ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΒΑΚΙΛΟΣ

Συνέντευξη με τον Κυριάκο Κατζουράκη

1 Χαιρόμαστε που όλο και περισσότεροι δημιουργοί αναγνωρίζουν στο
πρόσωπο της Σαλαμίνας μια κρυμμένη εικαστικότητα και την επιλέγουν για να
οικοδομήσουν ένα καλλιτεχνικό έργο. Εσύ ειδικότερα, είναι η δεύτερη φορά που
το κάνεις. Τι είναι αυτό που σε γυροφέρνει εδώ;
Κ
Από σπουδαστής στην ΑΣΚΤ ερχόμουνα εκδρομές με συμμαθητές στη Σαλαμίνα. Δε
θέλω να υμνήσω τα παλιά, απλά να πω ότι την γνωρίζω αρκετά και πονάω κι εγώ για
την σημερινή Σαλαμίνα, ένα νησί που με τα χρόνια έγινε προάστιο της πόλης. Εκείνη η
μύτη απέναντι από το Κερατσίνι ήταν η αρχή, ήμουνα στο εγκαταλειμμένο εργοστάσιο
του Μποδοσάκη και γυρίζαμε τη ‘Γλυκιά μνήμη’ και στο φινάλε της ταινίας αν θυμάστε
έρχονται από τη θάλασσα ένα πλήθος από το παρελθόν σαν νεκροί Σαλαμίνιοι και
συμφιλιώνουν την Ιρίνα με τους εχθρούς της. Από εκεί έψαχνα μια θέση για ένα γενικό
πλάνο του εργοστάσιου και είδα ότι από τη Σαλαμίνα μπορούσα να το έχω. Τώρα στην
καινούρια ταινία, η αντίστοιχη οικοδομή του εργοστάσιου στο Κερατσίνι είναι πάνω
στη Σαλαμίνα. Είναι ένα οίκημα με μια ξεχασμένη ομορφιά, μια σχεδόν μαδημένη από
λούσα οικία αλλά με αρχοντιά και αισθητική που ποτέ δε θα ξαναγίνει.
Κοιτάξτε με τη δική μου ματιά για λίγο. Το παρελθόν δεν ενδιαφέρει κανέναν, σαν
ιστορία εννοώ. Αυτό το νησί είναι κάτι σαν καθρέφτης του πιο ενδιαφέροντος
κομματιού της Ελλάδας. Τα έχει όλα, ωραία βουνά, δάση, ιστορία, σάπια μεταλλικά
κουφάρια, πλαστικά μπουκάλια που κολυμπάνε πάνω στην βυθισμένη ναυμαχία,
αμέτρητα καραβάκια μεταφέρουν αδιάκοπα εργαζόμενους απέναντι, στρίβεις μια γωνία
και μυρίζεις σουβλάκι μαζί με πετρέλαιο, αλλά πάνω απ’ όλα έχει ζωή και η ζωή είναι
πιο όμορφη από το παρελθόν, παντού πρόσωπα γεμάτα ζωή και περιέργεια, πρόσωπα
που θυμίζουν παλιές εποχές πιο αθώες, πιο ανθρώπινες.
Όλο το διάστημα που γυρίζαμε στη Σαλαμίνα ένοιωθα σα να την ήξερα από πάντα.

2 Γιατί επιλέγεις την ψηφιακή και όχι την παραδοσιακή γραφή για τις ταινίες
σου; Να το εκλάβουμε ως μια συμβολική ρήξη με την παραδοσιακή σχολή
κινηματογράφησης;
Κ
Αυτή τη φορά επέλεξα να γυρίσω με φιλμ. Νομίζω ότι η ίδια η ταινία το έχει ανάγκη.
Αλλά, ναι υπάρχει ένα ζήτημα με την ψηφιακή γραφή, είναι η γραφή που θα στεριώσει
τελικά και οι εξελίξεις στην τεχνολογία της εικόνας είναι ραγδαίες. Υπάρχει όμως μια
δυσκολία που είναι η εξής: η ψηφιακή γραφή αντιμετωπίζεται σαν πιο εύκολη ενώ δεν
είναι. Έχει κανόνες καινούριους που πρέπει να τους σεβόμαστε. Η ευκολία της είναι ο
μεγαλύτερος κίνδυνος, μπορεί να σε παρασύρει σε μια ομογενοποιημένη τηλεοπτική
εικόνα χωρίς να το καταλάβεις. Με πολύ λίγα λόγια μπορώ να περιγράψω την ανάγκη
1

