Charles Diehl

Θεοδώρα,
η αυτοκράτειρα του Βυζαντίου
Μετάφραση: Αντώνης Μοσχοβάκης
Εκδόσεις: Ηριδανός

Digitized by 10uk1s

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η περιπέτεια της Θεοδώρας, της βυζαντινής αυτοκράτειρας, που απ' τα παρασκήνια του
Ιππόδρομου ανέβηκε στο θρόνο των Καισάρων, είχε σε κάθε εποχή το προνόμιο να
κεντρίζει την περιέργεια και να ερεθίζει τη φαντασία. Από τους χρόνους που ζούσε, η
καταπληκτική τύχη της παραξένεψε τόσο τους συγκαιρινούς της που ο χαζόκοσμος της
Κωνσταντινούπολης επινόησε για να την εξηγήσει τις πιο απίστευτες ιστορίες, όλον αυτό
το σωρό από κουτσομπολιά που με τόση φροντίδα περιμάζεψε ο Προκόπιος στη Μυστική
Ιστορία του, για τους μεταγενέστερους. Μετά το θάνατό της την παρέλαβε ο θρύλος:
Ανατολικοί και Δυτικοί, Σύροι, Βυζαντινοί και Σλαύοι συναγωνίζονται ποιος να
πρωτοστολίσει με ρομαντικότερες λεπτομέρειες τη μυθιστορηματική της καριέρα· και
χάρη στην πολυξάκουστη αυτή φήμη της, ακόμα και στις μέρες μας, μονάχη ανάμεσα στις
τόσες βασίλισσες που πέρασαν απ' το θρόνο του Βυζαντίου, η Θεοδώρα παραμένει γνωστή
και σχεδόν κοσμαγάπητη.
Στον Άγιο Βιτάλιο της Ραβέννας, στη μοναχική αψίδα όπου λαμπυρίζουν τα χρυσαφένια
μωσαϊκά, πολλοί επισκέπτες προσπαθούν να ξεδιαλύνουν το αίνιγμα του χλωμού κι
ατάραχου προσώπου της. Στο Παρίσι, όπου εμφανίστηκε, εδώ κ' είκοσι χρόνια, στην Πύλη
Σαιν Μαρταίν, κι όπου, χτες ακόμα, παρουσιαζόταν σαν σε αποθέωση, κεντρίζει παρόμοια
την περιέργεια των ζωγράφων και των δραματικών συγγραφέων, των ιστορικών, ακόμα
και των αδιάφορων. Άλλοτε, διηγιέται αρκετά ανόητα ο Προκόπιος, οι έντιμοι άνθρωποι
της Κωνσταντινούπολης ξεμάκραιναν με φροντίδα από κοντά της, όταν τη συναντούσαν
στο δρόμο, από φόβο μη μιανθούν απ' την ακάθαρτη επαφή της. Στον αιώνα μας δεν έχουμε
πια τέτοιους φόβους και προκαταλήψεις: το ανάλαφρο άρωμα του σκανδάλου που
πλανιέται γύρω απ' τη Θεοδώρα θα μας τραβούσε προς αυτήν περισσότερο. Ερέθισε με τη
σειρά το πινέλο ενός Μπενζαμέν Κονστάν κ' ενός Κλαιρέν, κέντρισε τη δημιουργική
φαντασία ενός Σαρντού, σαγήνεψε την εμπνευσμένη ευρετικότητα μιας Σάρρας Μπερνάρ.
Δεν πάει καιρός που, για να την ξαναζωντανέψουν στα μάτια μας μέσα σε πλαίσιο αντάξιό
της, σπαταλούσαν κάθε λαμπρότητα της πιο επιμελημένης και πολυέξοδης σκηνοθεσίας
και για οχτώ μέρες ένα «πολύ παριζιάνικο» θέμα συνομιλίας ήταν η συζήτηση γύρω από
την αρετή της Θεοδώρας.
Μπορούμε ωστόσο να πούμε πως γνωρίζουμε μ' απόλυτη ακρίβεια τη φημισμένη αυτή
αυτοκράτειρα, που πάμπολλοι δεν τη θεωρούν παρά μια ονομαστή τυχοδιώκτρια; Και
πρέπει τάχα να πιστέψουμε πως, αν θα μπορούσε να μιλήσει, θα 'ταν ολότελα
ικανοποιημένη για κάποια πολύ μυθιστορηματικά χαρακτηριστικά που μ' αυτά, κι άλλοτε
και τώρα, στόλισαν πολύ συχνά το πορτραίτο της; Δεν είμαι και τόσο βέβαιος. Υπάρχουν
δυο Θεοδώρες, η μια της Μυστικής Ιστορίας, κ' η άλλη της Ιστορίας χωρίς επίθετο. Η
πρώτη είναι η γνωστότερη κ' η περιπέτειά της, αν καλοεξετάσουμε τα πράγματα, είναι
κοινή, φτάνει να της αφαιρεθεί αυτό το μεγαλείο της επικής σχεδόν ακολασίας που της
προσδίνει ο Προκόπιος: ιστορία χορεύτριας που αφού έζησε πολύ, αποζήτησε μια σταθερή
αποκατάσταση και βρίσκοντας έναν άντρα σοβαρό αφοσιώθηκε στο γάμο και στη θρησκεία.
Η Θεοδώρα αυτή, στον Λουδοβίκο Αλεβύ, ονομάζεται Βιργινία Καρντινάλ. Υπάρχει και μια

Digitized by 10uk1s

άλλη, λιγότερο γνωστή, και μ' άλλο τρόπο παράξενη κ' ενδιαφέρουσα· μια μεγάλη
αυτοκράτειρα, που κράτησε στο πλευρό του Ιουστινιανού μια σπουδαιότατη θέση κ' έπαιξε
συχνά ρόλο αποφασιστικό στη διακυβέρνηση, μια γυναίκα με πνεύμα ανώτερο, σπάνια
αντίληψη, θέληση ενεργητική, ένα πλάσμα δεσποτικό κι αλαζονικό, βίαιο και φλογερό,
περίπλοκο και συχνά ανεξήγητο, όμως πάντα ατέλειωτα γοητευτικό.
Στην παρατήρηση αυτή βιάζομαι να προσθέσω πως ειλικρινά δεν έχω καμιά επιθυμία, που
θα 'ταν παράδοξη, να περιγράψω εδώ, αντίθετα με κάθε αληθοφάνεια, τη Θεοδώρα
εξαιρετικά τίμια κ' ενάρετη. Άφησα, όπως θα δούμε, με τις απαραίτητες πάντα
επιφυλάξεις, σ' αυτό το βιβλίο πολύ χώρο στα γραφικά ανέκδοτα της Μυστικής Ιστορίας
κι απέχω τόσο απ' το να τους αρνιέμαι εμπιστοσύνη, που νομίζω αντίθετα πώς μπορεί
κανείς με την προσεχτική μελέτη τους ν' αποσπάσει απ' αυτά, πιο ολοκληρωμένα απ' ό,τι
ως σήμερα, την ψυχολογία της Θεοδώρας στον καιρό της τρικυμισμένης της νεότητας.
Όμως πρέπει ν' αντιληφθούμε καλά πως δεν υπάρχει μόνο η Μυστική Ιστορία. Τα
τελευταία χρόνια προ πάντων βρέθηκαν κι άλλα ντοκουμέντα, αρκετά καινούργια, που
επιτρέπουν πιο συμπληρωμένα να σχεδιάσουμε τη μορφή της ξακουσμένης βασίλισσας.
Έξω από τη βιογραφία που ένας ευλαβικός καλόγερος του ένατου αιώνα έγραψε για το
Θεόδωρο, ηγούμενο της Χώρας, που ήταν θείος της Θεοδώρας, τους Βίους των Οσίων της
Ανατολής που εξιστόρησε κατά τα μέσα του έκτου αιώνα ένας από τους οικείους της
αυτοκράτειρας, ο επίσκοπος Ιωάννης ο Εφέσιος, ανέκδοτα αποσπάσματα της Μεγάλης
Εκκλησιαστικής Ιστορίας, συνθεμένης απ' τον ίδιο συγγραφέα, το ανώνυμο χρονικό που
αποδίνεται στο Ζαχαρία το Μυτιληναίο, άλλα συγγράμματα, σύγχρονα επίσης, όπως οι
βιογραφίες του Πατριάρχη Σεβήρου και του Ιάκωβου του Βαραδαίου, απόστολου των
μονοφυσιτών, δημοσιεύτηκαν ή μεταφράστηκαν από συριακά χειρόγραφα, όπου παρέμεναν
ξεχασμένα, και φωτίζουν μ' αρκετά περίεργο τρόπο το ρόλο που έπαιξε η Θεοδώρα στα
πράγματα της θρησκείας και της πολιτικής. Μπορούμε να προσθέσουμε κι άλλους
συγγραφείς, γνωστούς και παλιότερα, μα που τους συμβουλεύονταν σπάνια, όπως τον
Ιωάννη το Λυδό ή τα καινούργια αποσπάσματα του Μαλάλα, χωρίς να μιλήσουμε για τις
αυτοκρατορικές Νεαρές, που η κουραστική τους πολυλογία, γεμάτη ωστόσο από διδαχές,
έχει αποθαρρύνει πολλούς, και για τον ίδιο τον Προκόπιο που, ευτυχώς για μας, άφησε κι
άλλα έργα εκτός από τη Μυστική Ιστορία. Κι απ' όλα αυτά, αν θα λάβουμε τον κόπο να τα
διαβάσουμε προσεχτικά, αποσπώνται ορισμένα περιστατικά που μας δείχνουν τα πρόσωπα
του αιώνα του Ιουστινιανού κάτω από ένα φως διαφορετικότερο κάπως από κείνο όπου
συνηθισμένα μας παρουσιάζονται. Αν επιμένω σ' αυτά τα πράγματα, δεν είναι εννοείται
καθόλου για τη μάταιη ευχαρίστηση να κάνω εδώ μια κούφια επίδειξη πολυμάθειας. Δε θα
βρείτε στο κάτω μέρος των σελίδων αυτού του βιβλίου ούτε σημειώσεις ούτε παραπομπές:
κύρια και μόνο τη γραφική, ανεκδοτική ιστορία της Θεοδώρας θέλησα να γράψω. Όμως η
ιστορία αυτή, που η προσπάθειά μου ήταν να δοθεί ζωντανή κι όσο το δυνατό
διασκεδαστική, δεν παύει να 'ναι ιστορία αληθινή. Καθικετεύω τον αναγνώστη να
συγκατατεθεί να πιστέψει πως το κάθε γεγονός που αναφέρεται εδώ, στηρίζεται πάνω σε
συγκεκριμένες μαρτυρίες, πως οι ίδιες οι υποθέσεις, που κάποτε επέτρεψα στον εαυτό
μου, θα μπορούσαν, αν παρουσιαζόταν ανάγκη, να θεμελιωθούν επιστημονικά. 1 Με μια
1

Θα μου επιτραπεί, για τη λεπτομέρεια των πραγμάτων και τη συμπληρωμένη μελέτη της εποχής, να
παραπέμψω τον αναγνώστη στο μεγάλο έργο που δημοσίευσα με τον τίτλο: Ο Ιουστινιανός και ο βυζαντινός

Digitized by 10uk1s

λέξη δε θέλησα ν' αφηγηθώ το ρομάντζο της Θεοδώρας: αυτό το 'καμαν άλλοι και με
περισσότερη γλαφυρότητα. Όμως προσπαθώντας ν' ανασυστήσω τα διαδοχικά
περιβάλλοντα όπου έζησε, τον πολύβουο Ιππόδρομο όπου διάβηκε η τρικυμισμένη της
νεότητα, το μεγαλόπρεπο κ' εθιμοτυπικό Παλάτι όπου βασίλεψε η φιλόδοξη ωριμότητά
της, τη γραφική και πολυτάραχη Εκκλησία που η φροντίδα της την απασχόλησε ως τον
ευλαβικό θάνατό της, σκιαγραφώντας τις μορφές των κυριότερων προσώπων που έζησαν
γύρω της, του συζύγου της Ιουστινιανού, των εννοουμένων της Πέτρου Βαρσυμή και
Ναρσή, της έμπιστής της Αντωνίνας, των αντιπάλων της Ιωάννου Καππαδόκη και
Βελισάριου, των προστατευομένων της Άνθιμου και Σεβήρου, Ιωάννου του Αιγύπτιου και
Ιάκωβου Βαραδαίου, θεώρησα πως θα μπορούσα έτσι να ξαναζωντανέψω, μες στο αληθινό
της πλαίσιο και στην ιστορική της πραγματικότητα, την αινιγματική και πολυσύνθετη
φύση που υπήρξε η Θεοδώρα.
Χωρίς αμφιβολία, απ' την παράξενη αυτή ύπαρξη της χορεύτριας που 'γινε αυτοκράτειρα,
από τον εύπλαστο και χιλιόμορφο αυτό χαρακτήρα της εταίρας, που με την εξυπνάδα και
τη φιλοδοξία της έγινε ένα απ' τα εξοχότερα πρόσωπα του Κράτους, θα παραμείνει πάντα
κάτι το άγνωστο και μυστηριακό και καθόλου δεν κολακεύομαι πως διέλυσα όλες τις
αβεβαιότητες και φώτισα όλα τα σκοτεινά σημεία. Όμως, όπως και να 'χει, η γυναίκα η
αληθινά ανώτερη που, αφού κατόρθωσε να σαγηνέψει το λαό και να καταχτήσει τον
Ιουστινιανό, βασίλεψε αφέντισσα επί είκοσι χρόνια στο Βυζάντιο, άξιζε να γίνει γνωστή
διαφορετικά και καλύτερα παρά απ' τα λιβελογραφικά κουτσομπολιά ή απ' τους
αμφισβητήσιμους θρύλους που δημιούργησε μια πολύ χτυπητή διασημότητα. Όχι πως
θέλω και πάλι να επιχειρήσω εδώ μιαν αποκατάσταση της Θεοδώρας. Κάτι τέτοιο στην
Ιστορία περικλείνει πάντα αρκετή πλάνη και γελοιότητα. Κι ακόμα, τέτοια που υπήρξε,
κοσμαγάπητη ηθοποιός, φημισμένη εταίρα, πριν να γίνει η απόλυτη μονάρχισσα της
μεγαλύτερης αυτοκρατορίας του καιρού της, η Θεοδώρα μας κάνει να αισθανόμαστε
καλύτερα όλο το γραφικό θέλγητρο του τόσο παράξενου κόσμου όπου έζησε, όλο το
εξαιρετικό ενδιαφέρον που θα μπορούσε να προσφέρει, για τη μελέτη αυτής της κοινωνίας
που χάθηκε, το έργο αυτό που προσπάθησα να δώσω εδώ ένα παράδειγμά του: μια σειρά
από πορτραίτα αυτοκρατειρών του Βυζαντίου.
Charles Diehl

πολιτισμός στον 6ο αιώνα.

Digitized by 10uk1s

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
Θεοδώρα η χορεύτρια

Digitized by 10uk1s

I
TO ΞΕΚΙΝΗΜΑ ΤΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΣ
Κατά τα πρώτα χρόνια του έκτου αιώνα, η Θεοδώρα, μίμος και χορεύτρια, κυριαρχούσε στην
Κωνσταντινούπολη με τη θριαμβική φήμη της.
Από που ερχόταν δεν είναι και τόσο γνωστό. Από τους κατοπινούς της χρονικογράφους, άλλοι της
δίνουν για πατρίδα την Κύπρο, τη φλογερή και περιπαθή χώρα της Αφροδίτης, άλλοι, με πιο πολλή
αληθοφάνεια, λένε πως γεννήθηκε στη Συρία. Όπως και να 'χει, παιδί ακόμα, ήρθε στο Βυζάντιο με
τους δικούς της, και σ' αυτή την πολύβουη και διεφθαρμένη πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας
μεγάλωσε κι ανατράφηκε. Όμως, από ένα αρκετά αξιοσημείωτο φαινόμενο αταβισμού, σ' όλη της
τη ζωή κράτησε τη σφραγίδα και την αγάπη της γενέθλιας γης της: ενώ ο Ιουστινιανός, που 'χε
γεννηθεί στα τραχιά βουνά της βόρειας Μακεδονίας, ήταν βαθιά διαπερασμένος απ' το ρωμαϊκό
πνεύμα, η Θεοδώρα παρέμεινε πάντα μια καθαρή Ανατολίτισσα, ποτισμένη απ' όλες τις ιδέες, τις
δοξασίες και τις προλήψεις της ράτσας της.
Από τι είδους οικογένεια προερχόταν, ούτε κι αυτό μας είναι καλά-καλά γνωστό. Ο θρύλος, από ένα
είδος σεβασμού στην αυτοκρατορική τάξη όπου υψώθηκε, της κατασκεύασε μια γενεαλογία
αρχοντική, ή τουλάχιστο ευπαρουσίαστη, και της έδωσε για πατέρα ένα πολύ σοβαρό και σοφό
συγκλητικό. Στην πραγματικότητα, η καταγωγή της φαίνεται πως ήταν πιο ταπεινή. Ο πατέρας της,
αν πιστέψουμε τη Μυστική Ιστορία, ήταν ένας άνθρωπος φτωχός που λεγόταν Ακάκιος κ' είχε
επάγγελμα να φυλάει τις αρκούδες στο αμφιθέατρο· η μητέρα της ήταν μια γυναίκα πολύ λίγο
αυστηρή, όπως τόσες και τόσες μες στον ανάκατο αυτό κόσμο των παρασκηνίων και του τσίρκου.
Απ' το καλλιτεχνικό αυτό αντρόγυνο γεννήθηκαν τρεις κόρες: η Κομιτώ, η Θεοδώρα κ' η Αναστασία·
η δεύτερη, η μελλοντική αυτοκράτειρα, ήρθε στον κόσμο όπως φαίνεται γύρω στο έτος 500.
Οι παλιότεροι φανατικοί του Ιπποδρόμου θυμούνταν ακόμα τα περιστατικά της πρώτης εμφάνισης
της Θεοδώρας στο κοινό. Ο Ακάκιος είχε πεθάνει, αφήνοντας σε μεγάλη αγωνία τη χήρα του και τις
τρεις κόρες του, που η μεγαλύτερή τους μόλις ήταν εφτά χρονών. Για να διατηρήσει τη θέση του
μακαρίτη, μοναδικό εισόδημα της οικογένειας, η μάνα δε βρήκε άλλο τρόπο παρά να παντρευτεί
έναν άλλον άντρα που, παίρνοντας τη διαδοχή του αρκουδοφύλακα, θα φρόντιζε μαζί και για το
σπίτι και για τα ζώα. Όμως, για να πετύχει το σχέδιο, ήταν απαραίτητη η συγκατάθεση του Αστέριου
του δημάρχου της φατρίας των Πρασίνων κι ο Αστέριος είχε πληρωθεί για να ευνοήσει έναν άλλο
υποψήφιο. Για να υπερνικήσει την εχθρική αυτή διάθεση, η μητέρα της Θεοδώρας σκέφτηκε να
προκαλέσει το ενδιαφέρον του λαού για το ζήτημά της και, μια μέρα που το πλήθος ήταν
συγκεντρωμένο στο αμφιθέατρο, παρουσιάστηκε στο στίβο σπρώχνοντας μπροστά της,
στεφανωμένα με λουλούδια, τα τρία κοριτσάκια της, που άπλωναν προς το πλήθος ικετευτικά τα
χεράκια τους. Οι πράσινοι ξέσπασαν σε γέλια, σαρκάζοντας τη συγκινητική αυτή ικεσία. Ευτυχώς η
άλλη φατρία του Ιππόδρομου, η μερίδα των Βένετων 2, που φρόντιζε πάντα να εξερεθίζει τους
αντιπάλους της, βιάστηκε να δεχτεί την αίτηση και να παραχωρήσει στην οικογένεια του Ακάκιου
μια θέση παρόμοια με κείνην που είχε χάσει. Τέτοια στάθηκε η πρώτη επαφή της Θεοδώρας με το
λαό που έμελλε αργότερα να σαγηνέψει και κατόπιν να κυβερνήσει: ποτέ της δεν ξέχασε αυτό το
επεισόδιο, κ' η αυτοκράτειρα έκανε τους Πράσινους να πληρώσουν σκληρά την περιπαιχτική
αδιαφορία τους στην παιδική ικεσία της.
Έτσι μεγάλωσε η Θεοδώρα, με τις αδερφές της, κάτω από την επίβλεψη μιας μητέρας χωρίς πολλές
ηθικές προκαταλήψεις, ανάμεσα στον αρκετά ύποπτο αυτόν κόσμο που σύχναζε στα παρασκήνια

2

Βένετοι: Γαλάζιοι.

Digitized by 10uk1s

του Ιππόδρομου κ' έτσι βρέθηκε, εντελώς φυσικά, προετοιμασμένη για τη μελλοντική σταδιοδρομία
της. Η χήρα του Ακάκιου, γυναίκα πραχτική, βλέποντας πως οι κόρες της ήταν όμορφες, τις έσπρωξε
διαδοχικά στο θέατρο. Η Κομιτώ έδωσε το παράδειγμα κ' είχε λαμπρή επιτυχία. Η Θεοδώρα
ακολούθησε. Από νωρίς συντρόφεψε τη μεγαλύτερη αδερφή της στη σκηνή, παίζοντας κοντά της
ρόλους μικρής καμαριέρας· τη συνόδεψε προπάντων στις κοσμικές συγκεντρώσεις, όπου η ομορφιά
της αρτίστας εκτιμιόταν πολύ· κ' έτσι νεώτατη μπαίνοντας σε μια κοινωνία διεφθαρμένων
καλοζωιστών, δέχτηκε, μες στ' ανακάτεμα των αντιθαλάμων, πολλές ακάθαρτες επαφές κι
αδιάκριτες οικειότητες. Όταν, μεγαλώνοντας, ήρθε η σειρά της ν' ανεβεί στη σκηνή, αναζήτησε
λογικότατα την τύχη της εκεί που και το υπόλοιπο της οικογένειας την είχε βρει.
Ήταν εξαιρετικά όμορφη. Οι εγκωμιαστές της βεβαιώνουν πως είχε υπέροχη ομορφιά, τόσο σπάνια
που ούτε τα λόγια ούτε τα έργα της τέχνης θα μπορούσαν στην εντέλεια να την εκφράσουν. Κ' οι
κατήγοροί της ακόμα αναγνώριζαν πως έδειχνε, με το μικρό της ανάστημα, ασύγκριτη χάρη και πως
το θελκτικότατο πρόσωπό της, με το κάπως χλωμό θαμπό δέρμα, φωτιζόταν από δυο μεγάλα,
εκφραστικά, φλογερά μάτια, γεμάτα ζωή. Απ' την πανίσχυρη αυτή γοητεία, που τόσες κατακτήσεις
έμελλε να της δώσει, ελάχιστα πράγματα απομένουν στο επίσημο πορτραίτο της, που βλέπουμε
στον Άγιο Βιτάλιο της Ραβέννας. Κάτω απ' τον μακρύ αυτοκρατορικό μανδύα, η κορμοστασιά δείχνει
πιο ψηλή και πιο άκαμπτη· κάτω απ' το βαρύ διάδημα που σκεπάζει το πρόσωπο και την πυκνή
περούκα, που μόλις αφήνει να μαντεύονται τα μαύρα μαλλιά, το μικροκαμωμένο ντελικάτο
πρόσωπο με το κάπως αδυνατισμένο οβάλ του, τη μεγάλη του μύτη, ίσια και λεπτή, έχει μιαν
επίσημη σοβαρότητα, σχεδόν μελαγχολική· ένα μονάχα χαρακτηριστικό παραμένει στη μαραμένη
αυτή μορφή: κάτω απ' τη σκούρα γραμμή των φρυδιών που ενώνονται, τα όμορφα μάτια, που γι'
αυτά μιλά ο Προκόπιος, καταυγάζουν ακόμα και μοιάζουν να κατατρώνε το πρόσωπο. Αν θέλουμε
λοιπόν σήμερα να πάρουμε μιαν ιδέα για το τι ήταν, στον καιρό της λάμψης της, η ξακουσμένη αυτή
ομορφιά, θα 'πρεπε να κοιτάξουμε αλλού, στα πορτραίτα όπου κάποιοι σύγχρονοι ζωγράφοι, ένας
Κλαιρέν και προπάντων ένας Μπενζαμέν Κονστάν, προσπάθησαν να κάνουν να ξαναζήσει η
σβησμένη μορφή της Θεοδώρας κι αντλώντας έμπνευση απ' το μωσαϊκό της Ραβέννας, ξανάδωσαν
στην ψυχρή κι ακίνητη εικόνα της κάτι απ' τη χαμένη γοητεία του πρωτοτύπου.
Όμως η Θεοδώρα ήταν προικισμένη και με κάτι άλλο ακόμα έξω απ' την ομορφιά της. Ήταν έξυπνη,
πνευματώδης, διασκεδαστική· είχε τη φλέβα την καμποτίνικη, που την ξόδευε άφθονα σε βάρος
των άλλων γυναικών ηθοποιών που έπαιζαν μαζί της, μια εύθυμη κι αστεία πονηράδα, που μ' αυτήν
τύλιγε ακατανίκητα τους αλαφρόμυαλους θαυμαστές της. Πολλές φορές δειχνόταν κακή κ' η
πειραχτική της διάθεση δεν οπισθοχωρούσε καθόλου μπροστά στα σκληρά λόγια, φτάνει να
προκαλούσαν το γέλιο: όμως ήξερε πάλι, όταν ήθελε ν' αρέσει, να ξεδιπλώνει μιαν ακαταμάχητη
γοητεία. Κοντά σ' αυτά δραστήρια, αυθάδης και τολμηρή, δεν περίμενε τις φιλοφρονήσεις και τις
τιμές να 'ρθούν να τη βρουν, παρά τις προκαλούσε και τις ενθάρρυνε, μ' ένα είδος πανέξυπνης και
κεφάτης θρασύτητας· όπως δεν εμποδιζόταν τέλος από καμιά ηθική προκατάληψη -δε βλέπουμε
άλλωστε που θα την είχε αποχτήσει– και διέθετε κιόλας μια σπάνια κι ακούραστη ερωτόπαθη
ιδιοσυγκρασία, για όλες αυτές τις αιτίες, πέτυχε γρήγορα και σ' άλλους ακόμα τομείς έξω απ' το
θέατρο.
Έγινε λοιπόν ηθοποιός· όμως δεν της άρεσε καθόλου, όπως σε τόσες άλλες, να 'ναι αυλήτρια,
τραγουδίστρια ή χορεύτρια· προτίμησε να φιγουράρει σε ταμπλώ βιβάν, όπου μπορούσε να εκθέτει
ακάλυπτη μια ομορφιά που περηφανευόταν γι' αυτήν, και στις παντομίμες, όπου το μπρίο της κ' η
κωμική της φλέβα έβρισκαν ευκαιρία να εκδηλωθούν ελεύθερα. Οι επαγγελματίες αργόσχολοι της
Κωνσταντινούπολης, αρκετά χορτασμένοι ωστόσο από τέτοια πράγματα, εκτιμήσανε, καθώς λένε,
την τολμηρότητα των αποκαλύψεων που επιχείρησε πάνω στη σκηνή, και την ευρετικότητα των
άκοσμων θεατρικών τεχνασμάτων που χρησιμοποιούσε για να ξυπνάει την προσοχή των θεατών· κι
ο όχλος χειροκροτούσε ακράτητα όταν παρουσιαζόταν μπροστά του περισσότερο γυμνή παρά

Digitized by 10uk1s

ντυμένη, προσφέροντας το ωραίο της σώμα στις ερεθιστικές θωπείες των εξοικειωμένων πουλιών
της. Με την ίδια απληστία γευόταν την αυθάδικη χάρη που 'δειχνε στις χοντροκομμένες αυτές
παντομίμες, όπου πέφταν βροχή τα χτυπήματα, καθώς δεχόταν τους μπάτσους με ξεκαρδιστικούς
μορφασμούς. Όμως στις ιδιαίτερες σχέσεις προπάντων οι επιτυχίες της ήταν αμέτρητες.
Για να επαναλάβουμε τη γραφική έκφραση του σοβαρού ιστορικού Γίββωνος: ήταν πάγκοινη η
φιλανθρωπία της· έτσι γρήγορα έγινε ονομαστή στο Βυζάντιο με τις τρέλες των συμποσίων της, τη
θρασύτητα των λόγων της και το πλήθος των εραστών της. Επιζητούσε ασφαλώς να κάνει
περισσότερο να θαυμάζουν την ομορφιά της, παρά τη φρόνησή της. Πότε, βγαίνοντας μόλις απ' τη
σκηνή, σχεδίαζε στα παρασκήνια, μ' αλαφρότατο ντύσιμο, φιγούρες του «χορού της κοιλιάς»
μπροστά στους θαμπωμένους γνωστούς και φίλους της, και καμάρωνε για τη μαεστρία που έβαζε σ'
αυτή την άσκηση, πότε, μέσα στη χαύνωση όπου τέλειωναν τα συμπόσια, αποτολμούσε λόγια
απίθανα και πιο απίθανες ακόμα στάσεις, και θα χρειάζονταν εδώ τα ελληνικά του Προκόπιου για
να πούμε ποια διαβολεμένη ζωτικότητα και κέφι έφερνε στις διασκεδάσεις αυτές, συγκαταβατική σ'
όλους, αφέντες και υπηρέτες, και μη διστάζοντας καθόλου να κατεβεί στην κουζίνα, όταν ήταν λίγο
κουρασμένη από το σαλόνι. Είχε, είπε γι' αυτήν ένας βυζαντινός ιστορικός, το πνεύμα έξυπνο και
γόνιμο σε ευρέσεις: τ' ανέκδοτα της Μυστικής Ιστορίας θα 'δειχναν, αν μπορούσαμε λεπτομερειακά
να τ' αφηγηθούμε, πως η φήμη αυτή ήταν ολότελα δικαιολογημένη. Είναι αρκετό να πούμε πως, αν
θα 'πρεπε να πάρουμε κατά γράμμα αυτές τις κακογλωσσιές, η Μεσσαλίνα, μπροστά στη Θεοδώρα,
θα 'ταν μια γυναίκα με μέτριες απαιτήσεις και ήθη σχεδόν αξιοσύστατα, και να προσθέσουμε πως
τόσο γρήγορα εξοικειώθηκε η Θεοδώρα μ' αυτή τη ζωή, που οι τίμιοι άνθρωποι που τη
συναντούσαν στο δρόμο ξεμάκραιναν από κοντά της, από φόβο μη μολυνθούν απ' την ακάθαρτη
επαφή της και πως το μοναδικό γεγονός να διασταυρωθεί κανείς μαζί της το θεωρούσαν κακό
προμήνυμα.
Δεν ξέρω αν η Θεοδώρα ανησυχούσε και πολύ για την κοινή γνώμη: όμως, με το να κυνηγάει έτσι τις
περιπέτειες, δοκίμασε κι άλλες στενοχώριες, που της στοίχισαν περισσότερο. Παρόλο που τόσο
πρόσεχε ν' αποφύγει ένα τέτοιο ενοχλητικό ατύχημα, της συνέβηκε να μείνει έγκυος, κι όλες οι
προσπάθειές της για ν' απαλλαγεί πρόωρα απ' τον απρόσκλητο αυτό μουσαφίρη έμειναν χωρίς
αποτέλεσμα. Απόχτησε έτσι ένα γιο, που τον ονόμασαν Ιωάννη· όμως έκανε μια τέτοια παγερή
υποδοχή στο δύστυχο αυτό πλάσμα, τόσο πολύ γκρίνιαξε για τα εμπόδια που θα της έφερνε στην
καριέρα της, ώστε ο πατέρας δεν έκρινε καθόλου φρόνιμο να της εμπιστευτεί τη φροντίδα του: κι
όπως την ίδια στιγμή ήταν υποχρεωμένος να φύγει για την Αραβία, είτε σαν υπάλληλος είτε γι'
άλλους λόγους, προτίμησε να πάρει μαζί του το γιο του παρά να τον αφήσει στη Θεοδώρα. Το παιδί
έμελλε αργότερα να ξαναφανεί στο προσκήνιο και να προκαλέσει κάποιες ενοχλήσεις στην
αυτοκράτειρα· για την ώρα η εταίρα έμεινε ικανοποιημένη που γλίτωσε απ' αυτό. Όμως το μάθημα
δεν την ωφέλησε και πολύ: ξέρουμε με βεβαιότητα πως απόχτησε και μια κόρη, που τουλάχιστο μ'
αυτήν ασχολήθηκε με περισσότερη αφοσίωση.
Ήταν τότε γύρω στα 517. Την εποχή που, με την ομορφιά της, το πνεύμα της, την κλίση της στην
απόλαυση, είχε γίνει ένα από τ' αστέρια του βυζαντινού ημίκοσμου, η Θεοδώρα μόλις ήταν
δεκαοχτώ χρονών.

Digitized by 10uk1s

II
Ο ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ ΚΙ Ο ΙΠΠΟΔΡΟΜΟΣ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ
Ήταν μια παράξενα ακόλαστη πόλη η Κωνσταντινούπολη αυτή των αρχών του έκτου αιώνα, όπου η
Θεοδώρα μόλις είχε κάνει το λαμπρό της ντεμπούτο. Η πορνεία κυκλοφορούσε επιδειχτικά στο φως
της ημέρας· τα ύποπτα σπίτια κατάκλυζαν την πολιτεία κι άνοιγαν ή μισάνοιγαν τις πόρτες τους
ακόμα και κάτω απ' τον σεβάσμιο ίσκιο των εκκλησιών και των μοναστηριών· οι λένονες έφταναν ως
τις πιο ξέμακρες γωνιές της αυτοκρατορίας για να στρατολογήσουν, ξεγελώντας τα με δελεαστικές
υποσχέσεις για ωραία φορέματα και πλούσια κοσμήματα, δυστυχισμένα πλάσματα προορισμένα να
υπηρετήσουν τις απολαύσεις της πρωτεύουσας· τύχαινε ακόμα και παιδιά κάτω από δέκα χρονών
να γίνονται θύματα αυτών των αχρείων. Πολλές γυναίκες, σκλάβες ή ελεύθερες, υποχωρούσαν σ'
αυτές τις προτροπές κ' αιχμάλωτες στο εξής των διαφθορέων τους, αγκαζαρισμένες συχνά με
συμβόλαια για να μην εγκαταλείψουν ποτέ το επάγγελμα όπου αυτοκαταδικάζονταν, πλημμύριζαν
το Βυζάντιο με τα σκάνδαλα και την αδιαντροπιά τους. Και δεν έφταν' αυτό. Τ' ανομολόγητα ήθη, οι
αφύσικες ακολασίες εκδηλώνονταν στο φως της ημέρας: η Κωνσταντινούπολη θύμιζε τα Σόδομα. Οι
ευλαβικές ψυχές που φοβούνταν τη δίκαιη οργή του Θεού, ανησυχούσαν άλλο τόσο για την
ασέβεια, για τις βλαστήμιες και για το πάθος της χαρτοπαιξίας. Παίζανε παντού, μέρα και νύχτα, σε
δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους, παρτίδες τεράστιες, όπου καταβαραθρώνονταν περιουσίες, κ'
ήταν τόσο πάγκοινο το κακό, που κ' οι άνθρωποι ακόμα της Εκκλησίας είχαν προσβληθεί απ' αυτό.
Κληρικοί σύχναζαν στα κέντρα των παιχνιδιών, ρίχνοντας άπληστα βλέμματα στα χρυσά νομίσματα
που κυλούσαν, μολύνοντας σ' ακάθαρτες επαφές τα χέρια τους, τα μάτια τους και τ' αυτιά τους.
Όμως, πάνω απ' όλα, ο Ιππόδρομος και το θέατρο αποτελούσαν τη μεγάλη σχολή της διαφθοράς.
«Χρειάζονται, έλεγε ο Ιουστινιανός, θεάματα για να διασκεδάζει ο λαός». Μια απ' τις μεγαλύτερες
φροντίδες της κυβέρνησης ήταν λοιπόν να προσφέρει, με τη λάμψη των εορτών και των
παρελάσεων, αδιάκοπη τροφή στη λαϊκή περιέργεια. Αρματοδρομίες, κυνήγια, θηριομαχίες,
θεατρικές παραστάσεις, που απ' αυτές ο λαός χαιρόταν προπάντων τις φάρσες, τα μπαλέτα και τις
παντομίμες, ακροβατικές ασκήσεις και κωμικά παιχνίδια γελωτοποιών διαδέχονταν χωρίς διακοπή
το ένα τ' άλλο για την απόλαυση του πλήθους. Εφτά μέρες γιορτών ασταμάτητων σημείωναν την
έναρξη της καινούργιας χρονιάς, και μια απ' αυτές είχε το περίεργο και γεμάτο σημασία όνομα της
ημέρας των πορνών. Ατέλειωτα, καινούργιες φανταχτερές επιδείξεις καλούσαν τον όχλο στο θέατρο
και στον Ιππόδρομο, κι ο Ιουστινιανός δε βρήκε τρόπο καλύτερο για να κερδίσει την εύνοια του
πλήθους, απ' το να παρουσιάσει στο αμφιθέατρο μια πάλη είκοσι λιονταριών με τριάντα
λεοπαρδάλεις, να μοιράσει στους νικητές των αρματοδρομιών άλογα με χρυσοστόλιστα χάμουρα,
να προσφέρει στο λαό ένα πολυδάπανο δείπνο, και να ξοδέψει, σε τρεις μέρες μέσα, κάτι
περισσότερο από τέσσερα εκατομμύρια.
Όλο το Βυζάντιο σύχναζε στο θέατρο ή στον Ιππόδρομο, η χρυσή νεολαία όπως κι ο όχλος, οι
κληρικοί όπως κ' οι λαϊκοί και παρόλο που η συνήθεια απαγόρευε στις τίμιες γυναίκες να
παρουσιάζονται εκεί, δεν έπαυαν ωστόσο, κι από μακριά ακόμα, να παθιάζονται όσο κ' οι άντρες
τους για κάθε τι που αφορούσε τις αρματοδρομίες, τ' άλογα και τους αρματηλάτες. Ποτέ λαός, ούτε
κι αυτός ο ρωμαϊκός λαός, δεν ενδιαφέρθηκε με τόσο πάθος για τον Ιππόδρομο, όσο οι βυζαντινοί
του έκτου αιώνα. Οι νικητές αρματοδρόμοι είναι οι βασιλιάδες της μέρας: ο ίδιος ο αυτοκράτορας
θεωρεί τιμή του να τους συγχαίρει αυτοπροσώπως· η διοίκηση τους στήνει αγάλματα, τα
εκλεπτυσμένα πνεύματα εκστασιάζονται συνθέτοντας στίχους υμνητικούς για τα λαμπρά τους
χαρίσματα· οι σοβαρότεροι άνθρωποι διακηρύχνουν πως χωρίς αυτούς η ζωή θα 'ταν άχαρη· το
πλήθος παθιάζεται γι' αυτούς και μοιράζεται σε παρατάξεις, σύμφωνα με το χρώμα του μαντύα
τους. Πράσινοι και Γαλάζιοι αιώνες ολόκληρους αλληλοβρίστηκαν και αλληλοχτυπήθηκαν για χάρη
τους, σαν να 'ταν να σώσουν την πατρίδα από κίνδυνο.

Digitized by 10uk1s

Καταλαβαίνουμε τι αναρίθμητο προσωπικό ήταν απαραίτητο για την παρουσίαση αυτών των
θεαμάτων. Χρειάζονταν ποιητές για να συνθέτουν τους στίχους που, σ' ορισμένες μέρες,
τραγουδούσαν οι φατρίες για να τιμήσουν τον αυτοκράτορα, μελιστές για να τους μελοποιήσουν,
οργανοπαίχτες για να τους ακομπανιάρουν, αρχιμουσικοί για να διευθύνουν την εκτέλεσή τους·
χρειάζονταν φύλακες για να κρατούνε την τάξη, αφέτες για να δίνουν την εκκίνηση, βεστιοφύλακες
για να προσέχουν τους μαντύες και τα χρυσά διαδήματα των αρματοδρόμων. Χρειάζονταν
χορευτές, μίμοι, ακροβάτες, σαλτιμπάγκοι για τα διαλείμματα, σταυλοφύλακες, ενδυματολόγοι κι
αμπιγιέζες· χρειάζονταν τέλος, και πριν απ' όλα, αρματοδρόμοι. Ένας λαός ολάκερος μυρμήγκιαζε
στα παρασκήνια και στα τριγύρω απ' τον Ιππόδρομο, ένα ανάκατο πλήθος, που ανάμεσά του
γλιστρούσαν πάμπολλοι τυχοδιώκτες και καλοζωιστές, αναζητώντας μιαν ευκαιρία γι' απόλαυση ή
κέρδος. Κι όπως η καλύτερη κοινωνία της πρωτεύουσας θεωρούσε τιμή της ν' ανήκει στη μια ή στην
άλλη απ' τις δυο μεγάλες εταιρίες, είδη Λεσχών φιλίππων, που είχαν σκοπό την οργάνωση των
αρματοδρομιών, ο πιο κομψευόμενος κόσμος συναντιόταν κι αυτός στα παρασκήνια του τσίρκου,
παράξενα μπερδεμένος μες στον παρδαλό συρφετό των αμαξάδων, των παλιάτσων, των
αγαπητικών και των κοινών γυναικών.
Ο Ιππόδρομος ήταν το συνηθισμένο θέμα στις κοσμικές συζητήσεις: ολόκληρη η Κωνσταντινούπολη
μιλούσε για τον φαβορί αρματηλάτη, για την ηθοποιό της μόδας και στοιχημάτιζε για τις επόμενες
κούρσες. Οι σοβαρότεροι άνθρωποι δεν απαξιούσαν να συζητούν για την καταγωγή των αθλημάτων
και για τα χρώματα που θα φορούσαν οι αρματοδρόμοι, ν' αναζητούν τη συμβολική έννοιά τους, να
καθορίζουν την προφητική σημασία που είχε η νίκη της κάθε μερίδας. Ο καθένας ήξερε πως, μια και
το πράσινο υποδήλωνε τη γη, ο θρίαμβος του προμάντευε χρονιά γόνιμη και πως, μια και το
γαλάζιο συμβόλιζε τη θάλασσα, η επιτυχία του σήμαινε ήσυχα θαλασσοτάξιδα: και φυσικά, οι
αγρότες τάσσονταν με το πράσινο κ' οι ναυτικοί με το γαλάζιο.
Ο Ιππόδρομος έδινε τον τόνο στη μόδα. Οι νεαροί κομψευόμενοι που σύχναζαν εκεί, για να
ξεχωρίζουν απ' το κοινό πλήθος, είχαν υιοθετήσει, όπως οι μοσχανάθρεφτοι του Διευθυντηρίου,
ιδιαίτερο ντύσιμο και εκκεντρικά φερσίματα. Διατηρούσαν, κατά τον τρόπο των Περσών, γενειάδες
και μακριά μουστάκια· όπως οι Ούννοι, ξύριζαν τα μαλλιά τους στο εμπρός μέρος του κεφαλιού και
τ' άφηναν πίσω να πέφτουν σε μακριές μπούκλες στους ώμους τους. Φορούσαν χιτώνες με μανίκια
στενά στον καρπό και πλατιά, φουσκωτά στους ώμους, καμαρώνοντας που έδιναν έτσι, όταν στο
θέατρο ή στον Ιππόδρομο σήκωναν τα χέρια για να επιδοκιμάσουν, την εντύπωση γερών μπράτσων
και μυώνων· ντύνονταν τυλιχτές περικνημίδες όπως οι Ούννοι και φαρδιούς, πλούσια κεντημένους
μαντύες· κ' έτσι στολισμένοι, κρεμώντας κοντά δίκοπα σπαθιά στα ζουνάρια τους, τριγυρνούσαν τη
νύχτα στην Κωνσταντινούπολη και ρίχνονταν στους ειρηνικούς διαβάτες, ξεγυμνώνοντάς τους απ' τα
κοσμήματα και τα ρούχα τους και καμιά φορά δολοφονώντας τους, όταν παραπονιούνταν για την
τέτοια μεταχείριση. Η μερίδα των Γαλάζιων, που ήταν στα πράγματα απ' τον καιρό του θανάτου του
αυτοκράτορα Αναστασίου και το ανέβασμα μιας καινούργιας δυναστείας στο θρόνο, είχε πρώτη
βάλει σ' ενέργεια τις ευχάριστες αυτές διασκεδάσεις: κι όπως ούτε η αστυνομία ούτε η δικαιοσύνη
ενδιαφέρονταν να βάλουν τέλος σε κακοπραγίες που μονάχα οι Πράσινοι, αντίπαλοι της
Κυβέρνησης, ήταν τα θύματά τους, η εξασφαλισμένη ατιμωρησία των ενόχων είχε ζωογονήσει το
ζήλο όσων μαχαιροβγάλτηδων και τραμπούκων έτρεφε ο υπόκοσμος της πρωτεύουσας· κι όπως
τέλος οι Πράσινοι, που πάντα αδικούνταν και ποτέ δεν προστατεύονταν, οργάνωσαν με τη σειρά
τους συμμορίες για ν' αμυνθούν, η τάξη κ' η ασφάλεια γρήγορα εξαφανίστηκαν απ' την
Κωνσταντινούπολη.
Πολύ γρήγορα οι ήσυχοι άνθρωποι δεν τολμούσαν πια να βγαίνουν τη νύχτα· οι πλούσιοι, για ν'
αποφύγουν τις επιθέσεις, δε φορούσαν παρά ρούχα φτωχών και κοσμήματα ψεύτικα. Όμως η
τρομοκρατία βασίλευε. Δε νοιάζονταν πια τώρα αν είχαν να κάνουν με Πράσινους ή με Βένετους: οι
χρεώστες επωφελούνταν απ' την αταξία για να πάρουν εξόφληση απ' τους πιστωτές τους, οι

Digitized by 10uk1s

σκλάβοι για να πετύχουν την ελευθερία τους απ' τους αφέντες τους, οι γιοι για ν' αποσπάσουν
χρήματα απ' τους πατέρες τους, οι εραστές για ν' απαγάγουν τις ερωμένες τους, οι γλεντζέδες για να
ικανοποιήσουν τα καπρίτσια τους. Όταν είχε κανείς κανένα εχθρό, εύκολα έβρισκε πληρωμένους
δολοφόνους για να τον ξεφορτωθεί· σκότωναν ανθρώπους και μέσα στις εκκλησίες ακόμα, μπροστά
στην άγια τράπεζα, και πολλές φορές χωρίς να καλοξέρουν το γιατί· το να σκοτώνουν μ' ένα
χτύπημα ένα ανυπεράσπιστο άνθρωπο είχε γίνει ένα σπορ πολύ απολαυστικό και περνούσε γι'
απόδειξη θάρρους και δύναμης. Κι όπως η αστυνομία, όταν αποφάσιζε να δράσει δε χτυπούσε
παρά μόνο τους Πράσινους, όπως οι δικαστές, τρέμοντας για τη ζωή τους αν αμελούσαν τις
διαταγές των φατριών, ξεχνούσαν κάθε πρόσχημα, ήταν φυσικό τα εγκλήματα ν' αυξαίνουν
καθημερινά. Μια μέρα, σε μια αποβάθρα του Βυζαντίου, μια νέα γυναίκα επιβιβαζόταν με τον
άντρα της για να περάσει στην ασιατική παραλία· μερικοί νεαροί, βρίσκοντάς την του γούστου τους,
άρχισαν να την καταδιώκουν, κι αφού την έφτασαν την ανάγκασαν με τη βία να περάσει στη βάρκα
τους. Μάταια διαμαρτυρόταν ο σύζυγος· του αποκρίθηκαν με γιουχαΐσματα. Για να σώσει την τιμή
της, η δυστυχισμένη δε βρήκε άλλη διέξοδο παρά να ριχτεί στο Βόσπορο, κάτω απ' τα μάτια του
ανίσχυρου κι απελπισμένου αντρός της: πνίγηκε εκεί. Κι άλλες ακόμα αναγκάστηκαν να καταφύγουν
σε τέτοιες τραγικές λύσεις χωρίς ποτέ οι δικοί τους να μπορέσουν να πετύχουν δικαιοσύνη.
Χρειαζόταν μεγάλο θάρρος στους κρατικούς υπαλλήλους για να τιμωρήσουν ενόχους που
προστάτευαν ισχυρές επιρροές στην αυλή. Ο έπαρχος της πόλης Θεόδοτος το δοκίμασε ο ίδιος στην
πλάτη του. Ένας κάποιος Υπάτιος, πρόσωπο σημαντικό, είχε δολοφονηθεί μες στην Αγία Σοφία· όλη
η πόλη ήταν ταραγμένη βαθιά. Έτυχε τότε ο ανηψιός του βασιλέως Ιουστινιανός, ο συνηθισμένος
υπερασπιστής των Γαλάζιων, να 'ναι βαριά άρρωστος· οι μηνυτές βρήκαν λοιπόν, για πρώτη φορά,
ακρόαση στον αυτοκράτορα κ' εκείνος διάταξε τον έπαρχο να επέμβει. Ο Θεόδοτος δεν περίμενε να
του το πουν δυο φορές: συνέλαβε ένα μεγάλο αριθμό κακοποιών, διάταξε να εκτελέσουν πολλούς
κι ανάμεσά τους ένα κάποιο Θεοδόσιο Τσίκκα, πολύ πλούσιο κι από μεγάλη γενιά. Αυτό αποτέλεσε
την καταστροφή του επάρχου. Ο Ιουστινιανός, μόλις γιατρεύτηκε, το πρώτο που σκέφτηκε ήταν να
εκδικηθεί τους φίλους του: με οδηγίες του ο Θεόδοτος κατηγορήθηκε συκοφαντικά στη σύγκλητο,
καθαιρέθηκε, εξορίστηκε στην Ιερουσαλήμ κι αναγκάστηκε τέλος να κλειστεί σε μοναστήρι για να
ξεφύγει το μαχαίρι των δολοφόνων που 'χαν ορκιστεί το χαμό του. Έτσι οι διαμάχες του Ιππόδρομου
δημιουργούσαν στην πόλη μια τρομερή κατάσταση αναβρασμού που έμελλε, μερικά χρόνια
αργότερα, να εκδηλωθεί με πραγματική επανάσταση.
Τον ίδιο καιρό, αστρολόγοι και τσαρλατάνοι, ψευτοπροφήτες κι αγύρτες ολοκλήρωναν αυτή τη
διαταραχή της διανοητικής και ηθικής ισορροπίας της πρωτεύουσας. Μια μέρα, στη Χρυσή Πύλη,
κάποια γυναίκα, έρμαιο της προφητικής παραφοράς, εξάγγελνε πως πριν περάσουν τρεις μέρες η
θάλασσα θα 'βγαινε απ' τα όριά της και θα 'πνιγε τον κόσμο σ' ένα καινούργιο κατακλυσμό και το
πλήθος, πανικόβλητο, ορμούσε στις εκκλησιές και πεσμένο μπροστά στα θυσιαστήρια, περίμενε
αλαλιασμένο τη φοβερή θεομηνία. Άλλοτε πάλι, κάποιοι αστρολόγοι διάβαζαν στον ουρανό
καταστροφές αναπόφευκτες· μάντηδες τρέχανε έξαλλοι στους δρόμους, σαν κυνηγημένοι από
αόρατα φαντάσματα, κι αποκάλυπταν στους κατατρομαγμένους διαβάτες πως είχε φτάσει η
συντέλεια του κόσμου. Κι ο λαός τρέμοντας, πιστεύοντας στα λόγια τους, γιόμιζε τις βασιλικές με τις
προσευχές και τους οδυρμούς του. Άλλοι μπαίναν στα μοναστήρια, κι απαρνιόνταν τα πλούτη και τ'
αξιώματά τους· άλλοι πρόσφεραν τ' αγαθά τους στις εκκλησίες και ρίχνονταν στις φιλανθρωπίες· ο
καθένας ήθελε να πεθάνει συχωρεμένος απ' τις αμαρτίες του κ' η αναστάτωση κρατούσε καμιά
φορά βδομάδες ολόκληρες, χωρίς ο αυτοκράτορας να βρίσκει τρόπο να καθησυχάσει ένα τρόμο
που τον συμμεριζόταν κι ο ίδιος. Οι λογικοί άνθρωποι πρέσβευαν, για την αλήθεια, πως θα 'πρεπε
χωρίς καμιά διαδικασία να πιάνονται και να φυλακίζονται αυτοί οι ταραξίες που αναστάτωναν την
πρωτεύουσα με τις αγυρτείες τους· όμως η δεισιδαιμονία ήταν βαθιά κ' η ευπιστία πάγκοινη.
Φυσικά οι γυναίκες ήταν πολύ περισσότερο εύπιστες στις αόρατες δυνάμεις. Για να κρατήσουν τους

Digitized by 10uk1s

άντρες τους ή για να προσελκύσουν τους εραστές τους, είχαν πολύ περισσότερη εμπιστοσύνη στα
μάγια παρά στην ομορφιά και στη γοητεία τους. Και σ' αυτό, όπως και στ' άλλα, η Θεοδώρα δεν
ήταν έξω από την εποχή της: με τις καλές φιλενάδες της Ινδαρώ και Χρυσομαλλώ, έφτιαχνε φίλτρα,
πιοτά μαγικά που θα τους εξασφάλιζαν αιώνια και διαβολική εξουσία πάνω στους θαυμαστές τους·
πίστευε στους δαίμονες, στους μάγους, στις μάντισσες, στους ονειροκρίτες· κ' έχοντας εμπιστοσύνη
στο μέλλον καρτερούσε τη μοίρα της.

Digitized by 10uk1s

III
ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΣ
Η Θεοδώρα αγαπούσε τις απολαύσεις· αγαπούσε μαζί και το χρήμα. Είχε κιόλας συγκεντρώσει μια
καλούτσικη περιουσία, όταν της έτυχε μια δυσάρεστη περιπέτεια. Είχε εραστή ένα Σύρο, υπάλληλο
στις αυτοκρατορικές διοικητικές υπηρεσίες, που λεγόταν Εκήβολος. Τo πρόσωπο αυτό, πολύ
σπουδαίο, ονομάστηκε κυβερνήτης της Πεντάπολης της Αφρικής: η Θεοδώρα αποφάσισε να τον
ακολουθήσει στη μακρινή επαρχία του· την εποχή εκείνη είχε ασφαλώς βαρεθεί τις διαβατικές
περιπέτειες κι αποζητούσε μια σταθερότερη αποκατάσταση. Δυστυχώς όμως το ρομάντζο βάσταξε
λίγο: πολύ γρήγορα, και για ποια αιτία δεν ξέρουμε, οι εραστές τα χάλασαν· σκαιά, με βρισιές και
βλαστήμιες, ο Εκήβολος έδιωξε τη Θεοδώρα, που χωρίς χρήματα, μην έχοντας καν τ' αναγκαία,
χρειάστηκε η δυστυχισμένη να σέρνει γι' αρκετόν καιρό -καθώς λένε-την αθλιότητά της σ' όλη την
Ανατολή. Την είδαν στην Αλεξάντρεια, στην Αντιόχεια κι αλλού ακόμα, να εξασκεί παντού, για να
ζήσει, το θλιβερό κ' εξευτελιστικό της επάγγελμα: σάμπως, γράφει μ' εμβριθέστατη κι απλοϊκή
σοβαρότητα ο Προκόπιος, ο διάβολος να θέλησε ώστε σε κανένα τόπο στον κόσμο να μη μείνει
άγνωστη η ακολασία της Θεοδώρας. Ήταν γύρω στα 521.
Είναι φανερό πως η αρκετά μακρόχρονη παραμονή της Θεοδώρας στην Αίγυπτο και στη Συρία είχε
επίδραση στη ζωή της, όμως διαφορετική και πολύ σημαντικότερη.
Εκείνη την εποχή η Αλεξάντρεια δεν ήταν μόνο μια μεγάλη εμπορική πόλη, που οι έμποροί της
έφταναν ως την Κεϋλάνη για να προμηθευτούν τα κινέζικα μεταξωτά, τα μπαχάρια και τα πετράδια
των Ινδιών, μια τεράστια αποθήκη απ' όπου διανέμονταν σ' όλη τη Μεσόγειο τα στάρια της
κοιλάδας του Νείλου και τα προϊόντα της Ανατολής. Δεν ήταν μονάχα μια πλούσια και
εκλεπτυσμένη πολιτεία, βουτηγμένη στη χλιδή και στη διαφθορά, τόπος εκλογής των πιο
φημισμένων εταιρών, των Θαΐδων και των Χρυσίδων. Από τον τέταρτο αιώνα, η πρωτεύουσα της
Αιγύπτου ήταν και μια απ' τις πρωτεύουσες του Χριστιανισμού. Πουθενά οι θρησκευτικές διαμάχες
δεν ήταν οξύτερες, πιο λεπτόλογες και πιο εμπαθείς οι θεολογικές συζητήσεις και πιο έξαλλος ο
φανατισμός· πουθενά, ακόμα, η παράδοση των μεγάλων θεμελιωτών της κοινοβιακής ζωής, των
Αντωνίων, των Παχωμίων, των Σνουδίων, των Σεραπιόνων, δεν είχε δημιουργήσει μια τέτοια
άνθηση μοναστηριών, σκητών κ' ερημητηρίων. Τα περίχωρα της Αλεξάντρειας τ' αποτελούσαν
μοναστήρια, η έρημος της Λιβύης ήταν τόσο γεμάτη από ασκητές που άξιζε να ονομαστεί «έρημος
των αγίων».
Όταν η Θεοδώρα πέρασε από κει, η Αίγυπτος ήταν πιο αναταραγμένη από ποτέ. Ήταν η εποχή που ο
αυτοκράτορας Ιουστίνος, θέλοντας ν' αποκαταστήσει την ένωση με τη Ρώμη, είχε εξαπολύσει στη
Συρία τον πιο αμείλιχτο διωγμό. Όλοι εκείνοι που αρνιούνταν να προσυπογράψουν στα ορθόδοξα
δόγματα που είχε διακηρύξει η σύνοδος της Χαλκηδόνας, όλοι εκείνοι που, κατά το παράδειγμα του
Ευτυχούς, δεν παραδέχονταν στον Ιησού παρά μια μόνο φύση -κι ονομάζονταν γι' αυτό
μονοφυσίτες- καταδιώκονταν χωρίς έλεος. Οι ονομαστότεροι αρχηγοί της αίρεσης, ο Σεβήρος,
πατριάρχης της Αντιόχειας, ο Ιουλιανός ο Αλικαρνασσεύς, ο Ιωάννης ο Τέλλης, ο Πέτρος ο Απαμείας,
περισσότεροι από πενήντα άλλοι επίσκοποι, είχαν διωχτεί από τις έδρες τους, είχαν αναθεματιστεί
κ' εξοριστεί: οι μοναστικές κοινότητες της Συρίας είχαν διασκορπιστεί με τη βία, τα μοναστήρια
είχαν κλειστεί, οι καλόγηροι διώχνονταν, κακοποιούνταν, φυλακίζονταν ή σφάζονταν. Πολλά απ' τα
θύματα αυτά είχαν γυρέψει άσυλο στην Αίγυπτο, όπου ο πατριάρχης Τιμόθεος, έχοντας
εμπιστοσύνη στο στρατό του από φανατικούς κι αφοσιωμένους καλογήρους, παρέμενε φανατικά
πιστός στο μονοφυσιτικό δόγμα· κι από την Αλεξάντρεια, όπου είχε καταφύγει ο Σεβήρος, ο
σημαντικότερος άνθρωπος της μερίδας, «ο βράχος του Χριστού» όπως τον αποκαλούν οι σύγχρονοί
του, «ο ακλόνητος φύλακας της αληθινής πίστης», συντηρούσε με τη δριμύτητα των προρρήσεών
του και το ζήλο της προπαγάνδας του, μια έντονη αναταραχή σ' όλο τον ανατολικό κόσμο.

Digitized by 10uk1s

Στις σπηλιές του λιβυκού όρους, στα χαμένα στην έρημο μοναστήρια, άντρες από αρχοντική γενιά,
γυναίκες καλομαθημένες και ντελικάτες, φλογισμένοι από μια μυστικόπαθη κ' έντονη έφεση
μοναξιάς, απάρνησης κι ασκητισμού, έρχονταν κατά εκατοντάδες ν' αναζητήσουν τη σωτηρία και τη
λήθη. Ο όσιος Θωμάς ανήκε σ' επιφανή οικογένεια· είχε ανατραφεί σα βασιλόπουλο· είχε άφθονα
πλούτη κι αγαθά κι αμέτρητους υπηρέτες· αγαπούσε, γράφει ο απλοϊκός χρονικογράφος που
εξύμνησε την αγιοσύνη του, τόσο τη μαλθακότητα και τη χλιδή, που δέκα φορές την ημέρα έπλενε
το πρόσωπο και τα χέρια του. Όταν η θύελλα του διωγμού ξέσπασε στη Συρία, ακολούθησε στην
Αίγυπτο τον Μαρά, τον άγιο επίσκοπο της Αμίδης· για να ζήσει, ο μεγάλος αυτός άρχοντας,
εργάστηκε με τα χέρια του, πλέκοντας με φοινικόφυλλα καλάθια που τα πουλούσε· για να κερδίσει
τη σωτηρία του, ο αριστοκράτης αυτός θέλησε να πεθάνει για τον κόσμο, και μες στη σπηλιά, που
διάλεξε για ερημητήριο, έζησε χρόνια ολάκερα βασανίζοντας τη σάρκα του, ικετεύοντας αδιάκοπα
το Θεό και θρηνώντας για τις αμαρτίες του. Στο τέλος το σώμα του ήταν κατάμαυρο, καμένο απ' τον
ήλιο και σαν αποστεγνωμένο· μακριά ανάκατα μαλλιά σκέπαζαν το κεφάλι του· άθλια κουρέλια
τύλιγαν το κορμί του· κ' οι ίδιοι οι φίλοι του με βία τον αναγνώριζαν. Όμως ο Θωμάς ήταν
ευτυχισμένος: «Τι σημαίνει, έλεγε, η ερείπωση της φθαρτής αυτής σάρκας, αφού η ψυχή, η
ρυπασμένη με τόσες αμαρτίες, θα ξεφύγει μ' αυτόν τον τρόπο απ' την αιώνια φλόγα».
Η πατρικία Καισαρία ήταν κ' εκείνη από λαμπρή οικογένεια, που προσομοιαζόταν με την οικογένεια
του αυτοκράτορα Αναστάσιου. Κ' εκείνη το ίδιο είχε εγκαταλείψει το σπίτι της και τα καλά της για
να πάει στην Αλεξάντρεια να ζήσει στην ερημιά, κ' η αναθρεμμένη στην πολυτέλεια και στη σπατάλη
αυτή γυναίκα παραδειγμάτιζε τον κόσμο με την ευσέβεια και τη λιτότητά της. Νήστευε ακόμα και το
ψωμί και περιοριζόταν -κι αυτό σε κάθε δεύτερη μέρα- σε μερικά λαχανικά, αλατισμένα και
βρεγμένα με ξίδι και σε μερικές ρόγες σταφύλι· κοιμόταν μέσα σ' ένα σακί ξαπλωμένη κατάχαμα,
στο γυμνό χώμα. Οι ίδιοι οι ιερείς κατηγορούσαν την υπερβολή των στερήσεών της και την
υποχρέωναν να προσθέτει, καμιά φορά, τις Κυριακές, λίγο λάδι στη διατροφή της· τη φοβέριζαν
πως η αρρώστια θα την καθιστούσε γρήγορα ανίκανη να εκτελεί τα θρησκευτικά της καθήκοντα.
Όμως η Καισαρία αποκρινόταν: «Θα ήθελα να μου έδινε ο Θεός να είμαι, σ' όλη μου τη ζωή,
άρρωστη στο σώμα μου, φτάνει να σωθεί η ψυχή μου». Και συνέχιζε τις νηστείες. Πολύ μορφωμένη,
διάβαζε μερόνυχτα τα γραφτά των Πατέρων, και πρόθυμα συζητούσε για δογματικά και ηθικά
ζητήματα, πολύ ταπεινή μπροστά και στους ταπεινότερους καλογήρους, άπληστη να δεχτεί απ' το
στόμα τους τον αντίλαλο του θείου λόγου. Όμως, πάνω απ' όλα επιθυμούσε να φύγει μακριά από
τον κόσμο, να ζήσει στην έρημο, κ' ήταν περίλυπη όταν οι συμβουλευτές της της έφερναν αντίρρηση
την ηλικία και την αδυναμία της. Επί δεκαπέντε χρόνια έδωσε το παράδειγμα στην Αλεξάντρεια με
την ευλάβεια, τη φιλανθρωπία και την ταπείνωσή της· στο μοναστήρι που είχε ιδρύσει, θέλησε, να
είναι η τελευταία απ' τις αδελφές, δίνοντας σ' όλους το παράδειγμα της μετριοφροσύνης και της
υποταγής.
Και πολλοί άλλοι ζούσαν έτσι. Ο ερημίτης Μαράς από νωρίς είχε οδηγηθεί στον ασκητισμό·
νήστευε, αγρυπνούσε, προσευχόταν αδιάκοπα, παραχωρώντας στη φύση μόλις μια ή δυο ώρες
ανάπαυσης. Όταν το χιόνι έφτανε σχεδόν ένα μπόι, πήγαινε, ξιπόλυτος, να κόψει ξύλα στο βουνό
και μπορούσε κανείς να τον ακολουθήσει απ' τα χνάρια απ' το αίμα που 'τρεχε απ' τις πληγές του.
Τέλος, για ν' αποφύγει τις διαμαρτυρίες και τις ικεσίες των δικών του, ήρθε στην Αίγυπτο κι
ακολουθώντας το παράδειγμα των εξοχότερων μοναχών, το ίδιο κ' εκεί, με την υπεροχή των ηθών
του, προκάλεσε τον πάγκοινο θαυμασμό. Όμως προπάντων οι γυναίκες ήταν ασύγκριτες. Η οσία
Σουζάνα αρνιόταν και τις κοινότερες τροφές, ζητώντας να της φέρνουν μονάχα μια στάμνα νερό
κάθε Κυριακή, και κάθε δυο μέρες λίγο ψωμί, και περνούσε χρόνια ολόκληρα στην έρημο
διεξάγοντας τρομερές μάχες με τους δαίμονες, πάντα νικήτρια, σε σημείο που οι διάβολοι να
φωνάζουν πως δεν ήταν γυναίκα, πως είχε μια πέτρα στη θέση της καρδιάς και πως η σάρκα της
ήταν από σίδερο. Με το πρόσωπο πάντα σκεπασμένο με πέπλα, που μόλις άφηναν να προβάλλει η
άκρη της μύτης της, δεν ήθελε ν' αντικρίσει πρόσωπο ανθρώπου, κι ούτε κ' η ίδια να βάλει άνθρωπο

Digitized by 10uk1s

σε πειρασμό: μιλούσε σε κείνους που έρχονταν να την επισκεφτούν για την αθλιότητα της σάρκας,
για τη ματαιότητα του κόσμου, για την απειλή της τρομερής Θεϊκής Κρίσης· γιάτρευε τα σώματα και
ζωογονούσε τις ψυχές, ενδυναμώνοντας το θάρρος των γειτόνων της ασκητών, μεταδίνοντάς τους,
σαν ισχυρή γυναίκα, το παράδειγμα του ζήλου και των αρετών της.
Από παντού οι ευλαβικοί άνθρωποι έρχονταν στην έρημο των αγίων να εκλιπαρήσουν τις
συμβουλές τους, τις προσευχές και τις ευλογίες τους, να παραδειγματιστούν απ' το θέαμα της
αυστηρής ζωής τους, να συζητήσουν μαζί τους για τα ιερά μυστήρια. Άλλοι πρόστρεχαν στον
Σεβήρο, τον εξόριστο πατριάρχη της Αντιόχειας, που η θεολογική επιστήμη κ' η ευγλωττία του
προκαλούσαν τον πάγκοινο θαυμασμό. Οι γυναίκες προπάντων ήταν περισσότερο επιδεκτικές στην
ακαταμάχητη επιρροή του αρχιερέα: η πατρικία Καισαρία ήταν μια απ' τις εξομολογούμενές του και
κατεύθυνε τη συνείδησή της κατά τις υποδείξεις του.
Στην ψυχική αναστάτωση που βρισκόταν, η Θεοδώρα δεν έμεινε καθόλου απαθής στην επήρεια του
περιβάλλοντος όπου την είχαν ρίξει οι περιστάσεις. Στη διάρκεια της παραμονής της στην
Αλεξάντρεια σχετίστηκε με τον πατριάρχη Τιμόθεο, κι ο ιεράρχης αυτός φαίνεται πως είχε βαθιά
επίδραση πάνω της: τον αποκαλούσε αργότερα πνευματικό της πατέρα κι απ' τον τιμητικό αυτόν
τίτλο, που τον κρατάει μονάχα για κείνον, μπορούμε να συμπεράνουμε πως χάρη σ' αυτόν τον
ιερωμένο η μεταμελημένη εταίρα ξαναγεννήθηκε, πρόσκαιρα έστω, σε μια χριστιανικότερη κι
αγνότερη ζωή. Συναντήθηκε επίσης συχνά με τον Σεβήρο της Αντιόχειας και στα μαθήματά του
αναμφίβολα χρωστάει τη γνώση αυτή των θρησκευτικών ζητημάτων που δείγματά της έμελλε
πολλά να δώσει αργότερα. Πάντως σ' όλη της τη ζωή διατήρησε, για τον μεγάλο μονοφυσίτη
θεωρητικό, πιστή κι ευλαβική αφοσίωση, κι απεριόριστο θαυμασμό. Αν από νωρίς εμφανίστηκε σαν
η φυσική προστάτισσα των καταδιωγμένων, σχισματικών, «σαν η αυτοκράτειρα η αναδειγμένη απ'
το Θεό, όπως γράφουν οι σύγχρονοί της, για να υπερασπιστεί τους κατατρεγμένους από τη
δριμύτητα της καταιγίδας», αν έβαλε ανοιχτά το κύρος της στην υπηρεσία του Σεβήρου και των
φίλων του με το να τους δέχεται στο παλάτι, να ευνοεί την προπαγάνδα τους και να προσπαθεί να
επιβάλει τις ιδέες τους στον Ιουστινιανό, αν με τόσο ζήλο ρίχτηκε στις θεολογικές διαμάχες της
εποχής της, δεν ήταν μονάχα, όπως θα δούμε, από πολιτικότητα, από μια σωστή και πολύ διορατική
αντίληψη των κυβερνητικών αναγκών· ήταν αναμφίβολα κι από ανάμνηση της θρησκευτικής κρίσης
που είχε περάσει στην Αλεξάνδρεια, από τρυφερή ευγνωμοσύνη για τους ανθρώπους που είχαν
περιμαζέψει, αναμορφώσει την απολεσμένη εταίρα.
Όμως η Θεοδώρα ήταν γυναίκα, δηλαδή άστατη τόσο όσο και φλογερή· ήταν ακόμα φιλόδοξη,
ανυπόμονη να ξαναφτιάξει τη θέση και την περιουσία της. Στην Αντιόχεια, όπου πήγε φεύγοντας απ'
την Αίγυπτο, τη μεγάλη συριακή πόλη όπου η αγάπη για τις γιορτές, η κλίση στην πολυτέλεια και
την καλοζωία, η αδιάκοπη αντιζηλία του θεάτρου και του τσίρκου αποτελούσαν το καθημερινό
κύλισμα της ζωής, φαίνεται πως λιγότερο σύχναζε στις εκκλησίες απ' ότι στα παρασκήνια του
Ιππόδρομου, και περισσότερο επιζητούσε τη συντροφιά των μαντισσών παρά των ιερωμένων. Μια
χορεύτρια, η Μακεδονία, που, όπως και η Θεοδώρα, ανήκε στη φατρία των Γαλάζιων, ενδιαφέρθηκε
γι' αυτήν, την παρηγόρησε στη στενοχώρια της και της υποσχέθηκε για το μέλλον μια λαμπρότατη
τύχη. Η Θεοδώρα αφηνόταν να λικνίζεται γλυκά σ' αυτές τις ελπίδες και τη νύχτα ονειρευόταν πως,
ξαναγυρνώντας στην Κωνσταντινούπολη, θα γινόταν η ευνοουμένη του πρίγκιπα των δαιμόνων, θα
κατάφερνε να τον πείσει να την παντρευτεί και πως στο εξής θα 'χε δικά της όλα τα πλούτη του
κόσμου.
Η καλή Μακεδονία γνώριζε καθώς φαίνεται τον Ιουστινιανό, κι όπως της είχε δοθεί η ευκαιρία να
του παράσχει εκδουλεύσεις, είχε κάποια εύνοια στην Αυλή. Τη χρησιμοποίησε άραγε για να
συστήσει στο διάδοχο της αυτοκρατορίας τη φίλη της Θεοδώρα; Δεν το ξέρω. Φαίνεται πάντως πως,
γυρίζοντας στο Βυζάντιο, στο θέατρο των πρώτων κατορθωμάτων της, η Θεοδώρα, συνετισμένη,
ώριμη, αηδιασμένη απ' την περιπλανητική ζωή της και τις τρελές περιπέτειές της, αποζητώντας ίσως

Digitized by 10uk1s

μια οριστική αποκατάσταση, αφοσιώθηκε, ειλικρινά ή όχι, σε μια ζωή αποτραβηγμένη κι αγνή. Μια
παράδοση, που κυκλοφορούσε ακόμα στον ενδέκατο αιώνα στην πρωτεύουσα, βεβαιώνει πως μετά
την επιστροφή της απ' την Ασία, κατοικούσε, σεμνή κι ανεπίληπτη, σ' ένα ταπεινό σπιτάκι, μένοντας
κλεισμένη και γνέθοντας μαλλί όπως οι γριές δέσποινες του παλιού καλού ρωμαϊκού καιρού. Ο
θρύλος προσθέτει πως αργότερα, όταν έγινε αυτοκράτειρα, η Θεοδώρα, αντί να επιζητήσει να
εξαλείψει αυτό το κομμάτι της ζωής της, θέλησε αντίθετα να διατηρήσει την ανάμνησή του. Στη
θέση του μικρού σπιτιού που την είχε προστατέψει ταπεινή και φτωχή, έχτισε μια εκκλησία στ'
όνομα του Αγίου Παντελεήμονος. Το όνομα αυτού του Αγίου σημαίνει πολυεύσπλαχνος: άξιζε τον
τίτλο αυτό αν έγινε με την προστασία του να συναντήσει τον Ιουστινιανό η Θεοδώρα.

