You are on page 1of 166

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ

ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ

Ἀριστοτέλους

Περὶ Ψυχῆς

Μετάφραση-Σχόλια Παύλου Γρατσιάτου
(Αθήνα, "Φέξη", 1911)

ΠΙΝΑΞ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
Προλεγόμενα
Αξία της περί ψυχής πραγματείας
Ορισμοί
Διαίρεσις

ΒΙΒΛIΟΝ ΠΡΩΤΟΝ

Ζητήματα και κριτική εξέτασις των προγενεστέρων ψυχολογικών θεωριών.
Κεφ. Α'. — Μέθοδος ζητήσεως.— Το χωριστόν της ψυχής. — Σχέσεις της ψυχής
προς το σώμα
Κεφ. Β'.— Ιστορία των θεωριών Εμπεδοκλέους, Δημοκρίτου, Αναξαγόρου
Κεφ. Γ'.— Η ψυχή και η κίνησις
Κεφ. Δ'.— Η ψυχή ως αρμονία. Η ψυχή και το σώμα. Μοναδολογία
Κεφ. Ε'.— Η ψυχή και τα στοιχεία. Η ψυχή και τα μέρη αυτής. Διαιρετόν της ψυχής

ΒΙΒΛΙΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ

Αι δυνάμεις (μόρια) της ψυχής
Κεφ. Α'.— Έννοια της ουσίας. Ορισμός της ψυχής
Κεφ. Β'.— Έμψυχον και άψυχον. Η αρχή της ζωής. Η ψυχή και το σώμα
Κεφ. Γ'.— Αι διάφοροι εκδηλώσεις της ψυχής
Κεφ. Δ'.— Ψυχή και τελική αιτία. Η ψυχή και η θρέψις. Αρχή της θρέψεως
Κεφ. Ε'.— Δυνάμει και ενεργεία. Αίσθησις και νόησις
Κεφ. ς'.— Αισθηταί ποιότητες
Κεφ. Ζ'.— Η όρασις και το διάμεσον αυτής
Κεφ. Η'.— Ήχος και το διάμεσον αυτού. Φωνή
Κεφ. Θ'.— Η αίσθησις της οσφρήσεως
Κεφ. Ι'.— Η αίσθησις της γεύσεως
Κεφ. ΙΑ'.- Η αίσθησις της αφής
Κεφ. ΙΒ'.- Σχέσις αισθητηρίου και αισθητού. Τα μεταξύ

ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ

Αίσθησις, φαντασία. Νους (θεωρητικός και πρακτικός).
Κεφ. Α'.— Τα κοινά αισθητά
Κεφ. Β'.— Αντίληψις. Η κοινή αίσθησις

Κεφ. Γ'.— Η Φαντασία
Κεφ. Δ'.— Ο Νους (λόγος). Η αφηρημένη νόησις
Κεφ. Ε'.— Νους ποιητικός και παθητικός
Κεφ. ς-'.— Νόησις και αλήθεια
Κεφ. Ζ'.— Νόησις. Εικόνες. Νοητόν αντικείμενον
Κεφ. Η'.— Ιδέαι και εικόνες
Κεφ. Θ'.— Δυνάμεις ψυχής. Νους και όρεξις
Κεφ. Ι'.— Ορέξεως λειτουργία
Κεφ. ΙΑ'.— Το κοινόν αίτιον
Κεφ. ΙΒ'.- Αίσθησις, θρέψις. Ευζωία
Κεφ. ΙΓ'.— Η αίσθησις της αφής

Πρόσθετοι σημειώσεις
Προς εξήγησιν θεωριών τινών και χωρίων...

ΠΡΟΛΕΓOΜΕΝΑ
Του Αριστοτέλους, του μεγάλου φιλοσόφου της αρχαιότητος, εν μόνον
συγγραμμάτιον, η Ποιητική, έχει μεταφραστή εις την νέαν γλώσσαν ημών. Εκ τούτου
τα έργα του νομοθέτου εκείνου της ανθρωπίνης διανοίας είναι έτι χώρα άγνωστος εις
ημάς, γνωστοτάτη όμως εις πάντα τα πολιτισμένα έθνη, ων τον πολιτισμόν
εγαλούχησε και έθρεψεν απ' αιώνων μέχρι σήμερον. Διότι τα έθνη ταύτα ηυτύχησαν
να μελετήσωσι τας πολυτίμους συγγραφάς τον Σταγειρίτου όχι μόνον εν τη αρχική
γλώσση, εν η εγράφησαν, αλλ' εν μεταφράσεσιν εις την εθνικήν γλώσσαν αυτών,
αίτινες αναφαίνονται οσημέραι τελειότεραι. Επιθυμούντες ήδη να συντελέσωμεν το
κατά δύναμιν εις πλήρωσιν του κενού τούτου εν ημίν αναγκαίαν προ πάντων
εκρίναμεν την μετάφρασιν της περί Ψυχής πραγματείας του Αριστοτέλους, ενός εκ
των θαυμασιωτέρων και διδακτικωτέρων πονημάτων αυτού, περί ου βαθυνούστατος
νεώτερος φιλόσοφος, ο Έγελος, έγραφεν εν τω τρίτω μέρει της Εγκυκλοπαιδείας των
Φιλοσοφικών Επιστημών (σ. 379) τάδε: “Εν τη φιλοσοφία του πνεύματος μόνα τα
βιβλία του Αριστοτέλους περί Ψυχής και περί των καταστάσεων και δυνάμεων αυτής
έχουσι την μεγίστην σπουδαιότητα, ή, κάλλιον ειπείν, είναι τα μόνα, άπερ έχουσι
φιλοσοφικήν αξίαν. Το ουσιώδες αντικείμενον φιλοσοφίας του πνεύματος δεν
δύναται, να είναι άλλο παρά να επαναγάγη την επιστήμην ταύτην επί του εδάφους της
καθαράς λογικής νοήσεως και ούτω να εμβαθύνη και αύθις εις τον ενδόμυχον νουν
των συγγραμμάτων τούτων του Αριστοτέλους”.
Εάν δε τόσον έξοχος σοφός ώριζεν, ότι αποστολή της φιλοσοφίας σήμερον έτι μετά
μελέτην τόσων αιώνων είναι να μελετήση βαθύτερον τα έργα ταύτα της του
Αριστοτέλους αριστονοίας, δύναται πας τις να εννοήση πόσον δύσκολος είναι η
κατανόησις αυτών. Ευτυχώς αυτός ο Αριστοτέλης διευκολύνει την μελέτην ταύτην έν
τινι μέτρω, διότι εφρόντισε να ορίση ακριβώς τας γενικότατος εκείνας έννοιας ή
κατηγορίας, διά των οποίων συλλαμβάνεται και νοείται παν νόημα και παν πράγμα.
Προς κατανόησιν λοιπόν και της ψυχολογίας αυτού ανάγκη να γνωρίση τις πρότερον
τους κυριωτέρους φιλοσοφικούς όρους και την σημασίαν, ην δίδει εις αυτούς ο
Αριστοτέλης. Προς τούτο παραθέτομεν ενταύθα σύντομον εξήγησιν ολίγων των όρων
τούτων εκ της του Αριστοτέλους μεταφυσικής (βιβλ. IV, V).

Ορισμοί.
Αδύνατον λέγεται εκείνο, του οποίου το εναντίον είναι αναγκαίως αληθές. Λ. χ. ότι
αι ορθαί γωνίαι είναι άνισοι, τούτο είναι αδύνατον.
Αρχή λέγεται 1ον) η έναρξις αυτού του πράγματος· π. χ. η αρχή ενός λόγου· 2ον) η
έναρξις των πραγμάτων ως προς ημάς, ήτοι όθεν πρέπει να αρχίσωμεν εν πράγμα, διά
να το μάθωμεν ή να το κάμωμεν καλώς· 3 ο ν) η πρώτη ύλη ή το πο ιητικό ν αίτιόν
τινος· π. χ. τα θεμέλια είναι αίτια της οικίας, η ύβρις της μάχης. 4ον) η απόφασις ήτις
παράγει μεταβολήν, όθεν και αι πολιτικαί εξουσίαι λέγονται αρχαί· 5ον) αι υποθέσεις
ή οι λόγοι με τους οποίους αποδεικνύομέν τι.

Αίτιον. Τας αυτάς σημασίας, τας οποίας έχει η αρχή, έχει και το αίτιον, διότι πάντα
τα αίτια είναι αρχαί. Πάσαι αι αρχαί είναι το πρώτον εκ του οποίου υπάρχει εν
πράγμα, ή γίνεται, ή γνωρίζεται. Και άλλαι μεν είναι εντός, άλλαι δε εκτός των
πραγμάτων. Είναι δε τέσσαρα τα αίτια : 1ον) η ύλη πράγματός τινος· λ. χ. ο χαλκός
είναι ύλη του ανδριάντος· 2ον) το είδος και το πρότυπον αυτού, δηλ. η έννοια και η
ουσία του πράγματος λ. χ. του ανδριάντος· 3ον) η αρχή της κινήσεως και της
μεταβολής· λ.χ. ο ανδριαντοποιός· και 4ον) ο σκοπός και τα μέσα της εκτελέσεως
του· π.χ. η υγίεια είναι ο σκοπός του περιπάτου και μέσα είναι τα φάρμακα και η
κάθαρσις κλπ. Τα τέσσαρα λοιπόν αίτια είναι το υλικόν, το ειδικόν, το ποιητικόν και
το τελικόν (ου ένεκεν).
Αναγκαίον λέγεται 1ον) το συνεργούν αίτιον, άνευ του οποίου είναι αδύνατον να
υπάρχη τι· λ. χ. η αναπνοή αναγκαία εις την ζωήν· 2ον) το μέσον άνευ του οποίου δεν
δύναται να γείνη το αγαθόν ή να αποβληθή το κακόν λ. χ. τα φάρμακα· 3ον) ό,τι
γίνεται εναντίον της θελήσεώς μας και μας βιάζει· 4ον) ό,τι δεν ημπορεί άλλως να
γείνη, και αύτη είναι η κυρία σημασία του αναγκαίου, από της οποίας πηγάζουσιν αι
άλλαι. Ούτως η απόδειξις είναι εκ των αναγκαίων, διότι το καλώς αποδειχθέν δεν
δύναται να είναι άλλως.
Αντικείμενα είναι 1ον) τα αντιφατικά· λ. χ. λευκόν και όχι λευκόν· 2ον) το εναντίον·
3ον) ό,τι είναι σχετικόν πρός τι· λ. χ. εντός-εκτός, πατήρ-υιός· 4ον) η στέρησις κλπ.
Και τέλος ό,τι δεν ημπορεί να ευρίσκηται ηνωμένον με άλλο εις τρίτον τι· λ. χ. το
λευκόν και το φαιόν. Εάν τοιαύτα πράγματα ανήκωσιν εις γένος διάφορον, τότε είναι
εναντία. Έπειτα εναντία είναι τα εις το αυτό γένος ανήκοντα και έχοντα μεγίστην απ'
αλλήλων διαφοράν, και εν γένει εκείνα των οποίων η διαφορά είναι μεγίστη.
Γένος είναι 1ον) η συνεχής γένεσις των εχόντων το αυτό είδος. Ούτω λέγεται: εν όσω
υπάρχει το γένος των ανθρώπων, δηλαδή η συνεχής γένεσις αυτών 2ον) η πρώτη
ποιητική αιτία της υπάρξεως των ατόμων· λ.χ. λέγονται Ίωνες το γένος, διότι
κατάγονται από Ίωνος του πρώτου γεννήσαντος· 3ον) τα καθόλου ή αι γενικαί
έννοιαι· λ.χ. το επίπεδον των σχημάτων είναι γένος των μερικών ή ατομικών
επιπέδων· 4ον) Το είδος ή η μορφή, της οποίας αι διαφοραί είναι αι ποιότητες (βλέπε
είδος).
Δύναμις είναι 1ον) η αρχή της κινήσεως ή της μεταβολής τινος, ήτις όμως είναι εις
άλλο τι πράγμα· λ. χ. η οικοδομική τέχνη είναι δύναμις, ήτις δεν ευρίσκεται εις την
κατασκευαζομένην οικίαν, αλλ' εις τον αρχιτέκτονα, κλπ.· 2ον) το να δύναταί τι να
μεταβάλληται ή να κινήται από άλλο διάφορον, ότε λέγομεν ότι πάσχει· 3ον) η
ικανότης του να εκτελή τις καλώς πράγμά τι ή απόφασιν· π. χ. να ομιλήση καλώς ή να
βαδίση· 4ον) το να μη δύναται τι να μεταβάλληται ή επί το χείρον να κινήται, ή
τουλάχιστον το να πάσχη ταύτα δυσκόλως. Δύναμις λοιπόν είναι η ευφυΐα ή διάθεσις
του πράγματος εις το να δύναται να είναι και να μη είναι, να είναι ή να μη είναι τούτο
ή εκείνο, ή αρχή μεταβλητική άλλου εν άλλω υπάρχουσα.
Δυνατόν λέγεται εκείνο, του οποίου το εναντίον δεν είναι αναγκαίως ψεύδος· π. χ. ότι
κάθηται άνθρωπος είναι δυνατόν. Δυνατόν είναι και το αληθές, ή ό,τι δύναται να
είναι αληθές.
Είδος-ενέργεια-εντελέχεια. Είδος είναι το σύνολον των διορισμών πράγματός τινος,
η νοητή ουσία αυτού. Η έννοια, ήτις ορίζει εν πράγμα, είναι η έννοια του είδους του.

Το είδος, το καθόλου, ο εν γένει ίππος λ. χ. τότε γίνεται ουσία πραγματική, αισθητή,
ούτος ο ίππος, όταν ενωθή με άλλο στοιχείον, την ύλην. Παν πράγμα λοιπόν
σύγκειται από ύλην και είδος· η ύλη είναι το υποκείμενον, το υλικόν, το δε είδος
διορίζει την ύλην και δίδει εις αυτήν ωρισμένην ύπαρξιν. Ο οίκος λ. χ. καθ' ύλην είναι
λίθοι και πλίνθοι και ξύλα, κατ' είδος δε είναι αγγείον ικανόν να σκεπάζη σώματα και
πράγματα. Το είδος είναι το κοινόν εις πάντα τα άτομα, εις πάσας τας οικίας, η δε ύλη
ατομικεύει τούτο το γενικόν και ούτως αποτελείται το άτομον λ. χ. η οικία του
Πέτρου. Δεν υπάρχει λοιπόν τελεία διαφορά και αντίθεσις μεταξύ ύλης και είδους·
διότι πάντοτε η ύλη δύναται να γείνη ό,τι είναι το είδος. Η ύλη είναι εν δυνάμει ό,τι
είναι το είδος εν έργω ή ενεργεία. Ο χαλκός π.χ. είναι δυνάμει ό,τι εν ενεργεία είναι ο
ανδριάς· ο χαλκός δύναται να γείνη ανδριάς, λοιπόν είναι δυνάμει ανδριάς· ο σπόρος
είναι δυνάμει φυτόν· ο παις είναι δυνάμει ανήρ κλπ. Και πάλιν έλασμα σιδήρου προς
μεν τον ακατέργαστον σίδηρον είναι είδο ς, αλλά προ ς το ξίφο ς είναι ύλη. Η ύλη
λοιπόν είναι η πρώτη ατελής κατάστασις του πράγματος, το σπέρμα ή το θεμέλιον
αυτού, είδος δε είναι η πλήρης ενεργοποίησις των δυνάμεων του, η πραγμάτωσις του
σκοπού και του τέλους του. —Η βαθμιαία μετάβασις από της ατελούς εις την τελείαν
κατάστασιν γίνεται δια κινήσεως, ήτις είναι επομένως μία ατελής ενέργεια, λ.χ. η
οικοδομία, και σκοπόν ή τέλος έχει να πραγματοποίηση το είδος, την οικίαν. Το
πραγματωθέν και εν ενεργεία είδος είναι πραγματικότης, αύτη η οικία, ούτος ο ίππος,
ήτις εν εαυτή έχει το τέλος της, είναι εντελέχεια.
Έξις (έχειν) λέγεται 1) ενέργεια μεταξύ του έχοντος και του εχομένου· λ. χ. μεταξύ
του έχοντος την εσθήτα και της εχομένης εσθήτος είναι η έξις, ως σχέσις αυτών. 2)
Διάθεσις, καθ' ην διακείμενα καλώς ή κακώς· λ. χ. η υγίεια είναι έξις. Και η αρετή
των μερών λέγεται έξις.
Εναντία. Βλέπε αντικείμενα.
Έτερα. Η ετερότης είναι το εναντίον της ταυτότητος. Έτερα λέγονται τα πράγματα,
τα οποία έχουσι διάφορα τα είδη ή την ύλην, ή τον ορισμόν της ουσίας.
Ουσίαι λέγονται 1) τα άπλα σώματα, γη, αήρ κλπ. και εν γένει πάντα τα σώματα
καθ', όσον δεν είναι κατηγορούμενα αυτά, αλλ' έχουσι κατηγορούμενα· λ.χ. ούτος ο
ίππος είναι ουσία, αλλ' ο ίππος δεν είναι πρώτη ουσία, διότι είναι το κοινόν
κατηγορούμενον των ατόμων ίππων· 2) η ενυπάρχουσα αρχή και αιτία της υπάρξεως
όντος, όπερ δεν είναι κατηγορούμενον· λ.χ. η ψυχή είναι η ουσία του ζώου· 3) ουσία
είναι και όσα μέρη υπάρχουσιν εις τοιούτον σώμα και προσδιορίζουσιν αυτό, εάν δε
αφαιρεθώσι, καταστρέφεται το όλον· λ.χ. η επιφάνεια σώματος· 4) το τί ην είναι, ήτοι
το είδος και η νοητή ουσία, της οποίας η δια λόγου δήλωσις είναι ο ορισμός. Ούτως
Ουσία (= Υπόστασις) λέγεται ή το τελευταίον υποκείμενον, το οποίον δεν είναι
κατηγορούμενον άλλου, ή η διωρισμένη και ανεξάρτητος μορφή ή το είδος εκάστου
όντος.
Πάθος λέγεται 1) ποιότης, ήτις δύναται να μεταβάλληται· λ.χ. λευκόν και μέλαν,
γλυκύ και πικρόν· 2) αι ήδη υπάρχουσαι μεταβολαί· 3) βλαβεραί και λυπηραί
μεταβολαί και κινήσεις· 4) μεγάλοι συμφοραί και λύπαι.
Πέρας λέγεται το άκρον του πράγματος, έξω του οποίου ουδέν υπάρχει, έσω δε τα
πάντα· 2) το είδος, η μορφή.

Ποιόν λέγονται 1) αι διαφοραί των ουσιών λ. χ. ο άνθρωπος είναι ποιόν τι ζώον, διότι
είναι δίπουν· ο κύκλος ποιόν τι σχήμα, διότι είναι αγώνιον 2) τα πάθη ή αι ιδιότητες
των μεταβαλλομένων ουσιών, θερμότης και ψυχρότης κλπ.· 3) το αγαθόν και το
κακόν, αι αρεταί και κακίαι είναι ποιότητες κλπ.
Ποσόν. Το διαιρετόν εις μέρη, έκαστον των οποίων είναι προσδιορισμένη ενότης
(μονάς).
Πλήθος. Το διαιρετόν εις μη συνεχή μέρη.
Μέγεθος. Το διαιρούμενον εις συνεχή μέρη.
Πρότερα και Ύστερα λέγονται 1ον) κατά τόπον· πρότερον είναι το εγγύτερον,
ύστερον το απώτερον· 2ον) κατά χρόνον· πρότερον το απώτερον του νυν χρόνου,
ύστερον το πλησιέστερον του νυν· 3ον) κατά κίνησιν ή μεταβολήν· το εγγύτερον του
πρώτου κινήσαντος είναι πρότερον· 4ον) κατά δύναμιν, το δυνατώτερον είναι
πρότερον· 5ον) κατά τάξιν· 6ον) κατά γνώσιν· λ. χ. εις ένα ορισμόν η γνώσις των
μερών είναι προτέρα της του όλου, μολονότι πραγματικώς το όλον είναι πρότερον
των μερών· 7ον) κατά την φύσιν· πρότερον είναι το πράγμα, όπερ δύναται να υπάρχη
άνευ άλλων, ταύτα δε ουχί άνευ εκείνων· λ. χ. η ουσία είναι προτέρα των
συμβεβηκότων· 8ον) κατά την δύναμιν και την ενέργειαν, δυνάμει ή κατά δύναμιν η
ύλη είναι προτέρα του είδους, κατ' ένέργειαν όμως το εναντίον. Δυνάμει το μέρος
είναι πρότερον του όλου, κατ' ένέργειαν δε το όλον προηγείται και είτα μερίζεται.
Στοιχείον είναι η πρώτη ύλη του πράγματος, ήτις δεν δύναται να διαιρεθή εις μέρη
ετεροειδή, διότι τα μέρη των στοιχείων είναι ομοειδή· λ. χ. του ύδατος τα μέρη είναι
ύδωρ, τα της συλλαβής όμως μέρη δεν είναι συλλαβή. Είναι λοιπόν τα στοιχεία τα
καθολικώτατα όντα, διότι είναι τα απλουστέρα και ευρίσκονται εις πολλά σώματα ή
και εις όλα. Διά τούτο και τα γένη λέγομεν στοιχεία μάλλον παρά τας διαφοράς, διότι
είναι απλούστερα.
Συμβεβηκός είναι 1ον) ό,τι υπάρχει είς τι πραγματικώς, αλλ' ούτε εξ ανάγκης, ούτε
συχνά· λ. χ. σκάπτων τις εύρε θησαυρόν. Τούτο είναι συμβεβηκός. Το συμβεβηκός
υπάρχει, όμως δεν έχει αίτιον ωρισμένον, αλλά το τυχόν αίτιον· δεν είναι αφ' εαυτού,
αλλά καθ' όσον το άλλο τούτο υπάρχει· λ. χ. ο χειμών εγένετο αίτιος ν' αναβάλω το
ταξείδιον, ή να πλεύσω εις Αίγιναν· 2ον) συμβεβηκότα λέγονται και αι ουσιώδεις
ιδιότητές τινος, αίτινες δεν εμπεριέχονται εν τη ουσία και εν τω ορισμώ αυτών· λ. χ.
ότι το τρίγωνον έχει δυο ορθάς γωνίας. Τα συμβεβηκότα ταύτα δύνανται να είναι
αιώνια, ουχί δε τα πρώτα (άτινα είναι τυχαία).
Τέλος Βλέπε Αίτιον και Τέλειον.
Τέλειον. 1ον) το έχον πάντα τα μέρη του· 2ον) ό,τι έφθασεν εις το άκρον και εν γένει
ό,τι δεν ημπορεί να υπερβληθή υπό άλλου εις το είδος του· λ. χ. τέλειος ιατρός,
αυλητής, λέγονται, όταν δεν έχωσι καμμίαν έλλειψιν της προσηκούσης εις αυτούς
αρετής. Μεταφορικώς λέγεται και συκοφάντης τέλειος, κλπ.· 3ον) ό,τι έχει αγαθόν
τέλος (σπουδαίον), διότι η τελειότης έγκειται εις το τέλος, τον σκοπόν.
Το τί ην είναι. Όρος Αριστοτελικός δηλών το είδος, την έννοιάν τινος. Το τί ην είναι
ανθρώπω δηλοί την νοητήν ουσίαν του ανθρώπου. Είναι λοιπόν η υπό της διανοίας

συλληφθείσα ως αληθής και μόνιμος ουσία του πράγματος, ήτις δια λόγου δηλουμένη
είναι ο ορισμός αυτού. Το τί ην είναι = τί ην ή τί εστί το είναι τω ανθρώπω = τί εστίν
η ουσία του ανθρώπου.
Φύσις είναι 1ον) η γένεσις παντός, όπερ φύεται· 2ον) η ενυπάρχουσα ύλη, εξ ης
προέρχεται παν ό,τι γεννάται· 3ον) η πρώτη αρχή της κινήσεως φυσικού πράγματος,
ήτις είναι εν αυτώ και ανήκει εις την ουσίαν του· 4ον) η ουσία των φυσικών όντων. η
μο ρφή και το σχήμα αυτών π. χ. ο χαλκό ς λέγεται φύσις το υ ανδριάντο ς, και τα
στοιχεία, το πυρ, η γη, ο αήρ, το ύδωρ, λέγονται φύσις των φυσικών όντων· 5ον) το
είδος και η ουσία, καθ' όσον το είδος είναι το τέλος, ο σκοπός πάσης γενέσεως. Και
μεταφορικώς πάσα ουσία λέγεται φύσις. Κυρίως λοιπόν φύσις είναι το είδος, η ουσία
των όντων, τα οποία έχουσιν εν εαυτοίς την αρχήν της κινήσεως των (των φυτών και
των ζώων). Η ύλη καλείται φύσις μόνον, διότι είναι δεκτική τοιαύτης αρχής, του
είδους, αι δε γενέσεις λέγονται ύλη, διότι από ταύτης της αρχής προέρχονται. Η
εσωτερική αύτη αρχή των φυσικών όντων ενυπάρχει εις αυτά ή δυνάμει ή ενεργεία.
Εν τοις έργοις όμως της τέχνης η αρχή αύτη είναι εκτός αυτών και πρώτον εν τη
διανοία του τεχνίτου.
Ύλη. (Βλέπε είδος). Είναι εν των συστατικών της Ουσίας. Το έτερον συστατικόν
είναι το είδος ή η μορφή, ήτις μετά της ύλης αποτελεί το πραγματικόν Ον. Δεν πρέπει
όμως να νοώμεν την αισθητήν μόνον ύλην, ην έχουσι τα αισθητά. Διότι και επί των
νοητών διακρίνομεν ύλην και είδος· λ χ. αι έννοιαι και αι προτάσεις είναι η ύλη του
συλλογισμού. Η μήνις του Αχιλλέως και τα ολέθρια αποτελέσματα αυτής εν τω
στρατώ των Ελλήνων είναι η ύλη της Ιλιάδος. Το αθάνατον όμως έργον του Ομήρου
δεν αποτελούσι τα υλικά ταύτα, αλλ' η μορφή, ην έδωκεν εις αυτά η μεγαλοφυΐα του
ποιητού.

Διαίρεσις.
Η περί ψυχής πραγματεία του Αριστοτέλους διαιρείται εις τρία βιβλία. Οι αρχαίοι
σχολιασταί έτασσον αυτήν, τρόπον τινά ως εισαγωγήν, προ των άλλων θαυμασίων
έργων, τα οποία αποτελούσι την Φυσικήν Ιστορίαν εις την εγκυκλοπαιδείαν του
Αριστοτέλους. Διότι εν αυτή προτίθεται να εξετάση ουχί την ψυχήν καθ' εαυτήν ως
μεταφυσικός, αλλά ως φυσιολόγος τα φαινόμενα αυτής, καθ' όσον είναι η αχώριστος
“αρχή και ουσία (εντελέχεια) σώματος παραγομένου υπό της φύσεως και έχοντος
όργανα δια να δύναται να ζή”. Τοιαύτα έμψυχα όντα είναι το φυτόν, το ζώον και ο
άνθρωπος. Ούτω διακρίνει· 1) την θρεπτικήν ή φυτικήν ψυχήν, 2) την αισθητικήν ή
ζωικήν και 3) την νοητικήν ή ανθρωπίνην, ήτις είναι συνάμα θρεπτική και αισθητική
και δια τούτο αυτήν κυρίως εξετάζει ο Αριστοτέλης.
Και εν μεν τω Αω βιβλίω θέτει τα ζητήματα ή τας απο ρίας, τας οποίας διεγείρει η
μελέτη της ψυχής και εγκεφαλαιοί και κρίνει την λύσιν, την οποίαν έδωκαν εις αυτά
οι προηγούμενοι, φιλόσοφοι. Εν τω Βω δίδει και αποδεικνύει τον ανωτέρω γενικόν
ορισμόν της ψυχής, είτα δε εξετάζει το θρεπτικόν, τας αισθήσεις, όρασιν, ακοήν,
όσφρησιν, γεύσιν, αφήν και την αίσθησιν (συνείδησιν) της αισθήσεως. Εν τω Γω
βιβλίω συμπληροί την θεωρίαν του αισθητικού και έπειτα πραγματεύεται 1) περί της
φαντασίας, 2) περί του νου και 3) περί της κινήσεως.

Σημειούμεν ενταύθα ότι προς ευκολίαν του αναγνώστου εθέσαμεν πολλαχού του
κειμένου επεξηγήσεις εντός παρενθέσεων, τας δε υπό το κείμενον σημειώσεις
ελάβομεν τας πλείστας εξ αρχαίων και νέων σχολιαστών.

Εν Αθήναις τη 20 Φεβρουαρίου 1911
ΠΑΥΛΟΣ ΓΡΑΤΣΙΑΤΟΣ

Ἀριστοτέλους

Περὶ Ψυχῆς
Μετάφραση-Σχόλια: Παύλου Γρατσιάτου
ΒΙΒΛΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ
Ζητήματα. Κριτική εξέτασις των προγενεστέρων θεωριών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'
Σπουδαιότης και δυσκολίαι της ψυχολογίας.— Μέθοδος. — Δεν πρέπει μόνη η
του ανθρώπου ψυχή να μελετάται. — Ζητήματα προς λύσιν. — Η ψυχή και το
σώμα είναι αχωρίστως ηνωμένα. — Δια τούτο εις τον φυσιολόγον προ πάντων
ανήκει η σπουδή της ψυχής.— Αναφοραί της φυσικής, των μαθηματικών και της
πρώτης φιλοσοφίας.

402a

1
2

Τῶν καλῶν καὶ τιμίων τὴν
εἴδησιν ὑπολαμβάνοντες, μᾶλλον
δ' ἑτέραν ἑτέρας ἢ κατ' ἀκρίβειαν
ἢ τῷ βελτιόνων τε καὶ
θαυμασιωτέρων εἶναι, δι'
ἀμφότερα ταῦτα τὴν περὶ τῆς
ψυχῆς ἱστορίαν εὐλόγως ἂν ἐν
πρώτοις τιθείημεν. δοκεῖ δὲ καὶ
πρὸς ἀλήθειαν ἅπασαν ἡ γνῶσις
αὐτῆς μεγάλα συμβάλλεσθαι,
μάλιστα δὲ πρὸς τὴν φύσιν· ἔστι
γὰρ οἷον ἀρχὴ τῶν ζῴων.
ἐπιζητοῦμεν δὲ θεωρῆσαι καὶ
γνῶναι τήν τε φύσιν αὐτῆς καὶ τὴν
οὐσίαν, εἶθ' ὅσα συμβέβηκε περὶ
αὐτήν· ὧν τὰ μὲν ἴδια πάθη τῆς
ψυχῆς εἶναι δοκεῖ, τὰ δὲ δι' ἐκείνην
καὶ τοῖς ζῴοις ὑπάρχειν.

1. Μολονότι νομίζομεν, ότι πάσα
γνώσις και επιστήμη είναι από τα
ωραία και πολύτιμα πράγματα, αλλ'
ότι άλλη εκ των επιστημών υπερέχει
άλλης ή διά την ακρίβειαν αυτής i (ως
τα μαθηματικά), ή διότι είναι γνώσις
πραγμάτων υψηλοτέρων και
θαυμασιωτέρων (ως η αστρονομία),
όμως την ψυχολογίαν δυνάμεθα και
δια τους δύο τούτους λόγους δικαίως
να θέσωμεν μεταξύ των πρώτων
επιστημών. Φαίνεται δε ότι η γνώσις
της ψυχής είναι μεγάλη συμβολή εις
την γνώσιν της όλης αληθείας (της
φιλοσοφίας) και μάλιστα της φύσεως
(της φυσικής)· διότι η ψυχή είναι
τρόπον τινά η αρχή των όντων, ii τα
οποία έχουσι ζωήν. Ζητούμεν λοιπόν
να εξετάσωμεν και να μάθωμεν
πρώτον την φύσιν και την ουσίαν της
ψυχής, έπειτα και πάντα τα
συμβεβηκότα και τα φαινόμενα
αυτής, από τα οποία άλλα μεν
φαίνονται ότι είναι ιδιάζοντα της
ψυχής πάθη 1, άλλα δε ότι υπάρχουσι
και εις τα ζώα ένεκα της ψυχής 2.

Πάθη ή συμβεβηκότα τα οποία αποτελούσι την ουσίαν της ψυχής.
Διότι η ψυχή είναι η τελική αιτία του σώματος, του φυτού και του ζώου.

πάντῃ δὲ πάντως ἐστὶ τῶν
χαλεπωτάτων λαβεῖν τινα πίστιν
περὶ αὐτῆς. καὶ γάρ, ὄντος κοινοῦ
τοῦ ζητήματος καὶ πολλοῖς
ἑτέροις, λέγω δὲ τοῦ περὶ τὴν
οὐσίαν καὶ τὸ τί ἐστι, τάχ' ἄν τῳ
δόξειε μία τις εἶναι μέθοδος κατὰ
πάντων περὶ ὧν βουλόμεθα
γνῶναι τὴν οὐσίαν, ὥσπερ καὶ τῶν
κατὰ συμβεβηκὸς ἰδίων ἀπόδειξις,
ὥστε ζητητέον ἂν εἴη τὴν μέθοδον
ταύτην· εἰ δὲ μὴ ἔστι μία τις καὶ
κοινὴ μέθοδος περὶ τὸ τί ἐστιν, ἔτι
χαλεπώτερον γίνεται τὸ
πραγματευθῆναι· δεήσει γὰρ
λαβεῖν περὶ ἕκαστον τίς ὁ τρόπος,
ἐὰν δὲ φανερὸν ᾖ πότερον
ἀπόδειξίς ἐστιν ἢ διαίρεσις ἢ καί
τις ἄλλη μέθοδος, ἔτι πολλὰς
ἀπορίας ἔχει καὶ πλάνας, ἐκ τίνων
δεῖ ζητεῖν· ἄλλαι γὰρ ἄλλων
ἀρχαί, καθάπερ ἀριθμῶν καὶ
ἐπιπέδων.

2. Αλλ' οπωσδήποτε είναι βέβαια
δυσκολώτατον πράγμα να
αποκτήσωμεν αξιόπιστον (θετικήν)
γνώσιν αυτής. Διότι, όπως και εις
πολλά άλλα πράγματα, ούτω και εδώ
προβάλλει το ζήτημα τί είναι η ουσία,
τί είναι το πράγμα. Και ήθελε τις
νομίσει αμέσως ότι μία μόνη μέθοδος
υπάρχει δι' όλα τα πράγματα, των
οποίων θέλομεν να γνωρίσωμεν την
ουσίαν, όπως μία μόνη υπάρχει
απόδειξις των ιδιαιτέρων ποιοτήτων
αυτών, και ότι επομένως πρέπει
ταύτην να ζητήσωμεν την μέθοδον.
Αλλ' εάν δεν υπάρχη μέθοδος μία και
κοινή προς γνώσιν του τί είναι τα
πράγματα, ακόμη δυσκολωτέρα
γίνεται η πραγματεία αύτη. Διότι τότε
θα χρειασθή να εξετάσωμεν δι'
έκαστον αυτών ποίαν ιδίαν οδόν θα
ακολουθήσωμεν και όταν γείνη
φανερόν ποία είναι η οδός αύτη, ή
απόδειξις 3 ή διαίρεσις 4 ή και άλλη
τις μέθοδος, πολλαί ακόμη πλάναι θα
υπάρχωσι και απορίαι, από ποίας
δηλαδή αρχάς πρέπει να ορμηθή η
ζήτησις. Διότι αι αρχαί των διαφόρων
πραγμάτων διαφέρουσιν αλλήλων·
άλλαι λ.χ. είναι αι αρχαί των αριθμών
iii
και άλλαι αι των επιπέδων.

πρῶτον δ' ἴσως ἀναγκαῖον
διελεῖν ἐν τίνι τῶν γενῶν καὶ τί
ἐστι, λέγω δὲ πότερον τόδε τι καὶ
οὐσία ἢ ποιὸν ἢ ποσόν, ἢ καί τις
ἄλλη τῶν διαιρεθεισῶν
κατηγοριῶν, ἔτι δὲ πότερον τῶν ἐν
δυνάμει ὄντων ἢ μᾶλλον
ἐντελέχειά τις· διαφέρει γὰρ οὔ τι

3. Πρώτον δε είναι ίσως αναγκαίον
να διακρίνωμεν εις ποίον από τα γένη
τού είναι ανήκει και τί είναι η ψυχή,
αν δηλαδή είναι τούτο το (ατομικόν)
πράγμα και ουσία 5 ή είναι ποιόν 6 ή
ποσόν 7 ή και άλλη τις από τας
αλλαχού αριθμηθείσας κατηγορίας.
iv
Προσέτι δε αν είναι εκ των εν
δυνάμει όντων ή μάλλον εντελέχεια
(εντελής πραγματικότης)· η διάκρισις
δε αύτη έχει ουχί σμικράν
σπουδαιότητα 8.

402b μικρόν.
Μέθοδος Αριστοτελική.
Μέθοδος Πλατωνική.
5
Ότι η ψυχή είναι υπόστασις εδίδασκον οι Πυθαγορικοί και ο Πλάτων.
6
Ως έλεγον οι ιατροί οι ισχυριζόμενοι, ότι είναι αποτέλεσμα της κρίσεως.
7
Ως έλεγεν ο Ξενοκράτης ορίζων ότι η ψυχή είναι αριθμός.
8
Διότι πρόκειται να αποδειχθή αν η ψυχή είναι σωματική ή ασώματος, ήτοι καθαρά ενέργεια,
3
4

σκεπτέον δὲ καὶ εἰ μεριστὴ ἢ
ἀμερής, καὶ πότερον ὁμοειδὴς
ἅπασα ψυχὴ ἢ οὔ· εἰ δὲ μὴ
ὁμοειδής, πότερον εἴδει
διαφέρουσα ἢ γένει. νῦν μὲν γὰρ
οἱ λέγοντες καὶ ζητοῦντες περὶ
ψυχῆς περὶ τῆς ἀνθρωπίνης μόνης
ἐοίκασιν ἐπισκοπεῖν·

4. Πρέπει να εξετάσωμεν και αν η
ψυχή διαιρείται εις μέρη ή είναι
αμερής 9 και αν είναι πάσαι αι ψυχαί
του αυτού είδους ή όχι 10. Και, αν δεν
είναι του αυτού είδους, τότε πρέπει
να εξετασθή αν αύται είναι διάφορα
είδη του αυτού γένους ή διάφορα
γένη. Διότι σήμερον οι ομιλούντες
και ερευνώντες περί ψυχής
φαίνονται, ότι περί μόνης της
ανθρωπίνης ψυχής πραγματεύονται.

εὐλαβητέον δ' ὅπως μὴ λανθάνῃ
πότερον εἷς ὁ λόγος αὐτῆς ἐστι,
καθάπερ ζῴου, ἢ καθ' ἕκαστον
ἕτερος, οἷον ἵππου, κυνός,
ἀνθρώπου, θεοῦ, τὸ δὲ ζῷον τὸ
καθόλου ἤτοι οὐθέν ἐστιν ἢ
ὕστερον, ὁμοίως δὲ κἂν εἴ τι
κοινὸν ἄλλο κατηγοροῖτο·

5. Πρέπει δε να προσέξωμεν v και
όπως μη μείνη ανεξέταστον, αν είς
μόνος ορισμός της ψυχής είναι π. χ.
του ζώου εν γένει 11, ή υπάρχει
διάφορος εκάστης ψυχής ή εκάστου
είδους ζώων, άλλος του ίππου λ. χ.,
άλλος του κυνός, άλλος του
ανθρώπου, άλλος του θεού· διότι το
καθόλου ζώον 12 ή ουδέν πραγματικόν
είναι ή είναι τι πολύ ύστερον παρά τα
καθέκαστα (αφηρημένον). Το αυτό δε
λέγομεν και αν εις άλλον (διάφορον
του ζώου) κοινόν όρον ήθελεν
αποδοθή η ψυχή.

ἔτι δέ, εἰ μὴ πολλαὶ ψυχαὶ ἀλλὰ
μόρια, πότερον δεῖ ζητεῖν
πρότερον τὴν ὅλην ψυχὴν ἢ τὰ
μόρια. χαλεπὸν δὲ καὶ τούτων
διορίσαι ποῖα πέφυκεν ἕτερα
ἀλλήλων, καὶ πότερον τὰ μόρια
χρὴ ζητεῖν πρότερον ἢ τὰ ἔργα
αὐτῶν, οἷον τὸ νοεῖν ἢ τὸν νοῦν,
καὶ τὸ αἰσθάνεσθαι ἢ τὸ
αἰσθητικόν· ὁμοίως δὲ καὶ ἐπὶ τῶν
ἄλλων.

6. Προσέτι, εάν δεν υπάρχωσι μεν
πολλαί ψυχαί, υπάρχωσιν όμως
πολλά μέρη (δυνάμεις) της ψυχής, τί
εκ των δύο πρέπει να μελετήσωμεν,
την όλην ψυχήν προ των μερών, ή
αντιστρόφως πρότερον τα μέρη.
Δύσκολον δε είναι και να
προσδιορίσωμεν ποία είναι τα μέρη,
τα οποία εκ φύσεως διαφέρουσιν απ'
αλλήλων, και αν τα μέρη, καθ' εαυτά
πρέπει να εξετάσωμεν πρότερον ή τα
έργα, την ενέργειαν των μερών· λ.χ.
την νόησιν πρότερον ή τον νουν 13,
την αίσθησιν (ενέργειαν) πρότερον ή
το αισθητικόν (δύναμιν)· ομοίως δε
και περί των άλλων.

Αν η ψυχή είναι μία εις έκαστον ον, ή δύναται να διαιρήται εις πολλάς άλλας ψυχάς.
Ο Αριστοτ. διακρίνει 3 ή μάλλον 4 είδη ψυχών, την θρεπτικήν ή φυτικήν, την αισθητικήν (ζωικήν), την
κινητικήν και την νοητικήν (λογικήν).
11
Ήτοι ορισμός της εν πάσι τοις ζώοις ψυχής, όπερ φαίνεται αδύνατον, διότι η ψυχή του κυνός, ή του
ανθρώπου και η του θεού δεν δύνανται να ορισθώσιν ομοίως.
12
Το αυτόζωον του Πλάτωνος (όρα Τίμαιον).
13
Η νόησις είναι ενεργεία νους, ούτω και τα άλλα.
9

10

εἰ δὲ τὰ ἔργα πρότερον, πάλιν ἄν
τις ἀπορήσειεν εἰ τὰ ἀντικείμενα
πρότερον τούτων ζητητέον, οἷον
τὸ αἰσθητὸν τοῦ αἰσθητικοῦ, καὶ
τὸ νοητὸν τοῦ νοῦ.

7. Εάν δε πρέπει να μελετώνται
πρότερον αι ενέργειαι, πάλιν δύναται
τις να ερωτήση αν πρέπει πρότερον
αυτών να εξετάζωμεν τα αντικείμενα,
το αισθητόν ον λ. χ. πρότερον του
αισθητικού, το νοητόν προ του νου.

402b ἔοικε δ' οὐ μόνον τὸ τί ἐστι γνῶναι
16
χρήσιμον εἶναι πρὸς τὸ θεωρῆσαι
τὰς αἰτίας τῶν συμβεβηκότων ταῖς
οὐσίαις (ὥσπερ ἐν τοῖς μαθήμασι
τί τὸ εὐθὺ καὶ τὸ καμπύλον, ἢ τί
γραμμὴ καὶ ἐπίπεδον, πρὸς τὸ
κατιδεῖν πόσαις ὀρθαῖς αἱ τοῦ
τριγώνου γωνίαι ἴσαι), ἀλλὰ καὶ
ἀνάπαλιν τὰ συμβεβηκότα
συμβάλλεται μέγα μέρος πρὸς τὸ
εἰδέναι τὸ τί ἐστιν· ἐπειδὰν γὰρ
ἔχωμεν ἀποδιδόναι κατὰ τὴν
φαντασίαν περὶ τῶν
συμβεβηκότων, ἢ πάντων ἢ τῶν
πλείστων, τότε καὶ περὶ τῆς οὐσίας
ἕξομεν λέγειν κάλλιστα· πάσης
γὰρ ἀποδείξεως ἀρχὴ τὸ τί ἐστιν,
ὥστε καθ' ὅσους τῶν ὁρισμῶν μὴ
συμβαίνει τὰ συμ-

8. Είναι δε φανερόν, ότι ου μόνον η
γνώσις του τι είναι τα πράγματα είναι
χρήσιμος εις το να ίδωμεν τας αιτίας
των συμβεβηκότων των όντων (ως
λ.χ. εις τα μαθηματικά πρέπει να
γνωρίζωμεν τί είναι το ευθύ και το
καμπύλον, ή τί η γραμμή και το
επίπεδον, δια να μάθωμεν με πόσας
ορθάς είναι ίσαι αι γωνίαι του
τριγώνου). Αλλά και τανάπαλιν η
γνώσις των συμβεβηκότων συντελεί
μεγάλως εις το να γνωρίσωμεν τί
είναι το πράγμα. Διότι, όταν
δυνάμεθα κατά τας εικόνας των
πραγμάτων τας οποίας σχηματίζει η
φαντασία vi να εξηγώμεν τα
συμβεβηκότα, ή πάντα ή τα πλείστα,
τότε θα δυνάμεθα κάλλιστα να
δίδωμεν λόγον και περί της ουσίας.
Διότι η ουσία, το τί είναι το πράγμα,
είναι η αρχή και βάσις πάσης
αποδείξεως, και επομένως εκείνοι εκ
των ορισμών, όπου συμβαίνει να
μένωσιν αγνώριστα τα συμβεβηκότα

403a βεβηκότα γνωρίζειν, ἀλλὰ μηδ'
εἰκάσαι περὶ αὐτῶν εὐμαρές,
δῆλον ὅτι διαλεκτικῶς εἴρηνται
καὶ κενῶς ἅπαντες.

και να μη είναι εύκολον μήτε εικόνα
τινά να σχηματίση τις περί αυτών,
είναι προφανές ότι άπαντες
ελέχθησαν αντιλογικώς και
κενολογικώς. vii

403a ἀπορίαν δ' ἔχει καὶ τὰ πάθη τῆς
3
ψυχῆς, πότερόν ἐστι πάντα κοινὰ
καὶ τοῦ ἔχοντος ἢ ἔστι τι καὶ τῆς
ψυχῆς ἴδιον αὐτῆς· τοῦτο γὰρ
λαβεῖν μὲν ἀναγκαῖον, οὐ ῥᾴδιον
δέ. φαίνεται δὲ τῶν μὲν πλείστων
οὐθὲν ἄνευ τοῦ σώματος πάσχειν
οὐδὲ ποιεῖν, οἷον ὀργίζεσθαι,
θαρρεῖν, ἐπιθυμεῖν, ὅλως
αἰσθάνεσθαι, μάλιστα δ' ἔοικεν
ἰδίῳ τὸ νοεῖν· εἰ δ' ἐστὶ καὶ τοῦτο

9. Απορίαν δε γεννώσι και τα πάθη
της ψυχής, αν είναι πάντα κοινά και
του σώματος του έχοντος αυτήν, ή
υπάρχει και τι το οποίον ανήκει
αποκλειστικώς εις την ψυχήν. Να
μάθωμεν τούτο είναι αναγκαίον, αλλ'
όχι εύκολον. Είναι όμως φανερόν, ότι
κατά τα πλείστα ουδέν πάσχει, ουδέ
ενεργεί η ψυχή άνευ του σώματος,
ούτε οργίζεται, ούτε θαρρεί, ούτε
επιθυμεί, ούτε όλως αισθάνεται άνευ
αυτού. Ίδιον δε αυτής φαίνεται προ
πάντων η νόησις· εάν δε και η νόησις

φαντασία τις ἢ μὴ ἄνευ
φαντασίας, οὐκ ἐνδέχοιτ' ἂν οὐδὲ
τοῦτ' ἄνευ σώματος εἶναι.

είναι φαντασία ή δεν δύναται να
υπάρχη άνευ φαντασίας[viii] 14, τότε
ουδ' αυτή θα ηδύνατο να υπάρχη
άνευ σώματος.

εἰ μὲν οὖν ἔστι τι τῶν τῆς ψυχῆς
ἔργων ἢ παθημάτων ἴδιον,
ἐνδέχοιτ' ἂν αὐτὴν χωρίζεσθαι· εἰ
δὲ μηθέν ἐστιν ἴδιον αὐτῆς, οὐκ ἂν
εἴη χωριστή, ἀλλὰ καθάπερ τῷ
εὐθεῖ, ᾗ εὐθύ, πολλὰ συμβαίνει,
οἷον ἅπτεσθαι τῆς [χαλκῆς]
σφαίρας κατὰ στιγμήν, οὐ μέντοι
γ' ἅψεται οὕτως χωρισθέν τι εὐθύ·
ἀχώριστον γάρ, εἴπερ ἀεὶ μετὰ
σώματός τινος ἐστιν. ἔοικε δὲ καὶ
τὰ τῆς ψυχῆς πάθη πάντα εἶναι
μετὰ σώματος, θυμός, πραότης,
φόβος, ἔλεος, θάρσος, ἔτι χαρὰ καὶ
τὸ φιλεῖν τε καὶ μισεῖν· ἅμα γὰρ
τούτοις πάσχει τι τὸ σῶμα. μηνύει
δὲ τὸ ποτὲ μὲν ἰσχυρῶν καὶ
ἐναργῶν παθημάτων
συμβαινόντων μηδὲν
παροξύνεσθαι ἢ φοβεῖσθαι, ἐνίοτε
δ' ὑπὸ μικρῶν καὶ ἀμαυρῶν
κινεῖσθαι, ὅταν ὀργᾷ τὸ σῶμα καὶ
οὕτως ἔχῃ ὥσπερ ὅταν ὀργίζηται.
ἔτι δὲ μᾶλλον τοῦτο φανερόν·
μηθενὸς γὰρ φοβεροῦ
συμβαίνοντος ἐν τοῖς πάθεσι
γίνονται τοῖς τοῦ φοβουμένου. εἰ δ'
οὕτως ἔχει, δῆλον ὅτι τὰ πάθη
λόγοι ἔνυλοί εἰσιν· ὥστε οἱ ὅροι
τοιοῦτοι οἷον "τὸ ὀργίζεσθαι
κίνησίς τις τοῦ τοιουδὶ σώματος ἢ
μέρους ἢ δυνάμεως ὑπὸ τοῦδε
ἕνεκα τοῦδε",

10. Εάν λοιπόν υπάρχη τι εκ των
παθημάτων ή των ενεργειών της
ψυχής, όπερ ανήκει αποκλειστικώς
εις αυτήν, τότε αύτη θα ηδύνατο να
χωρίζηται από του σώματος. Εάν
όμως μηδέν ίδιον υπάρχη, δεν θα
ηδύνατο να υπάρξη χωριστή. Αλλά
καθώς το ευθύ, καθ' όσον είναι ευθύ
(ευθεία γραμμή λ. χ.), δύναται να έχη
πολλά συμβεβηκότα, λ.χ. να
εφάπτηται της χαλκής σφαίρας είς τι
σημείον, αλλ' όμως, εάν χωρισθή το
ευθύ (η ευθύτης ως αφηρημένον) από
του σώματος, δεν θα εφάπτηται της
σφαίρας, διότι το ευθύ δεν υπάρχει
χωριστόν, αλλ' είναι πάντοτε μετά
τινος σώματος 15, ούτω και πάντα τα
πάθη της ψυχής είναι ηνωμένα μετά
του σώματος, ο θυμός, η πραότης, ο
φόβος, ο έλεος, το θάρρος, η χαρά
και η φιλία και το μίσος. Διότι
συγχρόνως με τα παθήματα ταύτα της
ψυχής συμπάσχει κατά τι και το
σώμα. Απόδειξις δε τούτου είναι ότι
άλλοτε μεν, αν και ισχυρά και σαφή
παθήματα συμβαίνουσιν είς τινα,
ουδόλως ερεθίζεται ούτε φοβείται,
ενίοτε όμως συγκινείται υπό μικρών
και σκοτεινών παθημάτων, όταν το
σώμα εξερεθίζηται και έχη την
διάθεσιν τοιαύτην, οποίαν έχει όταν
οργίζηταί τις. Έτι δε μάλλον φανερόν
γίνεται τούτο εκ των εξής: ενώ δηλ.
ουδέν συμβαίνει το προξενούν
φόβον, πολλοί όμως περιπίπτουσιν
εις πάθη ανθρώπου όστις φοβείται.
Και, αν τούτο είναι αληθές, είναι
φανερόν, ότι τα πάθη είναι λόγοι
ένυλοι 16. Και επομένως εκφράσεις
τοιαύται, ix ως το οργίζεσθαι,
σημαίνουσι κίνησιν του εν τοιαύτη

Κατά τον Αριστοτ. δεν υπάρχει φαντασία άνευ της αισθήσεως, αύτη δε δεν υπάρχει άνευ του σώματος·
άρα και νόησις δεν υπάρχει άνευ του σώματος.
15
Ούτω και η ψυχή δεν δύναται να είναι χωριστή από του σώματος.
16
Έννοιαι εν τη ύλη έχουσαι την ύπαρξιν αυτών, εκδηλούμεναι εν τω σώματι.
14

διαθέσει όντος σώματος, ή κίνησιν
μέρους τοιούτου ή δυνάμεως
τοιαύτης υπό τούτου του πράγματος
χάριν τούτου του σκοπού.
καὶ διὰ ταῦτα ἤδη φυσικοῦ τὸ
θεωρῆσαι περὶ ψυχῆς, ἢ πάσης ἢ
τῆς τοιαύτης. διαφερόντως δ' ἂν
ὁρίσαιντο ὁ φυσικὸς [τε] καὶ ὁ
διαλεκτικὸς ἕκαστον αὐτῶν, οἷον
ὀργὴ τί ἐστιν· ὁ μὲν γὰρ ὄρεξιν
ἀντιλυπήσεως ἤ τι τοιοῦτον, ὁ δὲ
ζέσιν τοῦ περὶ καρδίαν αἵματος
403b καὶ θερμοῦ. τούτων δὲ ὁ μὲν τὴν
ὕλην ἀποδίδωσιν, ὁ δὲ τὸ εἶδος καὶ
τὸν λόγον. ὁ μὲν γὰρ λόγος ὅδε
τοῦ πράγματος, ἀνάγκη δ' εἶναι
τοῦτον ἐν ὕλῃ τοιᾳδί, εἰ ἔσται·
ὥσπερ οἰκίας ὁ μὲν λόγος
τοιοῦτος, ὅτι σκέπασμα κωλυτικὸν
φθορᾶς ὑπ' ἀνέμων καὶ ὄμβρων
καὶ καυμάτων, ὁ δὲ φήσει λίθους
καὶ πλίνθους καὶ ξύλα, ἕτερος δ'
ἐν τούτοις τὸ εἶδος <οὗ> ἕνεκα
τωνδί. τίς οὖν ὁ φυσικὸς τούτων;
πότερον ὁ περὶ τὴν ὕλην, τὸν δὲ
λόγον ἀγνοῶν, ἢ ὁ περὶ τὸν λόγον
μόνον; ἢ μᾶλλον ὁ ἐξ ἀμφοῖν;
ἐκείνων δὲ δὴ τίς ἑκάτερος; ἢ οὐκ
ἔστιν εἷς ὁ περὶ τὰ πάθη τῆς ὕλης
τὰ μὴ χωριστὰ μηδ' ᾗ χωριστά,
ἀλλ' ὁ φυσικὸς περὶ ἅπανθ' ὅσα
τοῦ τοιουδὶ σώματος καὶ τῆς τοιαύτης ὕλης ἔργα καὶ πάθη, ὅσα δὲ
μὴ τοιαῦτα, ἄλλος, καὶ περὶ τινῶν
μὲν τεχνίτης, ἐὰν τύχῃ, οἷον
τέκτων ἢ ἰατρός, τῶν δὲ μὴ
χωριστῶν μέν, ᾗ δὲ μὴ τοιούτου
σώματος πάθη καὶ ἐξ ἀφαιρέσεως,
ὁ μαθηματικός, ᾗ δὲ κεχωρισμένα,
ὁ πρῶτος φιλόσοφος; ἀλλ'
ἐπανιτέον ὅθεν ὁ λόγος. ἐλέγομεν
δὴ ὅτι τὰ πάθη τῆς ψυχῆς οὕτως

11. Δια ταύτα είναι έργον του
φυσικού x να μελετήση την ψυχήν ή
όλην ή μερικώς. Άλλως θα ορίση ο
φυσικός και άλλως ο διαλεκτικός
(φιλόσοφος) έκαστον πάθος της
ψυχής, την οργήν λ.χ. Διότι ο μεν θα
είπη, ότι η οργή είναι επιθυμία να
προξενήση τις λύπην αντί λύπης ή
ανάλογόν τι, ο δε ότι είναι βρασμός
του αίματος ή της
θερμότητος πέριξ της καρδίας. Εκ
τούτων λοιπόν ο μεν αποδίδει την
ύλην, ο δε την μορφήν και την
έννοιαν. Διότι η έννοια, ο λόγος είναι
η μορφή του πράγματος, και είναι
αναγκαίον ούτος να υπάρχη εν ύλη
τινί ωρισμένη, εάν μέλλη να υπάρχη
το πράγμα. Ούτω λ.χ. η μεν έννοια
της οικίας είναι τοιαύτη: οικία είναι
σκέπασμα, όπερ εμποδίζει την εκ των
ανέμων και βροχών και καυσώνων
βλάβην ημών. Αλλ' ο μεν (φυσικός)
θα είπη ότι είναι λίθοι και πλίνθοι και
ξύλα, ο άλλος όμως θα είπη ότι η
μορφή της οικίας είναι τοιαύτη xi και
έχει τοιούτον σκοπόν. Τίς λοιπόν
τούτων είναι ο φυσικός; άραγε ο
ομιλών περί της ύλης, αγνοών δε τον
λόγον; ή ο γνωρίζων μόνον τον λόγον
(την έννοιαν); ή μάλλον ο συνενών
και τα δύο. Αλλά οποίος τις είναι
έκαστος εξ αυτών των δύο; Βεβαίως
ουδείς εξετάζει τα πάθη της ύλης τα
μη χωριστά απ' αυτής και καθ' όσον
δεν είναι χωριστά, αλλά ο φυσικός
ασχολείται περί πάντων, όσα είναι
πάθη και ενέργειαι του τοιούτου
ωρισμένου σώματος και της τοιαύτης
ωρισμένης ύλης. Όσα δε δεν είναι
τοιαύτα, άλλος παρά τον φυσικόν
εξετάζει αυτά. Και διά τινα μεν ο
άλλος ούτος είναι είς τεχνίτης xii,
καθώς τύχη, τέκτων ή ιατρός. Εκείνα
δε τα πάθη, τα οποία δεν είναι
χωριστά, ταύτα, καθ' όσον δεν

ἀχώριστα τῆς φυσικῆς ὕλης τῶν
ζῴων, ᾗ γε τοιαῦθ' ὑπάρχει <οἷα>
θυμὸς καὶ φόβος, καὶ οὐχ ὥσπερ
γραμμὴ καὶ ἐπίπεδον.

ανήκουσιν εις τούτο το ωρισμένον
σώμα και εξετάζονται κατ' αφαίρεσιν,
μελετά ο μαθηματικός, καθ' όσον δε
θεωρούνται χωρισμένα, μελετά ο
πρώτος φιλόσοφος (ο μεταφυσικός).
Αλλ' ας επανέλθωμεν εις την αρχήν
του λόγου ημών. Ελέγομεν ότι τα
πάθη της ψυχής είναι αχώριστα από
της φυσικής ύλης των ζώντων, εν τη
οποία τα τοιαύτα υπάρχουσι, π.χ. ο
θυμός και ο φόβος, και δεν είναι
καθώς η γραμμή και το επίπεδον (τα
οποία δύνανται να θεωρώνται
χωριστά και άσχετα). 17

Η γραμμή και η επιφάνεια δύνανται να θεωρώνται χωριστά, κατά τρόπον αφηρημένον, και, ούτως
εξετάζονται υπό των μαθηματικών. Αλλά τα πάθη της ψυχής πρέπει να θεωρώνται εν ταις αναφοραίς των
προς το σώμα, από του οποίου αύτη ουδέποτε χωρίζεται.
17

ΒΙΒΛΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'
Αι περί ψυχής υπό των άλλων παραδεδομέναι δοξασίαι και δια ποίας αιτίας· δια
την κίνησιν—δοξασίαι Δημοκρίτου, Λευκίππου, Πυθαγορείων και Αναξαγόρα.
Δια την αισθητικότητα και την γνώσιν—δόξαι Δημοκρίτου, Θαλή κ.λ. Εξαίρεσις
Αναξαγόρα. Διαφορά θεωριών περί του είδους και του αριθμού των αρχών των
πραγμάτων.

403b20

404a

Ἐπισκοποῦντας δὲ περὶ ψυχῆς
ἀναγκαῖον, ἅμα διαποροῦντας
περὶ ὧν εὐπορεῖν δεῖ
προελθόντας, τὰς τῶν προτέρων
δόξας συμπαραλαμβάνειν ὅσοι
τι περὶ αὐτῆς ἀπεφήναντο, ὅπως
τὰ μὲν καλῶς εἰρημένα
λάβωμεν, εἰ δέ τι μὴ καλῶς,
τοῦτ' εὐλαβηθῶμεν.

1. Επειδή σκοπούμεν να εξετάσωμεν
την ψυχήν, είναι αναγκαίον, ενώ
συγχρόνως εκθέτομεν τας απορίας,
τας οποίας πρέπει να έχωμεν λύσει,
πριν ή προχωρήσωμεν, να
συμπαραλάβωμεν τας δοξασίας των
προγενεστέρων, όσοι είπόν τι περί
αυτής, όπως αποδεχθώμεν όσα είπαν
καλώς, αποφύγωμεν δε ό,τι δεν είπον
καλώς.

ἀρχὴ δὲ τῆς ζητήσεως
προθέσθαι τὰ μάλιστα δοκοῦνθ'
ὑπάρχειν αὐτῇ κατὰ φύσιν. τὸ
ἔμψυχον δὴ τοῦ ἀψύχου δυσὶ
μάλιστα διαφέρειν δοκεῖ, κινήσει
τε καὶ τῷ αἰσθάνεσθαι.
παρειλήφαμεν δὲ καὶ παρὰ τῶν
προγενεστέρων σχεδὸν δύο
ταῦτα περὶ ψυχῆς· φασὶ γὰρ
ἔνιοι καὶ μάλιστα καὶ πρώτως
ψυχὴν εἶναι τὸ κινοῦν, οἰηθέντες
δὲ τὸ μὴ κινούμενον αὐτὸ μὴ
ἐνδέχεσθαι κινεῖν ἕτερον, τῶν
κινουμένων τι τὴν ψυχὴν
ὑπέλαβον εἶναι. ὅθεν
Δημόκριτος μὲν

2. Η αρχή δε της μελέτης ημών είναι
να προτάξωμεν τας ιδιότητας, αίτινες
σαφέστατα φαίνονται ότι ανήκουν εις
την φύσιν της ψυχής. Το έμψυχον
βεβαίως φαίνεται ότι διαφέρει του
αψύχου κατά δύο προ πάντων, κατά
την κίνησιν και την αίσθησιν.
Παρελάβομεν δε και παρά των
προγενεστέρων μόνα σχεδόν τα δύο
ταύτα διακριτικά περί ψυχής. Τω όντι
λέγουσί τίνες, ότι η ψυχή είναι το
κατ' εξοχήν και το πρώτον παράγον
την κίνησιν· νομίσαντες δε ότι το μη
κινούμενον αυτό δεν δύναται να κινή
άλλο, υπέλαβον ότι η ψυχή είναι εκ
των κινουμένων. Όθεν ο

πῦρ τι καὶ θερμόν φησιν αὐτὴν
εἶναι· ἀπείρων γὰρ ὄντων
σχημάτων καὶ ἀτόμων τὰ
σφαιροειδῆ πῦρ καὶ ψυχὴν λέγει
(οἷον ἐν τῷ ἀέρι τὰ καλούμενα

Δημόκριτος λέγει ότι η ψυχή είναι
πυρ και θερμόν τι· διότι, ενώ
υπάρχουσιν άπειρα σχήματα και
άτομα, καλεί πυρ και ψυχήν, τα
σφαιροειδή άτομα ομοιάζοντα με τα
εν τω αέρι σωμάτια τα καλούμενα

ξύσματα, ἃ φαίνεται ἐν ταῖς διὰ
τῶν θυρίδων ἀκτῖσιν), ὧν τὴν
μὲν πανσπερμίαν στοιχεῖα λέγει
τῆς ὅλης φύσεως (ὁμοίως δὲ καὶ
Λεύκιππος), τού- των δὲ τὰ
σφαιροειδῆ ψυχήν, διὰ τὸ
μάλιστα διὰ παντὸς δύνασθαι
διαδύνειν τοὺς τοιούτους
ῥυσμοὺς καὶ κινεῖν τὰ λοιπά,
κινούμενα καὶ αὐτά,
ὑπολαμβάνοντες τὴν ψυχὴν
εἶναι τὸ παρέχον τοῖς ζῴοις τὴν
κίνησιν· διὸ καὶ τοῦ ζῆν ὅρον
εἶναι τὴν ἀναπνοήν· συνάγοντος
γὰρ τοῦ περιέχοντος τὰ σώματα
καὶ ἐκθλίβοντος τῶν σχημάτων
τὰ παρέχοντα τοῖς ζῴοις τὴν
κίνησιν διὰ τὸ μηδ' αὐτὰ ἠρεμεῖν
μηδέποτε, βοήθειαν γίνεσθαι
θύραθεν ἐπεισιόντων ἄλλων
τοιούτων ἐν τῷ ἀναπνεῖν·
κωλύειν γὰρ αὐτὰ καὶ τὰ
ἐνυπάρχοντα ἐν τοῖς ζῴοις
ἐκκρίνεσθαι, συνανείργοντα τὸ
συνάγον καὶ πηγνύον· καὶ ζῆν
δὲ ἕως ἂν δύνωνται τοῦτο ποιεῖν.
404a16 ἔοικε δὲ καὶ τὸ παρὰ τῶν
Πυθαγορείων λεγόμενον τὴν
αὐτὴν ἔχειν διάνοιαν· ἔφασαν
γάρ τινες αὐτῶν ψυχὴν εἶναι τὰ
ἐν τῷ ἀέρι ξύσματα, οἱ δὲ τὸ
ταῦτα κινοῦν, περὶ δὲ τούτων
εἴρηται ὅτι συνεχῶς φαίνεται
κινούμενα, κἂν ᾖ νηνεμία
παντελής. ἐπὶ ταὐτὸ δὲ φέρονται
καὶ ὅσοι λέγουσι τὴν ψυχὴν τὸ
αὑτὸ κινοῦν· ἐοίκασι γὰρ οὗτοι
πάντες ὑπειληφέναι τὴν κίνησιν
οἰκειότατον εἶναι τῇ ψυχῇ, καὶ
τὰ μὲν ἄλλα πάντα κινεῖσθαι
διὰ τὴν ψυχήν, ταύτην δ' ὑφ'
ἑαυτῆς, διὰ τὸ μηθὲν ὁρᾶν

ξύσματα, τα οποία φαίνονται εις τας
διά των θυρίδων εισερχομένας
ηλιακάς ακτίνας. Τα άτομα δε ταύτα
διεσπαρμένα πανταχού λέγει ότι είναι
στοιχεία της φύσεως. Όμοια εδόξαζε
και ο Λεύκιππος. Εκ των ατόμων
μόνα τα σφαιροειδή έλεγον ούτοι ότι
συνιστώσι την ψυχήν, διότι τα
τοιαύτα σωματίδια δύνανται
ευχερέστατα να εισδύωσι πανταχού
και αυτά κινούμενα να κινώσι τα
λοιπά. Διότι επίστευον ότι η ζωή
είναι η δίδουσα την κίνησιν εις τα
ζώα. Διά τούτο είπον και ότι όρος της
ζωής είναι η αναπνοή. Διότι το
περιέχον (ο αήρ) συνάγει τα σώματα
και ούτως εκθλίβει τα σφαιροειδή
κατά το σχήμα άτομα τα δίδοντα την
κίνησιν, διότι ουδέποτε ουδ' αυτά
ηρεμούσιν εκ τούτου δε επέρχεται
μεγάλη βοήθεια εις τα ζώα, διότι
έξωθεν επεισέρχονται άλλα όμοια
άτομα κατά την αναπνοήν, ταύτα δε
εμποδίζουσι τα εν τοις ζώοις
υπάρχοντα άτομα από του να
εξέρχωνται, διότι βοηθούσι να
απωθήται εκείνο όπερ τα συνάγει και
πηγνύει. Λέγουσι δε και ότι τα
έμψυχα ζώσιν, εφ' όσον χρόνον
δύνανται να εκτελώσι τούτο.
4. Φαίνεται δε ότι και το υπό των
Πυθαγορείων λεγόμενον έχει την
αυτήν έννοιαν. Τινές δηλαδή αυτών
έλεγον, ότι ψυχή είναι τα εν τω αέρι
σμικρά σώματα, άλλοι δε ότι ψυχή
είναι η αιτία η κινούσα αυτά. Είπον
δε ούτω περί αυτών, διότι ταύτα
φαίνονται πάντοτε κινούμενα, και αν
έτι υπάρχη τελεία νηνεμία. Εις το
αυτό καταντώσι και όσοι λέγουσιν
ότι η ψυχή είναι το κινούν εαυτό.
Διότι πάντες ούτοι φαίνονται
φρονούντες, ότι η κίνησις είναι
οικειότατον χαρακτηριστικόν της
ψυχής και ότι τα μεν άλλα πάντα
κινούνται υπ' αυτής, αυτή δε κινείται
υφ' εαυτής, διότι ουδέν βλέπουσι
κινούν, όπερ δεν κινείται και αυτό.

κινοῦν ὃ μὴ καὶ αὐτὸ κινεῖται.

404b

ὁμοίως δὲ καὶ Ἀναξαγόρας
ψυχὴν εἶναι λέγει τὴν κινοῦσαν,
καὶ εἴ τις ἄλλος εἴρηκεν ὡς τὸ
πᾶν ἐκίνησε νοῦς· οὐ μὴν
παντελῶς γ' ὥσπερ Δημόκριτος.
ἐκεῖνος μὲν γὰρ ἁπλῶς ταὐτὸν
ψυχὴν καὶ νοῦν (τὸ γὰρ ἀληθὲς
εἶναι τὸ φαινόμενον, διὸ καλῶς
ποιῆσαι [τὸν] Ὅμηρον ὡς ὁ
Ἕκτωρ "κεῖτ' ἀλλοφρονέων"· οὐ
δὴ χρῆται τῷ νῷ ὡς δυνάμει τινὶ
περὶ τὴν ἀλήθειαν, ἀλλὰ ταὐτὸ
λέγει ψυχὴν καὶ νοῦν)·

5. Ομοίως δε και ο Αναξαγόρας xiii
λέγει, ότι η ψυχή είναι η αιτία της
κινήσεως, και εί τις άλλος είπεν ότι
το παν ο νους κινεί. Αλλ' όμως η
δόξα τούτων δεν είναι εντελώς ομοία
με την του Δημοκρίτου. Διότι ούτος
λέγει, ότι απολύτως η ψυχή και ο
νους είναι το αυτό πράγμα· και ότι το
μέτρον του αληθούς είναι το
αισθητόν φαινόμενον 18 και δια ταύτα
καλώς ο Όμηρος παρέστησε τον
Έκτορα ότι κατέκειτο αλλοφρονών xiv,
ότε κατέκειτο αναίσθητος 19. Τον νουν
δεν θεωρεί ως δύναμίν τινα προς
γνώσιν της αληθείας, αλλά λέγει ότι
ψυχή και νους είναι το αυτό.

Ἀναξαγόρας δ' ἧττον διασαφεῖ
περὶ αὐτῶν· πολλαχοῦ μὲν γὰρ
τὸ αἴτιον τοῦ καλῶς καὶ ὀρθῶς
τὸν νοῦν λέγει, ἑτέρωθι δὲ τὸν
νοῦν εἶναι ταὐτὸν τῇ ψυχῇ· ἐν
ἅπασι γὰρ ὑπάρχειν αὐτὸν τοῖς
ζῴοις, καὶ μεγάλοις καὶ μικροῖς,
καὶ τιμίοις καὶ ἀτιμοτέροις· οὐ
φαίνεται δ' ὅ γε κατὰ φρόνησιν
λεγόμενος νοῦς πᾶσιν ὁμοίως
ὑπάρχειν τοῖς ζῴοις, ἀλλ' οὐδὲ
τοῖς ἀνθρώποις πᾶσιν.

Ο Αναξαγόρας όμως είναι
ολιγώτερον σαφής περί αυτών 20, διότι
εις πολλά μέρη λέγει ότι ο νους είναι
το αίτιον του καλού και του ορθού,
αλλαχού όμως λέγει ότι ο νους είναι η
ψυχή· διό ο νους υπάρχει εις όλα τα
ζώα, μεγάλα και μικρά, ανώτερα και
κατώτερα. Φαίνεται όμως ότι ο
λεγόμενος υπ' αυτού νους κατά την
νόησιν δεν υπάρχει ομοίως εις πάντα
τα ζώα, ουδέ εις πάντας τους
ανθρώπους.

ὅσοι μὲν οὖν ἐπὶ τὸ κινεῖσθαι
τὸ ἔμψυχον ἀπέβλεψαν, οὗτοι τὸ
κινητικώτατον ὑπέλαβον τὴν
ψυχήν· ὅσοι δ' ἐπὶ τὸ γινώσκειν
καὶ τὸ αἰσθάνεσθαι τῶν ὄντων,
οὗτοι δὲ λέγουσι τὴν ψυχὴν τὰς
ἀρχάς, οἱ μὲν πλείους ποιοῦντες,
ταύτας, οἱ δὲ μίαν, ταύτην,
ὥσπερ Ἐμπεδοκλῆς μὲν ἐκ τῶν
στοιχείων πάντων, εἶναι δὲ καὶ
ἕκαστον ψυχὴν τούτων, λέγων
οὕτως,

6. Όσοι λοιπόν απέβλεψαν εις το ότι
το έμψυχον κινείται αφ' εαυτού, ούτοι
υπέλαβον ότι η ψυχή είναι το
κινητικώτατον ον, όσοι όμως
απέβλεψαν εις το ότι η ψυχή γινώσκει
και αισθάνεται τα όντα, ούτοι
λέγουσιν ότι η ψυχή είναι αυταί αι
αρχαί των πραγμάτων, τας οποίας
άλλοι μεν παραδέχονται ότι είναι
περισσότεραι, άλλοι δε ότι είναι μία
μόνη αρχή. Ο μεν Εμπεδοκλής
δοξάζων ότι η ψυχή αποτελείται εκ
πάντων των στοιχείων, και ότι και
έκαστον τούτων είναι ψυχή λέγει:

Αύτη είναι η αρχή των σοφιστών και ιδία του Πρωταγόρα.
Ο Όμηρος δήλα δη υπελάμβανεν ως ταυτόν τον νουν και την ψυχήν.
20
Διότι άλλοτε διακρίνει και άλλοτε συγχέει νουν και ψυχήν.
18
19

γαίῃ μὲν γὰρ γαῖαν
ὀπώπαμεν, ὕδατι δ' ὕδωρ,
αἰθέρι δ' αἰθέρα δῖαν, ἀτὰρ
πυρὶ πῦρ ἀΐδηλον,
στοργῇ δὲ στοργήν, νεῖκος
δέ τε νείκεϊ λυγρῷ·

“Διά της γης βλέπομεν την γην, δια
του ύδατος το ύδωρ, δια του αιθέρος
τον θείον αιθέρα, διά του πυρός το
καταστρεπτικόν πυρ, δια της στοργής
την στοργήν, δια της έριδος την
ολεθρίαν έριδα”.

τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον καὶ
Πλάτων ἐν τῷ Τιμαίῳ τὴν ψυχὴν
ἐκ τῶν στοιχείων ποιεῖ·
γινώσκεσθαι γὰρ τῷ ὁμοίῳ τὸ
ὅμοιον, τὰ δὲ πράγματα ἐκ τῶν
ἀρχῶν εἶναι. ὁμοίως δὲ καὶ ἐν
τοῖς περὶ φιλοσοφίας λεγομένοις
διωρίσθη, αὐτὸ μὲν τὸ ζῷον ἐξ
αὐτῆς τῆς τοῦ ἑνὸς ἰδέας καὶ τοῦ
πρώτου μήκους καὶ πλάτους καὶ
βάθους, τὰ δ' ἄλλα ὁμοιοτρόπως·
ἔτι δὲ καὶ ἄλλως, νοῦν μὲν τὸ ἕν,
ἐπιστήμην δὲ τὰ δύο (μοναχῶς
γὰρ ἐφ' ἕν), τὸν δὲ τοῦ ἐπιπέδου
ἀριθμὸν δόξαν, αἴσθησιν δὲ τὸν
τοῦ στερεοῦ. οἱ μὲν γὰρ ἀριθμοὶ
τὰ εἴδη αὐτὰ καὶ αἱ

7. Κατά τον αυτόν τρόπον και ο
Πλάτων εν τω Τιμαίω την ψυχήν
συνιστά εκ των στοιχείων 21, Διότι
έλεγεν ότι δια του ομοίου γινώσκεται
το όμοιον, και ότι τα πράγματα
αποτελούνται εκ των αρχών. Τα αυτά
εξετέθησαν εν τω συγγράμματι “Περί
Φιλοσοφίας” επιγραφόμενον 22, όπου
ορίζει, ότι το ζώον αυτό καθ' εαυτό
γεννάται εκ της ιδέας του ενός και εκ
του πρώτου μήκους και πλάτους και
βάθους 23, τα δ' άλλα όντα κατά τον
όμοιον τρόπον. Προσέτι δε λέγει κατ'
άλλην έποψιν, ότι ο νους μεν είναι το
εν, επιστήμη δε τα δύο, διότι αφ' ενός
τινος κινουμένη φθάνει εις την
ενότητα· δόξα δε είναι ο αριθμός του
επιπέδου, και αίσθησις ο αριθμός του
στερεού. Διότι έλεγεν, ότι οι αριθμοί
είναι αυταί αι ιδέαι και αι αρχαί των
πραγμάτων, και ότι αποτελούνται εκ
των στοιχείων.

404b25 ἀρχαὶ ἐλέγοντο, εἰσὶ δ' ἐκ τῶν
στοιχείων, κρίνεται δὲ τὰ
πράγματα τὰ μὲν νῷ, τὰ δ'
ἐπιστήμῃ, τὰ δὲ δόξῃ, τὰ δ'
αἰσθήσει· εἴδη δ' οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι
τῶν πραγμάτων.

Γινώσκονται δε τα πράγματα, άλλα
μεν διά του νου, άλλα δε δια της
επιστήμης, άλλα δια της δόξης και
άλλα δια της αισθήσεως. Ιδέαι δε των
πραγμάτων είναι οι αριθμοί ούτοι.

404b27 ἐπεὶ δὲ καὶ κινητικὸν ἐδόκει ἡ
ψυχὴ εἶναι καὶ γνωριστικὸν
οὕτως, ἔνιοι συνέπλεξαν ἐξ
ἀμφοῖν, ἀποφηνάμενοι τὴν
ψυχὴν ἀριθμὸν κινοῦνθ' ἑαυτόν.

8. Επειδή δε η ψυχή εθεωρείτο ότι
είναι τι το οποίον και κινεί και
γινώσκει, τινές 24 συνεδύασαν και τα
δύο ταύτα χαρακτηριστικά και
ώρισαν ότι η ψυχή είναι αριθμός
κινών εαυτόν.

διαφέρονται δὲ περὶ τῶν ἀρχῶν, 9. Διαφωνούσιν όμως οι φιλόσοφοι
Ουχί εκ των τεσσάρων στοιχείων, αλλ' “εκ της αμερίστου φύσεως και αΰλου και ασωμάτου και εκ της
σωματικής και μεριστής μέση μεταξύ αυτών συνεκράθη η ψυχή” λέγει ο Πλάτων εν τω Τιμαίω.
22
Άγνωστον είναι τοιούτον σύγγραμμα· ίσως εννοεί την προφορικήν διδασκαλίαν του Πλάτωνος.
23
Το μήκος έχει μίαν διεύθυνσιν, το πλάτος δύο, και το βάθος τρεις διευθύνσεις.
24
Ο Ξενοκράτης, ο οποίος διεδέχθη τον Σπεύσιππον ως σχολάρχης της Ακαδημίας.
21

405a

25

τίνες καὶ πόσαι, μάλιστα μὲν οἱ
σωματικὰς ποιοῦντες τοῖς
ἀσωμάτους,

ούτοι περί των αρχών ποίαι και πόσαι
είναι αύται. Μάλιστα οι θεωρούντες

τούτοις δ' οἱ μίξαντες καὶ ἀπ'
ἀμφοῖν τὰς ἀρχὰς
ἀποφηνάμενοι.

αυτάς σωματικάς διαφωνούσι προς
τους θεωρούντας αυτάς ασωμάτους·
προς τούτους δε διαφωνούσιν εκείνοι,
οίτινες συνεδύασαν ταύτα και είπον
ότι αι αρχαί είναι εξ αμφοτέρων
(σωματικαί και ασώματοι).

διαφέρονται δὲ καὶ περὶ τοῦ
πλήθους· οἱ μὲν γὰρ μίαν οἱ δὲ
πλείους λέγουσιν. ἑπομένως δὲ
τούτοις καὶ τὴν ψυχὴν
ἀποδιδόασιν· τὸ γὰρ κινητικὸν
τὴν φύσιν τῶν πρώτων
ὑπειλήφασιν, οὐκ ἀλόγως.

10. Διαφωνούσι δε και περί του
πλήθους των αρχών (στοιχείων)· οι
μεν λέγουσιν ότι είναι μία αρχή, οι δε
ότι είναι περισσότεραι, συμφώνως δε
με ταύτα εξηγούσι την ψυχήν.
Προσέτι δε παρεδέχθησαν, ουχί άνευ
λογού, ότι το να παράγωσι κίνησιν
είναι αυτή η φύσις των πρώτων
αιτιών.

ὅθεν ἔδοξέ τισι πῦρ εἶναι· καὶ
γὰρ τοῦτο λεπτομερέστατόν τε
καὶ μάλιστα τῶν στοιχείων
ἀσώματον, ἔτι δὲ κινεῖταί τε καὶ
κινεῖ τὰ ἄλλα πρώτως.

11. Όθεν τινές εδόξασαν ότι πυρ είναι
η ψυχή· διότι το πυρ και μικρότατα
έχει τα μέρη και είναι εκ πάντων των
στοιχείων το μάλλον ασώματον,
προσέτι δε είναι αυτοκίνητον και
κινεί τα άλλα πρώτον αυτό.

Δημόκριτος δὲ καὶ
γλαφυρωτέρως εἴρηκεν
ἀποφαινόμενος διὰ τί τούτων
ἑκάτερον· ψυχὴν μὲν γὰρ εἶναι
ταὐτὸ καὶ νοῦν, τοῦτο δ' εἶναι
τῶν πρώτων καὶ ἀδιαιρέτων
σωμάτων, κινητικὸν δὲ διὰ
μικρομέρειαν καὶ τὸ σχῆμα· τῶν
δὲ σχημάτων εὐκινητότατον τὸ
σφαιροειδὲς λέγει· τοιοῦτον δ'
εἶναι τόν τε νοῦν καὶ τὸ πῦρ.

12. Ο Δημόκριτος δε σαφέστερον
εξηγήθη ειπών την αιτίαν εκάστου
των δύο τούτων χαρακτηριστικών 25.
Είπε δηλ. ότι ψυχή και νους είναι το
αυτό, διότι η ψυχή είναι εν εκ των
πρώτων και αδιαιρέτων σωμάτων, και
κινεί ένεκα της σμικρότητος των
μερών αυτής και ένεκα του σχήματος
της· ευκινητότατον δε εκ των
σχημάτων έλεγεν ότι είναι το
σφαιροειδές, και ότι τοιούτον έχει το
σχήμα ο νους και το πυρ.

Ἀναξαγόρας δ' ἔοικε μὲν ἕτερον
λέγειν ψυχήν τε καὶ νοῦν, ὥσπερ
εἴπομεν καὶ πρότερον, χρῆται δ'
ἀμφοῖν ὡς μιᾷ φύσει, πλὴν
ἀρχήν γε τὸν νοῦν τίθεται
μάλιστα πάντων· μόνον γοῦν
φησὶν αὐτὸν τῶν ὄντων ἁπλοῦν

13. Ο Αναξαγόρας μεν φαίνεται ότι
άλλο θεωρεί την ψυχήν και άλλο το
σώμα, ως είπομεν και πρότερον
μεταχειρίζεται όμως και τα δύο ως
μίαν μόνην φύσιν, πλην ότι τον νουν
θέτει προ παντός άλλου ως αρχήν
πάντων των πραγμάτων. Ούτω λέγει
ότι εκ των όντων μόνος ο νους είναι

Ότι κινεί εαυτήν και κινεί τα άλλα.

405b

εἶναι καὶ ἀμιγῆ τε καὶ καθαρόν.
ἀποδίδωσι δ' ἄμφω τῇ αὐτῇ
ἀρχῇ, τό τε γινώσκειν καὶ τὸ
κινεῖν, λέγων νοῦν κινῆσαι τὸ
πᾶν.

απλούς και αμιγής και καθαρός·
αποδίδει όμως εις μίαν και την αυτήν
αρχήν αμφότερα, και το γινώσκειν
και το κινείν, διότι λέγει ότι ο νους
εκίνησε το παν.

ἔοικε δὲ καὶ Θαλῆς ἐξ ὧν
ἀπομνημονεύουσι κινητικόν τι
τὴν ψυχὴν ὑπολαβεῖν, εἴπερ τὴν
λίθον ἔφη ψυχὴν ἔχειν, ὅτι τὸν
σίδηρον κινεῖ·

14. Φαίνεται δε ότι και ο Θαλής, εξ
όσων αναφέρουσι περί αυτού,
υπέλαβεν ότι η ψυχή είναι κινητικόν
τι, εάν αληθώς έλεγεν ότι η μαγνήτις
λίθος έχει ψυχήν, διότι κινεί τον
σίδηρον.

Διογένης δ' ὥσπερ καὶ ἕτεροί
τινες ἀέρα, τοῦτον οἰηθεὶς
πάντων λεπτομερέστατον εἶναι
καὶ ἀρχήν· καὶ διὰ τοῦτο
γινώσκειν τε καὶ κινεῖν τὴν
ψυχήν, ᾗ μὲν πρῶτόν ἐστι, καὶ ἐκ
τούτου τὰ λοιπά, γινώσκειν, ᾗ δὲ
λεπτότατον, κινητικὸν εἶναι.

15. Διογένης δε ο Απολλωνιάτης
έλεγε, καθώς και άλλοι τινές, ότι η
ψυχή είναι αήρ, διότι επίστευσεν ότι
εκ πάντων των σωμάτων ο αήρ έχει
τα σμικρότατα μέρη και είναι η αρχή
πάντων. Και δια τούτο η ψυχή και
γινώσκει και κινεί, και καθ' όσον μεν
είναι αιτία πρώτη και εκ ταύτης
προέρχονται τα λοιπά, γινώσκει τα
πράγματα, καθ' όσον δε έχει τα μέρη
σμικρότατα, είναι κινητική.

καὶ Ἡράκλειτος δὲ τὴν ἀρχὴν
εἶναί φησι ψυχήν, εἴπερ τὴν
ἀναθυμίασιν, ἐξ ἧς τἆλλα
συνίστησιν· καὶ ἀσωματώτατόν
τε καὶ ῥέον ἀεί· τὸ δὲ κινούμενον
κινουμένῳ γινώσκεσθαι· ἐν
κινήσει δ' εἶναι τὰ ὄντα κἀκεῖνος
ᾤετο καὶ οἱ πολλοί.

16. Και ο Ηράκλειτος δε έλεγεν, ότι η
ψυχή είναι η πρώτη αρχή, διότι
παρεδέχετο ότι η ψυχή είναι η
αναθυμίασις, εκ της οποίας ούτος
συνιστά τα άλλα, και προσέτι ότι η
ψυχή είναι το μάλλον ασώματον ον
και εν αδιαλείπτω ροή, και ότι το
κινούμενον γινώσκεται υπό του
κινουμένου. Εφρόνει δε και εκείνος
όπως και άλλοι πολλοί, ότι τα όντα
είναι εν κινήσει.

παραπλησίως δὲ τούτοις καὶ
Ἀλκμαίων ἔοικεν ὑπολαβεῖν
περὶ ψυχῆς· φησὶ γὰρ αὐτὴν
ἀθάνατον εἶναι διὰ τὸ ἐοικέναι
τοῖς ἀθανάτοις· τοῦτο δ'
ὑπάρχειν αὐτῇ ὡς ἀεὶ
κινουμένῃ· κινεῖσθαι γὰρ καὶ τὰ
θεῖα πάντα συνεχῶς

17. Ομοίως δε προς τούτους φαίνεται
ότι και ο Αλκμαίων εδόξαζε περί
ψυχής· λέγει δηλ. ότι αύτη είναι
αθάνατος, διότι ομοιάζει με τους
αθανάτους· έχει δε το
χαρακτηριστικόν τούτο, διότι πάντοτε
κινείται· κινούνται δε και

ἀεί, σελήνην, ἥλιον, τοὺς
ἀστέρας καὶ τὸν οὐρανὸν ὅλον.

πάντα τα θεία αιωνίως, η σελήνη, ο
ήλιος, οι αστέρες και ο ουρανός όλος.

τῶν δὲ φορτικωτέρων καὶ ὕδωρ

18. Άλλοι δε, παχυλωτέρας έχοντες

τινὲς ἀπεφήναντο, καθάπερ
Ἵππων· πεισθῆναι δ' ἐοίκασιν ἐκ
τῆς γονῆς, ὅτι πάντων ὑγρά. καὶ
γὰρ ἐλέγχει τοὺς αἷμα
φάσκοντας τὴν ψυχήν, ὅτι ἡ
γονὴ οὐχ αἷμα· ταύτην δ' εἶναι
τὴν πρώτην ψυχήν.

δοξασίας, είπον ότι και ύδωρ είναι η
ψυχή, καθώς ο Ίππων. Φαίνονται δε
ότι επείσθησαν περί τούτου εκ του
ζωικού σπέρματος, διότι εις πάντα τα
όντα το σπέρμα είναι υγρόν· διό και
μέμφεται τους λέγοντας ότι αίμα
είναι η ψυχή, διότι η γονή δεν είναι
αίμα, αυτή δε (το σπέρμα) είναι η
πρώτη (η στοιχειώδης) ψυχή.

ἕτεροι δ' αἷμα, καθάπερ Κριτίας,
τὸ αἰσθάνεσθαι ψυχῆς
οἰκειότατον ὑπολαμβάνοντες,
τοῦτο δ' ὑπάρχειν διὰ τὴν τοῦ
αἵματος φύσιν. πάντα γὰρ τὰ
στοιχεῖα κριτὴν εἴληφε, πλὴν
τῆς γῆς· ταύτην δ' οὐθεὶς
ἀποπέφανται, πλὴν εἴ τις αὐτὴν
εἴρηκεν ἐκ πάντων εἶναι τῶν
στοιχείων ἢ πάντα.

19. Άλλοι όμως, καθώς ο Κριτίας,
λέγουσιν ότι η ψυχή είναι το αίμα,
διότι παραδέχονται ότι το οικειότατον
χαρακτηριστικόν της ψυχής είναι η
αίσθησις, ήτις υπάρχει εις την ψυχήν
εξ αιτίας της φύσεως του αίματος.
Ούτω πάντα τα στοιχεία έλαβον
κριτάς (ψήφους) πλην της γης, την
οποίαν ουδείς ανεκήρυξεν ως αρχήν
της ψυχής, εκτός εάν τις είπεν ότι η
ψυχή συνίσταται εκ πάντων των
στοιχείων 26 ή ότι είναι πάντα τα
στοιχεία.

ὁρίζονται δὴ πάντες τὴν ψυχὴν
τρισὶν ὡς εἰπεῖν, κινήσει,
αἰσθήσει, τῷ ἀσωμάτῳ· τούτων
δ' ἕκαστον ἀνάγεται πρὸς τὰς
ἀρχάς. διὸ καὶ οἱ τῷ γινώσκειν
ὁριζόμενοι αὐτὴν ἢ στοιχεῖον ἢ
ἐκ τῶν στοιχείων ποιοῦσι,
λέγοντες παραπλησίως
ἀλλήλοις, πλὴν ἑνός· φασὶ γὰρ
γινώσκεσθαι τὸ ὅμοιον τῷ
ὁμοίῳ· ἐπειδὴ γὰρ ἡ ψυχὴ πάντα
γινώσκει, συνιστᾶσιν αὐτὴν ἐκ
πασῶν τῶν ἀρχῶν.

20. Ορίζουσιν ούτοι πάντες την
ψυχήν ούτως ειπείν δια τριών
γνωρισμάτων, ήτοι της κινήσεως, της
αισθήσεως και της αϋλότητος 27,
έκαστον δε εκ τούτων αναφέρεται
πάλιν εις τας στοιχειώδεις αρχάς. Δια
τούτο και οι ορίζοντες την ψυχήν δια
του γνωστικού υπολαμβάνουσιν, ότι
αύτη είναι ή στοιχείον ή αποτελείται
εκ των στοιχείων, και πάντες
λέγουσιν όμοια προς αλλήλους πλην
ενός 28, διότι ισχυρίζονται ότι το
όμοιον γνωρίζεται δια του ομοίου·
και επειδή η ψυχή γινώσκει πάντα,
δια τούτο συνιστώσιν αυτήν εκ
πασών των αρχών (των στοιχείων).

ὅσοι μὲν οὖν μίαν τινὰ λέγουσιν
αἰτίαν καὶ στοιχεῖον ἕν, καὶ τὴν
ψυχὴν ἓν τιθέασιν, οἷον πῦρ ἢ
ἀέρα· οἱ δὲ πλείους λέγοντες τὰς
ἀρχὰς καὶ τὴν ψυχὴν πλείω

21. Όσοι λοιπόν 29 λέγουσιν ότι μία
μόνη υπάρχει αιτία και εν στοιχείον,
ούτοι ισχυρίζονται, ότι και η ψυχή
είναι εν στοιχείον, λ. χ. πυρ ή αήρ. Οι
δε παραδεχόμενοι περισσοτέρας
αρχάς, ούτοι λέγουσιν, ότι η ψυχή

Επομένως και εκ της γης.
Προηγουμένως είπε μόνα τα δύο πρώτα, τώρα προσθέτει και το ασώματον.
28
Πιθανώς πλην του Αναξαγόρα.
29
Ως οι Ίωνες φιλόσοφοι.
26
27

ποιοῦσιν.

είναι πολλαπλή.