μου να γυρίσω με φιλμ. Το θέμα, η εικόνα, οι συνθήκες γυρίσματος είναι ίδιες είτε
τραβάς με ψηφιακή είτε αναλογικά, με την ψηφιακή μηχανή νοιώθεις σα να μην
υπάρχει αντίσταση από την εικόνα την ίδια και σε παρασέρνει σε μια ευκολία σαν
απαλό κυματάκι που σε υπνωτίζει. Με το φιλμ είναι σα να τα βάζεις με άγρια θάλασσα.
Η παραδοσιακή γραφή υπάρχει πάντα με ότι και να τραβάς, είναι καθαρά θέμα
ιδεολογίας. Εγώ αγαπώ το σινεμά που δεν με απασχολεί με τι μέσο γυρίστηκε.
Όταν η ταινία είναι καλή, μπορεί να είναι και με σούπερ8, με video, με Panavision, με
ότι νάναι. Προς το παρόν όμως έχω ερωτευτεί το σούπερ16 που δουλέψαμε στην ταινία
μας. Ίσως είναι ένας έρωτας πρόσκαιρος, μπορεί… εξ άλλου όπως σας είπα πριν, αν
κάτι καινούριο γίνει στο σινεμά, αυτό θα είναι μέσα από τις νέες εξελίξεις που κάνουν
προσιτή οικονομικά την τέχνη του σινεμά στους νέους καλλιτέχνες.

3 Πες μας κάποια θεματικά στοιχεία για τη νέα σου ταινία. Θα σε απασχολήσει
ξανά ο «Ξένος»;
Κ
Ο απόλυτος ξένος είναι αυτός που στον ίδιο του τον τόπο δε μπορεί να ζήσει. Η ανεργία
σε λίγο καιρό θα γεμίσει με ‘Ξένους’ παντού. Τότε ίσως θα καταλάβουμε τα κοινά μας
στοιχεία με τους μετανάστες και τους πρόσφυγες που μας κατακλύζουν. Δεν είναι αυτοί
η αιτία της ανεργίας, όπως δεν ήταν τα κύματα της αστυφιλίας τα χρόνια 1950-70 που
αυξήθηκε η ανεργία, η εγκατάλειψη της επαρχίας ήταν η αιτία και η αύξηση του
πλούτου σε ακόμα λιγότερα χέρια στις χώρες της Δύσης είναι η βασική αιτία σε κάθε
κύμα προσφύγων που προσπαθούν να επιβιώσουν ξενιτεμένοι…
Η μυρωδιά της επαρχίας είναι το βασικό θέμα της ταινίας «Πανσέληνος», άνθρωποι
που είναι παγωμένοι στο χρόνο, ακινητοποιημένοι, αιχμάλωτοι σε ένα τόπο με ένδοξο
παρελθόν που όμως δεν τους αφορά, καταφέρνουν εν τέλει να κινηθούν, να αλλάξουν,
να κάνουν τη δική τους μικρή εξέγερση.

4 Τι διακρίνεις στα μάτια της Ιρίνας από την Ουκρανία, καθώς τη βλέπεις να
περιπλανιέται σε ένα αφιλόξενο, ελληνικό αστικό τοπίο; Νιώθεις μέρος ενός
ένοχου δυτικού πολιτισμού;
Κ
Γοητεύομαι από το κουράγιο της και καταλαβαίνω ότι ποτέ δε θα δω με τα μάτια της.
Προσπαθώ να καταλάβω γι’ αυτό και έκανα τη ‘Γλυκιά μνήμη’. Δεν είναι το τοπίο
αφιλόξενο είναι οι κάτοικοι, και δεν ήταν πάντα έτσι. Όχι δεν νοιώθω ένοχος που ζω
στη Δύση, εγώ κι άλλοι πολλοί είμαστε το δάχτυλο που δείχνει μονοπάτια γεμάτα ζωή,
είμαστε το αντίδοτο στην αρρώστια της Δυτικής πλεονεξίας. Η πίκρα στα μάτια κάθε
Ιρίνας είναι συντροφιά μου, εγώ της δίνω στέγη, βήμα να μιλήσει και δεν περιμένω
κανένα αντάλλαγμα. Η Ιρίνα μου είναι μαχητής και μπορεί να αλλάξει τον κόσμο.

5 Πως απαντάμε στον ρατσισμό;
Κ
Δεν απαντάμε.
Τον πολεμάμε όπου βρίσκεται.