Digitized by 10uk1s

IV
ΘΕΟΔΩΡΑ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΙΑΝΟΣ
Τη στιγμή που ο Ιουστινιανός συνάντησε τη Θεοδώρα, κατά το 522 χωρίς αμφιβολία, ο μελλοντικός
μονάρχης της αυτοκρατορίας ήταν ένας άντρας τριάντα οχτώ με σαράντα χρονών. Με το φωτεινό κι
ανθηρό δέρμα του, τα μπουκλωτά του μαλλιά και το λεπτό του μουστάκι που άρχιζε πια να
γκριζώνει, την κομψή κι αεράτη κορμοστασιά του, είχε εξαιρετικά ωραία εμφάνιση· οι υποχρεωτικοί
του τρόποι, η ευχάριστη και γλυκιά ομιλία του, η απλή και καταδεκτική του χάρη τον έκαναν
συμπαθητικό κ' ελκυστικό. Ήταν καλαναθρεμμένος και πολύ πλούσιος· κι ακόμα, χάρη στις
δολοπλοκίες που είχαν ανεβάσει το θείο του Ιουστίνο στο θρόνο, είχε αποβεί ένα από τα
σπουδαιότερα πρόσωπα του Κράτους. Τιμημένος με τους τίτλους του κόμη και του πατρίκιου,
επικεφαλής διοικητής των στρατευμάτων που αποτελούσαν τη φρουρά της Κωνσταντινούπολης,
είχε μόλις λάβει με πρωτόφαντη αίγλη το αξίωμα του υπάτου, και κάθε μέρα η ευμένεια του
αυτοκράτορα τον έφερνε κοντύτερα στα σκαλοπάτια του θρόνου. Για τη Θεοδώρα θα 'ταν μια
θαυμάσια κατάχτηση.
Φιλόδοξος κ' επιδέξιος ο Ιουστινιανός έμοιαζε περισσότερο απασχολημένος να προωθεί την τύχη
του. Είχε καταφέρει, όχι χωρίς δολιότητα, ν' απομακρύνει τους ανταγωνιστές που θα μπορούσαν να
ενοχλήσουν το δρόμο του, και μ' όχι λιγότερη επιτηδειότητα να προσεταιριστεί την εύνοια όλων των
τάξεων της βυζαντινής κοινωνίας. Πολύ ευσεβής κι αυστηρά ορθόδοξος, με το ζήλο και την
ευλάβειά του είχε κερδίσει την υποστήριξη της Εκκλησίας· με την πολυτέλεια και την απλοχεριά
του, ήταν το είδωλο του πλήθους· άρεσε τέλος στη σύγκλητο και στην αριστοκρατία. Όπως είχε
κιόλας πραγματική πείρα των κρατικών υποθέσεων, αξιοθαύμαστη ικανότητα εργασίας, προσεχτική
φροντίδα των διοικητικών ζητημάτων, το κύρος του ήταν μεγάλο στον αυτοκράτορα, και
δικαιολογημένα λογαριαζόταν, πολύ περισσότερο απ' τον γερασμένο και μέτριο βασιλέα, σαν ο
αληθινός αρχηγός του κράτους. Πολύ ήρεμος, πολύ κύριος, φαινομενικά, του εαυτού του, με
αρκετά δεσποτική θέληση, έδειχνε να 'χει το πνεύμα ώριμο και το χαρακτήρα διαμορφωμένο. Ο
σοβαρός αυτός άνθρωπος, ο πολιτικός, ο διπλωμάτης αυτός ερωτεύτηκε τρελά τη Θεοδώρα.
Ο δεσμός αυτός, που έμελλε να καταλήξει σε γάμο, φάνηκε τόσο παράξενος, τόσο καταπληχτικός
στους συγχρόνους, που για να τον εξηγήσουν επικαλέστηκαν το υπερφυσικό κι απόδωσαν σε
φίλτρα και σε μαγικές συνταγές την επιρροή που γρήγορα απόχτησε η Θεοδώρα πάνω στον εραστή
της. Δεν είναι καθόλου ανάγκη να περιπλέκονται τόσο τα πράγματα. Ο Ιουστινιανός είχε, καθώς
λένε, πολύ ερωτόληπτη ιδιοσυγκρασία· προπάντων, κάτω από μια πολύ δεσποτική εμφάνιση,
έκρυβε ψυχή αναποφάσιστη κι άτολμη, έτοιμη να δεχτεί την επίδραση κάθε ισχυρής κ' ενεργητικής
θέλησης. Η Θεοδώρα ήταν ωραία, εξαιρετικά έξυπνη· είχε μιαν απλόκαρδη χάρη, μια πνευματώδικη
διάθεση, που συγκρατούσαν κοντά της και τους πιο άστατους θαυμαστές της· προπάντων είχε
πνεύμα καθαρό και σταθερό κι όλα βεβαιώνουν μια φύση αποφασιστική, αυταρχική και γεμάτη
πάθος. Με την πρώτη γνωριμία, ο πρίγκιπας καταχτήθηκε ολόκληρος: ως την ήμερα που πέθανε η
Θεοδώρα, έμελλε να κρατήσει πιστά το απεριόριστο πάθος που του είχε γεννήσει. Ήταν γι' αυτόν,
κατά την έκφραση των ιστορικών της εποχής, «η χάρις η γλυκυτέρα»· ήταν, όπως του άρεσε να το
δηλώνει κι ο ίδιος λογοπαίζοντας με τ' όνομά της «το εκ Θεού δώρον του». Έτσι τυφλά ερωτευμένος
δεν της αρνήθηκε τίποτα στις απαιτήσεις της. Αγαπούσε το χρήμα; τη γέμισε πλούτη. Λαχταρούσε
τιμές και υπόληψη; πέτυχε για χάρη της, απ' την αδυναμία του θείου του, τον υψηλό τίτλο της
πατρικίας. Ήταν φιλόδοξη, άπληστη για επιρροή; αφέθηκε να κυβερνιέται απ' τις συμβουλές της,
έγινε ο υπάκουος υπηρέτης στις συμπάθειες και στις έχθρες της. Απ' τη νεότητα που 'χε περάσει
στον Ιππόδρομο, η Θεοδώρα είχε κρατήσει το μίσος αντίκρυ στην πράσινη φατρία: ο Ιουστινιανός,
για να την ευχαριστήσει, έγινε, μέχρι σκανδάλου μάλιστα, προστάτης των Βένετων. Απ' τα ταξίδια
της και την παραμονή της στην Αλεξάνδρεια, είχε διατηρήσει μια τρυφερή ευγνωμοσύνη για τους
καταδιωγμένους μονοφυσίτες· ο Ιουστινιανός, για να της φανεί ευάρεστος, συγκατατέθηκε ν'

Digitized by 10uk1s

απαλύνει τη δριμύτητα της ορθοδοξίας του κ' υποστήριξε τους σχισματικούς. Πραγματικά ο δεσμός
του διαδόχου του θρόνου πολύ γρήγορα είχε γίνει δημόσιος. Γρήγορα, κ' έξω ακόμη απ' την
πρωτεύουσα, στις μακρινές επαρχίες της Συρίας και της Αιγύπτου, έμαθαν, μ' έκπληξη ασφαλώς,
πως η μικρή εταίρα της άλλοτε, η εξομολογούμενη του Τιμόθεου και του Σεβήρου, είχε γίνει
πατρικία κ' ήταν η επίσημη ερωμένη του Ιουστινιανού. Σ' αυτό το αναπάντεχο γεγονός, οι ευλαβικές
ψυχές δε δίστασαν καθόλου να ιδούν το χέρι του Θεού, που ήθελε να αναδείξει για το λαό του μια
πιστή προστάτισσα, κι ολότελα φυσικά απευθύνθηκαν στη Θεοδώρα για να καλυτερέψουν την τύχη
των μαρτύρων και να ελαφρύνουν τη σκληρότητα των διώξεων. Η Θεοδώρα προσφέρθηκε
πρόθυμα. Ο Μαράς, ο επίσκοπος της Αμίδης είχε, μαζί με τους ιερείς του, εκτοπιστεί στην Πέτρα·
κάτω απ' το σκληρό κλίμα της Αραβίας, στην τραχιά αυτή εξορία, οι δύστυχοι φαίνονταν
καταδικασμένοι σε βέβαιο θάνατο. Στη δυστυχία τους σκέφτηκαν τη Θεοδώρα, κ' ένας απ' αυτούς, ο
διάκονος Στέφανος, ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη, για να την κάνει να ενδιαφερθεί για την τύχη
της μικρής κοινότητας. Η ελπίδα τους δε διαψεύστηκε. Όχι μονάχα η Θεοδώρα έπεισε τον ορθόδοξο
εραστή της να ικετέψει τον αυτοκράτορα για τους αιρετικούς, μα κ' η ίδια, για να λυγίσει τον
Ιουστίνο, δεν τσιγκουνεύτηκε ούτε τα παρακάλια ούτε τα δάκρυα· και το σπουδαιότερο απ' όλα,
κέρδισε την υπόθεση που είχε αναλάβει. Οι προστατευόμενοί της πήραν την άδεια ν'
αποτραβηχτούν στην Αλεξάντρεια, όπου θα μπορούσαν στο εξής να ζήσουν ήσυχοι ανάμεσα στους
ομοδόξους τους. Ήταν μια ωραία νίκη, που δίνει το μέτρο της επιρροής που ασκούσε η Θεοδώρα
πάνω στον εραστή της.
Πέτυχε περισσότερα ακόμα. Πολύ γρήγορα ο Ιουστινιανός έφτασε στο σημείο να θέλει με κάθε
τρόπο να παντρευτεί την ερωμένη του. Ο καλός αυτοκράτορας Ιουστίνος δε φαίνεται να παζάρεψε
καθόλου τη συγκατάθεσή του στον πολυαγαπημένο του ανηψιό. Θα 'πρεπε να 'ταν πολύ στριμμένος
για να το κάνει. Ήταν ένας γέρος στρατιώτης, από ταπεινότατη καταγωγή, και πολύ λίγο τον
ένοιαζαν οι αριστοκρατικοί τίτλοι· κι ο ίδιος είχε παντρευτεί μια παλιά σκλάβα, αφού για καιρό την
είχε σύρει σαν ερωμένη μαζί του στις εκστρατείες, κι όταν έγινε αυτοκράτορας, είχε χωρίς
ενδοιασμούς καθίσει στο θρόνο των Καισάρων την αγαθή αυτή γυναίκα, χωριάτισσα και βάρβαρη
όπως κι ο ίδιος. Από αλλού, κι από κει που λιγότερο μπορούσαν να το περιμένουν, ήρθε η αντίθεση
στα σχέδια του Ιουστινιανού. Με τη χοντροκομμένη της, χωριάτικη ηθική αντίληψη, η αυτοκράτειρα
Ευφημία -μ' αυτό το αρχοντικότερο όνομα είχαν στολίσει, όταν ανέβηκε στο θρόνο, την παλιά
σκλάβα που είχε γίνει βασίλισσα-πειραζόταν να βλέπει μια Θεοδώρα προορισμένη να τη διαδεχτεί·
και παρ' όλη τη στοργή της για τον ανηψιό της, παρά τη συνηθισμένη της συγκατάβαση σ' ολωνών
τα χατήρια, δε θέλησε ν' ακούσει λέξη γι' αυτό το ζήτημα. Ευτυχώς για τον Ιουστινιανό, η Ευφημία
πέθανε στα 523. Έτσι όλα ταχτοποιήθηκαν με τον καλύτερο τρόπο. Όπως ο νόμος απαγόρευε στους
συγκλητικούς και στους ανώτερους αξιωματούχους να παντρεύονται γυναίκες σκλάβες,
ταβερνιάρισσες, ηθοποιούς ή εταίρες, ο Ιουστίνος, για να ευχαριστήσει τον ανηψιό του, κατάργησε
το νόμο. Επιθυμώντας, καθώς έλεγε, να μιμηθεί τη συγκατάβαση του Θεού, που δείχνεται
σπλαχνικός για την κάθε ανθρώπινη αμαρτία, αποφάσισε πως όλες οι γυναίκες που αφού ανέβηκαν
στη σκηνή, μεταμελήθηκαν ύστερα κ' εγκατέλειψαν το ατιμωτικό τους επάγγελμα, θα μπορούσαν
στο εξής να συνάψουν νόμιμο γάμο με οποιονδήποτε, με το μοναδικό όρο να ζητήσουν την
αυτοκρατορική συγκατάθεση. Κι όπως το τελευταίο αυτό διάβημα θα στοίχιζε στην αλαζονεία της
Θεοδώρας, καθορίστηκε πως κάθε ηθοποιός, που είχε λάβει από τον αυτοκράτορα ένα από τ'
αξιώματα της αυλικής ιεραρχίας έμενε ελεύθερη από κάθε νόμιμο πρόσκομμα που θα μπορούσε να
εμποδίσει το γάμο της, κι έτσι δε θα 'χε υποχρέωση να ζητήσει καμιά εξουσιοδότηση. Και για να
ταχτοποιηθούν τέλεια τα πράγματα, ο αυτοκράτορας όρισε τέλος πως κ' οι κόρες των ηθοποιών –η
Θεοδώρα είχε μια κόρη– είτε πριν είχαν γεννηθεί, είτε μετά απ' τη μεταμέλεια της μητέρας τους, θα
μπορούσαν κι αυτές να συνάψουν γάμους χωρίς κανένα περιορισμό. Έτσι ο Ιουστινιανός
παντρεύτηκε την ερωμένη του –που με την ευκαιρία φρόντισε να της παραχωρηθεί μια μεγάλη
προγαμιαία δωρεά– χωρίς καν το Βυζάντιο να πολυδείξει πως σκανδαλίστηκε. Μόνο μερικά
δύστροπα πνεύματα, που σκέφτονταν τον εξαιρετικό γάμο που θα μπορούσε να κάνει ο διάδοχος

Digitized by 10uk1s

της αυτοκρατορίας με μια νέα από αρχοντική γενιά, αγνή και καλαναθρεμμένη, βρήκαν, χωρίς να
τολμούν να το πουν δυνατά, πως μια τέτοια περιπέτεια ήταν αρκετή για να φανερώσει την ψυχική
ποιότητα και το ήθος του Ιουστινιανού. Ούτε η σύγκλητος, ούτε ο στρατός, ούτε η Εκκλησία δεν
άφησαν ν' ακουστεί λέξη διαμαρτυρίας, κι ο λαός που θυμόταν πόσο είχε χειροκροτήσει τη
θεατρίνα, παραχώρησε αδίσταχτα τις τιμές του και τη στοργή του στην αυτοκράτειρα.
Μπαίνοντας στο εξής επίσημα στη ζωή του διαδόχου της αυτοκρατορίας, έχοντας εξαιρετικά την
εκτίμηση του γέρου Ιουστίνου, που φαίνεται πως της είχε μεγάλη συμπάθεια, η Θεοδώρα
ανακατεύτηκε, κάθε μέρα και τολμηρότερα, στις κρατικές υποθέσεις. Ανάμεσα στα πολλά της
ελαττώματα είχε κ' ένα σπάνιο προτέρημα: έμενε πιστά αφοσιωμένη σ' εκείνους που αγαπούσε. Οι
μονοφυσίτες γρήγορα δοκίμασαν τα καλά του. Νιώθοντας απ' την ίδια στιγμή τον κίνδυνο που
έκλεινε για τη μοναρχία η συνέχιση αυτή των θρησκευτικών καβγάδων στην Ανατολή, η Θεοδώρα,
χρησιμοποίησε επιδέξια το κύρος της για να προετοιμάσει το τέλος του διωγμού. Σχετιζόταν με τον
πατριάρχη Σεβήρο και με τον μεγάλο ρήτορα των αιρετικών Ιωάννη τον Τέλλης· επιζητούσε να
γνωρίσει τους έξοχους άντρες που, στις σχισματικές χριστιανικές περιοχές, φαίνονταν ικανοί να
παρασκευάσουν για τους αδερφούς τους ένα καλύτερο μέλλον. Ένας απ' τους γνωστότερους
ανάμεσά τους ήταν ο Ιάκωβος Βαραδαίος, ο μελλοντικός απόστολος και αναστηλωτής της
μονοφυσιτικής Εκκλησίας. Εκθείαζαν τη γνώση του, την ευλάβεια και την αυστηρότητα των ηθών
του, την περιφρόνησή του για τα εγκόσμια, τις θαυματικές θεραπείες που πραγματοποιούσε, κι από
απόσταση ακόμα· ένα θαμπωτικό φωτοστέφανο τριγύριζε κιόλας τη μορφή του νεαρού σύρου
μοναχού. Η Θεοδώρα θέλησε να τον γνωρίσει. Τον είχε δει, λένε, στ' όνειρό της να κρατά στα χέρια
του χρυσά δοχεία, απ' όπου ανάβλυζαν «ύδατα ζώντα» που πότιζε μ' αυτά τον ρωμαϊκό λαό· θέλησε
να τον ιδεί και στην πραγματικότητα. Έτσι, το 527, μαζί μ' έναν άλλο μοναχό, τον Σέργιο τον Τέλλης,
ο Ιάκωβος ήρθε στην Κωνσταντινούπολη. Η φήμη της δόξας του προπορεύτηκε απ' τον ίδιο. Ο λαός
έτρεχε πίσω του· η Θεοδώρα, γοητευμένη απ' τον ερχομό του, τον δέχτηκε με μεγάλη πομπή στο
παλάτι μαζί με το συνοδό του· τους παραχώρησε κατοικία, τους εφοδίασε μ' όλα τ' αναγκαία, τους
σκέπασε φανερά με την προστασία της. Χρειαζόταν πολλή τόλμη για να διακινδυνέψει, μέσα σ'
αυτή την ορθόδοξη και θρησκόληπτη Αυλή, παρόμοια πράγματα· όμως η Θεοδώρα ήξερε τη δύναμή
της, κ' η δύναμη αυτή μέρα με τη μέρα μεγάλωνε.
Από τον καιρό του γάμου του, πραγματικά, ο Ιουστινιανός είχε ανέβει ασταμάτητα: Ο Ιουστίνος τον
είχε κάνει νοβιλίσιμον· τον Απρίλη του 527, τον συνεταιριζόταν επίσημα στην εξουσία. Μες στο
μεγάλο τρικλίνιον του παλατιού, μπροστά στη σύγκλητο, στους στρατιώτες της φρουράς, στους
αντιπροσώπους του στρατού, ο γέρος αυτοκράτορας ανέβηκε στο θρόνο του και ανάγγειλε πως, με
την αίτηση του λαού του, αναγόρευε βασιλέα τον ανηψιό του Ιουστινιανό. Ορθός στα δεξιά του
μονάρχη, ο πατριάρχης Επιφάνιος πρόφερε τις επίσημες προσευχές κι ολάκερη η σύναξη
αποκρίθηκε ευλαβικά: Αμήν. Ύστερα ο Ιουστίνος, με τα ίδια του τα χέρια, απόθεσε το στέμμα στο
κεφάλι του αυτοκρατορικού συνεταίρου του, ενώ τρεις φορές η σύναξη κραύγαζε βίβατ, κι ο νέος
μονάρχης, χαιρετώντας με το χέρι το λαό του, υποσχόταν κατά τη συνήθεια ένα φιλοδώρημα στους
στρατιώτες. Τρεις μέρες αργότερα, τη μέρα του Πάσχα, μες στην Αγία Σοφία που απάστραφτε απ' το
φως των λαμπάδων, ο πατριάρχης έχριε επίσημα, σκορπώντας το άγιο μύρο στο κεφάλι του, τον νέο
αυτοκράτορα. Μέσα σ' όλη τη λάμψη της αυτοκρατορικής ακολουθίας, φορώντας τον χρυσωμένο
χιτώνα περιβεβλημένο από μια πλατιά ταινία από πολύτιμα κεντήματα, και πορφυρά υποδήματα
στα πόδια του, με τη μέση ζωσμένη με μια πλούσια ζώνη διάσπαρτη από πετράδια και σμάλτα,
έχοντας στους ώμους τον πλατύ πορφυρό χρυσοποίκιλτο μαντύα, που τον συγκρατούσε μια χρυσή
πόρπη, στο κεφάλι το διάδημα κι όλα τα κοσμήματα του στέμματος πάνω του, ο Ιουστινιανός
έπαιρνε κατοχή στην αυτοκρατορία που τόσο είχε επιθυμήσει. Στο πλευρό του, ντυμένη τον μακρύ
μαντύα από βιολετιά πορφύρα, που στο κάτω μέρος του ξετυλιγόταν σ' αστραφτερές πτυχές μια
πλατιά χρυσοκεντημένη ταινία, με τα μαλλιά πλεγμένα μέσα σε κροσσούς από μαργαριτάρια και
πολύτιμες πέτρες που έπεφταν, θαμπωτικοί καταρράχτες, στους ώμους της, με το διάδημα στο

Digitized by 10uk1s

κεφάλι, η Θεοδώρα, στολισμένη σαν εικόνα, μοιραζόταν το θρίαμβο του συζύγου της· κι αφού μαζί
του στέφθηκε επίσημα στη μεγάλη βασιλική, η νέα Αυγούστα ερχόταν, κατά τη συνήθεια των
βασιλισσών του Βυζαντίου, να δεχτεί τις επευφημίες του λαού, σ' αυτόν τον Ιππόδρομο που την είχε
δει στο ξεκίνημά της. Το όνειρό της είχε πραγματοποιηθεί.
Όταν, λίγους μήνες αργότερα, πέθανε ο Ιουστίνος, την 1η Αυγούστου του 527, ο Ιουστινιανός δε
βρήκε καμιά δυσκολία να παραλάβει την κληρονομιά του, κ' η Θεοδώρα μοιράστηκε την εξουσία
μαζί του. Επί είκοσι ένα χρόνια, απ' τα 527 ως τα 548, έμελλε να βασιλέψει σαν υπέρτατη
αφέντισσα πάνω στην ωραιότερη αυτοκρατορία του πολιτισμένου τότε κόσμου.

Digitized by 10uk1s

V
Ο ΘΡΥΛΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΣ
Αυτό είναι το ρομάντζο της Θεοδώρας, όπως το έχει διηγηθεί ο Προκόπιος· και δυόμισι αιώνες
τώρα, που έχει ανακαλυφτεί το χειρόγραφο της Μυστικής Ιστορίας, η αρκετά σκανδαλώδικη αυτή
ιστορία βρήκε την πάγκοινη σχεδόν εμπιστοσύνη. Πρέπει ωστόσο να τη δεχτούμε ανεπιφύλαχτα; Τα
τελευταία αυτά χρόνια, πολλοί μελετητές αρνήθηκαν επανειλημμένα πίστη στις φλυαρίες του
λιβελογράφου, και μίλησαν με πολλή σοβαρότητα για το θρύλο της Θεοδώρας. Αναρωτήθηκαν,
αρκετά δικαιολογημένα, πώς, αν η Θεοδώρα έζησε στο άπλετο φως την ακόλαστη αυτή ζωή που
σκανδάλισε την Κωνσταντινούπολη, δε βρέθηκε απ' τους συγχρόνους της παρά ένας μόνο μάρτυρας
για να διατηρήσει αυτή την ανάμνηση. Φαίνεται λοιπόν πως, εκτός απ' τον Προκόπιο, κανένας
άλλος συγγραφέας του έκτου αιώνα, κανένας ιστορικός, ούτε κι απ' τους κατοπινούς ακόμα αιώνες,
δεν έχει αφηγηθεί τις νεανικές περιπέτειες της Θεοδώρας και δεν έχει διακινδυνέψει για τ'
ακόλαστα σκάνδαλά της ούτε το παραμικρό υπονοούμενο. Κι ας μην ειπωθεί πως, από σεβασμό
στον αυτοκράτορα ή από φόβο των αντεκδικήσεων της αυτοκράτειρας, κράτησαν μια τέτοια
φρόνιμη σιωπή: πολλοί απ' αυτούς τους συγγραφείς, προπάντων οι εκκλησιαστικοί χρονικογράφοι,
δε δίστασαν καθόλου να σκεπάσουν με βρισιές, και τον καιρό που ζούσε ακόμη, μια βασίλισσα που
απεχθάνονταν τον αιρετισμό της και δε φοβήθηκαν να τη φορτώσουν με κάθε λογής κατάρες. Κι αν
υποθέσουμε ακόμα πως οι σύγχρονοι σώπασαν από φόβο, γιατί όταν πέθαναν ο Ιουστινιανός κ' η
Θεοδώρα δε λύθηκαν οι γλώσσες; Κι αν είναι έτσι, τι αξίζει τότε, απέναντι στη γενική σιωπή, η
μοναδική μαρτυρία του Προκόπιου, όταν προπάντων σκεφτούμε με ποια απλοϊκή αναισχυντία, σε
τόσες σελίδες της Μυστικής Ιστορίας, ο λιβελογράφος μεγαλοποίησε ή ψεύτισε τα γεγονότα; Αν
προτού γίνει αυτοκράτειρα η Θεοδώρα ήταν στ' αλήθεια η μεγάλη εταίρα που λένε, πώς άλλος
κανείς δε συγκέντρωσε, εξασθενίζοντάς την έστω, την ηχώ απ' τις φήμες που κυκλοφορούσαν τόσο
ανοιχτά για λογαριασμό της; Πώς, στην αξέχαστη αυτή σκηνή της στάσης του 532, όπου ο
ξεσηκωμένος λαός πέταξε κατάμουτρα του Ιουστινιανού τις πιο αιματηρές προσβολές, δεν
ακούστηκε, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της εξαίσιας αυτής στιχομυθίας ανάμεσα στον
αυτοκράτορα και στους υπηκόους του που μας διατηρήθηκαν, καμιά κακόηχη λέξη για λογαριασμό
της Θεοδώρας; και πώς στο τέλος ο Ιουστινιανός, που κ' οι ίδιοι οι κατηγορητές του τον
παρουσιάζουν σαν άνθρωπο συνετό κι αυτοκυριαρχημένο, θα μπορούσε, δε λέω να πάρει
μαιτρέσσα, μα να παντρευτεί δημόσια μια γυναίκα που ο καθένας ξεμάκραινε από κοντά της όταν
τη συναντούσε στο δρόμο; θα 'ταν, σα να διακινδύνευε τη δημοτικότητά του, κι όλες του τις
πιθανότητες για να φτάσει στο θρόνο: και δεν ήταν πια, όταν συνάντησε τη Θεοδώρα, παιδί, που
μονάχα παιδί είναι ικανό για τέτοιες απερισκεψίες.
Όσο σωστές κι αν είναι φαινομενικά αυτές οι παρατηρήσεις κι όσο πολύ κι αν δυσπιστώ στα
κουτσομπολιά του Προκόπιου, δε θα διακινδυνέψω ωστόσο να παρουσιάσω άσπιλη εκείνην που
τόσο προσβλητικά κατασπίλωσε· και παρόλο που απ' τον έκτο αιώνα βρέθηκαν εγκωμιαστές που,
για να κερδίσουν την εύνοια του Ιουστινιανού, έμπασαν τη γυναίκα του κατευθείαν στον
Παράδεισο, φοβάμαι πως θα 'πεφτα στην παραδοξολογία αν προσπαθούσα να τη δείξω πολύ
ενάρετη. Είναι κρίμα που ο Ιωάννης, ο επίσκοπος της Εφέσου, που γνώρισε από κοντά τη Θεοδώρα,
παράλειψε, από σεβασμό για τους άρχοντες της γης, να μας αναφέρει λεπτομερειακά τις βρισιές και
κατηγόριες που οι ευλαβικοί καλόγηροι, άνθρωποι με τραχιά ειλικρίνεια, φόρτωσαν, όπως μας λέει,
επανειλημμένα στην αυτοκράτειρα: τουλάχιστο είναι βέβαιο πως κι άλλοι ακόμα εκτός από τον
Προκόπιο, ανάμεσα στους συγχρόνους της, έβρισκαν να λένε για λογαριασμό της και πως άνθρωποι
απ' το αυτοκρατορικό περιβάλλον, όπως ο γραμματέας Πρίσκος, κι ο έπαρχος Ιωάννης ο
Καππαδόκης, ήξεραν σημεία της αδύνατα όπου μπορούσαν να τη χτυπήσουν. Δεν ξέρω αν αληθινά
απόχτησε στα νιάτα της το γιο που της αποδίνει ο Προκόπιος και που, καθώς φαίνεται, η γέννησή
του της ήταν τόσο ενοχλητικό περιστατικό: είναι βέβαιο πάντως πως είχε μια κόρη που,

Digitized by 10uk1s

αναμφισβήτητα, δεν ήταν απ' τον Ιουστινιανό, χωρίς εξάλλου η ανάμνηση αυτή ενός κάπως
σκοτεινού παρελθόντος, αν κρίνω απ' την καριέρα που έκανε στην Αυλή ο γιος αυτής της κόρης, να
δημιούργησε καμιά ενόχληση στην αυτοκράτειρα ή στενοχώρια στον αυτοκράτορα. Πολλά, τέλος
χαρακτηριστικά της ψυχολογίας της Θεοδώρας, η φροντίδα της για τις φτωχές κοπέλες της
πρωτεύουσας που η ανάγκη τις οδηγούσε πιο συχνά στη διαφθορά παρά η ακολασία, τα μέτρα που
πήρε για να σώσει τις δυστυχισμένες αυτές και να τις λυτρώσει, καθώς γράφει ένας συγγραφέας
του καιρού της, «από το ζυγό της ντροπιασμένης σκλαβιάς τους», η κάπως περιφρονητική
σκληρότητα που έδειξε πάντα στους άντρες, συνταιριάζονται άριστα μ' ό,τι διηγούνται για τη
νεότητά της. Κι αν θα παραδεχτούμε όλα αυτά, που είναι αναντίρρητα, δεν πρέπει τάχα να
βγάλουμε το συμπέρασμα πως δεν πρέπει ν' απορρίψουμε μαζεμένα όλα όσα αναφέρει η Μυστική
Ιστορία;
Ασφαλώς είναι πολύ λεπτό και δυσκολόλυτο πρόβλημα να επιχειρήσουμε να καθορίσουμε ίσαμε
ποιο σημείο μπόρεσε να ξεπέσει η Θεοδώρα και πιο σύνορο ατίμωσης δεν ξεπέρασε. Ίσως δυο
παρατηρήσεις θα μας επιτρέψουν να πλησιάσουμε λίγο περισσότερο στην αλήθεια και να
εξηγήσουμε μερικά σκοτεινά σημεία αυτής της ιστορίας. Η πρώτη είναι πως πολλά πράγματα, που
σήμερα μας φαίνονται σκανδαλώδικα, για τους ανθρώπους του έκτου αιώνα ήταν πολύ λιγότερο
αξιοκατάκριτα. Διαβάζουμε σ' ένα επίσημο έγγραφο της εποχής πως εντιμότατα πρόσωπα δε
δίσταζαν καθόλου, από καθαρή ευσπλαχνία, να ελευθερώνουν, πληρώνοντας αδρά, δυστυχισμένες
έγκλειστες οίκων ανοχής και να παντρεύονται ύστερα σε νόμιμο γάμο τις μοναδικά ατιμασμένες
αυτές γυναίκες και φαίνεται πολύ καλά πως η κοινή γνώμη έκλινε περισσότερο να θαυμάζει, παρά
να καταδικάζει πράξεις, που η φιλανθρωπική τους πρόθεση μας φαίνεται σήμερα κάπως
υπερβολική. Καταλαβαίνουμε πως, με τέτοιες συνθήκες, ο Ιουστινιανός μπόρεσε να παντρευτεί τη
Θεοδώρα χωρίς να εκπλήξει πολύ ή να σκανδαλίσει τους συγχρόνους του.
Είναι βέβαιο απ' την άλλη μεριά πως η Θεοδώρα, τη στιγμή που συνάντησε τον τελευταίο εραστή
της, ήταν πολύ αλλαγμένη· στη διάρκεια της παραμονής της στην Αλεξάντρεια, είχε περάσει μια
ηθική κρίση και, κάτω από ευσεβείς επιδράσεις, είχε μεταμεληθεί για την περασμένη ζωή της· στην
επιστροφή της στην Κωνσταντινούπολη ήταν πάμπτωχη, πράγμα που μας κάνει να πιστέψουμε πως
τότε τουλάχιστο ήταν ενάρετη. Σε μια μεγάλη πρωτεύουσα, μια εταίρα, όσο φημισμένη κι αν ήταν,
ξεχνιέται γρήγορα· ύστερα από δυο χρόνια απουσίας, βρίσκονταν τάχα πολλοί που θυμούνταν το τι
ήταν άλλοτε η ερωμένη του Ιουστινιανού; Κι αν προσέξουμε τέλος τον τρόπο που διηγιέται ο
Προκόπιος, το μεγαλείο της επικής ακολασίας που του αρέσει να δίνει στα πρόσωπά του, κλίνουμε,
χωρίς καθόλου να θέλουμε να παρουσιάσουμε τη Θεοδώρα σαν πρότυπο αρετής και σεμνότητας,
να υποβιβάσουμε απλούστατα κατά ένα τόνο τη διήγηση της Μυστικής Ιστορίας, κι αντί για τη
διαβόητη εταίρα, αληθινό άγγελο του κακού που, με τη θέληση του διαβόλου, όπως λέει ο
συγγραφέας, περιέφερε σ' όλο τον κόσμο την αναισχυντία της, να δούμε στη Θεοδώρα την ηρωίδα
μιας πιο συνηθισμένης ιστορίας: μια γυναίκα που περισσότερο οι περιστάσεις παρά η διαφθορά την
έριξαν στο βούρκο, μια χορεύτρια που, αφού έζησε όπως ζούνε σε κάθε εποχή οι όμοιές της,
βαρέθηκε μια μέρα τους χωρίς επαύριον έρωτες και, βρίσκοντας έναν άντρα σοβαρό που της
εξασφάλιζε μια σταθερή αποκατάσταση, ταχτοποιήθηκε με το γάμο κι αφιερώθηκε σε μια ζωή τίμια
κι ευλαβική· μια τυχοδιώκτρια, αν θέλουμε, όμως έξυπνη, διακριτική, αρκετά ικανή να σώζει
ορισμένα προσχήματα και που τα κατάφερε να παντρευτεί, ακόμη κ' έναν αυριανό αυτοκράτορα,
χωρίς φοβερό σκάνδαλο.
Όπως κι αν έχει, η άξαφνη τύχη που ανέβασε τη Θεοδώρα στο θρόνο τάραξε βαθιά τη λαϊκή
φαντασία. Απ' τον καιρό που ζούσε ακόμα, η καταπληκτική της σταδιοδρομία παραξένεψε αρκετά
τους συγκαιρινούς της. Ανατολικοί και Δυτικοί, Σύροι, Βυζαντινοί και Σλαύοι λάμπρυναν με
περιπέτειες μυθιστορηματικότερες ο ένας απ' τον άλλον τη μυθιστορηματική ζωή της κ' έτσι
μεταδόθηκε ως εμάς, εξωραϊσμένη ή παραμορφωμένη από γενιά σε γενιά, πότε επιεικής, πότε

Digitized by 10uk1s

αυστηρή, η γεμάτη γοητεία ανάμνηση της γυναίκας του Ιουστινιανού.
Από τον ένατο αιώνα η βυζαντινή παράδοση εξυμνούσε, έξω από την ομορφιά του κορμιού της και
τη χάρη του προσώπου της, την αγνότητα της ψυχής της, την υπεροχή των ηθών της, τη δύναμη της
διάνοιάς της, που την έκανε να ξεπερνάει όλες τις νέες του καιρού της· και μη διστάζοντας καθόλου
να τη συγκρίνουν με την ευλαβική μητέρα του Κωνσταντίνου, την αγία και παμμακάριστη Ελένη,
έβλεπαν στη Θεοδώρα. όπως γράφει ένας σεβάσμιος χρονικογράφος, «το αληθινόν δοχείον όλων
των δώρων του Θεού».
Παρόμοια κ' οι σλαυικές παραδόσεις του δωδέκατου και δέκατου τρίτου αιώνα, χωρίς να
περιορίζονται να εκθειάζουν μόνο τη θαυμαστή ομορφιά της, διηγούνται πως στάθηκε η πιο
ευγενική, η πιο καλλιεργημένη κ' η πιο σοφή απ' όλες τις γυναίκες. Οι συριακές παραδόσεις είναι
κολακευτικότερες ακόμα. Στην επιθυμία τους να εξάρουν τη μεγάλη προστάτισσα της Εκκλησίας
τους, οι μονοφυσίτες του δωδέκατου αιώνα έδιναν για πατέρα στη Θεοδώρα, αντί για το
φτωχοδιάβολο που φύλαγε τις αρκούδες στον Ιππόδρομο, ένα ευσεβή γέροντα, συγκλητικό ίσως,
πολύ αφοσιωμένο στις πεποιθήσεις της αίρεσής τους, και πρόσθεταν πως όταν ο Ιουστινιανός,
τραβηγμένος απ' τη φήμη της ομορφιάς και της εξυπνάδας της νέας, πήγε να ζητήσει το χέρι της, ο
καλός αυτός πατέρας δε συγκατατέθηκε να την παντρέψει με το διάδοχο του θρόνου, παρά μονάχα
με τον όρο πως δε θα βίαζαν ποτέ τη Θεοδώρα να δεχτεί τους καταραμένους κανόνες της συνόδου
της Χαλκηδόνας. Τέλος και στα μακρινά μοναστήρια της Δύσης έφτασε ακόμα ο αντίλαλος της
φήμης της. Ο χρονικογράφος Αιμουέν ντε Φλερύ, που έζησε τον ενδέκατο αιώνα, αναφέρει πως ο
Ιουστινιανός κι ο Βελισάριος, νέοι κ' οι δυο και συνδεμένοι με στενή φιλία, συνάντησαν μια μέρα
δυο αδερφές, την Αντωνία και την Αντωνίνα, «καταγόμενες από τη φυλή των Αμαζόνων», που,
αιχμάλωτες των Βυζαντινών, είχαν εξαναγκαστεί ν' ασκούν σ' ένα ύποπτο σπίτι το πιο ατιμασμένο
επάγγελμα. Ο Βελισάριος αγάπησε τη μία, ο Ιουστινιανός πήρε την άλλη· κ' εκείνη, που ένα
προμήνυμα την είχε πληροφορήσει για τη μελλοντική δόξα του εραστή της, τον έβαλε να της
υποσχεθεί πως αν ποτέ γινόταν αυτοκράτορας, θα την παντρευόταν με νόμιμο γάμο. Ύστερα ο
δεσμός διακόπηκε, όμως ο Ιουστινιανός είχε δώσει για εγγύηση στην υπόσχεσή του ένα δαχτυλίδι
στην Αντωνία. Πέρασαν χρόνια, ο πρίγκιπας γίνηκε αυτοκράτορας· και μια μέρα, στις πύλες του
παλατιού, είδαν να παρουσιάζεται ζητώντας ακρόαση μια γυναίκα πάμπλουτα ντυμένη και μ'
ασύγκριτη ομορφιά. Την έμπασαν στο παλάτι, μα όταν την έφεραν μπροστά του ο Ιουστινιανός δεν
την αναγνώρισε. Όμως η Αντωνία έδειξε το δαχτυλίδι, θύμισε στον Ιουστινιανό τους όρκους του κ'
εκείνος, συνεπαρμένος απ' το αλλοτινό του πάθος, ανακήρυξε χωρίς άλλη αργοπορία την ωραία
αμαζόνα αυτοκράτειρα. Ο λαός κ' η σύγκλητος, προσθέτει ο χρονικογράφος, παραξενεύτηκαν λίγο,
όμως μερικές εκτελέσεις επέβαλαν σιωπή στους δυσαρεστημένους κ' η Αντωνία μοιράστηκε χωρίς
πια άλλες αντιρρήσεις το θρόνο του Ιουστινιανού.
Είναι εύκολο ν' αναγνωρίσουμε στην πιο πάνω ιστορία τις περιπέτειες της Θεοδώρας, και στις
διηγήσεις αυτές διαβλέπουμε όλα τα παραμύθια που η καταπληκτική τύχη της αυτοκράτειρας
πρέπει να ενέπνευσε στους αργόσχολους της εποχής της. Όμως όσο κι αν ένας θρύλος, καλός ή
κακός, επιεικής ή αυστηρός, δε μπορεί να έχει απαίτηση να θεωρηθεί σαν Ιστορία, δεν πρέπει να
παραλείψουμε από τον ίδιο αυτό θρύλο να κρατήσουμε μερικά ουσιαστικά στοιχεία για τη νεότητα
της Θεοδώρας. Όταν ο Ιωάννης, επίσκοπος της Εφέσου, που γνώριζε καλά τη βασίλισσα, την
ονομάζει κάπου, αρκετά σκαιά βέβαια μα χωρίς φαίνεται να την κατηγορεί γι' αυτό, «Θεοδώραν εκ
του πορνείου» επιβεβαιώνει διαμιάς και μονολεκτικά όσα διηγήθηκε εκτεταμένα ο Προκόπιος.
Πρέπει ν' αποφασίσουμε, όπως και να 'χει, πως δεν πρέπει καθόλου να πιστέψουμε στην αρετή και
τη σεμνότητα της Θεοδώρας στη νεότητά της· πριν να γνωρίσει τον Ιουστινιανό, πριν να γίνει
αυτοκράτειρα, ήταν εταίρα, άσημη ή φημισμένη λίγο ενδιαφέρει, και μάλιστα μεταμελημένη
εταίρα. Κλίνω να πιστέψω πως, στην εποχή που ζούσε, το πράγμα αυτό δεν είχε εξαιρετικά μεγάλη
σημασία κ' έτσι, στην περίπτωση της Θεοδώρας, η αυτοκράτειρα που έγινε έκανε γρήγορα να

Digitized by 10uk1s

λησμονηθεί η εταίρα, όποια κι αν ήταν.

Digitized by 10uk1s

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
Η αυτοκράτειρα Θεοδώρα

Digitized by 10uk1s

I
TO ΙΕΡΟΝ ΠΑΛΑΤΙΟΝ TOY ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ
Στα δυτικά της Αγίας Σοφίας, ανάμεσα στον Ιππόδρομο και στη θάλασσα, πάνω στην κορφή και στις
πλαγιές του λόφου που κατεβαίνει ως τις ακτές του Μαρμαρά, υψωνόταν τον έκτο αιώνα το παλάτι
των αυτοκρατόρων του Βυζαντίου. Δεν ήταν σαν τις σύγχρονές μας βασιλικές κατοικίες ένα πολύ ή
λίγο μεγαλόπρεπο χτίριο που ξεδίπλωνε σε κάποια δημόσια πλατεία τις συμμετρικές γραμμές μιας
επιβλητικής πρόσοψης· όπως το Παλιό Σεράι των Οθωμανών σουλτάνων, όπως το Κρεμλίνο των
μοσχοβιτών τσάρων, το παλάτι των βυζαντινών βασιλέων περίκλεινε μες στην πλατιά ζώνη του ένα
πλήθος από ποικιλόμορφες κατασκευές, αίθουσες υποδοχής κ' εκκλησίες, λουτρά και ιππόδρομους,
μοναστήρια και στρατώνες, πολυτελή διαμερίσματα και δωμάτια ιδιωτικής κατοικίας, ψηλούς
ανοιχτούς εξώστες απ' όπου η θέα απλωνόταν μακριά στη θάλασσα και στην Ασιατική ακτή, ένα
σύνολο από μεγαλόπρεπα χτίρια, όμως απομονωμένα με κάποιο τρόπο το ένα από τ' άλλο, που
ανάμεσά τους εκτείνονταν μαρμαρόστρωτες αυλές, μακριές στοές, ολάνθιστοι κήποι, που
κατέβαιναν σχεδόν ως την ακροθαλασσιά. Ήταν μες στην πρωτεύουσα σα μια πόλη ξεχωριστή,
γραφική και μυστηριακή, που έκρυβε πίσω απ' τα πράσινα δέντρα τα παλάτια της με τους
χρυσωμένους τρούλους, τα περίπτερα και τα κιόσκια της, αυστηρά κλειστή στους θορύβους και στ'
αδιάκριτα βλέμματα των απ' έξω, περίλαμπρο άσυλο κι αδιαπέραστο όπου κρύβονταν οι τρυφηλές
ανέσεις, οι ασύγκριτες επισημοτελεστίες, οι περίπλοκες ραδιουργίες που αποτελούσαν την αυλική
ζωή ενός βυζαντινού αυτοκράτορα.
Τίποτα δε μπορούσε να φτάσει τον πλούτο, τη λαμπρότητα, την εκτυφλωτική πολυτέλεια του Ιερού
Παλατιού. Πίσω απ' τη βαριά μπρούτζινη πόρτα που ανοιγόταν στη πλατεία του Αυγουσταίου, ο
προθάλαμος της Χάλκης, όπως τον είχε ανοικοδομήσει ο Ιουστινιανός, ήταν ένα θαύμα σοφής
αρχιτεκτονικής κ' υπέρλαμπρης διακόσμησης. Κάτω απ' τον ψηλό τρούλο που σκέπαζε την κυκλική
αίθουσα, τα πολύχρωμα μάρμαρα και τα χρυσά μωσαϊκά έσμιγαν τους θαμπωτικούς τόνους τους·
στο δάπεδο οι πορφυρίτες ο ίασπις, οι οφίτες, οι όνυχες, καθώς τυλίγονταν σε πολύπλοκα σχέδια,
έμοιαζαν να σκεπάζουν το πάτωμα με χαλιά ανεχτίμητα· στους τοίχους, μεγάλοι πίνακες από
ψηφιδωτά παράσταιναν τις αυτοκρατορικές νίκες, τους στρατηγούς να παρουσιάζουν στον βασιλέα
τους ηττημένους ηγεμόνες και τους καταχτημένους θησαυρούς, κι ανάμεσα στους
λαμπροστόλιστους αυλικούς και συγκλητικούς, που λάτρευαν σα θεό τον αφέντη τους, τη Θεοδώρα,
μ' επίσημο φόρεμα της Αυλής, ορθή στο πλευρό του συζύγου της. Μακρύτερα, πέρα απ' τις
αίθουσες των φρουρών, το μέγα Κονσιστώριον δεν υστερούσε σε λαμπρότητα. Ήταν η αίθουσα του
θρόνου, όπου ο αυτοκράτορας έδινε τις επίσημες ακροάσεις, δεχόταν τους πρεσβευτές και τα δώρα
των ξένων βασιλιάδων. Τρεις πόρτες από ελεφαντόδοντο, στολισμένες με θαυμάσια μεταξωτά
παραπετάσματα, ανοίγονταν στην αίθουσα και σ' αυτές αντιστοιχούσαν αντικριστά τρεις άλλες
πόρτες από λαξεμένο μπρούντζο. Οι τοίχοι άστραφταν απ' τη λάμψη των πολύτιμων μετάλλων, το
δάπεδο σκεπαζόταν από πανάκριβα χαλιά· στο βάθος, πάνω σε μια εξέδρα όπου ανέβαζαν τρία
σκαλοπάτια από πορφυρίτη, ανάμεσα σε δυο Νίκες μ' ανοιχτά τα φτερά, με δάφνινα στεφάνια στα
χέρια, ο αυτοκρατορικός θρόνος, διάσπαρτος όλος από πετράδια και χρυσάφι, ήταν τοποθετημένος
κάτω από ένα χρυσό τρούλο στηριγμένο σε τέσσερες κολόνες. Πλάι ανοιγόταν το μεγάλο Τρικλίνιον,
όπου δίνονταν στις γιορτές τα επίσημα γεύματα. Τις μέρες αυτές, πάνω σε τραπέζια στρωμένα με
πορφύρα, άπλωναν τα πανάκριβα σκεύη, που ο ίδιος ο Ιουστινιανός είχε παραγγείλει να φτιάξουν,
τα πολύτιμα βάζα που αστραποβολούσαν από πετράδια, τα χρυσά πιάτα, όπου ανάμεσα στ'
ανάγλυφα που ιστορούσανε νίκες, πρόβαλλε έκτυπη η μορφή του αυτοκράτορα. Και τέτοια ήταν η
μεγαλοπρέπεια στο διάκοσμο, η ομορφιά στα φορέματα, η εκζήτηση στα πιοτά και στα φαγητά, που
οι βάρβαροι, όταν γίνονταν δεκτοί σε ακρόαση ή προσκαλούνταν στο αυτοκρατορικό τραπέζι,
θαμπωμένοι, κατάπληκτοι, πίστευαν, κατά την έκφραση ενός ποιητή της εποχής, μόλις περνούσαν
το κατώφλι του παλατιού πως έμπαιναν στον ίδιο τον ουρανό.

Digitized by 10uk1s

Ψηλότερα απ' τα διαμερίσματα που αποτελούσαν τη Χάλκη, κ' ενωμένο μαζί τους με μια σειρά απ'
αυλές, περιστύλια, πλατιές σκάλες που οδηγούσαν σε ξεσκέπαστους μαρμαρόστρωτους χώρους,
ένα άλλο παλάτι, το παλάτι της Δάφνης, ύψωνε πάνω στο λόφο τους ψηλούς εξώστες του και τα
δίπατα κτίριά του. Κολοσσιαίες κατασκευές, που και σήμερα τα ερείπιά τους γεννάνε το θαυμασμό,
επανόρθωναν τη φυσική κλίση του εδάφους κ' υποβάσταζαν το μεγαλόπρεπο οικοδόμημα. Στο
ισόγειό του ήταν εγκαταστημένες οι πολυάριθμες υπηρεσίες της αυτοκρατορικής κατοικίας: στο
πρώτο πάτωμα, σαλόνια υποδοχής ανοίγονταν σε μακριά περιστύλια στολισμένα μ' αγάλματα, απ'
όπου το μάτι αντίκριζε τον υπέροχο πίνακα των κήπων και της θάλασσας. Μακρύτερα τέλος, πιο
τέλεια απομονωμένα μες στη μοναξιά και τη δροσιά των πανύψηλων δέντρων, βρίσκονταν τα
ιδιαίτερα διαμερίσματα των αυτοκρατόρων, ο μυστηριακός γυναικωνίτης κατοικημένος από
γυναίκες και ευνούχους, όπου κρυβόταν η ιδιωτική ζωή της αυτοκράτειρας. Εκεί δένονταν οι
περίπλοκες ραδιουργίες του έρωτα και της πολιτικής, εκεί, στο μισόφωτο, ξετυλίγονταν σκοτεινές
και παράξενες περιπέτειες, κι ο ίδιος ο αυτοκράτορας πολύ συχνά αγνοούσε τι γινόταν εκεί. Όταν οι
Πατέρες της συνόδου του 536 καθαίρεσαν σαν αιρετικό τον Άνθιμο, πατριάρχη της
Κωνσταντινούπολης, κι ο Ιουστινιανός απειλούσε με την οργή του τον αποκηρυγμένο ιεράρχη, η
Θεοδώρα, για να προφυλάξει τον προστατευόμενό της από τους διώχτες του, δε φοβήθηκε να του
δώσει εκεί άσυλο. Δώδεκα ολόκληρα χρόνια ο Άνθιμος έζησε στο παλάτι, χωρίς κανείς να το ξέρει,
έξω μόνο από δυο αυλικούς, που η αυτοκράτειρα είχε βάλει στην υπηρεσία του: όλος ο κόσμος, κι ο
ίδιος ο Ιουστινιανός, τον θεωρούσε νεκρό ή αποτραβηγμένο σε κάποια μακρινή εξορία· κ' ήταν
πάγκοινη η κατάπληξη όταν, μετά το θάνατο της αυτοκράτειρας, ανακάλυψαν πως ο μακαριότατος
είχε ζήσει, ευλαβικά αφιερωμένος στις νηστείες και τις προσευχές του, στο ήσυχο και σίγουρο
καταφύγιο του αυτοκρατορικού γυναικωνίτη.
Ύστερα βρίσκονταν μες στο Ιερό Παλάτι αναρίθμητα εκκλησάκια και προσευχητήρια, όπου η
θρησκόληπτη ευλάβεια των Βυζαντινών τιμούσε τους ονομαστότερους άγιους της Ορθοδοξίας· ήταν
κι άλλα παλάτια ακόμη, όπως το Παλάτι του Μαγναύρου, που είχε αναστυλώσει ο Ιουστινιανός με
τη συνηθισμένη του μεγαλοπρέπεια· ήταν στοές, γαλαρίες που ένωναν την αυτοκρατορική κατοικία
με την Αγία Σοφία απ' το ένα μέρος, και με το υπέρλαμπρο θεωρείο του Καθίσματος απ' τ' άλλο, απ'
όπου η Αυλή παρακολουθούσε τα παιχνίδια του Ιππόδρομου. Έτσι το Ιερό Παλάτι, πολιτικό κέντρο
της μοναρχίας, ήταν στενά συνδεμένο με τους δυο αυτούς πόλους του βυζαντινού κόσμου, τη
Μεγάλη Εκκλησία, κέντρο της θρησκευτικής ζωής, και τον Ιππόδρομο, θορυβώδικο αμφιθέατρο
όπου ο κυρίαρχος λαός εκδήλωνε τις θελήσεις του. Ένας λαός ολάκερος, πάνω από δέκα χιλιάδες
άτομα, κατοικούσε στην πόλη αυτή που αποτελούσε το παλάτι. Ήταν οι άνθρωποι του
αυτοκρατορικού θαλάμου, αποσπασμένοι στην προσωπική υπηρεσία του αυτοκράτορα, οι
κουβικουλάριοι, υπηρέτες του βασιλικού τραπεζιού κ' οι βεστιτόρες, επιφορτισμένοι με το
ιματιοφυλάκιο, οι σιλεντιάριοι που επέβαλαν τη σιωπή όταν περνούσε ο βασιλεύς, οι χαρτουλάριοι
που ετοίμαζαν τα επίσημα έγγραφα, οι ρεφερενδάριοι που δέχονταν τις αιτήσεις, οι επιστολάριοι
που είχαν τη φροντίδα της αλληλογραφίας, ένας ανάκατος κόσμος από υπαλλήλους και ευνούχους,
που υπάκουε στις διαταγές του παρακοιμώμενου. Ήταν ο οίκος της αυτοκράτειρας, που
διευθυνόταν από τη μεγάλη δέσποινα του παλατιού, στενά εξαρτημένη απ' τη βασίλισσα. Ήταν η
υπηρεσία των αυτοκρατορικών σταύλων που υπάκουε στον σταυλάρχη και το πλήθος των πολιτικών
υπαλλήλων που εργάζονταν στα κυβερνητικά γραφεία κάτω απ' την επίβλεψη του μαγίστρου. Ήταν
οι στρατιώτες των φρουρών, υπηρέτες και φύλακες, σχολάριοι και κανδυδάτοι, μονάδες
παρελάσεων λαμπροστόλιστες που με τα φανταχτερά ρούχα τους, τους μακριούς άσπρους χιτώνες
με τ' αστραφτερά χρυσά περιδέραια, τις χρυσές ασπίδες με το μονόγραμμα του Χριστού, τις χρυσές
περικεφαλαίες με τα κόκκινα λοφία, τις χρυσοκόλλητες λόγχες τους, τα μακριά και λαμπερά σπαθιά
τους προκαλούσαν στις τελετές το θαυμασμό. Ήταν οι σπαθάριοι, ιπποκόμοι του αυτοκράτορα, οι
εξκουβιτόρες, στρατιώτες της ιδιαίτερης φρουράς, επιβλητικοί γίγαντες που σήκωναν στον ώμο το
τρομερό δίκοπο τσεκούρι. Ήταν οι οστιάριοι, οι κήρυκες, οι πορτιέρηδες, οι καμαριέρες, οι κυρίες
των τιμών, πλήθος απέραντο και πολυσύνθετο που η δύσκολη διακυβέρνησή του ανήκε στον

Digitized by 10uk1s

κουροπαλάτη. Ήταν τέλος οι άνθρωποι της Εκκλησίας, κληρικοί και μοναχοί, που πολλοί τους
ζούσαν στη βασιλική κατοικία και που η χοντροκομμένη απλότητά τους, και πολλές φορές τα
βρωμερά κουρέλια τους έρχονταν σ' αντίθεση με την κομψότητα και την εκλέπτυνση της
εθιμοτυπικής κ' εξευγενισμένης αυτής αυλής.
Με τη διαταγή του μαγίστρου, επικεφαλής του πρωτοκόλλου και υπέρτατου τηρητή της
εθιμοτυπίας, όλο το πλήθος αυτό με τα φανταχτερά φορέματα έπαιρνε διάταξη σ' αυστηρές
ιεραρχικές κλιμακώσεις για να εξάρει τη λαμπρότητα των γιορτών και τη γραφική ποικιλία των
αυτοκρατορικών πομπών. Καθημερινά και καινούργιες τελετές. Στην αρχή της χρονιάς, σ' ανάμνηση
των παλιών ρωμαϊκών παραδόσεων, κάποτε ο αυτοκράτορας αρεσκόταν να περιβάλλεται την
υπατική μεγαλοπρέπεια. Καθισμένος στον ελεφάντινο θρόνο, φορώντας την τήβεννο, το ένδυμα
των αρχαίων υπάτων της Ρώμης, ο βασιλεύς μ' επίσημο κι αυστηρό ύφος, δεχόταν σε μια από τις
αίθουσες του παλατιού τα εγκώμια των υπηκόων του. Άκουγε τα συγχαρητήρια της συγκλήτου, τους
πανηγυρικούς των ρητόρων, κοιτούσε την ατέλειωτη και σιωπηλή λιτανεία των αυλικών, και
μοίραζε σ' όλους τ' ασημένια σκαλιστά κύπελλα, τα φιλντισένια δίπτυχα, τα χρυσά νομίσματα που
βρίσκονταν σωρεμένα μέσα σε καλάθια μπροστά στα πόδια του, τ' ανάλογα σε κάθε βαθμό και
αξίωμα φιλοδωρήματα. Ύστερα, με το κάλεσμα των κηρύκων, σχηματιζόταν η υπατική πομπή και
περνώντας απ' τα χρυσοστόλιστα διαμερίσματα, μέσα στη λάμψη των στολών και το
αστραποβόλημα των όπλων, η ακολουθία ξετυλιγόταν ως το Αυγουσταίον, ως τη Μεγάλη Εκκλησία,
ως το Καπιτώλιο, όπου ανάμεσα στις επιδοκιμασίες του πλήθους και στα ρυθμικά άσματα των
φατριών, ο βασιλεύς ανεβασμένος τώρα στο θριαμβικό άρμα, έφτανε απ' τους ανθόστρωτους
δρόμους, σκεπασμένους με άλικα μετάξια και χαλιά χρυσοκέντητα.
Άλλοτε πάλι ήταν οι επίσημες ακροάσεις όπου, μες στο μεγάλο Κονσιστόριο, ο αυτοκράτορας
απόνεμε τα νέα αξιώματα, ανάγγελνε τις προαγωγές, παράδινε τα διάσημα των βαθμών. Ήταν οι
υποδοχές των βαρβάρων βασιλιάδων που συχνά έρχονταν με τα παιδιά τους και τις γυναίκες τους ν'
αποδώσουν τιμές στον Ιουστινιανό, και που το παράξενο και γραφικό τους ντύσιμο προκαλούσε
ζωηρά την περιέργεια του πλήθους. Ήταν οι επισκέψεις των ξένων πρεσβευτών, που έφερναν δώρα
απ' τους ηγεμόνες τους· και για να θαμπώσουν όλους αυτούς τους βαρβάρους, για να χαράξουν μες
στα χοντροφτιαγμένα μυαλά τους βαθιά και φοβερή την εντύπωση της δύναμης του Βυζαντίου,
ξεδίπλωναν κάθε λεπτεπίλεπτη πολυτέλεια, κάθε πολυσύνθετη εθιμοτυπία. Από την πύλη της
Χάλκης, ως το μεγάλο Κονσιστόριο, παρατάσσονταν οι στρατιώτες της φρουράς με στολή
παρέλασης κι ανάμεσα στο κυμάτισμα των πολύχρωμων λαβάρων, στο αστραποβόλημα των
γυμνών σπαθιών και των ορθωμένων λογχών, μέσα απ' τις απέραντες πολυτελέστατες αίθουσες,
ξετυλιγόταν αργά η πομπή των πρεσβευτών.
Στην αίθουσα των ακροάσεων, τριγυρισμένος από φρουρούς, ευνούχους, ανώτερους
αξιωματούχους, καθισμένος στο θρόνο του ανάμεσα στις δυο Νίκες που κρατούσαν δάφνινα
στεφάνια πάνω απ' το κεφάλι του, περίμενε ο αυτοκράτορας ασάλευτος κ' επιβλητικός. Απότομα, σ'
ένα νεύμα, τραβιούνται τα μετάξινα παραπετάσματα· τ' αρμόνια βουίζουν συνοδεύοντας τα κόρα
των φατριών· ταπεινά οι πρεσβευτές σκύβουν στη γη τρεις φορές, ώσπου ο βασιλεύς να τους
καλέσει να σηκωθούν. Ύστερα τα δώρα, πολύτιμα ή αλλόκοτα, παρουσιάζονται στο μονάρχη· και με
σύντομες φράσεις, κανονισμένες απ' το τυπικό, αρχίζει η συνδιάλεξη, κοινή, επίσημη κι αλαζονική.
Ακολουθούν τα επίσημα συμπόσια, όπου η αυτοκρατορική κάβα απλώνει τα πλούτη της για τους
εξωτικούς φιλοξενούμενους του αυτοκράτορα, τους Άβαρους με τα τραχιά πρόσωπα, με τις μακριές
πλεξούδες που κυματίζουν σα φίδια, τους Ούννους με τα μαλλιά που κρέμονται γύρω στα πρόσωπά
τους, με τα πελώρια μουστάκια και τις κολλητές στους μηρούς περισκελίδες, τους μισόγυμνους
Αβησσυνούς, στολισμένους με βάρβαρα στολίδια, τους μελαψούς Άραβες ή τους σβέλτους Ίβηρες.
Σ' όλους ο μονάρχης μοιράζει σπάταλα δώρα, αξιώματα, περιποιήσεις, ξεχωριστά ευτυχισμένος
όταν μπορεί να τους προσηλυτίσει στην ορθοδοξία και να συμπληρώσει τις ανακτορικές υποδοχές

Digitized by 10uk1s

μ' ένα βάφτισμα στην Αγία Σοφία, όπου ο ίδιος δεν απαξιώνει καθόλου να γίνει ανάδοχος στους
νέους χριστιανούς.
Έτσι, στο Ιερό Παλάτι, σ' όλη τη διάρκεια της ύπαρξής του, το τυπικό ρύθμιζε λεπτόλογα όλη τη
δημόσια ζωή ενός βυζαντινού μονάρχη. Κάποτε ωστόσο, στην αυστηρή αυτή εθιμοτυπία, γεγονότα
αναπάντεχα, έρχονταν να προσθέσουν μιαν απρόβλεφτη γραφικότητα. Ο ερημίτης Μαράς ήταν
ένας από τους αιγύπτιους αυτούς μοναχούς, φανατικούς κι οραματιστές, που κανένας ανθρώπινος
σεβασμός δεν τους σταματούσε όταν πίστευαν πως αισθάνονταν μέσα τους τη θεϊκή έμπνευση.
Διωγμένος απ' τη σκήτη του εξαιτίας των διωγμών, έφτασε στην Κωνσταντινούπολη και θρασύτατα
παρουσιάστηκε μπροστά στον Ιουστινιανό και στη Θεοδώρα. Το ντύσιμό του μονάχα ήταν αρκετό
για να προκαλέσει αίσθηση στο παλάτι: φορούσε ένα ρούχο φτιαγμένο από χίλια δυο κομμάτια
κάθε χρώματος, ραμμένα άτεχνα με πολύχρωμους σπάγκους, ένα παρόμοιο μαντύα, και τα δυο
τόσο βρωμερά, τόσο άθλια, που κι ο φτωχότερος άνθρωπος, γράφει ο σύγχρονος χρονικογράφος,
ποτέ δε θα τα 'θελε κι αν ακόμα δεν είχε τίποτα για να σκεπάσει τη γύμνια του. Όμως, περισσότερο
κι απ' το ντύσιμο, έκανε έκπληξη η γλώσσα του φανατικού ερημίτη: βάλθηκε πραγματικά να βρίζει
τους αυτοκράτορες με τέτοια βιαιότητα, που ο χρονικογράφος δεν τολμά, από σεβασμό στους
μεγάλους της γης, ν' αναφέρει τ' αυθάδικα και προσβλητικά λόγια του, τόσο σκαιά και χυδαία, που
κ' οι πιο τιποτένιοι με βία θα μπορούσαν να τα βαστάξουν. Το ωραίο στην ιστορία είναι πως ο
Ιουστινιανός κ' η Θεοδώρα άκουσαν με αξιοθαύμαστη υπομονή αυτόν τον άνθρωπο, που δεν τον
τάραζε ούτε η λάμψη του στέμματος ούτε το μεγαλείο της πορφύρας· και γεμάτοι εκτίμηση για τον
τέλειο αυτό μοναχό που εκφραζόταν σ' ελευθερόστομες κριτικές, δήλωσαν πως αληθινά ήταν ένας
εμπνευσμένος φιλόσοφος. Ακόμα περισσότερο, ο αυτοκράτορας υποσχέθηκε, καθώς φαίνεται, να
συμμορφωθεί με τις συμβουλές του κ' η αυτοκράτειρα θέλησε να τον κρατήσει στο παλάτι για να
συζητήσει μαζί του για τα πράγματα του Θεού.
Κι ο Ζωοράς ήταν κι αυτός μοναχός καταδιωγμένος για την πίστη του σαν τον Μαρά. Κ' εκείνος το
ίδιο θεώρησε καθήκον του να πάει με μερικούς οπαδούς του στην πρωτεύουσα για ν' αψηφήσει
κατά πρόσωπο τον τύραννο. Ο Ιουστινιανός τον δέχτηκε καλά και τον κάλεσε να εξηγηθεί μπροστά
σε μια σύναξη από αρχιερείς. Όπως ήταν φυσικό ο Ζωοράς άρχισε να βρίζει τον αυτοκράτορα που
καταδίωκε την Εκκλησία του Θεού, έχυνε το αίμα των πιστών κ' υποστήριζε την ασέβαστη σύνοδο
της Χαλκηδόνας. «Για όλ' αυτά τα μαρτύρια που τράβηξαν οι Χριστιανοί θα σου ζητήσει ο Θεός λόγο
τη μέρα της κρίσης». Ο αυτοκράτορας ήταν μανιασμένος· δεν τολμούσε να διατάξει να συλλάβουν
τον καλόγηρο, όμως λόγια απειλητικά ξέφευγαν απ' το στόμα του: «Είσαστε ταραξίες, απαντούσε,
στασιαστές· η σύνοδος είναι δίκαιη, και δε θα παραδεχτώ να μου μιλούν περισσότερο σ' αυτό τον
τόνο. Αν λες αλήθεια, ο Θεός θα μου το δείξει μ' ένα σημάδι· διαφορετικά όποιος βλαστημήσει τη
σύνοδο θα θανατωθεί». Ατάραχος ο Ζωοράς αποκρινόταν: «Και οι ίδιοι οι άγγελοι τ' ουρανού
σιχαίνονται τη σύνοδό σου. Οι αληθινοί πιστοί δεν έχουν ανάγκη από σημάδι για να πιστέψουν.
Όμως μείνε ήσυχος, ο Θεός θα σου δώσει σημάδι και πάνω σε σένα τον ίδιο». Και βγήκε. Την άλλη
μέρα, γράφει ο χρονικογράφος, ο Ιουστινιανός ήταν τρελός· δεν έβλεπε πια, μόλις που είχε μορφή
ανθρώπινη. Ευτυχώς η επιδέξια και συνετή Θεοδώρα βρισκόταν εκεί: έκλεισε τον άρρωστο σ' ένα
κρυφό διαμέρισμα του παλατιού, κι από φόβο μήπως η είδηση του θανάτου του διαδοθεί στην
πόλη δεν άφησε κοντά του παρά μόνο δυο γιατρούς και δυο υπηρέτες. Ύστερα έστειλε βιαστικά να
γυρέψουν το μοναχό με την υπόσχεση πως αν ο αυτοκράτορας γινόταν καλά θ' αποκαθιστούσε
αμέσως την ειρήνη στην Εκκλησία. Όταν ο Ζωοράς μπήκε είπε: «Να, το σημάδι που ζήτησες»· και
γονατίζοντας σε προσευχή ξανάφερε τον ετοιμοθάνατο στη ζωή. Όταν ο Ιουστινιανός συνήρθε
αναγνώρισε τον γέροντα και κατάλαβε· και στο εξής, γεμάτος απ' το φόβο του οσίου,
συμπεριφέρθηκε σ' όλα κατά τις συμβουλές του.
Τέτοιο ήταν το Ιερό Παλάτι του Βυζαντίου την εποχή που η Θεοδώρα βασίλευε σ' αυτό σαν
αφέντισσα. Φιλόδοξη καθώς ήταν, δεσποτική κι αλαζονική, δεν άργησε να πάρει σταθερά στα χέρια

Digitized by 10uk1s

της την εξουσία που είχε καταχτήσει· πολύ γυναίκα εξάλλου, φιλάρεσκη πάντα και ματαιόδοξη,
προσαρμόστηκε με περισσότερη ακόμα ετοιμότητα στο καινούργιο της μεγαλείο.

