι στην πράξη ο Γεώργιος Παπανδρέου αντιστάθηκε μέχρι τέλους σε οποιαδήποτε
μορφή σύμπραξης με την ΕΔΑ. Σύμπραξη την
οποία η ΕΔΑ επιθυμούσε διακαώς για να επωφεληθεί από το διχασμό του αντίπαλου στρατοπέδου
χωρίς να εκτεθεί μόνη της. Η εμπειρία του 195861 ήταν νωπή. Το κόστος για τη δεύτερη θέση στις
εκλογές ήταν τότε η σκλήρυνση της επιτήρησής
της, αφενός από το ελληνικό κράτος, αφετέρου
από το παράνομο ΚΚΕ, με συνέπεια τη μείωση της
ελευθερίας του κόμματος να επιλέγει στελέχη και
εκλογική στρατηγική34. Τα αστυνομικά μέτρα, μαζί
και οι αυθαιρεσίες, εντάθηκαν, αναζωπυρώθηκε η
πρακτική του διοικητικού εκτοπισμού και έγιναν
νέες συλλήψεις με σημαντικότερη τη σύλληψη και
καταδίκη σε πενταετή φυλάκιση για κατασκοπεία
του Μανώλη Γλέζου (1959).

Οι εκλογές του 1961
και ο «ανένδοτος αγώνας»35
Σύμφωνα με μεταγενέστερη δήλωση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, οι μόνες βουλευτικές εκλοΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Η υπογραφή της σύμβασης για την ίδρυση βιομηχανίας αλουμινίου. Στο μέσον ο Καραμανλής περιβάλλεται
από τους υπουργούς Πρωτοπαπαδάκη και Μάρτη, τον Νιάρχο και τον Γάλλο αντιπρόσωπο Μαρσαντίζ.

γές στις οποίες μέχρι τότε δεν αντιμετώπισε το
ενδεχόμενο της ήττας ήταν οι εκλογές της 29ης
Οκτωβρίου 196136. Η αισιοδοξία εδραζόταν στην
επιτυχημένη πορεία των έξι προηγούμενων χρόνων (επίλυση Κυπριακού, Σύνδεση με την ΕΟΚ,
επιτάχυνση οικονομικής ανάπτυξης), που είχε
πραγματοποιηθεί μέσα σε συχνά αντίξοες εσωτερικές και εξωτερικές συνθήκες (έλλειμμα αμερικανικής βοήθειας και ξένων επενδύσεων, τριβές με το
ΝΑΤΟ και έξαρση ουδετεροφιλίας στο εσωτερικό
λόγω Κυπριακού, ανάδειξη της ΕΔΑ σε αξιωματική
αντιπολίτευση). Η προοπτική μιας «εθνικής αντιπολίτευσης» από τη νεότευκτη Eνωση Κέντρου
του Γ. Παπανδρέου κρινόταν όχι μόνον εθνικώς
επωφελής, αλλά και συμπληρωματική με την επιδίωξη του Καραμανλή να επιτύχει την ευρύτερη
δυνατή πολιτική και κοινωνική συναίνεση για τις
πολιτικές τομές που θα επιχειρούσε στη συνέχεια,
ιδίως με βάση την ευρωπαϊκή επιλογή. Από αυτή
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

την αντίληψη απέρρεε η γνωστή τοποθέτηση που
διατύπωσε σε μεταγενέστερο σημείωμά του, ότι θα
ήταν «αποτυχημένος πολιτικός» αν τον διαδεχόταν «ο κομμουνισμός ή η δικτατορία»37. Η στήριξη
του εγχειρήματος της «εθνικής αντιπολιτεύσεως»
δεν σήμαινε, όμως, ότι ο Καραμανλής προετίθετο
να εκποιήσει την πολιτική του απήχηση το 1961.
Κάτι τέτοιο θα αντέβαινε άλλωστε στην προσήλωσή του στην ολοκλήρωση του αναπτυξιακού του
προγράμματος.
Στην πράξη, οι εκλογές της 29ης Οκτωβρίου 1961
υπήρξαν καθοριστικές για την αποσταθεροποίηση
και την τελική πτώση της τέταρτης κατά σειρά κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Καραμανλή δύο χρόνια αργότερα. Ο ίδιος ο Καραμανλής χαρακτήρισε
αργότερα τις εξελίξεις της εποχής εκείνης απαρχή
της αναταραχής που κατέληξε στη δικτατορία, με
την πολιτική ανωμαλία του 1965 να αποτελεί όχι
65

Ο Κ.
Καραμανλής
κατά την
επίσκεψή του
στο Παρίσι τον
Ιούλιο 1960,
κατά την οποία
απέσπασε την
υποστήριξη
του στρατηγού
Ντε Γκωλ για
τη σύνδεση της
Ελλάδας με την
ΕΟΚ (Ιδρυμα
«Κωνσταντίνος
Γ. Καραμανλής»,
φωτογραφικό
αρχείο
Κωνσταντίνου
Καραμανλή).
66

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

αφετηρία, αλλά συνέχεια και συνέπεια της μακρόσυρτης κρίσης38. Παρά το συζητήσιμο αυτής της
άποψης, γεγονός είναι ότι από το 1961 άνοιξε ένα
βαθύ ρήγμα μεταξύ της ΕΡΕ και του Κέντρου. Μία
σύγκρουση που δεν οδήγησε, όπως ίσως ανέμεναν τα εμπλεκόμενα κόμματα, στη δημιουργία
ενός βιώσιμου και αποδεκτού δικομματισμού.
Αντίθετα, διέλυσε τη θεμελιώδη ιδεολογική συναίνεση όπου στηριζόταν το πολιτικό σύστημα
μετά τον Eμφύλιο. Το αποτέλεσμα ήταν μια νέα
μορφή διχασμού και ένα κρίσιμο κενό εξουσίας,
το οποίο εκμεταλλεύτηκαν οι συνταγματάρχες το
1967 για να παρέμβουν στο όνομα της ενότητας
και της εθνικοφροσύνης.

Με αυτό το σκεπτικό, ο ανένδοτος σύντομα μείωσε την αρχική επιθετικότητά του εναντίον της
φιλοβασιλικής υπηρεσιακής κυβέρνησης που είχε
διεξαγάγει τις εκλογές, έχοντας την ενεργό συναίνεση του Γ. Παπανδρέου, με πρωθυπουργό το
στρατηγό Κωνσταντίνο Δόβα και υπουργό Εθνικής
Αμυνας τον άσπονδο «αντικαραμανλικό» Χαράλαμπο Ποταμιάνο. Η πρόταση παραπομπής σε ειδικό
δικαστήριο του Δόβα και βασικών υπουργών του,
τον Ιανουάριο του 1962, επισκιάστηκε από τις
επανειλημμένες προτάσεις δυσπιστίας κατά της
κυβέρνησης Καραμανλή που κατέθεσε η Ενωση
Κέντρου, είτε παράλληλα είτε από κοινού με την
ΕΔΑ το 1962 και το 1963.45

Ο ανένδοτος αγώνας εναντίον της κυβέρνησης
της ΕΡΕ διακηρύχθηκε επίσημα και σχεδόν ομόφωνα από την Κοινοβουλευτική Ομάδα της Eνωσης Κέντρου 16 ημέρες μετά τις εκλογές της 29ης
Οκτωβρίου 1961. Στην ουσία οριστικοποίησε την
αντιπολιτευτική στάση της Eνωσης Κέντρου λίγο
αφότου, την ημέρα της ορκωμοσίας της νέας κυβέρνησης (4 Νοεμβρίου 1961)39, ο Γ. Παπανδρέου
είχε αμφισβητήσει το εκλογικό αποτέλεσμα ως
προϊόν «βίας και νοθείας»40. Τη διακήρυξη της
14ης Νοεμβρίου 1961 υιοθέτησαν με δηλώσεις
τους το ΠΑΜΕ (Πανδημοκρατικό Αγροτικό Μέτωπο Ελλάδας) και μεμονωμένοι πολιτευτές, όπως ο
Παυσανίας Κατσώτας, ο Ηλίας Τσιριμώκος και ο
Ηλίας Μπρεδήμας. Διαφοροποιήθηκε ο αρχηγός
του Κόμματος Προοδευτικών Σπύρος Μαρκεζίνης, που είχε συνάψει εκλογική συμμαχία με την
Eνωση Κέντρου, ενώ αμφίρροπη στάση τήρησε
ο Σοφοκλής Βενιζέλος, παρότι παράλληλα διεκδικούσε την πατρότητα του ανένδοτου41.

Ο Παπανδρέου υποσχέθηκε ανυποχώρητη αντίσταση στην «παράνομη κυβέρνηση» αρνούμενος
να αναγνωρίσει το εκλογικό αποτέλεσμα μέχρι να
διεξαχθούν «τίμιες εκλογές». Η Ενωση Κέντρου
απέφυγε στη συνέχεια κάθε πράξη που θα ισοδυναμούσε με de facto αναγνώριση της κυβέρνησης
και ευρύτερα του «καθεστώτος» Καραμανλή. Ετσι,
το κόμμα συμμετείχε μεν στις συζητήσεις της Βουλής, εμμένοντας στο αδιαπραγμάτευτο αίτημα για
την «αποκατάσταση του πολιτεύματος»46, αλλά
απείχε από τις ψηφοφορίες. Απείχε και από την
ψήφο εμπιστοσύνης τον Δεκέμβριο του 1961, με
συνέπεια οι βουλευτές της να ορκιστούν με επιφύλαξη στις 9 Ιανουαρίου 1962 47. Στις 19 Δεκεμβρίου 1961, κατά τη διάρκεια γεύματος με ξένους
ανταποκριτές, ο αρχηγός της Ε.Κ. αποκάλεσε την
κυβέρνηση «ολοκληρωτικό καθεστώς παρόμοιο
με εκείνο των κομμουνιστικών χωρών»48, αιτιολογώντας την απόφαση του κόμματος του να
απέχει από τις ψηφοφορίες της Βουλής.

Κεντρικό επιχείρημα του αρχηγού της Eνωσης
Κέντρου ήταν ότι η εκλογική νίκη της ΕΡΕ υπήρξε
προϊόν «βίας» στα αστικά κέντρα και «νοθείας»
στην ύπαιθρο, που εφαρμόστηκε από τις Eνοπλες
Δυνάμεις και τα σώματα ασφαλείας κατ’ εντολήν
της ΕΡΕ42. Ιθύνων νους του σχεδίου, που τριάμισι
χρόνια αργότερα, τον Φεβρουάριο του 1965, ο Γ.
Παπανδρέου, ως πρωθυπουργός, το απέδωσε στην
«Ασκηση Περικλής»43, θεωρήθηκε τότε ο ίδιος ο
Καραμανλής44.

Ο Γ. Παπανδρέου διέκοψε, επίσης, τις επαφές με
το Στέμμα και έλαβε κριτική στάση σε ζητήματα
ευαίσθητα για τους βασιλείς, όπως η προίκα της
πριγκίπισσας Σοφίας49. Τις ισορροπίες διατήρησε
η συνέχιση κοινωνικών και πολιτικών επαφών
με τα Ανάκτορα εκ μέρους λίγων στελεχών, όπως
ο Σοφοκλής Βενιζέλος50. Ο αρχηγός της Ενωσης
Κέντρου διαμήνυσε επανειλημμένως στο βασιλιά
Παύλο ότι η στάση του αποτελούσε παράπλευρη
απώλεια του ανένδοτου εναντίον της «δικτατορί-

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

67

ας» Καραμανλή51, που περιόριζε τα συνταγματικά
δικαιώματα ακόμη και του ίδιου του Ανώτατου
Αρχοντα52. Τον Σεπτέμβριο/Οκτώβριο του 1962
δήλωσε παραστατικά στη Μυτιλήνη και τη Χίο:
«Οταν η Κυβέρνησις είναι παράνομος, ο βασιλεύς είναι
υπεύθυνος. Διότι αυτός είναι ο λόγος της υπάρξεώς
του. Να φυλάττη το Σύνταγμα… Να εγγυάται την παρουσίαν νομίμου Κυβερνήσεως. Συνέπεια της γραμμής
αυτής υπήρξεν η διακοπή πάσης επικοινωνίας της
Ενωσης Κέντρου με τον Ανώτατον Αρχοντα...»53.
Σύντομα, ο ανένδοτος εξελίχθηκε σε ένα κίνημα
συνολικής αμφισβήτησης της πολιτικής και πολιτειακής τάξης που είχε διαμορφωθεί στην Ελλάδα
μετά το 1949 - και είχε διαμορφωθεί, σε μεγάλο
βαθμό, και από τις παλαιοβενιζελικές δυνάμεις
που συγκρότησαν το 1961 την Ενωση Κέντρου.
Πεμπτουσία του ανένδοτου αποτέλεσε η εκστρατεία για την πολιτική και την ηθική εκμηδένιση
της κυβέρνησης και του ίδιου του Καραμανλή.
Την αιχμή του δόρατος αποτέλεσε ο κεντρώος
Τύπος, με ναυαρχίδα την εφημερίδα «Ελευθερία»
του Πάνου Κόκκα54. Η ιδέα της «λαϊκής πίεσης»
που είχε προβάλει ο Κόκκας υλοποιήθηκε με την
κινητοποίηση οπαδών του κόμματος, κυρίως συνδικάτων και οργανώσεων νέων (ΟΝΕΚ, ΕΔΗΝ),
σε μαζικές εκδηλώσεις διαμαρτυρίας55.
Ο Γ. Παπανδρέου φρόντισε να μονοπωλήσει η
Ενωση Κέντρου τον ανένδοτο και να τον περιχαρακώσει από την Αριστερά. Ο σκοπός ήταν να μην
εκληφθούν οι περιστασιακές συμπράξεις τους ως
«συνοδοιπορία»56, πράγμα που θα πριμοδοτούσε
την ΕΡΕ με την κυρίαρχη αντικομμουνιστική ψήφο
και θα αποξένωνε το Στέμμα.
Ο ανένδοτος επέτρεψε στην Ενωση Κέντρου να
εκτροχιάσει τις προτεραιότητες της κυβέρνησης. Η
αρχικά αμυντική στάση του Καραμανλή μαρτυρούσε την επιδίωξη να κερδίσει χρόνο για να προχωρήσει το πρόγραμμά του. Η προσπάθεια απέδωσε
με δυσκολία έως το καλοκαίρι του 1962, όταν πια
προσανατολίστηκε στη διεξαγωγή νέων εκλογών,
για να θέσει τέρμα στην αμφισβήτηση του εκλογικού αποτελέσματος. Πριν το κάνει, αναγκάστηκε
σε παραίτηση στις 11 Ιουνίου 1963. Επί των ημε68

Ο Κ. Καραμανλής με τους συνεργάτες του
Ευ. Αβέρωφ, Παν. Κανελλόπουλο και Παν.
Παπαληγούρα στη Βουλή το 1962 (Ιδρυμα
«Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής», φωτογραφικό
αρχείο Κωνσταντίνου Καραμανλή).

ρών της διάδοχης κυβέρνησης Πιπινέλη ξεκίνησε
η σταδιακή αποχώρησή του από την πολιτική, η
οποία οριστικοποιήθηκε μετά την ήττα της ΕΡΕ
στις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 1963.
Στην πρώτη φάση του ανένδοτου, από τον Νοέμβριο
1961 έως τον Σεπτέμβριο 1962, ο Καραμανλής επιχείρησε να περιθωριοποιήσει πολιτικά την επίθεση
Παπανδρέου και να την «εκθέσει» ως μέθοδο συσπείρωσης της ετερόκλητης Ενωσης Κέντρου57. Ζήτησε
τη διερεύνηση των σοβαρότερων περιστατικών που
είχαν καταγγελθεί και έλαβε μέτρα για την προστασία
των βασιλέων από τις επιθέσεις της αντιπολίτευσης,
ώστε να μην αποσπάσει ο Γ. Παπανδρέου, ανασύΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

ροντας μνήμες του Διχασμού, μια ευνοϊκή βασιλική
κίνηση για πρόωρες εκλογές. Σφοδρά αντέδρασε
και σε επιθέσεις κατά των Ενόπλων Δυνάμεων ή
κατά του βασιλικού ρόλου στις Ενοπλες Δυνάμεις
μετά την αναστάτωση που πυροδότησε η περιβόητη
ρήση του βασιλιά Παύλου στις 19 Μαρτίου 1962
στη Στρατιωτική Λέσχη Θεσσαλονίκης ότι ο στρατός
ανήκε στο βασιλιά και ο βασιλιάς στο στρατό58. Ο
Καραμανλής απέδωσε την επίθεση Παπανδρέου
στην απογοήτευση που δημιουργούσε η αυτοδυναμία της ΕΡΕ στην Ενωση Κέντρου, ενώ μάλιστα ο
αρχηγός της διακήρυσσε πριν από τις εκλογές ότι η
Ενωση Κέντρου διέθετε ισχυρό «ρεύμα»59. Την ίδια
θέση προέβαλαν κυβερνητικά στελέχη60, ο Σπύρος
Μαρκεζίνης61 και ο ξένος Τύπος62.
Ο Καραμανλής απέκλειε το ενδεχόμενο κατευνασμού μέσω νέων εκλογών63. Ο ανένδοτος τον ενοχλούσε και ηθικά, γιατί θεωρούσε πως είχε συμβάλει στην ανάδειξη της Ενωσης Κέντρου μέσω του
εκλογικού νόμου του 1961, ο οποίος απαιτούσε
υψηλό ποσοστό, 51% για σχηματισμό αυτοδύναμης
κυβέρνησης, αλλά και γιατί είχε δημόσια προτρέψει
ψηφοφόρους του να την προτιμήσουν, εάν εγκατέλειπαν την ΕΡΕ64. Το ενδεχόμενο εκλογών απειλούσε πάνω από όλα να ανατρέψει το κυβερνητικό έργο
και το πενταετές πρόγραμμα, στο οποίο αποδιδόταν
μέγιστη βαρύτητα για την οικονομική βελτίωση της
χώρας μέσω μιας «βιομηχανικής επανάστασης» που
θα τερμάτιζε τη φτώχεια και θα αποδυνάμωνε τα
επιχειρήματα της Αριστεράς»65. Πράγματι, ο πυρετώδης ρυθμός με τον οποίο εγκαινιάστηκαν νέες
μεγάλες υποδομές (κυρίως παραγωγής ηλεκτρικής
ενέργειας) και σχεδιάστηκαν βιομηχανικές μονάδες
(χάλυβα, λιπασμάτων, σακχάρεως κ.ά.) ναυπηγεία,
υπήρξε σήμα κατατεθέν της ταραγμένης διετίας
1961-196366.
Αλλά το πενταετές προσέκρουσε σε δύο σοβαρά
εμπόδια. Από τη μια πλευρά στον ανένδοτο, από
την άλλη πλευρά στη διακοπή της δωρεάς αμερικανικής βοήθειας που μέχρι τότε κάλυπτε μέρος
των κρατικών δαπανών. Ο Καραμανλής απέτυχε να
εξασφαλίσει από την Ουάσιγκτον περαιτέρω βοήθεια67, με την εξαίρεση της δέσμευσης, τον Ιούλιο
του 1962, για παροχή ενός διακρατικού δανείου
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Ο Καραμανλής με το βασιλιά Παύλο στη
διάρκεια στρατιωτικής παρέλασης στη
Θεσσαλονίκη στις 28 Οκτωβρίου 1958 (Ιδρυμα
«Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής», φωτογραφικό
αρχείο Κωνσταντίνου Καραμανλή).

ύψους $10 εκατ.68 και μια συμφωνία για τη ρύθμιση του ελληνικού προπολεμικού ομολογιακού
χρέους σε δολάρια69. Απέτυχε, επίσης, στο αίτημά
του για χρηματοδότηση των ελληνικών αμυντικών
δαπανών μέσω της ίδρυσης Ειδικού Ταμείου στο
ΝΑΤΟ70.
Το έλλειμμα κεφαλαίων έστρεψε την ελληνική κυβέρνηση εντονότερα προς τις χώρες της ΕΟΚ με
την παρότρυνση των ΗΠΑ. Από την άνοιξη του
1962 ο Καραμανλής ανέπτυξε διμερείς επαφές με
τη Βόννη, τη Ρώμη και το Παρίσι, στοχεύοντας στην
προσέλκυση ξένων επενδύσεων71, όπως και στον
ΟΟΣΑ72. Ωστόσο, το φιλόδοξο πρόγραμμα ακινη69

το Στέμμα μέσω εκκλήσεων για αποκατάσταση του
πολιτεύματος74. Η «περικύκλωση» του Καραμανλή
από μια γενικευμένη κρίση εμπιστοσύνης κλιμακώθηκε από τον Σεπτέμβριο του 1962 έως τον
Ιούνιο του 1963. Τον Οκτώβριο του 1962 εξερράγη
η πρώτη μεγάλη κρίση στις σχέσεις πρωθυπουργού-βασιλιά75. Πρόκειται για τη γνωστή ανταλλαγή
επιστολών της 3ης και της 14ης Οκτωβρίου 1962,
αντίστοιχα, όπου ο μεν Καραμανλής συνιστούσε
στο Στέμμα διακριτικότερη δημόσια παρουσία,
ο δε βασιλιάς κατηγορούσε τον Καραμανλή για
αγνωμοσύνη και αποκοπή από τη λαϊκή βάση,
καταλήγοντας ότι «ουδείς Ελλην γνωρίζει τον ελληνικό λαόν κάλλιον εμού»76.

Η δολοφονία του βουλευτή της ΕΔΑ
Γρηγόρη Λαμπράκη κλόνισε την εικόνα του
Καραμανλή ως αποτελεσματικού εγγυητή
της ασφάλειας και χρησιμοποιήθηκε από
το βασιλιά Παύλο για την εκδίωξή του.

τοποιήθηκε γρήγορα ανάμεσα στις Συμπληγάδες
του ανένδοτου και της έλλειψης πόρων. Η διέξοδος
που προσέφεραν οι επενδύσεις των χωρών της
ΕΟΚ στο τέλος της διακυβέρνησής του, εκτός από
το ότι συκοφαντήθηκε (π.χ. Πεσινέ)73, δεν είχε ικανό
χρονικό ορίζοντα για να αποφέρει καρπούς.
Το καλοκαίρι του 1962, ο ανένδοτος είχε επιτύχει
τον πρωταρχικό του στόχο: εμπόδιζε την κυβέρνηση να αποδώσει, με την πρόθεση να αποδειχθεί
όχι μόνον παράνομη, αλλά και ανίκανη. Ο επόμενος στόχος ήταν η προσωπική απομόνωση του
πρωθυπουργού με μοχλό την αποξένωσή του από
70

Το φθινόπωρο του 1962 ο Καραμανλής προετοιμαζόταν ήδη για εκλογές77. Τον διευκόλυνε πλέον
η ολοκλήρωση της Σύνδεσης με την ΕΟΚ μετά την
κύρωση της Συμφωνίας από τα Κοινοβούλια των
«Εξι» (Αύγουστος 1962) – η Συμφωνία τέθηκε σε
ισχύ την 1η Νοεμβρίου 1962. Η ομιλία του στη
Διεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης την 1η Σεπτεμβρίου
1962 είχε έντονα προεκλογικό χαρακτήρα. Παρουσίασε την οικονομική κατάσταση της χώρας σε
συνάρτηση με ένα μακροπρόθεσμο οικονομικό και
πολιτικό πρόγραμμα. Τόνισε την αναγκαιότητα της
ομαλότητας: «Οφείλωμεν να επιτύχωμεν… Αντιθέτως,
αν παραμείνωμεν αβοήθητοι ή εισέλθωμεν, όπως το
θέλουν οι δημαγωγοί, εις πολιτικάς και οικονομικάς
περιπετείας, όχι μόνον θα ανασταλή η περαιτέρω πρόοδος, αλλά θα απολέσωμεν και τας κατακτήσεις των
τελευταίων ετών78. Διά πρώτην φορά παρουσιάζεται…
η δυνατότης να καταστή η Ελλάς οργανικόν τμήμα της
Ευρώπης και… θα εξέλθη οριστικώς από την κατάστασιν της υποπαναπτύξεως»79.
Οπως δήλωσε στο στρατηγό Ντε Γκωλ κατά τη
διάρκεια της επίσημης επίσκεψής του στην Ελλάδα (16-19 Μαΐου 1963)80: «Τα προσεχή 3-4 έτη θα
είναι αποφασιστικά. Ή θα εξασφαλισθή σταθερότης ή
όλα θα διαλυθούν»81.
Ο Καραμανλής έλαβε, παράλληλα, μέτρα για την
υπέρβαση του λεγόμενου «παρασυντάγματος», δηλαδή των έκτακτων μέτρων ασφαλείας που είχαν
ληφθεί μετά τον Εμφύλιο και διαιωνίζονταν. Στις
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

12 Ιουνίου 1962 κηρύχθηκε τυπικά η λήξη της
«ανταρσίας»82. Η κυβέρνηση προχώρησε, επίσης,
στην αριθμητική μείωση των πολιτικών κρατουμένων και εξορίστων και έκλεισε το στρατόπεδο
του Αγίου Ευστρατίου83.
Καθοριστική τομή στις μεταρρυθμιστικές προτάσεις υπήρξε, από το φθινόπωρο του 1962, το
σχέδιο συνταγματικής αναθεώρησης, το οποίο
είχε προαναγγελθεί το 1960 και ξανά την επαύριον
των εκλογών του 196184. Το σχέδιο συνταγματικής
αναθεώρησης μη θεμελιωδών διατάξεων του Συντάγματος του 1952 αποσκοπούσε να επιταχύνει
τις διαδικασίες λήψης και εφαρμογής κυβερνητικών αποφάσεων περιορίζοντας τις βασιλικές παρεμβάσεις και απλοποιώντας το κοινοβουλευτικό
έργο85. Ο Καραμανλής ανήγγειλε ότι το σχέδιο
αναθεώρησης ήταν έτοιμο τέσσερις μέρες πριν
λάβει την επιστολή του βασιλιά Παύλου της 14ης
Οκτωβρίου 1961 με τις γνωστές συστάσεις86. Η
ολοκληρωμένη πρόταση περί αναθεωρήσεως, την
οποία επεξεργάστηκε επιτροπή με επικεφαλής
τον Κωνσταντίνο Τσάτσο και τον Κωνσταντίνο
Παπακωνσταντίνου, κατατέθηκε στη Βουλή πέντε μήνες αργότερα, στις 21 Φεβρουαρίου 1963,
οπότε απερρίφθη τόσο από την ΕΔΑ όσο και την
Ενωση Κέντρου87.
Η αντιπολίτευση κατέκρινε ως προσχηματική
την πρόταση αναθεώρησης και υπονόησε ότι ο
Καραμανλής προωθούσε μια γκωλικού τύπου Μεταπολίτευση, αιχμή που στόχευε στις ανασφάλειες
των βασιλέων για την ισορροπία κυβέρνησηςΣτέμματος88. Σε βάρος της κυβέρνησης μέτρησε
κατ' ρχάς η άκαρπη προσπάθειά της να κερδίσει,
την άνοιξη του 1963, έστω μερίδα της Ενωσης Κέντρου υπέρ της αναθεώρησης, με διαμεσολαβητές
τότε από πλευράς ΕΡΕ τον Παναγιώτη Πιπινέλη
και από πλευράς Ε.Κ. τον Σοφοκλή Βενιζέλο, ο
οποίος προτιμούσε μια μεταβατική συγκυβέρνηση
ΕΡΕ-Ε.Κ. για να αποτρέψει την εσωκομματική μονοκρατορία του Παπανδρέου89. Η ΕΡΕ και προσωπικά ο Καραμανλής εμφανίστηκαν ως διασπαστές
της αντιπολίτευσης.
Καταλύτης για την αποσταθεροποίηση Καραμανλή
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

υπήρξε η μεταφορά της βασιλικής υποστήριξης
από τον Καραμανλή στον Γ. Παπανδρέου και την
Ενωση Κέντρου. Οι εκλογές του Φεβρουαρίου
1956 και περισσότερο του Μαΐου 1958 είχαν
εμπλέξει το Στέμμα αμεσότερα στη διαμόρφωση
του ελληνικού κομματικού και του πολιτικού συστήματος. Τόσο το φάσμα λαϊκών μετώπων, με
βάση το προηγούμενο της Δημοκρατικής Ενωσης
του 1956, όσο και η ανάδειξη της ΕΔΑ σε αξιωματική αντιπολίτευση το 1958 θορύβησαν βαθιά
τα Ανάκτορα, τα οποία προσανατολίστηκαν στη
γρήγορη διαμόρφωση ενός δικομματικού συστήματος. Εκτός από σταθερότητα, η προοπτική αυτή
υποσχόταν ενίσχυση του πολιτικού ρόλου του βασιλιά ως θεσμικού διαιτητή ανάμεσα στα κόμματα
εξουσίας και τους εκάστοτε ηγέτες τους90.
Ο βασιλιάς Παύλος στήριξε τη συγκρότηση «εθνικής αντιπολιτεύσεως», την οποία προωθούσαν οι
Αμερικανοί και ο ίδιος ο Καραμανλής με στόχο να
στερήσουν από την Αριστερά τη φθορά της ΕΡΕ.
Η ρυθμιστική λειτουργία του Στέμματος ήταν κρίσιμη για να αναδειχθεί γρήγορα μια εναλλακτική
πρόταση διακυβέρνησης μέσα από συγκεκριμένα
εκλογικά συστήματα και την καλλιέργεια νέων ηγετών. Ιδιαίτερα απέναντι σε έναν ισχυρό αντίπαλο
όπως αποδεικνύονταν, παρά την αναπόφευκτη
φθορά, οι κυβερνήσεις Καραμανλή. Ο ρόλος του
βασιλιά Παύλου υπήρξε καίριος και ευδιάκριτος
σε διάφορα επίπεδα. Στην προώθηση του Γεωργίου Παπανδρέου στην ηγεσία του Κέντρου
αντί του Σοφοκλή Βενιζέλου, που, παρότι ανήκε
στον κύκλο των Ανακτόρων, θεωρείτο εξαιρετικά
παλαιοκομματικός και ασταθής στην εξωτερική
πολιτική. Στη νομιμοποίηση ηγετών που οι κεντρώοι θέλησαν να αποσπάσουν από τις παρυφές
της Αριστεράς, όπως ο Ηλίας Τσιριμώκος και ο
Σάββας Παπαπολίτης, με τους οποίους το Παλάτι
εγκαινίασε μια τυπική, αλλά γόνιμη επαφή από
το 1959 εν όψει της ενοποίησης του κεντρώου
χώρου91. Στη φιλοβασιλική σύνθεση της υπηρεσιακής κυβέρνησης Δόβα στις κρίσιμες εκλογές
του Οκτωβρίου 1961, οι οποίες θα έκριναν εάν η
Ενωση Κέντρου διέθετε το θρυλούμενο «λαϊκό ρεύμα» και προοπτικές εκλογικής επικράτησης92. Και
φυσικά στον ανένδοτο αγώνα, που σφυροκόπησε
71

τον Καραμανλή, ενώ πιο διακριτικά εγκαλούσε το
βασιλιά Παύλο που δεν παρενέβαινε αρκετά για
να τον απομακρύνει.
Τη χαριστική βολή στην κυβέρνηση Καραμανλή
έδωσε η δολοφονία του βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη
Λαμπράκη, στις 22 Μαΐου 1963. Το γεγονός φάνηκε
να δικαιώνει τον ανένδοτο κατά του παρακράτους,
κλονίζοντας, παράλληλα, την εικόνα του Καραμανλή
ως αποτελεσματικού εγγυητή της ασφάλειας. Αυτή
την ανεπάρκεια επικαλέστηκε ο βασιλιάς ως βασικό
επιχείρημα στην τελική σύγκρουση με τον Καραμανλή τον Ιούνιο του 1963, για να απαλλαγεί από
τον «ενοχλητικό» πρωθυπουργό93. Το ενδεχόμενο να
δεχθούν εκ νέου επιθέσεις οι βασιλείς στο Λονδίνο
στο ταξίδι του Ιουλίου 1963 -είχε προηγηθεί η επίθεση εναντίον της βασίλισσας Φρειδερίκη στο Λονδίνο τον Απρίλιο του 196394- αποδόθηκε εν πολλοίς
στην αποτυχία, ως ένα βαθμό και στην απροθυμία,
του Καραμανλή να προστατεύσει την Πολιτεία από

τους εχθρούς της. Η άρνηση του πρωθυπουργού να
προκαλέσει μια μείζονα πολιτική κρίση με επίκεντρο
τη δράση του παρακράτους και την παρεμβατικότητα των Ανακτόρων τον κατέστησαν ουσιαστικά
βορά στην αντιπολίτευση και εύκολο στόχο για το
Στέμμα. Η εμμονή του στην αξία της πολιτικής σταθερότητας δεν του άφησε άλλη επιλογή από το να
οδηγηθεί σε παραίτηση, αποφεύγοντας, ωστόσο, τη
δημόσια πολιτική αντιπαράθεση με το Παλάτι.
Μετά την παραίτησή του και μέχρι τις εκλογές της
3ης Νοεμβρίου 1963, ο Καραμανλής επικεντρώθηκε σε δύο στόχους. Πρώτον, στη διάσωση της
ενότητας της ΕΡΕ, ιδίως μετά την απόφασή του
να αποσυρθεί από την πολιτική και να φύγει από
την Ελλάδα95. Δεύτερον, στην πολιτική απομόνωση
του Παπανδρέου.
Σε θεσμικό επίπεδο, προσπάθησε -μάταια- να πείσει
το βασιλιά να κάνει αμέσως εκλογές και να μην

Από την κηδεία του Γρηγόρη Λαμπράκη στις 28 Μαΐου 1963
(Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας – Συλλογή Κουσίδου-Σταυρόπουλου).
72

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

αλλάξει τον εκλογικό νόμο προς το αναλογικότερον96, προκειμένου να προκύψουν ισχυρά κόμματα
από την κάλπη. Σε πολιτικό επίπεδο, απέτρεψε τη
συμμετοχή της ΕΡΕ σε μια μεταβατική κυβέρνηση
συνεργασίας με την Ε.Κ. - ένα σχέδιο που επανήλθε από το βασιλιά και ορισμένους βουλευτές των
δύο κομμάτων το καλοκαίρι του 1963. Σε αυτή την
τελευταία φάση, ο Καραμανλής παρότρυνε την κυβέρνηση Πιπινέλη, αλλά και τον Μαρκεζίνη, και
εμμέσως το βασιλιά Παύλο, να προσεταιριστούν
κεντρόφυγες δυνάμεις της Ενωσης Κέντρου για
να αποτρέψουν την παντοδυναμία του «έξαλλου»
Παπανδρέου. Παράλληλα, ενέμεινε στην άποψη ότι
ο Παπανδρέου δεν επιθυμούσε πραγματικά εκλογές
διότι δεν θεωρούσε δεδομένη την επικράτηση της
Ενωσης Κέντρου97.
Τότε, για πρώτη φορά μετά την έναρξη του ανένδοτου, ο Καραμανλής έτεινε σε μια ασυνήθιστη γι’
αυτόν αντικομμουνιστική ρητορεία. Ηταν πιθανόν

μια βεβιασμένη αντίδραση, ίσως, στην αντίληψη
Καραμανλή, η μόνη δυνατή νομιμόφρων αντίδραση
στη διμέτωπη επίθεση Ενωσης Κέντρου και Στέμματος. Κατηγόρησε επανειλημμένως τον Παπανδρέου
για εθνικά επικίνδυνη συνοδοιπορία με την ΕΔΑ,
ενώ δεν δίστασε να παραλληλίσει τα συνθήματα
της αντιπολίτευσης περί «αυτοδικίας και αυτοαμύνης» με τα συνθήματα που ακούγονταν «παραμονάς
του συμμοριτοπολέμου»98. Η αντικομμουνιστική
διάθεση, που ήταν έκδηλη στην προεκλογική του
εκστρατεία, αποτυπώθηκε και στην αλληλογραφία
με βουλευτές του βρετανικού Εργατικού Κόμματος,
που έθεσαν το ζήτημα των πολιτικών κρατουμένων
στην Ελλάδα99.
Το οξύμωρο ήταν, βέβαια, ότι αυτή η ύστερη αντικομμουνιστική τοποθέτηση χάρισε στον Γ. Παπανδρέου την αύρα του μετριοπαθούς εθνικόφρονα
αρχηγού, παρότι η Αριστερά και οι βασιλείς, κάθε
πλευρά για τους λόγους της, αναγνώριζαν τις αντικομμουνιστικές περγαμηνές του Γ. Παπανδρέου από
τα χρόνια του Εμφυλίου, κληρονομιά που υπογράμμιζε και ο ίδιος στο δημόσιο λόγο του. Εύγλωττο
ήταν τότε, μεταξύ άλλων, το επιχείρημα ότι «το Κέντρο ξέρει να μειώνει τη δύναμη της Αριστεράς, ενώ
ή ΕΡΕ υπήρξε ο στρατολόγος της»100. Ο Καραμανλής
κατέληξε, επίσης, να εμφανίζεται «βασιλικότερος του
βασιλέως» στο θέμα του κομμουνιστικού κινδύνου,
εκχωρώντας άθελά του και στο Στέμμα την αίγλη
του μετριοπαθούς και απροκατάληπτου διαιτητή.
Οι εκλογές του 1963 δεν δικαίωσαν τον Καραμανλή.
Δικαίωσαν τον ανένδοτο. Την πολιτική κυριαρχία
των αντιπάλων του, παρά την έλλειψη αυτοδυναμίας, υπογράμμισε η δήλωση του βασιλιά Παύλου
στην καθιερωμένη ομιλία του Θρόνου στη νέα
Βουλή, ότι «μετά τις τελευταίες εκλογές παγιούται
ο ομαλός πολιτικός βίος της χώρας»101. Σε μεταγενέστερο σημείωμά του, υπαγορευμένο στο Παρίσι,
ο Καραμανλής θα σχολιάσει για την περίοδο Σεπτεμβρίου-Νοεμβρίου 1963:

Διαδήλωση Αθηναίων στο πλαίσιο του
«ανενδότου» που κήρυξε ο Γ. Παπανδρέου.
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

«Εάν ο βασιλεύς ηρνείτο… είτε την ακρόασιν, είτε
την συζήτησιν των νέων προτάσεων, ο Παπανδρέου
θα είχε εκμηδενιστεί και θα είχε τερματισθή αδόξως ο ανεκδιήγητος αγών του»102. Μέχρι τις εκλο73

γές της 16ης Φεβρουαρίου 1964 που της χάρισαν
αυτοδυναμία, η Ενωση Κέντρου, αλλά και η ΕΔΑ
συνέχισαν το σφυροκόπημα του Καραμανλή για
σκάνδαλα, στιγματίζοντάς τον διπλά με τα φάσμα
της παραγραφής103.