2

6 Στο εισαγωγικό σημείωμα του βιβλίου «Ο δρόμος προς τη Δύση» υιοθετείς
την άποψη του Μπαλιμπάρ πως οι μετανάστες είναι οι σύγχρονοι προλετάριοι.
Αλήθεια ο Μαρξισμός έχει θέση στην πολιτική θεωρία του καιρού μας;
Κ
Αν δεν κάνω λάθος ο Μαρξ έχει προαναγγείλει το τέλος του καπιταλισμού, που ίσως
ζούμε αυτόν τον καιρό. Υπάρχει πιο προλετάριος από κάποιον που εργάζεται και μετά ο
εργοδότης του δεν τον πληρώνει και τον καρφώνει στην αστυνομία ως παράνομο
μετανάστη; Ο απόλυτος Προλετάριος ζει ανάμεσά μας και συνήθως είναι ‘ξένος’.
7 Φαντάζομαι σε έχει απασχολήσει η λέξη πατρίδα. Πως θα μπορούσες να την
ορίσεις;
Κ
Πατρίδα είναι τα μάτια της μητέρας που στέλνει την απόλυτη αγάπη στα μάτια του
βρέφους. Όλα τα άλλα μετά, είναι ανθρώπινες οικονομικές κατασκευές.

8 Ποιος ο ρόλος της ποίησης στη ζωή σου;
Κ
Γράφει κάπου ένας ποιητής:
Νταμάρια διαλυμένα
Kουφάλες
Στην Πεντέλη
Ποτάμια αίμα χύνονται από τη Σαλαμίνα στο Σαρωνικό
Αγέλες λύκων κατοικούν στους υπονόμους
Αρκούδες κυβερνούν τη μυρωδιά του θανάτου
Ανύπαρκτοι και ίσως για πάντα ξεχασμένοι πρόγονοι
Κλαίνε
Να πνίξουν τα σάπια υπολείμματα
Ενός πολιτισμού τόσο επιρρεπούς στο κέρδος.
Κι εσύ
Μαργαρίτα
Μη μαδάς τα φύλλα σου άδικα.

9 Ο Καβάφης ξεκίναγε ‘ώραι μελαγχολίας’ γράφοντας πως ‘οι ευτυχείς την
φύσιν βεβηλούσι’. Ίσως το σχήμα αυτό να μοιάζει κάπως επιπόλαιο στην
πολυπλοκότητα των σημερινών κοινωνιών ή μήπως όχι;
Κ
Η Αλεξάνδρεια του Καβάφη είναι το σημερινό Χονγκ Κονγκ είναι οι άπειρες ‘ώρες
μελαγχολίας’ στο Τόκιο, στον Πειραιά.
Σήμερα ερωτευόμαστε σε περιβάλλον λουσμένο με Ματζέντα, με κίτρινα, πορτοκαλιά
φώτα, με λαχανί λούστρο στους τοίχους. Έρωτας κάτω από το φως της δικής μας
μελαγχολίας, με τη μυρωδιά της μπύρας στα φτηνά σινεμά, με την δική μας

3

εκφραστικότητα να συγκρούεται σε κάθε βήμα με τους φτηνούς προφήτες της δικής μας
ζωής.