Digitized by 10uk1s

II
Η ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΚΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΣ
Σπάνια βασίλισσα από γέννηση αγάπησε και χάρηκε περισσότερο απ' τη Θεοδώρα τις πολλαπλές
χαρές, απολαύσεις του πλούτου και λεπτές ικανοποιήσεις της ματαιοδοξίας, που μπορεί να δώσει η
άσκηση της υπέρτατης εξουσίας. Πάντα της άρεσαν η επίδειξη κ' η σπατάλη: ξεδίπλωσε στο Ιερό
Παλάτι κάθε πολυτέλεια και κάθε κομψότητα. Επιζήτησε μεγαλόπρεπα διαμερίσματα, υπέροχα
φορέματα, θαμπωτικά κοσμήματα. Προπάντων για την ομορφιά της φρόντισε μ' επιμονή και
σχολαστικότητα. Για να 'χει ξεκούραστο και γοητευτικό πρόσωπο παράτεινε τον ύπνο της
ατέλειωτες ώρες· για να διατηρήσει στο δέρμα της τη λάμψη και τη φρεσκάδα έπαιρνε συχνά
μπάνια που τ' ακολουθούσαν πολλές ώρες ανάπαυσης. Ήταν φυσική φιλαρέσκεια, ακοίμητη πάντα
σε γυναίκες του είδους της. Ήταν και πολιτική προνοητικότητα ακόμη: η Θεοδώρα ήξερε καλά πως η
γοητεία της ήταν η ασφαλέστερη εγγύηση της επιρροής της.
Παρόμοια και το τραπέζι της σερβιριζόταν πάντα μ' εξαίρετο κ' εξεζητημένο γούστο. Ενώ ο
Ιουστινιανός περιοριζόταν σε μια εξαιρετικά απλή ζωή, χωρίς ποτέ να πίνει κρασί, τρώγοντας μόλις
λίγα λαχανικά, και συχνά σηκωνόταν απ' το τραπέζι χωρίς να 'χει αγγίξει τα φαγητά που του
παρουσίαζαν, ενώ, από ευσέβεια, έμενε συχνά μέρες και νύχτες χωρίς να φάει τίποτα, η Θεοδώρα
απαιτούσε στο κάθε της γεύμα τα πιο εκλεκτά φαγητά, τα πιο περιζήτητα πιοτά. Επέμενε
περισσότερο ακόμα στην εξωτερική εμφάνιση της εξουσίας της. Της χρειαζόταν αυλή, ακόλουθες,
φρουροί, παρατάξεις, συνοδείες: σαν αληθινή τυχάρπαστη λάτρευε και πολλαπλασίαζε γύρω της τις
περιπλοκές της εθιμοτυπίας. Ενώ ο αυτοκράτορας δειχνόταν προσιτός σε όλους και δεν
απομάκραινε κανένα απ' τις ακροάσεις του, χωρίς να ενοχλείται και τόσο από ελαφρές παραλείψεις
που, στη στάση ή στις λεκτικές εκφράσεις, μπορούσαν να ψυχράνουν το πρωτόκολλο και συζητούσε
με οικειότητα με τους επισκέπτες του ενθαρρύνοντας τις απαντήσεις τους, η Θεοδώρα εξωθούσε ως
τα άκρα τις απαιτήσεις της εθιμοτυπίας. Από το πέρασμά της από το θέατρο είχε κρατήσει την
αίσθηση και την αγάπη της σκηνοθεσίας· όμως, πάνω απ' όλα, ματαιόδοξη καθώς ήταν,
προσπαθούσε να δείξει τη σειρά της και να κρατήσει τις αποστάσεις, ευτυχισμένη ίσως που έβλεπε
να σκύβουν ταπεινά πάνω στο πορφυρό γοβάκι της τόσοι μεγάλοι άρχοντες, που άλλοτε της
φέρνονταν με πιο πολλή οικειότητα.
Από πολλούς τώρα αιώνες, το τυπικό είχε γίνει εξαιρετικά περίπλοκο γύρω απ' τους αυτοκράτορες,
αντικαθιστώντας την ηθελημένη απλότητα που είχαν υιοθετήσει οι πρώτοι Καίσαρες. Στον καιρό
του Ιουστινιανού, και προπάντων χάρη στη Θεοδώρα, η ζωή της Αυλής πήρε σημαντικότερη ακόμα
ανάπτυξη. Όπως αργότερα ο Λουδοβίκος ΙΔ' στις Βερσαλλίες, οι αυτοκράτορες θέλησαν να βλέπουν
στο παλάτι τούς μεγάλους αξιωματούχους και τους ανώτερους κρατικούς λειτουργούς· και καθώς το
παλάτι ήταν το κέντρο στο κάθε πράγμα, όπως όλες οι σπουδαίες υποθέσεις διακανονίζονταν εκεί,
όπως όλες οι εύνοιες είχαν από κει την πηγή τους, όπως η απουσία απ' αυτό δημιουργούσε
κινδύνους, ήταν φυσικό όλοι να σπεύσουν να συμμορφωθούν. Όμως μια αυστηρότατη εθιμοτυπία
ρύθμισε τις σχέσεις των αυλικών και του άρχοντα. Άλλοτε πλησίαζαν πολύ εύκολα τους μονάρχες·
τώρα χρειάστηκε να υποτάξουν τη στάση τους και τη γλώσσα τους στις απαιτήσεις του
πρωτοκόλλου. Άλλοτε, όταν οι συγκλητικοί παρουσιάζονταν στον αυτοκράτορα, όσοι απ' αυτούς
ήταν πατρίκιοι, βάζοντας το δεξί χέρι στην καρδιά τους, περιορίζονταν να σκύψουν βαθιά για να
δεχτούν το φίλημα του βασιλέως· τα άλλα μέλη ήταν αρκετό να κάμψουν το δεξί γόνατο· καμιά
ξεχωριστή τιμή δεν αποδινόταν στην αυτοκράτειρα. Τώρα, μπροστά στον Ιουστινιανό, κ' ίδια
μπροστά στη Θεοδώρα, οι άνθρωποι της ανώτερης τάξης υποχρεώθηκαν να γονατίζουν σκύβοντας
το κεφάλι ως τη γη, με το στόμα κολλημένο στο έδαφος, τα χέρια και τα πόδια ανοιχτά, και να
φιλάνε κανονικά την πορφυρή παντόφλα του μονάρχη. Με πολλή ευσέβεια αποκάλεσαν Δεσπότη
τον αυτοκράτορα, ονομάζοντας τον εαυτό τους ταπεινό δούλο του, κ' η Θεοδώρα ξεχωριστά
δειχνόταν σ' αυτό το σημείο πολύ αδιάλλακτη, διώχνοντας σαν αγροίκο κι ανάγωγο, μέσα στα γέλια

Digitized by 10uk1s

και τις αποδοκιμασίες της ακολουθίας της, οποιονδήποτε παράλειπε την παραμικρή έστω διάταξη
του τυπικού. Χρειάστηκε στο εξής, προτού εισαχθούν, να περιμένουν ώρες στον αντιθάλαμο κ' η
Θεοδώρα εντελώς ξεχωριστά ευχαριστιόταν να παρατείνει τις ταπεινωτικές αυτές αναμονές,
ευτυχισμένη που μετέβαλλε, καθώς γράφει ένας σύγχρονος, σ' εξευτελιστική δουλεία την ελεύθερη
σύσταση του Κράτους. Κι όμως, παρ' όλα αυτά, σύχναζαν περισσότερο στην Αυλή της: την ήξεραν
αυταρχική, ματαιόδοξη, παντοδύναμη· δεν αγνοούσαν καθόλου πως μια εύνοια κερδισμένη αλλού
έξω απ' αυτήν μπορούσε να επιφέρει σοβαρούς κινδύνους και τη συνεχή δυσμένειά της. Έτσι, κάθε
πρωί, έβλεπε κανείς τους αντιθαλάμους της κατάμεστους από ικέτες που στοιβάζονταν μέσα σ'
αυτούς σαν κοπάδι από σκλάβους· οι μεγαλύτεροι άρχοντες του Βυζαντίου βρίσκονταν εκεί,
περιμένοντας συχνά μέρες συνέχεια τη σειρά τους για να εισαχθούν, και τεντώνονταν κάθε τόσο
στις μύτες των ποδιών τους για να δείξουν το πρόσωπό τους και να γίνουν τουλάχιστο αντιληπτοί
απ' τους ευνούχους της υπηρεσίας. Κι όταν τέλος γίνονταν δεκτοί μπροστά στην αυτοκράτειρα και
πάλι το τυπικό ρύθμιζε τις χειρονομίες τους και τα λόγια τους· έπρεπε να περιορίζονται μόνο στο ν'
απαντούν στις ερωτήσεις της βασιλίσσης, χωρίς ποτέ να έχουν δικαίωμα να της απευθύνουν το
λόγο. Και γενικά η ακρόαση ήταν σύντομη, περιορισμένη σε μια λιγόλογη και πολύ επίσημη
συνδιάλεξη.
Για την αλήθεια, όλ' αυτά που τόσο σκανδαλίζουν τον Προκόπιο, δεν έχουν καθαυτά τίποτα το
εξαιρετικά ασυνήθιστο για μιαν Αυλή, κι αν αναφέρω αυτές τις λεπτομέρειες είναι κυρίως γιατί
δείχνουν με ποιαν ευχαρίστηση κ' ευχέρεια προσαρμόστηκε η Θεοδώρα στις απαιτήσεις της
καινούργιας ζωής της. Την είδαν να δέχεται τη χρυσή βέργα από τα χέρια του οστιάριου, να την
παραδίνει σα σημάδι εξουσίας στους σιλεντιάριους τους προσκολλημένους στην υπηρεσία της· την
είδαν, μέσα στο μεγάλο Κονσιστόριο, καθισμένη στο θρόνο, στο πλευρό του αυτοκράτορα, να
παραδίνει στις ζωστές πατρικίες τη δαλματική και το μακρύ άσπρο πέπλο, την κεντητή εσάρπα που
μαζί με την ψηλή κόμμωση, ήταν σημάδια του ξεχωριστού αξιώματός τους. Την είδαν -πράγμα
πρωτοφανέρωτο- να παραχωρεί ακρόαση στους βάρβαρους πρεσβευτές και βασιλιάδες και να τους
γεμίζει με δώρα· την είδαν, γοητευτική κι αξιαγάπητη, να σπαταλάει τις τιμές και τα βαρύτιμα
χρυσοκέντητα μεταξωτά στους άξεστους ηγεμόνες των Ιβήρων ή των Ούννων. Έτσι στα μάτια όλων
φανέρωνε τη δύναμή της και την επίδραση που ασκούσε στη γενική πολιτική της αυτοκρατορίας.
Παντού απαίτησε γύρω της την ίδια επίδειξη μεγαλείου. Όταν άφηνε την Κωνσταντινούπολη για να
πάει να περάσει μερικούς μήνες στα Πυθιανά ύδατα, τα λουτρά της μόδας της Βιθυνίας, την
ακολουθούσε μια μεγαλόπρεπη συνοδεία: δυο υπουργοί, ένα πλήθος από πατρικίους, τέσσερις
χιλιάδες αυλικοί και στρατιώτες, κ' η μετακίνηση αυτή έμοιαζε με θριαμβική πορεία. Αδιάκοπα η
αγάπη της στην πολυτέλεια είχε καινούργιες απαιτήσεις. Ο Ιουστινιανός της είχε παραχωρήσει
απέραντες εκτάσεις στην Καππαδοκία, στον Πόντο, στην Παφλαγονία, απέραντα χτήματα που τα
διαχειριζόταν ξεχωριστή υπηρεσία και που της απόδιναν τεράστια εισοδήματα. Η Θεοδώρα θέλησε
περισσότερα. Αγαπούσε το χρήμα: σοφίστηκε να δημιουργήσει καινούργια έσοδα και με τα πιο
αυθαίρετα ακόμα μέσα. Αγαπούσε τη λάμψη και το μεγαλείο: γρήγορα βαρέθηκε το Ιερό Παλάτι,
κρίνοντας πολύ μικρή και πολύ μέτρια για τον εαυτό της την παλιά διαμονή τόσων αυτοκρατόρων.
Για να την ευχαριστήσει ο Ιουστινιανός έχτισε με μεγάλα έξοδα, στα περίχωρα της πρωτεύουσας,
πολυτελέστατες επαύλεις όπου η Αυλή περνούσε στο εξής ένα μέρος της χρονιάς. Ανάμεσα σ' όλες
η αυτοκράτειρα προτιμούσε το παλάτι της Ιερίας. Ήταν στην ασιατική ακτή του Βοσπόρου μια
κομψή έπαυλη αναψυχής χτισμένη στην άκρη της θάλασσας, ανάμεσα σε βαθύσκιες φυλλωσιές και
τρεχάμενα νερά. Οι ποιητές της εποχής ύμνησαν τις χαρές της: «Στον τόπο αυτό, γράφει ένας απ'
αυτούς, οι Νύμφες κ' οι Ναϊάδες, οι Νηρηίδες κ' οι Αμαδρυάδες ερίζουν για τα πρωτεία. Ανάμεσά
τους κριτής είναι η Χάρις και δεν ξέρει πώς ν' αποφασίσει: τόσες διάφορες τέρψεις συγκεντρώθηκαν
στο μέρος αυτό». Ένας άλλος εκφράζεται έτσι: «Ιερό δάσος της Δάφνης, που βρίσκεσαι μακριά απ'
τα κύματα, όποια κι αν είναι η ομορφιά της τραχιάς μοναξιάς σου, σε μένα ανήκουν τα πρωτεία.
Εδώ οι Νύμφες των δασών κ' οι θαλασσινές Νηρηίδες βρήκαν τον τόπο να συναθροίζονται.

Digitized by 10uk1s

Φιλονεικούν για την κατοχή μου. Όμως ο Ποσειδώνας έκρινε και με μοίρασε και στα δυο μέρη».
Στο μαγευτικό αυτό τόπο η Αυλή μεταφερόταν κάθε τόσο. Ο αυτοκράτορας ερχόταν το φθινόπωρο
να τιμήσει τη γιορτή του τρυγητού· η αυτοκράτειρα ερχόταν συχνότερα ακόμη για να γυρέψει την
ανάπαυση και τη γαλήνη. Μα όπως, και στην έξοχη ακόμα, ήθελε γύρω της μια πολυάριθμη κ'
υπάκουη Αυλή, τα ταξίδια της Ιερίας έριχναν σ' απελπισία το αυτοκρατορικό περιβάλλον. Οι
άνθρωποι της Αυλής, πολύ άσχημα εγκαταστημένοι, παραπονιούνταν συχνά πως στην
πολυτελέστατη έπαυλη δεν είχαν ούτε καν τ' αναγκαία· ακόμα περισσότερο, το ταξίδι τούς έβαζε σε
μεγάλη αγωνία. Πραγματικά, εδώ και πενήντα χρόνια, ένα φοβερό θαλασσινό τέρας λυμαινόταν το
Βόσπορο· ήταν μια πελώρια φάλαινα, κάπου δεκαπέντε μέτρα μάκρος, που αναποδογύριζε τα
πλοία κ' έπνιγε τους επιβάτες. Μάταια προσπαθούσαν να την πιάσουν: όλες οι διαταγές του
αυτοκράτορα είχαν μείνει χωρίς αποτέλεσμα κ' οι δύστυχοι αυλικοί ήταν φοβερά ανήσυχοι όταν
αναγκάζονταν να διασχίσουν το στενό για να περάσουν στην Ιερία. Τελικά το φοβερό κήτος
αιχμαλωτίστηκε. Καταδιώκοντας ένα κοπάδι δελφίνια ξέπεσε στο βούρκο, στις εκβολές του
Σαγγάριου, και δεν κατάφερε να ξεκολλήσει από κει. Οι κάτοικοι της παραλίας, μόλις το 'μαθαν,
έτρεξαν με τσεκούρια, κι αφού το σκότωσαν, το 'συραν θριαμβευτικά στα χωριά τους. Έτσι ο
Βόσπορος ξαναβρήκε την ησυχία του.
Η Θεοδώρα εξάλλου λίγο νοιαζόταν για τις ανησυχίες των υπηρετών της. Όταν είχε πάρει μια
απόφαση κ' ήταν για τη δική της ευχαρίστηση, κανένας στον κόσμο δε μπορούσε να την
αλλαξογνωμήσει. Έτσι δεν είναι καθόλου απίθανο, όσο λίγο αληθινή κι αν φαίνεται αυτή η
λεπτομέρεια, τ' ό,τι δέχτηκε στο στενό της περιβάλλον μερικές αρκετά ξεβγαλμένες φιλενάδες της
νιότης της, όπως τη Χρυσομαλλώ τη χορεύτρια και την Ινδαρώ τη θεατρίνα κι από αφοσίωση στις
παλιές της συντρόφισσες, κι από κάποια θρασύτητα κιόλας, έδωσε στις γυναίκες αυτές θέση στα
συμβούλιά της. Της τύχαινε πολλές φορές, αν πρέπει να πιστέψουμε τη Μυστική Ιστορία, να μπάζει
και στις σοβαρότερες υποθέσεις το χιούμορ και τα κωμικά ευρήματα που είχαν αποτελέσει άλλοτε
τις επιτυχίες της σα θεατρίνας. Όταν έρχονταν, για παράδειγμα, να της παραπονεθούν για τις
αδικίες των ευνοουμένων της, έβρισκε πάντα, για να ξεφορτωθεί τους ενοχλητικούς, την
αστειολογία που τους γελοιοποιούσε. Για ν' απαλλαγεί μια για πάντα απ' τους φορτικούς ικέτες,
σοφιζόταν καμποτίνικες φάρσες, που τις σκηνοθετούσε με ταλέντο απαράμιλλο.
Ένας πατρίκιος, άνθρωπος ηλικιωμένος, που είχε διατελέσει σ' ανώτερα λειτουργήματα, χρωστούσε
ένα μεγάλο ποσό σ' έναν απ' τους υπηρέτες της αυτοκράτειρας· μη μπορώντας να ξοφλήσει το
χρέος του, ζήτησε ακρόαση απ' τη Θεοδώρα, ελπίζοντας να τη συγκινήσει για την ατυχία του. Η
αυτοκράτειρα ήταν στις μέρες της ευθυμίας της· διάταξε τους ευνούχους της να πάρουν θέσεις
γύρω της για την υποδοχή και τους μοίρασε τους ρόλους στην κωμωδία που ετοίμαζε. Έμπασαν τότε
τον πατρίκιο στο γυναικωνίτη, κι ο δύστυχος άνθρωπος καταδακρυσμένος, αφού γονάτισε στα
πόδια της αυτοκράτειρας, σύμφωνα με την εθιμοτυπία, άρχισε ένα μακρύ λόγο για να εξηγήσει τον
πόνο του: «Είναι φοβερό, Μεγαλειοτάτη, για ένα πατρίκιο να είναι φτωχός. Για τους κοινούς
ανθρώπους, μια τέτοια κατάσταση εμπνέει συμπάθεια· για έναν άνθρωπο μεγάλης σειράς, η
μιζέρια του είναι μόνο ευκαιρία για προσβολές. Ένας ταπεινός άνθρωπος όταν καταστραφεί μπορεί
να ομολογήσει την κακοτυχία του στον πιστωτή του· ένας πατρίκιος, αν δε μπορεί να πληρώσει τα
χρέη του, ντρέπεται να τ' ομολογήσει κι απ' την άλλη μεριά δε θα πείσει κανένα πως ένας άνθρωπος
της σειράς του είναι ποτέ δυνατό να ξεπέσει στη φτώχεια· ή αν το κατορθώσει, βρίσκεται για πάντα
ατιμασμένος. Λοιπόν, Μεγαλειοτάτη, έχω πιστωτές κ' έχω και χρεώστες. Όμως τους πιστωτές μου,
από σεβασμό στη σειρά μου, δε μπορώ να τους αποφύγω κ' οι χρεώστες μου, που δεν είναι
καθόλου πατρίκιοι, ξεφεύγουν με χίλια προσχήματα τις υποχρεώσεις τους. Βρίσκομαι έτσι σε
μεγάλη στενοχώρια και σου ζητώ ικετευτικά να 'ρθεις σε βοήθειά μου και να μ' ελευθερώσεις απ' τα
δεινά μου». Η Θεοδώρα τον άφηνε να λέει· ύστερα με φωνή όλο γλύκα: «Αγαπητέ μου πατρίκιε»,
άρχισε και καθώς τέλειωνε τη φράση ο χορός των ευνούχων αναφώνησε μαζί της: «Υποφέρετε

Digitized by 10uk1s

ασφαλώς από κήλη». Και κάθε φορά που ο δυστυχισμένος ξανάπιανε τα παρακάλια του, η
Θεοδώρα κ' οι αυλικοί της ξανάρχιζαν ομαδικά την ίδια απάντηση. Στο τέλος, ο άτυχος πατρίκιος
αφού γονάτισε σύμφωνα με το πρωτόκολλο, τα παράτησε. Κι όπως γράφουν, για καιρό
διασκέδαζαν στο παλάτι με την ωραία φάρσα που είχε παίξει σ' ένα φορτικό η αυτοκράτειρα.
Τέτοια αστεία ωστόσο, που πολύ λίγο διασκεδαστικά μας φαίνονται εξάλλου, δεν είναι καθόλου
συχνά στη Θεοδώρα. Αν θυμόταν το παρελθόν της, δεν επέμενε καθόλου πέρα απ' το μέτρο να το
υπενθυμίζει και στους άλλους, και με κανένα τρόπο δε θα παραδεχόταν να το θυμούνται ανοιχτά
γύρω της. Γι' αυτό το λόγο, έξυπνη και πραχτική, κι από φύση άλλωστε περήφανη, τυλίχτηκε με
φροντίδα στο νωπό μεγαλείο της, και για την ίδια αιτία –όσα κι αν γράφουν– φυλάχτηκε να
υπονομεύσει μ' ερωτικές περιπέτειες κι ανόητες ελαφρότητες τη θέση που είχε καταχτήσει. Όσο η
χορεύτρια ήταν άλλοτε ελεύθερη κι ασυλλόγιστη, τόσο η αυτοκράτειρα στάθηκε πάντα
συγκρατημένη, συνετή κι ανεπίληπτη.

Digitized by 10uk1s

III
ΟΙ ΦΛΥΑΡΙΕΣ ΜΙΑΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑΣ
Κάθε μέρα, κάτω απ' τις αψίδες της βασιλικής Στοάς, γινόταν στην Κωνσταντινούπολη το μεγάλο
παζάρι των ειδήσεων. Ανάμεσα στο αργόσχολο πλήθος των χαζολόγων, άνθρωποι, που
αυτοκοσμούνταν με το ωραίο όνομα των φιλοσόφων, τριγυρνούσαν στα βιβλιοπωλεία που γέμιζαν
αυτή τη συνοικία, συζητώντας για το κάθε τι· για θεολογία και ιατρική, πολιτική και θρησκεία,
σχολιάζοντας τα παραμικρότερα περιστατικά της πόλης και της Αυλής. Με τις πλατιές χειρονομίες
τους, την πομπώδικη κ' εύκολη ομιλία τους, τα σπουδαία προβλήματα που έθιγαν, τον τρόπο που
εξηγούσαν τα πάντα, επιβάλλονταν στους απλοϊκούς που τους άκουγαν πρόθυμα· και παρόλο που
γενικά ήταν άνθρωποι τιποτένιοι, χωρίς μόρφωση, χωρίς αγωγή, που το κρασί προπαντός που 'χαν
πιει τους δάνειζε τη φαντασία και την ευφράδεια, ο λαός τους θαύμαζε βαθιά. Οι ευυπόληπτοι
άνθρωποι τους θεωρούσαν για τύπους γελοίους, αρκετά αμφίβολης ηθικής, πρόθυμους να γίνουν
παράσιτοι σε πλουσιόσπιτα, και, διασκεδάζοντας πάντα με τους σολοικισμούς και το θράσος τους,
τους μεταχειρίζονταν με προσβλητική και τραχιά συχνά οικειότητα. Όμως το πλήθος άκουγε
άπληστα τις αερολογίες που ξεφούρνιζαν· θαμπώνονταν με τις σπουδαίες σχέσεις που καυχιόνταν
πως είχαν, πίστευε τυφλά στο κάθε τι που διηγούνταν, στα νέα που έφερναν απ' τα ταξίδια τους στο
εξωτερικό. Όταν ο Ουράνιος, ιατρός και φιλόσοφος, πολύ περήφανος για τη φιλία που του 'δειχνε ο
Χοσρόης, έβγαζε με αφέλεια απ' την τσέπη του τα γράμματα που λάβαινε απ' το μεγάλο αυτό
βασιλιά, όταν με πολλή ευχαρίστηση ανάφερνε τις φιλικές συνομιλίες που είχε στην Κτησιφώνα με
τον Πέρση μονάρχη, το πλήθος θάρρευε πως ένας τέτοιος άνθρωπος θα 'ξερε σίγουρα πάρα πολλά
για τα μυστήρια της πολιτικής κι όσο πιο εκπληκτικά φαίνονταν τα όσα εξιστορούσε, τόσο
περισσότερο γίνονταν πιστευτά απ' τ' απλοϊκά κ' ευκολόπιστα αυτά πνεύματα.
Η Κωνσταντινούπολη, όπως κ' η κάθε πρωτεύουσα, ήταν το φυσικό άσυλο όλων των τεμπέληδων,
αγυρτών, κλεφτών και ζητιάνων που ξέχυναν κάθε χρόνο οι επαρχίες. Στο αργόσχολο αυτό, άστατο
και φιλοκατήγορο πλήθος κάθε κουτσομπολιό ήταν ευπρόσδεκτο, κάθε ιστορία φτάνει να 'ταν
πικάντικη, συναρπαστική ή παράξενη γινόταν αδίσταχτα πιστευτή και μεταδινόταν αμέσως από
στόμα σε στόμα. Όταν ο Ανθέμιος ο Τραλλιανός, ο μεγάλος αρχιτέκτονας, είχε σοφιστεί κάποια
καινούργια φάρσα σε βάρος του γείτονά του, του ρήτορα Ζήνωνα, η ιστορία έκανε το γύρο της
πόλης και προκαλούσε την ευθυμία του πλήθους. Όλο το Βυζάντιο ήξερε πως ο έξοχος σοφός, για
να σκαρώσει ένα χωρατό στον αντίπαλό του, σκέφτηκε μια μέρα να βάλει σ' ένα υπόγειο δοχεία
γεμάτα νερό σκεπασμένα με δερμάτινους σωλήνες, που οι άκρες τους κατέληγαν ανάμεσα στα
δοκάρια του σπιτιού του Ζήνωνα και πως, αφού άναψε φωτιά κάτω απ' τα δοχεία, με τη δύναμη του
ατμού που φούσκωνε τους σωλήνες, είχε προκαλέσει κάτι σα σεισμό στο σπίτι του γείτονά του· κι
όλο το Βυζάντιο γελούσε καθώς σκεφτόταν την τρομάρα του ρήτορα, που όρμησε στο δρόμο και
ρωτούσε τους διαβάτες αν η θεομηνία είχε κάνει κι άλλες καταστροφές. Δεν ήταν λιγότερη η
διασκέδαση όταν μιαν άλλη φορά ο Ανθέμιος, χρησιμοποιώντας καθρέφτες που έριχναν απότομες
λάμψεις από τον ήλιο και ηχηρά σώματα που τα χτυπούσε το ένα με τ' άλλο, είχε προκαλέσει για
χάρη του γείτονά του, που είχε κείνη τη μέρα προσκαλεσμένους στο σπίτι του, μια σωστή θύελλα
θεάτρου· κι ο κόσμος είχε βρει αρκετά διασκεδαστική την αντίδραση του Ζήνωνα, που πήγε να
παραπονεθεί στον αυτοκράτορα και να δηλώσει πως αυτός, απλός θνητός, δεν ήταν καθόλου ικανός
να τα βάλει ταυτόχρονα με το Δία τον εξουσιαστή της βροντής και του κεραυνού, και με το
γεωσείστη Ποσειδώνα.
Με περισσότερη ακόμα απληστία η λαϊκή δεισιδαιμονία σχολίαζε όλα τα περιστατικά που έδειχναν
να προοιωνίζουν το μέλλον. Η Κωνσταντινούπολη, αληθινό μουσείο όπου ο Κωνσταντίνος είχε
σωρέψει όλα τ' αριστουργήματα των ειδωλολατρών γλυπτών, έμοιαζε κατοικημένη απ' αγάλματα.
Στο καθένα απ' αυτά το πλήθος απόδινε παράξενους θρύλους και θαυματουργικές ιδιότητες. Ο
καθένας ήξερε, για παράδειγμα, πως αν ο μεγάλος ορειχάλκινος ταύρος, που ήταν στημένος κοντά

Digitized by 10uk1s

στον Ιππόδρομο, μούγκριζε, κάποιο μεγάλο κακό απειλούσε την πόλη και πως η μυστηριακή εκείνη
επιγραφή που ήταν χαραγμένη σ' ένα από τ' αγάλματα του Ιπποδρόμου προάγγελνε φριχτές
συμφορές. Κανείς δεν αγνοούσε πως στο Φόρουμ, μια σειρά από μορφές στημένες πάνω σε
κολόνες, κρατούσαν το μυστικό του μέλλοντος, και πως ο Απολλώνιος, ο Τυανεύς, ο περίφημος
αστρονόμος, είχε διαβάσει σ' αυτές τα ονόματα των μελλοντικών αυτοκρατόρων. Γι' αυτό οι
αστρολόγοι ήταν πολυάριθμοι στην πρωτεύουσα κ' είχαν εξαιρετική πελατεία· κι ο Ιουστινιανός,
που δυσπιστούσε σ' αυτούς, βρίσκοντας πως ερέθιζαν ανώφελα ένα πλήθος αρκετά ευερέθιστο
κιόλας, τους υπόδειχνε, συνιστώντας κάθε αυστηρότητα, στην αστυνομία του.
Όμως, πάνω απ' όλα, τα θαύματα έβαζαν σε δουλειά τη φαντασία και τη γλώσσα του πλήθους. Ήταν
παλιά συνήθεια της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης να μοιράζει στα παιδιά των σχολείων τ'
αχρησιμοποίητο περίσσευμα απ' τα ψωμιά τα προορισμένα για τη θεία μετάληψη. Μια μέρα ένας
μικρός Εβραίος βρέθηκε ανάμεσα σε κείνους που πήραν μέρος στη διανομή. Όταν ο πατέρας του,
ένας γυαλάς πολύ φανατικός, έμαθε πως το παιδί του είχε φάει το συμβολικό σώμα του Χριστού, το
άρπαξε μανιασμένος και το 'ριξε μέσα στο φούρνο που ζέσταινε το γυαλί. Τρεις μέρες η μάνα του,
μη ξέροντας τι έγινε το παιδί της, το γύρευε απελπισμένη σ' όλη την πόλη, όταν άξαφνα τ' άκουσε
να την καλεί μέσα απ' το φούρνο κι ανοίγοντας την πόρτα το ξαναβρήκε ζωντανό, χωρίς το
παραμικρό κάψιμο. Της είπε πως μια ωραία κυρία, ντυμένη στην πορφύρα, του είχε φέρει φαγητό
και νερό κ' είχε σβήσει προσεχτικά τα κάρβουνα γύρω του. Κι ο λαός, γεμάτος θαυμασμό απ' το
υπερφυσικό γεγονός, έλεγε ακόμα πως η μητέρα κι ο γιος είχαν βαφτιστεί χριστιανοί και πως ο
κακός πατέρας, με διαταγή του αυτοκράτορα, είχε σταυρωθεί στο προάστιο των Συκιών.
Με τον ίδιο ζήλο ασχολιόταν το πλήθος και με κάθε τι που αφορούσε την Αυλή και τους
αυτοκράτορες. Για τη μυστηριακή τους ύπαρξη, που μόλις διαφαινόταν μέσ' απ' τη θαμπωτική
λάμψη των μεγάλων τελετών, πολύ λίγα ξέρανε: φαντάζονταν πολύ περισσότερα. Κυκλοφορούσαν
ανέκδοτα για τον αυτοκράτορα που τον παρουσίαζαν να 'χει σχέσεις πότε με αγγέλους και πότε με
δαιμόνους. Ζωτικότατος ο Ιουστινιανός και γεμάτος δραστηριότητα κοιμόταν αργά, ξυπνούσε τα
χαράματα και συχνά σηκωνόταν μες στη νύχτα απ' το κρεβάτι του για να συνεχίσει την εργασία του.
Η φαντασία του πλήθους έπλεκε μυθιστορήματα ολόκληρα για τα νυχτερινά αυτά τριγυρίσματα.
Λέγανε πως όταν ο βασιλεύς περιπλανιόταν τη νύχτα μέσα στο παλάτι, ήταν ένα σώμα χωρίς κεφάλι
που τριγυρνούσε ατέλειωτα στις έρημες αίθουσες και πως άξαφνα, από ψηλά απ' τον αέρα,
ερχόταν, χωρίς κανένας να ξέρει από που, το κεφάλι να ενωθεί με το σώμα που τόσο παράξενα είχε
εγκαταλείψει. Λέγανε πως οι άνθρωποι του αυτοκρατορικού περιβάλλοντος, που στέκαν ορθοί
ολόγυρα στον αφέντη τους, βλέπαν καμιά φορά το πρόσωπό του ν' αλλάζει αναπάντεχα όψη, τα
φρύδια να σβήνουν, τα μάτια να χάνονται και κάθε χαρακτηριστικό ανθρώπινο να εξαλείφεται απ'
τη μορφή του, και διηγήθηκα κιόλας το θρύλο του μοναχού Ζωορά που θεράπευσε με τις προσευχές
του μια απ' τις τρομαχτικές αυτές μεταμορφώσεις του αυτοκράτορα. Λέγανε ακόμα πως ο Άγιος
Σάββας, ο ξακουσμένος ασκητής της Παλαιστίνης, μπαίνοντας μια μέρα στο γραφείο του
Ιουστινιανού γύρισε κ' έφυγε σαν τρελός μπροστά στους κατάπληχτους ευνούχους που τον είχαν
εισαγάγει και πως είχε αργότερα διηγηθεί ότι είχε δει τον ίδιο το διάβολο καθισμένο στον
αυτοκρατορικό θρόνο. Και για να ενισχύσουν τα λεγόμενά τους, παράθεταν αδιαμφισβήτητες
μαρτυρίες υπηρετών του παλατιού, ανθρώπων που είχαν ακέρια τα λογικά τους, καθώς λέγανε, και
που είχαν δει τα παράξενα αυτά πράγματα κι ακόμη δεν είχαν συνέλθει απ' το φόβο. Βεβαίωναν
ακόμα πως κ' η ίδια η μητέρα του αυτοκράτορα διηγόταν ότι είχε έρθει σε σχέσεις μ' ένα
υπερφυσικό ον, που αφού το ένιωσε να την αγγίζει σβήστηκε ύστερα σ' ένα όνειρο, κι ότι απ' αυτή
την περιπέτεια είχε γεννηθεί ο Ιουστινιανός.
Προσπαθούσαν ακόμα να εξηγήσουν τις σπάταλες δαπάνες που έκανε ο αυτοκράτορας. Μια μέρα,
έλεγε η ιστορία, ο βασιλεύς επισκέφθηκε τη μισοτελειωμένη Αγία Σοφία. Τριγυρνούσε με θλιμμένη
ψυχή γιατί του έλειπαν τα χρήματα για να εξακολουθήσει την κατασκευή που είχε αναλάβει.

Digitized by 10uk1s

Ανεβασμένος στις σκαλωσιές κοιτούσε περίλυπος το μεγάλο του έργο, που προοριζόταν να μείνει
ατέλειωτο, όταν είδε να 'ρχεται σ' αυτόν ένας ευνούχος του παλατιού και να του λέει: «Γιατί
Μεγαλειότατε ανησυχείς τόσο για χρήματα; Δώσε μου αύριο μερικούς αξιωματούχους σου: θα σου
φέρω τόσο χρυσάφι όσο μπορείς να επιθυμήσεις». Την άλλη μέρα, όπως και πάλι ο αυτοκράτορας
επιθεωρούσε τις εργασίες, ο ίδιος άνθρωπος παρουσιάστηκε μπροστά του: «Δώσε μου μερικούς
έμπιστους αυλικούς, είπε, και πάμε». Παραξενεμένος από την επιμονή αυτή, ο Ιουστινιανός διάλεξε
το θησαυροφύλακα Στρατήγιο, τον κουέστορα Βασιλείδη, το Θεόδωρο Κολοκυνθή, έπαρχο της
πόλης και πατρίκιο, και τους έστειλε με πολυάριθμη ακολουθία και με είκοσι ένα γερά μουλάρια. Ο
ευνούχος τους οδήγησε έξω απ' την πόλη και ξαφνικά ένα υπέρλαμπρο παλάτι, που δεν έμοιαζε
φτιαγμένο από χέρια ανθρώπων, παρουσιάστηκε μπροστά τους. Ο οδηγός τους τους κάλεσε να
κατεβούν απ' τ' άλογά τους και τους έμπασε σε μια σάλα κατάγεμη από χρυσά νομίσματα· ύστερα,
παίρνοντας ένα φτυάρι, φόρτωσε στο κάθε μουλάρι τετρακόσιες λίβρες χρυσάφι που ισοδυναμούν
με τετρακόσιες πενήντα χιλιάδες γαλλικά φράγκα. Φορτώνοντας έτσι σ' όλα τα μουλάρια κάπου
εννέα εκατομμύρια, ο παράξενος ευνούχος ξανάστειλε τους συνοδούς του στον αυτοκράτορα,
λέγοντάς τους πως θα πήγαινε να κλείσει το παλάτι. Όταν ο Ιουστινιανός είδε όλο αυτό το χρυσάφι,
ζήτησε να του διηγηθούν με κάθε λεπτομέρεια την περιπέτεια· κι όπως ο ευνούχος δεν ξαναρχόταν,
έστειλε να τον αναζητήσουν. Όμως ο τόπος όπου υψωνόταν το παλάτι ήταν έρημος τώρα κι ο
ευνούχος είχε χαθεί. Τότε ο αυτοκράτορας κατάλαβε πως ήταν θαύμα και δόξασε το Θεό.
Για τους τρόπους που γέμιζε το αυτοκρατορικό θησαυροφυλάκιο, οι νουβελίστες είχαν κι άλλες
ακόμα πληροφορίες μα προτιμούσαν να τις λένε χαμηλόφωνα. Λέγανε πως ο αυτοκράτορας
πλαστογραφούσε ψεύτικες διαθήκες για να οικειοποιείται τις πλούσιες κληρονομιές, πως
κερδοσκοπούσε στα στάρια, στο μετάξι, στην τροφή και στις διασκεδάσεις του λαού του και πως δε
δίσταζε, για να πλουτίσει, ούτε μπροστά στις άδικες δυσμένειες, ούτε μπροστά στις δολοφονίες.
Σχολίαζαν ακόμα πολλά και για τη Θεοδώρα, για την οικογένειά της, για τις περιπέτειές της. Ήξεραν
πως ήταν πλούσια κι αγαπούσε το χρήμα: διηγούνταν πως τα συμφωνούσε με τον αυτοκράτορα για
να ξεγυμνώνει απ' τ' αγαθά τους όσους απ' τους γνωστούς της είχε αφήσει προηγούμενα να
πλουτίσουν ή για να κατασχέσει για όφελός της, με τη δικαιολογία παραβάσεων του νόμου που
ρύθμιζε τις εμπορικές συναλλαγές, τα πολύτιμα αντικείμενα, τα ωραία υφάσματα, τα πανάκριβα
κοσμήματα που προκαλούσαν την επιθυμία της. Την ήξεραν μνησίκακη, εκδικητική, σκληρή, ικανή
για όλα, για να καταστρέψει ένα αντίπαλο και να διασφαλίσει την εξουσία της. Φαντάζονταν έτσι
για λογαριασμό της τις πιο σκοτεινές ιστορίες. Διηγούνταν πως, αν κάποιος είχε την κακή τύχη να
μην της αρέσει, τον προσκαλούσε μυστικά στο παλάτι, κι από κει αλυσόδετο, με το κεφάλι
τυλιγμένο σε μαύρο πέπλο, τον παράδινε σ' αυστηρή συνοδεία για να οδηγηθεί σε μακρυνή εξορία,
όπου τρομεροί δεσμοφύλακες αναλάβαιναν ν' αποτελειώσουν γρήγορα την εκδίκησή της. Για τ' ό,τι
γινόταν πίσω απ' τους αδιαπέραστους τοίχους του γυναικωνίτη, οι αργόσχολοι της πρωτεύουσας
είχαν πολλά να ιστορούνε. Υπήρχαν εκεί, λέγανε, απέραντες υπόγειες κρύπτες, σιωπηλές και
τρομερές φυλακές, όπου η Θεοδώρα φυλάκιζε, έδερνε και βασάνιζε τα θύματά της· εκεί, μες στο
αιώνιο σκοτάδι, αλυσοδεμένοι τόσο σφιχτά που μόλις να μπορούν να σκύψουν, οι δυστυχισμένοι
κατάδικοι έμεναν κλεισμένοι μήνες και χρόνια· όπως στα ζώα, τους έριχναν κάπου-κάπου ένα
ξεροκόμματο· κι όταν τύχαινε να βγουν απ' αυτή την κόλαση ήταν τρελοί, τυφλοί ή σακατεμένοι για
πάντα απ' τη φριχτή τους φυλάκιση. Κι εκείνοι που βγαίνανε ζωντανοί απ' τη φοβερή αυτή γέεννα,
ερεβικό λαβύρινθο που στην είσοδό του έπρεπε να εγκαταλείψει κανείς κάθε ελπίδα, μπορούσαν
να λογαριάζονται ευτυχισμένοι. Γιατί άλλοι χάνονταν χωρίς ν' αφήσουν αχνάρια.
Μερικοί διηγούνταν πως μια μέρα είχε έρθει στο παλάτι ο γιος εκείνος που είχε αποχτήσει η
Θεοδώρα στα νιάτα της. Ο πατέρας του, πεθαίνοντας, του είχε αποκαλύψει το μυστικό της γέννησής
του και το παιδί είχε ξεκινήσει για την Κωνσταντινούπολη για να ξαναβρεί τη μητέρα του. Η
αυτοκράτειρα ανήσυχη, απ' το φόβο μην το μάθει ο Ιουστινιανός και τ' ασχημοπάρει, δέχτηκε τον
νέο και τον παράδωσε σ' ένα από τους εμπίστους της, συνηθισμένο εκτελεστή των μυστικών της

Digitized by 10uk1s

σχεδίων. Και ποτέ, από τότε, δεν ξανάδε κανείς το δύστυχο παλικάρι.
Πρέπει να φυλαχτούμε πολύ απ' το να πιστέψουμε κατά γράμμα αυτές τις ιστορίες. Ο ίδιος ο
Προκόπιος, που με φροντίδα μάζεψε τις κακολογίες αυτές, μας λέει κάπου πως η Θεοδώρα ήταν
εξαιρετικά μυστηριώδες πρόσωπο, και πως, όταν ήθελε καμιά πράξη της να μείνει κρυφή, κανένας
στον κόσμο, όσο επιτήδειος κι αν ήταν, δεν κατάφερνε να διαπεράσει το μυστικό της. Δύσκολα
λοιπόν μπορούμε να καταλάβουμε πώς ο χρονικογράφος μπόρεσε να μάθει τις τρομαχτικές αυτές
ιστορίες -έξοχα εμπιστευτικές απ' τη φύση τους-για νυχτιάτικες δολοφονίες, υπόγειες φυλακές,
μυστικά και φριχτά βασανιστήρια. Πρέπει να προσθέσουμε πως, καθώς κι ο ίδιος ομολογεί, χωρίς
πολύ κόπο και καμιά φορά επανειλημμένα ξέφευγαν απ' τις τρομερές αυτές κρύπτες και πως, απ'
την άλλη μεριά, μερικά απ' τα ξακουστότερα θύματα της αυτοκράτειρας ήταν γενικά πολύ καλά
στην υγεία τους και, παρά κάποιες διαβατικές δυσμένειες, είχαν αρκετά καλή σταδιοδρομία.
Σίγουρα μες στο Ιερό αυτό Παλάτι, πολυδαίδαλο και μυστηριακό, μπορούσαν να συμβούν
παράξενα πράγματα, κ' η περιπέτεια του πατριάρχη Άνθιμου, που εξιστόρησα, μας δίνει μια ιδέα
για το τι μπορούσε να κρύψει η σκιά του αυτοκρατορικού γυναικωνίτη. Και σίγουρα πάλι, όταν η
Θεοδώρα μισούσε ήταν, πιστεύω, γυναίκα που δεν οπισθοχωρούσε μπροστά σε τίποτα, ούτε στο
σκάνδαλο μιας άδικης δυσμένειας ούτε ίσως μπροστά στον πάταγο μιας δολοφονίας. Είχε
μνησικακία πεισματική: σ' όλη τη ζωή της θυμόταν τους χλευασμούς των Πράσινων στον
Ιππόδρομο· ποτέ δε συγχώρησε τον έπαρχο Ιωάννη Καππαδόκη, που έβαλε για μια στιγμή σε
κίνδυνο τη δύναμή της. Για να διατηρήσει την υπέρτατη εξουσία σύντριψε όλα τα εμπόδια που
ορθώθηκαν στο δρόμο της, ξεμάκρυνε όλες τις φιλοδοξίες που έτειναν να καταστρέψουν το κύρος
της. Για να εκμηδενίσει έναν εχθρό όλα τα τεχνάσματα τής ήταν καλά, η δολιότητα όσο κ' η βία, το
ψέμα όσο κ' η διαφθορά. Πανούργα, σκληρή, αμείλιχτη, όταν παίζονταν τα συμφέροντά της, στην
εκλογή των μέσων που θα χρησιμοποιούσε, δίσταζε μόνο για το ποιο θα εξυπηρετούσε καλύτερα τα
σχέδιά της. Όμως, κατά την ομολογία του ίδιου του Προκόπιου, η αδυσώπητη αυτή και γεμάτη
πάθος γυναίκα ήταν ικανή να νιώσει οίκτο για τους εχθρούς της, κ' είναι γεγονός πως κ' οι πιο
επικίνδυνοι αντίπαλοί της δεν πλήρωσαν παρά με εξορία τις προσβολές ή τις συνωμοσίες τους.
Είναι το ίδιο βέβαιο πως η εκδικητική αυτή βασίλισσα παραχώρησε όλη την εύνοιά της σε
ανθρώπους που στην αρχή είχε αντιπαθήσει και πως, αν είχε σκληρή και δεσποτική ψυχή, αντίθετα,
παράμεινε, όπως θα δούμε, πιστά αφοσιωμένη σε κείνους που την αγαπούσαν ή την υπηρετούσαν
καλά. Κ' είναι άδικη βρισιά να της αποδίνουμε την εξαφάνιση του γιου της, γιατί η κόρη της, που
αποτελούσε παρόμοια για τον Ιουστινιανό ενοχλητική ανάμνηση, δεν τη στενοχωρούσε καθόλου,
και δεν τσιγκουνεύτηκε φροντίδες και κόπους για να βοηθήσει, στα φανερά, τη σταδιοδρομία του
εγγονού της Αθανάσιου.
Οι αργόσχολοι της Κωνσταντινούπολης δεν ασχολιόνταν καν μ' όλα αυτά. Αν η Θεοδώρα ασκούσε
στο πνεύμα του Ιουστινιανού μια τόσο βαθιά επίδραση θα 'ταν στ' αλήθεια πολύ απλοϊκό να
εξηγήσουν με φυσικές αιτίες την απεριόριστη αυτή επιρροή. Λίγο σήμαινε που ήταν ωραία,
πανέξυπνη: αν κυβερνούσε τον αυτοκράτορα κατά τα καπρίτσια της υπήρχε ασφαλώς κάτι
διαβολικό σ' αυτή την υπόθεση. Μάταια ομολογούσαν μέσα τους πως ο Ιουστινιανός είχε ψυχή
αδύνατη, θέληση πιο άστατη κι απ' τη σκόνη που παίρνει ο άνεμος· προτιμούσαν να πιστεύουν πως
μόνο με μαγγανείες η αυτοκράτειρα εξασφάλιζε τη δύναμή της. Και για να μην αμφιβάλλει κανείς
πως ήταν όργανο της κόλασης, βεβαίωναν πως στα νιάτα της ακόμα κ' οι δαίμονες διεκδικούσαν την
εύνοιά της και διώχναν απ' την κάμαρά της τους εραστές της.
Όλ' αυτά βέβαια επαναλαμβάνονταν με κάποια διάκριση. Η βασίλισσα, καθώς λέγανε, είχε παντού
κατασκόπους και δεν ήταν καλό να προκαλεί κανείς το μίσος της. Μπορούμε να πιστέψουμε
ωστόσο πως, αν η αυτοκράτειρα είχε εξακολουθήσει και στο θρόνο την κάπως έκλυτη ζωή που είχε
κάνει πρωτύτερα, οι αισθηματικές περιπέτειές της θα 'χαν δώσει τροφή άφθονη στα κουτσομπολιά
μιας πρωτεύουσας πολύ λίγο ευλαβικής στους αυτοκράτορές της. Πολύ πρόθυμα σχολίαζαν στην

Digitized by 10uk1s

Κωνσταντινούπολη την αρετή των γυναικών, και ξεχωριστά εκείνων της ανώτερης τάξης: απόδειξη
το πιο κάτω πικάντικο ανέκδοτο.
Στη συνοικία του Ζεύγματος, στις ακτές του Κερατίου, υπήρχε, πάνω σε μια στήλη, ένα ονομαστό
άγαλμα της Αφροδίτης. Σκέπαζε με την προστασία του ένα απ' τα πιο φημισμένα δημόσια σπίτια της
πρωτεύουσας· είχε όμως και μιαν άλλη ιδιότητα, πιο εκπληκτική και μοναδική. Όταν ένας σύζυγος
αμφέβαλλε για την αρετή της γυναίκας του: «Πάμε, έλεγε, στο άγαλμα της Αφροδίτης· αν είσαι αγνή
το πράγμα θ' αποδειχτεί μόνο του.» Πραγματικά μόνο οι τίμιες γυναίκες μπορούσαν να περάσουν
άφοβα μπροστά από τ' ομοίωμα της θεάς του έρωτα· οι άλλες, μόλις πλησίαζαν, βρίσκονταν, ποιος
ξέρει από ποια μαγική δύναμη, απογυμνωμένες απότομα από τα ρούχα τους. Έτυχε έτσι μια πολύ
δυσάρεστη περιπέτεια σε μια ανηψιά της Θεοδώρας. Περνούσε καβάλα απ' τη συνοικία,
πηγαίνοντας στις Βλαχέρνες, όταν μια ξαφνική ραγδαία βροχή την ανάγκασε ν' αλλάξει το δρόμο
της· χωρίς να το σκεφτεί κατευθύνθηκε προς το άγαλμα κι άξαφνα, χωρίς να το καταλάβει, βρέθηκε
γυμνή μες στον κόσμο. Ντροπιασμένη, και περισσότερο οργισμένη, έριξε κάτω το προδοτικό
άγαλμα· όμως οι καλοί χασομέρηδες του Βυζάντιου διασκέδασαν με την καρδιά τους.
Αν, μέσα σ' αυτές τις συνθήκες, το χρονικό δεν απόδωσε καμιά αισθηματική περιπέτεια στη
Θεοδώρα από τον καιρό του γάμου της, αν δε δείχνει ν' αμφισβητεί στα σοβαρά την τιμιότητα της
ιδιωτικής ζωής της είναι γιατί, όπως φαίνεται, η αυτοκράτειρα συμπεριφέρθηκε άμεμπτα. Και μια
και τον τελευταίο καιρό έγινε της μόδας σχεδόν η συζήτηση σ' αυτό το σημείο, ας εξετάσουμε
ακόμα μια φορά το τι πρέπει να σκεφτόμαστε για την αρετή της Θεοδώρας.

Digitized by 10uk1s

IV
Η ΑΡΕΤΗ ΤΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΣ
Από τότε που ο Σαρντού μας παρουσίασε, στο δράμα του, τη Θεοδώρα να κυνηγάει τον έρωτα και
την περιπέτεια, με προθυμία παραδεχόμαστε πως η αυτοκράτειρα, διατηρώντας στο θρόνο τα
ελεύθερα ήθη της νιότης της, δεν απόφυγε καθόλου να ξαναγυρίσει στις παλιές αμαρτίες της. Δε θα
'θελα με κανένα τρόπο –θα 'ταν γελοίο– να γίνω ο αποφασιστικός υπερασπιστής της αρετής της
Θεοδώρας ύστερα από το γάμο της. Εκτός που, όπως λένε συνήθως, είναι πάντα δύσκολο να 'ναι
κανείς σίγουρος γι' αυτά τα πράγματα, δεν επιμένω περισσότερο απ' όσο πρέπει για τ' ότι η
Αυγούστα υπήρξε ανεπίληπτη. Πιστεύω πρόθυμα πως στον καιρό της νιότης της χάρηκε ελεύθερα
τη ζωή της κι αυτό δε με σοκάρει καθόλου: αν εξακολούθησε αργότερα, δε βλέπω το γιατί θα
μπορούσε να με σκανδαλίσει, και, στο κάτω-κάτω, μονάχα ο Ιουστινιανός θα 'χε κάποιο δικαίωμα
να παραπονεθεί. Όμως τα γεγονότα είναι γεγονότα· κ' η προσεχτική τους εξέταση δείχνει πως
μαρτυρούν μάλλον ευνοϊκά για τη Θεοδώρα.
Είναι γεγονός πρώτα-πρώτα πως κανένας ιστορικός ούτε απ' τους συγχρόνους της ούτε απ' τους
μεταγενέστερους –κι όμως πολλοί απ' αυτούς της κατηγόρησαν σκληρά την απληστία της, τον
αυταρχικό και βίαιο χαρακτήρα της, την υπερβολική επίδραση που εξάσκησε στον Ιουστινιανό, το
σκάνδαλο που δημιούργησε με τις ετερόδοξες αντιλήψεις της– δεν είπε τίποτα που να επιτρέπει ν'
αμφισβητήσουμε μετά το γάμο της την τιμιότητα της ιδιωτικής της ζωής. Ο ίδιος ο Προκόπιος, που
τόσο τη συκοφάντησε, που τόσο αφειδώλευτα πλούτισε με περιπέτειες τη νεανική της ηλικία, που
αφηγήθηκε, με τις εντυπωσιακές λεπτομέρειες που ξέρουμε, τις πανουργίες, τις σκληρότητες, τις
δολιότητες της ωριμότητάς της, δεν αποδίνει, ύστερα από το γάμο της, στην τόσο βαθειά
διεφθαρμένη αυτή γυναίκα την παραμικρή υποψία αισθηματικής περιπέτειας. Μπορούμε, νομίζω,
εύκολα να παραδεχτούμε, πως αν η αυτοκράτειρα είχε προσφέρει και την πιο ελαφριά πρόφαση, ο
λιβελογράφος δε θα παρέλειπε καθόλου ν' αφηγηθεί λεπτομερέστατα τις μοιχείες της. Δεν έχει πει
τίποτα: κι αυτό γιατί στ' αλήθεια δεν είχε να πει τίποτα.
Όμως στ' αλήθεια δεν είχε πει τίποτα; Αν λάβουμε τον κόπο να διαβάσουμε προσεχτικά, και στο
κείμενο, τη Μυστική Ιστορία, θα πειστούμε εύκολα πως ό,τι κι αν φαντάστηκαν γι' αυτό το ζήτημα,
δε βγαίνει τίποτα σε βάρος της Θεοδώρας, ούτε η περιπέτεια του Θεοδόσιου, ούτε εκείνη του
Πέτρου Βαρσυμή, ούτε ακόμα κι αυτή του Αρεοβίνδη.
Ο Θεοδόσιος, που θα τον ξαναβρούμε πιο κάτω, ήταν ο επίσημος εραστής της Αντωνίνας, της
γυναίκας του Βελισάριου κ' ευνοούμενης της αυτοκράτειρας. Ο δεσμός τους αυτός έχει αρχίσει πριν
δέκα χρόνια· την είχε ακολουθήσει στην Αφρική, στη Σικελία, στην Ιταλία, χωρίς ποτέ ο αδύνατος
στο χαραχτήρα κ' ερωτευμένος Βελισάριος, παρ' όλες τις ειδοποιήσεις που είχε πάρει, ν'
αποφασίσει ν' ανοίξει τα μάτια του. Στο τέλος ωστόσο, ο απατημένος σύζυγος, καταλαβαίνοντας τη
γελοία θέση του, αποφάσισε να πάρει αυστηρά μέτρα. Κλείδωσε τη γυναίκα του κ' έδωσε εντολή
στον προγονό του Φώτιο να συλλάβει τον εραστή της μητέρας του. Χωρίς να διστάσει ο Φώτιος
απόσπασε το Θεοδόσιο από το άσυλο που είχε ζητήσει στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννου στην
Έφεσο, και με γερή συνοδεία τον οδήγησε σ' ένα μακρινό πύργο της Κιλικίας: όλα έγιναν τόσο
όμορφα, που κανείς δεν ήξερε τι είχε απογίνει ο Θεοδόσιος. Εδώ όμως παρεμβαίνει η Θεοδώρα.
Είχε πάντα, καθώς λένε, δειχτεί ευνοϊκή στην αισθηματική αυτή περιπέτεια της ευνοουμένης της,
κερδίζοντας έτσι την αφοσίωσή της κ' εξουσιάζοντας διά μέσου αυτής τον Βελισάριο. Είχε επέμβει
ήδη μια φορά για να ξαναδώσει στην Αντωνίνα τον εραστή της, που ο φόβος αντεκδικήσεων απ' το
σύζυγο τον είχε αναγκάσει ν' απομακρυνθεί πρόσκαιρα απ' την ερωμένη του. Έδρασε πιο
ενεργητικά όταν έμαθε τις αποφάσεις του Βελισάριου. Είχε εκείνη τη στιγμή εντελώς ξεχωριστές
υποχρεώσεις στην Αντωνίνα που, στην πρόσφατη δυσμένεια του Ιωάννου του Καππαδόκη, με την
επιτηδειότητά της, της είχε προσφέρει αξιόλογες υπηρεσίες· γι' αυτό, ανησυχώντας για τη φίλη της,

Digitized by 10uk1s

βιάστηκε ν' ανακαλέσει το Βελισάριο στο Βυζάντιο, όπου πίστευε πως θα μπορούσε
αποτελεσματικότερα να την προστατέψει, κι άρχισε υποχρεώνοντας το στρατηγό να συμφιλιωθεί με
τη γυναίκα του. Προχώρησε περισσότερο. Αφού κατάφερε να βρει το Θεοδόσιο, τον έφερε μυστικά
στο παλάτι και την άλλη μέρα παράγγειλε στην Αντωνίνα: «Πολυαγαπημένη μου πατρικία, βρήκα
χτες ένα υπέροχο κόσμημα, τέτοιο που ποτέ δεν ξαναείδαν μάτια ανθρώπου. Αν θέλεις να το δεις
θα μου κάνει μεγάλη χαρά να σου το δείξω». Κι αφού κέντρισε έτσι την περιέργεια της Αντωνίνας,
έβγαλε τον Θεοδόσιο απ' το διαμέρισμα των ευνούχων όπου τον είχε κρύψει. Καταλαβαίνει κανείς
την έκπληξη της ευνοουμένης, τη χαρά και την ευγνωμοσύνη της. «Σώτειρά μου, ευεργέτισσα,
αφέντισσά μου!» δε σταματούσε να λέει. Ύστερα, από προνοητικότητα και για να τον προφυλάξει
από την εκδίκηση του Βελισάριου, η αυτοκράτειρα κράτησε τον Θεοδόσιο στο παλάτι, φροντίζοντας
να τον περιποιούνται και να τον σέβονται. Και σκεφτόταν ακόμη, καθώς λένε, να του δώσει ένα
μεγάλο στρατιωτικό αξίωμα, όταν εκείνος πέθανε ξαφνικά από δυσεντερία. Έτσι ακριβώς είναι
περιληπτικά η διήγηση του Προκόπιου: δε βλέπω σ' αυτήν τίποτα που να μας κάνει να πιστέψουμε
πως η αυτοκράτειρα έκλεψε απ' την ευνοουμένη της τον εραστή που φρόντισε να της αποδώσει. Αν
αληθινά ο συγγραφέας της Μυστικής Ιστορίας είχε υποπτευθεί κάτι σκανδαλιστικό στην υπόθεση δε
θα 'χε λόγο να το πει, πρέπει να το πιστέψουμε, με τόσες περιφράσεις και διάκριση.
Κι ο Πέτρος Βαρσυμής, λένε πως κατά τα φαινόμενα ήταν εραστής της αυτοκράτειρας. Ήταν ένας
Σύρος που είχε αρχίσει την καριέρα του σε χρηματιστηριακές υποθέσεις κ' είχε διακριθεί με την
επιδεξιότητα και το θράσος των ελάχιστα τίμιων επιχειρήσεών του. Μπαίνοντας αργότερα στα
γραφεία της επαρχίας του πραιτωρίου, έδειξε τέτοια ικανότητα ώστε προκάλεσε την προσοχή της
Θεοδώρας που τον χρησιμοποίησε πρόθυμα στην υπηρεσία της μυστικής της πολιτικής. Με την
υποστήριξή της έφτασε γρήγορα στο ανώτερο αξίωμα του επάρχου του πραιτωρίου και, για να
εξηγήσουν τη γρήγορη άνοδό του, οι αργόσχολοι της Κωνσταντινούπολης διηγούνταν πως με
φίλτρα και μαγγανείες είχε μαγέψει οπωσδήποτε την αυτοκράτειρα. Είναι φανερό πως ο έπαρχος
Πέτρος για να πετύχει δεν είχε καθόλου ανάγκη από τέτοια τεχνάσματα. Με τη διαχειριστική του
επιδεξιότητα, ο καλός αυτός υπουργός των οικονομικών μπορούσε πάντα να 'ναι σε θέση να δίνει
χρήματα κάθε φορά που οι αφέντες του του το ζητούσαν: και μόνο αυτό ήταν αρκετό για να
διασφαλίσει το κύρος του. Χαρακτήρας σκληρός, χωρίς ηθικούς δισταγμούς, κυβέρνησε αυστηρά
εκμεταλλευόμενος τα πάντα, επιβάλλοντας καταθλιπτικούς φόρους, κερδοσκοπώντας στα στάρια
με τέτοια προσοδοφόρα τόλμη που, μπροστά στην απειλή εξεγέρσεων, ο Ιουστινιανός αναγκάστηκε
να τον απολύσει. Η προστασία της αυτοκράτειρας, που είχε πραγματικά προσπαθήσει να σώσει τον
ευνοούμενό της, τον παρηγόρησε στη δυσμένειά του. Λίγο ύστερα απ' την πτώση του, ο χρήσιμος
αυτός υπηρέτης ονομάστηκε υπουργός των οικονομικών, κ' εκεί ακόμα εκτιμήθηκε για τον τρόπο
που περιόρισε τα έξοδα κι οργάνωσε επικερδέστερα μονοπώλια. Στην ιστορία του οικονομολόγου
αυτού και των σχέσεών του με την αυτοκράτειρα δεν υπάρχει, στ' αλήθεια, υποψία ερωτικής
περιπέτειας. «Η Θεοδώρα, λέει ο Προκόπιος, ηγάπα σφόδρα τον Βαρσυμήν.» Εκτός που η λέξη που
χρησιμοποιεί ο συγγραφέας δεν είναι καθόλου εκείνη που σημαίνει στα ελληνικά της εποχής
«αγαπούσε ερωτικά» ο λιβελογράφος έκανε τον κόπο να μας εξηγήσει τους λόγους της
αυτοκρατορικής συμπάθειας. «Τον αγαπούσε για την κακία του, για τη σκληρότητά του που μ' αυτή
κυβερνούσε τους υπηκόους κι ακόμα γιατί ήταν πολύ έμπειρος στις μαγικές εκείνες τέχνες που κ' η
ίδια πρόθυμα χρησιμοποιούσε». Δεν υπάρχει τίποτ' άλλο στη Μυστική Ιστορία κι αυτό, στ' αλήθεια,
δεν είναι αρκετό για να κάνει τον Βαρσυμή εραστή της Θεοδώρας. Αν πέτυχε, το χρωστάει σ' άλλες
αιτίες κι απόδειξη είναι πως και μετά το θάνατο της αυτοκράτειρας το κύρος του διατηρήθηκε
αμείωτο. Εφτά χρόνια αφού πέθανε η Αυγούστα, ο Πέτρος ξαναγύρισε στην επαρχία του
πραιτωρίου και, παρ' όλο το μίσος του λαού, η εύνοια του Ιουστινιανού κράτησε επίμονα στην
οικονομική διαχείριση τον πολύτιμο κι αφοσιωμένο αυτόν υπηρέτη.
Όσο για τον Αρεοβίνδη, ήταν ένας νεαρός, βάρβαρος, εξαιρετικά ωραίος, αποσπασμένος στην
υπηρεσία της αυτοκράτειρας, κι ο Προκόπιος γράφει πραγματικά πως γεννήθηκαν υποψίες ότι η

Digitized by 10uk1s

βασίλισσα ήταν σφοδρά ερωτευμένη μαζί του. Όμως πρέπει να παρατηρήσουμε πως ο συγγραφέας
της Μυστικής Ιστορίας, που τόσο κατηγορηματικός είναι συνηθισμένα, δεν τολμά εδώ να πάρει
προσωπικά την ευθύνη για το ανέκδοτο που διηγιέται κ' είναι αρκετό να 'χει κανείς μελετήσει λίγο
το έργο του, για να καταλάβει τι πίστη πρέπει να δώσει σε κάτι που κι ο ίδιος ο λιβελογράφος
αναφέρει σαν άκουσμα από τρίτους. Πάντως από την αφήγηση βγαίνει πως, αν η Θεοδώρα
αισθάνθηκε κάποια αδυναμία για τον Αρεοβίνδη, θεώρησε σαν πρώτη φροντίδα της να
κακομεταχειριστεί πολύ πρόδηλα και τελικά ν' απομακρύνει τον νεαρό, «επιθυμώντας, γράφει το
κείμενο, ν' αποπλύνει κάθε κατηγορία από πάνω της». Αντί να της αποδώσουμε κάποια αδυναμία,
θα 'πρεπε αντίθετα, κρίνοντας δίκαια, να τη συγχαρούμε που αντιστάθηκε σ' αυτήν.
Κι αν ακόμα ο Προκόπιος της απόδινε ξεκάθαρα εραστές και πάλι θα 'χαμε το νόμιμο δικαίωμα να
δυσπιστήσουμε στις διαβεβαιώσεις του. Όπως πολύ καλά λέει ο Σαρντού, «όλα όσα βασίζονται στα
λεγόμενα του Προκόπιου δεν έχουν περισσότερη ιστορική αξία από τα επαναστατικά
λιβελογραφήματα». Ακριβώς γι αυτό υπάρχει κάτι το ξεχωριστά σημαντικό στο γεγονός ότι η
Μυστική Ιστορία δεν αποδίνει στη Θεοδώρα καμιά αισθηματική περιπέτεια.
Δε θέλω εξάλλου να βγάλω απ' όλ' αυτά κανένα επιχείρημα ευνοϊκό για τα ηθικά προτερήματα της
Θεοδώρας. Εκτός που δεν ήταν πια εντελώς νέα όταν ανέβηκε στο θρόνο -ήταν περίπου τριάντα
χρονών και στην ηλικία αυτή μια Ανατολίτισσα αρχινά να γερνάει- και δεν ήταν καθόλου πια νέα τον
καιρό που θα μπορούσε να 'χει εραστές τον Θεοδόσιο ή τον Πέτρο Βαρσυμή –κόντευε αυτή την
εποχή στα σαράντα πέντε της– ήταν ακόμα και πάρα πολύ έξυπνη και φιλόδοξη για να
διακινδυνέψει σ' ερωτικές περιπέτειες τη θέση που είχε κατορθώσει να καταχτήσει. Η υπέρτατη
εξουσία άξιζε ορισμένες θυσίες κ' η αξιοπρέπεια της ζωής της τιμά, ισόβαθμα ίσως, και το ήθος και
την πρακτικότητα της Θεοδώρας.
Ωστόσο, αν θα κάνουμε τον κόπο να μελετήσουμε με κάποια προσοχή την ψυχολογία της
βασίλισσας, ορισμένα χαρακτηριστικά μας οδηγούν να σκεφτούμε πως υπήρξε και κάτι άλλο ακόμα,
έξω από τη συμφεροντολογική υποκρισία, στην ανεπίληπτη διαγωγή της και θα πίστευα πολύ
πρόθυμα για λογαριασμό μου πως είχε κάποια μεταμέλεια και κάποια απέχθεια για το παρελθόν
της. Δείχτηκε αυστηρή φρουρός της δημόσιας ηθικής, φρόντισε εξαιρετικά να καταστήσει
σεβαστούς τους ιερούς δεσμούς του γάμου, και φάνηκε ελάχιστα συγκαταβατική, παρ' όλα όσα λέει
η Μυστική Ιστορία, στις ερωτικές περιπέτειες· στάθηκε προπάντων γεμάτη συμπόνια για τις
δυστυχισμένες που η ανάγκη τις οδηγούσε πιο συχνά στο χαμό παρά η ακολασία κι ασχολήθηκε με
φλογερό ζήλο για να τις σώσει, να τις λυτρώσει απ' τη σκλαβιά τους, να τις ανορθώσει· την είδανε σ'
όλη τη διάρκεια της ζωής της, όπως γράφει ένας σύγχρονος, «να οδηγείται φυσικά στο να βοηθά τις
γυναίκες στην ατυχία τους». Δεν ήταν τάχα γιατί λυπόταν που στη δική της νεότητα δεν είχε βρει
καμιά προστασία απέναντι στη διαφθορά του κόσμου και στους πειρασμούς της αθλιότητας; Θα
πίστευα πρόθυμα, για λογαριασμό μου, πως η Θεοδώρα βρήκε στην κατάσταση της εταίρας πολύ
λιγότερη ευχαρίστηση απ' όση φαντάζεται ο Προκόπιος. Έγινε εταίρα γιατί ήταν σχεδόν η
αναπόφευκτη συνέπεια του θεατρικού της επαγγέλματος· όμως βαρέθηκε γρήγορα. Από πολύ νωρίς
η θρησκεία την οδήγησε στη μετάνοια· σ' όλη της τη ζωή διατήρησε μια βαθιά και ειλικρινή
ευσέβεια. Η φιλοδοξία ολοκλήρωσε τη μεταμόρφωσή της. Ανεβαίνοντας στο θρόνο η γυναίκα αυτή
με το ανώτερο πνεύμα, τη σπάνια αντίληψη, την αποφασιστική και ισχυρή θέληση, το δεσποτικό και
γεμάτο πάθος αυτό πλάσμα, φλογερά άπληστο για εξουσία, είχε άλλες φροντίδες απ' το να κυνηγά
ερωτικές περιπέτειες. Η παλιά αυτή εταίρα ήταν προικισμένη με κάποιες ξεχωριστές ιδιότητες που
καθιστούν νόμιμη την επιδίωξη της υπέρτατης αρχής, μια περήφανη ενεργητικότητα, μια αντρίκια
σταθερότητα, ένα γαλήνιο θάρρος που την ανέβασαν στο ύψος και των πιο δύσκολων περιστάσεων.
Θέλησε να δειχτεί αυτοκράτειρα, κι όχι μόνο αυτοκράτειρα άεργη, άχρηστη, τυλιγμένη στο λαμπρό
μεγαλείο της. Επί είκοσι ένα χρόνια βασίλεψε στο πλευρό του Ιουστινιανού, κυβέρνησε όσο κ'
εκείνος κ' ίσως περισσότερο από κείνον, μίγμα μοναδικό καλού και κακού, αρετών και

Digitized by 10uk1s

ελαττωμάτων, γυναικείων παθών κι ασύγκριτων πολιτικών προτερημάτων, ανησυχητική και
περίπλοκη, καταπληκτική συχνά, όμως πάντα ατέλειωτα γοητευτική.

