You are on page 1of 195

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ

ΜΙΚΡΑ ΦΥΣΙΚΑ

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ
ΜΙΚΡΑ ΦΥΣΙΚΑ
Αρχαίο Κείμενο: ed. W. D. Ross, Oxford 1955
Μετάφραση-Σχόλια: Π. Γρατσιάτου (Εκδόσεις ΦΕΞΗ 1912)

ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ
Παύλου Γρατσιάτου (εκδόσεις ΦΕΞΗ, 1912)

Τα μικρά συγγράμματα του Αριστοτέλους τα καλούμενα Μικρά Φυσικά είναι οκτώ
πραγματείαι: 1) Περί αισθήσεως και αισθητών. 2) Περί μνήμης και αναμνήσεως, 3)
Περί ύπνου και εγρηγόρσεως, 4) Περί ενυπνίων, 5) Περί της καθ' ύπνον μαντικής, 6)
Περί μακροβιότητος και βραχυβιότητος, 7) Περί νεότητος και γήρατος, περί ζωής και
θανάτου και 8) Περί αναπνοής.
Τα πονημάτια ταύτα ουδέποτε αναφέρονται υπό του Αριστοτέλους υπό κοινόν τίτλον,
αλλά πάντοτε κεχωρισμένως έκαστον. Η επιγραφή Μικρά Φυσικά εδόθη αυτοίς υπό
των Σχολιαστών. Κυρίως πραγματεύονται περί των οργανικών λειτουργιών των
ζωικών σωμάτων και αποτελούσι συνέχειαν και συμπλήρωσιν της Περί Ψυχής
πραγματείας και συνάμα εισαγωγήν εις την Περί Μορίων των Ζώων συγγραφήν του
Αριστοτέλους. Το περιεχόμενον αυτών είναι βιολογικόν μάλλον και φυσιολογικόν.
Εν τη περί Ψυχής πραγματεία η ψυχή θεωρείται ως η αρχή της οργανικής ζωής, ήτις
εκδηλούται εν ταις μορφαίς της γνώσεως και της φυσικής ζωικότητος. Τας σχέσεις
τούτων εξετάζουσιν εκτενέστερον τα Μικρά Φυσικά, εv οις εξετάζονται και η μνήμη,
ο συνειρμός των παραστάσεων και τα ενύπνια. Προσέτι εν αυτοίς συμπληρούνται τα
ζητήματα περί κοινής αισθήσεως, περί ηδονής και λύπης και περί κινήσεως. Εις
ταύτα έπονται εκτενείς πραγματείαι περί των όρων, των διαταράξεων και της
διαρκείας της οργανικής ζωής.
Αναγκαίον κρίνομεν να προσθέσωμεν ότι, ίνα κατανοήση τις τας πολυτίμους και εν
πολλοίς ανυπερβλήτους έτι και σήμερον πραγματείας ταύτας του μεγάλου φιλοσόφου
και φυσιοδίφου, οφείλει να μελετήση πρότερον την Περί Ψυχής συγγραφήν του
Αριστοτέλους, ης την μετάφρασιν έχομεν ήδη δημοσιεύσει εν τη Βιβλιοθήκη Γ. Φέξη
Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων.
Εν Αθήναις τη 1 Απριλίου 1912.
ΠΑΥΛΟΣ ΓΡΑΤΣΙΑΤΟΣ

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ
ΠΕΡΙ ΑΙΣΘΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΑΙΣΘΗΤΩΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.
Αντικείμενοv της πραγματείας.—Δυνάμεις και ενέργειαι ψυχής — Η αίσθησις
ουσιώδες χαρακτηριστικόν των ζώωv.— Αι διάφοροι αισθήσεις.— Όψις και ακοή.
[436a] Ἐπεὶ δὲ περὶ ψυχῆς καθ΄
αὑτὴν διώρισται πρότερον καὶ περὶ
τῶν δυνάμεων ἑκάστης κατὰ μόριον
αὐτῆς͵ ἐχόμενόν ἐστι ποιήσασθαι
τὴν ἐπίσκεψιν περὶ τῶν ζῴων καὶ
τῶν ζωὴν ἐχόντων ἁπάντων͵ τίνες
εἰσὶν ἴδιαι καὶ τίνες κοιναὶ πράξεις
αὐτῶν. τὰ μὲν οὖν εἰρημένα περὶ
ψυχῆς ὑποκείσθω͵ περὶ δὲ τῶν
λοιπῶν λέγωμεν͵ καὶ πρῶτον περὶ
τῶν πρώτων.

1. Επειδή έχομεν ήδη πραγματευθή
περί της ψυχής[1] καθ' εαυτήν και περί
των δυνάμεων, τας οποίας έχει έκαστον
των μερών αυτής, επόμενον τώρα είναι να
εξετάσωμεν περί των ζώων και περί
πάντων των εχόντων ζωήν (και περί των
φυτών) και να προσδιορίσωμεν ποίαι
είναι αι ιδιαίτεραι και ποίαι αι κοιναί
ενέργειαι αυτών[2]. Ας υπόκεινται λοιπόν
ως βάσις όσα είπομεν περί ψυχής και ας
ομιλήσωμεν περί των λοιπών και πρώτον
περί των φύσει πρώτων [3].

φαίνεται δὲ τὰ μέγιστα͵ καὶ τὰ κοινὰ
καὶ τὰ ἴδια τῶν ζῴων͵ κοινὰ τῆς τε
ψυχῆς ὄντα καὶ τοῦ σώματος͵ οἷον
αἴσθησις καὶ μνήμη καὶ θυμὸς καὶ
ἐπιθυμία καὶ ὅλως ὄρεξις͵ καὶ πρὸς
τούτοις ἡδονὴ καὶ λύπη· καὶ γὰρ
ταῦτα σχεδὸν ὑπάρχει πᾶσι τοῖς
ζῴοις. πρὸς δὲ τούτοις τὰ μὲν
πάντων ἐστὶ τῶν μετεχόντων ζωῆς
κοινά͵ τὰ δὲ τῶν ζῴων ἐνίοις.

2. Φαίνεται δε ότι τα σπουδαιότερα
των ζωικών τούτων φαινομένων, και εκ
των κοινών και εκ των ιδιαιτέρων[4], είναι
τα όντα κοινά και της ψυχής και του
σώματος. Τοιαύτα είναι η αίσθησις και η
μνήμη [5] και ο θυμός και η επιθυμία και
εν γένει η όρεξις και εκτός τούτων και η
ηδονή και η λύπη. Διότι ταύτα σχεδόν
υπάρχουσιν εις όλα τα ζώα. Προς τούτοις
άλλα μεν είναι κοινά εις πάντα τα έχοντα
ζωήν, άλλα δε είς τινα μόνον ζώα.

τυγχάνουσι δὲ τούτων τὰ μέγιστα
τέτταρες οὖσαι συζυγίαι τὸν
ἀριθμόν͵ οἷον ἐγρήγορσις καὶ ὕπνος͵
καὶ νεότης καὶ γῆρας͵ καὶ ἀναπνοὴ
καὶ ἐκπνοή͵ καὶ ζωὴ καὶ θάνατος·

3. Τα αξιολογώτερα τούτων, αποτελούντα
τέσσαρα ζεύγη[6] είναι εγρήγορσις και
ύπνος, νεότης και γήρας, αναπνοή και
εκπνοή, ζωή και θάνατος.

1

Εν τω Περί Ψυχής συγγράμματι.
Των φυτών και των ζώων. Ο νους λ. χ. είναι ιδιαιτέρα λειτουργία, ενώ η θρέψις είναι κοινή εις πάντα.
3
Φύσει πρώτα: είναι αι στοιχειώδης λειτουργίαι αι συνδεδεμέναι μετά της ζωής του σώματος, οπόθεv εξαρτώνται,
η θρέψις και η ανάπλασις, όπως, και η εγρήγορσις, κ.λ.
4
Εις τα ζώα, ων τινά μεν έχουσι πάσας ταύτας τας δυνάμεις, τινά δε ολίγας.
5
Ουχί όμως και η ανάμνησις, ήτις ανήκει ιδία εις τον άνθρωπον.
6
Εις τα ζεύγη ταύτα βιολογικών φαινομένων προστίθεται κατωτέρω και πέμπτον, η υγιεία και η νόσος. Αλλά περί
τούτων δεν σώζεται ειδική πραγματεία του Αριστοτέλους.
2

περὶ ὧν θεωρητέον͵ τί τε ἕκαστον
αὐτῶν͵ καὶ διὰ τίνας αἰτίας
συμβαίνει.

4. Περί τούτων πρέπει να εξετάσωμεν, τί
είναι έκαστον αυτών και διά ποίας αιτίας
συμβαίνει.

φυσικοῦ δὲ καὶ περὶ ὑγιείας καὶ
νόσου τὰς πρώτας ἰδεῖν ἀρχάς· οὔτε
γὰρ ὑγίειαν οὔτε νόσον οἷόν τε
γίγνεσθαι τοῖς ἐστερημένοις ζωῆς.

5. Εις τον φυσικόν ανήκει να εξετάση
και περί υγιείας και νόσου, τίνες είναι αι
πρώται αρχαί αυτών. Διότι ούτε υγιεία
ούτε νόσος είναι δυνατόν να συμβαίνει εις
τα όντα, τα όποια είναι υστερημένα ζωής.

διὸ σχεδὸν τῶν περὶ φύσεως οἱ
πλεῖστοι καὶ τῶν ἰατρῶν οἱ
φιλοσοφωτέρως τὴν τέχνην
μετιόντες͵ οἱ μὲν τελευτῶσιν εἰς τὰ
περὶ ἰατρικῆς͵

Διά τούτο σχεδόν οι πλείστοι των
φιλοσοφούντων περί της φύσεως, και εκ
των ιατρών εκείνοι, οίτινες
αντιλαμβάνονται την τέχνην αυτών κατά
τρόπον φιλοσοφικώτερον, εκείνοι μεν εκ
της μελέτης της φύσεως καταντώσι τέλος
εις την ιατρικήν,

[436b] οἱ δ΄ ἐκ τῶν περὶ φύσεως
ἄρχονται [περὶ τῆς ἰατρικῆς].

οι άλλοι δε αρχίζουσι την τέχνην εκ των
νόμων της φύσεως και της εφαρμογής
αυτών εις την ιατρικήν.

ὅτι δὲ πάντα τὰ λεχθέντα κοινὰ τῆς
τε ψυχῆς ἐστὶ καὶ τοῦ σώματος͵ οὐκ
ἄδηλον. πάντα γὰρ τὰ μὲν μετ΄
αἰσθήσεως συμβαίνει͵ τὰ δὲ δι΄
αἰσθήσεως͵ ἔνια δὲ τὰ μὲν πάθη
ταύτης ὄντα τυγχάνει͵ τὰ δ΄ ἕξεις͵
τὰ δὲ φυλακαὶ καὶ σωτηρίαι͵ τὰ δὲ
φθοραὶ καὶ στερήσεις· ἡ δ΄ αἴσθησις
ὅτι διὰ σώματος γίγνεται τῇ ψυχῇ͵
δῆλον καὶ διὰ τοῦ λόγου καὶ τοῦ
λόγου χωρίς.

6. Ότι δε αι ρηθείσαι λειτουργίαι. πάσαι
είναι κοιναί και της ψυχής και του
σώματος, είναι φανερόν. Διότι πάσαι
συμβαίνουσιν, άλλαι ομού με την
αίσθησιν [7] άλλαι δε διά της αισθήσεως
[8]
. Άλλαι μεν είναι παθήσεις της
αισθήσεως, άλλαι δε είναι διαρκείς
καταστάσεις αυτής, άλλαι είναι
λειτουργίαι προς φύλαξιν και συντήρησιν
αυτής [9] και άλλαι είναι φθοραί και
στερήσεις αυτής[10]. Ότι δε η αίσθησις
συμβαίνει εις την ψυχήν διά μέσου του
σώματος, τούτο γίνεται φανερόν και διά
του λόγου και άνευ του λόγου (διά της
πείρας)[11].

ἀλλὰ περὶ μὲν αἰσθήσεως καὶ τοῦ
αἰσθάνεσθαι͵ τί ἐστι καὶ διὰ τί
συμβαίνει τοῖς ζῴοις τοῦτο τὸ
πάθος͵ εἴρηται πρότερον ἐν τοῖς
περὶ ψυχῆς. τοῖς δὲ ζῴοις͵ ᾗ μὲν
ζῷον ἕκαστον͵ ἀνάγκη ὑπάρχειν

7. Αλλ' έχομεν είπει εν τη περί ψυχής
πραγματεία τας θεωρίας ημών περί
αισθήσεως και περί του αισθάνεσθαι και
διατί συμβαίνει εις τα ζώα τούτο το
πάθος. Έκαστον ζώον, καθό ζώον, πρέπει
κατ' ανάγκην να έχη αίσθησιν· διά ταύτης
διακρίνομεν το ζώον από παντός όπερ δεν

7

Λ.χ. Αυτή η αισθητικότης.
Εις την αίσθησιν επακολουθεί το πάθος, η όρεξις, η ηδονή και η λύπη.
9
Οίαι αι λειτουργίαι της αναπνοής κ.λ.
10
Ο θάνατος και ο ύπνος.
11
Εάν ο όρος λόγος εκληφθή ως σημαίνων τον ορισμόν, τότε μεταφράζεται διά του ορισμού της αισθήσεως και
άνευ αυτού. Αλλά προφανώς λόγος δηλοί ενταύθα λογικήν απόδειξιν.
8

αἴσθησιν· τούτῳ γὰρ τὸ ζῷον εἶναι
καὶ μὴ ζῷον διορίζομεν.

είναι ζώον.

ἰδίᾳ δ΄ ἤδη καθ΄ ἕκαστον ἡ μὲν ἁφὴ
καὶ γεῦσις ἀκολουθεῖ πᾶσιν ἐξ
ἀνάγκης͵ ἡ μὲν ἁφὴ διὰ τὴν
εἰρημένην αἰτίαν ἐν τοῖς περὶ ψυχῆς͵
ἡ δὲ γεῦσις διὰ τὴν τροφήν· τὸ γὰρ
ἡδὺ διακρίνει καὶ τὸ λυπηρὸν αὐτῇ
περὶ τὴν τροφήν͵ ὥστε τὸ μὲν
φεύγειν τὸ δὲ διώκειν͵ καὶ ὅλως ὁ
χυμός ἐστι τοῦ θρεπτικοῦ πάθος.

8. Πάντα δε τα ζώα, ατομικώς έκαστον
έχουσιν εξ ανάγκης την αφήν και την
γεύσιν, την μεν αφήν, διά την αιτίαν την
οποίαν είπομεν εις την περί ψυχής
πραγματείαν[12], την δε γεύσιν δια την
τροφήν. Διότι διά της γεύσεως διακρίνει
το ευάρεστον και το δυσάρεστον εις τας
τροφάς το ζώον, και ούτως αποφεύγει τας
δυσαρέστους τροφάς, επιζητεί δε τας
ευαρέστους, και εν γένει ο χυμός [13] είναι
πάθος του θρεπτικού μέρους της ψυχής.

αἱ δὲ διὰ τῶν ἔξωθεν αἰσθήσεις τοῖς
πορευτικοῖς αὐτῶν͵ οἷον ὄσφρησις
καὶ ἀκοὴ καὶ ὄψις͵ πᾶσι μὲν τοῖς
ἔχουσι σωτηρίας ἕνεκεν
ὑπάρχουσιν͵ ὅπως διώκωσί τε
προαισθανόμενα τὴν τροφὴν καὶ τὰ
φαῦλα καὶ τὰ φθαρτικὰ

9. Αι δε αισθήσεις αι διεγειρόμεναι υπό
των εξωτερικών πραγμάτων π. χ. η
όσφρησις, η ακοή και η όψις, εις πάντα τα
πορευτικά (κινούμενα) ζώα, τα έχοντα
αυτάς, υπάρχουσι χάριν της συντηρήσεώς
των, όπως προαισθανόμενα την τροφήν
επιδιώκωσιν αυτήν,

[437a] φεύγωσι͵ τοῖς δὲ καὶ
φρονήσεως τυγχάνουσι τοῦ εὖ
ἕνεκα· πολλὰς γὰρ εἰσαγγέλλουσι
διαφοράς͵ ἐξ ὧν ἥ τε τῶν νοητῶν
ἐγγίνεται φρόνησις καὶ ἡ τῶν
πρακτῶν.

φεύγωσι δε τα κακά και επιβλαβή. Εις δε
τα ζώα, τα οποία έχουσι και νόησιν, αι
αισθήσεις αύται υπάρχουσι χάριν της
ευζωίας· διότι γνωστοποιούσιν εις αυτά
πολλάς διαφοράς των πραγμάτων, εξ ων
προέρχεται η γνώσις εκείνων τα οποία
δύνανται να νοηθώσι και εκείνων τα
οποία πρέπει να πραχθώσι (των νοητών
και των πρακτικών ιδεών).

αὐτῶν δὲ τούτων πρὸς μὲν τὰ
ἀναγκαῖα κρείττων ἡ ὄψις καθ΄
αὑτήν͵ πρὸς δὲ νοῦν κατὰ
συμβεβηκὸς ἡ ἀκοή. διαφορὰς μὲν
γὰρ πολλὰς καὶ παντοδαπὰς ἡ τῆς
ὄψεως εἰσαγγέλλει δύναμις διὰ τὸ
πάντα τὰ σώματα μετέχειν
χρώματος͵ ὥστε καὶ τὰ κοινὰ διὰ
ταύτης αἰσθάνεσθαι μάλιστα (λέγω
δὲ κοινὰ μέγεθος͵ σχῆμα͵ κίνησιν͵

10. Εξ αυτών δε τούτων των
αισθήσεων η σπουδαιοτέρα και ως προς
τας ανάγκας του ζώου και καθ' εαυτήν
είναι η όψις,αλλ' ως προς τον νουν
σημαντικωτέρα είναι, κατά συμβεβηκός
όμως[14], η ακοή. Η μεν όψις μας
φανερώνει πολλάς και ποικίλας διαφοράς
των πραγμάτων, διότι πάντα τα σώματα
έχουσι χρώμα· ώστε υπέρ πάσας τας
άλλας δια της αισθήσίως ταύτης
αισθανόμεθα και τας κοινάς ιδιότητας
των σωμάτων, λέγω δε κοινά το σχήμα,

12

Εκεί εξήγησεν ότι ο σκοπός της αισθήσεως είναι α) η διατήρησις του ζώου, β) αυτοί οι σκοποί ζωής υπερτέρας.
Ο χυμός ως ιδιότης της τροφής επιδρά επί της θρέψεως. Αφή και γεύσις υπηρετούσι τους στοιχειώδεις ή
κατωτάτους σκοπούς της ζωής.
14
Ήτoι εμμέσως ως εξηγείται κατωτέρω. Καθ' εαυτήν η ακοή αντιλαμβάνεται μόνον ήχους και είναι απλούν
σύμβαμα εις την λειτουργίαν αυτής αν ο ήχος έχη σημασίαν.
13

ἀριθμόν)͵ ἡ δ΄ ἀκοὴ τὰς τοῦ ψόφου
διαφορὰς μόνον͵ ὀλίγοις δὲ καὶ τὰς
τῆς φωνῆς· κατὰ συμβεβηκὸς δὲ
πρὸς φρόνησιν ἡ ἀκοὴ πλεῖστον
συμβάλλεται μέρος. ὁ γὰρ λόγος
αἴτιός ἐστι τῆς μαθήσεως ἀκουστὸς
ὤν͵ οὐ καθ΄ αὑτὸν ἀλλὰ κατὰ
συμβεβηκός· ἐξ ὀνομάτων γὰρ
σύγκειται͵ τῶν δ΄ ὀνομάτων
ἕκαστον σύμβολόν ἐστιν. διόπερ
φρονιμώτεροι τῶν ἐκ γενετῆς
ἐστερημένων εἰσὶν ἑκατέρας τῆς
αἰσθήσεως οἱ τυφλοὶ τῶν ἐνεῶν καὶ
κωφῶν.

το μέγεθος, την κίνησιν, την στάσιν και
τον αριθμόν. Η ακοή δε γνωστοποιεί
μόνον τας διαφοράς του ήχου[15], είς τινα
δε ζώα και τας της φωνής. Αλλ' η ακοή
συντελεί τα μέγιστα εις την νόησιν κατά
συμβεβηκός[16], διότι αίτιος της γνώσεως
είναι ο προφορικός λόγος, όστις είναι
αντιληπτός υπό της ακοής, ουχί όμως καθ'
εαυτόν, αλλά κατά συμβεβηκός. Διότι ο
λόγος αποτελείται εκ λέξεων εκάστη δε
λέξις είναι σημείον (εννοίας). Διά τούτο,
εκ των ανθρώπων οίτινες είναι εκ γενετής
εστερημένοι της μιας ή της άλλης των
αισθήσεων τούτων, οι τυφλοί είναι
νοημονέστεροι των κωφαλάλων[17].

Περὶ μὲν οὖν τῆς δυνάμεως ἣν ἔχει
τῶν αἰσθήσεων ἑκάστη͵ πρότερον
εἴρηται.

Περί δε της λειτουργίας εκάστης των
αισθήσεων έγινε λόγος πρότερον (εν τω
περί ψυχής).

15

Αίτινες δύνανται και αυταί να προέλθωσιν εκ των αψύχων πραγμάτων.
Η ακοή αμέσως δέχεται μόνους τους ήχους, η διάνοια δε μόνη εvvoεί τί δηλούσιν οι ήχοι, ήτοι την εν αυτοίς
τεθείσαν έννοιαν.
17
Διότι ο άνθρωπος μανθάνει περισσότερα από τον άνθρωπον και την κοινωνίαν, παρά από την φύσιν διά μόνων
των προσωπικών του δυνάμεων.
16

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.
Αναφοραί των αισθήσεων προς τα στοιχεία των σωμάτων. — Εξήγησις του
φαινομένου εν τοις οφθαλμοίς, όταν τρίβωνται. — Η όψις δεν είναι, εκ πυρός αλλ'
εξ ύδατος. — Γνώμαι αρχαιοτέρων. — Αποτέλεσμα πληγών επί των οφθαλμών. Η
ακοή συνδέεται με τον αέρα, η όσφρησις με το πυρ, η αφή και η γεύσις με την γηv.

τοῦ δὲ σώματος ἐν οἷς ἐγγίγνεσθαι
πέφυκεν αἰσθητηρίοις͵ ἔνιοι μὲν
ζητοῦσι κατὰ τὰ στοιχεῖα τῶν
σωμάτων· οὐκ εὐποροῦντες δὲ πρὸς
τέτταρα πέντ΄ οὔσας συνάγειν͵
γλίχονται περὶ τῆς πέμπτης.

1. Περί της λειτουργίας των διαφόρων
ειδικών αισθήσεων επραγματεύθημεν
πρότερον. Σήμερον φιλόσοφοί τινες [18]
ζητούσι σχέσεις των αισθήσεων προς τα
στοιχεία των σωμάτων, νομίζοντες ότι
ταύτα ευρίσκονται εις τα μέλη του
σώματος, εις τα οποία έχουσι την φυσικήν
ανάπτυξίν των τα αισθητήρια. Μη
δυνάμενοι δε να συνδέσωσι τας
αισθήσεις, αίτινες είναι πέντε, με τα
στοιχεία, τα οποία είναι τέσσαρα,
ευρίσκονται εις αμηχανίαν περί της
πέμπτης.

2. Πάντες δε λέγουσιν, ότι η όψις είναι
εκ πυρός ένεκα φαινομένου, ου αγνοούσι
διὰ τὸ πάθους τινὸς ἀγνοεῖν τὴν
την αιτίαν. Όταν δηλ. πιέζηται και κινήται
αἰτίαν· θλιβομένου γὰρ καὶ
ο οφθαλμός, φαίνεται ότι σπινθηροβολεί.
κινουμένου τοῦ ὀφθαλμοῦ φαίνεται Αλλά τούτο φυσικώς συμβαίνει εις το
πῦρ ἐκλάμπειν· τοῦτο δ΄ ἐν τῷ
σκότος, ή όταν κλείωνται τα βλέφαρα,
σκότει πέφυκε συμβαίνειν͵ ἢ τῶν
διότι και τότε γίνεται σκότος. Αλλά τούτο
έχει και άλλην δυσκολίαν· εαν δηλαδή
βλεφάρων ἐπικεκαλυμμένων·
γίγνεται γὰρ καὶ τότε σκότος. ἔχει δ΄ δεν είναι δυνατόν, όταν τις αισθάνηται
και βλέπη, να μη αντιλαμβάνηται το
ἀπορίαν τοῦτο καὶ ἑτέραν. εἰ γὰρ μὴ
ορώμενον αντικείμενον, αναγκαίως ο
ἔστι λανθάνειν μὴ αἰσθανόμενον
οφθαλμός αυτού πρέπει να βλέπη αυτός
καὶ ὁρῶντα͵ ἀνάγκη ἄρ΄ αὐτὸν
εαυτόν[19]. Διατί λοιπόν τούτο δεν
συμβαίνει εις τον οφθαλμόν όταν ηρεμή;
ἑαυτὸν ὁρᾶν τὸν ὀφθαλμόν. διὰ τί

ποιοῦσι δὲ πάντες τὴν ὄψιν πυρὸς

οὖν ἠρεμοῦντι τοῦτ΄ οὐ συμβαίνει;
τὸ δ΄ αἴτιον τούτου͵ καὶ τῆς ἀπορίας
καὶ τοῦ δοκεῖν πῦρ εἶναι τὴν ὄψιν͵

18
19

3. Τα αίτια τούτου και την λύσιν των
αποριών και του φαινομενικού γεγονότος
ότι η όψις είναι εκ πυρός, δυνάμεθα να

Ο Εμπεδοκλής, ο Αλκμέων, ο Δημόκριτος και ο Πλάτων.
Βλέπε το τέλος της 3ης παραγράφου.

εύρωμεν δια των εξής: Τα λεία δηλαδή
σώματα φυσικώς λάμπουσιν εις το
πέφυκεν ἐν τῷ σκότει λάμπειν͵ οὐ
σκότος, αλλ' όμως δεν παράγουσι φως, το
μέντοι φῶς γε ποιεῖν͵ τοῦ δ΄
δε μέρος του οφθαλμού το λεγόμενον
ὀφθαλμοῦ [437b] τὸ καλούμενον
μέσον και μέλαν βλέπομεν ότι είναι λείον.
μέλαν καὶ μέσον λεῖον. φαίνεται δὲ Φαίνεται δε πυρ, όταν τρίβηται το όμμα,
τοῦτο κινουμένου τοῦ ὄμματος διὰ
διότι τότε συμβαίνει το έv όμμα να
τὸ συμβαίνειν ὥσπερ δύο γίγνεσθαι γίνηται τρόπον τινά δύο. Η ταχύτης της
κινήσεως φέρει το αποτέλεσμα τούτο,
τὸ ἕν. τοῦτο δ΄ ἡ ταχυτὴς ποιεῖ τῆς
ώστε φαίνεται άλλο το ορών και άλλο το
κινήσεως͵ ὥστε δοκεῖν ἕτερον εἶναι
ορώμενον[20]. Διό και το φαινόμενον δεν
τὸ ὁρῶν καὶ τὸ ὁρώμενον. διὸ καὶ οὐ γίνεται, εάν δεν τριφθή ταχέως το όμμα
γίγνεται͵ ἐὰν μὴ ταχέως καὶ ἐν
και αν δεν συμβαίνη τούτο εις το
σκότει τοῦτο συμβῇ· τὸ γὰρ λεῖον ἐν σκότος[21]. Διότι το λείον μόνον εις το
σκότος λάμπει φυσικώς, ως αι κεφαλαί
τῷ σκότει πέφυκε λάμπειν (οἷον
ιχθύων τινών και το μέλαν της σηπίας
κεφαλαὶ ἰχθύων τινῶν καὶ ὁ τῆς
(θολός). Επομένως, όταν ο οφθαλμός
σηπίας θολός)͵ καὶ βραδέως
τρίβηται βραδέως, δεν γίνεται η αίσθησις
μεταβάλλοντος τοῦ ὄμματος οὐ
ούτως, ώστε να νομίζη τις ότι το ορών και
συμβαίνει ὥστε δοκεῖν ἅμα ἓν καὶ
το ορώμενον είναι συγχρόνως δύο
πράγματα και εν μόνον. Αλλά κατά τον
δύο εἶναι τό θ΄ ὁρῶν καὶ τὸ
τρόπον εκείνον [22] ο οφθαλμός ορά αυτός
ὁρώμενον. ἐκείνως δ΄ αὐτὸς αὑτὸν
εαυτόν, όπως εις κάτοπτρον, όπερ
ὁρᾷ ὁ ὀφθαλμός͵ ὥσπερ καὶ ἐν τῇ
αντανακλά αυτόν.
ἀνακλάσει·
ἐντεῦθεν ληπτέον. τὰ γὰρ λεῖα

ἐπεὶ εἴ γε πῦρ ἦν͵ καθάπερ
Ἐμπεδοκλῆς φησὶ καὶ ἐν τῷ Τιμαίῳ
γέγραπται͵ καὶ συνέβαινε τὸ ὁρᾶν
ἐξιόντος ὥσπερ ἐκ λαμπτῆρος τοῦ
φωτός͵ διὰ τί οὐ καὶ ἐν τῷ σκότει
ἑώρα ἂν ἡ ὄψις; τὸ δ΄
ἀποσβέννυσθαι φάναι ἐν τῷ σκότει
ἐξιοῦσαν͵ ὥσπερ ὁ Τίμαιος λέγει͵
κενόν ἐστι παντελῶς· τίς γὰρ
ἀπόσβεσις φωτός ἐστιν; σβέννυται
γὰρ ἢ ὑγρῷ ἢ ψυχρῷ τὸ θερμὸν καὶ
20

4. Εάν όμως ο οφθαλμός ήτο πυρ, καθώς
λέγει ο Εμπεδοκλής και εγράφη [23] εν τω
Τιμαίω, και εάν εγίνετο η όρασις, διότι το
φως εξέρχεται εκ του οφθαλμού ως έκ
τινος φανού, διατί η όρασις δεν βλέπει και
εις το σκότος; Το να λέγη τις, ως ο
Τίμαιος, ότι το φως σβύννεται εις το
σκότος, αφού εξέλθη εκ του όμματος,
είναι παντελής κενολογία. Διότι τί
σημαίνει απόσβεσις φωτός; Το θερμόν
και το ξηρόν αληθώς μηδενίζονται διά
του ψυχρού και του υγρού, καθώς
φαίνεται εις το πυρ των ανημμένων

Η ταχύτης της κινήσεως, δι' ης διαιρείται ο οφθαλμός, κάμνει ώστε το όργανον να γίνηται δύο, και εν των
μερών να ορά, το δε άλλο να οράται
21
Διότι μόνον εις το σκότος λάμπει η λεία επιφάνεια.
22
Όταν δηλ. η κίνησις είναι ταχεία.
23
Υπό του Πλάτωνος.

ανθράκων και εις την φλόγα. Αλλά ούτε
το έν, ούτε το άλλο εκ των στοιχείων
ἀνθρακώδεσιν εἶναι πῦρ καὶ ἡ
τούτων φαίνεται ότι υπάρχει εις το φως.
φλόξ)͵ ὧν τῷ φωτὶ οὐδέτερον
Εάν δε υπάρχη μεν, αλλά ένεκα της
φαίνεται ὑπάρχον. εἰ δ΄ ἄρα ὑπάρχει σμικρότητός του διαφεύγη την αντίληψιν
μὲν ἀλλὰ διὰ τὸ ἠρέμα λανθάνει
μας, έπρεπε κατά την ημέραν, όταν
ἡμᾶς͵ ἔδει μεθ΄ ἡμέραν γε καὶ ἐν τῷ βρέχη, να σβύννεται το φως, κατά τους
ὕδατι ἀποσβέννυσθαι τὸ φῶς καὶ ἐν παγετούς δε να γίνηται περισσότερον
σκότος. Η φλόξ λοιπόν και τα
τοῖς πάγοις μᾶλλον γίγνεσθαι
πεπυρωμένα σώματα πάσχουσι ταύτα,
σκότον· ἡ γοῦν φλὸξ καὶ τὰ
αλλ' εις το φως ουδέν τοιούτον συμβαίνει.
πεπυρωμένα σώματα πάσχει τοῦτο·
ξηρόν (οἷον δοκεῖ τό τ΄ ἐν τοῖς

νῦν δ΄ οὐδὲν συμβαίνει τοιοῦτον.
Ἐμπεδοκλῆς δ΄ ἔοικε νομίζοντι ὁτὲ
μὲν ἐξιόντος τοῦ φωτός͵ ὥσπερ
εἴρηται πρότερον͵ βλέπειν· λέγει
γοῦν οὕτως·

5. Ο Εμπεδοκλής φαίνεται πιστεύων
άλλοτε μεν ότι η όψις βλέπει, ως
προείπομεν, διότι εξέρχεται το φως εκ του
οφθαλμού. Λέγει π. χ. ταύτα:

“Καθώς, ότε σκοπεύων τις να
οδοιπορήση κατά χειμερινήν νύκτα,
ὡπλίσσατο λύχνον χειμερίην διὰ
προετοιμάζει λύχνον, λάμψιν πυρός
νύκατα͵ πυρὸς σέλας αἰθομένοιο͵
φλεγομένου, κλείσας αυτόν εις φανόν
ἅψας παντοίων ἀνέμων λαμπτῆρας αποκρούοντα τους διαφόρους ανέμους,
ἀμοργούς͵ οἵ τ΄ ἀνέμων μὲν πνεῦμα και ούτος μεν το φύσημα των πνεόντων
διασκιδνᾶσιν ἀέντων͵ πῦρ δ΄ ἔξω
ανέμων διασκορπίζει, το δε φως πηδών
διαθρῷσκον͵ ὅσον ταναώτερον ἦεν͵ έξω του φανού, μακρότατα εκτείνεται και
λάμπει με φωτεινότατας ακτίνας υπέρ το
λάμπεσκεν κατὰ βηλὸν ἀτειρέσιν
κατώφλιον (εις τον ουρανόν), ούτω και το
ἀκτίνεσσιν· ὣς δὲ τότ΄ ἐν μήνιγξιν
στοιχειώδες (προαιώνιον) πυρ,
ἐεργμένον ὠγύγιον πῦρ 438a
εγκεκλεισμένον εις τους υμένας του
λεπτῇσιν τ΄ ὀθόνῃσι λοχεύσατο
οφθαλμού και φυλαττόμενον εντός
κύκλοπα κούρην· αἳ χοάνῃσι δίαντα λεπτών χιτώνων, χύνεται εις την κυκλικήν
τετρήατο θεσπεσίῃσιν· αἱ δ΄ ὕδατος κόρην. Οι δε χιτώνες αποκλείουσι μεν το
βαθύ περιρρέον ύδωρ· αλλά το πυρ
μὲν βένθος ἀπέστεγον
εκπηδών, εκτείνεται μακρότατα·”.
ἀμφιναέντος͵ πῦρ δ΄ ἔξω διίεσκον͵
ὡς δ΄ ὅτε τις πρόοδον νοέων

ὅσον ταναώτερον ἦεν.
ὁτὲ μὲν οὖν οὕτως ὁρᾶν φησίν͵ ὁτὲ
δὲ ταῖς ἀπορροίαις ταῖς ἀπὸ τῶν

Ο Εμπεδοκλής λοιπόν άλλοτε μεν
ούτως εξηγεί την όψιν, άλλοτε δε δια των
απορροών των αντικειμένων τα οποία

ὁρωμένων.

βλέπομεν.

Δημόκριτος δ΄ ὅτι μὲν ὕδωρ εἶναί

6. Ο Δημόκριτος δε, ισχυριζόμενος ότι
η όψις είναι ύδωρ, λέγει ορθώς, αλλά
κακώς νομίζει ότι η όψις είναι
αντανάκλασις του αντικειμένου[24]. Διότι
η εικών παράγεται, επειδή το όμμα είναι
λείον, όμως δεν είναι εις την λείαν
επιφάνειαν, αλλά εις το ον, όπερ βλέπει,
διότι το πάθος τούτο είναι ανάκλασις
φωτός. Αλλά γενικώς τα περί των
εικόνων και της ανακλάσεως, ως
φαίνεται, δεν είχον ακόμη σαφώς γνωσθή
τότε. Παράδοξον δε είναι και το ότι δεν
επήλθεν εις αυτόν να ερωτήση, διατί
μόνος ο οφθαλμός βλέπει και ουδέν εκ
των άλλων σωμάτων, εις τα οποία
αντανακλώνται αι εικόνες.

φησι͵ λέγει καλῶς͵ ὅτι δ΄ οἴεται τὸ
ὁρᾶν εἶναι τὴν ἔμφασιν͵ οὐ καλῶς·
τοῦτο μὲν γὰρ συμβαίνει ὅτι τὸ
ὄμμα λεῖον͵ καὶ ἔστιν οὐκ ἐν ἐκείνῳ
ἀλλ΄ ἐν τῷ ὁρῶντι· ἀνάκλασις γὰρ
τὸ πάθος͵ ἀλλὰ καθόλου περὶ τῶν
ἐμφαινομένων καὶ ἀνακλάσεως
οὐδέν πω δῆλον ἦν͵ ὡς ἔοικεν.
ἄτοπον δὲ καὶ τὸ μὴ ἐπελθεῖν αὐτῷ
ἀπορῆσαι διὰ τί ὁ ὀφθαλμὸς ὁρᾷ
μόνον͵ τῶν δ΄ ἄλλων οὐδὲν ἐν οἷς
ἐμφαίνεται τὰ εἴδωλα.

7. Το ότι λοιπόν η όψις είναι εξ ύδατος,
[25]
ἀληθὲς μέν͵ οὐ μέντοι συμβαίνει τὸ είναι αληθές , αλλ' όμως βλέπομεν ουχί
διότι αύτη είναι ύδωρ, αλλά διότι είναι
ὁρᾶν ᾗ ὕδωρ ἀλλ΄ ᾗ διαφανές· ὃ καὶ
διαφανές, και το διαφανές είναι ιδιότης
ἐπὶ τοῦ ἀέρος κοινόν ἐστιν. ἀλλ΄
κοινή εις αυτό και εις τον αέρα. Αλλά το
εὐφυλακτότερον καὶ εὐπιλητότερον ύδωρ φυλάττεται [26] ευκολώτερον και
τὸ ὕδωρ τοῦ ἀέρος· διόπερ ἡ κόρη
είναι πυκνότερον του αέρος, και διά τούτο
καὶ τὸ ὄμμα ὕδατός ἐστιν. τοῦτο δὲ η κόρη και το όμμα είναι εξ ύδατος.
Τούτο δε είναι φανερόν και εξ αυτών των
καὶ ἐπ΄ αὐτῶν τῶν ἔργων δῆλον·
γεγονότων. Διότι εκείνο όπερ εκρέει εκ
φαίνεται γὰρ ὕδωρ τὸ ἐκρέον
των οφθαλμών, όταν καταστρέφωνται,
διαφθειρομένων͵ καὶ ἔν γε τοῖς
είναι ύδωρ· και εις τα αρτιγενή ζώα η
πάμπαν ἐμβρύοις τῇ ψυχρότητι
κόρη έχει υπερβολικήν λαμπρότητα και
ὑπερβάλλον καὶ τῇ λαμπρότητι͵ καὶ στιλπνότητα, ενώ το λευκόν του όμματος
εις τα έχοντα αίμα ζώα είναι πυκνόν και
τὸ λευκὸν τοῦ ὄμματος ἐν τοῖς
παχύ. Τούτο δε υπάρχει προς τον σκοπόν
ἔχουσιν αἷμα πῖον καὶ λιπαρόν·
να διαμένη η υγρότης, χωρίς να πήγνυται.
ὅπερ διὰ τοῦτ΄ ἐστί͵ πρὸς τὸ
και διά ταύτα ο οφθαλμός είναι το μέρος
διαμένειν τὸ ὑγρὸν ἄπηκτον͵ καὶ διὰ του σώματος το μάλλον ανθιστάμενον εις
τοῦτο τοῦ σώματος ἀρριγότατον ὁ
το ψύχος. Διότι ουδείς ακόμη ησθάνθη
τὸ μὲν οὖν τὴν ὄψιν εἶναι ὕδατος

Δηλ. ότι είναι κάτοπτρον η ψυχή.
Αύτη είναι η γνώμη του Δημοκρίτου, ην ο Αριστοτέλης εv μέρει δέχεται.
26
Επομένως φυλάττεται και το διαφανές του ύδατος, όπερ φυλάττει την ιδιότητα ταύτην κάλλιον του αέρος, διότι
εivαι μάλλον στερεόν.
24
25

ὀφθαλμός ἐστιν· οὐδεὶς γάρ πω τὸ
ἐντὸς τῶν βλεφάρων ἐρρίγωσεν.
τῶν δ΄ ἀναίμων σκληρόδερμοι οἱ
ὀφθαλμοί εἰσι͵ καὶ τοῦτο ποιεῖ τὴν
σκέπην.

ρίγος εντός των βλεφάρων· των δε ζώων
τα οποία δεν έχουσιν αίμα [27] οι
οφθαλμοί είναι σκληρόδερμοι, και το
δέρμα τούτο είναι η σκέπη των
οφθαλμών.

8. Είναι δε όλως παράλογον το
λεγόμενον,
ότι η όψις βλέπει διά τινος,
ὄψιν ὁρᾶν͵ καὶ ἀποτείνεσθαι μέχρι
όπερ εξέρχεται εξ αυτής και ότι εκτείνεται
τῶν ἄστρων͵ ἢ μέχρι τινὸς ἐξιοῦσαν
μέχρι των άστρων, ή ότι έξελθουσα εκ
συμφύεσθαι͵ καθάπερ λέγουσί
του οφθαλμού μέχρι διαστήματος τινός
τινες. τούτου μὲν γὰρ βέλτιον τὸ ἐν συνενούται (με το εξωτερικόν φως),
τῇ ἀρχῇ συμφύεσθαι τοῦ ὄμματος.
καθώς λέγουσί τινες[28], διότι καλύτερον
θα ήτο (αν έλεγον) ότι γίνεται απ' αρχής η
ἀλλὰ καὶ τοῦτο εὔηθες· τό τε γὰρ
συμφύεσθαι τί ἐστι φωτὶ πρὸς φῶς͵ ένωσις εντός του όμματος με το
αντικείμενόν του. Αλλά και τούτο είναι
ἢ πῶς οἷόν θ΄ ὑπάρχειν (οὐ γὰρ τῷ
μωρολογία. Τω όντι, τί είναι η ένωσις
[438b] τυχόντι συμφύεται τὸ τυχόν)͵ φωτός με φως; Πώς δύναται να γείνη
τό τ΄ ἐντὸς τῷ ἐκτὸς πῶς; ἡ γὰρ
τούτο; Διότι βέβαια δεν συνενούται το
τυχόν σώμα με τυχόν σώμα. Πώς δε
μῆνιγξ μεταξύ ἐστιν.
ενούται το εσωτερικόν φώς με το
εξωτερικόν, αφού η μεμβράνη
παρεμβάλλεται μεταξύ αυτών;

ἄλογον δὲ ὅλως τὸ ἐξιόντι τινὶ τὴν

περὶ μὲν οὖν τοῦ ἄνευ φωτὸς μὴ
ὁρᾶν εἴρηται ἐν ἄλλοις· ἀλλ΄ εἴτε
φῶς εἴτ΄ ἀήρ ἐστι τὸ μεταξὺ τοῦ
ὁρωμένου καὶ τοῦ ὄμματος͵ ἡ διὰ
τούτου κίνησίς ἐστιν ἡ ποιοῦσα τὸ
ὁρᾶν.

καὶ εὐλόγως τὸ ἐντός ἐστιν ὕδατος·
διαφανὲς γὰρ τὸ ὕδωρ͵ ὁρᾶται δὲ
ὥσπερ καὶ ἔξω οὐκ ἄνευ φωτός͵
οὕτως καὶ ἐντός· διαφανὲς ἄρα δεῖ

9. Ότι λοιπόν η όψις δεν είναι δυνατόν
να γίνηται χωρίς φωτός, είπομεν αλλαχού.
Αλλά είτε φως, είτε αήρ είναι το
μεσολαβούν μεταξύ του πράγματος, το
οποίον οράται, και του όμματος, πάντως η
κίνησις ήτις διέρχεται δι' αυτού του
μεσολαβούντος [29] είναι η παράγουσα
την όψιν.
10. και ορθώς λέγεται ότι το εσωτερικόν
είναι εξ ύδατος, διότι το ύδωρ είναι
διαφανές· και όπως ουδέν γίνεται ορατόν
εκτός, ούτω και εντός του οφθαλμού
ουδέν άνευ φωτός οράται[30]. Πρέπει

Οία είναι τα έντομα.
Ο Πλάτων, ίσως δε και ο Εμπεδοκλής και ο Πυθαγόρας.
29
Εν τω περί Ψυχής ο Αριστοτέλης είπεν ότι το χρώμα θέτει εις κίνησιν το διαφαvές του αέρος ή του ύδατος. Το
διαφανές κινηθέν παράγε εν τω οφθαλμώ την όψιν, ήτις εξαγγέλλεται εις την ψυχήν.
30
Υπάρχει λοιπόν φως εντός του οφθαλμού, αλλά δεν εξέρχεται, ως λέγει ο Πλάτων, ίνα γίνηται η όρασις.
27
28

λοιπόν το εσωτερικόν να είναι διαφανές
ἐπειδὴ οὐκ ἀήρ. οὐ γὰρ ἐπὶ ἐσχάτου και ανάγκη να είναι ύδωρ, αφού δεν είναι
αήρ. Διότι δεν είναι εις to άκρον του
τοῦ ὄμματος ἡ ψυχὴ ἢ τῆς ψυχῆς τὸ
όμματος η ψυχή ή το αισθητικόν της
αἰσθητικόν ἐστιν͵ ἀλλὰ δῆλον ὅτι
ψυχής[31], άλλα είναι φανερόν ότι είναι
ἐντός· διόπερ ἀνάγκη διαφανὲς
εντός. Αναγκαίως λοιπόν το εσωτερικόν
εἶναι καὶ δεκτικὸν φωτὸς τὸ ἐντὸς
του όμματος πρέπει να είναι διαφανές και
[32]
τοῦ ὄμματος. καὶ τοῦτο καὶ ἐπὶ τῶν ικανόν να δέχηται το φως . Τούτο δε
μαρτυρούσι και τα γεγονότα. Τινές
συμβαινόντων δῆλον· ἤδη γάρ τισι
δηλαδή κτυπηθέντες κατά τον κρόταφον
πληγεῖσιν ἐν πολέμῳ παρὰ τὸν
εν τω πολέμω τόσον, ώστε να
κρόταφον οὕτως ὥστ΄ ἀποτμηθῆναι αποκοπώσιν οι πόροι του όμματος,
τοὺς πόρους τοῦ ὄμματος ἔδοξε
ενόμισαν ότι έγινε σκότος, ως όταν
λύχνος σβύνεται, διότι απεκόπη το
γενέσθαι σκότος ὥσπερ λύχνου
διαφανές, ήτοι η λεγομένη κόρη[33], ώς τις
ἀποσβεσθέντος͵ διὰ τὸ οἷον
λαμπτήρ.
λαμπτῆρά τινα ἀποτμηθῆναι τὸ

εἶναι· ἀνάγκη ἄρα ὕδωρ εἶναι͵

διαφανές͵ τὴν καλουμένην κόρην.
11. Ώστε εάν εις τας περιπτώσεις
καθάπερ λέγομεν͵ φανερὸν ὡς εἰ δεῖ ταύτας συμβαίνωσι τα πράγματα σχεδόν
καθώς είπομεν, είναι φανερόν ότι πρέπει
τοῦτον τὸν τρόπον ἀποδιδόναι καὶ
κατά τον αυτόν τρόπον να εξηγώμεν αυτά
προσάπτειν ἕκαστον τῶν
και να συνάπτωμεν έκαστον των
αἰσθητηρίων ἑνὶ τῶν στοιχείων͵ τοῦ αισθητηρίων με έν εκ των στοιχείων. Του
μὲν ὄμματος τὸ ὁρατικὸν ὕδατος
μεν όμματος το μέρος, όπερ βλέπει,
ὑποληπτέον͵ ἀέρος δὲ τὸ τῶν ψόφων πρέπει να δεχθώμεν ότι είναι εξ ύδατος,
αἰσθητικόν͵ πυρὸς δὲ τὴν ὄσφρησιν το δε αισθανόμενον τους ήχους ότι είναι
εξ αέρος και ότι η όσφρησις είναι εκ
πυρός.

ὥστ΄ εἴπερ ἐπὶ τούτων συμβαίνει

(ὃ γὰρ ἐνεργείᾳ ἡ ὄσφρησις͵ τοῦτο
δυνάμει τὸ ὀσφραντικόν· τὸ γὰρ
αἰσθητὸν ἐνεργεῖν ποιεῖ τὴν αἴ
σθησιν͵ ὥσθ΄ ὑπάρχειν ἀναγκαῖον
αὐτὴν δυνάμει πρότερον. ἡ δ΄ ὀσμὴ
καπνώδης τίς ἐστιν ἀναθυμίασις͵ ἡ
δ΄ ἀναθυμίασις ἡ καπνώδης ἐκ

12. Τω όντι, ό,τι η όσφρησις είναι εν
ενεργεία, τούτο είναι δυνάμει το
οσφραντήριον όργανον, διότι το αισθητόν
πράγμα κάμνει την αίσθησιν να είναι
ενεργός, ούτως ώστε αναγκαίως η
αίσθησις είναι πρότερον εν δυνάμει. Η
οσμή είναι αναθυμίασις ομοία με καπνόν,
η δε αναθυμίασις η καπνώδης προέρχεται

Εν τω περί Ψυχής ο Αριστοτέλης εδίδαξεν, ότι η κοινή αίσθησις είναι το κέντρον, εις το οποίov καταλήγουσι
πάντα τα αισθήματα και ένθα η ψυχή δύναται να τα συγκρίνη. Το αισθητικόν τούτο κέντρον δεν είvαι εις το άκρον
εκάστου αισθητηρίου.
32
Ουχί το εξωτερικόν, αλλά το εσωτερικό φως.
33
Ταύτα μετά την κοπήν του vεύρου δεv δύνανται να διαβιβάσωσιν εις τον εγκέφαλον ουδεμίαν εντύπωσιν.
31

πυρός. διὸ καὶ τῷ περὶ τὸν
ἐγκέφαλον τόπῳ τὸ τῆς ὀσφρήσεως
αἰσθητήριόν ἐστιν ἴδιον· δυνάμει
γὰρ θερμὴ ἡ τοῦ ψυχροῦ ὕλη ἐστίν.
καὶ ἡ τοῦ ὄμμα τος γένεσις τὸν
αὐτὸν ἔχει τρόπον· ἀπὸ τοῦ
ἐγκεφάλου γὰρ συνέστηκεν· οὗτος
γὰρ ὑγρότατος καὶ ψυχρότατος τῶν
ἐν τῷ σώματι μορίων ἐστίν).
τὸ δ΄ ἁπτικὸν γῆς͵ τὸ δὲ γευστικὸν
[439a] εἶδός τι ἁφῆς ἐστίν. καὶ διὰ
τοῦτο πρὸς τῇ καρδίᾳ τὸ
αἰσθητήριον αὐτῶν͵ τῆς γεύσεως
καὶ τῆς ἁφῆς· ἀντίκειται γὰρ τῷ
ἐγκεφάλῳ αὕτη͵ καὶ ἔστι

εκ του πυρός. Διά τούτο και το
αισθητήριον όργανον της οσφρήσεως
κειται ιδίως εις τον πέριξ του εγκεφάλου
τόπον, διότι η ύλη του ψυχρού είναι
δυνάμει θερμή[34]. Και η του όμματος
γένεσις είναι ομοία με την του
οσφραντικού. Διότι το όμμα αποτελείται
εκ μέρους του εγκεφάλου, όστις είναι το
υγρότατον και ψυχρότατον των εν τω
σώματι μερών.
13. Η δε αφή είναι εκ γης, και η γεύσις
είναι είδός τι αφής. Και διά τούτο τα
αισθητήρια της γεύσεως και της αφής
κείνται προς την καρδίαν[35], διότι αύτη
είναι το αντίθετον του εγκεφάλου, ως
ούσα το θερμότατον των μερών του
σώματος.

θερμότατον τῶν μορίων.
καὶ περὶ μὲν τῶν αἰσθητικῶν τοῦ
σώματος μορίων ἔστω τοῦτον τὸν

Και περί μεν των αισθητικών μερών
του σώματος αρκούσι οι διορισμοί ούτοι.

τρόπον διωρισμένα.

Η ύλη του εγκεφάλου ενεργεία είναι η ψυχροτέρα πάντων των μερών του σώματος, δυνάμει όμως είναι θερμή,
και δια τoύτo είναι εις σχέσιν με το όργανον της οσφρήσεως, όπερ είναι εκ πυρός.
35
Η καρδία κατ' Αριστοτέλην είναι το κέντρον των νεύρων και της αισθητικότητος. Και δια τούτο μετ' αυτής
μάλλον των άλλων αισθήσεων συνδέονται αι κυρίως ζωικαί αισθήσεις της αφής και της γεύσεως.
34

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.
Περί χρώματος. — Αναφορά χρώματος προς το φως και το διαφανές. —Γένεσις
των χρωμάτων Αρχικά χρώματα το λευκόv και το μέλαν. — Αριθμητικαί αναφοραί
χρωμάτων (και ήχων).—Το χρώμα αποτέλεσμα ουχί απορροιών αλλά κινήσεως. —
Μίξις των σωμάτων.
1. Περί δε τωv αισθητών
αντικειμένων, τα οποία είναι αντιληπτά
ἕκαστον αἰσθητήριον͵ οἷον λέγω
υπό εκάστου των αισθητηρίων οργάνων,
χρώματος καὶ ψόφου καὶ ὀσμῆς καὶ
λέγω δηλαδή το χρώμα και τον ήχον και
χυμοῦ καὶ ἁφῆς͵ καθόλου μὲν
την δομήν και τον χυμόν και την αφήν 36,
εἴρηται ἐν τοῖς περὶ ψυχῆς͵ τί τὸ
γενικώς εξετέθη εν τω περί Ψυχής τί είναι
ἔργον αὐτῶν καὶ τί τὸ ἐνεργεῖν καθ΄ το έργον αυτών και πως ταύτα ενεργούσι
σχετικώς προς έκαστον των αισθητηρίων.
ἕκαστον τῶν αἰσθητηρίων. τί δέ
ποτε δεῖ λέγειν ὁτιοῦν αὐτῶν͵ οἷον τί Δέον να εξετάσωμεν τώρα τι πρέπει να
εννοώμεν οιονδήποτε αυτών, δήλα δη τι
χρῶμα ἢ τί ψόφον ἢ τί ὀσμὴν ἢ
είναι το χρώμα ή τί ο ήχος, τι η οσμή, ή ο
χυμόν͵ ὁμοίως δὲ καὶ περὶ ἁφῆς͵
χυμός, ομοίως δε και το απτόν. Και
ἐπισκεπτέον͵ καὶ πρῶτον περὶ
πρώτον περί χρώματος.
χρώματος.

Περὶ δὲ τῶν αἰσθητῶν τῶν καθ΄

2. Έκαστον πράγμα δύναται να νοήται
κατά δύο τρόπους, είτε ενεργεία, είτε,
λεγόμενον͵ τὸ μὲν ἐνεργείᾳ τὸ δὲ
δυνάμει. Πως δε το εν ενεργεία χρώμα και
δυνάμει. τὸ μὲν οὖν ἐνεργείᾳ χρῶμα
ο εν ενεργεία ήχος είναι ο αυτός ή
καὶ ψόφος πῶς ἐστὶ τὸ αὐτὸ ἢ ἕτερον διάφορος από τας κατ' ενέργειαν
ταῖς κατ΄ ἐνέργειαν αἰσθήσεσιν͵
αισθήσεις, την όρασιν και την άκουσιν,
οἷον ὁράσει καὶ ἀκούσει͵ εἴρηται ἐν είπομεν εις τα περί Ψυχής. Τι δε πρέπει να
είναι έκαστον αυτών, ίνα παραγάγη την
τοῖς περὶ ψυχῆς· τί δὲ ἕκαστον
αὐτῶν ὂν ποιήσει τὴν αἴσθησιν καὶ αίσθησιν και την ενέργειαν αυτής, ας
είπωμεν τώρα.
τὴν ἐνέργειαν͵ νῦν λέγωμεν.

ἔστι μὲν οὖν ἕκαστον διχῶς

3. Καθώς λοιπόν είπομεν εκεί, το φως
είναι το χρώμα του διαφανούς,
ἐκείνοις͵ ὅτι ἐστὶ χρῶμα τοῦ
παραγόμενον κατά συμβεβηκός 37. Διότι
διαφανοῦς κατὰ συμβεβηκόςὅταν
όταν υπάρχη σώμα πεπυρωμένον εις το
γὰρ ᾖ τι πυρῶδες ἐν διαφανεῖ͵ ἡ μὲν διαφανές (του αέρος) η παρουσία του
παρουσία φῶς͵ ἡ δὲ στέρησίς ἐστι
αποτελεί φως, η δε απουσία του ποιεί
σκότος· ὃ δὲ λέγομεν διαφανὲς οὐκ σκότος. Ό,τι δε ονομάζομεν διαφανές δεν
είναι ιδιότης μόνου του αέρος ή του
ἔστιν ἴδιον ἀέρος ἢ ὕδατος οὐδ΄
ύδατος, ούτε άλλου τινός εκ των
ἄλλου τῶν οὕτω λεγομένων

ὥσπερ οὖν εἴρηται περὶ φωτὸς ἐν

σωμάτων͵ ἀλλά τίς ἐστι κοινὴ φύσις σωμάτων των λαμβανόντων το όνομα
τούτο (το διαφανές), αλλ' είναι κοινή 38
καὶ δύναμις͵ ἣ χωριστὴ μὲν οὐκ
φύσις και δύναμις, ήτις δεν υπάρχει μεν
ἔστιν͵ ἐν τούτοις δ΄ ἔστι͵ καὶ τοῖς
χωριστή 39, αλλ' είναι εις ταύτα και ακόμη
ἄλλοις σώμασιν ἐνυπάρχει͵ τοῖς μὲν και εις άλλα σώματα, εις άλλα
μᾶλλον τοῖς δ΄ ἧττον·
περισσότερον και εις άλλα ολιγώτερον.
4. Όπως δε αναγκαίως υπάρχει τι
ἀνάγκη τι εἶναι ἔσχατον͵ καὶ ταύτης τελευταίον άκρον (επιφάνεια) των
(στερεών) σωμάτων, ούτω υπάρχει και
ταύτης της δυνάμεως 40.
ὥσπερ οὖν καὶ τῶν σωμάτων

ἡ μὲν οὖν τοῦ φωτὸς φύσις ἐν
ἀορίστῳ τῷ διαφανεῖ ἐστίν·

5. Λοιπόν το φως ευρίσκεται εις
αδιόριστον διαφανές 41. Ότι όμως το
άκρον όριον του διαφανούς υπάρχει εις τα
σώματα (έχει επιφάνειαν) είναι φανερόν.

6. και προσέτι είναι φανερόν εκ των
42
ἔσχατον ὅτι μὲν εἴη ἄν τι͵ δῆλον͵ ὅτι γεγονότων, ότι τούτο είναι το χρώμα. .
Διότι το χρώμα ή είναι εις το άκρον των
δὲ τοῦτ΄ ἐστὶ τὸ χρῶμα͵ ἐκ τῶν
σωμάτων ή είναι αυτό το άκρον. Διά
συμβαινόντων φανερόν. τὸ γὰρ
τούτο και οι Πυθαγόρειοι ωνόμαζον
χρῶμα ἢ ἐν τῷ πέρατί ἐστιν ἢ πέρας χρώμα την επιφάνειαν διότι το χρώμα
(διὸ καὶ οἱ Πυθαγόρειοι τὴν
είναι εις το άκρον του σώματος, αλλά δεν
είναι το άκρον του σώματος. Πρέπει,
ἐπιφάνειαν χρόαν ἐκάλουν)· ἔστι
μὲν γὰρ ἐν τῷ τοῦ σώματος πέρατι͵ τουναντίον, να νομίζωμεν, ότι η αυτή
ποσότης χρώματος, ήτις παρατηρείται
ἀλλ΄ οὐ τὸ τοῦ σώματος πέρας͵
εκτός, η αυτή υπάρχει και εντός.
ἀλλὰ τὴν αὐτὴν φύσιν δεῖ νομίζειν
τοῦ δ΄ ἐν τοῖς σώμασι διαφανοῦς τὸ

ἥπερ καὶ ἔξω [439b] χρωματίζεται͵
ταύτην καὶ ἐντός.
7. Φαίνεται δε ότι και ο αήρ και το ύδωρ
χρωματίζονται 43, διότι χρώμα είναι και η
χρωματιζόμενα· καὶ γὰρ ἡ αὐγὴ
υπόλαμψις αυτών 44. Αλλ' εδώ μεν επειδή
τοιοῦτόν ἐστιν. ἀλλ΄ ἐκεῖ μὲν διὰ τὸ
το χρώμα είναι εις αδιόριστον σώμα 45,
ἐν ἀορίστῳ οὐ τὴν αὐτὴν ἐγγύθεν
ούτε ο αήρ ούτε η θάλασσα έχουσι το
καὶ προσιοῦσι καὶ πόρρωθεν ἔχει
αυτό χρώμα, όταν τα βλέπωμεν εγγύθεν
χρόαν οὔθ΄ ὁ ἀὴρ οὔθ΄ ἡ θά λαττα·
πλησιάζοντες, και όταν μακρόθεν. Αλλά
εις τα (στερεά) σώματα, εάν το περιέχον
ἐν δὲ τοῖς σώμασιν͵ ἐὰν μὴ τὸ
46
δεν τα κάμνη να μεταβάλλωσι χρώμα,
περιέχον ποιῇ μεταβάλλειν͵ ὥρισται
είναι προσδιωρισμένη η όψις του
καὶ ἡ φαντασία τῆς χρόας. δῆλον
χρώματος 47. Είναι άρα πρόδηλον ότι και

φαίνεται δὲ καὶ ἀὴρ καὶ ὕδωρ

εκεί και εδώ 48 το αυτό ον δέχεται
(αισθάνεται) το χρώμα, το διαφανές δε
δεκτικὸν τῆς χρόας ἐστίν. τὸ ἄρα
είναι εκείνο, όπερ καθ' όσον υπάρχει εις
διαφανὲς καθ΄ ὅσον ὑπάρχει ἐν τοῖς
τα σώματα (και υπάρχει ολιγώτερον ή
σώμασιν (ὑπάρχει δὲ μᾶλλον καὶ
περισσότερον εις όλα 49) κάμνει πάντα να
ἧττον ἐν πᾶσι) χρώματος ποιεῖ
έχωσι χρώμα.
μετέχειν.
ἄρα ὅτι τὸ αὐτὸ κἀκεῖ κἀνθάδε

8. Επειδή δε το χρώμα είναι εις το άκρον,
ἐν πέρατι εἴη. ὥστε χρῶμα ἂν εἴη τὸ θα είναι και εις το άκρον της διαφανούς
ουσίας. Ώστε το χρώμα είναι το άκρον
τοῦ διαφανοῦς ἐν σώματι ὡρισμένῳ
του διαφανούς εν προσδιωρισμένω
πέρας. καὶ αὐτῶν δὲ τῶν διαφανῶν͵ σώματι 50. Ομοίως δε υπάρχει το χρώμα
οἷον ὕδατος καὶ εἴ τι ἄλλο τοιοῦτον͵ και εις αυτά τα (εξόχως) διαφανή, οία
καὶ ὅσοις φαίνεται χρῶμα ἴδιον
είναι το ύδωρ και ό,τι άλλο τοιούτον 51
52
ὑπάρχειν͵ κατὰ τὸ ἔσχατον ὁμοίως και εις όσα φαίνεται ότι υπάρχει εις την
επιφάνειαν χρώμα ιδιαίτερον.
πᾶσιν ὑπάρχει.
ἐπεὶ δ΄ ἐν πέρατι ἡ χρόα͵ τούτου ἂν

9. Δύναται λοιπόν να υπάρχη και εις το
τοῦθ΄ ὅπερ καὶ ἐν τῷ ἀέρι ποιεῖ φῶς͵ διαφανές (των ωρισμένων σωμάτων) 53
εκείνο όπερ παράγει το φως εν τω αέρι ,
ἔστι δὲ μή͵ ἀλλ΄ ἐστερῆσθαι. ὥσπερ
δύναται δε να μη υπάρχη και να είναι
οὖν ἐκεῖ τὸ μὲν φῶς τὸ δὲ σκότος͵
εστερημένον αυτού το διαφανές. Και
οὕτως ἐν τοῖς σώμασιν ἐγγίγνεται
καθώς εν τω αέρι άλλοτε μεν υπάρχει φως
τὸ λευκὸν καὶ τὸ μέλαν.
και άλλοτε σκότος, ούτως εις τα σώματα
γίνεται το λευκόν και το μέλαν.
ἔστι μὲν οὖν ἐνεῖναι ἐν τῷ διαφανεῖ

10. Περί δε των άλλων χρωμάτων
πρέττει νυν να είπωμεν, αφού κάμωμεν
διελομένοις ποσαχῶς ἐνδέχεται
διακρίσεις τινάς, κατά πόσους τρόπους
γίγνεσθαι͵ λεκτέον. ἐν δέχεται μὲν
δύνανται να γίνωνται. Διότι είναι δυνατόν
γὰρ παρ΄ ἄλληλα τιθέμενα τὸ
να τεθώσι πλησίον αλλήλων το λευκόν
λευκὸν καὶ τὸ μέλαν͵ ὥσθ΄ ἑκάτερον και το μέλαν 54, ούτως ώστε και το εν και
μὲν εἶναι ἀόρατον διὰ σμικρότητα͵
το άλλο να είναι αόρατα ένεκα της
σμικρότηταςαυτών, το εξ αμφοτέρων
τὸ δ΄ ἐξ ἀμφοῖν ὁρατόν͵ οὕτω
όμως προκύπτον να είναι ορατόν. Τούτο
γίγνεσθαι. τοῦτο γὰρ οὔτε λευκὸν
δεν εivαι δυνατόν να είναι ούτε μέλαν
οἷόν τε φαίνεσθαι οὔτε μέλαν· ἐπεὶ
ούτε λευκόν· αλλ' επειδή εξ ανάγκης
δ΄ ἀνάγκη μέν τι ἔχειν χρῶμα͵
πρέπει να έχη χρώμά τι, όπερ όμως δεν
τούτων δ΄ οὐδέτερον δυνατόν͵
δύναται vα είναι κανέν εκ των δύο
ἀνάγκη μεικτόν τι εἶναι καὶ εἶδός τι εκείνων, κατ' ανάγκην πρέπει να είναι
μικτόν τι και άλλου είδους χρώμα. Ούτω
χρόας ἕτερον. ἔστι μὲν οὖν οὕτως
περὶ δὲ τῶν ἄλλων χρωμάτων ἤδη͵

ὑπολαβεῖν πλείους εἶναι χρόας
παρὰ τὸ λευκὸν καὶ τὸ μέλαν͵

λοιπόν δυνάμεθα να εξηγήσωμεν πώς
υπάρχουσι χρώματα περισσότερα παρά το
λευκόν και το μέλαν 55.

11. Την πολλότητα δε δυνάμεθα να
διά της αναλογίας των μερών
δύο͵ καὶ τρία πρὸς τέτταρα͵ καὶ κατ΄ εξηγήσωμεν
56
. Διότι δύνανται να ενωθώσι τρία μέρη
ἄλλους ἀριθμοὺς ἔστι παρ΄ ἄλληλα
του ενός με δύο του άλλου, ή τρία με
κεῖσθαι· τὰ δ΄ ὅλως κατὰ μὲν λόγον τέσσαρα, ή και κατ' άλλους αριθμούς
μηδένα͵ καθ΄ ὑπεροχὴν δέ τινα καὶ δύνανται να συντίθενται το εν μετά του
ἔλλειψιν ἀσύμμετρον)͵ καὶ τὸν
άλλου. Άλλα δε μέρη ουδεμίαν έχουσιν
ωρισμένην αναφοράν, άλλα είτε ένεκεν
αὐτὸν δὴ τρόπον ἔχειν ταῦτα ταῖς
υπερβολής, είτε ένεκεν ελλείψεως 57 είναι
συμφωνίαις·
ασύμμετρα. Την αυτήν σχέσιν έχουσι και
αι συμφωνίαι των ήχων.

πολλὰς δὲ τῷ λόγῳ (τρία γὰρ πρὸς

Διότι τα χρώματα, τα οποία δύνανται να
εκφρασθώσι δι' αριθμητικών αναλογιών,
χρώματα͵ καθάπερ ἐκεῖ τὰς
όπως και αι συμφωνίαι, φαίνονται ότι
συμφωνίας͵ τὰ ἥδιστα τῶν
είναι τα γλυκύτατα των χρωμάτων, οία
χρωμάτων εἶναι δοκοῦντα͵ οἷον
είναι το αλουργόν (άλικον) και το
[440a] τὸ ἁλουργὸν καὶ τὸ φοινικοῦν πορφυρούν 58 και άλλα τοιαύτα, τα οποία
καὶ ὀλίγ΄ ἄττα τοιαῦτα (δι΄ ἥνπερ
είναι ολίγα διά την αυτήν αιτίαν, διά την
οποίαν ολίγαι είναι αι συμφωνίαι των
αἰτίαν καὶ αἱ συμφωνίαι ὀλίγαι)͵
ήχων.

τὰ μὲν γὰρ ἐν ἀριθμοῖς εὐλογίστοις

τὰ δὲ μὴ ἐν ἀριθμοῖς τἆλλα
χρώματα· ἢ καὶ πάσας τὰς χρόας ἐν
ἀριθμοῖς εἶναι͵ τὰς μὲν τεταγμένας
τὰς δὲ ἀτάκτους͵ καὶ αὐτὰς ταύτας͵
ὅταν μὴ καθαραὶ ὦσι͵ διὰ τὸ μὴ ἐν
ἀριθμοῖς εἶναι τοιαύτας γίγνεσθαι.
εἷς μὲν οὖν τρόπος τῆς γενέσεως
τῶν χρωμάτων οὗτος͵

Τα άλλα δε χρώματα είναι τα μη έχοντα
αριθμητικάς αναλογίας ή είναι δυνατόν
και πάντα τα χρώματα να εκφρασθώσι δι'
αριθμών, άλλα τα μεν έχουσι τάξιν 59,
άλλα δε είναι άτακτα, αυτά δε ταύτα (τα
άτακτα), όταν δεν είναι καθαρά, γίνονται
τοιαύτα (άτακτα), διότι δεν έχουσιν
αριθμητικάς σχέσεις. Εις λοιπόν τρόπος
γενέσεως των χρωμάτων είναι ούτος.

12. Άλλος δε τρόπος είναι το να
φαίνωνται τα χρώματα άλλα διά μέσου
οἷον ἐνίοτε οἱ γραφεῖς ποιοῦσιν͵
άλλων 60 , ως κάμνουσιν ενίοτε οι
ἑτέραν χρόαν ἐφ΄ ἑτέραν
ζωγράφοι, επαλείφοντες δεύτερον χρώμα
ἐναργεστέραν ἐπαλείφοντες͵ ὥσπερ επί χρώματος λαμπροτέρου, ως όταν λ. χ.
ὅταν ἐν ὕδατί τι ἢ ἐν ἀέρι βούλωνται θέλωσι να παραστήσωσι πράγμα τι, ότι
εἷς δὲ τὸ φαίνεσθαι δι΄ ἀλλήλων͵

ποιῆσαι φαινόμενον͵ καὶ οἷον ὁ
ἥλιος καθ΄ αὑτὸν μὲν λευκὸς
φαίνεται͵ διὰ δ΄ ἀχλύος καὶ καπνοῦ
φοινικοῦς. πολλαὶ δὲ καὶ οὕτως
ἔσονται χρόαι τὸν αὐτὸν τρόπον τῷ
πρότερον εἰρημένῳ· λόγος γὰρ ἂν
εἴη τις τῶν ἐπιπολῆς πρὸς τὰ ἐν
βάθει͵ τὰ δὲ καὶ ὅλως οὐκ ἐν λόγῳ.

φαίνεται εντός του ύδατος ή του αέρος.
Ούτως ο ήλιος καθ' εαυτόν μεν φαίνεται
λευκός, διά μέσου δε νεφέλης ή καπνού
φαίνεται ερυθρός. Και ούτω δε χρώματα
θα είναι πολλά καθ' ον τρόπον και
ανωτέρω είπομεν, διότι θα υπάρχη
αναλογία των επί της επιφανείας
χρωμάτων προς τα εις το βάθος κείμενα,
άλλα δε ουδεμίαν θα έχωσιν ωρισμένην
αναλογίαν.

13. Το να ισχυρίζηταί τις λοιπόν,
καθώς οι αρχαίοι, ότι τα χρώματα είναι
ἀπόρροιαν εἶναι τὴν χρόαν καὶ
απόρροιαι των σωμάτων και ότι διά την
ὁρᾶσθαι διὰ τοιαύτην αἰτίαν
αιτίαν ταύτην ορώνται, είναι άτοπον.
ἄτοπον· πάντως γὰρ δι΄ ἁφῆς
Διότι πάντως κατ' αυτούς πάσαι αι
ἀναγκαῖον αὐτοῖς ποιεῖν τὴν
αισθήσεις πρέπει αναγκαίως να γίνωνται
αἴσθησιν͵ ὥστ΄ εὐθὺς κρεῖττον
δια της αφής, ώστε είναι καλύτερον να
λέγωμεν ευθύς, ότι γίνεται η αίσθησις
φάναι τῷ κινεῖσθαι τὸ μεταξὺ τῆς
ένεκα της κινήσεως του μεσολαβούντος
αἰσθήσεως ὑπὸ τοῦ αἰσθητοῦ
σώματος, ην τούτο λαμβάνει υπό του
γίγνεσθαι τὴν αἴσθησιν͵ ἁφῇ καὶ μὴ
αισθητού αντικειμένου, διά της αφής και
ταῖς ἀπορροίαις.
ουχί διά των απορροιών.
τὸ μὲν οὖν͵ ὥσπερ οἱ ἀρχαῖοι͵ λέγειν

ἐπὶ μὲν οὖν τῶν παρ΄ ἄλληλα
κειμένων ἀνάγκη ὥσπερ καὶ
μέγεθος λαμβάνειν ἀόρατον͵ οὕτω
καὶ χρόνον ἀναίσθητον͵ ἵνα
λανθάνωσιν αἱ κινήσεις
ἀφικνούμεναι καὶ ἓν δοκῇ εἶναι διὰ
τὸ ἅμα φαίνεσθαι·

14. Εις τα χρώματα λοιπόν τα τιθέμενα
πλησίον αλλήλων 61, καθώς ταύτα
λαμβάνουσι μέγεθος αόρατον, ούτως
ανάγκη να υποθέση τις ότι έχουσι και
χρόνον ανεπαίσθητον, ώστε αι κινήσεις
των δύο χρωμάτων να μας διαφεύγωσι
και να φαίνωνται ότι είναι εν, διότι
γίνονται συγχρόνως αντιληπταί.

15. Ενταύθα όμως 62 ουδεμία τοιαύτη
τὸ ἐπιπολῆς χρῶμα ἀκίνητον ὂν καὶ ανάγκη υπάρχει, αλλά το επί της
επιφανείας χρώμα, όταν είναι ακίνητον
κινούμενον ὑπὸ τοῦ ὑποκειμένου
και όταν κινήται υπό του υποκειμένου εις
οὐχ ὁμοίαν ποιήσει τὴν κίνησιν. διὸ αυτό, δεν θα παραγάγη κίνησιν ομοίαν
καὶ ἕτερον φαίνεται καὶ οὔτε λευκὸν (με εκείνην, την οποίαν θα παρήγε
οὔτε μέλαν.
μόνον). Διά τούτο και άλλο φαίνεται (το
χρώμα τούτο) και ούτε λευκόν ούτε μέλαν
63
.
ἐνταῦθα δὲ οὐδεμία ἀνάγκη͵ ἀλλὰ

16. Ώστε εάν δεν είναι δυνατόν να είναι
κανέν μέγεθος αόρατον, αλλά παν
μέγεθος ἀόρατον͵ ἀλλὰ πᾶν ἔκ
μέγεθος είναι ορατόν εξ αποστάσεώς
τινος ἀποστήματος ὁρατόν͵ καίτοι
τινος 64, θα είναι και ενταύθα μίξίς τις
αὕτη τις ἂν εἴη χρωμάτων μίξις.
χρωμάτων, και ούτω τίποτε δεν εμποδίζει
κἀκείνως δ΄ οὐδὲν κωλύει φαίνεσθαί να φαίνηταί τι χρώμα κοινόν εις τους
τινα χρόαν κοινὴν τοῖς πόρρωθεν·
μακρόθεν βλέποντας.

ὥστ΄ εἰ μὴ ἐνδέχεται μηδὲν εἶναι

ὅτι γὰρ οὐκ ἔστιν οὐδὲν μέγεθος
ἀόρατον͵ ἐν τοῖς ὕστερον
ἐπισκεπτέον.

17. Ότι δε ουδέν υπάρχει μέγεθος
αόρατον, περί τούτου θα εξετάσωμεν
ύστερον.

18. Εάν δε υπάρχη μίξις των σωμάτων,
μὴ μόνον τὸν τρόπον τοῦτον ὅνπερ αύτη δεν είναι απλώς καθ' όν τρόπον
νομίζουσί τινες, ότι δηλαδή τίθενται
οἴονταί τινες͵ παρ΄ ἄλληλα τῶν
πλησίον αλλήλων τα ελάχιστα και
ἐλαχίστων τιθεμένων͵ ἀδήλων δ΄
διαφεύγοντα την αίσθησιν ημών, αλλά τα
ἡμῖν διὰ τὴν αἴσθησιν͵ ἀλλ΄ ὅλως
σώματα δύνανται να ενώνται ολόκληρα
πάντη πάντως͵ ὥσπερ ἐν τοῖς περὶ
προς άλληλα, ως είπομεν γενικώς περί
πάντων των σωμάτων εν τη περί Μίξεως
μίξεως εἴρηται καθόλου περὶ
πάντων (ἐκείνως μὲν γὰρ μείγνυται πραγματεία. Διότι κατά τον πρώτον
τρόπον μιγνύονται εκείνα μόνον, όσα
ταῦτα μόνον ὅσα ἐνδέχεται διελεῖν
δύνανται να διαιρεθώσι και αναχθώσιν εις
εἰς τὰ ἐλάχιστα͵ καθάπερ
τα ελάχιστα μέρη αυτών, λ. χ. άνθρωποι,
ἀνθρώπους ἢ ἵππους ἢ τὰ
ίπποι ή σπέρματα, διότι των ανθρώπων η
σπέρματα· τῶν μὲν γὰρ ἀνθρώπων ελαχίστη μορφή είναι άνθρωπος (άτομον),
ἄνθρωπος ἐλάχιστον͵ τῶν δ΄ ἵππων των δε ίππων ίππος, ώστε διά της
ἵππος· ὥστε τῇ τούτων παρ΄ ἄλληλα παραθέσεως τούτων πλησίον αλλήλων
σχηματίζεται το πλήθος των δύο τούτων
θέσει τὸ πλῆθος μέμεικται τῶν
γενών.
συναμφοτέρων·
εἰ δ΄ ἔστι μίξις τῶν σωμάτων [440b]

ἄνθρωπον δὲ ἕνα ἑνὶ ἵππῳ οὐ
λέγομεν μεμεῖχθαι· ὅσα δὲ μὴ
διαιρεῖται εἰς τὸ ἐλάχιστον͵ τούτων
οὐκ ἐνδέχεται μίξιν γενέσθαι τὸν
τρόπον τοῦτον ἀλλὰ τῷ πάντη
μεμεῖχθαι͵ ἅπερ καὶ μάλιστα
μείγνυσθαι πέφυκεν· πῶς δὲ τοῦτο
γίγνεσθαι δυνατόν͵ ἐν τοῖς περὶ

Αλλά δεν λέγομεν, ότι είς άνθρωπος
ανεμίχθη με ένα ίππον. Όσα δε πράγματα
δεν διαιρούνται εις τας ελαχίστας μορφάς
αυτών 65, δεν δύναται να γίνη μίξις
τούτων κατά τον ειρημένον τρόπον, αλλά
ολόκληρα μιγνύονται, και ταύτα τα
μάλιστα φυσικώς μιγνύονται. Πώς δε
τούτο είναι δυνατόν να γίνηται, είπομεν
πρότερον εις τα περί Μίξεως.

μίξεως εἴρηται πρότερον)
ἀλλ΄ ὅτι ἀνάγκη μειγνυμένων καὶ
τὰς χρόας μείγνυσθαι͵ δῆλον͵ καὶ
ταύτην τὴν αἰτίαν εἶναι κυρίαν τοῦ
πολλὰς εἶναι χρόας͵ ἀλλὰ μὴ τὴν
ἐπιπόλασιν μηδὲ τὴν παρ΄ ἄλληλα
θέσιν· οὐ γὰρ πόρρωθεν μὲν
ἐγγύθεν δ΄ οὒ φαίνεται μία χρόα
τῶν μεμειγμένων͵ ἀλλὰ πάντοθεν.

19. Αλλ' είναι φανερον ότι, όταν
μιγνύωνται τα σώματα, πρέπει κατ'
ανάγκην και τα χρώματα αυτών να
μιγνύωνται, και ότι αύτη είναι η κυρία
αιτία της υπάρξεως πολλών χρωμάτων,
και όχι η επίθεσις αυτών επ' αλλήλων ή η
παράθεσις πλησίον αλλήλων. Διότι ουχί
μακρόθεν μόνον φαίνεται έν το χρώμα
των μιγνυομένων, αλλά και εγγύθεν και
πάντοθεν.

πολλαὶ δ΄ ἔσονται χρόαι διὰ τὸ κατὰ Υπάρχουσι δε πολλά τα χρώματα, διότι τα
μιγνυόμενα μεταξύ των δύνανται κατά
πολλοὺς λόγους ἐνδέχεσθαι
πολλάς αναλογίας να μιγνύωνται, άλλα
μείγνυσθαι ἀλλήλοις τὰ
μεν κατ' αριθμητικάς αναλογίας, άλλα δε
μειγνύμενα͵ καὶ τὰ μὲν ἐν ἀριθμοῖς μόνον κατά την διαφοράν της υπεροχής
τὰ δὲ καθ΄ ὑπεροχὴν μόνον.
και της ελλείψεως.
Προσέτι δυνατόν να λέγωμεν περί των
μιγνυομένων τα αυτά, άπερ ελέγομεν και
ὅνπερ ἐπὶ τῶν παρ΄ ἄλληλα
περί των μιγνυομένων χρωμάτων,
τιθεμένων χρωμάτων ἢ ἐπιπολῆς͵
τιθεμένων είτε πλησίον αλλήλων, είτε του
ἐνδέχεται λέγειν καὶ περὶ τῶν
ενός επί του άλλου. Διά ποίαν δε αιτίαν
μειγνυμένων. διὰ τίνα δ΄ αἰτίαν εἴδη τα είδη των χρωμάτων και των χυμών και
τῶν χρωμάτων ἐστὶν ὡρισμένα καὶ των ήχων είναι ωρισμένα και ουχί άπειρα,
οὐκ ἄπειρα͵ καὶ χυμῶν καὶ ψόφων͵ θα είπωμεν ύστερον.

καὶ τἆλλα δὴ τὸν αὐτὸν τρόπον

ὕστερον ἐπισκεπτέον.

(36) Το αντικείμενον της αφής, το απτόν.
(37) Ή εμμέσως, διότι είναι χρεία πεπυρωμένου σώματος εντός του διαφανούς (αέρος), ίνα υπάρξη φως.
(38) Εις τα σώματα.
(39) Από των σωμάτων.
(40) Ήτοι της ιδιότητος του διαφανούς, ης το άκpoν όριον είvαι το χρώμα.
(41) Aδιόριστov λέγει, διότι το διαφανές δεν θεωρείται είς τι μερικόν σώμα, αλλά γενικώς.
(42) Το χρώμα είναι το άκρον όριον του διαφανούς.
(43) Αν και εν τω αέρι και εν τω ύδατι το διαφανές είναι όλως αδιόριστον, ο χρωματισμός γίνεται σχεδίν ως εις τα
στερεά σώματα.
(44) Η λαμπρότης ην λαμβάνουσι εvioτε ο αήρ και το ύδωρ.
(45) Ως ο αήρ και το ύδωρ, άτινα δεν περατούνται αφ' εαυτών, αλλά μόνον υπό των σωμάτων, τα οποία δίδουσιν
όρια εις αυτά.
(46) Εάν λ. χ. θερώμεν τα αντικείμενα δια χρωματιστής υάλου, λαμβάνουσιν ως προς ημάς το χρώμα της υάλoυ
ταύτης.
(47) Η εξωτερική όψις.
(48) και εις τα αδιόριστα και εις τα διωρισμένα σώματα.

(49) Λοιπόν παν σώμα είναι διαφανές, τ. έ. είvαι επιδεκτικόν χρώματος. Αύτη είναι η σημασία του διαφανούς
παρά τω Αριστοτέλει, σημασία διάφορος της συνήθους, καθ' ην διαφανές λέγεται το σώμα εκείνο, δι' ου διέρχεται
το φως. Το διαφανές παράγει το χρώμα, το δε φως μεταβάλλει το δυνάμει διαφανές εις ενεργεία διαφανές· άvευ
του φωτός το διαφανές μέσov, αήρ ή ύδωρ, είναι σκοτεινόν. Ούτε όμως το χρώμα ούτε το φως ανήκει εις την
ουσιώδη φύσιν του διαφαvoύς, όπερ δύναται οτέ μεν να χρωματίζηται ούτως, οτέ δε άλλως, και να στερήται
φωτός εν περιπτώσει σκότους.
(50) Στερεώ. Ο ορισμός ούτος εκτείνεται επίσης και εις τα αδιόριστα, τον αέρα και το ύδωρ.
(51) Οία οι ατμοί και τα αέρια και εξ άλλου πάντα τα υγρά.
(52) Ως το έλατον.
(53) Το πυρ ή άλλη αρχή εν τω αιθέρι υποτίθεται ότι φωτίζει το διαφανές· η άρσις αυτής είναι σκότος ή στέρησις
φωτός.
(54) Κατά τον Αριστοτέλην το λευκόν και το μέλαν είναι τα αρχικά χρώματα, άτινα συντελούσιν εις την γένεσιν
των άλλων. Τα δύο ταύτα χρώματα είναι σύστοιχα του φωτός και του σκότους.
(55) Αλλ' ούτω πώς δύναται να εξηγηθή το ερυθρόν και το κυαvούv ;
(56) Του λευκού και του μέλανος.
(57) Η υπερβολή και η έλλειψις μόνην προς αλλήλας αναφοράν έχουσι την αναφοράν ποσού μείζονος και
ελάσσονος χωρίς να ορίζεται εις το ποσόν τούτο κανονική διάστασις.
(58) Οι διάφοροι συνδυασμοί του λευκού και του μέλανος πρέπει να παράγωσι πάντα τα άλλα χρώματα.
(59) Κατ' αναλογίαν δυναμένην να διατυπωθή δι' αριθμών.
(60) Δι' επιθέσεως επ' αλλήλων, ουχί διά παραθέσεως ως εν τω πρώτω τρόπω.
(61) Όπως εv τη πρώτηi θεωρία, ήτις εξηγεί την γένεσιν των χρωμάτων διά της υποθέσεως, ότι το λευκόν και το
μέλαν τιθέμενα παρ' άλληλα, κατά διαφόρους αναλογίας, παράγουσι τα άλλα χρώματα.
(62) Τ. έ. εν τη θεωρία, ήτις εξηγεί την γένεσιν των χρωμάτων δια της επιθέσεως των μεv επί των δε.
(63) To αποτέλεσμα λοιπόν είvαι το αυτό κατ' αμφοτέρας τας θεωρίας.
(64) Εάν δεχθώμεν ότι τα μεγέθη του μέλανος και του λευκού, τα οποία εvoύvται, είναι ορατά και ουχί αόρατα.
(65) Εις ελάχιστα μέρη,ο Αριστοτέλης διακρίνει την μίξιν από της συvθέσεως. Η πρώτη γίνεται εις ομογενή μόρια
και παράγει όλον τι· απ' εναντίας η σύνθεσις δύναται να είναι απλή μηχανική παράθεσις και παράγει άθροισμα ή
σειράν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.
Περί οσμής και χυμού. Οι χυμοί κάλλιον γινώσκονται παρά τας οσμάς. Δεν
προέρχονται πάντες εκ του ύδατος μόνον. Γνώμαι φιλοσόφων. Αίτια χυμών τρία:
γη, ξηρόν και υγρόν.Ο χυμός είναι πάθος του θρεπτικού ξηρού. Δύο οι αρχικοί
χυμοί, γλυκύ και πικρόv. Αναφορά των επτά χυμών προς τα επτά χρώματα. Γνώμαι
Δημοκρίτου.

Τί μὲν οὖν ἐστὶ χρῶμα καὶ διὰ τίν΄
αἰτίαν πολλαὶ χρόαι εἰσίν͵ εἴρηται·
[περὶ δὲ ψόφου καὶ φωνῆς εἴρηται
πρότερον ἐν τοῖς περὶ ψυχῆς·]

1. Τί λοιπόν είναι το χρώμα και διά
ποίαν αιτίαν είναι πολλά χρώματα
εξηγήσαμεν ήδη. Περί δε του ήχου και
της φωνής είπομεν πρότερον εις τα περί
Ψυχής.

2. Τώρα πρέπει να πραγματευθώμεν περί
σχεδὸν γάρ ἐστι τὸ αὐτὸ πάθος͵ οὐκ οσμής και χυμού, τα οποία δηλούσι το
αυτό σχεδόν πάθος (αίσθημα), αλλά δεν
ἐν τοῖς αὐτοῖς δ΄ ἐστὶν ἑκάτερον
γίνονται και τα δύο εις τα αυτά όργανα.
αὐτῶν. ἐναργέστερον δ΄ ἡμῖν ἐστι τὸ Μας είναι δε φανερωτέρα η φύσις του
τῶν χυμῶν γένος ἢ τὸ τῆς ὀσμῆς.
χυμού παρά την της οσμής. και το αίτιον
τούτου δ΄ αἴτιον ὅτι χειρίστην [441a] τούτου είναι, ότι την αίσθησιν της οσμής
έχομεν χειροτέραν παρά τα άλλα ζώα· και
ἔχομεν τῶν ἄλλων ζῴων τὴν
εξ όλων των αισθήσεων, ας έχομεν, αύτη
ὄσφρησιν καὶ τῶν ἐν ἡμῖν αὐτοῖς
είναι η κατωτάτη. Την αφήν όμως έχομεν
αἰσθήσεων͵ τὴν δ΄ ἁφὴν
τελειοτάτην υπέρ πάντα τα άλλα ζώα. Η
ἀκριβεστάτην τῶν ἄλλων ζῴων· ἡ δὲ δε γεύσις είναι είδος αφής.
γεῦσις ἁφή τίς ἐστιν.
περὶ δὲ ὀσμῆς καὶ χυμοῦ λεκτέον.

3. Η φύσις του ύδατος 66 είναι να μη
βούλεται ἄχυμος εἶναι· ἀνάγκη δ΄ ἢ έχη χυμόν, αναγκαίως όμως πρέπει ή το
ύδωρ να έχη εν εαυτώ όλους τους χυμούς,
ἐν αὑτῷ τὸ ὕδωρ ἔχειν τὰ γένη τῶν
ανεπαισθήτους όμως εις ημάς διά την
χυμῶν ἀναίσθητα διὰ μικρότητα͵
άδυναμίαν των, όπως λέγει ο
καθάπερ Ἐμπεδοκλῆς φησίν͵ ἢ ὕλην Εμπεδοκλής, ή να έχη ύλην, ήτις είναι ως
τοιαύτην εἶναι οἷον πανσπερμίαν
το σπέρμα πάντων των χυμών, και ούτω
άπαντες οι χυμοί να γίνωνται εκ του
χυμῶν͵ καὶ ἅπαντα μὲν ἐξ ὕδατος
γίγνεσθαι͵ ἄλλο δ΄ ἐξ ἄλλου μέρους͵ ύδατος άλλοι εξ άλλου μέρους, ή τέλος να
μη έχη μεν το ύδωρ εν εαυτώ καμμίαν
ἢ μηδεμίαν ἔχοντος διαφορὰν τοῦ
διαφοράν χυμών, αλλά το ποιητικόν
ὕδατος τὸ ποιοῦν αἴτιον εἶναι͵ οἷον
αίτιον των χυμών να είναι άλλο τι, λ.χ. η
εἰ τὸ θερμὸν καὶ τὸν ἥλιον φαίη τις. θερμότης και ο ήλιος.
ἡ μὲν οὖν τοῦ ὕδατος φύσις

4. Αλλ' εις εκείνα, τα οποία δοξάζει ο
λίαν εὐσύνοπτον τὸ ψεῦδος· ὁρῶμεν Εμπεδοκλής, είναι εύκολον να ίδη τις το
ψεύδος· διότι βλέπομεν ότι οι χυμοί των
γὰρ μεταβάλλοντας ὑπὸ τοῦ θερμοῦ
καρπών μεταβάλλονται υπό της
τοὺς χυμοὺς ἀφαιρουμένων τῶν
θερμότητας, λ. χ. όταν οι καρποί
περικαρπίων [εἰς τὸν ἥλιον] καὶ
αποσπώνται εκ του περικαρπίου και
πυρουμένων͵ ὡς οὐ τῷ ἐκ τοῦ
ξηραίνονται εις τον ήλιον ή θερμαίνονται
εις το πύρ. Καί γίνονται τοιούτοι, ουχί
ὕδατος ἕλκειν τοιούτους
διότι έλκουσί τι εκ του ύδατος, αλλά διότι
γιγνομένους͵ ἀλλ΄ ἐν αὐτῷ τῷ
μεταβάλλονται διά της αφαιρέσεως του
περικαρπίῳ μεταβάλλοντας͵ καὶ
περικαρπίου. Καί όταν ξηραίνωνται και
ἐξικμαζομένους δὲ καὶ κειμένους
αποθηκεύωνται, με τον καιρόν γίνονται
διὰ τὸν χρόνον αὐστηροὺς ἐκ
δριμείς, και πικροί, ενώ ήσαν γλυκείς, και
κατά πολλούς τρόπους αλλοιούνται, και
γλυκέων καὶ πικροὺς καὶ
όταν ψήνωνται, μεταβάλλονται, ούτως
παντοδαποὺς γιγνομένους͵ καὶ
ειπείν, πάντα τα είδη των χυμών
ἑψομένους εἰς πάντα τὰ γένη τῶν
αποκτώντες.
χυμῶν ὡς εἰπεῖν μεταβάλλοντας.
τούτων δ΄ ὡς μὲν Ἐμπεδοκλῆς λέγει

5. Ομοίως αδύνατον είναι και το ότι το
ύδωρ είναι ύλη έχουσα τα σπέρματα
τὸ ὕδωρ ὕλην ἀδύνατον· ἐκ τοῦ
πάντων των χυμών διότι βλέπομεν ότι εκ
αὐτοῦ γὰρ ὁρῶμεν ὡς [ἐκ τῆς αὐτῆς]
του αυτού ύδατος, ως εκ της αυτής
τροφῆς γιγνομένους ἑτέρους
τροφής, γεννώνται χυμοί διάφοροι 67.
χυμούς.
ὁμοίως δὲ καὶ τὸ πανσπερμίας εἶναι

6. Υπολείπεται λοιπόν η γνώμη ότι ο
χυμός
μεταβάλλεται, διότι το ύδωρ
μεταβάλλειν. ὅτι μὲν τοίνυν οὐχ
υφίσταται έξωθεν πάθημα τι 68. Αλλ' είναι
ὑπὸ τῆς τοῦ θερμοῦ μόνον
πρόδηλον ότι το ύδωρ δεν λαμβάνει υπό
δυνάμεως λαμβάνει ταύτην τὴν
μόνης της δυνάμεως του θερμού την
δύναμιν ἣν καλοῦμεν χυμόν͵
δύναμιν ταύτην, την οποίαν καλούμεν
φανερόν. λεπτότατον γὰρ πάντων
χυμόν. Διότι το ύδωρ είναι το λεπτότερον
τῶν οὕτως ὑγρῶν τὸ ὕδωρ ἐστί͵ καὶ πάντων των υγρών και αυτού του ελαίου
αὐτοῦ τοῦ ἐλαίου (ἀλλ΄ ἐπεκτείνεται ελαφρότερον. Αλλά το έλαιον εκτείνεται
μάλλον και επιπλέει του ύδατος διά το
ἐπὶ πλέον τοῦ ὕδατος τὸ ἔλαιον διὰ
γλοιώδες αυτού, ενώ το ύδωρ είναι
τὴν γλισχρότητα· τὸ δ΄ ὕδωρ
ρευστόν και διά τούτο είναι
ψαθυρόν ἐστι͵ διὸ καὶ χαλεπώτερον δυσκολώτερον να κρατηθή υπό της χειρός
παρά το έλαιον 69. Αλλ' επειδή το ύδωρ
φυλάξαι ἐν τῇ χειρὶ τὸ ὕδωρ ἤπερ
είναι το μόνον υγρόν, όπερ
ἔλαιον)͵ ἐπεὶ δὲ θερμαινόμενον
θερμαινόμενον ουδόλως φαίνεται ότι
οὐδὲν φαίνεται παχυνόμενον τὸ
πυκνούται, φανερόν ότι άλλη είναι η αιτία
ὕδωρ αὐτὸ μόνον͵ δῆλον ὅτι ἑτέρα

λείπεται δὴ τῷ πάσχειν τι τὸ ὕδωρ

70
τις ἂν εἴη αἰτία· οἱ γὰρ χυμοὶ πάντες του χυμού, διότι πάντες οι χυμοί είναι
πάχος ἔχουσι μᾶλλον· τὸ δὲ θερμὸν μάλλον πυκνοί (θερμαινόμενοι). Η
θερμότης λοιπόν είναι αίτιον ομού με
συναίτιον.
άλλα αίτια (συναίτιον).

7. Πάντες δε οι χυμοί, όσοι είναι εις
τους καρπούς, φαίνονται ότι υπάρχουσι
τοῖς περικαρπίοις͵ [441b] οὗτοι
και εις την γήν. Διά τούτο και πολλοί εκ
ὑπάρχοντες καὶ ἐν τῇ γῇ. διὸ καὶ
των αρχαίων φυσιολόγων λέγουσιν, ότι το
πολλοί φασι τῶν ἀρχαίων
ύδωρ είναι τοιούτον, οποία είναι η γη διά
φυσιολόγων τοιοῦτον εἶναι τὸ ὕδωρ της οποίας διέρχεται. Και τούτο είναι
δι΄ οἵας ἂν γῆς πορεύηται. καὶ τοῦτο φανερόν προ πάντων εις τα αλμυρά
ύδατα· διότι τα άλατα είναι είδος τι γης.
δῆλόν ἐστιν ἐπὶ τῶν ἁλμυρῶν
ὑδάτων μάλιστα· οἱ γὰρ ἅλες γῆς τι Διά τούτο και τα ύδατα, τα οποία
διηθούνται (φιλτράρονται) διά της
εἶδός εἰσιν. καὶ τὰ διὰ τῆς τέφρας
στάκτης, η οποία είναι πικρά, αποκτώσι
διηθούμενα πικρᾶς οὔσης πικρὸν
γεύσιν πικράν. (Ομοίως δε και περί των
ποιεῖ τὸν χυμόν͵ εἰσί τε κρῆναι
άλλων, δι' ων διέρχονται τα ύδατα). Καί
πολλαὶ αἱ μὲν πικραί͵ αἱ δ΄ ὀξεῖαι͵ αἱ πηγαί πολλαί υπάρχουσιν, αίτινες είναι
άλλαι μεν πικραί, άλλαι δε οξείαι, άλλαι
δὲ παντοδαποὺς ἔχουσαι χυμοὺς
δε έχουσιν άλλους διαφόρους χυμούς.
ἄλλους.
φαίνονται δ΄ οἱ χυμοὶ ὅσοιπερ καὶ ἐν

εὐλόγως δ΄ ἐν τοῖς φυομένοις τὸ τῶν 8. Διά τούτο ορθώς λέγεται, ότι εις τα
φυτά προ πάντων σχηματίζονται οί
χυμῶν γίγνεται γένος μάλιστα.
διάφοροι χυμοί. Διότι το υγρόν, καθώς
πάσχειν γὰρ πέφυκε τὸ ὑγρόν͵
και τα άλλα πράγματα φυσικώς υφίσταται
ὥσπερ καὶ τἆλλα͵ ὑπὸ τοῦ ἐναντίου· την επίδρασιν του εναντίου του, το
ἐναντίον δὲ τὸ ξηρόν. διὸ καὶ ὑπὸ
εναντίον δε του υγρού είναι το ξηρόν 71.
τοῦ πυρὸς πάσχει τι· ξηρὰ γὰρ ἡ τοῦ Διά τούτο και υπό του πυρός πάσχει
(μεταβολάς) το υγρόν, διότι το πυρ είναι
πυρὸς φύσις. ἀλλ΄ ἴδιον τοῦ πυρὸς
φύσει ξηρόν· αλλά το ίδιον του πυρός
τὸ θερμόν ἐστι͵ γῆς δὲ τὸ ξηρόν͵
είναι η θερμότης, της γης όμως ιδιάζον
ὥσπερ εἴρηται ἐν τοῖς περὶ
είναι το ξηρόν, ως είπομεν εις την
στοιχείων. ᾗ μὲν οὖν πῦρ καὶ ᾗ γῆ͵
πραγματείαν περί των στοιχείων, το πυρ
οὐδὲν πέφυκε ποιεῖν καὶ πάσχειν͵
όμως και η γη, ως πυρ και γη, δεν
δύνανται να ποιήσωσι ή να πάθωσί τι,
οὐδ΄ ἄλλο οὐδέν· ᾗ δ΄ ὑπάρχει
ἐναντιότης ἐν ἑκάστῳ͵ ταύτῃ πάντα ούτε άλλο κανέν εκ των στοιχείων, μόνον
δε καθ' όσον υπάρχει εις αυτά αντίθεσις
καὶ ποιοῦσι καὶ πάσχουσιν.
εναντίων πάντα ποιούσι και πάσχουσιν.
ὥσπερ οὖν οἱ ἐναποπλύνοντες ἐν τῷ 9. Όπως λοιπόν οι αποπλύνοντες και
ὑγρῷ τὰ χρώματα καὶ τοὺς χυμοὺς διαλύοντες εντός υγρού τα χρώματα και

τοιοῦτον ἔχειν ποιοῦσι τὸ ὕδωρ͵
οὕτως καὶ ἡ φύσις τὸ ξηρὸν καὶ
γεῶδες͵ καὶ διὰ τοῦ ξηροῦ καὶ
γεώδους διηθοῦσα καὶ κινοῦσα τῷ
θερμῷ ποιόν τι τὸ ὑγρὸν
παρασκευάζει.

τους χυμούς κάμνουσι και το ύδωρ να
αποκτά το αυτό χρώμα και τον αυτόν
χυμόν, ούτω και η φύσις κάμνει εις το
ξηρόν και το γεώδες στοιχείον· διηθούσα
το υγρόν δια του ξηρού και του γεώδους
στοιχείου και κινούσα αυτό (το υγρόν)
διά της θερμότητος κάμνει αυτό να είναι
τοιούτον η τοιούτον 72.

καὶ ἔστι τοῦτο χυμός͵ τὸ γιγνόμενον 10. Καί το πάθος (η μεταβολή) τούτο, το
ὑπὸ τοῦ εἰρημένου ξηροῦ πάθος ἐν οποίον γίνεται εν τω υγρώ υπό του
ειρημένου ξηρού στοιχείου, είναι ο χυμός
τῷ ὑγρῷ͵ τῆς γεύσεως τῆς κατὰ
και μετάβαλλει την αίσθησιν της γεύσεως
δύναμιν ἀλλοιωτικὸν ὂν εἰς
εκ δυνάμει γεύσεως εις ενέργειαν· διότι
ἐνέργειαν· ἄγει γὰρ τὸ αἰσθητικὸν
φέρει το αισθητικόν όργανον εις την
εἰς τοῦτο δυνάμει προϋπάρχον· οὐ
κατάστασιν ταύτην, όπερ πρότερον ήτο
γὰρ κατὰ τὸ μανθάνειν ἀλλὰ κατὰ δυνάμει τοιούτο. Διότι το αισθάνεσθαι
δεν είναι ανάλογον προς το μανθάνειν,
τὸ θεωρεῖν ἐστι τὸ αἰσθάνεσθαι.
αλλά μάλλον προς το θεωρείν (περί ψυχής
ΙΙ 1, 5).
11. Ότι δε οι χυμοί είναι πάθος ή
στέρησις 73 ουχί παντός ξηρού, αλλά του
τροφίμου οἱ χυμοὶ ἢ πάθος εἰσὶν ἢ
ξηρού, όπερ δύναται να τρέφη 74, πρέπει
στέρησις͵ δεῖ λαβεῖν ἐντεῦθεν͵ ὅτι
να συμπεράνωμεν εκ τούτου, ότι δεν
οὔτε τὸ ξηρὸν ἄνευ τοῦ ὑγροῦ οὔτε υπάρχει ούτε το ξηρόν άνευ του υγρού
τὸ ὑγρὸν ἄνευ τοῦ ξηροῦ· τροφὴ γὰρ ούτε το υγρόν άνευ του ξηρού 75. Διότι
οὐχ ἓν μόνον τοῖς ζῴοις͵ ἀλλὰ τὸ
ουχί έν μόνον εκ των δύο τούτων
στοιχείων δύναται να γείνη τροφή εις τα
μεμειγμένον. καὶ ἔστι τῆς
ζώα και εις αυτά τα φυτά, αλλά το μίγμα
προσφερομένης τροφῆς τοῖς ζῴοις
αυτών τρέφει. Καί εκ της τροφής, την
τὰ μὲν ἁπτὰ τῶν αἰσθητῶν αὔξησιν
οποίαν λαμβάνουσι τα ζώα, μόνον τα
ποιοῦντα καὶ φθίσιν· τούτων μὲν
μέρη τα αισθητά υπό της αφής
γὰρ αἴτιον ᾗ θερμὸν καὶ ψυχρὸν τὸ παράγουσιν αύξησιν και θάνατον, αίτιον
δε τούτων είναι της λαμβανομένης
προσφερόμενον (ταῦτα γὰρ ποιεῖ
τροφής η θερμότης ή η ψυχρότης. Διότι
καὶ [442a] αὔξησιν καὶ φθίσιν)͵
το θερμόν και το ψυχρόν είναι τα
τρέφει δὲ ᾗ γευστὸν τὸ
ποιούντα την αύξησιν και την φθοράν.
προσφερόμενον (πάντα γὰρ
Τρέφει δε η αφομοιουμένη τροφή μόνον
τρέφεται τῷ γλυκεῖ͵ ἢ ἁπλῶς ἢ
καθ' όσον είναι αισθητή υπό της γεύσεως,
μεμειγμένῳ). δεῖ μὲν οὖν διορίζειν
διότι πάντα τα ζώντα τρέφονται δι'
περὶ τούτων ἐν τοῖς περὶ γενέσεως͵ εκείνου, όπερ είναι γλυκύ καθ' εαυτό ή
διά μίξεως γίνεται γλυκύ. Περί τούτων
νῦν δ΄ ὅσον ἀναγκαῖον ἅψασθαι

ὅτι δ΄ οὐ παντὸς ξηροῦ ἀλλὰ τοῦ

αὐτῶν. τὸ γὰρ θερμὸν αὐξάνει͵ καὶ
δημιουργεῖ τὴν τροφήν͵ καὶ τὸ
κοῦφον ἕλκει͵ τὸ δ΄ ἁλμυρὸν καὶ
πικρὸν καταλείπει διὰ τὸ βάρος.