10 Ως ζωγράφος σίγουρα θα γνωρίζεις κάποιες υψηλές τιμές πώλησης κάποιων
έργων τέχνης. Μια που βρισκόμαστε στη Σαλαμίνα διάβασα πρόσφατα πως το
‘ηλιοβασίλεμα στη Σαλαμίνα’ του Βολανάκη πουλήθηκε σε δημοπρασία των
Bonhams λίγο κάτω από 300.000 ευρώ, Τελικά η τέχνη προορίζεται για την ελίτ;
Κ
Πάντα λίγοι μπορούσανε να αγοράσουνε πίνακες. Όμως λίγοι δίνανε και τις μεγάλες
παραγγελίες στην Αναγέννηση. Οι λύσεις δεν είναι δύσκολες, αν κάθε δήμος και πόλη
αποκτούσαν πινακοθήκες και χώρους τέχνης – όχι μόνο μουσικές σκηνές – τότε η τέχνη
θα ήταν προσιτή σε όλους. Οικονομικό είναι το ζήτημα αλλά όχι γιατί είναι ακριβός
ένας πίνακας. Επίσης πρέπει να σκεφτούμε ποιος είναι ο μηχανισμός εκτίμησης των
έργων. Πολλοί κριτικοί και δημοπράτες είναι συνεργάτες μεγάλων γκαλερί και
υπερτιμούν ζώντες καλλιτέχνες για κερδοσκοπία. Η παρέμβαση του δημόσιου είναι η
ευχή. Λίγος οπλικός εξοπλισμός λιγότερο και πολλά γίνονται. Η αρχή μπορεί να γίνει
από την τοπική αυτοδιοίκηση. Πολλοί καλλιτέχνες θα δωρίζανε έργα τους σε μια τέτοια
κίνηση αγάπης για την τέχνη…
Ξέρετε πόσο κοστίζει ένα Φάντομ; Όσο ένα πλήρες νοσοκομείο στη Σαλαμίνα.
11 Ενώ η ζωγραφική κι ο κινηματογράφος ως τέχνες εκφράζουν
προβληματισμούς κοινούς, έχουν ετερογενή σημεία προέλευσης. Ο
κινηματογράφος γεννήθηκε με την υποστήριξη μιας μηχανικής τεχνογνωσίας που
προκλήθηκε σε ένα περιβάλλον βιομηχανικό και αστικό, ενώ η ζωγραφική
απευθύνθηκε σε δομικά υλικά της φύσης για να υπάρξει. Πως καταφέρνεις να
ισορροπείς ανάμεσα στις δύο αυτές τέχνες σε σημείο που να συνομιλούν;
Κ
Τα εργαλεία μας ευτυχώς πλουτίζονται συνεχώς. Δομικά υλικά είναι τα πάντα. Αν
καταφέρνω να συνομιλούν οι δυο τέχνες είναι ίσως γιατί ποτέ δεν το επιδίωξα,
τουλάχιστον συνειδητά ποτέ δεν το προσπάθησα. Γίνεται μόνο του.

12 Για παράδειγμα ο φωτογράφος Richard Avedon είχε πει πως δε θα μπορούσε
ποτέ να γίνει ένας Gauguin, τι λέτε;
K
O Γκωγκέν δεν ήξερε ότι είναι Γκωγκέν. Πως λοιπόν ο Άβεντον ξέρει ότι δε θα γίνει
Γκωγκέν; Όλα αυτά γύρω από την καταξίωση και την καλλιτεχνική σταδιοδρομία είναι
τόσο ασήμαντα ζητήματα. Απασχολούν μια μικρή ομάδα τεχνοκριτικών και
Κιουρέιτορς, ο κόσμος είναι αδιάφορος με το μέλλον του Άβεντον ή το δικό μου.
Ο κόσμος αντιλαμβάνεται την τέχνη διασπασμένη μέσα σε μια κοινωνική
πραγματικότητα χωρίς ειδικεύσεις και κατηγορίες, ο κόσμος εδώ λατρεύει τον Τερζή,
την Βανδή, δε θα ακούσει Μότσαρτ ή Κολτρέιν. Θα πάει σινεμά να δει λούφα και
παραλλαγή δε θα πάει να δει Μπέλα Ταρ. Και τώρα είναι ακόμα πιο καθαρά τέτοια
ζητήματα καλλιτεχνικής ταυτότητας, ο κόσμος πεινάει και θα πεινάσει πολύ
περισσότερο. Συνήθως στο χώρο της τέχνης υπάρχουν άτομα που αντιλαμβάνονται
τέτοιους κινδύνους και με το έργο τους επισημαίνουν, δείχνουν, εκφράζουν, αγωνιούν,

4

ταυτίζονται πιο άμεσα κι από τους λαϊκούς βάρδους με τα βάσανα των άλλων. Το πώς
θα μείνει ένας καλλιτέχνης στην ιστορία με αφήνει αδιάφορο.

13 Τελικά ο Κυριάκος Κατζουράκης πως αυτοπροσδιορίζεται; Ζωγράφος,
σκηνοθέτης ή πανεπιστημιακός;
Κ
Ο Ζωγράφος καλλιτέχνης στα Ιταλικά προσφωνείται Maestro. Αυτό στα ελληνικά
σημαίνει Μάστορας, αυτό αισθάνομαι ότι είναι ο αυτοπροσδιορισμός μου. Μάστορας
και μερεμετατζής ακόμα καλύτερα. Έμαθα να χειρίζομαι εργαλεία και ψηφιακά
προγράμματα τόσο καλά όσο ξέρω να χειρίζομαι το λάδι και την τέμπερα. Και αυτό
διδάσκω στο πανεπιστήμιο. Το μηχανισμό που έχουμε μέσα μας - που συνήθως
αγνοούμε – που εξελίσσει τις δυνάμεις μας και την προσαρμοστικότητα μας στις
εκάστοτε ανάγκες του εσωτερικού μας κόσμου.

Ευχαριστούμε.

5