Digitized by 10uk1s

V
ΠΡΑΣΙΝΟΙ ΚΑΙ ΒΕΝΕΤΟΙ - Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΝΙΚΑ
Το Γενάρη του 532, η Κωνσταντινούπολη ήταν πολύ ανήσυχη· η αναταραχή των φατριών γινόταν
περισσότερο από ποτέ επικίνδυνη.
Από τον καιρό που είχε ανεβεί στο θρόνο, από μίσος στους Πράσινους, η Θεοδώρα είχε αφήσει τους
Βένετους ασύδοτους να διαπράττουν τις χειρότερες βιαιότητες. Μάταια οργιζόταν ο Ιουστινιανός·
κατέληγε πάντα να υποχωρεί στις θελήσεις της γυναίκας του· ή, όταν από τύχη αποφάσιζε να πάρει
κανένα αυστηρό μέτρο, πολύ γρήγορα οπισθοχωρούσε μπροστά στους θυμούς και τις μομφές της
αυτοκράτειρας. Σίγουροι για την προστασία της βασίλισσας οι Βένετοι είχαν συνηθίσει πια σε κάθε
θρασύτητα· αν κανένας κρατικός λειτουργός δεν τους άρεσε ή αν κανένας κυβερνήτης έβρισκε το
κουράγιο να βάλει περιορισμούς στις ιταμότητές τους, αμέσως η μερίδα ξεσηκωνόταν κ' ερχόταν με
θόρυβο ν' απαιτήσει από τον βασιλέα την καθαίρεση και την τιμωρία του εχθρού της. Ένας
άρχοντας της Ανατολής, επειδή πήρε το θάρρος να τιμωρήσει με ραβδισμούς μερικούς ταραξίες της
γαλάζιας φατρίας, υποβλήθηκε κι ο ίδιος στην ίδια εξευτελιστική μεταχείριση στη μεγάλη πλατεία
της Αντιόχειας. Ένας έπαρχος της Κιλικίας, επειδή εκτέλεσε δυο Γαλάζιους που του είχαν ριχτεί να
τον δολοφονήσουν, στην Αναζάρβα, σταυρώθηκε με διαταγή της Θεοδώρας στην πρωτεύουσα της
επαρχίας του, θύμα της προσπάθειάς του να κάνει σεβαστούς τους νόμους. Στην Κωνσταντινούπολη
δολοφονούσαν μέρα μεσημέρι: ίσαμε μπροστά στις πύλες του παλατιού, ίσαμε κάτω από τα μάτια
του αυτοκράτορα, οι Βένετοι ρίχνονταν με τα σπαθιά στους αντιπάλους τους. Κι αν από τύχη, ο
βασιλεύς δεν πολυβιαζόταν να ικανοποιήσει τα παράπονά τους, αν έδειχνε διάθεση να
προστατέψει κάποιον που έβρισκαν πως είχε λόγους να τους είναι δυσάρεστος, έπαιρναν οι ίδιοι
αδίσταχτα μοναχοί τους το δίκιο τους, προσβάλλοντας τον εχτρό τους καθώς έβγαινε απ' την
αυτοκρατορική ακρόαση, ξυλοκοπώντας τον άγρια, και συχνά αφήνοντάς τον νεκρό στον τόπο.
Ανίσχυρη η αστυνομία δεν τολμούσε να επέμβει· ή, αν καμιά φορά τύχαινε να παρουσιαστεί,
θρασύτατα οι άνθρωποι των φατριών αντιστέκονταν με τα όπλα στους στρατιώτες.
Εκείνο που μεγάλωνε ακόμα τη σοβαρότητα σ' αυτή την κατάσταση είναι που οι Πράσινοι, πολύ
ερεθισμένοι από τη μεροληψία της Αυλής, άρχιζαν να δίνουν πολιτική χροιά στην αντίθεσή τους.
Πολλοί απ' αυτούς έμεναν προσκολλημένοι στην οικογένεια του παλιού τους προστάτη, του
αυτοκράτορα Αναστάσιου, που οι ανηψιοί του Υπάτιος και Πομπήιος κατοικούσαν στην
πρωτεύουσα και γι' αυτό το λόγο έδειχναν ανοιχτά εχθρικοί στη νέα δυναστεία. Ανάμεσα στην
απαιτητική και τυραννική φιλία των Γαλάζιων και την κακοκρυμμένη εχθρότητα των Πράσινων, η
κυβέρνηση, σε μεγάλη αμηχανία, με πολύ κόπο διατηρούσε την τάξη και δικαιολογημένα φοβόταν
μήπως το παραμικρό περιστατικό έφερνε τη συνένωση των φατριών. Ακόμα περισσότερο, η κακή
διαχείριση κ' οι βαριές φορολογίες που είχαν επιβάλει οι δυο κυριότεροι υπουργοί του
αυτοκράτορα, ο κουέστορας Τριβωνιανός κι ο έπαρχος του πραιτωρίου Ιωάννης ο Καππαδόκης,
συντηρούσαν μια γενική δυσαρέσκεια. Ο ένας, άνθρωπος σοφότατος και έξοχος νομομαθής, όμως
εξαιρετικά άπληστος, ικανός για όλα για το χρήμα, καπηλευόταν αναίσχυντα τη δικαιοσύνη,
παραποιώντας τους νόμους σύμφωνα με τις ανάγκες και τα φιλοδωρήματα των ικετών του. Ο
άλλος, ξεχωριστός οικονομολόγος, όμως σκληρός, χωρίς ηθικούς δισταγμούς, χυδαίος, δεν
οπισθοχωρούσε μπροστά σε τίποτα για ν' αποσπάσει απ' τους υπηκόους τα χρήματα τ' αναγκαία
στις αυτοκρατορικές δαπάνες, βασανίζοντας συχνά μέχρι θανάτου εκείνους που υποπτευόταν πως
έκρυβαν την περιουσία τους, κ' επιτρέποντας στους υπαλλήλους του τις χειρότερες καταπιέσεις. Κ'
οι δυο, πάγκοινα μισητοί, είχαν απεριόριστη την εύνοια του αυτοκράτορα που ήξερε την αφοσίωσή
τους κ' εκτιμούσε τις υπηρεσίες τους. Όμως απ' όλες αυτές τις αιτίες γεννιόταν μια κατάσταση
φοβερού αναβρασμού, απ' όπου έμελλε να ξεσπάσει σε λίγο η τρομερή εξέγερση, η γνωστή με τ'
όνομα στάση του Νίκα, που αρχίζοντας στον Ιππόδρομο, απλώθηκε γρήγορα σ' όλη την πόλη και
λίγο έλειψε να παρασύρει το θρόνο του Ιουστινιανού.

Digitized by 10uk1s

Στις 11 του Γενάρη του 532, μια Κυριακή, θα γίνονταν, κατά τη συνήθεια, αρματοδρομίες στον
Ιππόδρομο. Ο αυτοκράτορας παραβρισκόταν σ' αυτές κι ασφαλώς, πίσω απ' τα καγκελωτά
παράθυρα της εκκλησίας του Αγίου Στεφάνου που έβλεπαν στο αμφιθέατρο, η Θεοδώρα, αθέατη,
είχε έρθει να παρασταθεί με τις πατρικίες της και τις κυρίες των τιμών της· πραγματικά η
εθιμοτυπία, στην πολύ διαποτισμένη από ανατολίτικες συνήθειες βυζαντινή αυτή Αυλή, δεν
επέτρεπε στη βασίλισσα να δείχνεται πολύ συχνά σε κοινή θέα. Η συνάθροιση ήταν αναταραγμένη.
Τις προηγούμενες μέρες πολλοί άνθρωποι είχαν δολοφονηθεί στην πόλη· κι ακόμα οι Πράσινοι
πίστευαν πως είχαν δικαίωμα να παραπονιούνται για τη μεροληψία ενός αξιωματικού του
παλατιού, του κουβικουλάριου και σπαθάριου Καλοπόδιου. Γι' αυτό, απ' τις κερκίδες που κατείχαν,
υψώνονταν αδιάκοπες διαμαρτυρίες, γιουχαΐσματα και μανιασμένες κραυγές, σε τέτοιο βαθμό που
τελικά ο Ιουστινιανός, χάνοντας την υπομονή του, διάταξε τον κήρυκα ν' απευθυνθεί στο λαό και να
τον ρωτήσει εναντίον τίνος καταφερόταν. Έχουμε διατηρήσει τ' αυθεντικά πραχτικά του
εκπληκτικού διαλόγου που άρχισε τότε ανάμεσα στο φερέφωνο των Πράσινων και σ' εκείνο του
αυτοκράτορα: είναι ένα απ' τα πιο παράδοξα ντοκουμέντα που μας μένουν απ' αυτή την εποχή κ'
ένα απ' τα χαρακτηριστικότερα των βυζαντινών ηθών και της ελευθερίας που διατηρούσε στον
Ιππόδρομο, αντίκρυ στον παντοδύναμο αυτοκράτορα, ο όχλος αυτός που θυμόταν ακόμα πως ήταν
ο κληρονόμος του ρωμαϊκού λαού.
Διατηρώντας στην αρχή σεβασμό στο πρόσωπο του αυτοκράτορα, μόλις τολμώντας να υποδείξουν
με θολούς υπαινιγμούς τους διώχτες τους, οι Πράσινοι γρήγορα ερεθίζονται. Ονομάζουν ανοιχτά
τον Καλοπόδιο δήμιό τους, απειλούν με τη θεία δικαιοσύνη οποιονδήποτε στο εξής θα τους
αδικήσει. «Δεν ήρθατε λοιπόν εδώ για να δείτε το θέαμα, τους φωνάζει με το στόμα του κήρυκα,
ζωηρά ενοχλημένος, ο Ιουστινιανός, παρά για να βρίσετε τους άρχοντες». Κι απ' τις δυο πλευρές ο
τόνος ανεβαίνει. «Σωπάστε, ουρλιάζει ο αυτοκρατορικός κήρυκας, εβραίοι, μανιχαίοι, σαμαρείτες.
Σωπάστε, αλλιώς θα σας κόψω το κεφάλι». «Ιούδα! δήμιε, δολοφόνε, απαντούν εξαγριωμένοι οι
Πράσινοι. Μακάρι ο πατέρας σου Σαββάτιος 3 να μην είχε δει της ημέρας το φως, δε θα 'σπερνε ένα
δολοφόνο!» Οι ειρωνείες ανακατεύονται στις προσβολές, στις βρισιές οι αντιλογίες. Πικρά
παραπονιούνται οι Πράσινοι που έχουν αποκλειστεί απ' το παλάτι και την κυβέρνηση, έχουν
στερηθεί κάθε ελευθερία, κ' είναι τα εξακολουθητικά θύματα κάθε δημόσιας αρχής: «Αν λείψει το
χρώμα μας η δικαιοσύνη δε θα 'χει πια παρά να σταυρώσει τα χέρια της». Και ρίχνοντας
κατάμουτρα στο μονάρχη τα εγκλήματα που διαπράττουν φυσικά οι Βένετοι: «Αφήνεις να μας
δολοφονούν, φωνάζουν στον αυτοκράτορα, και διατάζεις να μας τιμωρούν κι από πάνω». Τώρα μες
στην οχλοβοή, οι Βένετοι με τη σειρά τους μπαίνουν στη σκηνή· υποστηρίζουν με τις κραυγές τους
τα λόγια του κήρυκα. «Καθάρματα, άνθρωποι της κρεμάλας, βλάστημοι, εχτροί του Θεού δε θα
σωπάσετε επί τέλους;» «Αν η βασιλεία σου το διατάζει, απαντούν οι Πράσινοι, θα σωπάσουμε,
τρισαύγουστε, όμως χωρίς να το θέλουμε. Τα ξέρουμε όλα, τ' ακούς, όλα: όμως ας είναι,
σωπαίνουμε. Χαίρε Δικαιοσύνη! είσαι νεκρή τώρα. Χαίρετε σεις όλοι! φεύγουμε, γινόμαστε εβραίοι.
Καλύτερα να 'σαι ειδωλολάτρης παρά Βένετος». Και μαζικά οι Πράσινοι εγκαταλείπουν τον
Ιππόδρομο: ήταν η πιο ωμή προσβολή που μπορούσε να γίνει στο πρόσωπο του αυτοκράτορα.
Ενώ βγαίνοντας απ' το αμφιθέατρο το πλήθος εξαγριωμένο ξεχυνόταν στους δρόμους, ο
Ιουστινιανός γύριζε στο παλάτι λογαριάζοντας πως κι αυτή τη φορά η αφοσίωση των γαλάζιων θα
καλμάριζε γρήγορα την οργή της άλλης μερίδας. Δυστυχώς ο έπαρχος της πόλης Ευδαίμων έκανε
μια ανοησία. Στην υπερβολή του ζήλου του συνέλαβε ένα αριθμό από ταραξίες, και χωρίς να
γυρέψει να μάθει σε ποια φατρία ανήκαν, καταδίκασε τέσσερις σε αποκεφαλισμό και τρεις στην
κρεμάλα. Όμως γι' αυτούς τους τελευταίους τρεις ο δήμιος έκανε άσχημα τη δουλειά του: τρεις
φορές συνέχεια το σκοινί έσπασε από το βάρος των κρεμασμένων. Έτσι το πλήθος που

3

Σαββάτιος λεγόταν ο πατέρας του Ιουστινιανού.

Digitized by 10uk1s

παρακολουθούσε την εκτέλεση άρχισε ν' απαιτεί χάρη για τα θύματα· στο τέλος τ' απελευθέρωσε
με τη βία, κ' οι καλόγηροι του μοναστηριού του Αγίου Κόνωνος τα κρύψανε σε μια γειτονική
εκκλησία. Βρέθηκε όμως ο ένας απ' τους κατάδικους να 'ναι Πράσινος κι ο άλλος Γαλάζιος· έτσι ο
κοινός κίνδυνος πλησίασε τις δυο παρατάξεις. Αυτό φάνηκε καθαρότερα την άλλη μέρα στον
Ιππόδρομο. Μ' επιμονή, Πράσινοι και Βένετοι ζήτησαν με κοινή συμφωνία απ' τον αυτοκράτορα να
δώσει χάρη στους ενόχους· ο Ιουστινιανός δε θέλησε ν' ακούσει λέξη. Σοβαρή απρονοησία: τώρα
στο αμφιθέατρο την παλιά νομιμόφρονη επιδοκιμασία: «Νίκη στον αυτοκράτορα Ιουστινιανό!» τη
διαδέχτηκαν κραυγές τρομερές: «Ζήτωσαν οι Πράσινοι και οι Βένετοι ενωμένοι για την ευσπλαχνία»
κι ορμώντας στους δρόμους, παίρνοντας για σύνθημα την κραυγή Νίκα -από δω πήρε η στάση τ'
όνομα που διατηρεί στην ιστορία– οι στασιαστές ρίχτηκαν μέσα στην πόλη. Τρέχουν στο επαρχείο
της πόλης, απαιτούν απ' τον έπαρχο την απελευθέρωση των κρατουμένων: στην άρνησή του βάζουν
φωτιά στο μέγαρό του, παραβιάζουν τις φυλακές, ελευθερώνουν τους φυλακισμένους, σφάζουν
τους στρατιώτες που προσπαθούν ν' αποκαταστήσουν την τάξη κι όλη τη νύχτα ο λαός σε
αναβρασμό γυρίζει στους δρόμους της πρωτεύουσας, ζητώντας τους κρατικούς λειτουργούς που
μισούσε για να τους εξοντώσει.
Την άλλη μέρα, στις 14 του Γενάρη, το λαϊκό κύμα ερχόταν να χτυπήσει τις πύλες του παλατιού,
απαιτώντας ν' αντικατασταθούν ο κουροπαλάτης Καλοπόδιος κι ο έπαρχος της πόλης Ευδαίμων,
καθώς κ' οι δυο σύμβουλοι του αυτοκράτορα, ο Ιωάννης ο Καππαδόκης κι ο Τριβωνιανός. Ο
Ιουστινιανός υποχώρησε, ονόμασε κουέστορα τον Βασιλείδη και έπαρχο του πραιτωρίου τον Φωκά
και, για μια στιγμή, βλέποντας με ποιες επευφημίες και εγκωμιασμούς υποδέχτηκε το πλήθος τους
δυο υπουργούς, όταν παρουσιάστηκαν μπροστά του, πίστεψε πως ο κίνδυνος είχε περάσει. Στην
πραγματικότητα η αυτοκρατορική υποχώρηση ερχόταν πολύ αργά· δεν έκανε άλλο παρά να
ενθαρρύνει ένα μανιασμένο πλήθος, δίνοντάς του συνείδηση της δύναμής του. Η εξέγερση γινόταν
επανάσταση.
Ως την ώρα, η υγιής μερίδα του πληθυσμού είχε σταθεί μακριά απ' τα γεγονότα και δεν είχαν όλα
ακόμα χαθεί. Ο Ιουστινιανός θεώρησε κατάλληλο να επιχειρήσει μια πράξη ενεργητικότητας. Στις
15, ξαπόλυσε κατά πάνω στους εξεγερμένους τους βάρβαρους στρατιώτες της φρουράς, με
διοικητή τον Βελισάριο. Δυστυχώς, απάνω στη συμπλοκή, οι τραχιοί αυτοί μισθοφόροι
ποδοπάτησαν τους ιερείς της Αγίας Σοφίας, που κρατώντας στα χέρια τ' άγια λείψανα, είχαν βγει
απ' τη βασιλική για να προσπαθήσουν να χωρίσουν τους αντιπάλους. Μια τέτοια φριχτή ιεροσυλία
ήταν φυσικό να εξερεθίσει τον θρησκόληπτο πληθυσμό του Βυζαντίου. Απ' τα παράθυρα, απ' τις
ταράτσες, απ' τις στέγες, άρχισαν να πέφτουν βροχή τα τούβλα κ' οι πέτρες πάνω στους στρατιώτες,
και ξεχωριστά οι γυναίκες, φρενιασμένες, φάνηκαν οι πιο δραστήριες στη μάχη. Πανικόβλητοι οι
στρατιώτες αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν προς το παλάτι κι ο νικηφόρος λαός, για να επισπεύσει
τη φυγή τους, έβαλε φωτιά στα γειτονικά δημόσια κτίρια. Η Σύγκλητος, τα λουτρά του Ζευξίππου, η
Αγία Σοφία, έγιναν παρανάλωμα στις φλόγες, που έφτασαν ακόμη και στο παλάτι του αυτοκράτορα.
Η Χάλκη κάηκε μαζί μ' ένα μέρος απ' τους στρατώνες της φρουράς. Τρεις μέρες συνέχεια η φωτιά,
σπρωγμένη από δυνατό άνεμο, περιέφερε τον όλεθρό της σ' όλη την πόλη, καταστρέφοντας την
Αγία Ειρήνη, το Ξενοδοχείο του Ευβούλου, τα λουτρά του Αλεξάνδρου, το μεγάλο νοσοκομείο του
Σαμψώνος, που κάηκε μαζί μ' όλους τους αρρώστους του, τα μαγαζιά της αγοράς, πολλά
πολυτελέστατα μέγαρα κι άλλες κατοικίες, ολόκληρη τη συνοικία, μια απ' τις ωραιότερες της
Κωνσταντινούπολης, που απλωνόταν από την πλατεία του Αυγουσταίου ως το Φόρουμ του
Κωνσταντίνου. Πάνω από ένα τέταρτο της πρωτεύουσας έγινε στάχτη· κι ανάμεσα στα μαυρισμένα
ερείπια των κατεστραμμένων κτιρίων, πίσω από τους καπνούς, μες στην αφόρητη μυρουδιά απ' τα
καμένα που έκανε σχεδόν ακατοίκητη την πόλη, γύρω στους σπαρμένους με πτώματα δρόμους, που
ανάμεσά τους έβλεπε κανείς πολλά κορμιά γυναικών, η μάχη εξακολουθούσε: η λεηλασία κ' η
πυρκαγιά λυσσομανούσαν, κ' οι φιλήσυχοι άνθρωποι, μπροστά στον κίνδυνο που μεγάλωνε,
έφευγαν κατά μάζες στην άλλη πλευρά του Βοσπόρου. Στο παλάτι η σύγχυση ήταν μεγάλη. Παρ'

Digitized by 10uk1s

όλες τις ενισχύσεις που κλήθηκαν βιαστικά απ' τις γειτονικές φρουρές, τα στρατεύματα ήταν λίγα.
Οι σχηματισμοί της φρουράς, ωραίοι στρατιώτες της παρέλασης, που λίγο νοιάζονταν να
κινδυνέψουν, σ' οποιαδήποτε περίπτωση πολύ λίγη βοήθεια θα πρόσφεραν, μα κι από πάνω η
αφοσίωσή τους ήταν αβέβαιη. Το μεγαλύτερο μέρος τους, περιμένοντας να ξεκαθαρίσουν τα
πράγματα για να πάρει θέση, έμενε ουδέτερο ανάμεσα στον αυτοκράτορα και στην εξέγερση και με
τη διφορούμενη στάση του παρέλυε την άμυνα. Για ν' αντισταθεί ο Ιουστινιανός δε μπορούσε να
υπολογίσει παρά σε μερικά παλιά συντάγματα που είχαν πρόσφατα γυρίσει με το Βελισάριο απ' την
Περσία και στους παλαίμαχους που σχημάτιζαν την ιδιαίτερη φρουρά του στρατηγού, μόλις δυο ή
τρεις χιλιάδες άντρες στο σύνολο, στις τρεις χιλιάδες Ερούλους του Μούνδου, που πάνω στην ώρα
είχαν φτάσει περαστικοί στην Κωνσταντινούπολη, στους σπαθάριους και τους αυλοφύλακές του και
τέλος σ' ένα μικρό αριθμό πιστών, που είχαν ενώσει μαζί του την τύχη τους. Όλοι αυτοί ήταν λίγοι
μπροστά σε μια ξεσηκωμένη πόλη. Γι' αυτό, τρομερά ανήσυχος, θαρρώντας πως έβλεπε παντού
γύρω του συνωμότες και δολοφόνους ο αυτοκράτορας όλο και περισσότερο έχανε το μυαλό του.
Απ' την αρχή της εξέγερσης, ο Υπάτιος κι ο Πομπήιος, οι δυο ανηψιοί του Αναστάσιου, είχαν έρθει
στο παλάτι να τον διαβεβαιώσουν για την αφοσίωσή τους: παρ' όλες τις διαμαρτυρίες τους, τους
διέταξε να γυρίσουν στις κατοικίες τους. Δεν έβλεπε πως έδινε έτσι στους εξεγερμένους το μοναδικό
που τους έλειπε: τους αρχηγούς.
Στις 18 του Γενάρη, έκτη μέρα της στάσης, ο Ιουστινιανός, που δεν είχε κοιμηθεί όλη νύχτα,
επιχείρησε μια υπέρτατη προσπάθεια. Απ' τους διαδρόμους που απ' το παλάτι οδηγούσαν στο
αυτοκρατορικό θεωρείο έφτασε στον Ιππόδρομο κι ανοίγοντας τις μεγάλες μπρούτζινες πόρτες του
Καθίσματος, παρουσιάστηκε, κρατώντας στα χέρια τα Ευαγγέλια, και υποσχέθηκε επίσημα να δώσει
συγχώρεση σ' όλους, αν οι εξεγερμένοι παρατούσαν τα όπλα. «Μόνο εγώ είμαι αιτία για όλα, έλεγε
ταπεινά. Οι αμαρτίες μου μ' έκαναν να σας αρνηθώ εκείνα που μου ζητούσατε στον Ιππόδρομο».
Ακούστηκαν μερικές φοβισμένες επιδοκιμασίες, όμως οι βρισιές που ανέβαιναν από παντού τις
σκέπασαν: «Ψεύτη, γάιδαρε, επίορκε»· οι πέτρες έπεφταν βροχή στο αυτοκρατορικό θεωρείο· οι
προσβλητικές βρισιές πύκνωναν δεν έμενε παρά να υποχωρήσει.
Εκείνο που θα 'πρεπε να 'χε προβλεφτεί έγινε. Ο λαός, βιαστικός ν' αποχτήσει καινούργιο αφέντη,
και που από πολλές μέρες ζητωκραύγαζε σε κάθε ευκαιρία το όνομα του Υπάτιου, του ανηψιού του
Αναστάσιου, πήγε στο μέγαρό του, όπου ο Ιουστινιανός τον είχε ξαναστείλει, να τον γυρέψει.
Μάταια η γυναίκα του κρεμιόταν, θρηνώντας, από τα ρούχα του, φωνάζοντας πως οδηγούσαν τον
άντρα της στο θάνατο κ' εκλιπαρούσε τους φίλους του να τον βοηθήσουν. Μάταια αμυνόταν κι ο
ίδιος. Το ενθουσιασμένο πλήθος τον παρασύρει στο Φόρουμ του Κωνσταντίνου· εκεί τον υψώνουν
πάνω σε μια ασπίδα· του βάζουν στο μέτωπο αντί για διάδημα το χρυσό περιδέραιο ενός
στρατιώτη· του φέρνουν τα διάσημα της αυτοκρατορίας και τον αυτοκρατορικό χιτώνα, αρπαγμένα
στη λεηλασία του εκπορθημένου μέρους του παλατιού. Ύστερα, σέρνοντας μαζί του τον καινούργιο
ηγέτη του, το πλήθος ορμά στον Ιππόδρομο, ανεβάζουν τον Υπάτιο στο αυτοκρατορικό θεωρείο κ' οι
αρχηγοί της εξέγερσης, παρ' όλες τις αναβλητικές συμβουλές ορισμένων φρονίμων, αρχίζουν να
συζητούν για τον καλύτερο τρόπο που θα κυριέψουν με έφοδο το παλάτι. Από κάθε μεριά τώρα, η
μερίδα των επαναστατών αύξαινε μ' όλους τους δυσαρεστημένους και τους αναποφάσιστους·
μεγάλος αριθμός από συγκλητικούς και ευγενείς εκδηλωνόταν ανοιχτά για τον ανηψιό του
Αναστάσιου· κυκλοφορούσε κιόλας η φήμη πως ο Ιουστινιανός κ' η Θεοδώρα είχαν εγκαταλείψει
την πρωτεύουσα. Οι νεαροί της Πράσινης φατρίας γύριζαν οπλισμένοι στους δρόμους, πιστεύοντας
τη νίκη βέβαιη, κι ο ανήσυχος Υπάτιος αποχτούσε σιγά-σιγά εμπιστοσύνη στο πεπρωμένο του.
Ήταν τ' απόγευμα, στις 18 του Γενάρη. Η στιγμή ήταν αποφασιστική. «Η ίδια η αυτοκρατορία, όπως
γράφει ένας σύγχρονος, έμοιαζε στην παραμονή της πτώσης της». Η πόλη φλεγόταν στον
Ιππόδρομο, ο θριαμβευτής λαός ζητωκραύγαζε τον Υπάτιο και σκέπαζε με κατάρες τ' όνομα του
Ιουστινιανού και της Θεοδώρας· το παλάτι φαινόταν πως πλησίαζε να κυριευτεί. Χωρίς ελπίδα,

Digitized by 10uk1s

χωρίς ενισχύσεις, ο αυτοκράτορας απελπιζόταν πως θα μπορούσε να καταστείλει τη στάση και
φοβόταν πια μήπως δε μπορέσει να υπερασπιστεί τη ζωή του. Βιαστικά, απ' τους κήπους που
έβγαζαν στη θάλασσα, φόρτωναν σε πλοία τα πλούτη του αυτοκρατορικού θησαυρού κι ο
Ιουστινιανός συλλογιζόταν να φύγει απ' τον ίδιο δρόμο. Σ' ένα ύστατο συμβούλιο, ο βασιλεύς
συσκεφτόταν με τους τελευταίους πιστούς του, τον Βελισάριο, τον Μούνδο, τον Κωνσταντίολο, τον
Βασιλείδη, μερικούς υπηρέτες, μερικούς αυλοφύλακες. Η Θεοδώρα παράστεκε στο συμβούλιο.
Στην τραγική αυτή μέρα, όπου ξετρελαμένος, χαμένος ο Ιουστινιανός δεν έβλεπε πια σωτηρία παρά
στη φυγή, όπου οι υπουργοί του, οι στρατηγοί του διαμοιράζονταν την αδυναμία του, μέσ' τη γενική
αποθάρρυνση, μονάχα αυτή κρατούσε το θάρρος και τη γαλήνη της. Δεν είχε πει τίποτα ακόμα:
ξαφνικά μέσα στη γενική σιωπή, σηκώθηκε και αγαναχτισμένη για τη γενική ανανδρία θύμισε τα
καθήκοντά τους στον αυτοκράτορα και τους υπουργούς αυτούς που εγκαταλείπονταν: «Κι αν ακόμα
δε θα 'μενε, δήλωσε, άλλη σωτηρία απ' τη φυγή, δε θα 'θελα και πάλι να φύγω. Εκείνοι που
φόρεσαν το στέμμα δεν πρέπει ποτέ να επιζούν απ' το χαμό του. Ποτέ δε θα δω τη μέρα που θα
πάψουν να με χαιρετούν με τ' όνομα της αυτοκράτειρας. Αν θέλεις να φύγεις, Καίσαρ, πολύ καλά:
έχεις χρήματα, τα πλοία είναι έτοιμα, η θάλασσα είναι ανοιχτή· όσο για μένα, μένω εδώ. Αγαπώ το
παλιό αυτό γνωμικό, πως η πορφύρα είναι ωραίο σάβανο». Εκείνη τη μέρα η Θεοδώρα έσωσε το
θρόνο του Ιουστινιανού και στην υπέρτατη αυτή πάλη, όπου παίζονταν η αυτοκρατορία της κ' η ζωή
της, υψώθηκε με τη φιλοδοξία ως τον ηρωισμό.
Με τα ενεργητικά αυτά λόγια, ο Ιουστινιανός κ' οι σύμβουλοί του ξαναβρήκαν το θάρρος τους. Ενώ
ο επιδέξιος Ναρσής, ένας απ' τους οικείους της αυτοκράτειρας, προσπαθούσε ν' αποσπάσει τους
Γαλάζιους απ' την εξέγερση και το πετύχαινε μ' αδρή πληρωμή, ενώ ύστερα απ' αυτόν τον
αντιπερισπασμό η διχόνοια φύτρωνε ανάμεσα στους εξεγερμένους κι ακούγονταν κιόλας ν'
αντηχούνε πάλι οι νομιμόφρονες ιαχές «Ζήτω ο Ιουστινιανός! Κύριε, προστάτευε τον Ιουστινιανό
και τη Θεοδώρα!», ο Βελισάριος κι ο Μούνδος ετοίμαζαν την έφοδο στον Ιππόδρομο. Ανάμεσα στα
ερείπια που ακόμα φλέγονταν, ο Βελισάριος βαδίζει προς το αυτοκρατορικό θεωρείο όπου
βρισκόταν ο Υπάτιος· όμως οι στρατιώτες της φρουράς που κατείχαν το ανάκτορο του Καθίσματος
αρνιούνται να τον υπακούσουν κ' επιμένουν πεισματικά να μην πάρουν θέση. Απελπισμένος, ο
στρατηγός γύρισε στο παλάτι κρίνοντας στο εξής το παιχνίδι χαμένο και χρειάστηκε αυτή τη φορά ο
Ιουστινιανός ν' ανορθώσει το θάρρος του. Τελικά, από τη Χάλκη και τις στοές των Γαλάζιων, ο
Βελισάριος κατάφερε με μεγάλο κόπο ν' ανοίξει πέρασμα και να εισχωρήσει στο στίβο, και
σέρνοντας το σπαθί του πρόσβαλε με μανία τους εξεγερμένους. Στο θόρυβο της μάχης που άρχισε,
ο δραστήριος Μούνδος, που δεν περίμενε παρά αυτό το σύνθημα, εισβάλλει με τη σειρά του με
τους βαρβάρους του απ' την αντίθετη άκρη του Ιππόδρομου, παραβιάζοντας την είσοδο που
ονόμαζαν Πύλη των Νεκρών· κ' ενώ απ' το ύψος των περιπατητηρίων του αμφιθεάτρου τ'
αυτοκρατορικά στρατεύματα ρίχνουν βροχή πάνω στους εξεγερμένους τα βέλη, άλλες ομάδες
στρατιωτών, με τις σπάθες στο χέρι, ανοίγουν πλατιά ματωμένα ρήγματα στο συμπαγές κι
ανυπεράσπιστο πλήθος. Τότε τρομερός πανικός ξέσπασε στο αμφιθέατρο. Μάταια οι πολίτες
προσπαθούνε να φύγουν· η στάση είναι κυκλωμένη από παντού. Μάταια προσπαθούν ν' αμυνθούν·
οι γέροι στρατιώτες του Βελισάριου συντρίβουν τα πάντα και δε χαρίζονται σε κανένα. Ως το βράδυ
έσφαξαν ανελέητα· ό,τι έπεσε κάτω απ' το χέρι των στρατιωτών πέρασε από τα όπλα τους. Τη νύχτα,
όταν το έργο του εξολοθρεμού σταμάτησε, πάνω από τριάντα χιλιάδες πτώματα, σύμφωνα με
μερικές, κάπου πενήντα χιλιάδες, σύμφωνα μ' άλλες μαρτυρίες, κείτονταν στο αιματόβρεχτο
έδαφος του Ιππόδρομου.
Ο Υπάτιος, που πιάστηκε από δυο ανηψιούς του αυτοκράτορα χωρίς κανείς απ' τους οπαδούς του
να προσπαθήσει να τον υπερασπιστεί, οδηγήθηκε μαζί με τον εξάδερφό του Πομπήιο μπροστά στον
Ιουστινιανό. Ο Πομπήιος, άνθρωπος δειλός κι όχι φτιαγμένος για τέτοια τραγικά γεγονότα, ικέτευε
και θρηνούσε· ο Υπάτιος, πιο σταθερός, διαμαρτυρόταν για την αθωότητά του κι ορκιζόταν πως ο

Digitized by 10uk1s

λαός τον είχε αναγκάσει με τη βία, προσθέτοντας πως, δίνοντας στους στασιαστές τη διαταγή να
συγκεντρωθούν στον Ιππόδρομο, είχε για μοναδικό σκοπό να τους παραδώσει ανυπεράσπιστους
στα χτυπήματα του Ιουστινιανού. Κ' ήταν αλήθεια: για δυστυχία του όμως, μέσ' το λαβύρινθο του
παλατιού, ο αγγελιοφόρος του δεν είχε κατορθώσει να φτάσει ως τον αυτοκράτορα. Γι' αυτό κι ο
Ιουστινιανός, που είχε βρει τώρα την ψυχραιμία του, αποκρίθηκε στους εκλιπαρητές του με σκληρή
ειρωνεία: «Πολύ καλά. Όμως αφού είχατε τόση εξουσία πάνω σ' αυτούς τους ανθρώπους θα 'πρεπε
να την είχατε χρησιμοποιήσει πριν να κάψουν την πρωτεύουσά μου». Και την άλλη μέρα τα
ξημερώματα διάταξε να τους εκτελέσουν. Έριξαν τα πτώματά τους στο Βόσπορο.
Ο Ιουστινιανός ωστόσο θα 'χε ίσως συγχωρήσει, καθώς λένε, κρίνοντας αρκετή τιμωρία την τρομερή
σφαγή που είχε βάλει τέλος σ' αυτή την εξαήμερη μάχη. Η Θεοδώρα, ψυχρότερα σκληρή, απαίτησε
εκτελέσεις. Είχε, διηγιέται ένας σύγχρονος, ορκιστεί στο άγιο όνομα του Θεού και στο δικό της
κεφάλι να μη σπλαχνιστεί καθόλου τους αρχηγούς της εξέγερσης κ' είχε αποσπάσει κι απ' τον
αυτοκράτορα ένα παρόμοιο όρκο. Απαίτησε να εκπληρώσει την υπόσχεση του κ' εκείνος χρειάστηκε
να υπακούσει. Ακολούθησαν κι άλλα σκληρά μέτρα. Ένας ορισμένος αριθμός από πατρικίους και
συγκλητικούς, που είχαν εκτεθεί στην εξέγερση, καταδικάστηκε σε θάνατο ή στάλθηκε σε εξορία· οι
περιουσίες τους δημεύτηκαν ή μοιράστηκαν γι' αμοιβή στους αφοσιωμένους του παλατιού. Με
ξεχωριστή στυγνότητα καταδίωξαν όσους είχαν προδώσει τη νόμιμη κυβέρνηση, τους αυλικούς που
είχαν αμφισβητήσει τη σταθερότητά της, τους στρατιώτες των φρουρών που είχαν διστάσει να την
υπερασπιστούν, τους ανθρώπους της γαλάζιας φατρίας που είχαν συνενωθεί με τους Πράσινους.
Με αυτοκρατορική διαταγή ο έπαρχος της πόλης άρχισε μια πλατιά έρευνα και στην πρωτεύουσα
κυριάρχησε η τρομοκρατία.
Η εξέγερση είχε κατασταλεί και δικαιολογημένα ο Ιουστινιανός μπορούσε, σε μια διακήρυξη που
απεύθυνε σ' όλες τις πόλεις της αυτοκρατορίας, να αναγγείλει πως είχε συντρίψει τους επίβουλους
που είχαν εξεγερθεί εναντίον του. Όμως στη Θεοδώρα προπάντων χρωστούσε το θρίαμβό του και
γι' αυτό, στη ζωή της αυτοκράτειρας, η στάση του Νίκα αποτελεί μια αποφασιστική ώρα. Την
κρίσιμη αυτή μέρα είχε αποκαλυφτεί μεγάλη πολιτικός και πολύ ανώτερη, με την ψυχραιμία και την
ενεργητικότητά της, απ' τον αυτοκρατορικό συνεταίρο της· κι απ' αυτό, όπως με πολύ πνεύμα
είπανε, έγινε άξια αληθινά να 'χει στο συμβούλιο της αυτοκρατορίας τη θέση που ως τώρα
χρωστούσε ίσως μονάχα στην αδυναμία του αυτοκράτορα. Τη διατήρησε στο εξής, κι ο Ιουστινιανός
από ευγνωμοσύνη δε σκέφτηκε να της την αμφισβητήσει. Κι όπως είχε τη γνώση των μεγάλων
υποθέσεων και το επίμονο πνεύμα που τις οδηγεί σε μια λύση, την ξεκάθαρη αίσθηση των αναγκών
της διακυβέρνησης και τη σωστή αντίληψη της πραγματικότητας, όχι μονάχα κυβέρνησε σαν
αφέντισσα, παίρνοντας μέρος σ' όλες τις πράξεις της αυτοκρατορικής εξουσίας, μα ακόμα
κυβέρνησε και καλά.

Digitized by 10uk1s

VI
Η ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΣ
Ο Παύλος ο Σιλεντιάριος, αυλικός και ποιητής, σ' ένα στιχούργημα που απευθύνει στον Ιουστινιανό,
δεκαπέντε χρόνια περίπου μετά το θάνατο της Θεοδώρας λαμπρύνοντας την ανάμνηση της
«εξαίρετης, ωραίας και συνετής βασίλισσας», θύμιζε πως ήταν, όταν ζούσε, η δραστήρια
συνεργάτρια του συζύγου της σ' όλες τις σπουδαίες υποθέσεις. Όλοι οι σύγχρονοι ομόφωνα
ομολογούν πως χρησιμοποίησε αδίσταχτα την απεριόριστη επιρροή που της παραχώρησε ο
αυτοκράτορας, πως άσκησε την εξουσία όσο κ' εκείνος, κ' ίσως και περισσότερο, κι ο ίδιος ο
Ιουστινιανός το παραδέχεται κάπου επίσημα. Στην αρχή του μεγάλου διατάγματος του 535, που
μεταρρύθμισε τη διοίκηση της αυτοκρατορίας και στάθηκε μια απ' τις σημαντικότερες πράξεις της
βασιλείας του, ευαρεστήθηκε να διαβεβαιώσει πως, κι αυτή τη φορά, προτού αποφασίσει, θεώρησε
καλό να πάρει τη συμβουλή «της πολυσέβαστης συζύγου που του έδωσε ο Θεός». Ερωτευμένος με
πάθος, κι ως τις τελευταίες του μέρες, με τη γυναίκα που νέα την είχε λατρέψει, εξουσιασμένος
ακαταμάχητα απ' την ανώτερη αυτή διάνοια, την αποφασιστική και ισχυρή αυτή θέληση, δεν της
αρνήθηκε τίποτα, ούτε τις τιμές, ούτε την πραγματική άσκηση της υπέρτατης αρχής. Επί είκοσι ένα
χρόνια που βασίλεψε η Θεοδώρα έβαλε το χέρι της παντού, και στη διοίκηση, όπου τοποθέτησε
όλους τους προστατευομένους της, και στη διπλωματία και στην πολιτική και στην Εκκλησία. Κι αν η
επιρροή της ήταν κάποτε επιζήμια, αν η απληστία, η βιαιότητα, η αλαζονεία της, ερεθίζοντας
περισσότερο ακόμα την αλαζονεία και την απληστία του αυτοκράτορα, εμπνεύσανε σίγουρα
λυπηρά μέτρα, πρέπει ν' αναγνωρίσουμε πάλι πως είχε συχνά μια σωστή αντίληψη των
συμφερόντων του Κράτους, και πως η πολιτική που ονειρευόταν, αν ο χρόνος της είχε επιτρέψει να
ολοκληρώσει το έργο της, θα 'χε, καθιστώντας την αυτοκρατορία στερεότερη κ' ισχυρότερη,
μεταβάλει ίσως τη ροή της ιστορίας.
Σήμερα ακόμα, πάμπολλες μαρτυρίες βεβαιώνουν την επιφανή θέση που κατείχε στη διακυβέρνηση
της αυτοκρατορίας. Στους τοίχους των εκκλησιών που έχτισε ο Ιουστινιανός, πάνω απ' τους πύργους
των κάστρων που κατασκεύασε, διαβάζουμε, ενωμένο με τ' όνομα του αυτοκράτορα, τ' όνομα της
Θεοδώρας· στα κιονόκρανα του Αγίου Σεργίου και της Αγίας Σοφίας, το μονόγραμμά της φιγουράρει
πλάι σ' εκείνο του βασιλέως, κ' οι επιγραφές εκθειάζουν, μαζί με την ευσέβεια που κατάγαυζε την
ψυχή της, τη δραστηριότητα, τον ακούραστο μόχθο της αυτοκράτειρας, «εστεμμένης από το Θεό».
Στον Άγιο Βιτάλιο της Ραβέννας, στη μοναχική αψίδα όπου λαμπυρίζουν τα χρυσαφένια μωσαϊκά, η
εικόνα είναι συμμετρική με την εικόνα του αυτοκρατορικού συζύγου της, κι όμοια, στους
μωσαϊκούς πίνακες που κοσμούσαν τα διαμερίσματα του Ιερού Παλατιού, η θέληση του
Ιουστινιανού είχε συνταιριάσει τη Θεοδώρα στους στρατιωτικούς θριάμβους και στις πιο
περίλαμπρες δόξες της βασιλείας του. Στις αυτοκρατορικές σφραγίδες, εμφανίζεται στο πλευρό του
μονάρχη. Σ' όλη την αυτοκρατορία, πόλεις ή επαρχίες περηφανεύονταν να παίρνουν, τιμώντας την,
τ' όνομα Θεοδωριάς ή Θεοδωρούπολις. Όπως και στον Ιουστινιανό, η ευγνωμοσύνη των πόλεων της
ύψωσε αγάλματα, κι όπως και στον Ιουστινιανό, οι υπάλληλοι έδιναν όρκο πίστης σε κείνην που σ'
όλη της τη ζωή στάθηκε ισότιμη με τον αυτοκράτορα. Επίσκοποι και δικαστές, στρατηγοί,
κυβερνήτες επαρχιών, ορκίστηκαν «εις τον παντοδύναμον Θεόν, εις τον μονογενή υιόν του Κύριον
ημών Ιησούν Χριστόν, εις το Άγιον Πνεύμα, εις την αγίαν και υπερένδοξον Θεοτόκον, αειπάρθενον
Μαρίαν, εις τα τέσσαρα Ευαγγέλια, εις τους Αγίους Αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ, να
υπηρετήσουν καλώς τους ευσεβεστάτους και αγιωτάτους βασιλείς Ιουστινιανόν και Θεοδώραν,
σύζυγον της αυτοκρατορικής του Μεγαλειότητος» και στην άσκηση του αξιώματος, που η
συγκατάβαση των δύο αρχόντων τους είχε παραχωρήσει, «να εργασθούν άνευ δόλου ή απάτης διά
την πρόοδον της κοινής εξουσίας των». Έτσι, αφέντισσα όλων και σίγουρη για το κύρος της, η
Θεοδώρα ρύθμισε τα πάντα κατά τη θέλησή της, τόσο στο Κράτος, όσο και στην Εκκλησία· κι αν
ακόμα καμιά φορά αισθάνθηκε να της ξεφεύγει η αναποφάσιστη ψυχή του Ιουστινιανού, είτε πάλι,

Digitized by 10uk1s

μπροστά σε ισχυρότερες συνθήκες ή επιδράσεις, φάνηκε για μια στιγμή να υποχωρεί, πάντα το
τολμηρό κ' εύστροφο πνεύμα της ήξερε να προετοιμάζει για το μέλλον συντριπτικές αντεκδικήσεις:
φιλόδοξη και πανούργα, απαίτησε πάντα να 'χει στο κάθε πράγμα την τελευταία λέξη, και το
κατόρθωσε.
Ανάλογα με τη διάθεση και με τα συμφέροντά της, ανέβαζε και κατέβαζε τους πάπες και τους
πατριάρχες, τους υπουργούς και τους στρατηγούς, τόσο παράφορη να προωθεί την τύχη των
ευνοουμένων της, όσο κι ασυγκράτητη να καταστρέφει το κύρος και την ισχύ των αντιπάλων της.
Ήξερε ισόβαθμα να μισεί και ν' αγαπά. Όσο ανώτερη κι αν ήταν η θέση ενός ανθρώπου, όσο
μεγάλες υπηρεσίες κι αν είχε προσφέρει, όσο αγαπητός κι αν μπορούσε να 'ναι στον ίδιο τον
αυτοκράτορα, ο χαμός του ήταν βέβαιος αν είχε την κακή τύχη να μην αρέσει στη Θεοδώρα: αργά ή
γρήγορα, η βασίλισσα αποσπούσε από τον αυτοκράτορα τη δυσμένειά του. Αν κάποιος υπάλληλος
παινευόταν πως σταδιοδρόμησε χωρίς την προστασία της, κι αυτό ακόμα μπορούσε να του
στοιχίσει ακριβά: αργά ή γρήγορα, μια απροσδόκητη παύση τού μάθαινε πως χωρίς τη Θεοδώρα
δεν υπήρχε ασφαλισμένος δρόμος προς τις τιμές και τ' αξιώματα. Αντίθετα, «η πιστή
αυτοκράτειρα», όπως την αποκαλούσαν οι φίλοι της, δεν τσιγκουνευόταν φροντίδες και κόπους για
κείνους που είχαν κερδίσει μια φορά τη συμπάθειά της, χωρίς να τους ζητάει σ' αντάλλαγμα παρά
μόνο να την υπηρετούν με τυφλή αφοσίωση. Όλες οι διοικητικές υπηρεσίες ξέρανε πως η εύνοιά
της ήταν σίγουρη εξασφάλιση απέναντι σε κάθε δυσμένεια, άσφαλτος τρόπος για να προοδέψουνε
γρήγορα και ν' ανέβουν ψηλά, και κανόνιζαν ανάλογα τη συμπεριφορά τους.
Ξέρουμε κιόλας με ποιο τρόπο έκανε τον Πέτρο Βαρσυμή έπαρχο του Πραιτωρίου· όμοια κι ο
ευνούχος Ναρσής της χρωστούσε όλη την καριέρα του. Μεγαλωμένος ανάμεσα στους παλατιανούς
υπηρέτες, ο κοντός αυτός ανθρωπάκος με το εύθραυστο κι ασθενικό παρουσιαστικό και τους
κομψούς τρόπους, κατάφερε γρήγορα να εκτιμηθεί απ' την αυτοκράτειρα για τις ξεχωριστές του
ικανότητες, τη λεπτή διάνοιά του, την ευλύγιστη κ' επινοητική επιδεξιότητά του, τη σταθερή και
ψυχρή ενεργητικότητά του. Τον έκανε έμπιστό της, όργανο στα πολιτικά της σχέδια· τον έκανε
διπλωμάτη, που είχε θαυμάσια επιτυχία στις εμπιστευτικές αποστολές που του ανάθεσε· τον έκανε
στρατηγό, που ισοφάρισε σε φήμη και δόξα τον Βελισάριο. Χωρίς αμφιβολία απατήθηκε κάποτε
στις εκλογές της· παράδειγμα όταν υποστήριξε μπροστά κι αντίκρυ σε όλους, επειδή είχε παντρευτεί
μια συγγενή της ευνοουμένης της Αντωνίνας, τον νεαρό κι ανίκανο Σέργιο, ονομάζοντάς τον γενικό
κυβερνήτη της Αφρικής, που λίγο έλειψε με τις απερισκεψίες του να καταστρέψει το κύρος του
αυτοκράτορα σ' αυτή την απομακρυσμένη περιοχή. Όμως γενικά εκείνοι που προστάτεψε φάνηκαν
αντάξιοι τής ευμένειάς της και φλογερά αφοσιωμένοι στις μεγάλες επιδιώξεις που τους ανάθεσε.
Θα δούμε πιο κάτω πώς, στο πεδίο των θρησκευτικών ζητημάτων, υπερασπίστηκε ή προώθησε με
την ίδια σταθερότητα τους ευνοουμένους της, τον Άνθιμο που τον έκανε πατριάρχη της
Κωνσταντινούπολης, τον Βιγίλιο που τον έκανε πάπα, τον Σεβήρο τον Αντιοχείας και τον Θεοδόσιο
τον Αλεξανδρείας, τον Ιωάννη τον Τέλλης και τον Ιάκωβο Βαραδαίο. Θα δούμε προπάντων με ποια
πεισματική ενεργητικότητα χτύπησε εκείνους που φάνηκαν να ξεφεύγουν απ' την επιρροή της και
προσπάθησαν να καταστρέψουν το κύρος της, τους στρατηγούς όπως τον Βελισάριο ή τον Βουτζή,
που δεν έσκυψαν με μεγάλη ταπεινότητα μπροστά στο μεγαλείο της, τους υπουργούς όπως τον
Ιωάννη Καππαδόκη ή τον Πρίσκο, που διακινδύνεψαν να της αμφισβητήσουν κατά πρόσωπο την
εξουσία της, τους πάπες, όπως τον Σιλβέριο, που αρνήθηκαν να υπακούσουν στις θελήσεις της.
Αντίκρυ σ' όλους αυτούς, έβαλε σ' ενέργεια τα πάντα, τον δόλο, τη σκληρότητα, τη βαναυσότητα.
Και χάρη σ' αυτά τα εύγλωττα μαθήματα, όλος ο κόσμος κατάλαβε πως οι διαταγές της Θεοδώρας
όφειλαν να γίνονται παντού σεβαστές, και πως, αν έρχονταν σ' αντίθεση με τις διαταγές του
Ιουστινιανού –τύχαινε κι αυτό κάποτε– ήταν φρονιμότερο και πολιτικότερο να υπακούσουν στην
αυτοκράτειρα, παρά στον αυτοκράτορα.
Πραγματικά, η Θεοδώρα δε δίσταζε, όταν ήταν ανάγκη, ν' αντιταχθεί ανοιχτά στις θελήσεις του

Digitized by 10uk1s

συζύγου της. Ένας από τους οικείους της, ο μονοφυσίτης πρεσβύτερος Ιουλιανός, που ζούσε στο
περιβάλλον του Θεοδοσίου, του καθαιρεμένου πατριάρχη της Αλεξάνδρειας, είχε μορφώσει το
σχέδιο να προσηλυτίσει τους ειδωλολάτρες της Νουβίας. Η αυτοκράτειρα τον ενθάρρυνε με θέρμη·
όμως, μαθαίνοντάς το, ο Ιουστινιανός σκέφτηκε να εμπιστευτεί την αποστολή σε ορθόδοξους ιερείς
κ' ετοίμασε μια πρεσβεία επιφορτισμένη να φέρει χρήματα, πολύτιμα δώρα και ρούχα βαπτίσματος
στο βασιλιά της Νουβίας· στάλθηκε ταυτόχρονα διαταγή στο διοικητή της Θηβαΐδας να υποστηρίξει
με όλη την ισχύ του τους απεσταλμένους του βασιλέως. Τι έκανε τότε η Θεοδώρα; Έστειλε από
μέρους της στο διοικητή της Θηβαΐδας ένα σύντομο, μα αυστηρό γράμμα, που εξηγούσε ορθάκοφτά πως η αυτοκράτειρα εννοούσε να φτάσει πριν από τον απεσταλμένο του αυτοκράτορα ο
δικός της απεσταλμένος στη Νουβία, και πως αν ο κυβερνήτης δε συμμορφωνόταν να καθυστερήσει
μ' ένα οποιοδήποτε πρόσχημα τους πρέσβεις του βασιλέως, ώστε ν' αφήσει στον Ιουλιανό τον καιρό
να προχωρήσει μπροστά, διακινδύνευε τη ζωή του. Ανάμεσα στις αντίθετες, μα ισότιμα σεβαστές
αυτές οδηγίες, ο κυβερνήτης της Θηβαΐδας δε δίστασε ούτε στιγμή· οι απεσταλμένοι της Θεοδώρας
πέρασαν στη Νουβία πρώτοι με αμάξια κι άλογα και με γερή συνοδεία. Όταν έφτασαν οι άλλοι, του
Ιουστινιανού, τους εξήγησαν με χίλιες δυο δικαιολογίες πως για την ώρα δεν υπήρχε ούτε ένα ζώο
διαθέσιμο, γιατί οι άνθρωποι της αυτοκράτειρας τα είχαν επιτάξει όλα, δείχνοντας ρητές διαταγές
που κανείς δεν είχε τολμήσει ν' αψηφήσει. Έτσι η πρεσβεία του βασιλέως έφτασε πολύ αργά, και
βρίσκοντας τη θέση παρμένη δεν πέτυχε κανένα αποτέλεσμα. Η ιστορία δεν αναφέρει αν ο
διοικητής της Θηβαΐδας, που τόσο καλά είχε υπηρετήσει τη Θεοδώρα, πήρε προαγωγή: μπορούμε
να το πιστέψουμε. Όμως εύκολα κρίνει κανείς πόσο τέτοια περιστατικά μεγάλωναν το γόητρο και
την ισχύ της Αυγούστας.
Η Θεοδώρα δε φρόντιζε μόνο να προωθεί στις κυβερνητικές θέσεις τους ευνοουμένους της και να
δίνει σ' όλους τους υπαλλήλους μια ανώτερη ιδέα του κύρους της. Πολύ απασχολημένη με τα
ζωτικά συμφέροντα του Κράτους, είχε δικές της ιδέες για τη διακυβέρνηση και προσωπική της
πολιτική και διπλωματία. Στη νομοθεσία του Ιουστινιανού υπάρχει μια ολόκληρη σειρά από μέτρα,
που ασφαλώς τα 'χει εμπνεύσει εκείνη. Άλλα απ' αυτά, που θα τα ξαναδούμε πιο κάτω, αποβλέπουν
σ' ένα από τα συνηθισμένα αντικείμενα των φροντίδων της, στη βελτίωση της θέσης των γυναικών·
άλλα, μεγαλύτερης ακόμα σπουδαιότητας, αναφέρονται στη μεταρρύθμιση της δημόσιας
οικονομικής διαχείρισης. Με την πολιτική της αντίληψη, η Θεοδώρα έβλεπε καθαρότατα τα δύο
κακά που υπονόμευαν τη στερεότητα της αυτοκρατορίας, την οικονομική κρίση και τη θρησκευτική
κρίση. Παρόλο που είχε ανάγκη από χρήματα, καταλάβαινε, όπως κι ο Ιουστινιανός, πόσο
απερίσκεπτο ήταν να καταπιέζουν υπερβολικά τους υπηκόους, πλαταίνοντας έτσι μια γενική
δυσαρέσκεια· για το λόγο αυτό ενέπνευσε στον αυτοκράτορα το μεγάλο διάταγμα του 535, που
ρύθμιζε τα καθήκοντα των υπαλλήλων και τους επέβαλλε να είναι στο εξής δίκαιοι, τίμιοι και
πατρικοί απέναντι στους διοικουμένους τους· για τον ίδιο λόγο, κατά ένα μέρος τουλάχιστο, ήρθε
σε σύγκρουση με τον αργυρώνητο, σκληρό και διεφθαρμένο υπουργό, τον Ιωάννη τον Καππαδόκη.
Στον ίδιο βαθμό την απασχολούσαν και τα θρησκευτικά ζητήματα. Ενώ ο Ιουστινιανός,
συνεπαρμένος από το μεγαλείο των ρωμαϊκών αναμνήσεων, εξαπτόταν σε σκέψεις μεγαλειώδες και
ομιχλώδεις, ενώ ονειρευόταν ν' αναστηλώσει την αυτοκρατορία των Καισάρων και να εξασφαλίσει
σ' αυτήν, με την ένωση με τη Ρώμη, την κυριαρχία της ορθοδοξίας, η Θεοδώρα, πιο έξυπνη και
διορατική, έστρεφε το βλέμμα στην Ανατολή. Ένιωθε πως οι πλούσιες κι ανθηρές αυτές επαρχίες
της Ασίας, της Συρίας, της Αιγύπτου, αποτελούσαν αληθινά τις ζωντανές δυνάμεις της
αυτοκρατορίας. Μάντευε τον κίνδυνο που δημιουργούσαν για την αυτοκρατορία οι θρησκευτικές
αιρέσεις που μ' αυτές, σ' εκείνες τις περιοχές, οι ανατολικές εθνότητες εκδήλωναν από τώρα τις
χωριστικές τάσεις τους· καταλάβαινε την ανάγκη να κατασιγάσει, με κατάλληλες παραχωρήσεις και
πλατιά ανεξιθρησκεία τις απειλητικές δυσαρέσκειες, κι όταν προσπαθούσε να κατευθύνει την
αυτοκρατορική πολιτική προς αυτό το σκοπό, μπορούμε, χωρίς παραδοξολογία, να
διαβεβαιώσουμε πως έβλεπε πιο σωστά από τον αυτοκρατορικό συνεταίρο της και διαισθανόταν
καθαρότερα από κείνον το μέλλον.

Digitized by 10uk1s

Ως την τελευταία της μέρα, μ' αμείωτη προσοχή, με υπέρμετρη επιμονή, με θαυμαστή
επινοητικότητα μέσων, προσπάθησε να λύσει το θρησκευτικό ζήτημα, ή μάλλον το πολιτικό ζήτημα
που κρυβόταν κάτω απ' τη θρησκευτική επιφάνεια. Όμως η ενεργητικότητα αυτή δεν προερχόταν
καθόλου, όπως στον Ιουστινιανό, από πνεύμα αντιλογίας, από τη στείρα ευχαρίστηση να
δογματίζει. Η Θεοδώρα ανήκε στην οικογένεια των μεγάλων Βυζαντινών αυτοκρατόρων που, κάτω
απ' τη διαβατική και μεταβλητή όψη των θεολογικών ερίδων, ήξεραν πάντα να βλέπουν το
αδιατάραχτο βάθος των πολιτικών προβλημάτων. Και γι' αυτό το λόγο, στ' όνομα των συμφερόντων
του Κράτους, ακολούθησε αποφασιστικά το δρόμο της, προστατεύοντας ανοιχτά τους αιρετικούς,
αψηφώντας θαρραλέα τον πάπα, παρασύροντας πίσω της τον Ιουστινιανό, ανήσυχο κι
αναποφάσιστο, ορμώντας τυφλά στη μάχη, χωρίς ποτέ να θελήσει να ομολογήσει μια ήττα. Ως την
τελευταία μέρα πάλαιψε για τις πεποιθήσεις της, πεισματικά σαν μεγάλος πολιτικός, με πάθος
ακόμη σαν αληθινή γυναίκα, ευλύγιστη ή βάναυση ανάλογα με τις περιστάσεις, αρκετά
αποφασιστική για να συλλάβει και να καθαιρέσει ένα πάπα, αρκετά επιτήδεια για να υποτάξει έναν
άλλο στις θελήσεις της, αρκετά θαρραλέα για να προστατέψει τους καταδιωγμένους φίλους της και
να τους προσφέρει τα μέσα ν' ανασυστήσουν την εκκλησία τους, αρκετά επιδέξια για να επιβάλει
συχνά την πολιτική της στον αυτοκράτορα.
Δε στάθηκε λιγότερο προσεχτική στο χειρισμό των υποθέσεων της αυτοκρατορίας. Δεχόταν
πρόθυμα τους πρεσβευτές κ' εκείνοι, γνωρίζοντας το κύρος της, έσπευδαν να της υποβάλουν τα
σέβη τους. Αλληλογραφούσε απ' ευθείας με τους ξένους ηγεμόνες, κ' εκείνοι, για ν' αποχτήσουν την
εύνοιά της, κολάκευαν πρόθυμα τη ματαιοδοξία της και το μεγάλο της πάθος για εξουσία.
Διατηρούσε μαζί τους, πάνω απ' το κεφάλι του αυτοκράτορα και ξέχωρα απ' τα γραφεία του
Κυβερνείου, μια ολόκληρη μυστική διπλωματία. Όταν ο Ιουστινιανός σκέφτηκε να μεταφέρει τον
πόλεμο στην Ιταλία κ' ετοιμάστηκε να διαρρήξει τις σχέσεις με το Θεοδάτο, το βασιλιά των Γότθων,
ο βυζαντινός πρεσβευτής Πέτρος, που ήταν επιφορτισμένος να επιδώσει στο βάρβαρο ηγεμόνα το
αυτοκρατορικό τελεσίγραφο, ήταν αφοσιωμένος έμπιστος της Θεοδώρας κ' η αρκετά μυστηριακή
αλληλογραφία που είχε εκείνη τη στιγμή η αυτοκράτειρα με την αυλή της Ραβέννας μοιάζει να
δείχνει πως και πάλι ακολουθούσε άλλα σχέδια από τους επίσημα διατυπωμένους σκοπούς του
συζύγου της. Πρέπει να πιστέψουμε τάχα, όπως διηγιέται η Μυστική Ιστορία, πως συμβούλεψε τη
δολοφονία της Αμαλασούνθας, κόρης του μεγάλου Θεοδώριχου, επειδή στην έξυπνη, ευγενική και
ωραία αυτή πριγκίπισσα έβλεπε μιαν αντίζηλη ικανή να της αποσπάσει την καρδιά του συζύγου της;
Τίποτα δεν τ' αποδείχνει. Όμως από γράμματά της προκύπτει πως πρόθυμα κοινολογούσε την
επιρροή της πάνω στον Ιουστινιανό σ' ό,τι αφορούσε τη διπλωματία. Προσκαλούσε τον Θεοδάτο να
μεταβιβάσει διά μέσου αυτής τις αιτήσεις που ήθελε ν' απευθύνει στον βασιλέα· έγραφε στον
υπουργό του Χοσρόη, του βασιλιά των Περσών: «Ο αυτοκράτορας δεν αποφασίζει τίποτα χωρίς να
με συμβουλευτεί».
Ασφαλώς η επιρροή αυτή δε στάθηκε πάντα ωφέλιμη και πολλές φορές, στις αυλές των γειτονικών
βασιλείων, κορόιδευαν την αυτοκρατορία αυτή που κυβερνιόταν από μια γυναίκα. Κάτω απ' τις
πολιτικές αρετές της, η Θεοδώρα έμενε πραγματικά γυναίκα και, με τη βιαιότητα των παθών της και
τη σφοδρότητα του μίσους της, αναστάτωσε συχνά ανώφελα την αυτοκρατορία. Αγαπούσε το
χρήμα: για να το προμηθευτεί, συμβούλεψε πολλά άδικα και καταπιεστικά μέτρα. Αγαπούσε τους
φίλους της: ασχολήθηκε πολλές φορές μαζί τους με υπερβολική κάπως φροντίδα. Εξασφάλισε το
μέλλον των δικών της, υπερβάλλοντας στην οικογενειακή της αφοσίωση. Η μεγαλύτερη αδερφή της
Κομιτώ, η παλιά ηθοποιός, παντρεύτηκε με τις φροντίδες της ένα αξιωματικό ανώτερης τάξης, τον
Σίκα, που ήταν νεανικός σύντροφος και παράμενε έμπιστος του αυτοκράτορα. Προσπάθησε να
ενώσει τον εγγονό της Αθανάσιο με την κόρη του Βελισάριου και να του εξασφαλίσει έτσι την
τεράστια περιουσία του στρατηγού. Τον κατέστησε πάντως, όταν απότυχε αυτό το σχέδιο,
πάμπλουτο και πολύ ισχυρό στην αυλή. Πάντρεψε την ανεψιά της Σοφία μ' ένα ανεψιό του
Ιουστινιανού, τον κουροπαλάτη Ιουστίνο, επίδοξο διάδοχο του θρόνου. Ο θείος της Θεόδωρος,

Digitized by 10uk1s

αδερφός της μητέρας της, έγινε πατρίκιος, πρόεδρος της συγκλήτου. Στον πόλεμο κατά των Περσών
του ανατέθηκαν σημαντικά καθήκοντα και παράμενε πάντα ένας απ' τους πιο έμπιστους
συμβούλους του αυτοκράτορα, ως την ημέρα που απαρνήθηκε τον κόσμο για ν' αποσυρθεί στο
μοναστήρι της Χώρας. Παρόμοια και πολλοί άλλοι συγγενείς της Θεοδώρας απόχτησαν με την
εύνοιά της μεγάλα και προσοδοφόρα αξιώματα. Τέλος, αγαπούσε την εξουσία: για να τη διατηρήσει
αμοίραστη, δεν υποχώρησε μπροστά σε τίποτα, κι όταν παίζονταν τα συμφέροντά της, δείχτηκε
αδίσταχτα πανούργα, βίαιη, σκληρή, άσπλαχνη σ' όσους είχαν προκαλέσει το μίσος της,
αναστατώνοντας έτσι μ' απίθανες ραδιουργίες το παλάτι και την αυλή.
Σ' όλη της τη ζωή η Θεοδώρα λυπόταν πικρά που δεν απόχτησε γιο, για να 'χει διαδόχους απ' το
αίμα της στο θρόνο του Βυζαντίου. Όταν στα 530 ο μεγάλος ερημίτης της Παλαιστίνης, ο άγιος
Σάββας, ήρθε στην Κωνσταντινούπολη κ' έγινε δεκτός με βασιλικές σχεδόν τιμές, η Θεοδώρα, όπως
κι ο Ιουστινιανός, έτρεξε να γονατίσει στα πόδια του παμμακάριστου και να ικετέψει ταπεινά την
ευλογία του. Ύστερα, μια μέρα, τον πήρε κατά μέρος και τον εκλιπάρησε να προσευχηθεί στο Θεό
για να χαρίσει επιτέλους παιδιά στην αυτοκράτειρα. Ο άγιος Σάββας αρνήθηκε ξεκάθαρα: «Η
γυναίκα αυτή, έλεγε σκαιά, δε θα 'φερνε στον κόσμο παρά εχθρούς της Εκκλησίας».
Δεν παρηγορήθηκε ποτέ που ο γάμος της έμεινε στείρος. Όμως τουλάχιστο, όσο έζησε, κυβέρνησε
σαν αφέντισσα κι όποια κι αν ήταν τα ελαττώματα κ' οι κακίες της, σφράγισε βαθιά με τη σφραγίδα
της τη διακυβέρνηση του Ιουστινιανού. Όταν πέθανε η Θεοδώρα άρχισε μια παρακμή, όπου έσβησε
θλιβερά, κάτω από ένα κουρασμένο και γέρο αυτοκράτορα, μια για καιρό δοξασμένη βασιλεία.