Από τον ανένδοτο στη δικτατορία;
Σύμφωνα με μια διαδεδομένη άποψη, ο ανένδοτος
αγώνας αποτέλεσε την απαρχή της μακρόσυρτης
κρίσης νομιμότητας που οδήγησε στις παραιτήσεις δύο δημοκρατικά εκλεγμένων πρωθυπουργών
υπό την πίεση του βασιλιά, του Καραμανλή του
1963 και του Παπανδρέου το 1965, ανοίγοντας το
κουτί της Πανδώρας για τον κοινοβουλευτισμό και
τη Δημοκρατία. Το βέβαιο είναι ότι η εκτροπή που
τελικά συνέβη το 1967 δεν περιλαμβανόταν στις
προβλέψεις του Παπανδρέου, ο οποίος, σε αντίθεση με τον Καραμανλή, πίστευε ότι το ελληνικό πολιτικό σύστημα άντεχε έναν πόλεμο όλων εναντίον
όλων για να λειτουργήσει η εναλλαγή των δύο
μεγαλύτερων μη κομμουνιστικών κομμάτων στην
εξουσία. Κατά ιστορική ειρωνεία, βίωσε δραματικά
τις συνέπειες αυτής της πολιτικής, όταν αμφισβητήθηκε ο ίδιος από το εσωτερικό του κόμματός του
και από το βασιλιά για τους χειρισμούς του στο
Κυπριακό και την υπόθεση «ΑΣΠΙΔΑ» το 1965.
Το μετεμφυλιακό πολιτικό σύστημα αποδείχθηκε
εξαιρετικά εύθραυστο όταν επεδίωξε να αναδιαπραγματευθεί τις ισορροπίες ανάμεσα στους παράγοντες εξουσίας για να κάνει ένα βήμα προς την
οικονομική και την πολιτική φιλελευθεροποίηση.
Ο Καραμανλής και ο Παπανδρέου το επεδίωξαν
με διαφορετικό πρόγραμμα και οπωσδήποτε με
διαφορετική μεθοδολογία και βασική ειδοποιό
διαφορά τη σημασία που απέδιδαν στην ομαλή
μετάβαση, μέγιστη ο Καραμανλής, σχετική ο Παπανδρέου. Με αυτό το σκεπτικό, ο Καραμανλής
επέτρεψε στον εαυτό του πολύ πιο περιορισμένο
πλαίσιο κινήσεων από ό,τι ο αντίπαλός του, για
να μην υποβληθεί η χώρα σε περιπέτεια – την
οποία, τελικά, η Ελλάδα δεν απέφυγε.
Βραχυπρόθεσμα το πλήρωσε, γιατί φάνηκε να
υποχωρεί στον ανένδοτο. Υποτίμησε την επιθετι74

κότητα και τη διάρκεια του Παπανδρέου όπως και
τη μαζική επιρροή του κεντρώου Τύπου, που είδε
στον ανένδοτο τη συντομότερη οδό για τη γρήγορη άνοδο στην εξουσία. Ο Καραμανλής υποτίμησε,
επίσης, την πρόθεση του βασιλιά Παύλου να ενισχύσει τον πολιτικό του ρόλο, υποστηρίζοντας ένα
εναλλακτικό κόμμα εξουσίας, το οποίο υποσχόταν
να εξουδετερώσει αποτελεσματικότερα από την
ΕΡΕ την ιδεολογική επιρροή της Αριστεράς104.
Και ότι ήταν διατεθειμένος να συμβάλει στην αποσταθεροποίηση του επί έξι έτη πρωθυπουργού
του, αποτινάσσοντας έτσι και την κατηγορία της
«ευνοιοκρατίας», που τον ακολουθούσε από τον
Οκτώβριο του 1955, όταν επέλεξε ως διάδοχο
του Αλέξανδρου Παπάγου τον Κωνσταντίνο Καραμανλή105.
Αντίθετα, ο Καραμανλής υπερτίμησε την ελκυστικότητα του δικού του πολιτικού προγράμματος.
Αγνόησε, για παράδειγμα, τις αντιδράσεις παραδοσιακών ψηφοφόρων στην εντατική οικονομική
ανάπτυξη που προοιωνιζόταν η Σύνδεση με την
ΕΟΚ. Χάριν της αναπτυξιακής ορθοδοξίας που
βασιζόταν στο παλιό αίτημα της εκβιομηχάνισης παραμέλησε, επίσης, τις νέες αντιλήψεις που
διαμορφώνονταν διεθνώς για την οικονομική
και την κοινωνική ανάπτυξη με έμφαση στην
αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού, στην
πολιτική συμμετοχή, στις κοινωνικές διεκδικήσεις
και άλλα ελκυστικά θέματα, για τα οποία αφέθηκε
να μιλήσει προνομιακά η Ενωση Κέντρου.
Πριν από τη δικτατορία, η αποσταθεροποίηση
του Καραμανλή θεωρείτο μάλλον προσωπική
του αποτυχία παρά εθνική κρίση, σε αντίθεση
με την αύρα που περιέβαλε την κρίση του 196567. Μετά τη δικτατορία, η εικόνα άλλαξε. Οι δύο
κρίσεις συνδέθηκαν στη συλλογική ιστορική συνείδηση ως αλληλένδετα επεισόδια μιας πορείας
οπισθοδρόμησης από τις κατακτήσεις που, με
μεγάλες δυσκολίες, είχε σημειώσει η μεταπολεμική Ελλάδα. Με αυτή την έννοια, η επιστροφή
του Καραμανλή το 1974 ως ηγέτη της Μεταπολίτευσης συμβόλιζε την επιστροφή της Ελλάδας
από τη δική της αυτοεξορία στον αναχρονισμό
της δικτατορίας.
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Αναλυτικά βλ. Ευάνθης Χατζηβασιλείου, «Η άνοδος του
Κωνσταντίνου Καραμανλή στην εξουσία» (Αθήνα, Πατάκης,
2001). Ειδικά για τις ζυμώσεις στο πνεύμα συμμαχικών
κυβερνήσεων σσ. 69-77, 138.
2. Βλ. Νικόλαος Ι. Μάρτης, «Κτίστε, Κτίστε, Κτίστε» (Αθήνα,
χ.ε., 1990).
3. Χατζηβασιλείου, «Καραμανλής», σσ. 206-208.
4. Στο ίδιο, σσ. 193-198.
5. Σπύρος Λιναρδάτος, «Από τον εμφύλιο στη χούντα», 5
τόμοι (Αθήνα, Παπαζήσης, 1986), τόμος Β’, σσ. 376-380.
Κωνσταντίνος Καραμανλής. Αρχείο, Γεγονότα και Κείμενα
(Αθήνα, Ιδρυμα «Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής», 2005), 12
τόμοι, τόμος 1, σ. 262.
6. Μέχρι τις εκλογές περιορίστηκαν οι εσωτερικές ρωγμές
με τον επαναπατρισμό του Παναγιώτη Κανελλόπουλου σε
ρόλο ανεξάρτητου συνεργαζόμενου βουλευτή στην Αχαΐα.
Αντιθέτως, ο Στέφανος Στεφανόπουλος πολιτεύθηκε,
χωρίς επιτυχία, με δικό του συνδυασμό στην Ηλεία. Για
τη δημιουργία του Ελληνικού Συναγερμού βλ. Ιωάννης
Στεφανίδης, «Από τον Εμφύλιο στον Ψυχρό Πόλεμο». Η
Ελλάδα και ο συμμαχικός παράγοντας (1949-52) (Αθήνα,
Προσκήνιο, 1999).
7. Χατζηβασιλείου, «Καραμανλής», σσ. 143, 165-168.
8. Μιχάλης Ψαλιδόπουλος, «Παναγή Παπαληγούρα.
Ομιλίες-Αρθρα» (Αθήνα, Αίολος, 1996), σ. 27.
9. Χατζηβασιλείου, Καραμανλής, σσ. 250-258.
10. Λιναρδάτος, «Από τον εμφύλιο στη χούντα», τόμος
Γ’, σσ. 37-41. «Ηλίας Νικολακόπουλος, Η καχεκτική
δημοκρατία: κόμματα και εκλογές», 1946-1967 (Αθήνα,
Πατάκης, 2001), σ. 195.
11. Στο ίδιο, σ. 198. Ευάνθης Χατζηβασιλείου, «Ελληνικός
Φιλελευθερισμός. Το ριζοσπαστικό ρεύμα, 1932-1979»
(Αθήνα, Πατάκης, 2010), σσ. 327-330. Πβ. Τάκης Παππάς,
«Κυβερνητικά επιτελεία στη δεκαετία του ’70 και η “τέχνη
της διακυβέρνησης”», στο Κωνσταντίνος Σβολόπουλος,
Κωνσταντίνα Ε. Μπότσιου, Ευάνθης Χατζηβασιλείου (επιμ.),
«Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στον εικοστό αιώνα», 3
τόμοι, (Αθήνα, Iδρυμα «Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής»,
2008), τόμος 1, σσ. 435-454.
12. Βλ. τα επιτελεία των κυβερνήσεων στην ιστοσελίδα της
Γενικής Γραμματείας της Κυβέρνησης, Κυβερνήσεις από το
1909 έως σήμερα, www.ggk.gr. Χατζηβασιλείου, «Ελληνικός
Φιλελευθερισμός», σσ. 329-330. Καραμανλής, Αρχείο, τόμος
1, σσ. 337-338.
13. Νικολακόπουλος, «Η καχεκτική δημοκρατία», σσ. 199-202.
14. Λιναρδάτος, «Από τον εμφύλιο στη χούντα», τόμος Γ’,
σσ. 61-69.
15. Χατζηβασιλείου, «Ελληνικός Φιλελευθερισμός», σσ.
327-331. Νικολακόπουλος, «Η καχεκτική δημοκρατία», σσ.
205, 220.
16. Στο ίδιο, σ. 221.
17. Για τις αντιδράσεις της αμερικανικής διπλωματίας στις

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

εκλογές του 1958 και την απόρριψη εκ μέρους της ασταθών
κυβερνήσεων βλ. Konstantina Botsiou, «Griechenlands Weg
nach Europa: Von der Truman Doktrin bis zur Assoziierung
mit der Europäischen Wirtschaftsgemeinschaft, 19471961» (Frankfurt a.M., Peter Lang, 1999), σσ. 360-396.
18. Νικολακόπουλος, «Η καχεκτική δημοκρατία», σσ. 224, 232.
19. Για το Κυπριακό βλ. Ευάνθης Χατζηβασιλείου,
«Στρατηγικές του Κυπριακού. Η δεκαετία του 1950» (Αθήνα,
Πατάκης, 2005). Francois Crouzet, «Η κυπριακή διένεξη
1946-1959», 2 τόμοι (Αθήνα, ΜΙΕΤ, 2011). Παύλος Ν.
Τζερμιάς, «Ιστορία της Κυπριακής Δημοκρατίας», 2 τόμοι
(Αθήνα, Libro, 2001). Ανδρέας Στεργίου και Heinz Richter
(επιμ.), «Το Κυπριακό με το βλέμμα των ξένων» (Αθήνα,
Ροές, 2006). Για το αντιδυτικό κλίμα λόγω του Κυπριακού
βλ. Konstantina E. Botsiou, «The Interface between Politics
and Culture in Greece» στο Alexander Stephan (επιμ.), «The
Americanization of Europe: Culture, Diplomacy and AntiAmericanism after 1945» (New York, Berghahn, 2006), σσ.
277-306. Ιωάννης Δ. Στεφανίδης, «Εν ονόματι του Εθνους.
Πολιτική κουλτούρα, αλυτρωτισμός και αντιαμερικανισμός
στη μεταπολεμική Ελλάδα, 1945-1967» (Θεσσαλονίκη,
Επίκεντρο, 2007).
20. Στο ίδιο, σσ. 159-169.
21. Χατζηβασιλείου, «Καραμανλής», σσ. 201-206.
22. Στεφανίδης, «Εν ονόματι του Έθνους», σσ. 187-211.
23. Λιναρδάτος, «Από τον εμφύλιο στη χούντα», τόμος Δ’, σσ.
48-50. Νικολακόπουλος, Η καχεκτική δημοκρατία, σ. 263.
24. Καραμανλής, Αρχείο, τόμος 2, σσ. 193-208, 289-292.
25. Στεφανίδης, «Εν Ονόματι του Εθνους», σσ. 135-159.
26. Woodhouse, «Karamanlis. The Restorer of Greek
Democracy» (New York, Clarendon Press, 1982), σ. 87.
27. Αγγελος Βλάχος, «Δέκα χρόνια Κυπριακού» (Αθήνα,
Εστία, 1980), σσ. 237-244. Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας,
«Ιστορία χαμένων ευκαιριών: Κυπριακό, 1950-1963»
(Αθήνα, Εστία, 1982). Δημήτρης Μπίτσιος, «Κρίσιμες Ωρες»
(Αθήνα, Εστία, 1975), σσ. 108-114. William Mallinson,
«Κύπρος: μια ιστορική προοπτική. Ανάμεσα στο ΝΑΤΟ και
την Ευρώπη» (Αθήνα, Παπαζήσης, 2005), σσ. 447-450.
28. Για τη Σύνδεση με την ΕΟΚ βλ. Botsiou, Griechenlands
Weg nach Europa, «Η κύρωση της Συμφωνίας Σύνδεσης
της Ελλάδας με την ΕΟΚ (1962)», στο Κωνσταντίνα Ε.
Μπότσιου (επιμ.), Τετράδια Κοινοβουλευτικού Λόγου
(Αθήνα, Ιδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον
Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, 2010), «Η Ευρωπαϊκή
πολιτική του Καραμανλή και η σύνδεση της Ελλάδας με την
ΕΟΚ», στο C. Svolopoulos, C. Morelle (επιμ.), «De Gaulle
et Karamanlis: La Nation, l’ état, l’Europe» (Αθήνα, Paris:
Πατάκης -«Ίδρυμα Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής»-Fondation
Charles de Gaulle, 2002), σσ. 147-154.
29. Κώστας Κωστής, «Τα κακομαθημένα παιδιά της
ιστορίας». Η διαμόρφωση του ελληνικού κράτους 18ος21ος αιώνας (Αθήνα, Πόλις, 2013), σσ. 744-766. Wray O.

75

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
Candilis, «The Economy of Greece 1944-1966. Efforts for
Stability and Development» (New York, Praeger, 1968).
30. Σωτήρης Βαλντέν, Ελλάδα και Ανατολικές Χώρες 19501967: Οικονομικές Σχέσεις και Πολιτική, 2 τόμοι, ιδιαίτερα
τόμος Α’, (Αθήνα, Οδυσσέας, 1991).
31. Επίσημα Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Βουλής,
Περίοδος Στ’, Σύνοδος Α’, 29 Ιανουαρίου 1962, σσ. 339345 και Περίοδος Στ’, Σύνοδος Α’, 21 Φεβρουαρίου 1962,
σσ. 713-715. Βλ. Μπότσιου, «Η κύρωση της Συμφωνίας
Σύνδεσης, 1962», σσ. 32-34.
32. Πάνος Καζάκος, «Ανάμεσα σε Κράτος και Αγορά.
Οικονομία και οικονομική πολιτική στη μεταπολεμική
Ελλάδα 1944-2000» (Αθήνα, Πατάκης, 2001), σ. 186.
33. Στο ίδιο, σσ. 762-765. Λίνα Βεντούρα, Ελληνες
μετανάστες στο Βέλγιο (Αθήνα, Νεφέλη,1999). Βασίλης
Καραποστόλης, Η καταναλωτική συμπεριφορά στην
ελληνική κοινωνία, 1960-1975 (Αθήνα, ΕΚΚΕ, 1983).
34. Νικολακόπουλος, «Η καχεκτική δημοκρατία», σσ. 262-263.
35. Για την ενότητα αυτή βλ. και το ήδη δημοσιευμένο
κείμενο Κωνσταντίνα Ε. Μπότσιου, «Ο Κωνσταντίνος
Καραμανλής απέναντι στον “ανένδοτο αγώνα”», στο
Σβολόπουλος, Μπότσιου και Χατζηβασιλείου,
«Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στον Εικοστό Αιώνα», τόμος
1, σσ. 137-156
36. Καραμανλής, Αρχείο, τόμος 5, σ. 223. Βλ. και σσ. 225,
234, 238.
37. Σημείωμα υπαγορευμένο το 1966 στο Παρίσι. Στο ίδιο,
σ. 224.
38. Βλ. λ.χ. ομιλίες του, στο ίδιο, σσ. 93, 178, Καραμανλής,
Αρχείο, τόμος 8, σ. 215.
39. Καραμανλής, Αρχείο, τόμος 5, σσ. 227, 234.
40. Αναλυτικά για το περιεχόμενο του όρου «βία και νοθεία»
βλ. Νικολακόπουλος, «Η καχεκτική δημοκρατία», σσ. 274-282.
41. Γρηγόριος Δαφνής, «Σοφοκλής Ελευθερίου Βενιζέλος»
(Αθήνα, Iκαρος, 1970), σ. 557. Ο Σοφοκλής Βενιζέλος,
πεπεισμένος ότι στην Ελλάδα δεν υπήρχαν «περιθώρια διά
εθνικόφρονας παρατάξεις», έβλεπε και τον ανένδοτο κυρίως
ως μέσο για τον εξαναγκασμό της κυβέρνησης της ΕΡΕ σε
συγκυβέρνηση με την Ενωση Κέντρου. Ο Μαρκεζίνης και
οι 14 βουλευτές του ΚΠ επέλεξαν την ήπια αντιπαράθεση
με την κυβέρνηση εντός της Βουλής. Καραμανλής, Αρχείο,
τόμος 5, σ. 250, Λιναρδάτος, «Από τον εμφύλιο στη χούντα»,
τόμος Δ’, σ. 98.
42. Για το κείμενο βλ. Καραμανλής, Αρχείο, τόμος 5, σ. 234.
43. Το Σχέδιο «Περικλής» θεωρήθηκε ότι διαμορφώθηκε τον
Αύγουστο του 1961 και έλαβε την έγκριση του Καραμανλή
το πρώτο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου 1961, όταν ήταν
ακόμη πρωθυπουργός. Στο ίδιο, σ. 177, Νικολακόπουλος,
«Η καχεκτική δημοκρατία», σσ. 268-272. Μιχάλης
Παπακωνσταντίνου, Η ταραγμένη εξαετία, τόμος Α’ (Αθήνα,
Προσκήνιο, 1997). Νύξεις για την ύπαρξη σχεδίου είχε
κάνει νωρίτερα, το 1962, και ο Σοφοκλής Βενιζέλος. Βλ.

76

Καραμανλής, Αρχείο, τόμος 5, σσ. 206-207, 215, 288.
44. Πβ. αντίκρουση των καταγγελιών για την εφαρμογή
του Σχεδίου «Περικλής» με βάση το απαλλακτικό βούλευμα
του 1966, Καραμανλής, Αρχείο, τόμος 6, σσ. 169-171.
Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της ΕΔΑ Ηλίας Ηλιού
χαρακτήρισε την κυβέρνηση Δόβα «εκτελεστικόν όργανον
του εκλογικού οργίου». Καραμανλής, Αρχείο, τόμος 5, σ.
288.
45. Ιανουάριος 1962 και Μάιος 1962, Μάιος 1963. Στο ίδιο,
σσ. 285, 379, 384, 622.
46. Βλ. λ.χ. στο ίδιο, σσ. 285, 329, 469, 593-594.
47. Στο ίδιο, σ. 284.
48. Στο ίδιο, σ. 269.
49. Στο ίδιο, σσ. 308, 317.
50. Στο ίδιο, σσ. 535, 536. Βλ. επίσης Δαφνής, «Σοφοκλής
Βενιζέλος», σ. 562. Νικολακόπουλος, «Η καχεκτική
δημοκρατία», σ. 294.
51. Καραμανλής, Αρχείο, τόμος 5, σ. 229.
52. Βλ. τη χειμαρρώδη επιστολή του Γ. Παπανδρέου προς το
βασιλιά Παύλο της 28ης Μαρτίου 1963, στο ίδιο, σσ. 590584, ιδίως σ. 593, στο ίδιο, σ. 590.
53. Στο ίδιο, σ. 469.
54. Βλ. Θανάσης Διαμαντόπουλος, Κώστας Μητσοτάκης.
Πολιτική Βιογραφία, τόμος Β’: Από τον Ανένδοτο στη
Δικτατορία, 1961-1974, (Αθήνα, Παπαζήσης), 1989, σσ.
76-106.
55. Σεραφείμ Σεφεριάδης, «Διεκδικητικό κίνημα και
πολιτική: Ο ελληνικός συνδικαλισμός πριν από τη
δικτατορία (1962-1967)», Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής
Επιστήμης, 12 (1998), σσ. 5-34. Οι συμμαχίες με φοιτητικές
οργανώσεις και με τη ΓΣΕΕ επιστρατεύθηκαν και μετά την
κρίση του Ιουλίου 1965. Βλ. Memorandum of Conversation,
14.12.1965 και American Embassy Athens to Department
of State, 14.12.1966, National Archives and Records
Administration, Washington D.C., Record Group 59, 196466 POL, Box 1.
56. Για την ερμηνεία του ανένδοτου ως πολιτικής που
«διευκόλυνε τη συμπόρευση της λαϊκής βάσης του Κέντρου
και της Αριστεράς» βλ. Νικολακόπουλος, Η καχεκτική
δημοκρατία», σ. 295. Πβ. τοποθετήσεις του Γ. Παπανδρέου,
Καραμανλής, Αρχείο, τόμος 5, σσ. 270-271, 286, 379-382,
462, 590-594.
57. Στο ίδιο, σ. 222.
58. Η ακριβής φράση ήταν: «Εμάς μας έχει ενώσει ο Θεός.
Εγώ ανήκω σε εσάς και εσείς μου ανήκετε. Ελπίζω ότι όλοι
σας εργάζεσθε προς αυτήν την κατεύθυνσιν». Στο ίδιο, σ.
320.
59. Μπότσιου, «Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής απέναντι στον
“ανένδοτο αγώνα”», σ. 143.
60. Καραμανλής, Αρχείο, τόμος 5, σσ. 224-225, 242.
61. Στη διάρκεια της συζήτησης επί των προγραμματικών
δηλώσεων της κυβέρνησης, στο ίδιο, σ. 257.

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

62. Βλ. «The Economist», αναδημοσίευση «Η Καθημερινή»,
4.11.1961, Πβ. τη θέση του «Βήματος», ότι και χωρίς τις
απαράδεκτες υπερβάσεις που έγιναν κυρίως στην ύπαιθρο η
Ε.Ε. θα σχημάτιζε αυτοδύναμη κυβέρνηση, στο ίδιο, σ. 221.
63. Χαρακτηριστικές και γνωστές στον Καραμανλή ήταν
οι περιπτώσεις του Σπύρου Μαρκεζίνη και του Σοφοκλή
Βενιζέλου, ο οποίος ανταγωνιζόταν τον Παπανδρέου για
την ηγεσία του νέου Κέντρου. Καραμανλής, Αρχείο, τόμος
5, σσ. 226, 238-239, 257-258. Βλ. και σχετικές δηλώσεις
Παπανδρέου στο Λιναρδάτος, «Από τον εμφύλιο στη
χούντα», τόμος Δ’, σ. 15.
64. Σε προεκλογική ομιλία του στη Θεσσαλονίκη, 1
Οκτωβρίου 1961. Σύμφωνα με τον Γ. Παπανδρέου, ο
Καραμανλής αγνοούσε τότε το πραγματικό «ρεύμα»
της Ενωσης Κέντρου μέχρι τη δική της προεκλογική
συγκέντρωση στη Θεσσαλονίκη. Καραμανλής, Αρχείο, τόμος
5, σσ. 192, 215, 225, 229.
65. Στο ίδιο, σσ. 21, 27, 36, 41, 52, 605 364.
66. Βλ. λ.χ. στο ίδιο, σσ. 261, 270-271,363-365, 438, 479480, 486-489, 536-539, 621-622.
67. Βλ. τις επιστολές του Κ. Καραμανλή προς τον Αμερικανό
πρόεδρο στις 8 Αυγούστου 1962 και στις 15 Φεβρουαρίου
1963. Στο ίδιο, σσ. 436-437 και 551 αντίστοιχα. Επίσης, σσ.
371, 477.
68. Στο ίδιο, σσ. 422, 452, 477-483.
69. Στο ίδιο, σ. 483.
70. Στο ίδιο, σσ. 247, 253, πβ. τη σύσταση consortium για
την Ελλάδα στο ΝΑΤΟ σσ. 414-415, 545.
71. Βλ., μεταξύ άλλων, τις επισκέψεις Καραμανλή στις
Βρυξέλλες και το Παρίσι (2-5 Απριλίου 1962), Στο ίδιο, σσ.
334-346, την επίσκεψη του Παναγή Παπαληγούρα στη Βόννη
(24-29 Ιουλίου 1962), την πολιτική για την ίδρυση γραφείου
ΟΒΑ στη Νέα Υόρκη για την προσέλκυση αμερικανικών
επενδύσεων (Ιανουάριος 1963), στο ίδιο, σ. 532.
72. Δήλωση Καραμανλή προς Π. Παπαληγούρα, 1
Αυγούστου 1962, στο ίδιο, σ. 427.
73. Βλ. Κώστας Κωστής, Ο μύθος του ξένου ή η Pechiney
στην Ελλάδα (Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 1999).
74. 1 Σεπτεμβρίου 1962, Καραμανλής, Αρχείο, τόμος 5, σ.
452.
75. Στο ίδιο, σσ. 469-472.
76. Στο ίδιο, σσ. 469-472.
77. Στο ίδιο, σσ. 463-464, 501-502.
78. Στο ίδιο, σ. 455.
79. Στο ίδιο, σ. 524. Βλ. και σσ. 454-459.
80. Στο ίδιο, σσ. 626, 645, 423.
81. Στο ίδιο, σ. 636. Βλ. επίσης σσ. 194, 454-459, 524,
όπως και ανταπόκριση της «Frankfurter Allgemeine
Zeitung» τον Ιανουάριο του 1962, στο ίδιο, σ. 280-281.
82. Για τη διαδικασία βλ. αναλυτικά Νίκος Αλιβιζάτος, «Οι
πολιτικοί θεσμοί σε κρίση 1922-1974: όψεις της ελληνικής
εμπειρίας» (Αθήνα, Θεμέλιο, 1995), σσ. 578-591.

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

83. Καραμανλής, Αρχείο, τόμος 5, σσ. 408-409.
84. Στο ίδιο, σ. 213.
85. Για τους λόγους που υπαγόρευσαν στον Καραμανλής
την αναθεώρηση βλ. στο ίδιο, σσ. 553, 557 και την
περίφημη επιστολή Καραμανλή προς Τσάτσο, της 10ης
Μαΐου 1966, Καραμανλής, Αρχείο, τόμος 6, σσ. 212-219.
86. Καραμανλής, Αρχείο, τόμος 5, σσ. 478-479.
87. Για την αναθεώρηση βλ. στο ίδιο, σσ. 552-562 και
Αλιβιζάτος, «Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση», σσ. 230-239.
Γιάννης Βαρβιτσιώτης, «Οπως τα έζησα 1961-1981»
(Αθήνα, Λιβάνης, 2012), σσ. 89-90.
88. Καραμανλής, Αρχείο, τόμος 5, σ. 590.
89. Στο ίδιο, σσ. 581-584.
90. Για το ρόλο του Στέμματος βλ. Κωνσταντίνα Ε.
Μπότσιου, «Η αρχή του τέλους της βασιλευομένης: Στέμμα
και κρίση ηγεμονίας στη δεκαετία του ’60» στο Αλκης
Ρήγος, Σεραφείμ Σεφεριάδης και Ευάνθης Χατζηβασιλείου
(επιμ.), «Η “Σύντομη” Δεκαετία του ’60: Θεσμικό πλαίσιο,
κομματικές στρατηγικές, κοινωνικές συγκρούσεις,
πολιτισμικές διεργασίες», Αθήνα, Καστανιώτης 2008, σσ.
103-125 και «Το Στέμμα και ο συμμαχικός παράγοντας,
1961-1967», στο Μανώλης Βασιλάκης (επιμ.), Από τον
Ανένδοτο στη Δικτατορία, Αθήνα, Ιδρυμα «Κωνσταντίνος Κ.
Μητσοτάκης», εκδ. Παπαζήση 2009, σσ. 91-109.
91. Λιναρδάτος, «Από τον εμφύλιο στη χούντα», τόμος Γ’,
σσ. 294-325, 552-555. Νικολακόπουλος, «Η καχεκτική
δημοκρατία», σσ. 262-263.
92. Καραμανλής, Αρχείο, τόμος 5, σσ. 192, 215, 225, 229.
93. Φράση της εφημερίδας «Frankfurter Allgemeine
Zeitung», 2 Νοεμβρίου 1963, Καραμανλής, Αρχείο, τόμος 6,
σ. 95.
94. 20 Απριλίου 1963, Καραμανλής, Αρχείο, τόμος 5, σ. 611.
95. Καραμανλής, Αρχείο, τόμος 6, σ. 56.
96. Στο ίδιο, σσ. 16-18, 51.
97. Στο ίδιο, σσ. 45-65, ιδίως 50, 53.
98. Βλ. προεκλογικές ομιλίες του, στο ίδιο, σσ. 71-92.
Τα αποσπάσματα εδώ από την ομιλία του στην Αθήνα, 1
Σεπτεμβρίου 1983, στο ίδιο, σ. 90.
99. Το θέμα τέθηκε από εννέα Εργατικούς βουλευτές στις
11 Μαΐου 1963. Καραμανλής. Αρχείο, τόμος 5, σσ. 622-623.
100. Λιναρδάτος, «Από τον εμφύλιο στη χούντα», τόμος Δ’, σ.
70. Νικολακόπουλος, «Η καχεκτική δημοκρατία», σσ. 265-268.
Διαμαντόπουλος, «Κώστας Μητσοτάκης», σσ. 46-48, 59-67.
101. Καραμανλής, Αρχείο, τόμος 6, σ. 118.
102. Στο ίδιο, σ. 69.
103. Στο ίδιο, σσ. 101, 131, 137, 138, 142, 155-157, 165,
179, 191.
104. Ο Καραμανλής θεωρούσε για μακρό διάστημα ότι ο
βασιλιάς Παύλος δεν θα σταματούσε να τον στηρίζει. Βλ.
στο ίδιο, σσ. 379, 386.
105. Για το θέμα αυτό βλ. Χατζηβασιλείου, «Καραμανλής»,
σσ. 223-235.
77

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, υπουργός Δημοσίων Εργων στην κυβέρνηση του Αλέξανδρου
Παπάγου, επιθεωρεί το έργο της Υλίκης (Μάιος 1955). Τα έργα για την ύδρευση της
πρωτεύουσας εγκαινίασε ο ίδιος δύο χρόνια αργότερα ως πρωθυπουργός (Ιδρυμα
«Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής», φωτογραφικό αρχείο Κωνσταντίνου Καραμανλή).
78

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Ιωάννης Κ. Φίλανδρος
Ιστορικός, υποψήφιος διδάκτωρ Ιστορίας στο Ευρωπαϊκό
Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο της Φλωρεντίας

Η οικονομική και
κοινωνική πολιτική
του Κωνσταντίνου
Καραμανλή, 1946-1963

Ο Καραμανλής στη μία όχθη της
διαιρεμένης Ελλάδας, σε εθνικόφρονες
και κομμουνιστές, που δημιούργησε
ο Εμφύλιος Πόλεμος. Οπαδός ενός
παρεμβατικού κράτους με κοινωνική
αποστολή. Θεωρούσε την άρση της φτώχειας
ως αποτελεσματικότερο αντίδοτο του
κομμουνισμού. Οι προσπάθειες ανάπτυξης
μέσα στις «Συμπληγάδες» ΤρούμανΜάρσαλ. Εξηλεκτρισμός, εκβιομηχάνιση
και οικιστικό κεντρικοί στόχοι του ως
υπουργού και πρωθυπουργού. Ο κρατικός
παρεμβατισμός ως «ατμομηχανή» για την
εξωστρέφεια και το διεθνή ανταγωνισμό.

Ο

Κωνσταντίνος Καραμανλής υπήρξε ο
ηγέτης που σφράγισε τη μεταπολεμική
πορεία της Ελλάδας. Δικαιολογημένα
έχει τοποθετηθεί στο πάνθεον με τους
πιο πετυχημένους πολιτικούς του ελληνικού κράτους μαζί με τον Ιωάννη Καποδίστρια, τον ΧαρίΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

λαο Τρικούπη και τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Πέρα
από την όποια αμφισβήτηση και θεμιτή κριτική,
όλοι συμφωνούν πως υπήρξε εξαιρετικά αποτελεσματικός στην παραγωγή έργου και πως πέτυχε
τις στρατηγικές επιδιώξεις του: τη δημοκρατική
σταθερότητα, την οικονομική ανάπτυξη και την
ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική
Κοινότητα.
Το παρόν άρθρο έχει στο επίκεντρο της ανάλυσής
του τον Κ. Καραμανλή στα χρονικά όρια 19461963. Η επιλογή των χρονικών αυτών συντεταγμένων είναι λίγο πολύ προφανής: στις εκλογές
του 1946 εκλέγεται βουλευτής, στο μεσοδιάστημα
ανέλαβε υπουργικά καθήκοντα και ανέβηκε τα
σκαλοπάτια της πολιτικής ιεραρχίας, ίδρυσε πολιτικό κόμμα και διετέλεσε πρωθυπουργός από
το 1955 ως το 1963. Στην Ιστορία παραδοσιακά
ο ρόλος του ατόμου κατέχει ξεχωριστή θέση. Μια
σύγχρονη, όμως, ιστορική προσέγγιση οφείλει να
αποφύγει την προσωποκεντρική αντίληψη και να
κινηθεί σε ερμηνευτικές οδούς που συμπλέκουν
το ρόλο του ατόμου με τις ευρύτερες δομές της
οικονομίας, της κοινωνίας, της πολιτικής κουλτούρας και του διεθνούς περιβάλλοντος. Επομένως,
το έργο μιας πολιτικής προσωπικότητας είναι
παράγωγο μιας σύνθετης πραγματικότητας με
πολλαπλά και εν πολλοίς αλληλοκαλυπτόμενα
αναλυτικά πεδία.
Η πολιτική, όπως ισχύει και για άλλα πεδία, δεν
μπορεί να κατανοηθεί αποκομμένη από τις σχέσεις τις οποίες αναπτύσσει στην κοινωνία. Η προσέγγιση, μάλιστα, αυτή βοηθά στο να αποδώσει
με μεγαλύτερη ακρίβεια τη διαμεσολάβηση του
ατόμου και να εξάρει ακόμη τη συμβολή και την
παρέμβασή του στο «περιβάλλον» στο οποίο κινείται. Η αντίληψη αυτή, άλλωστε, ήταν σύμφωνη
με τον τρόπο που ο Καραμανλής κατανοούσε την
πολιτική, καθώς απεχθανόταν τους μεσσίες και το
μεσσιανικό τρόπο ερμηνείας της Ιστορίας.

Τα πρώτα βήματα στην πολιτική
Ο Καραμανλής εκλέχθηκε σε ηλικία 28 ετών για
79

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ως υπουργός Κοινωνικής Πρόνοιας, με το διοικητή ΑΣΔΣΕ, Παυσανία Κατσώτα,
στο Καρπενήσι τον Φεβρουάριο 1949 μετά την ανακατάληψή του από τον Εθνικό Στρατό (Μουσείο Μπενάκη).
80

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

πρώτη φορά βουλευτής του Νομού Σερρών με
το Λαϊκό Κόμμα υπό τον Παναγή Τσαλδάρη στις
εκλογές της 9ης Ιουνίου 1935, στις οποίες απείχαν
οι βενιζελογενείς πολιτικές δυνάμεις και οι οπαδοί
της Αβασίλευτης Δημοκρατίας. Επτά μήνες όμως
αργότερα, στις 26 Ιανουαρίου 1936, ξαναέγιναν
εκλογές και ο νεαρός πολιτικός κατάφερε να διατηρήσει τη βουλευτική του έδρα, καταλαμβάνοντας
μάλιστα την πρώτη θέση στον εκλογικό συνδυασμό των Σερρών. Η επιτυχία αυτή τον εδραίωσε
στην τοπική πολιτική. Η θητεία και αυτής της
Βουλής υπήρξε σύντομη, καθώς η δικτατορία της
4ης Αυγούστου 1936 διέκοψε τον κοινοβουλευτικό
βίο της χώρας.

Στη διάρκεια της Κατοχής βρισκόταν στην Αθήνα
και στο διάστημα 1942-1943 συμμετείχε σε μια
ομάδα πολιτικού προβληματισμού που ονομαζόταν Σοσιαλιστική Ενωση. Η ομάδα αυτή αποτελείτο από ανερχόμενα τότε μέλη της πολιτικής και
οικονομικής ελίτ, όπως ο Κωνσταντίνος Τσάτσος,
ο Ξενοφώντας Ζολώτας, ο Αγγελος Αγγελόπουλος,
ο Γεώργιος Μαύρος, ο Πέτρος Γαρουφαλιάς, ο
Γιώργος Οικονομόπουλος, ο Γιώργος Λάπας, ο
Γιάννης Παρασκευόπουλος, ο Ιωάννης Πολίτης.
Η ομάδα αυτή ιδεολογικά εξέφραζε ένα φιλελευθερισμό με κοινωνικό προσανατολισμό. Πίστευε
σε ένα κράτος με κοινωνική αποστολή που θα
έθετε όρια στην ως τότε απόλυτη ελευθερία των

Ο Εμφύλιος Πόλεμος χαρακτηριζόταν από τον Κ. Καραμανλή ως η «χειρότερη κατάρα» ανέστελλε την ανάπτυξη
και δημιουργούσε στρατιές εκτοπισμένων που αναζητούσαν στέγαση (Μουσείο Μπενάκη, Ιστορικά Αρχεία).
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

81

αγορών. Ο συγχρωτισμός της φιλελεύθερης αξίας
της ελευθερίας με την ιδέα ενός παρεμβατικού
κράτους με κοινωνική αποστολή είχε διατυπωθεί
και από άλλες προσωπικότητες της εγχώριας φιλελεύθερης διανόησης κατά τη δεκαετία του ’30
(Γιώργος Θεοτοκάς, Παναγιώτης Κανελλόπουλος,
Γεώργιος Παπανδρέου).
Η ανάδυση ενός κοινωνικού φιλελευθερισμού
ήταν μια διεθνής τάση εκείνη την εποχή που
ήλθε ως απάντηση στη διεθνή οικονομική κρίση
του 1929 και στην άνοδο του φασισμού και του
ναζισμού στην Ευρώπη. Στην ελληνική περίπτωση ιδιαίτερα, η κριτική στο δόγμα της απόλυτης
οικονομικής ελευθερίας συνδυάστηκε με τα αδιέξοδα του Εθνικού Διχασμού και τις αδράνειες

του δημόσιου βίου. Η Ιωάννα Τσάτσου στην ημερολογιακή της καταγραφή στα Φύλλα Κατοχής
σχολιάζει την πρώτη παρουσία του Καραμανλή
σε συνεδρίαση της Σοσιαλιστικής Ενωσης στις 25
Νοεμβρίου 1942: «Μαζεύτηκαν πάλι στο σπίτι οι
φίλοι του Κωστάκη. Είναι μια ομάδα που ταχτικά
συνεδριάζει και συζητεί για τις μεταπολεμικές
πολιτικές εξελίξεις. […] Ηρθε και για πρώτη φορά
ένας Μακεδόνας πρώην βουλευτής, ο Κώστας
Καραμανλής. Μιλούσε λίγο, μα ό,τι έλεγε ήταν
σωστό. Μου έκανε εντύπωση η κρίση του και η
ειλικρίνειά του»1. Ο Καραμανλής επιχείρησε να
πιέσει την ομάδα αυτή, πέρα από τις ακαδημαϊκές
συζητήσεις, να δραστηριοποιηθεί πολιτικά. Αλλά,
όπως ομολόγησε αργότερα ο ίδιος, εξέλιπαν η
πείρα και ο ρεαλισμός, γεγονός που τον ανάγκασε

Παιδιά εκτοπισμένα από τις περιοχές στις οποίες μαινόταν ο Εμφύλιος. H λύση του οικιστικού
προβλήματος ήταν από τα επιτακτικότερα καθήκοντα των μεταπολεμικών κυβερνήσεων
(Μουσείο Μπενάκη, Ιστορικά Αρχεία).
82

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

να αποχωρήσει από την ομάδα, η οποία, ούτως ή
άλλως, έπειτα από λίγο καιρό διαλύθηκε2.