όμως δέον να πραγματευθώμεν εις τα περί
Γενέσεως, ενταύθα δε μόνον θίγομεν
αυτά όσον είναι αναγκαίον. Η θερμότης
λοιπόν αυξάνει το τρεφόμενον και
επεξεργάζεται την τροφήν, έλκει το
ελαφρόν μέρος αυτής και εγκαταλείπει το
αλμυρόν και το πικρόν 76, διότι είναι
βαρέα.

ὃ δὴ ἐν τοῖς ἔξω σώμασι ποιεῖ τὸ ἔξω 12. Ό,τι δε η εξωτερική θερμότης ποιεί εις
τα εξωτερικά σώματα, τούτο ποιεί η
θερμόν͵ τοῦτο τὸ ἐν τῇ φύσει τῶν
θερμότης η εσωτερική εις την φύσιν των
ζῴων καὶ φυτῶν· διὸ τρέφεται τῷ
ζώων και των φυτών· ένεκα αυτής
γλυκεῖ. συμμείγνυνται δ΄ οἱ ἄλλοι
τρέφονται ταύτα διά μόνου του γλυκέος
77
χυμοὶ εἰς τὴν τροφὴν τὸν αὐτὸν
. Οι δε άλλοι χυμοί, όπως αναμιγνύονται
τρόπον τῷ ἁλμυρῷ καὶ ὀξεῖ͵ ἀντὶ
εις την τροφήν με το γλυκύ, ούτως
αναμιγνύονται με το αλμυρόν και το οξύ,
ἡδύσματος͵ ταῦτα δὲ διὰ τὸ
ἀντισπᾶν τῷ λίαν τρόφιμον εἶναι τὸ δηλ. προς γλυκασμόν. Ταύτα δε ίνα
γίνωσιν αντίρροπον, διότι είναι λίαν
γλυκὺ καὶ ἐπιπολαστικόν.
θρεπτικόν το γλυκύ και επιπλέει επί του
στομάχου.
ὥσπερ δὲ τὰ χρώματα ἐκ λευκοῦ καὶ
μέλανος μίξεώς ἐστιν͵ οὕτως οἱ
χυμοὶ ἐκ γλυκέος καὶ πικροῦ͵ καὶ
κατὰ λόγον δ΄ ἢ τῷ μᾶλλον καὶ
ἧττον ἕκαστοί εἰσιν͵ εἴτε κατ΄
ἀριθμούς τινας τῆς μίξεως καὶ
κινήσεως͵ εἴτε καὶ ἀορίστως͵ οἱ δὲ
τὴν ἡδονὴν ποιοῦντες μειγνύμενοι͵
οὗτοι ἐν ἀριθμοῖς μόνον· ὁ μὲν οὖν
λιπαρὸς τοῦ γλυκέος ἐστὶ χυμός͵ τὸ
δ΄ ἁλμυρὸν καὶ πικρὸν σχεδὸν τὸ
αὐτό͵ ὁ δὲ δριμὺς καὶ αὐστηρὸς καὶ
στρυφνὸς καὶ ὀξὺς ἀνὰ μέσον.
σχεδὸν γὰρ ἴσα καὶ τὰ τῶν χυμῶν
εἴδη καὶ τὰ τῶν χρωμάτων ἐστίν·
ἑπτὰ γὰρ ἀμφοτέρων εἴδη͵ ἄν τις
τιθῇ͵ ὥσπερ εὔλογον͵ τὸ φαιὸν
μέλαν τι εἶναι· λείπεται γὰρ τὸ

13. Όπως δε τα χρώματα γίνονται εκ
της μίξεως του λευκού και του μέλανος,
ούτως οι χυμοί γίνονται εκ του γλυκέος
και του πικρού. Καί οι χυμοί έκαστοι
είναι ανάλογοι της μείζονος ή ελάσσονος
ποσότητος του γλυκέος και του υγρού,
είτε κατ' αριθμούς και κινήσεις
ωρισμένας της μίξεως, είτε και αορίστως.
Οι χυμοί, οίτινες προξενούσιν ηδονήν διά
της μίξεώς των, ούτοι μόνοι έχουσιν
αριθμητικάς αναφοράς. Ούτως ο λιπαρός
είναι ο χυμός του γλυκέος, ο δε αλμυρός
και ο πικρός είναι σχεδόν ο αυτός χυμός
78
, ο δε δριμύς και αυστηρός και ο
στρυφνός και ο οξύς χυμός είναι χυμοί
διάμεσοι· ούτω τα είδη των χυμών και τα
των χρωμάτων είναι σχεδόν ισάριθμα.
Διότι έξ είναι τα είδη και των μεν και των
δε, αν τις υποθέση, ως είναι εύλογον, ότι
το φαιόν είναι είδος μέλανος.
Υπολείπεται το ξανθόν, όπερ έχει

ξανθὸν μὲν τοῦ λευκοῦ εἶναι ὥσπερ αναφοράν προς το λευκόν, όπως ο
λιπαρός χυμός σχετίζεται με τον γλυκύν.
τὸ λιπαρὸν τοῦ γλυκέος͵ τὸ
Το ερυθρόν και το ιοειδές και το
φοινικοῦν δὲ καὶ ἁλουργὸν καὶ
πράσινον και το κυανούν κείνται μεταξύ
πράσινον καὶ κυανοῦν μεταξὺ τοῦ
του λευκού και του μέλανος, τα δε λοιπά
λευκοῦ καὶ μέλανος͵ τὰ δ΄ ἄλλα
χρώματα είναι μίγματα τούτων. Καί όπως
μεικτὰ ἐκ τούτων. καὶ ὥσπερ τὸ
το μέλαν είναι η στέρησις του λευκού είς
μέλαν στέρησις ἐν τῷ διαφανεῖ τοῦ τι διαφανές μέσον, ούτω το αλμυρόν και
το πικρόν είναι η στέρησις του γλυκέος εν
λευκοῦ͵ οὕτω τὸ ἁλμυρὸν καὶ τὸ
θρεπτική υγρά ουσία· διό και η τέφρα
πικρὸν τοῦ γλυκέος ἐν τῷ τροφίμῳ
πάντων των καιομένων πραγμάτων είναι
ὑγρῷ. διὸ καὶ ἡ τέφρα τῶν
πικρά, διότι το πόσιμον μέρος
κατακαιομένων πικρὰ πάντων·
κατηναλώθη εξ αυτής.
ἐξίκμασται γὰρ τὸ πότιμον ἐξ
αὐτῶν.
14. Ο Δημόκριτος και οι πλείστοι των
φυσιολόγων, όσοι πραγματεύονται περί
φυσιολόγων͵ ὅσοι λέγουσι περὶ
αίσθήσεως, κάμνουσί τι λίαν άτοπον·
αἰσθήσεως͵ ἀτοπώτατόν τι [442b]
πάντα τα αισθητά θεωρούσιν, ότι είναι
ποιοῦσιν· πάντα γὰρ τὰ αἰσθητὰ
αισθητά υπό της αφής (απτά). Αλλ' εάν
ἁπτὰ ποιοῦσιν. καίτοι εἰ τοῦτο
τούτο έχει ούτως, φανερόν είναι ότι και
οὕτως ἔχει͵ δῆλον ὡς καὶ τῶν ἄλλων εκάστη των άλλων αισθήσεων είναι είδος
αφής. Αλλ' ότι τούτο είναι αδύνατον,
αἰσθήσεων ἑκάστη ἁφή τίς ἐστιν·
εύκολον να πεισθή τις.
τοῦτο δ΄ ὅτι ἀδύνατον͵ οὐ χαλεπὸν

Δημόκριτος δὲ καὶ οἱ πλεῖστοι τῶν

συνιδεῖν.
15. Προσέτι τα κοινά όλων των
αισθήσεων εκλαμβάνουσιν ως ίδια
πασῶν χρῶνται ὡς ἰδίοις· μέγεθος
εκάστης αυτών. Διότι το μέγεθος και το
γὰρ καὶ σχῆμα καὶ τὸ τραχὺ καὶ τὸ
σχήμα, και το τραχύ και το λείον, προσέτι
λεῖον͵ ἔτι δὲ τὸ ὀξὺ καὶ τὸ ἀμβλὺ τὸ δε το οξύ και το αμβλύ εις τα στερεά
ἐν τοῖς ὄγκοις͵ κοινὰ τῶν αἰσθήσεών σώματα είναι αντιληπτά κοινώς υπό όλων
ἐστιν͵ εἰ δὲ μὴ πασῶν͵ ἀλλ΄ ὄψεώς
των αισθήσεων, ή αν όχι υπό όλων,
γε καὶ ἁφῆς. διὸ καὶ περὶ μὲν τούτων τουλάχιστον υπό της όψεως και της αφής.
Διό και περί τούτων μεν απατώνται αι
ἀπατῶνται͵ περὶ δὲ τῶν ἰδίων οὐκ
αισθήσεις, περί των ιδίων όμως δεν
ἀπατῶνται͵ οἷον ἡ ὄψις περὶ
απατώνται. Η όψις λ. χ. δεν απατάται περί
χρώματος καὶ ἡ ἀκοὴ περὶ ψόφων. οἱ του χρώματος, ούτε η ακοή περί των
δὲ τὰ ἴδια εἰς ταῦτα ἀνάγουσιν͵
ήχων. Οι δε φυσιολόγοι εκείνοι, ως ο
Δημόκριτος, τα ίδια ανάγουσιν εις τα
ὥσπερ Δημόκριτος· τὸ γὰρ λευκὸν
κοινά· διότι λέγει ότι το λευκόν είναι
καὶ τὸ μέλαν τὸ μὲν τραχύ φησιν
ἔτι δὲ τοῖς κοινοῖς τῶν αἰσθήσεων

εἶναι τὸ δὲ λεῖον͵

τραχύ και το μέλαν λείον 79.

16. Εις δε τα ατομικά σχήματα ανάγει
χυμούς. καίτοι ἢ οὐδεμιᾶς ἢ μᾶλλον τους χυμούς· και όμως ή εις καμμιάν
αίσθησιν ή μάλλον εις την όψιν ανήκει να
τῆς ὄψεως τὰ κοινὰ γνωρίζειν. εἰ δ΄
γνωρίζη τα κοινά. Εάν όμως εις την
ἄρα τῆς γεύσεως μᾶλλον͵ τὰ γοῦν
γεύσιν 80 μάλλον ανήκεν η γνώσις αύτη,
ἐλάχιστα τῆς ἀκριβεστάτης ἐστὶν
επειδή και αυτά τα ελάχιστα εις έκαστον
αἰσθήσεως διακρίνειν περὶ ἕκαστον γένος πράγματα πρέπει να διακρίνη η
λεπτοτάτη των αισθήσεων, έπρεπεν η
γένος͵ ὥστε ἐχρῆν τὴν γεῦσιν καὶ
γεύσις περισσότερον των άλλων
τῶν ἄλλων κοινῶν αἰσθάνεσθαι
αισθήσεων να αισθάνηται τα κοινά πάντα
μάλιστα καὶ τῶν σχημάτων εἶναι
και να δύναται να κρίνη κάλλιστα και τα
κριτικωτάτην. ἔτι τὰ μὲν αἰσθητὰ
ατομικά σχήματα. Προσέτι πάντα τα
πάντα ἔχει ἐναντίωσιν͵ οἷον ἐν
αισθητά έχουσιν εναντία 81· ούτως εις το
χρώματι τῷ μέλανι τὸ λευκὸν καὶ ἐν χρώμα το μέλαν είναι το εναντίον του
χυμοῖς τῷ γλυκεῖ τὸ πικρόν· σχῆμα λευκού και εις τους χυμούς το γλυκύ είναι
δὲ σχήματι οὐ δοκεῖ εἶναι ἐναντίον· το εναντίον του πικρού· αλλά σχήμα δεν
φαίνεται να είναι το εναντίον σχήματος·
τίνι γὰρ τῶν πολυγώνων τὸ
διότι τίνος πολυγώνου είναι το εναντίον ο
περιφερὲς ἐναντίον; ἔτι ἀπείρων
κύκλος; Προσέτι, επειδή τα σχήματα είναι
ὄντων τῶν σχημάτων ἀναγκαῖον
άπειρα 82, αναγκαίως και οι χυμοί θα είναι
83
καὶ τοὺς χυμοὺς εἶναι ἀπείρους· διὰ άπειροι . Διότι διά τί άλλος μεν εκ των
χυμών προξενεί αίσθησιν, άλλος δε δεν
τί γὰρ ὁ μὲν τῶν χυμῶν αἴσθησιν
προξενεί αυτήν;
ποιήσει͵ ὁ δ΄ οὐκ ἂν ποιήσειεν;
εἰς δὲ τὰ σχήματα ἀνάγει τοὺς

17. Καί περί μεν του χυμού και του
γευστού είπομεν. Τα δε άλλα πάθη των
εἴρηται· τὰ γὰρ ἄλλα πάθη τῶν
χυμών δέον να εξετασθώσιν εις το περί
χυμῶν οἰκείαν ἔχει τὴν σκέψιν ἐν τῇ
των φυτών μέρος της φυσιολογίας.
φυσιολογίᾳ τῇ περὶ τῶν φυτῶν.
καὶ περὶ μὲν τοῦ γευστοῦ καὶ χυμοῦ

(66) To υγρόν είvαι απαραιτήτως αναγκαίον εις την αίσθησιν της γεύσεως.
(67) Τούτο δύναται να νοήται και περi του ανθρωπίνου σώματος, όπoυ η αυτή τροφή παράγει μυς, vεύρα, οστά
κ.λ., ή και περί των φυτών, ένθα ο χυμός του καρπού δεν είναι ο αυτός με τον του ξύλου, των φύλλων, των ριζών,
ως εv τη συκή.
(68) Δια της επιδράσεως του ηλίου ή του πυρός.
(69) Τα περί του ελαίου είναι ίσως παρέμβλητα.
(70) Ήτοι τα υγρά τα έχοντα χυμούς.
(71) To δε ξηρόν είναι προ πάντων εv τη γη.
(72) Να έχη ταύτην ή εκείνην την ιδιότητα. Οι χυμοί λοιπόν παράγονται υπό τριών αιτιών ήνωμένων, του υγρού,
του ξηρού και του θερμού.
(73) Στέρησιν λέγων νοεί τα εναντία· λ. χ. το γλυκύ είναι η στέρησις του πικρού.
(74) Kαι όπερ είναι το ξηρόν το αισθητόν υπό της γεύσεως.
(75) Εν ταις τροφαίς, ας δύναται να λάβη το ζώον.

(76) Λαμβάνει μόνον το γλυκύ μέρος.
(77) Η θερμότης επιδρά επί των ελαφρών μερών της τροφής, άτινα επιπλέουσι και τρέφουσι το ζώον, διότι είναι
γλυκέα, τα δε πικρά και αλμυρά, βαρέα όντα, δεν εξατμίζονται υπό της θερμότητος και δεν εισέρχονται εις την
θρέψιν.
(78) Εάν μη ενωθώσιν εις έν ο λιπαρός και ο γλυκός, θα είvαι οκτώ οι χυμοί.
(79) Το λευκόν και το μέλαν είναι ίδια της όψεως, τo τραχύ δε και το λείον είναι κοιναί αντιλήψεις και της όψεως
και της αφής·
(80) Κατά τον Δημόκριτον.
(81) Άλλη ένστασις κατά της δόξης του Δημοκρίτου, όστις τους χυμούς ανάγων εις σχήματα αδυνατεί να εξηγήση
την αντίθεσιν των εναντίων χυμών.
(82) Ενώ οι χυμοί είναι περιωρισμένοι.
(83) Κατά την θεωρίαν του Δημοκρίτου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.
Περί οσμών και οσφρήσεως. Αναφοραί οσμών και χυμών. Δόξα Ηρακλείτου. Δύο
αρχικά είδη οσμών. Οσμαί καλαί ή κακαί, αμέσως ή εμμέσως. Σχέσις οσμών και
εγκεφάλου. Όσφρησις ιχθύων και εντόμων. Η όσφρησις εν μέσω αφ' ενός της αφής
και γεύσεως, αφ' ετέρου της όψεως και ακοής. Δόξα Πυθαγορείων. Η οσμή
συντελεί εις υγιείαν, αλλ' όχι εις θρέψιν.
1. Κατά τον αυτόν δε τρόπον 84 πρέπει
να πραγματευθώμεν και περί των οσμών.
περὶ τὰς ὀσμάς· ὅπερ γὰρ ποιεῖ ἐν
Διότι εκείνο όπερ ενεργεί εις το υγρόν το
τῷ ὑγρῷ τὸ ξηρόν͵ τοῦτο ποιεῖ ἐν
ξηρόν 85, το έγχυμον υγρόν 86 ενεργεί
ἄλλῳ γένει τὸ ἔγχυμον ὑγρόν͵ ἐν
τούτο ομοίως εις άλλο γένος (των οσμών)
ἀέρι καὶ ὕδατι ὁμοίως. (κοινὸν δὲ
εν τω αέρι και τω ύδατι. Τώρα περί των
κατὰ τούτων νῦν μὲν λέγομεν τὸ
οσμών λέγομεν ότι το διαφανές είναι
διαφανές͵ ἔστι δ΄ ὀσφραντὸν [443a] κοινή ιδιότης των δύο τούτων στοιχείων.
οὐχ ᾗ διαφανές͵ ἀλλ΄ ᾗ πλυτικὸν καὶ Είναι δε το διαφανές στοιχείον αισθητόν
υπό της οσφρήσεως (οσφραντόν), ουχί
ῥυπτικὸν ἐγχύμου ξηρότητος.)
καθό διαφανές, αλλά καθ' όσον δύναται
να μεταδίδη και να εκχέη την έγχυμον
ξηρότητα 87.

Τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον δεῖ νοῆσαι καὶ

2. Διότι η όσφρησις γίνεται ου μόνον
εν τω αέρι, αλλά και εν τω ύδατι· φανερόν
ὕδατι τὸ τῆς ὀσφρήσεώς ἐστιν.
δε είναι τούτο επί των ιχθύων και των
δῆλον δ΄ ἐπὶ τῶν ἰχθύων καὶ τῶν
οστρακόδερμων, διότι φαίνονται ότι
ὀστρακοδέρμων· φαίνονται γὰρ
οσφραίνονται 88, αν και δεν υπάρχη αήρ
ὀσφραινόμενα οὔτε ἀέρος ὄντος ἐν εν τω ύδατι, διότι όταν εισέλθη αήρ εις το
τῷ ὕδατι (ἐπιπολάζει γὰρ ὁ ἀήρ͵
ύδωρ αναβαίνει εις την επιφάνειαν, και
διότι τα ζώα ταύτα δεν αναπνέουσιν 89.
ὅταν ἐγγένηται) οὔτ΄ αὐτὰ
ἀναπνέοντα. εἰ οὖν τις θείη καὶ τὸν Εάν λοιπόν υποθέση τις, ότι και ο αήρ και
το ύδωρ είναι αμφότερα υγρά, η φύσις
ἀέρα καὶ τὸ ὕδωρ ἄμφω ὑγρά͵ εἴη ἂν
του εγχύμου υγρού εν τω ύδατι θα είναι η
ἡ ἐν ὑγρῷ τοῦ ἐγχύμου ξηροῦ φύσις οσμή, και το σώμα το έχον τοιαύτας
ὀσμή͵ καὶ ὀσφραντὸν τὸ τοιοῦτον.
ιδιότητας θα είναι το οσφραντόν.

οὐ γὰρ μόνον ἐν ἀέρι ἀλλὰ καὶ ἐν

3. Ότι δε το πάθος τούτο σώματός
90
λον ἐκ τῶν ἐχόντων καὶ μὴ ἐχόντων τινος προέρχεται εξ εγχύμου στοιχείου
αυτού είναι φανερόν εκ των πραγμάτων,
ὀσμήν· τά τε γὰρ στοιχεῖα ἄοσμα͵
τα οποία έχουσιν οσμήν και εξ εκείνων τα
οἷον πῦρ ἀὴρ γῆ ὕδωρ͵ διὰ τὸ τά τε
οποία δεν έχουσι. Τω οντι, τα στοιχεία,
ξηρὰ αὐτῶν καὶ τὰ ὑγρὰ ἄχυμα
ήτοι το πυρ, ο αήρ, το ύδωρ, η γη, είναι
ὅτι δ΄ ἀπ΄ ἐγχύμου ἐστὶ τὸ πάθος͵ δῆ

εἶναι͵ ἂν μή τι μειγνύμενον ποιῇ. διὸ άοσμα, διότι και τα ξηρά και τα υγρά
καὶ ἡ θάλαττα ἔχει ὀσμήν (ἔχει γὰρ μέρη αυτών είναι άχυμα, εκτός εάν
ανάμιξίς τις τα κάμνη να έχωσι χυμόν.
χυμὸν καὶ ξηρότητα)͵ καὶ ἅλες
Διό και η θάλασσα έχει οσμήν, διότι έχει
μᾶλλον νίτρου ὀσμώδεις (δηλοῖ δὲ
χυμόν και ξηρότητα 91. Και τα άλατα
τὸ ἐξικμαζόμενον ἐξ αὐτῶν ἔλαιον)͵ έχουσι περισσότερον οσμήν παρά το
τὸ δὲ νίτρον γῆς ἐστι μᾶλλον. ἔτι
νίτρον, ως αποδεικνύει το εξ αυτών
εξαγόμενον δι' αποξηράνσεως έλαιον. Το
λίθος μὲν ἄοσμον͵ ἄχυμον γάρ͵ τὰ
δε νίτρον έχει οσμήν μάλλον της γης.
δὲ ξύλα ὀσμώδη͵ ἔγχυμα γάρ· καὶ
Προσέτι ο μεν λίθος είναι άοσμος διότι
τούτων τὰ ὑδατώδη ἧττον. ἔτι ἐπὶ
είναι άχυμος, αλλά τα ξύλα έχουσιν
τῶν μεταλλευομένων χρυσὸς
οσμήν διότι έχουσι χυμόν (έγχυμα), και
ἄοσμον͵ ἄχυμον γάρ͵ ὁ δὲ χαλκὸς
εκ τούτων ολιγωτέραν έχουσιν οσμήν τα
υδατώδη. Προσέτι εκ των μετάλλων ο
καὶ ὁ σίδηρος ὀσμώδη· ὅταν δ΄
χρυσός είναι άοσμος 92 καθό άχυμος, αλλ'
ἐκκαυθῇ τὸ ὑγρόν͵ ἀοσμότεραι αἱ
σκωρίαι γίγνονται πάντων· ἄργυρος ο χαλκός και ο σίδηρος είναι οσμώδη.
Όταν δε το υγρόν στοιχείον των
δὲ καὶ καττίτερος τῶν μὲν μᾶλλον
μετάλλων εκκαυθή, τότε αι σκωρίαι
ὀσμώδη τῶν δ΄ ἧττον· ὑδατώδη γάρ. γίνονται αοσμότεραι πάντων. Ο δε
άργυρος και ο κασσίτερος έχουσιν οσμήν
περισσότερον ή ολιγωτέραν· άλλων
μετάλλων, διότι είναι υδατώδη.
4. Νομίζουσι δε τινες ότι η οσμή είναι
93
ἀναθυμίασις εἶναι ὀσμή͵ οὖσα κοινὴ η καπνώδης αναθυμίασις , ήτις είναι
κοινή εις την γην και τον αέρα. Και
γῆς τε καὶ ἀέρος [καὶ πάντες
πάντες οι περί της οσμής
ἐπιφέρονται ἐπὶ τοῦτο περὶ ὀσμῆς]· πραγματευθέντες μεταπίπτουσιν εις την
διὸ καὶ Ἡράκλειτος οὕτως εἴρηκεν͵ εξήγησιν ταύτην. Διά ταύτα και ο
ὡς εἰ πάντα τὰ ὄντα καπνὸς
Ηράκλειτος είπεν ότι, εάv πάντα τα όντα
ήθελεν γίνει καπνός, διά των ρινών θα
γένοιτο͵ ῥῖνες ἂν διαγνοῖεν͵ καὶ
πάντες ἐπιφέρονται ἐπὶ τοῦτο περὶ εγινώσκομεν πάντα. Πάντες δε οι
αποκλίνοντες προς τοιαύτην εξήγησιν της
ὀσμῆς͵ οἱ μὲν ὡς ἀτμίδα͵ οἱ δ΄ ὡς
οσμής θεωρούσιν αυτήν άλλοι μεν ως
ἀναθυμίασιν͵ οἱ δ΄ ὡς ἄμφω ταῦτα· ατμόν 94, άλλοι δε ως αναθυμίασιν, άλλοι
ἔστι δ΄ ἡ μὲν ἀτμὶς ὑγρότης τις͵ ἡ δὲ δε και το εν και το άλλο. Και ο μεν ατμός
είναι είδος υγρότητος, η δε καπνώδης
καπνώδης ἀναθυμίασις͵ ὥσπερ
αναθυμίασις, ως είπομεν, είναι κοινή εις
εἴρηται͵ κοινὸν ἀέρος καὶ γῆς· καὶ
συνίσταται ἐκ μὲν ἐκείνης ὕδωρ͵ ἐκ τον αέρα και την γην, και εξ εκείνου μεν
αποτελείται το ύδωρ, εκ ταύτης δε είδος
δὲ ταύτης γῆς τι εἶδος. ἀλλ΄
τι γης 95. Αλλ' η οσμή φαίνεται ότι δεν
οὐδέτερον τούτων ἔοικεν· ἡ μὲν γὰρ είναι ούτε το έν ούτε το άλλο, διότι ο μεν
ἀτμίς ἐστιν ὕδατος͵ ἡ δὲ καπνώδης ατμός είναι εξ ύδατος, η δε καπνώδης
δοκεῖ δ΄ ἐνίοις ἡ καπνώδης

αναθυμίασις αδύνατον είναι να
σχηματίζηται εν τω ύδατι. Και όμως τα
γενέσθαι· ὀσμᾶται δὲ καὶ τὰ ἐν τῷ
ζώντα εν τω ύδατι αισθάνονται, ως
ὕδατι͵ [443b] ὥσπερ εἴρηται
προείπομεν, την οσμήν. Προσέτι αι
πρότερον. ἔτι ἡ ἀναθυμίασις ὁμοίως αναθυμιάσεις κατ' αυτούς έχουσι την
λέγεται ταῖς ἀπορροίαις· εἰ οὖν μηδ΄ αυτήν και αι απόρροιαι σημασίαν 96, και
ἐκεῖναι καλῶς͵ οὐδ΄ αὕτη καλῶς.
αν η υπόθεσις αύτη περί της όψεως δεν
είναι ορθή, ουδ' αύτη η θεωρία περί της
οσμής είναι ορθή.
ἀναθυμίασις ἀδύνατος ἐν ὕδατι

ὅτι μὲν οὖν ἐνδέχεται ἀπολαύειν τὸ
ὑγρόν͵ καὶ τὸ ἐν τῷ πνεύματι καὶ τὸ
ἐν τῷ ὕδατι͵ καὶ πάσχειν τι ὑπὸ τῆς
ἐγχύμου ξηρότητος͵ οὐκ ἄδηλον· καὶ
γὰρ ὁ ἀὴρ ὑγρὸν τὴν φύσιν ἐστίν. ἔτι
δ΄ εἴπερ ὁμοίως ἐν τοῖς ὑγροῖς ποιεῖ
καὶ ἐν τῷ ἀέρι οἷον ἀποπλυνόμενον
τὸ ξηρόν͵ φανερὸν ὅτι δεῖ ἀνάλογον
εἶναι τὰς ὀσμὰς τοῖς χυμοῖς. ἀλλὰ
μὴν τοῦτό γε ἐπ΄ ἐνίων συμβέβηκεν·
καὶ γὰρ δριμεῖαι καὶ γλυκεῖαί εἰσιν
ὀσμαὶ καὶ αὐστηραὶ καὶ στρυφναὶ
καὶ λιπαραί͵ καὶ τοῖς πικροῖς τὰς
σαπρὰς ἄν τις ἀνάλογον εἴποι· διὸ
ὥσπερ ἐκεῖνα δυσκατάποτα͵ τὰ
σαπρὰ δυσανάπνευστά ἐστιν. δῆλον
ἄρα ὅτι ὅπερ ἐν τῷ ὕδατι ὁ χυμός͵
τοῦτ΄ ἐν τῷ ἀέρι καὶ ὕδατι ἡ ὀσμή.
καὶ διὰ τοῦτο τὸ ψυχρὸν καὶ ἡ πῆξις
καὶ τοὺς χυμοὺς ἀμβλύνει καὶ τὰς
ὀσμὰς ἀφανίζει· τὸ γὰρ θερμὸν τὸ
κινοῦν καὶ δημιουργοῦν
ἀφανίζουσιν ἡ ψύξις καὶ ἡ πῆξις.
εἴδη δὲ τοῦ ὀσφραντοῦ δύο ἐστίν· οὐ
γάρ͵ ὥσπερ τινές φασιν͵ οὐκ ἔστιν
εἴδη τοῦ ὀσφραντοῦ͵ ἀλλ΄ ἔστιν.
διοριστέον δὲ πῶς ἔστι καὶ πῶς οὐκ

5. Είναι λοιπόν φανερόν, ότι το υγρόν,
το οποίον υπάρχει εις τον αέρα (διότι και
ο αήρ είναι φύσει υγρός) και εις το ύδωρ,
δύναται να δεχθή τι εκ του ξηρού
στοιχείον, όπερ έχει χυμόν, και να πάθη τι
υπ' αυτού. Προσέτι, εάν το ξηρόν
στοιχείον, όταν τρόπον τίνα υγραίνηται,
ενεργή εις τα υγρά ομοίως, όπως και εις
τον αέρα 97, προδήλως αι οσμαί πρέπει να
είναι ανάλογοι προς τους χυμούς. Και
ακριβώς η αναλογία αύτη υπάρχει είς
τινας οσμάς και χυμούς. Διότι υπάρχουσιν
οσμαί δριμείαι και γλυκείαι και αυστηραί
και στρυφναί και λιπαραί, και δύναταί τις
να είπη ότι αι σαπραί οσμαί αναλογούσι
προς τους πικρούς χυμούς. Διά τούτο,
όπως δυσκόλως καταπίνει τις τους χυμούς
εκείνους, ούτω δυσκόλως αναπνέει τας
σαπράς οσμάς. Φανερόν είναι λοιπόν ότι
η ποιότης, ήτις είναι ο χυμός εν τω ύδατι.
αύτη είναι η οσμή εν τω αέρι και τω
ύδατι. Και ένεκα τούτου το ψύχος και ο
παγετός εξασθενίζουσι τους χυμούς και
μηδενίζουσι τας οσμάς, διότι η ψύξις και
η πήξις μηδενίζουσι την θερμότητα, ήτις
είναι η κινητική και ποιητική αρχή των
χυμών και οσμών.
7. Είδη δε οσφραντών αντικειμένων
είναι δύο, και κακώς λέγουσί τινες ότι δεν
υπάρχουσι διάφορα είδη οσφραντών.
Υπάρχουσιν· αλλά πρέπει να διορισθή
κατά ποίον σημασίαν είναι τούτο αληθές

ἔστιν· τὸ μὲν γάρ ἐστι κατὰ τοὺς
χυμοὺς τεταγμένον αὐτῶν͵ ὥσπερ
εἴπομεν͵ καὶ τὸ ἡδὺ καὶ τὸ λυπηρὸν
κατὰ συμβεβηκὸς ἔχουσιν (διὰ γὰρ
τὸ τοῦ θρεπτικοῦ πάθη εἶναι͵
ἐπιθυμούντων μὲν ἡδεῖαι αἱ ὀσμαὶ
τούτων εἰσί͵ πεπληρωμένοις δὲ καὶ
μηδὲν δεομένοις οὐχ ἡδεῖαι͵ οὐδ΄
ὅσοις μὴ καὶ ἡ τροφὴ ἡ ἔχουσα τὰς
ὀσμὰς ἡδεῖα͵ οὐδὲ τούτοις)ὥστε
αὗται μέν͵ καθάπερ εἴπομεν͵ κατὰ
συμβεβηκὸς ἔχουσι τὸ ἡδὺ καὶ
λυπηρόν͵ διὸ καὶ πάντων εἰσὶ κοιναὶ
τῶν ζῴων· αἱ δὲ καθ΄ αὑτὰς ἡδεῖαι
τῶν ὀσμῶν εἰσιν͵ οἷον αἱ τῶν ἀνθῶν·
οὐδὲν γὰρ μᾶλλον οὐδ΄ ἧττον πρὸς
τὴν τροφὴν παρακαλοῦσιν͵ οὐδὲ
συμβάλλονται πρὸς ἐπιθυμίαν
οὐδέν͵ ἀλλὰ τοὐναντίον μᾶλλον·
ἀληθὲς γὰρ ὅπερ Εὐριπίδην
σκώπτων εἶπε Στράττις͵ ὅταν φακῆν
ἕψητε͵ μὴ ΄πιχεῖν μύρον. οἱ δὲ νῦν
μειγνύντες [444a] εἰς τὰ πόματα τὰς
τοιαύτας δυνάμεις βιάζονται τῇ
συνηθείᾳ τὴν ἡδονήν͵ ἕως ἂν ἐκ δύ΄
αἰσθήσεων γένηται τὸ ἡδὺ ὡς ἂν καὶ
ἀπὸ μιᾶς.

και κατά ποίαν ψευδές. Τινά μεν αυτών,
ως είπομεν, αντιστοιχούσι προς τους
χυμούς και περιέχουσι το ευάρεστον και
δυσάρεστον κατά συμβεβηκός (εμμέσως)
98
. Διότι, επειδή οι χυμοί είναι πάθη της
θρεπτικής δυνάμεως ημών, αι οσμαί
αυτών είναι ευάρεστοι εις εκείνους,
οίτινες επιθυμούσι, δυσάρεστοι δε εις
εκείνους, οίτινες είναι κεκορεσμένοι και
ουδεμίαν έχουσιν επιθυμίαν· ούτε πάλιν
είναι ευάρεστος η οσμή εις εκείνους, εις
ους η τροφή, ήτις έχει την ευάρεστον
οσμήν, είναι δυσάρεστος. Ώστε αύται αι
οσμαί δεν προξενούσιν, ως είπομεν,
ηδονήν και λύπην ειμή κατά συμβεβηκός
(εμμέσως), και διά τούτο είναι κοιναί εις
πάντα τα ζώα. Άλλαι όμως εκ των οσμών
99
είναι ευάρεστοι 100 καθ' εαυτάς, λ. χ. αι
οσμαί των ανθέων. Διότι ούτε
περισσότερον ούτε ολιγώτερον
παρακινούσιν αύται το ζώον εις την
τροφήν, ουδέ συντελούσιν εις την
επιθυμίαν αυτής, αλλά μάλλον το
εναντίον. Διότι είναι αληθές εκείνο, όπερ
είπεν ο Στράττις, σκώπτων τον Ευριπίδην:
“Όταν βράζετε φακήν, να μη επιχύνετε
μύρον”. Όσοι δε σήμερον αναμιγνύουσιν
εις τα ποτά τοιαύτας ουσίας βιάζουσι την
ηδονήν κατά την συνήθειάν των,
πιστεύοντες ότι η προερχομένη εκ των
δύο αισθήσεων 101 ηδονή παράγεται εκ
μιας μόνης αισθήσεως.

8. Το είδος τούτο λοιπόν της οσφρήσεως
είναι ίδιον εις μόνους τους ανθρώπους, το
ἀνθρώπου ἐστίν͵ ἡ δὲ κατὰ τοὺς
δε συνδεόμενον με τους χυμούς είναι
χυμοὺς τεταγμένη καὶ τῶν ἄλλων
κοινόν και των άλλων ζώων, ως
ζῴων͵ ὥσπερ εἴρηται πρότερον·
προείπομεν. Και επειδή αύται αι οσμαί
κἀκείνων μέν͵ διὰ τὸ κατὰ
είναι κατά συμβεβηκός ευάρεστοι, τα είδη
συμβεβηκὸς ἔχειν τὸ ἡδύ͵ διῄρηται
αυτών κατατάσσονται σχετικώς προς τους
τὰ εἴδη κατὰ τοὺς χυμούς͵ ταύτης δ΄ χυμούς, αι άλλαι όμως όχι πλέον, διότι
οὐκέτι͵ διὰ τὸ τὴν φύσιν αὐτῆς εἶναι είναι φύσει καθ' εαυτάς ευάρεστοι ή
δυσάρεστοι. Αίτιον δε του να είναι
τοῦτο μὲν οὖν τὸ ὀσφραντὸν ἴδιον

ιδιάζουσα εις τον άνθρωπον η τοιαύτη
αἴτιον δὲ τοῦ ἴδιον εἶναι ἀνθρώπου οσμή, είναι η κατάστασις (ήτις επικρατεί)
πέριξ του εγκεφάλου. Τω όντι, επειδή ο
τὴν τοιαύτην ὀσμὴν διὰ τὴν ἕξιν τὴν
εγκέφαλος είναι φύσει ψυχρός, το δε αίμα
περὶ τὸν ἐγκέφαλον. ψυχροῦ γὰρ
των πέριξ αυτού φλεβών είναι μεν λεπτόν
ὄντος τὴν φύσιν τοῦ ἐγκεφάλου͵ καὶ και καθαρόν, αλλά ψύχεται ευκόλως, (και
τοῦ αἵμα τος τοῦ περὶ αὐτὸν ἐν τοῖς διά τούτο η αναθυμίασις της τροφής
ψυχομένη εις το μέρος τούτο γεννά τας
φλεβίοις ὄντος λεπτοῦ μὲν καὶ
καθαροῦ͵ εὐψύκτου δέ (διὸ καὶ ἡ τῆς ρευματικός νόσους), το τοιούτον είδος
της οσφρήσεως ανεπτύχθη εις τους
τροφῆς ἀναθυμίασις ψυχομένη διὰ
ανθρώπους, ίνα βοηθή την υγιείαν 102.
τὸν τόπον τὰ νοσηματικὰ ῥεύματα Διότι ουδέν άλλο έργον έχει αύτη η οσμή
ποιεῖ)͵ τοῖς ἀνθρώποις πρὸς
παρά τούτο, και προδήλως τούτο το έργον
εκτελεί.
βοήθειαν ὑγιείας γέγονε τὸ
καθ΄ αὑτὴν ἡδεῖαν ἢ λυπηράν.

τοιοῦτον εἶδος τῆς ὀσμῆς· οὐδὲν γὰρ
ἄλλο ἔργον ἐστὶν αὐτῆς ἢ τοῦτο.
τοῦτο δὲ ποιεῖ φανερῶς·
9. Διότι η μεν τροφή 103, αν και είναι
ξηρὰ καὶ ἡ ὑγρά͵ πολλάκις νοσώδης ευάρεστος, και η ξηρά και η υγρά,
πολλάκις γεννά νόσον· αλλ' η εξερχόμενη
ἐστίν͵ ἡ δ΄ ἀπὸ τῆς ὀσμῆς τῆς καθ΄
εκ τροφής ευώδους οσμή δεικνύει ό,τι
αὑτὴν ἡδείας εὐωδία ὁπωσοῦν
είναι απολύτως ούτως ειπείν και πάντοτε
ἔχουσιν ὠφέλιμος ὡς εἰπεῖν αἰεί.
ωφέλιμον εις ημάς οπωσδήποτε και αν
είμεθα διατεθειμένοι.
ἡ μὲν γὰρ τροφὴ ἡδεῖα οὖσα͵ καὶ ἡ

10. Και διά τούτο η όσφρησις γίνεται διά
της αναπνοής, ουχί μεν εις πάντα τα ζώα,
ἀναπνοῆς͵ οὐ πᾶσιν ἀλλὰ τοῖς
αλλ' εις τους ανθρώπους, και εκ των
ἀνθρώποις καὶ τῶν ἐναίμων οἷον
εχόντων αίμα εις τα τετράποδα και εις
τοῖς τετράποσι καὶ ὅσα μετέχει
όσα έχουσι μείζον μέρος εις την χρήσιν
μᾶλλον τῆς τοῦ ἀέρος φύσεως·
του αέρος. Τω όντι, επειδή αι οσμαί
ἀναφερομένων γὰρ τῶν ὀσμῶν
φέρονται άνω προς τον εγκέφαλον διά την
ελαφρότητα της θερμότατος ην έχουσι, τα
πρὸς τὸν ἐγκέφαλον διὰ τὴν ἐν
πέριξ του οργάνου τούτου μέρη είναι
αὐταῖς τῆς θερμότητος κουφότητα
υγιεινότερα. Διότι η δύναμις της οσμής
ὑγιεινοτέρως ἔχει τὰ περὶ τὸν τόπον
είναι φύσει θερμή. Η φύσις μεταχειρίζεται
τοῦτον· ἡ γὰρ τῆς ὀσμῆς δύναμις
την αναπνοήν προς δύο σκοπούς, κυρίως
θερμὴ τὴν φύσιν ἐστίν.
μεν προς βοήθειαν (των ενεργειών) του
στήθους, παρέργως δε προς μετάδοσιν της
κατακέχρηται δ΄ ἡ φύσις τῇ
οσμής. Διότι όταν το ζώον αναπνέη,
ἀναπνοῇ ἐπὶ δύο͵ ὡς ἔργῳ μὲν ἐπὶ
εκτελεί ως εν παρόδω την διά των
τὴν εἰς τὸν θώρακα βοή θειαν͵ ὡς
καὶ διὰ τοῦτο γίγνεται διὰ τῆς

παρέργῳ δ΄ ἐπὶ τὴν ὀσμήν·

μυκτήρων κίνησιν.

ἀναπνέοντος γὰρ ὥσπερ ἐκ
παρόδου ποιεῖται διὰ τῶν μυκτήρων
τὴν κίνησιν.
11. Είναι δε ίδιον εις την φύσιν του
ανθρώπου το είδος τούτο της οσφρήσεως,
ἐστι τὸ τῆς ὀσμῆς τῆς τοιαύτης
διότι ούτος, σχετικώς προς το μέγεθος
γένος διὰ τὸ πλεῖστον ἐγκέφαλον
του, έχει τον μέγιστον και υγρότατον
καὶ ὑγρότατον ἔχειν τῶν ἄλλων
εγκέφαλον εξ όλων των ζώων. Δια τούτο
ζῴων ὡς κατὰ μέγεθος· διὰ γὰρ
και μόνος, ούτως ειπείν, ο άνθρωπος εξ
τοῦτο καὶ μόνον ὡς εἰπεῖν
όλων των ζώων αισθάνεται μετά χαράς
αἰσθάνεται τῶν ζῴων ἄνθρωπος καὶ τας οσμάς των ανθέων και τας ομοίας με
ταύτας. Διότι η θερμότης και η κίνησις
χαίρει ταῖς τῶν ἀνθῶν καὶ τῶν
των οσμών αυτών είναι σύμμετρος με την
τοιούτων ὀσμαῖς· σύμμετρος γὰρ
υπερβολήν της εν τω εγκεφάλω
αὐτῶν [444b] ἡ θερμότης καὶ ἡ
υγρότητος και ψυχρότητος.
κίνησις πρὸς τὴν ὑπερβολὴν τῆς ἐν

ἴδιον δὲ τῆς τοῦ ἀνθρώπου φύσεώς

τῷ τό πῳ ὑγρότητος καὶ ψυχρότητός
ἐστιν.
12. Εις δε τα άλλα ζώα, όσα έχουσι
διὰ τοῦ ἀναπνεῖν τοῦ ἑτέρου γένους πνεύμονας, ίνα αναπνέωσιν, η φύσις
έδωκε την αίσθησιν άλλου είδους οσμής,
τῆς ὀσμῆς τὴν αἴσθησιν
διά να μη πλάση δύο αισθητήρια όργανα·
ἀποδέδωκεν ἡ φύσις͵ ὅπως μὴ δύο
είναι αρκετόν εις αυτά, όταν αναπνέωσι,
αἰσθητήρια ποιῇ· ἀπόχρη γάρ͵
να έχωσι την αίσθησιν μόνον του ενός
ἐπείπερ καὶ ὣς ἀναπνέουσιν͵ ὥσπερ είδους οσμών, ενώ οι άνθρωποι
διακρίνουσι και τα δύο είδη.
τοῖς ἀνθρώποις ἀμφοτέρων τῶν

τοῖς δ΄ ἄλλοις ὅσα πνεύμονα ἔχει

ὀσφραντῶν͵ τούτοις τῶν ἑτέρων
μόνων ὑπάρχουσα ἡ αἴσθησις.
τὰ δὲ μὴ ἀναπνέοντα ὅτι μὲν ἔχει
αἴσθησιν τοῦ ὀσφραντοῦ͵ φανερόν·
καὶ γὰρ ἰχθύες καὶ τὸ τῶν ἐντόμων
γένος πᾶν ἀκριβῶς καὶ πόρρωθεν
αἰσθάνεται͵ διὰ τὸ θρεπτικὸν εἶδος
τῆς ὀσμῆς͵ ἀπέχοντα πολὺ τῆς
οἰκείας τροφῆς͵ οἷον αἵ τε μέλιτται
[ποιοῦσι πρὸς τὸ μέλι] καὶ τὸ τῶν

13. Ότι δε τα μη αναπνέοντα έχουσι την
αίσθησιν της οσμής, είναι φανερόν διότι
και οι ιχθύες και όλον το γένος των
εντόμων ακριβώς και μακρόθεν
αισθάνονται τας οσμάς ένεκα της προς το
θρεπτικόν σχέσεως της οσμής· και
τοιούτόν τι κάμνουσιν αι μέλισσαι και το
γένος των μικρών μυρμήκων, τους
οποίους τινές ονομάζουσι σκνίπας. Και εκ

μικρῶν μυρμήκων γένος͵ οὓς
καλοῦσί τινες κνῖπας͵ καὶ τῶν
θαλαττίων αἱ πορφύραι͵ καὶ πολλὰ
τῶν ἄλλων τῶν τοιούτων ζῴων

των εν τη θαλάσση ζώων ας πορφύραι και
πολλά άλλα των τοιούτων ζώων
αισθάνονται μετ' οξύτητος την τροφήν
των εξ αιτίας της οσμής αυτής.

ὀξέως αἰσθάνεται τῆς τροφῆς διὰ
τὴν ὀσμήν.
14. Με ποίον δε όργανον αισθάνονται δεν
φανερόν. διὸ κἂν ἀπορήσειέ τις τίνι είναι επίσης φανερόν. Διά τούτο και
δύναται τις να ερώτηση με ποίον όργανον
αἰσθάνονται τῆς ὀσμῆς͵ εἴπερ
αισθάνονται την οσμήν, εάν η όσφρησις
ἀναπνέουσι μὲν γίγνεται τὸ
γίνεται μόνον, όταν αναπνέωσι. Τούτο, τω
ὀσμᾶσθαι μοναχῶς (τοῦτο γὰρ
όντι, φαίνεται ότι συμβαίνει εις όλα τα
φαίνεται ἐπὶ τῶν ἀναπνεόντων
αναπνέοντα όντα. Εξ εκείνων όμως των
ζώων ουδέν αναπνέει, αλλ' όμως
συμβαῖνον πάντων)͵ ἐκείνων δ΄
οὐθὲν ἀναπνεῖ͵ αἰσθάνεται μέντοι͵ αισθάνεται την οσμήν. Εκτός εάν υπάρχη
άλλη τις αίσθησις παρά τας πέντε. Τούτο
εἰ μή τις παρὰ τὰς πέντε αἰσθήσεις
όμως είναι αδύνατον, διότι η αίσθησις της
ἑτέρα. τοῦτο δ΄ ἀδύνατον· τοῦ γὰρ
οσμής είναι η όσφρησις. Εκείνα δε
ὀσφραντοῦ ὄσφρησις͵ ἐκεῖνα δὲ
αισθάνονται την οσμήν· ίσως όμως ουχί
κατά τον αυτόν τρόπον. Αλλ' εις μεν τα
τούτου αἰσθάνεται͵ ἀλλ΄ οὐ τὸν
αναπνέοντα η πνοή απομακρύνει ως
αὐτὸν ἴσως τρόπον͵ ἀλλὰ τοῖς μὲν
σκέπασμα επικειμένην μεμβράνην, και
ἀναπνέουσι τὸ πνεῦμα ἀφαιρεῖ τὸ
δια τούτο, εάν δεν αναπνεύσωσι, δεν
ἐπικείμενον ὥσπερ πῶμά τι (διὸ οὐκ
αισθάνονται την οσμήν. Εις δε τα μη
αἰσθάνεται μὴ ἀναπνέοντα)͵ τοῖς δὲ αναπνέοντα λείπει το σκέπασμα τούτο,
μὴ ἀναπνέουσιν ἀφῄρηται τοῦτο͵
όπως συμβαίνει και εις τους οφθαλμούς·
καθάπερ ἐπὶ τῶν ὀφθαλμῶν τὰ μὲν άλλα μεν ζώα έχουσι βλέφαρα, και αν
ταύτα δεν ανοίξωσι, δεν δύνανται να
ἔχει βλέφαρα τῶν ζῴων͵ ὧν μὴ
βλέπωσιν. Όσα δε έχουσι σκληρούς τους
ἀνακαλυφθέντων οὐ δύναται ὁρᾶν͵
οφθαλμούς δεν έχουσι βλέφαρα και διά
τὰ δὲ σκληρόφθαλμα οὐκ ἔχει͵
τούτο δεν έχουσιν ανάγκην να ανυψώσι
διόπερ οὐ προσδεῖται οὐδενὸς τοῦ
κάλυμμα, αλλά βλέπουσιν ευθύς άμα
ἀνακαλύψοντος͵ ἀλλ΄ ὁρᾷ ἐκ τοῦ
δύνανται να βλέπωσιν 104.
δυνατοῦ ὄντος αὐτοῖς εὐθύς.
ὅτῳ δὲ αἰσθάνεται͵ οὐχ ὁμοίως

ὁμοίως δὲ καὶ τῶν ἄλλων ζῴων
ὁτιοῦν οὐδὲν δυσχεραίνει τῶν καθ΄
αὑτὰ δυσωδῶν τὴν ὀσμήν͵ ἂν μή τι
τύχῃ φθαρτικὸν ὄν͵ ὑπὸ τούτων δ΄
ὁμοίως φθαρεῖται καθάπερ καὶ οἱ

15. Ομοίως και οιονδήποτε των άλλων
ζώων ουδέν υφίσταται δυσφορίαν διά
οσμήν καθ' εαυτήν αηδή 105, εκτός εάν
τύχη να είναι επιβλαβής 106. Υπό τούτων
δε ενίοτε φονεύονται, όπως και οι
άνθρωποι αισθάνονται βάρος εις την

κεφαλήν εκ του ατμού των ανθράκων και
θανατόνονται πολλάκις· ούτως υπό της
ἀτμίδος καρηβαροῦσι καὶ
δυνάμεως του θείου και των ασφαλτωδών
φθείρονται πολλάκις· οὕτως ὑπὸ τῆς
υλών θανατούνται άλλα ζώα και
τοῦ θείου δυνάμεως καὶ τῶν
φεύγουσιν αυτάς εξ αιτίας του παθήματος
ἀσφαλτωδῶν φθείρεται [445a]
τούτου. Περί της δυσωδίας όμως καθ'
τἆλλα ζῷα͵ καὶ φεύγει διὰ τὸ πάθος. εαυτήν αδιαφορούσιν εντελώς, αν και
πολλά φυτά έχουσιν αηδείς τας οσμάς,
αὐτῆς δὲ καθ΄ αὑτὴν τῆς δυσωδίας
εκτός εάν αύται επηρεάζωσι την γεύσιν ή
οὐδὲν φροντίζουσιν (καίτοι πολλὰ
την τροφήν.
τῶν φυομένων δυσώδεις ἔχει τὰς

ἄνθρωποι ὑπὸ τῆς τῶν ἀνθράκων

ὀσμάς)͵ ἐὰν μή τι συμβάλληται πρὸς
τὴν γεῦσιν ἢ τὴν ἐδωδὴν αὐτοῖς.
ἔοικε δ΄ ἡ αἴσθησις ἡ τοῦ
ὀσφραίνεσθαι͵ περιττῶν οὐσῶν τῶν
αἰσθήσεων καὶ τοῦ ἀριθμοῦ ἔχοντος
μέσον τοῦ περιττοῦ͵ καὶ αὐτὴ μέση
εἶναι τῶν τε ἁπτικῶν͵ οἷον ἁφῆς καὶ
γεύσεως͵ καὶ τῶν δι΄ ἄλλου
αἰσθητικῶν͵ οἷον ὄψεως καὶ ἀκοῆς.
διὸ καὶ τὸ ὀσφραντὸν τῶν
θρεπτικῶν ἐστὶ πάθος τι (ταῦτα δ΄
ἐν τῷ ἁπτῷ γένει)͵ καὶ τοῦ ἀκουστοῦ
δὲ καὶ τοῦ ὁρατοῦ͵ διὸ καὶ ἐν ἀέρι
καὶ ἐν ὕδατι ὀσμῶνται. ὥστ΄ ἐστὶ τὸ
ὀσφραντὸν κοινόν τι τούτων
ἀμφοτέρων͵ καὶ τῷ τε ἁπτῷ ὑπάρχει
καὶ τῷ ἀκουστῷ καὶ τῷ διαφανεῖ· διὸ
καὶ εὐλόγως παρείκασται ξηρότητος
ἐν ὑγρῷ καὶ χυτῷ οἷον βαφή τις
εἶναι καὶ πλύσις.

16. Επειδή δε αι αισθήσεις είναι περιτταί
κατά τον αριθμόν (πέντε), ο δε περιττός
αριθμός έχει μέσον όρον, φαίνεται ότι η
αίσθησις της οσφρήσεως είναι και αυτή
εν τω μέσω αφ' ενός μεν των δύο αμέσως
απτομένων τα αισθητά, δηλαδή της αφής
και της γεύσεως, και εξ άλλου των διά
τινος διαμέσου αισθανομένων εμμέσως,
ήτοι της όψεως και της ακοής. Διά τούτο
και η οσμή είναι πάθος (ιδιότης) των
τροφών, (διότι αύται ανήκουσιν εις τα
απτά αντικείμενα) και προσέτι των
ακουστών και των ορατών πραγμάτων,
διότι αι οσμαί εν τω αέρι και εν τω ύδατι
γίνονται επαισθηταί. Ώστε η οσμή είναι
τρόπον τινά κοινή εις τα δύο ταύτα και
ευρίσκεται εις το απτόν, το ακουστόν και
το διαφανές. Δια τούτο και ευλόγως
παρομοιάζουσι την οσμήν με είδος βαφής
και πλύσεως του ξηρού στοιχείου, όπερ
είναι εν τω υγρώ και τω ρευστώ (αέρι).

πῶς μὲν οὖν εἴδη δεῖ λέγειν καὶ πῶς 17. Πώς λοιπόν πρέπει να νοώμεν τα είδη
οὐ δεῖ τοῦ ὀσφραντοῦ͵ ἐπὶ τοσοῦτον των οσμών και πως δεν πρέπει, αρκούσι
τα ειρημένα.
εἰρήσθω.
ὃ δὲ λέγουσί τινες τῶν
Πυθαγορείων͵ οὐκ ἔστιν εὔλογον·

18. Εκείνο δε το οποίον λέγουσί τινες
εκ των Πυθαγορείων, ότι δηλαδή τινά

ζώα τρέφονται με οσμάς, δεν είναι ορθόν.
ὀσμαῖς. πρῶτον μὲν γὰρ ὁρῶμεν ὅτι Διότι κατά πρώτον βλέπομεν ότι η τροφή
είναι σύνθετος, διότι και τα τρεφόμενα
τὴν τροφὴν δεῖ εἶναι συνθετήν (καὶ
όντα δεν είναι απλά. Διά τούτο και γίνεται
γὰρ τὰ τρεφόμενα οὐχ ἁπλᾶ ἐστιν͵ περίττωμα της τροφής ή εντός των
διὸ καὶ περιττώματα γίγνεται τῆς
τρεφομένων, ή εκτός, όπως εις τα φυτά (η
τροφῆς͵ ἢ ἐν αὐτοῖς ἢ ἔξω͵ ὥσπερ
ρητίνη λ. χ.). Προσέτι ούτε το ύδωρ, εάν
είναι μόνον και άμικτον, δύναται να
τοῖς φυτοῖς͵ ἐπεὶ δ΄ οὐδὲ τὸ ὕδωρ
τρέφη· διότι η ύλη, ήτις θα αφομοιωθή,
ἐθέλει αὐτὸ μόνον ἄμεικτον ὂν
πρέπει να έχη φυσικήν στερεότητα.
τρέφεινσω ματῶδες γάρ τι δεῖ εἶναι
Προσέτι είναι πολύ ολιγώτερον λογικόν
τὸ συστησόμενονἔτι πολὺ ἧττον
να νομίζωμεν, ότι ο αήρ δύναται να γείνη
εὔλογον τὸν ἀέρα σωματοῦσθαι)·
στερεά ύλη. Και προς τούτοις βλέπομεν,
πρὸς δὲ τούτοις͵ ὅτι πᾶσιν ἔστι τοῖς ότι πάντα τα ζώα έχουσιν όργανον
ζῴοις τόπος δεκτικὸς τῆς τροφῆς͵ ἐξ δεχόμενον την τροφήν, εκ του οποίου το
οὗ ἕλκον λαμβάνει τὸ σῶμα· τοῦ δ΄ σώμα μετά την είσοδόν της την
αφομοιούται· αλλά της οσμής το
ὀσφραντοῦ ἐν τῇ κεφαλῇ τὸ
αισθητήριον όργανον είναι εν τη κεφαλή,
αἰσθητήριον͵ καὶ μετὰ
εισέρχεται δε εις αυτό η οσμή μετά
πνευματώδους εἰσέρχεται
αναθυμιάσεως εξ αέρος, και ούτω
προχωρεί εις το αναπνευστικόν όργανον
ἀναθυμιάσεως͵ ὥστ΄ εἰς τὸν
107
.
ἀναπνευστικὸν βαδίζοι ἂν τόπον.

τρέφεσθαι γάρ φασιν ἔνια ζῷα ταῖς

19. Ότι λοιπόν η οσμή ως οσμή
τροφὴν τὸ ὀσφραντόν͵ ᾗ ὀσφραντόν͵ ουδόλως συντελεί εις τροφήν, είναι
φανερόν αλλ' όμως και εκ της αισθήσεως
δῆλον· ὅτι μέντοι εἰς ὑγίειαν͵ καὶ ἐκ
και εκ των άνω ειρημένων είναι φανερόν,
τῆς αἰσθήσεως καὶ ἐκ τῶν
ότι βοηθεί εις την υγιείαν. Ώστε ό,τι είναι
εἰρημένων φανερόν͵ ὥστε ὅπερ ὁ
ο χυμός εις το θρεπτικόν όργανον και εις
χυμὸς ἐν τῷ θρεπτικῷ καὶ πρὸς τὰ
τα τρεφόμενα μέρη, τούτο είναι η οσμή
τρεφόμενα͵ τοῦτ΄ ἐστὶ πρὸς ὑγίειαν προς την υγιείαν. Περί εκάστου λοιπόν
τὸ [445b] ὀσφραντόν. καθ΄ ἕκαστον των αισθητηρίων αρκούσιν οι τοιούτοι
διορισμοί.
μὲν οὖν αἰσθητήριον διωρίσθω τὸν
ὅτι μὲν οὖν οὐ συμβάλλεται εἰς

τρόπον τοῦτον.

(84) Καθ' όν εξηγήθησαν τα χρώματα και oι χυμοί.
(85) Εις το προηγούμενον κεφ. § 9 ο Αριστοτέλης εξήγησε την αρχήν των χυμών. Tο υγρόν διηθείται δια του
ξηρού και του γεώδους.
(86) Ο χυμός παράγει την οσμήν διαχεόμενος εις τον αέρα και εις το ύδωp, ένθα ευρiσκει μέσον κατάλληλον να
αποσπάση και να μεταδώση αυτήν.
(87) Το έγχυμον υγρόν αποτελεί τους χυμούς, εξ ου γεννάται τo έγχυμον ξηρόν, όπερ αποτελεί τας οσμάς.
(88) Οσφραίνονται λ. χ. την λείαν των μακρόθεν.

(89) Δεν αναπνέουσιν όπως αναπνέουσι τα ζώντα εv τω αέρι, αναπνέουσιν όμως διά των βραγχίων.
(90) Οτι η οσμή προέρχεται εκ του χυμού εξάγεται εκ του ορισμού αυτής, όν έδωκεν ο Αριστοτέλης.
(91) Το άλας παριστά το ξηρόν στοιχείον.
(92) Ο χρυσός εθεωρείτο άοσμος, διότι δεv πρασβάλλεται υπό σκωρίας.
(93) Δύο είδη αναθυμιάσεως διακρίνει ο Αριστοτέλης. Το έν προέρχεται εκ της γης και του αέρος, το δε εκ του
ύδατος. Το πρώτον είναι η καπνώδης αναθυμίασις, διότι η γη είναι ξηρά, όπως και ο αήρ εν τη αρχή των.
(94) Ο ατμός προέρχεται εκ του υγρού· η αναθυμίασις εκ του ξηρού.
(95) Ίσως εννοεί την τέφραν και την ασβόλην.
(96) Ο Εμπεδοκλής και ο Πλάτων εξηγούν την όψιν δια των απορροιών (Kεφ. B. 4).
(97) Το ξηρόν στοιχείον παράγει την οσμήν εv τω αέρι όπως τον χυμόν παράγει εν τοις υγροίς.
(98) Διότι παρορμώσι το ζώον εις την τροφήν ή το απομακρύνουσιν απ' αυτής.
(99) Τούτο είναι το δεύτερον είδος οσμών.
(100) Ή δυσάρεστοι.
(101) Ων η μία διά της γεύσεως και η άλλη διά της οσφρήσεως.
(102) Διότι θερμαίνει τον εγκέφαλον.
(103) Ή μάλλον η οσμή ήτις προέρχεται εκ του χυμού της τροφής.
(104) Άνευ κινήσεως βλεφάρων.
(105) Είπεν ανωτέρω ότι αι οσμαί είναι ευάρεστοι ή δυσάρεστοι αμέσως ή εμμέσως (κατά συμβεβηκός).
(106) Και τότε εμμέσως φεύγουσι την δυσωδίαν.
(107) Εις τους πνεύμονας, ενώ αν ηλήθευον αι θεωρίαι των Πυθαγορείων έπρεπε να εισχωρή εις τον στόμαχον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ς'.
Περί αισθητικού. Δύνανται άρά γε τα αισθήματα να διαιρώνται επ' άπειρον, όπως
τα αισθητά; Δυνάμει, είναι αισθητά τα απείρως μικρά μέρη των σωμάτων,
ενεργεία όμως αισθανόμεθα αυτά μόνον, όταν έχωσι μέγεθος. Η οσμή και ο ήχος
ενεργούσι πρότερον επί του διαμέσου στοιχείου και διά τούτου εις την αίσθησιν. Το
φως όμως αισθανόμεθα ουχί ομοίως, αλλά εν τω άμα.
1. Δύναταί τις να ερωτήση: Εάν παν
σώμα διαιρήται επ' άπειρον, άρά γε επ'
ἄπειρον διαιρεῖται͵ ἆρα καὶ τὰ
άπειρον δύνανται να διαιρώνται αι
παθήματα τὰ αἰσθητά͵ οἷον χρῶμα
αισθηταί ποιότητες των σωμάτων, δηλαδή
καὶ χυμὸς καὶ ὀσμὴ καὶ ψόφος͵ καὶ
το χρώμα και ο χυμός και η οσμή και ο
βαρῦ καὶ κοῦφον͵ καὶ θερμὸν καὶ
ήχος και το βάρος, και το ψυχρόν και το
ψυχρόν͵ καὶ σκληρὸν καὶ μαλακόν͵ θερμόν, και το σκληρόν και το μαλακόν;
Ή είναι αδύνατον τούτο; Τω όντι,
ἢ ἀδύνατον. ποιητικὸν γάρ ἐστιν
έκαστον των αισθητών τούτων διεγείρει
ἕκαστον αὐτῶν τῆς αἰσθήσεως (τῷ
την αίσθησιν, και πάντα έλαβον τα οικεία
δύνασθαι γὰρ κινεῖν αὐτὴν λέγεται
ονόματα, διότι δύνανται να θέτωσιν εις
πάντα)͵ ὥστ΄ ἀνάγκη͵ εἰ ἡ δύναμις͵ κίνησιν την αίσθησιν. Ώστε αναγκαίως η
καὶ τὴν αἴσθησιν εἰς ἄπειρα
αίσθησις έπρεπε να διαιρήται επ' άπειρον
και παν μέγεθος 108 να είναι αισθητόν.
διαιρεῖσθαι καὶ πᾶν εἶναι μέ γεθος
αἰσθητόν (ἀδύνατον γὰρ λευκὸν μὲν Διότι αδύνατον να ίδωμεν, ότι
αντικείμενόν τι είναι λευκόν, εάν τούτο
ὁρᾶν͵ μὴ ποσὸν δέ)·
δεν έχη ποσόν τι (διαστάσεις).
Ἀπορήσειε δ΄ ἄν τις͵ εἰ πᾶν σῶμα εἰς

2. Διότι αν άλλως είχε το πράγμα 109, θα
ήτο δυνατόν να υπάρχη σώμα μη έχον
τι σῶμα μηδὲν ἔχον χρῶμα μηδὲ
μήτε χρώμα, μήτε βάρος, μήτε άλλην
βάρος μηδ΄ ἄλλο τι τοιοῦτον πάθος͵
ουδεμίαν τοιαύτην ιδιότητα, επομένως
ὥστ΄ οὐδ΄ αἰσθητὸν ὅλως· ταῦτα γὰρ ουδόλως θα ήτο αισθητόν, διότι αύται αι
τὰ αἰσθητά. τὸ ἄρ΄ αἰσθητὸν ἔσται
ιδιότητες συνιστώσι το αισθητόν και ούτω
συγκείμενον οὐκ ἐξ αἰσθητῶν. ἀλλ΄ το αισθητόν θα συνέκειτο εκ μερών ουχί
αισθητών. Αλλά σώμα αισθητόν
ἀναγκαῖον· οὐ γὰρ δὴ ἔκ γε τῶν
αναγκαίως σύγκειται από αισθητά, διότι
μαθηματικῶν.
βέβαια δεν θα σύγκειται εκ μαθηματικών
(αφηρημένων) στοιχείων.
εἰ γὰρ μὴ οὕτως͵ ἐνδέχοιτ΄ ἂν εἶναί

3. Προσέτι με τί θα κρίνωμεν και θα
γνωσόμεθα; ἢ τῷ νῷ; ἀλλ΄ οὐ νοητά͵ γινώσκωμεν τα αισθητά ταύτα; Άρά γε
διά του νου; Αλλά ταύτα δεν είναι νοητά
οὐδὲ νοεῖ ὁ νοῦς τὰ ἐκτὸς μὴ μετ΄
στοιχεία, και ο νους δεν νοεί τα.

ἔτι τίνι κρινοῦμεν ταῦτα καὶ

αἰσθήσεως.

εξωτερικά πράγματα, εάν μη
συνοδεύωνται υπό αισθήσεως 110.

ἅμα δ΄ εἰ ταῦτ΄ ἔχει οὕτως͵ ἔοικε

4. Αλλά συνάμα ταύτα, εάν έχωσιν ούτως
(αν τα σώματα σύγκεινται εκ μερών μη
αισθητών), φαίνεται ότι συνηγορούσιν
υπέρ των δεχομένων αδιαίρετα μεγέθη 111,
διότι ούτω θα ελύετο το ζήτημα· Αλλά
ταύτα είναι αδύνατα, περί αυτών δε έγινε
λόγος εις τας περί κινήσεως πραγματείας.

μαρτυρεῖν τοῖς τὰ ἄτομα ποιοῦσι
μεγέθη· οὕτω γὰρ ἂν λύοιτο ὁ
λόγος. ἀλλ΄ ἀδύνατα· εἴρηται δὲ
περὶ αὐτῶν ἐν τοῖς λόγοις τοῖς περὶ
κινήσεως.

5. Εκ της λύσεως όμως τούτων θα
γείνη φανερόν και διά τί είναι
δῆλον ἔσται καὶ διὰ τί πεπέρανται
περιωρισμένα τα είδη των χρωμάτων, του
τὰ εἴδη καὶ χρώματος καὶ χυμοῦ καὶ
χυμού, και των φθόγγων και των άλλων
φθόγγων καὶ τῶν ἄλλων αἰσθητῶν. αισθητών. Διότι εις τα σώματα, τα οποία
ὧν μὲν γάρ ἐστιν ἔσχατα͵ ἀνάγκη
έχουσι πέρατα, πρέπει και αι εσωτερικαί
πεπεράνθαι τὰ ἐντός· τὰ δ΄ ἐναντία ιδιότητες να έχωσι πέρατα, άκρα. δε είναι
τα εναντία· και παν ό,τι είναι αισθητόν
ἔσχατα͵ πᾶν δὲ τὸ αἰσθητὸν ἔχει
έχει εναντίωσιν, λ.χ. εις το χρώμα εναντία
ἐναντίωσιν͵ οἷον ἐν χρώματι τὸ
είναι το λευκόν και το μέλαν, εις δε τους
λευκὸν καὶ τὸ μέλαν͵ ἐν χυμῷ γλυκὺ
χυμούς το γλυκύ και το πικρόν· και εις τα
καὶ πικρόν· καὶ ἐν τοῖς ἄλλοις δὴ
άλλα πάντα τα αισθητά έσχατα πέρατα
πᾶσίν ἐστιν ἔσχατα τὰ ἐν αντία.
είναι τα εναντία.
περὶ δὲ τῆς λύσεως αὐτῶν ἅμα

τὸ μὲν οὖν συνεχὲς εἰς ἄπειρα
τέμνεται ἄνισα͵ εἰς δ΄ ἴσα
πεπερασμένα· τὸ δὲ μὴ καθ΄ αὑτὸ
συνεχὲς εἰς πεπερασμένα εἴδη.

6. Παν λοιπόν σώμα συνεχές δύναται
να διαιρήται εις άπειρα μέρη άνισα, εις
πεπερασμένα δε τον αριθμόν μέρη, αν
ταύτα είναι ίσα 112. Το δε σώμα, όπερ δεν
είναι συνεχές καθ' εαυτό, διαιρείται εις
είδη, τα οποία είναι περιωρισμένα.

7. Επειδή λοιπόν πρέπει τα πάθη (αι
λεκτέον͵ ὑπάρχει δὲ συνέχεια ἀεὶ ἐν ιδιότητες) των σωμάτων να θεωρώνται ως
είδη και επειδή η συνέχεια υπάρχει
τούτοις͵ ληπτέον ὅτι τὸ δυνάμει καὶ
πάντοτε εν αυτοίς, πρέπει να διακρίνωμεν
τὸ ἐνεργείᾳ ἕτερον· καὶ διὰ τοῦτο τὸ το δυνάμει από του εν ενεργεία. Καί ούτω
μυριοστημόριον λανθάνει [446a] τῆς το μυριοστόν μέρος ενός κόκκου κέγχρου
κέγχρου ὁρωμένης͵ καίτοι ἡ ὄψις
διαφεύγει την αντίληψιν ημών, καίτοι η
όψις ημών το διήλθε· και προσέτι ο ήχος
ἐπελήλυθεν͵ καὶ ὁ ἐν τῇ διέσει
113
φθόγγος λανθάνει͵ καίτοι συνεχοῦς της διέσεως μας λανθάνει, καίτοι
ακούομεν όλον το μέρος, όπερ είναι
ὄντος ἀκούει τοῦ μέλους παντός· τὸ
συνεχές. Αλλά το μεταξύ διάστημα από
ἐπεὶ οὖν τὰ μὲν πάθη ὡς εἴδη

δὲ διάστημα τὸ τοῦ μεταξὺ πρὸς
τοὺς ἐσχάτους λανθάνει.
ὁμοίως δὲ καὶ ἐν τοῖς ἄλλοις
αἰσθητοῖς τὰ μικρὰ πάμπαν·
δυνάμει γὰρ ὁρατά͵ ἐνεργείᾳ δ΄ οὔ͵
ὅταν μὴ χωρὶς ᾖ· καὶ γὰρ ἐνυπάρχει
δυνάμει ἡ ποδιαία τῇ δίποδι͵
ἐνεργείᾳ δ΄ ἤδη ἀφαιρεθεῖσα.
χωριζόμεναι δ΄ αἱ τηλικαῦται
ὑπεροχαὶ εὐλόγως μὲν ἂν καὶ
διαλύοιντο εἰς τὰ περιέχοντα͵
ὥσπερ καὶ ἀκαριαῖος χυμὸς εἰς τὴν
θάλατταν ἐγχυθείς. οὐ μὴν ἀλλ΄
ἐπειδὴ οὐδ΄ ἡ τῆς αἰσθήσεως
ὑπεροχὴ καθ΄ αὑτὴν αἰσθητὴ οὐδὲ
χωριστή (δυνάμει γὰρ ἐνυπάρχει ἐν
τῇ ἀκριβεστέρᾳ ἡ ὑπεροχή)͵ οὐδὲ τὸ
τηλικοῦτον αἰσθητὸν χωριστὸν
ἔσται ἐνεργείᾳ αἰσθάνεσθαι. ἀλλ΄
ὅμως ἔσται αἰσθητόν· δυνάμει τε
γάρ ἐστιν ἤδη͵ καὶ ἐνεργείᾳ ἔσται

του μέσου προς τα άκρα διαφεύγει την
αντίληψιν ημών.
Ομοίως δε και περί των απείρως σμικρών
μεταξύ άλλων αισθητών, είναι δηλαδή και
ταύτα δυνάμει ορατά, αλλά ουχί εν
ενεργεία και όταν αποχωρισθώσιν· ούτως
η γραμμή ενός ποδός δυνάμει υπάρχει εις
την γραμμήν δύο ποδών, αλλ' εν ενεργεία
υπάρχει μόνον όταν χωρισθή.
Όταν δε χωρίζωνται μεγέθη υπερβολικώς
μικρά, ευνόητον είναι ότι διαλύονται εις
τα σώματα τα περιέχοντα αυτά 114, καθώς
ελάχιστος χυμός χάνεται όταν χυθή εις
την θάλασσαν. Αλλ' όμως, επειδή το
υπερβολικώς μικρόν ποσόν λανθάνει την
αίσθησιν, δεν είναι αισθητόν καθ' εαυτό,
ουδέ όταν είναι χωριστόν, διότι η λίαν
μικρά ποσότης ενυπάρχει εις σώμα
ακριβέστερον αυτής αισθητόν, ούτε
τοιούτον τι αισθητόν δύναται να γείνη
αισθητόν ενεργεία αν είναι χωριστόν, αλλ'
όμως είναι αισθητόν αντικείμενον, διότι
είναι ήδη δυνάμει αισθητόν, και θα γείνη
και ενεργεία όταν προστεθή είς τι.

προσγενόμενον.
8. Είπομεν λοιπόν, ότι μεγέθη τινά και
ιδιότητες σωμάτων διαφεύγουσι την
λανθάνει͵ καὶ διὰ τίν΄ αἰτίαν͵ καὶ
αντίληψιν ημών, και εδείξαμεν διά τίνα
πῶς αἰσθητὰ καὶ πῶς οὔ͵ εἴρηται.
αιτίαν και προσέτι κατά ποίαν σημασίαν
ὅταν δὲ δὴ ἐνυπάρχῃ τούτῳ τοσαῦτα είναι αισθητά και κατά ποίαν ουχί. Όταν
ὥστε καὶ ἐνεργείᾳ αἰ σθητὰ εἶναι͵
όμως ήδη ταύτα υπάρχωσιν ούτω προς
καὶ μὴ μόνον ὅτι ἐν τῷ ὅλῳ ἀλλὰ
εαυτά, ώστε να είναι και ενεργεία
αισθητά, ουχί μόνον εν τω όλω του
καὶ χωρίς͵ πεπερασμένα ἀνάγκη
εἶναι τὸν ἀριθμόν͵ καὶ χρώματα καὶ σώματος, αλλά και όταν είναι χωριστά,
αναγκαίως πρέπει να υπάρχωσι
χυμοὺς καὶ φθόγγους.
περιωρισμένα κατά τον αριθμόν και
χρώματα και χυμοί και ήχοι.
ὅτι μὲν οὖν ἔνια μεγέθη καὶ πάθη

ἀπορήσειε δ΄ ἄν τις͵ ἆρ΄ ἀφικνοῦν

9. Δύναται τις να ερώτηση ακόμη, άρά

γε τα αισθητά αντικείμενα 115 ή αι από
ἀπὸ τῶν αἰσθητῶν (ὁποτέρως ποτὲ των αισθητών προερχόμεναι κινήσεις,
όπως δήποτε και αν γίνηται η αίσθησις
γίγνεται ἡ αἴσθησις)͵ ὅταν
116
, όταν είναι εκείναι εν ενεργεία,
ἐνεργῶσιν͵ εἰς τὸ μέσον πρῶτον͵
φθάνουσιν (επιδρώσιν) εις το διάμεσον
οἷον ἥ τε ὀσμὴ φαίνεται ποιοῦσα καὶ πρώτον, ως φαίνεται ότι συμβαίνει εις την
ὁ ψόφος· πρότερον γὰρ ὁ ἐγγὺς
οσμήν και τον ήχον διότι πρώτος
αἰσθάνεται τῆς ὀσμῆς͵ καὶ ὁ ψόφος αισθάνεται την οσμήν ο ευρισκόμενος
πλησίον, και ο ήχος φθάνει εις το ούς
ὕστερον ἀφικνεῖται τῆς πληγῆς.
τινος μετά τον κτύπον.
ται ἢ τὰ αἰσθητὰ ἢ αἱ κινήσεις αἱ

ἆρ΄ οὖν οὕτω καὶ τὸ ὁρώμενον καὶ τὸ Άρα λοιπόν το αυτό συμβαίνει εις το
ορατόν αντικείμενον και το φως; Καθώς
φῶς͵ καθάπερ καὶ Ἐμπεδοκλῆς
λέγει ο Εμπεδοκλής, το φως του ήλιου
φησιν ἀφικνεῖσθαι πρότερον τὸ ἀπὸ
φθάνει πρώτον εις το μεταξύ στοιχείον
τοῦ ἡλίου φῶς εἰς τὸ μεταξὺ πρὶν
πριν ή φθάση εις την όψιν ημών και επί
πρὸς τὴν ὄψιν ἢ ἐπὶ τὴν γῆν; δόξειε της γης. Τούτο δε φαίνεται μετά λόγου ότι
δ΄ ἂν εὐλόγως τοῦτο συμβαίνειν· τὸ συμβαίνει. Διότι παν ό,τι κινείται, κινείται
γὰρ κινούμενον κινεῖταί ποθέν ποι͵ έκ τινος τόπου προς άλλον, ώστε πρέπει
ὥστ΄ ἀνάγκη εἶναί τινα καὶ χρόνον να παρέλθη εξ ανάγκης χρόνος, καθ' ον
κινείται εκ του ενός εις τον άλλον. Αλλ'' ο
ἐν ᾧ κινεῖται ἐκ θατέρου πρὸς
χρόνος είναι πάντοτε διαιρετός, ώστε
θάτερον· ὁ δὲ [446b] χρόνος πᾶς
υπάρχει χρόνος καθ' ον η ακτίς του ηλίου
διαιρετός͵ ὥστε ἦν ὅτε οὔ πω ἑωρᾶτο δεν βλέπεται από ημάς ακόμη, αλλά
φέρεται έτι εις το μεταξύ 117.
ἀλλ΄ ἔτ΄ ἐφέρετο ἡ ἀκτὶς ἐν τῷ
μεταξύ.
10. Αλλά και εάν παν πράγμα συγχρόνως
ακούη και έχη ακούσει, και αν γενικώς το
ἀκήκοε͵ καὶ ὅλως αἰσθάνεται καὶ
παρόν αίσθημα συνενούται με το
ᾔσθηται͵ καὶ μή ἐστι γένεσις αὐτῶν͵
πρότερον αυτού και δεν υπάρχη γένεσις
ἀλλ΄ εἰσὶν ἄνευ τοῦ γίγνεσθαι͵ ὅμως αυτών διαδοχική 118, αλλ' όμως δεν
οὐδὲν ἧττον͵ ὥσπερ ὁ ψόφος ἤδη
έχουσι την πορείαν ταύτην ούτως, όπως
γεγενημένης τῆς πληγῆς οὔ πω
και ο ήχος όστις, αφού ήδη έγεινε ο
κτύπος, δεν έφθασεν ακόμη εις την
πρὸς τῇ ἀκοῇδηλοῖ δὲ τοῦτο καὶ ἡ
ακοήν. Δεικνύει δε τούτο και ο
τῶν γραμμάτων μετασχημά τισις͵
μετασχηματισμός των γραμμάτων εν τη
ὡς γιγνομένης τῆς φορᾶς ἐν τῷ
γλώσση, διότι η κίνησις αυτών συμβαίνει
μεταξύ· οὐ γὰρ τὸ λεχθὲν φαίνονται εις το μεταξύ. Τω οντι οι ακούοντες
ἀκηκοότες διὰ τὸ
φαίνονται ότι δεν ήκουσαν καλώς τα
μετασχηματίζεσθαι φερόμενον τὸν λεχθέντα, διότι ο αήρ κινούμενος
μεταβάλλεται.
ἀέρα
καὶ εἰ καὶ ἅπαν ἅμα ἀκούει καὶ

ἆρ΄ οὖν οὕτω καὶ τὸ χρῶμα καὶ τὸ
φῶς; οὐ γὰρ δὴ τῷ πως ἔχειν τὸ μὲν
ὁρᾷ τὸ δ΄ ὁρᾶται͵ ὥσπερ ἴσα ἐστίν·
οὐθὲν γὰρ ἂν ἔδει που ἑκάτερον
εἶναι· τοῖς γὰρ ἴσοις γιγνομένοις
οὐδὲν διαφέρει ἢ ἐγγὺς ἢ πόρρω
ἀλλήλων εἶναι.

11. Ούτω λοιπόν συμβαίνει και εις το
χρώμα και το φως 119; Βέβαια ουχί διά
προσδιωρισμένην τινά θέσιν η μεν όψις
δρα, το δε αντικείμενον οραται, ως να
είναι ίσα πράγματα. Διότι τότε δεν ήθελεν
είναι ανάγκη να είναι και το εν και το
άλλο εις ωρισμένον μέρος· διότι εις τα
πράγματα τα γενόμενα ίσα είναι
αδιάφορον αν είναι πλησίον ή μακράν
αλλήλων.

Ή ορθώς λέγεται ότι τούτο (η
διαδοχική μετάδοσις) συμβαίνει ως προς
τοῦτο συμβαίνειν εὔλογον· ὥσπερ
τον ήχον και την οσμήν. Διότι όπως ο αήρ
γὰρ ὁ ἀὴρ καὶ τὸ ὕδωρ͵ συνεχῆ μέν͵
και το ύδωρ, είναι και εκείνα συνεχή, αλλ'
μεμέρισται δ΄ ἀμφοτέρων ἡ κίνησις. όμως η κίνησις και των δύο είναι μεριστή.
διὸ καὶ ἔστι μὲν ὡς τὸ αὐτὸ ἀκούει ὁ Διά τούτο και αφ' ενός μεν είναι δυνατόν
πρῶτος καὶ ὁ ὕστερος καὶ
το αυτό πράγμα να ακούη και να
ὀσφραίνεται͵ ἔστι δ΄ ὡς οὔ. δοκεῖ δέ οσφραίνηται και ο εγγύτατος και ο
και αφ' ετέρου δεν είναι
τισιν εἶναι ἀπορία καὶ περὶ τούτων· απώτατος,
120
δυνατόν . Τινές δε νομίζουσιν ότι
ἀδύνατον γάρ φασί τινες ἄλλον
υπάρχει δυσκολία και περί τούτου,
ἄλλῳ τὸ αὐτὸ ἀκούειν καὶ ὁρᾶν καὶ δηλαδή λέγουσιν ότι είναι αδύνατον
ὀσφραίνεσθαι· οὐ γὰρ οἷόν τ΄ εἶναι
άλλος τις να ακούη ή να ορα και να
πολλοὺς καὶ χωρὶς ὄντας ἓν ἀκούειν οσφραίνηται το αυτό πράγμα όπως εις
άλλος· διότι δεν είναι δυνατόν πολλοί να
καὶ ὀσφραίνεσθαι· τὸ γὰρ ἓν χωρὶς
ακούωσι και να οσφραίνωνται ομοίως,
ἂν αὐτὸ αὑτοῦ εἶναι.
όταν είναι χωριστοί, διότι άλλως το
πράγμα, όπερ είναι εν, θα ήτο αυτό
χωριστόν εαυτού 121.
ἢ περὶ μὲν τὸν ψόφον καὶ τὴν ὀσμὴν

Ή δυνάμεθα να είπωμεν, ότι πάντες
τῆς κώδωνος ἢ λιβανωτοῦ ἢ πυρός͵ αισθάνονται το πρώτον κινήσαν την
αίσθησιν λ. χ. τον κώδωνα ή τον
τοῦ αὐτοῦ καὶ ἑνὸς ἀριθμῷ
λιβανωτόν ή το πύρ ως το αυτό και εν
αἰσθάνονται πάντες͵ τοῦ δὲ δὴ ἰδίου κατά τον αριθμόν, αλλά κατά τας
ἑτέρου ἀριθμῷ͵ εἴδει δὲ τοῦ αὐτοῦ͵
ιδιότητας αυτού έκαστος, το αισθάνεται
διὸ ἅμα πολλοὶ ὁρῶσι καὶ ὀσμῶνται ως άλλο αριθμητικώς 122, το αυτό δε κατ'
καὶ ἀκούουσιν; ἔστι δ΄ οὔτε σώματα είδος. Διά τούτο πολλοί συγχρόνως ορώσι
το αυτό και ακούουσι και οσφραίνονται.
ταῦτα͵ ἀλλὰ πάθος καὶ κίνησίς τις
Ταύτα όμως (ήχος, οσμή) δεν είναι
(οὐ γὰρ ἂν τοῦτο συνέβαινεν)͵ οὔτ΄
σώματα, αλλά πάθος και κίνησίς της,
ἄνευ σώματος.
διότι άλλως δεν θα παρήγετο το
ἢ τοῦ μὲν κινήσαντος πρώτου͵ οἷον

φαινόμενον τούτο, αλλά δεν είναι και
χωρίς σώματος.
14. Άλλως όμως συμβαίνει εις το φως·
επειδή είναι ουσία
ἐνεῖναι γάρ τι τὸ φῶς ἐστιν͵ ἀλλ΄ οὐ διότι το φως υπάρχει, 123
τις, αλλ' ουχί κίνησις . Εν γένει δε ουδέ
κίνησίς τις. ὅλως δὲ οὐδὲ ὁμοίως ἐπί
η μεταβολή είναι ομοία με την κατά
τε ἀλλοιώσεως ἔχει καὶ φορᾶς· αἱ
τόπον κίνησιν, διότι αι τοπικαί κινήσεις
μὲν γὰρ φοραὶ εὐλόγως εἰς τὸ
ορθώς λέγεται ότι κατά πρώτον
μεταξὺ πρῶτον ἀφικνοῦνται (δοκεῖ φθάνουσιν εις το μεσολαβούν σώμα· ο
ήχος π. χ. φαίνεται ότι είναι κίνησις
δ΄ ὁ ψόφος εἶναι φερομένου [447a]
πράγματος, όπερ μετατοπίζεται. Αλλά δεν
τινὸς κίνησις)͵ ὅσα δ΄ ἀλλοιοῦται͵
συμβαίνει ομοίως και εις όσα
οὐκέτι ὁμοίως· ἐνδέχεται γὰρ
μεταβάλλονται· διότι δύνανται να
ἀθρόον ἀλλοιοῦσθαι͵ καὶ μὴ τὸ
μεταβάλλωνται έκαστον ολόκληρον 124
ἥμισυ πρότερον͵ οἷον τὸ ὕδωρ ἅμα
και ουχί πρώτον κατά το ήμισυ, ως το
ύδωρ λ. χ. όπερ δύναται να πήγνυται
πᾶν πήγνυσθαι.
συγχρόνως όλον.
περὶ δὲ τοῦ φωτὸς ἄλλος λόγος· τῷ

Αλλ' όμως, αν το θερμαινόμενον ή
πηγνυόμενον είναι πολύ, δύναται να
θερμαινόμενον ἢ πηγνύμενον͵ τὸ
μεταβάλληται και να πάσχη εν μέρος υπό
ἐχόμενον ὑπὸ τοῦ ἐχομένου πάσχει͵
του μέρους του συνεχόμενου με αυτό, το
τὸ δὲ πρῶτον ὑπ΄ αὐτοῦ τοῦ
πρώτον δε μέρος μόνον να μεταβάλληται
ἀλλοιοῦντος μεταβάλλει καὶ
υπό αυτού του προξενούντος την
ἀνάγκη ἅμα ἀλλοιοῦσθαι καὶ
αλλοίωσιν σώματος. Και ούτω δεν είναι
ανάγκη το αλλοιούμενον να αλλοιούται
ἀθρόον. ἦν δ΄ ἂν καὶ τὸ γεύεσθαι
Θα ησθανόμεθα δε την
ὥσπερ ἡ ὀσμή͵ εἰ ἐν ὑγρῷ ἦμεν καὶ συγχρόνως όλον.
125
γεύσιν χυμού ως αιίσθανόμεθα οσμήν,
πορρωτέρωθεν πρὶν θιγεῖν αὐτοῦ
εάν εζώμεν εντός υγρού στοιχείου και
ᾐσθανόμεθα.
ησθανόμεθα οσμάς μακρότερον, πριν ή
θίξωμεν αυτό το σώμα.

οὐ μὴν ἀλλ΄ ἂν ᾖ πολὺ τὸ

15. Ευλόγως λοιπόν αι αισθήσεις αι
γινόμεναι διά μεσολαβούντος σώματος,
αἰσθητηρίου͵ οὐχ ἅμα πάντα
δεν αισθάνονται συγχρόνως (τα αισθητά
πάσχει͵ πλὴν ἐπὶ τοῦ φωτὸς διὰ τὸ
αντικείμενα), πλην του φωτός, ένεκα των
εἰρημένον͵ διὰ τὸ αὐτὸ δὲ καὶ ἐπὶ τοῦ ειρημένων λόγων. Διά την αυτήν αιτίαν
ὁρᾶν· τὸ γὰρ φῶς ποιεῖ τὸ ὁρᾶν.
εξαιρείται και η όρασις, διότι το φως είναι
το ποιούν αυτήν αίτιον.
εὐλόγως δὴ ὧν ἐστι μεταξὺ τοῦ

(108) Οσονδήποτε μικρόν και αν είναι.
(109) Εαν δεν δεχθώμεν ότι παν μέγεθος πρέπει να είναι αισθητόν.
(110) Ο νούς voεί τα εξωτερικά μόνον διά των εικόvωv, ας η φαντασία σχηματίζει εκ της αισθήσεως.
(111) Οποίοι ήσαν οι ατομολόγοι Λεύκιππος και Δημόκριτος.
(112) Εάν σώματός τινος αφαιρεθεί το δέκατον και του υπολοίπου πάλιν το δέκατον και ούτω καθεξής, ο αριθμός
των μερών του εμπορεί να είναι άπειρος. Εάv όμως αφαιρεθώσιν ίσα πάντοτε μέρη, το σώμα ταχέςς εξαντλείται
εις δύο φοράς εάv λαμβάνωνται ημίση, εις τρεις φοράς αν λαμβάνωνται τρίτα κλπ. Και τα μεγέθη πάντα είναι
απείρως διαιρετά, πας δε αριθμός δύναται να αυξάνηται απειράκις. Αλλ' η απειρία αύτη των μεγεθών εivαι μόνον
δυνάμει. Το απείρως ελάχιστον μόριον μόνον νοερώς υπάρχει.
(113) Η δίεσις ήτο το 1)4 εvός τόνου.
(114) Toπικώς.
(115) Κατά την Δημοκρίτειον θεωρίαν των απορροιών.
(116) Εξ οιουδήποτε αντικειμένου.
(117) Τα φως πολλών αστέρων φθάνει εις ημάς μετά πολλά έτη.
(118) Και αν έτι εις την αίσθησιν δεν υπάρχη διαδοχή αντιληπτή, υπάρχει πάντοτε εν αυτώ τω φαινομένω, ως
δεικvύει ο ήχος, όστις δεν φθάνει εις την ακοήν ειμή μετά χρόνον.
(119) Το φως δηλ. και το χρώμα μεταδίδονται διαδοχικώς ή μας έρχονται διά μιας;
(120) Αντίφασις, ήτις λύεται εν τέλει της παραγράφου ταύτης.
(121) Διά να είναι αισθητόν υπό πολλών αντί ενός μόνου.
(122) Αύτη είναι η λύσις της αντιφάσεως.
(123) Το φως, ώρισεν ο Αριστοτέλης: (Περί ψυχής II VII) ενέργεια του διαφανούς, διαφανές δε το ειδικόν
διάμεσον του φωτός, όπερ δεν είναι κίνησις τοπική, αλλά πάντως κίνησις αλλοιώσεως.
(124) Αύτη είναι η γνώμη του Αριστοτέλους, όστις κατ' αρχήν δεν παραδέχεται ότι το φως του ηλίου απαιτεί
χρόνον τινά ίνα φθάση εις την γην. Αλλά την γνώμην ταύτην περιορίζει είτα λέγων, ότι τα αλλοιούμενα δύνανται
κατά μικρόν να αλλοιούνται και ουχί εv τω άμα, και το φώς φθάνει βαθμηδόν από του ηλίου εις ημάς.
(125) Υγρόν τι δύναται να αλλοιούται υπό χυμού, και μάζα ύδατος αλλοιούται βαθμηδόν από μέρους εις μέρος
υπό του πυρός ή του ψύχους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.
Δύναταί τις να αισθάνηται πολλά συγχρόνως; Μίξις κινήσεων. Μίξις πραγμάτων.
Αδύνατος η σύγχρονος αίσθησις δύο πραγμάτων ομοειδών ή ετεροειδών. Περί
συμφωνίας ήχων. Αισθανόμεθα, τα πράγματα εν τη ολότητι αυτών και ουδέν
λανθάνει τας αισθήσεις ημών. Η ψυχή, μία ούσα, αντιλαμβάνεται διαδοχικώς
πάντα, αλλά ουχί το αδιαίρετον.
1. Υπάρχει δε και άλλη απορία ως
προς την αίσθησιν, η εξής: Άραγε είναι
περὶ τὰς αἰσθήσεις͵ πότερον
δυνατόν δύο πράγματα να αισθανώμεθα
ἐνδέχεται δυεῖν ἅμα αἰσθάνεσθαι ἐν
ομού εις την αυτήν και αδιαίρετον
τῷ αὐτῷ καὶ ἀτόμῳ χρόνῳ͵ ἢ οὔ. εἰ
στιγμήν χρόνου ή όχι, εάν είναι αληθές
δὴ ἀεὶ ἡ μείζων κίνησις τὴν ἐλάττω ότι πάντοτε η μεγαλειτέρα κίνησις
ἐκκρούειδιὸ ὑποφερομένων ὑπὸ τὰ αφανίζει την μικροτέραν 126; Διά τούτο
όταν τίθεται τι υπό τα όμματα, δεν
ὄμματα οὐκ αἰσθάνονται͵ ἐὰν
αισθάνονται αυτό οι άνθρωποι, αν τύχη
τύχωσι σφόδρα τι ἐννοῦντες ἢ
να συλλογίζονται τι βαθέως ή να
φοβούμενοι ἢ ἀκούοντες πολὺν
φοβώνται ή να ακούωσι μέγαν ήχον.
ψόφοντοῦτο δὴ ὑποκείσθω͵ καὶ ὅτι
Τούτο λοιπόν έστω ομολογούμενον, και
ἑκάστου μᾶλλον ἔστιν αἰσθάνεσθαι ακόμη, ότι έκαστον πράγμα δυνάμεθα να
αισθανώμεθα ευκολώτερον, όταν είναι
ἁπλοῦ ὄντος ἢ κεκραμένου͵ οἷον
απλούν, παρά όταν είναι μεμιγμένον με
οἴνου ἀκράτου ἢ κεκραμένου͵ καὶ
άλλα, λ. χ. τον οίνον, όταν είναι άκρατος
μέλιτος͵ καὶ χρόας͵ καὶ τῆς νήτης
παρά κεκραμένος, και το μέλι και το
μόνης ἢ ἐν τῇ διὰ πασῶν͵ διὰ τὸ
χρώμα, και την νήτην όταν είναι μόνη
ἀφανίζειν ἄλληλα.
παρά όταν είναι μεμιγμένη μέ την διά
πασών, διότι τα αισθήματα
επισκοτίζουσιν άλληλα εν τω μίγματι.
Ἔστι δ΄ ἀπορία καὶ ἄλλη τις τοιάδε

Και τούτο συμβαίνει εις τα πράγματα εκ
των οποίων γίνεται έν τι 127. Εάν λοιπόν η
εἰ δὴ ἡ μείζων τὴν ἐλάττω κίνησιν
μεγαλειτέρα κίνησις αφανίζη την
ἐκκρούει͵ ἀνάγκη͵ ἂν ἅμα ὦσι͵ καὶ
μικροτέραν, αναγκαίως, όταν είναι
αὐτὴν ἧττον αἰσθητὴν εἶναι ἢ εἰ
σύγχρονοι, και αυτή η μεγαλειτέρα θα
μόνη ἦν· ἀφαιρεῖται γάρ τι ἡ
είναι ολιγώτερον επαισθητή παρά εάν ήτο
ἐλάττων μειγνυμένη͵ εἴπερ ἅπαντα μόνη. Διότι η μικροτέρα αναμιγνυομένη
τὰ ἁπλᾶ μᾶλλον αἰσθητά ἐστιν. ἐὰν αφαιρεί μέρος (της δυνάμεως) της
μεγαλειτέρας, αν αληθεύη ότι όλα τα
ἄρα ἴσαι ὦσιν ἕτεραι οὖσαι͵
πράγματα, όταν είναι απλά, είναι
οὐδετέρας ἔσται αἴσθησις· ἀφανιεῖ
περισσότερον αισθητά. Εάν δε αι κινήσεις
γὰρ ἡ ἑτέρα ὁμοίως τὴν ἑτέραν͵
είναι μεν ίσαι αλλά διάφοροι, δεν θα γείνη
ἁπλῆς δ΄ οὐκ ἔστιν αἰσθάνεσθαι.
τοῦτο δὲ ποιεῖ ἐξ ὧν ἕν τι γίγνεται.

αισθητή ούτε η μία ούτε η άλλη, διότι η
ἄλλη ἐξ ἀμφοῖν· ὅπερ καὶ γίγνεσθαι μία θα αφανίζη εξ ίσου την άλλην. Αλλά
βεβαίως δεν δυνάμεθα να αισθανώμεθα
δοκεῖ ἐπὶ τῶν κεραννυμένων ἐν ᾧ
αίσθησιν απλήν. Ώστε ή ουδεμία τότε θα
ἂν μειχθῶσιν.
υπάρχη αίσθησις, ή θα υπάρχη άλλη
διάφορος αποτελουμένη εκ των δύο. Και
τούτο φαίνεται ότι συμβαίνει εις τα
αναμιγνυόμενα εφ' όσον είναι μεμιγμένα.
ὥστε ἢ οὐδεμία ἔσται αἴσθησις͵ ἢ

128
ἐπεὶ οὖν ἐκ μὲν ἐνίων γίγνεταί τι͵ ἐκ 2. Επειδή λοιπόν έκ τινων μεν
δ΄ ἐνίων οὐ γίγνεται͵ τοιαῦτα δὲ τὰ ενουμένων γίνεταί τι, εξ άλλων όμως δεν
γίνεται, τα τελευταία είναι τα ανήκοντα
ὑφ΄ ἑτέραν αἴσθησιν (μείγνυνται
εις αισθήσεις διαφόρους· (διότι
γὰρ [447b] ὧν τὰ ἔσχατα ἐναντία·
μιγνύονται) μόνον τα πράγματα, των
οὐκ ἔστι δ΄ ἐκ λευκοῦ καὶ ὀξέος ἓν
οποίων τα άκρα είναι εναντία 129.
γίγνεσθαι ἀλλ΄ ἢ κατὰ συμβεβηκός͵ Αδύνατον δε εκ λευκού (χρώματος) και
οξέος (ήχου) να γείνη μία ενότης, ει μη
ἀλλ΄ οὐχ ὡς ἐξ ὀξέος καὶ βαρέος
κατά συμβεβηκός (εμμέσως)· αλλά τότε η
συμφωνία)͵ οὐκ ἄρα οὐδ΄
τοιαύτη ενότης δεν θα είναι όπως η
αἰσθάνεσθαι ἐνδέχεται αὐτῶν ἅμα.
αρμονία η αποτελούμενη εκ του οξέος και
ἴσαι μὲν γὰρ οὖσαι αἱ κινήσεις
του βαρέος. Άρα ούτε είναι δυνατόν να
ἀφανιοῦσιν ἀλλήλας͵ ἐπεὶ μία οὐ
αισθανώμεθα συγχρόνως τας ποιότητας
ταύτας. Διότι, αν αι κινήσεις αυτών είναι
γίγνεται ἐξ αὐτῶν· ἂν δ΄ ἄνισοι͵ ἡ
ίσαι, αφανίζουσιν η μία την άλλην, αφού
κρείττων αἴσθησιν ἐμποιήσει.
εξ αυτών δεν αποτελείται μία μόνη. Εάν
δε είναι άνισοι, μόνον η ισχυροτέρα
αυτών θα προξενήση αίσθησιν.