Digitized by 10uk1s

VII
ΟΙ ΜΝΗΣΙΚΑΚΙΕΣ ΤΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΣ
Ανάμεσα στους πρίγκιπες της αυτοκρατορικής οικογένειας, ο πατρίκιος Γερμανός, ανεψιός του
Ιουστινιανού, ήταν ο πιο ξεχωριστός κι ο πιο αγαπητός στο λαό. Εξαίρετος στρατιώτης, ενεργητικός
στρατηγός, ικανότατος διπλωμάτης, είχε πετύχει σ' όλες τις αποστολές που η εμπιστοσύνη του
βασιλέως του είχε αναθέσει. Είχε διακριθεί ιδιαίτερα στην Αφρική όπου μ' ένα επιδέξιο συνδυασμό
από κατάλληλες παραχωρήσεις κι αποφασιστική σκληρότητα, είχε κατορθώσει μέσα σε λίγους
μήνες να καταστείλει μια τρομερή εξέγερση και ν' αποκαταστήσει παντού στην επαρχία την τάξη και
την ειρήνη. Παντού απ' όπου είχε περάσει είχε αφήσει δοξασμένες αναμνήσεις. Ο στρατός τον
λάτρευε· μόλις υποδεικνυόταν για αρχιστράτηγος, οι μισθοφόροι έτρεχαν να καταταχθούν κάτω απ'
τις σημαίες του κ' οι ίδιοι οι βάρβαροι θεωρούσαν τιμή τους να υπηρετήσουν κάτω απ' τις διαταγές
του. Οι κάτοικοι των επαρχιών τον αγαπούσαν για την αντρεία του, για τη φροντίδα που έδειχνε για
την καλή διοίκηση και τη δικαιοσύνη, κι ακόμη, για τον τρόμο που τ' όνομά του μονάχα προκαλούσε
στους εχθρούς της αυτοκρατορίας. Την ίδια εκτίμηση είχε και στην πρωτεύουσα. Φροντίζοντας
πάντα για την καλή φήμη της διακυβέρνησης, πιστός τηρητής των νόμων, έδειχνε στο παλάτι και
στη δημόσια ζωή μια ήρεμη και περήφανη αξιοπρέπεια, μένοντας προσεχτικά μακριά από τις
ραδιουργίες που πολύ συχνά τάραζαν την αυλή του Ιουστινιανού, χωρίς να συμμερίζεται - πράγμα
σπάνιο στο Βυζάντιο - ούτε τα πάθη του ιππόδρομου ούτε τις αντιζηλίες των φατριών. Πολύ
πλούσιος, ήταν γενναιόδωρος, δάνειζε πρόθυμα σ' όσους του ζητούσαν, χωρίς τόκους. Τέλος,
πρόσχαρος κι αξιαγάπητος, δε θεωρούσε καθόλου πως η πριγκιπική σειρά του τον υποχρέωνε σε
μια μάταιη έπαρση· είχε πάντα το σπίτι του ανοιχτό σε όλους και το τραπέζι του ήταν φημισμένο.
Με τις μεγάλες του ικανότητες, με τις σπάνιες αρετές του, ο Γερμανός ήταν μια απ' τις
ευγενικότερες μορφές του περιβάλλοντος του Ιουστινιανού.
Για όλους αυτούς τους λόγους δεν τον έβλεπαν στην αυλή με καλό μάτι. Υπέρμετρα αγαπητός και
δημοφιλής, ανησυχούσε λίγο το πάντα καχύποπτο πνεύμα του αυτοκράτορα· εξαιρετικά σοβαρός,
περήφανος και γενναιόδωρος, προκαλούσε περισσότερο ακόμα τη δυσαρέσκεια της αυτοκράτειρας
που έβλεπε στη στάση του μια πολύ οφθαλμοφανή κριτική των τρόπων που συνήθιζαν οι μονάρχες.
Κι ακόμα-ακόμα, η Θεοδώρα μισούσε σ' αυτόν τον πιθανό κληρονόμο της αυτοκρατορίας, που τόσο
λαχταρούσε να μπορούσε να μεταβιβάσει στους απογόνους της· τον φθονούσε ίσως και για το
λαμπρό γάμο που είχε κάνει, παίρνοντας μια εγγονή του Θεοδώριχου του Μεγάλου, πράγμα που
κάπως ζωηρά υπογράμμιζε την ταπεινή καταγωγή της βασιλίσσης. Όμως, πάνω απ' όλα,
διαισθανόταν σ' αυτόν ένα πιθανό αντίζηλο της εξουσίας της κ' επιζητούσε με κάθε τρόπο να
εκμηδενίσει την επιρροή του. Γι' αυτό γρήγορα του έδειξε σημάδια της δυσμένειάς της.
Λίγο-λίγο, κάτω απ' την επίδραση της γυναίκας του, ο Ιουστινιανός, που στην αρχή πρόθυμα
πρόσφευγε στις ικανότητες του ανεψιού του, άρχισε να τον κρατάει σ' απόσταση σχεδόν σε
δυσμένεια, παύοντας να τον χρησιμοποιεί, κι ακόμα άφησε να σβήσουν σ' ανάξια λειτουργήματα
τους δυο γιους του Γερμανού, που ο φλογερός και φιλόδοξος χαρακτήρας τους προκαλούσε τις
υποψίες του. Γρήγορα, και κάθε μέρα και περισσότερο, φάνηκαν τα βέβαια σημάδια της
αυτοκρατορικής δυσμένειας. Ο Γερμανός είχε ένα αδερφό, τον Βοραίδη, που πέθανε αφήνοντας σ'
αυτόν και στους γιους του το μεγαλύτερο μέρος της τεράστιας περιουσίας του· αμέσως ο
Ιουστινιανός ακύρωσε τη διαθήκη με το πρόσχημα πως ο νεκρός άφηνε γυναίκα και μια κόρη που
δεν μπορούσε έτσι ολοκληρωτικά να τις αποκληρώσει. Το μίσος της Θεοδώρας εκδηλωνόταν πιο
ανοιχτά ακόμη, σε σημείο που, από φόβο στην αυτοκράτειρα, κανείς δεν τολμούσε να 'χει σχέσεις
με την οικογένεια του Γερμανού. Εκτός απ' τους γιους του, ο πρίγκιπας είχε και μια κόρη: είχε
φτάσει στα δεκαοχτώ και δεν είχε ακόμα παντρευτεί. Ωστόσο παρουσιάστηκε κάποτε ένας
μνηστήρας. Ήταν ένας αξιωματικός του στρατού του Βελισάριου, ο Ιωάννης, ανεψιός του
Βιταλιανού εκείνου, που άλλοτε, στην αυλή του Ιουστίνου, είχε για μια στιγμή βάλει σε κίνδυνο την

Digitized by 10uk1s

καριέρα του Ιουστινιανού. Αρκετά δυσάρεστος στο παλάτι εξαιτίας αυτής της συγγένειας, όμως
γενναίος, τολμηρός κ' υπέρμετρα φιλόδοξος, σκέφτηκε πως μια και δεν είχε τίποτα να ελπίζει από
την πλευρά της αυλής, θα 'χε κάποιο όφελος να γυρέψει την τύχη του στην αντίθετη παράταξη:
ζήτησε έτσι από το Γερμανό το χέρι της κόρης του. Ήταν μια μέτρια τύχη για μια μικρανεψιά του
αυτοκράτορα· όμως ο Γερμανός δέχτηκε μ' ενθουσιασμό τον ανέλπιστο αυτό γαμπρό, κ' οι δυο τους,
ο καθένας απ' τη μεριά του, είχαν τέτοιο φόβο να μην αποτύχει το σχέδιό τους, που ενώθηκαν με
τους πιο επίσημους όρκους. Μαθαίνοντάς το η Θεοδώρα οργίστηκε φοβερά· μ' όλα τα μέσα, με το
δόλο, με την απειλή, προσπάθησε να εμποδίσει το γάμο. Δεν κατάφερε τίποτα. Κατάληξε τότε να
δηλώσει ανοιχτά πως ο Ιωάννης θα πλήρωνε ίσως με το κεφάλι του την αποκοτιά του, κι όπως από
καιρό ο αξιωματικός αυτός, βρισκόταν σε δηλωμένη διχόνοια με τον Βελισάριο, δε γύρισε εντελώς
χωρίς φόβο στην Ιταλία, μόλις έγινε ο γάμος. Η Αντωνίνα, η ευνοούμενη κ' η κολασμένη ψυχή της
Θεοδώρας, βρισκόταν εκεί και κανένας δεν αμφέβαλλε πως η αυτοκράτειρα θα της είχε αναθέσει
να ξεπληρώσει την εκδίκησή της. Πρέπει όμως να προσθέσουμε, για τιμή της Θεοδώρας, πως ο
γαμπρός του Γερμανού δε φαίνεται να εξαναγκάστηκε να μετανοιώσει που τόλμησε ν' αψηφήσει
την αντιπάθεια της αυτοκράτειρας. Πάντως ο Γερμανός κ' οι γιοι του στάθηκαν λιγότερο τυχεροί.
Όσο έζησε η βασίλισσα, παρέμειναν σε δυσμένεια, και με τις πανούργες συκοφαντίες της η
Θεοδώρα είχε κατορθώσει τόσο πολύ να προδιαθέσει εναντίον τους τον Ιουστινιανό, που και μετά
το θάνατο ακόμα της γυναίκας του, ο αυτοκράτορας άργησε πολύ να πιστέψει στην αφοσίωσή τους
και να τους ανοίξει και πάλι το δρόμο προς τ' αξιώματα.
Έτσι, για να κρατάει τον Ιουστινιανό στα χέρια της, η Θεοδώρα φρόντιζε πάντα να ξεμακραίνει
εκείνους που η επιρροή τους θα μπορούσε ν' αποτελέσει αντίρροπο στη δική της. Η μνησικακία της
στάθηκε πιο ανελέητη ακόμα για κείνους που τόλμησαν να διαμφισβητήσουν την εξουσία της ή
προσπάθησαν να κλονίσουν το κύρος της.
Ήταν στα 542. Ο Ιουστινιανός ήταν βαριά άρρωστος από το λοιμό που μάστιζε τότε την
Κωνσταντινούπολη, κ' η φήμη του θανάτου του είχε απλωθεί κιόλας στην πρωτεύουσα και στο
στρατό. Πολλοί απ' τους στρατηγούς, θέλοντας να επωφεληθούν από τη μεταβολή της βασιλείας,
δήλωσαν πως αν ο αυτοκράτορας είχε πεθάνει, δε θ' άφηναν με κανένα τρόπο στο Βυζάντιο, μ'
άλλα λόγια στο παλάτι και στην αυτοκράτειρα, το δικαίωμα να εκλέξουν τον νέο αυτοκράτορα. Ήταν
κάτι που η Θεοδώρα δε μπορούσε ποτέ να το συγχωρήσει. Μόλις η αποκατάσταση της υγείας του
αντρός της στερέωσε την εξουσία της, κάλεσε στην Κωνσταντινούπολη εκείνους που οι κατάσκοποί
της της υπόδειχναν σαν κυριότερους ένοχους, τον Βελισάριο και τον Βουντζή. Ο πρώτος, που του
αφαιρέθηκε αμέσως η διοίκηση των στρατευμάτων του, έπεσε σε πλήρη δυσμένεια και για μια
στιγμή φοβήθηκε και για τη ζωή του. Ο δεύτερος, προσκαλεσμένος απ' τη Θεοδώρα στον
αυτοκρατορικό γυναικωνίτη για μια σπουδαία ανακοίνωση, πιάστηκε και φυλακίστηκε σε μια απ'
τις υπόγειες κρύπτες, όπου, καθώς έλεγαν, η αυτοκράτειρα εξαφάνιζε μυστικά τα θύματά της. Δύο
ολόκληρα χρόνια έλιωνε μέσα σ' αυτή την κόλαση, ζώντας σε μια ατέλειωτη νύχτα, χωρίς να μιλάει
σε ζωντανό πλάσμα: οι δεσμοφύλακες που του 'φερναν φαγητό είχαν διαταγή να μην του
απευθύνουν ποτέ λέξη. Κι όλος ο κόσμος τον είχε για νεκρό και κανείς δεν τολμούσε, από φρόνηση,
ούτε να προφέρει ακόμα ένα όνομα που θύμιζε σκοτεινές ιστορίες, όταν ο Βουντζής ξαναφάνηκε. Η
Θεοδώρα είχε τελικά σπλαχνιστεί το θύμα της· αποδίνοντάς του όμως την ελευθερία, τον έβγαζε
στον κόσμο σχεδόν αγνώριστο. Απ' τη μακρόχρονη φυλάκισή του, ο Βουντζής, καθώς γράφει ο
Προκόπιος, είχε χάσει σχεδόν την όρασή του κ' η υγεία του ήταν κατεστραμμένη για πάντα.
Παρόμοια δυσμένεια έπληξε τον γραμματέα Πρίσκο, που η εύνοια του Ιουστινιανού τον είχε
ανεβάσει στο ανώτερο αξίωμα του διοικητή των φρουρών και που, περήφανος για τη συμπάθεια
που του 'δειχνε ο αυτοκράτορας, νόμισε πως ήταν σε θέση να τα βάλει με τη Θεοδώρα. Ήταν ένας
μοχθηρός άνθρωπος, που απ' το επάγγελμά του είχε μπει στο στενό περιβάλλον του βασιλέως κ'
είχε προκαλέσει το ενδιαφέρον με προσποιητό ζήλο κι αφοσίωση. Στην αρχή είχε επωφεληθεί απ'

Digitized by 10uk1s

τη θέση του φτιάχνοντας μια αρκετά στρογγυλή περιουσία. Δεν άργησε να ονειρευτεί περισσότερα:
δίνοντας, αστόχαστα, εμπιστοσύνη στη φιλία του αυτοκράτορα, φουσκωμένος κιόλας από έπαρση
για τα μεγάλα αξιώματα όπου είχε ανεβεί, πήρε ύφος αλαζονικό, στάση προσβλητική απέναντι στη
βασίλισσα κι ακόμα, επέτρεψε στον εαυτό του να μιλάει με προσβλητικές εκφράσεις για κείνην. Η
Θεοδώρα δεν ήταν γυναίκα που συγχωρούσε τέτοιες αυθάδειες· όμως τόσο μεγάλη ήταν η επιρροή
του ευνοούμενου στον αφέντη, τόσο αληθινή η στοργή του Ιουστινιανού στο σύμβουλό του, που
στην αρχή η αυτοκράτειρα δε μπόρεσε να πετύχει τίποτα. Τότε αποφάσισε κάτι δραστήριο και
τολμηρό. Επιβίβασε με τη βία τον εχθρό της για την Κύζικο, όπου ο δύστυχος εξαναγκάστηκε
βιαστικά να κουρευτεί και να γίνει καλόγερος. Μπροστά στο συντελεσμένο γεγονός, ο Ιουστινιανός,
με τη συνηθισμένη του αδυναμία υπόκυψε. Ποτέ πια δεν ενδιαφέρθηκε για το τι απόγινε ο Πρίσκος·
περιορίστηκε μόνο να δημεύσει για όφελός του την τεράστια περιουσία του παλιού ευνοουμένου
του.
Κι άλλοι πολλοί ακόμα δοκίμασαν την ανελέητη βιαιότητα του μίσους της Θεοδώρας. Ο Βασσιανός,
όπως κι ο Πρίσκος, είχε εκφραστεί με αυθάδεια για λογαριασμό της αυτοκράτειρας. Ήταν πολύ
επικίνδυνο, κ' ιδιαίτερα γι' αυτόν, γιατί είχε την ατυχία ν' ανήκει στην πράσινη φατρία. Γι' αυτό, ο
Βασσιανός, ξέροντας σε τι κίνδυνο είχε εκτεθεί, είχε γυρέψει άσυλο στην εκκλησία του Αρχάγγελου
Μιχαήλ. Χωρίς να σεβαστεί την ιερότητα του τόπου, η Θεοδώρα διάταξε να τον συλλάβουν· όμως,
καθώς ήταν πολύ επιτήδεια, απόφυγε να προβάλει την προσωπική προσβολή της. Ο Βασσιανός
κατηγορήθηκε για αισχρότητα ηθών και καταδικάστηκε βιαστικά από ένα υποχρεωτικό δικαστή στη
μεγαλύτερη ποινή που πρόβλεπε ο νόμος γι' αυτό το έγκλημα. Μάταια το πλήθος, συγκινημένο απ'
τη χάρη και την ωραιότητα του ευγενικού νέου, απαιτούσε με κραυγές την απελευθέρωσή του. Από
σαδιστική σκληρότητα η Θεοδώρα διάταξε να προστεθεί στην ποινή κ' η επιβάρυνση ενός
εξευτελιστικού ακρωτηριασμού· κ' ύστερα, κατά τη συνήθειά της, δήμευσε για όφελος του
θησαυροφυλακίου την περιουσία του θύματός της.
Με το ίδιο πάθος που εκδικιόταν τις δικές της προσβολές, έσπευδε να εκδικηθεί και τις προσβολές
των φίλων της. Όταν ο Φώτιος, ο προγονός του Βελισάριου, αποφάσισε να υπερασπιστεί τη
συζυγική τιμή του πατριού του και τόλμησε μέρα μεσημέρι, μέσ' την εκκλησία της Εφέσου, να
συλλάβει τον εραστή της Αντωνίνας, η Θεοδώρα τον έκανε να πληρώσει αυτή την παρατολμία του.
Διάταξε να τον συλλάβουν, να τον ραβδίσουν σα σκλάβο, και τον υπόβαλε στα φριχτότερα
βασανιστήρια για να του αποσπάσει το μυστικό του μέρους όπου είχε κρύψει τον αιχμάλωτό του·
όμως, πράγμα αναπάντεχο, ο άνθρωπος αυτός με την εύθραυστη υγεία, ο λεπτεπίλεπτος αυτός
αριστοκράτης, έδειξε ανήκουστη αντοχή στα μαρτύρια. Δε μπόρεσαν να του βγάλουν τίποτα. Τέλος
η Θεοδώρα τον έκλεισε σε μια απ' τις τρομερές υπόγειες κρύπτες της. Ο Φώτιος δραπέτευσε από κει
μέσα και πήγε να ζητήσει άσυλο στην εκκλησία της Θεοτόκου. Τον ξανάπιασαν, τον ξαναφυλάκισαν,
όμως και πάλι δραπέτευσε κι αυτή τη φορά κατέφυγε στην Αγία Σοφία, υπολογίζοντας πως κανείς
δε θα τολμούσε να τον αποσπάσει απ' αυτό το ιερό που όλοι το σέβονταν. Όμως τίποτα δεν
αφόπλιζε το μίσος της Θεοδώρας. Στη διαταγή της, φοβισμένοι, οι ιερείς της Μεγάλης εκκλησίας
παράδωσαν τον ικέτη. Για τρίτη φορά ο Φώτιος ξαναγύρισε στη φυλακή του. Έμεινε εκεί τρία χρόνια
κι άρχιζε ν' απελπίζεται, όταν, καθώς λένε έγινε ένα θαύμα. Του παρουσιάστηκε στ' όνειρο ο
προφήτης Ζαχαρίας και του υποσχέθηκε να τον βοηθήσει στη φυγή του. Για μια ακόμα φορά ο
Φώτιος κατάφερε να βγει απ' τις αυτοκρατορικές φυλακές και, τυχερότερος αυτή τη φορά,
ξεγελώντας τους διώχτες του, να φθάσει στα Ιεροσόλυμα. Εκεί μπήκε σε μοναστήρι, λογαριάζοντας
πως μονάχα έτσι θα μπορούσε να ξεφύγει την εκδίκηση της Θεοδώρας. Αργότερα, μετά το θάνατο
του Ιουστινιανού, ξαναγύρισε στο παλάτι και, πράγμα περίεργο, έγινε ευνοούμενος της
αυτοκράτειρας Σοφίας, της ανεψιάς της αλλοτινής του διώκτριας.
Όλοι όσοι είχαν βοηθήσει το Φώτιο στο εγχείρημά του διαμοιράστηκαν τη δυσμένειά του. Πολλοί
απ' τους φίλους και συγγενείς του με διαταγή της Θεοδώρας υπέστηκαν ραβδισμούς ή εξορίστηκαν·

Digitized by 10uk1s

άλλοι εξαφανίστηκαν με πιο μυστηριώδη ακόμα τρόπο. Ο φίλος του, ο συγκλητικός Θεοδόσιος, που
είχε πάρει μέρος στην επιχείρηση της Εφέσου, δέχτηκε στυγνή μεταχείριση. Τον έριξαν στις
υπόγειες φυλακές της αυτοκράτειρας και, σαν ζώο, τον έδεσαν σ' ένα χαλκά με τόσο κοντή αλυσίδα
που δε μπορούσε να σκύψει. Έζησε εκεί, υποχρεωμένος να στέκει συνέχεια ορθός, και σε τέσσερις
μήνες τρελάθηκε. Τότε τον άφησαν να φύγει και λίγο αργότερα πέθανε. Όπως ήταν φυσικό, η
περιουσία του δημεύτηκε.
Παρ' όλα αυτά η Θεοδώρα απότυχε μερικές φορές στις εκδικήσεις της. Ο Διογένης, ένας άνθρωπος
από μεγάλη γενιά ήταν πολύ κοσμαγάπητος στην πρωτεύουσα και, παρόλο που ανήκε στην πράσινη
φατρία, κι ο ίδιος ο αυτοκράτορας τον αγαπούσε πολύ. Για όλα αυτά η αυτοκράτειρα τον μισούσε
και προσπαθούσε να τον καταστρέψει. Ο Προκόπιος ξέχασε να εξηγήσει γιατί, σ' αυτή την
περίπτωση, η Θεοδώρα απαρνήθηκε τις βίαιες και μυστικές μεθόδους της· όπως και να 'χει, ο
Διογένης σύρθηκε στο δικαστήριο με την κατηγορία ανομολόγητων ηθών. Η Θεοδώρα είχε
φροντίσει να ετοιμάσει ψευδομάρτυρες από τους σκλάβους του κατηγορουμένου. Όμως έτυχε κ' οι
δικαστές, παίρνοντας στα σοβαρά το ρόλο τους, δε βρήκαν αρκετά αποδεικτικές τις καταθέσεις. Για
να ενισχύσει τις μαρτυρίες η αυτοκράτειρα συνέλαβε τότε ένα απ' τους υπηρέτες του Διογένη, και
πότε με το καλό, πότε με τη βία, προσπάθησε να τον πείσει να μαρτυρήσει σε βάρος του κυρίου
του. Όπως δεν πετύχαινε τίποτα σοφίστηκε ένα τρομερό μαρτύριο. Διάταξε να τυλίξουν ένα
βούνευρο γύρω απ' το μέτωπο του φυλακισμένου και να το σφίξουν ώσπου τα μάτια του να
πεταχτούν απ' τις κώχες τους. Και με όλα αυτά ο άνθρωπος δεν υπόκυψε. Τελικά το δικαστήριο
κρίνοντας πολύ θολή την υπόθεση, αθώωσε τον Διογένη για μεγάλη χαρά της πρωτεύουσας και
ζωηρή δυσαρέσκεια της αυτοκράτειρας.
Αν θα θέλαμε να εξετάσουμε, λεπτομερέστερα κάπως, μερικά απ' τα ανέκδοτα της Μυστικής
Ιστορίας που ανάφερα εδώ, θα βρίσκαμε σ' αυτά, αμερόληπτα κρίνοντας, πολλά συζητήσιμα
σημεία. Πρέπει να ομολογήσουμε πως δύσκολα μπορούμε να καταλάβουμε πώς η Θεοδώρα, μια κ'
είχε στη διάθεσή ης τόσα μυστηριώδη και σίγουρα μέσα για να καταστρέψει τους αντιπάλους της,
έβρισκε ευχαρίστηση να τους πηγαίνει στα δημόσια δικαστήρια απ' όπου μπορούσαν κάποτε να
βγουν και αθώοι. Είναι βέβαιο απ' την άλλη μεριά πως απ' τις τρομερές αυτές φυλακές, που με τόση
δραματικότητα και μυστήριο μας παρουσίασε ο Προκόπιος, ξέφευγαν, στο κάτω-κάτω αρκετά
εύκολα, κ' η ιστορία του Φώτιου το φανερώνει και το παράδειγμα ακόμα του Βουντζή, που αφού
πέρασε από κει ξαναπαρουσιάζεται αργότερα, όχι μονάχα στα συμβούλια του αυτοκράτορα, αλλά κ'
επί κεφαλής στρατιών, αποδείχνει πως δεν καταντούσε κανείς αναγκαστικά, εκεί μέσα, ζωντανό
ερείπιο, όπως άρεσε στο λιβελογράφο να μας παρουσιάσει τον άτυχο στρατηγό. Τέλος, κατά την
ίδια την ομολογία του συγγραφέα της Μυστικής Ιστορίας, η τρομερή Θεοδώρα ήταν μερικές φορές
ικανή να σπλαχνιστεί και να συγχωρήσει, πράγμα που δύσκολα συμφωνεί με τις ανελέητες
μνησικακίες που της αποδίνει, κ' είναι γεγονός ακόμη πως οι πιο επικίνδυνοι αντίπαλοί της
πλήρωσαν όχι με θάνατο, αλλά απλά και μόνο με εξορία, την αντιπολίτευση που τόλμησαν να της
κάνουν, πράγμα που έρχεται κάπως σ' αντίθεση με τα αιμοβόρα γούστα που της αποδίδει.
Όμως, χωρίς να μακραίνουμε κατά τη φαντασία μας τον κατάλογο των σκληροτήτων και των
θυμάτων της, δεν πρέπει καθόλου ωστόσο να επιδιώξουμε να παρουσιάσουμε τη Θεοδώρα σαν
υπερβολικά επιεική και εξαιρετικά καλή βασίλισσα. Όταν κινδύνευαν τα συμφέροντά της δεν
υποχωρούσε μπροστά σε τίποτα· μια δολοφονία καθόλου δε θα την τρόμαζε, αν την έκρινε ωφέλιμη
και αναγκαία. Οι περιπέτειες του Πρίσκου ή του Γερμανού, δείχνουν για το τι ήταν ικανή όταν
κινδύνευε η εξουσία της. Η ιστορία της δυσμένειας του Ιωάννου του Καππαδόκη είναι
χαρακτηριστικότερη ακόμα: ενώ μας μπάζει αρκετά στα ήθη της βυζαντινής αυτής αυλής, που τόσο
ήταν γόνιμη σε ραδιουργίες και συνωμοσίες, φωτίζει ταυτόχρονα με ζωηρό φως τον γεμάτο πάθος
χαρακτήρα, τη φιλόδοξη ψυχή, το εκδικητικό πνεύμα, την αδίσταχτη ενεργητικότητα, την πανούργα
επιδεξιότητα της αυτοκράτειρας Θεοδώρας.

Digitized by 10uk1s

VIII
ΘΕΟΔΩΡΑ ΚΑΙ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΚΑΠΠΑΔΟΚΗΣ
Από δέκα χρόνια πριν ο Ιωάννης ο Καππαδόκης είχε το ανώτερο αξίωμα του επάρχου του
πραιτωρίου, ήταν δηλαδή περίπου, ταυτόχρονα υπουργός των οικονομικών, υπουργός των
εσωτερικών και σχεδόν πρωθυπουργός της αυτοκρατορίας. Ταπεινής καταγωγής, με μέτρια
μόρφωση και χωρίς καμιά αγωγή, είχε ξεκινήσει από χαμηλά· όμως με την εξυπνάδα του, με την
επιδεξιότητα της ισχυρής και πρακτικής ιδιοφυίας του, με τη θαυμαστή του αντίληψη των κρατικών
ζητημάτων, είχε κερδίσει σιγά-σιγά την εύνοια και τη φιλία του Ιουστινιανού. Με τις ωραίες του
υποσχέσεις, θαμπώνοντάς τον με μεγαλεπήβολα σχέδια οικονομικής αναδιοργάνωσης, είχε
προκαλέσει την προσοχή ενός μονάρχη που πάντα είχε ανάγκη από χρήματα· πολύ γρήγορα
τοποθετήθηκε σε μια ανώτερη θέση στη διαχείριση των οικονομικών, πήρε λίγο αργότερα τον τίτλο
του επιφανούς, και στα 531 είχε ανεβεί στο αξίωμα του επάρχου του πραιτωρίου.
Μια παροιμία της εποχής έλεγε για κείνους που κατάγονταν από την Καππαδοκία: «Ο Καππαδόκης
είναι κακός απ' τη φύση του: δος του μια θέση, γίνεται χειρότερος· δείξτου πώς να κερδίσει
χρήματα, γίνεται ελεεινός». Με τη σκληρότητα, την απληστία του, την ασυνειδησία του, ο έπαρχος
του πραιτωρίου δικαίωσε στην εντέλεια την κακή φήμη των συμπατριωτών του. Για να βρει
χρήματα, είτε για το θησαυροφυλάκιο, είτε για τον εαυτό του, ψυχρά, χωρίς οίκτο, χωρίς τύψεις,
θυσίασε ανθρώπινες ζωές και κατάστρεψε πολιτείες. Επέτρεψε τα πάντα στους πράκτορές του,
φτάνει να του 'φερναν χρυσάφι κι ο ίδιος έδωσε το παράδειγμα κ' έδειξε τον τρόπο πώς να το
προμηθεύονται. Στις φυλακές του πραιτωρίου εγκατέστησε ένα ολόκληρο μελετημένο σύστημα από
σύνεργα βασανιστηρίων, κ' εκείνοι που τους υποπτευόταν πως έκρυβαν την περιουσία τους έμαθαν
εκεί τι μπορούσε να τους στοιχίσει η προσπάθειά τους να ξεφύγουν τον έφορα. Άνθρωποι από κάθε
τάξη και κάθε ηλικία δοκίμασαν τα μαρτύριά του: τους έδερνε, τους κρεμούσε απ' τα χέρια ή απ' τα
πόδια, τους βασάνιζε με χίλιους τρόπους και πολλές φορές ως το θάνατο· όπως έλεγαν οι σύγχρονοί
του, μέσ' από τα χέρια του έβγαινε κανείς ή νεκρός ή ξεγυμνωμένος.
Άπληστος και χυδαίος χαρακτήρας ο Ιωάννης ο Καππαδόκης, δουλεύοντας για τον αυτοκράτορα,
δεν ξεχνούσε και τον εαυτό του «Έτοιμος πάντα να κλέψει», όπως γράφει ένας ιστορικός της
εποχής, κερδοσκοπούσε στα πάντα. Όταν μπαρκάριζε η στρατιά που προοριζόταν να καταχτήσει την
Αφρική, ο έπαρχος του πραιτωρίου, που σ' αυτόν έπεφτε η φροντίδα για τις στρατιωτικές
προμήθειες, εφοδίασε τα στρατεύματα με γαλέτες κακής ποιότητας που σάπισαν στο δρόμο και
προκάλεσαν επιδημίες στο εκστρατευτικό σώμα· όμως ο Ιωάννης ο Καππαδόκης είχε κερδίσει ένα
μεγάλο ποσό απ' αυτή την κομπίνα. Κερδοσκοπούσε στα στάρια, πότε υποχρεώνοντας τους αγρότες
να πληρώνουν σε χρυσάφι το φόρο που προβλεπόταν σε είδος, πότε προαγοράζοντας τη συγκομιδή
για να την ξαναπουλήσει σε υπέρογκες τιμές. Περίκοβε τους μισθούς των υπαλλήλων και των
στρατιωτών και καρπωνόταν τη διαφορά· κι απ' όλες τις καταχρήσεις και τις καταπιέσεις αυτές είχε
δημιουργήσει μια τεράστια περιουσία που αποτελούσε σκάνδαλο.
Όλος ο κόσμος τον μισούσε. Όμως στα μάτια του Ιουστινιανού, ο Ιωάννης είχε ένα εξαιρετικό
χάρισμα: σε κάθε ζήτηση προμήθευε το χρήμα που απαιτούσαν οι μεγάλες δαπάνες της βασιλείας.
Με ποιους τρόπους πετύχαινε τα θαυμαστά αυτά αποτελέσματα, ο αυτοκράτορας δεν εξέταζε, κ'
ίσως-ίσως και τους αγνοούσε πραγματικά· με την εφευρετικότητά του να δημιουργεί πηγές, με τη
σταθερή του φροντίδα ν' αυξαίνει τα δημόσια έσοδα, που γι' αυτήν συχνά ο βασιλεύς τον
επαινούσε μπροστά στους άλλους, και με τις άλλες του ικανότητες, ο έπαρχος του πραιτωρίου είχε
καταφέρει να γίνει και απαραίτητος και ασύδοτος. Καλός διαχειριστής, παρ' όλα του τα
ελαττώματα, είχε ακόμα και έξοχα πολιτικά προσόντα, χαραχτήρα δραστήριο και τολμηρό και
κυνική ειλικρίνεια που μ' αυτήν επιβαλλόταν στον αυτοκράτορα. Και παρ' όλα τα μίση που
ξεσήκωνε γύρω του, όλοι στην αυλή, τρέμοντας μπροστά στον πανίσχυρο ευνοούμενο, αμιλλώνταν,

Digitized by 10uk1s

για ν' αρέσουν στον αυτοκράτορα, ποιος να εξυμνήσει περισσότερο την άφταστη επιδεξιότητα και
τις διαχειριστικές του επιτυχίες.
Η στάση του Νίκα, που σ' ένα μεγάλο μέρος την προκάλεσαν οι καταθλιπτικές φορολογίες του, λίγο
έλειψε να σταματήσει πρόωρα την καριέρα του. Ο Ιουστινιανός, με τις ενθουσιαστικές
επιδοκιμασίες του πλήθους, τον έβαλε σε δυσμένεια. Όμως ο Ιωάννης είχε γίνει απαραίτητος· πολύ
γρήγορα ξαναγύρισε στην αρχή, περισσότερο σκληρός και άπληστος από ποτέ, κι όχι λιγότερο
βέβαιος για την εύνοια του ηγεμόνα. Στο εξής έγινε έπαρχος του πραιτωρίου, ύπατος, πατρίκιος· κι
ο αυτοκράτορας, που σε μια επίσημη επιστολή του τον ευχαριστούσε «για την ολόψυχη αφοσίωσή
του στη σωτηρία του αυτοκράτορος», κατάληξε να εμπιστευτεί τυφλά στον χρήσιμο και πιστόν
αυτόν υπηρέτη.
Πανίσχυρος στην επιρροή του στον αυτοκράτορα κ' υπέρμετρα πλούσιος, ο Ιωάννης έφτασε λίγολίγο να μεθύσει με την επιτυχία του. Χυδαίος, φιλήδονος και γλεντζές, είχε πάντα αγαπήσει την
εξουσία για τις υλικές απολαύσεις που εξασφαλίζει. Αγαπούσε τα συμπόσια, τ' ακριβά κρασιά, τα
καλά φαγητά· για ένα πετυχημένο πιάτο ανέβαζε τους μαγείρους του σε μεγάλα δημόσια αξιώματα·
απ' τον Ελλήσποντο, απ' τον Εύξεινο πόντο, απ' τα μακρινά παράλια του Φάση, έφερνε για το
τραπέζι του τα πιο σπάνια ψάρια και τα πιο περιζήτητα κυνήγια. Καλοφαγάς, μεγάλος κρασοπότης,
περνούσε μ' εύθυμη συντροφιά νύχτες ολάκερες σε συμπόσια, χωρίς ν' ανέχεται να τον ενοχλούν
ούτε καν για τις κρατικές υποθέσεις· κι όχι σπάνια, τον βρίσκανε το πρωί τύφλα στο μεθύσι, ή τόσο
ξέχειλο από φαγιά που γέμιζε το πάτωμα και τους διπλανούς του με τους χείμαρρους απ' τα
ξεράσματά του. Τα ήθη του ήταν ελεεινά κι αξιοθρήνητα. Τον έβλεπαν συχνά να περνάει απ' τους
δρόμους της πρωτεύουσας ντυμένο μ' ένα πράσινο ρούχο, που έκανε να χτυπά περισσότερο η
χλωμάδα του, περιτριγυρισμένο από μια αναίσχυντη συνοδεία από νεαρούς κι από εταίρες.
Φορώντας διάφανους χιτώνες, που άφηναν να διαφαίνεται ελεύθερα η ομορφιά τους, οι γυναίκες
αυτές περιτριγύριζαν το φορείο του πανίσχυρου υπουργού, τον γέμιζαν χάδια και φιλιά, ενώ ο
Ιωάννης, ακουμπώντας νωχελικά στους ώμους των παλλακίδων του, σκεφτόταν πως με τη γραφική
και ξετραχηλισμένη αυτή ακολουθία, με την πομπώδικη επίδειξη του πλούτου του, θάμπωνε τα
μάτια των συγχρόνων του και παρασκεύαζε το μέλλον που ονειρευόταν η φιλοδοξία του.
Όπως και το μεγαλύτερο μέρος των συγκαιρινών του, ο Ιωάννης ο Καππαδόκης ήταν δεισιδαίμονας.
Πίστευε στους μάντηδες, στους μάγους, κ' εκείνοι με προθυμία του προφήτευαν πως θα ντυνόταν
μια μέρα την πορφύρα του Αυγούστου· για να βοηθήσει να πετύχουν αυτές οι προβλέψεις, έπαιρνε
κ ο ίδιος μέρος σε μαγικές τελετές και, φουσκωμένος όλος από ελπίδα, βλέποντας κιόλας τον εαυτό
του αυτοκράτορα, έμοιαζε, κατά την ωραία έκφραση του Προκόπιου, «να περπατάει στα σύννεφα».
Μη πιστεύοντας ούτε στο Θεό ούτε στο διάβολο, κ' εξάλλου πολύ ύποπτος για παγανισμό,
τολμούσε, μέσ' στην ορθόδοξη και θρησκόληπτη αυτή αυλή, να παρουσιάζεται σπάνια στην
εκκλησία, κι αν καμιά φορά πήγαινε, να μουρμουρίζει, αντί για προσευχές, ειδωλολατρικά ξόρκια.
Στην κατοικία του ευχαριστιόταν ν' αναβιώνει τις αρχαίες ελληνικές τελετουργίες· ντυμένος με
ένδυμα μεγάλου αρχιερέα, ικέτευε τους θεούς ή τους δαίμονες -εκείνη την εποχή δε γινόταν πια
διάκριση ανάμεσά τους– να στερεώσουν την επιρροή του πάνω στο πνεύμα του Ιουστινιανού,
ώσπου να 'ρθει η ευλογημένη ώρα να τον ανατρέψει. Στο μεταξύ, όπως είχε και πραχτικό μυαλό,
χρησιμοποιούσε τα απέραντα πλούτη του για να δημιουργήσει δικό του κόμμα στην αυτοκρατορία,
και για να γίνει δημοφιλής, άρχισε να κάνει στις επαρχίες επίσημα ταξίδια με μεγάλη και λαμπρή
συνοδεία.
Δε φοβήθηκε, για ν' ανοίξει το δρόμο του, να βρεθεί αντιμέτωπος με τη Θεοδώρα. Αντί να την
κολακέψει, να της δείξει το σεβασμό που αγαπούσε, ο έπαρχος του πραιτωρίου πήρε απέναντί της
αλαζονικό και προκλητικό ύφος· προχώρησε ακόμα: τη συκοφάντησε ανοιχτά στον αυτοκράτορα,
ελπίζοντας να στρέψει σε μίσος τη μεγάλη αγάπη που είχε ο Ιουστινιανός στη γυναίκα του. Ήταν
πράγματα που η Θεοδώρα με κανένα τρόπο δεν τα συγχωρούσε. Από τότε, ανάμεσα στον υπουργό

Digitized by 10uk1s

και στην αυτοκράτειρα, άρχισε λυσσασμένος, ανελέητος πόλεμος. Εκείνη, αποφασισμένη για όλα,
δεν περίμενε παρά μια ευκαιρία για να εκμηδενίσει τον αντίπαλό της· εκείνος, καταλαβαίνοντας
καλά πως η Θεοδώρα ήταν το μεγαλύτερο εμπόδιο στις φιλοδοξίες του, δεν παρέλειπε τίποτα για
να την καταστρέψει. Στη στυγνή αυτή κι αδυσώπητη πάλη, ο υπουργός δεν αγνοούσε με ποια
τρομερή αντίπαλο τα 'χε βάλει· ήξερε πως ήταν ικανή για όλα, ακόμα και ν' απαλλαγεί με τη
δολοφονία από ένα εχθρό της· και τη νύχτα, παρ' όλες τις χιλιάδες φρουρούς που τον
περιτριγύριζαν, συχνά σκέψεις απαίσιες δεν του άφηναν ξεκούραση· αναπηδώντας σε κάθε
θόρυβο, θαρρούσε πως θα 'βλεπε να ξεπετιέται από πάνω του κάποιος βάρβαρος μισθοφόρος για
να τον στραγγαλίσει, κι ανήσυχος, με τ' αυτί τεντωμένο, παρακολουθούσε τις πόρτες, έψαχνε στις
σκοτεινές γωνιές, χωρίς να μπορεί να κλείσει μάτι. Όμως η μέρα του ξανάδινε το κουράγιο του. Είχε
συνείδηση της επιτακτικής ανάγκης που είχε ο Ιουστινιανός απ' τις υπηρεσίες του, της απεριόριστης
επιρροής που ασκούσε στο πνεύμα του αυτοκράτορα· εμπιστευόταν ακόμα και στην αξέμπλεχτη
αταξία που σχεδιασμένα είχε δημιουργήσει στη διαχείριση των οικονομικών και που, κάνοντας
δύσκολη την αντικατάστασή του, τον καθιστούσε απαραίτητο. Και χωρίς καθόλου να νοιάζεται για
την αιώνια Νέμεση που, καθώς γράφει ένας σύγχρονος, ανταμείβει πάντα το κακό με το κακό,
εξακολουθούσε τις καταχρήσεις και τα εγκλήματά του, πλουτίζοντας τους φίλους του, διορίζοντας
δικούς του ανθρώπους στην οικονομική διαχείριση, αυξαίνοντας αδιάκοπα τη σκανδαλώδικη
περιουσία του· μπροστά στην παντοδυναμία του όλος ο κόσμος έσκυβε το κεφάλι και κανείς στο
παλάτι δεν τολμούσε να προφέρει το όνομα του «εχθρού αυτού των νόμων», «του χειρότερου από
όλους τους ανθρώπους» –έτσι τον χαρακτηρίζουν οι χρονικογράφοι– χωρίς να το σκεπάσει μ'
εγκώμια.
Ο Ιωάννης ο Καππαδόκης υπολόγιζε ωστόσο χωρίς τη μεγάλη πανουργία της Θεοδώρας. Στην αρχή
η αυτοκράτειρα προσπάθησε να διαφωτίσει τον Ιουστινιανό για τα δεινά που επέβαλλε στους
υπηκόους του η οικονομική διαχείριση του υπουργού του, για τη σοβαρή δυσαρέσκεια που
προκαλούσε, για τους κινδύνους που δημιουργούσε για την ίδια την αυτοκρατορία. Πολύ επιδέξια η
βασίλισσα παραμέριζε τα προσωπικά της ελατήρια κ' έκανε έκκληση στην ορθή πολιτική αντίληψη
του βασιλέως στο πασίγνωστο πάθος του για την τάξη και την ακρίβεια, στη φροντίδα που
καυχιόταν πως είχε για την ευτυχία του λαού του. Δεν κατάφερε τίποτα. Ο Ιουστινιανός δε
μπορούσε να πειστεί ν' αποχωριστεί ένα υπουργό που κ' οι ίδιοί του οι εχθροί τον χαρακτήριζαν σαν
«το πιο δυνατό πνεύμα της εποχής του» και που ήταν αξιοθαύμαστα ικανός «ν' αντιμετωπίζει όλα τ'
απρόοπτα και να υπερνικά όλες τις δυσκολίες». Τότε η Θεοδώρα επιχείρησε να προκαλέσει τις
υποψίες του βασιλέως για τους κινδύνους που δημιουργούσε η φιλοδοξία του επάρχου του
πραιτωρίου για την ίδια την εξουσία και τη ζωή του αυτοκράτορα. Ο Ιουστινιανός που, συνηθισμένα
με τόση ευκολία δεχόταν τις συκοφαντικές καταγγελίες και που, στην παραμικρή ανησυχητική για
τη ζηλοφθονία του εκδήλωση, έσπευδε να εγκαταλείψει και τους καλύτερους φίλους του, δε θέλησε
ν' ακούσει τίποτα. Όπως όλοι οι αδύνατοι χαραχτήρες, δίσταζε ν' αποπέμψει ένα σύμβουλο που μια
συνήθεια μακρόχρονη και κάποια αληθινή συμπάθεια φαίνεται πως τον είχαν δέσει μαζί του. Η
Θεοδώρα άρχιζε πολύ ν' ανησυχεί. Για να υπερνικήσει την επιμονή του αυτοκράτορα δε μπορούσε,
όπως είχε κάνει για τον Πρίσκο, να διακινδυνέψει μια βίαιη ενέργεια απέναντι στον πανίσχυρο
υπουργό. Ο Ιωάννης φυλαγόταν πολύ για να ελπίζει πως θα μπορούσε ν' απαλλαγεί απ' αυτόν με τη
φυλακή ή με τη δολοφονία. Όμως η Θεοδώρα ήταν γυναίκα πολυμήχανη: σκέφτηκε, για να τον
καταστρέψει, μια πραγματικά μακιαβελική μηχανορραφία.
Η Αντωνίνα, η γυναίκα του Βελισάριου, είχε μόλις γυρίσει απ' την Ιταλία στην Κωνσταντινούπολη.
Μεγάλη αρχόντισσα του παλατιού και στενά προσκολλημένη στη βασίλισσα, η έξυπνη και τολμηρή
αυτή γυναίκα, ταυτόχρονα φλογερή και υποκριτική, δεν είχε, γράφει ο Προκόπιος, την όμοιά της
στο να πλέκει ραδιουργίες και να κατορθώνει ακόμα και τ' αδύνατα. Σε πολλές περιπτώσεις ως
τώρα είχε προσφέρει ανεκτίμητες υπηρεσίες στην αυτοκράτειρα· εκείνη την εποχή ήταν ακόμα
προθυμότερη να φανεί χρήσιμη στη βασίλισσα, που γνώριζε τα μυστικά της και μπορούσε να

Digitized by 10uk1s

προστατέψει τους έρωτές της. Ακόμα-ακόμα, προσωπικά αντιπαθούσε τον Ιωάννη τον Καππαδόκη.
Ήξερε πόσο η δόξα του Βελισάριου ενοχλούσε τον έπαρχο του πραιτωρίου και πόσο ο υπουργός του
Ιουστινιανού φθονούσε το γόητρο και τη δημοτικότητα του στρατηγού· και παρόλο που ποτέ της
δεν καυχήθηκε πως ήταν πολύ πιστή σύζυγος, φοβόταν για τον άντρα της μια δυσμένεια που θα
ζημίωνε και την ίδια. Συμφώνησε λοιπόν πρόθυμα, στα σχέδια της Θεοδώρας και, για να την
ευχαριστήσει, ανάπτυξε όλο το ζήλο της στη σκοτεινή πλεκτάνη που μηχανεύτηκαν οι δυο τους.
Ο Ιωάννης είχε μια κόρη, την Ευφημία, νεώτατη ακόμα, αθώα και απλοϊκή. Παιδί μοναδικό, ήταν η
χαρά και το καύχημα του επάρχου. Η Αντωνίνα συνδέθηκε μαζί της· με τις καθημερινές επισκέψεις
της και με τα κολακευτικά της λόγια, κατάχτησε τη φιλία της Ευφημίας και, κάνοντάς την έμπιστή
της, καμώθηκε πως της άνοιξε την καρδιά της. Μια μέρα, όπως κουβέντιαζαν μονάχες, η Αντωνίνα
άρχισε να μιλά για τις απογοητεύσεις που δοκίμαζε ο Βελισάριος, παραπονέθηκε πικρά πως αφού ο
νικητής στρατηλάτης κατάχτησε την Αφρική και την Ιταλία κ' έφερε στο Βυζάντιο δυο βασιλιάδες
αιχμάλωτους κι αμέτρητα πλούτη, δε βρήκε παρά την αγνωμοσύνη του αφέντη του και, βρίσκοντας
πρόσχημα, άρχισε να κριτικάρει ζωηρά τη μορφή της διακυβέρνησης. Η Ευφημία άκουγε ανύποπτη
τα επικίνδυνα αυτά σχόλια, κι όπως η ίδια αντιπαθούσε και φοβόταν την αυτοκράτειρα, που σ'
αυτήν έβλεπε μια εχθρά του πατέρα της, άρχισε να ρωτά απλοϊκά: «Μα, αγαπητή μου φίλη, γιατί,
μια κ' έχετε το στρατό στα χέρια σας, υποφέρετε να σας μεταχειρίζονται τόσο ανάξια;». Αυτό
ακριβώς περίμενε κ' η Αντωνίνα: «Μια εξέγερση στην επαρχία είναι πράγμα ανώφελο όταν δεν
έχεις ένα σύμμαχο στην πρωτεύουσα. Αχ! αν ο πατέρας σου ήθελε να 'ναι αυτός ο σύμμαχος δε θα
βρίσκαμε μεγάλη δυσκολία, με τη βοήθεια του Θεού, να πετύχουμε». Όπως ήταν φυσικό, η
Ευφημία μετάφερε τη συνομιλία στον πατέρα της κ' εκείνος, ενθουσιασμένος, πιστεύοντας πως
έβλεπε κιόλας να ξεπληρώνονται οι χρησμοί που του υπόσχονταν το θρόνο, μήνυσε της Αντωνίνας
πως θα 'ταν ευτυχής να συζητήσει μαζί της την άλλη μέρα κιόλας. Για να ξεγελάσει τον υπουργό και
να ξεμακρύνει κάθε υπόνοια προδοσίας απ' το μυαλό του, η γυναίκα του Βελισάριου αρνήθηκε να
πάει στη συνέντευξη. Δήλωσε πως το παιχνίδι ήταν πολύ επικίνδυνο. Σε μια πρωτεύουσα γεμάτη
από κατασκόπους και συκοφάντες κινδύνευαν να πιαστούν και να χάσουν έτσι τα πάντα. Όμως σε
λίγες μέρες θα 'φευγε για να ξανασυναντήσει τον άντρα της στη στρατιά της Ανατολής· θα
μπορούσε, βγαίνοντας απ' το Βυζάντιο, να σταματήσει στην απομονωμένη έπαυλη που είχε ο
Βελισάριος στο προάστιο των Ρουφινιανών, στην Ασιατική ακτή, κοντά στη Χαλκηδόνα. Με το
πρόσχημα του αποχαιρετισμού, ο έπαρχος του πραιτωρίου θα μπορούσε εύκολα να 'ρθει εκεί, όπου
θα 'χαν την άνεση να συζητήσουν ελεύθερα και να ετοιμάσουν τη συμμαχία. Μια τέτοια συνετή
επιδεξιότητα άρεσε στον Ιωάννη τον Καππαδόκη κι όρισαν μέρα για τη συνάντηση. Στο μεταξύ η
Θεοδώρα, που η ευνοουμένη της την κρατούσε ενήμερη για τις προόδους της πλεκτάνης,
πληροφορούσε ανάλογα τον Ιουστινιανό.
Ο αυτοκράτορας, παρ' όλ' αυτά, επέμενε ν' αμφιβάλλει, μη μπορώντας να πιστέψει πως ήταν
δυνατό ο υπουργός του να συνωμοτήσει εναντίον του. Με πολύ κόπο η αυτοκράτειρα τον έπεισε να
στείλει, στην ώρα της αποφασιστικής συνάντησης, δυο έμπιστούς του, τον ευνούχο Ναρσή και τον
διοικητή των φρουρών Μάρκελλο, στην έπαυλη του Βελισάριου· κρυμμένοι με τη φροντίδα της
Αντωνίνας, είχαν εντολή να παρακολουθήσουν τη συνέντευξη κι αν έκριναν την προδοσία βέβαιη να
συλλάβουν ή, αν αντιστεκόταν, να σκοτώσουν αμέσως τον έπαρχο του πραιτωρίου. Η Θεοδώρα
έλπιζε πως ο εχθρός της θα χανόταν έτσι μέσ' τη συμπλοκή, χωρίς να βρει τον καιρό να εξηγηθεί ή
να δικαιολογηθεί.
Την ίδια ώρα που υποχωρούσε έτσι στη θέληση της αυτοκράτειρας, ο Ιουστινιανός, από ένα
τελευταίο υπόλειμμα στοργής, ειδοποιούσε έμμεσα τον ευνοούμενό του να μην πάει στη μοιραία
έπαυλη. Ο Ιωάννης ο Καππαδόκης αγνόησε εντελώς αυτή τη συμβουλή και, κατά τα συμφωνημένα,
πέρασε μυστικά τη νύχτα το Βόσπορο κ' έφτασε στις Ρουφινιάνες· φρόντισε μονάχα, από φρόνηση,
να πάρει γερή συνοδεία μαζί του. Συνάντησε την Αντωνίνα στον κήπο της έπαυλης, της υποσχέθηκε

Digitized by 10uk1s

ό,τι του ζήτησε, κι ανάλαβε επίσημα την υποχρέωση να εργαστεί για την ανατροπή του
αυτοκράτορα. Τη στιγμή αυτή, ο Ναρσής κι ο Μάρκελλος, που κρυμμένοι πίσω από ένα φράχτη τα
'χαν ακούσει όλα, πετιούνται απότομα απ' το σκοτάδι με τους ανθρώπους τους κ' επιχειρούν να
συλλάβουν τον υπουργό. Οι φύλακες του Ιωάννη προστρέχουν στο θόρυβο κ' η συμπλοκή αρχίζει· ο
ίδιος ο Μάρκελλος τραυματίζεται στη σύγκρουση και τελικά ο υπουργός ξεφεύγει και, γυρίζοντας
βιαστικά στην πρωτεύουσα, τρέχει να κρυφτεί στο απαραβίαστο άσυλο της Αγίας Σοφίας.
Αυτό ήταν, η καταστροφή του επιδέξιου αυτού ανθρώπου, που συνηθισμένα έδειχνε περισσότερη
ψυχραιμία κ' ετοιμότητα. Αν είχε τολμήσει να παρουσιαστεί θαρραλέα μπροστά στον αυτοκράτορα
θα 'χε ίσως καταφέρει να τον πείσει για την αθωότητά του· φεύγοντας, αναγνώριζε την ενοχή του
και, προπαντός, άφηνε ελεύθερο το πεδίο στη Θεοδώρα. Η κηρυγμένη εχθρά του εύκολα απόσπασε
από τον Ιουστινιανό την παύση του. Κατά τα συνηθισμένα στις βυζαντινές δυσμένειες, ο υπουργός
έπρεπε αμέσως να μπει σε μοναστήρι. Τον χειροτόνησαν βιαστικά μέσ' την ίδια την Αγία Σοφία,
παρ' όλη την αντίστασή του, κι όπως δεν είχαν ρούχα για την καινούργια του κατάσταση, του έριξαν
στους ώμους, για να τελειώνουν, το ράσο ενός κληρικού, οικονόμου της εκκλησίας, που βρισκόταν
μπροστά εκείνη την ώρα. Ο Προκόπιος αναφέρει πως ο εκκλησιάρχης αυτός ονομαζόταν Αύγουστος
και πως έτσι ξεπληρώθηκαν οι χρησμοί που είχαν υποσχεθεί στον έπαρχο του πραιτωρίου πως μια
μέρα θα φορούσε το ένδυμα του Αυγούστου.
Ποτέ ο Ιωάννης ο Καππαδόκης δεν αποδέχτηκε την καινούργια του κατάσταση· ποτέ δε θέλησε να
εκτελέσει τα καθήκοντα του μοναχού για να μην κλείσει ανεπίστρεπτα στον εαυτό του το δρόμο των
δημόσιων αξιωμάτων. Έχοντας εμπιστοσύνη στο άστρο του, διατηρούσε τις ελπίδες του και
βαυκαλιζόταν πως γρήγορα θ' αποχτούσε και πάλι την αυτοκρατορική εύνοια. Ο Ιουστινιανός τον
είχε μεταχειριστεί μ' εξαιρετική επιείκεια. Εξορισμένος στα περίχωρα της Κυζίκου, ο Ιωάννης είχε
ξαναποκτήσει, με την αυτοκρατορική συγκατάβαση, το μεγαλύτερο μέρος των δημευμένων αγαθών
του· κι όπως ακόμη, στον καιρό της ευτυχίας του, είχε την πρόνοια να βάλει σε ασφάλεια ένα
μεγάλο μέρος της περιουσίας του, παρέμενε απέραντα πλούσιος και, στο γαλήνιο και
πολυτελέστατο καταφύγιό του, ζούσε άνετα, πραγματικά ευτυχισμένος, αν θα μπορούσε να
παρηγορηθεί για το χαμένο μεγαλείο του. Κ' η κοινή γνώμη στην Κωνσταντινούπολη αγανακτούσε
ζωηρά που ένας τέτοιος παλιάνθρωπος πλήρωνε τόσο ήπια τα εγκλήματά του και ζούσε, αντίθετα
με κάθε δικαιοσύνη, μια ζωή περισσότερο ευχάριστη από ποτέ.
Ευτυχώς για την ηθική και τη δικαιοσύνη, η Θεοδώρα αγρυπνούσε. Στην τρομερή αυτή κρίση, τη
σοβαρότερη που σημάδεψε την αυτοκρατορική ζωή της, είχε για μια στιγμή φοβηθεί για την
εξουσία της· ποτέ δε συγχώρησε τον άνθρωπο που είχε απειλήσει έτσι την επιρροή της. Απέναντί
του το όχι ολότελα ικανοποιημένο μίσος της δεν αφοπλίστηκε ποτέ· η πεισματωμένη μνησικακία
της δεν παράλειψε τίποτα για ν' αφανίσει τον αντίπαλό της· τον καταδίωξε ίσαμε την τελευταία της
μέρα.
Επί κεφαλής της εκκλησίας της Κυζίκου ήταν ένας επίσκοπος που λεγόταν Ευσέβιος, από παντού
μισητός. Μάταια είχαν ζητήσει την παύση του απ' τον αυτοκράτορα· με τις ραδιουργίες του και το
κύρος του στην αυλή έμενε πάντα στη θέση του. Τελικά η δυσαρέσκεια μεγάλωσε τόσο, που
σχηματίστηκε συνωμοσία εναντίον του και δολοφονήθηκε μέσ' την αγορά της Κυζίκου. Ήταν γνωστό
πως ο Ιωάννης βρισκόταν σε κακές σχέσεις με τον επίσκοπο: η Θεοδώρα άδραξε βιαστικά την
ευκαιρία για να τον ανακατέψει στην υπόθεση. Στάλθηκε μια συγκλητική επιτροπή για να κάνει
ανακρίσεις· ο Ιωάννης πιάστηκε, φυλακίστηκε, δάρθηκε σαν κοινός κλέφτης ή ληστής. Όμως ήταν
τόσο φανερή η αθωότητά του που στάθηκε αδύνατο να τον καταδικάσουν σε θάνατο. Πάντως, για
να ευχαριστήσουν την αυτοκράτειρα, τον απογύμνωσαν απ' όλα τ' αγαθά του κι από τα ρούχα του
ακόμα, αφήνοντάς του ένα ελεεινό χιτώνα και τον μπαρκάρισαν για τη μακρινή Αίγυπτο. Για να
ολοκληρωθεί η ταπείνωση του παλιού υπουργού, ο καπετάνιος του πλοίου πήρε διαταγή ν'
αποβιβάζει τον Ιωάννη σε κάθε λιμάνι όπου θα 'πιανε, και να τον υποχρεώνει να ζητιανεύει το ψωμί

Digitized by 10uk1s

του από τους διαβάτες· κ' είδανε τότε τον παλιό αυτό έπαρχο του πραιτωρίου, τον παλιό αυτό
πατρίκιο και ύπατο, απογυμνωμένο από τα πάντα ν' απλώνει το χέρι για να ελεηθεί το ψωμί του.
Τελικά τον εκτόπισαν στην Αντινόη κ' εκεί ακόμα το μίσος της Θεοδώρας δεν τον ξέχασε.
Προσπάθησε να βρει τους δολοφόνους του επίσκοπου της Κυζίκου και, με απειλές και υποσχέσεις,
έπεισε τον ένα απ' αυτούς να κατηγορήσει τον Ιωάννη πως είχε καταστρώσει το έγκλημα· όμως ο
άλλος, παρ' όλα τα μαρτύρια, δε δέχτηκε να πει ψέματα και να σωθεί κατηγορώντας έναν αθώο.
Έτσι γλύτωσε ο Ιωάννης· όμως, ίσαμε το θάνατο της διώκτριάς του, έμεινε στην εξορία, άθλιος κ'
ελεεινός, στο έλεος των δεσμοφυλάκων του.
Όμως και σ' αυτή την κατάντια του ακόμα, ποτέ ο δραστήριος αυτός άνθρωπος δεν έχασε το
κουράγιο, την αυτοπεποίθηση και την αλαζονεία του. Ο κρατικός αυτός εξόριστος, καθώς θυμόταν
πως ήταν κάποτε υπουργός των οικονομικών, διασκέδαζε να θυμίζει στους Αλεξανδρινούς πως
χρωστούσαν χρήματα στο θησαυροφυλάκιο. Ο εκτοπισμένος αυτός, φτωχός και εγκαταλειμμένος
απ' όλους, ονειρευόταν ακόμα την αυτοκρατορία που είχε ελπίσει. Μια μέρα, αμέσως μετά το
θάνατο της Θεοδώρας, ξαναπαρουσιάστηκε στην Κωνσταντινούπολη, πάντα τολμηρός και θρασύς,
έχοντας πίστη στο άστρο του. Όμως ήταν πολύ αργά πια. Μέσα σ' εφτά χρόνια, ο Ιουστινιανός είχε
βρει καιρό να ξεχάσει τον παλιό του ευνοούμενο: Ο Ιωάννης ο Καππαδόκης δε μπόρεσε να
ξαναγυρίσει σε εύνοια και πέθανε μέσ' το καλογερίστικο αυτό ρούχο που είχε ντυθεί χωρίς να το
θέλει.
Στον πανίσχυρο αυτό υπουργό, έξυπνο, φιλόδοξο κι αδίσταχτο σαν την ίδια, η Θεοδώρα είχε βρει
πραγματικά αντίπαλο αντάξιό της. Γι' αυτό εξάντλησε απέναντί του όλες τις μηχανορραφίες του
επινοητικά γόνιμου αυτού πνεύματος που της αποδίνουν οι χρονικογράφοι και, στη σύγκρουση μαζί
του, δίκαια μπορούσε να 'ναι περήφανη για τη νίκη της. Με διαφορετικούς τρόπους, κι όχι λιγότερο
έξυπνους, μπόρεσε να συγκρατήσει στο καθήκον και στην πίστη στο θρόνο έναν άλλον άντρα, που
το ίδιο δικαιολογημένα θα μπορούσε να φοβάται την επιρροή του. Η ιστορία των σχέσεων της
Θεοδώρας με το Βελισάριο και τη γυναίκα του Αντωνίνα δεν είναι λιγότερο διδαχτική, για να
γνωρίσουμε καλά το χαραχτήρα της βασίλισσας, από την ιστορία της πάλης της με τον Ιωάννη τον
Καππαδόκη.

Digitized by 10uk1s

IX
ΘΕΟΔΩΡΑ ΚΑΙ ΒΕΛΙΣΑΡΙΟΣ
Με την αίγλη απ' τις νίκες του, με το γόητρο, τα πλούτη, τη δημοτικότητά του, ο Βελισάριος, όπως κι
ο Ιωάννης ο Καππαδόκης, είχε όλα τα προσόντα για να παρουσιάζεται στη Θεοδώρα σαν αντίπαλος
περιωπής, και φοβερότερος ίσως, γιατί κρατούσε στα χέρια του τη δύναμη εκείνη, το στρατό, που
στο Βυζάντιο ήταν το απαραίτητο όργανο για κάθε επανάσταση.
Ο Βελισάριος ήταν ο μεγαλύτερος στρατηγός της εποχής. Νικητής των Περσών, των Οστρογότθων,
των Βανδάλων, καταχτητής της Αφρικής και της Ιταλίας, είχε οδηγήσει δυο βασιλιάδες αιχμάλωτους
στα πόδια του Ιουστινιανού, είχε φέρει θριαμβευτικά στην Κωνσταντινούπολη τους θησαυρούς του
Γενζέριχου και του Θεοδώριχου, κ' είχε διπλασιάσει την έκταση της Αυτοκρατορίας. Μετά την
πτώση της Καρχηδόνας είχε ξυπνήσει στο γιορταστικό Ιππόδρομο κάτι σα μια τελευταία ανάμνηση
απ' τους παλιούς, σβησμένους ρωμαϊκούς θριάμβους. Ώρες ολόκληρες, κάτω απ' τα μάτια του
ενθουσιασμένου πλήθους, ξετύλιγε σε πομπή τα λάφυρα της υποταγμένης απ' το σπαθί του
Αφρικής, τους χρυσούς θρόνους, τα πολύτιμα βάζα, τους σωρούς τα πετράδια, τις ακριβές
πορσελάνες, τα υπέροχα φορέματα, τα πολυτελή αμάξια, την ατέλειωτη λιτανεία των ξανθών
βάρβαρων αιχμαλώτων κι ανάμεσά τους τον Γελίμερο, ντυμένο ακόμα με τη βασιλική πορφύρα, που
έριχνε γύρω του μελαγχολικά και ειρωνικά βλέμματα. Ψηλά απ' το θριαμβικό άρμα του είχε
σκορπίσει σπάταλα στο λαό τ' ασημένια κύπελλα, τις χρυσές ζώνες και, με τις φούχτες, τα
νομίσματα με την έκτυπη μορφή του αυτοκράτορα: κ' ευγνώμονη η Κωνσταντινούπολη είχε υψώσει
χρυσά αγάλματα στο νικητή στρατηλάτη και πάνω στ' αναμνηστικά μετάλλια είχε σμίξει την εικόνα
του Βελισάριου με κείνη του Ιουστινιανού. Μετά την άλωση της Ραβέννας, βδομάδες ολόκληρες
είχε κατακλύσει το Βυζάντιο με την περίλαμπρη δόξα του. Όταν περνούσε απ' τους δρόμους, με τη
γραφική συνοδεία του από γότθους, πέρσες, μαυριτανούς ή βάνδαλους στρατιώτες, για να πάει στο
Ιερό Παλάτι, το πλήθος δε χόρταινε να θαυμάζει το ψηλό του ανάστημα, τ' ωραίο παρουσιαστικό
του, την ευγενική και περήφανη όψη του. Παίνευαν τις αρετές του, το θάρρος του, τις νίκες του· τον
ζητωκραύγαζαν, στριμώχνονταν γύρω του για να τον χαιρετήσουν, για να του μιλήσουν. Εκείνος
αφηνόταν πρόθυμα, αξιαγάπητος, καταδεχτικός, έχοντας ένα καλό λόγο για τον καθένα· κι ανάμεσα
στο στρατό του απ' τους εφτά χιλιάδες φρουρούς, πιστά αφοσιωμένους σ' αυτόν, έμοιαζε, στο
απόγειο αυτό της σταδιοδρομίας του, σαν ένας πανίσχυρος βασιλιάς που γύριζε στην πρωτεύουσά
του.
Ήταν το είδωλο των στρατιωτών και του λαού. Τα στρατεύματά του τον λάτρευαν για την υπέροχη
αντρεία του που τον έκανε να ρίχνεται σαν απλός καβαλάρης στη μάχη μπροστά απ' το ιππικό του,
για την πάντα πρόθυμη μεγαλοψυχία του και για τη γενναιοδωρία του να μοιράζει χρήματα και
ανταμοιβές. Ήταν τιμή ασύγκριτη να 'ναι κανείς προσκολλημένος στο στρατιωτικό οίκο του· οι πιο
γενναίοι απ' τους ηττημένους ήταν περήφανοι να τον υπηρετούν για να γίνουν άξιοι στον έπαινό
του, οι στρατιώτες της φρουράς του αψηφούσαν όλους τους κινδύνους, ευτυχισμένοι να
σκοτώνονται για το στρατηγό τους. Οι κάτοικοι των επαρχιών τον αγαπούσαν για τη μετριοπάθεια
που επέβαλλε στους στρατιώτες του, για τη φροντίδα που 'δειχνε να πληρώνει με ακρίβεια τις
επιτάξεις. Στην Κωνσταντινούπολη, ο λαός είχε ξεχάσει με ποια αιματηρή αγριότητα είχε
καταστείλει άλλοτε τη στάση του Νίκα και δε θυμόταν παρά μόνο τις νίκες του, αποκαλώντας τον
πρώτο στρατηγό του κόσμου. Κ' οι ίδιοι οι αντίπαλοί του έσκυβαν το κεφάλι μπροστά στα
εξαιρετικά του χαρίσματα. Η παρουσία του στην αρχηγία των στρατευμάτων αποτελούσε, από μόνη
της, εγγύηση επιτυχίας· το όνομά του ισοδυναμούσε με νίκη. Τέλος δεν είχε εξαρτηθεί παρά μονάχα
απ' τον ίδιο να γίνει βασιλιάς της καταχτημένης Ιταλίας, να βασιλέψει στους Γότθους που είχε πριν
πολεμήσει και που, σαν καλοί γνώστες της στρατιωτικής αξίας, πρόσφεραν το θρόνο στο νικητή
τους. Περιβεβλημένος από θαμπωτικό φωτοστέφανο, βασιλικά πλούσιος, ο Βελισάριος έμοιαζε ο
πραγματικός άρχοντας της αυτοκρατορίας. «Δεν πιστεύω, γράφει ένας σύγχρονος, πως αν είχε

Digitized by 10uk1s

δώσει μια διαταγή θα 'χε τολμήσει κανείς να του αντισταθεί· όλος ο κόσμος έσπευδε να τον
υπακούσει, τόσο από εκτίμηση στις αρετές του όσο κι από φόβο στη δύναμή του».
Ανακατεμένος σ' όλες τις σπουδαίες υποθέσεις του Κράτους, σύμβουλος τόσο περισσότερο
εισακουόμενος στο παλάτι όσο ικανότερο τον ήξεραν να κάνει του κεφαλιού του, ο Βελισάριος ήταν
ο επιφανέστερος άνθρωπος στο Βυζάντιο. Γι' αυτό, χωρίς να το θέλει, χωρίς καν να το σκέφτεται,
ανησυχούσε όλους εκείνους που κρατούσαν την εξουσία. Ο Ιωάννης ο Καππαδόκης τον μισούσε,
βλέποντας σ' αυτόν ένα μεγάλο αντίπαλο· η Θεοδώρα δυσπιστούσε σ' αυτόν, γιατί φοβόταν μήπως
καμιά μέρα του κατέβει κ' επιχειρήσει κανένα πραξικόπημα· ο Ιουστινιανός, παρά τη σχετική
εμπιστοσύνη που διατηρούσε στο νεανικό του σύντροφο, ανησυχούσε κάποτε μήπως τον δει
διάδοχό του. Και καθώς μάλιστα επικρατούσε στην πρωτεύουσα η γνώμη πως ο Βελισάριος δεν
περίμενε παρά μια ευκαιρία ν' ανατρέψει το θρόνο.
Ευτυχώς για τον αυτοκράτορα, ο Βελισάριος δεν είχε πολιτικές ικανότητες. Ήταν ένας νομοταγής και
πιστός στρατιώτης· ποτέ δε θέλησε να 'ναι κάτι άλλο. Συμπατριώτης του βασιλέως, προσκολλημένος
από νωρίς, πριν ακόμα απ' την άνοδό του στο θρόνο, στο πρόσωπό του, θεώρησε πάντα τον εαυτό
του σαν συνδεμένο με τον αφέντη του με στενότερους δεσμούς απ' ό,τι οι συνηθισμένοι υπήκοοι, κι
όταν ο Ιουστινιανός του ζήτησε να ορκιστεί πως ποτέ όσο ζούσε εκείνος δε θα φιλοδοξούσε το
θρόνο, ο Βελισάριος έδωσε πρόθυμα τον όρκο και τον κράτησε. Γιατί κι ο χαρακτήρας του δεν τον
οδηγούσε σε φιλόδοξα όνειρα. Ευαίσθητος στις τιμές, στην εξωτερική δόξα, στη δημοτικότητα, δεν
είχε απαίτηση στις ικανοποιήσεις της εξουσίας· θα αισθανόταν στενάχωρα στην πρώτη σειρά.
Γενναίος στρατιώτης, καλός στρατηγός, υστερούσε κάπως, έξω απ' τα πράγματα του επαγγέλματός
του, σε προσωπικές ιδέες και σε πρωτοβουλία· γεννημένος για να εκτελεί, για να υπηρετεί, δε
θέλησε να είναι άλλο από ένας καλός υπηρέτης ένα υπάκουο όργανο στις αυτοκρατορικές θελήσεις.
Τρέφοντας τέλος εξαιρετικό σεβασμό στις καθιδρυμένες εξουσίες, είχε ψυχή κάπως ταπεινή· το
μεγαλείο του τον έβαζε κάποτε σ' αμηχανία· και για να του το συγχωρήσουν ταπεινωνόταν
περισσότερο απ' όσο ήταν ανάγκη. Ήξερε πως η αυτοκράτειρα δεν τον αγαπούσε: προσφέρθηκε για
να την εξευμενίσει να εργαστεί γι' αυτήν και σε πολύ ταπεινά έργα μάλιστα. Ήξερε πως ο
Ιουστινιανός ζήλευε τη δόξα του, την περιουσία του, το γόητρό του: επανειλημμένα φρόντισε με
πολλές αναξιοπρέπειες να τον καθησυχάσει. Ο στρατιώτης αυτός, που στα πεδία των μαχών έδειχνε
μια καταπληχτική αντρεία, υστερούσε κάπως σε πολιτικό θάρρος. Σ' όλη του τη ζωή φοβόταν τα
γινάτια της Θεοδώρας και περισσότερο ακόμα, ανησυχούσε μην τα χαλάσει μαζί της· σ' όλη του τη
ζωή, για να διατηρήσει την εύνοιά του στο παλάτι αφέθηκε πρόθυμα ν' ανακατευτεί στις
ραδιουργίες των γυναικών. Ο Βελισάριος είναι ο ήρωας μιας εποχής παρακμής: δεν ήταν καθόλου
μονολιθικός ή ατσάλινος χαρακτήρας.
Σ' όλη του τη ζωή άφησε, χωρίς διαμαρτυρία, να τον κατηγορούν, να τον συκοφαντούν, να τον
ταπεινώνουν· σ' όλη του τη ζωή υπόμεινε, χωρίς να πει τίποτα, την κακομεταχείριση και τις
δυσμένειες. Δεν του χαρίστηκαν σε τίποτα. Στη στρατιά της Αφρικής, η προνοητικότητα του
παλατιού τοποθέτησε, ως και στο επιτελείο του ακόμα, κατασκόπους που ανάφεραν στην
Κωνσταντινούπολη, παρερμηνεύοντάς τες, και τις πιο αθώες του ενέργειες. Στη στρατιά της Ιταλίας
του έδωσαν για συνεργάτη, ή μάλλον για επιτηρητή, τον Ναρσή, τον έμπιστο της Θεοδώρας,
εφοδιασμένο μ' ένα επίσημο γράμμα που του 'δινε δικαίωμα να εξουδετερώσει τον αρχιστράτηγο.
Τρεις, τέσσερις φορές, απροσδόκητα και χωρίς αιτία, του αφαίρεσαν την αρχιστρατηγία· έφτασαν
ακόμα και στο σημείο να του αφαιρέσουν το στρατιωτικό του οίκο και να δημεύσουν ένα μέρος απ'
την περιουσία του. Μετά απ' την πρώτη, και τόσο ένδοξη, εκστρατεία της Ιταλίας, του αρνήθηκαν τις
τιμές του θριάμβου· στη δεύτερη εκστρατεία του δημιούργησαν την ανυπέρβλητη εκείνη
κατάσταση όπου βούλιαξε για πάντα το στρατιωτικό του γόητρο. Αυτά ήταν τα εξαιρετικά μέσα. Για
να συγκρατήσει σταθερά και στέρεα τον Βελισάριο στο καθήκον του η Θεοδώρα βρήκε ένα
καλύτερο τρόπο: χρησιμοποίησε την Αντωνίνα.