Εμφύλιος και κοινωνία

και σκοτώνουν τους αγνώστους αντιπάλους των
χωρίς να τους μισούν. Εις τον εμφύλιο εμπνέονται από άγρια πάθη που οδηγούν σε εγκλήματα
πρωτοφανή και αφήνουν επί μακρόν τα ίχνη των
εις την ζωήν του έθνους»3.

Ο κατοχικός εμφύλιος και τα Δεκεμβριανά του
1944 υποθήκευσαν έναν ομαλό πολιτικό βίο
ύστερα από την Απελευθέρωση. Το κοινωνικό
σώμα είχε διχαστεί και η έκρηξη της βίας είχε
προκαλέσει τέτοια έξαρση των παθών που μόνο
ένα ισχυρό κράτος θα μπορούσε να διαχειριστεί. Ο
Καραμανλής σχολίαζε πως «δεν υπάρχει χειρότερη
κατάρα από τον εμφύλιο πόλεμο που μεταβάλλει
τους ανθρώπους σε θηρία. Στον συνήθη πόλεμο
οι άνθρωποι εμπνέονται από την ιδεάν της νίκης

Η τελευταία παρατήρηση του Καραμανλή επιβεβαιώθηκε στην πράξη και προσδιόρισε όλη τη
μεταπολεμική περίοδο. Ο διχασμός της ελληνικής
κοινωνίας κατά την περίοδο της Κατοχής προκάλεσε μια νέα διαιρετική τομή ανάμεσα σε κομμουνιστές και εθνικόφρονες, η οποία ήλθε να προστεθεί
στην προηγούμενη μεταξύ βενιζελικών και λαϊκών,
επηρεάζοντας τόσο το πολιτικό σύστημα όσο και
τις συλλογικές νοοτροπίες και συμπεριφορές. Η
Συμφωνία της Βάρκιζας, που υπογράφτηκε στις 12

Η Κατοχή και τα Δεκεμβριανά δημιούργησαν μια νέα διαιρετική τομή ανάμεσα σε
εθνικόφρονες και κομμουνιστές. Συγκέντρωση στην πλατεία Συντάγματος το 1946 υπέρ της
παλινόρθωσης της βασιλείας του Γεωργίου Β΄ (Μουσείο Μπενάκη, Ιστορικά Αρχεία).
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

83

Σύνθημα του ΕΑΜ στην οδό Σταδίου για τις εκλογές του 1946
«Δημοκράτες αποχή» (Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας).

Φεβρουαρίου 1945 ανάμεσα στην κυβέρνηση Ν.
Πλαστήρα και τους αντιπροσώπους του Εθνικού
Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ), απότοκος της
ένοπλης δεκεμβριανής σύγκρουσης, στην πράξη δεν τηρήθηκε ποτέ. Οι κυβερνήσεις οι οποίες
οδήγησαν τη χώρα στις εθνικές εκλογές της 31ης
Μαρτίου 1946 απέτυχαν να συγκροτήσουν ένα
κράτος που θα τηρούσε τα συμφωνηθέντα της
Βάρκιζας. Η έκρηξη της λευκής τρομοκρατίας,
που ασκούσαν διάφορες παραστρατιωτικές φιλοβασιλικές ομάδες, υποδαύλισε σε πολύ σημαντικό
βαθμό την πορεία προς τον Εμφύλιο των ετών
1946-1949.

Οι πρώτες εθνικές εκλογές
μετά τον πόλεμο
Στο διάστημα ως τις εκλογές του 1946, ο Καραμανλής δεν είχε ανάμιξη στις εξωκοινοβουλευτι84

κές ζυμώσεις για τη συγκρότηση κυβερνητικών
σχημάτων, τα οποία όλα αποδείχτηκαν θνησιγενή. Από την άλλη, οι ζυμώσεις αυτές έφεραν στο
φως την πολυδιάσπαση των λεγόμενων «αστικών»
δυνάμεων και τις διαφορετικές στρατηγικές και
φιλοδοξίες τους. Ο Καραμανλής, παρατηρώντας
όλη αυτήν την κατάσταση, θεωρούσε πως στην
αυγή της νέας εποχής χρειαζόταν μια βαθύτερη
μεταβολή στην πολιτική κουλτούρα του «αστικού»
πολιτικού κόσμου. Επίσης, τα τραύματα της κοινωνίας από την εμφύλια βία δεν θα τα έλυναν
ούτε οι επικείμενες εκλογές του 1946 ούτε το
δημοψήφισμα για το πολιτειακό που θα ακολουθούσε. Το ζητούμενο, αν οι πολιτικές δυνάμεις
ήθελαν να αντιμετωπίσουν πραγματικά τη «γοητεία» και την απήχηση του κομμουνισμού, ήταν
η σύνδεση της πολιτικής και της κοινωνίας μέσω
μιας μακρόχρονης πολιτικής προσπάθειας που θα
δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για την άρση της
χρόνιας φτώχειας της χώρας4.
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Οι εκλογές του 1946 ήταν το αφετηριακό σημείο
της επαναλειτουργίας του κοινοβουλευτισμού
ύστερα από δέκα χρόνια αναστολής των δημοκρατικών λειτουργιών, οι οποίες όμως έγιναν με
την αποχή του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος και ορισμένων άλλων πολιτικών δυνάμεων
(το Σοσιαλιστικό Κόμμα – ΕΛΔ του Αλ. Σβώλου,
το Προοδευτικό Κόμμα του Γ. Καφαντάρη κ.ά.)
και μεμονωμένων πολιτευτών (Εμ. Τσουδερός,
Γ. Καρτάλης, κ.ά.). Το Λαϊκό Κόμμα, το οποίο είχε
ενοποιηθεί υπό τον Κωνσταντίνο Τσαλδάρη από
τις αρχές του 1945 ύστερα από την ανεξαρτητοποίηση διαφόρων τάσεων στο εσωτερικό του
κατά τη διάρκεια της μεταξικής δικτατορίας και
της Κατοχής, αναδείχθηκε νικητής των εκλογών,
αποσπώντας το 55,12% των ψήφων και 206 από
τις 354 έδρες και εξασφαλίζοντας μονοπαραταξιακή κυβερνητική αυτοδυναμία (18 Απριλίου 1946).
Το Λαϊκό Κόμμα διενήργησε έναν προεκλογικό
αγώνα κατά του κομμουνιστικού κινδύνου, ενώ
τάχθηκε υπέρ της επανόδου του βασιλιά Γεωργίου
Β΄. Εξι μήνες μετά τις εκλογές, στις 1 Σεπτεμβρίου
1946 διενεργήθηκε το δημοψήφισμα, το οποίο
είχε ένα ιδιόμορφο προσωπικό χαρακτήρα, καθώς
το νομικό του πλαίσιο προέβλεπε ότι το αντικείμενό του ήταν η επάνοδος της «Α.Μ. του βασιλέως
Γεωργίου Β΄ εις την Ελλάδα προς αυτοπρόσωπον
ανάληψιν της ασκήσεως κατά το ισχύον Σύνταγμα
αρμοδιοτήτων αυτού» (ΦΕΚ, Α/30.6.1946). Με το
δημοψήφισμα επικυρώθηκε με ποσοστό 68,4% η
επάνοδος του Γεωργίου Β΄, η οποία συγκέντρωσε
την απόλυτη πλειοψηφία σε όλες τις περιοχές της
ελληνικής επικράτειας, εκτός από την Κρήτη, τη
Μυτιλήνη και τη Σάμο.
Μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η Αγγλία θα αποσυρθεί σταδιακά από την οικονομική
και τη στρατιωτική υποστήριξη της Ελλάδας και
θα παραδώσει τη σκυτάλη στις ΗΠΑ. Η αμερικανική κυβέρνηση έθετε ως όρο στο ελληνικό αίτημα
για την αποστολή οικονομικής και στρατιωτικής
βοήθειας τη δημιουργία πολιτικής συναίνεσης και
την αποτελεσματική διαχείριση του κράτους. Η
κυβέρνηση Κ. Τσαλδάρη δεν κατάφερε να διασφαλίσει την εθνική ενότητα κατά του κομμουνισμού
ούτε να απαλλάξει τις οικονομικές λειτουργίες
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

του κράτους από τη διαφθορά και τη διασπάθιση
των δημοσίων πόρων, γεγονός που προκάλεσε τη
δυσαρέσκεια των ΗΠΑ. Τον Ιανουάριο του 1947,
υπό τη σταδιακή πλέον κλιμάκωση του Εμφυλίου
και την παρέμβαση των Αμερικανών, η κυβέρνηση
Κ. Τσαλδάρη έπεσε και ως την εκπνοή της πρώτης
μεταπολεμικής Βουλής (1946-1950) σχηματίστηκαν επτά κυβερνήσεις υπό τους Δημήτριο Μάξιμο,
Θεμιστοκλή Σοφούλη και Αλέξανδρο Διομήδη.
Στις εκλογές του 1946 για την ανάδειξη της Δ΄
Αναθεωρητικής Βουλής, ο Καραμανλής εκλέχθηκε
για τρίτη φορά βουλευτής Σερρών, καταλαμβάνοντας ξανά την πρώτη θέση μεταξύ των υποψηφίων
του Λαϊκού Κόμματος. Στη διάρκεια αυτής της
Βουλής θα ασκήσει για πρώτη φορά κυβερνητικά αξιώματα: υπουργός Εργασίας (Νοέμβριος
1946 – Φεβρουάριος 1947), υπουργός Μεταφορών
(Μάιος – Νοέμβριος 1948), υπουργός Κοινωνικής
Πρόνοιας (Νοέμβριος 1948 – Ιανουάριος 1950).
Σε μια χρονική στιγμή όπου το κράτος είχε να
αντιμετωπίσει τα επείγοντα προβλήματα της εξαρθρωμένης οικονομίας και της εσωτερικής ασφάλειας από τη μία και να υπερασπιστεί τις εθνικές
διεκδικήσεις (Β. Ηπειρος, Δωδεκάνησα) από την
άλλη, ο Καραμανλής έβλεπε πως οι πολιτικές δυνάμεις διατηρούσαν τη νοοτροπία του Μεσοπολέμου
και πως αδυνατούσαν να παγιώσουν συνθήκες
πολιτικής σταθερότητας5.
Οπως σχολιάζει ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, ο Καραμανλής εξέφραζε απόψεις πολύ πιο προοδευτικές
από αυτές της παράταξής του και σε πολλά σημεία ήταν πιο κοντά στην ιδεολογία του Κόμματος Φιλελευθέρων6. Το ζήτημα πρέπει ασφαλώς
να εξηγηθεί. Το Λαϊκό Κόμμα, έχοντας διαταξικό
χαρακτήρα, όπως και το Κόμμα Φιλελευθέρων,
συστήθηκε στη βάση της υπεράσπισης της μοναρχίας και της μικρής ιδιοκτησίας. Από τη γέννησή
του διαπνεόταν από δημοκρατικές πεποιθήσεις με
σαφή προτίμηση στη Βασιλευομένη Δημοκρατία,
ενώ στο οικονομικό επίπεδο ήταν υπέρ μιας φιλελεύθερης οικονομίας με περιορισμένη κρατική
παρέμβαση. Βεβαίως, στο πολιτικό πρόγραμμα
του 1945 διατυπώθηκαν πιο επικαιροποιημένες
θέσεις (κρατικός παρεμβατισμός, κοινωνική δι85

καιοσύνη, αύξηση κοινωνικών δαπανών κ.ά.),
αλλά τα γενετικά του ιδεολογικά και πολιτικά
χαρακτηριστικά, σε συνδυασμό με την ποιότητα
των ηγετικών στοιχείων του Κ. Τσαλδάρη, δεν
επέτρεψαν τη μετεξέλιξή του σε ένα σύγχρονο
πολιτικό κόμμα.

λεύθερους διανοουμένους. Η αναδίπλωση του
λαού προς συντηρητικές θέσεις και η συσπείρωση
στο πρόσωπο του Γεωργίου Β΄ οφείλονταν στα
Δεκεμβριανά: «Η μεσαία τάξη αγριεύτηκε» και «κοντά της αγριεύτηκε η μεγάλη μάζα του Εθνους»,
έγραφε το 19489.

Οταν ο Καραμανλής πολιτεύθηκε για πρώτη φορά
το 1935, παρακούοντας μάλιστα την επιθυμία του
πατέρα του να μην ασχοληθεί με την πολιτική, δεν
αντιμετώπισε κανένα δίλημμα ως προς το ποια
θα ήταν η παράταξη με την οποία θα πολιτευόταν. Το παρελθόν της οικογένειάς του είχε ήδη
προκαθορίσει την πολιτική του μοίρα. Ο πατέρας
του, ο Γεώργιος Καραμανλής, ως παλαιός Μακεδονομάχος, όπως συνέβη με τα τοπικά δίκτυα των
πρώην Μακεδονομάχων, είχε συνταχθεί με το
μέρος του βασιλιά κατά τον Διχασμό. Επιπλέον, ο
Κ. Καραμανλής είχε βιώσει στην πράξη την κουλτούρα του μίσους του Εθνικού Διχασμού, όταν το
βράδυ των εκλογών του 1928 οι βενιζελικοί της
Πρώτης έκαναν βίαιη επίδειξη της εκλογικής τους
νίκης στο σπίτι του, επειδή ο πατέρας του ήταν
παράγοντας των Λαϊκών.

Σχετικό με αυτό ήταν πώς έτσι προέκυψε το ιδεολογικό μόρφωμα της εθνικοφροσύνης. Ο λαός,
ο οποίος ως το 1940 ήταν χωρισμένος σε βενι-

Νίκη του Λαϊκού Κόμματος
Η νίκη του Λαϊκού Κόμματος στις εκλογές του
1946 και η επάνοδος του Γεωργίου Β΄, θεσμικό
σύμβολο της παράταξης, δεν έκαναν τον Καραμανλή αισιόδοξο για το μέλλον του κόμματος.
Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Κ. Τσάτσου, ο Καραμανλής δεν ήταν «από πεποίθηση βασιλόφρων»7.
Αποδέχθηκε το πολίτευμα της Βασιλευομένης
Δημοκρατίας σεβόμενος την αρχή της λαϊκής
κυριαρχίας. Ερμηνεύοντας το πολιτειακό δημοψήφισμα, απέδωσε το γεγονός πως ο ελληνικός
λαός συγχώρεσε τις ευθύνες του Γεωργίου Β΄ για
την επιβολή της δικτατορίας του 1936 στο κίνημα
του Δεκεμβρίου. Σύμφωνα με τον Καραμανλή,
ο θεσμός της βασιλείας δεν είχε λαϊκό έρεισμα
και θα είχε καταδικασθεί αν οι πολιτικές εξελίξεις
μετά την Απελευθέρωση ήταν ομαλότερες8. Με
την ερμηνεία αυτή συμφωνούσε και ο Γεώργιος
Θεοτοκάς, ένας από τους σημαντικότερους φιλε86

Ο φιλελεύθερος διανοούμενος Γεώργιος Θεοτοκάς.
Θεωρούσε, όπως και ο Καραμανλής, ότι, αν και ο
θεσμός της βασιλείας στην Ελλάδα δεν είχε λαϊκό
έρεισμα, η συσπείρωση γύρω από το πρόσωπο του
Γεωργίου Β’ ήταν αποτέλεσμα των Δεκεμβριανών.
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

ζελικούς και αντιβενιζελικούς, μετά τον πόλεμο
απέκτησε μια ενιαία κοινωνική συνείδηση εξαιτίας του κομμουνισμού και της κόκκινης βίας10.
Ο Καραμανλής αντιμετώπιζε την πολιτική ως
αποστολή και θεωρούσε πως τα «αστικά» κόμματα έπρεπε πλέον να αποκτήσουν συνείδηση του
ρόλου τους. Τα κόμματα υπάρχουν για να διαμορφώνουν την πολιτική κουλτούρα, να καθοδηγούν
το λαό και για να παράγουν έργο. Μόνο μέσω του
παραγόμενου πολιτικού έργου θα εξασφάλιζαν

Ο Δημήτριος Μάξιμος,
στην κυβέρνηση συνασπισμού του οποίου
συμμετείχε ο Καραμανλής ως υπουργός
Εργασίας μετά την παραίτηση του Κωνσταντίνου
Τσαλδάρη τον Ιανουάριο του 1947.
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

λαϊκή υποστήριξη. Η λογική να περιμένουν από
τα λάθη των αντιπάλων και να καλλιεργούν το
αντικομμουνιστικό σύνδρομο ήταν λανθασμένη
και με βραχυπρόθεσμα οφέλη.

Πρώτη φορά υπουργός
Ο Καραμανλής ανέλαβε για πρώτη φορά υπουργικό χαρτοφυλάκιο ως υπουργός Εργασίας στην
κυβέρνηση Κ. Τσαλδάρη στις 24 Νοεμβρίου 1946
και παρέμεινε στην ίδια θέση και μετά την παραίτηση του Κ. Τσαλδάρη και το σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού υπό τον Δ. Μάξιμο στις 27
Ιανουαρίου 1947. Στη διάρκεια της θητείας του
ως τις 17 Φεβρουαρίου 1947, όταν υπέβαλε την
παραίτησή του μαζί με είκοσι πέντε ακόμη μέλη
της κυβέρνησης, ασχολήθηκε με τα επείγοντα ζητήματα της καταπολέμησης της ανεργίας και της
δημιουργίας ευκαιριών απασχόλησης. Σε μια οικονομία, βέβαια, η οποία ήταν κατεστραμμένη από
τον Πόλεμο, οι δυνατότητες ήταν περιορισμένες.
Ωστόσο, προετοίμασε το νομοσχέδιο «Περί ασφαλίσεως κατά της ανεργίας» και εστίασε επιπλέον
στην οργάνωση της εργασίας, επαναφέροντας
το θεσμό των συλλογικών συμβάσεων, και στην
αναδιάρθρωση της κοινωνικής ασφάλισης11.
Οι συμμαχικές κυβερνήσεις της περιόδου 19471950 τελούσαν στην ουσία υπό την κηδεμονία των
ΗΠΑ. Μετά την αναγγελία του Δόγματος Τρούμαν
στις 12 Μαρτίου 1947 και τη θεσμοποίηση της
αμερικάνικης βοήθειας μέσω του Σχεδίου Μάρσαλ
τον Ιούνιο του ίδιου έτους (τον Ιούλιο του 1947,
επίσης, ιδρύθηκε η Επιτροπή για την Ευρωπαϊκή
Οικονομική Συνεργασία, OEEC, για τη διαχείριση
του Σχεδίου Μάρσαλ), κρίσιμοι τομείς της ελληνικής κυβερνητικής πολιτικής πέρασαν στον έλεγχο
των ΗΠΑ. Η εξέλιξη αυτή σηματοδότησε την αλλαγή σκυτάλης από τη βρετανική στην αμερικάνικη επιρροή σε ευρωπαϊκό επίπεδο και έκτοτε
μέσο πολυμορφικής διείσδυσης στην Ευρώπη.
Μια ειδικότερη ακόμη συνέπεια για την ελληνική
πολιτική σκηνή ήταν πως τα δύο παραδοσιακά
κόμματα, το Λαϊκό Κόμμα του Κ. Τσαλδάρη και
το Κόμμα Φιλελευθέρων του Θ. Σοφούλη, αναγκά87

στηκαν να σχηματίσουν συμμαχικές κυβερνήσεις.
Τον Σεπτέμβριο του 1947 η αμερικάνικη πίεση
ευοδώθηκε με την ανάληψη της πρωθυπουργίας
από τον Θ. Σοφούλη. Το κύριο έργο των κυβερνήσεων αυτών ήταν διμέτωπο και εν πολλοίς
αλληλοσυγκρουόμενο: Αφενός να προωθήσουν
την ανασυγκρότηση και αφετέρου να πετύχουν
στρατιωτική νίκη έναντι του Δημοκρατικού Στρατού. Τα υπουργεία στις συμμαχικές κυβερνήσεις
Λαϊκού Κόμματος και Κόμματος Φιλελευθέρων
κατανεμήθηκαν ως εξής: Οι Λαϊκοί ανέλαβαν τον
συντονισμό του κυβερνητικού έργου (Στέφανος
Στεφανόπουλος) και τα οικονομικά υπουργεία
(Δημήτριος Χέλμης, Πάνος Χατζηπάνου, Κωνσταντίνος Καραμανλής), ενώ τον τομέα της ασφάλειας
και της δικαιοσύνης οι Φιλελεύθεροι (Χρήστος
Λαδάς, Κωνσταντίνος Ρέντης, Γιώργος Μελάς).

Για τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης η ανασυγκρότηση ξεκίνησε το 1945 και τελείωσε γύρω στο
1947/1948. Στην Ελλάδα, αντίθετα, η ανασυγκρότηση προχώρησε με αργούς ρυθμούς λόγω του
Εμφυλίου. Οι αντάρτες με τις επιθέσεις τους σε
πόλεις και χωριά εμπόδιζαν την ανάπτυξη μιας
υποτυπώδους οικονομικής δραστηριότητας, ενώ
σε πολλές περιοχές της χώρας, ιδιαίτερα στη Βόρεια Ελλάδα, οι κρατικές δομές ήταν ισχνές. Το
1947-1948, μάλιστα, η στασιμότητα και η αδυναμία του εθνικού στρατού να συντρίψει τις αντάρτικες ομάδες (από το 1947 το επιχειρησιακό σκέλος
είχε περάσει από τη Χωροφυλακή στο Στρατό)
είχαν προκαλέσει έντονες ανησυχίες και φόβους
για μια παρατεταμένη εμφυλιοπολεμική διάρκεια.
Μια σημαντική παρατήρηση είναι πως σε αυτό
το αντίξοο περιβάλλον το κράτος δεν κατέρρευσε.

Αθήνα, 7 Οκτωβρίου 1947. Μέλη της Αμερικανικής Εργατικής Συνομοσπονδίας προσφέρουν
δέματα βοηθείας σε Ελληνες συνδικαλιστές στο πλαίσιο του Δόγματος Τρούμαν, που προέβλεπε
αμερικανική ενίσχυση προς την Ελλάδα και την Τουρκία (Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας).
88

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Αποκατάσταση των
κατεστραμμένων
συγκοινωνιακών
δομών υπό
τον Οργανισμό
Περίθαλψης και
Αποκατάστασης
των Ηνωμένων
Εθνών, UNRRA.
Το σιδηροδρομικό
υλικό της UNNRA
εκφορτώνεται
στην αποβάθρα
του Πειραιά για
να μεταφερθεί
στους τόπους
προορισμού.
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

89

κράτους, μιας και τα τακτικά έσοδα δεν επαρκούσαν. Ενάμιση χρόνο αργότερα, στις 9 Δεκεμβρίου
1947, ο ίδιος υπουργός, αναλύοντας στη Βουλή τα
αποτελέσματα του Προϋπολογισμού 1946-1947,
δήλωσε πως χάρη και στη συμμαχική βοήθεια
του Οργανισμού Περίθαλψης και Αποκατάστασης
των Ηνωμένων Εθνών, γνωστότερος ως UNNRA,
η κυβέρνηση κατάφερε να εφαρμόσει μια οικονομική και δημοσιονομική πολιτική, που μπορεί να
είχε πολλές ανεπάρκειες, αλλά δημιούργησε μια
σταθερή κατάσταση στα δημόσια οικονομικά και
μια υποτυπώδη οργάνωση της οικονομίας12.

Ο κατεστραμμένος Ισθμός της Κορίνθου
ανακατασκευάζεται με χρήματα του
αμερικανικού Σχεδίου Μάρσαλ.

Παρά τις όποιες δυσλειτουργίες και την όποια
κριτική, το κράτος, λόγω και του Εμφυλίου, επεκτάθηκε και στελεχώθηκε σχετικά γρήγορα. Πέτυχε,
μάλιστα, και τους δύο μείζονες στόχους: να καταστείλει τη δράση του Δημοκρατικού Στρατού και
να θέσει σε κίνηση βασικές θεσμικές λειτουργίες.
Ο Δ. Χέλμης, ως υπουργός Οικονομικών, όταν τον
Ιούνιο του 1946 κατέθεσε στη Βουλή τον πρώτο
μεταπολεμικό προϋπολογισμό του κράτους για
το οικονομικό έτος 1946-1947, ομολόγησε πως
η κυβέρνηση ανησυχούσε για το κατά πόσον θα
μπορούσε να οργανωθεί ο οικονομικός βίος του
90

Σε σύγκριση με τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης,
η Ελλάδα είχε να διανύσει ένα μακρύτερο και πιο
δύσβατο δρόμο για την ανασυγκρότησή της. Η Κατοχή είχε αποδιαρθρώσει πλήρως την προπολεμική οικονομική ζωή και είχε διαλύσει τις υποδομές
της χώρας. Επικαλούμενοι τη φρασεολογία της
εποχής, η Κατοχή είχε αφήσει πίσω της «ερείπια».
Στον τομέα των συγκοινωνιακών υποδομών, το
σιδηροδρομικό δίκτυο ήταν εντελώς κατεστραμμένο. Τα λιμάνια, οι γέφυρες, τα αεροδρόμια και
το οδικό δίκτυο είχαν την ίδια μοίρα: οι Γερμανοί
τα βομβάρδισαν κατά την αποχώρησή τους. Ο
εμπορικός στόλος συρρικνώθηκε σημαντικά. Το
1947 η αγροτική παραγωγή έφτασε στο 85% της
προπολεμικής παραγωγής, ενώ και η βιομηχανία
πλησίασε το 1948 στο 73% της παραγωγής που
είχε το 1938. Το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν το
νομισματικό. Η ελληνική οικονομία είχε μεγάλο
πληθωρισμό. Στη διάρκεια της Κατοχής σημειώθηκε το φαινόμενο του υπερ-πληθωρισμού. Η απαξίωση του εθνικού νομίσματος και η αδυναμία των
φοροεισπρακτικών μηχανισμών δημιουργούσαν
άνοδο των τιμών και πληθωριστικές πιέσεις.
Η ανασυγκρότηση των κρατών της Δυτικής Ευρώπης βασίστηκε σε κάποιες κοινές συνισταμένες, οι
οποίες ήταν απόρροια αλληλένδετων παραγόντων,
όπως η παγκόσμια κρίση του καπιταλιστικού μοντέλου τη δεκαετία του ’30, η εφαρμογή του σοσιαλιστικού μοντέλου στην Ανατολική Ευρώπη και η
ισχύς των εργατικών κινημάτων. Το μοντέλο ανάπτυξης που προκρίθηκε απέδιδε πρωταγωνιστικό
ρόλο στη βιομηχανία και την κρατική παρέμβαση.
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Η Ελλάδα δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Στον Μεσοπόλεμο, το κράτος είχε έναν περιορισμένο ρόλο που
αναλωνόταν σε μέτρα διοίκησης και ρύθμισης του
εξωτερικού εμπορίου. Δεν υπήρξε κάποιος προγραμματισμός για τη βιομηχανική ανάπτυξη της
χώρας ούτε κάποια προσπάθεια εκμετάλλευσης
των φυσικών πόρων. Δεν αντιμετωπίστηκε, επίσης, το ζήτημα της υποαπασχόλησης στον αγροτικό τομέα. Ολα αυτά τα θέματα επανήλθαν μετά
την Απελευθέρωση μέσα σε ένα αξιακό πλαίσιο
διαφορετικό και πιο ευνοϊκό για το βιομηχανικό
μέλλον του ελληνικού κράτους.
Οι πολιτικές δυνάμεις σχεδόν όλων των αποχρώσεων συνέτειναν στην ανάγκη της εκβιομηχάνισης της χώρας προκειμένου αυτή να βελτιώσει
τη θέση της στη διεθνή οικονομία. Η Αριστερά
επιχειρηματολόγησε υπέρ της βαριάς βιομηχανίας κατά το σοσιαλιστικό υπόδειγμα με πλήρη
εκμετάλλευση των ενεργειακών πηγών της χώρας
και έχοντας ως πολιτική-οικονομική αφετηρία
πως η οικονομική καθυστέρηση οφειλόταν στην
εξάρτηση από το ξένο κεφάλαιο. Το πρόσφατα
δημοσιευμένο δοκίμιο του Νίκου Μπελογιάννη

«Το ξένο κεφάλαιο στην Ελλάδα» δείχνει με ποιον
τρόπο η Αριστερά «διάβαζε» τον «ανολοκλήρωτο
αστικοδημοκρατικό μετασχηματισμό» του ελληνικού κράτους.
Στην αντίπερα όχθη, για τη φιλελεύθερη διανόηση
η εκβιομηχάνιση τοποθετείτο σε ένα πλαίσιο με
οικονομική εξωστρέφεια (εξαγωγές στις ξένες αγορές) και με εξωτερικούς πόρους (δωρεάν βοήθεια,
δάνεια, επενδύσεις). Η συζήτηση, πάντως, για
τη βιομηχανική ανάπτυξη συνεχίστηκε και μετά
το τέλος του Εμφυλίου. Σημαντικά επεισόδια σε
αυτήν τη συζήτηση ήταν η μελέτη του Δημήτρη
Μπάτση με τον τίτλο «Η βαριά βιομηχανία στην
Ελλάδα», η έκθεση του Κυριάκου Βαρβαρέσου, τα
δημοσιεύματα του Ξενοφώντα Ζολώτα και του
Αγγελου Αγγελόπουλου. Ολη αυτή τη συζήτηση
αποτύπωσε ο Μ. Καραγάτσης διά στόματος του
Γιούγκερμαν: «Πιστεύω πως ο εκβιομηχανισμός
της Ελλάδας αποτελεί ανάγκη ανώτερη από το
θέλημα της κοινής γνώμης και του πολιτικού
κόσμου13». Η έκθεση Πόρτερ το 1947, το πρώτο
τεχνοκρατικό-οικονομικό κείμενο για την οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας που απηχούσε τις

Γελοιογραφία στην
οποία η βιομηχανία
εμφανίζεται δέσμια
της γραφειοκρατίας,
της σοσιαλιστικής
πολιτικής και
του κρατικού
παρεμβατισμού. Η
εκβιομηχάνιση της
Ελλάδας αποτελούσε
το διακύβευμα
της εποχής.
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

91

απόψεις των ΗΠΑ, υποδείκνυε τη δημιουργία
μεταλλουργικής και αγροτικής (μεταποίηση αγροτικών προϊόντων) βιομηχανίας ως τη μόνη λύση
για το χρόνιο οικονομικό πρόβλημα της Ελλάδας.
Ο Ξ. Ζολώτας, επικαλούμενος τις απόψεις ξένων
εμπειρογνωμόνων για την ανάπτυξη των καθυστερημένων χωρών, υποστήριζε πως το πρόβλημα της
υποαπασχόλησης θα το έλυνε η εκβιομηχάνιση,
σε συνδυασμό με την ανάπτυξη της γεωργίας. Στο
πεδίο της κρατικής πολιτικής, πλέον, το τετραετές πρόγραμμα 1948-1952, το οποίο όμως στην
πράξη δεν εφαρμόστηκε, υιοθέτησε τη λογική του
δυτικοευρωπαϊκού μοντέλου ανάπτυξης.

Υπουργός Μεταφορών
Στις 7 Μαΐου 1948 ο πρόεδρος της κυβέρνησης Θ.
Σοφούλης ανέθεσε στον Καραμανλή το υπουργείο
Μεταφορών, το οποίο, σύμφωνα με μαρτυρία και
του ιδίου, θεωρείτο ως το πιο φαύλο υπουργείο,
προφανώς λόγω ζητημάτων που ζημίωναν το Δημόσιο (αδιαφανής διαχείριση των υγρών καυσίμων, απροσδιοριστία στις τιμές διάθεσης των
φορτηγών αυτοκινήτων κ.ά.). Οι αντικειμενικές
δυσκολίες δεν επιδέχονται κριτική: κατεστραμμένο
οδικό και επικοινωνιακό δίκτυο, υποτυπώδης
τεχνικοϋλική υποδομή, ελάχιστοι πόροι.

Το μείζον θέμα του
ηλεκτροφωτισμού
της Αθήνας
οδήγησε τον
Καραμανλή από τη
θέση του υπουργού
Μεταφορών
στην κυβέρνηση
Θεμιστοκλή
Σοφούλη στη
σύγκρουση με την
αγγλική Ηλεκτρική
Εταιρεία Πάουερ.
92

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Με αυτά τα δεδομένα, ο Καραμανλής έκανε τις
πρώτες προσπάθειες για την αποκατάσταση
των συγκοινωνιών της πρωτεύουσας. Εξέτασε
από την αρχή τις συμβάσεις για τα ιδιωτικά λεωφορεία, ανασυγκρότησε την Υπηρεσία Εκμετάλλευσης Κρατικών Αυτοκινήτων (ΥΕΚΑ) του
υπουργείου Μεταφορών, ανήγγειλε τη γενική
απογραφή των αυτοκινήτων, καθόρισε τα κριτήρια για τη χορήγηση αδειών σε επαγγελματίες
οδηγούς αυτοκινήτων, ζήτησε την εφαρμογή ενός
προγράμματος δρομολογίων των λεωφορειακών
γραμμών. Στις 25 Οκτωβρίου 1948, κηρύσσοντας
την έναρξη του 11ου Πανελληνίου Αυτοκινητι-

στικού Συνεδρίου στη Θεσσαλονίκη, ο Καραμανλής διακήρυξε την πολιτική του φιλοσοφία
για το ρόλο του πολιτικού, την οποία θα επαναλάβει πολλές φορές αργότερα στην πολιτική
του διαδρομή: «Λυπούμαι διότι δεν δύναμαι να
ωμιλήσω κατά τρόπον ώστε να γίνω ευχάριστος.
Ακολουθώ την αρχήν, κατά την οποίαν ο πολιτικός οφείλει να είναι περισσότερον χρήσιμος και
ολιγώτερον ευχάριστος. Γνωρίζω τα προβλήματα
που απασχολούν την τάξιν σας και αγωνίζομαι
διά την επίλυσίν των, οφείλω να σας υπομνήσω
ότι η παρούσα ώρα είναι θυσιών και όχι επίμονων διεκδικήσεων»14.
Ο εξηλεκτρισμός και η
επέκταση του δικτύου της
ΔΕΗ ήταν «γεγονός» για τα
απομακρυσμένα χωριά.

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

93

Η διαχείριση, επίσης, των υγρών καυσίμων υπάχθηκε στις αρμοδιότητες του υπουργείου Μεταφορών. Βασικό θέμα στην ατζέντα του ήταν το
πρόβλημα του ηλεκτροφωτισμού της Αθήνας, το
οποίο θα τον οδηγήσει στη σύγκρουση με την
αγγλική Ηλεκτρική Εταιρεία Πάουερ. Μία από
τις συνέπειες της Κατοχής και του Εμφυλίου, που
ήταν σε εξέλιξη, ήταν η συγκέντρωση πληθυσμού
στα αστικά κέντρα με αποτέλεσμα οι πόλεις να
φιλοξενούν πλέον τους διπλάσιους κατοίκους από
αυτούς που είχαν προπολεμικά. Τα πεπαλαιωμένα
ηλεκτρικά εργοστάσια σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη
αδυνατούσαν να καλύψουν τη ζήτηση και, εκτός
της δυσφορίας που προκαλούνταν στον πληθυσμό,
παρακωλυόταν η παραγωγική δραστηριότητα στο
βιοτεχνικό και το βιομηχανικό τομέα.
Η πολιτική του Καραμανλή ήταν να διεκδικήσει
κονδύλια από το Σχέδιο Μάρσαλ για να χρηματοδοτήσει την αναμόρφωση του δικτύου και των
εγκαταστάσεων στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη
και για να ηλεκτροδοτηθούν οι υπόλοιπες πόλεις
της περιφέρειας15. Την ίδια πολιτική ακολούθησε για την ανασυγκρότηση των σιδηροδρόμων.
Κυβερνητικό έργο παρήχθη και στις ακτοπλοϊκές
συγκοινωνίες: Με το Ν. 763 ρυθμίστηκαν οι σχέσεις κράτους και ιδιωτικού τομέα αναφορικά με τα
δρομολόγια, τα ναύλα και τις εργασιακές σχέσεις.
Ως προς τις αερομεταφορές, ο Καραμανλής εισηγήθηκε την απόσπαση της Πολιτικής Αεροπορίας
από το υπουργείο Αεροπορίας και την υπαγωγή
της στο υπουργείο Μεταφορών.