3. Διότι η ψυχή ήθελεν αισθανθή μάλλον
δύο πράγματα συγχρόνως δι' ενός μόνου
ψυχὴ τῇ μιᾷ αἰσθήσει ὧν μία
αισθήματος, όταν είναι αισθητά υπό μιας
αἴσθησις͵ οἷον ὀξέος καὶ βαρέος
μόνης αισθήσεως, λ. χ. το βαρύ και το
(μᾶλλον γὰρ ἅμα ἡ κίνησις τῇ μιᾶς οξύ, διότι η κίνηοις της μιας μόνης
αὐτὴ ἑαυτῇ ἢ τοῖν δυοῖν͵ οἷον ὄψεως αισθήσεως θα εγίνετο συγχρόνως
καὶ ἀκοῆς)͵ τῇ μιᾷ δὲ ἅμα δυοῖν οὐκ ευκολώτερον της των δύο διαφόρων, λ. χ.
130
ἔστιν αἰσθάνεσθαι ἂν μὴ μειχθῇ (τὸ της όψεως και της ακοής . Να
γὰρ μεῖγμα ἓν βούλεται εἶναι͵ τοῦ δ΄ αισθανώμεθα δε δύο πράγματα
συγχρόνως διά μιας αισθήσεως είvαι
ἑνὸς μία αἴσθησις͵ ἡ δὲ μία ἅμα
αδύνατον, εκτός εάν ταύτα αναμιχθώσι
131
αὑτῇ)͵ ὥστ΄ ἐξ ἀνάγκης τῶν
, διότι το μίγμα τείνει πάντοτε εις έν
μεμειγμένων ἅμα αἰσθάνεται͵ ὅτι
(την ενότητα), και του ενός πράγματος
δεν υπάρχει παρά μία αίσθησις. Η δε μία
μιᾷ αἰσθήσει κατ΄ ἐνέργειαν
αἰσθάνεται· ἑνὸς μὲν γὰρ ἀριθμῷ ἡ αίσθησις είναι μία χρονολογική μονάς.
ἔτι μᾶλλον ἅμα δυοῖν αἴσθοιτ΄ ἂν ἡ

Ώστε εξ ανάγκης η ψυχή αισθάνεται
συγχρόνως 132 τα μεμιγμένα πράγματα,
δύναμιν μία· καὶ εἰ μία τοίνυν ἡ
διότι αισθάνεται διά μιας κατ' ενέργειαν
αἴσθησις ἡ κατ΄ ἐνέργειαν͵ ἓν ἐκεῖνα
αισθήσεως. Τω όντι, το πράγμα όταν είναι
ἐρεῖ.
αριθμητικώς εν, το αισθάνεται μία μόνη
κατ' ενέργειαν αίσθησις, το δε κατ' είδος
έν αισθάνεται η μία κατά δύναμιν
αίσθησις 133. Και λοιπόν αν η αίσθησις
είναι ενεργεία μία μόνη, η ψυχή θα
υπολάβη ότι το αισθητόν είναι εν.
κατ΄ ἐνέργειαν μία͵ εἴδει δὲ ἡ κατὰ

Κατ' ανάγκην άρα πρέπει να είναι
μεμιγμένα τα αισθήματα. Όταν όμως δεν
ἄρα μὴ ᾖ μεμειγμένα͵ δύο ἔσονται
είναι μεμιγμένα, θα είναι δύο τα κατ'
αἰσθήσεις αἱ κατ΄ ἐνέργειαν. ἀλλὰ
ενέργειαν αισθήματα. Αλλά σχετικώς
κατὰ μίαν δύναμιν καὶ ἄτομον
προς την μίαν δύναμιν και την αδιαίρετον
χρόνον μίαν ἀνάγκη εἶναι τὴν
στιγμήν χρόνου, αναγκαίως η ενέργεια
ἐνέργειαν· μιᾶς γὰρ ἡ εἰσάπαξ μία
πρέπει να είναι μία. Διότι η χρήσις και η
χρῆσις καὶ κίνησις͵ μία δὲ ἡ δύναμις. κίνησις μιας μόνης αισθήσεως εν μιά
στιγμή είναι μία, όπως μία μόνη υπάρχει
δύναμις αυτής.
μεμεῖχθαι ἄρα ἀνάγκη αὐτά. ὅταν

Δεν είναι άρα δυνατόν να
αἰσθάνεσθαι τῇ μιᾷ αἰσθήσει. ἀλλὰ αισθανώμεθα δύο τινά συγχρόνως διά
μιας μόνης αισθήσεως. Αλλά προσέτι, εάν
μὴν εἰ τὰ ὑπὸ τὴν αὐτὴν αἴσθησιν
δύο πράγματα υποπίπτοντα υπό την αυτήν
ἅμα ἀδύνατον͵ ἐὰν ᾗ δύο͵ δῆλον ὅτι αίσθησιν είναι αδύνατον να αισθανώμεθα
ἧττον ἔτι τὰ κατὰ δύο αἰσθήσεις
συγχρόνως, φανερόν είναι ότι πολύ
ἐνδέχεται ἅμα αἰσθάνεσθαι͵ οἷον
ολιγώτερον δυνάμεθα να αισθανώμεθα
λευκὸν καὶ γλυκύ. φαίνεται γὰρ τὸ δύο πράγματα ανήκοντα εις δύο
διαφόρους αισθήσεις, λ. χ. το λευκόν
μὲν τῷ ἀριθμῷ ἓν ἡ ψυχὴ οὐδενὶ
(χρώμα) και τον γλυκύν (χυμόν) 134. Διότι
ἑτέρῳ λέγειν ἀλλ΄ ἢ τῷ ἅμα͵ τὸ δὲ
φαίνεται ότι η ψυχή αντιλαμβάνεται το
τῷ εἴδει ἓν τῇ κρινούσῃ αἰσθήσει καὶ αριθμητικώς εν, διότι το αισθάνεται εις
τῷ τρόπῳ.
τον αυτόν χρόνον, αλλά το εν κατά το
είδος 135 αντιλαμβάνεται δια της
διακρινούσης αυτό αισθήσεως 136 και διά
του τρόπου (της ενεργείας) τούτου 137 ·
οὐκ ἄρα ἐνδέχεται δυοῖν ἅμα

λέγω δὲ τοῦτο͵ ὅτι ἴσως τὸ λευκὸν
καὶ τὸ μέλαν͵ ἕτερον τῷ εἴδει ὄν͵ ἡ
αὐτὴ κρίνει͵ καὶ τὸ γλυκὺ καὶ τὸ

λέγω π. χ. ότι η αυτή αίσθησις κρίνει το
λευκόν και το μέλαν, καίτοι διάφορα όντα
κατά το είδος 138, η αυτή δε πάλιν και το
γλυκύ και το πικρόν, αλλά διάφορος εις

139
πικρὸν ἡ αὐτὴ μὲν ἑαυτῇ͵ ἐκείνης δ΄ τας δύο περιπτώσεις . Καί άλλως μεν
κρίνει έκαστον των εναντίων 140, εκάστη
ἄλλη͵ ἀλλ΄ ἑτέρως ἑκάτερον τῶν
δε των αισθήσεων, ενώ αντιλαμβάνεται
ἐναντίων͵ ὡς δ΄ αὔτως ἑαυταῖς τὰ
ομοίως τα αντίστοιχα ζεύγη 141 π.χ. όπως
σύστοιχα͵ οἷον ὡς ἡ γεῦσις τὸ
η γεύσις το γλυκύ, ούτως η όψις το
γλυκύ͵ οὕτως ἡ ὄψις τὸ λευκόν͵
λευκόν, και όπως αύτη το μέλαν, ούτως
[448a] ὡς δ΄ αὕτη τὸ μέλαν͵ οὕτως
εκείνη το πικρόν αντιλαμβάνεται.

ἐκείνη τὸ πικρόν.
4. Προσέτι εάν αι εν τη αισθήσει
κινήσεις των εναντίων είναι εναντίαι προς
ἐναντίαι͵ ἅμα δὲ τὰ ἐναντία ἐν τῷ
αλλήλας και εάν τα εναντία δεν δύνανται
αὐτῷ καὶ ἀτόμῳ οὐκ ἐνδέχεται
να υπάρχωσι συγχρόνως εις εν και το
ὑπάρχειν͵ ὑπὸ δὲ τὴν αἴ σθησιν τὴν αυτό άτομον, τότε όπου τα εναντία
μίαν ἐναντία ἐστίν͵ οἷον γλυκὺ
ανήκουσιν εις μίαν αίσθησιν, λ. χ. το
πικρῷ͵ τούτων οὐκ ἂν ἐνδέχοιτο
γλυκύ και το πικρόν, αδύνατον είναι να
142
αἰσθάνεσθαι ἅμα. ὁμοίως δὲ δῆλον αισθανώμεθα ταύτα συγχρόνως .
Ομοίως είναι φανερόν, ότι ουδέ τα μη
ὅτι οὐδὲ τὰ μὴ ἐναντία· τὰ μὲν γὰρ
εναντία 143 δυνάμεθα να αισθανώμεθα
τοῦ λευκοῦ τὰ δὲ τοῦ μέλανός ἐστιν͵
συγχρόνως, διότι εκ των χρωμάτων τα
καὶ ἐν τοῖς ἄλλοις ὁμοίως͵ οἷον τῶν μεν μετέχουσι του λευκού τα δε του
χυμῶν οἱ μὲν τοῦ γλυκέος οἱ δὲ τοῦ μέλανος 144. Ομοίως δε και περί των
άλλων αισθημάτων, λ.χ. εκ των χυμών, οι
πικροῦ.
μεν ανήκουσιν εις το γλυκύ, οι δε εις το
πικρόν.
ἔτι εἰ αἱ τῶν ἐναντίων κινήσεις

οὐδὲ τὰ μεμειγμένα ἅμα (λόγοι γάρ Ούτε πάλιν τα μεμιγμένα πράγματα
δυνάμεθα συγχρόνως να αισθανώμεθα,
εἰσιν ἀντικειμένων͵ οἷον τὸ διὰ
διότι αι αναλογίαι αυτών έχουσι
πασῶν καὶ τὸ διὰ πέντε)͵ ἐὰν μὴ ὡς
αναφοράν εναντίων, λ. χ. το διά πασών
ἓν αἰσθάνηται. οὕτως δ΄ εἷς ὁ λόγος και το διά πέντε, εκτός εάν τις αισθάνηται
ὁ τῶν ἄκρων γίγνεται· ἄλλως δ΄ οὔ͵ αυτά ως εν 145. Καί ούτω μόνον 146, ουχί
ἔσται γὰρ ἅμα ὁ μὲν πολλοῦ πρὸς
δε άλλως, υπάρχει μία μόνη αναλογία
ὀλίγον ἢ περιττοῦ πρὸς ἄρτιον͵ ὁ δ΄ άκρων. Διότι θα υπάρχη συγχρόνως λόγος
του πολλού προς το ολίγον ή του περιττού
ὀλίγου πρὸς πολὺ ἢ ἀρτίου πρὸς
προς το άρτιον, και λόγος του ολίγου
περιττόν.
προς το πολύ ή του αρτίου προς το
περιττόν.
εἰ οὖν πλεῖον ἔτι ἀπέχει ἀλλήλων
καὶ διαφέρει τὰ συστοίχως μὲν
λεγόμενα ἐν ἄλλῳ δὲ γένει τῶν ἐν

Εάν λοιπόν τα λεγόμενα σύστοιχα 147
αλλά όντα γένους διαφόρου απέχωσι και
διαφέρωσι μεταξύ των πολύ
περισσότερον παρά τα του αυτού γένους,

λέγω π. χ. το γλυκύ και το λευκόν, τα
οποία καλώ σύστοιχα, αλλά είναι διάφορα
γλυκὺ καὶ τὸ λευκὸν καλῶ
κατά το γένος, και το μεν γλυκύ διαφέρει
σύστοιχα͵ γένει δ΄ ἕτερα͵ τὸ γλυκὺ
από το μέλαν κατά το είδος πολύ
δὲ τοῦ λευκοῦ πλεῖον ἔτι τῷ εἴδει
περισσότερον παρά το λευκόν, πολύ
διαφέρει ἢ τὸ μέλαν)͵ ἔτι ἂν ἧττον
ολιγώτερον είναι δυνατόν να
ἅμα ἐνδέχοιτο αὐτὰ αἰσθάνεσθαι ἢ αισθανώμεθα συγχρόνως ταύτα παρά τα
τὰ τῷ γένει ταὐτά. ὥστ΄ εἰ μὴ ταῦτα͵ του αυτού γένους. Ώστε εάν ταύτα (του
αυτού γένους δεν είναι συγχρόνως
οὐδ΄ ἐκεῖνα.
αισθητά), άρα ουδέ εκείνα (τα
ετερογενή).

τῷ αὐτῷ γένει (λέγω δ΄ οἷον τὸ

5. Εκείνο δε όπερ λέγουσί τινες των
γραψάντων περί συμφωνίας των ήχων, ότι
συμφωνίας͵ ὅτι οὐχ ἅμα μὲν
οι ήχοι δεν φθάνουσι συγχρόνως εις το
ἀφικνοῦνται οἱ ψόφοι͵ φαίνονται δέ͵
ους, αλλά μόνον φαίνονται ότι φθάνουσι,
καὶ λανθάνει͵ ὅταν ὁ χρόνος ᾖ
και ότι απατώμεθα διότι είναι
ἀναίσθητος͵ πότερον ὀρθῶς λέγεται ανεπαίσθητος ο χρόνος (ο χωρίζων
ἢ οὔ; τάχα γὰρ ἂν φαίη τις καὶ νῦν
έκαστον) ήχον, άρά γε λέγεται ορθώς ή
όχι; Ίσως δύναται τις να είπη, ότι και
παρὰ τοῦτο δοκεῖν ἅμα ὁρᾶν καὶ
ενταύθα νομίζομεν ότι βλέπομεν και
ἀκούειν͵ ὅτι οἱ μεταξὺ χρόνοι
ακούομεν συγχρόνως 148, διότι μας
λανθάνουσιν.
διαφεύγουσιν οι χρόνοι οι μεταξύ.
ὃ δὲ λέγουσί τινες τῶν περὶ τὰς

Αλλά τούτο δεν είναι αληθές, ούτε είναι
δυνατόν να υπάρχη χρόνος μη αισθητός ή
χρόνον εἶναι ἀναίσθητον οὐδένα
όστις μας διαφεύγει, αλλά δυνάμεθα να
οὐδὲ λανθάνειν͵ ἀλλὰ παντὸς
αισθανώμεθα πάσαν στιγμήν. Τω όντι,
ἐνδέχεται αἰσθάνεσθαι; εἰ γάρ͵ ὅτε ότε τις αισθάνεται αυτός εαυτόν, ή ότε
αὐτὸς αὑτοῦ τις αἰσθάνεται ἢ ἄλλου αισθάνεται άλλο τι εις συνεχή χρόνον,
ἐν συνεχεῖ χρόνῳ͵ μὴ ἐνδέχεται τότε αδύνατον είναι να μη έχη ούτος
συνείδησιν, ότι ύπαρχει (αυτός ή το
λανθάνειν ὅτι ἔστιν͵ ἔστι δέ τις ἐν
τῷ συνεχεῖ καὶ τοσοῦτος ὅσος ὅλως άλλο), αλλ' αν εις συνεχή χρόνον υπάρχη
διάστημα τόσον μικρόν, ώστε να είναι
ἀναίσθητός ἐστι͵ δῆλον ὅτι τότε
όλως ανεπαίσθητον, φανερον είναι ότι
λανθάνοι ἂν εἰ ἔστιν αὐτὸς αὑτόν͵
τότε δεν θα είχεν ούτος συνείδησιν, ότι
καὶ εἰ ὁρᾷ καὶ αἰσθάνεται [καὶ εἰ
αυτός υπάρχει και ότι βλέπει και
αντιλαμβάνεται αντικείμενόν τι ή ουχί 149.
αἰσθάνεται].
ἢ τοῦτ΄ οὐκ ἀληθές͵ οὐδ΄ ἐνδέχεται

ἔτι οὐκ ἂν εἴη [448b] οὔτε χρόνος
οὔτε πρᾶγμα οὐδὲν ὃ αἰσθάνεται ἢ
ἐν ᾧ͵ εἰ μὴ οὕτως͵ ὅτι ἐν τούτου τινὶ

Προσέτι δεν θα υπήρχεν ούτε χρόνος ούτε
πράγμά τι ούτε στιγμή χρόνου αισθητά,
εκτός εάν εννοώμεν ούτω ότι δεν
αισθανόμεθα παρά έν τινι μέρει του

ἢ ὅτι τούτου τι ὁρᾷ͵ εἴπερ ἔστι τι
μέγεθος καὶ χρόνου καὶ πράγματος
ἀναίσθητον ὅλως διὰ μικρότητα· εἰ
γὰρ τὴν ὅλην ὁρᾷ͵ καὶ αἰσθάνεται
τὸν αὐτὸν συνεχῶς χρόνον͵ οὕτω͵
τῷ ἐν τούτου τινί͵ ἀφῃρήσθω τὸ ΓΒ͵
ἐν ᾧ οὐκ ᾐσθάνετο. οὐκοῦν ἐν
ταύτης τινί ἢ ταύτης τι͵ ὥσπερ τὴν
γῆν ὁρᾷ ὅλην͵ ὅτι τοδὶ αὐτῆς͵ καὶ ἐν
τῷ ἐνιαυτῷ βαδίζει͵ ὅτι ἐν τῳδὶ τῷ
μέρει αὐτοῦ.

ἀλλὰ μὴν ἐν τῷ ΓΒ οὐδὲν
αἰσθάνεται. τῷ ἄρα ἐν τούτου τινὶ
τοῦ ΑΒ αἰσθάνεσθαι λέγεται τοῦ
ὅλου αἰσθάνεσθαι καὶ τὴν ὅλην. ὁ δ΄
αὐτὸς λόγος καὶ ἐπὶ τῆς ΑΓ· ἀεὶ γὰρ
ἐν τινὶ καὶ τινός͵ ὅλου δ΄ οὐκ ἔστιν
αἰσθάνεσθαι. ἅπαντα μὲν οὖν
αἰσθητά ἐστιν͵ ἀλλ΄ οὐ φαίνεται ὅσα
ἐστίν· τοῦ γὰρ ἡλίου τὸ μέγεθος ὁρᾷ
καὶ τὸ τετράπηχυ πόρρωθεν͵ ἀλλ΄
οὐ φαίνεται ὅσον͵ ἀλλ΄ ἐνίοτε
ἀδιαίρετον͵ ὃ ὁρᾷ δ΄ οὐκ ἀδιαίρετον.
ἡ δ΄ αἰτία εἴρηται ἐν τοῖς ἔμπροσθεν
περὶ τούτου. ὅτι μὲν οὖν οὐθείς ἐστι
χρόνος ἀναίσθητος͵ ἐκ τούτων
φανερόν·

περὶ δὲ τῆς πρότερον λεχθείσης
ἀπορίας σκεπτέον͵ πότερον
ἐνδέχεται ἅμα πλειόνων

χρόνου τούτου, ή ότι δεν βλέπομεν παρά
μέρος του αντικειμένου· αν υποτεθή ότι
υπάρχει μέτρον χρόνου ή των
αντικειμένων, όπερ γίνεται εντελώς
ανεπαίσθητον διά την μικρότητα αυτών
150
. Διότι εάν βλέπη τις το όλον, την γην,
τότε αντιλαμβάνεται και όλον τον χρόνον
εν τη συνεχεία αυτού και ουχί έν τινι των
μεμονωμένων στιγμών του. Έστω ότι β γ
παριστά το μη αισθητόν μέρος χρόνου 151.
Αισθάνεταί τις άρα εν μέρει τινί του όλου
ή ιδιαίτερον μέρος, καθώς π. χ. βλέπει την
γην όλην, διότι βλέπει τούτο τo
ωρισμένον μέρος αυτής και πόσον
μακράν βαδίζει καθ' όλον το έτος, διότι
βλέπει πόσον βαδίζει καθ' ωρισμένον
μέρος αυτού 152.
Αλλ' όμως ουδέν αισθάνεται εν τω β γ.
Άρα λοιπόν, επειδή αισθάνεται έν τινι
μέρει το όλον α β 153, λέγεται ότι
αισθάνεται και το όλον, την γην όλην. Ο
αυτός δε συλλογισμός εφαρμόζει και εις
το α γ, διότι πάντοτε είς τι μέρος του
χρόνου και μέρος τι του αντικειμένου
αντιλαμβάνεταί τις, το όλον όμως είναι
αδύνατον να αντιλαμβάνηται 154. Λοιπόν
ολόκληρα αισθανόμεθα τα αισθητά 155,
αλλά ταύτα δεν φαίνονται όσον είναι
έκαστον. Ούτω βλέπει τις μακρόθεν το
μέγεθος του ηλίου και αντικείμενόν τι
τεσσάρων πήχεων. Ταύτα όμως δεν
φαίνονται όσον είναι πράγματι μεγάλα.
Αλλ' ενίοτε φαίνονται αδιαίρετα και ημείς
δεν βλέπομεν το αδιαίρετον. Η αιτία δε
τούτου εξηγήθη εν τοις έμπροσθεν. Είναι
λοιπόν φανερον, ότι δεν υπάρχει χρόνος
μη ων αντιληπτός υφ' ημών 156.
7. Περί δε της ειρημένης απορίας, αν
δηλ. δυνάμεθα πολλά συγχρόνως
αντικείμενα να αντιλαμβανώμεθα, ας
εξετάσωμεν νυν. Λέγων “συγχρόνως”

εννοώ ότι τα αισθήματα συμβαίνουσι
προς άλληλα εις το αυτό μέρος της ψυχής
ἅμα λέγω ἐν ἑνὶ καὶ ἀτόμῳ χρόνῳ
και εις στιγμήν χρόνου αδιαίρετον.
πρὸς ἄλληλα. πρῶτον μὲν οὖν ἆρ΄
Πρώτον λοιπόν δυνάμεθα να
ὧδ΄ ἐνδέχεται͵ ἅμα μέν͵ ἑτέρῳ δὲ
αισθανώμεθα πολλά συγχρόνως, κατά
τῆς ψυχῆς αἰσθάνεσθαι͵ κἀν [οὐ τῷ ταύτην την σημασίαν, ότι αισθανόμεθα
ἀτόμῳ] οὕτως ἀτόμῳ ὡς παντὶ ὄντι διά διαφόρων της ψυχής μερών και ουχί
δι' ενός αδιαιρέτου μέρους, διά μερών
συνεχεῖ; ἢ [ὅτι] πρῶτον μὲν κατὰ
τὴν μίαν αἴσθησιν͵ οἷον λέγω ὄψιν͵ όμως, άπερ είναι αδιαίρετα ως
αποτελούντα συνεχές όλον; Ή, ίνα
εἰ ἔσται ἄλλῳ αἰσθανομένη ἄλλου
πρώτον ομιλήσωμεν περί των ανηκόντων
καὶ ἄλλου χρώματος͵ πλείω γε μέρη εις μίαν μόνην αίσθησιν, ως λ. χ. την
ἕξει εἴδει ταὐτά; καὶ γὰρ ἃ
όψιν, θα είπωμεν ότι, αν διάφορα
αἰσθάνεται ἐν τῷ αὐτῷ γένει ἐστίν. χρώματα αντιλαμβάνηται διά διαφόρων
μερών αυτής, θα έχη άραγε πολλά μέρη,
ταυτά όμως κατά το είδος; 157 Διότι τα
επανειλημμένα αισθήματα αυτών είναι
του αυτού γένους 158.

αἰσθάνεσθαι ἢ οὐκ ἐνδέχεται. τὸ δ΄

Αλλ' εάν τις λέγη ότι, όπως τα δύο
οὐδὲν κωλύειν οὕτω καὶ ἐν τῇ ψυχῇ͵ όμματα δεν εμποδίζουσι να βλέπωμεν το
αντικείμενον εν, ούτω. και εν τη ψυχή
[ὅτι] ἴσως ἐκ μὲν τούτων ἕν τι
παράγεται εκ τούτων μία ενότης και μία
γίγνεται καὶ μία ἡ ἐνέργεια αὐτῶν· ενέργεια, ουδέν εμποδίζει να θεωρώμεν
ἐκεῖ δέ͵ εἰ μὲν ἓν τὸ ἐξ ἀμφοῖν͵
την ψυχήν ομοίως. Εάν όμως εκ των δύο
ἐκεῖνο τὸ αἰσθανόμενον ἔσται͵ εἰ δὲ γίνεται μία μόνη αντίληψις, τότε εκείνο,
όπερ αντιλαμβανόμεθα, θα είναι εν, εάν
χωρίς͵ οὐχ ὁμοίως ἕξει. ἔτι
αἰσθήσεις αἱ αὐταὶ πλείους ἔσονται͵ δε μένωσι κεχωρισμένα, τότε και το
αποτέλεσμα θα είναι ομοίως διηρημένον.
ὥσπερ εἴ τις ἐπιστήμας [449a]
Προσέτι 159 αι αυταί αισθήσεις θα είναι
διαφόρους φαίη· οὔτε γὰρ ἡ
πολλαί, όπως λέγομεν ότι αι επιστήμαι
ἐνέργεια ἄνευ τῆς κατ΄ αὐτὴν ἔσται είναι διάφοροι 160. Διότι ούτε ενέργεια
(αισθήσεως) υπάρχει χωριστά άνευ της
δυνάμεως͵ οὔτ΄ ἄνευ ταύτης
αντιστοίχου δυνάμεως, ούτε υπάρχει
αἴσθησις ἔσται.
αίσθησις χωριστά άνευ της δυνάμεως.
εἰ δέ͵ [ὅτι] ὡς ὄμματα δύο͵ φαίη τις

εἰ δὲ τούτων ἐν ἑνὶ καὶ ἀτόμῳ μὴ
αἰσθάνεται͵ δῆλον ὅτι καὶ τῶν
ἄλλων· μᾶλλον γὰρ ἐνεδέχετο
τούτων ἅμα πλειόνων ἢ τῶν τῷ
γένει ἑτέρων. εἰ δὲ δὴ ἄλλῳ μὲν
γλυκέος ἄλλῳ δὲ λευκοῦ αἰ

8. Εάν δέ τις δεν αισθάνηται συγχρόνως
τα αισθήματα τα γινόμενα εις εν
αδιαίρετον μέρος της ψυχής, φανερόν
είναι ότι δεν θα αισθάνηται και τα άλλα
συγχρόνως. Διότι είναι ευκολώτερον να
αισθάνηταί τις πολλά ομογενή ή
ετερογενή. Εάν όμως αισθάνηται δι'

σθάνεται ἡ ψυχὴ μέρει͵ ἤτοι τὸ ἐκ
τούτων ἕν τί ἐστιν ἢ οὐχ ἕν. ἀλλ΄
ἀνάγκη ἕν· ἓν γάρ τι τὸ αἰσθητικόν
ἐστι μέρος. τίνος οὖν ἐκεῖνο ἑνός;
οὐδὲν γὰρ ἐκ τούτων ἕν. ἀνάγκη
ἄρα ἕν τι εἶναι τῆς ψυχῆς ᾧ ἅπαντα
αἰσθάνεται͵ καθάπερ εἴρη ται
πρότερον͵ ἄλλο δὲ γένος δι΄ ἄλλου.

άλλου μέρους της ψυχής το γλυκύ
(χυμόν) και δι' άλλου το λευκόν (χρώμα),
το εκ των αισθημάτων τούτων προκύπτον
θα είναι εν ή όχι έν. Αλλ' είναι αναγκαίως
εν, διότι εν είναι και το αισθητικόν
όργανον της ψυχής. Ποία λοιπόν είναι η
ενότης η αντιστοιχούσα προς το όργανον
τούτο; διότι ουδεμία ενότης προκύπτει εκ
τούτων, ήτοι γλυκέος και λευκού.
Αναγκαίως λοιπόν εν είναι το μέρος της
ψυχής 161, δι' ου αισθάνεται τα πράγματα
ως ολότητας, καθά προείπομεν, αλλά δι'
άλλου οργάνου αισθάνεται άλλο γένος
αισθητών.

9. Άρα εν μόνον όργανον είναι το μέρος,
ἐνέργειαν͵ ἕν τί ἐστι τὸ αἰσθητικὸν δι' ου αισθανόμεθα το γλυκύ και το
λευκόν, όταν αι ποιότητες αύται είναι
γλυκέος καὶ λευκοῦ͵ ὅταν δὲ
ηνωμένοι, όταν δε αύται ενεργεία
διαιρετὸν γένηται κατ΄ ἐνέργειαν͵
χωρισθώσι 162, τότε είναι διάφορον
ἕτερον; ἢ ὥσπερ ἐπὶ τῶν
όργανον, όπερ αισθάνεται εκάστην
πραγμάτων αὐτῶν ἐνδέχεται͵ οὕτως αυτών. Ό,τι δε συμβαίνει εις ταύτα,
συμβαίνει και εις την ψυχήν. Διότι εν και
καὶ ἐπὶ τῆς ψυχῆς; τὸ γὰρ αὐτὸ καὶ
το αυτό αριθμητικώς είναι λευκόν και
ἓν ἀριθμῷ λευκὸν καὶ γλυκύ ἐστι͵
γλυκύ και κατέχει πολλάς άλλας
καὶ ἄλλα πολλά· εἰ γὰρ μὴ χωριστὰ
ιδιότητας, εκτός εάν αι ιδιότητες
τὰ πάθη ἀλλήλων͵ ἀλλὰ τὸ εἶναι
θεωρηθώσιν ως χωρισταί απ' αλλήλων 163.
ἕτερον ἑκάστῳ. ὁμοίως τοίνυν
Αλλ' όμως η ουσιώδης φύσις εκάστης
είναι διάφορος. Ομοίως λοιπόν πρέπει να
θετέον καὶ ἐπὶ τῆς ψυχῆς τὸ αὐτὸ
υποθέσωμεν και περί ψυχής, ότι το μέρος
καὶ ἓν εἶναι ἀριθμῷ τὸ αἰσθητικὸν
πάντα είναι εν και
πάντων͵ τὸ μέντοι εἶναι ἕτερον καὶ αυτής το αισθανόμενον
164
το αυτό αριθμητικώς , αλλ' έχει
ἕτερον τῶν μὲν γένει τῶν δὲ εἴδει.
διαφόρους τρόπους εκδηλώσεως, άλλον
ὥστε καὶ αἰσθάνοιτ΄ ἂν ἅμα τῷ
όταν αισθάνηται τα ετερογενή 165 και
αὐτῷ καὶ ἑνί͵ λόγῳ δ΄ οὐ τῷ αὐτῷ.
άλλον όταν αισθάνηται τα 166 ομοειδή.
Ώστε αισθήσεις σύγχρονοι γίνονται εν μιά
και τη αυτή δυνάμει της ψυχής, ουχί όμως
εν μιά και τη αυτή σχέσει προς την
δύναμιν ταύτην 167.
ἆρ΄ οὖν ᾗ μὲν ἀδιαίρετόν ἐστι κατ΄

ὅτι δὲ τὸ αἰσθητὸν πᾶν ἐστι μέγεθος
καὶ οὐκ ἔστιν ἀδιαίρετον αἰσθητόν͵

10. Ότι παν πράγμα αισθητόν έχει
μέγεθος και ότι είναι αδύνατον να
αισθανώμεθα το αδιαίρετον είναι ήδη

φανερόν. Διότι η απόστασις, αφ' ης
ὀφθείη ἄπειρον τὸ ἀπόστημα͵ ὅθεν πράγμα τι δεν δύναται να είναι ορατόν,
είναι άπειρος, αλλ' εκείνη εξ ης γίνεται
δὲ ὁρᾶται͵ πεπερασμένον· ὁμοίως δὲ
ορατόν είναι πεπερασμένη. Ομοίως δε και
καὶ τὸ ὀσφραντὸν καὶ ἀκουστὸν καὶ περί εκείνων, άτινα οσφραινόμεθα και
ὅσων μὴ αὐτῶν ἁπτόμενοι
ακούομεν, και περί εκείνων, άτινα
αἰσθάνονται. ἔστι δή τι ἔσχατον τοῦ αισθανόμεθα χωρίς να απτώμεθα αυτών.
ἀποστήματος ὅθεν οὐχ ὁρᾶται͵ καὶ Υπάρχει έσχατόν τι σημείον αποστάσεως,
εξ ου πράγμα τι δεν είναι ορατόν, και
πρῶτον ὅθεν ὁρᾶται. τοῦτο δὴ
σημείον τι προσεγγίσεως, εξ ου είναι
ἀνάγκη ἀδιαίρετον εἶναι͵ οὗ ἐν μὲν
ορατόν. Αναγκαίως δε είναι αδιαίρετον το
τῷ ἐπέκεινα οὐκ ἐνδέχεται
σημείον τούτο, και ό,τι είναι πέραν αυτού
αἰσθάνεσθαι ὄντος͵ ἐν δὲ τῷ ἐπὶ
είναι αδύνατον να αντιληφθώμεν, ό,τι δε
είναι εντεύθεν είναι αναγκαίως
τάδε ἀνάγκη αἰσθάνεσθαι. εἰ δή τι
αντιληπτόν. Τω όντι, εάν αδιαίρετον τι
ἔστιν ἀδιαίρετον αἰσθητόν͵ ὅταν
είναι αισθητόν, όταν τούτο τεθή εις το
τεθῇ ἐπὶ τῷ ἐσχάτῳ ὅθεν ἐστὶν
έσχατον εκείνο σημείον, εξ ου δεν είναι
ὕστατον μὲν οὐκ αἰσθητὸν πρῶτον
αντιληπτόν, και πάλιν εις το σημείον, εξ
δ΄ αἰσθητόν͵ ἅμα συμβήσεται
ου άρχεται να είναι αντιληπτόν, τότε θα
ὁρατὸν εἶναι καὶ ἀόρατον· τοῦτο δ΄
συμβή το αυτό πράγμα να είναι
συγχρόνως ορατόν και αόρατον 168. Αλλά
ἀδύνατον.
τούτο είναι αδύνατον.

δῆλον. ἔστι γὰρ ὅθεν μὲν οὐκ ἂν

11. Περί των αισθητηρίων λοιπόν
αἰσθητηρίων καὶ τῶν αἰσθητῶν τίνα οργάνων και περί των αισθητών
αντικειμένων, κατά ποίον τρόπον
τρόπον ἔχει καὶ κοινῇ καὶ καθ΄
υπάρχουσι πάντα ταύτα και γενικώς και
ἕκαστον αἰσθητήριον εἴρη ται· τῶν
μερικώς έκαστον επραγματεύθημεν. Εκ
δὲ λοιπῶν πρῶτον σκεπτέον περὶ
των λοιπών πρέπει πρώτον να
μνήμης καὶ τοῦ μνημονεύειν.
εξετάσωμεν περί μνήμης και
αναμνήσεως.
[449b] περὶ μὲν οὖν τῶν

(126) Η αισθανομένη ψυχή, ή η αίσθησις, όταν ισχυρώς συγκινήται υπό τινος πράγματος, δεν αισθάνεται άλλο,
όπερ συγκινεί αυτήν ολιγώτερον ζωηρώς.
(127) Όταν λ. χ. δύο χυμοί ή δύο χρώματα κλπ. ενούνται εις έv.
(128) Αισθημάτων.
(129) Ως το χρώμα, ου τα άκρα, το λευκόν και το μέλαν, είναι ενάντια, ή ο ήχος, ου τα άκρα είναι το οξύ και
βαρύ.
(130) Δύο σύγχρονοι αντιλήψεις είναι αδύνατον να γείνωσιν υπό μιας και της αυτής αισθήσεως, αλλά μάλλον
αδύνατος είναι ο συγχρονισμός αισθημάτων αναγομένων εις διαφόρους αισθήσεις.
(131) Καί τότε θα γείνωσιν εν.
(132) Καί τοτε δεν υπάρχει πλέον ειμή εν πράγμα και ουχί δύo.
(133) Η δυνάμει και ουχί ενεργεία μία αίσθησις αισθάνεται το λευκόν και το μέλαν, τα οποία κατ' είδος είναι εν,
ως ανήκοντα εις το χρώμα και την όψιν, αλλά απαιτούνται δύο αισθήσεις ενεργεία, ίνα αντιληφθώσι πρώτον το
λευκόν και είτα το μέλαν. Η ενεργεία αίσθησις έχει αντικείμενον μίαν ποιότητα, το λευκόν λ. χ., αλλ' η δυνάμει
έχει εν γένος ποιότητος λ. χ. το χρώμα.

(134) Κατά τόν Αριστοτέλη τα διάφορα αισθήματα δύναται συγχρόνως να αισθάνηται η ψυχή μόνον διά της
συγχωνεύσεως αυτών. Διά της συγχωνεύσεως όμως ταύτα ανάγονται εις ενότητα και η αισθητική εμπειρία είναι
ενοποιητική.
(135) Π. χ. το λευκόν, όπερ είναι εν τω αυτώ γένει με το μέλαν, εν τω χρώματι.
(136) Π. χ. δια της όψεως, εάν πρόκηται περί διαφόρων χρωμάτων.
(137) Δηλ. δια της αισθήσεως, ην διεγείρει εις το όργανον. Η όψις λ. χ. δεν συγχέει το μέλαν με τo λευκόν, αν και
είναι αμφότερα χρώματα, διότι το μεν εvεργεί διαφοροτρόπως παρά το άλλο.
(138) Είναι διάφορα είδη του χρώματος (γένους).
(139) Όταν κρίνη το εv των δύο χρωμάτων ή τον ένα των δύο χυμών.
(140) Διότι τα διακρίνει απ' αλλήλων.
(141) Τα κατέχοντα ειs έκαστον γένος θέσν ανάλογον, π.χ. γλυκύ, λευκόν.
(142) Διότι τα πλείστα των αισθημάτων είναι εναντία.
(143) Τα οποία χωρίς να είναι εναντία μετέχουσιν όμως της φύσεως των εναντίων.
(144) Τα οποία είναι εναντία, ων μετέχουσι τα διάμεσα χρώματα.
(145) Kαl τότε δεν υπάρχει διπλή αίσθησις.
(146) Ότε τα δυο ενούνται εις εν μόνον.
(147) Ή ανάλογα.
(148) Eκ της μιας μόνης αισθήσεως, εις την οποίαν αρνείταί τις τον συγχρονισμόν, δύναται να μεταβή εις δύο
διαφόρους, εις τας οποίας έτι μάλλον θα αρνηθή αυτόν.
(149) Η αντίφασις πηγάζει εκ της τεθείσης αρχής και δεικνύι το ψεόδος αυτής.
(150) Εάν δεχθώμεν ότι μέρος του χρόνου ή της εκτάσεως δεv είναι αντιληπτόν, αναιρούμεν ούτω πάσαν έννοιαν
χρόνου και εκτάσεως· διότι εφαρμόζοντες τον αυτόν συλλογισμόν εις πάντα τα μέρη του χρόνου ή της εκτάσεως,
θα καταστρέψωμεν πάντα διαδοχικώς.
(151) Πρέπει να έχωμεν υπ' όψιν την γραμμήν α β γ.
(152) Άτοπον συμπέρασμα ως προς την έκτασιν. Τα επόμενα αναφέρονται εις τον χρόνον·
(153) α β είναι μέρος χρόνου ή εκτάσεως, όπερ υποτίθεται ως αντιληπτόν.
(154) Ούτως ο συλλογισμός ούτος καταστρέφει το μέρος το υποτεθέν ως αντιληπτόν, άμα δε και το υποτεθέν ως
μη αντιληπτόν, και ούτως αίρεται πάσα έννοια χρόνου ή εκτάσεως.
(155) Χωρίς να υπάρχη μέρος αυτών διαφεύγον τας αισθήσεις ημών.
(156) Κατά τον Αριστοτέλη ο χρόνος είναι μέτρον ή αριθμός κινήσεως· αλλά ούτε ο χρόνος ούτε ο αριθμός
δύναται να υπάρχη άvευ του νου, όστις μόνος αριθμεί.
(157) Ούτω θα υπάρχωσιν εις την όψιν πολλά μέρη, τα οποία θα δύνανται να βλέπωσιν επίσης, και ουχί εν μόνον,
όπερ δύναται να ορά πάντα τα ορατά.
(158) Δηλ. πάντα ορατά. Ούτως, επειδή τα αντικείμενα εivαι του αυτού γένους, τα μέρη της ψυχής τα
αισθανόμενα αυτά πρέπει να είναι μεταξύ των ομοειδή.
(159) Εάν υποτεθή ότι δυνάμεθα να ορώμεν πολλά συγχρόνως διά διαφόρων μερών της ψυχής.
(160) Και επομένως δεν θα αισθάνηταί τις τα πράγματα συγχρόνως.
(161) Είναι η κοινή αίσθησις, ένθα τα επί μέρους αισθήματα συγχωνεύονται εις μίαν αντίληψιν. (Περί ψυχής III
11).
(162) Η κοινή αίσθησις, ήτις συvενoί και συγκρίνει τας αντιλήψεις των άλλων, δύναται να είναι ως το σημείον·
αδιαίρετος μεν ως το κέvτρov εν ω συνενούνται αι διάφοροι γραμμαί, διαιρετή δε καθ' όσον είναι η αρχή των μεν
και το τέλος των άλλων.
(163) Ενώ τουναντίον είναι εν μιά και τη αυτή υποστάσει.
(164) Είναι η κοινή αίσθησις.
(165) Λ. χ. χρώματα και χυμούς.
(166) Λ. χ. το λευκόν και το μέλαν εκ των χρωμάτων, ή τον γλυκύν και τον πικρόν εκ των χυμών.
(167) Πράγματι μία μόνη δύναμις υπάρχει, αλλά δια του νου διακρίνομεν πολλούς τρόπους εμφανίσεως.
(168) Συμπέρασμα άτοπον, εξ ου αποδεικνύεται, ότι αι αισθήσεις δεν αντιλαμβάνονται ει μη το έχον διάστασίν
τινα, το διαιρετόν.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ
ΠΕΡΙ ΜΝΗΜΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΩΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.
Φύσις της Μνήμης. Εξαρτάται εκ της αισθήσεως· διαφέρει κατά τους οργανισμούς·
αναφέρεται μόνον εις το παρελθόν. Μνήμη και φαντασία. Η παρούσα αντίληψις
αναπλάττει παρελθούσαν εμπειρίαν. Η μνήμη είναι ως εικών, ήτις είναι πραγματικόν τι
καθ' εαυτό και συνάμα αντίτυπον άλλου. Νόησις και εικών. Αμαρτήματα μνήμης.

[449b4] Περὶ μνήμης καὶ τοῦ
μνημονεύειν λεκτέον τί ἐστι καὶ διὰ
τίν΄ αἰτίαν γίγνεται καὶ τίνι τῶν τῆς
ψυχῆς μορίων συμβαίνει τοῦτο τὸ
πάθος καὶ τὸ ἀναμιμνήσκεσθαι· οὐ
γὰρ οἱ αὐτοί εἰσι μνημονικοὶ καὶ
ἀναμνηστικοί͵ ἀλλ΄ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ
μνημονικώτεροι μὲν οἱ βραδεῖς͵
ἀναμνηστικώτεροι δὲ οἱ ταχεῖς καὶ
εὐμαθεῖς.

Περί της δυνάμεως της μνήμης και
περί της ενεργείας αυτής (μνημονεύειν)
πρέπει να προσδιορίσωμεν τί είναι, και
διά ποίαν αιτίαν γίνεται και εις ποίον
μέρος της ψυχής συμβαίνει το φαινόμενον
τούτο (πάθος) και το της αναμνήσεως.
(Διαφέρουσι δε αύται) διότι οι αυτοί
άνθρωποι δεν έχουσι καλήν μνήμην και
καλήν ανάμνησιν. Αλλ' ως επί το
πλείστον μεγαλειτέραν μνήμην έχουσιν οι
βραδέως αντιλαμβανόμενοι, μεγαλειτέραν
δε αναμνηστικήν δύναμιν οι ταχείς και
ευκόλως μανθάνοντες1.

2. Ας εξετάσωμεν λοιπόν πρώτον ποία
είναι τα αντικείμενα της μνήμης. Διότι
τὰ μνημονευτά· πολλάκις γὰρ
πολλάκις περί τούτου πλανάταί τις. Τω
ἐξαπατᾷ τοῦτο. οὔτε γὰρ τὸ μέλλον
όντι το μέλλον δεν είναι δυνατόν να
ἐνδέχεται μνημονεύειν͵ ἀλλ΄ ἔστι
ενθυμώμεθα, αλλά μόνον δυνάμεθα να
δοξαστὸν καὶ ἐλπιστόν (εἴη δ΄ ἂν καὶ εικάζωμεν και να ελπίζωμεν αυτό· και
ἐπιστήμη τις ἐλπιστική͵ καθάπερ
δύναται να υπάρχη και επιστήμη τις της
ελπίδος, η ελπιστική καθώς τινες
τινές φασι τὴν μαντικήν)͵ οὔτε τοῦ
παρόντος͵ ἀλλ΄ αἴσθησις· ταύτῃ γὰρ ονομάζουσι την μαντικήν. Αλλ' ούτε το
παρόν δύναται να είναι αντικείμενον της
οὔτε τὸ μέλλον οὔτε τὸ γενόμενον
μνήμης, αλλά μόνης της αισθήσεως. Διότι
γνωρίζομεν͵ ἀλλὰ τὸ παρὸν μόνον. διά της αισθήσεως ούτε τα μέλλοντα ούτε
ἡ δὲ μνήμη τοῦ γενομένου· τὸ δὲ
τα παρελθόντα γινώσκομεν, αλλά μόνα τα
παρόντα. Η δε μνήμη θεωρεί τα
παρὸν ὅτε πάρεστιν͵ οἷον τοδὶ τὸ
παρελθόντα, και ουδείς θα είπη ότι
λευκὸν ὅτε ὁρᾷ͵ οὐδεὶς ἂν φαίη
μνημονεύειν͵ οὐδὲ τὸ θεωρούμενον͵ ενθυμείται το παρόν, ενώ είναι παρόν, ότι
π. χ. ενθυμείται τούτο το λευκόν πράγμα
ὅτε θεωρῶν τυγχάνει καὶ νοῶν͵
πρῶτον μὲν οὖν σκεπτέον ποῖά ἐστι

τότε, ότε βλέπει αυτό, ή τούτο το
θεωρούμενον (ή νοούμενον)
δ΄ ἐπίστασθαι μόνον· ὅταν δ΄ ἄνευ
αντικείμενον, καθ' ον χρόνον θεωρεί και
τῶν ἔργων σχῇ τὴν ἐπιστήμην καὶ
νοεί αυτό, αλλά εκείνο μεν λέγει ότι
τὴν αἴσθησιν͵ οὕτω μέμνηται [τὰς
μόνον αισθάνεται, τούτο δε ότι γνωρίζει.
τοῦ τριγώνου ὅτι δύο ὀρθαῖς ἴσαι]͵ τὸ Όταν δε έχη τις την επιστήμην και την
μὲν ὅτι ἔμαθεν ἢ ἐθεώρησεν͵ τὸ δὲ
αίσθησιν, ήτις δεν είναι εν ενεργεία2, τότε
ενθυμείται π. χ. ότι αι τρεις γωνίαι του
ὅτι ἤκουσεν ἢ εἶδεν ἤ τι τοι οῦτον·
τριγώνου είναι ίσαι προς δύο ορθάς, είτε
ἀεὶ γὰρ ὅταν ἐνεργῇ κατὰ τὸ
διότι έμαθεν η συνέλαβε τούτο, είτε διότι
μνημονεύειν͵ οὕτως ἐν τῇ ψυχῇ
ήκουσεν ή είδεν αυτό, ή διότι εύρεν αυτό
λέγει͵ ὅτι πρότερον τοῦτο ἤκουσεν ἢ διά τοιούτου τινός τρόπου. Διότι οσάκις
ᾔσθετο ἢ ἐνόησεν.
ενεργή τις διά της μνήμης3, πρέπει να
λέγη ούτως εν τη ψυχή αυτού ότι
πρότερον ήκουσε τούτο, ή ησθάνθη ή
ενόησεν αυτό.
ἀλλὰ τὸ μὲν αἰσθάνεσθαί φησι͵ τὸ

3. Η μνήμη λοιπόν δεν είναι αίσθησις
ούτε (συλληπτική) νόησις, αλλά έξις
οὔτε ὑπόληψις͵ ἀλλὰ τούτων τινὸς
(κατοχή) ή πάθος τι των δυνάμεων
ἕξις ἢ πάθος͵ ὅταν γένηται χρόνος.
τούτων, όταν παρέλθη χρόνος4. Μνήμη
τοῦ δὲ νῦν ἐν τῷ νῦν οὐκ ἔστι
όμως του παρόντος πράγματος εν τω
μνήμη͵ καθάπερ εἴρηται [καὶ
παρόντι χρόνω δεν υπάρχει, ως είπομεν,
πρότερον]͵ ἀλλὰ τοῦ μὲν παρόντος αλλ' υπάρχει αίσθησις του παρόντος,
ελπίς του μέλλοντος, και μνήμη του
αἴσθησις͵ τοῦ δὲ μέλλοντος ἐλπίς͵
παρελθόντος. Διότι πάσα μνήμη
τοῦ δὲ γενομένου μνήμη· διὸ μετὰ
συνοδεύεται από (της αντιλήψεως) του
χρόνου πᾶσα μνήμη. ὥσθ΄ ὅσα
χρόνου. Ώστε όσα ζώα έχουσι την
χρόνου αἰσθάνεται͵ ταῦτα μόνα τῶν αντίληψιν του χρόνου, ταύτα μόνα έχουσι
ζῴων μνημονεύει͵ καὶ τούτῳ ᾧ
μνήμην, ενθυμούνται δε διά της
δυνάμεως, δι' ης αντιλαμβάνονται τον
αἰσθάνεται.
χρόνον5.
ἔστι μὲν οὖν ἡ μνήμη οὔτε αἴσθησις

4. Περί φαντασίας είπομεν ήδη εν τη
περί Ψυχής πραγματεία και ότι άνευ
πρότερον ἐν τοῖς περὶ ψυχῆς͵ καὶ
εικόνος της φαντασίας δεν είναι δυνατόν
νοεῖν οὐκ ἔστιν ἄνευ φαντάσματος
να νοώμεν. Συμβαίνει δηλ. εις την νόησιν
[450a] συμβαίνει γὰρ τὸ αὐτὸ πάθος το αυτό φαινόμενον, όπερ και εις την
ἐν τῷ νοεῖν ὅπερ καὶ ἐν τῷ
διαγραφήν γεωμετρικού σχήματος. Διότι
διαγράφειν· ἐκεῖ τε γὰρ οὐθὲν
και ενταύθα, καίτοι ουδόλως έχομεν
χρείαν τριγώνου μετ' ακριβούς μεγέθους,
προσχρώμενοι τῷ τὸ ποσὸν
ὡρισμένον εἶναι τοῦ τριγώνου͵ ὅμως όμως το6καταγράφομεν με ακριβές
μέγεθος . Ούτω και ο νοών, αν και δεν
ἐπεὶ δὲ περὶ φαντασίας εἴρηται

νοεί το μέγεθος, θέτει όμως προ
ποσόν͵ καὶ ὁ νοῶν ὡσαύτως͵ κἂν μὴ οφθαλμών μέγεθος (ποσοτικόν σώμα),
καίτοι δεν νοεί αυτό ως μέγεθος7. Αν δε
ποσὸν νοῇ͵ τίθεται πρὸ ὀμμάτων
πρόκειται περί της φύσεως των ποσών8,
ποσόν͵ νοεῖ δ΄ οὐχ ᾗ ποσόν· ἂν δ΄ ἡ
άτινα είναι απροσδιόριστα, ο νούς θέτει
φύσις ᾖ τῶν ποσῶν͵ ἀορίστων δέ͵
μεν ποσόν ωρισμένον, νοεί δε αυτό απλώς
τίθεται μὲν ποσὸν ὡρισμένον͵ νοεῖ ως ποσόν. Αλλαχού θα είπωμεν διά ποίαν
αιτίαν δεν είναι δυνατόν να νοώμεν άνευ
δ΄ ᾗ ποσὸν μόνον διὰ τίνα μὲν οὖν
(της παραστάσεως) του συνεχούς, ούτε
αἰτίαν οὐκ ἐν δέχεται νοεῖν οὐδὲν
άνευ του χρόνου τα πράγματα, τα οποία9
ἄνευ συνεχοῦς͵ οὐδ΄ ἄνευ χρόνου τὰ
δεν είναι εν χρόνω.
μὴ ἐν χρόνῳ ὄντα͵ ἄλλος λόγος·

γράφομεν ὡρισμένον κατὰ τὸ

μέγεθος δ΄ ἀναγκαῖον γνωρίζειν καὶ Αναγκαίως δε την παράστασιν του
μεγέθους και της κινήσεως γνωρίζομεν
κίνησιν ᾧ καὶ χρόνον· [καὶ τὸ
δια της δυνάμεως, δι' ης γνωρίζομεν και
φάντασμα τῆς κοινῆς αἰσθήσεως
την του χρόνου. Και η εικών (η φαντασία)
πάθος ἐστίν] ὥστε φανερὸν ὅτι τῷ
είναι πάθος της κοινής αισθήσεως. Ώστε
πρώτῳ αἰσθητικῷ τούτων ἡ γνῶσίς είναι φανερόν, ότι η γνώσις τούτων
ἐστιν·
γίνεται διά της αρχικής αισθητικής
δυνάμεως10.
5. Η δε μνήμη και αυτή η των νοητών
πραγμάτων11 δεν δύναται να γείνη άνευ
ἄνευ φαντάσματός ἐστιν͵ καὶ τὸ
εικόνος, επομένως κατά συμβεβηκός
φάντασμα τῆς κοινῆς αἰσθήσεως
(εμμέσως) μόνον είναι μνήμη την νοητών,
πάθος ἐστίν· ὥστε τοῦ νοῦ μὲν κατὰ καθ' αυτό δε (ουσιωδώς) ανήκει εις την
συμβεβηκὸς ἂν εἴη͵ καθ΄ αὑτὸ δὲ τοῦ αίσθητικήν αρχήν. Δια τούτο υπάρχει η
πρώτου αἰσθητικοῦ. διὸ καὶ ἑτέροις μνήμη και εις άλλα τινά των ζώων και
ουχί μόνον εις τους ανθρώπους και εν
τισὶν ὑπάρχει τῶν ζῴων͵ καὶ οὐ
γένει εις τα όντα, τα οποία έχουσι γνώμην
μόνον ἀνθρώποις καὶ τοῖς ἔχουσι
και νόησιν. Εάν όμως η μνήμη ήτο
δόξαν ἢ φρόνησιν. εἰ δὲ τῶν
ιδιότης των νοητικών δυνάμεων της
νοητικῶν τι μορίων ἦν͵ οὐκ ἂν
ψυχής, δεν θα υπήρχεν εις πολλά των
ὑπῆρχε πολλοῖς τῶν ἄλλων ζῴων͵
άλλων ζώων, και ίσως εις ουδέν εκ των
αλόγων. Διότι και πράγματι δεν υπάρχει
ἴσως δ΄ οὐδενὶ τῶν ἀνοήτων͵ ἐπεὶ
εις όλα, διότι δεν έχουσι πάντα αίσθησιν
οὐδὲ νῦν πᾶσι διὰ τὸ μὴ πάντα
του χρόνου.
χρόνου αἴσθησιν ἔχειν·
ἡ δὲ μνήμη͵ καὶ ἡ τῶν νοητῶν͵ οὐκ

ἀεὶ γὰρ ὅταν ἐνεργῇ τῇ μνήμῃ͵
καθάπερ καὶ πρότερον εἴπομεν͵ ὅτι
εἶδε τοῦτο ἢ ἤκουσεν ἢ ἔμαθε͵

Τω όντι, καθώς και πρότερον είπομεν,
όταν τις ενεργή διά της μνήμης,
αισθάνεται (έχει συνείδησιν) προσέτι, ότι
πρότερον είδε τούτο, ή ήκουσεν ή έμαθεν

προσαισθάνεται ὅτι πρότερον· τὸ δὲ αυτό. Το δε πρότερον και το ύστερον
είναι χρόνου διορισμοί. Τίνος λοιπόν
πρότερον καὶ ὕστερον ἐν χρόνῳ
μέρους της ψυχής είναι φαινόμενον η
ἐστίν. τίνος μὲν οὖν τῶν τῆς ψυχῆς
μνήμη; Φανερόν ότι είναι εκείνου, του
ἐστι μνήμη͵ φανερόν͵ ὅτι οὗπερ καὶ οποίου πάθος είναι και η φαντασία. Και
ἡ φαντασία· καί ἐστι μνημονευτὰ
εκείνα τα πράγματα είναι καθ' εαυτά
καθ΄ αὑτὰ μὲν ὧν ἐστι φαντασία͵
αντικείμενα μνήμης, τα όποια είναι
αντικείμενα και της φαντασίας, κατά
κατὰ συμβεβηκὸς δὲ ὅσα μὴ ἄνευ
συμβεβηκός δε (εμμέσως) εκείνα, όσα δεν
φαντασίας.
δύνανται να υπάρξωσιν άνευ της
φαντασίας12.
6. Δύναταί τις να ερωτήση: πώς άρά
γε, ενώ το πάθος13 μόνον είναι παρόν (εν
μὲν πάθους παρόντος τοῦ δὲ
τη ψυχή, το δε πράγμα είναι απόν, όμως
πράγματος ἀπόντος μνημονεύεται
ανακαλείται εις την μνήμην το μη παρόν
τὸ μὴ παρόν. δῆλον γὰρ ὅτι δεῖ
(πράγμα); Αλλ' είναι φανερόν ότι πρέπει
νοῆσαι τοιοῦτον τὸ γιγνόμενον διὰ να νοήσωμεν, ότι το διά της αισθήσεως
τῆς αἰσθήσεως ἐν τῇ ψυχῇ καὶ τῷ
γινόμενον εις την ψυχήν πάθος (η
εντύπωσις) και εις το μέρος του σώματος
μορίῳ τοῦ σώματος τῷ ἔχοντι
14
αὐτήνοἷον ζωγράφημά τι [τὸ πάθος] όπερ έχει (αντιλαμβάνεται) αυτήν , ης
την κατοχήν καλούμεν μνήμην, είναι
οὗ φαμεν τὴν ἕξιν μνήμην εἶναι· ἡ
όμοιον με ζωγράφημα. Διότι η γινομένη
γὰρ γιγνομένη κίνησις
κίνησις εγχαράττει (εις την ψυχήν) ως
ἐνσημαίνεται οἷον τύπον τινὰ τοῦ
τύπον του αισθήματος, όμοιον με τον
τύπον τον οποίον χαράττουσιν επί του
αἰσθήματος͵ καθάπερ οἱ
κηρού διά του δακτυλίου (ως σφραγίδος).
σφραγιζόμενοι τοῖς δακτυλίοις.
ἀπορήσειε δ΄ ἄν τις πῶς ποτε τοῦ

Διά τούτο και εκείνοι, οι οποίοι
πολλῇ διὰ πάθος ἢ δι΄ ἡλικίαν οὖσιν ευρίσκονται εις μεγάλην συγκίνησιν ή
ένεκα πάθους ή ένεκα της νεανικής
οὐ γίγνεται μνήμη͵ καθάπερ ἂν εἰς
ηλικίας, δεν έχουσι μνήμην (των
ὕδωρ ῥέον ἐμπιπτούσης τῆς κι
συμβάντων), ως εάν η κίνησις και η
νήσεως καὶ τῆς σφραγῖδος· τοῖς δὲ
σφραγίς έπιπτον εις ρέον ύδωρ. Εις
διὰ τὸ ψήχεσθαι͵ καθάπερ τὰ
άλλους πάλιν, επειδή είναι καθώς τα
15
παλαιὰ τῶν οἰκοδομημάτων͵ καὶ διὰ παλαιά κτίρια εφθαρμένοι και έχουσι
σκληρόν το μέρος, όπερ δέχεται την
σκληρότητα τοῦ δεχομένου τὸ
εντύπωσιν, εις τούτους (τους γέροντας)
πάθος οὐκ ἐγγίγνεται ὁ τύπος.
δεν εγχαράττεται τύπος. Διά τούτο οι
διόπερ οἵ τε σφόδρα νέοι καὶ οἱ
παρά πολύ νέοι και οι γέροντες δεν
γέροντες ἀμνήμονές εἰσιν· ῥέουσι
έχουσι μνήμην, εκείνοι μεν διότι ρέουσιν
γὰρ οἱ μὲν διὰ τὴν αὔξησιν͵ οἱ δὲ διὰ (ως το ύδωρ), επειδή αυξάνονται, ούτοι δε
ρέουσι, διότι φθίνουσιν. Ομοίως δε και οι
διὸ καὶ τοῖς [450b] μὲν ἐν κινήσει

λίαν ζωηροί και οι λίαν βραδείς φαίνονται
ταχεῖς καὶ οἱ λίαν βραδεῖς οὐδέτεροι ότι δεν έχουσι μνημονικόν, διότι εκείνοι
μεν είναι υγρότεροι παρ' όσον πρέπει,
φαίνονται μνήμονες· οἱ μὲν γάρ
ούτοι δε είναι σκληρότεροι. Και λοιπόν
εἰσιν ὑγρότεροι τοῦ δέοντος͵ οἱ δὲ
εις εκείνους δεν μένει η εικών εν τη ψυχή,
σκληρότεροι· τοῖς μὲν οὖν οὐ μένει
των άλλων δε δεν εντυπούται εις την
τὸ φάντασμα ἐν τῇ ψυχῇ͵ τῶν δ΄ οὐχ ψυχήν η εικών.

τὴν φθίσιν. ὁμοίως δὲ καὶ οἱ λίαν

ἅπτεται.
ἀλλ΄ εἰ δὴ τοιοῦτόν ἐστι τὸ
συμβαῖνον περὶ τὴν μνήμην͵
πότερον τοῦτο μνημονεύει τὸ
πάθος͵ ἢ ἐκεῖνο ἀφ΄ οὗ ἐγένετο; εἰ
μὲν γὰρ τοῦτο͵ τῶν ἀπόντων οὐδὲν
ἂν μνημονεύοιμεν· εἰ δ΄ ἐκεῖνο͵ πῶς
αἰσθανόμενοι τοῦτο μνημονεύομεν
οὗ μὴ αἰσθανόμεθα͵ τὸ ἀπόν; εἴ τ΄
ἐστὶν ὅμοιον ὥσπερ τύπος ἢ γραφὴ
ἐν ἡμῖν͵ ἡ τούτου αἴσθησις διὰ τί ἂν
εἴη μνήμη ἑτέρου͵ ἀλλ΄ οὐκ αὐτοῦ
τούτου; ὁ γὰρ ἐνεργῶν τῇ μνήμῃ
θεωρεῖ τὸ πάθος τοῦτο καὶ
αἰσθάνεται τούτου.

Αλλ' εάν τοιούτον είναι το συμβαίνον εις
την μνήμην, ποίον εκ των δύο, το πάθος
τούτο (την εντύπωσιν) ενθυμείται η ψυχή
ή το αντικείμενον, εκ του οποίου έγεινεν;
Εάν την εντύπωσιν ενθυμώμεθα, τότε δεν
ενθυμούμεθα ουδέν εκ των απόντων. Εάν
ενθυμώμεθα το αντικείμενον, πώς, ενώ
αισθανόμεθα την εντύπωσιν, όμως
δυνάμεθα να μνημονεύωμεν εκείνο, το
οποίον δεν αισθανόμεθα, το απόν
αντικείμενον16; Και αν η μνήμη είναι
εντός ημών ομοία με τύπον ή με
ζωγράφημα17, πώς ενώ αισθανόμεθα
μόνον τούτο, όμως ενθυμούμεθα άλλο και
όχι αυτόν τούτον τον τύπον ; Διότι ο
ενεργών διά της μνήμης θεωρεί και
αισθάνεται μόνον την εντύπωσιν ταύτην.

Πώς λοιπόν ενθυμείται πράγμα, όπερ δεν
εἴη γὰρ ἂν καὶ ὁρᾶν τὸ μὴ παρὸν καὶ είναι παρόν ; Τούτο θα ήτο το αυτό ως να
βλέπη και να ακούη το μη παρόν. Ή
ἀκούειν. ἢ ἔστιν ὡς ἐνδέχεται καὶ
υπάρχει τρόπος καθ' ον τούτο είναι
συμβαίνειν τοῦτο; οἷον γὰρ τὸ ἐν
δυνατόν και πράγματι συμβαίνει; Π. χ. το
πίνακι γεγραμμένον ζῷον καὶ ζῷόν εζωγραφημένον ζώον είναι και ζώον και
ἐστι καὶ εἰ κών͵ καὶ τὸ αὐτὸ καὶ ἓν
εικών, το αυτό δηλ. πράγμα είναι
τοῦτ΄ ἐστὶν ἄμφω͵ τὸ μέντοι εἶναι οὐ αμφότερα ταύτα συνάμα· αλλά ο τρόπος
ταὐτὸν ἀμφοῖν͵ καὶ ἔστι θεωρεῖν καὶ της υπάρξεως αυτών (του ζώου και της
εικόνος) δεν είναι ο αυτός, και δυνάμεθα
ὡς ζῷον καὶ ὡς εἰκόνα͵ οὕτω καὶ τὸ
να θεωρήσωμεν το ζωγράφημα και ως
ἐν ἡμῖν φάντασμα δεῖ ὑπολαβεῖν
ζώον και ως εικόνα. Και την εν ημίν
καὶ αὐτό τι καθ΄ αὑτὸ εἶναι καὶ
λοιπόν εικόνα της φαντασίας δυνάμεθα
ομοίως να υπολάβωμεν και πρέπει να
ἄλλου [φάντασμα].
θεωρήσωμεν αυτήν ώς τι καθ' εαυτό (μίαν
παράστασιν) και συνάμα ως εικόνα άλλου
πῶς οὖν τὸ μὴ παρὸν μνημονεύσει;

τινός.
ᾗ μὲν οὖν καθ΄ αὑτό͵ θεώρημα ἢ
φάντασμά ἐστιν͵ ᾗ δ΄ ἄλλου͵ οἷον
εἰκὼν καὶ μνημόνευμα.

ὥστε καὶ ὅταν ἐνεργῇ ἡ κίνησις
αὐτοῦ͵ ἂν μὲν ᾗ καθ΄ αὑτό ἐστι͵
ταύτῃ αἰσθάνηται ἡ ψυχὴ αὐτοῦ͵
οἷον νόημά τι ἢ φάντασμα φαίνεται
ἐπελθεῖν· ἂν δ΄ ᾗ ἄλλου καὶ ὥσπερ
ἐν τῇ γραφῇ ὡς εἰκόνα θεωρεῖ καί͵
μὴ ἑωρακὼς τὸν Κορίσκον͵ ὡς
Κορίσκου͵ ἐνταῦθά τε ἄλλο τὸ
πάθος τῆς θεωρίας ταύτης καὶ ὅταν
ὡς ζῷον γεγραμμένον [451a] θεωρῇ͵
ἔν τε τῇ ψυχῇ τὸ μὲν γίγνεται ὥσπερ
νόημα μόνον͵ τὸ δ΄ ὡς ἐκεῖ ὅτι
εἰκών͵ μνημόνευμα.

καὶ διὰ τοῦτο ἐνίοτ΄ οὐκ ἴσμεν͵
ἐγγινομένων ἡμῖν ἐν τῇ ψυχῇ
τοιούτων κινήσεων ἀπὸ τοῦ
αἰσθέσθαι πρότερον͵ εἰ κατὰ τὸ
ᾐσθῆσθαι συμβαίνει͵ καὶ εἰ ἔστι
μνήμη ἢ οὔ͵ διστάζομεν· ὁτὲ δὲ
συμβαίνει ἐννοῆσαι καὶ
ἀναμνησθῆναι ὅτι ἠκούσαμέν τι

Και καθ' όσον μεν θεωρούμεν αυτήν καθ'
εαυτήν, αύτη είναι μία ιδέα η παράστασις
της φαντασίας (φάντασμα), καθ' όσον δε
θεωρούμεν αυτήν ως αναφερομένην εις
άλλο είναι ως εικών ή μνημόνευμα.
8. Ώστε και όταν ενεργεία διεγείρηται η
εικών αύτη, αν μεν η ψυχή
αντιλαμβάνηται αυτήν καθ' όσον είναι
καθ' εαυτήν, αύτη φαίνεται ότι
εμφανίζεται ώς τι νόημα ή φάντασμα· αν
όμως η ψυχή θεωρή αυτήν ως
αναφερομένην είς τι άλλο, τότε, όπως εν
τω ζωγραφήματι, η ψυχή θεωρεί αυτήν ως
αντίτυπον και ως εικόνα λ. χ. του
Κορίσκου, καίτοι δεν έχει ποτέ ίδει τον
Κορίσκον. Η έποψις όμως αύτη διαφέρει
της άλλης, καθ' ην το εζωγραφημένον
ζώον θεωρείται απλώς ως ζώον. Εν ταύτη
εκείνο, όπερ γεννάται εν τη ψυχή είναι
μόνον εννόημά τι, ενώ εν τη πρώτη,
επειδή το αντικείμενον θεωρείται ως
εικών, φαίνεται ως ενθύμημα18.
Και διά τούτο ενίοτε δεν γνωρίζομεν,
όταν συμβαίνωσιν εις την ψυχήν ημών
τοιαύται κινήσεις προερχόμενοι εκ
προηγουμένου αισθήματος, αν
παράγωνται υπό του αισθήματος, και
αμφιβάλλομεν αν είναι μνημόνευμα ή
όχι19. Ενίοτε όμως συμβαίνει να νοώμεν
και να αναμιμνησκώμεθα, ότι ηκούσαμεν
ή είδομεν το πράγμα πρότερον.

πρότερον ἢ εἴδομεν.
τοῦτο δὲ συμβαίνει͵ ὅταν θεωρῶν ὡς Και τούτο συμβαίνει όταν, αφού θεωρήση
τις πράγμα τι καθ' εαυτό20, μεταβάλλη
αὐτὸ μεταβάλλῃ καὶ θεωρῇ ὡς
στάσιν και το θεωρή ως εικόνα άλλου
ἄλλου. γίγνεται δὲ καὶ τοὐναντίον͵
πράγματος. Γίνεται όμως και το
οἷον συνέβη Ἀντιφέροντι τῷ Ὠρείτῃ εναντίον21 ενίοτε, όπως συνέβη εις τον

καὶ ἄλλοις ἐξισταμένοις· τὰ γὰρ
φαντάσματα ἔλεγον ὡς γενόμενα
καὶ ὡς μνημονεύοντες. τοῦτο δὲ
γίγνεται ὅταν τις τὴν μὴ εἰκόνα ὡς
εἰκόνα θεωρῇ.

Αντιφέροντα τον Ωρείτην, και εις άλλους
οίτινες είχον εκστάσεις22, διότι τας
εικόνας της φαντασίας των εξελάμβανον
ως γεγονότα και έλεγον, ότι τα ανεκάλουν
εις την μνήμην των. Και τούτο γίνεται,
όταν τις εκείνο, όπερ δεν είναι εικών
άλλου, το θεωρή ως εικόνα άλλου.

Αι ασκήσεις εν τούτοις συντελούσιν εις
τῷ ἐπαναμιμνήσκειν· τοῦτο δ΄ ἐστὶν την διατήρησιν της μνήμης, διά της
επανειλημμένης αναμνήσεως· και τούτο
οὐδὲν ἕτερον ἢ τὸ θεωρεῖν πολλά
ουδέν άλλο είναι παρά το να θεωρή τις
κις ὡς εἰκόνα καὶ μὴ ὡς καθ΄ αὑτό.
πολλάκις πράγμά τι ως εικόνα και όχι ως
τί μὲν οὖν ἐστι μνήμη καὶ τὸ
καθ' εαυτό όν (άσχετον). Τί είναι λοιπόν η
μνημονεύειν͵ εἴρηται͵ ὅτι
μνήμη και η ενέργεια αυτής είπομεν.
Είναι δηλαδή η κατοχή (και ανάπλασις)
φαντάσματος͵ ὡς εἰκόνος οὗ
παραστάσεως, ως εικόνος του πράγματος,
φάντασμα͵ ἕξις͵ καὶ τίνος μορίου
του οποίου είναι εικών, εξηγήσαμεν δε
τῶν ἐν ἡμῖν͵ ὅτι τοῦ πρώτου
και εις ποίαν των δυνάμεων της ψυχής
αἰσθητικοῦ καὶ ᾧ χρόνου
ανήκει η μνήμη, δηλαδή εις την πρωτην,
αἰσθανόμεθα.
(την κοινήν) αίσθησιν, δι' ης έχομεν και
την αντίληψιν του χρόνου23.
αἱ δὲ μελέται τὴν μνήμην σῴζουσι

(1) Κατά τον Αριστοτέλη η μνήμη είναι ανάπλασις παρελθούσης εμπειρίας συνοδευομένη υπό της συνειδήσεως,
ότι η εμπειρία εκείνη πρότερον υπήρξεν. Η ανάμνησις είναι η βεβουλευμένη ανλαπλασις της αυτής εμπειρίας και
στηρίζεται επί της σκέψεως. Την πρώτην έχουσι και τα ζώα τα κατώτερα, την δευτέραν μόνος ο άνθρωπος. Εκ των
ανθρώπων οι μεν είναι μνημονικοί, ήτοι έχουσι μνημονικόν φυλάττον πιστώς τας παραστάσεις, oι δε
αναμνηστικοί, ήτοι ευκόλως αναπλάττουσι τας παρλθούσας παραστάσεις, όταν θέλωσι. Της μνήμης αρετή είναι το
πιστόν, ενώ η ευκολία είναι ίδιον της αναμνήσεως, εις την γενικήν της οποίας συντελεί η βούλησις. Και ο Πλάτων
παθητικήν ανάπλασιν των εικόνων εθεώρει την μνήμην, ενεργητικήν δε την ανάμνησιν, εις ηv επί τέλους ανήγαγε
την όλην γνώσιν.
(2) Το κείμενον λέγει “άνευ των ενεργειών”. Ο Θεμίστιος παραφράζει: “άνευ των έργων, έργα δε λέγω λ. χ. τούτο
το ζώον ή τούτο το λευκόν ή το εv τούτω τω βιβλίω τρίγωνον”.
(3) Οσάκις δηλαδή θεωρεί τας εv αυτώ εικόνας των πραγμάτων, ουχί καθ' εαυτάς, αλλά ως εικόνας άλλων.
(4) Ο Θεμίστιος παραφράζει: “όταν προσλαμβάνηται ο χρόνος καθ' ον τo εγκατάλειμμα [η εικών] έχει
εγκαταλειφθή”.
(5) Ο Θεμίστιος επεξηγεί διά των εξής: Όνος πεσών πέρυσιv εις τούτον τον βόθρον, σήμερον ιδών αυτόν και
αναγνωρίσας ενθυμείται ότι εις τούτον τον βόθρον έπεσεν. Ο άνθρωπος όμως όχι μόνον ενθυμείται πότε είδεν ή
ήκουσέ τι, αλλά σύνοιδε και την διαφοράν του μέλλοντος προς το παρελθόν, τα δε άλογα τούτο μόνον
συναισθάνονται, ότι τώρα πίπτουσιν ή ότι άλλοτε έπεσον, και ο μεν σύνοιδεν ότι ενθυμείται,τα ζώα όμως ου.—
Είναι δε όργανον της μνήμης και της αντιλήψεως του χρόνου το κεντρικόν όργανον, η καρδία.
(6) Ίνα λ. χ.αποδειχθή το θεώρημα, ότι αι γωνίαι του τριγώνου είναι ίσαι με δύο ορθάς, λαμβάνεται εν τρίγωνον,
όπερ βέβαια είναι ωρισμένον κατά το ποσόν, αλλά το ποσόν τούτο είvαι όλως αδιάφορον προς την απόδειξιν.
Είναι αδιάφορον αν εκάστη πλευρά του είναι μιας σπιθαμής ή ενός δακτύλου, ή αν αυτό είναι ισόπλευρον ή
σκαληνόν.
(7) Πάντα λοιπόν voεί μετά ποσού, και αυτά έτι τα νοητά, αλλ' ουχί ως ποσά, διότι ποιείται αφαίρεσιν του ποσού.
(8) Και ουχί περί των μερικών διαστάσεων αυτών.
(9) Ταύτα είναι ίσως τα ουράνια σώματα και οι αΐδιοι νόμοι αυτών· κατ' άλλους είναι τα νοητά.
(10) Διά της κοινής αισθήσεως γνωρίζομεν τας παραστάσεις του μεγέθους, της κινήσεως και του χρόνου.

(11) Ούτω λοιπόν υπάρχει μνήμη της αισθητικής ψυχής και μνήμη της λογικής ψυχής, ήτοι των νοητών και των
καθόλου. Αλλ' η λογική μνήμη, είναι έμμεσος. Διότι ο νούς εκ των εικόνων και των παραστάσεων του
φανταστικού εξάγει τα καθόλου και η μνήμη ενεργούσα επί των πρώτων συμβαίvει και ενεργεί, ήτοι να
μνημονεύη τα καθόλου. Ώστε η μνήμη είναι δύvαμις καθ' αυτό της αισθητικής ψυχής, κατά συμβεβηκός δε και
του νοητικού.
(12) Τα νοητά. Η φαντασία πάντοτε συμπλέκεται με την νόησιν συνεργούσα ή εμποδίζουσα αυτήν. Συνεργεί μεν
εις τα μαθηματικά, εμποδίζει δε την θεωρίαν των νοητών και των θείων, διότι παρεισάγει σχήματα και μεγέθη και
χρώματα, και αύτη είναι η αιτία δι' ην δεv δυνάμεθα να νοώμεν τα αΐδια άνευ συνεχούς, μήτε άνευ χρόνου τα
άχρονα. Όταν λοιπόν τα αντικείμενα της φαντασίας αναγνωρίζωνται ως παρελθούσαι εμπειρείαι ή αντίτυπα
παρελθόντων αισθημάτων, καλούνται μνήμαι. Είvαι άρα αύται κατ' ουσίαν τα αυτά ως τα αντικείμενα της
φαντασίας. Αντικείμενα μνήμης κατά συμβεβηκός είναι ίσως στοιχεία μη ανήκοντα εις την εικονα ως τοιαύτην,
αλλά δεν είναι δυνατά άνευ της εικόνος, π.χ. το ότι ο Κορίσκος (η κυρία εικών) κατήγετο εκ της πόλεως δείνα.
(13) Η εντύπωσις, ήτοι η εικών.
(14) Εις την κοινήν αίσθησιν, της οποίας αρχικόν όργανον εθεωρείτο η καρδία.
(15) Των παλαιών οικοδομημάτων η τίτανος εκτρίβεται και τα εν αυτοίς εικονισμένα ζώα εξαλείφονται.
(16) Ο Αριστοτέλης εξηγεί κατωτέρω ότι η εικών είναι ου μόνον τι καθ' εαυτό, ό έχομεν εv τη συνειδήσει, αλλά
είναι και αντίτυπον εξωτερικού και απόντος, όπερ, καίτοι δεν είναι εν τη συνειδήσει, ενθυμούμεθα εμμέσως.
(17) Ο Αριστοτέλης δεν εκλαμβάνει κατά λέξιν τον όρον εvτύπωσις. Η αντίληψις των αισθητών δεν γίνται εν τη
ψυχή κατά σχήμά τι, διότι ποίοv σχήμα θα λάβωσιν εν αυτή ο ήχος, η οσμή, το χρώμα; “Καταχρηστικώτερον ουν
τον τύπον φέρομεν ενταύθα απορία του κυριωτέρου”, λέγει ο παραφραστής Θεμίστιος.
(18) Όταν η ψυχή παριστάνη εαυτή μόνον εικόνας, φαντάζεται. Όταν όμως έχη και την συνείδησιν, ότι η
παριστανομένη εικών είναι εικών τούτου ή εκείνου, ην άλλοτε εκτήσατο, τότε μνημονεύει. Αύτη είναι η διαφορά
μνήμης και φαντασίας.
(19) Αμφιβάλλομεν αν είναι μνήμη ή φαντασία· λ.χ. Ήκουσα λόγον παρά του Α. Έπειτα αναπολώ τον λόγον, αλλά
δεv ενθυμούμαι από ποίον ήκουσα αυτόν και ερωτώ, αν εγώ τον έπλασα ή παρ' άλλου ήκουσα. Όταν δε εvθυμηθώ
ότι παρ' άλλου έλαβον, τότε γίνεται μνήμη, ενώ πρότερον ήτο απλούν εννόημα. Δύσκολον είναι λοιπόν να
ορίσωμεν αν μνήμαί τινες είναι απλώς πλάσματα φαντασίας ή πραγματικαί παρελθούσαι εμπειρίαι, διότι η
φαντασία είναι αναπλαστική (αισθητική) και πλαστική (λογιστική). Αλλ' είναι αδύνατον να έχωμεν ασυνείδητον
μνήμην. Εφ' όσον δεν έχει τις την συνείδησιν, ότι εικών τις ή εμπειρία υπήρξε πρότερον, αύτη είναι φάντασμα και
ουχί μνημόνευμα.
(20) Το οποίον νοεί και δεν ενθυμείται.
(21) Πρότερον είπεν, ότι ενίοτε την μνήμην άλλου πράγματος υπολαμβάνει τις ως ιδικήν του επινόησιν. Άλλοτε
συμβαίνει το αντίστροφον, τα πλάσματα της φαντασίας του εκλαμβάνει τις ως αντικειμενικά, ως μνήμας άλλων
πραγμάτων.
(22) Αλλοιώσεις καταστάσεως, ανατροπάς.
(23) Η κοινή αίσθησις, ήτις αντιλαμβάνεται την κίνησιν, αντιλαμβάνεται και τον χρόνον, όστις είναι το μέτρον της
κινήσεως.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.
Περί αναμνήσεως· κατά τί διαφέρει από της μνήμης και της αισθήσεως. Συvειρμoί
παραστάσεων. Στάδια α διέρχεται η ψυχή, ίνα αναμνησθή τινος. Αποτελέσματα
του εθισμού. Σπουδαιότης του χρόνου εν τη αναμνήσει. Η ανάμνησις προνόμιον
του ανθρώπου. Σχέσεις αυτής προς τα όργανα του σώματος. Κάματος και ταραχή
ψυχής.

[451a18] Περὶ δὲ τοῦ
ἀναμιμνήσκεσθαι λοιπὸν εἰπεῖν.

1. Υπολείπεται να ομιλήσωμεν περί
της αναμνήσεως24.

2. Και πρώτον πρέπει να λάβωμεν ως
βάσεις όσας αληθείας είπομεν εις τους
ἐπιχειρηματικοῖς λόγοις ἐστὶν
επιχειρηματικούς λόγους25. Τω όντι, η
ἀληθῆ͵ δεῖ τι θέναι ὡς ὑπάρχοντα.
ανάμνησις δεν είναι ούτε επανάληψις
οὔτε γὰρ μνήμης ἐστὶν ἀνάληψις ἡ ούτε λήψις (πρώτη απόκτησις) μνήμης.
ἀνάμνησις οὔτε λῆψις· ὅταν γὰρ τὸ Διότι όταν τις πρώτην φοράν μάθη τι ή
πρῶτον μάθῃ ἢ πάθῃ͵ οὔτ΄
πάθη (εντύπωσίν τινα) ούτε μνήμην
καμμίαν επαναλαμβάνει26, διότι δεν
ἀναλαμβάνει μνήμην οὐδεμίαν
υπήρξε πρότερον μνήμη, ούτε τότε
(οὐδεμία γὰρ προγέγονεν) οὔτ΄ ἐξ
πρώτην μνήμην λαμβάνει. Αλλά μόνον
ἀρχῆς λαμβάνει· ὅταν γὰρ
αφού γίνη η απόκτησις της γνώσεως ή του
ἐγγένηται ἡ ἕξις ἢ τὸ πάθος͵ τότε
πάθους, τότε μόνον δύναται να υπάρξη
μνήμη ἐστίν͵ ὥστε μετὰ τοῦ πάθους μνήμη. Ώστε η μνήμη δεν συμβαίνει εις
την ψυχήν ομού με την παραγωγήν της
ἐγγινομένου οὐκ ἐγγίνεται.
εντυπώσεως.
πρῶτον μὲν οὖν ὅσα ἐν τοῖς

3. Προσέτι δε ότε κατά πρώτον γίνεται η
εντύπωσις εις την ψυχήν εν μια αδιαιρέτω
ἀτόμῳ καὶ ἐσχάτῳ͵ τὸ μὲν πάθος
στιγμή, το μεν πάθος τούτο υπάρχει
ἐνυπάρχει ἤδη τῷ παθόντι καὶ ἡ
έκτοτε εις τον παθόντα, όπως και η
ἐπιστήμη͵ εἰ δεῖ καλεῖν ἐπιστήμην
γνώσις, εάν πρέπη να είπωμεν γνώσιν την
τὴν ἕξιν ἢ τὸ πάθος (οὐθὲν δὲ
πρώτην εκείνην απόκτησιν ή την
κωλύει κατὰ συμβεβηκὸς καὶ
εντύπωσιν, (δεν υπάρχει δε κανέν
μνημονεύειν ἔνια ὧν ἐπιστάμεθα)· κώλυμα) και κατά συμβεβηκός (εμμέσως)
να ενθυμώμεθά 27 τινα, εξ εκείνων τα
τὸ δὲ μνημονεύειν καθ΄ αὑτὸ οὐχ
οποία γινώσκομεν 28. Αλλ' όμως η
ὑπάρχει πρὶν χρονισθῆναι·
ενέργεια της μνήμης καθ' εαυτήν δεν
μνημονεύει γὰρ νῦν ὃ εἶδεν ἢ ἔπαθε υπάρχει, εάν μη πρότερον παρέλθη
πρότερον͵ οὐχ ὃ νῦν ἔπαθε͵ νῦν
χρόνος τις· διότι ενθυμείταί τις τώρα
εκείνο, το οποίον είδεν ή έπαθεν
ἔτι δ΄ ὅτε τὸ πρῶτον ἐγγέγονε τῷ

μνημονεύει.

πρότερον· δεν ενθυμείται όμως τώρα
εκείνο, όπερ έπαθε τώρα (πάσχει).

4. Είναι φανερόν ακόμη ότι δύναται να
ενθυμήταί τις ό,τι δεν αναμιμνήσκεται
μνημονεύειν ἔστι μὴ νῦν
τώρα, αλλ' ό,τι κατ' αρχάς ησθάνθη ή
ἀναμνησθέντα͵ ἀλλ΄ ἐξ ἀρχῆς
έπαθέ ποτε 29. Αλλ' όταν επαναλαμβάνη
αἰσθόμενον ἢ παθόντα· ἀλλ΄ ὅταν
τις το αίσθημα ή την γνώσιν ην είχε
ἀναλαμβάνῃ ἣν πρότερον εἶχεν
πρότερον, ή έν γένει εκείνο, του οποίου
ἐπιστήμην ἢ αἴσθησιν ἢ οὗ ποτε τὴν την κατοχήν (έξιν) εκαλέσαμεν μνήμην,
τούτο είναι η ανάμνησις, τούτο είναι το
ἕξιν ἐλέγομεν μνήμην͵ τοῦτ΄ ἐστὶ
αναμιμνήσκεσθαι μίαν των ειρημένων
καὶ τότε τὸ ἀναμιμνήσκεσθαι τῶν
ψυχικών κτήσεων 30. Μετά δε το
εἰρημένων τι͵ τῷ δὲ μνημονεύειν
μνημονεύειν η μνήμη επακολουθεί.
συμβαίνει καὶ μνήμην ἀκολουθεῖν.

ἔτι δὲ φανερὸν [451b] ὅτι

Βεβαίως ούτε τα φαινόμενα ταύτα, εάν
πρότερον υπήρξαν και πάλιν
ἔμπροσθεν ὑπάρξαντα πάλιν
αναπλάττωνται εις την ψυχήν,
ἐγγένηται͵ ἀλλ΄ ἔστιν ὡς͵ ἔστι δ΄ ὡς
ακολουθούσι την αυτήν τάξιν, αλλά μέρος
οὔ. δὶς γὰρ μαθεῖν καὶ εὑρεῖν
μεν αναπλάττεται ούτω, μέρος δε άλλως·
ἐνδέχεται τὸν αὐτὸν τὸ αὐτό· δεῖ οὖν διότι ο αυτός άνθρωπος 31 δύναται δις να
διαφέρειν τὸ ἀναμιμνήσκεσθαι
μάθη και να εύρη το αυτό πράγμα. Πρέπει
τούτων͵ καὶ ἐνούσης πλείονος ἀρχῆς λοιπόν να διακρίνωμεν την ανάμνησιν
από ταύτης 32, και εν τη αναμνήσει
ἢ ἐξ ἧς μανθάνουσιν
υπάρχουσιν εν τη ψυχή αρχαί
ἀναμιμνήσκεσθαι.
(αναπλάσεως) περισσότεραι παρά όταν
αρχίζη τις να μανθάνη 33.
οὐδὲ δὴ ταῦτα ἁπλῶς͵ ἐὰν

συμβαίνουσι δ΄ αἱ ἀναμνήσεις
ἐπειδὴ πέφυκεν ἡ κίνησις ἥδε
γενέσθαι μετὰ τήνδε· εἰ μὲν ἐξ
ἀνάγκης͵ δῆλον ὡς ὅταν ἐκείνην
κινηθῇ͵ τήνδε κινηθήσεται· εἰ δὲ μὴ
ἐξ ἀνάγκης ἀλλ΄ ἔθει͵ ὡς ἐπὶ τὸ
πολὺ κινηθήσεται. συμβαίνει δ΄
ἐνίας ἅπαξ ἐθισθῆναι μᾶλλον ἢ
ἑτέρας πολλάκις κινουμένους· διὸ
ἔνια ἅπαξ ἰδόντες μᾶλλον
μνημονεύομεν ἢ ἕτερα πολλάκις.

5. Γίνονται δε αι αναμνήσεις, ότε
φυσικώς ωρισμένη τις κίνησις γίνεται
έπειτα από άλλην ωρισμένην 34. Εάν
λοιπόν εξ ανάγκης γίνεται αύτη η διαδοχή
των κινήσεων, φανερόν είναι ότι, όταν
εκείνη η κίνησις γίνη, θα γίνη και αύτη.
Εάν όμως η διαδοχή δεν γίνεται
αναγκαίως, αλλά συνήθως, τότε ως επί το
πλείστον θα επακολουθήση η δευτέρα την
πρώτην. Συμβαίνει δέ τινες διά μιας
μόνης εντυπώσεως να αποκτήσωσι
(συνήθειαν) έθος περισσότερον ή άλλοι,
οίτινες έλαβον πολλάς εντυπώσεις. Διά
τούτο πράγματα τινα, αφού τα ίδωμεν

άπαξ, τα ενθυμούμεθα περισσότερον
παρά άλλους, οίτινες τα είδον πολλάκις.
Όταν λοιπόν αναμιμνησκώμεθα τι
(ξαναθυμώμεθα), τότε επαναλαμβάνομεν
κινούμεθα τῶν προτέρων τινὰ
τινάς των προτέρων κινήσεων, έως ου
κινήσεων͵ ἕως ἂν κινηθῶμεν μεθ΄
επαναλάβωμεν την κίνησιν μετά την
ἣν ἐκείνη εἴωθεν. διὸ καὶ τὸ ἐφεξῆς οποίαν ακολουθεί συνήθως η ζητουμένη.
θηρεύομεν νοήσαντες ἀπὸ τοῦ νῦν ἢ Διά τούτο και ζητούμεν σειράν εν τω νω
ἄλλου τινός͵ καὶ ἀφ΄ ὁμοίου ἢ
αρχίζοντες από του παρόντος
αντικειμένου ή άλλου και από ομοίου ή
ἐναντίου ἢ τοῦ σύνεγγυς.
εναντίου ή συνεχούς (πλησίον κειμένου)
35
.
ὅταν οὖν ἀναμιμνησκώμεθα͵

διὰ τοῦτο γίγνεται ἡ ἀνάμνησις· αἱ
γὰρ κινήσεις τούτων τῶν μὲν αἱ
αὐταί͵ τῶν δ΄ ἅμα͵ τῶν δὲ μέρος
ἔχουσιν͵ ὥστε τὸ λοιπὸν μικρὸν ὃ
ἐκινήθη μετ΄ ἐκεῖνο. ζητοῦσι μὲν
οὖν οὕτω͵

Διά της ενεργείας δε ταύτης γίνεται η
ανάμνησις. Διότι αι εκ ταύτης ψυχικαί
κινήσεις, άλλοτε μεν είναι αι αυταί, άλλαι
δε σύγχρονοι36, άλλαι δε περιέχουσιν εν
μέρος του ζητουμένου, ώστε το
υπόλοιπον, το οποίον θα τεθή εις κίνησιν
ύστερον από εκείνο, είναι μικρόν.
Ζητούσι λοιπόν ούτω (τοιαύτας
παραστάσεις) ίνα αναμνησθώσί τι.

6. Και χωρίς συνειδητής ζητήσεως
37
ἀναμιμνήσκονται͵ ὅταν μεθ΄ ἑτέραν ούτω αναμιμνήσκονται, όταν η κίνησις
εκείνη (η ζητουμένη) γίνεται ως
κίνησιν ἐκείνη γένηται· ὡς δὲ τὰ
επακολούθημα μιας άλλης. Ως επί το
πολλὰ ἑτέρων γενομένων κινήσεων πλείστον όμως η κίνησις εκείνη γίνεται,
οἵων εἴπομεν ἐγένετο ἐκείνη.
αφού γίνωσι άλλαι πολλαί κινήσεις εξ
εκείνων, τας οποίας είπομεν38.
καὶ μὴ ζητοῦντες δ΄ οὕτως

7. Ουδεμία δε υπάρχει ανάγκη να
εξετάζωμεν πώς ενθυμούμεθα πράγματα
μεμνήμεθα͵ ἀλλὰ τὰ σύνεγγυς·
ή μακράν κείμενα ή από πολλού
δῆλον γὰρ ὅτι ὁ αὐτός ἐστι τρόπος.
παρελθόντα, αλλά μόνον τα εγγύς ημών.
[λέγω δὲ τὸ ἐφεξῆς οὐ προζητήσας Διότι είναι φανερόν ότι είναι ο αυτός
οὐδ΄ ἀναμνησθείς.] τῷ γὰρ ἔθει
τρόπος — εννοώ δηλαδή την μέθοδον της
ἀκολουθοῦσιν αἱ κινήσεις ἀλλήλαις͵ διαδοχής και ακολουθίας των κινήσεων
άνευ προηγηθείσης ζητήσεως 39 αυτής και
ἥδε μετὰ τήνδε͵ καὶ ὅταν τοίνυν
ἀναμιμνήσκεσθαι βούληται͵ τοῦτο άνευ αναμνήσεως αυτής. Διότι αι ψυχικαί
κινήσεις ακολουθούσιν η μία μετά την
ποιήσει· ζητήσει λαβεῖν ἀρχὴν
άλλην διά τινος συνηθείας, αύτή π.χ. μετά
οὐδὲν δὲ δεῖ σκοπεῖν τὰ πόρρω͵ πῶς

κινήσεως͵ μεθ΄ ἣν ἐκείνη ἔσται.

ταύτην 40. Και όταν λοιπόν θέλη τις να
αναμνησθή τι, τούτο θα πράξη: θα ζητήση
να εύρη αρχικόν σημείον κινήσεως
(παράστασιν), μετά την οποίαν θα έλθη η
ζητουμένη.

διὸ τάχιστα καὶ κάλλιστα [452a]

8. Διά τούτο κάλλιστα και τάχιστα
γίνονται αι αναμνήσεις, όταν η ψυχή
ορμάται εκ της αρχής αυτών· διότι οίας τα
πράγματα σχέσεις έχουσι μεταξύ των εν
τη τάξει του συνειρμού των, τοιαύτας
έχουσι και αι κινήσεις της ψυχής 41.

γίνονται ἀπ΄ ἀρχῆς αἱ ἀναμνήσεις·
ὡς γὰρ ἔχουσι τὰ πράγμα τα πρὸς
ἄλληλα τῷ ἐφεξῆς͵ οὕτω καὶ αἱ
κινήσεις.

Kαι εκείνα ευκόλως απομνημονεύονται,
τινὰ ἔχει͵ ὥσπερ τὰ μαθήματα· τὰ δὲ τα οποία έχουσι τάξιν τινά, καθώς είναι αι
μαθηματικαί γνώσεις, τα δε (μη έχοντα
φαύλως καὶ χαλεπῶς. καὶ τούτῳ
τάξιν) κακώς και δυσκόλως
διαφέρει τὸ ἀναμιμνήσκεσθαι τοῦ
απομνημονεύονται. Και κατά τούτο
πάλιν μανθάνειν͵ ὅτι δυνήσεταί
διαφέρει η ανάμνησις από δευτέρας
πως δι΄ αὑτοῦ κινηθῆναι ἐπὶ τὸ μετὰ μαθήσεώς τινος 42, καθ' ότι ο
αναμιμνησκόμενος δύναται τρόπον τινά
τὴν ἀρχήν. ὅταν δὲ μή͵ ἀλλὰ δι΄
αφ' εαυτού να κινήται προς τα
ἄλλου͵ οὐκέτι μέμνηται.
επακολουθούντα μετά την αρχικήν
κίνησιν όταν όμως δεν δύναται να κινήται
αφ' εαυτού, αλλά διά της βοηθείας άλλου
(του διδασκάλου), τότε πλέον δεν
ενθυμείται (αλλά μανθάνει).
καὶ ἔστιν εὐμνημόνευτα ὅσα τάξιν

Πολλάκις συμβαίνει να μη δύναται να
ενθυμηθή τι 43· δύναται όμως να ζητήση
ἀναμνησθῆναι͵ ζητῶν δὲ δύναται
και να το εύρη 44. Και επιτυγχάνει τούτο
καὶ εὑρίσκει. τοῦτο δὲ γίγνεται
ποιών πολλάς κινήσεις, έως ου κάμη
κινοῦντι πολλά͵ ἕως ἂν τοιαύτην
τοιαύτην κίνησιν, μετά την οποίαν θα
κινήσῃ κίνησιν ᾗ ἀκολουθήσει τὸ
ακολουθήση το ζητούμενον πράγμα.
πρᾶγμα. τὸ γὰρ μεμνῆσθαί ἐστι τὸ
Διότι η μνήμη είναι ακριβώς η εν τη ψυχή
45
ἐνεῖναι δύναμιν τὴν κινοῦσαν· τοῦτο ύπαρξις κινητικής δυνάμεως τοιαύτης,
ώστε τις εξ εαυτού και εκ των κινήσεων,
δέ͵ ὥστ΄ ἐξ αὑτοῦ καὶ ὧν ἔχει
ας δύναται να ποιή, να έρχηται εις την
κινήσεων κινηθῆναι͵ ὥσπερ εἴρηται.
κίνησιν (την ζητουμένην) ως είπομεν.
πολλάκις δ΄ ἤδη μὲν ἀδυνατεῖ

δεῖ δὲ λαβέσθαι ἀρχῆς· διὸ ἀπὸ
τόπων δοκοῦσιν ἀναμιμνήσκεσθαι

Πρέπει δε να λαμβάνη τις τα πράγματα εκ
της αρχής των. Διά τούτο ενίοτε η
ανάμνησις φαίνεται ότι γίνεται εξ

αφορμής τοπικών σχέσεων 46. Αίτιον δε
ἄλλου ἐπ΄ ἄλλο ἔρχονται͵ οἷον ἀπὸ τούτου είναι, ότι η ψυχή ταχέως
μεταβαίνει απ' άλλου εις άλλο πράγμα, π.
γάλακτος ἐπὶ λευκόν͵ ἀπὸ λευκοῦ δ΄
χ. από (της παραστάσεως) του γάλακτος
ἐπ΄ ἀέρα͵ καὶ ἀπὸ τούτου ἐφ΄ ὑγρόν͵ μεταβαίνει εις την του λευκού, από της
ἀφ΄ οὗ ἐμνήσθη μετοπώρου͵ ταύτην του λευκού εις την του αέρος, και από
ἐπιζητῶν τὴν ὥραν.
ταύτης εις την του υγρού, εκ δε ταύτης
ενθυμείται το φθινόπωρον, ήτοι την
εποχήν την οποίαν ακριβώς εζήτει.

ἐνίοτε. τὸ δ΄ αἴτιον ὅτι ταχὺ ἀπ΄

9. Φαίνεται δε ότι γενικώς η αρχή (η
αφετηρία) είναι το μέσον της όλης σειράς,
πάντων· εἰ γὰρ μὴ πρότερον͵ ὅταν
διότι αν δεν ενθυμήταί τις πρότερον, θα
ἐπὶ τοῦτο ἔλθῃ μνησθήσεται͵ ἢ
ενθυμηθή όταν φθάση εις το μέσον,
οὐκέτ΄ οὐδὲ ἄλλοθεν͵ οἷον εἴ τις
άλλως ούτε πλέον ούτε άλλοθεν θα
νοήσειεν ἐφ΄ ὧν Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι· εἰ δυνηθή να αναμνησθή. Ούτως έστω ότι
γὰρ μὴ ἐπὶ τοῦ Ι μέμνηται͵ ἐπὶ τοῦ Ε διέρχεται εν τω νω 47 την σειράν α, β, γ, δ,
ε, ζ, η, θ. Εάν δεν ενθυμήται όταν είναι εις
μνησθήσεται· ἐντεῦθεν γὰρ ἐπ΄
48
ἄμφω κινηθῆναι ἐνδέχεται͵ καὶ ἐπὶ το θ , θα ενθυμηθή όταν θα είναι εις το
ε, αν ζητή ή το ζ ή το η, διότι εκ του ε
τὸ Δ καὶ ἐπὶ τὸ Ζ.
δύναται να κινήται προς τα δύο μέρη και
προς το δ και προς το ζ 49.

ἔοικε δὲ καθόλου ἀρχῇ καὶ τὸ μέσον

εἰ δὲ μὴ τούτων τι ἐζήτει͵ ἐπὶ τὸ Γ
ἐλθὼν μνησθήσεται͵ εἰ τὸ Α ἢ τὸ Β
ἐπιζητεῖ͵ εἰ δὲ μή͵ ἐπὶ τὸ Η· καὶ
οὕτως ἀεί.

Εάν δε δεν ζητή κανέν εκ τούτων, όταν
έλθη εις το γ, θα ενθυμηθή [αν ζητή το η
ή το ζ]. Εάν δεν ενθυμήται ακόμη εις το γ,
θα ενθυμηθή ερχόμενος μέχρι του α και
πάντοτε ούτω 50.

10. Αίτιον δε του ότι ωρμώμενοι εκ του
μνησθῆναι͵ ἐνίοτε δὲ μή͵ αἴτιον ὅτι αυτού πράγματος ενίοτε συμβαίνει να
ενθυμώμεθα, ενίοτε όμως όχι, είναι ότι η
ἐπὶ πλείω ἐνδέχεται κινηθῆναι ἀπὸ
ψυχή δύναται να κινήται προς πολλάς
τῆς αὐτῆς ἀρχῆς͵ οἷον ἀπὸ τοῦ Γ ἐπὶ παραστάσεις ορμωμένη από μιας μόνης
τὸ Β ἢ τὸ Δ. ἐὰν οὖν διὰ πολλοῦ
αρχής, π. χ. από του γ δύναται να μεταβή
κινηθῇ͵ ἐπὶ τὸ συνηθέστερον
εις το β ή το δ. Εάν λοιπόν η κίνησις δεν
είναι από πολλού χρόνου οικεία, η ψυχή
κινεῖται· ὥσπερ γὰρ φύσις ἤδη τὸ
κινείται προς το συνηθέστερον εις αυτήν,
ἔθος.
διότι η συνήθεια είναι μία (δευτέρα)
φύσις.

τοῦ δ΄ ἀπὸ τοῦ αὐτοῦ ἐνίοτε μὲν

διὸ ἃ πολλάκις ἐννοοῦμεν͵ ταχὺ
ἀναμιμνησκόμεθα· ὥσπερ γὰρ

Διά τούτο τα πράγματα (παραστάσεις), τα
οποία έχομεν πολλάκις και εις τον νουν

φύσει τόδε μετὰ τόδε ἐστίν͵ οὕτω καὶ ημών, ταύτα ταχέως αναμιμνησκόμεθα.
Διότι καθώς το πράγμα τούτο ακολουθεί
ἐνεργείᾳ· τὸ δὲ πολλάκις φύσιν
φυσικώς μετά τούτο, ούτω και εις την
ποιεῖ. ἐπεὶ δ΄ ὥσπερ [452b] ἐν τοῖς
ενέργειαν της ψυχής (υπάρχει
φύσει γίγνεται καὶ παρὰ φύσιν καὶ ακολουθία). Το δε πολλάκις 51
ἀπὸ τύχης͵ ἔτι μᾶλλον ἐν τοῖς δι΄
επαναλαμβανόμενον αποτελεί (άλλην)
ἔθος͵ οἷς ἡ φύσις γε μὴ ὁμοίως
φύσιν. Όπως δε εις τα κατά φύσιν
πράγματα υπάρχουσι πράγματα παρά
ὑπάρχει͵ ὥστε κινηθῆναι ἐνίοτε
κἀκεῖ καὶ ἄλλως͵ ἄλλως τε καὶ ὅταν φύσιν, και άλλα εκ τύχης, ακόμη
περισσότερον (η αταξία αύτη) συμβαίνει
ἀφέλκῃ τι ἐκεῖθεν αὐτόσε πῃ͵ διὰ
εις τα εκ συνηθείας πράγματα, εις τα
τοῦτο καὶ ὅταν δέῃ ὄνομα
οποία ο όρος φύσις δεν εφαρμόζεται
μνημονεῦσαι͵ παρόμοιον εἰ ἴσμεν͵
ομοίως. Ώστε η ψυχή δύναται ενίοτε να
κινήται κατά μίαν ή άλλην διεύθυνσιν,
εἰς ἐκεῖνο σολοικίζομεν.
και μάλιστα όταν αποσπάται από πρώτου
σημείου και εκ τούτου μεταβαίνει εις
άλλο. Και διά τούτο όταν είναι ανάγκη να
ενθυμηθώμεν όνομά τι και ενθυμούμεθα
άλλο παρόμοιον, τότε ως προς το
ζητούμενον σολοικίζομεν 52.
τὸ μὲν οὖν ἀναμιμνήσκεσθαι τοῦτον
συμβαίνει τὸν τρόπον.

11. Η ανάμνησις λοιπόν συμβαίνει
κατά τον τοιούτον τρόπον 53.