Digitized by 10uk1s

Αν πιστέψουμε τη Μυστική Ιστορία, η Αντωνίνα, όπως κ' η Θεοδώρα, είχε μια αρκετά τρικυμισμένη
νεότητα. Κόρη ενός αρματοδρόμου του ιππόδρομου και μιας εταίρας, είχε αρχίσει να ζει μια πολύ
ακόλαστη ζωή· ύστερα είχε παντρευτεί, πολύ μέτρια καθώς φαίνεται, κ' είχε αποχτήσει πολλά
παιδιά κι ανάμεσα σ' αυτά ένα γιο που λεγότανε Φώτιος. Όταν χήρεψε, συνάντησε το Βελισάριο και
παρόλο που είχε πάψει πια να 'ναι νέα -τη στιγμή που ο Ιουστινιανός ανέβηκε στο θρόνο είχε
γεμάτα τα σαράντα της- κατάχτησε το στρατηγό. Ο Βελισάριος την παντρεύτηκε και σ' όλη του τη
ζωή την αγάπησε με τόσο πάθος, που οι αργόσχολοι του Βυζαντίου κατά τη συνήθειά τους δε
βρήκαν παρά τις μαγγανείες για να εξηγήσουν ένα τόσο πιστό και σταθερό έρωτα. Όπως και να 'χει,
ο στρατηγός τη λάτρεψε μέχρι τρέλας και της είχε μεγάλη αδυναμία: μη μπορώντας να την
αποχωριστεί, την έπαιρνε πάντα μαζί του στις εκστρατείες του, στην Αφρική, στην Ανατολή και στην
Ιταλία και την άφηνε αδιάκοπα ν' ανακατεύεται στα συμβούλιά του. Του έτυχε για χάρη της να
θυσιάσει τις αποφασιστικότερες στρατιωτικές επιχειρήσεις, να λησμονήσει τα στρατηγικά του
καθήκοντα και τα υψηλότερα συμφέροντα του Κράτους· για χάρη της ανακατεύτηκε στις πιο
σκοτεινές ραδιουργίες και για να ικανοποιήσει τα καπρίτσια της, τα πείσματα ή τα μίση της, δε
λυπήθηκε τίποτα. Κ' οι φίλοι ακόμα του Βελισάριου φαίνεται πως πειράχτηκαν απ' την υπερβολή
του περισσότερο από συζυγικού αυτού πάθους. Όσο για κείνον, υποταγμένος ολοκληρωτικά στην
επιρροή της γυναίκας του, δεν την απάτησε ποτέ και την άκουγε πάντα.
Πρέπει να πούμε πως η Αντωνίνα ήταν πανέξυπνη, τολμηρή, ικανή για καλές συμβουλές. Στη
διάρκεια της πολιορκίας της Ρώμης, φάνηκε αρκετά θαρραλέα ώστε να διακινδυνέψει να περάσει
με την προστασία μιας μικρής συνοδείας καβαλαρέων, ανάμεσα στις γραμμές των πολιορκητών, για
να επισπεύσει την άφιξη ενισχύσεων. Στη δεύτερη εκστρατεία της Ιταλίας παραβρισκόταν στην
επίθεση για την ελευθέρωση της αιώνιας πόλης απ' την πολιορκία. Το εφευρετικό πνεύμα της
απασχολιόταν με τις παραμικρότερες λεπτομέρειες. Όταν ο στόλος περνούσε το στρατό του
Βελισάριου στην Αφρική, μονάχα εκείνη βρήκε τον τρόπο να σερβίρει πόσιμο νερό στο τραπέζι του
στρατηγού διατηρώντας το σε μεγάλους αμφορείς βυθισμένους μέσα σε άμμο στ' αμπάρι του
πλοίου, μακριά απ' τις αχτίδες του ήλιου. Όμως, περισσότερο απ' όλα, δείχτηκε πάντα προσεχτικά
αφοσιωμένη στην τύχη του Βελισάριου που απ' αυτήν εξαρτιόταν κ' η δική της· καθόλου δε δίστασε,
για να πετύχει τις ενισχύσεις που ο στρατηγός είχε ανάγκη, να κάνει το μακρινό ταξίδι απ' την Ιταλία
στην Κωνσταντινούπολη· έβαλε σ' ενέργεια, για να βοηθήσει τον άντρα της, όλο το κύρος και την
εύνοια που είχε στην αυλή.
Κρατώντας την Αντωνίνα κρατούσε κανείς το Βελισάριο: η Θεοδώρα το κατάλαβε γρήγορα. Στην
αρχή, καθώς φαίνεται, η αυτοκράτειρα πολύ λίγο συμπαθούσε τη γυναίκα του στρατηγού: τη
σιχαινότανε μάλιστα κι από καρδιάς. Τα 'χε μαζί της άραγε που με τις σκανδαλιστικές περιπέτειές
της είχε πολύ γρήγορα, γελοιοποιήσει τον άντρα της, το Βελισάριο; Μπορεί. Τη φοβόταν, ίσως,
μήπως δώσει στο στρατηγό συμβουλές επικίνδυνες για το θρόνο του Ιουστινιανού; Πραγματικά η
Αντωνίνα ήταν από φύση της ραδιούργα, πολύ επιτήδεια να φέρνει σε καλό τέλος τις
μηχανορραφίες της, χωρίς ηθικούς δισταγμούς, βίαιη μαζί κ' υποκρίτρια· ήταν ακόμα φιλόδοξη,
άπληστη για εξουσία κ' επιρροή και πάνω απ' όλα πολύ πιο έξυπνη και πιο τολμηρή απ' το
Βελισάριο. Δικαιολογημένα θα 'πρεπε κανείς να φοβάται μήπως μια μέρα η ικανότατη εκείνη
γυναίκα μεταστρέψει το στρατηγό απ' την πιστή νομιμοφροσύνη του. Γι' αυτό κ' η Θεοδώρα
προσπάθησε ν' αποχτήσει εξουσία πάνω της, για να την έχει στη διάθεσή της κι απ' αυτήν, τον
Βελισάριο.
Κ' η Αντωνίνα παρουσίαζε ένα τρωτό σημείο.
Στις 22 Ιουνίου του 533, τη στιγμή που ο βυζαντινός στόλος ετοιμαζόταν ν' αφήσει την
Κωνσταντινούπολη για να πλεύσει προς την Αφρική, ο πατριάρχης Επιφάνιος, για να επικαλεστεί
την ουράνια ευλογία πάνω στην ευσεβή επιχείρηση που άρχισε, είχε επιβιβάσει στη ναυαρχίδα ένα
νεαρό στρατιώτη, πρόσφατα προσηλυτισμένο στο χριστιανισμό και βαφτισμένο μόλις την

Digitized by 10uk1s

προηγούμενη μέρα. Τον έλεγαν Θεοδόσιο κ' ήταν από λίγο καιρό πριν προσκολλημένος στον οίκο
του Βελισάριου: γι' αυτό ο στρατηγός κ' η γυναίκα του είχαν ζητήσει να γίνουν ανάδοχοί του κ'
εξαιτίας του ιερού αυτού δεσμού τον θεωρούσαν σαν θετό γιο τους. Η Αντωνίνα δεν άργησε να
ενδιαφερθεί ζωηρότερα γι' αυτόν. Στην αργία και στην τεμπελιά του μακρινού αυτού ταξιδιού
ερωτεύτηκε το νεαρό στρατιώτη· κι όπως δεν ήταν γυναίκα που σταματούσε μπροστά σε ηθικούς
δισταγμούς τον πήρε για εραστή της. Στην αρχή κράτησε πολλές προφυλάξεις· ύστερα, πολύ
γρήγορα, άρχισε να δείχνεται ανοιχτά με το Θεοδόσιο. Όλοι οι υπηρέτες ήξεραν την περιπέτειά της:
μονάχα ο Βελισάριος την αγνοούσε ακόμα. Μια μέρα ωστόσο, στην Καρχηδόνα, έπιασε τους δυο
εραστές σ' ένα υπόγειο δωμάτιο του παλατιού, με ντύσιμο που δεν άφηνε σχεδόν θέση γι'
αμφιβολία, κι όπως ήταν φυσικό έπεσε σε βίαιη οργή· όμως η Αντωνίνα δεν τα 'χασε:
«Προσπαθούσαμε, είπε, αυτός ο νέος κ' εγώ, να κρύψουμε σ' αυτό το υπόγειο μερικά πολύτιμα
λάφυρα για να μην πέσουν στα χέρια του αυτοκράτορα».
Ο στρατηγός αγαπούσε το χρήμα· αγαπούσε, περισσότερο ακόμα τη γυναίκα του. Αφέθηκε λοιπόν
πρόθυμα να πειστεί και προτίμησε να μην πιστέψει στην ολοφάνερη μαρτυρία των ματιών του.
Παίρνοντας θάρρος απ' αυτή την τύφλωση, η Αντωνίνα έχασε στο εξής κάθε συγκρατημό, κι όταν ο
Βελισάριος άφησε την Αφρική για να γυρίσει στο Βυζάντιο, όταν τον ακόλουθο χρόνο ξανάφυγε για
τη Σικελία, παντού πήρε μαζί της και τον εραστή της και πέτυχε μάλιστα απ' την αδυναμία του
συζύγου της να ονομαστεί ο Θεοδόσιος αρχηγός του πολιτικού του οίκου.
Στις Συρακούσες προκάλεσε σκάνδαλο με τον τρόπο που επέδειχνε το δεσμό της. Γύρω της ωστόσο
δεν τολμούσε κανείς να πει τίποτα· ήξεραν την αδυναμία του Βελισάριου στη γυναίκα του, δεν
αγνοούσαν καθόλου, προπάντων, πόσο ήταν επικίνδυνο να εκτεθεί κανείς στο φαρμακερό μίσος της
Αντωνίνας κι ο καθένας έκρινε φρονιμότερο και καλύτερο να τα 'χει καλά μαζί της παρά να
φροντίσει ν' ανοίξει τα μάτια του αντρός της. Μια καμαριέρα όμως, η Μακεδονία, δυσαρεστημένη
καθώς φαίνεται απ' την κυρία της, αποφάσισε ν' αποκαλύψει κρυφά στο Βελισάριο την ατυχία του
και για να επιβεβαιώσει την καταγγελία της του έφερε και σκλάβες απ' την ιδιαίτερη υπηρεσία της
Αντωνίνας. Ο στρατηγός μάνιασε και διάταξε αμέσως να θανατώσουν το Θεοδόσιο· όμως οι
φρουροί που είχαν επιφορτιστεί μ' αυτή τη φροντίδα θεώρησαν φρονιμότερο να ειδοποιήσουν τον
νεαρό· ο Θεοδόσιος δραπέτεψε κ' έτρεξε να βρει άσυλο στο ιερό της Εφέσου. Όσο για την επιδέξια
Αντωνίνα, τα κατάφερε κι αυτή τη φορά να ταχτοποιήσει την υπόθεση. Έπεισε τον Βελισάριο πως
ήταν θύμα μιας αισχρής συκοφαντίας και δε δυσκολεύτηκε καθόλου να τον κάνει να πιστέψει στην
αθωότητά της. Ύστερα, για να προλάβει παρόμοια συμβάντα, κατάφερε τον άντρα της να της
παραδώσει τους καταδότες. Η φλύαρη καμαριέρα κ' οι άπιστες σκλάβες υπέστηκαν το μαρτύριο να
τους κόψουν τη γλώσσα· ύστερα τις ράψανε μέσα σε σάκους και τις ρίξανε στη θάλασσα.
Με την ίδια σκληρότητα εκδικήθηκε η Αντωνίνα κι όσους άλλους εχθρούς είχε στο περιβάλλον του
Βελισάριου. Ένας απ' τους αξιωματικούς του επιτελείου, ο Κωνσταντίνος, είχε ακουστεί να λέει:
«Εγώ θ' άφηνα τον εραστή και θα σκότωνα τη γυναίκα». Η Αντωνίνα δεν ξέχασε αυτά τα λόγια. Με
υπομονετική επιδεξιότητα υποβίβασε σιγά - σιγά τον Κωνσταντίνο στην εκτίμηση του στρατηγού· κι
όπως ο αξιωματικός ήταν πολύ καυχησιάρης, κι αυθαδίαζε εύκολα, δε βρήκε και πολύ κόπο να
φέρει τους δυο άντρες σε διχόνοια. Ο Κωνσταντίνος είχε ακόμα το άδικο να κλέψει, στην εκστρατεία
της Ιταλίας, πολλά πολύτιμα αντικείμενα από ένα άρχοντα της Ραβέννας που λεγόταν Πραιζίντιος,
και παρ' όλες τις συστάσεις του στρατηγού του αρνήθηκε κάθε αποκατάσταση. Η υπομονή του
Βελισάριου είχε εξαντληθεί. Εξοργισμένος ρώτησε τον αξιωματικό αν επέμενε στην άρνησή του να
υπακούσει, κι όπως ο άλλος αυθαδίαζε, κάλεσε την φρουρά του. «Θέλεις να με σκοτώσεις» φώναξε
ο Κωνσταντίνος, που ήξερε πόσο τον μισούσε η Αντωνίνα· και χωρίς να σταθεί, τράβηξε το μαχαίρι
του και ρίχτηκε στο Βελισάριο. Τον έπιασαν, τον έριξαν στη φυλακή και τον θανάτωσαν στο κελί
του. Η Αντωνίνα είχε εκδικηθεί.
Φυσικά, στην παράκληση της γυναίκας του, ο Βελισάριος είχε βιαστεί να ξανακαλέσει τον Θεοδόσιο.

Digitized by 10uk1s

Όμως ο εραστής άφηνε να τον παρακαλούν. Ο στρατηγός είχε φέρει μαζί του στη στρατιά της
Ιταλίας το γιο της Αντωνίνας Φώτιο κ' έδειχνε εντελώς πατρική στοργή σ' αυτόν το νέο. Ο Φώτιος
όμως μισούσε τον Θεοδόσιο, απ' τη μια μεριά γιατί υποπτευόταν το δεσμό του με τη μητέρα του, κι
από την άλλη γιατί τον φθονούσε για την εύνοιά του κοντά στο Βελισάριο· κι ο Θεοδόσιος, που
καθώς φαίνεται δε φημιζόταν καθόλου για την αντρεία του, δήλωνε πως δε θα ξαναγύριζε όσο ο
Φώτιος θα εξακολουθούσε να παραμένει στο περιβάλλον του στρατηγού. Ανάμεσα στον εραστή της
και στο γιο της η Αντωνίνα δε δίστασε να διαλέξει· τα κατάφερε τόσο καλά που ο Φώτιος
κουρασμένος, αηδιασμένος, πικραμένος απ' τις συκοφαντίες, ζήτησε να ξαναγυρίσει στο Βυζάντιο·
και κάτω απ' το ευνοϊκό βλέμμα του Βελισάριου ο Θεοδόσιος κ' η Αντωνίνα ξανάρχισαν τους έρωτές
τους. Όταν, μετά την άλωση της Ραβέννας, ο στρατηγός ξαναγύρισε στην Κωνσταντινούπολη, η
Αντωνίνα μπήκε θριαμβευτικά στην πρωτεύουσα ανάμεσα στο σύζυγο και στον εραστή της.
Η Θεοδώρα πολύ γρήγορα είχε μάθει ένα δεσμό που κρατούσε εφτά χρόνια και που όλοι στο παλάτι
μιλούσαν πολύ ανοιχτά γι' αυτόν, κ' η Αντωνίνα ήξερε πως η αυτοκράτειρα δεν αγνοούσε τίποτα απ'
τις περιπέτειές της. Αυτό ήταν που έφερε κοντά τις δυο γυναίκες. Για να εξευμενίσει την κακή
διάθεση της Αυγούστας, η γυναίκα του Βελισάριου έβαλε όλη της την επιδεξιότητα στην
εξυπηρέτηση των σχεδίων της Θεοδώρας κ' είχε την καλή τύχη, στη διάρκεια της διαμονής της στην
Ιταλία, να βοηθήσει στην πτώση του εχθρού της, του πάπα Σιλβέριου. Η Θεοδώρα, που εκτιμούσε
την επιτηδειότητα της Αντωνίνας, κατάλαβε απ' τη μεριά της πως προστατεύοντας τους έρωτές της
θα την έκανε αφοσιωμένο όργανο της πολιτικής της και εγγύηση της υπακοής του Βελισάριου.
Ενωμένες από την κοινότητα των συμφερόντων, γρήγορα, με το να γνωριστούν καλύτερα, άρεσαν η
μια στην άλλη: η Αντωνίνα έγινε η επίσημη ευνοούμενη, η ιδιαίτερη φίλη, η έμπιστη της Θεοδώρας·
ονομάστηκε στο ανώτερο αξίωμα της μεγάλης αρχόντισσας του οίκου της αυτοκράτειρας· και
σίγουρη για την τύχη της άφησε πια κάθε επιφύλαξη.
Ο Θεοδόσιος όμως άρχιζε ν' ανησυχεί για ένα τόσο δημόσιο δεσμό κ' ίσως είχε κιόλας βαρεθεί λίγο
μια τόσο αχόρταγη ερωμένη. Έφυγε από μόνος του τώρα, κι αυτή τη φορά, για να 'ναι ήσυχος,
μπήκε σε μοναστήρι. Τότε η Αντωνίνα έπεσε σ' απελπισία· κλείστηκε στα διαμερίσματά της, δεν
ήθελε να βλέπει κανένα και με δάκρυα δεν έπαυε ν' αναστενάζει, ακόμα και μπροστά στο
Βελισάριο, για τον πιστό, τον αξιαγάπητο, το χαριτωμένο φίλο που είχε χάσει. Έκανε τόσα που ο
εξαίρετος σύζυγός της κατάληξε να γυρέψει ακρόαση απ' τον Ιουστινιανό και τη Θεοδώρα και,
δηλώνοντας πως δε μπορούσε να κάνει χωρίς τον αναντικατάστατο αυτόν υπηρέτη, τον Θεοδόσιο
ικέτεψε τον αυτοκράτορα να του τον αποδώσει. Προχώρησε περισσότερο ακόμα. Όπως ήταν να
φύγει για την Ανατολή, για ν' αναλάβει τη διοίκηση της στρατιάς της Περσίας, δέχτηκε, αντίθετα με
κάθε συνήθειά του, ν' αφήσει την Αντωνίνα στην πρωτεύουσα. Αμέσως μόλις ξεκίνησε, ο
Θεοδόσιος, που ως τώρα είχε πεισματικά αρνηθεί να εγκαταλείψει το μοναστήρι του, έτρεξε να
ξανασυναντήσει κρυφά την ερωμένη του.
Το πάθος της Αντωνίνας την έκανε απερίσκεπτη: αφημένος μονάχος του, παραδομένος σ' άλλες
επιρροές ο Βελισάριος κινδύνευε επιτέλους ν' ανοίξει τα μάτια του. Ο Φώτιος ανάλαβε να τον
διαφωτίσει. Μπροστά στο μίσος της μητέρας του, που προσπαθούσε να τον διαβάλει στον αρχηγό
του και σκεφτόταν ακόμα, καθώς λέγανε, να τον εξαφανίσει, πήρε μια μεγάλη απόφαση. Απόδειξε
στο Βελισάριο πόσο αναίσχυντα εκμεταλλεύονταν την αδυναμία του. Αυτή τη φορά,
καταλαβαίνοντας πως είχε μιαν υποστήριξη, ο στρατηγός οργίστηκε για καλά. Ικέτεψε τον Φώτιο να
τον βοηθήσει να εκδικηθεί για την προσβλημένη τιμή του. Όμως, ακόμα και στην αποφασιστική
αυτή στιγμή, δε μπορούσε ν' αποφασίσει να τιμωρήσει την Αντωνίνα: «Αγαπώ πάντα τη γυναίκα
μου, έλεγε. Φτάνει να τιμωρήσεις τον άνθρωπο που λέρωσε το σπιτικό μου· σε κείνην δε θα κάνω
κανένα κακό. Όμως όσο ζει ο Θεοδόσιος, αληθινά δε μπορώ να τη συγχωρήσω». Παρ' όλες αυτές τις
επιφυλάξεις, παρόλο που πολύ λίγη πεποίθηση είχε στην ενεργητικότητα του Βελισάριου, ο Φώτιος
ανάλαβε να τον βοηθήσει. Οι δυο άντρες αντάλλαξαν, πάνω στα ιερά βιβλία, επίσημους όρκους και

Digitized by 10uk1s

υποσχέθηκαν αμοιβαία να μην εγκαταλείψουν ο ένας τον άλλον και ν' αντιμετωπίσουν μαζί ακόμα
και το θάνατο. Ύστερα περίμεναν την κατάλληλη ευκαιρία.
Ήταν στα 541. Ακριβώς αυτή την εποχή η Αντωνίνα είχε προσφέρει στη Θεοδώρα μια εξαιρετική
υπηρεσία: είχε γίνει το κέντρο της πλεκτάνης που ανάτρεψε τον Ιωάννη τον Καππαδόκη κ' η εύνοιά
της είχε πολύ μεγαλώσει. Θεώρησε τότε πως δε διάτρεχε κανένα κίνδυνο να ξαναγυρίσει στον
άντρα της κι αφού έστειλε τον εραστή της στην Έφεσο, ξεκίνησε για να συναντήσει τη στρατιά.
Αντίθετα μ' ό,τι μπορούσε να περιμένει, βρήκε τον Βελισάριο εξαγριωμένο. Αμέσως μόλις έμαθε
πως είχε έρθει η γυναίκα του, ο στρατηγός, ξεχνώντας στη βιασύνη του να ταχτοποιήσει τις
υποθέσεις του και τα συμφέροντα του Κράτους ακόμα, εξεκένωσε το περσικό έδαφος που είχε
καταλάβει. Για πρώτη φορά στη ζωή του δέχτηκε άσχημα την Αντωνίνα· τη φυλάκισε με καλή
φρουρά και σκέφτηκε ακόμα, καθώς λένε, και να τη σκοτώσει. Την ίδια ώρα ο Φώτιος ανάκρινε ένα
απ' τους ευνούχους της μητέρας του και μαθαίνοντας απ' αυτόν που βρισκόταν ο Θεοδόσιος,
άρπαξε από μέσα απ' την εκκλησία του Αγίου Ιωάννου της Εφέσου, με την πληρωμένη συνενοχή του
επίσκοπου της περιοχής, τον εραστή της Αντωνίνας· δήμευσε ακόμα και την περιουσία του
ευνοούμενου και τον μετάφερε με γερή συνοδεία σ' ένα απομακρυσμένο φρούριο της Κιλικίας.
Ο Βελισάριος κι ο Φώτιος είχαν κάνει άσχημα να βιαστούν. Η Θεοδώρα δεν ήταν διατεθειμένη να
παραδεχτεί να ενοχλήσουν τη φίλη της. Ανησυχώντας πολύ για το τι συνέβαινε στην Αντωνίνα,
ανακάλεσε βιαστικά τον Βελισάριο στο Βυζάντιο. Ξέρουμε ήδη με ποιον τρόπο εκδικήθηκε τον
Φώτιο και τους φίλους του για τις προσβολές τους στην προστατευομένη της και με ποιο ήρεμο
θράσος ξανάδωσε στην Αντωνίνα τον αγαπημένο εραστή που της είχαν στερήσει. Ταυτόχρονα
αποκατάστησε την ειρήνη στο σπιτικό του Βελισάριου. Ο μεγάλος έρωτας του στρατηγού για τη
γυναίκα του είχε, πριν ακόμα απ' την επιστροφή τους στην πρωτεύουσα, απαλύνει τα αισθήματά
του απέναντί της και, βλέποντάς τον τόσο γρήγορα αλλαγμένο, οι αργόσχολοι της
Κωνσταντινούπολης, που με περιέργεια παρακολουθούσαν αυτή την ιλαροτραγωδία, αναρωτιόνταν
τι μάγια είχαν άραγε κάνει στο δύστυχο άνθρωπο. Η Θεοδώρα δε βρήκε λοιπόν καμιά δυσκολία να
συμφιλιώσει το αντρόγυνο. Ο στρατηγός άφησε να τον παρακαλέσουν λίγο. Όμως τι! Ο Θεοδόσιος
είχε μόλις πεθάνει, πάνω στην κατάλληλη ώρα, κ' η θέληση της αυτοκράτειρας ήταν
κατηγορηματική. Ξαναπήρε λοιπόν την Αντωνίνα και, με τη συνηθισμένη αφροντισιά του, λίγο
ενδιαφέρθηκε για το τι είχαν απογίνει ο Φώτιος κ' οι φίλοι του.
Για να ευχαριστήσει τη βασίλισσα, ο Βελισάριος είχε δειχτεί άναντρος κ' επίορκος· έβγαινε απ' αυτή
την περιπέτεια κάπως μειωμένος. Γι' αυτό φαίνεται πως κράτησε κάποια κρυφή μνησικακία
απέναντι στις δυο γυναίκες, που τον είχαν ταπεινώσει. Όταν, στα 542, ξαναστάλθηκε στη διοίκησή
του διεύθυνε με πολλή αμέλεια τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και τόλμησε ακόμα, καθώς λένε, να
διατυπώσει τα στασιαστικά εκείνα λόγια που ψύχραναν τόσο σφοδρά τη Θεοδώρα. Η αυτοκράτειρα
έκρινε πως του χρειαζόταν ένα μάθημα. Καθαιρεμένος απότομα απ' το αξίωμά του, ο Βελισάριος
ανακλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη· του είχε δοθεί διαταγή να παραδώσει όλα τα χρήματα που
είχε σ' ένα ευνούχο της Αυγούστας και ν' αφήσει στο στρατό τους άντρες της προσωπικής φρουράς
του, που ήταν επίφοβοι για την αφοσίωσή τους. Βρίσκοντας ψυχρή υποδοχή απ' τους βασιλείς,
βλέποντας τους φίλους του, που φοβούνταν μην εκτεθούν, να τον αποφεύγουν, ο στρατηγός
φαινόταν να 'χει πέσει σε πλήρη δυσμένεια. Κ' ήταν ένα αξιοθρήνητο θέαμα ν' αντικρίζει κανείς το
δοξασμένο αυτό στρατηλάτη να περνάει τώρα μονάχος στους δρόμους, παρατημένος απ' όλους, με
σκυθρωπό κι απασχολημένο ύφος, και να φοβάται για τη ζωή του, βλέποντας κιόλας τον εαυτό του
τριγυρισμένο από δολοφόνους.
Η Αντωνίνα ωστόσο εξακολουθούσε να 'χει μεγάλη εύνοια στο παλάτι· ήταν η εγκάρδια φίλη, η
απαραίτητη σύντροφος της αυτοκράτειρας. Ύστερα απ' την περιπέτεια της προηγούμενης χρονιάς,
ήταν άλλωστε ψυχραμένη πάντα με τον άντρα της. Η Θεοδώρα πολύ επιτήδεια σοφίστηκε να
συμφιλιώσει ολότελα τους δυο συζύγους, υπολογίζοντας πως αν ο Βελισάριος χρωστούσε στην

Digitized by 10uk1s

Αντωνίνα τη συγνώμη του και την επάνοδό του στην εύνοια, θα 'ταν στο εξής και για πάντα,
υποδουλωμένος σε κείνην που θα τον είχε σώσει. Έτσι, μια μέρα που ο Βελισάριος, κατά τη
συνήθεια, είχε παρουσιαστεί στην αυτοκρατορική ακρόαση, είδε όλα τα πρόσωπα ξεχωριστά
εχθρικά και κλειστά, και το σπουδαιότερο, βρέθηκε εκτεθειμένος στις βρισιές του όχλου των
υπηρεσιών της αυλής. Γυρίζοντας το βράδυ στο σπίτι του, όλο και περισσότερο ανήσυχος για την
τύχη του, ξάπλωσε στο κρεβάτι του τρέμοντας από φόβο, χωρίς καθόλου θάρρος κι αξιοπρέπεια. Η
Αντωνίνα βρισκόταν εκεί και, γκρινιάζοντας πως ήταν άρρωστη, τριγυρνούσε ένα γύρω στο
διαμέρισμα. Η νύχτα έπεφτε. Ξαφνικά ακούγονται δυνατά χτυπήματα στην πόρτα: «Διαταγή της
αυτοκράτειρας», φωνάζει ένας υπηρέτης του παλατιού. Ο Βελισάριος, πιστεύοντας πως είχε φτάσει
η τελευταία του ώρα, έμενε ξαπλωμένος, έτοιμος να δεχτεί το μοιραίο χτύπημα. Όμως αντί για
μήνυμα θανάτου, ο αυτοκρατορικός υπηρέτης έφερνε ένα γράμμα της Θεοδώρας που έγραφε:
«Ξέρεις, αγαπητέ μου, τι έχεις κάνει εναντίον μας. Έχω όμως μεγάλες υποχρεώσεις στη γυναίκα σου
και για χάρη της αποφάσισα να σε συγχωρήσω. Μάθε πως σ' αυτήν χρωστάς τη ζωή σου· χάρη σ'
αυτήν ακόμα μπορείς να ελπίζεις στο μέλλον σωτηρία και αγαθά. Θα ιδούμε αργότερα πώς θα
συμπεριφερθείς απέναντί της». Η Αντωνίνα, που ήξερε το περιεχόμενο του μηνύματος, περίμενε με
περιέργεια το αποτέλεσμα. Ήταν αναπάντεχο. Γεμάτος χαρά ο Βελισάριος, πετιέται από το κρεβάτι
και για να δώσει στον αγγελιοφόρο της αυτοκράτειρας την άμεση απόδειξη της υπακοής του,
ρίχνεται στα πόδια της Αντωνίνας, της φιλάει τα χέρια, τη σφίγγει στην αγκαλιά του, της ορκίζεται
πως θα 'ναι στο εξής, όχι πια ο άντρας της, μα ο αφοσιωμένος της σκλάβος. Μ' αυτή την πληρωμή
πέτυχε να του αποδώσουν ένα μέρος της περιουσίας του, να τον αποκαταστήσουν στις τιμές του και
σε μια ανώτερη στρατιωτική διοίκηση. Τον έστειλαν στην Ιταλία, χωρίς όμως στρατό, χρήματα και
πόρους· αναγκάστηκε, καθώς λένε, να πληρώσει ο ίδιος απ' την τσέπη του τα έξοδα της
εκστρατείας.
Δεν είναι καθόλου εύκολο να ξεχωρίσουμε το αληθινό που υπάρχει σ' αυτές τις ιστορίες. Έδειξε
τάχα ο Βελισάριος ένοχη συγκατάβαση στις περιπέτειες της Αντωνίνας; Την ξαναπήρε αληθινά
κοντά του, ύστερα από μια λιγόχρονη έξαψη ενεργητικότητας, για να ξανακερδίσει την εύνοια της
αυτοκράτειρας; Είναι φλυαρίες που δύσκολα μπορούμε να επαληθεύσουμε. Μπορούμε να
πιστέψουμε ωστόσο πως, καθώς η Αντωνίνα ήταν η ευνοούμενη της Θεοδώρας, την ανέχθηκε από
φόβο μην έρθει σε ρήξη με την αυτοκράτειρα· είναι βέβαιο πάντως πως την χρησιμοποίησε για να
εξασφαλίσει το κύρος του στο παλάτι. Είναι ακόμα βέβαιο πως την αγαπούσε βαθιά. Στη δεύτερη
εκστρατεία της Ιταλίας, ενώ πολεμούσε για να σώσει την αιώνια πόλη, ξετρελάθηκε σαν παιδί στη
φήμη πως η γυναίκα του είχε πέσει στα χέρια των Οστρογότθων, και για να σώσει την Αντωνίνα,
οπισθοχώρησε κι εγκατέλειψε τα πάντα. Μπορούμε λοιπόν να πιστέψουμε πως εύκολα ανεχόταν
και συγχωρούσε· και μετά το θάνατο ακόμα της Θεοδώρας έμεινε τυφλά υποδουλωμένος στην
επιρροή της γυναίκας του.
Όπως και να 'χει στην πρωτεύουσα πίστευαν πως μόλις θα 'βγαινε απ' το Βυζάντιο ο Βελισάριος θα
εκδικιόταν με μια εξέγερση για τις ταπεινώσεις και τη δυσμένειά του. Δεν τον ήξεραν όμως καλά· η
Αντωνίνα τον συνόδευε στην Ιταλία κ' η παρουσία της ήταν αρκετή για να τον συγκρατήσει στο
καθήκον. Έτοιμη πάντα να υπηρετήσει τις θελήσεις της βασιλίσσης δείχτηκε, όσο ζούσε εκείνη,
απόλυτα αφοσιωμένη στο θρόνο της κ' η Θεοδώρα σ' αντάλλαγμα δεν της τσιγκουνεύτηκε ποτέ την
προστασία της. Έτσι ο υπολογισμός της αυτοκράτειρας είχε βγει σωστός: κρατώντας την Αντωνίνα
κράτησε σ' όλη τη ζωή του το Βελισάριου αφοσιωμένο στο θρόνο του Ιουστινιανού.
Έλπισε, ακόμα, χάρη στην ευνοουμένη της, να πραγματοποιήσει κ' ένα ωραιότερο όνειρο. Ο
Βελισάριος ήταν υπέρμετρα πλούσιος. Αγαπούσε το χρήμα και λίγο δίσταζε για τους τρόπους που
θα τ' αποχτούσε. Δικαιολογημένα τον υποπτεύθηκαν πως είχε οικειοποιηθεί ένα μεγάλο, πολύ
μεγάλο, μέρος απ' τα λάφυρα της Αφρικής και της Ιταλίας και πως για να γίνει ο δήμιος του πάπα
Σιλβέριου είχε δεχτεί τα δώρα των εχθρών του ποντίφικος. Είναι βέβαιο πως καθόλου δεν δίστασε

Digitized by 10uk1s

να δεχτεί το πολυτελέστατο μέγαρο του Ιωάννου του Καππαδόκη σαν ανταμοιβή για το ρόλο που
είχε παίξει η Αντωνίνα στην πτώση του ευνοούμενου επάρχου του πραιτωρίου. Όπως και να 'χει, η
περιουσία του, γράφει ένας σύγχρονος, ήταν αντάξια ενός αυτοκράτορα. Γι' αυτό κι ο Ιουστινιανός
κ' η Θεοδώρα δε θα 'ταν καθόλου δυσαρεστημένοι να βάλουν χέρι σ' αυτή· όμως, είτε από εκτίμηση
στις υπηρεσίες του Βελισάριου, είτε γιατί δεν είχαν ένα εύλογο πρόσχημα, δεν τολμούσαν να
φτάσουν σε δήμευση και προσποιούνταν μάλιστα πως δεν ήξεραν ότι ένα μεγάλο μέρος απ' αυτά τα
πλούτη, είχε ίσως αποχτηθεί σε βάρος του θησαυροφυλακίου. Παρ' όλ' αυτά η αυτοκράτειρα δεν
απελπίστηκε πως μπορούσε να φτάσει μ' άλλους τρόπους στο σκοπό της.
Ο Βελισάριος είχε μια μοναχοκόρη, την Ιωάννα, που ήταν κληρονόμος της ασύγκριτης αυτής
περιουσίας: Η Θεοδώρα σκέφτηκε να την παντρέψει με τον εγγονό της Αθανάσιο. Το σχέδιο της
ένωσης αυτής φιγουράρησε ανάμεσα στους όρους της συνθήκης που η βασίλισσα επέβαλε στο
στρατηγό τη στιγμή της μεγάλης δυσμένειάς του και, παρά την αντίθετη θέλησή του, ο Βελισάριος
αναγκάστηκε να συγκατατεθεί στους αρραβώνες. Μόλις όμως έφτασε στην Ιταλία άλλαξε γνώμη
και, πράγμα αναπάντεχο, βρήκε σ' αυτή την υπόθεση την υποστήριξη της γυναίκας του: είτε γιατί η
Αντωνίνα έβλεπε πως η αυτοκράτειρα, άρρωστη, έγερνε πια προς τη δύση της, είτε γι' άλλους
λόγους, πίστεψε πως μπορούσε ν' αντισταθεί στις επιθυμίες της. Μάταια η Θεοδώρα έγραφε
γράμματα απανωτά ζητώντας να επισπεύσουν το γάμο· οι γονείς βρήκαν χίλια δυο προσχήματα για
να ξεφύγουν, φέρνοντας πρόφαση πως έπρεπε να περιμένουν την επιστροφή τους στο Βυζάντιο, κ'
ύστερα βρίσκοντας δικαιολογίες για ν' αργοπορούν αυτή την επιστροφή. Η Θεοδώρα ανησυχούσε.
Ήξερε την Αντωνίνα· μάντευε πως μετά το θάνατό της η ευνοουμένη της θα λησμονούσε γρήγορα
και τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει και την ευγνωμοσύνη που χρωστούσε στην προστάτισσά
της. Έτσι σκέφτηκε να εκβιάσει τα γεγονότα.
Τα κανόνισε έτσι ώστε να πλησιάσει τον εγγονό της και την κόρη του Βελισάριου και γρήγορα τα
πράγματα φτάνανε σε τέτοιο σημείο μεταξύ τους που ο γάμος δεν αποτελούσε παρά ένα αναγκαίο
τύπο. Ο Αθανάσιος κ' η Ιωάννα ερωτεύτηκαν τόσο σφοδρά ο ένας τον άλλον που ζούσαν μαζί
φανερά, με την ανοχή και τη συνενοχή της αυτοκράτειρας. Ο δεσμός τους διαρκούσε εδώ κι οχτώ
μήνες, όταν η Θεοδώρα πέθανε. Λίγο αργότερα, η Αντωνίνα ξαναγύριζε στο Βυζάντιο κ' η στάση της
έδειξε γρήγορα πόσο καλά την είχε κρίνει η βασίλισσα. Ξεχνώντας κάθε παρελθόν δε θέλησε ν'
ακούσει τίποτα γι' αυτή την ένωση· και χωρίς να νοιαστεί για την υπόληψη της κόρης της, που είχε
εκτεθεί πολύ απ' αυτή την περιπέτεια, χωρίς ν' ανησυχήσει για την απελπισία των δυο
ερωτευμένων, τους χώρισε με τη βία, δηλώνοντας πως με κανένα τρόπο δεν εννοούσε να κάνει
γαμπρό της ένα απόγονο της Θεοδώρας. Όταν λίγο αργότερα γύρισε κ' ο Βελισάριος απ' την Ιταλία,
όπως ήταν φυσικό επιδοκίμασε, κατά τη συνήθεια του, όλα όσα είχε αποφασίσει η Αντωνίνα.
Όμως αν, στο ξεχωριστό αυτό σημείο, ο θάνατος είχε εμποδίσει να πραγματοποιηθούν τα σχέδια
της Θεοδώρας, η γραμμή συμπεριφοράς που η βασίλισσα είχε χαράξει απέναντι στον Βελισάριο
ακολουθήθηκε προσεχτικά κι όταν ακόμα εκείνη είχε πεθάνει. Ως την τελευταία του μέρα ο
Βελισάριος ήταν ύποπτος πως επιζητούσε πολύ τη δημοτικότητα, πως έτρεφε υπερβολικά
φιλόδοξες ελπίδες· και, γεμίζοντάς τον τιμές, ο Ιουστινιανός δεν του τσιγκουνεύτηκε στα γερατειά
του ούτε τις ταπεινώσεις, ούτε τις δυσμένειες. Την επομένη σχεδόν της ημέρας που ο στρατηγός
είχε σώσει απ' την επίθεση των Ούννων την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας ο περίφοβος φθόνος
του αυτοκράτορα τον ενοχοποίησε σε μια συνωμοσία που παρασκευαζόταν εναντίον του· και
παρόλο που καθόλου δεν αποδείχτηκε αυτή η ενοχή ο βασιλεύς, σε μια βίαιη σκηνή, έδωσε διέξοδο
στην οργή του εναντίον του Βελισάριου και για μια ακόμα φορά του αφαίρεσε τη φρουρά του, τον
καθαίρεσε απ' όλα τ' αξιώματα και τους βαθμούς του και τον περιόρισε στο μέγαρό του. Έτσι,
απέναντι στον υπερεπίφοβο αυτόν υπήκοο, το πνεύμα της Θεοδώρας υποκινούσε πάντα τον
Ιουστινιανό.
Κι ακόμα, σ' ανάμνηση της αυτοκράτειρας, ο αυτοκράτορας χάρισε όλη την εύνοιά του σ' αυτήν την

Digitized by 10uk1s

Αντωνίνα που ήταν άλλοτε η έμπιστη φίλη της. Ως το θάνατό της, διατήρησε το κύρος της στο
παλάτι. Έτσι συνεχιζόταν η πολιτική που μ' αυτήν η Θεοδώρα είχε επιδιώξει να κάνει αισθητή μέσα
στο σπίτι του στρατηγού την παντοδυναμία της αυτοκρατορικής θέλησης κ' έτσι, κ' εδώ ακόμα, το
έργο της έζησε και μετά απ' αυτήν. Ο Βελισάριος, υπακούοντας στην Αντωνίνα, παρέμεινε ο
ταπεινός, πιστός και υπάκουος υπηρέτης του Ιουστινιανού.

Digitized by 10uk1s

X
Ο ΦΕΜΙΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΣ
Αν πρέπει να πιστέψουμε τη Μυστική Ιστορία, η Θεοδώρα είχε για τις αδυναμίες των άλλων μια
ανεξάντλητη επιείκεια, σα γυναίκα που ήξερε τη ζωή και την αστάθεια της ανθρώπινης φύσης. Σε
μια μεγαλούπολη όπως ήταν η Κωνσταντινούπολη, τα ήθη δεν ήταν ανεπίληπτα· τα κακά σπιτικά
δεν ήταν καθόλου σπάνια κ' οι μοιχείες ήταν συχνές: συγκαταβατικά η βασίλισσα σκέπαζε τα πάντα
με τον αυτοκρατορικό μαντύα της. Αν μια γυναίκα είχε εραστή κ' ήταν αρκετά αδέξια για ν' αφήσει
να την πιάσουν, έτρεχε γρήγορα στο παλάτι και με την υποστήριξη της αυτοκράτειρας τα κατάφερνε
πάντα να ξεγλυτώσει. Αλλοίμονο στο σύζυγο που ζητούσε διαζύγιο, αν δεν προσκόμιζε στο
δικαστήριο αδιάψευστες αποδείξεις των ισχυρισμών του. Εκτός που καταδικαζόταν να πληρώσει
στη γυναίκα του ένα ποσό ισάξιο με την προίκα που του είχε φέρει, κινδύνευε κιόλας να μαστιγωθεί
και να φυλακιστεί, ενώ η κυρία, σίγουρη για την ατιμωρησία της, εξακολουθούσε στα φανερά τη
μοιχεία της. Γι' αυτό πολλοί σύζυγοι έκριναν πιο φρόνιμο να κλείνουν τα μάτια, κ' έτσι, χάρη στη
Θεοδώρα, η πρωτεύουσα είχε πέσει σε μεγάλη ηθική εξαχρείωση.
Αν, απέναντι σ' αυτά τα κουτσομπολιά, βάλουμε τις πληροφορίες που προσφέρουν τα επίσημα
έγγραφα, διαπιστώνουμε αντίθετα πως υπήρχε μεγάλη σεμνοτυφία στο Ιερό Παλάτι. Στους
εξαιρετικά πολυάριθμους νόμους ο Ιουστινιανός ασχολήθηκε με το γάμο, το διαζύγιο, τη μοιχεία,
μια λέξη επανέρχεται αδιάκοπα: είναι η μεγάλη φροντίδα του αυτοκράτορα για τη δημόσια ηθική.
«Επιθυμούμε, έχει γράψει κάπου, ώστε οι γυναίκες να συμπεριφέρονται με σωφροσύνη, να μη ζουν
άτακτη και ανευλαβή ζωή, κ' ελπίζουμε πως θα το κατορθώσουν». Πρέπει, λοιπόν να δούμε πόσα
πράγματα ο βασιλεύς κρίνει ανάρμοστα κ' αντίθετα στη φρονιμάδα. Αν μια γυναίκα είναι αρκετά
ξεδιάντροπη για να πάει να λουστεί μαζί με άντρες, ο σύζυγός της μπορεί να ζητήσει διαζύγιο
εναντίον της· αν, χωρίς την άδεια του αντρός της πηγαίνει να δειπνήσει με ξένους, αν χωρίς αυτός
να το ξέρει ή παρά την απαγόρευσή του πηγαίνει στο θέατρο, στις αρματοδρομίες, στις
θηριομαχίες, όλα αυτά αποτελούν περιπτώσεις διαζυγίου που ο νόμος αναγνωρίζει. Πολύ
περισσότερο υπάρχει περίπτωση διαζυγίου αν η γυναίκα περάσει τη νύχτα έξω απ' το συζυγικό
σπίτι, αν ενώ ζει ο άντρας της σκέφτεται άλλο γάμο και πάνω απ' όλα αν πάρει εραστή. Στην
περίπτωση αυτή, ο σύζυγος έχει το δικαίωμα, ύστερα από τρεις προειδοποιήσεις, να πάρει μοναχός
του δικαιοσύνη, εφ' όσον βρει τη γυναίκα του μαζί με το φίλο της είτε στο σπίτι του είτε στο σπίτι
του εραστή της είτε στην ταβέρνα, είτε στην εξοχή· αν τους βρει αλλού, παράδειγμα στην εκκλησία,
–κ' οι εκκλησίες χρησίμευαν συχνά σαν τόποι ερωτικών συναντήσεων– παραδίνει τους ενόχους στη
δημόσια αρχή κι αν η περίπτωση είναι ξεκάθαρη, ο άντρας, χωρίς άλλη διαδικασία, καταδικάζεται
σε θάνατο κ' η γυναίκα παραδίνεται στο σύζυγο για να διωχθεί σύμφωνα με το νόμο. Κι ο νόμος
αυτός δεν είναι καθόλου μαλακός για τη μοιχαλίδα γυναίκα: μετά το διαζύγιο την κλείνουν στο
μοναστήρι, κι αν σε δυο χρόνια ο σύζυγος δε συγκατατεθεί να την ξαναπάρει, γίνεται καλόγρια και
παραμένει εκεί για το υπόλοιπο της ζωής της.
Να σταθεροποιήσει το θεσμό του γάμου «του ιερωτέρου αυτού μεταξύ όλων» όπως γράφει κάπου
ο Ιουστινιανός, να τον περιβάλει με όλες τις εγγυήσεις που μπορούν «να τον καταστήσουν διαρκή
και αδιάλυτο» αυτή είναι η ουσιαστική φροντίδα του αυτοκράτορα. Απαγορεύει το διαζύγιο με
αμοιβαία συγκατάθεση γιατί προσφέρει μεγάλη ευκολία στη διάρρηξη των ιερών δεσμών·
περιορίζει τον αριθμό των νόμιμων περιπτώσεων χωρισμού, κρίνοντας κακά στηριγμένες πολλές απ'
όσες παραδέχονταν οι παλιοί νόμοι. Δεν δέχεται πια η αιχμαλωσία ή η καταδίκη σε ορισμένες
ποινές του ενός απ' τους δύο συζύγους ν' αποτελεί αιτία διάλυσης του γάμου· δεν θέλει ακόμα η
γυναίκα του στρατιώτη, επειδή δεν παίρνει ειδήσεις απ' τον άντρα της, ν' αυτοθεωρείται ελεύθερη·
θα χρειαστεί για να μπορέσει να ξαναπαντρευτεί η κατηγορηματική απόδειξη του θανάτου του
αντρός της. Προβλέπει τις αυστηρότερες ποινές για κείνους που, θέλοντας να ζήσουν πιο ελεύθερη
ζωή, εφευρίσκουν προσχήματα για να χωρίσουν. Μόνο η επιθυμία ν' αφοσιωθεί κανείς στη

Digitized by 10uk1s

θρησκεία βρίσκει χάρη στα μάτια του βασιλέως· πρέπει όμως η κλίση αυτή να είναι σοβαρή και
διαρκής κι ο νόμος τιμωρεί αυστηρά εκείνους που βγαίνουν απ' το μοναστήρι για να ξαναρχίσουν
την κοσμική ζωή. Δεν αγνοώ καθόλου πως σε κάθε εποχή και σε κάθε τόπο ο νόμος κ' η πρακτική
δεν είναι ποτέ αναγκαστικά σύμφωνα. Η αυστηρότητα όμως αυτής της νομοθεσίας μας οδηγεί να
πιστέψουμε πως, σ' αυτό το σημείο, όπως και σε τόσα άλλα, η Μυστική Ιστορία έχει κάπως
συκοφαντήσει τη Θεοδώρα. Εκείνο που είν' αλήθεια - και πρέπει ίσως εδώ ν' αναγνωρίσουμε την
επίδρασή της - είναι πως η θέση της γυναίκας στο γάμο καλυτέρεψε σε πολλά σημεία.
Προστατεύτηκε απέναντι στην κακομεταχείριση και στις ιδιοτροπίες του άντρα. Μπόρεσε όχι μόνο
να γυρέψει διαζύγιο για καταφανή κακή διαγωγή του συζύγου - «πράγμα που, λέει ο Ιουστινιανός,
ιδιαίτερα ερεθίζει τις γυναίκες και προ πάντων όσες συμπεριφέρονται καλά» - και να το πετύχει αν
ο σύζυγος προσπαθούσε να παροτρύνει και την ίδια στην ακολασία, αλλά ακόμα δεν είχε πια να
φοβάται μήπως ο άντρας της τη χωρίσει αδικαιολόγητα ή την κατηγορήσει συκοφαντικά για
μοιχεία. Ο νόμος σ' αυτή την περίπτωση απαίτησε αδιάψευστες αποδείξεις κ' επέτρεψε στη
γυναίκα, αν η κατηγορία αναγνωριζόταν συκοφαντική, ν' απαιτήσει το διαζύγιο, με αποζημίωση απ'
το σύζυγο, που μπορούσε κιόλας να καταδικαστεί σε φυλάκιση. Ο άντρας δε μπορούσε πια να
χτυπά τη γυναίκα του χωρίς εντελώς νόμιμη αιτία· δεν μπορούσε πια, αδικαιολόγητα, να τη διώξει
από το σπίτι του, κι ο νόμος πρόσθετε, όχι χωρίς κάποια ειρωνεία, πως αν από τη νύχτα αυτή που
θα περνούσε η γυναίκα έξω απ' τη συζυγική εστία, απέρρεε κάποια ενοχλητική συνέπεια, ο άντρας
θα είχε ολοκληρωτικά την ευθύνη. Όμως, παρά τη σωτήρια κ' ευεργετική αυτή παρέμβαση σε
όφελος των αδικημένων ή κακοπαντρεμένων γυναικών, η Θεοδώρα δεν υστερούσε απέναντι στον
Ιουστινιανό - τα γεγονότα το μαρτυρούν – σε σεβασμό για την ιερότητα του γάμου και σε αυστηρή
φροντίδα για τη δημόσια ηθική.
Ο Αρταβάνης ήταν ένας ωραίος αρμένιος αξιωματικός από μεγάλη γενιά. Συγγενεύοντας με τη
βασιλική οικογένεια των Αρσακιδών, είχε έρθει να γυρέψει την τύχη του στη βυζαντινή
αυτοκρατορία και, με το θάρρος του, την αποφασιστικότητά του, τη γενναιοφροσύνη του, γρήγορα
είχε γίνει αγαπητός σ' όλο το στρατό. Βρισκόταν στην Αφρική τη στιγμή της στρατιωτικής εξέγερσης
όπου χάθηκε ο γενικός διοικητής Αρεοβίνδης κ' ερωτεύτηκε με πάθος τη νεαρή χήρα του νεκρού,
που τα γεγονότα την είχαν παραδώσει στη διάκριση του αρχηγού των στασιαστών. Η Πρεζέκτα –
αυτό ήταν τ' όνομα της νεαρής χήρας– ήταν ανεψιά του Ιουστινιανού, κι ο φιλόδοξος Αρμένιος
έλπιζε ακόμα να κερδίσει ορισμένα πλεονεκτήματα από τις υπηρεσίες που θα μπορούσε να
προσφέρει σε μια μεγάλη κυρία. Δεν απατήθηκε διόλου. Όταν σώθηκε η Πρεζέκτα δεν είχε τίποτα ν'
αρνηθεί στον ελευθερωτή της. Όχι μόνο τον γέμισε με πλούτη, μα και γρήγορα του υποσχέθηκε το
χέρι της· κι ο Αρταβάνης, μεθυσμένος απ' αυτή την ευτυχία, έβλεπε κιόλας τον εαυτό του, με το
λαμπρό αυτό γάμο, στα σκαλοπάτια του θρόνου. Όλα πήγαιναν κατ' ευχήν: η πριγκίπισσα είχε
γυρίσει στην Κωνσταντινούπολη κι ο Ιουστινιανός, για να 'ναι αρεστός στους ερωτευμένους, είχε
δώσει άδεια στον Αρταβάνη να την ακολουθήσει. Για να ελαττώσει την απόσταση που χώριζε το
νεαρό Αρμένιο απ' το αντικείμενο της λατρείας του, τον είχε γεμίσει τιμές κι αξιώματα; τον είχε
ονομάσει διοικητή των ξένων μονάδων της φρουράς, αρχηγό της αστυνομίας και ύπατο. Όμως, τη
στιγμή αυτή, κάποιος ήρθε να χαλάσει το πανηγύρι. Ο Αρταβάνης είχε ξεχάσει ολότελα πως άλλοτε,
κάπου στην Αρμενία, είχε κάνει ένα γάμο, αφού κιόλας είχε περάσει τόσος καιρός που είχε χωριστεί
απ' τη γυναίκα του κι από τότε δεν είχε ξανακούσει να μιλάνε για κείνην. Όμως, να που ξαφνικά η
σύζυγος παρουσιάστηκε στο Βυζάντιο, απαιτώντας τα νόμιμα δικαιώματά της, και βρήκε
υποστήριξη απ' την αυτοκράτειρα. Η Θεοδώρα στάθηκε αμετάπειστη για ένα ζήτημα που αφορούσε
τους ιερούς δεσμούς του γάμου· υποχρέωσε τον Αρταβάνη, ό,τι κι αν συνέβαινε, να ξαναπάρει τη
γυναίκα του και, για περισσότερη προφύλαξη, πάντρεψε την Πρεζέκτα μ' έναν άλλον.
Την ίδια αυστηρότητα έδειξε, στη φροντίδα της για τη δημόσια ηθική, απέναντι σε δυο νέες
γυναίκες από μεγάλη οικογένεια, που μένοντας χήρες, παρηγοριόνταν πολύ εύκολα για το χάσιμο
των συζύγων τους. Η κακή διαγωγή τους δημιουργούσε άσχημο παράδειγμα· η Θεοδώρα έβαλε στο

Digitized by 10uk1s

μυαλό της να τις ξαναπαντρέψει και, για να τις τιμωρήσει ταπεινώνοντας την αλαζονεία τους, τους
πρότεινε μνηστήρες από πολύ ταπεινή καταγωγή. Κατατρομαγμένες, οι δυο αδερφές κατάφυγαν
στην Αγία Σοφία, νομίζοντας πως θα ξεφύγουν έτσι από μια τέτοια προσβλητική ένωση. Όμως η
Θεοδώρα είχε πεισματώσει· αναγκάστηκαν να παραδοθούν και παρόλο που πολλοί άντρες της
σειράς τους ζητούσαν το χέρι τους, αρνήθηκαν να συγκατατεθούν με τη βία σ' ένα ανάξιό τους
γάμο. Πρέπει να προσθέσουμε πως, αφού πια είχε παραδειγματίσει μ' αυτόν τον τρόπο, η
βασίλισσα φρόντισε να παρηγορήσει ύστερα τα θύματά της δίνοντας αξιώματα και περιουσίες
στους άντρες τους.
Μπορεί με την αυταρχική της διάθεση και τη συνήθειά της να υποτάσσει τα πάντα στους σκοπούς
της πολιτικής της, η Θεοδώρα ν' ανακατεύτηκε μερικές φορές κάπως αδιάκριτα σε οικογενειακές
υποθέσεις και σε ζητήματα αντρόγυνων που καθόλου δεν την αφορούσαν. Την κατηγορούσαν πως
έκανε γάμους με τον ίδιο δεσποτισμό που έδειχνε στη διακυβέρνηση του Κράτους, πως ένωνε και
χώριζε τους ανθρώπους χωρίς να τους πολυρωτάει, μόνο και μόνο γιατί έτσι της άρεσε. Είδαμε
κιόλας πώς κατάγινε να εμποδίσει το γάμο της κόρης του Γερμανού και πώς προσπάθησε να
πραγματοποιήσει την ένωση της κόρης του Βελισάριου με τον εγγονό της. Όμως αυτά δεν ήταν
απλές αργοσχολίες της βασίλισσας· ενεργώντας έτσι η Θεοδώρα εξυπηρετούσε τα πολιτικά σχέδιά
της. Έτσι, παντρεύοντας την Πρεζέκτα μ' ένα ανηψιό του Υπάτιου εκείνου που η στάση του Νίκα είχε
ανακηρύξει αυτοκράτορα, απόβλεπε κυρίως στο να εξουδετερώσει ένα μνηστήρα του θρόνου, και
λόγοι παρόμοιας τάξης την είχαν εξωθήσει στην αρχή να προστατέψει τους έρωτες της Αντωνίνας κι
αργότερα να τη συμφιλιώσει με το Βελισάριο. Όταν παίζονταν τα συμφέροντα της Θεοδώρας, οι
ηθικοί δισταγμοί δεν την εμπόδιζαν καθόλου, κι όταν ήταν να εξυπηρετήσει τους συγγενείς και τους
φίλους της, άφηνε κάθε επιφύλαξη. Ξέρουμε πως πραγματοποίησε ωραίους γάμους για την αδερφή
της Κομιτώ και την ανεψιά της Σοφία· όμοια πάντρεψε και την κόρη της ευνοουμένης της
Χρυσομαλλώς με το γιο του άρχοντα των οφφικίων Ερμογένη. Ο Σατουρνίνος -έτσι λεγόταν ο νεαρός
άρχοντας- ήταν αρραβωνιασμένος με μια νέα, όμορφη, αγνή κι από καλή οικογένεια· σκαιά κι
αναπάντεχα, η αυτοκράτειρα ματαίωσε το σκοπευόμενο γάμο κ' υποχρέωσε τον Σατουρνίνο να
δεχτεί την κόρη της Χρυσομαλλώς. Ο γάμος έγινε, όμως μετά την τέλεση, ο Σατουρνίνος
παραπονέθηκε ζωηρά στους φίλους του πως δεν είχε βρει καθόλου τη νύφη ανέπαφη. Γύρευε
φαίνεται το κακό του. Η Θεοδώρα τον συνέλαβε και διάταξε να τον ραβδίσουν, για να τον μάθει,
όπως έλεγε, να κρατάει τη γλώσσα του. Κι άλλοι αναγκαστικοί γάμοι, καθώς φαίνεται, ήταν δικό της
έργο, και δεν πέτυχαν καλά πάντοτε. Δεν ξέρουμε αρκετά τις λεπτομέρειες σ' αυτές τις ιστορίες·
πάντως ένα γεγονός είναι αξιοσημείωτο. Σ' όλες αυτές τις περιπέτειες η Θεοδώρα λίγο
ενδιαφερόταν για τους άντρες: σαν γυναίκα, όπως γράφει ένας ιστορικός, «από τη φύση της
οδηγιόταν πάντα να βοηθεί τις γυναίκες στην ατυχία τους».
Τέτοια παρουσιάζεται προπαντός στα μέτρα που ενέπνευσε στον Ιουστινιανό σχετικά με τις
θεατρίνες και τις παραστρατημένες γυναίκες. Γνώριζε, γιατί είχε περάσει απ' αυτά, το υπόστρωμα
της πρωτεύουσας κ' ήξερε πόσες αθλιότητες και ντροπές περίκλεινε· από πολύ νωρίς
χρησιμοποίησε όλη την επιρροή της για να γιατρέψει το κακό. Θα πίστευα πρόθυμα πως σ' αυτήν
αναφέρεται ο διακριτικός υπαινιγμός του Ιουστινιανού, όταν, σ' ένα από τα διατάγματά του για την
αναμόρφωση των ηθών, μιλάει για το πρόσωπο που από πολύν καιρό πριν τον πληροφόρησε
μυστικά για τη διαφθορά της Κωνσταντινούπολης και πως αυτή προκάλεσε την επίσημη έρευνα απ'
όπου βγήκαν πολλοί επανορθωτικοί και σωτήριοι νόμοι. Μπορούμε να πιστέψουμε πάντως πως
συντέλεσε ν' ανορθωθούν οι θεατρίνες από την κοινωνική κατάπτωση όπου βρίσκονταν είτε
επιτρέποντάς τους να εγκαταλείψουν τη σκηνή κατά τη θέλησή τους, είτε αφαιρώντας τους
τελευταίους φραγμούς που εμπόδιζαν το γάμο τους. Εκείνη, την εποχή ήταν συνήθεια γενική στη
βυζαντινή κοινωνία να υποχρεώνουν, συχνά παρά τη θέλησή τους, γυναίκες να βγαίνουν στο
θέατρο και να τους επιβάλλουν με συμβόλαια την υποχρέωση να μην εγκαταλείψουν ποτέ το
επάγγελμά τους. Στο εξής ο νόμος κήρυξε άκυρα τ' ανήθικα αυτά συμβόλαια κ' έδωσε δικαίωμα στις

Digitized by 10uk1s

θεατρίνες να διαρρήξουν τον όρκο που είχαν δώσει, θεωρώντας πως η ηθική σωτηρία, και στα
μάτια του Θεού ακόμα, μπορούσε να συγχωρέσει μια επιορκία. Δόθηκε διαταγή, με την απειλή
αυστηρών τιμωριών, στους διοικητές των επαρχιών και στους επισκόπους να επαγρυπνούν στην
εξασφάλιση της ελευθερίας των γυναικών ηθοποιών και ν' αναφέρονται στον αυτοκράτορα στην
περίπτωση που αδυνατούσαν να επιβάλουν το σεβασμό του νόμου. Ποινές αυστηρότατες έπληξαν
τους επιχειρηματίες που απαιτούσαν τα παράνομα αυτά συμβόλαια· εκτός από τη δήμευση της
περιουσίας και την εξορία, υποχρεώνονταν να πληρώνουν αποζημίωση δέκα χρυσών λιβρών περίπου έντεκα χιλιάδες φράγκα- στη γυναίκα για να της επιτραπεί να ζήσει έντιμα.
Ξαναμπαίνοντας έτσι στην κανονική ζωή, οι θεατρίνες μπόρεσαν να συνάψουν γάμους με
ανώτερους αξιωματούχους, χωρίς ν' απαιτηθεί γι' αυτό, όπως είχε διατάξει άλλοτε ο Ιουστίνος την
εποχή που παντρεύτηκε ο ανεψιός του, να ζητήσουν την αυτοκρατορική άδεια· ίδια ευκολία
παραχωρήθηκε και στις κόρες των ηθοποιών γυναικών. Τους επιβλήθηκε μόνο μια υποχρέωση: να
μη ξανανεβούν ποτέ πια στη σκηνή.
Όμως προπάντων, αυστηρή φύλακας της δημόσιας ηθικής η Θεοδώρα ποθούσε ολόψυχα να
εξυγιάνει ηθικά την πρωτεύουσά της. Ξέρουμε κιόλας τι θέση κρατούσε στην Κωνσταντινούπολη η
εγκληματική βιομηχανία των λενόνων και πόσες δυστυχισμένες παρέσυραν οι άθλιοι αυτοί
σωματέμποροι μ' ωραίες υποσχέσεις σ' επαίσχυντα επαγγέλματα. Είδαμε ως ποιο σημείο γέμιζαν το
Βυζάντιο τα ύποπτα σπίτια και ποιες αισχρές δεσμεύσεις κρατούσαν σ' αυτά, συχνά χωρίς τη
θέλησή τους, τα θύματα του ελεεινού αυτού εμπορίου. Η Θεοδώρα θέλησε να βάλει τάξη σε όλ'
αυτά. Μια αυτοκρατορική διαταγή απαγόρεψε, με ποινή θανάτου, να παρασύρονται παρά τη
θέλησή τους οι νέες στην ακολασία· απαγορεύτηκε ακόμα η συντήρηση οίκων ανοχής· έκλεισαν όσα
τέτοια σπίτια υπήρχαν, υποχρεώνοντας τους ιδιοκτήτες να επιστρέψουν στις έγκλειστες γυναίκες τα
χρήματα που τους είχαν πάρει για εγγύηση· τέλος διώξανε απ' την πόλη τους λένονες «σαν
βλαβερούς ανθρώπους και διαφθορείς της δημόσιας ηθικής». «Διατάζουμε, έλεγε το διάταγμα του
βασιλέως, οι υπήκοοι μας να ζουν στο εξής ζωή ενάρετη, γιατί μόνο η αρετή είναι ικανή να οδηγήσει
την ψυχή των ανθρώπων στον Θεό». Κ' η ίδια η Θεοδώρα επέβλεψε στην εκτέλεση των μέτρων που
είχε συμβουλέψει κι ανέλαβε, όπως γράφει ένας χρονικογράφος, να λυτρώσει τις δυστυχισμένες
παραστρατημένες νέες «από το ζυγό της επαίσχυντης δουλείας τους». Με διαταγή της
συγκέντρωσαν, μαζί με τα θύματά τους, τους λένονες της πρωτεύουσας κ' η αυτοκράτειρα τους
ζήτησε να δηλώσουν με όρκο πόσα χρήματα είχαν δώσει στους γονείς αυτών των δυστυχισμένων.
Στην απάντησή τους πως είχαν πληρώσει, κατά μέσο όρο, πέντε χρυσά νομίσματα το κεφάλι, η
αυτοκράτειρα, πληρώνοντας από το βαλάντιό της, εξαγόρασε όλες αυτές τις άτυχες· κι αφού έδωσε
ακόμα στην κάθε μια από ένα καθαρό φόρεμα κ' ένα χρυσό νόμισμα, τις έστειλε πίσω στις
οικογένειές τους.
Για κείνες που δεν είχαν γονείς, η αυτοκράτειρα φρόντισε να τους ανοίξει ένα άσυλο. Στην ασιατική
ακτή του Βοσπόρου, σ' ένα παλιό αυτοκρατορικό παλάτι, ίδρυσε για τις μεταμελημένες γυναίκες το
μοναστήρι της Μετανοίας· και για ν' απομακρύνει κάθε μελλοντικό πειρασμό απ' αυτές τις
δυστυχισμένες, που η ανάγκη τις οδηγούσε συχνά στην απώλεια, προίκισε πολύ πλούσια το
φιλανθρωπικό αυτό ίδρυμα. Διηγούνται πως μερικές από τις νεόκλειστες αυτές δε μπόρεσαν να
προσαρμοστούν στην απότομη αυτή αλλαγή της ζωής τους και προτίμησαν να γκρεμιστούν απ' τα
τείχη της φυλακής τους. Ίσως. Όμως το έργο δεν παύει ν' αποτελεί τιμή για τη Θεοδώρα κ' υπάρχει
μια ξεχωριστή ευγένεια στα λόγια της αυτοκρατορικής αυτής διαταγής που χωρίς καμιά αμφιβολία
ενέπνευσε στον Ιουστινιανό: «Διορίσαμε άρχοντες για να τιμωρούν τους ληστές και κλέφτες
χρημάτων: δεν οφείλουμε τάχα, περισσότερο ακόμη, να καταδιώκουμε τους ληστές της τιμής και
τους διαφθορείς της αγνότητας;»
Πρέπει να πιστέψουμε ακόμα πως σ' όλα αυτά τα μέτρα και στη φυσική αυτή συμπάθεια για τις
γυναίκες στην ατυχία τους, εισχωρούσε, στη Θεοδώρα, κάποια ανάμνηση και κάποια μεταμέλεια

Digitized by 10uk1s

για το παρελθόν της και πως πρόθυμα θα 'χε, αν όχι πει, τουλάχιστο σκεφτεί μαζί με τον ποιητή:
Non ignara mali, miseris succurere disco; 4
Το πράγμα είναι πιθανό, για να μην πούμε βέβαιο, και δε ζημιώνει καθόλου την ιδέα που μπορούμε
να σχηματίσουμε για τη Θεοδώρα. Η παλιά αυτή χορεύτρια που είχε ανεβεί στο θρόνο των
Καισάρων, δεν ήταν καθόλου ανάξια της τύχης της. Ξεκινώντας από χαμηλά, μπόρεσε να γίνει, παρά
τα ελαττώματα και τα πάθη της, μια μεγάλη αυτοκράτειρα κι απ' την τρικυμισμένη της νεότητα πήρε
προπάντων, από μια παράξενη κι αναπάντεχη αντίθεση, την αγάπη στη σοβαρότητα, τη σταθερή και
προσεχτική φροντίδα για τη δημόσια ηθική και για τη δική της αξιοπρέπεια.

4

Γνωρίζοντας τη δυστυχία, ξέρω να βοηθώ τους δυστυχισμένους.