Ἀναξαγόρας δὲ μόνος ἀπαθῆ
φησιν εἶναι τὸν νοῦν, καὶ κοινὸν
οὐθὲν οὐθενὶ τῶν ἄλλων ἔχειν.
τοιοῦτος δ' ὢν πῶς γνωριεῖ καὶ
διὰ τίν' αἰτίαν, οὔτ' ἐκεῖνος
εἴρηκεν οὔτ' ἐκ τῶν εἰρημένων
συμφανές ἐστιν. ὅσοι δ'
ἐναντιώσεις ποιοῦσιν ἐν ταῖς
ἀρχαῖς, καὶ τὴν ψυχὴν ἐκ τῶν
ἐναντίων συνιστᾶσιν· οἱ δὲ
θάτερον τῶν ἐναντίων, οἷον
θερμὸν ἢ ψυχρὸν ἤ τι τοιοῦτον
ἄλλο, καὶ τὴν ψυχὴν ὁμοίως ἕν
τι τούτων τιθέασιν. διὸ καὶ τοῖς
ὀνόμασιν ἀκολουθοῦσιν, οἱ μὲν
τὸ θερμὸν λέγοντες, ὅτι διὰ
τοῦτο καὶ τὸ ζῆν ὠνόμασται, οἱ
δὲ τὸ ψυχρόν, <διὰ τὸ> διὰ τὴν
ἀναπνοὴν καὶ τὴν κατάψυξιν
καλεῖσθαι ψυχήν.

22. Μόνος δε ο Αναξαγόρας λέγει,
ότι ο νους είναι απαθής και ουδέν
κοινόν έχει με τα άλλα πάντα. Αλλά,
εάν τοιούτος είναι ο νους, πώς
δύναται να γνωρίζη και δια ποίαν
αιτίαν, ούτε ο Αναξαγόρας είπεν ούτε
εξ όσων έγραψεν είναι φανερόν. Όσοι
δε παραδέχονται 30 αντιθέσεις μεταξύ
των αρχών, ούτοι και την ψυχήν
συνιστώσιν εκ των αντιθέτων· οι δε
παραδεχόμενοι 31 το εν εκ των
εναντίων, λ.χ. ή θερμόν ή ψυχρόν ή
τοιούτον τι άλλο, ούτοι ισχυρίζονται
ότι και η ψυχή είναι ομοίως εν εκ
τούτων. Δια τούτο τινές
παρακολουθούσι και την παραγωγήν
των λέξεων και οι μεν λέγοντες ότι η
ψυχή είναι το θερμόν, ισχυρίζονται
ότι δια τούτο (δια το ζέειν) ωνομάσθη
ζωή, οι δε λέγοντες ότι είναι το
ψυχρόν, ισχυρίζονται ότι δια την
αναπνοήν και την εκ ταύτης ψύξιν
εκλήθη ψυχή.

τὰ μὲν οὖν παραδεδομένα περὶ Ταύτα είναι λοιπόν τα περί της ψυχής
ψυχῆς, καὶ δι' ἃς αἰτίας λέγουσιν παραδοθέντα υπό των
προγενεστέρων, και ούτοι οι λόγοι δι'
οὕτω, ταῦτ' ἐστίν.
ους τοιαύτα είπον.

30
31

Οι Πυθαγορικοί, οίτινες έλεγον, ότι η ψυχή είναι αρμονία εναντίων.
Ο Ηράκλειτος, ο Εμπεδοκλής, ο Ίππων, και ίσως ο πυθαγορίζων Αλκμαίων.

ΒΙΒΛΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ,
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'
Αναίρεσις των λεγόντων ότι η κίνησις είναι η ουσία της ψυχής. — Διαίρεσις της
κινήσεως εις αυτοκινησίαν και ετεροκινησίαν. — Αναίρεσις δόξης Δημοκρίτου
και των θεωριών το υ Τιμαίου. — Πάσαι αι θεωρίαι περί ψυχής έχουσι το
ελάττωμα ότι δεν εξετάζουσιν και το σώμα.

405a31

1. Πρέπει νυν να εξετάσωμεν πρώτον
Ἐπισκεπτέον δὲ πρῶτον μὲν
τα περί της κινήσεως λεχθέντα. Διότι
περὶ κινήσεως· ἴσως γὰρ οὐ
ίσως όχι μόνον είναι ψεύδος
μόνον ψεῦδός ἐστι τὸ τὴν οὐσίαν
αὐτῆς τοιαύτην εἶναι οἵαν

406a

φασὶν οἱ λέγοντες ψυχὴν εἶναι
τὸ κινοῦν ἑαυτὸ ἢ δυνάμενον
κινεῖν, ἀλλ' ἕν τι τῶν ἀδυνάτων
τὸ ὑπάρχειν αὐτῇ κίνησιν.

το ότι η ουσία της ψυχής είναι
τοιαύτη, όπως ισχυρίζονται 32 οι
λέγοντες, ότι η ψυχή είναι το κινούν
εαυτό ή το δυνάμενον να κινή εαυτό,
αλλ' είναι των αδυνάτων να έχη
κίνησιν 33.

ὅτι μὲν οὖν οὐκ ἀναγκαῖον τὸ
κινοῦν καὶ αὐτὸ κινεῖσθαι,
πρότερον εἴρηται. διχῶς δὲ
κινουμένου παντός-ἢ γὰρ καθ'
ἕτερον ἢ καθ' αὑτό· καθ' ἕτερον
δὲ λέγομεν ὅσα κινεῖται τῷ ἐν
κινουμένῳ εἶναι, οἷον πλωτῆρες·
οὐ γὰρ ὁμοίως κινοῦνται τῷ
πλοίῳ· τὸ μὲν γὰρ καθ' αὑτὸ
κινεῖται, οἱ δὲ τῷ ἐν κινουμένῳ
εἶναι (δῆλον δ' ἐπὶ τῶν μορίων·
οἰκεία μὲν γάρ ἐστι κίνησις
ποδῶν βάδισις, αὕτη δὲ καὶ
ἀνθρώπων· οὐχ ὑπάρχει δὲ τοῖς
πλωτῆρσι τόδε) -διχῶς δὴ
λεγομένου τοῦ κινεῖσθαι νῦν
ἐπισκοποῦμεν περὶ τῆς ψυχῆς εἰ
καθ' αὑτὴν κινεῖται καὶ μετέχει
κινήσεως.

2. Ότι λοιπόν δεν είναι αναγκαίον το
κινούν να κινήται και αυτό,
απεδείχθη πρότερον 34. Επειδή δε
κατά δύο τρόπους δύναται παν
πράγμα να κινήται, δηλαδή ή υπ'
άλλου (καθ' έτερον), ή υφ' εαυτού
(καθ' εαυτό), καθ' έτερον λέγοντες
εννοούμεν ότι πράγμα τι κινείται,
διότι ευρίσκεται εντός άλλου
κινουμένου, ως π. χ. οι επιβάται του
πλοίου, οίτινες βεβαίως δεν κινούνται
ομοίως, όπως κινείται το πλοίον διότι
τούτο μεν κινείται καθ' εαυτό, οι δε
πλέοντες κινούνται μόνον διότι είναι
εντός του κινουμένου. Τούτο δ' είναι
φανερόν και εις τα μέλη του
σώματος· η βάδισις δηλ. είναι οικεία
κίνησις των ποδών, αύτη δε είναι
συνάμα και κίνησις του ανθρώπου,
αλλ' όμως τώρα δεν είναι οικεία
κίνησις των επιβατών. Επειδή λοιπόν
κατά δύο τρόπους λέγεται η κίνησις,
τώρα ας εξετάσωμεν αν η ψυχή

Ως ο Πλάτων.
Ο Αριστ. θεωρεί την ψυχήν ως κινούν ακίνητον, ως δίδουσαν την κίνησιν χωρίς αυτή να κινήται.
34
Εις τα Φυσικά του Αριστ.
32
33

κινείται καθ' εαυτήν ή μόνον μετέχει
της κινήσεως. xv
406a12 τεσσάρων δὲ κινήσεων οὐσῶν,
φορᾶς ἀλλοιώσεως φθίσεως
αὐξήσεως, ἢ μίαν τούτων κινοῖτ'
ἂν ἢ πλείους ἢ πάσας. εἰ δὲ
κινεῖται μὴ κατὰ συμβεβηκός,
φύσει ἂν ὑπάρχοι κίνησις αὐτῇ·
εἰ δὲ τοῦτο, καὶ τόπος· πᾶσαι γὰρ
αἱ λεχθεῖσαι κινήσεις ἐν τόπῳ. εἰ
δ' ἐστὶν ἡ οὐσία τῆς ψυχῆς τὸ
κινεῖν ἑαυτήν, οὐ κατὰ
συμβεβηκὸς αὐτῇ τὸ κινεῖσθαι
ὑπάρξει, ὥσπερ τῷ λευκῷ ἢ τῷ
τριπήχει· κινεῖται γὰρ καὶ ταῦτα,
ἀλλὰ κατὰ συμβεβηκός· ᾧ γὰρ
ὑπάρχουσιν, ἐκεῖνο κινεῖται, τὸ
σῶμα. διὸ καὶ οὐκ ἔστι τόπος
αὐτῶν· τῆς δὲ ψυχῆς ἔσται, εἴπερ
φύσει κινήσεως μετέχει.

3. Επειδή δε τέσσαρες είναι αι
κινήσεις, τοπική κίνησις, μεταβολή,
ελάττωσις και αύξησις 35, η ψυχή
δυνατόν να κινήται ή κατά μίαν
τούτων των κινήσεων ή κατά
περισσοτέρας ή κατά πάσας. Και αν
κινήται ουχί κατά συμβεβηκός (καθ'
έτερον), η κίνησις θα υπάρχη εκ
φύσεως εις αυτήν· και αν η κίνησις
είναι φυσική εις αυτήν, έχει και
οικείον τόπον, διότι πάσαι αι
ειρημέναι κινήσεις γίνονται εν τόπω.
Εάν δε η ουσία της ψυχής είναι το να
κινή εαυτήν, η κίνησις θα υπάρχη εις
αυτήν ουχί κατά συμβεβηκός, καθώς
υπάρχει λ. χ. εις την λευκότητα ή εις
μήκος τριών πήχεων· διότι και ταύτα
κινούνται, αλλά κατά συμβεβηκός,
ήτοι το σώμα, εν τω οποίω
υπάρχουσιν, αυτό κινείται. Δια τούτο
και δεν υπάρχει τόπος τούτων (των
συμβεβηκότων), της ψυχής όμως θα
υπάρχη τόπος, εάν εκ φύσεως
κινήται 36.

ἔτι δ' εἰ φύσει κινεῖται, κἂν βίᾳ
κινηθείη· κἂν εἰ βίᾳ, καὶ φύσει.
τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον ἔχει καὶ
περὶ ἠρεμίας· εἰς ὃ γὰρ κινεῖται
φύσει, καὶ ἠρεμεῖ ἐν τούτῳ
φύσει· ὁμοίως δὲ καὶ εἰς ὃ
κινεῖται βίᾳ, καὶ ἠρεμεῖ ἐν τούτῳ
βίᾳ. ποῖαι δὲ βίαιοι τῆς ψυχῆς
κινήσεις ἔσονται καὶ ἠρεμίαι,
οὐδὲ πλάττειν βουλομένοις
ῥᾴδιον ἀποδοῦναι.

4. Προσέτι δε εάν φύσει κινήται,
δύναται και δια της βίας να κινήται·
και αν δια της βίας τότε και εκ
φύσεως 37. Ταυτά λέγομεν και περί
ηρεμίας. Διότι εις ταύτην την
κατάστασιν, εις την οποίαν κινείται τι
εκ φύσεως, εις ταύτην φθάνον ομοίως
ηρεμεί εκ φύσεως· ομοίως δε και εις
ην θέσιν κινείται δια βίας, εκεί και
ηρεμεί δια της βίας. Ποίαι δε είναι αι
βεβιασμέναι της ψυχής κινήσεις και
ηρεμίαι, δεν είναι εύκολον να
είπωμεν ουδέ κατ' εικασίαν, εάν
θέλωμεν 38.

ἔτι δ' εἰ μὲν ἄνω κινήσεται, πῦρ 5. Προσέτι δε, εάν η ψυχή κινήται
ἔσται, εἰ δὲ κάτω, γῆ· τούτων γὰρ άνω, είναι πυρ, εάν δε κάτω, είναι γη,
Αλλαχού προσθέτει την γένεσιν και την φθοράν.
Πρώτον λοιπόν επιχείρημα κατά της Πλατ. διδασκαλίας, ότι η κίνησις είναι η ουσία της ψυχής, είναι
ότι η ψυχή θα ήτο εν χώρω, υλική. 2) Η ψυχή τότε ηδύνατο να κινήται υπό εξωτερικής δυνάμεως.
37
Δηλ. η παρά φύσιν κίνησις προϋπόθετει κίνησιν κατά φύσιν.
38
Η ψυχή πρέπει να τηρήται εις ηρεμίαν υπό εξωτερικής δυνάμεως, αλλ' αι βίαιαι αύται καταστάσεις
κινήσεως και ηρεμίας είναι ακατανόητοι. Έπονται τρία έτι επιχειρήματα §5—8.
35
36

τῶν σωμάτων αἱ κινήσεις αὗται· διότι των σωμάτων τούτων αύται
είναι αι κινήσεις.

406b

ὁ δ' αὐτὸς λόγος καὶ περὶ τῶν
μεταξύ. ἔτι δ' ἐπεὶ φαίνεται
κινοῦσα τὸ σῶμα, ταύτας
εὔλογον κινεῖν τὰς κινήσεις ἃς
καὶ αὐτὴ κινεῖται. εἰ δὲ τοῦτο,
καὶ ἀντιστρέψασιν εἰπεῖν
ἀληθὲς ὅτι ἣν τὸ σῶ-

6. Ο αυτός δε συλλογισμός ισχύει και
περί των διαμέσων κινήσεων
(εμπρός, οπίσω κ.λ.). Προσέτι, επειδή
η ψυχή φαίνεται ότι κινεί το σώμα,
εύλογον είναι να δίδη αυτώ τας
κινήσεις, τας οποίας και αυτή κάμνει·
και αν τούτο είναι αληθές, θα είναι
αληθές, και αν είπωμεν

μα κινεῖται, ταύτην καὶ αὐτή. τὸ
δὲ σῶμα κινεῖται φορᾷ· ὥστε καὶ
ἡ ψυχὴ μεταβάλλοι ἂν κατὰ τὸ
σῶμα ἢ ὅλη ἢ κατὰ μόρια
μεθισταμένη. εἰ δὲ τοῦτ'
ἐνδέχεται, καὶ ἐξελθοῦσαν
εἰσιέναι πάλιν ἐνδέχοιτ' ἄν·
τούτῳ δ' ἕποιτ' ἂν τὸ ἀνίστασθαι
τὰ τεθνεῶτα τῶν ζῴων.

αντιστρόφως, ότι τας κινήσεις τας
οποίας ποιεί το σώμα, ταύτας κινείται
και αυτή. Αλλά το σώμα κινείται
κατά τόπον, άρα και η ψυχή
μεταβάλλει τόπον ως το σώμα,
μετατιθέμενη ή όλη ή κατά μέρη. Και
αν τούτο είναι δυνατόν, τότε δύναται
και εξελθούσα να εισέλθη πάλιν εις
το σώμα. Εκ τούτου δε έπεται το
αδύνατον ότι τα αποθανόντα ζώα
δύνανται να ανίστανται.

τὴν δὲ κατὰ συμβεβηκὸς κίνησιν
κἂν ὑφ' ἑτέρου κινοῖτο· ὠσθείη
γὰρ ἂν βίᾳ τὸ ζῷον. οὐ δεῖ δὲ ᾧ
τὸ ὑφ' ἑαυτοῦ κινεῖσθαι ἐν τῇ
οὐσίᾳ, τοῦθ' ὑπ' ἄλλου
κινεῖσθαι, πλὴν εἰ μὴ κατὰ
συμβεβηκός, ὥσπερ οὐδὲ τὸ καθ'
αὑτὸ ἀγαθὸν ἢ δι' αὑτό, τὸ μὲν
δι' ἄλλο εἶναι, τὸ δ' ἑτέρου
ἕνεκεν. τὴν δὲ ψυχὴν μάλιστα
φαίη τις ἂν ὑπὸ τῶν αἰσθητῶν
κινεῖσθαι, εἴπερ κινεῖται.

7. Την δε κατά συμβεβηκός κίνησιν 39
η ψυχή θα ηδύνατο και να δεχθή υπ'
άλλου· διότι το ζώον δύναται να
σπρωχθή διά της βίας. Αλλά δεν είναι
ανάγκη εκείνο, όπερ έχει την
αυτοκινησίαν εν τη ουσία του, να
κινήται υπ' άλλου, ει μη μόνον κατά
συμβεβηκός, όπως ουδέ το καθ' αυτό
και δι' εαυτό αγαθόν είναι αγαθόν δι'
άλλο και χάριν άλλου. Η δε ψυχή
δύναταί τις να είπη ότι, αν κινήται
υπό τινος, προ πάντων υπό των
αισθητών κινείται.

ἀλλὰ μὴν καὶ εἰ κινεῖ

8. Αλλ' όμως, και αν η ψυχή κινή
αυτή εαυτήν,

406b12 γε αὐτὴ αὑτήν, καὶ αὐτὴ κινοῖτ'
ἄν, ὥστ' εἰ πᾶσα κίνησις
ἔκστασίς ἐστι τοῦ κινουμένου ᾗ
κινεῖται, καὶ ἡ ψυχὴ ἐξίσταιτ' ἂν
ἐκ τῆς οὐσίας, εἰ μὴ κατὰ
συμβεβηκὸς ἑαυτὴν κινεῖ, ἀλλ'
ἐστὶν ἡ κίνησις τῆς οὐσίας αὐτῆς
39

και αυτή πρέπει να κινήται· και αν
πάσα κίνησις είναι ως μία μετάστασις
του κινουμένου, καθ' όσον κινείται,
και η ψυχή πρέπει να μεθίσταται εκ
της ουσίας της, εκτός εάν κατά
συμβεβηκός κινή εαυτήν, αλλά η
αυτοκινησία ανήκει εις αυτήν την
ουσίαν της ψυχής.

Νυν αναιρεί την κατά συμβεβηκός κίνησιν, αφού επολέμησε την ιδιάζουσαν εις την ψυχήν κίνησιν.

καθ' αὑτήν.

407a

40
41

ἔνιοι δὲ καὶ κινεῖν φασι τὴν
ψυχὴν τὸ σῶμα ἐν ᾧ ἐστιν, ὡς
αὐτὴ κινεῖται, οἷον Δημόκριτος,
παραπλησίως λέγων Φιλίππῳ
τῷ κωμῳδοδιδασκάλῳ· φησὶ γὰρ
τὸν Δαίδαλον κινουμένην
ποιῆσαι τὴν ξυλίνην Ἀφροδίτην,
ἐγχέαντ' ἄργυρον χυτόν· ὁμοίως
δὲ καὶ Δημόκριτος λέγει·
κινουμένας γάρ φησι τὰς
ἀδιαιρέτους σφαίρας, διὰ τὸ
πεφυκέναι μηδέποτε μένειν,
συνεφέλκειν καὶ κινεῖν τὸ σῶμα
πᾶν. ἡμεῖς δ' ἐρωτήσομεν εἰ καὶ
ἠρέμησιν ποιεῖ τοῦτο αὐτό· πῶς
δὲ ποιήσει, χαλεπὸν ἢ καὶ
ἀδύνατον εἰπεῖν. ὅλως δ' οὐχ
οὕτω φαίνεται κινεῖν ἡ ψυχὴ τὸ
ζῷον, ἀλλὰ διὰ προαιρέσεώς
τινος καὶ νοήσεως.

9. Τινές δε λέγουσι και ότι η ψυχή
κινεί ούτω το σήμα, εν τω οποίω
είναι, όπως και αυτή κινείται 40.
Ούτως ο Δημόκριτος λέγει όμοια
σχεδόν με τον Φίλιππον τον
κωμωδοδιδάσκαλον, όστις έλεγεν ότι
ο Δαίδαλος κατεσκεύασε ξυλίνην
Αφροδίτην κινουμένην, εγχύσας
χυτόν άργυρον (υδράργυρον). Και ο
Δημόκριτος λέγει ομοίως ότι αι
αδιαίρετοι σφαίραι (τα άτομα)
κινούμεναι, διότι εκ φύσεως
ουδέποτε μένουσιν ακίνητοι,
συνεφέλκουσι και κινούσι πάντα τα
σώματα. Αλλ' ημείς θα ερωτήσωμεν
αυτόν, αν και ηρεμίαν παράγουσιν
αύται. Αλλά πώς θα την
παραγάγωσιν; είναι δύσκολον ή
μάλλον αδύνατον να είπη 41. Ουδόλως
λοιπόν φαίνεται ότι η ψυχή κινεί
τοιουτοτρόπως (σωματικώς) το ζώον,
αλλά διά θελήσεώς τινος και νοήσεως
κινεί αυτό.

τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον καὶ ὁ
Τίμαιος φυσιολογεῖ τὴν ψυχὴν
κινεῖν τὸ σῶμα· τῷ γὰρ κινεῖσθαι
αὐτὴν καὶ τὸ σῶμα κινεῖν διὰ τὸ
συμπεπλέχθαι πρὸς αὐτό.
συνεστηκυῖαν γὰρ ἐκ τῶν
στοιχείων καὶ μεμερισμένην
κατὰ τοὺς ἁρμονικοὺς ἀριθμούς,
ὅπως αἴσθησίν τε σύμφυτον
ἁρμονίας ἔχῃ καὶ τὸ πᾶν
φέρηται συμφώνους φοράς, τὴν
εὐθυωρίαν εἰς κύκλον
κατέκαμψεν· καὶ διελὼν ἐκ τοῦ
ἑνὸς δύο κύκλους δισσαχῇ
συνημμένους

10. Κατά τον αυτόν δε τρόπον όπως ο
Δημόκριτος και ο Τίμαιος φυσικώς
εξηγεί, πως η ψυχή κινεί το σώμα·
λέγει δηλ. ότι κινουμένη αυτή κινεί
και το σώμα, μεθ' ου είναι
συνδεδεμένη. Διότι λέγων ότι είναι
συντεθειμένη εκ των στοιχείων και
διηρημένη κατά τους αρμονικούς
αριθμούς, ίνα έχη έμφυτον το
αίσθημα της αρμονίας και ίνα όλη
εκτελή κινήσεις αρμονικάς, την
ευθείαν γραμμήν ο Τίμαιος έκαμψεν
εις κύκλον, και διαιρέσας τον ένα
κύκλον εις δύο κύκλους κατά δύο
σημεία ηνωμένους, πάλιν τον ένα
διήρεσεν εις επτά

πάλιν τὸν ἕνα διεῖλεν εἰς ἑπτὰ
κύκλους, ὡς οὔσας τὰς τοῦ
οὐρανοῦ φορὰς τὰς τῆς ψυχῆς

κύκλους, διότι ενόμιζεν ότι αι
κινήσεις (αι τροχιαί) του ουρανού
είναι αυταί της ψυχής αι κινήσεις.

Ούτω θα μετέδιδεν εις το σώμα την κίνησιν, ην έλαβεν έξωθεν.
Διότι τα κινούντα την ψυχήν άτομα είναι αεικίνητα· πώς λοιπόν δύναται να ηρεμήση τα σώμα;

κινήσεις.
407a2

πρῶτον μὲν οὖν οὐ καλῶς τὸ
λέγειν τὴν ψυχὴν μέγεθος εἶναι·
τὴν γὰρ τοῦ παντὸς δῆλον ὅτι
τοιαύτην εἶναι βούλεται οἷόν
ποτ' ἐστὶν ὁ καλούμενος νοῦς
(οὐ γὰρ δὴ οἷόν γ' ἡ αἰσθητική,
οὐδ' οἷον ἡ ἐπιθυμητική· τούτων
γὰρ ἡ κίνησις οὐ κυκλοφορία)·

11. Αλλά πρώτον δεν λέγει ορθώς,
ότι η ψυχή είναι μέγεθος 42. Διότι
δοξάζει ότι η ψυχή του κόσμου είναι
σχεδόν τοιαύτη, οποίος είναι ο
καλούμενος νους 43, ουχί δε βεβαίως
οποία είναι η αισθητική ψυχή ουδέ
οποία είναι η επιθυμητική ψυχή, διότι
η κίνησις τούτων δεν είναι κυκλική
φορά.

ὁ δὲ νοῦς εἷς καὶ συνεχὴς ὥσπερ
καὶ ἡ νόησις· ἡ δὲ νόησις τὰ
νοήματα· ταῦτα δὲ τῷ ἐφεξῆς ἕν,
ὡς ὁ ἀριθμός, ἀλλ' οὐχ ὡς τὸ
μέγεθος· διόπερ οὐδ' ὁ νοῦς οὕτω
συνεχής, ἀλλ' ἤτοι ἀμερὴς ἢ οὐχ
ὡς μέγεθός τι συνεχής. πῶς γὰρ
δὴ καὶ νοήσει, μέγεθος ὤν,
πότερον ὁτῳοῦν τῶν μορίων τῶν
αὑτοῦ, μορίων δ' ἤτοι κατὰ
μέγεθος ἢ κατὰ στιγμήν, εἰ δεῖ
καὶ τοῦτο μόριον εἰπεῖν;

12. Ο νους όμως είναι είς και
συνεχής, όπως και η νόησις· η δε
νόησις είναι τα νοήματα· ταύτα δε
συνεχόμενα αποτελούσιν ενότητα,
όπως ο αριθμός 44 αλλ' ουχί όπως το
μέγεθος 45. Δια τούτο ουδέ ο νους
είναι συνεχής κατά τοιούτον τρόπον
αλλ' είναι ή αμερής ή ουχί συνεχής
ως μέγεθός τι. Διότι, αν είναι
μέγεθος, πώς νοεί; Νοεί όλος ή διά
τινος των μερών του; Και το μέρος
τούτο έχει μέγεθος ή είναι έν
σημείον, αν δύναταί τις και το
σημείον να ονομάση μέρος;

εἰ μὲν οὖν κατὰ στιγμήν, αὗται
δ' ἄπειροι, δῆλον ὡς οὐδέποτε
διέξεισιν· εἰ δὲ κατὰ μέγεθος,
πολλάκις ἢ ἀπειράκις νοήσει τὸ
αὐτό. φαίνεται δὲ καὶ ἅπαξ
ἐνδεχόμενον. εἰ δ' ἱκανὸν θιγεῖν
ὁτῳοῦν τῶν μορίων, τί δεῖ κύκλῳ
κινεῖσθαι, ἢ καὶ ὅλως μέγεθος
ἔχειν; εἰ δ' ἀναγκαῖον νοῆσαι τῷ
ὅλῳ κύκλῳ θιγόντα, τίς ἐστιν ἡ
τοῖς μορίοις θίξις; ἔτι δὲ πῶς
νοήσει τὸ μεριστὸν ἀμερεῖ ἢ τὸ

13. Εάν δε είναι σημείον, επειδή τα
σημεία είναι άπειρα, φανερόν είναι
ότι ο νους ουδέποτε θα διατρέξη
αυτά. Εάν δε είναι μέγεθος, τότε ο
νους νοεί το αυτό πράγμα πολλάκις ή
απειράκις 46. Αλλ' ίνα ο νους νοή
δύναται και άπαξ να νοήση τι· εάν
όμως αρκή η ψυχή να θίξη τα
πράγματα δι' οιουδήποτε των μερών
της, τίς η χρεία να κινήται κυκλικώς
ή και να έχη μέγεθος; Εάν δε, ίνα νοή
ο νους, αναγκαίον είναι να θίγη τα
πράγματα κατά τέλειον κύκλον, προς
τι η θίξις δια των μερών; Προσέτι

Ο Πλάτων, ειπών ότι η ψυχή μερίζεται και υποδιαιρείται, είπεν ότι αύτη είναι μέγεθος. Βλέπε την
Πλατωνικήν ψυχογονίαν εν Τιμ. 34 Α, 36 C.
43
Ο νους δεν δύναται να θεωρηθή ως μέγεθος, ούτε ομοιάζει με την αίσθησιν ή την επιθυμίαν, αίτινες
κινούνται κατ' ευθείαν γραμμήν πρός τι ή έκ τινος αντικειμένου. Ο νους όμως αντικείμενον έχων εαυτόν,
τα νοητά, επιστρέφει εις εαυτόν και κάμνει κυκλικήν κίνησιν.
44
Αι μονάδες αι αποτελούσαι ένα αριθμόν είναι συνεχείς, διότι αποτελούσι συνηνωμέναι εν όλον, όπερ
είναι αυτός ο αριθμός.
45
Τα μέρη είναι συνεχή και συνέχονται προς άλληλα.
46
Διότι υπάρχει είς τι μέγεθος άπειρος αριθμός σημείων, εν οίς το μέγεθος τούτο δύναται να θίγηται και
η νόησις θα πολλαπλασιάζηται τοσάκις όσα είναι τα σημεία, ενώ η ενέργεια της νοήσεως είναι ενιαία.
42

ἀμερὲς μεριστῷ; ἀναγκαῖον δὲ
τὸν νοῦν εἶναι τὸν κύκλον
τοῦτον· νοῦ μὲν γὰρ κίνησις
νόησις κύ- κλου δὲ περιφορά·

πώς η ψυχή το έχον μέρη θα νοή διά
του αμερούς, ή το αμερές πώς θα νοή
δια του έχοντος μέρη; Κατ' ανάγκην
όμως ο νους είναι ο κύκλος ούτος·
διότι κίνησις του νου είναι η νόησις,
όπως κίνησις του κύκλου είναι η
περιφερική κίνησις.

εἰ οὖν ἡ νόησις περιφορά, καὶ
νοῦς ἂν εἴη ὁ κύκλος οὗ ἡ
τοιαύτη περιφορὰ νόησις. ἀεὶ δὲ
δὴ τί νοήσει (δεῖ γάρ, εἴπερ
ἀΐδιος ἡ περιφορά); τῶν μὲν γὰρ
πρακτικῶν νοήσεων ἔστι πέρατα
(πᾶσαι γὰρ ἑτέρου χάριν), αἱ δὲ
θεωρητικαὶ τοῖς λόγοις ὁμοίως
ὁρίζονται· λόγος δὲ πᾶς ὁρισμὸς
ἢ ἀπόδειξις· αἱ μὲν οὖν
ἀποδείξεις καὶ ἀπ' ἀρχῆς καὶ
ἔχουσαί πως τέλος, τὸν
συλλογισμὸν ἢ τὸ συμπέρασμα
(εἰ δὲ μὴ περατοῦνται, ἀλλ' οὐκ
ἀνακάμπτουσί γε πάλιν ἐπ'
ἀρχήν, προσλαμβάνουσαι δ' ἀεὶ
μέσον καὶ ἄκρον εὐθυποροῦσιν·
ἡ δὲ περιφορὰ πάλιν ἐπ' ἀρχὴν
ἀνακάμπτει)· οἱ δ' ὁρισμοὶ
πάντες πεπερασμένοι.

14. Εάν λοιπόν η νόησις είναι
περιφερική κίνησις 47, τότε και ο νους
θα είναι αυτός ο κύκλος, του οποίου
η νόησις θα είναι η περιφερική
κίνησις. Και ο νους θα νοή τι αιωνίως
και κατ' ανάγκην, αφού η περιφερική
κίνησις είναι αιώνιος. Αλλ' είναι
αδύνατον τούτο. Τω όντι τα μεν
πρακτικά νοήματα έχουσι πέρατα,
διότι πάντα έχουσι σκοπόν άλλον
(εξωτερικόν)· τα δε θεωρητικά επίσης
περιορίζονται υπό των λόγων. Πας δε
λόγος είναι ή ορισμός ή απόδειξις.
Και η μεν απόδειξις ορμάται από
τινος αρχής και έχει τρόπον τινά ως
τέλος τον συλλογισμόν ή το
συμπέρασμα. Εάν δε αι αποδείξεις
δεν συμπεραίνωσιν, όμως δεν
επανέρχονται τουλάχιστον πάλιν εις
την αρχήν των, αλλά
προσλαμβάνουσαι πάντοτε ένα μέσον
και ένα άκρον προχωρούσι κατ'
ευθείαν γραμμήν, ενώ η περιφερική
κίνησις πάλιν επανακάμπτει εις την
αρχήν. Οι δε ορισμοί είναι πάντες
πεπερασμένοι.

ἔτι εἰ ἡ αὐτὴ περιφορὰ πολλάκις, 15. Προσέτι, αν η αυτή περιφερική
δεήσει πολλάκις νοεῖν τὸ αὐτό. κίνησις επαναληφθή πολλάκις, πρέπει
και ο νους να νόηση πολλάκις το
αυτό πράγμα.
ἔτι δ' ἡ νόησις ἔοικεν ἠρεμήσει
τινὶ καὶ ἐπιστάσει μᾶλλον ἢ
κινήσει· τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον καὶ
ὁ συλλογισμός.

16. Προσέτι η νόησις ομοιάζει
μάλλον με ηρεμίαν τινά και στάσιν
παρά με κίνησιν, ομοίως δε και ο
συλλογισμός.

ἀλλὰ μὴν οὐδὲ μακάριόν γε τὸ
μὴ ῥᾴ-

17. Αλλ' ακόμη, ουδέ ευδαιμονίαν
φέρει το μη

Επειδή κατά τον Τίμαιον η κίνησις του κύκλου του παντός είναι αΐδιος, ανάγκη και η ενέργεια του νου,
όστις συνταυτίζεται με τον κύκλον τούτον, να είναι αΐδιος, ήτοι άπειρος και απεριόριστος. Αλλά πάσα
ενέργεια του νου είναι περιωρισμένη, άρα ψευδής η θεωρία του Τιμαίου— Ο Πλάτων όμως ομιλεί περί
της ψυχής του κόσμου.
47

407b

διον ἀλλὰ βίαιον· εἰ δ' ἐστὶν ἡ
κίνησις αὐτῆς ᾗ οὐσία, παρὰ
φύσιν ἂν κινοῖτο. ἐπίπονον δὲ
καὶ τὸ μεμῖχθαι τῷ σώματι μὴ
δυνάμενον ἀπολυθῆναι, καὶ
προσέτι φευκτόν, εἴπερ βέλτιον
τῷ νῷ μὴ μετὰ σώματος εἶναι,
καθάπερ εἴωθέ τε λέγεσθαι καὶ
πολλοῖς συνδοκεῖ.

ον εύκολον, αλλά βίαιον. Και αν η
κίνησις δεν είναι η ουσία της ψυχής,
αύτη θα κινήται παρά την φύσιν
της. 48 Δυσάρεστον δε είναι και το να
είναι συνδεδεμένη με το σώμα 49 και
να μη δύναται να αποχωρισθή απ'
αυτού, και προσέτι αποφευκτόν, εάν
είναι προτιμότερον εις τον νουν να μη
είναι ηνωμένος με το σώμα, καθώς
συνήθως λέγεται και πολλοί
παραδέχονται.

ἄδηλος δὲ καὶ τοῦ κύκλῳ
φέρεσθαι τὸν οὐρανὸν ἡ αἰτία·
οὔτε γὰρ τῆς ψυχῆς ἡ οὐσία
αἰτία τοῦ κύκλῳ φέρεσθαι, ἀλλὰ
κατὰ συμβεβηκὸς οὕτω κινεῖται,
οὔτε τὸ σῶμα αἴτιον, ἀλλ' ἡ
ψυχὴ μᾶλλον ἐκείνῳ. ἀλλὰ μὴν
οὐδ' ὅτι βέλτιον λέγεται· καίτοι
γ' ἐχρῆν διὰ τοῦτο τὸν θεὸν
κύκλῳ ποιεῖν φέρεσθαι τὴν
ψυχήν, ὅτι βέλτιον αὐτῇ τὸ
κινεῖσθαι τοῦ μένειν, κινεῖσθαι
δ' οὕτως ἢ ἄλλως.

18. Άγνωστος δε μένει και η αιτία της
κυκλικής κινήσεως του ουρανού.
Διότι ούτε η ουσία της ψυχής είναι
αιτία της κυκλικής φοράς αυτής 50,
αλλά κατά συμβεβηκός αύτη κινείται
τοιουτοτρόπως. Ούτε το σώμα είναι
αίτιον, αλλ' η ψυχή μάλλον είναι
αίτιον της κινήσεως του σώματος.
Αλλά προσέτι δεν λέγουσιν ουδέ ότι
η κίνησις αύτη είναι καλυτέρα
κατάστασις· και όμως έπρεπε να ρηθή
ότι δια τούτο ο Θεός εποίησε την
ψυχήν να κινήται κυκλικώς 51, διότι
είναι καλύτερον εις αυτήν να κινήται
παρά να μένη ακίνητος και να κινήται
ούτως είναι καλύτερον παρά άλλως.

ἐπεὶ δ' ἐστὶν ἡ τοιαύτη σκέψις
ἑτέρων λόγων οἰκειοτέρα,
ταύτην μὲν ἀφῶμεν τὸ νῦν.
ἐκεῖνο δὲ ἄτοπον συμβαίνει καὶ
τούτῳ τῷ λόγῳ καὶ τοῖς
πλείστοις τῶν περὶ ψυχῆς·
συνάπτουσι γὰρ καὶ τιθέασιν εἰς
σῶμα τὴν ψυχήν, οὐθὲν
προσδιορίσαντες διὰ τίν' αἰτίαν
καὶ πῶς ἔχοντος τοῦ σώματος.
καίτοι δόξειεν ἂν τοῦτ'
ἀναγκαῖον εἶναι· διὰ γὰρ τὴν
κοινωνίαν τὸ μὲν ποιεῖ τὸ δὲ
πάσχει καὶ τὸ μὲν κινεῖται τὸ δὲ
κινεῖ, τούτων δ' οὐθὲν ὑπάρχει

22. Αλλ' επειδή η σκέψις αύτη ανήκει
μάλλον εις άλλας μελέτας, ας
αφήσωμεν τώρα αυτήν. Συμβαίνει
όμως και εις ταύτην και εις τας
πλείστας των περί της ψυχής θεωριών
το άτοπον τούτο· συνδέουσι δηλαδή
την ψυχήν με το σώμα και την
θέτουσιν εν αυτώ, χωρίς να
προσδιορίσωσι δια ποίαν αιτίαν
γίνεται τούτο και ποία είναι η σχέσις
του σώματος με την ψυχήν. Και όμως
φανερόν ότι τούτο είναι αναγκαίον
διότι ένεκα της κοινωνίας αυτών το
μεν ενεργεί, το δε πάσχει, και το μεν
κινείται, το δε κινεί· ουδεμία δε των
προσαλλήλων τούτων σχέσεων
υπάρχει μεταξύ των τυχόντων

Επομένως θα ήτο δυστυχής, διότι θα υφίστατο βίαν.
Η ψυχή του κόσμου είναι ηνωμένη με το σώμα του κόσμου.
50
Αλλ' ο Πλάτων θεωρεί την ψυχήν ως την αιτίαν της κινήσεως αναφορικώς προς το σώμα του κόσμου.
51
Ο Πλάτων όμως εξηγείται περί τούτου.
48
49

52

πρὸς ἄλληλα τοῖς τυχοῦσιν.

πραγμάτων.

οἱ δὲ μόνον ἐπιχειροῦσι λέγειν
ποῖόν τι ἡ ψυχή, περὶ δὲ τοῦ
δεξομένου σώματος οὐθὲν ἔτι
προσδιορίζουσιν, ὥσπερ
ἐνδεχόμενον κατὰ τοὺς
Πυθαγορικοὺς μύθους τὴν
τυχοῦσαν ψυχὴν εἰς τὸ τυχὸν
ἐνδύεσθαι σῶμα. δοκεῖ γὰρ
ἕκαστον ἴδιον ἔχειν εἶδος καὶ
μορφήν, παραπλήσιον δὲ
λέγουσιν ὥσπερ εἴ τις φαίη τὴν
τεκτονικὴν εἰς αὐλοὺς
ἐνδύεσθαι· δεῖ γὰρ τὴν μὲν
τέχνην χρῆσθαι τοῖς ὀργάνοις,
τὴν δὲ ψυχὴν τῷ σώματι.

23. Άλλοι δε επιχειρούσι μόνον να
είπωσιν οποίον τι είνε η ψυχή, αλλά
περί του σώματος, όπερ θα δεχθή
αυτήν, ουδέν πλέον προσδιορίζουσιν,
ως εάν ήτο δυνατόν, καθώς λέγουσιν
οι Πυθαγορικοί μύθοι,52 η τυχούσα
ψυχή να εισέλθη εις το τυχόν σώμα,
διότι είναι φανερόν, ότι έκαστον έχει
ίδιον είδος και, μορφήν. Παρόμοια δε
λέγουσι ταύτα, ως εάν τις ήθελε λέγει
ότι η τεκτονική εισδύει εις τους
αυλούς, xvi ενώ αναγκαίον είναι η μεν
τέχνη να μεταχειρίζηται τα οικεία
αυτής όργανα, η δε ψυχή το σώμα
της.

Περί μετεμψυχώσεως.

ΒΙΒΛΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ,
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'
Αναίρεσις των λεγόντων ότι η ψυχή είναι 1ον αρμονία, 2ον Αριθμός κινών εαυτόν.

407b27

408a

53

Καὶ ἄλλη δέ τις δόξα
παραδέδοται περὶ ψυχῆς,
πιθανὴ μὲν πολλοῖς οὐδεμιᾶς
ἧττον τῶν λεγομένων, λόγον δ'
ὥσπερ εὐθύνοις δεδωκυῖα κἀν
τοῖς ἐν κοινῷ γεγενημένοις
λόγοις. ἁρμονίαν γάρ τινα
αὐτὴν λέγουσι· καὶ γὰρ τὴν
ἁρμονίαν κρᾶσιν καὶ σύνθεσιν
ἐναντίων εἶναι, καὶ τὸ σῶμα
συγκεῖσθαι ἐξ ἐναντίων.

1. Και άλλη τις γνώμη περί ψυχής
είναι παραδεδομένη, και πιστευτή
από πολλών ολιγώτερον ουδεμιάς εκ
των ειρημένων, απολογηθείσα δε και
εξετασθείσα και εις τους κοινώς
γενομένους λόγους· λέγουσι δηλ. ότι
η ψυχή είναι αρμονία τις, διότι και η
αρμονία είναι μίξις και σύνθεσις
εναντίων, και το σώμα σύγκειται εξ
εναντίων 53.

καίτοι γε ἡ μὲν ἁρμονία λόγος
τίς ἐστι τῶν μιχθέντων ἢ
σύνθεσις, τὴν δὲ ψυχὴν
οὐδέτερον οἷόν τ' εἶναι τούτων.
ἔτι δὲ τὸ κινεῖν οὐκ ἔστιν
ἁρμονίας, ψυχῇ δὲ

2. Αλλά καίτοι η αρμονία xvii είναι
αναλογία τις ή συνδυασμός των
μιχθέντων πραγμάτων, η ψυχή όμως
δεν είναι δυνατόν να είναι ουδέν εκ
των δύο τούτων. Προσέτι

πάντες ἀπονέμουσι τοῦτο
μάλισθ' ὡς εἰπεῖν. ἁρμόζει δὲ
μᾶλλον καθ' ὑγιείας λέγειν
ἁρμονίαν, καὶ ὅλως τῶν
σωματικῶν ἀρετῶν, ἢ κατὰ
ψυχῆς. φανερώτατον δ' εἴ τις
ἀποδιδόναι πειραθείη τὰ πάθη
καὶ τὰ ἔργα τῆς ψυχῆς ἁρμονίᾳ
τινί· χαλεπὸν γὰρ ἐφαρμόζειν.

το παράγειν κίνησιν δεν είναι ίδιον
της αρμονίας, ενώ εις την ψυχήν προ
πάντων αποδίδουσιν αυτό πάντες
σχεδόν. Η λέξις πάλιν αρμονία
αρμόζει εις την υγίειαν και εν γένει
εις τας σωματικάς αρετάς μάλλον
παρά εις την ψυχήν. Φανερώτερον δε
γίνεται τούτο, εάν δοκιμάσωμεν να
αποδώσωμεν τα πάθη και τας
ενεργείας της ψυχής δι' αρμονίας
τινός· διότι είναι πολύ δύσκολον να
τα συναρμόσωμεν.

ἔτι δ' εἰ λέγομεν τὴν ἁρμονίαν
εἰς δύο ἀποβλέποντες,
κυριώτατα μέν, τῶν μεγεθῶν ἐν
τοῖς ἔχουσι κίνησιν καὶ θέσιν,

5. Προσέτι μεταχειριζόμεθα την
λέξιν αρμονίαν αποβλέποντες εις δύο
σημασίας· κυριώτατα μεν
εκφράζομεν την σύνθεσιν μεγεθών
θεωρουμένων εις πράγματα, άτινα

Λ.χ. θερμών και ψυχρών, υγρών και ξηρών, σκληρών και μαλακών κ.λ.

τὴν σύνθεσιν αὐτῶν, ἐπειδὰν
οὕτω συναρμόζωσιν ὥστε μηδὲν
συγγενὲς παραδέχεσθαι,
ἐντεῦθεν δὲ καὶ τὸν τῶν
μεμιγμένων λόγον-οὐδετέρως
μὲν οὖν εὔλογον, ἡ δὲ σύνθεσις
τῶν τοῦ σώματος μερῶν λίαν
εὐεξέταστος. πολλαί τε γὰρ αἱ
συνθέσεις τῶν μερῶν καὶ
πολλαχῶς· τίνος οὖν ἢ πῶς
ὑπολαβεῖν τὸν νοῦν χρὴ
σύνθεσιν εἶναι, ἢ καὶ τὸ
αἰσθητικὸν ἢ ὀρεκτικόν; ὁμοίως
δὲ ἄτοπον καὶ τὸ τὸν λόγον τῆς
μίξεως εἶναι τὴν ψυχήν· οὐ γὰρ
τὸν αὐτὸν ἔχει λόγον ἡ μίξις
τῶν στοιχείων καθ' ἣν σὰρξ καὶ
καθ' ἣν ὀστοῦν. συμβήσεται οὖν
πολλάς τε ψυχὰς ἔχειν καὶ κατὰ
πᾶν τὸ σῶμα, εἴπερ πάντα μὲν
ἐκ τῶν στοιχείων μεμιγμένων, ὁ
δὲ τῆς μίξεως λόγος ἁρμονία καὶ
ψυχή.

έχουσι κίνησιν και θέσιν, όταν
ταύτα 54 συναρμόζωνται ούτως, ώστε
δεν δύνανται να παραδεχθώσι μεταξύ
των ουδέν ομογενές. Έπειτα δε
δηλούμεν και την αναλογίαν των
μεμιγμένων πραγμάτων. 55 Αλλ' ούτε
κατά την μίαν ούτε κατά την άλλην
σημασίαν δυνάμεθα ευλόγως να
καλώμεν την ψυχήν αρμονίαν. Η μεν
σύνθεσις των μερών του σώματος
ευκόλως δύναται να εξετασθή. Διότι
αι συνθέσεις των μερών τούτων είναι
και πολλαί και κατά διαφόρους
τρόπους. Τίνων όμως μερών και κατά
ποίον τρόπον είναι σύνθετος ο νους;
ή και το αισθητικόν ή το ορεκτικόν;
Ομοίως άτοπον είναι να
υπολαμβάνωμεν ότι η ψυχή είναι
λόγος της μίξεως. Διότι η μίξις των
στοιχείων εις την μόρφωσιν της
σαρκός δεν έχει τον αυτόν λόγον
(αναλογίαν), τον οποίον έχει η μίξις
των στοιχείων του οστού. Θα συμβή
λοιπόν (το άτοπον) να έχη έκαστος
ημών πολλάς ψυχάς καθ' όλον το
σώμα, εάν όντως πάντα τα μέρη του
σώματος αποτελούνται εκ στοιχείων
μεμιγμένων, ο δε λόγος της μίξεως
είναι η αρμονία και η ψυχή.

ἀπαιτήσειε δ' ἄν τις τοῦτό γε καὶ
παρ' Ἐμπεδοκλέους· ἕκαστον
γὰρ αὐτῶν λόγῳ τινί φησιν
εἶναι· πότερον οὖν ὁ λόγος ἐστὶν
ἡ ψυχή, ἢ μᾶλλον ἕτερόν τι οὖσα
ἐγγίνεται τοῖς μέρεσιν; ἔτι δὲ
πότερον ἡ φιλία τῆς τυχούσης
αἰτία μίξεως ἢ τῆς κατὰ τὸν
λόγον, καὶ αὕτη πότερον ὁ
λόγος ἐστὶν ἢ παρὰ τὸν λόγον
ἕτερόν τι;

6. Ηδύνατό τις και τούτο να ερωτήση
τον Εμπεδοκλέα 56, ο οποίος λέγει ότι
έκαστον των μικτών αυτών στοιχείων
υπάρχει υπό τινος αναλογίας
διωρισμένον: τί εκ των δύο, η ψυχή
είναι ο λόγος ούτος, ή μάλλον άλλο
τι ούσα η ψυχή προσφύεται εις τα
μέλη του σώματος; Προσέτι η φιλία
(ο έρως) είναι αιτία της τυχούσης
μίξεως ή της κατά λόγον μίξεως; Και
αυτή η φιλία είναι ο λόγος ή άλλο τι
διάφορον παρά τον λόγον;

ταῦτα μὲν οὖν ἔχει τοιαύτας

7. Ταύτα λοιπόν τοιαύτας γεννώσιν
απορίας. Εάν η ψυχή είναί τι

λ.χ. ξύλα, λίθοι και άλλα χρησιμεύοντα εις την κατασκευήν οικίας.
λ.χ. την μουσικήν αρμονίαν έχομεν μόνον, όταν δεν ευρίσκηται μεταξύ των φθόγγων αναλογία
δυναμένη να καταστήση ωραιοτέραν την συμφωνίαν αυτών.
56
Ο Εμπεδοκλής είπεν ότι πάντα τα σώματα αποτελούνται εκ των αυτών στοιχείων, και μόνον εκ της
διαφόρου αναλογίας των στοιχείων προέρχεται η διαφορά των σωμάτων.
54
55

408b

57
58

ἀπορίας. εἰ δ' ἐστὶν ἕτερον ἡ
ψυχὴ τῆς μίξεως, τί δή ποτε ἅμα
τῷ σαρκὶ εἶναι ἀναιρεῖται καὶ τὸ
τοῖς ἄλλοις μορίοις τοῦ ζῴου;
πρὸς δὲ τούτοις εἴπερ μὴ
ἕκαστον τῶν μορίων ψυχὴν ἔχει,
εἰ μὴ ἔστιν ἡ ψυχὴ ὁ λόγος τῆς
μίξεως, τί ἐστιν ὃ φθείρεται τῆς
ψυχῆς ἀπολιπούσης;

διάφορον της μίξεως, διατί άρά γε
αύτη φθείρεται άμα ως φθείρεται η
σαρξ και τα άλλα μέρη του ζώου;
Προς τούτοις εάν έκαστον των μερών
του σώματος δεν έχη ψυχήν, και εάν
η ψυχή δεν είναι ο λόγος της μίξεως,
τί είναι εκείνο όπερ φθείρεται όταν η
ψυχή απολείπη το σώμα; Ότι λοιπόν
ούτε αρμονία δύναται να είναι η
ψυχή ούτε να κινήται κυκλικώς, είναι
φανερόν εξ όσων είπομεν.

ὅτι μὲν οὖν οὔθ' ἁρμονίαν οἷόν
τ' εἶναι τὴν ψυχὴν οὔτε κύκλῳ
περιφέρεσθαι, δῆλον ἐκ τῶν
εἰρημένων. κατὰ συμβεβηκὸς δὲ
κινεῖσθαι, καθάπερ εἴπομεν,
ἔστι, καὶ κι- νεῖν ἑαυτήν, οἷον
κινεῖσθαι μὲν ἐν ᾧ ἐστι, τοῦτο δὲ
κινεῖσθαι ὑπὸ τῆς ψυχῆς· ἄλλως
δ' οὐχ οἷόν τε κινεῖσθαι κατὰ
τόπον αὐτήν.

8. Αλλά ως ανωτέρω είπομεν, κατά
συμβεβηκός 57 δύναται να κινήται η
ψυχή και να κινή αυτή εαυτήν,
καθώς π.χ. δύναται να κινήται μετά
του σώματος εν τω οποίω ευρίσκεται,
τούτο δε να κινήται υπό της ψυχής·
άλλως δε δεν δύναται να κινήται
κατά τόπον η ψυχή.

εὐλογώτερον δ' ἀπορήσειεν ἄν
τις περὶ αὐτῆς ὡς κι-

9. Αλλά μετά μείζονος λόγου δύναται
τις να

νουμένης, εἰς τὰ τοιαῦτα
ἀποβλέψας· φαμὲν γὰρ τὴν
ψυχὴν λυπεῖσθαι χαίρειν,
θαρρεῖν φοβεῖσθαι, ἔτι δὲ
ὀργίζεσθαί τε καὶ αἰσθάνεσθαι
καὶ διανοεῖσθαι· ταῦτα δὲ πάντα
κινήσεις εἶναι δοκοῦσιν. ὅθεν
οἰηθείη τις ἂν αὐτὴν κινεῖσθαι·

αμφιβάλη περί αυτής αν κινείται,
αποβλέψας εις τα εξής: Λέγομεν
δηλαδή ότι η ψυχή χαίρει, λυπείται,
θαρρεί, φοβείται, προσέτι οργίζεται,
αισθάνεται και διανοείται, ταύτα δε
πάντα φαίνονται ότι είναι κινήσεις·
και εκ τούτου ήθελε νομίσει τις ότι η
ψυχή κινείται.

τὸ δ' οὐκ ἔστιν ἀναγκαῖον. εἰ
γὰρ καὶ ὅτι μάλιστα τὸ
λυπεῖσθαι ἢ χαίρειν ἢ
διανοεῖσθαι κινήσεις εἰσί, καὶ
ἕκαστον κινεῖσθαί τι τούτων, τὸ
δὲ κινεῖσθαί ἐστιν ὑπὸ τῆς
ψυχῆς, οἷον τὸ ὀργίζεσθαι ἢ
φοβεῖσθαι τὸ τὴν καρδίαν ὡδὶ
κινεῖσθαι, τὸ δὲ διανοεῖσθαι ἤ τι

10. Αλλά τούτο 58 δεν είναι
αναγκαίον συμπέρασμα. Διότι και αν
βεβαίως το λυπείσθαι ή χαίρειν ή
διανοείσθαι είναι κυριώτατα
κινήσεις, και αν έκαστον των παθών
τούτων είναι μία κίνησις, πλην είναι
κίνησις ουχί της ψυχής, αλλά
παράγεται υπό της ψυχής, π. χ. το
οργίζεσθαι ή το φοβείσθαι είναι το να
κινήται η καρδία κατά ωρισμένον
τρόπον, και το διανοείσθαι είναι αύτη

Η ψυχή κινεί το σώμα. Τούτου κινουμένου συμβαίνει να κινήται και η ψυχή κατά τόπον.
Ότι δηλ. η ψυχή κινείται καθ' όν τρόπον επίστευον οι αρχαιότεροι.

408b.18

τοιοῦτον ἴσως ἢ ἕτερόν τι,
τούτων δὲ συμβαίνει τὰ μὲν
κατὰ φοράν τινων κινουμένων,
τὰ δὲ κατ' ἀλλοίωσιν (ποῖα δὲ
καὶ πῶς, ἕτερός ἐστι λόγος),

ίσως ή άλλη τις ανάλογος κίνησις. Τα
πάθη δε ταύτα συμβαίνουσιν άλλα
μεν δια τοπικής μεταθέσεως
στοιχείων τινών του σώματος
κινουμένων, άλλα δε δι' αλλοιώσεως,
αλλά ποία είναι και πώς γίνονται τα
πάθη ταύτα πραγματευόμεθα
αλλαχού.

τὸ δὴ λέγειν ὀργίζεσθαι τὴν
ψυχὴν ὅμοιον κἂν εἴ τις λέγοι
τὴν ψυχὴν ὑφαίνειν ἢ
οἰκοδομεῖν· βέλτιον γὰρ ἴσως μὴ
λέγειν τὴν ψυχὴν ἐλεεῖν ἢ
μανθάνειν ἢ διανοεῖσθαι, ἀλλὰ
τὸν ἄνθρωπον τῇ ψυχῇ· τοῦτο δὲ
μὴ ὡς ἐν ἐκείνῃ τῆς κινήσεως
οὔσης, ἀλλ' ὁτὲ μὲν μέχρι
ἐκείνης, ὁτὲ δ' ἀπ' ἐκείνης, οἷον
ἡ μὲν αἴσθησις ἀπὸ τωνδί, ἡ δ'
ἀνάμνησις ἀπ' ἐκείνης ἐπὶ τὰς
ἐν τοῖς αἰσθητηρίοις κινήσεις ἢ
μονάς.

11. Αλλά να λέγωμεν ότι η ψυχή
οργίζεται είναι το αυτό ως να
λέγωμεν, ότι η ψυχή υφαίνει ή
οικοδομεί· διό ορθότερον ίσως είναι
να μη λέγωμεν ότι ή ψυχή ελεεί, ή
μανθάνει ή διανοείται, αλλ' ότι ο
άνθρωπος ποιεί ταύτα διά της ψυχής·
και ταύτα χωρίς να νομίζωμεν ότι η
κίνησις είναι εν τη ψυχή, αλλά ότι
έρχεται άλλοτε μεν μέχρις αυτής,
άλλοτε δε απ' αυτής. Ούτως η μεν
αίσθησις κινείται από τούτων των
εκτός πραγμάτων, ενώ εν τη
αναμνήσει η κίνησις γίνεται απ'
αυτής της ψυχής προς τους
ερεθισμούς ή τας εντυπώσεις τας
διαμενούσας εν τοις αισθητηρίοις 59.

ὁ δὲ νοῦς ἔοικεν ἐγγίνεσθαι
οὐσία τις οὖσα, καὶ οὐ
φθείρεσθαι. μάλιστα γὰρ
ἐφθείρετ' ἂν ὑπὸ τῆς ἐν τῷ γήρᾳ
ἀμαυρώσεως, νῦν δ' ὥσπερ ἐπὶ
τῶν αἰσθητηρίων συμβαίνει· εἰ
γὰρ λάβοι ὁ πρεσβύτης ὄμμα
τοιονδί, βλέποι ἂν ὥσπερ καὶ ὁ
νέος. ὥστε τὸ γῆρας οὐ τῷ τὴν
ψυχήν τι πεπονθέναι, ἀλλ' ἐν ᾧ,
καθάπερ ἐν μέθαις καὶ νόσοις.

12. Ο δε νους φαίνεται ότι είναι
ουσία τις ήτις γενάται εις την ψυχήν
και δεν φθείρεται· διότι άλλως θα
εφθείρετο προ πάντων υπό της κατά
το γήρας εξασθενήσεως. Αλλ'
ενταύθα συμβαίνει ίσως ό,τι επί των
αισθητηρίων οργάνων· διότι αν ο
γέρων ηδύνατο να έχη ακόμη το
όμμα εν ωρισμένη τινί καταστάσει θα
έβλεπεν όπως και ο νέος. Ώστε το
γήρας δεν έρχεται εκ πάθους τινός
της ψυχής, αλλ' εκ πάθους του
σώματος, εν τω οποίω αύτη υπάρχει,
όπως συμβαίνει εις τας μέθας και τας
νόσους.

καὶ τὸ νοεῖν δὴ καὶ τὸ θεωρεῖν
μαραίνεται ἄλλου τινὸς ἔσω
φθειρομένου, αὐτὸ δὲ ἀπαθές
ἐστιν. τὸ δὲ διανοεῖσθαι καὶ

13. Και η νόησις δε και η θεωρία
μαραίνονται, διότι άλλο τι εντός
ημών φθείρεται (λ.χ. η ζωτική
δύναμις), αλλ' η αρχή καθ' εαυτήν

Το αισθητόν κινεί το σώμα, τα αισθητήρια, και εκ τούτου γεννάται η αίσθησις. Εν τη αναμνήσει
αντιθέτως η ψυχή πρώτη ανακαλεί τας εικόνας ας φυλάττει, και ούτω πολλάκις κινεί το σώμα.
59

409a

φιλεῖν ἢ μισεῖν οὐκ ἔστιν
ἐκείνου πάθη, ἀλλὰ τουδὶ τοῦ
ἔχοντος ἐκεῖνο, ᾗ ἐκεῖνο ἔχει. διὸ
καὶ τούτου φθειρομένου οὔτε
μνημονεύει οὔτε φιλεῖ· οὐ γὰρ
ἐκείνου ἦν, ἀλλὰ τοῦ κοινοῦ, ὃ
ἀπόλωλεν· ὁ δὲ νοῦς ἴσως
θειότερόν τι καὶ ἀπαθές ἐστιν.

είναι απαθής. Η δε διανόησις και η
φιλία ή το μίσος 60 δεν είναι πάθη
εκείνης, αλλά τούτου του έχοντος
αυτήν (του σώματος), καθ' όσον έχει
αυτήν. Διό και όταν τούτο φθείρεται,
ούτε μνήμη ούτε αγάπη υπάρχει,
διότι ταύτα δεν είναι πάθη του νου
αλλά του κοινού τούτου
πράγματος 61, όπερ κατεστράφη. Ο
νους όμως είναί τι θείον και
απαθές 62.

ὅτι μὲν οὖν οὐχ οἷόν τε
κινεῖσθαι τὴν ψυχήν, φανερὸν
ἐκ τούτων· εἰ δ' ὅλως μὴ κινεῖται,
δῆλον ὡς οὐδ' ὑφ' ἑαυτῆς.

14. Ότι λοιπόν η ψυχή δεν είναι
δυνατόν να κινήται, είναι φανερόν εκ
των ειρημένων· εάν δε μηδόλως
κινήται, φανερόν ότι ουδέ
αυτοκίνητος είναι.

πολὺ δὲ τῶν εἰρημένων
ἀλογώτατον τὸ λέγειν ἀριθμὸν
εἶναι τὴν ψυχὴν κινοῦνθ'
ἑαυτόν· ὑπάρχει γὰρ αὐτοῖς
ἀδύνατα πρῶτα μὲν τὰ ἐκ τοῦ
κινεῖσθαι συμβαίνοντα, ἴδια δ'
ἐκ τοῦ

15. Αλλά πολύ περισσότερον παρά
τα ειρημένα είναι παράλογον το να
δοξάζωσιν 63 ότι η ψυχή είναι αριθμός
κινών εαυτόν. Διότι υπάρχουσιν εις
την θεωρίαν

λέγειν αὐτὴν ἀριθμόν. πῶς γὰρ
χρὴ νοῆσαι μονάδα κινουμένην,
καὶ ὑπὸ τίνος, καὶ πῶς, ἀμερῆ
καὶ ἀδιάφορον οὖσαν; ᾗ γάρ
ἐστι κινητικὴ καὶ κινητή,
διαφέρειν δεῖ. ἔτι δ' ἐπεί φασι
κινηθεῖσαν γραμμὴν ἐπίπεδον
ποιεῖν, στιγμὴν δὲ γραμμήν, καὶ
αἱ τῶν μονάδων κινήσεις
γραμμαὶ ἔσονται· ἡ γὰρ στιγμὴ
μονάς ἐστι θέσιν ἔχουσα, ὁ δ'
ἀριθμὸς τῆς ψυχῆς ἤδη πού ἐστι
καὶ θέσιν ἔχει.

ταύτην αδύνατα πράγματα, πρώτον
μεν τα προερχόμενα εκ της κινήσεως,
ειδικώς δε εκ τούτου, ότι την ψυχήν
λέγουσιν ότι είναι αριθμός. Διότι πώς
πρέπει να νοώμεν μονάδα
κινουμένην; και υπό τίνος και πώς
κινείται, ενώ δεν έχει ούτε μέρη ούτε
διαφοράς; Διότι, εάν κινή και
κινήται, πρέπει να έχη διαφοράς.
Προσέτι δε, επειδή λέγουσιν ότι η
γραμμή κινουμένη παράγει
επιφάνειαν, το δε σημείον
κινούμενον παράγει γραμμήν, άρα
και αι κινήσεις των μονάδων θα είναι
γραμμαί 64, διότι το σημείον είναι
μονάς κατέχουσα θέσιν. Ο αριθμός

Ταύτα δεν είναι πάθη του ποιητικού νου αλλά του εμψύχου σώματος.
Δηλαδή της ενώσεως της ψυχής και του σώματος.
62
Θα αποδείξη περαιτέρω ότι ο νους είναι θείος και αθάνατος και όλως απαθής.
63
Ούτως ο Ξενοκράτης εθεώρησε τα στοιχεία της ψυχής ως μεμιγμένα κατά λόγον, ώστε να παράγωσιν
αρμονίαν. Αλλ' η αρμονία προέρχεται εξ αριθμητικού λόγου. Άρα η φύσις της ψυχής είναι αριθμός, εις ον
ο Ξενοκράτης προσέθηκε και την έννοιαν της αυτοκινησίας.
64
Η ψυχή είναι μονάς, αριθμός. Η μονάς και το σημείον συμπίπτουσι πολλαχώς. Και επειδή η κίνησις
σημείου γεννά γραμμάς, λοιπόν και αι κινήσεις της μονάδος, ως ψυχής, θα γεννώσι γραμμάς. Αύται δε αι
γραμμαί θα είναι αυταί αι κινήσεις της ψυχής, οργή, λύπη κ.λ.
60
61

λοιπόν της ψυχής είναι που και
κατέχει θέσιν.
ἔτι δ' ἀριθμοῦ μὲν ἐὰν ἀφέλῃ τις
ἀριθμὸν ἢ μονάδα, λείπεται
ἄλλος ἀριθμός· τὰ δὲ φυτὰ καὶ
τῶν ζῴων πολλὰ διαιρούμενα
ζῇ καὶ δοκεῖ τὴν αὐτὴν ψυχὴν
ἔχειν τῷ εἴδει.

16. Προσέτι εάν από αριθμόν
αφαίρεση τις αριθμόν ή μονάδα,
μένει υπόλοιπον άλλος (διάφορος)
αριθμός. Αλλά τα φυτά και πολλά
των ζώων 65 όταν διαιρεθώσι, ζώσιν
ακόμη και φαίνονται ότι έχουσι την
αυτήν ψυχήν κατά το είδος.

δόξειε δ' ἂν οὐθὲν διαφέρειν
μονάδας λέγειν ἢ σωμάτια
μικρά· καὶ γὰρ ἐκ τῶν
Δημοκρίτου σφαιρίων ἐὰν
γένωνται στιγμαί, μόνον δὲ
μένῃ τὸ ποσόν, ἔσται [τι] ἐν
αὐτῷ τὸ μὲν κινοῦν τὸ δὲ
κινούμενον, ὥσπερ ἐν τῷ
συνεχεῖ· οὐ γὰρ διὰ τὸ μεγέθει
διαφέρειν ἢ μικρότητι συμβαίνει
τὸ λεχθέν, ἀλλ' ὅτι ποσόν· διὸ
ἀναγκαῖον εἶναί τι τὸ κινῆσον
τὰς μονάδας. εἰ δ' ἐν τῷ ζῴῳ τὸ
κινοῦν ἡ ψυχή, καὶ ἐν τῷ
ἀριθμῷ, ὥστε οὐ τὸ κινοῦν καὶ
κινούμενον ἡ ψυχή, ἀλλὰ τὸ
κινοῦν μόνον.

17. Θα ενόμιζέ τις ότι ουδόλως
διαφέρει το να λέγη μονάδας ή μικρά
σωμάτια 66. Διότι και αι μικραί
σφαίραι του Δημοκρίτου, εάν
θεωρηθώσιν ως σημεία, μόνον δε
μένη το ποσόν, θα υπάρχη εν τω
ποσώ τούτω 67 εν μέρος κινούν και εν
μέρος κινούμενον, καθώς εις παν
συνεχές ποσόν. Διότι το ρηθέν
συμπέρασμα δεν στηρίζεται εις την
κατά το μέγεθος ή την σμικρότητα
διαφοράν, αλλά μόνον εις το ποσόν·
δια τούτο κατ' ανάγκην θα υπάρχη τι
όπερ θέτει εις κίνησιν τας μονάδας.
Και εάν εν τω ζώω η ψυχή είναι το
κινούν, αύτη θα είναι το κινούν και
εν τω αριθμώ. Ώστε η ψυχή δεν είναι
το κινούν και το κινούμενον, αλλά
μόνον το κινούν.

ἐνδέχεται δὲ δὴ πῶς μονάδα
ταύτην εἶναι; δεῖ γὰρ ὑπάρχειν
τινὰ αὐτῇ διαφορὰν πρὸς τὰς
ἄλλας, στιγμῆς δὲ μοναδικῆς τίς
ἂν εἴη διαφορὰ πλὴν θέσις; εἰ
μὲν οὖν εἰσὶν ἕτεραι αἱ ἐν τῷ
σώματι μονάδες καὶ αἱ στιγμαί,
ἐν τῷ αὐτῷ ἔσονται αἱ μονάδες·
καθέξει γὰρ <ἑκάστη> χώραν
στιγμῆς. καίτοι τί κωλύει ἐν τῷ
αὐτῷ εἶναι, εἰ δύο, καὶ ἄπειρα;

18. Και όμως πώς είναι δυνατόν να
είνε αύτη μονάς; διότι πρέπει να έχη
διαφοράν τινα προς τας άλλας
μονάδας. Αλλά ποίαν διαφοράν
δύναται να έχη σημείον
λαμβανόμενον ως μονάς πλην της
θέσεως; 68 Εάν λοιπόν αι υλικαί
μονάδες και τα σημεία τα οποία
υπάρχουσιν εν τω σώματι είναι
διάφορα, αι μονάδες θα είναι εν τω
αυτώ τόπω όπου και τα σημεία. Διότι
η μονάς θα καταλάβη τον τόπον του
σημείου. Και τότε τί εμποδίζει να

Τα πολύποδα εν γένει και τα ζωόφυτα.
Άτομα άτινα μη έχοντα μέγεθος είναι ως μονάδες και σημεία άπειρα τον αριθμόν.
67
Όπερ μένει εις τα άτομα.
68
Εν σημείον δεν δύναται να διαφέρη άλλου σημείου ειμή δια της θέσεώς του. Άτοπον δε είναι να λέγηται
ότι αριθμητική μονάς διαφέρει ούτω άλλης αριθμητικής μονάδος, διότι ο αριθμός δεν έχει θέσιν. Αλλ' ο
αριθμός όστις αποτελεί την ψυχήν κατά τον Ξενοκράτην δεν είναι πλέον ειμή εν σημείον κατά την
αναίρεσιν του Αριστοτέλους.
65
66

ὧν γὰρ ὁ τόπος ἀδιαίρετος, καὶ
αὐτά.

υπάρχη απειρία μονάδων εν τω αυτώ
τόπω, εάν θα υπάρχωσι δύο; όπερ
είναι άτοπον, διότι τα πράγματα των
οποίων ο τόπος είναι αδιαίρετος είναι
και αυτά αδιαίρετα.

εἰ δ' αἱ ἐν τῷ σώματι στιγμαὶ ὁ
ἀριθμὸς ὁ τῆς ψυχῆς, ἢ εἰ ὁ τῶν
ἐν τῷ σώματι στιγμῶν ἀριθμὸς
ἡ ψυχή, διὰ τί οὐ πάντα ψυχὴν
ἔχουσι τὰ σώματα; στιγμαὶ γὰρ
ἐν ἅπασι δοκοῦσιν εἶναι καὶ
ἄπειροι.

19. Εάν δε τα σημεία τα υπάρχοντα
εν τω σώματι είναι ο αριθμός της
ψυχής, ή αν ο αριθμός των εν τω
σώματι σημείων είναι η ψυχή, διατί
δεν έχουσι ψυχήν όλα τα σώματα 69;
Διότι εις άπαντα τα σώματα φαίνεται
ότι υπάρχουσι σημεία, και ταύτα
άπειρα.

ἔτι δὲ πῶς οἷόν τε χωρίζεσθαι
τὰς στιγμὰς καὶ ἀπολύεσθαι
τῶν σωμάτων, εἴ γε μὴ
διαιροῦνται αἱ γραμμαὶ εἰς
στιγμάς;

20. Προσέτι δε πώς είναι δυνατόν να
χωρίζωνται αι ψυχαί και να
απολύωνται από των σωμάτων 70,
αφού αι γραμμαί δεν διαιρούνται εις
σημεία; 71

Ενταύθα αναιρεί την γνώμην ότι τα σημεία του σώματος είναι τα αυτά με τα της ψυχής. Ανωτέρω
εξήτασε την γνώμην, ότι τα υλικά σημεία του σώματος είναι διάφορα από τα σημεία τα αποτελούντα την
ψυχήν.
70
Εν τη σχολή του Ξενοκράτους επιστεύετο ότι η ψυχή δύναται να χωρίζηται από του σώματος. Αλλά
αφού κατ' αυτούς η ψυχή είναι αριθμός αναγόμενος εις σημεία, πως δύναται να χωρίζηται του σώματος,
αφού το σημείον είναι αχώριστον της γραμμής;
71
Τα σημεία δεν είναι μέρη των γραμμών, αλλά μόνον ωρισμέναι θέσεις ή όρια. Η γραμμή άμα διαιρεθή
εις σημεία δεν υπάρχει πλέον.
69

ΒΙΒΛΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ,
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.
Συνέχεια της αναιρέσεως των λεγόντων ότι η ψυχή είναι αριθμός κινών
εαυτόν.—Αναίρεσις της θεωρίας ότι η ψυχή αποτελείται εκ των στοιχείων,
πυρός, αέρος κ.λ., και ότι γνωρίζει, τα πράγματα μόνον διότι είναι ομοία με
αυτά.—Η ψυχή δεν δύναται να είναι διεσπαρμένη εις το σύμπαν. — Η ψυχή
ενεργεί πάντοτε όλη; ή εκάστη ενέργεια αυτής γίνεται διά τινος εκ των μερών
αυτής;

409a31

Συμβαίνει δέ, καθάπερ
εἴπομεν, τῇ μὲν ταὐτὸ λέγειν
τοῖς σῶμά τι λεπτομερὲς αὐτὴν
τιθεῖσι, τῇ δ', ὥσπερ Δη-

1. Ιδιαίτερον άτοπον συμβαίνει εδώ,
καθώς είπομεν, αφ' ενός μεν διότι,
λέγουσιν ούτοι το αυτό με τους
δοξάζοντας

409b

μόκριτος κινεῖσθαί φησιν ὑπὸ
τῆς ψυχῆς, ἴδιον τὸ ἄτοπον.
εἴπερ γάρ ἐστιν ἡ ψυχὴ ἐν παντὶ
τῷ αἰσθανομένῳ σώματι,
ἀναγκαῖον ἐν τῷ αὐτῷ δύο εἶναι
σώματα, εἰ σῶμά τι ἡ ψυχή· τοῖς
δ' ἀριθμὸν λέγουσιν, ἐν τῇ μιᾷ
στιγμῇ πολλὰς στιγμάς, καὶ πᾶν
σῶμα ψυχὴν ἔχειν, εἰ μὴ
διαφέρων τις ἀριθμὸς ἐγγίνεται
καὶ ἄλλος τις τῶν ὑπαρχουσῶν
ἐν τῷ σώματι στιγμῶν·

ότι η ψυχή είναι σώμα έχον
λεπτότατα μέρη, εξ άλλου δε διότι
παραδέχονται ότι το σώμα κινείται
υπό της ψυχής καθ' όν τρόπον λέγει ο
Δημόκριτος. Διότι, αν η ψυχή είναι
εις παν αισθανόμενον σώμα, εξ
ανάγκης υπάρχουσιν εν αυτώ δύο
σώματα, αφού η ψυχή είναι σώμα τι.
Κατά δε τους λέγοντας ότι η ψυχή
είναι αριθμός xviii, εξ ανάγκης
συμβαίνει το άτοπον εις το εν
σημείον να υπάρχωσι πολλά σημεία ή
παν σώμα να έχη ψυχήν, εκτός εάν η
ψυχή γίνεται αριθμός διαφορετικός
και άλλος παρά τα υπάρχοντα εν τω
σώματι σημεία.

συμβαίνει τε κινεῖσθαι τὸ ζῷον
ὑπὸ τοῦ ἀριθμοῦ, καθάπερ καὶ
Δημόκριτον αὐτὸ ἔφαμεν κινεῖν·
τί γὰρ διαφέρει σφαίρας λέγειν
μικρὰς ἢ μονάδας μεγάλας, ἢ
ὅλως μονάδας φερομένας;
ἀμφοτέρως γὰρ ἀναγκαῖον
κινεῖν τὸ ζῷον τῷ κινεῖσθαι
ταύτας.

2. Συμβαίνει άρα να κινήται το ζώον
υπό του αριθμού καθώς και ο
Δημόκριτος, ως είπομεν, εξηγεί την
κίνησιν xix αυτού. Διότι τι διαφέρει να
λέγη τις ότι σφαίραι μικραί ή μονάδες
μεγάλαι, ή απλώς μονάδες κινούνται ;
Διότι κατ' αμφοτέρας τας περιπτώσεις
το ζώον κατ' ανάγκην κινείται μόνον,
διότι αι μονάδες κινούνται.

τοῖς δὴ συμπλέξασιν εἰς τὸ αὐτὸ 3. Είς τους συνδυάζοντας λοιπόν και
συνταυτίζοντας κίνησιν και αριθμόν
κίνησιν καὶ ἀριθμὸν ταῦτά τε

72
73

συμβαίνει καὶ πολλὰ ἕτερα
τοιαῦτα· οὐ γὰρ μόνον ὁρισμὸν
ψυχῆς ἀδύνατον τοιοῦτον εἶναι,
ἀλλὰ καὶ συμβεβηκός. δῆλον δ'
εἴ τις ἐπιχειρήσειεν ἐκ τοῦ λόγου
τούτου τὰ πάθη καὶ τὰ ἔργα τῆς
ψυχῆς ἀποδιδόναι, οἷον
λογισμούς, αἰσθήσεις, ἡδονάς,
λύπας, ὅσα ἄλλα τοιαῦτα·
ὥσπερ γὰρ εἴπομεν πρότερον,
οὐδὲ μαντεύσασθαι ῥᾴδιον ἐξ
αὐτῶν.

και ταύτα συμβαίνουσι τα άτοπα και
πολλά άλλα τοιαύτα. Διότι όχι μόνον
είναι αδύνατος τοιούτος ορισμός της
ψυχής, άλλα και αδύνατον
συμβεβηκός αυτής. Είναι δε τούτο
φανερόν εις εκείνον, όστις ήθελεν
επιχειρήσει να εξηγήση κατά την
δοξασίαν ταύτην τα πάθη και τας
ενεργείας της ψυχής, συλλογισμούς,
αισθήσεις, ηδονάς, λύπας και όσα
άλλα τοιαύτα· διότι, καθώς είπομεν
πρότερον, δεν είναι εύκολον ουδέ
εικασίαν τινά να σχηματίσωμεν περί
των λειτουργιών τούτων.

τριῶν δὲ τρόπων
παραδεδομένων καθ' οὓς
ὁρίζονται τὴν ψυχήν, οἱ μὲν τὸ
κινητικώτατον ἀπεφήναντο τῷ
κινεῖν ἑαυτό, οἱ δὲ σῶμα τὸ
λεπτομερέστατον ἢ τὸ
ἀσωματώτατον τῶν ἄλλων.
ταῦτα δὲ τίνας ἀπορίας τε καὶ
ὑπεναντιώσεις ἔχει,
διεληλύθαμεν σχεδόν·

4. Ενώ λοιπόν παρεδόθησαν εις ημάς
τρεις τρόποι καθ' ους ορίζουσι την
ψυχήν xx, άλλοι δηλ. είπον ότι είναι το
κινητικώτατον ον, διότι είναι
αυτοκίνητον, άλλοι δε ότι είναι σώμα
έχον μικρότατα μέρη ή το μάλλον
ασώματον των άλλων, διεξήλθομεν
πάσας σχεδόν τας απορίας και τας
αντιρρήσεις, τας οποίας οι δύο τρόποι
ούτοι παρουσιάζουσιν.

λείπεται δ' ἐπισκέψασθαι πῶς
λέγεται τὸ ἐκ τῶν στοιχείων
αὐτὴν εἶναι. λέγουσι μὲν γάρ, ἵν'
αἰσθάνηταί τε τῶν ὄντων καὶ
ἕκαστον γνωρίζῃ· ἀναγκαῖον δὲ
συμβαίνειν πολλὰ καὶ ἀδύνατα
τῷ λόγῳ. τίθενται γὰρ γνωρίζειν
τῷ ὁμοίῳ τὸ ὅμοιον, ὥσπερ ἂν εἰ
τὴν ψυχὴν τὰ πράγματα
τιθέντες. οὐκ ἔστι δὲ μόνα
ταῦτα, πολλὰ δὲ καὶ ἕτερα,
μᾶλλον δ' ἴσως ἄπειρα τὸν
ἀριθμὸν τὰ ἐκ τούτων. ἐξ ὧν μὲν
οὖν ἐστιν ἕκαστον τούτων, ἔστω
γινώσκειν τὴν ψυχὴν καὶ
αἰσθάνεσθαι· ἀλλὰ τὸ σύνολον
τίνι γνωριεῖ ἢ αἰσθήσεται, οἷον τί

5. Υπολείπεται δε να ίδωμεν πώς
δοξάζουσιν ότι ή ψυχή σύγκειται εκ
των στοιχείων. Διότι λέγουσι μεν
ούτω, ίνα εξηγήσωσι πώς ή ψυχή
αισθάνεται τα όντα και γινώσκει
έκαστον αυτών, αλλά αναγκαίως
συμβαίνουσι πολλά τα αδύνατα εν τη
δοξασία ταύτη. Διότι υποθέτουσιν ότι
το όμοιον γινώσκει, το όμοιον,
ωσανεί υπελάμβανον ότι ή ψυχή είναι
αυτά τα πράγματα. Άλλα ταύτα δεν
είναι τα μόνα, απέ ρ ή ψυχή γινώσκει,
αλλά και πολλά άλλα, μάλλον δε
είναι ίσως άπειρα, εκ τούτων των
στοιχείων αποτελούμενα 72. "Έστω
λοιπόν ότι ή ψυχή γινώσκει και
αισθάνεται τα -στοιχεία 73 εξ ων
αποτελείται έκαστον των πραγμάτων,
αλλά πως θα αισθανθή ή θα γνωρίση
το σύνολον πράγματός τινος; π.χ. τί

Είτε τα ολικά σύνθετα όντα, είτε αι αναφοραί των πραγμάτων.
Τα τέσσαρα, γην, πυρ, Αέρα, ύδωρ. Ό Αριστοτέλης παρεδέχετο και πέμπτον στοιχείον, τον αιθέρα.

θεὸς ἢ ἄνθρωπος ἢ σὰρξ ἢ
ὀστοῦν; ὁμοίως δὲ καὶ

εστι θεός ή άνθρωπος ή σαρξ ή
οστούν;

410a

ἄλλο ὁτιοῦν τῶν συνθέτων· οὐ
γὰρ ὁπωσοῦν ἔχοντα τὰ
στοιχεῖα τούτων ἕκαστον, ἀλλὰ
λόγῳ τινὶ καὶ συνθέσει, καθάπερ
φησὶ καὶ Ἐμπεδοκλῆς τὸ ὀστοῦν·
ἡ δὲ χθὼν ἐπίηρος ἐν
εὐστέρνοις χοάνοισιν
τὼ δύο τῶν ὀκτὼ μερέων
λάχε νήστιδος αἴγλης,
τέσσαρα δ' Ἡφαίστοιο· τὰ δ'
ὀστέα λευκὰ γένοντο.
οὐδὲν οὖν ὄφελος ἐνεῖναι τὰ
στοιχεῖα ἐν τῇ ψυχῇ, εἰ μὴ καὶ οἱ
λόγοι ἐνέσονται καὶ ἡ σύνθεσις·
γνωριεῖ γὰρ ἕκαστον τὸ ὅμοιον,
τὸ δ' ὀστοῦν ἢ τὸν ἄνθρωπον
οὐθέν, εἰ μὴ καὶ ταῦτ' ἐνέσται.
τοῦτο δ' ὅτι ἀδύνατον, οὐθὲν δεῖ
λέγειν· τίς γὰρ ἂν ἀπορήσειεν εἰ
ἔνεστιν ἐν τῇ ψυχῇ λίθος ἢ
ἄνθρωπος; ὁμοίως δὲ καὶ τὸ
ἀγαθὸν καὶ τὸ μὴ ἀγαθόν· τὸν
αὐτὸν δὲ τρόπον καὶ περὶ τῶν
ἄλλων.

ομοίως δε και άλλο οτιδήποτε εκ των
συνθέτων. Διότι ουχί βεβαίως καθ'
οιονδήποτε τύχωσι τρόπον τα
στοιχεία αποτελούσιν έκαστον
πράγμα, αλλά κατά τινα λόγον και
σύνθεσιν, καθώς και ο Εμπεδοκλής
λέγει περί του οστού: “Η δε ερασμία
γη εις τας ευστέρνους χοάνας αυτής
εκ των οκτώ μερών έλαβε δύο μέρη
εκ του λαμπρού υγρού, τέσσαρα δε
εκ του Ηφαίστου, τα δε οστά
εγένοντο λευκά”. 74 Δεν αρκεί λοιπόν
να υπάρχωσι τα στοιχεία εν τη ψυχή,
εάν δεν υπάρχωσιν εν αυτή και οι
λόγοι και η σύνθεσις. Διότι έκαστον
στοιχείον θα γνωρίζη μόνον το
όμοιόν του, και ουδέν θα γνωρίζη το
οστούν ή τον άνθρωπον, εκτός εάν
και ταύτα θα υπάρχωσιν εν τη ψυχή·
αλλά ότι τούτο είναι αδύνατον, δεν
είναι χρεία να είπωμεν. Διότι τίς
δύναται να αμφιβάλη αν εν τη ψυχή
υπάρχη λίθος ή άνθρωπος; Ομοίως δε
και περί του αγαθού και του μη
αγαθού 75 και περί των άλλων.

410a13

ἔτι δὲ πολλαχῶς λεγομένου
τοῦ ὄντος (σημαίνει γὰρ τὸ μὲν
τόδε τι, τὸ δὲ ποσὸν ἢ ποιὸν ἢ
καί τινα ἄλλην τῶν
διαιρεθεισῶν κατηγοριῶν)
πότερον ἐξ ἁπάντων ἔσται ἡ
ψυχὴ ἢ οὔ; ἀλλ' οὐ δοκεῖ κοινὰ
πάντων εἶναι στοιχεῖα. ἆρ' οὖν
ὅσα τῶν οὐσιῶν, ἐκ τούτων
μόνον; πῶς οὖν γινώσκει καὶ
τῶν ἄλλων ἕκαστον; ἢ φήσουσιν

7. Προσέτι, επειδή το ον λέγεται κατά
πολλάς σημασίας, (διότι σημαίνει
τούτο το άτομον, έπειτα το ποσόν ή
ποιόν ή και άλλην τινά εκ των
κατηγοριών, ας διεκρίναμεν), άρά γε
η ψυχή εξ απασών συνίσταται ή ου;
Αλλά δεν πιστεύεται ότι υπάρχουσι
στοιχεία κοινά πασών των
κατηγοριών. 76 Άρα λοιπόν η ψυχή θα
συνίσταται εκ μόνων των στοιχείων,
όσα είναι της ουσίας ; Πώς λοιπόν
τότε γνωρίζει και έκαστον των άλλων
στοιχείων; Ή θα ισχυρισθώσιν ότι δι'

Ο Εμπεδοκλής λέγει ότι τα οστά έχουσι δύο μέρη γης, δύο ύδατος και τέσσαρα πυρός. (Όρα και Μ.
Ευαγγελίδου, Σύνοψις της Ιστορίας της Φιλοσοφίας Α. 1904).
75
Το αγαθόν δεν είναι στοιχείον, αλλ' είναι αναφορά ή σχέσις. Είναι το μέσον μεταξύ δύο κακιών, της
υπερβολής και της ελλείψεως.
76
Κατά τον Αριστοτέλην αι κατηγορίαι ουδέν κοινόν έχουσι, και δεν δύνανται να αναχθώσιν εις εν γένος.
74

410b

ἑκάστου γένους εἶναι στοιχεῖα
καὶ ἀρχὰς ἰδίας, ἐξ ὧν τὴν
ψυχὴν συνεστάναι; ἔσται ἄρα
ποσὸν καὶ ποιὸν καὶ οὐσία. ἀλλ'
ἀδύνατον ἐκ τῶν τοῦ ποσοῦ
στοιχείων οὐσίαν εἶναι καὶ μὴ
ποσόν. τοῖς δὴ λέγουσιν ἐκ
πάντων ταῦτά τε καὶ τοιαῦθ'
ἕτερα συμβαίνει.

έκαστον γένος υπάρχουσι στοιχεία
και αρχαί ιδιαίτεραι, εξ ων συνέστη η
ψυχή; Θα είναι λοιπόν τότε αύτη
ποσόν και ποιόν και ουσία 77. Αλλ'
είναι αδύνατον εκ των στοιχείων του
ποσού να αποτελήται ουσία και ουχί
ποσόν. Οι λέγοντες λοιπόν ότι η ψυχή
γίνεται εκ πάντων των στοιχείων
περιπίπτουσιν εις ταύτα και άλλα
τοιαύτα άτοπα.

ἄτοπον δὲ καὶ τὸ φάναι μὲν
ἀπαθὲς εἶναι τὸ ὅμοιον ὑπὸ τοῦ
ὁμοίου, αἰσθάνεσθαι δὲ τὸ
ὅμοιον τοῦ ὁμοίου καὶ γινώσκειν
τῷ ὁμοίῳ τὸ ὅμοιον· τὸ δ'
αἰσθάνεσθαι πάσχειν τι καὶ
κινεῖσθαι τιθέασιν· ὁμοίως δὲ
καὶ τὸ νοεῖν τε καὶ γινώσκειν.

8. Αλλ' άτοπον είναι και το να
λέγωσιν ότι είναι απαθές το όμοιον
υπό του ομοίου, αλλ' ότι το όμοιον
αισθάνεται το όμοιον και ότι
γινώσκομεν το όμοιον δια του
ομοίου, ενώ συγχρόνως παραδέχονται
ότι η αίσθησις είναι πάθος και
κίνησις, ομοίως δε και η νόησις και η
γνώσις.

πολλὰς δ' ἀπορίας καὶ
δυσχερείας ἔχοντος τοῦ λέγειν,
καθάπερ Ἐμπεδοκλῆς, ὡς τοῖς
σωματικοῖς στοιχείοις ἕκαστα
γνωρίζεται, καί, πρός, τῷ ὁμοίῳ,
μαρτυρεῖ τὸ νῦν λεχθέν· ὅσα γάρ
ἐστιν ἐν τοῖς τῶν ζῴων σώμασιν
ἁπλῶς γῆς, οἷον

9. Ότι δε πολλάς απορίας και
δυσκολίας γεννά το να ισχυρίζωνται,
ως ο Εμπεδοκλής, ότι έκαστον
πράγμα γνωρίζομεν δια των
σωματικών στοιχείων, και ότι τα
όμοια γινώσκονται διά των ομοίων,
μαρτυρούσι τα νυν λεχθέντα 78. Όσα
τωόντι εκ γης μέρη υπάρχουσιν εν
τοις σώμασι των ζώων,

ὀστᾶ νεῦρα τρίχες, οὐθενὸς
αἰσθάνεσθαι δοκεῖ, ὥστ' οὐδὲ
τῶν ὁμοίων· καίτοι προσῆκεν.

οστά, νεύρα 79, τρίχες φαίνονται ότι
ουδόλως αισθάνονται, και επομένως
ουδέ τα όμοια με αυτά. Και όμως
έπρεπε κατ' εκείνους να αισθάνωνται

Αλλά τότε τί γίνεται η ενότης αυτής, ης άνευ ούτε να νοηθή δύναται;
Ο Εμπεδοκλής ορμάται εκ της αρχής ότι το όμοιον γινώσκεται υπό του ομοίου. Επομένως ίνα
γινώσκηται η αισθητή πραγματικότης, ήτις σύγκειται εκ των 4 στοιχείων, πυρός, αέρος, ύδατος και γης,
πρέπει η γινώσκουσα ψυχή ν' αποτελήται εκ των ομοίων στοιχείων. Ο Αριστοτέλης φέρει τας ακολούθους
αντιρρήσεις: (1) η ψυχή γινώσκει ου μόνον τα στοιχεία, αλλά και πλείστα άλλα πράγματα, περί των
οποίων η αρχή “ομοίω το όμοιον” ουδέν εξηγεί, (2) ουδεμίαν έχει αξίαν το ότι η ψυχή συνίσταται εκ των
στοιχείων, εάν μη συνίσταται και εκ των αναφορών και συνδυασμών των στοιχείων τούτων. Διότι πώς
δύναται να γινώσκηται ο άνθρωπος λ.χ. ή ο λίθος, αφού ουδείς υποθέτει ότι ταύτα είναι εν τη ψυχή; (3)
Εις ποίαν κατηγορίαν δύναται να υπαχθή η ψυχή; Αι γενικώταται κατηγορίαι είναι 10, δηλ. ουσία, ποσόν,
ποιόν, σχέσις, τόπος, χρόνος, κείσθαι, έχειν, ποιείν, πάσχειν. Αλλ' η ψυχή δεν δύναται να είναι πάσαι αι
κατηγορίαι, διότι αύται δεν έχουσι κοινά στοιχεία· ούτε δύναται να είναι μία εξ αυτών, διότι τότε θα
γινώσκη μόνον τα αντικείμενα, άτινα ανήκουσιν εις την κατηγορίαν ταύτην, θα αγνοή δε τα άλλα. (4.) Ο
Εμπεδοκλής εμπλέκεται εις το δίλημμα να καταστήση τον Θεόν αμαθέστατον ον, διότι αποκλείει από της
φύσεως τούτου μίαν των στοιχειωδών κοσμικών αρχών, την έριν (την διάκρισιν, την διαλεκτικήν). (5)
Προσέτι διατί παν στοιχείον ή πας συνδυασμός στοιχείων δεν έχει ψυχήν; (6) Η εν λόγω θεωρία
ουδεμίαν παρέχει συνεκτικήν και ενωτικήν αρχήν.
79
Ίσως είπε νεύρα αντί να είπη μύες.
77
78

τα όμοια.
ἔτι δ' ἑκάστῃ τῶν ἀρχῶν ἄγνοια
πλείων ἢ σύνεσις ὑπάρξει·
γνώσεται μὲν γὰρ ἓν ἑκάστη,
πολλὰ δ' ἀγνοήσει· πάντα γὰρ
τἆλλα. συμβαίνει δ' Ἐμπεδοκλεῖ
γε καὶ ἀφρονέστατον εἶναι τὸν
θεόν· μόνος γὰρ τῶν στοιχείων
ἓν οὐ γνωριεῖ, τὸ νεῖκος, τὰ δὲ
θνητὰ πάντα· ἐκ πάντων γὰρ
ἕκαστον.