12. Αλλά το σπουδαιότατον πάντων 54
είναι ότι πρέπει να γνωρίζωμεν τον
χρόνον͵ ἢ μέτρῳ ἢ ἀορίστως. ἔστω
χρόνον είτε μετά (διορισμού) μέτρου είτε
δέ τι ᾧ κρίνει τὸν πλείω καὶ ἐλάττω·
απροσδιορίστως. Έχει δέ τι 55 η ψυχή δι'
εὔλογον δ΄ ὥσπερ τὰ μεγέθη· νοεῖ
ου διακρίνει τον περισσότερον και τον
γὰρ τὰ μεγάλα καὶ πόρρω οὐ τῷ
ολιγώτερον χρόνον. Και εύλογον είναι ότι
ἀποτείνειν ἐκεῖ τὴν διάνοιαν ὥσπερ κρίνει τον χρόνον καθώς και τα μεγέθη.
Διότι νοώμεν τα μεγάλα και τα
τὴν ὄψιν φασί τινες (καὶ γὰρ μὴ
μεμακρυσμένα πράγματα, ουχί διότι η
ὄντων ὁμοίως νοήσει)͵ ἀλλὰ τῇ
διάνοια 56 εκτείνεται εκεί, καθώς λέγουσί
ἀνάλογον κινήσει· ἔστι γὰρ ἐν αὐτῇ
τινες ότι εκτείνεται η όψις, (διότι δύναται
τὰ ὅμοια σχήματα καὶ κινήσεις.
να νοή ομοίως και τα μη υπάρχοντα 57),
αλλά διά κινήσεως αναλόγου. Διότι
υπάρχουσιν εν τη ψυχή τα όμοια σχήματα
και αι κινήσεις αι όμοιαι (με τα πράγματα
ταύτα).
τὸ δὲ μέγιστον͵ γνωρίζειν δεῖ τὸν

τίνι οὖν διοίσει͵ ὅταν τὰ μείζω νοῇ͵

13. Κατά τί λοιπόν διαφέρει αν νοή η
ψυχή τα μεγαλείτερα πράγματα 58, ή τα

μικρότερα; Τω όντι πάντα τα εντός είναι
γὰρ τὰ ἐντὸς ἐλάττω͵ καὶ ἀνὰλόγον μικρότερα, αλλ' έχουσιν αναλογίας προς
τα εκτός. Είναι δυνατόν ίσως, όπως
[καὶ τὰ ἐκτός]. ἔστι δ΄ ἴσως ὥσπερ
δυνάμεθα να εύρωμεν αναλογίας εις τα
καὶ τοῖς εἴδεσιν ἀνάλογον λαβεῖν
σχήματα εντός της ψυχής, ούτω και εις τα
ἄλλο ἐν αὑτῷ͵ οὕτως καὶ τοῖς
χρονικά διαστήματα. Εις το έναντι σχήμα
ἀποστήμασιν. ὥσπερ οὖν εἰ τὴν Α Β 59, εάν τις κάμη την κίνησιν αβ βε, θα
Β Ε κινεῖται͵ ποιεῖ τὴν Γ Δ· ἀνάλογον κάμη και την αγ γδ, διότι είναι ανάλογοι
αι αγ γδ προς τας αδ βε.
γὰρ ἡ Α Γ καὶ ἡ Γ Δ.
ὅτι ἐκεῖνα νοεῖ ἢ τὰ ἐλάττω; πάντα

Διατί λοιπόν θα κινηθή μάλλον κατά την
ποιεῖ; ἢ ὡς ἡ Α Γ πρὸς τὴν Α Β ἔχει͵ γδ παρά κατά την ζη; Άρά γε διότι η αγ
τοιούτον λόγον έχει προς την αβ, οίον η
οὕτως ἡ Θ πρὸς τὴν Ι ἔχει; ταύτας
κθ προς την κρ; Διότι η ψυχή κάμνει τας
οὖν ἅμα κινεῖται. ἂν δὲ τὴν Ζ Η
κινήσεις (γραμμάς) ταύτας συγχρόνως.
βούληται νοῆσαι͵ τὴν μὲν Β Ε
Αλλ' εάν θέλη να νοήση
ὁμοίως νοεῖ͵ ἀντὶ δὲ τῶν Θ Ι τὰς Κ Λ
την ζη, νοεί ομοίως την
βε, αντί δε της θε νοεί την
νοεῖ· αὗται γὰρ ἔχουσιν ὡς Ζ Α πρὸς
κλ, διότι αι γραμμαί αύται
Β Α.
(ζη και βε) είναι μεταξύ
των όπως η ζα είναι προς την βα.
τί οὖν μᾶλλον τὴν Γ Δ ἢ τὴν Ζ Η

14. Όταν λοιπόν η κίνησις του
πράγματος και η κίνησις του χρόνου
γίγνηται κίνησις καὶ ἡ τοῦ χρόνου͵
γίνωνται συγχρόνως εν τη ψυχή, τότε
τότε τῇ μνήμῃ ἐνεργεῖ. ἂν δ΄ οἴηται
αύτη ενεργεί διά της μνήμης 60. Εάν δε
μὴ ποιῶν͵ οἴε ται μνημονεύειν·
υπολαμβάνη τις ότι κάμνει τον
οὐθὲν γὰρ κωλύει διαψευσθῆναί
συγχρονισμόν τούτον χωρίς πραγματικώς
τινα καὶ δοκεῖν μνημονεύειν μὴ
να τον κάμνη, ούτος υπολαμβάνει μόνον
ότι ενθυμείται. Διότι δύναταί τις να
μνημονεύοντα. ἐνεργοῦντα δὲ τῇ
61
μνήμῃ μὴ οἴεσθαι ἀλλὰ λανθάνειν απατάται και να νομίζη, ότι ενθυμείται
χωρίς να ενθυμήται. Όταν δέ τις ενεργή
μεμνημένον οὐκ ἔστιν· τοῦτο γὰρ ἦν
διά της μνήμης δεν είναι δυνατόν να μη
αὐτὸ τὸ μεμνῆσθαι.
το πιστεύη, αλλά να αγνοή ότι ενθυμείται,
διότι τούτο είναι αυτή η μνήμη.
ὅταν οὖν ἅμα ἥ τε τοῦ πράγματος

ἀλλ΄ ἐὰν ἡ τοῦ πράγματος γένηται
χωρὶς τῆς τοῦ χρόνου ἢ αὕτη
ἐκείνης͵ οὐ μέμνηται. ἡ δὲ τοῦ
χρόνου διττή ἐστιν· ὁτὲ μὲν γὰρ
μέτρῳ οὐ μέμνηται αὐτόν͵ [453a]

Αλλ' εάν η κίνησις του πράγματος γίνηται
άνευ της του χρόνου, ή η κίνησις του
χρόνου άνευ της του πράγματος, τότε δεν
μνημονεύομεν. Η κίνησις δε του χρόνου
είναι δύο ειδών. Άλλοτε μεν δεν
ενθυμείταί τις το πράγμα μετά χρονικού
μέτρου (διορισμού), ότι λ. χ. εποίησέ τι

προ τριών ημερών, (αλλά μόνον ότι
εποίησεν αυτό ένα καιρόν). Άλλοτε δε
ἐποίησεν͵ ὁτὲ δὲ καὶ μέτρῳ· ἀλλὰ
ενθυμείται και μετά μέτρου χρονικού.
μέμνηται καὶ ἐὰν μὴ μέτρῳ. εἰώθασι
Αλλ' όμως ενθυμείται και εάν δεν κατέχη
δὲ λέγειν ὅτι μέμνηνται μέν͵ πότε
τον διορισμόν τούτον· και συνήθως
μέντοι οὐκ ἴσασιν͵ ὅταν μὴ
λέγουσιν οι άνθρωποι, ότι ενθυμούνται
γνωρίζωσι τοῦ πότε τὸ ποσὸν
μεν (το πράγμα), αλλά πότε συνέβη
ακριβώς δεν γνωρίζουσιν, όταν δεν
μέτρῳ.
γνωρίζωσι του πότε το ακριβές μέτρον.
οἷον ὅτι τρίτῃ ἡμέρᾳ ὁδήποτε

ὅτι μὲν οὖν οὐχ οἱ αὐτοὶ μνημονικοὶ
καὶ ἀναμνηστικοί͵ ἐν τοῖς πρότερον
εἴρηται.

15. Εν τοις προηγουμένοις είπομεν, ότι
δεν είναι οι αυτοί άνθρωποι μνημονικοί
και αναμνηστικοί.

16. Διαφέρει όμως η μνήμη από την
ανάμνησιν όχι μόνον κατά τον χρόνον62,
ἀναμιμνήσκεσθαι οὐ μόνον κατὰ
αλλά καθ' ότι μνήμην έχουσι και άλλα
τὸν χρόνον͵ ἀλλ΄ ὅτι τοῦ μὲν
ζώα εκτός του ανθρώπου, ανάμνησιν
μνημονεύειν καὶ τῶν ἄλλων ζῴων
όμως ουδέν, ούτως ειπείν, εκ των
μετέχει πολλά͵ τοῦ δ΄
γνωστών ζωών έχει, αλλά μόνον ο
ἀναμιμνήσκεσθαι οὐδὲν ὡς εἰπεῖν
άνθρωπος. Αίτιον δε τούτου είναι το ότι η
ανάμνησις είναι ως συλλογισμός τις 63,
τῶν γνωριζομένων ζῴων͵ πλὴν
διότι, όταν αναμιμνήσκηταί τις, κάμνει
ἄνθρωπος. αἴτιον δ΄ ὅτι τὸ
τον συλλογισμόν, ότι πρότερον είδεν ή
ἀναμιμνήσκεσθαί ἐστιν οἷον
ήκουσεν ή έπαθε τοιαύτην εμπειρίαν του
συλλογισμός τις· ὅτι γὰρ πρότερον πράγματος και τότε γίνεται εν είδος
εἶδεν ἢ ἤκουσεν ἤ τι τοιοῦτον ἔπαθε͵ ζητήσεως 64.
συλλογίζεται ὁ ἀναμιμνησκόμενος͵

διαφέρει δὲ τοῦ μνημονεύειν τὸ

καὶ ἔστιν οἷον ζήτησίς τις.
τοῦτο δ΄ οἷς καὶ τὸ βουλευτικὸν
ὑπάρχει͵ φύσει μόνοις συμβέβηκεν·
καὶ γὰρ τὸ βουλεύεσθαι
συλλογισμός τίς ἐστιν.

Αλλά τούτο συμβαίνει φυσικώς εις μόνα
τα ζώα, τα οποία έχουσι την δύναμιν της
(διασκεπτικής) βουλήσεως, το δε
βουλεύεσθαι είναι συλλογισμός τις.

17. Ότι δε το πάθος τούτο (η μνήμη
καὶ ἡ ἀνάμνησις ζήτησις ἐν τοιούτῳ και η ανάμνησις) είναι εν μέρει
σωματικόν και ότι η ανάμνησις είναι
φαντάσματος͵ σημεῖον τὸ
ζήτησις εικόνος εν οργάνω σωματικώ 65,
παρενοχλεῖν ἐνίους ἐπειδὰν μὴ
αποδεικνύει η ταραχή τινων, όταν δεν
δύνωνται ἀναμνησθῆναι καὶ πάνυ
δύνανται να ενθυμηθώσί τι και όταν, εvώ
ὅτι δ΄ ἐστὶ σωματικόν τι τὸ πάθος͵

ἐπέχοντες τὴν διάνοιαν͵ καὶ οὐκέτ΄
ἐπιχειροῦντας ἀναμιμνήσκεσθαι
οὐδὲν ἧττον͵ καὶ μάλιστα τοὺς
μελαγχολικούς· τούτους γὰρ
φαντάσματα κινεῖ μάλιστα.
αἴτιον δὲ τοῦ μὴ ἐπ΄ αὐτοῖς εἶναι [τὸ
ἀναμιμνήσκεσθαι]͵ ὅτι καθάπερ
τοῖς βάλλουσιν οὐκέτι ἐπ΄ αὐτοῖς τὸ
στῆσαι͵ οὕτως καὶ ὁ
ἀναμιμνησκόμενος καὶ θηρεύων
σωματικόν τι κινεῖ͵ ἐν ᾧ τὸ πάθος.
μάλιστα δ΄ ἐνοχλοῦνται οἷς ἂν
ὑγρότης τύχῃ ὑπάρχουσα περὶ τὸν
αἰσθητικὸν τόπον· οὐ γὰρ ῥᾳδίως
παύεται κινηθεῖσα͵ ἕως ἂν
ἐπανέλθῃ τὸ ζητούμενον καὶ
εὐθυπορήσῃ ἡ κίνησις.

εμποδίζουσι την διάνοιάν των και, ενώ έτι
προσπαθούσι να μη ενθυμηθώσι πλέον,
ουχ ήττον ενθυμούνται, όπως τούτο
πάσχουσι προ πάντων οι μελαγχολικοί,
διότι τούτους κινούσι προ πάντων αι
εικόνες της φαντασίας.
Αίτιον δε του να μη έχωσιν εις την
εξουσίαν των την ανάμνησίν των είναι
ότι, καθώς οι ρίπτοντες λίθους δεν
δύνανται να σταματήσωσιν αυτούς, ούτω
και ο θέλων να αναμνησθή και επιζητών
τι, θέτει εις κίνησιν σωματικόν τι
όργανον, εις το οποίον συμβαίνει το
πάθος τούτο 66. Περισσότερον δε πάντων
ενοχλούνται εκείνοι, εις τους οποίους
τύχη να υπάρχη υγρότης πέριξ του
αισθητικού τόπου (της καρδίας). Διότι η
υγρότης 67 άπαξ κινηθείσα δεν παύεται
ευκόλως, εάν μη φθάση εις το ζητούμενον
ή αν μη η κίνησις λάβη την προσήκουσαν
πορείαν της.

18. Διά τούτο και θυμοί και φόβοι, όταν
άπαξ κινήσωσί τι, καίτοι πάλιν ταύτα
κινήσωσιν͵ ἀντικινούντων πάλιν
αντενεργούσι κατ' εκείνων δεν
τούτων οὐ καθίστανται͵ ἀλλ΄ ἐπὶ τὸ
ησυχάζουσιν. αλλ' επιμένουσιν εις τους
αὐτὸ ἀντικινοῦσιν. καὶ ἔοικε τὸ
σκοπούς των. Και ομοιάζει το πάθος 68 με
πάθος τοῖς ὀνόμασι καὶ μέλεσι καὶ
το των ονομάτων και ασμάτων και
λόγοις͵ ὅταν διὰ στόματος γένηταί λέξεων, είς τι εκ τούτων δίδομεν βιαίαν
τι αὐτῶν σφόδρα· παυσαμένοις γὰρ εκφοράν διά του στόματος, διότι μας
καὶ οὐ βουλομένοις ἐπέρχεται πάλιν έρχεται να το άδωμεν ή να το λέγωμεν,
και αφού ήδη παύσωμεν και δεν θέλωμεν
ᾄδειν ἢ λέγειν.
να το επαναλάβωμεν.
διὸ καὶ ὀργαὶ καὶ φόβοι͵ ὅταν τι

εἰσὶ δὲ καὶ οἱ τὰ ἄνω μείζω ἔχοντες
καὶ οἱ [453b] νανώδεις
ἀμνημονέστεροι τῶν ἐναντίων διὰ
τὸ πολὺ βάρος ἔχειν ἐπὶ τῷ
αἰσθητικῷ͵ καὶ μήτ΄ ἐξ ἀρχῆς τὰς
κινήσεις δύνασθαι ἐμμένειν ἀλλὰ
διαλύεσθαι μήτ΄ ἐν τῷ

19. Οι δε έχοντες το άνω μέρος του
σώματος λίαν μέγα και οι ομοιάζοντες
προς τους νάνους έχουσιν ολιγωτέραν
μνήμην παρά τους εναντίους (κατά την
σωματικήν μορφήν), διότι έχουσι πολύ
βάρος επί του αισθητικού κέντρου (της
καρδίας), και διότι αι αρχικαί κινήσεις δεν
δύνανται να εμμένωσιν εις αυτό, αλλά

ἀναμιμνήσκεσθαι ῥᾳδίως
εὐθυπορεῖν.
οἱ δὲ πάμπαν νέοι καὶ λίαν γέρον
τες ἀμνήμονες διὰ τὴν κίνησιν· οἱ
μὲν γὰρ ἐν φθίσει͵ οἱ δ΄ ἐν αὐξήσει
πολλῇ εἰσίν· ἔτι δὲ τά γε παιδία καὶ
νανώδη ἐστὶ μέχρι πόρρω τῆς
ἡλικίας.

διαλύονται και δεν δύνανται πλέον κατά
την ανάμνησιν να επανέρχωνται ευκόλως
και ευθέως.
20. Οι δε παρά πολύ νέοι και οι λίαν
γέροντες δεν έχουσι καλήν μνήμην εξ
αιτίας της κινήσεως των, διότι ούτοι μεν
ευρίσκονται εις πολλήν φθοράν, εκείνοι
δε εις πολλήν αύξησιν. Προσέτι τα παιδία
είναι ως οι νάνοι μέχρις ότου
προχωρήσωσιν εις ηλικίαν 69.

Περί της δυνάμεως λοιπόν της μνήμης
μνημονεύειν͵ τίς ἡ φύσις αὐτῶν καὶ και της ενεργείας αυτής είπομεν ποία
είναι η φύσις αυτών, και διά τίνος μέρους
τίνι τῶν τῆς ψυχῆς μνημονεύει τὰ
της ψυχής ενθυμούνται τα ζώα. Και περί
ζῷα͵ καὶ περὶ τοῦ ἀναμιμνήσκεσθαι͵ της αναμνήσεως είπομεν τί είναι, και πώς
τί ἐστι καὶ πῶς γίγνεται καὶ διὰ
γίνεται και διά ποίαν αιτίαν.
τίνας αἰτίας͵ εἴρηται.
περὶ μὲν οὖν μνήμης καὶ τοῦ

(24) Η ανάμνησις είναι η ενέργεια, δι' ης συμπληρούμεν μνήμην ατελή· είναι λοιπόν προσπάθεια του νου ίνα
συνενώση τα μέρη μνήμης, α κατέχομεν ήδη, και ανασυστήση ολόκληρον την μνήμην.
(25) Ούτοι είναι τα “Προβλήματα”, κατ' άλλους δε αι απορίαι αι εκτιθέμεναι εν τω Κεφ. Α' της παρούσης
πραγματείας.
(26) Τούτο θα ήτο η ανάμνησις, ανανέωσις μνήμης.
(27) Ανατρέχοντας εις το παρελθόν
(28) Nυv νοούντες ή αισθανόμενοι αυτά. Αδύνατον λοιπόν να συγχύσωμεν μάθησιν και μνήμην, αλλά
καταχρηστικώς δυνάμεθα να είπωμεν ότι ενθυμούμεθα τι όπερ μανθάνομεν, λ. χ., δευτέραν φοράν.
(29) Διότι τούτο θα ήτο απλή πράξις μνήμης.
(30) Ούτως η ανάμνησις συνίσταται εις το αναπλάττειν, διά της βοηθείας μιας μόνης παραστάσεως, πάσας τας
μετ' αυτής συνδεδεμένας.
(31) Αν η ανάμνησις ήτο μόνον τελεία ανάπλασις, θα ήτο η αυτή και η επιστήμη ήτις μας διδάσκει εκ δευτέρου
ό,τι ήδη εμάθομεν.
(32) Από της μαθήσεως και ανακαλύψεως, εν αις δι' ωρισμένης και ακριβούς πορείας δύναται να επιτευχθή δις
εξαγόμενόν τι. Εν τη αναμνήσει δεv υπάρχει η αυτή σταθερότης εις την πορείαν· διότι ου μόνον πολλαί υπάρχουσι
μορφαί διεγέρσεως και συνειρμών, αλλά και ερεθισμός τις δύναται να μη φέρη το αυτό αποτέλεσμα εις δυο
διαφόρους περιπτώσεις.
(33) Όταν το πρώτον μανθάνη τις τι, ορμάται εξ ατελούς καταστάσεως. Όταν όμως θέλη να αναμνησθή τι, δέον να
έχη ήδη τα στοιχεία της μνήμης.
(34) Μετά το πυρ η θερμότης, μετά τον ήλιον το φως.
(35) Από της παρούσης (νυν) εικόvoς λύρας ενθυμούμαι προτέραv λύραν, είτα μουσικόν—ωδήν— Από της
εικόvoς (όμοιον) το πρωτότυπον, από του ψυχρού (εναντίον) το θερμόν. Εκ της κατοικίας μου τας παρακειμένας
οικίας.
(36) Mε την ζητούμενην.
(37) Αρκεί μέρος της μνήμης, όπερ έρχεται εις την ψυχήν άνευ παρεμβάσεως της βουλήσεως, ίνα εξεγείρη την
όλην μνήμην.
(38) Ήτοι αι κινήσεις ή αι παραστάσεις ας ανέπλασαν τα όμοια, ή τα εναντία ή τα εγγύς.
(39) Ήτοι δι' απλής ενεργείας μνήμης.
(40) Ούτω και όταν αναμιμνήσκεται πράγματα τα οποία προ πολλού εγνώρισε.
(41) Τας οποίας τα πράγματα προξενούοιν εις την ψυχήν.
(42) Η vέα μάθησίς τίνος γίνεται βεβαίως, όταν μαθόντες άλλοτε αυτό ελησμονήσαμεν έπειτα.
(43) Ή μάλλον να αναμνησθή.

(44) Χωρίς να έχη δεδομένον τι προηγουμένως, ου η κατοχή θα απετέλει την ανάμνησιν.
(45) Αύτη η δυνάμει ενυπάρχουσα διεγερτική εμπειρία ανακινεί τας διαφόρους μνήμας, εξ ων θα πορισθή τις την
ζητουμένην τελείαν μνήμην.
(46) Τo κείμενον λέγει “από τόπων”, κατά δε τον Θεμίστιον “τόπους λέγομεν ή τας αρχάς, οίτινες πρέπει να
υπάρχωσιν εν τη ψυχή, ή τους κατά τα σύστοιχα και τα όμοια και τα εναντία, ή τους σωματικούς και τας εv τούτω
ή εκείνω τω μέρει θέσεις”.
(47) Ίνα εύρη το ζητούμενον.
(48) Όταν βαίνη προς τα δεξιά.
(49) Προς το δ, όπερ προηγείται του β αριστερόθεν, και προς το ε ήτοι. προς τα επόμενα μετά το ε δεξιόθεν.
(50) Εάν η σειρά ήτο ακόμη μακροτέρα.
(51) Η συχνή επανάληψις.
(52) Ο θέλων vα αναμνησθή τον Λεωφάνην, εάν αναμνησθεί τον Λεωσθένην, εσολοίκισεν (έσφαλεν) ως προς τον
Λεωφάνην (Θεμίστιος).
(53) Εν τοις επομένοις συγρίνονται η μνήμη και η ανάμνησις.
(54) Εν τη μνήμη και εν τη αναμνήσει.
(55) Την κοινήν αίσθησιν,
(56) Διάνοια είναι ενέργεια νου μετά φαντασίας.
(57) Δεν είναι ανάγκη να αισθάνηται η ψυχή τα παρόντα, ίνα τα εννοή. Aρκεί άπαξ vα τα αισθανθή, ίνα δύνηται
να τα παριστάνη εν τη απουσiα των.
(58) Μη έχοντα διαστάσεις ίσας προς τας της πραγματικότητος.
(59) Δια γεωμετρικών σχημάτων αναλόγων θα δειχθή πώς εισαγεται αναλογία εν τη ψυχή μεταξύ των
παραστάσεων των αντικειμένων και αυτών των αντικειμένων, και ότι είται τα πράγματα είτε τας εικόνας των
θεωρήσωμεν, αι αναφοραί μένουσιν αι αυταί, και η ψυχή δύναται να κρίνη περί των μεν όσov και περί των δε. Εκ
των δύο τριγώνων το μικρότερον και εσωτερικόν αβε παριστά τα πράγματα, α voεί η ψυχή, το δε μεγαλείτερον και
εκτός είναι ο χρόνος, ον αντιλαμβάνεται ομού με τα νοήματα. Αποδεικνύεται δε ότι “μνημονεύοντες ή
αναμιμνησκόμενοι εξ ανάγκης και τον πληρούντα χρόνον συνεννοούμεθα” (Θεμίστιος . Ο Freudenthal εν τω
Rhein. Museum vol 21 p. 416 εξηγεί το δυσχερές τούτο χωρίον του Αριστοτέλους διά του εξής σχήματος:
αβ και βε παριστώσιν αντιλήψεις δια των αισθήσεων· αζ και ζη εξωτερικά αντικείμενα, αγ και γδ
εννοίας ή συλλήψεις. μθ και θι χρόνον αντικειμενικώς θεωρούμενον, μκ. κλ. χρόνον
υποκειμενικώς θεωρούμενον. Επομένως η ισότης των λόγων αβ/βε = αγ/γδ = αζ/ζη δηλοί ότι
αισθητικαί παραστάσεις ή εικόνες της φαντασίας τοιαύτην έχουσι σχέσιν προς αλλήλας οίαν αι
αντιστοιχοι έννοιαι.
αβ/βε = αζ/ζη δηλοί ότι αι αισθητικαί παραστάσεις έχουσι τοιαύτην σχέσιν προς αλλήλας οίαν
και τα εξωτερικά αντικείμενα προς άλληλα.
ζη/βε = θι/κλ δηλοί ότι εξωτερικά αντικείμενα τοιαύτην σχέσιν έχουσι προς τας αισθητικάς
αντιλήψεις, οίαν ο αντικειμενικός χρόνος προς τον υποκειμενικόν χρόνον.
(60) Και της αναμνήσεως. Άνευ της συνειδήσεως του χρόνου, θα νομίζωμεν ουχί ότι ενθυμούμεθα προηγούμενα,
αλλ' ότι τώρα πρώτον τα παριστανομεν.
(61) Διττώς απατάται η μνήμη. 1ον. Όταν εναλλάσσωνται τα μνημονευόμενα πράγματα και αι εικόνες· π. χ. βλέπω
την εικόvα του Α και υπολαμβάνω ότι είναι η του Β. Νομίζω λοιπόν ότι ενθυμούμαι τον Β ενώ πραγματικώς
ενθυμούμαι τον Α. 2ον. Όταν ενθυμώμεθά τι, αλλά δεv έχομεν συvείδησιν τούτου και ομοιάζομεν προς τον
ονειρώττοντα, όστις δεν συναισθάνεται, ότι ονειρώττει.
(62) Διότι η μνήμη είναι προτέρα της αναμνήσεως.
(63) Όπως ο συλλογιζόμενος συνδέει πρότασιν με πρότασιν, ούτω και ο αναμιμνησκόμενος συνδέει τα μικρότερα
με τα μεγαλύτερα.
(64) Εις την εκουσίαν ανάμνησιν μεταχειριζόμεθα τους νόμους του συνειρμού βεβουλευμένως και εσκεμμένως·
εις την αυθόρμητον ανάμνησιν οι αυτoί νόμοι εφαρμόζουσιν, αλλά δεν τους μεταχειριζόμεθα εσκεμμένως.
(65) Εν μεν τη αναμνήσει η οργανική πορεία γίνεται εκ των έσω προς τα όργανα της αισθήσεως, τουναντίον δε εν
τη αισθήσει η πορεία γίνεται εκ της περιφερείας προς το κέντρον. Περί Ψυχής Α. 4.
(66) Η ζητουμένη εμπειρία.
(67) Ή άλλως: αυτοί ούτοι δεν ησυχάζουσιν ευκόλως άπαξ κινηθέντες, έως ου τύχωσι του ποθουμένου ή η κίνησις
λάβει τον οικείον δρόμον.
(68) Κατά το οπoίοv η ψυχή δεν είναι κυρία εαυτής και των αναμνήσεων αυτής.
(69) Διότι π. χ. επί μακρόν χρόνον έχoυσι κεφαλήν δυσανάλογον.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ
ΠΕΡΙ ΥΠΝΟΥ ΚΑΙ ΕΓΡΗΓΟΡΣΕΩΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.
Ζητήματα περί ύπνου και εγρηγόρσεως και ονείρων και μαντικής. Ο ύπνος και η
εγρήγορσις ανήκουσιν εις το αισθητικόν — είναι κοινά του σώματος και της ψυχής
— διαδέχονται άλληλα — υπάρχουσιν εις πάντα τα ζώα και εις ουδέv φυτόν

1. Περί δε του ύπνου και της
εγρηγόρσεως πρέπει να εξετάσωμεν τί
ἐγρηγόρσεως ἐπισκεπτέον τίνα τε
είναι ταύτα και αν είναι φαινόμενα ίδια
τυγχάνει ὄντα͵ καὶ πότερον ἴδια τῆς
μόνης της ψυχής, ή μόνου του σώματος, ή
ψυχῆς ἢ τοῦ σώματος ἢ κοινά͵ καὶ εἰ είναι κοινά και εις τα δύο. Και αν είναι
κοινά͵ τίνος μορίου τῆς ψυχῆς ἢ τοῦ κοινα και εις τα δύο, εις ποίον μέρος της
σώματος͵ καὶ διὰ τίν΄ αἰτίαν ὑπάρχει ψυχής ή του σώματος ανήκουσι; Και διά
ποίαν αιτίαν υπάρχουσιν εις τα ζώα; Και
τοῖς ζῴοις· καὶ πότερον ἅπαντα
κεκοινώνηκεν ἀμφοτέρων͵ ἢ τὰ μὲν πάντα τα ζώα έχουσι και τα δύο ταύτα, ή
άλλα μεν έχουσι τον ύπνον μόνον, άλλα
θατέρου τὰ δὲ θατέρου μόνον͵ ἢ τὰ
δε την εγρήγορσιν; Ή άλλα μεν ουδέν εξ
μὲν οὐδετέρου τὰ δὲ ἀμφοτέρων·
αυτών έχουσιν, άλλα δε έχουσι και τα δύο
συγχρόνως;
[453b11] Περὶ δὲ ὕπνου καὶ

2. Προς τούτοις πρέπει να εξετάσωμεν τι
είναι το ενύπνιον, και διά ποίαν αιτίαν οι
καὶ διὰ τίνα αἰτίαν οἱ καθεύδοντες
άνθρωποι όταν κοιμώνται, άλλοτε μεν
ὁτὲ μὲν ὀνειρώττουσιν ὁτὲ δὲ οὔ͵ ἢ
ονειρεύονται, άλλοτε δε όχι; Ή συμβαίνει
συμβαίνει μὲν ἀεὶ τοῖς καθεύδουσιν πάντοτε να ενυπνιάζωσιν, όταν
ἐνυπνιάζειν͵ ἀλλ΄ οὐ
κοιμώνται, αλλά δεν ενθυμούνται τα
μνημονεύουσιν͵ καὶ εἰ τοῦτο
ενύπνια; Και αν τούτο γίνηται, διά ποίαν
αιτίαν γίνεταις 3. Και είναι δυνατόν να
γίγνεται͵ διὰ τίνα αἰτίαν γίγνεται·
καὶ πότερον ἐνδέχεται τὰ μέλλοντα προβλέπη τις (με τα ενύπνια) τα μέλλοντα
ή όχι; Και αν είναι δυνατόν, κατά ποίαν
προορᾶν ἢ οὐκ ἐνδέχεται͵ καὶ τίνα
σημασίαν είναι δυνατόν τούτο; Και μόνον
τρόπον εἰ ἐνδέχεται· καὶ πότερον τὰ τας πράξεις, αι οποίαι μέλλουσι να
μέλλοντα ὑπ΄ ἀνθρώπου
γίνωσιν υπό ανθρώπου προβλέπει ή και
εκείνα, των οποίων αιτία είναι η θεία
πράσσεσθαι μόνον͵ ἢ καὶ ὧν τὸ
δαιμόνιον ἔχει τὴν αἰτίαν͵ καὶ φύσει δύναμις και όσα γίνονται φυσικώς ή

πρὸς δὲ τούτοις τί ἐστι τὸ ἐνύπνιον͵

γίγνεται ἢ ἀπὸ ταὐτομάτου.

αυτομάτως 1 ;

πρῶτον μὲν οὖν τοῦτό γε φανερόν͵

4. Και πρώτον τούτο βέβαια είναι
φανερόν, ότι ο ύπνος και η εγρήγορσις
συμβαίνουσιν εις το αυτό μέρος του
ζώου· διότι είναι εναντία προς άλληλα,
και ο ύπνος φαίνεται ότι είναι μία
στέρησις της εγρηγόρσεως· πάντοτε δε τα
εναντία, και εις τα πράγματα τα οποία δεν
κάμνει η φύσις (τα τεχνητά), και εις
εκείνα τα οποία η φύσις κάμνει, τα
εναντία φαίνονται ότι συμβαίνουσν εις έν
και το αυτό όργανον, όπερ δύναται να τα
δέχεται, και είναι πάθη του αυτού
πράγματος. Τοιαύτα είναι λ. χ. υγιεία και
νόσος 2, κάλλος και ασχημία3, δύναμις
και αδυναμία, όρασις και τυφλότης 4,
ακοή και κωφότης.

ὅτι τῷ αὐτῷ τοῦ ζῴου ἥ τε
ἐγρήγορσις ὑπάρχει καὶ ὁ ὕπνος·
ἀντίκεινται γάρ͵ καὶ φαίνεται
στέρησίς τις ὁ ὕπνος τῆς
ἐγρηγόρσεως· ἀεὶ γὰρ τὰ ἐναντία
καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων καὶ ἐν τοῖς
φυσικοῖς ἐν τῷ αὐτῷ δεκτικῷ
φαίνεται γιγνόμενα͵ καὶ τοῦ αὐτοῦ
ὄντα πάθη͵ λέγω δ΄ οἷον ὑγίεια καὶ
νόσος͵ καὶ κάλλος καὶ αἶσχος͵ καὶ
ἰσχὺς καὶ ἀσθένεια͵ καὶ ὄψις καὶ
τυφλότης͵ καὶ ἀκοὴ καὶ κωφότης.

ἔτι δὲ [454a] καὶ ἐκ τῶνδε δῆλον· ᾧ
γὰρ τὸν ἐγρηγορότα γνωρίζομεν͵
τούτῳ καὶ τὸν καθυπνοῦντα· τὸν δὲ
αἰσθανόμενον ἐγρηγορέναι
νομίζομεν͵ καὶ τὸν ἐγρηγορότα
πάντα ἢ τῶν ἔξωθέν τινος
αἰσθάνεσθαι ἢ τῶν ἐν αὑτῷ
κινήσεων. εἰ τοίνυν τὸ ἐγρηγορέναι
ἐν μηδενὶ ἄλλῳ ἐστὶν ἢ τῷ
αἰσθάνεσθαι͵ δῆλον ὅτι ᾧ περ
αἰσθάνεται͵ τούτῳ καὶ ἐγρήγορε τὰ
ἐγρηγορότα καὶ καθεύδει τὰ
καθεύδοντα.

5. Προσέτι και εκ των ακολούθων είναι
φανερόν (ότι είναι εναντία ο ύπνος και η
εγρήγορσις)· δήλα δη διά του αυτού
μέσου δια του οποίου αναγνωρίζομεν τον
γρηγορούντα (έξυπνον), διά του αυτού
αναγνωρίζομεν και τον κοιμώμενον· διότι
εκείνον όστις αισθάνεται, νομίζομεν ότι
γρηγορεί, και νομίζομεν ότι πας
γρηγορών αισθάνεται ή τι εκ των
συμβαινόντων έξω 5, ή τινάς εκ των
κινήσεων, αι οποίαι γίνονται εντός
αυτού6. Αν λοιπόν η εγρήγορσις
συνίσταται εις ουδέν άλλο παρά εις την
αίσθησιv, φανερόν είναι, ότι δι' εκείνου
δι' ου αισθάνονται τα ζώα, γρηγορούσι τα
γρηγορούντα και κοιμώνται τα
κοιμώμενα.

6. Επειδή δε η αίσθησις δεν ανήκει εις
αἰσθάνεσθαι οὔτε τοῦ σώματος (οὗ την ψυχήν μόνον, ούτε εις το σώμα
μόνον, διότι η ενέργεια ανήκει εις τούτο,
γὰρ ἡ δύναμις͵ τούτου καὶ ἡ
εις το οποίον ανήκει η δύναμις, η δε
ἐνέργεια· ἡ δὲ λεγομένη αἴσθησις ὡς λεγομένη αίσθησις, ως ενέργεια, είναι μία
ἐνέργεια κίνησίς τις διὰ τοῦ
κίνησις της ψυχής διά του σώματος

ἐπεὶ δὲ οὔτε τῆς ψυχῆς ἴδιον τὸ

σώματος τῆς ψυχῆς ἐστι)͵ φανερὸν
ὡς οὔτε τῆς ψυχῆς τὸ πάθος ἴδιον͵
οὔτ΄ ἄψυχον σῶμα δυνατὸν
αἰσθάνεσθαι.

(διδομένη εις αυτήν), είναι, φανερόν ότι
το πάθος τούτο (η αίσθησις) δεν είναι
ίδιον της ψυχής μόνης, και ότι άψυχον
σώμα δεν είναι δυνατόν να αισθάνηται.

διωρισμένων δὲ πρότερον ἐν ἑτέροις Επειδή δε προσδιωρίσαμεν πρότερον εις
περὶ τῶν λεγομένων ὡς μορίων τῆς άλλα συγγράμματα, περί των λεγομένων
μερών της ψυχής, και ότι το θρεπτικόν
ψυχῆς͵ καὶ τοῦ μὲν θρεπτικοῦ
δύναται να υπάρχη χωριστά από τα άλλα
χωριζομένου τῶν ἄλλων ἐν τοῖς
μέρη εις τα έχοντα ζωήν, κανέν όμως από
ἔχουσι σώμασι ζωήν͵ τῶν δ΄ ἄλλων τα άλλα δεν δύναται να υπάρχη άνευ
οὐδενὸς ἄνευ τούτου͵ δῆλον ὡς ὅσα τούτου, είναι φανερόν, ότι όσα εκ των
μὲν αὐξήσεως καὶ φθίσεως μετέχει ζώντων έχουσιν αύξησιν μόνον και
μόνον τῶν ζώντων͵ [ὅτι] τούτοις οὐχ φθίσιν, ταύτα ούτε ύπνον ούτε
εγρήγορσιν έχουσιν. Τοιαύτα δ' είναι τα
ὑπάρχει ὕπνος οὐδὲ ἐγρήγορσις͵
φυτά· διότι τα φυτά δεν έχουσι το
οἷον τοῖς φυτοῖς (οὐ γὰρ ἔχουσι τὸ
αισθητικόν όργανον7, είτε χωριστόν από
αἰσθητικὸν μόριον͵ οὔτε εἰ χωριστόν του θρεπτικού είτε μη χωριστόν διότι
κατά την δύναμιν και κατά τον τρόπον
ἐστιν οὔτε εἰ μὴ χωριστόν· τῇ γὰρ
του είναι τα όργανα ταύτα είναι χωριστά8.
δυνάμει καὶ τῷ εἶναι χωριστόν
ἐστιν)·
7. Ομοίως9 δε είναι φανερόν και ότι ουδέν
ἐγρήγορεν ἢ ἀεὶ καθεύδει͵ ἀλλὰ τοῖς ζώον υπάρχει, όπερ πάντοτε γρηγορεί ή
πάντοτε κοιμάται, αλλά και τα δύο ταύτα
αὐτοῖς ὑπάρχει τῶν ζῴων ἀμφότερα
πάθη υπάρχουσιν εις τα αυτά ζώα ομού10.
τὰ πάθη ταῦτα. οὐ γάρ͵ εἴ τι ἔστι
Διότι αν υπάρχη ζώον έχον αίσθησιν,
ζῷον μὴ ἔχον αἴσθησιν͵ τοῦτ΄
τούτο δεν είναι δυνατόν να μη κοιμάται
ἐνδέχεται οὔτε καθεύδειν οὔτε
και να μη γρηγορή, διότι και τα δύο ταύτα
πάθη ανήκουσιν εις την αίσθησιν του
ἐγρηγορέναι (ἄμφω γάρ ἐστι τὰ
πρώτου αισθητικού11. Δεν είναι δε
πάθη ταῦτα περὶ αἴσθησιν τοῦ
δυνατόν ούτε το εν μόνον εκ τούτων να
πρώτου αἰσθητικοῦ)· οὐκ ἐνδέχεται
υπάρχη πάντοτε εις το αυτό ζώον, ήτοι
δὲ οὐδὲ θάτερον τούτων ἀεὶ
γένος τι ζώων να κοιμάται πάντοτε ή
ὑπάρχειν τῷ αὐτῷ͵ οἷον ἀεί τι γένος πάντοτε να γρηγορή.
ζῴων καθεύδειν ἢ ἀεί τι
ὁμοίως δὲ καὶ ὅτι οὐδέν ἐστιν ὃ ἀεὶ

ἐγρηγορέναι.
ἔτι ὅσων ἔστι τι ἔργον κατὰ φύσιν͵
ὅταν ὑπερβάλλῃ τὸν χρόνον ὅσον
δύναταί τι ποιεῖν͵ ἀνάγκη

8. Διότι όσα όργανα εκτελούσι
λειτουργίαν φυσικώς, όταν υπερβώσι τον
χρόνον καθ' όν δύνανται να επιτελώσι
αυτήν, αναγκαίως αδυνατούσιν, όπως τα

ἀδυνατεῖν͵ οἷον τὰ ὄμματα ὁρῶντα͵
καὶ παύεσθαι τοῦτο ποιοῦντα͵
ὁμοίως δὲ καὶ χεῖρα καὶ ἄλλο πᾶν οὗ

όμματα βλέποντα ούτω παύουσι πλέον να
βλέπωσι. Το αυτό πάσχει και η χειρ και
παν άλλο όργανον, όπερ εκτελεί έργον τι.

ἔστι τι ἔργον.
Εάν λοιπόν όργανον τι έχον έργον το
αισθάνεσθαι υπερβή τον χρόνον καθ' ον
αἰσθάνεσθαι͵ καὶ τοῦτο͵ ἂν
δύναται να αισθάνηται συνεχώς12, θα
ὑπερβάλλῃ ὅσον ἦν χρόνον
αδυνατήση και δεν θα αισθάνηται πλέον.
δυνάμενον αἰσθάνεσθαι συνεχῶς͵
Ώστε, αν η εγρήγορσις ορίζεται διά
ἀδυνατήσει καὶ οὐκέτι τοῦτο
τούτου, διά της απαλλαγής13 της
ποιήσει. εἰ τοίνυν τὸ ἐγρηγορέναι
αισθήσεως από καταστάσεως αδυναμίας,
και αν πρέπη πάντοτε το εν μόνον εκ των
ὥρισται τῷ [454b] λελύσθαι τὴν
αἴσθησιν͵ τῶν δ΄ ἐναντίων τῶν μὲν εναντίων να είναι παρόν, το δε έτερον
απόν, και αν η εγρήγορσις είναι το
ἀνάγκη θάτερον ἀεὶ παρεῖναι τῶν δ΄
εναντίον του ύπνου και αν το εν ή το
οὔ͵ τῷ δ΄ ἐγρηγορέναι τὸ καθεύδειν άλλο αυτών πρέπη να ευρίσκηται εις παν
ἐναντίον͵ καὶ ἀναγκαῖον ἅπαντι
ζώον, τότε είναι αναγκαίος ο ύπνος.
θάτερον ὑπάρχειν͵ ἀναγκαῖον ἂν

εἰ δή τινός ἐστιν ἔργον τὸ

εἴη καθεύδειν.
9. Λοιπόν, αν ο ύπνος είναι τοιούτον
πάθος, τουτέστιν αδυναμία δι' υπερβολήν
τοῦτο δ΄ ἐστὶν ἀδυναμία δι΄
εγρηγόρσεως, η υπερβολή δε της
ὑπερβολὴν τοῦ ἐγρηγορέναι͵ ἡ δὲ
εγρηγόρσεως είναι άλλοτε μεν νοσηρά,
τοῦ ἐγρηγορέναι ὑπερβολὴ ὁτὲ μὲν άλλοτε δε συμβαίνει άνευ νόσου (ούτως
νοσώδης ὁτὲ δὲ ἄνευ νόσου
ώστε και η αδυναμία και η παύσις αυτής
γίγνεται͵ ὥστε καὶ ἡ ἀδυναμία καὶ ἡ θα γίνεται καθ' όμοιον τρόπον),
αναγκαίον είναι να δύναται να κοιμάται
διάλυσις ὡσαύτως ἔσται͵ ἀνάγκη
παν το εγρηγορός. Διότι είναι αδύνατον
πᾶν τὸ ἐγρηγορὸς ἐνδέχεσθαι
να ενεργή πάντοτε. Ομοίως δε ουδέν
καθεύδειν· ἀδύνατον γὰρ ἀεὶ
δύναται να κοιμάται πάντοτε, διότι ο
ἐνεργεῖν. ὁμοίως δὲ οὐδὲ καθεύδειν ύπνος είναι πάθος της αισθητικής
οὐδὲν ἀεὶ ἐνδέχεται. ὁ γὰρ ὕπνος
δυνάμεως, όπερ είναι τρόπον τινά
δέσμευσις αυτής και ακινησία. Επομένως
πάθος τι τοῦ αἰσθητικοῦ μορίου
ἐστίν͵ οἷον δεσμός τις καὶ ἀκινησία͵ παν ον, το οποίον κοιμάται, ανάγκη να
ὥστ΄ ἀνάγκη πᾶν τὸ καθεῦδον ἔχειν έχη το αισθητικόν μέρος (όργανον),
αισθητικόν δε είναι το δυνάμενον να
τὸ αἰσθητικὸν μόριον. αἰσθητικὸν δὲ
αισθάνηται ενεργώς.
τὸ δυνατὸν αἰσθάνεσθαι κατ΄
εἰ οὖν τὸ τοιοῦτον πάθος ὕπνος͵

ἐνέργειαν·

Να ενεργή τις όμως διά της αισθήσεως εν
ἁπλῶς ἀδύνατον καθεῦδον ἅμα· διὸ κυριολεκτική και στενή σημασία και
συγχρόνως να κοιμάται είναι αδύνατον,
ἀναγκαῖον ὕπνον πάντα ἐγερτὸν
και διά τούτο πας ύπνος είναι κατάστασις
εἶναι.
εξ ης αναγκαίως είναι δυνατή έγερσις
(εγρήγορσις)14.
ἐνεργεῖν δὲ τῇ αἰσθήσει κυρίως καὶ

τὰ μὲν οὖν ἄλλα σχεδὸν ἅπαντα
δῆλα κοινωνοῦνθ΄ ὕπνου͵ καὶ
πλωτὰ καὶ πτηνὰ καὶ πεζά· καὶ γὰρ
τὰ τῶν ἰχθύων γένη πάντα καὶ τὰ
τῶν μαλακίων ὦπται καθεύδοντα͵
καὶ τἆλλα πάντα ὅσαπερ ἔχει
ὀφθαλμούς· καὶ γὰρ τὰ
σκληρόφθαλμα φανερὰ καὶ τὰ
ἔντομα κοιμώμενα· βραχύυπνα δὲ
τὰ τοιαῦτα πάντα͵ διὸ καὶ λάθοι ἄν
τινα πολλάκις πότερον μετέχουσι
τοῦ καθεύδειν ἢ οὔ.

10. Πάντα λοιπόν τα άλλα15 ζώα είναι
φανερόν ότι έχουσι το πάθος τούτo (τον
ύπνον), και τα ζώντα εις το ύδωρ, και τα
πτηνά και τα χερσαία. Διότι και πάντα τα
γένη των ιχθύων και τα μαλάκια
παρετηρήθησαν ότι κοιμώνται και πάντα
τα άλλα, όσα έχουσιν οφθαλμούς· διότι
είναι φανερόν ότι και τα σκληρόφθαλμα,
και τα έντομα κοιμώνται. Πάντα όμως τα
τοιαύτα έχουσιν ολίγον ύπνον. Διό και
μερικά δύνανται πολλάκις να μας
διαφύγωσι την αντίληψιν αν κοιμώνται ή
όχι.

τῶν δ΄ ὀστρακοδέρμων κατὰ μὲν τὴν Τα δε οστρακόδερμα κατά τας γενομένας
παρατηρήσεις δεν απεδείχθη ακόμη αν
αἴσθησιν οὐδέ πω γέγονε φανερὸν
κοιμώνται. Εάν όμως είναι πειστική η
εἰ καθεύδουσιν· εἰ δέ τῳ πιθανὸς ὁ
δοθείσα υφ' ημών εξήγησις, τότε θα
λεχθεὶς λόγος͵ τοῦτο πεισθήσεται.
πεισθή τις, ότι ο ύπνος είναι και εις την
ὅτι μὲν οὖν ὕπνου κοινωνεῖ τὰ ζῷα τάξιν ταύτην. Ότι λοιπόν πάντα τα ζώα
πάντα͵ φανερὸν ἐκ τούτων. τῷ γὰρ έχουσι την δύναμιν του ύπνου, είναι
αἴσθησιν ἔχειν ὥρισται τὸ ζῷον͵ τῆς φανερόν εκ των ειρημένων. Διότι το ζώον
έχει κύριον χαρακτηριστικόν το να έχη
δ΄ αἰσθήσεως τρόπον τινὰ τὴν μὲν
αίσθησιν, ωρίσαμεν δε ότι ο ύπνος είναι
ἀκινησίαν καὶ οἷον δεσμὸν τὸν
τρόπον τινά η ακινησία και η δέσμευσις
ὕπνον εἶναί φαμεν͵ τὴν δὲ λύσιν καὶ της αισθήσεως, η δε εγρήγορσις είναι η
τὴν ἄνεσιν ἐγρήγορσιν.
απαλλαγή και ελευθέρωσις αυτής.
τῶν δὲ φυτῶν οὐδὲν οἷόν τε
κοινωνεῖν οὐδετέρου τούτων τῶν
παθημάτων· ἄνευ μὲν γὰρ
αἰσθήσεως οὐχ ὑπάρχει οὔτε ὕπνος
οὔτε ἐγρήγορσις· οἷς δ΄ αἴσθησις
ὑπάρχει͵ καὶ τὸ λυπεῖσθαι καὶ τὸ

Αλλ' ουδέν των φυτών δύναται να έχη τι
των παθών τούτων· διότι άνευ αισθήσεως
δεν υπάρχει ούτε ύπνος ούτε εγρήγορσις,
όσα δε έχουσιν αίσθησιν, ταύτα και
λυπούννται και χαίρουσι, όσα δε έχουσι
χαράν και λύπην, έχουσι και επιθυμίαν.
Αλλά τα φυτά δεν έχουσι κανέν εκ

χαίρειν· οἷς δὲ ταῦτα͵ καὶ ἐπιθυμία·

τούτων.

τοῖς δὲ φυτοῖς οὐδὲν ὑπάρχει
τούτων.
σημεῖον δ΄ ὅτι καὶ τὸ ἔργον τὸ αὑτοῦ Απόδειξις δε τούτου είναι ότι και η
ποιεῖ τὸ [455a] θρεπτικὸν μόριον ἐν θρεπτική δύναμις εκτελεί την λειτουργίαν
της καλύτερα κατά τον ύπνον παρά κατά
τῷ καθεύδειν μᾶλλον ἢ ἐν τῷ
την εγρήγορσιν16. Διότι τότε, ήτοι όταν
ἐγρηγορέναι· τρέφεται γὰρ καὶ
κοιμώνται τα ζώα, τρέφονται
αὐξάνεται τότε μᾶλλον͵ ὡς οὐδὲν
περισσότερον και αυξάνονται, όπερ
προσδεόμενα πρὸς ταῦτα τῆς
δεικνύει ότι ουδεμίαν έχουσι χρείαν της
αισθήσεως διά τα δύο ταύτα.
αἰσθήσεως.

(1) Αυτόματα λέγονται όσα δεν είvαι δυνατόν να αναφέρωνται εις αιτίαν καλώς γνωστήν.
(2) Εις το σώμα.
(3) Εις τα οργανικά.
(4) Εις την όψιν.
(5) Λ. χ. βλέπει, ακoύει.
(6) Λ. χ. συλλογίζεται, φαντάζεται.
(7) Και όμως δεv εivαι όλως άμοιρα ύπνου και εγρηγόρσεως, αλλ' έχουσιν αναλόγους λειτουργίας.
(8) Υπό του λόγου, ή της νοήσεως γίνεται ο χωρισμός.
(9) Επειδή ο ύπνος και η εγρήγορση είναι ενάντια.
(10) Αλλ' ουχί συγχρόνως εν ενεργεία και τα δύο.
(11) Της καρδίας. Τα φυτά δεν έχουσι κεντρικόν τι όργανον, όπερ είναι αναγχαίον εις την αίσθησιν, άνευ δε
ταύτης δεv δύνανται να λέγωνται ότι κοιμώνται ή γρηγορούσι, διότι ο ύπνος και η εγρήγορσις είναι η αργία και η
ενέργεια της αισθήσεως.
(12) Αδιακόπως.
(13) Ο ύπνος είναι δέσμευσις της αισθήσεως, η δε εγρήγορσις λύσις των δεσμών και ελευθερία, της αισθήσεως.
(14) Διότι ζώον πάντοτε κοιμώμενον δεν θα ησθάνετο, ενώ η αίσθησις αποτελεί ουσιωδώς το ζώον.
(15) Εκτός του ανθρώπου.
(16) Τα κατώτερα ζώα συνήθως κοιμώνται μετά το φαγητόν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.
Διατί τα ζώα κοιμώνται και γρηγορούσι. Η αφή είναι κοινή και αχώριστος
αίσθησις εις πάντα τα ζώα. Η κοινή αίσθησις, ήτις συγκεντροί τα αισθήματα
πασών των άλλων αισθήσεων, πάσχει το πάθος τούτο, τον ύπνον, και ταύτης
ακινητούσης, πάσαι αι άλλαι ακινητούσι και δεσμεύονται. Αίτια του ύπνου είναι η
χρεία της αναπαύσεως και αvoρθώσεως των οργάνων. Ο ύπνος έχει σχέσιν προς
τον τόπον ένθα εδρεύει η αρχή της αισθητικότητος και της κινήσεως, ήτοι προς
την καρδίαν. Ζώα έναιμα και άναιμα.

[455a4] Διὰ τί δὲ καθεύδει καὶ
ἐγρήγορε καὶ διὰ ποίαν τινὰ
αἴσθησιν ἢ ποίας͵ εἰ διὰ πλείους͵
σκεπτέον.

1. Διατι δε κοιμώνται και γρηγορούσι
τα ζώα, και εις ποίαν αίσθησιν ή εις ποίας
αισθήσεις, αν εις πολλάς17 (ανήκει ο
ύπνος και η εγρήγορσις) δέον να
εξετάσωμεν.

2. Επειδή τινά μεν των ζώων έχουσιν
όλας τας αισθήσεις, άλλα δε δεν έχουσι
αἰσθήσεις πάσας͵ ἔνια δ΄ οὐκ ἔχει͵
τινάς λ. χ. την όψιν, την ακοήν, άπαντα
οἷον ὄψιν͵ τὴν δ΄ ἁφὴν καὶ τὴν
όμως έχουσι την αφήν και την γεύσιν,
γεῦσιν ἅπαντα ἔχει͵ πλὴν εἴ τι τῶν εκτός των ατελών ζώων (περί δε τούτων
ζῴων ἀτελές (εἴρηται δὲ περὶ αὐτῶν ωμιλήσαμεν εν τη πραγματεία περί
ἐν τοῖς Περὶ ψυχῆς)͵ ἀδύνατον δ΄
Ψυχής), και επειδή είναι απολύτως
αδύνατον18 να έχη οιανδήποτε αίσθησιν
ἐστὶν ἁπλῶς ὁποιανοῦν αἴσθησιν
το κοιμώμενον ζώον, είναι φανερόν ότι
αἰσθάνεσθαι τὸ καθεῦδον ζῷον͵
αναγκαίως υπάρχει εις πάσας τας
φανερὸν ὅτι πάσαις ἀναγκαῖον
αισθήσεις το πάθημα τούτο (η
ὑπάρχειν τὸ αὐτὸ πάθος ἐν τῷ
αναισθησία) κατά τον λεγόμενον ύπνον.
καλουμένῳ ὕπνῳ· εἰ γὰρ τῇ μέν͵ τῇ Διότι, εάν ζώόν τι ησθάνετο μεν διά
δὲ μή͵ ταύτῃ καθεῦδον αἰσθήσεται͵ ταύτης της αισθήσεως ουχί δε δι' εκείνης,
θα ησθάνετο διά της πρώτης τούτων, όταν
τοῦτο δ΄ ἀδύνατον.
κοιμάται, και τούτο είναι αδύνατον.
ἐπεὶ δ΄ ἔνια μὲν τῶν ζῴων ἔχει τὰς

3. Τω όντι εις εκάστην αίσθησιν υπάρχει
αφ' ενός η ιδία αυτής δύναμις και αφ'
αἴσθησιν τὸ μέν τι ἴδιον͵ τὸ δέ τι
ετέρου η κοινή εις πάσας, ίδιον π.χ. της
κοινόν͵ ἴδιον μὲν οἷον τῇ ὄψει τὸ
όψεως είναι το να βλέπη, της δε ακοής το
ὁρᾶν͵ τῇ δ΄ ἀκοῇ τὸ ἀκούειν͵ καὶ ταῖς να ακούη, και περί των άλλων αισθήσεων
ἄλλαις ἑκάστῃ κατὰ τὸν αὐτὸν
ομοίως· υπάρχει όμως και κοινή τις
τρόπον͵ ἔστι δέ τις καὶ κοινὴ
δύναμις ακολουθούσα και συνοδεύουσα
δύναμις ἀκολουθοῦσα πάσαις͵ ᾗ καὶ πάσας τας αισθήσεις, διά της οποίας έχει
ἐπεὶ δ΄ ὑπάρχει καθ΄ ἑκάστην

τις την συνείδησιν, ότι και βλέπει και
ακούει. Διότι βεβαίως δεν βλέπομεν διά
γὰρ δὴ τῇ γε ὄψει ὁρᾷ ὅτι ὁρᾷ͵ καὶ
της όψεως ότι βλέπομεν. Και διακρίνομεν
κρίνει δὴ καὶ δύναται κρίνειν ὅτι
και δυνάμεθα να διακρίνωμεν ότι τα
ἕτερα τὰ γλυκέα τῶν λευκῶν οὔτε
γλυκέα είναι διάφορα των λευκών ούτε
γεύσει οὔτε ὄψει οὔτε ἀμφοῖν͵ ἀλλά διά της γεύσεως, ούτε διά της όψεως, ούτε
τινι κοινῷ μορίῳ τῶν αἰσθητηρίων
διά των δύο ομού, αλλά διά τινος
δυνάμεως της ψυχής κοινής εις όλα τα
ἁπάντων· ἔστι μὲν γὰρ μία
αἴσθησις͵ καὶ τὸ κύριον αἰσθητήριον αισθητήρια. Διότι η αίσθησις είναι μία και
εν είναι το κύριον αισθητήριον όργανον·
ἕν͵ τὸ δ΄ εἶναι αἰσθήσει τοῦ γένους
αλλ' όμως το είναι (το χαρακτηριστικόν)
ἑκάστου ἕτερον͵ οἷον ψόφου καὶ
εκάστου είδους αισθήσεως μένει
χρώματος)͵
διάφορον· άλλο είναι π.χ. το του ήχου και
άλλο το του χρώματος.
ὅτι ὁρᾷ καὶ ἀκούει αἰσθάνεται (οὐ

4. Αύτη δε η κοινή δύναμις είναι
συνδεδεμένη προ πάντων με την αίσθησιν
ὑπάρχει (τοῦτο μὲν γὰρ χωρίζεται
της αφής, διότι η αίσθησις αύτη δύναται
τῶν ἄλλων αἰσθητηρίων͵ τὰ δ΄ ἄλλα
να υπάρχη χωριστή από των άλλων
τούτου ἀχώριστα͵ εἴρηται δὲ περὶ
αισθήσεων, αι άλλαι όμως δεν είναι
αὐτῶν ἐν τοῖς Περὶ ψυχῆς
χωρισταί απ' αυτής. Περί τούτων δε
θεωρήμασιν)͵ φανερὸν τοίνυν ὅτι
είπομεν εις την περί Ψυχής θεωρίαν.
τούτου ἐστὶ πάθος ἡ ἐγρήγορσις καὶ Φανερόν είναι λοιπόν ότι της κοινής
ὁ ὕπνος. διὸ καὶ πᾶσιν ὑπάρχει τοῖς ταύτης αισθήσεως πάθη είναι η
εγρήγορσις και ο ύπνος, και διά τούτο
ζῴοις· καὶ γὰρ ἡ ἁφὴ μόνη πᾶσιν·
υπάρχουσιν εις όλα τα ζώα, διότι και
μόνη η αφή είναι κοινή εις πάντα τα ζώα.
τοῦτο δ΄ ἅμα τῷ ἁπτικῷ μάλιστα

Τω όντι, εάν ο ύπνος συνίστατο εις το ότι
πάσαι αι αισθήσεις πάσχουσί τι, θα ήτο
αἰσθήσεις ἐγίγνετο τὸ καθεύδειν͵
άτοπον αν αισθήσεις, αίτινες ούτε
ἄτοπον εἰ αἷς οὔτε ἀνάγκη οὔτε
αναγκαίον είναι ούτε δυνατόν κατ' ουδένα
δυνατὸν τρόπον τινὰ ἐνεργεῖν ἅμα͵ τρόπον να ενεργώσι19 συγχρόνως, όμως
ταύτας ἀναγκαῖον ἀργεῖν ἅμα καὶ
μένωσιν εν αργία και ακινησία
ἀκινητί ζειν· τοὐναντίον γὰρ
συγχρόνως. Το εναντίον· θα συνέβαινεν
εὐλογώτερον συνέβαινεν ἂν αὐταῖς͵ εις αυτά ευλογώτερον, να μη ηρεμώσι
συγχρόνως20.
τὸ μὴ ἅμα ἠρεμεῖν.
εἰ γὰρ τῷ πάσας τι πεπονθέναι τὰς

ὡς δὲ νῦν λέγομεν͵ εὐλόγως ἔχει καὶ 5. Η εξήγησις, την οποίαν ημείς λέγομεν,
είναι ορθή ως προς ταύτα τα φαινόμενα·
περὶ τούτων· τοῦ γὰρ κυρίου τῶν
διότι, όταν το αισθητήριον το δεσπόζον
ἄλλων πάντων αἰσθητηρίου͵ καὶ
πάντων των άλλων και εις το οποίον τα
πρὸς ὃ συντείνει τἆλλα͵ πεπονθότος άλλα αναφέρονται, πάθη τι, αναγκαίως

τι συμπάσχειν [455b] ἀναγκαῖον καὶ συμπάσχουσι και πάντα τα άλλα, όταν
όμως εν τούτων ασθενήση, δεν πρέπει
τὰ λοιπὰ πάντα͵ ἐκείνων δέ τινος
κατ' ανάγκην να ασθενήση και εκείνο.
ἀδυνατοῦν τος οὐκ ἀνάγκη τοῦτ΄
ἀδυνατεῖν.
φανερὸν δὲ ἐκ πολλῶν ὅτι οὐκ ἐν τῷ Είναι δε φανερόν εκ πολλών
παρατηρήσεων, ότι ο ύπνος δεν
τὰς αἰσθήσεις ἀργεῖν καὶ μὴ
συνίσταται εις το ότι αι αισθήσεις
χρῆσθαι αὐταῖς ὁ ὕπνος͵ οὐδ΄ ἐν τῷ
αργούσι και δεν γίνεται χρήσις αυτών,
μὴ δύνασθαι αἰσθάνεσθαι (καὶ γὰρ ούτε εις το ότι δεν δύνανται21 να
ἐν ταῖς λειποψυχίαις τοιοῦτόν τι
αισθάνωνται, διότι και εις τας λιποθυμίας
συμβαίνει· ἀδυναμία γὰρ αἰσθήσεως συμβαίνει η αναισθησία αύτη, επειδή η
λιποθυμία είναι αδυναμία των
ἡ λειποψυχία͵ γίγνονται δὲ καὶ
αισθήσεων22. Συμβαίνουσι δε και
ἔκνοιαί τινες τοιαῦται· ἔτι δ΄ οἱ τὰς
παραφροσύναι όμοια έχουσαι φαινόμενα.
ἐν τῷ αὐχένι φλέβας
Προσέτι δε διά της συμπιέσεως των
καταλαμβανόμενοι ἀναίσθητοι
φλεβών του αυχένος γίνεταί τις
γίγνονται)͵ ἀλλ΄ ὅταν ἡ ἀδυναμία
αναίσθητος23. Όταν όμως η αδυναμία της
χρήσεως του αισθάνεσθαι δεν εξηγήται
τῆς χρήσεως μήτ΄ ἐν τῷ τυχόντι
διά τινος των αισθητηρίων ούτε διά την
αἰσθητηρίῳ͵ μήτε δι΄ ἣν ἔτυχεν
αἰτίαν͵ ἀλλά͵ καθάπερ εἴρηται νῦν͵ τυχούσαν αιτίαν, η εξήγησις ευρίσκεται,
ως ήδη είπομεν, εν τω πρώτω αισθητηρίω
ἐν τῷ πρώτῳ ᾧ αἰσθάνεται πάντων·
(τη καρδία), δι' ου η ψυχή αισθάνεται
ὅταν μὲν γὰρ τοῦτ΄ ἀδυνατήσῃ͵
πάντα. Διότι, όταν τούτο αδυνατήση,
ἀνάγκη καὶ τοῖς αἰσθητηρίοις πᾶσιν αναγκαίως και τα αισθητήρια πάντα
αδυνατούσι να αισθάνωνται, όταν δε τι εκ
ἀδυνατεῖν αἰσθέσθαι͵ ὅταν δ΄
τούτων αδυνατήση, δεν αδυνατεί
ἐκείνων τι͵ οὐκ ἀνάγκη τούτῳ.
αναγκαίως και εκείνο.
δι΄ ἣν δ΄ αἰτίαν συμβαίνει τὸ
καθεύδειν͵ καὶ ποῖόν τι τὸ πάθος
ἐστί͵ λεκτέον.

6. Πρέπει δε να εξηγήσωμεν διά ποίαν
αιτίαν συμβαίνει ο ύπνος και οποία είναι
η φύσις του παθήματος τούτου.

7. Επειδή δε πολλά είναι τα είδη της
24
(καὶ γὰρ τὸ τίνος ἕνεκεν͵ καὶ ὅθεν ἡ αιτίας , διότι αίτιον καλούμεν και το
ένεκα τίνος (γίνεταί τι), και την αρχήν
ἀρχὴ τῆς κινήσεως͵ καὶ τὴν ὕλην καὶ
(οπόθεν προέρχεται η κίνησις), και την
τὸν λόγον αἴτιον εἶναί φαμεν)͵
ύλην και τον λόγον (το είδος), λέγομεν
πρῶτον μὲν οὖν ἐπειδὴ λέγομεν τὴν λοιπόν πρώτον ότι η φύσις ενεργεί
φύσιν ἕνεκά του ποιεῖν͵ τοῦτο δὲ
πάντοτε χάριν σκοπού τινος, ούτος δε
ἀγαθόν τι͵ τὴν δ΄ ἀνάπαυσιν παντὶ είναι αγαθόν τι. Εις παν δε ον, το οποίον
φυσικώς κινείται, αλλά δεν δύναται
ἐπεὶ δὲ τρόποι πλείους τῆς αἰτίας

τῷ πεφυκότι κινεῖσθαι͵ μὴ
δυναμένῳ δ΄ ἀεὶ καὶ συνεχῶς
κινεῖσθαι μεθ΄ ἡδονῆς͵ ἀναγκαῖον
εἶναι καὶ ὠφέλιμον͵ τῷ δὲ ὕπνῳ
αὐτῇ τῇ ἀληθείᾳ προσάπτουσι τὴν
μεταφορὰν ταύτην ὡς ἀναπαύσει

πάντοτε και συνεχώς να κινήται
ευαρέστως, η ανάπαυσις είναι αναγκαία
και ωφέλιμος· και μετά πάσης αληθείας
εφαρμόζεται η μεταφορά αύτη εις τον
ύπνον, διότι είναι ανάπαυσις. Ώστε ο
ύπνος υπάρχει χάριν της συντηρήσεως
των ζώων.

ὄντι ὥστε σωτηρίας ἕνεκα τῶν ζῴων
ὑπάρχει.
Το τέλος δε, δι' ο υπάρχει ο ύπνος, είναι η
εγρήγορσις, διότι η αίσθησις και η νόησις
αἰσθάνεσθαι καὶ τὸ φρονεῖν πᾶσι
είναι ο σκοπός πάντων, όσα έχουσι την
τέλος οἷς ὑπάρχει θάτερον αὐτῶν.
μίαν ή την άλλην αυτών25, αύται δε είναι
βέλτιστα γὰρ ταῦτα͵ τὸ δὲ τέλος
αι ύψισται ενέργειαι εκείνων, το δε τέλος
βέλτιστον. ἔτι δὲ ἀναγκαῖον ἑκάστῳ εκάστου όντος είναι το ύψιστον.
τῶν ζῴων ὑπάρχειν τὸν ὕπνον.
Επομένως πρέπει αναγκαίως να έχη τον
λέγω δ΄ ἐξ ὑποθέσεως τὴν ἀνάγκην͵ ύπνον έκαστον ζώον. 8. Λέγω δε
αναγκαίως εκ της υποθέσεως, ότι δηλ. εάν
ὅτι εἰ ζῷον ἔσται ἔχον τὴν αὑτοῦ
ζώόν τι μέλλη να συντηρήση την ιδίαν
φύσιν͵ ἐξ ἀνάγκης τινὰ ὑπάρχειν
εαυτού φύσιν, αναγκαίως πρέπει να έχη
αὐτῷ δεῖ͵ καὶ τούτων ὑπαρχόντων
δυνάμεις τινάς26 και, όταν ταύτας έχη,
ἕτερα ὑπάρχειν.
πρέπει να έχη και άλλας27 τινάς.
ἡ δ΄ ἐγρήγορσις τέλος· τὸ γὰρ

9. Θα εξηγήσωμεν μετά ταύτα ποία
σωματική κίνησις και ποία πραξις γίνεται
ἐν τοῖς σώμασι γιγνομένης
εις τα ζώα, ίνα επέρχηται εγρήγορσις και
συμβαίνει τότε ἐγρηγορέναι καὶ τὸ
ύπνος. Εις μεν τα άλλα ζώα πρέπει να
καθεύδειν τοῖς ζῴοις͵ μετὰ ταῦτα
παραδεχθώμεν, ότι αίτια των παθών
λεκτέον. τοῖς μὲν οὖν ἄλλοις ζῴοις τούτων είναι τα αυτά ή ανάλογα προς τα
καθάπερ τοῖς ἐναίμοις ὑποληπτέον των εναίμων ζώων. Εις δε τα άναιμα28 τα
εἶναι τὰ αἴτια τοῦ πάθους ἢ ταὐτὰ ἢ αίτια είναι τα αυτά τα οποία είναι εις τους
τὰ ἀνάλογον͵ τοῖς δ΄ ἐναίμοις ἅπερ ανθρώπους. Ώστε διά των επί των
ανθρώπων παρατηρήσεων δέον να
τοῖς ἀνθρώποις· ὥστε ἐκ τούτων
εξηγήσωμεν πάντα.
πάντα θεωρητέον.
ἔτι δὲ ποίας κινήσεως καὶ πράξεως

10. Πρότερον ήδη ωρίσαμεν αλλαχού ότι
η αρχή της αισθήσεως εις τα ζώα υπάρχει
γίγνεται [456a] ἀπὸ τοῦ αὐτοῦ
εις το αυτό μέρος όπου και η αρχή της
μέρους τοῖς ζῴοις ἀφ΄ οὗπερ καὶ ἡ
κινήσεως29. Εκ των τριών δε τόπων εις
τῆς κινήσεως͵ διώρισται πρότερον ἐν τους οποίους διαιρείται το σώμα, η αρχή
ἑτέροις. αὕτη δέ ἐστι τριῶν
αύτη είναι ο μέσος τόπος μεταξύ της
ὅτι μὲν οὖν ἡ τῆς αἰσθήσεως ἀρχὴ

κεφαλής και της κοιλίας. Και εις μεν τα
κεφαλῆς καὶ τῆς κάτω κοιλίας. τοῖς έναιμα ζώα το μέρος τούτο είναι το περί
την καρδίαν, διότι όλα τα έναιμα έχουσι
μὲν οὖν ἐναίμοις τοῦτ΄ ἐστὶ τὸ περὶ
καρδίαν και αυτή είναι η αρχή της
τὴν καρδίαν μέρος. πάντα γὰρ τὰ
κινήσεως και της κυρίας αισθήσεως (της
ἔναιμα καρδίαν ἔχει͵ καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς κοινής).
κινήσεως καὶ τῆς αἰσθήσεως τῆς
διωρισμένων τόπων ὁ μέσος

κυρίας ἐντεῦθέν ἐστιν.
τῆς μὲν οὖν κινήσεως φανερὸν ὅτι
καὶ ἡ τοῦ πνεύματος ἀρχὴ καὶ ὅλως
ἡ τῆς καταψύξεώς ἐστιν ἐνταῦθα͵
καὶ τὸ ἀναπνεῖν τε καὶ τὸ τῷ ὑγρῷ
καταψύχεσθαι πρός γε τὴν
σωτηρίαν τοῦ ἐν τούτῳ μορίῳ
θερμοῦ ἡ φύσις πεπόρικεν·
ῥηθήσεται δὲ περὶ αὐτῆς ὕστερον

Είναι δε φανερόν ότι ενταύθα είναι η
αρχή της κινήσεως, και η της αναπνοής,
και γενικώς η της ψύξεως, και ότι η φύσις
τα όργανα, τα οποία αναπνέουσι30 και
εκείνα τα οποία ψύχονται διά μέσου του
υγρού31, τα έπλασεν ίνα διατηρώσι την
θερμότητα εις το μέρος τούτο. Περί της
αρχής ταύτης θεωρουμένης καθ' εαυτήν
θα είπωμεν ύστερα.

καθ΄ αὑτήν.
Εις δέ τα ζώα τα οποία δεν έχουσιν αίμα,
τα έντομα και όσα δεν δέχονται αέρα,
καὶ μὴ δεχομένοις πνεῦμα ἐν τῷ
φαίνεται ότι αήρ έμφυτος εις αυτά
ἀνάλογον τὸ σύμφυτον πνεῦμα
αναφυσάται και καταβαίνει εις μέρος του
ἀναφυσώμενον καὶ συνιζάνον
σώματος ανάλογον (με τους πνεύμονας
φαίνεται. δῆλον δὲ τοῦτο ἐπὶ τῶν
των εναίμων). Φανερόν δε είναι τούτο εις
ὁλοπτέρων͵ οἷον σφηκῶν καὶ
τα ολόπτερα32 έντομα, ως εις τας σφήκας,
μελιττῶν͵ καὶ ἐν ταῖς μυίαις καὶ ὅσα τας μελίσσας τας μυίας και τα όμοια.
τοῖς δὲ ἀναίμοις καὶ τοῖς ἐντόμοις

τοιαῦτα.
11. Αλλ' επειδή είναι αδύνατον χωρίς
ισχύος να κινήση τις ή να ενεργήση τι,
ἰσχύος ἀδύνατον͵ ἰσχὺν δὲ ποιεῖ ἡ
ισχύν εμποιεί η κατάσχεσις (κράτησις)
τοῦ πνεύματος κάθεξις͵ τοῖς μὲν
της πνοής, είτε αύτη έρχεται έξωθεν, ως
εἰσφερομένοις ἡ θύραθεν͵ τοῖς δὲ μὴ εις τα εισπνέοντα, είτε είναι σύμφυτος, ως
ἀναπνέουσιν ἡ σύμφυτος (διὸ καὶ
εις τα μη αναπνέοντα, δια τούτο δε και τα
βομβοῦντα φαίνεται τὰ πτερωτά͵
πτερωτά έντομα φαίνεται ότι βομβούσιν,
όταν κινώνταις διότι διασπάται ο αήρ
ὅταν κινῆται͵ τῇ τρίψει τοῦ
πνεύματος προσπίπτοντος πρὸς τὸ πίπτων εις το διάφραγμα των ολοπτέρων.
12. Κινείται δε παν ζώον, όταν εις το
ὑπόζωμα τῶν ὁλοπτέρων)͵ κινεῖται
πρώτον αισθητήριον διεγείρηται αίσθημα
δὲ πᾶν αἰσθήσεώς τινος γενομένης͵ είτε οικείον33, είτε έξωθεν34. Εάν δε ο
ἐπεὶ δὲ κινεῖν μέν τι ἢ ποιεῖν ἄνευ

ύπνος και η εγρήγορσις είναι πάθη του
αἰσθητηρίῳεἰ δή ἐστιν ὁ ὕπνος καὶ ἡ μέρους τούτου του σώματος, είναι
φανερόν εις ποίον τόπον και εις ποίον
ἐγρήγορσις πάθη τοῦ μορίου τούτου͵
έσχατον μέρος του σώματος έχουσι την
ἐν ᾧ μὲν τόπῳ καὶ ἐν ᾧ μορίῳ
πηγήν των ο ύπνος και η εγρήγορσις.
πρώτῳ γίγνεται ὁ ὕπνος καὶ ἡ

ἢ οἰκείας ἢ ἀλλοτρίας͵ ἐν τῷ πρώτῳ

ἐγρήγορσις͵ φανερόν.
13. Τινές δε κινούνται εν ώ κοιμώνται και
κάμνουσι πολλά ανήκοντα εις την
ποιοῦσι πολλὰ ἐγρηγορικά͵ οὐ
εγρήγοοσιν και ουχί βεβαίως άνευ
μέντοι ἄνευ φαντάσματος καὶ
φαντασίας και τινος αισθήματος. Διότι το
αἰσθήσεώς τινος· τὸ γὰρ ἐνύπνιόν
ενύπνιον είναι τρόπον τινά εν αίσθημα.
ἐστιν αἴσθημα τρόπον τινά· λεκτέον Αλλά περί τούτου θα πραγματευθώμεν
δὲ περὶ αὐτῶν ὕστερον.
ύστερον.
κινοῦνται δ΄ ἔνιοι καθεύδοντες καὶ

διότι δὲ τὰ μὲν ἐνύπνια
μνημονεύουσιν ἐγερθέντες͵ τὰς δ΄
ἐγρηγορικὰς πράξεις
ἀμνημονοῦσιν͵ ἐν τοῖς
Προβληματικοῖς εἴρηται.

14. Διατί δε τα μεν όνειρα ενθυμούμεθα,
όταν εγερθώμεν, αλλά τας κατά την
εγρήγορσιν πράξεις δεν ενθυμούμεθα
πάντοτε, περί τούτου είπομεν εις τα
Προβλήματα.

(17) Κατά τον Αριστοτέλη ο ύπνος προσβάλλει κυρίως την κοινήν ή πρώτην αίσθησιν, ήτις είναι η αίσθησις η
συλλέγουσα πάντα τα αισθήματα, και άνευ της οποίας ταύτα δεν θα εγίνοντο.
(18) Εάν εν τοις ονείροις αισθάνεται το ζώον, τα αισθήματα ταύτα είναι όλως διάφορα των συνήθων αισθημάτων.
(19) Αι διάφοροι αισθήσεις δεν ενεργούσι συγχρόνως, ή τουλάχιστον η ψυχή δεν δύναται να αντιληφθή
συγχρόνως δύο διάφορα αισθήματα.
(20) Διότι ενεργούσι συγχρόνως.
(21) Ουχί διότι ο ύπνος προσβάλλει αυτούς. Αλλά διότι προσβάλλει την αρχιχήν αίσθησιν άνευ της οποίας αι
άλλαι δεν είναι.
(22) Και όμως τότε δεν υπάρχει ύπνος.
(23) Η πίεσις των καρωτίδων φλεβών φέρει λιποθυμίαν. Ο Αριστοτέλης δεν διακρίνει τας φλέβας από των
αρτηριών.
(24) Η τελική, η ποιητική, η υλική και η ειδική.
(25) Διότι ουχί πάντα έχουσι και τας δύο.
(26) Λ. χ. την νόησιν και την αίσθησιν.
(27) Λ. χ. τον ύπvov και την εγρήγορσιν.
(28) Τα έντομα, τα μαλάκια.
(29) Η κίνησις έχει πολλάς σημασίας. Ο Αριστοτέλης ομιλεί περί διανοητικών και περί τοπικών κινήσεων. Είναι
δε: 1) η κατά ποσόν ή μέγεθος κίνησις ήτοι αύξησις και φθίσις· 2) η κατά ποιόν κίνησις ή αλλοίωσις· 3) η κατά το
πού ή φορά· 4) η κατ' ουσίαν μεταβολή, ήτοι γένεσις και φθορά.
(30) Εν τω αέρι.
(31) Εν τω ύδατι, εξ ου λαμβάνουσι την ψύξιν την αναγκαίαν προς συντήρησιν της ζωής.
(32) Ολόπτερα είναι εκείνα, ων αι πτέρυγες είναι εκ μιας μόνης μεμβράνης και δεν διαιρούνται εις πτερά καθώς
εις τα πτηνά.
(33) Βούλημα ή σωματαίσθημα.
(34) Διεγειρόμενον υπό των εξωτερικών πραγμάτων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.
Φυσιολογική εξέτασις του ύπνου. Ο ύπνος εξαρτάται εκ της θρέψεως, και είναι
αποτέλεσμα της εκ των τροφών αναθυμιάσεως. Νυσταγμός μετά το γεύμα.
Ναρκωτικά, κόποι και ασθένειαι. Υπνηλότης των βρεφών. Μελαγχολικοί. Εν τω
ύπνω η φυσική θερμότης συγκεντρούται εν τω εσωτερικώ.

[456a30] Ἐχόμενον δὲ τῶν
εἰρημένων ἐστὶν ἐπελθεῖν τίνων
γιγνομένων καὶ πόθεν ἡ ἀρχὴ τοῦ
πάθους γίγνεται͵ τοῦ τ΄
ἐγρηγορέναι καὶ τοῦ καθεύδειν.
φανερὸν δὴ ὅτι ἐπεὶ ἀναγκαῖον τῷ
ζῴῳ͵ ὅταν αἴσθησιν ἔχῃ͵ τότε
πρῶτον τροφήν τε λαμβάνειν καὶ
αὔξησιν͵ τροφὴ δ΄ ἐστὶ πᾶσιν ἡ
ἐσχάτη τοῖς μὲν ἐναίμοις ἡ τοῦ
αἵματος φύσις͵ τοῖς δ΄ ἀναίμοις τὸ
ἀνάλογον͵ [456b] τόπος δὲ τοῦ
αἵματος αἱ φλέβες͵ τούτων δ΄ ἀρχὴ ἡ
καρδία (φανερὸν δὲ τὸ λεχθὲν ἐκ
τῶν ἀνατομῶν)τῆς μὲν οὖν θύραθεν
τροφῆς εἰσιούσης εἰς τοὺς δεκτικοὺς
τόπους γίγνεται ἡ ἀναθυμίασις εἰς
τὰς φλέβας͵ ἐκεῖ δὲ μεταβάλλουσα
ἐξαιματοῦται καὶ πορεύεται ἐπὶ τὴν
ἀρχήν.
εἴρηται δὲ περὶ τούτων ἐν τοῖς Περὶ
τροφῆς· νῦν δὲ ἀναληπτέον ὑπὲρ
αὐτῶν τούτου χάριν͵ ὅπως τὰς
ἀρχὰς τῆς κινήσεως θεωρήσωμεν͵
καὶ τί πάσχοντος τοῦ μορίου τοῦ
αἰσθητικοῦ συμβαίνει ἡ ἐγρήγορσις

1. Πρέπει νυν ως συνέχειαν των
ειρημένων να εξετάσωμεν ποία
(φυσιολογικά περιστατικά) συντρέχουσιν
εις την εγρήγορσιν και τον ύπνον και ποία
είναι η αρχή του πάθους τούτου.

2. Είναι φανερόν ότι το ζώον άμα έχη
αίσθησιν, τότε πρώτον πρέπει αναγκαίως
και να λαμβάνη τροφήν και (διά ταύτης)
αύξησιν35. Τροφή δε εν τελευταία
καταστάσει36 εις πάντα τα ζώα, εις μεν τα
έναιμα είναι το αίμα, εις δε τα άναιμα
είναι το ανάλογον (υγρόν). Τόπος δε
(περιεκτικός) του αίματος είναι αι φλέβες,
των οποίων αρχή είναι εν τη καρδία37.
Φανερόν δε είναι τούτο, όπερ λέγομεν, εκ
των ανατομών38. Όταν λοιπόν η τροφή
έξωθεν εισέρχηται εις τα μέρη του
σώματος, τα ικανά να δέχωνται αυτήν (εις
τον πεπτικόν σωλήνα), γίνεται
αναθυμίασις και μεταβίβασις αυτής εις
τας φλέβας39. Ενταύθα η τροφή
αλλοιούται μεταβαλλομένη εις αίμα και
διευθύνεται προς την καρδίαν.
Περί τούτων έγινε λόγος εις τα περί
Τροφής. Τώρα όμως θα επαναλάβωμεν
ταύτα μόνον, όπως θεωρήσωμεν τας
αρχάς της κινήσεως40 και τα πάθη του
αισθητικού μέρους, εκ των οποίων
προέρχεται η εγρήγορσις και ο ύπνος.

καὶ ὁ ὕπνος.
3. Βεβαίως ο ύπνος δεν είναι οιαδήποτε
ἀδυναμία τοῦ αἰσθητικοῦ͵ καθάπερ αδυναμία του αισθητικού, διότι, ως
προείπομεν, αναισθησίαν προξενούσι και
εἴρηται· καὶ γὰρ ἔκνοια καὶ πνιγμός
η παραφροσύνη και ο πνιγμός και η
τις καὶ λειποψυχία ποιεῖ τὴν
λιποψυχία· ενίοτε δε και δύναμις
τοιαύτην ἀδυναμίαν. ἤδη δὲ
φανταστική ισχυρά ευρέθη εις
γεγένηταί τισι καὶ φαντασία
λιποθυμήσαντας. Τούτο41 όμως έχει
λειποψυχήσασιν ἰσχυρῶς. τοῦτο μὲν δυσκολίαν τινά· διότι, αν ο λιποθυμήσας
δύναται να κοιμηθή, δύναται42 και η
οὖν ἔχει τινὰ ἀπορίαν· εἰ γὰρ
φαντασία αύτη να είναι όνειρον.
ἐνδέχεται καταδαρθεῖν τὸν
Πολλάκις δε ομιλούσιν εκείνοι, οίτινες
λειποψυχήσαντα͵ ἐνδέχοιτ΄ ἂν
σφοδρώς λιποθυμούσι και φαίνονται ως
ἐνύπνιον εἶναι καὶ τὸ φάντασμα.
νεκροί43. Περί τούτων δε πάντων πρέπει
να δοθή η αυτή εξήγησις.
πολλὰ δ΄ ἐστὶν ἃ λέγουσιν οἱ
οὐ γάρ ἐστιν ὁ ὕπνος ἡτισοῦν

σφόδρα λειποψυχήσαντες καὶ
δόξαντες τεθνάναι· περὶ ὧν τὸν
αὐτὸν λόγον ὑποληπτέον εἶναι
πάντων.
ἀλλὰ γάρ͵ ὥσπερ εἴπομεν͵ οὐκ ἔστιν 4. Αλλά, ως είπομεν, ο ύπνος δεν είναι
πάσα αδυναμία οιαδήποτε του
ὁ ὕπνος ἀδυναμία πᾶσα τοῦ
αισθητικού, αλλά εκ της αναθυμιάσεως
αἰσθητικοῦ͵ ἀλλ΄ ἐκ τῆς περὶ τὴν
των τροφών γίνεται το πάθος τούτο· διότι
τροφὴν ἀναθυμιάσεως γίγνεται τὸ αναγκαίως το αναθυμιώμενον ωθείται
πάθος τοῦτο· ἀνάγκη γὰρ τὸ
προς τα άνω μέχρι σημείου τινός, έπειτα
ἀναθυμιώμενον μέχρι του ὠθεῖσθαι͵ δε στρέφεται εις τα οπίσω και
μεταβάλλεται όπως τα κύματα του
εἶτ΄ ἀντιστρέφειν καὶ μεταβάλλειν
Ευρίπου44.
καθάπερ εὔριπον.
Η θερμότης λοιπόν εκάστου των ζώων
άνω, όταν δε
πρὸς τὸ ἄνω πέφυκε φέρεσθαι· ὅταν φυσικώς αναβαίνει εις τα
45
φθάση ειίς τα άνω μέρη , όλη ομού πάλιν
δ΄ ἐν τοῖς ἄνω τόποις γένηται͵
στρέφεται οπίσω και καταβαίνει. Διά
ἀθρόον πάλιν ἀντιστρέφει καὶ
τούτο μάλιστα οι ύπνοι παράγονται μετά
καταφέρεται. διὸ μάλιστα γίγνονται τα γεύματα, διότι τότε εν τω άμα πολύ και
ὕπνοι ἀπὸ τῆς τροφῆς· ἀθρόον γὰρ πυκνόν υγρόν φέρεται εις τα άνω, όπου
46
πολὺ τό τε ὑγρὸν καὶ τὸ σωματῶδες ίσταται και προξενεί νυσταγμόν, έπειτα
δε, όταν καταβή και στραφέν οπίσω
ἀναφέρεται. ἱστάμενον μὲν οὖν
απωθήση την θερμότητα, τότε έρχεται
βαρύνει καὶ ποιεῖ νυστάζειν· ὅταν δὲ

τὸ δὲ θερμὸν ἑκάστου τῶν ζῴων

ῥέψῃ κάτω καὶ ἀντιστρέψαν ἀπώσῃ

ύπνος και το ζώον κοιμάται.

τὸ θερμόν͵ τότε γίγνεται ὁ ὕπνος
καὶ τὸ ζῷον καθεύδει.
σημεῖον δὲ τούτων καὶ τὰ ὑπνωτικά· 5. Απόδειξις τούτων είναι και τα
πάντα γὰρ καρηβαρίαν ποιεῖ͵ καὶ τὰ υπνωτικά, διότι πάντα προξενούσι βάρος
της κεφαλής, και τα ποτά και τα φαγητά,
ποτὰ καὶ τὰ βρωτά͵ μήκων͵
η μήκων, ο μανδραγόρας, ο οίνος και αι
μανδραγόρας͵ οἶνος͵ αἶραι. καὶ
αίραι. Και οι τας κεφαλάς αυτών
καταφερόμενοι καὶ νυστάζοντες
φέροντες κάτω και νυστάζοντες47
τοῦτο δοκοῦσι πάσχειν͵ καὶ
φαίνονται ότι πάσχουσι ταύτα και
αδυνατούσι να υψώσωσι την κεφαλήν και
ἀδυνατοῦσιν αἴρειν τὴν κεφαλὴν
(να ανοίξωσι) τα βλέφαρα.
καὶ τὰ βλέφαρα.
καὶ μετὰ τὰ σιτία μάλιστα τοιοῦτος
ὁ ὕπνος· πολλὴ γὰρ ἡ ἀπὸ τῶν
σιτίων ἀναθυμίασις.

Και ο τοιούτος βαρύς ύπνος έρχεται μετά
τα φαγητά προ πάντων, διότι πολλή είναι
τότε η εκ των τροφών αναθυμίασις.

6. Προσέτι δε έρχεται ο ύπνος και έκ
κόπος συντηκτικόν͵ τὸ δὲ σύντηγμα τινων κόπων, διότι ο μεν κόπος διαλύει
(υγροποιεί) το σώμα, η δε διάλυσις αύτη
γίγνεται ὥσπερ τροφὴ [457a]
γίνεται ως μία τροφή αχώνευτος, εκτός
ἄπεπτος͵ ἂν μὴ ψυχρὸν ᾖ. καὶ νόσοι εάν γείνη ψυχρά48. Και νόσοι τινές
δέ τινες τὸ αὐτὸ τοῦτο ποιοῦσιν͵
φέρουσι το αυτό αποτέλεσμα ύπνου, όσαι
ὅσαι ἀπὸ περιττώματος ὑγροῦ καὶ
προέρχονται εξ υπερβολής του υγρού και
του θερμού, όπως συμβαίνει είς
θερμοῦ͵ οἷον συμβαίνει τοῖς
πάσχοντας πυρετόν και ληθαργίαν.
πυρέττουσι καὶ ἐν τοῖς ληθάργοις.

ἔτι δ΄ ἐκ κόπων ἐνίων· ὁ μὲν γὰρ

ἔτι δ΄ ἡ πρώτη ἡλικία· τὰ γὰρ παιδία 7. Προσέτι η πρώτη ηλικία (υπόκειται εις
καθεύδει σφόδρα διὰ τὸ τὴν τροφὴν τοιούτον ύπνον). Τα παιδία τω όντι
κοιμώνται πολύ, διότι όλη η τροφή
ἄνω φέρεσθαι πᾶσαν. σημεῖον δὲ τὸ
φέρεται προς τα άνω. Απόδειξις δε τούτου
ὑπερβάλλειν τὸ μέγεθος τῶν ἄνω
είναι η κατά την πρώτην ηλικίαν
πρὸς τὰ κάτω κατὰ τὴν πρώτην
υπερβολική αύξησις των άνω μερών του
ἡλικίαν͵ διὰ τὸ ἐπὶ ταῦτα γίγνεσθαι σώματος αναλόγως προς τα κάτω, διότι η
αύξησις γίνεται προς τα άνω.
τὴν αὔξησιν.
διὰ ταύτην δὲ τὴν αἰτίαν καὶ
ἐπιληπτικὰ γίγνεται· ὅμοιον γὰρ ὁ
ὕπνος ἐπιλήψει͵ καὶ ἔστιν τρόπον

8. Διά ταύτην την αιτίαν τα παιδία
γίνονται και επιληπτικά· ο ύπνος τω όντι
ομοιάζει με την επιληψίαν και είναι
τρόπον τινά επιληψία49. Διά τούτο και η

τινὰ ὁ ὕπνος ἐπίληψις. διὸ καὶ
συμβαίνει τισὶν ἡ ἀρχὴ τούτου τοῦ
πάθους καθεύδουσιν͵ καὶ
καθεύδοντες μὲν ἁλίσκονται͵
ἐγρηγορότες δ΄ οὔ· ὅταν γὰρ πολὺ
φέρηται τὸ πνεῦμα ἄνω͵
καταβαῖνον πάλιν τὰς φλέβας

αρχή του πάθους τούτου συμβαίνει εις
πολλούς, όταν κοιμώνται· και η προσβολή
γίνεται, όταν κοιμώνται μόνον, όταν δε
εξυπνήσωσι, παύει. Διότι, όταν ο αήρ
φέρηται προς τα άνω κατά μεγάλην
ποσότητα, έπειτα καταβαίνων εξογκώνει
τας φλέβας και πιέζει τον πόρον, διά του
οποίου γίνεται η αναπνοή50.

ὀγκοῖ͵ καὶ συνθλίβει τὸν πόρον δι΄
οὗ ἡ ἀναπνοὴ γίγνεται.
διὸ τοῖς παιδίοις οὐ συμφέρουσιν οἱ
οἶνοι͵ οὐδὲ ταῖς τίτθαις (διαφέρει
γὰρ ἴσως οὐδὲν αὐτὰ πίνειν ἢ τὰς
τίτθας)͵ ἀλλὰ δεῖ πίνειν ὑδαρῆ καὶ
ὀλίγον· πνευματῶδες γὰρ ὁ οἶ νος
καὶ τούτου μᾶλλον ὁ μέλας.
οὕτω δὲ τὰ ἄνω πλήρη τροφῆς τοῖς
παιδίοις͵ ὥστε πέντε μηνῶν οὐδὲ
στρέφουσι τὸν αὐχένα· ὥσπερ γὰρ
τοῖς σφόδρα μεθύουσιν͵ ὑγρότης
ἀναφέρεται πολλή.

9. Διά ταύτα δεν είναι ωφέλιμοι οι
οίνοι εις τους παίδας ούτε εις τας τροφούς
αυτών, διότι ουδόλως ίσως διαφέρει να
πίνωσιν αυτά ή αι τροφοί των· αλλά
πρέπει να πίνωσιν οίνον υδαρή και
ολίγον, διότι ο οίνος και μάλιστα ο μέλας
είναι πνευματώδης.
Τόσον δε πλήρη τροφής είναι τα ανώτερα
μέρη των παιδιών, ώστε πέντε μηνών ήδη
όντα δεν δύνανται να στρέφωσι τον
αυχένα, διότι, όπως και εις τους πολύ
μεθυσμένους, ούτω και εις αυτά πολύ
υγρόν φέρεται εις τα άνω μέρη.

10. Ευλόγως λοιπόν τούτο το πάθος είναι
αιτία να μένωσι κατ' αρχάς ακίνητα τα
αἴτιον καὶ τοῦ ἠρεμεῖν ἐν ταῖς
έμβρυα εις τας μήτρας51. Και γενικώς τον
μήτραις τὰ ἔμβρυα τὸ πρῶτον. καὶ
ύπνον αγαπώσι και οι έχοντες βαθέως
τὸ ὅλον δὲ φίλυπνοι οἱ ἀδηλόφλεβοι κειμένας τας φλέβας και οι έχοντες
καὶ οἱ νανώδεις καὶ οἱ
μορφήν νάνων και οι μεγαλοκέφαλοι,
μεγαλοκέφαλοι· τῶν μὲν γὰρ αἱ
διότι εκείνων μεν αι φλέβες είναι τόσον
στενοί, ώστε το υγρόν κατερχόμενον δεν
φλέβες στεναί͵ ὥστ΄ οὐ ῥᾴδιον
κυκλοφορεί ευκόλως, εις δε τους
διαρρεῖν κατιὸν τὸ ὑγρόν͵ τοῖς δὲ
νανώδεις και τους μεγαλοκεφάλους είναι
νανώδεσι καὶ μεγαλοκεφάλοις ἡ
πολλή η προς τα άνω ορμή του υγρού και
ἄνω ὁρμὴ πολλὴ καὶ ἀναθυμίασις.
η αναθυμίασις.

εὔλογον δὲ τοῦτ΄ εἶναι τὸ πάθος

οἱ δὲ φλεβώδεις οὐχ ὑπνωτικοὶ δι΄
εὔροιαν τῶν πόρων͵ ἂν μή τι ἄλλο

Απ' εναντίας δε οι έχοντες μεγάλας
φλέβας δεν αγαπώσι τον ύπνον, διότι η
κυκλοφορία52 είναι εύκολος εις τας

πάθος ἔχωσιν ὑπεναντίον.

φλέβας των, εκτος εάν έχωσιν άλλο τι
πάθος εναντίον.

11. Ούτε πάλιν οι μελαγχολικοί είναι
γὰρ ὁ εἴσω τόπος͵ ὥστ΄ οὐ γίγνεται φίλυπνοι, διότι το εσωτερικόν αυτών είναι
ψυχρόν, ώστε δεν γίνεται εν αυτοίς
πλῆθος αὐτοῖς ἀναθυμιάσεως. διὰ
άφθονος αναθυμίασις· διά τούτο δε και
τοῦτο γὰρ καὶ βρωτικοί͵ σκληφροὶ
τρώγουσι πολύ και έχουσι σκληράν
ὄντες· ὥσπερ γὰρ οὐδὲν
σάρκα, και τα σώματα αυτών φαίνονται
ἀπολελαυκότα διάκειται τὰ σώματα ως να μη έχωσι φάγει τίποτε. Διότι η
μαύρη χολή, ούσα ψυχρά εκ φύσεως,
αὐτοῖς. ἡ δὲ μέλαινα χολὴ φύσει
κάμνει ψυχρόν και το μέρος όπου γίνεται
ψυχρὰ οὖσα καὶ τὸν θρεπτικὸν
η θρέψις (κοιλίαν και ήπαρ), και τα άλλα
τόπον ψυχρὸν ποιεῖ καὶ τὰ ἄλλα
μέρη, όπου δύναται να υπάρχη η δύναμις
μόρια͵ ὅπου ἂν ὑπάρχῃ δυνάμει τὸ
της τοιαύτης εκκρίσεως.
τοιοῦτον περίττωμα.
οὐδ΄ οἱ μελαγχολικοί· κατέψυκται

12. Ώστε είναι φανερόν εκ των
εἰρημένων ὅτι ὁ ὕπνος ἐστὶ σύνοδός ειρημένων, ότι ο ύπνος είναι
συγκέντρωσις της θερμότητος εντός (της
τις τοῦ θερμοῦ εἴσω καὶ
καρδίας) και αντίδρασις φυσική ένεκα της
ἀντιπερίστασις φυσικὴ διὰ τὴν
ειρημένης αιτίας53. Εκ τούτου δε και αι
εἰρημένην αἰτίαν· διὸ πολλὴ ἡ
πολλαί κινήσεις του κοιμωμένου. Όπου
κίνησις τοῦ ὑπνοῦντος. ὅθεν δ΄
όμως εκλείπει η θερμότης, εκεί γίνεται
ψύξις, και ένεκα της ψύξεως
ἐκλείπει͵ καταψύχε ται καὶ διὰ
καταπίπτουσι τα βλέφαρα και ψυχρά μεν
ψῦξιν καταπίπτει τὰ βλέφαρα͵ καὶ
γίνονται τα ανώτερα και τα εξωτερικά
τὰ μὲν ἄνω κατέψυκται καὶ τὰ ἔξω͵
μέρη, αλλά τα κατώτερα και τα
τὰ δ΄ ἔντος καὶ τὰ κάτω θερμά͵ οἷον εσωτερικά είναι θερμά, λ. χ, οι πόδες και
τὰ περὶ τοὺς πόδας καὶ τὰ εἴσω.
τα σπλάγχνα του σώματος.
ὥστε φανερὸν ἐκ [457b] τῶν

13. Δυνατόν όμως να ερώτηση τις:
μετὰ τὰ σιτία ἰσχυρότατος ὁ ὕπνος διατί ο ύπνος είναι ισχυρότατος μετά τα
γεύματα, και διατί προκαλούσιν ύπνον ο
γίγνεται͵ καὶ ἔστιν ὑπνωτικὰ οἶνος
οίνος και άλλα τοιαύτα έχοντα πολλήν
καὶ ἄλλα θερμότητα ἔχοντα
θερμότητα. Δεν είναι βέβαια λογικόν ο
τοιαῦτα͵ ἔστι δ΄ οὐκ εὔλογον τὸν μὲν ύπνος να θεωρήται κατάψυξις· το αίτιον
ὕπνον εἶναι κατάψυξιν͵ τὰ δ΄ αἴτια
του ύπνου μάλλον είναι η θερμότης.
καίτοι τοῦτό τις ἀπορήσειεν ἄν͵ ὅτι

τοῦ καθεύδειν θερμά.
πότερον οὖν τοῦτο συμβαίνει ὅτι
ὥσπερ ἡ κοιλία κενὴ μὲν οὖσα

Άρά γε συμβαίνει τούτο, διότι, καθώς ο
στόμαχος, όταν είναι κενός, είναι θερμός,
όταν δε πληρωθή (τροφών), γίνεται

ψυχρός εκ της γενομένης κινήσεως, ούτω
καταψύχει διὰ τὴν κίνησιν͵ οὕτω καὶ και οι πόροι και τόποι της κεφαλής
γίνονται ψυχροί, όταν φέρηται εκεί η
οἱ ἐν τῇ κεφαλῇ πόροι καὶ τόποι
αναθυμίασις; Ή διότι, καθώς εις τους
καταψύχονται ἀναφερομένης τῆς
χύνοντας εφ' εαυτών θερμόν υγρόν
ἀναθυμιάσεως; ἢ ὥσπερ τοῖς
εξαίφνης γίνεται φρίκη, ούτω και εδώ,
προσχεομένοις τὸ θερμὸν ἐξαίφνης όταν ανέλθη το θερμόν, τότε το ψυχρόν
φρίκη γίγνεται͵ κἀκεῖ ἀνιόντος τοῦ συγκεντρούται και ψύχει το σώμα και
κάμνει την φυσικήν θερμότητα να είναι
θερμοῦ ἀθροιζόμενον τὸ ψυχρὸν
αδύνατος και να υποχωρή;
καταψύχει͵ καὶ τὸ κατὰ φύσιν
θερμή ἐστιν͵ ἡ δὲ πλήρωσις αὐτὴν

θερμὸν ποιεῖ ἐξαδυνατεῖν καὶ
ὑποχωρεῖν;
ἔτι δὲ πολλῆς ἐμπιπτούσης τροφῆς͵
ἣν ἀνάγει τὸ θερμόν͵ ὥσπερ τὸ πῦρ
ἐπιτιθεμένων τῶν ξύλων͵
καταψύχεται͵ ἕως ἂν καταπεφθῇ.
γίγνεται γὰρ ὁ ὕπνος͵ ὥσπερ
εἴρηται͵ τοῦ σωματώδους
ἀναφερομένου ὑπὸ τοῦ θερμοῦ διὰ
τῶν φλεβῶν πρὸς τὴν κεφαλήν·
ὅταν δὲ μηκέτι δύνηται͵ ἀλλὰ τῷ
πλήθει ὑπερβάλλῃ τὸ ἀναχθέν͵
πάλιν ἀνταπωθεῖται καὶ κάτω ῥεῖ
(διὸ καὶ πίπτουσί γε ὑποσπωμένου
τοῦ θερμοῦ τοῦ ἀνάγοντος οἱ
ἄνθρωποι· μόνον γὰρ ὀρθὸν τῶν
ζῴων)͵ καὶ ἐπιπεσὸν μὲν ἔκνοιαν
ποιεῖ͵ ὕστερον δὲ φαντασίαν. ἢ αἱ
μὲν νῦν λεγόμεναι λύσεις
ἐνδεχόμεναι μέν εἰσι τοῦ γίγνεσθαι
τὴν κατάψυξιν͵
οὐ μὴν ἀλλὰ κύριός γ΄ ἐστὶν ὁ τόπος
ὁ περὶ τὸν ἐγκέφαλον͵ ὥσπερ ἐν
ἄλλοις εἴρηται. πάντων δ΄ ἐστὶ τῶν
ἐν τῷ σώματι ψυχρότατον ὁ

14. Πάλιν, όταν λαμβάνηται πολλή
τροφή, ην ανυψοί η θερμότης, όπως το
πυρ σβύννεται όταν επιτεθώσι πολλά
ξύλα, ούτως ο στόμαχος ψύχεται έως ού
χωνευθή η τροφή; Διότι, ως είπομεν,
γίνεται ο ύπνος, όταν πυκνόν υγρόν
φέρηται εις τα άνω υπό της θερμότητος
διά των φλεβών εις την κεφαλήν. Αλλ'
όταν το υψωθέν υγρόν δεν δύναται πλέον
να αναβή, διότι είναι υπερβολικώς πολύ,
τότε το εξατμισθέν υλικόν απωθείται
οπίσω και ρέει κάτω.

15. Διά τούτο οι άνθρωποι κατακρίνονται,
όταν το υγρόν, όπερ ωθεί προς τα άνω,
αφαιρήται. Διότι μόνος ο άνθρωπος εξ
όλων των ζωών έχει την ορθοστασίαν, και
όταν μεν καταπέση το θερμόν,
προξενείται άνοια (αναισθησία), ύστερον
δε λειτουργεί η φαντασία. Ή αι λύσεις,
τας οποίας τώρα εκθέτομεν, ενδέχεται να
εξηγώσι πώς γίνεται η κατάψυξις54;
16. Αλλ' όμως η κυρία έδρα του ύπνου
είναι ο περί τον εγκέφαλον τόπος, ως και
αλλαχού είπομεν. Πάντων των μερών του
σώματος το ψυχρότατον είναι ο
εγκέφαλος και το ανάλογον με το αυτό

ἐγκέφαλος͵ τοῖς δὲ μὴ ἔχουσι τὸ
ἀνάλογον τούτῳ μόριον.

μέρος εις όσα ζώα δεν έχουσιν
εγκέφαλον.

ὥσπερ οὖν τὸ ἀπατμίζον ὑγρὸν ὑπὸ Καθώς λοιπόν το υγρόν, όπερ εξατμίζεται
υπό της ηλιακής θερμότητος, όταν φθάση
τῆς τοῦ ἡλίου θερμότητος͵ ὅταν
εις τας υψηλά μέρη (της ατμοσφαίρας),
ἔλθῃ εἰς τὸν ἄνω τόπον͵ διὰ τὴν
ψύχεται υπό της ψυχρότητος αυτών και
ψυχρότητα αὐτοῦ καταψύχεται καὶ συμπυκνωθέν πίπτει κάτω γινόμενον
συστὰν καταφέρεται [458a]
πάλιν ύδωρ, ούτω κατά την εις τον
γενόμενον πάλιν ὕδωρ͵ οὕτως ἐν τῇ εγκέφαλον ανάβασιν της θερμότητος η
υπερβολική εξάτμισις μεταβάλλεται εις
ἀναφορᾷ τοῦ θερμοῦ τῇ πρὸς τὸν
γλοιώδη ύλην, διό και οι κατάρροι
ἐγκέφαλον ἡ μὲν περιττωματικὴ
φαίνονται ότι προέρχονται εκ της
ἀναθυμίασις εἰς φλέγμα συνίσταται
κεφαλής, ενώ η αναθυμίασις, ήτις είναι
(διὸ καὶ οἱ κατάρροι φαίνονται
ικανή να τρέφη και δεν έχει τίποτε τo
γιγνόμενοι ἐκ τῆς κεφαλῆς)͵ ἡ δὲ
νοσηρόν, φέρεται προς τα κάτω
συμπεπυκνωμένη και ψύχει (μετριάζει)
τρόφιμος καὶ μὴ νοσώδης
την θερμότητα.
καταφέρεται συνισταμένη καὶ
καταψύχει τὸ θερμόν.
17. Συντελεί δε εις την κατάψυξιν, και εις
το να μη γίνεται δεκτή ευκόλως η
δέχεσθαι ῥᾳδίως τὴν ἀναθυμίασιν
αναθυμίασις, η λεπτότης και η στενότης
συμβάλλεται καὶ ἡ λεπτότης καὶ [ἡ]
των πέριξ του εγκεφάλου φλεβών. Τούτο
στενότης τῶν περὶ τὸν ἐγκέφαλον
λοιπόν είναι το αίτιον της καταψύξεως,
φλεβῶν. τῆς μὲν οὖν καταψύξεως
και αν ακόμη είναι υπερβολική η
τοῦτ΄ ἐστὶν αἴτιον͵ καίπερ τῆς
αναθυμίασις ένεκα της θερμότητος.
πρὸς δὲ τὸ καταψύχεσθαι καὶ μὴ

ἀναθυμιάσεως ὑπερβαλλούσης τῇ
θερμότητι.
Εγείρεται δε ο άνθρωπος, όταν γείνη η
55
κρατήσῃ ἡ συνεωσμένη θερμότης ἐν χώνευσις και επικρατήση η θερμότης,
ήτις πολλή εξερχόμενη εκ των πέριξ
ὀλίγῳ πολλὴ ἐκ τοῦ περιεστῶτος͵
μερών συμπυκνούται εις μικρόν χώρον,
καὶ διακριθῇ τό τε σωματωδέστερον και όταν διαχωρισθή το ουσιωδέστατον
αἷμα καὶ τὸ καθαρώτερον. ἔστι δὲ
και καθαρώτατον αίμα. Είναι δε το αίμα
λεπτότατον μὲν αἷμα καὶ
της κεφαλής το λεπτότατον άμα και
καθαρώτατον, ενώ το εις τα κάτω μέρη
καθαρώτατον τὸ ἐν τῇ κεφαλῇ͵
αίμα είναι πυκνότατον και θολερώτατον.
παχύτατον δὲ καὶ θολερώτατον τὸ
Όπως δε και ενταύθα και αλλαχού
ἐν τοῖς κάτω μέρεσιν. παντὸς δὲ τοῦ
είπομεν, η καρδία είναι η αρχή όλου του
αἵματος ἀρχή͵ ὥσπερ εἴρηται καὶ

ἐγείρεται δ΄ ὅταν πεφθῇ καὶ

ἐνταῦθα καὶ ἐν ἄλλοις͵ ἡ καρδία.

αίματος.

18. Εκ δε των μερών της καρδίας56 η
μέση κοιλία είναι ηνωμένη με τας δύο
θαλάμης κοινὴ ἡ μέση· ἐκείνων δ΄
κοιλίας, εκάστη δε τούτων δέχεται το
ἑκατέρα δέχεται ἐξ ἑκατέρας τῆς
αίμα εξ εκάστης αρτηρίας ήτοι εκ της
φλεβός͵ τῆς τε μεγάλης καλουμένης λεγομένης μεγάλης αρτηρίας και εκ της
καὶ τῆς ἀορτῆς· ἐν δὲ τῇ μέσῃ
αορτής. Εις την μέσην κοιλίαν γίνεται ο
γίγνεται ἡ διάκρισις. ἀλλὰ τὸ μὲν
χωρισμός του αίματος. Αλλά να είπωμεν
ακριβέστερον περί τούτων ανήκει εις
διορίζειν περὶ τούτων ἑτέρων ἐστὶ
άλλας ειδικάς πραγματείας.
λόγων οἰκειότερον·
τῶν δ΄ ἐν τῇ καρδίᾳ ἑκατέρας τῆς

διὰ δὲ τὸ γίγνεσθαι ἀδιακριτώτερον
τὸ αἷμα μετὰ τὴν τῆς τροφῆς
προσφορὰν ὕπνος γίγνεται͵ ἕως ἂν
διακριθῇ τοῦ αἵματος τὸ μὲν
καθαρώτερον εἰς τὰ ἄνω͵ τὸ δὲ
θολερώτερον εἰς τὰ κάτω· ὅταν δὲ
τοῦτο συμβῇ͵ ἐγείρονται

19. Επειδή όμως είναι περισσότερον
αδιάκριτον το αίμα μετά την εισαγωγήν
των τροφών, γίνεται ο ύπνος και διαρκεί
έως ου το μεν καθαρώτατον μέρος του
αίματος αποχωρισθή εις τα άνω, το δε
θολερώτατον εις τα κάτω. Όταν δε τούτο
γείνη, εγείρονται (τά ζώα) ελεύθερα από
το βάρος της τροφής.

ἀπολυθέντα τοῦ ἐκ τῆς τροφῆς
βάρους.
20. Εξηγήσαμεν λοιπόν ποίον είναι το
εἴρηται͵ ὅτι ἡ [ὑπὸ] τοῦ σωματώδους αίτιον του ύπνου· και είπομεν ότι είναι η
αντίδρασις πυκνού υγρού, όπερ υψούται
τοῦ ἀναφερομένου ὑπὸ τοῦ
υπό την επίδρασιν της εμφύτου αυτώ
συμφύτου θερμοῦ ἀντιπερίστασις
θερμότητας επί το πρώτον αισθητήριον
ἀθρόως ἐπὶ τὸ πρῶτον αἰσθητήριον· όργανον (την καρδίαν). Είπομεν προσέτι,
καὶ τί ἐστιν ὁ ὕπνος͵ ὅτι τοῦ πρώτου ότι ο ύπνος είναι η κατάληψις του πρώτου
αἰσθητηρίου κατάληψις πρὸς τὸ μὴ αισθητηρίου, ώστε να μη δύναται να
δύνασθαι ἐνεργεῖν͵ ἐξ ἀνάγκης μὲν λειτουργή, και ότι είναι φαινόμενον
αναγκαίον (διότι ουδέν ζώον δύναται να
γινόμενος (οὐ γὰρ ἐνδέχεται ζῷον
υπάρξη άνευ των όρων οίτινες
εἶναι μὴ συμβαινόντων τῶν
συντελούσιν εις την ύπαρξιν και
ἀπεργαζομένων αὐτό)͵ ἕνεκα δὲ
ανάπτυξιν αυτών), ο δε ύπνος υπάρχει
χάριν συντηρήσεως, διότι η ανάπαυσις
σωτηρίας· σῴζει γὰρ ἡ ἀνάπαυσις.
συντηρεί.

τί μὲν οὖν τὸ αἴτιον τοῦ καθεύδειν

(35) Το ζώον τρέφεται και ότε είναι ακόμη έμβρυον (εν τη μήτρα), ουχί όμως ως ζώον, αλλ' ως φυτόν· όταv δε
γεννηθή, τότε λαμβάνει αίσθησιν και τότε πρώτον τρέφεται ως ζώον.
(36) Μετά τας διαδοχικάς αλλοιώσεις, ας υφίστανται αι τροφαί κατά την πέψιν.
(37) Ο Αριστοτέλης την καρδίαν εθεώρει ορθώς αρχήν του αίματος, σφαλερώς δε και ως αρχήν των νεύρων.
(38) Ίσως εvvoεί την ανατομικήν γενικώς, ίσως και ίδια αυτού συγγράμματα, άτινα δεv σώζονται.
(39) Αι φλέβες την τροφήν φέρουσιν εις το ήπαρ, όπου γίνεται η πρώτη μεταβολή αυτής εις αίμα. Τούτο το
ακατέργαστον και άπεπτον αίμα φέρουσιν είτα οι φλέβες εις την καρδίαν, ήτις το κατεργάζεται εις τέλειοv αίμα.
Μετά την πέψιν ταύτην διανέμουσι τo αίμα εις άπαν τo σώμα άλλαι φλέβες (αι αρτηρίαι, ας όμως δεν διέκρινε
σαφώς από των φλεβών ο Αριστοτέλης).
(40) Ήτις φέρει εις τον ύπνον.
(41) Το ότι ο ύπνος είvαι αναισθησία οιαδήποτε.
(42) Αλλά τούτο είναι αδύνατον· άρα ο ύπνoς δεν είναι απλή αδυναμία του αισθάνεσθαι.
(43) Όνειρα πολλά ενθυμούμεθα όταν εγερθ'ωμεν, ουδεμίαν όμως φαντασίαν μετά την απαλλαγήν της λιποθυμίας.
“Πολλά δε έστιν ά λέγουσιν εv τω καιρώ (του πάθους) οι σφόδρα λειποψυχήσαντες και δόξαντες τεθνάναι, ων
ουδενός μνημονεύουσιν εγερθέντες”. (Θεμιστ.)
(44) Όπως η πλήμμυρα και άμπωτις στενού τινος.
(45) Το θερμόν, όταν φθάση εις τον εγκέφαλον, όστις είναι ψυχρός, ψύχεται και αυτό και καταβαίvει πάλιν εις την
καρδίαν και κάμνει ψυχρόν το θερμόν αυτής, ούτω δε εκ της ψύξεως κοιμάται το ζώον.
(46) Το υγρόν προξενεί βάρος εις την κεφαλήν· διά τούτο και κινούμεν αυτήν νυστάζοντες. Όταν όμως το θερμόν,
όπερ ανύψωσε τα υγρά, στραφή οπίσω ψυχρανθέν, συρρέουσι μετ' αυτού και τα υγρά και γίνεται ο ύπνος.
(47) Οι λαβόντες τα ναρκωτικά.
(48) Τας εν τω πεπτικώ σωλήνι εκκρίσεις η εκ του κόπου αναπτυχθείσα θερμότης διαλύει και ωθεί εις τα άνω του
σώματος και επιφέρει τον ύπvov. (Θεμίστιος)·
(49) Και ο ύπνος και η επιληψία είναι αργία αισθήσεων.
(50) Όταν ούτος μεν ο αήρ καταβαίνη, άλλος δε αναβαίνη, επειδή συγχρόνως γίνεται η εξάτμησις κάτω και
συγκέντρωσις άνω, αναγκαίως εξογκoύνται αι φλέβες, αίτινες τότε πιέζουσι και συστέλλουσι τον πόρον της
αναπνοής, τούτου δε στενωθέντος, παύει η αναπνοή, και ούτω γενάτται η επιληψία.
(51) Ως νεναρκωμένος εξ εγκεφαλικής πλησμονής·
(52) Ο Αριστοτέλης, ως είπομεν, ηγνόει την κυκλοφορίαν του αίματος, εγίνωσκε δε μόνον την άμεσον μετάβασίν
του εις τα άκρα εκ της καρδίας και την εις τον εγκέφαλον κίνησιν του και επιστροφήν. Ο εγκέφαλος, ως το
ψυχρότατον όργανον, ελαττώνει και κανονίζει την θερμότητα του αίματος.
(53) Της επί του εγκεφάλου επιδράσεως της πέψεως.
(54) Αι ειρημέναι λύσεις είναι ενδεχόμεναι και πιθαναί. Η κυρία εξήγησις και το αληθέστερον αίτιον του ύπνου
είναι τούτο, όπερ θα είπη εν τοις εξής.
(55) Όταν η θερμότης υπερισχύση του ψυχρού, όπερ παράγει η εξάτμισις των υγρών.
(56) Ο Αριστοτέλης, καίτι ανακριβώς περιγράφει τα μέρη της καρδίας, ουχ ήττον φαίνεται ότι ανέταμε πτώματα
ανθρώπων. Εν γένει δε η μελέτη αύτη είναι πλήρης ακριβεστάτων παρατηρήσεων, καίτι δυνατόν είναι να
αμφισβητήση τις τινάς αυτών, λ. χ. την μετά του ύπνου στενήν και αχώριστον σχέσιν της θρέψεως.

ΑΡΙΣΤOΤΕΛOΥΣ
ΠΕΡΙ ΕΝΥΠΝΙΩΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.
Τα ενύπνια ούτε πάθος του αισθητικού απλώς, ούτε του νοητικού, αλλά του
αισθητικού, καθό φανταστικού, ήτοι είναι πάθος της φαντασίας, ήτις είναι πάθος
του αισθητικού.

1. Μετά τον ύπνον και την εγρήγορσιν
πρέπει να εξετάσωμεν περί των ενυπνίων
ἐνυπνίου ἐπιζητητέον͵ καὶ πρῶτον
και να ζητήσωμεν εις ποίον μέρος της
[458b] τίνι τῶν τῆς ψυχῆς φαίνεται͵
ψυχής συμβαίνουσι, και αν είναι ταύτα
καὶ πότερον τοῦ νοητικοῦ τὸ πάθος πάθος του νοητικού ή του αισθητικού·
ἐστὶ τοῦτο ἢ τοῦ αἰσθητικοῦ· τούτοις διότι διά τούτων των δύο δυνάμεων
γὰρ μόνοις τῶν ἐν ἡμῖν γνωρίζομέν μόνων γνωρίζομεν τα πράγματα.

[458a33] Μετὰ δὲ ταῦτα περὶ

τι.
εἰ δ΄ ἡ χρῆσις ὄψεως ὅρασις͵ καὶ
ἀκοῆς τὸ ἀκούειν͵ καὶ ὅλως
αἰσθήσεως τὸ αἰσθάνεσθαι͵ κοινὰ δ΄
ἐστὶ τῶν αἰσθήσεων οἷον σχῆμα καὶ
μέγεθος καὶ κίνησις καὶ τἆλλα τὰ
τοιαῦτα͵ ἴδια δ΄ οἷον χρῶμα ψόφος
χυμός͵ ἀδυνατεῖ δὲ πάντα μύοντα
καὶ καθεύδοντα ὁρᾶν͵ ὁμοίως δὲ καὶ
ἐπὶ τῶν λοιπῶν͵ δῆλον ὅτι οὐκ
αἰσθανόμεθα οὐδὲν ἐν τοῖς ὕπνοις·
οὐκ ἄρα γε τῇ αἰσθήσει τὸ ἐνύπνιον
αἰσθανόμεθα.

2. Η χρήσις της μεν όψεως είναι η όρασις,
της δε ακοής το ακούειν και της
αισθήσεως εν γένει είναι το αισθάνεσθαι1,
και κοινά μεν αντικείμενα εις πάσας τας
αισθήσεις είναι το σχήμα, η κίνησις, το
μέγεθος και άλλαι τοιαύται ιδιότητες, ίδια
δε αντικείμενα είναι το χρώμα, ο ήχος, ο
χυμός. Όταν δε κλείη τις τους οφθαλμούς
και κοιμάται, είναι αδύνατον να βλέπη, το
αυτό δε εφαρμόζεται και επί των αλλων
αισθησεων. Ώστε είναι φανερόν ότι
ουδόλως αισθανόμεθα, όταν
υπνώττωμεν2. Άρα το ενύπνιον δεν
συλλαμβάνομεν δια της αισθήσεως.

3. Αλλά προσέτι ούτε διά της γνώμης
3
μόνον τὸ προσιόν φαμεν ἄνθρωπον (δόξης) αισθανόμεθα αυτό. Διότι ου
μόνον λέγομεν ότι προσερχόμενόν τι
ἢ ἵππον εἶναι͵ ἀλλὰ καὶ λευκὸν ἢ
αντικείμενον είναι άνθρωπος ή ίππος4,
καλόν· ὧν ἡ δόξα ἄνευ αἰσθήσεως
αλλά και ότι είναι λευκόν ή καλόν, και
οὐδὲν ἂν φήσειεν͵ οὔτ΄ ἀληθῶς οὔτε ουδέν εκ τούτων, ούτε αληθές ούτε
ἀλλὰ μὴν οὐδὲ τῇ δόξῃ· οὐ γὰρ

ψευδῶς. ἐν δὲ τοῖς ὕπνοις συμβαίνει ψεύδος δύναται να αποφανθή η γνώμη
5
τὴν ψυχὴν τοῦτο ποιεῖν· ὁμοίως γὰρ άνευ της αισθήσεως . Αλλ' όμως κατά τον
ύπνον η ψυχή συμβαίνει να κάμνη τούτο
ὅτι ἄνθρωπος καὶ ὅτι λευκὸς ὁ
ακριβώς, διότι και κοιμώμενοι νομίζομεν
προσιὼν δοκοῦ μεν ὁρᾶν.
ότι διακρίνομεν, όπως και εν τη
εγρηγόρσει, ότι το πλησίαζον είναι
άνθρωπος και ότι είναι λευκόν.
Κατά το ενύπνιον προσέτι έχομεν την
άλλου τινός εκτός του
ἄλλο τι͵ καθάπερ ἐν τῷ ἐγρηγορέναι παράστασιν και
6
αντικειμένου , όπως κατά την εγρήγορσιν
αἰσθανόμενοί τι. περὶ οὗ γὰρ
όταν αντιλαμβανώμεθα. Δηλαδή όπως,
αἰσθανόμεθα͵ πολλάκις καὶ
όταν αντικείμενόν τι αισθανώμεθα
διανοούμεθά τι· οὕτω καὶ ἐν τοῖς
γρηγορούντες, πολλάκις διανοούμεθα
ὕπνοις παρὰ τὰ φαντάσματα ἐνίοτε περί αυτού έτερόν τι, ούτω και κατά τον
ύπνον εκτός των παραστάσεων ενίοτε
ἄλλα ἐννοοῦμεν.
εννοούμεν άλλα7.
ἔτι παρὰ τὸ ἐνύπνιον ἐννοοῦμεν

4. Δύναται δε να γείνη φανερόν τούτο,
εάν, αφού εγερθή τις εκ τού ύπνου,
προσέχοι τὸν νοῦν καὶ πειρῷτο
επιστήση τον νουν και προσπαθήση να
μνημονεύειν ἀναστάς. ἤδη δέ τινες
ενθυμηθή (τα όνειρα τα οποία είδεν).
καὶ ἑωράκασιν ἐνύπνια τοιαῦτα͵
Ούτω τινές έχουσι παρατηρήση ότι
οἷον οἱ δοκοῦντες κατὰ τὸ
ενθυμούνται τα όνειρά των, εκείνοι λ. χ.
μνημονικὸν παράγγελμα τίθεσθαι οίτινες κατά τα παραγγέλματα της
μνημονικής τέχνης δοκιμάζουσι να
τὰ προβαλλόμενα· συμβαίνει γὰρ
παραστήσωσιν εις εαυτούς8 τα όνειρά
αὐτοῖς πολλάκις ἄλλο τι παρὰ τὸ
των. Συμβαίνει δηλαδή εις αυτούς
ἐνύπνιον τίθεσθαι πρὸ ὀμμάτων εἰς
πολλάκις παρεκτός του ενυπνίου να
τὸν τόπον φάντασμα·
παριστάνωσιν εις εαυτούς άλλο τι, μίαν
εικόνα εις τον τόπον (τον δεχόμενον τας
εικόνας).
φανείη δ΄ ἄν τῳ τοῦτο͵ εἴ τις

ὥστε δῆλον ὅτι οὐκ ἐνύπνιον πᾶν τὸ 5. Ώστε είναι φανερόν ότι, ουχί πάσα
παράστασις, την οποίαν έχομεν κατά τον
ἐν ὕπνῳ φάντασμα͵ καὶ ὅτι ὃ
ύπνον,είναι όνειρον, και ότι εκείνο το
ἐννοοῦμεν τῇ δόξῃ δοξάζομεν.
οποίον εννοούμεν τότε, το εvvoούμεν9 διά
της δόξης.
δῆλον δὲ περὶ τούτων ἁπάντων τό
γε τοσοῦτον͵ ὅτι τὸ αὐτὸ ᾧ καὶ
ἐγρηγορότες ἐν ταῖς νόσοις

6. Τόσον πολύ είναι φανερόν περί όλων
τούτων, ότι εκείνο το οποίον μας κάμνει
είς τινας νόσους να απατώμεθα, καίπερ
γρηγορούντες, το αυτό τούτο και κατά

ἀπατώμεθα͵ τοῦτ΄ αὐτὸ καὶ ἐν τῷ
ὕπνῳ ποιεῖ τὸ πάθος. καὶ ὑγιαίνουσι
δὲ καὶ εἰδόσιν ὅμως ὁ ἥλιος ποδιαῖος
εἶναι δοκεῖ. ἀλλ΄ εἴτε δὴ ταὐτὸν εἴθ΄
ἕτερον τὸ φανταστικὸν τῆς ψυχῆς
καὶ τὸ αἰσθητικόν͵ οὐδὲν ἧττον οὐ
γίνεται ἄνευ τοῦ ὁρᾶν καὶ
αἰσθάνεσθαί τι· τὸ γὰρ παρορᾶν καὶ
παρακούειν ὁρῶντος ἀληθές τι καὶ
ἀκούοντος͵ οὐ μέντοι τοῦτο ὃ οἴεται.

τον ύπνον προξενεί την απάτην. Ούτω,
μολονότι υγιαίνομεν και μολονότι
γνωρίζομεν το αληθές, όμως ο ήλιος μας
φαίνεται πάντοτε ότι έχει διάμετρον ενός
ποδός10. Αλλ' είτε είναι η φανταστική και
η αισθητική δύναμις της ψυχής εν και το
αυτό, είτε είναι διάφοροι, ουχ ήττον το
ενύπνιον δεν γίνεται χωρίς να βλέπωμεν
και να αισθανώμεθά τι. Διότι απάται
οράσεως και ακοής συμβαίνουσιν όταν
τις ορά και ακούη αληθώς τι, πλην τούτο
δεv είναι εκείνο όπερ αυτός νομίζει ότι
ορά.

11
ἐν δὲ τῷ ὕπνῳ ὑπόκειται μηδὲν ὁρᾶν Αλλά κατά την υπόθεσιν ταύτην εν τω
μηδὲν ἀληθές͵ τὸ δὲ μηδὲν πάσχειν ύπνω ούτε βλέπει τις ούτε ακούει τι, ούτε
εν γένει αισθάνεταί τι. Άρα δεν είναι
τὴν αἴσθησιν οὐκ ἀληθές͵ ἀλλ΄
αληθές, ότι δεν βλέπει τις τίποτα (εν τω
ἐνδέχεται καὶ τὴν ὄψιν πάσχειν τι
ονείρω), όπως δεv είναι αληθές ότι η
καὶ τὰς ἄλλας αἰσθήσεις͵ ἕκαστον
αίσθησις ουδέν πάσχει. Αλλά δύναται και
δὲ τούτων ὥσπερ ἐγρηγορότος
η όψις και αι άλλαι αισθήσεις να πάσχωσί
τι. Εκάστη των εικόνων (καθ' ύπνους)
προσβάλλει μέν πως τῇ αἰσθήσει͵
οὐχ οὕτω δὲ ὥσπερ ἐγρηγορότος· καὶ προσβάλλει κατά τινα τρόπον την
αίσθησιν ως εάν τις ήτο γρηγορών, ουχί
ὁτὲ μὲν ἡ δόξα λέγει ὅτι ψεῦδος͵
όμως ούτως, όπως κατά την αληθή
ὥσπερ ἐγρηγορόσιν͵ ὁτὲ δὲ
εγρήγορσιν. Και άλλοτε μεν η δόξα μας
κατέχεται καὶ ἀκολουθεῖ τῷ
λέγει ότι είναι ψεύδος εκείνο12 όπερ
βλέπομεν, όπως όταν γρηγορώμεν,
φαντάσματι;
άλλοτε δε νικάται υπό της εικόνος η δόξα
και ακολουθεί αυτήν (ως αληθή)13.

ὅτι μὲν οὖν οὐκ ἔστι τοῦ δοξάζοντος
οὐδὲ τοῦ διανοουμένου τὸ πάθος
τοῦτο ὃ καλοῦμεν ἐνυπνιάζειν͵
φανερόν. ἀλλ΄ οὐδὲ τοῦ
αἰσθανομένου ἁπλῶς· ὁρᾶν γὰρ ἂν
ἦν καὶ ἀκούειν ἁπλῶς.
ἀλλὰ πῶς δὴ καὶ τίνα τρόπον͵
ἐπισκεπτέον. ὑποκείσθω μὲν οὖν͵
ὅπερ ἐστὶ καὶ φανερόν͵ ὅτι τοῦ

7. Είναι λοιπόν φανερόν, ότι το πάθος
τούτο, το οποίον καλούμεν ενύπνιον, δεν
είναι πάθος της δόξης14 ούτε της διανοίας
(της δόξης και του νου)· αλλ' ούτε και της
αισθήσεως απλώς, διότι θα εβλέπομεν
απλώς και θα ηκούομεν (καθ' ύπνους).

8. Αλλά πρέπει να εξετάσωμεν κατά
ποίαν σημασίαν και κατά τίνα τρόπον
συμβαίνει το πάθος τούτο εις αυτήν. Ας
τεθή λοιπόν βάσις τούτο, όπερ και

αἰσθητικοῦ τὸ πάθος͵ εἴπερ καὶ ὁ
ὕπνος· οὐ γὰρ ἄλλῳ μέν τινι τῶν
ζῴων ὑπάρχει ὁ ὕπνος͵ ἄλλῳ δὲ τὸ
ἐνυπνιάζειν͵ ἀλλὰ τῷ αὐτῷ.

ἐπεὶ δὲ περὶ φαντασίας ἐν τοῖς Περὶ
ψυχῆς εἴρηται͵ καὶ ἔστι μὲν τὸ αὐτὸ
τῷ αἰσθητικῷ τὸ φανταστικόν͵ τὸ δ΄
εἶναι φανταστικῷ καὶ αἰσθητικῷ
ἕτερον͵ ἔστι δὲ φαντασία ἡ ὑπὸ τῆς
κατ΄ ἐνέργειαν αἰσθήσεως γινομένη
κίνησις͵ τὸ δ΄ ἐνύπνιον φάντασμά τι
φαίνεται εἶναι (τὸ γὰρ ἐν ὕπνῳ
φάντασμα ἐνύπνιον λέγομεν͵ εἴθ΄
ἁπλῶς εἴτε τρόπον τινὰ γινόμενον)͵
φανερὸν ὅτι τοῦ αἰσθητικοῦ μέν ἐστι
τὸ ἐνυπνιάζειν͵ τούτου δ΄ ᾗ
φανταστικόν.

φανερόν είναι, ότι τό πάθος τούτο (το
όνειρον) ανήκει εις την αισθητικήν
δύναμιν, διότι και ο ύπνος είναι πάθημα
του αισθητικού μέρους. Και αληθώς δεν
συμβαίνει εις άλλο μέρος ζώων ο ύπνος
και εις άλλο το ενύπνιον, αλλά και τα δύο
υπάρχουσιν εις το αυτό μέρος.
Περί φαντασίας ήδη έγινε λόγος εις τα
περί Ψυχής, και είπομεν ότι η φανταστική
δύναμις είναι η αυτή με την αισθητικήν
αλλ' ο τρόπος της εκδηλώσεως της
φαντασίας και ο της αισθήσεως είναι
διάφοροι· είναι δηλ. φαντασία η κίνησις
ήτις γίνεται υπό του εν ενεργεία
αισθήματος 15, το δε ενύπνιον φαίνεται
ότι είναι εικών της φαντασίας, διότι
ενύπνιον λέγομεν την εικόνα ήτις
εμφανίζεται κατά τον ύπνον είτε
απολύτως είτε κατά τινα τρόπον 16. Είναι
λοιπόν φανερόν, ότι το όνειρεύεσθαι
ανήκει εις την αισθητικήν δύναμιν, και
ανήκει εις ταύτην καθό φανταστικήν.

(1) Αι δυνάμεις υπάρχουσιν έvεκα των ενεργειών.
(2) Και επομένως δεv ονειρώττομεν διά μέσου των αισθήσεων.
(3) Δόξα είvαι η ενέργεια του πνεύματος, δι' ης κρίνομεν το ποιόν και τας ιδιότητας τωv όντων, και ούτω
σχηματίζομεν γνώμην περί αυτών, ίδιον όμως έχει ότι αναφέρεται εις το ενδεχόμενον, το δυνάμενον και άλλως
έχειν.
(4) Kαι εv γένει ουσία.
(5) Διότι η αίσθησις γνωρίζει ημίν πρώτη την ύπαρξιν των πραγμάτων.
(6) Κρίνομεν δηλαδή και μορφούμεν γνώμην περί αυτού. “Αλλά κατά την δόξαν, οτιδήποτε δοξάζομεν, πάντοτε
έχομεν συνείδησιν ότι δοξάζομεν. Δεv είναι λοιπόν έργον της δόξης τα ενύπνια. Συνάμα δε είναι φανερόν ότι ουχί
παν ό,τι φανταζόμεθα εν τω ύπνω είναι όνειρον. Αλλά, όταν μεν τις βλέπων τι δεν νοή ότι τούτο όπερ βλέπει είναι
όνειρον, τούτο είναι ενύπνιον. Όταν όμως βλέπων δύνηται να εννοή ότι το ορώμενον είναι ενύπνιον, τούτο είναι
παράστασις (ή φάντασμα) και όχι ενύπνιον”. (Θεμίστιος).
(7) Γίνονται δηλ. και πράξεις του νου.
(8) Ούτοι δια των προσπαθειών των μνημονεύουσι τα απαγγελθέντα καλύτερον των αποστοματιζόντων αυτά.
Ούτω και οι ησκημένοι να ενθυμώνται τα όνειρα, ενθυμούνται καλύτερον των άλλων.
(9) Θεωρούμεν αυτό ψεύδος ή αληθές διά της δόξης.
(10) Πόσω μάλλον λοιπόν πρέπει να συμβαίνει η απάτη όταν νοούμεν ή κοιμώμεθα ;
(11) Ήτις κακώς υποτίθεται κατά τον Αριστοτέλην.
(12) Και όνειρον.
(13) Θεωρούσα τους τύπους των πραγμάτων ως αυτά τα πράγματα.
(14) Διότι εν μέρει ανήκει αυτοίς.
(15) Και μη παρόντων των αισθητών.
(16) Δήλα δη είτε αναγνωρίζεται ως όνειρον, είτε είναι μίγμα αληθούς και ψευδούς εγρηγόρσεως και ύπνου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.
Τα ενύπνια γίνονται εξ οιασδήποτε τάξεως αισθητών. Η εντύπωσις διαμένει εις τα
όργανα, όταν αφαvισθή το αισθητόν. Νόμος της μεταβάσεως της κινήσεως, είτε
της κατά τόπον, είτε της κατ' αλλοίωσιν. Άμεσα αποτελέσματα αισθημάτων λίαν
παρατεινομένων. Η όψις, πάσχει, αλλά και ενεργεί. Αποτέλεσμα των ομμάτων των
γυναικών επί των κατόπτρων κατά την έμμηνον ροήν. Eυκόλως απατώμεθα υπό
των αισθήσεων, όταν έχωμεν πάθη ψυχικά ή σωματικά.

Τί δ΄ ἐστὶ τὸ ἐνύπνιον͵ καὶ πῶς
γίνεται͵ ἐκ τῶν περὶ τὸν ὕπνον
συμβαινόντων μάλιστ΄ ἂν
θεωρήσαιμεν.
τὰ γὰρ αἰσθητὰ καθ΄ ἕκαστον
αἰσθητήριον ἡμῖν ἐμποιοῦσιν
αἴσθησιν͵ καὶ τὸ γινόμενον ὑπ΄
αὐτῶν πάθος οὐ μόνον ἐνυπάρχει
ἐν τοῖς αἰσθητηρίοις ἐνεργουσῶν
τῶν αἰσθήσεων͵ ἀλλὰ καὶ

1. Τι είναι το ενύπνιον και πως γίνεται
δυνάμεθα να μάθωμεν, αν προ πάντων
εξετάσωμεν τα συμβαίνοντα κατά τον
ύπνον 17.
2. Τα αισθητά πράγματα προξενούσιν εις
ημάς αίσθησιν κατά τα διάφορα
αισθητήρια, και η εξ αυτών γινομένη
εντύπωσις υπάρχει εις τα αισθητήρια όχι
μόνον όταν αι αισθήσεις είναι εν
ενεργεία, αλλ' επιμένει και όταν παύση η
ενέργεια αύτη 18.

ἀπελθουσῶν.
παραπλήσιον γὰρ τὸ πάθος ἐπί τε
τούτων καὶ ἐπὶ τῶν φερομένων
ἔοικεν εἶναι. καὶ γὰρ ἐπὶ τῶν
φερομένων τοῦ κινήσαντος οὐκέτι
θιγγάνοντος κινεῖται· τὸ γὰρ
κινῆσαν ἐκίνησεν ἀέρα τινά͵ καὶ
πάλιν οὗτος κινούμενος ἕτερον· καὶ
τοῦ τον δὴ τὸν τρόπον͵ ἕως ἂν στῇ͵
ποιεῖται τὴν κίνησιν καὶ ἐν [459b]
ἀέρι καὶ ἐν τοῖς ὑγροῖς.
ὁμοίως δὲ ὑπολαβεῖν τοῦτο δεῖ καὶ
ἐπ΄ ἀλλοιώσεως· τὸ γὰρ θερμανθὲν
ὑπὸ τοῦ θερμοῦ τὸ πλησίον

3. Το πάθος τούτο φαίνεται, ότι είναι
όμοιον με το φαινόμενον το συμβαίνον
εις τα ριπτόμενα πράγματα. Διότι και τα
ριπτόμενα κινούνται ακόμη, και εν ω ο
κινήσας αυτά δεν τα εγγίζει πλέον· διότι ο
κινήσας κατ' αρχάς εκίνησε μέρος αέρος,
και πάλιν ούτος κινηθείς μετέδωκε την
κίνησιν εις άλλο μέρος· και κατά τον
τρόπον τούτον το ριπτόμενον, έως ου
σταματήση, κάμνει την κίνησίν του και
εις τον αέρα και εις τα υγρά.
Ομοίως δε πρέπει να δεχθώμεν, ότι τούτο
συμβαίνει και εις τας κινήσεις της
αλλοιώσεως πράγματός τινος, λ. χ. το υπό
του θερμού θερμανθέν θερμαίνει το

θερμαίνει͵ καὶ τοῦτο διαδίδωσιν ἕως πλησίον μέρος, και τούτο μεταδίδει την
θερμότητα εις άλλο μέχρι τέλους. Ώστε εξ
τῆς ἀρχῆς. ὥστε καὶ ἐν τῷ
ανάγκης συμβαίνει τούτο και εις το
αἰσθάνεσθαι͵ ἐπειδή ἐστιν
όργανον, όπερ είναι η έδρα της
ἀλλοίωσίς τις ἡ κατ΄ ἐνέργειαν
αισθήσεως, αφού η εν ενεργεία αίσθησις
αἴσθησις͵ ἀνάγκη τοῦτο συμβαίνειν. είναι είδος αλλοιώσεως. Διό τούτο το
διὸ τὸ πάθος ἐστὶν οὐ μόνον ἐν
πάθος (η εντύπωσις) υπάρχει εις τα
αισθητήρια ουχί μόνον καθ' όν χρόνον
αἰσθανομένοις τοῖς αἰσθητηρίοις͵
αισθάνονται, αλλά και όταν παύσωσι να
ἀλλὰ καὶ ἐν πεπαυμένοις͵ καὶ ἐν
αισθάνωνται, και υπάρχει εις το
βάθει καὶ ἐπιπολῆς.
εσωτερικόν βάθος και εις την επιφάνειαν.
φανερὸν δὲ ὅταν συνεχῶς
αἰσθανώμεθά τι· μεταφερόντων γὰρ
τὴν αἴσθησιν ἀκολουθεῖ τὸ πάθος͵
οἷον ἐκ τοῦ ἡλίου εἰς τὸ σκότος·
συμβαίνει γὰρ μηδὲν ὁρᾶν διὰ τὴν
ἔτι ὑποῦσαν κίνησιν ἐν τοῖς ὄμμασιν
ὑπὸ τοῦ φωτός. κἂν πρὸς ἓν χρῶμα
πολὺν χρόνον βλέψωμεν ἢ λευκὸν ἢ
χλωρόν͵ τοιοῦτον φαίνεται ἐφ΄ ὅπερ
ἂν τὴν ὄψιν μεταβάλωμεν.

4. Είναι δε τούτο φανερόν, όταν επί
τινα χρόνον κατά συνέχειαν αισθανώμεθά
τι. Διότι, όταν στρέφωμεν την αίσθησιν
ημών είς τι άλλο, επιμένει η (πρώτη)
εντύπωσις, ως λ. χ. όταν εκ του ηλίου
μεταβαίνωμεν εις την σκιάν. Διότι
συμβαίνει να μη βλέπωμεν τίποτε, επειδή
εξακολουθεί ακόμη η κίνησις, την οποίαν
το φως έδωκεν εις τους οφθαλμούς. Και
αν επί πολύν χρόνον ατενίσωμεν εν μόνον
χρώμα, ή λευκόν ή πράσινον, τοιούτον
φαίνεται και το πράγμα, εις το οποίον
έπειτα ηθέλομεν στρέψει τα βλέμματα.

Και αν κυττάζοντες τον ήλιον ή άλλο
λαμπρόν αντικείμενον κλείσωμεν τα
ἄλλο τι λαμπρὸν μύσωμεν͵
όμματα, το αντικείμενον, όπερ αμέσως
παρατηρήσασι φαίνεται κατ΄
παρατηρούμεν κατά την ευθείαν γραμμήν
εὐθυωρίαν͵ ᾗ συμβαίνει τὴν ὄψιν
καθ' ην συμβαίνει να ορώμεν, θα μας
ὁρᾶν͵ πρῶτον μὲν τοιοῦτον τὴν
φανή ότι το βλέπομεν κατά πρώτον με το
χρόαν͵ εἶτα μεταβάλλει εἰς
αυτό παρόν χρώμα, όπερ έπειτα
φοινικοῦν κἄπειτα πορφυροῦν͵ ἕως μεταβάλλεται εις ερυθρόν, έπειτα εις
ἂν εἰς τὴν μέλαιναν ἔλθῃ χρόαν καὶ πορφυρούν, έως ου φθάση εις το μέλαν
χρώμα και αφανισθή.
ἀφανισθῇ.
κἂν πρὸς τὸν ἥλιον βλέψαντες ἢ

5. Και αι αισθήσεις ακόμη πάσχουσι
τοιαύτα, όταν στρέφωνται ταχέως εξ
μεταβάλλου σιν͵ οἷον ἀπὸ τῶν
αντικειμένων ευρισκομένων εις κίνησιν,
ποταμῶν͵ μάλιστα δὲ ἀπὸ τῶν
ως εκ των ποταμών και των ρευμάτων
τάχιστα ῥεόντων͵ φαίνεται [γὰρ] τὰ των ρεόντων ταχύτατα, διότι τότε τα άλλα
καὶ ἀπὸ τῶν κινουμένων δὲ

ἠρεμοῦντα κινούμενα. γίνονται δὲ
καὶ ἀπὸ τῶν μεγάλων ψόφων
δύσκωφοι καὶ ἀπὸ τῶν ἰσχυρῶν
ὀσμῶν δύσοσμοι͵ καὶ ἐπὶ τῶν
ὁμοίων ὁμοίως.
ταῦτά γε δὴ φανερῶς συμβαίνει
τοῦτον τὸν τρόπον.

πράγματα, τα οποία ηρεμούσι, μας
φαίνονται ότι κινούνται. Γίνονται δε οι
άνθρωποι και από τους μεγάλους κρότους
κωφοί, και από τας δυνατάς οσμάς
ασθενίζει η όσφρησις. Ομοίως και περί
των άλλων.
6. Ταύτα δε φανερώς συμβαίνουσι κατά
τούτον τον τρόπον.

7. Ότι δε τα αισθητήρια ταχέως
αισθάνονται τας ελαχίστας διαφοράς
μικρᾶς διαφορᾶς αἰσθάνεται͵
αποδεικνύει το συμβαίνον εις τα
σημεῖον τὸ ἐπὶ τῶν ἐνόπτρων
κάτοπτρα, περί του οποίου, εάν επιστήση
γινόμενον· περὶ οὗ καὶ αὐτοῦ
τις την προσοχήν, δύναται να σκεφθή και
ἐπιστήσας σκέψαιτό τις ἂν καὶ
να λύση την απορίαν. Συγχρόνως δε εκ
ἀπορήσειεν. ἅμα δ΄ ἐξ αὐτοῦ δῆλον τούτου γίνεται φανερόν, ότι η όψις,
καθώς πάσχει τι, ούτω και ενεργεί τι. Τω
ὅτι ὥσπερ καὶ ἡ ὄψις πάσχει͵ οὕτω
όντι, εις τα λίαν καθαρά κάτοπτρα 19,
καὶ ποιεῖ τι. ἐν γὰρ τοῖς ἐνόπτροις
όταν εμβλέψωσιν εις αυτά γυναίκες
τοῖς σφόδρα καθαροῖς͵ ὅταν τῶν
ευρισκόμεναι εις τα καταμήνιά των,
καταμηνίων ταῖς γυναιξὶ γινομένων γίνεται εις την επιφάνειαν του κατόπτρου
ἐμβλέψωσιν εἰς τὸ κάτοπτρον͵
ως μία νεφέλη αιματώδης· και αν μεν το
κάτοπτρον είναι καινουργές, δυσκόλως
γίνεται τὸ ἐπιπολῆς τοῦ ἐνόπτρου
εξαλείφεται η τοιαύτη κηλίς, εάv όμως
οἷον νεφέλη αἱματώδης· κἂν μὲν
είναι παλαιόν, είναι ευκολωτέρα η
καινὸν ᾖ τὸ κάτοπτρον͵ οὐ ῥᾴδιον
εξάλειψις αυτής.
ἐκμάξαι τὴν τοιαύτην κηλίδα͵ ἐὰν δὲ
ὅτι δὲ ταχὺ τὰ αἰσθητήρια καὶ

παλαιόν͵ ῥᾷον.
Αίτιον δε τούτου είναι, ως είπομεν, το ότι
η όψις ου μόνον πάσχει υπό του αέρος,
οὐ μόνον πάσχει ἡ ὄψις ὑπὸ τοῦ
αλλά και ενεργεί αύτη επ' αυτού και κινεί
ἀέρος͵ ἀλλὰ καὶ ποιεῖ τι καὶ κινεῖ͵
αυτόν 20, όπως και τα λαμπρά αντικείμενα
ὥσπερ καὶ τὰ λαμπρά· καὶ γὰρ ἡ
κινούσι. Διότι και τα όμματα είναι εκ των
ὄψις τῶν λαμπρῶν καὶ ἐχόντων
πραγμάτων, τα οποία λάμπουσι και
χρῶμα. τὰ μὲν οὖν ὄμματα εὐλόγως͵ έχουσι χρώμα. Είναι λοιπόν εύλογον ότι
τα όμματα είναι εις την αυτήν κατάστασιν
ὅταν ᾖ τὰ καταμήνια͵ διακεῖται
ὥσπερ καὶ ἕτερον μέρος ὁτιοῦν· καὶ καθώς και οιονδήποτε άλλο μέρος του
σώματος. Διότι και φυσικώς οι οφθαλμοί
γὰρ φύσει τυγχάνουσι φλεβώδεις
είναι πλήρεις φλεβών.
ὄντες.
αἴτιον δέ͵ ὥσπερ [460a] εἴπομεν͵ ὅτι

Διά τούτο, όταν γίνωνται τα καταμήνια, η
ταραχὴν καὶ φλεγμασίαν αἱματικὴν μεταβολή, η οποία γίνεται εις τα όμματα
ένεκα ταραχής και ροής του αίματος,
ἡμῖν μὲν ἡ ἐν τοῖς ὄμμασι διαφορὰ
διαφεύγει μεν την αντίληψιν ημών, αλλ'
ἄδηλος͵ ἔνεστι δέ (ἡ γὰρ αὐτὴ φύσις όμως υπάρχει· (είναι δε η αυτή η φύσις
σπέρματος καὶ καταμηνίων)͵ ὁ δ΄
του σπέρματος και η των καταμηνίων)·
ἀὴρ κινεῖται ὑπ΄ αὐτῶν͵ καὶ τὸν ἐπὶ και κινείται ο αήρ, ούτος δε μεταδίδει εις
τον αέρα, όστις είναι επί, των κατόπτρων
τῶν κατόπτρων ἀέρα συνεχῆ ὄντα
και συνέχεται με αυτόν, την ποιότητα την
ποιόν τινα ποιεῖ καὶ τοιοῦτον οἷον
οποίαν αυτός ούτος δέχεται, ούτος δε ο
αὐτὸς πάσχει· ὁ δὲ τοῦ κατόπτρου
αήρ (ο δεύτερος) ενεργεί το αυτό εις την
τὴν ἐπιφάνειαν.
επιφάνειαν του κατόπτρου.
διὸ γινομένων τῶν καταμηνίων διὰ

ὥσπερ δὲ τῶν ἱματίων͵ τὰ μάλιστα
καθαρὰ τάχιστα κηλιδοῦται· τὸ γὰρ
καθαρὸν ἀκριβῶς δηλοῖ ὅ τι ἂν
δέξηται͵ καὶ τὸ μάλιστα τὰς
ἐλαχίστας κινήσεις.

9. Όπως δε και εκ των ιματίων τα λίαν
καθαρά τάχιστα κηλιδούνται, ούτω και
ενταύθα διότι το καθαρόν πράγμα
φανερώνει ακριβώς ό,τι αν δεχθή και το
καθαρώτερον δηλοί τας μικροτάτας
μεταβολάς.

Ο χαλκός ιδία, επειδή είναι λείος,
παθαίνεται υπό οιασδήποτε μικράς
ὁποιασοῦν ἁφῆς αἰσθάνεται
επαφής. Πρέπει δε να θεωρώμεν την
μάλιστα (δεῖ δὲ νοῆσαι οἷον τρίψιν
επαφήν ταύτην του αέρος, ότι είναι ως μία
οὖσαν τὴν τοῦ ἀέρος ἁφὴν καὶ
τρίψις, ως μία απόμαξις και απόπλυσις
ὥσπερ ἔκμαξιν καὶ ἀνάπλυσιν)͵ διὰ (υγρού). Επειδή δε το χαλκούν κάτοπτρον
δὲ τὸ καθαρὸν ἔνδηλος γίνεται
είναι καθαρόν, γίνεται καθαρά επαφή
ὁπηλικηοῦν οὖσα. τοῦ δὲ μὴ ἀπιέναι οσονδήποτε ελαφρά και αν είναι. Αίτιον
δε του να μη εξαλείφεται ταχέως από τα
ταχέως ἐκ τῶν καινῶν κατόπτρων
καινουργή κάτοπτρα η κηλίς είναι η
αἴτιον τὸ καθαρὸν εἶναι καὶ λεῖον·
καθαριότης και η λειότης αυτών· διότι η
διαδεύται γὰρ διὰ τῶν τοιούτων καὶ κηλίς εισδύει εις τα κάτοπτρα ταύτα
εἰς βάθος καὶ πάντῃ͵ διὰ μὲν τὸ
βαθέως και πανταχού, και ένεκα μεν της
καθαρότητος εισχωρεί βαθέως, ένεκα δε
καθαρὸν εἰς βάθος͵ διὰ δὲ τὸ λεῖον
της λειότητος εξαπλούται πανταχού. Εις
πάντῃ. ἐν δὲ τοῖς παλαιοῖς οὐκ
ἐμμένει͵ ὅτι οὐχ ὁμοίως εἰσδύεται ἡ δε τα παλαιά κάτοπτρα δεν μένει η κηλίς,
διότι δεν εισχωρεί επίσης, αλλά μένει
κηλὶς ἀλλ΄ ἐπιπολαιότερον.
περισσότερον εις την επιφάνειαν.

ὁ δὲ χαλκὸς διὰ μὲν τὸ λεῖος εἶναι

ὅτι μὲν οὖν καὶ ὑπὸ τῶν μικρῶν
διαφορῶν γίνεται κίνησις͵ καὶ ὅτι
ταχεῖα ἡ αἴσθησις͵ καὶ ὅτι οὐ μόνον

10. Εκ τούτων λοιπόν είναι φανερόν
ότι η κίνησις διεγείρεται και υπό μικρών
διαφορών και ότι η αίσθησις είναι ταχεία,
και ότι το όργανον το αισθητικόν των

χρωμάτων ου μόνον πάσχει 21, αλλά και
χρωμάτων αἰσθητήριον͵ φανερὸν ἐκ αντενεργεί. Μαρτυρούσι δε υπέρ τούτων
τα συμβαίνοντα εις τους οίνους και εις
τούτων. μαρτυρεῖ δὲ τοῖς εἰρημένοις
την κατασκευήν μύρων (αρωμάτων). Τω
καὶ τὰ περὶ τοὺς οἴνους καὶ τὴν
όντι το ήδη ετοιμασθέν έλαιον λαμβάνει
μυρεψίαν συμβαίνοντα. τό τε γὰρ
ταχέως την οσμήν των πλησίον αυτού
παρασκευασθὲν ἔλαιον ταχέως
κειμένων μύρων. Και ο οίνος πάσχει το
αυτό. Διότι προσλαμβάνουσι τας οσμάς
λαμβάνει τὰς τῶν πλησίον ὀσμάς͵
όχι μόνον των σωμάτων τα οποία
καὶ οἱ οἶνοι τὸ αὐτὸ τοῦτο
ρίπτονται εις αυτά ή αναμιγνύονται μετ'
πάσχουσιν· οὐ γὰρ μόνον τῶν
αυτών, αλλά και εκείνων τα οποία
ἐμβαλλομένων ἢ ὑποκιρναμένων
τίθενται πλησίον των αγγείων (του οίνου),
ἀλλὰ καὶ τῶν πλησίον τοῖς ἀγγείοις ή των πλησίον βλαστανόντων (ανθέων).
τιθεμένων ἢ πεφυκότων

πάσχει͵ ἀλλὰ καὶ ἀντιποιεῖ τὸ τῶν

ἀναλαμβάνουσι τὰς ὀσμάς.
πρὸς δὲ τὴν ἐξ ἀρχῆς [460b] σκέψιν
ὑποκείσθω ἓν μέν͵ ὅπερ ἐκ τῶν
εἰρημένων φανερόν͵ ὅτι καὶ
ἀπελθόντος τοῦ θύραθεν αἰσθητοῦ
ἐμμένει τὰ αἰσθήματα αἰσθητὰ
ὄντα͵ πρὸς δὲ τούτοις ὅτι ῥᾳδίως
ἀπατώμεθα περὶ τὰς αἰσθήσεις ἐν
τοῖς πάθεσιν ὄντες͵ ἄλλοι δὲ ἐν
ἄλλοις͵ οἷον ὁ δειλὸς ἐν φόβῳ͵ ὁ δ΄
ἐρωτικὸς ἐν ἔρωτι͵ ὥστε δοκεῖν ἀπὸ
μικρᾶς ὁμοιότητος τὸν μὲν τοὺς
πολεμίους ὁρᾶν͵ τὸν δὲ τὸν
ἐρώμενον· καὶ ταῦτα ὅσῳ ἂν
ἐμπαθέστερος ᾖ͵ τοσούτῳ ἀπ΄
ἐλάσσονος ὁμοιότητος φαίνεται.

11. Ως προς το εν αρχή τεθέν ζήτημα,
έστω ως ομολογούμενον αφ' ενός μεν
τούτο, το οποίον είναι φανερόν εκ των
ειρημένων, ότι δηλαδή, και όταν
αφανισθή το έξωθεν αισθητόν, μένουσι τα
αισθήματα και είναι αισθητά, αφ' ετέρου
δε ότι ευκόλως απατώμεθα ως προς τας
αισθήσεις, όταν κυριευώμεθα υπό τινος
πάθους, άλλος υπό άλλου, ως ο δειλός λ.
χ. υπό φόβου, ο ερωτικός υπό έρωτος,
πλανώνται δ' ούτως, ώστε διά μικράς
ομοιότητας εκείνος μεν νομίζει ότι βλέπει
παντού εχθρούς, ούτος δε το ερώμενον
πρόσωπον. Και όσω περισσότερον
δεσπόζεταί τις από το πάθος, τόσω
μάλλον μικρά δύναται να είναι η ομοιότης
(η φαινομενική).

Ομοίως δε οι άνθρωποι ευκόλως
απατώνται πάντες, όταν διατελώσιν υπό
καὶ ἐν πάσαις ἐπιθυμίαις
το κράτος οργής και οιασδήποτε
εὐαπάτητοι γίνονται πάντες͵ καὶ
επιθυμίας, και τόσω μάλλον απατώνται,
μᾶλλον ὅσῳ ἂν μᾶλλον ἐν τοῖς
όσω ισχυρότερον είναι το πάθος των. Διά
πάθεσιν ὦσιν. διὸ καὶ τοῖς
τούτο και εις τους πάσχοντας πυρετόν
πυρέττουσιν ἐνίοτε φαίνεται ζῷα ἐν φαίνονται ζώα εις τους τοίχους (του
τοῖς τοίχοις ἀπὸ μικρᾶς ὁμοιότητος δωματίου) ένεκα μικράς με ζώα
τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον καὶ ἐν ὀργαῖς

τῶν γραμμῶν συντιθεμένων. καὶ
ταῦτ΄ ἐνίοτε συνεπιτείνει τοῖς
πάθεσιν οὕτως͵ ὥστε͵ ἂν μὲν μὴ
σφόδρα κάμνωσι͵ μὴ λανθάνειν ὅτι
ψεῦδος͵ ἐὰν δὲ μεῖζον ᾖ τὸ πάθος͵
καὶ κινεῖσθαι πρὸς αὐτά.

ομοιότητος των σχημάτων, άτινα
ευρίσκονται τυχόν εκεί γεγραμμένα. Και
ταύτα (αι παραισθήσεις) ενίοτε
ακολουθούσι κατά την έντασιν τα πάθη
ούτως, ώστε όσοι δεν είναι λίαν ασθενείς
αναγνωρίζουσιν ότι είναι απάτη, αν όμως
το πάθος γίνεται ισχυρότερον, ούτοι και
ορμώσι προς τα πράγματα (τα οποία
φαντάζονται ότι βλέπουσι).

13. Αίτιον δε του να γίνωνται ταύτα
μὴ κατὰ τὴν αὐτὴν δύναμιν κρίνειν είναι ότι δεν κρίνουσι με την αυτήν
δύναμιν, ο νους όστις κυρίως κρίνει, και
τό τε κύριον καὶ ᾧ τὰ φαντάσματα
εκείνη η δύναμις εις την οποίαν γίνονται
γίνεται. τούτου δὲ σημεῖον ὅτι
τα φαντάσματα 22. Απόδειξις δε τούτου
φαίνεται μὲν ὁ ἥλιος ποδιαῖος͵
είναι ότι ο ήλιος φαίνεται ότι έχει
ἀντίφησι δὲ πολλάκις ἕτερόν τι πρὸς διάμετρον ενός ποδός. Προσέτι
αντιλέγουσι κατά της φαντασίας πολλάκις
τὴν φαντασίαν. καὶ τῇ ἐπαλλάξει
και άλλα. Προσέτι διά της επ' άλληλα
τῶν δακτύλων τὸ ἓν δύο φαίνεται͵
επιθέσεως των δακτύλων έν πράγμα 23
ἀλλ΄ ὅμως οὔ φαμεν δύο· κυριωτέρα
φαίνεται ότι είναι δύο, αλλ' όμως δεν
γὰρ τῆς ἁφῆς ἡ ὅψις.
λέγομεν ότι είναι δύο. Διότι η όψις
υπερισχύει 24 της αφής.

αἴτιον δὲ τοῦ συμβαίνειν ταῦτα τὸ

εἰ δ΄ ἦν ἡ ἁφὴ μόνη͵ κἂν ἐκρίνομεν
τὸ ἓν δύο. τοῦ δὲ διεψεῦσθαι αἴτιον
ὅτι οὐ μόνον τοῦ αἰσθητοῦ
κινοῦντος φαίνεται ἁδήποτε͵ ἀλλὰ
καὶ τῆς αἰσθήσεως κινουμένης
αὐτῆς͵ ἐὰν ὡσαύτως κινῆται ὥσπερ
καὶ ὑπὸ τοῦ αἰσθητοῦ· λέγω δ΄ οἷον
ἡ γῆ δοκεῖ τοῖς πλέουσι κινεῖσθαι
κινουμένης τῆς ὄψεως ὑπ΄ ἄλλου.

Και αν υπήρχεν η αφή μόνη, θα
εκρίναμεν ότι το πράγμα τούτο, όπερ
είναι εν, είναι δύο. Αίτιον δε της απάτης
είναι, ότι τα πράγματα, οιαδήποτε είναι,
όχι μόνον είναι αντιληπτά ενώ
εξακολουθεί ο ερεθισμός του αισθητού
αντικειμένου, αλλά και όταν αυτή η
αίσθησις 25 κινήται, αν η κίνησις αύτη
είναι εξακολούθησις της διεγέρσεως υπό
του αισθητού. Ούτω λ. χ. η ξηρά φαίνεται
εις τους πλέοντας ότι κινείται, καίτοι η
όψις (αυτοί) κινείται υπ' άλλου (του
πλοίου) 26.

(17) Εν τοις επομένοις εξετάζει μάλλον τας περιστάσεις, αίτινες συνοδεύουσι την εγρήγορσιν και την αίσθησιν.
(18) Όσαι από τας εντυπώσεις τας οποίας εγκαταλείπουσι τα αισθήματα σώζονται, φερόμεναι εις την κεντρικήν
αίσθησιν (την ψυχήν) κατά τούς ύπνους και κιvoύσαι την αίσθησιν, παράγουσι τα ενύπνια.

(19) Τα κάτοπρα των αρχαίων ήσαν εκ μετάλλου λείου και ουχί εξ υάλου, ως τα γνωστά ημίν. Ο τόσον όμως
ακριβής ερευνητής Αριστοτέλης φαίνεται ότι επλανήθη υπ' άλλου ως προς το πάθος των κατόπτρων εκ των
γυναικών.
(20) Τα όμματα ενεργούσιν όμως επί του κατόπτρου ως σώμα, εξ ού εξέρχεται απόρροια και διαχέεται επί του
μετάλλου, και τούτο δε αυτός ο Αριστοτέλης υποδεικνύει κατωτέρω.
(21) Δέχεται εντυπώσεις.
(22) Η δύναμις ήτις κρίνει ως κυρίαρχος είναι ο νους, η δε δύναμις των φαντασμάτων ή εικόνων είναι η αίσθησις
ή η φαντασία. Περί του μεγέθους του ηλίου άλλως κρίνει ο νους και άλλως το βλέπει η αίσθησις. Εάν μία δύναμις
μόνη έκρινε, θα εδοξάζομεν ότι ο ήλιος είναι τόσος όσον τον βλέπομεν. Η επικράτησις της αισθήσεως ή της
φαντασίας άγει εις πλάνην.
(23) Ως βώλος άρτου τιθέμενος μεταξύ του λιχανού και του μέσου δακτύλου.
(24) Είναι μάλλον αξιόπιστος.
(25) Είτε δι' εσωτερικής κινήσεως του αισθητηρίου οργάνου είτε δι' ολικής μετατοπίσεως του αισθανομένου
όντος.
(26) Kαι ουχί υπό της ξηράς, ήτις δεν κινείται και δεν δύναται να διεγείρη την αίσθησιν ημών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.
Προς παραγωγήν ενυπνίου ανάγκη ηρεμίας τινός εν τω σώματι. Η κατά την
εγρήγορσιν ταραχή εμποδίζει την ψυχήν να αισθάvηται τας εκ των αισθημάτων
κινήσεις. Διαφοραί εvυπvlωv. Αναφοραί αυτών προς τας κατά την εγρήγορσιν
παραισθήσεις. Τα ενύπνια είναι υπολείμματα των αισθημάτων και αποτέλεσμα των
κινήσεων των διδομένων εις τα όργανα υπό των αισθητικών εντυπώσεων.
Πραγματικαί αντιλήψεις κατά τον ύπνον. Επίδρασις ηλικίας επί των ονείρων.

1. Είναι φανερόν εκ τούτων 27, ότι ουχί
ἐγρηγορότων αἱ κινήσεις αἱ ἀπὸ τῶν μόνον κατά την εγρήγορσιν γίνονται αι
κινήσεις των αισθημάτων αι
αἰσθημάτων γινόμεναι τῶν τε
προερχόμεναι από των εξωτερικών
θύραθεν καὶ τῶν ἐκ τοῦ σώματος
πραγμάτων και από των του σώματος
ἐνυπάρχουσιν͵ ἀλλὰ καὶ ὅταν
ενεργειών, αλλά και όταν διαρκή το
γένηται τὸ πάθος τοῦτο ὃ καλεῖται πάθημα τούτο, το οποίov λέγεται ύπνος·
ὕπνος͵ καὶ μᾶλλον τότε φαίνονται. και τότε μάλιστα φαίνονται περισσότεραι.

Ἐκ δὴ τούτων φανερὸν ὅτι οὐ μόνον

2. Διότι κατά την ημέραν, επειδή είναι εις
ενέργειαν αι αισθήσεις και η διάνοια,
ἐνεργουσῶν τῶν [461a] αἰσθήσεων
απωθούνται αι κινήσεις αύται και
καὶ τῆς διανοίας͵ καὶ ἀφανίζονται
αφανίζονται, όπως αφανίζεται το ολίγον
ὥσπερ παρὰ πολὺ πῦρ ἔλαττον καὶ πυρ πλησίον του πολλού πυρός και αι
λῦπαι καὶ ἡδοναὶ μικραὶ παρὰ
μικραί λύπαι και ηδοναί πλησίον των
μεγάλας͵ παυσαμένων δὲ
μεγάλων. Όταν δε παύσωσι τα μεγάλα,
ἐπιπολάζει καὶ τὰ μικρά· νύκτωρ δὲ τότε και τα μικρά ανέρχονται εις την
επιφάνειαν 28. Τω όντι κατά την νύκτα,
δι΄ ἀργίαν τῶν κατὰ μόριον
επειδή ευρίσκονται εις αργίαν αι μερικαί
αἰσθήσεων καὶ ἀδυναμίαν τοῦ
αισθήσεις και αδυνατούσι να ενεργώσι,
ἐνεργεῖν͵ διὰ τὸ ἐκ τῶν ἔξω εἰς τὸ
διότι τότε γίνεται εκ των έξω εις τα έσω
ἐντὸς γίνεσθαι τὴν τοῦ θερμοῦ
παλίρροια του θερμού, πάσαι εκείναι αι
εντυπώσεις, (αίτινες δεν ήσαν αντιληπταί
παλίρροιαν͵ ἐπὶ τὴν ἀρχὴν τῆς
κατά την εγρήγορσιν), φέρονται εις την
αἰσθήσεως καταφέρονται καὶ
29
γίνονται φανεραὶ καθισταμένης τῆς κεντρικήν αίσθησιν και γίνονται
φανεραί, όταν καταπαύση η ταραχή.
ταραχῆς.
μεθ΄ ἡμέραν μὲν γὰρ ἐκκρούονται

δεῖ δὲ ὑπολαβεῖν ὥσπερ τὰς μικρὰς
δίνας τὰς ἐν τοῖς ποταμοῖς
γινομένας͵ οὕτω τὴν κίνησιν

3. Πρέπει δε να παραδεχθώμεν περί
αυτών ότι, όπως εις τους ποταμούς
γίνονται μικραί δίναι30, ούτως εκάστη
κίνησις αισθήσεως προχωρεί συνεχώς

ἑκάστην γίνεσθαι συνεχῶς͵
πολλάκις μὲν ὁμοίως͵ πολλάκις δὲ
διαλυομένας εἰς ἄλλα σχήματα διὰ
τὴν ἀντίκρουσιν. διὸ καὶ μετὰ τὴν
τροφὴν καὶ πάμπαν νέοις οὖσιν͵
οἷον τοῖς παιδίοις͵ οὐ γίνεται
ἐνύπνια· πολλὴ γὰρ ἡ κίνησις διὰ

ούτω, πολλάκις μεν κατά την αυτήν
διεύθυνσιν, πολλάκις δε διαλύεται εις
άλλα σχήματα ένεκα συγκρούσεων. Διά
τούτο μετά την λήψιν της τροφής και εις
τους πολύ νέους, ως είναι τα παιδία, δεν
γίνονται ενύπνια, διότι είναι πολλή η
κίνησις ένεκα της θερμότητος, ήτις
προέρχεται εκ της τροφής.

τὴν ἀπὸ τῆς τροφῆς θερμότητα.
ὥστε καθάπερ ἐν ὑγρῷ͵ ἐὰν σφόδρα Ώστε συμβαίνει ενταύθα ό,τι εις υγρόν,
εάν τις κινή αυτό πολύ, διότι άλλοτε μεν
κινῇ τις͵ ὁτὲ μὲν οὐθὲν φαίνεται
ουδεμία φαίνεται εικών εν αυτώ, άλλοτε
εἴδωλον͵ ὁτὲ δὲ φαίνεται μέν͵
δε φαίνεται μεν αλλά
διεστραμμένον δὲ πάμπαν͵ ὥστε
παραμεμορφωμένη31 τελείως, ώστε
φαίνεσθαι ἀλλοῖον ἢ οἷόν ἐστιν͵
φαίνεται διάφορος παρ' ό,τι είναι. Όταν δε
ἠρεμήσαντος δὲ καθαρὰ καὶ
το υγρόν ησυχάση, τότε αι εικόνες
γίνονται καθαραί και φανεραί. Ούτω και
φανερά͵ οὕτω καὶ ἐν τῷ καθεύδειν
κατά τον ύπνον αι εικόνες (αι γενόμενοι
τὰ φαντάσματα καὶ αἱ ὑπόλοιποι
τότε) και αι κινήσεις, αίτινες
κινήσεις αἱ συμβαίνουσαι ἀπὸ τῶν
καταλείπονται (εκ της εγρηγόρσεως) και
αἰσθημάτων ὁτὲ μὲν ὑπὸ μείζονος
προέρχονται εκ των αισθημάτων, άλλοτε
οὔσης τῆς εἰρημένης κινήσεως
μεν εξαφανίζονται εντελώς υπό της
ειρημένης κινήσεως, όταν αύτη είναι
ἀφανίζονται πάμπαν͵ ὁτὲ δὲ
μείζων της δοθείσης, άλλοτε δε τα
τεταραγμέναι φαίνονται αἱ ὄψεις
καὶ τερατώδεις͵ καὶ οὐκ εἰρόμενα τὰ φάσματα φαίνονται ότι είναι συγκεχυμένα
και τερατώδη και τα ενύπνα αμυδρά, ως
ἐνύπνια͵ οἷον τοῖς μελαγχολικοῖς
συμβαίνει εις τους μελαγχολικούς και εις
καὶ πυρέττουσι καὶ οἰνωμένοις·
τους πάσχοντας πυρετόν και εις τους
πάντα γὰρ τὰ τοιαῦτα πάθη
μεθυσμένους. Διότι όλα τα τοιαύτα πάθη,
προερχόμενα εκ του αέρος, προξενούσι
πνευματώδη ὄντα πολλὴν ποιεῖ
πολλήν κίνησιν.
κίνησιν καὶ ταραχήν.
καθισταμένου δὲ καὶ διακρινομένου 5. Όταν δε εις τα έχοντα αίμα ζώα
ησυχάση το αίμα και χωρισθή, τότε η
τοῦ αἵματος ἐν τοῖς ἐναίμοις͵
κίνησις ήτις διατηρείται εκ των (κατά την
σῳζομένη τῶν αἰσθημάτων ἡ
εγρήγορσιν) γενομένων αισθημάτων εις
κίνησις ἀφ΄ ἑκάστου τῶν
εκάστην αίσθησιν διεγείρει ενύπνια
αἰσθητηρίων εἰρόμενά τε ποιεῖ τὰ
πλήρη και ισχυρά και ποιεί τας εικόνας
ἐνύπνια͵ καὶ φαίνεσθαί τι καὶ δοκεῖν φανεράς, και νομίζει τις, ότι βλέπει τι
ένεκα των από της οράσεως φερομένων
διὰ μὲν τὰ ἀπὸ τῆς ὄψεως
καταφερόμενα ὁρᾶν͵ διὰ δὲ τὰ ἀπὸ (εις το κέντρον) εντυπώσεων, και ότι

τῆς ἀκοῆς ἀκούειν͵ ὁμοιοτρόπως δὲ
καὶ ἀπὸ τῶν ἄλλων αἰσθητηρίων·

ακούει ένεκα των από της ακοής. Ομοίως
δε και περί των εικόνων, οίτινες φέρονται
από τας άλλας αισθήσεις.

τῷ μὲν γὰρ ἐκεῖθεν ἀφικνεῖσθαι τὴν 6. Διότι, επειδή η κίνησις των ειδικών
αισθητηρίων τούτων μεταδίδεται εις το
κίνησιν πρὸς τὴν ἀρχὴν καὶ
κέντρον (την καρδίαν), καιπερ γρηγορών
ἐγρηγορὼς [461b] δοκεῖ ὁρᾶν καὶ
τις ενίοτε νομίζει ότι βλέπει, και ακούει
ἀκούειν καὶ αἰσθάνεσθαι͵ καὶ διὰ τὸ και αισθάνεται τινα· και επειδή ενίοτε η
τὴν ὄψιν ἐνίοτε κινεῖσθαι δοκεῖν͵ οὐ όψις φαίνεται ότι κινείται, εvώ δεν
κινουμένην͵ ὁρᾶν φαμεν͵ καὶ τῷ τὴν κινείται, λέγομεν ότι βλέπει· και επειδή η
ἁφὴν δύο κινήσεις εἰσαγγέλλειν τὸ αφή μας αναγγέλλει δύο κινήσεις,
νομίζομεν ότι έν πράγμα είναι δύο.
ἓν δύο δοκεῖ.
Διότι εν γένει το κέντρον, η αισθητική
αρχή κρίνει την εξ εκάστης αισθήσεως
αἰσθήσεώς φησιν ἡ ἀρχή͵ ἐὰν μὴ
εντύπωσιν, όταν ουδεμία άλλη υπέρτερα
ἑτέρα κυριωτέρα ἀντιφῇ. φαίνεται
αίσθησις αγγέλλη το εναντίον32. Η εικών
μὲν οὖν πάντως͵ δοκεῖ δὲ οὐ πάντως λοιπόν φαίνεται εντελώς, αλλά η ψυχή
τὸ φαινόμενον͵ ἀλλ΄ ἂν τὸ
δεν παραδέχεται πάντοτε την τοιαύτην
ἐπικρῖνον κατέχηται ἢ μὴ κινῆται
εικόνα, εκτός εάν η δύναμις η κρίνουσα
τελευταία εμποδίζηται ή δεν έχη την
τὴν οἰκείαν κίνησιν.
προσήκουσαν εις αυτήν κίνησιν.
ὅλως γὰρ τὸ ἀφ΄ ἑκάστης

ὥσπερ δ΄ εἴπομεν ὅτι ἄλλοι δι΄ ἄλλο
πάθος εὐαπάτητοι͵ οὕτως ὁ
καθεύδων διὰ τὸν ὕπνον καὶ τὸ
κινεῖσθαι τὰ αἰσθητήρια καὶ τἆλλα
τὰ συμβαίνοντα περὶ τὴν αἴσθησιν͵
ὥστε τὸ μικρὰν ἔχον ὁμοιότητα
φαίνεται ἐκεῖνο.
ὅταν γὰρ καθεύδῃ͵ κατιόντος τοῦ
πλείστου αἵματος ἐπὶ τὴν ἀρχὴν
συγκατέρχονται αἱ ἐνοῦσαι
κινήσεις͵ αἱ μὲν δυνάμει αἱ δὲ
ἐνεργείᾳ. οὕτω δ΄ ἔχουσιν ὥστε ἐν
τῇ κινήσει τῃδὶ ἥδε ἐπιπολάσει ἐξ
αὐτοῦ ἡ κίνησις͵ ἂν δ΄ αὕτη φθαρῇ͵

7. Καθώς δε είπομεν ότι άλλοι
ευκόλως απατώνται διά τούτο τo πάθος
και άλλοι δι' άλλο, ούτως ο κοιμώμενος
απατάται υπό των κινήσεων του ύπνου
και της κινήσεως των αισθητηρίων και
των άλλων, τα οποία συμβαίνουσιν εις
την αίσθησιν, ούτως ώστε τα έχοντα
μικράν ομοιότητα συγχέομεν μεταξύ των.
8. Τω όντι, όταν κοιμώμεθα, επειδή το
πλείστον αίμα καταβαίνει εις την
καρδίαν, συγκεντρούνται εις ταύτην και
αι εν τω αίματι υπάρχουσαι κινήσεις είτε
δυνάμει, είτε ενεργεία. Και είναι τοιαύται
αι καταστάσεις ενταύθα, ώστε, εάv το
αίμα κινηθή, μερική τις κίνησις υψούται
εις την επιφάνειαν, εάν δε αύτη αφανισθεί
επιφαίνεται άλλη.

ἥδε.
καὶ πρὸς ἀλλήλας δὴ ἔχουσιν ὥσπερ Έχουσι δε τοιαύτας σχέσεις μεταξύ των,
οίας οι τεχνητοί βάτραχοι, οίτινες
οἱ πεπλασμένοι βάτραχοι οἱ
ανέρχονται εις την επιφάνειαν τού
ἀνιόντες ἐν τῷ ὕδατι τηκομένου τοῦ
ύδατος, όταν διαλυθή τo επ' αυτών
ἁλός οὕτως ἔνεισι δυνάμει͵
άλας33. Και τοιουτοτρόπως αι κινήσεις
ἀνειμένου δὲ τοῦ κωλύοντος
αύται υπάρχουσι δυνάμει εις το ύδωρ,
ἐνεργοῦσιν͵ καὶ λυόμεναι ἐν ὀλίγῳ άμα δε ως εκλείψη το κώλυμα, τότε
φανερούνται ενεργώς· όταν
τῷ λοιπῷ αἵματι τῷ ἐν τοῖς
ελευθερωθώσιν εντός του ολίγου αίματος,
αἰσθητηρίοις κινοῦνται͵ ἔχουσαι
όπερ υπολείπεται τότε εν τοις
ὁμοιότητα ὥσπερ τὰ ἐν τοῖς νέφεσιν͵
αισθητηρίοις, κινούνται παρουσιάζουσαι
ἃ παρεικάζουσιν ἀνθρώποις καὶ
ομοιότητα προς τα σχήματα των νεφών,
κενταύροις ταχέως μεταβάλλοντα. τα οποία τυχαίως μεταβαλλόμενα
ομοιάζουσι με ανθρώπους, άλλοτε δε με
κενταύρους.
9. Εκάστη δε τούτων των εικόνων
είναι, ως είπομεν, υπόλοιπον πραγματικού
εἴρηται͵ ὑπόλειμμα τοῦ ἐν τῇ
αισθήματος. Όταν το αληθές αίσθημα
ἐνεργείᾳ αἰσθήματος· καὶ
εκλείψη, η εικών επιμένει και δυνάμεθα
ἀπελθόντος τοῦ ἀληθοῦς ἔνεστι͵ καὶ να λέγωμεν ορθώς, ότι αύτη είναι τι
ἀληθὲς εἰπεῖν ὅτι τοιοῦτον οἷον
όμοιον με τον Κορίσκον, αλλά δεν είναι ο
Κορίσκος͵ ἀλλ΄ οὐ Κορίσκος. ὅτε δὲ Κορίσκος. Κατά δε τον χρόνον της
αισθήσεως η κυρίαρχος και κρίνουσα
ᾐσθάνετο͵ οὐκ ἔλεγε Κορίσκον τὸ
δύναμις της ψυχής δεν λέγει ότι η εικών
κύριον καὶ τὸ ἐπικρῖνον͵ ἀλλὰ διὰ
είναι ο Κορίσκος, αλλά μόνον ότι εξ
τοῦτο ἐκεῖνον Κορίσκον τὸν
αιτίας του αισθήματος ο πραγματικός
ἀληθινόν.
Κορίσκος (αναγνωρίζεται ότι) είναι
εκείνο το πρόσωπον.

τούτων δὲ ἕκαστόν ἐστιν͵ ὥσπερ

Όταν αισθάνηται η κυρία δύναμις, το
ἐὰν μὴ παντελῶς κατέχηται ὑπὸ τοῦ αίσθημα τούτο λέγει ταύτα (ότι είναι ο
Κορίσκος), εκτός εάν εμποδίζηται
αἵματος͵ ὥσπερ αἰσθανόμενον
παντελώς υπό του αίματος, καθώς χωρίς
τοῦτο κινεῖται ὑπὸ τῶν κινήσεων
αισθήματος διεγείρεται η κίνησις αύτη
τῶν ἐν τοῖς αἰσθητηρίοις͵ καὶ δοκεῖ υπό των εν τοις αισθητηρίοις οργάνοις
τὸ ὅμοιον αὐτὸ εἶναι τὸ ἀληθές· καὶ δυνάμει υπαρχουσών κινήσεων. Τούτο δε,
τοσαύτη τοῦ ὕπνου ἡ δύναμις ὥστε όπερ ομοιάζει προς πράγμά τι,
εκλαμβάνει τις τότε ως το αληθές πράγμα.
ποιεῖν τοῦτο λανθάνειν.
Και τόσον μεγάλη είναι η δύναμις του
ύπνου, ώστε μας κάμνει να μη έχωμεν

ὃ δὴ καὶ αἰσθανόμενον λέγει τοῦτο͵

συνείδησιν της διαφοράς ταύτης.
10. Καθώς λοιπόν, εάν τις πιέζη τον
δάκτυλον υπό τον οφθαλμόν του χωρίς να
ὑποβαλλόμενος ὁ δάκτυλος τῷ
το αντιληφθή, το έν πράγμα όχι μόνον
[462a] ὀφθαλμῷ͵ οὐ μόνον φανεῖται
φαίνεται, αλλά και πιστεύεται ότι είναι
ἀλλὰ καὶ δόξει εἶναι δύο τὸ ἕν͵ ἂν δὲ διπλούν, αν όμως το αντιληφθή, τότε το
μὴ λανθάνῃ͵ φανεῖται μὲν οὐ δόξει πράγμα θα φαίνεται μεν διπλούν, αλλά
δέ͵
εκείνος δεν θα το πιστεύση,
ὥσπερ οὖν εἴ τινα λανθάνοι

11, ούτω και ο κοιμώμενος, αν μεν
συναισθάνηται ότι κοιμάται και
αἰσθάνηται ὅτι καθεύδει͵ καὶ τοῦ
αντιλαμβάνηται την υπνωτικήν
πάθους ἐν ᾧ ἡ αἴσθησις τοῦ
κατάστασιν εν η συμβαίνει η αίσθησις, η
ὑπνωτικοῦ͵ φαίνεται μέν͵ λέγει δέ τι εικών θα φανή μεν, αλλ' υπάρχει εντός
ἐν αὐτῷ ὅτι φαίνεται μὲν Κορίσκος͵ ημών κάτι, όπερ λέγει ότι φαίνεται μεν
οὐκ ἔστι δὲ ὁ Κορίσκος (πολλάκις
Κορίσκος το φάσμα, αλλά δεν είναι ο
Κορίσκος. (Διότι πολλάκις, όταν κοιμάται
γὰρ καθεύδοντος λέγει τι ἐν τῇ
ψυχῇ ὅτι ἐνύπνιον τὸ φαινόμενον)· τις λέγει τι εν τη ψυχή, ότι είναι ενύπνιον
εκείνο το οποίον φαίνεται). Εάν όμως δεν
ἐὰν δὲ λανθάνῃ ὅτι καθεύδει͵ οὐδὲν
συναισθάνηται ότι κοιμάται, ουδέν
ἀντιφήσει τῇ φαντασίᾳ.
πράγμα τότε αντιλέγει εναντίον της
φαντασίας.

οὕτω καὶ ἐν τοῖς ὕπνοις͵ ἐὰν μὲν

12. Ότι δε όσα λέγομεν είναι αληθή
και ότι υπάρχουσιν εις τα αισθητήρια
κινήσεις φανταστικαὶ ἐν τοῖς
όργανα 34 κινήσεις της φαντασίας, γίνεται
αἰσθητηρίοις͵ δῆλον͵ ἐάν τις
φανερόν, αν τις με προσοχήν προσπαθή
προσέχων πειρᾶται μνημονεύειν ἃ να ενθυμήται όσα πάσχομεν, όταν
πάσχομεν καταφερόμενοί τε καὶ
κατακλινώμεθα και εγειρώμεθα. Διότι
ἐγειρόμενοι· ἐνίοτε γὰρ τὰ
ενίοτε τα φαντάσματα, τα οποία έβλεπέ
τις κοιμώμενος, θα εύρη, όταν εγερθή, ότι
φαινόμενα εἴδωλα καθεύδοντι
είναι κινήσεις εν τοις αισθητηρίοις. Τω
φωράσει ἐγειρόμενος κινήσεις
όντι, είς τινας των νεωτέρων (τα παιδία),
οὔσας ἐν τοῖς αἰσθητηρίοις· καὶ
οι οποίοι ακριβέστατα βλέπουσιν, όταν
ἐνίοις γε τῶν νεωτέρων καὶ πάμπαν είναι σκότος, εμφανίζονται πολλαί
διαβλέπουσιν͵ ἐὰν ᾖ σκότος͵
εικόνες κινούμεναι35, ούτως ώστε
φαίνεται εἴδωλα πολλὰ κινούμενα͵ πολλάκις σκεπάζονται διότι φοβούνται.
ὅτι δὲ ἀληθῆ λέγομεν καὶ εἰσὶ

ὥστ΄ ἐγκαλύπτεσθαι πολλά κις
φοβουμένους.
ἐκ δὴ τούτων ἁπάντων δεῖ

13. Από όλα λοιπόν ταύτα πρέπει να

συλλογίσασθαι ὅτι ἐστὶ τὸ ἐνύπνιον συμπεράνωμεν, ότι το ενύπνιον είναι
φάντασμα και ότι γίνεται διαρκούντος του
φάντασμα μέν τι καὶ ἐν ὕπνῳ· τὰ
ύπνου. Ώστε τα ήδη ρηθέντα
γὰρ ἄρτι λεχθέντα εἴδωλα οὐκ ἔστιν
φαντάσματα36 δεν είναι ενύπνια, ούτε ό,τι
ἐνύπνια͵ οὐδ΄ εἴ τι ἄλλο λελυμένων άλλο φαίνεται, όταν αι αισθήσεις
τῶν αἰσθήσεων φαίνεται·
ελευθέρως λειτουργώσιν37.
14. Ούτε πάλιν κάθε φάντασμα κατά τον
ύπνον είναι ενύπνιον. Διότι πρώτον μεν
πρῶτον μὲν γὰρ ἐνίοις συμβαίνει
συμβαίνει είς τινας κατά τον ύπνον να
καὶ αἰσθάνεσθαί πῃ καὶ ψόφων καὶ
αισθάνωνται κατά τίνα τρόπον και ήχους
φωτὸς καὶ χυμοῦ καὶ ἁφῆς͵
και φως και χυμόν και αφήν, ασθενώς
ἀσθενικῶς μέντοι καὶ οἷον
όμως και ως εάν η αίσθησις ήρχετο από
πόρρωθεν· ἤδη γὰρ ἐν τῷ καθεύδειν μακράν. Διότι πολλοί οίτινες κοιμώμενοι
ὑποβλέποντες͵ ὃ ἠρέμα ἑώρων φῶς υπέβλεπον μόλις εκείνο όπερ εν τω ύπνω
τοῦ λύχνου καθεύδοντες͵ ὡς ᾤοντο͵ έβλεπον, ως εφαντάζοντο, ως αμυδρόν
φως του λύχνου, ευθύς άμα ηγέρθησαν,
ἐπεγερθέντες εὐθὺς ἐγνώρισαν τὸ
ανεγνώρισαν ότι ήτο πραγματικώς το φως
τοῦ λύχνου ὄν͵ καὶ ἀλεκτρυόνων καὶ του λύχνου· και πάλιν άνθρωποι
κυνῶν φωνὴν ἠρέμα ἀκούοντες
ακούσαντες εν τω ύπνω ασθενώς φωνήν
ἐγερθέντες σαφῶς ἐγνώρισαν. ἔνιοι αλεκτρυόνων και κυνών, όταν
ηγέρθησαν, σαφώς ανεγνώρισαν
δὲ καὶ ἀποκρίνονται ἐρωτώμενοι·
αυτούς38. Άλλοι δε και αποκρίνονται
κοιμώμενοι εις τας γενομένας εις αυτούς
ερωτήσεις39.
οὐδὲ τὸ ἐν ὕπνῳ φάντασμα πᾶν.

15. Διότι ενδέχεται, όταν έν εκ των δύο
υπάρχη απολύτως, ή η εγρήγορσις ή ο
καθεύδειν ἁπλῶς θατέρου
ύπνος, συνάμα να υπάρχη εν μέρει το
ὑπάρχοντος θάτερόν πῃ ὑπάρχειν.
άλλο40, αλλά καμμία εκ των καταστάσεων
ὧν οὐθὲν ἐνύπνιον φατέον͵ οὐδ΄
τούτων δεν πρέπει να είπωμεν ότι είναι
ὅσαι δὴ ἐν τῷ ὕπνῳ γίνονται
ενύπνιον, αλλ' ούτε και αι πραγματικαί
ἀληθεῖς ἔννοιαι παρὰ τὰ
διανοήσεις όσαι γίνωνται εν τω ύπνω41
φαντάσματα͵ ἀλλὰ τὸ φάντασμα τὸ μετά των φαντασμάτων. Αλλά
ἀπὸ τῆς κινήσεως τῶν αἰσθημάτων͵ πραγματικώς ενύπνιον είναι το φάντασμα
(η εικών) το προερχόμενον εκ της
ὅταν ἐν τῷ καθεύδειν ᾖ͵ ᾗ καθεύδει͵
κινήσεως των αισθημάτων, όταν τις
τοῦτ΄ ἐστὶν ἐνύπνιον.
κοιμάται και καθ' όσον κοιμάται.
ἐνδέχεται γὰρ τοῦ ἐγρηγορέναι καὶ

16. Είς τινας όμως συμβαίνει να μη
ἐνύπνιον ἑωρακέναι κατὰ τὸν βίον͵ ίδωσι κανέν ενυπνίον καθ' όλην την ζωήν
των. Και είναι μεν σπάνιον τούτο, αλλ'
τοῖς δὲ πόρρω που προελθούσης τῆς
όμως συμβαίνει. Και άλλοι μεν ουδόλως
ἤδη δέ τισι συμβέβηκεν [462b] μηδὲν

ἡλικίας ἰδεῖν πρότερον μὴ
ἑωρακόσιν. τὸ δ΄ αἴτιον τοῦ μὴ
γίνεσθαι παραπλήσιον φαίνεται τῷ
ἐπὶ τῶν παιδίων καὶ μετὰ τὴν
τροφήν.

ὅσοις γὰρ συνέστηκεν ἡ φύσις ὥστε
πολλὴν ἀναθυμίασιν πρὸς τὸν ἄνω
τόπον ἀναφέρεσθαι͵ ἣ πάλιν
καταφερομένη ποιεῖ πλῆθος
κινήσεως͵ εὐλόγως τούτοις οὐδὲν
φαίνεται φάντασμα. προϊούσης δὲ
τῆς ἡλικίας οὐδὲν ἄτοπον φανῆναι
ἐνύπνιον· μεταβολῆς γάρ τινος
γενομένης ἢ καθ΄ ἡλικίαν ἢ κατὰ
πάθος ἀναγκαῖον συμβῆναι τὴν
ἐναντίωσιν ταύτην.

είδον, τινές δε μόνον όταν επροχώρησεν η
ηλικία αυτών, ενώ πρότερον δεν είχον ίδει
κανέν ενύπνιον. Το αίτιον δε του να μη
γίνεται εις αυτούς ενύττνιον, πρέπει να
δεχθώμεν ότι είναι σχεδόν όμοιον με το
αίτιον, διά το οποίον δεν γίνονται ενύπνια
εις τους κοιμωμένους ευθύς μετά το
γεύμα καθώς και εις τα παιδία.
Διότι εις εκείνους, οίτινες έχουσι φυσικήν
σύστασιν (κράσιν) τοιαύτην, ώστε να
αvαβαίvη πολλή αναθυμίασις εις τα άνω
μέρη του σώματος ή καταβαίνουσα να
προξενή πολλήν κίνησιν, εις τούτους
ευλόγως δεν φαίνεται καμμία καθ' ύπνους
εικών. Αλλά καθ' όσον προχωρεί η
ηλικία, δεν είναι παράδοξον να φανή
ενύπνιον. Διότι, όταν γίνηται μεταβολή
τις, ή διά την ηλικίαν, ή δια πάθημά τι,
αναγκαίον είναι να συμβαίνη η μεταβολή
αύτη (και ως προς τα όνειρα).

(27) Μάλλον εκ των επομένων.
(28) Εμφανίζονται.
(29) Ταύτης όργανον είναι η καρδία, το φυσιολογικόν άμα και ψυχικόν κέντρον της ζωικής ζωής, “η ακρόπολις
του σώματος”.
(30) Kίνησιν λέγει την εις το κέντρον κατάβασιν των υπολειμμάτων των εντυπώσεων, καθ' ην η ψυχή διεγείρεται.
Εάν η κίvησις αύτη συγκρουσθή με άλλας, λαμβάνει μεταβολάς, έως ου φθάση εις την αισθητικήν αρχήν, ήτις
αισθάνεται πάσας τας μεταβολάς.
(31) Τα αισθήματα γεννώσιν υστέρας κινήσεις ομοίας προς τα κυμάτια και τους κύκλους ύδατος ταραχθέντος υπό
λιθαρίου. Αι κινήσεις αύται επαναλαμβάνονται ασθενέστεραι, σαφείς μεν εν ηρεμούντι ύδατι, ανώμαλοι δε και
διάστροφοι εν ύδατι ταραττομένω υπό αντιθέτων κινήσεων. Οι κύκλοι ή αι εικόνες είναι τότε συγκεχυμέναι ή
τερατώδεις. Εάν όμως η κίνησις είναι λίαν βιαία, ως εις τους παίδας και μετά το γεύμα, τότε, όπως εν τω βιαίως
ταραττομένω ύδατι, ουδεμία εικών ή όνειρον παράγεται.
(32) Εαν η όψις δεv απατάται, ως η αφή, διά της επαλλαγής των δακτύλωγ κτλ., πολλώ μάλλον δεν απατάται το
κυρίως κριτήριον, η κοινή αίσθησις, ήτις δέχεται τας εικόνας ως τας κομίζουσιν αι διλαφοροι αισθήσεις αλλ' είτα
κρίνει και μεταβάλλει αυτάς.
(33) Κατά το πείραμα τούτο πέντε ξύλινοι βάτραχοι περιηλειμμένοι άλατι κατατίθενται διαδοχικώς εις πίθον
ύδατος. Διαλυομένου του άλατος oι βάτραχοι αναβαίνουσιν εις την επιφάνειαν κατά τάξιν αντίστροφον εκείνης,
καθ' ην έχουσι κατατεθεί εις τον πυθμένα. Ή άλλως: Ο πίθος πληρούται άλατος, εv ω κατά διαστήματα τίθενται οι
βάτραχοι. Ο πρώτος τούτων θα είναι εν τω πυθμένι, ο δε έσχατος άνω εις τα χείλη πλησίον. Όταν άρχηται να
διαλύηται το άλας, πρώτος θα επιπλέη ο τελευταίος τεθείς. Ούτω και αι κινήσεις εν τω ύπνω και αι εικόνες, αι
πρώται (πρόσφατοι) ευρισκόμεναι, πρώται θα ενεργήσωσι. Τα όνειρα ανέρχονται εις την επιφάνειαv της
συνειδήσεως, όταν απολύωνται από των ισχυροτέρων κινήσεων, αίτινες δεσμεύουσιν αυτάς, όπως οι τεχνητοί
βάτραχοι μετά την διάλυσιν του άλατος.
(34) Kαι εικόνες και υπολείμματα των εντυπώσεων κ.λ.
(35) Ταύτα είναι αι εν τοις οφθαλμοίς κινήσεις αι προερχόμεναι από των αισθητών.
(36) Εκείνα τα οποία οι παίδες, καίτι έξυπνοι, βλέπουσιν εν τω σκότει, μάλλον φαντάζονται ότι βλέπουσιν.
(37) Ούτε τούτο είvαι ενύπνιον.
(38) Kαι ότι δεν ήσαν ενύπνια ως εφαντάζοντο.

(39) Προ πάντων οι έχοντες τάσιν εις υπνοβασίαν εις τους παίδας όμως τα φαινόμενα ταύτα είναι συχνά.
(40) Ο γρηγορών δύναται εν μέρει vα κοιμάται και ο κοιμώμενος δύναται πως να αγρυπνή.
(41) Υπό της ψυχής εξακολουθούσης την φυσικήν πορείαν της. Toιαύται είναι αι κρίσεις δι' ών, όταν βλέπωμεν
ενύπνιον, συναισθανόμεθα έχομεν συνείδησιν ότι ονειρευόμεθα. Όπου λοιπόν διακρίνει τις παρόντα εξωτερικόν
ερεθισμόν, εκεί δεv υπάρχει κυρίως όνειρον.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΚΑΘ' ΥΠΝΟΝ ΜΑΝΤΙΚΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.
Προλήψεις περί των εvυπvίων. Δεν έρχονται, εκ θεoύ. Τα ενύπνια είναι ή σημεία
διαθέσεων σωματικών, ή αποτελέσματα πράξεων γενομένων κατά την εγρήγορσιν
και αίτια άλλων πράξεων, ή τυχαίαι συμπτώσεις.

1. Περί δε της μαντικής, η οποία
γίνεται κατά τον ύπνον και λέγεται ότι
ὕπνοις γινομένης καὶ λεγομένης
παράγεται εκ των ονείρων δεν είναι
συμβαίνειν ἀπὸ τῶν ἐνυπνίων͵ οὔτε
εύκολον ούτε να περιφρονήση τις ούτε να
καταφρονῆσαι ῥᾴδιον οὔτε
πιστεύση αυτήν 1.
πεισθῆναι.

Περὶ δὲ τῆς μαντικῆς τῆς ἐν τοῖς

2. Τω όντι, το ότι πάντες ή οι πλείστοι
ὑπολαμβάνειν ἔχειν τι σημειῶδες τὰ παραδέχονται ότι τα ενύπνια έχουσι
σημασίαν τινά, τούτο αποτελεί μαρτυρίαν
ἐνύπνια παρέχεται πίστιν ὡς ἐξ
υπέρ αυτών, διότι στηρίζεται επί της
ἐμπειρίας λεγόμενον͵ καὶ τὸ περὶ
πείρας. Και δεν είναι απίστευτον ότι η δια
ἐνίων εἶναι τὴν μαντικὴν ἐν τοῖς
των ονείρων γινομένη μαντική συμβαίνει
ἐνυπνίοις οὐκ ἄπιστον· ἔχει γάρ
είς τινας περιστάσεις. Διότι τούτο έχει
τινα λόγον· διὸ καὶ περὶ τῶν ἄλλων λογικότητά τινα. Εκ τούτου δε δύναται τις
να υποθέση ότι το αυτό συμβαίνει και εις
ἐνυπνίων ὁμοίως ἄν τις οἰηθείη.
άλλα ενύπνια.
τὸ μὲν γὰρ πάντας ἢ πολλοὺς

τὸ δὲ μηδεμίαν αἰτίαν εὔλογον ὁρᾶν 3. Αλλά επειδή δεν βλέπομεν ουδεμίαν
εύλογον αιτίαν, διά την οποίαν δύναται να
καθ΄ ἣν ἂν γίνοιτο͵ τοῦτο δὴ
γίνηται (μαντεία διά των ονείρων), εκ
ἀπιστεῖν ποιεῖ· τό τε γὰρ θεὸν εἶναι
τούτου γεννάται δυσπιστία εις αυτά. Διότι
τὸν πέμποντα͵ πρὸς τῇ ἄλλῃ
να παραδεχθώμεν ότι ο Θεός στέλλει τα
ἀλογίᾳ͵ καὶ τὸ μὴ τοῖς βελτίστοις
όνειρα, τούτο παρεκτός του άλλου
καὶ φρονιμωτάτοις ἀλλὰ τοῖς
παραλογισμού του, έχει το άτοπον ότι ο
Θεός στέλλει τα όνειρα όχι εις τους
τυχοῦσι πέμπειν ἄτοπον.
αρίστους και σοφωτάτους, αλλά εις τους
τυχόντας.
ἀφαιρεθείσης δὲ τῆς ἀπὸ τοῦ θεοῦ

4. Αλλ' αν αφαιρέσωμεν από τον Θεόν

αἰτίας οὐδεμία τῶν ἄλλων εὔλογος
εἶναι φαίνεται αἰτία· τοῦ γὰρ περὶ
τῶν ἐφ΄ Ἡρακλείαις στήλαις ἢ τῶν
ἐν Βορυσθένει προορᾶν τινας ὑπὲρ
τὴν ἡμετέραν εἶναι δόξειεν ἂν
σύνεσιν εὑρεῖν τὴν ἀρχήν.

την πηγήν των ονείρων, ουδεμία εκ των
άλλων φαίνεται ευλόγως παραδεκτή· διότι
το ότι προβλέπουσί τινες τα γενησόμενα
εις τας Ηρακλείας στήλας ή παρά τον
Βορυσθένη ποταμόν, τούτο φαίνεται ότι
πολύ υπερβαίνει την δύναμιν του νου
ημών εις το να εύρη την εξήγησιν
(τούτων των διηγημάτων 2).

4. Αναγκαίως λοιπόν τα ενύπνια είναι
ή αίτια ή σημεία των γινομένων ή
εἶναι ἢ σημεῖα τῶν γινομένων ἢ
συμπτώματα 3, και ή πάντα είναι τοιαύτα,
συμπτώματα͵ ἢ πάντα ἢ ἔνια
ή τινά εξ αυτών ή εν μόνον. Εννοώ π. χ.
τούτων ἢ ἓν μόνον. λέγω δ΄ αἴτιον
ότι αίτιον της εκλείψεως του ηλίου είναι η
μὲν οἷον τὴν σελήνην τοῦ ἐκλείπειν σελήνη, και του πυρετού ο κόπος.
τὸν ἥλιον͵ καὶ τὸν κόπον τοῦ
Σημείον 4 δε της εκλείψεως είναι το ότι η
πυρετοῦ͵ σημεῖον δὲ τῆς ἐκλείψεως σελήνη εισήλθεν (εις τον δίσκον του
ηλίου), του δε πυρετού σημείον είναι η
τὸ τὸν ἀστέρα εἰσελθεῖν͵ τὴν δὲ
τραχύτης (πικρία) της γλώσσης.
τραχύτητα τῆς γλώττης τοῦ
Σύμπτωμα δε είναι ότι π. χ., ενώ εγώ
πυρέττειν͵ σύμπτωμα δὲ τὸ
εβάδιζον, έγεινεν η έκλειψις του ηλίου,
βαδίζοντος ἐκλείπειν τὸν ἥλιον·
διότι η βάδισις δεν είναι ούτε αίτιον ούτε
σημείον της εκλείψεως, ούτε πάλιν η
οὔτε γὰρ [463a] σημεῖον τοῦ
έκλειψις είναι αίτιον ή σημείον του ότι
ἐκλείπειν τοῦτ΄ ἐστὶν οὔτ΄ αἴτιον͵
οὔθ΄ ἡ ἔκλειψις τοῦ βαδίζειν· διὸ τῶν εγώ βαδίζω. Δια τούτο κανέν από τα
συμπτώματα ούτε πάντοτε ούτε συνήθως
συμπτωμάτων οὐδὲν οὔτε ἀεὶ
συμβαίνει.
γίνεται͵ οὔθ΄ ὡς ἐπὶ τὸ πολύ.
ἀνάγκη δ΄ οὖν τὰ ἐνύπνια ἢ αἴτια

6. Είναι λοιπόν εκ των ενυπνίων άλλα
αἴτια͵ τὰ δὲ σημεῖα͵ οἷον τῶν περὶ τὸ μεν αίτια, άλλα δε σημεία π. χ. των
σωματικών συμβαινόντων; Λέγουσι
σῶμα συμβαινόντων; λέγουσι γοῦν
,βέβαια και εκ των ιατρών οι ικανοί, ότι
καὶ τῶν ἰατρῶν οἱ χαρίεντες ὅτι δεῖ πρέπει να δίδωμεν μεγάλην προσοχήν εις
σφόδρα προσέχειν τοῖς ἐνυπνίοις·
τα όνειρα. Εύλογον δε είναι ότι ούτω
εὔλογον δὲ οὕτως ὑπολαβεῖν καὶ
φρονούσι και οι μη μετερχόμενοι την
τοῖς μὴ τεχνίταις μέν͵ σκοπουμένοις ιατρικήν τέχνην, αλλ' εξετάζοντες και
φιλοσοφούντες 5.
δέ τι καὶ φιλοσοφοῦσιν.
ἆρ΄ οὖν ἐστι τῶν ἐνυπνίων τὰ μὲν

7. Διότι αι ψυχικαί κινήσεις, αι οποίαι
κινήσεις͵ ἂν μὴ σφόδρα μεγάλαι ὦσι γίνονται κατά την ημέραν, εάν δεν είναι
πολύ μεγάλαι και ισχυραί, διαφεύγουσι
καὶ ἰσχυραί͵ λανθάνουσι παρὰ
την αντίληψιν ημών μεταξύ των
αἱ γὰρ μεθ΄ ἡμέραν γινόμεναι

μεγαλειτέρων κινήσεων, αι οποίαι
ἐν δὲ τῷ καθεύδειν τοὐναντίον· καὶ γίνονται κατά την εγρήγορσιν. Κατά τον
ύπνον όμως συμβαίνει το εναντίον, διότι
γὰρ αἱ μικραὶ μεγάλαι δοκοῦσιν
τότε και αι μικραί κινήσεις φαίνονται
εἶναι. δῆλον δ΄ ἐπὶ τῶν
μεγάλαι6. Τούτο δε αποδεικνύουσι τα
συμβαινόντων κατὰ τοὺς ὕπνους
συμβαίνοντα πολλάκις εις τον ύπνον.
πολλάκις· οἴονται γὰρ
Διότι τινές φαντάζονται ότι ακούουσι
κεραυνούς και βροντάς, όταν μικροί ήχοι
κεραυνοῦσθαι καὶ βροντᾶσθαι
μικρῶν ἤχων ἐν τοῖς ὠσὶ γινομένων͵ γίνωνται εις τα ώτα, και ότι αισθάνονται
μέλι και γλυκείς χυμούς, όταν ρέη εις την
καὶ μέλιτος καὶ γλυκέων χυμῶν
γλώσσαν αυτών ανεπαίσθητον φλέγμα,
ἀπολαύειν ἀκαριαίου φλέγματος
και ότι βαδίζουσι διά μέσου πυρών και
καταρρέοντος͵ καὶ βαδίζειν διὰ
θερμαίνονται, όταν είς τινα μέρη του
σώματος αισθάνωνται ολίγην ζέστην.
πυρὸς καὶ θερμαίνεσθαι σφόδρα
Όταν δε εξεγείρωνται, αναγνωρίζουσι
μικρᾶς θερμασίας περί τινα μέρη
γινομένης͵ ἐπεγειρομένοις δὲ ταῦτα πως ταύτα πράγματι συμβαίνουσιν.
μείζους τὰς ἐγρηγορικὰς κινήσεις͵

φανερὰ τοῦτον ἔχοντα τὸν τρόπον·
ὥστ΄ ἐπεὶ μικραὶ πάντων αἱ ἀρχαί͵
δῆλον ὅτι καὶ τῶν νόσων καὶ τῶν
ἄλλων παθημάτων τῶν ἐν τοῖς
σώμασι μελλόντων γίνεσθαι.
φανερὸν οὖν ὅτι ταῦτα ἀναγκαῖον
ἐν τοῖς ὕπνοις εἶναι καταφανῆ
μᾶλλον ἢ ἐν τῷ ἐγρηγορέναι.

8. Ώστε, επειδή αι αρχαί πάντων των
πραγμάτων είναι μικραί, μικραί είναι και
αι αρχαί των νοσημάτων και των αλλων
παθημάτων, τα οποία μέλλουσι να
συμβώσιν εις το σώμα, είναι δε φανερόν
ότι ταύτα πρέπει να είναι αναγκαίως
καταφανή κατά τον ύπνον μάλλον ή κατά
την εγρήγορσιν.

9. Αλλά προσέτι δεν είναι παράλογον
να υποθέσωμεν ότι μερικαί εκ των
ὕπνον φαντασμάτων αἴτια εἶναι
φαντασιών, αι οποίαι γίνονται κατά τον
τῶν οἰκείων ἑκάστῳ πράξεων οὐκ
ύπνον, είναι αίτια ατομικών πράξεων
ἄλογον· ὥσπερ γὰρ μέλλοντες
εκάστου7. Διότι, καθώς ότε μέλλοντες να
πράττειν ἢ ἐν ταῖς πράξεσιν ὄντες ἢ πράξωμέν τι, ή εν ω το πράττομεν, ή αφού
πεπραχότες πολλάκις εὐθυονειρίᾳ το πράξωμεν, διαλογιζομεθα τούτο και
ασχολούμεθα περί αυτού εις σαφές τι
ταύταις σύνεσμεν καὶ πράττομεν
όνειρον, (αίτιον δε τούτου είναι ότι η
(αἴτιον δ΄ ὅτι προωδοποιημένη
κίνησις του ονείρου προητοιμάσθη από
τυγχάνει ἡ κίνησις ἀπὸ τῶν μεθ΄
τας κατά την ημέραν διά των πράξεων
ἡμέραν ἀρχῶν)͵ οὕτω πάλιν
γενομένας αρχάς), ούτως, ανάπαλιν, εξ
ἀναγκαῖον καὶ τὰς καθ΄ ὕπνον
ανάγκης και αι κατά τον ύπνον γενόμεναι
κινήσεις πολλάκις ἀρχὰς εἶναι τῶν κινήσεις πολλάκις είναι αρχή (αιτία) των
κατά την ημέραν γινομένων πράξεων,
μεθ΄ ἡμέραν πράξεων διὰ τὸ
ἀλλὰ μὴν καὶ ἔνιά γε τῶν καθ΄

προωδοποιῆσθαι πάλιν καὶ τούτων
τὴν διάνοιαν ἐν τοῖς φαντάσμασι
τοῖς νυκτερινοῖς. οὕτω μὲν οὖν
ἐνδέχεται τῶν ἐνυπνίων ἔνια καὶ
σημεῖα καὶ αἴτια εἶναι.
τὰ δὲ πολλὰ [463b] συμπτώμασιν
ἔοικε͵ μάλιστα δὲ τά τε ὑπερβατὰ
πάντα καὶ ὧν μὴ ἐν αὑτοῖς ἡ ἀρχή͵
ἀλλὰ περὶ ναυμαχίας καὶ τῶν
πόρρω συμβαινόντων ἐστίν· περὶ
γὰρ τούτων τὸν αὐτὸν τρόπον ἔχειν
εἰκὸς ὃν ὅταν μεμνημένῳ τινὶ περί
τινος τυχῇ τοῦτο γιγνόμενον· τί γὰρ
κωλύει καὶ ἐν τοῖς ὕπνοις οὕτως;
μᾶλλον δ΄ εἰκὸς πολλὰ τοιαῦτα
συμβαίνειν. ὥσπερ οὖν οὐδὲ τὸ
μνησθῆναι περὶ τοῦδε σημεῖον οὐδὲ
αἴτιον τοῦ παραγενέσθαι αὐτόν͵
οὕτως οὐδ΄ ἐκεῖ τοῦ ἀποβῆναι τὸ
ἐνύπνιον τῷ ἰδόντι οὔτε σημεῖον
οὔτ΄ αἴτιον͵ ἀλλὰ σύμπτωμα. διὸ καὶ
πολλὰ τῶν ἐνυπνίων οὐκ ἀποβαίνει·
τὰ γὰρ συμπτώματα οὔτε ἀεὶ οὔθ΄
ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ γίγνεται.

διότι και τούτων πάλιν ο διαλογισμός
προητοιμάσθη εις τας νυκτερινάς εικόνας
της φαντασίας (ενύπνια). Ούτω λοιπόν
τινα εκ των ενυπνίων δύνανται να είναι
σημεία και αίτια.

10. Τα πλείστα όμως των ενυπνίων
φαίνονται ότι είναι συμπτώματα (τυχαία)
και μάλιστα εκείνα, τα οποία
υπερβαίνουσι (τα συνήθη όρια) και των
οποίων η αρχή δεv είναι εις ημάς, π. χ.
ενύπνια περί ναυμαχιών και περί άλλων
συμβαινόντων εις μεμακρυσμένα μέρη.
Διότι ως προς ταύτα συμβαίνει πιθανώς,
όπως όταν τις ενθυμηθή, πράγμα τι και
τούτο τύχη να γivη τότε. Και τί εμποδίζει
να γίνηται ούτω και εις τον ύπνον;
Τουναντίον, το πιθανώτερον είναι ότι
πολλά τοιαύτα πρέπει να συμβαίνωσιν
ούτω. Καθώς λοιπόν το να ενθυμηθή τις
τινα δεν είναι ούτε σημείον ούτε αίτιον
του ότι ήλθεν ούτος, ούτω το ενύπνιον ως
προς τον ιδόντα αυτό δεν είναι ούτε
σημείον ούτε αίτιον του ότι θα
πραγματοποιηθή το ενύπνιον, αλλά είναι
τυχαία σύμπτωσις. Διά τούτο και πολλά
των ενυπνίων δεν πραγματοποιούνται,
διότι το σύμπτωμα δεν γίνεται ούτε
πάντοτε ούτε συνήθως.

(1) Δεν είναι παράδοξον ότι ο Αριστοτέλης ηθέλησε να πραγματευθή περί της διά των ονείρων μαντείας των
μελλόντων, αφού και οι Έλληνες και άλλοι λαοί της αρχαιότητος επίστευov εις τα όνειρα. Ο Αριστοτέλης πολεμεί
πάσαν σχετικήν προς τα όνειρα δεισιδαιμονίαν.
(2) 'H τoύτων των πεποιθήσεων.
(3) Τυχαία φαινόμενα.
(4) Σημεία είναι εκείνα διά των οποίων προδηλούνται σωματικά ή ψυχικά πάθη. Το σημείον δεν έχει αναγκαίως
σχέσιν προς το αποτέλεσμα, όπως το αίτιον.
(5) Η κατάστασις του σώματος και της υγείας επιδρά πολύ επί των ονείρων.
(6) Γνωστά είναι τα αποτελέσματα του εφιάλτου, όταν προέρχηται εξ αντικειμένου πιέζοντος μέρος τoυ σώματος.
(7) Αι σχέσεις πράξεων γινομένων κατά την εγρήγορσιν και νυκτερινών ονείρων, όπως και αι σχέσεις ονείρων και
πράξεων, δύνανται να παρατηρηθώσιν ευκόλως.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.
Τα ενύπνια δεv είναι θεόπεμπτα. Το τυχαίον είς τε τα όνειρα και εις τα
μετεωρολογικά φαινόμενα. Αναίρεσις γνώμης Δημοκρίτου αποδίδοντος την αιτίαv
των ονείρων εις είδωλα και απορροίας των σωμάτων. Αληθή αίτια των ονείρων
είναι κινήσεις τινές. Ερμηνεία ενυπνίων.
1. Γενικώς, επειδή και τινα εκ των
ὀνειρώττει τινά͵ θεόπεμπτα μὲν οὐκ άλλων ζώων ονειρεύονται, δεν είναι
δυνατόν να στέλλωνται υπό του Θεού τα
ἂν εἴη τὰ ἐνύπνια͵ οὐδὲ γέγονε
όνειρα, ούτε γίνονται πρός σκοπούς
τούτου χάριν (δαιμόνια μέντοι· ἡ
αυτού 8. Δύνανται όμως να είναι έργον
γὰρ φύσις δαιμονία͵ ἀλλ΄ οὐ θεία).
δαιμονίων, διότι η φύσις αυτών είναι
έργον δαιμόνων, ουχί όμως θεία.

Ὅλως δὲ ἐπεὶ καὶ τῶν ἄλλων ζῴων

2. Απόδειξις δε τούτου 9 είναι, ότι
άνθρωποι πολύ αγενείς προβλέπουσι κατά
ἄνθρωποι προορατικοί εἰσι καὶ
τον ύπνον (το μέλλον) και έχουσι πιστά
εὐθυόνειροι͵ ὡς οὐ θεοῦ πέμποντος͵
όνειρα, δεικνύοντα ότι δεν είναι ο θεές ο
ἀλλ΄ ὅσων ὥσπερ ἂν εἰ λάλος ἡ
πέμπων αυτά. Αλλ' εκείνοι οίτινες είναι
φύσις ἐστὶ καὶ μελαγχολική͵
φύσει φλύαροι και μελαγχολικοί, έχουσι
παντοδαπὰς ὄψεις ὁρῶσιν· διὰ γὰρ παντοειδή όνειρα. Επειδή δε έχουσιν
τὸ πολλὰ καὶ παντοδαπὰ κινεῖσθαι ούτοι πολλάς και παντοειδείς κινήσεις,
μεταξύ των ονείρων των συμβαίνει να
ἐπιτυγχάνουσιν ὁμοίοις
υπάρχωσί τινα, τα οποία επιτυγχάνουσιν,
θεωρήμασιν͵ ἐπιτυχεῖς ὄντες ἐν
όπως τινές επιτυγχάνουσιν εις το
τούτοις ὥσπερ ἔνιοι ἀρτιάζοντες·
παιγνίδιον μονά ή ζυγά. Και εκείνο, όπερ
ὥσπερ γὰρ καὶ λέγεται ἂν πολλὰ
λέγεται “εάν πολλάκις ρίψης ενίοτε θα
βάλλῃς͵ ἄλλοτ΄ ἀλλοῖον βαλεῖς͵ καὶ επιτύχης 10”, τούτο ακριβώς εφαρμόζει
εδώ.
ἐπὶ τούτων τοῦτο συμβαίνει.
σημεῖον δέ· πάνυ γὰρ εὐτελεῖς

3. Αλλά δεν είναι ουδόλως παράδοξον
ότι
δεν επαληθεύουσι πολλά εκ των
ἐνυπνίων͵ οὐδὲν ἄτοπον· οὐδὲ γὰρ
ενυπνίων, αφού δεν πραγματοποιούνται
τῶν ἐν τοῖς σώμασι σημείων καὶ τῶν
πάντοτε ούτε τα ουράνια σημεία και τα
οὐρανίων͵ οἷον τὰ τῶν ὑδάτων καὶ
φυσικά, π. χ. τα σημεία των βροχών και
τὰ τῶν πνευμάτων (ἂν γὰρ ἄλλη
των ανέμων 11. Διότι, αν άλλη κίνησις
κυριωτέρα ταύτης συμβῇ κίνησις͵
συμβή ισχυρότερα εκείνης, ήτις, ότε
έμελλε να γείνη, έδιδε το σημείον, (η
ἀφ΄ ἧς μελλούσης ἐγένετο τὸ
τελευταία αύτη κίνησις) δεν
σημεῖον͵ οὐ γίνεται)͵ καὶ πολλὰ
πραγματοποιείται και το σημειωθέν
βουλευθέντα καλῶς τῶν πραχθῆναι
συμβάν δεν επαληθεύει. Ούτω και πολλαί
δεόντων διελύθη δι΄ ἄλλας
καλαί αποφάσεις περί των πρακτέων
ὅτι δ΄ οὐκ ἀποβαίνει πολλὰ τῶν

κυριωτέρας ἀρχάς.

ματαιούνται ένεκεν άλλων ισχυροτέρων
σκέψεων.

4. Εν γένει δε δεν γίνεται πάντοτε παν ό,τι
μέλλει να γείνη, ούτε είναι το αυτό
μελλῆσαν͵ οὐδὲ τὸ αὐτὸ τὸ
πράγμα ό,τι θα είναι και ό,τι μέλλει να
ἐσόμενον καὶ τὸ μέλλον· ἀλλ΄ ὅμως
είναι12. Αλλά μόνον πρέπει να λέγωμεν,
ἀρχάς γέ τινας λεκτέον εἶναι ἀφ΄ ὧν ότι υπάρχουσιν αιτίαι, διά τας οποίας
οὐκ ἐπετελέσθη͵ καὶ σημεῖα πέφυκε ουδέν εξετελέσθη, και υπάρχουσι σημεία
ταῦτά τινων οὐ γενομένων.
πραγμάτων, τα οποία (πράγματα) δεν
γίνονται.

ὅλως γὰρ οὐ πᾶν γίνεται τὸ

περὶ δὲ τῶν μὴ τοιαύτας [464a]
ἐχόντων ἀρχὰς ἐνυπνίων οἵας
εἴπομεν͵ ἀλλ΄ ὑπερορίας ἢ τοῖς
χρόνοις ἢ τοῖς τόποις ἢ τοῖς
μεγέθεσιν͵ ἢ τούτων μὲν μηδέν͵ μὴ
μέντοι γε ἐν αὑτοῖς ἐχόντων τὰς
ἄρχας τῶν ἰδόντων τὸ ἐνύπνιον͵ εἰ
μὴ γίνεται τὸ προορᾶν ἀπὸ
συμπτώματος͵ τοιόνδ΄ ἂν εἴη
μᾶλλον ἢ ὥσπερ λέγει Δημόκριτος
εἴδωλα καὶ ἀπορροίας αἰτιώμενος.

5. Περί δε των ενυπνίων, τα οποία δεν
έχουσι αρχάς τοιαύτας, οποίας είπομεν
ήδη, αλλά αρχάς οίτινες υπερβαίνουσι τα
(συνήθη) όρια κατά τους χρόνους είτε
κατά τους τόπους είτε κατά τα μεγέθη, ή
τα οποία δεν έχουσι μεν καμμίαν εκ
τούτων των υπερβολών, αλλ' όμως οι
ιδόντες αυτά τα όνειρα δεν έχουσιν εν
εαυτοίς τας αρχάς αυτών, περί τούτων
πρέπει να είπωμεν, ότι εάν η πρόβλεψις
δεν είναι απλή σύμπτωσις, η επομένη
εξήγησις είναι ευλογωτέρα της του
Δημοκρίτου, όστις αίτια θεωρεί εικόνας
και απορροάς των πραγμάτων.

ὥσπερ γὰρ ὅταν κινήσῃ τι τὸ ὕδωρ ἢ 6. Καθώς δηλαδή, όταν πράγμά τι κινή το
τὸν ἀέρα͵ τοῦθ΄ ἕτερον ἐκίνησε͵ καὶ ύδωρ ή τον αέρα, το κινηθέν μέρος
μεταδίδει την κίνησιν εις άλλο, και αφού
παυσαμένου ἐκείνου συμβαίνει τὴν
το πρώτον κινήσαν παύση να κιvή,
τοιαύτην κίνησιν προϊέναι μέχρι
συμβαίνει να εξακολουθή ομοία κίνησις
τινός͵ τοῦ κινήσαντος οὐ πάροντος͵ μέχρι σημείου τινός, καίτοι το κινήσαν
οὕτως οὐδὲν κωλύει κίνησίν τινα καὶ δεν είναι παρόν, ούτω τίποτε δεν
εμποδίζει να φθάσωσιν εις τας ψυχάς
αἴσθησιν ἀφικνεῖσθαι πρὸς τὰς
κατά τον υπνον κίνησίς τις και αίσθησις
ψυχὰς τὰς ἐνυπνιαζούσας (ἀφ΄ ὧν
παραγόμεναι εξ εκείνων των
ἐκεῖνος τὰ εἴδωλα ποιεῖ καὶ τὰς
αντικειμένων, εκ των οποίων ο
ἀπορροίας)͵ καὶ ὅποι δὴ ἔτυχεν
Δημόκριτος λέγει ότι εκπέμπονται είδωλα
ἀφικνουμένας μᾶλλον αἰσθητὰς
και απορροαί. Οπωσδήποτε δε τύχη να
φθάσωσιν εις την ψυχήν αυταί, είναι
εἶναι νύκτωρ διὰ τὸ μεθ΄ ἡμέραν
περισσότερον αισθηταί κατά την νύκτα,
φερομένας διαλύεσθαι μᾶλλον
ενώ την ημέραν ευκολώτερον

(ἀταραχωδέστερος γὰρ ὁ ἀὴρ τῆς
νυκτὸς διὰ τὸ νηνεμωτέρας εἶναι
τὰς νύκτας)͵ καὶ ἐν τῷ σώματι
ποιεῖν αἴσθησιν διὰ τὸν ὕπνον͵ διὰ
τὸ καὶ τῶν μικρῶν κινήσεων τῶν
ἐντὸς αἰσθάνεσθαι καθεύδοντας
μᾶλλον ἢ ἐγρηγορότας.

αφανίζονται, διότι ο αήρ είναι ολιγώτερον
τεταραγμένος κατά την νύκτα, ότε
επικρατεί μείζων γαλήνη και επομένως αι
κινήσεις εκείναι προξενούσιν εντύπωσιν
εις τo σώμα ένεκα του ύπνου. Διότι και
αυτάς τας μικράς εσωτερικάς κινήσεις
αισθανόμεθα περισσότερον, όταν
κοιμώμεθα παρά όταν είμεθα έξυπνοι.

7. Αι κινήσεις δε αύται παράγουσι τα
φαντάσματα, με τα οποία προβλέπουσί
ποιοῦσιν͵ ἐξ ὧν προορῶσι τὰ
τινες τα μέλλοντα εις ομοίας με αυτά
μέλλοντα καὶ περὶ τῶν τοιούτων͵
περιπτώσεις. Και διά τούτο συμβαίνουσι
καὶ διὰ ταῦτα συμβαίνει τὸ πάθος
τα όνειρα ταύτα εις τους τυχόντας
τοῦτο τοῖς τυχοῦσι καὶ οὐ τοῖς
ανθρώπους και ουχί εις τους
φρονιμωτάτοις. μεθ΄ ἡμέραν τε γὰρ φρονιμωτάτους· διότι άλλως θα ήρχοντο
ἐγίνετ΄ ἂν καὶ τοῖς σοφοῖς͵ εἰ θεὸς ἦν την ημέραν και δη εις τους σοφούς, εάν ο
Θεός ήτον ο πέμπων τα ενύπνια.
ὁ πέμπων·
αὗται δ΄ αἱ κινήσεις φαντάσματα

8. Αλλ' ούτως είναι φυσικόν να δύνανται
να προβλέπωσιν οι πρόστυχοι, διότι η
προορᾶν· ἡ γὰρ διάνοια τῶν
διάνοια των τοιούτων δεν είναι
τοιούτων οὐ φροντιστική͵ ἀλλ΄
παραδεδομένη εις φροντίδας και σκέψεις,
ὥσπερ ἔρημος καὶ κενὴ πάντων͵ καὶ αλλ' είναι έρημος και κενή από πάντα
κινηθεῖσα κατὰ τὸ κινοῦν ἄγεται.
(από τα οποία είναι πλήρης η των
σοφών), και όταν κινηθή, άγεται και
φέρεται από το κινούν αυτήν.
οὕτω δ΄ εἰκὸς τοὺς τυχόντας

τοῦ δ΄ ἐνίους τῶν ἐκστατικῶν
προορᾶν αἴτιον ὅτι αἱ οἰκεῖαι
κινήσεις οὐκ ἐνοχλοῦσιν ἀλλ΄
ἀπορραπίζονται· τῶν ξενικῶν οὖν
μάλιστα αἰσθάνονται.

τὸ δέ τινας εὐθυονείρους εἶναι καὶ
τὸ τοὺς γνωρίμους περὶ τῶν
γνωρίμων μάλιστα προορᾶν
συμβαίνει διὰ τὸ μάλιστα τοὺς
γνωρίμους ὑπὲρ ἀλλήλων

9. Αίτιον δε να προβλέπωσι μέλλοντα
τινές των εκστατικών 13 είναι ότι αι
ατομικαί διεγέρσεις αυτών δεν
περισπώσιν αυτούς, αλλά μάλλον
αποκρούονται υπ' αυτών και διά τούτο
αισθάνονται ούτοι μάλιστα κινήσεις αι
οποίαι δεν ανήκουσιν εις άλλους.
10. Το ότι δε τινες βλέπουσιν όνειρα
πιστά, και το ότι οι φίλοι προβλέπουσι
προ πάντων τα των φίλων, τούτο
συμβαίνει διότι οι φίλοι προ πάντων και
οι γνώριμοι φροντίζουσι και σκέπτονται
περί των γνωρίμων. Διότι, καθώς οι

φροντίζειν· ὥσπερ γὰρ πόρρω ὄντων στενοί φίλοι αισθάνονται και
αναγνωρίζουσι αλλήλους από μακράν,
τάχιστα γνωρίζουσι καὶ αἰσθάνον
ούτως αισθάνονται και τας κινήσεις
ται͵ οὕτω καὶ τῶν κινήσεων· αἱ γὰρ
αλλήλων, διότι είναι γνωριμώτεραι αι
τῶν γνωρίμων γνωριμώτεραι.
κινήσεις των γνωστών προσώπων.
οἱ δὲ μελαγχολικοὶ διὰ τὸ σφοδρόν͵
ὥσπερ βάλλοντες πόρρωθεν͵
εὔστοχοί εἰσιν͵ καὶ διὰ τὸ [464b]
μεταβλητικὸν ταχὺ τὸ ἐχόμενον
φαντάζεται αὐτοῖς· ὥσπερ γὰρ τὰ
Φιλαινίδος ποιήματα καὶ οἱ
ἐμμανεῖς ἐχόμενα τοῦ ὁμοίου
λέγουσι καὶ διανοοῦνται͵ οἷον
Ἀφροδίτην φροδίτην͵ καὶ οὕτω
συνείρουσιν εἰς τὸ πρόσω. ἔτι δὲ διὰ
τὴν σφοδρότητα οὐκ ἐκκρούεται
αὐτῶν ἡ κίνησις ὑφ΄ ἑτέρας
κινήσεως.

τεχνικώτατος δ΄ ἐστὶ κριτὴς
ἐνυπνίων ὅστις δύναται τὰς
ὁμοιότητας θεωρεῖν· τὰς γὰρ
εὐθυονειρίας κρίνειν παντός ἐστιν.
λέγω δὲ τὰς ὁμοιότητας͵ ὅτι
παραπλήσια συμβαίνει τὰ
φαντάσματα τοῖς ἐν τοῖς ὕδασιν
εἰδώλοις͵ καθάπερ καὶ πρότερον
εἴπομεν. ἐκεῖ δέ͵ ἂν πολλὴ γίγνηται
ἡ κίνησις͵ οὐδὲν ὁμοία γίνεται ἡ
ἔμφασις καὶ τὰ εἴδωλα τοῖς

11. Οι δε μελαγχολικοί, επειδή είναι κατά
την φύσιν βίαιοι, προβλέπουσιν
ευστόχως, όπως οι ρίπτοντες βέλη
μακρόθεν, επειδή δε ευκόλως
μεταβάλλουσι διάθεσιν, ταχέως η
φαντασία των παριστάνει τα επακόλουθα.
Διότι όπως τα ποιήματα του Φιλαιγίδου
και οι φαινόμενοι λέγουσι και
διανοούνται επακόλουθα εξαρτώμενα εξ
ομοιότητος, ως φαίνεται εν τω ποιήματι
της Αφροδίτης, ούτως οι ονειρευόμενοι
ούτοι συμπλέκουσι σειράν συμβάντων.
Και προσέτι ένεκα της σφοδρότητος της
φύσεως των η κίνησις αυτών δεν
αποκρούεται υπό άλλης εξωτερικής
κινήσεως.
12. Επιτηδειότατος δε ονειροκρίτης
είναι εκείνος όστις δύναται να παρατηρή
τας ομοιότητας των ενυπνίων· διότι πάς
τις δύναται να κρίνη τα σαφή όνειρα.
Λέγω δε ομοιότητας, το ότι αι κατά τον
ύπνον εικόνες είναι σχεδόν όμοιαι με τας
εν τω ύδατι εικόνας των πραγμάτων, ως
είπομεν πρότερον. Τω όντι, αν είναι
πολλή η κίνησις του ύδατος, η
απεικόνισις δεν δύναται να γείνη ακριβής,
και αι εικόνες δεν ομοιάζουσι με τα
πρωτότυπα.

ἀληθινοῖς.
Ικανός τότε να κρίνη τας εμφανίσεις των
ἂν ὁ δυνάμενος ταχὺ διαισθάνεσθαι εικόνων θα ήτο ο δυνάμενος τάχιστα να
αναγνωρίζη και να διακρίνη εις τας
καὶ συνορᾶν τὰ διαπεφορημένα καὶ
παρασυρομένας και διαστρεφομένας
διεστραμμένα τῶν εἰδώλων͵ ὅτι
εικόνας την αντανάκλασιν εν τω ύδατι
δεινὸς δὴ τὰς ἐμφάσεις κρίνειν εἴη

ἐστὶν ἀνθρώπου ἢ ἵππου ἢ
ὁτουδήποτε͵ κἀκεῖ δὴ ὁμοίως τί
δύναται τὸ ἐνύπνιον τοῦτο. ἡ γὰρ
κίνησις ἐκκόπτει τὴν εὐθυονειρίαν.
τί μὲν οὖν ἐστιν ὕπνος καὶ τί
ἐνύπνιον͵ καὶ διὰ τίν΄ αἰτίαν
ἑκάτερον αὐτῶν γίνεται͵ ἔτι δὲ περὶ
τῆς ἐκ τῶν ἐνυπνίων μαντείας

ανθρώπου, ή ίππου, ή άλλου οιουδήποτε
πράγματος. Και ως η εικών, ούτω το
ενύπνιον δύναται ομοίως να διαστραφή,
διότι η κίνησις καταστρέφει την
σαφήνειαν (και διάκρισιν) των ονείρων.
Εξηγήσαμεν λοιπόν τί είναι ύπνος και τί
ενύπνιον και διά τινα αιτίαν ταύτα
γίνονται. Προσέτι δε εξηγήσαμεν την
φύσιν της διά των ενυπνίων μαντείας.

εἴρηται περὶ πάσης· [περὶ δὲ
κινήσεως τῆς κοινῆς τῶν ζῴων
λεκτέον.]

(8) Ίνα δηλ. αποκαλύπτωσι τα μέλλοντα.
(9) Ότι τα όvειρα δεν είναι θεόπεμπτα.
(10) Ρίπτων τις πολλάς βολάς επί τέλους θα επιτύγχη. Ούτω και ο ονειρευόμενος πολλά.
(11) Την πέριξ της σελήνης άλω νομίζομεν σημείον βροχής και ανέμων. Ταύτα όμως πολλάκις δεν
επακολουθούσι, διότι υπερισχύει αντενέργειά τις.
(12) Δεν είναι το αυτό το μέλλον και το προσδοκώμενον. Το κείμενον λέγει εσόμενον (το μέλλον απολύτως) και
μέλλον (το ενδεχόμενον μέλλον).
(13) Eννοεί τους έξω ευατών, έξω φρεvών, τoυς πάσχοντας εκστατικήν παραφροσύνην.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ
ΠΕΡΙ ΜΑΚΡΟΒΙΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ
ΒΡΑΧΥΒΙΟΤΗΤΟΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.
Απορίαι περί μήκους και βραχύτητος της ζωής. Διαφοραί γενών προς γένη, και
ατόμου προς άτομον του αυτού είδους. Επίδρασις κλιμάτων επί της ζωής.

1. Πρέπει νυν να εξετάσωμεν τας
μακρόβια τῶν ζῴων τὰ δὲ βραχύβια͵ αιτίας διά τας οποίας άλλα μεν ζώα είναι
μακρόβια και άλλα βραχύβια, και εν γένει
καὶ περὶ ζωῆς ὅλως μήκους καὶ
τας αιτίας του μήκους και της βραχύτητος
βραχύτητος͵ ἐπισκεπτέον τὰς
της ζωής (φυτών και ζώων).
αἰτίας͵
[464b19] Περὶ δὲ τοῦ τὰ μὲν εἶναι

ἀρχὴ δὲ τῆς σκέψεως ἀναγκαία
πρῶτον ἐκ τοῦ διαπορῆσαι περὶ
αὐτῶν. οὐ γάρ ἐστι δῆλον πότερον
ἕτερον ἢ τὸ αὐτὸ αἴτιον πᾶσι τοῖς
ζῴοις καὶ φυτοῖς τοῦ τὰ μὲν εἶναι
μακρόβια τὰ δὲ βραχύβια (καὶ γὰρ
τῶν φυτῶν τὰ μὲν ἐπέτειον τὰ δὲ
πολυχρόνιον ἔχει τὴν ζωήν)·
ἔτι δὲ πότερον ταὐτὰ μακρόβια καὶ
τὴν φύσιν ὑγιεινὰ τῶν φύσει
συνεστώτων͵ ἢ κεχώρισται [καὶ] τὸ
βραχύβιον καὶ τὸ νοσῶδες͵ ἢ κατ΄
ἐνίας μὲν νόσους ἐπαλλάττει τὰ
νοσώδη τὴν φύσιν σώματα τοῖς
βραχυβίοις͵ κατ΄ ἐνίας δ΄ οὐδὲν
κωλύει νοσώδεις εἶναι μακροβίους

2. Αναγκαία δε αρχή της μελέτης ημών
είναι να θέσωμεν τα ζητήματα, τα οποία
περί αυτών εγείρονται 1. Τω όντι, δεν
είναι φανερόν αν είναι το αυτό ή αν είναι
διάφορον το αίτιον εις όλα τα φυτά και τα
ζώα του να είναι άλλα μεν μακρόβια,
άλλα δε βραχύβια. Διότι και εκ των
φυτών άλλα μεν ζώσιν έν έτος, άλλα δε
έχουσι πολυχρόνιον ζωήν.
3. Προσέτι ζητείται, αν μεταξύ των
φυσικώς ωργανωμένων όντων τα αυτά
είναι μακρόβια και κατά τους φυσικούς
νόμους υγιεινά, ή αν είναι κεχωρισμέναι η
μακροβιότης και η υγιεία. Ή είς τινας μεν
νόσους τα νοσούντα κατά την φύσιν
σώματα έχουσι ολιγοχρόνιον ζωήν, άλλαι
δε νόσοι ουδόλως εμποδίζουσι τους
νοσηρούς να είναι μακρόβιοι.

ὄντας.
περὶ μὲν οὖν ὕπνου καὶ

4. Περί μεν του ύπνου και της

ἐγρηγόρσεως εἴρηται πρότερον͵ περὶ εγρηγόρσεως είπομεν πρότερον, περί δε
ζωής και θανάτου θα είπωμεν ύστερον,
δὲ ζωῆς καὶ θανάτου λεκτέον
όπως και περί νόσου και υγιείας, όσον
ὕστερον͵ ὁμοίως δὲ καὶ περὶ νόσου
ανήκει εις την φιλοσοφίαν της φύσεως.
καὶ ὑγιείας͵ ὅσον ἐπιβάλλει τῇ
Τώρα θα ίδωμεν την αιτίαν, διά την
φυσικῇ φιλοσοφίᾳ· νῦν [465a] δὲ
οποίαν άλλα είναι μακρόβια και αλλά
περὶ τὰς αἰτίας τοῦ τὰ μὲν εἶναι
βραχύβια, καθώς προείπομεν.
μακρόβια τὰ δὲ βραχύβια͵ καθάπερ
εἴρηται πρότερον͵ θεωρητέον.
ἔστι δ΄ ἔχοντα τὴν διαφορὰν ταύτην
ὅλα τε πρὸς ὅλα γένη καὶ τῶν ὑφ΄ ἓν
εἶδος ἕτερα πρὸς ἕτερα. λέγω δὲ
κατὰ γένος μὲν διαφέρειν οἷον
ἄνθρωπον πρὸς ἵππον
(μακροβιώτερον γὰρ τὸ τῶν
ἀνθρώπων γένος ἢ τὸ τῶν ἵππων)͵
κατ΄ εἶδος δ΄ ἄνθρωπον πρὸς
ἄνθρωπον· εἰσὶ γὰρ καὶ ἄνθρωποι οἱ
μὲν μακρόβιοι οἱ δὲ βραχύβιοι ἕτεροι
καθ΄ ἑτέρους τόπους διεστῶτες (τὰ
μὲν γὰρ ἐν τοῖς θερμοῖς τῶν ἐθνῶν
μακροβιώτερα͵ τὰ δ΄ ἐν τοῖς ψυχροῖς
βραχυβιώτερα)͵ καὶ τῶν τὸν αὐτὸν
δὲ τόπον οἰκούντων διαφέρουσιν
ὁμοίως τινὲς ταύτην τὴν πρὸς
ἀλλήλους διαφοράν.

5. Υπάρχουσιν ολόκληρα γένη τα
οποία έχουσι την διαφοράν ταύτην της
μακροβιότητος από άλλων γενών, και
άτομα άτινα διαφέρουσιν ομοίως από
άλλων ατόμων ανηκόντων εις το αυτό
είδος. Ούτως εννοώ ότι υπάρχει διαφορά
κατά το γένος, ως διαφέρει άνθρωπος από
ίππου2, διότι το γένος των ανθρώπων
είναι μακροβιώτερον από του γένους των
ίππων. Εντός δε του αυτού είδους
διαφέρει άνθρωπος από ανθρώπου. Διότι
υπάρχουσιν άνθρωποι άλλοι μεν
μακρόβιοι, άλλοι δε βραχύβιοι, κατά τους
διαφόρους τόπους τους οποίους
κατοικούσι. Διότι τα έθνη, τα οποία ζώσιν
εις τα θερμά κλίματα, είναι
βραχυβιώτερα. Ομοίως και εκ των
κατοικούντων τον αυτόν τόπον έχουσί
τινές προς αλλήλους την αυτήν διαφοράν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.
Γενικά περί των αιτίων της γενέσεως και της φθοράς. Διάκρισις φυσικών
σωμάτων από των μη φυσικών. Αίτια φθοράς τινων πραγμάτων. Φθορά της
ψυχής.

1. Πρέπει δε να μάθωμεν τί είναι εις τα
φυσικά σώματα το ευκόλως φθειρόμενον
τοῖς φύσει συνεστῶσι καὶ τί τὸ οὐκ
και τί το δυσκόλως φθειρόμενον. Ούτω το
εὔφθαρτον. πῦρ γὰρ καὶ ὕδωρ καὶ τὰ
πύρ και το ύδωρ και τα συγγενή με αυτά
τούτοις συγγενῆ͵ οὐκ ἔχοντα τὴν
σώματα 3, επειδή δεν έχουσι την αυτήν
αὐτὴν δύναμιν͵ τυγχάνει γενέσεως δύναμιν, γίνονται αίτια γενέσεως και
καὶ φθορᾶς αἴτια ἀλλήλοις͵ ὥστε
φθοράς4 μεταξύ των. Εύλογον δε να
δεχθώμεν ότι και έκαστον των άλλων
καὶ τῶν ἄλλων ἕκαστον ἐκ τούτων
σωμάτων, τα οποία παράγονται ή
ὄντα καὶ συνεστῶτα μετέχειν τῆς
συνίστανται εκ τούτων, μετέχουσι της
τούτων φύσεως εὔλογον͵ ὅσα μὴ
φύσεως αυτών, εξαιρουμένων των
συνθέσει ἐκ πολλῶν ἐστιν͵ οἷον
τεχνητώς αποτελουμένων εκ της
οἰκία.
συνθέσεως πολλών πραγμάτων, ως είναι
η οικία5.

Δεῖ δὴ λαβεῖν τί τὸ εὔφθαρτον ἐν

2. Αλλά περί των πραγμάτων τούτων, τα
λόγος· εἰσὶ γὰρ ἴδιαι φθοραὶ πολλοῖς οποία δεν είναι φυσικά, η εξήγησις είναι
διάφορος. Υπάρχουσι πολλά όντα έχοντα
τῶν ὄντων͵ οἷον ἐπιστήμῃ καὶ
ιδιαιτέρους τρόπους φθοράς, λ. χ. η
ἀγνοίᾳ͵ καὶ ὑγιείᾳ καὶ νόσῳ· ταῦτα γνώσις, η υγιεία και η νόσος. Διότι ταύτα
γὰρ φθείρεται καὶ μὴ φθειρομένων φθείρονται χωρίς να φθαρώσι τα όντα εις
τῶν δεκτικῶν ἀλλὰ σῳζομένων͵
τα οποία υπάρχουσιν, άλλα, τουναντίον,
οἷον ἀγνοίας μὲν φθορὰ ἀνάμνησις όταν ταύτα διατηρώνται· λ. χ. της αγνοίας
καὶ μάθησις͵ ἐπιστήμης δὲ λήθη καὶ μεν καταστροφή είναι η ανάμνησις και η
μάθησις, της επιστήμης δε η λήθη και η
ἀπάτη.
απάτη.
περὶ μὲν οὖν τῶν ἄλλων ἕτερος

3. Κατά συμβεβηκός δε (εμμέσως) η
τοῖς φυσικοῖς αἱ τῶν ἄλλων φθοραί· φθορά άλλων ιδιοτήτων των φυσικών
σωμάτων συνακολουθεί την του σώματος.
φθειρομένων γὰρ τῶν ζῴων
Ούτως, όταν καταστρέφωνται τα ζώα,
φθείρεται καὶ ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ
καταστρέφεται και η γνώσις και η υγιεία,
ὑγίεια ἡ ἐν τοῖς ζῴοις.
κατὰ συμβεβηκὸς δ΄ ἀκολουθοῦσι

ήτις υπάρχει εις τα ζώα.
4. Όθεν και περί της ψυχής δύναται τις να
ἐκ τούτων· εἰ γάρ ἐστι μὴ φύσει ἀλλ΄ συμπεράνη εκ τούτων. Τω όντι, αν η
ψυχή δεν υπάρχη φυσικώς εις το σώμα,
ὥσπερ ἐπιστήμη ἐν ψυχῇ͵ οὕτω καὶ
αλλά όπως η επιστήμη είναι εν τη ψυχή,
ψυχὴ ἐν σώματι͵ εἴη ἄν τις αὐτῆς καὶ ούτω και η ψυχή υπάρχη εν τω σώματι,
ἄλλη φθορὰ παρὰ τὴν φθορὰν ἣν
θα υπάρχη και άλλη φθορά αυτής,
φθείρεται φθειρομένου τοῦ
διάφορος από τον όλεθρον τον οποίον
πάσχει, όταν το σώμα φθείρεται. Ώστε,
σώματος. ὥστ΄ ἐπεὶ οὐ φαίνεται
επειδή η ψυχή δεν φαίνεται ότι είναι
τοιαύτη οὖσα͵ ἄλλως ἂν ἔχοι πρὸς
τοιαύτη, διά τούτο η ένωσίς της με το
τὴν τοῦ σώματος κοινωνίαν.
σώμα είναι διάφορος της ενώσεως της
επιστήμης με την ψυχήν 6.

διὸ καὶ περὶ ψυχῆς λογίσαιτ΄ ἄν τις

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.
Oυδέv φθαρτόν ουδαμού γίνεται άφθαρτον, διότι πάντα τα υλικά, πράγματα,
έχοντα εναντία, μεταβάλλονται, διηνεκώς.

[465b] Ἴσως δ΄ ἄν τις ἀπορήσειεν
εὐλόγως͵ ἆρ΄ ἔστιν οὗ ἄφθαρτον
ἔσται τὸ φθαρτόν͵ οἷον τὸ πῦρ ἄνω͵
οὗ μὴ ἔστι τὸ ἐναντίον.

1. Δύναταί τις να ερωτήση ευλόγως,
άρά γε υπάρχει τι, εν ω το φθαρτόν σώμα
είναι άφθαρτον, ως είναι το πυρ των άνω
χωρών (του ουρανού), όπερ δεν έχει
εναντίον;

2. Διότι τα πράγματα, τα υπάρχοντα εις τα
7
τοῖς ἐναντίοις κατὰ συμβεβηκός͵ τῷ εναντία (όντα, ή ουσίας) κατά
συμβεβηκός (εμμέσως) φθείρονται, διότι
ἐκεῖνα φθείρεσθαι (ἀναιρεῖται γὰρ
φθείρονται ταύτα (τα εναντία). Διότι τα
τἀναντία ὑπ΄ ἀλλήλων)͵ κατὰ
εναντία αποκλείουσιν άλληλα. Ουδέν
συμβεβηκὸς δ΄ οὐθὲν τῶν ἐν ταῖς
όμως των εναντίων, το οποίον ανήκει εις
οὐσίαις ἐναντίων φθείρεται͵ διὰ τὸ
ουσίαν 8, καταστρέφεται κατά
συμβεβηκός9, διότι η ουσία δεν είναι
μηθενὸς ὑποκειμένου
κατηγορούμενον ουδενός υποκειμένου,
κατηγορεῖσθαι τὴν οὐσίαν. ὥσθ΄ ᾧ
Ώστε εκείνο, όπερ δεν έχει εναντίον,
μὴ ἔστιν ἐναντίον καὶ ὅπου μὴ
αδύνατον είναι να φθαρή, και εκεί όπου
ἔστιν͵ ἀδύνατον ἂν εἴη φθαρῆναι· τί δεν υπάρχει εναντίον, δεν δύναται να
φθείρεται γὰρ τὰ μὲν ὑπάρχοντα

υπάρχη καταστροφή. Τω όντι, τί είναι
ἐναντίων μὲν φθείρεσθαι συμβαίνει εκείνο, όπερ θα φέρη την καταστροφήν,
εάν τα πράγματα μόνον υπό των εναντίων
μόνων͵ τοῦτο δὲ μὴ ὑπάρχει͵ ἢ ὅλως
αυτών καταστρέφονται και εάν δεν
ἢ ἐνταῦθα;
υπάρχη εναντίον εις το υποτεθέν πράγμα
είτε απολύτως είτε εις τι μέρος αυτού;

γὰρ ἔσται τὸ φθεροῦν͵ εἴπερ ὑπ΄

3. Ή τούτο εν μέρει μεν είναι αληθές,
εν μέρει όμως όχι; Διότι είναι αδύνατον
ἀδύνατον γὰρ τῷ ὕλην ἔχοντι μὴ
εις έν πράγμα υλικόν να μη υπάρχη υπό
ὑπάρχειν πως τὸ ἐναντίον. παντὶ
τινα έποψιν έν εναντίον. Ούτω το θερμόν
μὲν γὰρ ἐνεῖναι τὸ θερμὸν ἢ τὸ εὐθὺ ή ευθύ 10 δύναται να υπάρχη πανταχού εν
ἐνδέχεται͵ πᾶν δ΄ εἶναι ἀδύνατον ἢ αυτώ11, αλλ' όμως είναι αδύνατον να είναι
θερμὸν ἢ εὐθὺ ἢ λευκόν· ἔσται γὰρ ολόκληρον τούτο θερμόν ή ευθύ ή
τὰ πάθη κεχωρισμένα. εἰ οὖν͵ ὅταν λευκόν, διότι ούτως αι ιδιότητες αύται θα
ήσαν χωρισμέναι (από τα πράγματα) 12.
ἅμα ᾖ τὸ ποιητικὸν καὶ τὸ
Λοιπόν, όταν ευρίσκωνται ομού το
παθητικόν͵ ἀεὶ τὸ μὲν ποιεῖ τὸ δὲ
ενεργούν και το πάσχον, εάν πάντοτε
πάσχει͵ ἀδύνατον μὴ μεταβάλλειν. εκείνο ενεργή και το άλλο πάσχη,
αδύνατον είναι να μη υπάρχη μεταβολή
13
.
ἢ τοῦτο τῇ μὲν ἀληθές ἐστι τῇ δ΄ οὔ;

ἔτι καὶ εἰ ἀνάγκη περίττωμα ποιεῖν͵
τὸ δὲ περίττωμα ἐναντίον· ἐξ
ἐναντίου γὰρ ἀεὶ ἡ μεταβολή͵ τὸ δὲ
περίττωμα ὑπόλειμμα τοῦ
προτέρου.

4. Προσέτι, εάν πρέπη αναγκαίως να
αφίνη η μεταβολή περίσσευμά τι14, το
περίττωμα τούτο περιέχει εναντίωσιν,
διότι η μεταβολή πάντοτε προέρχεται εκ
του εναντίου και το περίττωμα είναι
λείψανον καταστάσεως προτέρας της
μεταβολής.

5. Αλλά αν το ενεργεία εναντίον ήθελεν
πράγμά τι θα ήτο
ἐναντίον͵ κἂν ἐνταῦθ΄ ἄφθαρτον ἂν εντελώς αποκλεισθή,
15
τότε άφθαρτον , ή δεν έχει ούτω, αλλά
εἴη. ἢ οὔ͵ ἀλλ΄ ὑπὸ τοῦ περιέχοντος
θα κατεστρέφετο τι υπό του περιέχοντος
φθείρεται;
αυτό στοιχείου;
εἰ δὲ πᾶν ἐξελαύνει τὸ ἐνεργείᾳ

εἰ μὲν οὖν͵ ἱκανὸν ἐκ τῶν
εἰρημένων· εἰ δὲ μή͵ ὑποθέσθαι δεῖ
ὅτι ἔνεστί τι ἐνεργείᾳ ἐναντίον͵ καὶ
περίττωμα γίνεται. [διὸ ἡ ἐλάττων
φλὸξ κατακαίεται ὑπὸ τῆς πολλῆς
κατὰ συμβεβηκός͵ ὅτι ἡ τροφὴ ἣν

6. Εάν λοιπόν τούτο συμβαίνη, αρκεί η
εξήγησις η ειρημένη16. Εάν δε μη, πρέπει
να υποθέσωμεν, ότι υπάρχει πάντοτε
εναντίον τι ενεργεία εν τω πράγματι και
ότι σχηματίζεται περίττωμα. Διά τούτο η
μικρότερα φλόξ κατακαίεται κατά
συμβεβηκός υπό της μεγάλης, διότι την

τροφήν, εν μορφή καπνού, την οποίαν η
μικρά καταναλίσκει εις πολύν χρόνον, η
τὸν καπνόν͵ ταύτην ἡ πολλὴ φλὸξ
μεγάλη την καταναλίσκει εις ολίγον
ταχύ.] διὸ πάντα ἀεὶ ἐν κινήσει ἐστί͵
(ταχέως). Διά τούτο πάντα τα πράγματα
καὶ γίνεται ἢ φθείρεται. τὸ δὲ
είναι πάντοτε εις κίνησιν, και ή γίνονται ή
περιέχον ἢ συμπράττει ἢ
φθείρονται. Το δε περιέχον αυτά
ἀντιπράττει· καὶ διὰ τοῦτο
(στοιχείον) ή συμπράττει ή αντιπράττει
μετατιθέμενα πολυχρονιώτερα μὲν εις την κίνησιν. Και διά τούτο τα
μεταβαλλόμενα διαρκούσι περισσότερον
γίνεται καὶ ὀλιγοχρονιώτερα τῆς
ή ολιγώτερον χρόνον παρ' όσον απαιτεί
φύσεως͵ ἀίδια δ΄ οὐδαμοῦ͵ ὅσοις
αυτή η φύσις αυτών. Τα πράγματα όμως,
ἐναντία ἔστιν· εὐθὺς γὰρ ἡ ὕλη τὸ
όσα έχουσιν εναντία, δεν είναι αιώνια·
ἐναντίον ἔχει͵ ὥστ΄ εἰ μὲν τοῦ ποῦ͵
διότι η ύλη ευθύς απ' αρχής περιέχει τα
εναντία, ούτως ώστε ως προς μεν το πού
κατὰ τόπον μεταβάλλει͵ εἰ δὲ τοῦ
μεταβάλλεται κατά τόπον, ως προς το
ποσοῦ͵ κατ΄ αὔξησιν καὶ φθίσιν͵ εἰ
ποσόν αυξάνει και σμικρύνει, ως προς το
δὲ πάθους͵ ἀλλοιοῦται.
πάσχειν μεταβάλλεται κατά ποιόν 17.
ἐκείνη ἐν πολλῷ χρόνῳ ἀναλίσκει͵

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.
Ποία των ζώων είναι μακροβιότερα; Ως επί το πλείστον τα μεγαλύτερα.
1. Ούτε τα μέγιστα των ζώων είναι τα
ἀφθαρτότερα (ἵππος γὰρ ἀνθρώπου μάλλον άφθαρτα· (διότι ο ίππος ζή
ολιγώτερον χρόνον ή ο άνθρωπος). Ούτε
βραχυβιώτερον) οὔτε τὰ μικρά
πάλιν τα μικρά, (διότι πολλά έντομα
(ἐπέτεια γὰρ τὰ πολλὰ τῶν
ζώσιν έν μόνον έτος). Ούτε τα φυτά εν
ἐντόμων)͵ οὔτε τὰ φυτὰ ὅλως τῶν
γένει είναι μακροβιώτερα των ζώων,
ζῴων (ἐπέτεια γὰρ ἔνια τῶν φυτῶν)͵ (διότι τινά των φυτών διαρκούσιν έν
μόνον έτος). Ούτε εκ των ζώων τα έχοντα
οὔτε τὰ ἔναιμα (μέλιττα γὰρ
αίμα (διότι η μέλισσα ζη περισσότερον
πολυχρονιώτερον ἐνίων ἐναίμων)
παρά τινα έναιμα). Ούτε πάλιν τα άναιμα,
οὔτε τὰ ἄναιμα (τὰ γὰρ μαλάκια
(διότι τα μαλάκια ζώσιν έν μόνον έτος,
ἐπέτεια μέν͵ ἄναιμα δέ)͵ οὔτε τὰ ἐν αλλ' αίμα δεν έχουσιν). Ούτε τα επί της
τῇ γῇ (καὶ γὰρ φυτὰ ἐπέτεια ἔστι καὶ ξηράς μόνον, διότι και φυτά και ζώα
χερσαία ζώσιν έν μόνον έτος. Ούτε πάλιν
ζῷα πεζά) οὔτε τὰ ἐν τῇ θαλάττῃ
τα εv τη θαλάσση, διότι και εκεί είναι
(καὶ γὰρ ἐκεῖ βραχύβια καὶ τὰ
βραχύβια τα οστρακώδη και τα μαλάκια.
ὀστρακηρὰ καὶ τὰ μαλάκια).
[466a] Ἔστι δ΄ οὔτε τὰ μέγιστα

ὅλως δὲ τὰ μακροβιώτατα ἐν τοῖς

2. Γενικώς τα ζώντα περισσότερον

φυτοῖς ἐστιν͵ οἷον ὁ φοῖνιξ. εἶτ΄ ἐν
τοῖς ἐναίμοις ζῴοις μᾶλλον ἢ ἐν τοῖς
ἀναίμοις͵ καὶ ἐν τοῖς πεζοῖς ἢ ἐν τοῖς
ἐνύδροις· ὥστε καὶ συνδυασθέντων
ἐν τοῖς ἐναίμοις καὶ πεζοῖς τὰ
μακροβιώτατα τῶν ζῴων ἐστίν͵ οἷον
ἄνθρωπος καὶ ἐλέφας. καὶ δὴ καὶ τὰ
μείζω ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ εἰπεῖν τῶν
ἐλαττόνων μακροβιώτερα· καὶ γὰρ
τοῖς ἄλλοις συμβέβηκε τοῖς
μακροβιωτάτοις μέγεθος͵ ὥσπερ καὶ
τοῖς εἰρημένοις.

χρόνον ευρίσκονται μεταξύ των φυτών,
ως λ. χ. ο φοίνιξ, έπειτα μεταξύ των ζώων
μακροβιώτερα είναι τα έχοντα αίμα
μάλλον παρά τα άναιμα, και τα χερσαία
μάλλον παρά τα εν τω ύδατι ζώντα. Ώστε
τα μακροβιώτατα ζώα είναι εκείνα, εν οίς
υπάρχει συνδυασμός εναίμων χερσαίων
(εις γάμον), ως λ, χ. ο άνθρωπος ή ο
ελέφας. Βεβαίως δε και τα μεγαλύτερα ως
επί το πλείστον είναι μακροβιώτερα των
μικροτέρων ζώων. Διότι το μεγαλείον
(των διαστάσεων) ευρίσκεται εις άλλα
παραδείγματα μακροβιωτάτων ζώων, ως
και εις εκείνα τα οποία είπομεν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.
Αίτια της, μακροβιότητος. Η ύλη του ζώου είναι το θερμόν και το υγρόν.
Λειτουργία του λίπους. Το σπερματικόν υγρόν και αι αναφοραί του προς την
διάρκειαν της ζωής. Επιρροή κλιμάτων και τροφής.

1. Την αιτίαν πάντων τούτων δύναταί
ἐντεῦθεν ἄν τις θεωρήσειεν. δεῖ γὰρ τις να εύρη διά των επομένων. Πρέπει
δηλαδή να δεχθώμεν, ότι το ζώον είναι
λαβεῖν ὅτι τὸ ζῷόν ἐστι φύσει ὑγρὸν
φυσικώς υγρόν και θερμόν και ότι
καὶ θερμόν͵ καὶ τὸ ζῆν τοιοῦτον͵ τὸ τοιούτον είναι το ζην 18. Το δε γήρας είναι
δὲ γῆρας ξηρὸν καὶ ψυχρόν͵ καὶ τὸ
ψυχρόν και ξηρόν, όπως είναι και ο
τεθνηκός· φαίνεται γὰρ οὕτως. ὕλη θάνατος (ο νεκρός). Τούτο είναι αληθώς
φανερόν. Εις τα ζώντα σώματα η ύλη έχει
δὲ τῶν σωμάτων τοῖς ζῴοις ταῦτα͵
το θερμόν και ψυχρόν και το ξηρόν και
τὸ θερμὸν καὶ τὸ ψυχρόν͵ καὶ τὸ
υγρόν. Εξ ανάγκης λοιπόν, όταν τα όντα
ξηρὸν καὶ τὸ ὑγρόν. ἀνάγκη τοίνυν
γηράσκωσι, ξηραίνονται. Διά τούτο
γηράσκοντα ξηραίνεσθαι· διὸ δεῖ μὴ πρέπει να μη είναι τοιούτον το υγρόν,
εὐξήραντον εἶναι τὸ ὑγρόν. καὶ διὰ ώστε να ξηραίνηται ευκόλως. Και εκ
τούτου τα έχοντα λίπος δεν σήπονται και
τοῦτο τὰ λιπαρὰ ἄσηπτα· αἴτιον δ΄
ὅτι ἀέρος͵ ὁ δ΄ ἀὴρ πρὸς τἆλλα πῦρ͵ αιτία τούτου είναι, ότι τα λιπαρά
περιέχουσιν αέρα 19, ο δε αήρ είναι πυρ
πῦρ δ΄ οὐ γίνεται σαπρόν. οὐδ΄ αὖ
σχετικώς προς άλλα στοιχεία, αλλά το
ὀλίγον δεῖ εἶναι τὸ ὑγρόν·
Τὴν δ΄ αἰτίαν περὶ τούτων ἁπάντων

εὐξήραντον γὰρ καὶ τὸ ὀλίγον.

πυρ δεν σήπεται. Δεν πρέπει πάλιν να
είναι και το υγρόν ολίγον, διότι και το
ολίγον ξηραίνεται ευκόλως.

διὸ καὶ τὰ μεγάλα καὶ ζῷα καὶ φυτὰ

2. Διά ταύτα και τα μεγάλα ζώα και τα
μεγάλα φυτά έχουσιν εν γένει
μακροχρόνιον ζωήν, ως προείπομεν, διότι
εύλογον είναι να δεχθώμεν, ότι τα μεγάλα
έχουσι περισσότερον υγρόν. Αλλά δεν
είναι διά τούτον μόνον τον λόγον
μακροβιώτερα, διότι δύο είναι τα αίτια
της μακροβιότητος το ποσόν και το ποιόν,
ώστε δεν πρέπει μόνον να υπάρχη πλήθος
υγρού, αλλά πρέπει τούτο να είναι και
θερμόν, διά να μη δύνηται ευκόλως ούτε
να πήγνυται ούτε να ξηραίνηται. Και διά
τούτο ο άνθρωπος ζή χρόνον
περισσότερον παρά τινα μεγαλύτερα ζφα.
Διότι είναι μακροβιώτερα τα ζώα τα
έχοντα ολιγώτερον ποσόν υγρού, εάν
μόνον η κατά το ποιόν υπεροχή του υγρού
είναι αναλόγως μεγαλυτέρα της
ελλείψεως των κατά το ποσόν αυτού.

ὡς ὅλως εἰπεῖν μακροβιώτερα͵
καθάπερ ἐλέχθη πρότερον· εὔλογον
γὰρ τὰ μείζω πλέον ἔχειν ὑγρόν. οὐ
μόνον δὲ διὰ τοῦτο μακροβιώτερα·
δύο γὰρ τὰ αἴτια͵ τό τε ποσὸν καὶ τὸ
ποιόν͵ ὥστε δεῖ μὴ μόνον πλῆθος
εἶναι ὑγροῦ͵ ἀλλὰ τοῦτο καὶ θερμόν͵
ἵνα μήτε εὔπηκτον μήτε εὐξήραντον
ᾖ. καὶ διὰ τοῦτο ἄνθρωπος
μακρόβιον μᾶλλον ἐνίων μειζόνων·
μακροβιώτερα γὰρ τὰ λειπόμενα τῷ
πλήθει τοῦ [466b] ὑγροῦ͵ ἐὰν
πλείονι λόγῳ ὑπερέχῃ κατὰ τὸ
ποιὸν ἢ λείπεται κατὰ τὸ ποσόν.

ἔστι δ΄ ἐνίοις μὲν τὸ θερμὸν τὸ
λιπαρόν͵ ὃ ἅμα ποιεῖ τό τε μὴ
εὐξήραντον καὶ τὸ μὴ εὔψυκτον·
ἐνίοις δ΄ ἄλλον ἔχει χυμόν.

4. Είς τινα δε ζώα το λιπαρόν
συνδυάζεται με την θερμότητα και κάμνει
αυτά να μη δύνανται ευκόλως να
ξηραίνωνται και να ψύχωνται· άλλα δε
ζώα έχουσι χυμόν διαφόρου είδους.

5. Προσέτι δε το ζώον, εάν μέλλη να
μη φθείρηται ευκόλως, πρέπει να μη
εὔφθαρτον μὴ περιττωματικὸν
παράγη πολύ περίττωμα20, διότι το
εἶναι. ἀναιρεῖ γὰρ τὸ τοιοῦτον ἢ
περίττωμα καταστρέφει, είτε εκ νόσου
νόσῳ ἢ φύσει· ἐναντία γὰρ ἡ τοῦ
είτε εκ φύσεως. Διόττι η δύναμις του
περιττώματος δύναμις καὶ φθαρτικὴ περιττώματος είναι αύτη, να είναι
ἡ μὲν τῆς φύσεως ἡ δὲ μορίου.
εναντίον και να φθείρη ή όλην την φύσιν
του ζώου, ή έν των μερών αυτού.
ἔτι δεῖ τὸ μέλλον εἶναι μὴ

21
διὸ καὶ τὰ ὀχευτικὰ καὶ πολύσπερμα 6. Διά τούτο τα λάγνα και πολύ έχοντα
σπέρμα ταχέως γηράσκουσι, διότι το
γηράσκει ταχύ· τὸ γὰρ σπέρμα
σπέρμα είναι περίττωμα και
περίττωμα͵ καὶ ἔτι ξηραίνει ἀπιόν.
αποβαλλόμενον ξηραίνει το ζώον. Διά

τούτο και ο ημίονος είναι μακροβιώτερος
μακροβιώτερος καὶ ἵππου καὶ ὄνου͵ του ίππου και της όνου (εξ ων εγεννήθη),
και τα θήλεα μακροβιώτερα των αρρένων,
ἐξ ὧν ἐγένετο͵ καὶ τὰ θήλεα τῶν
εάν τα άρρενα είναι λάγνα. Διά τούτο και
ἀρρένων͵ ἐὰν ὀχευτικὰ ᾖ τὰ ἄρρενα· εκ των στρουθίων τα άρρενα ζώσιν
διὸ οἱ στρουθοὶ οἱ ἄρρενες
ολιγώτερον παρά τα θήλεα.
βραχυβιώτεροι τῶν θηλειῶν.
καὶ διὰ τοῦτο ἡμίονος

7. Προσέτι εκ των αρρένων όσα
κοπιάζουσι πολύ γηράσκουσιν ένεκα του
ἀρρένων καὶ διὰ τὸν πόνον
κόπου ταχύτερον, διότι ο κόπος ξηραίνει,
γηράσκει μᾶλλον· ξηραίνει γὰρ ὁ
και το γήρας είναι ξηρόν. 8. Αλλά
πόνος͵ τὸ δὲ γῆρας ξηρόν ἐστιν.
φυσικώς και εν γένει τα άρρενα πρέπει να
φύσει δὲ καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πᾶν εἰπεῖν τὰ ζώσι περισσότερον παρά τα θήλεα, διότι
ἄρρενα τῶν θηλειῶν μακροβιώτερα· το άρρεν είναι ζώον εκ φύσεως
θερμότερον του θήλεος22.
αἴτιον δ΄ ὅτι θερμότερον ζῷον τὸ

ἔτι δὲ καὶ ὅσα πονητικὰ τῶν

ἄρρεν τοῦ θήλεος.
9. Τα αυτά δε ζώα 23 ζώσι
περισσότερον εις τους θερμούς παρά εις
μακροβιώτερά ἐστιν ἢ ἐν τοῖς
τους ψυχρούς τόπους, διά την αυτήν
ψυχροῖς τόποις͵ διὰ τὴν αὐτὴν
αιτίαν διά την οποίαν τα μεγάλα ζώσι
αἰτίαν δι΄ ἥνπερ καὶ μείζω. καὶ
περισσότερον των μικρών. Και μεγίστας
μάλιστ΄ ἐπίδηλον τὸ μέγεθος τῶν
λαμβάνουσι διαστάσεις τα εκ φύσεως
τὴν φύσιν ψυχρῶν ζῴων· διὸ οἵ τ΄
ψυχρά ζώα. Ούτως οι όφεις και αι σαύραι
ὄφεις καὶ αἱ σαῦραι καὶ τὰ φολιδωτὰ και τα φολιδωτά είναι μεγάλα εις τους
μεγάλα ἐν τοῖς θερμοῖς τόποις͵ καὶ θερμούς τόπους, εν δε τη Ερυθρά
θαλάσση τα οστρακόδερμα.
ἐν τῇ θαλάττῃ τῇ ἐρυθρᾷ τὰ

τὰ δ΄ αὐτὰ ἐν τοῖς ἀλεεινοῖς

ὀστρακόδερμα·
τῆς τε γὰρ αὐξήσεως ἡ θερμὴ
ὑγρότης αἰτία καὶ τῆς ζωῆς. ἐν δὲ
τοῖς ψυχροῖς τόποις ὑδατωδέστερον
τὸ ὑγρὸν τὸ ἐν τοῖς ζῴοις ἐστίν· διὸ
εὔπηκτον͵ ὥστε τὰ μὲν οὐ γίνεται
ὅλως τῶν ζῴων τῶν ὀλιγαίμων ἢ
ἀναίμων ἐν τοῖς πρὸς τὴν ἄρκτον
τόποις͵ οὔτε τὰ πεζὰ ἐν τῇ γῇ οὔτε
τὰ ἔνυδρα ἐν τῇ θαλάττῃ͵ τὰ δὲ
γίνεται μέν͵ ἐλάττω δὲ καὶ

10. Διότι και της αυξήσεως και της ζωής
αιτία είναι η υγρά θερμότης. Αλλ' εις τους
ψυχρούς τόπους, το υγρόν, το οποίον
έχουσι τα ζώα, γίνεται υδαρέστερον, και
διά τούτο παγώνει ευκολώτερον. Ένεκα
τούτων τα ζώα τα έχοντα ολίγον αίμα ή
μη έχοντα αίμα 24 δεν γεννώνται εις τους
βορείους τόπους, ούτε εις την ξηράν τα
χερσαία, ούτε τα ένυδρα εις την
θάλασσαν, όσα δε γεννώνται είναι και
μικρότερα και ολιγώτερον χρόνον ζώσι.
Διότι ο πάγος εμποδίζει την ανάπτυξιν

βραχυβιώτερα· ἀφαιρεῖται γὰρ ὁ

αυτών.

πάγος τὴν αὔξησιν.
τροφὴν δὲ μὴ λαμβάνοντα καὶ τὰ
φυτὰ καὶ τὰ ζῷα φθείρεται·
συντήκει γὰρ αὐτὰ ἑαυτά· ὥσπερ
γὰρ ἡ πολλὴ φλὸξ κατακαίει καὶ
φθείρει τὴν ὀλίγην τῷ τὴν τροφὴν
ἀναλίσκειν͵ οὕτω τὸ φυσικὸν
θερμόν͵ τὸ πρῶτον πεπτικὸν ὄν͵
ἀναλίσκει τὴν ὕλην ἐν ᾗ ἐστιν.
τὰ δ΄ ἔνυδρα τῶν πεζῶν ἧττον
μακρόβια οὐχ ὅτι [467a] ὑγρὰ
ἁπλῶς͵ ἀλλ΄ ὅτι ὑδατώδη· τὸ δὲ
τοιοῦτον ὑγρὸν εὔφθαρτον͵ ὅτι
ψυχρὸν καὶ εὔπηκτον.
καὶ τὸ ἄναιμον διὰ τὸ αὐτό͵ ἐὰν μὴ
μεγέθει ἀπαμύνηται· οὔτε γὰρ
λίπος οὔτε γλυκὺ ἔχει. ἐν γὰρ ζῴῳ
τὸ λιπαρὸν γλυκύ· διὸ αἱ μέλιτται
μακροβιώτεραι ἑτέρων μειζόνων
ζῴων.

11. Και τα φυτά δε και τα ζώα
φθείρονται, όταν δεν λαμβάνωσι τροφήν
διότι τότε καταναλίσκουσιν αυτά εαυτά.
Τω όντι, καθώς η μεγάλη φλόξ κατακαίει
και καταστρέφει την μικράν, διότι
καταναλίσκει αυτή την τροφήν της
μικράς, ούτω η φυσική θερμότης, ης
πρώτη λειτουργία είναι η πέψις,
καταναλίσκει την ύλην (το σώμα) εις την
οποίαν ευρίσκεται.
12. Τα δε υδρόβια ζώα ζώσιν
ολιγώτερον παρά τα χερσαία, ουχί απλώς
διότι είναι υγρά, αλλά διότι είναι πλήρη
ύδατος 25. Το δε υδαρόν υγρόν φθείρεται
ευκόλως, διότι είναι ψυχρόν και πήγνυται
ευκόλως.
13. Δια την αυτήν αιτίαν και τα μη έχοντα
αίμα ευκόλως φθείρονται, όταν δεν
προστατεύη αυτά το μέγεθος του
σώματος των διότι δεν έχουσι ούτε λίπος
ούτε γλυκύ τι στοιχείον, διότι εις το ζώον
το λίπος είναι γλυκύ. Διά τούτο αι
μέλισσαι 26 είναι μακροβιώτεραι παρά
άλλα μεγαλύτερα ζώα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ς'.
Περί της μακροβιότητος των φυτών. Αιτία ταύτης η άπαυστος ανακαίνισις του
φυτού. Αναφοραί φυτών και εντόμων. Χωρίζονται εις μέρη χωρίς να θνήσκωσιν.
Αναφοραί φυτών και ζώων.

Ἐν δὲ τοῖς φυτοῖς ἐστι τὰ

1. Μεταξύ των φυτών υπάρχουσι τα
ζώντα μακρότατον χρόνον και

μακροβιώτατα͵ καὶ μᾶλλον ἢ ἐν τοῖς περισσότερον παρά τα ζώα.
ζῴοις͵
πρῶτον μὲν ὅτι ἧττον ὑδατώδη͵ ὥστ΄ 2. Πρώτον μεν τα φυτά είναι ολιγώτερον
υδατώδη, ώστε δεν πήγνυνται εύκολα.
οὐκ εὔπηκτα· εἶτ΄ ἔχει λιπαρότητα
Έπειτα έχουσι ξηρότητα και γλισχρότητα,
καὶ γλισχρότητα͵ διὸ καὶ ξηρὰ καὶ
και μολονότι είναι ξηρά και γεώδη, όμως
γεώδη ὄντα ὅμως οὐκ εὐξήραντον
δεν έχουσιν υγρόν, όπερ ξηραίνεται
ἔχουσι τὸ ὑγρόν.
ευκόλως.
3. Ότι δε τα δένδρα είναι φύσει
πολυχρόνια πρέπει να εύρωμεν την αιτίαν
τῶν δένδρων φύσιν δεῖ λαβεῖν τὴν
τούτου· διότι έχουσιν ιδιαιτέραν αιτίαν
αἰτίαν· ἔχει γὰρ ἰδίαν πρὸς τὰ ζῷα͵
συγκρινόμενα προς τα ζώα, πλην των
πλὴν πρὸς τὰ ἔντομα. νέα γὰρ ἀεὶ
εντόμων 27. Δήλα δη τα φυτά γίνονται
τὰ φυτὰ γίνεται· διὸ πολυχρόνια. ἀεὶ πάντοτε νέα. Διά τούτο είναι πολυχρόνια·
γὰρ ἕτεροι οἱ πτόρθοι͵ οἱ δὲ
διότι πάντοτε παράγονται νέοι βλαστοί,
άλλοι δε γηράσκουσι, ωσαύτως δε και αι
γηράσκουσιν͵ καὶ αἱ ῥίζαι ὁμοίως.
ρίζαι αυτών. Η ανανέωσις όμως αύτη δεν
ἀλλ΄ οὐχ ἅμα͵ ἀλλ΄ ὁτὲ μὲν μόνον
γίνεται συγχρόνως, αλλά ενίοτε μόνον το
τὸ στέλεχος καὶ οἱ κλάδοι
στέλεχος και οι κλάδοι ξηραίνονται, ενώ
ἀπώλοντο͵ ἕτεροι δὲ παρεφύησαν·
άλλοι κλάδοι γεννώνται. Όταν δε
ὅταν δ΄ οὕτως ποιῶσιν͵ αἱ ῥίζαι
ευρίσκονται εις τοιαύτην κατάστασιν,
ἄλλαι ἐκ τοῦ ὑπάρχοντος γίνονται͵ άλλαι ρίζαι γεννώνται εκ του
παραμένοντος μέρους, και ούτω το φυτόν
καὶ οὕτως ἀεὶ διατελεῖ τὸ μὲν
υπάρχει πάντοτε, εν μέρει φθειρόμενον
φθειρόμενον τὸ δὲ γινόμενον· διὸ
και εν μέρει γεννώμενον. Και διά τούτο
καὶ μακρόβια.
ζώσι χρόνον πολύν τα φυτά.

περὶ δὲ τοῦ πολυχρόνιον εἶναι τὴν

4. Ομοιάζουσι δε τα φυτά με τα
έντομα, ως είπομεν καθ' ότι ζώσι και
ὥσπερ εἴρηται πρότερον·
αφού διαιρεθώσι, και εξ ενός γίνονται και
διαιρούμενα γὰρ ζῇ͵ καὶ δύο καὶ
δύο και περισσότερα. Τα δε έντομα
πολλὰ γίνεται ἐξ ἑνός. τὰ δ΄ ἔντομα διαιρημένα εξακολουθούσι μέχρι του να
μέχρι μὲν τοῦ ζῆν ἦλθεν͵ πολὺν δ΄
ζώσιν ακόμη, αλλά δεν δύνανται να
οὐ δύναται χρόνον· οὐ γὰρ ἔχει
ζήσωσι πολύν χρόνον, διότι δεν έχουσι
ὄργανα͵ οὐδὲ δύναται ποιεῖν αὐτὰ ἡ πλέον όργανα, και η αρχή η υπάρχουσα
εις έκαστον (ως ψυχή) δεν δύναται να
ἀρχὴ ἡ ἐν ἑκάστῳ. ἡ δ΄ ἐν τῷ φυτῷ
πλάση νέα. Αλλ' η δύναμις η υπάρχουσα
δύναται· πανταχῇ γὰρ ἔχει καὶ
εν τω φυτώ δύναται να πλάση νέα, διότι
ῥίζαν καὶ καυλὸν δυνάμει. διὸ ἀπὸ
εις πάντα τα μέρη του το φυτόν έχει
ταύτης ἀεὶ προέρχεται τὸ μὲν νέον
δυνάμει ρίζαν και καυλόν. Διά τούτο από
της φυτικής ψυχής πάντοτε προέρχεται εν
ἔοικε δὲ τὰ φυτὰ τοῖς ἐντόμοις͵

τὸ δὲ γηράσκον͵ μικρόν τι
διαφέροντα τοῦ εἶναι μακρόβια
οὕτως ὥσπερ τὰ ἀποφυτευόμενα.

μέρος νέον, άλλο δε μέρος γηράσκει,
ολίγον διαφέροντα ως προς την
μακροβιότητά των, όπως συμβαίνει εις τα
μεταφυτεύματα.

6. Διότι και εν τη μεταφυτεύσει κλάδων
τινὰ φαίη ἄν τις ταὐτὰ συμβαίνειν· δύναταί τις να είπη, ότι τρόπον τινά τα
αυτά συμβαίνουσι, διότι το μεταφύτευμα
μόριον γάρ τι τὸ ἀποφυτευθέν. ἐν
είναι μέρος φυτού· αλλά εν ταύτη
μὲν οὖν τῇ ἀποφυτείᾳ χωριζομένων χωρίζονται τα μέρη, ενώ εκεί (ήτοι εν τω
συμβαίνει τοῦτο͵ ἐκεῖ δὲ διὰ τοῦ
φυτώ) συνέχονται. Αίτιον δε τούτον είναι
συνεχοῦς. αἴτιον δ΄ ὅτι ἐνυπάρχει
ότι εις πάντα τα μέρη του φυτού η φυτική
αρχή ενυπάρχει δυνάμει.
πάντῃ ἡ ἀρχὴ δυνάμει ἐνοῦσα.
καὶ γὰρ ἐν τῇ ἀποφυτείᾳ τρόπον

7. Συμβαίνει δε εις τα ζώα και εις τα
φυτά το αυτό πράγμα, το εξής: Εκ των
καὶ φυτῶν. ἔν τε γὰρ τοῖς ζῴοις τὰ
ζώων τα άρρενα ζώσι περισσότερον παρά
ἄρρενα μακροβιώτερα ὡς ἐπὶ τὸ
τα θήλεα συνήθως, και τα άνω μέρη
πολύτούτων δὲ τὰ ἄνω μείζω ἢ τὰ
αυτών είναι ευρύτερα παρά τα κάτω, διότι
κάτω (νανωδέστερον γὰρ τοῦ
το άρρεν ομοιάζει με τον νάνον
θήλεος τὸ ἄρρεν)͵ ἐν δὲ τῷ ἄνω τὸ
περισσότερον παρά το θήλυ. Εις τα άνω
είναι το θερμόν στοιχείον, και το ψυχρόν
θερμόν͵ καὶ τὸ ψυχρὸν ἐν τῷ
κάτωκαὶ τῶν φυτῶν τὰ κεφαλοβαρῆ εις τα κάτω. Ωσαύτως και τα φυτά, τα
έχοντα κεφαλήν (ρίζαν) μεγάλην, ζώσι
[467b] μακροβιώτερα. τοιαῦτα δὲ τὰ
περισσότερον. Τοιαύτα δε φυτά δεν είναι
μὴ ἐπέτεια ἀλλὰ δενδρώδη· τὸ γὰρ
τα ζώντα έν έτος, αλλά τα δένδρα 28, διότι
ἄνω τοῦ φυτοῦ καὶ κεφαλὴ ἡ ῥίζα
το άνω μέρος και η κεφαλή του φυτού
είναι η ρίζα. Τα δε ενιαύσια φυτά
ἐστί͵ τὰ δ΄ ἐπέτεια ἐπὶ τὰ κάτω καὶ
τὸν καρπὸν λαμβάνει τὴν αὔξησιν. λαμβάνουσι την αύξησιν των και εις τα
κάτω μέρη και εις τους καρπούς.
συμβαίνει δὲ ταὐτὸ ἐπί τε τῶν ζῴων

8. Αλλά περί τούτου ειδικώς θα
πραγματευθώμεν εν τη πραγματεία περί
αὑτὰ ἐν τοῖς Περὶ φυτῶν
Φυτών. Επί του παρόντος δε περί των
διορισθήσεται· νῦν δὲ περὶ τῶν
ζώων εξηγήσαμεν την αιτίαν της
ἄλλων [ζῴων] εἴρηται τὸ αἴτιον περί μακροβιότητος και της ολιγοβιότητος
τε μεγέθους ζωῆς καὶ
αυτών. Υπολείπεται δε να εξετάσωμεν
βραχυβιότητος. λοιπὸν δ΄ ἡμῖν
ακόμη περί νεότητος και γήρατος και περί
ζωής και θανάτου. Και όταν ταύτα
θεωρῆσαι περί τε νεότητος καὶ
πραγματευθώμεν, θα λάβη τέλος η περί
γήρως καὶ ζωῆς καὶ θανάτου·
των ζώων μελέτη ημών.
τούτων γὰρ διορισθέντων τέλος ἂν
ἀλλὰ περὶ μὲν τούτων καὶ καθ΄

ἡ περὶ τῶν ζῴων ἔχοι μέθοδος.

(1) Εκ των εν λόγω φαινομένων. Αύτη είναι γενικώς η μέθοδος του Αριστοτέλους.
(2) Η διάκρισις αύτη είναι μάλλον διάκρισις είδους προς είδος, διότι άνθρωπος και ίππος είναι είδη του γένους
ζώου.
(3) Ταύτα είναι ο αήρ, η γή και ίσως ο αιθήρ.
(4) Ήτοι γεννήσεως και θανάτου.
(5) Η οικία δύναται να στερηθή πολλάς πέτρας ή πολλά μέρη της,χωρίς vα παύση να είναι oικία.
(6) Κατά τον Αριστοτέλην η ψυχή είναι το είδος ή η μορφή του σώματος, αλλ' η επιστήμη δεν είναι ομοίως το
είδος της ψυχής.
(7) Ήτοι αι ιδιότητες ή τα πράγματα, τα οποία είναι μόνον κατηγορούμενα εις υποστάσεις, και δεν είναι αυτά
ταύτα υποστάσεις ή ουσίαι. Βλέπε προηγούμενον κεφάλαιον § 2, παραδείγματα.
(8) Δηλαδή, τα οποία είναι αυτά ταύτα ουσίαι, στοιχεία.
(9) Καταστρέφεται δε μόνον, ουσιωδώς, ως ουσία.
(10) Λαμβάνονται ως παραδείγματα των εναντίων τα ζεύγη: θερμόν-ψυχρόν, και ευθύ-καμπύλον.
(11) Υπό τον όρον πάντοτε ότι θα είναι μετ' αυτών τα εναντία των.
(12) Εάν δηλ. όλη η ύλη μίαν μόνην είχε ποιότητα, εάν λ.χ. δεν είχεν ειμή θερμότητα, επειδή τότε δεν θα υπήρχε
θέσις διά τα εναντία, έπρεπε να δεχθώμεν, ότι τα εναντία είναι χωριστά αυτών των πραγμάτων· διότι η πείρα
αποδεικνύει πάντοτε ότι τα πράγματα έχουσιν εναντία. Αλλ' είναι αδύνατον τα εναντία να είναι χωριστά από τα
πράγματα των οποίων εivαι εναντία· άρα είναι εις τα πράγματα.
(13) Kαι άρα και εναντίαι ποιότητες, θερμόν κ.λ. δεν είναι καθ' εαυταί, αλλ' είναι πάντοτε εις μέρος τι ύλης, άνευ
του οποίου δεv θα υπήρχον.
(14) Αφίνει περίττωμα, διότι συντηρείται και τρέφεται, πάσα δε τροφή παράγει πάντοτε περίττωμα τι.
(15) Εάν απεκλείετο η αρχή της εναντιώσεως, ουδεμία θα υπήρχε μεταβολή και κατ' ακολουθίαν θα ήτό τι
άφθαρτον.
(16) Το περιέχον θα παρείχε τότε την εναντίαν αρχήν, και ούτω το δόγμα “oυδέv εναντίον ουδεμία φθορά” θα
έμενεν απρόσβλητον.
(17) Εiv άλλαις λέξεσιν, άπας ο γήινος κόσμος είναι φθαρτός και μεταβλητός.
(18) Και η ζωή είναι ωσαύτως υγρά και θε[ρμή.]
(19) Το λίπος είναι ελαφρότερον του κρέατος εν τω ανθρωπίνω σώματι, και τούτο ίσως προέρχεται εκ του αέρος,
ον περιέχει το λίπος.
(20) Aι φθαρταί εκκρίσεις καταπονούσι και εξαντλούσι το σώμα.
(21) Kαι τα οποία υφίστανται απώλειαν πολλού σπέρματος. Αλλά και όπου υπάρχει φύσει άφθονος έκκρισις
σπέρματος ή συνουσία είναι συχνή, και εκ τούτου η ζωή είvαι ολιγοχρόνιος.
(22) Η θερμοκρασία των αρρένων είναι εν γένει ανωτέρα της των θηλέων
(23) Είδη ζώων.
(24) Τα έντομα π.χ. είναι ολίγα εις τα ψυχρά κλίματα και αφανίζονται καθ' όσον προχωρούμεν εις τους πόλους.
(25) Το υγρόν δύναται να είναι θερμόν, αλλ' η υγρότης του ύδατος είvαι ψυχρά.
(26) Διότι το μέλι, όπερ εκκρίνουσιν, είναι γλυκύ και τρέφει αυτάς.
(27) Όρα την ακόλουθον παράγραφον.
(28) Των οποίων αι ρίζαι είναι μεγάλαι και τα οποία ζώσι πολύ.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ
ΠΕΡΙ ΝΕΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΓΗΡΩΣ ΚΑΙ ΖΩΗΣ ΚΑΙ
ΘΑΝΑΤΟΥ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.
Γενικά περί της ζωής. Οργανισμός ζώων και ανθρώπου. Αναφοραί και διαφοραί
ζώων και φυτών. Το έμπροσθεν και όπισθεν των ζώων. Το άνω και το κάτω ζώων
και φυτών.

[467b10] Περὶ δὲ νεότητος καὶ γήρως
καὶ περὶ ζωῆς καὶ θανάτου λεκτέον
νῦν· ἅμα δὲ καὶ περὶ ἀναπνοῆς
ἀναγκαῖον ἴσως τὰς αἰτίας εἰπεῖν·
ἐνίοις γὰρ τῶν ζῴων διὰ τοῦτο
συμβαίνει τὸ ζῆν καὶ τὸ μὴ ζῆν.

1. Δέον να πραγματευθώμεν νυν περί
νεότητος και γήρως, και περί ζωής και
θανάτου. Συνάμα είναι αναγκαίον ίσως να
είπωμεν τας αιτίας της αναπνοής, διότι
τινά εκ των ζώων συμβαίνει ένεκα της
αναπνοής να ζώσιν ή να μη ζώσιν 1.

2. Αλλαχού ωμιλήσαμεν περί ψυχής και
διώρισται͵ καὶ δῆλον ὅτι οὐχ οἷόν τ΄ απεδείξαμεν, ότι δεν είναι δυνατόν να
είναι η ουσία αυτής το σώμα, είναι όμως
εἶναι σῶμα τὴν οὐσίαν αὐτῆς͵ ἀλλ΄
φανερόν ότι είναι αύτη είς τι μέρος του
ὅμως ὅτι γ΄ ἔν τινι τοῦ σώματος
σώματας 2 και ότι είναι εις μέρος
ὑπάρχει μορίῳ φανερόν͵ καὶ ἐν
τοιούτον, το οποίον έχει μεγίστην δύναμιν
τούτῳ τινὶ τῶν ἐχόντων δύναμιν ἐν εις τα μέλη του σώματος. Τα άλλα μέρη
της ψυχής, είτε μέρη είτε δυνάμεις πρέπει
τοῖς μορίοις͵ τὰ μὲν οὖν ἄλλα τῆς
ψυχῆς ἢ μόρια ἢ δυνάμεις͵ ὁποτέρως να καλούνται, επί του παρόντος ας
παραλίπωμεν.
ποτὲ δεῖ καλεῖν͵ ἀφείσθω τὰ νῦν·
ἐπεὶ δὲ περὶ ψυχῆς ἐν ἑτέροις

ὅσα δὲ ζῷα λέγεται καὶ ζῆν͵ ἐν μὲν
τοῖς ἀμφοτέρων τούτων τετυχηκόσι
(λέγω δ΄ ἀμφοτέρων τοῦ τε ζῷον
εἶναι καὶ τοῦ ζῆν) ἀνάγκη ταὐτὸν
εἶναι καὶ ἓν μόριον καθ΄ ὅ τε ζῇ καὶ
καθ΄ ὃ προσαγορεύομεν αὐτὸ ζῷον·
τὸ μὲν γὰρ ζῷον ᾗ ζῷον ἀδύνατον
μὴ ζῆν· ᾗ δὲ ζῇ͵ ταύτῃ ζῷον

3. Εκ των όντων, τα οποία λέγονται ότι
είναι ζώα και ότι ζώσιν, εις εκείνα, τα
οποία έχουσι και τα δυο ταύτα (λέγω δηλ.
το να είναι ζώα και να ζώσι) πρέπει
αναγκαίως να είναι έν και το αυτό μέρος
εκείνο, δι' ου ζώσι και δι' ό λέγονται ζώα
3
. Τω όντι το μεν ζώον, καθό ζώον
αδύνατον είναι να μη ζη· καθ' όσον δε ζη,
δεν είναι διά τούτο αναγκαίον να είvαι

ζώον. Διότι τα φυτά ζώσι μεν, αλλά δεν
έχουσιν αίσθησιν, και διά της αισθήσεως
φυτὰ ζῇ μέν͵ οὐκ ἔχει δ΄ αἴσθησιν͵
διακρίνομεν το ζώον από εκείνου, το
τῷ δ΄ αἰσθάνεσθαι τὸ ζῷον πρὸς τὸ
οποίον δεν είναι ζώον. Αριθμητικώς
μὴ ζῷον διορίζομεν. ἀριθμῷ μὲν οὖν λοιπόν ταύτα είναι εξ ανάγκης εν και το
ἀναγκαῖον ἓν εἶναι καὶ τὸ αὐτὸ
αυτό μέρος, αλλά κατά τον τρόπον της
τοῦτο τὸ μόριον͵ τῷ δ΄ εἶναι πλείω
εκδηλώσεως (λειτουργίας) είναι πολλά
4
καὶ ἕτερα· οὐ γὰρ ταὐτὸ τὸ ζῴῳ εἶναι και διάφορα , διότι δεν είναι το αυτό
πράγμα το vα είναι το ζώον και το να ζή.
καὶ τὸ ζῆν.
ὑπάρχειν οὐκ ἀναγκαῖον· τὰ γὰρ

4. Επειδή λοιπόν εκτός των (ειδικών)
αισθητηρίων υπάρχει κοινόν αισθητήριον,
τι κοινόν ἐστιν αἰσθητήριον͵ εἰς ὃ
εις το οποίον εξ ανάγχης αι εν ενεργεία
τὰς κατ΄ ἐνέργειαν αἰσθήσεις
αισθήσεις συνενούνται, τούτο δέον να
ἀναγκαῖον ἀπαντᾶν͵ τοῦτο δ΄ ἂν εἴη είναι εις το μέσον του λεγομένου
μέσον τοῦ πρόσθεν καλουμένου καὶ έμπροσθεν και όπισθεν εν τω ζώω.
ὄπισθεν (ἔμπροσθεν μὲν γὰρ
Έμπροσθεν μεν λέγεται το μέρος, το
λέγεται ἐφ΄ ὅ ἐστιν ἡμῖν ἡ αἴσθησις͵ οποίον είναι προς την χώραν της
αισθήσεως 5. Όπισθεν δε είναι το μέρος
ὄπισθεν δὲ τὸ ἀντικείμενον)͵
το εναντίον τούτου.
ἐπεὶ οὖν τῶν ἰδίων αἰσθητηρίων ἕν

5. Προσέτι, επειδή το σώμα πάντων των
ζώντων πάντων τῷ τ΄ ἄνω καὶ κάτω ζώντων διαιρείται εις άνω και κάτω μέρη,
(διότι πάντα τα ζώα καθώς και τα φυτά
(πάντα γὰρ ἔχει τὸ ἄνω καὶ τὸ κάτω͵
έχουσι το άνω και το κάτω), είναι
ὥστε καὶ τὰ φυτά)͵ δῆλον ὅτι τὴν
φανερόν ότι την θρεπτικήν αρχήν έχουσιν
[468a] θρεπτικὴν ἀρχὴν ἔχοι ἂν ἐν
εν τω μέσω των μερών τούτων. Τω όντι,
μέσῳ τούτων· καθ΄ ὃ μὲν γὰρ
το μέρος το περιέχον το όργανον, δι' ου
εισέρχεται η τροφή καλούμεν άνω 6,
εἰσέρχεται μόριον ἡ τροφή͵ ἄνω
αποβλέποντες προς αυτό το σώμα και όχι
καλοῦμεν͵ πρὸς αὐτὸ βλέποντες
προς, τας διευθύνσεις του
ἀλλ΄ οὐ πρὸς τὸ περιέχον ὅλον͵
περιστοιχίζοντος αυτό σύμπαντες7. Κάτω
κάτω δὲ καθ΄ ὃ τὸ περίττωμα ἀφίησι δε μέρος λέγομεν το μέρος, δι' ου πρώτον
τὸ πρῶτον.
το ζώον αποβάλλει το περίττωμα.

ἔτι δὲ διῃρημένου τοῦ σώματος τῶν

6. Η θέσις δε των μερών τούτων εις τα
καὶ τοῖς ζῴοις· τῷ μὲν γὰρ ἀνθρώπῳ φυτά και εις τα ζώα είναι εναντία. Τω όντι
εκ των ζώων εις τον άνθρωπον ένεκα της
διὰ τὴν ὀρθότητα μάλιστα ὑπάρχει
ορθής στάσεως του προ πάντων υπάρχει
τοῦτο τῶν ζῴων͵ τὸ ἔχειν τὸ ἄνω
τούτο, το να έχη το άνω μέρος του κατά
μόριον πρὸς τὸ τοῦ παντὸς ἄνω͵ τοῖς την αυτήν διεύθυνσιν, καθ' ην είναι το
δ΄ ἄλλοις μεταξύ· τοῖς δὲ φυτοῖς
άνω του κόσμου σύμπαντος. Εις δε τα
ἔχει δ΄ ἐναντίως τοῖς φυτοῖς τοῦτο

ἀκινήτοις οὖσι καὶ λαμβάνουσιν ἐκ
τῆς γῆς τὴν τροφὴν ἀναγκαῖον ἀεὶ
κάτω τοῦτ΄ ἔχειν τὸ μόριον.
ἀνάλογον γάρ εἰσιν αἱ ῥίζαι τοῖς
φυτοῖς καὶ τὸ καλούμενον στόμα
τοῖς ζῴοις͵ δι΄ οὗ τὴν τροφὴν τὰ μὲν
ἐκ τῆς γῆς λαμβάνει͵ τὰ δὲ δι΄
αὑτῶν.

άλλα ζώα υπάρχει εις τον μεταξύ 8 τόπον.
Αλλά τα φυτά, τα οποία είvαι ακίνητα και
λαμβάνουσιν εκ της γης την τροφήν
αυτών, κατ' ανάγκην έχουσι πάντοτε προς
τα κάτω το μέρος τούτο. Διότι αι ρίζαι
των φυτών είναι ανάλογοι προς το
λεγόμενον στόμα των ζώων, διά του
οποίου τα μεν φυτά λαμβάνουσι την
τροφήν των εκ της γης, τα δε ζώα αμέσως
αφ' ευατών 9.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.
Εκ των τριών μερών του ζώου κυριώτερον το μέσον. Τα φυτά και τα έντομα
διαιρούνται, ουχί όμως τα ανώτερα ζώα.

Τριῶν δὲ μερῶν ὄντων εἰς ἃ
διαιρεῖται πάντα τὰ τέλεια τῶν
ζῴων͵ ἑνὸς μὲν ᾗ δέχεται τὴν
τροφήν͵ ἑνὸς δ΄ ᾗ τὸ περίττωμα
προΐεται͵ τρίτου δὲ τοῦ μέσου
τούτων͵ τοῦτο ἐν μὲν τοῖς μεγίστοις
τῶν ζῴων καλεῖται στῆθος͵ ἐν δὲ
τοῖς ἄλλοις τὸ ἀνάλογον͵
διήρθρωται δὲ μᾶλλον ἑτέροις
ἑτέρων.
ὅσα δ΄ αὐτῶν ἐστι πορευτικά͵
πρόσκειται καὶ μόρια τὰ πρὸς
ταύτην τὴν ὑπηρεσίαν͵ οἷς τὸ πᾶν
οἴσουσι κύτος͵ σκέλη τε καὶ πόδες
καὶ τὰ τούτοις ἔχοντα τὴν αὐτὴν
δύναμιν.

1. Τρία δε είναι τα μέρη, εις τα οποία
διαιρούνται όλα τα εντελώς ανεπτυγμένα
ζώα, εν μεν δια του οποίου το ζώον
δέχεται την τροφήν, άλλο διά του οποίου
αποβάλλει τα περιττώματα, τρίτον δε
είναι το μέσον μεταξύ τούτων των δύο, το
οποίον εις μεν τα μεγαλύτερα ζώα
καλείται στήθος, εις δε τα άλλα είναι
ανάλογον τι μέρος10. Τα μέρη ταύτα είς
τινα ζώα είναι περισσότερον συνδεδεμένα
παρά εις άλλα.
2. Όσα δε ζώα βαδίζουσιν, εκτός των
ειρημένων έχουσι χάριν της ενεργείας
ταύτης ιδιαίτερα όργανα, τα οποία
βαστάζουσιν όλον τον κορμόν, είναι δε
ταύτα τα σκέλη και οι πόδες και τα
εκτελούντα την αυτήν υπηρεσίαν όργανα
11
.

ἀλλ΄ ἥ γε τῆς θρεπτικῆς ἀρχὴ ψυχῆς 3. Αλλ' η αρχή (έδρα) της θρεπτικής

ἐν τῷ μέσῳ τῶν τριῶν μορίων καὶ
κατὰ τὴν αἴσθησιν οὖσα φαίνεται
καὶ κατὰ τὸν λόγον· πολλὰ γὰρ τῶν
ζῴων ἀφαιρουμένου ἑκατέρου τῶν
μορίων͵ τῆς τε καλουμένης κεφαλῆς
καὶ τοῦ δεκτικοῦ τῆς τροφῆς͵ ζῇ μεθ΄
οὗπερ ἂν ᾖ τὸ μέσον. δῆλον δ΄ ἐπὶ
τῶν ἐντόμων͵ οἷον σφηκῶν τε καὶ
μελιττῶν͵ τοῦτο συμβαῖνον· καὶ τῶν
μὴ ἐντόμων δὲ πολλὰ διαιρούμενα
δύναται ζῆν διὰ τὸ θρεπτικόν.
τὸ δὲ τοιοῦτον μόριον ἐνεργείᾳ μὲν
ἔχει ἕν͵ δυνάμει δὲ πλείω·
τὸν αὐτὸν γὰρ συνέστηκε τοῖς
φυτοῖς τρόπον· καὶ γὰρ τὰ φυτὰ
διαιρούμενα ζῇ χωρίς͵ καὶ γίνεται
πολλὰ ἀπὸ μιᾶς ἀρχῆς δένδρα. δι΄
ἓν δ΄ αἰτίαν τὰ μὲν οὐ δύναται
διαιρούμενα ζῆν͵ τὰ δ΄
ἀποφυτεύεται τῶν φυτῶν͵ ἕτερος

ψυχής φαίνεται ότι είναι εις το μέσον των
τριών εκείνων μερών, ως δεικνύει η
παρατήρησις και ο λόγος 12. Διότι πολλά
ζώα, αν αφαιρεθή το έν ή το άλλο μέρος,
και η λεγομένη κεφαλή και το μέρος όπερ
δέχεται την τροφήν, εξακολουθούσι να
ζώσι με το μέρος, μεθ' ου συνδέεται το
μέσον. Τούτο δε φανερά συμβαίνει εις τα
έντομα, ως εις τας σφήκας και τας
μελίσσας. Προσέτι, πολλά ζώα, τα οποία
δεν είναι έντομα, αφού διαιρεθώσι,
δύνανται να ζώσι διά της λειτουργίας του
θρεπτικού μέρους.
4. Το μέρος δε τούτο είναι ενεργεία έν
μόνον, αλλά δυνάμει περισσότερα.
5. Διότι τα ζώα ταύτα έχουσι την αυτήν
σύστασιν καθώς τα φυτά. Διότι και τα
φυτά, όταν διαιρεθώσι, ζώσι χωριστά και
γίνονται πολλά δένδρα εξ ενός, ως εκ μιας
αρχής. Αλλαχού δε θα εξηγήσωμεν διά
ποίαν αιτίαν άλλα μεν φυτά δεν δύνανται
να ζήσωσιν, όταν χωρισθώσιν, άλλων δε
οι κλάδοι μεταφυτεύονται,

[468b] ἔσται λόγος.
7. Αλλά κατά τούτο τα φυτά είναι όμοια
τε φυτὰ καὶ τὸ τῶν ἐντόμων γένος. με το γένος των εντόμων. Αναγκαίως η
θρεπτική ψυχή, εις όσα έχουσιν αυτήν,
ἀνάγκη δὲ καὶ τὴν θρεπτικὴν ψυχὴν
κατ' ενέργειαν μεν (πραγματικώς) είναι
ἐνεργείᾳ μὲν ἐν τοῖς ἔχουσιν εἶναι
μία, δυνάμει δε (δύναται να γείνη)
μίαν͵ δυνάμει δὲ πλείους͵ ὁμοίως δὲ πολλαί. Το αυτό λέγομεν και περί της
καὶ τὴν αἰσθητικήν· φαίνεται γὰρ
αισθητικής ψυχής. Διότι όσα εκ των ζώων
διαιρεθώσι, φανερώς διατηρούσιν
ἔχοντα αἴσθησιν τὰ διαιρούμενα
αίσθησιν.
αὐτῶν.
ἀλλ΄ ὁμοίως ἔχει κατά γε τοῦτο τά

ἀλλὰ πρὸς τὸ σῴζεσθαι τὴν φύσιν͵
τὰ μὲν φυτὰ δύναται͵ ταῦτα δ΄ οὐ
δύναται διὰ τὸ μὴ ἔχειν ὄργανα
πρὸς σωτηρίαν͵ ἐνδεᾶ τ΄ εἶναι τὰ

8. Αλλά ως προς την διατήρησιν της
φυσικής ζωής των, τα μεν φυτά
διαιρούμενα δύνανται (να διατηρώσιν
εαυτά), τα έντομα δε και άλλα ζώα δεν
δύνανται, διότι δεν έχουσιν όργανα

μὲν τοῦ ληψομένου τὰ δὲ τοῦ
δεξομένου τὴν τροφήν͵ τὰ δ΄ ἄλλων
τε καὶ τούτων ἀμφοτέρων.

κατάλληλα προς διατήρησιν των, και οτέ
μεν στερούνται του οργάνου, όπερ μέλλει
να λάβη την τροφήν, οτέ δε του
μέλλοντος να δεχθή εις το σώμα αυτήν.
Άλλα δε δεν έχουσι και τα δύο ταύτα και
άλλα ακόμη.

9. Τα ούτω διαιρούμενα ζώα ομοιάζουσι
πολλοῖς ζῴοις συμπεφυκόσιν (τὰ δ΄ με πολλά ζώα φυσικώς συγκεκολλημένα.
Τα ζώα όμως τα άριστα ωργανωμένα δεν
ἄριστα συνεστηκότα τοῦτ΄ οὐ
δύνανται να υποστώσι την διαίρεσιν
πάσχει τῶν ζῴων διὰ τὸ εἶναι τὴν
ταύτην, διότι η φύσις αυτών είναι όσον το
φύσιν αὐτῶν ὡς ἐνδέχεται μάλιστα δυνατόν τελείως μία. Διά τούτο και μέρη
μίαν). διὸ καὶ μικρὰν αἴσθησιν ἔνια τινά, όταν χωρισθώσι, δεικνύουσι μικράν
αισθητικότητα, διότι αισθάνονται ακόμη
ποιεῖ διαιρούμενα τῶν μορίων ὅτι
ἔχει τι ψυχικὸν πάθος· χωριζομένων ψυχικόν τι πάθος. Ούτως, όταν τα
σπλάγχνα χωρίζωνται, εξακολουθουσι
γὰρ τῶν σπλάγχνων ποιεῖται
σωματικαί τινες κινήσεις, ως ποιούσιν αι
κίνησιν͵ οἷον καὶ αἱ χελῶναι τῆς
χελώναι, όταν αφαιρεθή η καρδία αυτών.
καρδίας ἀφῃρημένης.

ἐοίκασι γὰρ τὰ τοιαῦτα τῶν ζῴων

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.
Πάντα τα ζώντα έχουσι μέσον ή κέντρον, εν τω οποίω είναι η αρχή της
αναπτύξεως των. Αποδείξεις.

Ἔτι δὲ ἐπί τε τῶν φυτῶν δῆλον καὶ
ἐπὶ τῶν ζῴων͵
τῶν μὲν φυτῶν τήν τ΄ ἐκ τῶν
σπερμάτων γένεσιν ἐπισκοποῦσι
καὶ τὰς ἐμφυτείας τε καὶ τὰς
ἀποφυτείας. ἥ τε γὰρ ἐκ τῶν
σπερμάτων γένεσις συμβαίνει
πᾶσιν ἐκ τοῦ μέσου (διθύρων γὰρ
ὄντων πάντων͵ ᾗ συμπέφυκεν καὶ
τὸ μέσον ἔστιν ἑκατέρου τῶν

1. Ταύτα 13 δε είναι φανερά και επί
των φυτών και επί των ζώων·
2. επί μεν των φυτών, εάv
παρατηρήσωμεν την γένεσιν αυτών εκ
των σπόρων και τας εμβολιάσεις και τας
μεταφυτεύσεις. Διότι η εκ του σπέρματος
γένεσις αρχίζει πάντοτε εκ του κέντρου
(μέσου). Τω όντι πάντες οι σπόροι14
έχουσι δύο λοβούς, και το σημείον, όπου
ούτοι φύσει είναι συγκολλημένοι, είναι το
σημείον, εξ ου άρχεται η γέννησις, και το

μορίων͵ ἐντεῦθεν ὅ τε καυλὸς
ἐκφύεται καὶ ἡ ῥίζα τῶν φυομένων͵
ἡ δ΄ ἀρχὴ τὸ μέσον αὐτῶν ἐστιν)͵

μέσον σχετικώς πρός έκαστον των δύο
μερών. Εκείθεν δε εξέρχεται ο καυλός και
η ρίζα των φυτών· η αρχή δε αμφοτέρων
είναι προς τούτοις το κέντρον.

3. Τούτο δε συμβαίνει προ πάντων εις τα
στελέχη κατά τας εμβολιάσεις και κατά
ἀποφυτείαις μάλιστα συμβαίνει
τας μεταφυτεύσεις. Διότι το στέλεχος
τοῦτο περὶ τοὺς ὄζους· ἔστι γὰρ
είναι η αρχή του κλάδου 15, συνάμα δε και
ἀρχή τις ὁ ὄζος τοῦ κλάδου͵ ἅμα δὲ το μέσον αυτού 16. Όθεν ή αφαιρούσιν
καὶ μέσον͵ ὥστε ἢ τοῦτο ἀφαιροῦ
αυτό 17 ή εμφυτεύουσιν εις αυτό 18 ίνα
σιν ἢ εἰς τοῦτο ἐμβάλλουσιν͵ ἵνα ἢ ὁ παραγάγωσιν εκ τούτων ή κλάδους 19 ή
ρίζας 20, διότι νομίζουσιν ότι από του
κλάδος ἢ αἱ ῥίζαι ἐκ τούτου
γίνωνται͵ ὡς οὔσης τῆς ἀρχῆς ἐκ τοῦ κέντρου αρχίζει η ζωή του καυλού και της
ρίζης.
μέσου κλάδου καὶ ῥίζης.
ἔν τε ταῖς ἐμφυτείαις καὶ ταῖς

4. Και εις τα ζώα δε, τα οποία έχουσιν
αίμα, πρώτον όργανον γίνεται η καρδία.
γίνεται πρῶτον· τοῦτο δὲ δῆλον ἐξ
Τούτο δε είνε αποδεδειγμένον από όσα
ὧν ἐν τοῖς ἐνδεχομένοις ἔτι
παρετηρήσαμεν επί των ζώων, ων την
γινομένοις ἰδεῖν τεθεωρήκαμεν.
γέννησιν δύναται τις να παρατηρήση.
ὥστε καὶ ἐν τοῖς ἀναίμοις
Επομένως και εις τα άναιμα αναγκαίως
ἀναγκαῖον τὸ ἀνάλογον τῇ καρδίᾳ
γίνεται πρώτον το μέρος, όπερ αντιστοιχεί
εις την καρδίαν. Ότι δε η καρδία είναι η
γίνεσθαι πρῶτον. ἡ δὲ καρδία ὅτι
ἐστὶν ἀρχή͵ τῶν φλεβῶν ἐν τοῖς περὶ αρχή των φλεβών είπομεν πρότερον εις τα
“περί των μορίων των ζώων”· είπομεν
τὰ Πέρη τῶν ζῴων εἴρηται [469a]
προσέτι ότι εις τα έχοντα αίμα ζώα το
πρότερον· καὶ ὅτι τὸ αἷμα τοῖς
αίμα είναι η τελευταία τροφή, από την
ἐναίμοις ἐστὶ τελευταία τροφή͵ ἐξ οὗ οποίαν γίνονται τα μέρη αυτών 21.
γίνεται τὰ μόρια.
καὶ τῶν ζῴων τῶν ἐναίμων ἡ καρδία

5. Καίτοι είναι φανερόν ότι ως προς την
ἐργασίαν ἡ τοῦ στόματος λειτουργεῖ τροφήν η λειτουργία του στόματος
εκτελεί έργον τι, άλλο δε η της κοιλίας.
δύναμις͵ ἑτέραν δ΄ ἡ τῆς κοιλίας͵
Το κυριώτερον όμως μέρος είναι η
περὶ τὴν τροφήν͵ ἡ δὲ καρδία
καρδία, ήτις επιθέτει το τέλος εις το
κυριωτάτη͵ καὶ τὸ τέλος ἐπιτίθησιν. έργον. Ώστε αναγκαίως και η αισθητική
ὥστ΄ ἀνάγκη καὶ τῆς αἰσθητικῆς καὶ και η θρεπτική ψυχή των εναίμων έχει την
αρχήν της εις την καρδίαν διότι το έργον
τῆς θρεπτικῆς ψυχῆς ἐν τῇ καρδίᾳ
των άλλων μερών ως προς την τροφήν
τὴν ἀρχὴν εἶναι τοῖς ἐναίμοις· τὰ
γίνεται μόνον χάριν του έργου, το οποίον
γὰρ τῶν ἄλλων μορίων ἔργα περὶ
εκτελεί η καρδία, και πρέπει κύριον
τὴν τροφὴν τοῦ ταύτης ἔργου χάριν

φανερὸν τοίνυν ὅτι μίαν μέν τινα

όργανον να είναι εκείνο όπερ ενεργεί
οὗ ἕνεκα διατελεῖν͵ ἀλλ΄ οὐκ ἐν τοῖς διαρκώς προς τον σκοπόν και να μη είναι
εκ των μερών, τα οποία εργάζονται χάριν
τούτου ἕνεκα͵ οἷον ἰατρὸς πρὸς τὴν
αυτού, όπως ο ιατρός ενεργεί χάριν της
ὑγίειαν.
υγιείας.

ἐστί· δεῖ μὲν γὰρ τὸ κύριον πρὸς τὸ

6. Η κυρίαρχος αρχή λοιπόν των
αισθήσεων εις όλα τα έχοντα αίμα είναι
αἰσθήσεων ἐν ταύτῃ τοῖς ἐναίμοις
εις την καρδίαν διότι εν αυτή αναγκαίως
πᾶσιν· ἐν τούτῳ γὰρ ἀναγκαῖον
είναι το κοινόν αισθητήριον όργανον
εἶναι τὸ πάντων τῶν αἰσθητηρίων
όλων των άλλων αισθητηρίων. Δύο δε
κοινὸν αἰσθητήριον. δύο δὲ φανερῶς αισθήσεις βλέπομεν φανερά ότι άγουσιν
ἐνταῦθα συντεινούσας ὁρῶμεν͵ τήν εις την καρδίαν, την γεύσιν και την αφήν
22
. Πρέπει λοιπόν και αι άλλαι εκεί να
τε γεῦσιν καὶ τὴν ἁφήν͵ ὥστε καὶ
τὰς ἄλλας ἀναγκαῖον· ἐν τούτῳ μὲν καταντώσι. Διότι εις ταύτην τα όργανα
των αλλων αισθήσεων δύνανται να
γὰρ τοῖς ἄλλοις αἰσθητηρίοις
μεταδίδωσι τας κινήσεις των 23, αλλ' αι
ἐνδέχεται ποιεῖσθαι τὴν κίνησιν͵
δύο εκείναι αισθήσεις 24 ουδόλως
ταῦτα δ΄ οὐδὲν συντείνει πρὸς τὸν
συγκοινωνούσιν με το άνω μέρος του
σώματος.
ἄνω τόπον.
ἀλλὰ μὴν τό γε κύριον τῶν

7. Αλλ' ανεξαρτήτως τούτων, εάν η ζωή
όλων των ζώων είναι εις το μέρος εκείνο,
τῷ μορίῳ πᾶσίν ἐστι͵ δῆλον ὅτι καὶ
την καρδίαν, φανερόν είναι ότι και η αρχή
τὴν αἰσθητικὴν ἀρχὴν ἀναγκαῖον· ᾗ
της αισθητικότητος είναι εις την καρδίαν.
μὲν γὰρ ζῷον͵ ταύτῃ καὶ ζῆν φαμεν͵ Τω όντι, καθ' όσον είναι ζώον, κατά
ᾗ δ΄ αἰσθητικόν͵ ταύτῃ τὸ σῶμα
τούτο λέγομεν ότι ζη, καθ' όσον δε είναι
ζῷον εἶναι λέγομεν.
αισθητικόν το ζώον, κατά τούτο λέγομεν
ότι το σώμα είναι ζώον (σώμα ζώου).
χωρὶς δὲ τούτων͵ εἰ τὸ ζῆν ἐν τούτῳ

διὰ τί δ΄ αἱ μὲν τῶν αἰσθήσεων
φανερῶς συντείνουσι πρὸς τὴν
καρδίαν͵ αἱ δ΄ εἰσὶν ἐν τῇ κεφαλῇ
(διὸ καὶ δοκεῖ τισιν αἰσθάνεσθαι τὰ
ζῷα διὰ τὸν ἐγκέφαλον)͵ τὸ αἴτιον
τούτων ἐν ἑτέροις εἴρηται χωρίς.

8. Διατί δε αισθήσεις τινές φανερώς
συνδέονται με την καρδίαν, άλλαι δε με
την κεφαλήν (διά τούτο και τινες 25
νομίζουσιν ότι τα ζώα αισθάνονται διά
του εγκεφάλου), εξητάσαμεν εις
ιδιαιτέραν πραγματείαν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.
Η καρδία είναι, πηγή φυσικής θερμότητος, ης άνευ ούτε ζωή ούτε πέψις θα
υπήρχον. Ο θάνατος είναι η σβέσις της θερμότητος ταύτης.

1. Είναι λοιπόν φανερόν εκ των
ειρημένων, ότι κατά τα φαινόμενα εις
ἐκ τῶν εἰρημένων ὅτι ἐν τούτῳ τε
τούτο το μέρος (την καρδίαν) και εις το
καὶ ἐν τῷ μέσῳ τοῦ σώματος τῶν
μέσον των τριών διαιρέσεων του σώματος
τριῶν μορίων ἥ τε τῆς αἰσθητικῆς
είνε η αρχή και της αισθητικής ψυχής και
ψυχῆς ἀρχή ἐστι καὶ ἡ τῆς
η της αυξητικής και θρεπτικής. Αλλά και
αὐξητικῆς καὶ θρεπτικῆς· κατὰ δὲ
λογικώς δύναταί τις να είπη το αυτό, διότι
τὸν λόγον͵ ὅτι τὴν φύσιν ὁρῶμεν ἐν εις πάντα τα πράγματα βλέπομεν ότι η
πᾶσιν ἐκ τῶν δυνατῶν ποιοῦσαν τὸ φύσις εκ των δυνατών κάμνει πάντοτε το
άριστον. Εάν δε εν τω μέσω της ουσίας
κάλλιστον· ἐν τῷ μέσῳ δὲ τῆς
υπάρχωσι και η μία και η άλλη αρχή, θα
οὐσίας τῆς ἀρχῆς οὔσης ἑκατέρας
έχη εντελώς έκαστον των μελών το
μάλιστα ἂν ἀποτελοῖ τῶν μορίων
εαυτού έργον: ήτοι το επεξεργαζόμενον
τελευταίον την τροφήν (η καρδία) και το
ἑκάτερον τὸ αὑτοῦ ἔργον͵ τό τε
δεχόμενον αυτήν (το άνω μέρος του
κατεργαζόμενον τὴν ἐσχάτην
πεπτικού σωλήνος). Διότι ούτω το μέσον
τροφὴν καὶ τὸ δεκτικόν· πρὸς
όργανον θα είναι εις αναφοράν και με την
ἑκατέρῳ γὰρ αὐτῶν οὕτως ἔσται͵
μίαν και με την άλλην. Και η μέση ή
καὶ ἔστιν ἡ τοῦ τοιούτου μέσου χώρα κεντρική έδρα αύτη είναι έδρα κυριάρχου.
ἄρχοντος [469b] χώρα.

κατὰ μὲν οὖν τὰ φαινόμενα δῆλον

ἔτι τὸ χρώμενον καὶ ᾧ χρῆται τὸ
χρώμενον δεῖ διαφέρειν (ὥσπερ δὲ
τὴν δύναμιν͵ οὕτως͵ ἂν ἐνδέχηται͵
καὶ τὸν τόπον)͵ ὥσπερ οἵ τ΄ αὐλοὶ
καὶ τὸ κινοῦν τοὺς αὐλούς͵ ἡ χείρ.

2. Προσέτι είναι φανερόν, ότι το ον το
οποίον μεταχειρίζεται πράγμά τι, και το
πράγμα τούτο πρέπει να διαφέρωσι. Και
καθώς διαφέρουσι κατά την δύναμιν,
ούτω δύνανται να διαφέρωσι και κατά την
θέσιν, όπως διαφέρουσιν οι αυλοί και το
κινούν τους αυλούς, η χείρ.

3. Εάν λοιπόν το ζώον διακρίνεται, διότι
έχει την αισθητικήν δύναμιν, εξ ανάγκης
αἰσθητικὴν ἔχειν ψυχήν͵ τοῖς μὲν
τα έναιμα πρέπει να έχωσι ταύτην εις την
ἐναίμοις ἀναγκαῖον ἐν τῇ καρδίᾳ
καρδίαν, τα δε άναιμα εις το αντίστοιχον
ταύτην ἔχειν τὴν ἀρχήν͵ τοῖς δ΄
μέλος. Πάντα δε τα μέρη και όλον το
ἀναίμοις ἐν τῷ ἀνάλογον μορίῳ.
σώμα των ζώων έχουσι φυσικήν τινα
πάντα δὲ τὰ μόρια καὶ πᾶν τὸ σῶμα θερμότητα έμφυτον εις αυτά. Διά τούτο,
εἴπερ οὖν τὸ ζῷον ὥρισται τῷ τὴν

εφ' όσον ζώσι, φαίνονται θερμά, όταν δε
θερμότητα φυσικήν· διὸ ζῶντα μὲν αποθάνωσι και στερηθώσι την ζωήν,
γίνονται ψυχρά. Βεβαιώς δε εξ ανάγκης η
φαίνεται θερμά͵ τελευτῶντα δὲ καὶ
αρχή της θερμότητας ταύτης των εναίμων
στερισκόμενα τοῦ ζῆν τοὐναντίον.
είναι εις την καρδίαν, των δε αναίμων εις
ἀναγκαῖον δὴ ταύτης τὴν ἀρχὴν τῆς μέρος ανάλογον. Διότι πάντα τα όργανα
θερμότητος ἐν τῇ καρδίᾳ τοῖς
κατεργάζονται και χωνεύουσι την τροφήν
των διά της φυσικής θερμότητας·
ἐναίμοις εἶναι͵ τοῖς δ΄ ἀναίμοις ἐν
περισσότερον δε πάντων το δεσπόζον
τῷ ἀνάλογον· ἐργάζεται γὰρ καὶ
όργανον, η καρδία ή το αναλογούν αυτή
πέττει τῷ φυσικῷ θερμῷ τὴν τροφὴν
(εκτελεί το έργον τούτο).
πάντα͵ μάλιστα δὲ τὸ κυριώτατον.
τῶν ζῴων ἔχει τινὰ σύμφυτον

Διά ταύτα, όταν μεν ψύχονται τα άλλα
ψυχομένων ὑπομένει τὸ ζῆν͵ τοῦ δ΄ μέρη, η ζωή διαμένει, καταστρέφεται δε
τελείως, όταν κρυώση η καρδία, διότι
ἐν ταύτῃ φθείρεται πάμπαν͵ διὰ τὸ
αύτη είναι η πηγή της θερμότητος της
τὴν ἀρχὴν ἐντεῦθεν τῆς θερμότητος διανεμομένης εις όλα τα άλλα όργανα, και
ἠρτῆσθαι πᾶσι͵ καὶ τῆς ψυχῆς
η ψυχή είναι οιονεί πεπυρωμένη εις το
ὥσπερ ἐμπεπυρευμένης ἐν τοῖς
όργανον τούτο, όπερ εις τα έναιμα είναι η
μορίοις τούτοις͵ τῶν μὲν ἀναίμων ἐν καρδία, εις δε τα άναιμα το ανάλογον
όργανον. Λοιπόν πρέπει αναγκαίως να
τῷ ἀνάλογον͵ ἐν δὲ τῇ καρδίᾳ τῶν
συνυπάρχωσιν η ζωή και η διατήρησις
ἐναίμων. ἀνάγκη τοίνυν ἅμα τό τε
της θερμότητος ταύτης· ο δε καλούμενος
ζῆν ὑπάρχειν καὶ τὴν τοῦ θερμοῦ
θάνατος είναι η απώλεια αυτής.
τούτου σωτηρίαν͵ καὶ τὸν

διὸ τῶν μὲν ἄλλων μορίων

καλούμενον θάνατον εἶναι τὴν
τούτου φθοράν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'
Το πυρ φθείρεται διτιώς: ή μαραίνεται αφ' εαυτού ή σβύνεται υπ' άλλου.
Παράδειγμα ανθράκων σβυνομένων και πυρός υποκαίοντος υπό την τέφραν.

Ἀλλὰ μὴν πυρός γε δύο ὁρῶμεν
φθοράς͵ μάρανσίν τε καὶ σβέσιν.
καλοῦμεν δὲ τὴν μὲν ὑφ΄ αὑτοῦ
μάρανσιν͵ τὴν δ΄ ὑπὸ τῶν ἐναντίων

1. Αλλά προσέτι βλέπομεν, ότι το πυρ
έχει δύο τρόπους φθοράς, μάρανσιν και
σβέσιν. Ονομάζομεν δε μάρανσιν, όταν το
πυρ φθείρεται αφ' εαυτού, σβέσιν δε όταν

σβέσιν͵ [τὴν μὲν γήρᾳ͵ τὴν δὲ
βίαιον͵]

υπ' άλλων 26 φθείρηται· η μεν μάρανσις
είναι θάνατος (του ζώου) διά γήρας, η δε
σβέσις είναι βιαία καταστροφή.

2. Συμβαίνει δε και αι δύο φθοραί να
γίνεσθαι τὰς φθοράς· ὑπολειπούσης προέρχωνται από την αυτήν αιτίαν.
Τωόντι, όταν λείπη η τροφή, επειδή η
γὰρ τῆς τροφῆς͵ οὐ δυναμένου
θερμότης δεν δύναται να λαμβάνη την
λαμβάνειν τοῦ θερμοῦ τὴν τροφήν͵ τροφήν αυτής και να συντηρήται,
φθορὰ γίνεται τοῦ πυρός. τὸ μὲν
καταστρέφεται το πυρ· διότι τότε το
γὰρ ἐναντίον παῦον τὴν πέψιν
εναντίον (ψυχρόν) παύει την πέψιν και
ούτω εμποδίζει το οv να τρέφηται.
κωλύει τρέφεσθαι· ὁτὲ δὲ
Άλλοτε δε το πυρ συμβαίνει να
μαραίνεσθαι συμβαίνει͵ πλείονος
μαραίνηται, (να σβύνηται αφ' εαυτού),
ἀθροιζομένου θερμοῦ διὰ τὸ μὴ
όταν λ. χ. πολλή θερμότης συναθροίζηται
ἀναπνεῖν μηδὲ καταψύχεσθαι· ταχὺ 27, διότι το ζώον δεν αναπνέει ούτε
γὰρ καὶ οὕτω καταναλίσκει τὴν
ψύχεται. Διότι η ούτω συσσωρευθείσα
θερμότης ταχέως καταναλίσκει την
τροφὴν πολὺ συναθροιζόμενον τὸ
τροφήν, και προφθάνει να την
θερμόν͵ καὶ φθάνει καταναλίσκον
καταναλώση πριν ή γείνη η αναθυμίασις.
πρὶν ἐπιστῆναι τὴν ἀναθυμίασιν.
συμβαίνει δ΄ ἀμφοτέρας διὰ ταὐτὸ

3. Διά τούτο ουχί μόνον το ασθενέστερον
αφ' εαυτού πλησίον πυρός
ἔλαττον παρὰ τὸ πλεῖον πῦρ͵ ἀλλὰ πυρ σβύνεται 28
μεγαλυτέρου , αλλά και η φλοξ λύχνου,
καὶ αὐτὴ καθ΄ αὑτὴν ἡ τοῦ λύχνου
ήτις υπάρχει αυτή καθ' εαυτήν 29, εάν
φλὸξ ἐντιθεμένη πλείονι φλογὶ
τεθή εις φλόγα μεγαλυτέραν, κατακαίεται
[470a] κατακαίεται͵ καθάπερ ὁτιοῦν όπως οιονδήποτε άλλο καύσιμον υλικόν.
ἄλλο τῶν καυστῶν. αἴτιον δ΄ ὅτι τὴν Αίτιον δε τούτου είναι ότι η μεγαλυτέρα
φλόξ προφθάνει αυτή να καταναλώση την
μὲν οὖσαν ἐν τῇ φλογὶ τροφὴν
φθάνει λαμβάνουσα ἡ μείζων φλὸξ εις την μικράν φλόγα περιεχομένην
τροφήν πριν ή έλθη άλλη τροφή· και το
πρὶν ἐπελθεῖν ἑτέραν͵ τὸ δὲ πῦρ ἀεὶ
πυρ εξακολουθεί πάντοτε να γίνηται και
διατελεῖ γινόμενον καὶ ῥέον ὥσπερ να ρέη ως ποταμός, αλλ' η κίνησις αύτη
ποταμός͵ ἀλλὰ λανθάνει διὰ τὸ
ένεκα της ταχύτητος αυτής διαφεύγει την
αντίληψιν ημών.
τάχος.

διόπερ οὐ μόνον μαραίνεται τὸ

δῆλον τοίνυν ὡς εἴπερ δεῖ σῴζεσθαι
τὸ θερμόν (τοῦτο δ΄ ἀναγκαῖον͵
εἴπερ μέλλει ζῆν)͵ δεῖ γίνεσθαί τινα
τοῦ θερμοῦ τοῦ ἐν τῇ ἀρχῇ
κατάψυξιν.

4. Είναι λοιπόν φανερόν ότι, εάν
πρέπη να διατηρήται η θερμότης (ήτις
είναι αναγκαία εις την ζωήν), πρέπει να
γίνηται κατάψυξις (ελάττωσις) της
θερμότητος, ήτις είναι εις το αρχικόν
όργανον (την καρδίαν).

5. Παράδειγμα δε τούτου δυνάμεθα να
λάβωμεν εκείνο, όπερ συμβαίνει εις τους
τὸ συμβαῖνον ἐπὶ τῶν
πνιγομένους (σβυνομένους) άνθρακας30.
καταπνιγομένων ἀνθράκων· ἂν μὲν
Άν δηλαδή ούτοι άνευ διακοπής μείνωσιν
γὰρ ὦσι περιπεπωμασμένοι τῷ
εντός του ονομαζομένου πνιγέως
καλουμένῳ πνιγεῖ συνεχῶς͵
(κλιβάνου) κεκαλυμμένοι δια πώματος,
ἀποσβέννυνται ταχέως· ἂν δὲ παρ΄ σβύνονται ταχέως. Αν όμως κάμνη τις
αλληλοδιαδόχως συχνάς αφαιρέσεις και
ἄλληλά τις ποιῇ πυκνὰ τὴν
ἀφαίρεσιν καὶ τὴν ἐπίθεσιν͵ μένουσι επιθέσεις του πώματος, οι άνθρακες
μένουσιν ανημμένοι πολύν χρόνον. Ούτω
πεπυρωμένοι πολὺν χρόνον. ἡ δ΄
και η κρύψις διά τέφρας (περικάλυψις)
ἔγκρυψις σῴζει τὸ πῦρ· οὔτε γὰρ
του πυρός το διατηρεί, διότι τότε ούτε να
ἀποπνεῖν κωλύεται͵ διὰ μανότητα
αναπνεύση 31 εμποδίζεται από την τέφραν
τῆς τέφρας͵ ἀντιφράττει τε τῷ πέριξ διά την αραιότητα αυτής, και διά του
πέριξ αέρος η τέφρα εμποδίζει αυτό να
ἀέρι πρὸς τὸ μὴ σβεννύναι͵ τῷ
σβεσθή διά την της υπαρχούσης εν αυτώ
πλήθει τῆς ἐνυπαρχούσης αὐτῷ
θερμότητος υπερβολήν32.
θερμότητος.
παράδειγμα δὲ τούτου λαβεῖν ἔστι

ἀλλὰ περὶ μὲν τῆς αἰτίας ταύτης͵ ὅτι
τὸ ἐναντίον συμβαίνει τῷ
ἐγκρυπτομένῳ καὶ καταπνιγομένῳ
πυρί (τὸ μὲν γὰρ μαραίνεται͵ τὸ δὲ
διαμένει πλείω χρόνον)͵ εἴρηται ἐν
τοῖς προβλήμασιν.

6. Είπομεν δε εις τα Προβλήματα την
αιτίαν, διά την οποίαν συμβαίνει το
εναντίον εις το πυρ, το οποίον καλύπτεται
υπό τέφρας, και εις εκείνο όπερ σβύνεται
διά σκεπάσματος, το μεν δηλαδή
μαραίνεται, το δε πρώτον διαμένει
περισσότερον χρόνον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ς'.
Αίτια διατηρήσεως της φυσικής θερμότητος των φυτών. Τα ζώα πορίζονται εκ του
αέρος και του ύδατος την αναγκαίαν αυτοίς κατάψυξιν.

1. Επειδή δε παν ζώον έχει ψυχήν και
δεν δύναται να υπάρχη άνευ φυσικής
οὐκ ἄνευ φυσικῆς ὑπάρχει
θερμότητος, ως είπομεν, εις μεν τα φυτά
θερμότητος͵ ὥσπερ εἴπομεν͵ τοῖς
διά της τροφής και δια του στοιχείου του
μὲν φυτοῖς ἡ διὰ τῆς τροφῆς καὶ τοῦ περιέχοντος αυτά δίδεται αρκούσα
περιέχοντος ἱκανὴ γίνεται βοήθεια βοήθεια εις την διατήρησιν της φυσικής
πρὸς τὴν τοῦ φυσικοῦ θερμοῦ
θερμότητος. Διότι και η τροφή
Ἐπεὶ δὲ πᾶν ζῶν ἔχει ψυχήν͵ αὕτη δ΄

σωτηρίαν. καὶ γὰρ ἡ τροφὴ ποιεῖ
κατάψυξιν εἰσιοῦσα͵ καθάπερ καὶ
τοῖς ἀνθρώποις τὸ πρῶτον
προσενεγκαμένοις͵ αἱ δὲ νηστεῖαι
θερμαίνουσι καὶ δίψας ποιοῦσιν·
ἀκίνητος γὰρ ὢν ὁ ἀὴρ ἀεὶ
θερμαίνεται͵ τῆς δὲ τροφῆς
εἰσιούσης καταψύχεται κινούμενος͵
ἕως ἂν λάβῃ τὴν πέψιν.
ἐὰν δὲ τὸ περιέχον ὑπερβάλλῃ
ψυχρότητι διὰ τὴν ὥραν͵ ἰσχυρῶν
γινομένων πάγων͵ ἐξαυαίνεται ἡ
τοῦ θερμοῦ ἰσχύς͵ ἂν δὲ συμβαίνῃ
καύματα καὶ μὴ δύνηται τὸ
σπώμενον ἐκ τῆς γῆς ὑγρὸν
καταψύχειν͵ φθείρεται
μαραινόμενον τὸ θερμόν͵ καὶ
λέγεται σφακελίζειν καὶ
ἀστρόβλητα γίνεσθαι τὰ δένδρα
περὶ τοὺς καιροὺς τούτους. διὸ καὶ
γένη τινὰ λίθων ταῖς ῥίζαις
ὑποβάλλουσι καὶ ὕδωρ ἐν [470b]

εισερχόμενη εις τα φυτά προξενεί εις
αυτά κατάψυξιν, όπως προξενεί και εις
τους ανθρώπους τας πρώτας στιγμάς,
κατά τας οποίας εισέρχεται (εις τον
στόμαχον) 33. Αι νηστείαι όμως
θερμαίνουσι και προξενούσι δίψαν, διότι
ο αήρ, όταν μένη ακίνητος, θερμαίνεται
πάντοτε, αλλ' όταν η τροφή εισέλθη, ο
αήρ κινούμενος καταψύχει το ζώον, έως
ού η τροφή χωνευθή.
2. Αλλ' εάν το στοιχείον το περιέχον
το φυτόν είνε υπερβολικώς ψυχρόν ένεκα
της ώρας του έτους και της συμπτώσεως
σφοδρού παγετού, το φυτόν ξηραίνεται· ή
αv κατά το θέρος συμβαίνωσιν ισχυροί
καύσωνες, και το υγρόν το οποίον
λαμβάνει το φυτόν εκ της γης δεν δύναται
να φέρη κατάψυξιν, η θερμότης του
φυτού σβύνεται και καταστρέφεται. Τότε
δε λέγεται ότι το φυτόν ξηρανεται και ότι
τα δένδρα γίνονται ηλιόβλητα. Διά τούτο
κατά τας εποχάς ταύτας θέτουσιν εις τας
ρίζας των φυτών είδη τινά λίθων 34 και
ύδωρ εντός αγγείων, όπως ψύχωνται αι
ρίζαι των φυτών.

ἀγγείοις͵ ὅπως αἱ ῥίζαι ψύχωνται
τῶν φυτῶν.
3. Τα δε ζώα, επειδή άλλα μεν ζώσιν
ἔνυδρα τὰ δ΄ ἐν τῷ ἀέρι ποιεῖται τὴν εις το ύδωρ, άλλα δε εις τον αέρα, εκ των
στοιχείων τούτων και διά τούτων
δίαιταν͵ ἐκ τούτων καὶ διὰ τούτων
πορίζονται την αναγκαίαν αυτών
πορίζεται τὴν κατά ψυξιν͵ τὰ μὲν τῷ κατάψυξιν, εκείνα μεν εκ του ύδατος,
ὕδατι τὰ δὲ τῷ ἀέρι. τίνα δὲ τρόπον ταύτα δε εκ του αέρος. Αλλά κατά ποίον
καὶ πῶς͵ λεκτέον ἐπιστήσασι τὸν
τρόπον και υπό ποίους όρους γίνεται
τούτο θα είπωμεν μετά τινας εξηγήσεις.
λόγον μᾶλλον.
τῶν δὲ ζῴων ἐπεὶ τὰ μέν ἐστιν

(1) Μόνα τα ζώα τα έχοντα πνεύμονας ή ανάλογον όργανον δύνανται να λέγωνται ότι αναπνέoυσιν. Η χρήσις του
ύδατος υπό των ιχθύων χρησιμεύει εις τοιούτον σκοπόν (ψύξιν ή κανονισμόν της θερμοκρασίας), αλλά δεν είναι

αναπνοή. Εις τα αναπνέοντα ζώα η ζωή και ο θάνατος εξαρτάται εκ της αναπνοής. Ως φαίνεται, ο Αριστοτέλης
δεν παραδέχεται τον γενικόν νόμον, καθ' ον πάντα τα ζώα αvαπνέουσι κατά ένα ή άλλον τρόπον. Περιττόν να
επαναλάβωμεν ότι και η προκείμενη πραγματεία προϋποθέτει την “περί Ψυχής” πραγματείαν του Αριστοτέλους.
(2) Εις την καρδίαν, κατά τον Αριστοτέλην.
(3) Δηλ. το θρεπτικόν και το αισθητικόν είναι λειτουργία μιας και της αυτής ζωικής αρχής.
(4) Το θεμελιώδες χαρακτηριστικόν του μεν ζώντος είναι η θρέψις και η γέννησις ομοίου όντος, του δε ζώου είναι
η αίσθησις. Αμφότεραι όμως αι λειτουργείαι αύται εν τω ζώω εκτελούνται υπό του κεντρικού οργάνου, της
καρδίας.
(5) Τούτο δεv είναι ακριβές ως προς την ακοήν και την όσφρησιν, διότι ακούομεν ήχον ή οσφραινόμεθα οσμήν
ερχομένην όπισθεν ημών. Ορθότερον ίσως νοητέον ως έμπροσθεν το άvω, το προς την χώραν των αισθήσεων,
αίτινες είναι κυρίως περί την κεφαλήν.
(6) Kαι επειδή διά των ριζών τρέφεται το ζώον, διά τούτο τας ρίζας θεωρεί ως το άνω του φυτού.
(7) Άνω σχετικώς προς το σύμπαν δηλοί την διεύθυνσιν καθ' ην η φλόξ και τα φωτεινά σώματα κινούνται.
(8) To άνω μέρος αυτών είναι εστραμμένον προς διεύθυνσιν μέσην μεταξύ του άνω και του κάτω μέρος του
παντός.
(9) Κατά τον Aριστoτέλην η ζωική τροφή εν τη τελική μορφή αυτής είναι το αίμα.
(10) Η θωρακική χώρα.
(11) Όπως εις τα ερπετά.
(12) Αν το θρεπτικόν είναι το μόνον ουσιώδες, άμα τούτο υπάρχη, υπάρχει και ζη το ζώον. Η θέσις δε του
κεντρικού τούτου οργάνου αποδείκνυται ου μόνον εκ των υστέρων ή εμπειρικώς, αλλά και εκ των προτέρων, διά
τον λόγον, ότι η κεντρική θέσις είναι η αρίστη προς εκτέλεσιν πασών των λειτουργιών, των αναγκαίων εις το όλον
σώμα.
(13) Η κεντρική θέσις του θρεπτικού και το διαιρετόν των ζώων, και η μετά τον χωρισμόν εξακολούθησις της
ζωής.
(14) Των δικοτυληδόνων.
(15) Κατά τας εμβολιάσεις.
(16) Κατά τας μεταφυτεύσεις.
(17) Προς μεταφύτευσιν.
(18) Προς εμβολίασιν.
(19) Εις την εμβολίασιν.
(20) Εις την μεταφύτευσιν.
(21) Αι τροφαί τότε μόνον τρέφουσί, όταν μεταβληθώσιν εις αίμα, όπερ κυκλοφορούν δίδει εις έκαστον όργανον
την αναγκαίαν εις αυτό τροφήν.
(22) Υπονoεi τας λιποθυμίας, σιγκοπάς και εμετούς, τους οποίους προξενούσιν αισθήματα γεύσεως και αφής, και
μετά των σχετικών αισθήσεων αναφέρει εις την καρδίαν.
(23) Ο Πλάτων και ο Ιπποκράτης ορθότερον αποδίδουσιν εις τον εγκέφαλον την υψηλήν λειτουργίαν, την οποίαν
ο Αριστοτέλης αποδίδει εις την καρδίαv.
(24) Η γεύσις και η αφή.
(25) Ο Πλάτων, ο Ιπποκράτης και ο Διογένης.
(26) Το κείμενον λέγει “υπ' εναντίων” (δυνάμεων). Το πυρ πάντοτε σβύνεται υπό του ψυχρού δρώντος επί του
θερμού. Αλλά κατά την μάρανσιν σβύνεται διά της ελλείψεως τροφής, ένεκεν εξαντλήσεως. Κατά την σβέσιv
όμως σβύνεται δια τεχνητής εκθέσεως εις το ψυχρόν ή το υγρόν, (τα οποία καλεί ο Αριστοτέλης εναντίας
δυνάμεως)· και ούτως εμποδίζεται ακαvοviστως η παραγωγή θερμότητος υπό του αίματος, και βιαίως φέρεται η
υπάρχουσα προμήθεια εις πέρας.
(27) Υπερβάλλουσα θερμότης ταχέως εξαντλεί την προμήθειαν εναύσματος ως συμβαίνει εις τον πυρετόν ή εις το
γήρας. Πλην τούτου οι πνεύμονες εν τω γήρατι γίνονται ξηροί και σκληροί, και δεν εκτελούσι καλώς ην έχουσι
λειτουργίαν να κανονίζωσι την θερμοκρασίαν.
(28) Υποτίθεται ότι αμφότερα συντηρεί ο αήρ.
(29) Ανεξαρτήτως της μεγάλης εστίας (αέρος), εν ή τίθεται.
(30) Ο Αριστοτέλης υπεικάζει το έργον του αέρος ενταύθα, αλλά δεv το αναγνωρίζει λίαν σαφώς.
(31) Να αναπνεύση αέρα, απαρείτητον προς συντήρησιν του πυρός.
(32) Ο πέριξ αήρ εισδύων διά των πόρων της τέφρας εμποδίζει την υπερβολικήν θερμότητα έσω να εξαντλήση την
τροφήν της. Ομοίως ελαττούται και η ζωική θερμότης διά του αερισμού των πνευμόνων.
(33) Εννοεί πιθανώς τα ρίγη, ά αισθανόμεθα μετά το γεύμα και πρίν ή αρχίση η πέψις. Πιθανώτερον όμως αι
φρικιάσεις αύται είναι αποτέλεσμα της συρροής του αίματος εις τον στόμαχον, όστις έχει χρείαv αυτού εις το
έργον της πέψεως.
(34) Και ούτοι εκτελούσι το αυτό έργον, όπερ οι πνεύμονες και τα βράγχια εν τοις ζώοις, δηλαδή την κατάψυξιν ή
την παρακώλυσιν υπερβολικής θερμότητος, κατά τον Αριστοτέλη.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ
ΠΕΡΙ ΑΝΑΠΝΟΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.
Ατελείς θεωρίαι των προτέρων περί αναπνοής. Μόνα τα έχοντα πνεύμονας ζώα
αναπνέουσι. Διάφοροι οργανώσεις πνεύμονος. Σχέσεις αυτού προς την αναπνοήν.

Περὶ γὰρ ἀναπνοῆς ὀλίγοι μέν τινες
τῶν πρότερον φυσικῶν εἰρήκασιν·
τίνος μέντοι χάριν ὑπάρχει τοῖς
ζῴοις͵ οἱ μὲν οὐδὲν ἀπεφήναντο͵ οἱ
δὲ εἰρήκασι μέν͵ οὐ καλῶς δ΄
εἰρήκασιν ἀλλ΄ ἀπειροτέρως τῶν
συμβαινόντων. ἔτι δὲ πάντα τὰ ζῷά
φασιν ἀναπνεῖν· τοῦτο δ΄ οὐκ ἔστιν
ἀληθές. ὥστ΄ ἀναγκαῖον περὶ
τούτων πρῶτον ἐπελθεῖν͵ ὅπως μὴ
δοκῶμεν ἀπόντων κενὴν
κατηγορεῖν.

1. Περί αναπνοής ολίγοι τινές εκ των
προ ημών φυσιολόγων 1
επραγματεύθησαν. Αλλά προς ποίον
σκοπόν υπάρχει εις τα ζώα η αναπνοή,
άλλοι μεν ουδέν είπον, άλλοι δε έχουσι
μεν είπει, ουχί όμως ορθώς, αλλά και
άνευ εμπειρικής γνώσεως των γεγονότων.
Προσέτι λέγουσιν ότι τα ζώα
αναπνέουσιν όλα 2. Τούτο όμως δεv είναι
αληθές. Ώστε είναι αναγκαίον να
πραγματευθώμεν πρώτον περί τούτων, διά
να μη φαινώμεθα ότι ψευδώς
κατηγορούμεν ανθρώπους απόντας.

2. Ότι όσα ζώα έχουσι πνεύμονα,
πάντα αναπνέουσιν, είναι φανερόν. Αλλά
ζῴων ἀναπνεῖ πάντα͵ φανερόν.
και εκ τούτων όσα έχουσι τον πνεύμονα
ἀλλὰ καὶ τούτων αὐτῶν ὅσα μὲν
χωρίς αίμα και σπογγώδη, ταύτα
ἄναιμον ἔχει τὸν πνεύμονα καὶ
ολιγωτέραν χρείαν έχουσιν αναπνοής. Διά
σομφὸν ἧττον δέονται τῆς
τούτο δύνανται διά την δύναμιν 3 του
ἀναπνοῆς· διὸ πολὺν χρόνον ἐν τοῖς σώματος των να διαμένωσι πολύν χρόνον
ὕδασι δύνανται διαμένειν παρὰ τὴν εντός του ύδατος (χωρίς να αναπνέωσιν).
Έχουσι δε σπογγώδη τον πνεύμονα όλα
τοῦ σώματος ἰσχύν. τὸν δὲ
τα γεννώντα ωά, ως είναι το γένος των
πνεύμονα σομφὸν ἔχει πάντα τὰ
βατράχων. Προσέτι αι χελώναι της ξηράς
ᾠοτοκοῦντα͵ οἷον τὸ τῶν βατράχων και αι της θαλάσσης δύνανται να μένωσι
γένος. ἔτι δὲ αἱ ἑμύδες τε καὶ
πολύν χρόνον εντός του ύδατος. Διότι ο
χελῶναι πολὺν χρόνον μένουσιν ἐν πνεύμων αυτών, επειδή έχει ολίγον αίμα,
έχει ολίγην θερμότητα. Ούτος λοιπόν
τοῖς ὑγροῖς· ὁ γὰρ πνεύμων ὀλίγην
άπαξ εισπνεύσας διά της κινήσεως του
ἔχει θερμότητα (ὀλίγαιμον γὰρ
ὅτι μὲν οὖν ὅσα πνεύμονα ἔχει τῶν

ψυχραίνει το ζώον και το κάμνει να
διαμένη πολύν χρόνον εις το υγρόν, χωρίς
αὐτὸς τῇ κινήσει καταψύχει καὶ
ν' αναπνέη. Εάν όμως κρατήσωσι διά βίας
ποιεῖ διαμένειν πολὺν χρόνον. ἐὰν
την αναπνοήν των παρά πολύν χρόνον
μέντοι βιάζηταί τις λίαν κατέχων
(εις το ύδωρ), πάντα πνίγονται, διότι
πολὺν χρόνον͵ ἀποπνίγονται
ουδέν εξ αυτών δύναται να δεχθή το ύδωρ
πάντα· οὐδὲν γὰρ τῶν τοιούτων
όπως οι ιχθύς (διά των βραγχίων). Όσα δε
δέχεται τὸ ὕδωρ ὥσπερ οἱ ἰχθύες. τὰ έχουσιν αίμα εις τον πνεύμονα ταύτα
δ΄ ἔναιμον ἔχοντα πνεύμονα πάντα έχουσι περισσοτέραν χρείαν της τροφής
ένεκα της πολλής θερμότητος αυτών 4.
μᾶλλον δεῖται τῆς ἀναπνοῆς διὰ τὸ
ἔχουσιν αὐτόν)· ἐμφυσώμενος οὖν

πλῆθος τῆς θερμότητος·
τῶν δ΄ ἄλλων ὅσα μὴ ἔχει πνεύμονα 3. Όσα δε εκ των άλλων δεν έχουσι
πνεύμονα, ταύτα δεν αναπνέουσιν.
οὐθὲν ἀναπνεῖ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.
Αναίρεσις δοξασιών Δημοκρίτου, Αναξαγόρου και Διογένους. Η αναπνοή σύγκειται
από εισπνοήν και εκπνοήν.

Δημόκριτος μὲν οὖν ὁ Ἀβδηρίτης καί
τινες ἄλλοι τῶν περὶ τῆς ἀναπνοῆς
εἰρηκότων οὐδὲν περὶ τῶν ἄλλων
διωρίκασι ζῴων͵ ἐοίκασι μέντοι
λέγειν ὡς πάντων ἀναπνεόντων·

1. Δημόκριτος ο Αβδηρίτης και τινες
άλλοι, οι οποίοι επραγματεύθησαν περί
αναπνοής, ουδέν ώρισαν περί των αλλων
ζώων. Φαίνονται δε να φρονώσιν ότι
πάντα τα ζώα αναπνέουσιν.

Ἀναξαγόρας δὲ καὶ Διογένης͵ πάντα 2. Ο Αναξαγόρας δε και ο Διογένης (ο
Απολλωνιάτης) λέγουσιν, ότι πάντα
φάσκοντες ἀναπνεῖν͵ περὶ τῶν
αναπνέουσι, και μόνον περί των ιχθύων
ἰχθύων καὶ τῶν ὀστρέων λέγουσι
και των οστρέων λέγουσι κατά ποίον
τίνα τρόπον ἀναπνέουσιν͵
τρόπον αναπνέουσι.
καί φησιν Ἀναξαγόρας μέν͵ ὅταν
ἀφῶσι τὸ ὕδωρ διὰ τῶν [471a]
βραγχίων͵ τὸν ἐν τῷ στόματι

3. Και ο μεν Αναξαγόρας λέγει ότι οι
ιχθύς, όταν απορρίπτωσι το ύδωρ διά των
βραγχίων, ροφούσι συγχρόνως τον εις το
στόμα αυτών αναπτυσσόμενον αέρα 5 και

γινόμενον ἀέρα ἕλκοντας ἀναπνεῖν ούτω αναπνέουσι, διότι, λέγει, δεν
δύναται να υπάρχη ουδέν κενόν.
τοὺς ἰχθῦς· οὐ γὰρ εἶναι κενὸν
οὐδέν·
Διογένης δ΄ ὅταν ἀφῶσι τὸ ὕδωρ διὰ 4. Ο δε Διογένης λέγει ότι οι ιχθύς, όταν
τῶν βραγχίων͵ ἐκ τοῦ περὶ τὸ στόμα απορρίπτωσι το ύδωρ διά των βραγχίων,
τότε διά του κενού το οποίον γίνεται εις
περιεστῶτος ὕδατος ἕλκειν τῷ κενῷ
το στόμα αυτών ροφούσι τον αέρα εκ του
τῷ ἐν τῷ στόματι τὸν ἀέρα͵ ὡς
ύδατος, όπερ περιστοιχίζει το στόμα των,
ἐνόντος ἐν τῷ ὕδατι ἀέρος.
διότι υποθέτει ότι υπάρχει αήρ εις το
ύδωρ.
5. Αλλά αι θεωρίαι αύται είναι
αδύνατοι. Τω όντι, πρώτον μεν ούτοι
γὰρ τὸ ἥμισυ τοῦ πράγματος
αφαιρούσι το ήμισυ των πραγμάτων (της
ἀφαιροῦσι͵ διὰ τὸ τὸ κοινὸν ἐπὶ
αληθείας), διότι λέγουσι περί του ενός
θατέρου λέγεσθαι μόνον. ἀναπνοὴ των δύο μερών (της αναπνοής) ό,τι είναι
γὰρ καλεῖται͵ ταύτης δὲ τὸ μέν ἐστιν κοινόν και εις τα δύο. Διότι καλείται μεν
εἰσπνοή͵ τὸ δ΄ ἐκπνοή͵ περὶ ἧς οὐθὲν αναπνοή, αλλά έν μέρος αυτής είναι η
λέγουσι͵ τίνα τρόπον ἐκπνέουσι τὰ εκπνοή, το δε άλλο είναι η εισπνοή. Και
περί της εκπνοής ουδέν εκείνοι λέγουσι,
τοιαῦτα τῶν ζῴων. οὐδ΄ ἐνδέχεται
πώς δηλ. εκπνέουσι τα ζώα ταύτα τα μη
αὐτοῖς εἰπεῖν· ὅταν γὰρ
έχοντα πνεύμονα. Ουδέ δύνανται να
ἀναπνεύσωσι͵ ταύτῃ ᾗ ἀνέπνευσαν είπωσι. Τω όντι, όταν τα ζώα
πάλιν δεῖ ἐκπνεῖν͵ καὶ τοῦτο ποιεῖν αναπνεύσωσι, πρέπει πάλιν να
ἀεὶ παραλλάξ͵ ὥστε συμβαίνει ἅμα εκπνεύσωσι δια του αυτού μέρους δι' ου
δέχεσθαι τὸ ὕδωρ κατὰ τὸ στόμα καὶ ανέπνευσαν, και τούτο πρέπει να κάμνωσι
πάντοτε αλληλοδιαδόχως. Ώστε
ἐκπνεῖν.
συμβαίνει, κατ' εκείνους, άμα δέχωνται το
ύδωρ εις το στόμα οι ιχθύς, ευθύς να
εκπνέωσι τον αέρα όστις είναι εν αυτοίς.
ταῦτα δ΄ ἐστὶν ἀδύνατα. πρῶτον μὲν

ἀνάγκη δ΄ ἀπαντῶντα ἐμποδίζειν
θάτερον θατέρῳ. εἶτα ὅταν ἀφῶσι
τὸ ὕδωρ͵ τότε ἐκπνέουσι κατὰ τὸ
στόμα ἢ κατὰ τὰ βράγχια͵ ὥστε
συμβαίνει ἅμα ἐκπνεῖν καὶ
ἀναπνεῖν· τότε γάρ φασιν αὐτὸ
ἀναπνεῖν. ἅμα δ΄ ἀναπνεῖν καὶ
ἐκπνεῖν ἀδύνατον. ὥστ΄ εἰ ἀνάγκη
τὰ ἀναπνέοντα ἐκπνεῖν καὶ

Αλλ' αναγκαίως ταύτα συναντώμενα
πρέπει το εν να εμποδίζη το άλλο. Επειτα,
όταν απορρίπτωσι το ύδωρ, εκπνέουσι
τον αέρα είτε διά του στόματος, είτε διά
των βραγχίων, ώστε συγχρόνως θα
εκπνέωσι και θα εισπνέωσι· διότι τότε
ακριβώς, ως εκείνοι λέγουσι, τα ζώα
αναπνέωσιν. Αλλ' είναι αδύνατον να
αναπνέωσι και να εκπνέωσι συγχρόνως.
Ώστε, εάν εξ ανάγκης τα αναπνέοντα

εἰσπνεῖν͵ ἐκπνεῖν δὲ μὴ ἐνδέχεται
μηδὲν αὐτῶν͵ φανερὸν ὡς οὐδ΄
ἀναπνεῖ αὐτῶν οὐδέν.

εκπνέωσι και εισπνέωσι, ουδέν δε αυτών
δύναται να εκπνεύση 6, είναι πρόδηλον
ότι ουδέν αυτών αναπνέει.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.
Συνέχεια της αναιρέσεως των γνωμών Αναξαγόρα και Διογένους, οίτινες
επλανήθησαν διότι δεv παρετήρησαν ακριβώς, τα γεγονότα και τα όργανα των
ζώων, —και ότι η φύσις πάντα ποιεί πρός τινα σκοπόν. Ούτε ιχθύες oύτε άλλα μη
έχοντα πνεύμονα αναπνέουσιν.

1. Προσέτι ο ισχυρισμός, ότι οι ιχθύς
ροφούσι τον αέρα εκ του στόματος 7 ή δια
τοῦ στόματος ἢ ἐκ τοῦ ὕδατος διὰ
του στόματος εκ του ύδατος 8 είναι
τοῦ στόματος ἀδύνατον· οὐ γὰρ
αδύνατον. Τω όντι οι ιχθύς δεν έχουσι
ἔχουσιν ἀρτηρίαν διὰ τὸ πνεύμονα (τραχείαν) αρτηρίαν, διότι δεν έχουσι
μὴ ἔχειν͵ ἀλλ΄ εὐθὺς ἡ κοιλία πρὸς
πνεύμονα· αλλά ο στόμαχος αυτών είναι
τῷ στόματί ἐστιν͵ ὥστ΄ ἀναγκαῖον
αμέσως παρά το στόμα αυτών. Ώστε κατ'
ανάγκην θα εισπνέωσι τον αέρα διά του
τῇ κοιλίᾳ ἕλκειν. τοῦτο δὲ κἂν
στόματος των. Τούτο όμως θα εποίουν
τἆλλα ἐποίει ζῷα· νῦν δὲ οὐ
και τα άλλα ζώα, αλλά πραγματικώς δεν
ποιοῦσιν. κἂν ἐκεῖνα δ΄ ἔξω τοῦ
τα κάμνουσι. Και οι ιχθύς δε, όταν είναι
ὑγροῦ ὄντα ἐπιδήλως ἂν αὐτὸ
εκτός του ύδατος, θα έκαμνον αυτό
ἐποίει· φαίνεται δ΄ οὐ ποιοῦντ΄ αὐτό. φανερά 9. Αλλά προφανώς δεν το
κάμνουσι.

Ἔτι δὲ τὸ φάναι τὸν ἀέρα ἕλκειν ἐκ

2. Προσέτι εις πάντα τα ζώα, τα οποία
αναπνέουσι και έλκουσι τον αέρα των10,
ἑλκόντων τὸ πνεῦμα ὁρῶμεν
βλέπομεν ότι γίνεται κίνησις του
γινομένην τινὰ κίνησιν τοῦ μορίου
οργάνου, το οποίον έλκει αυτόν, αλλά
τοῦ ἕλκοντος͵ ἐπὶ δὲ τῶν ἰχθύων οὐ τούτο δεν παρατηρείται εις τους ιχθύς,
συμβαῖνον· οὐθὲν γὰρ φαίνονται
διότι δεν φαίνονται να κινώσι καvέv
κινοῦντες τῶν περὶ τὴν κοιλίαν ἀλλ΄ μέρος εκ των πέριξ της κοιλίας, κινούσι
ἢ τὰ βράγχια μόνον͵ καὶ ἐν τῷ ὑγρῷ δε μόνον τα βράγχια και εις το υγρόν και
όταν πέσωσιν εις την ξηράν, ότε
καὶ εἰς τὸ ξηρὸν ἐμπεσόντες͵ ὅταν
σπαρταρίζουσι.
ἀσπαρίζωσιν.

ἔτι πάντων τῶν ἀναπνεόντων καὶ

3. Προσέτι, όταν τα ζώα, τα οποία
αναπνέουσι, αποθνήσκωσιν εκ πνιγμού
τοῖς ὑγροῖς πάντα [471b] τὰ
εντός υγρού, σχηματίζονται τότε
ἀναπνέοντα͵ γίνονται πομφόλυγες
πομφόλυγες, διότι ο αήρ εξέρχεται βιαίως
τοῦ πνεύματος ἐξιόντος βιαίως͵ οἷον (εκ του πνεύμονος), ως γίνεται τούτο,
ἐάν τις βιάζηται χελώνας ἢ
όταν τοιαύτην βίαν δοκιμάζη τις εις τας
βατράχους ἤ τι ἄλλο τῶν τοιούτων χελώνας, τους βατράχους ή εις άλλο τι
του γένους τούτου. Αλλά εις τους ιχθύς
γενῶν· ἐπὶ δὲ τῶν ἰχθύων οὐ
δεν βλέπομεν να συμβαίνη τούτο,
συμβαίνει πειρωμένοις πάντα
οιονδήποτε τρόπον αν δοκιμάσωμεν, διότι
τρόπον͵ ὡς οὐκ ἐχόντων πνεῦμα
δεν έχουσιν ουδόλως αέρα έξωθεν
θύραθεν οὐθέν.
εισπνεόμενον.
ἔτι ὅταν ἀποθνήσκῃ πνιγόμενα ἐν

4. Αλλά καθ' όν τρόπον λέγουσιν ότι
ἀναπνοὴν αὐτοῖς͵ ἐνδέχεται καὶ τοῖς γίνεται η αναπνοή των ιχθύων, δύναται να
γίνεται και εις τους ανθρώπους, όταν είναι
ἀνθρώποις οὖσιν ἐν τῷ ὑγρῷ
εν τω ύγρω. Διότι, αν οι ιχθύς έλκωσι τον
συμβαίνειν· εἰ γὰρ καὶ οἱ ἰχθύες
αέρα εκ του πέριξ ύδατος εις το στόμα
ἕλκουσιν ἐκ τοῦ πέριξ ὕδατος τῷ
αυτών, διατί τούτο δεν θα ηδύναντο να
στόματι͵ διὰ τί τοῦτο οὐκ ἂν
πράττωσι και οι άνθρωποι και τα άλλα
ποιοῖμεν καὶ οἱ ἄνθρωποι καὶ τἆλλα ζώα ; Και ταύτα θα είλκον τον αέρα εκ
ζῷα; καὶ τὸν ἐκ τοῦ στόματος δ΄ ἂν του στόματος αυτών, όπως οι ιχθύς. Ώστε,
αν οι ιχθύς έχωσι ταύτην την δύναμιν, και
ἕλκοιεν ὁμοίως τοῖς ἰχθύσιν. ὥστ΄
εκείνα θα είχον αυτήν. Αλλ' επειδή τούτο
εἴπερ κἀκεῖνα ἦν δυνατά͵ καὶ ταῦτ΄ 11 δεν είναι δυνατόν, άρα ούτε εκείνο.
ἂν ἦν· ἐπεὶ δ΄ οὐκ ἔστι͵ δῆλον ὡς
ὅν τε τρόπον λέγουσι γίνεσθαι τὴν

οὐδ΄ ἐπ΄ ἐκείνων ἐστίν.
πρὸς δὲ τούτοις διὰ τίν΄ αἰτίαν ἐν τῷ 5. Προς τούτοις, εάν οι ιχθύς αναπνέωσι
12
, διά ποίαν αιτίαν εις τον αέρα
ἀέρι ἀποθνήσκουσι καὶ φαίνονται
αποθνήσκουσι και φαίνονται, ότι
ἀσπαρίζοντα ὥσπερ τὰ πνιγόμενα͵
σπαρταρούσιν ως εάν επνίγοντο ;
εἴπερ ἀναπνέουσιν; οὐ γὰρ δὴ
Βεβαίως δεν πάσχουσι τούτο δι' έλλειψιν
τροφῆς γε ἐνδείᾳ τοῦτο πάσχουσιν. τροφής, Και η αιτία δε την οποίαν
ἣν γὰρ λέγει Διογένης αἰτίαν͵
αναφέρει ο Διογένης είναι μωρά· λέγει
δηλαδή ότι εις τον αέρα ευρισκόμενα
εὐήθης· φησὶ γὰρ ὅτι τὸν ἀέρα
πολὺν ἕλκουσι λίαν ἐν τῷ ἀέρι͵ ἐν δὲ αναπνέουσι πάρα πολύν αέρα, εις δε το
ύδωρ τόσον μόνον, όσον χρειάζονται, και
τῷ ὕδατι μέτριον͵ καὶ διὰ τοῦτ΄
διά τούτο αποθνήσκουσιν. Αλλά έπρεπε
ἀποθνήσκειν. καὶ γὰρ ἐπὶ τῶν
τούτο να δύναται να συμβαίνη και εις τα
πεζῶν ἔδει δυνατὸν εἶναι τοῦτο
χερσαία ζώα (εάν ήτο αληθές). Αλλ'
συμβαίνειν· νῦν δ΄ οὐδὲν τῷ σφόδρα ουδέποτε ουδέν ζώον χερσαίον επνίγη,
ἀναπνεῦσαι ἀποπνίγεται πεζὸν

ζῷον.

διότι ανέπνευσε πολύν αέρα.

ἔτι δ΄ εἰ πάντα ἀναπνεῖ͵ δῆλον ὅτι

6. Προσέτι, εάν πάντα τα ζώα αναπνέωσι,
πρέπει και τα έντομα να αναπνέωσιν.
Αλλά πολλά από αυτά ζώσιν, όταν
κοπώσιν, και ουχί μόνον όταν κοπώσιν εις
δύο, αλλά και εις περισσότερα μέρη, ως
αι λεγόμεναι σκολόπενδραι. Πώς όμως τα
μέρη ταύτα δύνανται τότε να αναπνέωσι
και δια ποίου οργάνου;

καὶ τὰ ἔντομα τῶν ζῴων ἀναπνεῖ·
φαίνεται δ΄ αὐτῶν πολλὰ
διατεμνόμενα ζῆν͵ οὐ μόνον εἰς δύο
μέρη ἀλλὰ καὶ εἰς πλείω͵ οἷον αἱ
καλούμεναι σκολόπενδραι· ἃ πῶς ἢ
τίνι ἐνδέχεται ἀναπνεῖν;

7. Αιτία πρωτίστη του να μη εξηγώσιν
περὶ αὐτῶν καλῶς τό τε τῶν μορίων ορθώς ταύτα είναι το ότι ούτοι δεν
γνωρίζουσι τα εσωτερικά όργανα (των
ἀπείρους εἶναι τῶν ἐντός͵ καὶ τὸ μὴ
ζώων) και δεν συλλαμβάνουσι τον
λαμβάνειν ἕνεκά τινος τὴν φύσιν
σκοπόν ένεκα του οποίου πάντα η φύσις
πάντα ποιεῖν· ζητοῦντες γὰρ τίνος
ποιεί. Διότι, εάν εζήτουν προς ποίον
ἕνεκα ἡ ἀναπνοὴ τοῖς ζῴοις
σκοπόν υπάρχει η αναπνοή εις τα ζώα,
και αν την ενέργειαν ταύτην παρετήρουν
ὑπάρχει͵ καὶ ἐπὶ τῶν μορίων τοῦτ΄
επί των οργάνων (των εκτελούντων
ἐπισκοποῦντες͵ οἷον ἐπὶ βραγχίων
αυτήν), λ. χ. επί των βραγχίων και των
καὶ πνεύμονος͵ εὗρον ἂν θᾶττον τὴν
πνευμόνων, θα εύρισκον την αιτίαν
αἰτίαν.
ταχέως.
αἴτιον δὲ μάλιστα τοῦ μὴ λέγεσθαι

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.
Αvαίρεσις της Δημοκριτείου γνώμης, ότι η αναπνοή εμποδίζει την έκθλιψιν της
ψυχής εκ του σώματος (τον θάνατον). Αναπνοή και θερμότης.

1. Ο Δημόκριτος λέγει μεν ότι εκ της
αναπνοής αποτέλεσμά τι συμβαίνει εις τα
ἀναπνοῆς συμβαίνει τι τοῖς
αναπνέοντα ζώα, ισχυριζόμενος ότι αύτη
ἀναπνέουσι λέγει͵ φάσκων κωλύειν
εμποδίζει να εκθλίβηται (εξωθήται) η
ἐκθλίβεσθαι τὴν [472a] ψυχήν· οὐ
ψυχή εκ του σώματος. Ουδόλως είπεν
μέντοι ὡς τούτου γ΄ ἕνεκα
όμως, ότι η φύσις εποίησε την αναπνοήν
ποιήσασαν τοῦτο τὴν φύσιν οὐθὲν
προς τον σκοπόν τούτον. Εν γένει δε και
ούτος, όπως και οι άλλοι φυσικοί,
εἴρηκεν· ὅλως γὰρ ὥσπερ καὶ οἱ

Δημόκριτος δ΄ ὅτι μὲν ἐκ τῆς

ἄλλοι φυσι κοί͵ καὶ οὗτος οὐθὲν

ουδόλως θίγει την τελικήν αιτίαν.

ἅπτεται τῆς τοιαύτης αἰτίας.
2. Λέγει δε, ότι η ψυχή και η θερμότης
είναι το αυτό πράγμα, ότι είναι
ταὐτόν͵ τὰ πρῶτα σχήματα τῶν
στοιχειώδη σφαιροειδή άτομα (μόρια) 13.
σφαιροειδῶν. ἐκκρινομένων οὖν
Όταν λοιπόν ταύτα συνενώνται και
αὐτῶν ὑπὸ τοῦ περιέχοντος
πιέζωνται υπό του περιέχοντος αυτά
ἐκθλίβοντος͵ βοήθειαν γίνεσθαι τὴν αέρος, τότε η αναπνοή έρχεται εις
ἀναπνοήν φησιν. ἐν γὰρ τῷ ἀέρι
βοήθειαν· διότι λέγει ότι είναι εν τω αέρι
πολὺν ἀριθμὸν εἶναι τῶν τοιούτων ἃ πολλά από τα σφαιροειδή ταύτα, τα οποία
ονομάζει νουν και ψυχήν. Όταν λοιπόν το
καλεῖ ἐκεῖνος νοῦν καὶ ψυχήν·
ζώον εισπνέη και εισέρχηται ο αήρ,
ἀναπνέοντος οὖν καὶ εἰσιόντος τοῦ
εισέρχονται και τα σφαιροειδή ταύτα και
ἀέρος συνεισιόντα ταῦτα καὶ
αντιδρώντα εις την πίεσιν εμποδίζουσι να
ἀνείργοντα τὴν θλίψιν κωλύειν τὴν διαφύγη η ψυχή η υπάρχουσα εις τα ζώα.
ἐνοῦσαν ἐν τοῖς ζῴοις διιέναι ψυχήν͵

λέγει δ΄ ὡς ἡ ψυχὴ καὶ τὸ θερμὸν

3. Και διά τούτο η ζωή και ο θάνατος
εξαρτώνται εκ της αναπνοής και εκπνοής.
ἐκπνεῖν εἶναι τὸ ζῆν καὶ
Διότι, όταν το στοιχείον, όπερ περιέχει, (ο
ἀποθνήσκειν· ὅταν γὰρ κρατῇ τὸ
αήρ), διά της συνθλίψεως υπερισχύη και
περιέχον συνθλῖβον͵ καὶ μηκέτι τὸ
το έξωθεν εισερχόμενον εις το σώμα δεν
θύραθεν εἰσιὸν δύνηται ἀνείργειν͵
δύναται να αντιδρά εις την επικράτησιν,
μὴ δυναμένου ἀναπνεῖν͵ τότε
τότε, επειδή δεν δύναται το ζώον να
συμβαίνειν τὸν θάνατον τοῖς ζῴοις· αναπνεύση, επέρχεται ο θάνατος αυτού.
Και ούτως ο θάνατος είναι η εκ του
εἶναι γὰρ τὸν θάνατον τὴν τῶν
σώματος έξοδος των σφαιροειδών τούτων
τοιούτων σχημάτων ἐκ τοῦ σώματος
ατόμων, τα οποία εξωθούνται εκ του
ἔξοδον ἐκ τῆς τοῦ περιέχοντος
σώματος διά της πιέσεως του περιέχοντος
ἐκθλίψεως.
(στοιχείου).
καὶ διὰ τοῦτο ἐν τῷ ἀναπνεῖν καὶ

4. Δεν εξήγησεν όμως ο Δημόκριτος την
ἀναγκαῖον ἀποθανεῖν͵ οὐ μέντοι ὅτε αιτίαν, διά την οποίαν πάντα μεν τα ζώα
πρέπει να αποθάνωσιν αναγκαίως, ουχί
ἔτυχεν ἀλλὰ κατὰ φύσιν μὲν γήρᾳ͵
όμως όταν τύχη, αλλά εκ γήρατος μόνον
βίᾳ δὲ παρὰ φύσιν͵ οὐθὲν
κατά φύσιν (αποθνήσκουσι), βιαίως δε
δεδήλωκεν (καίτοι ἐχρῆν͵ ἐπεὶ ὁτὲ
παρά φύσιν. Και όμως, επειδή το
μὲν φαίνεται τοῦτο γινόμενον͵ ὁτὲ
φαινόμενον τούτο φαίνεται ότι γίνεται εις
μίαν περίοδον (το γήρας), άλλοτε δε δεν
δ΄ οὐ φαίνεται)͵ πότερον τὸ αἴτιον
φαίνεται, ώφειλε να εξηγήση αν η αιτία
ἔξωθέν ἐστιν ἢ ἐντός.
είναι έξωθεν ή εντός.
τὴν δ΄ αἰτίαν διὰ τί ποτε πᾶσι μὲν

οὐ λέγει δὲ οὐδὲ περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ
ἀναπνεῖν τί τὸ αἴτιον͵ πότερον
ἔσωθεν ἢ ἔξωθεν· οὐ γὰρ δὴ ὁ
θύραθεν νοῦς τηρεῖ τὴν βοήθειαν͵
ἀλλ΄ ἔσωθεν ἡ ἀρχὴ τῆς ἀναπνοῆς
γίνεται καὶ τῆς κινήσεως͵ οὐχ ὡς
βιαζομένου τοῦ περιέχοντος.
ἄτοπον δὲ καὶ τὸ ἅμα τὸ περιέχον
συνθλίβειν καὶ εἰσιὸν διαστέλλειν.

ἃ μὲν οὖν εἴρηκε καὶ ὥς͵ σχεδὸν
ταῦτ΄ ἐστίν.

5. Δεν λέγει δε ο Δημόκριτος ούτε περί
της αρχής της αναπνοής, ποίον είναι το
αίτιον αυτής και αν είναι έσωθεν ή
έξωθεν. Διότι βέβαια ο νους, τον οποίον
εισάγει έξωθεν, δεν δύναται να δώση την
βοήθειαν' αυτού (εις το ζώον). Αλλά
έσωθεν είναι η αρχή της αναπνοής και της
κινήσεως 14, η βία δε του περιέχοντος
στοιχείου ουδέν εξηγεί. Διότι είναι
άτοπον και το λέγειν, ότι το περιέχον
συνθλίβει το ζώον και συνάμα ότι
εισερχόμενος (ο αήρ) διαστέλλει αυτό 15.
Ταύτα λοιπόν είναι σχεδόν όσα είπεν ο
Δημόκριτος, και ούτος ο τρόπος καθ' όv
είπεν αυτά.

6. Εάν όμως πρέπη να θεωρώμεν ότι
πρότερον λεχθέντα καὶ μὴ πάντα τὰ είναι αληθή τα πρότερον λεχθέντα,16δηλ.
ότι δεν αναπνέουσι πάντα τα ζώα . δεv
ζῷα ἀναπνεῖν͵ οὐ περὶ παντὸς
πρέπει να υπολάβωμεν ότι η αιτία, την
θανάτου τὴν αἰτίαν ὑποληπτέον
οποίαν αναφέρει ο Δημόκριτος, εξηγεί
εἰρῆσθαι ταύτην͵ ἀλλὰ μόνον ἐπὶ
τον θάνατον εν γένει, αλλά μόνον τον
τῶν ἀναπνεόντων. οὐ μὴν οὐδ΄ ἐπὶ θάνατον των ζώων, τα οποία έχουσιν
αναπνοήν. Αλλά και περί τούτων πάλιν
τούτων καλῶς·
ουχί ορθώς.
εἰ δὲ δεῖ νομίζειν ἀληθῆ εἶναι τὰ

δῆλον δ΄ ἐκ τῶν συμβαινόντων καὶ
τῶν τοιούτων ὧν ἔχομεν πάντες
πεῖραν. ἐν γὰρ ταῖς ἀλέαις
θερμαινόμενοι μᾶλλον καὶ τῆς
ἀναπνοῆς μᾶλλον δεόμεθα καὶ
πυκνότερον ἀναπνέομεν πάντες·
ὅταν δὲ τὸ πέριξ ᾖ ψυχρὸν καὶ
συνάγῃ καὶ συμπηγνύῃ τὸ σῶμα͵
κατέχειν συμβαίνει τὸ πνεῦμα.
καίτοι τότ΄ ἐχρῆν τὸ θύραθεν εἰσιὸν
[472b] κωλύειν τὴν σύνθλιψιν.

7. Φανερόν δ' είναι τούτο εκ των
γεγονότων και μάλιστα εκείνων, των
οποίων πείραν έχομεν όλοι. Διότι κατά
τους ισχυρούς καύσωνας, επειδή τότε
θερμαινόμενα περισσότερον του
συνήθους, έχομεν και περισσοτέραν
χρείαν της αναπνοής, και αναπνέομεν
συχνότερον πάντες. Όταν όμως το
περιέχον ημάς είvαι ψυχρόν και συσφίγγη
και συμπηγνύη το σώμα, κρατούμεν την
αναπνοήν μας, μολονότι τότε έπρεπε
(κατά την δόξαν του Δημοκρίτου) ο
έξωθεν εισερχόμενος εις ημάς αήρ να
εμποδίζη την έξωσιν της ψυχής.

17
νῦν δὲ γίνεται τοὐναντίον· ὅταν γὰρ 8. Και όμως συμβαίνει το εναντίον ,

διότι, όταν συναθροισθή πολλή θερμότης,
επειδή δεν εκπνέομεν τον εσωτερικόν
ἐκπνεόντων͵ τότε δέονται τῆς
αέρα, τότε έχομεν χρείαν να αναπνέωμεν
ἀναπνοῆς· ἀναγκαῖον δ΄
και αναγκαζόμεθα, αφού εισπνεύσωμεν,
εἰσπνεύσαντας ἀναπνεῖν.
να αναπνεύσωμεν. Αληθώς, όταν πολύ
ἀλεάζοντες δὲ πολλάκις
θερμαινώμεθα, αναπνέομεν πολλάκις,
ἀναπνέουσιν͵ ὡς ἀναψύξεως χάριν διότι χάριν αναψύξεως αναπνέομεν εις
18
ἀναπνέοντες ὅτε τὸ λεγόμενον ποιεῖ καιρόν καθ' όν ούτω , ως λέγεται,
προσθέτομεν πυρ εις το πυρ 19.
πῦρ ἐπὶ πῦρ.

πολὺ λίαν ἀθροισθῇ τὸ θερμὸν μὴ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.
Αναίρεσις της εν τω Τιμαίω του Πλάτωνος θεωρίας περί αναπνοής.

Ἡ δ΄ ἐν τῷ Τιμαίῳ γεγραμμένη
περίωσις περί τε τῶν ἄλλων ζῴων
οὐδὲν διώρικε τίνα τρόπον αὐτοῖς ἡ
τοῦ θερμοῦ γίνεται σωτηρία͵
πότερον τὸν αὐτὸν ἢ δι΄ ἄλλην τινὰ
αἰτίαν (εἰ μὲν γὰρ μόνοις τὸ τῆς
ἀναπνοῆς ὑπάρχει τοῖς πεζοῖς͵
λεκτέον τὴν αἰτίαν τοῦ μόνοις· εἰ δὲ
καὶ τοῖς ἄλλοις͵ ὁ δὲ τρόπος ἄλλος͵
καὶ περὶ τούτου διοριστέον͵ εἴπερ
δυνατὸν ἀναπνεῖν πᾶσιν)·

1. Η εν τω Τιμαίω περιγραφομένη
κυκλική ώθησις ουδόλως εξηγεί κατά
ποίον τρόπον τα άλλα ζώα (εκτός του
ανθρώπου) συντηρούσι την θερμότητα
αυτών, δεν λέγει αν κατά τον αυτόν ή κατ'
άλλον τρόπον γίνεται η συντήρησις 20. Τω
όντι, αν εις μόνα τα χερσαία υπάρχη η
αναπνοή, πρέπει να εξηγήσωμεν δια τί εις
μόνα ταύτα υπάρχει. Εάν δε υπάρχη και
εις τα άλλα ζώα, διαφέρη δε ο τρόπος
καθ' ον αναπνέουσι, πρέπει και την
διαφοράν αυτήν να προσδιορίσωμεν, αν
είναι δυνατόν πάντα να αναπνέωσι.

2. Προσέτι δε είναι φανταστική η
εξήγησις, την οποίαν ο Τίμαιος δίδει περί
τῆς αἰτίας. ἐξιόντος γὰρ ἔξω τοῦ
της αναπνοής· λέγει δηλ. ότι, όταν ο
θερμοῦ διὰ τοῦ στόματος͵ τὸν
θερμός αήρ εξέρχηται έξω διά του
περιέχοντα ὠθούμενον ἀέρα
στόματος, ο περιέχων ημάς αήρ ωθείται,
φερόμενον ἐμπίπτειν εἰς τὸν αὐτὸν και διερχόμενος διά των σαρκών, αίτινες
τόπον φησὶ διὰ μανῶν οὐσῶν τῶν
είναι αραιαί, εμπίπτει εις τον αυτόν
σαρκῶν͵ ὅθεν τὸ ἐντὸς ἐξῄει θερμόν͵ τόπον, οπόθεν εξήλθεν ο εσωτερικός
θερμός αήρ, διότι, επειδή ουδαμού
διὰ τὸ μηδὲν εἶναι κενὸν
υπάρχει κενόν, τα μέρη αντικαθιστώσιν
ἔτι δὲ καὶ πλασματώδης ὁ τρόπος

άλληλα. Όταν δε θερμανθή, ο εισελθών
θερμανθέντα δὲ πάλιν ἐξιέναι κατὰ αήρ πάλιν εξέρχεται διά του αυτού
τρόπου, και ο θερμός αήρ εντός,
τὸν αὐτὸν τόπον͵ καὶ περιωθεῖν
εξερχόμενος διά του στόματος,
εἴσω διὰ τοῦ στόματος τὸν ἀέρα τὸν εξακολουθεί την κυκλικήν ώθησιν. Και
ἐκπίπτοντα θερμόν· καὶ τοῦτο δὴ
την κίνησιν ταύτην διαρκώς και συνεχώς
διατελεῖν ἀεὶ ποιοῦντας͵
κάμνομεν, ούτω δε αναπνέομεν και
εκπνέομεν.
ἀναπνέοντάς τε καὶ ἐκπνέοντας.
ἀντιπεριισταμένων ἀλλήλοις·

3. Αλλά κατά τους τοιαύτα δοξάζοντας
πρότερον τὴν ἐκπνοὴν γίνεσθαι τῆς συμβαίνει η εκπνοή να γίνηται πρότερον
της εισπνοής, ενώ υπάρχει το εναντίον,
εἰσπνοῆς. ἔστι δὲ τοὐναντίον·
και απόδειξις είναι, ότι αι κινήσεις αύται
σημεῖον δέ· γίνεται μὲν γὰρ
αλληλοδιαδέχονται η μία την άλλην.
ἀλλήλοις ταῦτα παρ΄ ἄλληλα͵ τε
Όταν όμως αποθνήσκωμεν, τότε
λευτῶντες δὲ ἐκπνέουσιν͵ ὥστ΄
εκπνέομεν, αναγκαίως άρα ηρχίσαμεν με
την εισπνοήν.
ἀναγκαῖον εἶναι τὴν ἀρχὴν
συμβαίνει δὲ τοῖς οὕτως οἰομένοις

εἰσπνοήν.
4. Αλλά oι ταύτα λέγοντες ουδόλως
τοῖς ζῴοις (λέγω δὲ τὸ ἀναπνεῖν καὶ λέγουσι προς ποίον σκοπόν υπάρχουσιν
εις τα ζώα η αναπνοή και η εκπνοή, αλλ'
τὸ ἐκπνεῖν) οὐθὲν εἰρήκασιν οἱ τοῦ
ομιλούσι περί αυτών ως περί τινος
τον τὸν τρόπον λέγοντες͵ ἀλλ΄ ὡς
επουσιώδους φαινομένου, και όμως
περὶ συμπτώματός τινος
βλέπομεν ότι αι λειτουργίαι αύται είναι οι
ἀποφαίνονται μόνον. καίτοι γε
κύριοι όροι της ζωής και του θανάτου.
Διότι, όταν τα ζώα τα αναπνέοντα δεν
κύρια ταῦθ΄ ὁρῶμεν τοῦ ζῆν καὶ
δύνανται να αναπνεύσωσιν, αναγκαίως
τελευτᾶν· ὅταν γὰρ ἀναπνεῖν μὴ
αποθνήσκουσι.
δύνωνται͵ τότε συμβαίνει γίνεσθαι
ἔτι δὲ τὸ τίνος ἕνεκα ταῦθ΄ ὑπάρχει

τὴν φθορὰν τοῖς ἀναπνέουσιν.
ἔτι δὲ ἄτοπον τὸ τὴν μὲν τοῦ θερμοῦ 5. Προσέτι είναι άτοπον να νομίζωμεν,
διὰ τοῦ στόματος ἔξοδον καὶ πάλιν ότι η διά του στόματος έξοδος και πάλιν
είσοδος του θερμού αέρος δεv διαφεύγει
εἴσοδον μὴ λανθάνειν ἡμᾶς͵ τὴν δ΄
την αντίληψιν ημών, η δε εις το στήθος
εἰς τὸν θώρακα τοῦ πνεύματος
είσοδος του αέρος 21 και πάλιν η έξοδος
εἴσοδον καὶ πάλιν θερμανθέντος
αυτού, όταν θερμανθή, μας διαφεύγει.
ἔξοδον λανθάνειν. ἄτοπον δὲ καὶ
Άτοπον δε είναι και να λέγωσιν, ότι η
αναπνοή είναι η είσοδος της θερμότητος,
τοῦ θερμοῦ τὴν ἀναπνοὴν εἴσοδον
διότι το εναντίον είναι φανερόν, δηλ. ο
εἶναι. φαίνεται γὰρ τοὐναντίον· τὸ
εκπνεόμενος αήρ είναι θερμός, ο δε
μὲν γὰρ ἐκπνεόμενον εἶναι θερμόν͵
εισπνεόμενος είναι ψυχρός· και όταν

τὸ δ΄ εἰσπνεόμενον ψυχρόν. ὅταν δὲ ούτος είναι θερμός, τότε ασθμαίνοντες
αναπνέομεν αυτόν, διότι, επειδή ο
θερμὸν ᾖ͵ ἀσθμαίνοντες [473a]
εισερχόμενος αήρ δεν δροσίζει αρκετά το
ἀναπνέουσιν· διὰ γὰρ τὸ μὴ
σώμα, αναγκαζόμεθα να αναπνέωμεν
καταψύχειν ἱκανῶς τὸ εἰσιὸν
πολλάκις.
πολλάκις τὸ πνεῦμα συμβαίνει
σπᾶν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ς'.
Η αναπνοή δεv γίνεται προς συντήρησιν της εσωτερικής θερμότητος, ήτις
παράγεται προ πάντων εκ τωv τροφών.

Ἀλλὰ μὴν οὐδὲ τροφῆς γε χάριν
ὑποληπτέον γίνεσθαι τὴν
ἀναπνοήν͵ ὡς τρεφομένου τῷ
πνεύματι τοῦ ἐντὸς πυρός͵ καὶ
ἀναπνέοντος μὲν ὥσπερ ἐπὶ πῦρ
ὑπέκκαυμα ὑποβάλλεσθαι͵
τραφέντος δὲ τοῦ πυρὸς γίγνεσθαι

1. Αλλά προσέτι δεν πρέπει να
νομίζωμεν, ότι η αναπνοή σκοπόν έχει
την τροφήν της εσωτερικής θερμότητος,
ως εάν αύτη ετρέφετο διά του αέρος (ον
εισπνέομεν), και ως εάv η αναπνοή ήτο
τρόπον τινά επίθεσις καυσίμου ύλης εις
το πυρ 22, η δε εκπνοή εγίνετο, όταν ήθελε
τραφή το πυρ.

τὴν ἐκπνοήν.
ταὐτὰ γὰρ ἐροῦμεν πάλιν καὶ πρὸς
τοῦτον τὸν λόγον ἅπερ καὶ πρὸς
τοὺς ἔμπροσθεν· καὶ γὰρ ἐπὶ τῶν
ἄλλων ζῴων ἐχρῆν τοῦτο
συμβαίνειν ἢ τὸ ἀνάλογον τούτῳ·
πάντα γὰρ ἔχει θερμότητα ζωτικήν.

2. Κατά της δοξασίας ταύτης θα είπομεν
πάλιν τα αυτά, τα οποία είπομεν κατά των
προηγουμένων. Τω όντι έπρεπε τούτο να
συμβαίνη και επί των άλλων ζώων, ή
όμοιον τι με αυτά. Διότι πάντα έχουσι
ζωτικήν θερμότητα.

3. Έπειτα, αν η θερμότης γίνεται εκ της
αναπνοής, πρέπει να είπωμεν κατά ποίον
ἐκ τοῦ πνεύματος τίνα χρὴ τρόπον
τρόπον γίνεται, Αληθώς είναι όλως
λέγειν͵ πλασματῶδες ὄν; μᾶλλον
φανταστική η γνώμη αύτη. Τω όντι
γὰρ ἐκ τῆς τροφῆς τοῦτο γιγνόμενον βλέπομεν, ότι η θερμότης προέρχεται
ὁρῶμεν.
μάλλον εκ της τροφής.
ἔπειτα καὶ τὸ γίγνεσθαι τὸ θερμὸν

4. (Κατά την δόξαν ταύτην) συμβαίνει
προσέτι το αυτό όργανον να δέχηται την
τὴν τροφὴν καὶ τὸ περίττωμα
τροφήν και vα αποβάλλη το περίττωμα,
ἀφιέναι· τοῦτο δ΄ ἐπὶ τῶν ἄλλων οὐχ
αλλά τούτο δεν βλέπομεν να γίνηται εις
ὁρῶμεν γινόμενον.
ουδεμίαν άλλην περίπτωσιν.

συμβαίνει τε κατὰ ταὐτὸ δέχεσθαι

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.
Αναίρεσις της δόξης του Εμπεδοκλέους περί αvαπvoής.

Λέγει δὲ περὶ ἀναπνοῆς καὶ
Ἐμπεδοκλῆς͵ οὐ μέντοι τίνος γ΄
ἕνεκα͵ οὐδὲ περὶ πάντων τῶν ζῴων
οὐδὲν ποιεῖ δῆλον͵ εἴτε ἀναπνέουσιν

1. Επραγματεύθη δε και ο Εμπεδοκλής
περί αναπνοής, αλλ' ουδέν είπε σαφές
προς ποίον σκοπόν και αν πάντα τα ζώα
αναπνέουσιν ή όχι.

εἴτε μή.
2. Ομιλών δε περί της αναπνοής, ήτις
ἀναπνοῆς λέγων οἴεται καὶ περὶ τῆς γίνεται διά των μυκτήρων, νομίζει ότι
ομιλεί περί της κυρίας αναπνοής. Αλλ'
κυρίας λέγειν ἀναπνοῆς. ἔστι γὰρ
απατάται, διότι υπάρχει και η αναπνοή
καὶ διὰ τῆς ἀρτηρίας ἐκ τῶν στηθῶν διά της τραχείας αρτηρίας γινομένη εκ
ἀναπνοὴ καὶ ἡ διὰ τῶν μυκτήρων·
του στήθους, και η διά των μυκτήρων·
αὐτοῖς δὲ χωρὶς ἐκείνης οὐκ ἔστιν
άνευ όμως της πρώτης δεν δύνανται να
ἀναπνεῦσαι τοῖς μυκτῆρσιν. καὶ τῆς αναπνεύσωσι μόνοι οι μυκτήρες. Και αν
τα ζώα στερηθώσι της διά των μυκτήρων
μὲν διὰ τῶν μυκτήρων γινομένης
γινομένης αναπνοής, δεv πάσχουσι
ἀναπνοῆς στερισκόμενα τὰ ζῷα
τίποτε, αν όμως στερηθώσι της δια της
οὐδὲν πάσχουσι͵ τῆς δὲ κατὰ τὴν
αρτηρίας αναπνοής, αποθνήσκουσιν.
ἀρτηρίαν ἀποθνήσκουσιν.
καὶ περὶ τῆς διὰ τῶν μυκτήρων

καταχρῆται γὰρ ἡ φύσις ἐν παρέργῳ 3. Η φύσις είς τινα ζώα μεταχειρίζεται ως
τῇ διὰ τῶν μυκτήρων ἀναπνοῇ πρὸς πάρεργόν τι την διά των μυκτήρων
αναπνοήν χάριν της οσφρήσεως. Διά
τὴν ὄσφρησιν ἐν ἐνίοις τῶν ζῴων·
τούτο πάντα σχεδόν τα ζώα έχουσιν
διόπερ ὀσφρήσεως μὲν σχεδὸν
όσφρησιν, αλλά δεν έχουσι το αυτό
μετέχει πάντα τὰ ζῷα͵ ἔστι δ΄ οὐ
αισθητήριον προς τον σκοπόν τούτον.
πᾶσι τὸ αὐτὸ αἰσθητήριον. εἴρηται
Περί αυτού ωμιλήσαμεν αλλαχού

δὲ περὶ αὐτῶν ἐν ἑτέροις [473b]

σαφέστερον.

σαφέστερον.
4. Λέγει δε ο Εμπεδοκλής, ότι η αναπνοή
και εκπνοή γίνεται, διότι υπάρχουσι
καὶ ἐκπνοὴν διὰ τὸ φλέβας εἶναί
φλέβες τινές, αίτινες έχουσιν αίμα, αλλά
τινας ἐν αἷς ἔνεστι μὲν αἷμα͵ οὐ
δεν είναι πλήρεις αίματος, και έχουσι
μέντοι πλήρεις εἰσὶν αἵματος͵ ἔχουσι πόρους, ίνα δέχωνται τον εξωτερικόν
δὲ πόρους εἰς τὸν ἔξω ἀέρα͵ τῶν μὲν αέρα, λίαν μικρούς ή ώστε να δέχωνται τα
τοῦ σώματος μορίων ἐλάττους͵ τῶν μόρια του σώματος, μεγάλους δε
αρκούντως, ίνα δέχωνται τα μόρια του
δὲ τοῦ ἀέρος μείζους· διὸ τοῦ
αέρος. Όθεν, επειδή το αίμα φύσει
αἵματος πεφυκότος κινεῖσθαι ἄνω
κινείται άνω και κάτω, όταν φέρηται εις
καὶ κάτω͵ κάτω μὲν φερομένου
τα κάτω, τότε εισρέει ο αήρ και γίνεται
εἰσρεῖν τὸν ἀέρα καὶ γίγνεσθαι
αναπνοή, όταν δε αναβαίνη εις τα άνω το
ἀναπνοήν͵ ἄνω δ΄ ἰόντος ἐκπίπτειν αίμα, τότε ο αήρ πίπτει έξω και γίνεται η
εκπνοή. Παρομοιάζων δε την κίνησιν
θύραζε καὶ γίνεσθαι τὴν ἐκπνοήν͵
ταύτην με την των κλεψύδρων, ο
παρεικάζων τὸ συμβαῖνον ταῖς
Εμπεδοκλής λέγει ότι:
κλεψύδραις.

γίγνεσθαι δέ φησι τὴν ἀναπνοὴν

ὧδε δ΄ ἀναπνεῖ πάντα καὶ ἐκπνεῖ·
πᾶσι λίφαιμοι σαρκῶν σύριγγες
πύματον κατὰ σῶμα τέτανται͵ καί
σφιν ἐπὶ στομίοις πυκιναῖς
τέτρηνται ἄλοξιν ῥινῶν ἔσχατα
τέρθρα διαμπερές͵ ὥστε φόνον μέν
κεύθειν͵ αἰθέρι δ΄ εὐπορίην διόδοισι
τετμῆσθαι. ἔνθεν ἔπειθ΄ ὁπόταν μὲν
ἀπαΐξῃ τέρεν αἷμα͵ αἰθὴρ
παφλάζων καταΐσσεται οἴδματι
μάργῳ͵ εὖτε δ΄ ἀναθρῴσκῃ͵ πάλιν
ἐκπνέει͵ ὥσπερ ὅταν παῖς κλεψύδρῃ
παίζῃσι διειπετέος χαλκοῖο εὖτε μὲν
αὐλοῦ πορθμὸν ἐπ΄ εὐειδεῖ χερὶ
θεῖσα εἰς ὕδατος βάπτῃσι τέρεν
δέμας ἀργυφέοιο͵ οὐδεὶς ἄγγοσδ΄
ὄμβρος ἐσέρχεται͵ ἀλλά μιν εἴργει
ἀέρος ὄγκος ἔσωθε πεσὼν ἐπὶ
τρήματα πυκνά͵ εἰσόκ΄ ἀποστεγάσῃ

“Όλα τα ζώα αναπνέουσι και εκπνέουσι
κατά τον εξής τρόπον: Επί της επιφανείας
του σώματός των εκτείνονται σαρκώδεις
σωλήνες (αρτηρίαι) άναιμοι. Υπεράνω
του στόματός των υπάρχουν τα έσχατα
άκρα των ρινών τρυπημένα από το εν εις
το άλλο μέρος διά πυκνών αυλακίων,
ούτως ώστε να εμποδίζηται η εκροή του
αίματος και να εισχωρή ευκόλως ο αήρ
διά των διόδων. Έπειτα δε, όταν μεν το
τρυφερόν αίμα ορμήση προς τα κάτω, ο
αήρ φυσών καταβαίνει εντός με ρεύμα
ορμητικόν, όταν όμως το αίμα αναπηδά
επάνω, εξέρχεται πάλιν ο αήρ,όπως όταν
κόρη παίζη με κλεψύδραν εκ λείου
χαλκού κατεσκευασμένην. Αφού
σκεπάση με την κομψήν χείρα της το
στόμιον του σωλήνος και εμβαπτίση εις
το υποχωρούν σώμα του αργυρού ύδατος,
δεν εισέρχεται τότε το ύδωρ εις το
αγγείον, αλλά το αποκλείει ο όγκος του
αέρος, όστις έσωθεν εισεχώρησεν εις τας

πυκνάς οπάς, έως ου απομακρύνη την
χείρα της και αφήση ελεύθερον τον
πνεύματος ἐλλείποντος ἐσέρχεται
πυκνόν ρουν του ύδατος· τότε δε
αἴσιμον ὕδωρ. ὡς δ΄ αὔτως͵ ὅθ΄ ὕδωρ
ελλείποντος του αέρος εισέρχεται
μὲν ἔχῃ κάτα βένθεα χαλκοῦ
ακωλύτως το ύδωρ. Ωσαύτως δε, όταν αφ'
πορθμοῦ χωσθέντος βροτέῳ χροῒ
ενός μεν το ύδωρ κατέχη τον πυθμένα του
ἠδὲ πόροιο͵ αἰθὴρ δ΄ ἐκτὸς ἔσω
χαλκού αγγείου, σκεπασθέντος του
στομίου του σωλήνος και παντός πόρου
λελιημένος ὄμβρον ἐρύκῃ ἀμφὶ
διά της χειρός, αφ' ετέρου δε ο
πύλας ἠθμοῖο δυσηχέος ἄκρα
εξωτερικός αήρ ορμών να εισέλθη εντός,
κρατύνων͵ [474a] εἰσόκε χειρὶ μεθῇ͵
εμποδίζη την εκροήν του ύδατος περί τας
τότε δ΄ αὖ πάλιν͵ ἔμπαλιν ἢ πρίν͵
οπάς του συρίττοντος λαιμού, ούτινος
πνεύματος ἐμπίπτοντος ὑπεκθέει
κατέχει τα άκρα, τότε πάλιν συμβαίνει το
εναντίον παρά πρότερον. Εισχωρούντος
αἴσιμον ὕδωρ.
του αέρος, εκτρέχει ελεύθερον το ύδωρ.

πυκινὸν ῥόον· αὐτὰρ ἔπειτα

ὡς δ΄ αὔτως τέρεν αἷμα
κλαδασσόμενον διὰ γυίων ὁππότε
μὲν παλίνορσον ἀπαΐξειε μυχόνδε͵
αἰθέρος εὐθὺς ῥεῦμα κατέρχεται
οἴδματι θῦον͵ εὖτε δ΄ ἀναθρῴσκῃ͵
πάλιν ἐκπνέει ἶσον ὀπίσσω.
λέγει μὲν οὖν ταῦτα περὶ τοῦ
ἀναπνεῖν. ἀναπνεῖ δ΄͵ ὥσπερ
εἴπομεν͵ τὰ φανερῶς ἀναπνέοντα
διὰ τῆς ἀρτηρίας͵ διά τε τοῦ
στόματος ἅμα καὶ διὰ τῶν
μυκτήρων. ὥστ΄ εἰ μὲν περὶ ταύτης
λέγει τῆς ἀναπνοῆς͵ ἀναγκαῖον
ζητεῖν πῶς ἐφαρμόσει ὁ εἰρημένος
λόγος τῆς αἰτίας· φαίνεται γὰρ

Κατά τον αυτόν τρόπον το τρυφερόν
αίμα εξακοντιζόμενον διά, των μελών του
σώματος, οσάκις μεν οπισθοδρομικώς
ορμα προς το βάθος, αμέσως κατέρχεται
ρεύμα αέρος με ορμητικόν φύσημα,
οσάκις δε εκείνο αναπηδά επάνω, πάλιν ο
αήρ εξ ίσου οπίσω εξέρχεται”.
Ταύτα λοιπόν λέγει ο Εμπεδοκλής περί
της αναπνοής. Αλλ', ως είπομεν, τα ζώα,
τα οποία φανερώς αναπνέουσι διά της
αρτηρίας, αναπνέουσι και διά του
στόματος συνάμα και των μυκτήρων.
Ώστε, εάν μεν περί τοιαύτης αναπνοής
ομιλή ο Εμπεδοκλής, πρέπει να
εξετάσωμεν πώς συμφωνεί με τα
πράγματα η υπ' αυτού αναφερομένη
εξήγησις.

τοὐναντίον συμβαῖνον.
7. Αλλά φαίνεται ότι δεν συμβιβάζεται με
αυτά. Τω όντι ανυψούντα το μέρος, όπως
καθάπερ τὰς φύσας ἐν τοῖς
ανυψούσι τα φυσερά εις τα σιδηρουργεία,
χαλκείοις͵ ἀναπνέουσιν (αἴρειν δὲ
αναπνέουσι τα ζώα. Εύλογον δε να
τὸ θερμὸν εὔλογον͵ ἔχειν δὲ τὸ αἷμα δεχθώμεν ότι τούτο ανυψώνουσι 23 η
τὴν τοῦ θερμοῦ χώραν)·
θερμότης και το αίμα, όπερ λαμβάνει τον

ἄραντες μὲν γὰρ τὸν τόπον͵

συνιζάνοντες δὲ καὶ
καταπλήττοντες͵ ὥσπερ ἐκεῖ τὰς
φύσας͵ ἐκπνέουσιν. πλὴν ἐκεῖ μὲν
οὐ κατὰ ταὐτὸν εἰσδέχονταί τε τὸν
ἀέρα καὶ πάλιν ἐξιᾶσιν͵ οἱ δ΄
ἀναπνέοντες κατὰ ταὐτόν.

εἰ δὲ περὶ τῆς κατὰ τοὺς μυκτῆρας
λέγει μόνης͵ πολὺ διημάρτηκεν· οὐ
γάρ ἐστιν ἀναπνοὴ μυκτήρων ἴδιος͵
ἀλλὰ παρὰ τὸν αὐλῶνα τὸν παρὰ
τὸν γαργαρεῶνα͵ ᾗ τὸ ἔσχατον τοῦ
ἐν τῷ στόματι οὐρανοῦ͵
συντετρημένων τῶν μυκτήρων
χωρεῖ τὸ μὲν ταύτῃ τοῦ πνεύματος͵
τὸ δὲ διὰ τοῦ στόματος͵ ὁμοίως
εἰσιόν τε καὶ ἐξιόν.
τὰ μὲν οὖν παρὰ τῶν ἄλλων
εἰρημένα περὶ τοῦ ἀναπνεῖν
τοιαύτας καὶ τοσαύτας ἔχει

τόπον της θερμότητος 24. Εξ άλλου τα
ζώα εκπνέουσι συμπιεζόμενα και
συσφιγγόμενα, όπως και τα φυσερά εις τα
σιδηρουργεία. Πλην τα μεν φυσερά δεν
δέχονται και δεν εξάγουσι τον αέρα διά
της αυτής οπής, ενώ οι αναπνέοντες
εισάγουσι και εξάγουσι τον αέρα διά της
αυτής οπής.
8. Εάν όμως ο Εμπεδοκλής ομιλή περί
μόνης της διά μυκτήρων αναπνοής,
σφάλλει πολύ, διότι η αναπνοή δεν
γίνεται ιδία μόνον διά των μυκτήρων,
αλλά κατά την περί τον σταφυλίτην
αύλακα, όπου είναι το άκρον του εν τω
στόματι ουρανίσκου, μέρος του αέρος
εισχωρεί διά των δύο ανοιγμάτων των
μυκτήρων, μέρος δε διά του στόματος,
και ούτω συμβαίνει και όταν εισέρχηται
και όταν εξέρχηται.
9. Όσα λοιπόν είπον άλλοι περί
αναπνοής έχουσι τοιαύτας και τοσαύτας
αντιρρήσεις.

δυσχερείας.

(1) Τοιούτοι είvαι ο Εμπεδοκλής, ο Δημόκριτος, ο Αναξαγόρας και ο Πλάτων.
(2) Ήτοι διά των πνευμόνων. Κατά τον Αριστοτέλη η αναπνοή συνίσταται εις την εισπνοήν και εκπνοήν του
αέρος. Κατά την νεωτέραν φυσιολογίαν η αναπνοή δηλοί εν γένει την αναπνοήν του οξυγόνου και την εκπνοήν
του ανθρακικού οξέως, ήτις γίνεται διά των πνευμόνων, του δέρματος, των βραγχίων και του πεπτικού σωλήνος.
(3) Ή διά τας διαστάσεις.
(4) Η αναπνοή ψύχει το ζώον και μετριάζουσα την φυσικήν θερμότητα αυτού διατηρεί την ζωήν.
(5) Εισέρχεται ο αήρ, όταν εξωθείται το ύδωρ διά της κινήσεως των βρόγχων. Αλλά τότε έπρεπε να ευρίσκονται οι
ιχθύς πάντοτε εις την επιφάνειαν του ύδατoς, ίνα αναπνέωσιν αέρα. Αλλά τούτο είναι σπανιώτατον. Δέον άρα να
υποθέσωμεν, ότι ο αήρ είναι και εν τω ύδατι, ίνα oι ιχθύς δύνανται να τον αναπνεύσωσιν. Εκ τούτου η γνώμη του
Διογένους εν τη 4§.
(6) Ο Αναξαγόρας και ο Διογένης εξηγούντες μόνον την εισπνοήν, ουδέν λέγουσι περί εκπνoής, και καταλύουσι
το ήμισυ των πραγμάτων, ως ειπεν ανωτέρω.
(7) Kατά τον Αναξαγόραν.
(8) Κατά τον Διογένην.
(9) Θα είχον την δύναμιν να αναπνέωσιν.
(10) Ίνα εισπνεύσωσι τον εξωτερικόν αέρα.
(11) Τα αναφερόμενα εις τους ανθρώπους και τα ζώα τα έχοντα πνεύμονα.
(12) Ως oι άνθρωποι και τα άλλα ζώα.
(13) Όρα “περί Ψυχής” Βιβλ. Α. Κεφ. 1.
(14) Ή της τοπικής εν γένει κινήσεως, ή μάλλον της μερικής, ήτις αποτελεί την αναπνοήν.
(15) Kαι όμως ανφότερα ταύτα είναι πραγματικά και προέρχονται εκ της ελαστικότητος του αέρος.

(16) Όπως ο άνθρωπος και τα άλλα όσα έχουσι πνεύμονα.
(17) Τουτέστιν έπρεπε η αναπνοή να είναι αναγκαιοτέρα εv τη ψύχει παρά εv τη θερμότητι, αλλ' όμως συμβαίνει
το ενάντιον, διότι κλ.
(18) Kατά την θεωρίαν του Δημοκρίτου.
(19) Παροιμία εφαρμοζομένη ενταύθα, διότι ο Δημόκριτος θεωρεί τα ψυχικά άτομα ταυτά με τα θερμά άτομα.
(20) Η Πλατωνική εξήγησις της κυκλικής κινήσεως της εισπνοής και εκπνοής εφαρμόζεται εις την ελλάττωσιν της
ζωικής θερμότητος. Τίμ. 79 Α.
(21) Διά των πόρων της σαρκός εις τον θώρακα.
(22) Σήμερον όμως η αναπνοή θεωρείται ως καύσις.
(23) Διότι διαστέλλει η θερμότης.
(24) Η επέκτασις λοιπόν ή ανύψωσις δεν εξηγείται διά του αέρος εν τη θεωρία του Εμπεδοκλέους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.
Αναγκαία η φυσική θερμότης προς θρέψιν και ζωήν. Η καρδία όργανον αυτής.
Ανάγκη ψύξεως προς συντήρησιv του ζώου.

Ἐπεὶ δὲ εἴρηται πρότερον ὅτι τὸ ζῆν
καὶ ἡ τῆς ψυχῆς ἕξις μετὰ
θερμότητός τινός ἐστιν (οὐδὲ γὰρ ἡ
πέψις͵ δι΄ ἧς ἡ τροφὴ γίνεται τοῖς
ζῴοις͵ οὔτ΄ ἄνευ ψυχῆς οὔτ΄ ἄνευ
θερμότητός ἐστιν· πυρὶ γὰρ

1. Είπομεν πρότερον, ότι η ζωή και η
ψυχή υπάρχει εις τα ζώα πάντοτε μετά
τινος θερμότητος. Διότι και η πέψις, διά
της οποίας γίνεται η θρέψις των ζώων,
δεν υπάρχει ούτε άνευ ψυχής, ούτε άνευ
θερμότητος, επειδή διά του πυρός
γίνονται πάσαι αι λειτουργίαι.

ἐργάζεται πάντα)͵
2. Δια τούτο εις τον πρώτον τόπον του
σώματος καὶ ἐν ᾧ πρώτῳ τοῦ τόπου σώματος, και εις το πρώτον μέρος του
πρώτου τούτου τόπου αναγκαίως είναι η
τούτου μορίῳ τὴν ἀρχὴν ἀναγκαῖον
τοιαύτη αρχή, και ενταύθα αναγκαίως
εἶναι τὴν τοιαύτην͵ ἐνταῦθα καὶ τὴν υπάρχει και η πρώτη ψυχή 25, η θρεπτική.
πρώτην θρεπτικὴν ψυχὴν
διόπερ ἐν ᾧ πρώτῳ τόπῳ τοῦ

ἀναγκαῖον ὑπάρχειν͵
[474b] οὗτος δ΄ ἐστὶν ὁ μέσος τόπος
τοῦ δεχομένου τὴν τροφὴν καὶ καθ΄
ὃν ἀφίησι τὸ περίττωμα͵ τοῖς μὲν
οὖν ἀναίμοις ἀνώνυμον͵ τοῖς δ΄
ἐναίμοις ἡ καρδία τοῦτο τὸ μόριόν
ἐστιν.

3. Ο τόπος δε ούτος (ο κεντρικός) είναι ο
μέσος μεταξύ του δεχομένου την τροφήν
και του αποβάλλοντος το περίττωμα. Και
εις μεν τα μη έχοντα αίμα ζώα 26 το μέρος
τούτο δεν έχει ίδιον όνομα, εις δε τα
έχοντα αίμα το μέρος τούτο είναι η
λεγομένη καρδία.

4. Η τροφή, εκ της οποίας γεννώνται
αμέσως τα μέρη των ζώων, είναι το αίμα.
τὰ μόρια τοῖς ζῴοις ἡ τοῦ αἵμα τος
Αναγκαίως δε είναι η αυτή η αρχή του
φύσις ἐστίν. τοῦ δ΄ αἵματος καὶ τῶν
αίματος και η των φλεβών, διότι το εν
φλεβῶν τὴν αὐτὴν ἀρχὴν
υπάρχει χάριν του άλλου, ως αγγείον
ἀναγκαῖον εἶναι· θατέρου γὰρ ἕνεκα ικανόν να δέχηται (το αίμα). Η αρχή δε
θάτερόν ἐστιν͵ ὡς ἀγγεῖον καὶ
των φλεβών εις τα έναιμα είναι η καρδία,
διότι όλα είναι εξηρτημένα εξ αυτής, και
δεκτικόν. ἀρχὴ δὲ τῶν φλεβῶν ἡ
δεν διέρχονται δι' αυτής, αλλά έρχονται εξ
καρδία τοῖς ἐναίμοις· οὐ γὰρ διὰ
αυτής. Φανερόν δε είναι τούτο από τας
ταύτης͵ ἀλλ΄ ἐκ ταύτης ἠρτημέναι
ἡ τροφὴ μὲν γὰρ ἐξ ἧς ἤδη γίνεται

πᾶσαι τυγχάνουσιν· δῆλον δ΄ ἡμῖν

ανατομάς των σωμάτων 27.

τοῦτο ἐκ τῶν ἀνατομῶν.
5. Αι μεν άλλαι δυνάμεις της ψυχής
ψυχῆς ἀδύνατον ὑπάρχειν ἄνευ τῆς είναι αδύνατον να υπάρχωσιν άνευ της
θρεπτικής, την αιτίαν δε τούτου είπομεν
θρεπτικῆς (δι΄ ἣν δ΄ αἰτίαν͵ εἴρηται
πρότερον εις τα περί ψυχής. Η θρεπτική
πρότερον ἐν τοῖς Περὶ ψυχῆς)͵
δε δεν δύναται να υπάρχη άνευ φυσικής
ταύτην δ΄ ἄνευ τοῦ φυσικοῦ πυρός· θερμότητος, διότι διά ταύτης η φύσις
ἐν τούτῳ γὰρ ἡ φύσις ἐμπεπύρευκεν επύρωσε και την δύναμιν ταύτην 28.

τὰς μὲν οὖν ἄλλας δυνάμεις τῆς

αὐτήν.
6. Αλλ' η φθορά του πυρός είναι, ως
είπομεν, η σβέσις (υπ' άλλου) ή μάρανσις
πρότερον͵ σβέσις καὶ μάρανσις͵
(αφ' εαυτού). Σβέσις δηλ. είναι όταν
σβέσις μὲν ἡ ὑπὸ τῶν ἐναντίων
προέρχηται από τα εναντία στοιχεία, διά
(διόπερ ἀθρόον τε ὑπὸ τῆς τοῦ
τούτο δε το πυρ και όταν είναι
περιέχοντος ψυχρότητος καὶ θᾶττον ηθροισμένον ως μία μάζα δύναται να
σβέννυται διασπώμενον· αὕτη μὲν
σβεσθή υπό της ψυχρότητος (του
οὖν ἡ φθορὰ βίαιος ὁμοίως ἐπὶ τῶν στοιχείου, αέρος ή ύδατος) του
ἐμψύχων καὶ τῶν ἀψύχων ἐστίν· καὶ περιέχοντος (το ζώον), και ταχύτερον
όταν είναι διεσπαρμένον. Αυτή λοιπόν η
γὰρ ὀργάνοις διαιρουμένου τοῦ
βίαιος φθορά του πυρός γίνεται ομοίως
ζῴου͵ καὶ πηγνυμένου διὰ ψύχους
και εις τα έμψυχα και εις τα άψυχα 29.
ὑπερβολήν͵ ἀποθνήσκουσιν)͵
Διότι τα ζώα, όταν κόπτωνται δι' οργάνων
ή όταν παγώνωσιν εξ υπερβολικού
ψύχους, αποθνήσκουσιν.
φθορὰ δὲ πυρός͵ ὥσπερ εἴρηται

7. Η μάρανσις όμως έρχεται εκ της
θερμότητος· καὶ γὰρ ἂν ὑπερβάλλῃ πολλής θερμότητος. Διότι, αν η πέριξ
θερμότης γίνηται υπερβολική, και δεν
τὸ πέριξ θερμόν͵ καὶ τροφὴν ἐὰν μὴ
λαμβάνηται πλέον εσωτερική τροφή,
λαμβάνῃ͵ φθείρεται τὸ πυρούμενον͵ καταστρέφεται το πυρούμενον ουχί εκ
οὐ ψυχόμενον ἀλλὰ μαραινόμενον. του ψύχους αλλ' αφ' εαυτού σβυνόμενον.
ὥστ΄ ἀνάγκη γίγνεσθαι κατάψυξιν͵ Ώστε αναγκαίον είναι να γίνηται
εἰ μέλλει τεύξεσθαι σωτηρίας· τοῦτο κατάψυξις, εάν μέλλη να διατηρήταί τι,
διότι τούτο μόνον βοηθεί κατά της
γὰρ βοηθεῖ πρὸς ταύτην τὴν
καταστροφής ταύτης.
φθοράν.
ἡ δὲ μάρανσις διὰ πλῆθος

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.
Τρόποι καταψύξεως αναγκαίας εις την αναπνοήν. Οργανισμός βομβούντων
εντόμων. Ζώα έχοντα πνεύμονας και δυνάμενα να ζώσι πολύ άνευ αvαπvoής.
Αμφίβια.

1. Εκ των ζώων τα μεν ζώσιν εν τω
ύδατι, τα δε εν τη ξηρά. Εκ τούτων τα
δ΄ ἐν τῇ γῇ ποιεῖται τὴν διατριβήν͵
όλως μικρά και τα άναιμα, η ψύξις, ήτις
τούτων τοῖς μὲν μικροῖς πάμπαν καὶ
γίνεται εκ του περιέχοντος, είτε ύδατος
τοῖς ἀναίμοις ἡ γινομένη ἐκ τοῦ
είτε αέρος, αρκεί, ίνα προφυλάξη από της
περιέχοντος ἢ ὕδατος ἢ ἀέρος ψύξις καταστροφής ταύτης 30. Διότι, επειδή
ἱκανὴ πρὸς τὴν βοήθειαν τῆς
έχουσιν ολίγην θερμότητα, ολίγην
φθορᾶς ταύτης· μικρὸν γὰρ ἔχοντα χρειάζονται βοήθειαν. Δια τούτο όλα
σχεδόν ταύτα τα ζώα είναι βραχύβια,
τὸ θερμὸν μικρᾶς δέονται τῆς
διότι μικρά μόνον μεταβολή προς το εν ή
βοηθείας. διὸ καὶ βραχύβια σχεδὸν
το άλλο μέρος καταστρέφει την
πάντα τὰ τοιαῦτ΄ ἐστίν· ἐπ΄
ισορροπίαν.
ἀμφότερα γὰρ μικρὰ ὄντα μικρᾶς
Ἐπεὶ δὲ τῶν ζῴων τὰ μὲν ἔνυδρα͵ τὰ

τυγχάνει ῥοπῆς.
2. Όσα δε των εντόμων ζώσι
χρόνον, και ως πάντα τα
ἐντόμων (ἄναιμα γάρ ἐστι πάντα τὰ περισσότερον
31
έντομα δεν έχουσιν αίμα, εις ταύτα το
ἔντομα)͵ τούτοις ὑπὸ τὸ διάζωμα
υποκάτω του διαζώματος μέρος είναι
διέσχισται͵ ὅπως διὰ λεπτοτέρου
εσχισμένον εις δύο μέρη, ίνα ψύχωνται
ὄντος τοῦ ὑμένος ψύχηται· μᾶλλον διά της μεμβράνης, ήτις είναι λεπτοτάτη
γὰρ ὄντα θερμὰ πλείονος δεῖται τῆς εις το μέρος τούτο. Διότι επειδή είναι
περισσότερον θερμά, έχουσι χρείαν
καταψύξεως͵ οἷον αἱ μέλιτται
περισσοτέρας ψύξεως, ως αι μέλισσαι,
ὅσα δὲ [475a] μακροβιώτερα τῶν

3. (τω όντι τινές των μελισσών ζώσιν
ἑπτὰ ἔτη) καὶ τἆλλα δὲ ὅσα βομβεῖ͵ επτά έτη) και πάντα τα άλλα έντομα, όσα
βομβούσιν, ως αι σφήκες, αι μηλολόνθαι
οἷον σφῆκες καὶ μηλολόνθαι καὶ
και οι τέττιγες. Διότι τούτον τον ήχον
τέττιγες. καὶ γὰρ τὸν ψόφον ποιοῦσι παράγουσι διά της πνοής των ως να
πνεύματι͵ οἷον ἀσθμαίνοντα· ἐν
ήσθμαινον διότι υπ' αυτό το διάφραγμα,
αὐτῷ γὰρ τῷ ὑποζώματι͵ τῷ ἐμφύτῳ διά της εμφύτου πνοής, ήτις υψούται και
καταβαίνει, γίνεται η σύγκρουσις (του
πνεύματι αἰρομένῳ καὶ συνίζοντι͵
συμβαίνει πρὸς τὸν ὑμένα γίνεσθαι εσωτερικού αέρος) προς την μεμβράνην.
Διότι τα έντομα κινούσι το μέρος τούτο,
(τῶν γὰρ μελιττῶν ἔνιαι ζῶσι καὶ

τρίψιν· κινοῦσι γὰρ τὸν τόπον
τοῦτον͵ ὥσπερ τὰ ἀναπνέοντα
ἔξωθεν τῷ πνεύμονι καὶ οἱ ἰχθύες

καθώς τα άλλα, ίσα αναπνέουσι, τον
εξωτερικόν αέρα κινούσι διά του
πνεύμονας, ή οι ιχθύες διά των βραγχίων.

τοῖς βραγχίοις.
4. Συμβαίνει δήλα δη εις ταύτα τα έντομα
τίς τινα τῶν ἀναπνεόντων πνίγοι͵ τὸ όμοιόν τι με το συμβαίνον, εάν τις πνίγη
τι εκ των αναπνεόντων κρατών το στόμα
στόμα κατασχών· καὶ γὰρ ταῦτα
αυτού. Διότι και ταύτα διά του πνεύμονος
ποιήσει τῷ πνεύμονι τὴν ἄρσιν
ποιούσι την ανύψωσιν του στήθους 32.
ταύτην· ἀλλὰ τούτοις μὲν οὐχ
Αλλ' η τοιαύτη κίνησις δεv προξενεί εις
ἱκανὴν ἡ τοιαύτη ποιεῖ κίνησις
ταύτα ικανήν κατάψυξιν, εις τα έντομα
όμως παράγει αρκετήν. Και ταύτα διά της
κατάψυξιν͵ ἐκείνοις δ΄ ἱκανήν. καὶ
τῇ τρίψει τῇ πρὸς τὸν ὑμένα ποιοῦσι τρίψεως του αέρος προς την μεμβράνην
παράγουσι τον βόμβον, ως είπομεν, όπως
τὸν βόμβον͵ ὥσπερ λέγομεν͵ οἷον
τα παιδία διά των τρυπημένων καλάμων,
διὰ τῶν καλάμων τῶν
όταν επιθέσωσι λεπτήν μεμβράνην. Διά
τετρυπημένων τὰ παιδία͵ ὅταν
του τρόπου τούτου τραγωδούσι και οι
τέττιγες, όσοι τραγωδούσι, διότι έχουσι
ἐπιθῶσιν ὑμένα λεπτόν. διὰ γὰρ
περισσοτέραν θερμότητα παρά τους
τοῦτο καὶ τῶν τεττίγων οἱ ᾄδοντες
άλλους και είναι διηρημένον το υπό το
ᾄδουσιν· θερμότεροι γάρ εἰσι͵ καὶ
διάφραγμα μέρος. Αλλ' οι μη ωδικοί δεν
ἔσχισται αὐτοῖς ὑπὸ τὸ ὑπόζωμα·
έχουσι το σχίσμα τούτο.
τοῖς δὲ μὴ ᾄδουσι τοῦτ΄ ἐστὶν
παραπλήσιον γὰρ συμβαίνει κἂν εἴ

ἄσχιστον.
6. Και εκ των ζώων δε, τα οποία έχουσιν
ἐχόντων͵ ὀλίγαιμον δ΄ ἐχόντων καὶ αίμα και πνεύμονα ολιγόαιμον και
σπογγώδη, μερικά δύνανται πολύν χρόνον
σομφόν͵ ἔνια διὰ τοῦτο πολὺν
να ζώσι χωρίς να αναπνέωσι, διότι ο
χρόνον δύνανται ἀπνευστὶ ζῆν͵ ὅτι ὁ πνεύμων αυτων δύναται να λάβη μεγάλην
πνεύμων ἄρσιν ἔχει πολλήν͵ ὀλίγον διαστολήν και έχει ολίγην ποσότητα
ἔχων τὸ αἷμα καὶ τὸ ὑγρόν· ἡ γὰρ
αίματος και υγρού. Και ούτως η ιδία
αυτού κίνησις αρκεί να ψύξη το ζώον επί
οἰκεία κίνησις ἐπὶ πολὺν χρόνον
πολύν χρόνον. Επί τέλους όμως δεν
διαρκεῖ καταψύχουσα. τέλος δ΄ οὐ
δύναται να εξακολουθήση τούτο, αλλ'
δύναται͵ ἀλλ΄ ἀποπνίγεται μὴ
αποπνίγονται εάν δεν αναπνέωσιν, ως
ἀναπνεύσαντα͵ καθάπερ εἴρηται
είπομεν πρότερον.
καὶ πρότερον·
καὶ τῶν ἀναίμων δὲ καὶ πνεύμονα

τῆς γὰρ μαράνσεως ἡ διὰ τὸ μὴ
ψύχεσθαι φθορὰ καλεῖται πνίξις͵

7. Ο μαρασμός, όστις συνίσταται εις
καταστροφήν δι' έλλειψιν ψύχους,

καὶ τὰ οὕτω φθειρόμενα
ἀποπνίγεσθαί φαμεν.

καλείται πνίξις, και τα ούτως
αποθνήσκοντα ζώα, λέγομεν ότι
πνίγονται.

8. Ότι δε τα έντομα δεν αναπνέουσιν
είπομεν και πρότερον, αλλ' ευκόλως
ζῴων͵ εἴρηται μὲν καὶ πρότερον͵
αποδεικνύεται από τα μικρά ζώα, οποία
φανερὸν δὲ καὶ ἐπὶ τῶν μικρῶν ἐστι
είναι αι μυίαι και αι μέλισσαι, διότι ταύτα
ζῴων͵ οἷον μυιῶν καὶ μελιττῶν· ἐν
δύνανται πολύν χρόνον να κολυμβώσιν
γὰρ τοῖς ὑγροῖς πολὺν [475b] χρόνον εις το υγρόν, εάν τούτο δεν είναι λίαν
ἀνανήχεται͵ ἂν μὴ λίαν ᾖ θερμὸν ἢ ψυχρόν ή λίαν θερμόν.
ὅτι δ΄ οὐκ ἀναπνεῖ τὰ ἔντομα τῶν

ψυχρόν·
καίτοι τὰ μικρὰν ἔχοντα δύναμιν
πυκνότερον ζητεῖ ἀναπνεῖν. ἀλλὰ
φθείρεται ταῦτα καὶ λέγεται
ἀποπνίγεσθαι πληρουμένης τῆς
κοιλίας καὶ φθειρομένου τοῦ ἐν τῷ
ὑποζώματι θερμοῦ· διὸ καὶ ἐν τῇ
τέφρᾳ χρονισθέντα ἀνίσταται.

9. Όμως τα ζώα, τα οποία έχουσι μικράν
δύναμιν, ζητούσι να αναπνέωσι
συχνότερον· αλλ' αποθνήσκουσι ταύτα
και, ως λέγεται, πνίγονται, όταν γίνηται
πλήρες το στήθος αυτών και αφανίζεται
το υγρόν, το οποίον είναι εις το υπόζωμα
αυτών. Διά τούτο, και όταν μείνωσι πολύν
χρόνον εις την τέφραν, εγείρονται πάλιν.

10. Και εκ των ζώων δε, τα οποία
ἄναιμα πλείω χρόνον ζῇ ἐν τῷ ἀέρι ζώσιν εις το υγρόν, πάντα όσα δεν
έχουσιν αίμα, ζώσιν εις τον αέρα
τῶν ἐναίμων καὶ δεχομένων τὴν
περισσότερον χρόνον παρά τα έχοντα
θάλατταν͵ οἷον τῶν ἰχθύων· διὰ γὰρ αίμα και δεχόμενα το θαλάσσιον υγρόν,
τὸ ὀλίγον ἔχειν τὸ θερμὸν ὁ ἀὴρ
ως οι ιχθύς. Τω όντι, επειδή έχουσιν
ἱκανός ἐστιν ἐπὶ πολὺν χρόνον
ολίγην θερμότητα, ο αήρ είναι ικανός να
ψύχη αυτά επί πολύν χρόνον, και τοιαύτα
καταψύχειν͵ οἷον τοῖς τε
μαλακοστράκοις καὶ τοῖς πολύποσιν είναι τα μαλακόστρακα και οι πολύποδες.
Αλλ' όμως ο αήρ επί τέλους δεν αρκεί ίνα
(οὐ μὴν εἰς τέλος γε διαρκεῖ πρὸς τὸ
ζήσωσι ταύτα διαρκώς, διότι έχουσιν
ζῆν [διὰ] τὸ ὀλιγόθερμα εἶναι)·
ολίγην θερμότητα.

καὶ τῶν ἐν τῷ ὑγρῷ δὲ ζώντων ὅσα

ἐπεὶ καὶ τῶν ἰχθύων [οἱ] πολλοὶ
ζῶσιν ἐν τῇ γῇ͵ ἀκινητίζοντες
μέντοι͵ καὶ εὑρίσκονται

11. Διότι και πολλοί των ιχθύων ζώσιν εν
τη ξηρά, αλλά μένουσιν ακίνητοι, και
ανευρίσκονται όταν εξορύττωνται.

ὀρυττόμενοι.
ὅσα γὰρ ἢ μηδ΄ ὅλως ἔχει πνεύμονα 12. Όσα δε ζώα δεν έχουσι πνεύμονα, ή
έχουσι πνεύμονα εστερημένον αίματος,

ἢ ἄναιμον͵ ἐλαττονάκις δεῖται
καταψύξεως.

έχουσιν ανάγκην ολίγιστα συχνής
καταψύξεως.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι'.
Τρόποι ψύξεως ζώων εχόντων πνεύμονας και αίμα. Ζωοτόκα και ωοτόκα.
Πνεύμονες και βράγχια.

1. Είπομεν περί των ζώων, τα οποία
άλλα 33 μεν ο αήρ ο
μὲν ὁ περιέχων ἀὴρ τοῖς δὲ τὸ ὑγρὸν δεν έχουσιν αίμα, ότι 34
περιέχων αυτά, άλλα δε το υγρόν
βοηθεῖ πρὸς τὴν ζωήν͵ εἴρηται·
βοηθεί, ίνα συντηρώσι την ζωήν των.

Περὶ μὲν οὖν τῶν ἀναίμων͵ ὅτι τοῖς

τοῖς δ΄ ἐναίμοις καὶ τοῖς ἔχουσι
καρδίαν͵ ὅσα μὲν ἔχει πνεύμονα
πάντα δέχεται τὸν ἀέρα καὶ τὴν
κατάψυξιν ποιεῖται διὰ τοῦ

2. Εκ των εχόντων δε αίμα και καρδίαν,
όσα αυτών έχουσι πνεύμονα, πάντα
δέχονται τον αέρα και ψύχονται διά της
αναπνοής και εκπνοής.

ἀναπνεῖν καὶ ἐκπνεῖν.
3. Πνεύμονα δε έχουσιν εκείνα, τα οποία
ζωοτοκούσιν εντός εαυτών και ουχί
ζῳοτοκοῦντα ἐν αὑτοῖς καὶ μὴ
εκτός, (όπως τα σελαχώδη, τα οποία
θύραζε μόνον (τὰ γὰρ σελάχη
γεννώσι μικρά ζώα, αλλ' ουχί εντός
ζῳοτοκεῖ μέν͵ ἀλλ΄ οὐκ ἐν αὑτοῖς)
εαυτών 35) και εξ εκείνων τα οποία
καὶ τῶν ᾠοτοκούν των τά τε
γεννώσιν ωά τα έχοντα πτέρυγας, λ. χ. τα
πτερυγωτά͵ οἷον ὄρνιθες͵ καὶ τὰ
πτηνά, και τα έχοντα φολίδας, λ. χ. αι
φολιδωτά͵ οἷον χελῶναι καὶ σαῦραι χελώναι, αι σαύραι και οι όφεις. Των
ζωοτόκων ο πνεύμων έχει αίμα, των
καὶ ὄφεις. ἐκεῖνα μὲν οὖν ἔναιμον͵
ωοτόκων δε των πλείστων είναι
τούτων δὲ τὰ πλεῖστα τὸν πνεύμονα
σπογγώδης· διό ταύτα αραιότερον
ἔχει σομφόν· διὸ καὶ τῇ ἀναπνοῇ
αναπνέουσιν, ως είπομεν και πρότερον.
χρῆται μανότερον͵ ὥσπερ εἴρηται
ἔχει δὲ πνεύμονα τά τε

καὶ πρότερον.
4. Αναπνέουσι δε πάντα, και προσέτι όσα
καὶ ποιεῖται τὸν βίον ἐν τοῖς ὕδασιν͵ μένουσι και ζώσιν εις το ύδωρ. ως τα
υδρόφειδα, οι βάτραχοι, οι κροκόδειλοι.
χρῆται δὲ πάντα͵ καὶ ὅσα διατρίβει

και αι μύδαι και αι χελώναι, αι θαλάσσιαι
και αι χερσαίαι 36, και αι φώκαι. Διότι
βατράχων καὶ κροκοδείλων καὶ
πάντα ταύτα τα ζώα και τα της αυτής
ἑμύδων καὶ χελῶναι αἵ τε θαλάττιαι
τάξεως γεννώσιν εις την ξηράν και
καὶ αἱ χερσαῖαι καὶ φῶκαι· ταῦτα
κοιμώνται ή εις την ξηράν ή εις το υγρόν
γὰρ πάντα καὶ τὰ τοιαῦτα καὶ τίκτει ανέχοντα έξω το στόμα, ίνα αναπνέωσιν.
ἐν τῷ ξηρῷ καὶ καθεύδει ἢ ἐν τῷ
οἷον τὸ τῶν ὕδρων γένος καὶ

ξηρῷ͵ ἢ ἐν τῷ ὑγρῷ ὑπερέχοντα τὸ
στόμα διὰ τὴν [476a] ἀναπνοήν.
5. Όσα όμως έχουσι βράγχια, πάντα
37
καταψύχεται δεχόμενα τὸ ὕδωρ· ἔχει ψύχονται δεχόμενα το ύδωρ . Βράγχια
δε έχουσι το γένος των ιχθύων, οίτινες
δὲ βράγχια τὸ τῶν καλουμένων
καλούνται σαλάχια, και άλλα ζώα, τα
σελαχῶν γένος καὶ τῶν ἄλλων
οποία δεν έχουσι πόδας. Πάντες δε οι
ἀπόδων. ἄποδες δ΄ οἱ ἰχθύες πάντες· ιχθύς είναι άποδες, διότι, και όταν έχωσι
καὶ γὰρ ἃ ἔχει͵ καθ΄ ὁμοιότητα τῶν πόδας, έχουσι τούτους ομοίους με
πτέρυγας 38. Εκ δε των εχόντων πόδας εν
πτερύγων λέγεται. τῶν δὲ πόδας
ἐχόντων ἓν ἔχει βράγχια μόνον τῶν μόνον εκ των γνωστών έχει βράγχιον, ο
λεγόμενος κορδύλος.
τεθεωρημένων͵ ὁ καλούμενος
ὅσα δὲ βράγχια ἔχει πάντα

κορδύλος.
ἅμα δὲ πνεύμονα καὶ βράγχια οὐδὲν
ὦπταί πω ἔχον. αἴτιον δ΄ ὅτι ὁ μὲν
πνεύμων τῆς ὑπὸ τοῦ πνεύματος
καταψύξεως ἕνεκέν ἐστιν (ἔοικε δὲ
καὶ τοὔνομα εἰληφέναι ὁ πνεύμων
διὰ τὴν τοῦ πνεύματος ὑποδοχήν)͵
τὰ δὲ βράγχια πρὸς τὴν ἀπὸ τοῦ
ὕδατος κατάψυξιν. ἓν δ΄ ἐφ΄ ἓν
χρήσιμον ὄργανον͵ καὶ μία
κατάψυξις ἱκανὴ πᾶσιν͵ ὥστ΄ ἐπεὶ
μάτην οὐδὲν ὁρῶμεν ποιοῦσαν τὴν
φύσιν͵ δυοῖν δ΄ ὄντοιν θάτερον ἂν
ἦν μάτην͵ διὰ τοῦτο τὰ μὲν ἔχει
βράγχια τὰ δὲ πνεύμονα͵ ἄμφω δ΄
οὐδέν.

6. Ουδέν όμως ζώον εφάνη ποτέ έχον
πνεύμονα ομού και βράγχια. Αίτιον δε
τούτου είναι ότι ο μεν πνεύμων
προορισμόν έχει την κατάψυξιν την
γινομένην υπό του αναπνεομένου αέρος·
φαίνεται δ' ότι ο πνεύμων έλαβε και το
όνομα, διότι δέχεται το πνεύμα (πνοήν).
Τα δε βράγχια είναι προωρισμένα προς
την κατάψυξιν την εκ του ύδατος
προερχομένην. Αλλά εν όργανον είναι
χρήσιμον προς ένα σκοπόν, και μία
κατάψυξις αρκεί εις έκαστον ζώον. Ώστε,
επειδή βλέπομεν ότι η φύσις ουδέν ποιεί
μάτην, και (αν δύο όργανα καταψύξεως
ήσαν), το εν εξ αυτών θα ήτο περιττόν,
διά τούτο άλλα μεν ζώα έχουσι βράγχια,
άλλα δε πνεύμονα, και τα δύο όμως
ουδέν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.
Αναφοραί αναπνοής και θρέψεως. Στόματος και βραγχίων χρησιμότης.

1. Επειδή δε, ίνα ζη έκαστον ζώον,
έχει χρείαν τροφής, ίνα δε συντηρήται
δεῖται τῶν ζῴων ἕκαστον͵ πρὸς δὲ
έχει χρείαν καταψύξεως, η φύσις
τὴν σωτηρίαν τῆς καταψύξεως͵ τῷ
χρησιμοποιεί το αυτό όργανον προς τας
αὐτῷ ὀργάνῳ χρῆται πρὸς ἄμφω
δύο ταύτας λειτουργίας, όπως είς τινα
ταῦτα ἡ φύσις͵ καθάπερ ἐνίοις τῇ
ζώα χρησιμοποιεί την γλώσσαν προς τους
γλώττῃ πρός τε τοὺς χυμοὺς καὶ
χυμούς και προς την διάλεκτον. Ούτω και
εις τα έχοντα πνεύμονα μεταχειρίζεται η
πρὸς τὴν ἐρμηνείαν͵ οὕτω τοῖς
ἔχουσι τὸν πνεύμονα τῷ καλουμένῳ φύσις το στόμα δια την κατεργασίαν της
τροφής και διά την εκπνοήν και την
στόματι πρός τε τὴν τῆς τροφῆς
αναπνοήν.
ἐργασίαν καὶ τὴν ἐκπνοὴν καὶ τὴν

Ἐπεὶ δὲ πρὸς μὲν τὸ εἶναι τροφῆς

ἀναπνοήν.
τοῖς δὲ μὴ ἔχουσι πνεύμονα μηδ΄
ἀναπνέουσι τὸ μὲν στόμα πρὸς τὴν
ἐργασίαν τῆς τροφῆς͵ πρὸς δὲ τὴν
κατάψυξιν τοῖς δεομένοις
καταψύξεως ἡ τῶν βραγχίων
ὑπάρχει φύσις.
πῶς μὲν οὖν ἡ τῶν εἰρημένων
ὀργάνων δύναμις ποιεῖ τὴν
κατάψυξιν͵ ὕστερον ἐροῦμεν·

2. Είς δε τα ζώα, τα οποία δεv έχουσι
πνεύμονα και δεν αναπνέουσι, το μεν
στόμα χρησιμοποιεί εις την επεξεργασίαν
της τροφής, προς δε την κατάψυξιν
υπάρχουσι τα βράγχια εις όσα έχουσι
χρείαν καταψύξεως.

3. Πως δε η λειτουργία των ρηθέντων
οργάνων ενεργεί την κατάψυξιν, θα
είπωμεν ύστερον.

4. Ίνα δε μη εμποδίζηται η τροφή, όμοιον
τι συμβαίνει και εις τα ζώα, τα οποία
διακωλύειν παραπλησίως τοῖς τ΄
αναπνέουσι 39 και εις εκείνα, τα οποία
ἀναπνέουσι συμβαίνει καὶ τοῖς
δέχονται το υγρόν 40. Τω όντι, δεν
δεχομένοις τὸ ὑγρόν· οὔτε γὰρ
καταταπίνουσι την, τροφήν καθ' όν
ἀναπνέοντες ἅμα καταδέχονται τὴν χρόνον αναπνέουσιν, άλλως θα συμβαίνη
τροφήν (εἰ δὲ μή͵ συμβαίνει
να πνίγωνται, διότι η τροφή, είτε ξηρά
πνίγεσθαι παρεισιούσης τῆς τροφῆς είτε υγρά, θα εισέρχηται εις τον πνεύμονα
πρὸς δὲ τὸ τὴν τροφὴν μὴ

ἢ τῆς ξηρᾶς ἢ τῆς ὑγρᾶς ἐπὶ τὸν

διά της αρτηρίας.

πνεύμονα διὰ τῆς ἀρτηρίας·
5. Διότι η αρτηρία κείται έμπροσθεν του
οἰσοφάγου͵ δι΄ οὗ ἡ τροφὴ πορεύεται οισοφάγου, δια του οποίου η τροφή
εισέρχεται εις τον καλούμενον στόμαχον.
εἰς τὴν καλουμένην κοιλίαν· τοῖς
Εις τα τετράποδα μεν τα έχοντα αίμα η
μὲν οὖν τετράποσι καὶ ἐναίμοις ἔχει αρτηρία έχει ως πώμα την επιγλωττίδα.
ἡ ἀρτηρία οἷον πῶμα τὴν
Τα πτηνά όμως και τα τετράποδα, τα
ἐπιγλωττίδα· τοῖς δ΄ ὄρνισι καὶ
οποία γεννώσιν ωά, δεv έχουσιν
επιγλωττίδα, αλλά διά της συστολής (του
[476b] τῶν τετραπόδων τοῖς
λάρυγγος) κάμνουσι την αυτήν ενέργειαν.
ᾠοτόκοις οὐκ ἔπεστιν͵ ἀλλὰ τῇ
προτέρα γὰρ κεῖται ἡ ἀρτηρία τοῦ

συναγωγῇ τὸ αὐτὸ ποιοῦσιν·
δεχόμενα γὰρ τὴν τροφὴν τὰ μὲν
συνάγει͵ τὰ δ΄ ἐπιτίθησι τὴν
ἐπιγλωττίδα· προελθούσης δὲ τὰ
μὲν ἐπαίρει͵ τὰ δὲ διοίγει καὶ
καταδέχεται τὸ πνεῦμα πρὸς τὴν
κατάψυξιν)·

τά τ΄ ἔχοντα βράγχια͵ ἀφέντα διὰ
τούτων τὸ ὑγρόν͵ διὰ τοῦ στόματος
καταδέχεται τὴν τροφήν· ἀρτηρίαν
μὲν γὰρ οὐκ ἔχουσιν͵ ὥστε ταύτῃ
μὲν οὐθὲν ἂν βλάπτοιντο ὑπὸ τῆς
τοῦ ὑγροῦ παρεμπτώσεως͵ ἀλλ΄ εἰς
τὴν κοιλίαν εἰσιόντος· διὸ ταχεῖαν
ποιεῖται τὴν ἄφεσιν καὶ τὴν λῆψιν
τῆς τροφῆς͵ καὶ τοὺς ὀδόντας ὀξεῖς
ἔχουσι͵ καὶ καρχαρόδοντες σχεδὸν
πάντες εἰσίν· οὐ γὰρ ἐνδέχεται
λεαίνειν τὴν τροφήν.

6. Διότι, όταν καταπίνωσι την τροφήν, τα
ωοτόκα μεν συστέλλουσι την τραχειαν,
ενώ τα ζωοτόκα κλείουσι την
επιγλωττίδα. Όταν δε η τροφή εισέλθη, τα
μεν ωοτόκα εκτείνουσι την τραχείαν, τα
δε ζωοτόκα ανοίγουσι την επιγλωττίδα,
και τότε δέχονται το πνεύμα το
αναγκαιούν εις την κατάψυξιν.
7 Όσα δε έχουσι βράγχια απορρίπτουσι
διά τούτων το υγρόν, και διά του
στομάχου δέχονται την τροφήν διότι
αρτηρίαν δεν έχουσιν, ώστε, αν εις
ταύτην παρενίπιπτε το υγρόν, ουδόλως θα
εβλάπτοντο, αλλά μόνον αν το ύδωρ
εισήρχετο εις τον στόμαχον αυτών. Διά
τούτο ταχέως απορρίπτουσι το υγρόν και
καταπίνουσι την τροφήν, και έχουσιν
οξείς τους οδόντας, και σχεδόν πάντα
έχουσιν αυτούς πριονοειδως, διότι δεv
δύνανται να λειοτριβώσι (μασσώσι) την
τροφήν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'.
Αναπνοή των κητωδών, των εχόντων αυλόν, των καράβων, καρκίνων, μαλακίων,
πολυπόδων.

1. Δύναταί τις να απορήση ως προς τα
κητώδη εκ των ζωών, τα οποία ζώσιν εις
ἀπορήσειεν ἄν τις͵ ἔχει δὲ κἀκεῖνα
το ύδωρ, αλλά και ταύτα συμφωνούσι
κατὰ λόγον͵ οἷον περί τε τοὺς
προς την θεωρίαν ημών, ως οι δελφίνες
δελφῖνας καὶ τὰς φαλαίνας͵ καὶ τῶν και αι φάλαιναι και άλλα, όσα έχουσι τον
ἄλλων ὅσα ἔχει τὸν καλούμενον
λεγόμενον αυλόν. Ταύτα μεν δεν έχουσι
αὐλόν. ταῦτα γὰρ ἄποδα μέν ἐστιν͵ πόδας 41, αλλά καίτοι έχουσι πνεύμονα,
δέχονται το ύδωρ της θαλάσσης.
ἔχοντα δὲ πνεύμονα δέχεται τὴν

Περὶ δὲ τὰ κητώδη τῶν ἐνύδρων

θάλατταν.
2. Αίτιον δε τούτου είναι εκείνο το οποίον
οὐ γὰρ καταψύξεως ἕνεκεν δέχεται είπομεν. Τω όντι, ταύτα δεν δέχονται το
υγρόν χάριν καταψύξεως, διότι αύτη
τὸ ὑγρόν. τοῦτο μὲν γὰρ γίνεται
γίνεται, όταν αναπνέωσιν, επειδή έχουσι
αὐτοῖς ἀναπνέουσιν· ἔχουσι γὰρ
πνεύμονα. Διά τούτο και κοιμώνται
πνεύμονα. διὸ καὶ καθεύδουσιν
έχοντα το στόμα υπεράνω του ύδατος, οι
ὑπερέχοντα τὸ στόμα͵ καὶ
δέλφινες μάλιστα ρέγχουσι. Προσέτι δε,
ῥέγχουσιν οἵ γε δελφῖνες. ἔτι δὲ κἂν όταν συλληφθώσι με τα δίκτυα, ταχέως
πνίγονται, διότι δεν αναπνέουσι. Και
ληφθῶσιν ἐν τοῖς δικτύοις͵ ταχὺ
φαίνονται τα τοιαύτα ότι μένουσιν επάνω
ἀποπνίγονται διὰ τὸ μὴ ἀναπνεῖν·
εις την θάλασσαν, ίνα αναπνέωσιν.
διὸ καὶ ἐπιπολάζοντα φαίνεται τὰ

αἴτιον δὲ τούτου τὸ νῦν εἰρημένον·

τοιαῦτα ἐπὶ τῆς θαλάττης διὰ τὴν
ἀναπνοήν.
3. Αλλ' επειδή πρέπει αναγκαίως να
λαμβάνωσι την τροφήν των εκ του
τὴν τροφὴν ἐν ὑγρῷ͵ ἀναγκαῖον
ύδατος, αναγκαίως 42 απορρίπτουσι το
δεχόμενα τὸ ὑγρὸν ἀφιέναι͵ καὶ διὰ
υγρόν άμα το ροφήσωσι. Και διά τούτο
τοῦτ΄ ἔχουσι πάντα τὸν αὐλόν·
πάντα έχουσι τον αυλόν διότι, όταν
δεξάμενα γὰρ τὸ ὕδωρ͵ ὥσπερ οἱ
ροφήσωσι το υγρόν, τότε, ως οι ιχθύς διά
ἰχθύες κατὰ τὰ βράγχια͵ ταῦτα κατὰ των βραγχίων, ταύτα διά του αυλού
τὸν αὐλὸν ἀνασπᾷ τὸ ὕδωρ. σημεῖον απορρίπτουσι το ροφηθέν ύδωρ.
Απόδειξις δε τούτου είναι και η θέσις του
δὲ καὶ ἡ θέσις τοῦ αὐλοῦ· πρὸς
αυλού, διότι δεv άγει εις κανέν από τα
οὐθὲν γὰρ περαίνει τῶν ἐναίμων͵
ἀλλ΄ ἐπειδὴ ἀναγκαῖον ποιεῖσθαι

ἀλλὰ πρὸ τοῦ ἐγκεφάλου τὴν θέσιν
ἔχει [καὶ ἀφίησι τὸ ὕδωρ].
διὰ ταὐτὸ δὲ τοῦτο δέχεται καὶ τὰ
μαλάκια τὸ ὕδωρ καὶ τὰ
μαλακόστρακα͵ λέγω δ΄ οἷον τοὺς
καλουμένους καράβους καὶ τοὺς
καρκίνους. καταψύξεως μὲν γὰρ
αὐτῶν οὐδὲν τυγχάνει δεόμενον·
ὀλιγόθερμον γάρ ἐστι καὶ ἄναιμον
ἕκαστον αὐτῶν͵ ὥσθ΄ ἱκανῶς
καταψύχεται ὑπὸ [477a] τοῦ
περιέχοντος ὑγροῦ͵ ἀλλὰ διὰ τὴν
τροφὴν ἀφίησι τὸ ὕδωρ͵ ὅπως μὴ
ἅμα δεχομένοις εἰσρέῃ τὸ ὑγρόν. τὰ
μὲν οὖν μαλακόστρακα͵ οἷον οἵ τε
καρκίνοι καὶ οἱ κάραβοι͵ παρὰ τὰ

μέρη τα οποία έχουσιν αίμα, αλλά κείται
έμπροσθεν του εγκεφάλου και εκείθεν
ρίπτει το ύδωρ.
4. Διά την αυτήν δε ταύτην αιτίαν και τα
μαλάκια και τα μαλακόστρακα ροφώσι το
ύδωρ, θέλω να είπω π. χ. τους
καλουμένους καράβους και τους
καρκίνους. Διότι ουδέν εκ τούτων των
ζώων έχει ανάγκην καταψύξεως· διότι
έκαστον έχει ολίγην θερμότητα και δεν
έχει αίμα· ώστε αρκετά ψύχονται υπό του
υγρού του περιέχοντος αυτά. Άλλα χάριν
της τροφής (είναι ούτως οργανωμένα)
ώστε, όταν δέχωνται την τροφήν, να μη
εισρέη μετ' αυτής το υγρόν. Τα μεν
λοιπόν μαλακόστρακα, ως οι καρκίνοι και
οι κάραβοι, απορρίπτουσι το ύδωρ διά
των κατά το τριχωτόν επικάλυμμα αυτών
πτυχών.

δασέα ἀφιᾶσι τὸ ὕδωρ διὰ τῶν
ἐπιπτυγμάτων͵
σηπίαι δὲ καὶ πολύποδες διὰ τοῦ
κοίλου τοῦ ὑπὲρ τῆς καλουμένης
κεφαλῆς.
γέγραπται δὲ περὶ αὐτῶν δι΄
ἀκριβείας μᾶλλον ἐν ταῖς περὶ τῶν
ζῴων ἱστορίαις. περὶ μὲν οὖν τοῦ
δέχεσθαι τὸ ὑγρόν͵ εἴρηται ὅτι
συμβαίνει διὰ κατάψυξιν καὶ διὰ τὸ
δεῖν δέχεσθαι τὴν τροφὴν ἐκ τοῦ
ὑγροῦ τὰ τὴν φύσιν ὄντα τῶν ζῴων
ἔνυδρα.

5. Αλλ' αι σηπίαι και οι πολύποδες το
ρίπτουσι δια του κοιλώματος, όπερ είναι
υπεράνω της λεγομένης κεφαλής των.
6. Περί τούτων εγράψαμεν μετά
μείζονος ακριβείας εις τας περί “ζώων
ιστορίας”. Ενταύθα δε εξηγήσαμεν ότι τα
ζώα, των οποίων η φύσις είναι να ζώσιν
εν τω ύδατι, δέχονται το ύδωρ εν εαυτοίς,
διότι έχουσιν ανάγκην της καταψύξεως 43
και διότι πρέπει να λαμβάνωσι την
τροφήν των εκ του υγρού (εν ω ζώσιν).

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'.
Τελειότερα ζώα είναι τα έχοντα τελειοτέραν την αναπνοήν.—Πλεονεκτήματα ανθρώπου.

1. Περί δε της καταψύξεως, με ποίον
τρόπον γίνεται εις τα ζώα, τα οποία
γίνεται τρόπον τοῖς τ΄ ἀναπνέουσι
αναπνέουσι, και εις τα έχοντα βράγχια,
καὶ τοῖς ἔχουσι βράγχια͵ μετὰ ταῦτα
δέον να είπωμεν μετά ταύτα.
λεκτέον.

Περὶ δὲ τῆς καταψύξεως͵ τίνα

2. Είπομεν πρότερον, ότι αναπνέουσιν
όσα ζώα έχουσι πνεύμονα. Διατί δε ζώα
πνεύμονα τῶν ζῴων ἔχουσι͵
τινα έχουσι το όργανον τούτο, και διατί
πρότερον εἴρηται. διὰ τί δὲ τοῦτο τὸ
έχοντα αυτό έχουσι χρείαν αναπνοής; Το
μόριον ἔχουσιν ἔνια͵ καὶ διὰ τί τὰ
αίτιον δι' ό έχουσι πνεύμονα είναι ότι τα
ἔχοντα δεῖται τῆς ἀναπνοῆς͵ αἴτιον τελειότερα των ζώων έχουσι θερμότητα
τοῦ μὲν ἔχειν ὅτι τὰ τιμιώτερα τῶν
μείζονα των άλλων ταύτα δε κατ' ανάγκην
έχουσι και ψυχήν τελειοτέραν 44. Διοτι η
ζῴων πλείονος τετύχηκε
φύσις τούτων είναι ανωτέρα της των
θερμότητος· ἅμα γὰρ ἀνάγκη καὶ
φυτών. Διά τούτο και όσα έχουσι τον
ψυχῆς τετυχηκέναι τιμιωτέρας·
πνεύμονα πλήρη αίματος και θερμότατον
τιμιώτερα γὰρ ταῦτα τῆς φύσεως
έχουσι και μεγαλυτέρας σωματικάς
τῆς τῶν ψυχρῶν. διὸ καὶ τὰ μάλιστα διαστάσεις, και ο άνθρωπος όστις έχει το
αφθονώτατον και καθαρώτατον αίμα
ἔναιμον ἔχοντα τὸν πνεύμονα καὶ
παρά πάντα τα ζώα, είναι εξ όλων το
θερμὸν μείζονά τε τοῖς μεγέθεσι͵
καὶ τό γε καθαρωτάτῳ καὶ πλείστῳ ορθότατον και το μόνον, όπερ έχει το άνω
του σώματος του προς τα άνω του
κεχρημένον αἵματι τῶν ζῴων
σύμπαντος, διότι έχει τοιουτοτρόπως
ὀρθότατόν ἐστιν͵ ὁ ἄνθρωπος͵ καὶ
πεπλασμένον το όργανον τούτο
τὸ ἄνω πρὸς τὸ τοῦ ὅλου ἄνω ἔχει
(πνεύμονα).
μόνον διὰ τὸ τοιοῦτον ἔχειν τοῦτο τὸ

ὅτι μὲν οὖν ἀναπνέουσιν ὅσα

μόριον.
4. Ώστε πρέπει να δεχθώμεν, ότι ο
ἄλλοις θετέον αἴτιον αὐτὸ καθάπερ πνεύμων είναι εις τον άνθρωπον και τα
άλλα ζώα αίτιον της υπάρξεως, όπως και
ὁτιοῦν ἄλλο τῶν μορίων. ἔχει μὲν
οιονδήποτε άλλο εκ των μελών. Ένεκα
οὖν ἕνεκα τούτου.
τούτων λοιπόν έχουσι πνεύμονα.
ὥστε τῆς οὐσίας καὶ τούτῳ καὶ τοῖς

τὴν δ΄ ἐξ ἀνάγκης καὶ τῆς κινήσεως
αἰτίαν καὶ τὰ τοιαῦτα δεῖ νομίζειν

5. Πρέπει δε να νομίζωμεν, ότι η υλική
αιτία και η της κινήσεως συνέστησαν

ταύτα τα ζώα τοιουτοτρόπως, όπως και
τοιαῦτα πολλὰ συνέστηκεν· τὰ μὲν πολλά μη όντα τοιαύτα· διότι άλλα μεν
αποτελούνται περισσότερον εκ γης, ως τα
γὰρ ἐκ γῆς πλείονος συνέστηκεν͵
φυτά, άλλα δε περισσότερον εξ ύδατος,
οἷον τὸ τῶν φυτῶν γένος͵ τὰ δ΄ ἐξ
ως τα ένυδρα ζώα, εκ των πτηνών δε και
ὕδατος͵ οἷον τὸ τῶν ἐνύδρων· τῶν δὲ χερσαίων τα μεν έγειναν εξ αέρος 45, τα
πτηνῶν καὶ πεζῶν τὰ μὲν ἐξ ἀέρος δε εκ πυρός. Έκαστον δε αυτών έχει την
θέσιν του εις τας καταλλήλους δι' αυτά
τὰ δ΄ ἐκ πυρός. ἕκαστα δ΄ ἐν τοῖς
χώρας.
οἰκείοις τόποις ἔχει τὴν τάξιν
συνιστάναι ζῷα καθάπερ καὶ μὴ

αὐτῶν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ'.
Αναίρεσις δόξης Εμπεδοκλέους ότι θερμότατα είναι τα ένυδρα.— Αναφοραί τόπων
και οργανισμών.

1. Ο Εμπεδοκλής όμως δεν είπεν ορθά,
εἴρηκε͵ φάσκων τὰ [477b] θερμότατα ισχυρισθείς ότι τα ένυδρα είναι τα
θερμότατα και τα έχοντα πυρ πολύ
καὶ πῦρ ἔχοντα πλεῖστον τῶν ζῴων
περισσότερον των άλλων ζώων,
ἔνυδρα εἶναι͵ φεύγοντα τὴν
αποφεύγουσι δε την υπερβολικήν
ὑπερβολὴν τῆς ἐν τῇ φύσει
θερμότητα την εν τη φύσει υπάρχουσαν,
θερμότητος͵ ὅπως ἐπειδὴ τοῦ
όπως, επειδή έχουσιν έλλειψιν του υγρού
και του ψυχρού δια μέσου στοιχείου, προς
ψυχροῦ καὶ τοῦ ὑγροῦ ἐλλείπει͵
το οποίον έχουσιν εναντίας ιδιότηταις,
κατὰ τὸν τόπον ἀνασῴζηται͵
εύρωσι σωτηρίαν. Διότι το υγρόν είναι
ἐναντίον ὄντα· θερμὸν γὰρ εἶναι τὸ
ολιγώτερον θερμόν παρά τον αέρα.
ὑγρὸν ἧττον τοῦ ἀέρος.
Ἐμπεδοκλῆς δ΄ οὐ καλῶς τοῦτ΄

ὅλως μὲν οὖν ἄτοπον πῶς ἐνδέχεται 2. Αλλ' όμως είναι όλως ακατανόητον
πώς έκαστον των ζώων τούτων, όπερ
γενόμενον ἕκαστον αὐτῶν ἐν τῷ
εγεννήθη επί της ξηράς, ηδυνήθη να
ξηρῷ μεταβάλλειν τὸν τόπον εἰς τὸ
μεταβάλη τόπον διαμονής και να υπάγη
ὑγρόν (σχεδὸν γὰρ καὶ ἄποδα τὰ
εις το ύδωρ· διότι σχεδόν τα πλείστα
πλεῖστα αὐτῶν ἐστιν)· ὁ δὲ τὴν ἐξ
αυτών δεν έχουσι πόδας. Ο Εμπεδοκλής
ἀρχῆς αὐτῶν σύστασιν λέγων
δε εξηγών την απ' αρχής σύστασιν αυτών,
λέγει ότι εγεννήθησαν μεν εις την ξηράν,
γενέσθαι μὲν ἐν τῷ ξηρῷ φησι͵

φεύγοντα δ΄ ἐλθεῖν εἰς τὸ ὕδωρ.

αλλά φεύγοντα ήλθον εις το υγρόν.

ἔτι δ΄ οὐδὲ φαίνεται θερμότερα ὄντα 3. Προσέτι δε δεv φαίνονται τα ένυδρα
θερμότερα των χερσαίων, διότι άλλα μεν
τῶν πεζῶν· τὰ μὲν γὰρ ἄναιμα
δεν έχουσιν ουδόλως αίμα, άλλα δε
πάμπαν͵ τὰ δ΄ ὀλίγαιμα αὐτῶν
έχουσι πολύ ολίγον.
ἐστιν.
ἀλλὰ ποῖα μὲν δεῖ λέγειν θερμὰ καὶ 4. Αλλά ποία όντα πρέπει να λέγωμεν
θερμά και ποία ψυχρά ; περί τούτου δέον
ψυχρά͵ καθ΄ αὑτὰ τὴν ἐπίσκεψιν
να πραγματευθώμεν ιδία. Η αιτία δε, την
εἴληφεν· περὶ δ΄ ἧς αἰτίας εἴρηκεν
οποίαν αναφέρει ο Εμπεδοκλής, εν μέρει
Ἐμπεδοκλῆς͵ τῇ μὲν ἔχει τὸ
περιέχει την ζητουμένην εξήγησιν, αλλ'
ζητούμενον λόγον͵ οὐ μὴν ὅ γέ
όμως εκείνο, όπερ λέγει, δεν είναι όλον
φησιν ἐκεῖνος ἀληθές.
αληθές.
τῶν μὲν γὰρ ἕξεων τοὺς τὰς
ὑπερβολὰς ἔχοντας οἱ ἐναντίοι
τόποι καὶ ὧραι σῴζουσιν͵ ἡ δὲ φύσις
ἐν τοῖς οἰκείοις σῴζεται μάλιστα τό
ποις. οὐ γὰρ ταὐτὸν ἥ θ΄ ὕλη τῶν
ζῴων ἐξ ἧς ἐστιν ἕκαστον͵ καὶ αἱ
ἕξεις καὶ διαθέσεις αὐτῆς. λέγω δ΄
οἷον εἴ τι ἐκ κηροῦ συστήσειεν ἡ
φύσις͵ οὐκ ἂν ἐν θερμῷ θεῖσα
διέσωσεν͵ οὐδ΄ εἴ τι ἐκ κρυστάλλου·
ἐφθάρη γὰρ ἂν ταχὺ διὰ τοὐναντίον·
τήκει γὰρ τὸ θερμὸν τὸ ὑπὸ τοῦ
ἐναντίου συστάν. οὐδ΄ εἴ τι ἐξ ἁλὸς ἢ
νίτρου συνέστησεν͵ οὐκ ἂν εἰς ὑγρὸν
φέρουσα κατέθηκεν· φθείρει γὰρ τὰ
ὑπὸ ξηροῦ συστάντα τὸ ὑγρόν.

5. Διότι οι τόποι και αι εποχαί, αι οποίαι
έχουσι καθ' υπερβολήν τας ιδιότητας τας
εναντίας (προς τα ζώα), συντηρούσι μεν
ταύτα. Αλλ' η φύσις (παντός όντος)
συντηρείται προ πάντων εις τους τόπους,
οίτινες είναι οικείοι προς αυτό. Διότι η
ύλη, εξ ης αποτελείται έκαστον είδος
ζωών, δεv πρέπει να συγχέηται προς τας
διαφόρους ιδιότητας και διαθέσεις αυτής.
Εννοώ π. χ. ότι εάν η φύσις ήθελε πλάσει
ον τι εκ κηρού ή πάγου, δεν θα το
συνετήρει θέτουσα αυτό εις θερμόν
περιέχον, διότι θα κατεστρέφετο ταχέως
υπό του εναντίου του, επειδή η θερμότης
διαλύει παν ό,τι επλάσθη εκ του εναντίου
αυτής. Και αν ήθελε συστήσει τι από άλας
ή νίτρον, δεν θα το έθετε βεβαίως εις το
ύδωρ, διότι το υγρόν φθείρει τα
αποτελεσθέντα εξ υγρού και ψυχρού.

6. Εάν λοιπόν το ξηρόν και το υγρόν 46
ὑγρὸν καὶ τὸ ξηρόν͵ εὐλόγως τὰ μὲν είναι η ύλη πάντων των σωμάτων
εύλογον να υποθέσωμεν ότι τα
ἐξ ὑγροῦ [καὶ ψυχροῦ] συστάντα ἐν
συσταθέντα από υγρόν και ψυχρόν θα
ὑγροῖς ἐστι [καὶ εἰ ψυχρά͵ ἔσται ἐν
είναι εις υγρόν περιέχον, και τα εκ ξηρού
ψυχρῷ]͵ τὰ δ΄ ἐκ ξηροῦ ἐν ξηρῷ.
(στερεού) ποιηθέντα θα είναι εις το ξηρόν

εἰ οὖν ὕλη πᾶσι τοῖς σώμασι τὸ

(στερεόν).
7. Διά τούτο τα δένδρα δεν φύονται εις το
φύεται͵ ἀλλ΄ ἐν γῇ. καίτοι τοῦ αὐτοῦ ύδωρ, αλλ' εις την ξηράν. Και όμως, κατά
την εξήγησιν του Εμπεδοκλέους, έπρεπε
λόγου ἐστὶν εἰς τὸ ὕδωρ͵ διὰ τὸ εἶναι
να έρχωνται εις το ύδωρ, διότι είναι λίαν
αὐτὰ ὑπέρξηρα͵ ὥσπερ τὰ
ξηρά, ή, καθώς λέγει, είναι “λίαν
ὑπέρπυρά φησιν ἐκεῖνος· οὐ γὰρ διὰ πυρώδη”. Διότι θα ήρχοντο εις αυτό τα
τὸ ψυχρὸν ἂν ἦλθεν εἰς αὐτό͵ ἀλλ΄
δένδρα, ουχί διότι είναι ψυχρόν, αλλά
διότι είναι υγρόν.
ὅτι ὑγρόν.

διὰ τοῦτο τὰ δένδρα οὐκ ἐν ὕδατι

αἱ μὲν οὖν φύσεις τῆς ὕλης͵ ἐν
οἵῳπερ τόπῳ εἰσί͵ τοιαῦται οὖσαι
τυγχάνουσιν͵ αἱ μὲν ἐν ὕδατι ὑγραί͵
αἱ δ΄ ἐν τῇ γῇ ξηραί͵ αἱ δ΄ ἐν τῷ ἀέρι
[478a] θερμαί· αἱ μέντοι ἕξεις αἱ μὲν
ὑπερβάλλουσαι θερμότητι ἐν
ψυχρῷ͵ αἱ δὲ τῇ ψυχρότητι ἐν θερμῷ
τιθέμεναι σῴζονται μᾶλλον·
ἐπανισοῖ γὰρ εἰς τὸ μέτριον ὁ τόπος
τὴν τῆς ἕξεως ὑπερβολήν. τοῦτο μὲν
οὖν δεῖ ζητεῖν ἐν τοῖς οἰκείοις τόποις
ἑκάστης ὕλης καὶ κατὰ τὰς
μεταβολὰς τῆς κοινῆς ὥρας· τὰς μὲν
γὰρ ἕξεις ἐνδέχεται τοῖς τόποις
ἐναντίας εἶναι͵ τὴν δ΄ ὕλην
ἀδύνατον.

ὅτι μὲν οὖν οὐ διὰ θερμότητα τῆς
φύσεως τὰ μὲν ἔνυδρα τὰ δὲ πεζὰ
τῶν ζῴων ἐστί͵ καθάπερ
Ἐμπεδοκλῆς φησιν͵ τοσαῦτ΄
εἰρήσθω͵ καὶ διότι τὰ μὲν οὐκ ἔχει
πνεύμονα τὰ δὲ ἔχει.

8. Αι φυσικαί συστάσεις λοιπόν της
όλης 47 εις οιονδήπητε τόπον υπάρχουσιν,
είναι τοιαύται οίος είναι ο τόπος· αι μεν
υπάρχουσαι εις το ύδωρ είναι υγραί, αι δε
εις ξηράν γην ξηραί, και αι εν τω αέρι
είναι θερμαί. Αι αποκτηθείσαι ιδιότητες
όμως συντηρούνται περισσότερον, αι μεν
έχουσαι υπερβολικήν θερμότητα εις το
ψυχρόν, αι δε έχουσαι υπερβολικήν
ψυχρότητα εις το θερμόν. Διότι ο τόπος
επαναφέρει εις την προσήκουσαν
ισορροπίαν την υπερβολήν της ιδιότητος.
Ταύτην λοιπόν την ισορροπίαν τα ζώντα
πρέπει να ζητώσιν εις τους τόπους τους
οικείους εις εκάστην ύλης οργάνωσιν και
κατά τας μεταβολάς του συνήθους
κλίματος. Διότι αι ιδιότητες της ύλης
δύνανται να είναι εις αντίθεσιν προς τον
τόπον της διαμονής, αλλά τούτο είναι
αδύνατον κατά την αρχικήν σύστασιν της
ύλης.
9. Ότι λοιπόν ουχί εξ αιτίας της
φυσικής θερμότητος άλλα μεν ζώα είναι
ένυδρα άλλα δε πεζά, ως λέγει ο
Εμπεδοκλής, αρκούσι να αποδείξωσι τα
ειρημένα, και προσέτι να εξηγήσωσι διατί
άλλα μεν έχουσι πνεύμονα, αλλά δε δεν
έχουσιν.

(25) Η θρεπτική ψυχή καλείται πρώτη, διότι η θρέψις είναι απαραιτήτως αναγκαία εις τας άλλας δυνάμεις, ενώ
αύτη δύναται να υπάρχη και άνευ των άλλων.
(26) Ως είναι τα έντομα και τα μαλάκια.
(27) Ο Αριστοτέλης ανέταμε σώματα ζώων, αλλ' αμφίβολον αν και ανθρώπων. Εκ των ζώων συμπεραίνει περί
ανθρώπων. Το ανθρώπινον σώμα εθεωρείτο ιερόv, και διά τούτo δεν υπεβάλλετο εις αvατομήv.
(28) Η φύσις διά της φυσικής θερμότητος παρέσχε και εις την θρεπτικήν δύναμιν θερμότητα.
(29) Είς τε την ζωικήν θερμότητητα και εις το άψυχον πυρ.
(30) Φυσικής αποσβέσεως.
(31) Των εντόμων το αίμα είναι συνήθως άχρουν υγρόν, ενίοτε κίτρινον ή πρασινωπόν, σπανίως ερυθρόν, και ο
Αριστοτέλης δεν εθεώρει αυτό αίμα.
(32) Ίνα επαναλάβωσι την αναπνοήν.
(33) Τα έντομα.
(34) Τα μαλάκια και τα οστρακόδερμα.
(35) Τα ζωοτοκούντα εν εαυτοίς είναι τα μαστοφόρα. Τα ζωοτοκούντα εκτός εαυτώv είναι τα ωοτόκα.
(36) Τα ζώα ταύτα είναι αμφίβια.
(37) Εντός του σώματος των.
(38) Μάλλον παρά με πόδας.
(39) Και έχουσι πνεύμονα.
(40) Και έχουσι βράγχια.
(41) Όπως πάντα οι ιχθύς.
(42) Αναγκάζονται να δεχθώσι συγχρόνως το υγρόν, όπερ εισάγεται μετά της τροφής των.
(43) Εξαιρουμένων των κητωδών, τα οποία έχουσι πνεύμονας και λαμβάνουσι την κατάψυξιν εαυτών εκ του
αέρος.
(44) Ου μόνον θρεπτικήν αλλά και αισθητικήν και νοητικήν.
(45) Και εν τη συστάσει αυτών επικρατεί εν στοιχείον, αήρ, κ λ.
(46) Και το θερμόν και το ψυχρόν.
(47) Φυτά και ζώα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ'.
Σύστασις και λειτουργία του πνεύμονος εις τα ανώτερα ζώα.

Διὰ τί δὲ τὰ ἔχοντα δέχεται τὸν ἀέρα
καὶ ἀναπνέουσι͵ καὶ μάλιστ΄ αὐτῶν
ὅσα ἔχουσιν ἔναιμον͵

1. Διατί δε τα ζώα τα έχοντα πνεύμονα
δέχονται τον αέρα και αναπνέουσι, και
μάλιστα όσα εξ αυτών έχουσι τον
πνεύμονα πλήρη αίματος;

αἴτιον τοῦ μὲν ἀναπνεῖν ὁ πνεύμων 2. Αίτιον τούτου είναι ότι ο πνεύμων είναι
σπογγώδης και πλήρης σωλήνων. Το
σομφὸς ὢν καὶ συρίγγων πλήρης.
μέρος τούτο έχει το περισσότερον αίμα εξ
καὶ ἐναιμότατον δὴ μάλιστα τοῦτο
όλων των ονομαζομένων σπλάγχνων.
τὸ μόριον τῶν καλουμένων
σπλάγχνων.
3. Όσα δε έχουσιν αίμα εις τον πνεύμονα,
έχουσι χρείαν ταχείας καταψύξεως, διότι
μὲν δεῖται τῆς καταψύξεως διὰ τὸ
η ζωική θερμότης είναι λίαν ευκίνητος
μικρὰν εἶναι τὴν ῥοπὴν τοῦ ψυχικοῦ
και διότι η ψύξις πρέπει να εισέρχηται εις
πυρός͵ εἴσω δ΄ εἰσιέναι διὰ παντὸς
όλον το εσωτερικόν του ζώου ένεκα της
διὰ τὸ πλῆθος τοῦ αἵματος καὶ τῆς
αφθονίας του αίματος και της
θερμότητος. ταῦτα δ΄ ἀμφότερα ὁ
θερμότητος. Και τα δύο δε ταύτα ο αήρ
μὲν ἀὴρ δύναται ῥᾳδίως ποιεῖν· διὰ δύναται ευκόλως να εκτελή, διότι είναι
φύσει λεπτός και εισδύων εις όλον το
γὰρ τὸ λεπτὴν ἔχειν τὴν φύσιν διὰ
ζώον ταχέως ψύχει αυτό 48, ενώ το ύδωρ
παντός τε καὶ ταχέως διαδυόμενος
(θα εξετέλει) το εναντίον. Και ότι ιδία
διαψύχει· τὸ δ΄ ὕδωρ τοὐναντίον. καὶ αναπνέουσιν εκείνα τα ζώα, όσων ο
διότι δὴ μάλιστ΄ ἀναπνέουσι τὰ
πνεύμων έχει αίμα, είναι φανερόν εκ
τούτου, ότι δηλ. το θερμότερον έχει
ἔχοντα τὸν πνεύμονα ἔναιμον͵ ἐκ
τούτων δῆλον· τό τε γὰρ θερμότερον χρείαν περισσοτέρας ψύξεως, και συνάμα
ο αήρ, ενώ πληροί τους πνεύμονας,
πλείονος δεῖται τῆς καταψύξεως͵
ευκόλως φθάνει μέχρι της αρχικής πηγής
ἅμα δὲ καὶ πρὸς τὴν ἀρχὴν τῆς
της ζωικής θερμότητας, ήτις είναι εv τη
θερμότητος τὴν ἐν τῇ καρδίᾳ
καρδία.
πορεύεται τὸ πνεῦμα ῥᾳδίως.
ὅσα δὴ ἔχει ἔναιμον αὐτό͵ ταχείας

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣT'.
Αναφοραί της καρδίας πρός τον πνεύμονα και τα βράγγια. Θέσις της καρδίας και
σύστασις. Θάνατος η παύσις της κινήσεως του πνεύμονος και των βραγχίων.

Ὃν δὲ τρόπον ἡ καρδία τὴν
σύντρησιν ἔχει πρὸς τὸν πνεύμονα͵
δεῖ θεωρεῖν ἔκ τε τῶν
ἀνατεμνομένων καὶ τῶν ἱστοριῶν
τῶν περὶ τὰ ζῷα γεγραμμένων.

1. Τον τρόπον, καθ' ον η καρδία
συγκοινωνεί με τον πνεύμονα, πρέπει να
ίδωμεν και εις τα ανατεμνόμενα ζώα και
εις τα συγγράμματα περί “Ζώων
Ιστορίας”.

2. Γενικώς η φύσις των ζώων έχει χρείαν
καταψύξεως 49 ένεκα της ζωικής
ζῴων δεῖται φύσις διὰ τὴν ἐν τῇ
θερμότητος, ήτις είναι εις την καρδίαν 50.
καρδίᾳ τῆς ψυχῆς ἐμπύρευσιν.
Την κατάψυξιν δε ταύτην ενεργούσι διά
ταύτην δὲ ποιεῖται διὰ τῆς ἀναπνοῆς της αναπνοής όσα εκ των ζώων έχουσιν
ὅσα μὴ μόνον ἔχουσι καρδίαν ἀλλὰ ου μόνον καρδίαν, αλλά και πνεύμονα.
καὶ πνεύμονα τῶν ζῴων. τὰ δὲ
Όσα δε έχουσι καρδίαν, ουχί δε
πνεύμονα, καθώς οι ιχθύς, επειδή η φύσις
καρδίαν μὲν ἔχοντα͵ πνεύμονα δὲ
αυτών είναι να ζώσιν εις το ύδωρ,
μή͵ καθάπερ οἱ ἰχθύες διὰ τὸ
ενεργούσι την κατάψυξίν των εις το ύδωρ
ἔνυδρον αὐτῶν τὴν φύσιν εἶναι͵ τῷ
δια των βραγχίων.
ὕδατι ποιοῦνται τὴν κατάψυξιν διὰ

καταψύξεως μὲν οὖν ὅλως ἡ τῶν

τῶν βραγχίων.
ὡς δ΄ ἡ θέσις ἔχει τῆς καρδίας πρὸς
τὰ βράγχια͵ πρὸς μὲν τὴν ὄψιν ἐκ
τῶν [478b] ἀνατομῶν δεῖ θεωρεῖν͵
πρὸς δ΄ ἀκρίβειαν ἐκ τῶν ἱστοριῶν·
ὡς δ΄ ἐν κεφαλαίοις εἰπεῖν καὶ νῦν͵
ἔχει τόνδε τὸν τρόπον. δόξειε μὲν
γὰρ ἂν οὐχ ὡσαύτως ἔχειν τὴν
θέσιν ἡ καρδία τοῖς τε πεζοῖς τῶν
ζῴων καὶ τοῖς ἰχθύσιν͵ ἔχει δ΄
ὡσαύτως. ᾗ γὰρ νεύουσι τὰς
κεφαλάς͵ ἐνταῦθ΄ ἡ καρδία τὸ ὀξὺ
ἔχει. ἐπεὶ δὲ οὐχ ὡσαύτως αἱ
κεφαλαὶ νεύουσι τοῖς τε πεζοῖς τῶν

3. Ποίαι δε είναι αι σχετικαί θέσεις της
καρδίας και των βραγχίων πρέπει να
ίδωμεν διά της όψεως εις τας ανατομάς,
και εις τας ιστορίας των ζώων, καθ' όσον
αφορά τας λεπτομερείας. Αλλ' ίνα και
τώρα συγκεφαλαιώσωμεν, τα πράγματα
έχουσιν ως εξής: Φαίνεται ίσως ότι η
καρδία δεν έχει την αυτήν θέσιν εις τα
χερσαία ζώα όπως και εις τους ιχθύς, αλλ'
όμως είναι εις την αυτήν θέσιν· διότι η
καρδία έχει την κορυφήν αυτής προς το
μέρος, όπου τα ζώα κλίνουσι τας κεφάλας
αυτών. Αλλ' επειδή αι κεφαλαί δεν
κλίνουσι κατά την αυτήν διεύθυνσιν εις
τα χερσαία και εις τους ιχθύς 51, η καρδία

ζῴων καὶ τοῖς ἰχθύσι͵ πρὸς τὸ στόμα τούτων έχει τήν κορυφήν εστραμμένην
προς το στόμα 52.
ἡ καρδία τὸ ὀξὺ ἔχει.
τείνει δ΄ ἐξ ἄκρου τῆς καρδίας αὐλὸς 4. Διευθύνεται δε από του άκρου της
καρδίας αυλός φλεβονευρώδης εις το
φλεβονευρώδης εἰς τὸ μέσον͵ ᾗ
μέσον αυτής, όπου όλα τα βράγχια
συνάπτουσιν ἀλλήλοις πάντα τὰ
συνενούνται μεταξύ των. Είναι δε
βράγχια. μέγιστος μὲν οὖν οὗτός
μέγιστος ο αυλός ούτος. Και από το εν
ἐστιν͵ ἔνθεν δὲ καὶ ἔνθεν τῆς
και από το άλλο μέρος της καρδίας άλλοι
καρδίας καὶ ἕτεροι τείνουσιν εἰς
σωλήνες διευθύνονται εις το άκρον
εκάστου των βραγχίων, διά των οποίων
ἄκρον ἑκάστου τῶν βραγχίων͵ δι΄
γίνεται η κατάψυξις της καρδίας, διότι το
ὧν ἡ κατάψυξις γίνεται πρὸς τὴν
ύδωρ πάντοτε διοχετεύεται διά των
καρδίαν͵ διαυλωνίζοντος ἀεὶ τοῦ
βραγχίων.
ὕδατος διὰ τῶν βραγχίων.
ὡσαύτως δὲ τοῖς ἀναπνέουσιν ὁ
θώραξ ἄνω καὶ κάτω κινεῖται
πολλάκις δεχομένων τὸ πνεῦμα καὶ
ἐξιέντων͵ ὡς τὰ βράγχια τοῖς
ἰχθύσιν. καὶ τὰ μὲν ἀναπνέοντα ἐν
ὀλίγῳ ἀέρι καὶ τῷ αὐτῷ
ἀποπνίγονται· ταχέως γὰρ ἑκάτερον
αὐτῶν γίνεται θερμόν (θερμαίνει
γὰρ ἡ τοῦ αἵματος θίξις ἑκάτερον)͵
θερμὸν δ΄ ὂν [τὸ αἷμα] κωλύει τὴν
κατάψυξιν· καὶ μὴ δυναμένων κινεῖν
τῶν μὲν ἀναπνεόντων τὸν
πνεύμονα τῶν δ΄ ἐνύδρων τὰ
βράγχια διὰ πάθος ἢ διὰ γῆρας͵ τότε
συμβαίνειν δεῖ τὴν τελευτήν.

5. Ομοίως δε και εις τα ζώα, τα οποία
αναπνέουσιν, ο θώραξ κινείται πολλάκις
άνω και κάτω, όταν ταύτα δέχωνται και
εξάγωσι τον αέρα, τον οποίον
αναπνέουσι, όπως συμβαίνει εις τα
βράγχια των ιχθύων. Και όσα μεν ζώα
αναπνέουσιν εις ολίγον αέρα και τον
αυτόν (μη ανανεούμενον) αποπνίγονται
53
, διότι και ο αήρ και το ζώον γίνονται
ταχέως θερμά, επειδή η επαφή του
αίματος 54 θερμαίνει και τα δύο. Όταν
όμως το αίμα είναι θερμόν, εμποδίζει την
κατάψυξιν. Και όταν τα ζώα, τα οποία
αναπνέουσι, δεν δύνανται να θέτωσιν εις
κίνησιν τον πνεύμονα αυτών, τα δε
ένυδρα τα βράγχια αυτών ή δια πάθημα τι
ή διά γήρας, τότε αναγκαίως
αποθνήσκουσιν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ'.
Περί Ζωής και Θανάτου. Ο θάνατος είναι, βίαιος ή φυσικός. Ο φυσικός είναι
αποτέλεσμα ελλείψεως θερμότητος εν τη καρδία. Θάνατος εκ γήρατος. Νοσήματα
πνεύμονας.

Ἔστι μὲν οὖν πᾶσι τοῖς ζῴοις κοινὸν
γένεσις καὶ θάνατος͵ οἱ δὲ τρόποι
διαφέρουσι τῷ εἴδει·
οὐ γὰρ ἀδιάφορος ἡ φθορά͵ ἀλλ΄
ἔχει τι κοινόν. θάνατος δ΄ ἐστὶν ὁ
μὲν βίαιος ὁ δὲ κατὰ φύσιν͵ βίαιος
μὲν ὅταν ἡ ἀρχὴ ἔξωθεν ᾖ͵ κατὰ
φύσιν δ΄ ὅταν ἐν αὐτῷ͵ καὶ ἡ τοῦ
μορίου σύστασις ἐξ ἀρχῆς τοιαύτη͵
ἀλλὰ μὴ ἐπίκτητόν τι πάθος.
τοῖς μὲν οὖν φυτοῖς αὔανσις͵ ἐν δὲ
τοῖς ζῴοις καλεῖται τοῦτο γῆρας.
ἔστι δὲ θά νατος καὶ ἡ φθορὰ πᾶσιν
ὁμοίως τοῖς μὴ ἀτελέσιν· τούτοις δὲ
παρομοίως μέν͵ ἄλλον δὲ τρόπον.
ἀτελῆ δὲ λέγω οἷον τά τε ᾠὰ καὶ τὰ
σπέρματα τῶν φυτῶν͵ ὅσα ἄρριζα.

πᾶσι μὲν οὖν ἡ φθορὰ γίνεται διὰ
θερμοῦ τινος ἔκλειψιν͵ τοῖς δὲ
τελείοις͵ ἐν ᾧ τῆς οὐσίας ἡ ἀρχή.
αὕτη δ΄ ἐστίν͵ ὥσπερ εἴρηται
πρότερον͵ ἐν ᾧ τό τε ἄνω καὶ τὸ
κάτω συνάπτει͵ τοῖς μὲν φυτοῖς
μέσον βλαστοῦ καὶ ῥίζης͵ τῶν δὲ
ζῴων τοῖς [479a] μὲν ἐναίμοις ἡ

1. Εις πάντα λοιπόν τα ζώα είναι κοινά
η γέννησις και ο θάνατος, οι τρόποι δε
αυτών διαφέρουσι κατ' είδος.
2. Ο θάνατος δεν είναι άνευ διαφορών,
έχει όμως πάντοτε κοινόν τι. Ο θάνατος
είναι άλλοτε μεν βίαιος, άλλοτε δε
φυσικός. Βίαιος είναι όταν η αιτία αυτού
είναι έξωθεν, φυσικός δε όταν η αιτία
είναι εν αυτώ τω ατόμω. Και η σύστασις
του πνεύμονος 55 είναι τοιαύτη εξ αρχής
56
και δεν είναι ιδιότης τις επίκτητος.
3. Εις τα φυτά η πορεία αυτή λέγεται
αποξήρανσις, εις δε τα ζώα γήρας. Ο
θάνατος δε και η καταστροφή είναι όμοια
εις πάντα τα μη ατελή (κατά την
ανάπτυξιν) ζώα. Και εις τα ατελή είναι
παρόμοια, αλλ' ο τρόπος είναι διάφορος.
Ατελή δε λέγω τα ωά, π. χ. και τα
σπέρματα των φυτών, όταν δεv έχωσιν
ακόμη ρίζας.
4. Εις πάντα λοιπόν η καταστροφή γίνεται
δι' έλλειψιν θερμότητος, εις δε τα τέλεια
(κατά την ανάπτυξιν) γίνεται εις το μέρος,
εις το οποίον υπάρχει η ζωική αρχή. Είναι
δε αύτη, ως είπομεν πρότερον 57, το
μέρος, εις το οποίον συνενούνται το άνω
και το κάτω μέρος του ζώου, και εις μεν
τα φυτά είναι το μέσον μεταξύ στελέχους
και ρίζης, εις δε τα άναιμα το μέρος το

καρδία͵ τοῖς δ΄ ἀναίμοις τὸ

ανάλογον με την καρδίαν.

ἀνάλογον.
5. Τίνα δε εκ τούτων έχουσιν εν δυνάμει
πολλά ζωικά κέντρα, oυχί όμως και εν
ἀρχὰς ἔχουσιν͵ οὐ μέντοι γε
ενεργεία. Διά τούτο και τινα εκ των
ἐνεργείᾳ. διὸ καὶ τῶν ἐντόμων ἔνια
εντόμων ζώσι και αφού διαιρεθώσι, και
διαιρούμενα ζῶσι͵ καὶ τῶν ἐναίμων όσα εκ των εναίμων δεν είναι πολύ καλώς
ὅσα μὴ ζωτικὰ λίαν εἰσὶ πολὺν
οργανωμένα, ζώσι πολύν χρόνον, όταν
χρόνον ζῶσιν ἐξῃρημένης τῆς
αφαιρεθή η καρδία αυτών, ως αι χελώναι,
αίτινες και κινούνται με τους πόδας, ενώ
καρδίας͵ οἷον αἱ χελῶναι͵ καὶ
κινοῦνται τοῖς ποσίν͵ ἐπόντων τῶν ακόμη έχουσι τα χελώνια (καύκαλον),
διότι η φύσις αυτών δέν είναι
χελωνίων͵ διὰ τὸ μὴ συγκεῖσθαι τὴν
ωργανωμένη καλώς, ομοιάζουσι δε με τα
φύσιν αὐτῶν εὖ͵ παραπλησίως δὲ
έντομα.
τοῖς ἐντόμοις.

τούτων δ΄ ἔνια δυνάμει πολλὰς

ἡ δ΄ ἀρχὴ τῆς ζωῆς ἐκλείπει τοῖς
ἔχουσιν ὅταν μὴ καταψύχηται τὸ
θερμὸν τὸ κοινωνοῦν αὐτῆς·
καθάπερ γὰρ εἴρηται πολλάκις͵
συντήκεται αὐτὸ ὑφ΄ αὑτοῦ. ὅταν
οὖν τοῖς μὲν ὁ πνεύμων τοῖς δὲ τὰ
βράγχια σκληρύνηται͵ διὰ χρόνου
μῆκος ξηραινομένων τοῖς μὲν τῶν
βραγχίων τοῖς δὲ τοῦ πνεύμονος͵
καὶ γινομένων γεηρῶν͵ οὐ δύναται
ταῦτα τὰ μόρια κινεῖν οὐδ΄ αἴρειν
καὶ συνάγειν͵ τέλος δὲ γιγνομένης
ἐπιτάσεως καταμαραίνεται τὸ πῦρ.

6. Η αρχή δε της ζωής εκλείπει εις τα
έχοντα αυτήν, όταν η θερμότης η μετ'
αυτής συνδεδεμένη δεν ελαττούται εκ
καταψύξεως. Διότι, καθώς είπομεν
πρότερον, η θερμότης καταναλίσκει αυτή
εαυτήν. Όταν λοιπόν ο πνεύμων εις τα
μεν, και τα βράγχια εις τα αλλά,
σκληρύνονται και συν τω χρόνω
ξηραίνωνται, εις ταύτα μεν τα βράγχια
και εις εκείνα ο πνεύμων, και γίνωνται
γεώδη, τα ζώα δεν δύνανται πλέον να
κινώσι τα όργανα ταύτα, ούτε να τα
διαστέλλωσι και να τα συστέλλωσι, επί
τέλους δε επιτεινομένης της καταστάσεως
ταύτης οξύνεται το πυρ (της ζωής).

7. Διά τούτο, όταν εις το γήρας μικρά
νοσήματα συμβώσιν, ο θάνατος επέρχεται
ἐπιγινομένων ἐν τῷ γήρᾳ ταχέως
ταχέως. Τω όντι η θερμότης τότε είναι
τελευτῶσιν· διὰ γὰρ τὸ ὀλίγον εἶναι
ολίγη, διότι το περισσότερον μέρος αυτής
τὸ θερμόν͵ ἅτε τοῦ πλείστου
κατηναλώθη κατά τήν διάρκειαν της
διαπεπνευκότος ἐν τῷ πλήθει τῆς
ζωής, και επομένως οιαδήποτε επέλθη
ζωῆς͵ ἥτις ἂν ἐπίτασις γένηται τοῦ επίτασις της λειτουργίας του πνεύμονος,
ταχέως αποσβύνεται το πυρ. Αποσβύνεται
μορίου͵ ταχέως ἀποσβέννυται·
ὥσπερ γὰρ ἀκαριαίας καὶ μικρᾶς ἐν δε διά παραμικράν κίνησιν μη ον πλέον ή
διὸ καὶ μικρῶν παθημάτων

αὐτῷ φλογὸς ἐνούσης διὰ μικρὰν

αμυδρά και μικρά φλοξ εις το ζώον.

κίνησιν ἀποσβέννυται.
διὸ καὶ ἄλυπός ἐστιν ὁ ἐν τῷ γήρᾳ
θάνατος· οὐδενὸς γὰρ βιαίου
πάθους αὐτοῖς συμβαίνοντος
τελευτῶσιν͵ ἀλλ΄ ἀναίσθητος ἡ τῆς
ψυχῆς ἀπόλυσις γίνεται παντελῶς.

8. Δια τούτο και ό κατά το γήρας θάνατος
είναι άλυπος 58 και οι γέροντες
αποθνήσκουσι χωρίς να συμβή εις αυτούς
κανέν βίαιον πάθημα, αλλ' η ψυχή
αποχωρίζεται, χωρίς να το αισθανθώσι
παντελώς.

9. Και όσα νοσήματα ποιούσι σκληρόν
τον
πνεύμονα ή διά φυμάτων ή δι'
πνεύμονα σκληρὸν ἢ φύμασιν ἢ
εκκρίσεων 59 ή δι' υπερβολικής νοσηράς
περιττώμασιν ἢ θερμότητος
θερμότητος, ως είναι εις τους πυρετούς,
νοσηματικῆς ὑπερβολῇ͵ καθάπερ ἐν επιταχύνουσι την αναπνοήν, διότι ο
τοῖς πυρετοῖς͵ πυκνὸν τὸ πνεῦμα
πνεύμων δεν δύναται πολύ ευρέως να
ποιοῦσι διὰ τὸ μὴ δύνασθαι τὸν
διαστέλλεται υψούμενος και να
συστέλληται· και τέλος, όταν δεν
πνεύμονα μακρὰν αἴρειν ἄνω καὶ
δύνανται πλέον να κάμνωσι την κίνησιν
συνίζειν. τέλος δ΄͵ ὅταν μηκέτι
ταύτην 60, τελευτωύσιν οι άνθρωποι
δύνωνται κινεῖν͵ τελευτῶσιν
αποπνέοντες την τελευταίαν πνοήν
ἀποπνεύσαντες.
αυτών.
καὶ τῶν νοσημάτων ὅσα ποιοῦσι τὸν

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ'.
Ορισμός γεννήσεως, νεότητος, γήρατος, ζωής και θανάτου, πάντων αναφερομένων
εις τήν φυσικήv θερμότητα, καθ' όσον άρχεται, ακμάζει ή σβύνεται.

1. Γέννησις είναι λοιπόν η πρώτη
61
μέθεξις ἐν τῷ θερμῷ τῆς θρεπτικῆς συμπλοκή της θρεπτικής ψυχής με την
θερμότητα. Ζωή είναι η εμμονή της
ψυχῆς͵ ζωὴ δ΄ ἡ μονὴ ταύτης. νεότης
συνενώσεως ταύτης· νεότης δε είναι η
δ΄ ἐστὶν ἡ τοῦ πρώτου καταψυκτικοῦ ανάπτυξις του πρώτου οργάνου, όπερ
μορίου αὔξησις͵ γῆρας δ΄ ἡ τούτου
καταψύχει (το ζώον), γήρας δε είναι η
φθίσις͵ ἀκμὴ δὲ τὸ τούτων μέσον.
καταστροφή αυτού, ακμή δε είναι το
μέσον μεταξύ νεότητος και γήρατος.
Γένεσις μὲν οὖν ἐστιν ἡ πρώτη

τελευτὴ δὲ καὶ φθορὰ βίαιος μὲν ἡ

2. Θάνατος δε και καταστροφή βίαιος

είναι η απόσβεσις και ο μαρασμός της
ζωικής θερμότητος (ήτις φθείρεται και διά
(φθαρείη γὰρ [479b] ἂν δι΄
τας δύο αιτίας ταύτας)· η δε φυσική
ἀμφοτέρας ταύτας τὰς αἰτίας)͵ ἡ δὲ
μάρανσις του αυτού τούτου θερμού
κατὰ φύσιν τοῦ αὐτοῦ τούτου
παράγεται διά τον πολύν χρόνον, και είναι
μάρανσις διὰ χρόνου μῆκος
κανονικόν τέλος ζωής, καλείται δε ως
γινομένη καὶ τελειότητα· τοῖς μὲν
προς τα φυτά ξήρανσις, ως προς δε τα
οὖν φυτοῖς αὔανσις͵ ἐν δὲ τοῖς ζῴοις ζώα θάνατος.
τοῦ θερμοῦ σβέσις καὶ μάρανσις

καλεῖται θάνατος.
τούτου δ΄ ὁ μὲν ἐν γήρᾳ θάνατος
μάρανσις τοῦ μορίου δι΄ ἀδυναμίαν
τοῦ καταψύχειν ὑπὸ γήρως.
τί μὲν οὖν ἐστι γένεσις καὶ ζωὴ καὶ
θάνατος͵ καὶ διὰ τίνας αἰτίας
ὑπάρχουσι τοῖς ζῴοις͵ εἴρηται.

3. Και ο μεν κατά το γήρας θάνατος είναι
ο μαρασμός του οργάνου, διότι διά το
γήρας γίνεται αδύνατον να καταψύχη το
ζώον.
4. Είπομεν λοιπόν τί είναι η γέννησις, η
ζωή και ο θάνατος, και δια ποίας αιτίας
υπάρχουσιν εις τα ζώα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ'.
Ανακεφαλαίωσις των ειρημένων περί πνεύμονος και βραγχίων.

Δῆλον δ΄ ἐκ τούτων καὶ διὰ τίν΄
αἰτίαν τοῖς μὲν ἀναπνέουσι τῶν
ζῴων ἀποπνίγεσθαι συμβαίνει ἐν
τῷ ὑγρῷ͵ τοῖς δ΄ ἰχθύσιν ἐν τῷ ἀέρι·
τοῖς μὲν γὰρ διὰ τοῦ ὕδατος ἡ
κατάψυξις γίνεται͵ τοῖς δὲ διὰ τοῦ
ἀέρος͵ ὧν ἑκάτερα στερίσκεται
μεταβάλλοντα τοὺς τόπους.

1. Εκ των ειρημένων γίνεται φανερόν
διά ποίαν αιτίαν συμβαίνει να πνίγωνται
εις το υγρόν όσα ζώα αναπνέουσι 62 και
εις τον αέρα οι ιχθύς. Εις τους ιχθύς δηλ.
η κατάψυξις 63 γίνεται διά του ύδατος, εις
τα άλλα δε διά του αέρος, και ταύτα δε
και εκείνα στερούνται των στοιχείων
τούτων, όταν μεταβάλλωσι τον τόπον της
διαμονής των.

ἡ δ΄ αἰτία τῆς κινήσεως τοῖς μὲν τῶν 2. Θα είπωμεν εφεξής ποία είναι η αιτία
βραγχίων τοῖς δὲ τοῦ πνεύμονος͵ ὧν της κινήσεως των βραγχίων εις τους ιχθύς
και των πνευμόνων εις τα άλλα· καθ' όσον
αἰρομένων καὶ συνιζόντων τὰ μὲν
τα όργανα ταύτα διαστέλλονται και

συστέλλονται, τα μεν εκπνέουσι και
δέχονται τὸ ὑγρὸν καὶ ἐξιᾶσιν͵ ἔτι δ΄ εισπνέουσι τον αέρα, τα δε δέχονται και
απορρίπτουσι το υγρόν. Προσέτι θα
ἡ σύστασις τοῦ ὀργάνου͵ τόνδ΄ ἔχει
εξηγήσωμεν την σύστασιν του οργάνου
τὸν τρόπον.
τούτου εν τοις επομένοις.
ἐκπνέουσι καὶ εἰσπνέουσι τὰ δὲ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ'.
Τρείς εν τη καρδία κινήσεις: πήδησις, σφύξις, αναπνοή.

Τρία δ΄ ἐστὶ τὰ συμβαίνοντα περὶ
τὴν καρδίαν͵ ἃ δοκεῖ τὴν αὐτὴν
φύσιν ἔχειν͵ ἔχει δ΄ οὐ τὴν αὐτήν͵
πήδησις καὶ σφυγμὸς καὶ ἀναπνοή.

1. Τρία δε είναι όσα συμβαίνουσιν εις
την καρδίαν, τα οποία φαίνονται μεν ότι
έχουσι την αυτήν φύσιν, αλλ' όμως είναι
διάφορα, ήτοι πήδησις (άτακτος κίνησις)
64
, σφυγμός και αναπνοή.

2. Η πήδησις είναι η συγκέντρωσις εν τη
καρδία θερμότητος ένεκα καταψύξεως
θερμοῦ τοῦ ἐν αὐτῇ διὰ κατάψυξιν
άλλων μερών, ήτις δύναται να είναι ή
περιττωματικὴν ἢ συντηκτικήν͵ οἷον
εκκριματική ή διαλυτική 65, ως εις την
ἐν τῇ νόσῳ τῇ καλουμένῃ παλμῷ͵
νόσον, ήτις λέγεται παλμός καρδίας 66,
καὶ ἐν ἄλλαις δὲ νόσοις͵ καὶ ἐν τοῖς και εις άλλας νόσους και έτι εις τους
φόβοις δέ· καὶ γὰρ οἱ φοβούμενοι
φόβους. Διότι και οι φοβούμενοι
καταψύχονται τὰ ἄνω͵ τὸ δὲ θερμὸν καταψύχονται εις τα άνω μέρη, η δε
θερμότης φεύγουσα και συγκεντρουμένη
ὑποφεῦγον καὶ συστελλόμενον
εις την καρδίαν προξενεί την πήδησιν,
ποιεῖ τὴν πήδησιν͵ εἰς μικρὸν
συμπιεζομένη εις μικρόν χώρον ούτως,
συνωθούμενον οὕτως ὥστ΄ ἐνίοτ΄
ώστε ενίοτε τα ζώα αποσβύνονται και
ἀποσβέννυσθαι τὰ ζῷα καὶ
αποθνήσκουσι διά φόβον και πάθημα
νοσηρόν.
ἀποθνήσκειν διὰ φόβον καὶ διὰ
πήδησις μὲν οὖν ἐστι σύνωσις τοῦ

πάθος νοσηματικόν.
ἡ δὲ συμβαίνουσα σφύξις τῆς
καρδίας͵ ἣν ἀεὶ φαίνεται ποιουμένη
συνεχῶς͵ ὁμοία φύμασίν ἐστιν͵ ἣν
ποιοῦνται κίνησιν μετ΄ ἀλγηδόνος
διὰ τὸ παρὰ φύσιν εἶναι τῷ αἵματι

3. Ο δε γινόμενος σφυγμός της καρδίας,
τον οποίοv αύτη φαίνεται ότι ενεργεί
πάντοτε συνεχώς, είναι όμοιος με την
κίνησιv, την οποίαν προξενούσι τα
οιδήματα 67 μετά άλγους, διότι η
μεταβολή αύτη του αίματος δεν είναι

68
τὴν μεταβολήν· γίνεται δὲ μέχρις οὗ φυσική . Γίνεται δε η κίνησις έως ου το
κακόν ωριμάση και γίνη πύον.
ἂν πυωθῇ πεφθέν.

ἔστι δ΄ ὅμοιον ζέσει τοῦτο τὸ πάθος· 4. Τό πάθημα δε τούτο ομοιάζει με
βρασμόν διότι ο βρασμός γίνεται όταν το
ἡ γὰρ ζέσις γίνεται
υγρόν εξατμίζηται υπό τής θερμότητος.
πνευματουμένου τοῦ ὑγροῦ ὑπὸ τοῦ
Τω όντι τούτο υψούται τότε, διότι
θερμοῦ· αἴρεται γὰρ διὰ τὸ πλείω
αυξάνεται ο όγκος αυτού. Τέρμα δε της
γίνεσθαι τὸν ὄγκον. παῦλα δ΄ ἐν μὲν ατάκτου κινήσεως των οιδημάτων τίθεται,
τοῖς φύμασιν͵ ἐὰν μὴ διαπνεύσῃ͵
όταν το πύον δεν εξατμισθή και γένηται
πυκνότερον το υγρόν, του δε βρασμού
[480a] παχυτέρου γινομένου τοῦ
ὑγροῦ͵ σῆψις͵ τῇ δὲ ζέσει ἡ ἔκπτωσις τέρμα είναι η πτώσις του υγρού έξω του
περιέχοντος αυτό (αγγείου).
διὰ τῶν ὁριζόντων.
ἐν δὲ τῇ καρδίᾳ ἡ τοῦ ἀεὶ προσιόντος 5. Εις δε την καρδίαν η δια της
θερμότητος παραγομένη εξόγκωσις του
ἐκ τῆς τροφῆς ὑγροῦ διὰ τῆς
υγρού, όπερ φέρει αδιαλείπτως η τροφή,
θερμότητος ὄγκωσις ποιεῖ σφυγμόν͵
προξενεί τον σφυγμόν, διότι η εξόγκωσις
αἰρομένη πρὸς τὸν ἔσχατον χιτῶνα ανυψοί την εξωτερικήν μεμβράναν της
τῆς καρδίας. καὶ τοῦτ΄ ἀεὶ γίνεται
καρδίας. Και η κίνησις αύτη πάντοτε
συνεχῶς· ἐπιρρεῖ γὰρ ἀεὶ τὸ ὑγρὸν
γίνεται συνεχώς, διότι πάντοτε επιρρέει
συνεχώς το υγρόν, εκ του οποίου γίνεται
συνεχῶς͵ ἐξ οὗ γίνεται ἡ τοῦ
το αίμα.
αἵματος φύσις.
6. Tο αίμα πρώτον εις την καρδίαν
διαπλάσσεται, ως φαίνεται κατά τας
δημιουργεῖται· δῆλον δ΄ ἐν τῇ
αρχάς της γεννήσεως (ζώου), διότι, αν και
γενέσει ἐξ ἀρχῆς· οὔπω γὰρ
δεν διακρίνονται ακόμη αι φλέβες, η
διωρισμένων τῶν φλεβῶν φαίνεται καρδία όμως φαίνεται, ότι έχει αίμα. Και
ἔχουσα αἷμα. καὶ διὰ τοῦτο σφύζει
δια τούτο ο σφυγμός είναι ταχύτερος εις
μᾶλλον τοῖς νεωτέροις τῶν
τους νέους παρά εις τους γέροντας, διότι
η αναθυμίασις είναι μεγαλυτέρα εις τους
πρεσβυτέρων· γίνεται γὰρ ἡ
ἀναθυμίασις πλείων τοῖς νεωτέροις. νεοτέρους.

πρῶτον γὰρ ἐν τῇ καρδίᾳ

69
καὶ σφύζουσιν αἱ φλέβες πᾶσαι͵ καὶ 7. Και πάσαι αι φλέβες έχουσι
σφυγμόν, και κτυπούσι συγχρόνως, διότι
ἅμα ἀλλήλαις͵ διὰ τὸ ἠρτῆσθαι ἐκ
όλαι εξαρτώνται εκ της καρδίας. Η
τῆς καρδίας. κινεῖ δ΄ ἀεί· ὥστε
καρδία δε κινείται πάντοτε, άρα και αι
κἀκεῖναι ἀεί͵ καὶ ἅμα ἀλλήλαις͵ ὅτε φλέβες είναι πάντοτε εις κίνησιν, ήτις
κινεῖ.
γίνεται συγχρόνως εις όλας, εφ' όσον η
καρδία τας κινεί.

8. Πήδησις λοιπόν (παλμός) της καρδίας
είναι η κίνησις αντιστάσεως κατά της
γινομένη ἄντωσις πρὸς τὴν τοῦ
συγκεντρώσεως του ψυχρού, σφυγμός δε
ψυχροῦ σύνωσιν͵ σφύξις δ΄ ἡ τοῦ
είναι η εξάτμισις του υγρού, όταν
ὑγροῦ θερμαινομένου πνευμάτωσις. θερμαίνηται.
ἀναπήδησις μὲν οὖν ἐστιν ἡ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ'.
Πώς γίνεται η αναπνοή διά του πνεύμονος. Εισπνοή και εκπνοή διά της
αλληλεπιδράασως του αέρος και της ζωικής θερμότητος. Βράγχια.— Περί υγιείας
και νόσου.

1. Η αναπνοή γίνεται, όταν η θερμότης
τοῦ θερμοῦ ἐν ᾧ ἡ ἀρχὴ ἡ θρεπτική. αυξάνηται εις το μέρος, εις το οποίον
υπάρχει η θρεπτική αρχή. Διότι. καθώς
καθάπερ γὰρ καὶ τἆλλα δεῖται
και τα άλλα σωματικά στοιχεία, ούτω και
τροφῆς͵ κἀκεῖνο͵ καὶ τῶν ἄλλων
η θερμότης αύτη έχει χρείαν τροφής, και
μᾶλλον· καὶ γὰρ τοῖς ἄλλοις ἐκεῖνο αύτη περισσότερον των άλλων, διότι είναι
τῆς τροφῆς αἴτιόν ἐστιν.
πηγή της τροφής των άλλων.
Ἡ δ΄ ἀναπνοὴ γίνεται αὐξανομένου

2. Κατ' ανάγκην δε αύτη, όταν αυξάνηται,
ανυψώνει το όργανον (εις το οποίον
τὸ ὄργανον. δεῖ δ΄ ὑπολαβεῖν τὴν
είναι). Δέον δε να φαντασθώμεν την
σύστασιν τοῦ ὀργάνου
σύστασιν του οργάνου τούτου ομοίαν με
παραπλησίαν μὲν εἶναι ταῖς φύσαις τα φυσερά των χαλκείων· διότι ούτε ο
ταῖς ἐν τοῖς χαλκείοις (οὐ πόρρω
πνεύμων ούτε η καρδία απέχουσι πολύ
γὰρ οὔθ΄ ὁ πνεύμων οὔθ΄ ἡ καρδία
από του να λαμβάνωσι τοιούτον σχήμα.
τοῦ προσδέξασθαι σχῆμα τοιοῦτον)͵ Τα τοιαύτα όργανα είναι διπλά. Η
διπλοῦν δ΄ εἶναι τὸ τοιοῦτον· δεῖ γὰρ θρεπτική δε αρχή πρέπει να είναι εν τω
κέντρω της ζωτικής δυνάμεως.
ἐν τῷ μέσῳ τὸ θρεπτικὸν εἶναι τῆς

ἀνάγκη δὴ πλέον γινόμενον αἴρειν

ψυκτικῆς δυνάμεως.
αἴρεται μὲν οὖν πλεῖον γενόμενον͵
αἰρομένου δ΄ ἀναγκαῖον αἴρεσθαι
καὶ τὸ περιέχον αὐτὸ μόριον. ὅπερ
φαίνονται ποιεῖν οἱ ἀναπνέοντες·
αἴρουσι γὰρ τὸν θώρακα διὰ τὸ τὴν

3. Ο πνεύμων λοιπόν ανυψούται
εξογκούμενος, όταν δε εξογκούται, κατ'
ανάγκην διαστέλλεται και το μέρος το
περιέχον τον πνεύμονα. Και τούτο
φαίνονται, ότι κάμνουσιν οι αναπνέοντες,

ανυψούσι δηλ. το στήθος, διότι η αρχή,
τοιούτου μορίου ταὐτὸ τοῦτο ποιεῖν· ήτις υπάρχει εις το μέρος τούτο, κάμνει το
αυτό. Τω όντι, όταν υψούται ο πνεύμων,
αἰρομένου δέ͵ καθάπερ εἰς τὰς
αναγκαίως, όπως συμβαίνει εις τα
φύσας͵ ἀναγκαῖον εἰσφρεῖν τὸν
φυσερά, εισέρχεται έξωθεν ο αήρ, όστις
ἀέρα τὸν θύραθεν ψυχρὸν ὄντα͵ καὶ είναι ψυχρός και δια της ψύξεως, την
καταψύχοντα [480b] σβεννύναι τὴν οποίαν ενεργεί, ελαττώνει την
υπερβολικήν θερμότητα έσω.
ὑπεροχὴν τὴν τοῦ πυρός.

ἀρχὴν τὴν ἐνοῦσαν αὐτῷ τοῦ

4. Καθώς δε, όταν η θερμότης αυξάνηται,
τὸ μόριον͵ καὶ φθίνοντος ἀναγκαῖον ο πνεύμων ανυψούται, ούτω και όταν
εκείνη ελαττούται, κατ' ανάγκην ούτος
συνίζειν͵ καὶ συνίζοντος ἐξιέναι τὸν
συστέλλεται· και όταν ούτος
ἀέρα τὸν εἰσελθόντα πάλιν͵
συστέλληται, εξ ανάγκης ο εισελθών αήρ
εἰσιόντα μὲν ψυχρὸν ἐξιόντα δὲ
πρέπει να εξέρχηται, και εισέρχεται μεν
θερμὸν διὰ τὴν ἁφὴν τοῦ θερμοῦ
ψυχρός, εξέρχεται δε θερμός, διότι θίγεται
τοῦ ἐνόντος ἐν τῷ μορίῳ τούτῳ͵ καὶ υπό της θερμότητος, ήτις είναι εις το
μάλιστα τοῖς τὸν πνεύμονα ἔναιμον όργανον τούτο. Συμβαίνει δε τούτο προ
πάντων εις τα ζώα, των οποίων ο πνεύμων
ἔχουσιν· εἰς πολλοὺς γὰρ οἷον
είναι πλήρης αίματος. Διότι ό αήρ πίπτει
αὐλῶνας τὰς σύριγγας ἐμπίπτειν
εις τους πολυαρίθμους σωλήνας, οίτινες
τὰς ἐν τῷ πνεύμονι͵ ὧν παρ΄
είναι εις τον πνεύμονα και ομοιάζουσι με
αύλακας, εις έκαστον δε των σωλήνων
ἑκάστην παρατέτανται φλέβες͵
παράκεινται φλέβες, ούτως ώστε ο
ὥστε δοκεῖν ὅλον εἶναι τὸν
πνεύμων ολόκληρος φαίνεται πλήρης
πνεύμονα πλήρη αἵματος.
αίματος.
ὥσπερ δ΄ αὐξανομένου ᾔρετο τοῦτο

καλεῖται δ΄ ἡ μὲν εἴσοδος τοῦ ἀέρος
ἀναπνοή͵ ἡ δ΄ ἔξοδος ἐκπνοή. καὶ
ἀεὶ δὴ τοῦτο γίνεται συνεχῶς͵ ἕως
περ ἂν ζῇ καὶ κινῇ τοῦτο τὸ μόριον
συνεχῶς· καὶ διὰ τοῦτο ἐν τῷ
ἀναπνεῖν καὶ ἐκπνεῖν ἐστι τὸ ζῆν.

5. Ονομάζεται δε η είσοδος του αέρος
εις τον πνεύμονα εισπνοή, η δε έξοδος
εκπνοή. Και η κίνησις αύτη γίνεται
πάντοτε συνεχώς, εφ' όσον το ζώον ζη και
κινεί συνεχώς το όργανον τούτο, και διά
τούτο η ζωή συνίσταται εκ της εισπνοής
και εκπνοής.

6. Κατά τον αυτόν δε τρόπον γίνεται
και η κίνησις των βραγχίων εις τους
ἰχθύσιν ἡ κίνησις γίνεται τῶν
ιχθύς. Όταν δηλαδή υψούται η θερμότης
βραγχίων. αἰρομένου γὰρ τοῦ
του αίματος χωρούντος διά των μερών
θερμοῦ τοῦ ἐν τῷ αἵματι διὰ τῶν
τούτων, υψούνται και τα βράγχια και
μορίων αἴρονται καὶ τὰ βράγχια͵ καὶ αφίνουσι το ύδωρ να διέλθη· όταν δε η
διιᾶσι τὸ ὕδωρ· κατιόντος δὲ πρὸς
θερμότης καταβή εις την καρδίαν διά των
αγγείων και γίνηται η κατάψυξις, τα ζώα
τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον καὶ τοῖς

τὴν καρδίαν διὰ τῶν πόρων καὶ
καταψυχομένου συνίζουσι͵ καὶ
ἀφιᾶσι τὸ ὕδωρ. ἀεὶ δ΄ αἰρομένου
τοῦ ἐν τῇ καρδίᾳ ἀεὶ δέχεται͵ καὶ
ἀφίησι πάλιν καταψυχομένου.
διὸ κἀκείνοις τοῦ ζῆν καὶ μὴ ζῆν τὸ
τέλος ἐστὶν ἐν τῷ ἀναπνεῖν͵ καὶ
τούτοις ἐν τῷ δέχεσθαι τὸ ὑγρόν.
περὶ μὲν οὖν ζωῆς καὶ θανάτου καὶ
τῶν συγγενῶν ταύτης τῆς σκέψεως
σχεδὸν εἴρηται περὶ πάντων.
περὶ δὲ ὑγιείας καὶ νόσου οὐ μόνον
ἐστὶν ἰατροῦ ἀλλὰ καὶ τοῦ φυσικοῦ
μέχρι του τὰς αἰτίας εἰπεῖν. ᾗ δὲ
διαφέρουσι καὶ ᾗ διαφέροντα
θεωροῦσιν͵ οὐ δεῖ λανθάνειν͵ ἐπεὶ
ὅτι γε σύνορος ἡ πραγματεία μέχρι
τινός ἐστι͵ μαρτυρεῖ τὸ γινόμενον·
τῶν τε γὰρ ἰατρῶν ὅσοι κομψοὶ καὶ
περίεργοι λέγουσί τι περὶ φύσεως
καὶ τὰς ἀρχὰς ἐκεῖθεν ἀξιοῦσι
λαμβάνειν͵ καὶ τῶν περὶ φύσεως
πραγματευθέντων οἱ χαριέστατοι
σχεδὸν τελευτῶσιν εἰς τὰς ἀρχὰς
τὰς ἰατρικάς.

συστέλλουσι τα βράγχια και
απορρίπτουσι το ύδωρ. Αλλ' η θερμότης,
ήτις διαρκώς υψούται εν τη καρδία,
διαρκώς δέχεται πάλιν το στοιχείον, όπερ
καταψύχει αυτήν.

7. Διά τούτο και εις τα χερσαία το ζην και
το μη ζην συνίσταται επί τέλους εις το
αναπνέειν, και εις τους ιχθύς συνίσταται
εις το δέχεσθαι το υγρόν.
8. Περί της ζωής λοιπόν και του
θανάτου και περί όσων σχετίζονται με την
μελέτην ταύτην είπομεν σχεδόν περί
πάντων.
9. Περί δε της υγιείας και της νόσου όχι
μόνον του ιατρού, αλλά και του φυσικού
φιλοσόφου είναι έργον να εξετάση τας
αιτίας αυτών. Δεν πρέπει να αγνοώμεν
κατά τί διαφέρουσι και πώς εξετάζουσι
αντικείμενον τι εκ διαφόρου επόψεως αι
δύο αυταί τάξεις ανθρώπων· ότι δε αύται
είναι μελέται συνορεύουσαι μέχρι τινός
μαρτυρεί το γεγονός τούτο: Όσοι των
ιατρών είναι ικανοί και εργατικοί
ασχολούνται περί της φύσεως, και
θεωρούσι πρέπον εξ αυτής να λαμβάνωαι
τας αρχάς των, και αφ' ετέρου οι
ικανότατοι εκ των περί φύσεως
πραγματευθέντων φιλοσόφων
καταλήγουσι πάντοτε σχεδόν εις
συζήτησιν περί των αρχών της ιατρικής.

(48) Ο Εμπεδοκλής και ο Πλάτων εδόξαζον ότι ο αήρ εισχωρεί διά των πόρων τoυ σώματος.
(49) Tαύα πάντα είναι θεωρίαι του “Τιμαίου” του Πλάτωνος.
(50) Ο Πλάτων θέτει την ψυχήν εις τον εγχέφαλον, διότι εν αυτή βλέπει προ πάντων τον νουν. Αλλ' ο Αριστοτέλης
συνταυτίζων την ψυχήν με την ζωήν εξ ανάγκης θέτει την ψυχήν εις το κέντρον της ζωής, την καρδίαν.
(51) Οίτινες δεv έχουσι λαιμόν.
(52) Τούτο όμως συμβαίνει και εις τα άλλα ζώα.
(53) Η χημεία απέδειξεν από του τέλους του 18ου αιώνος, ότι ο υπό των ζώων αναπνεόμενος αήρ μολύνεται
πληρούμενος ανθρακικού οξέος, και ούτω γίνεται πνικτικός.
(54) Η επαφή του αίματος αφαιρεί εκ του αέρoς το οξυγόνον, και ούτω φθείρει αυτόν.

(55) Ο Αριστοτέλης φαίνεται αποδίδων τον θάνατoν εις αλλοίωσιν του πνεύμονος.
(56) Εσωτερική.
(57) Όρα περί Νεότητος και Γήρως.
(58) Ως επί το πλείστον.
(59) Ανωμάλων και υπερβολικών.
(60) Της διαστολής και συστολής του πνεύμονος.
(61) Μέθεξις, λέγει ο Αριστοτέλης.
(62) Διά των πνευμόνων.
(63) Αύτη είναι η θεωρία του Πλατωνικού Τιμαίου.
(64) Πήδησις λέγει την ανώμαλον και άτακτον κίνησιν (παλμόν) της καρδίας, σφυγμόν, δε τήν τακτικήν και
κανονικήν. Αλλ' η αναπνοή αναφέρεται μάλλον εις τον πνεύμονα παρά εις την καρδίαν.
(65) Ως είναι λ. χ. η εκ των δηλητηρίων.
(66) Ως συμβαίνει εις τους ανευρισμούς της καρδίας.
(67) Φύματα λέγει το κείμενον. Τοιαύτα είναι οι δοθιήνες, κ. λ.
(68) Η κίνησις όμως της καρδίας, φυσική ούσα, δεv προξενεί πόνον.
(69) Αι αρτηρίαι μόναι.