Digitized by 10uk1s

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ
Η ευσεβεστάτη Θεοδώρα

Digitized by 10uk1s

I
Η ΕΥΣΕΒΕΙΑ ΤΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΣ
Στη ζωή κάθε Βυζαντινής, η θρησκεία κρατούσε μεγάλη θέση. Στη ζωή μιας αυτοκράτειρας
αποτελούσε ακόμα κ' ένα μέρος του πρωτοκόλλου. Σε κάθε μια απ' τις τόσο πολυάριθμες μεγάλες
γιορτές της ορθοδοξίας η βασίλισσα ντυμένη στην πορφύρα και στο χρυσάφι πήγαινε,
ακολουθημένη από υπέρλαμπρη συνοδεία, στις μεγάλες εκκλησίες της πρωτεύουσας, στην Αγία
Σοφία ή στους Αγίους Αποστόλους, στον Άγιο Σέργιο ή στον Άγιο Μόκιο, στο ιερό της Παναγίας της
Πηγής ή της Παναγίας των Βλαχερνών και καθισμένη στο θρόνο, ανάμεσα στους κουβικουλάριους
και τους οστιάριούς της, περιτριγυρισμένη απ' το καταστόλιστο πλήθος των γυναικών και των
ανωτέρων αξιωματούχων, παρακολουθούσε ευλαβικά τη θεία λειτουργία ή πήγαινε μ' ευσέβεια,
κρατώντας λαμπάδες στα χέρια, να γονατίσει στη βάση των βωμών και να προσευχηθεί μπροστά
στα ιερά λείψανα. Αδιάκοπα η αυτοκρατορική συνοδεία ξετύλιγε στους δρόμους της πολιτείας τη
γραφική πολυτέλεια των επίσημων φορεμάτων που παράλλαζαν ατέλειωτα, κατά τις απαιτήσεις του
τυπικού. Πότε πήγαιναν, με μεγάλη πομπή, να εγκαινιάσουν κάποια καινούργια εκκλησία· πότε
πήγαιναν να λειτουργήσουν κάποιο άγιο λείψανο, για να πετύχουν απ' αυτό θαυματικές θεραπείες·
πότε έρχονταν σε κάποιο ξακουστό μοναστήρι, για να πάρουν την ευλογία κάποιου φημισμένου
ασκητή· άλλοτε πάλι, σ' επίσημες δοξολογίες, ευχαριστούσαν τον Κύριον για τις νίκες, που η
Πρόνοιά του είχε παραχωρήσει στις στρατιές της αυτοκρατορίας· είτε, ντυμένοι στα μαύρα,
έρχονταν να ικετέψουν τον παντοδύναμο Θεό να λυγίσει την οργή του και να βάλει τέλος στα δεινά,
λοιμούς ή σεισμούς, που μάστιζε μ' αυτά την πρωτεύουσα. Έχοντας ακλόνητη την πεποίθηση πως
ένας αυτοκράτορας είναι οπωσδήποτε ο εκλεκτός του Θεού, προορισμένος απ' την ιδιαίτερη
ευλογία της Θείας Πρόνοιας να κυβερνά τα ανθρώπινα, πιστεύοντας πως σ' όλες τις δύσκολες
περιστάσεις, σ' όλους τους κινδύνους, ο Κύριος απλώνει πάνω στον βασιλέα το προστατευτικό του
χέρι και τον παραστέκει με την έμπνευσή του, παίρνοντας μέρος σ' όλες τις θρησκευτικές τελετές
και ανακατεμένοι στενά σ' όλες τις υποθέσεις της Εκκλησίας, οι μονάρχες του Βυζαντίου ζούσαν
αληθινά αρχιερατική ζωή.
Ο Ιουστινιανός έβρισκε σ' αυτή τη ζωή ξεχωριστή ευχαρίστηση. Πολύ θρησκόληπτος, και
δεισιδαίμονας κιόλας, πίστευε τον εαυτό του αντικείμενο της ιδιαίτερης μέριμνας της Θείας
Πρόνοιας, κ' ευχαριστιόταν να διαπιστώνει τα θαύματα που έκανε ο Θεός για χάρη του. Θυμόταν
πως, μια μέρα που ήταν βαριά άρρωστος κ' η ανθρώπινη επιστήμη είχε απελπιστεί για τη σωτηρία
του, οι δυο μεγάλοι άγιοι γιατροί Κοσμάς και Δαμιανός, που όλο το Βυζάντιο γνώριζε και τιμούσε τη
θαυματουργή δύναμή τους, είχαν κατέβει, εντελώς έκτακτα, ψηλά απ' τον ουρανό, για να
θεραπεύσουν τον αυτοκράτορα που αγωνιούσε. Θυμόταν πώς, μια άλλη φορά που είχε προσβληθεί
βαριά από ρευματισμούς κ' είχε μείνει σχεδόν παράλυτος, είχε θεραπευτεί από θαύμα, αγγίζοντας
μόνο τ' άγια λείψανα κι αλείφοντας στα μέλη του το άγιο λάδι που έβγαινε απ' το σώμα των
μαρτύρων. Και γεμάτος ευγνωμοσύνη φρόντιζε αδιάκοπα να εκδηλώνει τη λατρεία του στον Θεό
αυτό, που έτσι απλόχερα του παραχωρούσε τις ολοφάνερες αποδείξεις της προστασίας του. Η
διατήρηση της ορθότητας της πίστης, η υπεράσπιση σε κάθε περίσταση της Εκκλησίας, η
αναμόρφωσή της μέσα στους κανόνες και στο δόγμα, η επέκταση και διάδοση της επιρροής της,
ήταν σταθερή του φροντίδα. Του άρεσε να χτίζει εκκλησίες και μοναστήρια και σκέπασε μ' αυτά την
αυτοκρατορία. Του άρεσε περισσότερο ακόμα να παίρνει μέρος στις θεολογικές διαμάχες. Ήταν μία
απ' τις πιο προτιμημένες τέρψεις του να προεδρεύει σε συνόδους, να συζητεί με τους επισκόπους
και να λογομαχεί με τους σχισματικούς. Καλός ρήτορας, πολύ περήφανος για την ευγλωττία του, για
το πλάτος της πολυμάθειάς του, για τη λογική των καταδείξεών του, θεωρώντας όχι χωρίς κάποια
απλοϊκότητα, πως δεν υπήρχε όμοιός του στη σοφή τέχνη της συνδιάλεξης, αγαπούσε να νουθετεί
τους αρχιερείς με λόγους γεμάτους συμβουλή και γλυκύτητα· κολακευόταν να πείθει με ακλόνητα
επιχειρήματα και να επαναφέρει στην ορθή πίστη τους αιρετικούς· περνούσε νύχτες ολόκληρες

Digitized by 10uk1s

φιλοσοφώντας με τους θεολόγους ή γράφοντας πολεμικές και λιβέλους, που αποτελούσαν το
καύχημά του. Σ' όλη του τη ζωή ανακατεύτηκε, συχνά αδιάκριτα, στις υποθέσεις της Εκκλησίας· κ'
εκείνοι που ήθελαν να του αρέσουν τον επαινούσαν πρόθυμα πως συνδύαζε στους λόγους του «την
πραότητα του Δαυίδ, την υπομονή του Μωυσέως, την επιείκεια των αποστόλων και πως
πραγματοποιούσε στη βασιλεία του την ιδανική εποχή που είχαν προβλέψει οι προφήτες, όπου οι
φιλόσοφοι θα 'ταν βασιλιάδες, κ' οι βασιλιάδες φιλόσοφοι».
Κ' η Θεοδώρα, παρόμοια, είχε εξαιρετικά ζωηρή φροντίδα για την εθιμοτυπία, ώστε να θελήσει να
υστερήσει στα ευλαβικά καθήκοντα που επιβάλλονταν σε μια αυτοκράτειρα. Είχε εξάλλου πολλή
ευφυΐα και πολιτική αντίληψη για να καταλάβει ποια σπουδαιότητα είχαν, σ' ένα Κράτος
χριστιανικό, τα θρησκευτικά ζητήματα και ποιον κίνδυνο έκρυβε η αδιαφορία σ' αυτά. Τέλος, και
πάνω απ' όλα, ήταν ειλικρινά ευσεβής. Σαν καλή Βυζαντινή, έτρεφε μεγάλο σεβασμό για τους
ανθρώπους της Εκκλησίας, για τους αυστηρούς εκείνους καλόγηρους με τα μακριά μαύρα ρούχα,
για τις ευλαβικές εκείνες γυναίκες που είχαν απαρνηθεί τον κόσμο για να λάβουν «το σχήμα των
αγγέλων» και να γίνουν «υπήκοοι του ουρανού». Όπως όλοι οι άνθρωποι του καιρού της, τους
ευγνωμονούσε βαθιά για τις αρετές, τις νηστείες, τις προσευχές, που μ' αυτές εξαγόραζαν τις
αμαρτίες των άλλων χριστιανών. Όπως ο Ιουστινιανός, θαύμαζε «τη μοναστική αυτή ζωή, που
φέρνει τον άνθρωπο σε άμεση επικοινωνία με το Θεό, που τον καθιστά αγνό, ισχυρό με τη
συγκέντρωση, ανώτερο από κάθε ανθρώπινη φροντίδα». Αγαπούσε να περιβάλλεται από ερημίτες
και ασκητές· τους δεχόταν με οικειότητα στο Ιερό παλάτι, συζητούσε μαζί τους για τα πνευματικά
ζητήματα· πρόθυμα εξυπηρετούσε τις θελήσεις τους, εμπιστευόταν τυφλά στη μεσολάβησή τους
στο θεό. Είδαμε κιόλας, πώς για να θεραπεύσει τον άρρωστο Ιουστινιανό, πρόστρεξε στις προσευχές
του σύρου μοναχού Ζωορά· ξέρουμε πως εκλιπάρησε τον μεγάλο άγιο της Παλαιστίνης Σάββα, να
μεσιτέψει στο Θεό για να της δώσει ένα γιο. Η ιστορία των σχέσεών της με τον αναχωρητή Μαρά
δεν είναι λιγότερο χαρακτηριστική και περίεργη.
Ο Μαράς ήταν ένας απ' τους παράφορους εκείνους Σύρους που η φλογερή ευλάβειά τους κι ο
συχνά παράτολμος ζήλος τους δεν σταματούσαν μπροστά σε κανένα εμπόδιο. Σε ηλικία τριάντα
χρονών, τη μέρα ακριβώς που ήταν να γίνει ο γάμος του, είχε αγγιχτεί απροσδόκητα απ' τη θεία
χάρη κ' είχε προτιμήσει τον ελαφρό ζυγό του Θεού από «τις ολέθριες θλίψεις της σαρκικής
ένωσης». Μπαίνοντας σε μοναστήρι, είχε κάνει εντύπωση με την αυστηρότητα των νηστειών του
και με τα υπερβολικά μαρτύρια που επέβαλλε στη σάρκα του. Σκληρότατος στον εαυτό του, δεν
ήταν λιγότερο αυστηρός για τους άλλους. Ξέρουμε κιόλας με ποια βιαιότητα τόλμησε, στο Ιερό
Παλάτι, να επιπλήξει τον Ιουστινιανό και τη Θεοδώρα. Με το φέρσιμό του αυτό άρεσε στην
αυτοκράτειρα. Κρίνοντας πως ένας τόσο άγιος άνθρωπος θάτανε παντοδύναμος κοντά στο Θεό, του
πρόσφερε να κατοικήσει στο Παλάτι. Ο Μαράς αρνήθηκε. Του πρόσφερε τότε με τον
θησαυροφύλακά της ένα εξαιρετικά μεγάλο ποσό για τις ελεημοσύνες του. Με προσβλητική
περιφρόνηση, ο όσιος τινάζοντας με το ρωμαλέο του χέρι το σάκκο που περιείχε τα χρήματα, πέταξε
τα χρυσά νομίσματα κατάμουτρα στην αυτοκράτειρα και στους κατάπληκτους κ' έντρομους
αυλικούς. Το περιστατικό έκανε θόρυβο στην πόλη και στην αυλή· όμως η Θεοδώρα δεν έχασε το
θάρρος της. Ο όσιος είχε αποτραβηχτεί στην άλλη πλευρά του Κερατίου, στο προάστιο των Συκιών,
για να ζήσει στη μοναξιά την τραχιά ζωή που είχε συνηθίσει. Με ταπείνωση η βασίλισσα του ζήτησε
συχώρεση, γιατί τόλμησε με τα δώρα της να τον εκθέσει σε πειρασμό και τον ρώτησε αν ήθελε
τουλάχιστο να δεχτεί όσα μπορούσαν να επαρκέσουν στη συντήρησή του μόνο. Ο Μαράς δε θέλησε
ν' ακούσει τίποτα: «Δεν υπάρχει σε σένα τίποτα, αποκρίθηκε, που να το 'χουν ανάγκη οι υπηρέτες
του Θεού, εκτός απ' το φόβο του Κυρίου, αν είσαι ικανή να τον νιώσεις». Και για να γλυτώσει απ' τις
αυτοκρατορικές ικεσίες, πήγε μακρύτερα να βρει πιο ήσυχο καταφύγιο.
Στο μεταξύ, οι παραξενιές του τον είχαν κάνει ονομαστό. Οι αργόσχολοι κ' οι ευλαβικές ψυχές
έρχονταν να τον δουν και να του ζητήσουν τις προσευχές του· η εύνοια που του έδειχνε η αυλή

Digitized by 10uk1s

τραβούσε κι άλλους επισκέπτες ακόμα. Μια νύχτα, ληστές έκαναν επίθεση στη σκηνή του: «Αν δε
μας δώσεις, του είπαν, το χρυσάφι που σου στέλνει η βασίλισσα, θα σε σκοτώσουμε αμέσως». Τότε
ο όσιος αποκρίθηκε: «Πιστέψτε με, δεν έχω καθόλου χρυσάφι. Αν ήθελα χρυσάφι δεν θα
κατοικούσα εδώ». Όμως οι κλέφτες, δύσπιστοι, τράβηξαν τα σπαθιά τους κ' ένας απ' αυτούς
χτύπησε τον Μαρά με το ραβδί του. Γύρευαν φαίνεται το κακό τους. Ο ερημίτης ήταν ρωμαλέος
αθλητής· με μια σπρωξιά πέταξε κάτω τον πρώτο απ' τους αντιπάλους του κι αδράχνοντας το ραβδί
του έριξε αναίσθητους έξι ακόμα ληστές· τους έδεσε ύστερα με φροντίδα, βάζοντας στην άκρη τα
σπαθιά και τα ραβδιά τους κι αφού συνήλθαν τους είπε με ήσυχη ειρωνεία: «Τέκνα μου σας είχα
παρακαλέσει να μ' αφήσετε ήσυχο· λυπάμαι που δε μ' ακούσατε. Τώρα κάντε μου τη χάρη να
καθήσετε φρόνιμοι όσο να ξημερώσει και βάλτε καλά στο μυαλό σας πως δεν πρέπει ποτέ κανείς να
περιφρονεί ακόμα κ' ένα φτωχό άνθρωπο». Το πρωί τους άφησε να φύγουν, κρατώντας μονάχα τα
ραβδιά και τα σπαθιά τους.
Το περιστατικό έκανε μεγάλο θόρυβο στην αυλή· κι όταν ο αυλικός που είχε σταλεί για να
πληροφορηθεί έφερε στο παλάτι, για να τα δείξει στους μονάρχες, τα τρόπαια της νίκης του οσίου,
ο Ιουστινιανός κ' η Θεοδώρα αισθάνθηκαν μεγαλύτερο θαυμασμό ακόμα για το Μαρά. Η
περιπέτεια ωφέλησε και τον Σύρο. Συγκατατέθηκε επί τέλους να του χτίσουν ένα μοναστήρι κ' έζησε
εκεί στο εξής με προσευχές και κηρύγματα, χωρίς να παραλείπει ωστόσο να στηλιτεύει ανοιχτά,
όπως και πριν, τους αυτοκράτορες. Κι όταν, στα 542, πέθανε απ' το μεγάλο λοιμό, οι μονάρχες
αποφάσισαν να του κάνουν κηδεία μεγαλόπρεπη κ' έστειλαν για να παρασταθούν τους πιο
λαμπρούς και μεγάλους άρχοντες του παλατιού, κουβικουλάριους και συγκλητικούς, επίσκοπους
και καλόγηρους. Κι ο θάνατος του ερημίτη παρουσιάστηκε στην Κωνσταντινούπολη σα δημόσια
συμφορά.
Για τους παράξενους αυτούς ασκητές, η αλαζονική Θεοδώρα είχε αστέρευτους θησαυρούς
επιείκειας. Η περηφάνειά της δεχόταν τις επιπλήξεις τους, τις προσβολές τους, τις αυθάδειές τους·
το μεγαλείο της ταπεινωνόταν μπροστά στα κουρέλια τους. Πρόθυμη να τους προστατεύει, είχε γι'
αυτούς γενναιοδωρία ανεξάντλητη· έχτιζε μοναστήρια, νοσοκομεία, ορφανοτροφεία. Ο
Ιουστινιανός μιλάει κάπου για τις υπέροχες δωρεές που έκανε η Αυγούστα στις αγιότατες εκκλησίες,
στα νοσοκομεία, στα άσυλα, στους επισκόπους και στους καλόγηρους. Έδωσε στον μοναχό Ζωορά,
για ν' αποτραβηχτεί εκεί με τους οπαδούς του, ένα απέραντο χτήμα στο προάστιο των Συκιών·
αγόρασε, για να τη δώσει γι' άσυλο στον πατριάρχη της Αλεξάνδρειας Θεοδόσιο, μια ωραία έπαυλη
στους Δέρκους της Θράκης· χάρισε στον Ιάκωβο Βαραδαίο ένα σπίτι στην πρωτεύουσα,
εφοδιασμένο μ' όλα τ' απαραίτητα· ίδρυσε μοναστήρι ακόμα και στο εσωτερικό του Ιερού
Παλατιού. Για να δέχεται τους φτωχούς ξένους, που οι δουλειές τους τους έφερναν στην
Κωνσταντινούπολη· έχτισε πολλά ευρύχωρα ξενοδοχεία. Οικοδόμησε βασιλικές, άσυλα για τους
αρρώστους και για τους φτωχούς· πλούτισε τα ονομαστότερα ιερά με πανάκριβα δώρα. Της άρεσε
να την παρασταίνουν στη γενναιόδωρη κ' ελεήμονα αυτή στάση: στο υπέροχο χρυσοκέντητο
κάλυμμα της άγιας τράπεζας του ναού της Αγίας Σοφίας την έβλεπε κανείς να επισκέπτεται, μαζί με
τον Ιουστινιανό, νοσοκομεία κ' εκκλησίες «έργα αγαθά, γράφει ένας σύγχρονος, των αρχόντων
αυτών του κόσμου και προστατών της πόλεως».
Ανάμεσα στα έργα που θεμελίωσε, ένα παρέμεινε ξεχωριστά ξακουστό: είναι η εκκλησία των Αγίων
Αποστόλων.
Πάνω στο λόφο όπου το τέμενος του Μωάμεθ Β' υψώνει σήμερα τους τρούλους του με την
ημισέληνο, ο Μεγάλος Κωνσταντίνος είχε χτίσει μια εκκλησία αφιερωμένη στους Αγίους
Αποστόλους, κι ο γιος του είχε μεταφέρει εκεί με μεγαλοπρέπεια, κλεισμένα σ' ένα χρυσό φέρετρο,
τα λείψανα των Αποστόλων Ανδρέου, Λουκά και Τιμόθεου. Στη σκέψη του θεμελιωτή της
χριστιανικής αυτοκρατορίας, το οικοδόμημα αυτό έπρεπε να χρησιμέψει ταυτόχρονα σαν τόπος
ενταφιασμού του ίδιου και των απογόνων του. Στους χρόνους του Ιουστινιανού η αρχική αυτή

Digitized by 10uk1s

βασιλική, είχε αρχίσει να καταρρέει· ο αυτοκράτορας την κατεδάφισε κ' η Θεοδώρα ανάλαβε να την
ξαναχτίσει μεγαλύτερη κι ωραιότερη. Στα 536, η αυτοκράτειρα έβαλε επίσημα τον θεμέλιο λίθο του
καινούργιου ναού κι ο μεγάλος αρχιτέκτονας Ανθέμιος ο Τραλλιανός, που μόλις τότε αποτελείωνε
την Αγία Σοφία, επέβλεψε με τη συνεργασία του Ισίδωρου του Νεώτερου στην κατασκευή του.
Όπως στην Αγία Σοφία ανάπτυξαν και στους Αγίους Αποστόλους όλη τη λαμπρότητα και την
εκζήτηση της βυζαντινής διακοσμητικής τέχνης. Ένα δάσος από κολώνες, που οι περισσότερες είχαν
ασφαλώς αποσπαστεί από ειδωλολατρικούς ναούς, σχημάτισε σ' όλο το γύρο της εκκλησίας ένα
νάρθηκα με πλούσια χρώματα· στο έδαφος, στους τοίχους, τα πολύτιμα μάρμαρα πήραν διάταξη σ'
αστραφτερές πλακοστρώσεις· στα κοιλώματα των τρούλων, ολόγυρα στο πάνω μέρος των τοίχων,
τα μωσαϊκά παράσταιναν πλάι στο θριαμβευτή Χριστό, περιτριγυρισμένο απ' την Παναγία και τους
Αποστόλους, τα κυριότερα επεισόδια από την επίγεια ζωή του Σωτήρος. Όμως περισσότερο απ' όλα
η καινούργια οικοδομή ξεχώριζε με το σχέδιό της. Είχε το σχήμα του ελληνικού σταυρού· κ' ενώ
στην Αγία Σοφία ένας μόνο, πελώριος, τρούλος επιστέγαζε το οικοδόμημα, εδώ πέντε τρούλοι
επιστέψανε το κέντρο και τις τέσσερις άκρες του σταυρού. Η διάταξη αυτή, που θύμιζε καθώς
φαίνεται την κατασκευή του Αγίου Ιωάννου Ευαγγελιστού της Εφέσου, επρόκειτο να έχει λαμπρό
μέλλον στην εξέλιξη της βυζαντινής αρχιτεκτονικής. Ενώ η Αγία Σοφία, πολύ δυσκολομίμητη,
παρέμεινε σχεδόν μοναδική, η εκκλησία των Αγίων Αποστόλων «το νέο πεντάθολο στερέωμα, όπως
γράφει ένας ποιητής, που τ' αστερώνουν χρυσά μωσαϊκά» χρησίμεψε σταθερά σαν πρότυπο στους
οικοδόμους των ακόλουθων αιώνων. Ο Άγιος Μάρκος της Βενετίας δεν είναι παρά επανάληψη της
υπέρλαμπρης εκκλησίας που έχτισαν ο Ιουστινιανός κ' η Θεοδώρα.
Μ' ευλαβικό ζήλο η Θεοδώρα παρακολούθησε την πρόοδο της κατασκευής κι ο θρύλος διηγιέται
πως η εκκλησία αυτή της έδωσε πολλές έγνοιες. Στην αρχή χρειάστηκε να χτίσουν στερεά θεμέλια,
εξαιτίας του ποταμού Λύκου που διάβρωνε το υπέδαφος. Αργότερα παρουσιάστηκε άλλη δυσκολία.
Τη στιγμή που άρχιζαν οι μωσαϊκές διακοσμήσεις, η Θεοδώρα ανακάλυψε πως οι πιστώσεις είχαν
εξαντληθεί. Ευτυχώς οι απόστολοι, που στ' όνομά τους χτιζόταν η εκκλησία και που από θαύμα
είχαν βρεθεί τα λείψανά τους κάτω απ' το δάπεδο της παλιάς βασιλικής, ήρθαν σε βοήθεια της
αυτοκράτειρας. Ο Ανδρέας, ο Λουκάς κι ο Τιμόθεος παρουσιάστηκαν στ' όνειρό της: «Μην
ανησυχείς, της είπαν, και μη ζητήσεις καθόλου χρήματα απ' τον σύζυγό σου Ιουστινιανό, αλλά
πήγαινε στην ακτή, έξω απ' την πύλη του Δεξιοκράτους· θα βρεις εκεί θαμμένα στο έδαφος δώδεκα
κιούπια γεμάτα χρυσάφι». Η Θεοδώρα υπάκουσε και, πραγματικά. στο ορισμένο σημείο,
ανακάλυψαν τα κιούπια γεμάτα –πράγμα που απόδειχνε τη θεϊκή προέλευση της δωρεάς– από
νομίσματα όλα μ' έκτυπες τις μορφές των Αγίων Αποστόλων. Έτσι η βασίλισσα μπόρεσε ν'
αποτελειώσει την οικοδομή και να την διακοσμήσει πλούσια.
Παρ' όλ' αυτά η Θεοδώρα δεν αξιώθηκε τη χαρά να δει την εκκλησία ολοκληρωμένη· μόνο δυο
χρόνια μετά το θάνατό της, στις 28 Ιουνίου 550, έγιναν τα επίσημα εγκαίνιά της. Όμως, σαν ήταν
ακόμα στη ζωή, το σπουδαιότερο μέρος είχε τελειώσει και, σύμφωνα με την επιθυμία του
Κωνσταντίνου, σ' αυτόν τον Σαιν Ντενί 5 της ελληνικής αυτοκρατορίας της Ανατολής, είχε ετοιμάσει,
σ' ένα μεγαλόπρεπο παρεκκλήσι, γι' αυτήν και το σύζυγό της υπέροχες μαρμάρινες σαρκοφάγους,
όπου τοποθετήθηκαν αργότερα τα χρυσά φέρετρά τους.
Παρά την ευσέβειά της, τις αγαθοεργίες της, τις εκκλησίες και τα κοινωφελή ιδρύματα που έχτισε,
το ζήλο της για τα θρησκευτικά πράγματα, η Θεοδώρα κρίθηκε με διάφορους τρόπους, και συχνά
αυστηρά, από την Εκκλησία. Ενώ ορισμένοι χρονικογράφοι της Ανατολής την ονόμαζαν «η
ευσεβεστάτη Θεοδώρα», ενώ οι φίλοι της της Συρίας την αποκαλούσαν «αυτοκράτειρα που αγαπά
το Θεό, που αγαπά το Χριστό, πιστή αυτοκράτειρα» ενώ πολλοί την κρίνουν «αναδειγμένη από τον
ίδιο το Θεό για να προστατέψει τους θλιβομένους από τα δεινά της καταιγίδας», άλλοι συγγραφείς,
5

Saint – Denis: εκκλησία στο σύνορο του Παρισιού όπου είναι θαμμένοι οι βασιλιάδες της Γαλλίας.

Digitized by 10uk1s

κ' ιδιαίτερα στη Λατινική Δύση, συναγωνίζονται σε βρισιές και κατάρες εναντίον της. Αυτό οφείλεται
στο ότι στα μάτια των Δυτικών η Θεοδώρα ήταν ύποπτη αιρετική. Προσκολλημένη στενά στον
πατριάρχη Σεβήρο, κήρυττε ανοιχτά τη μονοφυσιτική διδασκαλία, που απέρριπτε τη σύνοδο της
Χαλκηδόνας και δεν παραδεχόταν παρά μια μόνο φύση στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Για να
υπερασπιστεί τους φίλους της, αψηφούσε ανοιχτά τη Ρώμη και, ως την τελευταία της μέρα,
προστάτεψε πεισματικά τους οπαδούς της απέναντι στις κατάρες και τους αφορισμούς του πάπα.
«Εθέρμαινε, γράφει ένας ιστορικός, τον ζήλο των αιρετικών που βρίσκονταν εγκατεστημένοι στα
όρια της αυτοκρατορίας· έστελνε άφθονα δώρα στους άλλους του εξωτερικού». Και δεν έφτανε
αυτό. Με το συνηθισμένο πάθος της, έσπρωχνε τον Ιουστινιανό στο δρόμο που ακολουθούσε η ίδια
και στ' όνομα των ίδιων των κρατικών συμφερόντων, τον παρέσυρε σε μια πολιτική που
δικαιολογημένα ανησυχούσε τη Δύση. Ενώ τα θρησκευτικά αισθήματα του αυτοκράτορα, ο
σεβασμός του στην ορθοδοξία, οι μεγάλες φιλοδοξίες του, τον εξωθούσαν να συγκρατεί την ένωση
με τη Ρώμη και να καταδιώκει τους αιρετικούς, η Θεοδώρα, λιγότερο πειθήνια και περισσότερο
έξυπνη, ονειρευόταν άλλα σχέδια. Επί είκοσι έτη, μ' ευλύγιστη κ' επίμονη επιδεξιότητα, μέσα από
πλήθος εμπόδια, εξακολούθησε την προσπάθειά της και συχνά επέβαλε τη θέλησή της στον σύζυγό
της· κι αν ο θάνατος, που ήρθε πολύ νωρίς, την εμπόδισε να ολοκληρώσει το έργο της, η
θρησκευτική πολιτική που συνέλαβε αποτελεί τιμή για την αντίληψή της σαν πολιτικού ανθρώπου
και δίνει ακέραιο το μέτρο της επιρροής που άσκησε στο πνεύμα και στη διακυβέρνηση του
Ιουστινιανού.

Digitized by 10uk1s

II
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑ
Τη στιγμή που η Θεοδώρα ανέβαινε με τον Ιουστινιανό στο θρόνο των Καισάρων, μια σοβαρή
θρησκευτική διαμάχη συγκλόνιζε, από καιρό τώρα, ολόκληρη την Ανατολή. Από τότε που, στον
πέμπτο αιώνα, λεπτόλογοι θεολόγοι είχαν σοφιστεί να προσπαθήσουν να εξηγήσουν με ποιο τρόπο,
στο πρόσωπο του Χριστού, συνδυάζονταν το ανθρώπινο και το θεϊκό, το πρόβλημα των δύο φύσεων
και της ένωσής τους συντάραζε βαθιά την Εκκλησία. Μάταια, στα 451, η σύνοδος της Χαλκηδόνας
είχε προσπαθήσει, με τη συναίνεση του πάπα Λέοντος του Μεγάλου, να καθορίσει στο σημείο αυτό
την ορθόδοξη θεωρία κ' είχε καταδικάσει με ίση αυστηρότητα την αίρεση του Νεστόριου, που
διάκρινε σαφέστατα στο Χριστό δύο πρόσωπα, και την αίρεση του Ευτυχούς, που αντίθετα δεν
παραδεχόταν στο Χριστό παρά μια μόνο φύση. Οι οπαδοί του Νεστόριου όπως κ' εκείνοι του
Ευτυχούς –οι τελευταίοι αυτοί αποκαλούνταν μονοφυσίτες– αρνιόνταν να προσυπογράψουν στην
καταδίκη τους, και ξεχωριστά η μονοφυσιτική αίρεση, έχοντας επί κεφαλής της ανθρώπους μεγάλης
αξίας, στηριγμένη σε ισχυρές πλειονότητες στην Αίγυπτο και στη Συρία, υποστηριγμένη από ορδές
φανατικών κι αχαλίνωτων καλογήρων, κολακευόταν πως θα ξανάπαιρνε μια μέρα τη διεύθυνση της
βυζαντινής Εκκλησίας.
Εκείνο που μεγάλωνε τη σοβαρότητα της θεολογικής αυτής διαμάχης, ήταν πως οι ανατολικές αυτές
επαρχίες όπου κυριαρχούσε ο μονοφυσιτισμός δεν συνδέονταν με την αυτοκρατορία παρά με πολύ
χαλαρούς δεσμούς υπακοής. Στην Αίγυπτο και τη Συρία, υπήρχαν στερεά συγκροτημένες εθνότητες,
που ζούσαν τη δική τους ζωή κ' ήταν έτοιμες πάντα ν' αποσπαστούν απ' την αυτοκρατορία: οι
θρησκευτικές πεποιθήσεις τους δεν ήταν σχεδόν παρά η μορφή που έβρισκαν για να εκδηλωθούν οι
χωριστικές τους τάσεις. Γι' αυτό στα τέλη του πέμπτου αιώνα και στις αρχές του έκτου, οι
αυτοκράτορες Ζήνων και Αναστάσιος, είχαν προσπαθήσει, με κατάλληλες παραχωρήσεις, να
δώσουν ικανοποίηση στους μονοφυσίτες προτιμώντας για ν' αποκαταστήσουν την ενότητα στην
Ανατολή, να θυσιάσουν, αν ήταν ανάγκη, την ένωση με τη Ρώμη. Μετά την άνοδο του Ιουστίνου του
Α' κι από τότε προπάντων που ο Ιουστινιανός είχε φέρει στις υποθέσεις της Εκκλησίας την
αμετάκλητη και σκληρή ισχυρογνωμοσύνη του, επικράτησε μια άλλη πολιτική και, μπροστά στον
κηρυγμένο διωγμό, οι μονοφυσίτες αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Όμως, παρ' όλα τα σκληρά
μέτρα με τις εκτελέσεις, η μερίδα παρέμενε ισχυρή στη Συρία, στην Παλαιστίνη, στην Αρμενία, στη
Μεσοποταμία κ' ιδιαίτερα στην Αίγυπτο, όπου όλες οι προσπάθειες των ορθοδόξων είχαν μείνει
χωρίς αποτέλεσμα· και παντού, στις μονοφυσιτικές κοινότητες, περίμεναν πολλά από τη Θεοδώρα.
Απ' τη νεανική της ηλικία, όπως είδαμε, η Θεοδώρα είχε έρθει σ' επαφή με το χριστιανικό κόσμο της
Αιγύπτου και της Συρίας, κι απ' τις μακρινές αυτές σχέσεις της είχε πάντα διατηρήσει μια τρυφερή
και γεμάτη ευγνωμοσύνη ανάμνηση. Ξέρουμε, απ' την άλλη μεριά, ποιοί πολιτικοί λόγοι την
ωθούσαν να ευνοεί τους ανατολίτες αιρετικούς κι αύξαιναν ακόμα τη φυσική θέρμη της
συμπάθειας που τους μαρτυρούσε. Πριν ακόμα ανέβει στο θρόνο, είχε χρησιμοποιήσει δραστήρια
για όφελός τους, για να μετριάσει την αγριότητα του διωγμού, την πανίσχυρη επιρροή που ασκούσε
στον Ιουστινιανό. Όταν έγινε αυτοκράτειρα, έβαλε πιο ανοιχτά ακόμα το κύρος της στην υπηρεσία
τους. Σ' αυτήν χρωστούσε η αιρετική Αίγυπτος πολλές χρονιές επιείκειας: σ' αυτήν όφειλε η αιρετική
Συρία την ανασύσταση της καταδιωγμένης εθνικής Εκκλησίας της: χάρη στην προστασία της
μπόρεσαν οι αιρετικοί, στην αρχή να επανέλθουν σε εύνοια και να ξαναρχίσουν ελεύθερα την
προπαγάνδα τους, κ' αργότερα, ν' αψηφούν τους αφορισμούς των συνόδων και τις αγριότητες της
πολιτικής εξουσίας· στην ενθάρρυνσή της τέλος και στη βοήθειά της όφειλαν οι μονοφυσιτικές
πρεσβείες τις επιτυχίες τους στην Αραβία, στη Νουβία και στην Αβησσυνία. Σ' όλη της τη ζωή
προσπάθησε να βρει ένα πεδίο συνεννόησης και συμβιβασμού που, διαλύοντας τις δυσπιστίες και
κατευνάζοντας τις αντιθέσεις της Ανατολής, ν' αποκαταστήσει στην Εκκλησία και στην αυτοκρατορία
την ενότητα και την ειρήνη και δεν ήταν από αιτία της που το μονοφυσιτικό δόγμα δεν έγινε, παρά

Digitized by 10uk1s

τη θέληση της Ρώμης, η πάγκοινη πίστη της αυτοκρατορίας.
Σα δώρο με την ευκαιρία της στέψης και σαν εγγύηση των καλών της προθέσεων, άρχισε
εμπνέοντας στο θρησκόληπτο Ιουστινιανό ένα αναπάντεχο μέτρο επιείκειας. Οι φυγάδες ή
προγραμμένοι επίσκοποι και μοναχοί ανακλήθηκαν απ' την εξορία, και ξαναγύρισαν, ύστερα από
πολλά χρόνια απουσίας, στις λεηλατημένες κ' έρημες εκκλησίες και μονές τους. Με την πρόσκληση
της αυτοκράτειρας οι μονοφυσίτες ξαναπαρουσιάστηκαν στην πρωτεύουσα και στο Ιερό Παλάτι
ακόμα· για μεγάλη απογοήτευση των ορθοδόξων οι αιρετικοί άρχισαν να ξαναποκτούν κύρος στην
αυλή. Γρήγορα η Θεοδώρα προχώρησε περισσότερο: έπεισε τον Ιουστινιανό να έρθει σε άμεσες
σχέσεις μαζί τους. Από καιρό πριν η αυτοκράτειρα έτρεφε μεγάλο θαυμασμό και φιλία για το
Σεβήρο, τον καθαιρεμένο πατριάρχη της Αντιόχειας, που τον είχε γνωρίσει άλλοτε στην
Αλεξάνδρεια. Με την πίστη του, τη σοφία του, και την ευγλωττία του, με το ακλόνητο θάρρος που
είχε δείξει στον καιρό του διωγμού, ο ιεράρχης αυτός ήταν μια από τις δόξες της μονοφυσιτικής
μερίδας· πνεύμα ανώτερο, διαλλαχτικό, εχθρός των άσκοπων φιλονεικιών, φαινόταν περισσότερο
από κάθε άλλον κατάλληλος για συμβιβασμό. Η Θεοδώρα έκανε τον άντρα της να καταλάβει, παρ'
όλες τις αντιπάθειές του, ποια ήταν τα πλεονεκτήματα μιας συμφωνίας μ' ένα τέτοιο ισχυρό
πρόσωπο, και τα κατάφερε να τον πείσει πως μια τέτοια επιτυχία θα επέφερε στην Ανατολή
αναρίθμητες προσχωρήσεις στην αυτοκρατορική πολιτική. Με πολλή ευγένεια, οι δυο μονάρχες
έγραψαν τότε στον Σεβήρο για να τον παρακαλέσουν να έρθει στην Κωνσταντινούπολη· όμως ο
πατριάρχης, μην ελπίζοντας τίποτα απ' αυτή την προσπάθεια συνδιαλλαγής υπεξέφυγε και,
φέρνοντας πρόσχημα τη μεγάλη ηλικία του, την αδυναμία του, τ' άσπρα μαλλιά του «που, καθώς
έλεγε, του προμηνούσαν το γρήγορο θάνατό του», επέμεινε να παραμείνει στην Αλεξάνδρεια. Η
Θεοδώρα δεν έχασε ωστόσο το θάρρος της. Αντί για το Σεβήρο, προσκάλεσε τους οπαδούς του να
συγκεντρωθούν σε συνέλευση με τους ορθοδόξους «για ν' αποκαταστήσουν την ενότητα»· και
πραγματικά έγινε μια σύνοδος στο Βυζάντιο. Το σύνθημα, πολύ χαρακτηριστικό, ήταν να δείξουν
στους σχισματικούς μια τέλεια πραότητα κι ανεξάντλητη υπομονή. Ο υπουργός του βασιλέως που
διεύθυνε τις συζητήσεις μίλησε πολύ για «την πατρική στοργή» που γέμιζε την καρδιά του
αυτοκράτορα, ο Ιουστινιανός, που προέδρευσε ο ίδιος στην τελευταία συνεδρίαση, εκδήλωσε
απερίφραστα μιαν όμοια επιθυμία συμφιλίωσης. Όμως, παρ' όλες αυτές τις καλές διαθέσεις, δε
μπόρεσαν να συμφωνήσουν, για μεγάλη λύπη της Θεοδώρας. Είχε ωστόσο κερδηθεί κιόλας ένα
μεγάλο μέρος απ' την υπόθεση αφού τόση καλή θέληση είχε διαδεχθεί τις παλιές αγριότητες και τα
πάθη των διωγμών.
Στο μεταξύ, χάρη στο νέο καθεστώς της επιείκειας, οι μονοφυσίτες ξανακέρδιζαν το χαμένο έδαφος.
Στην Ασία, ο Ιωάννης ο Τέλλης, ένας απ' τους πιο ονομαστούς ιεροκήρυκες των αιρετικών, άρχισε,
παρά τους δισταγμούς των άλλων ομοδόξων του επισκόπων, μια δραστήρια προπαγάνδα.
Συγκεντρώνοντας γύρω του μικρές ομάδες από πιστούς, τους δίδασκε υπομονετικά, τους έβαζε να
διαβάζουν τις Γραφές, να ψάλουν ύμνους, και τους δεχόταν στην αίρεση. Μάταια τον κατάγγελλαν
στις αρχές και τον απειλούσαν με θάνατο. Θαρραλέα εξακολουθούσε να συγκεντρώνει μυστικά, τη
νύχτα, τους οπαδούς του γύρω του. Ντυμένος φτωχά με σκισμένα ιερατικά άμφια, προκαλούσε
στους ακροατές του βαθιά εντύπωση· ταξιδεύοντας πάντα, πότε στην Αλεξάνδρεια, πότε στην
Κωνσταντινούπολη, προσηλύτιζε, χειροτονούσε ιερείς, γέμιζε όλη την Ασία με τους κατηχητές του.
Λένε πως μέσα σε λίγα χρόνια, είχε προσηλυτίσει στο μονοφυσιτικό δόγμα κάπου εκατόν
εβδομήντα χιλιάδες ανθρώπους.
Στην πρωτεύουσα, χάρη στη δηλωμένη προστασία της αυτοκράτειρας, η δραστηριότητα των
αιρετικών ήταν μεγαλύτερη ακόμα. Απ' όλη την Ανατολή, οι πιο ονομαστοί θεωρητικοί τους έτρεχαν
στο Βυζάντιο, ο Πέτρος, άλλοτε επίσκοπος της Απαμείας, ο μοναχός Ζωοράς, κι άλλοι πολλοί ακόμα.
Κι ο ίδιος ο Σεβήρος, παρά τους δισταγμούς του, είχε καταλήξει να πάρει την απόφαση μπροστά
στην επιμονή της βασίλισσας και τις επιπλήξεις των ομοδόξων του που κατηγορούσαν τη

Digitized by 10uk1s

φαινομενική αδράνειά του. «Μην πλανιόσαστε, τους είχε πει ο άγιος άνθρωπος· ποτέ με τον
σημερινό αυτοκράτορα δεν θ' αποκαταστήσουμε την ειρήνη. Όμως θ' ανεβώ στην
Κωνσταντινούπολη για να μη φανώ εμπόδιο στις προσδοκίες σας· μα θα ξαναγυρίσω χωρίς να 'χω
πετύχει τίποτα». Τα γεγονότα φάνηκαν στην αρχή να διαψεύδουν τους φόβους του. Έγινε δεκτός με
μεγάλη επισημότητα από τον βασιλέα, φιλοξενήθηκε στο ίδιο το παλάτι από τη Θεοδώρα, έγινε με
προσοχή ακουστός απ' τους βασιλείς και δεν άργησε ν' ασκήσει ισχυρότατη επιρροή στις
θρησκευτικές υποθέσεις.
Τώρα οι μονοφυσίτες φαίνονταν πραγματικά κύριοι της πρωτεύουσας. Βέβαιοι για την εύνοια της
αυτοκράτειρας, κήρυχναν τολμηρά τον πόλεμο στους ορθοδόξους, αντιτάσσοντας βωμούς σε
βωμούς και βαπτιστήρια σε βαπτιστήρια. Παρά τις ρητές απαγορεύσεις του νόμου, έκαναν
παράνομες συνελεύσεις, κήρυτταν στις εκκλησίες, σε ιδιωτικές κατοικίες, στην πόλη και στα
προάστια, δημιουργούσαν σκάνδαλα στις ορθόδοξες εκκλησίες: όπως ήξεραν το κύρος τους στην
αυλή, κανείς δεν ερχόταν ν' αντιταχθεί στις ενέργειές τους. Στο μοναστήρι που είχε χτίσει σε μια
έκταση παραχωρημένη απ' την αυτοκράτειρα, ο Ζωοράς παραδειγμάτιζε όλους με την ταπείνωση,
τη φιλανθρωπία του· καθημερινά, για να πάρουν τις ελεημοσύνες που μοίραζε, οι φτωχοί
στριμώχνονταν κατά εκατοντάδες μπροστά στην πόρτα του μοναστηριού του· και βλέποντας το
κύρος του στο παλάτι και πώς ρύθμιζε τα σοβαρότερα ζητήματα, οι μεγάλοι άρχοντες, συγκλητικοί
και αυλικοί, έτρεχαν κι αυτοί με τη σειρά τους να του εκδηλώσουν την αφοσίωσή τους. Οι γυναίκες
προ πάντων ενθουσιάζονταν με πάθος για τους Σύρους ιεροκήρυκες. Για την αλήθεια, οι αντίπαλοι
των μονοφυσιτών τούς κατηγορούσαν πως έδειχναν στις εξομολογούμενές τους μοναδική επιείκεια,
και πως τις στρατολογούσαν πρόθυμα ανάμεσα στις εταίρες, στις χορεύτριες, στις μοιχαλίδες και
στις γυναίκες της απώλειας. Όπως και να 'χει, η δημοτικότητά τους ανάμεσα στις γυναίκες ήταν
σημαντική κι απ' αυτές κέρδιζαν μεγάλες επιτυχίες. Ακόμα, χάρη στην εύνοια που είχαν στην αυλή
και στην εκδηλωμένη προστασία ορισμένων μεγάλων προσώπων του παλατιού, έκαναν αδιάκοπες
προόδους και προπάντων στις ανώτερες τάξεις της κοινωνίας. Τους έφερναν κατά εκατοντάδες τα
παιδιά για να τα βαφτίσουν και, ακόμα και στο στενό περιβάλλον του Ιουστινιανού, αυλοφύλακες
και συγκλητικοί θεωρούσαν τιμή τους να ζουν την αυστηρή και τραχιά ζωή των σύρων ερημιτών. Για
να φτάσει στο βαθμό της αγιότητάς τους, ο κουροπαλάτης Θεόδωρος μοίραζε όλη του την
περιουσία σ' ελεημοσύνες, ευτυχισμένος να περιοριστεί στη φτώχεια: ο άρχοντας Τριβώνιος, όταν
τέλειωνε τα καθήκοντά του στην αυλή, αποσυρόταν σ' ένα κελί και μοίραζε τον καιρό του στις
προσευχές και στη φροντίδα για τους δυστυχισμένους· κ' οι άνθρωποι του παλατιού προσπαθούσαν
να μιμηθούν τους ευλαβικούς αυτούς ανθρώπους, ελπίζοντας ν' αξιωθούν την εύνοια των
αυτοκρατόρων και να εξασφαλίσουν ταυτόχρονα την αιώνια σωτηρία τους.
Πάνω σ' αυτά, ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Επιφάνιος, πέθανε. Για τους αιρετικούς ήταν
ευκαιρία ενός νέου θριάμβου. Στο μοναστήρι που είχε ιδρύσει η αυτοκράτειρα στο ανάκτορο του
Ορμίσδα, ζούσε ένας άγιος άνθρωπος που λεγόταν Άνθιμος. Ήταν άλλοτε επίσκοπος Τραπεζούντος
κ' οι μονοφυσίτες τον εκτιμούσαν πολύ για τη σοφία του, τα ήθη του, την περιφρόνησή του για τα
εγκόσμια, για το θάρρος του προπάντων «με το οποίον είχε αποσπασθεί από τα δεσμά του ψεύδους
και είχε ομολογήσει την αληθή πίστιν». Έχοντας μυστικά προσχωρήσει στη μερίδα των αιρετικών,
ανέβηκε, με την υποστήριξη της Θεοδώρας, στον πατριαρχικό θρόνο και δεν άργησε να υποστεί
έντονα την επίδραση του Σεβήρου και να ζητήσει τις συμβουλές ενός ανθρώπου που τον θεωρούσε
σαν ένα από τους μεγάλους δασκάλους της Εκκλησίας.
Τον ίδιο περίπου καιρό πέθανε κι ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Τιμόθεος. Η Θεοδώρα, που είχε πολύ
αγαπήσει τον φλογερό αυτό υπερασπιστή της μονοφυσιτικής διδασκαλίας, θέλησε να του δώσει
ένα διάδοχο της αρεσκείας της. Ανάμεσα στον αδιάλλακτο Γαϊανό, που υποστήριξε η φανατική
στρατιά των καλογήρων και στον Θεοδόσιο, διάλεξε τον τελευταίο, πιο ευκολομεταχείριστο και πιο
διαλλακτικό· κι όπως η μερίδα των έξαλλων οπαδών του Γαϊανού επέμενε ν' αντιστέκεται, έδρασε,

Digitized by 10uk1s

κατά τη συνήθειά της, με σκληρότητα. Ήταν συνήθεια στην Αλεξάνδρεια, πλάι στο φέρετρο του
νεκρού πατριάρχη, ν' αγρυπνεί ο διάδοχός του που, παίρνοντας το δεξί χέρι του νεκρού το
ακουμπούσε στο κεφάλι του κι ύστερα αφαιρώντας του το πάλιον 6 του Αγίου Μάρκου, το περνούσε
στο λαιμό του. Παρά την υποστήριξη των αρχών και την παρουσία ενός απεσταλμένου της
Θεοδώρας, οι φίλοι του Γαϊανού είχαν κατορθώσει να εμποδίσουν τον Θεοδόσιο να εκτελέσει αυτόν
τον τύπο της μεταβίβασης των εξουσιών. Για να μπορέσει να εγκατασταθεί ο προστατευόμενος της
αυτοκράτειρας στον πατριαρχικό θρόνο, χρειάστηκε να σταλούν στρατεύματα κ' ένας έκτακτος
απεσταλμένος, ο ευνούχος Ναρσής, παλατιανός κ' έμπιστος της Αυγούστας. Χτυπήθηκαν στους
δρόμους μέρες πολλές, κ' οι ίδιες οι γυναίκες, πάνω απ' τις στέγες, πήραν μέρος στη μάχη· τελικά,
για να καταστείλουν την εξέγερση, αναγκάστηκαν να καταφύγουν στην πυρκαγιά. Έτσι μόνο
κατόρθωσαν να επιβληθούν οι αρχές κι ο Θεοδόσιος ανέβηκε στον πατριαρχικό θρόνο.
Με το ενδιάμεσο του Σεβήρου, ο Άνθιμος ο Κωνσταντινουπόλεως έσπευσε να έρθει σε σχέσεις με
τον νέο επίσκοπο Αλεξανδρείας κι ανοιχτά, κάτω από το πατρονάρισμα της βασίλισσας και τη
συνενοχή του αυτοκράτορα, οι τρεις πατριάρχες ακολούθησαν, «προς το συμφέρον της ειρήνης»,
όπως έλεγαν, μια πολιτική ευνοϊκή στους μονοφυσίτες. Μάταια οι ορθόδοξοι μοναχοί πιστοί
φύλακες της ορθόδοξης πίστης, κατάγγελλαν σε διάπυρα γράμματα τη στάση και τις προόδους των
αιρετικών· μάταια παράσταιναν τον Σεβήρο σαν ειδωλολάτρη, υπηρέτη των δαιμόνων και ύποπτο
για μαγγανείες, τον Πέτρο τον Απαμείας σαν ακόλαστο «που είχε για θεό την κοιλιά του κ' επέτρεπε
στον εαυτό του μ' άσεμνες γυναίκες αισχρές οικειότητες», τον Ζωορά σαν τρελό, τον Άνθιμο σαν
υποκριτή. Ο αυτοκράτορας έκανε τον κουφό και για μεγάλο σκάνδαλο των ορθοδόξων, το έργο της
διαφθοράς –όπως λέγανε– έκανε τρομαχτικές προόδους.
Δυστυχώς για τα σχέδια της Θεοδώρας, ένας απρόβλεπτος αντίπαλος έφτασε εκείνη τη στιγμή στο
Βυζάντιο. Ήταν ο πάπας Αγαπητός. Σταλμένος πρεσβεία στον Ιουστινιανό από τον βασιλιά των
Γότθων Θεοδάτο, είχε γίνει δεκτός με μεγάλες τιμές στην αυλή, κι απ' την πρώτη στιγμή είχε
απασχοληθεί με το θρησκευτικό ζήτημα κι αποφασιστικά είχε αρνηθεί να έρθει σε σχέσεις με τον
αιρετικό Άνθιμο. Μάταια είχε οργιστεί ο αυτοκράτορας: «Ασπάσου τη γνώμη μου, έλεγε στον πάπα,
ή σ' εξορίζω». Μάταια η Θεοδώρα, πιο επιδέξια, είχε ικετέψει και με μεγάλες χρηματικές
υποσχέσεις είχε προσπαθήσει να δελεάσει τον ποντίφικα. Υποστηριγμένος απ' όλη την ορθοδοξία, ο
Αγαπητός δεν είχε θελήσει ν' ακούσει τίποτα. Και μπερδεμένος ανάμεσα στη γυναίκα του και στον
πατριάρχη της Ρώμης ο βασιλεύς, βρισκόταν σε μεγάλη αμηχανία, παρ' όλο που, αν πιστέψουμε την
παράδοση, κι ο ίδιος ο Θεός εκδηλωνόταν ανοιχτά υπέρ των μονοφυσιτών.
Εκτός από την καθαίρεση του πατριάρχη, ο Αγαπητός ζητούσε την αποπομπή του Ζωορά. Μάταια ο
Ιουστινιανός του παρατηρούσε πως ο καλόγηρος ήταν ένας τρομερός άνθρωπος που δεν φοβόταν
κανέναν· ο πάπας απαίτησε να παρουσιάσουν με κάθε τρόπο τον Σύρο μπροστά του για να τον
εξαναγκάσει να υποταχθεί. Όταν ο απεσταλμένος του παρουσιάστηκε στο μοναστήρι του οσίου,
βρήκε τις πόρτες κλειστές κι ο Ζωοράς έστειλε να του πουν πως ήταν η εποχή της μεγάλης νηστείας
και πως ο θείος νόμος του απαγόρευε να συζητήσει αυτή την ώρα οποιοδήποτε ζήτημα, έστω και με
τον αυτοκράτορα. «Δεν έχω τίποτα περισσότερο να σας πω, πρόσθεσε· αν θέλετε να
χρησιμοποιήσετε βία, είναι δική σας υπόθεση». Κατάπληκτος ο απεσταλμένος ξαναγύρισε στο
παλάτι. Ο αυτοκράτορας οργισμένος διάταξε τότε τον ίδιο τον άρχοντα των οφφικίων να πάει μ' ένα
απόσπασμα στρατιωτών της φρουράς να συλλάβει τον όσιο. Όμως, τη στιγμή που ο υπουργός
μπαρκάριζε για να περάσει τον Κεράτιο και να φτάσει στο προάστιο των Συκιών, μια ξαφνική
ανεμοθύελλα πέταξε το πλοίο του έξω στην ακτή. Ξεκινάει και πάλι· τη στιγμή που πλησιάζει στην
αντικρινή ακτή, ένα γιγάντιο φάντασμα ορθώνεται μπροστά του και σπρώχνει με μια κλωτσιά το
πλοίο ανάμεσα στα κύματα. Μανιασμένος, ο άρχοντας των οφφικίων καταριέται τους ναύτες·
6

Πάλλιον: άσπρη ταινία με το σταυρό.

Digitized by 10uk1s

εκείνοι βάζουν τα δυνατά τους. Ξαφνικά ένας κεραυνός πέφτει πάνω στο πλοίο και κάνει στάχτη τη
γέφυρα απ' τη μιαν άκρη ως την άλλη. Κατάλαβαν τότε πως κι ο Θεός ο ίδιος υπερασπιζόταν τον
Ζωορά και γυρίζοντας πίσω πανικόβλητοι, οι απεσταλμένοι του Ιουστινιανού ήρθαν να φέρουν την
είδηση στον κατάπληκτο αυτοκράτορα.
Η Θεία Πρόνοια έδειξε λιγότερο ζήλο για να υπερασπίσει τον Άνθιμο. Ο Ιουστινιανός, ύστερα από
μικρή αντίσταση, τον θυσίασε στις απαιτήσεις του εξουσιοδοτημένου αντιπρόσωπου της
ορθοδοξίας. Ο πατριάρχης καθαιρέθηκε και στη θέση του ο Αγαπητός έχρισε τον πρεσβύτερο Μηνά.
Ήταν μια ωραία επιτυχία. Όμως ο πάπας δεν πρόφτασε να τη χαρεί. Πριν περάσει μήνας πέθανε
ξαφνικά. Όπως ήταν συνήθεια στις φανατισμένες μερίδες, οι ορθόδοξοι ισχυρίστηκαν πως είχε
πέσει θύμα στις μαγείες των αντιπάλων του: οι μονοφυσίτες χάρηκαν για το θάνατό του που τον
είδαν σα δίκαιη τιμωρία απ' το Θεό. Και ξαναπαίρνοντας θάρρος, σίγουροι πάντα για την
υποστήριξη της Θεοδώρας, άρχισαν και πάλι την προπαγάνδα τους μ' ασυγκράτητη δραστηριότητα.
Δημόσια, στη γιορτή του Πάσχα, ο Ζωοράς, δε φοβήθηκε να δώσει το βάφτισμα σ' ένα μεγάλο
αριθμό από παιδιά που ανήκαν στις πρώτες οικογένειες της αυλής: και στην έξαψή τους, οι
αιρετικοί έφτασαν ακόμα στο σημείο να προσβάλουν ανοικτά και τον ίδιο τον αυτοκράτορα, που
τον κατηγορούσαν πως τους είχε προδώσει. Ένας ανόητος, ο Ισαάκ ο Πέρσης, τόλμησε να χτυπήσει
με το ραβδί του μια αυτοκρατορική εικόνα και να της βγάλει τα μάτια. Ο αναβρασμός μεγάλωνε
στην πρωτεύουσα κ' ήταν φόβος μην έρθουν οι αντίπαλες μερίδες στα χέρια.
Στην κρίση αυτή ο Μηνάς, ο νέος Πατριάρχης, έδωσε δείγματα αποφασιστικότητας. Τον Μάη του
536, στην εκκλησία της Παναγίας, γειτονική της Αγίας Σοφίας, συγκάλεσε μια σύνοδο κάτω απ' την
προεδρία του για να συνεχίσει την εκτέλεση των αποφάσεων του Αγαπητού. Πολλές μέρες
συνέχεια, μπροστά στους συγκεντρωμένους επισκόπους παρέλασαν οι αρχηγοί κ' οι αντιπρόσωποι
των ορθόδοξων μοναστηριών της πρωτεύουσας, των άγιων κοινοτήτων της Συρίας, της Παλαιστίνης
και του Σινά. Πολλές μέρες συνέχεια οι αυστηροί αυτοί φρουροί της ορθόδοξης πίστης μελέτησαν
τα άρθρα των αποφάσεων όπου, με αδιάσειστες μαρτυρίες, κατάγγελλαν στον πάπα και στον
αυτοκράτορα τον Άνθιμο, το Σεβήρο, το Ζωορά και τον Πέτρο τον Απαμείας. Μονάχα οι
κατηγορούμενοι λείπανε. Τρεις ολόκληρες μέρες οι εντολοδόχοι της συνόδου αναζητούσαν τον
Άνθιμο σ' όλη την Κωνσταντινούπολη· παρουσιάστηκαν με τη σειρά στην Αγία Σοφία και στο
Πατριαρχείο, στις εκκλησίες όπου ο πατριάρχης θα μπορούσε να 'χε ζητήσει άσυλο, στο μοναστήρι
του Αγίου Σεργίου όπου υποπτεύονταν πως θα τον είχαν κρύψει οι οπαδοί του, ακόμα και στο Ιερό
Παλάτι, στον Ναό του Αρχάγγελου Μιχαήλ όπου κάποιοι λέγανε πως τον είχαν δει. Παντού βρήκαν
πόρτες κλειστές ή ανθρώπους που ορκίζονταν πως είχαν δει τον πατριάρχη, όμως δεν ήξεραν τι είχε
απογίνει. Ρωτούσαν και τα παιδιά ακόμα του δρόμου για να μάθουν κάτι για τον άφαντο
κατηγορούμενο.
Η Θεοδώρα θα 'ταν σε θέση να πληροφορήσει τους επισκόπους. Με τις φροντίδες της ο Άνθιμος
είχε βρει σίγουρο και εμπιστευτικό καταφύγιο στον ίδιο το γυναικωνίτη του αυτοκρατορικού
παλατιού· ακόμα, κάτω απ' την προστασία της, κ' οι άλλοι κατηγορούμενοι μπόρεσαν να μην
παρουσιαστούν. Η σύνοδος δε στάθηκε σε τέτοιες λεπτομέρειες· σύμφωνα μ' όλους τους κανόνες
αναθεμάτισε τον Άνθιμο, το Σεβήρο, τον Πέτρο τον Απαμείας, το Ζωορά, καταδίκασε τα γραφτά
τους, τους κήρυξε καθαιρεμένους από κάθε εκκλησιαστικό αξίωμα κ' έσβησε τα ονόματά τους από
τις τάξεις των ορθοδόξων. Ύστερα, σαν είχαν πια τελειώσει το έργο τους, οι Πατέρες πριν να
χωριστούν ψαλμούδισαν τις καθημερινές επευφημίες: «Μακροβιότητα στον αυτοκράτορα!
Μακροβιότητα στον πατριάρχη! Ανάθεμα στον Πέτρο, στο Ζωορά, στο Σεβήρο, ανάθεμα στους
εχθρούς του Θεού! Έχουμε ένα χριστιανό αυτοκράτορα: γιατί να φοβόμαστε. Ας ρίξουμε τη
λυκοφωλιά του Ζωορά! φωτιά στα άντρα των αιρετικών: γκρέμισμα στα μοναστήρια του Πέτρου!
Έχουμε ένα ορθόδοξο αυτοκράτορα! γιατί να φοβόμαστε; Ανάθεμα στο Σεβήρο, στον Πέτρο, στο
Ζωορά! Η πίστη των χριστιανών θριαμβεύει».

Digitized by 10uk1s

Τρεις μήνες αργότερα, ο Ιουστινιανός που είχε ξαναγυρίσει απόλυτα στην ορθοδοξία, υπακούοντας
πρόθυμα στις εισηγήσεις του παπικού νούντσιου Πελάγιου, επικύρωνε με αυτοκρατορικό διάταγμα
τις αποφάσεις της συνόδου. Απαγορεύτηκε στον Άνθιμο, στο Σεβήρο και στους οπαδούς τους να
μένουν στην Κωνσταντινούπολη ή σε οποιαδήποτε άλλη μεγάλη πόλη της αυτοκρατορίας·
απαγορεύτηκε σ' όλους να τους δέχονται και να τους δίνουν άσυλο, με την ποινή να τους
δημεύσουν την περιουσία τους. Τα βιβλία τους κάηκαν κι απαγορεύτηκε στον καθένα να κάνει
αντίγραφα με την ποινή να του κόψουν το χέρι· απαγορεύτηκε στους αιρετικούς να κηρύττουν
καθώς και να χορηγούν το βάφτισμα και τη μετάληψη. Έτσι ο Ιουστινιανός κολακευόταν πως
αποκαθιστούσε την ειρήνη στην Εκκλησία κ' εξασφάλιζε την ευημερία του Κράτους.
Η Θεοδώρα είχε πολύ υπερτιμήσει τις δυνάμεις της και την επιρροή της στον αυτοκράτορα·
απέναντι στον πάπα και στην ορθοδοξία οι προσπάθειές της είχαν συντριβεί. Το μόνο που μπόρεσε
να κάνει ήταν να σώσει τους φίλους της. Ξέρουμε πώς έκρυψε τον Άνθιμο. Παρόμοια προμήθεψε
και στο Σεβήρο τα μέσα για να φύγει, κι ο πατριάρχης της Αντιοχείας μπόρεσε να πάει στην Αίγυπτο
να τελειώσει ειρηνικά την πολύχρονη και γεμάτη μόχθο ζωή του. Ο Ζωοράς εξορίστηκε στη Θράκη
και μπροστά στην απειλή του νέου διωγμού όλοι εκείνοι, κληρικοί, καλόγηροι, λαϊκοί, που τους είχε
προσελκύσει πλήθος στο Βυζάντιο η ελπίδα της νίκης, διασκορπίστηκαν απελπισμένοι,
δικαιολογημένα ανήσυχοι για το μέλλον. Πραγματικά γρήγορα, στη Συρία, ανάφτηκαν καινούργια
ολοκαυτώματα και με τη δραστήρια προτροπή του Εφραίμ, πατριάρχη Αντιοχείας και των
επισκόπων του, με την ολοπρόθυμη συνδρομή των πολιτικών αρχών, τα μοναστήρια κλείστηκαν, οι
αιρετικοί ιεροκήρυκες φυλακίστηκαν ή θανατώθηκαν, τα πλήθη των μονοφυσιτών καταδικάστηκαν
στην αθλιότητα. Κ' η ίδια η Αίγυπτος χτυπήθηκε απ' την αντίδραση. Ο πατριάρχης Θεοδόσιος, ο
φίλος του Άνθιμου και του Σεβήρου, ανακλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, εξαναγκάστηκε να
παραιτηθεί, εξορίστηκε στη Θράκη με τον κλήρο του, κι αντικαταστάθηκε στην Αλεξάνδρεια από ένα
πατριάρχη ικανό, και με την τρομοκρατία ακόμα, να λυγίσει κάθε αντίσταση. Σε λίγο διάστημα, σ'
ολόκληρη την αυτοκρατορία, δε μετριούνταν πια παρά τρεις επισκοπικές έδρες κατεχόμενες από
αιρετικούς.
Παρ' όλα αυτά η Θεοδώρα δεν ήταν γυναίκα που να σταθεί σ' αυτή την ατυχία. Είχε αναγκαστεί να
υποχωρήσει μπροστά στις περιστάσεις, να παρασταθεί ανίσχυρη στην καταστροφή των φίλων της
και στο θρίαμβο της παποσύνης: με θαρραλέα κ' ευλύγιστη επιδεξιότητα ετοίμαζε την εκδίκησή της.
Ενώ η σύνοδος του 536 κανοναρχούσε στείρα αναθέματα, η βασίλισσα επωφελιόταν απ' το θάνατο
του Αγαπητού, για να επιδιώξει ν' ανεβάσει στον πατριαρχικό θρόνο της Ρώμης ένα πάπα της
εκλογής της. Ενώ, κάτω απ' την επίδραση του ρωμαίου νούντσιου Πελάγιου και το τελευταίο
φρούριο των μονοφυσιτών, η Αίγυπτος, έδειχνε να συντρίβεται, στην Κωνσταντινούπολη στο ίδιο
μέσα το αυτοκρατορικό παλάτι, η αυτοκράτειρα παρασκεύαζε υπομονετικά την αναστύλωση της
καταδιωγμένης Εκκλησίας.

Digitized by 10uk1s

III
ΜΟΡΦΕΣ ΜΟΝΑΧΩΝ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
Την εποχή που, απ' όλη την Ανατολή, συρρέανε πλήθος στην Κωνσταντινούπολη οι καταδιωγμένοι
απ' τους ορθοδόξους μονοφυσίτες καλόγηροι, η Θεοδώρα, στην επιθυμία της να τους προσφέρει
άσυλο και να τους δώσει μια απόδειξη χτυπητή της προστασίας της, σκέφτηκε πως το καλύτερο που
'χε να κάνει ήταν να τους συγκεντρώσει στο Ιερό Παλάτι.
Το παλάτι του Ορμίσδα αποτελούσε εξάρτημα της αυτοκρατορικής διαμονής. Χτισμένο στην ακτή
της θάλασσας του Μαρμαρά, είχε χρησιμέψει σαν κατοικία στον Ιουστινιανό τον καιρό που δεν
ήταν ακόμα παρά διάδοχος του θρόνου. Όταν ανέβηκε στο θρόνο, ο αυτοκράτορας είχε επιμείνει να
διατηρήσει τη νεανική αυτή κατοικία του κι αφού την ανακαίνισε μεγαλόπρεπα, την περιέλαβε στη
ζώνη του παλατιού. Αυτό το οίκημα διάλεξε η Θεοδώρα για να εγκαταστήσει τους φίλους της και δε
βρήκε δυσκολία να το πετύχει από τη συγκατάβαση του συζύγου της. Απ' την άλλη μεριά, τον
Ιουστινιανό δεν τον ενοχλούσε καθόλου να 'χει έτσι μέσα στα χέρια του και κάτω απ' την άμεση
επίβλεψη της αστυνομίας του τους πιο διάσημους αρχηγούς της μονοφυσιτικής αντιπολίτευσης.
Με τις φροντίδες της αυτοκράτειρας, το παλιό ανάκτορο του Ορμίσδα διασκευάστηκε έτσι, όπως
γράφει ένας σύγχρονος, «σ' ένα μεγάλο και θαυμάσιο ερημητήριο μοναχών». Στα διάφορα
διαμερίσματα κατασκεύασαν κελιά· μια από τις μεγάλες αίθουσες διαρρυθμίστηκε σ' εκκλησία και
μια άλλη σ' εστιατόριο. Για τους πιο ηλικιωμένους και τους πιο ξακουστούς, για όλους εκείνους που
ήταν διάσημοι για την ξεχωριστή αγιοσύνη τους, αναχωρητές και μοναστές που είχαν διωχτεί απ' τα
ερημητήριά τους, στυλίτες που είχαν εξαναγκαστεί να κατεβούν απ' τις κολώνες τους,
κατασκεύασαν, στις αυλές και κάτω από τις στοές, ξύλινες καλύβες, σκεπασμένες με ψάθες ή πανιά,
όπου μπόρεσαν να ζήσουν απομονωμένοι, στη συγκέντρωση και την προσευχή· στη μεγάλη μάζα
των αδελφών παραχωρήθηκε ένα ευρύχωρο σπίτι όπου, κάτω απ' τη διεύθυνση ενός πρεσβύτερου,
ζούσαν όλοι μαζί την κοινοβιακή ζωή. Πάνω από πεντακόσιοι καλόγηροι φερμένοι απ' τις πιο
διάφορες χώρες, που μιλούσαν κάθε λογής γλώσσα και διάλεκτο, συγκεντρώθηκαν έτσι σε μια
ευλαβική κοινότητα· κι όλη τη μέρα, στους διαδρόμους, στις αυλές, στις αίθουσες του
πολυτελέστατου παλατιού, δεν άκουγε πια κανείς παρά το ατέλειωτο μουρμουρητό των προσευχών
και τις ψαλμουδιές των ιερών ύμνων και δεν έβλεπε παρά γέρους καλόγηρους με κάτασπρες
γενιάδες, γονατισμένους μπροστά στους βωμούς, να προσπαθούν με τις αγρυπνίες, τις στερήσεις
και τις νηστείες τους να καταξιωθούν την αιώνια σωτηρία.
Γρήγορα, με την αγιοσύνη τους, οι Σύροι έγιναν δημοφιλείς στην πρωτεύουσα. Στην αρχή είχαν
εκπλαγεί με τις παραξενιές τους· γρήγορα άρχισαν να τους θαυμάζουν. Κατά χιλιάδες οι πιστοί
έτρεχαν στο μοναστήρι, από περιέργεια γι' αυτό το αναπάντεχο θέαμα, ή από επιθυμία να δεχτούν
την ευλογία των οσίων κ' οι οπαδοί ακόμα της συνόδου της Χαλκηδόνας, κατάπληκτοι και
γοητευμένοι, αισθάνονταν λίγο λίγο την τύψη και τη μεταμέλεια να διαπερνά τις ψυχές τους, και
πολλοί απ' αυτούς, συγκινημένοι απ' τις αρετές των ερημιτών, ασπάζονταν το μονοφυσιτικό δόγμα.
Η φλογερή Θεοδώρα προπάντων δεν κουραζόταν να επισκέπτεται τους προστατευομένους της.
Κάθε δυο ή τρεις μέρες ερχόταν, ευλαβικά, να γονατίσει στα πόδια των κοινοβιτών, εκλιπαρούσε τις
ευλογίες τους και τις προσευχές τους και τους μοίραζε γενναιόδωρες ελεημοσύνες. Κατάληξε
ακόμα, παρά τις προκαταλήψεις του, να πείσει και τον Ιουστινιανό να τη συνοδέψει· κι ο
αυτοκράτορας, κ' εκείνος ακόμα, τόσο θαύμασε και τόσο βαθιά επηρεάστηκε από τις συζητήσεις
που έκανε με τους καλόγηρους, ώστε θέλησε, όπως κ' η γυναίκα του, να τους τιμήσει και να τους
προστατέψει.
Φυσικά, μέσα στον πάγκοινο αυτό θαυμασμό γρήγορα έγιναν κι άφθονα θαύματα που περισσότερο
ακόμα αύξησαν στο Βυζάντιο την υπόληψη της ευλαβικής κοινότητας. Μια μέρα, στην εκκλησία οι

Digitized by 10uk1s

πιστοί συνωθούνταν σε μεγάλο πλήθος για να λάβουν τη μετάληψη· κατά το συνηθισμένο, υπήρχαν
πάμπολλες γυναίκες και παιδιά στη συνάθροιση. Ξαφνικά ακούγεται ένα τρομερό τρίξιμο· και κάτω
απ' το βάρος του πυκνού πλήθους, το οικοδόμημα γκρεμίζεται σκεπάζοντας εκατοντάδες θύματα.
Από παντού υψώνονται βογγητά και κραυγές θρήνου και πανικού που ακούγονται ως το παλάτι και
γρήγορα το άκουσμα της τρομερής καταστροφής ξεχύνεται σ' όλη τη πόλη. Όμως ο Θεός, στην
ευσπλαχνία του, αγρυπνούσε πάνω στους εκλεκτούς του. Ύστερα από μία σύντομη στιγμή
κατάπληξης, όλοι οι παρευρισκόμενοι ξανασηκώθηκαν ανέπαφοι, χωρίς τραύμα, ούτε
στραμπούληγμα, δοξάζοντας και υμνώντας τον Κύριο που τους είχε σώσει από βέβαιο θάνατο.
Μπροστά στ' ολοφάνερο θαύμα, οι βασιλείς, οι άρχοντες, η πόλη ολόκληρη, τίμησαν περισσότερο
ακόμα τους οσίους κι ο Ιουστινιανός ο ίδιος πήρε ζήτημα τιμής να ξαναχτίσει μ' έξοδά του το χτίριο
που είχε γκρεμιστεί.
Στις δύσκολες χρονιές που ακολούθησαν τη σύνοδο του 536, ενώ σ' όλη την αυτοκρατορία,
λυσσομανούσε ο διωγμός, το μονοφυσιτικό μοναστήρι του Αγίου Σεργίου -σ' αυτόν τον άγιο είχε
αφιερωθεί- μπόρεσε με την προστασία της αυτοκράτειρας να ξεφύγει απ' τη θύελλα. Για την
αλήθεια, οι καλόγηροι ήταν κάπως φυλακισμένοι στη διαμονή τους: για να εγκαταλείψουν την
πρωτεύουσα, ή και για να βγουν ακόμα στην πόλη, έπρεπε να 'χουν κυβερνητική άδεια. Ωστόσο, η
επίδραση που ασκούσαν γύρω τους ήταν σημαντική και, παρόλο που με τον καιρό λιγόστεψε ο
αριθμός τους, γιατί σε πολλούς επιτράπηκε να ξαναγυρίσουν στις πατρίδες τους, όσο έζησε η
Θεοδώρα το μοναστήρι ευπορούσε· και μετά το θάνατο ακόμα της αυτοκράτειρας, ο Ιουστινιανός,
από ευλάβεια στη μνήμη της το διατήρησε στην προστασία του.
Τον ίδιο πάνω-κάτω καιρό, και πάλι χάρη στην υποστήριξη της αυτοκράτειρας, μια άλλη
μονοφυσιτική κοινότητα είχε εγκατασταθεί στις πόρτες της πρωτεύουσας. Στο προάστιο των Συκιών,
στην ανατολική ακτή του Κεράτιου, υψωνόταν αντίκρυ στην εκκλησία και στο ανάκτορο του Αγίου
Μάμαντος, το μοναστήρι των Σύρων. Είχε θεμελιωθεί σε μια έκταση παραχωρημένη απ' τη
Θεοδώρα στο μοναχό Ζωορά και πολλοί αιρετικοί που έρχονταν στην πρωτεύουσα είχαν βρει εκεί
την ασφάλεια και την ειρήνη. Σ' ένα γειτονικό γήπεδο, ο ευσεβής Μαράς είχε εγκαταστήσει ένα
κοιμητήριο για τους ομοδόξους του, και πάμπολλοι ονομαστοί άνθρωποι απ' τη μερίδα των
μονοφυσιτών είχαν θαφτεί στον αγιασμένο αυτό χώρο. Όπως είχε γίνει έτσι σαν τόπος ιερός του
μονοφυσιτισμού, το μοναστήρι ανθούσε· ο ηγούμενός του, ο πρεσβύτερος Ιωάννης, ένας μοναχός
που καταγόταν απ' την Αμίδα της Μεσοποταμίας, είχε μεγάλη εύνοια κοντά στην αυτοκράτειρα, και
στον αυτοκράτορα ακόμα, που για χάρη του ζήλου του να καταγγέλλει και να πολεμά τον
παγανισμό συγκατάβαινε να του συγχωρεί τις αιρετικές αντιλήψεις του. Στο σίγουρο αυτό
καταφύγιο έμελλαν λίγο - λίγο να συγκεντρωθούν όλες οι διασημότητες της μερίδας, που γρήγορα
βρήκε εκεί το κέντρο για τη δράση και για την προπαγάνδα της.
Έτσι, παρά τα διατάγματα, παρά τις απαγορεύσεις του νόμου και την αγριότητα του διωγμού, η
αυτοκράτειρα υποστήριζε και προστάτευε τους φίλους της. Παντού δημιουργούσε άσυλα για τους
μονοφυσίτες. Στη Χίο ίδρυσε, για τους καθαιρεμένους επισκόπους και τους προγραμμένους
μοναχούς, ένα καταφύγιο πλάι στον τάφο του αγίου μάρτυρος Ισιδώρου. Στους Δέρκους, στον
Εύξεινο, όπου τη στιγμή της κρίσης του 536 είχε αναγκαστεί ν' αφήσει να εξοριστεί στην αρχή ο
μοναχός Ζωοράς κ' ύστερα ο πατριάρχης Θεοδόσιος με τον κλήρο του, έκανε τα πάντα για ν'
αποφύγει τη μισοφυλάκιση των οπαδών της. Μη μένοντας ευχαριστημένη να συντρέχει σπάταλα τις
ανάγκες τους, ενθάρρυνε μυστικά την προπαγάνδα τους, και ταχτοποιούσε τα πράγματα για να
μπορούν να φθάνουν ως αυτούς οι πολυάριθμοι πιστοί που πρόστρεχαν στους ποιμένες τους για να
γυρέψουν βοήθεια και παρηγοριά· προπάντων προσπαθούσε να τους εξασφαλίσει τον τρόπο να
γυρίσουν γρήγορα στην πρωτεύουσα, για να συγκεντρώσουν γύρω της και να διοργανώσουν όλες
τις δυνάμεις της μερίδας.
Ενώ πραγματικά οι πληθυσμοί των ανατολικών επαρχιών, παρά τους διωγμούς, παρά την εξορία ή