10. Προσέτι εις εκάστην εκ των
αρχών θα υπάρχη περισσοτέρα
άγνοια παρά γνώσις· διότι εκάστη θα
γινώσκη εν μόνον 80, θα αγνοή δε
πολλά, δηλ. πάντα τα άλλα·
συμβαίνει δε ούτω ο θεός να είναι
αφρονέστατον ον κατά τον
Εμπεδοκλέα· διότι μόνος ούτος
αγνοεί εν των στοιχείων, το νείκος,
ενώ πάντα τα θνητά το γνωρίζουσιν,
αφού έκαστον τούτων αποτελείται εκ
πάντων των στοιχείων.

ὅλως τε διὰ τίν' αἰτίαν οὐχ
ἅπαντα ψυχὴν ἔχει τὰ ὄντα,
ἐπειδὴ πᾶν ἤτοι στοιχεῖον ἢ ἐκ
στοιχείου ἑνὸς ἢ πλειόνων ἢ
πάντων; ἀναγκαῖον γάρ ἐστιν ἕν
τι γινώσκειν ἢ τινὰ ἢ πάντα.

11. Εν γένει δε, διά τίνα αιτίαν πάντα
τα όντα δεν έχουσι ψυχήν, αφού
πάντα είναι εν στοιχείον ή
αποτελούνται εξ ενός ή εκ
περισσοτέρων ή εκ πάντων των
στοιχείων; Έκαστον πρέπει να
γνωρίζη ή έν ή τινά ή πάντα τα
πράγματα.

ἀπορήσειε δ' ἄν τις καὶ τί ποτ'
ἐστὶ τὸ ἑνοποιοῦν αὐτά· ὕλῃ γὰρ
ἔοικε τά γε στοιχεῖα, κυριώτατον
δ' ἐκεῖνο τὸ συνέχον, ὅ τί ποτ'
ἐστίν· τῆς δὲ ψυχῆς εἶναί τι
κρεῖττον καὶ ἄρχον ἀδύνατον·
ἀδυνατώτερον δ' ἔτι τοῦ νοῦ·
εὔλογον γὰρ τοῦτον εἶναι
προγενέστατον καὶ κύριον κατὰ
φύσιν, τὰ δὲ στοιχεῖά φασι
πρῶτα τῶν ὄντων εἶναι.

12. Αλλά δύναταί τις να ερωτήση: και
τί άρά γε είναι το συνενούν αυτά εν
τοις πράγμασι 81; διότι τα στοιχεία
ομοιάζουσι προς υλικά όντα 82,
κυριώτατον δε είναι εκείνο όπερ
συνέχει τα άλλα, οιονδήποτε και αν
είναι τούτο, αδύνατον όμως να
υπάρχη τι ανώτερον της ψυχής και
άρχον αυτής, και έτι μάλλον
αδύνατον να υπερέχη και αρχή του
νου. Εύλογον δε να δεχθώμεν ότι ο
νους είναι προγενέστερος και
κυρίαρχος κατά φύσιν, ενώ εκείνοι
λέγουσιν ότι τα στοιχεία είναι πρώτα
των όντων.

πάντες δὲ καὶ οἱ διὰ τὸ
γνωρίζειν καὶ αἰσθάνεσθαι τὰ
ὄντα τὴν ψυχὴν ἐκ τῶν
στοιχείων λέγοντες αὐτήν, καὶ οἱ
τὸ κινητικώτατον, οὐ περὶ πάσης
λέγουσι ψυχῆς. οὔτε γὰρ τὰ

13. Πάντες δε όσοι δια την γνώσιν
και την αίσθησιν των όντων, ας έχει η
ψυχή, λέγουσιν ότι αύτη σύγκειται εκ
των στοιχείων, και όσοι λέγουσιν ότι
είναι το κινητικώτατον των όντων,
δεν ομιλούσι περί πάσης της ψυχής.
Διότι ουχί πάντα όσα αισθάνονται
είναι αίτια κινήσεως· τουναντίον

Θα γινώσκη το όμοιον αυτής εξ ου και συνίσταται.
Ποίον το στοιχείον όπερ δίδει εις τα άλλα στοιχεία την δύναμιν να μένωσιν ηνωμένα και ούτω ποιεί
όντα ατομικά και χωριστά;
82
Ενώ η ψυχή ή η μορφή τα ενώνει εις εν όλον.
80
81

411a

αἰσθανόμενα πάντα κινητικά
(φαίνεται γὰρ εἶναί τινα μόνιμα
τῶν ζῴων κατὰ τόπον· καίτοι
δοκεῖ γε ταύτην μόνην τῶν
κινήσεων κινεῖν ἡ ψυχὴ τὸ
ζῷον)· ὁμοίως δὲ καὶ ὅσοι τὸν
νοῦν καὶ τὸ αἰσθητικὸν ἐκ τῶν
στοιχείων ποιοῦσιν. φαίνεται
γὰρ τά τε φυτὰ ζῆν οὐ
μετέχοντα [φορᾶς οὐδ']
αἰσθήσεως, καὶ τῶν ζῴων <τὰ>
πολλὰ διάνοιαν οὐκ ἔχειν.

φαίνεται τινά των ζώων ότι είναι
στάσιμα εν τόπω 83. Και όμως
πιστεύεται ότι κατά μόνην την
τοπικήν κίνησιν η ψυχή κινεί το
ζώον. Όμοια προς ταύτα
αντιτάσσονται και εις όσους τον νουν
και την αίσθησιν υπολαμβάνουσιν,
ότι σύγκεινται εκ στοιχείων. Διότι και
τα φυτά ζώσι χωρίς να μετέχωσι
τοπικής κινήσεως και αισθήσεως και
εκ των ζώων πολλά δεν έχουσι
διάνοιαν.

εἰ δέ τις καὶ ταῦτα
παραχωρήσειε καὶ θείη τὸν νοῦν
μέρος τι τῆς ψυχῆς, ὁμοίως δὲ
καὶ τὸ αἰσθητικόν, οὐδ' ἂν οὕτω
λέγοιεν καθόλου περὶ πάσης
ψυχῆς οὐδὲ περὶ ὅλης οὐδεμιᾶς.

14. Εάν δε τις και ταύτα παραχωρήση
και υποθέση ότι ο νους είναι μέρος
της ψυχής, ομοίως όπως είναι και η
αίσθησις, ουδέ ούτω θα έλεγε
καθόλου περί πάσης ψυχής, ουδέ περί
ενός ολοκλήρου είδους αυτής,

τοῦτο δὲ πέπονθε καὶ ὁ ἐν τοῖς
Ὀρφικοῖς καλουμένοις ἔπεσι
λόγος· φησὶ γὰρ τὴν ψυχὴν ἐκ
τοῦ ὅλου εἰσιέναι ἀναπνεόντων,
φερομένην ὑπὸ τῶν ἀνέμων, οὐχ
οἷόν τε δὲ τοῖς φυτοῖς τοῦτο
συμβαίνειν οὐδὲ

15. Το αυτό πάσχει και η εξήγησις
της ψυχής, ην δίδουσι τα καλούμενα
ορφικά έπη· λέγουσι δηλ. “ότι η ψυχή
εκ του σύμπαντος εισέρχεται εις τα
ζώα, όταν αναπνέωσι, φερομένη υπό
των ανέμων”. Αλλά τούτο βέβαια δεν
συμβαίνει εις τα φυτά 84

τῶν ζῴων ἐνίοις, εἴπερ μὴ πάντα ουδέ είς τινα ζώα, αφού δεν
αναπνέουσι πάντα. Τούτο όμως
ἀναπνέουσιν· τοῦτο δὲ λέληθε
διέφυγε τους έχοντας τας δοξασίας
τοὺς οὕτως ὑπειληφότας.
ταύτας.
(εἰ δὲ δεῖ τὴν ψυχὴν ἐκ τῶν
στοιχείων ποιεῖν, οὐθὲν δεῖ ἐξ
ἁπάντων· ἱκανὸν γὰρ θάτερον
μέρος τῆς ἐναντιώσεως ἑαυτό τε
κρίνειν καὶ τὸ ἀντικείμενον. καὶ
γὰρ τῷ εὐθεῖ καὶ αὐτὸ καὶ τὸ
καμπύλον γινώσκομεν· κριτὴς
γὰρ ἀμφοῖν ὁ κανών, τὸ δὲ
καμπύλον οὔθ' ἑαυτοῦ οὔτε τοῦ

16. Και εάν έτι πρέπη να συστήσωμεν
την ψυχήν εκ των στοιχείων, δεν
είναι ανάγκη να την συστήσωμεν εκ
πάντων των στοιχείων διότι αρκεί το
έτερον μέρος της αντιθέσεως, ίνα
κρίνη εαυτό και το αντίθετον λ. χ. διά
του ευθέος γινώσκομεν και αυτό το
ευθύ και το καμπύλον, διότι
κριτήριον και των δύο είναι ο κανών,
ενώ το καμπύλον ούτε του καμπύλου

Ως τα ζωόφυτα. Κατά τον Αριστ. το διακριτικόν γνώρισμα του ζώου είναι η αισθητικότης, η αισθητική
ψυχή. Η κίνησις δεν δύναται να ανήκη εις την ουσιώδη φύσιν της ψυχής, διότι αισθανόμενά τινα όντα
είναι στάσιμα και ακίνητα. Η αντίρρησις λοιπόν στρέφεται κατά Δημοκρίτου και Ξενοκράτους.
84
Και τα φυτά έχουσι ψυχήν, αλλά την θρεπτικήν μόνην.
83

εὐθέος.)

ούτε του ευθέος είναι κριτήριον.

καὶ ἐν τῷ ὅλῳ δή τινες αὐτὴν
μεμῖχθαί φασιν, ὅθεν ἴσως καὶ
Θαλῆς ᾠήθη πάντα πλήρη θεῶν
εἶναι.

17. Τινές δε λέγουσιν ότι η ψυχή
είναι διακεχυμένη εις το σύμπαν, και
εκ τούτου ίσως ο Θαλής εδόξασεν,
ότι πάντα είναι πλήρη θεών.

τοῦτο δ' ἔχει τινὰς ἀπορίας· διὰ
τίνα γὰρ αἰτίαν ἐν μὲν τῷ ἀέρι ἢ
τῷ πυρὶ οὖσα ἡ ψυχὴ οὐ ποιεῖ
ζῷον, ἐν δὲ τοῖς μικτοῖς, καὶ
ταῦτα βελτίων ἐν τούτοις εἶναι
δοκοῦσα;

18. Αλλά και αύτη η δόξα εγείρει
πολλάς απορίας. Τω όντι διά ποίαν
αιτίαν η ψυχή η υπάρχουσα εν τω
αέρι ή εν τω πυρί δεν παράγει ζώον,
ενώ εν τοις μικτοίς 85 παράγει,
μολονότι φαίνεται εις αυτούς
ανωτέρα η εν τοις δύο εκείνοις
στοιχείοις υπάρχουσα;

(ἐπιζητήσειε δ' ἄν τις καὶ διὰ τίν'
αἰτίαν ἡ ἐν τῷ ἀέρι ψυχὴ τῆς ἐν
τοῖς ζῴοις βελτίων ἐστὶ καὶ
ἀθανατωτέρα.)

19. Δύναται τις να επερωτήση και δια
ποίαν αιτίαν η εν τω αέρι ψυχή είναι
ανωτέρα και μάλλον αθάνατος της
υπαρχούσης εν τοις ζώοις.

συμβαίνει δ' ἀμφοτέρως ἄτοπον
καὶ παράλογον· καὶ γὰρ τὸ
λέγειν ζῷον τὸ πῦρ ἢ τὸν ἀέρα
τῶν παραλογωτέρων ἐστί, καὶ τὸ
μὴ λέγειν ζῷα ψυχῆς ἐνούσης
ἄτοπον.

20. Κατ' αμφοτέρας δε τας
περιπτώσεις συμβαίνει εν άτοπον και
εν παράλογον. Διότι το να λέγωμεν
ότι το πυρ ή ο αήρ είναι ζώον, είναι
από τα παραλογώτατα πράγματα,
αλλά και να μη λέγωμεν αυτά ζώα,
ενώ είναι έμψυχα, επίσης είναι
άτοπον.

ὑπολαβεῖν δ' ἐοίκασιν εἶναι τὴν
ψυχὴν ἐν τούτοις ὅτι τὸ ὅλον
τοῖς μορίοις ὁμοειδές· ὥστ'
ἀναγκαῖον αὐτοῖς λέγειν καὶ τὴν
ψυχὴν ὁμοειδῆ τοῖς μορίοις
εἶναι, εἰ τῷ ἀπολαμβάνεσθαί τι
τοῦ περιέχοντος ἐν τοῖς ζῴοις
ἔμψυχα τὰ ζῷα γίνεται. εἰ δ' ὁ
μὲν ἀὴρ διασπώ- μενος
ὁμοειδής, ἡ δὲ ψυχὴ
ἀνομοιομερής, τὸ μέν τι αὐτῆς
ὑπάρξει δῆλον ὅτι, τὸ δ' οὐχ
ὑπάρξει. ἀναγκαῖον οὖν αὐτὴν ἢ
ὁμοιομερῆ εἶναι ἢ μὴ

21. Φαίνεται ότι ούτοι υπέθεσαν, ότι
υπάρχει ψυχή εν τοις απλοίς τούτοις
σώμασι, διά τον λόγον ότι το όλον
είναι 86 του αυτού είδους με τα μέρη
του, ώστε ηναγκάσθησαν να είπωσιν
ότι και η ψυχή είναι ομοειδής με τα
μέρη της, εάν αληθώς τα ζώα
γίνωνται έμψυχα λαμβάνοντά τι του
περιέχοντος (αέρος) εντός αυτών.
Αλλ' όμως εάν ο αήρ ο διακεχυμένος
είναι ομοειδής, η δε ψυχή σύγκειται
εκ μερών ανομοίων, προδήλως εν
μέρος αυτής θα υπάρχη εν τω αέρι,
άλλα δε δεν θα υπάρχωσιν εν αυτώ
αναγκαίως· λοιπόν η ψυχή ή είναι
ομοιομερής 87 ή δεν υπάρχει εις παν
οιονδήποτε μέρος (στοιχείον) του

Ήτοι εν τοις σώμασι τα οποία σύγκεινται εκ διαφόρων στοιχείων αναμεμιγμένων μεταξύ των.
Αν τα στοιχεία αποτελούσι την ψυχήν, πρέπει και ο αήρ και το πυρ να έχωσι την ψυχήν. Και αφού τα
μέρη των έχουσι ψυχήν πρέπει και το όλον αυτών να έχη ψυχήν.
87
Όπερ αδύνατον, αν η ψυχή σύγκειται εκ των στοιχείων, τα οποία δεν είναι όμοια.
85
86

ἐνυπάρχειν ἐν ὁτῳοῦν μορίῳ τοῦ παντός.
παντός.

411b

88
89

φανερὸν οὖν ἐκ τῶν εἰρημένων
ὡς οὔτε τὸ γινώσκειν ὑπάρχει τῇ
ψυχῇ διὰ τὸ ἐκ τῶν στοιχείων
εἶναι, οὔτε τὸ κινεῖσθαι αὐτὴν
καλῶς οὐδ' ἀληθῶς λέγεται.

22. Είναι λοιπόν φανερόν εκ των
ειρημένων, ότι ούτε την γνώσιν έχει η
ψυχή διά τον λόγον ότι συνίσταται εκ
των στοιχείων, ούτε λέγεται ορθώς
και αληθώς ότι κινείται.

ἐπεὶ δὲ τὸ γινώσκειν τῆς ψυχῆς
ἐστὶ καὶ τὸ αἰσθάνεσθαί τε καὶ
τὸ δοξάζειν, ἔτι δὲ τὸ ἐπιθυμεῖν
καὶ βούλεσθαι καὶ ὅλως αἱ
ὀρέξεις, γίνεται δὲ καὶ ἡ κατὰ
τόπον κίνησις τοῖς ζῴοις ὑπὸ τῆς
ψυχῆς, ἔτι δ' αὔξη τε καὶ ἀκμὴ
καὶ φθίσις, πότερον ὅλῃ

23. Επειδή δε η γνώσις ανήκει εις την
ψυχήν και η αίσθησις και η δόξα,
προσέτι δε η επιθυμία και η βούλησις
και γενικώς αι ορέξεις, γίνεται δε και
η τοπική κίνησις εις τα ζώα υπό της
ψυχής, προσέτι δε αύξησις αυτών και
ακμή και φθίσις, άρά γε εις όλην την
ψυχήν υπάρχει εκάστη των
λειτουργιών

τῇ ψυχῇ τούτων ἕκαστον
ὑπάρχει, καὶ πάσῃ νοοῦμέν τε
καὶ αἰσθανόμεθα καὶ κινούμεθα
καὶ τῶν ἄλλων ἕκαστον
ποιοῦμέν τε καὶ πάσχομεν, ἢ
μορίοις ἑτέροις ἕτερα; καὶ τὸ ζῆν
δὴ πότερον ἔν τινι τούτων ἐστὶν
ἑνὶ ἢ καὶ ἐν πλείοσιν ἢ πᾶσιν, ἢ
καὶ ἄλλο τι αἴτιον;

τούτων, διά πάσης δηλ. της ψυχής
νοούμεν και αισθανόμεθα και
κινούμεθα και έκαστον των άλλων
ποιούμεν και πάσχομεν, ή άλλα
τούτων δι' άλλων μερών της ψυχής;
Και η αρχή της ζωής είναι εις έν των
μερών τούτων ή εις περισσότερα ή
εις όλα; Ή υπάρχει πλην της ψυχής
άλλο τι αίτιον της ζωής; xxi

λέγουσι δή τινες μεριστὴν
αὐτήν, καὶ ἄλλῳ μὲν νοεῖν ἄλλῳ
δὲ ἐπιθυμεῖν. τί οὖν δή ποτε
συνέχει τὴν ψυχήν, εἰ μεριστὴ
πέφυκεν; οὐ γὰρ δὴ τό γε σῶμα·
δοκεῖ γὰρ τοὐναντίον μᾶλλον ἡ
ψυχὴ τὸ σῶμα συνέχειν·
ἐξελθούσης γοῦν διαπνεῖται καὶ
σήπεται. εἰ οὖν ἕτερόν τι μίαν
αὐτὴν ποιεῖ, ἐκεῖνο μάλιστ' ἂν
εἴη ψυχή. δεήσει δὲ πάλιν
κἀκεῖνο ζητεῖν πότερον ἓν ἢ
πολυμερές. εἰ μὲν γὰρ ἕν, διὰ τί
οὐκ εὐθέως καὶ ἡ ψυχὴ ἕν; εἰ δὲ
μεριστόν, πάλιν ὁ λόγος ζητήσει

24. Λέγουσι βεβαίως τινές ότι η ψυχή
είναι διαιρετή, και άλλο μεν μέρος
νοεί 88, άλλο δε επιθυμεί 89. Αλλά τί
λοιπόν τότε συνέχει τα μέρη της
ψυχής, εάν είναι φύσει διηρημένη;
Βεβαίως ουχί το σώμα· διότι
τουναντίον η ψυχή πιστεύεται μάλλον
ότι συνέχει το σώμα, και άμα εξέλθη
η ψυχή εκπνέει το σώμα και σήπεται.
Εάν λοιπόν άλλο τι κάμνη αυτήν
μίαν, το άλλο τούτο βεβαίως θα ήτο
αυτή η ψυχή. Αλλά θα χρειασθή
πάλιν να ερωτήσωμεν: είναι και
τούτο έν ή έχει πολλά μέρη; Και αν
είναι έν, διατί δεν είναι αμέσως και η
ψυχή έν; εάν δε είναι διηρημένον,
πάλιν ο λόγος θα ζητήση τί συνέχει

Το λογικόν.
Το επιθυμητικόν.

411b14

τί τὸ συνέχον ἐκεῖνο, καὶ οὕτω
δὴ πρόεισιν ἐπὶ τὸ ἄπειρον.

τα μέρη αυτού, και ούτω θα προχωρή
επ' άπειρον η πρόοδος.

ἀπορήσειε δ' ἄν τις καὶ περὶ
τῶν μορίων αὐτῆς, τίν' ἔχει
δύναμιν ἕκαστον ἐν τῷ σώματι.
εἰ γὰρ ἡ ὅλη ψυχὴ πᾶν τὸ σῶμα
συνέχει, προσήκει καὶ τῶν
μορίων ἕκαστον συνέχειν τι τοῦ
σώματος. τοῦτο δ' ἔοικεν
ἀδυνάτῳ· ποῖον γὰρ μόριον ἢ
πῶς ὁ νοῦς συνέξει, χαλεπὸν καὶ
πλάσαι.

25. Δύναταί τις δε να απορήση και
περί των μερών της ψυχής, ποίαν
δύναμιν έχει έκαστον αυτών εις το
σώμα; Διότι, αν ολόκληρος η ψυχή
όλον το σώμα συνέχη, έπεται ότι και
έκαστον των μερών αυτής συνέχει
μέρος τι του σώματος. Αλλά τούτο
φαίνεται αδύνατον. Διότι ποίον μέρος
ή πώς θα συνέχη αυτό ο νους, είναι
δύσκολον και να φαντασθή τις.

φαίνεται δὲ καὶ τὰ φυτὰ
διαιρούμενα ζῆν καὶ τῶν ζῴων
ἔνια τῶν ἐντόμων, ὡς τὴν αὐτὴν
ἔχοντα ψυχὴν τῷ εἴδει, εἰ καὶ μὴ
ἀριθμῷ· ἑκάτερον γὰρ τῶν
μορίων αἴσθησιν ἔχει καὶ
κινεῖται κατὰ τόπον ἐπί τινα
χρόνον. εἰ δὲ μὴ διατελοῦσιν,
οὐθὲν ἄτοπον· ὄργανα γὰρ οὐκ
ἔχουσιν ὥστε σώζειν τὴν φύσιν.
ἀλλ' οὐδὲν ἧττον ἐν ἑκατέρῳ
τῶν μορίων ἅπαντ' ἐνυπάρχει τὰ
μόρια τῆς ψυχῆς, καὶ ὁμοειδῆ
ἐστιν ἀλλήλοις καὶ τῇ ὅλῃ,
ἀλλήλοις μὲν ὡς οὐ χωριστὰ
ὄντα, τῇ δ' ὅλῃ ψυχῇ ὡς οὐ
διαιρετῇ οὔσῃ.

26. Φαίνεται δ' ότι όχι μόνον τα φυτά,
όταν διαιρεθώσιν, εξακολουθούσι να
ζώσιν, αλλά και εκ των ζώων έντομά
τινα ζώσιν, ώστε τα τμήματα έχουσι
μίαν ψυχήν την αυτήν κατά το είδος,
καίτοι ουχί και κατά τον αριθμόν 90,
διότι έκαστον των χωρισθέντων
μερών αισθάνεται και κινείται κατά
τόπον επί τινα χρόνον· και εάν δεν
εξακολουθώσιν ούτω να ζώσι, δεν
πρέπει να απορώμεν· διότι δεν
έχουσιν όργανα, ίνα διατηρήσωσι την
φύσιν αυτών. Ουχ ήττον όμως εις
καθέν των σωματικών μερών
υπάρχουσιν όλα τα μέρη της ψυχής
τα οποία, είναι ομοειδή προς άλληλα
και προς την όλην ψυχήν, προς
άλληλα μεν ως όντα αχώριστα, προς
δε την όλην ψυχήν ως ούσαν
διαιρετήν 91.

ἔοικε δὲ καὶ ἡ ἐν τοῖς φυτοῖς
ἀρχὴ ψυχή τις εἶναι· μόνης γὰρ
ταύτης κοινωνεῖ καὶ ζῷα καὶ
φυτά, καὶ αὕτη μὲν χωρίζεται
τῆς αἰσθητικῆς ἀρχῆς, αἴσθησιν
δ' οὐθὲν ἄνευ ταύτης ἔχει.

27. Και η αρχή δε, ήτις είναι εν τοις
φυτοίς, φαίνεται ότι είναι ψυχή τις·
διότι τα φυτά και τα ζώα μόνην
ταύτην την ψυχήν 92 έχουσι κοινήν.
Και η τοιαύτη μεν ψυχή δύναται να
υπάρχη χωριστή από της αισθητικής
αρχής, άνευ όμως αυτής ουδέν όν έχει
αίσθησιν.

Αριθμητικώς υπάρχουσι πολλαί ατομικαί ψυχαί, ειδικώς δε (κατ' είδος) η ψυχή είναι η αυτή είς τε τα
μέρη και εις το όλον σώμα.
91
Ως εάν η ψυχή ανευρίσκετο ολόκληρος εν εκάστω των μερών, εις τα οποία διηρέθη το ζώον.
92
Την θρεπτικήν.
90

ΒΙΒΛΙΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ
Γενική θεωρία και ορισμός της ψυχής. — Θρεπτικόν.—Αισθητικόν.
Το Β' Βιβλίον πραγματεύεται περί των δυνάμεων της ψυχής: και μάλιστα περί των
αισθήσεων, πρώτον δε ορίζει τι εστί ψυχή. Κατά τον Αριστοτέλην τα φυσικά όντα
διαιρούνται εις έμψυχα και άψυχα. Το ιδιάζον χαρακτηριστικόν των οργανικών όντων
είναι η ψυχή, ήτις είναι η αρχή της ζωής και της κινήσεως. Η ζωή είναι η γενική
μορφή της οργανικής ενεργείας. Η θρεπτική δε ζωή, η αισθητική και η διανοητική
είναι μερικαί μορφαί αυτής. Το ον, όπερ έχει την ικανότητα να διανοήται, να
αισθάνηται, να κινήται τοπικώς και να τρέφηται, λέγομεν ότι ζη. Η μεν εσωτερική
κίνησις, ήτοι η θρέψις, αύξησις και φθίσις, είναι κοινή εις πάντα τα ζώντα, μόνη δε
υπάρχει εις τα φυτά. Υψηλοτέρα ανάπτυξις της ζωικής αρχής είναι η αίσθηοις, είτα η
τοπική κίνησις και τέλος η νόησις, ήτις είναι ο ανώτατος βαθμός της εξελίξεως της
ψυχής. Η ψυχή άρα είναι ενότης περιλαμβάνουσα τας αρχάς της ζωής, της αισθήσεως
και της νοήσεως. Εκάστη βαθμίς είναι ύλη, μέσον και όρος της ανωτέρας, ήτις είναι
τέλος και σκοπός της κατωτέρας. Εκάστη είναι διάφορος τρόπος ενεργείας και
εκδηλώσεως της μιας ψυχής προσδιοριζόμενος υπό της διαφοράς του υλικού ή του
αντικειμένου αυτής.
Παν ό,τι ζη είναι σύνθετον εκ ψυχής και σώματος· και η μεν ψυχή 1) είναι η αιτία της
κινήσεως και μεταβολής αυτού, είναι άρα ποιητική αιτία· 2) προσδιορίζει την
μορφήν, την ατομικότητα, την έννοιαν του οργανισμού, είναι άρα ειδική αιτία· 3)
είναι ο τελικός σκοπός του σώματος, είναι άρα τελική αιτία. Το σώμα δ' είναι η υλική
αιτία, ο όρος ου άνευ δεν δύναται να υπάρχη το όλον, είναι η δύναμις του πράγματος.
Ψυχή λοιπόν και σώμα διακρίνονται απ' αλλήλων, αλλ' ουδέτερον δύναται να υπάρχη
άνευ του ετέρου. [σ. 48] Το σώμα είναι όργανον, η ψυχή είναι η ζωική αρχή. Η ζωή
περιέχει στοιχείον ενεργητικόν και έτερον παθητικόν, αρχήν κινούσαν και πράγμα
κινούμενον, είδος και ύλην. Το είδος είναι η κινούσα, η ποιητική αιτία, ήτις
πραγματοποιεί τας δυνάμεις του μερικού σώματος και υψώνει αυτό εις την τελείαν,
την αληθή πραγματικότητα αυτού. Άνευ της ψυχής το σώμα είναι άμορφος ύλη.
Επειδή δε η πλήρης ανάπτυξις, η τελεία ενεργοποίησις της δυνάμεως πράγματός τινος
λέγεται εντελέχεια, άρα η ψυχή είναι η εντελέχεια σώματος φυσικού (ουχί τεχνητού)
ό περ έχει ό ργανα και δύναται να ζη. Η κίνησις, η πο ρεία της μεταβάσεως από το υ
δυνατού εις το πραγματικόν, από της δυνάμεως εις την εντελέχειαν λέγεται ενέργεια,
τον όρον δε τούτον ο Αριστοτέλης πολλάκις μεταχειρίζεται αντί της εντελεχείας
(τελείας ενεργείας, εντελούς έξεως).
Εν τοις τελείοις οργανισμοίς το φυσιολογικόν και ψυχικόν κέντρον είναι η καρδία,
ουχί ο εγκέφαλος, όστις απλώς κανονίζει την θερμοκρασίαν αυτής. Η θερμότης, το
στοιχείον εν ω η ψυχή αμέσως ενσαρκούται, συντηρείται υπό της τροφής. Η αναπνοή
δε των πνευμόνων και ο ψυχρός εγκέφαλος εμποδίζουσιν υπέρμετρον παραγωγήν
ζωικής θερμότητος. Η θερμότης είναι απαραίτητον μέσον της θρέψεως. Αλλ' η
απόλυτος αιτία της θρέψεως είναι η ψυχή, ήτις τρέφει και συντηρεί το σώμα δια των
τροφών ας αφομοιούται. Πρώτη λοιπόν εντελέχεια είναι η θρεπτική ψυχή, ης έργον
είναι η χρήσις της τροφής προς συντήρησιν του ατόμου και η γέννησις ομοίων όντων
προς διατήρησιν του γένους. Η ψυχή μεταχειρίζεται προς ταύτα την θερμότητα και τα
τρόφιμα, όπως ο πλοίαρχος την χείρα και το πηδάλιον. Τα μεν φυτά μόνην έχουσι την
ψυχήν ταύτην. Τα ζώα όμως πλην της θρεπτικής έχουσι και την αισθητικήν ψυχήν.

Τα αισθητήρια είναι όργανα αντιλήψεως του εξωτερικού κόσμου. Η αίσθησις είναι
κίνησις ή αλλοίωσις του αισθητηρίου. Το αισθητικόν (υποκείμενον) και το αισθητόν
(αντικείμενον) είναι έν εν τη ενεργώ αισθήσει. Το αισθητήριον είναι δυνάμει ό,τι
είναι το αισθητόν ενεργεία· αισθανόμενον δε αφομοιούται το είδος του πράγματος
άνευ της ύλης, δέχεται ποιοτικά στοιχεία ανήκοντα εις ατομικόν τι πράγμα, αλλ' ουχί
το άτομον. Το υποκείμενον πριν ή αισθανθή είναι διάφορον του αισθητού, αλλά μετά
την αίσθησιν είναι ως το αισθητόν. Η διαφορά αυτών έγκειται εις τον τρόπον καθ' όν
έκαστον υπάρχει.—Το αίσθημα είναι φαινόμενον ψυχικόν, αλλά το όργανον της
αισθήσεως είναι φυσικόν. Όμμα και όψις συνδέονται ως ύλη και είδος.—Μετά του
οργάνου και του αισθητού αντικειμένου τρίτος αναγκαίος παράγων εκάστης
αισθήσεως είναι το μεταξύ, το διάμεσον στοιχείον. Της όψεως λ.χ. το μεταξύ είναι το
διαφανές, ήτοι ο αήρ, το ύδωρ και άλλα διαφανή σώματα.
Τα ατομικά και μεμονωμένα αισθήματα και τας αναφοράς αυτών η ψυχή ανάγει εις
την ενότητα κοινής αντιλήψεως. Αντιλαμβανόμεθα ότι ορώμεν, ακούομεν κ.λ.,
συγκρίνομεν έπειτα και συνδυάζομεν ή χωρίζομεν τα αισθήματα ταύτα. Ούτω πλην
των 5 μερικών αισθήσεων υπάρχει κοινή αίσθησις, περί ης κατωτέρω πραγματεύεται
ο Αριστοτέλης. [σ. 49]

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'
Γενικός ορισμός της ψυχής.—Η ψυχή είναι η πρώτη εντελέχεια σώματος φυσικού
(ουχί τεχνητού) οργανικού (έχοντος όργανα αναγκαία προς το ζην). Είναι το είδος
και η ουσία του σώματος. Επακόλουθα του ορισμού τούτου. Η ψυχή αχώριστος
από του σώματος.

412a
412a3

93

Β
Τὰ μὲν δὴ ὑπὸ τῶν πρότερον
παραδεδομένα περὶ ψυχῆς εἰρήσθω· πάλιν δ' ὥσπερ ἐξ
ὑπαρχῆς ἐπανίωμεν, πειρώμενοι διορίσαι τί ἐστι ψυχὴ
καὶ τίς ἂν εἴη κοινότατος
λόγος αὐτῆς.

1. Συνεζητήσαμεν αρκετά τα υπό των
πρότερον φιλοσοφησάντων
παραδοθέντα περί ψυχής. Ας
επανέλθωμεν δε οπίσω, ίνα
επαναλάβωμεν τα πράγματα τρόπον
τινά εξ αρχής και ας προσπαθήσωμεν
να προσδιορίσωμεν τι είναι η ψυχή
και τις δύναται να είναι ο
γενικότατος 93 ορισμός αυτής.

λέγομεν δὴ γένος ἕν τι τῶν
ὄντων τὴν οὐσίαν, ταύτης δὲ τὸ
μέν, ὡς ὕλην, ὃ καθ' αὑτὸ οὐκ
ἔστι τόδε τι, ἕτερον δὲ μορφὴν

2. Λέγομεν λοιπόν ότι μία τάξις
όντων είναι η ουσία· xxii εν αυτή δε
διακρίνομεν πρώτον την ύλην, ήτις
καθ' εαυτήν δεν είναι τούτο το
ωρισμένον πράγμα, έπειτα δε μορφήν

Όστις θα περιλαμβάνη πάντα τα έχοντα ζωήν, ήτοι φυτά και ζώα.

412a.11

94
95

καὶ εἶδος, καθ' ἣν ἤδη λέγεται
τόδε τι, καὶ τρίτον τὸ ἐκ τούτων.
ἔστι δ' ἡ μὲν ὕλη δύναμις, τὸ δ'
εἶδος ἐντελέχεια, καὶ τοῦτο
διχῶς, τὸ μὲν ὡς ἐπιστήμη, τὸ δ'
ὡς τὸ θεωρεῖν.

και είδος, κατά το οποίον το πράγμα
λέγεται ότι είναι τούτο το πράγμα,
και τρίτον το εκ των δύο τούτων
σύνθετον. Είναι δε η μεν ύλη
δύναμις 94, το δε είδος εντελέχεια, και
αύτη είναι διττή, ούτως ως η
επιστήμη και η θεωρία (ήτοι ως έξις
και κατοχή γνώσεως ή δεξιότητος και
ως εν ενεργεία γνώσις).

οὐσίαι δὲ μάλιστ' εἶναι
δοκοῦσι τὰ σώματα, καὶ τούτων
τὰ φυσικά· ταῦτα γὰρ τῶν
ἄλλων ἀρχαί. τῶν δὲ φυσικῶν
τὰ μὲν ἔχει ζωήν, τὰ δ' οὐκ ἔχει·
ζωὴν δὲ λέγομεν τὴν δι' αὑτοῦ
τροφήν τε καὶ αὔξησιν καὶ
φθίσιν. ὥστε πᾶν σῶμα φυσικὸν
μετέχον ζωῆς οὐσία ἂν εἴη,
οὐσία δ' οὕτως ὡς συνθέτη.

3. Ουσίαι δε προ πάντων φαίνονται
ότι είναι τα σώματα, και εκ τούτων
τα φυσικά (γη, ύδωρ κλπ.). Διότι
ταύτα είναι αι αρχαί των άλλων
σωμάτων (των τεχνητών). Εκ των
φυσικών δε σωμάτων άλλα μεν
έχουσι ζωήν, άλλα δε δεν έχουσι.
Ζωήν λέγομεν την αρχήν της δι'
εαυτού θρέψεως και αυξήσεως και
φθοράς του σώματος. Ώστε παν
σώμα φυσικόν έχον ζωήν είναι
ουσία, αλλ' ουσία σύνθετος, σύνθετος
δε εξ ύλης και είδους, ως είπομεν.

ἐπεὶ δ' ἐστὶ καὶ σῶμα καὶ
τοιόνδε, ζωὴν γὰρ ἔχον, οὐκ ἂν
εἴη σῶμα ἡ ψυχή· οὐ γάρ ἐστι
τῶν καθ' ὑποκειμένου τὸ σῶμα,
μᾶλλον δ' ὡς ὑποκείμενον καὶ
ὕλη. ἀναγκαῖον ἄρα τὴν ψυχὴν
οὐσίαν εἶναι ὡς εἶδος σώματος
φυσικοῦ δυνάμει ζωὴν ἔχοντος.
ἡ δ' οὐσία ἐντελέχεια· τοιούτου
ἄρα σώματος ἐντελέχεια.

4. Επειδή δε τούτο είναι σώμα
τοιούτον, έχον δήλα δη ζωήν, το
σώμα δεν δύναται να είναι ψυχή.
Διότι το σώμα δεν είναι εξ εκείνων
τα οποία κατηγορούνται εις
υποκείμενόν τι, αλλά αυτό μάλλον
είναι υποκείμενον και ύλη.
Αναγκαίως άρα η ψυχή είναι ουσία,
ήτοι είναι είδος σώματος φυσικού,
όπερ έχει δυνάμει 95 ζωήν. Αλλ' η
ουσία είναι εντελέχεια. Η ψυχή
λοιπόν είναι εντελέχεια σώματος
τοιούτου, οίον είπομεν. [σ. 50]

αὕτη δὲ λέγεται διχῶς, ἡ μὲν ὡς
ἐπιστήμη, ἡ δ' ὡς τὸ θεωρεῖν.
φανερὸν οὖν ὅτι ὡς ἐπιστήμη· ἐν
γὰρ τῷ ὑπάρχειν τὴν ψυχὴν καὶ
ὕπνος καὶ ἐγρήγορσίς ἐστιν,
ἀνάλογον δ' ἡ μὲν ἐγρήγορσις
τῷ θεωρεῖν, ὁ δ' ὕπνος τῷ ἔχειν
καὶ μὴ ἐνεργεῖν· προτέρα δὲ τῇ
γενέσει ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἡ

5. Αλλ' η εντελέχεια λέγεται κατά
δύο τρόπους αναλόγους ο μεν προς
την επιστήμην, ο δε προς την
θεωρίαν. Φανερόν είναι λοιπόν ότι η
ψυχή είναι ως η επιστήμη. Διότι εν τη
υπάρξει της ψυχής εμπεριέχεται και
ύπνος και εγρήγορσις, αναλογεί δε η
μεν εγρήγορσις προς την θεωρίαν, ο
δε ύπνος προς την έξιν ή κατοχήν της
γνώσεως άνευ ενεργείας. Πρότερα
όμως κατά την γένεσιν εφ' ενός και

Η ύλη είναι ακόμη ουδέν, και δύναται να είναι πάντα, πριν ή η μορφή διορίση αυτήν ειδικώς.
Όπερ δύναται να δεχθή την ζωήν ή έχει την ικανότητα να ζη.

412b

ἐπιστήμη. διὸ ἡ ψυχή ἐστιν
ἐντελέχεια ἡ πρώτη σώματος
φυσικοῦ δυνάμει ζωὴν ἔχοντος.

του αυτού πράγματος είναι η
επιστήμη 96. Δια ταύτα η ψυχή είναι η
πρώτη εντελέχεια xxiii ( 97) φυσικού
σώματος, όπερ δυνάμει έχει ζωήν.

τοιοῦτον δὲ ὃ ἂν ᾖ ὀργανι-

6. και όπερ είναι οργανικόν.

κόν. (ὄργανα δὲ καὶ τὰ τῶν
φυτῶν μέρη, ἀλλὰ παντελῶς
ἁπλᾶ, οἷον τὸ φύλλον
περικαρπίου σκέπασμα, τὸ δὲ
περικάρπιον καρποῦ· αἱ δὲ ῥίζαι τῷ
στόματι ἀνάλογον· ἄμφω
γὰρ ἕλκει τὴν τροφήν.) εἰ δή τι
κοινὸν ἐπὶ πάσης ψυχῆς
δεῖ λέγειν, εἴη ἂν ἐντελέχεια ἡ
πρώτη σώματος φυσικοῦ
ὀργανικοῦ.

Όργανα δε είναι και τα μέρη των
φυτών, αλλά είναι όργανα εντελώς
απλά· λ.χ. το φύλλον, είναι σκέπασμα
του περικαρπίου, το δε περικάρπιον
είναι σκέπασμα του καρπού. Αι ρίζαι
δε αναλογούσι προς το στόμα, διότι
και τα δύο ταύτα παραλαμβάνουσι
την τροφήν. Εάν λοιπόν πρέπει να
δώσωμεν ορισμόν κοινόν εις παν
είδος ψυχής, λέγομεν, ότι είναι η
πρώτη εντελέχεια σώματος φυσικού
οργανικού.

διὸ καὶ οὐ δεῖ ζητεῖν εἰ ἓν ἡ ψυχὴ
καὶ τὸ σῶμα,
ὥσπερ οὐδὲ τὸν κηρὸν καὶ τὸ
σχῆμα, οὐδ' ὅλως τὴν ἑκάστου
ὕλην καὶ τὸ οὗ ἡ ὕλη· τὸ γὰρ ἓν
καὶ τὸ εἶναι ἐπεὶ πλεοναχῶς λέγεται, τὸ κυρίως ἡ
ἐντελέχειά ἐστιν.

7. Δια τούτο δεν πρέπει να ζητώμεν
αν η ψυχή και το σώμα είναι εν, όπως
ούτε αν ο κηρός (η ύλη) και το σχήμα
(το είδος) αυτού είναι εν, όπως εν
γένει δεν πρέπει να ζητώμεν αν είναι
εν η ύλη έκαστου πράγματος και το
πράγμα του οποίου είναι η ύλη. Διότι
το εν και το είναι λέγονται μεν κατά
πολλάς σημασίας, αλλ' η κυρία
σημασία αυτών είναι η εντελέχεια 98.

καθόλου μὲν οὖν εἴρηται τί
ἐστιν ἡ ψυχή· οὐσία γὰρ ἡ κατὰ
τὸν λόγον. τοῦτο δὲ τὸ τί ἦν
εἶναι τῷ τοιῳδὶ σώματι,
καθάπερ εἴ τι τῶν ὀργάνων
φυσικὸν ἦν σῶμα, οἷον πέλεκυς·
ἦν μὲν γὰρ ἂν τὸ πελέκει εἶναι ἡ
οὐσία αὐτοῦ, καὶ ἡ ψυχὴ τοῦτο·
χωρισθείσης δὲ ταύτης οὐκ ἂν
ἔτι πέλεκυς ἦν, ἀλλ' ἢ
ὁμωνύμως, νῦν δ' ἔστι πέλεκυς.

8. Είπομεν λοιπόν καθόλου τι είναι
ψυχή· είναι δήλα δη ουσία
ενεργοποιούσα μίαν έννοιαν (λόγον)·
είναι η ουσιώδης έννοια τοιούτου
τινός σώματος. Ούτως έστω ότι εν
των οργάνων τέχνης [σ. 51] τινός
είναι φυσικόν σώμα· λ.χ. ο πέλεκυς.
Η έννοια του πελέκεως θα είναι η
ουσία αυτού (το να κόπτη), αύτη δε
θα είναι και η ψυχή αυτού· και, αν
αύτη αφαιρεθή, δεν θα υπάρχη πλέον
πέλεκυς, ειμή καθ' απλήν ομωνυμίαν.
Πραγματικώς όμως τόρα είναι
πέλεκυς (ουχί ζώον) και τοιούτου

Προηγείται η έξις ή κατοχή γνώσεως ή άλλης ικανότητος, και έπεται η χρήσις ή ενεργοποίησις αυτών.
Ως έξις και κατοχή, οία η θρεπτική ψυχή, ήτις είναι έξις και ενέργεια και προϋπόθεσις των άλλων.
98
Πραγματικόν ον, τόδε τι, είναι εκείνο, εν ω συνηνώθησαν πάντα τα συστατικά στοιχειά του. Το σώμα
άνευ της ψυχής είναι πτώμα και ανάπαλιν η ψυχή άνευ του σώματος είναι απλή αφαίρεσις εν τη διανοία
ημών.
96
97

οὐ γὰρ τοιούτου σώματος τὸ τί
ἦν εἶναι καὶ ὁ λόγος ἡ ψυχή,
ἀλλὰ φυσικοῦ τοιουδί, ἔχοντος
ἀρχὴν κινήσεως καὶ στάσεως ἐν
ἑαυτῷ.

σώματος η ουσία και ο λόγος δεν
είναι η ψυχή, αλλ' η ψυχή είναι ο
λόγος τοιούτου φυσικού (όχι
τεχνητού ως ο πέλεκυς), όπερ έχει εν
εαυτώ την αρχήν της κινήσεως και
της στάσεως.

θεωρεῖν δὲ καὶ ἐπὶ τῶν μερῶν
δεῖ τὸ λεχθέν. εἰ γὰρ ἦν ὁ
ὀφθαλμὸς ζῷον, ψυχὴ ἂν ἦν
αὐτοῦ ἡ ὄψις· αὕτη γὰρ οὐσία
ὀφθαλμοῦ ἡ κατὰ τὸν λόγον (ὁ
δ' ὀφθαλμὸς ὕλη ὄψεως), ἧς
ἀπολειπούσης οὐκέτ' ὀφθαλμός,
πλὴν ὁμωνύμως, καθάπερ ὁ
λίθινος καὶ ὁ γεγραμμένος. δεῖ
δὴ λαβεῖν τὸ ἐπὶ μέρους ἐφ' ὅλου
τοῦ ζῶντος σώματος· ἀνάλογον
γὰρ ἔχει ὡς τὸ μέρος πρὸς τὸ
μέρος, οὕτως ἡ ὅλη αἴσθησις
πρὸς τὸ ὅλον σῶμα τὸ
αἰσθητικόν, ᾗ τοιοῦτον.

9. Ανάγκη δε το λεγόμενον να
παρατηρήσωμεν και επί των μελών
του σώματος. Εάν δήλα δη ο
οφθαλμός ήτο ζώον, ψυχή αυτού θα
ήτο η όψις· η όψις δήλα δη είναι η
ουσία του οφθαλμού κατά λόγον
(νοητή). Ο δε οφθαλμός είναι η ύλη
της όψεως 99, αν δε εκλείψη η όψις,
δεν υπάρχει πλέον οφθαλμός ειμή
καθ' ομωνυμίαν, όπως είναι ο λίθινος
και ο εικονισμένος οφθαλμός. Πρέπει
δε να εφαρμόσωμεν το λεγόμενον
περί του σώματος εις το όλον ζων
σώμα. Διότι ως η μερική αίσθησις
αναφέρεται εις το μερικόν όργανον 100
ούτω η όλη αίσθησις αναλογεί προς
το όλον σώμα το αισθητικόν,
καθόσον είναι αισθητικόν.

ἔστι δὲ οὐ τὸ ἀποβεβληκὸς τὴν
ψυχὴν τὸ δυνάμει ὂν ὥστε ζῆν,
ἀλλὰ τὸ ἔχον· τὸ δὲ σπέρμα καὶ
ὁ καρπὸς τὸ δυνάμει τοιονδὶ
σῶμα. ὡς μὲν οὖν ἡ τμῆσις καὶ ἡ
ὅρασις, οὕτω καὶ ἡ ἐγρήγορσις
ἐντελέ- [413a] χεια, ὡς δ' ἡ ὄψις
καὶ ἡ δύναμις τοῦ ὀργάνου, ἡ
ψυχή· τὸ δὲ σῶμα τὸ δυνάμει ὄν·
ἀλλ' ὥσπερ ὀφθαλμὸς ἡ κόρη
καὶ ἡ ὄψις, κἀκεῖ ἡ ψυχὴ καὶ τὸ
σῶμα ζῷον.

10. Είναι δε το δυνάμει ον, όπερ είναι
ικανόν να ζη, ουχί το αποβαλόν την
ψυχήν (και νεκρωθέν), αλλά το έχον
την ζωήν εν εαυτώ. Το σπέρμα και ο
καρπός είναι δυνάμει τοιαύτα
σώματα ζώντα 101. Όπως λοιπόν η
τμήσις (το να κόπτη) είναι εντελέχεια
του πελέκεως και η δράσις 102 είναι η
εντελέχεια του οφθαλμού, ούτω και η
εγρήγορσις είναι η εντελέχεια του
σώματος, η δε ψυχή είναι προς [σ.
52] το σώμα, ως η όψις και η δύναμις
προς το όργανον. Το δε σώμα είναι
το δυνάμει ον. Αλλά καθώς ο
οφθαλμός είναι η κόρη άμα και η
όψις, ούτω και εδώ το ζώον είναι η
ψυχή άμα και τα σώμα.

ὅτι μὲν οὖν οὐκ ἔστιν ἡ ψυχὴ

11. Ότι λοιπόν η ψυχή δεν δύναται να

Όπως το σώμα είναι η ύλη της ψυχής.
Εκ της εν τω οφθαλμώ αισθητικότητος μεταβαίνει εις την του όλου σώματος. Η ψυχή η ποιούσα
αισθητικόν το σώμα ομοιάζει προς την όψιν του οφθαλμού και την τμήσιν του πελέκεως.
101
Διακρίνει την εν τω εμψύχω σώματι πραγματικήν δύναμιν του ζην και την εν τω σπέρματι, όπερ
δύναται να γίνη σώμα, δένδρον κλπ.
102
Όψις είναι η απλή δύναμις, δράσις η ενέργεια της όψεως.
99

100

χωριστὴ τοῦ σώματος, ἢ μέρη
τινὰ αὐτῆς, εἰ μεριστὴ πέφυκεν,
οὐκ ἄδηλον· ἐνίων γὰρ ἡ
ἐντελέχεια τῶν μερῶν ἐστὶν
αὐτῶν. οὐ μὴν ἀλλ' ἔνιά γε
οὐθὲν κωλύει, διὰ τὸ μηθενὸς
εἶναι σώματος ἐντελεχείας.

υπάρχη χωριστά
από του σώματος ούτε μέρη τινά
αυτής, εάν εκ φύσεως αύτη διαιρήται εις μέρη, είναι ήδη προφανές·
διότι ενίοτε η ψυχή είναι
εντελέχεια των μερών τούτων. Αλλ'
όμως τίποτε δεν εμποδίζει
μέρη τινά της ψυχής να είναι
χωριστά, διότι δεν είναι εντελέχεια
κανενός σώματος, λ. χ. ο νους 103.

ἔτι δὲ ἄδηλον εἰ οὕτως
ἐντελέχεια τοῦ σώματος ἡ ψυχὴ
<ἢ>
ὥσπερ πλωτὴρ πλοίου. τύπῳ
μὲν οὖν ταύτῃ διωρίσθω καὶ
ὑπογεγράφθω περὶ ψυχῆς.

12. Αλλά προσέτι δεν είναι φανερόν
αν η ψυχή είναι τοιαύτη εντελέχεια
του σώματος, όπως ο κυβερνήτης του
πλοίου (όστις είναι μεν εντελέχεια,
αλλά χωριστή). Εν γένει λοιπόν δι'
όσων είπομεν προσδιωρίσαμεν την
ψυχήν δώσαντες υποτύπωσιν
αυτής. 104

Μόνη η ψυχή είναι η τελείωσις του σώματος. Μέρη ή λειτουργίαι αυτής δύνανται να χωρίζωνται του
σώματος, ως ο ποιητικός νους.
104
—Η ψυχή είναι το είδος, η μορφή του σώματος και επομένως ψυχή και σώμα είναι αχώριστα, είναι
εν. Αλλ' η ενότης αυτών δεν πρέπει να νοήται ως ένωσις δύο υλικών και ανεξαρτήτων πραγμάτων.
Τοιαύτας παχυλάς παραστάσεις είδομεν με πόσην δύναμιν επολέμησεν ο Αριστοτέλης εν τω Α' Βιβλίω
σελ. 25 κ. έ. Ενταύθα έχομεν λογικήν και ζώσαν ενότητα. Τω όντι η ζωή, η ενότης της ψυχής και του
σώματος σύγκειται εκ τριών στοιχείων· είναι 1) ζωή εσωτερική και αδιόριστος, αφηρημένη καθολική
αρχή, 2) πραγματοποιείται και μερικεύεται εν τω σώματι και 3) επανάγει τα δύο ταύτα στοιχεία εις την
ενότητα αυτών εν τη ατομικότητι του ζώντος όντος. Εκάστη στιγμή της ζωής αποτελείται εκ των τριών
τούτων σημείων: εκ της ορμής του υποκειμένου, ήτις αναγκάζει το ζώον να θέτη τους διορισμούς του, τα
μέλη του σώματος, να πραγματοποιήται εν αυτοίς και τέλος διά τούτων να επιστρέφη εις εαυτό ως
κέντρον αισθανόμενον κλπ. Αύτη είναι η αληθής ενότης της ψυχής και του σώματος. Διά τούτο λέγει ο
Αριστοτέλης, ότι το είδος, το καθόλου, η ψυχή είναι αυτό το είναι και η ουσία. Εάν λ. χ. ο πέλεκυς ήτο
φυσικόν σώμα έχον εν εαυτώ αρχήν κινήσεως, εάν δήλα δη ήτο έμψυχον σώμα, τότε η έννοια του
πελέκεως, το τέμνειν, θα απετέλει την ψυχήν αυτού, και αν τούτο το είδος αυτού αφηρείτο δεν θα υπήρχε
πλέον πέλεκυς. Αλλ' ο πέλεκυς είναι σώμα τεχνητόν, έχει εκτός εαυτού την αρχήν της κινήσεως και της
στάσεως εαυτού, και δεν ποιεί αυτός εαυτόν πέλεκυν. Η έvνοια, το είδος του πελέκεως δεν είναι το είναι
και η ουσία αυτού, δεν ενεργοποιεί αυτή εαυτήν εν τω πελέκει, δεν είναι εντελέχεια. Η ψυχή τουναντίον
[σ. 53] αυτή πλάττει τα μέλη και το όλον σώμα, αυτή συνέχει και ποιεί και συντηρεί αυτά και διά τούτων
εαυτήν· είναι ο δημιουργός άμα και η πρόνοια του μικρού κόσμου της, είναι ο ναυπηγός άμα και
κυβερνήτης του πλοίου, όπερ απαύστως τείνον εις διάλυσιν αδιαλείπτως υποτάσσεται, συντηρείται και
αναπλάττεται υπό της κυριάρχου ψυχής. Εάν δε παύση η σχέσις αύτη ψυχής και σώματος, το σώμα δεν
είναι πλέον σώμα, αλλά πτώμα, ύλη νεκρά. Ό,τι λέγομεν περί του όλου, αληθεύει και περί των μερών και
αντιστρόφως. Αν ο οφθαλμός λ. χ. ήτο ζώον, η όψις θα ήτο η ψυχή αυτού, διότι αυτή είναι η ουσία, η
έννοια αυτού· αυτός δε ο υλικός οφθαλμός, τα νεύρα, τα υγρά, οι χιτώνες κλπ. είναι υλικά, άτινα άμα
λείψη ή δράσις είναι κενά ονόματα. Όπως δε ο ζων οφθαλμός είναι η κόρη (δύναμις) και η δράσις
(ενέργεια), ούτω το όλον ζώον είναι η ψυχή και το σώμα αχωρίστως ηνωμένα. Ούτω νοούμεν νυν πώς η
ψυχή είναι α') η αρχή η κινούσα και ποιούσα το σώμα, β') το είδος ή η έννοια ήτις ενεργεί και
πραγματοποιεί εαυτήν εν τω σώματι, γ') ο κοινός τελικός σκοπός πάντων των μελών, ων έκαστον είναι
μέσον άμα και σκοπός των άλλων, διότι έκαστον είναι μία εμφάνισις του κοινού κέντρου, μία
πραγμάτωσις της εσωτερικής αρχής, ήτις πανταχού παρούσα σκοπόν έχει μόνον εαυτήν.
103

ΒΙΒΛΙΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ,
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'
Εξήγησις του ορισμού. Περιγραφή της ζωής. Η ζωή φανερούται κατά τέσσαρας
τρόπους· διά τοπικής κινήσεως, θρέψεως, αισθήσεως και νου. Η ψυχή αρχή και
κεφάλαιον των δυνάμεων τούτων. Εκάστη είναι η ψυχή πάσα ή μέρος αυτής;
Φαίνονται ότι είναι χωρισταί. Ο νους θείόν τι. Η ψυχή ουχί άνευ σώματος.

413a11

Ἐπεὶ δ' ἐκ τῶν ἀσαφῶν μὲν
φανερωτέρων δὲ γίνεται τὸ
σαφὲς καὶ κατὰ τὸν λόγον
γνωριμώτερον, πειρατέον πάλιν
οὕτω γ' ἐπελθεῖν περὶ αὐτῆς· οὐ
γὰρ μόνον τὸ ὅτι δεῖ τὸν
ὁριστικὸν λόγον δηλοῦν, ὥσπερ
οἱ πλεῖστοι τῶν ὅρων λέγουσιν,
ἀλλὰ καὶ τὴν αἰτίαν ἐνυπάρχειν
καὶ ἐμφαίνεσθαι. νῦν δ' ὥσπερ
συμπεράσμαθ' οἱ λόγοι τῶν
ὅρων εἰσίν· οἷον τί ἐστιν ὁ
τετραγωνισμός; τὸ ἴσον
ἑτερομήκει ὀρθογώνιον εἶναι
ἰσόπλευρον. ὁ δὲ τοιοῦτος ὅρος
λόγος τοῦ συμπεράσματος· ὁ δὲ
λέγων ὅτι ἐστὶν ὁ
τετραγωνισμὸς μέσης εὕρεσις
τοῦ πράγματος λέγει τὸ αἴτιον.

1. Επειδή εκ των ασαφών μεν εκ
φύσεως, αλλά φανερωτέρων εις ημάς
αισθητώς παράγεται το σαφές και
γνωριμώτερον κατά τον λόγον xxiv
(νοητώς), ας δοκιμάσωμεν ούτω
πάλιν να εξετάσωμεν περί της ψυχής.
Διότι ο ορισμός δεν πρέπει να δηλοί
μόνον το ότι υπάρχει πράγμα τι,
καθώς κάμνουσι συνήθως οι πλείστοι
των ορισμών, αλλά να περιέχη εν
εαυτώ και να εμφανίζη και την αιτίαν
του πράγματος 105. Συχνά όμως οι
ορισμοί διατυπούνται ως [σ. 54]
συμπεράσματα αποδείξεων. Π.χ. τί
εστι τετραγωνισμός xxv ( 106); Το να
ευρεθή ορθογώνιον ισόπλευρον
(τετράγωνον), όπερ να είναι ίσον με
ανισόπλευρον σχήμα. Ο τοιούτος
ορισμός του τετραγωνισμού λέγει
μόνον το συμπέρασμα. Αλλ' ο λέγων,
ότι ο τετραγωνισμός είναι η εύρεσις
της μέσης αναλόγου γραμμής, λέγει
το αίτιον του πράγματος 107.

λέγομεν οὖν, ἀρχὴν λαβόντες
τῆς σκέψεως, διωρίσθαι τὸ
ἔμψυχον τοῦ ἀψύχου τῷ ζῆν.
πλεοναχῶς δὲ τοῦ ζῆν
λεγομένου, κἂν ἕν τι τούτων
ἐνυπάρχῃ μόνον, ζῆν αὐτό
φαμεν, οἷον νοῦς, αἴσθησις,
κίνησις καὶ στάσις ἡ κατὰ τόπον,

2. Λέγομεν λοιπόν,
συγκεφαλαιούντες την μελέτην
ταύτην, ότι το έμψυχον διαφέρει του
αψύχου, διότι ζη. Επειδή δε το ζην
λέγεται κατά πολλούς τρόπους, εάν
και είς μόνος των τρόπων τούτων του
ζην υπάρχη είς τι, λέγομεν ότι τούτο
ζη, είναι δε οι τρόποι ούτοι
(δυνάμεις): νους, αίσθησις, κίνησις
και στάσις τοπική, θρέψις και

Τότε μόνον γινώσκεται αληθώς πράγμα τι, ότε γινώσκεται και η αιτία αυτού, το διότι του ότι.
Δεδομένου ορθογωνίου;
107
Ούτος είναι ο αληθής ορισμός και τοιούτον θέλει να δώση ο Αριστοτ. ορισμόν της ψυχής.
105
106

413b

ἔτι κίνησις ἡ κατὰ τροφὴν καὶ
φθίσις τε καὶ αὔξησις.

ελάττωσις και αύξησις.

διὸ καὶ τὰ φυόμενα πάντα δοκεῖ
ζῆν· φαίνεται γὰρ ἐν αὑτοῖς
ἔχοντα δύναμιν καὶ ἀρχὴν
τοιαύτην, δι' ἧς αὔξησίν τε καὶ
φθίσιν λαμβάνουσι κατὰ τοὺς
ἐναντίους τόπους· οὐ γὰρ ἄνω
μὲν αὔξεται, κάτω δ' οὔ, ἀλλ'
ὁμοίως ἐπ' ἄμφω καὶ πάντῃ, ὅσα
ἀεὶ τρέφεταί τε καὶ ζῇ διὰ
τέλους, ἕως ἂν δύνηται
λαμβάνειν τροφήν.

3. Διά τούτο και τα φυτά πάντα
φαίνεται ότι ζώσι· διότι είναι φανερόν
ότι έχουσιν εν εαυτοίς δύναμιν και
αρχήν τοιαύτην, διά της οποίας
λαμβάνουσιν αύξησιν και ελάττωσιν
κατ' εναντίας διευθύνσεις. Διότι δεν
αυξάνονται μόνον προς τα άνω, ουχί
δε προς τα κάτω, αλλ' ομοίως και
προς τας δύο και πάσας τας
διευθύνσεις (διά των κλάδων και των
ριζών) και όπου τρέφονται, και ζώσι
μέχρι τέλους, εφ' όσον δύνανται να
λαμβάνωσι τροφήν.

χωρίζεσθαι δὲ τοῦτο μὲν τῶν
ἄλλων δυνατόν, τὰ
δ' ἄλλα τούτου ἀδύνατον ἐν τοῖς
θνητοῖς. φανερὸν δ' ἐπὶ
τῶν φυομένων· οὐδεμία γὰρ
αὐτοῖς ὑπάρχει δύναμις ἄλλη

4. Δύναται δε τούτο (το θρεπτικόν) να
υπάρχη χωριστόν από τας άλλας
δυνάμεις, αύται όμως δεν δύνανται να
υπάρχωσι χωρισταί από αυτού εν τοις
θνητοίς. 108 Τούτο δε είναι φανερόν
εις τα φυτά· διότι ταύτα ουδεμίαν
άλλην εκ των δυνάμεων της ψυχής

ψυχῆς. τὸ μὲν οὖν ζῆν διὰ τὴν
ἀρχὴν ταύτην ὑπάρχει τοῖς ζῶσι,
τὸ δὲ ζῷον διὰ τὴν αἴσθησιν
πρώτως· καὶ γὰρ τὰ μὴ
κινούμενα μηδ' ἀλλάττοντα
τόπον, ἔχοντα δ' αἴσθησιν, ζῷα
λέγομεν καὶ οὐ ζῆν μόνον.
αἰσθήσεως δὲ πρῶτον ὑπάρχει
πᾶσιν ἁφή· ὥσπερ δὲ τὸ
θρεπτικὸν δύναται χωρίζεσθαι
τῆς ἁφῆς καὶ πάσης αἰσθήσεως,
οὕτως ἡ ἁφὴ τῶν ἄλλων
αἰσθήσεων (θρεπτικὸν δὲ
λέγομεν τὸ τοιοῦτον μόριον τῆς
ψυχῆς οὗ καὶ τὰ φυόμενα
μετέχει), τὰ δὲ ζῷα πάντα
φαίνεται τὴν ἁπτικὴν αἴσθησιν
ἔχοντα· δι' ἣν δ' αἰτίαν ἑκάτερον

έχουσι. Λοιπόν διά την αρχήν ταύτην,
την θρεπτικήν, η ζωή υπάρχει εις τα
ζώντα (φυτά και ζώα), το ζώον όμως
έχει πρώτιστον διακριτικόν γνώρισμα
την αισθητικήν δύναμιν 109, διότι και
αυτά τα οποία δεν κινούνται και δεν
αλλάσσουσι τόπον, αλλ' [σ. 55] όμως
έχουσιν αίσθησιν, τα λέγομεν ζώα και
όχι ότι απλώς ζωήν έχουσι. Πρώτη δε
αίσθησις εις όλα τα ζώα υπάρχει η
αφή· καθώς δε η θρεπτική δύναμις
δύναται να υπάρχη χωριστή (εις τα
φυτά λ. χ.) από της αφής και πάσης
άλλης αισθήσεως, ούτως η αφή
δύναται να υπάρχη χωριστή από των
άλλων αισθήσεων (εις τα ατελή ζώα).
Θρεπτικήν δε δύναμιν λέγομεν το
μέρος (λειτουργίαν) της ψυχής, του
οποίου και τα φυτά μετέχουσι. Την
δύναμιν δε της αφής φαίνεται ότι
έχουσι πάντα τα ζώα. Ύστερον θα
είπωμεν διά ποίαν αιτίαν συμβαίνει

Η θρέψις είναι πρώτη, διότι δεν εξαρτάται από ουδεμίαν των άλλων λειτουργιών, ενώ αι άλλαι
εξαρτώνται εξ αυτής.
109
Το αισθητικόν είναι το ιδιάζον χαρακτηριστικόν, δι' ου διακρίνεται το ζώον από των φυτών και των
άλλων όντων.
108

110

τούτων συμβέβηκεν, ὕστερον
ἐροῦμεν.

και το εν και το άλλο εκ των
φαινομένων τούτων.

νῦν δ' ἐπὶ τοσοῦτον εἰρήσθω
μόνον, ὅτι ἐστὶν ἡ ψυχὴ τῶν
εἰρημένων τούτων ἀρχὴ καὶ
τούτοις ὥρισται, θρεπτικῷ,
αἰσθητικῷ, διανοητικῷ, κινήσει.
πότερον δὲ τούτων ἕκαστόν ἐστι
ψυχὴ ἢ μόριον ψυχῆς, καὶ εἰ
μόριον, πότερον οὕτως ὥστ'
εἶναι χωριστὸν λόγῳ μόνον ἢ
καὶ τόπῳ, περὶ μὲν τινῶν τούτων
οὐ χαλεπὸν ἰδεῖν, ἔνια δὲ
ἀπορίαν ἔχει.

5. Επί του παρόντος αρκεί τόσον
μόνον να είπωμεν, ότι η ψυχή είναι η
αρχή των ειρημένων δυνάμεων, και
ότι δι' αυτών ορίζεται, ήτοι διά του
θρεπτικού, του αισθητικού, του
διανοητικού και της κινήσεως.
Εκάστη δ' αυτών είναι άρα γε η ψυχή
καθ' εαυτήν, ή είναι μέρος της ψυχής;
και αν είναι μέρος είναι άρα γε μέρος
τοιούτον, ώστε να χωρίζηται από της
ψυχής μόνον διά της νοήσεως
(νοερώς) ή και κατά τόπον (υλικώς);
Είς τινας των ερωτήσεων τούτων
είναι εύκολον να αποκριθώμεν, άλλαι
όμως παρουσιάζουσι δυσκολίας.

ὥσπερ γὰρ ἐπὶ τῶν φυτῶν ἔνια
διαιρούμενα φαίνεται ζῶντα καὶ
χωριζόμενα ἀπ' ἀλλήλων, ὡς
οὔσης τῆς ἐν αὐτοῖς ψυχῆς
ἐντελεχείᾳ μὲν μιᾶς ἐν ἑκάστῳ
φυτῷ, δυνάμει δὲ πλειόνων,
οὕτως ὁρῶμεν καὶ περὶ ἑτέρας
διαφορὰς τῆς ψυχῆς συμβαῖνον
ἐπὶ τῶν ἐντόμων ἐν τοῖς
διατεμνομένοις· καὶ γὰρ
αἴσθησιν ἑκάτερον τῶν μερῶν
ἔχει καὶ κίνησιν τὴν κατὰ τόπον,
εἰ δ' αἴσθησιν, καὶ φαντασίαν
καὶ ὄρεξιν· ὅπου μὲν γὰρ
αἴσθησις, καὶ λύπη τε καὶ ἡδονή,
ὅπου δὲ ταῦτα, ἐξ ἀνάγκης καὶ
ἐπιθυμία.

6. Ούτω, καθώς εις τα φυτά, τινά εκ
τούτων, αφού διαιρεθώσι και
χωρισθώσιν απ' αλλήλων,
εξακολουθούσι να ζώσι (τα μέρη), ως
εάν η εν αυτοίς υπάρχουσα ψυχή
είναι κατ' εντελέχειαν (κατ' είδος) μία
εις έκαστον φυτόν, κατά δύναμιν δε
περισσότεραι, τοιουτοτρόπως
βλέπομεν ότι συμβαίνει το αυτό εις
άλλην τάξιν εμψύχων όντων, εις τα
έντομα τα όποια έχουσι διαιρεθή.
Διότι και αίσθησιν έχει και το εν και
το άλλο μέρος και τοπικήν κίνησιν,
αν δε έχη αίσθησιν, έχει και
φαντασίαν και όρεξιν διότι όπου
αίσθησις, εκεί και λύπη και ηδονή,
και όπου ταύτα, εξ ανάγκης εκεί
υπάρχει και επιθυμία.

περὶ δὲ τοῦ νοῦ καὶ τῆς
θεωρητικῆς δυνάμεως οὐδέν πω
φανερόν, ἀλλ' ἔοικε ψυχῆς γένος
ἕτερον εἶναι, καὶ τοῦτο μόνον
ἐνδέχεσθαι χωρίζεσθαι,
καθάπερ τὸ ἀΐδιον τοῦ φθαρτοῦ.

7. Άλλα περί του νου και της
θεωρητικής δυνάμεως τίποτε ακόμη
δεν είναι φανερόν 110, φαίνεται όμως
ότι είναι άλλο γένος [σ. 56] ψυχής και
ότι αυτό μόνον δύναται να είναι
χωριστόν από των άλλων, όπως το
αιώνιον είναι χωριστόν από το
φθαρτόν.

τὰ δὲ λοιπὰ μόρια τῆς ψυχῆς

8. Εκ τούτων δε είναι φανερόν ότι τα

Περαιτέρω εν τω Γ' βιβλίω θα είπη ότι χωρίζεται.

414a

φανερὸν ἐκ τούτων ὅτι οὐκ ἔστι
χωριστά, καθάπερ τινές φασιν·
τῷ δὲ λόγῳ ὅτι ἕτερα, φανερόν·
αἰσθητικῷ γὰρ εἶναι καὶ
δοξαστικῷ ἕτερον, εἴπερ καὶ τὸ
αἰσθάνεσθαι τοῦ δοξάζειν,
ὁμοίως δὲ καὶ τῶν ἄλλων
ἕκαστον τῶν εἰρημένων.

λοιπά μέρη της ψυχής δεν είναι
χωριστά, καθώς τινες λέγουσιν. xxvi
Ότι όμως διά του λόγου (νοερώς)
διακρίνονται, τούτο είναι φανερόν
διότι διαφέρει να είναί τις αισθητικός
από του να είναι δοξαστικός,
διαφέρει η αίσθησις από της δόξης
(γνώμης). Ομοίως δε ταύτα
διαφέρουσιν εκάστης των άλλων
δυνάμεων των προειρημένων.

ἔτι δ' ἐνίοις μὲν τῶν ζῴων
ἅπανθ' ὑπάρχει ταῦτα, τισὶ δὲ
τινὰ τούτων, ἑτέροις δὲ ἓν μόνον
(τοῦτο δὲ ποιεῖ δια-

9. Προσέτι είς τινα μεν εκ των ζώων
υπάρχουσιν άπασαι αι δυνάμεις
αύται, εις άλλα τινές εξ αυτών, και εις
άλλα μία μόνη·

φορὰν τῶν ζῴων)· διὰ τίνα δ'
αἰτίαν, ὕστερον ἐπισκεπτέον.
παραπλήσιον δὲ καὶ περὶ τὰς
αἰσθήσεις συμβέβηκεν· τὰ μὲν
γὰρ ἔχει πάσας, τὰ δὲ τινάς, τὰ
δὲ μίαν τὴν ἀναγκαιοτάτην,
ἁφήν.

(τούτο δε αποτελεί και την μεταξύ
αυτών διαφοράν)· διά ποίαν δε αιτίαν
ύστερον θα εξετάσωμεν. Αλλά
σχεδόν όμοιόν τι συμβαίνει και εις
τας αισθήσεις· άλλα δηλ, εκ των
ζώων έχουσιν όλας τας αισθήσεις,
άλλα ολίγας, και άλλα μίαν μόνην,
την αναγκαιοτάτην, την αφήν.

ἐπεὶ δὲ ᾧ ζῶμεν καὶ
αἰσθανόμεθα διχῶς λέγεται,
καθάπερ ᾧ ἐπιστάμεθα
(λέγομεν δὲ τὸ μὲν ἐπιστήμην τὸ
δὲ ψυχήν, ἑκατέρῳ γὰρ τούτων
φαμὲν ἐπίστασθαι), ὁμοίως δὲ
καὶ [ᾧ] ὑγιαίνομεν τὸ μὲν ὑγιείᾳ
τὸ δὲ μορίῳ τινὶ τοῦ σώματος ἢ
καὶ ὅλῳ, τούτων δ' ἡ μὲν
ἐπιστήμη τε καὶ ὑγίεια μορφὴ
καὶ εἶδός τι καὶ λόγος καὶ οἷον
ἐνέργεια τοῦ δεκτικοῦ, ἡ μὲν τοῦ
ἐπιστημονικοῦ, ἡ δὲ τοῦ
ὑγιαστοῦ (δοκεῖ γὰρ ἐν τῷ
πάσχοντι καὶ διατιθεμένῳ ἡ τῶν
ποιητικῶν ὑπάρχειν ἐνέργεια), ἡ
ψυχὴ δὲ τοῦτο ᾧ ζῶμεν καὶ
αἰσθανόμεθα καὶ διανοούμεθα
πρώτως-ὥστε λόγος τις ἂν εἴη

10. Εκείνο δε δι' ού ζώμεν και
αισθανόμεθα λέγεται κατά δύο
τρόπους, όπως και εκείνο διά του
οποίου γινώσκομεν, και το οποίον
καλούμεν άλλοτε μεν επιστήμην,
άλλοτε δε ψυχήν. 111 Διότι λέγομεν,
ότι γνωρίζομεν διά του ενός ή του
άλλου τούτων. Διττώς δε λέγεται και
εκείνο δι' ου υγιαίνομεν και όπερ αφ'
ενός μεν είναι η υγίεια, αφ' ετέρου
μέρος ή όλον το σώμα. Εκ τούτων δε
η επιστήμη και η υγίεια είναι μορφή
και είδος και λόγος και ούτως ειπείν
ενέργεια του δυναμένου να δεχθή
αυτάς, η μεν επιστήμη είναι
ενεργοποίησις του δυναμένου να
επίσταται (της ψυχής), η δε υγίεια του
δυναμένου να έχη την υγίειαν (του
σώματος). Διότι φαίνεται ότι η
ενέργεια των δυναμένων να ποιώσιν
ύπαρξιν λαμβάνει εις το ον το οποίον
πάσχει και έχει τοιαύτην διάθεσιν 112.

Η μεν επιστήμη είναι εκείνο το οποίον δεχόμεθα, η δε ψυχή εκείνο διά του οποίου δεχόμεθα την
επιστήμην. Ούτω και περί υγιείας και σώματος.
112
Το αισθητόν ενεργεί επί του αισθητικού, το επιστητόν επί του επιστημονικού κ. λ.
111

καὶ εἶδος, ἀλλ' οὐχ ὕλη καὶ τὸ
ὑποκείμενον.

Ούτω και η ψυχή είναι εκείνο το
πρώτον, δι' ου ζώμεν και αισθανό[σ.
57] μεθά και διανοούμεθα, ώστε αύτη
είναι λόγος και είδος, ουχί όμως ύλη
και το υποκείμενον.

τριχῶς γὰρ λεγομένης τῆς
οὐσίας, καθάπερ εἴπομεν, ὧν τὸ
μὲν εἶδος, τὸ δὲ ὕλη, τὸ δὲ ἐξ
ἀμφοῖν, τούτων δ' ἡ μὲν ὕλη
δύναμις, τὸ δὲ εἶδος ἐντελέχεια,
ἐπεὶ τὸ ἐξ ἀμφοῖν ἔμψυχον, οὐ
τὸ σῶμά ἐστιν ἐντελέχεια
ψυχῆς, ἀλλ' αὕτη σώματός τινος.
καὶ διὰ τοῦτο καλῶς
ὑπολαμβάνουσιν οἷς δοκεῖ μήτ'
ἄνευ σώματος εἶναι μήτε σῶμά
τι ἡ ψυχή· σῶμα μὲν γὰρ οὐκ
ἔστι, σώματος δέ τι,

11. Διότι, καθώς είπομεν, η ουσία
(υπόστασις) λέγεται τριχώς, καθ'
όσον αποτελείται εκ τριών, ων το μεν
είναι το είδος, το δε η ύλη και τρίτον
το εξ αμφοτέρων σύνθετον, εκ
τούτων δε η μεν ύλη είναι μόνον
δύναμις, το δε είδος εντελής
πραγματικότης, το δε εξ αμφοτέρων
είναι τούτο το ωρισμένον πράγμα·
επειδή δε το εξ αμφοτέρων σύνθετον
είναι το έμψυχον, δεν είναι το σώμα
εντελέχεια της ψυχής, αλλά
τουναντίον η ψυχή είναι εντελέχεια
του σώματος.

καὶ διὰ τοῦτο ἐν σώματι
ὑπάρχει, καὶ ἐν σώματι τοιούτῳ,
καὶ οὐχ ὥσπερ οἱ πρότερον εἰς
σῶμα ἐνήρμοζον αὐτήν, οὐθὲν
προσδιορίζοντες ἐν τίνι καὶ
ποίῳ, καίπερ οὐδὲ φαινομένου
τοῦ τυχόντος δέχεσθαι τὸ τυχόν.

12. Και διά τούτο ορθώς δοξάζουσιν
οι νομίζοντες ότι ούτε άνευ σώματος
υπάρχει η ψυχή, ούτε είναι σώμα τι·
διότι σώμα βεβαίως δεν είναι, αλλ'
είναι κάτι του σώματος (μορφή), και
διά τούτο υπάρχει εις σώμα τοιούτον
(οργανικόν φυσικόν)· και όχι καθώς
οι προγενέστεροι φιλόσοφοι
προσήρμοζον την ψυχήν εις το
(τυχόν) σώμα, χωρίς να
προσδιορίζωσιν εις τί και ποίον
σώμα, καίτοι ουδέ το τυχόν
φαινόμενον (αποτέλεσμα) δέχεται το
τυχόν πράγμα. 113

οὕτω δὲ γίνεται καὶ κατὰ λόγον·
ἑκάστου γὰρ ἡ ἐντελέχεια ἐν τῷ
δυνάμει ὑπάρχοντι καὶ τῇ οἰκείᾳ
ὕλῃ πέφυκεν ἐγγίνεσθαι. ὅτι μὲν
οὖν ἐντελέχειά τίς ἐστι καὶ
λόγος τοῦ δύναμιν ἔχοντος εἶναι
τοιούτου, φανερὸν ἐκ τούτων.

13. Αλλά τώρα (καθώς ημείς
λέγομεν) τα πάντα συμβαίνουσι
λογικώτατα 114, διότι η εντελέχεια (η
εντελής πραγμάτωσις) εκάστου
πράγματος γίνεται φυσικώς εις
εκείνο, το οποίον υπάρχει εν δυνάμει,
και εις την ύλην, η οποία είναι οικεία
και κατάλληλος να την δεχθή. Ότι
λοιπόν η ψυχή είναι εντελέχεια και 115

Εννοεί το δόγμα της μετεμψυχώσεως. Το ότι μία ψυχή εισδύει εις διάφορα σώματα είναι τόσον
αδύνατον, όσον το ότι μία τέχνη δύναται να μεταχειρίζηται τα εργαλεία άλλων τεχνών αδιαφόρως.
114
Το χωρίον μεταφράζουσιν άλλοι ούτω· “Εις το αυτό φθάνομεν και δι' αναλύσεως αυτής της εννοίας”.
115
Πάσα ψυχή δεν είναι είδος παντός σώματος, αλλά του σώματος του έχοντος όργανα και διαθέσεις
επιτηδείας και καταλλήλους προς αυτήν και τας δυνάμεις αυτής της ψυχής.
113

λόγος εκείνου όπερ έχει την δύναμιν
να είναι τοιούτον ή τοιούτον, είναι
φανερόν εκ των ειρημένων.

ΒΙΒΛΙΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ,
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'
Περί των δυνάμεων της ψυχής.—Αναφορά αυτών.—Περί αφής. Είναι η αίσθησις
του θρεπτικού. Αδύνατον να υπάρχει κοινός ορισμός των διαφόρων δυνάμεων
της ψυχής, όπως ουδέ των γεωμετρικών σχημάτων· πλην η ανωτέρα υποθέτει
και περιέχει την κατωτέραν, το αισθητικόν προϋποθέτει το θρεπτικόν κ.λ. Τάξις
των δυνάμεων: θρέψις, είτα αισθητικότης, κίνησις κατά τόπον, νους. [σ. 58]

414a27

414b

116

Τῶν δὲ δυνάμεων τῆς ψυχῆς αἱ
λεχθεῖσαι τοῖς μὲν ὑπάρχουσι
πᾶσαι, καθάπερ εἴπομεν, τοῖς δὲ
τινὲς αὐτῶν, ἐνίοις δὲ μία μόνη.
δυνάμεις δ' εἴπομεν θρεπτικόν,
αἰσθητικόν, ὀρεκτικόν, κινητικὸν
κατὰ τόπον, διανοητικόν.

1. Εκ των δυνάμεων της ψυχής τας
οποίας είπομεν, είς τινα όντα
υπάρχουν όλαι, ως προείπομεν, εις
άλλα δε ολίγαι και εις άλλα μία
μόνον. Δυνάμεις δε είπομεν την
θρεπτικήν, την αισθητικήν,
ορεκτικήν, κινητικήν κατά τόπον,
διανοητικήν.

ὑπάρχει δὲ τοῖς μὲν φυτοῖς τὸ
θρεπτικὸν μόνον, ἑτέροις δὲ

2. Υπάρχει δε εις μεν τα φυτά μόνον η
θρεπτική,

τοῦτό τε καὶ τὸ αἰσθητικόν. εἰ δὲ
τὸ αἰσθητικόν, καὶ τὸ ὀρεκτικόν·
ὄρεξις μὲν γὰρ ἐπιθυμία καὶ
θυμὸς καὶ βούλησις, τὰ δὲ ζῷα
πάντ' ἔχουσι μίαν γε τῶν
αἰσθήσεων, τὴν ἁφήν· ᾧ δ'
αἴσθησις ὑπάρχει, τούτῳ ἡδονή
τε καὶ λύπη καὶ τὸ ἡδύ τε καὶ
λυπηρόν, οἷς δὲ ταῦτα, καὶ
ἐπιθυμία· τοῦ γὰρ ἡδέος ὄρεξις
αὕτη.

εις δε τα ζώα και αυτή και η
αισθητική. Εάν δε υπάρχη η
αισθητική, θα υπάρχη και η ορεκτική·
διότι η όρεξις είναι επιθυμία, πάθος
και βούλησις. Πάντα δε τα ζώα
έχουσι μίαν τουλάχιστον εκ των
αισθήσεων, την αφήν. 116 Αλλά το
έχον αίσθησιν έχει και ηδονήν και
λύπην, και τα πράγματα αισθάνεται
ότι είναι ηδέα και λυπηρά, τα δε
έχοντα ταύτα έχουσι και επιθυμίαν,
διότι η επιθυμία είναι όρεξις του
ηδέος.

Τα ζωόφυτα μόνον την αφήν έχουσι.

ἔτι δὲ τῆς τροφῆς αἴσθησιν
ἔχουσιν· ἡ γὰρ ἁφὴ τῆς τροφῆς
αἴσθησις· ξηροῖς γὰρ καὶ ὑγροῖς
καὶ θερμοῖς καὶ ψυχροῖς
τρέφεται τὰ ζῶντα πάντα,
τούτων δ' αἴσθησις ἁφή, τῶν δ'
ἄλλων αἰσθητῶν κατὰ
συμβεβηκός. οὐθὲν γὰρ εἰς
τροφὴν συμβάλλεται ψόφος οὐδὲ
χρῶμα οὐδὲ ὀσμή, ὁ δὲ χυμὸς ἕν
τι τῶν ἁπτῶν ἐστιν. πεῖνα δὲ καὶ
δίψα ἐπιθυμία, καὶ ἡ μὲν πεῖνα
ξηροῦ καὶ θερμοῦ, ἡ δὲ δίψα
ὑγροῦ καὶ ψυχροῦ· ὁ δὲ χυμὸς
οἷον ἥδυσμά τι τούτων ἐστίν.
διασαφητέον δὲ περὶ αὐτῶν
ὕστερον, νῦν δ' ἐπὶ τοσοῦτον
εἰρήσθω, ὅτι τῶν ζώντων τοῖς
ἔχουσιν ἁφὴν καὶ ὄρεξις
ὑπάρχει. περὶ δὲ φαντασίας
ἄδηλον, ὕστερον δ' ἐπισκεπτέον.

3. Προσέτι δε τα όντα ταύτα έχουσιν
αίσθησιν της τροφής, και της τροφής
αίσθησις είναι η αφή. 117 Διότι πάντα
τα ζώντα τρέφονται με ξηρά και υγρά
και με θερμά και ψυχρά, τούτων δε η
αίσθησις είναι η αφή. Των άλλων δε
αισθητών άπτονται καθ' [σ. 59] όσον
είναι συμβεβηκότα (ιδιότητες) των
τροφών 118, διότι ούτε ο ήχος ούτε το
χρώμα ούτε η οσμή συνεισφέρουσί τι
προς τροφήν. Ο χυμός όμως είναι εκ
των απτών πραγμάτων (γευστών).
Και η πείνα δε και η δίψα είναι
επιθυμίαι, αλλ' η μεν πείνα είναι
επιθυμία ξηρού και θερμού, η δε δίψα
επιθυμία ψυχρού και υγρού· ο δε
χυμός δεν είναι τροφή αλλ' είναι ως
άρτυμα αυτής. Περί τούτων μεν θα
εξηγηθώμεν ύστερον, τώρα δε τόσον
μόνον λέγομεν, ότι τα ζώα όσα
έχουσιν αφήν έχουσι και όρεξιν, αν δε
έχουσι και φαντασίαν δεν είναι
φανερόν, αλλά θα εξετάσωμεν
ύστερον.

ἐνίοις δὲ πρὸς τούτοις ὑπάρχει
καὶ τὸ κατὰ τόπον κινητικόν,
ἑτέροις δὲ καὶ τὸ διανοητικόν τε
καὶ νοῦς, οἷον ἀνθρώποις καὶ εἴ
τι τοιοῦτον ἕτερον ἔστιν ἢ
τιμιώτερον.

4. Ζώα δέ τινα εκτός των δυνάμεων
τούτων έχουσι και το κατά τόπον
κινητικόν, άλλα δε και το διανοητικόν
και τον νουν, λ.χ. ο άνθρωπος και ει τι
άλλο ον υπάρχει όμοιον ή και
ανώτερον.

δῆλον οὖν ὅτι τὸν αὐτὸν
τρόπον εἷς ἂν εἴη λόγος ψυχῆς τε
καὶ σχήματος· οὔτε γὰρ ἐκεῖ
σχῆμα παρὰ τὸ τρίγωνον ἔστι
καὶ τὰ ἐφεξῆς, οὔτ' ἐνταῦθα
ψυχὴ παρὰ τὰς εἰρημένας.
γένοιτο δ' ἂν καὶ ἐπὶ τῶν
σχημάτων λόγος κοινός, ὃς
ἐφαρμόσει μὲν πᾶσιν, ἴδιος δ'
οὐδενὸς ἔσται σχήματος. ὁμοίως

5. Είναι λοιπόν φανερόν ότι ο ορισμός
της ψυχής είναι εις κατά τον αυτόν
τρόπον, καθ' όν είς είναι και ο
ορισμός του σχήματος (εν τη
γεωμετρία), διότι ούτε εκεί υπάρχει
σχήμα άλλο παρά το τρίγωνον και τα
επόμενα εις αυτό 119, ούτε εδώ είναι
άλλα είδη ψυχής παρά τα ειρημένα 120.
Δύναται όμως να μορφωθή και διά τα
σχήματα μία κοινή έννοια, ήτις θα
αρμόζη εις πάντα, και δεν θα είναι
ιδιάζουσα εις κανέν. Ομοίως δε και

Της τροφής αίσθησις είναι η γεύσις, αλλ' η γεύσις είναι είδος αφής, ως θα είπη κατωτέρω ο Αριστοτ.
και άνευ αφής δεν δύναται να υπάρχη ζώον. Η αφή είναι η θεμελιωδεστάτη των αισθήσεων.
118
Εμμέσως διακρίνει το ζώον την τροφήν δι' άλλων αισθητών ιδιοτήτων.
119
Το τρίγωνον αποτελεί πάντα τα άλλα ευθύγραμμα πολύγωνα, άτινα είναι διαιρετά, εις τρίγωνα.
120
Ταύτα είναι αι θρεπτικαί, αι αισθητικαί κλπ. ψυχαί. Ψυχή όμως καθόλου, γενική δεν υπάρχει.
117

415a

δὲ καὶ ἐπὶ ταῖς εἰρημέναις
ψυχαῖς. διὸ γελοῖον ζητεῖν τὸν
κοινὸν λόγον καὶ ἐπὶ τούτων καὶ
ἐφ' ἑτέρων, ὃς οὐδενὸς ἔσται τῶν
ὄντων ἴδιος λόγος, οὐδὲ κατὰ τὸ
οἰκεῖον καὶ ἄτομον εἶδος,
ἀφέντας τὸν τοιοῦτον.

ως προς τας ειρημένας ψυχάς. Διά
τούτο θα ήτο γελοίον αφίνοντες τον
τοιούτον ορισμόν να ζητώμεν διά τα
είδη ταύτα των ψυχών, όπως και διά
τα γεωμετρικά σχήματα, κοινόν
ορισμόν, όστις δεν θα ήτο ο ιδιάζων
ορισμός ουδενός των όντων τούτων,
ούτε μερικού τινος και ατομικού
είδους αυτών 121. [σ. 60]

(παραπλησίως δ' ἔχει τῷ περὶ
τῶν σχημάτων καὶ τὰ κατὰ
ψυχήν· ἀεὶ γὰρ ἐν τῷ ἐφεξῆς
ὑπάρχει δυνάμει τὸ πρότερον ἐπί
τε τῶν σχημάτων καὶ ἐπὶ τῶν
ἐμψύχων, οἷον ἐν τετραγώνῳ
μὲν τρίγωνον, ἐν αἰσθητικῷ δὲ
τὸ θρεπτι- κόν.) ὥστε καθ'
ἕκαστον ζητητέον, τίς ἑκάστου
ψυχή, οἷον τίς φυτοῦ καὶ τίς
ἀνθρώπου ἢ θηρίου.

6. Συμβαίνει όμως και εις τα είδη της
ψυχής ό,τι και εις τα σχήματα· δήλα
δη εις το ακόλουθον υπάρχει δυνάμει
το προηγούμενον 122, λ. χ. το
τετράγωνον εμπεριέχει το τρίγωνον
και η αισθητική δύναμις την
θρεπτικήν· επομένως εις έκαστον ον
πρέπει να ζητώμεν τίς είναι η ψυχή
αυτού, ήτοι τίς είναι η ψυχή του
φυτού, τίς η του θηρίου, τίς η του
ανθρώπου.

διὰ τίνα δ' αἰτίαν τῷ ἐφ-

7. Δέον δε να εξετάσωμεν διά τίνα
αιτίαν

εξῆς οὕτως ἔχουσι, σκεπτέον.
ἄνευ μὲν γὰρ τοῦ θρεπτικοῦ τὸ
αἰσθητικὸν οὐκ ἔστιν· τοῦ δ'
αἰσθητικοῦ χωρίζεται τὸ
θρεπτικὸν ἐν τοῖς φυτοῖς. πάλιν
δ' ἄνευ μὲν τοῦ ἁπτικοῦ τῶν
ἄλλων αἰσθήσεων οὐδεμία
ὑπάρχει, ἁφὴ δ' ἄνευ τῶν ἄλλων
ὑπάρχει· πολλὰ γὰρ τῶν ζῴων
οὔτ' ὄψιν οὔτ' ἀκοὴν ἔχουσιν οὔτ'
ὀσμῆς αἴσθησιν. καὶ τῶν
αἰσθητικῶν δὲ τὰ μὲν ἔχει τὸ
κατὰ τόπον κινητικόν, τὰ δ' οὐκ
ἔχει· τελευταῖον δὲ καὶ ἐλάχιστα
λογισμὸν καὶ διάνοιαν· οἷς μὲν
γὰρ ὑπάρχει λογισμὸς τῶν

συνέχονται ταύτα τοιουτοτρόπως.
Βεβαίως άνευ του θρεπτικού δεν
υπάρχει το αισθητικόν, από του
αισθητικού όμως δύναται να υπάρχη
χωριστά το θρεπτικόν εν τοις φυτοίς.
Και πάλιν άνευ της αφής ουδεμία εκ
των άλλων αισθήσεων υπάρχει, η αφή
όμως υπάρχει άνευ των άλλων
αισθήσεων, διότι πολλά των ζώων
ούτε όψιν, ούτε ακοήν έχουσιν, ούτε
αίσθησιν οσμής. Και εκ των εχόντων
αίσθησίν τινα μεν έχουσι την τοπικήν
κίνησιν, άλλα όμως δεν έχουσιν.
Ολίγιστα δε έχουσι τελευταίον την
δύναμιν του λόγου και την διάνοιαν.
Και όσα μεν των φθαρτών όντων
έχουσι την δύναμιν του λόγου, ταύτα
έχουσι και τας λοιπάς δυνάμεις. Αλλά
τα έχοντα μίαν μόνην εξ αυτών, δεν

Αναιρεί εμμέσως την Πλατωνικήν θεωρίαν περί ιδεών και διδάσκει, ότι δεν πρέπει να ζητώμεν
γενικόν ορισμόν της ψυχής ως να υπήρχε μία φύσις απάσης της ψυχής, αλλά να ορίζωμεν μίαν εκάστην
των μορφών αυτής. Τοιούτοι γενικοί ορισμοί είναι, κενοί σημασίας, διότι δεν εφαρμόζουσιν εις μερικόν
τι είδος όντων.
122
Εννοεί το λογικώς πρότερον.
121

φθαρτῶν, τούτοις καὶ τὰ λοιπὰ
πάντα, οἷς δ' ἐκείνων ἕκαστον,
οὐ πᾶσι λογισμός, ἀλλὰ τοῖς μὲν
οὐδὲ φαντασία, τὰ δὲ ταύτῃ μόνῃ
ζῶσιν. περὶ δὲ τοῦ θεωρητικοῦ
νοῦ ἕτερος λόγος. ὅτι μὲν οὖν ὁ
περὶ τούτων ἑκάστου λόγος,
οὗτος οἰκειότατος καὶ περὶ
ψυχῆς, δῆλον.

έχουσι πάντα τον λόγον, αλλά τινά
μεν αυτών ουδέ φαντασίαν 123
έχουσιν, άλλα δε με μόνην την
φαντασίαν ζώσι. Περί δε του
θεωρητικού νου αλλαχού θα γείνη
λόγος. Είναι όμως λοιπόν ότι ο
ορισμός μιας εκάστης των μορφών
της ψυχής είναι και ο μάλλον
αρμόζων ορισμός της ψυχής εν
γένει. 124

Η φαντασία είναι 1) αισθητική, ήτοι η δύναμις του αναπλάττειν αισθητάς εικόνας ή του ζωογονείν
νεκρά αισθήματα. 2) βουλευτική ή λογιστική, ήτοι η δύναμις του πλάττειν τας την νόησιν συνοδεύουσας
εικόνας εκ στοιχείου πάντοτε, τα οποία παρέχει η αίσθησις.
123

Ούτως ο άνθρωπος έχει τρεις ψυχάς ηνωμένας εν εαυτώ, τούτο δε η νεωτέρα επιστήμη εκφράζει
λέγουσα ότι ο άνθρωπος 1) είναι φυτόν, 2) άμα και 3) ζώον. Καίτοι η έκφρασις τρεις ψυχαί δεν είναι
ορθή, ουχ ήττον ο Αριστοτέλης ορθότατα διδάσκει ότι δεν πρέπει να ζητώμεν ψυχήν ή έννοιαν ψυχής,
ήτις να είναι μεν κοινή εις πάσας ταύτας, αλλά να μη είναι ιδιαιτέρα ουδεμίας αυτών, ούτε να εφαρμόζη
εις κανέν μερικόν και ατομικόν [σ. 61] είδος ψυχής. Ούτως εχώρισεν αυστηρώς την φιλοσοφικήν και
συγκεκριμένην νόησιν από τα κενά πλάσματα και τους τύπους της αφαιρετικής διανοίας. Εις τα σχήματα
λ. χ. μόνον το τρίγωνον, το τετράγωνοι κλπ. είναι όντως πραγματικόν τι, αλλ' η αφαιρετική διάνοια
ζητούσα καθολικάς εννοίας, πλάττει αυτάς αφαιρούσα τα κοινόν, συλλαμβάνει εν γενικόν σχήμα, όπερ
είναι κενόν περιεχομένου. Εκ τούτου ο πόλεμος των εμπειρικών κατά των κενολογιών του αφαιρετικού
νου. Αλλά το αληθές σχήμα, λέγει ο Αριστοτέλης, το γενικόν σχήμα είναι το τρίγωνον, όπερ ευρίσκεται
παρά τα άλλα και εντός των άλλων, τα οποία πάντα αναλύονται εις τρίγωνα. Τα αυτά λέγομεν και περί
της ψυχής, την οποίαν δεν πρέπει να ζητώμεν ως τι κενόν και αφηρημένον ενώ έχει πλουσιώτατον
περιεχόμενον.
124

Η θρεπτική ψυχή εμπεριέχεται, είναι μέρος της αισθητικής και αμφότεραι εμπεριέχονται εις την
διανοητικήν. Αλλ' η κατωτέρα υπάρχει εν τη ανωτέρα ως αντικείμενον και στοιχείον εν ω και δι' ου η
ανωτέρα πραγματοποιείται· είναι λοιπόν προς την ανωτέραν μία δύναμις, γενικός τις κατώτερος
διορισμός, είναι ως κατηγορούμενον εν τω υποκειμένω, εν τη αρχή, ήτις αποτελεί την ατομικότητα της
ανωτέρας, την εντελέχειαν αυτής. Ούτω λέγομεν, ότι το σώμα είναι το αντικείμενον, η δε ψυχή τα
υποκείμενον. Και γενικώς, η δυστυχία της φύσεως, λέγει ο Έγελος [Ιστορία της Φιλοσοφίας σελ. 374],
είναι ότι είναι αντικείμενον, ότι δηλα δή η έννοια, ο λόγος, το καθόλου είναι μεν εν αυτή, αλλά μένει
πάντοτε καθ' εαυτό και δεν γίνεται προς εαυτό, υποκείμενον, ή άλλως η έννοια είναι εκεί μόνον δυνάμει.
Εν ολίγοις λοιπόν ο Αριστοτέλης διδάσκει ότι κενόν καθολικόν δεν έχει ύπαρξιν ή δεν είναι αυτό είδη. Το
καθόλου, η έννοια, είναι τω όντι πραγματικόν ως μερικόν και ατομικόν, ως είναι τα τρίγωνον σχήμα και
η φυτική ή θρεπτική ψυχή. Το τοιούτο καθολικόν είναι τόσον πραγματικόν, ώστε αυτό τούτο, άνευ
περαιτέρω μεταβολής, είναι το πρώτον είδος του, περαιτέρω δε αναπτυσσόμενον δεν ανήκει εις αυτό,
αλλ' εις υψηλοτέρας βαθμίδας (βλέπε ταύτα σαφέστερον εν J. Gaird. Φιλοσοφία της Θρησκείας Μεταφρ.
Π. Γρατσιάτου σελ. 91. Φιλοσ. και Κοινων. Βιβλιοθ. Γ. Φέξη). Εν τω επομένω κεφαλαίω ο Αριστοτέλης
αναπτύσσει πώς η φυτική ζωή είναι η καθόλου έννοια ή το είδος της ψυχής, η πρώτη εντελέχεια, ή
στοιχειώδης ψυχή.

ΒΙΒΛΙΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ,
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'
Περί του θρεπτικού. Προ της θρεπτικής δυνάμεως ανάγκη πρότερον να εξετασθή
η τροφή. Γενική θεωρία περί θρέψεως. Η γέννησις του ομοίου και η διαιώνισις
του είδους τελική αιτία αυτής. Αναίρεσις δόξης Εμπεδοκλέους και των λεγόντων
ότι το πυρ είναι αιτία της θρέψεως. Η θρέψις είναι ενέργεια εναντίου επί του
εναντίου, άμα δε και ομοίου επί του ομοίου. Όρος της πέψεως η θερμότης.
Θρεπτική και γεννητική ψυχή μία.

415a13

Ἀναγκαῖον δὲ τὸν μέλλοντα
περὶ τούτων σκέψιν ποιεῖσθαι
λαβεῖν ἕκαστον αὐτῶν τί ἐστιν,
εἶθ' οὕτως περὶ τῶν ἐχομένων
καὶ περὶ τῶν ἄλλων ἐπιζητεῖν.
εἰ δὲ χρὴ λέγειν τί ἕκαστον
αὐτῶν, οἷον τί τὸ νοητικὸν ἢ τὸ
αἰσθητικὸν ἢ τὸ θρεπτικόν,
πρότερον ἔτι λεκτέον τί τὸ νοεῖν
καὶ τί τὸ αἰσθάνεσθαι· πρότεραι
γάρ εἰσι τῶν δυνάμεων αἱ
ἐνέργειαι καὶ αἱ πράξεις κατὰ
τὸν λόγον. εἰ δ' οὕτως, τούτων δ'
ἔτι πρότερα τὰ ἀντικείμενα δεῖ
τεθεωρηκέναι, περὶ ἐκείνων
πρῶτον ἂν δέοι διορίσαι διὰ τὴν
αὐτὴν αἰτίαν, οἷον περὶ τροφῆς
καὶ αἰσθητοῦ καὶ νοητοῦ.

1. [σ. 62] Αναγκαίον είναι ο θέλων
να μελετήση περί των δυνάμεων
τούτων να εξετάση τί είναι εκάστη
αυτών, έπειτα δε ομοίως να
επιζητήση τα συνεχόμενα μετ' αυτών
(τας ιδιότητας εκάστης) και τα
λοιπά. Και αν πρέπη να ορίση τί
είναι εκάστη αυτών, ήτοι τί είναι το
νοητικόν, ή τί το αισθητικόν ή τί το
θρεπτικόν, πρέπει πρότερον να
ορίση τί είναι το νοείν και τί το
αισθάνεσθαι, διότι λογικώς αι
ενέργειαι και αι πράξεις των
δυνάμεων είναι πρότεραι και
σαφέστεραι των δυνάμεων. 125 Και
εάν τούτο αληθεύη, και αν ακόμη
πρότερον των ενεργειών πρέπει να
μελετήσωμεν τα αντικείμενα αυτών,
ανάγκη διά την αυτήν αιτίαν να
προσδιορίσωμεν πρώτον τα
αντικείμενα ταύτα, ήτοι την τροφήν,
το αισθητόν και το νοητόν.

ὥστε πρῶτον περὶ τροφῆς καὶ
γεννήσεως λεκτέον· ἡ γὰρ
θρεπτικὴ ψυχὴ καὶ τοῖς ἄλλοις
ὑπάρχει, καὶ πρώτη καὶ
κοινοτάτη δύναμίς ἐστι ψυχῆς,
καθ' ἣν ὑπάρχει τὸ ζῆν ἅπασιν.
ἧς ἐστὶν ἔργα γεννῆσαι καὶ
τροφῇ χρῆσθαι· φυσικώτατον
γὰρ τῶν ἔργων τοῖς ζῶσιν, ὅσα

2. Ώστε πρέπει πρώτον να
ομιλήσωμεν περί θρέψεως και
γεννήσεως, διότι η θρεπτική δύναμις
και εις πάντα τα ζώντα υπάρχει και
είναι η πρώτη και κοινοτάτη της
ψυχής δύναμις, δι' ης η ζωή υπάρχει
εις πάντα τα ζώντα. Έργον αυτής
είναι να μεταχειρίζηται την τροφήν
(να τρέφη) και να γεννά· διότι το
φυσικώτερον [σ. 63] έργον των
εχόντων ζωήν, τα οποία δεν είναι

Πρώτας ευρίσκομεν τας ενεργείας, και εκ τούτων νοούμεν έπειτα τας δυνάμεις. Φύσει όμως
προηγείται η δύναμις. Σαφέστερα όμως και των ενεργειών είναι τα αντικείμενα, λ. χ. η τροφή.
125

415b

τέλεια καὶ μὴ πηρώματα ἢ τὴν
γένεσιν αὐτομάτην ἔχει, τὸ
ποιῆσαι ἕτερον οἷον αὐτό, ζῷον
μὲν ζῷον, φυτὸν δὲ φυτόν, ἵνα
τοῦ ἀεὶ καὶ τοῦ θείου μετέχωσιν
ᾗ δύναν-

ατελή, μήτε γεννώνται αυτομάτως,
είναι να κάμνωσιν άλλο ον όμοιον
με αυτά, ήτοι το ζώον να γεννά
ζώον, το φυτόν δε φυτόν, διά να
μετέχωσι του αιωνίου και του θείου
καθ' όσον δύνανται.

ται· πάντα γὰρ ἐκείνου
ὀρέγεται, καὶ ἐκείνου ἕνεκα
πράττει ὅσα πράττει κατὰ
φύσιν (τὸ δ' οὗ ἕνεκα διττόν, τὸ
μὲν οὗ, τὸ δὲ ᾧ). ἐπεὶ οὖν
κοινωνεῖν ἀδυνατεῖ τοῦ ἀεὶ καὶ
τοῦ θείου τῇ συνεχείᾳ, διὰ τὸ
μηδὲν ἐνδέχεσθαι τῶν φθαρτῶν
ταὐτὸ καὶ ἓν ἀριθμῷ διαμένειν,
ᾗ δύναται μετέχειν ἕκαστον,
κοινωνεῖ ταύτῃ, τὸ μὲν μᾶλλον
τὸ δ' ἧττον, καὶ διαμένει οὐκ
αὐτὸ ἀλλ' οἷον αὐτό, ἀριθμῷ
μὲν οὐχ ἕν, εἴδει δ' ἕν.

Διότι πάντα επιθυμούσι τούτο, και
ένεκα τούτου πράττουσιν, όσα
πράττουσι κατά φύσιν. Το δε ου
ένεκα, η τελική αιτία είναι διττή, αφ'
ενός μεν αυτά το αίτιον ή ο σκοπός
και αφ' ετέρου εκείνο εν ώ
πραγματοποιείται ο σκοπός 126.
Επειδή λοιπόν τα άτομα δεν
δύνανται να μετέχωσι του αιωνίου
και του θείου διά της ιδίας αυτών
συνεχούς υπάρξεως, διότι ουδέν εκ
των φθαρτών δύναται να διαμένη το
αυτό (αναλλοίωτον), έν
αριθμητικώς, διά τούτο έκαστον
μετέχει του θείου ούτως, όπως
δύναται, άλλο περισσότερον και
άλλο ολιγώτερον και δεν διαμένει
μεν αυτό το ίδιον, αλλά το όμοιον με
αυτό, ουχί έν αριθμητικώς, αλλ' έν
κατ' είδος 127.

ἔστι δὲ ἡ ψυχὴ τοῦ ζῶντος
σώματος αἰτία καὶ ἀρχή. ταῦτα
δὲ πολλαχῶς λέγεται, ὁμοίως δ'
ἡ ψυχὴ κατὰ τοὺς διωρισμένους
τρόπους τρεῖς αἰτία· καὶ γὰρ
ὅθεν ἡ κίνησις καὶ οὗ ἕνεκα καὶ
ὡς ἡ οὐσία τῶν ἐμψύχων
σωμάτων ἡ ψυχὴ αἰτία.

3. Είναι δε η ψυχή αιτία και αρχή
του ζώντος σώματος. Αιτία όμως και
αρχή λέγονται κατά πολλάς
σημασίας. Η δε ψυχή συμφώνως
προς ταύτας είναι αιτία κατά τρεις
προσδιωρισμένους τρόπους 128. Διότι
και ως αιτία κινητική, και ως αιτία
τελική, και ως ουσία των εμψύχων
σωμάτων είναι αιτία η ψυχή.

ὅτι μὲν οὖν ὡς οὐσία, δῆλον· τὸ
γὰρ αἴτιον τοῦ εἶναι πᾶσιν ἡ
οὐσία, τὸ δὲ ζῆν τοῖς ζῶσι τὸ
εἶναί ἐστιν, αἰτία δὲ καὶ ἀρχὴ
τούτου ἡ ψυχή. ἔτι τοῦ δυνάμει
ὄντος λόγος ἡ ἐντελέχεια.

4. Ότι μεν η ψυχή είναι αιτία ως
ουσία, είναι φανερόν διότι το αίτιον
της υπάρξεως πάντων είναι η ουσία,
η ζωή δε είναι η ύπαρξις των
ζώντων, αιτία δε και αρχή της ζωής
είναι η ψυχή. Προσέτι η εντελέχεια
είναι ο λόγος (η σημασία) του εν

Εάν λ. χ. η ευδαιμονία είναι σκοπός, ο σκοπός ούτος πραγματοποιείται εν εκάστω ημών και ούτω
έκαστος ημών είναι ο τελικός σκοπός.
127
Διά της γεννήσεως αναγεννάται και διαμένει το έμψυχον ον, ούτω δε διαιωνίζεται ουχί άτομόν τι
δεδομένον, αλλά το είδος.
128
Η ψυχή λοιπόν δεν είναι υλική αιτία. Ύλη αυτής είναι το σώμα.
126

δυνάμει όντος.

416a

φανερὸν δ' ὡς καὶ οὗ ἕνεκεν ἡ
ψυχὴ αἰτία· ὥσπερ γὰρ ὁ νοῦς
ἕνεκά του ποιεῖ, τὸν αὐτὸν
τρόπον καὶ ἡ φύσις, καὶ τοῦτ'
ἔστιν αὐτῆς τέλος. τοιοῦτον δ'
ἐν τοῖς ζῴοις ἡ ψυχὴ κατὰ
φύσιν· πάντα γὰρ τὰ φυσικὰ
σώματα τῆς ψυχῆς ὄργανα,
καθάπερ τὰ τῶν ζῴων, οὕτω
καὶ τὰ τῶν φυτῶν, ὡς ἕνεκα τῆς
ψυχῆς ὄντα· διττῶς δὲ τὸ οὗ
ἕνεκα, τό τε οὗ καὶ τὸ ᾧ.

5. Φανερόν δ' είναι ότι η ψυχή είναι
και τελικόν αίτιον, διότι καθώς ο
νους ενεργεί πρός τινα σκοπόν, κατά
τον αυτόν τρόπον ενεργεί και η
φύσις, και τούτο είναι το τέλος, το
οποίον αύτη επιδιώκει [σ. 64].
Τοιούτος δε σκοπός ή τέλος εν τοις
ζώοις είναι η ψυχή και τούτο δια την
φύσιν αυτής, διότι πάντα τα φυσικά
σώματα είναι όργανα της ψυχής· και
όπως όργανα αυτής είναι τα των
ζώων, ούτως είναι και τα των φυτών,
διότι υπάρχουσι πάντα ένεκα της
ψυχής· είναι δε διττόν το ου ένεκα (η
τελική αιτία), ήτοι αυτός ο σκοπός
και εκείνο εν τω οποίω και διά το
οποίον ενεργείται ο σκοπός.

ἀλλὰ μὴν καὶ ὅθεν πρῶτον ἡ
κατὰ τόπον κίνησις, ψυχή· οὐ
πᾶσι δ' ὑπάρχει τοῖς ζῶσιν ἡ
δύναμις αὕτη. ἔστι δὲ καὶ
ἀλλοίωσις καὶ αὔξησις κατὰ
ψυχήν· ἡ μὲν γὰρ αἴσθησις
ἀλλοίωσίς τις εἶναι δοκεῖ,
αἰσθάνεται δ' οὐθὲν ὃ μὴ
μετέχει ψυχῆς, ὁμοίως δὲ καὶ
περὶ αὐξήσεώς τε καὶ φθίσεως
ἔχει· οὐδὲν γὰρ φθίνει οὐδ'
αὔξεται φυσικῶς μὴ
τρεφόμενον, τρέφεται δ' οὐθὲν
ὃ μὴ κοινωνεῖ ζωῆς.

6. Αλλά προσέτι και η δύναμις όθεν
έρχεται η κατά τόπον κίνησις είναι η
ψυχή· δεν υπάρχει όμως εις πάντα τα
ζώντα η δύναμις αύτη της κινήσεως
(λ. χ. εις τα φυτά, τα όστρεα κλπ.).
Και η αλλοίωσις δε και η αύξησις
προέρχονται εκ της ψυχής· διότι η
μεν αίσθησις φαίνεται ότι είναι
μεταβολή τις, ουδέν δε αισθάνεται,
όπερ δεν έχει ψυχήν. Ομοίως δε
είναι αιτία αυξήσεως και φθίσεως·
διότι ουδέν φθίνει ουδέ αυξάνεται
φυσικώς, εάν δεν τρέφηται, αλλά
ουδέν τρέφεται, εάν δεν μετέχη
ζωής.

7. Ο Εμπεδοκλής όμως δεν εξήγησεν
Ἐμπεδοκλῆς δ' οὐ καλῶς
ορθώς την αιτίαν της αυξήσεως,
εἴρηκε τοῦτο προστιθείς, τὴν
αὔξησιν συμβαίνειν τοῖς φυτοῖς
κάτω μὲν συρριζουμένοις διὰ
τὸ τὴν γῆν οὕτω φέρεσθαι κατὰ
φύσιν, ἄνω δὲ διὰ τὸ <τὸ> πῦρ
ὡσαύτως. οὔτε γὰρ τὸ ἄνω καὶ
κάτω καλῶς λαμβάνει (οὐ γὰρ
ταὐτὸ πᾶσι τὸ ἄνω καὶ κάτω καὶ
τῷ παντί, ἀλλ' ὡς ἡ κεφαλὴ τῶν
ζῴων, οὕτως αἱ ῥίζαι τῶν

ισχυριζόμενος ότι η αύξησις
συμβαίνει εις τα φυτά, διότι κάτω
μεν βάλλουσι τας ρίζας, επειδή προς
τοιαύτην διεύθυνσιν φέρεται
φυσικώς η γη, προς τα άνω δε
αυξάνονται (διά των κλάδων), διότι
ούτω διευθύνεται και το πυρ. Αλλά
ούτε το άνω ούτε το κάτω λαμβάνει
ορθώς. Διότι το άνω και το κάτω δεν

φυτῶν, εἰ χρὴ τὰ ὄργανα λέγειν
ἕτερα καὶ ταὐτὰ τοῖς ἔργοις)
πρὸς δὲ τούτοις τί τὸ συνέχον
εἰς τἀναντία φερόμενα τὸ πῦρ
καὶ τὴν γῆν; διασπασθήσεται
γάρ, εἰ μή τι ἔσται τὸ κωλύον· εἰ
δ' ἔσται, τοῦτ' ἔστιν ἡ ψυχή, καὶ
τὸ αἴτιον τοῦ αὐ- ξάνεσθαι καὶ
τρέφεσθαι.

είναι τα αυτά προς πάντα τα όντα
ούτε εις όλα τα μέρη του παντός.
Αλλ' ό,τι είναι η κεφαλή εις τα ζώα,
τούτο είναι αι ρίζαι εις τα φυτά, εάν
πρέπη να διακρίνωμεν και να
ταυτίζωμεν τα όργανα διά των
ενεργειών των 129. Προς τούτοις τί
είναι εκείνο όπερ συνέχει το πυρ και
την γην, τα οποία φέρονται κατ'
εναντίας διευθύνσεις; Διότι βεβαίως
θα αποχωρισθώσιν, εάν ουδέν
υπάρχη, ίνα εμποδίση (τον
χωρισμόν); αλλά, εάν υπάρχη το
τοιούτον [σ. 65], η ψυχή είναι τούτο
και το αίτιον της αυξήσεως και της
θρέψεως (ουχί τα στοιχεία).

δοκεῖ δέ τισιν ἡ τοῦ πυρὸς φύσις
ἁπλῶς αἰτία τῆς τροφῆς καὶ τῆς
αὐξήσεως εἶναι· καὶ γὰρ αὐτὸ
φαίνεται μόνον τῶν σωμάτων
[ἢ τῶν στοιχείων] τρεφόμενον
καὶ αὐξόμενον, διὸ καὶ ἐν τοῖς
φυτοῖς καὶ ἐν τοῖς ζῴοις
ὑπολάβοι τις ἂν τοῦτο εἶναι τὸ
ἐργαζόμενον. τὸ δὲ συναίτιον
μέν πώς ἐστιν, οὐ μὴν ἁπλῶς γε
αἴτιον, ἀλλὰ μᾶλλον ἡ ψυχή· ἡ
μὲν γὰρ τοῦ πυρὸς αὔξησις εἰς
ἄπειρον, ἕως ἂν ᾖ τὸ καυστόν,
τῶν δὲ φύσει συνισταμένων
πάντων ἔστι πέρας καὶ λόγος
μεγέθους τε καὶ αὐξήσεως·
ταῦτα δὲ ψυχῆς, ἀλλ' οὐ πυρός,
καὶ λόγου μᾶλλον ἢ ὕλης.

8. Πιστεύουσί τινες ότι η φύσις του
πυρός είναι η απόλυτος αιτία της
τροφής και της αυξήσεως· διότι
μόνον το πυρ εξ όλων των σωμάτων
ή των στοιχείων φαίνεται ότι
τρέφεται και αυξάνεται· διό ηδύνατό
τις να νομίση, ότι και εις τα φυτά και
εις τα ζώα τούτο είναι όπερ παράγει
αύξησιν και θρέψιν. Αλλά το πυρ
είναι μεν συναίτιον 130, ουχί όμως το
μόνον αίτιον τούτων, αλλά μάλλον η
ψυχή είναι το καθ' αυτό αίτιον. Διότι
η μεν αύξησις του πυρός προχωρεί
επ' άπειρον, εφ' όσον υπάρχει
καύσιμος ύλη, ενώ εις πάντα τα υπό
της φύσεως γινόμενα όντα υπάρχει
πέρας κατ' αναλογίαν του μεγέθους
και της αυξήσεως αυτών· ταύτα δε,
όριον και αναλογία, είναι ίδια
προσόντα της ψυχής και ουχί του
πυρός, και μάλλον του λόγου ή της
ύλης.

ἐπεὶ δ' ἡ αὐτὴ δύναμις τῆς
ψυχῆς θρεπτικὴ καὶ γεννητική,
περὶ τροφῆς ἀναγκαῖον
διωρίσθαι πρῶτον· ἀφορίζεται
γὰρ πρὸς τὰς ἄλλας δυνάμεις
τῷ ἔργῳ τούτῳ. δοκεῖ δ' εἶναι ἡ

9. Επειδή δε η αυτή δύναμις της
ψυχής είναι θρεπτική άμα και
γεννητική, αναγκαίον να
ομιλήσωμεν πρώτον περί θρέψεως·
διότι διά της ενεργείας ταύτης
διακρίνεται αύτη από των άλλων
δυνάμεων της ψυχής. Νομίζεται, ότι

Καθώς εις τα ζώα είναι άνω η κεφαλή εν η το στόμα και τα όργανα προς τροφήν, ούτω εις τα φυτά
είναι άνω αι ρίζαι, δι' ών έλκουσι την τροφήν (Θεμίστιος).
130
Συνεργεί με άλλα αίτια.
129

τροφὴ τὸ ἐναντίον τῷ ἐναντίῳ,
οὐ πᾶν δὲ παντί, ἀλλ' ὅσα τῶν
ἐναντίων μὴ μόνον γένεσιν ἐξ
ἀλλήλων ἔχουσιν ἀλλὰ καὶ
αὔξησιν· γίνεται γὰρ πολλὰ ἐξ
ἀλλήλων, ἀλλ' οὐ πάντα ποσά,
οἷον ὑγιὲς ἐκ κάμνοντος.
φαίνεται δ' οὐδ' ἐκεῖνα τὸν
αὐτὸν τρόπον ἀλλήλοις εἶναι
τροφή, ἀλλὰ τὸ μὲν ὕδωρ τῷ
πυρὶ τροφή, τὸ δὲ πῦρ οὐ τρέφει
τὸ ὕδωρ. ἐν μὲν οὖν τοῖς ἁπλοῖς
σώμασι ταῦτ' εἶναι δοκεῖ
μάλιστα τὸ μὲν τροφὴ τὸ δὲ
τρεφόμενον.

η τροφή είναι εναντίον ενεργούν επί
εναντίου, δεν είναι όμως οιονδήποτε
εναντίον ενεργούν επί του τυχόντος
εναντίου, αλλ' είναι εκ των εναντίων
όσα όχι μόνον γεννώνται εξ
αλλήλων, αλλά και αυξάνονται το έv
διά του άλλου. Διότι γίνονται πολλά
εξ αλλήλων, αλλά δεν, είναι πάντα
ποσά (δεχόμενα αύξησιν), λ. χ. το
υγιές γίνεται εξ ασθενούς (και
ανάπαλιν) 131. Όμως δεν φαίνονται
ότι είναι κατά τον αυτόν τρόπον
τροφή προς άλληλα, αλλά το μεν
ύδωρ 132 είναι τροφή εις το πυρ, το
πυρ όμως δεν τρέφει το ύδωρ. Εις τα
απλά λοιπόν σώματα φαίνεται ότι
ταύτα είναι ιδία τα δύο αντίθετα, το
μεν η τροφή, το άλλο δε το
τρεφόμενον. [σ. 66]

ἀπορίαν δ' ἔχει· φασὶ γὰρ οἱ μὲν
τὸ ὅμοιον τῷ ὁμοίῳ τρέφεσθαι,
καθάπερ καὶ αὐξάνεσθαι, τοῖς
δ' ὥσπερ εἴπομεν τοὔμπαλιν
δοκεῖ, τὸ ἐναντίον τῷ ἐναντίῳ,
ὡς ἀπαθοῦς ὄντος τοῦ ὁμοίου
ὑπὸ τοῦ ὁμοίου, τὴν δὲ τροφὴν
δεῖν μεταβάλλειν καὶ
πέττεσθαι· ἡ δὲ μεταβολὴ πᾶσιν
εἰς τὸ ἀντικείμενον ἢ τὸ μεταξύ.
ἔτι πάσχει τι ἡ τροφὴ ὑπὸ τοῦ
τρεφομένου, ἀλλ' οὐ τοῦτο ὑπὸ
τῆς
416b

131
132

τροφῆς, ὥσπερ οὐδ' ὁ τέκτων
ὑπὸ τῆς ὕλης, ἀλλ' ὑπ' ἐκεί- νου
αὕτη· ὁ δὲ τέκτων μεταβάλλει
μόνον εἰς ἐνέργειαν ἐξ ἀργίας.
πότερον δ' ἐστὶν ἡ τροφὴ τὸ
τελευταῖον προσγινόμενον ἢ τὸ
πρῶτον, ἔχει διαφοράν. εἰ δ'
ἄμφω, ἀλλ' ἡ μὲν ἄπεπτος ἡ δὲ
πεπεμμένη, ἀμφοτέρως ἂν
ἐνδέχοιτο τὴν τροφὴν λέγειν· ᾗ

Και η έννοια της υγιείας δεν νοείται ειμή διά της εναντίας ιδέας της νόσου και αντιστρόφως.
Τα υγρά, οίον το έλαιον, κλπ. τρέφουσι το πυρ.

μὲν γὰρ ἄπεπτος, τὸ ἐναντίον
τῷ ἐναντίῳ τρέφεται, ᾗ δὲ
πεπεμμένη, τὸ ὅμοιον τῷ
ὁμοίῳ. ὥστε φανερὸν ὅτι
λέγουσί τινα τρόπον ἀμφότεροι
καὶ ὀρθῶς καὶ οὐκ ὀρθῶς.
416b9

ἐπεὶ δ' οὐθὲν τρέφεται μὴ
μετέχον ζωῆς, τὸ ἔμψυχον ἂν
εἴη σῶμα τὸ τρεφόμενον, ᾗ
ἔμψυχον, ὥστε καὶ ἡ τροφὴ
πρὸς ἔμψυχόν ἐστι, καὶ οὐ κατὰ
συμβεβηκός.
ἔστι δ' ἕτερον τροφῇ καὶ
αὐξητικῷ εἶναι· ᾗ μὲν γὰρ
ποσόν τι τὸ ἔμψυχον,
αὐξητικόν, ᾗ δὲ τόδε τι καὶ
οὐσία, τροφή (σώζει γὰρ τὴν
οὐσίαν, καὶ μέχρι τούτου ἔστιν
ἕως ἂν τρέφηται), καὶ γενέσεως
ποιητικόν, οὐ τοῦ τρεφομένου,
ἀλλ' οἷον τὸ τρεφόμενον· ἤδη
γὰρ ἔστιν αὐτοῦ ἡ οὐσία, γεννᾷ
δ' οὐθὲν αὐτὸ ἑαυτό, ἀλλὰ
σώζει. ὥσθ' ἡ μὲν τοιαύτη τῆς
ψυχῆς ἀρχὴ δύναμίς ἐστιν οἵα
σώζειν τὸ ἔχον αὐτὴν ᾗ
τοιοῦτον, ἡ δὲ τροφὴ
παρασκευάζει ἐνεργεῖν· διὸ
στερηθὲν τροφῆς οὐ δύναται
εἶναι.

13. Είναι δε άλλο το θρεπτικόν και
άλλο το αυξητικόν διότι καθ' όσον
είναι ποσόν τι το έμψυχον
αυξάνεται, καθ' όσον δε είναι σώμα
ωρισμένον και ουσία τρέφεται, και
ούτω η τροφή διαφυλάττει την
ουσίαν, διατηρείται δ' αύτη και
υπάρχει εφ' όσον χρόνον
τρέφεται. 133 Το θρεπτικόν δε γίνεται
και αιτία γεννήσεως, δεν γεννάται
όμως το τρεφόμενον, αλλά ον
όμοιον με το τρεφόμενον, διότι
τούτο υπάρχει ήδη, και ουδέν ον
γεννά αυτό εαυτό, αλλά διατηρεί
εαυτό. Ώστε η τοιαύτη αρχή (το
θρεπτικόν) της ψυχής είναι δύναμις
ικανή να συντηρή το ον το κατέχον
αυτήν, καθ' όσον κατέχει αυτήν,
διότι η τροφή παρασκευάζει αυτό
προς ενέργειαν, και διά τούτο άμα
στερηθή τροφής δεν δύναται πλέον
να υπάρχη.

[ἐπεὶ δ' ἔστι τρία, τὸ
τρεφόμενον καὶ ᾧ τρέφεται καὶ
τὸ τρέφον, τὸ μὲν τρέφον ἐστὶν
ἡ πρώτη ψυχή, τὸ δὲ
τρεφόμενον τὸ ἔχον ταύτην
σῶμα, ᾧ δὲ τρέφεται, ἡ τροφή.]
ἐπεὶ δὲ ἀπὸ τοῦ τέλους ἅπαντα

13. Επειδή δε τρία πράγματα
υπάρχουσιν εδώ, το τρεφόμενον, το
δι' ου τρέφεται, και το τρέφον
αυτό 134, εκ τούτων το μεν τρέφον
είναι αυτή η πρώτη (στοιχειώδης)
ψυχή (η θρεπτική), το δε τρεφόμενον
είναι το σώμα, το οποίον έχει αυτήν,
εκείνο δε, δι' ου τρέφεται, είναι η

Το ζώον τροφής χρήζει πάντοτε, ουχί όμως και αυξήσεως· ως ίππος ή άνθρωπος χρήζει τροφής, ως
πώλος δε ή παις χρήζει και αυξήσεως, έως ου έλθη εις ακμήν, τότε δε την αύξησιν διαδέχεται η γέννησις
ομοίων όντων.
134
Τρεις είναι και αι ενέργειαι του θρεπτικού, θρέψις, αύξησις, γέννησις.
133

προσαγορεύειν δίκαιον, τέλος
δὲ τὸ γεννῆσαι οἷον αὐτό, εἴη ἂν
ἡ πρώτη ψυχὴ γεννητικὴ οἷον
αὐτό.

τροφή. Επειδή δε δίκαιον είναι να
ονομάζωνται τα πράγματα πάντα εκ
του τέλους και του σκοπού αυτών,
τέλος δε ενταύθα είναι να γεννήση
όμοιόν του το έμψυχον, διό πρώτη
ψυχή δύναται να λέγηται η
γεννητική του ομοίου 135.

<ἐπεὶ δ' ἔστι τρία,
416b25Α τὸ τρεφόμενον καὶ ᾧ τρέφεται
καὶ τὸ τρέφον, τὸ μὲν τρέφον
ἐστὶν ἡ πρώτη ψυχή, τὸ δὲ
τρεφόμενον τὸ ἔχον ταύτην
σῶμα, ᾧ δὲ τρέφεται, ἡ τροφή.>

416b26

ἔστι δὲ ᾧ τρέ-

14. Το δε μέσον, δι' ου τρέφεται το

φει διττόν, ὥσπερ καὶ ᾧ
κυβερνᾷ καὶ ἡ χεὶρ καὶ τὸ πηδάλιον, τὸ μὲν κινοῦν καὶ
κινούμενον, τὸ δὲ κινούμενον
μόνον. πᾶσαν δ' ἀναγκαῖον
τροφὴν δύνασθαι πέττεσθαι,
ἐργάζεται δὲ τὴν πέψιν τὸ
θερμόν· διὸ πᾶν ἔμψυχον ἔχει
θερμότητα. τύπῳ μὲν οὖν ἡ
τροφὴ τί ἐστιν εἴρηται·
διασαφητέον δ' ἐστὶν ὕστερον
περὶ αὐτῆς ἐν τοῖς οἰκείοις
λόγοις.

τρεφόμενον, είναι διττόν, όπως διά
δύο τινών κυβερνάται και το πλοίον,
τα οποία είναι η χειρ και το
πηδάλιον, εκείνη μεν κινούν και
κινούμενον, το δε άλλο μόνον
κινούμενον 136. Είναι δε αναγκαίον
να δύναται να χωνεύηται [σ. 68]
πάσα τροφή. Ενεργεί δε την
χώνευσιν η θερμότης, και διά τούτο
παν έμψυχον έχει θερμότητα. Εν
κεφαλαίω λοιπόν εξηγήσαμεν τί
εστιν η τροφή. Πρέπει δε να είπωμεν
διασαφήσεις περί αυτής ύστερον εις
τας σχετικάς πραγματείας.

Ομοίου με το έχον αυτήν σώμα.
Η ψυχή τρέφει το σώμα διά της συμφυούς θρεπτικής και πεπτικής δυνάμεως και διά του θερμού, όπως
ο κυβερνήτης κυβερνά το πλοίον διά της συμφυούς χειρός αυτού και διά του χωριστού πηδαλίου. Η
θερμότης, ως η χειρ, κινουμένη υπό της δυνάμεως κινεί την τροφήν, αναλογούσαν προς το πηδάλιον.
135
136

ΒΙΒΛΙΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ,
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'
Γενικά περί του αισθητικού· είναι δύναμις χρήζουσα των εξωτερικών
πραγμάτων, ίνα γείνη ενεργός. Εξέτασις της δόξης ότι το όμοιον δύναται να
πάσχη υπό του ομοίου. Αληθεύει, καθ' όσον διακρίνεται η δύναμις και η
ενέργεια. Η αίσθησις πριν ή πάθη υπό του αισθητού είναι ανομοία προς αυτό.
Όταν δε πάθη, γίνεται ομοία αυτού.

416b32

Διωρισμένων δὲ τούτων
λέγωμεν κοινῇ περὶ πάσης
αἰσθήσεως. ἡ δ' αἴσθησις ἐν τῷ
κινεῖσθαί τε καὶ πάσχειν
συμβαίνει, καθάπερ εἴρηται·
δοκεῖ γὰρ ἀλλοίωσίς τις εἶναι.
φασὶ δέ τινες καὶ τὸ ὅμοιον ὑπὸ
τοῦ ὁμοίου πάσχειν.

1. Αφού ταύτα διωρίσαμεν, ας
ομιλήσωμεν γενικώς περί πάσης
αισθήσεως. Ως είπομεν, η αίσθησις
συνίσταται εις το κινείσθαι και
πάσχειν· διότι νομίζεται ότι είναι
μεταβολή τις 137. Τινές λέγουσιν ότι
και το όμοιον πάσχει υπό του
ομοίου.

417a

τοῦτο δὲ πῶς δυνατὸν ἢ
ἀδύνατον, εἰρήκαμεν ἐν τοῖς
καθόλου λόγοις περὶ τοῦ ποιεῖν
καὶ πάσχειν.

Πως δε τούτο είναι δυνατόν ή
αδύνατον είπομεν εις την γενικήν
πραγματείαν ημών περί του Ποιείν
και του Πάσχειν.

ἔχει δ' ἀπορίαν διὰ τί καὶ τῶν
αἰσθήσεων αὐτῶν οὐ γίνεται
αἴσθησις, καὶ διὰ τί ἄνευ τῶν
ἔξω οὐ ποιοῦσιν αἴσθησιν,
ἐνόντος πυρὸς καὶ γῆς καὶ τῶν
ἄλλων στοιχείων, ὧν ἐστιν ἡ
αἴσθησις καθ' αὑτὰ ἢ τὰ
συμβεβηκότα τούτοις. δῆλον
οὖν ὅτι τὸ αἰσθητικὸν οὐκ ἔστιν
ἐνεργείᾳ, ἀλλὰ δυνάμει μόνον,
διὸ οὐκ αἰσθάνεται, καθάπερ τὸ
καυστὸν οὐ καίεται αὐτὸ καθ'
αὑτὸ ἄνευ τοῦ καυστικοῦ· ἔκαιε

2. Αλλά ζητείται διατί δεν υπάρχει
αίσθησις και αυτών των
αισθήσεων 138 και διατί τα
αισθητήρια δεν παράγουσιν αίσθησιν
άνευ των εξωτερικών πραγμάτων,
μολονότι το πυρ, η γη και τα άλλα
στοιχεία υπάρχουσιν εν τω
αισθητικώ και έχομεν αίσθησιν
τούτων είτε καθ' εαυτά είτε των
συμβεβηκότων (ιδιοτήτων) αυτών.
Αλλ' είναι πρόδηλον ότι η αισθητική
δύναμις δεν είναι πάντοτε εν
ενεργεία, αλλά δυνάμει μόνον 139. Διά
τούτο αύτη είναι καθώς και η
καύσιμος [σ. 69] ύλη, η οποία δεν

Διότι πάσα αλλοίωσις γίνεται διά πάθους και κινήσεώς τινος.
Η των αισθητηρίων, ταύτα όμως είναι δυνάμει το αισθητόν και η αίσθησις. Το χωρίον εξηγείται και
ούτω: διατί αι αντιλήψεις δεν πηγάζουσιν εξ αυτών των αισθήσεων.
139
Η αίσθησις δεν είναι πράγματι και διαρκώς εν ενεργεία, αλλά δυνάμει ούσα γίνεται ενεργός, όταν
ερεθίζηται έξωθεν.
137
138

γὰρ ἂν ἑαυτό, καὶ οὐθὲν ἐδεῖτο
τοῦ ἐντελεχείᾳ πυρὸς ὄντος.
ἐπειδὴ δὲ τὸ αἰσθάνεσθαι
λέγομεν διχῶς (τό τε γὰρ
δυνάμει ἀκοῦον καὶ ὁρῶν
ἀκούειν καὶ ὁρᾶν λέγομεν, κἂν
τύχῃ καθεῦδον, καὶ τὸ ἤδη
ἐνεργοῦν), διχῶς ἂν λέγοιτο καὶ
ἡ αἴσθησις, ἡ μὲν ὡς δυνάμει, ἡ
δὲ ὡς ἐνεργείᾳ. ὁμοίως δὲ καὶ τὸ
αἰσθητόν, τό τε δυνάμει ὂν καὶ
τὸ ἐνεργείᾳ.

καίεται μόνη άνευ του πράγματος, το
οποίον την κάμνει να καίη 140. Διότι
άλλως θα έκαιεν εαυτήν και δεν θα
είχε χρείαν του πραγματικού
(προϋπάρχοντος) πυρός. Επειδή δε
το αισθάνεσθαι λέγομεν κατά δύο
σημασίας, διότι και το δυνάμει
ακούον και βλέπον λέγομεν ότι
ακούει και βλέπει και αν τύχη να
κοιμάται, και το ήδη ενεργούν, ήτοι
ακούον και βλέπον, λέγομεν ότι
ακούει και βλέπει, ούτω δύναται και
η αίσθησις να λέγηται κατά δύο
σημασίας, κατά μίαν ως εν δυνάμει
αίσθησις, κατ' άλλην δε ως εν
ενεργεία (ομοίως και το αισθάνεσθαι
λέγεται δυνάμει αισθάνεσθαι και εν
ενεργεία αισθάνεσθαι).

πρῶτον μὲν οὖν ὡς τοῦ αὐτοῦ
ὄντος τοῦ πάσχειν καὶ τοῦ
κινεῖσθαι καὶ τοῦ ἐνεργεῖν
λέγωμεν· καὶ γὰρ ἔστιν ἡ
κίνησις ἐνέργειά τις, ἀτελὴς
μέντοι, καθάπερ ἐν ἑτέροις
εἴρηται. πάντα δὲ πάσχει καὶ
κινεῖται ὑπὸ τοῦ ποιητικοῦ καὶ
ἐνεργείᾳ ὄντος. διὸ ἔστι μὲν ὡς
ὑπὸ τοῦ ὁμοίου πάσχει, ἔστι δὲ
ὡς ὑπὸ τοῦ ἀνομοίου, καθάπερ
εἴπομεν· πάσχει μὲν γὰρ τὸ
ἀνόμοιον, πεπονθὸς δ' ὅμοιόν
ἐστιν.

3. Ας εννοήσωμεν λοιπόν πρώτον,
ότι δηλούσι το αυτό πράγμα οι όροι
πάσχειν και κινείσθαι και
ενεργείν 141. Διότι και η κίνησις είναι
ενέργειά τις, ατελής όμως, καθώς
είπομεν αλλαχού 142. Πάντα όμως
πάσχουσι και κινούνται υπ' άλλου
όντος, όπερ δύναται να ποιή και είναι
ενεργεία ον. Διά τούτο κατά τινα μεν
τρόπον το όμοιον πάσχει υπό του
ομοίου, κατ' άλλον δε υπό του
ανομοίου, καθώς είπομεν ανωτέρω·
διότι πάσχει μεν το ανόμοιον, αφού
όμως έχει πάθη, τότε πλέον είναι
όμοιον. 143.

διαιρετέον δὲ καὶ περὶ
δυνάμεως καὶ ἐντελεχείας· νῦν
γὰρ ἁπλῶς ἐλέγομεν περὶ
αὐτῶν. ἔστι μὲν γὰρ οὕτως
ἐπιστῆμόν τι ὡς ἂν εἴποιμεν
ἄνθρωπον ἐπιστήμονα ὅτι ὁ

4. Πρέπει δε και περί δυνάμεως και
εντελεχείας να κάμωμεν διακρίσεις·
διότι έως τώρα ομιλούμεν περί
αυτών κατά τρόπον γενικόν. Κατά
μίαν σημασίαν λέγομεν, ότι πράγμα
τι είναι επιστήμον, ως ηθέλομεν είπει
ότι ο άνθρωπος είναι επιστήμων,

Η ύλη και η δύναμις χρήζουσι πάντοτε, ως ποιητικού αιτίου, ενός πραγματικού και ενεργεία όντος ίνα
κινηθώσι και γίνωσιν ωρισμένον τι. Ιδού διατί το είδος είναι πρότερον της ύλης.
141
Το αισθητικόν, ακίνητον ον και απαθές κατ' αρχάς, είναι απλώς εν δυνάμει· άμα όμως πάθη και
κινηθή υπό των εκτός, τότε είναι ενεργεία.
142
Η κίνησις γίνεται χάριν του τέλους (της οικίας λ. χ. η κατασκευή), όταν δε πραγματοποιηθή) ο σκοπός,
τότε η ενέργεια είναι τελεία.
143
Η αίσθησις, πριν ή αντιληφθή το αισθητόν, είναι δυνάμει αυτό, ουχί ενεργεία, άρα ταύτα είναι
ανόμοια· αφού όμως αντιληφθή, αφωμοιώθη αυτό και είναι ομοία με αυτά.
140

ἄνθρωπος τῶν ἐπιστημόνων
καὶ ἐχόντων ἐπιστήμην· ἔστι δ'
ὡς ἤδη λέγομεν ἐπιστήμονα τὸν
ἔχοντα τὴν γραμματικήν·
ἑκάτερος δὲ τούτων οὐ τὸν
αὐτὸν τρόπον δυνατός ἐστιν,
ἀλλ' ὁ μὲν ὅτι τὸ γένος τοιοῦτον
καὶ ἡ ὕλη, ὁ δ' ὅτι βουληθεὶς
δυνατὸς θεωρεῖν, ἂν μή τι
κωλύσῃ τῶν ἔξωθεν· ὁ δ' ἤδη
θεωρῶν, ἐντελεχείᾳ ὢν καὶ
κυρίως ἐπιστάμενος τόδε τὸ Α.
ἀμφότεροι μὲν οὖν οἱ πρῶτοι,
κατὰ δύναμιν ἐπιστήμονες

διότι ο άνθρωπος είναι εκ των όντων,
τα οποία δύνανται να δέχωνται [σ.
70] την επιστήμην και να έχωσιν
αυτήν· αφ' ετέρου δε λέγομεν επίσης
επιστήμονα τον κατέχοντα την
επιστήμην, λ.χ. την γραμματικήν.
Όμως καθείς των δύο τούτων δεν
είναι δυνατός κατά τον αυτόν
τρόπον, αλλ' ο μεν δύναται να
γινώσκη, διότι τοιούτον είναι το
γένος και η φύσις αυτού, ο δε διότι
άμα θελήση δύναται να ενεργήση
την επιστήμην του, όταν δεν τον
εμποδίζη τίποτε εξωτερικόν. Τρίτος
δε είναι ο νυν ενεργοποιών την
επιστήμην του· και ούτος είναι ο κατ'
εντελέχειαν και κυρίως επισταμένος
το ωρισμένον τούτο πράγμα, το Α π.
χ. Οι δε πρότεροι 144 είναι και οι δύο
κατά δύναμιν επιστήμονες·

417a30α <ὄντες, ἐνεργείᾳ γίνονται
ἐπιστήμονες,>
αλλ' ο μεν πρώτος είναι επιστήμων,
αφ' ου αλλοιωθή υπό της μελέτης και
πολλάκις εκ μιας καταστάσεως
μεταβληθή εις άλλην εναντίαν (εξ
αγνοίας δηλ. εις γνώσιν)· ο δε άλλος
είναι επιστήμων κατ' άλλον τρόπον,
ως κατέχων την αριθμητικήν

417a31

ἀλλ' ὁ μὲν διὰ μαθήσεως
ἀλλοιωθεὶς καὶ πολλάκις ἐξ
ἐναντίας μεταβαλὼν ἕξεως, ὁ δ'
ἐκ τοῦ ἔχειν τὴν ἀριθμητικὴν

417b

ἢ τὴν γραμματικήν, μὴ ἐνεργεῖν ή την γραμματικήν, μη ενεργοποιών
δε αυτήν· μεταβαίνουσι δε εις την
δέ, εἰς τὸ ἐνεργεῖν, ἄλλον
ενέργειαν ούτοι κατά διάφορον
τρόπον.
τρόπον.

417b2

οὐκ ἔστι δ' ἁπλοῦν οὐδὲ τὸ
πάσχειν, ἀλλὰ τὸ μὲν φθορά τις
ὑπὸ τοῦ ἐναντίου, τὸ δὲ σωτηρία
μᾶλλον ὑπὸ τοῦ ἐντελεχείᾳ
ὄντος τοῦ δυνάμει ὄντος καὶ
ὁμοίου οὕτως ὡς δύναμις ἔχει
πρὸς ἐντελέχειαν· θεωροῦν γὰρ
γίνεται τὸ ἔχον τὴν ἐπιστήμην,

5. Δεν είναι δε απλούν ουδέ το
πάσχειν, αλλ' άλλοτε μεν το πάθος
είναι φθορά τις υπό του εναντίου 145,
άλλοτε δε είναι μάλλον συντήρησις
του δυνάμει όντος υπό του
εντελεχεία και ομοίου όντος κατά
την αυτήν σχέσιν, την οποίαν έχει η
δύναμις προς την εντελέχειαν. Ούτω
το κατέχον την επιστήμην (ως

Ήτοι α') ο δυνάμενος να γίνη επιστήμων, διότι είναι άνθρωπος, λ. χ. ο παις, β') ο μαθών την
επιστήμην, αλλά μη χρησιμοποιών αυτήν, δυνάμενος όμως να την μεταχειρισθή, όταν θελήση, γ') ο
ενεργεία μεταχειριζόμενος τα μεμαθημένα.
145
Φθοράν πάσχει του προϋπάρχοντος ο εξ επιστήμης μεταβαίνων εις άγνοιαν. Ο δε εξ αγνοίας
μεταβαίνων εις επιστήμην προβαίνει εις την τελείωσιν της φύσεως αυτού.
144

ὅπερ ἢ οὐκ ἔστιν ἀλλοιοῦσθαι
(εἰς αὑτὸ γὰρ ἡ ἐπίδοσις καὶ εἰς
ἐντελέχειαν) ἢ ἕτερον γένος
ἀλλοιώσεως. διὸ οὐ καλῶς ἔχει
λέγειν τὸ φρονοῦν, ὅταν φρονῇ,
ἀλλοιοῦσθαι, ὥσπερ οὐδὲ τὸν
οἰκοδόμον ὅταν οἰκοδομῇ. τὸ
μὲν οὖν εἰς ἐντελέχειαν ἄγειν
ἐκ δυνάμει ὄντος [κατὰ] τὸ
νοοῦν καὶ φρονοῦν οὐ
διδασκαλίαν ἀλλ' ἑτέραν
ἐπωνυμίαν ἔχειν δίκαιον· τὸ δ'
ἐκ δυνάμει ὄντος μανθάνον καὶ
λαμβάνον ἐπιστήμην ὑπὸ τοῦ
ἐντελεχείᾳ ὄντος καὶ
διδασκαλικοῦ ἤτοι οὐδὲ πάσχειν
φατέον, [ὥσπερ εἴρηται,] ἢ δύο
τρόπους εἶναι ἀλλοιώσεως, τήν
τε ἐπὶ τὰς στερητικὰς διαθέσεις
μεταβολὴν καὶ τὴν ἐπὶ τὰς ἕξεις
καὶ τὴν φύσιν.

δύναμιν) γίνεται ενεργεία επιστήμη
(όταν μεταχειρίζηται αυτήν), τούτο
δε ή δεν είναι μεταβολή, διότι είναι
πρόοδος του υπάρχοντος εις αυτήν
την φύσιν του και εις την τελειότητα
αυτού 146, ή είναι άλλο [σ. 71] είδος
μεταβολής. Διά τούτο δεν είναι
ορθόν να λέγηται ότι ο έχων την
νόησιν μεταβάλλεται, όταν νοή,
καθώς δεν είναι ορθόν να λέγηται ότι
ο οικοδόμος μεταβάλλεται, όταν
οικοδομή. Εκείνο λοιπόν το οποίον
μεταφέρει το εν δυνάμει ον εις
εντελέχειαν ως προς τον νουν και
την νόησιν, δίκαιον είναι να
ονομάζηται ουχί διδασκαλία, αλλά
να έχη άλλο όνομα. Το δε ον, το
οποίον εκ της δυνάμεως μεταβαίνει
εις την επιστήμην μανθάνον και
λαμβάνον αυτήν υπό του εντελεχεία
όντος επιστήμονος και δυναμένου να
διδάξη αυτήν, ή δεν πρέπει να
λέγηται ότι πάσχει, καθώς είπομεν, ή
πρέπει να δεχθώμεν δύο τρόπους
αλλοιώσεως, ήτοι την εις την
στερητικήν διάθεσιν μεταβολήν και
την άγουσαν εις την έξιν (κατοχήν)
και την φυσικήν κατάστασιν 147.

τοῦ δ' αἰσθητικοῦ ἡ μὲν πρώτη
μεταβολὴ γίνεται ὑπὸ τοῦ
γεννῶντος, ὅταν δὲ γεννηθῇ,
ἔχει ἤδη, ὥσπερ ἐπιστήμην, καὶ
τὸ αἰσθάνεσθαι. τὸ κατ'
ἐνέργειαν δὲ ὁμοίως λέγεται τῷ
θεωρεῖν· διαφέρει δέ, ὅτι τοῦ μὲν
τὰ ποιητικὰ τῆς ἐνεργείας
ἔξωθεν, τὸ ὁρατὸν καὶ τὸ
ἀκουστόν, ὁμοίως δὲ καὶ τὰ
λοιπὰ τῶν αἰσθητῶν. αἴτιον δ'

6. Η πρώτη των δύο τούτων
μεταβολών γίνεται εις το αισθητικόν
ον υπ' αυτού του γεννώντος αυτό 148,
όταν όμως γεννηθή, κατέχει ήδη εν
εαυτώ την αίσθησιν ως είδος
γνώσεως. Και η κατ' ενέργειαν δε
αίσθησις λέγεται όπως και η κατ'
ενέργειαν επιστήμη. Αλλ' υπάρχει η
διαφορά, ότι τα αντικείμενα τα
ποιητικά της ενεργεία υπάρξεως του
αισθητικού είναι εξωτερικά, δηλ. το
ορατόν και το ακουστόν
αντικείμενον, όπως και αι λοιπαί
αισθηταί ιδιότητες. Αίτιον τούτου

Όπερ τέλος έχει να είναι επιστήμων. Ή άλλως· διότι το προστιθέμενον στοιχείον ανήκει εις αυτήν την
φύσιν αυτού και τείνει εις την εντελέχειαν αυτού.
147
Διάθεσις δηλοί μεταβατικήν κατάστασιν, έξις δε έμμονον, κατάστασιν. Η διάθεσις είναι απλή δύναμις
ή ατελής βαθμίς πράγματός τινος προς την εντελέχειάν του, είναι λοιπόν στέρησις, άρνησις εν συγκρίσει
προς την έξιν ή την εντελέχειαν. Ούτως ο μεν άρτι μανθάνων αποβάλλει ην έχει διάθεσιν, δηλ. την
άγνοιαν, και ενεργεί πρώτην μεταβολήν (εκ του μη όντος εις το είναι). Ο δε μαθών έχει μεν ήδη την έξιν,
κατέχει την επιστήμην, χρήζει δε ενεργείας προς τελείωσιν.
148
Ως πρώτη μεταβολή εννοείται το ότι γεννάται ο παις έχων την δύναμιν να αισθάνηται και να γινώσκη.
146

149
150

ὅτι τῶν καθ' ἕκαστον ἡ κατ'
ἐνέργειαν αἴσθησις, ἡ δ'
ἐπιστήμη τῶν καθόλου· ταῦτα δ'
ἐν αὐτῇ πώς ἐστι τῇ ψυχῇ.

είναι ότι η κατ' ενέργειαν αίσθησις
αντικείμενον έχει τα καθ' έκαστα, η
δε επιστήμη αντικείμενον έχει τα
καθολικά 149. Τα καθόλου δε ταύτα
είναι τρόπον τινά εν αυτή τη ψυχή.
[σ. 72]

διὸ νοῆσαι μὲν ἐπ' αὐτῷ, ὁπόταν
βούληται, αἰσθάνεσθαι δ' οὐκ
ἐπ' αὐτῷ· ἀναγκαῖον γὰρ
ὑπάρχειν τὸ αἰσθητόν. ὁμοίως
δὲ τοῦτο ἔχει κἀν ταῖς
ἐπιστήμαις ταῖς τῶν αἰσθητῶν,
καὶ διὰ τὴν αὐτὴν αἰτίαν, ὅτι τὰ
αἰσθητὰ τῶν καθ' ἕκαστα καὶ
τῶν ἔξωθεν.

Και διά τούτο δυνάμεθα να νοώμεν,
όταν θέλωμεν. Αλλά να
αισθανώμεθα δεν εξαρτάται εξ ημών,
διότι είναι αναγκαίον να υπάρχη
παρόν αισθητόν τι. Ομοίως δε
συμβαίνει και εν ταις επιστήμαις των
αισθητών όντων, δια την αυτήν
αιτίαν, διότι τα αισθητά ανήκουσιν
εις τον κόσμον των καθ' έκαστα και
των εξωτερικών πραγμάτων.

ἀλλὰ περὶ μὲν τούτων
διασαφῆσαι καιρὸς γένοιτ' ἂν
καὶ εἰςαῦθις· νῦν δὲ διωρίσθω
τοσοῦτον, ὅτι οὐχ ἁπλοῦ ὄντος
τοῦ δυνάμει λεγομένου, ἀλλὰ
τοῦ μὲν ὥσπερ ἂν εἴποιμεν τὸν
παῖδα δύνασθαι στρατηγεῖν,
τοῦ δὲ ὡς τὸν ἐν ἡλικίᾳ ὄντα,
οὕτως ἔχει [418a]

7. Αλλά ταύτα μεν θα λάβωμεν
καιρόν πάλιν να διασαφήσωμεν
περισσότερον. Τώρα δε ας ορίσωμεν
τόσον μόνον ότι, όπως η λεγομένη
δύναμις ή το δυνάμει δεν είναι
απλούν, αλλά άλλοτε μεν δηλοί
δύναμιν καθ' ην σημασίαν λέγομεν,
ότι ο παις δύναται να είναι
στρατηγός, άλλοτε δε καθ' ην
έννοιαν λέγομεν, ότι ο έχων την
ηλικίαν να στρατηγή δύναται να
στρατηγήση,

τὸ αἰσθητικόν. ἐπεὶ δ' ἀνώνυμος
αὐτῶν ἡ διαφορά, διώρισται δὲ
περὶ αὐτῶν ὅτι ἕτερα καὶ πῶς
ἕτερα, χρῆσθαι ἀναγκαῖον τῷ
πάσχειν καὶ ἀλλοιοῦσθαι ὡς
κυρίοις ὀνόμασιν. τὸ δ'
αἰσθητικὸν δυνάμει ἐστὶν οἷον
τὸ αἰσθητὸν ἤδη ἐντελεχείᾳ,
καθάπερ εἴρηται. πάσχει μὲν
οὖν οὐχ ὅμοιον ὄν, πεπονθὸς δ'
ὡμοίωται καὶ ἔστιν οἷον ἐκεῖνο.

ούτω και η αισθητική δύναμις τας
αυτάς έχει σημασίας. Αλλ' επειδή οι
διάφοροι ούτοι διορισμοί της
δυνάμεως δεν έχουσιν ιδιαίτερον
όνομα, ημείς όμως έχομεν ήδη
εξηγηθή περί αυτών ότι είναι
διάφοροι, και πως είναι διάφοροι,
ανάγκη να κάμνωμεν χρήσιν των
κοινών λέξεων (δυνάμεως) πάσχειν,
μεταβάλλεσθαι ως να εδήλουν την
κυρίαν σημασίαν. Το αισθητικόν
λοιπόν (η αίσθησις) είναι δυνάμει 150
τοιούτον, οποίον είναι κατ'
εντελέχειαν (πραγματικώς) το
αισθητόν, ως είπομεν. Πάσχει λοιπόν
καθ' όσον δεν είναι όμοιον με το
αισθητόν, αφ' ου όμως έχει πάθη,

Ήτοι μόνον νοητά όντα ή τα καθαρά νοήματα, τα οποία δεν είναι, όπως τα αισθητά, έργα της φύσεως.
Ουχί όπως ο παις λέγεται δυνάμει στρατηγός, αλλ' όπως ο ενήλιξ και κατέχων (έξις) την στρατηγίαν.

τότε πλέον έχει ομοιωθή, και είναι
τοιούτον, οποίον είναι το
αισθητόν 151. ( 152)

Εν τω Γ' βιβλίω αναπτύσσει κάλλιον την ταυτότητα του υποκειμένου και του αντικειμένου, της ψυχής
και του αισθητού. Η αίσθησις δέχεται τα είδη και τας εννοίας των αισθητών, χωρίς να πάσχη και να
αλλοιούται, τουναντίον μάλιστα γινομένη ενεργός τελειοποιεί την προτέραν κατάστασις αυτής.
152
Αι αρχαί αι εν τω 5ω κεφαλαίω εκτιθέμεναι περί της αισθητικότητος άμα και αυτενεργείας του
αισθητικού είναι εναντίαι εις την ψευδή υποκειμενικήν ιδεοκρατίαν, ήτις δοξάζει, ότι πάντα είναι
πλάσματα του υποκειμένου. Η αίσθησις έχει στοιχείον παθητικόν. Αισθανόμενοι ευρίσκομεν εαυτούς
διοριζομένους (πάσχοντας) έσωθεν ή έξωθεν, υποκειμενικώς ή αντικειμενικώς. [σ. 73] Τούτο το να
ευρίσκω εν εμοί διορισμούς αμέσους, ουχί υπ' εμού τεθειμένους, τούτο είναι το παθητικόν, το μη
ελεύθερον στοιχείον μου. Η αίσθησις είναι η σφαίρα του περιορισμού, του ενδεχομένου, της
πεπερασμένης υποκειμενικότητος. Βεβαίως και τα αισθητά αντικείμενα, το φως και τον ήχον δυνάμεθα
να νοώμεν διά της συγκεκριμένης ελευθέρας νοήσεως και να αποδεικνύωμεν ότι είναι διορισμοί του
αυθοριζομένου πνεύματος. Αλλ' από τούτου διαφέρει πολύ η κατάστασις εκείνη, καθ' ην εγώ υπάρχω ως
ατομικόν υποκείμενον και η ιδέα υπάρχει εις εμέ ως εις τούτο το μεμονωμένον άτομον. Αύτη είναι
κατάστασις περιορισμού και παθητικότητος και κατά τούτο είναι ψευδής η θεωρία, ότι ουδέν έρχεται εις
ημάς έξωθεν. Το ατομικόν στοιχείον εν τη αισθήσει αποτελεί την ατομικότητα της συνειδήσεως, ήτις
υπάρχει εις τούτο εδώ το πράγμα εν αναφορά προς άλλο ως αισθητόν προς αισθητόν. Αλλά το αισθητικόν
της ψυχής αντιδρά κατά του αισθητού πράγματος, αφομοιοί τούτο προς εαυτό, αναιρεί την παθητικότητα
του και ούτως άρχεται η αυτενέργεια του καθολικού και η συνείδησις εκείνη, της οποίας εσχάτη
ανάπτυξις είναι η επιστημονική και φιλοσοφική νόησις, η υψίστη μορφή της ελευθερίας.
151

ΒΙΒΛΙΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ,
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ς'
Περί των αισθητών. Σημασίαι του αισθητού. Αισθητόν 1ον υπό μιας αισθήσεως,
2ον υπό πασών, 3ον Αισθητόν κατά συμβεβηκός και μετ' άλλων αντικειμένων.

418a7

Λεκτέον δὲ καθ' ἑκάστην
αἴσθησιν περὶ τῶν αἰσθητῶν
πρῶτον. λέγεται δὲ τὸ αἰσθητὸν
τριχῶς, ὧν δύο μὲν καθ' αὑτά
φαμεν αἰσθάνεσθαι, τὸ δὲ ἓν
κατὰ συμβεβηκός. τῶν δὲ δυοῖν
τὸ μὲν ἴδιόν ἐστιν ἑκάστης
αἰσθήσεως, τὸ δὲ κοινὸν πασῶν.

1. Εξετάζοντες τας κατ' ιδίαν
αντιλήψεις αναγκαίον να ομιλήσωμεν
πρώτον περί των αισθητών λέγεται δε
το αισθητόν κατά τρεις σημασίας,
κατά δύο μεν εξ αυτών λέγομεν ότι
αισθανόμεθα τα αισθητά καθ' εαυτά,
κατά μίαν δε ότι κατά συμβεβηκός. Εκ
των καθ' εαυτά αισθητών, των δύο
πρώτων, άλλα μεν είναι ίδια εκάστης
αισθήσεως, άλλα δε είναι κοινά εις
πάσας τας αισθήσεις.

λέγω δ' ἴδιον μὲν ὃ μὴ ἐνδέχεται
ἑτέρᾳ αἰσθήσει αἰσθάνεσθαι, καὶ
περὶ ὃ μὴ ἐνδέχεται ἀπατηθῆναι,
οἷον ὄψις χρώματος καὶ ἀκοὴ
ψόφου καὶ γεῦσις χυμοῦ, ἡ δ' ἁφὴ
πλείους [μὲν] ἔχει διαφοράς, ἀλλ'
ἑκάστη γε κρίνει περὶ τούτων,
καὶ οὐκ ἀπατᾶται ὅτι χρῶμα οὐδ'
ὅτι ψόφος, ἀλλὰ τί τὸ
κεχρωσμένον ἢ ποῦ, ἢ τί τὸ
ψοφοῦν ἢ ποῦ. τὰ μὲν οὖν
τοιαῦτα λέγεται ἴδια ἑκάστης,

2. Ίδιον είναι εκείνο το αισθητόν, το
οποίον δεν είναι δυνατόν να
αισθανθώμεν δι' άλλης αισθήσεως και
ως προς το οποίον δεν δύναται να
απατηθή η σχετική αίσθησις, π. χ. η
όψις ίδιον έχει το χρώμα, η ακοή τον
ήχον και η γεύσις τον χυμόν, η δε [σ.
74] αφή έχει περισσοτέρας
διαφοράς 153. Αλλ' εκάστη αίσθησις
κρίνει βεβαίως περί του ιδίου
αντικειμένου, και δεν απατάται η όψις
διακρίνουσα ότι είναι χρώμα, ουδέ η
ακοή ότι είναι ήχος, αλλά μόνον
απατάται ως προς το τί είναι και που
είναι το χρωματιστόν αντικείμενον ή
τί είναι και που το ηχητικόν. Τα
τοιαύτα λοιπόν λέγονται ίδια εκάστης
αισθήσεως.

κοινὰ δὲ κίνησις, ἠρεμία,
ἀριθμός, σχῆμα, μέγεθος· τὰ γὰρ
τοιαῦτα οὐδεμιᾶς ἐστὶν ἴδια,
ἀλλὰ κοινὰ πάσαις· καὶ γὰρ ἁφῇ
κίνησίς τίς ἐστιν αἰσθητὴ καὶ
ὄψει.

3. Κοινά δε εις πάσας είναι η κίνησις,
η ηρεμία, ο αριθμός, το σχήμα και το
μέγεθος. Διότι τα τοιαύτα δεν είναι
ίδια ουδεμίας αισθήσεως
αποκλειστικώς, αλλ' είναι κοινά εις
πάσας. Ούτω κίνησις τις είναι αισθητή
και διά της όψεως και διά της ακοής.

Η Αφή, ήτις διακρίνει τας ιδιότητας του σώματος ως σώματος, έχει πολλά αντικείμενα : σκληρά και
μαλακά, λεία και τραχέα, θερμά και ψυχρά, υγρά και ξηρά. Είδος αφής είναι η γεύσις.
153

κατὰ συμβεβηκὸς δὲ λέγεται
αἰσθητόν, οἷον εἰ τὸ λευκὸν εἴη
Διάρους υἱός· κατὰ συμβεβηκὸς
γὰρ τούτου αἰσθάνεται, ὅτι τῷ
λευκῷ συμβέβηκε τοῦτο, οὗ
αἰσθάνεται· διὸ καὶ οὐδὲν πάσχει
ᾗ τοιοῦτον ὑπὸ τοῦ αἰσθητοῦ.
τῶν δὲ καθ' αὑτὰ αἰσθητῶν τὰ
ἴδια κυρίως ἐστὶν αἰσθητά, καὶ
πρὸς ἃ ἡ οὐσία πέφυκεν ἑκάστης
αἰσθήσεως.

154
155

4. Κατά συμβεβηκός δε λέγεται το
αισθητόν, όταν λ. χ. το λευκόν
αντικείμενον, το οποίον βλέπομεν,
είναι ο υιός του Διάρους· τω όντι κατά
συμβεβηκός αισθανόμεθα τούτον,
διότι το λευκόν, το οποίον
αισθανόμεθα, συνέπεσε να είναι υιός
του Διάρους 154. Διά τούτο και η
αίσθησις ουδέν πάσχει υπό του
αισθητού καθ' όσον είναι τοιούτον 155.
Εκ των καθ' αυτά αισθητών όμως τα
ίδια είναι κυριολεκτικώς αισθηταί
ποιότητες και εις ταύτα αναφέρεται
ουσιωδώς και κατά φύσιν εκάστη
αίσθησις.

Ή άλλως διότι εις τον υιόν Διάρους συνέβη να είναι λευκός το χρώμα.
Δηλ. υιός Διάρους.

ΒΙΒΛΙΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ,
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'
Γενικά περί οράσεως. Περί χρώματος. Το χρώμα κινεί το φως. Αναίρεσις γνώμης
Εμπεδοκλέους. Φωσφορικά σώματα. Ο αήρ αναγκαίον διάμεσον προς ενέργειαν
της οράσεως. Αναίρεσις δόξης Δημοκρίτου, ότι δυνάμεθα να βλέπωμεν εν τω
κενώ. Και αι άλλαι αισθήσεις χρήζουσι διαμέσου (αέρος, ύδατος) προς ενέργειαν
αυτών.

418a26

Οὗ μὲν οὖν ἐστιν ἡ ὄψις, τοῦτ'
ἐστὶν ὁρατόν, ὁρατὸν δ' ἐστὶ
χρῶμά τε καὶ ὃ λόγῳ μὲν ἔστιν
εἰπεῖν, ἀνώνυμον δὲ τυγχάνει
ὄν· δῆλον δὲ ἔσται ὃ λέγομεν
προελθοῦσι. τὸ γὰρ ὁρατόν ἐστι
χρῶμα, τοῦτο δ' ἐστὶ τὸ ἐπὶ τοῦ
καθ' αὑτὸ ὁρατοῦ· καθ' αὑτὸ δὲ
οὐ τῷ λόγῳ, ἀλλ' ὅτι ἐν ἑαυτῷ
ἔχει τὸ αἴτιον τοῦ εἶναι ὁρατόν.
πᾶν δὲ χρῶμα κινητι-

1. Το αντικείμενον, του οποίου
αίσθησις είναι η όψις, είναι το
ορατόν 156. Ορατόν δε είναι το χρώμα
και εκείνο όπερ δυνάμεθα να
εξηγήσωμεν διά του νου, αλλά δεν
έχει ίδιον όνομα 157. Φανερόν δε θα
γίνη κάλλιστα ό,τι λέγομεν, όταν
προχωρήσωμεν. Το ορατόν λοιπόν
είναι το χρώμα· τούτο δε υπάρχει (επί
της επιφανείας), επί του καθ' αυτό
ορατού 158, όπερ είναι καθ' αυτό
ορατόν ουχί κατά λόγον 159, αλλά
διότι έχει εν εαυτώ το αίτιον του να
είναι ορατόν 160. Παν χρώμα

418b

κόν ἐστι τοῦ κατ' ἐνέργειαν
διαφανοῦς, καὶ τοῦτ' ἐστὶν αὐτοῦ
ἡ φύσις· διόπερ οὐχ ὁρατὸν ἄνευ
φωτός, ἀλλὰ πᾶν τὸ ἑκάστου
χρῶμα ἐν φωτὶ ὁρᾶται. διὸ περὶ
φωτὸς πρῶτον λεκτέον τί ἐστιν.

δύναται να κινή το κατ' ενέργειαν
διαφανές 161 και αύτη είναι η φύσις
του χρώματος. Διά τούτο δεν υπάρχει
ορατόν άνευ φωτός, αλλά παν χρώμα
εκάστου πράγματος οράται μόνον εις
το φως. Όθεν πρέπει πρώτον να
είπωμεν περί φωτός τί είναι. [σ. 76]

ἔστι δή τι διαφανές. διαφανὲς δὲ
λέγω ὃ ἔστι μὲν ὁρατόν, οὐ καθ'
αὑτὸ δὲ ὁρατὸν ὡς ἁπλῶς εἰπεῖν,
ἀλλὰ δι' ἀλλότριον χρῶμα.
τοιοῦτον δέ ἐστιν ἀὴρ καὶ ὕδωρ

2. To φως βεβαίως είναι διαφανές τι.
Λέγω δε διαφανές εκείνο, το οποίον
είναι μεν ορατόν, ουχί όμως καθ'
εαυτό ορατόν, και απολύτως, αλλά
διά μέσου ξένου τινός, του χρώματος.
Τοιούτον δε διαφανές είναι ο αήρ, το

Όρασις είναι η εν ενεργεία όψις.
Εννοεί τα εν τω σκότει φωσφορίζοντα σώματα, άτινα δεν έχουσιν ίδιον όνομα.
158
To χρώμα είναι ορατόν, ουχί καθ' εαυτό, διότι δεν είναι ουσία, υπόστασις, αλλά είναι πάντοτε εν
σώματι ως ιδιότης αυτού.
159
Διότι ούτε ο ορισμός αυτής περιέχει τα ορατόν, ούτε ο του ορατού περιέχει αυτήν.
160
Το αίτιον τούτο είναι το χρώμα.
161
Διαφανή είναι ο αήρ, το ύδωρ κλπ., αλλά καθ' εαυτά είναι δυνάμει διαφανή και διά τούτο είναι
σκοτεινά· δρώντας όμως του φωτός γίνονται διαφανή. Το φως κάμνει το διαφανές ενεργεία, διαφανές,
όταν το διαπερά και το κινή. Το διαφανές είναι άχρουν, δέχεται δε χρώμα εξ άλλων εγχρώμων σωμάτων.
156
157

καὶ πολλὰ τῶν στερεῶν· οὐ γὰρ
ᾗ ὕδωρ οὐδ' ᾗ ἀὴρ διαφανές, ἀλλ'
ὅτι ἔστι τις φύσις ἐνυπάρχουσα
ἡ αὐτὴ ἐν τούτοις ἀμφοτέροις
καὶ ἐν τῷ ἀϊδίῳ τῷ ἄνω σώματι.
φῶς δέ ἐστιν ἡ τούτου ἐνέργεια,
τοῦ διαφανοῦς ᾗ διαφανές.
δυνάμει δέ, ἐν ᾧ τοῦτ' ἐστί, καὶ
τὸ σκότος. τὸ δὲ φῶς οἷον χρῶμά
ἐστι τοῦ διαφανοῦς, ὅταν ᾖ
ἐντελεχείᾳ διαφανὲς ὑπὸ πυρὸς
ἢ τοιούτου οἷον τὸ ἄνω σῶμα·
καὶ γὰρ τούτῳ τι ὑπάρχει ἓν καὶ
ταὐτόν. τί μὲν οὖν τὸ διαφανὲς
καὶ τί τὸ φῶς, εἴρηται, ὅτι οὔτε
πῦρ οὔθ' ὅλως σῶμα οὐδ'
ἀπορροὴ σώματος οὐδενός (εἴη
γὰρ ἂν σῶμά τι καὶ οὕτως), ἀλλὰ
πυρὸς ἢ τοιούτου τινὸς
παρουσία ἐν τῷ διαφανεῖ· οὔτε
γὰρ δύο σώματα ἅμα δυνατὸν ἐν
τῷ αὐτῷ εἶναι,

ύδωρ και άλλα των στερεών (ύαλος
κλπ.), δεν είναι όμως το ύδωρ
διαφανές ως ύδωρ, ουδέ ο αήρ ως
αήρ, αλλά διότι υπάρχει εις τα δυο
ταύτα η αυτή ιδιότης, ήτις είναι η
αυτή με την εν τω αιωνίω και θείω
σώματι 162 υπάρχουσαν. Το φως δε
είναι η ενεργοποίησις του διαφανούς,
ως διαφανούς 163. Εκείνο δε (το
διάμεσον), εν τω οποίω το διαφανές
υπάρχει εν δυνάμει, τούτο είναι και
το σκότος. Το φως είναι τρόπον τινά
το χρώμα του διαφανούς, όταν το
διαφανές γίνεται εντελεχεία διαφανές
είτε υπό του πυρός είτε υπό άλλης
αιτίας τοιαύτης, οίον είναι το άνω
σώμα (ο ήλιος)· διότι και τούτο το
σώμα έχει τι το αυτό με το πυρ. Τί
είναι λοιπόν το διαφανές και τί είναι
το φως, είπομεν, το φως δηλ. δεν
είναι πυρ ούτε σώμα παντάπασιν ούτε
απόρροια σώματος (διότι ούτω θα
ήτο σώμα τι), αλλ' η παρουσία
(επενέργεια) του πυρός ή άλλου
τοιούτου σώματος εν τω διαφανεί,
διότι δεν είναι δυνατόν δύο
σώματα 164 συγχρόνως να υπάρχωσιν
εν τω αυτώ.

δοκεῖ τε τὸ φῶς ἐναντίον εἶναι
τῷ σκότει· ἔστι δὲ τὸ σκότος
στέρησις τῆς τοιαύτης ἕξεως ἐκ
διαφανοῦς, ὥστε δῆλον ὅτι καὶ ἡ
τούτου παρουσία τὸ φῶς ἐστιν.
καὶ οὐκ ὀρθῶς Ἐμπεδοκλῆς, οὐδ'
εἴ τις ἄλλος οὕτως εἴρηκεν, ὡς
φερομένου τοῦ φωτὸς καὶ
γιγνομένου ποτὲ μεταξὺ τῆς γῆς
καὶ τοῦ περιέχοντος, ἡμᾶς δὲ
λανθάνοντος· τοῦτο γάρ ἐστι καὶ
παρὰ τὴν τοῦ λόγου ἐνάργειαν
καὶ παρὰ τὰ φαινόμενα· ἐν
μικρῷ μὲν γὰρ διαστήματι λάθοι

3. Το φως φαίνεται ότι είναι το
εναντίον προς το σκότος. Το δε
σκότος είναι στέρησις της τοιαύτης
καταστάσεως του διαφανούς, ώστε
φανερόν είναι ότι και το φως είναι η
παρουσία της καταστάσεως ταύτης.
Ο Εμπεδοκλής δε ουχί ορθώς λέγει,
ουδέ άν τις άλλος είπε τούτο, ότι το
φως εκινείτο και εκάστοτε εξετείνετο
μεταξύ της γης και του περιέχοντος
μεταξύ (της ατμοσφαίρας), διέφευγε
δε την αντίληψιν ημών 165. Αλλά
τούτο αντίκειται και εις την λογικήν
αλήθειαν και εις τα φαινόμενα. Διότι
εν μικρώ διαστήματι δύναται να
διαφύγη ημάς κίνησις φωτός μικρού
[σ. 77]. αλλ' απ' ανατολής μέχρι

Όπερ είναι ο ουρανός ή ο αιθήρ.
Ουχί δε ως εκτεταμένου ή χρωματιστού κλπ.
164
Το διαφανές και το φως, εάν ήσαν σώματα, θα ήσαν εν τω αυτώ τόπω και θα απετέλουν έν σώμα.
165
Διά την ταχύτητα της κινήσεως του.
162
163

ἄν, ἀπ' ἀνατολῆς δ' ἐπὶ δυσμὰς
τὸ λανθάνειν μέγα λίαν τὸ
αἴτημα.

δυσμών να διαφύγη την αντίληψιν
ημών κίνησις (τοιούτου σώματος)
είναι παρά πολύ μεγάλη η απαίτησις.

418b26

ἔστι δὲ χρώματος μὲν δεκτικὸν
τὸ ἄχρουν, ψόφου δὲ τὸ ἄψοφον.
ἄχρουν δ' ἐστὶ τὸ διαφανὲς καὶ
τὸ ἀόρατον ἢ τὸ μόλις
ὁρώμενον, οἷον δοκεῖ τὸ
σκοτεινόν. τοιοῦτον δὲ τὸ
διαφανὲς μέν, ἀλλ' οὐχ ὅταν ᾖ
ἐντελεχείᾳ διαφανές, ἀλλ' ὅταν
δυνάμει· ἡ γὰρ αὐτὴ φύσις ὁτὲ
μὲν σκότος ὁτὲ δὲ φῶς

4. Είναι δε επιδεκτικόν να παράγη
χρώμα το άχρουν και ήχον τα
άψοφον. Άχρουν δε είναι το διαφανές
και το αόρατον ή το μόλις ορατόν,
οποίον φαίνεται ότι είναι λ.χ. το
σκοτεινόν 166. Και τοιούτον είναι το
διαφανές, όχι όμως όταν είναι
εντελεχεία διαφανές, διότι το αυτό
διάμεσον άλλοτε είναι σκότος,
άλλοτε δε είναι φως.

419a

ἐστιν. οὐ πάντα δὲ ὁρατὰ ἐν
φωτί ἐστιν, ἀλλὰ μόνον ἑκάστου
τὸ οἰκεῖον χρῶμα· ἔνια γὰρ ἐν
μὲν τῷ φωτὶ οὐχ ὁρᾶται, ἐν δὲ τῷ
σκότει ποιεῖ αἴσθησιν, οἷον τὰ
πυρώδη φαινόμενα καὶ
λάμποντα (ἀνώνυμα δ' ἐστὶ
ταῦτα ἑνὶ ὀνόματι), οἷον μύκης,
κρέας, κεφαλαὶ ἰχθύων καὶ
λεπίδες καὶ ὀφθαλμοί· ἀλλ'
οὐδενὸς ὁρᾶται τούτων τὸ
οἰκεῖον χρῶμα. δι' ἣν μὲν οὖν
αἰτίαν ταῦτα ὁρᾶται, ἄλλος
λόγος·

Ουχί δε πάντα τα ορατά είναι ορατά
εις το φως, αλλά το οικείον χρώμα
έκαστου αυτών εν τω φωτί μόνον
είναι ορατόν. Διό τινά εις μεν το φως
δεν είναι ορατά, εις δε το σκότος
κινούσι την αίσθησιν ως λ. χ. τα
σώματα, τα οποία φαίνονται πυρώδη
και λάμποντα την νύκτα, δεν
ονομάζονται δε με εν κοινόν όνομα.
Και τοιαύτα είναι οι μύκητες, κέρατα
ζώων, κεφαλαί ιχθύων και λέπια και
οφθαλμοί αυτών. Αλλ' ουδενός αυτών
βλέπομεν το οικείον αυτού χρώμα 167.
Διά ποίαν δε αιτίαν τα σώματα ταύτα
είναι ορατά, τούτο είναι άλλο ζήτημα.

νῦν δ' ἐπὶ τοσοῦτον φανερόν
ἐστιν, ὅτι τὸ μὲν ἐν φωτὶ
ὁρώμενον χρῶμα (διὸ καὶ οὐχ
ὁρᾶται ἄνευ φωτός· τοῦτο γὰρ
ἦν αὐτῷ τὸ χρώματι εἶναι, τὸ
κινητικῷ εἶναι τοῦ κατ'
ἐνέργειαν διαφανοῦς), ἡ δ'
ἐντελέχεια τοῦ διαφανοῦς φῶς
ἐστιν. σημεῖον δὲ τούτου
φανερόν· ἐὰν γάρ τις θῇ τὸ ἔχον
χρῶμα ἐπ' αὐτὴν τὴν ὄψιν, οὐκ

5. Επί του παρόντος τούτο είναι
φανερόν, ότι εκείνο το οποίον οράται
εις το φως είναι το χρώμα, διά τούτο
δε το χρώμα δεν είναι ορατόν άνευ
φωτός· διότι αύτη είναι η ουσία του
χρώματος, να δύναται να κινή το κατ'
ενέργειαν διαφανές, η δε εντελέχεια
του διάφανους είναι το φως. Η
απόδειξις τούτου είναι προφανής· εάν
δηλ. θέση τις το σώμα το έχον χρώμα
επ' αυτού του οφθαλμού, δεν το
βλέπει. Αλλά, τουναντίον, το μεν
χρώμα κινεί το διαφανές, λ. χ. τον

Η όψις διακρίνει και το σκότος. Και εν γένει πάσα αίσθησις την στέρησιν του ιδίου αυτής αισθητού
αντικειμένου αισθάνεται.
167
Διότι πάντα έχουσι την αυτήν όψιν, καθ' όσον πάντα είναι λαμπρά και, φωσφορικά.
166

ὄψεται· ἀλλὰ τὸ μὲν χρῶμα κινεῖ αέρα, υπό τούτου δε, όστις είναι
τὸ διαφανές, οἷον τὸν ἀέρα, ὑπὸ συνεχής, κινείται το αισθητήριον.
τούτου δὲ συνεχοῦς ὄντος
κινεῖται τὸ αἰσθητήριον.

168

οὐ γὰρ καλῶς τοῦτο λέγει
Δημόκριτος, οἰόμενος, εἰ γένοιτο
κενὸν τὸ μεταξύ, ὁρᾶσθαι ἂν
ἀκριβῶς καὶ εἰ μύρμηξ ἐν τῷ
οὐρανῷ εἴη· τοῦτο γὰρ ἀδύνατόν
ἐστιν. πάσχοντος γάρ τι τοῦ
αἰσθητικοῦ γίνεται τὸ ὁρᾶν· ὑπ'
αὐτοῦ μὲν οὖν τοῦ ὁρωμένου
χρώματος ἀδύνατον· λείπεται δὴ
ὑπὸ τοῦ μεταξύ, ὥστ' ἀναγκαῖόν
τι εἶναι μεταξύ· κενοῦ δὲ
γενομένου οὐχ ὅτι ἀκριβῶς, ἀλλ'
ὅλως οὐθὲν ὀφθήσεται.

6. Ούτως ο Δημόκριτος ουχί ορθώς
λέγει, πιστεύων, ότι εάν γίνη κενόν το
μεταξύ (το διάμεσον), θα εγίνετο η
όρασις ακριβής [σ. 78] ώστε να
βλέπη και μύρμηκα, αν υπήρχεν εν
τω ουρανώ. Αλλά τούτο είναι
αδύνατον, διότι η όρασις δεν
παράγεται, ειμή όταν πάσχη τι η
αίσθησις· να πάσχη δε αμέσως υπ'
αυτού του ορατού χρώματος είναι
αδύνατον. Υπολείπεται λοιπόν η
υπόθεσις, ότι πάσχει υπό του
μεταξύ 168 (διαφανούς αέρος), ώστε
είναι ανάγκη, να υπάρχη τι μεταξύ.
Εάν δε γίνη κενόν, ου μόνον δεν θα
βλέπηταί τι ακριβώς, αλλ' ουδόλως
θα βλέπηται.

δι' ἣν μὲν οὖν αἰτίαν τὸ χρῶμα
ἀναγκαῖον ἐν φωτὶ ὁρᾶσθαι,
εἴρηται. πῦρ δὲ ἐν ἀμφοῖν
ὁρᾶται, καὶ ἐν σκότει καὶ ἐν
φωτί, καὶ τοῦτο ἐξ ἀνάγκης· τὸ
γὰρ διαφανὲς ὑπὸ τούτου
γίνεται διαφανές.

7. Διά ποίαν λοιπόν αιτίαν το χρώμα
αναγκαίως οράται εις το φως είπομεν.
Το πυρ δε οράται εις αμφότερα, και
εις το σκότος και εις το φως. Και
τούτο εξ ανάγκης γίνεται· διότι το
διαφανές γίνεται διαφανές υπό του
πυρός.

ὁ δ' αὐτὸς λόγος καὶ περὶ ψόφου
καὶ ὀσμῆς ἐστιν· οὐθὲν γὰρ
αὐτῶν ἁπτόμενον τοῦ
αἰσθητηρίου ποιεῖ τὴν αἴσθησιν,
ἀλλ' ὑπὸ μὲν ὀσμῆς καὶ ψόφου
τὸ μεταξὺ κινεῖται, ὑπὸ δὲ
τούτου τῶν αἰσθητηρίων
ἑκάτερον· ὅταν δ' ἐπ' αὐτό τις
ἐπιθῇ τὸ αἰσθητήριον τὸ ψοφοῦν
ἢ τὸ ὄζον, οὐδεμίαν αἴσθησιν
ποιήσει. περὶ δὲ ἁφῆς καὶ
γεύσεως ἔχει μὲν ὁμοίως, οὐ
φαίνεται δέ· δι' ἣν δ' αἰτίαν,
ὕστερον ἔσται δῆλον.

8. Το αυτό λέγομεν και περί του ήχου
και της οσμής, διότι ουδέν εξ αυτών
κινεί την αίσθησιν, όταν τίθηται εις
επαφήν με το αισθητήριον, αλλ' υπό
της οσμής και του ήχου κινείται το
μεταξύ, υπό δε τούτου κινείται
έκαστον των αισθητηρίων. Όταν δε
επιθέση τις το σώμα το ηχούν ή όζον
επ' αυτού του αισθητηρίου, ουδεμίαν
θα διεγείρη αίσθησιν. Το αυτό
συμβαίνει και εις την αφήν και την
γεύσιν, αλλά δεν είναι επίσης
φανερόν, και η αιτία τούτου ύστερον
θα γίνη φανερά.

Άλλως πολλώ μάλλον θα έπασχεν η αίσθησις, εάν το χρώμα επετίθετο επί του αισθητηρίου.

419b

τὸ δὲ μεταξὺ ψόφων μὲν ἀήρ,
ὀσμῆς δ' ἀνώνυμον· κοινὸν γάρ
τι πάθος ἐπ' ἀέρος καὶ ὕδατος
ἔστιν, ὥσπερ τὸ διαφανὲς
χρώματι, οὕτω τῷ ἔχοντι ὀσμὴν
ὃ ἐν ἀμφοτέροις ὑπάρχει
τούτοις· φαίνεται γὰρ καὶ τὰ
ἔνυδρα τῶν ζῴων

9. Το μεταξύ (το διάμεσον) του ήχου
είναι ο αήρ, το δε της οσμής δεν έχει
ίδιον όνομα. Αλλ' είναι πάθος τι
κοινόν και του αέρος και του ύδατος,
και ην σχέσιν έχει το διαφανές προς
το χρώμα την αυτήν έχει το εν
αμφοτέροις τοις στοιχείοις υπάρχον
πάθος προς το σώμα το έχον την
οσμήν 169. Τω όντι φαίνεται ότι και τα
ένυδρα ζώα

ἔχειν αἴσθησιν ὀσμῆς. ἀλλ' ὁ μὲν
ἄνθρωπος, καὶ τῶν πεζῶν ὅσα
ἀναπνεῖ, ἀδυνατεῖ ὀσμᾶσθαι μὴ
ἀναπνέοντα. ἡ δ' αἰτία καὶ περὶ
τούτων ὕστερον λεχθήσεται.

έχουσι την αίσθησιν της οσμής. Αλλ'
ο [σ. 79] άνθρωπος και όσα των
χερσαίων αναπνέουσι δεν δύνανται
να αισθάνωνται την οσμήν, εάν δεν
αναπνέωσι. Την αιτίαν δε τούτων
ύστερον θα εξηγήσωμεν.

Φαίνεται ότι υποθέτει ειδικόν τι διάμεσον της οσμής (δίοσμον) και τούτο λέγει πάθος του αέρος και
του ύδατος, όπερ διαβιβάζει την οσμήν, όπως έτερον κοινόν πάθος, το διαφανές, διαβιβάζει το φως. Της
όψεως το διάμεσον, το διαφανές, είναι ιδιότης του αέρος και του ύδατος. Το της ακοής, το διηχές, είναι
ωσαύτως ιδιότης του αέρος και του ύδατος. Της αφής διάμεσον είναι η σαρξ και της οσφρήσεως είναι ο
αήρ, και μόνον εις τους ιχθύς είναι το ύδωρ.
169

ΒΙΒΛΙΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ,
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'
Περί ακοής. Περί ήχου. Όροι ήχου τρεις: ηχητικά σώματα, μη ηχητικά σώματα
και ηχώ. Ο αήρ δεν παράγει τον ήχον, αλλ' άνευ αέρος δεν είναι αισθητός ο ήχος.
Λειτουργία του αέρος εν τη ακοή. Λειτουργία του ωτός. Αίσθησις ήχου εν τω
ύδατι. Το βαρύ και το οξύ. Περί φωνής· ζώα άφωνα. Λειτουργία λάρυγγος και
πνεύμονος. Ιδιάζον χαρακτηριστικόν της φωνής.

419b4

170

Νῦν δὲ πρῶτον περὶ ψόφου καὶ
ἀκοῆς διορίσωμεν. ἔστι δὲ διττὸς
ὁ ψόφος· ὁ μὲν γὰρ ἐνέργειά τις,
ὁ δὲ δύναμις· τὰ μὲν γὰρ οὔ
φαμεν ἔχειν ψόφον, οἷον
σπόγγον, ἔρια, τὰ δ' ἔχειν, οἷον
χαλκὸν καὶ ὅσα στερεὰ καὶ λεῖα,
ὅτι δύναται ψοφῆσαι (τοῦτο δ'
ἐστὶν αὐτοῦ μεταξὺ καὶ τῆς
ἀκοῆς ἐμποιῆσαι ψόφον
ἐνεργείᾳ)·

1. Τώρα θα πραγματευθώμεν πρώτον
πάντων περί της ακοής και περί του
ήχου. Ο ήχος είναι διττός, ήτοι ο μεν
είναι ενεργεία ήχος, ο δε δυνάμει·
άλλα μεν σώματα λέγομεν ότι δεν
έχουσιν ήχον, οποία είναι ο σπόγγος
λ. χ. και τα έρια, άλλα δε ότι έχουσι,
π. χ. ο χαλκός και όσα σώματα είναι
στερεά και λεία, διότι δύνανται να
ηχώσι, τουτ' έστι δύνανται να
παράγωσιν ενεργεία ήχον μεταξύ
αυτών και της ακοής διά μέσου τινός.

γίνεται δ' ὁ κατ' ἐνέργειαν
ψόφος ἀεί τινος πρός τι καὶ ἔν
τινι· πληγὴ γάρ ἐστιν ἡ ποιοῦσα.
διὸ καὶ ἀδύνατον ἑνὸς ὄντος
γενέσθαι ψόφον· ἕτερον γὰρ τὸ
τύπτον καὶ τὸ τυπτόμενον· ὥστε
τὸ ψοφοῦν πρός τι ψοφεῖ· πληγὴ
δ' οὐ γίνεται ἄνευ φορᾶς. ὥσπερ
δ' εἴπομεν, οὐ τῶν τυχόντων
πληγὴ ὁ ψόφος· οὐθένα γὰρ
ποιεῖ ψόφον ἔρια ἂν πληγῇ,
ἀλλὰ χαλκὸς καὶ ὅσα λεῖα καὶ
κοῖλα· ὁ μὲν χαλκὸς ὅτι λεῖος, τὰ
δὲ κοῖλα τῇ ἀνακλάσει πολλὰς
ποιεῖ πληγὰς μετὰ τὴν πρώτην,
ἀδυνατοῦντος ἐξελθεῖν τοῦ
κινηθέντος.

2. Παράγεται δε ο κατ' ενέργειαν (ο
πραγματικός) ήχος πάντοτε υπό τινος
σχετικώς πρός τι και εντός τινος
(μέσου) 170. Το κτύπημα είναι εκείνο
το οποίον παράγει τον ήχον. Διά
τούτο είναι αδύνατον να γείνη ήχος,
εάν εν σώμα υπάρχη μόνον, διότι
άλλο είναι το κρούον και άλλο το
κρουόμενον. Επομένως το ηχούν
σώμα ηχεί πρός τι (ήτοι όχι μόνον,
αλλά σχετιζόμενον με άλλο). Αλλά
κτύπημα δεν γίνεται άνευ κινήσεως
τοπικής, Καθώς δ' είπομεν, ο ήχος
δεν είναι αποτέλεσμα του τυχόντος
κτυπήματος επί των τυχόντων
σωμάτων, διότι ουδένα ήχον [σ. 80]
παράγουσι τα έρια, αν κτυπηθώσιν,
αλλ' ο χαλκός και όσα πράγματα
είναι λεία και κοίλα. Ο μεν χαλκός
ηχεί, διότι είναι λείος, τα δε κοίλα
σώματα διά της ανακλάσεως μετά το

Του αέρος.

πρώτον πλήγμα παράγουσι πολλά
πλήγματα, καθ' όσον αδυνατεί να
εξέλθη το κινηθέν (μέσον, λ. χ. ο
αήρ).
ἔτι ἀκούεται ἐν ἀέρι, κἀν ὕδατι,
ἀλλ' ἧττον, οὐκ ἔστι δὲ ψόφου
κύριος ὁ ἀὴρ οὐδὲ τὸ ὕδωρ, ἀλλὰ
δεῖ στερεῶν πληγὴν γενέσθαι
πρὸς ἄλληλα καὶ πρὸς τὸν ἀέρα.
τοῦτο δὲ γίνεται ὅταν ὑπομένῃ
πληγεὶς ὁ ἀὴρ καὶ μὴ διαχυθῇ.
διὸ ἐὰν ταχέως καὶ σφοδρῶς
πληγῇ, ψοφεῖ· δεῖ γὰρ φθάσαι
τὴν κίνησιν τοῦ ῥαπίζοντος τὴν
θρύψιν τοῦ ἀέρος, ὥσπερ ἂν εἰ
σωρὸν ἢ ὁρμαθὸν ψάμμου
τύπτοι τις φερόμενον ταχύ.

3. Προσέτι ο ήχος ακούεται ου μόνον
εν τω αέρι, αλλά και εν τω ύδατι,
ασθενέστερος όμως. Αλλ' ούτε ο αήρ
ούτε το ύδωρ είναι ο κύριος (μόνος)
παράγων του ήχου, αλλά πρέπει να
γείνη σύγκρουσις στερεών προς
άλληλα και προς τον αέρα, γίνεται δε
η προς τον αέρα κρούσις, όταν
υπομένη ο κτυπηθείς αήρ και δεν
διαλυθή 171. Διά τούτο ηχεί ο αήρ
μόνον, όταν ταχέως και σφοδρώς
κτυπηθή, διότι πρέπει η κίνησις του
πλήττοντος τον αέρα να προλάβη την
διάχυσιν τούτου ούτως, ως εάν τις
έμελλε να πλήξη σωρόν ή νέφος
άμμου ταχέως κινούμενον.

ἠχὼ δὲ γίνεται ὅταν, ἀέρος ἑνὸς
γενομένου διὰ τὸ ἀγγεῖον τὸ
διορίσαν καὶ κωλῦσαν
θρυφθῆναι, πάλιν ὁ ἀὴρ
ἀπωσθῇ, ὥσπερ σφαῖρα. ἔοικε δ'
ἀεὶ γίνεσθαι ἠχώ, ἀλλ' οὐ
σαφής, ἐπεὶ συμβαίνει γε ἐπὶ
τοῦ ψόφου καθάπερ καὶ ἐπὶ τοῦ
φωτός· καὶ γὰρ τὸ φῶς ἀεὶ
ἀνακλᾶται (οὐδὲ γὰρ ἂν ἐγίνετο
πάντῃ φῶς, ἀλλὰ σκότος ἔξω
τοῦ ἡλιουμένου), ἀλλ' οὐχ οὕτως
ἀνακλᾶται ὥσπερ ἀφ' ὕδατος ἢ
χαλκοῦ ἢ καί τινος ἄλλου τῶν
λείων, ὥστε σκιὰν ποιεῖν, ᾗ τὸ
φῶς ὁρίζομεν.

4. Ηχώ δε γίνεται όταν υπό του
αέρος, όστις ένεκα του αγγείου, όπερ
περιώρισε και ημπόδισε αυτόν να
διαχυθή, έγεινεν εις, 172 πάλιν
αποκρουσθή ο αήρ ως σφαίρα 173.
Φαίνεται δε ότι πάντοτε γίνεται ηχώ,
αλλ' ουχί επαισθητή, δηλαδή
συμβαίνει εις τον ήχον ό,τι και εις το
φως. Διότι και το φως πάντοτε
αντανακλάται 174, (διότι άλλως δεν θα
εγίνετο πανταχού φως, αλλά θα
υπήρχε σκότος έξω του υπό του
ηλίου αμέσως φωτιζομένου
σώματος), αλλά δεν αντανακλάται
πανταχόθεν ούτως, όπως από του
ύδατος ή του χαλκού ή άλλου τινός
εκ των λείων σωμάτων
αντανακλάται, ώστε να παράγη και
σκιάν, δι' ης διακρίνομεν αυτό το
φως.

5. Το δε κενόν ορθώς θεωρείται ότι
τὸ δὲ κενὸν ὀρθῶς λέγεται
είναι κύριος όρος της [σ. 81] ακοής·
κύριον τοῦ ἀκούειν. δοκεῖ γὰρ
διότι φαίνεται ότι το κενόν είναι ο
εἶναι κενὸν ὁ ἀήρ, οὗτος δ' ἐστὶν
Ίνα ούτω αντιτάξη αντίστασιν σώματος στερεού κατά του πλήττοντος σώματος και ούτω παραχθή
ήχος.
172
Όστις αποτελεί σώμα εν και συνεχές εξ αιτίας των ορίων του αγγείου.
173
Ήτις αναπηδά ή αναρρίπτεται· η ως σφαίρα, εξ ης ουδαμόθεν δύναται να εκφύγη ο αήρ.
174
Το φως εξ ανακλάσεως εις ανάκλασιν πληροί πάντα τον φωτιζόμενον χώρον.
171

420a

ὁ ποιῶν ἀκούειν, ὅταν κινηθῇ
συνεχὴς καὶ εἷς. ἀλλὰ διὰ τὸ
ψαθυρὸς

αήρ· ούτος δε είναι όστις μας κάμνει
να ακούωμεν, όταν λάβη μίαν και
συνεχή κίνησιν (μέχρι του ωτός)·
αλλ' επειδή είναι ευδιάλυτος,

εἶναι οὐ γεγωνεῖ, ἂν μὴ λεῖον ᾖ
τὸ πληγέν. τότε δὲ εἷς γίνεται
ἅμα διὰ τὸ ἐπίπεδον· ἓν γὰρ τὸ
τοῦ λείου ἐπίπεδον.

δεν ηχεί, αν μη είναι λείον το σώμα,
όπερ έλαβε το πλήγμα. Τότε δε
συγχρόνως με το κτύπημα γίνεται
είς 175 ο αήρ ένεκα της επαφής του με
την λείαν επιφάνειαν· διότι μία είναι
η επιφάνεια του λείου σώματος 176.

ψοφητικὸν μὲν οὖν τὸ
κινητικὸν ἑνὸς ἀέρος συνεχείᾳ
μέχρις ἀκοῆς. ἀκοῇ δὲ συμφυὴς
<ἔστιν> ἀήρ· διὰ δὲ τὸ ἐν ἀέρι
εἶναι, κινουμένου τοῦ ἔξω ὁ εἴσω
κινεῖται. διόπερ οὐ πάντῃ τὸ
ζῷον ἀκούει, οὐδὲ πάντῃ
διέρχεται ὁ ἀήρ· οὐ γὰρ πάντῃ
ἔχει ἀέρα †τὸ κινησόμενον
μέρος καὶ ἔμψυχον†. αὐτὸς μὲν
δὴ ἄψοφον ὁ ἀὴρ διὰ τὸ
εὔθρυπτον· ὅταν δὲ κωλυθῇ
θρύπτεσθαι, ἡ τούτου κίνησις
ψόφος. ὁ δ' ἐν τοῖς ὠσὶν
ἐγκατῳκοδόμηται πρὸς τὸ
ἀκίνητος εἶναι, ὅπως ἀκριβῶς
αἰσθάνηται πάσας τὰς διαφορὰς
τῆς κινήσεως. διὰ ταῦτα δὲ καὶ
ἐν ὕδατι ἀκούομεν, ὅτι οὐκ
εἰσέρχεται πρὸς αὐτὸν τὸν
συμφυῆ ἀέρα· ἀλλ' οὐδ' εἰς τὸ
οὖς, διὰ τὰς ἕλικας. ὅταν δὲ
τοῦτο συμβῇ, οὐκ ἀκούει· οὐδ' ἂν
ἡ μῆνιγξ κάμῃ, ὥσπερ τὸ ἐπὶ τῇ
κόρῃ δέρμα [ὅταν κάμῃ]. ἀλλ' οὐ
σημεῖον τοῦ ἀκούειν ἢ μὴ τὸ

6. Ηχητικόν λοιπόν είναι το σώμα, το
οποίον δύναται να παράγη μίαν
συνεχή κίνησιν αέρος μέχρι της
ακοής. Η ακοή είναι συμφυής με τον
αέρα 177. Επειδή δε ο ήχος είναι εν τω
αέρι, ο εντός του ωτός αήρ κινείται,
όταν κινήται ο έξω αήρ. Διά τούτο το
ζώον δεν ακούει πανταχού του
σώματος, ουδέ ο αήρ εισχωρεί
πανταχού· διότι δεν έχει πανταχού
αέρα το ψυχικόν όργανον το μέλλον
να κινηθή. Αυτός μεν ο αήρ είναι
καθ' εαυτόν άψοφος, διότι είναι
εύθρυπτος (ευδιάλυτος), όταν όμως
εμποδισθή από του να διασκεδασθή,
τότε η κίνησις του αέρος παράγει τον
ήχον. Ο δε εντός των ώτων αήρ
εγκαθιδρύθη ούτως, ώστε να μένη
ακίνητος (αλλαχόθεν), όπως ακριβώς
αισθάνηται πάσας τας διαφόρους
κινήσεις. Διά ταύτα και εντός του
ύδατος ακούομεν, διότι το ύδωρ δεν
εισέρχεται εις αυτόν τον αέρα, όστις
είναι συμφυής με την ακοήν 178, αλλ'
ούτε εις το ους εισέρχεται ένεκα των
ελίκων αυτού. Όταν όμως συμβή να
εισέλθη ύδωρ, το ους δεν ακούει. Δεν
ακούομεν ακόμη και όταν πάθη η
μεμβράνα του τύμπανου, όπως δεν
βλέπομεν [σ. 82], όταν πάθη ο επί της
κόρης του οφθαλμού υμήν. Αλλά και

Το μέρος του αέρος, όπερ άπτεται της ηχηράς επιφανείας, δέχεται εξ αυτής παραχρήμα κίνησιν, ήτις
τον καθιστά ενότητα διακρινομένην από της μάζης του κύκλου αέρος. Ο αήρ εκείνος παλλόμενος γίνεται
εις και αντηχεί διά της επιδράσεως της επιφανείας του ηχούντος σώματος.
176
Τουναντίον, η τραχύτης διαιρεί και ποιεί πολλάς επιφανείας.
177
Κατά τον Αριστοτ. υπάρχει εν τω ωτί μέρος έχον κίνησιν ιδίαν και συνεχή, ως ο αήρ έχει την ιδικήν
του, όταν κινήται υπό του ήχου.
178
Ο αήρ ο υπάρχων εις τα βάθη του ωτός έχει άμεσον σχέσιν προς τον ήχον, όστις φέρεται υπό του
εξωτερικού αέρος.
175

420a.19

ἠχεῖν τὸ οὖς ὥσπερ τὸ κέρας· ἀεὶ
γὰρ οἰκείαν τινὰ κίνησιν ὁ ἀὴρ
κινεῖται ὁ ἐν τοῖς ὠσίν, ἀλλ' ὁ
ψόφος ἀλλότριος καὶ οὐκ ἴδιος.
καὶ διὰ τοῦτό φασιν ἀκούειν τῷ
κενῷ καὶ ἠχοῦντι, ὅτι ἀκούομεν
τῷ ἔχοντι ὡρισμένον τὸν ἀέρα.

απόδειξις ότι ακούομεν ή δεν
ακούομεν είναι ότι το ους ηχεί
πάντοτε, καθώς κέρας 179. Διότι ο
αήρ, όστις είναι εντός των ώτων,
πάντοτε κινείται ιδίαν έχων κίνησιν,
καίτοι ο ήχος είναι ξένος 180 προς
αυτόν και ουχί ίδιος αυτού. Και διά
τούτο λέγουσιν, ότι ακούομεν διά του
κενού και διά του ηχούντος σώματος,
διότι ακούομεν διά τινος, όπερ
περιέχει περιωρισμένον αέρα.

πότερον δὲ ψοφεῖ τὸ
τυπτόμενον ἢ τὸ τύπτον; ἢ καὶ
ἄμφω, τρόπον δ' ἕτερον; ἔστι
γὰρ ὁ ψόφος κίνησις τοῦ
δυναμένου κινεῖσθαι τὸν τρόπον
τοῦτον ὅνπερ τὰ ἀφαλλόμενα
ἀπὸ τῶν λείων, ὅταν τις κρούσῃ.
οὐ δὴ πᾶν, ὥσπερ εἴρηται, ψοφεῖ
τυπτόμενον καὶ τύπτον, οἷον
ἐὰν πατάξῃ βελόνη βελόνην,
ἀλλὰ δεῖ τὸ τυπτόμενον ὁμαλὸν
εἶναι, ὥστε τὸν ἀέρα ἀθροῦν
ἀφάλλεσθαι καὶ σείεσθαι.

7. Αλλ' άρά γε το πληττόμενον ηχεί ή
το πλήττον; Και τα δύο ηχούσιν, αλλ'
έκαστον κατά τρόπον διάφορον.
Διότι ο ήχος είναι η κίνησις του
δυναμένου να κινήται κατά τον αυτόν
τρόπον, καθώς τα αναπηδώντα
πράγματα κινούνται από των λείων
σωμάτων, όταν τις κρούση αυτά.
Αλλά, ως είπομεν, δεν ηχεί παν σώμα
όταν τύπτηται ή τύπτη άλλο, ως π. χ.
όταν οξεία άκρα κτυπήση οξείαν
άκραν (βελόνης λ. χ.) Αλλά πρέπει το
τυπτόμενον να είναι ομαλόν και να
κινήται ούτως, ώστε ο αήρ αθρόος
(ως μία μάζα) 181 να αναπηδά και να
σείηται.

αἱ δὲ διαφοραὶ τῶν ψοφούντων
ἐν τῷ κατ' ἐνέργειαν ψόφῳ
δηλοῦνται· ὥσπερ γὰρ ἄνευ
φωτὸς οὐχ ὁρᾶται τὰ χρώματα,
οὕτως οὐδ' ἄνευ ψόφου τὸ ὀξὺ
καὶ τὸ βαρύ. ταῦτα δὲ λέγεται
κατὰ μεταφορὰν ἀπὸ τῶν
ἁπτῶν· τὸ μὲν γὰρ ὀξὺ κινεῖ τὴν
αἴσθησιν ἐν ὀλίγῳ χρόνῳ ἐπὶ
πολύ, τὸ δὲ βαρὺ ἐν πολλῷ ἐπ'
ὀλίγον. οὐ δὴ ταχὺ τὸ ὀξύ, τὸ δὲ
βαρὺ βραδύ, ἀλλὰ γίνεται τοῦ
μὲν διὰ τὸ τάχος ἡ κίνησις
τοιαύτη, τοῦ δὲ διὰ βραδυτῆτα,

8. Αι δε διαφοραί των ηχούντων
σωμάτων φανερούνται εις τον
ενεργεία (πραγματικόν) ήχον αυτών.
Καθώς άνευ φωτός δεν είναι ορατά
τα χρώματα, ούτως άνευ ψόφου δεν
διακρίνονται το οξύ και το βαρύ. Οξύ
και βαρύ λέγονται κατά μεταφοράν
από των αντικειμένων της αφής.
Διότι το οξύ κινεί την αίσθησιν
πολλάκις εις ολίγον διάστημα
χρόνου, το δε βαρύ εις μακρόν
χρονικόν διάστημα κινεί την
αίσθησιν ολίγον. Βέβαια, δεν είναι
ταχύ το οξύ, ούτε το βαρύ είναι
βραδύ, αλλ' η κίνησις την οποίαν
κάμνει εις την αίσθησιν το οξύ
γίνεται με ταχύτητα, η δε κίνησις του
άλλου γίνεται με βραδύτητα.

Ή : καθώς όταν πλησιάσωμεν εις αυτό κέρας.
Έξωθεν ερχόμενος.
181
Η μάζα του αέρος, ήτις είναι εις επαφήν με την επιφάνειαν του ηχούν- τος σώματος.
179
180

420b

182
183

καὶ ἔοικεν ἀνάλογον ἔχειν τῷ
περὶ τὴν ἁφὴν ὀξεῖ καὶ ἀμβλεῖ·
τὸ μὲν γὰρ ὀξὺ οἷον κεντεῖ, τὸ δ'
ἀμβλὺ οἷον ὠθεῖ, διὰ τὸ κινεῖν τὸ
μὲν ἐν ὀλίγῳ τὸ δὲ ἐν πολλῷ,
ὥστε συμβαίνει τὸ μὲν ταχὺ τὸ
δὲ βραδὺ εἶναι.

Και φαίνεται, ότι υπάρχει αναλογία
τούτων με το οξύ και αμβλύ, άπερ
γίνονται αισθητά διά της αφής. Το
μεν οξύ τρόπον τινά κεντεί το
όργανον, το δε αμβλύ [σ. 83] ωθεί
αυτό, διότι το μεν κινεί εντός ολίγου
χρόνου, το δε εντός πολλού χρόνου,
ώστε συμβαίνει, ότι το μεν οξύ είναι
ταχύ, το αμβλύ δε βραδύ.

περὶ μὲν οὖν ψόφου ταύτῃ
διωρίσθω. ἡ δὲ φωνὴ ψόφος τίς
ἐστιν ἐμψύχου· τῶν γὰρ ἀψύχων
οὐθὲν φωνεῖ, ἀλλὰ καθ'
ὁμοιότητα λέγεται φωνεῖν, οἷον
αὐλὸς καὶ λύρα καὶ ὅσα ἄλλα
τῶν ἀψύχων ἀπότασιν ἔχει καὶ
μέλος καὶ διάλεκτον. ἔοικε γάρ,
ὅτι καὶ ἡ φωνὴ ταῦτ' ἔχει. πολλὰ
δὲ τῶν ζῴων οὐκ ἔχουσι φωνήν,
οἷον τά τε ἄναιμα καὶ τῶν
ἐναίμων ἰχθύες (καὶ τοῦτ'
εὐλόγως, εἴπερ ἀέρος κίνησίς τίς
ἐστιν ὁ ψόφος), ἀλλ' οἱ
λεγόμενοι φωνεῖν, οἷον <οἱ> ἐν
τῷ Ἀχελῴῳ, ψοφοῦσι τοῖς
βραγχίοις ἤ τινι ἑτέρῳ τοιούτῳ,

Αρκούσιν οι προσδιορισμοί ούτοι
περί του ήχου.

φωνὴ δ' ἐστὶ ζῴου ψόφος οὐ τῷ
τυχόντι μορίῳ. ἀλλ' ἐπεὶ πᾶν
ψοφεῖ τύπτοντός τινος καί τι καὶ
ἔν τινι, τοῦτο δ' ἐστὶν ἀήρ,
εὐλόγως ἂν φωνοίη ταῦτα μόνα
ὅσα δέχεται τὸν ἀέρα. τῷ γὰρ
ἤδη ἀναπνεομένῳ καταχρῆται ἡ
φύσις ἐπὶ δύο ἔργα-καθάπερ τῇ
γλώττῃ ἐπί τε τὴν γεῦσιν καὶ
τὴν διάλεκτον, ὧν ἡ μὲν γεῦσις
ἀναγκαῖον (διὸ καὶ πλείοσιν
ὑπάρχει), ἡ δ' ἑρμηνεία ἕνεκα
τοῦ εὖ, οὕτω καὶ τῷ πνεύματι
πρός τε τὴν θερ- μότητα τὴν
ἐντὸς ὡς ἀναγκαῖον <ὄν> (τὸ δ'

10. Η φωνή λοιπόν είναι ήχος ζώου
και δεν παράγεται διά του τυχόντος
μέρους. Και επειδή πας ήχος
παράγεται, εάν σώμα τι πλήττη και
άλλο πλήττηται εντός τινος μέσου,
όπερ είναι ο αήρ, ευλόγως δυνάμεθα
να είπωμεν ότι εκείνα μόνα έχουσι
φωνήν, όσα αναπνέουσι τον αέρα.
Τω όντι, η φύσις χρησιμοποιεί τον
αναπνεόμενον αέρα εις δύο σκοπούς·
όπως την γλώσσαν μεταχειρίζεται και
προς την γεύσιν και προς την
διάλεκτον, εξ ων η μεν γεύσις είναι
αναγκαία (διά δε τούτο υπάρχει εις
τα πλείστα ζώα), η δε διάλεκτος
σκοπόν έχει την ευζωίαν, ούτω και
την πνοήν χρησιμοποιεί εις την

9. Η δε φωνή είναι ήχος εμψύχου
όντος· διότι ουδέν των αψύχων έχει
φωνήν, αλλά μόνον καθ' ομοίωσιν
λέγεται ότι φωνούσι· λ. χ. ο αυλός, η
λύρα και όσα άλλα εκ των αψύχων
λέγεται ότι έχουσι τάξιν, μέλος και
έκφρασιν 182, φαίνεται δ' ότι έχουσιν
εκείνα φωνήν, διότι και η φωνή έχει
τας ιδιότητας ταύτας. Πολλά δε των
ζώων δεν έχουσι φωνήν, λ. χ. τα
άναιμα ζώα 183 και εκ των αναίμων οι
ιχθύες. Και ευλόγως δεν έχουσιν,
αφού ο ήχος είναι κίνησις αέρος. Οι
δε ιχθύες, οίτινες λέγεται ότι έχουσι
φωνήν, ως οι εν τω Αχελώω,
παράγουσιν ήχον διά των βραγχίων ή
άλλου τοιούτου οργάνου.

Μεταφορικώς· διότι η χειρ ή η πνοή του ανθρώπου είναι η δίδουσα εις τα άψυχα μέλος και γλώσσαν.
Έντομα, οστρακόδερμα, μαλακόστρακα, ήτοι τα έχοντα λευκόν αίμα.

421a

αἴτιον ἐν ἑτέροις εἰρήσεται) καὶ
πρὸς τὴν φωνὴν ὅπως ὑπάρχῃ
τὸ εὖ.

εσωτερικήν θερμότητα, ήτις είναι
αναγκαία 184, (το δε αίτιον θα είπωμεν
αλλαχού) και προς την φωνήν, ίνα
υπηρέτη εις την ευζωίαν.

ὄργανον δὲ τῇ ἀναπνοῇ ὁ
φάρυγξ· οὗ δ' ἕνεκα τὸ μόριόν
ἐστι τοῦτο, πνεύμων· τούτῳ γὰρ
τῷ μορίῳ πλέον ἔχει τὸ θερμὸν
τὰ πεζὰ τῶν ἄλλων. δεῖται δὲ
τῆς ἀναπνοῆς καὶ ὁ περὶ τὴν
καρδίαν τόπος πρῶτος. διὸ
ἀναγκαῖον εἴσω ἀναπνεόμενον
εἰσιέναι τὸν ἀέρα. ὥστε ἡ πληγὴ
τοῦ ἀναπνεομένου ἀέρος ὑπὸ
τῆς ἐν τούτοις τοῖς μορίοις
ψυχῆς πρὸς τὴν καλουμένην
ἀρτηρίαν φωνή ἐστιν (οὐ γὰρ
πᾶς ζῴου ψόφος φωνή, καθάπερ
εἴπομεν-ἔστι γὰρ καὶ τῇ γλώττῃ
ψοφεῖν καὶ ὡς οἱ βήττοντεςἀλλὰ δεῖ ἔμψυχόν τε εἶναι τὸ
τύπτον καὶ μετὰ φαντασίας
τινός· σημαντικὸς γὰρ δή τις
ψόφος ἐστὶν ἡ φωνή)· καὶ οὐ τοῦ
ἀναπνεομένου ἀέρος ὥσπερ ἡ
βήξ,

11. Το όργανον της αναπνοής είναι ο
φάρυγξ, και τούτο δε το όργανον
υπάρχει χάριν άλλου, όπερ είναι ο
πνεύμων. Διά του [σ. 84] πνεύμονας
δε τα χερσαία ζώα έχουσι
περισσοτέραν των άλλων ζώων
θερμότητα. Έχει δε χρείαν της
αναπνοής πρώτον πάντων ο πέριξ της
καρδίας τόπος 185. Και διά τούτο
πρέπει αναγκαίως να εισέρχηται
εντός ο αήρ, όταν αναπνέωμεν. Ούτω
το πλήγμα, όπερ ο αναπνεόμενος
αήρ, διευθυνόμενος οπό της ψυχής εν
τοις οργάνοις τούτοις, δίδει εις την
καλουμένην αρτηρίαν, αποτελεί την
φωνήν. Αλλά δεν είναι φωνή πας
ήχος ζώου, ως είπομεν (διότι και διά
της γλώσσης δυνάμεθα να κάμωμεν
ήχον ή και ως οι βήχοντες). Αλλά
πρέπει το πλήττον σώμα να είναι
έμψυχον και να έχη παράστασιν
(έννοιάν τινα), διότι η φωνή είναι
ήχος σημαίνων τι, δεν είναι ψόφος
του αναπνεομένου αέρος, καθώς
είναι ο βήξ.

ἀλλὰ τούτῳ τύπτει τὸν ἐν τῇ
ἀρτηρίᾳ πρὸς αὐτήν.

Τουναντίον διά του αναπνεομένου
τούτου αέρος το έμψυχον πλήττει τον
εν τη αρτηρία αέρα εναντίον αυτής
της αρτηρίας.

σημεῖον δὲ τὸ μὴ δύνασθαι
φωνεῖν ἀναπνέοντα μηδ'
ἐκπνέοντα, ἀλλὰ κατέχοντα·
κινεῖ γὰρ τούτῳ ὁ κατέχων.
φανερὸν δὲ καὶ διότι οἱ ἰχθύες

12. Απόδειξις τούτου είναι ότι δεν
δύναται τις να βάλλη φωνήν ούτε
αναπνέων ούτε εκπνέων, αλλ' απλώς
κατέχων την πνοήν· διότι ούτω
διαταράττει την κίνησιν την
φωνητικήν ο κατέχων την πνοήν.

Εις την πέψιν.
Τα όργανα της ψύξεως είναι ο εγκέφαλος και οι πνεύμονες εις τα χερσαία, τα βράγχια δε εις τους
ιχθύς. Η ψύξις είναι απαραίτητος προς μετριασμόν της εκ των τροφών και του αίματος αναπτυσσομένης
θερμότητος. Το θερμότατον των οργάνων είναι η καρδία.
184
185

ἄφωνοι· οὐ γὰρ ἔχουσι
φάρυγγα. τοῦτο δὲ τὸ μόριον
οὐκ ἔχουσιν ὅτι οὐ δέχονται τὸν
ἀέρα οὐδ' ἀναπνέουσιν. δι' ἣν
μὲν οὖν αἰτίαν, ἕτερός ἐστι
λόγος.

Φανερόν δε είναι και διατί οι ιχθύες
είναι άφωνοι, διότι δηλαδή δεν
έχουσι φάρυγγα. Και δεν έχουσι το
όργανον τούτο, διότι δεν δύνανται να
εισπνεύσωσι και να αναπνεύσωσι τον
αέρα. Διατί δε ταύτα, αλλαχού θα
εξετάσωμεν.

ΒΙΒΛΙΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ,
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'
Περί οσφρήσεως.— Ο άνθρωπος κατώτερος πολλών ζώων κατά την όσφρησιν,
ανώτερος δε κατά την αφήν και κατά την διάνοιαν.— Αναφορά οσμών και
γεύσεων. — Η όσφρησις παρά τοις διαφόροις ζώοις.— Διαφορά του οσφρητικού
οργάνου.

421a7

Περὶ δὲ ὀσμῆς καὶ ὀσφραντοῦ
ἧττον εὐδιόριστόν ἐστι τῶν
εἰρημένων· οὐ γὰρ δῆλον ποῖόν
τί ἐστιν ἡ ὀσμή, οὕτως ὡς ὁ
ψόφος ἢ τὸ χρῶμα. αἴτιον δ' ὅτι
τὴν αἴσθησιν ταύτην οὐκ ἔχομεν
ἀκριβῆ, ἀλλὰ χείρω πολλῶν
ζῴων· φαύλως γὰρ ἄνθρωπος
ὀσμᾶται, καὶ οὐθενὸς
αἰσθάνεται τῶν ὀσφραντῶν
ἄνευ τοῦ λυπηροῦ ἢ τοῦ ἡδέος,
ὡς οὐκ ὄντος ἀκριβοῦς τοῦ
αἰσθητηρίου.

1. Περί δε της οσφρήσεως και του
οσφραντού είναι ολιγώτερον εύκολον
να ορίσωμεν αυτά παρά τας
ειρημένας αισθήσεις, διότι δεν είναι
φανερόν οποία είναι η φύσις της
οσμής, όπως είναι φανερόν τί είναι ο
ήχος ή το χρώμα. Αίτιον δε τούτου
είναι ότι η αίσθησις αύτη εις ημάς δεν
είναι ακριβής, αλλά χειρότερα παρά
εις πολλά ζώα. Ο άνθρωπος
αισθάνεται ασθενώς τας οσμάς, και
δεν οσφραίνεται κανέν οσφραντόν
χωρίς να αισθανθή λύπην ή ηδονήν,
διά τον λόγον ότι δεν είναι ακριβές το
αισθητήριον.

εὔλογον δ' οὕτω καὶ τὰ
σκληρόφθαλμα τῶν χρωμάτων
αἰσθάνεσθαι, καὶ μὴ διαδήλους
αὐτοῖς εἶναι τὰς διαφορὰς τῶν
χρωμάτων πλὴν τῷ φοβερῷ καὶ
ἀφόβῳ· οὕτω δὲ καὶ περὶ τὰς
ὀσμὰς τὸ τῶν ἀνθρώπων γένος.
ἔοικε μὲν γὰρ ἀνάλογον ἔχειν
πρὸς τὴν γεῦσιν, καὶ ὁμοίως τὰ
εἴδη τῶν χυμῶν τοῖς τῆς ὀσμῆς,
ἀλλ' ἀκριβεστέραν ἔχομεν τὴν
γεῦσιν διὰ τὸ εἶναι αὐτὴν ἁφήν
τινα, ταύτην δ' ἔχειν τὴν
αἴσθησιν τὸν ἄνθρωπον
ἀκριβεστάτην· ἐν μὲν γὰρ ταῖς
ἄλλαις λείπεται πολλῶν τῶν

2. Πιθανόν είναι και ότι τα έχοντα
σκληρούς οφθαλμούς ζώα 186 ασθενώς
αισθάνονται τα χρώματα και δεν είναι
κατάδηλοι εις αυτά αι διαφοραί των
χρωμάτων, ειμή διά της αφοβίας ή
του φόβου, ον ταύτα γεννώσιν.
Ομοίως δε και τας οσμάς αισθάνεται
το ανθρώπινον γένος. Διότι φαίνεται,
ότι η οσμή είναι ανάλογος προς την
γεύσιν, και ότι τα είδη των χυμών
είναι όμοια προς τα είδη των οσμών.
Αλλ' έχομεν τελειοτέραν την γεύσιν,
διότι η γεύσις είναι είδος αφής, την δε
αφήν έχει ο άνθρωπος τελειοτάτην.
Και κατά μεν τας άλλας αισθήσεις
είναι κατώτερος πολλών ζωών, κατά
την τελειότητα όμως της αφής είναι
πολύ υπέρτερος των άλλων ζώων.
Διά τούτο είναι και το νοημονέστατον

Τα έντομα λ. χ., τα οστρακόδερμα και τα ζώα, των οποίων ο οφθαλμός δεν καλύπτεται υπό μεμβράνης
ή βλεφάρου.
186

ζῴων, κατὰ δὲ τὴν ἁφὴν πολλῷ
τῶν ἄλλων διαφερόντως
ἀκριβοῖ· διὸ καὶ φρονιμώτατόν
ἐστι τῶν ζῴων. σημεῖον δὲ τὸ καὶ
ἐν τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων
παρὰ τὸ αἰσθητήριον τοῦτο εἶναι
εὐφυεῖς καὶ ἀφυεῖς, παρ' ἄλλο δὲ
μηδέν· οἱ μὲν γὰρ σκληρόσαρκοι
ἀφυεῖς τὴν διάνοιαν, οἱ δὲ
μαλακόσαρκοι εὐφυεῖς.

των ζώων· απόδειξις δε τούτου είναι
ότι και μεταξύ των ανθρώπων [σ. 86]
διά το αισθητήριον τούτο υπάρχουσιν
ευφυείς και αφυείς, δι' ουδέν όμως εκ
των άλλων· οι μεν έχοντες σκληράν
την σάρκα (το όργανον της αφής)
είναι αφυείς, οι δε μαλακόσαρκοι
είναι ευφυείς διανοητικώς.

421a26

ἔστι δ', ὥσπερ χυμὸς ὁ μὲν
γλυκὺς ὁ δὲ πικρός, οὕτω καὶ
ὀσμαί, ἀλλὰ τὰ μὲν ἔχουσι τὴν
ἀνάλογον ὀσμὴν καὶ χυμόν,
λέγω δὲ οἷον γλυκεῖαν ὀσμὴν
καὶ γλυκὺν χυμόν, τὰ δὲ
τοὐναντίον. ὁμοίως δὲ καὶ
δριμεῖα καὶ αὐστηρὰ καὶ ὀξεῖα
καὶ λιπαρά ἐστιν ὀσμή. ἀλλ'
ὥσπερ εἴπομεν, διὰ τὸ μὴ
σφόδρα διαδήλους εἶναι τὰς
ὀσμὰς ὥσπερ τοὺς χυμούς, [ἀπὸ
τούτων] εἴληφε τὰ ὀνό-

3. Όπως δε οι χυμοί είναι άλλοι
γλυκείς και άλλοι πικροί, ούτως είναι
και αι οσμαί. Αλλά άλλοτε μεν τα
ζώα έχουσι την οσμήν και τον χυμόν
ανάλογα, εννοώ π. χ. ότι έχουσι
γλυκείαν και την οσμήν, γλυκύν και
τον χυμόν, άλλοτε δε τουναντίον.
Ομοίως δε αι οσμαί, όπως οι χυμοί,
είναι και δριμείαι και αυστηραί και
οξείαι και λιπαραί. Αλλά, καθώς
είπομεν, επειδή δεν είναι αι οσμαί
τόσον φανεραί, όπως είναι οι χυμοί,
από των χυμών έλαβον

421b

ματα καθ' ὁμοιότητα τῶν
πραγμάτων, ἡ μὲν γλυκεῖα
κρόκου καὶ μέλιτος, ἡ δὲ δριμεῖα
θύμου καὶ τῶν τοιούτων· τὸν
αὐτὸν δὲ τρόπον καὶ ἐπὶ τῶν
ἄλλων.

τα ονόματα των αι οσμαί διά την
ομοιότητα των πραγμάτων. Ούτω
γλυκεία οσμή εκλήθη η του κρόκου
και του μέλιτος, δριμείαι δε η του
θύμου και των τοιούτων 187. Όμοια
δυνάμεθα να είπωμεν και περί των
άλλων.

ἔστι δ' ὥς- περ ἡ ἀκοὴ καὶ
ἑκάστη τῶν αἰσθήσεων, ἡ μὲν
τοῦ ἀκουστοῦ καὶ ἀνηκούστου, ἡ
δὲ τοῦ ὁρατοῦ καὶ ἀοράτου, καὶ ἡ
ὄσφρησις τοῦ ὀσφραντοῦ καὶ
ἀνοσφράντου. ἀνόσφραντον δὲ
τὸ μὲν παρὰ τὸ ὅλως ἀδύνατον
<εἶναι> ἔχειν ὀσμήν, τὸ δὲ
μικρὰν ἔχον καὶ φαύλην. ὁμοίως
δὲ καὶ τὸ ἄγευστον λέγεται.

4. Όπως η ακοή και εκάστη των
άλλων αισθήσεων έχουσιν ίδιον
αντικείμενον, και η μεν ακοή είναι η
αίσθησις του ακουστού και του
ανηκούστου, η δε όψις του ορατού
και του αοράτου, ούτω η όσφρησις
είναι και η αίσθησις του οσφραντού
και του ανοσφράντου (αόσμου).
Ανόσφραντον δε σώμα λέγεται το μη
δυνάμενον να έχη οσμήν (ως λ. χ. ο
ήχος) και το έχον ολίγην ή αόριστον.
Καθ' όμοιον τρόπον λέγεται και ότι
σώμα τι είναι άγευστον (δεν έχει

187

Διότι ανάλογος είναι και η γεύσις ή ο χυμός των πραγμάτων τούτων.

γεύσιν).
ἔστι δὲ καὶ ἡ ὄσφρησις διὰ τοῦ
μεταξύ, οἷον ἀέρος ἢ ὕδατος· καὶ
γὰρ τὰ ἔνυδρα δοκοῦσιν ὀσμῆς
αἰσθάνεσθαι, ὁμοίως καὶ τὰ
ἔναιμα καὶ τὰ ἄναιμα, ὥσπερ
καὶ τὰ ἐν τῷ ἀέρι· καὶ γὰρ
τούτων ἔνια πόρρωθεν ἀπαντᾷ
πρὸς τὴν τροφὴν ὕποσμα
γινόμενα.

5. Γίνεται δε και η όσφρησις διά του
μεταξύ αυτής και του οσφραντού
μεσολαβούντος, οποίον είναι ο αήρ ή
το ύδωρ. Διότι και τα ένυδρα
φαίνεται ότι αισθάνονται την οσμήν,
ομοίως δε και τα έναιμα και τα
άναιμα, καθώς και τα εν τω αέρι (τα
πτηνά)· διότι και τινα εκ τούτων (αι
μέλισσαι λ. χ.) μακρόθεν έρχονται
προς την τροφήν, αισθανθέντα την
οσμήν αυτής.

διὸ καὶ ἄπορον φαίνεται εἰ
πάντα μὲν ὁμοίως ὀσμᾶται, ὁ δ'
ἄνθρωπος ἀναπνέων μέν, μὴ
ἀναπνέων δὲ ἀλλ' ἐκπνέων ἢ
κατέχων τὸ πνεῦμα οὐκ
ὀσμᾶται, οὔτε πόρρωθεν οὔτ'
ἐγγύθεν, οὐδ' ἂν ἐπὶ τοῦ
μυκτῆρος ἐντὸς τεθῇ· καὶ τὸ μὲν
ἐπ' αὐτῷ τιθέμενον τῷ
αἰσθητηρίῳ ἀναίσθητον εἶναι
κοινὸν πάντων, ἀλλὰ τὸ ἄνευ
τοῦ ἀναπνεῖν μὴ αἰσθάνεσθαι
ἴδιον ἐπὶ τῶν ἀνθρώπων· δῆλον
δὲ πειρωμένοις· ὥστε τὰ ἄναιμα,
ἐπειδὴ οὐκ ἀναπνέουσιν, ἑτέραν
ἄν τιν' αἴσθησιν ἔχοι παρὰ τὰς
λεγομένας. ἀλλ' ἀδύνατον, εἴπερ
τῆς ὀσμῆς αἰσθάνεται· ἡ γὰρ τοῦ
ὀσφραντοῦ αἴσθησις καὶ
δυσώδους καὶ εὐώδους ὄσφρησίς
ἐστιν. ἔτι δὲ καὶ φθειρόμενα
φαίνεται ὑπὸ τῶν ἰσχυρῶν
ὀσμῶν ὑφ' ὧνπερ ἄνθρωπος,
οἷον ἀσφάλτου καὶ θείου καὶ τῶν
τοιούτων. ὀσφραίνεσθαι μὲν οὖν
ἀναγκαῖον, ἀλλ' οὐκ
ἀναπνέοντα.

6. Και διά τούτο άπορον φαίνεται, αν
πάντα τα ζώα ταύτα [σ. 87] ομοίως
αισθάνονται την οσμήν. Ο άνθρωπος
αναπνέων οσφραίνεται, ενώ μη
αναπνέων αλλ' εκπνέων ή κρατών την
πνοήν του δεν οσφραίνεται το
αντικείμενον ούτε πλησίον, ούτε
μακρόθεν, ούτε αν τεθή τούτο (επί
της μεμβράνης) εντός της ρινός. Και
το να είναι ουχί αισθητόν το πράγμα,
το οποίον επιτίθεται επ' αυτού του
αισθητηρίου, τούτο είναι κοινόν εις
όλα τα ζώα. Αλλά το να μη λειτουργή
η όσφρησις άνευ της αναπνοής, τούτο
είναι ίδιον των ανθρώπων. Φανερόν
δε γίνεται τούτο διά πειράματος.
Άλλως τα άναιμα ζώα, επειδή δεν
αναπνέουσιν, ίσως θα είχον άλλην
τινά αίσθησιν εκτός των ειρημένων.
Αλλά τούτο είναι αδύνατον, διότι
αισθάνονται την οσμήν, η δε αίσθησις
του οσφραντού, είτε ευώδες είναι
τούτο είτε δυσώδες, είναι η όσφρησις.
Προσέτι δε τα τοιαύτα ζώα φαίνονται
ότι καταστρέφονται από των ισχυρών
οσμών, υπό των οποίων φονεύεται
και ο άνθρωπος, π.χ. υπό της
ασφάλτου, του θείου και των
τοιούτων σωμάτων. Αναγκαίον
συμπέρασμα λοιπόν είναι ότι ταύτα
οσφραίνονται, αλλά χωρίς να
αναπνέωσι.

ἔοικε δὲ τοῖς ἀνθρώποις
διαφέρειν τὸ αἰσθητήριον τοῦτο
πρὸς τὸ τῶν ἄλλων ζῴων, ὥσπερ
τὰ ὄμματα πρὸς τὰ τῶν

7. Φαίνεται δε ότι το αισθητήριον
τούτο παρά τοις ανθρώποις διαφέρει
του των άλλων ζώων, όπως και τα
όμματα εκείνων διαφέρουσιν από τα

422a

σκληροφθάλμων-τὰ μὲν γὰρ
ἔχει φράγμα καὶ ὥσπερ ἔλυτρον
τὰ βλέφαρα, ἃ μὴ κινήσας μηδ'
ἀνασπάσας οὐχ ὁρᾷ· τὰ δὲ
σκληρόφθαλμα οὐδὲν ἔχει
τοιοῦτον, ἀλλ' εὐθέως ὁρᾷ τὰ
γινόμενα ἐν τῷ διαφανεῖ-οὕτως
οὖν καὶ τὸ ὀσφραντικὸν
αἰσθητήριον τοῖς μὲν

των σκληροφθάλμων. Διότι τα του
ανθρώπου έχουσι φραγμόν και
τρόπον τινά σκέπασμα τα βλέφαρα,
και αν δεν κινήση και δεν ανασύρη
ταύτα, δεν βλέπει· τα δε
σκληρόφθαλμα ουδένα τοιούτον
φραγμόν έχουσιν, αλλά βλέπουσιν
αμέσως τα συμβαίνοντα εν τω
διαφανεί μέσω (εν τω αέρι ή ύδατι).
Λοιπόν ούτω και το οσφραντικόν
αισθητήριον των μεν

ἀκαλυφὲς εἶναι, ὥσπερ τὸ ὄμμα,
τοῖς δὲ τὸν ἀέρα δεχομένοις
ἔχειν ἐπικάλυμμα, ὃ
ἀναπνεόντων ἀποκαλύπτεται,
διευρυνομένων τῶν φλεβίων καὶ
τῶν πόρων.

είναι άνευ καλύμματος, όπως και το
όμμα αυτών. Το δε των ζώων, τα
όποια αναπνέουσι τον αέρα, έχει
επικάλυμμα, το οποίον, όταν γίνηται
η αναπνοή, ανοίγεται ευρυνομένων
των μικρών φλεβών και των πόρων.

καὶ διὰ τοῦτο τὰ ἀναπνέοντα
οὐκ ὀσμᾶται ἐν τῷ ὑγρῷ·
ἀναγκαῖον γὰρ ὀσφρανθῆναι
ἀναπνεύσαντα, τοῦτο δὲ ποιεῖν
ἐν τῷ ὑγρῷ ἀδύνατον. ἔστι δ' ἡ
ὀσμὴ τοῦ ξηροῦ (ὥσπερ ὁ χυμὸς
τοῦ ὑγροῦ), τὸ δὲ ὀσφραντικὸν
αἰσθητήριον δυνάμει τοιοῦτον.

8. Και διά τούτο τα ζώα, τα οποία
αναπνέουσι, δεν αισθάνονται οσμήν
εντός του υγρού· διότι, ίνα
οσφρανθώσι, πρέπει να αναπνεύσουν,
αλλά είναι αδύνατον να πράξωσι
τούτο εντός του ύδατος. Τέλος η
οσμή είναι ιδιότης του ξηρού, όπως ο
χυμός είναι [σ. 88] του υγρού. Και το
οσφραντικόν αισθητήριον είναι
δυνάμει τοιούτον, οίον είναι το
οσφραντόν αντικείμενον.

ΒΙΒΛΙΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ,
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι'
Περί γεύσεως— Αναφορά γεύσεως προς αφή και όψιν— Όρος γεύσεως μετρία
υγρότης. Είδη χυμών.

422a8

Τὸ δὲ γευστόν ἐστιν ἁπτόν τι·
καὶ τοῦτ' αἴτιον τοῦ μὴ εἶναι
αἰσθητὸν διὰ τοῦ μεταξὺ
ἀλλοτρίου ὄντος σώματος· οὐδὲ
γὰρ τῇ ἁφῇ. καὶ τὸ σῶμα δὲ ἐν ᾧ
ὁ χυμός, τὸ γευστόν, ἐν ὑγρῷ ὡς
ὕλῃ· τοῦτο δ' ἁπτόν τι. διὸ κἂν εἰ
ἐν ὕδατι ἦμεν, ᾐσθανόμεθ' ἂν
ἐμβληθέντος τοῦ γλυκέος, οὐκ
ἦν δ' ἂν ἡ αἴσθησις ἡμῖν διὰ τοῦ
μεταξύ, ἀλλὰ τῷ μιχθῆναι τῷ
ὑγρῷ, καθάπερ ἐπὶ τοῦ ποτοῦ. τὸ
δὲ χρῶμα οὐχ οὕτως ὁρᾶται τῷ
μίγνυσθαι, οὐδὲ ταῖς ἀπορροίαις.
ὡς μὲν οὖν τὸ μεταξὺ οὐθὲν
ἔστιν· ὡς δὲ χρῶμα τὸ ὁρατόν,
οὕτω τὸ γευστὸν ὁ χυμός. οὐθὲν
δὲ ποιεῖ χυμοῦ αἴσθησιν ἄνευ
ὑγρότητος, ἀλλ' ἔχει ἐνεργείᾳ ἢ
δυνάμει ὑγρότητα, οἷον τὸ
ἁλμυρόν· εὔτηκτόν τε γὰρ αὐτὸ
καὶ συντηκτικὸν γλώττης. ὥσπερ
δὲ καὶ ἡ ὄψις ἐστὶ τοῦ τε ὁρατοῦ
καὶ τοῦ ἀοράτου (τὸ γὰρ σκότος
ἀόρατον, κρίνει δὲ καὶ τοῦτο ἡ
ὄψις), ἔτι τε τοῦ λίαν λαμπροῦ
(καὶ γὰρ τοῦτο ἀόρατον, ἄλλον
δὲ τρόπον τοῦ σκότους), ὁμοίως
δὲ καὶ ἡ ἀκοὴ ψόφου τε καὶ σιγῆς,

1. Το αντικείμενον της γεύσεως, το
γευστόν, είναί τι αισθητόν διά της
αφής. Και αύτη είναι η αίτια, διά την
οποίαν το γευστόν είναι αισθητόν
άνευ της μεσολαβήσεως σώματος,
όπερ είναι ξένον, διότι και η αφή δεν
γίνεται 188 ούτω. Και το σώμα εν τω
οποίω υπάρχει ο χυμός, ήτοι το
γευστόν, συνίσταται έκ τινος των
υγρών,. όπερ είναι ως η ύλη του
γευστού· τούτο δε το υγρόν είναι τι
αισθητόν δια της αφής. Διά τούτο, αν
ήμεθα εντός ύδατος, θα ησθανόμεθα
το εις αυτό ριφθέν γλυκύ· όμως δεν θα
είχομεν την αίσθησιν του γλυκέος διά
τινος μεταξύ σώματος, αλλά διά της
αναμίξεως του γλυκέος με το υγρόν,
καθώς συμβαίνει εις το ποτόν. Το
χρώμα όμως δεν είναι ομοίως ορατόν
διά της αναμίξεως με άλλο ούτε διά
των απορροιών αυτού. Ούτω λοιπόν
ουδέν σώμα μεσολαβεί μεταξύ
γευστού και γεύσεως. Άλλως, όπως
χρώμα είναι το ορατόν, ούτως ο χυμός
είναι το γευστόν. Ουδέν όμως πράγμα
παράγει. αίσθησιν χυμού άνευ
υγρότητος, αλλά πρέπει να έχη ήδη
υγρότητα [σ. 89] δυνάμει ή ενεργεία,
ως π. χ. το άλας, το οποίον ευκόλως
διαλύεται και επί της γλώσσης
τήκεται. Όπως δε η όψις διακρίνει το
ορατόν και το αόρατον (διότι το
σκότος είναι αόρατον, αλλ' η όψις
διακρίνει και τούτο) και προσέτι το

Ως είπομεν πρότερον, η όψις, η ακοή και η όσφρησις έχουσι χρείαν της μεσολαβήσεως ξένου τινός,
ίνα λειτουργήσωσι, και όπερ είναι χωριστόν απ' αυτών. Είναι δε ταύτα (το διαφανές το διηχές και το
δίοσμον) πάθη του αέρος και του ύδατος. Της αφής όμως, ής είδος είναι η γεύσις, το μεταξύ ή διάμεσον
τούτο πράγμα δεν είναι εκτός των οικείων αισθητηρίων, αλλ' ανήκει εις αυτά ταύτα, είναι η σάρξ ή
ανάλογόν τι και προσέτι ο αήρ και το ύδωρ, υφ' ων περικυκλούται το αισθητόν. Το κυρίως αισθητήριον
της αφής κείται μάλλον εσωτερικώς κατά τον Αριστοτέλη, είναι δηλ. η καρδία.
188

ὧν τὸ μὲν ἀκουστὸν τὸ δ' οὐκ
ἀκουστόν, καὶ μεγάλου ψόφου
καθάπερ ἡ ὄψις τοῦ λαμπροῦ
(ὥσπερ γὰρ ὁ μικρὸς ψόφος
ἀνήκουστος, τρόπον τινὰ καὶ ὁ
μέγας τε καὶ ὁ βίαιος), ἀόρατον
δὲ τὸ μὲν ὅλως λέγεται, ὥσπερ
καὶ ἐπ' ἄλλων τὸ ἀδύνατον, τὸ δ'
ἐὰν πεφυκὸς μὴ ἔχῃ ἢ φαύλως,
ὥσπερ τὸ ἄπουν καὶ τὸ
ἀπύρηνον-οὕτω δὴ καὶ ἡ γεῦσις
τοῦ γευστοῦ τε καὶ ἀγεύστου,
τοῦτο δὲ τὸ μικρὸν ἢ φαῦλον
ἔχον χυμὸν ἢ φθαρτικὸν τῆς
γεύσεως.

λίαν λαμπρόν (διότι και τούτο δεν
δύναται να βλέπη η όρασις, αλλά κατ'
άλλον τρόπον παρά το σκότος), ούτω
και η ακοή αντικείμενον έχει τον ήχον
και την σιγήν (εκ των οποίων ο μεν
είναι ακουστός, η δε σιγή δεν είναι
ακουστή) και τον μέγαν ήχον, ως η
όψις έχει το λίαν λαμπρόν (διότι,
καθώς ο μικρός ψόφος είναι
ανήκουστος, ούτω πως είναι
ανήκουστος και ο μέγας και ο βίαιος
ψόφος). Αόρατον δε λέγεται το όλως
αόρατον (λ.χ. η φωνή), όπως εις άλλας
περιστάσεις λέγεται ότι είναι τι
αδύνατον, λέγεται δε και εκείνο, το
οποίον φύσει μεν δύναται να είναι
ορατόν, αλλά δεν είναι ή είναι ατελώς
ορατόν, καθώς λ. χ. λέγομεν το άπουν
και το απύρηνον 189. Ούτω και η
γεύσις αισθάνεται το άγευστον,
άγευστον δε λέγομεν το έχον χυμόν
ασθενή ή κακόν ή βλαπτικόν της
γεύσεως. Φαίνεται δε ότι αρχή του
γευστού είναι το ποτόν και το άποτον
(το δυνάμενον να πίνηται και το μη
δυνάμενον φαίνεται ότι είναι η αρχή
ενταύθα).

422b δοκεῖ δ' εἶναι ἀρχὴ τὸ ποτὸν καὶ
ἄποτον (γεῦσις γάρ τις
ἀμφοτέρου· ἀλλὰ τοῦ μὲν φαύλη
καὶ φθαρτική [τῆς γεύσεως], τοῦ
δὲ κατὰ φύσιν)· ἔστι δὲ κοινὸν
ἁφῆς καὶ γεύσεως τὸ ποτόν. ἐπεὶ
δ' ὑγρὸν τὸ γευστόν,

Διότι και τα δύο είναι γεύσίς τις, αλλά
το άποτον είναι γεύσις κακή και
καταστρεπτική, το δε ποτόν είναι
γεύσις σύμφωνος με την φύσιν αυτής.
Είναι δε το ποτόν αισθητόν κοινώς και
υπό της αφής (ως υγρόν) και υπό της
γεύσεως (ως χυμός). Επειδή δε το
γευστόν είναι υγρόν,

ἀνάγκη καὶ τὸ αἰσθητήριον
αὐτοῦ μήτε ὑγρὸν εἶναι
ἐντελεχείᾳ μήτε ἀδύνατον
ὑγραίνεσθαι· πάσχει γάρ τι ἡ
γεῦσις ὑπὸ τοῦ γευστοῦ, ᾗ
γευστόν. ἀναγκαῖον ἄρα
ὑγρανθῆναι τὸ δυνάμενον μὲν
ὑγραίνεσθαι σωζόμενον, μὴ
ὑγρὸν δέ, τὸ γευστικὸν

ανάγκη και το αισθητήριον αυτού να
είναι μήτε ενεργεία υγρόν, μήτε
αδύνατον να υγραίνηται. Διότι η
γεύσις πάσχει τι υπό του γευστού, ως
γευστού. Αναγκαίον άρα είναι το
γευστικόν αισθητήριον να υγρανθή
και να είναι τοιούτον, ώστε να
δύναται να υγραίνηται διατηρούν
πάντοτε εαυτό, αλλά να μη γίνηται
αυτό υγρόν εσωτερικώς xxvii. Απόδειξις
δε τούτου είναι ότι η γλώσσα δεν

Άπουν λέγομεν ζώόν τι ίνα δηλώσωμεν και ότι έχει κακούς πόδας. Ομοίως π. χ. απύρηνος λέγεται και
χώρα παράγουσα ολίγα σπέρματα.
189

αἰσθητήριον. σημεῖον δὲ τὸ μήτε
κατάξηρον οὖσαν τὴν γλῶτταν
αἰσθάνεσθαι μήτε λίαν ὑγράν·
αὕτη γὰρ ἁφῇ γίνεται τοῦ
πρώτου ὑγροῦ, ὥσπερ ὅταν
προγευματίσας τις ἰσχυροῦ
χυμοῦ γεύηται ἑτέρου, καὶ οἷον
τοῖς κάμνουσι πικρὰ πάντα
φαίνεται διὰ τὸ τῇ γλώττῃ
πλήρει τοιαύτης ὑγρότητος
αἰσθάνεσθαι.

αισθάνεται, ούτε [σ. 90] όταν είναι
κατάξηρος, ούτε όταν είναι λίαν υγρά.
Διότι τότε αισθάνεται μόνον το
πρώτον υγρόν, καθώς συμβαίνει όταν
γευθή τις πρότερον ισχυρόν χυμόν και
ύστερον γεύηται άλλον χυμόν, και
καθώς συμβαίνει εις τους ασθενείς, εις
τους οποίους πάντα φαίνονται πικρά,
διότι αισθάνονται διά γλώσσης, ήτις
είναι πλήρης εκ τοιαύτης πίκρας
υγρότητος.

τὰ δ' εἴδη τῶν χυμῶν, ὥσπερ καὶ
ἐπὶ τῶν χρωμάτων, ἁπλᾶ μὲν
τἀναντία, τὸ γλυκὺ καὶ τὸ
πικρόν, ἐχόμενα δὲ τοῦ μὲν τὸ
λιπαρόν, τοῦ δὲ τὸ ἁλμυρόν·
μεταξὺ δὲ τούτων τό τε δριμὺ καὶ
τὸ αὐστηρὸν καὶ στρυφνὸν καὶ
ὀξύ· σχεδὸν γὰρ αὗται δοκοῦσιν
εἶναι διαφοραὶ χυμῶν. ὥστε τὸ
γευστικόν ἐστι τὸ δυνάμει
τοιοῦτον, γευστὸν δὲ τὸ
ποιητικὸν ἐντελεχείᾳ αὐτοῦ.

2. Τα δε είδη των χυμών, καθώς και
τα των χρωμάτων, εν μέρει μεν είναι
τα απλά εναντία, το γλυκύ και το
πικρόν, εν μέρει δε τα τούτων
επακόλουθα εκείνου μεν το λιπαρόν,
τούτου δε το αλμυρόν, μεταξύ δε
τούτων υπάρχουσι το δριμύ και το
αυστηρόν και το στρυφνόν και το οξύ.
Αύται φαίνεται ότι είναι σχεδόν πάσαι
αι διαφοραί των χυμών xxviii. Εν ολίγοις
το μεν γευστικόν (η γευστική δύναμις)
είναι δυνάμει τοιούτον οίον είναι το
γευστόν), γευστόν δε εκείνο το
πράγμα, το όποιον καθιστά την
αίσθησιν εντελεχώς (πραγματικώς)
τοιαύτην, οποίον είναι αυτό.

ΒΙΒΛΙΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ,
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'
Περί της αφής. Είναι μία ή περισσότεραι αισθήσεις η αφή; Αναφορά προς τας
άλλας αισθήσεις. Γίνεται διά μεσολαβήσεως της σαρκός μεταξύ αυτής και των
απτών πραγμάτων. Ιδιότητες της σαρκός ως μεσάζοντος στοιχείου.

422b17

Περὶ δὲ τοῦ ἁπτοῦ καὶ περὶ
ἁφῆς ὁ αὐτὸς λόγος· εἰ γὰρ ἡ
ἁφὴ μὴ μία ἐστὶν αἴσθησις ἀλλὰ
πλείους, ἀναγκαῖον καὶ τὰ ἁπτὰ
αἰσθητὰ πλείω εἶναι. ἔχει δ'
ἀπορίαν πότερον πλείους εἰσὶν ἢ
μία, καὶ τί τὸ αἰσθητήριον τὸ τοῦ
ἁπτικοῦ, πότερον ἡ σὰρξ καὶ ἐν
τοῖς ἄλλοις τὸ ἀνάλογον, ἢ οὔ,
ἀλλὰ τοῦτο μέν ἐστι τὸ μεταξύ,
τὸ δὲ πρῶτον αἰσθητήριον ἄλλο
τί ἐστιν ἐντός.

1. Περί του αντικειμένου της αφής,
του απτού, δυνάμεθα να διανοηθώμεν
τα αυτά, όπως περί της αφής. Διότι,
αν η αφή είναι ουχί μία άλλα
περισσότεραι αισθήσεις, ανάγκη και
τα υπ' αυτής αισθητά αντικείμενα να
είναι πολλά (κατ' είδος). Ζητείται
λοιπόν αν η αφή είναι περισσότεραι
αισθήσεις ή μία, και ποίον είναι το
αισθητήριον όργανον της οπτικής
δυνάμεως· είναι τούτο η σαρξ και το
ανάλογον μέρος εν τοις άλλοις ζώοις
(τα οποία δεν έχουσι σάρκα), ή τούτο
μεν δεν είναι η σαρξ, αλλ' αύτη είναι
το [σ. 91] διάμεσον, το δε κύριον
όργανον είναι άλλο τι κείμενον
εσωτερικώς;

πᾶσα γὰρ αἴσθησις μιᾶς
ἐναντιώσεως εἶναι δοκεῖ, οἷον
ὄψις λευκοῦ καὶ μέλανος, καὶ
ἀκοὴ ὀξέος καὶ βαρέος, καὶ
γεῦσις πικροῦ καὶ γλυκέος· ἐν δὲ
τῷ ἁπτῷ πολλαὶ ἔνεισιν
ἐναντιώσεις, θερμὸν ψυχρόν,
ξηρὸν ὑγρόν, σκληρὸν μαλακόν,
καὶ τῶν ἄλλων ὅσα τοιαῦτα. ἔχει
δέ τινα λύσιν πρός γε ταύτην
τὴν ἀπορίαν, ὅτι καὶ ἐπὶ τῶν
ἄλλων αἰσθήσεων εἰσὶν
ἐναντιώσεις πλείους, οἷον ἐν
φωνῇ οὐ μόνον ὀξύτης καὶ
βαρύτης, ἀλλὰ καὶ μέγεθος καὶ
μικρότης, καὶ λειότης καὶ
τραχύτης φωνῆς, καὶ τοιαῦθ'
ἕτερα. εἰσὶ δὲ καὶ περὶ χρῶμα

2. Πάσα αίσθησις φαίνεται ότι
διακρίνει μίαν μόνην εναντίωσιν, λ. χ.
η όψις το λευκόν και το μέλαν, η
ακοή το οξύ και το βαρύ, και η γεύσις
το πικρόν και το γλυκύ. Αλλ' εις την
αφήν υπάρχουσι πολλαί
εναντιώσεως, θερμόν—ψυχρόν,
ξηρόν— υγρόν, σκληρόν—μαλακόν
και πολλά άλλα τοιαύτα. Αλλ' εις την
απορίαν ταύτην δίδει λύσιν τινά το
ότι και εις τας άλλας αισθήσεις
υπάρχουσι περισσότεραι εναντιώσεις,
π. χ. εν τη φωνή είναι όχι μόνον
οξύτης και βαρύτης, αλλά και
μέγεθος και μικρότης, και λειότης και
τραχύτης φωνής και άλλα τοιαύτα.
Υπάρχουσι δε και εις το χρώμα
τοιαύται διαφοραί. Αλλ' όμως δεν
είναι φανερόν ποίον είναι το ενιαίον
αντικείμενον της αφής, όπως είναι
φανερόν ότι της ακοής είναι ο ήχος.

διαφοραὶ τοιαῦται ἕτεραι. ἀλλὰ
τί τὸ ἓν τὸ ὑποκείμενον, ὥσπερ
ἀκοῇ ψόφος, οὕτω τῇ ἁφῇ, οὐκ
ἔστιν ἔνδηλον.
πότερον δ' ἐστὶ τὸ αἰσθητήριον 3. Είναι άρά γε το αισθητήριον της
αφής εσωτερικόν ή όχι,
ἐντός, ἢ οὔ, ἀλλ' εὐ423a

190
191

θέως ἡ σάρξ, οὐδὲν δοκεῖ
σημεῖον εἶναι τὸ γίνεσθαι τὴν
αἴσθησιν ἅμα θιγγανομένων.
καὶ γὰρ νῦν εἴ τίς <τι> περὶ τὴν
σάρκα περιτείνειεν οἷον ὑμένα
ποιήσας, ὁμοίως τὴν αἴσθησιν
εὐθέως ἁψάμενος ἐνσημανεῖ·
καίτοι δῆλον ὡς οὐκ ἔστιν ἐν
τούτῳ τὸ αἰσθητήριον (εἰ δὲ καὶ
συμφυὲς γένοιτο, θᾶττον ἔτι
διικνοῖτ' ἂν ἡ αἴσθησις)·

αλλά κατ' ευθείαν η σαρξ αισθάνεται;
Περί τούτου φαίνεται ότι ουδεμίαν
απόδειξιν παρέχει το ότι η αίσθησις
των αντικειμένων γίνεται ευθύς, άμα
ταύτα θίγωνται. Διότι ιδού· εάν τις
ήθελε κατασκευάση και εκτείνη πέριξ
της σαρκός πράγμα τι ως είδος
μεμβράνης, θα έχη ομοίως την
αίσθησιν 190 ευθύς άμα εγγίζη. Και
όμως είναι φανερόν ότι το
αισθητήριον όργανον δεν είναι η
μεμβράνα αύτη· και αν ακόμη αύτη
ήθελε γεννηθή ομού με την σάρκα (ή
το δέρμα), ακόμη ταχύτερον θα
διεπέρα αυτήν η αίσθησις.

διὸ τὸ τοιοῦτον μόριον τοῦ
σώματος ἔοικεν οὕτως ἔχειν
ὥσπερ ἂν εἰ κύκλῳ ἡμῖν
περιεπεφύκει ὁ ἀήρ· ἐδοκοῦμεν
γὰρ ἂν ἑνί τινι αἰσθάνεσθαι καὶ
ψόφου καὶ χρώματος καὶ ὀσμῆς,
καὶ μία τις αἴσθησις εἶναι ὄψις
ἀκοὴ ὄσφρησις. νῦν δὲ διὰ τὸ
διωρίσθαι δι' οὗ γίνονται αἱ
κινήσεις, φανερὰ τὰ εἰρημένα
αἰσθητήρια ἕτερα ὄντα. ἐπὶ δὲ
τῆς ἁφῆς τοῦτο νῦν ἄδηλον· ἐξ
ἀέρος μὲν γὰρ ἢ ὕδατος
ἀδύνατον συστῆναι τὸ ἔμψυχον
σῶμα· δεῖ γάρ τι στερεὸν εἶναι·
λείπεται δὴ μικτὸν ἐκ τῆς καὶ
τούτων εἶναι, οἷον βούλεται
εἶναι ἡ σὰρξ καὶ τὸ ἀνάλογον·
ὥστε ἀναγκαῖον τὸ σῶμα εἶναι
τὸ μεταξὺ τοῦ ἁπτικοῦ

4. Διά τούτο το μέρος τούτο του
σώματος (η σαρξ) φαίνεται ότι
σχετίζεται ούτω προς ημάς, όπως θα
διέκειτο ο αήρ, εάν εκ φύσεως
απετέλει κύκλον περί ημάς 191. Διότι
θα ενομίζομεν τότε ότι δι' ενός μόνου
οργάνου αισθανόμεθα και ήχον και
χρώμα και οσμήν, και ότι η όψις, η
ακοή, η όσφρησις είναι μία μόνη
αίσθησις. Αλλ' όμως επειδή τα
διάμεσα, δι' ων γίνονται αι κινήσεις
[σ. 92] αύται, είναι διάφορα, και τα
ειρημένα αισθητήρια είναι φανερόν
ότι είναι διάφορα. Αλλ' ως προς την
αφήν τούτο είναι ακόμη άδηλον.
Διότι είναι αδύνατον να συσταθή
έμψυχον σώμα από αέρα και ύδωρ,
αλλά πρέπει πάντοτε να υπάρχη
στερεόν τι. Υπολείπεται λοιπόν το ότι
το έμψυχον είναι μικτόν εκ γης και
των άλλων δύο στοιχείων, όπως
φαίνεται ότι είναι η σαρξ και τα εν
τοις άλλοις ζώοις ανάλογον με αυτήν
μέρος. Ώστε αναγκαίως εκ φύσεως το

Του θερμού ή ψυχρού κλπ.
Ούτως η σαρξ αποτελεί περί το αισθητήριον της αφής κυκλικόν σκέπασμα.

προσπεφυκός, δι' οὗ γίνονται αἱ
αἰσθήσεις πλείους οὖσαι.

σώμα (η σαρξ) είναι το μεσολαβούν
μεταξύ της απτικής δυνάμεως και του
απτού αντικειμένου, δι' αυτού δε (του
σώματος) γίνονται αι απτικαί
αισθήσεις, αίτινες είναι περισσότεραι
της μιας.

δηλοῖ δ' ὅτι πλείους ἡ ἐπὶ τῆς
γλώττης ἁφή· ἁπάντων γὰρ τῶν
ἁπτῶν αἰσθάνεται κατὰ τὸ αὐτὸ
μόριον καὶ χυμοῦ. εἰ μὲν οὖν καὶ
ἡ ἄλλη σὰρξ ᾐσθάνετο τοῦ
χυμοῦ, ἐδόκει ἂν ἡ αὐτὴ καὶ μία
εἶναι αἴσθησις ἡ γεῦσις καὶ ἡ
ἀφή· νῦν δὲ δύο διὰ τὸ μὴ
ἀντιστρέφειν.

5. Δεικνύει δε, ότι είναι περισσότεραι
αύται, η αφή επί της επιφανείας της
γλώσσης. Διότι διά του αυτού μορίου
τούτου αισθάνεται η ψυχή πάντα τα
απτά και τον χυμόν. Εάν προσέτι και
τα άλλα μέρη της σαρκός είχον
αίσθησιν του χυμού, η γεύσις και η
αφή θα εθεωρούντο ότι είναι μία και
η αυτή αίσθησις. Αλλά τώρα
θεωρούνται ως δύο αισθήσεις, διότι
δεν δύνανται να ληφθώσιν
αντιστρόφως η μία αντί της άλλης. 192

ἀπορήσειε δ' ἄν τις, εἰ πᾶν
σῶμα βάθος ἔχει, τοῦτο δ' ἐστὶ
τὸ τρίτον μέγεθος, ὧν δ' ἐστὶ δύο
σωμάτων μεταξὺ σῶμά τι, οὐκ
ἐνδέχεται ταῦτα ἀλλήλων
ἅπτεσθαι, τὸ δ' ὑγρὸν οὐκ ἔστιν
ἄνευ σώματος, οὐδὲ τὸ διερόν,
ἀλλ' ἀναγκαῖον ὕδωρ εἶναι ἢ
ἔχειν ὕδωρ,

6. Δύναται τις να προβάλη την
απορίαν: αφού παν σώμα έχει βάθος,
τουτέστι την τρίτην διάστασιν 193, δύο
σώματα, μεταξύ των οποίων
μεσολαβεί έτερον σώμα, δεν
δύνανται να εφάπτωνται αλλήλων. Το
υγρόν όμως δεν είναι ασώματον ούτε
το ρευστόν 194, αλλά πρέπει έκαστον
αυτών να είναι ύδωρ (το υγρόν) ή να
περιέχη ύδωρ (το ρευστόν).

τὰ δὲ ἁπτόμενα ἀλλήλων ἐν τῷ
ὕδατι, μὴ ξηρῶν τῶν ἄκρων
ὄντων, ἀναγκαῖον ὕδωρ ἔχειν
μεταξύ, οὗ ἀνάπλεα τὰ ἔσχατα,
εἰ δὲ τοῦτ' ἀληθές, ἀδύνατον
ἅψασθαι ἄλλο ἄλλου ἐν ὕδατι,
τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον καὶ ἐν τῷ
ἀέρι (ὁμοίως γὰρ ἔχει ὁ ἀὴρ πρὸς
τὰ ἐν αὐτῷ καὶ τὸ ὕδωρ πρὸς τὰ
ἐν τῷ ὕδατι, λανθάνει δὲ μᾶλλον
ἡμᾶς, ὥσπερ καὶ τὰ ἐν τῷ ὕδατι
ζῷα

Τα αντικείμενα όμως, τα οποία εντός
του ύδατος υπάρχοντα εφάπτονται
αλλήλων, επειδή τα άκρα αυτών δεν
είναι ξηρά, έχουσι μεταξύ των ύδωρ,
εξ ου είναι πλήρεις αι επιφάνειαι
αυτών. Εάν δε τούτο είναι αληθές,
αδύνατον είναι πράγμά τι να [σ. 93]
θίγη άλλο εντός του ύδατος. Το αυτό
δε συμβαίνει και εντός του αέρος,
διότι ομοίαν έχει σχέσιν ο αήρ προς
τα εντός αυτού όντα, οποίαν το ύδωρ
προς τα εν τω ύδατι βεβυθισμένα,
αλλ' εν τω αέρι απατώμεθα
περισσότερον ημείς (οι ζώντες εν
ατμοσφαιρικώ μέσω), όπως και των

Η γεύσις αισθάνεται τα απτά όπως και τους χυμούς. Αλλ' η αφή δεν αισθάνεται αντιστρόφως τους
χυμούς όπως τα απτά.
193
Αι διαστάσεις είναι μήκος, πλάτος, βάθος.
194
Το ρευστόν είναι ο αήρ, όστις κατά τον Αριστ. συνίσταται εξ ύδατος.
192

εν τω ύδατι ζώντων διαφεύγει την
αντίληψιν, ότι το ρευστόν
423b

εἰ διερὸν διεροῦ ἅπτεται)

εφάπτεται του ρευστού αμέσως.

-πότερον οὖν πάντων ὁμοίως
ἐστὶν ἡ αἴσθησις, ἢ ἄλλων
ἄλλως, καθάπερ νῦν δοκεῖ ἡ μὲν
γεῦσις καὶ ἡ ἁφὴ τῷ ἅπτεσθαι,
αἱ δ' ἄλλαι ἄποθεν. τὸ δ' οὐκ
ἔστιν, ἀλλὰ καὶ τὸ σκληρὸν καὶ
τὸ μαλακὸν δι' ἑτέρων
αἰσθανόμεθα, ὥσπερ καὶ τὸ
ψοφητικὸν καὶ τὸ ὁρατὸν καὶ τὸ
ὀσφραντόν· ἀλλὰ τὰ μὲν
πόρρωθεν, τὰ δ' ἐγγύθεν, διὸ
λανθάνει· ἐπεὶ αἰσθανόμεθά γε
πάντων διὰ τοῦ μέσου, ἀλλ' ἐπὶ
τούτων λανθάνει. καίτοι
καθάπερ εἴπομεν καὶ πρότερον,
κἂν εἰ δι' ὑμένος αἰσθανοίμεθα
τῶν ἁπτῶν ἁπάντων
λανθάνοντος ὅτι διείργει,
ὁμοίως ἂν ἔχοιμεν ὥσπερ καὶ
νῦν ἐν τῷ ὕδατι καὶ ἐν τῷ ἀέρι·
δοκοῦμεν γὰρ νῦν αὐτῶν
ἅπτεσθαι καὶ οὐδὲν εἶναι διὰ
μέσου.

7. Ερωτώμεν προσέτι: καθ' όμοιον
τρόπον γίνεται η αίσθησις πάντων
των αισθητών, ή άλλων γίνεται
άλλως, καθώς τώρα φαίνεται, η μεν
γεύσις και η αφή γίνονται δι' αμέσου
επαφής των πραγμάτων, αι δε άλλαι
αισθήσεις γίνονται μακρόθεν; Το
τελευταίαν τούτο είναι αδύνατον,
διότι και το μαλακόν και το σκληρόν
αισθανόμεθα δι' άλλου
μεσολαβούντος, ομοίως όπως και το
ηχητικόν και το ορατόν, και το
οσφραντόν· αλλά ταύτα μεν
μακρόθεν, εκείνα δε εγγύθεν· διό και
διαφεύγει το διάμεσον τούτο την
αντίληψιν ημών, διότι αισθανόμεθα
πάντα διά τινος μεσολαβούντος
σώματος. Αλλ' επί των εγγύς ημών
όντων διαφεύγει ημάς η ύπαρξις του
μέσου. Και όμως, καθώς είπομεν και
πρότερον, και αν ακόμη διά μέσου
μεμβράνης ξένης ηθέλαμεν
αισθάνεσθαι πάντα τα απτά, χωρίς να
αντιλαμβανώμεθα ότι μας διαχωρίζει
εν διάμεσον, θα ευρισκόμεθα εις την
αυτήν σχέσιν καθώς τώρα, ότε είμεθα
εντός του ύδατος και του αέρος.
Νομίζομεν δήλα δη, ότι απτόμεθα
αμέσως των πραγμάτων και ότι ουδέν
υπάρχει διάμεσον.

ἀλλὰ διαφέρει τὸ ἁπτὸν τῶν
ὁρατῶν καὶ τῶν ψοφητικῶν, ὅτι
ἐκείνων μὲν αἰσθανόμεθα τῷ τὸ
μεταξὺ ποιεῖν τι ἡμᾶς, τῶν δὲ
ἁπτῶν οὐχ ὑπὸ τοῦ μεταξὺ ἀλλ'
ἅμα τῷ μεταξύ, ὥσπερ ὁ δι'
ἀσπίδος πληγείς· οὐ γὰρ ἡ ἀσπὶς
πληγεῖσα ἐπάταξεν, ἀλλ' ἅμ'
ἄμφω συνέβη πληγῆναι.

8. Αλλά το διά της αφής αισθητόν, το
απτόν, διαφέρει των ορατών και των
ηχητικών, διότι τούτων μεν
αισθανόμεθα διά του διαμέσου
σώματος, ενεργούντος αποτέλεσμα τι
εφ' ημών, τας δε απτάς ποιότητας
αισθανόμεθα ουχί διά του μεταξύ
σώματος (της σαρκός), αλλά μετά του
μεταξύ σώματος συγχρόνως, όπως
άνθρωπος διά της ασπίδος κτυπηθείς·
διότι δεν επάταξεν αυτόν η ασπίς
κτυπηθείσα, αλλά συνέβη και οι δύο
συγχρόνως να κτυπηθώσι.

ὅλως δ' ἔοικεν ἡ σὰρξ καὶ ἡ

9. Γενικώς δε φαίνεται ότι, οποίαν
σχέσιν έχουσιν ο αήρ και το ύδωρ

424a

γλῶττα, ὡς ὁ ἀὴρ καὶ τὸ ὕδωρ
πρὸς τὴν ὄψιν καὶ τὴν ἀκοὴν καὶ
τὴν ὄσφρησιν ἔχουσιν, οὕτως
ἔχειν πρὸς τὸ αἰσθητήριον
ὥσπερ ἐκείνων ἕκαστον. αὐτοῦ
δὲ τοῦ αἰσθητηρίου ἁπτομένου
οὔτ' ἐκεῖ οὔτ' ἐνταῦθα γένοιτ' ἂν
αἴσθησις, οἷον εἴ τις σῶμά τι
λευκὸν ἐπὶ τοῦ ὄμματος θείη τὸ
ἔσχατον. ᾗ καὶ δῆλον ὅτι ἐντὸς
τὸ τοῦ ἁπτοῦ αἰσθητικόν. οὕτω
γὰρ ἂν συμβαίνοι ὅπερ καὶ ἐπὶ
τῶν ἄλλων· ἐπιτιθεμένων γὰρ
ἐπὶ τὸ αἰσθητήριον οὐκ
αἰσθάνεται, ἐπὶ δὲ τὴν σάρκα
ἐπιτιθεμένων αἰσθάνεται· ὥστε
τὸ μεταξὺ τοῦ ἁπτικοῦ ἡ σάρξ.

προς την όψιν και την ακοήν και την
όσφρησιν, τοιαύ[σ. 94] την έχει η
σάρξ και η γλώσσα προς την αφήν·
αύτη είναι προς το απτικόν
αισθητήριον ό,τι είναι έκαστον των
στοιχείων εκείνων προς τα άλλα
όργανα 195. Εάν δε αυτό το
αισθητήριον ήρχετο εις επαφήν με το
αντικείμενον, τότε και εις την αφήν
όπως και εις τας άλλας αισθήσεις δεν
θα ηδύνατο να γίνη αίσθησις, ως λ. χ.
όταν θέση τις επί της επιφανείας του
όμματος λευκόν σώμα. Και εκ τούτου
γίνεται φανερόν, ότι κείται
εσωτερικώς το αισθητήριον της αφής.
Διότι ούτω μόνον θα συμβαίνη ό,τι
και εις τας άλλας αισθήσεις. Όταν
δηλ. τα απτά επιτεθώσι και επί του
αισθητηρίου της αφής, δεν
αισθανόμεθα, αλλά, εάν επιτεθώσιν
επί της σαρκός, αισθανόμεθα. Άρα ή
σαρξ είναι το διάμεσον (μεταξύ) της
αφής και του απτού αντικειμένου.

ἁπταὶ μὲν οὖν εἰσὶν αἱ
διαφοραὶ τοῦ σώματος ᾗ σῶμα·
λέγω δὲ διαφορὰς αἳ τὰ στοιχεῖα
διορίζουσι, θερμὸν ψυχρόν,
ξηρὸν ὑγρόν, περὶ ὧν εἰρήκαμεν
πρότερον ἐν τοῖς περὶ τῶν
στοιχείων.

10. Αισθηταί διά της αφής είναι αι
διάφοροι ιδιότητες του σώματος ως
σώματος· εννοώ δε διαφόρους
ιδιότητας εκείνας, αίτινες διακρίνουσι
τα στοιχεία, ήτοι θερμόν και ψυχρόν,
ξηρόν και υγρόν, περί ων
ωμιλήσαμεν πρότερον εν τη
πραγματεία περί των Στοιχείων.

τὸ δὲ αἰσθητήριον αὐτῶν τὸ
ἁπτικόν, καὶ ἐν ᾧ ἡ καλουμένη
ἁφὴ ὑπάρχει αἴσθησις πρώτῳ,
τὸ δυνάμει τοιοῦτόν ἐστι μόριον·

11. Το όργανον, όπερ αισθάνεται
αυτάς, είναι το της αφής· και το
μέρος (του σώματος), εις το όποιον
πρώτον υπάρχει η αίσθησις η
καλουμένη αφή, είναι δυνάμει
τοιούτον, οποίον είναι το απτόν
ενεργεία·

τὸ γὰρ αἰσθάνεσθαι πάσχειν τι
ἐστίν· ὥστε τὸ ποιοῦν, οἷον αὐτὸ
ἐνεργείᾳ, τοιοῦτον ἐκεῖνο ποιεῖ,
δυνάμει ὄν. διὸ τοῦ ὁμοίως
θερμοῦ καὶ ψυχροῦ, ἢ σκληροῦ

διότι το αισθάνεσθαι σημαίνει
πάσχειν τι, ούτως ώστε το πράγμα το
ποιούν έν άλλο να είναι όμοιον με
αυτό ενεργεία, δεν το ποιεί τοιούτον
ειμή διότι αυτό το άλλο είναι δυνάμει
τοιούτον 196. Και διά τούτο δεν

Το όργανον (πρώτον) της γεύσεως και της αφής είναι η καρδία, το διάμεσον δε είναι η γλωσσά και η
σαρξ.
196
Ούτω και το αισθητόν μεταδίδον την ποιότητα του εις την αίσθησιν, την κάμνει ομοίαν προς εαυτό,
διότι αύτη έχει ήδη την φύσιν του πράγματος.
195

197

καὶ μαλακοῦ, οὐκ αἰσθανόμεθα,
ἀλλὰ τῶν ὑπερβολῶν, ὡς τῆς
αἰσθήσεως οἷον μεσότητός τινος
οὔσης τῆς ἐν τοῖς αἰσθητοῖς
ἐναντιώσεως. καὶ διὰ τοῦτο
κρίνει τὰ αἰσθητά. τὸ γὰρ μέσον
κριτικόν· γίνεται γὰρ πρὸς
ἑκάτερον αὐτῶν θάτερον τῶν
ἄκρων· καὶ δεῖ ὥσπερ τὸ μέλλον
αἰσθήσεσθαι λευκοῦ καὶ
μέλανος μηδέτερον αὐτῶν εἶναι
ἐνεργείᾳ, δυνάμει δ' ἄμφω (οὕτω
δὲ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων), καὶ ἐπὶ
τῆς ἁφῆς μήτε θερμὸν μήτε
ψυχρόν.

αισθανόμεθα θερμότητα και
ψυχρότητα ή σκληρότητα και
μαλακότητα εις εκείνο το
αντικείμενον, όπερ είναι εξ ίσου με
ημάς θερμόν και ψυχρόν, ή σκληρόν
και μαλακόν 197, αισθανόμεθα όμως
τας υπερβολάς (του θερμού κλπ.), [σ.
95] ως εάν η αίσθησις είναι είδος
μέσου μεταξύ εναντίων ιδιοτήτων
αισθητών. Και διά τούτο αύτη κρίνει
τα αισθητά. Διότι ο μέσος όρος
δύναται να κρίνη, καθόσον σχετικώς
προς έκαστον εκ των άκρων γίνεται
τα άλλο άκρον. Και όπως εκείνο,
όπερ μέλλει να αισθανθή το λευκόν
και το μέλαν, δεν πρέπει να είναι
κανέν από αυτά ενεργεία, δυνάμει δε
και τα δύο (το αυτό δε ισχύει και επί
των άλλων αισθήσεων), ούτω και επί
της αφής δεν πρέπει το αισθητήριον
να είναι ούτε θερμόν ούτε ψυχρόν
καθ' εαυτό.

ἔτι δ' ὥσπερ ὁρατοῦ καὶ ἀοράτου
ἦν πως ἡ ὄψις, ὁμοίως δὲ καὶ αἱ
λοιπαὶ τῶν ἀντικειμένων, οὕτω
καὶ ἡ ἁφὴ τοῦ ἁπτοῦ καὶ
ἀνάπτου· ἄναπτον δ' ἐστὶ τό τε
μικρὰν ἔχον πάμπαν διαφορὰν
τῶν ἁπτῶν, οἷον πέπονθεν ὁ
ἀήρ, καὶ τῶν ἁπτῶν αἱ
ὑπερβολαί, ὥσπερ τὰ φθαρτικά.
καθ' ἑκάστην μὲν οὖν τῶν
αἰσθήσεων εἴρηται τύπῳ.

12. Προσέτι δε, όπως η όψις είναι η
αίσθησις αμφοτέρων, του ορατού και
του αοράτου, ομοίως δε και αι λοιπαί
αισθήσεις των οικείων εναντίων,
ούτω και η αφή είναι η αίσθησις του
απτού και του ανάπτου. Άναπτον δε
(μη απτόν) είναι και το έχον
ελαχίστην τινά ιδιότητα απτήν, ως
έχει λ. χ. ο αήρ, και το έχον καθ'
υπερβολήν τοιαύτας ιδιότητας, καθώς
είναι τα καταστρέφοντα την αφήν (λ.
χ. λίαν ψυχρόν). Επραγματεύθημεν
λοιπόν κεφαλαιωδώς περί εκάστης
των αισθήσεων.

Διότι τότε είμεθα ενεργεία ό,τι είναι το αντικείμενον, το οποίον μας

ΒΙΒΛΙΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ,
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'
Γενικά χαρακτηριστικά πασών των αισθήσεων.— Δέχονται τα είδη των
αισθητών άνευ της ύλης.—Αναφορά αισθήσεων και των σχετικών αισθητών.—
Αιτία αναισθησίας αυτών.— Ουδεμία αίσθησις άνευ ειδικού οργάνου.

424a17

198
199

Καθόλου δὲ περὶ πάσης
αἰσθήσεως δεῖ λαβεῖν ὅτι ἡ μὲν
αἴσθησίς ἐστι τὸ δεκτικὸν τῶν
αἰσθητῶν εἰδῶν ἄνευ τῆς ὕλης,
οἷον ὁ κηρὸς τοῦ δακτυλίου ἄνευ
τοῦ σιδήρου καὶ τοῦ χρυσοῦ
δέχεται τὸ σημεῖον, λαμβάνει δὲ
τὸ χρυσοῦν ἢ τὸ χαλκοῦν
σημεῖον, ἀλλ' οὐχ ᾗ χρυσὸς ἢ
χαλκός· ὁμοίως δὲ καὶ ἡ
αἴσθησις ἑκάστου ὑπὸ τοῦ
ἔχοντος χρῶμα ἢ χυμὸν ἢ ψόφον
πάσχει, ἀλλ' οὐχ ᾗ ἕκαστον
ἐκείνων λέγεται, ἀλλ' ᾗ τοιονδί,
καὶ κατὰ τὸν λόγον.

1. Γενικώς περί πασών των
αισθήσεων πρέπει να παραδεχθώμεν,
ότι η αίσθησις είναι εκείνο, το οποίον
δέχεται τα αισθητά είδη άνευ της
ύλης. Όπως ο κηρός δέχεται το
σημείον δακτυλίου άνευ του σιδήρου
και του χρυσού, δηλ. άνευ της ύλης
του, λαμβάνει δε τον χρυσούν ή
χαλκούν τύπον, αλλ' όχι ως χρυσόν ή
[σ. 96] χαλκόν 198, όμοια πάσχει και η
αίσθησις 199 από έκαστον πράγμα,
όπερ έχει χρώμα ή χυμόν ή ήχον, όχι
όμως ως έκαστον των αντικειμένων
τούτων ονομάζεται, αλλά καθ' όσον
έχει τοιαύτην ή τοιαύτην ιδιότητα και
εμφανίζει μίαν έννοιαν.

αἰσθητήριον δὲ πρῶτον ἐν ᾧ ἡ
τοιαύτη δύναμις. ἔστι μὲν οὖν
ταὐτόν, τὸ δ' εἶναι ἕτερον·
μέγεθος μὲν γὰρ ἄν τι εἴη τὸ
αἰσθανόμενον, οὐ μὴν τό γε
αἰσθητικῷ εἶναι οὐδ' ἡ αἴσθησις
μέγεθός ἐστιν, ἀλλὰ λόγος τις
καὶ δύναμις ἐκείνου.

2. Το αισθητήριον είναι κατά πρώτον
εκείνο, εις το οποίον υπάρχει η
τοιαύτη δύναμις, και είναι το αυτό με
το αισθητόν, διαφέρει δε αυτού κατά
τον τρόπον του είναι. Διότι άλλως και
το αισθανόμενον θα ήτο μέγεθος
(όπως είναι το αισθητόν). Πλην ο
τρόπος του είναι του αισθανομένου
και η αίσθησις δεν είναι μέγεθος, αλλ'
αναφορά τις και δύναμις προς το
αισθητόν.

φανερὸν δ' ἐκ τούτων καὶ διὰ τί
ποτε τῶν αἰσθητῶν αἱ
ὑπερβολαὶ φθείρουσι τὰ
αἰσθητήρια (ἐὰν γὰρ ᾖ
ἰσχυροτέρα τοῦ αἰσθητηρίου ἡ

3. Φανερόν δ' εκ τούτου είναι και
διατί αι υπερβολαί των αισθητών
φθείρουσι τα αισθητήρια. Διότι, αν η
κίνησις είναι ισχυροτέρα του
αισθητηρίου, η αναφορά (ο λόγος,
ήτοι η αίσθησις) καταστρέφεται,

Ο κηρός δέχεται τον τύπον του χρυσού, αλλά δεν γίνεται διά τούτο χρυσούς· ούτω και η αίσθησις.
Κατά την λειτουργίαν εκάστου αισθητηρίου.

κίνησις, λύεται ὁ λόγος-τοῦτο δ'
ἦν ἡ αἴσθησις-ὥσπερ καὶ ἡ
συμφωνία καὶ ὁ τόνος
κρουομένων σφόδρα τῶν
χορδῶν),

όπως καταστρέφεται η συμφωνία και
η αρμονία, όταν κρούωνται πολύ
δυνατά αι χορδαί.

καὶ διὰ τί ποτε τὰ φυτὰ οὐκ
αἰσθάνεται, ἔχοντά τι μόριον
ψυχικὸν καὶ πάσχοντά τι ὑπὸ
τῶν ἁπτῶν (καὶ γὰρ ψύχε-

4. Φανερόν ακόμη και διατί τα φυτά
δεν αισθάνονται, καίτοι έχουσι μέρος
ψυχής και πάσχουσί τι υπ' αυτών των
απτών

424b

ται καὶ θερμαίνεται)· αἴτιον γὰρ
τὸ μὴ ἔχειν μεσότητα, μηδὲ
τοιαύτην ἀρχὴν οἵαν τὰ εἴδη
δέχεσθαι τῶν αἰσθητῶν, ἀλλὰ
πάσχειν μετὰ τῆς ὕλης.

(ψυχρού-θερμού), διότι και ψύχονται
και θερμαίνονται. Αίτιον τούτου είναι
ότι δεν έχουσι μέσον τι εν εαυτοίς
ούτε αρχήν ικανήν να δέχηται τα είδη
των αισθητών, αλλά τουναντίον
πάσχουσιν ολικώς. 200

424b.3

ἀπορήσειε δ' ἄν τις εἰ πάθοι ἄν
τι ὑπ' ὀσμῆς τὸ ἀδύνατον
ὀσφρανθῆναι, ἢ ὑπὸ χρώματος
τὸ μὴ δυνάμενον ἰδεῖν· ὁμοίως δὲ
καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων. εἰ δὲ τὸ
ὀσφραντὸν ὀσμή, εἴ τι ποιεῖ, τὴν
ὄσφρησιν ἡ ὀσμὴ ποιεῖ· ὥστε τῶν
ἀδυνάτων ὀσφρανθῆναι οὐθὲν
οἷόν τε πάσχειν ὑπ' ὀσμῆς (ὁ δ'
αὐτὸς λόγος καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων)·
οὐδὲ τῶν δυνατῶν, ἀλλ' <ἢ> ᾗ
αἰσθητικὸν ἕκαστον. ἅμα δὲ
δῆλον καὶ οὕτως· οὔτε γὰρ φῶς
καὶ σκότος οὔτε ψόφος οὔτε
ὀσμὴ οὐδὲν ποιεῖ τὰ σώματα,
ἀλλ' ἐν οἷς ἐστίν, οἷον ἀὴρ ὁ
μετὰ βροντῆς διίστησι τὸ ξύλον.

5. Δύναταί τις να ερώτηση, αν
δύναται να πάθη υπό οσμής εκείνο,
όπερ δεν δύναται να οσφρανθή 201, ή
υπό χρώματος το μη δυνάμενον να
ίδη· ομοίως δε και περί των άλλων
αισθήσεων. Εάν το πράγμα, όπερ
οσφραινόμεθα, είναι η οσμή, αύτη, αν
πάντως [σ. 97] παράγη τι, την
όσφρησιν μόνον παράγει 202. Ώστε
ουδέν εκ των αδυνατούντων να
οσφρανθώσι δύναται να πάθη τι υπό
οσμής. Τα αυτά δυνάμεθα να είπωμεν
και περί των άλλων. Άλλα και εκ των
δυναμένων να αισθανθώσιν έκαστον
δεν αισθάνεται άλλως ειμή κατά την
οικείαν αισθητικήν δύναμιν. Τούτο δε
αποδεικνύεται και εκ των εξής : Ούτε
φως δηλ. και σκότος, ούτε ψόφος
ούτε οσμή επενεργούσιν επί των
αψύχων σωμάτων, αλλά τα διάμεσα
πράγματα, εις τα οποία υπάρχουσιν αι
ιδιότητες αύται, δύνανται να δρώσιν
επί των σωμάτων· λ. χ. ο αήρ ο
συνοδεύων την βροντήν (ουχί η
βροντή) διασχίζει το ξύλον.

6. Αι απτικαί όμως ιδιότητες και οι
ἀλλὰ τὰ ἁπτὰ καὶ οἱ χυμοὶ
ποιοῦσιν· εἰ γὰρ μή, ὑπὸ τίνος ἂν χυμοί επιδρώσιν αμέσως επί των
Λ.χ. το ύδωρ, ίνα δεχθή σταγόνα μέλιτος, πρέπει να δεχθή υλικώς το μέλι.
Αίσθησίς τις δεν δύναται να αντιλαμβάνηται τα ειδικά αισθήματα άλλης, λ. χ. η όψις τους ήχους· ούτω
δεν δύνανται να οσφραίνωνται αι άλλαι αισθήσεις και εκείνα τα όντα, άτινα δεν έχουσιν όσφρησιν.
202
Όσφρησις είναι η ενέργεια, οσμή η δύναμις.
200
201

πάσχοι τὰ ἄψυχα καὶ ἀλλοιοῖτο;
ἆρ' οὖν κἀκεῖνα ποιήσει; ἢ οὐ
πᾶν σῶμα παθητικὸν ὑπ' ὀσμῆς
καὶ ψόφου, καὶ τὰ πάσχοντα
ἀόριστα, καὶ οὐ μένει, οἷον ἀήρ
(ὄζει γὰρ ὥσπερ παθών τι); τί
οὖν ἐστι τὸ ὀσμᾶσθαι παρὰ τὸ
πάσχειν τι; ἢ τὸ μὲν ὀσμᾶσθαι
αἰσθάνεσθαι, ὁ δ' ἀὴρ παθὼν
ταχέως αἰσθητὸς γίνεται;

σωμάτων· διότι άλλως υπό τίνος
ήθελον πάσχει και μεταβάλλεσθαι τα
άψυχα; Άρα λοιπόν και αι άλλαι
ιδιότητες επενεργούσιν αμέσως επί
των σωμάτων; Ή μάλλον ουχί παν
σώμα πάσχει αμέσως υπό της οσμής
και του ήχου, αλλά τα σώματα τα
οποία πάσχουσιν ούτω είναι
αόριστα 203 και ουχί μόνιμα, όπως
είναι ο αήρ, όστις έχει οσμήν ωσεί
έχει πάθει τι; Τί είναι λοιπόν το
αισθάνεσθαι οσμήν παρά το πάσχειν
τι; Το μεν οσφραίνεσθαι βεβαίως
σημαίνει αισθάνεσθαι, ο αήρ 204 όμως
όταν πάθη τι ταχέως μόνον γίνεται
αισθητός εις ημάς (μυρίζει) 205.

Δεν έχουσι μορφάς ακριβείς απτάς ή ορατάς.
Ο αήρ όζει, αλλά δεν οσφραίνεται.
205
Ο Έγελος (Ιστορία της Φιλοσ.) παρατηρεί ότι παρενοήθη πολλάκις η εν αρχή του κεφαλαίου τούτου ομοίωσις του
Αριστ. λέγοντος, ότι η αίσθησις δέχεται τα αισθητά είδη άνευ ύλης, ως ο κηρός δέχεται το σημείον του
(σφραγιστικού) δακτυλίου άνευ του μετάλλου. Εκ της παρανοήσεως ταύτης εγεννήθησαν πολλαί άτοποι θεωρίαι.
Αλλά το είδος είναι το αισθητόν αντικείμενον θεωρούμενον ως καθολικόν· εν τη θεωρία εξυψούμεθα υπεράνω του
ατομικού και αισθητού εις τα καθολικόν (το άϋλον και νοητόν). Διάφορος είναι η θέσις ημών εις τας πρακτικάς
σχέσεις, καθ' ας ως υλικά μεμονωμένα άτομα σχετιζόμεθα υλικώς προς υλικά πράγματα και η υλική ημών ύπαρξις
τίθεται εις [σ. 98] ενέργειαν. Ούτω λέγει ο Αριστ. περί της φυτικής ψυχής, ότι με υλικόν τρόπον μόνον σχετίζεται
προς την ύλην (καθώς ημείς όταν τρώγωμεν και πίνωμεν), και διά τούτο δεν δύναται να δεχθή τα είδη των αισθητών.
Όταν όμως η ψυχή δέχηται είδη (τους αισθητούς διορισμούς ή ποιότητας του πράγματος, χρώματα, σχήματα κλπ.),
τότε αφανίζεται η ύλη, ήτις δεν είναι θετικόν τι παρέχον αντίστασιν προς την ψυχήν.
Τω όντι η ψυχή αισθάνεται, διότι είναι φύσις καθολική, ήτις αναφέρεται μεν είς τι εσωτερικόν πράγμα και έχει εν
εαυτή διορισμόν τινα, αλλά μένει πάντοτε μεθ' εαυτής και δύναται να αισθάνηται και άλλο τι και πάντα χωρίς να
ταυτίζηται με ουδέν αποκλειστικώς. Το άψυχον όμως ον απορροφάται όλως εις τον διορισμόν του. Το έγχρωμον
ύδωρ λ. χ. μόνον υφ' ημών διακρίνεται ως έγχρωμον και άχρωμον ύδωρ. Αν όμως το εν γένει ύδωρ και το ειδικόν,
το έγχρωμον ύδωρ, ήσαν έν και το αυτό ύδωρ, η ειδοποιός αύτη διαφορά θα ήτο προς αυτό το ύδωρ και το ύδωρ θα
ησθάνετο. Και αν και εγώ δεν ηδυνάμην να βλέπω ειμή μόνον το κυανούν, ο περιορισμός ούτος θα ήτο ποιότης, ήτις
θα εταυτίζετο με εμέ, θα απερρόφα το είναι μου. Αλλ' επειδή είμαι ον καθολικόν, δύναμαι να βλέπω το χρώμα εν
γένει, ή κάλλιον ειπείν τα χρώματα πάντα.
Υλικών σχέσεων εκφράσεις δύνανται βεβαίως να χρησιμεύσωσι προς διασάφησιν πνευματικών σχέσεων. Αλλά δεν
έπεται, ότι παν ό,τι εμπεριέχεται εις τας αισθητάς σχέσεις αληθεύει και εις τας πνευματικάς. Η ψυχή δεν είναι πίναξ,
εφ' ου τα αισθητά χαράττουσι τας μορφάς των ως επί του κηρού. Ο δε Αριστοτέλης διά της παρομοιώσεως του κηρού
ηθέλησε να δηλώση μόνον την παθητικότητα του αισθητικού, όπερ δέχεται μόνον το είδος. Αλλ' εξ άλλου η αίσθησις
δεν μένει ως προς το είδος εις την σχέσιν, την οποίαν έχει το είδος με τον κηρόν. Ο κηρός δεν δέχεται εντός εαυτού
το είδος. Η εντύπωσις του δακτυλίου μένει όλως εξωτερική και επιπολαία χωρίς να γίνηται μορφή του πραγματικού
όντος του κηρού. Άλλως θα έπαυεν ούτος να είναι κηρός. Η ψυχή όμως αφομοιοί το είδος εις ιδίαν αυτής ουσίαν,
ούτως ώστε αύτη είναι εν εαυτή τρόπον τινά πάντα τα αισθητά. Και ως ανωτέρω είπομεν [σελ. 52], αν ο πέλεκυς είχε
το είδος αυτού διωρισμένον ως ουσίαν του, το είδος τούτο θα ήτο η ψυχή αυτού. Η ψυχή όμως δεν είναι παθητική ως
ο κηρός, ούτε δέχεται τους προσδιορισμούς της έξωθεν. Η ψυχή είναι το είδος, η μορφή, ήτις είναι το καθολικόν. Η
ψυχή, ως λέγει κατωτέρω ο Αριστοτέλης αναπτύσσων [σ. 99] έτι μάλλον ταύτα, απωθεί αφ' εαυτής (αντιφράττει) την
ύλην και διατηρεί εαυτήν κατά της ύλης ούτως ώστε δεχομένη το είδος ενεργεί συνάμα, διότι αναιρεί την
παθητικότητα και ούτω μένει ελευθέρα. Η ψυχή μεταβάλλει την μορφήν (τας ποιότητας) των εξωτερικών σωμάτων
εις ίδια αυτής στοιχεία και συνταυτίζεται μετ' αυτών (ελευθερούται), διότι αυτή είναι το καθολικόν, είναι είδος ειδών.
(Όρα και I. Caird. Φιλοσ. της θρησκείας. Μετάφρασις Π. Γρατσιάτου, σελ. 73—74: “Φιλοσοφ. και Κοινωνιολ.
Βιβλιοθήκη Φέξη”).
203
204

ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ
Περί αισθήσεως (τέλος).—Περί φαντασίας. Περί Νου.—Περί κινήσεως.—
Γενικαί θεωρίαι.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'
Αδύνατον να υπάρχωσιν άλλαι αισθήσεις παρά τας πέντε.— Αδύνατον να υπάρχη
ειδική αίσθησις των εις πάσας τας αισθήσεις κοινών, κινήσεως, ηρεμίας,
σχήματος, μεγέθους, αριθμού κλπ.—Η διά πολλών αισθήσεων αντίληψις των
κοινών ποιεί τας αντιλήψεις βεβαιοτέρας και ακριβεστέρας.

424b.22

Ὅτι δ' οὐκ ἔστιν αἴσθησις
ἑτέρα παρὰ τὰς πέντε (λέγω δὲ
ταύτας ὄψιν, ἀκοήν, ὄσφρησιν,
γεῦσιν, ἁφήν), ἐκ τῶνδε
πιστεύσειεν ἄν τις. εἰ γὰρ
παντὸς οὗ ἐστὶν αἴσθησις ἁφὴ
καὶ νῦν αἴσθησιν ἔχομεν (πάντα
γὰρ τὰ τοῦ ἁπτοῦ ᾗ ἁπτὸν πάθη
τῇ ἁφῇ ἡμῖν αἰσθητά ἐστιν),
ἀνάγκη τ', εἴπερ ἐκλείπει τις
αἴσθησις, καὶ αἰσθητήριόν τι
ἡμῖν ἐκλείπειν, καὶ ὅσων μὲν
αὐτῶν ἁπτόμενοι αἰσθανόμεθα,
τῇ ἁφῇ αἰσθητά ἐστιν, ἣν
τυγχάνομεν ἔχοντες, ὅσα δὲ διὰ
τῶν μεταξὺ καὶ μὴ αὐτῶν
ἁπτόμενοι, τοῖς ἁπλοῖς, λέγω δ'
οἷον ἀέρι καὶ ὕδατι,

1. Ότι δεν υπάρχει αίσθησις άλλη
παρά τας πέντε ταύτας, την όψιν
λέγω, την ακοήν, την όσφρησιν την
γεύσιν και την αφήν, δύναται τις να
πεισθή εκ των επομένων 206. Εάν
δήλα δη πάντα τα πράγματα, των
οποίων οικεία αίσθησις είναι η αφή,
τα αισθανώμεθα και εν τη παρούση
καταστάσει (διότι πάσας τας
ποιότητας ή τα πάθη των απτών ως
απτών αισθανόμεθα διά της αφής)
πρέπει αναγκαίως, εάν μας λείπη
αίσθησις τις των απτών, να μας λείπη
και αισθητήριόν τι όργανον. Και όσα
μεν πράγματα αισθανόμεθα
απτόμενοι αυτών αμέσως, τα
αισθανόμεθα διά της αφής, την
οποίαν συμβαίνει να έχωμεν. Όσα δε
αισθανόμεθα διά των
μεσολαβούντων στοιχείων και χωρίς
να εγγίζωμεν αυτά αμέσως, τα [σ.
101] αισθανόμεθα διά των απλών
στοιχείων, οία είναι ο αήρ και το
ύδωρ.

ἔχει δ' οὕτως ὥστ' εἰ μὲν δι' ἑνὸς
πλείω αἰσθητὰ ἕτερα ὄντα
ἀλλήλων τῷ γένει, ἀνάγκη τὸν
ἔχοντα τὸ τοιοῦτον αἰσθητήριον
ἀμφοῖν αἰσθητικὸν εἶναι (οἷον εἰ

2. Η κατάστασις είναι τοιαύτη ώστε,
εάν δι' ενός μόνου διαμέσου
στοιχείου δυνάμεθα να αισθανώμεθα
περισσοτέρας αισθητάς ποιότητας,
διαφέρουσας μεταξύ των κατά το

Τα επιχειρήματα του Αριστ. είναι σκοτεινά. Εν ολίγοις, ισχυρίζεται ότι τα ζώα έχουσι μόνας τας
συνήθεις 5 αισθήσεις, διότι 5 αισθήσεις έχει το τελειότατον ζώον, ο άνθρωπος.
206

425a

ἐξ ἀέρος ἐστὶ τὸ αἰσθητήριον,
καὶ ἔστιν ὁ ἀὴρ καὶ ψόφου καὶ
χρόας), εἰ δὲ πλείω

γένος, πρέπει αναγκαίως ο έχων
αισθητήριον ανάλογον προς το
τοιούτον διάμεσον στοιχείον
αισθήσεως να δύναται να αισθάνηται
και πάσας τας διαφέρουσας αισθητάς
ποιότητας. Εάν λ. χ. το αισθητήριον
σύγκειται εξ αέρος και ο αήρ είναι το
διάμεσον τούτο της αισθήσεως ήχου
και χρώματος, το αισθητήριον θα
αντελαμβάνετο τον ήχον και το
χρώμα 207.

τοῦ αὐτοῦ, οἷον χρόας καὶ ἀὴρ
καὶ ὕδωρ (ἄμφω γὰρ διαφανῆ),
καὶ ὁ τὸ ἕτερον αὐτῶν ἔχων
μόνον αἰσθήσεται τοῦ δι'
ἀμφοῖν,

Εάν δε πλείονα στοιχεία είναι τα
διάμεσα της αισθήσεως των αυτών
αισθητών, εάν λ. χ. ο αήρ και το
ύδωρ είναι τα διάμεσα του χρώματος
(διότι και ο αήρ και το ύδωρ είναι
διαφανή), τότε το όργανον το έχον εν
μόνον εκ των στοιχείων τούτων θα
αισθάνηται το αισθητόν, όπερ
δύναται να γίνηται αντιληπτόν διά
των δύο.

τῶν δὲ ἁπλῶν ἐκ δύο τούτων
αἰσθητήρια μόνον ἐστίν, ἐξ
ἀέρος καὶ ὕδατος (ἡ μὲν γὰρ
κόρη ὕδατος, ἡ δ' ἀκοὴ ἀέρος, ἡ
δ' ὄσφρησις θατέρου τούτων), τὸ
δὲ πῦρ ἢ οὐθενὸς ἢ κοινὸν
πάντων (οὐθὲν γὰρ ἄνευ
θερμότητος αἰσθητικόν), γῆ δὲ ἢ
οὐθενός, ἢ ἐν τῇ ἁφῇ μάλιστα
μέμικται ἰδίως, διὸ λείποιτ' ἂν
μηθὲν εἶναι αἰσθητήριον ἔξω
ὕδατος καὶ ἀέρος,

3. Προσέτι τα αισθητήρια όργανα
σύγκειται μόνον εκ των δύο τούτων
απλών σωμάτων, του αέρος και του
ύδατος (διότι η μεν κόρη του
οφθαλμού αποτελείται εξ ύδατος, η
δε ακοή εξ αέρος, και η όσφρησις εκ
του ενός ή του άλλου τούτων, το δε
πυρ δεν ανήκει εις καμμίαν αίσθησιν
ή είναι κοινόν εις πάσας, διότι ουδέν
ον υπάρχει έχον αίσθησιν χωρίς να
έχη θερμότητα 208. Η δε γη ή δεν
ανήκει εις ουδεμίαν αίσθησιν, ή είναι
μεμιγμένη ιδίως με την αφήν. Διά
ταύτα δεν υπολείπεται αισθητικόν
μέσον άλλο εκτός του ύδατος και του
αέρος.

ταῦτα δὲ καὶ νῦν ἔχουσιν ἔνια
ζῷα-πᾶσαι ἄρα αἱ αἰσθήσεις
ἔχονται ὑπὸ τῶν μὴ ἀτελῶν
μηδὲ πεπηρωμένων (φαίνεται
γὰρ καὶ ἡ ἀσπάλαξ ὑπὸ τὸ

4. Τοιαύτη δε είναι πράγματι η
κατάστασις ζώων τινών 209. Πάσας
τας αισθήσεις ταύτας έχουσι τα ζώα
τα μη όντα ατελή και [σ. 102]
ανάπηρα. Διότι φαίνεται ότι και ο
ασπάλαξ έχει οφθαλμούς υπό το

Το ον, όπερ αισθάνεται διά μέσου του αέρος, πρέπει να δύναται να αισθάνηται και τους ήχους και τα
χρώματα, ων αναγκαίον διάμεσον είναι ο αήρ.
208
Η θερμότης είναι απαραιτήτως αναγκαία εις την πέψιν και την θρέψιν.
209
Δύνανται δήλα δη ταύτα να αισθάνωνται δια δύο διαμέσων σωμάτων, του αέρος και του ύδατος.
207

δέρμα ἔχουσα ὀφθαλμούς)· ὥστ'
εἰ μή τι ἕτερον ἔστι σῶμα, καὶ
πάθος ὃ μηθενός ἐστι τῶν
ἐνταῦθα σωμάτων, οὐδεμία ἂν
ἐκλείποι αἴσθησις.

δέρμα. Ώστε, αν δεν υπάρχη
διάφορόν τι σώμα 210 και αν δεν
υπάρχη πάθος (ιδιότης), όπερ εις
ουδέν των ενταύθα σωμάτων ανήκει,
ουδεμία αίσθησις είναι δυνατόν να
λείπη.

ἀλλὰ μὴν οὐδὲ τῶν κοινῶν
οἷόν τ' εἶναι αἰσθητήριόν τι
ἴδιον, ὧν ἑκάστῃ αἰσθήσει
αἰσθανόμεθα κατὰ συμβεβηκός,
οἷον κινήσεως, στάσεως,
σχήματος, μεγέθους, ἀριθμοῦ·
ταῦτα γὰρ πάντα [κινήσει]
αἰσθανόμεθα, οἷον μέγεθος
κινήσει (ὥστε καὶ σχῆμα·
μέγεθος γάρ τι τὸ σχῆμα), τὸ δ'
ἠρεμοῦν τῷ μὴ κινεῖσθαι, ὁ δ'
ἀριθμὸς τῇ ἀποφάσει τοῦ
συνεχοῦς, καὶ τοῖς ἰδίοις (ἑκάστη
γὰρ ἓν αἰσθάνεται αἴσθησις)·
ὥστε δῆλον ὅτι ἀδύνατον
ὁτουοῦν ἰδίαν αἴσθησιν εἶναι
τούτων, οἷον κινήσεως· οὕτω
γὰρ ἔσται ὥσπερ νῦν τῇ ὄψει τὸ
γλυκὺ αἰσθανόμεθα·

5. Αλλά προσέτι δεν είναι δυνατόν να
υπάρχη ιδιαίτερον αισθητήριον των
κοινών, τα οποία διά των επί μέρους
αισθήσεων αισθανόμεθα κατά
συμβεβηκός (ουχί αμέσως καθ'
εαυτά), ήτοι κινήσεως, στάσεως,
σχήματος, μεγέθους, αριθμού,
ενότητος. Διότι πάντα ταύτα
αισθανόμεθα διά της κινήσεως 211 ως
λ.χ. αισθανόμεθα το μέγεθος διά της
κινήσεως· επομένως και το σχήμα,
διότι το σχήμα είναι μέγεθος τι. Την
ηρεμίαν αισθανόμεθα εκ της
ελλείψεως κινήσεως, τον δε αριθμών
διά της αρνήσεως της συνεχείας και
διά των ιδιαιτέρων αισθήσεων, διότι
εκάστη των αισθήσεων αισθάνεται το
εν 212. Ώστε είναι φανερόν, ότι είναι
αδύνατον να υπάρχη ιδιαιτέρα
αίσθησις ενός οιουδήποτε εκ τούτων,
λ. χ. της κινήσεως· διότι άλλως θα
συνέβαινεν ούτως, όπως τώρα
αισθανόμεθα το γλυκύ διά της
όψεως 213.

τοῦτο δ' ὅτι ἀμφοῖν ἔχοντες
τυγχάνομεν αἴσθησιν, ᾗ ὅταν
συμπέσωσιν ἅμα γνωρίζομεν. εἰ
δὲ μή, οὐδαμῶς ἂν ἀλλ' ἢ κατὰ
συμβεβηκὸς ᾐσθανόμεθα (οἷον
τὸν Κλέωνος υἱὸν οὐχ ὅτι
Κλέωνος υἱός, ἀλλ' ὅτι λευκός,

6. Τούτο δε, διότι συμβαίνει να
έχωμεν την αίσθησιν των δύο τούτων
ιδιοτήτων (του γλυκέος και του
χρώματος), διά των όποιων
αναγνωρίζομεν το πράγμα ως γλυκύ,
όταν αι δύο συμπίπτωσιν [σ. 103] είς
τι αντικείμενον συγχρόνως, άλλως
ουδεμίαν του γλυκέος θα είχομεν

Διάφορον των δύο, αέρος και ύδατος, ή, κατ' άλλους σχολιαστάς, διάφορον ων 5 στοιχείων αέρος,
πυρός, ύδατος, γης και αιθέρος.
211
Η κίνησις αντιληπτή ούσα υπό πασών των αισθήσεων χρησιμεύει ως μέσον προς αντίληψιν πάντων
των κοινών.
212
Αισθάνεται την μονάδα και επομένως τον αριθμόν, ο οποίος είναι ένωσις μονάδων.
213
Τα κοινά θα ήσαν αισθητά υπό εκάστης των αισθήσεων. Ούτως η όψις, ήτις, καίπερ ειδική ούσα,
αντιλαμβάνεται αλλότρια. Βλέποντες σώμα ξανθόν (όπερ διά της αισθήσεως γνωρίζομεν ότι είναι μέλι)
γνωρίζομεν και ότι είναι γλυκύ. Ούτω δε βλέπομεν την γεύσιν αυτού, όπως το χρώμά του. Αλλά την
γεύσιν μόνον κατά συμβεβηκός γνωρίζομεν. Ούτω, και αν τα κοινά ήσαν αισθητά δι' ειδικής αισθήσεως,
τότε κατά συμβεβηκός μόνον θα εγνωρίζομεν αυτά διά των άλλων αισθήσεων.
210

425b

τούτῳ δὲ συμβέβηκεν υἱῷ
Κλέωνος εἶναι)·

αίσθησιν, ή θα ησθανόμεθα κατά
συμβεβηκός αισθήματα 214, ως όταν
λ.χ. τον υιόν του Κλέωνος
αναγνωρίζομεν ουχί διότι είναι υιός
του Κλέωνος, αλλά διότι είναι
λευκός, εις το λευκόν δε τούτο ον
συνέβη να είναι υιός του Κλέωνος.

τῶν δὲ κοινῶν ἤδη ἔχομεν
αἴσθησιν κοινήν, οὐ κατὰ
συμβεβηκός· οὐκ ἄρ' ἐστὶν ἰδία·
οὐδαμῶς γὰρ ἂν ᾐσθανόμεθα
ἀλλ' ἢ οὕτως ὥσπερ εἴρηται [τὸν
Κλέωνος υἱὸν ἡμᾶς ὁρᾶν]. τὰ δ'
ἀλλήλων ἴδια κατὰ συμβεβηκὸς
αἰσθάνονται αἱ αἰσθήσεις, οὐχ ᾗ
αὐταί, ἀλλ' ᾗ μία, ὅταν

7. Των δε κοινών (κινήσεως κ. λ.)
έχομεν αίσθησιν κοινήν 215 και δεν τα
αισθανόμεθα κατά συμβεβηκός,
επομένως δεν είναι ιδιαιτέρα
αίσθησις, διότι τότε δεν θα
ησθανόμεθα αυτά άλλως ειμή όπως
είπομεν ότι βλέπομεν τον υιόν του
Κλέωνος. Τα ιδιάζοντα όμως
αισθητά εις εκάστην αίσθησιν
δύνανται να αισθάνωνται αι άλλαι
αισθήσεις κατά συμβεβηκός, ουχί εν
τη ιδία φύσει αυτών, αλλά διότι μίαν
μόνην αποτελούσιν αίσθησιν αι
ιδιότητες εκείναι,

ἅμα γένηται ἡ αἴσθησις ἐπὶ τοῦ
αὐτοῦ, οἷον χολῆς ὅτι πικρὰ καὶ
ξανθή (οὐ γὰρ δὴ ἑτέρας γε τὸ
εἰπεῖν ὅτι ἄμφω ἕν)· διὸ καὶ
ἀπατᾶται, καὶ ἐὰν ᾖ ξανθόν,
χολὴν οἴεται εἶναι.

ως όταν συγχρόνως γείνη αίσθησις
δύο ιδιοτήτων ενός και του αυτού
αντικειμένου, ως λ. χ. η χολή είναι
πικρά (γεύσις) και ξανθή (χρώμα).
Διότι βέβαια δεν είναι δυνατόν η μία
εξ αυτών των αισθήσεων να είπη, ότι
και αι δύο ιδιότητες είναι εν 216. Διά
τούτο και απατάταί τις, εάν τινα
ουσίαν ξανθήν υπολαμβάνη ότι είναι
χολή.

ζητήσειε δ' ἄν τις τίνος ἕνεκα
πλείους ἔχομεν αἰσθήσεις, ἀλλ'
οὐ μίαν μόνην. ἢ ὅπως ἧττον
λανθάνῃ τὰ ἀκολουθοῦντα καὶ
κοινά, οἷον κίνησις καὶ μέγεθος
καὶ ἀριθμός; εἰ γὰρ ἦν ἡ ὄψις
μόνη, καὶ αὕτη λευκοῦ,
ἐλάνθανεν ἂν μᾶλλον κἂν

8. Δύναται τις να ερωτήση, διατί
έχομεν περισσοτέρας αισθήσεις και
όχι μίαν μόνην. Βεβαίως όπως
ολιγώτερον μας διαφεύγωσι τα
επακολουθούντα 217 και τα κοινά, οία
είναι η κίνησις και το μέγεθος και ο
αριθμός. Διότι, αν η όψις ήτο μόνη
και αυτή αντελαμβάνετο μόνον το
λευκόν, πάντα τα άλλα θα μας
διέφευγαν [σ. 104] και θα

Ούτω βλέποντές τινα ενδεδυμένον λευκά ενθυμούμεθα, ότι είναι υιός του Κλέωνος. Η παρούσα
αίσθησις γνωρίζει ημίν άνθρωπον ενδεδυμένον λευκά και αφυπνίζει την μνήμην, ήτις πληροφορεί, ότι
ούτος είναι υιός του Κλέωνος.
215
Αισθητήν υπό των 5 αισθήσεων. Και η ενότης των 5 αισθήσεων αποτελεί την ενότητα της αντιλήψεως
των κοινών.
216
Ούτε η όψις δύναται να είπη ότι η χολή είναι ξανθή, ουδέ ότι αι δύο ιδιότητες ανήκουσιν εις το αυτό
αντικείμενον.
217
Τα όντα και αι ιδιότητες, ας αισθανόμεθα δι' εκάστης των αλλων αισθήσεων.
214

ἐδόκει ταὐτὸν εἶναι πάντα διὰ
τὸ ἀκολουθεῖν ἀλλήλοις ἅμα
χρῶμα καὶ μέγεθος. νῦν δ' ἐπεὶ
καὶ ἐν ἑτέρῳ αἰσθητῷ τὰ κοινὰ
ὑπάρχει, δῆλον ποιεῖ ὅτι ἄλλο τι
ἕκαστον αὐτῶν.

εφανταζόμεθα, ότι χρώμα και
μέγεθος είναι, τα αυτά, διότι
ακολουθούσιν άλληλα συγχρόνως.
Αλλά πραγματικώς, επειδή αι κοιναί
ιδιότητες υπάρχουσιν εις διάφορα
αισθητά πράγματα, τούτο ποιεί εις
ημάς φανερόν, ότι χρώμα και
μέγεθος είναι διάφορα.

ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ,
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'
Η κοινή αίσθησις αναγγέλλει ημίν τας αντιλήψεις των πέντε αισθήσεων και
γνωρίζει τας διαφοράς των αντικειμένων και τας των αισθήσεων.218

425b12

Ἐπεὶ δ' αἰσθανόμεθα ὅτι
ὁρῶμεν καὶ ἀκούομεν, ἀνάγκη ἢ
τῇ ὄψει αἰσθάνεσθαι ὅτι ὁρᾷ, ἢ
ἑτέρᾳ. ἀλλ' ἡ αὐτὴ ἔσται τῆς
ὄψεως καὶ τοῦ ὑποκειμένου
χρώματος, ὥστε ἢ δύο τοῦ αὐτοῦ
ἔσονται ἢ αὐτὴ αὑτῆς.

1. Επειδή αισθανόμεθα ότι ορώμεν
και ακούομεν, αναγκαίως ή δια της
όψεως αισθανόμεθα ότι ορώμεν ή δι'
άλλης αισθήσεως. [σ. 105] Αλλά τότε
η αυτή αίσθησις αύτη θα δρα την
όψιν και το αντικείμενον αυτής, το
χρώμα. Ώστε ή θα υπάρχωσι δύο
αισθήσεις του αυτού πράγματος 219
(του χρώματος) ή αυτή η όψις θα
αισθάνηται (θα ορά) εαυτήν.

ἔτι δ' εἰ καὶ ἑτέρα εἴη ἡ τῆς
ὄψεως αἴσθησις, ἢ εἰς ἄπειρον
εἶσιν ἢ αὐτή τις ἔσται αὑτῆς·
ὥστ' ἐπὶ τῆς πρώτης τοῦτο
ποιητέον. ἔχει δ' ἀπορίαν· εἰ γὰρ
τὸ τῇ ὄψει αἰσθάνεσθαί ἐστιν
ὁρᾶν, ὁρᾶται δὲ χρῶμα ἢ τὸ
ἔχον, εἰ ὄψεταί τις τὸ ὁρῶν, καὶ

2. Προσέτι δε, και εάν άλλη τις είναι
η αίσθησις της όψεως, ή τούτο θα
προβή επ' άπειρον 220 ή η αίσθησις θα
είναι αίσθησις εαυτής· ώστε τούτο
δέον να παραδεχθώμεν ως προς την
πρώτην αίσθησιν 221. Έχει όμως τούτο
την εξής δυσκολίαν: εάν το
αισθάνεσθαι διά της όψεως είναι το
οράν, οράται δε χρώμα ή το σώμα το

Η ενέργεια της αισθητικής αντιλήψεως δεν τελειούται εν τοις εξωτερικοίς αισθητηρίοις, αλλ' εν τη
κοινή αισθήσει. Εκάστη ατομική αίσθησις αντιλαμβάνεται ίδιον αισθητόν, χρώμα ή όρασις, ήχον ή ακοή,
οσμήν ή όσφρησις κτλ.· αλλά ταύτα είναι αισθηταί ποιότητες, ουχί αντιλήψεις. Δια της όψεως λ. χ. έχομεν
το αίσθημα του πρασίνου, αλλ' ουχί την παράστασιν μήλου, ήτις αποτελείται εκ διαφόρων διορισμών
χρώματος, σκληρότητος, γεύσεως, μεγέθους κλπ. Οι διορισμοί όμως ούτοι ενούνται είτα εις έν και
αποτελούσι συγκεκριμένον τι αντικείμενον, το μήλον. Την λειτουργίαν ταύτην της ενώσεως των διαφόρων
ποιοτήτων εκτελεί η κοινή αίσθησις. Επομένως μία των λειτουργιών ταύτης είναι ο σχηματισμός
αντιλήψεων ή παραστάσεων. Δι' αυτής πάλιν αναγνωρίζομεν ότι μερικά αισθήματα ανήκουσιν εις ημάς,
δι' αυτής γινώσκομεν ό,τι βλέπομεν, ακούομεν κτλ. Ούτως η συνείδησις είναι άλλη λειτουργία της κοινής
αισθήσεως. Αυτή πάλιν αντιλαμβάνεται τα κοινά αισθητά αντικείμενα, ήτοι στάσιν, κίνησιν, αριθμόν,
σχήμα και μέγεθος, τα οποία καλούνται κοινά, διότι είναι αντιληπτά αμέσως υπό της κοινής αισθήσεως
και εμμέσως υπό των ατομικών αισθήσεων. Πάλιν αι ατομικαί αισθήσεις δίδουσιν ημίν χρώμα, ήχον
κλπ., αλλά δεν διακρίνουσι μεταξύ ηδέος λ. χ. και λευκού, ούτε διαστέλλουσι διαφόρους βαθμούς πικρίας.
Τούτο είναι έργον κρίσεως και αποδίδεται υπό του Αριστοτέλους εις την κοινήν αίσθησιν. Η διάκρισις
μεταξύ αληθούς και ψευδούς, μεταξύ πραγματικού και μη πραγματικού εις τας αντιλήψεις ημών γίνεται
υπό της κοινής αισθήσεως. Το αίσθημα, επειδή είναι γεγονός μόνον και ως αισθητική κίνησις δεν ποιεί
κρίσιν, είναι πάντοτε αληθές, αλλά όταν η αισθητή ποιότης κατηγορήται κατά τινος και σχηματίζηται
κρίσις, τότε είναι δυνατή η πλάνη.— Της κοινής αισθήσεως το διάμεσον είναι το αίμα και τα μερικά
αισθητήρια, όργανον δε είναι η καρδία.
219
Τα χρώμα θα βλέπη 1ον η συνήθης όψις και 2ον η όψις της όψεως.
220
Υποτιθεμένου ότι η νέα αίσθησις η βλέπουσα την όψιν θα βλέπηται και αυτή από την άλλην. Άλλως η
νέα αίσθησις, εκείνη ήτις δρα την όψιν, δεν θα οράται υπό άλλης, αλλά θα δρα αυτή εαυτήν.
221
Ότι δηλ. η συνήθης όψις ορά και εαυτήν και το χρώμα.
218

426a

χρῶμα ἕξει τὸ ὁρῶν πρῶτον.

έχον χρώμα, τότε, ίνα τις δρα το
ορών, αναγκαίως το ορών τούτο θα
έχη χρώμα πρώτον πάντων.

φανερὸν τοίνυν ὅτι οὐχ ἓν τὸ τῇ
ὄψει αἰσθάνεσθαι· καὶ γὰρ ὅταν
μὴ ὁρῶμεν, τῇ ὄψει κρίνομεν καὶ
τὸ σκότος καὶ τὸ φῶς, ἀλλ' οὐχ
ὡσαύτως. ἔτι δὲ καὶ τὸ ὁρῶν
ἔστιν ὡς κεχρωμάτισται· τὸ γὰρ
αἰσθητήριον δεκτικὸν τοῦ
αἰσθητοῦ ἄνευ τῆς ὕλης
ἕκαστον· διὸ καὶ ἀπελθόντων
τῶν αἰσθητῶν ἔνεισιν αἰσθήσεις
καὶ φαντασίαι ἐν τοῖς
αἰσθητηρίοις.

3. Φανερόν είναι λοιπόν, ότι το
αισθάνεσθαι διά της όψεως δεν δηλοί
εν μόνον πράγμα. Διότι, και όταν δεν
ορώμεν 222, διακρίνομεν όμως διά της
όψεως και το σκότος και το φως,
αλλά όχι βέβαια κατά τον αυτόν
τρόπον. Προσέτι το ορών
υποκείμενον είναι τρόπον τινά
χρωματισμένον, διότι εκάστη
αίσθησις δέχεται το αισθητόν άνευ
της ύλης· διά τούτο, και όταν
απομακρυνθώσι τα αισθητά, μένουσι
τα αισθήματα και αι φαντασίαι εις
τας αισθήσεις (εις την ψυχήν).

ἡ δὲ τοῦ αἰσθητοῦ ἐνέργεια καὶ
τῆς αἰσθήσεως ἡ αὐτὴ μέν ἐστι
καὶ μία, τὸ δ' εἶναι οὐ τὸ αὐτὸ
αὐταῖς· λέγω δ' οἷον ὁ ψόφος ὁ
κατ' ἐνέργειαν καὶ ἡ ἀκοὴ ἡ κατ'
ἐνέργειαν· ἔστι γὰρ ἀκοὴν
ἔχοντα μὴ ἀκούειν, καὶ τὸ ἔχον
ψόφον οὐκ ἀεὶ ψοφεῖ, ὅταν δ'
ἐνεργῇ τὸ δυνάμενον ἀκούειν
καὶ ψοφῇ τὸ δυνάμενον ψοφεῖν,
τότε ἡ κατ' ἐνέργειαν ἀκοὴ ἅμα
γίνεται καὶ ὁ κατ' ἐνέργειαν ψό-

4. Η δε ενέργεια του αισθητού
αντικειμένου 223 και η ενέργεια της
αισθήσεως είναι μία και η αυτή
ενέργεια (έν όλον), [σ. 106] διαφέρει
δε μόνον η ουσία έκαστης αυτών· 224
π. χ. ο ήχος ο κατ' ενέργειαν και η
ακοή η κατ' ενέργειαν (είναι εν).
Διότι είναι βέβαια δυνατόν, καίπερ
έχων τις ακοήν, να μη ακούη, όπως
και το δυνάμενον να ηχή δύναται να
μη ηχή πάντοτε 225. Αλλά, όταν
ενεργή το δυνάμενον να ακούη και
ηχή το δυνάμενον να ηχή, τότε η κατ'
ενέργειαν ακοή και ο κατ' ενέργειαν
ήχος γίνονται συγχρόνως εντελείς

φος, ὧν εἴπειεν ἄν τις τὸ μὲν
εἶναι ἄκουσιν τὸ δὲ ψόφησιν.

και εκ τούτων δύναται τις να είπη, ότι
το μεν είναι άκουσις, το δε ήχησις
(ψόφησις).

εἰ δή ἐστιν ἡ κίνησις (καὶ ἡ
ποίησις καὶ τὸ πάθος) ἐν τῷ
κινουμένῳ, ἀνάγκη καὶ τὸν
ψόφον καὶ τὴν ἀκοὴν τὴν κατ'
ἐνέργειαν ἐν τῷ κατὰ δύναμιν

5. Εάν λοιπόν η κίνησις και η πράξις
και το πάθος είναι εις αυτό το
κινούμενον ή ποιούμενον πράγμα, εξ
ανάγκης και ο ήχος και η ακοή η κατ'
ενέργειαν είναι εν τη κατά δύναμιν
ακοή 226, διότι η ενέργεια εκείνου,

Ούτως, η όψις δεν έχει ανάγκην να βλέπη ως συνήθως, διά να ίδη πράγματά τινα, λ. χ. εαυτήν.
Επειδή η ενέργεια του αισθητικού είναι η αυτή και του αισθητού, διότι, αν η αίσθησις αντιληφθή το
αισθητόν τούτο, δέον να αντιληφθή και εαυτήν.
224
Διότι είναι διάφορα αυτά τα πράγματα, εις ά αι ενέργειαι ανήκουσιν· εκατέρα δε είναι όρος της ετέρας.
225
Λ. χ. ο κώδων δεν ηχεί, ειμή ότε κρούεται.
226
Εν δυναμική καταστάσει.
222
223

εἶναι· ἡ γὰρ τοῦ ποιητικοῦ καὶ
κινητικοῦ ἐνέργεια ἐν τῷ
πάσχοντι ἐγγίνεται· διὸ οὐκ
ἀνάγκη τὸ κινοῦν κινεῖσθαι. ἡ
μὲν οὖν τοῦ ψοφητικοῦ ἐνέργειά
ἐστι ψόφος ἢ ψόφησις, ἡ δὲ τοῦ
ἀκουστικοῦ ἀκοὴ ἢ ἄκουσις·
διττὸν γὰρ ἡ ἀκοή, καὶ διττὸν ὁ
ψόφος.

όπερ ποιεί και κινείται, συμβαίνει εις
το πάσχον (και κινούμενον) 227. Διά
τούτο δεν είναι αναγκαίον να κινήται
αυτό το κινούν. Διότι καθώς η
ποίησις και η πάθησις γίνονται εις το
πάσχον αντικείμενον, αλλ' όχι εις το
ποιούν, ούτω και η ενέργεια του
αισθητού αντικειμένου και η του
αισθητικού υποκειμένου γίνεται εις
το αισθητικόν ον. Η ενέργεια λοιπόν
του ηχητικού είναι ήχος ή ήχησις, η
δε του ακουστικού είναι ακοή ή
άκουσις. Διότι και η ακοή είναι
διττή 228 και ο ήχος είναι διττός.

ὁ δ' αὐτὸς λόγος καὶ ἐπὶ τῶν
ἄλλων αἰσθήσεων καὶ
αἰσθητῶν. ὥσπερ γὰρ καὶ ἡ
ποίησις καὶ ἡ πάθησις ἐν τῷ
πάσχοντι ἀλλ' οὐκ ἐν τῷ
ποιοῦντι, οὕτω καὶ ἡ τοῦ
αἰσθητοῦ ἐνέργεια καὶ ἡ τοῦ
αἰσθητικοῦ ἐν τῷ αἰσθητικῷ.
ἀλλ' ἐπ' ἐνίων μὲν ὠνόμασται,
οἷον ἡ ψόφησις καὶ ἡ ἄκουσις,
ἐπ' ἐνίων δ' ἀνώνυμον θάτερον·
ὅρασις γὰρ λέγεται ἡ τῆς ὄψεως
ἐνέργεια, ἡ δὲ τοῦ χρώματος
ἀνώνυμος, καὶ γεῦσις ἡ τοῦ
γευστικοῦ, ἡ δὲ τοῦ χυμοῦ
ἀνώνυμος.

6. Τα αυτά δε λέγομεν και περί των
άλλων αισθήσεων και αισθητών.
Αλλά διά τινας αισθήσεις υπάρχουσιν
ειδικά ονόματα, ως η ήχησις και η
άκουσις, εις άλλας όμως το έν των
αντιθέτων δεν έχει ίδιον όνομα·
ούτως η ενεργοποίησις της όψεως
λέγεται όρασις, αλλ' η του χρώματος
δεν έχει όνομα, και η ενέργεια του
γευστικού λέγεται γεύσις, αλλ' η του
χυμού είναι ανώνυμος.

ἐπεὶ δὲ μία μέν ἐστιν ἐνέργεια ἡ
τοῦ αἰσθητοῦ καὶ τοῦ
αἰσθητικοῦ, τὸ δ' εἶναι ἕτερον,
ἀνάγκη ἅμα φθείρεσθαι καὶ
σώζεσθαι τὴν οὕτω λεγομένην
ἀκοὴν καὶ ψόφον, καὶ χυμὸν δὴ
καὶ γεῦσιν, καὶ τὰ ἄλλα ὁμοίως·
τὰ δὲ κατὰ δύναμιν λεγόμενα

7. Επειδή δε μία είναι η ενέργεια του
αισθητού και η του [σ. 107]
αισθητικού, διαφέρει δε μόνον η
ουσία (έννοια) των δύο πραγμάτων,
αναγκαίως φθείρονται και
διατηρούνται συγχρόνως η ούτω
λεγομένη (κατ' ενέργειαν) ακοή και
ήχος 229 και χυμός και γεύσις και τα
άλλα ομοίως. Τούτο όμως δεν

Η ενέργεια γίνεται επί όρου τινός εν δυνάμει όντος.
Δυνάμει και ενεργεία.
229
Η ενέργεια.
227
228

426b

οὐκ ἀνάγκη·

συμβαίνει αναγκαίως εις τα κατά
δύναμιν λεγόμενα 230.

ἀλλ' οἱ πρότερον φυσιολόγοι
τοῦτο οὐ καλῶς ἔλεγον, οὐθὲν
οἰόμενοι οὔτε λευκὸν οὔτε
μέλαν εἶναι ἄνευ ὄψεως, οὐδὲ
χυμὸν ἄνευ γεύσεως. τῇ μὲν γὰρ
ἔλεγον ὀρθῶς, τῇ δ' οὐκ ὀρθῶς·
διχῶς γὰρ λεγομένης τῆς
αἰσθήσεως καὶ τοῦ αἰσθητοῦ,
τῶν μὲν κατὰ δύναμιν τῶν δὲ
κατ' ἐνέργειαν, ἐπὶ τούτων μὲν
συμβαίνει τὸ λεχθέν, ἐπὶ δὲ τῶν
ἑτέρων οὐ συμβαίνει. ἀλλ'
ἐκεῖνοι ἁπλῶς ἔλεγον περὶ τῶν
λεγομένων οὐχ ἁπλῶς.

8. Αλλ' οι αρχαιότεροι 231 φυσικοί δεν
ισχυρίζοντο καλώς νομίζοντες, ότι
άνευ όψεως δεν υπάρχει ούτε λευκόν
ούτε μέλαν, ουδέ χυμός άνευ
γεύσεως. Εν μέρει έλεγον ορθά, εν
μέρει δε όχι· διότι, επειδή αι
αισθήσεις και τα αισθητά λέγονται
διττώς, άλλα μεν κατά δύναμιν, άλλα
δε κατ' ενέργειαν, διά τα κατά
δύναμιν είναι ορθόν το υπ' αυτών
λεχθέν, αλλά διά τα κατ' ενέργειαν
δεν ισχύει. Αλλά εκείνοι εφήρμοζον
τούτο απλώς (απολύτως) εις
πράγματα, τα οποία δεν λέγονται
απλώς (απολύτως).

εἰ δ' ἡ φωνὴ συμφωνία τίς
ἐστιν, ἡ δὲ φωνὴ καὶ ἡ ἀκοὴ
ἔστιν ὡς ἕν ἐστι [καὶ ἔστιν ὡς
οὐχ ἓν τὸ αὐτό], λόγος δ' ἡ
συμφωνία, ἀνάγκη καὶ τὴν
ἀκοὴν λόγον τινὰ εἶναι. καὶ διὰ
τοῦτο καὶ φθείρει ἕκαστον
ὑπερβάλλον, καὶ τὸ ὀξὺ καὶ τὸ
βαρύ, τὴν ἀκοήν· ὁμοίως δὲ καὶ
ἐν χυμοῖς τὴν

9. Εάν δε η αρμονία είναι φωνή τις
και αν η φωνή (ο ήχος) και η ακοή
είναι καθ' ένα τρόπον έν (και κατ'
άλλον τρόπον δεν είναι εν) 232, και αν
έτι η συμφωνία είναι μερών αναφορά,
κατ' ανάγκην και η ακοή είναι
αναφορά μερών. Διά τούτο δε και
μηδενίζει την ακοήν πάσα υπερβολή
του οξέος και του βαρέος, ομοίως δε
η των χυμών

γεῦσιν, καὶ ἐν χρώμασι τὴν ὄψιν
τὸ σφόδρα λαμπρὸν ἢ ζοφερόν,
καὶ ἐν ὀσφρήσει ἡ ἰσχυρὰ ὀσμή,
καὶ γλυκεῖα καὶ πικρά, ὡς λόγου
τινὸς ὄντος τῆς αἰσθήσεως. διὸ
καὶ ἡδέα μέν, ὅταν εἰλικρινῆ καὶ
ἄμικτα ὄντα ἄγηται εἰς τὸν
λόγον, οἷον τὸ ὀξὺ ἢ γλυκὺ ἢ
ἁλμυρόν, ἡδέα γὰρ τότε· ὅλως δὲ
μᾶλλον τὸ μικτόν, συμφωνία, ἢ

μηδενίζει την γεύσιν, και την όψιν
μηδενίζουσι τα υπερβολικώς λαμπρά
ή σκοτεινά χρώματα, και την
όσφρησιν αι ισχυραί οσμαί, είτε
γλυκείαι είτε αηδείς, διότι η αίσθησις
είναι αναφορά τις 233. Διά τούτο τα
πράγματα είναι ευάρεστα, όταν
καθαρά όντα και αμιγή ανάγωνται εις
την προσήκουσαν αυτοίς αναλογίαν,
ως λ.χ. το οξύ και το γλυκύ ή το
αλμυρόν [σ. 108] και εις την αφήν το

Η δύναμις του ενός δεν είναι αναγκαίως συνδεδεμένη με την του άλλου. Το εν δύναται να διατηρή
την δύναμιν του και το άλλο όχι. Αλλ' η ενέργεια του ενός είναι αναποσπάστως συνδεδεμένη με την
του άλλου.
231
Ίσως ο Εμπεδοκλής, ο Δημόκριτος και ο Πρωταγόρας.
232
Ενεργεία όντα είναι έν, δυνάμει όμως όντα είναι διάφορα.
233
Και τί άλλο είναι η αίσθησις ειμή αναφορά και σχέσις του αισθητού και της αισθήσεως, εάν δε ο εις
των όρων τούτων πάθη ή εκλείψη, συμπάσχει ή συνεκλείπει το όλον, η αναφορά.
230

τὸ ὀξὺ ἢ βαρύ, ἁφῇ δὲ τὸ
θερμαντὸν ἢ ψυκτόν· ἡ δ'
αἴσθησις ὁ λόγος·
ὑπερβάλλοντα δὲ λύει ἢ φθείρει.

θερμόν και το ψυχρόν· τότε μόνον
ταύτα είναι ευάρεστοι. Εν γένει δε το
μίγμα είναι η συμφωνία μάλλον παρά
το οξύ ή το βαρύ μόνα. Η αίσθησις
είναι η αναφορά αυτών. Πάσα δε
υπερβολή προξενεί άλγος ή
καταστρέφει το όργανον.

ἑκάστη μὲν οὖν αἴσθησις τοῦ
ὑποκειμένου αἰσθητοῦ ἐστίν,
ὑπάρχουσα ἐν τῷ αἰσθητηρίῳ ᾗ
αἰσθητήριον, καὶ κρίνει τὰς τοῦ
ὑποκειμένου αἰσθητοῦ
διαφοράς, οἷον λευκὸν μὲν καὶ
μέλαν ὄψις, γλυκὺ δὲ καὶ πικρὸν
γεῦσις· ὁμοίως δ' ἔχει τοῦτο καὶ
ἐπὶ τῶν ἄλλων. ἐπεὶ δὲ καὶ τὸ
λευκὸν καὶ τὸ γλυκὺ καὶ
ἕκαστον τῶν αἰσθητῶν πρὸς
ἕκαστον κρίνομεν, τινὶ καὶ
αἰσθανόμεθα ὅτι διαφέρει.
ἀνάγκη δὴ αἰσθήσει· αἰσθητὰ
γάρ ἐστιν.

10. Εκάστη λοιπόν των αισθήσεων
είναι αίσθησις του αισθητού
αντικειμένου αυτής, υπάρχει εις το
αισθητήριον αυτής ως τοιούτον και
διακρίνει τας διαφόρους ποιότητας
του αισθητού αντικειμένου αυτής. Λ.
χ. η όψις κρίνει το λευκόν και το
μέλαν 234 η δε γεύσις το γλυκύ και το
πικρόν ούτω δε και αι άλλαι. Επειδή
δε διακρίνομεν το λευκόν και το
γλυκύ 235 και εκάστην των αισθητών
ποιοτήτων διά της σχέσεώς της προς
μερικήν αίσθησιν, διά τίνος άρά γε
μέσου αισθανόμεθα και ότι
διαφέρουσιν αλλήλων αύται αι
αισθηταί ιδιότητες; Αναγκαίως διά
τινος αισθήσεως, διότι ταύτα είναι
αισθητά 236.

ᾗ καὶ δῆλον ὅτι ἡ σὰρξ οὐκ ἔστι
τὸ ἔσχατον αἰσθητήριον·
ἀνάγκη γὰρ ἂν ἦν ἁπτόμενον
αὐτὸ κρίνειν τὸ κρῖνον. οὔτε δὴ
κεχωρισμένοις ἐνδέχεται κρίνειν
ὅτι ἕτερον τὸ γλυκὺ τοῦ λευκοῦ,
ἀλλὰ δεῖ ἑνί τινι ἄμφω δῆλα
εἶναι-οὕτω μὲν γὰρ κἂν εἰ τοῦ
μὲν ἐγὼ τοῦ δὲ σὺ αἴσθοιο,
δῆλον ἂν εἴη ὅτι ἕτερα ἀλλήλων,
δεῖ δὲ τὸ ἓν λέγειν ὅτι ἕτερον·
ἕτερον γὰρ τὸ γλυκὺ τοῦ λευκοῦ·

11. Εκ τούτων γίνεται φανερόν, ότι
δεν είναι η σαρξ το έσχατον όργανον
της αισθήσεως. Διότι άλλως το
κρίνον υποκείμενον έπρεπεν
αναγκαίως να διακρίνη αντικείμενόν
τι θίγον αυτό 237. Αλλ' ούτε πάλιν διά
κεχωρισμένων αισθήσεων δύναται τις
να κρίνη, ότι το γλυκύ (ο χυμός) είναι
διάφορον του λευκού [σ. 109]
(χρώματος) αλλά πρέπει και αι δύο
αύται ιδιότητες να είναι φανεραί εις
μίαν και την αυτήν αίσθησιν. Διότι
άλλως θα ήτο ως εάν εγώ μεν
ησθανόμην το εν πράγμα, συ δε το

Κρίνει ομοειδή, ήτοι χρώματα, όπως και η γεύσις πάλιν ομοειδή, ήτοι χυμούς.
Ταύτα είναι ετεροειδή. Το λευκόν γνωρίζει η όψις, ουχί η γεύσις, ήτις πάλιν μόνον το γλυκύ γνωρίζει.
Απαιτείται λοιπόν άλλο τι, ίνα συγκρίνη και διακρίνη τας ετεροειδείς αντιλήψεις. Τούτο δε το κρίνον
είναι η κοινή εσωτερική αίσθησις κατ' Αριστοτέλην.
236
Αι αναφοραί όπως και αι διαφοραί των αισθητών δεν είναι αισθηταί και μόνον το πνεύμα
συλλαμβάνει αυτάς. Αν λ. χ. πολλαί αντιλήψεις αποτελώσιν ενότητα, αν η μία είναι αίτιον και η άλλη
αποτέλεσμα, η ενότης και η σχέσις της αιτιότητος είναι μόνον προς την συνείδησίν, η δε αίσθησις είναι
όλως ξένη προς αυτάς.
237
Αλλά πώς να κρίνη η αφή το χρώμα και τον ήχον ; Αλλά ούτε και τα άλλα όργανα είναι τα έσχατα
αισθητήρια. Ταύτα μεσολαβούσιν. Έσχατον μόνον είναι η εσωτερική αίσθησις.
234
235

427a

λέγει ἄρα τὸ αὐτό· ὥστε ὡς
λέγει, οὕτω καὶ νοεῖ καὶ
αἰσθάνεται-

άλλο, και ούτω θα εγίνετο φανερόν
ότι ταύτα είναι διάφορα. Άρα πρέπει
μία μόνη δύναμις να λέγη ότι ταύτα
είναι διάφορα· διότι το γλυκύ είναι
πράγματι διάφορον από το λευκόν.
Λέγει άρα τούτο η αυτή δύναμις,
ώστε όπως το λέγει, ούτω το νοεί και
το αισθάνεται.

ὅτι μὲν οὖν οὐχ οἷόν τε
κεχωρισμένοις κρίνειν τὰ
κεχωρισμένα, δῆλον· ὅτι δ' οὐδ'
ἐν κεχωρισμένῳ χρόνῳ,
ἐντεῦθεν. ὥσπερ γὰρ τὸ αὐτὸ
λέγει ὅτι ἕτερον τὸ ἀγαθὸν καὶ
τὸ κακόν, οὕτω καὶ ὅτε θάτερον
λέγει ὅτι ἕτερον καὶ θάτερον (οὐ
κατὰ συμβεβηκὸς τὸ ὅτε, λέγω
δ', οἷον νῦν λέγω ὅτι ἕτερον, οὐ
μέντοι ὅτι νῦν ἕτερον, ἀλλ' οὕτω
λέγει, καὶ νῦν καὶ ὅτι νῦν)· ἅμα
ἄρα. ὥστε ἀχώριστον καὶ ἐν
ἀχωρίστῳ χρόνῳ.

12. Ότι λοιπόν δεν είναι δυνατόν με
χωρισμένας αισθήσεις να κρίνωμεν
χωριστά πράγματα είναι φανερόν, ότι
δε ούτε εις κεχωρισμένον χρόνον
δυνάμεθα να κρίνωμεν είναι φανερόν
εκ τούτων. Διότι όπως το αυτό ον 238
εν ημίν λέγει ότι το αγαθόν και το
κακόν είναι διάφορα, ούτω λέγει 239
ότι το εν είναι διάφορον του άλλου
καθ' ην στιγμήν (ότε) λέγει ότι είναι
διάφορον. Το δε ότε δεν λαμβάνω
εδώ κατά συμβεβηκός, εννοώ δηλ.
ότι το τώρα λ.χ. εν τη φράσει: λέγω
τώρα ότι είναι διάφορον, δεν λέγω,
ότι τώρα ότε ομιλώ είναι διάφορον,
αλλά το αυτό εφαρμόζεται εις το
πράγμα, λέγω δηλ. τώρα και άμα
λέγω ότι τώρα είναι αυτά διάφορα,
λέγω άρα ότι συνάμα υπάρχουσι
ταύτα. Ώστε τα δύο είναι αχώριστα
και εις αχώριστον χρόνον 240.

ἀλλὰ μὴν ἀδύνατον ἅμα τὰς
ἐναντίας κινήσεις κινεῖσθαι τὸ
αὐτὸ ᾗ ἀδιαίρετον, καὶ ἐν
ἀδιαιρέτῳ χρόνῳ. εἰ γὰρ γλυκύ,
ὡδὶ κινεῖ τὴν αἴσθησιν

13. Αλλά είναι αδύνατον να λαμβάνη
συγχρόνως εναντίας κινήσεις το αυτό
πράγμα 241 καθ' ο ον αδιαίρετον και
εις χρόνον αδιαίρετον. Διότι, εάν το
γλυκύ κινή την αίσθησιν

ἢ τὴν νόησιν, τὸ δὲ πικρὸν
ἐναντίως, καὶ τὸ λευκὸν ἑτέρως.
ἆρ' οὖν ἅμα μὲν ἀριθμῷ
ἀδιαίρετον καὶ ἀχώριστον τὸ
κρῖνον, τῷ εἶναι δὲ

ή την νόησιν κατά τούτον τον
τρόπον, το πικρόν τας κινεί κατ'
εναντίον 242 και το λευκόν κατ' άλλον
διάφορον τρόπον. Είναι λοιπόν το [σ.
110] κρίνον αριθμητικώς αδιαίρετον
άμα και αχώριστον 243, αλλά

Η κρίνουσα αίσθησις ή δύναμις.
Λ. χ. περί του λευκού και του γλυκέος.
240
Η εσωτερική αίσθησις είναι μία και αδιαίρετος σχετικώς προς τας ειδικάς αισθήσεις και προς τον
χρόνον. Εν μιά και αδιαιρέτω στιγμή διακρίνει και κρίνει τας διαφόρους αντιλήψεις.
241
Η ουσία δέχεται τα εναντία δυνάμει, ουχί όμως συγχρόνως (ενεργεία).
242
Διότι το πικρόν είναι εναντίον του γλυκέος, ενώ το λευκόν είναι απλώς διάφορον.
243
Είναι δηλ. εν.
238
239

κεχωρισμένον; ἔστι δὴ [πως] ὡς
τὸ διαιρετὸν τῶν διῃρημένων
αἰσθάνεται, ἔστι δ' ὡς ᾗ
ἀδιαίρετον· τῷ εἶναι μὲν γὰρ
διαιρετόν, τόπῳ δὲ καὶ ἀριθμῷ
ἀδιαίρετον. ἢ οὐχ οἷόν τε;
δυνάμει μὲν γὰρ τὸ αὐτὸ καὶ
ἀδιαίρετον τἀναντία, τῷ δ' εἶναι
οὔ, ἀλλὰ τῷ ἐνεργεῖσθαι
διαιρετόν, καὶ οὐχ οἷόν τε ἅμα
λευκὸν καὶ μέλαν εἶναι, ὥστ'
οὐδὲ τὰ εἴδη πάσχειν αὐτῶν, εἰ
τοιοῦτον ἡ αἴσθησις καὶ ἡ
νόησις.

κεχωρισμένον κατά τον τρόπον της
υπάρξεώς του 244. Τότε δύναται κατά
τινα τρόπον ως διαιρετόν να
αισθάνηται τα διηρημένα 245 και κατ'
άλλον ως αδιαίρετον να αισθάνηται
τα αδιαίρετα, διότι κατά μεν την
ουσίαν είναι διαιρετόν, κατά δε τον
τόπον και τον αριθμόν είναι
αδιαίρετον· 246 ή δεν είναι δυνατόν
τούτο; Διότι δυνάμει 247 το αυτό και
αδιαίρετον πράγμα δύναται να
περιέχη εναντίας ιδιότητας, κατά την
ενέργειαν όμως όχι, αλλά, όταν είναι
ενεργεία, γίνεται διαιρετόν
(χωρίζεται) και δεν είναι δυνατόν να
είναι λευκόν άμα και μέλαν. Ώστε
λοιπόν ούτε τα αισθητά είδη (του
μέλανος και του λευκού) δύνανται να
πάσχωσι τα εναντία ταύτα, αν η
αίσθησις και η νόησις είναι τοιαύτα
είδη.

ἀλλ' ὥσπερ ἣν καλοῦσί τινες
στιγμήν, ᾗ μία καὶ δύο, ταύτῃ
<καὶ ἀδιαίρετος> καὶ διαιρετή. ᾗ
μὲν οὖν ἀδιαίρετον, ἓν τὸ κρῖνόν
ἐστι καὶ ἅμα, ᾗ δὲ διαιρετὸν
ὑπάρχει, δὶς τῷ αὐτῷ χρῆται
σημείῳ ἅμα· ᾗ μὲν οὖν δὶς
χρῆται τῷ πέρατι, δύο κρίνει καὶ
κεχωρισμένα, ἔστιν ὡς
κεχωρισμένως· ᾗ δὲ ἑνί, ἓν καὶ
ἅμα. περὶ μὲν οὖν τῆς ἀρχῆς ᾗ
φαμὲν τὸ ζῷον αἰσθητικὸν εἶναι,

15. Αλλ' ενταύθα συμβαίνει μάλλον
ό,τι και εις την στιγμήν (σημείον), ως
καλούσί τίνες αυτήν, ήτις είναι
αδιαίρετος καθ' όσον είναι μία και
διαιρετή καθ' όσον είναι δύο 248. Καθό
λοιπόν αδιαίρετος η κρίνουσα αρχή
είναι μία και σύγχρονος με την
αίσθησιν, καθό δε διαιρετή δεν είναι
έν, διότι το αυτό σημείον
μεταχειρίζεται δις 249 και συγχρόνως.
Καθ' όσον λοιπόν [σ. 111]
μεταχειρίζεται το άκρον (της
συναντήσεως) ως δύο, διακρίνει δύο
πράγματα, και ταύτα είναι

Είναι διαιρετόν, καθ' όσον δύναται να γινώσκη συγχρόνως πολλάς αντιλήψεις, ας συγκρίνει μεταξύ
των.
245
Τας διαφόρους αντιλήψεις.
246
Καθ' ην στιγμήν τας ενώνει.
247
Ή καθό ύλη.
248
Τα σημείον είναι δύο και άρα διαιρετόν, διότι ον εν τω άκρω μιας γραμμής δύναται να θεωρηθή και
ως αρχή άλλης· ή άλλως το σημείον, ως κέντρον κύκλου, είναι αρχή και τέλος πασών των ακτίνων,
αίτινες άγονται από του κέντρου εις την περιφέρειαν και τανάπαλιν.
249
Η κυρία και πρώτη αίσθησις, ενιαίον κέντρον πάντων των αισθημάτων, δέχεται τας διαφόρους
αντιλήψεις διά των 5 αισθητηρίων και συγκρίνει και διακρίνει αυτάς. Διά ταύτης λοιπόν αισθανόμεθα
και ότι ορώμεν διά της όψεως και ότι ακούομεν διά της ακοής, διότι διά της δυνάμεως, δι' ης
αισθανόμεθα τας διαφοράς των ενεργειών, διά ταύτης αισθανόμεθα και αυτάς τας ενεργείας.
244

διωρίσθω τὸν τρόπον τοῦτον.

κεχωρισμένα προς αυτήν ως
κεχωρισμένην δύναμιν 250. Αλλά, καθ'
όσον θεωρεί το σημείον ως εν, αύτη
κρίνει μεμονωμένως και συγχρόνως
με την αίσθησιν. Περί της αρχής
λοιπόν, καθ' ην λέγομεν ότι το ζώον
είναι αισθητικόν, αρκούσιν οι
ρηθέντες προσδιορισμοί 251.

Καθ' όσον η ψυχή θεωρεί το ενιαίον τούτο πράγμα εκ δυο απόψεων, ως αρχήν και τέλος, ενεργεί
κατά, τρόπον διάφορον της αντιλήψεως, αλλά καθ' όσον το θεωρεί ως εν αντικείμενον, άνευ διαφορών,
συμπίπτει με την ενέργειαν της αντιλήψεως.
251
Το αίσθημα λοιπόν είναι και αποτελείται, καθ' όσον η ενέργεια του αισθητικού και του αισθητού
τίθενται ως έν. Το οράν, ακούειν κλπ. είναι μία ενέργεια, αλλά κατά την άμεσον ύπαρξιν είναι διαφορά
δύο στοιχείων. Υπάρχει εν σώμα, όπερ λ. χ. ηχεί, και εν υποκείμενον, όπερ ακούει· η ύπαρξις λοιπόν
είναι διπλή, αλλά η ακοή είναι εν και είναι μία μόνη ενέργεια αμφοτέρων. Ομοίως έχω το αίσθημα του
σκληρού, του ερυθρού τ. έ.· το αίσθημα μου είναι σκληρόν ερυθρόν. Ευρίσκω εμαυτόν ούτω διωρισμένον.
Καίτοι η σκέψις λέγει ορθώς ότι εκτός εμού υπάρχει ερυθρόν σκληρόν πράγμα και ότι τούτο και ο
δάκτυλος μου είναι δύο διάφορα, αλλ' είναι και εν· ο οφθαλμός μου, η όρασις, μου είναι ερυθρά και το
πράγμα. Την διαφοράν και την ταυτότητα ταύτην αποδεικνύει ο Αριστ. και επιμένει εις αυτήν. Τω όντι η
αίσθησις είναι μορφή ταυτότητος, είναι η κατάλυσις της διακρίσεως, του χωρισμού του υποκειμενικού
και του αντικειμενικού. Το απλούν, η ατομική ψυχή ή το εγώ αισθανόμενον είναι ενότης διαφορών ή εν
ταις διαφοραίς. (Εγέλου Ιστορία της Φιλοσ. σελ.. 382 εκδ. 1833.)
250

ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ,
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'
Περί φαντασίας.— Η αίσθησις και η νόησις διαφέρουσιν αλλήλων.— Πλάναι
αρχαιοτέρων φιλοσόφων. — Διαφοραί φαντασίας από των άλλων δυνάμεων,
αισθήσεως, επιστήμης, νου, δόξης.—Φύσις της φαντασίας.— Αναφοραί αυτής
προς την αίσθησιν.

427a17

427b

252

Ἐπεὶ δὲ δύο διαφοραῖς
ὁρίζονται μάλιστα τὴν ψυχήν,
κινήσει τε τῇ κατὰ τόπον καὶ τῷ
νοεῖν καὶ φρονεῖν καὶ
αἰσθάνεσθαι, δοκεῖ δὲ καὶ τὸ
νοεῖν καὶ τὸ φρονεῖν ὥσπερ
αἰσθάνεσθαί τι εἶναι (ἐν
ἀμφοτέροις γὰρ τούτοις κρίνει τι
ἡ ψυχὴ καὶ γνωρίζει τῶν ὄντων),
καὶ οἵ γε ἀρχαῖοι τὸ φρονεῖν καὶ
τὸ αἰσθάνεσθαι ταὐτὸν εἶναί
φασιν-ὥσπερ καὶ Ἐμπεδοκλῆς
εἴρηκε "πρὸς παρεὸν γὰρ μῆτις
ἀέξεται ἀνθρώποισιν" καὶ ἐν
ἄλλοις "ὅθεν σφίσιν αἰεὶ καὶ τὸ
φρονεῖν ἀλλοῖα παρίσταται", τὸ
δ' αὐτὸ τούτοις βούλεται καὶ τὸ
Ὁμήρου "τοῖος γὰρ νόος ἐστίν",

1. [σ. 112] Επειδή την ψυχήν
ορίζουσι κυρίως διά δύο διαφόρων
χαρακτηριστικών, ήτοι διά της
τοπικής κινήσεως και εξ άλλου διά
της νοήσεως, της κρίσεως και της
αισθήσεως, νομίζεται ότι και το νοείν
και το φρονείν είναι είδός τι
αισθήσεως, διότι και κατά τας δύο
ταύτας ενεργείας η ψυχή κρίνει και
γινώσκει τι εκ των όντων. Και οι
αρχαίοι δε έλεγον ότι είναι το αυτό η
νόησις και η αίσθησις. Ούτως ο
Εμπεδοκλής είπεν ότι, “Όταν είναι
παρόν (το πράγμα), αυξάνεται η
φρόνησις των ανθρώπων” και
αλλαχού “Εκ τούτου συμβαίνει εις
αυτούς πάντοτε να σκέπτωνται περί
πραγμάτων διαφόρων”. Το αυτό
δηλούσι και τα του Ομήρου
“Τοιούτος είναι ο νους”.

πάντες γὰρ οὗτοι τὸ νοεῖν
σωματικὸν ὥσπερ τὸ
αἰσθάνεσθαι ὑπολαμβάνουσιν,
καὶ αἰσθάνεσθαί τε καὶ φρονεῖν
τῷ ὁμοίῳ τὸ ὅμοιον, ὥσπερ καὶ
ἐν τοῖς κατ' ἀρχὰς λόγοις
διωρίσαμεν (καίτοι ἔδει ἅμα καὶ
περὶ

2. Πάντες δήλα δη ούτοι
υπολαμβάνουσιν, ότι η νόησις είναι
σωματικόν τι καθώς η αίσθησις, και
ότι το όμοιον αισθάνεται και νοεί το
όμοιον, ως είπομεν εν αρχή της
πραγματείας ταύτης. Και όμως ούτοι
έπρεπε συγχρόνως

τοῦ ἠπατῆσθαι αὐτοὺς λέγειν,
οἰκειότερον γὰρ τοῖς ζῴοις, καὶ
πλείω χρόνον ἐν τούτῳ διατελεῖ
ἡ ψυχή· διὸ ἀνάγκη ἤτοι, ὥσπερ

να είπωσι και πώς απατάται η
ψυχή 252, διότι η απάτη είναι
συνηθεστέρα εις τα ζώα, και η ψυχή
αυτών περισσότερον χρόνον

Ώφειλον να μη είπωσι μόνον πως η ψυχή γινώσκει, θίγουσα το όμοιον, αλλά και πως εξαπατάται.

ἔνιοι λέγουσι, πάντα τὰ
φαινόμενα εἶναι ἀληθῆ, ἢ τὴν
τοῦ ἀνομοίου θίξιν ἀπάτην
εἶναι, τοῦτο γὰρ ἐναντίον τῷ τὸ
ὅμοιον τῷ ὁμοίῳ γνωρίζειν·
δοκεῖ δὲ καὶ ἡ ἀπάτη καὶ ἡ
ἐπιστήμη τῶν ἐναντίων ἡ αὐτὴ
εἶναι)

ευρίσκεται εν τη απάτη. Δι' ο κατά
την θεωρίαν ταύτην ή πρέπει, καθώς
λέγουσί τινες, πάντα όσα φαίνονται,
να είναι αληθή ή πρέπει άλλως η
θίξις των ανομοίου [σ. 113] να είναι
η απάτη, διότι αύτη είναι η γνώμη η
εναντία προς το ότι το όμοιον
γνωρίζει το όμοιον. Φαίνεται δε ότι
εν τη περιπτώσει ταύτη και η απάτη
και η γνώσις των εναντίων είναι η
αυτή 253.

-ὅτι μὲν οὖν οὐ ταὐτόν ἐστι τὸ
αἰσθάνεσθαι καὶ τὸ φρονεῖν,
φανερόν· τοῦ μὲν γὰρ πᾶσι
μέτεστι, τοῦ δὲ ὀλίγοις τῶν
ζῴων. ἀλλ' οὐδὲ τὸ νοεῖν, ἐν ᾧ
ἐστι τὸ ὀρθῶς καὶ τὸ μὴ ὀρθῶς,
τὸ μὲν ὀρθῶς φρόνησις καὶ
ἐπιστήμη καὶ δόξα ἀληθής, τὸ δὲ
μὴ ὀρθῶς τἀναντία τούτων-οὐδὲ
τοῦτό ἐστι ταὐτὸ τῷ
αἰσθάνεσθαι· ἡ μὲν γὰρ
αἴσθησις τῶν ἰδίων ἀεὶ ἀληθής,
καὶ πᾶσιν ὑπάρχει τοῖς ζῴοις,
διανοεῖσθαι δ' ἐνδέχεται καὶ
ψευδῶς, καὶ οὐδενὶ ὑπάρχει ᾧ
μὴ καὶ λόγος·

3. Ότι λοιπόν δεν είναι το αυτό
πράγμα η αίσθησις και η νόησις,
είναι φανερόν διότι της μεν
αισθήσεως μετέχουσι πάντα τα ζώα,
της δε νοήσεως ολίγα 254 μόνον. Αλλ'
ούτε κατά τούτο είναι το αυτό με την
αίσθησιν η νόησις, εν ή διορίζονται
το ορθόν και το μη ορθόν, και η μεν
ορθή νόησις είναι φρόνησις και
επιστήμη και αληθής δόξα 255, η δε μη
ορθή νόησις τα εναντία τούτων.
Δήλα δη η μεν αίσθησις, όταν
αισθάνηται των ιδίων αντικειμένων,
είναι πάντοτε αληθής και υπάρχει εις
πάντα τα ζώα, αλλά δύναταί τις να
διανοήται και ψευδώς και η δύναμις
αύτη, η διάνοια, δεν υπάρχει εις
κανέν ζώον, εις το οποίον δεν
υπάρχει και ο λόγος.

φαντασία γὰρ ἕτερον καὶ
αἰσθήσεως καὶ διανοίας, αὕτη τε
οὐ γίγνεται ἄνευ αἰσθήσεως, καὶ
ἄνευ ταύτης οὐκ ἔστιν
ὑπόληψις. ὅτι δ' οὐκ ἔστιν ἡ
αὐτὴ [νόησις] καὶ ὑπόληψις,
φανερόν. τοῦτο μὲν γὰρ τὸ
πάθος ἐφ' ἡμῖν ἐστιν, ὅταν
βουλώμεθα (πρὸ ὀμμάτων γὰρ

4. Και η φαντασία δε είναι διάφορος
και της αισθήσεως και της διανοίας,
και δεν γίνεται μεν άνευ αισθήσεως,
αλλά και άνευ αυτής (της φαντασίας)
δεν υπάρχει σύλληψις 256 Είναι δε
φανερόν ότι η φαντασία και η
σύλληψις διαφέρουσι. Διότι το πάθος
τούτο, η φαντασία, εξαρτάται εξ
ημών, και, όταν θέλωμεν, δυνάμεθα
να φανταζώμεθα (διότι δυνάμεθα
έμπροσθεν των οφθαλμών ημών ν'

Επειδή τα εναντία είναι, αχώριστα, ο γινώσκων το εν αυτών γινώσκει και το άλλο, και ο απατώμενος
περί του ενός απατάται και περί του αλλού.
254
Οι άνθρωποι μόνοι και εκ τούτων ουχί πάντες έχουσι νόησιν.
255
Του νοείν είδη είναι α') φρόνησις, όταν έχη αντικείμενον πρακτικόν σκοπόν· β') επιστήμη, όταν η
νόησις είναι θεωρητική και το συμπέρασμα αποδεικτόν· γ') δόξα αληθής, όταν το συμπέρασμα (ή κρίσις)
είναι αληθές, αλλά δεν προκύπτει δι' επιστημονικής πορείας ή δεν είναι αποδεικτόν.
256
Υπόληψιν λέγει ο Αριστοτέλης. Είδη της υπολήψεως είναι επιστήμη, δόξα, φρόνησις και τα εναντία
αυτών.
253

428a

ἔστι τι ποιήσασθαι, ὥσπερ οἱ ἐν
τοῖς μνημονικοῖς τιθέμενοι καὶ
εἰδωλοποιοῦντες), δοξάζειν δ'
οὐκ ἐφ' ἡμῖν· ἀνάγκη γὰρ ἢ
ψεύδεσθαι ἢ ἀληθεύειν. ἔτι δὲ
ὅταν μὲν δοξάσωμεν δεινόν τι ἢ
φοβερόν, εὐθὺς συμπάσχομεν,
ὁμοίως δὲ κἂν θαρραλέον· κατὰ
δὲ τὴν φαντασίαν ὡσαύτως
ἔχομεν ὥσπερ ἂν εἰ θεώμενοι ἐν
γραφῇ τὰ δεινὰ ἢ θαρραλέα.

ανακαλέσωμεν οιονδήποτε
αντικείμενον, καθώς μεταχειρίζονται
εικόνας εις την μνημονικήν τέχνην).
Αλλά να δοξάζωμεν 257 δεν [σ. 114]
εξαρτάται εξ ημών, διότι αναγκαίως
πάσα δόξα (γνώμη) είναι ή ψευδής ή
αληθής 258. Προσέτι δε, όταν η δόξα
ημών αναφέρηται είς τι δεινόν ή
φοβερόν, ευθύς συμπάσχομεν,
ομοίως δε συμπάσχομεν και όταν
συλλάβωμεν θαρραλέον τι. Αλλ' ως
προς την φαντασίαν ευρισκόμεθα
ούτως, ως εάν βλέπωμεν έν τινι
ζωγραφία πράγματα φοβερά ή
θαρραλέα.

εἰσὶ δὲ καὶ αὐτῆς τῆς ὑπολήψεως
διαφοραί, ἐπιστήμη καὶ δόξα καὶ
φρόνησις καὶ τἀναντία τούτων,
περὶ ὧν τῆς διαφορᾶς ἕτερος
ἔστω λόγος.

5. Υπάρχουσι δε και αυτής της
υπολήψεως διαφοραί, η επιστήμη και
η δόξα και η φρόνησις και τα εναντία
τούτων, αλλά περί των διαφόρων
σημασιών αυτών θα ομιλήσωμεν
αλλαχού.

περὶ δὲ τοῦ νοεῖν, ἐπεὶ ἕτερον
τοῦ αἰσθάνεσθαι, τούτου δὲ τὸ
μὲν φαντασία δοκεῖ εἶναι τὸ δὲ
ὑπόληψις, περὶ φαντασίας
διορίσαντας οὕτω περὶ θατέρου
λεκτέον.

Περί δε της νοήσεως, επειδή είναι
διάφορος της αισθήσεως, και έν τινι
σημασία φαίνεται ότι είναι φαντασία,
κατ' άλλην δε σύλληψις, πρώτον θα
ομιλήσωμεν περί φαντασίας και
έπειτα περί της συλλήψεως.

εἰ δή ἐστιν ἡ φαντασία καθ' ἣν
λέγομεν φάντασμά τι ἡμῖν
γίγνεσθαι καὶ μὴ εἴ τι κατὰ
μεταφορὰν λέγομεν, <ἆρα> μία
τις ἔστι τούτων δύναμις ἢ ἕξις
καθ' ἃς κρίνομεν καὶ
ἀληθεύομεν ἢ ψευδόμεθα;
τοιαῦται δ' εἰσὶν αἴσθησις, δόξα,
ἐπιστήμη, νοῦς. ὅτι μὲν οὖν οὐκ
ἔστιν αἴσθησις, δῆλον ἐκ τῶνδε.
αἴσθησις μὲν γὰρ ἤτοι δύναμις ἢ
ἐνέργεια, οἷον ὄψις καὶ ὅρασις,
φαίνεται δέ τι καὶ μηδετέρου
ὑπάρχοντος τούτων, οἷον τὰ ἐν

6. Εάν η φαντασία είναι η δύναμις,
διά της οποίας λέγομεν ότι φάντασμα
τι (εικών) μας εμφανίζεται, και αν
τούτο λέγωμεν ουχί μεταφορικώς,
τότε η φαντασία είναι μία δύναμις ή
μία έξις εξ εκείνων, διά των οποίων
κρίνομεν και γινώσκομεν το αληθές
ή το ψευδές. Τοιαύται δε δυνάμεις
είναι η αίσθησις, η δόξα, η επιστήμη
και ο νους. Ότι δε η φαντασία δεν
είναι αίσθησις, είναι φανερόν εκ των
επομένων. Η αίσθησις δηλ. είναι ή
δύναμις ή ενέργεια, ως η όψις και η
όρασις. Αλλά και χωρίς να υπάρχη
τις εκ τούτων των όρων λειτουργεί η
φαντασία. Τοιαύτα είναι τα

Να φέρωμεν κρίσιν επί αντιλήψεως,
Η φαντασία είναι ελευθέρα εις την μόρφωσιν εικόνων, η κρίσις όμως δεν είναι αυθαίρετος. Δι' ό η
κρίσις είναι αναγκαίως αληθής ή ψευδής, οφείλει δε να είναι αληθής.
257
258

428a.24

τοῖς ὕπνοις. εἶτα αἴσθησις μὲν
ἀεὶ πάρεστι, φαντασία δ' οὔ. εἰ
δὲ τῇ ἐνεργείᾳ τὸ αὐτό, πᾶσιν ἂν
ἐνδέχοιτο τοῖς θηρίοις
φαντασίαν ὑπάρχειν· δοκεῖ δ'
οὔ, οἷον μύρμηκι ἢ μελίττῃ,
σκώληκι δ' οὔ. εἶτα αἱ μὲν
ἀληθεῖς ἀεί, αἱ δὲ φαντασίαι
γίνονται αἱ πλείους ψευδεῖς.
ἔπειτα οὐδὲ λέγομεν, ὅταν
ἐνεργῶμεν ἀκριβῶς περὶ τὸ
αἰσθητόν, ὅτι φαίνεται τοῦτο
ἡμῖν ἄνθρωπος, ἀλλὰ μᾶλλον
ὅταν μὴ ἐναργῶς αἰσθανώμεθα
πότερον ἀληθὴς ἢ ψευδής. καὶ
ὅπερ δὴ ἐλέγομεν πρότερον,
φαίνεται καὶ μύουσιν ὁράματα.

φαντάσματα, τα οποία συμβαίνουν
κατά τους ύπνους (όνειρα) 259. Έπειτα
η αίσθησις είναι πάντοτε παρούσα, η
φαντασία όμως ουχί. Εάν δε ή
φαντασία ήτο το αυτό με την κατ'
ενέργειαν αίσθησιν, τότε θα υπήρχεν
εις πάντα τα ζώα, αλλά δεν φαίνεται
αληθές τούτο· π. χ. δεν υπάρχει εις
τον μύρμηκα, εις την μέλισσαν [σ.
115] ή εις τον σκώληκα. Προσέτι αι
μεν αισθήσεις είναι πάντοτε αληθείς,
τα δε φαντάσματα είναι ως επί το
πλείστον ψευδή. Έπειτα, όταν η κατ'
ενέργειαν αίσθησις ημών είναι
ακριβής ως προς το αισθητόν
αντικείμενον, δεν λέγομεν ότι
φανταζόμεθα, ότι τούτο είναι λ. χ.
άνθρωπος, αλλά ούτω λέγομεν μόνον
όταν δεν αισθανώμεθα σαφώς· τότε η
αίσθησις δύναται να είναι αληθής ή
ψευδής. Και προσέτι, ως και
πρότερον είπομεν, αι εικόνες μας
εμφανίζονται, και όταν κλείωμεν τα
όμματα.

ἀλλὰ μὴν οὐδὲ τῶν ἀεὶ
ἀληθευουσῶν οὐδεμία ἔσται,
οἷον ἐπιστήμη ἢ νοῦς· ἔστι γὰρ
φαντασία καὶ ψευδής. λείπεται
ἄρα ἰδεῖν εἰ δόξα· γίνεται γὰρ
δόξα καὶ ἀληθὴς καὶ ψευδής,
ἀλλὰ δόξῃ μὲν ἕπεται πίστις
(οὐκ ἐνδέχεται γὰρ δοξάζοντα
οἷς δοκεῖ μὴ πιστεύειν), τῶν δὲ
θηρίων οὐθενὶ ὑπάρχει πίστις,
φαντασία δὲ πολλοῖς. [ἔτι πάσῃ
μὲν δόξῃ ἀκολουθεῖ
πίστις, πίστει δὲ τὸ πεπεῖσθαι,
πειθοῖ δὲ λόγος· τῶν δὲ θηρίων
ἐνίοις φαντασία μὲν ὑπάρχει,
λόγος δ' οὔ.]

8. Αλλά προσέτι η φαντασία δεν
είναι ούτε εκ των πάντοτε
αληθευουσών δυνάμεων, οίαι είναι η
επιστήμη ή ο νους· διότι η φαντασία
δύναται να είναι και ψευδής· λείπεται
λοιπόν να ίδωμεν αν είναι δόξα, διότι
γίνεται και δόξα αληθής και δόξα
ψευδής. Αλλά την δόξαν (γνώμην)
παρακολουθεί η πίστις, διότι δεν
είναι δυνατόν έχων τις μίαν γνώμην
να μη πιστεύη εις την γνώμην του.
Αλλά πίστις δεν υπάρχει εις κανέν
των κατωτέρων ζώων, ενώ φαντασία
υπάρχει εις πολλά. [Προσέτι, αν εις
πάσαν δόξαν ακολουθή η πίστις, εις
την πίστιν ακολουθεί η πεποίθησις
και εις την πεποίθησιν παρακολουθεί
ο λόγος· αλλ' όμως είς τινα των ζώων
υπάρχει η φαντασία, ουχί όμως ο
λόγος].

φανερὸν τοίνυν ὅτι οὐδὲ δόξα
μετ' αἰσθήσεως, οὐδὲ δι'

9. Είναι λοιπόν φανερόν ότι η
φαντασία δεν είναι ούτε δόξα

Δεν υπάρχει δύναμις, διότι βλέπομεν υπνώττοντες την εικόνα, αλλ' ούτε και ενεργεία όψις υπάρχει,
διότι κοιμώμεθα.
259

αἰσθήσεως, οὐδὲ συμπλοκὴ
δόξης καὶ αἰσθήσεως, φαντασία
ἂν εἴη, διά τε ταῦτα καὶ διότι οὐκ
ἄλλου τινὸς ἔσται ἡ δόξα, ἀλλ'
ἐκείνου, εἴπερ ἔστιν, οὗ καὶ ἡ
αἴσθησις· λέγω δ', ἐκ τῆς τοῦ
λευκοῦ δόξης καὶ αἰσθήσεως ἡ
συμπλοκὴ φαντασία ἔσται· οὐ
γὰρ δὴ ἐκ τῆς δόξης μὲν τῆς τοῦ
ἀγαθοῦ, αἰσθήσεως δὲ τῆς τοῦ
428b

ηνωμένη μετ' αισθήσεως ούτε δόξα
(ερχομένη) διά της αισθήσεως, ούτε
συμπλοκή δόξης και αισθήσεως 260.
Και διά ταύτα είναι φανερόν, ότι η
δόξα δεν είναι δόξα άλλου
πράγματος ειμή εκείνου, το οποίον
είναι και της αισθήσεως
αντικείμενον, θέλω να είπω λ.χ. ότι η
φαντασία του λευκού είναι η
συμπλοκή δόξης του λευκού και
αισθήσεως του λευκού, αλλ' ουχί
συμπλοκή δόξης του αγαθού και
αισθήσεως του

λευκοῦ. τὸ οὖν φαίνεσθαι ἔσται λευκού. Η φαντασία ούτως είναι
τὸ δοξάζειν ὅπερ αἰσθάνεται, μὴ δόξα περί εκείνου, όπερ αισθάνεται
τις ουχί κατά συμβεβηκός 261. [σ. 116]
κατὰ συμβεβηκός.
φαίνεται δέ γε καὶ ψευδῆ, περὶ
ὧν ἅμα ὑπόληψιν ἀληθῆ ἔχει,
οἷον φαίνεται μὲν ὁ ἥλιος
ποδιαῖος, πιστεύεται δ' εἶναι
μείζων τῆς οἰκουμένης·
συμβαίνει οὖν ἤτοι
ἀποβεβληκέναι τὴν ἑαυτοῦ
ἀληθῆ δόξαν, ἣν εἶχε,
σωζομένου τοῦ πράγματος, μὴ
ἐπιλαθόμενον μηδὲ
μεταπεισθέντα, ἢ εἰ ἔτι ἔχει,
ἀνάγκη τὴν αὐτὴν ἀληθῆ εἶναι
καὶ ψευδῆ. †ἀλλὰ ψευδὴς
ἐγένετο ὅτε λάθοι μεταπεσὸν τὸ
πρᾶγμα†. οὔτ' ἄρα ἕν τι τούτων
ἐστὶν οὔτ' ἐκ τούτων ἡ
φαντασία.

10. Αλλά πάλιν έχομεν και εικόνας
ψευδείς πραγμάτων, περί των οποίων
συγχρόνως έχομεν αληθή σύλληψιν,
π. χ. φαίνεται μεν ο ήλιος έχων ενός
ποδός διάμετρον, αλλ' όμως
πιστεύεται ότι είναι μεγαλύτερος της
γης. Δέον λοιπόν ή να βάλη τις κατά
μέρος την αληθή γνώμην του ην είχε
περί του πράγματος (χωρίς όμως
τούτο να μεταβληθή και χωρίς ούτος
να λησμονήση την γνώμην του ή να
μεταβάλη αυτήν) ή αν την έχη
ακόμη, αναγκαίως η αυτή γνώμη
είναι αληθής άμα και ψευδής 262.
Αλλά ψευδής θα εγίνετο γνώμη τις,
ότε απαρατηρήτως ήθελε μεταβληθή
το πράγμα 263. Η φαντασία λοιπόν δεν
είναι ούτε μία των ειρημένων
δυνάμεων, ούτε εξ αυτών
αποτελείται.

ἀλλ' ἐπειδὴ ἔστι κινηθέντος
τουδὶ κινεῖσθαι ἕτερον ὑπὸ

11. Αλλ' επειδή δύναται πράγμα τι
κινηθέν να κίνηση άλλο, η δε
φαντασία φαίνεται ότι είναι κίνησις

Αναιρεί την διδασκαλίαν του Πλάτωνος, λέγοντος ότι, όταν αισθανώμεθά τι και προσέτι έχωμεν την
δόξαν ότι τούτο ούτως έχει, τότε αυτό είναι η φαντασία.
261
Πρέπει άρα η αίσθησις και η δόξα να συμφωνώσι και να μη αντιμάχωνται, ίνα ενωθώσι και
αποτελέσωσι την φαντασίαν, αλλ' αν η μία αληθεύη και η άλλη ψεύδηται, ως εν τω παρατιθεμένω
παραδείγματι του ηλίου, αδύνατον να συμπλακώσιν εις μίαν φαντασίαν.
262
Όπερ αδύνατον.
263
Ανάγκη ή να αποβάλη τις την αληθινήν δόξαν περί ηλίου, ή φυλάττων αυτήν να αμελή της αισθήσεως.
Αλλά είναι αδύνατον να αποβάλη την δόξαν, ενώ και το πράγμα δεν μετεβλήθη, αλλά διατηρείται και
αυτό ομοίως, ως και ο δοξάζων· ούτε πάλιν φυλάττων την δόξαν δύναται να πιστεύη εις την φαντασίαν,
ότι είναι ποδιαίος ο ήλιος.
260

264
265

τούτου, ἡ δὲ φαντασία κίνησίς
τις δοκεῖ εἶναι καὶ οὐκ ἄνευ
αἰσθήσεως γίνεσθαι ἀλλ'
αἰσθανομένοις καὶ ὧν αἴσθησις
ἔστιν, ἔστι δὲ γίνεσθαι κίνησιν
ὑπὸ τῆς ἐνεργείας τῆς
αἰσθήσεως, καὶ ταύτην ὁμοίαν
ἀνάγκη εἶναι τῇ αἰσθήσει, εἴη ἂν
αὕτη ἡ κίνησις οὔτε ἄνευ
αἰσθήσεως ἐνδεχομένη οὔτε μὴ
αἰσθανομένοις ὑπάρχειν, καὶ
πολλὰ κατ' αὐτὴν καὶ ποιεῖν καὶ
πάσχειν τὸ ἔχον, καὶ εἶναι καὶ
ἀληθῆ καὶ ψευδῆ.

τις, ήτις δεν γίνεται άνευ αισθήσεως,
άλλα μόνον εις όντα αισθανόμενα·
και προς πράγματα των οποίων
δύναται να γίνη αίσθησις, και επειδή
είναι δυνατόν να γίνη κίνησις μόνον
υπό της ενεργείας της αισθήσεως, η
κίνησις δε αύτη πρέπει να είναι ίση
με την δύναμιν της αισθήσεως, διά
τούτο η φαντασία, δύναταί τις ειπείν,
είναι κίνησις, ήτις ούτε άνευ
αισθήσεως ούτε εις μη αισθανόμενα
όντα δύναται να υπάρχη. Προσέτι
πολλά δύναται να πράξη και να πάθη
διά ταύτην το υποκείμενον το έχον
αυτήν, και τέλος αύτη δύναται να
είναι και αληθής και ψευδής.

τοῦτο δὲ συμβαίνει διὰ τάδε· ἡ
αἴσθησις τῶν μὲν ἰδίων ἀληθής
ἐστιν ἢ ὅτι ὀλίγιστον ἔχουσα τὸ
ψεῦδος. δεύτερον δὲ τοῦ
συμβεβηκέναι ταῦτα <ἃ
συμβέβηκε τοῖς αἰσθητοῖς>· καὶ
ἐνταῦθα ἤδη ἐνδέχετα
διαψεύδεσθαι· ὅτι μὲν γὰρ
λευκόν, οὐ ψεύδεται, εἰ δὲ τοῦτο
τὸ λευκὸν ἢ ἄλλο τι, ψεύδεται.
τρίτον δὲ τῶν κοινῶν καὶ
ἑπομένων τοῖς συμβεβηκόσιν
οἷς ὑπάρχει τὰ ἴδια (λέγω δ' οἷον
κίνησις καὶ μέγεθος) [ἃ
συμβέβηκε τοῖς αἰσθητοῖς]· περὶ
ἃ μάλιστα ἤδη ἔστιν
ἀπατηθῆναι κατὰ τὴν αἴσθησιν.

12. Τούτο 264 δε συμβαίνει διά τους
εξής λόγους. Το αίσθημα [σ. 117]
των πραγμάτων, τα οποία ιδιάζουσιν
εις εκάστην των αισθήσεων, είναι
αληθές ή έχει ολίγιστον το ψευδός.
Δεύτερον· το αίσθημα δύναται να
αναφέρηται εις το συμβεβηκός, και
τότε δύναται να ψεύδηται (να
πλανάται). Ότι π. χ. πράγμα τι είναι
λευκόν αληθεύει, αν όμως προστεθή,
ότι το λευκόν αντικείμενον είναι
τούτο ή άλλο τι πράγμα, γεννάται
απάτη. Τρίτον· πλάνη γεννάται επί
των κοινών ιδιοτήτων εις πάσας τας
αισθήσεις και επί εκείνων τα οποία
επακολουθούσιν εις τα συμβεβηκότα,
εν οις περιέχονται ιδιαίτεραι
ιδιότητες, εννοώ π. χ. κίνησιν και
μέγεθος, τα οποία είναι συμβεβηκότα
των αισθητών αντικειμένων, και ως
προς τα οποία προ πάντων είναι
δυνατόν να απατηθή τις υπό της
αισθήσεως.

ἡ δὲ κίνησις ἡ ὑπὸ τῆς ἐνεργείας
τῆς αἰσθήσεως γινομένη διοίσει,
ἡ ἀπὸ τούτων τῶν τριῶν
αἰσθήσεων, καὶ ἡ μὲν πρώτη
παρούσης τῆς αἰσθήσεως
ἀληθής, αἱ δ' ἕτεραι καὶ

13. Αλλ' η κίνησις η γινομένη υπό
της ενεργείας της αισθήσεως θα
διαφέρη κατά τα τρία ταύτα είδη
αισθήσεως (τα έξης). Η μεν πρώτη
κίνησις η προερχομένη εκ της
αισθήσεως 265 παρούσης είναι
αληθής· αι δε άλλαι δύο, είτε παρόν

Τα να είναι αληθής ή ψευδής η φαντασία.
Της αντιλήψεως των ιδιαζόντων εις έκαστον, ως λ.χ. το φως είναι ίδιον της όψεως.

429a

παρούσης καὶ ἀπούσης εἶεν ἂν
ψευδεῖς, καὶ μάλιστα ὅταν
πόρρω τὸ αἰσθητὸν ᾖ. εἰ οὖν
μηθὲν ἄλλο ἔχει τὰ εἰρημένα ἢ
φαν-

είναι το αισθητόν είτε όχι, δύνανται
να είναι ψευδείς, αλλά μάλιστα όταν
το αισθητόν είναι μακράν. Εάν
λοιπόν η φαντασία ουδέν άλλο
περιέχη παρά τα ειρημένα,

τασία (τοῦτο δ' ἐστὶ τὸ λεχθέν),
ἡ φαντασία ἂν εἴη κίνησις ὑπὸ
τῆς αἰσθήσεως τῆς κατ'
ἐνέργειαν γιγνομένη.

και αν είναι αύτη ό,τι ελέχθη,
δύναται να ορισθή, ότι η φαντασία
είναι κίνησις γινομένη (εν τη ψυχή)
υπό της ενεργεία αισθήσεως.

ἐπεὶ δ' ἡ ὄψις μάλιστα αἴσθησίς
ἐστι, καὶ τὸ ὄνομα ἀπὸ τοῦ
φάους εἴληφεν, ὅτι ἄνευ φωτὸς
οὐκ ἔστιν ἰδεῖν.

14. Επειδή δε η όψις είναι η κατ'
εξοχήν αίσθησις, διό η φαντασία
έλαβε το όνομα της εκ του φάους
(φωτός), διότι είναι αδύνατον να
ίδωμεν άνευ φωτός.

καὶ διὰ τὸ ἐμμένειν καὶ ὁμοίας
εἶναι ταῖς αἰσθήσεσι, πολλὰ κατ'
αὐτὰς πράττει τὰ ζῷα, τὰ μὲν
διὰ τὸ μὴ ἔχειν νοῦν, οἷον τὰ
θηρία, τὰ δὲ διὰ τὸ
ἐπικαλύπτεσθαι τὸν νοῦν ἐνίοτε
πάθει ἢ νόσῳ ἢ ὕπνῳ, οἷον οἱ
ἄνθρωποι. περὶ μὲν οὖν
φαντασίας, τί ἐστι καὶ διὰ τί
ἐστιν, εἰρήσθω ἐπὶ τοσοῦτον.

15. Και επειδή αι εικόνες της
φαντασίας εμμένουσιν (εν τη ψυχή)
και είναι όμοιαι με τα αισθήματα,
πολλά ένεκεν αυτών πράττουσι τα
ζώα, άλλα μεν διότι δεν έχουσι νουν,
π. χ. τα κατώτερα ζώα, άλλα δε, ως οι
άνθρωποι, διότι ενίοτε επισκοτίζεται
ο νους αυτών υπό του πάθους, ή των
νόσων ή του ύπνου. Περί της
φαντασίας [σ. 118] λοιπόν τί είναι
και διά τί είναι αύτη ας αρκέσωσι τα
ειρημένα. 266

Τα στάδια της γνώσεως είναι τρία: Πρώτον είναι η αίσθησις, δεύτερον η φαντασία, η δύναμις της χρήσεως
εικόνων απόντων αντικειμένων, και τρίτον ο νους. Η φαντασία προϋποθέτει αναγκαίως την αίσθησιν και ο νους την
φαντασίαν. Η αίσθησις χορηγεί εις την ψυχήν πληθύν εντυπώσεων και εικόνων του εξωτερικού κόσμου, και
αναφέρεται εις παρόν αντικείμενον. Η φαντασία είναι η δύναμις του φυλάττειν και αναπλάττειν τας εντυπώσεις και
τας εικόνας, όταν τα αντικείμενα δεν είναι παρόντα. Είναι δε φανερόν, ότι άνευ της φαντασίας ούτε μνήμη ούτε
νόησις δύνανται να λειτουργήσωσιν. Η λέξις φαντασία δηλοί και την δύναμιν και το φάντασμα, ήτοι την εσωτερικήν
εικόνα απόντος αισθητού αντικειμένου. Προσέτι δηλοί και την εμφάνειαν και το ψευδές φάσμα. Η πιστή εικών του
πραγματικού είναι τόσον αληθής, όσον και το αίσθημα. Ούτως η φαντασία παρέχει εικόνα και φως εντός της ψυχής.
Είναι δε διττή, φαντασία αισθητική, ήτοι αναπλαστική των εικόνων του πραγματικού κόσμου, και φαντασία
λογιστική, ήτοι πλαστική ή δημιουργική, ήτις ανήκει μόνον εις τον άνθρωπον, ενώ την πρώτην έχουσι και τα κτήνη.
Η φαντασία, ως δύναμις δεχομένη ή τηρούσα τας εικόνας, είναι η πηγή της μνήμης και της αναμνήσεως.—Φαντασία
και μνήμη διαφέρουσι κατά δύο τινά: α') η μνήμη θεωρεί το φάντασμα ως εικόνα, ως αντίτυπον πράγματός τινος,
ενώ η φαντασία θεωρεί αυτό απλώς ως εικόνα, β') η μνήμη θεωρεί ότι το πράγμα, ου αντίτυπον είναι το φάντασμα,
έχομεν ίδει ή μάθει, αναγνωρίζομεν αυτό ως μέρος παρελθούσης εμπειρίας.—Ανάμνησις είναι η βεβουλευμένη και
συνειδητή αναπόλησις της εικόνος, εξαρτάται δε εκ του αρχικού συνειρμού των κινήσεων ή των στοιχείων. Δυνάμει
του συνειρμού τούτου μία εικών αναπλάθεται υπ' άλλης πρότερον συνδεθείσης μετ' αυτής. Οι νόμοι αυτού είναι 1) ο
του ομοίου, 2) ο του εναντίου, 3) ο του σύνεγγυς ή συνεχόμενου. Η δημιουργική φαντασία πλάττει εικόνας, οίτινες
δεν αντιστοιχούσι προς παρελθούσας εμπειρίας ή αισθήσεις, αλλ' έχουσι μόνον ιδανικήν ή υποκειμενικήν ύπαρξιν.
Τοιαύται εικόνες είναι και αι φαντασίαι καθ' ύπνους και εν παραφροσύνη, αλλά και αι της καλλιτεχνίας κλπ. Η
φαντασία αύτη χορηγεί εις τον νουν γενικάς εικόνας προς σχηματισμόν γενικών εννοιών.
266

ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ,
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'
Περί του νου. — Αναφοραί νου και αισθήσεως.—Ο νους είναι προς τα νοητά ό,τι
η αίσθησις προς τα αισθητά =δεκτικός ειδών. Αλλ' ο νους είναι απαθής και
χωριστός των αισθητών. — Διαφοραί νου και αισθήσεως.—Λίαν σφοδρά
αίσθησις δεν είναι αντιληπτή, όσω όμως μάλλον νοητόν το αντικείμενον, τόσω
μάλλον καταληπτόν υπό του νου.—Ο νους δυνάμει είναι τα νοητά.—Ο νους
δύναται να νοή εαυτόν. 267

429a10

Περὶ δὲ τοῦ μορίου τοῦ τῆς
ψυχῆς ᾧ γινώσκει τε ἡ ψυχὴ καὶ
φρονεῖ, εἴτε χωριστοῦ ὄντος εἴτε
μὴ χωριστοῦ κατὰ μέγεθος
ἀλλὰ κατὰ λόγον, σκεπτέον τίν'
ἔχει διαφοράν, καὶ πῶς ποτὲ
γίνεται τὸ νοεῖν.

1. [σ. 119] Περί δε του μέρους της
ψυχής, διά του οποίου αύτη γινώσκει
και διανοείται, είτε το μέρος τούτο
είναι χωριστόν 268 είτε δεν είναι
χωριστόν κατά μέγεθος
(πραγματικώς) αλλά κατά λόγον (υπό
της νοήσεως), ανάγκη να εξετάσωμεν
τί έχει ως διακριτικόν 269 γνώρισμα
και πώς γίνεται η νόησις.

εἰ δή ἐστι τὸ νοεῖν ὥσπερ τὸ
αἰσθάνεσθαι, ἢ πάσχειν τι ἂν
εἴη ὑπὸ τοῦ νοητοῦ ἤ τι τοιοῦτον
ἕτερον.

2. Αν η νόησις είναι καθώς η
αίσθησις, ή είναι πάθος τι 270 όπερ
ενεργεί το νοητόν αντικείμενον, ή
είναι άλλο τι τοιούτον.

ἀπαθὲς ἄρα δεῖ εἶναι, δεκτικὸν
δὲ τοῦ εἴδους καὶ δυνάμει
τοιοῦτον ἀλλὰ μὴ τοῦτο, καὶ
ὁμοίως ἔχειν, ὥσπερ τὸ
αἰσθητικὸν πρὸς τὰ αἰσθητά,
οὕτω τὸν νοῦν πρὸς τὰ νοητά.
ἀνάγκη ἄρα, ἐπεὶ πάντα νοεῖ,
ἀμιγῆ εἶναι, ὥσπερ φησὶν
Ἀναξαγόρας, ἵνα κρατῇ, τοῦτο δ'
ἐστὶν ἵνα γνωρίζῃ
(παρεμφαινόμενον γὰρ κωλύει
τὸ ἀλλότριον καὶ ἀντιφράττει)·
ὥστε μηδ' αὐτοῦ εἶναι φύσιν

3. Πρέπει λοιπόν να είναι απαθής
μεν 271, ικανή όμως να δέχηται το
είδος (των ιδίων αντικειμένων) και
δυνάμει να είναι ομοία (με το
πράγμα) αλλ' ουχί αυτό το πράγμα,
και όπως η αίσθησις είναι προς τα
αισθητά, τοιαύτην σχέσιν πρέπει και
ο νους να έχη [σ. 120] προς τα νοητά.
Αναγκαίως άρα ο νους, επειδή νοεί
πάντα τα όντα, είναι αμιγής
(χωριστός από τα όντα), καθώς λέγει
ο Αναξαγόρας, ίνα δεσπόζη, τουτ'
έστιν ίνα γνωρίζη αυτά. Διότι ο νους
εμποδίζει και αποκλείει παν
στοιχείον, όπερ είναι ξένον και

Το παρόν κεφάλαιον είναι το σπουδαιότερον της όλης συγγραφής.
Κατά τόπον.
269
Από των άλλων μερών της ψυχής.
270
Ουχί κυρίως πάθημα, αλλά προαγωγή εκ δυνάμεως εις ενέργειαν και τελείωσιν.
271
Ούτε να υφίσταται κυριολεκτικώς πάθος, ούτε να έχη ίδιον είδος, αλλά να είναι δυνάμει πάντα τα
είδη.
267
268

429b

μηδεμίαν ἀλλ' ἢ ταύτην, ὅτι
δυνατός. ὁ ἄρα καλούμενος τῆς
ψυχῆς νοῦς (λέγω δὲ νοῦν ᾧ
διανοεῖται καὶ ὑπολαμβάνει ἡ
ψυχή) οὐθέν ἐστιν ἐνεργείᾳ τῶν
ὄντων πρὶν νοεῖν·

συνεμφανίζεται, ώστε η φύσις αυτού
ουδεμία άλλη είναι ειμή αύτη, ότι
δηλ. είναι δύναμις ή δυνατός (να
περιλάβη τας φύσεις και τα είδη
πάντων των άλλων). Άρα ο
ονομαζόμενος νους της ψυχής (λέγω
δε νουν εκείνο δι' ου η ψυχή
διανοείται και πλάττει συλλήψεις)
δεν είναι ενεργεία ουδέν εκ των
όντων, πριν να νοήση αυτό 272.

διὸ οὐδὲ μεμῖχθαι εὔλογον
αὐτὸν τῷ σώματι· ποιός τις γὰρ
ἂν γίγνοιτο, ἢ ψυχρὸς ἢ θερμός,
κἂν ὄργανόν τι εἴη, ὥσπερ τῷ
αἰσθητικῷ· νῦν δ' οὐθὲν ἔστιν.
καὶ εὖ δὴ οἱ λέγοντες τὴν ψυχὴν
εἶναι τόπον εἰδῶν, πλὴν ὅτι οὔτε
ὅλη ἀλλ' ἡ νοητική, οὔτε
ἐντελεχείᾳ ἀλλὰ δυνάμει τὰ
εἴδη.

4. Διά τούτο δεν είναι εύλογον (να
δεχθώμεν) ότι είναι μεμιγμένος με το
σώμα 273, διότι άλλως θα ελάμβανε
ποιότητά τινα, θα εγίνετο ψυχρός ή
θερμός (ως σώμα) ή θα ήτο όργανόν
τι, όμοιον με αισθητήριον. Αλλ'
ουδέν τοιούτον είναι ο νους. Και
ορθώς λέγουσιν 274 ότι η ψυχή είναι
τόπος των ειδών, πλην ούτε
ολόκληρος η ψυχή είναι τοιαύτη,
αλλά μόνον η νοητική ψυχή, ούτε
είναι εντελέχεια τα είδη (αι ιδέαι),
αλλά δυνάμει 275.

ὅτι δ' οὐχ ὁμοία ἡ ἀπάθεια τοῦ
αἰσθητικοῦ καὶ τοῦ νοητικοῦ,
φανερὸν ἐπὶ τῶν αἰσθητηρίων
καὶ τῆς αἰσθήσεως. ἡ μὲν γὰρ
αἴσθησις οὐ δύναται αἰσθάνε-

5. Είναι δε φανερόν και εκ των
αισθητηρίων και εκ της αισθήσεως,
ότι δεν είναι όμοιαι η απάθεια του
αισθητικού μέρους της ψυχής και η
του νοητικού. Διότι η μεν αίσθησις
δεν δύναται

σθαι ἐκ τοῦ σφόδρα αἰσθητοῦ,
οἷον ψόφου ἐκ τῶν μεγάλων
ψόφων, οὐδ' ἐκ τῶν ἰσχυρῶν
χρωμάτων καὶ ὀσμῶν οὔτε ὁρᾶν
οὔτε ὀσμᾶσθαι· ἀλλ' ὁ νοῦς ὅταν
τι νοήσῃ σφόδρα νοητόν, οὐχ
ἧττον νοεῖ τὰ ὑποδεέστερα,
ἀλλὰ καὶ μᾶλλον· τὸ μὲν γὰρ
αἰσθητικὸν οὐκ ἄνευ σώματος, ὁ
δὲ χωριστός.

να αισθάνηται το αισθητόν, όταν
τούτο ενεργή σφοδρώς, λ. χ. ούτε
ήχον ακούει, όταν ηχώσι μεγάλοι
ήχοι, ούτε χρώματα βλέπει, όταν
είναι λίαν ζωηρά, ούτε οσμάς
αισθάνεται, όταν είναι λίαν δυναταί.
Αλλ' ο νους, όταν νοήση τι σφοδρά
νοητόν (βαθύ νόημα), ουχί [σ. 121]
ολιγώτερον, αλλά περισσότερον νοεί
τας μικροτέρας λεπτομέρειας. Διότι η
μεν αισθητική δύναμις δεν υπάρχει

Ο νους μόνον αφού νόηση γίνεται ως τα πράγματα α νοεί, όπως και η αίσθησις γίνεται ως τα αισθητά,
όταν αισθανθή αυτά.
273
Μόνον σώμα μίγνυται με σώμα.
274
Ο Πλάτων και η Ακαδημία.
275
Μεταφορικώς λέγεται η ψυχή τόπος ειδών, ουχί όλη, αλλά μόνον η αισθητική και η νοητική δύναμις
αυτής, και ουχί διότι η ψυχή περιέχει, αλλά διότι γίνεται τα νοητά, και τα αισθητά. Ο νους όμως είναι
δυνάμει τα νοητά (αι ιδέαι), ενεργεία δε νοών ταύτα νοεί εαυτόν.
272

άνευ του σώματος, ο δε νους είναι
χωριστός από του σώματος 276.
ὅταν δ' οὕτως ἕκαστα γένηται
ὡς ὁ ἐπιστήμων λέγεται ὁ κατ'
ἐνέργειαν (τοῦτο δὲ συμβαίνει
ὅταν δύνηται ἐνεργεῖν δι'
αὑτοῦ), ἔστι μὲν καὶ τότε
δυνάμει πως, οὐ μὴν ὁμοίως καὶ
πρὶν μαθεῖν ἢ εὑρεῖν· καὶ αὐτὸς
δι' αὑτοῦ τότε δύναται νοεῖν.

6. Όταν δε ο νους νοών γείνη
έκαστον των νοητών ούτως, όπως
λέγεται επιστημών ο κατ' ενέργειαν
επιστήμων 277, τούτο δε συμβαίνει,
όταν δύναται ούτος να ενεργή 278 δι'
εαυτού μόνου, είναι μεν ο νους και
τότε κατά τίνα τρόπον δυνάμει, αλλ'
όχι ομοίως, όπως πριν να μάθη ή
εύρη το αντικείμενον 279, διότι αυτός
ούτος τότε δύναται να νοή εαυτόν 280.

ἐπεὶ δ' ἄλλο ἐστὶ τὸ μέγεθος
καὶ τὸ μεγέθει εἶναι, καὶ ὕδωρ
καὶ ὕδατι εἶναι (οὕτω δὲ καὶ ἐφ'
ἑτέρων πολλῶν, ἀλλ' οὐκ ἐπὶ
πάντων· ἐπ' ἐνίων γὰρ ταὐτόν
ἐστι), τὸ σαρκὶ εἶναι καὶ σάρκα ἢ
ἄλλῳ ἢ ἄλλως ἔχοντι κρίνει· ἡ
γὰρ σὰρξ οὐκ ἄνευ τῆς ὕλης,
ἀλλ' ὥσπερ τὸ σιμόν, τόδε ἐν
τῷδε. τῷ μὲν οὖν αἰσθητικῷ τὸ
θερμὸν καὶ τὸ ψυχρὸν κρίνει,
καὶ ὧν λόγος τις ἡ σάρξ· ἄλλῳ
δέ, ἤτοι χωριστῷ ἢ ὡς ἡ
κεκλασμένη ἔχει πρὸς αὑτὴν
ὅταν ἐκταθῇ, τὸ σαρκὶ εἶναι
κρίνει.

7. Επειδή δε άλλο είναι αισθητόν τι
μέγεθος και άλλο το είδος, η ουσία
του μεγέθους, άλλο ύδωρ τι αισθητόν
και άλλο το είδος (η φύσις) του
ύδατος· ομοίως δε και εις πολλά
άλλα (αλλ' ουχί εις πάντα, διότι είς
τινα είναι τα αυτά), το είδος της
σαρκός και την αισθητήν σάρκα η
ψυχή κρίνει ή δι' άλλου μέρους
έκαστον χωριστά ή διά του αυτού,
άλλως όμως έχοντος 281. Διότι η μεν
σαρξ [σ. 122] αύτη δεν υπάρχει άνευ
της ύλης 282, αλλά, όπως η σιμότης
(της ρινός) 283, είναι τούτο το μερικόν
πράγμα εις τούτο το πράγμα. Διά της
αισθήσεως λοιπόν η ψυχή διακρίνει
το θερμόν και το ψυχρόν και εκείνας
τας ποιότητας, των οποίων αναφορά
και ένωσις είναι η σαρξ. Την έννοιαν
(φύσιν) όμως της σαρκός κρίνει ή δι'
άλλης δυνάμεως, ήτις είναι διάφορος
και χωριστή 284 ή όπως κεκλασμένη

Δεν έχει όργανα ειδικά ως η αίσθησις, αλλά λειτουργεί ανεξάρτητος από του σώματος.
Ο αμαθής είναι δυνάμει επιστήμων, έχει την δύναμιν να γείνη επιστήμων. Όταν όμως μάθη την
επιστήμην, κατέχει (έξις) αυτήν, και είναι μεν και τότε δυνάμεις, αλλ' όχι όπως πριν να μάθη. Όταν δε
ενεργοποιή την επιστήμην ην έχει (λ. χ. ο ιατρός την ιατρικήν), τότε είναι ενεργεία, ή εντελεχεία
επιστήμων.
278
Τότε δεν έχει ανάγκην διδασκαλίας, αλλ' εξ ιδίας ενεργείας νοεί τα πράγματα και εαυτόν.
279
Πρότερον ήτο απλή δύναμις, πριν να νοήση ήτο μηδέν. Πριν να μάθη = διδαχθή. Πριν να εύρη =
ανακαλύψη τι εξ ιδίας ενεργείας.
280
Ο νους νοήσας ήδη έγεινεν αυτά τα πράγματα, τα οποία νοεί, και τώρα νοών αυτά νοεί εαυτόν.
281
Μία δύναμις διαφόρως διατιθεμένη, ήτοι υπό διαφόρους όρους δρώσα, δύναται να γινώσκη οτέ μεν το
αισθητόν, λ. χ. τούτο το ύδωρ, οτέ δε το καθόλου, την ουσίαν και το είδος των πραγμάτων, το ύδωρ εν
γένει. Αλλ' εις μεν τα φυσικά πράγματα η ύπαρξις του πράγματος και το είδος ή η έννοια αυτού είναι
χωριστά, ενώ εις τα άϋλα, τα νοητά, λ. χ. εις το άπειρον, τα δύο στοιχεία είναι αχώριστα.
282
Η σαρξ αύτη ην βλέπομεν ή εγγίζομεν, είναι αισθητή, καθ' όσον σύγκειται εξ υλικών στοιχείων.
283
Η σιμότης δεν είναι άνευ της ρινός, διότι είναι μορφή αυτής.
284
Λογικώς χωριστή, ο νους.
276
277

γραμμή xxix αναφέρεται προς εαυτήν,
όταν εκταθή.
πάλιν δ' ἐπὶ τῶν ἐν ἀφαιρέσει
ὄντων τὸ εὐθὺ ὡς τὸ σιμόν· μετὰ
συνεχοῦς γάρ· τὸ δὲ τί ἦν εἶναι, εἰ
ἔστιν ἕτερον τὸ εὐθεῖ εἶναι καὶ τὸ
εὐθύ, ἄλλο· ἔστω γὰρ δυάς. ἑτέρῳ
ἄρα ἢ ἑτέρως ἔχοντι κρίνει. ὅλως
ἄρα ὡς χωριστὰ τὰ πράγματα τῆς
ὕλης, οὕτω καὶ τὰ περὶ τὸν νοῦν.

429b.22

8. Το ευθύ 285 θεωρούμεν εις τα κατ'
αφαίρεσιν όντα (τα μαθηματικά),
όπως το σιμόν, διότι συνδέονται μετά
της υλικής συνεχείας (του σώματος).
Αλλ' ως προς την έννοιαν ή το είδός
τινος, εάν είναι διάφορα ή έννοια του
ευθέος και το ευθύ πράγμα (και είναι
όντως δύο πράγματα), άλλη δύναμις
κρίνει αυτήν. Η ψυχή λοιπόν κρίνει
εις τας δύο περιπτώσεις δι' άλλης
δυνάμεως ή διά μιας διαφοροτρόπως
διακειμένης. Και εν γένει, όπως
υπάρχουσι πράγματα χωριστά
(αφηρημένα) από της ύλης, ούτως
είναι και τα του νου.

ἀπορήσειε δ' ἄν τις, εἰ ὁ νοῦς
ἁπλοῦν ἐστὶ καὶ ἀπαθὲς καὶ
μηθενὶ μηθὲν ἔχει κοινόν,
ὥσπερ φησὶν Ἀναξαγόρας, πῶς
νοήσει, εἰ τὸ νοεῖν πάσχειν τί
ἐστιν (ᾗ γάρ τι κοινὸν ἀμφοῖν
ὑπάρχει, τὸ μὲν ποιεῖν δοκεῖ τὸ
δὲ πάσχειν),

9. Δύναταί τις να ερωτήση: αν ο νους
είναι απλούς και απαθής και ουδέν
κοινόν έχη με οιονδήποτε άλλο
πράγμα, καθώς λέγει ο Αναξαγόρας,
πώς δύναται να νοή, αν η νόησις (το
νοείν) είναι πάθος (πάσχειν) τι; Διότι
μόνον καθ' όσον υπάρχει κοινόν τι
μεταξύ δύο τινών φαίνονται, ότι το
μεν ποιεί, το δ' άλλο πάσχει 286.

ἔτι δ' εἰ νοητὸς καὶ αὐτός; ἢ γὰρ
τοῖς ἄλλοις νοῦς ὑπάρξει, εἰ μὴ
κατ' ἄλλο αὐτὸς νοητός, ἓν δέ τι
τὸ νοητὸν εἴδει, ἢ μεμιγμένον τι
ἕξει, ὃ ποιεῖ νοητὸν αὐτὸν
ὥσπερ τἆλλα.

10. Προσέτι ερωτάται, αν ο νους
είναι και αυτός νοητός (αντικείμενον
νοήσεως). Εάν είναι νοητός, τότε ή
θα υπάρχη εις [σ. 123] τα άλλα
πράγματα 287, εκτός εάν είναι νοητός
κατά τρόπον διάφορον αυτών και το
νοητόν αντικείμενον είναι εν μόνον
πράγμα κατά το είδος,—ή άλλως ο
νους έχει μικτήν τινα σύνθεσιν 288, η
οποία τον καθιστά νοητόν, όπως τα
άλλα πράγματα 289.

ἢ τὸ μὲν πάσχειν κατὰ κοινόν τι 11. Αλλά “το μεν πάσχειν κατ'
290
διῄρηται πρότερον, ὅτι δυνάμει αναφοράν προς κοινόν στοιχείον”
Λ. χ. η ευθεία γραμμή.
Το κοινόν των δυο όρων είναι η αναφορά η ενούσα αυτούς, των οποίων ο πρώτος είναι ικανός να
δρα επί του δευτέρου, ούτος δε να δέχηται την ενέργειαν του πρώτου, ων δυνάμει ό,τι είναι ο πρώτος
ενεργεία.
287
Τα νοητά. Ο νους νοών εαυτόν νοεί ή δι' εαυτού ή δι' άλλου. Εάν νοή δι' εαυτού, τότε νοών άλλα
νοητά ανευρίσκει εαυτόν εις ταύτα, άτινα τότε γίνονται αυτά νοούντα άμα και νοητά.
288
Εν ή το εν είναι το νοούν και το άλλο είναι το νοούμενον.
289
Τα οποία δεν είναι ο νους, αλλά νοούνται μόνον υπ' αυτού.
290
Καθ' ην ο νους είναι δυνάμει ό,τι τα νοητά είναι ενεργεία.
285
286

430a

πώς ἐστι τὰ νοητὰ ὁ νοῦς, ἀλλ'
ἐντελεχείᾳ οὐδέν, πρὶν ἂν νοῇ·
δυνάμει δ' οὕτως

έχει ανωτέρω διακριθή και ορισθή,
ότι ο νους είναι τρόπον τινά δυνάμει
τα νοητά, αλλά πριν να νοήση δεν
είναι ουδέν εντελεχώς, και ούτω
πρέπει να συμβαίνη,

ὥσπερ ἐν γραμματείῳ ᾧ μηθὲν
ἐνυπάρχει ἐντελεχείᾳ
γεγραμμένον· ὅπερ συμβαίνει
ἐπὶ τοῦ νοῦ.

όπως εις πινάκιον, εις το οποίον
τίποτε δεν υπάρχει πραγματικώς
γεγραμμένον. Και τούτο ακριβώς
συμβαίνει εις τον νουν291.

καὶ αὐτὸς δὲ νοητός ἐστιν
ὥσπερ τὰ νοητά. ἐπὶ μὲν γὰρ
τῶν ἄνευ ὕλης τὸ αὐτό ἐστι τὸ
νοοῦν καὶ τὸ νοούμενον· ἡ γὰρ
ἐπιστήμη ἡ θεωρητικὴ καὶ τὸ
οὕτως ἐπιστητὸν τὸ αὐτό ἐστιν
(τοῦ δὲ μὴ ἀεὶ νοεῖν τὸ αἴτιον
ἐπισκεπτέον)· ἐν δὲ τοῖς ἔχουσιν
ὕλην δυνάμει ἕκαστον ἔστι τῶν
νοητῶν. ὥστ' ἐκείνοις μὲν οὐχ
ὑπάρξει νοῦς (ἄνευ γὰρ ὕλης
δύναμις ὁ νοῦς τῶν τοιούτων),
ἐκείνῳ δὲ τὸ νοητὸν ὑπάρξει.

12. Και αυτός είναι αντικείμενον
νοήσεως (νοητός) καθώς τα άλλα
νοητά πράγματα 292. Διότι εις τα άϋλα
ταύτα όντα το νοούν ον και το
νοούμενον είναι το αυτό πράγμα. Η
θεωρητική επιστήμη 293 και το ούτως
γινωσκόμενον αντικείμενον είναι εν
και το αυτό. Ανάγκη όμως να
εξετασθή διά τίνα αιτίαν δεν νοεί
πάντοτε 294. Αλλ' εις τα πράγματα τα
έχοντα ύλην έκαστον αυτών είναι
μόνον δυνάμει νοητόν 295, ώστε εις
ταύτα μεν δεν είναι στοιχείον ο [σ.
124] νους 296, διότι ο νους είναι
δύναμις των πραγμάτων τούτων άνευ
της ύλης των, ενώ εις αυτόν τον νουν
υπάρχει το αντικείμενον της
νοήσεως 297. [σ. 125]

Αι τοιαύται μεταφοραί υλικών σχέσεων εις τα όλως νοητά δεν πρέπει να λαμβάνωνται κατά γράμμα, άλλως
γίνονται παραίτιοι παρεξηγήσεων. Ο νους είναι δύναμις άμα και ενέργεια, είναι μορφή άμα και περιεχόμενον.
292
Αι έννοιαι του νου, τα καθ' όλου, και αι μαθηματικοί αφαιρέσεις.
293
Ήτοι η νόησις, ήτις θεωρεί τα όλως νοητά και απηλλαγμένα παντός υλικού στοιχείου.
294
Δεν νοεί συνεχώς (πάντοτε) ως ων απλή δύναμις.
295
Το νοητόν υπάρχει μόνον δυνάμει εις τα υλικά όντα, ενεργεία δε υπάρχει μόνον εν τω νω.
296
Δεν είναι υλικός ο νους.
297
Η διάνοια λοιπόν είναι δυνάμει το περιεχόμενον του νοητού αντικειμένου, και ενεργούσα ταυτίζεται προς εαυτήν·
αλλ' ο αυτοσυνειδώς νους είναι ουσιωδώς ενεργεία τοιούτος, αφού είναι πάντα εν εαυτώ. Ούτως ο Αριστοτέλης είναι
καθαρός ιδεοκρατικός και ουχί εμπειρικός. Κακώς δε ενοήθη η παρομοίωσις του νου προς βιβλίον, εις το οποίον
ουδέν ακόμη έχει γραφή. Η παθητικότης του νου σημαίνει μόνον την δύναμιν προ της ενεργείας. Ο νους δεν είναι
βέβαια πράγμά τι αισθητόν, δεν έχει την παθητικότητα γραμματείου ή χάρτου αγράφου. Ο νους είναι αυτή η
ενέργεια, ήτις άρα δεν είναι εξωτερική προς αυτόν, ως συμβαίνει προς τον χάρτην. Η παρομοίωσις λοιπόν
περιορίζεται μόνον εις τούτο: ότι η ψυχή περιεχόμενον έχει μόνον καθ' όσον πραγματικώς ενεργεί η νόησις. Η ψυχή
είναι το άγραφον τούτο βιβλίον· τ. έ. η ψυχή είναι δυνάμει πάντα, αλλά δεν είναι εν εαυτή η ολότης αύτη· είναι ως
βιβλίον, όπερ περιέχει δυνάμει πάντα, αλλ' ουδέν ακόμη ενεργεία πριν ή ενεργηθή γραφή επ' αυτού. Προ της
πραγματικής ενεργείας ουδέν αληθώς υπάρχει· αλλ' αυτός ο νους είναι νοητός, όπως τα νοητά εν γένει αντικείμενα,
διότι εις το μη έχον ύλην (εις τον νουν) το νοούν (υποκείμενον) και το νοούμενον (αντικείμενον) είναι το αυτό. Η
θεωρητική επιστήμη και το αντικείμενον αυτής, το επιστητόν, είναι το αυτό. Αλλ' εις το έχον ύλην η νόησις είναι
μόνον δυνάμει, ούτως ώστε ο νους δεν ανήκει εις αυτό, διότι ο νους είναι δύναμις άνευ ύλης, αλλά το νοητόν υπάρχει
εν αυτώ. Ο νους είναι πάντα τα νοητά εν εαυτώ· εν ώ η φύσις περιέχει μεν την ιδέαν, είναι νους, αλλά μόνον εν
δυνάμει, εν αυτή ο νους δεν γίνεται προς εαυτόν, δεν γινώσκει εαυτόν. Ο νους όμως δεν είναι υλικόν, αλλά το
καθολικόν, η καθολική δύναμις άνευ ύλης και είναι ενεργεία μόνον όταν νοή. Εκ τούτων είναι φανερόν, ότι η
παρομοίωσις εξηγήθη όλως αντιθέτως προς τον νουν του Αριστοτέλους. (Έγελος Ιστορ. Φιλοσοφ. σελ. 387).
291

ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ,
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'
Ο νους είναι διττός, ο μεν ως ύλη, ο δε το αίτιον. — Ο ποιητικός νους είναι
απαθής και αθάνατος.—Ο παθητικός είναι φθαρτός, αναγκαίος όμως προς
νόησιν.

4310a10

Ἐπεὶ δ' [ὥσπερ] ἐν ἁπάσῃ τῇ
φύσει ἐστὶ [τι] τὸ μὲν ὕλη
ἑκάστῳ γένει (τοῦτο δὲ ὃ πάντα
δυνάμει ἐκεῖνα), ἕτερον δὲ τὸ
αἴτιον καὶ ποιητικόν, τῷ ποιεῖν
πάντα, οἷον ἡ τέχνη πρὸς τὴν
ὕλην πέπονθεν, ἀνάγκη καὶ ἐν
τῇ ψυχῇ ὑπάρχειν ταύτας τὰς
διαφοράς· καὶ ἔστιν ὁ μὲν
τοιοῦτος νοῦς τῷ πάντα
γίνεσθαι, ὁ δὲ τῷ πάντα ποιεῖν,
ὡς ἕξις τις, οἷον τὸ φῶς· τρόπον
γάρ τινα καὶ τὸ φῶς ποιεῖ τὰ
δυνάμει ὄντα χρώματα
ἐνεργείᾳ χρώματα. καὶ οὗτος ὁ
νοῦς χωριστὸς καὶ ἀπαθὴς καὶ
ἀμιγής, τῇ οὐσίᾳ ὢν ἐνέργεια·

1. [σ. 125] Όπως εις άπασαν την
φύσιν υπάρχει αφ' ενός μεν η ύλη 298
εις έκαστον γένος όντων (και τούτο
είναι ό,τι είναι δυνάμει πάντα ταύτα
τα όντα), αφ' ετέρου δε το αίτιον και
το ποιούν, διότι πάντα ποιεί (η
αιτία), οποίαν σχέσιν η τέχνη έχει
προς την ύλην ούτω πρέπει
αναγκαίως να υπάρχωσιν εν τη
ψυχή 299 αι δύο αυταί διαφοραί. Και
τοιούτος είναι ο νους, διότι αφ' ενός
μεν 300 γίνεται πάντα τα πράγματα,
αφ' ετέρου δε ποιεί πάντα ως έξις
(ικανότης) τοιαύτη, οποία είναι το
φως. Διότι και το φως τρόπον τινά τα
δυνάμει όντα χρώματα ποιεί ενεργεία
χρώματα 301. Και ούτος ο νους είναι
χωριστός 302 και απαθής και αμιγής
(με άλλο) και κατά την ουσίαν του
είναι ενέργεια.

ἀεὶ γὰρ τιμιώτερον τὸ ποιοῦν
τοῦ πάσχοντος καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς
ὕλης. [τὸ δ' αὐτό ἐστιν ἡ κατ'
ἐνέργειαν ἐπιστήμη τῷ
πράγματι· ἡ δὲ κατὰ δύναμιν
χρόνῳ προτέρα ἐν τῷ ἑνί, ὅλως
δὲ οὐδὲ χρόνῳ, ἀλλ' οὐχ ὁτὲ μὲν

2. Διότι πάντοτε το ποιούν είναι
ανώτερον του πάσχοντος και η αρχή
(το αίτιον) είναι ανωτέρα της ύλης.
Η εν ενεργεία [σ. 126] γνώσις είναι
το αυτό με το αντικείμενον της (το
επιστητόν). Αλλ' η κατά δύναμιν
επιστήμη είναι μεν χρονικώς
προτέρα εν τω ατόμω 303. Απολύτως
όμως θεωρούμενη δεν είναι προτέρα

Δεν εννοεί την αισθητήν και εξωτερικήν ύλην. Παν ον έχει δύο στοιχεία, την ύλην (δύναμιν) και το
είδος (ενέργεια), όπερ είναι και το αίτιον (ειδικόν, και ποιητικόν και τελικόν). Και ο νους είναι νους
παθητικός ως ύλη, και νους ποιητικός είναι ως αίτιον.
299
Τη νοητική ψυχή.
300
Ο δυνάμει νους γίνεται ενεργεία πάντα, όσα νοεί.
301
Βλέπε Βιβλίον Δεύτερον 71.
302
Ουχί υλικώς, αλλά νοητώς.
303
Ο ποιητικός νους είναι υπέρτερος του παθητικού και λόγω χρονικής προτερότητος. Η ενέργεια είναι
προτέρα της δυνάμεως, διότι η δύναμις δεν γίνεται ενεργεία τι ειμή δι' αιτίου ενεργεία υπάρχοντος, οίον
είναι η τέχνη ή η φύσις (άνθρωπος γεννά άνθρωπον).
298

νοεῖ ὁτὲ δ' οὐ νοεῖ.] χωρισθεὶς δ'
ἐστὶ μόνον τοῦθ' ὅπερ ἐστί, καὶ
τοῦτο μόνον ἀθάνατον καὶ
ἀΐδιον (οὐ μνημονεύομεν δέ, ὅτι
τοῦτο μὲν ἀπαθές, ὁ δὲ
παθητικὸς νοῦς φθαρτός)· καὶ
ἄνευ τούτου οὐθὲν νοεῖ.

χρονικώς. Δεν είναι όμως τοιούτος ο
νους ώστε άλλοτε μεν νοεί, άλλοτε
δε δεν νοεί 304. Μόνον όταν χωρισθή
ο νους, τότε μόνον είναι όντως ό,τι
είναι, και ούτος μόνος είναι
αθάνατος και αιώνιος. Δεν
ενθυμούμεθα δε αυτόν, διότι ούτος
είναι απαθής 305. Ο παθητικός όμως
νους είναι φθαρτός 306 και άνευ
τούτου ουδεμία υπάρχει. νόησις 307.

Τούτο συμβαίνει μόνον εις τον παθητικόν νουν.
Η μνήμη είναι μνήμη εικόνων ή αλλων παθημάτων προτεροχρόνων. Αλλ' ο ποιητικός νους είναι
απαθής και αΐδιος, δεν έχει λοιπόν πρότερον και ύστερον χρονικώς.
306
Ο παθητικός νους διαλύεται και δεν υφίσταται εν τη νέα ζωή, εις ην εισέρχεται η νοούσα ψυχή.
307
Πάσα γνώσις είναι κατά πρώτον γνώσις άμεσος, δεδομένη, εμπειρική, και ως τοιαύτη είναι
ατελεστάτη, ίνα δε μεταβληθή εις επιστημονικήν γνώσιν, απαιτείται η ενέργεια του ποιητικού νου ή του
λόγου, όστις τας εποπτείας και παραστάσεις του παθητικού νου μετατρέπει εις καθαρά νοήματα. Ούτω
προέρχεται νέος κόσμος, όλως νοερός. Ο ποιητικός λοιπόν νους είναι προς τον παθητικόν ως είδος προς
ύλην. Ο νους, ως παθητικός μεν, γίνεται ή δέχεται πάσαν πραγματικότητα, ως ποιητικός δε δημιουργεί
πάσαν πραγματικότητα, παρέχων αυτή είδος λογικόν, νοητόν (διακοσμών την ύλην). Η νόησις και η
αισθητική αντίληψις δεν είναι το αυτό, αλλά δεν είναι όλως κεχωρισμέναι. Εν τη νοήσει νοούμεν ό,τι
δίδοται δυνάμει εν τη αντιλήψει, αλλά το αντικείμενον τούτο της νοήσεως πρέπει πρώτον να γείνη νοητόν
διά δημιουργικής ενεργείας του νου. Ο νους δημιουργεί, τον κόσμον του εις όρους ιδικούς του (τ. έ.
νοητόν κόσμον), και επειδή τα υλικά του είναι νοήματα, νοεί εαυτόν, και ούτως υποκείμενον και
αντικείμενον είναι ταύτα. Ο Αριστοτέλης ενιαχού φαίνεται δοξάζων, ότι πασά η γνώσις ημών είναι εκ
των υστέρων. Εν τοις [σ. 127] Αναλυτικοίς όμως θεωρεί τας υψίστας αρχάς της γνώσεως ως αμέσους
και ως προϋποθέσεις της εμμέσου και παραγωγού γνώσεως. Αι έσχατοι αύται αρχαί είναι προτάσεις, ων
τα κατηγορούμενα είναι δεδομένα εν τω υποκειμένω, και είναι αναγκαίως αληθείς. Ο αποδεικτικός
συλλογισμός ως προκείμενος έχει τας εσχάτας ταύτας αρχάς του νου. Της επαγωγής υπερτέρα είναι η
εξαγωγή, διότι είναι η ερμηνεία των φαινομένων διά των εσχάτων αρχών της γνώσεως και της
υπάρξεως, ήτοι διά καθολικών νόμων και αιτίων.
Αι αρχαί και τα νοητά είδη είναι και εν τω νω και εν τοις πράγμασιν, ανακαλύπτονται δε υπό του νου εν
τω φαινομενικώ κόσμω. Ούτως ο νους ανευρίσκει εαυτόν εν τω κόσμω, και νοών το αντικείμενον νοεί
εαυτόν. Όπως δε το φως ποιεί ορατά τα χρώματα, ούτως ο νους ποιεί νοητά τα καθόλου είδη. Το υλικόν
αυτού, όπερ διαπλάσσει ως καλλιτέχνης, είναι το περιεχόμενον της παραστατικής συνειδήσεως.
Αντίληψις και νόησις συμπληρούσιν αλλήλας· η μεν νόησις απαιτεί την φαντασίαν, η δε αντίληψις μένει
τυφλή, εάν δεν φωτίζηται και δεν ανυψούται εις έννοιαν υπό του νου.
Ο ποιητικός νους είναι το θείον εν τω ανθρώπω, είναι χωριστός από της οργανικής ζωής και τρόπον τινά
εισέρχεται εις το σώμα έξωθεν. Μη ανήκων δε εις τον φυσικόν οργανισμόν, δεν απόλλυται μετ' αυτού και
δεν είναι ατομικός, αλλ' είναι απαθής και αμιγής, αναλλοίωτος και αθάνατος. [σ. 128]
304
305

ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ,
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ς'
Η νόησις πρώτον περί τους απλούς όρους, έπειτα δε περί την σύνθεσιν αυτών. —
Εν τη συνθέσει μόνη υπάρχει το αληθές και το ψεύδος. — Αληθής είναι μόνον η
νόησις του είδους και της ουσίας, ουχί η των συμβεβηκότων.

430a27

Ἡ μὲν οὖν τῶν ἀδιαιρέτων
νόησις ἐν τούτοις περὶ ἃ οὐκ ἔστι
τὸ ψεῦδος, ἐν οἷς δὲ καὶ τὸ ψεῦδος
καὶ τὸ ἀληθές σύνθεσίς τις ἤδη
νοημάτων ὥσπερ ἓν ὄντωνκαθάπερ Ἐμπεδοκλῆς ἔφη "ᾗ
πολλῶν μὲν κόρσαι ἀναύχενες
ἐβλάστησαν", ἔπειτα συντίθεσθαι
τῇ φιλίᾳ, οὕτω καὶ ταῦτα
κεχωρισμένα συντίθεται, οἷον τὸ
ἀσύμμετρον καὶ ἡ διάμετρος-

430b

1. [σ. 128] Η νόησις των
αδιαιρέτων xxx (απλών εννοιών)
αντικείμενον έχει ταύτα, εκ των
οποίων δεν γεννάται ψευδός. Διότι
εις εκείνα μόνα ευρίσκεται και το
ψεύδος και το αληθές, τα οποία είναι
σύνθεσις νοημάτων εις μίαν
ενότητα 308. Καθώς είπεν ο
Εμπεδοκλής “Ούτω πολλών όντων
κεφαλαί εβλάστησαν άνευ αυχένων”
και έπειτα ηνώθησαν διά της φιλίας.
Ούτω και τα νοήματα, άπερ είναι
κεχωρισμένα ενούνται (υπό της
διανοίας). Λ. χ. η έννοια του
ασυμμέτρου και η της διαμέτρου 309.

ἂν δὲ γενο-

2. Αν δε πρόκειται περί πραγμάτων,

μένων ἢ ἐσομένων, τὸν χρόνον
προσεννοῶν [καὶ] συντίθησι. τὸ
γὰρ ψεῦδος ἐν συνθέσει ἀεί· καὶ
γὰρ ἂν τὸ λευκὸν μὴ λευκὸν
<φῇ, τὸ λευκὸν καὶ> τὸ μὴ
λευκὸν συνέθηκεν· ἐνδέχεται δὲ
καὶ διαίρεσιν φάναι πάντα. ἀλλ'
οὖν ἔστι γε οὐ μόνον τὸ ψεῦδος
ἢ ἀληθὲς ὅτι λευκὸς Κλέων
ἐστίν, ἀλλὰ καὶ ὅτι ἦν ἢ ἔσται.
τὸ δὲ ἓν ποιοῦν ἕκαστον, τοῦτο
ὁ νοῦς.

τα οποία ήσαν ή θα είναι, ο νους
υπονοεί προσέτι τον χρόνον και με
τας εννοίας συμπλέκει αυτόν. Το
ψεύδος δε και ενταύθα μόνον εν τη
συνθέσει 310 των εννοιών υπάρχει.
Διότι, και ότε τις λέγει, ότι το
λευκόν δεν είναι λευκόν, συμπλέκων
(διά συμπλοκής) λέγει, ότι δεν είναι
λευκόν το λευκόν. Αλλά δυνατόν
είναι να εφαρμόσωμεν εις πάντα την
διαίρεσιν. Δεν είναι όμως δυνατόν η
πρότασις, ο Κλέων (νυν) [σ. 129]
είναι λευκός, μόνον να ήναι ψεύδος
ή αληθές, αλλά δυνατόν τούτο να
εφαρμοσθή εις το παρελθόν ή το
μέλλον. Εκείνο δε όπερ ταύτα

Τοιαύτη είναι η πρότασις, ήτις καίτοι έχει διάφορα στοιχεία είναι μία ενότης.
Διάμετρος νοείται η διαγώνιος του τετραγώνου ή και η διάμετρος του κύκλου. Διότι και εκείνη είναι
ασύμμετρος προς την πλευράν του ορθογωνίου τριγώνου και η διάμετρος προς την περιφέρειαν. Ούτως:
η διάμετρος είναι, ασύμμετρος είναι πρότασις αληθής. Η διάμετρος δεν είναι ασύμμετρος: είναι ψεύδος.
310
Είτε εις το παρελθόν είτε είς το μέλλον αναφέρεται νυν.
308
309

κάμνει εν, τούτο είναι ο νους ο
συμπλέκων έκαστον πράγμα.
430b6

τὸ δ' ἀδιαίρετον ἐπεὶ διχῶς, ἢ
δυνάμει ἢ ἐνεργείᾳ, οὐθὲν
κωλύει νοεῖν τὸ <διαιρετὸν ᾗ>
ἀδιαίρετον, <οἷον> ὅταν νοῇ τὸ
μῆκος (ἀδιαίρετον γὰρ
ἐνεργείᾳ), καὶ ἐν χρόνῳ
ἀδιαιρέτῳ· ὁμοίως γὰρ ὁ χρόνος
διαιρετὸς καὶ ἀδιαίρετος τῷ
μήκει. οὔκουν ἔστιν εἰπεῖν ἐν
τῷ ἡμίσει τί ἐνόει ἑκατέρῳ· οὐ
γὰρ ἔστιν, ἂν μὴ διαιρεθῇ, ἀλλ'
ἢ δυνάμει. χωρὶς δ' ἑκάτερον
νοῶν τῶν ἡμίσεων διαιρεῖ καὶ
τὸν χρόνον ἅμα, τότε δ' οἱονεὶ
μήκη· εἰ δ' ὡς ἐξ ἀμφοῖν, καὶ ἐν
τῷ χρόνῳ τῷ ἐπ' ἀμφοῖν.

3. Επειδή δε το αδιαίρετον νοείται
διττώς, ως δυνάμει αδιαίρετον και
ενεργεία αδιαίρετον, ουδέν εμποδίζει
τον νουν, όταν νοή το μήκος
(έκτασιν) 311, να το νοή αδιαίρετον,
διότι το μήκος είναι αδιαίρετον
ενεργεία 312 και να το νοή εν χρόνου
στιγμή αδιαίρετον 313. Διότι ο χρόνος
είναι διαιρετός και αδιαίρετος ως η
έκτασις. Δεν δύναταί τις λοιπόν να
είπη τί εννοεί ο νους εις έκαστον
ήμισυ χρονικής διαιρέσεως. Διότι το
ήμισυ, αν μη ενεργεία διαιρεθή το
όλον, δεν υπάρχει ειμή δυνάμει 314.
Νοών όμως χωριστά έκαστον από τα
ημίση διαιρεί συνάμα και τον
χρόνον. Τότε δε ο χρόνος αντιστοιχεί
εν τη διαιρέσει του προς δύο
διάφορα μήκη 315. Εάν όμως ο νους
νοή το αντικείμενον ως όλον
συγκείμενον εκ δύο μερών, το αυτό
ποιεί και προς τον χρόνον τον
αναφερόμενον εις τα δύο μέρη.

[τὸ δὲ μὴ κατὰ τὸ ποσὸν
ἀδιαίρετον ἀλλὰ τῷ εἴδει νοεῖ
ἐν ἀδιαιρέτῳ χρόνῳ καὶ
ἀδιαιρέτῳ τῆς ψυχῆς.] κατὰ
συμβεβηκὸς δέ, καὶ οὐχ ᾗ
ἐκεῖνα, διαιρετὰ ὃ νοεῖ καὶ ἐν ᾧ
χρόνῳ, ἀλλ' ᾗ <ἐκεῖνα>
ἀδιαίρετα· ἔνεστι γὰρ κἀν
τούτοις τι ἀδιαίρετον, ἀλλ' ἴσως
οὐ χωριστόν, ὃ ποιεῖ ἕνα τὸν
χρόνον καὶ τὸ μῆκος. καὶ τοῦθ'
ὁμοίως ἐν ἅπαντί ἐστι τῷ

4. Ουχί όμως το κατά ποσόν
αδιαίρετον 316, αλλά το κατ' είδος
(νοερώς) αδιαίρετον νοεί ο νους εν
αδιαιρέτω στιγμή χρόνου και διά
αδιαιρέτου μέρους 317 της ψυχής.
Ποιεί δε τούτο κατά συμβεβηκός και
ουχί καθόσον το δι' ου νοεί και ο
χρόνος καθ' ον νοεί είναι διαιρετά,
αλλά μόνον καθ' όσον είναι
αδιαίρετα. [σ. 130] Διότι και εις
ταύτα υπάρχει τι αδιαίρετον 318, αλλ'
ουχί ίσως ως χωριστόν ον, το οποίον
κάμνει ένα τον χρόνον και εν το
μήκος. Και τούτο αληθεύει ομοίως

Η έκτασις δύναται να διαιρήται, αλλ' εφ' όσον δεν διαιρείται, η συνέχεια αυτής δύναται να
παριστάνηται ως αδιαίρετος και ως ολότης εις τα όμματα της διανοίας.
312
Μη διηρημένη.
313
Ο νους νοεί το μήκος ως αδιαίρετον υλικώς και χρονικώς.
314
Το μήκος, καίτοι αδιαίρετον ενεργεία, είναι όμως διαιρετόν δυνάμει.
315
Ο νους νοεί το μήκος (την γραμμήν) ως εν και νοεί ουχί τούτο μεν εις τον ήμισυ χρόνον, τούτο δε εις
άλλον ήμισυν χρόνον, διότι ούτω θα είναι δύο μήκη και ουχί εν μήκος, διαιρών δε το μήκος εις μήκη θα
διήρει και τον χρόνον.
316
Το υλικόν ον είναι διαιρετόν ποσοτικώς ουχί κατά το είδος του, όπερ είναι εν και αδιαίρετον.
317
Ενεργείας ή δυνάμεως.
318
Το είδος εις το υλικόν ον, και η συνέχεια εις τον χρόνον.
311

συνεχεῖ, καὶ χρόνῳ καὶ μήκει.

περί παντός συνεχούς, είτε εν χρόνω
είτε εν μήκει (τόπω).

430b20α <τὸ δὲ μὴ κατὰ τὸ ποσὸν
ἀδιαίρετον ἀλλὰ τῷ εἴδει νοεῖ
ἐν ἀδιαιρέτῳ χρόνῳ καὶ
ἀδιαιρέτῳ <τῳ> τῆς ψυχῆς.>
430b20

ἡ δὲ στιγμὴ καὶ πᾶσα
διαίρεσις, καὶ τὸ οὕτως
ἀδιαίρετον, δηλοῦται ὥσπερ ἡ
στέρησις. καὶ ὅμοιος ὁ λόγος ἐπὶ
τῶν ἄλλων, οἷον πῶς τὸ κακὸν
γνωρίζει ἢ τὸ μέλαν· τῷ
ἐναντίῳ γάρ πως γνωρίζει.

5. Η δε στιγμή και παν το εκ
διαιρέσεως προερχόμενον 319 και παν
το ούτως αδιαίρετον 320 (ως η στιγμή)
εκφράζονται ως στέρησις τίνος 321.
Και όμοια δυνάμεθα να είπωμεν περί
των άλλων· π. χ. πώς γνωρίζομεν το
κακόν ή το μέλαν; Τα γνωρίζομεν
τρόπον τινά διά των εναντίων
αυτών 322.

δεῖ δὲ δυνάμει εἶναι τὸ γνωρίζον
καὶ †ἐνεῖναι ἐν αὐτῷ†. εἰ δέ τινι
μηδὲν ἔστιν ἐναντίον [τῶν
αἰτίων], αὐτὸ ἑαυτὸ γινώσκει
καὶ ἐνέργειά ἐστι καὶ χωριστόν.

6. Πρέπει δε η γνωρίζουσα ψυχή να
είναι δυνάμει τα γνωριζόμενα
πράγματα και ταύτα ν' ανάγωνται εν
αυτή εις ενότητα. Εάν όμως αίτιόν τι
δεν έχη εναντίον 323, γινώσκει αυτό
εαυτό και είναι εν ενεργεία και
χωριστόν. 324

ἔστι δ' ἡ μὲν φάσις τι κατά
τινος, ὥσπερ καὶ ἡ ἀπόφασις,
καὶ ἀληθὴς ἢ ψευδὴς πᾶσα· ὁ δὲ
νοῦς οὐ πᾶς, ἀλλ' ὁ τοῦ τί ἐστι
κατὰ τὸ τί ἦν εἶναι ἀληθής, καὶ
οὐ τὶ κατά τινος· ἀλλ' ὥσπερ τὸ
ὁρᾶν †τοῦ ἰδίου ἀληθές, εἰ δ'
ἄνθρωπος τὸ λευκὸν† ἢ μή, οὐκ
ἀληθὲς ἀεί, οὕτως ἔχει ὅσα
ἄνευ ὕλης.

7. Απόφανσίς τις λέγει τι κατά τινος
άλλου, ως η κατάφασις, και είναι
πάντοτε ή αληθής ή ψευδής. Αλλ' ο
νους δεν είναι πάντοτε αληθής, αλλά
μόνος ο νοών το τί είναι, την ουσίαν
του πράγματος, και ουχί ο νοών το τί
κατηγορείται κατά τίνος 325. Και
καθώς είναι αληθής η όρασις, όταν
βλέπη το ιδιάζον εις αυτήν
αντικείμενον, ότι όμως το λευκόν
αντικείμενον είναι [σ. 131]
ανθρωπός τις ή όχι, τούτο δεν είναι
πάντοτε αληθές, ούτω συμβαίνει και
εις τα άνευ ύλης όντα 326.

Οία η γραμμή, ην ορίζει: μήκος άνευ πλάτους, και η επιφάνεια, ην επίσης στερητικώς ορίζει: μήκος
και πλάτος άνευ βάθους.
320
Όπως η στιγμή, ήτις είναι αδιαίρετος δυνάμει και ενεργεία.
321
Η μεν στιγμή δεν έχει μήκος ούτε πλάτος ούτε βάθος, η γραμμή δεν έχει μήκος και βάθος, αλλά κλπ.
322
Το κακόν γινώσκεται διά του εναντίου του, του αγαθού, το μέλαν διά του λευκού, ούτω δε και τα απλά
και αδιαίρετα.
323
Εις το οποίον δεν λείπει εν των εναντίων, ίνα νοή το έτερον (επομένως) όπερ νοεί και γινώσκει τα
δυο εναντία συνάμα.
324
Τοιούτος είναι ο νους του ανθρώπου.
325
Διότι ούτω γίνεται συμπλοκή, εις ην δύναται να συμβή απάτη.
326
Ομοίως βλέπομεν την αλήθειαν εις πάντα τα άϋλα, τα είδη δηλ. και τα νοητά.
319

ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ,
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'
Εν τω νω η ενέργεια προτέρα της δυνάμεως.— Ο νο υς διώκων ή φεύγωv τα
πράγματα καταφάσκει η αποφάσκει.— Αι εικόνες της φαντασίας είναι προς τον
νουν ό,τι τα αισθήματα προς την αίσθησιν. —Το αληθές και το ψεύδος είναι προς
τον νουν ό,τι το αγαθόν και το κακόν.— Περί της αφαιρετικής δυνάμεως του νου.
Μαθηματικά 327

431a

Τὸ δ' αὐτό ἐστιν ἡ κατ'
ἐνέργειαν ἐπιστήμη τῷ
πράγματι. ἡ δὲ κατὰ δύναμιν
χρόνῳ προτέρα ἐν τῷ ἑνί, ὅλως
δὲ οὐδὲ χρόνῳ· ἔστι γὰρ ἐξ
ἐντελεχείᾳ ὄντος πάντα τὰ
γιγνόμενα. -φαίνεται δὲ τὸ μὲν
αἰσθητὸν ἐκ δυνάμει ὄντος τοῦ
αἰσθητικοῦ ἐνεργείᾳ ποιοῦν· οὐ
γὰρ πάσχει οὐδ' ἀλλοιοῦται. διὸ
ἄλλο εἶδος τοῦτο κινήσεως· ἡ
γὰρ κίνησις τοῦ ἀτελοῦς
ἐνέργεια, ἡ δ' ἁπλῶς ἐνέργεια
ἑτέρα, ἡ τοῦ τετελεσμένου. -

1. Η κατ' ενέργειαν επιστήμη
(γνώσις) είναι το αυτό με το
γινωσκόμενον πράγμα, η δε κατά
δύναμιν επιστήμη είναι μεν χρονικώς
προτέρα της ενεργεία εις το αυτό
άτομον, απολύτως όμως ουδέ κατά
χρόνον είναι προτέρα. Διότι πάντα τα
γινόμενα γίνονται από ον, όπερ
υπάρχει ενεργεία, πραγματικώς 328.
Φαίνεται δε ότι το αισθητόν
αντικείμενον κάμνει ενεργόν την
αισθητικήν δύναμιν, ήτις είναι ακόμη
εν δυνάμει. Αλλ' ούτε πάσχει ούτε
μεταβάλλεται η αίσθησις, και διά
τούτο είναι είδος κινήσεως αύτη
διάφορον του συνήθους. Διότι η
κίνησις είναι η ενέργεια του ατελούς,
η δε κυρίως ενέργεια είναι άλλο τι,
είναι η ενέργεια του τετελεσμένου 329.
[σ. 132]

τὸ μὲν οὖν αἰσθάνεσθαι ὅμοιον
τῷ φάναι μόνον καὶ νοεῖν· ὅταν
δὲ ἡδὺ ἢ λυπηρόν, οἷον
καταφᾶσα ἢ ἀποφᾶσα διώκει ἢ
φεύγει· καὶ ἔστι τὸ ἥδεσθαι καὶ

2. To αισθάνεσθαι λοιπόν τα
πράγματα είναι όμοιον με το
ονομάζειν 330 και με το νοείν αυτά
απλώς. Αλλ' όταν το αίσθημα είναι
ηδύ 331 ή λυπηρόν, η ψυχή τρόπον
τινά καταφάσκουσα ή αποφάσκουσα

Το κεφάλαιον τούτο έχει πολλά τα ασυνάρτητα, φαίνεται δε ότι συγκρίνει τον θεωρητικόν και τον
πρακτικόν νουν.
328
Ούτως η επιστήμη έρχεται τω μαθητή εκ διδασκάλου κατέχοντος και διδάσκοντος ή εφαρμόζοντος
αυτήν.
329
Το τετελεσμένον δεν χρήζει πλέον κινήσεως, ίνα φθάση εις το τέλος του, εις την τελειότητα του, αλλ'
ενεργεί άλλως.
330
Χωρίς να καταφάσκωμεν ή να αρνώμεθα την ύπαρξιν ή τα προσόντα αυτών (απλούν αίσθημα).
331
Δεύτερος βαθμός του αισθητικού (συναίσθημα).
327

431a.20

λυπεῖσθαι τὸ ἐνεργεῖν τῇ
αἰσθητικῇ μεσότητι πρὸς τὸ
ἀγαθὸν ἢ κακόν, ᾗ τοιαῦτα. καὶ
ἡ φυγὴ δὲ καὶ ἡ ὄρεξις ταὐτό, ἡ
κατ' ἐνέργειαν, καὶ οὐχ ἕτερον
τὸ ὀρεκτικὸν καὶ τὸ φευκτικόν,
οὔτ' ἀλλήλων οὔτε τοῦ
αἰσθητικοῦ· ἀλλὰ τὸ εἶναι ἄλλο.

επιδιώκει ή αποφεύγει αυτό. Και το
να αισθάνηται ηδονήν ή λύπην 332
δηλοί ενέργειαν του αισθητικού
κέντρου σχετικήν προς το αγαθόν ή
το κακόν καθό τοιαύτα. Και η
ενεργεία δε φυγή (του κακού) και η
ενεργεία επιθυμία (του αγαθού) είναι
το αυτό με την λύπην και την
ηδονήν. Και το ορεκτικόν και το
φευκτικόν (μέρος) δεν είναι διάφορα
ούτε μεταξύ των ούτε από του
αισθητικού, διαφέρουσι δε μόνον
κατά τον τρόπον του είναι.

τῇ δὲ διανοητικῇ ψυχῇ τὰ
φαντάσματα οἷον αἰσθήματα
ὑπάρχει, ὅταν δὲ ἀγαθὸν ἢ
κακὸν φήσῃ ἢ ἀποφήσῃ, φεύγει
ἢ διώκει· διὸ οὐδέποτε νοεῖ ἄνευ
φαντάσματος ἡ ψυχή. -ὥσπερ δὲ
ὁ ἀὴρ τὴν κόρην τοιανδὶ
ἐποίησεν, αὕτη δ' ἕτερον, καὶ ἡ
ἀκοὴ ὡςαύτως, τὸ δὲ ἔσχατον
ἕν, καὶ μία <ἡ> μεσότης, τὸ δ'
εἶναι αὐτῇ πλείω ...

3. Εις δε την διανοητικήν ψυχήν 333 αι
εικόνες της φαντασίας είναι όπως τα
αισθήματα είναι εις την αίσθησιν.
Όταν δε αποφανθή καταφατικής ή
αρνητικώς ότι το πράγμα 334 είναι
αγαθόν ή κακόν, εκείνο μεν
επιδιώκει, τούτο δε αποφεύγει. Διά
τούτο ουδέποτε νοεί η ψυχή άνευ
εικόνος. Όπως ο αήρ κάμνει τοιούτον
ή τοιούτον αποτέλεσμα επί της
κόρης, και αυτή πάλιν κάμνει άλλο
αποτέλεσμα, ούτω και η ακοή 335,
αλλά το έσχατον κέντρον ή μέσον
της αισθήσεως είναι μία μόνη
δύναμις 336, της [σ. 133] οποίας το
είναι έχει πολλούς τρόπους
εκφράσεως (το αυτό και περί των
εικόνων σχετικώς προς την νόησιν).

-τίνι δ' ἐπικρίνει τί διαφέρει
γλυκὺ καὶ θερμόν, εἴρηται μὲν
καὶ πρότερον, λεκτέον δὲ καὶ
ὧδε. ἔστι γὰρ ἕν τι, οὕτω δὲ ὡς ὁ
ὅρος, καὶ ταῦτα, ἓν τῷ ἀνάλογον
καὶ τῷ ἀριθμῷ ὄντα, ἔχει

4. Πως δε διακρίνει η ψυχή την
διαφοράν του γλυκέος και του
θερμού, είπομεν και πρότερον, δέον
δε και νυν να είπωμεν το εξής: είναι
δηλαδή ενωτική τις αρχή, ήτις είναι
ως έσχατον όριον 337. Αι αποφάνσεις
αυτής ανάγονται εις ενότητα διά της
αναλογίας και της αριθμητικής

Τρίτος βαθμός του αισθητικού (ορμή προς ενέργειαν), ότε η απλή έννοια μεταβάλλεται εις κρίσιν,
λαμβάνει θεωρητικώς την μορφήν καταφάσεως ή αρνήσεως, πρακτικώς δε την της διώξεως ή φυγής.
Εκεί έχομεν αλήθειαν ή ψεύδος, εδώ δε αγαθόν ή κακόν.
333
Εξακολουθεί την σύγκρισιν νου και αισθήσεως.
334
Ουχί πλέον εξωτερικόν τι, αλλ' εικών την οποίαν η ψυχή έχει εν εαυτή.
335
Αι εικόνες είναι προς τον νουν ό,τι αι μεταβολαί της κόρης είναι προς την δράσιν, και ό,τι αι του ωτός
είναι προς την ακοήν. Αι εικόνες μεσολαβούσιν ως διάμεσα, όπως η κόρη ή το ους.
336
Είναι η κοινή αίσθησις, η συνενούσα απάσας τας αντιλήψεις και δρώσα επί των αισθημάτων ως ο
νους επί των εικόνων.
337
Όπως η κοινή αίσθησις είναι ως κέντρον ή όριον, ένθα συγχέονται αι διάφοροι αισθήσεις, ούτω και ο
νους είναι το όριον, ένθα συνενούνται αι διάφοροι εικόνες ή παραστάσεις.
332

431b

<ἑκάτερον> πρὸς ἑκάτερον ὡς
ἐκεῖνα πρὸς ἄλληλα· τί γὰρ
διαφέρει τὸ ἀπορεῖν πῶς τὰ μὴ
ὁμογενῆ κρίνει ἢ τὰ ἐναντία,
οἷον λευκὸν καὶ μέλαν; ἔστω δὴ
ὡς τὸ Α τὸ λευκὸν πρὸς τὸ Β τὸ
μέλαν, τὸ Γ πρὸς τὸ Δ [ὡς ἐκεῖνα
πρὸς ἄλληλα]· ὥστε καὶ
ἐναλλάξ. εἰ δὴ τὰ ΓΑ ἑνὶ εἴη
ὑπάρχοντα, οὕτως ἕξει, ὥσπερ
καὶ τὰ ΔΒ, τὸ αὐτὸ μὲν καὶ ἕν, τὸ
δ' εἶναι οὐ τὸ αὐτό-κἀκεῖνα
ὁμοίως. ὁ δ' αὐτὸς

αναφοράς και σχετίζονται προς
αλλήλας, όπως τα εξωτερικά
πράγματα (γλυκύ, θερμόν). Ο νους
είναι προς τα φαντάσματα ως η κοινή
αίσθησις είναι προς τα διάφορα
αισθήματα, τα οποία ενώνει.
Ουδόλως δε διαφέρει το να
ερωτώμεν πώς η ψυχή διακρίνει τα
όμοια (γλυκύ, θερμόν), ή πώς τα
εναντία· λ. χ. λευκόν και μέλαν
(ομογενή, ήτοι χρώματα). Έστω ότι
το Α το λευκόν είναι προς το Β το
μέλαν, όπως η έννοια Γ προς την Δ
και αντιστρόφως· εάν τώρα αι έννοιαι
Γ, Δ είναι εις εν μόνον αντικείμενον,
θα είναι ούτω προς αλλήλας (εν τω
νω), καθώς και τα Α, Β προς άλληλα,
ήτοι θα είναι εν και το αυτό πράγμα,
αλλ' ο τρόπος του είναι αυτών δεν θα
είναι ο αυτός. Και η συμπλοκή Γ Δ
είναι ανάλογος προς την Α Β. Ο
αυτός

λόγος καὶ εἰ τὸ μὲν Α τὸ γλυκὺ
εἴη, τὸ δὲ Β τὸ λευκόν.

συλλογισμός θα γίνη και αν το μεν Α
είναι το γλυκύ, το δε Β το λευκόν 338.

τὰ μὲν οὖν εἴδη τὸ νοητικὸν ἐν
τοῖς φαντάσμασι νοεῖ, καὶ ὡς ἐν
ἐκείνοις ὥρισται αὐτῷ τὸ
διωκτὸν καὶ φευκτόν, καὶ ἐκτὸς
τῆς αἰσθήσεως, ὅταν ἐπὶ τῶν
φαντασμάτων ᾖ, κινεῖται· οἷον,
αἰσθανόμενος τὸν φρυκτὸν ὅτι
πῦρ, τῇ κοινῇ ὁρῶν κινούμενον
γνωρίζει ὅτι πολέμιος·

5. Η νοητική λοιπόν ψυχή νοεί τα
είδη 339 εις τας εικόνας της
φαντασίας, και επειδή εν ταύταις
τρόπον τινά ορίζει αυτή τί πρέπει να
επιδιώκη και τί να φεύγη, και όταν
έτι δεν είναι [σ. 134] παρόν το
αίσθημα, κινείται εις ενέργειαν, όταν
κατέχηται υπό των φαντασμάτων. Λ.
χ. αισθανόμενός τις ότι δαυλός είναι
ανημμένος 340 και διά της κοινής
αισθήσεως 341 βλέπων ότι ούτος
κινείται, καταλαμβάνει 342 ότι υπάρχει
πλησίον εχθρός. 343

ὁτὲ δὲ τοῖς ἐν τῇ ψυχῇ
φαντάσμασιν ἢ νοήμασιν,

6. Άλλοτε δε διά των εν τη ψυχή
φαντασμάτων ή νοημάτων 344 ο νους
ως να έβλεπε τα πράγματα διανοείται

Διά τούτων ο Αριστοτέλης φαίνεται εξηγών, ότι, όπως αι ποιότητες συμπλέκονται έν τινι πράγματι και
αποτελούσιν ενιαίον τι αντικείμενον, ούτως υποκειμενικώς αποτελούσι μίαν και την αυτήν έννοιαν η
σύλληψιν. Κατά την σημασίαν είναι αι αυταί, διαφέρουσι δε μόνον κατά τον τρόπον της υπάρξεως.
339
Τα οποία η αίσθησις αμέσως αντιλαμβάνεται.
340
Πρώτος βαθμός, ή όψις.
341
Δεύτερος βαθμός, ή κοινή αίσθησις γνωρίζουσα την κίνησιν.
342
Τρίτος βαθμός, ο νους.
343
Τον όποιον δέον ν' αποφύγη, και ο νους αποφασίζει ν' αποφύγη.
344
Ουχί πλέον διά των εικόνων παρόντων αντικειμένων.
338

ὥσπερ ὁρῶν, λογίζεται καὶ
βουλεύεται τὰ μέλλοντα πρὸς
τὰ παρόντα· καὶ ὅταν εἴπῃ ὡς
ἐκεῖ τὸ ἡδὺ ἢ λυπηρόν, ἐνταῦθα
φεύγει ἢ διώκει- καὶ ὅλως ἓν
πράξει. καὶ τὸ ἄνευ δὲ πράξεως,
τὸ ἀληθὲς καὶ τὸ ψεῦδος, ἐν τῷ
αὐτῷ γένει ἐστὶ τῷ ἀγαθῷ καὶ
τῷ κακῷ· ἀλλὰ τῷ γε ἁπλῶς
διαφέρει καὶ τινί.

και αποφασίζει τα μέλλοντα
αναφορικώς προς τα παρόντα. Και
όταν είπη εκεί (εν τω κόσμω των
εικόνων), ότι το πράγμα είναι ηδύ ή
λυ πηρόν, ενταύθα (εν τω κοσμώ των
πραγμάτων) φεύγει ή επιδιώκει αυτό,
και εν γένει πράττει. Και το άνευ
πράξεως, ήτοι το αληθές και το
ψεύδος, ανήκουσιν εις το αυτό γένος
με το αγαθόν και το κακόν,
διαφέρουσι δε μόνον κατά το ότι
εκείνα είναι απόλυτα, ταύτα δε είναι
πρός τι άτομον αγαθά ή κακά
(σχετικά).

-τὰ δὲ ἐν ἀφαιρέσει λεγόμενα
<νοεῖ> ὥσπερ, εἴ <τις> τὸ σιμὸν ᾗ
μὲν σιμὸν οὔ, κεχωρισμένως δὲ
ᾗ κοῖλον [εἴ τις] ἐνόει [ἐνεργείᾳ],
ἄνευ τῆς σαρκὸς ἂν ἐνόει ἐν ᾗ
τὸ κοῖλον-οὕτω τὰ μαθηματικά,
οὐ κεχωρισμένα <ὄντα>, ὡς
κεχωρισμένα νοεῖ, ὅταν νοῇ <ᾗ>
ἐκεῖνα.

7. Τα δε κατ' αφαίρεσιν λεγόμενα 345
ο νους τα νοεί καθώς όταν νοή την
σιμότητα· 346 καθό σιμότητα δεν την
νοεί χωριστά από την ρίνα, καθό
όμως κοιλότητα, εάν την νοή
ενεργεία, την νοεί άνευ της σαρκός,
εις την οποίαν είναι η κοιλότης.
Ούτω και τα μαθηματικά όντα, όταν
ο νους νοή αυτά, τα νοεί
κεχωρισμένα, καίτοι δεν είναι καθ'
εαυτά κεχωρισμένα από των
σωμάτων.

ὅλως δὲ ὁ νοῦς ἐστιν, ὁ κατ'
ἐνέργειαν, τὰ πράγματα. ἆρα δ'
ἐνδέχεται τῶν κεχωρισμένων τι
νοεῖν ὄντα αὐτὸν μὴ
κεχωρισμένον μεγέθους, ἢ οὔ,
σκεπτέον ὕστερον.

8. Εν γένει ο ενεργεία νους, όταν νοή
τα πράγματα, είναι αυτά τα
πράγματα. Αλλ' άρά γε δύναται ο
νους, μη ων αυτός κεχωρισμένος από
μεγέθους (του σώματος), να νοή τα
κεχωρισμένα ή όχι; Περί τούτου θα
εξετάσωμεν ύστερον.

Την γραμμήν, επιφάνειαν κλπ., τα οποία νοούνται άνευ των φυσικών σωμάτων, των οποίων είναι
πέρατα.
346
Σιμή λέγεται η ανασεσυρμένη και κοίλη ρις, τουναντίον δε λέγεται γρυπή.
345

ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ,
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'
Συγκεφαλαίωσις των περί της αισθητικής και της νοητικής ψυχής λεχθέντων. —
Η ψυχή είναι τρόπον τινά τα όντα. Φύσις του νοητού και του αφηρημένου. — Το
έργον της αισθήσεως και της φύσεως.— Άνευ εικόνων ο νους δεν νοεί.

431b20

432a

Νῦν δέ, περὶ ψυχῆς τὰ
λεχθέντα συγκεφαλαιώσαντες,
εἴπωμεν πάλιν ὅτι ἡ ψυχὴ τὰ
ὄντα πώς ἐστι πάντα· ἢ γὰρ
αἰσθητὰ τὰ ὄντα ἢ νοητά, ἔστι δ'
ἡ ἐπιστήμη μὲν τὰ ἐπιστητά
πως, ἡ δ' αἴσθησις τὰ αἰσθητά·

1. [σ. 135] Τώρα δε
συγκεφαλαιώσαντες τα λεχθέντα περί
ψυχής, λέγομεν πάλιν, ότι η ψυχή
είναι τρόπον τινά πάντα τα όντα.
Διότι πάντα τα όντα είναι ή αισθητά
ή νοητά· 347 και η μεν επιστήμη είναι
τρόπον τινά τα επιστητά (νοητά), η δε
αίσθησις είναι τα αισθητά.

πῶς δὲ τοῦτο, δεῖ ζητεῖν.
τέμνεται οὖν ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ
αἴσθησις εἰς τὰ πράγματα, ἡ μὲν
δυνάμει εἰς τὰ δυνάμει, ἡ δ'
ἐντελεχείᾳ εἰς τὰ ἐντελεχείᾳ·
τῆς δὲ ψυχῆς τὸ αἰσθητικὸν καὶ
τὸ ἐπιστημονικὸν δυνάμει ταὐτά
ἐστι, τὸ μὲν <τὸ> ἐπιστητὸν τὸ δὲ
<τὸ> αἰσθητόν. ἀνάγκη δ' ἢ αὐτὰ
ἢ τὰ εἴδη εἶναι. αὐτὰ μὲν δὴ οὔ·
οὐ γὰρ ὁ λίθος ἐν τῇ ψυχῇ, ἀλλὰ
τὸ εἶ-

2. Πρέπει δε να εξετάσωμεν πώς
τούτο είναι δυνατόν. Η επιστήμη και
η αίσθησις διαιρούνται εκάστη κατά
τα πράγματα (τα αντικείμενα αυτών),
η μεν δυνάμει 348 κατά τα εν δυνάμει
όντα πράγματα, η δε ούσα ενδελέχεια
κατά τα εν εντελεχεία όντα
πράγματα. Το αισθητικόν δε και το
επιστημονικόν μέρος της ψυχής είναι
δυνάμει αυτά τα πραγματικά
αντικείμενα, τούτο μεν το επιστητόν,
εκείνο δε το αισθητόν αντικείμενον.
Αναγκαίως άρα η ψυχή είναι ή αυτά
τα πράγματα ή τα είδη αυτών. Αυτά
μεν τα πράγματα δεν είναι βεβαίως η
ψυχή, διότι ουχί ο λίθος (η ύλη),
αλλά το είδος είναι εν τη ψυχή.

δος· ὥστε ἡ ψυχὴ ὥσπερ ἡ χείρ
ἐστιν· καὶ γὰρ ἡ χεὶρ ὄργανόν
ἐστιν ὀργάνων, καὶ ὁ νοῦς εἶδος
εἰδῶν καὶ ἡ αἴ- σθησις εἶδος
αἰσθητῶν.

Ώστε η ψυχή είναι καθώς η χειρ.
Διότι και η χειρ είναι το όργανον των
άλλων οργάνων, και [σ. 136] ο νους
είναι το είδος των (νοητών) ειδών 349
και η αίσθησις το είδος των
αισθητών.

Και επομένως ψυχικά.
Όταν η αίσθησις ή ο νους είναι μόνον δυνάμει, δεν αισθάνονται ούτε νοούσι πράγματι τα όντα. Ταύτα
λοιπόν, καθό αισθητά και νοητά, δεν είναι τότε, ειμή δυνάμει.
349
Ο νους είναι προς τα αισθητά είδη, τα οποία δέχεται η αίσθησις, ό,τι η αίσθησις είναι προς τα αισθητά
αντικείμενα, των οποίων δέχεται το είδος.
347
348

ἐπεὶ δὲ οὐδὲ πρᾶγμα οὐθὲν ἔστι
παρὰ τὰ μεγέθη, ὡς δοκεῖ, τὰ
αἰσθητὰ κεχωρισμένον, ἐν τοῖς
εἴδεσι τοῖς αἰσθητοῖς τὰ νοητά
ἐστι, τά τε ἐν ἀφαιρέσει
λεγόμενα καὶ ὅσα τῶν αἰσθητῶν
ἕξεις καὶ πάθη. καὶ διὰ τοῦτο
οὔτε μὴ αἰσθανόμενος μηθὲν
οὐθὲν ἂν μάθοι οὐδὲ ξυνείη,
ὅταν τε θεωρῇ, ἀνάγκη ἅμα
φάντασμά τι θεωρεῖν· τὰ γὰρ
φαντάσματα ὥσπερ αἰσθήματά
ἐστι, πλὴν ἄνευ ὕλης. ἔστι δ' ἡ
φαντασία ἕτερον φάσεως καὶ
ἀποφάσεως· συμπλοκὴ γὰρ
νοημάτων ἐστὶ τὸ ἀληθὲς ἢ
ψεῦδος. τὰ δὲ πρῶτα νοήματα τί
διοίσει τοῦ μὴ φαντάσματα
εἶναι; ἢ οὐδὲ ταῦτα
φαντάσματα, ἀλλ' οὐκ ἄνευ
φαντασμάτων.

3. Επειδή όμως εκτός των αισθητών
μεγεθών (των εχόντων έκτασιν)
ουδέν πράγμα υπάρχει κεχωρισμένον,
ως υποτίθεται 350· άρα τα νοητά είναι
εις τα αισθητά είδη· λέγω δε νοητά τα
κατ' αφαίρεσιν λεγόμενα και όσα
είναι έξεις και πάθη (ιδιότητες και
μεταβολαί) των αισθητών
πραγμάτων. Και διά τούτο η ψυχή,
εάν δεν ησθάνετο, ουδέν απολύτως
ήθελε μάθει ή εννοήσει· και όταν
θεωρή τι, ανάγκη είναι να θεωρή και
εικόνα τινά της φαντασίας. Διότι αι
εικόνες είναι είδος αισθημάτων, αλλ'
άνευ ύλης. Είναι δε η φαντασία
διάφορος από την κατάφασιν και την
άρνησιν· διότι μια συμπλοκή εννοιών
εις κρίσιν 351 είναι το αληθές και το
ψεύδος. Αλλά κατά τι διαφέρουσιν αι
πρώται έννοιαι 352, ώστε να μη
συγχέωνται με τας εικόνας της
φαντασίας ; Βεβαίως αι έννοιαι αύται
δεν είναι εικόνες, αλλά και δεν είναι
άνευ εικόνων.

Τα είδη δεν είναι χωριστά. Ο Πλάτων όμως εδίδασκεν ότι αι ιδέαι έχουσι χωριστήν ύπαρξιν.
Ήτις είναι έργον του νου.
352
Τα πρώτα νοήματα του νου, τα απλά και αδιαίρετα, χρονικώς είναι ύστερα των εικόνων, αφού είναι
αύται αναπόσπαστα από των εικόνων. Κατ' ουσίαν όμως τα νοήματα είναι υπέρτερα των εικόνων, όσω ο
νους είναι υπέρτερος της φαντασίας και της αισθήσεως. Τα νοήματα είναι ενέργειαι του νου περί τας
υποκειμένας εικόνας. Αι εικόνες καθ' εαυτάς δεν είναι ούτε αληθείς, ούτε ψευδείς. Αλήθεια και ψεύδος
ανήκει μόνον εις τας κρίσεις ή εις εικόνα, όταν κατηγορήταί τι κατ' αυτής.
350
351

ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ,
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'
Περί της κατά τόπον κινήσεως.—Περί των μερών της ψυχής.—Αιτία της
κινήσεως ο νους και η όρεξις ομού.

432a15

Ἐπεὶ δὲ ἡ ψυχὴ κατὰ δύο
ὥρισται δυνάμεις ἡ τῶν ζῴων,
τῷ τε κριτικῷ, ὃ διανοίας ἔργον
ἐστὶ καὶ αἰσθήσεως, καὶ ἔτι τῷ
κινεῖν τὴν κατὰ τόπον κίνησιν,
περὶ μὲν αἰσθήσεως καὶ νοῦ
διωρίσθω τοσαῦτα, περὶ δὲ τοῦ
κινοῦντος, τί ποτέ ἐστι τῆς
ψυχῆς, σκεπτέον, πότερον ἕν τι
μόριον αὐτῆς χωριστὸν ὂν ἢ
μεγέθει ἢ λόγῳ, ἢ πᾶσα ἡ ψυχή,
καὶ εἰ μόριόν τι, πότερον ἴδιόν τι
παρὰ τὰ εἰωθότα λέγεσθαι καὶ
τὰ εἰρημένα, ἢ τούτων ἕν τι.

1. [σ. 137] Επειδή δε η ψυχή των
ζώων ορίζεται διά δύο δυνάμεων,
ήτοι διά της κριτικής (ήτις είναι
έργον της διανοίας) και της
αισθήσεως 353 και αφ' ετέρου διά της
κατά τόπον κινήσεως 354, περί μεν της
αισθήσεως και του νου αρκούσι τα
ειρημένα, περί δε της κινητικής
δυνάμεως θα εξετάσωμεν: τί άρά γε
μέρος της ψυχής δύναται να είναι;
είναι μέρος αυτής χωριστόν ολικώς ή
νοερώς, ή ολόκληρος η ψυχή (κινεί);
Και αν είναι μέρος τι, είναι τούτο
ιδιαίτερον και διάφορον από των
συνήθως λεγομένων και τα οποία
έχομεν πραγματευθή, ή είναι τι εκ
τούτων των μερών;

ἔχει δὲ ἀπορίαν εὐθὺς πῶς τε δεῖ
μόρια λέγειν τῆς ψυχῆς καὶ
πόσα. τρόπον γάρ τινα ἄπειρα
φαίνεται, καὶ οὐ μόνον ἅ τινες
λέγουσι διορίζοντες, λογιστικὸν
καὶ θυμικὸν καὶ ἐπιθυμητικόν, οἱ
δὲ τὸ λόγον ἔχον καὶ τὸ ἄλογον·
κατὰ γὰρ τὰς διαφορὰς δι' ἃς
ταῦτα χωρίζουσι, καὶ ἄλλα
φαίνεται μόρια μείζω διάστασιν
ἔχοντα τούτων, περὶ ὧν καὶ νῦν
εἴ- ρηται, τό τε θρεπτικόν, ὃ καὶ
τοῖς φυτοῖς ὑπάρχει καὶ πᾶσι
τοῖς ζῴοις, καὶ τὸ αἰσθητικόν, ὃ
οὔτε ὡς ἄλογον οὔτε ὡς λόγον

2. Αλλά εγείρεται ευθύς η ερώτησις:
κατά ποίαν έννοιαν πρέπει να
λέγωμεν ότι η ψυχή έχει μέρη, και
πόσα έχει; Διότι φαίνεται τρόπον τίνα
ότι είναι άπειρα τα μέρη, και ότι δεν
είναι μόνον εκείνα τα όποια τίνες
λέγουσι 355 διορίζοντες αυτά, το
λογιστικόν, το θυμικόν και το
επιθυμητικόν, κατ' άλλους δε το
λογικόν και το άλογον. Διότι
συμφώνως προς τας διαφοράς 356,
κατά τας οποίας κάμνουσι τας
διαιρέσεις ταύτας, θα φανώσι και
άλλα μέρη τα όποια έχουσιν έκτασιν
μεγαλυτέραν τούτων, περί ων και
τώρα [σ. 138] έχομεν είπη· ήτοι το
θρεπτικόν, όπερ υπάρχει και εις τα
φυτά και εις όλα τα ζώα, και το

Το κριτικόν λοιπόν, περιλαμβάνει το αισθητικόν, το φανταστικόν και το διανοητικόν.
Περί του θρεπτικού θα ομιλήση έπειτα.
355
Ο Πλάτων.
356
Ο Πλάτων ως βάσιν των διαιρέσεων τούτων της ψυχής ελάμβανε
353
354

432b

ἔχον θείη ἄν τις ῥᾳδίως·

αισθητικόν, όπερ δεν δύναται τις
ευκόλως να κατάταξη ούτε ως
άλογον, ούτε ως λογικόν.

ἔτι δὲ τὸ φανταστικόν,

3. Προσέτι υπάρχει το φανταστικόν
μέρος,

ὃ τῷ μὲν εἶναι πάντων ἕτερον,
τίνι δὲ τούτων ταὐτὸν ἢ ἕτερον
ἔχει πολλὴν ἀπορίαν, εἴ τις
θήσει κεχωρισμένα μόρια τῆς
ψυχῆς· πρὸς δὲ τούτοις τὸ
ὀρεκτικόν, ὃ καὶ λόγῳ καὶ
δυνάμει ἕτερον ἂν δόξειεν εἶναι
πάντων. καὶ ἄτοπον δὴ τὸ τοῦτο
διασπᾶν· ἔν τε τῷ λογιστικῷ γὰρ
ἡ βούλησις γίνεται, καὶ ἐν τῷ
ἀλόγῳ ἡ ἐπιθυμία καὶ ὁ θυμός·
εἰ δὲ τρία ἡ ψυχή, ἐν ἑκάστῳ
ἔσται ὄρεξις.

όπερ κατά μεν τον τρόπον του είναι
διαφέρει πάντων των αλλων, αλλά με
ποίον των μερών τούτων είναι το
αυτό ή διάφορον είναι πολύ
δύσκολον να είπη τις, αν υπολαμβάνη
ότι τα μέρη της ψυχής είναι
χωρισμένα απ' αλλήλων. 357 Προς
τούτοις υπάρχει το ορεκτικόν, το
οποίον και κατά τον λόγον και κατά
την δύναμιν αυτού φαίνεται ότι είναι
διάφορον πάντων των άλλων. Αλλ'
είναι άτοπον να το αποσπάσωμεν απ'
αυτών. Διότι και η βούλησις γεννάται
εις το λογικόν μέρος, και η επιθυμία
και το πάθος υπάρχει εις το άλογον.
Αλλ' εάν η ψυχή είναι τρία μέρη
χωριστά, η όρεξις θα είναι εις
έκαστον αυτών.

καὶ δὴ καὶ περὶ οὗ νῦν ὁ λόγος
ἐνέστηκε, τί τὸ κινοῦν κατὰ
τόπον τὸ ζῷόν ἐστιν; τὴν μὲν
γὰρ κατ' αὔξησιν καὶ φθίσιν
κίνησιν, ἅπασιν ὑπάρχουσαν, τὸ
πᾶσιν ὑπάρχον δόξειεν ἂν
κινεῖν, τὸ γεννητικὸν καὶ
θρεπτικόν· περὶ δὲ ἀναπνοῆς καὶ
ἐκπνοῆς, καὶ ὕπνου καὶ
ἐγρηγόρσεως, ὕστερον
ἐπισκεπτέον· ἔχει γὰρ καὶ ταῦτα
πολλὴν ἀπορίαν.

4. Και τώρα περί ου πρόκειται ο
λόγος, ερωτώμεν: τί είναι το κινούν
κατά τόπον το ζώον; Την μεν κίνησιν,
ήτις συνίσταται εις αύξησιν και
μείωσιν και ήτις υπάρχει εις πάντα τα
ζώα, φαίνεται ότι το κινούν αυτήν
είναι αι δυνάμεις αι υπάρχουσαι εις
πάντα, η γεννητική και η θρεπτική·
περί δε της αναπνοής και της εκπνοής
και περί ύπνου και εγρηγόρσεως θα
εξετάσωμεν ύστερον, διότι και ταύτα
έχουσι πολλάς δυσκολίας.

ἀλλὰ περὶ τῆς κατὰ τόπον
κινήσεως, τί τὸ κινοῦν τὸ ζῷον
τὴν πορευτικὴν κίνησιν,
σκεπτέον. ὅτι μὲν οὖν οὐχ ἡ
θρεπτικὴ δύναμις, δῆλον· ἀεί τε
γὰρ ἕνεκά του ἡ κίνησις αὕτη,
καὶ μετὰ φαντασίας καὶ ὀρέξεώς

5. Αλλά περί της τοπικής κινήσεως
πρέπει να εξετάσωμεν ποίον είναι το
αίτιον το δίδον την κίνησιν, καθ' ην
το ζώον πορεύεται. Ότι μεν τούτο δεν
είναι η θρεπτική δύναμις, είναι
φανερόν διότι η κίνησις αύτη, η
πορεία γίνεται πάντοτε προς σκοπόν
τινα και ομού με φαντασίαν τινά ή

Ο Πλάτων θέτει το λογιστικόν εις την κεφαλήν, τον θυμόν εις το στήθος και την επιθυμίαν εις το
υπογάστριον.
357

433a

ἐστιν· οὐθὲν γὰρ μὴ ὀρεγόμενον
ἢ φεῦγον κινεῖται ἀλλ' ἢ βίᾳ· ἔτι
κἂν τὰ φυτὰ κινητικὰ ἦν, κἂν
εἶχέ τι μόριον ὀργανικὸν πρὸς
τὴν κίνησιν ταύτην.

όρεξιν. Διότι ουδέν ον κινείται, εάν
δεν επιθυμή ή εάν δεν αποφεύγη τι,
εκτός εάν διά βίας εξωτερικής
κινήται. Άλλως και αυτά τα φυτά θα
ηδύναντο να κινώνται, και θα είχον
όργανόν τι κατάλληλον προς την
κίνησιν ταύτην. 358 [σ. 139]

ὁμοίως δὲ οὐδὲ τὸ αἰσθητικόν·
πολλὰ γὰρ ἔστι τῶν ζῴων ἃ
αἴσθησιν μὲν ἔχει, μόνιμα δ' ἐστὶ
καὶ ἀκίνητα διὰ τέλους. εἰ οὖν ἡ
φύσις μήτε ποιεῖ μάτην μηθὲν
μήτε ἀπολείπει τι τῶν
ἀναγκαίων, πλὴν ἐν τοῖς
πηρώμασι καὶ ἐν τοῖς ἀτελέσιν,
τὰ δὲ τοιαῦτα τῶν ζῴων τέλεια
καὶ οὐ πηρώματά ἐστιν (σημεῖον
δ' ὅτι ἐστὶ γεννητικὰ καὶ ἀκμὴν
ἔχει καὶ φθίσιν) -ὥστ' εἶχεν ἂν
καὶ τὰ ὀργανικὰ μέρη τῆς
πορείας.

6. Ομοίως δε ούτε η αισθητική
δύναμις (κινεί τοπικώς)· διότι
υπάρχουσι πολλά ζώα, τα οποία
έχουσι μεν αίσθησιν, αλλά μένουσι
διαρκώς ακίνητα. Αν λοιπόν η φύσις
τίποτε δεν κάμνη ματαίως (ασκόπως),
αλλά και ουδέποτε στερεί τι εκ των
αναγκαίων, εκτός εις τα ανάπηρα και
ατελή όντα. Αλλά τα ζώα περί ων
πρόκειται είναι τα τέλεια, ουχί δε
ανάπηρα. Απόδειξις τελειότητος είναι
το ότι δύνανται να γεννώσιν (όμοια)
και να ακμάζωσι και αποθνήσκωσιν,
ώστε έπρεπε να έχωσι και τα όργανα
πορείας.

ἀλλὰ μὴν οὐδὲ τὸ λογιστικὸν καὶ
ὁ καλούμενος νοῦς ἐστιν ὁ
κινῶν· ὁ μὲν γὰρ θεωρητικὸς
οὐθὲν θεωρεῖ πρακτόν, οὐδὲ
λέγει περὶ φευκτοῦ καὶ διωκτοῦ
οὐθέν, ἀεὶ δὲ ἡ κίνησις ἢ
φεύγοντός τι ἢ διώκοντός τί
ἐστιν. ἀλλ' οὐδ' ὅταν θεωρῇ τι
τοιοῦτον, ἤδη κελεύει φεύγειν ἢ
διώκειν, οἷον πολλάκις
διανοεῖται φοβερόν τι ἢ ἡδύ, οὐ
κελεύει δὲ φοβεῖσθαι, ἡ δὲ
καρδία

7. Αλλά προσέτι ούτε η συλλογιστική
δύναμις ούτε ο ονομαζόμενος νους 359
είναι ο κινών τοπικώς. Διότι ο μεν
θεωρητικός νους δεν νοεί κανέν εξ
εκείνων, τα οποία μέλλουσι να
πραχθώσιν, ουδέ λέγει τι περί
εκείνου, όπερ δέον να αποφεύγωμεν
ή να επιδιώκωμεν, ενώ η κίνησις
ανήκει εις το ον το φεύγον ή
επιδιώκον πράγμά τι. Τουναντίον,
όταν θεωρή τις πράγμα τι, ο νους
ουδέ τότε επιτάσσει να διώκωμεν ή
να φεύγωμεν αυτό, λ. χ. πολλάκις
διανοείται τι τρομερόν ή ηδύ πράγμα,
αλλά δεν διατάττει να το φοβώμεθα,

κινεῖται, ἂν δ' ἡδύ, ἕτερόν τι
μόριον.

η καρδία όμως κινείται, αν δε το
πράγμα είναι ευάρεστον, άλλο
όργανον κινείται.

ἔτι καὶ ἐπιτάττοντος τοῦ νοῦ καὶ 8. Προσέτι δε και όταν προστάττη ο
λεγούσης τῆς διανοίας φεύγειν νους και λέγη η διάνοια να αποφεύγη
ή να επιζητή τίς τι, δεν κινείται, αλλά
Αν η θρέψις ήτο η αίτια της τοπικής κινήσεως, έπρεπε και τα φυτά να κινώνται, διότι και αυτά
τρέφονται.
359
Όστις μόνον έργον έχει το νοείν.
358

τι ἢ διώκειν οὐ κινεῖται, ἀλλὰ
κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν πράττει,
οἷον ὁ ἀκρατής. καὶ ὅλως δὲ
ὁρῶμεν ὅτι ὁ ἔχων τὴν ἰατρικὴν
οὐκ ἰᾶται, ὡς ἑτέρου τινὸς
κυρίου ὄντος τοῦ ποιεῖν κατὰ
τὴν ἐπιστήμην, ἀλλ' οὐ τῆς
ἐπιστήμης. ἀλλὰ μὴν οὐδ' ἡ
ὄρεξις ταύτης κυρία τῆς
κινήσεως· οἱ γὰρ ἐγκρατεῖς
ὀρεγόμενοι καὶ ἐπιθυμοῦντες οὐ
πράττουσιν ὧν ἔχουσι τὴν
ὄρεξιν, ἀλλ' ἀκολουθοῦσι τῷ νῷ.

πράττει κατά την επιθυμίαν του, ως ο
ακρατής. Και γενικώς βλέπομεν ότι
εκείνος, όστις γνωρίζει την ιατρικήν,
δεν θεραπεύει (πάντοτε), διότι κάτι
άλλο παρά την ιατρικήν δύναται να
ενεργή, σύμφωνα με την
επιστήμην. 360 Αλλ' ακόμη ούτε η
όρεξις είναι η αρχή η κυρία 361 της
κινήσεως ταύτης· διότι οι εγκρατείς,
αν και ορέγονται και επιθυμούσι, δεν
πράττουσιν όμως εκείνα τα οποία
επιθυμούσιν, αλλ' υπακούουσιν εις
τον νουν.

Ουχί η επιστήμη αλλ' η φύσις θεραπεύει. Η επιστήμη εξηγεί τας αρχάς και τους νόμους της ενεργείας
της φύσεως.
361
Ούτε η όρεξις ούτε ο λόγος κεχωρισμένοις, αλλά μόνον ηνωμένοι (η λογική όρεξις) είναι η αρχή της
κινήσεως [του πράττειν] εν τοις ανθρώποις.
360

ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ,
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι'
Το κινούν το ζώον είναι η όρεξις, ήτις περιλαμβάνει την βούλησιν και τον νουν.
Την όρεξιν κινεί το ορεκτόν αντικείμενον. Τούτο είναι το πρώτον κινούν, το
κινούν, όπερ, ακίνητον αυτό, κινεί το άλλο.

433a9

Φαίνεται δέ γε δύο ταῦτα
κινοῦντα, ἢ ὄρεξις ἢ νοῦς, εἴ τις
τὴν φαντασίαν τιθείη ὡς νόησίν
τινα· πολλοὶ γὰρ παρὰ τὴν
ἐπιστήμην ἀκολουθοῦσι ταῖς
φαντασίαις, καὶ ἐν τοῖς ἄλλοις
ζῴοις οὐ νόησις οὐδὲ λογισμὸς
ἔστιν, ἀλλὰ φαντασία. ἄμφω ἄρα
ταῦτα κινητικὰ κατὰ τόπον, νοῦς
καὶ ὄρεξις,

1. [σ. 140] Φαίνεται 362 λοιπόν, ότι δύο
είναι τα κινούντα το ζώον, η όρεξις ή
ο νους, εάν υποτεθή ότι και η
φαντασία είναι νόησίς τις 363, διότι
πολλά άλλα, εναντία της λογικής
γνώσεως 364, επακολουθούσιν εις τας
εικόνας της φαντασίας, και εις τα
άλογα ζώα δεν υπάρχει μεν νόησις και
συλλογισμός, αλλ' όμως υπάρχει η
φαντασία. 365 Άρα μόνα τα δύο ταύτα
δύνανται να κινώσι τοπικώς, ο νους
και η όρεξις.

νοῦς δὲ ὁ ἕνεκά του λογιζόμενος
καὶ ὁ πρακτικός· διαφέρει δὲ τοῦ
θεωρητικοῦ τῷ τέλει. καὶ ἡ ὄρεξις
<δ'> ἕνεκά του πᾶσα· οὗ γὰρ ἡ
ὄρεξις, αὕτη ἀρχὴ τοῦ πρακτικοῦ
νοῦ, τὸ δ' ἔσχατον ἀρχὴ τῆς
πράξεως. ὥστε εὐλόγως δύο
ταῦτα φαίνεται τὰ κινοῦντα,
ὄρεξις καὶ διάνοια πρακτική· τὸ
ὀρεκτὸν γὰρ κι- νεῖ, καὶ διὰ τοῦτο
ἡ διάνοια κινεῖ, ὅτι ἀρχὴ αὐτῆς
ἐστι τὸ ὀρεκτόν.

2. Νουν δε λέγω εδώ τον
συλλογιζόμενον χάριν σκοπού τινος,
και αφορώντα εις την πράξιν νουν,
όστις διαφέρει από τον θεωρητικόν,
διότι έχει ηθικόν σκοπόν. 366 Και πάσα
όρεξις έχει σκοπόν τινα, το δε πράγμα
του οποίου υπάρχει όρεξις γίνεται
αρχή της κινήσεως. Ο τελικός σκοπός
είναι η αρχή της πράξεως 367. Ώστε [σ.
141] ευλόγως αύται αι δύο δυνάμεις, η
όρεξις και ο πρακτικός νους φαίνεται
ότι είναι αιτίαι της κινήσεως. Διότι το
αντικείμενον της ορέξεως (το
ορεκτόν) κινεί ημάς, διά τούτου δε και
η διάνοια κινεί, διότι το ορεκτόν είναι
η αρχή αυτής.

καὶ ἡ φαντασία δὲ ὅταν κινῇ, οὐ
κινεῖ ἄνευ ὀρέξεως. ἓν δή τι τὸ

3. Και η φαντασία δε, όταν κινή το
ζώον, δεν το κινεί άνευ ορέξεως.
Ούτω λοιπόν εν είναι το αίτιον της

Το πρώτον αίτιον της κινήσεως είναι το αντικείμενον της ορέξεως, το ορεκτόν πράγμα.
Ουχί νους, αλλ' ενέργεια του νου.
364
Διότι, ως είπεν ανωτέρω, ο νους του ανθρώπου ουδέν δύναται να συλλάβη άνευ εικόνος.
365
Ήτις αναπληρούσα τον νουν γεννά την κίνησιν.
366
Ούτος είναι ο επιτακτικός λόγος (φρόνησις επιτακτική. Ηθ. Νικομ., VI 102.) Ο θεωρητικός λόγος
αντικείμενον έχει την αναγκαίαν αλήθειαν, ο δε πρακτικός το ενδεχόμενον και αιρετόν.
367
Το τέλος της πράξεως είναι ελατήριον ή αφετηρία.
362
363

κινοῦν, τὸ ὀρεκτικόν. εἰ γὰρ δύο,
νοῦς καὶ ὄρεξις, ἐκίνουν, κατὰ
κοινὸν ἄν τι ἐκίνουν εἶδος· νῦν δὲ
ὁ μὲν νοῦς οὐ φαίνεται κινῶν
ἄνευ ὀρέξεως (ἡ γὰρ βούλησις
ὄρεξις, ὅταν δὲ κατὰ τὸν
λογισμὸν κινῆται, καὶ κατὰ
βούλησιν κινεῖται), ἡ δ' ὄρεξις
κινεῖ καὶ παρὰ τὸν λογισμόν· ἡ
γὰρ ἐπιθυμία ὄρεξίς τίς ἐστιν.

κινήσεως της ορεκτικής δυνάμεως, το
αντικείμενον αυτής. Διότι, αν υπήρχον
δύο αίτια κινήσεως, ο νους και η
όρεξις, θα παρήγον κίνησιν κατά
κοινήν τινα ιδέαν. Αλλ' όμως ο μεν
νους αληθώς δεν φαίνεται ότι κινεί
άνευ της ορέξεως. Διότι και η
βούλησις είναι όρεξις 368 και όταν το
έμψυχον κινήται κατά συλλογισμόν
τινα κινείται και κατά βούλησιν. Η
όρεξις όμως κινεί εις πράξεις και
εναντίον του λόγου 369 διότι η επιθυμία
είναι 370 όρεξίς τις.

νοῦς μὲν οὖν πᾶς ὀρθός ἐστιν·
ὄρεξις δὲ καὶ φαντασία καὶ ὀρθὴ
καὶ οὐκ ὀρθή. διὸ ἀεὶ κινεῖ μὲν τὸ
ὀρεκτόν, ἀλλὰ τοῦτ' ἐστὶν ἢ τὸ
ἀγαθὸν ἢ τὸ φαινόμενον
ἀγαθόν· οὐ πᾶν δέ, ἀλλὰ τὸ
πρακτὸν ἀγαθόν. πρακτὸν δ' ἐστὶ
τὸ ἐνδεχόμενον καὶ ἄλλως ἔχειν.

4. Ο νους λοιπόν πάντοτε είναι ορθός,
η όρεξις όμως και η φαντασία είναι
άλλοτε ορθαί, άλλοτε δε ουχί ορθαί.
Διά τούτο το ορεκτόν αντικείμενον
πάντοτε κινεί εις πράξεις και είναι ή
το (πραγματικόν) αγαθόν 371 ή το
φαινόμενον ως αγαθόν 372 και ουχί πάν
αγαθόν 373 αλλά μόνον το αγαθόν το
πρακτόν (όπερ δέον να πράττηται), το
πρακτόν δε τούτο αγαθόν είναι το
δυνάμενον να είναι άλλως παρ' ό,τι
είναι 374.

ὅτι μὲν οὖν ἡ τοιαύτη δύναμις
κινεῖ τῆς ψυχῆς, ἡ καλουμένη

5. Είναι λοιπόν φανερόν, ότι η
δύναμις της ψυχής η καλουμένη

433b ὄρεξις, φανερόν. τοῖς δὲ
διαιροῦσι τὰ μέρη τῆς ψυχῆς, ἐὰν
κατὰ τὰς δυνάμεις διαιρῶσι καὶ
χωρίζωσι, πάμπολλα γίνεται,
θρεπτικόν, αἰσθητικόν, νοητικόν,
βουλευτικόν, ἔτι ὀρεκτικόν·
ταῦτα γὰρ πλέον διαφέρει
ἀλλήλων ἢ ἐπιθυμητικὸν καὶ
θυμικόν.
ἐπεὶ δ' ὀρέξεις γίνονται ἐναντίαι

όρεξις είναι η αιτία της κινήσεως εις
πράξιν 375, αλλά κατά τους αναλύοντας
τα μέρη της ψυχής, εάν αναλύωσι και
χωρίζωσι [σ. 142] κατά τας δυνάμεις
αυτής γίνονται πάμπολλα μέρη, το
θρεπτικόν, το αισθητικόν, τα
νοητικόν, το βουλευτικόν και το
ορεκτικόν· ταύτα δε διαφέρουσι
μεταξύ των περισσότερον παρά το
επιθυμητικόν και το θυμικόν.
6. Καίτοι δε ορέξεις δύνανται να είναι
εναντίαι προς αλλήλας, ως συμβαίνει,

Η βούλησις είναι όρεξις διανοητική ή ορθή ή μετά λόγου.
Και διά τούτο όρεξις και λόγος δεν παράγουσι κίνησιν κατά κοινήν μορφήν.
370
Ζωηρά όρεξις.
371
Όπερ κινεί τον νουν.
372
Όπερ κινεί την επιθυμίαν και τον θυμόν.
373
Δεν είναι το απόλυτον και το αΐδιον αγαθόν.
374
Είναι το μερικόν αγαθόν, όπερ δύναται να γίνη και να μη γίνη, και είναι αγαθόν πρός τινα και ουχί
πάντοτε αγαθόν.
375
Εν τη ψυχή· πρώτη δε αιτία είναι το ορεκτόν.
368
369

ἀλλήλαις, τοῦτο δὲ συμβαίνει
ὅταν ὁ λόγος καὶ αἱ ἐπιθυμίαι
ἐναντίαι ὦσι, γίνεται δ' ἐν τοῖς
χρόνου αἴσθησιν ἔχουσιν (ὁ μὲν
γὰρ νοῦς διὰ τὸ μέλλον
ἀνθέλκειν κελεύει, ἡ δ' ἐπιθυμία
διὰ τὸ ἤδη· φαίνεται γὰρ τὸ ἤδη
ἡδὺ καὶ ἁπλῶς ἡδὺ καὶ ἀγαθὸν
ἁπλῶς, διὰ τὸ μὴ ὁρᾶν τὸ
μέλλον), εἴδει μὲν ἓν ἂν εἴη τὸ
κινοῦν, τὸ ὀρεκτικόν, ᾗ
ὀρεκτικόν-πρῶτον δὲ πάντων τὸ
ὀρεκτόν· τοῦτο γὰρ κινεῖ οὐ
κινούμενον, τῷ νοηθῆναι ἢ
φαντασθῆναι-ἀριθμῷ δὲ πλείω
τὰ κινοῦντα.

όταν είναι εναντία ο λόγος και αι
επιθυμίαι 376, γίνεται τούτο μόνον εις
τα όντα τα οποία έχουσι το αίσθημα
του χρόνου. Διότι ο μεν νους
διατάττει να ανθιστάμεθα διά το
μέλλον (διά τα επακόλουθα), η δε
επιθυμία αποβλέπει εις το παρόν 377,
διότι εις ταύτην φαίνεται το παρόν
ευάρεστον (η στιγμιαία ηδονή) ως το
απολύτως ευάρεστον και ως το
απολύτως αγαθόν, διότι δεν βλέπει το
μέλλον. Διά ταύτα κατ' είδος 378 μεν
είναι μία η αρχή η κινούσα, ήτοι το
ορεκτικόν μέρος καθό ορεκτικόν.
Αριθμητικώς όμως πολλαί κινητικαί
δυνάμεις δύνανται να είναι εν αυτή.
Αλλά πρώτον πάντων των κινούντων
είναι το ορεκτόν αντικείμενον, διότι
τούτο, χωρίς να κινήται, κινεί καθ'
όσον νοείται ή συλλαμβάνεται υπό
της φαντασίας. Κατ' αριθμόν όμως τα
κινούντα εις πράξιν, ορεκτά και
ορεκτικά, είναι περισσότερα 379.

ἐπεὶ δ' ἔστι τρία, ἓν μὲν τὸ
κινοῦν, δεύτερον δ' ᾧ κινεῖ, ἔτι
τρίτον τὸ κινούμενον, τὸ δὲ
κινοῦν διττόν, τὸ μὲν ἀκίνητον,
τὸ δὲ κινοῦν καὶ κινούμενον, ἔστι
δὴ τὸ μὲν ἀκίνητον τὸ πρακτὸν
ἀγαθόν, τὸ δὲ κινοῦν καὶ
κινούμενον τὸ ὀρεκτικόν
(κινεῖται γὰρ τὸ κινούμενον ᾗ
ὀρέγεται, καὶ ἡ ὄρεξις κίνησίς τίς
ἐστιν, ἡ ἐνεργείᾳ), τὸ δὲ
κινούμενον τὸ ζῷον· ᾧ δὲ κινεῖ
ὀργάνῳ ἡ ὄρεξις, ἤδη τοῦτο
σωματικόν ἐστιν-διὸ ἐν τοῖς
κοινοῖς σώματος καὶ ψυχῆς
ἔργοις θεωρητέον περὶ αὐτοῦ.

7. Επειδή δε τρεις όροι διακρίνονται,
πρώτον το κινούν, δεύτερον το
όργανον, δι' ου τούτο κινεί, και τρίτον
το κινούμενον πράγμα, εκ τούτων το
μεν κινούν είναι διττόν, αφ' ενός μεν
είναι εν στοιχείον ακίνητον, εξ άλλου
δε είναι εν στοιχείον κινούν και
κινούμενον. Και το μεν ακίνητον
κινούν είναι το πρακτέον αγαθόν, το
δε κινούν και κινούμενον είναι η
ορεκτική δύναμις, διότι [σ. 143] το ον
το ορεγόμενον κινείται καθ' όσον
ορέγεται, και η όρεξις είναι μία
κίνησις καθ' όσον είναι ενέργεια (του
ορεκτικού). Το δε κινούμενον είναι το
ζώον· το όργανον δε, δι' ου κινεί η
όρεξις, τούτο είναι όργανον
σωματικόν (η καρδία κλπ.). Αλλά περί
τούτου θα εξετάσωμεν όταν και τας
κοινάς σώματος και ψυχής

Και ανωτέρω ερρήθη : Καθ' όσον η όρεξις γεννάται εκ του λόγου, ή του θυμικού, ή της επιθυμίας,
εμφανίζεται υπό τρεις ενεργείας.
377
Μόνος ο άνθρωπος έχει συνείδησιν του χρόνου κατά τας τρεις διαστάσεις, τα άλλα δε ζώα κατά
συμβεβηκός αισθάνονται τον χρόνον, αισθανόμεθα πρότερα παθήματα.
378
Αντιθέτως προς το κατ' αριθμόν.
379
Ούτω πηγή της ορέξεως είναι ο νους ή η αίσθησις ή η φαντασία.
376

λειτουργίας θα θεωρήσωμεν.
νῦν δὲ ὡς ἐν κεφαλαίῳ εἰπεῖν, τὸ
κινοῦν ὀργανικῶς ὅπου ἀρχὴ καὶ
τελευτὴ τὸ αὐτό-οἷον ὁ
γιγγλυμός· ἐνταῦθα γὰρ τὸ
κυρτὸν καὶ τὸ κοῖλον τὸ μὲν
τελευτὴ τὸ δ' ἀρχή (διὸ τὸ μὲν
ἠρεμεῖ τὸ δὲ κινεῖται), λόγῳ μὲν
ἕτερα ὄντα, μεγέθει δ' ἀχώριστα.
πάντα γὰρ ὤσει καὶ ἕλξει
κινεῖται· διὸ δεῖ, ὥσπερ ἐν κύκλῳ,
μένειν τι, καὶ ἐντεῦθεν ἄρχεσθαι
τὴν κίνησιν.

8. Τώρα δε δυνάμεθα να είπωμεν
κεφαλαιωδώς, ότι η κίνησις είναι
οργανική εκεί όπου είναι έν η αρχή
και το τέλος, ως εις τον γιγγλυμόν. 380
Διότι εις ένα γιγγλυμόν το κυρτόν και
το κοίλον είναι το εν μεν τέλος, το δε
άλλο είναι αρχή. Και διά τούτο το μεν
μένει ακίνητον, το δε κινείται, και ενώ
είναι νοητώς ταύτα διακεκριμένα,
πραγματικώς είναι αχώριστα. Διότι
πάσαι αι κινήσεις γίνονται δι'
απώσεως και έλξεως. Και πρέπει διά
τούτο εν σημείον να μένη ακίνητον,
όπως είναι το κέντρον εν τω κύκλω,
και εκ τούτου να αρχίζη η κίνησις 381.

ὅλως μὲν οὖν, ὥσπερ εἴρηται, ᾗ
ὀρεκτικὸν τὸ ζῷον, ταύτῃ αὑτοῦ
κινητικόν· ὀρεκτικὸν δὲ οὐκ ἄνευ
φαντασίας· φαντασία δὲ πᾶσα ἢ
λογιστικὴ ἢ αἰσθητική. ταύτης
μὲν οὖν καὶ τὰ ἄλλα ζῷα μετέχει.

9. Εν γένει λοιπόν, ως είπομεν, το
ζώον δύναται να κινή εαυτό μόνον
καθ' όσον είναι ορεκτικόν (έχει
όρεξιν), αλλά δεν δύναται να έχη
όρεξιν άνευ φαντασίας, πάσα δε
φαντασία είναι ή λογική ή
αισθητική, 382 Ταύτης δε μετέχουσι και
τα άλλα ζώα και ο άνθρωπος 383.

Γιγγλυμός λέγεται, ως γνωστόν, η διάρθρωσις των οστών, καθ' ην το μέλος κινείται κατά μίαν
διεύθυνσιν, ως είναι η του αγκώνος και της κνήμης.
381
Ούτω και εν τω ζώω ανάγκη να μένη τι εν τω μέσω και από τούτου να γίνηται η κίνησις των μερών.
382
Η αισθητική υπάρχει και εις τα άλογα ζώα, η δε λογική μόνον εις τους ανθρώπους, οίτινες
αντεξετάζουσι διαφόρους παραστάσεις και κρίνουσι ποία είναι η προτιμότερα. Ο νους είναι το ακίνητον,
όπερ κινεί και ωθεί. Το ορεκτόν αντικείμενον έλκει την όρεξιν.
383
Ο λόγος ή ο νους καθ' όσον ενεργεί εν τω κύκλω της γνώσεως λέγεται θεωρητικός, ενεργών δ' εν τω
κύκλω της ηθικότητος λέγεται πρακτικός. Έργον του μεν θεωρητικού είναι να κρίνη μεταξύ αληθείας και
[σ. 144] ψεύδους, του δε πρακτικού μεταξύ αγαθών και κακών. Εκείνος γινώσκει μόνον, ούτος κρίνει,
σταθμίζει, εκτιμά, βουλεύεται, αποφασίζει και προστάττει. Η αρετή τούτου είναι η φρόνησις,
αντικείμενον δε τα πρακτά αγαθά, τα καθ' έκαστον, αντιθέτως προς τον θεωρητικόν, όστις αντικείμενον
έχει τα καθ' όλου, τας αρχάς και τους νόμους. Ο πρακτικός λόγος και τα προστάγματα αυτού είναι
αχώριστα από της βουλήσεως. Ως νομοθετική δύναμις ούτος οδηγεί και φωτίζει την βούλησιν, ήτοι την
προς το αγαθόν προσπάθειαν, ης κατωτάτη μορφή είναι η ορμή, υψίστη δε η λογική όρεξις. Τα συστατικά
στοιχεία της ηθικής βουλήσεως είναι ο πρακτικός λόγος ή νους και η όρεξις. Της ορέξεως ή επιθυμίας
συστατικά στοιχεία είναι: 1) παράστασίς τις ή γνώσις, “το ορεκτικόν ουκ άνευ φαντασίας”· 2)
συναίσθημα ηδονής ή άλγους· 3) προσπάθεια ή ενέργεια. Η όρεξις περιέχει αίρεσιν ή φυγήν, το
αντικείμενον δ' αυτής είναι το ελατήριον της πράξεως. Αλλ' όπως μόνος ο λόγος δεν γεννά πράξιν, ούτως
η επιθυμία μόνη δεν είναι λογική και ηθική. Δια τούτο ο Αριστοτέλης ορίζει την προαίρεσιν όρεξιν
διανοητικής ή νουν ορεκτικόν, ορίζει δηλ. ότι η ηθική βούλησις είναι σύνθετος εκ λόγου και ορέξεως.
Και ο λόγος ενταύθα ενεργεί εν μορφή πρακτικού συλλογισμού, ου το συμπέρασμα είναι επιτακτικόν· λ. χ.
“πάντες οι πολίται οφείλουσι να υπακούωσι τοις νόμοις”. Εγώ είμαι πολίτης, άρα οφείλω κλπ. Εκ των
όρων του συλλογισμού τούτου, ουχί ο μείζων και γενικός, αλλ' ο ελάσσων, η μερική έννοια είναι η
κινούσα εις πράξιν· ο λόγος, δι' ον υπακούω τοις νόμοις, είναι ότι εγώ ειμι πολίτης (Όρα το τέλος του
επομένου κεφαλαίου).
380

ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ,
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'
Περί ατελών ζώων.— Και αυτά έχουσι φαντασίαν αισθητικήν, αόριστον δε
αιτίαν κινήσεως.— Βούλησις και λόγος.

433b31

Σκεπτέον δὲ καὶ περὶ τῶν
ἀτελῶν τί τὸ κινοῦν ἐστιν,

1. [σ. 145] Πρέπει δε να εξετάσωμεν
και περί των ατελών ζώων 384 ποίον
είναι το αίτιον το κινούν τα ζώα,

434a

οἷς ἁφῇ μόνον ὑπάρχει
αἴσθησις, πότερον ἐνδέχεται
φαντασίαν ὑπάρχειν τούτοις, ἢ
οὔ, καὶ ἐπιθυμίαν. φαίνεται γὰρ
λύπη καὶ ἡδονὴ ἐνοῦσα, εἰ δὲ
ταῦτα, καὶ ἐπιθυμίαν ἀνάγκη.
φαντασία δὲ πῶς ἂν ἐνείη; ἢ
ὥσπερ καὶ κινεῖται ἀορίστως,
καὶ ταῦτ' ἔνεστι μέν, ἀορίστως δ'
ἔνεστιν.

τα οποία μόνην αίσθησιν έχουσι την
αφήν. Είναι δυνατόν να έχωσι ταύτα
φαντασίαν και επιθυμίαν ή ουχί ;
Διότι φαίνεται ότι αισθάνονται λύπην
και ηδονήν, εάν δε έχωσι ταύτα, τότε
αναγκαίως έχουσι και επιθυμίαν 385.
Αλλά φαντασία πώς δύναται να
υπάρχη εις τα ζώα ; Ή πρέπει να
απαντήσωμεν, ότι όπως ταύτα
κινούνται απροσδιορίστως 386 ούτω
και η δύναμις αύτη υπάρχει μεν εν
αυτοίς, αλλά κατά τρόπον αόριστον;

ἡ μὲν οὖν αἰσθητικὴ φαντασία,
ὥσπερ εἴρηται, καὶ ἐν τοῖς
ἄλλοις ζῴοις ὑπάρ- χει, ἡ δὲ
βουλευτικὴ ἐν τοῖς λογιστικοῖς
(πότερον γὰρ πράξει τόδε ἢ
τόδε, λογισμοῦ ἤδη ἐστὶν ἔργον·
καὶ ἀνάγκη ἑνὶ μετρεῖν· τὸ
μεῖζον γὰρ διώκει· ὥστε δύναται
ἓν ἐκ πλειόνων φαντασμάτων
ποιεῖν). καὶ αἴτιον τοῦτο τοῦ
δόξαν μὴ δοκεῖν ἔχειν, ὅτι τὴν ἐκ
συλλογισμοῦ οὐκ ἔχει, αὕτη δὲ
κινεῖ·

2. Η αισθητική λοιπόν φαντασία
υπάρχει, ως είπομεν, και εις τα
κατώτερα ζώα, η βουλευτική όμως
μόνον εις τα λογικά ζώα υπάρχει.
Διότι, το αν πρέπει τις να πράξη
τούτο ή εκείνο, είναι έργον βεβαίως
συλλογισμού· και πρέπει αναγκαίως
να μετρή πάντα με έν μέτρον 387, διότι
επιδιώκει πάντοτε το μεγαλύτερον
αγαθόν 388, και ούτω δύναται εκ
πολλών εικόνων ν' αποτελή μίαν
παράστασιν 389. Αίτιον δε του να
νομίζηται, ότι τα [σ. 146] ατελή ζώα
δεν έχουσι δόξαν (γνώμην), είναι
τούτο, ότι δεν έχουσι την δύναμιν να

Λ. χ. των ζωοφύτων, των μαλακίων κλπ.
Άρα έχουσι και όρεξιν επομένως και φαντασίαν.
386
Προδήλως νοεί κίνησιν εν τη ψυχή. Το ζώον αισθάνεται μόνον, ότι αντικείμενον τι προξενεί αυτώ
ηδονήν ή λύπην, αλλ' ουδέν γινώσκει περί του αντικειμένου τούτου, δι' ο πάντα είναι αδιόριστα εν τω
ζώω.
387
Οίον είναι η ηδονή, ή το συμφέρον ή το καθήκον.
388
Ο Αριστ. ακολουθών την έννοιαν του μέτρου λέγει το “μεγαλύτερον”.
389
Το λογικόν αντεξετάζει τας παραστάσεις προς το μέτρον, κλίνει πολλάκις, και ούτως εκ πολλών
συμπεραίνεται έν, μία απόφασις.
384
385

συμπεράνωσιν εκ συλλογισμού, εν ω
η δόξα περιέχει αυτήν 390.
διὸ τὸ βουλευτικὸν οὐκ ἔχει ἡ
ὄρεξις· νικᾷ δ' ἐνίοτε καὶ κινεῖ
ὁτὲ μὲν αὕτη ἐκείνην, ὁτὲ δ'
ἐκείνη ταύτην, ὥσπερ σφαῖρα
<σφαῖραν>, ἡ ὄρεξις τὴν ὄρεξιν,
ὅταν ἀκρασία γένηται· φύσει δὲ
ἀεὶ ἡ ἄνω ἀρχικωτέρα καὶ κινεῖ·
ὥστε τρεῖς φορὰς ἤδη κινεῖσθαι.

3. Διά τούτο η όρεξις αυτών δεν έχει
την βουλευτικήν δύναμιν
(αποφασίζουσαν βούλησιν). Αλλ' η
όρεξις νικά ενίοτε την βούλησιν και
κινεί εις πράξεις· άλλοτε όμως η
βούλησις νικά την όρεξιν, και πάλιν
ως (αναρριπτομένη) σφαίρα, η όρεξις
νικά όρεξιν άλλην, ως όταν επικρατή
ακρασία. Αλλά πάντοτε η ανωτέρα 391
δύναμις είναι φύσει αρχικωτέρα και
κινητική. Ώστε η κίνησις δύναται να
λάβη τρεις διευθύνσεις 392.

τὸ δ' ἐπιστημονικὸν οὐ κινεῖται,
ἀλλὰ μένει. ἐπεὶ δ' ἡ μὲν
καθόλου ὑπόληψις καὶ λόγος, ἡ
δὲ τοῦ καθ' ἕκαστον (ἡ μὲν γὰρ
λέγει ὅτι δεῖ τὸν τοιοῦτον τὸ
τοιόνδε πράττειν, ἡ δὲ ὅτι τόδε
τοιόνδε, κἀγὼ δὲ τοιόσδε), ἢ δὴ
αὕτη κινεῖ ἡ δόξα, οὐχ ἡ
καθόλου, ἢ ἄμφω, ἀλλ' ἡ μὲν
ἠρεμοῦσα μᾶλλον, ἡ δ' οὔ.

4. Το επιστημονικόν (γνωστικόν)
όμως μέρος της ψυχής δεν κινείται 393,
αλλά μένει ακίνητον. Αλλ' επειδή η
μεν σύλληψις του καθόλου, η γενική
έννοια, διαφέρει της συλλήψεως του
καθ' έκαστα (της μερικής εννοίας),
διότι η μεν πρώτη λέγει γενικώς ότι ο
τοιούτος οφείλει να πράττη ταύτην
την πράξιν, η δε ότι ούτος ο ατομικός
άνθρωπος οφείλει να ενεργή ούτως
(και εγώ είμαι ατομικός άνθρωπος),
αυτή η μερική έννοια κινεί, ουχί η
καθολική (ή γενική). Ή αμφότεραι
συνδυαζόμεναι είναι αίτια κινήσεως,
αλλ' η μεν μάλλον ως ηρεμούσα, η δε
ουχί ηρεμούσα.

Η πράξις του αλόγου κινείται υπό απλής φαντασίας, άνευ συλλογισμού, άνευ κρίσεως (δόξης). Αλλ' η
όρεξις του λογικού ζώου είναι και μετά δόξης και άνευ δόξης, αλλά διά τούτο ουχί πάσα όρεξις είναι
βούλησις (λογική όρεξις).
391
Η νικώσα.
392 ον
1 ο λόγος κινεί την όρεξιν, 2ον η όρεξις τον λόγον, 3ον όρεξις την όρεξιν. Ή άλλως. Υπάρχει α') το
παράγγελμα του απαθούς νου, όπερ ενεργεί επί της ορέξεως κίνησιν ωθιστικήν· β') όταν αντικείμενόν τι
διεγείρη την όρεξιν και διά ταύτης εξεγείρεται ο νους, η κίνησις είναι ανάλογος προς έλξιν· γ') Η πλήρης
κίνησις καταλήγει εις πράξιν σωματικής ή φυσικής κινήσεως.
393
Η μερική έννοια κινεί εις πράξιν. Όρα Ηθ. Νικ. VΙΙ. 3.6.
390

ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ,
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'
Το θρεπτικόν είναι κοινόν εις πάντα τα ζώντα· το δε αισθητικόν εις μόνα τα
ζώα.— Το σώμα του ζώου είναι αναγκαίως μικτόν — Το ζώον δεν είναι
αναγκαίον να έχη πάσας τας αισθήσεις, αλλά η αφή και η γεύσις είναι αναγκαίαι.

434a21

Τὴν μὲν οὖν θρεπτικὴν ψυχὴν
ἀνάγκη πᾶν ἔχειν ὅτι περ ἂν ζῇ
καὶ ψυχὴν ἔχῃ, ἀπὸ γενέσεως
καὶ μέχρι φθορᾶς· ἀνάγκη γὰρ
τὸ γενόμενον αὔξησιν ἔχειν καὶ
ἀκμὴν καὶ φθίσιν, ταῦτα δ'
ἄνευ τροφῆς ἀδύνατον· ἀνάγκη
ἄρα ἐνεῖναι τὴν θρεπτικὴν
δύναμιν ἐν πᾶσι τοῖς φυομένοις
καὶ φθίνουσιν·

1. [σ. 147] Ανάγκη λοιπόν παν ον,
το οποίον έχει ζωήν, να έχη την
θρεπτικήν ψυχήν, και να έχη αυτήν
από της γεννήσεως μέχρις του
θανάτου αυτού. Διότι αναγκαίως,
παν ότι εγεννήθη, έχει αύξησιν και
ακμήν και θάνατον, και ταύτα είναι
αδύνατον να υπάρξωσιν άνευ
τροφής. Κατ' ανάγκην λοιπόν εις
πάντα τα όντα τα γεννώμενα και
θνήσκοντα υπάρχει η θρεπτική
δύναμις.

αἴσθησιν δ' οὐκ ἀναγκαῖον ἐν
ἅπασι τοῖς ζῶσιν· οὔτε γὰρ
ὅσων τὸ σῶμα ἁπλοῦν
ἐνδέχεται αὐτὴν ἔχειν, [οὔτε
ἄνευ ταύτης οἷόν τε οὐθὲν εἶναι
ζῷον] οὔτε ὅσα μὴ δεκτικὰ τῶν
εἰδῶν ἄνευ τῆς ὕλης.

2. Αλλά δεν είναι αναγκαίον να
υπάρχη αίσθησις εις πάντα τα
ζώντα. Διότι ούτε εκείνα, των
οποίων το σώμα είναι απλούν 394,
δύνανται να έχωσιν αφήν (ούτε άνευ
της αφής δύναται να υπάρχη κανέν
ζώον), ούτε εκείνα, τα οποία δεν
δύνανται να δεχθώσι τα είδη άνευ
ύλης, ούτε αυτά δύνανται να
αισθάνωνται 395.

τὸ δὲ ζῷον ἀναγκαῖον αἴσθησιν 3. Αλλά το ζώον είναι αναγκαίον να
έχη αίσθησιν,
ἔχειν,
434a.30α <οὐδὲ ἄνευ ταύτης οἷόν τε
οὐθὲν εἶναι ζῷον,>
434a.31

εἰ μηθὲν μάτην ποιεῖ ἡ φύσις.
ἕνεκά του γὰρ πάντα ὑπάρχει
τὰ φύσει, ἢ συμπτώματα ἔσται
τῶν ἕνεκά του. εἰ οὖν πᾶν σῶμα
πορευτικόν, μὴ ἔχον αἴσθησιν,
φθείροιτο ἂν καὶ

εάν η φύσις ουδέν δημιουργή
ματαίως (ασκόπως). Διότι πάντα τα
πράγματα τα φυσικά υπάρχουσι
χάριν σκοπού τινος; ή είναι
συμπτώματα (όροι) των υπαρχόντων
ένεκα σκοπού τίνος. Εάν λοιπόν παν
σώμα, το οποίον δύναται να

Η αφή απαιτεί α') την αισθανομένην ψυχήν, β') το αισθητόν σώμα. Ή άλλως· απλούν είναι το σώμα το
εξ ενός μόνου στοιχείου. πυρός, αέρος κ.λ. αποτελούμενον.
395
Ακριβώς διότι η αίσθησις είναι η δύναμις του δέχεσθαι τα είδη άνευ της ύλης.
394

πορεύηται, δεν είχεν αίσθησιν, θα
κατεστρέφετο
434b

εἰς τέλος οὐκ ἂν ἔλθοι, ὅ ἐστι
φύσεως ἔργον (πῶς γὰρ
θρέψεται; τοῖς μὲν γὰρ μονίμοις
ὑπάρχει τοῦτο ὅθεν πεφύκασιν,

και δεν θα έφθανεν εις τον τελικόν
σκοπόν τον [σ. 148] οποίον
επιδιώκει η φύσις 396. Διότι πώς θα
τραφή τούτο; Τα μένοντα ακίνητα
(τα φυτά λ.χ.) λαμβάνουσι την
τροφήν των εκ του τόπου, όπου
εγεννήθησαν.

οὐχ οἷόν τε δὲ σῶμα ἔχειν μὲν
ψυχὴν καὶ νοῦν κριτικόν,
αἴσθησιν δὲ μὴ ἔχειν, μὴ
μόνιμον ὄν, γενητὸν δέ-ἀλλὰ
μὴν οὐδὲ ἀγένητον· διὰ τί γὰρ
οὐχ ἕξει; ἢ γὰρ τῇ ψυχῇ βέλτιον
ἢ τῷ σώματι, νῦν δ' οὐδέτερον·
ἡ μὲν γὰρ οὐ μᾶλλον νοήσει, τῷ
δ' οὐθὲν ἔσται μᾶλλον δι'
ἐκεῖνο) -οὐθὲν ἄρα ἔχει ψυχὴν
σῶμα μὴ μόνιμον <ὂν> ἄνευ
αἰσθήσεως.

4. Δεν είναι όμως δυνατόν σώμα
γεννητόν και μη ον ακίνητον να έχη
ψυχήν και νουν κριτικόν, αλλά
αίσθησιν να μη έχη. Αλλά προσέτι
ουδέν ον αγέννητον 397 είναι δυνατόν
να μη έχη αίσθησιν. Διατί άρά γε να
μη έχη αυτήν ; Διότι βεβαίως η
έλλειψις θα ήτο καλύτερα ή δια την
ψυχήν ή διά το σώμα. Αλλά ενταύθα
ούτε το εν ούτε το άλλο τούτων
είναι αληθές. Διότι η μεν ψυχή διά
τούτο δεν θα νοή περισσότερον, το
δε σώμα δεν θα διαρκή
περισσότερον χρόνον. Άρα ουδέν
σώμα μη μένον ακίνητον έχει ψυχήν
άνευ αισθήσεως.

ἀλλὰ μὴν εἴγε αἴσθησιν ἔχει,
ἀνάγκη τὸ σῶμα εἶναι ἢ
ἁπλοῦν ἢ μικτόν. οὐχ οἷόν τε δὲ
ἁπλοῦν· ἁφὴν γὰρ οὐχ ἕξει,
ἔστι δὲ ἀνάγκη ταύτην ἔχειν.
τοῦτο δὲ ἐκ τῶνδε δῆλον.

5. Αλλά προσέτι, εάν το σώμα έχη
αίσθησιν, αναγκαίως είναι ή απλούν
ή μικτόν· αλλά απλούν δεν δύναται
να είναι, διότι άλλως δεν θα έχη
αφήν, ενώ αναγκαίως πρέπει να έχη
αυτήν. Τούτο δε είναι φανερόν εκ
των εξής:

ἐπεὶ γὰρ τὸ ζῷον σῶμα
ἔμψυχόν ἐστι, σῶμα δὲ ἅπαν
ἁπτόν, [ἁπτὸν δὲ τὸ αἰσθητὸν
ἁφῇ,] ἀνάγκη [καὶ] τὸ τοῦ ζῴου
σῶμα ἁπτικὸν εἶναι, εἰ μέλλει
σώζεσθαι τὸ ζῷον. αἱ γὰρ
ἄλλαι αἰσθήσεις δι' ἑτέρων
αἰσθάνονται, οἷον ὄσφρησις

6. Επειδή το ζώον είναι σώμα
έμψυχον, παν δε σώμα είναι απτόν,
απτόν δε λέγεται το διά της αφής
αισθητόν πράγμα, ανάγκη και τα
σώμα του ζώου να έχη την αίσθησιν
της αφής 398, ίνα δύναται το ζώον να
διατηρήται. Αι μεν άλλαι αισθήσεις,
η όσφρησις, η ακοή, η όψις 399
αισθάνονται δι' άλλων

Το ζώον, εάν μη είχεν αισθήσεις, ίνα διακρίνη τα ωφέλιμα και τα επιβλαβή, και ίνα κινήται προς
εύρεσιν των μεν και αποφυγήν των άλλων, δεν θα έφθανεν εις το τέλος του, δηλ. να γεννά όμοια αυτού
όντα.
397
Και αυτά τα αγέννητα και αΐδια σώματα, τα άστρα, έχουσι την δύναμιν της αισθήσεως (Αριστοτ. περί
Ουρανού 285α29, 292β2).
398
Δι' ης κρίνει τα ωφελούντα και τα βλάπτοντα αυτό.
399
Είναι ωφέλιμοι αι αισθήσεις αύται, αλλ' ουχί απαραίτητοι όσον η αφή.
396

ὄψις ἀκοή· ἁπτόμενον δέ, εἰ μὴ
ἕξει αἴσθησιν, οὐ δυνήσεται τὰ
μὲν φεύγειν τὰ δὲ λαβεῖν. εἰ δὲ
τοῦτο, ἀδύνατον ἔσται
σώζεσθαι τὸ ζῷον.

μεσολαβούντων (αέρος, ύδατος)·
αλλ' όταν το ζώον άπτηται (εγγίζη)
τινός, εάν δεν έχη αίσθησιν, δεν θα
δύναται άλλα μεν να φεύγη, άλλα δε
να λαμβάνη· και, αν συμβαίνη
τούτο, αδύνατον θα είναι να
διατηρήται το ζώον.

διὸ καὶ ἡ γεῦσίς ἐστιν ὥσπερ
ἁφή τις· τροφῆς γάρ ἐστιν, ἡ δὲ
τροφὴ τὸ σῶμα ἁπτόν. ψόφος
δὲ καὶ χρῶμα καὶ ὀσμὴ οὐ
τρέφει, οὐδὲ ποιεῖ οὔτ' αὔξησιν
οὔτε φθίσιν· ὥστε καὶ τὴν
γεῦσιν ἀνάγκη ἁφὴν εἶναί τινα,
διὰ τὸ τοῦ ἁπτοῦ καὶ θρεπτικοῦ
αἴσθησιν εἶναι· αὗται μὲν οὖν
ἀναγκαῖαι τῷ ζῴῳ, καὶ
φανερὸν ὅτι οὐχ οἷόν τε ἄνευ
ἁφῆς εἶναι ζῷον,

7. Διά τούτο και η γεύσις είναι είδος
αφής, διότι είναι η αί [σ. 149]
σθησις της τροφής, η δε τροφή είναι
πράγμα απτόν. Ο ήχος όμως και το
χρώμα και η οσμή δεν τρέφουσιν,
ούτε φέρουσιν αύξησιν ούτε
φθοράν, ώστε εξ ανάγκης πρέπει η
γεύσις να είναι αφή τις, διότι είναι
αίσθησις εκείνου, όπερ δύναται να
άπτηται και να τρέφη. Αυταί λοιπόν
είναι αι αισθήσεις 400 αι αναγκαίαι
εις το ζώον, και είναι φανερόν ότι
δεν είναι δυνατόν να υπάρχη ζώον
άνευ αφής.

αἱ δὲ ἄλλαι τοῦ τε εὖ ἕνεκα καὶ
γένει ζῴων ἤδη οὐ τῷ τυχόντι·
ἀλλὰ τισίν, οἷον τῷ πορευτικῷ,
ἀνάγκη ὑπάρχειν· εἰ γὰρ μέλλει
σώζεσθαι, οὐ μόνον δεῖ
ἁπτόμενον αἰσθάνεσθαι ἀλλὰ
καὶ ἄποθεν. τοῦτο δ' ἂν εἴη, εἰ
διὰ τοῦ μεταξὺ αἰσθητικὸν εἴη
τῷ ἐκεῖνο μὲν ὑπὸ τοῦ αἰσθητοῦ
πάσχειν καὶ κινεῖσθαι, αὐτὸ δ'
ὑπ' ἐκείνου.

8. Αι δε λοιπαί αισθήσεις υπάρχουσι
μόνον διά το αγαθόν του ζώου και
ουχί εις πάντα τα ζώα 401, αλλά είς
τινα μόνον, λ. χ. εις το πορευτικόν
(περιπατούν) ζώον είναι ανάγκη να
υπάρχωσι. Διότι, εάν μέλλη να
διατηρήται, ου μόνον πρέπει να
αισθάνηται, όταν εγγίζη τι, αλλά και
μακρόθεν πρέπει να αισθάνηται
Τούτο δε συμβαίνει, εάν διά τινος
μεσολαβούντος σώματος 402 δύναται
να αισθάνηται. Διότι εκείνο μεν το
διάμεσον πάσχει και κινείται υπό
του αισθητού αντικειμένου, το δε
αισθητήριον υπό του διαμέσου.

ὥσπερ γὰρ τὸ κινοῦν κατὰ
τόπον μέχρι του μεταβάλλειν
ποιεῖ, καὶ τὸ ὦσαν ἕτερον ποιεῖ
ὥστε ὠθεῖν, καὶ ἔστι διὰ μέσου
ἡ κίνησις, καὶ τὸ μὲν πρῶτον
κινοῦν ὠθεῖ οὐκ ὠθούμενον, τὸ
δ' ἔσχατον μόνον ὠθεῖται οὐκ

9. Τω όντι, όπως το αίτιον το κινούν
τοπικώς τι ενεργεί μέχρι του να το
κάμη να μεταβάλλη (τόπον), και
όπως το αίτιον το ωθούν άλλο τι
ενεργεί μέχρι του να το κάμη να
ωθήση άλλο τι, και ούτως
εξακολουθεί η κίνησις διά τινος
διαμέσου, και όπως το μεν πρώτον
κινεί και ωθεί χωρίς να ωθήται, το

Η αφή και η γεύσις.
Τα ζωόφυτα π.χ. μένοντα ακίνητα δεν έχουσι χρείαν των αισθήσεων τούτων.
402
Οίον είναι ο αήρ ή το ύδωρ.
400
401

435a

ὦσαν, τὸ δὲ μέσον ἄμφω,

δε τελευταίον ωθείται μόνον χωρίς
να ωθή, και τα διάμεσα

πολλὰ δὲ τὰ μέσα, οὕτω καὶ ἐπ'
ἀλλοιώσεως, πλὴν ὅτι μένοντος
ἐν τῷ αὐτῷ τόπῳ ἀλλοιοῖ, οἷον
εἰ εἰς κηρὸν βάψειέ τις, μέχρι
τούτου ἐκινήθη, ἕως ἔβαψεν·
λίθος δὲ οὐδέν, ἀλλ' ὕδωρ μέχρι
πόρρω· ὁ δ' ἀὴρ ἐπὶ πλεῖστον
κινεῖται καὶ ποιεῖ καὶ πάσχει,
ἐὰν μένῃ καὶ εἷς ᾖ. διὸ καὶ περὶ
ἀνακλάσεως βέλτιον ἢ τὴν ὄψιν
ἐξιοῦσαν ἀνακλᾶσθαι τὸν ἀέρα
πάσχειν ὑπὸ τοῦ σχήματος καὶ
χρώματος, μέχρι περ οὗ ἂν ᾖ
εἷς. ἐπὶ δὲ τοῦ λείου ἐστὶν εἷς·
διὸ πάλιν οὗτος τὴν ὄψιν κινεῖ,
ὥσπερ ἂν εἰ τὸ ἐν τῷ κηρῷ
σημεῖον διεδίδοτο μέχρι τοῦ
πέρατος.

(πολλά δε δύνανται να είναι τα
διάμεσα) ωθούσι και ωθούνται,
ούτω συμβαίνει και εις την πορείαν
της αλλοιώσεως (εν τη αισθήσει),
πλην ότι, ενώ η μεταβολή γίνεται,
μένει το αντικείμενον εν τω αυτώ
τόπω, π. χ. εάν τις βυθίση
αντικείμενον τι εις κηρόν, ο κηρός
κινείται μέχρι τόσου (βάθους), όσον
εβυθίσθη το αντικείμενον· ο λίθος
όμως ουδόλως μεταβάλλεται, ενώ το
ύδωρ κινείται βαθύτατα, ο δε αήρ
πλείστον πάντων δέχεται και
μεταδίδει την κίνησιν, εάν διαμένη
[σ. 150] είς και φυλάττη την
συνέχειαν αυτού. Διά τούτο εν τη
ανακλάσει του φωτός καλύτερον
είναι να υπολαμβάνωμεν ουχί 403 ότι
η οπτική εικών εξερχομένη εκ του
οφθαλμού ανακλάται οπίσω εις
αυτόν, αλλά ότι ο αήρ πάσχει υπό
του σχήματος και του χρώματος εφ'
όσον διατηρεί την ενότητα αυτού 404,
είναι δε εις επί λείας επιφανείας. Διά
τούτο πάλιν ο αήρ κινεί την όψιν ως
εάν το επί του κηρού χαραττόμενον
σημείον διεδίδετο μέχρι του άκρου
του κηρού 405.

Ως ο Πλάτων και ο Εμπεδοκλής, όστις παρεδέχετο διττήν απορροήν εκ του όμματος και εκ του
αισθήματος.
404
Εφ' όσον διάστημα είναι μία συνεχής μάζα.
405
Η οπτική δηλ. εικών διαχωρεί διά της μάζης του αέρος μέχρι του αντιθέτου άκρου αυτής και ούτω
μεταβαίνει εις το οπτικόν όργανον, καθ' όν τρόπον δύναταί τις να συλλάβη την σφραγίδα μετά του
σημείου αυτής διαπερώσαν διά της μάζης του κηρού είς τι πράγμα ικανόν να δεχθή αυτήν.
403

ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ,
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'
Ουδέν ζώον δύναται να είναι εξ ενός στοιχείου. — Η αφή συνιστά το ζώον
ουσιωδώς.— Μόνον των απτικών ποιοτήτων αι υπερβολαί είναι ολέθριαι εις το
ζώον.

1. Είναι φανερόν, ότι το σώμα του
ζώου δεν δύναται να είναι απλούν· λ.
τοῦ ζῴου σῶμα, φανερόν, λέγω δ'
χ. μόνον εκ πυρός ή εξ αέρος. Τω όντι
οἷον πύρινον ἢ ἀέρινον. ἄνευ μὲν
άνευ μεν αφής ουδεμία άλλη αίσθησις
γὰρ ἁφῆς οὐδεμίαν ἐνδέχεται ἄλλην δύναται να υπάρξη, διότι παν σώμα
αἴσθησιν ἔχειν (τὸ γὰρ σῶμα
έμψυχον έχει, ως είπομεν, την
αίσθησιν της αφής. Τα άλλα στοιχεία,
ἁπτικὸν τὸ ἔμψυχον πᾶν, ὥσπερ
πλην της γης, δύνανται να γίνωνται
εἴρηται)· τὰ δὲ ἄλλα ἔξω γῆς
όργανα αισθήσεως. Αλλά πάντα μεν τα
αἰσθητήρια μὲν ἂν γένοιτο, πάντα δὲ αισθητήρια παράγουσιν αίσθημα διά
τῷ δι' ἑτέρου αἰσθάνεσθαι ποιεῖ τὴν των διαμέσων σωμάτων. Η αφή όμως
αἴσθησιν, καὶ διὰ τῶν μετα- ξύ, ἡ δ' αισθάνεται τα πράγματα αμέσως
απτομένη αυτών και διά τούτο έχει και
ἁφὴ τῷ αὐτῶν ἅπτεσθαί ἐστιν, διὸ
το όνομα τούτο. Και όμως και τα άλλα
καὶ τοὔνομα τοῦτο ἔχει. καίτοι καὶ τὰ αισθητήρια όργανα διά της αφής
ἄλλα αἰσθητήρια ἁφῇ αἰσθάνεται, αισθάνονται, αλλά [σ. 151] δι' άλλου
ἀλλὰ δι' ἑτέρου· αὕτη δὲ δοκεῖ μόνη τινος διαμέσου, μόνη δε αυτή φαίνεται
ότι αισθάνεται δι' αμέσου επαφής.
δι' αὑτῆς. ὥστε τῶν μὲν τοιούτων
Ώστε το σώμα του ζώου δεν δύναται ν'
στοιχείων οὐθὲν ἂν εἴη σῶμα τοῦ
αποτελήται αποκλειστικώς από εν εκ
ζῴου. οὐδὲ δὴ γήϊνον. πάντων γὰρ ἡ των στοιχείων τούτων, ούτε
αποκλειστικώς δύναται ν' αποτελήται
ἁφὴ τῶν ἁπτῶν ἐστὶν ὥσπερ
εκ γης. Διότι η αφή είναι ως μέσος τις
μεσότης, καὶ δεκτικὸν τὸ
ορός πάντων των απτών αντικειμένων
αἰσθητήριον οὐ μόνον ὅσαι διαφοραὶ
και το αισθητήριον όργανον αυτής
γῆς εἰσίν, ἀλλὰ καὶ θερμοῦ καὶ
δύναται να δεχθή ου μόνον τας
διαφόρους ιδιότητας άς έχει η γη, αλλά
ψυχροῦ καὶ τῶν ἄλλων ἁπτῶν
406
ἁπάντων. καὶ διὰ τοῦτο τοῖς ὀστοῖς και τας του θερμού και ψυχρού και
πάντων των άλλων απτών. Και διά
καὶ ταῖς θριξὶ καὶ τοῖς τοιούτοις
τούτο δεν αισθανόμεθα διά των οστών
μορίοις οὐκ αἰσθανόμεθα, ὅτι γῆς
και των τριχών και των τοιούτων
ἐστιν,
μερών, διότι είναι εκ γης·

435a11Ὅτι δ' οὐχ οἷόν τε ἁπλοῦν εἶναι τὸ

435b καὶ τὰ φυτὰ διὰ τοῦτο οὐδεμίαν
ἔχει αἴσθησιν, ὅτι γῆς ἐστιν· ἄνευ
δὲ ἁφῆς οὐδεμίαν οἷόν τε ἄλλην
ὑπάρχειν, τοῦτο δὲ τὸ
406

διά τούτο και τα φυτά ουδεμίαν
έχουσιν αίσθησιν, διότι είναι εκ γης.
Άνευ λοιπόν της αφής δεν είναι
δυνατόν να υπάρχη καμμία άλλα

Αίτινες δεν είναι πλέον διαφοραί της γης, αλλά του πυρός.

αίσθησις, και το όργανον αυτής (η
σάρξ δεν είναι ούτε εκ γης
αποκλειστικώς ούτε εξ ουδενός άλλου
στοιχείου.
2. Είναι άρα φανερόν, ότι τα ζώα κατ'
φανερὸν τοίνυν ὅτι ἀνάγκη
μόνης ταύτης στερισκόμενα τῆς ανάγκην αποθνήσκουσιν, εάν
στερώνται μόνης ταύτης της
αἰσθήσεως τὰ ζῷα ἀποθνήσκειν·
αισθήσεως· διότι ούτε είναι δυνατόν να
οὔτε γὰρ ταύτην ἔχειν οἷόν τε μὴ έχη αυτήν ον το οποίον δεν είναι ζώον,
ζῷον ὄν, οὔτε ζῷον ὂν ἄλλην
ούτε ον ζώον είναι ανάγκη να έχη
άλλην αίσθησιν πλην ταύτης. Και διά
ἔχειν ἀνάγκη πλὴν ταύτην. καὶ
τούτο αι μεν άλλαι αισθηταί ποιότητες,
διὰ τοῦτο τὰ μὲν ἄλλα αἰσθητὰ
ταῖς ὑπερβολαῖς οὐ διαφθείρει τὸ το χρώμα, ο ήχος και η οσμή δεν
καταστρέφουσι το ζώον διά της
ζῷον, οἷον χρῶμα καὶ ψόφος καὶ
υπερβολής αυτών, αλλά μόνον τα
ὀσμή, ἀλλὰ μόνον τὰ αἰσθητήρια αισθητήρια όργανα αυτού 407, εκτός εάν
(ἂν μὴ κατὰ συμβεβηκός, οἷον ἂν το καταστρέφωσι κατά συμβεβηκός· π.
χ. εάν μετά του ήχου γίνη βιαία ώθησις
ἅμα τῷ ψόφῳ ὦσις γένηται καὶ
και κτύπημα 408 ή αν υπό οπτικών
πληγή), καὶ ὑπὸ ὁραμάτων καὶ
αισθημάτων και οσμής κινώνται άλλα
ὀσμῆς ἕτερα κινεῖται, ἃ τῇ ἁφῇ
αντικείμενα, τα οποία καταστρέφουσι
φθείρει (καὶ ὁ χυμὸς δὲ ᾗ ἅμα
το σώμα διά της αφής των 409. Ο χυμός
συμβαίνει ἁπτικὸν εἶναι, ταύτῃ
καταστρέφει το ζώον καθ' όσον
φθείρει),
συμβαίνει να συνάπτηται με το της
αφής όργανον (ο δηλητηριώδης χυμός
λ. χ.) [σ. 152]
ἡ δὲ τῶν ἁπτῶν ὑπερβολή, οἷον 3. Η υπερβολή όμως των απτών, ήτοι
ψυχρών και σκληρών
θερμῶν καὶ ψυχρῶν καὶ σκληρῶν, των θερμών και 410
φονεύει το ζώον . Διότι η υπερβολή
ἀναιρεῖ τὸ ζῷον· παντὸς μὲν γὰρ
παντός αισθητού αντικειμένου
ὑπερβολὴ αἰσθητοῦ ἀναιρεῖ τὸ
καταστρέφει το όργανον της
αἰσθητήριον, ὥστε καὶ τὸ ἁπτὸν αισθήσεώς του, ώστε και του απτού η
τὴν ἁφήν, ταύτῃ δὲ ὥρισται τὸ
υπερβολή καταστρέφει την αφήν, η
αφή δε είναι η αίσθησις, δι' ης ορίζεται
ζῷον· ἄνευ γὰρ ἁφῆς δέδεικται
η ζωή, διότι απεδείχθη ότι άνευ αφής
ὅτι ἀδύνατον εἶναι ζῷον. διὸ ἡ
είναι αδύνατον να υπάρξη ζώον. Διά
τῶν ἁπτῶν ὑπερβολὴ οὐ μόνον τὸ
τούτο η υπερβολή των οπτικών
αἰσθητήριον φθείρει, ἀλλὰ καὶ τὸ εντυπώσεων φθείρει ουχί μόνον το
ζῷον, ὅτι ἀνάγκη μόνην ἔχειν
αισθητήριον, αλλά και αυτό το ζώον,
διότι ταύτην μόνην την αίσθησιν
ταύτην. τὰς δ' ἄλλας αἰσθήσεις
πρέπει να έχη αναγκαίως. Τας δε
ἔχει τὸ ζῷον, ὥσπερ εἴρηται, οὐ
τοῦ εἶναι ἕνεκα ἀλλὰ τοῦ εὖ, οἷον άλλας αισθήσεις έχει το ζώον, ως
είπομεν, ουχί χάριν της υπάρξεως,
ὄψιν, ἐπεὶ ἐν ἀέρι καὶ ὕδατι, ὅπως
άλλα χάριν της ευζωίας (του ευ είναι)
ὁρᾷ, ὅλως δ' ἐπεὶ ἐν διαφανεῖ,
αυτού· λ. χ. έχει την όψιν, ίνα δύναται
αἰσθητήριον οὐκ ἔστιν οὔτε γῆς
οὔτε ἄλλου τῶν στοιχείων
οὐδενός.

Την ενέργειαν του οργάνου και ενίοτε αυτό το όργανον. Φως λίαν ζωηρόν δύναται να τυφλώση και
ήχος λίαν ισχυρός φέρει κώφωσιν.
408
Ουχί π. χ. η βροντή δύναται να φονεύση τα ζώον, αλλ' ο αήρ και ο άνεμος ο συνοδεύων αυτήν.
409
Αι άλλαι αισθήσεις είναι τροποποιήσεις της αφής.
410
Υπερβολικόν ψύχος κλπ. φονεύει.
407

γεῦσιν δὲ διὰ τὸ ἡδὺ καὶ λυπηρόν,
ἵνα αἰσθάνηται τὸ ἐν τροφῇ καὶ
ἐπιθυμῇ καὶ κινῆται, ἀκοὴν δὲ
ὅπως σημαίνηταί τι αὐτῷ
[γλῶτταν δὲ ὅπως σημαίνῃ τι
ἑτέρῳ].

να βλέπη, επειδή είναι εν τω αέρι και
εν τω ύδατι, και εν γένει εντός μέσου
διαφανούς, την δε γεύσιν έχει διά το
ευάρεστον και δυσάρεστον, ίνα
αισθάνηται τας ιδιότητας ταύτας εν τη
τροφή του και επιθυμή αυτήν και
κινήται, ίνα την αποκτήση, την δε
ακοήν έχει, όπως δηλούταί τι εις αυτό,
την δε γλώσσαν, ίνα αυτό φανεροί τι
εις άλλο 411.

ΤΕΛΟΣ

411

Ουχί δε μόνον προς την γεύσιν.

ΠΡΟΣΘΕΤΟΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
Προς εξήγησιν θεωριών τινων και χωρίων του Αριστοτέλους εθεωρήσαμεν
επάναγκες να προσθέσωμεν ενταύθα ολίγας έτι σημειώσεις.
ΒΙΒΛΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ.
i Κεφ. Α, 1. σελ. 13. Διά την ακρίβειαν αυτής. Άλλοι εξηγούσι : “Διά την οξύνοιαν
την απαιτουμένην προς εύρεσιν της γνώσεως”. Ισχυρίζονται δ' ότι δεν πρόκειται
ενταύθα περί αληθείας εξαγομένης εκ των πρώτων αρχών, διότι ο Αριστοτέλης
εθεώρει το υλικόν της ψυχολογίας ως ανήκον εις τον φυσικοοργανικόν κόσμον, όστις
δεν είναι ο κόσμος της αναγκαίας και ακριβούς πραγματικότητος.
ii Κεφ. Α, 1. σελ. 14. Η ψυχή αρχή των ζώντων. Η λέξις αρχή από του
Αριστοτέλους κατέστη σημαντικώτατος φιλοσοφικός όρος. Τας διαφόρους σημασίας
της αρχής (όρα σελ. 14) οι νεώτεροι περιέλαβον εις την αρχήν του είναι (λόγον
πραγματικόν ή αιτιώδη) και εις την αρχήν της γνώσεως (γνωστικόν λόγον) ή κατ'
Αριστοτέλην “αρχήν του γνώναι και της κινήσεως”.
iii Κεφ. Α. 2. σελ. 14. Άλλαι αι αρχαί των αριθμών. Αι διάφοροι αρχαί, ων χρήσιν
ποιούνται η αριθμητική και η γεωμετρία, είναι η Μονάς και η Έκτασις.
iv Κεφ. Α, 3. σελ. 14. Αι κατηγορίαι, ήτοι οι διάφοροι τρόποι του είναι, εισί δέκα:
ουσία (υπόστασις), ποσόν, ποιόν, σχέσις, τόπος, χρόνος, θέσις, έξις (κατοχή),
ενέργεια, πάθος. Η ουσία είναι τα υποκείμενον, αι δε λοιπαί εννέα είναι
κατηγορούμενα. [σ. 154]
v Κεφ. Α, 5. σελ. 15. Πρέπει να προσέξωμεν. Η παράγραφος απλούστερον
μεταφραζομένη ορίζει, ότι ανάγκη να εξετασθή, αν υπάρχει είς μόνος ορισμός της
ψυχής, όπως είς μόνος υπάρχει ορισμός του ζώου, ή αν απαιτείται διάφορος ορισμός
εκάστου είδους ψυχής, όπως διάφορος είναι ο ορισμός του ίππου κλπ. Εξεταστέον δε
και αν η γενική έννοια ζώον ουδέν είναι πραγματικόν ή αν λαμβάνει ύπαρξιν μετά τα
καθ' έκαστα ζώα. Το αυτό δε εξεταστέον και περί πάσης άλλης γενικής εννοίας.
vi Κεφ. Α, 8. σελ. 16. Κατά τας εικόνας (των πραγμάτων τας σχηματιζομένας υπό
της) φαντασίας. Ο Αριστοτέλης λέγει μόνον: κατά την φαντασίαν.
vii Κεφ. Α. 8 σ. 16. Αντιλογικώς και κενολογικώς. Ο Αριστοτ. λέγει ότι οι ορισμοί,
δι' ων δεν είναι εύκολον να συλλάβη τις ούτε εικασίαν των ιδιοτήτων του οριζομένου
πράγματος, είναι ορισμοί ονοματικοί ή εριστικοί και κενοί εμπεριεχομένου.
viii Κεφ. Α. 9 σ. 17. Σημ. 1. Η νόησις δεν υπάρχει άνευ του σώματος. Ο Αριστ.
εκφράζεται ασαφώς. Η ψυχή λέγει, ότι είναι η δίδουσα εις φυσικόν τι σώμα την
ατομικότητα και την σημασίαν αυτού και αποτελείται εκ της θρέψεως, κινήσεως κατά
τόπον αισθήσεως, μνήμης, πάθους, φαντασίας και νου. Εκ των λειτουργιών τούτων
της ψυχής μόνος ο νους είναι ίδιος εις τον άνθρωπον, αλλά και ούτος εν τη παθητική
μορφή αυτού βάσιν έχει την πείραν και είναι συνδεδεμένος με την ζωήν του σώματος.
Ο ποιητικός όμως νους είναι όλως χωριστός από του σώματος και αθάνατος, γινώσκει
δε την αλήθειαν (τας αρχάς) εποπτικώς, αμέσως, ουχί ως ο παθητικός εμμέσως. Αλλ'

ο τοιούτος νους δεν φαίνεται έχων θέσιν εν τω ορισμώ της ψυχής, καθ' όν αύτη είναι
εντελέχεια σώματος φυσικού έχοντος την δύναμιν του ζην.
ix Κεφ. Α. 10. σ. 17. Και επομένως εκφράσεις τοιαύται. Το χωρίον μεταφράζεται και
ούτως: Επομένως οι ορισμοί είναι τοιούτοι· λ. χ. το οργίζεσθαι είναι κίνησις του κ.λ.
x Κεφ. Α. 11. σ. 18. Έργον τον φυσικού. Ο φυσικός φιλόσοφος δέον να μελετήση την
ψυχήν όλην ή μέρος αυτής συνδεδεμένον μετά του σώματος.
xi Κεφ. A. 11. σ. 18. Η μορφή της οικίας είναι τοιαύτη. Κατά λέξιν: Το είδος είναι
εν (τοις υλικοίς) τούτοις και δι' αυτό (το είδος) είναι ταύτα.
xii Κεφ. Α. 11. σ. 18. Είς τεχνίτης. Τεχνίτης εννοείται ουχί ο εμπειρικός απλώς, αλλ'
ο μετά της πείρας κατέχων και την θεωρίαν, ο επιστήμων τεχνίτης, ο ιατρός λ. χ., ή ο
αρχιτέκτων.
xiii Κεφ. Β'. 5. σ. 20 Ομοίως και ο Αναξαγόρας. Οι ορισμοί της ψυχής αποτελούσι
τρεις τάξεις καθ' όσον θεωρούσι κύριον χαρακτηριστικόν αυτής α') την κίνησιν, β')
την γνωστικήν δύναμιν, γ') αμφότερα, τήν τε κίνησιν ή ενέργειαν και την γνώσιν ή
θεωρίαν.
xiv Κεφ. Β'. 5. σ. 21. Κατέκειτο αλλοφρονών. Τοιούτο χωρίον δεν απαντά εν τη
σωζομένη μορφή των Ομηρικών επών· του αλλοφρονείν εναντίον είναι τα
φρονείν=ορθώς σκέπτεσθαι. Ο Έκτωρ κατέκειτο αναίσθητος εκ πληγής, [σ. 155]
είχεν άρα διατεταραγμένην και την διάνοιαν. Αλλ' όμως ο Δημόκριτος διακρίνει τον
λόγον από της αισθήσεως. Καίτοι και ο μεν και η δε πηγάζουσιν έξωθεν, ουχί όμως αι
αισθήσεις, αλλ' η λογική νόησις ευρίσκει την πραγματικήν φύσιν των όντων. Του
κόσμου η αληθής φύσις αποτελείται εκ των ατόμων και του κενού, ταύτα όμως είναι
στοιχεία νοητά. Εν τούτοις τα δεδομένα προς τας λογικάς ταύτας αληθείας
ευρίσκομεν εν ταις αισθητικαίς αντιλήψεσι.
xv Κεφ. Γ, 2. σ. 26. Ας εξετάσωμεν αν η ψυχή κινείται καθ' εαυτήν ή μόνον μετέχει
της κινήσεως. Αντί των δύο λέξεων της μεταφράσεως ή μόνον κατ' άλλους γραπτέον
και ούτω, δηλ. εξεταστέον αν η ψυχή ένεκα της ιδίας αυτής φύσεως μετέχει
κινήσεως. Ο Αριστοτ. απορρίπτει την θεωρίαν ταύτην του Πλάτωνος ισχυριζόμενος
ότι α') αν η κίνησις είναι ουσιώδης φύσις της ψυχής, αύτη θα είναι εν τόπω, τ. ε. θα
περιέχηται και θα περιορίζηται υπ' άλλου σώματος, διότι κατ' Αριστ. τόπος είναι το
πέρας του περιέχοντος σώματος, ή το πληρούμενον υπό του σώματος, β') η ψυχή
αναγκαίως πρέπει να κινήται υπό εξωτερικής δυνάμεως, και γ') και αναγκαίως πρέπει
να τηρήται εν ηρεμία υπό εξωτερικής δυνάμεως· αλλ' αι βεβιασμέναι αύται
καταστάσεις κινήσεως και ηρεμίας είναι αδιανόητοι, δ') η σύστασις της ψυχής θα
προσδιορίζηται υπό της φύσεως των κινήσεων της, ε') η ψυχή θα εκτελή τας κινήσεις,
ας δίδει και, επειδή δίδει τοπικήν κίνησιν, θα κάμνη και αυτή τοπικήν κίνησιν, και
επομένως δύναται να εισέλθη εις το σώμα, όταν εξέλθη εξ αυτού, και τα ζώα άρα
δύνανται να ανίστανται εκ νεκρών, ς') αν η κίνησις ήτις είναι μετάθεσις του
κινο υμένο υ, είναι ουσιώδης φύσις της ψυχής, τό τε η κίνησις της ψυχής θα ήτο
μετάστασις εκ της φύσεως αυτής.

xvi Κεφ. Γ. 23. σ. 32. Η τεκτονική εισδύει εις τους αυλούς. Η τεκτονική την φυσικήν
και υλικήν έκφρασιν αυτής ευρίσκει έν τινι οικία, ουχί δε εν αυλώ· προσέτι όργανον
έχει πέλεκυν και ουχί αυλόν. Μερική τις οικία είναι η έκφρασις μερικής τέχνης ή
ιδέας, ακριβώς όπως μερικόν τι σώμα είναι η έκφρασις ωρισμένης και ατομικής
ψυχής. Η ψυχή είναι η εντελέχεια και η δύναμις η διαμορφούσα το σώμα, και αυτή
αποτελεί την Ατομικότητα και την σημασίαν του ανθρώπου.
xvii Κεφ. Δ. 2, 32. Αλλά καίτοι η αρμονία. Η περί Αρμονίας θεωρία αύτη φαίνεται
μεν πιθανή, λέγει ο Θεμίστιος (1, 4, σ. 44), ανηρέθη όμως πολλαχώς και υπ'
Αριστοτέλους και υπό Πλάτωνος. Διότι η ψυχή είναι πρότερον του σώματος, η δε
αρμονία ύστερον· η ψυχή άρχει του σώματος και επιστατεί και μάχεται πολλάκις
προς αυτό, η αρμονία όμως δεν μάχεται προς τα ηρμοσμένα πράγματα· η αρμονία
δέχεται το μάλλον και το ήττον, η ψυχή όμως δεν δέχεται τοιαύτην αυξομείωσιν· η
αρμονία δεν ανέχεται αναρμοστίαν, η ψυχή όμως δέχεται κακίαν χωρίς να
καταστρέφηται· προσέτι, αν του σώματος η αναρμοστία είναι νόσος, ή αίσχος, ή
ασθένεια, η αρμονία αυτού θα είναι υγίεια και κάλλος και δύναμις, ουχί όμως η ψυχή
κ.λ.
xviii Κεφ. Ε. 1. σ. 38. Η ψυχή είναι αριθμός. Ο Αριστοτέλης την θεωρίαν [σ. 156]
του Ξενοκράτους αφομοιών προς την ατομολογίαν του Δημοκρίτου εφαρμόζει και επ'
αυτής την κριτικήν της θεωρίας του Δημοκρίτου.
xix Κεφ. Ε. 2. σ. 38. Ο Δημόκριτος εξηγεί την κίνησιν. Δηλ. το ζώον κινείται υπό
ψυχικών μονάδων, όπως κινείται υπό ψυχικών ατόμων εν τη θεωρία του Δημοκρίτου.
xx Κεφ. Ε. 4. σ. 39. Τρεις τρόποι καθ' ους ορίζουσι την ψυχήν. Αι θεωρίαι αύται
είναι 1) η θεωρούσα την ψυχήν ως αριθμόν κινούντα εαυτόν Ξενοκράτης), 2) η
θεωρούσα αυτήν ως συνισταμένην εκ των λεπτοτάτων και ευκινητοτάτων ατόμων
(Δημόκριτος) ή εκ των λεπτότατων ουσιών (Αναξαγόρας) ή ίσως ως ούσαν αρμονίαν,
Πλάτων) 3) η θεωρούσα αυτήν ως αποτελουμένην εκ των στοιχείων.
xxi Κεφ. Ε. 23. σ. 45. Άλλο τι αίτιον της ζωής; Η ζωή είναι η πρώτη,
στοιχειωδεστάτη λειτουργία της ψυχής και η αναγκαία προϋπόθεσις των άλλων
λειτουργιών αυτής.
ΒΙΒΛΙΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ
xxii Κεφ. Α. 2. σ. 49. Ουσία. Ο παρά τω Αριστοτέλει όρος ουσία αντιστοιχεί προς
τον όρον Υπόστασις των νεωτέρων. Το άμεσον και ατομικόν τόδε το όν είναι η
πρώτη ουσία. Το είδος και τα γένη είναι δεύτεραι ουσίαι, αλλά μάλλον τα είδη, ως
εγγύτερα εις το ατομικόν. Ενίοτε λέγει ουσίαν και την ύλην, διότι εκ ταύτης και του
είδους αποτελείται η πρώτη (στοιχειώδης) ουσία.
xxiii Κεφ. Α. 5. σ. 50. Η πρώτη εντελέχεια. Εν τη προηγουμένη σημειώσει είδομεν
ότι υπάρχει πρώτη και δευτέρα ουσία. Ωσαύτως υπάρχει ύλη πρώτη, ήτοι άμορφος
και πρώτη ψυχή, ήτο ι η στο χειώδης
ι
μο ρφή ψυχής, η θρεπτική, και πρώτη,
εντελέχεια, ήτο ι η στο ιχειώδης ή αρχική μο ρφή της ψυχικής ζωής. Είναι πρώτη ως
εγγυτάτη εις την απλήν δύναμιν, κατά τάξιν δε αναπτύξεως κείται αμέσως υπεράνω
του σώματος και είναι θεμελιώδης όρος της αναπτύξεως των άλλων. Λοιπόν η πρώτη

εντελέχεια σώματος είναι η πρώτη φανέρωσις ζωής, ην οργανισμός τις εκτυλίσσει και
είναι απλή δύναμις ή έξις ως προς τας υψηλοτέρας εκδηλώσεις της ζωής.
xxiv Κεφ. Β. 1. 53. To γνωριμώτερον κατά λόγον. Κατ' Αριστ. η μόνη βεβαία και
επιστημονική γνώσις είναι η των εννοιών ή των καθόλου. Και αυτή η αντίληψις των
αισθητών δεν είναι παθητικόν δοχείον εξωτερικών εντυπώσεων. Αύται μάλλον ως
αφορμαί διεγείρουσι την ψυχήν εις ενέργειαν. Η δε λογική νόησις είναι έτι μάλλον
ελευθέρα ενέργεια της ψυχής.
xxv Κεφ. Β 1. 54. Ορισμός του τετραγωνισμού. Εκ τούτων ο πρώτος περιγράφει το
τετελεσμένον εξαγόμενον, ο δεύτερος το μέσον και την μέθοδον της [σ. 157]
επιτελέσεως αυτού. Ο Αριστ. καίτοι αντέχεται των γεγονότων, επιμόνως εξαίρει την
υπερτέραν σημασίαν των σχέσεων και αιτίων.
xxvi Κεφ, Β 8. σελ. 56. Καθώς τινες λέγουσι. Ο Πλάτων λέγει ότι η ψυχή
αποτελείται εκ τριών διακεκριμένων μερών, του λογικού, του θυμοειδούς και του
επιθυμητικού, και ότι ο μεν λόγος κείται εν τη κεφαλή, το θυμοειδές εν τω θώρακι
και το επιθυμητικόν εν τω υπογαστρίω (εν τω ήπατι).
xxvii Κεφ. Ι 1 σ. 89 και να μη γίνηται (εσωτερικώς) υγρόν. Πάσα μεταβολή είναι
μετάβασις από καταστάσεως εν δυνάμει εις κατάστασιν, εν η το πράγμα ευρίσκει το
τέλος αυτού πεπραγματωμένον, ή εν τη πορεία της πραγματώσεως. Ούτως η γεύσις
είναι μόνον δυνάμει γεύσις, εφ' όσον δεν ερεθίζεται. Εν τη πορεία όμως της
ενεργοποιήσεως το αισθητήριον αφομοιούται την αντικειμενικήν του πράγματος
ποιότητα και μεταβάλλει αυτήν εις υποκειμενικήν. Ούτω το γευστικόν όργανον έχει
την ικανότητα να υγραίνηται χωρίς να μεταβάλληται εις υγρόν.
xxviii Κεφ. Ι 2. σ. 91. Αύται είναι αι διαφοραί των χυμών. Ο Αριστοτέλης διακρίνει
επτά χρώματα και επτά χυμούς. Εκ των δύο θεμελιωδών χρωμάτων, του λευκού και
του μέλανος (εις ο περιλαμβάνεται το φαιόν) γεννώνται διά μίξεως τα λοιπά πέντε,
ξανθόν, φοινικούν, αλουργόν, πράσινον και κυανούν. Ούτω και εκ της μίξεως των
δύο θεμελιωδών χυμών του γλυκέος και του πικρού γεννώνται πέντε διάμεσοι,
αλμυρός, δριμύς, αυστηρός, στρυφνός και οξύς, του λιπαρού περιλαμβανομένου εις
τον γλυκύν. Σημειωτέον ενταύθα, ότι ο Αριστοτέλης τας αισθήσεις και εν γένει τα
ψυχοφυσικά φαινόμενα εξετάζει και περιγράφει εκτενώς εν ταις θαυμασίαις εκείναις
πραγματείαις του, άς οι σχολιασταί ήνωσαν υπό την επιγραφήν “Μικρά Φυσικά”, και
αίτινες συμπληρούσι την όλην ψυχολογίαν του.
xxix Κεφ. IV 7. Η κεκλασμένη γραμμή παριστά τα συγκεκριμένα αισθητά πράγματα,
η δε ευθεία την καθαράν έννοιαν, αμφότερα δε αντιστοιχούσι προς την διάκρισιν
μεταξύ του σαρκί είναι και της σαρκός. Τα εν αφαιρέσει όντα είναι αι μαθηματικαί
έννοιαι, αίτινες είναι αφηρημέναι ως προς τα υλικά όντα, αλλά συγκεκριμέναι ως
προς τας καθαράς εννοίας. Αι μαθηματικαί έννοιαι και τα σχήματα, εν αις και το
σιμόν, κατέχουσι μέσην θέσιν.
xxx Κεφ. VI σ. Αναγκαίον κρίνομεν να παραθέσωμεν ενταύθα τα κυριώτερα σημεία
της υπό Θεμίστιου παραφράσεως των περί του νου χωρίων του Αριστοτέλους. Ο
νους, λέγει, τελειούται μεταβαίνων εκ δυνάμεως εις ενέργειαν. Ότι είναι δύναμις
αποδείκνυται εκ τούτων, ότι ούτε πάντοτε νοεί, ούτε τα αυτά [σ. 158] νοεί πάντοτε,

αλλά άλλοτε άλλα και, όταν συνεχώς νοή, αποκάμνει. Ούτως ο νους ουσίαν και
μορφήν έχει ταύτην, ότι δύναται να περιλάβη πάσας τας άλλας μορφάς. Και αν μη
διέμενε τοιαύτη δύναμις, αλλ' είχεν ιδίαν ωρισμένην μορφήν, έν αποκλειστικόν είδος,
δεν θα ηδύνατο να μεταβαίνη εκ μιας εις άλλην ενέργειαν και να δέχηται πάντα τα
είδη, διότι το ιδιαίτερον εκείνο είδος του θα ημπόδιζε και θα αντέφραττε τα άλλα ως
αλλότρια. Δυνάμει ων ο νους είναι απαθής και αμιγής, διότι πάσχει και μίγνυται
μόνον το ον, όπερ είναι τι εν ενεργεία. Ων δε και ανεξάρτητος από του σώματος
δύναται να νοή, όταν βούληται. Και είναι μεν δυνάμει πάντα τα όντα, ενεργεία όμως
είναι ουδέν πριν να νοήση αυτά. Αναπτύσσεται δε και τελειούται καθ' όσον από των
αισθητικών αντιλήψεων και παραστάσεων υψούται εις τα καθόλου, τα όλως νοητά
όντα. Και είναι μεν και τότε δυνάμει νους, αλλ' ουχί όπως ήτο πριν να μάθη, διότι ήδη
κατέχει την νοητήν ουσίαν και τας αναφοράς των όντων. Επειδή δε ο νους ουδέν
άλλο είναι ή τα νοήματα, νοών ταύτα νοεί εαυτόν. Όπως η επιστήμη, λ. χ. η
γεωμετρία είναι τα επιστητά θεωρήματα, ούτως ο νους είναι τα νοήματα και όταν μεν
ηρεμή, λέγεται ότι έχει την έξιν των νοημάτων, όταν δε ενεργή περί έν τούτων, τότε
είναι ο αυτός με το νοούμενον και είναι νους και νοητός.
Ο νους όμως, όστις είναι απηλλαγμένος του δυνάμει και είναι πάντοτε νους άμα και
νοητός , είναι ο ποιητικός νους, όστις ενεργεία και τέλειος ων συμπλέκεται προς τον
δυνάμει και προάγει αυτόν εις ενέργειαν. Οίαν σχέσιν έχει ο τεχνίτης προς την ύλην,
τοιαύτην έχει ο ποιητικός νους προς τον δυνάμει, τελειοποιών τούτον και ποιών έξιν
την προς το νοείν ευφυΐαν της ψυχής και τα δυνάμει νοητά καθιστών ενεργεία νοητά.
Ο μεν ως είδος πάντα ποιεί, ο δε ως ύλη γίνεται πάντα· αλλ' εξ αμφοτέρων είς μόνος
νους αποτελείται, πάντα γινόμενος και πάντα ποιών εν τη ψυχή. Ο πο ιητικό ς ό μως
νους μη προβαίνων εκ δυνάμεως είναι πάντοτε ενεργεία, όταν είναι αυτός καθ'
εαυτόν, απαθής όντως αυτός και αμιγής, ενεργεία άπαυστος και ακάματος και αΐδιος,
νους και νοητός όμοιος τω Θεώ. Ο μεν δυνάμει νους διανοείται, ήτοι διαιρεί και
συνθέτει τα νοήματα και εκ του ενός μεταβαίνει εις το άλλο, ο ποιητικός όμως νοεί
αμέσως έχων αθρόως πάντα τα είδη και άπαντα συνάμα προβεβλημένος (Θεμιστ.
λόγος Ε' και ΣΤ' περί ψυχής). Και το φιλείν και μισείν και το μνημονεύειν είναι πάθη
ουχί του ποιητικού νου, όστις είναι μόνον είδος ειδών, αλλά του παθητικού, όστις
είναι η ύλη του ποιητικού. Ο ποιητικός νους εν τω ανθρωπίνω μικροκόσμω είναι ως ο
απόλυτος νους, ο Θεός, εν τω σύμπαντι. Την περί του νου λοιπόν θεωρίαν ο Αριστ.
συμπληροί πραγματευόμενος περί του απολύτου νου εν τοις μεταφυσικοίς.
Εάν θελήσωμεν να μεταφράσωμεν την διδασκαλίαν ταύτην διά νεωτέρων
επιστημονικών όρων, θα είπωμεν ότι το πνεύμα είναι ον ουσιωδώς καθολικόν και
ελεύθερον, ότι είναι ύλη άμα και είδος, είναι η άπειρος μορφή, ήτις δημιουργεί παν
περιεχόμενον, είναι υποκείμενον άμα και αντικείμενον και εν γένει είναι η ενότης
πάντων των εναντίων. Εν τω νοητώ κόσμω ο νους είναι η αρχή, προς ην μόνην
υπάρχει ο κοσμίως ούτος, και ουδέν δύναται να εμποδίση [σ. 159] αυτήν από του να
άρχη και να γινώσκη τον κόσμον της. Μελετών το αντικείμενον του ο νους φαίνεται
κατ' αρχάς ότι ερευνά αλλότριόν τι, πράγματι όμως μελετά και εξελίσσει εαυτόν,
στοιχεία της συνειδήσεως του. Ώστε η εντελεχής γνώσις του αντικειμένου είναι το
αυτό και η ανάπτυξις της νοήσεως εις τελείαν αυτοσυνειδησίαν, εις νόησιν νοήσεως.
Ο νους όμως ούτος, ο συνειδώς εαυτόν, δεν μνημονεύει και είναι όλως απαθής. Τω
όντι η μνήμη αντικείμενον έχει το παρελθόν, ο νους όμως νοεί το αιωνίως παρόν, το
καθολικόν και το αναγκαίον. Ετέρωθι αι ιδέαι, η νοητή λ.χ. λύπη και ηδονή νοούσι
μόνον, αλλά δεν αισθάνονται εαυτάς και ως όντα νοητά και καθολικά παράγουσι την

επί μέρο υς λύπην και ηδο νήν ημών. Ούτως ο Θεό ς είναι η πηγή της ζωής και το υ
θανάτου, διότι αυτός είναι η ζωή και ο θάνατος.
Ως προς την πράξιν ο Αριστοτ. λέγει ότι, επειδή ο νους είναι το θείον εν τω ανθρώπω,
ο βίος ο σύμφωνος προς τον νουν είναι βίος θείος. Και ο άνθρωπος δεν πρέπει, ώς
τίνες συμβουλεύουσι, να φρονή ανθρώπινα και πρόσκαιρα ως άνθρωπος και θνητός,
αλλ' εφ' όσον δύναται πρέπει να ζη ζωήν αθάνατον, καταβάλλων πάσαν προσπάθειαν,
ίνα ζη συμφώνως προς το άριστον και τιμιώτατον μέρος του, τον νουν. Ο βίος δε
ούτος είναι όντως ευδαίμων και μακάριος. (Ηθ. Νικομ. Κ. 7).
Τοιαύτη διά βραχέων η περί του νου εμβριθής διδασκαλία του Αριστοτέλους. Την
αλήθειαν και την γονιμότητα αυτής απέδειξεν η μετά ταύτα ιστορία. Η έκτοτε
ανάπτυξις της θρησκείας, έτι δε μάλλον της φιλοσοφίας, είναι συνεχής ανάπτυξις,
πραγμάτωσις και συμπλήρωσις των αρχών, ας εδίδαξεν ο Αριστοτέλης εν τω Γ'
βιβλίω της περί ψυχής πραγματείας και εν τω β' μέρει του ΙΒ' βιβλίου των
Μεταφυσικών.