Υπουργός Κοινωνικής Πρόνοιας
Στις 18 Νοεμβρίου 1948 ο πρωθυπουργός Θ. Σοφούλης προχώρησε σε ανασχηματισμό της κυβέρνησης και ανέθεσε στον Καραμανλή το υπουργείο
Κοινωνικής Πρόνοιας. Το σημαντικότερο κοινωνικό πρόβλημα που ζητούσε άμεση και επαρκή λύση
ήταν το προσφυγικό. Ο Εμφύλιος βρισκόταν στην
κορύφωσή του και η μετακίνηση των ανθρώπων
από τις αγροτικές περιοχές στις πόλεις ήταν εκτεταμένη. Ο αριθμός των προσφύγων υπολογιζόταν
πως είχε υπερβεί τις 700 χιλιάδες. Ο Τύπος της
94

εποχής σχολίαζε με εμφατικότητα πως η διαχείριση του οξύτατου αυτού ανθρώπινου δράματος θα
έκρινε όχι μόνο τις ικανότητες του νέου υπουργού,
αλλά και την επάρκεια ολόκληρης της κυβέρνησης.
Η ιδιαιτερότητα ήταν πως το παρόν προσφυγικό
ρεύμα δεν ήταν η συνέπεια μιας εθνικής ήττας
σε πόλεμο.
Στο κυβερνητικό στρατόπεδο υπήρχαν φόβοι πως
η ερήμωση της υπαίθρου θα είχε αρνητικό αντίκτυπο στην εξέλιξη του Εμφυλίου. Ο Καραμανλής
έκανε αλλεπάλληλες συσκέψεις για να ενημερωθεί
και να οργανώσει την πολιτική που θα εφάρμοζε.
Σε λιγότερο από ένα μήνα, στις 14 Δεκεμβρίου
1948, σε υπόμνημα που υπέβαλε στην κυβέρνηση
πρότεινε μια δέσμη μέτρων που περιελάμβανε
συντονισμό των υπουργείων που σχετίζονταν με
το θέμα (υπουργείο Πρόνοιας, υπουργείο Συντονισμού, υπουργείο Ανοικοδόμησης, υπουργείο
Εφοδιασμού, υπουργείο Γεωργίας), εκχώρηση αρμοδιοτήτων στον υπουργό Κοινωνικής Πρόνοιας,
εφαρμογή μιας κοινωνικής πολιτικής με τριπλή
στόχευση (στέγαση, πρόνοια και απασχόληση) και,
τέλος, μέτρα που θα κράταγαν τους πληθυσμούς
στην ύπαιθρο ανακόπτοντας το μεταναστευτικό
ρεύμα (π.χ. δημιουργία κέντρων Ασφάλειας)16.
Σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα εξέτασε και
μέτρα επαναπατρισμού με ανοικοδόμηση των
κατεστραμμένων σπιτιών, όπως για παράδειγμα
στις περιοχές Πωγωνίου και Κόνιτσας, όπου το
όλο ζήτημα είχε λάβει τεράστιες -σχεδόν υπαρξιακές- διαστάσεις. Στη μεθοδολογία του Καραμανλή
αυτό που προηγείτο κάθε φορά ήταν ο απολογισμός: Για να αντιμετωπιστεί ένα πρόβλημα έπρεπε
προηγουμένως αφενός να υπάρχει μια ακριβής
περιγραφή του με συγκεκριμένα και επικαιροποιημένα στοιχεία και αφετέρου να υπολογιστεί
βάσει των στοιχείων αυτών το οικονομικό κόστος
της κυβερνητικής πολιτικής. Είναι ενδεικτικό ότι
είχε ζητήσει από τις κοινοτικές αρχές η διαδικασία
απολογισμού των ανταρτοπλήκτων να γίνει με
συγκεκριμένους όρους προβλέποντας και δευτερογενή έλεγχο, διαφορετικά θα υπήρχαν αυστηρές
κυρώσεις.
Ο Καραμανλής, εκ των υστέρων, σημείωσε πως
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Από αριστερά:
Ο υπουργός
Οικονομικών
Δ. Χέλμης, ο υπουργός
Εθνικής Οικονομίας
Γ. Μαύρος, ο υπουργός
Συντονισμού
Στ. Στεφανόπουλος,
ο υφυπουργός των
Οικονομικών Βασ.
Στεφανόπουλος,
ο υπουργός
Εφοδιασμού
Ευ. Αβέρωφ,
ο διαχειριστής του
Σχεδίου Μάρσαλ
για την Ευρώπη
Πωλ Χόφμαν, ο
πρωθυπουργός
Αλ. Διομήδης
και ο Αμερικανός
πρεσβευτής
Χ. Γραίηντυ.

Το οικιστικό πρόβλημα που δημιουργήθηκε λόγω του Εμφυλίου Πολέμου ζητούσε πιεστικά
λύση, καθώς υπήρχαν 700.000 πρόσφυγες (Μουσείο Μπενάκη, Ιστορικά Αρχεία).
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

95

Ο Κωνσταντίνος Τσαλδάρης σε επίσκεψη στο αμερικανικό
Missouri το 1946, την περίοδο μετάβασης της Ελλάδας
από τη βρετανική στην αμερικανική σφαίρα επιρροής.

96

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

η θητεία του σε αυτό το υπουργείο ήταν πολύ
σημαντική, μολονότι δεν είχε τύχει ιδιαίτερης
προσοχής από τους μελετητές του πολιτικού του
βίου. Πράγματι, σε πολλές εξιστορήσεις η στρατηγική της αφήγησης είναι πρωθύστερη, ενώ σε
άλλες περιπτώσεις η συζήτηση για το «φαινόμενο Καραμανλή» επικεντρώνεται/ξεκινάει από
τη θητεία του στο υπουργείο Δημοσίων Εργων
στην κυβέρνηση Αλ. Παπάγου. Λανθάνουν της
προσοχής πολύ σημαντικά στοιχεία: α) ότι τον
καιρό που ήταν υπουργός Κοινωνικής Πρόνοιας
ταξίδευσε συνεχώς περιοδεύοντας στην επικράτεια για να γνωρίσει από κοντά τις πληττόμενες
περιοχές, β) ότι άρχισε να διαμορφώνεται η εικόνα ενός αποφασιστικού, ταχύτατου στη λήψη
των αποφάσεων και αποτελεσματικού πολιτικού,
γ) ότι δοκιμάστηκε εμπράκτως το σύγχρονο μοντέλο διακυβέρνησης (επιτελική λειτουργία του
κράτους, συντονισμός υπουργείων, ταχύτητα
στη λήψη μέτρων, αύξηση αρμοδιοτήτων των
υπουργών, αποκέντρωση, μετατάξεις υπαλλήλων,
προσλήψεις εξειδικευμένου προσωπικού) και δ)
ότι ήταν από τις πρώτες απόπειρες δημιουργίας ενός κράτους πρόνοιας -για ριζικότητα των
μέτρων έκανε λόγο ο Τύπος της εποχής-, που
ξεπερνούσε το σύστημα πατρωνίας, ασκώντας
κοινωνική πολιτική σε μια κοινωνικά ευπαθή
ομάδα. Ανατρέχοντας ξανά στη λογοτεχνία, ο Μ.
Καραγάτσης στη νουβέλα «Νυχτερινή ιστορία»
αποτύπωσε την παραπάνω διαφορά στην ιδέα
της κοινωνικής πολιτικής ανάμεσα στην παλαιότερη και στη νεότερη γενιά17.

Μετά τον Εμφύλιο
Στις 6 Ιανουαρίου 1950 η κυβέρνηση Αλ. Διομήδη
(διαδέχτηκε τον Θ. Σοφούλη μετά το θάνατό του
στις 24 Ιουνίου 1949) παραιτήθηκε και προκήρυξε εκλογές στις 5 Μαρτίου 1950. Ο Καραμανλής
εκλέχτηκε για τέταρτη φορά βουλευτής του Λαϊκού
Κόμματος στο Νομό Σερρών. Η περίοδος 19501952 ήταν μεταβατική για το πολιτικό σύστημα
της χώρας. Τα κόμματα εξουσίας της προπολεμικής περιόδου άρχισαν να αποσυντίθεται και να
χάνουν τη νομιμοποιητική τους βάση μπροστά
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

στις προκλήσεις της νέας εποχής. Προφανής συνέπεια τα λαϊκά τους ερείσματα που χάνονταν,
αναζητώντας νέες πολιτικές εκφράσεις και νέα
πελατειακά δίκτυα προστασίας. Το Λαϊκό Κόμμα
και το Κόμμα Φιλελευθέρων συγκέντρωσαν αθροιστικά μόλις το 36% της προτίμησης του εκλογικού
σώματος στις εκλογές του 1950. Εγινε φανερό πως
μετά τη λήξη του Εμφυλίου στον Γράμμο και το Βίτσι το καλοκαίρι του 1949, τα δύο μεγάλα κόμματα
έχασαν δύο βασικά εργαλεία αναπαραγωγής τους:
τους περιορισμένους οικονομικούς πόρους που
τελούσαν μάλιστα υπό την εποπτεία της Αμερικάνικης Αποστολής και τον έλεγχο του Στρατού, ο
οποίος είχε αυτονομηθεί από την πολιτική εξουσία
ύστερα από την αρχιστρατηγία του Αλ. Παπάγου
κατά την τελευταία φάση του Εμφυλίου. Παράλληλα, αδυνατούσαν να ελέγξουν τη διαφθορά και
ξέσπασαν μεγάλα πολιτικοοικονομικά σκάνδαλα
στα οποία εμπλέκονταν πολιτικοί (σκάνδαλο του
ΟΛΠ, σκάνδαλο Χατζηπάνου).
Στις 13 Σεπτεμβρίου 1950 ο Καραμανλής ορκίστηκε υπουργός Εθνικής Αμύνης στην κυβέρνηση Σ.
Βενιζέλου, μια ακόμη απόπειρα διακυβέρνησης
έπειτα από αλλεπάλληλα κυβερνητικά σχήματα
που αδυνατούσαν να διατηρήσουν την εξουσία. Η
πολιτική αστάθεια, σε συνδυασμό με την έναρξη
του πολέμου της Κορέας στα τέλη Ιουνίου 1950,
έκανε επιτακτική την ανάγκη για μια σταθερή
κυβέρνηση. Η λύση δόθηκε με τη σύμπηξη τρικομματικής κυβέρνησης του Κόμματος Φιλελευθέρων, του Λαϊκού Κόμματος και του Δημοκρατικού
Σοσιαλιστικού Κόμματος, στην οποία ο Σ. Βενιζέλος ανέλαβε την πρωθυπουργία, ενώ οι άλλοι
δύο πολιτικοί αρχηγοί, ο Κ. Τσαλδάρης και ο Γ.
Παπανδρέου αντίστοιχα, έγιναν αντιπρόεδροι.
Η κυβέρνηση «εθνικής συγκεντρώσεως», όπως
αποκλήθηκε, συγκέντρωσε άνετη πλειοψηφία στη
Βουλή, αλλά παρ’ όλα αυτά παρέμεινε στην εξουσία μόνο πενήντα μία ημέρες. οπως αφηγείται ο
Καραμανλής, η θέση του στο υπουργείο Εθνικής
Αμύνης ήταν δυσχερής για δύο λόγους: Αφενός ο
Αλ. Παπάγος ως αρχιστράτηγος είχε εκτεταμένες
αρμοδιότητες και αφετέρου οι στρατιωτικοί μετά
τη νίκη τους στον Εμφύλιο δεν επεδείκνυαν το
δέοντα σεβασμό στην πολιτική ηγεσία18.
97

Στη διάρκεια της σύντομης θητείας του στο
υπουργείο αυτό, ο Καραμανλής επιχείρησε να
αποκαταστήσει την ιεραρχία μεταξύ πολιτικών
και στρατιωτικών. Ενα ακόμη χαρακτηριστικό της
θητείας του ήταν πως διατύπωσε με τον πλέον
επίσημο τρόπο το επιχείρημα πως η αμυντική
ικανότητα της χώρας ήταν άμεση συνάρτηση της
οικονομικής ανάκαμψης. Υπάρχει ένα σχετικό
επεισόδιο εδώ, το οποίο το αφηγείται ο ίδιος: σε
συνάντηση που είχε με μια επιτροπή Αμερικανών γερουσιαστών για τα αμυντικά θέματα της
Ελλάδας, τους ενημέρωσε και για τη γενικότερη οικονομική κατάσταση και ειδικότερα για το
καπνικό ζήτημα, το οποίο είχε και κοινωνικές
διαστάσεις. Ο Ρίτσαρντ Νίξον, μέλος της επιτροπής, ζήτησε από τον Καραμανλή η συζήτηση να
περιοριστεί αμιγώς στο στρατιωτικό-αμυντικό
σκέλος. Ο τελευταίος αντέδρασε και αντέτεινε πως
η συζήτηση για την άμυνα δεν θα μπορούσε να
είναι αποκομμένη από την οικονομική και την
κοινωνική κατάσταση της χώρας.

Δεκαετία του ’50 και
αναπτυξιακές αναζητήσεις
Στη διάρκεια του 1950, αμέσως μετά τη λήξη του
Εμφυλίου, ο Καραμανλής εξέφρασε δημοσίως τις
θέσεις του για το μετεμφυλιακό μέλλον της Ελλάδας, εστιάζοντας ιδιαίτερα στο δίπολο «πολιτική
σταθερότητα και οικονομική ανάκαμψη». Στη
συζήτηση των προγραμματικών δηλώσεων της
κυβέρνησης Σ. Βενιζέλου (8 Σεπτεμβρίου 1950) το
κεντρικό σημείο της ομιλίας του ήταν η ανάγκη
της πολιτικής σταθερότητας ως προϋπόθεσης για
την εξέλιξη της δημόσιας ζωής της χώρας. Αφού
εξέφρασε την πίστη του στις αρετές του ελληνικού
λαού -άποψη που θα την επαναλάβει πολλές φορές
τα επόμενα χρόνια ως πρωθυπουργός-, τόνισε πως
το καθήκον των πολιτικών ήταν να δημιουργήσουν συνθήκες πολιτικής σταθερότητας για να
εφαρμοστούν προγράμματα ανάπτυξης και ταυτόχρονα να ξεπεράσουν τις προσωπικές αντιδικίες
και το στείρο κομματικό ανταγωνισμό19.
Τις ίδιες αγωνίες είχε εκφράσει σε μια ακόμη κοι98

νοβουλευτική του αγόρευση λίγους μήνες νωρίτερα, στις 19 Μαΐου 1950. Το κεντρικό θέμα της
ομιλίας του ήταν το καπνικό ζήτημα (ήταν μέλος
της διακομματικής επιτροπής για τη μελέτη του
καπνικού ζητήματος), το οποίο τον απασχολούσε έντονα, μιας και ο ίδιος προερχόταν από μια
οικογένεια και από μια περιοχή όπου η καπνοκαλλιέργεια ήταν η βασική πηγή της οικονομικής
ζωής20. Ο καπνός, επιπρόσθετα, ήταν το κυρίαρχο
εθνικό εξαγωγικό προϊόν, το οποίο συντηρούσε
τους πληθυσμούς της Βόρειας Ελλάδας. Το πρόβλημα συνίστατο στη μείωση της ανταγωνιστικότητας του προϊόντος και στη συνακόλουθη αδυναμία του ελληνικού κράτους να το διαθέσει στις
αγορές του εξωτερικού. Ο Καραμανλής, ο οποίος
πάντοτε συνεκτιμούσε τις κοινωνικές διαστάσεις
της οικονομίας, προσέγγισε το πρόβλημα με έναν
καινοφανή τρόπο. Συσχέτισε το ζήτημα με τον
παρωχημένο τρόπο λειτουργίας του κράτους και
πρότεινε μια συνολικότερη αναδιάρθρωση της
γεωργικής οικονομίας, περιλαμβάνοντας και αλλαγή του ρόλου του κράτους στην παραγωγική
διαδικασία. Χρειάζονταν πολιτική σταθερότητα και
πολιτικές που θα έσπαγαν τους φαύλους κύκλους
της χρόνιας υπανάπτυξης της χώρας. Η ανάλυση
του καπνικού προβλήματος και η επισήμανση
των κοινωνικών του συνεπειών δημιούργησαν
αίσθηση. Ο Γεώργιος Ράλλης, βουλευτής του Λαϊκού Κόμματος, εκλεγμένος για πρώτη φορά στις
εκλογές του 1950, μαρτυρεί πως η ομιλία αυτή
έγινε η αφορμή για την ανάπτυξη φιλικών και
κοινωνικών σχέσεων με τον Καραμανλή21.

Πολιτικές ζυμώσεις, 1950-1952
Υστερα από τις εκλογές του 1950 ακολούθησαν οι
εκλογές του 1951 με ενισχυμένη αναλογική και
οι εκλογές του 1952 με πλειοψηφικό σύστημα.
Οι βραχύβιες κυβερνήσεις Κεντρώων πολιτικών
δυνάμεων που σχηματίστηκαν μετά τις πρώτες
μετεμφυλιακές εκλογές δεν δημιουργούσαν ένα
πλαίσιο πολιτικής σταθερότητας και το ζητούμενο ήταν ένα εκλογικό σύστημα που θα ευνοούσε
μεγάλα κόμματα και σταθερές μονοκομματικές
κυβερνήσεις. Στο μεταξύ, η ρευστότητα του ποΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Η διανομή του Σχεδίου Μάρσαλ έδινε στην αμερικανική κυβέρνηση δυνατότητα άμεσης παρέμβασης στα
εσωτερικά της Ελλάδας, αλλά έγινε και εστία σκανδάλων. Ελληνας μικροπωλητής με αμερικανικά προϊόντα
και καραγωγέας με κιβώτια βοήθειας (φωτογραφία National Geographic, Maynard Owen Williams).

Αποψη βιομηχανικών εγκαταστάσεων στην Ελευσίνα, η οποία αποτέλεσε εστία της προσπάθειας εκβιομηχάνισης.
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

99

Εικόνα από
τη Βουλή του
1946. Στα
μπροστινά
έδρανα οι
πολιτικοί
αρχηγοί
Σοφοκλής
Βενιζέλος,
Παναγιώτης
Κανελλόπουλος
και Ναπολέων
Ζέρβας.

λιτικού σκηνικού απέφερε τη δημιουργία νέων
κομμάτων που διεκδικούσαν και παραταξιακό
χαρακτήρα. Ο Νικόλαος Πλαστήρας και ο Αλέξανδρος Παπάγος ήλθαν στο προσκήνιο με την
Εθνική Προοδευτική Ενωση Κέντρου (ΕΠΕΚ)
και τον Ελληνικό Συναγερμό αντίστοιχα. Και οι
δύο ήταν στρατιωτικοί, συμβολικές προσωπικότητες του Εθνικού Διχασμού, οι οποίοι προσπάθησαν να διεμβολίσουν τις παλιές διαιρέσεις
και να ανακαινίσουν τις παρατάξεις τους με
νέους όρους και νέα μεθοδολογία. Ταυτόχρονα,
σχεδόν, με την ίδρυση του Ελληνικού Συναγερμού, τον Αύγουστο του 1951 ιδρύθηκε η
Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά (ΕΔΑ), η οποία
συσπείρωσε δυνάμεις της Αριστεράς, όπως τον
Δημοκρατικό Συναγερμό, το Σοσιαλιστικό Κόμμα του Ιωάννη Πασαλίδη, το Κόμμα Αριστερών
Φιλελευθέρων κ.ά.
Οι ζυμώσεις αυτές δεν άφησαν ανεπηρέαστο τον
Κ. Καραμανλή. Στις 16 Νοεμβρίου 1950, είκοσι
επτά από τους εξήντα δύο βουλευτές του Λαϊκού Κόμματος αποσχίστηκαν και δημιούργησαν
100

ανεξάρτητη Κοινοβουλευτική Ομάδα. Ανάμεσα
σε αυτούς ήταν ο Στέφανος Στεφανόπουλος, ο
Κ. Καραμανλής, ο Γεώργιος Ράλλης, ο Αριστείδης Πρωτοπαπαδάκης, ο Λάμπρος Ευταξίας, ο
Αριστείδης Καλαντζάκος κ.ά. Λίγες εβδομάδες
αργότερα, τον Ιανουάριο του 1951, οι βουλευτές αυτοί μαζί με το Εθνικό Ενωτικό Κόμμα του
Παναγιώτη Κανελλόπουλου δημιούργησαν έναν
ενιαίο πολιτικό φορέα, το Λαϊκό Ενωτικό Κόμμα
(ΛΕΚ) με συναρχηγούς τον Π. Κανελλόπουλο και
τον Σ. Στεφανόπουλο. Η απόφαση του Καραμανλή
να εγκαταλείψει το Λαϊκό Κόμμα και τον Κ. Τσαλδάρη δεν ελήφθη αβρόχοις ποσί. Υπάκουε στον
πολιτικό προσανατολισμό που είχε διαμορφώσει
πλέον ο Καραμανλής πως το Λαϊκό Κόμμα δεν
μπορούσε πια να ανταποκριθεί στο μεταπολεμικό
αίτημα της ανάπτυξης και πως τα προσωποπαγή
κόμματα ευθύνονταν για την πολιτική αστάθεια.
Για τον Καραμανλή τα κόμματα έπρεπε να είναι
κόμματα αρχών και να εκφράζουν τα λαϊκά αιτήματα22. Ο πολιτικός βίος του ΛΕΚ αποδείχθηκε
βραχύς, καθώς μια νέα εμβληματική φιγούρα
αναδύθηκε στο χώρο της Δεξιάς.
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Ο Ελληνικός Συναγερμός
του Παπάγου
Η παραίτηση του Αλ. Παπάγου από τη θέση του
αρχιστρατήγου, παρά τις προσπάθειες του βασιλιά
να τον μεταπείσουν, έδειξε ότι θα διεκδικούσε
ρόλο στην πολιτική. Πράγματι, στις 6 Αυγούστου
1951 ίδρυσε τον Ελληνικό Συναγερμό, ένα κόμμα
-ο Παπάγος το αποκαλούσε κίνημα- το οποίο σε
σύντομο χρονικό διάστημα υποκατέστησε το Λαϊκό Κόμμα στο χώρο της λαϊκής παράταξης (μετά
τον Πόλεμο επικράτησε ο όρος «Δεξιά») και έγινε
κόμμα εξουσίας. Στον Συναγερμό εντάχτηκαν το
ΛΕΚ και το Νέο Κόμμα του Σπυρίδωνα Μαρκεζίνη
με την de facto διάλυσή τους. Οι πρώην βουλευτές
του Λαϊκού Κόμματος μπορεί να αποτέλεσαν τον
κορμό του Συναγερμού, αλλά δεν προσδιόρισαν
αμιγώς τη φυσιογνωμία του. Ο Παπάγος έθεσε
σε λειτουργία τη διαδικασία ανασυγκρότησης της
δεξιάς παράταξης, καθώς η πολιτική γεωγραφία
του κόμματός του διευρύνθηκε με τους ενωτικούς βουλευτές του Κανελλόπουλου, με την ομάδα
του Μαρκεζίνη (Κ. Παπαγιάννης, Θ. Καψάλης,
Π. Λυκουρέζος, Π. Σιφναίος), με πολιτευτές του
Δημοκρατικού Σοσιαλιστικού Κόμματος (ΔΣΚ), με
πολιτευτές μικρότερων δεξιών κομματικών σχηματισμών και με την ανάδειξη φυσικά αρκετών
νέων πολιτικών προσώπων.
Στις εκλογές της 9ης Σεπτεμβρίου 1951 ο Ελληνικός Συναγερμός αναδείχτηκε πρώτο κόμμα με
36,5% των ψήφων, αλλά δεν πέτυχε το στόχο της
αυτοδυναμίας. Ο Παπάγος απέκλεισε τη συνεργασία με άλλες πολιτικές δυνάμεις και έτσι κράτησε το ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Δεκατέσσερις μήνες αργότερα, όμως, στις εκλογές
της 16ης Νοεμβρίου 1952, ο Ελληνικός Συναγερμός συνέτριψε τους πολιτικούς του αντιπάλους
αποσπώντας το 49,2% των ψήφων. Στο διάστημα των δύο εκλογικών αυτών αναμετρήσεων ο
Ελληνικός Συναγερμός σε μια πρώτη φάση κατάφερε να αναδειχθεί σε παραταξιακό ηγετικό
κόμμα, υποσκελίζοντας την ως τότε παραδοσιακή
πολιτική δύναμη του χώρου, και σε μια δεύτερη
φάση πέτυχε να υπερβεί τη διαιρετική τομή του
Εθνικού Διχασμού ενσωματώνοντας στην πρώην
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

αντιβενιζελική παράταξη Φιλελεύθερους πολιτικούς (Εμμανουήλ Τσουδερός, συνεργασία με Γ.
Παπανδρέου). Οι εξελίξεις αυτές αποτυπώθηκαν
και στην εκλογική βάση.
Ο Αλ. Παπάγος σχημάτισε κυβέρνηση στις 19
Νοεμβρίου 1952 και συμπεριέλαβε στην κυβέρνησή του τον Καραμανλή, στον οποίο ανέθεσε το
υπουργείο Δημοσίων Εργων. Ο τελευταίος από τον
Δεκέμβριο του 1951 ως τον Φεβρουάριο του 1952
είχε μεταβεί στις ΗΠΑ ύστερα από πρόσκληση της
αμερικάνικης κυβέρνησης και είχε τη δυνατότητα
να μελετήσει τη λειτουργία της διακυβέρνησης
των ΗΠΑ και τους τρόπους διαχείρισης ειδικότερων ζητημάτων. Στην υπουργική του εμπειρία
προστέθηκε η τεχνογνωσία που έλαβε από την
τρίμηνη παραμονή του εκεί. Μέχρι την εκ νέου
υπουργοποίησή του συνέχισε στο δημόσιο λόγο
του να αναφέρεται στις αιτίες της παθογένειας
της ελληνικής πολιτικής ζωής (ατελής οργάνωση
του δημόσιου βίου, πολιτική αστάθεια, νοοτροπία,
προσωποκεντρική πολιτική) και στις κοινωνικές
της συνέπειες: «Εντός δύο ή τριών ετών θα μεταβληθή η χώρα εις κοινωνικόν ηφαίστειον, ικανόν
να μας ανατινάξη όλους εις τον αέρα, εάν δεν
την συντάξωμεν εγκαίρως πολιτικώς»23. Στο λόγο
του, επίσης, ενσωμάτωνε πλέον παραδείγματα και
εξελίξεις των χωρών της Δυτικής Ευρώπης, γεγονός που αποδεικνύει πως η πολιτική του σκέψη
δεν ήταν ελληνοκεντρική, αλλά κινείτο σε έναν
ευρωπαϊκό ορίζοντα.
Οι επιτελείς του Παπάγου ήταν ο Σ. Μαρκεζίνης,
ο Σ. Στεφανόπουλος και ο Π. Κανελλόπουλος, οι
οποίοι ανέλαβαν τον οικονομικό τομέα, την εξωτερική πολιτική και την εθνική άμυνα αντίστοιχα.
Ο Καραμανλής δεν ανήκε στον ηγετικό πυρήνα
του κόμματος και της κυβέρνησης. Το υπουργείο
Δημοσίων Εργων, όταν ανατέθηκε στον Καραμανλή, ήταν ήσσονος σημασίας υπουργείο και
στερείτο υπηρεσιών και πιστώσεων. Οπως και
στα προηγούμενα υπουργεία, οι πρώτες ενέργειες
που έκανε ήταν να αξιολογήσει το προσωπικό, να
συγκαλέσει συνεχείς συσκέψεις για να ενημερωθεί
προφορικά και γραπτά για τα προβλήματα και,
τέλος, να δημιουργήσει ένα επιτελείο στο οποίο
101

Ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Παπάγος κατά την τελετή των εγκαινίων της Διεθνούς Εκθεσης Θεσσαλονίκης
το 1954. Δίπλα του ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, υπουργός Δημοσίων Εργων τότε. Διακρίνονται, μεταξύ
άλλων υπουργών, (από αριστερά) οι Παναγιώτης Κανελλόπουλος και Αναστάσιος Παπαληγούρας
102

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Γενική άποψη των εγκαταστάσεων των πρώτων δύο λιγνιτικών μονάδων στο Αλιβέρι το 1953.

θα βασιζόταν για την κατανομή και διεκπεραίωση του υπουργικού έργου. Υστερα, κατήρτισε
ένα πρόγραμμα και διεκδίκησε από τα οικονομικά υπουργεία, και κυρίως από το υπουργείο
Συντονισμού, κονδύλια για τη χρηματοδότηση
έργων ανάπτυξης. Στην τριετή του θητεία από το
1952 ως το 1955 έγιναν έργα που αφορούσαν τις
υποδομές της χώρας, όπως στο συγκοινωνιακό
τομέα (εθνικές και επαρχιακές οδοί), έργα για το
οξύτατο πρόβλημα της υδροδότησης της Αθήνας,
εγγειοβελτιωτικά και αρδευτικά έργα (π.χ. φράγμα
Αξιού, φράγμα Αλιάκμονος κ.λπ.), έργα στα λιμάνια
και τα αεροδρόμια, αναπλάσεις στα μεγάλα αστικά
κέντρα24. Ως υπουργός ανέλαβε την ανοικοδόμηση των σεισμόπληκτων νησιών του Ιονίου ύστερα
από τον καταστροφικό σεισμό του 1953.
Βασική του μέριμνα αποτέλεσε η προώθηση του
τουρισμού με την ανέγερση σειράς σύγχρονων
ξενοδοχειακών μονάδων. Το κύριο χαρακτηριστικό
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

της τουριστικής πολιτικής, η οποία έκτοτε αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους πλουτοπαραγωγικούς τομείς του ελληνικού κράτους, ήταν
η σύνδεσή της με το πολιτιστικό παρελθόν της
Ελλάδας. Η επιλογή αυτή ευνόησε την προαγωγή
της αρχαιολογικής έρευνας, τη δημιουργία νέων
μουσείων και την αναμόρφωση των υπαρχόντων,
τον εξωραϊσμό αρχαιολογικών χώρων και μνημείων και τη δημιουργία πολιτιστικών θεσμών, όπως
το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου. Σε αυτό το
πλαίσιο εντάχθηκε ο εξωραϊσμός της περιοχής
γύρω από την Ακρόπολη, η οποία ανατέθηκε στον
καθηγητή Δημήτρη Πικιώνη.
Η θητεία του Καραμανλή στο υπουργείο Δημοσίων Εργων συνδυάστηκε από τις πολλές περιοδείες
που έκανε στην επικράτεια για την επίβλεψη των
έργων. Οι πολλές θετικές αναφορές και οι φωτογραφίες στον Τύπο τον έκαναν ιδιαίτερα γνωστό
στην κοινή γνώμη με αποτέλεσμα να αποκτήσει
103

Η πρώτη
επίσκεψη του
Κωνσταντίνου
Καραμανλή ως
πρωθυπουργού
στη
Θεσσαλονίκη
(Οκτώβριος
1955) επ’
ευκαιρία των
εορτασμών της
απελευθέρωσης
της πόλης και
της επετείου
της 28ης
Οκτωβρίου
1940.

πανελλήνια αναγνωρισιμότητα και να συγκαταλέγεται στα πιο προβεβλημένα και ικανά πολιτικά
στελέχη της κυβέρνησης Αλ. Παπάγου. Σε αντίθεση, επίσης, με τους επιτελείς του Παπάγου δεν
εισέπραξε τη φθορά της κυβερνητικής διαχείρισης,
διαμορφώνοντας κατά συνέπεια την εικόνα ενός
νέου και άφθαρτου πολιτικού.

Πολιτική κρίση, 1954-1956
Την άνοιξη του 1954 η κυβέρνηση του Συναγερμού υπέστη δύο σοβαρά πλήγματα: Το πρώτο ήταν
η αιφνιδιαστική παραίτηση του Μαρκεζίνη από
την κυβέρνηση και το δεύτερο η διεθνοποίηση
του κυπριακού ζητήματος, το οποίο έκτοτε έγινε
το μείζον διακύβευμα της ελληνικής πολιτικής.
Η οριστική ρήξη του Μαρκεζίνη με τον Παπάγο
ολοκληρώθηκε τον Νοέμβριο του 1954, όταν ο
πρώτος μαζί με είκοσι δύο ακόμη βουλευτές αποχώρησε από τον Ελληνικό Συναγερμό ιδρύοντας
(3 Φεβρουαρίου 1955) το Κόμμα Προοδευτικών.
104

Υπό την επίδραση αυτών των εξελίξεων, ο Καραμανλής εξέθεσε σε επιστολή τις απόψεις του
στον πρωθυπουργό για τη μελλοντική πορεία της
κυβέρνησης και του κόμματος: επέκρινε την οικονομική πολιτική που εφάρμοσε ο Μαρκεζίνης,
γιατί δόθηκε η εντύπωση στην κοινή γνώμη πως
εξυπηρετήθηκαν τα μεγάλα συμφέροντα και γιατί
καλλιεργήθηκαν αβάσιμες ελπίδες. Πρότεινε, επομένως, να γίνει ένας ευρύς ανασχηματισμός και
να εφαρμοστεί ένα νέο κυβερνητικό πρόγραμμα
που θα έδινε προτεραιότητα στη γεωργία και τις
επενδύσεις25.
Στις 4 Οκτωβρίου 1955 ο Αλ. Παπάγος απεβίωσε
έπειτα από πολύμηνη ασθένεια και την επόμενη μέρα ο βασιλιάς Παύλος ανέθεσε την εντολή
σχηματισμού κυβέρνησης στον Καραμανλή. Η
επιλογή αυτή δεν ήταν αναμενόμενη και προκάλεσε αρκετή συζήτηση, καθώς για τη διαδοχή
έριζαν οι δύο αντιπρόεδροι της κυβέρνησης, ο
Στεφανόπουλος και ο Κανελλόπουλος. Η απόφαση
του βασιλιά να παρέμβει υπέρ του Καραμανλή και
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Ο Κωνσταντίνος
Καραμανλής στα
Ηνωμένα Εθνη, στις
12 Νοεμβρίου 1956,
ημέρα έναρξης της
συζήτησης για το
Κυπριακό. Δίπλα
στον πρωθυπουργό, ο
υπουργός Εξωτερικών
Ευάγγελος Αβέρωφ,
στραμμένος προς
τον Γιώργο Σεφέρη,
διευθυντή τότε της Β’
Πολιτικής Διεύθυνσης
του υπουργείου
Εξωτερικών.

να ανατρέψει την πολιτική ιεραρχία στο εσωτερικό
του Ελληνικού Συναγερμού υπαγορεύτηκε από
την ατμόσφαιρα της πολιτικής κρίσης που είχε
εισέλθει η χώρα από το 1954. Η κρίση αυτή άγγιζε
διάφορους τομείς του ελληνικού μεταπολεμικού
μοντέλου πολιτικής και οικονομικής ανάπτυξης:
ενδοκυβερνητικές αντιδικίες, κατακερματισμός
στον κεντρώο χώρο, διεθνοποίηση Κυπριακού,
ένταση αλυτρωτισμού και αντιδυτικισμού (και
αντιαμερικανισμού), διώξεις της ελληνορθόδοξης
κοινότητας της Κωνσταντινούπολης τον Σεπτέμβριο του 1955, κλυδωνισμοί από την υποτίμηση
του εθνικού νομίσματος το 1953 και οικονομική
αβεβαιότητα. Ο Παπάγος λίγο πριν από το θάνατό
του όρισε ως διάδοχό του τον Στεφανόπουλο, ο
οποίος όμως ως υπουργός Εξωτερικών χρεωνόταν τον ανεπιτυχή χειρισμό του Κυπριακού το
1954-1955, στοιχείο που, όπως φάνηκε, έπαιξε
καταλυτικό ρόλο στη στάση του βασιλιά.
Ο Καραμανλής σε συνεδρίαση του Υπουργικού
Συμβουλίου τον Σεπτέμβριο του 1955 είχε επιΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

κρίνει την κυβερνητική πολιτική να επιδιώξει
άμεσα την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα τη
στιγμή που η Αγγλία και οι ΗΠΑ ήταν αντίθετες
στο αίτημα αυτοδιάθεσης των Ελληνοκυπρίων
και είχε προτείνει μια ήπια πολιτική, δηλαδή ένα
καθεστώς αυτοκυβέρνησης της Κύπρου υπό βρετανική κυριαρχία. Η πολιτική αυτή ήταν πιο κοντά
στις αντιλήψεις των ΗΠΑ. Οι Αμερικάνοι είχαν
εκτιμήσει επιπλέον τις διοικητικές ικανότητες
και τις μεταρρυθμιστικές θέσεις του Καραμανλή.
Η θετική εικόνα που είχαν για αυτόν δεν αποδεικνύει κατ’ ανάγκην ότι ενεπλάκησαν στην άνοδό
του στην πρωθυπουργία. Στην πραγματικότητα
συνέβη το αντίθετο.
Ο βασιλιάς αναζητούσε ένα πρόσωπο που θα
μπορούσε να διαμορφώσει συνθήκες πολιτικής
και κυβερνητικής σταθερότητας αφενός και να
προωθήσει ένα πρόγραμμα οικονομικής ανάπτυξης αφετέρου. Φαίνεται πως ο βασιλιάς εκτιμούσε
ότι ούτε ο Στεφανόπουλος ούτε ο Κανελλόπουλος
είχαν τις παραπάνω ιδιότητες. Από την άλλη, ο
105

Μαρκεζίνης είχε αποχωρήσει από τον Συναγερμό,
ενώ στο χώρο του Κέντρου γινόντουσαν συνεχείς
ανακατατάξεις. Μια τέτοια επιλογή, όμως, θα είχε
τεράστιο ρίσκο, καθώς θα επιδείνωνε μάλλον την
πολιτική κρίση παρά θα την περιόριζε. Εξάλλου,
την εποχή εκείνη ο Καραμανλής είχε αποκτήσει
μια πανελλήνια απήχηση για την ικανότητά του
στην παραγωγή έργου και συνάμα είχε ήδη εκφράσει τις προτιμήσεις του για το οικονομικό και
κοινωνικό μοντέλο ανάπτυξης που όφειλε να ακολουθήσει η χώρα. Στις 6 και 7 Οκτωβρίου 1955,
έπειτα από κρίσιμες συσκέψεις, η Κοινοβουλευτική
Ομάδα του Συναγερμού επικύρωσε τη βασιλική
προτίμηση για σχηματισμό νέας κυβέρνησης από
τον Καραμανλή. Σημαντικό ρόλο σε αυτό έπαιξε η
υποστήριξη τόσο του Κανελλόπουλου όσο και του
Τσουδερού. Στον αντίποδα, ο έτερος αντιπρόεδρος,
ο Στεφανόπουλος, εξέφρασε την αντίθεσή του με
οξύτητα, διακόπτοντας ταυτόχρονα οποιαδήποτε
σχέση για μελλοντική συνεργασία με τον Καραμανλή. Στις 12 Οκτωβρίου 1955 ψηφίστηκαν στη
Βουλή οι προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης Καραμανλή. Ο Στεφανόπουλος απείχε της
ψηφοφορίας.
Η εξέλιξη αυτή ήταν το πρώτο βήμα για την έξοδο
από την πολιτική κρίση. Σε αυτή τη φάση ο Καραμανλής είχε να διαχειριστεί το Κυπριακό και,
ταυτόχρονα, την κριτική στο εσωτερικό ότι δεν
είχε τη λαϊκή νομιμοποίηση. Το ορόσημο για το
τέλος της κρίσης και την καθιέρωση του Καραμανλή ως πολιτικού ηγέτη πρέπει να αναζητηθεί
στις εκλογές του 1956. Στο μεσοδιάστημα, ο Καραμανλής, αφού μίλησε για την αναμόρφωση της
πολιτικής ζωής και την ανάγκη ριζικών αλλαγών
για την επίτευξη της ευημερίας, εξήγγειλε και τα
πρώτα οικονομικά και κοινωνικά μέτρα. Ενα από
τα σημαντικότερα μέτρα κοινωνικής πολιτικής
ήταν το νομοσχέδιο κοινωνικής ασφάλισης τον
Δεκέμβριο του 1955, το οποίο καθιέρωνε την ιατροφαρμακευτική και νοσοκομειακή περίθαλψη
των αγροτών. Παρ’ όλα αυτά ο Καραμανλής, αν
ήθελε να θωρακίσει τη θέση του στο νέο πολιτικό σκηνικό, όφειλε να αναζητήσει ένα μέσο λαϊκής νομιμοποίησης. Και το πιο αποτελεσματικό
και αναμφισβήτητο μέσο είναι οι εκλογές. Αφού
106

εισήγαγε, λοιπόν, ένα νέο εκλογικό σύστημα, το
λεγόμενο τριφασικό, προκήρυξε εκλογές για τις
19 Φεβρουαρίου 1956.

Η νέα Κεντροδεξιά
Πρωτύτερα, ωστόσο, προέβη σε μια κίνηση που
εμπεριείχε αρκετό ρίσκο. Αντί να ηγηθεί του Ελληνικού Συναγερμού, προτίμησε να ιδρύσει ένα νέο
κόμμα και να διεκδικήσει με αυτό την εκλογική
νίκη. Στις 4 Ιανουαρίου 1956, στις 9:15 μ.μ, ανήγγειλε τη δημιουργία της Εθνικής Ριζοσπαστικής
Ενωσης (ΕΡΕ). Απαντώντας στις ερωτήσεις των
δημοσιογράφων για την επωνυμία του νέου κόμματος, είπε πως αυτή υποδήλωνε τις ιδεολογικές
του συνισταμένες: «Εθνική» για την αντίθεσή του
προς τον κομμουνισμό, «Ριζοσπαστική» για τις
προοδευτικές θέσεις και «Ενωση» για τη συνύπαρξη πολιτικών ανεξάρτητα από την προηγούμενη
κομματική τους τοποθέτηση.
Η ιδρυτική διακήρυξη της ΕΡΕ, η οποία δόθηκε στη δημοσιότητα την ίδια μέρα, αποτέλεσε το
κατεξοχήν ιδεολογικό της μανιφέστο. Καταρχάς,
πρέπει να ειπωθεί πως δεν εξέφρασε μόνο τις
ιδεολογικές προτιμήσεις του αρχηγού της, αλλά
όλων των πολιτικών που συνέτρεξαν τον Καραμανλή στην προσπάθειά του, αναγνωρίζοντάς τον
ως ηγέτη τους. Επρόκειτο για την προβολή και
την άνοδο της ριζοσπαστικής τάσης του ελληνικού φιλελευθερισμού. Βεβαίως, τις δεκαετίες του
’50 και του ’60 δύσκολα η πολιτική αυτή ομάδα
αυτοπροσδιοριζόταν ως «ριζοσπάστες φιλελεύθεροι», γιατί παραδοσιακά ο φιλελευθερισμός στην
Ελλάδα ταυτιζόταν με το βενιζελισμό. Ο όρος θα
καθιερωθεί στα τέλη της δεκαετίας του ’70, όταν η
ταύτιση αυτή θα έχει πλέον σημαντικά αμβλυνθεί.
Μια ακόμη παράμετρος είναι η αποφυγή του όρου
«Δεξιά», αλλά και του όρου «συντηρητικός», έννοιες εξ ορισμού ελαστικές και πολύσημες, καθώς
θεωρούνταν πως περισσότερο παραπλανούσαν
παρά μπορούσαν να αποδώσουν με ακρίβεια την
ιδεολογική φυσιογνωμία της ΕΡΕ.
Κατά κανόνα, πάντως, η ΕΡΕ μιλούσε με πολιτιΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

κούς όρους και όχι με ιδεολογικούς ή δογματικούς.
Αναλυτικότερα, ως προς αυτό, η ιδρυτική της διακήρυξη, στη συγγραφή της οποίας πρωτεύοντα
ρόλο είχε ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, πρόταξε έννοιες, όπως «νέα γενεά», «αλλαγή», «κοινωνική
δικαιοσύνη», «πρόοδος»26. Στον πολιτικό λόγο της
ΕΡΕ συναντάται, επίσης, ο όρος «ειρηνική επανάσταση», όρος που μεταχειρίστηκε προπολεμικά
τόσο ο Γεώργιος Θεοτοκάς όσο και ο Π. Κανελλόπουλος, αργότερα χρησιμοποιήθηκε και από τον
Ελληνικό Συναγερμό, ενώ και ο Μιλτιάδης Εβερτ,

ως αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας τη δεκαετία
του ’90, τον επικαλέστηκε στην προσπάθειά του να
αποδώσει το ρόλο του κόμματός του στην πολιτική
της μεταψυχροπολεμικής εποχής.
Ολο αυτό το corpus των εννοιών ήταν το αποτέλεσμα των αναζητήσεων προγενέστερων πολιτικών δυνάμεων ήδη από τη δεκαετία του ’30,
οι οποίες όμως δεν κατάφεραν να εξελιχθούν σε
πλειοψηφικά ρεύματα. Χαρακτηριστική περίπτωση
εδώ είναι το Εθνικό Ενωτικό Κόμμα (ΕΕΚ) του Π.

Αφίσα της Εθνικής
Ριζοσπαστικής
Ενωσης (ΕΡΕ), του
κόμματος που ίδρυσε
ο Κωνσταντίνος
Καραμανλής στις 4
Ιανουαρίου 1956, η
οποία αντιπαραθέτει
την πολιτική του
κόμματος προς
αυτήν του ΕΑΜ.
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

107

Κανελλόπουλου. Οι ιδεολογικές συγγένειες είναι
εμφανείς. Η μεγάλη διαφορά είναι ότι η ΕΡΕ απέκτησε ισχυρά ερείσματα στην κοινωνία και ότι
είχε τη δυνατότητα να επιβάλει το πρόγραμμά της
σε καθεστώς πολιτικής σταθερότητας. Οπως είχε
διακηρύξει και το ΕΕΚ τον Δεκέμβριο του 1935, η
ΕΡΕ πρόβαλε τον εθνικό της χαρακτήρα και ζήτησε την άρση του νοσηρού κλίματος του Εθνικού
Διχασμού. Η έννοια του Εθνους ήταν κομβική
στην ιδεολογική ταυτότητα της ΕΡΕ: υποδήλωνε
την εθνική συνείδηση από τη μία και την αντίθεση στον κομμουνισμό από την άλλη. Η ιδέα του
Εθνους ερμηνευόταν στο πολιτισμικό υπόστρωμα
του ριζοσπαστικού φιλελευθερισμού κυρίως ως
μέσο οργανικής ομοιογένειας του έθνους, με εξω-

στρεφή όμως χαρακτηριστικά, και όχι ως εργαλείο
μυστικιστικού μεγαλοϊδεατικού εθνικισμού27.
Από την άλλη, όχι τυχαία, η ιδρυτική διακήρυξη
της ΕΡΕ ξεκινούσε με την καταγγελία της φατριαστικής κουλτούρας της ελληνικής πολιτικής. Η
άρση του Εθνικού Διχασμού διατυπώθηκε για
πρώτη φορά από το ΕΕΚ του Π. Κανελλόπουλου.
Ο Παπάγος είχε κάνει το ίδιο και η ΕΡΕ τώρα
συνέχιζε στον ίδιο δρόμο. Με τα όσα έχουν ειπωθεί παραπάνω για την πολιτική φιλοσοφία
του Καραμανλή ήταν μάλλον αναμενόμενο ότι η
ατελής οργάνωση του δημόσιου βίου θα ήταν το
πρώτο θέμα. Για την ΕΡΕ η πηγή του κακού ήταν
το πολιτικό πρόβλημα της χώρας (φατριασμός,

Πομπή αυτοκινήτων κατά την τελετή υποδοχής του εκατομμυριοστού τόνου εφοδίων για την
Ελλάδα, του Σχεδίου Μάρσαλ (φωτογραφία Ηνωμένων Φωτορεπόρτερ, Συλλογή Ν. Ε. Τόλη).
108

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

πολιτικά πάθη, πελατειακά δίκτυα, δυσπιστία
προς το κράτος, μειωμένη αίσθηση του δημοσίου συμφέροντος). Η φτώχεια του ελληνικού λαού
δεν οφειλόταν στον ίδιο. Το αντίθετο συνέβαινε: ο λαός είχε τη δυνατότητα και την ικανότητα
να προοδεύσει, αρκεί να τον καθοδηγούσε μια
πολιτική ηγεσία που θα κινείτο σε ένα καλύτερα
οργανωμένο δημοκρατικό περιβάλλον. Η βάση
της νομιμοποίησης για την ΕΡΕ ήταν η εθνική
επιβίωση στο καθεστώς του Ψυχρού Πολέμου
και η ευημερία. Η ευημερία ήταν ένα μετρήσιμο
μέγεθος που συνίστατο στην αύξηση του εθνικού
εισοδήματος και στην εφαρμογή πολιτικών κοινωνικού χαρακτήρα28.
Στη Δύση η ευημερία παρέπεμπε στο κράτος
Πρόνοιας (welfare state). Οι αρχές της πολιτικής
της ΕΡΕ ήταν η ελεύθερη οικονομία, η ιδιωτική
πρωτοβουλία και ένα παρεμβατικό αναπτυξιακό
κράτος που θα δημιουργούσε το κατάλληλο περιβάλλον για ξένες επενδύσεις και για απελευθέρωση των εγχώριων παραγωγικών δυνάμεων.
Οι αρχές αυτές, σε συνδυασμό με τις αξίες του
έθνους, της δημοκρατίας, της ελευθερίας και της
κοινωνικής δικαιοσύνης, παραπέμπουν στο μεταπολεμικό ευρωπαϊκό μοντέλο ανάπτυξης και
στα κεντροδεξιά-χριστιανοδημοκρατικά κόμματα
της Δυτικής Ευρώπης. Παρά τις δεδομένες διαφορές της Ελλάδας από τα δυτικοευρωπαϊκά κράτη,
η ΕΡΕ εισήγαγε το οικονομικό μοντέλο από το
εξωτερικό. Επιπρόσθετα, η Ελλάδα δεν παράγει
πολιτικές ιδεολογίες. Αρα, είναι εύλογο να μιλήσει
κανείς για τις ιδεολογικές και πολιτικές συγγένειες
της ΕΡΕ με τα αντίστοιχα κόμματα της Δύσης.
Μπορεί να ειπωθεί πως ο ριζοσπαστισμός της
ΕΡΕ ήταν η ελληνική εκδοχή του μεταπολεμικού
φιλελευθερισμού.
Η ΕΡΕ μπορεί να ήταν η κομματική συνέχεια του
Συναγερμού, αλλά το πολιτικό της επιτελείο ήταν
συντριπτικά διαφορετικό. Ηταν μια σύνθεση πολιτικών προσώπων που προέρχονταν από διαφορετικά πολιτικά περιβάλλοντα του φιλελεύθερου
χώρου, τα οποία συνέκλιναν στην αποδοχή της
ριζοσπαστικής ατζέντας, η οποία είχε ήδη αποκρυσταλλωθεί. Ο πυρήνας βέβαια της ΕΡΕ ήταν
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Ο υπουργός Εσωτερικών Δημήτριος Μακρής
καταθέτει στη Βουλή τον εκλογικό νόμο. Ο Πρόεδρος
της Βουλής Κωνσταντίνος Ροδόπουλος τον
παραλαμβάνει. Ο τελευταίος ανήκε στον πυρήνα της
ΕΡΕ και εξέφραζε ακραίες αντικομμουνιστικές θέσεις.

οι βουλευτές και οι πολιτευτές του Συναγερμού,
οι οποίοι με ελάχιστες εξαιρέσεις εντάχθηκαν στο
νέο κόμμα και από τους οποίους πολλοί εξέφραζαν
συντηρητικές ή/και ακραίες αντικομμουνιστικές
θέσεις (π.χ. ο Κωνσταντίνος Ροδόπουλος). Πρωταρχικό ρόλο σε αυτό έπαιξε για ακόμη μια φορά
ο Κανελλόπουλος, ο οποίος υποστήριξε την ΕΡΕ
και ζήτησε από τους βουλευτές του Συναγερμού
να πράξουν το ίδιο. Ο Καραμανλής, όμως, συνέχισε με πιο αποφασιστικό τρόπο αυτό που είχε
ξεκινήσει ο Παπάγος, καθώς ανέθεσε σημαντικούς
ρόλους σε πολιτικούς που προέρχονταν από τη
βενιζελική παράταξη. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν
ο Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας, ο Κ. Τσάτσος, ο
οποίος αργότερα εντάχτηκε στο ΕΕΚ του Κανελλόπουλου, ο Γρηγόρης Κασιμάτης, ο Δημήτρης
Μακρής, ο Αύγουστος Θεολογίτης. Πλάι σε αυτούς
109

βρέθηκαν επιφανείς πολιτικοί του αντιβενιζελικού
χώρου, όπως ο Γεώργιος Ράλλης, ο Αριστείδης
Πρωτοπαπαδάκης, ο Δημήτρης Χέλμης, ο Σπύρος
Θεοτόκης, ο Λάμπρος Ευταξίας, ο Κωνσταντίνος
Παπακωνσταντίνου. Μια ακόμη μεγάλη κατηγορία στενών συνεργατών του Καραμανλή ήταν
οι «ενωτικοί» του Π. Κανελλόπουλου: ο Παναγής
Παπαληγούρας, ο Κωνσταντίνος Καλλίας, ο Δημήτριος Γαλάνης, ο Αχιλλέας Γεροκωστόπουλος, ο
Αθανάσιος Μίχας. Ο Π. Κανελλόπουλος, ο οποίος
μετά το 1959 εντάχτηκε οριστικά στην ΕΡΕ και
έγινε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, είχε έναν
ιδιαίτερο και αυτόνομο ρόλο. Στους επιτελείς της
ΕΡΕ συναντά κανείς τον Λεωνίδα Δερτιλή και
τον Λεωνίδα Μπουρνιά, αμφότεροι προέρχονταν
από το Δημοκρατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα. Ξεχωριστές περιπτώσεις ήταν ο Ξενοφών Ζολώτας και
ο Γιάγκος Πεσμαζόγλου. Ο πρώτος, που στη σχετική αντιπαράθεση με τον Κυριάκο Βαρβαρέσο
υπερασπίστηκε την εκβιομηχάνιση, ανέλαβε την
Τράπεζα της Ελλάδος και ο δεύτερος τις διαπραγματεύσεις για τη Σύνδεση της Ελλάδας με την
Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα.

Εκλογικές νίκες, 1956-1963
Ο Καραμανλής πολιτεύτηκε με το σύνθημα της
«νέας γενεάς». Εκτός από την ομάδα των επιτελών
του, ανάλογη ανανέωση πραγματοποιήθηκε και
στο πολιτικό προσωπικό του κόμματός του. Στην
κατάρτιση των εκλογικών συνδυασμών για τις
εκλογές του 1956 από τους 299 υποψηφίους της
ΕΡΕ, μόνο οι 171 ήταν υποψήφιοι και του Συναγερμού στις προηγούμενες εκλογές, ενώ από τους
υπόλοιπους 128 η πλειονότητα πολιτευόταν για
πρώτη φορά. Το αποτέλεσμα ήταν πως οι 39 από
τους 165 βουλευτές που εξέλεξε η ΕΡΕ εκλέγονταν
για πρώτη φορά. Στις εκλογές της 19ης Φεβρουαρίου 1956 η ΕΡΕ αντιμετώπισε το σύνολο σχεδόν
των κομμάτων της αντιπολίτευσης, τα οποία δημιούργησαν συνασπισμό με τον τίτλο Δημοκρατική Ενωση. Η ΕΡΕ, αν και μειοψήφησε (47,4%
έναντι 48,1%), εξασφάλισε άνετη κοινοβουλευτική
αυτοδυναμία, επωφελούμενη και από την ψήφο
του στρατού και των δημοσίων υπαλλήλων. Στις
110

εκλογές του 1956 η ΕΡΕ διατήρησε την εκλογική
επιρροή που είχε διαμορφώσει ο Συναγερμός στις
εκλογές του 1952 και ο Καραμανλής αναδείχτηκε
στον παραταξιακό ηγέτη της νέας Κεντροδεξιάς.
Οι επόμενες εκλογές (11 Μαΐου 1958) έγιναν πρόωρα ύστερα από την εσωκομματική κρίση της ΕΡΕ
που προκάλεσε την αποχώρηση των υπουργών Γ.
Ράλλη και Π. Παπαληγούρα και δεκατριών ακόμη
βουλευτών. Παρ’ όλα αυτά, η ΕΡΕ διατήρησε τις
δυνάμεις της και εξασφάλισε για δεύτερη φορά
άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία με 171 έδρες.
Η ανάδειξη, όμως, της ΕΔΑ σε αξιωματική αντιπολίτευση με 79 έδρες και ο καταποντισμός του
Κόμματος Φιλελευθέρων πόλωσαν το πολιτικό
σκηνικό, δοκιμάζοντας τις αντοχές της μετεμφυλιακής Δημοκρατίας.
Οι εκλογές της 29ης Οκτωβρίου 1961 έγιναν σε
κλίμα ανησυχίας για τη θέση που θα καταλάμβανε
η ΕΔΑ. Μια νέα εξέλιξη στην «εθνικόφρονα» παράταξη ήταν η δημιουργία της Ενωσης Κέντρου
υπό τον Γ. Παπανδρέου (19 Σεπτεμβρίου 1961),
που ήταν στην ουσία ένας συνασπισμός όλων
των πολιτικών δυνάμεων εκτός της ΕΡΕ και της
ΕΔΑ σε ενιαίο εκλογικό φορέα. Η ΕΡΕ πέτυχε την
τρίτη συνεχόμενη εκλογική της νίκη με 50,8% και
176 έδρες. Οι καταγγελίες, ωστόσο, των κομμάτων
της αντιπολίτευσης για βία και νοθεία με πρωτοφανή παρέμβαση του Στρατού και των Σωμάτων
Ασφαλείας αμαύρωσαν τα αποτελέσματα και μείωσαν «ηθικά» τη νίκη της ΕΡΕ. Ο Γ. Παπανδρέου
αμφισβήτησε το εκλογικό αποτέλεσμα και κήρυξε
τον «ανένδοτο αγώνα» κατά της ΕΡΕ.

Δημοκρατία και
φιλελεύθερη οικονομία
Με τη λήξη του Εμφυλίου το 1949 κρίθηκε το δημοκρατικό πολίτευμα και το οικονομικό καθεστώς
της χώρας. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’50
ξεκίνησε μια διαδικασία σταδιακής ενσωμάτωσης
-οικονομικής, θεσμικής και πολιτισμικής- στο δυτικό σύστημα. Το εγχώριο μοντέλο οικονομικής και
κοινωνικής ανάπτυξης που τελικά εφαρμόστηκε
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Επέκταση του δικτύου
της ΔΕΗ στην ύπαιθρο.
Κτίσματα Ηπείρου το 1959.
Ο εξηλεκτρισμός της χώρας
αποτελούσε αναγκαία
προϋπόθεση για την
εκβιομηχάνιση της χώρας.

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

111

το κοινωνικό μέλλον της χώρας είχαν παραμείνει
αμετάβλητες από την εποχή της Σοσιαλιστικής
Ενωσης ως τη στιγμή που ανέλαβε τη διακυβέρνηση. Γενικότερα, οι κυβερνητικές πολιτικές δυνάμεις
της μετεμφυλιακής περιόδου συναινούσαν στην
εφαρμογή του παραπάνω μοντέλου και κινήθηκαν
στην ίδια κατεύθυνση, άλλοτε με καθυστερήσεις
κι άλλοτε με επιταχύνσεις. Αντιλαμβάνονταν πως
η πρόκληση για τη χώρα ήταν να σπάσουν τους
φαύλους κύκλους που την καθήλωναν στην υπανάπτυξη. Το πρόβλημα, το οποίο δεν ήταν αμιγώς
ελληνικό, αλλά είχε και ευρωπαϊκή εμβέλεια, ήταν
πως η βιωσιμότητα της Δημοκρατίας εξαρτιόταν
από τα μακρο-οικονομικά δεδομένα (ανάπτυξη,
απασχόληση) και από το κοινωνικό συμβόλαιο
(κράτος πρόνοιας, καταναλωτισμός).

Διαφημιστική καταχώριση της ΔΕΗ
για την έκδοση ομολογιακού δανείου με
επιτόκιο 7% και ρήτρα δολαρίου.

αντλούσε επιρροές από το συναινετικό ευρωπαϊκό
μοντέλο, το οποίο προέτασσε την εκβιομηχάνιση
ακόμη και σε χώρες με ευρύ γεωργικό τομέα. Η
υποδοχή των διεθνών τάσεων αποκρυσταλλώθηκε στη γενικότερη αντίληψη πως η χώρα έπρεπε
να βασιστεί στις δικές της πλουτοπαραγωγικές
δυνάμεις. Τα κλειδιά-άξονες του μοντέλου αυτού
ήταν εκβιομηχάνιση, εξηλεκτρισμός, κρατικός
παρεμβατισμός, επιχειρηματικότητα, εξωστρέφεια. Την πολιτική αυτή ασπάστηκαν οι επιφανείς
οικονομολόγοι Ξενοφών Ζολώτας και Αγγελος
Αγγελόπουλος.
Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Κ. Τσάτσου, οι
απόψεις του Καραμανλή για το οικονομικό και
112

Η αγωνία γινόταν ακόμη πιο επιτακτική στο ανταγωνιστικό περιβάλλον του Ψυχρού Πολέμου. Η
ελληνική ιδιαιτερότητα συνίστατο στο ότι η χώρα
είχε ήδη βιώσει με τον Εμφύλιο την οξύτητα της
ψυχροπολεμικής σύγκρουσης και στο ότι έμπαινε στην πολιτική της ανάπτυξης εκκινώντας από
καθεστώς φτώχειας. Το μέσο για να βγει η χώρα
από το καθεστώς αυτό ήταν οι μεταρρυθμίσεις. Οι
μεταρρυθμίσεις, οι οποίες δεν αφορούσαν μόνο την
Ελλάδα, ήταν το εργαλείο με το οποίο θα γίνονταν
οι συγκρούσεις με τις καθεστηκυίες δομές και νοοτροπίες και θα διαμορφώνονταν οι νέοι όροι.

Η πορεία προς την ανάπτυξη
Το σημείο-τομή για την οικονομική πολιτική ήταν
η νομισματική μεταρρύθμιση της 9ης Απριλίου
1953, την οποία οργάνωσε ο Σ. Μαρκεζίνης ως
υπουργός Συντονισμού της κυβέρνησης Αλ. Παπάγου. Είχε προηγηθεί, βέβαια, η προετοιμασία
του εδάφους (νομισματική σταθερότητα) από τις
κυβερνήσεις των ετών 1950-1952. Η μεταρρύθμιση αυτή αποκατέστησε την εμπιστοσύνη του
λαού προς τη δραχμή, με συνέπεια την αύξηση
των αποταμιεύσεων. Η πολιτική αυτή στόχευε
στην αλλαγή της φυσιογνωμίας του κρατικού παρεμβατισμού: Το κράτος έπρεπε να σταματήσει
να διαχειρίζεται τις ελλείψεις και να ευνοεί τις
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

παραγωγικές πρωτοβουλίες. Η μετάβαση αυτή δεν
ήταν εύκολη, καθώς προσέκρουε σε κατεστημένα
συμφέροντα που ευνοούνταν από την ως τότε
κρατική συμπεριφορά.
Η οικονομική και κοινωνική φιλοσοφία του
Καραμανλή ξεκινούσε από την πίστη στην αξία
της νομισματικής σταθερότητας. Η σύμπτωση
με την αντίληψη του Ξ. Ζολώτα είναι παραπάνω
από εμφανής. Η νομισματική σταθερότητα ήταν
η βάση για την περαιτέρω πολιτική οικονομικής
ανάπτυξης. Ο Καραμανλής ήταν θερμός υποστηρικτής μιας αειφόρου ανάπτυξης που θα στηριζόταν

σε πραγματικά οικονομικά μεγέθη. Η πρόοδος
της οικονομίας θα αύξανε κατά συνέπεια τους
κοινωνικούς πόρους και θα έδινε ευκαιρίες απασχόλησης. Η κοινωνική πολιτική όμως υπάκουε
αυστηρά στις δυνατότητες της οικονομίας. Την
περίοδο 1950-1955 συμβαίνουν δύο σημαντικές
εξελίξεις: Πρώτον, η αμερικανική βοήθεια στην
Ελλάδα έφθινε συνεχώς και αναμενόταν να περιοριστεί σε αμιγώς στρατιωτική και, δεύτερον,
η βιομηχανική παραγωγή των δυτικών, αλλά και
των ανατολικών χωρών είχε αυξηθεί σημαντικά.
Οπως το έθεσε ο Καραμανλής, το βιοτικό επίπεδο
της χώρας ήταν επικίνδυνα χαμηλό και έπρεπε

Ελληνες πολίτες στέκονται μπροστά στην αφίσα του Αμερικανού στρατηγού Μάρσαλ. Η βοήθεια που
προέβλεπε το ομώνυμο σχέδιο προς την Ελλάδα άρχισε να φθίνει την περίοδο 1950-1955 και να
περιορίζεται σε αμιγώς στρατιωτική (Φωτογραφία National Geographic, Maynard Owen Williams).
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

113

να γίνουν τα εξής: Να αναπτυχθεί η Ελλάδα με
ρυθμούς εφάμιλλους με αυτούς των κρατών της
Δύσης και της Ανατολής, να στηριχθεί η χώρα στις
δικές της δυνάμεις και να επιδιωχθούν η άνοδος
του βιοτικού επιπέδου και η αύξηση της λαϊκής
κατανάλωσης29. Κεντρικά χαρακτηριστικά της
μεθοδολογίας του Καραμανλή ήταν η εκπόνηση
ρεαλιστικών προγραμμάτων και η ταχύτητα στην
αποπεράτωση των στόχων.
Μετά τις εκλογές του 1956 ο Καραμανλής κατήρτισε το οικονομικό πρόγραμμα της κυβέρνησης,
το οποίο περιελάμβανε τους ακόλουθους μακροπρόθεσμους στόχους: το διπλασιασμό του εθνικού
εισοδήματος εντός 10-12 ετών, τη δίκαια κατανο-

μή του εθνικού εισοδήματος μέσω της άσκησης
ευρείας κοινωνικής πολιτικής και, τέλος, τη σύνδεση της ελληνικής οικονομίας με την ευρωπαϊκή σε σταθερές και μόνιμες βάσεις. Ο στόχος της
ανάπτυξης ήταν η «κοινωνική ευημερία», ένας
όρος που συναντάται συχνά στο δημόσιο λόγο
της ΕΡΕ. Ο αυτοσκοπός δεν ήταν η ανάπτυξη ως
οικονομικό επίτευγμα, αλλά η διάχυση των ωφελημάτων αυτής στο κοινωνικό σύνολο. Υιοθετήθηκε, λοιπόν, ένα μοντέλο μικτής οικονομίας που
συνδύαζε τις αρχές της φιλελεύθερης οικονομίας
(ιδιωτική πρωτοβουλία, ανταγωνιστικότητα, επιχειρηματικότητα, ιδιωτικές επενδύσεις, ειδικές
συμφωνίες με το ξένο κεφάλαιο, ελευθερία των
εισαγωγών, εξαγωγές) με την αρχή του προγραμ-

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής θεμελιώνει τα μεγάλα υδροηλεκτρικά έργα του Μέγδοβα (Δεκέμβριος 1955),
συνεχίζοντας ως πρωθυπουργός το εκτεταμένο πρόγραμμα κρίσιμων για την οικονομία έργων που σχεδίασε ως
υπουργός Δημοσίων Εργων (1952-1955) και Συγκοινωνιών (1955) στην κυβέρνηση Αλέξανδρου Παπάγου.
114

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

ματισμού. Σε ένα πλαίσιο αυστηρής τήρησης της
νομισματικής σταθερότητας, οι κυβερνήσεις της
ΕΡΕ μείωσαν το έλλειμμα του Προϋπολογισμού
και με τη δημιουργία πλεονάσματος χρηματοδότησαν ένα πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων.
Εμφαση δόθηκε στην εκτέλεση του ενεργειακού
προγράμματος και στον εξηλεκτρισμό της χώρας
(Μέγδοβας, Πτολεμαΐδα, Αχελώος), αλλά και σε
ένα εκτεταμένο πρόγραμμα εγγειοβελτιωτικών
έργων (Εβρος, Αξιός, Αλιάκμονας, Κάρλα).
Οι παρεμβάσεις αυτές αποτελούσαν απαραίτητη
προϋπόθεση για την ανάπτυξη του βιομηχανικού
και του γεωργικού τομέα. Στο σημείο αυτό πρέπει
να διευκρινιστεί πως η έμφαση στην προώθηση
της εκβιομηχάνισης δεν μείωσε το ενδιαφέρον
για τον αγροτικό τομέα. Αντίθετα, τα προγράμματα της αγροτικής πολιτικής των κυβερνήσεων Κ.
Καραμανλή επιχείρησαν τολμηρές τομές για την
αύξηση της αγροτικής παραγωγής και τη βελτίωση
της ανταγωνιστικότητας του αγροτικού προϊόντος.

Εμφαση επίσης δόθηκε στο τομέα των αγροτικών
βιομηχανιών, με το κράτος να κατασκευάζει εργοστάσια γάλακτος, ζάχαρης και αζώτου. Παράλληλα,
η κυβέρνηση εστίασε στον τομέα των δημοσίων
έργων και στον τομέα των τηλεπικοινωνιών. Από
την άλλη, έγιναν έργα υποδομής στον τομέα του
τουρισμού, η συνεισφορά του οποίου στο ΑΕΠ
ήταν αξιόλογη. Ολη αυτή η δραστηριότητα αύξησε
τη ζήτηση για ένα εργατικό προσωπικό με τεχνικές
γνώσεις. Η ιστοριογραφία έχει παραμελήσει την
πτυχή αυτή, αλλά είναι γεγονός πως η ανάπτυξη
της τεχνικής εκπαίδευσης ήταν κεντρική στο κυβερνητικό πρόγραμμα της ΕΡΕ.

Οικονομικές δυσκολίες και έμφαση
στον κρατικό παρεμβατισμό
Τα χρόνια 1958-1959 σημειώθηκε μια ανακοπή
της οικονομικής προόδου της χώρας. Το στοιχείο
αυτό δεν πέρασε απαρατήρητο από το κυβερνητι-

Εκπομπή
τηλεοπτικού
σήματος από
τη ΔΕΗ κατά
τη διάρκεια
της 25ης ΔΕΘ
τον Σεπτέμβριο
του 1960 με
την τεχνική
βοήθεια της
Philips, η
οποία ήταν
από τους
σημαντικούς
επενδυτές
στη χώρα.
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

115

Αποψη της αίθουσας των Τροπαίων των Παλαιών Ανακτόρων κατά την τελετή υπογραφής της
Συμφωνίας Σύνδεσης της Ελλάδας με την ΕΟΚ (Εφημερίδα «Το Βήμα», 10 Ιουλίου 1961).

κό επιτελείο, το οποίο δραστηριοποιήθηκε στην
κατεύθυνση της εκπόνησης πενταετούς προγράμματος οικονομικής ανάπτυξης (1960-1964). Ο προγραμματισμός της οικονομικής και της κοινωνικής
πολιτικής ανατέθηκε σε ένα συμβούλιο στο οποίο
συμμετείχαν άνθρωποι με εξειδικευμένες γνώσεις:
ο οικονομολόγος Ι. Μομφεράτος, ο νομικός Γ. Α.
Μαγκάκης, ο κοινωνιολόγος Λ. Πάτρας κ.ά. Το
κράτος ανέλαβε την κατασκευή έργων υποδομής
σε μεγάλη κλίμακα, καθιέρωσε κίνητρα για τις ιδιωτικές επενδύσεις και έκανε ειδικές συμφωνίες με
το ξένο κεφάλαιο και με εκπροσώπους της ελληνικής επιχειρηματικότητας του εξωτερικού (Πεσινέ,
Pirelli, Dow Chemical, Philips, ναυπηγεία, διυ116

λιστήρια). Ιδρύθηκαν, επίσης, ειδικοί φορείς για
τη βιομηχανική ανάπτυξη (ΟΧΟΑ, ΟΒΑ) και την
ανάπτυξη των υπηρεσιών (ΕΟΤ, πρόγραμμα Ξενία,
Εθνικός Οργανισμός Ελληνικής Χειροτεχνίας).
Συμπληρωματικά, ιδρύθηκαν ερευνητικοί θεσμοί
που αξιοποιούσαν το επιστημονικό δυναμικό της
χώρας: το Κέντρο Ερευνών και Προγραμματισμού,
το Κέντρο Κοινωνικής Ερευνας Αθηνών, το Κέντρο
Παραγωγικότητας, ο «Δημόκριτος», το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών.
Ο κρατικός παρεμβατισμός «έσυρε» την ελληνική οικονομία στην εξωστρέφεια και το διεθνή
ανταγωνισμό. Η Συμφωνία Σύνδεσης της ΕλλάΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

δας με την ΕΟΚ το 1961 λόγω των μεταβατικών
διατάξεων και της μακράς περιόδου δασμολογικής προσαρμογής δεν επενεργούσε βίαια στην
ελληνική παραγωγή, αλλά μακροχρόνια πρόσφερε ένα δυτικοευρωπαϊκό οικονομικό περιβάλλον
στο οποίο η ελληνική οικονομία θα διέθετε την
παραγωγή της προσαρμοζόμενη στα ευρωπαϊκά
κριτήρια ποιότητας και ανταγωνιστικότητας. Βαθμιαία, η πολιτική του Καραμανλή άλλαξε ριζικά
τη διάρθρωση της οικονομίας και της κοινωνίας,
αλλά και τη δομή της παραγωγικής διαδικασίας.
Το πέρασμα στη δεκαετία του ’60 έδειξε πως η
βιομηχανική παραγωγή υπερκέρασε την αγροτική
και πως ο τομέας των υπηρεσιών συνέβαλε σημαντικά στο ΑΕΠ. Η Ελλάδα είχε εξελιχθεί πια σε
μια ταχέως αναπτυσσόμενη χώρα με σημαντικές
οικονομικές επιδόσεις.
Παράλληλα με τον οικονομικό εκσυγχρονισμό, ο
Καραμανλής προσπάθησε να εκσυγχρονίσει τις
πολιτικές λειτουργίες του ελληνικού κράτους. Οι
δυσλειτουργίες στην παραγωγή του πολιτικού
έργου δεν συμβάδιζαν πλέον με τις ανάγκες μιας
σύγχρονης διοίκησης και, επιπλέον, δρούσαν
ανασταλτικά. Τον Φεβρουάριο του 1963 κατέθεσε στη Βουλή την πρόταση της «βαθίας τομής».
Η πρόταση αυτή αφορούσε την αναθεώρηση μη
θεμελιωδών διατάξεων του Συντάγματος και περιείχε διατάξεις για την ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας, για την εκτέλεση των δημοσίων
έργων, για την εκλογίκευση της κοινοβουλευτικής
διαδικασίας, για την εισαγωγή του θεσμού των
βουλευτών Επικρατείας κ.ά.

Επίλογος
Η προσπάθεια αυτή τελικά απέτυχε γιατί τα
κόμματα της αντιπολίτευσης, αλλά και το Στέμμα βρέθηκαν στον αντίποδα της πρωτοβουλίας
του πολιτικού εκσυγχρονισμού. Η διαφωνία του
Καραμανλή με τον βασιλιά Παύλο με αφορμή το
επικείμενο ταξίδι του βασιλικού ζεύγους στο Λονδίνο και η παραίτησή του τον Ιούνιο του 1963
ματαίωσαν οριστικά την πρωτοβουλία εξυγίανσης της δημόσιας ζωής. Το πολιτικό κλίμα, άλΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Κατασκευή πετρελαϊκής μονάδας στον
ατμοηλεκτρικό σταθμό Λαυρίου.

λωστε, είχε φορτιστεί ύστερα από τη δολοφονία
του βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγορίου Λαμπράκη από
μέλη δεξιάς παρακρατικής οργάνωσης τον Μάιο
του 1963. Το συνταρακτικό αυτό γεγονός για την
κοινοβουλευτική Ιστορία της χώρας έφερε στη
δημοσιότητα τη διαβλητή πολλές φορές συμπεριφορά και δράση των δυνάμεων ασφαλείας στη
μετεμφυλιακή Δημοκρατία, θέτοντας ζητήματα
εκδημοκρατισμού.
Από την άλλη, η μακροχρόνια παραμονή της
κεντροδεξιάς παράταξης στην εξουσία, αρχικά
με τον Ελληνικό Συναγερμό και κατόπιν με την
ΕΡΕ, δημιούργησε συσσωρευμένα αιτήματα οι117

Ο Κ. Καραμανλής θεωρούσε την ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας βασικό πυλώνα της συνολικής ανάπτυξης
της χώρας (Ιδρυμα «Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής», φωτογραφικό αρχείο Κωνσταντίνου Καραμανλή).

κονομικής και πολιτικής αλλαγής. Οι αρνητικές
όψεις του οικονομικού εκσυγχρονισμού, όπως η
μετανάστευση, η ενισχυμένη αστυφιλία, ο περιορισμένος καταναλωτισμός, τόνωναν την κοινωνική
πίεση για χαλάρωση της περιοριστικής οικονομικής πολιτικής και για αύξηση των πόρων για την
εκπαίδευση και τις κοινωνικές υπηρεσίες. Παρά
της στρεβλώσεις που επέφερε ο Εμφύλιος στη
μετεμφυλιακή Δημοκρατία, το ελληνικό κράτος
πέτυχε να διαχειριστεί τόσο το ζήτημα της εθνικής ασφάλειας στο διαβρωτικό τοπίο του Ψυχρού
Πολέμου όσο και το θέμα της φτώχειας.
Ο Καραμανλής ήταν ο ηγέτης ενός αντικομμουνιστικού κράτους, ο οποίος έθεσε σε εφαρμογή
ένα μεταρρυθμιστικό οικονομικό και κοινωνικό
πρόγραμμα. Οι σχέσεις κράτους-οικονομίαςκοινωνίας μεταβλήθηκαν προς μία αναπτυξιακή
προοπτική ακολουθώντας τις ευρωπαϊκές τάσεις
της εποχής. Συγκριτικά με τις χώρες της ΕΟΚ, η
Ελλάδα μπορεί να υστερούσε, αλλά τα στοιχεία
μαρτυρούν πως τα κοινωνικά επιτεύγματα στους
118

τομείς της εκπαίδευσης, της υγείας και της πρόνοιας ήταν αξιοσημείωτα και πρωτοφανή στην
ιστορική πορεία του ελληνικού κράτους.

Γενική βιβλιογραφία
Νίκος Αλιβιζάτος, Οι πολιτικοί θεσμοί σε
κρίση, 1922-1974 (Αθήνα: Θεμέλιο, 1984).
Θάνος Βερέμης – Ιωάννης Σ.
Κολιόπουλος, Νεότερη Ελλάδα: Μια ιστορία
από το 1821 (Αθήνα: Πατάκης, 2013).
Πάνος Καζάκος, Ανάμεσα σε κράτος
και αγορά: Οικονομία και οικονομική
πολιτική στη μεταπολεμική Ελλάδα, 19442000 (Αθήνα: Πατάκης, 2001).
Κώστας Κωστής, «Τα κακομαθημένα παιδιά
της ιστορίας»: Η διαμόρφωση του νεοελληνικού
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

κράτους, 18ος-21ος αιώνας (Αθήνα: Πόλις, 2013).
Ηλίας Νικολακόπουλος, Η καχεκτική
δημοκρατία: Κόμματα και εκλογές, 19461967 (Αθήνα: Πατάκης, 2001).
Σωτήρης Ριζάς, Η ελληνική πολιτική μετά
τον εμφύλιο πόλεμο: Κοινοβουλευτισμός και
δικτατορία (Αθήνα: Καστανιώτης, 2008).
Σωτήρης Ριζάς, Κωνσταντίνος
Καραμανλής (Αθήνα: ΣΚΑΪ, 2009).
Κωνσταντίνος Σβολόπουλος (γεν. επιμ.),
Κωνσταντίνος Καραμανλής: Αρχείο, γεγονότα
και κείμενα (Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών – Ιδρυμα
«Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής», 1992-1997).
Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, Κωνσταντίνα
Ε. Μπότσιου, Ευάνθης Χατζηβασιλείου
(επιμ.), Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στον
εικοστό αιώνα, τ. Α΄-Γ΄ (Αθήνα: Ιδρυμα
«Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής», 2008).
Κωνσταντίνος Σβολόπουλος,
Καραμανλής: Μια πολιτική βιογραφία,
1907-1998 (Αθήνα: Ικαρος, 2012).
Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ο άγνωστος
Καραμανλής: Μια προσωπογραφία
(Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, 1984).
Ευάνθης Χατζηβασιλείου, Η άνοδος του
Κωνσταντίνου Καραμανλή στην εξουσία,
1954-1956 (Αθήνα: Πατάκης, 2001).
Ευάνθης Χατζηβασιλείου, Ελληνικός
φιλελευθερισμός: Το ριζοσπαστικό ρεύμα,
1932-1979 (Αθήνα: Πατάκης, 2010).

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Ιωάννα Τσάτσου, Φύλλα Κατοχής (Αθήνα: Εστία, 1965), σ. 58.
2. Κωνσταντίνος Καραμανλής, «Σημείωμα», στο Κωνσταντίνος

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Σβολόπουλος (γεν. επιμ.), Κωνστα-ντίνος Καραμανλής: Αρχείο,
γεγονότα και κείμενα, τ. 1 (Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών – Ιδρυμα
«Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής», 1992-1997) -στο εξής ΑΚΚ),
σ. 37.
3. Κωνσταντίνος Καραμανλής, «Σημείωμα», στο ΑΚΚ, τ. 1, σ. 40.
4. Κωνσταντίνος Καραμανλής, «Επιστολή στον Γ. Αβτζή», 12
Ιουλίου 1945, στο ΑΚΚ, τ. 1, σσ. 40-41.
5. Κωνσταντίνος Καραμανλής, «Σημείωμα», στο ΑΚΚ, τ. 1, σσ.
44-45.
6. Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ο άγνωστος Καραμανλής: Μια
προσωπογραφία (Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, 1984), σ. 17.
7. Κωνσταντίνος Τσάτσος, Ο άγνωστος Καραμανλής: Μια
προσωπογραφία (Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, 1984), σ. 124.
8. Κωνσταντίνος Καραμανλής, «Σημείωμα», στο ΑΚΚ, τ. 1, σ. 50.
9. Γεώργιος Θεοτοκάς, «Γύρω στο θέμα του κομμουνισμού:
Σκέψεις για την ελληνική κρίση», στο π. Νέα Εστία, 1
Νοεμβρίου 1948.
10. Γεώργιος Θεοτοκάς, «Γύρω στο θέμα του κομμουνισμού:
Σκέψεις για την ελληνική κρίση», στο π. Νέα Εστία, 1
Νοεμβρίου 1948.
11. Κωνσταντίνος Καραμανλής, «Σημείωμα», στο ΑΚΚ, τ. 1, σσ.
52-53.
12. Δημήτριος Χέλμης, «Κοινοβουλευτική ομιλία», 9 Δεκεμβρίου
1947, στο Επίσημα Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Βουλής,
Συνεδρίαση ΚΣΤ΄, σσ. 244-257.
13. Μ. Καραγάτσης, Γιούγκερμαν, τ. Β΄ (Αθήνα: Εστία, 2007), σ. 41.
14. Κωνσταντίνος Καραμανλής, «Σημείωμα», στο ΑΚΚ, τ. 1, σ. 67.
15. Κωνσταντίνος Καραμανλής, «Σημείωμα», στο ΑΚΚ, τ. 1, σσ.
57, 61-62.
16. Κωνσταντίνος Καραμανλής, «Υπόμνημα», στο ΑΚΚ, τ. 1, σσ.
77-80, 86-87.
17. Μ. Καραγάτσης, Νυχτερινή ιστορία (Αθήνα: Εστία, 2011),
σσ. 7-33.
18. Κωνσταντίνος Καραμανλής, «Σημείωμα», στο ΑΚΚ, τ. 1, σσ.
129-130.
19. Κωνσταντίνος Καραμανλής, «Σημείωμα», στο ΑΚΚ, τ. 1, σσ.
128-129.
20. Κωνσταντίνος Καραμανλής, «Κοινοβουλευτική ομιλία», 19
Μαΐου 1950, στο ΑΚΚ, τ. 1, σσ. 121-128.
21. Γεώργιος Ι. Ράλλης, Με ήσυχη τη συνείδηση (Αθήνα:
Ποταμός, 2002), σ. 37.
22. Κωνσταντίνος Καραμανλής, «Σημείωμα», στο ΑΚΚ, τ. 1, σ. 138.
23. Κωνσταντίνος Καραμανλής, «Κοινοβουλευτική ομιλία», 20
Μαρτίου 1952, στο ΑΚΚ, τ. 1, σσ. 146-148.
24. Κωνσταντίνος Καραμανλής, «Σημείωμα», στο ΑΚΚ, τ. 1, σσ.
153-156.
25. Κωνσταντίνος Καραμανλής, «Επιστολή στον Αλ. Παπάγο», 3
Δεκεμβρίου 1954, στο ΑΚΚ, τ. 1, σσ. 213-214.
26. ΕΡΕ, «Ιδρυτική διακήρυξη», 4 Ιανουαρίου 1956, στο ΑΚΚ, τ.
1, σσ. 337-338.
27. Βλ. την ανάλυση στο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Η
κοινωνία της εποχής μας (Αθήνα: χ.ε., 1932), σ. 85.
28. ΕΡΕ, Ο απολογισμός της οκταετίας, 1955-1963 (Αθήνα: χ.ε.,
1966).
29. ΕΡΕ, Ο απολογισμός της οκταετίας, 1955-1963 (Αθήνα: χ.ε.,
1966), σ. 7.

119

Ο Κωνσταντίνος
Καραμανλής
με τον
Αρχιεπίσκοπο
Μακάριο στο
περιθώριο της
Διάσκεψης του
Λονδίνου τον
Φεβρουάριο
1959 (Ιδρυμα
«Κωνσταντίνος
Γ. Καραμανλής»,
φωτογραφικό
αρχείο
Κωνσταντίνου
Καραμανλή).
120

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Σωτήρης Ριζάς
Διευθυντής Ερευνών. Κέντρο Ερευνας της Ιστορίας
του Νεώτερου Ελληνισμού/Ακαδημία Αθηνών

Ο Κωνσταντίνος
Καραμανλής και το
Κυπριακό, 1955-1959

Η Ελλάδα πιέζεται από τη Βρετανία να μη θέσει
στον ΟΗΕ θέμα αυτοδιάθεσης της Κύπρου.
Οι ΗΠΑ, παρά το αντιαποικιακό πνεύμα τους,
σταδιακά προσχωρούν στις βρετανικές θέσεις,
ανησυχώντας για την ενότητα του ΝATO.
Η έναρξη του αγώνα της ΕΟΚΑ. Το σχέδιο
Χάρντινγκ, η εξορία του Μακαρίου και οι
εκτελέσεις Καραολή-Δημητρίου. Οι ιδέες για
ένωση με την Ελλάδα και εδαφική αποζημίωση
της Τουρκίας. Η πολυπλοκότητα των
συνταγματικών διατάξεων, «αχίλλειος πτέρνα»
των Συμφωνιών Ζυρίχης και Λονδίνου.

Η ανακίνηση του Κυπριακού
Η ανακίνηση του Κυπριακού το 1949-50 εγγράφεται στο πλαίσιο δύο αλληλοσυμπληρούμενων διαδικασιών, μιας ενδογενούς, δηλαδή του ελληνικού
αλυτρωτισμού, ο οποίος αποβλέπει στην Κύπρο ως
το τελευταίο στην ουσία εναπομένον έδαφος με
αναμφισβήτητη ελληνική πλειοψηφία που πρέπει
να συμπεριληφθεί στην ελληνική επικράτεια, και
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

μιας διεθνούς, του αντιαποικιακού ρεύματος, που
οδηγεί με ταχύτητα στη διάλυση τις ευρωπαϊκές
αποικιακές αυτοκρατορίες την επαύριον του Β΄
Παγκοσμίου Πολέμου. Το θέμα τέθηκε με πρωτοβουλία των Ελληνοκυπρίων στο τέλος του 1949
όταν από έναν ιδιότυπο ανταγωνισμό μεταξύ της
κυπριακής Αριστεράς, με κύριο φορέα το Ανορθωτικό Κόμμα Εργαζομένου Λαού (ΑΚΕΛ), και
των αστικών δυνάμεων, υπό την ηγεσία της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Κύπρου, οργανώθηκε από
την τελευταία η συλλογή υπογραφών που έμεινε
γνωστή ως δημοψήφισμα υπέρ της ένωσης. Το
σημαντικό στοιχείο στην υπόθεση δεν ήταν τόσο
το διαδικαστικό, δεν επρόκειτο για δημοψήφισμα
οργανωμένο με όλα τα τυπικά εχέγγυα, όσο το
ότι η μαζική αυτή εκδήλωση αντικατόπτριζε το
πραγματικό γεγονός ότι οι Ελληνοκύπριοι, που
συνιστούσαν το 80% του πληθυσμού του νησιού,
υποστήριζαν την ένωση.
Η ενωτική κίνηση θα προσέκρουε στη βρετανική,
αλλά και την τουρκική άρνηση. Η Βρετανία θα
αντιδρούσε στην ένωση από ένα μίγμα αφοσίωσης στην αυτοκρατορική παράδοση, στρατηγικής
σκοπιμότητας και, τελικά, διαφύλαξης της συνοχής της ατλαντικής συμμαχίας. Το Λονδίνο δεν
ήταν διατεθειμένο να εγκαταλείψει το τελευταίο
εδαφικό σημείο που διέθετε κατά κυριαρχία στην
πύλη της Μέσης Ανατολής μετά τον τερματισμό
της εντολής της στην Παλαιστίνη το 1947-48. Συνυφασμένος με το αυτοκρατορικό γόητρο ήταν ο
στρατηγικός παράγοντας, δηλαδή το γεγονός ότι
η Κύπρος ήταν αναγκαία για τη βρετανική παρουσία στη Μέση Ανατολή, μια περιοχή πλούσια σε
κοιτάσματα πετρελαίου και επομένως κρίσιμη για
τη βρετανική οικονομία. Τέλος, από το 1955, όταν
θα εκδηλωνόταν η τουρκική αντίδραση, την οποία
είχε άλλωστε υποδαυλίσει η βρετανική πολιτική,
το Λονδίνο κατανοούσε ότι η τουρκική ανοχή σε
οποιαδήποτε διευθέτηση του Κυπριακού ήταν
αναγκαία για τη σταθερότητα της νοτιοανατολικής
πτέρυγας της ατλαντικής συμμαχίας.
Οι κυβερνήσεις των συνασπισμών του Κέντρου
της περιόδου 1950-52 δεν ήταν διατεθειμένες να
υποστηρίξουν το ενωτικό αίτημα των Ελληνοκυ121

πρίων. Ο εμφύλιος πόλεμος είχε μόλις τερματιστεί
και η Ελλάδα εξαρτάτο από την αμερικανική βοήθεια αλλά και τη βρετανική καλή θέληση, παρά
το γεγονός ότι η Βρετανία μετά την εξαγγελία του
δόγματος Truman το 1947 δεν καθόριζε πλέον
τις εξελίξεις στην περιοχή και την ίδια την Ελλάδα. Η κατάσταση στην Αθήνα θα μεταβαλλόταν
τον Νοέμβριο του 1952 με την επικράτηση στις
εκλογές του συντηρητικού Ελληνικού Συναγερμού
υπό την ηγεσία του στρατάρχη Παπάγου. Ο τελευταίος διακατεχόταν από αυτοπεποίθηση, καθώς
διέθετε ισχυρότατη κοινοβουλευτική πλειοψηφία,
δεν αισθανόταν δέος από το βρετανικό αυτοκρατορικό γόητρο, αλλά ήταν ταυτόχρονα ένθερμος
ατλαντιστής.
Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της εξέλιξης του Κυπριακού από το 1954
και μετά, σημαντικός και αυξανόμενος είναι ο ρόλος των Ηνωμένων Πολιτειών, αν και η Βρετανία

εμφανιζόταν ως ο κύριος διπλωματικός χειριστής
του. Το γεγονός ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν
αναχθεί σε ηγέτιδα δύναμη του δυτικού κόσμου
σήμαινε ότι ο ρόλος τους ήταν κομβικός, ιδίως σε
μια εποχή που στα Ηνωμένα Εθνη δεν κυριαρχούσαν ακόμα οι αδέσμευτες χώρες.
Η ανακίνηση του Κυπριακού το 1954 έθετε τους
Αμερικανούς ενώπιον μιας έκδηλα αντιφατικής
κατάστασης: Αφενός, επρόκειτο για αίτημα αυτοδιάθεσης από ένα λαό που ζούσε στο πλαίσιο
μιας αποικιακής αυτοκρατορίας. Το αντιαποικιακό πνεύμα παρέμενε ισχυρό στην αμερικανική
πολιτική σκέψη. Ταυτόχρονα, όμως, η Κύπρος
ανήκε στον ισχυρότερο σύμμαχο των Ηνωμένων
Πολιτειών, τη Βρετανία, και απειλούσε να φέρει σε
οξύτατη αντίθεση δύο άλλους συμμάχους στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ, την Ελλάδα και
την Τουρκία. Η αποσταθεροποίηση της συνοχής
της συμμαχίας στο σημείο αυτό θα δημιουργού-

Κυπριακή αντιπροσωπία παραδίδει στον Πρόεδρο της Ελληνικής Βουλής τους τόμους
με τις υπογραφές για διεξαγωγή δημοψηφίσματος υπέρ της ένωσης.
122

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

σε ασφαλώς ευκαιρίες για τη σοβιετική πολιτική.
Συνεπώς, η Ουάσιγκτον βρισκόταν αντιμέτωπη
με την αντίφαση μεταξύ του ισχυρού αντιαποικιακού αισθήματος, το οποίο δεν συνιστούσε μια
απλή ιδεαλιστική αναζήτηση, αλλά και ένα ισχυρό
πολιτικό ρεύμα στη διεθνή σκηνή τη μεταπολεμική εποχή, και των σκοπιμοτήτων του Ψυχρού
Πολέμου.
Αξιολογώντας την αμερικανική πολιτική στο Κυπριακό τείνουμε συνήθως να την αντιμετωπίζουμε
ex post και εκ του αποτελέσματος. Αξονική σημασία έχουν στην αξιολόγησή μας το πραξικόπημα
της χούντας και η τουρκική εισβολή του 1974.
Η πολιτική ανοχής του πραξικοπήματος και των
τουρκικών στρατιωτικών επεμβάσεων θεωρείται
ότι αποτελούν την κατάληξη μιας αμερικανικής
προσέγγισης, οι πηγές της οποίας πρέπει να αναζητηθούν στη δεκαετία του 1950, στις απαρχές
δηλαδή του Κυπριακού. Αυτό είναι εν μέρει μόνο
ακριβές. Στην περίοδο 1954-1959, η οποία μας
απασχολεί εδώ, η Ουάσιγκτον επιχείρησε πράγματι να διαμορφώσει μια πολιτική συμβατή με
τα στρατηγικά της συμφέροντα. Αυτό δεν είναι
παράδοξο ούτε αναγκαστικά αθέμιτο. Η διαμόρφωση πάντως της αμερικανικής πολιτικής δεν
ήταν μονοσήμαντη ούτε κατ’ ανάγκην στερούσε
την ελληνική και την ελληνοκυπριακή πλευρά από
ορισμένες ευκαιρίες.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες γίνονταν δέκτης των
απόψεων των συμμάχων τους για το Κυπριακό
και των αιτημάτων τους για υποστήριξη από το
τέλος Αυγούστου του 1953. Προς το τέλος αυτού
του μήνα ο Στέφανος Στεφανόπουλος, υπουργός
Εξωτερικών στην κυβέρνηση Παπάγου, ενημέρωνε την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα ότι
ο στρατάρχης επρόκειτο να θέσει το θέμα στον
Βρετανό υπουργό Εξωτερικών και ήλπιζε ότι θα
μπορούσε να σημειωθεί κάποια θετική εξέλιξη. Η
Αθήνα προσδοκούσε ότι θα αναγνωριζόταν επί της
αρχής το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των Κυπρίων
και στη συνέχεια, μετά την πάροδο δύο ή τριών
ετών, οι τελευταίοι θα καλούνταν να αποφασίσουν
σε δημοψήφισμα αν θα επιθυμούσαν την ένωση
ή την ανεξαρτησία. Η ελληνική κυβέρνηση δεν
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

ζητούσε τόσο την αμερικανική υποστήριξη έναντι
της Βρετανίας όσο έναντι του Μακαρίου, καθώς η
ανησυχία της οφειλόταν στο ενδεχόμενο προσφυγής στα Ηνωμένα Εθνη από κάποια χώρα που θα
αποφάσιζε να υποστηρίξει την προσπάθεια του
Αρχιεπισκόπου. Η αμερικανική απάντηση ήταν
αρνητική, ενώ αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι
υπήρχε αμφιβολία για το θεμέλιο της ελληνικής
αισιοδοξίας σχετικά με την πιθανή ανταπόκριση
των Βρετανών στο ελληνικό διάβημα για αναγνώριση της αυτοδιάθεσης. Η αμφιβολία αυτή δικαιώθηκε πλήρως από τη συνάντηση Παπάγου-Eden
τον Σεπτέμβριο. Από το βρετανικό πρακτικό είναι
προφανές ότι ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών
δεν επρόκειτο να συζητήσει το θέμα, αμφισβητούσε τη βάση του ελληνικού αιτήματος και δεν
αποκρυπτόταν ακόμα και από ένα προσεκτικά
διατυπωμένο έγγραφο ο ψυχρός έως αγενής τόνος
στη διατύπωση των απόψεών του.
Τον Ιανουάριο του 1954 οι Βρετανοί θα απευθύνονταν με τη σειρά τους στους Αμερικανούς.
Η απόρριψη του διαβήματος του Παπάγου τον
Σεπτέμβριο καθιστούσε βέβαιη την ελληνική προσφυγή στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών και
ήταν προφανές ότι οι Βρετανοί επείγονταν για
την εξασφάλιση της αμερικανικής υποστήριξης.
Ζητούσαν να πληροφορηθούν κατά πόσον οι Αμερικανοί παρέμεναν δεσμευμένοι σε προηγούμενη
συνεννόησή τους σχετικά με το ευκταίο της διατήρησης της βρετανικής κυριαρχίας στην Κύπρο,
αν ήταν αντίθετοι με την έγερση του θέματος στα
Ηνωμένα Εθνη και αν σκόπευαν να αναλάβουν
προσπάθεια αποτροπής ελληνικής προσφυγής
στο διεθνή οργανισμό.
Στις 10 Μαρτίου του 1954 η Ουάσιγκτον θα γινόταν δέκτης και τουρκικού διαβήματος, με το οποίο
θα εκδηλωνόταν διπλωματικά για πρώτη φορά
το τουρκικό ενδιαφέρον για το νησί. Οι Τούρκοι
είχαν ήδη ενημερώσει την αμερικανική πρεσβεία
στην Αγκυρα ότι οι Βρετανοί είχαν επιχειρήσει να
προσεγγίσουν την τουρκική κυβέρνηση με στόχο
την εξασφάλιση υποστήριξης σε περίπτωση ελληνικής προσφυγής στα Ηνωμένα Εθνη. Η τουρκική
κυβέρνηση ήταν σαφής ότι δεν επεδίωκε αλλαγή
123

κυριαρχίας στην Κύπρο. Αν παρά ταύτα κάτι τέτοιο
ζητείτο από τους Ελληνες, η τουρκική πλευρά τόνιζε ότι η όποια ρύθμιση του θέματος δεν μπορούσε
να επέλθει με μόνο κριτήριο την ταυτότητα του
πληθυσμού, αλλά και τη γεωγραφία. Από την άποψη αυτή η Τουρκία θεωρούσε ότι αντιμετώπιζε,
δυνητικά τουλάχιστον, απειλή της ασφάλειάς της
αν η Κύπρος περνούσε στην ελληνική κυριαρχία.
Εκτός αυτού, υπήρχε και τουρκική μειονότητα
(18% του πληθυσμού) που θα μπορούσε να ληφθεί
υπόψη, αλλά προφανές ήταν ήδη από την αρχή
της ιστορίας του Κυπριακού ότι το βασικό τουρκικό ενδιαφέρον εντοπιζόταν στην ασφάλεια.
Σε πρώτη φάση η Ουάσιγκτον πράγματι προσανατολίστηκε στη διατήρηση του καθεστώτος
κυριαρχίας στο νησί ως είχε και στην αποτροπή
συζήτησης της ελληνικής προσφυγής στον ΟΗΕ.
Οι Αμερικανοί κατανοούσαν ότι οι Βρετανοί βρί-

σκονταν σε δεινή θέση στη Μέση Ανατολή και πως
ιδίως μετά την αναδίπλωσή τους από το Σουέζ το
1954 η Κύπρος αποτελούσε το τελευταίο βρετανικό
προπύργιο στον ευαίσθητο αυτό γεωστρατηγικό
χώρο. Οι Αμερικανοί είχαν επίσης, αναμφίβολα, συνείδηση ότι η βρετανική παρουσία ήταν
φθίνουσα, αλλά ταυτόχρονα απέβλεπαν σε μια
συντεταγμένη και σε βάθος χρόνου αναδίπλωση,
όχι σε μια αιφνιδιαστική κατάρρευση ή εκδίωξη
των Βρετανών, που θα έθετε άλλωστε σε κίνδυνο
και τα δυτικά συμφέροντα στο σύνολό τους.
Παράλληλα, όμως, η βρετανική εμμονή γινόταν
αντιληπτό ότι ενδεχομένως αντιστρατευόταν τη
λογική των διεθνών εξελίξεων. Κάτι τέτοιο προκύπτει ασφαλώς από την απάντηση του Αμερικανικού Γενικού Επιτελείου σχετικά με τη στρατηγική
σημασία της Κύπρου: η χρήση του νησιού για τις
αμερικανικές Ενοπλες Δυνάμεις ήταν αναγκαία.

Ο δυϊσμός της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής αποτυπωμένος στην πρώτη σελίδα του «Εθνους» της
11ης Ιουνίου 1952. Φωτογραφίες από την υποδοχή του βασιλικού ζεύγους Παύλου και Φρειδερίκης
στην Αγκυρα από τον Τούρκο πρόεδρο Τζελάλ Μπαγιάρ, αλλά και την υποδοχή του Αρχιεπισκόπου
Μακαρίου και του συμβούλου της Εθναρχίας Λανίτη από τον πρωθυπουργό Αλ. Παπάγο.
124

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Ηδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 το
Αμερικανικό Γενικό Επιτελείο είχε επισημάνει ότι
τα βρετανικά αεροδρόμια ήταν διαθέσιμα στην
αμερικανική Αεροπορία για αποστολές μέσου βεληνεκούς, ενώ ταυτόχρονα οι Αμερικανοί είχαν
βοηθήσει στην εγκατάσταση στην Κύπρο ραντάρ
έγκαιρης προειδοποίησης. Οπως όμως τόνιζε το
αμερικανικό υπουργείο Αμυνας το 1954, αυτό
δεν σήμαινε ότι η βρετανική κυριαρχία έπρεπε
να διαιωνιστεί.
Επίσης, ως προς την αξιολόγηση του τουρκικού
παράγοντα είναι αναγκαίο να επισημανθεί ότι
σ’ αυτή την πρώτη φάση του Κυπριακού, και
έως περίπου την άνοιξη του 1957, ο τουρκικός
παράγοντας, παρά το γεγονός ότι υπολογίζεται
σοβαρά από την Ουάσιγκτον, δεν θεωρείται ότι
διαθέτει αρνησικυρία για την πολιτική λύση του
ζητήματος.

οπτική τους η απόρριψη της ελληνικής προσφυγής. Σε κάθε περίπτωση, η τελευταία αυτή εξέλιξη
μάλλον επιβάρυνε τη διαχείριση του Κυπριακού
παρά διευκόλυνε τους χειρισμούς των δυτικών
δυνάμεων. Η συντηρητική κυβέρνηση υπό τον
Παπάγο αισθάνθηκε έντονη πολιτική πίεση στο
εσωτερικό, η οποία συνυφαινόταν με την πρώτη
μαζική έκρηξη αντιαμερικανισμού στην ελληνική
πολιτική. Το κρίσιμο στοιχείο που εισαγόταν στην
πολιτική εξίσωση ήταν η διείσδυση αυτού του
αντιαμερικανισμού σε ευρύτερα στρώματα και
πολιτικές ευαισθησίες, δηλαδή δεν περιοριζόταν
πλέον στην παραδοσιακή Αριστερά που ήταν αυτονόητα αντιαμερικανική λόγω της αμερικανικής
παρέμβασης στον εμφύλιο πόλεμο, αλλά εκτεινόταν ακόμα και στο συντηρητικό χώρο. Η ίδια η
κυβέρνηση δεν επρόκειτο, άλλωστε, να παραμείνει
αδιάφορη, αλλά θα αποφάσιζε να κλιμακώσει την
πίεση υιοθετώντας πλέον την ένοπλη στρατηγική.

Αυτό βέβαια δεν σήμαινε ότι η αμερικανική πολιτική ήταν άμεσα προσανατολισμένη προς την
αυτοδιάθεση. Το αντίθετο. Το State Department
θα αποφάσιζε να αντιταχθεί στη συζήτηση του
θέματος στη γενική συνέλευση, αλλά θα εξέταζε
όλες τις διαδικαστικές δυνατότητες προκειμένου
να μη χρεωθεί στην αμερικανική πολιτική πλήρης εγκατάλειψη της αρχής της αυτοδιάθεσης
στο πλαίσιο του οργανισμού. Η Ουάσιγκτον θα
κατέληγε στην αποχή από την ψηφοφορία στην
επιτροπή, κάτι που επέτρεπε την τυπική εισαγωγή
του θέματος στην ημερήσια διάταξη, αλλά στη
γενική συνέλευση θα επετύγχανε να ψηφιστεί
μια ανώδυνη απόφαση που διελάμβανε ότι το
Σώμα είχε θεωρήσει μη σκόπιμη τη συζήτηση
«προς το παρόν».
Παράλληλα, από τον Ιούλιο του 1954 και μετά, οι
Αμερικανοί είχαν εισαγάγει στο παρασκήνιο τη
φόρμουλα μιας διμερούς διαπραγμάτευσης μεταξύ
των Βρετανών και των Ελληνοκυπρίων με στόχο
την εγκαθίδρυση ενός συστήματος αυτοκυβέρνησης ως πρώτου σταδίου προς την αυτοδιάθεση.
Οι Βρετανοί δεν απέρριπταν τη φόρμουλα της
αυτοκυβέρνησης αλλά ταυτόχρονα δεν βιάζονταν
για την εφαρμογή της, καθώς προείχε από την
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Η απόφαση της Ελλάδας να προσφύγει στον ΟΗΕ
πέρασε από συμπληγάδες πιέσεων Βρετανών
και Αμερικανών. Ομιλία του Κωνσταντίνου
Καραμανλή στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων
Εθνών στις 22 Νοεμβρίου 1956 (Ιδρυμα
«Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής», φωτογραφικό
αρχείο Κωνσταντίνου Καραμανλή).
125

με την υποστήριξη της ελληνικής κυβέρνησης ο
συνταγματάρχης γρίβας θα εγκαινίαζε τον ένοπλο
αγώνα της εθνικής οργάνωσης Κυπρίων αγωνιστών (εοΚα) την 1η απριλίου 1955. η έκρηξη του
ένοπλου αγώνα αιφνιδίασε τους Βρετανούς που
δεν πίστευαν ότι οι ελληνοκύπριοι θα προχωρούσαν σε αυτή τη μορφή διεκδίκησης.

Σημαία της ΕΟΚΑ που έπεσε στα χέρια του
1ου Βασιλικού Συντάγματος του Νόρφολκ
(Αυτοκρατορικό Πολεμικό Μουσείο, Λονδίνο).

από το σημείο αυτό όμως και μετά, οι διπλωματικές εξελίξεις θα πύκνωναν, καθώς ο βρετανικός
παράγων θα βρισκόταν υπό την πίεση και της
ένοπλης στρατηγικής. στις 29 αυγούστου θα συνερχόταν στο λονδίνο, έπειτα από πρόσκληση της
βρετανικής κυβέρνησης, τριμερής διάσκεψη με τη
συμμετοχή της Βρετανίας, της ελλάδας και της
Τουρκίας με στόχο τη συζήτηση του Κυπριακού
στο πλαίσιο της στρατηγικής κατάστασης στην
ανατολική μεσόγειο. η ελληνική κυβέρνηση, με
αμερικανική υπόδειξη, αποδέχθηκε την πρόσκληση αν και επρόκειτο για έμπρακτη αναγνώριση
του τουρκικού ενδιαφέροντος για το Κυπριακό,

Ο συνταγματάρχης Γρίβας εγκαινίασε τον ένοπλο αγώνα της ΕΟΚΑ την 1η
Απριλίου 1955. Στη φωτογραφία ανάμεσα σε αντάρτες της οργάνωσης.
126

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

χωρίς να έχει υπάρξει ο παραμικρός προϊδεασμός
για το πολιτικό πλαίσιο μιας διευθέτησης. Το κυριότερο αμερικανικό επιχείρημα ήταν ότι επρόκειτο
για την πρώτη φορά κατά την οποία η Βρετανία
αναγνώριζε σε άλλους το δικαίωμα συζήτησης
για την Κύπρο και συνεπώς επρόκειτο για μια
διαδικασία από την οποία η Αθήνα δεν έπρεπε
να λείψει. Η ελληνική κυβέρνηση τη στιγμή εκείνη
ήταν πρακτικά ακέφαλη. Ο Παπάγος ασθενούσε
από την άνοιξη του 1955 και την κυβέρνηση διηύθυναν μόνο εν μέρει, αφού δεν είχε οριστεί
αναπληρωτής του ασθενούντος πρωθυπουργού,
οι αντιπρόεδροι Στέφανος Στεφανόπουλος και Παναγιώτης Κανελλόπουλος, υπουργός Εξωτερικών
και Εθνικής Αμυνας αντίστοιχα.
Η διάσκεψη κατέληξε σε ναυάγιο, αφού οι πολιτικές στρατηγικές της Ελλάδας και της Τουρκίας
ήταν αμοιβαία αποκλειστικές: Η Αθήνα εξακολουθούσε να ζητά την ένωση ύστερα από βραχύ
στάδιο αυτοκυβέρνησης και δεν θεωρούσε ικανο-

ποιητικές τις σχετικές βρετανικές προτάσεις εκτιμώντας ότι επρόκειτο κατά βάση για την εισαγωγή
αποικιακού συντάγματος, ενώ η Τουρκία επέμενε
στη διατήρηση της βρετανικής κυριαρχίας στην
Κύπρο. Αν, τόνιζε ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών, ετίθετο θέμα αλλαγής κυριαρχίας, η Κύπρος
έπρεπε να επιστραφεί στην Τουρκία, η οποία την
είχε παραχωρήσει στη Βρετανία με τη Συνθήκη
της Λωζάννης.
Αυτό που οδήγησε την κατάσταση σε εκρηκτικό
σημείο ήταν τα όσα ακολούθησαν. Στις 6 και τις 7
Σεπτεμβρίου οι Ελληνες της Κωνσταντινούπολης,
αλλά και άλλες μη μουσουλμανικές μειονότητες,
υπέστησαν ένα άνευ προηγουμένου πογκρόμ, το
οποίο η ιστορική έρευνα έχει δείξει ότι ήταν οργανωμένο από την τουρκική κυβέρνηση με μοχλό
το μηχανισμό του κυβερνώντος Δημοκρατικού
Κόμματος. Οι Αμερικανοί αιφνιδιάστηκαν από την
εξέλιξη αυτή, η οποία όμως ερμηνεύθηκε σε ένα
στενό, αμερικανικού ενδιαφέροντος, πλαίσιο. Ενώ

Μαθητική διαδήλωση υπέρ της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα.
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

127

μια πιο εκλεπτυσμένη προσέγγιση θα λάμβανε
υπόψη το ιστορικό βάρος της ελληνοτουρκικής
διαφωνίας για την Κύπρο, η Ουάσιγκτον θορυβήθηκε για τις επιπτώσεις που είχε αυτή η διαφορά
στη συνοχή του ΝΑΤΟ και συνεπώς στη διεξαγωγή του Ψυχρού Πολέμου. Στον αμερικανικό
διπλωματικό σχεδιασμό αποκτούσε συνεπώς επείγοντα χαρακτήρα η αποστολή μηνυμάτων προς
την ελληνική και την τουρκική ηγεσία σχετικά με
τις δυσμενείς συνέπειες που είχε η διαμάχη τους
για τη συμμαχική υπόθεση. Η αμερικανική παρέμβαση έλαβε τη μορφή ταυτόσημου μηνύματος του
υπουργού Εξωτερικών John Foster Dulles προς
τις δύο κυβερνήσεις. Από δημοσιευμένα αμερικανικά διπλωματικά έγγραφα προκύπτει ότι αυτή
δεν ήταν η μόνη αμερικανική παρέμβαση σχετικά με τα επεισόδια της Κωνσταντινούπολης. Για
την ακρίβεια, το μήνυμα Dulles δεν αφορούσε τα

επεισόδια αυτά καθ’ εαυτά, αλλά τις πολιτικές τους
συνέπειες, όπως τις έβλεπε η αμερικανική πλευρά. Αντίθετα, για τα ίδια τα επεισόδια είχε σταλεί
άλλο μήνυμα προς την Αγκυρα, δύο ημέρες πριν,
όπου η αμερικανική αντίληψη ήταν πιο σαφής,
γινόταν μάλιστα λόγος και για την αδράνεια των
δυνάμεων ασφαλείας. Εξακολουθούσε, όμως, να
είναι εμφανές το έλλειμμα αποδοκιμασίας και
συνεπειών για το διωγμό αυτό.
Το μήνυμα Dulles προκάλεσε νέα κλιμάκωση του
αντιαμερικανισμού στην Ελλάδα, καθώς ερμηνεύθηκε ως εξίσωση του θύτη και του θύματος
και γενικότερα ως μια εκδήλωση του κυνισμού
μιας μεγάλης δύναμης. Ταυτόχρονα εξελισσόταν
εντός πραγματικής και θεσμικής αβεβαιότητας
και η τελευταία φάση της διαδικασίας διαδοχής
του στρατάρχη Παπάγου. Η κυβέρνηση και το

Διαδήλωση στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών στις 21
Δεκεμβρίου 1954 υπέρ της αυτοδιάθεσης της Κύπρου.
128

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

κυβερνών κόμμα δεν αναγνώριζαν ότι υφίστατο
κενό στην κορυφή της κυβέρνησης ούτε υπήρχε
κάποια συμφωνημένη ή εθιμική διαδικασία διαδοχής, αν και τον Απρίλιο του 1946 ο αρχηγός
του Λαϊκού Κόμματος είχε εκλεγεί με ψηφοφορία
στην Κοινοβουλευτική Ομάδα του κόμματος. Το
στέμμα εκινείτο προσεκτικά σε μια προσπάθεια
ανάκτησης της θέσης επιρροής που είχε απολέσει
προς όφελος του στρατάρχη το 1952.
Ηδη από την άνοιξη του 1955 είχε κινήσει το
ενδιαφέρον των ανακτόρων η περίπτωση του
υπουργού Δημοσίων Εργων Κωνσταντίνου Καραμανλή. Νέος για τα ελληνικά πολιτικά δεδομένα στην ηλικία των 48 ετών, δραστήριος και
διοικητικά επαρκής, έδινε στο βασιλιά την εντύπωση ότι θα μπορούσε να αναζωογονήσει τη
συντηρητική παράταξη. Εξακολουθούσε, όμως,

να υφίσταται το θέμα του προβαδίσματος των
δύο αντιπροέδρων. Στο τέλος του Αυγούστου του
1955 ο Βρετανός πρεσβευτής sir Charles Peake
συμπέραινε ότι ο Καραμανλής αποτελούσε την
ιδεώδη επιλογή του βασιλιά και των Αμερικανών.
Τον Σεπτέμβριο οι αντιπρόεδροι είχαν φθαρεί ως
συνέπεια της ακυβερνησίας και της κακής διαχείρισης του Κυπριακού. Το πρόβλημα εξάλλου
συμπλεκόταν και με τους προβληματισμούς του
αμερικανικού παράγοντα. Στις 22 Σεπτεμβρίου
ο αρχηγός της CIA Allen Dulles ενημέρωνε τον
υπουργό Εξωτερικών John Foster Dulles ότι η
περίπτωση του Καραμανλή και οι προοπτικές
του είχαν ελκύσει την προσοχή των αμερικανικών υπηρεσιών. Ο υπουργός Δημοσίων Εργων
εμφανιζόταν να έχει μια συμβιβαστική αντίληψη
για το Κυπριακό που εντοπιζόταν στην ανάγκη
εγκατάλειψης της άμεσης εφαρμογής της αυτοδι-

Το πογκρόμ εναντίον των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης στις 6 και τις 7 Σεπτεμβρίου 1955 όξυνε
τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και ανησύχησε τους Αμερικανούς για τη συνοχή του ΝΑΤΟ.
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

129

άθεσης προκειμένου να εγκαθιδρυθεί ένα σχήμα
αυτοκυβέρνησης. Ο ίδιος ο Καραμανλής εμφανιζόταν να μην επιθυμεί τη συμμετοχή του σε
μια κυβέρνηση υπό τον Στεφανόπουλο, η οποία
ήδη, χωρίς να έχει σχηματιστεί, προεξοφλείτο
ότι θα ήταν «μεταβατική». Προφανές ήταν ότι
οι Αμερικανοί ενδιαφέρονταν ιδιαίτερα για τις
προοπτικές του Καραμανλή, αλλιώς δεν είναι
ερμηνεύσιμο το γεγονός της σύνταξης και της
αποστολής ενός υπομνήματος σε αυτό το υψηλό
επίπεδο. Ο υπουργός Δημοσίων Εργων της κυβέρνησης Παπάγου κατανοούσε προφανώς ότι
η Ελλάδα δεν ήταν σε θέση να επιβάλει λύση της
αρεσκείας της έναντι της συνδυασμένης αντίθε-

σης της Βρετανίας και της Τουρκίας. Ετσι, ο Καραμανλής είχε ήδη στις 13 Σεπτεμβρίου υποστηρίξει στο Υπουργικό Συμβούλιο ότι η πολιτική της
διεθνοποίησης απέτυχε και ότι ήταν αναγκαία η
εξασφάλιση της αμερικανικής συμπαράστασης
για μια συμβιβαστική λύση του Κυπριακού, το
οποίο απειλούσε με γενικότερη πολιτική αποσταθεροποίηση την Ελλάδα. Εκτιμούσε ότι οι Αμερικανοί είχαν φανεί εξαρχής ειλικρινείς έναντι
της Αθήνας. Τον προβληματισμό αυτό, καθώς
και την ανησυχία για τις αποσταθεροποιητικές
επιπτώσεις στην εσωτερική πολιτική λίγα μόλις
χρόνια μετά τον Εμφύλιο απηχούσε και το περιεχόμενο του λεγομένου Μνημονίου Πιπινέλη, το

Η αμερικανική πολιτική σταδιακά προσαρμόστηκε προς τις βρετανικές θέσεις για την
Κύπρο λόγω και της απώλειας του Σουέζ. Ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών Ηντεν με τον
Αμερικανό ομόλογό του Τζων Φόστερ Ντάλλες κατά τη διάρκεια της κρίσης.
130

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

οποίο αποκαλύφθηκε τρία χρόνια μετά. Ο συντάκτης του ήταν έμπειρος διπλωμάτης, αλλά τελικά,
παρά τη σχετική πρόβλεψη των Αμερικανών, δεν
θα συμμετείχε ως υπουργός Εξωτερικών στην
πρώτη κυβέρνηση που θα σχημάτιζε ο Καραμανλής. Το ενδιαφέρον των Αμερικανών σε σχέση με
τον Καραμανλή αφορούσε άμεσα στο Κυπριακό,
αλλά όχι μόνο. Πρέπει, επίσης, να συνυπολογιστεί η ανησυχία των αμερικανικών υπηρεσιών
για τις προοπτικές της ελληνικής συντηρητικής
παράταξης, η οποία στα μέσα της δεκαετίας του
1950 εμφανιζόταν από την αμερικανική οπτική
ως η μόνη αξιόπιστη πολιτική λύση, καθώς το Κέντρο ήταν κατακερματισμένο και ένα τμήμα του

έρρεπε σε συνεργασία με την Αριστερά. Γίνεται
συνεπώς προφανές ότι η επιλογή πρωθυπουργού
αφορούσε στην επιβίωση του μετεμφυλιακού
πολιτικού συστήματος γενικά. Στις 5 Οκτωβρίου, την επομένη του θανάτου του Παπάγου, ο
βασιλιάς θα καλούσε τελικά τον Καραμανλή και
θα του έδινε την εντολή σχηματισμού της νέας
κυβέρνησης χωρίς να αναμείνει την εκλογή νέου
αρχηγού από την Κοινοβουλευτική Ομάδα του
Ελληνικού Συναγερμού. Ο Αμερικανός πρεσβευτής τηλεγράφησε στην Ουάσιγκτον ότι η απόφαση ήταν μη αναμενόμενη, αλλά είναι προφανές
ότι η απόφανση αυτή αφορούσε στο χρόνο και
όχι την ουσία της επιλογής.

Ο Βρετανός στρατάρχης Χάρντινγκ προσκόμισε στον Μακάριο
προτάσεις για σύστημα αυτοκυβέρνησης, αλλά χωρίς συγκεκριμένη
ημερομηνία. Ανάμεσα στους δύο άντρες ο Νίκος Κρανιδιώτης.
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

131

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής υποδέχεται τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο στην Αθήνα στις 31 Οκτωβρίου
1955 (Ιδρυμα «Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής», φωτογραφικό αρχείο Κωνσταντίνου Καραμανλή).
132

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Από το σχέδιο Harding στην
αποστολή Holmes και από εκεί
στη «δεσμευμένη ανεξαρτησία»
Τη στιγμή της ανόδου του Καραμανλή στην πρωθυπουργία εγκαινιάστηκε η διαδικασία διαλόγου
μεταξύ των Βρετανών και των Ελλήνων της Κύπρου στη Λευκωσία. Ο νέος κυβερνήτης στρατάρχης Harding ήταν κομιστής μιας πρότασης
του Λονδίνου, που προέβλεπε την εγκαθίδρυση
συστήματος αυτοκυβέρνησης, αλλά και, κάτι που
ασφαλώς συνιστούσε τη μεγάλη αλλαγή στη βρετανική πολιτική, αναγνώριση της αρχής της αυτοδιάθεσης, χωρίς όμως συγκεκριμένη ημερομηνία
εφαρμογής της. Οι διαπραγματεύσεις HardingΜακαρίου, που απετέλεσαν μία από τις ευκαιρίες
για να τεθεί το Κυπριακό σε τροχιά ομαλής λύσης,
επρόκειτο να εξελιχθούν από τις αρχές Οκτωβρίου
του 1955 έως το τέλος Φεβρουαρίου του 1956.
Η Τουρκία είχε αποκλειστεί από τις συνομιλίες,
καθώς το πογκρόμ της Κωνσταντινούπολης είχε
εμφανώς εξασθενίσει τη διαπραγματευτική της
θέση. Η Αγκυρα δεν είχε διαγραφεί, όμως, ως αναγκαίος παράγοντας για την επίλυση του Κυπριακού και εξ αυτού οι Βρετανοί είχαν υπόψη τους
ότι ήταν αδύνατο να υπερβούν ορισμένα όρια στις
συνομιλίες τους με τον Μακάριο. Ο Μακάριος,
από την άλλη πλευρά, αν και αδιαμφισβήτητος
ηγέτης των Ελλήνων της Κύπρου, έπρεπε να λάβει
υπόψη του την πιθανή αντίδραση του κύκλου των
αδιαλλάκτων περί το μητροπολίτη της Κυρηνείας, καθώς και του ίδιου του Γρίβα. Προκειμένου
να προχωρήσει σε συμβιβασμό, επιθυμούσε να
έχει την υποστήριξη της Αθήνας. Ο Καραμανλής,
επικρινόμενος από την αντιπολίτευση για εξασφάλιση της βασιλικής εύνοιας, η οποία από την
οπτική της αντιπολίτευσης συσχετιζόταν και με το
χειρισμό του Κυπριακού, και καθώς προγραμμάτιζε εκλογές για τον Φεβρουάριο του 1956, ήθελε
να αποφύγει την ανοιχτή άσκηση πίεσης προς τον
Μακάριο. Ασκώντας μια πολιτική φιλικής πειθούς
προς την ελληνοκυπριακή πλευρά, επανειλημμένα
θα τόνιζε το επιθυμητό ενός συμβιβασμού, ενώ
παράλληλα θα μετέφερε προς την αμερικανική
και τη βρετανική πλευρά την ανάγκη ικανοποίησης αιτημάτων των Ελληνοκυπρίων ώστε να
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

επιτευχθεί ο συμβιβασμός αυτός. Τη διαχείριση
του ζητήματος θα είχε ο υπουργός Εξωτερικών
Σπύρος Θεοτόκης, αναμφισβήτητα φιλοδυτικός
και πεπεισμένος και αυτός για την αναγκαιότητα
του συμβιβασμού.
Στο πλαίσιο αυτό, οι Αμερικανοί προσπάθησαν
να διευρύνουν τα περιθώρια της πολιτικής διευθέτησης ασκώντας πίεση κατά κύριο λόγο στους
Βρετανούς. Στη βάση αυτής της αμερικανικής
τακτικής βρίσκονταν η εκτίμηση ότι η επιβίωση
του Καραμανλή ήταν αναγκαία για τη διασφάλιση
της πολιτικής σταθερότητας στην Ελλάδα και η
αναγνώριση ότι τα περιθώρια ελιγμών του νέου
συντηρητικού πρωθυπουργού ήταν μικρά, ιδίως
εν όψει επερχομένων εκλογών. Αντίθετα, οι Βρετανοί δεν ήταν της ίδιας άποψης, καθώς εκτιμούσαν
ότι ακόμα και αν ο Καραμανλής ανατρεπόταν, η
όποια εναλλακτική λύση δεν θα ήταν προσανατολισμένη στη διάρρηξη των δεσμών της Ελλάδας
με τη Δύση. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, έστω και
απρόθυμα, οι Βρετανοί, υπό την αμερικανική πίεση, θα παρουσίαζαν βελτιωμένες εκδοχές του σχεδίου τους. Οι απαιτήσεις του Μακαρίου συνοψίζονταν σε παροχή γενικής αμνηστίας, αυτονόητη
προϋπόθεση για την υποστήριξη της όποιας λύσης
εκ μέρους της ΕΟΚΑ, σαφέστερη αναγνώριση του
δικαιώματος αυτοδιάθεσης, υπαγωγή των εσωτερικών υποθέσεων στην εξουσία του προέδρου
της κυβέρνησης αντί του κυβερνήτη, ο οποίος
θα διατηρούσε τα πεδία Εξωτερικών και Αμυνας,
γενικότερα διεύρυνση των εξουσιών της αιρετής
νομοθετικής συνέλευσης και κυρίως διασφάλιση
της ελληνικής πλειοψηφίας της τελευταίας.
Προς το τέλος Δεκεμβρίου του 1955 οι συνομιλίες
είχαν φθάσει σε κρίσιμο σημείο και ο Καραμανλής προϊδέαζε την αμερικανική πρεσβεία στην
Ελλάδα ότι το Κυπριακό δεν εμφάνιζε προοπτικές
λύσης, ότι παρά ταύτα αποσπούσε μεγάλο μέρος
της ενεργητικότητάς του και ότι ήταν αδύνατο η
κατάσταση αυτή να συνεχιστεί επ’ άπειρον. Προειδοποιούσε ότι σκεπτόταν σοβαρά το ενδεχόμενο
επίσπευσης των εκλογών, όπως και συνέβη, ή της
παραίτησής του, ζητώντας έτσι έμμεσα να μην
πιεστεί υπερβολικά για την επιτυχία των διαπραγ133

Μετά την
αποτυχία των
διαπραγματεύσεων,
οι Βρετανοί
εξόρισαν τον
Μακάριο στις
Σεϋχέλλες.
134

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

ματεύσεων. Στο επόμενο διάστημα οι Αμερικανοί
κατέβαλαν προσπάθεια για να μη διακοπούν οι
διαπραγματεύσεις στη Λευκωσία, καθώς αυτό θα
επιδρούσε δυσμενώς στο Κυπριακό αλλά και στην
ελληνική πολιτική σκηνή.
Προς το τέλος Φεβρουαρίου του 1956, αφού ο
Καραμανλής εξασφάλισε κοινοβουλευτική πλειοψηφία στις εκλογές της 19ης Φεβρουαρίου, οι Βρετανοί αποφάσισαν να τερματίσουν τις συνομιλίες,
καλώντας τον Μακάριο να παύσει να προβάλλει
συνεχώς νέες απαιτήσεις και να αποδεχθεί το
πακέτο που του προσφερόταν. Ο Μακάριος δεν
το αποδέχθηκε, καθώς απέμεναν αδιευκρίνιστα
αρκετά σημεία, και οι διαπραγματεύσεις διακόπηκαν. Στις 9 Μαρτίου οι Βρετανοί θα προχωρούσαν
στο επόμενο βήμα εξορίζοντας τον Αρχιεπίσκοπο
στις Σεϋχέλλες. Ανέστελλαν έτσι για μεγάλο διάστημα την προσπάθεια μιας ομαλής πολιτικής
διευθέτησης του Κυπριακού έχοντας τη μάταιη
ελπίδα ότι θα μπορούσε να αναδειχθεί μια πιο
«μετριοπαθής» ελληνοκυπριακή ηγεσία.
Ο ίδιος ο Μακάριος υποστήριξε την άποψη ότι η
απόσταση μεταξύ των θέσεών του και των βρετανικών δεν ήταν μεγάλη. Οπως όμως προκύπτει
από τα δημοσιευμένα αμερικανικά διπλωματικά
έγγραφα, η διαφορά αυτή δεν ήταν αμελητέα και
αντανακλούσε θεμελιώδεις διαφορές που αφορούσαν στο ρόλο της Τουρκίας στο Κυπριακό. Οι
Βρετανοί αδυνατούσαν να παράσχουν τις διαβεβαιώσεις σχετικά με την ελληνική πλειοψηφία
της νομοθετικής συνέλευσης διότι γνώριζαν ότι η
ισότιμη εκπροσώπηση αποτελούσε αδιαπραγμάτευτο αίτημα των Τούρκων. Επεδίωκαν, συνεπώς,
να μεταθέσουν τη διαφωνία σε συζητήσεις μεταξύ
Ελλήνων και Τούρκων της Κύπρου που θα ακολουθούσαν την κατ’ αρχήν αποδοχή του σχεδίου
Harding. Στην αγγλο-αμερικανική υπηρεσιακή
συζήτηση του Μαρτίου του 1956, όπου αναδεικνύεται η σημασία του θέματος αυτού, τονίστηκε
ιδιαίτερα από τους Βρετανούς ότι οι Αμερικανοί
δεν είχαν αντιληφθεί το βάθος και την ένταση
της τουρκικής αντίθεσης στην ένωση, η οποία,
αν πραγματοποιείτο, θα απειλούσε τις σχέσεις
της Τουρκίας με τις δυτικές δυνάμεις.
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Το διπλωματικό αδιέξοδο στο Κυπριακό και τα
προβλήματα της Αθήνας εντάθηκαν, καθώς τη
διακοπή των συνομιλιών ακολούθησε ένταση
της βρετανικής κατασταλτικής δραστηριότητας
στην Κύπρο με την εκτέλεση των Καραολή και
Δημητρίου, διαδηλώσεις στην Αθήνα αλλά και
εμφάνιση συμπτωμάτων έλλειψης συνοχής της
κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας της Εθνικής Ριζοσπαστικής Ενωσης, τα οποία θα παρέμεναν
έντονα έως το 1958.
Η αποτυχία των διαπραγματεύσεων ΜακαρίουHarding, η οποία οδήγησε και στην παραίτηση του
Θεοτόκη και την ανάληψη του υπουργείου Εξωτερικών από τον Ευάγγελο Αβέρωφ, δεν σήμαινε
πάντως την εκ των προτέρων αποδοχή τουρκικού veto από τους Αμερικανούς. Σταδιακά βέβαια
η τουρκική οπτική και οι συναφείς απαιτήσεις
άρχιζαν να αποτελούν αντικείμενο πιο επισταμένης εξέτασης εκ μέρους των Αμερικανών. Τον
Ιούλιο του 1956 ο αντιπρόεδρος Richard Nixon
επρόκειτο να μεταφέρει στο Συμβούλιο Εθνικής
Ασφαλείας τη βαθιά εντύπωση που του είχε προκαλέσει η ψυχολογική αντίδραση των Τούρκων
στην ένωση. Περίπου το ίδιο διάστημα, στις αρχές
Ιουνίου, η ιδέα της διχοτόμησης εξεταζόταν στην
Ουάσιγκτον, ο ίδιος ο πρόεδρος Eisenhower αναρωτιόταν μάλιστα κατά πόσον θα ήταν αδύνατον
ο διαχωρισμός αυτός να επιλύσει το πρόβλημα.
Η γνώμη του υπουργού Εξωτερικών John Foster
Dulles, προφανώς υπό την επίδραση του State
Department, ήταν αρνητική: Οι πληθυσμοί ήταν
μικτοί σε όλο το νησί. Στο τέλος Αυγούστου το
State Department θα κατέληγε σε μια φόρμουλα
που αποτελούσε μείζονα εξέλιξη στην αμερικανική πολιτική και συνιστούσε το σημείο όπου η
αμερικανική πολιτική βρέθηκε πλησιέστερα από
ποτέ στη δεκαετία του 1950 στην υποστήριξη των
ελληνικών θέσεων για την αυτοδιάθεση. Η πολιτική του State Department ήταν κρίσιμη για δύο
λόγους: Πρώτον, γιατί προέβλεπε την άμεση ανάμιξη των Ηνωμένων Πολιτειών στην αναζήτηση
λύσης, μέσω της ανάληψης σχετικών συνομιλιών
από ένα πρoεδρικό απεσταλμένο, στην προκειμένη
περίπτωση αυτός ήταν ο Julius Holmes, σύμβουλος του υπουργού Εξωτερικών, και, δεύτερον, γιατί
135

ως προς την ουσία της πολιτικής λύσης προέβλεπε
ένα σύστημα αυτοκυβέρνησης, το οποίο, έπειτα
από δεκαετή εφαρμογή, θα ακολουθείτο από δημοψήφισμα στο οποίο θα ετίθεντο η ένωση, η διχοτόμηση αλλά και η ανεξαρτησία εντός ή εκτός της
Βρετανικής Κοινοπολιτείας. Η αποστολή Holmes
απέτυχε κυρίως επειδή η ανάληψή της συνέπεσε
με την όξυνση της κρίσης του Σουέζ και τελικά
την οξύτατη αγγλο-αμερικανική διαφωνία του
φθινοπώρου του 1956. Ετσι, η έλλειψη πρόνοιας
στο αμερικανικό σχέδιο σχετικά με την αντιμετώπιση του τουρκικού παράγοντα δεν δοκιμάστηκε
τελικά ως πρακτική πολιτική. O Holmes θα διαπίστωνε την ύπαρξη φιλικής ατμόσφαιρας στην
Αγκυρα και θα άκουγε τον Τούρκο πρωθυπουργό
να συνομολογεί στην ανάγκη πολιτικής λύσης. Η
τουρκική αντίληψη, όμως, ότι η αυτοκυβέρνηση
συνιστούσε το πρώτο βήμα προς την αυτοδιάθεση
δεν είχε μεταβληθεί.

Η αρρυθμία, που ήταν απότοκη της κρίσης του
Σουέζ, δεν κατέστησε δυνατή την πρόοδο του
σχεδίου Holmes. Σχετικά με την αξιολόγηση του
σχεδίου Holmes και της πολιτικής του βαρύτητας,
αυτό που πρέπει σε κάθε περίπτωση να σημειωθεί
είναι ότι οι αμερικανικές θέσεις ήταν αρκετά εύπλαστες. Οι Αμερικανοί είχαν αποδειχθεί ικανοί
να υποστηρίζουν σχέδια ή να εξετάζουν ευνοϊκά
ιδέες που είχαν πολύ διαφορετικές πολιτικές βάσεις ή συνέπειες χωρίς να είναι ιδιαίτερα δεσμευμένοι σε κάτι από αυτά. Αυτό καταδείχθηκε με
σαφήνεια τον Δεκέμβριο του 1956 με την υποβολή
των συνταγματικών προτάσεων Radcliff εκ μέρους
των Βρετανών. Το ζήτημα δεν ήταν τόσο το περιεχόμενο των προτάσεων, επρόκειτο για ένα σύνταγμα αυτοκυβέρνησης μάλλον φιλελεύθερο, όσο
μια πρόβλεψη εκτός του σχεδίου. Αυτή συνίστατο
στη δήλωση της βρετανικής κυβέρνησης ότι στο
τέλος της περιόδου αυτοκυβέρνησης επρόκειτο να

Το διπλωματικό αδιέξοδο οδήγησε σε σκλήρυνση της βρετανικής καταστολής
στην Κύπρο με αποκορύφωμα τον απαγχονισμό των Καραολή και Δημητρίου. Στη
φωτογραφία ο Καραολής μετά τη σύλληψή του από τους Βρετανούς.
136

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Ο Κωνσταντίνος
Καραμανλής
με τον Βρετανό
πρωθυπουργό
Χάρολντ Μακ
Μίλλαν στην
Αθήνα στις 7
Αυγούστου
1958 (Ιδρυμα
«Κωνσταντίνος
Γ. Καραμανλής»,
φωτογραφικό
αρχείο
Κωνσταντίνου
Καραμανλή).
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

137

ληφθεί μια απόφαση ως προς την αυτοδιάθεση
όχι από το σύνολο των Κυπρίων, αλλά από την
κάθε εθνική κοινότητα, η οποία εθεωρείτο φορέας
ιδίου και χωριστού δικαιώματος αυτοδιάθεσης.
Αυτό βέβαια ισοδυναμούσε με αποδοχή της διχοτόμησης ως ενδεχόμενης πολιτικής λύσης. Η
Αθήνα δεν μπορούσε υπό τις συνθήκες αυτές να
εισέλθει σε συζήτηση για το σχέδιο Radcliff. Από
τα δημοσιευμένα αμερικανικά αρχεία προκύπτει
ότι ο Dulles είχε σχηματίσει την εντύπωση ότι ο
Ευάγγελος Αβέρωφ, υπουργός Εξωτερικών της
Ελλάδας, συζήτησε το ενδεχόμενο διχοτόμησης
από τον Μάιο του 1956, αν και νεώτερη βιβλιογραφία έχει υποστηρίξει ότι ο Ελληνας υπουργός
Εξωτερικών συζητούσε ένα είδος περιορισμένης
εδαφικής αποζημίωσης για την Τουρκία ως αντάλλαγμα στην ένωση.

Ούτως ή άλλως, το αντάλλαγμα αυτό φαινόταν
πολύ μικρό για να ικανοποιηθεί η Αγκυρα, ενώ
για την Αθήνα ήταν εν τέλει αδύνατο να αποδεχθεί την έννοια της διχοτόμησης ως βάση για
συζήτηση. Αυτό που απέμενε συνεπώς από την
αμερικανική οπτική ήταν η συζήτηση μιας άλλης
λύσης, πέραν της ένωσης και της διχοτόμησης,
αμοιβαία αποκλειόμενων από την Τουρκία και
την Ελλάδα, που συνίστατο στην ανεξαρτησία της
Κύπρου. Από τα σχετικά αμερικανικά διπλωματικά έγγραφα της άνοιξης του 1957 προκύπτει ότι
διαμορφώθηκε τότε από το State Department ένα
περίγραμμα λύσης, του οποίου η λογική συνέπιπτε
αυτή του καθεστώτος των συμφωνιών Ζυρίχης
και Λονδίνου του 1959. Οι Αμερικανοί προϋπέθεταν ότι θα επρόκειτο για καθεστώς δεσμευμένης
ανεξαρτησίας. Οι Βρετανοί θα είχαν το δικαίωμα

Ο Κ. Καραμανλής με τον Χ. Μακμίλλαν στο Λονδίνο κατά τη διάρκεια των συνομιλιών για το Κυπριακό
στις 17 Φεβρουαρίου 1959. Ανάμεσά τους ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Φατίν Ρουστού Ζορλού.
138

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Ο Κ.
Καραμανλής
με τον
πρωθυπουργό
της Τουρκίας
Αντνάν
Μεντερές μετά
τη Συμφωνία
της Ζυρίχης στις
10 Φεβρουαρίου
1959. Ανάμεσά
τους ο Ζορλού.
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

139

να διατηρήσουν βάσεις κατά κυριαρχία, ενώ το
τελικό αποτέλεσμα θα ήταν προϊόν συνεννοήσεων μεταξύ των κυβερνήσεων της Βρετανίας, της
Ελλάδας και της Τουρκίας. Παράλληλα, θα εξελίσσονταν συνεννοήσεις των Βρετανών και με τους
Ελληνες και τους Τούρκους του νησιού, ένδειξη
ότι η έννοια των αποκλειστικών συνεννοήσεων με
τους Ελληνοκυπρίους είχε πλέον ξεπεραστεί στην
αμερικανική σκέψη. Οι Αμερικανοί δεν προέβλεπαν κάποιο ιδιαίτερο ή θεσμοποιημένο ρόλο για
τις Ηνωμένες Πολιτείες στην Κύπρο, αλλά απέβλεπαν σε ένα «φιλικό διακανονισμό» προς όφελος
της συμμαχικής συνοχής και της στρατηγικής
χρήσης της Κύπρου εκ μέρους κρατών-μελών της
Ατλαντικής Συμμαχίας.
Η νέα αμερικανική αντίληψη για τη δεσμευμένη
ανεξαρτησία ως καταλληλότερη λύση διευκολυνόταν κατ’ αρχάς από την αντίστοιχη κατανόηση

εκ μέρους της Αθήνας, ήδη από τον Μάρτιο του
1957, ότι η δεσμευμένη ανεξαρτησία αποτελούσε
ενδεχομένως τη μόνη εναλλακτική λύση έναντι
της διχοτόμησης. Η κυβέρνηση Καραμανλή αντιμετώπιζε βέβαια οξύτατη αντίδραση στο εσωτερικό
και η συνοχή της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας
της δεν ήταν δεδομένη. Τον Μάρτιο του 1957 οι
Αμερικανοί θα καθιστούσαν γνωστή, μέσω της
έκθεσης του Norman Armour στο αμερικανικό
Κογκρέσο, ότι θεωρούσαν την κυβέρνηση Καραμανλή ως τη μόνη διαθέσιμη πολιτική λύση στην
Ελλάδα έναντι του κινδύνου διολίσθησης της χώρας προς μια ουδετερόφιλη εξωτερική πολιτική.
Η αμερικανική αυτή δήλωση προκαλούσε την
οργή των Βρετανών, οι οποίοι δεν θεωρούσαν
αναντικατάστατη την κυβέρνηση Καραμανλή, αλλά
αντίθετα πίστευαν ότι η αμερικανική υποστήριξη
την καθιστούσε αδιάλλακτη στο Κυπριακό. Σε κάθε
περίπτωση, πάντως, η υποστήριξη της Ουάσιγκτον

Κύπριοι υποβάλλονται σε σωματική έρευνα από τις βρετανικές δυνάμεις κατά τη διάρκεια του αγώνα της ΕΟΚΑ.
140

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

καθιστούσε για ένα διάστημα περίπου απαγορευτική την ενθάρρυνση κινήσεων ανατροπής του
Καραμανλή, οι οποίες εξελίσσονταν στο αθηναϊκό
πολιτικό παρασκήνιο.
Ακόμα πιο σημαντικό ήταν το γεγονός ότι μετά την
κρίση του Σουέζ οι αγγλο-αμερικανικές σχέσεις
επρόκειτο να αποκατασταθούν. Η νέα συντηρητική
κυβέρνηση υπό τον Harold Macmillan συνειδητοποιούσε τη μειωμένη ισχύ της Βρετανίας, τη
δευτερεύουσα θέση της στη Μέση Ανατολή και
την αδυναμία της να διαμορφώσει μια πολιτική
ανεξάρτητη από την αμερικανική. Στο νέο αυτό
πλαίσιο ο Βρετανός πρωθυπουργός θα ενθάρρυνε
την αναθεώρηση της βρετανικής πολιτικής στο
Κυπριακό και την υιοθέτηση της παραδοχής ότι
δεν ήταν πλέον αναγκαία η διατήρηση της κυριαρχίας σε όλη τη νήσο, αλλά μόνο σε βάσεις επ’
αυτής. Παράλληλα, συνειδητοποιούσε ότι ήταν
αναγκαία η απελευθέρωση του Μακαρίου από
τις Σεϋχέλλες, κάτι που ζητούσε επίμονα ο Καραμανλής και του υπέδειξαν άλλωστε και οι Αμερικανοί στην αγγλο-αμερικανική Σύνοδο Κορυφής
του Μαρτίου του 1957, που σηματοδότησε την
πλήρη αποκατάσταση των αγγλο-αμερικανικών
σχέσεων.
Αν αυτές ήταν οι κινήσεις που ευνοούσαν μια
νέα προσέγγιση στο Κυπριακό, εξακολουθούσαν
να υπάρχουν ισχυρές αντίρροπες δυνάμεις. Στην
ίδια την Κύπρο η ιδέα της ανεξαρτησίας δεν είχε
ευνοϊκή υποδοχή ούτε επρόκειτο να έχει έως τον
Σεπτέμβριο του 1958, οπότε ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριoς, εν όψει του αδιεξόδου που δημιουργούσε
το τιθέμενο σε εφαρμογή σχέδιο Macmillan, θα
αναζητούσε στη φόρμουλα της ανεξαρτησίας τη
διέξοδο από την απειλούμενη συγκυριαρχία. Στην
Ελλάδα η ελληνική κυβέρνηση, υπό την πίεση της
κοινής γνώμης και της δύναμης που διέθετε η
παράδοση του ελληνικού αλυτρωτισμού, απέφευγε
να υποστηρίξει δημόσια αυτό που υποστήριζε στο
διπλωματικό παρασκήνιο, δηλαδή τη δεσμευμένη
ανεξαρτησία. Αυτό θα διαρκούσε έως τον Ιούλιο
του 1958, οπότε με την ανώνυμη αρθρογραφία
του στην «Καθημερινή» ο υπουργός Εξωτερικών
Ευάγγελος Αβέρωφ θα υποστήριζε την ανάγκη
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

εγκατάλειψης της άμεσης επιδίωξης της αυτοδιάθεσης εν ονόματι της ανάγκης αποκατάστασης
των συμμαχικών δεσμών της Ελλάδας προκειμένου να αντιμετωπιστεί ο θεωρούμενος ως πάγιος
γεωπολιτικός από Βορρά κίνδυνος. Στροφή για
την ελληνική πολιτική απετέλεσε η πολιτική κρίση του Μαρτίου του 1958 και η διεξαγωγή νέων
εκλογών στις 11 Μαΐου, που απέδωσαν στον Καραμανλή και τους συντηρητικούς αυτοδύναμη και
ενισχυμένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Η κρίση
εκδηλώθηκε με την παραίτηση από την κυβέρνηση των νέων και δυναμικών υπουργών Εμπορίου και Βιομηχανίας, Παναγή Παπαληγούρα, και
Δημοσίων Εργων, Γεωργίου Ράλλη, αλλά και την
αποχώρηση από την ΕΡΕ 13 ακόμα βουλευτών. Ο
Παπαληγούρας καταλόγιζε στον Καραμανλή αυταρχική διακυβέρνηση, ενώ ο Ράλλης εντόπιζε την
κριτική του στο εκλογικό σύστημα, το οποίο πίστευε ότι θα οδηγούσε την Αριστερά στη δεύτερη
θέση και στη διάλυση της αστικής αντιπολίτευσης,
πρόβλεψη που δικαιώθηκε από το εκλογικό αποτέλεσμα. Ο αμερικανικός ρόλος παραμένει κατά
τι αδιευκρίνιστος, καθώς δεν υπάρχει εκτεταμένη
αρχειακή τεκμηρίωση. Κατά την καλύτερη εκδοχή, ελλείψει άλλης περισσότερο τεκμηριωμένης,
ο Αμερικανός επιτετραμμένος James Penfield,
επικρίνοντας σκληρά την κυβέρνηση Καραμανλή,
ενθάρρυνε την ανατροπή της από 15 βουλευτές
της κυβερνώσας Εθνικής Ριζοσπαστικής Ενωσης
(ΕΡΕ), οι οποίοι βρίσκονταν σε επαφή με τον συναρχηγό των Φιλελευθέρων Σοφοκλή Βενιζέλο, ο
οποίος με τη σειρά του απέβλεπε σε κυβέρνηση
συνεργασίας με συμμετοχή των Φιλελευθέρων.
Αδιευκρίνιστη ήταν η στάση του βασιλικού ζεύγους, καθώς δεν είναι γνωστό αν η δυσαρέσκεια
ανακτορικών κύκλων έναντι του Καραμανλή
απηχούσε πράγματι τη διάθεση των βασιλέων. Ο
Καραμανλής διατήρησε όμως τον κύριο όγκο των
κοινοβουλευτικών του δυνάμεων, κατέστησε έτσι
αδύνατο το σχηματισμό μιας κυβέρνησης συνασπισμού από τους αντιπάλους του και πέτυχε να
πείσει το βασιλιά, ο οποίος διευκρίνισε εμπράκτως
τη στάση του, να συμφωνήσει στη διάλυση της
Βουλής, στην οποία άλλωστε συναινούσε και ο αρχηγός των Φιλελευθέρων Γεώργιος Παπανδρέου.
Ο τελευταίος ενδιαφερόταν για την αλλαγή του
141

εκλογικού συστήματος ώστε να εξουδετερωθούν
τα μικρότερα κόμματα του Κέντρου και όχι για
σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού, όπως ο
Βενιζέλος. Το εκλογικό αποτέλεσμα είχε ως συνέπεια την παροχή μιας άνετης και περισσότερο
πιστής στον Καραμανλή πλειοψηφίας στη Βουλή,
γεγονός που του επέτρεπε να αναλάβει τη στροφή

της ελληνικής πολιτικής στο Κυπριακό. Ειδικά ως
προς την αμερικανική εμπλοκή, φαίνεται μάλλον
απίθανο ότι οι Αμερικανοί θα είχαν αναστρέψει
την προτίμησή τους προς τον Καραμανλή αν μη
τι άλλο λόγω έκλειψης καλύτερων εναλλακτικών
λύσεων από τη δική τους οπτική. Η Ουάσιγκτον
και η πρεσβεία στην Αθήνα έβλεπαν πράγματι

Ο Κ.
Καραμανλής
με τον
πρωθυπουργό
της Τουρκίας
Αντνάν Μεντερές
στην Αγκυρα
στις 7 Μαΐου
1959 (Ιδρυμα
«Κωνσταντίνος
Γ. Καραμανλής»,
φωτογραφικό
αρχείο
Κωνσταντίνου
Καραμανλή).
142

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

ανήσυχοι το ογκούμενο κύμα ουδετεροφιλίας
εξαιτίας του Κυπριακού, το οποίο άλλωστε εκδηλώθηκε και μέσω της εκλογικής ανόδου της
Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς στο 24,4% των
ψήφων στις εκλογές του Μαΐου του 1958. Αυτό
όμως συνιστούσε παράγοντα που επέβαλε την
επιτάχυνση της προσπάθειας για το κλείσιμο του
Κυπριακού, παρά τον παραμερισμό του Καραμανλή, που ήταν αναγκαίος παράγοντας για μια
πολιτική διευθέτηση.
Αξιόλογα εμπόδια παρέμεναν, όμως, και από την
πλευρά της Βρετανίας και της Τουρκίας. Οι Βρετανοί, αν και κατανοούσαν ότι δεν μπορούσαν
να αντιταχθούν ευθέως στους Αμερικανούς, δεν
προτιμούσαν μια λύση ανεξαρτησίας, πιθανότατα
και από μόνο το λόγο ότι η φόρμουλα αυτή είχε
προέλθει από την αμερικανική πλευρά με εικαζόμενη την πρόθεση της υποκατάστασης της βρετανικής από την αμερικανική παρουσία στο νησί.
Τον Ιούλιο του 1957 οι Βρετανοί και ο Macmillan
προσωπικά προτιμούσαν ένα σχέδιο που θα οδηγούσε στην τριπλή συγκυριαρχία επί της νήσου
από τη Βρετανία, την Ελλάδα και την Τουρκία. Το
σχέδιο αυτό δεν τέθηκε αμέσως σε εφαρμογή, αλλά
επρόκειτο να παρουσιαστεί ως οριστική βρετανική
πρόταση ένα χρόνο αργότερα όταν φάνηκε ότι δεν
ήταν δυνατή η εφαρμογή άλλης πολιτικής λύσης.
Το σχέδιο Macmillan θα διέθετε το καλοκαίρι του
1958 έντονο το στοιχείο του εκβιασμού της Αθήνας, αλλά και των Ελλήνων της Κύπρου. Τέλος, η
τουρκική πλευρά θα παρέμενε δεσμευμένη στη
διχοτόμηση έως και τα μέσα του καλοκαιριού του
1958, αν και οι Αμερικανοί είχαν θέσει υπόψη της
Αγκυρας την ιδέα της δεσμευμένης ανεξαρτησίας
ήδη από τον Απρίλιο του 1957.
Συνεπώς, από την υιοθέτηση από τους Αμερικανούς της δεσμευμένης ανεξαρτησίας την άνοιξη
του 1957 έως την έναρξη των ελληνοτουρκικών
διαπραγματεύσεων τον Δεκέμβριο του 1958 θα
μεσολαβούσαν είκοσι μήνες, στη διάρκεια των
οποίων δοκιμάστηκαν διάφορες διαδικαστικές
προσεγγίσεις με επίκεντρο κάποια πιθανή πρωτοβουλία του ΝΑΤΟ. Η ευόδωσή τους ήταν περίπου
αδύνατη, δεδομένης ιδίως της δυσπιστίας της
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Αθήνας, η οποία ανησυχούσε ότι θα μπορούσε
να βρεθεί στο μέσο μιας ανεξέλεγκτης διαδικασίας. Δοκιμάστηκε, επίσης, μια φόρμουλα ένωσης
με αποζημίωση της Τουρκίας στο νησί, η οποία
θα αποτελούσε βασικό θέμα στην επόμενη φάση
του Κυπριακού τη δεκαετία του 1960. Την ιδέα
υποστήριξαν και οι Αμερικανοί τον Ιανουάριο του
1958 και συνίστατο στην ένωση του νησιού με
την Ελλάδα με αντάλλαγμα στην Τουρκία την εγκατάσταση μιας στρατιωτικής βάσης στην Κύπρο.
Οι Τούρκοι απέβλεψαν, όμως, σε περισσότερες
από μία βάσεις αρκετά μεγάλης έκτασης, ένδειξη
ότι προσπαθούσαν να μετατρέψουν την ιδέα της
ένωσης με αποζημίωση σε διχοτόμηση.
Η αποτυχία των συζητήσεων θα έτρεπε τελικά
τους Βρετανούς, μετά τη διεξαγωγή των εκλογών
στην Ελλάδα τον Μάιο του 1958, στην επίσημη
εξαγγελία του σχεδίου τριπλής συγκυριαρχίας που
είχε διαμορφωθεί ήδη από τον Ιούλιο του 1957,
όπως προαναφέρθηκε. Αυτό που αποτελούσε το
πιο χαρακτηριστικό στοιχείο του νέου βρετανικού
σχεδίου ήταν ο θεωρούμενος ως οριστικός χαρακτήρας του. Η βρετανική κυβέρνηση δεν εξαρτούσε την εφαρμογή του από την αποδοχή των
μερών. Αυτό σήμαινε για την ελληνική πλευρά
μια ανεπανόρθωτη ήττα. Η διπλή αυτοδιάθεση
ως απώτερη λύση μετά την πάροδο μιας επταετίας αποτελούσε επίσης συστατικό στοιχείο του
σχεδίου Macmillan, ενώ η κατ’ αρχήν συμφωνία
των Ηνωμένων Πολιτειών με το σχέδιο σήμαινε
τον περιορισμό των διαθέσιμων επιλογών για την
Αθήνα και τους Ελληνοκυπρίους. Η αμερικανική
στάση είχε βέβαια τα χαρακτηριστικά προηγούμενων περιπτώσεων υποβολής σχεδίων. Παρασκηνιακά αναγνωριζόταν ότι το σχέδιο δεν ήταν
ικανοποιητικό, αφού δεν προσέφερε κάτι στην
ελληνική πλευρά. Παράλληλα, όμως, δηλωνόταν
δημόσια η αμερικανική υποστήριξη επί της αρχής του σχεδίου και επιδιωκόταν η αναθεώρηση
ορισμένων σημείων, με πιο χαρακτηριστική την
απόσυρση της πρόβλεψης για διπλή υπηκοότητα των Κυπρίων. Επίσης, η αμερικανική πλευρά
επεδίωξε να διατηρήσει ανοιχτή την οδό των διαπραγματεύσεων, υποδεικνύοντας στην Αγκυρα
το διορισμό ως συμβούλου του κυβερνήτη του
143

Ο Κ.
Καραμανλής
υποδέχεται τον
Γεώργιο Γρίβα
στη Βουλή
στις 17 Μαΐου
1959 (Ιδρυμα
«Κωνσταντίνος
Γ. Καραμανλής»,
φωτογραφικό
αρχείο
Κωνσταντίνου
Καραμανλή).
144

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

γενικού προξένου της στην Κύπρο, αποδυναμώνοντας έτσι τη συμβολική και ψυχολογική σημασία
της έναρξης εφαρμογής του σχεδίου.
Το γεγονός, όμως, παρέμενε ότι τα περιθώρια της
ελληνικής πλευράς είχαν στην ουσία εξαντληθεί,
κάτι που αντανακλάτο ασφαλώς στην αποδοχή εκ
μέρους του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου της λύσης
της ανεξαρτησίας τον Σεπτέμβριο του 1958. Παράλληλα όμως, από τον Ιούλιο του 1958, οι εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή, με πιο σημαντική την
ανατροπή της φιλοδυτικής μοναρχίας του Ιράκ
από εθνικιστές στρατιωτικούς, υποχρέωνε την
Αγκυρα σε επανεκτίμηση της πολιτικής της στο
Κυπριακό. Αυτό οφειλόταν στην τουρκική αντίληψη περικύκλωσης από μη φιλικές κυβερνήσεις, με
συνέπεια να γίνεται αισθητή η ανάγκη αποκατάστασης των ελληνοτουρκικών σχέσεων μέσω της
επίλυσης του Κυπριακού. Βέβαια, το τίμημα για τη
συναίνεση της Αγκυρας ήταν υψηλό και αποτυπωνόταν στο καθεστώς εγγυήτριας δύναμης και στα
εκτεταμένα δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων στο
πλαίσιο της νέας συνταγματικής δομής.

Η προοπτική
Στις διμερείς διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας από τον
Δεκέμβριο του 1958 έως τον Φεβρουάριο του
1959, και οι οποίες απετέλεσαν το θεμέλιο των
συμφωνιών Ζυρίχης και Λονδίνου, οι Αμερικανοί
και οι Βρετανοί δεν έλαβαν μέρος, αν και από ένα
σημείο και μετά ενημερώθηκαν για την εξέλιξή
τους. Αυτό που πρέπει να σημειωθεί είναι ότι το
πλέγμα των συμφωνιών αντανακλούσε το γενικό
πλαίσιο των επεξεργασιών του State Department
από τον Μάρτιο έως τον Σεπτέμβριο του 1957.
Η εκτελεστική εξουσία θα ανήκε από κοινού στον
Ελληνα πρόεδρο και τον Τούρκο αντιπρόεδρο
που θα εκλέγονταν με καθολική ψηφοφορία,
αλλά χωριστά από την κάθε κοινότητα. Η νομοθετική εξουσία θα ασκείτο από τη Βουλή των
Αντιπροσώπων, στην οποία θα συμμετείχαν οι
δύο κοινότητες σε αναλογία 70-30. Για κρίσιΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

μα θέματα όμως, με κυριότερο τη φορολογία, η
Βουλή θα αποφάσιζε με χωριστές πλειοψηφίες,
διάταξη που κατέστησε τη διακυβέρνηση του
νέου κράτους πολύπλοκη ή και αδύνατη. Η ίδια
αναλογία προβλεπόταν για τη στελέχωση των
δημοσίων υπηρεσιών, ενώ για το στρατό ίσχυε
ακόμα πιο ευνοϊκή αναλογία υπέρ των Τουρκοκυπρίων, δηλαδή 40%. Καθώς οι Ελληνοκύπριοι
δεν αποδέχονταν αυξημένη αναλογία σε σχέση
με τον τουρκοκυπριακό πληθυσμό, οι διατάξεις
αυτές δεν εφαρμόστηκαν, με αποτέλεσμα τη συσσώρευση αντιθέσεων ήδη από την έναρξη της
λειτουργίας ενός κράτους που προοριζόταν να
είναι δικοινοτικό και συναινετικό. Πέραν αυτών,
οι Βρετανοί θα διατηρούσαν δύο εκτεταμένες
βάσεις κατά κυριαρχία και άλλες διευκολύνσεις
(retained sites), ενώ η Κυπριακή Δημοκρατία ετίθετο υπό την εγγύηση της Ελλάδας, της Τουρκίας
και της Βρετανίας, με την κάθε εγγυήτρια δύναμη
να διατηρεί το δικαίωμα μονομερούς επέμβασης
για την αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης.
Τέλος, η Ελλάδα και η Τουρκία θα διατηρούσαν
από μια στρατιωτική μονάδα δύναμης 950 και
650 ανδρών αντίστοιχα.
Η Ουάσιγκτον έβλεπε αναμφίβολα τα πλεονεκτήματα που προέκυπταν από μια συμφωνία
που εξασφάλιζε τη στρατιωτική παρουσία της
Δύσης μέσω των κυρίαρχων βρετανικών βάσεων και δευτερευόντως αμερικανικών ευκολιών
επικοινωνιών. Διαπίστωνε, επίσης, ότι χωρίς την
ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στο ΝΑΤΟ η
πρόσδεση του νέου κράτους στη συμμαχία ήταν
έμμεση, αλλά πραγματική μέσω των συνθηκών
συμμαχίας και εγγύησης, ενώ ένα βασικό μέλημα,
όπως ήταν η αποτροπή της διάλυσης της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ, φαινόταν να
έχει λυθεί με την πολιτική διευθέτηση του θέματος και την εξαφάνισή του από την ατζέντα των
ελληνοτουρκικών σχέσεων. Τέλος, ικανοποιητικό
για τους Αμερικανούς ήταν το γεγονός ότι δεν
χρειαζόταν να διαχειρίζονται οι ίδιοι την εξέλιξη
της νέας Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς θα άφηναν τους Βρετανούς να έχουν την πρωτοβουλία
των κινήσεων μέσω της νέας σχέσης τους με την
Κύπρο στο πλαίσιο της Κοινοπολιτείας.
145

Απέμενε, πάντως, ανοιχτό ερώτημα για την Ουάσιγκτον το ζήτημα της βιωσιμότητας της νέας
συνταγματικής δομής. Αυτό που προκαλούσε
ερωτηματικά ήταν το πρόβλημα της πολυπλοκότητας των συνταγματικών διατάξεων αλλά και
το γεγονός ότι το Σύνταγμα απαιτούσε τη συναίνεση των δύο εθνοτικών στοιχείων για την ομαλή λειτουργία του κράτους. Ταυτόχρονα, όμως,
το ίδιο το Σύνταγμα εδραζόταν στην αντίληψη
ύπαρξης δύο χωριστών εθνών και ο διαχωρισμός
αυτός έτεινε να διαπερνά τη νέα πολιτειακή δομή
στις θεμελιώδεις γραμμές. Η έλλειψη κυπριακής
συνείδησης παρέμενε από την πλευρά της Ουά-

σιγκτον το ζητούμενο. Η τελική παρατήρηση σε
σχετικό υπόμνημα του Γραφείου Πληροφοριών
και Ερευνας του State Department πρόδιδε αδυναμία σύλληψης της δυναμικής των εξελίξεων: Το
ζήτημα αυτό της έλλειψης μιας ενιαίας κυπριακής
συνείδησης, πέραν αυτής που προέκυπτε από την
εθνοτική ταυτότητα, εκτιμούσαν οι Αμερικανοί
αναλυτές, εξαρτάτο για μια μακρά μεταβατική
περίοδο από την κατάσταση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Αποδιδόταν, δηλαδή, υπερβολική
σημασία στις δύο «μητέρες πατρίδες» και στην
επιρροή τους στις κυπριακές υποθέσεις. Οπως
όμως εκ των υστέρων γνωρίζουμε, η εξέλιξη της

Η επιστροφή του Κ. Καραμανλή από τη Διάσκεψη του Λονδίνου στις 20 Φεβρουαρίου 1959
(Ιδρυμα «Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής», φωτογραφικό αρχείο Κωνσταντίνου Καραμανλή).
146

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Κυπριακής Δημοκρατίας δεν εξαρτάτο τόσο από
τον παράγοντα αυτό όσο από την αντίληψη των
ίδιων των ενδιαφερομένων, οι οποίοι θεώρησαν
ότι οι συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου
συνιστούσαν απαράδεκτο περιορισμό της αρχής
της αυτοδιάθεσης. Η διευθέτηση του 1959, στην
οποία προχώρησε η κυβέρνηση Καραμανλή με
δεδομένο ένα δυσμενή συσχετισμό δυνάμεων,
σήμαινε τη μεταβολή του στρατηγικού στόχου από
την επιδίωξη της ένωσης λόγω του δικαιώματος
αυτοδιάθεσης της μεγάλης ελληνικής πλειοψηφίας
του νησιού σε ένα καθεστώς κατανομής εξουσίας μεταξύ δύο ισότιμων εθνικών κοινοτήτων. Η
αποδοχή αυτή εν τούτοις δεν υπήρξε ποτέ ούτε
στην Ελλάδα ούτε στην Κύπρο. Στην Ελλάδα ο

συμβιβασμός θεωρήθηκε αναστροφή της ιστορικής πορείας αποχώρησης των Τούρκων από
εδάφη που κατοικούσαν Ελληνες, ενώ στην Κύπρο
απαράδεκτη φαλκίδευση του δικαιώματος της
πλειοψηφίας να κυβερνά. Δηλαδή, εθεωρείτο ότι
επρόκειτο και για απεμπόληση της αυτοδιάθεσης,
αλλά ταυτόχρονα και για ένα κακό συμβιβασμό,
ο οποίος αποδιδόταν σε συμμαχική πίεση. Η
έλλειψη αυτή μιας θεμελιώδους νομιμοποίησης
επρόκειτο να βαρύνει αποφασιστικά στην εξέλιξη
του Κυπριακού και τη βιωσιμότητα της συμφωνίας του 1959, η οποία εκτιμήθηκε πιο θετικά
από τμήματα της ελληνικής κοινής γνώμης μόνο
μετά το πραξικόπημα Ιωαννίδη και την τουρκική
εισβολή του 1974.

Βιβλιογραφία
Tozun Bahcehli, «GreekTurkish Relations since 1955»,
Westview Press, Boulder 1990
Theodore Couloumbis, «The
United States, Greece and
Turkey. The Troubled Triangle»,
Praeger, New York 1983
Ντιλέκ Γκιουβέν, «Εθνικισμός,
κοινωνικές μεταβολές και
μειονότητες. Τα επεισόδια
εναντίον των μη μουσουλμάνων
της Τουρκίας (6/7 Σεπτεμβρίου
1955)», Εστία, Αθήνα 2006
Evanthis Hatzivassiliou,
«Britain and the International
Status of Cyprus, 1955-1959,
Minnesota Mediterranean
and East European
Monographs», 1997
Robert Holland, «Britain and
the Revolt in Cyprus, 1954-1959»,
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Clarendon Press, Oxford 1998
Ευάγγελος Κουφουδάκης,
«Η εξωτερική πολιτική
των ΗΠΑ και το Κυπριακό
ζήτημα», Θ. Κουλουμπής-S.
Hicks (επιμ.), «Η αμερικανική
πολιτική στην Ελλάδα και
την Κύπρο», Παπαζήσης,
Αθήνα 1976, σ. 248-319
Claude Nιcolet, «Removing
the Greek-Turkish Bone
of Contention: US Policy
towαrds Cyprus», 1954-1974,
Bibliopolis, Mannheim 2001
Σωτήρης Ριζάς, «Η ελληνική
πολιτική μετά τον εμφύλιο
πόλεμο. Κοινοβουλευτισμός
και δικτατορία», Καστανιώτης,
Αθήνα 2008
Monteagle Stearns,
«Περίπλοκες συμμαχίες. Η

αμερικανική πολιτική στην
Ελλάδα, Τουρκία και Κύπρο»,
Ποντίκι, Αθήνα 1992
Ioannis Stefanidis, «Isle
of Discord. Nationalism,
Imperialism and the Making
of the Cyprus Problem»,
Hurst & Co, London 1999
Ιωάννης Στεφανίδης, «Εν
ονόματι του έθνους. Πολιτική
κουλτούρα, αλυτρωτισμός
και αντιαμερικανισμός
στη μεταπολεμική Ελλάδα,
1945-1967», Επίκεντρο,
Θεσσαλονίκη 2010
Speros Vryonis, «The
mechanism of catastrophe. The
Turkish pogrom of September
6-7, 1955, and the destruction
of the Greek community
of Istanbul», greekworks.
com, New York 2005
147

Ο Κωνσταντίνος
Καραμανλής απέσπασε
μακροχρόνια μεταβατική
περίοδο έναντι
του δασμολογικού
αφοπλισμού της ελληνικής
βιομηχανίας. Φωτογραφία
από την επίσκεψή του στα
Ναυπηγεία Σκαραμαγκά
που ιδρύθηκαν το 1957.

148

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Σωτήρης Ριζάς
Διευθυντής Ερευνών. Κέντρο Ερευνας της Ιστορίας
του Νεώτερου Ελληνισμού/Ακαδημία Αθηνών

Η σύνδεση της
Ελλάδας με
την Ευρωπαϊκή
Οικονομική
Κοινότητα (ΕΟΚ)

Η Ελλάδα συμμετέχει ενεργά στις
διαπραγματεύσεις των Εξι για τη δημιουργία
της ΕΟΚ, αναζητώντας διέξοδο για τα αγροτικά
προϊόντα της και επιδιώκοντας μεταβατικές
ρυθμίσεις για το δασμολογικό αφοπλισμό
έναντι των εισαγωγών. Η προσέγγιση
της ελληνικής κυβέρνησης με Γαλλία και
Γερμανία. Στις 9 Ιουλίου 1961 με την
υπογραφή της Συμφωνίας Σύνδεσης η Ελλάδα
γίνεται οργανικό τμήμα της ευρωπαϊκής
ολοκλήρωσης στην Ανατολική Μεσόγειο.

Μ

ια εξέλιξη με μακροπρόθεσμες ιστορικές συνέπειες ήταν η προσπάθεια
της Ελλάδας να συμμετάσχει στις
διεργασίες για την ευρωπαϊκή οικονομική ενοποίηση. Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ
των Εξι, δηλαδή των ιδρυτικών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ανθρακα και Χάλυβα (Γαλλίας,
Δυτικής Γερμανίας, Ιταλίας, Βελγίου, Ολλανδίας
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

και Λουξεμβούργου) το 1955-1957 οδήγησαν στην
ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας
(ΕΟΚ), η οποία δεν δημιουργούσε μια απλή ζώνη
ελεύθερων συναλλαγών, αλλά προέβλεπε την εγκαθίδρυση τελωνειακής ένωσης και Κοινής Αγροτικής
Πολιτικής .
Η Βρετανία, ανήσυχη από την προοπτική δημιουργίας ενός ισχυρού οικονομικού συνασπισμού ο
οποίος θα μπορούσε σταδιακά να την περιθωριοποιήσει και πολιτικά, προώθησε ως αντίρροπο, στο
πλαίσιο του Οργανισμού Ευρωπαϊκής Οικονομικής
Συνεργασίας, την πρόταση μιας απλής ζώνης ελεύθερων συναλλαγών χωρίς προβλέψεις για τα γεωργικά προϊόντα και στην οποία οι Εξι καλούνταν να
συμμετάσχουν, χωρίς, βέβαια, να αποτελούν μέλη
ενός ιδιαίτερου συνασπισμού.
Η ελληνική κυβέρνηση συμμετείχε ενεργά στις διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν, θεωρώντας ότι η
απουσία της Ελλάδας από μια υπό διαμόρφωση ευρεία ευρωπαϊκή αγορά θα στερούσε από τη γεωργική
της παραγωγή τις αναγκαίες διεξόδους με συνέπεια
την αναγκαστική στροφή προς την αγορά του σοβιετικού συνασπισμού. Η τελευταία θα δημιουργούσε
ανεπιθύμητες πολιτικές εξαρτήσεις και θα μπορούσε
να θέσει υπό αμφισβήτηση την ένταξη της Ελλάδας
στο δυτικό στρατόπεδο. Επρόκειτο για αντίληψη
την οποία συμμερίζονταν τόσο οι Αμερικανοί, κατ’
αρχάς, όσο και οι Εξι. Παράλληλα, όμως, η Αθήνα
επιζητούσε, στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων,
την κατά προτίμηση απορρόφηση των γεωργικών
προϊόντων στην υπό διαπραγμάτευση κοινή αγορά, ευνοϊκή δανειοδότηση, μηχανισμό διοχέτευσης
κεφαλαίων προς τις μη ανεπτυγμένες βιομηχανικά
χώρες και μεταβατικές ρυθμίσεις για το δασμολογικό
αφοπλισμό της έναντι των εισαγόμενων βιομηχανικών ειδών. Ως βασικό επιχείρημα για την ικανοποίηση των απαιτήσεών της πρόβαλε την κοινωνική και
την πολιτική αποσταθεροποίηση που θα προκαλείτο
στις λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες από την έκθεση
στον ανταγωνισμό χωρίς ασφαλιστικές δικλείδες,
επιχείρημα που αποκτούσε ασφαλώς κάποια σημασία στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου.
Οι διαπραγματεύσεις για τη ζώνη ελεύθερων συ149

ναλλαγών απέτυχαν τον Δεκέμβριο του 1958, όταν
τις διέκοψε ο στρατηγός De Gaulle μη θέλοντας
να συναινέσει στην παραχώρηση της ηγεσίας της
Ευρώπης στο Λονδίνο και στην αποδυνάμωση
της Κοινότητας των Εξι. Ο Γάλλος πρόεδρος θεωρούσε την ΕΟΚ ως το πλαίσιο για την ανάκτηση
της γαλλικής υπεροχής στη Δυτική Ευρώπη, αν
και έως την επάνοδό του στην εξουσία, τον Ιούνιο του 1958, έβλεπε τη Συνθήκη της Ρώμης ως
δυσβάστακτο πολιτικό και οικονομικό βάρος για
τη Γαλλία και ανεπιθύμητη παραχώρηση εθνικής
κυριαρχίας.
Εν όψει του αδιεξόδου στις διαπραγματεύσεις, η
Αθήνα είχε ήδη αναζητήσει εναλλακτικές λύσεις.
Τον Ιούλιο του 1958, ο υπουργός Εξωτερικών
Ευάγγελος Αβέρωφ έθεσε τα ελληνικά αιτήματα

υπόψη του αντικαγκελαρίου της Δυτικής Γερμανίας Ludvig Erhardt, διαμαρτυρόμενος για την
έκτακτη οικονομική βοήθεια που επρόκειτο να
χορηγηθεί στην Τουρκία από χώρες του Οργανισμού Ευρωπαϊκής Οικονομικής Συνεργασίας. Ο
αντικαγκελάριος εμφανίστηκε πρόθυμος για τη
σύναψη διμερούς ελληνογερμανικής συμφωνίας
σε αντιστάθμισμα της χρηματοδότησης της Τουρκίας, καθώς δεν ήταν τότε ιδιαίτερα αισιόδοξος
για την προοπτική δημιουργίας ζώνης ελεύθερων
συναλλαγών.
Τον Νοέμβριο του 1958, η ελληνογερμανική διαπραγμάτευση θα κατέληγε στην υπογραφή μιας
διμερούς συμφωνίας η οποία προέβλεπε τη χορήγηση γερμανικού κρατικού δανείου στην Ελλάδα,
ύψους 200 εκατομμυρίων μάρκων, δηλαδή περί-

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής με τον καγκελάριο Κόνραντ Αντενάουερ (στη μέση) και τον
αντικαγκελάριο Λούντβιχ Ερχαρντ (αριστερά) στη Βόννη στις 11 Νοεμβρίου 1958. Με τη σύναψη
της ελληνογερμανικής συμφωνίας που ενέκρινε τη χορήγηση γερμανικού δανείου ύψους 200
εκατομμυρίων μάρκων, η Βόννη έγινε ο σημαντικότερος χρηματοδότης της Ελλάδας μετά τις ΗΠΑ
(Ιδρυμα «Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής», φωτογραφικό αρχείο Κωνσταντίνου Καραμανλή).
150

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Ο Κωνσταντίνος
Καραμανλής
με τον πρόεδρο
της Γαλλικής
Δημοκρατίας Σαρλ
Ντε Γκωλ στο
Παρίσι στις 12
Ιουλίου 1960. Για
την υποστήριξη
του εγχειρήματος
της σύνδεσης
της Ελλάδας
με την ΕΟΚ, ο
Καραμανλής
στράφηκε προς
τη Γαλλία (Ιδρυμα
«Κωνσταντίνος
Γ. Καραμανλής»,
φωτογραφικό
αρχείο
Κωνσταντίνου
Καραμανλή).
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

151

που 50 εκατομμυρίων δολαρίων, και τη χορήγηση
πιστώσεων ύψους 400 εκατομμυρίων μάρκων για
την προμήθεια κεφαλαιουχικού εξοπλισμού. Ετσι,
η Βόννη, εκτός από σημαντικός εμπορικός εταίρος, καθίστατο ο σημαντικότερος χρηματοδότης
της Ελλάδας μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ταυτόχρονα, έγινε αντιληπτό από την ελληνική
πλευρά ότι σε περίπτωση αποτυχίας των διαπραγματεύσεων για τη σύσταση ζώνης ελεύθερων συναλλαγών, η Βόννη θα συζητούσε κάποια μορφή
σύνδεσης της Ελλάδας με τους Εξι, καθώς η διεθνής οικονομική πολιτική της ευνοούσε τη διεύρυνση του πεδίου εξαγωγών της πέραν της ΕΟΚ.
Η διεύρυνση αυτή μπορούσε να λάβει τη μορφή
διμερών συμφωνιών με μεμονωμένες χώρες.

H τελική αποτυχία των διαπραγματεύσεων για
τη ζώνη ελεύθερων συναλλαγών έθετε στην Αθήνα το δίλημμα μεταξύ της επιδίωξης σύνδεσης
με την ΕΟΚ ή την Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελεύθερων
Συναλλαγών (ΕΖΕΣ) που επρόκειτο να συγκροτήσει η Βρετανία με τις σκανδιναβικές χώρες, την
Αυστρία και την Ελβετία. Το γεγονός ότι η ΕΖΕΣ,
προσανατολισμένη στη βιομηχανία, θα ασκούσε πίεση στην ελληνική παραγωγή, ενώ η ΕΟΚ
αποτελούσε δυνητικά πεδίο απορρόφησης του
γεωργικού πλεονάσματος, σε συνδυασμό με την
πιθανότητα μετεξέλιξης της ΕΟΚ σε κάποια έστω
και χαλαρή μορφή πολιτικής ένωσης στην οποία
η Ελλάδα απέβλεπε να ενταχθεί οργανικά, ωθούσε
τον Καραμανλή στην υιοθέτηση της άποψης ότι
οι Εξι αποτελούσαν προτιμητέο εταίρο.

Ο Καραμανλής (έκτος από αριστερά) μεταξύ των ηγετών των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ
στη Σύνοδο Κορυφής των Παρισίων τον Δεκέμβριο του 1957 (Ιδρυμα «Κωνσταντίνος
Γ. Καραμανλής», φωτογραφικό αρχείο Κωνσταντίνου Καραμανλή).
152

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Στο πλαίσιο της αναζήτησης υποστήριξης για
σύνδεση με την ΕΟΚ, ο Καραμανλής θα επεδίωκε τον Μάρτιο του 1959 την προσέγγιση με τη
Γαλλία. Η ρύθμιση του Κυπριακού τον Φεβρουάριο
ικανοποιούσε το στρατηγό De Gaulle, ο οποίος
έβλεπε το θέμα υπό το πρίσμα της αποκατάστασης
της συνοχής της δυτικής συμμαχίας στην Ανατολική Μεσόγειο μέσω της ομαλοποίησης των
ελληνοτουρκικών σχέσεων. Παράλληλα, η ελληνική κυβέρνηση ήταν πλέον σε θέση να λάβει πιο
ευνοϊκή για το Παρίσι θέση στο αλγερινό ζήτημα,
στο πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών, καθώς δεν
είχε άμεση ανάγκη των ψήφων των αραβικών
χωρών στη γενική συνέλευση του Οργανισμού.
Ο Ελληνας πρεσβευτής στο Παρίσι δεν παρέλειπε
να παίξει το παιχνίδι των ενδοευρωπαϊκών αντα-

γωνισμών, εντός του κοινοτικού και ατλαντικού,
βέβαια, πλαισίου, καθώς τόνιζε στον Γάλλο πρόεδρο ότι η Αθήνα προσδοκούσε την αναβίωση της
γαλλικής παρουσίας στην Ανατολική Μεσόγειο
και έθετε το θέμα της ανάγκης εξισορρόπησης
της γερμανικής οικονομικής παρουσίας στην περιοχή. Στη φάση αυτή η ελληνική κυβέρνηση δεν
φαινόταν να δείχνει ενδιαφέρον για τις θέσεις του
Γάλλου προέδρου σχετικά με την ανάγκη αναδιοργάνωσης της ατλαντικής συμμαχίας και τις τάσεις
αμφισβήτησης της αμερικανικής υπεροχής μέσω
της σύστασης τριμερούς διευθυντηρίου από τις
Ηνωμένες Πολιτείες, τη Βρετανία και τη Γαλλία.
Στις διαπραγματεύσεις που επρόκειτο να ακολουθήσουν, η ελληνική κυβέρνηση πρόβαλε τα ίδια

Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος κατά τη διάρκεια της τελετής υπογραφής της Συμφωνίας
Σύνδεσης της Ελλάδας με την ΕΟΚ που έλαβε χώρα στην Αθήνα στις 9 Ιουλίου 1961 (Ιδρυμα
«Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής», φωτογραφικό αρχείο Κωνσταντίνου Καραμανλή).
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

153

αιτήματα που είχε προβάλει και στις διαπραγματεύσεις για τη ζώνη ελευθέρων συναλλαγών.
Τα αιτήματα της Αθήνας συνάντησαν επίμονες
αντιδράσεις σε όλο το φάσμα τους: κυρίως ιταλικές
για τα γεωργικά, ολλανδικές για τη μη εξυπηρέτηση του προπολεμικού δημοσίου χρέους, γενικότερες για το ύψος της αιτούμενης χρηματοδότησης
(η Αθήνα ζητούσε 250 εκατομμύρια δολάρια).
Το διαφαινόμενο αδιέξοδο στις διαπραγματεύσεις
ώθησε επανειλημμένα τον Ελληνα πρωθυπουρ-

γό στην πραγματοποίηση διαβημάτων προς τις
πολιτικές ηγεσίες των Εξι, στο περιεχόμενο των
οποίων κεντρική θέση είχε το επιχείρημα ότι η
αποτυχία των διαπραγματεύσεων θα άφηνε έκθετη την Ελλάδα στο εμπόριο του ανατολικού
συνασπισμού.
Οι δυσκολίες των διαπραγματεύσεων δεν μείωναν
πάντως την πεποίθηση της ελληνικής κυβέρνησης για την ανάγκη σύνδεσης με την ΕΟΚ. Χαρακτηριστικό από την άποψη αυτή είναι σχετικό
σημείωμα του υπουργού Εξωτερικών Ευάγγελου

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ενημερώνεται για τη νέα παραγωγή τρακτέρ στη ΔΕΘ στις 4 Σεπτεμβρίου
1959 (Ιδρυμα «Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής», φωτογραφικό αρχείο Κωνσταντίνου Καραμανλή).
154

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Αβέρωφ, ο οποίος παρατηρούσε ότι σε περίπτωση
αποτυχίας των διαπραγματεύσεων, η Ελλάδα θα
στρεφόταν αναπόφευκτα σε διμερείς εμπορικές
συμφωνίες οι οποίες δεν θα διευκόλυναν την
ορθολογική ανάπτυξη της οικονομίας, προφανώς στο πλαίσιο μιας ευρείας αγοράς, αλλά θα
δημιουργούσαν «τεχνητή» οικονομία. Εκτός αυτού, ο Αβέρωφ σημείωνε ότι δεν θα ήταν ευχερές
στην Ελλάδα να επιβάλει στον καθένα από τους
Εξι διμερείς συμφωνίες, καθώς η ανάπτυξη των
εξαγωγών τους στην κοινή αγορά θα μπορούσε
να αντισταθμίσει ακόμα και την πλήρη απώλεια
της ελληνικής. Παράλληλα, οι ελληνικές εξαγωγές
που κατευθύνονταν προς τους Εξι (κατά 40-45%
του συνόλου) δεν ήταν αναντικατάστατες, καθώς
οι τελευταίοι θα τις υποκαθιστούσαν με ιταλικά
προϊόντα. Αναπόφευκτη συνέπεια θα ήταν η ελληνική στροφή προς την αγορά του ανατολικού
συνασπισμού με δυσάρεστες για την Αθήνα πολιτικές επιπτώσεις. Ως προς τις δυσκολίες των
διαπραγματεύσεων, ο Αβέρωφ τόνιζε ότι δεν είχαν
τόση σημασία οι συμβατικές εξασφαλίσεις όσο η
πολιτική διάσταση του προβλήματος. Εφόσον οι
Εξι θεωρούσαν τη σύνδεση από πολιτική άποψη
αναγκαία, τότε με λιγότερες συμβατικές ρυθμίσεις
η Ελλάδα θα μπορούσε να προωθήσει με επιτυχία την επίλυση των προβλημάτων στο πλαίσιο
της ίδιας της σύνδεσης. Γενικότερα, η προοπτική
της σύνδεσης αύξανε το αίσθημα ασφαλείας της
Αθήνας και η διάσταση αυτή δεν διέφευγε και την
προσοχή της Ουάσιγκτον, η οποία και για το λόγο
αυτό, αλλά και για την προώθηση της πολιτικής
κατανομής των βαρών μεταξύ των πλουσιοτέρων
χωρών της συμμαχίας, υποστήριζε γενικά τη σύναψη της συμφωνίας.
Οι διαπραγματεύσεις επρόκειτο να λήξουν με
την επίτευξη συμφωνίας στις 30 Μαρτίου 1961
με καθοριστική τη συμβολή της Γαλλίας και την
υποστήριξη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας
της Γερμανίας υπό τον καγκελάριο Adenauer, ο
οποίος έπαιζε με συνέπεια το χαρτί της γαλλογερμανικής συνεργασίας και της ευρωπαϊκής
ολοκλήρωσης μέσω της Κοινότητας. Ο Γερμανός
καγκελάριος, όπως άλλωστε και ο Γάλλος πρόεδρος, ενδιαφερόταν επίσης και για την ανάπτυξη
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

οργανικών δεσμών της Ελλάδας με τη διαμορφούμενη Κοινή Αγορά και για οικονομικούς, αλλά
και για στρατηγικούς λόγους, που απέβλεπαν σε
μια πιο οργανική διασύνδεση της Ελλάδας με
το δυτικοευρωπαϊκό ηπειρωτικό χώρο. Η ΕΟΚ
αποδεχόταν την αρχή της ένταξης, αναγνώριζε
μεταβατική περίοδο 22 ετών για το δασμολογικό
αφοπλισμό της Ελλάδας, ενώ αντίστοιχα οι Εξι
θα καταργούσαν τους δασμούς για τα ελληνικά
προϊόντα μετά από μια δωδεκαετία. Προβλεπόταν
ακόμα η ευνοϊκή χρηματοδότηση της Ελλάδας με
125 εκατομμύρια δολάρια για την πενταετία από
τη θέση σε ισχύ της συμφωνίας σύνδεσης (1η
Νοεμβρίου 1962). Το ποσό δεν ήταν αμελητέο, αν
ληφθεί υπόψη ότι το 1967, όταν η ΕΟΚ πάγωσε
τη συμφωνία λόγω του στρατιωτικού πραξικοπήματος στην Ελλάδα, είχαν απορροφηθεί μόνο 70
εκατομμύρια. Τη στιγμή εκείνη πάντως το ποσό
αυτό δεν φαινόταν αρκετό, λαμβανομένων υπόψη
των προδιαγραφών της ελληνικής κυβέρνησης για
την πραγματοποίηση των επενδύσεων υποδομής
και της ταυτόχρονης αύξησης των αμυντικών
δαπανών. Τέλος, προβλεπόταν η σταδιακή εναρμόνιση της Ελλάδας με την Κοινή Αγροτική Πολιτική της ΕΟΚ. Η εναρμόνιση αυτή δεν επρόκειτο
όμως να πραγματοποιηθεί ως το 1967, λόγω της
αοριστίας των σχετικών διατάξεων της συμφωνίας
και της μη πρόβλεψης τακτών προθεσμιών για
την εφαρμογή της.
Η συμφωνία αναμφίβολα δεν έλυνε το οικονομικό
και το πρόβλημα ασφαλείας της Ελλάδας, αλλά
αυτή η διαπίστωση δεν στερούσε από τη σύνδεση
το στρατηγικό της χαρακτήρα, καθώς σήμαινε την
έναρξη μιας πορείας που μετέβαλε την Ελλάδα
από απομονωμένη χώρα των Βαλκανίων και της
Ανατολικής Μεσογείου σε οργανικό τμήμα της
ευρωπαϊκής ενοποιητικής διαδικασίας, έστω και
περιφερειακό.
Στο εσωτερικό, τα κόμματα του Κέντρου αποδέχθηκαν τη συμφωνία σύνδεσης και την ερμήνευσαν ως στρατηγική επιλογή που θα συνέδεε
την Ελλάδα με την ευρωπαϊκή ενοποιητική διαδικασία. Οξεία ήταν η αντίθεση της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς, νόμιμης έκφρασης του
155

παράνομου Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας.
Υποστήριζε ότι η εκβιομηχάνιση θα ματαιωνόταν,
καθώς η Ελλάδα, χώρα γεωργική, δεν ήταν σε
θέση να ανταγωνιστεί τις βιομηχανικές χώρες της
ΕΟΚ οι οποίες απέβλεπαν στην εκμετάλλευση των
γεωργικών χωρών. Η υπάρχουσα βιομηχανία θα
καταστρεφόταν σε μεγάλο βαθμό και η Ελλάδα θα
έχανε την ικανότητα να διαμορφώσει μια εθνική
στρατηγική οικονομικής ανάπτυξης. Η σύνδεση,
εν τέλει, κατά τη συλλογιστική της Αριστεράς, θα
ωφελούσε μόνο τις ξένες επιχειρήσεις και μια μι-

κρή ομάδα τραπεζιτών, εισαγωγέων και βιομηχάνων που συνεργάζονταν με τα ξένα μονοπωλιακά
συγκροτήματα. Στην κριτική της ΕΔΑ σημαίνουσα
θέση είχε και η διαπίστωση ότι η Κοινή Αγορά
αποτελούσε οικονομική όψη της ευρύτερης ατλαντικής συμμαχίας και στρεφόταν κατά της Σοβιετικής Ενωσης και των σοσιαλιστικών χωρών.
Η χώρα, προσετίθετο, έπρεπε να μείνει εκτός της
ΕΟΚ και να επιδιώξει ανεξάρτητα την οικονομική της ανάπτυξη, αποβλέποντας στην αύξηση
των εμπορικών δεσμών της με τις σοσιαλιστικές

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής με τους αξιωματούχους της ΕΟΚ μετά την υπογραφή της Συμφωνίας
Σύνδεσης στις 9 Ιουλίου 1961. Η συμφωνία προέβλεπε, μεταξύ άλλων, τον αμοιβαίο δασμολογικό
αφοπλισμό της Ελλάδας και των Εξι, αλλά και την εναρμόνιση της χώρας με την Κοινή Αγροτική Πολιτική
της ΕΟΚ (Ιδρυμα «Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής», φωτογραφικό αρχείο Κωνσταντίνου Καραμανλή).
156

ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

χώρες που ήταν εισαγωγείς μεγάλων ποσοτήτων
γεωργικών προϊόντων που δεν απορροφούσαν οι
δυτικοευρωπαϊκές αγορές.
Στο δημόσιο διάλογο της εποχής είναι ευδιάκριτη
η υπαγωγή της αξιολόγησης της σύνδεσης στο
στρατηγικό διακύβευμα του Ψυχρού Πολέμου.
Ταυτόχρονα, βέβαια, η σύνδεση αξιολογείτο θετικά, καθώς εθεωρείτο ότι αποτελούσε μέσο και μιας
αναπτυξιακής και εκσυγχρονιστικής στρατηγικής.
Αυτή ήταν η ανάλυση υπερμάχων της σύνδεσης,
όπως ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος, Ξενοφών Ζολώτας, που έβλεπε στη σύνδεση την
ευκαιρία και τη δυνατότητα εξαγωγικού προσανατολισμού των ελληνικών επιχειρήσεων σε μια διευρυμένη ευρωπαϊκή αγορά, αφού προηγουμένως
αυτές θα αποκτούσαν τις αναγκαίες τεχνολογικές
προϋποθέσεις μέσω της ενσωμάτωσής τους στο
ανταγωνιστικό ευρωπαϊκό περιβάλλον. Η κριτική της Αριστεράς αποτελούσε την εναλλακτική
θεώρηση που αντιπαρέθετε στην ενσωμάτωση
στην ευρωπαϊκή αγορά μια πολιτική ανεξάρτητης
εθνικής ανάπτυξης με στόχο την προστασία των
εγχώριων παραγωγικών δυνάμεων. Η θεώρηση
αυτή θα αποτελούσε αργότερα τον πυρήνα της
αναπτυξιακής στρατηγικής της νέας Κεντροαριστεράς υπό τον Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος, αν
και όχι εχθρικός, θα ήταν επιφυλακτικός έναντι
της συμφωνίας σύνδεσης, ήδη κατά την προδικτατορική περίοδο.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Σ. Ριζάς, «Η Ελλάδα, οι Ηνωμένες Πολιτείες και
η Ευρώπη, 1961-1964,» Πατάκης, Αθήνα 2001
Κ. Σβολόπουλος (επιμ.), «Ντε Γκωλ και
Καραμανλής. Το έθνος, το κράτος και η Ευρώπη»,
Ιδρυμα «Κ. Καραμανλής»/Πατάκης, Αθήνα 2002
Μ. Συριανός, «Οι πολιτικές δυνάμεις και
η συμφωνία σύνδεσης του 1962. Ο αγώνας
ενάντια στη σύνδεση», [ΚΚΕ Εσωτερικού], Η
ένταξή μας στην ΕΟΚ, Θεμέλιο, Αθήνα 1978
ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος,
Ξενοφών Ζολώτας, υπέρμαχος της σύνδεσης
της Ελλάδας στο άρμα της ΕΟΚ, θεωρούσε
αυτή τη στρατηγική επιλογή ως μέσο μιας
αναπτυξιακής και εκσυγχρονιστικής πολιτικής.
157