Digitized by 10uk1s

το θάνατο των ιερέων τους, παρέμεναν πεισματικά στις πεποιθήσεις τους, οι μεγάλοι αρχηγοί της
αίρεσης είχαν πολύ εύστροφα καταλάβει πως μόνο απ' το Παλάτι θα μπορούσε να έρθει η
αναστύλωση της Εκκλησίας τους και πως κάθε προσπάθειά τους έπρεπε ν' ασκηθεί στην
Κωνσταντινούπολη για «να ευμενίσει τον αυτοκράτορα, όπως γράφει ένας χρονικογράφος, και να
φλογίσει το ζήλο της αυτοκράτειρας απέναντι στους πιστούς». Αυτοί ήταν οι πολιτικοί. Μένοντας
για την ώρα σε συνετή επιφυλακτικότητα, προσποιούνταν πως σέβονταν τις κυβερνητικές διαταγές,
χωρίς να κάνουν πολύ ενεργητική προπαγάνδα, αποφεύγοντας να ιερουργούν ή να χειροτονούν
ιερείς· υπολόγιζαν στο χρόνο και στη Θεοδώρα. Όμως η πολύ επιδέξια στάση τους δεν άρεσε σ'
όλους τους ομοδόξους τους: υπήρχαν ανάμεσα στους μονοφυσίτες ενθουσιώδεις και φανατικοί κι
αυτοί έβρισκαν πολλά για να τα βάζουν με τη «χλιαρή» υποστήριξη της αυτοκράτειρας.
Ανάμεσα στους πιο φλογερούς της αδιάλλακτης μερίδας ήταν κι ο Ιωάννης, επίσκοπος άλλοτε της
Μέμφιδας της Αιγύπτου. Είχε ακολουθήσει στην εξορία του τον πατριάρχη Θεοδόσιο, όμως η
ενεργητική και γεμάτη πάθος ψυχή του, άπληστη για τη δόξα του μαρτυρίου, δεν είχε αργήσει ν'
απαυδήσει με την υπερβολικά ήρεμη, άνετη και φρόνιμη ζωή που ζούσαν στους Δέρκους. «Μας
καλούν, έλεγε, οι ποιμένες της Εκκλησίας του Θεού κι όμως αφήνουμε να ξεσκίζονται τα πρόβατά
της απ' τους λύκους. Μένουμε στις κατοικίες μας ήσυχοι, ενώ θα 'πρεπε να πεθάνουμε για την
πίστη μας». Θλιβόταν να βλέπει γύρω του τους επισκόπους ν' αρνιούνται, απ' το φόβο των αρχών,
τη βοήθεια της πίστης στους πιστούς που πρόστρεχαν από τόσο μακριά σ' αυτούς. «Στο όνομα του
Θεού του ζώντος, έλεγε ακόμα δεν ξέρω τι με συγκρατεί να πάω μπροστά σε όλους, στη Μεγάλη
Εκκλησία ή στην Αγορά της πρωτεύουσας να κηρύξω την πίστη μου». Κατάφερε τελικά να πετύχει,
με το πρόσχημα πως ήταν άρρωστος, την άδεια να πάει στην Κωνσταντινούπολη για να
συμβουλευτεί τους γιατρούς. Φτάνοντας στην πρωτεύουσα έγινε δεκτός με περιποιήσεις απ' την
αυτοκράτειρα που φρόντισε η ίδια για την κατοικία του και για τη διατροφή του, κι άρχισε αμέσως
να ιερουργεί πολύ ελεύθερα, ξαναστήνοντας τις άγιες τράπεζες και διδάσκοντας τους πιστούς. Οι
πολιτικοί της αίρεσης, ανήσυχοι λίγο για τον ασυγκράτητο αυτό ζήλο, έβρισκαν πως ο Ιωάννης
ριχνόταν «στο στόμα του λιονταριού» και πως με την ασύνετη δραστηριότητά του πήγαινε να
εκθέσει σοβαρά τη μερίδα· κι όπως ο Αιγύπτιος δεν ήθελε ν' ακούσει τίποτα και δήλωνε
περιφρονητικά πως το στόμα του λιονταριού κλείνεται απ' το λόγο του Θεού, ζήτησαν απ' τον
πατριάρχη να τον ανακαλέσει στους Δέρκους. Ο Θεοδόσιος, που μέσα του ενθουσιαζόταν για το
έργο του οπαδού του, απόφυγε να επέμβει λέγοντας πως η αυτοκράτειρα ήταν μυημένη στις
προθέσεις του Αιγύπτιου και πως του είχε κάνει καλή υποδοχή. Οι μονοφυσίτες επίσκοποι
στράφηκαν τότε προς τη Θεοδώρα ικετεύοντάς την ν' απομακρύνει τον Ιωάννη από την
πρωτεύουσα. Εκείνη με τη σκέψη πως αυτό θα ευχαριστούσε τον άγιο άνθρωπο, συγκατατέθηκε
πρόθυμα. Όταν όμως ήρθαν, στο όνομα της βασιλίσσης, να πουν στον Ιωάννη πως έπρεπε χωρίς
αναβολή να φύγει απ' την Κωνσταντινούπολη, με ποινή θανάτου, ο ιεράρχης αυτός, με τη
συνηθισμένη τόλμη του, έτρεξε ολόισα στο παλάτι και φτάνοντας μπροστά στην αυτοκράτειρα,
άρχισε να την κατηγορεί με σφοδρότητα πως είχε συμφωνήσει με τον Ιουστινιανό για να πλήξουν
την Εκκλησία του Θεού. Κι όπως η Θεοδώρα δεν καταλάβαινε τίποτα: «Δεν έστειλες να μου πουν να
εγκαταλείψω την πόλη; ξανάρχισε ο άγιος άνθρωπος. Δε διάταξες να με σκοτώσουν; Τι σου
χρειάζεται περισσότερο;». Εξηγήθηκαν. Η αυτοκράτειρα ζωηρά δυσαρεστημένη με τους άπιστους
απεσταλμένους της, δε συγκατατέθηκε να τους συγχωρήσει παρά ύστερα από παράκληση του
άγιου επισκόπου. Πάντως, κ' εκείνη το ίδιο, προσπάθησε να μετριάσει κάπως τον υπερβολικό ζήλο
του: «Φρόντισε, του είπε, να μείνεις στο παλάτι μήπως σου συμβεί κανένα κακό· συμπεριφέρσου
ήσυχα, όπως κάνουν οι σύντροφοί σου και μη χειροτονείς ιερείς στην πρωτεύουσα». Ο Ιωάννης
ήταν επιδέξιος· ήξερε πως αυτά δεν ήταν παρά ευλαβικά ψέματα. «Δεν έχω καμιά άλλη επιθυμία,
απάντησε· αν ήρθα εδώ ήταν μόνο και μόνο για να σου ζητήσω την άδεια να περάσω τριάντα ή
σαράντα ημέρες ήσυχα σ' ένα εξοχικό σπίτι γιατί είμαι πάρα πολύ άρρωστος». Ενθουσιασμένη η
Θεοδώρα του παραχώρησε, ό,τι ζητούσε. Όμως ο Ιωάννης επωφελήθηκε απ' αυτή την άδεια
απουσίας για να πάει να κηρύξει στη Μικρά Ασία· μεταμφιεσμένος σε ζητιάνο έφτασε ως την Ταρσό

Digitized by 10uk1s

και κατόρθωσε μεγάλες επιτυχίες. Οι ορθόδοξοι ωστόσο ανησυχούσαν για τις κινήσεις του· οι
επίσκοποι έστελναν στον Ιουστινιανό αρκετά βίαια γράμματα όπου κατάγγελλαν πως ένας αιρετικός
επίσκοπος, που είχε δραπετεύσει απ' την πρωτεύουσα, δημιουργούσε ανησυχίες σ' όλη τη χώρα. Κι
αυτή τη φορά, με την επιδεξιότητά του, ο άγιος βρήκε τον τρόπο να τα καταφέρει. Γυρίζοντας
βιαστικά στο Βυζάντιο, έσπευσε να γράψει στη Θεοδώρα πόση λύπη αισθανόταν που τόσον καιρό
δεν είχε μπορέσει να πάει να τη χαιρετήσει επειδή η καταραμένη αρρώστεια του τον είχε εμποδίσει,
όλο αυτό το διάστημα, να βγει απ' την κατοικία του. Έτσι, όταν απ' τις ανακρίσεις βγήκε το
συμπέρασμα πως ο καταζητούμενος επίσκοπος θα μπορούσε να είναι ο Ιωάννης ο Αιγύπτιος, η
Θεοδώρα η ίδια εγγυήθηκε πως ο άγιος άνθρωπος δεν είχε καθόλου εγκαταλείψει το εξοχικό σπίτι
όπου του είχε επιτρέψει ν' αποσυρθεί· κι όπως τον βρήκαν πραγματικά εκεί, οι καταδότες δεν
κατάφεραν άλλο απ' το να ντροπιαστούν οι ίδιοι. Κι άλλες πολλές φορές, με τέτοιου είδους
εφευρήματα, ο Ιωάννης μπόρεσε να ξαναρχίσει το προπαγανδιστικό έργο του. Ειδοποιημένοι από
πριν για τον ερχομό του οι πιστοί συγκεντρώνονταν στον καθορισμένο τόπο· τη νύχτα, με μεγάλη
μυστικότητα, ενώ σκοποί φύλαγαν γύρω για την ασφάλεια της ιερής συνάθροισης, ο επίσκοπος
έδινε τη μετάληψη, χειροτονούσε ιερείς, ενθάρρυνε τους πιστούς· κι όταν οι ορθόδοξοι
πληροφορούνταν την άφιξή του, εκείνος βρισκόταν πια μακριά. Στην πρωτεύουσα δεν ήταν
μικρότερη η δραστηριότητά του κ' οι πολιτικοί ακόμα είχαν καταλήξει να σκύψουν το κεφάλι
μπροστά στο αξιοθαύμαστο θάρρος και τον ακούραστο ζήλο του άγιου επισκόπου.
Στο μεταξύ, μ' άλλους τρόπους, εξακολούθησαν το έργο τους. Χάρη στην αυτοκράτειρα, ο
Θεοδόσιος κ' οι φίλοι του είχαν ανακληθεί στην Κωνσταντινούπολη, και γρήγορα η κατοικία του
παλιού πατριάρχη έγινε το διευθυντικό κέντρο της μερίδας. Στο σπίτι του συναντιόνταν όλοι οι
δραστήριοι κ' ενεργητικοί αιρετικοί. Πλάι στους παλιούς αγωνιστές, όπως τον Ζωορά και τον Πέτρο
τον Απαμείας, έβρισκε κανείς ανθρώπους σαν τον Ιουλιανό, τον μελλοντικό απόστολο της Νουβίας,
σαν το Θεόδωρο, τον μελλοντικό επίσκοπο των Αράβων, σαν τον Σέργιο τον Τέλλης, τον μελλοντικό
πατριάρχη της Αντιόχειας και τον φίλο του Ιάκωβο Βαραδαίο που έμελλε να γίνει επίσκοπος
Εδέσσης και να αναστυλώσει τη μονοφυσιτική Εκκλησία κι άλλους ακόμα, τον Ιωάννη τον ηγούμενο
του μοναστηριού των Σύρων, που έγινε αργότερα επίσκοπος Εφέσου και τον Κωνσταντίνο, που έγινε
επίσκοπος Λαοδικείας. Με την ανοιχτή προστασία της Θεοδώρας, που γνώριζε τους περισσότερους,
έβρισκαν καλή υποδοχή στην αυλή· αδιάκοπα η βασίλισσα τους συνιστούσε και συχνά τους
επέβαλλε στον αυτοκράτορα· και ξανά οι ορθόδοξοι παραπονιούνταν πως οι μονοφυσίτες, με τη
δολιότητά τους, είχαν μολύνει το Παλάτι και το μεγαλύτερο μέρος της πρωτεύουσας.
Γρήγορα οι μονοφυσίτες προχώρησαν περισσότερο. Ο διωγμός είχε σαρώσει απ' τις έδρες τους τους
περισσότερους αιρετικούς επισκόπους κ' η κυβέρνηση επαγρυπνούσε με προσοχή για να εμποδίσει
την ανασύσταση του αιρετικού κλήρου. Εκείνο που είχε επομένως περισσότερη σημασία ήταν να
ξαναδώσουν ηγέτες στους πιστούς: παρά τα μέτρα που είχαν παρθεί εναντίον τους, οι μονοφυσίτες,
με τη συνενοχή της αυτοκράτειρας, το κατόρθωσαν. Η ευκαιρία δόθηκε το 543. Ο Σασσανίδης
Χαρίδ, αρχηγός των αραβικών φυλών της συριακής ερήμου, ζήτησε απ' τη Θεοδώρα να του στείλει
δυο ή τρεις επισκόπους για να συγκρατήσουν τους υπηκόους του στην πίστη. Βιαστικά η βασίλισσα
αναζήτησε τους επισκόπους αυτούς ανάμεσα στους φίλους της μονοφυσίτες, και, πράγμα
αξιοσημείωτο, επέβαλε την εκλογή της και στον Ιουστινιανό. Πραγματικά ο αυτοκράτορας, μην
ξέροντας τι να κάνει με τον αιρετικό κλήρο του, χρησιμοποιούσε πρόθυμα στις εξωτερικές
αποστολές τον ασυγκράτητο ζήλο των σχισματικών θεολόγων· τους είχε κιόλας χρησιμοποιήσει για
να εκχριστιανίσουν τους Άραβες της Υεμένης, τους Αβησσυνούς του βασιλείου του Αξούν και τους
ειδωλολάτρες της Νουβίας και της χώρας των Βλεμμυών, και ξέρουμε πώς η Θεοδώρα είχε μ' όλες
της τις δυνάμεις υποστηρίξει τις πρεσβείες αυτές. Οι δυο μονάρχες ήρθαν εύκολα έτσι σε συμφωνία
για να διαλέξουν απ' τους μονοφυσίτες τους επισκόπους που ζητούσε ο άρχοντας της ερήμου.
Από δεκαπέντε χρόνια πριν, ζούσε στην Κωνσταντινούπολη ένας άρχοντας μοναχός από την Τέλλα

Digitized by 10uk1s

που λεγόταν Ιάκωβος Βαραδαίος. Πολύ σοφός άνθρωπος, θρεμμένος με τα συριακά κ' ελληνικά
γράμματα, είχε γίνει περισσότερο ακόμα ονομαστός από τις νηστείες του, τις στερήσεις, την
απλότητα της ζωής του και την υπέρμετρη μετριοφροσύνη του. Νεώτατος είχε αφιερωθεί στη
φτώχεια κ' είχε μοιράσει όλη την περιουσία του στους δυστυχισμένους· πολύ γρήγορα είχε γίνει
ονομαστός για την αδιαφορία του στο ντύσιμο, για την τραχύτητα των ηθών του, και για τις
θαυματικές θεραπείες που έκανε. Όταν λίγο αργότερα ήρθε στη πρωτεύουσα κ' έγινε δεκτός με
τιμές απ' την αυτοκράτειρα, είχε κρίνει πιο φρόνιμο ν' απομακρυνθεί απ' τους κινδύνους του
κόσμου· είχε κλειστεί σ' ένα στενό κελί, χωρίς να θέλει να ιδεί και ν' ακούσει κανένα κ' είχε έτσι
περισσότερο ακόμα κινήσει το θαυμασμό. Ο Σασσανίδης Χαρίδ, που είχε κάποτε την ευκαιρία να
τον συναντήσει και να εκτιμήσει την προφητική οξυδέρκειά του, του είχε ξεχωριστή εκτίμηση. Η
Θεοδώρα, που τον γνώριζε καλά, δοκίμαζε γι' αυτόν ζωηρή συμπάθεια. Αυτόν το στοχαστή, αυτόν
τον ησυχαστή, τον ασκητή αυτόν διάλεξε για να ευαγγελίσει τους Άραβες και να αναστυλώσει τη
μονοφυσιτική εκκλησία. Τα γεγονότα θα έδειχναν σε λίγο πως δεν είχε λαθέψει καθόλου στην
εκλογή της.
Με τη συμβουλή της βασίλισσας, ο Θεοδόσιος υπόδειξε τον Ιάκωβο για την έδρα της Εδέσσης κι
ονόμασε στην έδρα της Βόστρης ένα άλλο μοναχό απ' το περιβάλλον του, τον Άραβα Θεόδωρο.
Παρά την απέχθειά τους, αναγκάστηκαν κ' οι δυο να υποχωρήσουν μπροστά στην κατηγορηματική
θέληση της Θεοδώρας και να ξαναγυρίσουν στην ενεργητική αυτή ζωή που είχαν επιζητήσει να
εγκαταλείψουν. Αφού χρίστηκαν επίσκοποι από τον παλιό πατριάρχη της Αλεξανδρείας ξεκίνησαν
για τις έδρες τους. Όμως, εκτός από την επίσημη αποστολή τους, οι δυο απόστολοι είχαν λάβει και
μυστικές οδηγίες. Με τη συναίνεση της βασίλισσας, ο Θεοδόσιος τους είχε εξουσιοδοτήσει, σε όλη
την έκταση της χώρας που είχαν στη δικαιοδοσία τους, να χειροτονούν ιερείς, να χρίζουν
επισκόπους και με δυο λόγια ν' ανασυσταίνουν τον μονοφυσιτικό κλήρο στην Ανατολή. Σαν πεδίο
δράσης, ο Αλεξανδρινός ιεράρχης είχε υποδείξει στο Θεόδωρο όλη την Αραβία, την Παλαιστίνη και
την έρημο και στον Ιάκωβο Βαραδαίο τη Συρία κι ολόκληρη τη Μικρά Ασία. Η αυτοκράτειρα, σε
συμφωνία με τον πατριάρχη, ενθάρρυνε αυτή την προπαγάνδα κ' υποσχόταν να βάλει όλη την
επιρροή της στην υπηρεσία των δύο αποστόλων.
Σε λίγα χρόνια, ο Ιάκωβος Βαραδαίος, με την ενεργητικότητα, το ζήλο του, το θάρρος του,
αναστύλωσε πραγματικά τη μονοφυσιτική Εκκλησία. Ξαναπιάνοντας το έργο που είχαν αρχίσει στις
ασιατικές επαρχίες ο Ιωάννης ο Τέλλης στην αρχή κ' ύστερα απ' αυτόν ο Ιωάννης ο Αιγύπτιος,
διάτρεξε, κρυμμένος συχνά κάτω από ρούχα ζητιάνου, τη Συρία, την Αρμενία, την Καππαδοκία την
Κιλικία την Ισπανία, την Παμφυλία, τα νησιά Ρόδο, Κύπρο, Χίο, Μυτιλήνη, κηρύττοντας και
διδάσκοντας, χειροτονώντας ιερείς για τις νέες κοινότητες, οργανώνοντας επισκοπές κι ονομάζοντας
σ' αυτές επισκόπους, «ξεχύνοντας, κατά την έκφραση του χρονικογράφου, ποταμούς ιερωσύνης σ'
όλη τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία». Μάταια, τρομαγμένοι απ' την αναταραχή που προκαλούσε, οι
ορθόδοξοι ιερείς προσπαθούσαν να πετύχουν τη σύλληψη του Ιακώβου· μάταια ο Ιουστινιανός,
στην αίτησή τους, πρόσφερε χρήματα για το κεφάλι του· ο άγιος ματαίωνε όλες τις πλεκτάνες των
διωκτών του κι εξακολουθούσε να πορεύεται «το δρόμο της δικαιοσύνης». Πάντα πεζοπορώντας,
ζώντας παντού τη ζωή του ασκητή, ο Ιάκωβος βρισκόταν πότε στην Κωνσταντινούπολη, πότε στην
Ασία, πότε στην Αλεξάνδρεια, ακούραστος πάντα και πάντα ασύλληπτος. Οι φίλοι του είχαν πειστεί
πως ο ίδιος ο Θεός τον προστάτευε και σκότιζε τα πνεύματα των εχθρών του και στους
μονοφυσιτικούς κύκλους, όχι χωρίς κάποια ειρωνεία, διηγούνταν, πως, όχι μια φορά μόνο, οι
καβαλάρηδες που τον αναζητούσαν είχαν ρωτήσει τον ίδιο: «Μήπως άκουσες αν αυτός ο αγύρτης ο
Ιάκωβος βρίσκεται στο τάδε μέρος;» και πως τους είχε ξεγελάσει απαντώντας τους: «Ναι, μου είπαν
πραγματικά πως κυκλοφορεί στην τάδε επαρχία, –και τους έλεγε μια περιοχή που βρισκόταν στο
αντίθετο σημείο από κει όπου σκόπευε να πάει– αν βιάσετε τ' άλογά σας, θα τον προφτάσετε
σίγουρα».

Digitized by 10uk1s

Η φιλία της Θεοδώρας κ' η επιδεξιότητα των ομοδόξων του στην πρωτεύουσα προστάτευαν τον
απόστολο αποτελεσματικότερα ακόμα. Όπως ο κανονικός νόμος απαιτούσε για τη χειροτονία ενός
επισκόπου να παρευρίσκονται τρεις ομόβαθμοί του, ο Ιάκωβος με τη συμβουλή του πατριάρχη
Θεοδόσιου, είχε αρχίσει την περιοδεία του πηγαίνοντας στην Αλεξάνδρεια· βρήκε εκεί χωρίς κόπο
ιεράρχες που στη διαταγή του παλιού πατριάρχη τους απένειμαν πρόθυμα τον επισκοπικό βαθμό
σε δυο απ' τους συνοδούς του. Με τη συνδρομή τους, ο Βαραδαίος με τη σειρά του έχρισε άλλους
επισκόπους για τις κυριότερες πόλεις της Συρίας και της Μικράς Ασίας. Ταυτόχρονα, οι πρωθιερείς
που κρατιούνταν στην Κωνσταντινούπολη χειροτονούσαν δώδεκα επισκόπους για την Αίγυπτο και
τη Θηβαΐδα και στον πατριαρχικό θρόνο της Αντιόχειας, που χήρευε ύστερα απ' το θάνατο του
Σεβήρου, τοποθέτησαν ένα φίλο του Ιακώβου, τον σοφό και ευσεβή Σέργιο τον Τέλλης. Έτσι
οργανωνόταν ένα ολόκληρο ανεπίσημο επισκοπάτο για να διευθύνει την νέα Εκκλησία που απ' τον
μεγάλο αναστυλωτή της έμελλε να κρατήσει τ' όνομα ιακωβική. Πολύ επιδέξια εξ άλλου, για να
διευκολύνει τη δράση των προστατευομένων της, η Θεοδώρα είχε βρει τρόπο να δοθούν σε
πολλούς απ' αυτούς επίσημες αποστολές από την ίδια την κυβέρνηση. Έτσι ο Ιωάννης, που μυστικά
είχε ονομαστεί μονοφυσίτης επίσκοπος της Εφέσου, στάλθηκε από τον Ιουστινιανό στην Καρία,
Λυδία και Φρυγία για να καταπολεμήσει τον παγανισμό. Έκανε ευσυνείδητα το έργο του κι
αξιώθηκε με το ζήλο του να ονομαστεί «ο εκριζωτής των ειδώλων και η σφύρα των ειδωλολατρών»,
όμως με περισσότερη ακόμα θέρμη υπηρέτησε την αίρεση όπου ανήκε και γέμισε την επισκοπή του
με μονοφυσιτικές εκκλησίες και μοναστήρια.
Δυο πατριάρχες, είκοσι εφτά επίσκοποι, περισσότεροι από εκατό χιλιάδες ιερείς και διάκονοι, αυτός
ήταν μέσα σε λίγα χρόνια ο απολογισμός της περιοδείας του Ιακώβου Βαραδαίου. Η πίστη του
έκανε θαύματα· έδιωχνε τους δαίμονες, ανάσταινε νεκρούς, προφήτευε το μέλλον· η φήμη του
«σαν λεπτότατο άρωμα» ξεχυνόταν σ' όλον τον κόσμο και πολύ πέρα απ' τα σύνορα της
αυτοκρατορίας. Χάρη στη δραστηριότητά του το μεγαλύτερο μέρος της Ανατολής είχε τώρα
επανέλθει σ' εκείνο που όλοι δίκαια αποκαλούσαν «πίστη των οσίων Ιακώβου και Θεοδοσίου» κ'
έξω ακόμα απ' την αυτοκρατορία, στην Περσία, στην Αραβία, στην Αβησσυνία, στη Νουβία, ισχυρές
εκκλησίες πρέσβευαν το μονοφυσιτικό δόγμα. Η Θεοδώρα που πάντα στάθηκε η προστάτρια αυτών
των απομακρυσμένων χριστιανικών εκκλησιών, και που σ' όλη της τη ζωή είχε μ' ενεργητικότητα
εργαστεί για το θρίαμβο του μονοφυσιτισμού, μπορούσε να 'ναι περήφανη για το έργο της. Ο
παράδοξος καλόγηρος που είχε δει κάποτε στ' όνειρό της να ποτίζει με «ύδατα ζώντα» το λαό των
Ρωμαίων, ο ευλαβικός ερημίτης που είχε άλλοτε υποδεχθεί στην Κωνσταντινούπολη και που τον
είχε πιστέψει, είχε ξεπληρώσει πλατιά τις προσδοκίες της. Μπόρεσε, όταν πέθανε, βλέποντας την
όλο και μεγαλύτερη επιτυχία της αποστολικής περιοδείας του Ιακώβου, να πιστέψει πως το όνειρο
της θρησκευτικής της πολιτικής είχε πραγματοποιηθεί. Αν σήμερα ακόμα, στην Αίγυπτο και στη
Συρία, υπάρχει η ιακωβική εκκλησία η δόξα ανήκει ακέραιη στον Ιάκωβο Βαραδαίο και στη
Θεοδώρα.

Digitized by 10uk1s

IV
Ο ΠΑΠΑΣ ΚΑΙ Η ΑΥΤΟΚΡΑΤΕΙΡΑ
Όταν στα 536, ο πάπας Αγαπητός πέθανε απροσδόκητα στην Κωνσταντινούπολη, η Θεοδώρα
συνέλαβε το τολμηρό σχέδιο να επωφεληθεί απ' την απρόβλεφτη χηρεία της παπικής έδρας. Από
μερικά χρόνια πριν ζούσε στο Βυζάντιο, σαν αποστολικός νούντσιος, ένας διάκονος που λεγόταν
Βιγίλιος. Ήταν άνθρωπος φιλόδοξος, χωρίς ηθικούς δισταγμούς, ικανός για πολλές ταπεινότητες και
συνδιαλλαγές για να φτάσει στην επιτυχία. Καταγόμενος από μεγάλη συγκλητική οικογένεια, είχε
μια φορά κιόλας επιχειρήσει ν' ανέβει στην έδρα του Αγίου Πέτρου κ' είχε καταφέρει, γι' αυτό το
σκοπό, να υιοθετηθεί από τον Βονιφάτιο 2ο σαν διάδοχός του. Υποχρεωμένος, μπροστά στην
αντίθεση του ρωμαϊκού κλήρου, ν' απαρνηθεί τις ελπίδες του, είχε στραφεί προς τους Βυζαντινούς,
κ' είχε χρησιμοποιήσει τη διπλωματική του αποστολή στην πρωτεύουσα για να προωθηθεί στην
εύνοια της Θεοδώρας. Όταν η βασίλισσα, μανιασμένη που είχε εξαναγκαστεί να υποχωρήσει στις
απαιτήσεις του Αγαπητού, σκέφτηκε, για να πάρει την εκδίκησή της να εγκαταστήσει στη Ρώμη ένα
πάπα της εκλογής της, πρόθυμο να συνδιαλλαγεί με τους μονοφυσίτες, ο Βιγίλιος, που η φιλοδοξία
του φαινόταν να εξασφαλίζει την υπακοή του, παρουσιάστηκε σαν ο άνθρωπος που χρειαζόταν για
να εξυπηρετήσει τα σχέδια της αυτοκράτειρας.
Ο Βιγίλιος κ' η Θεοδώρα δε βρήκαν καμιά δυσκολία να συνεννοηθούν. Η Αυγούστα πρόσφερε στον
νούντσιο τη διαδοχή του Αγαπητού· εκείνος υποσχέθηκε σ' αντάλλαγμα πως θα 'ταν στην ποντιφική
έδρα ολοκληρωτικά αφοσιωμένο όργανο στις θελήσεις της αυτοκράτειρας. Διηγήθηκαν αργότερα
πως ο Βιγίλιος, σ' αντάλλαγμα της βυζαντινής προστασίας, δεσμεύτηκε πιο κατηγορηματικά ακόμα:
υποσχέθηκε ν' αποκηρύξει τη σύνοδο της Χαλκηδόνας, ν' αποκαταστήσει τον Άνθιμο, να γράψει
στους μεγάλους ηγέτες του μονοφυσιτισμού Θεοδόσιο και Σεβήρο, για να τους εκδηλώσει την
απόλυτη συμφωνία απόψεων μαζί τους· διηγήθηκαν παρόμοια πως, γι' ανταμοιβή στις υπηρεσίες
που προσδοκούσε απ' αυτόν, η Θεοδώρα μέτρησε στο νούντσιο ένα μεγάλο χρηματικό ποσό. «Για
όποιον μελέτησε το χαραχτήρα του Βιγίλιου, έγραψε ένας πολύ οξυδερκής ιστορικός, κανένας όρος
δε θα 'ταν γι' αυτόν απαράδεκτος. Ήταν ικανός να υποσχεθεί τα πάντα, ή τουλάχιστον ν' αφήσει
ελπίδες για το κάθε τι». Αυτό που είναι σίγουρο, είναι πως ξεκίνησε βιαστικά για τη Ρώμη, με
γράμματα για το Βελισάριο και τη γυναίκα του Αντωνίνα, και πως τα γράμματα αυτά διάγραφαν στο
στρατηγό το καθήκον του με όρους που δεν άφηναν περιθώριο γι' αντίρρηση. Όπως φαίνεται, στην
ονομασία του νέου πάπα, ο Ιουστινιανός είχε πάρει την απόφαση ν' αφήσει εντελώς ελεύθερη τη
Θεοδώρα, θέλοντας έτσι να της προσφέρει μια αποζημίωση για την αποτυχία που της είχε επιβάλει
κ' ίσως ίσως γιατί και κρυφά τον ικανοποιούσε μια λύση που θ' αποκαθιστούσε μια ενότητα στην
Εκκλησία, φέρνοντας τον πάπα σε συνεννόηση με τους Ανατολικούς.
Ενώ όμως στο Βυζάντιο κλεινόταν αυτή η συμφωνία, στην αιώνια πόλη τα γεγονότα εξελίσσονταν.
Παρ' όλο που ο Βελισάριος είχε πια αποβιβαστεί στην Ιταλία, η Ρώμη βρισκόταν ακόμα στα χέρια
των Οστρογότθων. Ο βασιλιάς Θεοδάτος, καταλαβαίνοντας από ένστικτο ποια σημασία είχε να
εξασφαλίσει στις δύσκολες αυτές περιστάσεις τον θρησκευτικό ηγέτη της Ρώμης, είχε φροντίσει να
ονομάσουν βιαστικά ένα, διάδοχο του Αγαπητού κ' είχε υποδείξει στην εκλογή τον διάκονο
Σιλβέριο, που τον θεωρούσε αφοσιωμένο στα συμφέροντά του. Όταν ο Βιγίλιος έφτασε στην Ιταλία,
η θέση που εποφθαλμιούσε ήταν παρμένη· για να τον καθίσουν στην έδρα του αγίου Πέτρου,
σύμφωνα με τη θέληση της Θεοδώρας, έπρεπε πρώτα να κατεβάσουν απ' αυτήν τον Σιλβέριο.
Πράγμα σοβαρό κι ακόμα πιο δύσκολο γιατί, για ν' αποχτήσει την εύνοια του Βυζαντίου, ο
καινούργιος πάπας βρήκε σαν πρώτη του υποχρέωση να καλέσει με δυνατές κραυγές στην αιώνια
πόλη τους Αυτοκρατορικούς και να παραδώσει, το Δεκέμβρη του 536, τη Ρώμη στο Βελισάριο.
Ο Βιγίλιος ήταν πολύ απογοητευμένος· η Θεοδώρα πολύ λίγο είχε ικανοποιηθεί. Προσπάθησε
ωστόσο, αδιαφορώντας στο βάθος για το ζήτημα του προσώπου, να πετύχει απ' τον Σιλβέριο εκείνο

Digitized by 10uk1s

που είχε ελπίσει απ' τον Βιγίλιο κ' έβαλε να του ζητήσουν ν' αποκαταστήσει τον Άνθιμο στον
πατριαρχικό θρόνο. Ενεργητικά ο πάπας αρνήθηκε. Η αυτοκράτειρα αποφάσισε τότε να δράσει.
Ρητές διαταγές στάλθηκαν στον Βελισάριο να καθαιρέσει τον Σιλβέριο και ν' ανεβάσει τον Βιγίλιο
στη θέση του. Ο στρατηγός δίσταζε, αρκετά ενοχλημένος απ' το αποκρουστικό έργο που του
πρότειναν, όμως κοντά του η Αντωνίνα, θέλοντας πάντα να ευχαριστήσει τη Θεοδώρα,
καταπολεμούσε τους δισταγμούς του· κι ο Βιγίλιος χρησιμοποιούσε όχι λιγότερο αποφασιστικά
επιχειρήματα για να τον πείσει. Υποσχέθηκε χρήματα στον Βελισάριο κι όπως δεν ήταν και τόσο
φρόνιμο ν' αντιστέκεται στις θελήσεις της Αυγούστας, ο στρατηγός κατέληξε να συμφωνήσει μαζί
τους.
Την ίδια στιγμή οι Οστρογότθοι, με νέο βασιλιά τον Ουίτιγιν, ξανάρχιζαν την επίθεση. Μια τρομερή
στρατιά πολιορκούσε τη Ρώμη· για να την υπερασπίσει ο Βελισάριος είχε μόλις πέντε χιλιάδες
άντρες οχυρωμένους πίσω από πρόχειρα επισκευασμένα τείχη, ανάμεσα σ' ένα δυσαρεστημένο
πληθυσμό, που υπόφερε δυσανασχετώντας τις ταλαιπωρίες της πολιορκίας και που απάνω του
φυσούσε πότε - πότε ένας άνεμος προδοσίας. Έτσι, όταν του έφεραν γράμματα δήθεν του πάπα,
όπου ο ποντίφιξ προσφερόταν να παραδώσει στο βασιλιά των Γότθων την πύλη Ασινάρια, γειτονική
της διαμονής του του Λατερανού, ο στρατηγός στην αρχή επηρεάστηκε κάπως· όμως κατάλαβε
γρήγορα πως αυτά τα ενοχοποιητικά έγγραφα ήταν αναίσχυντα παραποιημένα και νιώθοντας
συμπάθεια για το θύμα, επιχείρησε μυστικά, σε συμφωνία με την Αντωνίνα, μια τελευταία
προσπάθεια να μεταπείσει τον Σιλβέριο. Του υπόδειξε να κάνει ο ίδιος στη Θεοδώρα τις
παραχωρήσεις που η αυτοκράτειρα περίμενε απ' την προθυμία του Βιγίλιου και να γλυτώσει έτσι
απ' την τύχη που τον απειλούσε. Όμως ο Σιλβέριος, που θυμήθηκε πως ήταν πιστός φρουρός της
ορθοδοξίας, αρνήθηκε και πάλι. Τα γεγονότα θ' ακολουθούσαν πια το δρόμο τους.
Για να διαψεύσει τις φήμες για προδοσία που κυκλοφορούσαν για λογαριασμό του, ο Σιλβέριος είχε
εγκαταλείψει το ανάκτορο του Λατερανού, κ' είχε αποσυρθεί μακριά από τα τείχη, στο Αβεντίνο,
κοντά στην εκκλησία της Αγίας Σαβίνης. Εκεί έστειλε να τον γυρέψουν ο Βελισάριος, κάνοντάς του
όρκο πως δε θα πάθαινε κανένα κακό. Παρά τους φόβους του περιβάλλοντός του, που δυσπιστούσε
στις υποσχέσεις των Ελλήνων, ο Σιλβέριος πήγε στο ανάκτορο Πίντσιο και πραγματικά η πρώτη αυτή
συνάντηση τέλειωσε χωρίς απρόοπτα. Όμως λίγες μέρες αργότερα, και πάλι ο πάπας κλήθηκε κοντά
στο στρατηγό. Αυτή τη φορά, ανήσυχος ο ποντίφιξ αρνήθηκε στην αρχή να εγκαταλείψει την
εκκλησία που του χρησίμευε γι' άσυλο· τελικά όμως πείστηκε και, με πολυάριθμη ακολουθία,
ξεκίνησε αναθέτοντας την υπεράσπισή του στο Θεό. Μόλις έφτασε στο ανάκτορο του στρατηγού, ο
Σιλβέριος χωρίστηκε απ' τους συνοδούς του που τους κράτησαν στον αντιθάλαμο· μονάχος, με τον
Βιγίλιο, οδηγήθηκε στα ιδιαίτερα διαμερίσματα. Ένα παράξενο θέαμα τον περίμενε εκεί.
Ξαπλωμένη με νωχέλεια σ' ένα ανάκλιντρο, η Αντωνίνα έμοιαζε σαν βασίλισσα που δέχεται σε
ακρόαση έναν υπήκοο· στα πόδια της, ερωτιάρικα καθισμένος, ο Βελισάριος φαινόταν σαν
υπηρέτης υπάκουος σ' όλες τις θελήσεις της. «Λοιπόν! άρχοντα πάπα, φώναξε η γυναίκα του
στρατηγού, τι σας κάναμε εμείς κ' οι Ρωμαίοι, για να θέλετε να μας παραδώσετε έτσι στους
Γότθους;» Το τι ειπώθηκε σε συνέχεια είναι άγνωστο· εκείνο που έγινε είναι βέβαιο.
Απογυμνωμένος απ' τα ιερατικά άμφιά του ο πάπας ντύθηκε μ' ένα ρούχο καλογήρου· ύστερα, ένας
υπηρέτης του Βελισάριου βγήκε να πει στους κληρικούς που είχαν μείνει στον αντιθάλαμο πως «ο
άρχοντας πάπας είχε καθαιρεθεί κ' είχε γίνει καλόγηρος». Μέσα στη γενική κατάπληξη, ο Βιγίλιος,
την άλλη μέρα κιόλας, εκλέχτηκε πάπας, κάτω απ' την πίεση των βυζαντινών αρχών. Ήταν στις 29
Μαρτίου του 537.
Ο δυστυχισμένος Σιλβέριος, εξορισμένος απ' το Βελισάριο στη Λυκία, δεν έμελλε ποτέ να ξαναδεί
την αιώνια πόλη. Για μια στιγμή, ο Ιουστινιανός, τρομαγμένος μπροστά στο μέγεθος του εγκλήματος
που είχε γίνει απέναντι στον ποντίφικα, είχε σκεφτεί να του κάνει μια κανονική δίκη και να τον
αποκαταστήσει στην έδρα του αν αναγνωριζόταν αθώος. Κρυφά απ' τη Θεοδώρα είχε διατάξει να

Digitized by 10uk1s

τον ξαναστείλουν στη Ρώμη, κι ο Βιγίλιος ανήσυχος αναρωτιόταν πια το τι θ' απογίνει. Ευτυχώς η
Αντωνίνα βρισκόταν εκεί· θέλοντας πάντα να ευχαριστήσει την αυτοκράτειρα, έπεισε τον Βελισάριο
να παραδώσει στους αποσταλμένους του Βιγίλιου τον άτυχο καθαιρεμένο ποντίφικα. Εξορισμένος
στο νησί της Παλμαρίας, περιορισμένος «εις τον άρτον της θλίψεως και εις το ύδωρ της αγωνίας» ο
Σιλβέριος πέθανε λίγο αργότερα, αθώο θύμα των φιλοδοξιών του Βιγίλιου, των δολοπλοκιών της
Αντωνίνας και της πολιτικής της Θεοδώρας.
Η αυτοκράτειρα φαινόταν να 'χει πετύχει. Είχε φτιάξει ένα πάπα αφοσιωμένο σ' αυτήν. Όμως μόλις
εξασφαλίστηκε, ο Βιγίλιος άλλαξε στάση. Παρά τις συμβουλές της Αντωνίνας, παρά τις απειλές του
Βελισάριου, προσπάθησε ν' αποφύγει ή να αναβάλλει να εκπληρώσει τις υποσχέσεις του. Οι εχθροί
του λένε πως κατάληξε να υποχωρήσει και πως απεύθυνε στους μεγάλους ηγέτες του
μονοφυσιτισμού, Θεοδόσιο, Άνθιμο και Σεβήρο, μια επιστολή όπου προσχωρούσε ανεπιφύλακτα
στο δόγμα τους: όμως το έγγραφο έχει πολύ ύποπτη αυθεντικότητα, κ' οι επίσημες ομολογίες
πίστης που απεύθυνε ο πάπας στον αυτοκράτορα και στον πατριάρχη Μηνά είναι αντίθετα αυστηρά
ορθόδοξες. Οι περιστάσεις μάλιστα του πρόσφεραν τα προσχήματα που ζητούσε για να μη
συμμορφωθεί με τις θελήσεις της Θεοδώρας. Η Ιταλία, καταστραμμένη απ' τον πόλεμο, βρισκόταν
σε πολύ κρίσιμη κατάσταση για να μην επιτραπεί στον πάπα να ξεχάσει κάπως τα θρησκευτικά
ζητήματα· η προσκόλληση της δύσης στη σύνοδο της Χαλκηδόνας και στην παράδοση του αγίου
Λέοντος δικαιολογούσε απ' την άλλη τις επιφυλάξεις που διατηρούσε ο ποντίφιξ. Κ' η Θεοδώρα η
ίδια φαίνεται πως είχε καταλάβει τι κίνδυνος θα 'ταν να εκβιάσει τα πράγματα, και δίνοντας
εμπιστοσύνη στο Βιγίλιο, περίμενε, υπομονετικά στην αρχή, να έρθει η κατάλληλη στιγμή για να
ξεπληρώσει τις υποσχέσεις του. Όσο για τον Ιουστινιανό, που ήταν τότε υποταγμένος στην επιρροή
του νούντσιου Πελάγιου, μεγάλου φίλου του πάπα, δεν είχε καμιά διάθεση να ευνοήσει τους
μονοφυσίτες. Ο Βιγίλιος μπόρεσε λοιπόν, χωρίς πολλή δυσκολία, να παραμείνει, χωρίς να έρθει σε
ρήξη με τη Θεοδώρα, πιστός στη Ρωμαϊκή ορθοδοξία. Με δυο λόγια, παρά τις μηχανορραφίες της
αυτοκράτειρας η προσπάθειά της να κάνει υποχείριά της την αποστολική έδρα είχε εντελώς
αποτύχει.
Η Θεοδώρα δεν ήταν ωστόσο γυναίκα που ν' αφήνει να παίζουν μαζί της ατιμώρητα: το απόδειξε
την ίδια στιγμή. Είχε άλλοτε ευνοούμενο ένα κάποιον Αρσένιο, αρκετά διεφθαρμένο άνθρωπο, που
ανήκε κιόλας στην αίρεση των σαμαρειτών. Τον είχε κάνει πλούσιο, συγκλητικό, επιφανή· στην
εξέγερση των σαμαρειτών στην Παλαιστίνη είχε ακόμα δεχτεί πρόθυμα τις υποδείξεις του σε βάρος
των χριστιανών. Όμως από τότε ο Αρσένιος είχε αλλάξει κόμμα· είχε προσηλυτιστεί στο
χριστιανισμό, είχε δεχτεί το βάφτισμα από τα χέρια του Αγίου Σάββα και με νεοφυτικό ζήλο
υπεράσπιζε τις νέες πεποιθήσεις του. Στην Αλεξάνδρεια όπου είχε αποτραβηχτεί, επιζητούσε ν'
αρέσει στον αυτοκράτορα ευνοώντας μ' όλες τις δυνάμεις του τη χαλκηδονική αντίδραση που είχε
εγκαινιάσει, με την υποστήριξη των αρχών, ο πατριάρχης Παύλος, διάδοχος του Θεοδοσίου. Η
Θεοδώρα φυσικά του κρατούσε σφοδρό μίσος γι' αυτή την προδοσία του: και του το 'δειξε όπως
του χρειαζόταν. Η μονοφυσιτική αίρεση ανασχηματιζόταν σταθερά στην Αίγυπτο, κι αδιάκοπα ο
πατριάρχης ήταν υποχρεωμένος να παίρνει σκληρά μέτρα. Ο Αρσένιος έδειξε ζήλο· έπεισε τον
Ρόδωνα, τον αυτοκρατορικό έπαρχο, να εκτελέσει χωρίς δίκη ένα απ' τους αντιπάλους του
πατριάρχη. Η εκτέλεση ήταν παράνομη: η υπερβολική σκληρότητα και τα βασανιστήρια που την
είχαν συνοδέψει αύξησαν τη φρίκη της. Βιαστικά η αυτοκράτειρα άδραξε την ευκαιρία για να
εκδικηθεί. Ο Αρσένιος κι ο Ρόδων πιάστηκαν, δικάστηκαν κ' εκτελέστηκαν· τ' αγαθά τους
δημεύτηκαν. Ο πατριάρχης Παύλος, παρά τις αρνήσεις και τις διαμαρτυρίες του, κατηγορήθηκε σα
συνένοχος στην υπόθεση και καθαιρέθηκε από τη σύνοδο της Γάζας. Η βασίλισσα μπορούσε να 'ναι
περήφανη για το έργο της: με το ίδιο χτύπημα είχε εκθρονίσει ένα ιεράρχη μισητό στους
μονοφυσίτες, είχε δείξει μ' ένα τρανταχτό παράδειγμα τι κίνδυνος υπήρχε για τους υπαλλήλους να
υπηρετούν πολύ υπάκουα, ακόμα και με διαταγή του αυτοκράτορα, τα συμφέροντα της ορθοδοξίας
και τέλος, είχε τιμωρήσει ένα παλιό φίλο που την είχε προδώσει. Ο Βιγίλιος έμελλε με τη σειρά του

Digitized by 10uk1s

να δοκιμάσει τη βιαιότητα του μίσους της και να καταλάβει πόσο απερίσκεπτο ήταν να εξαπατεί
κανείς τις ελπίδες της Θεοδώρας.
Ήταν η εποχή που, με τις φροντίδες της Αυγούστας, η μονοφυσιτική εκκλησία άρχιζε ν'
αναστυλώνεται· οι ιερωμένοι της αυλής, για να ευχαριστήσουν τη βασίλισσα, προσπαθούσαν να
βρουν πεδίο συνεννόησης με τους αιρετικούς. Ένας απ' αυτούς, ο Θεόδωρος Ασκίδας, επίσκοπος
Καισαρείας, είχε την καλή τύχη να ξετρυπώσει, ανάμεσα στα κείμενα που είχε επιδοκιμάσει η
σύνοδος της Χαλκηδόνας, τρία μικρά συγγράμματα, «τρία κεφάλαια» όπως λέγανε, ολοφάνερα
μολυσμένα από νεστοριανή αιρετικότητα και που οι συγγραφείς τους ήταν εξαιρετικά μισητοί στους
μονοφυσίτες. Περήφανος πολύ για την ανακάλυψή του, που μ' αυτήν έλπιζε να παίξει ένα καλό
παιχνίδι στον αντίπαλό του, το ρωμαίο νούντσιο Πελάγιο, πληροφόρησε γι' αυτά τον Ιουστινιανό
και, κολακεύοντας τη θεολογομανία του αυτοκράτορα, τον ικέτεψε να εξετάσει το ζήτημα. Του
εξήγησε εξάλλου πως υπήρχε σ' αυτό ένας τρόπος, εύκολος και ορθόδοξος ταυτόχρονα, να διαλύσει
τις δυσπιστίες των μονοφυσιτών, και πως η σύνοδος, «ανανεωμένη και αποκαθαρμένη», θα γινόταν
χωρίς δυσκολία αποδεχτή απ' όλους. Ο Ιουστινιανός που, κάτω απ' την επιρροή της Θεοδώρας,
ξαναγύριζε τότε στην πολιτική του συμβιβασμού, αφέθηκε να πειστεί· οι αιρετικοί ενθουσιασμένοι
που έβλεπαν να κλονίζεται το έργο του αγίου Λέοντος, έσπρωχναν όλους, και τους πιο
αδιάλλακτους ακόμα, στο νέο τύπο ένωσης. Η διαμάχη των Τριών Κεφαλαίων άρχισε.
Εδώ ξαναβρήκε η Θεοδώρα τον Βιγίλιο. Ο πάπας κλήθηκε να δώσει τη συγκατάθεσή του στο
διάταγμα, όπου ο αυτοκράτορας είχε εξαγγείλει την καταδίκη των αιρετικών κειμένων και για να
τον εκβιάσει στην απόφασή του, ο Ιουστινιανός χρησιμοποίησε, αρκετά απροκάλυπτα, τη βία. Στις
22 Νοεμβρίου του 545, όπως ο πάπας λειτουργούσε στη βασιλική της Αγίας Καικιλίας του
Τρανστεβήρου, αναπάντεχα η εκκλησία περικυκλώθηκε από στρατιώτες. Ο αυτοκρατορικός
γραμματέας, που είχε στις διαταγές του το απόσπασμα, μπήκε στο ιερό και υπόδειξε στον
ποντίφικα πως έπρεπε χωρίς αργοπορία να τον ακολουθήσει. Πριν καλά - καλά η σύναξη προφτάσει
να καταλάβει, ο Βιγίλιος είχε συλληφθεί και βιαστικά είχε οδηγηθεί σ' ένα πλοίο αγκυροβολημένο
στον Τίβερη. Στο μεταξύ το πλήθος πύκνωνε στην όχθη. Οι πιστοί, που είχαν ακολουθήσει τον πάπα,
στέναζαν και ζητούσαν με δυνατές κραυγές την ευλογία του. Από τη γέφυρα του πλοίου, ο Βιγίλιος
πρόφερε προς αυτούς την προσευχή κ' ευλαβικά ολόκληρος ο λαός αποκρίθηκε: «Αμήν». Όμως ο
αυτοκρατορικός γραμματέας εβίαζε το πλήρωμα και γρήγορα το πλοίο άρχισε να κατεβαίνει τον
ποταμό. Τότε άρχισε μια καινούργια συναυλία: το πλήθος, που πολλοί μέσα σ' αυτό μισούσαν τον
ποντίφικα, βάλθηκε να τον γιουχαΐζει ενώ ένα χαλάζι από πέτρες, τούβλα και ξύλα έπεφτε πάνω στο
πλοίο. «Θάνατος σε σένα, φώναζε ο λαός, κατάρα σε σένα. Έκανες κακό στους ρωμαίους: μακάρι να
βρεις κακό εκεί που πηγαίνεις». Τέλος το πλοίο, σπρωγμένο απ' το ρεύμα, βρέθηκε έξω απ' τις
βολές αυτών των τρελών ο Βιγίλιος μπόρεσε να φτάσει στο Πόρτο κι από κει να επιβιβαστεί για τις
Συρακούσες.
Η λαϊκή φαντασία απόδωσε όλη αυτή τη θεατρική ενέργεια στη Θεοδώρα. Διηγούνται πως εκείνη
διάταξε αυτή την απαγωγή: «Εκτός από τη βασιλική του Αγίου Πέτρου, είχε γράψει στον
απεσταλμένο της, να συλλάβεις τον Βιγίλιο παντού όπου θα τον βρεις και να μας τον φέρεις.
Διαφορετικά, στο όνομα του ζώντος Θεού, θα σε γδάρω». Όπως και να 'χει μ' αυτές τις φλυαρίες,
φαίνεται πως ο πάπας, από φόβο σίγουρα στην εκδίκηση της αυτοκράτειρας που είχε προδώσει τις
ελπίδες της, και πολύ λίγο θέλοντας να μπλεχτεί «στη θεολογική σφηκοφωλιά» των Τριών
Κεφαλαίων, δε βιάστηκε καθόλου να παρουσιαστεί στην Κωνσταντινούπολη. Δεν έφτασε στην
πρωτεύουσα παρά δεκατέσσερες μήνες αργότερα, στις 25 Γενάρη 547· καθώς όμως είχε στο μεταξύ
την άνεση να σκεφτεί και να ξαναπάρει θάρρος κι όπως αισθανόταν τώρα να τον υποστηρίζει η
αντίδραση όλης τη Δύσης, φανέρωσε διαθέσεις πολύ πιο διαφορετικές από κείνες που περίμενε η
αυλή. Όπως άλλοτε ο Αγαπητός αντίκρυ στον Άνθιμο, αρνήθηκε να έρθει σε σχέση| με τον
πατριάρχη Μηνά και, σκαιά, τον αφόρισε μαζί με τους οπαδούς του. Γρήγορα όμως χαλάρωσε:

Digitized by 10uk1s

ενοχλημένος απ' την ανάμνηση των υποχρεώσεων που είχε αναλάβει άλλοτε, υποχωρώντας στις
παρακλήσεις του βασιλέως και στην ενεργητική θέληση της Θεοδώρας, κολακευμένος κιόλας απ' τις
φιλοφρονήσεις των θεολόγων της βυζαντινής αυλής, παραδέχτηκε τη δυνατότητα ν' αναθεματίσει
τη Τρία Κεφάλαια. Τον Ιούνιο, για να ευχαριστήσει την αυτοκράτειρα, συμφιλιώθηκε με τον
πατριάρχη. Του απόδειξαν πως μπορούσε, χωρίς να βλάψει τη σύνοδο, να καταδικάσει τα Τρία
Κεφάλαια: και γρήγορα έπαψε να 'ναι και τόσο σίγουρος πως είχε δίκιο. Βέβαια, παρ' όλες τις
απειλές, αρνήθηκε πεισματικά να προσυπογράψει στο αυτοκρατορικό διάταγμα, θεωρώντας πως ο
διάδοχος του αγίου Πέτρου δεν μπορούσε να περιοριστεί στο ρόλο να επικυρώνει απλά τις
αποφάσεις του βασιλέως στα θρησκευτικά ζητήματα· όμως υποσχέθηκε κατηγορηματικά, μπροστά
στον αυτοκράτορα και στους υπουργούς του, να καταδικάσει τα Τρία Κεφάλαια, και σαν εγγύηση
στην υπόσχεσή του, παράδωσε στον Ιουστινιανό και στη Θεοδώρα δυο διακηρύξεις πάνω σ' αυτό το
ζήτημα επικυρωμένες με την υπογραφή του. Και περήφανος πολύ που είχε λύσει όλες τις δυσκολίες
σ' αυτή την κατάσταση, ενθουσιασμένος με τη σκέψη πως έκρινε μια τόσο σπουδαία υπόθεση,
κολακευμένος που με τη μεγάλη του φρόνηση απόδινε την ειρήνη στην Εκκλησία, επέβαλε βάναυσα
σιωπή στους συμβούλους του που διαμαρτύρονταν και την παραμονή του Πάσχα του 548
δημοσίευσε την απόφασή του. Διαφυλάσσοντας ρητά το κύρος της συνόδου της Χαλκηδόνας, όχι
λιγότερα ξεκάθαρα, καταδίκαζε τα πρόσωπα και τα κείμενα των τριών κρινομένων θεολόγων. Ήταν
ο τελευταίος θρίαμβος της Θεοδώρας. Στις παραμονές του θανάτου της μπόρεσε, βλέποντας την
ταπείνωση του πάπα και την όλο και μεγαλύτερη πρόοδο της μονοφυσιτικής Εκκλησίας, να πιστέψει
πως είχε εκδικηθεί για την αποτυχία της του 536, είχε τιμωρήσει τις προδοσίες του Βιγίλιου, κ' είχε
φέρει σ' επιτυχία, με την επίμονη ενεργητικότητά της, τη θρησκευτική πολιτική που είχε ονειρευτεί.
Η Εκκλησία δε συγχώρησε στη Θεοδώρα ούτε τη βάναυση καθαίρεση του Σιλβέριου, ούτε την
πεισματική αφοσίωση που διατήρησε στο μονοφυσιτισμό, ούτε τη βίαιη αυταρχικότητα που
χρησιμοποίησε για να ικανοποιήσει τα μίση της απέναντι σ' εκκλησιαστικά πρόσωπα και που
ανάμεσά τους ο Βιγίλιος δοκίμασε ξεχωριστά τη σκληρή της πείρα. Της απόδωσαν ακόμα πρόθυμα,
-για να επαληθέψει το παλιό γνωμικό πως μόνο στους πλούσιους δανείζουν– έξω απ' όσα έκανε, και
κάθε είδους άλλες πράξεις που δίκαια κρίνοντας δε θα 'πρεπε να θεωρηθεί γι' αυτές υπεύθυνη. Ένα
παράδειγμα είναι η σκληρή μεταχείριση που επιβλήθηκε στον Βιγίλιο και που αναμφισβήτητα έγινε
μετά το θάνατο της Θεοδώρας. Από αιώνα σε αιώνα, οι εκκλησιαστικοί ιστορικοί σκέπασαν τ' όνομά
της με βρισιές και κατάρες κ' υπάρχει κάτι το γελοίο στην εχθροπάθεια που δείχνουν ορισμένοι απ'
αυτούς καταγγέλλοντας στη γυναίκα του Ιουστινιανού «μια δεύτερη Εύα πολύ υπάκουη στον όφιν,
μια νέα Δαλιδά, μιαν άλλη Ηρωδιάδα διψασμένη για το αίμα των αγίων, μια υπήκοο της κόλασης,
κινημένη απ' το πνεύμα του Σατανά, κεντημένη απ' τον οίστρο του διαβόλου, μανιασμένη να
διασπάσει την ομόνοια την εξαγορασμένη με το αίμα των ομολογητών και των μαρτύρων». Η
Θεοδώρα αξίζει να κριθεί διαφορετικά παρά με το χείμαρρο των μάταιων αυτών λόγων. Χωρίς
αμφιβολία χρησιμοποίησε πολύ πάθος, πολλήν αυταρχική βιαιότητα, πολλή πεισματική και
αμείλιχτη μνησικακία, πολλή ψυχρή σκληρότητα κάποτε, στην εξυπηρέτηση των σχεδίων της· έδειξε
όμως σ' αυτό κ' έξοχα χαρίσματα, αντρική σταθερότητα, έντονη συναίσθηση των αναγκών της
διακυβέρνησης, φαεινή και ισχυρή πολιτική αντίληψη. Στάθηκε επίμονη στα σχέδια της, πιστή
στους φίλους της, κ' η περίπλοκη πολιτική που επέβαλε στον Ιουστινιανό στα θρησκευτικά ζητήματα
ήταν, παρ' όλους τους δισταγμούς και τις υπαναχωρήσεις του, αρκετά άξια, στο κάτω - κάτω ενός
αυτοκράτορα.

Digitized by 10uk1s

V
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΣ
Στις 29 Ιουνίου του 548, η Θεοδώρα πέθανε από καρκίνο, ύστερα από μακρόχρονη αρρώστεια.
Για ν' αποδώσει τις ύστατες τιμές στη νεκρή αυτοκράτειρα, για τελευταία φορά, το πλήθος των
αυλικών και των αξιωματούχων, συγκεντρώθηκε γύρω της, μέσα στις αίθουσες του Ιερού Παλατιού,
Μες στο μεγάλο τρικλίνιον, είχαν, σύμφωνα με το τυπικό, εκθέσει το μυρωμένο σώμα της
Αυγούστας. Πάνω στ' ολόχρυσο φορητό κρεβάτι, κειτόταν ντυμένη στην πορφύρα, στεφανωμένη με
το διάδημα, φορώντας κόκκινα γοβάκια στα πόδια· στο ασκέπαστο πρόσωπό της, ο θάνατος δεν
είχε αποθέσει ακόμα τη σφραγίδα του· λίγο χλωμότερη μόνο απ' το συνηθισμένο, έμοιαζε να
κοιμάται γαλήνια. Γύρω απ' την ψηλή εξέδρα, που σπιθοβολούσε ολόκληρη απ' τα πιο πολύτιμα
πετράδια του στέμματος, έκαιγαν, απάνω σε κολώνες, χιλιάδες χρυσά κι ασημένια καντηλέρια·
αργά, μες στον βαρύ αέρα, ανάμεσα στις ανταύγειες των λαμπάδων, ανέβαιναν οι καπνοί απ' το
λιβάνι, το βαρύ άρωμα από τα βάλσαμα· στα πόδια της επικήδειας κλίνης, οι ευνούχοι, οι
κουβικουλάριοι, οι γυναίκες της αυτοκρατορικής κατοικίας θρηνούσαν πένθιμα.
Για τελευταία φορά, μπροστά στη νεκρή αυτοκράτειρα, το Βυζάντιο ξετυλίχτηκε σε μια επιβλητική
λιτανεία. Ο πατριάρχης Μηνάς, ακολουθημένος απ' τον αμέτρητο κλήρο της Μεγάλης Εκκλησίας· ο
πάπας Βιγίλιος, συνοδευμένος απ' τους επίσκοπους και τους μοναχούς. Κατόπιν η σύγκλητος, με
φορέματα επίσημα, οι πατρίκιοι, οι μάγιστροι, οι μεγάλοι στρατιωτικοί αρχηγοί, το πλήθος
παλατιανών και κυβερνητικών αξιωματούχων· ύστερα η ατέλειωτη ακολουθία των γυναικών, οι
ζωστές πατρικίες κ' οι μαγίστρισσες, οι σύζυγοι των επάρχων, των υπάτων, των κουεστόρων, των
κομήτων των σχολών και του εξκουβιτόρων, οι κυρίες της αυλής κ' οι υπηρέτριες του θαλάμου της
αυτοκράτειρας, ήρθαν όλες με τη σειρά, στο κάλεσμα του πρεπότιζου, ν' αποδώσουν τον ύστατο
σεβασμό στη βασίλισσα. Στο τέλος της μακριάς συνοδείας, προχωρούσαν οι πρίγκιπες της
αυτοκρατορικής οικογένειας, κι ο ίδιος ο Ιουστινιανός, πνιγμένος στα δάκρυα, συντριμμένος απ' το
βάρος μιας απώλειας που δικαιολογημένα την έκρινε ανεπανόρθωτη. Στη γυναίκα που είχε
λατρέψει, έφερνε, ύστατο δώρο και θύμημα, στολίδια πανάκριβα, υπέρλαμπρα φορέματα
χρυσοκέντητα, διάσπαρτα από πετράδια, μια ολόκληρη πένθιμη χρυσοστολή που θα συνόδευε τη
νεκρή στον τάφο της σαν μια τελευταία ανταύγεια απ' τη λάμψη αυτή και την πολυτέλεια που τόσο
είχε αγαπήσει. Και σηκώνοντας στα χέρια του το αγαπημένο άψυχο σώμα, ο γερασμένος βασιλεύς
με μάτια πλημμυρισμένα στα δάκρυα, μουρμούριζε τον ύστατο αποχαιρετισμό στη Θεοδώρα του.
Τότε, σ' ένα νεύμα του αυτοκράτορα, οι αυτοκρατορικοί φορείς υψώνουν την επικήδεια κλίνη· κι ο
μεγάλος τελετάρχης, πλησιάζοντας το λείψανο φωνάζει δυνατά τρεις φορές τα καθιερωμένα λόγια:
«Έξελθε βασίλισσα! Ο Βασιλεύς των βασιλέων, ο Κύριος των κυρίων σε καλεί». Και πίσω απ' το
φέρετρο, κάτω απ' τους θόλους του παλατιού, για μια τελευταία φορά σχηματίζεται και ξετυλίγεται
η αυτοκρατορική πομπή. Έξω, κάτω απ' τις στοές του Αυγουσταίου, ένα πλήθος ντυμένο πένθιμα
περιμένει το πέρασμα της λιτανείας· στις πόρτες, στους εξώστες, στις ταράτσες, στα παράθυρα των
σπιτιών, γυναίκες με ανάκατα μαλλιά, κλαίνε σιωπηλές ή ξεφωνίζουν γοερά· στους δρόμους,
στριμμένους με υφάσματα, σκεπασμένους με χρυσή άμμο, το λιβάνι ανεβαίνει σε πυκνά σύννεφα κι
αργά, ανάμεσα στη λαοθάλασσα που την τραβά το μεγαλείο του θεάματος, η επικήδεια πομπή
προχωρεί μεγαλόπρεπη κ' επιβλητική. Οι ψαλμοί των ιερέων, οι ύμνοι των παρθένων
ανακατεύονται με τους θρήνους των γυναικών, με τους ήχους των ασημένιων εκκλησιαστικών
οργάνων με τις ρυθμικές κραυγές των φατριών μυριάδες λαμπάδες σαλεύουν σε μια φωτεινή
λιτανεία· κι απ' τη μακριά Μέση λεωφόρο, απ' το Φόρουμ του Κωνσταντίνου και την πλατεία του
Καπιτωλίου, όλη η αυλή προχωρεί προς την εκκλησία των Αγίων Αποστόλων για να οδηγήσει τη
Θεοδώρα εκεί όπου θα κοιμόταν τον τελευταίο της ύπνο.

Digitized by 10uk1s

Στη μεγάλη βασιλική ψάλουν την επίσημη νεκρώσιμη ακολουθία· και ξανά ο τελετάρχης,
πλησιάζοντας στο λείψανο, του φωνάζει: «Είσελθε εις την ανάπαυσίν σου, βασίλισσα· ο Βασιλεύς
των βασιλέων, ο Κύριος των κυρίων σε καλεί». Ύστερα ο πρεπόζιτος αφαιρεί το χρυσό διάδημα και
το αντικαθιστά με μια πορφυρή ταινία· και τέλος, μέσα στη μεγάλη σαρκοφάγο, από πράσινο
μάρμαρο της Ιεράπολης, που η ίδια είχε ετοιμάσει στον Άγιο Διονύσιο αυτόν της βυζαντινής
μοναρχίας, αποθέτουν το χρυσό φέρετρο που περιέχει το λείψανο της αυτοκράτειρας. Τώρα το
πλήθος διασκορπίζεται αργά κι ο Ιουστινιανός, συντριμμένος από πόνο, γυρίζει με τους αυλικούς
του στο έρημο παλάτι του.
Όταν μαθεύτηκε στην αυτοκρατορία ο θάνατος της τρομερής βασίλισσας, όλοι εκείνοι που είχαν
υποφέρει εξαιτίας της ξαναπήρανε θάρρος κι άρχισαν και πάλι να ελπίζουν. Ο Ιωάννης ο
Καππαδόκης ξαναγύρισε στην Κωνσταντινούπολη και πίστεψε πως θα καταχτούσε και πάλι την
εύνοια του Ιουστινιανού· ο Αρταβάνης, χωρίζοντας τη γυναίκα που του είχε επιβάλει η Θεοδώρα,
βρήκε πως είχε έρθει η στιγμή να εκδικηθεί συνωμοτώντας ενάντια στον αυτοκράτορα· ο Γερμανός
κ' οι γιοι του, πολύ ξεθαρρεμένοι, έκριναν την ώρα κατάλληλη για να βγουν απ' τη μακρόχρονη
δυσμένεια που είχαν υποστεί· η Αντωνίνα η ίδια, η προστατευόμενη και φίλη της Θεοδώρας,
ξεχνούσε την ευεργέτριά της κι αναζητούσε καινούργιες φιλίες για να εξασφαλίσει το κύρος της. Στα
μάτια όλων, ο θάνατος της Αυγούστας φαινόταν πως έπρεπε αναγκαστικά να επιφέρει μια
αντίδραση μαζί πολιτική και θρησκευτική· από τώρα οι ορθόδοξοι, μηχανορραφώντας κοντά στον
αυτοκράτορα, του ζητούσαν καινούργιες αγριότητες απέναντι στους τρομαγμένους απ' το θάνατο
της μεγάλης τους προστάτισσας μονοφυσίτες. Μιλούσαν κιόλας για την κάθαρση του Ιερού
Παλατιού απ' τη βέβηλη παρουσία αυτών των μοναχών που από πολύν καιρό, τώρα μίαιναν το
παλάτι του Ορμίσδα· παρακινούσαν τον βασιλέα μια κ' η αυτοκράτειρα είχε πεθάνει, να υποτάξει
με τη βία στην πίστη της Χαλκηδόνας τους αιρετικούς αυτούς που, ποιος ξέρει με τι μέσα, είχαν
υποκλέψει την εύνοια της βασιλίσσης κ' είχαν αντισταθεί στις διαταγές του αυτοκράτορα.
Λογάριαζαν όμως χωρίς τη βαθιά αγάπη που διατηρούσε ο Ιουστινιανός για τη Θεοδώρα, χωρίς τη
μακρόχρονη συνήθειά του ν' ακολουθεί τις συμβουλές της, χωρίς ακόμα τη φροντίδα της
αυτοκράτειρας, πριν πεθάνει, να εξηγήσει στο σύζυγό της τις τελευταίες επιθυμίες της και να
συστήσει στην εύνοιά του όλους εκείνους που την είχαν αγαπήσει και την είχαν υπηρετήσει πιστά.
«Επιθυμώντας, όπως γράφει ένας σύγχρονος, να συμμορφωθεί στο κάθε πράγμα με τις θελήσεις
της γυναίκας του, έστω και νεκρής», ο βασιλεύς παράμεινε πιστός στους συμβούλους που εκείνη
είχε τοποθετήσει γύρω του και στην πολιτική που του είχε χαράξει. Ο Ιωάννης ο Καππαδόκης, παρά
τις προσπάθειές του, παράμεινε σε δυσμένεια· ο Βελισάριος, παρά τις τιμές που του απόδιναν
εξακολούθησε να θεωρείται ύποπτος· ο Πέτρος Βαρσυμής κι ο Ναρσής κράτησαν την
αυτοκρατορική εύνοια. Η Αντωνίνα, σ' ανάμνηση της φιλίας της Θεοδώρας, διατήρησε την
εμπιστοσύνη του αυτοκράτορα. Ο Γερμανός κ' οι γιοι του, για την αλήθεια, επανήλθαν σε εύνοια·
όμως ανάμεσα στους πρίγκιπες της αυτοκρατορικής οικογένειας εκείνος που στάθηκε πάντα ο
ευνοούμενος του γέρου αυτοκράτορα, ήταν ο κουροπαλάτης Ιουστίνος, που η Θεοδώρα τον είχε
παντρέψει με την ανηψιά της και τον είχε υποδείξει για διάδοχο της μοναρχίας.
Με την ίδια πίστη ακολούθησε ο Ιουστινιανός τις οδηγίες της Θεοδώρας και στα θρησκευτικά
ζητήματα. Όταν, στον αυτοκρατορικό γυναικωνίτη, ανακάλυψαν τον γέρο πατριάρχη Άνθιμο, που
τον είχε κρύψει εκεί η πεθαμένη βασίλισσα, ο αυτοκράτορας έκανε μεγάλη υποδοχή στον αιρετικό
ιεράρχη και, για γενική κατάπληξη, είδαν τους μεγάλους ηγέτες του μονοφυσιτισμού Άνθιμο, Πέτρο
τον Απαμείας, και Θεοδόσιο τον Αλεξανδρείας να γίνονται φιλικά δεκτοί στο παλάτι και τον
αυτοκράτορα ν' αναζητά μαζί τους τους τρόπους που θ' αποκαθιστούσαν την ειρήνη στην Εκκλησία.
Ως την τελευταία του μέρα, ο Ιουστινιανός προσπάθησε να πραγματοποιήσει τη συμφιλιωτική
πολιτική που είχε ονειρευτεί η Θεοδώρα. Κακομεταχειρίστηκε, φυλάκισε, εξανάγκασε σε φυγή τον
Βιγίλιο, και τελικά τον υποχρέωσε να συμμορφωθεί και να καταδικάσει τα Τρία Κεφάλαια, που η

Digitized by 10uk1s

οικουμενική σύνοδος του 543 είχε επίσημα αναθεματίσει. Για να επαναφέρει τους αιρετικούς, ο
αυτοκράτορας πολλαπλασίασε τις συζητήσεις και τις συνελεύσεις, κι αν οι προσπάθειές του έμειναν
τελικά άκαρπες, μαρτυρούν τουλάχιστον ως ποιο σημείο έμεινε πιστός στη Θεοδώρα.
Ποτέ ο Ιουστινιανός δεν ξέχασε το γοητευτικό πλάσμα, την έξυπνη και τολμηρή συνεργάτρια που
του είχε δώσει η τύχη. Θέλησε, γι' ανάμνησή της, να κρατήσει στην υπηρεσία του όλους εκείνους
που την είχαν πλησιάσει· ως την τελευταία του μέρα έμεινε πιστός στη μνήμη της. Πολλά χρόνια
αργότερα, όταν ήθελε να δώσει μια επίσημη υπόσχεση, συνήθιζε να ορκίζεται στο όνομα της
Θεοδώρας, κ' εκείνοι που επιζητούσαν την εύνοιά του, με προθυμία του θύμιζαν «την εξαίρετη,
ωραία και σοφή αυτοκράτειρα» που αφού στάθηκε σ' αυτόν τον κόσμο η πιστή του συνεργάτρια,
ικέτευε τώρα τον Θεό για το σύζυγό της.
Πρέπει να ομολογήσουμε πως υπάρχει κάποια υπερβολή σ' αυτή την αποθέωση. Η χορεύτρια
Θεοδώρα δεν είχε καθόλου τις αρετές ειδικά που οδηγούν ολόισια στον παράδεισο· η αυτοκράτειρα
Θεοδώρα, παρά την ευσέβειά της, είχε ελαττώματα και πάθη που δύσκολα συμβιβάζονται με το
φωτοστέφανο των αγίων. Όμως το φωτοστέφανο αυτό άξιζε να της δοθεί: τόσο, στη μεγάλη αυτή
φιλόδοξη που, κάτω απ' τις έξοχες πολιτικές της ικανότητες, ήξερε να παραμένει γυναίκα,
μαρτυράει, και πέρα απ' το θάνατο ακόμα, μια ασύγκριτη δύναμη σαγήνης και γοητείας.

Digitized by 10uk1s

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful