ΓΟΥΙΛΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ

Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ
ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ
ΤΟΥ ΝΟΥ
Εισαγωγή
ΡίΤΣΑΡΝΤ ΡΟΡΤΥ
Ό δηγός μελέτης
Ρ ομπερτ Μ πράντομ
Μ ετάφραση, σημειώσεις, έπίμετρο
ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΡΣΕΛΛΟΣ

ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ «ΕΣΤΙΑΣ»
Ι.Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑΣ Α.Ε.

*

Περιεχόμενα

9
11

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ
Ρ. ΡΟΡΤΥ - ΕΙΣΑΓΩΓΗ

23 Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ
23 I. Μιά αμφισημία τών θεωριών τών αισθητηριακών δεδομένων
37 II. Μιά άλλη γλώσσα;
45 III. Ή λογική τοϋ «δείχνει»
61 IV. Ή εξήγηση τοϋ «δείχνει»
68 V. Εντυπώσεις καί παραστάσεις: Μιά λογική άποψη
73 VI. Εντυπώσεις και παραστάσεις: Μιά ιστορική άποψη
81 VII. Ή λογική τοϋ «σημαίνει»
86 VIII. Έ χει ή εμπειρική γνώση κάποιο θεμέλιο;
98 IX. Έπιστήμη και συνήθης χρήση
105 X. Ιδιωτικά έπεισόδια: τό πρόβλημα
108 XI. Σκέψεις: ή κλασική άποψη
111 XII. Οί κατά Ράυλ πρόγονοί μας
115 XIII. Θεωρίες και πρότυπα
119 XIV. Μεθοδολογικός συμπεριφορισμός έναντίον φιλοσοφικού συμπεριφορισμοϋ
124 XV. Ή λογική τών ιδιωτικών επεισοδίων: σκέψεις
130 XVI. Ή λογική τών ιδιωτικών επεισοδίων: έντυπώσεις
141

ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΠΡΑΝΤΟΜ-ΟΔΗΓΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ

217

ΕΠΙΜΕΤΡΟ-ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΡΣΕΛΛΟΣ
Η ΠΟΛΛΑΠΛΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ
ΚΑΙ Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΩΝ

Π ρόλογος τοϋ μεταφραστή

Ο ΑΝΑΧΕΙΡΑΣ ΤΟΜΟΣ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΕΙ τό κείμενο τοϋ δοκιμίου του Σέλλαρς (\νί1ίπά δβΠ&Γδ) και τά κείμενα τών Ρόοτυ
(Κίοΐι&πί Κοτίγ) καί Μπράντομ (Κοββιί ,ΒΓαηάοιη) πού τό
συνοδεύουν στήν πρόσφατη αύτοτελή έπανέκδοση τοϋ Π α­
νεπιστημίου χού Χάρβαρνχ. (Μιά άκόμα πιο πρόσφαχη
έκδοση έγινε άπό χούς \νί11©ιη Α. ά© νϊίβδ καί Τϊιηιη ΊΗρΙοΙί:
Κηοχνίβάξβ, Μίηά αηά ίΗβ Οίνβη. Κβαάιηξ ΨιΙ$Ηά ΞβΙΙακ’ζ
«ΕητρίήοίΞΐη αηά ίΗβ ΡΗίΙοδορΗγ ο/ Μιηά», ίηβΐιιάίηξ ίΗβ
οοηιρίβίβ ίβχίο/ΞβΙΙακϊ Ε$$αγ, Η&οΙί©« Ριι51ίδ1ιίη§ 0)ΐηρ&ηγ,
Ίνδιανάπολις 2000. Περιλαμβάνει χρήσιμο άλλά άνισο ένίοχε σχολιασμό.) Γιά λόγους φιλολογικής πληρόχηχας περιέλαβα έπίσης χίς προσθήκες πού έκανε ό ϊδιος ό Σέλλαρς σχή
δεύχερη έκδοση χοϋ δοκιμίου χου, σχή συλλογή κειμένων
χου μέ χίχλο Ξάβηββ, Ρβτββρύοη αηά ΚβαΙΐίγ (Κου11©(1§© αηά
Κ©§αη Ραιιΐ, Λονδίνο 1963)* πρόκειχαι πάνχως γιά έπεξηγήσεις χωρίς ίδιαίχερο βάρος, χίς όποιες ή έκδοση χού Χάρ­
βαρνχ παραλείπει. Α λλες διαφορές μεταξύ χών δύο έκδόσεων νομίζω όχι δέν ύπάρχουν. Ένχός άγκυλών δίδονχαι ή σελιδαρίθμηση χής δεύχερης έκδόσεως (σ. 127 έως 196) καί ή
σελιδαρίθμηση χής έκδόσεως χοϋ Χάρβαρνχ (σ. 13 έως 117).
Έ ν α άπό χά διδάγμαχα χής φιλοσοφικής σχολής πού
εκπροσωπεί έπάξια χό παρόν βιβλίο είναι πώς ή άφομοίωση
χών σκέψεων είναι άπ’ άρχής μέχρι χέλους γλωσσική. Καί ή
άφομοίωση -ά π ό χήν έλληνική γλώσσα πρωχίσχως καί έσχάχως- όχι μόνο χών όρων άλλά καί χού όλου κλίμαχος σκέψεως άπό χό όποιο προέκυψε χό έργο χοϋ Σέλλαρς είναι μιά
διαδικασία πού δέν μπορεΐ παρά νά είναι σχαδιακή. Προσ­
πάθησα χό έλληνικό κείμενο νά μπορεΐ νά διαβασχεΐ αύχοχελώς, χωρίς νά πνίγεχαι άπό χό βάρος μιάς χεχνηχής ορολο­
γίας. Οί άγγλικοί όροι δίνονχαι σέ παρένθεση ειχε έκει πού
έχουν ειδικό βάρος χό όποιο ό άναγνώσχης πρέπει νά γνωρί­
ζει, ειχε, άνχιθέχως, καί πρός άποφυγή παρεξηγήσεων, έκει

10

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ

πού συμβαίνει νά ήχοΰν βαρύγδουπες στά έλληνικά, δταν τό
πρωτότυπο είναι πολύ άπλό* ή άπλώς έκεϊ δπου οί ελληνικές
άποδόσεις δέν μποροΰν νά άποφύγουν έλαφρές άποκλίσεις.
Ά λλά ό αναγνώστης πρέπει νά είναι ειδοποιημένος δτι τά
κείμενα τοΰ τόμου παρουσιάζουν εγγενείς δυσκολίες στήν
άνάγνωση, πού ξεπερνούν τις δποιες άτέλειες τής μετάφρα­
σης, ήδη έπειδή ένδιαφέρονται γιά τήν αυστηρότητα τής
σκέψης περισσότερο άπ9δ,τι γιά τήν ώραιότητα τοΰ ΰφους
-μάλιστα τό κείμενο τοΰ Μπράντομ έχει χαρακτήρα σημειώ­
σεων σχεδόν άκατέργαστων, χωρίς γιά τοΰτο νά ανταμείβει
λιγότερο τον προσεκτικό αναγνώστη.
Θερμές ευχαριστίες οφείλω στήν Ε λένη Περδικούρη καί
τον Γιώργο Φαράκλα γιά πλήθος πολύτιμων υποδείξεων
καί γιά τή λεπτή μέριμνα πού έδειξαν καθ9 δλη τήν τελική
φάση τής έκδόσεως τοΰ βιβλίου.
Παρίσι, 25 Σεπτεμβρίου 2005

Χ Α^βΤ. δλοι οί ιστορικοί αύτής τής μετάβασης καλά θά έκαναν νά έστιάσουν τό ενδιαφέρον τους σέ τρία σπερμα­ τικής σημασίας έργα. . ΒΐΗθ1(\νε11. Προεκυψε άπό τό έργο τοϋ --Ράσσελ (ΒοΓίΓ&ηά Κιΐδδβΐΐ).1954)1 καί 1. μέ τήν τάση άναζήτησης θεμελίων πού τή χαρακτηρίζει. καί δχι πλέον ψυχολογικούς. Ό ξ ­ φόρδη 1953* μτφ..ΡΙΤΣΑΡΝΤ ΡΟΡΤΥ Εισαγωγή Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ πού άποκαλοΰμε σήμερα «άναλυτική» ξεκίνησε ώς μιά μορφή έμπειρισμοϋ. 1951). τοϋ Καρναπ (Κιιάοΐί Ο&πι&ρ) και κάποιων άλλων -π ού τό συνόψισε. μετάβαση πού άρχισε γύρω στο 1950 καί είχε ολοκληρωθεί γύρω στο 1970. \νίΙί§βιΐδί€ΐη. Στο βιβλίο αύτό. Οί ιδέες αύτές είναι πολύ διαφορετικές άπό αύτές πού ύπόκεινται σέ δ. ό Έιερ. Τίτλος πρωτοτύπου: ΡΗΐΙο^ορΗάεΗβ ϋηίβΓΞΐιεΗαηξβη.έ. αηά Εοξίο. πού είναι τά έξής: τοϋΚ ουάιν τά Δύο όόγματατονέμπαοϋσμοϋ (λνϊΙΐΗκΙναη Οππαη Οφν^Τϊνο ϋοφηα8 ο /Εηιριήά8Υη. Ή μετάβαση άπό τήν προηγούμενη στήν έπόμενη μορφή άναλυτικής φιλοσοφίας. τοϋ Βίττγκενστάιν οί Φιλοσοφικές Έ ρευ­ νες (I. Πάντως. Φιλοσοφικές ερεννες. Παπαζήσης. ήταν άποτέλεσμα πολλών καί σέ περίπλοκη άλληλεπίδραση μεταξύ τους δυνά­ μεων. 1936). δινοντάς του συγχρό­ νως μορφή κανόνος προσφερομενου γιά διδασκαλία.τ. μέ δρους γλωσσί&οώς. ί^απξΐιαξβ. ό Έ ιερ έξέθεσε τις ιδέες πού άποτελοϋν αύτό πού σήμερα άποκαλοϋμε «λογικό θετικισμό» ή «λογικό έμπειρισμό» -ιδέες πού άναδιατύπωσαν τήν έπιστημολογία τοϋ άγγλικοϋ έμπειρισμοϋ. Τηιύι. πού τό γενικό τους σχήμα είναι δύσκολο νά τό δώσει κανείς.Αθήνα 1977. ΡΗιΙοΞορΗιοαΙ Ιηνβ8ύ§αύοη8.τι συνήθως άποκαλειται «μετα-θετικιστική» άναλυτική φιλοσο­ φία -μιά φιλοσοφική κατεύθυνση πού θεωρείται ενίοτε δτι πηγαίνει «πέρα» άπό τον έμπειρισμό καί τον ορθολογισμό. Σ. στο βιβλίο του Γλώααο^άλήθεια και λογική (Α.

Οί άμερικανοί φιλόσοφοι έθαύμαζαν πολύ τον ΤΩστιν. άλλά είχαν ήδη έγκαταλείψει σέ μεγάλο βαθμό τά αισθητηριακά δεδομένα.3 2. Ή κριτική πού άσκησε στον ’Έιερ ό ΤΩστιν (ΑιΐδΙίη) στο μεταθανάτια δημοσιευμένο 8βη8β αηά ΞβηχΐΜΗα {Αίσθηση καί αισθητά) έπαιξε στή Βρε­ ταννία τον ρόλο πού έπαιξε τό άρθρο τοΰ Σέλλαρς στήν Αμερική.καί τά ΕΞ$αγ$ ΐη ΡΗιΙθ8ορΗγ αηά ϊ Ιξ Ηώίοτγ. Δίδαξε φιλοσοφία στή Μιννεσότα. τό μακρύ. στο Γέηλ καί έντέλει στο Πίτσμπουργκ. Α λλά κατά κανόνα δέν άναγνώρισαν όλο τό βάρος του στον ρόλο πού έπαιξε ό Σέλλαρς στήν κατάρρευση τοϋ έμπειρισμοϋ τών αισθητηριακών δεδομένων. Ά π ό τά τρία. γιατί ή επίθεση τοϋ Σέλλαρς στον «μύθο τοϋ δεδομένου» άσκησε στήν Α με­ ρική (άν καί όχι στή Βρεταννία) μεγάλη επίδραση. Δημοσίευσε πολλά δοκίμια. Λονδίνο 1967). 3. Κοιιίΐεάβε. τή δυσπιστία του γιά τις παραδοσιακές έμπειριστικές ερμηνείες τής άπόκτησης τής γνώσης.5άβηοβ αηά ηιβίαρΗγχΐκ (ΚοιιΙΐ6(1§ε. μέ τίτλο Επιστήμη καί μεταφυσική (ήταν οί ΕοοΐιΐΓβδ πού έδωσε στήν Όξφόρδη τό 1967).2 Ό Γουίλφριντ Σέλλαρς γεννήθηκε τό 1912 καί πέθανε τό 1989. Ή πιο σημαντική συλλογή δοκιμίων τοΰ Σέλλαρς είναι ό τόμος Ξαβηεβ. 1956). Οί ιστορικοί τής πρόσφατης άγγλοαμερικανικής φιλοσοφίας έτόνισαν πόσο σημαντικό ήταν τό δοκίμιο τοϋ Κουάιν μέ τις άμφιβολίες πού γέννησε όσον άφορά τήν έννοια τής «άναλυτικής άλήθειας» καί έπομένως τήν (κατά Κάρναπ καί Ράσσελ) ιδέα ότι ή φιλοσοφία θά έπρεπε νά είναι «ή λογική άνάλυση τής γλώσσας». δβΙΙ&Γδ.12 ΡΙΤΣΑΡΝΤ ΡΟΡΤΥ τοϋ Γουίλφριντ Σέλλαρς τό Ό έμπειρισμός και ή φιλοσοφία τοϋ νοϋ (\Υ. ϋ ο Γ (ΙιόοΙιΙ 1974. Κεΐάεΐ. Τόνισαν έπίσης τή σημασία τοϋ έργου τοϋ όψιμου Βίττγκενστάιν -ιδίως αύτό πού ό Στρώσον (δίΓ&ννδοη) άποκάλεσε «έχθρικότητά του πρός τήν άμεσότητα». Ρβτεβρύοη αηά ΚβαΗίγ. περίπλοκο καί πολύ πλούσιο δο­ κίμιο τοϋ Σέλλαρς είναι τό λιγότερο γνωστό καί τό λιγότερο συζητημένο. Λονδίνο 1963 -ό όποιος περιέχει τό Ό εμπειρισμός και ή φιλοσο­ φία τοϋ νοϋ. Είναι κρίμα. Εηιρίήύζηι αηά ίΗβ ΡΜοζορΗγ ο/Μίηά. Σχολιασμό τοΰ έργου τοΰ Σέλλαρς μπορεΐ νά βρει κανείς εις . δταν κυκλοφόρησε τό 5βη8β αηά ΞβηζίΜΙϊα. όπως έπί­ σης καί μιά μονογραφία. πείθον­ τας τούς φιλοσόφους ότι ύπάρχει κάτι πολύ έσφαλμένο σέ έναν φαινομεναλισμό σάν αύτόν πού έπαγγελλόταν ό Έ ιερ.

Οεΐ3ηεγ κ. Αείΐοη. Ίνδιανάπολις 1975. ΝοΙτε ϋ3ΐηε υΡ. και ή μεγά­ λη διαφορά του άπό τον Κουάιν και τον Βίττγκενστάιν. Γιά τήν άπορριπτική στάση τοΰ Κουάιν έναντι τής Ιστορίας τής φιλο­ σοφίας. τουλάχιστον χαζή».).ΕΙΣΑΓΩΓΗ 13 Τό έργο του έπικρίθηκε συχνά γιά τή σκοτεινότητά του. τών οποίων ή παιδεία ήταν πολύ λιγότερο ιστορικά προσανατολισμένη άπό αυτήν τοϋ Σέλλαρς. Κηο\νΙβά§β αηά ΚβαΙΐίγ: Ξίιιάΐβχ ίη Η οηοτ ο / ΨίΙβήά ΞβΙΙατΞ. Διότι τό άσυνήθιστο μέ τον Σέλ­ λαρς. άλλά αύτή ή άποψη φαινόταν άπλώς διεστραμμένη σέ ένα μέρος τοϋ άκροατηρίου του.Ρ. Κέμπ­ ριτζ Μασαχουσέτης 1985. βλ. άν τον συγκρίνουμε μέ τούς άλλους έξέχοντες άμερικανούς φιλοσόφους τής μεταπολεμικής έποχής. ΤΗβ Ξγηορίΐβ νίχίοη: Ε^αγα οη ίΗβ ΡΗιΙοΞορΗγ ο / Ψ ΐψ ίά 5 βΙΙαΓ3. άν δχι τυφλή.. Ό έμπειρισμός καί ή φιλο­ σοφία τοϋ νοϋ είναι τό πιο πολυδιαβασμένο καί τό πιό προσι­ τό. ΟηγΙΙι ΗαΙΙεΙΙ. Ό Σέλλαρς πίστευε δτι «ή φιλοσο­ φία χωρίς τήν ιστορία τής φιλοσοφίας είναι. καί καλύπτει τις περισ­ σότερες άπό τις πλευρές τοϋ γενικότερου προγράμματος τοϋ Σέλλαρς -ένός προγράμματος πού τό περιέγραψε ώς τήν Ο. Α π ό δλα τά γραφτά τοϋ Σέλλαρς. 194. ΤΗβ Τίηίβ ρ Ιιη γ-Ε ΐ^ ΜΥΐ ΡΓεδδ.ά. τήν αυτοβιογραφία του. . και εις ΗεοίοΓ-Νοπ 03δΐ3ηε<ΐΗ (έπ. βλ.^4 Οοπιραηίοη ίο ΨΐίίξβηΜβΐη’ς 'ΡΗΐΙοζορΗίεαΙΙηνβΜΐβαίΐοηζ’. ένα άλλο μέρος της όφείλεται δμως στή ματιά πού τό κοίταζε. Ή σκοτεινότητα αύτή ήταν έν μέρει αποτέλεσμα τοϋ ιδιαίτε­ ρου ύφους τοϋ Σέλλαρς. σ.4 Αύτή ή γνώση τών προηγούμενων φιλοσόφων πα­ ρεμβαλλόταν συνεχώς στο έργο του (δπως στά δύο μάλλον κρυπτικά κεφάλαια γιά τον Κάντ (Κ&ηί) πού άνοίγουν τό Επιστήμη καί μεταφυσική). Στήν πραγματικότητα τό δοκίμιο αύτό δλο κι δλο είναι δ. Γιά τά άκατάστατα διαβάσματα τοΰ Βίτ­ τγκενστάιν πάνω στήν άρχαία καί τή νεότερη φιλοσοφία. είναι δτι είχε εύρεία καί βαθειά γνώση τής ιστορίας τής φιλο­ σοφίας. Βοβ&δ-Μεπίΐ. ΙΐΙιαοβ 1977. 759-775. 4.τι γνωρίζουν άπό τον Σέλλαρς οί περισσότεροι άναλυτικοί φιλό­ σοφοι. άφοϋ είναι ή έπιτομή ένός ολόκληρου φιλοσοφικού συστήματος. Νοίτε ϋαιηε 1977. Αλλά είναι σχεδόν άρκετό. καί έκανε τά γραφτά του νά μοι­ άζουν δύσκολα γιά άναλυτικούς φιλοσόφους. Οοπιείΐ υΡ. 31. σ.

είναι μιά γλωσσική ύπόθεση». γεγονότων. Ή βασική σκέψη πού διατρέχει τό δοκίμιο αύτό είναι παρμένη άπό τον Κάντ: «Έποπτεΐες χωρίς έννοιες είναι τυ­ φλές». τής δικαιολόγησης καί τοϋ νά είναι κανείς σέ θέση νά δικαιολογεί αύτό πού λέει» (§ 36). Νά έχει κανείς μιά αισθητηριακή έντύπωση είναι κάτι πού. δέν άποτελει ούτε γνώση ούτε συνειδητή έμπειρία.. ομοιοτήτων. άπό μόνο του. άπό τό γεγονός καί μό­ νο δτι έχουμε αισθήσεις καί εικόνες» (§ 28). ή γνώση δέν μπορεΐ νά διακριθεΐ άπό μιά ορισμένη κοινωνική πρακτική -τήν πρα­ κτική τοϋ νά δικαιολογεί κανείς τις άποφάνσεις του στούς συνανθρώπους του. Τό έπιχείρημα τοϋ Σέλλαρς γιά τον ψυχολογικό νομινα­ λισμό στηρίζεται σέ έναν ισχυρισμό ό όποιος έξηγει τό ήθικό δίδαγμα πολλών άπό τούς άφορισμούς τών Φιλοσοφικών ερευνών: «Τό ούσιώδες είναι δτι.. τήν οποία άποκάλεσε «ψιιχαλαγικό νομιναλισμό». άκόμη καί τών καθέκαστα. εν όλίγοις κάθε συνείδηση άφηρημένων οντοτήτων -στήν πραγματικότητα κάθε συνεί­ δηση. ταύτιζε τήν κατοχή μιάς έννοιας μέ τήν ικανότητα χρήσεως μιάς λέξεως. εϊτε φαινομενολογικά εϊτε συμπεριφο­ . Έπομένως γι’ αύτόν ή κατοχή μιάς γλώσσας είναι προαπαιτούμενο τής συνειδητής έμπειρίας. Έπομένως δέν μποροϋμε νά κάνουμε αύτό πού ήλπιζαν νά κάνουν πολλοί λογικοί θετικιστές: Νά άναλύσουμε πλή­ ρως καί χωρίς ύπόλοιπο έπιστημικά δεδομένα «σέ μή έπι­ στημικά δεδομένα. ό Μπέρκλεϋ (Β6Γΐί6ΐ6γ) καί ό Χιούμ (Ηιιιηε) έσφαλλαν δταν πίστευαν δτι «γνωρίζουμε προσδιορισμένα εϊδη.14 ΡΙΤΣΑΡΝΤ ΡΟΡΤΥ προσπάθεια νά βγάλει κανείς τήν άναλυτική φιλοσοφία άπό τό χιούμειο στάδιό της καί νά τήν εισαγάγει στο καντιανό. Ή δοξασία αύτή. σάν τον όψιμο Βίττγκενστάιν. Ό π ω ς τό λέει στήν § 29: «Κάθε συνείδηση ειδών. δέν δίνουμε μιά έμπειρική περιγραφή τοϋ επεισοδίου αύτοϋ ή αύτής τής καταστάσεως· τά τοποθετούμε στον λογικό χώρο τών λόγων. άλλά άντίθετα άπό τον Κάντ. συνεπάγεται δτι ό Λόκ (Χοοίίε). Δέν άποτελει προϋπόθεση αύτής τής πρακτικής. χαρακτηρίζοντας ένα έπεισόδιο ή μιά κατάσταση ώς γνωστικά.. Μέ άλλα λόγια. Ό Σέλλαρς. κ.λπ. άλλά ύπάρχει συγχρόνως μέ αύτήν.

λιγότερο άπό αύτές πού μάς λένε δτι υπάρ­ χουν έδώ άγελάδες ή ήλεκτρόνια. ώς «άναφορές τοΰ άμεσου δεδομένου». άντικείμενα πού «είναι μέ άμεσο τρόπο μπροστά στον νοΰ μας». Ώστόσο. δσο άφειδώς κι άν τή συν­ οδεύουμε μέ υποτακτικές καί υποθετικά μόρια» (§ 5). Ή επί­ θεση πού έκανε ό Σέλλαρς στον Μύθο τοΰ Δεδομένου ήταν μιά άποφασιστική κίνηση έκεϊ πού τό θέμα ήταν νά άπομακρυνθει ή άναλυτική φιλοσοφία άπό τά θεμελιωτιστικά κί­ νητρα τών λογικών έμπειριστών. δπως και πολλά άλλα χωρία τοΰ δοκιμίου.5 Πιο συγκεκριμένα. Ή άναφορά αύτή σέ πολλές έπιχειρηθεΐσες προσπάθειες άναγωγικών άναλύσεων προϋποθέτει. τό Ό έμπειρισμός και ή φιλοσοφία τοϋ νοϋ βοή­ θησε νά καταστραφει ή έμπειριστική έκδοχή τοΰ θεμελιωτισμοΰ..χ. παύει νά ύφίσταται άπό τή στιγμή πού θά άσπαστοΰμε τον ψυχολογικό νομιναλισμό.. μέ τήν υπεράσπιση τοΰ φαινομεναλισμοΰ άπό τον Έιερ. τήν κριτική τοΰ Καρτέσιου άπό τον Ράυλ (Κ. μιά κάποια εξοικείωση μέ τήν φιλολογία τής άναλυτικής φιλοσοφίας στις δεκαετίες του ’40 και τοΰ ’50 -π.χ. κ. στρεφόμενο κατά τής διάκρισης άνάμεσα σέ αύτό πού «δίνεται στον νοΰ» καί αύτό πού «προσθέτει ό νοΰς». έπιτιθέμενα στή διάκριση τών άναλυτικών καί τών συνθετικών άληθειών. . εϊτε δημόσια εϊτε ιδιωτικά. λ.λπ. καί έπομένως άπό τήν κοινω­ νική πρακτική. Γιατί οί τέτοιες άναφορές δέν μεσολαβοΰνται άπό τή γλώσσα. Προκάλεσε άμφιβολίες γιά 5. οί παράγραφοι 8-9 καί 21-23-ϊσως φανοΰν ώς μία άσκοπη παρέμβαση σέ δσους δέν είναι εξοικειω­ μένοι μέ τή σχετική φιλολογία. Δέν μποροΰμε νά δώσουμε τήν προτεραιότητα σέ άναφορές πού μάς λένε. Ή ϊδια ή ιδέα τών «θεμε­ λίων» τής γνώσης στο σύνολό της. Ά ν τά Δ υο δόγματα τοΰ Κουάιν είχαν βοηθήσει νά καταστραφεΐ ή ορθολογική μορφή τοΰ θεμελιωτισμοΰ.χ. τό συνολικό έπιχείρημα τοΰ δοκιμί­ ου είναι κατανοητό χωρίς άναφορά στά συγκεκριμένα πρόσωπα πού συζητει ό Σέλλαρς. δτι υπάρχει έδωνά κάτι κόκκινο. Με­ ρικές παράγραφοι τοΰ δοκιμίου τοϋ Σέλλαρς -π.ΕΙΣΑΓΩΓΗ 15 ράς. δέν μπορούμε νά άσκήσουμε μιά τέτοια άνά­ λυση άνακαλύπτοντας τά «θεμέλια» τής έμπειρικής γνώσης στά άντικείμενα «πού γνωρίζουμε άμεσα».γ1β). ή όποία ήταν βασικής ση­ μασίας τόσο γιά τον έμπειρισμό δσο καί γιά τον ορθολογι­ σμό.

Κέμπριτζ ΜασαχουσέτηςΌξφόρδη 1991). Κριτική. δπως καί ή πιο έπιτηδευμένη προέκτασή της. άλλά έπειδή είναι ένα αύτοδιορθούμενο εγχείρημα πού μπορει νά άμφισβητήσει όποιονδήποτε ισχυ­ ρισμό. Τό έργο τοϋ Σέλλαρς στή γραμμή αύτή συνδέεται μέ αύτό τών άμερικανών πραγματιστών -ιδίως τήν πολεμική τοϋ Πήρς κατά τοϋ δεδομένου στο δοκίμιό του Συνέπειες τεσσάρων άόυναμιών (Ρείτοε. Τό παλαιότερο βιβλίο τοΰ Γουίλλιαμς -θΓοηηάΙβ88 ΒβΗβ/ (Βίαοΐίννεΐΐ.. γιά τήν ϊδια τήν πραγματικότητα τών προβλημάτων πού οΐ φιλόσοφοι συζη­ τούσαν ύπό τον τίτλο αυτόν. Όξφόρδη 1977). Πρίνστον] 1979* [μτφ. Έδωσα μιά σύντομη έκθεση τών ρόλων πού έπαιξαν ό Κουάιν και ό Σέλλαρς στήν εγκατάλειψη τοϋ άτομισμοϋ και τοϋ θεμελιωτισμοϋ τών Ράσ­ σελ καί Κάρναπ στο δεύτερο μέρος τοϋ δ' κεφαλαίου τοϋ βιβλίου μου ΡΗιΙοΞορΗγ αηά ίΗβ Μ ϊγγογ ο/Ναίατβ ([ΡπηοεΙοη υΡ . στήν όποία δμως ταιριάζει πολύ καλά-. 1935). δχι έπειδή έχει ένα Θεμέλιο. Αθήνα 2001]). ή όποία έδωσε λαβή τόσο στον θεμελιωτισμό δσο καί στον καρτεσιανό σκεπτικισμό. . Τό επιχείρημά του είναι πώς είναι ή άτυχής ιδέα. άλλά μάλλον ένός πάρε-δώσε στά πλαίσια ένός συνεργατικού κοινωνικού προγράμματος. είναι έλλογη. €οη$β(]Ηβηεβ$ ο/ Ροιιγ Ιηεαραεΐίίβχ. Ρτα§ηιαίΐ$?η: Ρτοητ Ρβϊτεε ίο Οανίάζοη. ΕράίβηιοΙοξίεαΙ ΚβαΙίζτη αηά ίΗβ ΒαΞΪΞ ο/ ΞεβρίΐεΐΞπι. λΥεδίνιενν ΡΓ688. άν καί δχι όλους μαζί». Ιοίιη Ρ.ή έμπειρική γνώση. Λη Εγηρ'ιήεαΙ Ξιιτνβγ ο / ΕηιρϊήεΐΞηΐΞ. τό όποιο έθεσε τις βάσεις γιά τό ϋηηαίιίΓαΙ Ώοιιδίς. 1868) και τοϋ Ντιούη στο Μιά έμπερική επισκόπηση τών έμπειρισμών (ϋβ^©γ.. Ή άνάπτυξη καί ή υπεράσπιση τών προϋποθέσεων καί τών 6. Βΐ3θ1ί\νβ11.πολύ εύρύτερα καί προσεχτικά. Μιιιρ1ιγ. Στο βιβλίο αύτό ισχυρίστηκα έπίσης δτι ή εγκατάλειψη τοΰ θεμελιωτισμοϋ ίσως μάς οδηγήσει νά έγκαταλείψουμε τήν ιδέα δτι μάς χρειάζεται μιά «θεωρία τής γνώσεως».7Ή πρόταση αύτή μάς λέει δτι ή λογικότητα δέν είναι ζήτημα ύπακοής σέ νόρμες (τις όποιες οί έπιστημολόγοι θά ήλπιζαν νά μπορέσουν νά κωδι­ κοποιήσουν). βλ. 7.16 ΡΙΤΣΑΡΝΤ ΡΟΡΤΥ τήν ϊδια τήν ιδέα τής «επιστημολογίας». έφερε τήν ισχυρή επίδραση τοϋ Σέλλαρς. δτι ύπάρχει ένα φυσικό είδος πού καλείται «άνθρώπινη γνώση». Γιά μιά καλή έκθεση τοϋ άμερικανικοϋ πραγματισμοϋ -έκθεση άπό τήν όποία λεί­ πει σέ μεγάλο βαθμό ό Σέλλαρς. ΒοιιΜεΓ (Κολοράντο) 1990.6 Μιά άπό τις φράσεις τού δοκι­ μίου στήν όποία έχουν γίνει άφθονες παραπομπές είναι αύτή τής § 38 : «. Πρόσφατα άνέπτυξε τό θέμα αύτό ό Μάικλ Γουίλλιαμς (Μΐο1ΐ3€ΐ λνΐΠΐαπίδ) -στο βιβλίο του ϋηηαίιίΓαΙ Ώοιώίν. ή έπιστήμη. Ή φιλοσοφία και ό καθρέφτης τής φύσης.μιά πραγματεία κατά του θεμελιωτισμοϋ.

Οι § 48 μέ 63 περιλαμ­ βάνουν τον «μύθο τοϋ Τζόουνς» -μιά παραβολή πού εξηγεί γιατί μποροϋμε νά είμαστε νατουραλιστές χωρίς νά είμαστε συμπεριφοριστές. 1949) λίγο πριν άΛο τήν κυκλοφορία τών Φιλοσοφικών ερευνών τοϋ Βίττγκενστάιν (1954) ειχε κάνει τή βιττγκενσταϊνική άντίθεση πρός τήν ιδέα μιάς «ιδιωτικής γλώσσας» καί τήν ιδέα «οντοτήτων πού μποροΰν νά είναι γνωστές σέ ένα μόνο πρόσωπο» νά φαίνεται άξεχώριστη άπό τήν πολεμική τοϋ Ράυλ ένάντια στο «πνεϋμα μέσα στή μηχανή». Ή θέση τοϋ Σέλλαρς δτι τά έσωτερικά έπεισόδια στήν άρχή ήταν άξιωματικά τεθειμένες οντότητες μάλλον παρά προϊόντα παρατήρησης. τό όποιο θδ3ραν ό μάρτυρας τών συμβάντων αύτών σέ ένα εΐδος άυλου εσωτερικού θεάτρου. μαζί μέ τον Β ίττ^ ^ σ τά ιν. Ό τ α ν έγραφε ό Σέλλαρς. γιατί μποροϋμε νά δεχτούμε τις άμφιβολίες τού Βίττγκενστάιν γιά αύτό πού ό Σέλλαρς άποκαλει «αύτοκυρωτικά μή λεκτικά έπεισόδια» χωρίς νά συμμεριζό­ μαστε τις άμφιβολίες τοϋ Ράυλ γιά τήν ύπαρξη νοητικών οντοτήτων σάν τις σκέψεις καί τις έντυπώσεις τών αισθήσεων. καθιστούσαν σαφές μέ ποιόν τρόπο μπορούσε κανείς νά είναι βιττγκενσταϊνικός. τήν εικόνα ένός ματιού μέσα στον νοϋ. ’Ίσως ήταν ό πρώτος φιλόσοφος πού έπέμεινε δτι πρέπει νά δούμε τό «πνεϋμα» ώς ένα είδος ύποστασιοποίησης τής γλώσσας. Ό Σέλλαρς έδειξε πώς μπορούσε νά δώσει κανείς μιά μή άναγωγική παρουσίαση τών «νοητικών συμβάντων» άποφεύγοντας συγχρόνως. Ισχυρίστηκε δτι ή προθετικότητά τών πεποιθήσεων είναι μιά άντανάκλαση τής προθετικότητας τών προτάσεων μάλλον. έπρόκειτο γιά θέμα επίμαχο.ΕΙΣΑΓΩΓΗ 17 συνεπειών τοΰ ψυχολογικού νομιναλισμού δέν έξαντλεΐ ώστόσο τό περιεχόμενο τοϋ δοκιμίου. Διότι ή κυκλοφορία τοϋ Ή έννοια τοϋ νοϋ άπό τον Ράυλ (ΤΗβ €οηββρ( ο/Μ ΐηά. μαζί μέ τή θέση του γιά τό πώς ένας ομιλητής μπορει νά φτάσει νά έχει άναφορές ένδοσκόπησης (§ 59) τέτοιων έπεισοδίων. παρά τό . χωρίς νά είναι καί οπαδός τοϋ Ράυλ. Ό τρόπος μέ τον όποιο χειρίζεται ό Σέλλαρς τή διάκριση νοϋ καί σώματος άκολουθήθηκε άπό πολλούς φιλοσόφους τοϋ νοϋ κατά τις επόμενες δεκαετίες.

τι είναι τό νά βλέπεις κόκκινο» άναφέρεται σέ κάτι έντελώς διαφορετικό άπό δ. Ή τελευταία αύτή παρατήρηση μοΰ φαίνεται δτι περιγράφει πολύ άκριβώς τόν ρόλο τοΰ Σέλλαρς μέσα στήν πρόσφατη άναλυτική φιλοσοφία. Μιννεάπολις 1958. Ή επιμονή αύτή είναι κατ’ έξοχήν ρητή στήν πολύ διδακτική διαμάχη τοϋ Σέλλαρς μέ τον Τσίσχολμ (Κοάβποΐί ΟιίδΗοΙιη) πού άνατυπώθηκε μέ τον τίτλο «Ή προθετικότητά καί τό πνεϋμα» («Ιηΐ6ηΙΐοη&1ίΙγ αηά Ιΐιε Μοηίαΐ». ΜαΜη§ Ιί ΕχρΙϊεΐί: Κβα8οηϊη§. 2). 431. Δέν είναι δμως βέβαιο δτι ό Σέλλαρς θά ήταν άπό τήν πλευρά τοΰ Ντέννετ στο ζήτημα αύτό. Γιά νά συμφωνήσει κάνεις δτι ό Σέλλαρς έλυσε τό πρόβλημα τών σχέσεων νοΰ-σώματος. 9. 10.9 Έ ν α πρόσφατο βιβλίο τοϋ Ρόμπερτ Μπράντομ μέ τίτλο Διενκρινίζοντάς το10 μάς δίνεΓτήν^ καί 8. Αύτό. . άντί νά βλέπουμε τή γλώσσα ώς τήν έξωτερική έκδήλωση ένός έσωτερικοϋ καί μυστηριώδους πράγματος πού έχουμε οί άν­ θρωποι καί πού λείπει άπό τά ζώα. Ό π ω ς τό βλέπει ό Σέλ­ λαρς. ΒπκΙίοΓζΙ Βοοίίδ. έφόσον έτεινε νά σκεφτει πώς δ. καί στή σ. ώστόσο. Βλ. πρέπει νά άρνηθεΐ τήν ύπαρξη τών ποιοτήτων (φΐαΐΐβ). ώς μέρος μιάς νατουραλιστικά εξηγήσιμης έξελικτικής διαδικασίας. έχει ήδη έξηγήσει δ.τι άποκαλοϋμε «επιστημονική εικόνα τοϋ άνθρώπου» θά ήταν άτελές μέχρι νά άνακαλύψουμε νέες ειδικές μικροδομικές ιδιότητες ικανές νά έξηγήσουν τήν «σέ τελική άνάλυση ομοιογένεια» τών φαινομένων.τι χρειάζεται έξήγηση όσον άφορά τή σχέση πνεύματος καί κόσμου.8 Ή αντιστροφή αύτή έπιτρέπει νά καταλάβουμε τό πνεύμα ώς βαθμιαία εισερχόμενο στο σύμπαν μέσω καί διά τής βαθμιαίας άνάπτυξης τής γλώσσας. ό Ντέννετ άναγνωρίζει στον Σέλλαρς δτι ήταν αύτός πού εγκαινίασε τόν λειτουργισμό.18 ΡΙΤΣΑΡΝΤ ΡΟΡΤΥ αντίθετο. ένώ δλοι εφευρίσκουν εκ νέου τούς τροχούς του μέ εύχάριστη κανονι­ κότητα». ΤΗβ ΙηίβηίΐοηαΙ 8ίαηεβ. ό ίδιος ό Ντέννετ έχει κα­ ταστήσει σαφές τό χρέος του πρός τον Σέλλαρς. τή σχολή έκείνη μέσα στή σύγχρονη φιλοσοφία τοΰ νοϋ στήν όποια άνήκει καί ό ίδιος. ό Ντέννετ παρατηρεί δτι «ή επίδραση τοΰ Σέλλαρς ήταν πανταχοΰ παροΰσα. Μίηηβεοία 8ίηάιβ8 ΐη ίΗβ ΡΗιΙθ8ορΗγ ο / 8αβηεβ. ΚοββΓΐ ΒΓ&ικΙοιη. δέν πιστεύει κάνεις πώς «δ. τ. Ό πω ς καί νά ’χει ώς πρός αύτό. δπως ό Ντέννετ (ϋαηΐεΐ Οοηηεΐί) καί άντίθετα άπό τον Νέηγκελ (ΊΠιοπίΒδ Να§6ΐ). Σέ μιά υποσημείωση τής σελίδας αύτής. άν μπορει κανείς νά έξηγήσει πώς μπόρεσαν νά υπάρ­ ξουν οί κοινωνικές πρακτικές πού άποκαλοϋμε «χρήση τής γλώσσας».τι τό «νά έχει κανείς τήν προδιάθεση νά ονομάσει κάτι κόκκινο». Στή σ. Κέμπριτζ Μασαχουσέτης 1986. 349 λέει: «Σχεδόν κανένας δέν άναφέρει τόν Σέλ­ λαρς. άν καί ύποσυνείδητη (δΐιβίίππη&ΐ)». υηΐνεΓδΐΙγ οί Μΐηηβδοΐα Ρτεδδ. ΚβρΓβ8βηύηξ. άληθεύει μόνο άν.

Νί]Ηο£ί. ειδικότερα. ό. Ροές. δπως έπίσης και τις ύποθέσεις του γιά τήν άνάγκη νά άναπτύξει ή έπιστήμη μικροφυσικές εννοιες ικανές νά έξηγήσουν τή φαινομενολογία τής άντίληψης. γιά παράδειγμα. εις ΑηηαΙεη άβΓ ΝαίιιτρΗΐΙοΞορΙίΐβ. ΗιΐδδθΓΐΐδίΐίί 1 . ΒγεΙϊκΙοπι. εις Δευ­ καλίων 7/8. Ό χ ι δλες τις πλευρές τής σκέψης τοΰ Σέλλαρς. Χάγη 21963· μτφ. Καί οί δύο καλλιεργοΰν τήν κεντρική σκέψη τοΰ δα­ σκάλου τους γυμνώνοντάς την άπό τά τυχαία παρακολουθήματά της. «κυρίαρχη άπό τήν έποχή τοΰ διαφωτισμοΰ. ή θέση τοΰ Μπράντομ άπέναντί στο Ό έμπειρισμός και φιλοσοφία τοϋ νοϋ είναι άντίστοιχη αύτής τοΰ Ντέηβιντσον (ϋανίςίδοη) πρός τά Δύο Δόγματα (ό όποιος εγκαταλείπει αύτό πού άποκαλεΐ «έπήλυδα φιλοσοφικό πουριτα­ νισμό» τοΰ Κουάιν). Καρτεσιανοί στοχα­ σμοί. Ό Σέλλαρς υπαινίσσεται τις παρισινές διαλέξεις τοΰ Χοΰσσερλ (Ηιΐ5δ6Γΐ) πού δημοσιεύτηκαν [πρώτα σέ γαλλική μετάφραση] ώς Μβάΐίαύοηζ οαΜώίβηηβχ [νπη. 13. Τταααίιι& Ιοξΐεο-ρΗίΙθ8ορΗΐειΐ5. Από αύτή τήν άποψη. νά υιοθετήσει κανείς τήν καντιανή θέση δτι οί έποπτειες χωρίς έννοιες είναι τυφλές. σ.π. χνί.12 Το έργο τοΰ Μπράντομ μπορει νά τό δει κανείς έπωφελώς ώς μιά προσπάθεια νά όδηγηθει ή άναλυτική φι­ λοσοφία άπό τό καντιανό στο έγελιανό της στάδιο -μιά προσ­ πάθεια πού προτυπώθηκε στήν ειρωνική περιγραφή τοΰ Ό έμπειρισμός καί φιλοσοφία τοϋ νοϋ άπό τον Σέλλαρς μέ τή φράση «ίηαρΐοηΐ ΜβάίΙαύοηδ Ηβ£βΚβηηβ8» («άρχόμενοι Έ γελιανοϊ στοχασμοί» 13 § 20) καί τήν άναφορά του στον Έ γελο (Η©§β1) ώς «τον μεγάλο άντίπαλο τής “άμεσότητας”» (§ 1). Ά π ό τήν άποψη τοΰ Έγέλου. ΜαΙίΐηξ II ΕχρΙΐάί. είναι τό πρώτο βήμα πρός τήν εγκατάλειψη μιάς κακής φι­ λοσοφικής συνήθειας πού οί βρεταννοί έμπειριστές κληρο­ νόμησαν άπό τον Καρτέσιο (0©δοαΓΐ6δ) -τής συνήθειας νά αηά Οκοιιηΐνβ Οοηιηιΐίηιβηί.1971] και άπεκήρυξε άργότερα. Ό Μπράν­ τομ. Αθήνα 1994. μιά «σημασιολογική έξηγητική στρατηγική πού παίρνει τήν έννοια τ^·&ιηια$ωγής ώς βασική έννοια». Παρίσι 1931* πρωτότυπο: ΟαΓίβήαηΐϊΐοΗβ ΜβάΐίαΙΐοηβη.. 11. σέ άντίθεση πρός τήν έναλλακτική στρατηγικη. πού θεωρεί τήν έννοια τής παράστασης ώς τή βασική της έννοια».ΕΙΣΑΓΩΓΗ 19 συμπεριληπτική προσπάθεια νά συνεχίσει κανείς τή σκέψη τοΰ Σέλλαρς. έγκαταλείπει τήν προσπάθεια τοΰ Σέλλαρς νά άναβιώσει τήν «άπεικονιστική» σχέση γλώσσας και κόσμου πού ό Βίττγκεντάιν διατύπωσε στον Τταείαίιΐ8 [ΕοξύοΗ-ΡΗΐΙοΞορΗύοΗβ ΑδΗαηάΙιιηξ.22002]. ώστόσο.1951. Κέμπριτζ Μασαχουσέτης 1994. 1921· μτφ.11 Μάς δίνει. 12. ΗδΓνβΓά υΡ . .

τόν Ντιούη καί τόν Χάμπερμας (Η&Ββπηαδ). δ. δπως ό Κάντ. Στο 14. τόν Μάρξ.Ο. ΒγβικΙοπι. παρά έκείνη πού τόν οδήγησε στο σκεπτικιστικό συμπέρασμα δτι δέν θά είχαμε καμμία γνώση τών πραγ­ μάτων καθ’ έαυτά. 8. μέ τούς δρους τού Μπράντομ. Ρο§δοη-διπΐ11ι) σχετικά μέ τόν Σπινόζα (δρίηοζα): «Άν διαλέξει κάνεις νά δέσει τό πνεϋμα τοΰ Χριστοΰ μέ τά δεσμά τοΰ Ευκλείδη. άντί αυτών πού συνδέουν τόν Κάντ μέ τούς προκατόχους του. . τόν όψι­ μο Βίττγκενστάιν καί τόν Σέλλαρς). Ή θελα νά κάμω μιά παραλλαγή τοΰ έρωτήματος τοΰ ΠόγκσονΣμιθ (\ν. σημαίνει νά τονίσει κανείς τά χωρία στά όποια ό Κάντ προοικονομεΐ τόν Έ γελο. και νά μένουμε σκεπτικοί γιά τό καθε­ στώς τών γνωστικών ισχυρισμών μέχρι νά καταδειχθει μιά τέτοια άμεση σχέση.π.15Τήν έρώτησή μου υποκινούσε τό τελευταίο μέρος τοϋ Ό έμπειρισμός και ή φιλοσοφία τοϋ νοϋ. Εΐναι ή πλευρά τής Κ ρι­ τικής τοϋ καθαροϋ λόγου πού συνδέεται μέ τό καντιανό Σχέδιο μιάς παγκόσμιας ιστορίας μέ κοσμοπολίτικο περιε­ χόμενο μάλλον. «εΐναι δτι^ο^ρίσ^ς^οίί οί πρά­ ξεις πρέπει νά κατανοηθοϋν άρχικά μέ δρους τών ειδικών τρόπων μέ τούς οποίους άναλαμβάνουμε ευθύνη γι* αύτές». τόν Φρέγκε (Ρ㩧6). είναι οπαδοί μιάς «παραστατικής» θεωρίας (σάν τόν Καρτέσιο καί τόν Λόκ) μάλλον παρά μιάς «σύναγωγικής» θεωρίας (σάν τόν Λάιμπνιτς (Ιχί&ηίζ). πώς θα βρει άναγνώστες. τόν Κάντ. Οί πρώτοι εκτιμούν δτι οί έννοιες είναι παραστάσεις μάλλον (ή θεωρούμενες τέτοιες) τής πραγματικότητας παρά. Κάποτε πήρα τήν ελευθερία νά ρωτήσω τόν Σέλλαρς «πώς βρίσκει άναγνώστες κάποιος πού έχει διαλέξει νά δέ­ σει τό πνεϋμα τοϋ Έ γέλου μέ τά δεσμά τοϋ Κάοναπ». σ.14 Νά άκολουθήσει κανείς αύτή μάλλον τήν πλευρά τής σκέ­ ψης τοϋ Κάντ.» Ό Σέλλαρς δέν τό βρήκε καθόλου άστεΐο.20 ΡΙΤΣΑΡΝΤ ΡΟΡΤΥ ρωτάμε. ένα άπό τά λίγα σημεία δπου ό Σέλλαρς πραγματικά άφήνεται νά μιλήσει έλεύθερα. Ή θεμελιακή σύλληψη τοϋ Κάντ. 15.. Ή συνήθεια αύτή χαρακτηρίζει φιλο­ σόφους πού. μάς λέει ό Μπράντομ. κανόνες πού ορί­ ζουν πώς πρέπει νά γίνει κάτι. άν τό πνεύμα καταφέρνει ποτέ νά έλθει σέ άμεση έπαφή μέ τόν κόσμο. παρά μέ τόν Λάιμπνιτς καί τόν Χιούμ.

στή γλώσσα τοϋ Χένρυ καί τοϋ Γουίλλιαμ Τζέημς (Ηοηιγ. 'Η συμπερίληψη τοϋ Χένρυ Τζέημς άπό τον Σέλλαρς. άπό τον Πλάτωνα ώς τον Έ ιερ. αυτό δέν πειράζει καθόλου. άπό τή Φύση στο Π νεϋμα. έκει πού στα­ ματάει τό δοκίμιο τοϋ Σέλλαρς. δτι στο τέλος τής άναζήτησης καί τής Ιστορίας. ’Ίσως καί ώς έπίπληξη σέ ορισμένους εύκαιριακούς ισχυρισμούς τοϋ Έγέλου. γιά νά τό ποϋμε έτσι. οί όποιοι ήλπιζαν «νά βγοϋν άπό τον λόγο». γενικότερα. ϊσως καί μεΐς νά καταφέρουμε νά βγούμε. άποψη τής παγκόσμιας ιστορίας: Χρησιμοποίησα ένα μύθο [τον μύθο του Τζόουνς] γιά νά σκοτώσω ένα μύθο -τον Μύθο τοϋ Δεδομένου. στή Φαινο­ μενολογία. μάς υπενθυμίζει τή δικαιολογημένη καχυπο­ ψία του γιά τή λατρεία τής έπιστήμης. έφεϋραν τήν πιο περίεργη άπό δλες τις διαστάσεις. (§ 63) Τό έρώτημα αύτό χρησιμεύει στο νά συνδέσει τον Μύθο τοϋ Τζόουνς μέ τήν παρουσίαση πού δίνει ό Έ γελος.16 καί ώς ύπόμνηση τοϋ δτι ήθικό δίδαγμα τοϋ δοκιμίου στο σύνολό του είναι πώς. άπό τήν όποία πάσχει στά πρώτα της στάδια ή άναλυτική φιλοσοφία. . Ή μήπως ό άναγνώστης δέν αναγνωρίζει στον Τζόουνς τον Άνθρωπο τον ϊδιο στά μισά τοϋ δρόμου πού οδηγεί άπό τά γρυλλίσματα και τά βογκητά τής σπηλιάς στον λεπτό και πολυδιάστατο λόγο τοϋ σαλονιοϋ.ΕΙΣΑΓΩΓΗ 21 τμήμα αύτό μάς δίνει μιά σύντομη. στήν προσπάθεια τους νά βγοϋν έξω άπό τον λόγο (άίδοοιίΓδε) σέ μιά άρχή (ατοΗβ) πέρα άπό τον λόγο. Ό Μπράντομ άρχίζει. δπως αύτή τοϋ Αϊνστάιν. τοϋ εργαστηρίου καί τοϋ γραφείου. Ή καταλη­ κτική πρόταση χρησιμεύει ώς έπίπληξη δλων έκείνων τών φιλοσόφων. Άλλά είναι ό μύθος μου πραγματικά ένας μύθος. \νί1ΙΐαΐΊη ΐΕΐτΐ6δ) τοϋ Αϊνστάιν (ΕίηδΙεΐη) καί τών φιλοσόφων πού. άν καί δέν ύπάρχει τέτοια άρχή. καί κλείνει μέ μιά περιγραφή τής «πλήρους καί ρητής 16. γιά τή μετάβαση άπό τήν αισθητηριακή άντίλη­ ψη στή συνείδηση και τήν αύτοσυνειδησία -καί. άλλά περιεκτική.μαζί μέ τις διορθώσεις πού έπέφερε ό Δαρβίνος (Ό&πνίη) στήν παρουσίαση αύτή. Τό βιβλίο του βελτιώνει πολ­ λά άπό αύτά πού ό Σέλλαρς άποκαλοϋσε «άνοιχτά γραμμά­ τια».

άλλά έπίσης Γκάνταμερ (ΟΗοΙαπιβι·) καί Χάμπερμας. 643. συμπολίτες αύτού πού ό Μάικελ νΩκσχοτ (Μίοΐιαβί ΟαΚεδΙιοίΐ) άποκάλεσε μιά οίνίΐαδ ρβίββπηα. σ. δέν θυμίζει μόνο Μήντ (Μ©&<3) καί Ντιούη.τ. Τέτοιες μεταβάσεις.έ. Όδεύουσα πολιτεία. Οί φιλόσοφοι τών μή άγγλόφωνων χωρών συνήθως κατα­ πιάνονται πολύ σοβαρά μέ τήν σκέψη τού Έγέλου.22 ΡΙΤΣΑΡΝΤ ΡΟΡΤΥ ισορροπίας τών ερμηνειών πού δίνει μιά κοινότητα. εϊτε τά μέλη τών διαφορετικών αύτών έπιμέ­ ρους κοινοτήτων άναγνωρίζουν άλληλα εϊτε όχι». όπως έπίσης καί ό ιδιαίτε­ ρος έγελιανισμός τού Σέλλαρς καί τού Μπράντομ. άπό τήν άλλη.18 Αύτού τού είδους τό έλεύθερο καί εύκολο πέρασμα άπό τή φιλοσοφία τής γλώσσας καί τού νού. ό Ντέηβιντσον καί ό Γκάνταμερ.. Εί­ ναι εύχάριστο νά σκέφτεται κανείς ένα μέλλον όπου ή βαρετή άναλυτικο-ήπειρωτική ρήξη θά θεωρείται εκ τών ύστέρων ώς μιά άτυχής. Ό .19 17. . τής όποίας τά μέλη υιοθετούν μιά ρητά διαλογική στάση ό ένας έναν­ τι τού άλλου» -μιά ισορροπία πού ό Μπράντομ ταυτίζει μέ τήν «κοινωνική αύτοσυνειδησία». Σ. ό Ρώλς (ΚΗ\ν1δ) καί ό Φουκώ (Ροικ^ιιΐί). ό Πάτναμ (ΡυΙηαπι) καί ό Ντερριντά (ΌοΓπάα).π^α4. ΒΓ&ηάοπι.17 Ό Μπράντομ οραματί­ ζεται όλους τούς χρήστες γλώσσας ώς «μιά μεγάλη Κοινότη­ τα πού περιλαμβάνει μέλη άπό όλες τις έπιμέρους κοινότητες -τήν κοινότητα αύτών πού λένε “έμεις” μαζί μέ άλλους καί πρός άλλους. θά θεωρούνται συντα­ ξιδιώτες στο ϊδιο ταξίδι. στήν κοσμοϊστορική θέαση.π. πρόσκαιρη διακοπή επικοινωνίας -ένα μέλλον στο όποιο ό Σέλλαρς καί ό Χάμπερμας._ 19. μάς κά­ νουν νά σκεφτόμαστε ότι ή βασιζόμενη στήν ιδέα τής «κοι­ νωνικής πρακτικής» προσέγγιση τών παραδοσιακών θεμά­ των τής άναλυτικής φιλοσοφίας άπό τόν Σέλλαρς καί τόν Μπράντομ ϊσως βοηθήσει νά έπανασυνδεθει αύτή ή φιλοσο­ φική παράδοση μέ τή λεγόμενη «ήπειρωτική» παράδοση. 18. δ. άπό τή μία. ένώ ή φει­ δωλή εκπαίδευση στήν ιστορία τής φιλοσοφίας πού λαμβά­ νουν συνήθως οί άναλυτικοί φιλόσοφοι τούς βάζει στον πει­ ρασμό νά περνάνε άπευθείας άπό τόν Κάντ στον Φρέγκε.

τά πράγματα δέν είναι τόσο άπλά. 8η καί 15η Μαρτίου ύπό τον τίτλο «Ό Μύθος τοΰ Δεδομένου: Τρεις διαλέξεις γιά τον εμπειρισμό καί τή φιλοσοφία τοΰ νοΰ». γιά νά χρησιμοποιήσουμε τον έγελιανό δρο. οί προτάσεις. καί μπορει κανείς νά άρνηθει δτι ύπάρχουν «δεδομένα» ή δτι ύπάρχει κάτι τό «δεδομένο» μέ αύτή τήν έννοια χωρίς νά λέει κάτι παράλογο. τά ύλικά άντικείμενα.. τά καθό­ λου. οί πραγματικοί σύνδεσμοι.. σέ ένα καθαρό ύποσύνολο τών πραγμάτων πού καθορίζουμε μέσω παρατήρησης. δέν εννοούσε νά άρνηθει δτι ύπάρχει μιά διαφορά άνάμεσα στο νά σνμπεράνει κανείς δτι κάτι ισχύει καί. Ρβκβρίίοη. αηά ΚβαΙΐίγ. τό νά όεΐ κάνεις δτι κάτι ισχύει. Μιά άμφισημία των θεωριών τών αισθητηριακών δεδομένων [127/13]11. ή ύπαρξη «δεδομένων» θά έπιδεχόταν τόσο λίγη άμφισβήτηση δσο και ή ύπαρξη κα­ ταστάσεων άμηχανίας στή φιλοσοφία. 1. είναι φορέας ούσιαστικών θεωρη­ τικών δεσμεύσεων. λ. Άλλά. .τ. πού δό­ θηκαν τήν 1η. μέ πλάγια ή σελι­ δοποίηση τής έκδοσης τοΰ 1997 (πού δέν περιλαμβάνει τις προσθήκες τοΰ 1963 στο κείμενο τοΰ 1956). Ά ν ό δρος «δεδομένο» άναφερόταν άπλώς στο παρατηρούμενο καθό παρατηρούμενο ή. Σ. έμπειρισμός και ή φιλοσοφία τοϋ νοϋ* I. Υ π ο θ έ τ ω ΟΤΙ ΚΑΝΕΝΑΣ άπό τούς φιλοσόφους πού έναντιώθηκαν στή φιλοσοφική ιδέα τοϋ δεδομένου ή. Σέ άγκύλες παρατίθεται μέ δρθιους άριθμούς ή σελιδοποίηση τής έκδοσης τοΰ 1963 στο Ξάβηεβ.χ. [14] Πολλά πράγματα έχουν ειπωθεί «δεδομένα»: τά πε­ ριεχόμενα τής αίσθήσεως. Ή έκφραση «τό δεδομένο». οί πρώτες άρχές. δ. άκόμα καί τό γεγονός τό ίδιο τοϋ νά είναι κάτι δεδο­ * Τό κείμενο αύτό παρουσιάστηκε άρχικά στά πλαίσια τών Ειδικών Διαλέξεων Φιλοσοφίας 1955-56 τοΰ Πανεπιστημίου τοΰ Λονδίνου.π.Ό. ενδε­ χομένως. βέβαια.μ. τής άμεσότητας. δταν χρησιμοποιείται στά πλαίσια μιας έπαγγελματικής συ­ ζήτησης έπιστημολόγων.

Διότι μεταφέρουν σέ άλλα πράγματα. άν υπάρχουν φιλόσοφοι έντελώς έλεύθεροι άπό αυτήν. τά χαρακτηριστικά [128] τοΰ «δεδομέ­ νου». είναι κάποιες έπιμέρους μόνο παραλλαγές «δεδομένου». 2. Καί υπάρχει πράγματι ένας ορισμένος τρόπος ερμη­ νείας τών καταστάσεων πού ο! φιλόσοφοι αναλύουν μέ τούς δρους αυτούς. Ή δομή αύτή υπήρξε ένα κοινό χαρακτηριστικό τών περισσότερων άπό τά βασικά φιλοσοφικά συστήματα. άς ποΰμε. Οί πρώτες άρχές πού άποτελοϋν άντικείμενο έποπτείας καί οί συνθετι­ κοί άναγκαΐοι σύνδεσμοι ήταν οί πρώτοι στόχοι πού δέχτη­ καν τήν έπίθεση. Υ πήρξαν δμως καί κάποιοι θεωρητικοί τών αισθητηριακών δεδομένων -μερικοί άπό τούς οποίους θέλουν έπίσης νά θε­ ωρούνται «κλασικοί έκπρόσωποι». θά ισχυριζόμουν. Ένώ πολλοί άπό αύτούς πού καταφέρονται σήμερα κατά τής ιδέας τοΰ «δεδομένου» -καί είναι δλο καί πιο πολλοί. ούτε καν ό Έ γελος. Οί θεωρίες τών αισθητηριακών δεδομένων διακρί­ νουν χαρακτηριστικα άνάμεσα σέ εγα ΐνέρ ^ ψ ια (αοί) συνεί­ δησης (&\ναΓ©η68δ) καί. όνομάζοντάς το αμεσότητα. περιλαμβανομένων. πάντως είναι έλάχιστοι* οπωσδήποτε ό Κάντ δέν είναι άπό αυτούς καί. πού μπορεΐ δντως νά έκληφθεΐ ώς ή δομή τοΰ δεδομένου. αύτό είναι γιά μένα μόνο τό πρώτο βήμα σέ μιά γενική κριτική τής συνολικής δομής τοΰ δεδομένου.24 ΓΟΥΙΑΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ μένο.στήν πραγματικότητα καταφέρονται άπλώς κατά τών αισθητηριακών δεδομένων. άς ποΰμε σέ φυσικά άντικείμενα ή σέ σχέ­ σεις τοΰ φαίνεσθαι.οί όποιοι υποστήριξαν . Και άν άρχίζω τό έπιχείρημά μου επιτιθέμενος στις θε­ ωρίες τών αισθητηριακών δεδομένων. Καί ήταν τόσο διαδεδο­ μένη πού. τόσο τοΰ «δογματικού ορθολογισμού» δσο και τοΰ «σκεπτικιστικοΰ έμπειρισμοϋ». αύτός ό μεγάλος έχθρός τής «άμεσότητας».Άύτό κατά τοΰ οποίου καταφέρονται. Οί κλασικοί έκπρόσωποι τής θεωρίας κατά κανόνα χαρακτηρίζουν τά ένεργήματα αύτά «φαινομενολογικά άπλα» καί «μή περαιτέρω άναλύσιμα». Τό ενέργημα άποκαλεΐται συνήθως αίσθηση (δβηδΐη§). τήν έγχρωμη επιφάνεια τήν όποία έχει ώς άντικείμενο. γιά νά χρησιμοποιήσουμε τις καντιανές διατυπώσεις.

στά όποια Ηά&οιοι αναφερονται μιλώντας γιά οπτική αίσθηση. πάντως έχει τή μορφή. καί άλλοι πάλι μιλώντας γιά άπευθείας δρα4αη<>άπευθείας ακοή. κ. Θά υποθέσω δμως. τότε δέν μπορεΐ νά άποτελει ενέργημα.αίσθησης..ο. Στήν τελευταία περίπτωση. ή πάλι άν «τό χ γίνεται άπευθείας άκουστό» δέν σημαίνει άπλώς «τό χ εΐναι ένας ήχος πού αισθανόμαστε». κ. έχει δντως βαθύτερες ρίζες. τό νά εΐναι μιά οπτική αίσθηση ή ένα άμεσο .. χάρη στήν οποία τό νά είναι τό χ αισθητό σημαί­ νει νά εΐναι τό άντικείμενο ένός ένεργήματος.κ. Καί μολονότι ορισμένοι φιλόσοφοι φαίνεται νά σκέφτηκαν πώς άν ή αίσθηση μπορει νά άναλυθεΐ.Φαίνεται να ύπαρχουν πολλά εϊδη. αύτό είναι.Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 25 δτι ή αϊσθηση μπορεΐ νά^ά^αλυΒεϊ. καί αύτό είναι ένα ζήτημα άμφιλεγόμενο μεταξύ τών θεωρητικών τών αισθητηριακών δεδομένων. χωρίς νά διακρίνονται σαφώς. δποια άκριβώς κι άν είναι αύτή.λπ. Νά εΐναι ένα αισθητηριακό δεδομένο (δεηδ© άαίιπτι). ή ένα αίσθημα (δεηδίππ). . μιά συσχετική ιδιότητά του (γοΙ^ϊιογιβΙ ρΓορειΙγ) τού πράγματος πού αισθανόμαστε. πρέπει οπωσδήποτε νά χρησιμοποιήσουμε μιά άλλη έκφραση. πρός τό παρόν. κ. γιά τό πράγμα πού αισθα­ νόμαστε. Περιεχόμενο τής αϊσθησης ίΞβηςβ οοηίβηί) εΐναι ϊσως ό πιο ούδετερος δρος. Δέν εΐναι δμως σαφές άν πρόκει­ ται γιά εϊδη τής αίσθησης μέ τήν πλήρη σημασία τού δρου ή άν «τό χ γίνεται όρατώς αίσθητό» δέν σημαίνει άπλώς «τό χ εΐναι ένα κομμάτι χρώμα πού αισθανόμαστε». άν ή αίσθηση (άν ύπάρχει κάτι τέτοιο) είναι ενέργη­ μα. Γιά νά άναφερθούμε σέ ένα πράγμα πού αισθανόμαστε μέ τρόπο πού νά μή συνεπά­ γεται δτι γίνεται τή δεδομένη στιγμή δντως αισθητό.. άπτική αίσθηση. Τό αίσθητό (5βη5ΐΙ)Ιβ) έχει τό μειονέκτημα δτι προϋποθέτει πώς τά πράγματα πού αισθανόμαστε θά μπορούσαν νά ύπάρ­ χουν χωρίς νά τά αισθανόμαστε.λπ. [25] Ή άμφιβολία. κατά κανένα τρόπο δέν ήταν αύτή ή γενική γνώμη. δτι δσο άπλό (ή σύνθετο) καί νά είναι τό γεγονός δτι ένα χ γί­ νεται αισθητό. ρίζες πού μπορούν νά άναχθούν σέ μία άπό τις δύο γραμμές σκέψης πού διατρέχουν τήν κλασική θεωρία τών αισθητηριακών δεδομένων.

μ. Αισθητές γίνον­ ται οί καταστάσεις μάλλον παρά τά καθέκαστα. μποροΰμε κάλλιστα νά ρωτήσουμε [129] κατά τί φωτίζει ή έννοια τοΰ αισθητηριακού δεδομένου τά «θεμέ­ λια τής έμπειρικής γνώσεως». Τ&ΙδΕοΙιεη. ή (β) Ή αίσθηση είναι μιά μορφή γνώσης. Ό πότε θά έλεγε κανείς δτι ή αίσθηση αισθητηριακών περιεχομένων δέν μπορει νά άποτελει γνώση.τ. Στήν (α) έκδοχή. Ή αίσθηση δέν είναι γνώση. δπως τό νά είναι ένα αισθητηριακό δεδομένο είναι μιά συσχετική ιδιότητα τοΰ έκάστοτε περιε­ χομένου τής αίσθησης. κατά περίπτωση. δηλαδή. Σ. άκόμα και σέ μιά μή συναγωγική γνώση. συγκεκριμένα δταν τονίζεται τό δτι τους (ό χαρακτήρας δεδομένου). ηοΐ οί Ιΐήη§δ).26 ΓΟΥΙΑΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ άκουσμα θά ήταν μιά συσχετική ιδιότητα τοΰ έκάστοτε ένεργήματος αίσθησης. 3.1: ϋ ΐε \Υε11 ΐδΐ άΐε Οεδππιΐΐιεΐΐ άεΓ Ταίδαςίιεη. τό γεγονός δτι ένα αισθητηριακό περιε­ 2. ϊσως έκπλαγοΰμε παρατηρώντας δτι. Ή ύπαρξη αισθητηριακών δεδομένων δέν συν­ επάγεται λογικά τήν ύπαρξη γνώσης. πού έχουν τή μορφή δτι κάτι είναι έτσι καί έτσι ή κάτι βρί­ σκεται στήν τάδε σχέση μέ κάτι άλλο. τήν ιδέα δτι ή εμπειρική γνώση έχει ένα θεμέλιο σέ μιά μή συναγωγική (ηοη-ίηίβΓβηΙί&Ι) γνώση τής πραγματικότητας. οντε συναγωγική ούτε μή συναγωγική* καί. δπως στή δεύτερη κιόλας γραμμή τοΰ βιττγκενσταϊνικοϋ ΤταααΐΗ3 (1. κατά τούς θεωρητι­ κούς τών αισθητηριακών δεδομένων. . άντικείμενα. υποτίθε­ ται. ένώ δταν ενδιαφέρει τό τί τους (δτι δέν είναι κάτι άπλό) ή μετάφραση είναι καταστάσεις ή καταστάσεις πραγ­ μάτων. είναι καταστάσεις (/αείχ)2 [16] μάλλον παρά καθέκαστα. Αποδίδονται στή συνέχεια και ώς γεγονότα. αύτό πού γίνεται αισθητό είναι τά καθέκαστα. Γιατι αύτό πού γίνεται γνωστό. άν είναι έτσι. Ό θεωρητικός τών αισθητη­ ριακών δεδομένων θά έμοιαζε μάλλον υποχρεωμένος νά διαλέξει άνάμεσα στις παρακάτω άποφάνσεις: (α) Αισθητά γίνονται τά καθέκαστα. Ά ν τώρα σκεφτοΰμε δτι ή έπιστημολογική κατηγορία τοΰ δεδομένου σκοπό έχει νά εξηγήσει περαιτέρω. ηΐοΐιΐ ά&τ ϋίη§ε· αγγλικά: Ήιε ννοιίά ίδ Ιΐιε ΙοΙ&1ίΙγ οί ίαοΐδ.

ή μή συναγωγική γνώση μιας καθέκαστον πραγματικότητας θά προϋπέθετε λογικά τήν ύπαρξη τών αισθητηριακών δεδομένων (γιά πα­ ράδειγμα. ό θεωρητικός τών αισθητηριακών δεδομένων θά μπορούσε νά δώσει τήν έντύ­ πωση δτι θέλει νά έχει καί τήν πίττα ολόκληρη καί τον σκύλο χορτάτο. Θά ήταν πολύ βιαστικό. (β). δσο δείχνει αύτή ή διατύπωση. Θά πρέπει νά πει κάτι σάν τό παρακάτω: . τό άντίστροφο θά μπορούσε κάλλιστα νά άληθεύει. 4. αύτό πού αισθανόμαστε θά ήταν κάποιες καταστάσεις μάλλον παρά τά καθέκαστα. δμως. τό νά βλέπει κανείς δτι ενα ορισμένο φυσικό άντι­ κείμενο είναι κόκκινο θά προϋπέθετε λογικά τήν αίσθηση ένός κόκκινου αισθητηριακού περιεχομένου). άκόμα καί άν ή αίσθηση ένός κόκκινου αισθητηριακού περιεχομένου δέν ήταν ή ίδια ένα γνωστικό γεγονός καί δέν συνεπαγόταν τήν κατοχή μή συναγωγικής γνώσεως. Γιατί έπιμένει χαρακτηριστικά και δτι ή αίσθηση είναι γνώση καί δτι αισθανόμαστε τά καθέκαστα. άντιστοίχως. Στή δεύτερη έκδοχή. [17] Αλλά. Δηλαδή. Τό «νά έχει τήν πίττα» καί τό «νά είναι ό σκύλος χορτάτος» μπορούν νά συνδυαστούν χωρίς παραλογισμό ύπό τον δρο δτι θά χρησιμοποιήσει τό ρήμα γνωρίζω καί. νά συμπεράνουμε δτι ή έκδοχή αύτή άποκλείει κάθε λογικό σύνδεσμο άνάμε­ σα στήν αίσθηση τών αισθητηριακών δεδομένων και τήν κα­ τοχή μή συναγωγικής γνώσης. Αντιμέτωπος μέ αύτή τήν επιλογή. καί πάλι.Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 27 χόμενο έγινε αισθητό θά ήταν ένα μή έπιστημικό (ηοη-βρίΜβτηίό) γεγονός άφορών τό συγκεκριμένο περιεχόμενο τής αίσθησης. Διότι άκόμα και άν ή αίσθηση τών αισθητηριακών περιεχομένων δέν συνεπαγόταν λογικά τήν ύπαρξη μιας μή συναγωγικής γνώσης. τή λέξη δεδομένο μέ δύο διαφορετικές σημα­ σίες. Ή θέση του πάντως δέν είναι τόσο άπελπιστική.*ή αίσθηση αισθητηριακών πε­ ριεχομένων θά συνεπαγόταν λογικά τήν ύπαρξη μή συνα­ γωγικής γνώσης γιά τον άπλό λόγο δτι θά ηταν ή γνώση αύτή.

θά λέω γιά ένα περιεχόμενο τής αίσθησης δτι τό γνωρίζουμε άν τό αισθα­ νόμαστε (τελεία).χ.. έχουν έναν ορισμέ­ νο χαρακτήρα. θά λέω δτι τό αισθητηριακό περιε­ χόμενο τό αισθανόμαστε ώς κάτι πού είναι.χ.χ.. π. τά κόκκινα αισθητηριακά περιεχόμενα. όπως στά επόμενα: Γνωρίζεις τόν Γιάννη. π.χ . π.» καί «Έ χεις κάνει τή γνωριμία τού Προέδρου. Τέλος. Έπειδή οί έρωτήσεις αύτές εΐναι ισοδύναμες πρός τις ερωτήσεις «Έ χεις κάνει τή γνωριμία τού Γιάννη. εΐναι λογικά άναγκαιο. Σημειώστε ότι. π. τό γεγονός δτι εχει [130] αυτόν τόν χαρακτήρα νά εΐναι γνωστό κατά μή παράγω γο τρόπο. καί. ότι ήταν κόκκινο. π.χ. "Οταν ένα τέτοιο γεγονός γίνε­ ται γνωστό κατά τρόπο μή συναγωγικό δσον άφορά ένα πε­ ριεχόμενο τής αίσθησης. κόκκινο. ή φράση «γνώση άπό γνωριμία» προσφέρεται ώς μιά χρήσιμη μεταφορά γιά .ότι εΐναι «γνωστό».χ. κόκκινο. Νά πει κανείς γιά ένα αισθητηριακό π ε­ ριεχόμενο -ένα κομμάτι χρώμα. μέ δεδομένους τούς ορισμούς αυτούς. κόκκινο.28 ΓΟΥΙΑΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ Ή μή παραγωγή γνώση πάνω στήν οποία στηρίζεται ή κο­ σμοεικόνα μας είναι ή γνώση δτι ορισμένα πράγματα. όταν ένα αισθητηριακό περιεχόμενο γίνεται αισθητό. Γνωρίζεις τόν Πρόεδρο. στήν καθημερινή χρήση. θά σήμαινε νά πει ότι κάποιο γεγονός σχετικό μέ αύτό είναι γνωστό κατά μή παράγωγο τρόπο. Αύτή ή αξιωματική χρήση τού γνωρίζω θά βοηθοϋνταν ώστόσο άπό τό γεγονός ότι. γιά νά τονίσω δτι ή αίσθηση είναι ένα γνωστικό ή έπιστημικό γεγονός. να γίνεται αισθητό ώς εχον εναν ορισμένο χαρακτήρα. π. ότι τό νά γίνεται αίσθητό ένα αισθητηριακό περιεχόμε­ νο θά ήταν γνώση μόνο κατά μία σημασία τού γνωρίζω τε­ θειμένη εξ ορισμού.». υπάρ­ χει μιά έννοια τού γνωρίζω κατά τήν οποία τό γνωρίζω [75] άκολουθεΐται άπό ένα ούσιαστικό ή μιά περιγραφική φράση ή οποία άναφέρεται σέ ένα καθέκαστον. αν γίνεται αισθητό ώς εχον εναν ορισμένο χαρακτήρα. Σημειώστε έπί­ σης. Καί θά λέω γιά ένα αισθητηριακό περιεχόμενο δτιτό αισθα­ νόμαστε (τελεία) άν τό αισθανόμαστε ώς κάτι πού έχει έναν ορισμένο χαρακτήρα.

. διατηρήσει. δντως. άπό τούς θεωρητικούς τών αισθητηριακών δεδομένων δντως σκέφτηκαν τον χαρα­ κτήρα δεδομένου τών περιεχομένων τής αίσθησης ώς τή βα­ σική έννοια τής δομής «αισθητηριακό περιεχόμενο». παγιώθηκε σέ τεχνικό ορο. Κηο\ν1βά§© βοςυπΐπίαποε.μ.τ. διαρρηγνύοντας έτσι τή λογική σύνδεση τών αισθητη­ ριακών δεδομένων καί τής μή παράγωγης γνώσης τήν όποία ύποστηρίζει ή κλασική μορφή τής θεωρίας. άντιπαρατίθεται στή 1ίηο\ν1β(3§6 βν άβδοπρίίοη. άν τό άποτέλε3. Έκει δπου αύτό εϊτε δέν γίνεται συνειδητό. Είναι σαφές δτι καταργεΐται άπό αυτούς πού σκέ­ φτονται τήν αίσθηση ώς ένα μοναδικό καί μή άναλύσιμο ένέργημα. ύπό μία έννοια. Ό ρ ος τοΰ Ράσσελ. Αύτό μάς φέρνει άντιμέτωπους μέ τό γεγονός δτι. εϊτε λησμονεΐται. δπως πολλές άλλες χρήσιμες μεταφορές. ένώ έκ πρώτης δψεως μοι­ άζουν νά έχουν διαρρήξει τον σύνδεσμο αύτό (θεωρώντας τήν αίσθηση τών περιεχομένων τής αίσθησης ώς τή βασική έννοια [19] τής δομής «αισθητηριακό δεδομένο») θά τον έχουν έντούτοις. Εϊδαμε πώς τό γεγονός δτι ένα αισθητηριακό περιεχό­ μενο τής αίσθησης είναι ένα δεδομένο (άαίηπι) (άν.Τί συμ­ βαίνει τότε μέ τή λογική σύνδεση στήν κατεύθυνση αίσθηση αισθητηριακών περιεχομένων -* κατοχή μή παράγω γης γνώσης. άν δχι οί περισσότεροι. πολλοί.Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 29 αύτή τήν άξιωματική έννοια τοΰ γνωρίζω και γι’αύτό. παρά τις παραπάνω σκέ­ ψεις. 5. Σ. Ένώ αύτοί πού σκέφτονται τήν αίσθηση ώς μιά άναλυτή κατάσταση πραγμάτων. οί θεωρητικοί τών αισθητηριακών δεδομένων είναι ένδεχόμενο νά καταλήξουν νά σκέφτονται τον χαρακτήρα δεδομέ­ νου τών αισθητηριακών περιεχομένων ώς τή βασική ή πρω­ τογενή έννοια τής δλης δομής τών αισθητηριακών δεδομέ­ νων. υπάρχουν τέτοια γεγονότα) συνεπάγεται λογικά δτι έχει κα­ νείς μή παράγωγη γνώση μόνο άν τό νά πει κανείς δτι ένα αισθητηριακό περιεχόμενο είναι δεδομένο ορίζεται άπό τά συμφραζόμενα μέ δρους μή παράγωγης γνώσης ένός γεγο­ νότος σχετικοΰ μέ τό περιεχόμενο αύτό τής αίσθησης.

σέ μή έπι­ στημικά γεγονότα. συνεχοϋς σύζευξης. εΐναι οί γνωστικοί όροι. εϊτε φαινομενολογικά εϊτε συμπερι­ φοράς. ΝαΙιΐΓ&ΗδΙίο ίαΐΐαογ.30 ΓΟΥΙΑΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ σμα πού έχουν άπό τήν άνάλυση τοϋ τό χ είναι ενα κόκκινο αισθητηριακό δεδομένο άποδεικνύεται ϊδιο μέ τό άποτέλεσμα πού έχουν άπό τήν άνάλυση τοϋ είναι γνωστό μέ μή πα ­ ράγω γο τρόπο δτι τό χ εΐναι κόκκινο. στή συνάφεια αύτή. Έθεωρειτο χαρακτηριστικά ότι νά γίνει αίσθητό ένα αισθητηριακό περιεχόμενο σήμαινε νά είναι ένας κρίκος σέ ένός [131] είδους άλυσίδα αισθητηριακών περιεχομένων. ώστόσο. ή έστω σχέδιαζαν άδρομερώς. νομί­ ζω. 4. Ή συνέπεια πού είχαν ξεπροβοδίσει άπό τήν κύρια είσοδο θά έχει έπιστρέψει άπό τήν πίσω πόρτα. θά άποτελέσει όμως κεν­ τρικό θέμα σέ μιά ύστερότερη φάση τοϋ έπιχειρήματός μου. αίτιακά προσδιορισμένης άνάκλησης στή μνήμη -άκόμα και σχέσεις πραγματικής σύνδεσης ή σχέσεις κατοχής άπό ένα ύποκείμενο. ριζικά έσφαλμένη -μέ τόν ϊδιον τρόπο πού εΐναι εσφαλ­ μένη στήν ήθική ή «νατουραλιστική πλάνη». εϊτε δημόσια εϊτε ιδιωτικά. Σ. κατά τήν κλασική περίοδο τών θεωριών τών αισθητηριακών δεδομένων. εΐναι. μέ τις σχέσεις πού συνιστοϋν τήν άλυσίδα αύτή νά είναι σχέσεις χωροχρονικής παράθεσης (ή επικάλυ­ ψης). Διότι αυτοί. Ή ιδέα πάλι ότι τά έπιστημικά γεγονότα μποροΰν νά άναλυθοϋν χωρίς ύπόλοιπο -έστω «κατ’ άρχήν». Είναι ένδιαφέρον νά σημειώσουμε. ένα σύνολο όρων πού λάμπει διά τής άπουσίας του. ότι έκεΐνοι πού. όσο άφειδώς κι άν τή συν­ οδεύσουμε μέ ύποτακτικές καί υποθετικά μόρια. άνέλυαν.μ.4 Δέν θά έπιμείνω στο σημείο αύτό πρός τό παρόν.τ. Ό ρ ος τοΰ Μούρ άπό τά Ρήηάρΐα ΕΐΗίεα (1903). έθεωρειτο ότι ανήκαν σέ ένα άνώτερο έπίπεδο περιπλοκότητας. . 5Α ν ύπάρχει. «ΚβίιιΙ&Ιίοη ο£ ΙάεαΙίδΐη») μέχρι περίπου τό 1938. άς ποϋμε άπό τήν Ανασκευή τοϋ ίδεαλισμοϋ τοϋ Μούρ (Μοογο. μιά άνάλυση τής αίσθησης. τό έκαναν μέ όρους μή έπιστημικούς. σάν τήν «αίσθηση» πού υποβαλλόταν σέ άνάλυση. δπου και ή κλασική έκτοτε προβληματική.

εχει συνείδηση.Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 31 Αυτό πού θέλω νά τονίσω είναι πώς όλοι άνεξαιρέτως οί κλασικοί φιλόσοφοι τών αισθητηριακών δεδομένων. ένώ ένα νεογέννητο. καμμιά οργάνω­ ση συνδέσεων έρεθίσματος-άπόκρισης. Ά ν δμως ένας φιλόσοφος τών αισθητηριακών δεδομέ­ νων θεωρεί δτι ή ικανότητα νά αισθάνεται κανείς αισθητη­ ριακά περιεχόμενα δέν είναι έπίκτητη. δτι θά παραήταν παράξενο νά ύποθέσει κανείς δτι ή άπλή ικανότητα νά αισθάνεται κάνεις έναν πόνο ή νά βλέπει ένα χρώμα. ζωηρό καί πού κλωτσάει. είναι δντως επίκτητη. κανένα σχηματισμό συνειρμών. είναι κι αύτή έπίκτητη καί εμπλέκει μιά διαδικασία σχηματισμού έννοιών. [20] τά χρησιμοποίησαν ώς θεμέλια ύπό μιάν άλλη έννοια. καί αύτοί πού θεώρησαν δτι συγκροτείται άπό ενερ­ γήματα πού είναι συγχρόνως και μή άναγώγιμα και γνωστι­ κά. ένας άνθρωπος μέ ταυτότητα. δπως αύτή τοϋ δτι. καί αύτοί πού θεώρησαν δτι ό χαρακτήρας δεδομένου τών πε­ ριεχομένων τής αίσθησης άναλύεται σέ μή έπιστημικούς δρους. ή όποία νά προϋποθέτει άποκτημένες ικανότητες. τοϋ είναι σαφώς άδύνατο νά δώσει μιά άνάλυση τοϋ ό χ αισθάνεται ένα αισθητη­ ριακό περιεχόμενο. ή τάση τους ήταν νά εξισώνουν τήν αίσθηση αισθητηριακών περιε­ χομένων μέ τή συνείδηση. γιά πα­ . δπως δταν λέμε γιά κάποιον πού δέχτηκε ένα χτύπημα στο κεφάλι [καί είναι αναίσθητος] δτι δέν έχει συνείδηση. 6. καί προϋποθέτει μιά (περί­ πλοκη) διαδικασία σχηματισμού εννοιών. Έπομένως δέν μπορει νά άναλύσει τό ό χ αισθά­ νεται ενα κόκκινο αισθητηριακό περιεχόμενο π ώ ς ο χ γνω ­ ρίζει κατά μή παράγω γο τρόπο δτι τό π είναι κόκκινο. δμως. παρά μόνο άν είναι έτομος νά δεχθεί δτι ή ικανότητα νά έχει κα­ νείς τέτοια μή παράγωγη γνώση. μ’ ένα λόγο νά αισθάνεται αισθητηριακά περιε­ χόμενα. Διότι θεώρησαν δτι τό νά έχει κάτι τον χαρακτήρα τοϋ δεδομένου είναι ένα γεγονός πού δέν προϋποθέτει καμμιά έκμάθηση. Θά παραδέχονταν βέβαια δτι ή ικανότητα νά γνωρίσουμε δτι ένα πρόσωπο. σέ μιά δεδομένη στιγμή. τώρα. Έ ν όλίγοις. αισθάνεται έναν πόνο. Θά έπέμεναν.

Β καί Γ συνιστοϋν τρί­ λημμα. ένα μή γνωστικό γεγονός πού μπορεΐ νά είναι μιά άναγκαία προϋπόθεση. Γ. σχηματισμό έννοιών. καί στήν περίπτωση αύτή ή αίσθηση περιεχομένων αίσθησης γίνεται ένα μή γνωστικό γεγονός -βέβαια. άκόμα και τή χρήση συμβόλων.έχουν νά άντιμετωπίσουν ένα τρίλημμα άποτελούμενο άπό τις τρεις παρακάτω προτάσεις: [21] Α. Μπορεΐ νά έγκαταλείψει τό Α. Έ π ο ­ μένως ή παραπάνω άνάλυση δείχνει σαφώς δτι οί κλασικές θεωρίες τών αισθητηριακών δεδομένων [132] -τονίζω τό επίθετο. ή. «έτερόδοξες» θεωρίες τών αισθητηριακών δεδομένων πού πρέπει νά λάβουμε ύπόψη μας. Β. Οί Α καί Β μαζί συνεπάγονται δχι-Γ* οί Β καί Γ συνεπά­ γονται δχι-Α* οί Α καί Γ συνεπάγονται δχι-Β. κάθε γνώση δτι κάτι είναι ετσι και ετσι. μή παράγωγης γνώσης. Ή ικανότητα νά αισθάνεται κανείς περιεχόμενα αίσθησης είναι μή έπίκτητη.τι στον κα­ . κάθε υπαγωγή τών καθέκαστα σέ κάποια καθόλου προϋποθέτει εκμάθηση. στήν ιδιόλεκτο τοϋ λογικοϋ. άκόμα καί μιά λογικά άναγκαία προϋπόθεση. καί στήν περίπτωση αύτή πρέπει νά πληρώσει τό τίμημα τής άποκοπής τής έννοιας τοϋ αίσθητηριακοϋ δεδομένου άπό δ. Ά π α ξ καί αναγνωρίσει ό θεωρητικός τών αισθητη­ ριακών δεδομένων τό γεγονός δτι Α. Ή ικανότητα νά γνωρίζει κανείς γεγονότα τοϋ τύπου τό χ είναι φ είναι έπίκτητη. ένα κόκκινο αισθητηριακό περιεχόμενο είναι κόκκινο. 2. Ό χ αισθάνεται κόκκινα περιεχόμενα αίσθησης π συνεπάγεται ό χ γνωρίζει κατά μή παράγω γο τρόπο δτι τό π είναι κόκκινο. γιατί υπάρχουν καί άλλες. 1. άλλά πάντως ένα γεγονός πού δέν μπορεΐ νά άποτελεΓτή γνώση αύτή.32 ΓΟΥΙΛΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ ράδειγμα. ποιό άπό τά τρία θά διαλέξει νά εγκαταλείπει. Μπορεΐ νά έγκαταλείψει τό Β. δέν είναι ή ϊδια έπίκτητη. Καί αύτό μάς φέρνει αντι­ μέτωπους μέ τό γεγονός δτι οί περισσότεροι φιλόσοφοι μέ έμπειριστική νοοτροπία έχουν τήν τάση νά σκέφτονται δτι κάθε ταξινομήτική συνείδηση.

Καί νομίζω ότι άπό τή στιγμή πού θά στρέψουμε τήν προσοχή μας πάνω τους. Νά έγκαταλείψει τό Γ θά σήμαινε όμως νά άντιταχθεΐ στις κυρίαρχες νομιναλιστικές τάσεις τής έμπειριστικής παράδοσης. Ή πρώτη ιδέα σαφώς προκύπτει όποτε προσπαθούμε νά εξηγήσουμε [133] τά γεγονότα τής αισθητηριακής άντίληψης μέ έπιστημονικό τρόπο. γιά παράδειγμα.λπ. γαργάλημα και φαγούρα. αισθήματα.. αισθήσεις τοϋ κόκκινου ή τοϋ ντο δίεση.Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 33 θημερινό μας λόγο λέμε αισθήσεις. ότι ή πρός τό μέρος μας επιφάνεια ένός φυσικού άντικειμένου είναι κόκκινη καί τριγωνική. Πώς μπο­ ρούν οί άνθρωποι νά έχουν τήν έμπειρία πού περιγράφουν λέγοντας «Ή ταν σάν νά έβλεπα ένα κόκκινο καί τριγωνικό φυσικό άντικείμενο» έκει πού εϊτε δέν ύπάρχει κανένα άπο- .χ. γίνεται εύκολο νά δοϋμε πώς ήταν δυνατή ή σύγχυση τών δύο αύτών ιδεών μέσα στήν παραδο­ σιακή έπιστημολογία. (2) Τής ιδέας ότι ύπάρχουν κάποια έσωτερικά έπει­ σόδια πού είναι οί μή παράγωγες γνώσεις ότι κάποια πράγματα είναι. πού μπορούν νά συμβοϋν σέ άνθρώπινα όντα (ή καί ζώα) χωρίς προηγούμενη διαδικασία εκμάθησης ή σχηματι­ σμό έννοιών* καί χωρίς τά όποια [22] θά ήταν υπό μίαν έννοια άδύνατο νά δοϋμε. Ή κλασική έννοια τοϋ αισθητηριακού δεδομένου άρχίζει οπωσδήποτε νά μάς φαίνεται ώς τό νόθο προϊόν δύο ιδεών: (1) Τής ιδέας ότι ύπάρχουν κάποια έσωτερικά έπει­ σόδια -π. ή νά άκούσουμε ότι ένας ορισμέ­ νος φυσικός ήχος είναι ντο δίεση. μετεικά­ σματα. κ. γιά παράδειγμα.. 3. κόκκινα ή ντο δίεση* καί ότι αύτά τά έπεισόδια είναι οί άναγκαϊες προϋποθέ­ σεις τής έμπειρικής γνώσης στο μέτρο πού δίνουν άποδεικτικά στοιχεία (ενίάοηοβ) γιά όλες τις άλλες έμπειρικές προτάσεις. 7. πού συνήθως οί θεωρητικοί τών αισθητηριακών δεδομένων θεωρούν ότι είναι τά κατά τόν κοινό νοϋ άντίστοιχά του (οουηίθΓραΓίδ).

μ. δταν κάποια αιτία τούς κάνει νά έχουν «μιά αίσθηση ένός κόκκινου τριγώνου»· ένώ χωρίς τήν αίσθηση αύτή. Ή έξήγηση χοντρικά λέει δτι στήν κάθε περίπτωση στήν όποία έχει κανείς μιά τέτοια έμπειρία. ούτε έπιστημικό ούτε γνωστικό. [23] Στήν πορεία τοΰ έπιχειρήματός μου θά έχω νά πώ πολλά άκόμη γι’ αύτό τό είδος «έξήγησης» τών άντιληπτικών καταστάσεων. Σ. άς ποΰμε. μοιάζει. δέν είναι οΰτε κόκκινο οΰτε τριγωνικό.34 ΓΟΥΙΛΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ λύτως φυσικό αντικείμενο.τι άποκαλοΰμε μιά «αίσθηση» ή μιά «έντύπωση» «ένός κόκκινου τριγώνου». τό όποιο έχει τή δική του λογική γραμματική. καί θά μπορούσε νά ύποστηριχθεΐ δτι τό νά έχει κανείς μιά αίσθηση κόκκινου τριγώνου είναι ένα δΐιί ββηβπδ γεγονός. σάν νά υπάρχει ένα φυ­ σικό αντικείμενο μέ μιά κόκκινη καί τριγωνική μπροστινή έπιφάνεια. Δυστυχώς ή ιδέα 5. τήν «άναφορικότητα» («ίηΐ6ηΙίοη&1ίΙγ») τής δεύτερης. Υ πάρχει βέβαια ό πειρασμός νά έξισώσουμε τό «έχω μιά αίσθηση κόκκινου τριγώνου» μέ τό «σκέφτομαι μιά ούράνια πόλη» καί νά άποδώσουμε στήν πρώτη πρόταση τον έπιστημικό χαρακτήρα. δσον άφορά τήν παραπάνω διατύ­ πωση. ειτε. μπορεΐ νά έχει τήν αίσθηση ένός κόκκινου τριγώνου χωρίς ούτε νά βλέπει οντε νά δίνει τήν εντύπωση δτι βλέπει πώς ή πρόσθια όψη ένός φυσικού άντικειμένου είναι κόκκινη καί τριγωνική· στούς ένήλικες.τ. Ή μετάφραση δμως μπορεΐ έδώ νά μάς υπενθυμί­ σει τήν καντιανή θεωρία τών ΐηίεηδΐνοη ΟγοΒοπ πού βρίσκεται στο φόντο. Ή πυρηνική ιδέα είναι δτι ή άμεση αιτία μιας τέτοιας αίσθησης όφείλεται στήν κοντινή πρός τον άντιλαμβανόμενο παρουσία ένός κόκκινου καί τριγωνικού φυσικού άντικειμένου μόνο σε μ ε­ γά λο βαθμό'5 καί δτι ένώ ένα μωρό. Ρογ ΐΗε ιηοδί ρ&Γί. δέν ύπάρχει λόγος νά ύποθέσουμε δτι τό νά έχει κα­ νείς μιά αίσθηση κόκκινου είναι ένα γνωστικό ή έπιστημικά γεγονός. έχει δ. μιά τέτοια έμπειρία δέν είναι δυνατή. εϊτε άληθινή εϊτε δχι. Α λλά μπορούμε νά άντισταθοΰμε στον πειρασμό αύτό. . συνήθως. άν υπάρχει. Αύτό πού θέλω πρός τό παρόν νά το­ νίσω είναι εντούτοις δτι.

άκρόαση. θά σήμαινε νά τοποθετήσουμε τήν εμπειρική γνώση πάνω σέ μιά πολύ έπισφαλή βάση -καί στήν πραγματικότη­ τα νά άνοίξουμε τήν πόρτα στον σκεπτικισμό κάνοντας τή λέξη γνώση στή φράση «έμπειρική γνώση» άπλή κοροϊδία. ή θεμελίωση αύτή δέν μπορεΐ νά συνίσταται σέ πράγματα σάν τήν έποπτεία δτι ή πρός έμάς επιφάνεια ένός φνσικοϋ άντικειμένου είναι κόκκινη και τριγωνική.λπ. χωρίς τήν οποία τούτη θά ειχε προ πολλού καταρρεύσει. άκροάσεων. κ.κάποια άλλα μέλη τοϋ οποίου εΐναι μή άληθή· καί δέν υπάρχει κάποια έλεγχόμενη έγγύηση δτι κάθε τέτοια έμπειρία άληθεύει. δύσκολα θά βρεθεί κανείς νά άποδεχθεΐ τό συμπέρασμα αύτό.. καί τόν βαθμό έγρήγορσης τοϋ άντιλαμβανομένου. δηλαδή πιο άξιόπιστα. άπολύτως νόμιμη. Νά υποθέσει κανείς δτι ή μή παραγωγή γνώση στήν οποία ή κοσμοεικόνα μας εδράζεται άποτελεΐται άπό τέτοιες δείξιμες έποπτεΐες. τοϋ οποίου δέν είναι δλα τά μέλη άληθή. Έ τσι ξερά διατυπωμένο. Έπομένως. δεδομένου δτι ή θεμελίωση τής έμπειρικής γνώσης δέν μπορεΐ νά άποτελεΐται άπό τά άληθή μέλη ένός συνόλου. άκροάσεις..λπ. πού σχεδόν πάντοτε παραμορφώθηκε έτσι ώστε νά δίνει σέ αύτή τήν τελευταία μιά ενίσχυση. καί άπό τό όποιο δέν μπορούν νά άφαιρεθοϋν μέ έλεγχο δλα τά μή άληθή μέλη. Άλλά ή δυνατότητα. καίτοι δχι χωρίς τά προβλήματά της. δπως θά δούμε.Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 35 δτι υπάρχει κάτι σάν αίσθηση κόκκινων τριγώνων -καθ’ έαυτήν. πού τυχαίνει νά άληθεύουν. Ή άτυχής. κ. νά είναι άναληθής. αύτή άκολουθία σκέψεων είναι ή έξής: Ή έποπτεία δτι ή πρός έμάς έπιφάνεια ένός φυσικού άντικειμένου είναι κόκκινη και τριγωνική εΐναι ένα άληθεϋον μέλος ένός συνόλου εμπειριών -ας τις ονομάσουμε «έπο­ πτεΐες επιδεκτικές δείξεως» (οδίεηδίβΐβ 5©6ίη§δ). προσδιορίζοντας τις συνθήκες ύπό τις όποιες συμβαίνουν. Βέβαια εΐναι δυνατό νά προσδιορίσει κανείς υποσύνο­ λα δειξίμων [134/24] έποπτειών. Μάλλον θά προτιμήσει κα­ . άκολουθία σκέψεων* τόσο καλά. λιγότερο ευτυχή..μοιάζει νά πληροί τις ϊδιες προδια­ γραφές μέ μιάν άλλη. πού είναι δλο καί λιγότερο έπισφαλή. δέν μπορεΐ ποτέ νά άποκλειστεΐ έξολοκλήρου. κάποια δείξιμη έποπτεία.λπ. κ. άλλά οικεία.

άν έχει νόημα νά μιλάμε γιά μιάν έμπειρία ώς αλη­ θινή. έν όλίγοις. Θά φαι­ νόταν ευκολότερο νά «φτάσουμε» σέ ένα κόκκινο τρίγωνο τοΰ οποίου έχουμε μιά αίσθηση.δτι πρέπει νά βάλουμε τις αισθή­ σεις στο ϊδιο σακκί μέ τις σκέψεις -δτι. Πριν δμως διατυπωθεί έτσι ξε­ ρά.36 ΓΟΥΙΑΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ νείς τήν άντίθετη (οοηίΓαροδίΙίνο) τοΰ έπιχειρήματος. τό έπιχείρημα άναμιγνύεται ήδη μέ τήν πρώτη άκολουθία σκέψεων. Ή γραμματική ομοιότητα πρώτα πρώτα τοΰ «αίσθηση ένός κόκκινου τριγώνου» μέ τό «σκέψη μιας ουράνιας πολιτείας» θεωρείται δτι σημαίνει -ή μάλλον δίνει λαβή στήν υπόθεση. Ά λλά αύτό πού έντυπωσιάζει πάνω άπ9δλα τούς φιλοσόφους αυτούς είναι τό γεγονός δτι όέν εχει νόημα νά μιλάμε γιά μή άληθινές αισθήσεις -ά ν καί γιά νά τούς εντυπωσιάζει μέ τον τρόπο πού τούς εντυπωσιάζει πρέπει νά παραβλέπουν [25] τό γε­ γονός δτι. παρά νά «φτάσουμε» σέ μιά κόκκινη και τριγωνική φυσική επιφάνεια. Έ πειτα παρατηρεί κανείς δτι οί αισθήσεις εξ ύποθέσεως σχετίζονται πολύ στενότερα μέ νοητικές δια­ δικασίες άπ9δ. κανείς δτι οι αισθήσεις κόκκινων τριγώνων έχουν άκριβώς τις άρετές έκεινες πού λείπουν άπό τις δείξιμες έποπτεΐες κόκκινων τριγωνικών φυσικών επιφανειών. Ά λλά οί συγχύ­ σεις τις όποιες άνέφερα είναι κεντρικές στήν παράδοση πού εξετάζω καί θά έξυπηρετήσουν έπαρκώς τούς παρόντες στόχους μου. Πρέπει νά τονίσω έδώ δτι δέν είναι ένοχοι διαπράξεως δλων αύτών τών συγχύσεων δλοι οί θεωρητικοί τών αισθητηριακών δεδομένων -άκόμα καί οί κλασικού τύ­ που. καί θά σκεφτεΐ ότι. Ούτε αύτές είναι δλες οί συγχύσεις τις όποιες έχουν διαπράξει οί θεωρητικοί τών αισθητηριακών δεδομένων.τι τά έξωτερικά φυσικά άντικείμενα. Θά πώ περισσότερα σχετικώς παρακάτω. Γιατί τό άποτέλεσμα τής μίξεως δλων αύτών τών ιδεών μαζί είναι ή ιδέα δτι ή αίσθηση ένός κόκκινου τρι­ . ή εμπειρική γνώ­ ση δντως άποτελεΐται άπό τά μέλη ένός συνόλου πού περιέ­ χει και μή άληθεύοντα μέλη. πρέπει άντιστοίχως νά έχει νόημα νά μιλάμε γι9αυτήν ώς μή άληθινή. είναι γνω­ στικά γεγονότα. Σκέφτεται. δηλαδή. έφόσον τό θεμέλιο τής έμπειρικής γνώσης είναι ή μή παράγωγη γνώση τέτοιων γεγονότων.

και «Τΐιβ Τβπηΐηο1ο§γ ο£ δεηδβ Οαΐα» εις ΡΗίΙοχορΗΐεαΙ Εχχαγχ. σ. σ. [26] άπλώς ορίζονται ώς ισοδύναμες προτάσεων τής μορφής: Τό χ μοιάζει φ στον Σ. 289-312). II. γιά νά τό ποϋμε έτσι. Λονδίνο 1940. γιά καταστάσεις σάν αύτές πού ό άπλός άνθρωπος περιγράφει μέ έκφράσεις δπως «Αύτή τή στιγμή τό βιβλίο μοϋ φαίνεται πράσινο» καί «Φαίνεται σάν νά ύπάρχει έκει πέρα κάτι κόκκινο καί τριγωνικό». Έ τσι. Και νομίζω ότι μπορει κάλλιστα νά δει κανείς. ΜαοππΙΙαη. Μιά άλλη γλώσσα.Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 37 γώνου είναι τό πρότυπο άκριβώς τής εμπειρικής γνώσης. Ό πυρήνας τής πρότα­ σης αύτής είναι ή ιδέα δτι τό λεξιλόγιο τών αισθητηριακών δεδομένων δέν αύξάνει τό περιεχόμενο ένός περιγραφικού λόγου. μιά γλώσσα έπινοήσεως τοϋ έπιστημολόγου. Θά εξετάσω τώρα έν συντομίξχ μιά έτερόδοξη ύπόδειξη. καί τις ιδιότητες πού έχουν καί φαίνον­ ται νά έχουν. 66-104 (Μΐηά 54. δτι «Ή τομάτα δίνει στον Σ ένα δλο καμπύλες κόκκινο αισθητηριακό δεδομένο» θά ήταν τό τεχνητό άντίστοιχο τοϋ «Ή τομάτα μοιάζει κόκκινη καί καμπυλωτή στον 6. . Μ&αηίΐΐαη. Αγ6Γ. Λονδίνο 1954. σέ σύγκριση μέ καί σέ άντίθεση πρός τή γλώσσα τοϋ άπλοϋ άνθρώπου πού μιλάει γιά φυσικά άντικείμενα στον Χώρο καί τόν Χρόνο.Ι.1945. πού μάς λέει δτι ό λό­ γος περί αισθητηριακών δεδομένων είναι. δτι ή ιδέα αύτή οδηγεί κατ’ εύθείαν στον ορθόδοξο τύπο θεωρίας τών αισθητηριακών δεδομένων καί έξηγεί τις περιπλοκές πού άνακύπτουν κάθε φορά πού προσπαθεί κανείς νά τόν ξε­ διαλύνει. [135] 8. αύτή τοϋ Έ ιερ6γιά παράδειγμα. μιά άλλη γλώσσα. Διότι ύποστηρίζει δτι προτάσεις τής μορφής: Τό χ δίνει στον Σ ένα αισθητηριακό δεδομένο φ. Α. Ροιιηάαύοηε ο/ΕητρΐήεαΙ ΚηοννΙβάββ.

θά κατα­ φύγω σέ μιά εικόνα. άν τό «Ο» άντιστοιχει στο «Ό λοι πά­ νω στο πλοΐο είναι άρρωστοι». είναι ένα σύστημα συμβόλων. Έπομένως καταρχήν δύο φαίνονται νά είναι τά χαρακτηριστικά ένός κώ­ δικα: (1) Κάθε κωδικό σύμβολο είναι μιά μονάδα· τά μέρη ένός κωδικού συμβόλου δέν είναι τά ϊδια κωδικά σύμβολα. λ. Έ να ς κώδικας.χ. Δέν ύπάρχει λόγος ένα κω­ δικό σύμβολο νά μήν έχει μέρη. Θά άρχίσω μέ τήν ιδέα ένός κώδικα.. ’Ά ν έπιμένει κα­ νείς νά άποκαλει αύτούς τούς «εμπλουτισμένους κώδικες» κώδικες. Γιά νά έξηγήσω περαιτέρω αύτή τήν πρόταση. Μπορούν. καί τό «Δ» στο «Κάποιος πά­ νω στο πλοίο είναι άρρωστος». γιά τον άπλό λόγο δτι αυτό κάνει έξ ορισμού. καθένα άπό τά όποια άντιστοιχει σέ μιά πλήρη πρόταση. δταν μιλάμε γιά λογικές σχέσεις μεταξύ κωδικών συμβόλων. Ά ς άρχίσω τώρα νά τροποποιώ αύτή τήν αύστηρή άντίληψη τού τί είναι ένας κώδικας. και θά έμπλουτίσω τήν έννοια αύτή ώσπου οι κώδικες γιά τούς οποίους μιλάω νά μήν είναι άπλώς κώδικες. [27] τά όποια. Έ τσι. τον όποιο δικαιολογούν οί λογικές σχέσεις πού ένδεχομένως ύφίστανται μεταξύ τών προτάσεων πού εκπροσωπούνται άπό τά σύμβολα. πρόκειται γιά τρόπο τού λέγειν. και θά σήμαινε άκριβώς δ.τι καί τό τελευταίο αύτό.38 ΓΟΥΙΑΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ Σ». μέ τήν έννοια ύπό τήν όποία θά χρησιμο­ ποιήσω τον δρο. νά παί­ ζουν τον ρόλο τών μνημονικών μηχανισμών πού χρησιμεύ­ ουν φέρνοντάς μας στον νού κάποια χαρακτηριστικά τών προτάσεων πού παριστάνουν τά σύμβολα τών οποίων είναι . είναι ένα θέμα στο όποιο δέν μέ ενδιαφέρει νά έπιμείνω. Πράγματι. πάντως νά παί­ ζουν κάποιο ρόλο μέσα στο σύστημα. καίτοι χωρίς [136] νά γίνονται τά ϊδια τέλεια σύμβολα. τότε τό «Δ» θά προέκυπτε άπό τό «Ο» ύπό τήν έννοια δτι ή πρόταση πού έκπροσωπειται άπό τό «Δ» προκύπτει άπό τήν πρόταση πού έκπροσωπειται άπό τό «Ο». (2) Οί λογικές σχέσεις πού μπορούν νά ύπάρχουν μεταξύ κωδικών συμβόλων είναι έντελώς παρασιτικές* προκύπτουν έξολοκλήρου άπό λογικές σχέσεις τών προτάσεων πού έκπροσωπούν.

γιά νά μάς θυμίζει τή λέξη «άρρωστος». Έκ πρώτης δψεως μοιάζει άσφαλώς σάν ή φράση: Α. Τώρα.». νά συνεπάγεται τόσο δτι: . Ή τομάτα δίνει στον Σ ένα κόκκινο αισθητηριακό δε­ δομένο. Ά ν εχει κανείς ενίοτε τήν εντύπωση δτι ύπάρχουν τέτοιες άνεξάρτητες λογικές σχέ­ σεις.. Έ τσι τό σήμα γιά τό «Κάποιος πάνω στο πλοίο είναι άρρωστος» θά μποροΰσε νά είναι «3Α». Γιά παράδειγμα.Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 39 μέρη. γιά νά υπηρετήσει τον σκοπό τοΰ νά μάς θυμίσει κάποια χαρακτηριστικά τών προ­ τάσεων τοΰ καθημερινοΰ λόγου τής άντίληψης. .. τό άντεστραμμένο Ε. 9. τό φώνημα ή γράμ­ μα «κόκκινο»..κ. είναι επειδή οί «φράσεις» αύτές μοιάζουν μέ φράσεις.μοιάζει κόκκινο. τό νά πάρει κανείς στά σοβαρά αύτή τήν άντίληψη γιά τό τί είναι οί «φράσεις» αισθητηριακών δε­ δομένων σημαίνει νά πάρει στά σοβαρά τήν ιδέα δτι δέν υπάρχουν άνεξάρτητες λογικές σχέσεις μεταξύ τών «φράσε­ ων» αίθητηριακών δεδομένων. τις όποιες εκπροσωπούν τά σήματα ώς ολότητες.. γιά νά θυμίζει σέ δσους άπό μάς έχου­ με κάποια έκπαίδευση στή λογική τή λέξη «κάποιος». Ά ς μοΰ έπιτραπει νά δώσω ενα παράδειγμα. Τώρα ό ισχυρισμός στον όποιο κατευθύνομαι είναι προφανώς δτι θά μποροΰσε κανείς νά εισαγάγει προτάσεις περί αισθητηριακών δεδομένων ώς κώ­ δικά σύμβολα ή «σήματα». καί δτι ή άντιστοιχοΰσα φράση περιέχει τά συμφραζόμενα «. καί. βέβαια... τό κωδικό σύμβολο γιά τό «Κάποιος πάνω στο πλοίο είναι άρρωστος» μπορει νά περιέχει τό γράμμα Α. και νά εισαγάγει τά φωνήματα ή γράμματα πού περιλαμβάνουν.». Ό ειδικός ρόλος τοΰ φωνήματος ή γράμματος στοιχείου «αισθητηριακό δεδομέ­ νο» θά ήταν νά υποδείξει δτι ή συμβολιζόμενη πρόταση πε­ ριέχει τά συμφραζόμενα «.μοιάζει.ϊσως. Ασφαλώς. κ. είναι ένας κώδικας πού μπορει εύκολα νά μάς γελάσει καί νά περάσει γιά κανονική γλώσ­ σα. καί συναπαρτίζονται άπό φωνήματα ή γράμματα πού στή συνήθη χρήση λειτουργούν ώς λέξεις πού συναπαρτίζουν λόγους. άν ή ομιλία τών αισθητηριακών δεδομέ­ νων είναι ένας κώδικας.ο..

«βυσσινί». γιά πα­ ράδειγμα. γιά τήν άποψη πού εξετάζω. θά ήταν λάθος. «μερικά». Θά πρόκειται μάλλον γιά ενδείξεις πού στόχο έχουν νά μάς θυμίσουν ποιό κάθε φορά «σήμα» αισθητηριακών δεδομένων ταιριάζει νά έπιδείξουμε μαζί μέ άλλα «σήματα» αισθητηριακών δεδομένων. «είναι». «χρώμα». δμως. Καί. Τό (Β) θά προκύπτει -ακόμα και στήν εντός εισαγωγικών σημασία τοϋ «προκύπτει» πού ταιριάζει σέ κωδικά σύμβο­ λ α . παρά τά φαινόμενα.Τό σημείο πού πρέπει νά τονιστεί τώρα είναι δτι.40 ΓΟΥΙΑΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ [28] Β.. μάς θυμίζουν τή λογική άσυμβατότητα πού υπάρχει. Θά έχω κι άλλα νά πώ σχετικά μέ τό παράδειγμα αύτό σέ λίγο. Ύπάρχουν κόκκινα αισθητηριακά δεδομένα. δσο και δτι: Γ. κ.λπ.λπ. Έπομένως τά εκφωνούμενα πού συναποτελούν τά δύο «σήματα»: (Δ) Ό λ α τά αισθητηριακά δεδομένα είναι κόκκινα.. καί (Ε) Κάποια αισθητηριακά δεδομένα δέν είναι κόκκινα. πού δντως προκύπτει άπό τό (α) «Ή τομάτα μοιάζει κόκκινη στον Γιάννη». Αύτό. τό (Γ) θά προκύπτει άπό τό (Α ) μόνο άν τό (Γ) είναι τό σήμα μιάς φράσης πού προκύπτει άπό τό (α ). «προσδιορίσιμο». τέτοια πού άπαντώνται στον λό γο περι αισθητηρια­ κών δεδομένων. πού παριστάνεται στον κώδικα μέ τό (Α).άπό τό (Α) μόνο έπειδή τό (Β) είναι σήμα τοϋ (β) «Κάτι μοιάζει κόκκινο σέ κάποιον». τό πλήρες καθεστώς τών άντιστοίχων τους στή συνήθη χρήση. κ. πρέπει [137] νά άρνηθεΐ στά φωνήματα και στά γράμματα «ποιότη­ τα». καί χρησιμεύουν συνεπώς ώς ενδείξεις πού μάς όδηγοϋν στο συμπέρασμα δτι δέν μποροϋμε νά δείξουμε [29] συγχρόνως . καί (Ζ) Κάποιοι έλέφαντες δέν είναι γκρίζοι. «προσδιορισμένο». «δλα». Ή τομάτα δίνει στον Σ ενα αισθητηριακό δεδομένο πού έχει μιάν ορισμένη κόκκινη απόχρωση. άνάμεσα στις φράσεις (ς) Ό λ ο ι οι έλέφαντες είναι γκρίζοι. «υπάρχει». γιά νά υποστηρίξει κανείς μέ συνέπεια τήν άποψη αύτή. «κόκκινο».

καί οί φράσεις αύτές είναι άσύμβατες. έχουν ένα νόημα πού προσδιορίζεται άπό τή σχέση τους μέ τις άλλες. συνεπιφέρει τή δυνατότητα νά δείξουμε τό (Κ) Κάποια αισθητηριακά δεδομένα έχουν μιά ορισμένη ρόζ άπόχρωση. άς πούμε: (δ) Τά πάντα μοιάζουν κόκκινα σέ δλους. 9. Δηλαδή θά βρίσκεται κανείς συνεχώς στον πειρασμό νά άντιμετωπίσει τά σήματα τών αισθητηριακών δεδομένων σάν νά ήταν . ένώ άν είναι έπινοημένες.Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 41 αύτά τά δύο «σήματα». έχουν καί τό σύνηθες νόημά τους. Ά ν δίνει τήν έντύ­ πωση δτι τό κάνει. άπό τό γεγονός δτι μπορούμε νά συναγάγουμε τό (Η) Κάποιοι ελέφαντες έχουν μιά ορισμένη ροζ άπό­ χρωση άπό τό (Θ) Κάποιοι έλέφαντες είναι ρόζ. Ά λλά θά έπρεπε νά είναι κανείς προσεχτικός στή χρήση αύτών τών ενδείξεων. είναι επειδή χρειάζεται μιά σχεδόν υπερ­ άνθρωπη προσπάθεια. γιά νά άποφύγει κανείς νά πάρει τά φωνήματα καί τά γράμματα [138] πού άπαντώνται στον κώ­ δικα (καί άς προσθέσω έδώ στον προηγούμενο κατάλογό μας τή φωνή «άμεσα γνωστό») γιά λέξεις. οί όποιες. άν είναι ομόηχες πρός λέξεις τής συνήθους χρήσης. "Ετσι. καί (ε) Υπάρχει χρώμα άλλο άπό κόκκινο πού κάποια πράγματα μοιάζουν σέ κάποιους νά έχουν. θά ήταν προφανώς λάθος νά συμπεράνουμε δτι ή δυνατότη­ τα νά δείξουμε τό σήμα (I) Κάποια αισθητηριακά δεδομένα είναι ρόζ. Διότι οί φράσεις πού συμβολίζουν είναι.τό συμ­ πέρασμα είναι βέβαια δτι τό λεξιλόγιο τών αισθητηριακών δεδομένων ούτε διευκρινίζει ούτε εξηγεί γεγονότα τής μορ­ φής τό χ μοιάζει φ στον Σ ή τό χ είναι φ. Ά ν δμως οί φράσεις πού περιλαμβάνουν αισθητη­ ριακά δεδομένα είναι στήν πραγματικότητα «φράσεις» αι­ σθητηριακών δεδομένων -δηλαδή κωδικά σήματα.

μιά ομοιότητα πού γίνεται άκόμα πιο έντονη άπαξ καί ομο­ λογήσουμε δτι ή πρώτη δέν είναι μιά άνάλυση τοΰ τό χ φαί­ νεται κόκκινο στον Σ μέ δρους αισθητηριακών δεδομένων. μέ τήν όποία είναι στοιχισμένα. Ώστόσο. Επιτέλους. παραβλεφθει. τά όποια τελοΰν ύπό τον έλεγχο τής γλώσσας. νά πιστέψει κανείς πώς τό γε­ γονός άκριβώς δτι τόσο οί κώδικες δσο καί οί θεωρίες είναι επινοημένα συστήματα. ύπό τον έλεγχο τών μεταξύ φράσεων τής γλώσσας τής παρατήρησης ύφισταμένων λογικών σχέ­ σεων. δπως ό λόγος περί μορίων άποχτά χρήση συντονίζον­ τας [30] προτάσεις γιά πληθυσμούς μορίων μέ τον λόγο γιά τήν πίεση τών άερίων στά τοιχώματα τών δοχείων πού τά περιέχουν. έπομένως. δχι τυχαία. Σκεπτόμενος τον λόγο περί αίσθητηρια- .42 ΓΟΥΙΑΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ φράσεις μέσα σέ μιά θεωρία καί τον λόγο τών αισθητη­ ριακών δεδομένων σάν νά ήταν μιά γλώσσα πού άποχτά τή χρήση της συντονίζοντας προτάσεις αισθητηριακών δεδο­ μένων μέ προτάσεις τοΰ καθημερινοΰ λόγου περί άντιλήψεως. άντλεΐ άπό τό γεγονός δτι οί κώδικες δέν έχουν καμμιά έπιπρόσθετη άξία. Υπάρχει λόγος. τό Τό χ φαίνεται κόκκινο στον Σ ·=* υπάρχει ενα σύνολο κόκκινων αισθητηριακών δεδομένων πού άνήκουν στο καί γίνονται αισθητά άπό τον Σ. ήταν αύτό πού υπέβαλε καί ένίσχυσε τήν ιδέα δτι ό λόγος τών αισθητη­ ριακών δεδομένων είναι «μιά άλλη γλώσσα» γιά τον καθη­ μερινό περί άντιλήψεως λόγο. καίτοι οί λογικές σχέσεις άνάμεσα στις φράσεις μιάς θεωρητικής γλώσσας βρίσκονται. ’Ά ν αύτή ή ούσιώδης διαφορά. Σκεπτόμενος κανείς τον λό­ γο περί αισθητηριακών δεδομένων ώς άπλώς μιά άλλη γλώσ­ σα. ή θεω­ ρητική γλώσσα έχει μιά αυτονομία πού άντιφάσκει πρός τήν ίδια τήν ιδέα ένός κώδικα. μπορει κανείς νά μπει στον πειρασμό νά έχει καί τον σκύλο χορτάτο καί τήν πίττα άκέραια. ώστόσο. έχει τουλάχιστον μιά επιφανειακή ομοιότητα μέ τό Τό γ άσκει πίεση πάνω στο ω *=* υπάρχει ενα σύνολο μο­ ρίων πού συγκροτούν τό γ καί πού κρούουν τό ω. πού ύπάρχει μεταξύ θεωριών καί κωδίκων. μέσα στά πλαίσια τοΰ ελέγχου αύτοΰ.

γιά παράδειγμα. είναι ούσιαστικά αισθητηριακά δεδομένα καί δχι άπλώς πράγματα πού έξεικονίζουν αισθητικές ποιότητες.Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 43 κών δεδομένων ώς διευκρινιστικό τής «γλώσσας τοϋ φαίνεσθαι». άπό αυτούς πού σκέφτονται -δπως. ώς ένα γεγονός μή έπιστημικό. στή γλώσσα τών αισθητηριακών δεδομένων. άντλεϊ άπό τό γεγονός δτι οί θεωρητικές γλώσσες. Σέ ένα τέ­ τοιο συγκεκριμένο πλαίσιο. βέβαια.. Γιατί άκόμα καί αύτοί πού εισάγουν τήν έκφραση «περιεχόμενο αίσθησης» μέσω τών συμφραζομένων «. είναι δυνατό νά ξεχάσει κανείς δτι τά περιεχόμενα αίσθησης.. έχουν μιά έξηγητική λειτουργία. δέν θά ήθελε νά πει δτι τά αισθητηριακά δεδομένα είναι θεωρη­ τικές οντότητες.είναι άμεσα γνω­ στό δτι είναι. Νομίζω δτι μπορει νά πει κανείς δτι αύτοί. Μπορεΐ πράγματι κα­ νείς νά καταλήξει νά σκέφτεται τήν αίσθηση περιεχομένων τής αίσθησης. τά φυ­ . ό Έ ιε ρ . θεωρούν κάτι τέτοιο διαφωτιστικό. Κανείς. έτσι εισηγμένα. καίτοι επινοημένες καί έξαρτώμενες. προκειμένου νά σημαί­ νουν κάτι. τόν δεδομένο χαρακτήρα τών αισθητηριακών δεδομένων. άπό τή στοίχισή τους πρός τή γλώσσα τής παρα­ τήρησης. έπειδή άκριβώς έχουν επιπρόσθετη άξία. άναπτύσσοντας τήν ιδέα δτι καί τά φυσικά άντικείμενα καί τά πρόσωπα είναι σχήματα περιεχομένων αίσθησης. ή ιδέα δτι τά αισθητηριακά περιεχόμενα είναι θεωρητικές οντότη­ τες δέν είναι προφανώς παράλογη -τουλάχιστον δέν είναι τόσο παράλογη. κυρίως έπειδή.». γι9 αύτό καί μόνο μπο­ ρούν οί θεωρίες νά έχουν έξηγητική δύναμη.δτι ή ύπαρξη τών αισθητηριακών δε­ δομένων συνεπάγεται τήν ύπαρξη «άμεσης γνώσης». ώστε νά άποκλείει τήν έρμηνεία πού κάνει τήν άποψη τής «άλλης γλώσσας» νά μοιάζει πιθανή. Δυστυχώς. τά δύο αύτά χαρακτηριστικά [31] είναι άσύμβατα* διότι. πού προτεί­ νουν νά καταλάβουμε τά αισθητηριακά δεδομένα ώς μιά «άλλη γλώσσα». Ά π ό τήν άλλη.. Μετά [139] βίας θά μπορούσε νά είναι ένα θεωρητικό γεγονός τό νά γνωρίζω άμεσα πώς ένα ορισμένο περιεχόμενο αίσθησης είναι κόκκινο. ϊσως δέν καταφέρνουν νά τό θυμηθούν δταν χρησιμοποιούν τήν έκφραση -γιά παράδειγμα..

παρά στή λεπτομερή έξήγηση φράσεων δπως «Τό αισθητηριακό περιεχόμενο α είναι άμε­ σα γνωστό δτι είναι κόκκινο». στή συνήθη γλώσσα. ’Ά ν ή γλώσσα τών αισθητη­ ριακών δεδομένων ήταν άπλώς ενας κώδικας. τότε ή άξία τής δποιας φιλοσοφικής διαλεύ­ κανσης θά μπορούσε αύτή νά παράσχει θά έπρεπε νά βρί­ σκεται στήν ικανότητά της να φωτίζει λογικές σχέσεις στο εσωτερικό τού συνήθους τρόπου τού λέγειν γιά τά φυσικά άντικείμενα και τήν άντίληψή μας γι9αύτά. θά είχε ενδεχομένως τήν έξαργυρώσιμη άξία του στήν ιδέα δτι ό συνήθης τρόπος τού λέγειν γιά τά φυσικά άντικείμενα καίτά άντιλαμβανόμενα υποκείμενα θά μπορούσε (κατ’ άρχήν) νά κατασκευαστεί άπό προτά­ σεις τής μορφής «Μοιάζει νά υπάρχει έδωπέρα ένα φυσικό άντικείμενο μέ κόκκινη και τριγωνική έμπροσθεν επιφά­ νεια» (τό άντίστοιχο. Μέ πιο παραδοσιακούς δρους. [32] Ό π ω ς και νά έχει αύτό τό θέμα. ενα πράγμα μπο­ ρούμε νά πούμε μέ βεβαιότητα. ενα σύστημα σημειογραφίας. Κάθε ισχυρισμός δμως πρός αύτή τήν κατεύθυνση προσκρούει γρήγορα σέ άνυπέρβλητες δυσκολίες πού γίνονται φανερές μόλις ό ρό­ . δταν «μιλάμε» γιά μιά σχέση ταυτότητας μεταξύ τών συστατικών (τών «αισθητηριακών δεδομένων») τού «νού» και τών «πραγμάτων». καί επειδή. Τό μεγαλύτερο μέρος τής φιλοσοφικής τους έφευρετικότητας κατευθύνεται μάλλον στήν έπεξεργασία πιθανοφανών (άκόμα κι άν είναι σχηματικές) μεταφράσεων τών άποφάνσεων γιά φυσικά άντικείμενα σέ άποφάνσεις γιά περιεχόμενα αίσθησης. Έ τσι τό γεγονός (άν ήταν γεγονός). ή διευκρίνηση θά έγκειτο στο νά καταστήσει κανείς φανερό τό γεγονός δτι πρόσωπα καί πράγματα είναι εξίσου λογικές κατασκευές βάσει όψεων (ΙοοΜπ^ξ) ή εμφανίσεων (αρρβανιπξ8) {όχι φαινομένων (αρρβαΓαηοβα)!).44 ΓΟΥΙΛΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ σικά άντικείμενα είναι σχήματα περιεχομένων αίσθησης. τών βασικών έκφράσεων τού κώδικα). άν τά δοΰμε ετσι. δτι ένας κώδικας μπορεΐ νά κατασκευα­ στεί γιά τον τρόπο μέ τον όποιο μιλάμε συνήθως περί άντιλήψεως. δέν υπάρχει κανένα «σιδηροΰν παραπέτασμα» πού νά χωρίζει τό γινώσκον πνεύμα και τον φυσικό κόσμο.

πού είναι οί μή παράγωγες γνώ­ σεις ότι. ή αίσθηση ένός κόκκινοιυ τριγώνου ή ένός ήχου ντο δίεση. πού εΐναι κοινή καί στά δύο. άποδεικνύονται νά είναι τό άποτέλεσμα άπατηλής σύγχυσης δύο ιδεών: (1) Τής ιδέας ότι ύπάρχουν κάποια έσωτερικά έπεισόδια. Πριν άρχίσω νά έξετάζω. ή νά άκούσει ότι ένας φυ­ σικός ήχος είναι ντο δίεση* (2) τής ιδέας ότι ύπάρχουν κάποια έσωτερικά έπεισόδια.τι έπιβιώνει άπό τήν καθεμία. γιά παράδειγμα. ή. Ή λογική τοΰ «δείχνει» [140] 10. άν τις βασανίσουμε λίγο. ή πρός έμάς έπιφάνεια ένός φυσικοϋ άντικειμένου είναι κόκκινη καί τριγωνική. III. ντο δίεση. όπως πρότεινα. Εΐναι σαφές ότι θά είχαμε νά άντιμετωπίσουμε τήν ιδέα τών έσωτερικών επεισοδίων. . Πολλοί άπό αύτούς πού καταφέρονται κατά τής ιδέας τοϋ δεδομένου φαίνονται νά σκέφτηκαν ότι τό κεντρικό λά­ θος πού περιέχει αύτή ή ιδέα άφορά άκριβώς τό άν ύπάρ­ χουν έσωτερικά έπεισόδια.άδύνατο νά δει κανείς ότι. ειχα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οί κλασικές θεωρίες τών αισθητηριακών δεδομένων. ένα ορισμένο πράγμα είναι κόκκινο καί τριγωνικό. ένα λογικό έπόμενο βήμα θά ήταν νά έξετάσει κανείς αύτές τις δύο ιδέες καί νά προσδιορίσει πώς δ. καί χωρίς τά όποια θά ήταν -μέ μιά έννοια. εϊτε σκέψεις εϊτε. όπως λένε. γιά παράδειγμα. έσω­ τερικά έπεισόδια τά όποια εΐναι οί άναγκαιες προϋποθέσεις έμπειρικής γνώσης. Στήν έξέταση αύτοϋ τοϋ ρόλου θά στραφώ τώρα. π. στήν περίπτωση τών ήχων. μετά τήν κριτική. πώς μπο­ ροϋμε νά δοϋμε τή γλώσσα τών αισθητηριακών δεδομένων ώς μιά «άλλη γλώσσα» γιά τις περιστάσεις πού περιγράφει ή ετσι καλούμενη «γλώσσα τής έμφάνισης». [53] πού συμβαίνουν σέ άνθρώπους καί ζώα. χωρίς προηγούμενη διαδικασία μάθησης ή σχηματισμό έννοιών. μπορεΐ νά συνδυαστεί μέ τήν άλλη.Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 45 λος τοϋ «μοιάζει» ή τοϋ «εμφανίζεται» γίνει κατανοητός. καθότι παρέχουν τά στοιχεία όλων τών άλλων έμπειρικών προτάσεων.χ. ’Ά ν ή διάγνωση αύτή είναι σωστή.

ώς θεμέλια. γιά παράδειγμα. τότε. πού ονομάζουμε μέ το μοιάζει ή φαί­ νεται. πριν έγείρουμε κάποια γενικότερα ζητήματα. είναι έπειδή ή έκμάθηση μιάς γλώσσας είναι μιά δημόσια διαδικασία πού συμβαίνει σέ ένα χώρο δημό­ σιων [34] άντικειμένων καί διέπεται άπό δημόσιες κυρώσεις. Ή ιδέα αύτή ήταν πράγματι ή πιο διαδεδομένη μορφή τοΰ Μύθου. 11. Θά ισχυριστώ ότι άπλώς δέν έχουν δίκιο. δέν είναι όμως. Κάποιοι άλλοι. ένώ οί φιλόσοφοι αύτοί είναι απρόσβλητοι άπό έκείνη τή μορφή τοΰ μύθου πού άνθισε στις θεωρίες τών αισθητηριακών δεδομένων. Ά ν . έπ’ ούδενί. ένώ δέν άπορρίπτουν τήν ιδέα τών έσωτερικών επεισοδίων. υπάρχει μεταξύ ένός φυσικοΰ άντικειμένου. στά όποια ό καθένας μας έχει προνο­ μιακή πρόσβαση. δέν έχουν άμυνες άπέναντι στον μύθο ύπό τήν μορφή τοΰ δεδο­ μένου χαρακτήρα γεγονότων τοΰ τύπου τό φυσικό άντικεί­ μενο χ μοιάζει κόκκινο στον Σ σέ ενα χρόνο ί ή μοιάζει στον Σ σέ χρόνο ί δτι υπάρχει ενα κόκκινο φυσικό άντικείμενο έδωπέρα. εδράζεται ή εμπειρική γνώση. και ότι ό Μύθος τοΰ Δεδομένου μπορεΐ νά διαλυθεί χωρίς καταφυγή στήν ωμή λατρεία τής έπαλήθευσης ή τής λει­ τουργικότητας πού χαρακτηρίζει τις πιο δογματικές μορφές τοΰ πρόσφατου έμπειρισμοΰ.7 «Τό Α μοιάζει φ στον Σ» έξομοι7. Ό λ α έξαρτώνται άπό τό γιατί οί φιλόσοφοι αύτοί τήν άπορρίπτουν. Θά είναι χρήσιμο νά προβοΰμε στήν έξέταση τοΰ Μύθου στήν κατεύθυνση αύτή γιά λίγο.κατ’ άνάγκην ξεφεύγουν άπό τό δίχτυ τοΰ έλλόγως όμιλεΐν (Γαΐίοηαΐ άίδοοιίΓδβ). Οί φιλόσοφοι ύπέθεσαν εύκολα ότι μιά φράση όπως «Ή τομάτα μοιάζει κόκκινη στον Τζόουνς» λέει δτι μιά ορι­ σμένη τριαδική σχέση. Μιά χρήσιμη συζήτηση άπόψεων αύτοϋ τοϋ τύπου μπορεΐ νά βρει . ή ούσία του. έτσι πού τά ιδιωτικά έπεισόδια -α ν άφήσουμε κατά μέρος ένα μυστηριώδες νεΰμα συγκατάθεσης πού τούς άπευθύνουμε. ένός προ­ σώπου καί μιάς ποιότητας. βρίσκουν ότι ό Μύθος τοΰ Δεδομένου έγκειται στήν ιδέα πώς ή γνώση τών έπεισοδίων αύτών παρέχει προκείμενες πάνω στις όποιες.46 ΓΟΥΙΑΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ «άμεσες έμπειρίες».

ψ. αυστηρά μιλώντας. Μείΐιυεη. σ. τουλάχιστον. Έ χοντας κάνει αύτή τήν υπόθεση.). ένώ τό ίδιο δέν είναι ύποχρεωτικά σωστό άν «τό χ μοιάζει φ στον Σ» εξηγείται μέ δρους αισθητηριακών δεδομένων. Λονδίνο 1932. 102-118.Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 47 ώνεται πρός τό «ό χ δίνει στον ζ τό ψ» -ή.ϋ .Η. δέν παρουσιάζεται στο μυαλό μου τίποτε έλλειψοειδές. καλύτερα -έφόσον τό νά δίνει κανείς είναι. στρέφον­ ται άνευ έτέρου στήν ερώτηση «Ή σχέση αύτή μπορει νά άναλυθει. κανείς δέν μπορεΐ νά πιστεύει δτι τό χ μοιάζει φ στον Σ χωρίς νά πιστεύει δτι ό Σ έχει αισθητηριακά δεδομένα. Ή διαφορά. 240. . δταν ό Μπρώντ γράφει «’Άν. καί στο Η. στήν περίπτωση ορισμένων.ζ)». Ξάβηίίβα ΤΗοιιφΙ. καί εκλαμβάνεται ώς περίπτωση τής γενικής μορ­ φής «Κ(χ. «ΤΊιε ΊΠιβοιγ οί Αρρεαπ移. διεκδίκησαν δτι γεγονότα αύτοΰ τοΰ είδους πρέπει τουλάχιστον νά εξηγηθούν μέ δρους αισθητηριακών δεδο­ μένων. Κε§&η ΡηιιΙ. βέβαια. χωρίς κατ5άνάγκην νά άπορρίπτουν τον ισχυρισμό αύτό. στήν πραγματι­ κότητα. διότι. Λονδίνο 1923. μέ τό «ναι». εις Μ&χ Βίαοΐί (έπ. Κάποιοι άπό αύτούς. καί ισχυρίστηκαν δτι γεγο­ νότα τής μορφής τό χ μοιάζει κόκκινο στον X πρέπει νά άναλυθοϋν μέ δρους αισθητηριακών δεδομένων. [35] άν ή φράση «τό χ μοιάζει φ στον Σ» αναλύεται μέ δρους τών αισθητηριακών δεδομέ­ νων.πρός τό «ό χ είναι άνάμεσα στο ψ καί τό ζ». οί φιλόσοφοι έκεΐνοι πού άπορρίπτουν τις θεωρίες τών αισθητηριακών δεδομένων γιά χάρη τών έτσι καλού μένω ν θεωριών τοΰ φαίνεσθαι (Ιΐιβοπβδ οί αρρ6&πη§) υποστήριξαν χαρακτηριστικά δτι τά γεγονότα τής κανείς στο άρθρο τοΰ Κχχίεήοΐζ: Οιΐδίιοίηι. Α π ό τήν άλλη. μπορεΐ κανείς νά πιστέψει ένα γεγονός χωρίς νά πιστεύει τήν έξήγησή του. Ρποβ. ΟοΓηεΙΙ υηΐνεΓδίΙγ ΡΓεδδ. Β γο&(1. Έ τσι. γενικώς. σ.» Οί θεωρητικοί τών αισθητηριακών δεδομένων άπάντησαν. είναι πολύ δύσκολο νά καταλάβω γιατί μιά δεκάρα πρέ­ πει νά μου φαίνεται σάν έλλειψη μάλλον. Ιΐΐι&ο» 1950. Ρβκβρύοη. μιά πράξη μάλλον παρά μιά σχέση. παρά σάν κάποιου άλλου σχήματος». ΡΗΐΙοΞορΗίοαΙ ΛηαΙγ8ΐ8. μορφών έξήγη­ σης. 8 .8 επικαλείται τά αισθητηριακά δεδομένα ώς μέσον έξήγησης τών γεγονότων τής μορφής αύτής.0 . είναι δτι.

48 ΓΟΥΙΑΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ μορφής τό χ μοιάζει φ στον Σ είναι έσχατα καί μή άναγώγιμα. ότι άπλούστατα δέν μάς βοηθάει νά ποΰμε δτι ή πρόταση τό χ είναι κόκκινο άναλύεται μέ δρους τοΰ τό χ μοιάζει κόκκινο στον ψ. άπό τό νά μοιάζει κόκκινο· ή συνάρτηση «τό χ είναι κόκκι­ νο» άπλούστερη άπό τή συνάρτηση «τό χ μοιάζει κόκκινο στον Ψ».δτι . δτι τό νά είναι κόκκινο είναι λογικώς πρότερο. είναι μιά λογικά άπλούστερη έννοια. καί δχι άπλώς τό «μοιάζει». [36] Ισχυρίστηκα. άσφαλώς άπορεϊ άν τό χρώμα -κόκκινο-. Δυστυχώς. Στο μέτρο πού τό τέχνασμα αύτό βασίζεται σέ κάποια σωστή άντίληψη. καί δτι τά αισθητηριακά δεδομένα δέν χρειάζονται οΰτε γιά τήν άνάλυσή τους οΰτε γιά τήν εξήγησή τους.τι φαίνεται. άπό έδώ πού είμαι) καί άπορεϊ άν πράγματι είναι κόκκινο. πράγματι. είναι πού συνιστά τή σχέση. τώρα. Έ ν όλίγοις. δπως θά δοΰμε. 12. Ά ν έρωτηθοΰν. Θά άρχίσω τήν εξέταση τοΰ «τό χ μοιάζει κόκκινο στον Σ κατά τον χρόνο ί» μέ τήν άπλή άλλά θεμελιώδη πα­ ρατήρηση δτι τό νόημα τοΰ «κόκκινο» ύπό τό όποιο κάποια πράγματα μοιάζουν κόκκινα είναι. δικαίως. πού μοιάζει νά έχει. Ό τ α ν κοιτάζει κανείς ένα άντικείμενο καί κρίνει δτι μοιάζει κόκκινο (σέ μένα. είναι αύτό πού έχει πράγμα­ τι. τό ϊδιο μέ αύτό ύπό τό όποιο τά πράγματα αύτά είναι κόκκινα. Ά λλά τότε τί γίνεται μέ τήν άναγκαία άλήθεια -καί είναι άσφαλώς μιά άναγκαία άλήθεια. καί. είναι ή σωστή άντίληψη τοΰ γεγονότος δτι τό μοιάζει δέν είναι μιά σχέση άνάμεσα σέ ένα πρόσωπο.» ή άπάντηση τους είναι άρνητική. «Ή πρόταση δτι τό χ μοιάζει κόκκινο στον Σ δέν έχει ώς μέρος τοΰ νοήματος της τήν ιδέα δτι ό Σ βρίσκεται σέ κά­ ποιου είδους σχέση μέ κάτι πού είναι κόκκινο. Τό σημείο αύτό μπορει νά σκοτισθει άπό λεκτικούς χειρι­ σμούς [142] δπως τό νά συνδέσει κανείς μέ ένωτικά τις λέξεις «μοιάζει» καί «κόκκινο» καί νά ισχυριστεί δτι τό αδιάσπα­ στο δλο «μοιάζει-κόκκινο». ό λόγος τοΰ γεγονότος αύτοΰ είναι τέτοιος πού δέν ένθαρρύνει καθόλου τήν ιδέα δτι τό μοιάζει-κόκκινο καί δχι τό μοιάζει συνιστά τή σχέση. ένα πράγμα καί μιά ποιότητα. νομίζω. άπ’ δ.

Α ρχίζει νά βλέπει κάνεις τήν πιθανοφάνεια τής άρχικής κίνησης ότι τό μοιάζει-κόκκινο είναι μιά άδιάσπαστη ένότητα. ή μιά μή άναλύσιμη δυαδική σχέση πού μποροϋμε νά έχουμε μεταξύ τοϋ χ καί τοϋ Σ. Ή . διότι άπό τή στιγμή πού θά άναγνωρίσει κανείς στο «κόκκινο» (στή δεξιά πλευρά τής ισοδυναμίας) ένα άνεξάρτητο καθεστώς. δηλαδή «κόκκινο» ώς κατηγο­ ρούμενο φυσικών άντικειμένων. καί λογικά πρότερο. γιά νά τό που με μέ οικείο τρόπο.Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 49 τό χ εϊναι κόκκινο ·=· τό χ θά εμοιαζε κόκκινο ατούς συν­ ήθεις παρατηρητές στις συνήθεις συνθήκες. βήμα είναι νά δείξει κα­ νείς ότι τό «τό χ μοιάζει κόκκινο στον Σ» δέν έξαγγέλλει ή μιά μή άναλύσιμη τριαδική σχέση πού μποροϋμε νά έχουμε μεταξύ τοϋ χ. μπορεΐ κα­ νείς νά πει. ότι αύτό είναι τουλάχιστον τό σχήμα πού άκολουθει ένας ορισμός τής φυσικής έρυθρότητας μέ όρους τοϋ μοιάζει κόκκινο. έπειδή οί προτάσεις στις όποιες ή λέξη έμφανίζεται δείχνουν κάποιες γραμματικές άναλογίες πρός προτάσεις χτισμένες γύρω άπό λέξεις πού δέν θά διστάζαμε νά κατατάξουμε στις λέξεις πού δηλώνουν σχέση* άλλά άπαξ καί συνειδητοποιήσει κα­ νείς κάποια [37] άλλα χαρακτηριστικά πού τις κάνουν πολύ άνόμοιες πρός τις συνήθεις προτάσεις σχέσεων. Τό δεύτερο είναι νά δείξει κανείς πώς «τό χ είναι κόκκινο» μπορει νά είναι άναγκαίως ισοδύναμο τοϋ «τό χ θά εμοιαζε κόκκινο σέ συνήθεις παρατηρητές σέ συνή­ θεις καταστάσεις». χωρίς αύτό νά είναι ένας ορισμός τοϋ «τό χ είναι κόκκινο» μέ όρους τοϋ «τό χ μοιάζει κόκκινο». Γιά νά δείξω τά ούσιώδη χαρακτηριστικά τής χρήσης . ότι τό μοιάζει είναι μιά σχέση. όμως. 13. γίνεται αύτό πού προφανώς είναι. άν θέλει. Ασφαλώς ή ιδέα. τοϋ κόκκινου καί τοϋ Σ. 14. Τό πρώτο. άλλά έπειδή τό μοιάζει δέν είναι καν σχέση. έχει κάποιο νόημα. Ή έξοδος άπό αύτή τήν προβληματική κατάσταση έχει δύο στάδια. θά είναι λιγότερο πρόθυμος νά θεωρήσει ότι ή δουλειά του είναι νά βρει άπάντηση στο έρώτημα άν «τό μοιάζει είναι σχέση». και ό υποτιθέμενος ορι­ σμός γίνεται ένας προφανής κύκλος. Ό χ ι όμως έπειδή έξαγγέλλει μιά άναλύσιμη σχέση πού μποροϋμε νά έχουμε.

50

ΓΟΥΙΛΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ

τοϋ «μοιάζει», θά φτιάξω μιά μικρή ιστορία. Έ να ς νέος, πού
θά τον ονομάσω Γιάννη, δουλεύει σέ ενα κατάστημα πού
πουλάει γραβάτες. Έ χει μάθει τή χρήση τών λέξεων γιά τά
χρώματα δπως δλοι, μέ μία εξαίρεση: Θά υποθέσω δτι δέν
έχει κοιτάξει ποτέ ενα άντικείμενο σέ συνθήκες άλλες άπό
τις συνηθισμένες. Έκεΐ πού έξετάζει [143] τό στόκ του κάθε
μέρα πριν νά κλείσει τό μαγαζί, λέει «Αύτό είναι κόκκινο»,
«Αύτό είναι πράσινο», «Αύτό είναι πορφυρό», κ.λπ., και
δποιοι ομόγλωσσοι του τυχαίνει κάθε φορά νά είναι παρόντες κουνάνε τό κεφάλι τους καταφατικά.
Ά ς ύποθέσουμε τώρα δτι, σ9αύτό τό σημείο τής ιστορίας
μας, έφευρίσκεται ό ηλεκτρικός φωτισμός. Οί φίλοι καί οί γείτονές του γρήγορα υιοθετούν αύτό τό καινούργιο μέσον φω­
τισμού, καί παλεύουν μέ τά προβλήματα πού παρουσιάζει.
Ό Γιάννης, δμως, είναι ό τελευταίος πού ύποκύπτει. Έκει
πού μόλις έχει έγκατασταθει ό ήλεκτρισμός στο μαγαζί, ένας
γείτονας, ό Δημήτρης, έρχεται νά άγοράσει μιά γραβάτα.
«Έδώ έχουμε μιά ώραία πράσινη, λέει ό Γιάννης.
— Μά όέν είναι πράσινη, λέει ό Δημήτρης, καί παίρνει
τον Γιάννη έξω.
— Μέσα ήταν πράσινη, λέει ό Γιάννης, τώρα δμως είναι
μπλέ.
— Ό χ ι, τοϋ λέει ό Δημήτρης, ξέρεις δτι οί γραβάτες δέν
άλλάζουν χρώμα άπλώς επειδή τις πάμε άπό τό ένα σημείο
στο άλλο.
— Ίσως, δμως, ό ηλεκτρισμός άλλάζει τό χρώμα τους,
καί στο φώς τής μέρας ξαναπαίρνουν τό παλιό τους χρώμα.
— Τέτοια άλλαγή θά παραήταν περίεργη, έτσι δέν είναι;
λέει ό Δημήτρης.
— Υποθέτω, λέει ό Γ ιάννης άμήχανος. Α λλά άφοϋ τό
εϊδαμε, δτι ήταν πράσινη μέσα.
[35] — Ό χ ι, δέν εϊδαμε δτι ήταν πράσινη μέσα, γιατί δέν
ήταν πράσινη, καί δέν μπορεις νά δεις κάτι πού δέν είναι
αύτό πού βλέπεις!
— Τί κατάσταση κι αύτή!, λέει ό Γιάννης. Δ έν ξέρω τί νά
πω».

Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ

51

Τήν έπόμενη φορά πού πιάνει ό Γιάννης τή γραβάτα
αύτή στο μαγαζί του καί κάποιος ρωτάει τί χρώμα έχει, ή
πρώτη του παρόρμηση είναι νά πει «Είναι πράσινη». Κατα­
πιέζει τήν παρόρμηση αύτή καί, ένθυμούμενος τί συνέβη, λέ­
ει «Είναι μπλέ». Δέν τό βλέπει, καί δέν θά μπορούσε νά πει
δτι βλέπει πώς είναι μπλέ.Τί βλέπει; Α ς τον ρωτήσουμε.
«Δέν ξέρω τί νά πώ. Ά ν δέν ήξερα δτι ή γραβάτα είναι
μπλέ -κα ί νά πώ τό άντίθετο θά ήταν πολύ παράξενο-, θά
ορκιζόμουν δτι βλέπω μιά πράσινη γραβάτα, καί δτι βλέπω
πώς είναι πράσινη. Είναι σάν νά βλέπω τή γραβάτα πράσινη».
Ά ν έχουμε κατά νοϋ δτι προτάσεις δπως «Αύτό είναι
πράσινο» χρησιμεύουν τόσο γιά τή δήλωση ένός γεγονότος,
δσο καί γιά νά δώσουμε μιά άναφορά, μποροϋμε νά κάνου­
με τήν παρατήρηση πού μόλις έκανα, λέγοντας δτι μόλις ό
Γιάννης μάθει νά καταπνίγει τήν άναφορά «Ή γραβάτα
αύτή είναι πράσινη» κάθε φορά πού τήν κοιτάζει στο μαγαζί
του, δέν υπάρχει άλλη άναφορά χρώματος γιά τή γραβάτα
πού νά ξέρει νά κάνει. Βέβαια, τώρα λέει: «Ή γραβάτα είναι
μπλέ». Α λλά έτσι δέν χρησιμοποιεί τήν πρόταση γιά νά δώ­
σει μιά άναφορά.Τή χρησιμοποιεί ώς συμπέρασμα ένός συλ­
λογισμού (ίη&ΐΌηο©).9
[144] 15. Επιστρέφουμε στο κατάστημα μετά άπό κά­
ποιο διάστημα καί βρίσκουμε δτι, δταν έρωτάται «Τί χρώμα
έχει αύτή ή γραβάτα;», ό Γιάννης προβαίνει σέ δηλώσεις τοϋ
τύπου «Μοιάζει πράσινη, άλλά πάρτε την έξω καί θά δείτε».
Σκεφτόσαστε δτι ίσως μαθαίνοντας νά λέει «ή γραβάτα
αύτή μοιάζει πράσινη» δταν βρίσκεται στο μαγαζί, έχει μά­
θει νά κάνει ένα νέο είδος άναφοράς. Θά φαινόταν σάν οί
ομόγλωσσοι του νά τον βοήθησαν νά προσέξει ένα νέο είδος
9.
Προσθήκη τοϋ 1963: Ό τα ν ό Γιάννης μάθει τον λόγο τοΰ «μοιάζει»
θά εΐναι σέ θέση νά πει όχι μόνο «Ή γραβάτα μοιάζει πράσινη» άλλά καί «Ή
γραβάτα μοιάζει νά ’ναι μπλέ», όπου τό τελευταίο σημαίνει«.. .μοιάζει όπως
μοιάζουν ύπό τις περιστάσεις αύτές οί μπλέ γραβάτες». Ή διάκριση άνάμε­
σα στο «μοιάζει 0 » καί «μοιάζει νά ’ναι 0» άντιστοιχεΐ στή διάκριση πού
κάνει ό Τσίσχολμ άνάμεσα σέ μή συγκριτικές καί συγκριτικές άποφάνσεις
περί τοΰ φαίνεσθαι.

52

ΓΟΥΙΑΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ

άντικειμενικοϋ γεγονότος, ενα είδος τό όποιο, καίτοι είναι
ενα γεγονός σχέσης πού έμπλέκει ενα άντιλαμβανόμενο
ύποκείμενο, είναι λογικά άνεξάρτητο άπό τις πίστεις καί τό
[39] έννοιακό του πλαίσιο, δπως τό γεγονός δτι ή γραβάτα
είναι μπλε* άλλά ένα ελάχιστο γεγονός, ένα γεγονός πού
είναι άσφαλέστερο νά άναφέρει κανείς, έπειδή έχει μικρότε­
ρη πιθανότητα λάθους. Έ ν α τέτοιο ελάχιστο γεγονός, θά
ήταν τό γεγονός δτι ή γραβάτα μοιάζει πράσινη στον Γιάν­
νη, ύπό κάποιες συνθήκες, και θά μπορούσε νά άναφερθει
σωστά μέσω τής προτάσεως «Ή γραβάτα μοιάζει πράσινη».
Αύτή είναι, βέβαια, ή παρουσίαση τοϋ πράγματος πού έχω
ήδη άπορρίψει.
Α λλά ποιά είναι ή έναλλακτική λύση; Ά ν , δηλαδή, δέν
σκοπεύουμε νά υιοθετήσουμε τήν άνάλυση πού μιλάει γιά
αισθητηριακά δεδομένα. Ά ς άρχίσω σημειώνοντας δτι, βέ­
βαια, ή ιδέα πώς ή πρόταση «Μοϋ φαίνεται πράσινο αύτή τή
στιγμή» έχει ρόλο άναφοράς, μοιάζει νά μήν είναι τελείως
άσύστατη. Ό ντω ς, φαίνεται νά έχει χαρακτήρα άναφοράς.
’Ά ν είναι δμως έτσι, τί άναφέρει άκριβώς, άν αύτό πού άναφέρει δέν είναι ένα ελάχιστο άντικειμενικό γεγονός ούτε κά­
τι πού άναλύεται μέ δρους τής θεωρίας τών αισθητηριακών
δεδομένων;
16. Επιτρέψτε μου στή συνέχεια νά επισύρω τήν προ­
σοχή στο γεγονός δτι ή έμπειρία τοϋ νά έχει κανείς κάτι πού
μοιάζει σέ κάποιον καί σέ ορισμένη στιγμή πράσινο είναι μιά
έμπειρία, προφανώς τόσο δσο καί αύτή τού νά βλέπει κάτι
ώς πράσινο, στο μέτρο πού τό τελευταίο αύτό άποτελει
έμπειρία. Ά λλά βέβαια τό τελευταίο αύτό δέν είναι άπλώς
έμπειρία. Καί έδώ βρίσκεται ή καρδιά τοϋ ζητήματος. Γιατί
δταν λέμε δτι μιά ορισμένη έμπειρία είναι μιά έποπτεία τοϋ
δτι κάτι είναι έτσι ή άλλιώς, δέν περιγράφουμε άπλώς τήν
έμπειρία, άλλά τή χαρακτηρίζουμε έπιπλέον, ώς έκφέρουσα,
άς πούμε, μιάν άπόφανση ή έναν ισχυρισμό, καί μάλιστα
-αύτό είναι τό σημείο πού θέλω νά τονίσω- προσυπογρά­
φουμε τον ισχυρισμό αύτόν. Πράγματι, δπως θά δούμε, είναι
πιο εύκολο νά δει κανείς δτι ή δήλωση «Ό Τζόουνς βλέπει

Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ

53

δτι τό δέντρο είναι πράσινο» άποδίδει έναν προτασιακό
ισχυρισμό στήν έμπειρία τοϋ Τζόουνς καί τον προσυπογρά­
φει, παρά νά προσδιορίσουμε πώς ή δήλωση περιγράφει τήν
έμπειρία τοϋ Τζόουνς.
Συνειδητοποιώ δτι λέγοντας πώς μιά έμπειρία περιλαμ­
βάνει προτασιακούς ισχυρισμούς, μοιάζω νά κρούω κλει­
στές θύρες. θ ά ζητήσω άπό τον άναγνώστη νά τό άνεχθει,
ώστόσο, διότι ή δικαιολόγηση [40\ αύτοϋ τοϋ τρόπου τοϋ λέγειν είναι ένας άπό τούς κύριους στόχους μου. Ά ν μοϋ δοθεί
τώρα ή άδεια νά έκδώσω αύτό τό λεκτικό νόμισμα, έλπίζω
δτι, πριν νά κλείσω τό έπιχείρημά μου, θά έχω ρυθμίσει τά
τής ισοτιμίας του.
16.
Είναι σαφές δτι ή έμπειρία τοϋ νά δει κανείς δτι κάτι
είναι πράσινο δέν είναι άπλώς ή έμφάνιση τοϋ προτασιακού
ισχυρισμού «Αύτό είναι πράσινο» -άκόμα κι άν προσθέσου­
με, δπως οφείλουμε νά τό κάνουμε, δτι τον ισχυρισμό αύτό,
γιά νά τό πούμε έτσι, τον προκαλει ή τον έκβιάζει τό άντιληπτό άντικείμενο άπό αύτόν πού τό άντιλαμβάνεται. Γιά νά
άντιστρέψουμε μιά παρομοίωση πού χρησιμοποιεί ό Κάντ
(σέ άλλα πλαίσια) -ή Φύση έδώ μάς άνακρίνει. Τό παραπά­
νω πού περιέχει ή έμπειρία είναι προφανώς αύτό πού σκέ­
φτονται οί φιλόσοφοι δταν μιλάνε γιά «οπτικές εντυπώσεις»
ή «άμεσες οπτικές έμπειρίες». Ποιό άκριβώς είναι τό λογικό
καθεστώς αύτών τών «έντυπώσεων» ή «άμεσων έμπειριών»
είναι ένα πρόβλημα πού θά μάς συντροφέψει σέ δλη τή συν­
έχεια αύτοϋ τοϋ έπιχειρήματος. Πρός στιγμήν, αύτό πού μάς
ένδιαφέρει είναι ό προτασιακός ισχυρισμός.
Έπεσήμανα προηγουμένως δτι, δταν χρησιμοποιούμε
τή λέξη «βλέπω», δπως στήν πρόταση «Ό Σ βλέπει δτι τό
δέντρο είναι πράσινο», δέν άποδίδουμε μόνο έναν ισχυρι­
σμό στήν έμπειρία, άλλά τον έγκρίνουμε κιόλας. Αύτή τήν
έγκριση έχει κατά νοϋ ό Ράυλ δταν άναφέρεται στο νά βλέ­
πει κανείς δτι κάτι είναι ετσι καί ετσι ώς σέ ένα επίτευγμα,
καί στο «βλέπει» ώς σέ μιά λέξη πού άποδίδει ενα επίτευγμα.
Προτιμώ νά τήν πώ μιά λέξη πού ονομάζει τό «έτσι είναι» ή
τό «άκριβώς έτσι», γιατί ή βασική ενεχόμενη ιδέα είναι αύτή

ενώ ή τελευταία άποδίδει έναν προτασιακό ισχυρισμό στήν έμπει­ ρία τοϋ Τζόουνς καί συγχρόνως τον εγκρίνει. δχι μόνο δέν έγκρίνω τον ισχυρισμό. δταν λέω «Τό χ μοϋ φαίνεται αύτή τή στιγμή πρά­ σινο» άναφέρω τό γεγονός δτι ή έμπειρία μου είναι.54 ΓΟΥΙΑΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ τής άλήθειας. στήν άπλούστε­ ρη διατύπωσή του. Έ τσι. γιά νά τό πώ έτσι. Ίσω ς έχω λόγους νά σκέφτομαι δτι τό χ έντέλει μπορεΐ καί νά μήν είναι πράσινο. δτι ή άπόφανση (δί&Ιβιηβηΐ) «Τό χ μοιά­ ζει πράσινο στον Τζόουνς» διαφέρει άπό τήν άπόφανση «Ό Τζόουνς βλέπει δτι τό χ είναι πράσινο» ώς πρός τό δτι. Προσέξτε δτι λέω «Βλέπω δτι τό χ είναι πράσινο» . [41] Α ύ­ τή είναι ή ούσιαστική διαφορά άνάμεσα στις δύο. δευτεροβαθμίως γιά νά τό ποϋμε έτσι. ή πρώτη τής άποδίδει τον ισχυρισμό. δταν λέω «Τό χ άπλώς μοιάζει πράσινο στον Σ». δταν οί άρχικοί λόγοι τής άρνησης έχουν άναιρεθεΐ. άλλά καί τον άπορρίπτω. άξεχώριστη άπό μιά άληθινή έμπειρία δπου βλέπει κανείς δτι τό χ είναι πράσινο. νά έγκρίνω τον άρχικό ισχυρι­ σμό λέγοντας «Είδα δτι ήταν πράσινο. Εμπεριέχεται στήν άναφορά ή άπόδοση στήν έμπειρία μου τοϋ ισχυρισμού «Τό χ είναι πράσινο»· καί τό γεγονός δτι κά­ νω αύτή τήν άναφορά μάλλον παρά τήν άπλή άναφορά «Τό χ είναι πράσινο» υποδεικνύει δτι ορισμένες σκέψεις μέ έκα­ ναν. Τό νά χαρακτηρίσουμε τήν έμπειρία τοϋ Σ ώς μιά δράση σημαίνει. Ά ν κάποια στιγμή κάνω τήν άναφορά «Τό χ μοιάζει νά είναι πράσινο» -π ού δέν είναι μόνο μιά άναφορά άλλά μιά άρνηση έγκρίσεως. έσωτερικά. νά θέσω τό έρώ­ τημα άν «έγκρίνω ή δχι» τον ισχυρισμό. Αύτό πού θέλω νά προτείνω τώρα είναι. καίτοι έκείνη τήν ώρα τό μόνο γιά τό όποιο ήμουν σίγουρος ήταν πώς έμοιαζε πρά­ σινο». άλλά χωρίς νά τον έγκρίνει. καί στήν άλλη άπλώς ώς σέ μία περίπτωση δπου κάτι μοιάζει πράσινο. Ασφαλώς.μπορώ άργότερα. διότι είναι σαφές δτι δύο έμπειρίες μπορεΐ νά ταυτίζονται ώς εμπειρίες καί ώστόσο στή μία νά άναφερόμαστε λέγοντας δτι σέ αύτήν βλέπουμε δτι κάτι είναι πράσινο. νά εφαρμόσουμε τή σημασιολογική έννοια τής άλήθειας στήν έμπειρία αύτή. μέ μιά ευρύτερη έννοια -π ού θά προσ­ παθήσω νά έξηγήσω-. ώς έμπειρία.

άρνοΰμαι νά έγκρίνω οτιδήποτε έκτος άπό τήν πιο γενική άποψη τού ισχυρισμού. Ευτυχώς οί παραπάνω διακρίσεις φτάνουν γιά τον έδώ σκο­ πό μου. Α ς υποθέσουμε. Έ τσι. δέν διαφέρει άπό τό νά βλέπει κανείς δτι κάτι είναι πράσινο. Μιά άπό τά κύριες άρετές αύτής τής παρουσίασης είναι. τό όποιο άφορά τήν ύπαρξη τοΰ δέντρου. δτι λέγοντας κανείς πώς «Τό χ μοιάζει πράσινο στον Σ σέ δεδομένο χρόνο ί» λέει στήν πραγματικότητα δτι ό Σ έχει αύτοΰ τοΰ είδους τήν έμπειρία τήν οποία θά χαρακτήριζε κανείς. δταν ό φίλος μας ό Γιάννης μαθαίνει νά χρησιμοποιεί τήν πρόταση «Αύτή ή γραβάτα μοΰ μοιάζει γιά πράσινη». Έ τσι. Ύπάρχουν πολλές ένδιαφέρουσες και λεπτές έρωτήσεις σχετικά μέ τή [146] διαλεκτική τοΰ «λεξιλογίου τοΰ μοι­ άζει». οπωσδήποτε. δταν λέω «Φαί­ νεται νά ύπάρχει ένα γερμένο δέντρο έκει πέρα». 17. άν ήθελε νά έγκρίνει [42] τον προτασιακό ισχυρισμό πού περιλαμβάνει. συγκεκριμένα δτι υπάρχει ένα «έκει πέρα» άντιτιθέμενο σέ ένα «έδώ». λοιπόν. μπορει νά τή χαρακτηρίσει μόνο λέγοντας δτι. Α π ό τήν άλλη. γιά παράδειγμα. άρνούμέ­ νος νά έγκρίνω τό ύπόλοιπο. άς ποΰμε. μέ τις κατηγο­ ρίες πού μέχρι τώρα τοΰ έχω έπιτρέψει νά χρησιμοποιήσει. δταν λέω «Τό δέντρο μοιάζει νά έχει γύρει» έγκρίνω έκεΐνο τό μέρος τού ισχυρισμού πού περιέχεται στήν έμπει­ ρία μου. ώς έμπειρία. Τό «Βλέπω δτι τό χ είναι πράσινο» άνήκει. στο ίδιο έπίπεδο μέ τό «Τό χ μοι­ άζει πράσινο» και τό «Τό χ άπλώς μοιάζει πράσινο». δτι έπιτρέπει έναν παράλληλο χειρισμό τοΰ «ποιοτικού» καί τοϋ «ύπαρκτικοΰ» φαίνεται ή μοιάζει.Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 55 (άντί τοΰ «Τό χ είναι πράσινο») μόνο δταν τό έρώτημα άν «εγκρίνω ή δχι» έχει προκύψει. ώς τό νά δει κάνεις τό χ ώς πράσινο σέ δεδομένο χρόνο ί. Μιά άλλη άρετή τής παρουσίασης είναι δτι έξηγει πώς μιά γραβάτα. καί δτι τά στοιχεία πού δικαιολογούν τήν πρόταση «Ή γρα­ βάτα αύτή είναι πράσινη» είναι ίρ§ο ίαοίο άποδεικτικά στοι­ χεία γιά τήν πρόταση δτι ή έν λόγω έμπειρία είναι τό νά βλέ­ πει κανείς δτι ή γραβάτα εΐναι πράσινη. στις όποιες δέν έχω έδώ χώρο γιά νά ύπεισέλθω. μπορει νά . μαθαίνει έναν τρόπο άναφοράς μιάς έμπειρίας τέτοιας πού.

Α λλά [43] καί άπουσία άκόμα αύτών τών έπιπρόσθετων λεπτομερειών. περιλαμβάνει τή γνώση τοϋ πώς πρέπει νά τοποθετήσει κανείς ένα άντικείμενο. χωρίς νά άληθεύει γιά ορισμένο άριθμό ποδών δτι ό Σ πιστεύει πώς είναι τόσα πόδια ψηλός. [147] ’Ας μοϋ έπιτραπεΐ νά άναπτύξω αύτό τό τελευταίο σημείο. Έ ν όλίγοις έξηγεΐ πώς τά πράγματα μπορούν νά έχουν μιά γενική μόνο όψη. μπορούμε νά παρατηρήσουμε τήν ομοιότητα πού ύπάρχει άνάμεσα στο γεγονός δτι τό χ μπορεΐ νά μοιάζει κόκκινο στον Σ. γεγονός πού θά έπρεπε νά είναι προβληματικό. μέ τή σειρά του. βέβαια. προϋποθέτει τήν έννοια είναι πρά­ σινο.56 ΓΟΥΙΑΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ φαίνεται κόκκινη στον Σ σέ δεδομένο χρόνο ί. άν θέλει νά βεβαιωθεί γιά τό χρώμα του κοιτάζοντάς το. 18. άν τό νά είναι κάτι κόκκινο ήταν ένα φυσικό καί δχι ένα έπιστημικά γεγονός σχετικό μέ κάποιο άντικείμενο. είναι δτι ό προτασιακός ισχυρισμός πού περιέχεται σέ μιά τέτοια έμπειρία μπορεΐ νά είναι. ειτε ό περαιτέρω προσδιορίσιμος ισχυρισμός «Αύτό είναι κόκκινο» ειτε ό πιο προσδιορισμένος «Αύτό είναι βυσσινί». χωρίς νά άληθεύει γιά κάποια ειδική άπόχρωση τοϋ κόκκινου δτι τό χ μοιάζει στον Σ νά έχει αύτή τήν άπόχρωση. τό λογικό καθεστώς τών οποίων μένει άκόμα νά καθοριστεί. ή Ικανότητα νά άναγνωρίσει κανείς δτι κάτι μοιάζει πράσινο. Ό πυρήνας τής έξήγησης. χωρίς νά φαί­ νεται άλικη ή βυσσινιά ή κάποια άλλη συγκεκριμένη άπό­ χρωση τού κόκκινου. καί άπαιτεΐ κάποια έξήγηση τοϋ ρόλου πού έχουν σέ τέτοιες έμπειρίες οι «έντυπώσεις» ή οί «άμεσες έμπειρίες». μαθαίνει ύπό ποιές συνθήκες συμβαίνει νά βλέπει κανείς μιά γραβάτα σάν . Καθώς ό φίλος μας ό Γιάννης γίνεται δλο καί πιο έπιτήδειος στήν αντιμετώπιση τών οπτικών έμπειριών. καί πώς ή τελευταία αύτή έννοια περιλαμβάνει τήν ικα­ νότητα νά λέω τί χρώμα έχουν τά άντικείμενα κοιτάζοντάς τα -πράγμα πού. Ή δλη ύπόθεση είναι πιο περίπλοκη. Α λλά τό σημείο πού θέλω τώρα νά τονίσω είναι πώς ή έννοια μοιάζει πράσινο. τόσο τών δικών του δσο καί αύτών πού άνήκουν σέ άλλους. γιά παράδειγμα. καί τό γεγονός δτι ό Σ μπορεΐ νά πιστεύει δτι ό οβελίσκος τής Κλεοπάτρας είναι ψηλός.

«Έπειδή είναι μπλέ. οί συνθήκες ύπό τις όποιες τά πράγματα δείχνουν τέτοια πού είναι. Βλέπουμε έτσι πώς όταν λέμε: Τό χ είναι κόκκινο *■ *τό χ δείχνει κόκκινο σέ ένα συνή­ θη παρατηρητή ύπό κανονικές συνθήκες. καί τά μπλέ άντικείμενα μοιάζουν πράσινα κάτω άπό αύτό τό φώς». άπό έναν κα­ τάλογο συνθηκών πού έχει όλη τήν άσάφεια καί τήν άνοικτότητα πού χαρακτηρίζουν τον συνήθη λόγο μας. τουλάχιστον έκ πρώτης όψεως.Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 57 νά έχει ένα χρώμα. δχι έπειδή ή δεξιά πλευρά είναι ό όριομός τοϋ «τό χ είναι κόκκινο». ένώ στήν πραγματικότητα έχει ένα άλλο. δηλαδή ό όρος γιά νά έχουν οί λέξεις πού δηλώνουν χρώματα τήν κύρια χρήση τους σέ σχέση μέ τήν άντιληψή μας. λ. άλλά έπειδή «κανο­ νικές συνθήκες» σημαίνει συνθήκες στις όποιες τά πράγμα­ τα δείχνουν τέτοια πού είναι. Έ χω φτάσει σέ ένα στάδιο τοϋ έπιχειρήματός μου πού είναι. στο έπίπεδο τοϋ κοινοΰ νοϋ. θά μπορούσε νά ισχυρι­ στεί κανείς μέ πολλή πιθανοφάνεια ότι βασικές έννοιες πού άφοροϋν τό παρατηρήσιμο γεγονός έχουν ή μία μέ τήν άλλη 10. ’Άς υποθέσουμε ότι κάποιος τον ρωτάει «Γιατί αύτή ή γρα­ βάτα μου φαίνεται πράσινη. ποιές συν­ θήκες είναι κανονικές γιά ένα δεδομένο είδος άντίληψης προσδιορίζεται. Αλλά ό μή τετριμμέ­ νος χαρακτήρας τής διατύπωσης αύτής έρχεται στήν επιφάνεια μόλις άντικαταστήσουμε τό «κανονικές συνθήκες» άπό τήν άναφορά μιάς συγκεκρι­ μένης συνθήκης (όπως είναι. καί στο φώς τής μέ­ ρας τά πράγματα φαίνονται τέτοια που είναι». τό φώς τής μέρας) καί προσθέσουμε ότι τό φώς τής μέρας είναι ή κανονική συνθήκη άντιλήψεως. όσο τό νά μοιάζει κάτι πράσινο θεωρείται ότι είναι ή έννοια στήν οποία άνάγεται τό νά είναι πράσινο. . Και άν κάποιος τοϋ κάνει τήν έρώτηση αύτή κοιτάζοντας τή γραβάτα στο φώς τής μέρας. όντως.» Ό Γιάννης μπορεΐ κάλλιστα νά απαντήσει.. άσύμβατο μέ τις βασικές προϋποθέσεις τοϋ λογικού άτομισμοϋ.χ. ό Γιάννης μπορεΐ κάλλιστα νά άπαντήσει «Έπειδή ή γραβάτα είναι πράσινη» -στο όποιο μπορεΐ νά προσθέσει «Είμαστε στο φώς τής μέρας. Έ τσι. Καί [44] βέβαια. αύτό είναι μιά άναγκαία άλήθεια.10 19. Προσθήκη τοϋ 1963: Κανονικές συνθήκες είναι.

θά φαινόταν δτι δέν μπορει κανείς νά σχηματίσει τήν έννοια είναι πράσινο.11 11.ένα μα­ κρύ [45] ιστορικό άπόκτησης έπιμέρους σταδιακών έξεων άνταπόκρισης πρός διάφορα άντικείμενα σέ διάφορες συν­ θήκες. κατά κάποιον τρόπο. μέ τον ϊδιο συλλογισμό. έκτος άν τις έχει ήδη. ή κατάσταση είναι άκρως άνησυχητική. πού έχει τή σημασία του. Βέβαια. και άν αύτό μέ τή σειρά του σημαίνει δτι γνωρίζει ύπό ποιες περιστάσεις πρέπει νά δει κανείς ενα άντικείμενο γιά νά βεβαιωθεί γιά τό χρώμα του. γιά νά έχει κανείς τήν έννοια τοϋ πράσινου. τότε. έφόσον μετά βίας μπορει κανείς νά προσδιορίσει ποιές είναι οί περιστάσεις χωρίς νά παρατηρήσει δτι ορισμένα άντικείμενα έχουν κάποια άντιληπτά χαρακτηριστικά -περιλαμβανομένων τών χρωμάτων-. Σημαίνει δτι. άρκεΐ νά άντιδρά. Ό χ ι μόνο οί συν­ θήκες πρέπει νά είναι τέτοιες πού νά έπιτρέπουν νά προσδιο­ ρίσει κανείς τό χρώμα ένός άντικειμένου [148] κοιτώντας το. άν δέν τις έχει δλες -καί. δέν θά ήταν επαρκής άπάντηση σ5 αύτό νά ποϋμε δτι. δταν όντως βρίσκεται ύπό κανονικές συνθήκες. καί. Καί ένώ αύτό δέν σημαίνει δτι πρέ­ πει κανείς νά έχει έννοιες πριν νά τις έχει. στήν πραγματικότητα. δπως θά δοϋμε. ένώ ή διαδικασία άπόκτησης τής έννοιας «πρά­ σινο» μπορεΐ νά περιλαμβάνει -καί περιλαμβάνει. γιατί άν ή ικανό­ τητα νά άναγνωρίζει κάνεις δτι τό χ μοιάζει πράσινο προϋ­ ποθέτει τήν έννοια είναι πράσινο. Μόνο πού τώρα.58 ΓΟΥΙΑΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ αύτή τή λογική άνεξαρτησία πού είναι χαρακτηριστική τής έμπειριστικής παράδοσης. στά πράσινα άντικείμενα λέγοντας «Αύτό είναι πράσινο». εκ πρώτης δψεως. δέν έχει κανείς καμμία έννοια πού νά άναφέρεται στις παρατηρήσιμες ιδιότητες φυσικών άντικειμένων μέσα στον χώρο καί τον χρόνο. τών άλλων χρωμάτων. Προσθήκη τοϋ 1963: Τό έπιχείρημα αφήνει χώρο γιά μιά κατ’ άρχήν . σημαίνει δτι μπορεΐ νά έχει τήν έννοια τοϋ πράσινου μόνο έχοντας έναν ολόκλη­ ρο οπλισμό άπό έννοιες τών οποίων αύτή είναι ένα στοιχείο. μαζί μέ πολλά άλλα πράγματα άκόμη. νά ξέ­ ρει τί σημαίνει νά είναι κάτι πράσινο. άλλά τό ύποκείμενο πρέπει καί νά ξέρει δτι αύτές οί συν­ θήκες είναι κατάλληλες.

και θά ισχυριζόταν δτι τή χα­ ρακτηριστική γιά τον παραδοσιακό έμπειρισμό λογική άνεξ­ αρτησία τής μίας έννοιας άπό τήν άλλη τήν έχουν δσες άναφέρονται σέ αισθητηριακά περιεχόμενα. ξεκίνησες νά γράφεις σάν νά είχες δείξει δχι μόνο δτι ή διάκριση άνάμεσα σέ μιά στοιχειώδη έννοια τοΰ «πράσινου» πού θά μπο­ ροΰσε κάνεις νά μάθει χωρίς νά μάθει συγχρόνως τον λογικό χώρο τοΰ λεξι­ λογίου τοΰ «μοιάζει». και μιά πλουσιότερη έννοια τοΰ «πράσινου» στήν όποία τό «είναι πράσινο» μπορεΐ νά τεθεί ύπό άμφισβήτηση βάσει τοΰ «άπλώς μοιάζει πράσινο».έχουν τήν άλληλε­ ξάρτηση πού ϊσως σωστά άπέδωσες στις έννοιες πού άναφέρονται σέ φυσικά γεγονότα. Έ πί­ σης. Τό σημαντικό είναι δτι άκόμα και τό νά έχει κα­ νείς τή στοιχειωδέστερη έννοια προϋποθέτει νά έχει μιά πανοπλία ολόκλη­ ρη άλλων εννοιών. ειδικότερα. «Στο τέλος τέλος.έναν πιο θεμελιώδη λογικό χώρο. οί έννοιες πού άναφέρονται σέ θεωρητικές οντότητες -τά μόρια. ή ώσπου νά δείξεις δτι και αύτός έπίσης είναι πλήρως συνεκτικός. έπομένως. άν υποτεθεί δτι θά εΰρισκε τήν παραμικρή άρετή στο παραπάνω έπιχείρημα. Άλλά.Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 59 20. Καί μπορούμε νά φανταστούμε τον θεωρητικό τών αι­ σθητηριακών δεδομένων νά παρεμβάλλει τήν άκόλουθη κα­ ταγγελία: «Ξεκίνησες νά γράφεις σάν νά είχες δείξει δχι μό­ νο δτι ή φυσική έρυθρότητα δέν πρέπει νά άναλυθει μέ δρους τού μοιάζει κόκκινο -πράγμα πού δέχομαι. 'Ώσπου νά ξεφορτωθείς. θά συνέχιζε. θά έπεσήμαινε. δτι ό λογικός χώρος τών φυσικών αντικειμένων μέσα στον Χώρο καί τον Χρόνο στηρίζεται στον λογικό χώρο τών περιεχομένων τής αίσθησης. γιά παράδειγμα. . νά μή μπορεΐ νά άναλυθει μέ δρους τής έρυθρότητας τών κόκκινων περιεχομένων τής αίσθησης. οί άρχόμενες Μέάίΐαήοηζ Ηβ£βΗβηηβ8 σου είναι πρόωρες». Νομίζω δτι είναι πιά σαφές τί θά έλεγε ένας λογικός άτομιστής.άλλά σάν ή φυσική έρυθρότητα νά μή μπορει καθόλου νά άναλυθει καί. οί θεωρη­ τικές έννοιες έχουν εμπειρικό περιεχόμενο επειδή έδράζονται πάνω -συστοιχοΰνται μέ. τήν ιδέα δτι ύπάρχει ένας θεμελιωδέστερος λογικός χώρος άπό αυτόν τών φυ­ σικών αντικειμένων στον Χώρο και τον Χρόνο. Θά έλεγε δτι παραβλέπω τό γε­ γονός.

έπομένως. καί πώς θά μάς πείσει δτι ύπάρχουν τέτοια πράγματα. άλλά έπίσης δτι δέν υπάρχει καμμιά \46\ μορφή οπτικής άντίληψης πιο βα­ σική άπό αυτήν τοΰ νά βλέπει κανείς δτι τό χ είναι κόκκινο. Ά λλά γι5άλλη μιά φορά πρέπει νά ρωτήσου­ με: Πώς φτάνει ό θεωρητικός τών αισθητηριακών δεδομέ­ νων στή δομή τών περιεχομένων τής αίσθησης. συνεχίζει. τουλάχιστον μέχρι έδώ. δτι ή τάση τών θεωρητικών τών αισθητηριακών δεδομένων ήταν νά ισχυρίζονται δτι ή έρνθρότητα τών φυσικών άντικειμένων πρέπει νά άναλυθεΐ μέ δρους τοΰ μοιάζει κόκκινο.60 ΓΟΥΙΛΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ παρατήρηση πώς τό χ μοιάζει κόκκινο. άποκαλύψει τίποτε πού νά μοι­ άζει μέ αισθητηριακό δεδομένο. Ά λλά τί έμποδίζει τον θεω­ ρητικό τών αισθητηριακών δεδομένων νά υιοθετήσει τή γραμμή δτι οί ιδιότητες τών φυσικών άντικειμένων άναλύονται άμεσα στις ποιότητες καί τις φαινομενικές σχέσεις τών περιεχομένων τής αίσθησης. Καί.» Πολύ καλά. δπως ή αίσθηση (δ©ηδίη§) ένός κόκκινου περιεχομένου αί­ σθησης. ζητώντας μας νά σκεφτοΰμε τήν έμπειρία τοΰ νά έχουμε κάτι πού νά μάς μοιάζει κόκκινο. άπαξ καί δοΰμε καθαρά πώς ή φυ­ σική έρυθρότητα δέν άναλύεται ώς κατάσταση μέ δρους τοΰ μοιάζει κόκκινο. Ό π ω ς καί νά ’χει. ή έπόμενη κίνηση πρέπει νά είναι νά σπρώξουμε παραπέρα τήν παραπάνω έξήγηση τοΰ ποιοτι­ κού καί τοΰ ύπαρκτικοΰ «δείχνει» (1οο1άη§). Καί ίσως είναι ένδιαφέρον νά προτείνει κανείς δτι. ή ίδια ή ιδέα δτι κάπως πρέπει νά άναλυθεΐ ώς κατάσταση χάνει πολύ άπό τήν πιθανοφάνειά της. Γιατί άκόμα καί άν τό μοιάζει κόκκινο δέν ύπεισέρχεται στήν άνάλυση τής φυσικής έρυθρότητας. δέν είναι πιο βασική άπό τήν παρατήρηση δτι τό χ είναι κόκκινο. έλπίζει νά καταστήσει τή δομή αύτή πειστική. καί έπειτα νά [149] ισχυρίζονται δτι τό μοιάζει κόκκινο πρέπει τό ίδιο νά άναλυθεΐ μέ δρους κόκκινων περιεχομένων αίσθησης. Δέχομαι. δέν είναι χωρίς ένδιαφέρον νά παρατηρήσω δτι ή άνάλυσή μου τοΰ τό χ μοιάζει κόκκινο στον Σ σέ δεδομένη στιγμή ί δέν έχει. . καί δτι ίσως έκανες άδύνατη αύτή τή γραμμή άνάλυσης.

τότε ό ισχυρισμός συναντά τήν άντίρρηση. πρέπει άραγε νά έξηγηθεΐ μέ δρους τής ιδέας δτι ό Τζόουνς έχει μιά αίσθηση -ή έντύπωση. καθώς θά τό έξηγώ. ώστόσο δέν θά πρόκειται γιά μιά θεωρία τών αισθητηριακών δεδομένων. άν οί έκφράσεις αύτές κατανοηθοϋν έτσι πού.πού είναι κόκκινο καί τριγωνικό. Ή έξήγηση τοϋ «δείχνει» 21. καί τά όποια μπορεΐ νά διαφέρουν ρι­ . δτι ή έρυθρότητα πού μοιάζουν νά έχουν τά φυσικά άντικείμενα είναι ή ϊδια μέ τήν έρυθρότητα πού έχουν. μιά διάσταση πού χαρακτηρίζει άκόμα καί τις πιο ετερόδοξες μορφές θε­ ωρίας τών αισθητηριακών δεδομένων. ή άμεση έμπειρία. ’Ά ς άρχίσω διατυπώνοντας τό έρώτημα: «Τό γεγονός δτι ένα άντικείμενο μοιάζει στον Σ κόκκινο καί τριγωνικό. ή άμεση έμπειρία ένός τριγώνου νά συνεπά­ γεται δτι ύπάρχει κάτι -δχι ένα φυσικό άντικείμενο. πού έχει τό πράγμα αύτό. Καί άν. έτσι πού πράγματα τά όποια έξ ύποθέσεως δέν είναι φυσικά άντικείμενα. ή δτι μοιάζει στον Σ σάν νά υπάρχει έδώ ένα κόκκινο καί τριγω­ νικό άντικείμενο. παρά μόνο μέ μιά έννοια πού άφαιρεΐ άπό τή φράση αύτή μιά ολόκληρη διάσταση τής παραδοσιακής έπιστημολογικής της δύναμης. Έπεσήμανα ήδη δτι τούς θεωρητικούς τών αισθητη­ ριακών δεδομένων έντυπωσιάζει τό έρώτημα «Πώς μπορεΐ ένα φυσικό άντικείμενο νά μοιάζει κόκκινο [47] στον Σ. κάτι σωστό σέ αύτή τή γραμ­ μή σκέψης.ένός κόκκινου τριγώνου. παρά πράσινο ή γραμμωτό.» Υπάρχει. είναι ϊδια μέ τήν έρυθρότητα πού τό φυσικό άντικείμενο μοιάζει [150] νά έχει.» Έ ν α μποροϋμε νά ποϋμε άμέσως. άν και τό δλο Θέμα είναι περίπλοκο. όδηγηθώ σέ διατυπώσεις πού θυμίζουν κάποια πράγματα πού έχουν πει οί θεωρητικοί τών αισθητη­ ριακών δεδομένων. δπως ήταν ή προσέγ­ γιση τής «άλλης γλώσσας». άς ποϋμε.Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 61 IV. άν δέν ύπάρχει κάτι σέ αύτή τήν κατάσταση πού είναι κόκκινο και πού ό Σ τό άντιλαμβάνεται. καί άν ή έρυθρότητα. προτίθεμαι νά δείξω. πώς συμβαίνει και τό φυσικό άντικείμενο μοιάζει κόκκινο μάλλον. ’Ά ν ό Σ δέν έχει τήν έμπειρία κάτινος κόκκινου. δτι.

καλή. ϊσως. άλλά έξίσου νόμιμες. πάντως βάζει σέ σκέψεις. ύπάρχουν τουλάχιστον δύο τρό­ ποι μέ τούς οποίους κάποιες έπιπλέον. δπως ύπάρχουν δύο ειδών καλές έξηγήσεις τοϋ γεγονότος τής διαστολής ένός μπαλονιού: (α) Μέ δρους τών νόμων Μπόυλ-Σάρλ (Βογΐ0-Οιαι*ΐ65). Ό τ ι δμως οί έξηγήσεις αύτοϋ τοϋ είδους είναι καλές. είναι ή ϊδια έρυθρότητα. Γιατί δταν ισχυρίζεται κανείς δτι «προφανώς» τά φυσικά αντικείμενα δέν μπορούν νά μοιά­ ζουν κόκκινα σέ κάποιον παρά μόνον [48] άν τούτος έχει τήν έμπειρία ένός πράγματος. δέν σημαίνει δτι κάποιες έξηγήσεις άλλου είδους δέν θά μπορούσαν νά είναι έξίσου καλές καί. Δέν θά ήταν άραγε δυνατό.μέ δρους τής ιδέας δτι ό Σ έχει μιά έμπειρία ένός κόκ­ κινου τριγώνου. δτι είναι άπο­ λύτως σωστό νά άπαντήσουμε στο έρώτημα «Γιατί μοιάζει τό άντικείμενο αύτό κόκκινο. τής πίεσης και τής θερμοκρασίας τών άε- . Έ κ πρώτης δψεως. Ή έξήγηση είναι. θά είχαν τήν ϊδια έρυθρότητα μέ τά φυσικά άντικείμενα. έπειδή ύπάρχουν άπολύτως λογικές έξηγήσεις τοϋ ποιοτικού ή ύπαρκτικοΰ «δείχνει» πού δέν κά­ νουν καμμία άναφορά σέ «άμεσες έμπειρίες» ή άλλες άμφίβολες οντότητες. Τήν πρώτη άπό αύτές μάς τήν ύποβάλλει μιά άπλή άναλογία. πού εΐναι κόκκινο. πού μοιάζει νά εχει τό φυσικό άντικείμενο. πού σχετίζουν τις έμπειρικές έννοιες τοϋ δγκου.». Μάς έπισημαίνουν. δέν προϋ­ ποθέτει δτι ή έρυθρότητα. καί είναι μιά τυπική άπάντηση πού δίνουμε καθημερινά σέ τέτοιες έρωτήσεις. λοιπόν.62 ΓΟΥΙΑΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ ζικά ή καί νά είναι έντελώς άλλης τάξεως άπό τά φυσικά άντικείμενα. έξηγήσεις θά μπορούσαν νά δοθούν γιά ένα γεγονός τοϋ τύ­ που τό χ μοιάζει κόκκινο. Ύπάρχουν τώρα αύτοί πού θά έλεγαν δτι δέν τίθεται καν τό έρώτημα άν «Τό γεγονός δτι ένα άντικείμενο μοιάζει κόκκινο καί τριγωνικό στον Σ πρέπει ϊσως νά έξηγηθει -άντίθετα πρός τό νά άναδιατυπωθει (ηοΐΗΐ:ίοη3ΐ1γ ΐΌίοππιιΙαίβά).» λέγοντας «Έπειδή είναι ένα πορτοκαλί άντικείμενο πού τό βλέπουμε ύπό τις τάδε ή δεί­ να συνθήκες». 22. κατ’ άρχήν. περισσότερο διεισδυτικές. πού αύτό τό κάτι έχει. Καί άν κάτι τέτοιο δέν άποκλείεται έντελώς.

Άσφαλώς αύτοί. «ή άμεση έμπειρία ένός κόκκινου τριγώνου». τις περιστάσεις ύπό τις όποιες τά βλέπουμε. . γιά παράδειγμα. πού θέτουμε άξιωματικά. θά μπορούσε νά ύπάρχει μιά επιπλέον. τουλάχιστον έκ πρώτης δψεως. μάλιστα ώς κάτι τό κατ' εξοχήν παρατηρήσιμο.μοιάζει τόσο παράδοξη. προκειμένου νά έξηγήσουμε κάποιες κανονικότητες τής αισθητηριακής άντίληψη. δηλαδή. καί (β) μέ δρους μιας θεωρίας τής άντίληψης στήν όποία οί «άμεσες έμπει­ ρίες» θά παίζουν ένα ρόλο άνάλογο πρός αύτόν τών μορίων στήν κινητική θεωρία. Ά ς άρχίσουμε νά έξετάζουμε αύτή τήν πρόταση ξανακοιτάζοντας τις έξηγήσεις πού δώ­ σαμε γιά τό ύπαρκτικό καί τό ποιοτικό «δείχνει». δπως τά μόρια τίθενται άξιω­ ματικά. μαζί μέ κάποιες βασικές άρχές πού τις άφοροϋν. ή εξής*. καί τά χρώματα πού μοιάζουν νά έχουν. άλλά εξίσου νόμιμη. χοντρικά καί πρόχειρα.βρίσκου­ με δτι περιέχουν ώς συστατικά τους πράγματα πού άναφέρονται κυριολεκτικά ώς. μαζί μέ τις άρχές τής μοριακής κίνησης. σκέφτονταν τήν τελευταία ώς τή λιγότερο θεωρητική οντότητα πού ύπάρχει. Θά θυμη­ θούμε δτι ή έξήγηση τού ποιοτικού «δείχνει» ήταν. [49] Ό μ ω ς ή ιδέα δτι οί «άμεσες έμπειρίες» είναι άπλώς θεωρητικές οντότητες -οντότητες. Κατά τή δεύτερη αύτή έξή­ γηση. δταν έξετάζουμε πράγματα αύτού τού είδους. έτσι νά υπάρχουν και δύο τρόποι νά εξηγήσουμε δτι τό τάδε άντικείμενο μοιάζει κόκκινο στον Σ: (α) Μέ δρους έμπειρικών γενικεύσεων πού νά συσχετίζουν τά χρώματα τών άντικειμένων.Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 63 ρίων καί (β) μέ δρους τής κινητικής θεωρίας τών άερίων. έξήγηση τού υπαρκτι­ κού καί τού ποιοτικού «δείχνει». πού θεώρησαν δτι τό ποιοτικό καί τό ύπαρκτικό «δείχνει» πρέπει νά εξηγηθούν μέ δρους «άμε­ σης έμπειρίας». [151] πού θά τήν άφήσω πρός τό παρόν στήν άκρη. μέχρι πού ένα πιο εύνοϊκό πλαίσιο σκέψης νά τήν κάνει νά φανεί πιο πραγ­ ματική. γιά νά Εξη­ γήσουν κάποιες πειραματικά διαπιστωμένες κανονικότητες πού χαρακτηρίζουν τά άέρια. Ά ς στραφούμε έπομένως σέ ένα δεύτερο τρόπο μέ τον όποιο.

Α ς ονομάσουμε τήν ιδέα δτι τό χ. διαφέρουν πρωτίστως ώς πρός τό δτι τό (α) εΐναι έτσι διατυπωμένο πού λέει δτι έγκρίνουμε τήν ιδέα πώς τό χ.) Τό προτασιακό περιεχόμενο αύτών τών τριών έμπειριών εΐναι άσφαλώς ένα μέρος μόνο αύτοΰ πού έχουμε άποδεχθεΐ χαρακτηρίζοντάς τες ώς τρεις τέτοιες περιστάσεις.και άν ό Σ γνώριζε δτι οί συνθήκες ήταν κα­ . (β) Νά μοιάζει σέ κάποιον δτι τό χ. Προσθήκη τοϋ 1963:. εΐναι κόκκινο.12 ή έμπειρία θά μπο­ ρούσε ορθά νά . εΐναι κόκκινο. νονικές. υποκείμενο στον πρώτο άπό τούς χαρα­ κτηρισμούς αύτούς. έδώ. Επιπλέον. συνάρτηση τοΰ βαθμοΰ στον 12. εΐναι κόκκινο. τό κοινό προτασιακό περιεχόμενο αύτών τών τριών έμπειριών εΐναι πολύ πιο περίπλοκο καί προσδιορισμένο άπ’ δ. δπως είδαμε. καί στο (γ) καθόλου. ένώ στο (β) ή ιδέα αύτή έγκρίνεται μόνο με­ ρικώς. τό κοινό προτασιακό περιεχόμενο (μοηιηιοη ρτοροΞίύοηαΙ οοηίβηί) αύτών τών τριών περιστά­ σεων.τι δείχνει ή φράση πού χρησιμοποι­ ούμε γιά νά περιγράφουμε τήν έμπειρία μας στούς άλλους. καί τήν οποία χρησιμοποιώ γιά νά τήν παραστήσω. τό προτασιακό περιεχόμενο τών τριών αύτών έμπειριών θά μπορούσε νά συμπίπτει.. Εΐναι πάντως σαφές δτι. Έ ν α άλ­ λο μέρος εΐναι.64 ΓΟΥΙΑΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ «Τό χ μοιάζει κόκκινο στον Σ» έχει τήν έννοια τοΰ « Ό Σ έχει μιά έμπειρία πού περιλαμβάνει μέ ένα μοναδικό τρόπο τήν ιδέα δτι τό χ είναι κόκκινο καί τήν περιλαμβάνει μέ τρόπο πού. άλλά γιά τις έδώ άνάγκες μου εΐναι άρκετό. έφόσον τό προτασιακό περιεχόμενο τοΰ (γ) εΐναι υπαρκτικό μάλλον παρά τέτοιο πού νά άφορά ένα ύποθετικά ύποδεικνύμενο (ά 65Ϊ£η&ΐ6 ά) άντικείμενο χ. έδώ. έδώ.χαρακτηριστεί ώς έποπτεία τοΰ δτι τό χ είναι κόκκινο». Ή έκθεσή μας συνεπάγεται έτσι δτι οί τρεις περιστάσεις: (α) Νά βλέπει κανείς δτι τό χ. είναι κόκκινο. . (Αύτό βέβαια δέν εΐναι αύστηρά σωστό. έδώ. [50] (γ) Νά φαίνεται σέ κάποιον δτι ύπάρχει έδώ ένα κόκκινο άντικείμενο. άν ή ιδέα αύτή ήταν άληθινή.

. είναι κόκκινο.Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 65 όποιο τό προτασιακό αυτό περιεχόμενο έγκρίνεται. Τόσο τό ύπαρκτικό δσο καί τό ποιοτικό δείχνει θά ήταν έμπειρίες τού βλέπω. άντιστοίχως. . (β) μοιάζει σέ κάποιον δτι τό χ. χαρακτη­ ρίζοντας τις τρεις αύτές έμπειρίες. ένώ στήν περί­ πτωση τού (α) ό άντιλαμβανόμενος πρέπει νά έχει παρόν τό κόκκινο άντικείμενο έκει πέρα. ή ϊδια ή φύση τού «λεξιλογίου τού δείχνει» είναι τέτοια πού γεννά ερωτήματα στά όποια δέν δίνει άπάντηση: Ποιός είναι ό εσωτερικός χαρακτήρας τού κοινού περιγρα­ φικού περιεχομένου αύτών τών τριών έμπειριών. Θά ύποθέσω δτι αύτό συμβαίνει. είναι σαφές δτι. Τώρα. Προσθήκη τοϋ 1963: . 13. έκεϊ\ είναι κόκκινο . καίτοι είναι προφανές δτι πρέπει νά ύπάρχει κάποια έκ τών πραγμάτων διαφορά στις συνολικές καταστάσεις. άν τά προτασιακά τους περιεχόμενα ήταν άληθινά. θά τό προσ­ παθούσαμε καταρχάς μέ δρους τής ποιότητας κόκκινο . Τώρα.και αν τό υποκείμενο γνώριζε δτι οί συν­ θήκες είναι κανονικές. έκεϊ. Ά ς πούμε δτι τό υπόλοιπο αύτό είναι τό περιγραφικό περιεχόμενο. Μπορώ τότε νά έπισημάνω [152] πώς ή έκθεσή μου συνεπάγεται. ένώ στο (γ) δέν είναι ύποχρεωτικό καν νά ύπάρχει άντικείμενο έκειπέρα. ώς (α) βλέ­ πω δτι τό χ. βέβαια. Έτσι. ύπονοώντας δτι. 23. άν μάς ζητούσαν νά δώσουμε έναν πιο άμεσο χαρακτηρισμό τού κοινού περι­ γραφικού περιεχομένου αύτών τών έμπειριών. Καί πώς μπορούν νά τό έχουν παρά τό γεγονός δτι. στο (β) τό άντικείμενο έκει πέρα δέν είναι ύποχρεωτικά κόκκινο. καί (γ) φαίνεται [52] σέ κάποιον νά υπάρχει ενα κόκκινο άντικείμενο έκειπέρα . δτι δχι μόνο τό προτασιακό περιεχόμενο άλλά και τό περιγρα­ φικό περιεχόμενο τών τριών αύτών έμπειριών μπορει νά είναι τό ϊδιο. Μέ αύτό τό υπόλοιπο άσχολούμαστε τώρα. έκει. δέν προσδιορί­ ζουμε τό κοινό περιγραφικό αύτό περιεχόμενο παρά μόνο εμμεσα. είναι κόκκινο .. και αύτό είναι τό άποφασιστικό σημείο. άν τό κοινό προτασιακό περιεχό­ μενο ήταν άληθινό.13τότε δλες αύτές οί περιστάσεις θά ήταν περιπτώσεις τού βλέπω δτι τό χ .

Ή πάλι. καίτοι βλέπουμε τό τραπέζι. ένα κόκκινο φυ­ σικό άντικείμενο είναι ένα άντικείμενο πού έχει μιά κόκκινη έκταση ώς έπιφάνειά του. Ιδού τί μάς λέει: Ένώ πράγματι. Νά βλέπουμε ένα άντικείμενο σημαίνει νά βλέπουμε τήν έπιφάνειά του πού μάς κοιτάζει.πού είναι κοινό στις παραπάνω τρεις έμπειρίες (α). θά ήταν χονδροειδές λάθος νά ποϋμε δτι δέν βλέπουμε καρέκλες. κ. μετά βίας μπορούμε νά ποϋμε ότι αύτό τό περιγραφικό περιεχόμενο τό ϊδιο είναι κάτι κόκκι­ νο.) Τό «περιγραφικό περιεχόμενο» -δπως λέτε. αύτό σημαίνει πώς βλέπουμε δτι ή έπιφάνειά του πού μάς κοιτάζει είναι κόκκινη. καί ύπ’ αυτή τήν έννοια είναι τρισδιάστατη. δέν έχει πάχος..λπ. (Υπάρχουν. Ά ν τό πετύχαι­ νε. ή όποία μοιάζει νά ύπόσχεται άκριβώς αύτό.66 ΓΟΥΙΑΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ Ωστόσο. (β) καί (γ). .είναι ένα χαρακτηριστικό πραγμάτων τοϋ εί­ δους πού ονομάσαμε περιεχόμενα αίσθησης. οΰτε συνεπάγεται ή ύπαρξη μιας κόκκινης έκτασης τήν ύπαρξη ένός φυσικοϋ άντικειμένου στο όποιο νά άνήκει. άλλά μόνο τις Επι­ φάνειες τους πού κοιτάζουν πρός έμάς. καίτοι βλέ­ πουμε ενα τραπέζι. Ά ν βλέπουμε δτι ένα άντικείμενο είναι κόκκινο. καί παρόλο πού τό τρα­ πέζι έχει ένα «μέσα». «άγριες» Εκτάσεις πού δέν άνήκουν σέ κανένα φυσικό άντικείμενο. δέν βλέπουμε τό μέσα τοϋ τραπέζιου έτσι δπως βλέπουμε τό έξωτερικό του πού μάς κοιτάζει. σάν μιά κόκκινη έκταση μέ έξογκώματα. [153] Όμως μιά κόκκινη έκταση δέν είναι ένα φυσικό άντικείμενο. πού ήταν καί μία άπό τις σταθερές άρχικές προσπάθειες τής έπιστημολογίας τής άντίληψης. καί παρόλο πού τό τραπέζι έχει ενα πί­ σω. δέν βλέπουμε τό πίσω τοϋ τρα­ πέζιου [52] μέ τον ίδιο τρόπο πού βλέπουμε τό μπροστά. Καί ύπάρχει μιά ορι­ σμένη γραμμή σκέψης. δπως έχει ένα μπροστά. εκτός άν μπορούμε νά Ελευθερώσουμε τον όρο «κόκκι­ νο» άπό τον εκ πρώτης δψεως προφανή δεσμό του μέ τήν κατηγορία τοϋ φυσικού άντικειμένου. τραπέζια. ώστόσο. Ό σ ον άφορά τήν άνάλυση τής άντιληπτικής συνείδησης. Μιά κόκκινη Επι­ φάνεια είναι μιά δισδιάστατη κόκκινη έκταση -δισδιάστατη καθότι άκόμα κι άν έχει εξογκώματα. όπως έπεσήμανα ήδη. θά μάς έπειθε ότι ή έρυθρότητα -μέ τήν πιο βασική έν­ νοια τοϋ δρου. είναι άκριβώς κάτι τέτοιο. δντως.

Ξεκινάμε σκεπτόμενοι τό οικείο γεγονός δτι ένα φυσικό άντικείμενο μπορεΐ νά έχει ένα χρώμα «άπ5έξω» καί ένα άλλο «μέσα». μέ τήν έννοια ένός δισδιάστατου καθέκαστον μέ έξογκώματα. σ. Ή θεμελιώδης γραμματική τοϋ κατηγορουμένου κόκκινο είναι: Τό φυσικό άντικείμενο χ είναι κόκκινο στή θέση θ και σέ χρόνο ί. Μπορούμε νά τό έκφράσουμε αύτό λέγοντας. Καί με­ ρικές φορές είναι κόκκινο έπιφανειακά έχοντας δ. δμως. παρακάτω. κατά τήν τρέχουσα χρήση τής λέξης «κόκκινο». Είναι άπλώς λάθος νά ύποθέτουμε δτι. άλλά δέν άνήκει στήν άνάλνσή του. ή πλάνη είναι. όέν λέμε δτι ύπάρχει μιά «έπιφάνεια». προφανής· είναι μιά άπλή άμφισημία τής φράσης «κά­ τι έχει μιά κόκκινη έπιφάνεια». κόκκινες είναι πάντοτε κάποιες έπιφάνειες πού είναι δισδιάστατα κα­ θέκαστα. δταν λέμε δτι ένα άντικείμενο είναι κόκκινο. 135-137.) [53] Άλλά ή θέση αύτή είναι στον λογικό χώρο μιάς ίδεατολογικής επιστημο­ νικής εικόνας τοϋ κόσμου καί δχι στον λογικό χώρο τοϋ κα­ θημερινού λόγου.Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 67 Έ τσι γυμνά διατυπωμένη. γιά παράδειγμα. δέν άποδεχόμαστε τίποτε παραπάνω άπό τό δτι είναι κόκκινο «έπιφανειακά». Τό μόνο έμπλεκόμενο καθέκαστον έκει πού ένα φυσικό άντικείμενο είναι «κόκκινο άπέξω. πού είναι τοποθετη­ μένο σέ μιά ορισμένη περιοχή τοϋ Χώρου καί διαρκεΐ γιά ορισμένο διάστημα Χρόνου. Δέν έχει τίποτε νά κάνει μέ τή λογική γραμματική τών συνηθισμένων λέξεων πού χρησιμοποιούμε γιά τά χρώματα. Ασφαλώς. δτι ή «έπιφάνεια» τοϋ άντικειμένου είναι κόκκινη. Λέγοντάς το. Ή έννοια τών δισδιάστατων καθέκαστα μέ έξογκώματα (ή χωρίς) είναι ένα προϊόν φιλοσοφικής (καί μαθηματικής) επιτήδευσης πού μπορεΐ νά σχετιστεί μέ τό σύνηθες έννοιακό μας πλαί­ σιο.τι δέν θά διστάζαμε νά άποκαλέσουμε ένα «μέρος» πού είναι άπ5 . άλλά πράσινο μέ­ σα» είναι τό φυσικό άντικείμενο τό ϊδιο. άλλά τό «μέσα» του πράσινο. Νομίζω δτι σωστά βαλμένο στή θέση του έχει μιά σημαντική συνεισφορά νά κάνει. § 61 (5). αύτό. (Βλ. ή θά έπρεπε νά είναι. μιάς κόκκινης έκτασης πού είναι ένα καθέ­ καστον συστατικό στοιχείο ένός σύνθετου καθέκαστον πού περιλαμβάνει έπίσης πράσινα καθέκαστα.

άποδειχθει δτι υπάρχει μιά θέση. Ά ς συνεχίσω τό ψάξιμο στούς γύρω θάμνους. ώς μιά άμεση έμπειρία. Άλλά ή κόκ­ κινη μπογιά δέν είναι ή ϊδια κόκκινη χάρη σέ ένα συστατικό μέρος πού είναι κόκκινο -σέ μιά «έπιφάνεια» ή «έκταση»* σέ ένα έπιμέρους χωρίς πάχος. Έδώ πρέπει νά είμαστε προσεχτικοί. V. θά σήμαινε. Ε ντυπώ σεις καί παραστάσεις: Μιά λογική άποψη [154] 24. Πρέπει νά μήν ξεχνάμε τήν περίφημη άμφισημία τής «έμπειρίας» ώς ενέργειας καί ώς ούσίας («ίη§-6<1» &ιηβί£ΐπΙγ). άπό τή σκο­ πιά τοϋ Τζόουνς. Άλλά ή θέση αύτή δέν θά βρεθεί μέ μιά άνάλυση τού τρέχοντος τρόπου τοϋ λέγειν τής αντίληψης -δπως οί σπεί­ ρες τού τετραδιάστατου χωροχρόνου τοϋ Μινκόβσκι (ΜίηΚοννδία) δέν είναι μιά άνάλυση αύτοϋ πού έννοοϋμε. άν ήταν ένα βλέπειν. δέν πρέπει νά συμπεράνουμε πώς τό γεγονός δτι τό χ έκεϊ πέρα . Διότι καίτοι νά βλέπει κανείς δτι τό χ έκεϊ πέρα είναι κόκκινο είναι μιά εμπειρία ώς ένέργεια (&η βχρβήβηαηβ) -ένα τυπικό παράδειγμα μάλιστα έμπειρίας ώς ένέργειας. ώς περιεχόμενο έμπει­ ρίας]. νά βλέπει δτι τό χ. καί δτι είναι στοιχεία τής άντιληπτικής έμπει­ ρίας. δτι τό χ έκειπέρα μοιά­ ζει στον Τζόουνς νά είναι κόκκινο.δέν έπεται καί δτι τό περιγραφικό περιεχόμε­ νο αύτής τής έμπειρίας ώς ένέργειας είναι τό ϊδιο μιά έμπει­ ρία ώς ένέργεια [καί δχι ώς ούσία. έκεϊ πέρα. δταν μιλάμε γιά φυσικά άντικείμενα στον Χώρο καί τον Χρόνο. άς τό έπαναλάβω. έπειδή τό γεγονός. καί έπειδή. ώς μιά έμπειρία -γιά παράδειγμα. ’Ίσως. μέσα σέ μιά συνολική φιλοσο­ φική εικόνα. θά ήταν μιά έμπειρία ώς ενέργεια. Επιπλέον. άν τό προτασιακό του περιεχόμενο ήταν σωστό. Αξί­ ζει νά σημειώσει κανείς δτι καί τό κοινό περιγραφικό περιε­ χόμενο τών τριών εμπειριών πού εξετάζω τό ϊδιο άναφέρεται (άπό φιλοσόφους [54] τουλάχιστον). είναι κόκκινο. ένα κόκκινο τραπέζι πού είναι κόκκινο χάρη σέ μιά στρώση κόκκινης μπογιάς. γιά τήν πρόταση δτι «δντως υπάρχουν» τέτοια καθέκαστα.68 ΓΟΥΙΑΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ άκρη σ3άκρη κόκκινο -έτσι.

κόκκινο στον Τζόουνς είναι τό ίδιο μιά έμπειρία ώς ένέργεια. νά εισαγάγω μιά νέα χρήση τοϋ «κόκκινου» σύμφωνα μέ τήν οποία νά πει κα­ νείς γιά μιά «άμεση έμπειρία» δτι ήταν κόκκινη θά ήταν τό έξ ορισμού ισοδύναμο τοϋ νά τήν χαρακτηρίσει κανείς ώς αύτό πού θά ήταν τό κοινό περιγραφικό συστατικό ένός όράν δτι κάτι είναι κόκκινο. Προσθήκη τοϋ 1963: Ό δρος «έμπειρία ώς ενέργεια» στο έρώτημα άν «τό κοινό περιγραφικό περιεχόμενο είναι μιά έμπειρία ώς ενέργεια» χρη­ σιμοποιείται μέ έπιστημική σημασία. Καί αύτό κάνει σαφές [55] δτι ένας τρόπος νά θέσουμε αύτό πού έπιζητοϋμε είναι νά ποϋμε δτι θέλουμε ένα όνομα γι’ αύτοϋ τοϋ είδους τήν έμπειρία. . Μέ δλα αυτά δέν θέλω νά πώ δτι άποκλείεται ό κοινός περιγραφικός πυρήνας νά άποδειχθεΐ πώς είναι μιά έμπει­ ρία ώς ένέργεια . Αύτό θά μάς έδιδε ένα κατηγόρημα (ρτβάίοαίβ) μέ τό όποιο νά μποροϋμε νά άναφέρουμε καί νά περιγράψουμε τήν έμπειρία. δηλαδή ένα κόκκινο πράγμα πού έχω ώς άντι­ κείμενο έμπειρίας. καί τό άντίστοιχο ποιοτικό καί ύπαρκτικό δείχνει (ΙοοΜηβδ). Άλλά τί είδους έμπειρία (μέ τήν έννοια τής έμπειρίας ώς ουσίας) είναι. Άλλά δέν είναι τό ϊδιο μιά έμπειρία ώς ένέργεια. πού νά είναι πραγματικά ένα όνομα καί δχι άπλώς 14.14καίτοι οί πιθανότητες γιά κάτι τέτοιο μοι­ άζουν νά λιγοστεύουν μέ κάθε βήμα τοϋ επιχειρήματος μου. Ά ν τό μέχρι έδώ έπιχείρημά μου είναι σωστό. Άπό τήν άλλη. Μέ τή μή έπιστημική σημασία αύτοΰ πού «μοΰ συμβαίνει». τό κοινό περιγραφικό συστατικό είναι. Ασφαλώς μπορώ νά έχω τήν έμπειρία (οβπ ββ βχρβήβηεβά) τοΰ δτι κάτι μου μοιάζει κόκκινο.Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 69 μοιάζει.τι άν άπλώς άναφερόμασταν σέ αύτοϋ τοϋ είδους τήν έμπειρία ώς στο είδος πού θά ήταν τό κοινό περιγραφικό συστατικό ένός όράν καί ένός ποιοτικοϋ ή ύπαρκτικοϋ δείχνει. Θά μπορούσα. μιά έμπειρία ώς ούσία. βέβαια. άλλά βέβαια μόνο λεκτικά θά βρισκόμασταν σέ καλύτερη θέση άπ9δ. δέν μπορώ νά πώ δτι είναι μιά κόκ­ κινη έμπειρία. βέβαια. μπορώ νά πώ δτι είναι συστατικό καταστάσε­ ων πού είναι έμπειρίες ώς ουσίες (εχρεή&ηοβά) καί δέν μοιά­ ζει παράλογο νά πώ δτι είναι τό ϊδιο κάτι τοϋ οποίου έχω τήν έμπειρία (εχρεή&ηοβά).

. ΗδΓνΗΓά υ Ρ . Τήν πλήρη σημασία μιας διάκρισης τών δύο επιχειρεί νά άξιοποιήσει ό Κρίπκε (8. Βέβαια. Κπρίίβ) στο Νανπίηξ αηά ΝβοβΜΐΐγ. Θά έπιστρέψω σέ αύτή τήν άναζήτηση σέ μιά στιγμή. καί έπομένως.μ. άς ύποθέσουμε δτι έλεγα πώς ένώ ή έμπειρία πού εξετάζω δέν είναι μιά κόκκινη έμπειρία. ύπό τήν πα­ ραδοχή πάντα ότι τό κόκκινο είναι μιά ιδιότητα φυσικών άντικειμένων.. βέβαια. τή λογική ιδιότητα τοϋ νά είναι κάτι τέτοιο. τήν ύπαρξη μιας θείας Κυνηγού.. "Ετσι. Θά μποροϋσα νά περιμένω νά μοϋ άντιτάξουν: «Ή έκφραση “αίσθηση ένός κόκκινου τριγώνου” τά κατα­ φέρνει άραγε καλύτερα άπό τήν έκφραση “κόκκινη καί τρι­ γωνική γνώση”. Κέμπριτζ Μασαχουσέτης 1972. .. ώστε ή έκφραση 15. Δέν πρέπει έπομένως νά έγκαταλείψετε αύτή τήν παραδοχή καί νά έπιστρέψετε στή δομή τών περιεχομένων αίσθησης.70 ΓΟΥΙΑΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ ή στενογραφική άπόδοση (δΙιοΓΐΙΐίΐικ!) μιας οριστικής περι­ γραφής (άβίίηίΐβ άβδοπρίίοπ).. Σ. νομίζω δτι οι περισσότεροι άπό τούς σύγχρονούς μας φιλοσόφους είναι σαφείς ώς πρός τό δτι είναι δυνατό νά άποδώσει κανείς στά συμφραζόμενα: . πράγμα πού μέχρι τώρα άρνηθήκατε νά κάνετε. Θά εκτιμήσει κανείς σωστά τή σημασία αυτής τής άντιπαράθεσης ονόματος καί άκριβοϋς περιγραφής άν λάβει ύπόψη του δτι στήν περίφημη θεωρία τών περιγραφών τοΰ Ράσσελ ενα δνομα είναι άκριβώς ή συντόμευ­ ση γιά μιά άκριβή περιγραφή. τ.αίσθηση τοϋ. ένός κόκκινου καί τριγωνικού φυσικού άντι- κειμένου. Στο μεταξύ είναι σημαντικό νά βγάλουμε άπό μπροστά μας κάτι πού παραδοσιακά έμποδίζει νά καταλάβει κανείς [155] τό καθεστώς πραγμάτων σάν τις αισθήσεις κόκκινων τριγώ­ νων.15 Έ χει ή συνήθης χρήση ένα όνομα γι’ αύτοϋ τοϋ είδους τήν έμπειρία.» Έ νας τρόπος νά άποφύγει κανείς τό δίλημμα θά ήταν νά εξομοιώσει τό «Ό Τζόουνς έχει αίσθηση ένός κόκκινου τριγώνου» μέ τό «Ό Τζόουνς πιστεύει σέ μιά θεία Κυνηγό». Ή ύπαρξη μιας αίσθησης ένός κόκκινου τριγώνου δέν προϋποθέτει άραγε τήν ύπαρξη ένός κόκκι­ νου καί τριγωνικού πράγματος. είναι μιά έμπειρία κόκκινου. Διότι ή άλήθεια τής τελευταίας πρότασης δέν προϋποθέτει.

Κατ9αύτόν τον τρό­ πο ό Καρτέσιος χρησιμοποιεί τή λέξη «σκέψη» γιά νά καλύ­ ψει δχι μόνο τις κρίσεις.» Διότι... .. Τά έργαλεια τής . άπό μιά άπλώς λογική άποψη.».πιστεύ­ ει...«. ομοίως.έντύπωση τοΰ. συναγωγές.. καί (προκύπτουσες) παραστάσεις άφηρημένων ποιοτήτων.. ...έπιθυμει.αίσθηση τοΰ....... ..» καί «. Τά «. Ή έξομοίωση αύτή πήρε τή μορφή συγκατάταξης των αισθήσεων μέ τις παραστάσεις (ιάβαχ) ή τις σκέψεις. άποτε­ λοΰν κατά τάλλα μιά ιδιαίτερη τάξη.επιλέγει..Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 71 «Υπάρχει μιά αίσθηση ένός κόκκινου τριγώνου» νά μή συν­ επάγεται τό «Υπάρχει ένα κόκκινο τρίγωνο».. τά συναισθήματα καί τις εικόνες.. Δέν ύπάρχει ώστόσο άμφιβολία δτι ιστορικά τά συμ­ φραζόμενα «. θελήσεις.. χρησιμοποιεί τή λέξη κί6&.» θά μπορούσαν νά άποτελοΰν συμφραζόμενα πού... καίτοι συμμεριζόμενα μέ άλλα τή λογική ιδιότητα τού νά μήν είναι άναφορικά.αίσθηση τού.έντύπωση τού. εϊτε έμπλέκουν προτασιακές στάσεις στήν άνάλυσή τους.... δέν ύπάρχει [56] λόγος γιατί τό «Ό Τζόουνς έχει μιά αίσθηση ένός κόκκινου τριγώνου» θά έπρεπε νά έξομοιωθει μέ τό «Ό Τζόουνς πιστεύει σέ μιά θεία Κυνηγό» μάλλον παρά μέ τό «Είναι δυνατό τό φεγγάρι νά είναι άπό πράσινο τυρί» ή μέ όποιοδήποτε άλλο άπό τά μή άναφορικά (ηοηβχΙβηδίοπΒΐ) συμφραζόμενα πού είναι οικεία στούς θεωρητικούς τής λο­ γικής.». ένώ τά ρήματα πού περιγράφουν νοητικές δραστηριότητες χα­ ρακτηριστικά μάς δίνουν συμφραζόμενα πού δέν φέρνουν στο φώς άναφορές (ηοηβχίβηδΐοπαΐ) (δταν δέν έχουμε λέξεις πού εκφράζουν τό «πετυχαίνω» ή «έγκρίνω»).».. άλλά έπίσης τά αισθήματα....» έξομοιώθηκαν μέ νοητικά συμφραζόμενα δπως «.» μέ τά συμφραζόμενα «.αίσθηση τοΰ. άντιστρόφως τά συμφραζόμενα πού δέν έκφράζουν άναφορές δέν είναι δλα νοητικά.... Έτσι..» ή «. δίνοντάς της τό ϊδιο πεδίο έφαρμογής. επιθυμίες. Δέν υπάρχει στήν πραγματικότητα κανένας λόγος γιατί νά πρέπει νά έξομοιωθει μέ όποιοδήποτε άπό αυτά.έχει τή δοξασία-πιστεύει. 25.«. έν όλίγοις μέ συμφρα­ ζόμενα πού εϊτε είναι τά ϊδια «προτασιακές στάσεις». Ό Λόκ. χωρίς νά έξομοιώνονται τά συμφραζόμενα «. «παράσταση».

και τό υποκειμενικό άναφέρεται στο υποκείμενο ώς ουσία πρώτη. στήν περιπλοκότητα (ϋοιηρίβχΐίγ) τον περιεχομένου τών τελευταίων.τ. κ.μ. δταν έχουμε μιά αίσθηση ένός κόκκινου τριγώνου. τ. Σ. ή κρίνουμε δτι ισχύουν -σέ άντίθεση μέ τό «υποκειμενικό» ή «τυπικό είναι» πού έχουν στον κόσμο-. μέ λιγότερη έπίγνωση τοϋ τί κάνει. (Πράγματι. διευρύνεται άπό τον Καρτέσιο. Καί είναι ένδιαφέρον νά σημειώσουμε πώς ή έννοιοκρατική θέση. Ό πω ς άκριβώς [156] τά άντικείμενα καί οι κατα­ στάσεις λεγόταν δτι είχαν «άντικειμενικό είναι»16 στις σκέ­ ψεις μας. ύπάρχουν «μό­ 16. έτσι. δταν τά σκεφτόμαστε. Αναπτύσσοντας γιά λίγο αύτή τήν έννοιοκρατική έρμηνεία τής αίσθησης. Εδδβ ο6]εο1ΐνε είναι αύτό πού εχει πραγματικότητα μέσα στή σκέψη καί δχι μέσα στον κόσμο. πού είχε τή γένεσή της στή διαμάχη περί τών καθόλου.λπ.. άπέκτησαν μιά άνάλογα εύρεία έφαρμογή. πάνω άπ’ δλα. έγκειται στήν έξειόίκενση (ψ βάβάίγ) καί. ΐηίβηΐίοη&ΐε. . Οοβηίΐίο οοηίιΐδα.72 ΓΟΥΙΛΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ έννοιοκρατίας (Οοηοερίιιαίίδΐη).) Ό Καρτέ­ σιος σκέφτεται τις αισθήσεις ώς συγκεχυμένες σκέψεις17τής έξωτερικής τους αιτίας* ό Σπινόζα τις αισθήσεις καί τις εικό­ νες ώς συγκεχυμένες σκέψεις τών καταστάσεων τοϋ σώμα­ τος καί άκόμα πιο συγκεχυμένες σκέψεις τών εξωτερικών αιτιών αύτών τών καταστάσεων τοϋ σώματος. καί. Τό άντικειμενικό δέν έχει άκόμη έδώ τή νεότερη σημασία του.μ. τό κόκκινο τρίγωνο υποτίθεται δτι έχει «άντικειμενικό είναι» στήν αίσθησή μας. Σ. τόσο ό Καρτέσιος δσο καί ό Λόκ έξομοίωσαν τήν άντίθεση άνάμεσα στο άπλό καί τό σύνθετο στις ιδέες μέ αύτήν άνά­ μεσα στο γενικό (βοηεπο) καίτό ειδικό (δρβοίίίο). τόσο για τον Λόκ δσο καί γιά τον Καρτέσιο. άς ονομάσω αύτό πού έχει «άντικειμενικό είναι» σέ μιά σκέψη ή παράσταση τό περιεχόμενο ή τό έμμενές άντικείμενο τους.. 17. οί ήχοι. Εδδε οϊ^εοΐίνε. άπό τον Λόκ. δτι οί άφηρημένες οντότητες έχουν μόνο ©δδβ ΐηΐοηΐΐοηαίο (τό εδδβ τους είναι οοηοίρί). Μπορώ στήν περίπτωση αύτή νά πώ δτι ή θεμελιώδης διαφορά άνάμεσα στις προκύπτουσες [57] άφηρημένες παραστάσεις καί τις αισθήσεις. γιά νά περιλάβει τή θέση δτι τά χρώματα.

Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 73 νο στον νοΰ» (τό βδδβ τους είναι ρβΓείρί). σήμερα. κατά τή θέση τοΰ Μπέρκλεϋ. πού ολοκληρώνει αύτή τή γενίκευση (καταργεί τήν έννοια τής ύλης). δτι αύτή ή έξομοίωση τών αισθήσεων μέ τις σκέψεις είναι ένα λάθος. Άρκεϊ νά σημειώσω δτι άν ή «αίσθηση ένός κόκκινου τριγώ­ νου» είχε τήν έννοια «έπεισοδίου τοΰ είδους έκείνου πού είναι τό κοινό περιγραφικό συστατικό έκείνων τών εμπει­ ριών πού θά ήταν περιπτώσεις έποπτείας τοΰ δτι ή μπρο­ στινή έπιφάνεια ένός φυσικοΰ άντικειμένου είναι κόκκινη καί τριγωνική. τότε δέν μπορει νά υπάρχει καμμιά σύχυση δσον άφορά τή γνώση τοΰ τί είδους έμπειρία είναι.έ. Διότι. θά είχε πράγματι τον μή δηλωτικό άναφορών χαρακτήρα. VI. έπεκτείνεται σέ παραστάσεις έξωτερικών πραγμάτων. Ε ντυπώ σεις καί παραστάσεις: Μιά ιστορική άποψη 26. Τό «προθετικό» ή «άποβλεπτικό είναι» τών άφηρημένων εννοιών. Καί.18 καί άπό τον Μπέρκλεϋ γιά νά καλύψει δλες τις άντιληπτές ποιότητες. θά ποΰν. άν ένα άντικείμενο δντως παρουσίαζε μιά κόκκινη καί τριγωνική έπιφάνεια πού νά μάς κοιτάζει». άν θά έπρεπε νά είμαστε σέ ορισμένο στάδιο τής 18. Πιστεύω δτι δλοι θά συμφωνούσαμε. Άλλά τό δτι ξεφύγαμε πράγματι άπό αύτό τό άδιέ­ ξοδο δέν είναι ιδιαίτερα παρηγορητικό. Ύπάρχουν αύτοί πού θά ποΰν δτι.τ. στήν πραγματικότητα έγώ είμαι πού δέν βλέπω τί κάνω. ό πειρασμός είναι νά ύποθέσει κανείς δτι. . ένώ μίλησα γιά έξερεύνηση άδιεξόδων. Σ. άν καί ϊσως υπάρχει ένα πρό­ βλημα ώς πρός τό πώς αύτή ή γνώση μπορει νά κοινοποιηθεί σέ άλλους. Γιατί δέν είμαστε πλέον σέ άναζήτηση ένός «άμεσου» ή «εσωτερικού» χαρα­ κτηρισμού μιάς «άμεσης έμπειρίας». πράγματι. ή πα­ ρατήρηση τοΰ οποίου οδήγησε σέ αύτή τήν έσφαλμένη έξο­ μοίωση. τά όποια ώς έκ τούτου «είναι» μόνο στον βαθμό πού «γίνονται άντιληπτά» άπό κά­ ποιον. οί όποιες «είναι» στον βαθμό πού «συλλαμβάνονται» ή «εννοούνται» άπό κάποιον. άν αύτό πού θέλουμε νά χαρακτηρίσουμε έσωτερικά [58] είναι μιά εμπειρία.

γιά νά έξηγήσειτή δυνατότητα τής άπευθείας έκθεσης μιάς άμεσης έμπειρίας. Οί μορφές πού παίρνει ό μύ­ θος τοϋ δεδομένου στή συνάφεια αύτή είναι στήν πραγματι­ κότητα ποικίλες καί έξαρτώνται άπό άλλες φιλοσοφικές θέ­ σεις πού υιοθετεί κανείς.τοϋ δεδομένου. νά τό ονομάσουμε -ας πούμε «φ». Ό μύθος έπιμένει. καί τό όποιο ικανοποιεί τήν παραπάνω περι­ γραφή. ένώ τό άλλο ίσως δέν έχει λύση. ώς έμπειρίες φ.Τά προβλήματα αύτά είναι άντιστοίχως: (1) Πώς συνειδητοποιούμε μιά άμεση έμπειρία ώς ένός είδους. στήν πραγματικότητα χωρίζεται σέ δύο. νά έντοπίσουμε τό είδος τού οποίου άποτελει παράδειγμα. νά ταξινομήσουμε τις τέτοιες έμπει­ ρίες. έχουν δμως δλες άπό κοινού τήν .74 ΓΟΥΙΑΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ διανοητικής μας άνάπτυξης ικανοί νά ταξινομήσουμε μιά έμπειρία ώς άνήκουσα μόνο στο είδος που [157] Θά ήταν κοινό σέ ένα όράν καί στά άντίστοιχα ποιοτικά καί υπαρ­ κτικά δείχνει (Ιοο&η£5 ). τον μύθο. σέ πλήρη κα­ τοχή τής έννοιας τοϋ φ. τις βά­ ζετε κι έσεΐς στά ίδια είδη. στήν πραγματικότητα. γιά νά άποχτήσουμε μιά «άμεση δείξη» (άΐΓβοί άβδί^η&Ιίοη) γι5 αύτό τό είδος έμπειρίας. ένα άπό τά όποια στήν πραγματικότητα δέν άποτελει καθόλου πρόβλημα. Στο σημείο αύτό είναι σαφές δτι έπικαλειται κανείς τήν έννοια -ή. θά ήταν νά τοϋ άφοσιωθοϋμε. Θά δούμε δτι ή δεύτερη έρώτηση άποβαίνει μιά φιλοσο­ φική άμηχανία μόνο άν δίδεται μιά ορισμένη άπάντηση στήν πρώτη -ή άπάντηση. πού δίνει ό μύ­ θος [τοϋ δεδομένου]. δπως τό έθεσα.καί. Μέ αύτή [59] τήν πρώτη έρώτηση άκριβώς θά άσχοληθώ τώρα. Δέν θά μπορούσε αύτό πού έγώ άποκαλώ «κόκκινο» νά είναι αύτό πού έσεΐς άποκαλεΐτε «πράσινο» -καί ούτω καθεξής συστηματικά γιά δλο τό φάσμα. νά τό «έξετάσουμε». δτι αύτό πού άντιμετώπισα ώς ένα πρόβλημα. δλα δσα θά είχαμε νά κάνουμε. καί μιά σύγχρονη άμεση έμπειρία ώς ένός άλλου είδους. έφεξής. (2) Πώς μπορώ νά ξέρω δτι τις έτικέτες πού βάζω στά είδη στά όποια άνήκουν οί άμεσες έμπειρίες μου.

ό Λόκ.είναι ενα πρω­ ταρχικό. ό άναγνώστης θά επρεπε νά συμβουλευθεΐ τή διδακτορική διατριβή τοΰ Τζών Λίννελ: Ιοίιη ΟηηβΙΙ. διαφέρει άπό μιά 19. Γιά μιά συστηματική επεξεργασία καί υπεράσπιση τής παρακάτω ερμηνείας τοΰ Λόκ. καί-4%**» τό σημε­ ρινό πρόβλημα τών άφηρημένων παραστάσεων (ίάβ^δ) άφορά ·ρθ¥β τό τί σημαίνει νά έχει κανείς συνείδηση προσδιορίσιμων έπαναλαμβανόμενων.19 Μιά έξέταση τού Δοκιμίου τού Λόκ καθιστά σαφές δτι έννοεΐ [158] τήν αίσθηση τού άσπρου ώς τό είδος πράγματος πού μπορει νά γίνει μιά άφηρημένη (παρούσα) παράσταση τού Άσπρου -μιά σκέψη Άσπρου «μέσα στή Νόηση» (ΙΙικΐ6Γδΐ3η<ϋη§)άπλώς καί μόνο καθώς χωρίζεται άπό τό πλαίσιο τών άλλων αισθήσεων (καί εικόνων) πού τή συνοδεύουν σέ μιά ορισμέ­ νη περίσταση. έβλεπαν τό πρόβλημα τών άφηρημένων πα­ ραστάσεων ώς τό πρόβλημα τού τί σημαίνει νά έχει κανείς συνείδηση προσδιορίσιμων έπαναληπτών. σκέ­ ψεων. Μέ άλλα λόγια. χαρακτηριστικό τής «άμεσης έμπειρίας». προσδιορισμένα έπαναλαμβανόμενα άντικείμενα αίσθησης. έν προκειμένω. ό Μπέρκλεϋ καί. τοΰ Μπέρκλεϋ καί τοΰ Χιού μ. Καί είναι ουσιώδες γιά μιά κατανόηση τής έμπειριστικής παράδοσης νά συνειδητοποιήσουμε δτι. γιά τον Λόκ μιά (παρούσα) άφηρημένη παράσταση τού προσδιορισμένου έπαναληπτού Λευκότητα δέν είναι τίποτε περισσότερο άπό μιά μεμονωμέ­ νη εικόνα λευκοϋ . μέ τή σειρά της. δπως εϊδαμε. ή όποία. άλλά τουλάχιστον έξίσου τό τί σημαίνει νά έχει κανείς συνείδηση προσδιορισμένων έπαναλαμβανόμενων. μή προβληματικό. Ββτ&βΙβγ’χ Οήίΐριιβ ο/Αδείηιοί Ιάβας. πού ύποβλήθηκε στο Μεταπτυχιακό Τμήμα τοΰ Πανεπιστημίου τής Μιννεσότας τον Ιούνιο τοΰ 1954. και άπείρως περίπλοκων. Στά πλαίσια τής έννοιοκρατίας. .Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 75 ιδέα δτι ή συνείδηση (ανν&Γβηεδδ) ορισμένων ειδών -και λέ­ γοντας «εϊδη» έχω κατά νοΰ. ένώ τό σημε­ ρινό πρόβλημα τών καθόλου άφορά πρωτίστως τό καθε­ στώς τών έπαναλαμβανόμενων προσδιορισμένων χαρακτη­ ριστικών τών καθέκαστα καταστάσεων. ή ιδέα αύτή πήρε τή μορφή τής άντιμετώπισης τών αισθήσεων ώς έξειδικευμένων (δρβοίίΐο). έν πρώτοις. ό Χιού μ.

προσεγ­ γίζει αύτό τό πρόβλημα μέ δρους μιάς. τό πρόβλημα τοΰ πώς φτά­ νουμε νά έχουμε συνείδηση προσδιορισμένων αισθητών έπαναληπτών δέν άποτελει κάν πρόβλημα. γιά τον Λόκ. Ό σκοπός μου έδώ δέν είναι δμως νά σχολιάσω τις άδυναμίες άπό τις όποιες πάσχει ή άντιμετώπιση τών άφηρημένων ιδεών άπό τον Λόκ. άν είχε άποδεχθει δια­ ζευκτικές σύνθετες παραστάσεις μαζί μέ τις συζευκτικές. δπως είναι σαφές στο Δοκίμιο.76 ΓΟΥΙΑΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ αίσθηση λενκοϋ μόνο (γιά νά χρησιμοποιήσω μιά σημερινή έκφραση) επειδή είναι «κεντρικά προκεκλημένη». Καί είναι σημαντικό νά καταλάβουμε δτι τό ϊδιο άληθεύει καί γιά τον Μπέρκλεϋ. Τό πρόβλημά του δέν ήταν. τής άποψης δηλαδή δτι (άν έκφράσουμε τήν παράσταση ένός προσδιορίσιμου ώς τήν παράσταση τοϋ νά είναι κάτι Α) ή παράσταση μιάς προσδιορισμένης μορφής τοΰ Α μπορει νά εκφραστεί ώς ή παράσταση τοϋ νά είναι Α και Β. ό Λόκ άπέκλεισε γιά τον έαυτό του τή δυ­ νατότητα νά δώσει μιά πιθανή έστω έξήγηση τής σχέσεως μεταξύ παραστάσεων προσδιορίσιμων πραγμάτων καί πα­ ραστάσεων προσδιορισμένων πραγμάτων. τήν παράσταση δτι κάτι είναι ή Α ή Β δίπλα στήν παράστα­ ση δτι κάτι είναι Α καί Β. καί ώς τήν άρχή τής διαφοράς μεταξύ προσδιορισμένων καί προσδιορίσιμων ιδεών. δπως θά μπορούσαμε νά τήν ονομάσουμε. Είναι ένδιαφέ­ ρον νά κάνει κανείς ύποθέσεις γιά τό ποιά κατεύθυνση θά μπορούσε νά είχε πάρει ή σκέψη του. Τό δικό του πρόβλημα μέ τις άφηρημένες παραστάσεις είναι τό πρό­ βλημα τοΰ πώς μποροϋμε καί φτάνουμε νά σκεφτόμαστε γε­ νικές ιδιότητες. Σκεπτόμενοι τή σύζευξη (μοπΐΜπούοη) ώς τή θεμελιώδη λογική σχέση πού ενέχεται στήν κατασκευή σύνθετων παραστάσεων άπό άπλές. δπως έρμη- . Άπλώς έχοντας αισθήσεις καί εικόνες έχουμε τή συνείδηση αύτή. Καί. άλλά νά τονίσω δτι κάτι πού είναι πρόβλημα γιά μάς δέν ήταν πρόβλημα γιά κείνον. [60] Έ ν όλίγοις. Είναι βέβαια περιλάλητο δτι αύτό δέν μάς εξη­ γεί τή σχέση τής παράστασης δτι κάτι είναι κόκκινο μέ τήν παράσταση δτι είναι βνσσινί. «συζευκτικής θεωρίας τής ειδοποίη­ σης» (δρΘοίίίοαΙίοη). 27.

Αλλά. άντίθετα μέ τή συνήθη έρμηνεία. άν ό Μπέρκλεϋ ειχε κάνει αύτό τό βήμα. ό Μπέρκλεϋ έπιμένει δτι μποροϋμε νά έχου­ με τήν παράσταση ένός γένους μόνο έχοντας μιά παράστα­ 20. πράγμα πού είναι βέβαια ή παράσταση ένός άδύνατου πράγματος. και είδε ότι δέν υπήρχε τρόπος νά τό άποφύγει κανείς αύτό. Λέω δτι ό Λόκ υίοθετοΰσε «συνολικά» τήν άποψη δτι μπορει νά υπάρχει μιά παράσταση τοϋ γένους πού δέν είναι παράσταση κανενός άπό τά είδη του. επειδή τοΰ έδειχνε δτι μέ μιάν έννοια ή παράσταση τοϋ γένους έπρεπε νά είναι ή παράσταση όλων τών ειδών.. καί σέ τί έγκει­ ται αύτή ή συνείδηση. ένώ ό Λόκ υιοθετούσε συνολικά20 τήν άποψη δτι μπορει νά ύπάρχει μιά παράσταση πού νά είναι ή παρά­ σταση [159] τοϋ γένους χωρίς νά είναι ή παράσταση κάποιον άπό τά εϊδη του. Ένώ εκείνος σκεφτόταν δτι γιά νά είναι παράσταση όλων τών ειδών θά έπρεπε νά είναι παράσταση τοΰ δτι κάτι είναι σκαληνό και ισο­ σκελές. άν ειχε δεχτεί τή διάζευξη ώς άρχή συμπήξεως παραστάσεων. .» άλλά μάλλον «Άν δεχτούμε δτι στήν άμεση έμπειρία έχουμε συνείδηση άπολύτως έξειδικενμένων αισθητικών ποιοτήτων.ό Μπέρκλεϋ θά έπρεπε νά ειχε πάρει ώς μονάδα τών παραστάσεων τριγώνου τήν παράσταση τοΰ γένους Τρίγωνο ώς διαφοριζόμενη στο σύνολο τών ειδικών μορφών τριγωνικότητας. «Πώς περνάμε άπό τή συνείδηση τών κα­ θέκαστα στή συνείδηση έπαναληπτών. άν ό Μπέρκλεϋ ειχε στα­ θεί στο ύψος τοΰ κριτηρίου πού θά δοΰμε δτι ειχε υιοθετήσει. αύτή τή δια­ ζευκτική άντίληψη τής γενικής παράστασης θά είχε φτάσει νά υιοθετήσει.) Καί. αύτό του προξενούσε μεγάλη άμηχανία.» (Αύτή δέν είναι ή μόνη διάσταση τής «άφαίρεσης» πού [61] τον ένδιεφερε. ή Εν -δπου «Ε^> είναι ένα ειδικό χαρακτηρι­ στικό πού υπάγεται στο Γ .. δτι ή παράσταση τοΰ τριγωνικοί) είναι ή παράσταση δτι κάτι είναι σκα­ ληνό ή Ισοσκελές.Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 77 νεύεται συνήθως. περιττό νά ποΰμε δτι. πώς φτάνουμε νά έχουμε συνείδηση γενών πού τά άφοροϋν. έγκειται στο γεγονός δτι. Παρατηρήσαμε ήδη δτι. επειδή. Είναι ένδιαφέρον νά παρατηρήσει κανείς δτι. άλλά πάντως αύτή πού έχει άποφασιστική σημασία γιά τό έδώ ζητούμενο. δέν θά ειχε θεωρήσει τήν αίσθηση τοΰ βυσσινί ώς μιά προσδιορισμένη σκέψη. ή ούσιώδης διαφορά άνά­ μεσα στή δική του έξήγηση καί αυτήν τοϋ Λόκ.ση­ μαίνει νά είναι Ε 1ή Ε2 ή Ε3. μολονότι ειδε πώς δέν μπορούσε νά είναι παράσταση κάποιον άπό τά είδη του άποκλειομένων τών άλλων. Διότι έφόσον τό νά είναι κάτι Γ -δπου «Γ» ένα γενικό χαρακτηριστικό. άλλος άπό τό νά πει δτι δέν είναι ή πα­ ράσταση κανενός άπό τά εϊδη. θά μποροΰσε νά είχε πεϊ δτι ή παράσταση τοϋ γένους είναι ή παράσταση τής διάζευξης όλων τών ειδών του.

είναι δλες «τοϋ αύτοϋ είδους». τότε δέν μπορει νά υπάρχει μιά παράσταση τοϋ Α πού νά μήν είναι παράσταση τοϋ Β. Δηλ. γιά νά δανειστοΰμε ενα χρήσιμο σκωτιστικό δρο. σέ ένα άπό τά εϊδη τον. Πατάκης. σ. μέρος I. Λέγεται συχνά δτι ένώ άρχίζει χαρακτηρίζοντας στήν Πραγματεία τις «παρα­ στάσεις» μέ δρους πού δέν διακρίνουν μεταξύ εικόνων καί σκέψεων. κεφ. εοη&αοίβά. [62] 28. Αθήνα 2005. είναι νά δώσει μιά έξήγηση όχι τοϋ τί είναι νά σκέφτεται κανείς έπαναληπτά. τ. «Γιά τις άφηρημένες ιδέες» (Πραγματεία για τήν ανθρώπινη φύση. νΐί. «μεταόεόομένη».έ. δέν μπορει νά υπάρχει μιά παράστα­ ση πού νά είναι παράσταση τριγώνον χωρίς νά είναι παρά­ σταση κάποιον προσόιορισμένον τριγωνικοϋ σχήματος. έφόσον τό νά είναι κάτι τριγωνικό σημαίνει νά έχει κάποιο προσόιορισμένως τριγωνικό σχήμα.21 Ό σοι μελετητές τοϋ Χιούμ τό ισχυρίζονται. τεί­ νουν νά παραβλέπουν δτι αύτό πού κάνει ό Χιούμ στο ύστερότερο αύτό κεφάλαιο. σέ άντίθεση μέ ειδικές άποχρώσεις. Καί ή έξήγηση τής συνειδήσεως τών προσδιορισίμων πού μάς δί­ νει παίρνει ώς δεδομένο δτι έχουμε μιά πρωτογενή ικανότη­ τα νά λαμβάνουμε ύπόψη μας προσδιορισμένα έπαναλη­ πτά. Μποροΰμε νά έχουμε συνείδηση τής γενικής τριγωνικότητας μόνο έχοντας μιά παράσταση τής τριγωνικότητας ώς «μεταδεδομένης» σέ μία άπό τις ειδικές μορφές τριγωνικότητας. Μιά προσεχτική μελέτη τής Πραγματείας καθι­ στά σαφές πώς ό Χιούμ βρίσκεται πάνω στήν ϊδια βάρκα μέ τον Μπέρκλεϋ καί τον Λόκ: Συμμερίζεται κι αύτός τήν προ­ ϋπόθεση δτι έχουμε μιά μή έπίκτητη ικανότητα νά συνειδη­ τοποιούμε προσδιορισμένα έπαναληπτά. "Ωστε ή ύστερότερη έκθεσή του είναι άπλώς χτισμένη 21. Χοντρικά.78 ΓΟΥΙΑΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ ση τοΰ γένους ώς. 106-117). στο περίφημο κεφ. . ό ισχυρισμός τοΰ Μπέρκλεϋ είναι δτι άν τό νά είναι κάτι Λ συνεπάγεται τό νά είναι Β. προσδιορίσιμα ή προσδιορισμένα. διορθώνει τήν έλλειψη αύτή στο βιβλίο I. Τό συμπέρασμα πού βγάζει είναι δτι. άλλά τί είναι τό νά σκέφτεται προσόιορίσιμα -τό χρώμα.. Σ. λ.χ. βιβλίο πρώτο. Καθεμία άπό αυτές πληροί τήν προϋπόθεση.

Διότι. καί έπίσης δέν θά τήν ύποβάλω σέ κριτική. Εΐναι προφανές δτι έχει άπόλυτη σημασία πώς θά κατα­ λάβουμε αύτόν τον συνειρμό. μέ τήν οποία άνοίγει τήν Πραγματεία. Ό Χιού μ. δσο καί άν διέφεραν στήν έξήγηση τών τέτοιων σκέ­ ψεων.χ. δσο καί τά προσδιορίσιμα. Γιατί αύτό πού θέλω νά πώ είναι δτι δσο καί άν διαφέρουν ό Λόκ. 29. θά έπαιρνε τή μορφή τής άποψης δτι κάθε συνείδηση ειδών ή έπαναλη­ πτών εδράζεται σέ ένα συνειρμό (&δδοα&Ιίοη) λέξεων (π. Τώρα άρκεϊ μιά μικρή μετατόπιση τής θέσης τοϋ Χιούμ γιά νά έχουμε μιά ριζικά διαφορετική άποψη. [160] Κατά τί διαφέρει τότε άπό τον Μπέρκλεϋ καί τον Λόκ. δλοι τους θεωρούν δεδομένο δτι ό άνθρώπινος νοϋς έχει μιά έμφυτη ικανότητα νά συνειδητοποιεί κάποια προσδιορισμένα εϊδη -δτι στήν πραγματικότητα έχουμε συνείδησή τους άπλώς και μόνο έχοντας αισθήσεις καί εικόνες. Οί δύο τελευταίοι είχαν ύποθέσει δτι πρέπει νά ύπάρχει κάτι σάν μιά παροϋσα (οοαίΓειτί) σκέψη ένός προσδιορίσιμου. διευρυμένη έτσι ώστε νά λάβει ύπόψη της τόσο τά προσδιορισμένα.Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 79 πάνω στήν έξήγηση τών παραστάσεων. τότε ή άποψη τοϋ Χιούμ. τοϋ κόκκινου. άπό τήν άλλη. ό Μπέρκλεϋ καί ό Χιούμ στο πρόβλημα τών άφηρημένων παραστάσεων. λ.χ. ό Χιούμ τά είχε χαρακτηρίσει ώς κόκκινα καθέκαστα (ραΓίίαιΙακ) (καί θά ήμουν ό τελευταίος πού θά άρνιόταν δτι δχι μόνον ό Χι­ ούμ. άρνεϊται δτι ύπάρχουν παρούσες σκέψεις προσδιορίσιμων. καί σέ καμμιά περίπτωση δέν τήν άναθεωρει. «κόκκινο») μέ ομάδες άπό όμοιάζοντα καθέκαστα. άλλά ένδεχομένως καί ό Λόκ καί ό Μπέρκλεϋ. ύποθέστε δτι άντί νά [63] χαρακτηρίσει τά άρχικά στοιχεία τής έμπειρίας ώς έντυπώσεις. θ ά άποφύγω στον άναγνώστη δλες τις οικείες λεπτομέρειες τής προ­ σπάθειας τοϋ Χιούμ νά δώσει μιά κατασκευαστική (οοηδίπιοΐΐνε) έξήγηση τής συνείδησης τών προσδιορίσιμων πού έχουμε. Γιατί άν ό σχηματισμός τοϋ συνειρμού εμπλέκει δχι μόνο τήν παρουσία (οοαίΓβηοβ) στή . θεωρώντας δτι ύπάρχουν πα­ ρούσες σκέψεις προσδιορισμένων έπαναληπτών. συχνά άντιμετωπίζουν τις εντυπώσεις ή τις παραστάσεις τοϋ κόκ­ κινου σάν νά ήταν κόκκινα καθέκαστα).

είναι μιά γλωσσική ύπόθεση. ομοιοτήτων καί γεγονότων πού σχετίζονται μέ τήν καλούμενη άμεση έμπει­ ρία δέν άποτελει προϋπόθεση τής διαδικασίας μέ τήν όποία άποκτοϋμε τή χρήση μιας γλώσσας. κ. Σύμφωνα μέ αύτόν. άπλώς άντικαθίσταται άπό τον δεδομένο χαρακτήρα γεγονότων τής μορφής τό χ μοιά­ ζει με τό ψ. Ακόμη προφανέστερα. Ά ν. τότε ό δεδομένος χαρακτήρας προσδιορισμένων ειδών έπαναληπτών. πρέπει νά είναι. [161] Δύο παρατηρήσεις είναι άμεσα σχετικές έδώ: (1) Καίτοι ή [64] μορφή τοϋ ψυχολογικοϋ νομιναλισμοΰ. πού κερδίζει κανείς τροποποιώντας τήν άποψη τοϋ Χιούμ κατά τά παραπάνω.80 ΓΟΥΙΑΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ συνείδηση τών καθέκαστα πού μοιάζουν μεταξύ τους. άν ό σχηματισμός τοϋ συνειρμοϋ έμπλέκει δχι μόνο τήν πα­ ρουσία στή συνείδηση κόκκινων καθέκαστα. γιά νά χρησιμοποιήσω την έκφραση . έν όλίγοις. σύμφωνα μέ τον όποιο κάθε συνείδηση ειδών. τότε ή έννοιοκρατική μορφή τοϋ μύθου έχει άπλώς άντικατασταθεΐ άπό μιά ρεαλιστική εκδοχή. ό συνειρμός δέν μεσολαβεΐται άπό τή συνεί­ δηση γεγονότων οΰτε τής μορφής τό χ μοιάζει μέ τό ψ ούτε τής μορφής τό χ είναι φ. στήν περίπτωση αύτή τής έπαναληπτής ομοιότητας. ούτε κάν ή συνείδηση τέτοιων ειδών. ομοιοτήτων.λπ. έχει τήν ουσιαστική άρετή δτι άποφεύγει τό λάθος τοϋ νά ύποθέτει κανείς δτι υπάρχουν καθαρά έπεισό­ δια συνείδησης αισθητών έπαναληπτών ή αισθητηριακών πραγματικοτήτων καί υιοθετεί τήν άποψη δτι κάθε συμβάν. δπως στήν κλασική θεωρία τών αισθητηριακών δε­ δομένων. άλλά έπίσης καί τήν παρούσα συνειδητοποίηση (οοαιιτεηοε οί 3\νΗΓβηβδδ) δτι εϊναι καθέκαστα που μοιάζουν μεταξύ τους.. στο όποιο μποροϋμε νά άναφερθοϋμε μέ τούς δρους αυτούς. άς ποϋμε τό βυσσινί. τότε έχουμε μιά άποψη τοϋ γενικοϋ τύπου πού θά ονομάσω ψυχολογικό νομιναλισμό. και ξαναβρισκόμαστε μέ μιά μή έπίκτητη ικανό­ τητα νά εχουμε συνείδηση έπαναληπτών. άκόμα και τών καθέκαστα. γεγονό­ των. ωστόσο. κάθε συνείδηση άφηρημένων οντοτή­ των -στήν πραγματικότητα κάθε συνείδηση. άλλά και τή συνείδηση δτι είναι κόκκινα.

χ. έμεϊς.. ώς εμφάνιση συνειρμικών συνδέσεων τοϋ τύπου λέξη-άντικείμενο καί λέξη-λέξη. έντούτοις είναι άπελπιστικά άκατέργαστη καί άνίκανη νά εξηγήσει και τήν πιο άπλή έννοια άκόμα. VII. όταν σκεφτόμαστε ένα [65] παιδί -ή έναν άχθοφόρο. καί ό δρόμος είναι άνοιχτός γιά νά άναγνωρίσει κανείς ότι οί βασικοί συνειρμοί λέξης-κόσμου είναι. παρά μεταξύ τοϋ «κόκκινου» καί μιάς υποτιθέ­ μενης ομάδας ιδιωτικών κόκκινων καθέκαστα. Γιατί μπορει κανείς άσφαλώς νά παραδε­ χτεί ότι ό δεσμός άνάμεσα στο «κόκκινο» καί τά κόκκινα φυ­ σικά άντικείμενα -δεσμός χάρη στον όποιο τό «κόκκινο» μπορει νά σημαίνει τήν ποιότητα κόκκινο. τοποθετούμε τον μανθάνοντα τή γλώσσα μέσα σέ ένα δομημένο λογικό χώρο. θά έπρεπε νά τονίσουμε. στον όποιο . Αύτό είναι τό γεγονός ότι. Ή λογική τοΰ «σημαίνει» 30. (2) Άπαξ καί άποκαθαρθοΰν οί αισθήσεις καί οί εικόνες άπό τις έπιστημικές τους άναφορές (αβοιιΐηβδδ). ό κύριος λόγος νά υποθέσει κανείς ότι ό θεμε­ λιακός συνειρμικός δεσμός γλώσσας καί κόσμου πρέπει νά είναι αύτός μεταξύ λέξεων καί «άμεσων έμπειριών» έχει έκλείψει. βέβαια. και δή ένα λε­ κτικό έπεισόδιο. χωρίς νά υιοθετεί τήν έσφαλμένη ιδέα ότι «στήν πραγματικότητα» ή βασική άνα­ φορά (άβηοΐαΐίοη) τής λέξης «κόκκινο» είναι οί αισθήσεις τοϋ κόκκινου μάλλον παρά τά κόκκινα φυσικά άντικείμενα.μεσολαβεΐται αϊτιακά άπό αισθήσεις τοϋ κόκκινου. δέν σημαίνει ότι οί ιδιωτικές αισθήσεις ή έντυπώσεις μπορει νά μήν είναι ούσιώδεις στον σχηματισμό αύτών τών συνειρ­ μικών συνδέσεων. Ή δεύτερη παρατήρηση. ενα κατηγορικο-ύποθετικό κράμα. λ. με­ ταξύ τοϋ «κόκκινου» καί τών κόκκινων φυσικών άντικειμένων μάλλον.Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 81 τού Ράυλ. Υπάρχει μιά πηγή τοϋ Μύθου τοϋ Δεδομένου τής όποίας μποροΰν νά πέσουν θύματα άκόμα καί οί φιλόσοφοι πού είναι καχύποπτοι άπέναντι στήν όλη ιδέα τών έσωτερικών έπεισοδίων.πού μαθαίνει τήν πρώτη του γλώσσα.

δτι ό λογικός χώρος τοϋ οποίου τό παιδί υποτίθεται δτι έχει αύτή τή μή εύκρινή ιδέα είναι χώρος φυσικών άντικειμένων. ή φιλική χρήση πού έπεφύλαξα στή φράση . Ό πραγματικός έλεγχος γιά μιά θεωρία τής γλώσσας δέν έγκειται στήν έξήγηση πού δίνει γι9αύτό πού άποκλήθηκε (άπό τον Πράις [Η. άν δέν προσέξουμε. ό κίνδυνος είναι. τοϋ οποίου έχει ήδη κάποια μή εύκρινή ιδέα.82 ΓΟΥΙΑΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ είμαστε σάν στο σπίτι μας. ενα δυνάμει πρόσωπο) μέσα σέ έναν κόσμο φυσικών άντικειμένων πού έχουν χρώματα. είτε θεωρούμε. καθόλου. Φανταζόμαστε τήν κατάστασή του σάν νά είναι μάλλον δμοια πρός τή δική μας δταν βρισκόμαστε σέ ένα άνοίκειο δάσος καί είναι βαθειά νύχτα. Μέ άλλα λόγια. έμεϊς είμαστε οί έξοικειωμένοι μέ αύτόν τον λο­ γικό χώρο. Τώρα. Καί πολλές θεωρίες πού φαίνονται ώς ψυχολογικός νομιναλισμός δταν κοιτάζει κανείς πώς έξηγοϋν τήν σκέψη άπόντων άντικειμένων. Τον σκεφτόμαστε έτσι ώς ενα πρόσωπο (ή. έκείνων τών περιστάσε­ ων στις όποιες καταδεικνύεται ό θεμελιώδης δεσμός τής γλώσσας μέ τό μή γλωσσικό γεγονός. Ένώ. είναι εύκολο νά θεωρήσουμε δεδο­ μένο δτι διδάσκουμε ένα παιδί νά χρησιμοποιεί τή γλώσσα μαθαίνοντάς του νά ξεχωρίζει στοιχεία [162] μέσα σέ ένα λο­ γικό χώρο πού άποτελειται άπό καθέκαστα. είτε θεωρούμε δτι είναι χώρος ιδιωτικών περιεχομένων αίσθησης. κ. τουλάχιστον. Καί τό λάθος αύτό είναι κατ9 άρχήν τό ίδιο.Η. περιορισμένη και άποσπασματική. άλλά στήν έξήγηση τής «σκέψης παρουσία τών άντικειμένων» -στήν έξήγηση. 31.λπ. έμεϊς. πα­ ράγουν ήχους και ύπάρχουν στον Χώρο και τον Χρόνο. δμως. νά φαντα­ στούμε δτι κι αύτός πού μαθαίνει τή γλώσσα έχει ίπίΐίο κάποια μορφή συνείδησης τοϋ ίδιου αύτοϋ λογικοϋ χώρου -δσο κι άν είναι προ-άναλυτική. άν δέν είμαστε προσεχτικοί. δηλαδή.. Ρποβ]) «σκέψη άπόντων αντικειμέ­ νων». άποδεικνύονται έντελώς «αύγουστινικές» δταν άνατέμνουμε τις έξηγήσεις πού δίνουν γιά τήν παρουσία τών άντικειμένων σκέψη. καί μαθαίνοντάς του πώς νά συνδυάζει τά διακεκριμένα στοι­ χεία μέ λεκτικά σύμβολα. γεγο­ νότα.

1837). μέ τά λε­ κτικά έπεισόδια. ιδίως γιά νά άποφευχθει μιά προσβλητική κυριολεξία. μέ αισθή­ ματα τοϋ κόκκινου-. δέν τείναμε νά άνταποκρινόμαστε στά ύπό συν­ ήθεις συνθήκες κόκκινα άντικείμενα μέ κάτι σάν τή φράση «Αύτό είναι κόκκινο». και τή σκέψη. Γιά μιά λέξη ή τό νόημά της: Ό τ ι χρησιμοποιείται μή κυριολεκτικά. τουλάχιστον δταν είμαστε στήν κατάλληλη ψυχολογία. Πρέπει νά πω παρευθύς. βέβαια. Θέλω έπομένως νά τονίσω δτι έτσι πού χρησιμοποιώ τον δρο.μ. ό πειρασμός είναι νά ύποθέσουμε δτι ή λέξη «κόκκινο» σημαίνει τήν ποιότητα κόκκινο χάρη στά εξής δύο γεγονότα: Έν συντομία. άν δντως κάνω κάτι τέτοιο. άν. υπάρχει μιά παρατή­ ρηση θεμελιώδους σημασίας πού πρέπει νά τήν κάνουμε πριν προβούμε σέ άλλες λεπτότερες διακρίσεις. Ωστόσο. τό κύριο νόημα (οοηηοΐαΐίοη) τοΰ «ψυχολογικού νομιναλισμού» είναι ή άρνηση δτι υπάρχει όποιαδήποτε συνείδηση ένός λογικού χώρου πριν ή άνεξάρτητα άπό τήν άπόκτηση τής γλώσσας. Πρώτα πρώτα. 22.τ. ΡΐοΚννΐοΙά&η: Α πό τον χαρακτήρα τοΰ Ντίκενς (Οι. άν καί θά διακρίνω στή συνέχεια άνάμεσα στις σκέψεις καί τή λεκτική τους έκφραση. . Καί άπαξ καί έγκαταλείψουμε τήν ιδέα. ή άποψη πού θά άναπτύξω άμέσως στή συνέχεια είναι μόνο μέ μιά σχετικώς χαλαρή22έννοια μιά εξίσωση τής σκέψης μέ τή χρήση τής γλώσσας. ΡίεΙανΐοΙζ Ραρβη.Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 83 «ψυχολογικός νομιναλισμός» ίσως υποβάλλει τήν ιδέα δτι σκοπεύω νά εξομοιώσω τις έννοιες μέ λέξεις. ή τουλάχιστον δτι.Σ. Ιη 3 Γ6ΐ3ΐίνε1γ Ρίοΐανίσίααη δεηδβ. Ούτε θά ήταν τό κατηγόρημα πού είναι. ϋκ±6Πδ. δτι νά μάθει κανείς νά χρησιμοποιεί τή λέξη «κόκκινο» προϋποθέτει προηγούμενα έπεισόδια συνείδησης τής έρυθρότητας -πού δέν πρέπει νά συγχέονται. είναι άπολύτως σαφές δτι ή λέξη «κόκκινο» δέν θά ήταν ένα κατηγόρημα άν δέν είχε τή λογική σύνταξη πού χα­ ρακτηρίζει τά κατηγορήματα. δτι δέν θά κάνω τίποτε τέτοιο. στο μέτρο πού [66] έχει τον χαρακτήρα επεισοδίου. τό γεγονός δτι έχει τή σύν­ ταξη ένός κατηγορήματος καί τό γεγονός δτι είναι μιά άντίδραση (τβ5ροη5β) (ύπό ορισμένες συνθήκες) στά κόκκινα άντικείμενα.

Η. ννΐιίοΐι Μ γ. βλ. Λονδίνο 1953. . σ. καί δτι καίτοι δντως ή λέξη «γοΙ» δέν θά μποροϋσε νά σημαίνει τήν ποιό­ τητα κόκκινο παρά μόνο συνειρμικά συνδυασμένη (&δδθοΐ3ΐ6<1) μέ κόκκινα πράγματα. γιά νά τό ποϋμε έτσι... Σ. Γιατί άπαξ καί εξομοιώσει κανείς τή μορφή: «. τήν οποία ό Πράις23 όρθώς στιγμάτισε ώς τήν «άποψη τοϋ θερμομέτρου».» σημαίνει — μέτή μορφή: χΚ ψ καί θεωρήσει έτσι δεδομένο δτι ή σημασία (πιβΗηίηβ) είναι μιά σχέση άνάμεσα σέ μιά λέξη καί μιά μή λεκτική οντότητα.” σημαίνει — » όέν είναι συσχετικές άποφάνσεις (ΓβίΒΐίοπΗΐ δίαίβπιοηΐδ). Ό Πράις άποδίδει τον χαρακτηρισμό στον Νήλ (Κηε&ΐβ).21969.τ. 185: \νΐΐΗΐ Ιΐιοη ίδ Ιιίδ [=11ιβ δΐ§η-11ΐ6θΠδΙ’δ] οοηοβρίίοη οί Ιιιιιη&η ηαίιΐΓ6? II ίδ 3 δΐΓ&秀 αηά υηίΗππϋΒΓοη6.. μπαίνει κανείς στον πειρασμό νά ύποθέσει δτι ή σχέση αύτή είναι σχέση συνειρμοϋ (Ηδδοοΐ3ΐίοη).84 ΓΟΥΙΛΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ Αύτή δμως ή έξήγηση τοϋ πώς μπορει καί έχει νόημα (πιβαηίη^ίιιΐηβδδ) ή λέξη «κόκκινο». Ρηοβ. Γιατί αύτό θά σήμαινε δτι ή σημασιολογική άπόφανση είναι.. λνΐΐΐΐαιηΚηϋ&ΐε1ΐ35ςπίΐεά4ΉιεΊΊιοπηοπΐ6ΐ€Γνΐ€\ν. θά ήταν πολύ λίγο πιθανή.’ Ηιιιη&η θΓ§3ηίδΐηδ αΐΌ οοηοείνεά οη Ιΐιβ αη&1ο§γ οί δοΐβηΐΐίΐε ίηδΐηιιηεηΐδ. άν δέν τήν ένίσχυε μιά άλλη γραμμή σκέψης πού εχει τήν άφετηρία της στήν έπιπόλαιη ομοιότη­ τα τοϋ: [163] (Στά γερμανικά) «γοΙ» σημαίνει κόκκινο [67] μέ άποφάνσεις δηλωτικές σχέσεων δπως: Τό Κόουλη είναι δίπλα στήν Όξφόρδη.. Ή άλήθεια τοϋ ζητήματος είναι άσφαλώς δτι άποφάνσεις (δΙΗίβιηεηΙδ) τής μορφής «“.” σημαίνει----» είναι 23. Ή κεφαλίδα «“. θά ήταν παραπλανητικό νά ποϋμε δτι ή σημασιολογική άπόφανση «“ΚοΙ” σημαίνει κόκ­ κινο» μάς λέει γιά τό «γοΙ» δτι συνδυάζεται συνειρμικά μέ κόκκινα πράγματα. πράγμα πού δέν συμβαίνει.μ. ΤΗίηΜη% αηά Εχρβήβηεβ. στενογραφικός ορισμός άντί μιάς μακρύτερης άπόφανσης γιά τις συνειρ­ μικές σχέσεις (ΗδδοοίΕΐίνβ οοηηβοΐίοηδ) τοϋ «γοΙ».Η..

έπομένως. ή όποία έδώ δέν άναφέρεται άλλά χρησιμοποιείται -καί χρη­ σιμοποιείται μέ έναν ιδιαίτερο τρόπο* εκτίθεται (©χΜΜίεά). στή συγκεκριμένη περίπτωση αύτή τών γερμανόφωνων λαών. Γιά μιά άνάλυση τοΰ προβλήματος τών άφηρημένων οντοτήτων πού στηρίζεται σέ αύτή τήν ερμηνεία τών σημασιολογικών άποφάνσεων. άπό τήν άλήθεια τής σημασιολογικής άπόφανσης «τό “κόκκινο” σημαίνει τήν ποιότητα κόκ­ κινο». παίζει τον ίδιο ρόλο μέσα σέ μιά ορισμένη γλωσσική οικονομία. [λνίΐιηεΐΐε. δσον άφορά τήν περιπλοκότητα τοϋ ρόλου πού παίζει ή λέξη «κόκκινο» ή τον άκριβή τρόπο μέ τον όποιο ή λέξη «κόκκινο» σχετίζεται μέ τά κόκκινα πράγματα. πού παίζει ή λέξη «κόκκινο». 1963]· [έπίσης «ΑβδίΓΗΟΐ Εηΐΐΐΐεδ». καί «Κοί» σημαίνει κόκκινο. Βλέπουμε.24 [164] Οί θεωρήσεις αύτές καθιστούν σαφές δτι δέν μπο­ ρούμε νά συμπεράνουμε άπολύτως τίποτε. . Καί καμμιά θεώρηση πού νά προκύπτει άπό τό γε­ 24. Κβνίβ\ν ο / ΜβίαρΗγεΐω. διότι ή πρώτη μεταφέρει τήν πλη­ ροφορία δτιτό «ιιικί» παίζει τον άπλώς τυπικό ρόλο ένός λο­ γικού συνδέσμου (1ο§ΐο&1 οοηηβοΐίν©). [68] μποροΰν νά μάς ποϋν τελείως διαφορετικά πράγματα γιά το «υπά» καί τό «γοΙ».). τό άρθρο μου «Ειηρίποίδΐη αηά ΑβδίΓ&οί ΕηΙϊΐΐεδ» εις Ραιιΐ Α. Ιούνιος 1963].Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 85 ένας γλωσσικός μηχανισμός πού μεταφέρει τήν πληροφορία δτι μιά άναφερθεισα (ιηβηΐΐοηβά) λέξη. στήν περίπτωση αυτή τό «γοΙ». ΤΗβ ΡΗιΙοΞορΗγ ο / ΚιιάοΙ/ ϋατηαρ. πώς οί δύο δηλώσεις: «υη<1» σημαίνει καί. Ίλλινόις.καί ή όποία έμφανίζεται στή δεξιά πλευρά τής σημασιολογικής απόφανσης. βλ. ή δεύτερη τήν πληρο­ φορία δτι τό «ΓΟί» παίζει στά γερμανικά τον ρόλο τής παρατηρησιακής λέξης (οβδεΓν&Ιίοη \νοΓά) «κόκκινο» -παρά τό γεγονός δτι τό σημαίνει έχει τήν ίδια σημασία σέ κάθε άπό­ φανση καί χωρίς νά έχει κανείς νά πει πώς ή πρώτη λέει γιά τό «ιιικί» δτι βρίσκεται σέ «σχέση σημασίας» μέ τον Σύνδε­ σμο ή ή δεύτερη δτι τό «γοΙ» βρίσκεται σέ «σχέση σημασίας» μέ τήν Έρυθρότητα. γιά νά τό ποϋμε έτσι. δοΐιΐίρρ (έπ.

νά συγκροτήσουμε έναν «πλατωνικό ρεαλισμό τών εννοιών». κεφ. σ.θΓίγ (έπ. Μιά άπό τις μορφές πού πήρε ό Μύθος τοϋ Δεδομένου είναι ή ιδέα δτι ύπάρχει. ότι «Ή λέξη “κόκκινο” δηλώνει μιά ιδιότη­ τα τών πραγμάτων». Μβαηίηξ αηά Νβοβ^ΐίγ. 1950. Σ.τ. 4. «Οοβδ Λβ Οΐδφΐοΐ3ΐΐοιΐ3ΐ ΊΠιεοΓγ δοΐνε Α11 ΡΐΌβ1επΐδ?». Κέμπριτζ Μασαχουσέτης 1988. σέ «έξωγλωσσικές οντότητες».. άπό τον Ο. 26. υηίνεΓδίΙγ ο£ Οιίοα§ο Ρτεδδ. άλλά καί έτσι πού νά μήν προϋποθέτει καμμία άλλη [69] γνώση ούτε άλλου έπιμέρους πράγματος ούτε γενικών άληθειών καί (β) τέτοιο πού ή μή παράγωγη γνώση πραγμάτων αύτής τής μορφής νά συνιστά 25. ΤΗβ Είηξίιίχύϋ Τιιτη. «Οη Τηιΐΐι».χωρίς νά έχει ένα πλήθος γνώσεων πού ό κλα­ σικός έμπειρισμός θά θεωρούσε δτι έχουν μιά καθαρά τυ­ χαία (οοηΐίηββηΐ) σχέση μέ τήν κατοχή θεμελιωδών έμπειρικών έννοιών. Ό λη ή παραπάνω παράγραφος είναι μιά πολεμική έναντίον ορι­ σμένης χρήσεως τής Σύμβασης Τ τοϋ Τάρσκι (ΤαΓδΙά). έτσι τό «Φίντο» άναφέρεται στήν «άφηρημένη οντότητα» πού άποτελει ή προη­ γούμενη ονομασία. "Εχει ή έμπειρική γνώση κάποιο θεμέλιο. δηλ.έ. εις Κ.Κ. γιά τήν Βιβλιοκρισία τοϋ Κ. σ. μέσω τοϋ οποίου μπορει ορθά νά ειπωθεί δτι έχει τό νόημα πού έχει. Σικάγο-Λονδίνο 1967. λ. 57-71.μ. τότε κινδυνεύουμε νά «ύποστασιοποιοΰμε» τις λέξεις.τ. «Επιρίποίδΐη. Μπορεΐ νά διαβαστεί έπωφελώς παράλληλα μέ τά παρακάτω κείμενα τοϋ Πάτναμ (ΡιιΙηαπι) πού είναι άφιερωμένα στο ϊδιο θέμα καί κινούνται στήν ϊδια κατεύθυνση: Κβρτβ&βηίαίιοη αηά ΚβαΙίίγ.26 VIII. Οεγπ&ρ. εις Ψ ογΑξ αηά Π/β. όπως τό Φίντο άναφέρεται σ’ έναν σκύλο. . Ά ν θεωρούμε πώς οί άφηρημένες έννοιες άναφέρονται σέ κάτι. Ηατν&Γά ΙΙΡ. Οαπιαρ.86 ΓΟΥΙΑΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ γονός δχι ή γραμματική τοϋ «σημαίνει» περιλαμβάνει τον χαρακτήρα «Φίντο»-Φίντο25δέν καθιστά άδύνατο τον ισχυ­ ρισμό. μάλιστα δτι πρέπει νά υπάρχει.). 80. 1947.χ. ΜΙΤ Ρτβδδ. Σ. αηά ΟηΙο1ο§γ». καί δτι δέν μπορει κανείς νά καταλάβει τή σημασία τής λέξης «κόκκινο» -«νά ξέρει τί είναι ή έρυ­ θρότητα». δτι ό ρόλος τής λέξης «κόκκινο». Ή έκφραση «άρχή “Φίντο”-Φίντο» άποδίδεται άπό τον Κάρναπ στον Ράυλ (Κ. Κ. είναι δντως περίπλοκος. δειη&ηΐίοδ. Κέμπριτζ Μασαχουσέτης 1994. κά­ ποιο πράγμα τέτοιο πού (α) νά μπορει νά γίνει γνωστό δχι μόνο κατά μή παράγωγο τρόπο. ότι.1949).γ1ε εις ΡΗΗοζορΗγ 24. 32.

οί αποφάνσεις (δί&ΙεπιεηΙδ) πού άφοροΰν αύτό τό έπίπεδο δέν πρέπει νά γίνον­ ται άπλώς. και ώστόσο έχει κύρος (<αιιίΗοήίγ). άλλά δύσκολα μπορεΐ νά ειπωθεί δτι έκφράζει γνώση. πού λογικά προϋποθέτει τή γνώση άλλων γεγονότων. είναι ή ϊδια ένα έπεισόδιο μέσα στον Μύθο. δτι ή γνώση (δχι ή πίστη ή ή πεποίθηση άλλά ή γνώση). πράγμα πού δχι μόνο άντιφάσκει πρός τήν υπόθεση. Άλλά ή σκέψη αυτή. Τό άναπόφευκτο συμπέρασμα μοιάζει νά είναι δτι. Διότι δποτε δέν υπάρχει σύνδεση άνάμεσα στο νά κάνουμε μιά δήλωση καί τό κύρος της. Είναι σημαντικό νά προσέξει κανείς δτι χαρακτήρισα τήν πραγματολογική γνώ­ ση πού άνήκει στο στρώμα αύτό δχι μόνο ώς μή παράγωγη. Ή προσπάθεια νά φτιάξουμε μιά συνεκτική εικόνα άπό αύτά τά δύο αιτή­ ματα πήρε παραδοσιακά τήν έξής μορφή: Γιά νά άποτελοϋν «έκφραση γνώσης».Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 87 τό δικαστήριο πού έκδίδει τις τελικές άποφάσεις γιά δλους τούς -έπιμέρους και γενικούς. καίτοι έχει καί αύτή τις δυσ­ κολίες της. Τό κύρος -ή άξιοπιστία. άλλά ώς μή προϋποθέτουσα καμμία άλλη γνώση άλλου πράγματος εϊτε έπιμέρους εϊτε γενικού. Μπορεΐ νά σκεφτεΐ κανείς δτι πρόκειται γιά πλεονασμό. νά είναι. πρέπει νά είναι συναγωγική. άλλά [165] δέν είναι καί λο­ γικό. Ή ιδέα ένός τέτοιου προνομιούχου στρώματος τοϋ πραγματικού μάς είναι δέ οικεία. καί ώστόσο δέν παύει νά είναι γνώση. δηλαδή. παρά πρέπει. μέ τήν έννοια τοϋ άξιό­ πιστες. ή άπόφανση μπορεΐ μέν νά έκφράζει πεποίθηση. Είναι έσχατη.άποφάνσεων πού άφοροΰν τό έπίπεδο αύτό δέν μπορεΐ νά έξαντλεΐται στο γεγονός δτι υποστηρίζονται άπό άλλες άποφάνσεις. διότι στήν περί­ πτωση αύτή δλη ή γνώση πού θά άφοροϋσε τό έπίπεδο αύτό θά έπρεπε νά είναι παράγωγη. δπως ελπίζω νά δείξω. πιστευτές. άν κάποιες [70] άποφάνσεις πού άφοροΰν αύτό τό έπίπεδο . γιά νά τό ποϋμε έτσι. πρέπει νά γίνονται μέ τρόπο πού νά δείχνει αύτή τήν άξιοπιστία. καί τό σημείο αύτό είναι άποφασιστικής σημασίας. Ή γνώση πού άφορά τό έπίπεδο αύτό είναι μή παράγωγη . νά άξίζει νά γίνουν.πραγματολογικούς ισχυρι­ σμούς πού μπορεΐ κανείς νά εγείρει. Επιπλέον.

οί όποιες. τότε. εκφράζουν τήν π α ρ ο υ σ ία -μέ κά π ο ια έννοια τής «παρουσίας». πρέπει νά έχουν μιά άξιοπιστία πού νά μήν όφείλεται στήν υποστή­ ριξη πού έχουν άπό άλλες άποφάνσεις. είναι έγκυρες. είλικρινώς ειπωμένες. άπό τό γεγονός δτι γίνονται ύπό τις συνθήκες άκριβώς ύπό τις όποιες γίνονται. συγκεκριμένα οι άποφάνσεις γιά τις όποιες λέμε δτι άποτελοϋν ά ν α φ ο ρ ά π α ­ ρατηρήσεω ν. δύο είναι οί τρόποι μέ τούς οποίους μιά συγκεκριμένη φράση (δεηίβης© Ιοίίοη) μπορει νά έχει άξιοπιστία: (1) Τό κύρος της μπορει νά έρχεται. Καί δύο δείγματα μιας φράσης. Ώστόσο δέν άποτελοϋν εκφράσεις μιας συναγωγής (ΐηίβΓβηεβ). Οί αποφάν­ σεις αύτές. καί επί πλέον ένός ρηματικοϋ χρόνου. Προφανώς αύτό προκύπτει. σέ συνδυασμό μέ τούς χρόνους τών ρημάτων. άς ποϋμε. Προφανώς. εϊτε αύτή περιέχει μιά δεικτικοαναφορική έκφραση -μαζί μέ. δύο λεκτικές έκφορές. συνεχίζει τό έπιχείρημα. αύτή τήν προϋπόθεση. . πού νά μάς κά­ νει νά θεωροϋμε δτι διατυπώνουν παρατηρήσεις γι’ αύτήν. Καί φαίνεται δτι υπάρχει πράγματι μιά ομάδα αποφάνσεων πού πληρούν. πού είναι δείγματα (ΙοΚοιίδ) μιας μή δεικτικοαναφορικής φράσης.τής καταστάσεως πού εκθέτει ή άναφορά* άν.εϊτε δχι.) Χον­ τρικά μιλώντας. τις έκφράσεις έκεινες πού άποκαλοϋμε δεικτικοαναφορικές (Ιο^η-Γβββχίνβ). έν μέρει τουλάχιστον. δπως.ΓΟΥΙΑΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ πρόκειται νά έκφράσουν μιά μή π α ρ ά γ ω γη γνώση.. δταν γίνονται είλικρινώς. δπως φαίνεται άπό τό γεγονός δτι κινητοποιοϋν χαρακτηριστικά. Πώς πρέπει τότε νά καταλάβουμε τό κύρος τους. μποροΰν νά έκφέρονται ύπό πολύ διαφορετικές συνθήκες καί ώστόσο νά περιέχουν τήν ϊδια άπόφανση· ένώ δύο δείγματα μιας δεικτικοαναφορικής φράσης μποροΰν νά περιέχουν τήν ϊδια άπόφανση μόνο άν έκφέρονται ύπό δμοιες συνθήκες (βάσει κάποιου δεδομένου κριτηρίου ομοιότητας). μπορούν νά κάνουν τήν ϊδια ά ν α φ ο ρ ά μό­ νο άν. βρίσκονται σέ μιά όποιαδήποτε σχέση πρός τήν κατάσταση αύτή τέτοια.χ. λ. «Αύτό είναι κόκκινο». δηλαδή. (Στο σημείο αύτό θά βοηθήσει νά ξεκινή­ σουμε διατυπώνοντας τή σκέψη πού άναπτύσσω έδώ μέ δρους τών ρόλων δήλω σης γ ε γ ο ν ό τ ο ς ή ά ν α φ ο ρ ά ς πα ρ α τή ­ ρησης τούς οποίους έκπληροϋν ορισμένες φράσεις. μάς χρησιμεύουν στο νά συνδέουμε τις συνθήκες ύπό τις όποιες έκφέρεται μιά πρόταση μέ τήν έννοια πού έχει. άν καί δχι άναγκαστικά ή άνελλιπώς.

χ. άς που με δτι ή άξιοπιστία τοΰ δείγματος κληρονομείται άπό τό κύρος τοΰ τύπου.Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 89 άνωθεν. πού έχουν οι συγκεκριμέ­ νες φράσεις ώς δείγματα αύτοΰ τοΰ τύπου φράσεων (2) ή αξιοπιστία τών συγκεκριμένων φράσεων πού «έκφράζουν παρατηρήσεις». έπομένως χάρη στο γεγονός δτι είναι λογικές συνέπειες πιο βασικών φράσεων. καί μάλιστα συγκε­ κριμένες φράσεις πού τό κύρος τους δέν προκύπτει. δηλαδή στο μέτρο πού είναι τό δείγμα [71] ένός τύ­ που φράσης. σέ ορισμένη χρή­ ση. «2 + 2 = 4». π. μέ τή σειρά του. Έδώ ή άξιοπιστία τοΰ δείγματος δέν προκύπτει άπό τήν άξιοπιστία τοΰ τύπου. παρά τις προφα- . Θά έμοιαζε προφανές. π. Αύτό συμβαίνει ή μοιάζει νά συμβαίνει μέ ορισμένες φράσεις πού χρησιμοποιοΰνται γιά νά κάνου­ με άναλυτικές άποφάνσεις. Όμως ή αξιοπιστία ορισμένων τύπων φράσεων μοιάζει νά είναι εσωτερική -τουλάχιστον μέ τήν περιορισμένη έννοια δτι δέν προκύπτει άπό άλλες φράσεις οΰτε τυπικές οΰτε συγκεκριμένες. Στήν περίπτωση αύτή. δτι ή άξιοπιστία φράσεων έμπειρικοΰ τύπου δέν μπορεΐ νά άναλυθει χωρίς ύπόλοιπο στήν άξιοπιστία άλλου τύπου φράσεων. Ή ταν πειρασμός νά υποθέσει κανείς δτι. Καί έφόσον καμμία έμπειρικοΰ τύπου φράση δέν μοιάζει νά έχει εσωτερική άξιοπιστία. (2) Τό κύρος της μπορεΐ νά προέρχεται άπό τό γεγονός δτι προέκυψε μέ ορισμένο τρόπο καί ύπό ορισμένες περιστάσεις. 33. έχουν κύρος. Πώς πρέπει νά καταλάβουμε τό κύρος τών συγκεκριμένων φράσεων οί όποιες «έκφράζουν γνώση άπό παρατήρηση». εντούτοις. «Αύτό είναι κόκκινο». [166] Ή εικόνα πού άποκτοΰμε είναι δτι πρόκειται γιά δύο έσχατους τρόπους άξιοπιστίας: (1) Ή εσωτερική άξιοπιστία τών άναλυτικών φράσεων.χ. Ά ς έξετάαουμε λίγο άκόμα τήν εικόνα αύτή. άξιοπιστία πού πηγαίνει άπό τις συγκεκρι­ μένες φράσεις στις τυπικές. άπό τό κύρος τοΰ τύπου τους. πού είναι κοινή σέ δλους τούς παραδοσιακούς έμπειρισμούς. όλα τά δείγματα τοΰ οποίου. αύτό σημαίνει δτι ή άξιοπιστία ορισμένων έμπειρικοΰ τύ­ που φράσεων πρέπει νά όφείλεται στις λογικές τους σχέσεις μέ ορισμένες συγκεκριμένες φράσεις. Καί ή άξιοπιστία ορισμένων πάλι τύπων φράσεων όφείλεται στις λογικές τους σχέσεις μέ άλλους τύπους φράσεων.

Στήν καθημερινή χρήση μιά άναφορά ή μιά έκθεση είναι μιά έκθεση πού γίνεται άπό κάποιον σέ κάποιον. πιστεύω. Νά κάνει κανείς μιά άναφορά ή μιά έκθεση είναι νά κάνει κάτι. (2)Τό δεύτερο σχόλιό μου είναι πώς. οι «έκθέσεις» μέ τήν έννοια τών Κοηδΐ£ΐΙί€Γυη§βη είναι έπίσης πράξεις. έρμηνεύει τήν ορθότητα τών Κοηδ1:£ΐΙί€Πι秩η ώς άνάλογη μέ τήν κανονική έκτέλεση τών πράξεων.άλλά. δτι ένώ συνήθεις έμπειρικές άποφάνσεις μπορούν πολύ ορθά νά γίνουν χωρίς νά είναι άληθεΐς. είναι σημαντικό νά μήν ύποθέσουμε δτι δλα τά «συγκεκαλυμένα» λεκτικά έπει­ σόδια είναι αύτοϋ τοϋ τύπου. Προβλήθηκε δηλαδή ό ισχυρισμός.90 ΓΟΥΙΑΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ νεις διαφορές πού ύπάρχουν άνάμεσα στις [72] «άναφορές ή εκθέσεις (Γβροιΐδ) παρατήρησης» καί τις «άναλυτικές άποφάνσεις». ώστόσο. ύπάρχει μιά ουσιώδης ομοιότητα στο πώς είναι έγκυρες. ό τρόπος σκέψης πού εξετάζουμε τις άντιμετωπίζει ώς τέτοιες. ένώ έμεις δέν θά θε­ ωρήσουμε δτι. οι άναφορές παρατήρησης μοιάζουν μέ τις άναλυτικές άποφάνσεις ώς πρός τό δτι τό νά γίνουν ορθά είναι μιά επαρκής δσο καί άναγκαία συνθήκη τής άλήθειας τους. Τρία σχόλια είναι άμέσως άμέσως άναγκαια: (1) Πρώτα μιά σύντομη παρατήρηση σχετικά μέ τον δρο «άναφορά» ή «έκθεση» (ΓβροΓΐ). έπειδή οι «έκθέσεις» μέ τήν συνήθη έννοια τοϋ δρου είναι πράξεις.” τοϋ “είναι” καί τοϋ “πράσινο”». Στή φιλολογία τής επιστημολο­ γίας. Καί τό συμπέρασμα πού έξήχθη άπό αύτό -κάπως βαστικά. Υπάρχει βέβαια μιά «ομι­ λία εις έαυτόν» -ίη ίθΓθ ίπΙβΓηο. δπως θά τονίσω στά τελικά στάδια τοϋ έπιχειρήματός μου. Πρέπει δμως νά το­ . ή λέξη «έκθεση» ή «ΚοηδΙαΙΐ6ηι移 έχει άποκτήσει μιά τεχνική χρήση στήν οποία μιά συγκεκριμένη πρό­ ταση μπορει νά παίζει ένα ρόλο έκθεσης (α) χωρίς νά είναι έκ πρώτης όψεως μιά λεκτική έκφορά καί (β) χωρίς νά έχει τον χαρακτήρα δτι γίνεται «άπό κάποιον σέ κάποιον» -ούτε κάν άπό κάποιον στον έαυτό του.είναι δτι τό νά «κάνει κανείς σωστά» τήν άναφορά «Αύτό είναι πράσινο» είναι κάτι πού έχει νά κάνει μέ τό άν «άκολουθει τούς κανό­ νες γιά τή χρήση τού “αύτό. Μέ άλλα λόγια. όχι χωρίς πιθανοφάνεια.

δταν έκτελοϋνται ορθά. καί δχι τό άπλό γεγονός δτι είναι αύτοϋ τοϋ τύπου. τά όποια μή λεκτικά έπεισόδια έχουν ένα έσωτερικό κύρος (είναι. τότε είμαστε άντιμέτωποι μέ τό δεδομένο στήν πιο άπλή μορφή του. Σέ μιά χελώνα. καί άν τό κύρος τής έκθεσης μιας παρατήρησης έρμηνευθεΐ ώς τό γεγονός δτι τό νά τήν κάνει κανείς είναι «νά άκολουθεΐ έναν κανόνα» μέ τήν κυριολεκτική σημασία αύτής τής φράσης. Γιατί οί ύποθέσεις (δΙίριιίΕΐίοηδ) αύτές μάς όδηγοϋν στήν ιδέα δτι ή αύθεντία τών ΚοηδΙ&Ιίεπιηββη εδράζεται σέ μή λεκτικά έπεισόδια προσοχής (&\ν&Γ6Π6δδ) -προσοχής δτι κάτι ισχύει. άν ή έκφραση «άκολουθώ [73] έναν κανόνα» λαμβάνεται σοβαρά ΰπόψη και δέν έξασθενίζει τόσο πού νά γίνεται άγνώριστη. (3) Τό τρίτο μου σχόλιο είναι δτι.χ. πάνω στον όποιο στηρίζεται τό οικοδόμημα τής έμπειρικής γνώσης. γιά νά τό ποϋμε έτσι. Σ.τ. π. οΰτε δλη ή ορθότητα ορθότητα πράξεων. πάνω στήν όποία στέκεται ό έλέφαντας. άν ή όρθότητά τους έρμηνευθεΐ ώς ορθότητα μιας πράξης. Καί ή χελώνα. Αύτά τά αύτοκυρωτικά έπεισό­ δια θά ήταν ή χελώνα. Δέν ξέρω. Σέ έναν ελέφαντα. Αναφορά σέ έναν γνωστό ινδικό μύθο: Ποΰ στηρίζεται ή γη.27Ή ούσία αύτής τής άποψης είναι ή ϊδια. ύπό τον όρο δτι οί έκφράσεις πού άπαντώνται στις πράξεις αύτές χρησιμοποιούνται σωστά.έ. Υιοθετεί κανείς τήν ύπαρξη ένός στρώματος έγκυρων μή λεκτικών έπεισοδίων («προσοχής»). τότε προϋποθέτει τή γνώση ή τήν πίστη δτι οί περιστάσεις είναι αύτές πού είναι. τό κύρος τών οποίων μεταδίδεται σέ ένα έποικοδόμημα (δΐιρεΓδΙπιοίιίΓο) λεκτικών πράξεων. . καταλήγοντας νά σημαίνει τή γυμνή έννοια μιας ομοιομορφίας -περί­ πτωση στήν όποία ή διαδοχή άστραπής καί κεραυνοί) θά πρέπει νά «άκολουθεΐ έναν κανόνα»-. «αύτοκυρωτικά») τό όποιο οί λεκτικές έκφορές (οί Κοηδί3ΐΐ6Γυη§βη) «έκφράζουν». [167] 34. Στο φως τοϋ παραπάνω σχολιασμοϋ είναι σαφές δτι άν οί έκθέσεις παρατηρήσεων έρμηνευθοϋν ώς πράξεις . δτι αυτό είναι πράσινο-.Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 91 νίσω δτι δέν είναι κάθε πρέπει ένα πρέπει νά κάνω. εϊτε 27. Καί ό ελέφαντας.

μιάς ομοιομορφίας πού διαφέ­ ρει άπό τήν περίπτωση άστραπής-κεραυνοϋ ώς πρός τό ότι εΐναι ένα επίκτητο αίτιακό χαρακτηριστικό τοϋ χρήστη μιάς γλώσσας. Εΐναι προφανές ότι. ειτε τον χαρακτήρα τοϋ νά προσέχει ότι ενα ορισμένο φυσικό άντικείμενο τοϋ φαίνεται πράσινο. σύμφωνα μέ τήν άποψη αύτή. τό μόνο πράγμα πού μποροϋμε άμυδρά νά ύποθέσουμε ότι άποτελει μιά τέ­ τοια αύθεντία εΐναι τό γεγονός ότι μπορεΐ κανείς νά συμπεράνει τήν παρουσία ένός πράσινου αντικειμένου άπό τό γε­ γονός ότι κάποιος κάνει αύτή τήν άναφορά ή έκθεση. όπως τό τόνισα. γιά νά ποϋμε ότι εκφράζει γνώση. Εΐναι σαφές ότι ή παραπάνω πρόταση. 35. Εΐναι σαφές ότι. Μένει να δοϋμε άν δέν μπορεΐ νά άναθεωρηθεΐ έτσι πού νά ταιριάξει στά κριτήρια πού χρησι­ μοποίησα γιά τήν «έκφραση μιάς γνώσης άπό παρατήρηση». Άλλά ποιό άλλο ενδεχόμενο ύπάρχει. Είπα­ με ήδη. πρέπει νά έχει μιά συγκεκρι­ μένη πρόταση. ότι ή ορθότητα μιάς έκθεσης δέν είναι ύποχρεωτικό νά έρμηνευθεΐ ώς ή ορθότητα μιάς πράξης. άν καί μόνο άν ένα πράσινο άντικείμενο κοιτάζεται ύπό κανονικές συνθήκες. Τό πρώτο έμπόδιο πού πρέπει νά ύπερπηδήσουμε άφορά τό κύρος πού. ή έμφάνιση συγκεκριμένων έκφορών τοϋ «Αυτό εΐναι πράσινο» θά ήταν «συμμόρφωση πρός κάποιο κανόνα» μόνο ύπό τήν έννοια ότι εΐναι παραδείγματα (ίηδίαηοοδ) μιάς ομοιομορφίας. Θά μπορούσα­ με νά άρχίσουμε έπιχειρώντας κάτι σάν τό παρακάτω: Μιά έξωτερική ή συγκεκαλυμμένη συγκεκριμένη εκφορά [74] τοϋ «Αύτό είναι πράσινο» παρουσία ένός πράσινου πράγ­ ματος είναι μιά Κοηδί&Ιίεηιη^ και εκφράζει μιά γνώση άπό παρατήρηση. σύμφωνα μέ τήν έρμηνεία αύτή. ή οποία άντιστοιχεΐ πρός τήν «θεωρία τοϋ θερμομέτρου» πού έπικρίνει ό καθηγητής Πράις καί έχουμε ήδη άπορρίψει. Μιά έκθεση μπο- .92 ΓΟΥΙΑΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ αυτά τά έσωτερικοΰ κύρους έπεισόδια έχουν τον χαρακτήρα τοΰ νά προσέχει κανείς ότι ενα ορισμένο περιεχόμενο αίσθη­ σης είναι πράσινο. άν και μόνο άν είναι ή έκδήλωση μιάς τάσης νά παράγει έξωτερικές ή συγκεκαλυμμένες έκφορές τοϋ «Αύτό εΐναι πράσινο» -στά πλαίσια ένός ορισμένου συνό­ λου-. δέν μπο­ ρεΐ νά μάς κάνει ώς έχει.

καί έπομένως πού δέν έχει μόνο τήν έννοια πράσινο άλλά καί τήν έννοια τής έκφοράς «Αύτό είναι πράσινο» -άκριβώς τήν έννοια ορισμένων άντιληπτικών συνθηκών. έκείνων πού θά μπορούσαν νά άποκαλεσθοϋν όρθώς «κανονικές συν­ θήκες»-. γιά νά μπορέσει μιά συγκεκριμένη πρόταση πού έξέφερε. προκύπτει δτι μόνο ένα πρόσωπο πού μπορεΐ νά συναγάγει τό συμπέρασμα αύτό. Δέν πι- . Μέ άλλα λόγια. άς ποϋμε. Καί αύτό είναι δντως ένα μεγάλο έμπόδιο.$γηιρίοιη) ή ένα σημείο (5ΐ§η) τής παρουσίας ένός πράσινου άντικειμένου ύπό κα­ νονικές συνθήκες* πρέπει έπίσης αύτός πού άντιλαμβάνεται τό πράσινο άντικείμενο νά ξέρει δτι οι συγκεκριμένες έκφορές τοϋ «Αύτό είναι πράσινο» είναι συμπτώματα τής παρουσίας πράσινων άντικειμένων σέ συνθήκες πού είναι κανονικές γιά τήν οπτική άντίληψη.Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 93 ρεΐ νά είναι ορθή ώς παράδειγμα ένός γενικού τρόπου [168] συμπεριφοράς τον όποιο. δμως. Τό δεύτερο εμπόδιο είναι. δέν άρκεΐ νά είναι ή ϊδια ένα σύμπτωμα (. θά μπορούσε νά είναι σέ θέση νά πει συγκεκριμένα τή φράση «Αύτό είναι πράσινο» καί νά ξέρει δτι είναι έγκυ­ ρη. 36. ό Τζόουνς. γιά νά άποτελεΐ έκφραση γνώ­ σης. προκειμένου ή ΚοηδΙ&Ιίεπιη^ «Αύτό είναι πράσινο» νά «έκφράζει γνώση παρατήρησης». ό Τζόουνς θά πρέπει νά ξέρει δτι τά εξωτερικά λεκτικά έπεισόδια αύτοϋ τοϋ τύπου είναι άξιόπιστοι δείκτες τής ύπαρξης πράσινων άντικειμένων πού βρί­ σκονται σέ μιά ορισμένη σχέση πρός τον ομιλητή. Εϊδαμε δτι. μιά έκθεση δέν πρέπει μόνο νά εχει έγκυρότητα. ή έγκυρότητα αύτή πρέπει έπιπλέον νά είναι ύπό κάποιαν έννοια γνωστή στο πρόσωπο πού κάνει τήν έκθεση αύτή. Διότι άν ή έγκυρότητα τής έκθεσης «Αύτό είναι πράσινο» έγκειται στο γεγονός δτι ή ύπαρξη πράσινων πραγμάτων [75] κατάλληλα σχετισμένων μέ τό άντιλαμβανόμενο ύποκείμενο μπορει νά συναχθεΐ άπό τήν εμφάνιση τέτοιων έκθέσεων. αύτό πού έχει άποφασιστική σημασία. είναι λογικό νά έγκρίνουμε καί νά υποστηρίξουμε. ’Ίσως σκεφτεΐ κανείς δτι είναι προφανώς γελοίο νά ποϋμε δτι. νά είναι ή έκφραση μιάς γνώ­ σης άπό παρατήρηση. σέ δεδομένη γλωσσική κοινότητα.

Πρβλ. Καί θά μπορούσε κανείς νά σκεφτεΐ δτι υπάρχει μιά προ­ φανής άναγωγή εις άπειρον (㩧γ655) στήν άποψη πού εξε­ τάζουμε. γιά τον προφανή λόγο δτι νά κάνει κανείς τή γνώση άπό παρατήρη­ ση νά προϋποθέτει τή γνώση γενικών γεγονότων. νοη \νπ§ΙιΙ. τού δτι αύτό είναι πράσινο.Η.).28 Καί άς τονίσω δτι τούτο δέν άναιρεΐται μέ τό νά διακρίνουμε άνάμεσα στο γνωρίζω πώς καί στο γνωρίζω δη καί νά δεχθούμε δτι ή γνώση άπό παρατήρηση προϋποθέτει πολλές γνώσεις τοϋ τύπου «γνώσης τοϋ πώς». 47-60. άν δντως άληθεύει. εις Ο. Αλλά αύτό πού μέ ένδιαφέρει νά πώ είναι δτι. ή οποία προϋποθέτει άλλη γνώση τής μορφής τό X είναι ένα άξιόπιστο σύμπτωμα τοϋ 28. Ε. έρχεται σέ άντίθεση πρός τήν ιδέα δτι φτάνουμε νά γνωρίσουμε γενικά γεγονότα τής μορφής αύτής μόνο άφοϋ έχουμε φτάσει νά γνωρίσουμε μέ παρατήρηση έναν άριθμό έπιμέρους γεγονό­ των πού υποστηρίζουν τήν ύπόθεση δτι τό X είναι ένα σύμ­ πτωμα τοϋ Ψ.τ.μ. τότε. (έπ. ΡΓοΜβητχ ίη ίΗε ΤΗβοτγ ο / Κηο\νΐ€ά§ε. π. Όξφόρδη 1969 κ. Διότι τό θέμα είναι άκριβώς δτι ή άπό παρατήρηση γνώση ένός όποιουδήποτε έπιμέρους γεγονότος. Ο. Στήν πραγματικότητα νομίζω δτι κά­ τι πού μοιάζει πολύ σέ αύτό άληθεύει. «\νΐΙΙ§6ηδΙθίη οη ΟεΓί&ίηΐΥ».94 ΓΟΥΙΑΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ στεύω δτι είναι γελοίο. λογικά έπεται δτι δέν θά μπορούσε νά έχει κανείς γνώση παρατήρη­ σης όποιονδήποτε γεγονότος χωρίς νά ξέρει πολλά άλλα πράγματα έπίσης. Χάγη 1972. Καί γιά νά τό παραδεχθούμε αύτό πρέπει νά έγκαταλείψουμε τήν παραδοσιακή έμπειριστική ιδέα δτι [76] ή γνώση άπό παρατήρηση «είναι αύθυπόστατη». . \¥. Όύβτ ΟβχνίβΗβΐΙ. προϋποθέτει δτι γνωρίζει κανείς γενικά γεγο­ νότα τής μορφής τό X είναι ενα άξιάπιστό σύμπτωμα τοϋ Ψ.χ. τής μορ­ φής τό X είναι ενα άξιόπιστο σύμπτωμα τοϋ Ψ. σ. λνΐΙΙ^εηδΙεΐη. Μήπως δέν μάς λέει δτι ή γνώση άπό παρατήρηση σέ [169] χρόνο ί προϋποθέτει γνώση τής μορφής τό X είναι ενα άξιόπιστο σύμπτωμα τοϋ Ψ\ πού προϋποθέτει προηγού­ μενη γνώση άπό παρατήρηση. ν.Η. Σ. Μιά τέτοια άποψη θά ήταν άνάθεμα γιά τούς παραδοσιακούς έμπειριστές. ΜίΐΓΐΐηιΐδ Νΐ]1ιοΓ£.

καί προηγούμενη. έπομένως θυμά­ ται. τώρα. νά άναφέρει προηγούμενα έπιμέρους γεγονότα πού νά ύποστηρίζουν τήν ιδέα δτι οί έκφορές αύτές είναι άξιόπιστοι δείκτες. και στήν πραγ­ ματικότητα μιά ριζικά εσφαλμένη άντίληψη τοϋ τί λέει κα­ νείς γιά τον Τζόουνς δταν λέει πώς γνωρίζει δτι ρ. Τό θέμα δέν είναι μόνο δτι ή άντίρρηση υποθέτει δτι ή γνώση είναι ένα έπεισόόιο' διότι υπάρχουν σαφώς έπεισόδια πού μποροϋμε νά τά χαρακτηρίσουμε ορθά ώς γνώσεις. . Δέν άπαιτεΐ νά είναι σωστό νά πει κανείς δτι τή στιγμή πού 29. τώρα. τό άντίστοιχο γεγονός τής μορφής τό X είναι ενα άξιόπιστο σύμ­ πτωμα τοϋ Ψ\ συγκεκριμένως δτι (καί ύπεραπλουστεύω καί πάλι) έκφορές τοϋ «Αύτό είναι πράσινο» είναι άξιόπιστοι δείκτες τής παρουσίας πράσινων άντικειμένων σέ κανονικές συνθήκες [77] άντίληψης. Τό ουσιώδες είναι δτι. πού προϋποθέτει άλλην άκόμα. καί ειδικότε­ ρα παρατηρήσεις. 37. καί οΰτω καθεξής.29 δτι αύτά τά συγκεκριμένα γεγονότα δντως ύπήρξαν. Ή κατηγορία αυτή στηρίζεται ώστόσο πάνω σέ μιά πολύ άπλή. δέν δίνουμε μιά έμπειρική περιγραφή τοϋ έπεισοδίου αύτοϋ ή αύτής τής καταστάσεως· τά τοποθετοϋμε στον λογικό χώρο τών λό­ γων. τής δικαιολόγησης καί τοϋ νά είναι κανείς σέ θέση νά δικαιολογεί αύτό πού λέει. χαρακτηρίζοντας ενα έπεισόδιο ή μιά κατάσταση ώς γνωστικά. Καί ένώ ή ορθότητα αύτής τής πρότασης σχετικά μέ τον Τζόουνς άπαιτεΐ νά μπορεΐ ό Τζό­ ουνς. Προσθήκη τοϋ 1963: Ή σκέψη μου ήταν δτι μπορεΐ νά έχει κανείς άμεση (μή παράγωγη) γνώση ένός περασμένου γεγονότος τό όποιο δέν είχε έννοιολογήσει ή καί δέν μποροΰσε καν (αύτό είναι τό ένδεχόμενο πού συζητεΐται) νά έννοιολογήσει τή στιγμή πού συνέβαινε. τώρα.Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 95 Ψ. Έ τσι τό μόνο πού άπαιτεΐ ή άποψη πού ύπερασπίζομαι είναι δτι καμμία συγκεκριμένη έκφορά άπό μέρους τοϋ Σ. γνώση άπό παρατήρηση. τοϋ «Αύτό είναι πράσινο» δέν μπορεΐ νά θεωρηθεί «έκφραση γνώσεως άπό πα. άν δέν μποροϋμε συγχρόνως νά ποϋμε γιά τον Σ δτι γνωρίζει.ρατήρηση». τό μόνο πού άπαιτεΐ είναι νά μπορεΐ κα­ νείς νά πει δτι ό Τζόουνς γνωρίζει τώρα.

π. δταν οί έκφορές αύτές γίνονται «σύμφωνα μέ τούς σημασιολογικούς κανό­ νες τής γλώσσας».. «Αύτό είναι πράσινο». Θά ισχυριστώ. [78\ Πρέπει δμως νά διευκρινίσω δτι. στήν εμφάνι­ ση λεκτικών επεισοδίων. άν άπορρίπτω τό πλαίσιο αύτό. ναι μέν ή ικανότητα τοϋ Τζόουνς νά δίνει επαγω­ γικούς (ΐη<3ιιοΙίν©) λόγους σήμερα είναι χτισμένη πάνω σέ μιά μακρά ιστορία άπόκτησης καί εκδήλωσης λεκτικών έξε­ ων σέ καταστάσεις άντίληψης καί.96 ΓΟΥΙΑΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ συνέβησαν τά γεγονότα αύτά ήξερε. είναι μή λεκτικά έπεισόδια. τό κύρος τών οποίων μεταφέρεται σέ λεκτικές καί οίονεί λεκτικές έκφορές. οι [170] «έμπερίστατες γνώσεις» (1αιο\νίη£5 ίη ρΓ©δβηο©) τις όποιες προϋποθέτει ή ύπόλοιπη γνώση. τό όποιο έπιφανειακά μοιάζει μέ αύτά πού όρθώς θεωροϋνται σέ επόμενο στάδιο δτι έκφράζουν γνώση άπό πα­ ρατήρηση. Έτσι. ούτε δτι. (Στο σημείο αύτό. τά άκίνητα κινοϋντα τής έμπειρικής γνώσεως. ειδικότερα. στήν έπιστημολογική παρά­ δοση. ή καρδιά τού Μύθου τοϋ Δεδομένου. βέβαια. τότε. Και ή εις άπειρον άναγωγή εξαλείφεται. Αύτό είναι τό πλαίσιο μέσα στο όποιο ό παραδοσιακός εμπειρισμός προβάλλει τον χαρακτηριστικό του ισχυρισμό. Αύτές οι «λήψεις» είναι. δέν είναι έπειδή θέλω νά άρνηθώ δτι οί παρα­ τηρήσεις είναι εσωτερικά έπεισόδια. άς ποϋμε. είναι. άλλά δέν προϋποθέτει δτι όποιοδήποτε έπεισόδιο σέ αύτό τον προηγούμενο χρόνο άποτελοϋσε έκφραση γνώσεως. Ή ιδέα δτι ή «αύστηρά και κυρίως καλούμενη» πα­ ρατήρηση συγκροτείται άπό βέβαια (©©Γΐαπι) αύτοκυρωτικά μή λεκτικά έπεισόδια. αυστηρά μι­ λώντας. δπως. τόσο αύτή τών γενικών άληθειών δσο καί ή «έν άπουσία» γνώση άλλων έπιμέρους πραγμάτων. Γιατί τό δεδομένο. δτι ή έννοια ύπό τήν όποία είναι μή λεκτικά -πού είναι έπίσης ή έννοια ύπό τήν όποία τά έπεισόδια σκέψης είναι μή λεκτικάδέν είναι τέτοια πού νά βοηθάει ή νά ενθαρρύνει καθόλου . δτι τό άντιληπτικώς διδόμενο είναι τό θεμέλιο τής εμπειρικής γνώσης.χ. δμως.) 38. είναι αύτό πού λαβαίνουμε άπό αύτά τά αύτοκυρωτικά έπεισόδια. δτι συνέβησαν. ό άναγνώστης καλό θά ήταν νά ξαναδιαβάσει τήν § 19 παραπάνω.

καί τής λεκτικής τους έκφρασης. χωρίς νά κάνουμε τά λάθη τοΰ παραδοσιακοΰ δυϊσμοΰ. Γιατί νά θέσει κανείς τό ζήτημα έτσι. Ένώ ύπάρχει σαφώς κάτι σωστό στήν άντίληψη δτι ή άνθρώπινη γνώση στηρίζεται σέ ένα έπίπεδο προτάσεων -άναφορών παρατήρησης. άλλά έπειδή είναι ένα . άν ύπάρχει μιά λογική διάσταση κατά τήν όποία οί ύπόλοιπες έμπειρικές προτάσεις στηρίζονται σέ άναφορές παρατηρήσεων. Κανένα άπό τά δύο ένδεχόμενα δέν μάς κάνει. θέλω δντως νά έπιμείνω. σημαί­ νει νά πει δτι είναι στήν πραγματικότητα «αύτό πού λέμε άπλώς έμπειρική γνώση». Στις καταληκτικές παραγράφους αύτοΰ τοΰ κειμένου. θά προσπαθήσω νά έξηγήσω τή λογική τών έσωτερικών έπεισοδίων. Γιατί ή έμπειρική γνώση. ή έπιστήμη. Καί προπαντός ή εικόνα είναι παραπλανητική. ύπάρχει άλλη μία λογική διάσταση κατά τήν όποία οί τελευ­ ταίες έξαρτώνται άπό τις προηγούμενες. καί νά τή βάλει στο ϊδιο σακκί μέ τις φήμες καί τις πλάνες. έξαιτίας τοΰ στατικοΰ της χαρακτήρα. άπό τή μία. Ά ν άπορρίπτω τή δομή τοΰ παραδοσιακού έμπειρισμοΰ. ότι ή μεταφορά τοΰ «θεμελίου» είναι παραπλα­ νητική ώς πρός τό δτι μάς έμποδίζει νά δοΰμε πώς. είναι έλλογη.Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 97 τήν έπιστημολογική ιδέα τοΰ δεδομένου. Μιά τελική παρατήρηση πριν άναλάβω αύτή τήν προ­ σπάθεια. Άπό τήν άλλη. Θά προσπαθήσω έπίσης νά εξηγήσω τό λογικό καθε­ στώς τών έντυπώσεων ή τής άμεσης έμπειρίας.) καί τήν εικόνα ένός μεγάλου έγελιανοΰ φιδιοΰ τής γνώσης μέ τήν ούρά στο στόμα (ποΰ άρχίζει. Μοιάζει κανείς άναγκασμένος νά έπιλέξει άνάμεσα στήν εικόνα ένός έλέφαντα πού στέκει πάνω σέ μιά χελώνα (καί τί στηρίζει τή [79] χελώνα. δέν είναι επειδή θέλω νά πώ δτι ή εμπειρική γνώση όέν έχει θεμέλια. δχι επειδή έχει ένα θεμέλιο. άπό τήν άλλη. καί έτσι νά φέρω σέ πέρας τήν άναζήτηση μέ τήν όποία άρχισε τό έπιχείρημά μου. και νά δείξω δτι μπορούμε νά διακρίνουμε μεταξύ παρατηρήσεων καί σκέψεων.πού δέν στηρίζονται σέ άλλες προτάσεις μέ τον ϊδιο τρόπο πού άλλες προτάσεις στηρίζονται σέ αύτές.). δπως καί ή πιο επιτηδευμένη προέκτασή της.

Όντολογία. γιά τήν παρατήρηση πού θέλω νά κάνω. δσο θεωρητικός κι άν είναι ό σκοπός τους. Ε πιστήμη και συνήθης χρήση 39. Δέν μέ ενδιαφέρει δμως νά κρί­ νω τή βοτανολογία τών φιλοσοφιών καί τών φιλοσοφικών πραγμάτων. δλοι οί σπουδαστές φιλοσοφίας αισθάνονταν ύποχρεωμένοι νά άφιερώνουν ένα μέρος του­ λάχιστον τής προσοχής τους τόσο στις μεθοδολογικές δσο καί στις ουσιαστικές πλευρές τού επιστημονικού έγχειρήματος. Καί άσφαλώς υπάρχει πολύ νόημα -πολλή λογική. καί σχεδόν έξίσου συχνά μιά προβολή τής δομής τών τελευταίων έπιστημονικών ύποθέσεων στήν κοσμοεικόνα τοϋ κοινού νοϋ (παράδειγμα. Μιά καλή εισαγωγή. ή [80] άκόμα καί χωροχρονικά. άν καί όχι όλους μαζί. ας τό ποϋμε έτσι. ή σχεδόν άδιαμφισβήτητη σήμερα παραδοχή δτι ό κόσμος τοϋ κοινού νοϋ μέ τά φυσικά άντικείμενα στον Χώρο καί τον Χρόνο πρέπει νά είναι άναλύσιμος σέ χωρικά καί χρονικά. Καί άν τό άποτέλεσμα ήταν συνήθως μιά σύγχυση τοϋ έργου τής φιλοσοφίας μέ τό έργο τής έπιστήμης. τουλάχιστον ειχε μιάν άρετή: Εξασφά­ λιζε δτι ό στοχασμός πάνω στή φύση καί τις συνέπειες τοϋ . θέλω άπλώς νά επισύρω τήν προσοχή σέ μιά πρόσφατη προσθήκη τοϋ καταλόγου τής φιλοσοφικής χλω­ ρίδας καί πανίδας. Δέν θά προσπαθήσω νά βρώ τή θέση τής νέας αύτής ειδικότητας μέ­ σα σέ ενα σύστημα ταξινόμησης. θά ήταν νά φέρει κα­ νείς στον νοϋ του τό γεγονός δτι τά ταξινομικά σχήματα. Ύπάρχουν πολλά παράξενα καί έξωτικά εϊδη στούς κή­ πους τής φιλοσοφίας: Επιστημολογία. έχουν πραγματικές συνέπειες. καί δχι άπλή όμοιοκαταληξία[171] στούς τίτλους αύτούς. έχουν πρακτικές συν­ έπειες: Οί κατ9δνομα αιτίες (ηοιηίη&1 ο&ιΐ56δ).98 ΓΟΥΙΑΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ αύτοδιορθούμενο έγχείρημα πού μπορεΐ νά άμφισβητήσει όποιονδήποτε ισχυρισμό. Ό σ ο δέν υπήρχε «φιλο­ σοφία τής έπιστήμης». τή Φιλοσοφία τής Έπιστήμης. σχετιζόμενα συμβάντα [βνβηίδ]). Κοσμολογία* γιά νά κατονομάσω μερικά. IX.

πού οί σχέσεις τους μεταξύ τους καί μέ τήν έξωγλωσσική πραγματικότητα δέν άκολουθοϋν κα­ νένα μοναδικό ή άπλό σχήμα. τής ήθικής φιλοσοφίας. πού ή φι­ λοσοφία τής έπιστήμης έχει ύπαρξη και ονομαστική και πραγματική. Γιατί άν ό λόγος ήταν αύτό πού ειπα παραπάνω. Διότι ή «άνάλυση» δέν υπο­ δηλώνει (οοηηοΐβδ) πλέον τον ορισμό τών δρων άλλά μάλλον τό ξεκαθάρισμα τής λογικής δομής -μέ τήν εύρύτερη δυνατή έννοια. δμως. εις πείσμα τής επί­ μονης διαβεβαίωσης δτι «ή φιλοσοφία είναι άνάλυση». πού ό καθένας παρουσίαζε μιά ύποπεριοχή. Τώρα. άς ποϋμε. Ό σ ο ό λόγος (άίδοοιίΓδ©) άντιμετωπιζόταν ώς ένας χάρτης. άν δχι δλες.μποροΰσε κανείς νά δέχεται άδιάφορα τήν ύπαρξη ειδικών τής φιλο­ σοφίας -ειδικών τής τυπικής καί μαθηματικής λογικής. συν­ ειδητοποιούμε τώρα δτι ή άτομιστική άντίληψη τής φιλο­ σοφίας είναι παγίδα καί πλάνη. Καί δμως. τί κακό θά ειχε νά περιφρα­ χτεί ό καθένας στον κήπο του. Ό φιλόσοφος πού ένδιαφέρεται γιά τά θέματα τής άντίληψης δέν μπορει πλέον νά λέει «δποιος ένδιαφέρεται γιά τον κανονιστικό λόγο (ρΓ©δοπρΙίνβ άίδοοιίΓδβ) [172] άς άναλύει τις έννοιές του χωρίς νά μέ ένοχλει». άπό ένα σύνολο πε­ ριοχών πού συγκροτούσαν τό συνολικό άντικείμενο τοϋ λό­ γου.λπ. συγχέοντας τήν σωστή ιδέα δτι ή φιλοσοφία δέν είναι έπιστήμη μέ τήν έσφαλμένη ιδέα δτι ή φιλοσοφία είναι άνεξάρτητη άπό τήν έπιστήμη. τοϋ νά τά κάνει κανείς «λιανά». ό πειρασμός είναι νά τήν άφήσει κάνεις γιά τούς ειδικούς. ένώ ή έμφαση πού δί­ νεται σήμερα στις τακτικές τοϋ άπλοϋ τεχνίτη συνεχίζει . καί δσο τό έργο τοϋ φιλοσόφου έθεωρεΐτο δτι ήταν τό σταδιακό έργο τής άνάλυσης μέ τήν έννοια τοϋ ορισμού -τό έργο. οί φιλοσοφικά ένδιαφέρουσες έννοιες έντάσσονται σέ περισσότερες άπό μία δια­ στάσεις τοϋ λόγου (άίδοοιίΓδβ) [52] καί. Οί περισσότερες.τοϋ λόγου.Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 99 επιστημονικού λόγου ήταν ενα άναπόσπαστο καί ζωτικό μέ­ ρος τής έν γένει φιλοσοφικής σκέψης. ύποδιαιρεμένος σέ πολλούς έπιμέρους χάρτες. 40. άλλά ώς ένα κουβάρι διασταυ­ ρούμενων διαστάσεων. τής άντίληψης. κ. καί ό λόγος δέν έμφανίζεται πλέ­ ον ώς παραλληλία έπιπέδων.

σέ μιά άποτυχία κατανόησης τής πλήρους λογικής άκόμα καί τών πιο θεμελιωδών. συνεπείς τούτου.πού ήταν παραδοσιακά ό στόχος του. ας άναλύει τον καθημερινό λόγο».100 ΓΟΥΙΑΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ ύγιώς τον άτομισμό τής πρώιμης άναλυτικής φιλοσοφίας. γιά νά διακρίνει κανείς τή λογική -τήν πολυδιάστατη λογική. ή μεγάλη στρατηγική του φιλοσοφικού εγχειρήματος στρέφε­ ται γιά άλλη μιά φορά πρός αύτή τήν άρθρωμένη καί ολο­ κληρωμένη θέαση τοϋ άνθρώπου-στό-σύμπαν -ή. Μήν μέ παρεξηγήσετε. Οί διαδικασίες τής φιλοσοφικής άνάλυσης ώς τοιαύτης μπορούν νά μήν χρησι­ μοποιούν τις μεθόδους ή τά άποτελέσματα τών έπιστημών. ό επιστημονικός λό­ . Ή θέση μου είναι μάλλον δτι αύτό πού άποκαλοϋμε έπιστημονικό έγχείρημα είναι ή άνθι­ ση μιάς διάστασης τοϋ λόγου πού ύπάρχει ήδη σέ αύτό πού οί ιστορικοί άποκαλούν «προεπιστημονικό στάδιο» καί δτι ή άποτυχία νά καταλάβει κανείς αύτόν τον τύπο λόγου δταν τον συναντάει «γραμμένο μέ μεγάλα γράμματα» -στήν έπιστήμη. τοϋ λόγου-γιά-τόν-άνθρωπο-μέσα-στόν-συνολικό-λόγο (άΐδοοιίΓδ©). άν. είναι άναγκαΐο νά χρησιμοποιήσει τά άποτελέσματα ή τις μεθόδους τών έπιστημών. Δέν λέω δτι. ας τό πώ έτσι. σέ μιά άποτυχία έκτίμησης τοϋ ρόλου του μέσα στή «συνήθη χρήση». καί πράγματι οδήγησε συχνά.μπορει νά οδηγήσει. ένας τέτοιος καταμερισμός τής έργασίας δέν είναι μιά ύγιής συνέπεια τής προσέγγισης δτι ή δουλειά τοϋ φιλοσό­ φου είναι δουλειά τεχνίτη. Άλλά ή έξοικείωση μέ τήν τάση τής έπιστημονικής σκέψης είναι ούσιώδης γιά τήν αποτίμηση (αρρταΐΞαΙ) τών δομικών κατηγοριών τής κατά τον κοινό νοϋ κοσμοεικόνας. τών «άπλούστερων» έμπειρικών δρων. γιά νά τό ποϋμε έτσι.τού καθημερινού λό­ γου. καί δποιος ένδιαφέρεται γιά τον καθημερινό λόγο. Γιατί άν ή γραμμή σκέψης πού περιέχουν οί προηγούμενες παράγρα­ φοι εΐναι ύγιής. καί. Άλλά τό ήθικό δίδαγμα πού μέ ένδιαφέρει κυρίως νά βγάλω είναι δτι δέν μπορει πιά κανείς νά περνάει στά κρυφά τή θέση: «Όποιος ένδιαφέρεται γιά τον έπιστημονικό λόγο. ας άναλύει τον έπιστημονικό λόγο. Άλλο σημείο έξίσου σημαντικό. 41. Ούτε καν δτι. μέσα σέ κάποια δρια.

νά είναι μιά έμπρακτη άπόρριψη. έχει δειχθεΐ έπιστημονικά δτι είναι έσφαλμένη. συνήθως λεγόταν έμπιστευτικά δτι ή έπιστήμη έδειξε. βέβαια. δηλαδή. άν αύτό έρμηνευθεΐ ώς ό ισχυρισμός. Δέν χρειάζεται. Πριν άπό κάποια χρόνια. άν αύτό ερμηνευτεί δχι ώς μιά έμπειρική πρόταση -δπως τό «Δέν ύπάρχουν δίποδα άπτερα πού νά μήν είναι άνθρωποι».Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 101 γος δέν είναι παρά ή συνέχεια μιας διάστασης τοΰ λόγου πού ήταν [82] παροΰσα μέσα στον άνθρώπινο λόγο άπό τήν άρχή. Αργότερα έπεσήμαναν δτι. βέβαια. ή φράση «Τά φυσικά άντικείμενα δέν έχουν στήν πραγματικότητα χρώ­ ματα» έχει νόημα μόνο ώς μιά άδέξια έκφραση τής ιδέας δτι δέν ύπάρχει κάτι σάν τά χρωματιστά φυσικά άντικείμενα τοΰ κόσμου τοΰ κοινοΰ νοΰ. γιά παράδειγμα. κατη­ γορίες. άλλά ώς ή έκφραση τής άπόρριψης (ύπό μιάν έν­ νοια) αύτοΰ τοΰ πλαισίου τοΰ ίδιου. άν δχι καί άσχετες. Γιατί υπάρχει ένας σωστός καί ένας λάθος τρόπος νά υιοθετήσει κανείς αύτή τή θέση. δτι ή φράση «Τά φυσικά άντικείμενα έχουν χρώματα» έκφράζει μιά έμπειρική πρόταση ή όποία. γιά χάρη ένός άλλου χτισμένου γύρω άπό διαφορετικές. τότε θά περίμενε κανείς νά υπάρχει μιά έννοια κατά τήν όποία ή έπιστημονική εικόνα τοΰ κόσμου άντικαθιστά τήν εικόνα πού έχει ό κοινός νοΰς* μιά έννοια ύπό τήν όποία ή έπιστημονική έξήγηση τοΰ «τί υπάρχει» καταλαμβάνει τη θέση τής περιγραφικής οντολογίας τής καθημερινής ζωής. ό ισχυρισμός αύτός είναι παράλογος. δτι τά φυσικά άντικείμενα δέν έχουν στήν πραγματικότητα χρώ­ μα. νά συνο­ δεύεται άπό τήν πρόταση νά κάνουμε πλύση έγκεφάλου στούς ύπάρχοντες πληθυσμούς καί νά τούς εκπαιδεύσουμε . τότε. Ή άπόρριψη αύτή δέν είναι άνάγκη. καίτοι εύρέως πιστευτή γιά τον κοινό νοΰ.μέσα στο πλαίσιο τοΰ κοινοΰ νοΰ. Έν όλίγοις. Ή ιδέα δτι τά φυσικά άντικείμενα δέν έχουν χρώματα μπορεΐ νά έχει νόημα μόνον ώς ή (παραπλα­ νητική) έκφραση μιας μόνον δψεως τής [173] φιλοσοφικής κριτικής τοΰ συνολικοΰ πλαισίου πού μάς κάνει νά μιλάμε γιά φυσικά άντικείμενα τά όποια βρίσκονται μέσα στον Χώρο καί διαρκοΰν στον Χρόνο. Έδώ πρέπει κανείς νά είναι προσεχτικός.

φτάνουμε στο συμπέρα­ σμα δτι οί κατηγορίες τής κατά τον κοινό νοϋ κοσμοεικόνας έχουν ένα. δηλαδή. ή έπιστήμη είναι πάντων χρημάτων μέτρον. Άλλά δποια καί άν είναι τά σημεία τών διαφορών τους. ή δτι δέν βρίσκεται στον Χώρο ή δτι δέν διαρκει στον [53] Χρόνο.30Καί. διαφορετικές άντιλήψεις τοϋ τί άκριβώς είναι αύτό τό θεμελιώδες κατηγοριακό πλαίσιο.έ. θά είναι λάθος νά ποϋμε -έκτος άν θέλουμε νά κάνουμε μιά φιλοσοφική παρατήρηση γιά τό πλαίσιο. στήν καθημε­ ρινή ζωή.τ. .Σ. Σ. δσο τό ύπάρχον πλαί­ σιο είναι άκόμα σέ χρήση. πού είναι ώς τέτοιο άποτέλεσμα μιάς «λαϊκής ψυχολογίας». γιά νά τό πώ λιγότερο παράδοξα. βέβαια.31 43. βέβαια. Γιά κάποιους είναι πε­ ριεχόμενα τής αίσθησης καί οί φαινόμενες (ρΙι©ηοιη©η3ΐ) με­ ταξύ τους σχέσεις* γιά άλλους φυσικά άντικείμενα. τών όέμή δντων ώς ονκ έστι. είμαι άπολύτως διατεθειμένος νά πώ δτι ό κατά τον κοινό νοϋ κόσμος τών φυσικών άντικειμένων στον Χώρο καί τον Χρόνο είναι μή πραγματικός -δτι. Υπάρχει μιά διαδεδομένη έντύπωση δτι άναλογιζόμενοι πώς μαθαίνουμε τή γλώσσα στήν οποία. Ή . τήν όποία άποδίδει ό μετα­ φραστής μέ τήν αρχαιοελληνική διατύπωσή της (Πλάτωνος Θεαίτητος.δτι κανένα άντικείμενο δέν είναι πραγματικά χρω­ ματιστό. 31. άδιαφιλονείκητο κύρος. οί φιλό­ σοφοι πού σκέφτομαι έχουν κοινή τήν πεποίθηση δτι αύτό πού άποκαλεΐται «δεικτικός δεσμός» (θ5ί©ηδίν© Ιί©) μεταξύ τοϋ θεμελιώδους περιγραφικού μας λεξιλογίου καί τοϋ κό­ σμου άποκλείει ώς έντελώς παράλογη κάθε έννοια δτι δέν 30. δτι ό άνθρωπος είναι μέτρο όλων τών πραγμάτων.τ. άν θέλω νά μιλήσω ώς φιλόσοφος. δτι στή διάσταση τής περιγραφής καί τής έξήγησης τοϋ κόσμου. πρό­ σωπα καί διαδικασίες μέσα στον Χώρο καί τον Χρόνο. περιγράφουμε τον κόσμο.μ. Άλλά. Ύπάρχουν. Ά ν άφήσουμε κατά μέρος τό θέμα τής πλύσεως έγκεφάλου. Ό Σέλλαρς άναπαράγει τήν γνωστή θέση τοϋ Πρωταγόρα. ας ποϋμε. Ραΐποία ΟιιιγοΙιΙ&ικ!). τών μέν δντων ώς εστι. 152 3 2-4). ή πε­ ποίθηση δτι ή έπιστημονική σκέψη μπορεΐ και πρέπει νά άλλάξει τό τρέχον λεξιλόγιό μας. δέν ύπάρχουν τέ­ τοια πράγματα.102 ΓΟΥΙΛΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ νά μιλάνε διαφορετικά. εκπροσωπείται στή σημερινή φιλοσοφία κυρίως άπό τούς Πώλ και ΠατρίσιαΤσέρτσλαντ (ΡςοιΙ.

Έ να άναπόσπαστο μέρος αύτής τής πεποίθησης είναι αύτό πού θά άποκαλέσω ή θετικιστική (μέ διευρυμένη έν­ νοια) άντίληψη τής έπιστήμης. καί τής κριτικής τοΰ θετικισμοΰ τήν όποία είχε στο μεταξύ επιβάλει) δτι ό Χάιντεγγερ (Ηβίά⧧βΓ) είναι ό ϊδιος δέσμιος τής θετικιστικής άντιλήψεως τής έπιστή­ μης.μ.32ή ιδέα δτι τό δλο πλαίσιο τών θεωρητικών άντικειμένων (μόρια. [84] σύμφωνα μέ τούς φιλοσόφους αύτούς. άς ποϋμε. οί φιλό­ σοφοι αύτοί θά βιάζονταν νά έπισημάνουν (καί ορθά) δτι τό: τό X συμπεριφέρεται σάν νά άποτελοϋνταν άπό πολλά Ψ. βέβαια. ένώ ό ισχυρισμός τους είναι δτι.χ. κ. ήλεκτρομαγνητικά πεδία. Θά ήταν ενδιαφέρον νά συγκρίνει κανείς αύτά πού άκολουθοΰν μέ τή χαϊντεγγεριανή άπόφανση δτι ή επιστήμη δέν σκέφτεται. έχει νόημα μόνο σέ άντιπαράθεση μέ τό: τό X συμπεριφέρεται δπως συμπεριφέρεται έπειδή όντως άποτελεΐται άπό πολλά Ψ. μιά τέτοια άντίθεση δεν έχει νόημα. ή άξια καί τό καθεστώς τών οποίων έγκειται στή συστηματοποίηση πού επιτρέπουν καί τον εύρετικό τους ρόλο σέ σχέση μέ έπιβεβαιώσιμες γενι­ κεύσεις πού έχουν διατυπωθεί στο πλαίσιο δρων πού έχουν έναν άμεσο δεικτικό δεσμό μέ τον κόσμο.) καί μάλλον άπρόσεχτα (δεδομένης τής μεσολαβήσεως τοΰ νεοκαντιανισμού. Έ χει κανείς τον πει­ ρασμό νά πει δτι. [174] τά άντικείμενα τοϋ δεικτικά γειωμένου λόγου συμπεριφέρονται σάν καί μόνο σάν νά ήταν δεμένα μέ ή νά συγκρο­ τούνταν άπό έπιστημονικές οντότητες. Θά έπανέλθω στο επίμετρο. λ.) καί τών σχέσεών τους είναι ένα. θά πρέπει νά στραφεί στή διερεύνηση τής σημασίας τής Ιχβεηδννεΐΐ («κόσμος ζωής»).τ. πολύ βιαστικά (δπως ό Καστοριάδης. Αλλά.λπ. Στήν πιο ρητή μορφή της. Ά ν δέν θέλει κανείς νά πει. δταν άγνοεΐ κανείς τό εύρύτερο πλαίσιο τής σκέψης τοΰ Σέλλαρς.Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 103 υπάρχουν πράγματα σάν αύτά γιά τά όποια μιλάει αύτό τό πλαίσιο. Σ. άκριβώς έκει δπου τά πολλά Ψ είναι έπιστημονικές οντότητες. βοηθητικό πλαίσιο. είναι ή ιδέα δτι τά θεωρη­ τικά άντικείμενα καί οί προτάσεις πού τά άφοροΰν είναι άπλώς «μηχανισμοί ύπολογισμοϋ». παραπάνω) δτι ή έπιστήμη είναι τό μέτρο τών πάντων -φράση παραπλανητική. άλλωστε. . 32. Ή άποψή του δέν άπέχει άπό αύτή τοΰ Σέλλαρς δσο μπορεΐ κανείς νά νομίσει διαβάζοντας (βλ.

δταν προσπαθεί κανείς νά σκεφτει τή σχέση πού ύπάρχει άνάμεσα στο πλαίσιο τής νεότερης έπιστήμης καί τον συνή­ θη λόγο. Γιατί δλοι οι φιλόσοφοι θά συμφωνούσαν δτι καμμιά φι­ λοσοφία πού νά μήν λύνει τις περιπλοκές πού προκύπτουν. δσο πιστεύει κανείς πώς υπάρχει ένα πλαίσιο εϊτε φυσικών άντικειμένων εϊτε περιεχομένων αί­ σθησης. θά έχει κανείς τον πειρασμό νά σκεφτει τό κύρος τοϋ θεωρητικού λόγου ώς έντελώς παράγωγο (άβπναΐίνο). τό άπόλυτο κύρος τοϋ οποίου είναι εγγυημένο άπό τό γεγονός δτι ή έκμάθηση αύτοϋ τοϋ πλαισίου περιλαμβά­ νει ένα «στάδιο δείξεως». ώς αύτό ένός υπολογιστικού βοηθήματος. είναι νά πείσω τον αναγνώστη. αύτή ή περίληψη τοϋ πράγματος δέν είναι άπολύτως ικανοποιητι­ κή. μιάς άποτελεσματικής εύρετικής μηχανής (Ηειιπδίΐο άβνίο©). βέβαια. δτι αύτή ή έρμηνεία τού καθεστώτος τής έπιστημονικής εικόνας τοϋ κόσμου έδράζεται σέ δύο λάθη: (1) Μιά παρεξήγηση (τήν οποία καί έξέθεσα ήδη) τοϋ ρόλου τοϋ δεικτικού στοιχείου στήν έκμά­ θηση καί χρήση μιάς γλώσσας -τον Μύθο τοϋ Δεδομένου* (2) μιά πραγμοποίηση (ΓοίίίοαΙίοη) τής μεθοδολογικής διά­ κρισης άνάμεσα στον θεωρητικό καί τον μή θεωρητικό λόγο πού μετατρέπεται σέ ουσιαστική (δΐιβδίαηΐίν©) διάκριση θε­ ωρητικής καί μή θεωρητικής ύπαρξης. κάτι σάν χερσόνησος ή οποία προεκτείνει [55] τήν ένδοχώρα τοϋ συνήθους λόγου. Ή μελέτη τοϋ έπιστημονικοϋ λόγου συλλαμβάνεται ώς άξια λόγου άσχολία γι5αύτούς πού έχουν τό ύπόβαθρο καί τά κίνητρα νά τήν παρακολουθήσουν. ας ποϋμε. δτι οί φιλόσοφοι τής έπιστήμης έχουν νά κάνουν μέ έναν τρόπο λόγου πού είναι. Έ νας άπό τούς κύριους σκοπούς μου.104 ΓΟΥΙΑΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ Θέλω νά πώ ότι. στις επόμενες παρα­ γράφους. 44. βοηθημένη καί ύποκινημένη άπό μιά άφελή έρμηνεία τοϋ σχη­ ματισμού τών έννοιών. άλλά πού έχει πάντως τον χαρακτήρα ένός χόμπυ πού έχει ξεκό­ ψει μέ τις περιπλοκές τής ένδοχώρας. Άλλά. Δέν ισχυρίζομαι δτι κάποιοι θά άπέρριπταν τήν ιδέα δτι αύτό είναι τό έργο τής φιλοσοφίας* . δέν είναι πλήρης. Έ νας τρόπος νά συνοψίσω αυτά πού έλεγα παραπά­ νω είναι νά πώ δτι ύπάρχει μιά διαδεδομένη έντύπωση.

Μέ­ ρος αύτής τής ομοιότητας. παραπάνω δτι ύπάρχουν ρπιπα ί3θί© δύο τρόποι μέ τούς οποίους γεγονότα τής μορφής τό χ άπλώς μοιάζει κόκκινο μποροΰν νά έξηγηθοϋν. βέβαια. στο πρόβλημα τοϋ πώς πρέπει νά κατανοηθει ή ομοιότητα άνάμεσα στις έμπειρίες τοϋ νά βλέπει κάνεις δτι ένα άντικείμενο έκει πέρα είναι κόκκινο. μέ ένδελεχή έλεγ­ χο τών καταστάσεων αύτών. δπως εϊδαμε. τοϋ δτι περιέχουν έντυπώσεις ή άμεσες έμπειρίες ώς συστατικά. Έπέσυρα τήν προσοχή στον . τοϋ νά φαίνεται σέ κάποιον δτι ένα άντικείμενο έκειπέρα είναι κόκκινο (ένώ στήν πραγματικότητα δέν είναι κόκκινο) καί τοϋ νά φαίνε­ ται σέ κάποιον δτι υπάρχει έκειπέρα ένα κόκκινο άντικείμε­ νο (ένώ στήν πραγματικότητα δέν υπάρχει εκεί τίποτε). άλλά έντελώς εσφαλμένη. Πέρα κι άπ9αύτό. άν θέλετε. Οί δύο αύτοί τρόποι είναι (α) ή εισαγωγή τών έντυπώσεων ή τών άμεσων έμπειριών ώς θεω­ ρητικών οντοτήτων· καί (β) ή άνακάλυψη . X. [86] Έξήρα στις § 21 κ. ύπάρχει ή άποψη πού οι φιλόσο­ φοι προσπάθησαν νά διευκρινίσουν μέ τήν έννοια τών έντυ­ πώσεων ή τής άμεσης έμπειρίας. τις περιστάσεις στις όποιες έξετάζονται.δτι τό άντικείμενο έκειπέρα είναι κόκκινο. έπιπροσθέτως τοϋ ειδου έξηγήσεως πού στηρίζεται σέ έμπειρικές γενι­ κεύσεις οί όποιες συσχετίζουν τό χρώμα τών άντικειμένων. μετά άπό αύτή τή μακρά περιπλάνηση.Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 105 ισχυρίζομαι δτι. όδηγοϋνται σέ μιά «λύση» τών περιπλοκών στο πνεϋμα αύτοϋ πού άποκάλεσα θετικιστική ή χερσονησιακή άντίληψη τοϋ έπιστημονικοϋ λόγου -μιά «λύση» πού πιστεύω δτι δέν είναι μόνο έπιφανειακή.έ. ’Άς έπιστρέψουμε τώρα. Ιδιω τικά έπεισόδια: τό πρόβλημα [175] 45. καί τά χρώματα πού μοιάζουν νά έχουν. προσεγγίζοντας τή γλώσσα στήν όποία ό άπλός άνθρωπος περιγράφει και έξηγεΐ τό έμπειρικό γε­ γονός μέ τις προϋποθέσεις τοϋ δεδομένου. έγκειται στο γε­ γονός δτι περιέχουν δλα τήν παράσταση (κ!©α) -τήν πρότα­ ση.

άποδείχθηκε δτι δέν είναι περισσότερο ικανοποιητικό. Διότι. γεγονότων. έγκαταλείποντας τήν ιδέα δτι άρχίζουμε τή διαμονή μας σ’αύτό τον κόσμο μέ κάποια -έστω θολή. άν τό ώς τώρα έπιχείρημά μου στέκει. Καί αύτή ή γραμμή σκέψης ένισχύεται. καί [176] άναγνωρίσουμε δτι άκόμα καί τόσο «άπλές» έννοιες σάν αύτές τών χρωμάτων είναι ό καρπός μιας μακράς διαδικασίας δημόσια ένισχυόμενων άντιδράσεων σέ δημόσια άντικείμενα (περιλαμβανομένων τών γλωσ­ σικών επιδόσεων) μέσα σέ δημόσιες καταστάσεις. θά μπο­ . πώς ή «έντύπωση ένός κόκκινου τριγώνου» δέν σημαίνει τίποτε περισσότερο άπό «έντύπωση τοϋ είδους τό όποιο είναι κοινό στις έμπει­ ρίες έκεινες στις όποιες είτε βλέπουμε δτι κάτι είναι κόκκινο καί τριγωνικό. θά σκεφτόταν κανείς. τότε δέν θά ήμασταν σέ καλύτερη θέση άπ’ δ. Καί άν δέν μπορούμε ποτέ νά χα­ ρακτηρίσουμε τις «έμπειρίες» έσωτερικά. δταν λάβουμε ύπόψη μας [87] δτι. Ώστόσο. δέν ύπάρχει τίποτε πού νά είναι κόκκινο καί τριγωνικό.106 ΓΟΥΙΛΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ παράδοξο χαρακτήρα τοϋ πρώτου άπό τά ενδεχόμενα αύτά καί άρνήθηκα. Αλλά στο μεταξύ τό δεύτερο ενδεχόμενο. καί ομοιοτήτων. άποσπασματική καί άξεκαθάριστη. ένας κώδικας. καθώς μάλιστα περιέχει τον Μύθο τοϋ Δεδομένου. καταρχάς. ειτε κάτι άπλώς μοιάζει κόκκινο καί τριγωνι­ κό. γιά τή γλώσσα στήν όποία λέμε πώς φαί­ νονται τά πράγματα καί τί μοιάζει νά υπάρχει. ή δπου άπλώς μοιάζει σάν νά ύπάρχει έκειπέρα κάτι κόκκινο καί τριγωνικό». δηλαδή ώς τό είδος οντότη­ τας ή όποία είναι κοινή σέ τέτοιες καταστάσεις. νά τό πάρω στά σοβαρά. μόνο τά φυσικά άντικείμενα μποροΰν νά είναι κυριολεκτικά κόκκινα καί τριγωνικά. άν δχι μέ τή χρήση λέξεων δπως «κόκκινο» καί «τριγωνικό». τή στιγμή έκείνη. Τό συμπέρασμα είναι.τι άν ισχυριζόμασταν δτι ό λόγος περί «έντυπώσεων» είναι μιά παρασημαντική εύκολία. ειδών. πώς πρέπει νά περιγραφοϋν οί έντυπώσεις αύτές. παρά μόνο μέσφ αύτοϋ πού άπό τήν άποψη τής λογικής είναι μιά οριστική πε­ ριγραφή (άβίίηίΐ© άβδοπρίίοη). στις ύποθέσεις πού έξετάζω.συνείδηση (α\ν&Γβπ68δ) τοϋ λογικού χώρου τών καθέκαστα. Όπότε.

είναι δυνατόν νά φτάνουμε νά γνωρίζουμε δτι ύπάρχουν καί νά γνωρίσου­ με τί είδους πράγματα είναι. άκόμα κι άν υπάρ­ χει κάτι σάν τις εντυπώσεις ή τά αισθήματα. μπορεΐ νά τή χρησι­ μοποιήσει γιά νά κάνει μιά άναφορά. νά ξέρει γιά τά έπεισόδια τών άλλων.Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 107 ρούσαμε κάλλιστα νά άπορήσουμε πώς. άλλά δέν σέβεται άρκετά τον χαρακτήρα έπεισοδίου πού ύποθέτουμε δτι έχει τό πράγμα.» Έν όλίγοις. έρχόμαστε άντιμέτωποι μέ τό γενικό πρόβλημα τής κατα­ νόησης τού πώς μπορούν νά ύπάρχουν έσωτερικά έπεισό­ δια -έπεισόδια. άλλά άντιθέτως. άν έχουμε τήν Ικανότητα νά προσέξουμε ενα είδος πράγματος. κατ’ άρχήν. «νά δούμε δτι είναι κόκκινο. αύτό σημαίνει δτι εχουμε ήδη τήν έννοια αύτοϋ τοϋ είδους πράγματος.» ή. ένώ καθέ­ νας μπορεΐ νά τή χρησιμοποιήσει γιά νά αναφέρει ένα γεγο­ νός. δηλαδή. καί δέν μπορει έπομένως νά τήν εξη­ γήσει. συγκεκριμένα ό Σ ό ϊδιος. Πράγματι. Μποροϋμε ϊσως νά προσπαθή­ σουμε νά τό θέσουμε αύτό πιο γλωσσολογικά. «Ό Σ έχει πο­ νόδοντο») γιά τήν οποία είναι λογικά άληθές δτι.χ. άπαξ καί σκεφτοϋμε αύτή τή συλλογιστική γραμμή άρκετά. Καί δτι αύτή είναι ή καρδιά [55] τού αινίγματος φαίνεται άπό τό γε­ γονός δτι πολλοί φιλόσοφοι πού δέν θά άρνοϋνταν δτι ύπάρχουν έφήμερα ύποθετικά καί άνάμικτα ύποθετικο-κα- . πού συνενώνουν κατά έναν τρόπο τήν ιδιωτικότητα. άν στέκει. τό έντυπωσιακό είναι δτι. ώς πρός τό δτι ό καθένας μας έχει προνο­ μιακή πρόσβαση στά δικά του. Γιατί άναγνωρίζονμε τώρα δτι δεν φτάνουμε νά έχουμε τήν έννοια κάποιου πράγματος επειδή προσέξαμε αύτό τό είδος πράγματος. Μιά τέτοια διατύπωση είναι χρήσιμη. ώς πρός τό δτι ό καθένας μας μπορει. καί τή διυποκειμενικότητα. ώς τό πρόβλη­ μα τοϋ πώς μπορει νά ύπάρχει μιά φράση (π. μόνο ένας. γιά νά φτάσουμε στήν καρδιά τοϋ ζητήματος. δέν είμαστε άντιμέτωποι μόνο μέ τό έρώτημα «Πώς θά μπορού­ σαμε νά φτάσουμε νά έχουμε τήν ιδέα μιάς “εντύπωσης” ή ένός “αισθήματος”.» άλλά καί μέ τό έρώτημα «Πώς μπο­ ρούμε νά φτάσουμε νά έχουμε τήν ιδέα ένός πράγματος πού δείχνει κόκκινο σέ μάς.

πώς μπορεΐ νά συμβαίνει αύτό. ΤΗβ Οοηββρί ο / Μ'ιηά. Λονδίνο 1949. Σκοπεύω νά ισχυριστώ δτι καί οί δύο αύτές παραδοχές είναι άπολύτως σφαλερές καί δτι δχι μόνο δέν είναι τά έσωτερικά έπεισόδια προϊόντα σύγχυσης κατη­ γοριών.108 ΓΟΥΙΑΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ τηγορικά γεγονότα συμπεριφοράς. Ό πρόσφατος εμπειρισμός είχε διχογνωμήσει ώς πρός τό καθεστώς τών σκέψεων. Είναι 33. Μέ ένδιαφέρει ειδικά νά τό δείξω αύτό σέ σχέση μέ έσωτερικά έπεισόδια σάν τις αισθή­ σεις καί τά συναισθήματα. Άπό τή μία. καίτοι υπάρχουν τέτοια έπεισό­ δια. Σκέψεις: ή κλασική άποψη 46. Ο. πρέπει νά προετοιμάσω τον δρόμο μέ μιά συζήτηση τών έσωτερικών έπεισοδίων ένός άλλου είδους -συγκεκριμένα τών σκέψεων. θεώρησαν δτι ήταν λογικά άνόητο (ηοηδοηδβ) νά μιλάει κανείς γιά μή συμπεριφορικά επεισόδια γιά τά όποια αύτό άληθεύει. πού οί άλλοι μποροΰν νά μάς άποδώσουν βάσει στοιχείων συμπεριφοράς. . είναι άνεπίδεκτα χαρακτηρισμού στο έσωτερικό τοΰ διυποκειμενικοΰ λόγου. Καί σκοπεύω νά δείξω. άπηχοΰσε την ιδέα δτι στο μέτρο πού ύπάρχουν κάποια έπεισόδια πού είναι σκέ­ ψεις. τον όποιο μαθαίνουμε μέσα σέ ένα πλαίσιο δημόσιων άντικειμένων καί μέσα στήν «άκαδημία» τών όμογλώσσων μας. έν όλίγοις μέ αύτό πού έχει άποκληθεΐ -νομίζω άτυχώς. Ηιιΐοΐιΐηδοη’δ υηΐνεΓδίΙγ ϋβΓβΓγ. άλλά τά όποια μόνον έμεϊς μποροΰμε νά αναφέρουμε. XI. Πριν δμως κατα­ πιαστώ μέ αύτά τά ζητήματα. Έ τσι ό Ράυλ33 ισχυρίστηκε δτι ή ϊδια ή ιδέα πώς υπάρχουν τέτοια έπεισόδια είναι σύγχυση κατηγοριών (ςαΐ€§θΓγ ιηίδίαΐίβ). άλλά είναι καί άπολύτως «ρητά» (©£Μ>1β) μέσα στον διυποκειμενικό λόγο. θετικά. πρόκειται γιά λεκτικά ή γλωσσικά έπεισόδια. Γιατί μιά τέτοια έξήγηση είναι άναγκαία γιά νά κλείσουμε ομαλά αύτή [177] τήν έξέταση τοΰ Μύθου τοΰ Δεδομένου. Κγ1ε. ένώ άλλοι ισχυρίστηκαν δτι.«άμεση έμπειρία».

δτι ή έξήγηση τών σκέψεων μέ δρους νοήμονος συμπεριφοράς. βέβαια. καί δτι τά «έπεισόδια σκέψης». πού υποτίθεται δτι οί συμπεριφορές αύτές φανερώνουν. δέν μποροϋμε νά τό κάνουμε αλλιώς. δτι ύπάρχει μιά οικογένεια έπεισοδίων. Ούτε μποροϋμε νά ύποθέσουμε μέ πειστικότητα δτι τό ύπόλοιπο έξηγεΐται άπό αύτά τά έσωτερικά έπεισόδια πού συχνά πολύ άδέξια βάζουμε στο ϊδιο σακκί ύπό τον τίτ­ λο «λεκτικός είκονισμός» (νειΊ)α1 ίιη᧩Γγ). άλλά μάλλον υποθετικά καί ύποθετικο-κατηγορηματικά γεγονότα σχε­ τικά μέ αύτές καί μέ άλλες συμπεριφορές. δποτε προσπαθούμε νά έξηγήσουμε τί εννοούμε άποκαλώντας νοήμον ένα κομμάτι συμπερι­ φοράς πού δέν άποτελει εξη. Μάλιστα. δέν ύπάρχουν ούτε κατά προσέγγιση άρκετές γιά νά έξηγήσουν [89] δλες τις περιπτώσεις στις όποιες θά μπορούσε νά ύποστηριχθει δτι ένα πρόσωπο σκέ­ φτεται.Τά έπεισόδια αύτά είναι προσιτά μέ ενδοσκόπη­ ση. έθεωρεΐτο συνήθως δτι δέν είναι δυνατό νά συμβαίνουν. πού δέν άποτελοϋν ούτε έξωτερικευμένη λεκτική συμπεριφορά ούτε λεκτικό έξεικονισμό. είναι συγκεκαλυμμένα κυκλική. ώς προδιαθέσεων (άίδροδίΐίοη&ΐ αοοοιιηΐ). χωρίς νά είναι γνωστό δτι συμβαίνουν. άκόμα και νά ήταν οί ειλικρινείς φα­ νερές λεκτικές συμπεριφορές άνθρώπων πού έχουν μάθει μιά γλώσσα σκέψεις. 47. Άλλά αύτό μπορεΐ νά άναχθεΐ σέ μιά σειρά άπό συγχύσεις. τόσο λεκτικής δσο καί μή λεκτικής. Ή κλασική παράδοση ισχυριζόταν. τά όποια είναι σκέψεις. Άπό τήν άλλη.Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 109 δμως προφανές δτι. καί δτι τόσο ή έξωτερικευμένη λεκτική συμπεριφορά δσο καί ό λεκτικός έξεικονισμός οφεί­ λουν τό δτι έχουν νόημα (πΐ£2ΐηί秣ιι1η©δδ) στο γεγονός δτι έχουν μέ τις σκέψεις αύτές τήν ιδιαίτερη σχέση δτι τις «έκφράζουν». κάποιοι άντιπρόσωποι τού έμπειρισμού μπήκαν στον πειρασμό νά ύποθέσουν δτι τά έπεισόδια στά όποια άναφερόμαστε μέ ρήματα σκέψεως περιλαμβάνουν δλες τις μορφές «νοήμονος συμπεριφοράς». Όπότε δέν άποφεύγουμε τό άβολο συναίσθημα. παρά μέ δρους σκέψεως. στήν πραγματικότητα έπ5 ούδενί είναι έπεισόδια. Αύτό δμως προσ­ κρούει στή δυσκολία δτι. ή πιο .

έ. άν υπάρχουν έπεισόδια σκέψης.τ. μολονότι ή λεκτική συμπεριφορά είναι -ύπό μίαν σημαντική έννοια. Ή παραδοχή [90\ δτι. Αύτή ή έσφαλμένη έξομοίωση τών σκέψεων και μέ τις αισθήσεις καί τά συν­ αισθήματα ήταν έπίσης. Ά ν άποκαθάρουμε τήν κλασική πα­ ράδοση άπό τέτοιες [178] συγχύσεις.τι είναι ή έξωτερικευμένη γλωσσική συμπεριφορά μέ τήν όποία τούτο έκφράζεται καί κοινοποιείται σέ άλλους. καί στά όποια έχουμε προνομιακή. ή άποψη τήν όποίαν πρό­ . πρόσβαση. στις § 26 κ. και μιά παραχάραξη καί τών δύο.κάθε φορά πού «ξέρουμε τί σκεφτόμαστε» -έν όλίγοις. Είναι λάθος νά υποθέσουμε δτι πρέπει νά έχουμε λεκτικό έξεικονισμό -όποιοδήποτε έξεικονισμό. στήν πραγματικότητα.110 ΓΟΥΙΑΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ σημαντική άπό τις όποιες ίσως είναι ή ιδέα δτι οί σκέψεις άνήκουν στήν ϊδια γενική κατηγορία μέ τις αισθήσεις. τό γαργάλημα. νά ύποθέσουμε δτι ή «προονομιακή πρόσβαση» πρέπει νά έρμηνευθεΐ βάσει ένός άντιληπτικοϋ ή οίονεί αντιληπτικού προτύπου. Σκοπεύω νά ύπερασπιστώ μιά άναθεωρημένη μορφή τής κλασικής άνάλυσης τού τί είναι γιά τον κοινό νού οί σκέ­ ψεις. άλλά επ’ ούδενί άναλλοίωτη ή άλάθητη. ή παραδοχή αύτή μετατρέπεται στήν ιδέα δτι σέ καθέναν άπό μάς άνήκει ένα ρεύμα έπεισοδίων. τις εικόνες.δ. δσο καί μεταξύ αύτών πού τήν άπέρριπταν λέγοντας δτι «δέν βλέπουν που­ θενά τέτοιες έμπειρίες». Έπίσης. άλλά ό λεκτικός είκονισμός πού μάς έπιτρέπει νά τό κάνουμε αύτό δέν είναι τό σκέπτεσθαι τό ϊδιο περισσότερο άπ5 δ. Πριν δμως συνεχίσω. μιά έσφαλμένη έξομοίωση τών αισθημάτων και τών συναισθημάτων μέ τις σκέψεις.ό φυσικός τους καρπός. δπως εϊδαμε παραπάνω. τή φαγούρα. είναι κοινή τόσο μεταξύ αύτών πού διέδιδαν τήν κλασική άποψη. πού δέν είναι τά ϊδια άμεσες έμπειρίες.. κάνοντας στή διαδρομή κάποιες διακρίσεις πού θά συν­ εισφέρουν άργότερα σέ μιά κατ’ άρχήν λύση τοϋ αινίγματος τής άμεσης έμπειρίας. μπορούμε νά μάς «άκούσουμε νά σκεφτόμαστε». δπως θά φανεί. πρέπει νά είναι άμεσες έμπειρίες. άς προσθέσω εύθύς έξ άρχής δτι. κ. Τά έπεισόδια αύτά μπορούν νά συμβοΰν χωρίς νά «έκφράζονται» άπό κάποια έξωτερικευμένη λεκτική συμπεριφορά.

Οί κατά Ράυλ πρόγονοί μας 48.34 άλλά ιδίως τών ψιλών ύποθέσεων (δυ^ιιηοΐίνο οοικΜοη^Ι). ή συνολική της έκφραστική δύναμη είναι πολύ μεγάλη. 72). μιά γλώσσα τής όποίας τό βασικό περιγραφικό λεξιλόγιο μιλάει γιά δημόσιες ιδιότητες δημόσιων άντικειμένων μέ μιά θέση μέσα στον Χώρο καί μιά κάποια διάρκεια μέ­ σα στον Χρόνο. τής διάζευξης. Αλλά.35 34. οί όποιες είναι στήν πραγματικότητα ψευδοϋποθέσεις ή μή πραγματικές υποθέσεις (καί τών όποιων ό χαρακτήρας συναρτή­ . άν καί οί βασικοί της πόροι είναι περιορισμένοι (πόσο περιορισμένοι θά τό συ­ ζητήσω παρακάτω). Στή Λογική τοΰ θ . Ποσόστωση. δτι οι σκέψεις είναι γλωσσικά έπεισόδια. φτιάχνοντας έναν δι­ κό μου μύθο. Θά άπαντήσω σέ αύτές καί τις άλλες έρωτήσεις πού έθεσα προηγουμένως. παραδοσιακά ονομαζόμενες καί υποθέ­ σεις τοΰ πραγματικοΰ. σ. Βορέα. [97] Και μέ ποιάν έννοια μπορούν νά είναι «γλωσσικά». γράφοντας ένα κομμάτι έπιστημονικής φαν­ τασίας -άνθρωπολογικής έπιστημονικής φαντασίας. Κατ’ άντίθεση πρός τις υποθέσεις χωρίς τροπικότητα (υποθέσεις οριστικής. Σκεφτεΐτε λοιπόν ένα στάδιο στήν προϊστορία. γιά νά δώσω στο έγχείρημα έναν άέ­ ρα πιό μοντέρνο.Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 111 κειται νά εκθέσω θά μπορούσε κάλλιστα νά παρουσιαστεί ώς μιά τροποποιημένη μορφή τής άπόψεως.τ. Α ς προσθέσω εύθύς έξ αρχής δτι είναι ραύλειος ή γλώσσα αύτή καί ώς πρός τό δτι. στο όποιο οί άν­ θρωποι είναι περιορισμένοι σέ δ.μ. XII. Γιατί κάνει λεπτή χρήση δχι μόνο τών στοιχειω­ δών λογικών ένεργειών τής σύνδεσης. άν δέν είναι άμεσες έμπειρίες. ΐηάΐοαίΐνε οοηάΐΐίοηαΐδ). λέγεται κατά ποσόν διορισμός (βλ. Σ. μέ ποιά έννοια μπορούν τά έπεισόδια αύτά νά είναι «έσωτε­ ρικά».τι θά άποκαλοϋσα μιά κατά Ράυλ γλώσσα. Αθήνα 21972. τής άρ­ νησης καί τού ποσοτικού προσδιορισμού (ςιΐΗηΙίβοαΙίοη). θά μπορούσε κάλλιστα νά ρωτήσει ό άναγνώστης. ή μάλλον. 35. 45 κ. άν δέν είναι ούτε έξωτερικευμένες γλωσσικές έπιδόσεις ούτε λεκτικός έξεικονισμός «ίη ίθΓθ ίηΐβπιο».

μ. Ελληνικά Γράμμα­ τα. μπορούμε νά χρησιμοποιήσουμε τον δρο υποθέσεις τοϋ μή πραγματικοϋ γιά νά δηλώσουμε τις υποθέσεις πού περιλαμβάνουν έκφραση τροπικότητας ένγένει (δυ^υηοΐΐν© οοηάΐΐΐοηαΐδ) διατηρώντας τον δρο υποθέσεις τού άπραγματοποίητου γιά τήν υποκατηγορία τών οουηίβιΐδοΐιιαΐ οοικίίίίοη&1$. στηρίζεται σέ μιά πολύ άπλοϊκή εικόνα τής σχέσης τού διυποκειμενικού λόγου καί τών δημόσιων άντικειμένων.Η. ένώ μάς προβληματίζει πραγματικά πώς μαθαίνουμε νά μιλάμε γιά έσωτερικά έπεισόδια καί άμεσες έμπειρίες. Αμφιβάλ­ λω αν ύπάρχουν πολλοί.τ. άκούω. είναι: «Ποιοι πόροι θά έπρεπε νά προστεθούν στή ραΰλειο γλώσσα αύτών τών όμιλούντων ζώων προκειμένου νά μπορέσουν νά άλληλοαναγνωριστοΰν ώς ζώα πού σκέπτονται.λπ. σ.) [92] καί άμεσες έμπειρίες. Χρ. Ό πω ς καί νά ’χει. δτι μιά διυποκειμενική γλώσσα πρέπει νά είναι ραΰλειος.. βλ. 100. και στις όποιες οί φιλόσο­ φοι άναφέρονται χρησιμοποιώντας τά ονόματα τής «άσάφειας» (ν^ιιβηβδδ) καί τής «άνοιχτής ύφής» (ορβη ΙβχΙιΐΓβ). Η&ηδοη. πού δέν μάς προβληματίζει πώς [179] οί άνθρω­ ποι άποκτοϋν μιά γλώσσα γιά νά άναφέρονται σέ δημόσιες ιδιότητες ή δημόσια άντικείμενα. 53-72).χ. Υπάρχουν άκόμα. Γιά μιά ενδιαφέρουσα συζήτηση τών γραμματικών δρων βλ. Αθήνα 2005. ή ιστορία πού άφηγοϋμαι είναι σχεδιασμένη γιά νά δείξει άκριβώς πώς ή ιδέα. Τά έρωτήματα πού θέτω. «ΙικϋοΒίίνε ΟΗκϋΙΐοηβΙδ ΑιβΤπι11ι-ΡαηοΙίοη&1». Γραμματική τής Νέας Ελληνικής. . § 345-361. π. ύποθέτω. τούς έχουμε στήν πραγματικότητα έπιτρέψει νά λένε οτιδήποτε μπορούμε νά πούμε έμεϊς δταν μιλάμε γιά σκέψεις. Μπαμπινιώτη.112 ΓΟΥΙΑΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ Επιπλέον. Σ.1. κ. κάποιοι φιλόσοφοι πού τεί­ νουν νά πιστεύουν δτι επιτρέποντας στούς ραΰλειους αύτούς προγόνους μας τή χρήση 3<3 Ιίβίΐιιιη υποθετικών. \ν. 49. θά θεωρήσω δτι χαρακτηρίζεται άπό τήν παρου­ σία τών χαλαρότερων λογικών σχέσεων πού συναντούμε συνήθως στον καθημερινό λόγο. Μΐηά. επειδή ή φιλοσοφική συνθήκη τήν όποίαν ό μύθος προορίζεται νά διασαφήσει είναι τέτοια. Κλαίρη-Γ. έμπειρίες (βλέπω. Αρχίζω τον μύθο μου ίη ιηβάί&δ Γβδ μέ άνθρώπους πού έχουν ήδη μάθει μιά ραΰλειο γλώσσα.1991. παρατηρούν καί σεων άληθείας μπορεΐ νά ύποστηριχθεΐ σθεναρά. όντα>ς.

κατά τις έπισημάνσεις τής § 31 παραπάνω. ’Άς δεχθούμε λοιπόν. ό Κάρναπ. ψευδείς. «ΤπιΙίι 3ΐΐ(1 ^ΟΓΓβδροηάβηοε’» εις Ξάβηεβ. κατ’ άρχήν.χ.36 δτι οί πόροι αυτοί μπο­ ρούν νά κατασκευαστούν άπό τό λεξιλόγιο τής τυπικής λο­ γικής. ΙηίΓοάιιβίίοη ίο Ξβτηαηίίϋχ. Ρβκβρίΐοη. Κ. Έπέκρινα τήν ιδέα αύτή άλλού37 καί δέν θά τή συζητήσω έδώ. δτι είναι άληθεις. άλλά μπορούν έπίσης νά πούν γιά τις λεκτικές αυτές παραγωγές δτι σημαίνουν (πιβαπ) αύτό ή τό άλλο.Α.» Καταρχάς. . μ’ άλλα λό­ για. εις Ρ.Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 113 έχουν συναισθήματα καί αισθήματα. Σικάγο 1942. 37. σ. καίτοι υπάρχει μιά έννοια τού «συνεπάγεται» (ίιηρ1γ) ύπό τήν όποία οί σημασιολο36.έ. στήν ραΰλειο γλώσσα μας. δτι αυτοί οί μυθικοί πρόγονοί μας είναι ικανοί νά χαρακτηρίζουν τή λεκτική συμπεριφορά ό ένας τού άλλου μέ σημασιολογικούς δρους· δτι. ώστε νά μάς φαίνεται λογική. δχι μόνο μπορούν νά άναφέρονται σέ αυτά πού προλέ­ γει ό ένας τού άλλου άντιμετωπίζοντάς τα ώς αιτίες καί άποτελέσματα. μέ τις σημασίες πού δί­ νουμε στους δρους αυτούς. Ό πω ς καί νά ’χει. Οπι&ρ.λπ. Βλ. τό ξεκαθάρισμα αυτού τού θέματος δέν έχει άποφασιστική ση­ μασία γιά τό παρόν έπιχείρημα. ή γλώσσα θά έπρεπε νά έμπλουτισθει μέ τούς βασικούς πόρους τής σημασιολογίας (δοιη&ηΐίο&ΐ άΐδοοιίΓδβ) -δηλαδή τούς πόρους πού είναι άναγκαΐοι γιά νά κάνει κανείς τόσο χαρακτηριστικά σημασιολογικές δηλώ­ σεις δσο «“ΚοΙ” σημαίνει κόκκινο» καί «“Όογ Μοηά ίδΐ ΚιιικΓ άληθεύει άν καί μόνο άν τό φεγγάρι είναι στρογγυλό». δτι λένε δτι έτσι καί έτσι. δοΐιΐίρρ. δτι [93] τό νά κάνει κανείς μιά σημασιολογική δήλωση σχετικά μέ ένα λεκτικό συμβάν δέν είναι ένας στενογραφικός τρόπος νά μιλήσει γιά τις αιτίες καί τά άποτελέσματά του. 200 κ. κ. ό.» καί «Πώς θά μπορούσε ή πρόσ­ θεση αυτών τών πόρων νά έρμηνευθεΐ. τό λέει λ.π.· επίσης «Ειηρΐποίδΐη αηά ΑβδίΓΣίοί ΕηίίΙΐεδ». καί ώς δείκτες (λιγότερο ή περισσότερο άξιόπιστους) άλλων λεκτικών καί μή λεκτικών καταστάσεων. καί δτι έπομένως θά έπρεπε νά περιέχονται ήδη. Καί άς τονίσω. Λέγε­ ται ενίοτε. αηά ΚβαΙΐίγ. υηΐνβΓδίΙγ οί Οιΐοα§ο ΡΓ655.

Άλλά αύτό δέν σημαίνει δτι οι σημασιολογικές δηλώσεις είναι στε­ νογραφικοί ορισμοί γιά δηλώσεις σχετικά μέ τις αιτίες καί τά άποτελέσματα τών λεκτικών έκτελέσεων. τό περί τίνος πρόκειται>καί είναι σαφές δτι τό σημασιολογικό λεξιλόγιο τοΰ νοήματος ή τής άναφοράς τών λεκτικών έκφράσεων έχει τήν ϊδια δομή μέ τό νοολογικό λεξιλόγιο (πιβηίαΐίδΐίο άίδοοιίΓδο) τοΰ τί άφοροϋν οί σκέψεις. Ποιά είναι ή έναλλακτική λύση. ή γλώσ­ σα τών επινοημένων προγόνων μας άπέκτησε μιά διάσταση πού καθιστά πολύ πειστικότερο τον ισχυρισμό δτι είναι σέ θέση νά μιλάνε γιά σκέψεις δπως έμεις. Μέ τούς πόρους τοΰ σημασιολογικοΰ λόγου. 50. Διότι χαρακτηρι­ στική τών σκέψεων είναι ή προθετικότητά τους. [180] Έτσι. Κλασικά ήταν ή ιδέα δτι δχι μόνο ύπάρχουν έξωτερικά λεκτικά έπεισόδια πού μπο­ ρούν [94] νά χαρακτηριστούν μέ σημασιολογικούς δρους. ή δήλωσή μου «συνεπάγεται» δτι οί αιτίες και τά άποτελέσματα τής εκφοράς τοΰ «Εδ Γβ^ποί» πέραν τοΰ Ρήνου είναι παράλληλα μέ τις αιτίες καί τά άπο­ τελέσματα τής έκφοράς τοΰ «II ίδ Γ&ίηί移 άπό μένα καί άλ­ λα μέλη τής άγγλόφωνης κοινότητας. δταν λέω «Έδ ΐΌ§η©1” σημαίνει βρέχει”».114 ΓΟΥΙΑΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ γικές δηλώσεις σχετικά μέ τις λεκτικές παραγωγές δντως συνεπάγονται μιά πληροφόρηση γιά τις αιτίες και τά άποτελέσματα αυτών τών παραγωγών. σύμφωνα μέ τήν οποία ό λόγος γιά τις κα­ λούμενες «σκέψεις» είναι στενογραφία γιά ύποθετικές καί άνάμικτα ύποθετικο-κατηγορηματικές άποφάνσεις (δί&Ιοπιβηΐδ) πού άφοροϋν έξωτερικές λεκτικές καί μή λεκτικές συμπεριφορές. πάνω και πέρα άπό αυτά. Καί αν δέν τό συνεπα­ γόταν. ύπάρχουν κάποια έσω- . άλλά δτι. ή άναφορά. καί νά προτείνουμε μιά τροποποιημένη ραΰλειο έξήγηση. δέν θά μπορούσε νά έκπληρώσει τον ρόλο της. και δτι ή ορολογία τής προθετικότητας αυ­ τών τών «επεισοδίων» είναι άντίστοιχα άναγώγιμη στή σημασιολογική ορολογία τών λεκτικών συστατικών μερών. Ό πειρα­ σμός είναι έπομένως δλο καί έντονότερος νά ύποθέσουμε δτι ή προθετικότητά τών σκέψεων μπορεΐ νά άναχθεΐ στήν έφαρμογή σημασιολογικών κατηγοριών σέ έξωτερικές λε­ κτικές έκτελέσεις.

τό κλασικό σχήμα περιλαμβάνει τήν ιδέα δτι τό σημασιολογικό λεξιλόγιο τών εξωτερικών λεκτικών έκτελέσεων πρέπει νά άναλυθει μέ δρους τοΰ λεξιλογίου τής προθετικό­ τητας τών νοητικών επεισοδίων έκείνων πού «έκφράζουν» αύτές οί έξωτερικές έκτελέσεις. άσφαλώς.Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 115 τερικά έπεισόδια πού χαρακτηρίζονται κυριολεκτικά άπό τό παραδοσιακό λεξιλόγιο τής προθετικότητας. στήν πιο άναπτυγμένη ή έκλεπτυσμένη μορφή της. Άτύπως. μέ τήν ιδέα δτι οί κατηγορίες τής προθετικότητας είναι. πώς μπόρεσαν άραγε οί πρόγο­ νοί μας νά φτάσουν νά άναγνωρίζουν τήν ύπαρξή τους. καί στά όποια άναφερόμαστε ορθά μέ δρους λεξιλογίου τής προθε­ τικότητας. σ. θεω ρίες και πρότυπα [181] 51. νά κατασκευάσουμε μιά θεωρία. Τό πρώτο πρόβλημά μου είναι νά δώ άν μπορώ νά συμφιλιώσω τήν κλασική ιδέα τών σκέψεων ώς εσωτερικών επεισοδίων πού δέν είναι ούτε έξωτερική συμπεριφορά. Μιά προηγούμενη άνάλογη προσπάθεια μπορεΐ να βρεθεί εις «ΜΐηςΙ. Καίτοι ή διάκριση αύτή είναι οικεία. ούτε λεκτικός έξεικονιμός. κεντρική στή φιλο­ σοφία τής έπιστήμης. 83-94 (1952) και «Α δεηίΒηίιο&Ι δοΐαίίοη οί ώβ Μϊη(1-Βο<1γ ΡΐΌβΙβπι». . μέ δρους τής μυθιστορίας μας. άπαξ καί διευρυνθεΐ ό λογικός χώρος τής συζή­ τησής μας γιά νά περιλάβει μιά διάκριση. ΡΜοχορΗίααΙ Ξΐαάΐβχ 3. Μ€&ηΐη§ &η<1ΒεΙιανΐουΓ». Μβύιοάοζ 5. Καί. σημαίνει νά θέσουμε άξιωματικά (ροδίιιίαΐ^) ένα χώρο (άοιπαίη) οντοτήτων πού 38. κατά βάθος. σ. 45-84 (1953). σημασιολογικές κατηγορίες πού άφο­ ροϋν έξωτερικές λεκτικές έκτελέσεις.38 XIII. Καί. Άλλά τί μπορεΐ νά είναι αύτά τά έπεισόδια. θά άφιερώσω μερικές παραγράφους στήν υπο­ γράμμιση έκείνων τών πλευρών της πού είναι οί πιο σχετικές μέ τό πρόβλημά μας. μεταξύ τής γλώσσας τής θεωρίας καί τής γλώσσας τής παρατήρησης. Ή άπάντηση στά έρωτήματα προκύπτει μέ τρόπο έντυπωσιακά ευθύ.

μπορούν νά περιγράφουν μέ δρους πα­ ρατήρησης. βέβαια. κα­ τά μία έννοια.κάποιους συνδυασμούς αυτών τών θεωρη­ τικών οντοτήτων μέ ορισμένα μή θεωρητικά άντικείμενα ή καταστάσεις· δηλαδή. Οί παρατηρήσεις αύτές. Οί προσ­ ωρινές αύτές γέφυρες είναι έτσι χτισμένες. οί έμπειρικές άποφάνσεις τής μορφής «τό άέριο γ σέ αύτό ή τό άλλο σημείο καί τήν τάδε χρονική στιγμή έχει όγκο. καί έτσι ώστε καμμιά πρόταση στή θεωρία νά μήν άντιστοιχεί πρός μιά διαψευσμένη έμπειρική γενίκευση. καί νά συστοιχίσουμε (οοιτοΐ&ΐε) -ένδεχομένως νά ταυτίσουμε. στοιχοΰνται πρός παράγωγες προτάσεις ή θεωρήματα στή γλώσσα τής θεω­ ρίας. «μέχρι νεοτέρας». ώστε κάποιοι έπαγωγικά διαπιστωμένοι νόμοι σχετικοί μέ τά άέρια. στήν άνέγερση κάποιων προσωρινών γεφυρών πού έπιτρέπουν τό πέρασμα άπό φράσεις τοΰ λόγου παρατήρησης σέ φράσεις τής θεωρίας καί άντιστρόφως. καί έγκειται. μόλις πού ξύνουν τήν έπιφάνεια τοΰ προβλήματος τοΰ καθεστώτος τών θεωριών μέσα στον έπιστημονικό λόγο. Μάλιστα δέν πρόλαβα καλά καλά νά τις κάνω καί πρέπει νά βιαστώ νά τις περιορίσω -μέχρι σημείου παραμορφώσεως. γιά παράδειγμα. οι όποιοι καθορί­ ζονται άπό τις θεμελιώδεις [95] άρχές τής θεωρίας. πίεση καί θερμοκρασία ώς έξης» στοιχοΰνται πρός θεωρητικές άποφάνσεις πού προσδιορί­ ζουν κάποια στατιστικά μέτρα πληθυσμών μορίων. διατυ­ πωμένοι στή γλώσσα τής παρατήρησης. εϊτε. του­ λάχιστον κατ’ άρχήν. άς ποΰμε. στήν κινητική θεωρία τών άερίων. Διότι ένώ αύτή ή κλασική πλέον έξήγηση τής φύσεως τών θεωριών (μία άπό τις πρωϊμότερες διατυπώσεις τής όποίας όφείλεται στον Νόρμαν . μέ άντικείμενα ή καταστάσεις πού εϊτε προκύπτουν άπό παρατηρήσιμες καταστάσεις. Έτσι. μιά καλή θεωρία (τουλάχιστον τοΰ τύπου πού έξετάζουμε) «έξηγει» έδραιωμένους έμπειρικούς νόμους συνάγοντας θε­ ωρητικά άντίστοιχα αύτών τών νόμων άπό ένα μικρό σύνο­ λο αξιωμάτων σχετικών μέ μή παρατηρημένες οντότητες. Αύτή ή «συστοίχιση» ή ή «ταύτιση» θεωρητικών καταστάσεων καί καταστάσεων παρατήρησης είναι προσ­ ωρινή. Έτσι.116 ΓΟΥΙΛΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ συμπεριφέρονται μέ ορισμένους τρόπους.

43. ΚβαάίηξΞ ΐη ίΗβ ΡΗιΙοΞορΗγ ο / Ξβίβηοβ. Ο. άε ΟπιγΙει\ Βε­ ρολίνο 1928. θέλω δμως νά τονίσω δύο σημεία: (1) Τό πρώτο είναι δτι άναπτύσσουμε συνήθως τις θεμε­ λιώδεις παραδοχές μιας θεωρίας δχι κατασκευάζοντας μή έρμηνευμένους υπολογιστικούς τύπους (ο&ίοιχίί) ικανούς νά συστοιχοϋν μέ τον έπιθυμητό τρόπο μέ τον τρόπο τοϋ λέγειν τής παρατήρησης. Η. όμως τονίζει ορισμένα χαρακτηριστικά εις βάρος άλλων. Κ.). άν ήταν έτσι συγκροτημένα. Ρεΐ§1-Μ.41τού Χέμπελ42 καί τού Μπρέηθγουέητ. καί Εχρβήβηββ αηά Ρτβάΐοίΐοη. Κέμπριτζ 1953. ούτε άπό κάθε άποψη. ΚείοΙιεηβΗοΙι. άπό ένα υπόμνημα πού προσδιορίζει ή περιορί­ ζει -δχι έπακριβώς. Σικάγο 1939. Δέν άρνούμαι ότι οί λο­ γικά μή άφελεις έπιστήμονες τοϋ σήμερα θά μπορούσαν καί ίσως κατά περίπτωση δντως εργάζονται μέ πραγματικό λογι­ στικό (1ο§ίδΐίοα1) τρόπο. Τό ούσιώδες σέ ένα πρότυπο είναι δτι συνοδεύεται. ΡηηάανηβηίαΙζ ο / Οοηοβρί Ροητηαίΐοη ΐη ΕηιρΐήοαΙ 8οΐβηοβ. δίνει μιά έντονα τεχνητή καί μή ρεαλι­ στική εικόνα τού τί έκαναν πράγματι οί έπιστήμονες κάθε φορά πού κατασκεύαζαν μιά θεωρία. υηΐνεΓδίΙγ οί Οπο£ΐ§ο ΡΓεδδ. άλλά μάλλον προσπαθώντας νά βρούμε ένα πρότυπο.Β.Ο. ΡΗΐΙοΞορΗΐβ άβΓ Καιιηι-Ζβΐΐ-ΕβΗΓβ. Ξάβηίϊβε Εχρίαηαίΐοη. σ. ΝοππΗίη €αιηρ6ε11. δηλαδή νά περιγράφουμε ένα χώρο οικείων άντικειμένων πού νά συμπεριφέρονται μέ οικείους τρόπους. (ΧΙΡ. 41. έτσι πού νά μπορέσουμε νά δούμε πώς τά ύπό έρμηνείαν φαινόμενα θά προέκυπταν.Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 117 Κάμπελ39. Μιλώντας γιά τήν κατα­ σκευή μιας θεωρίας ώς επεξεργασίας ένός άξιωματικού συ­ στήματος πού στοιχειται δοκιμαστικά (ΐεηΙαΙίνοΐΥ) μέ τον λό­ γο τής παρατήρησης. Σικάγο 1952. 59-69 τοϋ ΡοιιηάαίίοηΞ ο/Εοβϊβζ αηά ΜαίΗβηιαίίβΞ. ΒΓ&ΐίΙίλν&ΐΙε. Νέα Ύόρκη 1953. ΟυΡ.τήν 39. γιά νά τό πούμε έτσι. υηΐνεΓδίΙγ οί Οιΐοα^ο ΡΓεδδ. 42. υηΐνεΓδίΙγ οί Οιΐοα§ο ΡΓεδδ. καί τήν όποία μπορούμε νά ξαναβροϋμε πιο πρόσ­ φατα στά γραφτά [182] τού Κάρναπ. Ή επιλογή αντιστοιχεί στις σ. ΡΗγΞΐβΞ: ΤΗβ ΕΙβπιβηίΞ. . «Ήιε ΙηΙεΓρΓεΙαΙΐοη οί Ρ1ιγδϊθ8» εις Η.43 δντως φωτί­ ζει τό λογικό καθεστώς τών θεωριών. 40. Σι­ κάγο 1938. Ηειηρεί. 309-318. Κικϊοΐί Οαπιαρ. Κέμπριτζ 1920. ΑρρΙείοη-ΟεηΙιίΓγΟοίΙδ.40 [96] τού Ράιχενμπαχ. ΒπχΙΐ>6(± (έπ. έντούτοις.

καί έντέλει λάθος.Τώρα πιστεύω δτι δικαιούμαστε νά ποΰμε πώς κάπως . ώμά καί σχηματικά έστω. Ή άλήθεια τοΰ πράγματος. άρα {πιθανώς) δλα τά Α είναι Β. συμπεριφέρονται. δπως θά δείξω έν συντομία. [97] Ειδικότερα.118 ΓΟΥΙΑΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ άναλογία άνάμεσα στά οικεία άντικείμενα καί τις οντότητες πού εισάγει ή θεωρία. ή τά στατιστικά της άντίστοιχα. καί οί τρόποι μέ τούς οποί­ ους ό επιστήμονας προσπαθεί νά έξηγήσει τά έμπειρικά φαι­ νόμενα εΐναι έκλεπτύνσεις τών τρόπων μέ τούς οποίους ό άπλός άνθρωπος. μεταφερμένες στις θεωρη­ τικές οντότητες. 52. είναι δτι ή έπιστήμη προεκτείνει τον κοινό [183] νοΰ. Αύτό είναι τό σημείο πού θέλω νά τονίσω επί τοΰ παρόντος. (2) Ακόμα πιο σημαντικό γι9αύτό πού μάς ένδιαφέρει έδώ είναι τό γεγονός δτι ή λογιστική εικόνα γιά τήν κατα­ σκευή μιάς θεωρίας συσκοτίζει τό σπουδαιότερο δλων. διότι θά ισχυριστώ δτι ή διάκριση άνάμεσα στον λόγο τής θε­ ωρίας (ΐ1ι©θΓ©1:ίθ3ΐ άίδοοιίΓδ©) καί τον λόγο τής παρατήρησης (οβδ©Γν&Ιίοη&1 (ΙίδοοιίΓδ©) είναι άλληλένδετη μέ τή λογική τών έννοιών πού άφοροϋν έσωτερικά έπεισόδια. προσπάθησε νά καταλάβει τό περιβάλλον του καί τούς συνανθρώπους του άπό τήν αύγή τής νοημοσύνης (ίηΐβΐΐί^ηε©) μέχρι τώρα. εΐναι αύτές πού. άντιστοιχοΰν στά άξιώματα τής λογιστικής εικόνας (1ο§ίδΙίο&1 ρίοΙιΐΓ©) τής κατασκευής τής θεωρίας. Οί περιγραφές τών θεμελιωδών τρό­ πων μέ τούς οποίους τά άντικείμενα τοΰ χώρου εφαρμογής τοΰ προτύπου (ιτκχΜ άοπιαίη). Λέω «άλ­ ληλένδετη» επειδή θά ήταν παράδοξο. έτσι χαρακτηρισμένου. καί οδηγεί στήν έσφαλμένη ύπόθεση δτι ή έτσι καλούμενη «ύποθετικο-παραγωγική» («1ιγρο11ι©1ίο-(1©(1ιιο1ίν©») έξήγηση χαρακτηρίζει μόνο τά πιο έξελιγμένα στάδια τής έπιστήμης. συσκοτίζει τό γεγονός δτι δέν έχουν δλες οί έπαγωγές (ίηάιιοΐίν© ίηί©Γ©ηο6δ) τοΰ κοινοΰ νοΰ τή μορφή: Ό λ α τά παρατηρημένα Α ήταν Β. νά πει κανείς δτι οί έννοιες αύτές είναι θεωρητικές έννοιες. δτι ή διαδικασία μέ τήν οποία εφευρίσκουμε «θεωρητικές» έξηγήσεις παρατηρήσιμων φαινομένων δέν ξεπρόβαλε πάνο­ πλη άπό τό κεφάλι τής νεότερης έπιστήμης.

γιά παρά­ δειγμα. καί πράγματα δμοια στις αίτιακές τους ιδιότητες διαφέρουν στις παρατηρήσιμες ίδιότητές τους. δτι «μέσα» στον άέρα πού μάς περιβάλλει ύπάρχουν άπειρα μόρια τά όποια. μιά κρυφή καύση πού γίνεται έξωτερική ή φανερή δταν βάλουμε τό ξύλο στή φωτιά. Είναι σαφές πώς ή έννοια ύπό τήν οποία τά έπεισόδια αυτά είναι «μέσα» στον άέρα έξηγειται μέ δρους τής έννοιας ύπό τήν οποία ό άέρας «είναι» ένα πλήθος μορίων. Θά έχω περισσότερα νά πω γιά τό θέμα αύτό σέ λίγο. ωστό­ σο δέν είναι δλα τά μή παρατηρήσιμα έπεισόδια πού υποθέ­ τουμε δτι συμβαίνουν στον κόσμο άπόρροια συγχύσεως κα­ τηγοριών. ώμές. καί αύτό μέ τή σειρά του. αν καί θά άποτελούσε δντως σύγχυση κατηγοριών (ςαίβ§θΓγ ιηίδίαΐίβ) νά ύποθέσουμε δτι ή άναφλεξιμότητα ένός κομματιού ξύ­ λου είναι. Μ εθοδολογικός συμπεριφορισμός έναντίον φιλοσοφικού συμπεριφορισμού 53.Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 119 φωτίστηκε ή έκφραση «έσωτερικά επεισόδια»* διότι. ας έπιστρέψουμε στούς μυθικούς μας προγόνους. σχεδιαγραμματικές καί άόριστες θεωρίες γιά νά έξηγήσουν γιατί πράγματα δμοια στις παρατηρήσιμες ίδιότητές τους διαφέρουν στις αίτιακές τους ιδιότητες. Μπορούμε έτσι νά φανταστούμε αύτά τά γλωσσοχρηστικά ζώα νά έπεξεργάζονται.νά πούμε. χωρίς πολλές μεθοδολογικές έκλεπτύνσεις. παρά τή φαινομενική άκινησία τού άέρα. μέ δρους μιάς λογικής τής σχέσεως πού ύφίσταται μεταξύ λόγου τής θεωρίας καί λόγου τής παρατήρησης. Έρχεται δμως ή ώρα γιά τό κεντρικό έπεισόδιο τού μύ­ . συμμετέχουν σέ ένα πραγματικό σάλο [98] έπεισοδίων. Καί μέ κανένα τρόπο δέν είναι μιά μή νόμιμη χρή­ ση τού «μέσα» -αν καί είναι μιά χρήση πού έχει τή δική της λογική γραμματική (1ο§ίο&1 £γβπιπι3γ). XIV. γιά νά τό πούμε έτσι. Στο μεταξύ. Δέν θά άποτελέσει έκπληξη γιά τούς άναγνώστες μου νά μά­ θουν δτι τό δεύτερο στάδιο στον έμπλουτισμό τής ραΰλειας γλώσσας τους είναι ή προσθήκη τού θεωρητικού λόγου.

σέ ορισμένα ζητήματα τουλάχιστον. καί πού ξέρουμε ώς «συμ­ περιφορισμό». τήν έξαγωγή συμπερασμάτων (ίπί€Γπη§). Ά ς τονίσω δτι αύτό πού έχω κατά νοΰ είναι ό συμπεριφορισμός ώς μεθοδολογική θέση. [99] Ό συμπεριφορισμός. γιά τήν όποία καί θά άναζητήσω μιά διατύπωση.λπ. κ. δέν είναι μιά θέση πού άφορά τήν άνάλνση ήδη νπαρχονσών ψυχολογικών έννοιών. ούτε δτι οί καταστάσεις τοΰ νοΰ μπορούν ορθά νά περιγραφούν μέ δρους τέτοιων κοινών έννοιών. πού ήταν κάποτε έπαναστατικό. καί δέν άρνεΐται ούτε δτι ό καθένας μας έχει μιά προνομιούχο πρόσβαση στήν κατάσταση τοΰ νοΰ του. Ώ ς με­ θοδολογική θέση δέν περιλαμβάνει καμμιά άπολύτως δέ­ σμευση δσον άφορά τή λογική άνάλυση τοΰ νοολογικοΰ λε­ ξιλογίου τοΰ κοινοΰ νοΰ. γιά τό πώς νά χτίσουμε μιάν έπιστήμη τής ψυχολογίας. τότε μπορούμε νά πούμε δτι ό συμπεριφορισμός. σάν τήν πί­ στη. άλλά μιά θέση πού άφορά τήν κατασκευή (οοηδίπιοΐΐοη) νέων έννοιών. δέν άρνεΐται δτι ύπάρχει κάτι σάν τήν ένδοσκόπηση. τήν ευχή. τον θαυμασμό. ’Άν μάς έπιτραπεΐ νά ονομάσουμε αύτή τήν προνομιούχο πρόσβαση στις διανοητικές μας καταστάσεις «ένδοσκόπηση». Οί φιλόσοφοι ύπέθεσαν ένίοτε δτι οί συμπεριφοριστές υιοθετούν συλλήβδην τήν ιδέα δτι οί συνήθεις νοολογικές (ιηβηΐ&ΐίδΐίο) έννοιές μας είναι άναλύσιμες μέ δρους φα­ νερής συμπεριφοράς. τήν τάση. καί τώρα είναι ένας κοινός τόπος. Θέλω νά υποθέσετε δτι σέ αυτόν τον νεο-ραΰλειο πολιτισμό έμφανίζεται τώρα μιά μεγαλοφυΐα -ας που με ό Τζόουνς. τήν άμφιβολία. δπως βλέπου­ με έξωτερικές συνθήκες μέ τό μάτι. ή οικογέ­ νεια άντιλήψεων. δπως θά χρησιμοποιήσω τον δρο. Διότι τό κεντρικό καί οδηγη­ τικό θέμα [184] στο ιστορικό σύμπλεγμα πού είναι γνωστό ύπό τό όνομα αύτό. ήταν μιά ορισμένη άντίληψη. δσο συχνά καί άν χαρακτηρίστηκε άπό μιά μεταφυσική προκα­ τάληψη (βίαδ).πού είναι ένας άνύμνητος πρόδρομος τοΰ ψυχο­ λογικού ρεύματος έκείνου. τούτη είναι άπολύ- . δμως.120 ΓΟΥΙΛΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ θου μας. ούτε δτι. άποφεύγοντας τή συνέπεια (ίιηρΙίο&ίίοη) δτι ύπάρχει ένα «μέσον» διά τού οποίου «βλέπουμε» τί συμβαίνει «μέσα».

54. καί παραδέχεται συγχρόνως δτι είναι άπολύτως θεμιτό νά άποκαλέσουμε μιά τέτοια ψυχολογία «έπιστημονική». Ό συμπεριφοριστής θά έλεγε. δτι πολλή γνώση έχει ενσωματωθεί μέσα στο νοολογικό λεξιλόγιο τοΰ κοινοΰ νοΰ.είναι εύρέως διαδεδομένη ή έντύπωση πώς ό συμπεριφορισμός ένστερνίζεται τήν ιδέα δτι οι έννοιες μιάς συμπεριφοριστικής ψυχολογίας πρέπει νά είναι έτσι άναλύ­ σιμες. έννοει. γιά νά βάλουμε τά πράγματα στή θέση τους. δσον τον άφορά. νά μήν κάνει χρήση τοΰ νοολογικοΰ λεξιλογίου άλλη άπό άπλώς εΰρετική. εϊτε δχι. καί δτι πολλά άκόμη μποροΰν νά κερδηθοΰν στο μέλλον μέ τον σχηματισμό καί τον έλεγχο υποθέσεων μέ δρους τών έννοιών αυτών. στήν περίπτωση αύτή.άπό ένα βα­ σικό λεξιλόγιο τό όποιο νά άφορά κάποια φανερή συμπερι­ φορά. ετσι έννοη- . ή.Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 121 τως άξιόπιστη. περίπου τό εξής: «Εϊτε οί νοολογικές έννοιες τής καθημε­ ρινής ζωής ορίζονται μέ δρους έξωτερικής συμπεριφοράς. δτι μιά σωστή συμπεριφοριστική έννοια πρέπει νά είναι σχηματι­ σμένη μέ ρητό ορισμό -μέ τήν εύρύτερη έννοια. θά φροντίσω όί έννοιες πού θά χρησιμοποιώ νά είναι έτσι ορισμένες». Καί πρέπει νά όμολογηθεΐ δτι πολλοί [186] συμπεριφοριστικά προσανατολισμένοι ψυχολόγοι πί­ στεψαν πράγματι δτι τούς δεσμεύει ένα τέτοιο αύστηρό πρόγραμμα σχηματισμού τών έννοιών. Πιστεύω πώς είναι λογικό νά πει κανείς δτι. Τό ουσιώδες μέ τήν «ένδοσκόπηση». δπως δλοι. είναι δτι ένόοσκοποϋμε μέ δρους νοολογικών εννοιών του κοινού νοΰ. καί νά κατασκευάσει τις έννοιές του «έξ ΰπαρχής» καθώς θά άναπτύσσει τή δική του επιστημονική άξιολόγηση τής παρατηρήσιμης συμπεριφοράς τών άνθρώπινων οργανισμών. άπό τήν άποψη τοΰ συμπεριφορισμού. Καί ένώ ό συμπεριφοριστής παραδέχεται. Ένώ δμως είναι άπολύτως σαφές δτι ό έπιστημονικός συμπεριφορισμός δέν είναι ή θέση δτι οί ψυχολογικές έννοι­ ες τοΰ κοινοΰ νοΰ είναι άναλύσιμες σέ έννοιες πού άφοροϋν τήν έκάστοτε φανερή συμπεριφορά -μιά [100] θέση πού ύποστηρίχθηκε άπό κάποιους φιλοσόφους καί ή όποία μπο­ ρεΐ νά άποκληθεΐ «άναλυτικός» ή «φιλοσοφικός» συμπερι­ φορισμός.

τις νευρικές ώθήσεις.122 ΓΟΥΙΑΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ μένο.λπ. Ή ικανότητα ένός πλαισίου θεωρητικών έννοιών καί προτάσε­ ων νά έξηγοΰν έπιτυχώς κάποια φαινόμενα συμπεριφοράς είναι λογικά άνεξάρτητη άπό τήν ταύτιση αύτών τών θεω­ ρητικών έννοιών μέ έννοιες νευροφυσιολογίας. Ασφαλώς δέν υπάρχει τίποτε στή φύ­ ση μιας ύγιοΰς έπιστημονικής διαδικασίας. μιά φυσιολογική έξήγηση τής συμπεριφοράς. Πρέπει νά είναι πιά φανερό τί θέλω νά πώ. Μιά συμπεριφοριστική θεωρία τής [101] συμπεριφοράς δέν είναι. Ή φυσική. δέν έπιβάλλει έναν άνάλογο περιορισμό στις έννοιές της* ούτε ή χημεία χτίστηκε μέ δρους έννοιών πού νά μποροΰν ρητά νά όριστοΰν βάσει τών παρατηρήσιμων ιδιοτήτων καί τής συμπεριφοράς τών χημικών ούσιών. λείπουν τό ϊδιο καί οί άναφορές στά νεΰρα. τό όποιο νά άπαιτεΐ τόση αύταπάρνηση. κ. 55. τις συνάψεις. κ. Ή άλήθεια είναι -καί αύτό είναι ένα λογικό ζήτημα. τό συμπεριφοριστικό πρόγραμμα θά ήταν πέραν τοΰ δέοντος περιοριστικό. τοΰ ιδεώδους ένός συνεκτικού συστήμα­ τος. Καί άν ή τάση γιά πρώιμες ταυτίσεις κρατηθεί ύπό έλεγχο. δλες οί έννοιες νά εισάγονται μέ δρους ένός βασικοΰ λεξιλογίου πού νά άφορά τήν έξωτερική συμπεριφορά. ϊσως οί θεωρητικές άπόπειρες ολοκλήρωσης (ίηΙ©§Γ3ΐίοπ) άπο- .τις άλλες έπιστήμες.λπ. Έ να μέρος τής δουλειάς τοΰ συμπεριφοριστή είναι. ή έκλέπτυνση τών μεθόδων τής όποίας έντυπωσίασε τόσο -ύπερβολικά. ώς τέτοια. μπορεΐ κάλλιστα νά συμβιβαστεί μέ τήν ιδέα δτι ορισμένες συμπεριφοριστικές έννοιες πρέπει νά είσαχθοΰν ώς θεωρητικές έννοιες.δτι κάθε ειδική έπι­ στήμη πού έχει νά κάνει μέ ένα μέρος τοΰ άνθρώπινου οργα­ νισμού ένεργεΐ έντός τοΰ πλαισίου ένός ορισμένου κανονι­ στικού ιδεώδους. Ή συμπεριφοριστική άπαίτηση. στο όποιο τά έπιτεύγματα τής καθεμιάς έχουν μιά κατα­ νοητή θέση. στήν πραγματικότητα. νά προσέχει ποιά είναι ή συνολική εικόνα τοΰ άνθρώπινου οργανισμού πού άναδύεται σιγά-σιγά. Έ χει σημασία νά προσέξουμε δτι δέν είναι μόνο οί άναφορές έξωτερικής συμπεριφοράς πού λείπουν άπό τούς ορισμούς θεωρητικών τεχνικών δρων μιάς συμπεριφοριστικής ψυχολογίας. έπομένως.

ώστόσο δέν θά πρέπει νά θεωρούμε δτι ή θεωρία τής συμπεριφοράς υιοθετεί ΐηίΐίο τή θέση τοΰ φυσιολογικού χαρακτήρα όλων τών έννοιών της -δτι οί έννοιές της είναι. τόσο περισσότε­ ρο οί έννοιες τής θεωρίας του προσεγγίζουν τό καθεστώς τών καθαρά θεωρητικών έννοιών. οί δροι μιάς θεω­ ρίας θά φέρουν μαζί τους ώς μέρος τής λογικής τους δύνα­ μης (ίοΓοβ) αύτό [102] πού είναι εύλογο νά έκληφθεΐ -εϊτε σχηματικώς εϊτε όρισμένως. καί επομένως [186] τού «νοήματος» τών θεωρητικών δρων. Αύτό πού μπορούμε νά που με είναι δτι. πράγματι. γιά τούς σκοπούς τού έπιχειρήματός μου. Έτσι. Οί ρόλοι αυτοί είναι έπίσης μέρος τής λογικής. τουλάχι­ στον ώς πρόσφατα. μέχρι τώρα δύο διαστάσεις τής λογικής (ή τής «μεθοδο-λογικής») τών θεωρητικών δρων: (α) Τον ρόλο τους στήν έξήγηση τών έπιλεγμένων φαινομέ­ νων τών οποίων θεωρία είναι ή θεωρία* (β) τον ρόλο τους ώς υποψηφίων γιά ένσωμάτωση (ΐηΐ6£ΤΒΐίοη) σέ αύτό πού άποκαλέσαμε «συνολική εικόνα».ώς ό τρόπος τής ένσωμάτωσής τους. οί νευροφυσιολογικές θεωρητικές υπο­ θέσεις (δρβαιΐ&ΐίοηδ) πού έγιναν στά πλαίσια τής θεωρίας τής συμπεριφοράς δέν ήταν ιδιαίτερα γόνιμες. κάποια ταύτιση έννοιών τής θεωρίας τής συμπε­ ριφοράς μέ έννοιες σχετικές μέ τή λειτουργία τών δομών τής άνατομίας θά έπέλθει. Ώστόσο. πώς δταν θά έχουμε τή συνο­ λική επιστημονική εικόνα τοΰ άνθρώπου καί τής συμπερι­ φοράς του. δσο λιγότερο ένας έπιστήμονας είναι σέ θέση νά κάνει εικασίες σχετικά μέ τον τρόπο κατά τον όποιο μιά ορισμένη θεωρία είναι έπιδεκτική ολοκλήρωσης άπό άλλες ειδικότητες.Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 123 δειχθοϋν νά έχουν πολλήν εύρετική άξια· καίτοι. απ’ άρχής μέχρι τέλους έννοιες τής φυσιολογίας. Και μολονότι δέν άμφισβητειται. θά είναι χρήσιμο νά άναφερθώ στούς δύο αυτούς ρόλους σάν να έπρόκειτο γιά μιά διάκριση άνάμεσα σέ δ.τι θά άποκαλέσω καθαρά θεωρητικές έννοιες καί στις υποθέσεις πού άφο­ ροϋν τή σχέση τών έννοιών αύτών μέ έννοιες άλλων ειδικο­ τήτων. ας πούμε. υποθέτω. μπο­ ρούμε νά σκεφτοϋμε δτι ή χημεία άνέπτυξε μιά περίπλοκη . Διακρίναμε. Γιά παράδειγμα. άνά πάσα στιγμή.

124

ΓΟΥΙΛΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ

και επιτυχή θεωρία γιά νά εξηγήσει τά χημικά φαινόμενα,
πριν παρατηρηθούν τά ήλεκτρικά καί τά μαγνητικά φαινό­
μενα* καί ότι οί χημικοί άνέπτυξαν ώς καθαρά θεωρητικές
κάποιες έννοιες πού άργότερα φάνηκε λογικό νά ταυτι­
στούν μέ έννοιες πού άνήκαν στο πλαίσιο τής ήλεκτρομαγνητικής θεωρίας.

XV. Ή λογική τών ιδιωτικών επεισοδίων: σκέψεις

56. Εφοδιασμένοι μέ δλες αύτές τις άδρομερεϊς παρατηρή­
σεις γιά τον μεθοδολογικό συμπεριφορισμό, άς έπιστρέψουμε ξανά στούς πλασματικούς προγόνους μας. Είμαστε τώρα
σέ θέση νά χαρακτηρίσουμε τήν πρωταρχική ραΰλειο γλώσ­
σα στήν όποία περιέγραψαν τούς έαυτούς των καί τούς συν­
ανθρώπους των δχι μόνον ώς μιά συμπεριφοριστική γλώσ­
σα, άλλά ώς μιά συμπεριφοριστική γλώσσα περιορισμένη
στο μή θεωρητικό λεξιλόγιο μιας συμπεριφοριστικής ψυχο­
λογίας. Υποθέστε, τώρα, δτι στήν προσπάθεια νά δώσει λό­
γο γιά τό γεγονός δτι οι συνάνθρωποί του συμπεριφέρονται
νοημόνως δχι μόνον δταν ή συμπεριφορά τους άκολουθεΐ τό
νήμα φανερών λεκτικών έπεισοδίων -δηλαδή, δπως θά λέ­
γαμε, δταν «σκέφτονται φωναχτά»- άλλά καί δταν καμμιά
άνιχνεύσιμη λεκτική έκφορά δέν είναι παρούσα, ό Τζόουνς
[103] άναπτύσσει μιά θεωρία σύμφωνα μέ τήν όποία οί εξω­
τερικές εκφωνήσεις (υΙΙβΓαηοεδ) δέν είναι παρά τό άποκορύφωμα μιας διαδικασίας πού ξεκινάει μέ κάποια έσωτερικά
έπεισόδια. Καί άς υποθέσουμε δτι τό πρότυπό του γιά τά επει­
σόδια αύτά, πού άφετηριάζουν τά γεγονότα τά όποια άπολήγουν σέ εξωτερική λεκτική συμπεριφορά, είναι αύτό τής
εξωτερικής λεκτικής συμπεριφοράς τής ίδιας. Μέ άλλα λό­
για, γιά νά χρησιμοποιήσουμε τή γλώσσα τοϋ προτύπου, ή
θεωρία λέει δτι ή εξωτερική λεκτική συμπεριφορά είναι ή άπόληξη μιας διαδικασίας πού άρχίζει μέ τον «ενδιάθετο λόγο»

Έ χει σημασία νά μήν ξεχνάμε δτι αύτό πού εννοεί ό
Τζόουνς μέ τον «ενδιάθετο λόγο» δέν πρέπει νά συγχέεται

Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ

125

μέ τον λεκτικό έξεικονισμό. Στήν πραγματικότητα, ό Τζό­
ουνς, δπως καί οί συνάνθρωποί του, δέν έχει άκόμα οΰτε
καν τήν έννοια τής εικόνάς.
Είναι εύκολο νά δούμε τις γενικές γραμμές πού θά άκολουθήσει μιά κατά Τζόουνς θεωρία. Σύμφωνα μέ αυτήν, ή
άληθινή αιτία τής νοήμονος καί μή καθ’ έξιν συμπεριφοράς
είναι [187] ό «ένδιάθετος λόγος». "Ετσι, άκόμα καί δταν κά­
ποιος πού πεινάει λέει άνοιχτά «Έδώ υπάρχει κάτι φαγώσι­
μο» καί στή συνέχεια τό τρώει, ή πραγματική -θεωρητικήαιτία πού τον κάνει νά τό φάει, δεδομένης τής πείνας του,
δέν είναι ή έξωτερική δήλωση πού κάνει, άλλά ή «έσωτερική
άπαγγελία (ιιΙΙείΉΐιοε) αυτής τής φράσης».
57. Τό πρώτο πού πρέπει νά παρατηρήσουμε σχετικά μέ
τή θεωρία τοΰ Τζόουνς είναι δτι, καθώς είναι χτισμένη πάνω
στο μοντέλο τών λεκτικών έπεισοδίων, τις σημασιόλογικές
κατηγορίες που εφαρμόζονται σέ αυτά, τις μεταφέρει στά
έσωτερικά έπεισόδια . Όπότε, δπως άκριβώς ό Τζόουνς,

μαζί μέ τούς συνανθρώπους του, προηγουμένως έλεγαν δτι
οί έξωτερικές προφορικές δηλώσεις σήμαιναν (πιβαπιπ^)
κάτι ή άφοροϋσαν κάτι, έτσι τώρα λένε γιά τά έσωτερικά
έπεισόδια αυτά δτι σημαίνουν κάτι ή δτι άφοροϋν κάτι.
Τό δεύτερο σημείο πού δέν πρέπει νά ξεχνάμε είναι δτι,
καίτοι ή θεωρία τού Τζόουνς περιλαμβάνει ένα πρότυπο,
δέν ταυτίζεται μέ αύτό. Ό πω ς δλες οί θεωρίες πού διατυπώ­
νονται μέ δρους ένός προτύπου, περιλαμβάνει έπίσης καί
ένα υπόμνημα γιά τό πρότυπο· ένα υπόμνημα πού θέτει
αυστηρότερους ή χαλαρότερους περιορισμούς στήν άναλογία πού υπάρχει άνάμεσα στις θεωρητικές οντότητες καί τις
οντότητες τοΰ προτύπου. Έτσι, [104] ένώ ή θεωρία του μι­
λάει γιά «ένδιάθετο λόγο», τό υπόμνημα προσθέτει άμέσως
άμέσως δτι, βέβαια, τά ύπό έρώτηση έπεισόδια δέν είναι ή
κινητοποίηση μιάς κρυφής γλώσσας, ούτε ύπάρχουν ήχοι
τούς οποίους παράγει αύτός ό «ένδιάθετος λόγος».
58. Ή γενική κατεύθυνση τής ιστορίας μου πρέπει νά
είναι πιά σαφής. Θά συνεχίσω λοιπόν κάνοντας εν συντομία
τις βασικές έπισημάνσεις:

126

ΓΟΥΙΛΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ

(1) Αύτό πού πρέπει νά υποθέσουμε δτι άνέπτυξε ό Τζό­
ουνς, είναι ό σπόρος μιας θεωρίας, πού έπιτρέπει πολλές
διαφορετικές άναπτύξεις. Δέν πρέπει νά τήν περιορίσουμε
σέ κάποια άπό τις πιο έπεξεργασμένες μορφές πού άποχτά
στά χέρια τών κλασικών μας φιλοσόφων. Δέν υπάρχει λό­
γος, δηλαδή, ή θεωρία νά πάρει μιά σωκρατική ή μιά καρτε­
σιανή μορφή, σύμφωνα μέ τήν όποία αύτός ό «ένδιάθετος
λόγος» είναι ή λειτουργία μιάς ξεχωριστής ύπόστασης* άν
και οί πρωτόγονοι λαοί ϊσως είχαν λόγους νά υποθέτουν δτι
οί άνθρωποι άποτελοΰνται άπό δύο ξεχωριστά πράγματα.
(2) 5Ας υποθέσουμε δτι ό Τζόουνς άποκάλεσε αύτές τις
οντότητες τοΰ λόγου (άΐδοίΓδίν©) σκέψεις. Μπορούμε αύτομάτως νά άποδεχτοΰμε δτι τό πλαίσιο σκέψεων πού είσήγαγε είναι ένα πλαίσιο «μή παρατηρήσιμων», «μή εμπειρικών»,
«έσωτερικών» έπεισοδίων. Διότι μπορούμε νά έπισημάνουμε άμέσως δτι άπό τήν άποψη αύτή δέν είναι σέ χειρότερη
θέση άπό τά σωματίδια καί τά έπεισόδια τής θεωρίας τής
φυσικής. Έφόσον τά έσωτερικά έπεισόδια αύτά είναι «μέ­
σα» στά ζώα τά λόγον έχοντα δπως οί προσκρούσεις σωμα­
τιδίων είναι «μέσα» στά άέρια καί δχι δπως τά «πνεύματα»
μέσα στις «μηχανές».44 Είναι «μή έμπειρικά» μέ τήν άπλή
έννοια δτι είναι θεωρητκά -μή όρίσιμα μέ δρους παρατήρη­
σης. Ούτε τό γεγονός δτι έχουν είσαχθεΐ ώς μή παρατηρήσιμες οντότητες σημαίνει δτι ό Τζόουνς δέν θά ειχε έγκυρους
λόγους νά υποθέσει δτι υπάρχουν. Ή «καθαρότητά» τους
δέν είναι μιά μεταφυσική καθαρότητα, άλλά, γιά νά τό
πούμε έτσι, μιά μεθοδολογική καθαρότητα. Ό πω ς είδαμε,
τό γεγονός δτι δέν προτείνονται ώς οντότητες τής φυσιολο­
γίας δέν άποκλείει τή δυνατότητα σέ ενα ύστερότερο μεθο­
δολογικό στάδιο \105] νά «άποδειχθούν», άς τό πούμε έτσι,
τέτοιες. Πολλοί, έπομένως, [188] θά έλεγαν δτι είναι ήδη λο­
γικό νά ύποθέσουμε δτι οί σκέψεις αύτές πρέπει νά «ταυτι­
στούν» μέ περίπλοκα συμβάντα στον φλοιό τού έγκεφάλου
44.
Ό υπαινιγμός είναι βέβαια γιά τον Ράυλ, ό όποιος μέ τή φράση
§1ιθδΙ ίη Ιΐΐ6 ιη&οΐιίηθ περιέγραφε τον καρτεσιανό δυϊσμό. Σ.τ.μ.

Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ

127

πού λειτουργεί δπως μιά υπολογιστική μηχανή. Ό Τζόουνς
ό ϊδιος βέβαια δέν έχει καμμιά τέτοια ιδέα.
(3) Καίτοι ή θεωρία θέτει (ροδίιιΐ3ΐ©δ) δτι ό προφορικός
λόγος (ον©Γΐ άίδοοιίΓδ©) είναι ή άπόληξη μιάς διαδικασίας
πού άρχίζει μέ τον «ένδιάθετο λόγο», δέν πρέπει νά νομίσει
κανείς γιά τοΰτο δτι ό προφορικός λόγος έχει μέ τον «ένδιά­
θετο λόγο» τή σχέση πού έχουν οί έσκεμμένες κινήσεις
{νοίΗπίατγ) μέ τις προθέσεις καί τά κίνητρα. Κάποια προφο­
ρικά λεκτικά συμβάντα μπορεΐ δντως νά προκαλοΰνται ώς
μέσα γιά κάποιο σκοπό. Σοβαρά λάθη παρεισφρέουν δμως
στήν ερμηνεία και τής γλώσσας και τής σκέψης, αν έρμηνεύσει κανείς τήν ιδέα δτι τά προφορικά λεκτικά έπεισόδια
έκφράζουν σκέψεις βάσει του προτύπου τής χρήσης ένός
οργάνου. Θά έπρεπε λοιπόν νά σημειωθεί δτι ή θεωρία τοΰ
Τζόουνς, έτσι πού τή σχέδιασα, είναι άπολύτως συμβατή μέ
τήν ιδέα δτι ή ικανότητα νά έχουμε σκέψεις άποκτάται κατά
τή διαδικασία πρόσκτησης τοΰ προφορικού λόγου καί δτι
μόνο άφοΰ ό προφορικός λόγος έχει εδραιωθεί μπορει ό
«ένδιάθετος λόγος» νά προκύψει χωρίς τήν προφορική του
άπόληξη.
(4) Καίτοι ή έπέλευση έξωτερικών λεκτικών έπεισοδίων
πού μπορούν νά χαρακτηριστούν μέ σημασιολογικούς
δρους έξηγειται άπό τή θεωρία μέ δρους σκέψεων πού χα­
ρακτηρίζονται έπίσης μέ σημασιολογικούς δρους, αύτό δέν
σημαίνει πώς ή ιδέα δτι ή έξωτερική ομιλία «έχει νόημα»
(ίι&δ ^©Ηπίπ^’) άναλύεται μέ δρους τής προθετικότητας τής
σκέψης. Δέν πρέπει νά λησμονηθεί δτι ό σημασιολογικός χα­
ρακτηρισμός τών έξωτερικών γλωσσικών έπεισοδίων εΐναι
ή πρωταρχική χρήση τών σημασιόλογικών δρων, και δτι τά
εξωτερικά γλωσσικά επεισόδια ώς σημασιολογικό χαρα­
κτηρισμένα εΐναι τό πρότυπο γιά τά έσωτερικά έπεισόδια
πού εισάγει ή θεωρία.

(5) Έ ν α τελευταίο σημείο πριν φτάσουμε στήν λύση τού
πρώτου έπεισοδίου τού έπους τού Τζόουνς. Ποτέ δέν θά το­
νίσουμε άρκετά δτι, αν καί αυτά τά θεωρητικά έπεισόδια
τού λόγου (άίδοοιίΓδ©), [106] οί σκέψεις, προτείνονται άκρι-

Τό άποτέλεσμα είναι-ήταν άρα­ γε άναγκαΐο. έπομένως. ’Άς υπενθυμίσω στον άναγνώστη δτι ό Τζόουνς.. δπως οί νεοραΰλείοι συγκαι­ ρινοί του. Έδώ. χοντρι­ κά. βρίσκεται ή λύση. στή γλώσσα τής θεωρίας. Έτσι.δτι ό Ντίκ μπορεΐ νά μάθει νά δίνει εύλογα άξιόπιστες αύτο-περιγραφές. ό Τζόουνς. έχει άναπτύξει τή θεωρία δτι ή έξωτερική γλωσσική συμπεριφορά είναι ή έκφραση σκέψεων. Έπανειλημμένως ισχυρίστηκα δτι. μπορεΐ νά πει. χρησιμοποιώντας τή γλώσσα τής θεωρίας. χρησιμοποιώντας τά ίδια στοιχεία συμπερι­ φοράς. καί [189] έχει διδάξει τούς συμπατριώτες του νά χρησιμοποιούν τή θεωρία έρμηνεύοντας ό ένας τή συμπεριφορά τοϋ άλλου. δέν έχει άκόμα τήν έννοια αύτή. Ό Τζόουνς τό προκαλεΐ. 59. δταν ό Τόμ. δέν προτείνονται ώς άμεσες εμπειρίες. μέ μιά διαδικασία πού θά εΐναι τό δεύτερο επεισόδιο τού μύθου μου. Διότι δταν ό πλασματικός μας πρόγονος. Είμαστε πλέον σέ θέση νά δούμε άκριβώς γιατί τό πράγμα έχει έτσι. «Σκέφτομαι “ρ”» (ή «Σκέφτομαι δτιρ»). ώστόσο τό καθεστώς τους θά μπορούσε νά διαλευκανθεΐ μέσω τής άντίθεσης θεωρητικού καί μή θεωρητικού λόγου (άίδοοιίΓδβ). βλέπει στοιχεία συμπεριφοράς πού έγγυώνται τή χρήση τής πρότασης (στή γλώσσα τής θε­ ωρίας) «Ό Ντίκ σκέφτεται “ρ”» (ή «Ό Ντίκ σκέφτεται δτι ρ»). κοιτάζοντας τον Ντίκ.πρέπει νά είναι ένα ύποσύνολο άμεσων έμπειριών.128 ΓΟΥΙΑΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ βώς ώς εσωτερικά έπεισόδια -πράγμα πού άπλώς έπαναλαμβάνει τό γεγονός δτι είσάγονται ώς θεωρητικά έπεισό­ δια-. άν καί θά ήταν παραπλανητικό νά πούμε πώς οί έννοιες πού άφοροΰν τή σκέψη είναι θεωρητικές έννοιες. έσωτερικών έπεισοδίων πού είχαν προταθει γιά έναν άλλο θεωρητικό σκοπό. καί πάλι μόνο οι φιλόσοφοι μεταξύ των θά ύποθέσουν δτι τά έσωτε­ ρικά έπεισόδια πού προτάθηκαν γιά ένα θεωρητικό σκοπό -οί σκέψεις. Και άκόμα καί δταν τούτος καί έκεινοι τήν άποκτοϋν. ό Ντίκ. έπικροτώντας φράσεις τοϋ Ντίκ δπως «Σκέφτομαι δτι ρ» . χωρίς νά χρειάζεται νά παρατηρήσει τήν έξωτερική του συμπεριφορά. μόνο ένα μικρό βήμα μένει μέχρι τή χρησιμοποίηση τής γλώσσας αύτής γιά λόγους αύτο-περιγραφής.

Αυτό πού ξεκίνησε ώς γλώσσα μέ άπλώς θεωρητική χρήση απέκτησε ρόλο γλώσσας διά τής όποίας δίνουμε άνα­ φορές. Κβαάΐη£5 ίη ίΗβ ΡΗιΙοΞορΗγ ο/5αβηεβ. 1945. Καθιστά έπίσης σα­ φές δτι ή ίδιωτικότητα αύτή δέν είναι μιά «άπόλυτη ίδιωτικότητα». «Ρ5γο1ιο1ο§ΐε ίη Ρ1ιγδί1ΐ3ΐίδθ1ιεΓ δρι^εΐιε».άποτελει μιά διάσταση τής χρήσης τών έννοιών αυτών ή όποία στηρίζεται σέ αύτό τό διυποκειμενκό καθεστώς καί τό προϋποθέτει.). ό.χ. Λον­ δίνο 1953* [μτφ.π. καί δτι ό ρόλος τών έννοιών αυτών γιά νά δίνουμε άναφορές -τό γεγονός δτι ό καθένας μας έχει μιά προνομιακή πρόσβαση στις σκέψεις του. Φιλοσοφικές ερεννες. Ό μύθος μου έδειξε πώς τό γεγονός δτι ή γλώσσα είναι ού­ σιωδώς ένα διυποκειμενικό έπίτευγμα καί δτι τή μαθαίνει κανείς σέ διυποκειμενικά πλαίσια -ένα δεδομένο πού ορθά τονίζεται στις νεότερες ψυχολογίες τής γλώσσας. Γιατί. Ι>ΙΙ. 46. είναι πρωτίστως καί ουσιαστικά διυποκειμενικές. οί όποιες άναφέρονται σέ έσωτε­ ρικά έπεισόδια δπως είναι οί σκέψεις.είναι συμβατό μέ τήν «ίδιωτικότητα» τών «έσωτερικών έπεισοδίων».46τον Βίττγκενστάιν47. ή ιστορία αύτή μάς βοηθάει νά καταλάβουμε δτι έννοιες. έτσι λ.Ε δΙάηηβΓ. σ. τον Κάρναπ.. Κυάοΐί ΟαΓηαρ. 270-277. έπιμένει. σ. 47. άν αναγνωρίζει δτι οί έννοιες αύτές έχουν μιά άναφορική χρήση στήν όποία δέν άντλεΐ κανείς συμπε­ ράσματα άπό κάποια στοιχεία συμπεριφοράς. Βι*ο(11>ε(± (έπ. π. Ρ$γάιοΙο%ίεαΙ Κβνΐβχν. ΕτΙίβηηίηΐχ 3. Β. τόσο διυποκειμενικές δσο ή έννοια ένός ποζιτρονίου. Ό πω ς βλέπω τό πράγμα.Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 129 δταν τά δεδομένα τής συμπεριφοράς υποστηρίζουν ισχυρά τή θεωρητική άπόφανση «Ό Ντίκ [107] σκέφτεται δτι ρ»· καί συνοφρυούμένος μέ φράσεις τοΰ τύπου «Σκέφτομαι δτι ρ». δταν τά στοιχεία δέν ύποστηρίζουν αύτή τή θεωρητική άπόφανση.χ. Μ&οπήΐΐ&η.] . ό. άπό τον Σκίννερ45καί ορισμένους φιλοσόφους. Οί πρόγονοί μας άρχίζουν νά μιλάνε γιά τήν προνομιακή πρόσβαση πού έχει ό καθένας μας στις σκέψεις του.0.1933. ΐΛΐά\νί§ \νίΜ§εηδΙεΐη. «ΊΊιε ΟρείΉΐίοηΕΐ Αη&1γδίδ οί Ρδγο1ιο1ο§ΐθΕΐ Τεπηδ».π.107-142. 585-594. εις Η. άνατ. 45. τ. Ρεΐ§1-Μ. ΡΗιΙοΒορΚίοαΙ ΙηνβΞίΐβαύοηΞ.

πού γίνονται γιά παρά­ δειγμα δταν κοιτάζουμε ένα άντικείμενο ύπό κανονικές συνθήκες. τοΰ οποίου έσωτερικοΰ έπεισοδίου πρότυπο είναι ή άναφορά δτι βλέπουμε πώς κάτι ισχύει. πώς ή έξωτερική συμπεριφορά άποτελεΐ δντως στοιχείο γιά τά έπεισόδια αυτά. οί μόνες έννοιες πού είχαν οί πλασματικοί μας πρόγο­ νοι γιά τά άντιληπτικά έπεισόδια ήταν αύτές τών άναφορών έξωτερικής λεκτικής συμπεριφοράς. Μέχρι νά εισαγάγει τό λεξιλόγιο αύτό ό Τζό­ ουνς.έ.έ. εΐναι ενσωματω­ μένο στήν ϊδια τή λογική τών εννοιών αυτών. γιά μιά επεξήγηση τοΰ ση­ μείου αύτοΰ. δπως τό γε­ γονός δτι ή παρατηρήσιμη συμπεριφορά τών άερίων είναι στοιχείο γιά τά. Θά θυμηθοΰμε άπό προηγούμενο κεφάλαιο δτι. Μέ τον έμπλουτισμό τοΰ άρχικοΰ ραΰλειου πλαισίου προκειμένου νά περιλάβει τά έσωτερικά άντιληπτικά έπει­ σόδια. . είναι ενσωματωμένη στήν ϊδια τή λογική τοΰ περί μορίων λόγου. Τό πρώτο βήμα θά είναι νά θυμίσουμε δτι άνάμεσα στά έσωτερικά έπεισόδια πού [108] άνήκουν στο πλαίσιο τών σκέψεων βρί­ σκονται και οί αντιλήψεις. δτι άποδίδω τήν ιδέα «τό τραπέζι αυτό είναι πρά­ σινο» στον Ντίκ. [190] XVI. Νά δοϋμε δτι κάτι ισχύει είναι ένα έσωτερικό έπεισόδιο στή θεωρία του Τζόουνς. υιοθετώ ώς άληθές αύτό πού άνέφερε. άποκατέστησα τήν έπαφή μέ τήν άρχική μου διατύ­ πωση τοΰ προβλήματος τής έσωτερικής έμπειρίας (§ 22 κ. καί τήν προσυπογράφω. κ.130 ΓΟΥΙΑΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ ωστόσο. δτι τό γεγονός. δηλαδή τό νά βλέπει κάνεις δτι τό τραπέζι είναι καφέ. δπως άκριβώς. Είμαστε πιά έτοιμοι γιά τό πρόβλημα τοΰ καθεστώτος τών έννοιών πού άφοροϋν τήν άμεση έμπειρία. Ή λογική τών ιδιωτικών επεισοδίων: έντυπώσεις 60. Ό άναγνώστης πρέπει νά άναφερθει στις § 16 κ. νά άκούει δτι τό πιάνο είναι ξεκούρ­ διστο.). έτσι νά πώ δτι ό Ντίκ εΐδε πώς τό τραπέζι είναι πράσινο σημαίνει. μοριακά έπεισόδια. λέγοντας δτι ό Ντίκ άνέφερε πώς τό τραπέζι είναι πράσινο. ένμέρει.λπ.

είναι θεωρη­ τικές οντότητες. Ό τρόπος μέ τον όποιο μόλις έξήγησα τις σκε^ε^ςύποδεικνύει πώς θά μπορούσαμε νά ξεπεράσουμε τό φαινομενικό αύτό δίλημμα. (γ) τοϋ φαίνεται δτι υπάρχει ένα κόκκινο καί τριγωνικό άντικείμενο έκειπέρα». Δέν είναι άνάγκη ή θεωρία αύτή νά είναι καλά άρθρωμένη ή άκριβής. γιά νά είναι τό πρώτο πραγμα­ . γιά παράδειγμα. τόσο τήν ποιοτική δσο καί τήν υπαρξια­ κή. στο τελικό κεφάλαιο τοϋ ιστορικού μας μυθιστορήματος. φαινόταν παράλογο νά πούμε δτι οί εντυπώσεις. σέ άκατέργαστη καί σχηματική. ή έρμηνεία τών έντυπώσεων ώς θεωρητικών οντοτήτων φαινόταν ώς ή μόνη έλπίδα μας νά καταλάβουμε τό θετικό περιεχόμενο καί τήν έξηγητική δύναμη. Θά θυ­ μηθούμε δτι είχαμε φτάσει σέ ένα σημείο δπου. βέβαια. ή συναισθήματα -έν όλίγοις στά πράγματα πού οί φιλό­ σοφοι βάζουν μαζί ύπό τον τίτλο «άμεσες έμπειρίες». Τό πρόβλημά μας είναι δτι. επομένως. δσο μπορού­ σαμε νά δοΰμε. Γιατί άκριβώς μπορούμε νά συνεχίσου με τήν ιστορία μας υποθέτοντας δτι ό Τζόουνς άναπτύσσει. μορφή. καί νά μπορέσουμε νά καταλάβουμε πώς φτάσαμε στήν [191] ιδέα αύτή. άπό τήν άλλη. Α ς πάμε. πού μοιάζει νά έχει ή ιδέα δτι ύπάρχουν τέτοια δντα. αισθή­ σεις. Άλλά δέν περιλαμβάνει άκό­ μα καμμιά άναφορά σέ πράγματα σάν έντυπώσεις.πού είναι κοινή στις περιστάσεις δπου [709] (α) βλέπει δτι τό άντικείμενο έκειπέρα είναι κόκκι­ νο καί τριγωνικό. άπό τή μία. μιά θεωρία τής αισθητη­ ριακής άντίληψης.Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 131 Γιατί μπορώ εύκολα νά άνακατασκευάσω στά πλαίσια αυτά τήν προηγούμενη παρουσίασή μου γιά τή γλώσσα τοϋ φαίνεσθαι {αρρβαήηξ). καί. (β) τό άντικείμενο έκειπέρα τοϋ φαίνεται κόκκινο καί τριγωνικό. Οί πρόγονοί μας μιλοϋν πλέον μιά γλώσσα άπολύτως μή ραΰλειο. ή φράση «εντύπωση κόκκινου τριγώνου» μπορούσε νά σημαίνει μόνο κάτι σάν: «Αύτή ή κατάσταση ένός άντιλαμβανομένου -πέρα άπό τήν ιδέα δτι υπάρχει ένα κόκκινο καί τριγωνικό φυσικό άντικείμενο έκειπέρα.

Είναι άρκετό. γιά νά συνεχίσουμε στά πλαίσια τής μέχρι τώρα προ­ βληματικής μας. Ποτέ δέν θά τονίσουμε άρκετά ότι τά καθέκα­ στα τοϋ κόσμου τοϋ κοινοϋ νοϋ είναι πράγματα όπως βι­ βλία. Μποροϋμε νά κάνουμε αμέσως μιά σειρά άπό παρατηρήσεις: (1) Οί οντότητες πού εισάγει ή θεωρία είναι καταστάσεις τοϋ άντιλαμβανομένου ύποκειμένου. αύτή ή πρωτο-θεωρία διατυπώνεται μέ όρους προτύπου. Τή φορά αύτή τό πρότυπο είναι ή ιδέα ένός χώ­ ρου «έσωτερικών άντιγράφων (Γ©ρΚαΐδ)». στήν περίπτωση ορισμένων τουλάχιστον αισθητηριακών τρόπων. όταν δημιουργοϋνται στις συνήθεις συνθήκες.λπ. άντιγράφων. σελίδες. Αύτό πού πιθα­ νώς μάς κάνει νά υποθέτουμε ότι οί εντυπώσεις είσάγονται ώς καθέκαστα είναι τό γεγονός ότι. είναι εξαιρετικά λεπτός καί περίπλοκος. Είναι σημαντικό νά δοϋμε ότι τό πρότυπο είναι ή έμφάνιση.στά όποια συμβαίνει νά υπάρχουν. νά άποδώσουμε στή μυθική αύτή θεωρία μόνο τά έλάχιστα έκεινα χαρακτηριστικά πού τής επιτρέ­ πουν νά φωτίζει τή λογική τής συνήθους γλώσσας μας σχε­ τικά μέ τις άμεσες εμπειρίες. τά όποια. όπως στήν περίπτωση τών σκέψεων. τό πρότυπο μιάς έντύπωσης κόκκινου τριγώνου είναι ενα κόκκινο και τριγωνικό άντίγραφο. στο μάτι. [110] 61. γογγύλια. Ή τελευταία αύτή διατύπωση θά είχε τήν άρετή ότι θά άναγνώριζε πώς οί . σκυλιά. έπομένως. νά υποθέσουμε ότι ό ήρωας τοϋ μύθου μου θέτει άξιωματικά (ροδίυΐαΐβδ) ένα σύνολο έσωτερικών -θεωρητικώνέπεισοδίων πού άποκαλει εντυπώσεις καί πού είναι τά τε­ λικά άποτελέσματα τής πρόσκρουσης φυσικών άντικειμένων καί διαδικασιών στά διάφορα μέρη τοϋ σώματος καί. Χρειαζό­ μαστε. άπό τήν άποψη αύτή. ιδίως. όχι ή θέαση ένός κόκκινου και τριγωνικού άντιγράφου.. «μέσα» στούς άντιλαμβανομένους. δχι ενα σύνολο άπό καθέκαστα. πρόσωπα. μαζί μέ τον Χώρο καί τον Χρόνο -τά υηάίη^β τοϋ Κάντ.132 ΓΟΥΙΑΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ τικό βήμα στήν άνάπτυξη ένός τρόπου τοϋ λέγειν πού σήμε­ ρα. έχουν τά άντιληπτά χαρακτηριστικά τής φυσικής τους πηγής. Έτσι. όχι αντιλήψεων άντιγράφων. λάμψεις κ. θόρυβοι.

δσο καί τών έντυπώσεων. παρεξηγώντας τον ρόλο τών προτύπων στον σχηματισμό μιάς θεωρίας. Διότι. Γιατί ή θέαση· είναι ένα γνωστικό έπεισόδιο πού έμπλέκει τό πλαίσιο τών σκέψεων.. Αλλά. δπως τόνισα ήδη. ό δρος «μάζα» δέν είναι ή σύντμηση μιάς οριστικής περιγραφής τής μορφής «ή ιδιότητα πού. καί άντιστρόφως. καί έκλαμβάνοντάς την ώς τό πρότυπο ενισχύει κανείς καί ύποθάλπτει τήν έξομοίωση έντυπώσεων καί σκέ­ ψεων. πράγμα πού. υποθέ­ τει έσφαλμένα ότι. «εντύπωση ένός κόκκινου τριγώνου» δέν σημαίνει μό­ νο «έντύπωση τέτοια πού νά προκαλεΐται άπό κόκκινα καί τριγωνικά φυσικά άντικείμενα σέ κανονικές συνθήκες». παρεισάγει στή γλώσσα τών έντυπώσεων τή λογική τής γλώσσας τών σκέψεων. αν οί οντότητες στο έπίπεδο του προτύ­ που είναι καθέκαστα.. οί θεωρητικές οντότητες πού είσάγονται μέσω τοϋ προτύπου πρέπει οί ίδιες νά είναι καθέκαστα -παραβλέποντας έτσι τον ρόλο τοϋ υπομνήματος. εύθύνεται γιά πολλές άπό τις συγχύσεις τής κλασικής εξήγη­ σης τόσο τών σκέψεων. τά κατηγορήματα μιάς θεωρίας δέν είναι στενογραφήματα γιά οριστικές περι­ γραφές ιδιοτήτων μέ δρους αυτών τών κατηγορημάτων τής παρατήρησης. καίτοι τά κατηγορήματα μιάς θεωρίας οφείλουν τό γε­ γονός δτι έχουν νόημα (ιηβ&ηί秣υ1η6δδ) στο δτι σχετίζονται λογικά μέ κατηγορήματα πού έφαρμόζονται στά παρατηρή­ σιμα φαινόμενα πού εξηγεί ή θεωρία.Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 133 εντυπώσεις δέν είναι καθέκαστα. καί- . [192] (2) Τό γεγονός δτι οί εντυπώσεις είναι θεωρητικές οντότητες [111] μάς έπιτρέπει νά καταλάβουμε πώς μπο­ ρούν νά έχουν έσωτερικά χαρακτηριστικά -δηλαδή νά χα­ ρακτηρίζονται άπό κάτι περισσότερο άπό μιά οριστική πε­ ριγραφή δπως «οντότητα τού είδους τό όποιο έχει ώς συνή­ θη αιτία τή θέαση ένός κόκκινου καί τριγωνικού φυσικοϋ άντικειμένου ύπό τις τάδε καί δείνα συνθήκες» ή «οντότητα τού είδους τό όποιο είναι κοινό στις συνθήκες δπου φαίνεται νά υπάρχει ένα κόκκινο καί τριγωνικό φυσικό άντικείμενο». Έτσι. Ό ταν ή κινητική θεωρία τών άερίων λέει δτι τά μόρια έχουν μάζα . Καί θεω­ ρώντας δτι τό πρότυπο είναι ή θέαση ένός κόκκινου καί τρι­ γωνικού άντιγράφου.».

δταν ξέρει (α) πώς σχετίζε­ ται μέ άλλους θεωρητικούς δρους καί (β) πώς τό θεωρητικό σύστημα ώς δλο συνδέεται μέ τή γλώσσα τής παρατήρησης. Θά μπορούσε λοιπόν νά δοθεί ή έντύπωση δτι ή θεωρία προσ­ διορίζει ώς έσωτερικά χαρακτηριστικά τών έντυπώσεων τις οικείες άντιληπτές ιδιότητες φυσικών άντικειμένων καί δια­ δικασιών. ό πρωτο-συμπεριφοριστής μας δέν δίνει στή θεωρία του διατύπωση έγχειριδίου.134 ΓΟΥΙΑΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ τοι άληθεύει -άληθεύει λογικά. θά μπορούσαμε νά πούμε δτι οί έσωτερικές ιδιότητες τών έντυπώσεων «καθορί­ ζονται έμμέσως (ίιηρ1ία11γ)» άπό τά άξιώματα τής θεωρίας. αν τό τωρινό μας έπιχείρημα είναι σωστό. αύτή ή γραμμή σκέψεως παραβλέπει δ. Είναι γιά παράδειγμα κόκκινες καί τριγωνικές σφραγίδες. δπως μπορούμε νά πούμε δτι οί έσωτερικές ιδιότητες τών υποατομικών σωματιδίων «καθορίζονται έμμέσως» άπό τις θεμελιώδεις άρχές τής υποατομικής θεωρίας. Τή διατυπώνει μέ δρους προτύπου. περιορίζει καί ερμη­ νεύει τήν άναλογία άνάμεσα στις οικείες οντότητες τού προ­ τύπου καί τις θεωρητικές οντότητες πού είσάγονται.τι άποκαλέσαμε υπόμνημα τού προτύπου. ή θεωρία έντέλει θά έπασχε άπό έλλειψη συνοχής. τό όποιο χαρακτηρίζει. Γιατί θά έπρόκειτο άπλώς γιά έναν άλλο τρόπο νά πούμε δτι ξέρει κανείς τό νόημα ένός θεωρητικού δρου. Εύτυχώς. Άλλά. άφού τό πρότυπο τής έντύπωσης ένός κόκκινου τριγώνου είναι μιά κόκκινη καί τριγωνική σφραγίδα. μόνο τά φυσικά άντικείμενα μπορούν νά έχουν. Όπότε θά ήταν λάθος νά υποθέσουμε δτι. ’Άν ήταν έτσι. (3) ’Άν ή θεωρία τών έντυπώσεων άναπτυσσόταν αυ­ στηρά λογιστικά (ίη Ιηιβ Ιοβίδΐίοαΐ 5ΐγ1β). βέβαια. άφού θά άπέδιδε στις έντυπώσεις -πού σαφώς δέν είναι φυσικά άντικείμενα-χαρακτηριστικά τά όποια. ή έντύπωση ή ϊδια είναι μιά κόκκινη .γιά έντυπώσεις κόκκινων τριγώνων πού είναι τέτοιου εϊδους πού δντως προκαλοΰνται άπό κόκκινα και τριγωνικά άντικείμενα σέ σταθερές συνθήκες. Άλλά οί οντότητες ένός προτύπου είναι οντότητες πού έχουν πράγματι κάποιες έσωτερικές [112] ιδιότητες. δπως έδειξα.

πρός μιά κόκκινη καί τριγω­ νική σφραγίδα. δπως καί οί άλλες. στον βαθμό πού οί έννοιες πού άφοροΰν άμεσες έμπειρίες είναι διυποκειμενικές. Στο σημείο αύτό δέν μπορεΐ νά μην θυμηθεί κανείς δτι ό Σέλλαρς είναι ό συγγραφέας μιας καταλυτικής κριτικής τής ερμηνείας τοΰ πλατωνικοΰ προβλήματος τοΰ «τρίτου άνθρώπου» άπό τον Γρηγόρη Βλαστό. ή έννοια μιας «λογικής μορφής» πού μπορει νά πάρει «περιε­ χόμενο» μόνο μέσω κάποιου «δεικτικού ορισμού» (οδΙβηδίν© (ΜιπΐΙίοη).55-72. είναι «άπλώς δομικές». Βλ. ΊΊιοηιαδ ΡιιβΙίδΙιΟΓ.Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 135 και τριγωνική σφραγίδα. σέ κάποιο βαθμό πού δέν είναι καθόλου ταχτικά καί ώραια προσδιορισμένος. Σ. άρνεΐται νά άποδώσει στον Πλάτωνα. 3ρπη§1Μ<1 1959. 23-54.μ. σ. καί γιατί ίσως θά συμπέραινε δτι. . «νίβδίοδ αηά ίΗβ “Ήιϊγ(1 Μαη”». εις ΡΗίΙοΞορΗΐεαΙ ΡβΓΞρβείΐνβΞ.τ. Μπορει νά δει κανείς γιατί ένας φιλόσοφος θά ήθελε νά πει κάτι τέτοιο.48 [193] Αύτό πού μπορούμε νά πούμε είναι δτι ή έντύπωση ένός κόκκινου τριγώνου είναι ανάλογη. πού ό Σέλλαρς. νομίζω πειστικά. Καί παρόλο πού. και «νΐ&δίοδ ζηά Ιΐιβ “ΊΠηιχΙ Μεπ”: Α Κ. (4) Θά μπορούσε κανείς νά συμπεράνει άπό αύτό τό τε­ λευταίο σημείο δτι ή έννοια τής έντυπώσεως ένός κόκκινου τριγώνου είναι μιά «άπλώς τυπική (ριΐΓβ1γ ίοπηαΐ)» έννοια. πρέπει νά άνήκει σέ ένα πλαίσιο πού νά συνδέ­ εται λογικά μέ τή γλώσσα τοϋ παρατηρήσιμου άντικειμένου (ί&οΐ). Αλλά αύτή ή γραμμή σκέψης δέν είναι παρά άλλη μιά έκφραση τοϋ Μύθου τοϋ Δεδομένου.6]οϊη<ΐ6Γ». Γιατί ή θεωρητική έννοια [113] τής εντύπωσης ένός κόκκινου τριγώνου δέν θά ήταν ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο «στερημένη περιεχομένου» άπ’ δ. Τό επίμαχο θέμα είναι ή αύτοκατηγόρηση τών ιδεών. Οι&Γίεδ Ο. Τό ουσιώδες χαρακτηριστικό τής άναλογίας είναι δτι οί οπτικές εντυπώσεις σχετίζονται μεταξύ τους μέ ενα σύστημα ομοιοτήτων και διαφορών πού είναι δομικά δμοιο μέ τις ομοιότητες καί τις διαφορές τών χρωμάτων καί τών σχημάτων τών ορατών άντικειμένων. ή λογική σχέση άνάμεσα σέ μιά θεωρητική γλώσσα καίτή γλώσσα τοϋ παρατηρήσιμου άντικειμένου δέν έχει νά 48. καθώς τό «πε­ ριεχόμενο» τής άμεσης εμπειρίας είναι άκοινώνητο.τι όποιαδήποτε θεωρητική έννοια.

άπαντώντας στο έρώτημα αύτό. θά συναντούσε κανείς τά καθέκαστα πού οί θεωρητικοί των αισθητηριακών δεδομέ­ . Ρωτώντας πώς οί εντυπώσεις συνταιριάζονται μέ ήλεκτρομαγνητικά πεδία . νομίζω. (5) Οι έντυπώσεις τής θεωρίας τοϋ Τζόουνς είναι. Ά ν θυμηθούμε δτι οί κατα­ στάσεις αύτές δέν είσάγονται ώς φυσιολογικές καταστάσεις (βλ. κάνουμε μιά λάθος έρώτηση. προκύπτει μιά σειρά άπό ενδιαφέρουσες έρωτήσεις πού έρχονται νά δέσουν μέ τις σκέψεις γιά τό καθεστώς τής έπιστημονικής εικόνας τοϋ κόσμου (βλ § 39-44 παραπά­ νω). Διότι συγχέομε τό πλαίσιο τής σφαιρικής (πτοΙαΓ) θεωρίας τής συμπεριφοράς μέ τό πλαίσιο τής μ*κρσ-θεωρίας τών φυσικών άντικειμένων. καί αυτοί.» Καί πιστεύω άκριβώς δτι.136 ΓΟΥΙΑΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ κάνει τίποτε μέ τό επιστημολογικό κατασκεύασμα (ίΐοΐίοη) ένός «ορισμού δείξεως». Ή σωστή έρώτηση είναι μάλλον: «Τί θά αντιστοιχούσε μέσα σέ μιά μέκροθεωρία τών προικι­ σμένων μέ αίσθηση [114] οργανισμών στις σφαιρικές έννοιες [194] πού άφοροϋν έντυπώσεις. δπως σημειώθηκε παραπάνω. μέ έλέγξιμους δρους τής θεωρητικής φυσικής. μέ τή σειρά τους.χ. ή οποία νά σημαίνει έφεξής «θεωρία ικανή νά δώσει λόγο γιά τήν παρατηρήσιμη συμπεριφορά ένός όποιουδήποτε άντικειμένου (περιλαμβανομένων τών ζώων καί τών προσώπων) πού έχει φυσικές ιδιότητες». κάποιοι φιλόσοφοι θεώρησαν δεδο­ μένο δτι μπορούμε νά περιμένουμε πώς. Είναι μιά κοι­ νοτοπία. Ένώ αν ή «φυσική θεωρία» έκλαμβάνεται στήν τρέχουσα σημα­ σία της ώς «θεωρία ικανή νά έξηγήσει τήν παρατηρήσιμη συμπεριφορά φυσικών άντικειμένων» είναι. λογικά δλες οί έννοιες τής θεωρίας τής συμπερι­ φοράς θά ταυτιστούν μέ έλέγξιμους δρους τής νευροφυσιολογίας. γιά παράδειγμα. Είναι σημαντικό νά συνειδητοποιή­ σουμε δτι τουλάχιστον τό δεύτερο μέρος αυτής τής πρόβλε­ ψης είναι εϊτε κοινοτοπία (ίηιάιη) εϊτε λάθος. § 55). λάθος.. καταστάσεις τοϋ άντιλαμβανομένου μάλλον παρά καθέκαστα. έχουμε χώρο μόνο γιά νά τις σκιαγραφήσουμε. αν περιέχει έναν ύπόρρητο άναπροσδιορισμό τής «φυσικής θεωρίας». δυστυχώς. Λ. άλλά τις όποιες. μέ τήν έξέλιξη τής έπιστήμης.

σέ αύτό τό νέο πλαίσιο. στο πλαίσιο αύτής τής μικροθεωρίας τά θεωρη­ τικά άντίστοιχα τών αισθανόμενων οργανισμών είναι χωροχρονικές τροχιές (ννοπηδ) πού χαρακτηρίζονται άπό δύο είδη μεταβλητών : (α) μεταβλητές πού χαρακτηρίζουν και τά θεωρητικά άντίστοιχα τών άπλώς ύλικών άντικειμένων (β) μεταβλητές πού χαρακτηρίζουν τά αισθανόμενα δντα* καί δτι οί δεύτερες αύτές μεταβλητές είναι τά άντίστοιχα. ΜεεΜ καί \νί1ίη<3 δεΙΙαΓδ. ό μικροσυμπεριφοριστής θά όδηγειτο νά πει κάτι σάν τό παρακάτω: «Σέ τέτοια καθέκαστα είναι πού (άπό τήν άποψη τής θεω­ ρίας) αντιδρά ό οργανισμός. ό άναγνώστης θά όφειλε νά συμβουλυετεϊ τό δοκίμιο «ΤΊιε ΟοηοερΙ οί Εΐϊΐ6Γ§βηοο> τών Ραυΐ Ε. τά φυ­ σικά άντικείμενα είναι κόκκινα και τριγωνικά. άλλά ή «έντύ­ πωση τοΰ» κόκκινου τριγώνου δέν είναι ούτε κόκκινη ούτε τριγωνική. Αύτό πού θά μπορούσε νά ειπωθεί. υηίνεπδΙγ οί ΜΐηηβδοΙβ ΡΓεδδ. διότι τά χρώ­ ματα υπάρχουν μόνο στον άντιλαμβανόμενο» καί δτι «νά δει κανείς δτι ή μπροστινή επιφάνεια ένός φυσικοΰ άντικειμένου είναι κόκκινη καί τριγωνική είναι νά έκλάβει εσφαλ­ μένα ένα κόκκινο καί τριγωνικό αισθητηριακό δεδομένο ώς φυσικό άντικείμενο μέ μιά κόκκινη καί τριγωνική μπροστινή πλευρά». § 23).Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 137 νων ισχυρίζονται δτι βρίσκουν (μέσφ άναλύσεως) στο κατά τον κοινό νοΰ σύμπαν τοΰ λέγειν (πρβλ. θά ήταν έσφαλμένο νά ποΰμε δτι. στήν εικόνα πού έχει ό κοινός νοΰς. . είναι δτι ενώ. έπ. [775] Καί οί δύο αύτές ιδέες σαφώς αντιμετωπί­ ζουν δ. ενα τέτοιο καθέκαστον είναι κόκκι­ νο ή τριγωνικό. Βέβαια. Μιννεάπολις 1956. Προτά­ σεις σάν αύτή θά ήταν ή μετρητοις αξία τής ιδέας δτι «τά φυ­ σικά άντικείμενα δέν είναι πράγματι έγχρωμα. Ηει±>ει·1 Ρβί§1 καί Μΐοίιββΐ δοπνεη. πι­ στεύω δτι χαρακτηρίζοντας τά καθέκαστα αύτά. δταν φαίνεται σέ κάποιο πρό­ σωπο νά ύπάρχει έκειπέρα ενα κόκκινο καί τριγωνικό φυ­ σικό άντικείμενο». 239-352 τοΰ τόμου I τών Μίηηβ$οΙα 8ίηάίβ5 ίη ΤΗβ ΡΗίΙοχορΗγ ο/ 8οίβηοβ.τι είναι στήν πραγματικότητα μιά θεωρητικοΰποθε49. Επιπλέον.49 ωστό­ σο. τών άντιληπτών ιδιοτήτων τών φυ­ σικών άντικειμένων τοΰ πλαισίου τοΰ κοινοΰ νοΰ. Γιά μιά συζήτηση ορισμένων λογικών σημείων σχετικά μέ τό πλαί­ σιο αύτό. σ. μέ τή συνήθη έννοια.

νά λένε «Έχω τήν έντύπωση ένός κόκκινου τριγώνου» δταν. άποτελει μιά διάσταση τών έννοιών αυτών ή οποία στηρίζεται στον ρόλο τους στον διυποκειμενικό λόγο καί τον προϋποθέτει. Ά ς ύποθέσουμε δτι ή τελευταία υπηρεσία τοϋ Τζόουνς πρός τήν άνθρωπότητα. σάν νά ήταν ζήτημα διακρίσεων πού μπορούν νά γίνουν εντός τοϋ πλαισίου τοϋ κοινού νοϋ τοϋ ϊδιου. πριν εξαφανιστεί χωρίς νά άφήσει ϊχνη. δηλαδή. Τούς έκπαιδεύει. εκθέσεις.138 ΓΟΥΙΑΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ τική (δρβοιιίαΐίνβ) φιλοσοφική κριτική (βλ. χωρίς νά είναι δυνατόν νά άναλυθοϋν σέ συμπτώματα εξω­ τερικής συμπεριφοράς. καί ή οποία γίνεται στήν προοπτική ένός ζητούμενου ιδεώδους έπιστημονικοϋ πλαισίου.) Επιτέλους καταφέρνει νά τούς έκπαιδεύσει νά χρησιμοποιούν αύτή τή γλώσσα γιά νά κάνουν άναφορές. σύμφωνα μέ τή θεωρία. § 41) τοΰ πλαισί­ ου μέσα στο όποιο σκέφτεται ό κοινός νους τά φυσικά άντικείμενα καί τήν άντίληψη τών φυσικών άντικειμένων. Καθιστά έπίσης σαφές γιατί . 62.μπο­ ρούν νά είναι πρωταρχικά καί ούσιαστικά όιυποκειμενικές. (Σημειώστε δτι τά στοιχεία γιά θεωρητικές προτάσεις στή γλώσσα τών έντυπώ­ σεων θά περιλαμβάνουν τόσο έσωτερικά έπεισόδια άνασκόπησης δπως τό μοιάζει σε κάποιον σάν νά υπάρχει έκεϊ ενα κόκκινο και τριγωνικό φυσικό άντικείμενο. είναι δτι διδάσκει στούς συντρόφους του τή θεωρία του περί άντιλήψεως. δσο καί έξωτε­ ρικές συμπεριφορές. Καί αύτό μέ φέρνει στο τελευταίο κεφάλαιο τής ιστορίας μου. άρχίζουν νά χρησιμοποιούν τή γλώσσα τών έντυπώσεων γιά νά συναγάγουν θεωρητικά συμ­ περάσματα άπό κατάλληλες προκείμενες. καί δτι ό ρόλος τών έννοιών αύτών γιά νά δίνουμε άναφορές. δντως έχουν τήν έντύπωση ένός κόκκινου τριγώνου. καί μό­ νο δταν. Ό πω ς προηγουμένως στήν περίπτωση τών σκέψεων. ό ρόλος τους στήν ένδοσκόπηση. τό γεγονός δτι ό καθένας μας έχει μιά προνομιακή πρόσβα­ ση στις έντυπώσεις του. Γιά μιά φορά άκόμη ό μύθος μάς βοηθάει νά καταλά­ βουμε δτι οί έννοιες πού άναφέρονται σέ ορισμένα έσωτε­ ρικά έπειδόδια -στήν περίπτωση αύτή τις εντυπώσεις.

Διότι.τι μπορούσαν ήδη νά πουν στή γλώσσα τοϋ ποιοτικού καί τοϋ ύπαρκτικοϋ «δείχνει». Δυσ­ τυχώς. τό δίδαξε τον εαυτό του ώς παίγνιο (γραφείου). καί ή γλώσσα τών έντυπώσεων ένσωματώνει τήν «άνακάλυψη» δτι υπάρχει κάτι τέτοιο. δπως τό γεγονός δτι ή παρατηρήσιμη συμ­ περιφορά τών άερίων μάς δίνει στοιχεία γιά τά μοριακά τους έπεισόδια είναι ένσωματωμένο στήν ϊδια τή λογική του περί μορίων λόγου. Έχουν πράγματι άποκτήσει μιά άλλη γλώσσα. ή γλώσσα τών έντυπώσεων ήταν τό­ σο λίγο φτιαγμένη στά μέτρα προηγούμενων παρατηρή­ σεων γιά τις οντότητες αύτές. γεγονό­ των σάν τό μοϋ φαίνεται δτι υπάρχει ενα κόκκινο καί τριγω­ νικό φυσικό άντικείμενο έκειπέρα. Καί σημειώστε δτι. Εξετάζοντας τις γενικές γραμμές τοϋ πλαισίου αυτού. Παρατηρήστε δτι αύτό πού οί «πρόγονοί» μας άπέκτησαν ύπό τήν καθοδήγηση τοϋ Τζόουνς δέν είναι «άπλώς μιά άλλη γλώσσα» -μιά «βολική σημειογραφία» (ηοΐΗΐίοη&1 οοηνβηίβηοβ) ή ένας «κώδικας».πού άπλώς τούς έπιτρέπει νά λένε δ. τό παίγνιο μιάς γλώσσας άναφοράς. δπως στήν περίπτωση τών σκέψεων.Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 139 ή «ιδιωτικότητα» τών επεισοδίων αυτών δέν είναι ή «άπόλυτη ιδιωτικότητα» τών παραδοσιακών αινιγμάτων. έχει μιά αυτόνομη λογική δομή. Διό­ τι άκριβώς τά καθέκαστα τής μικρο-θεωρίας πού συζήτησα στήν § 61 (5) είναι ό σκληρός πυρήνας τών αισθητηριακών περιεχομένων καί αισθητηριακών πεδίων τοϋ θεωρητικού τών αισθητηριακών δεδομένων. καί πε­ ριέχει μιά έξήγηση. οριοθετεί έσφαλμένα τήν άλήθεια αυτών τών άντιλή- . Καί τό πνεϋμα τοϋ Τζόουνς δέν έχει πεθάνει άκόμα. σχεδιάζοντας μάλιστα κάποιες άπό τις περιοχές του. δχι άπλώς μιά κωόική έκφραση. ένώ οί «πρόγονοί» μας έφτασαν να παρατηρήσουν έντυπώσεις. τό γεγονός δτι ή έξωτε­ ρική συμπεριφορά μάς δίνει στοιχεία γιά τά έπεισόδια αυτά είναι ένσωματωμένο μέσα στήν ϊδια τή λογική [116] τών έννοιών αυτών. καίτοι στηρίζε­ ται σέ ένα πλαίσιο λόγου γιά δημόσια άντικείμενα μέσα στον Χώρο καί τον Χρόνο. άλλά μιά γλώσσα ή οποία. δσο καί ή γλώσσα τών μορίων στά μέτρα προηγούμενων παρατηρήσεων τών μορίων.

Χρησιμοποίησα ένα μύθο γιά νά σκοτώσω ένα μύθο -τον Μύθο τοΰ Δεδομένου. Ένώ άκριβώς λαμβάνει ένεργητικά. έφεΰραν τήν πιο περίεργη άπό όλες τις διαστάσεις. Ερμηνεύει ώς δεδομένα τά καθέκαστα καί τις σειρές άπό καθέκαστα πού κατάφερε νά μπορεΐ νά παρατηρεί. .140 ΓΟΥΙΑΦΡΙΝΤ ΣΕΛΛΑΡΣ ψεων καί. Ή μήπως ό άναγνώστης δέν άναγνωρίζει στον Τζόουνς τον Άνθρωπο τον ίδιο στά μισά τοΰ δρό­ μου πού οδηγεί άπό τά γρυλλίσματα καί τά βογκητά τής σπηλιάς στον λεπτό καί πολυδιάστατο λόγο τοΰ σαλονιοΰ. συγχέει τον δικό του δημιουργικό έμπλουτισμό τοΰ πλαισίου τής έμπειρικής γνώσης μέ μιά άνάλυση τής γνώσης όπως ήταν. στήν προσπάθειά τους νά βγοΰν έξω άπό τον λόγο (άίδοοιίΓδ©) σέ μιά άρχή (ατοΗε) πέρα άπό τον λόγο. [117] και πιστεύει ότι είναι προηγού­ μενα άντικείμενα γνώσης πού κατά κάποιο τρόπο ήταν μέ­ σα στο πλαίσιο άπό τήν άρχή. τοΰ έργαστηρίου καί τοΰ γραφείου. μέ μιά σεμνότητα πού συγχωρειται σέ όλους εκτός άπό τούς φιλοσόφους. Αλλά είναι ό μύθος μου πραγ­ ματικά ένας μύθος. μιλάει γιά τό δεδομένο . 63. τοΰ Αϊνστάιν καί τών φιλοσόφων πού. στή γλώσσα τοΰ Χένρυ καί τοΰ Γουίλλιαμ Τζέημς.

ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΠΡΑΝΤΟΜ 'Οδηγός μελέτης Ο ι ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ γρ ά φ τη κ α ν χ ρ ό ν ο μέ τον χρόνο γιά νά βοηθήσουν τούς επί πτυχίω καί προχωρη­ μένους φοιτητές μου στο Πανεπιστήμιο τοϋ Πίτσμπουργκ νά βροϋν τον δρόμο τους μέσα στο πυκνό δάσος τοϋ κειμέ­ νου τοϋ Σέλλαρς. Ή ιδέα γιά ένα τέτοιο κείμενο καί οί σημειώσεις τών τε­ λευταίων τμημάτων είχαν τήν άφετηρία τους σέ ένα βοηθη­ τικό κείμενο πού κυκλοφορούσε γιά τούς ίδιους λόγους ό Ρόρτυ. Σκοπό έχουν νά δώ­ σουν ένα σημείο άπ9δπου νά ξεκινήσει κανείς νά διαβάζει αύτό τό πλούσιο καί δύσκολο κείμενο. Είμαι ευγνώμων στον συνάδελφό μου Τζών Μακντάουελ (Ιοίιη ΜοΟο\νε11) καί στήν πρώην φοιτήτριά μας Ντανιέλ Μακμπέθ (Οαηί©11© Μ&οβείΐι). Προπάντων. Θά πρέπει να σημειώσω δμως δτι έκεϊ πού τά σχόλιά τους φανέρωναν σημαντικές διαφω­ νίες γιά τό τί έλεγε (καί τί θά έπρεπε νά λέει) ό Σέλλαρς -ιδίως & δ. στήν άνάδειξη τών γενικότερων γραμμών τής δομής τοϋ δοκιμίου αύτοϋ καί τής σκέψης πού κρύβεται πί­ σω της. Οί διατυπώσεις καί οί χαρακτηρισμοί πού παρέχονται δέν έχουν τήν πρόθε­ ση νά είναι οριστικοί ή πηγή αύθεντίας. γιά πολλές πα­ ρατηρήσεις καί βελτιώσεις. Γι’ αύτό καί άπλώς προσπερνούν πολλά ένδιαφέροντα φιλοσοφικά ζητήματα καί συζητήσεις. άπέφυγα έπιμελώς νά συζητήσω κάποια καθαυτό έσωτε­ ρικά ζητήματα -δπως είναι ή φιλοσοφική σημασία πού κά­ ποιοι ισχυρίστηκαν δτι βρίσκουν στή διάκριση άνάμεσα σέ «κόκκινες» καί «πράσινες» παραγράφους.τι άφορά τις περιπλοκές τοϋ λεξιλογίου τοϋ «δείχνει» («ΙοοΚδ») σέ σχέση μέ τις άναφορές γιά τήν παρουσία δευτερευουσών ιδιοτήτων (δ©οοη<ΐ3Γγ φΐ&ΐίϋοδ). δταν ήμουν έπί πτυχίψ φοιτητής στο Πρίνστον τή δε­ καετία τοϋ ’70. Στοχεύουν άπλώς σέ μιά πρώτη πρόσληψη τοϋ ύλικοϋ. καί τις διάφορες .

142

ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΠΡΑΝΤΟΜ

θέσεις και δεσμεύσεις τού έπιστημονικοϋ ρεαλισμού- έπέμεινα στις δικές μου αναγνώσεις. Τά λάθη πού παραμένουν,
πρέπει νά χρεωθούν σέ μένα καί μόνο, άρνητικά καί θετικά.
Σημείωση: Οί άριθμοί παραγράφων τοϋ Ό εμπειρισμός
καί ή φιλοσοφία τοϋ νοϋ άναφέρονται μέσα σέ άγκύλες: [36].
Στις σπάνιες περιπτώσεις δπου άναφέρονται παράγραφοι αυ­
τού τοϋ οδηγού μελέτης, χρησιμοποιώ διπλές άγκύλες [[36]].

Μέρος I [1] - [7]
Μιά αμφισημία τών θεωριών τών αισθητηριακών δεδομένων

§ 1 / 0 Σέλλαρς άναγγέλλει δτι τό πρόγραμμά του είναι νά
καταπολεμήσει «τή συνολική δομή τοϋ δεδομένου». Δέν
έννοει μέ τούτο νά υποσκάψει τή διάκριση άνάμεσα σέ κρί­
σεις στις όποιες φτάνουμε μέ μή παράγωγο τρόπο, πολύ χα­
ρακτηριστικά μέσω άντιλήψεως, καί αύτές πού είναι συμπε­
ράσματα συλλογισμών. Πράγματι, ένας άπό τούς θετικούς
στόχους τοϋ δοκιμίου είναι νά μάς πει άκριβώς πώς μπο­
ρούμε νά καταλάβουμε τις μή παράγωγες άναφορές χωρίς
νά βρεθούμε άνεπαίσθητα κάτω άπό τον άστερισμό έκεινο
τών φιλοσοφικών δεσμεύσεων πού ό Σέλλαρς άποκαλει
«Μύθο τοϋ Δεδομένου». Οί θεωρίες τών αισθητηριακών δε­
δομένων, ό άμεσος στόχος του, ένδιαφέρουν μόνο ώς έξέχον
παράδειγμα τής έπίκλησης τοϋ δεδομένου, πού είχε μεγάλη
έπίδραση. Αλλά θά πρέπει νά μάθουμε νά άναγνωρίζουμε
τήν έπίκληση τοϋ δεδομένου κάτω άπό άλλες, λιγότερο προ­
φανείς, άμφιέσεις έπίσης.
Σέ αυτές τις εναρκτήριες παραγράφους, ό Μύθος τοϋ
Δεδομένου έμφανίζεται ύπό τό ντύμα τής ιδέας δτι ύπάρ­
χουν κάποιες μή έπιστημικές καταστάσεις τών γνωστικών
υποκειμένων, οί όποιες θά μπορούσαν νά συνεπάγονται
(<βηίαίΐ) κάποιες έπιστημικές καταστάσεις πού τά χαρακτη­
ρίζουν.1Έπιστημικές καταστάσεις ένός γνωστικού ύποκει1. Ή

σ υ ζ ή τ η σ η τ ή ς θ ε μ ε λ ι ο κ ρ α τ ί α ς (ίο ιιη ά είΙίο η Σ ίΙίδ π ι) σ τ ή ν

[32]

δ ε ίχ ν ε ι

ΟΔΗΓΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ

143

μένου είναι πρώτ5απ’ δλα οί καταστάσεις οί σχετικές μέ τό τί
γνωρίζει κανείς (άν καί θά δούμε δτι οί καταστάσεις οί σχε­
τικές μέ τό τί άπλώς πιστεύει κανείς κατά τον Σέλλαρς είναι
έπίσης «έπιστημικές»). Ή ταν μία άπό τις σημαδιακές καινο­
τομίες τοϋ Καρτεσίου δτι δρισε τό πνεϋμα μέ έπιστημικούς
δρους: Νά είναι μιά κατάσταση νοητική σημαίνει, δτι τό νά
είναι κανείς στήν κατάσταση αύτή συνεπάγεται πώς ξέρει
κανείς δτι είναι στήν κατάσταση αύτή (διαύγεια, άποκλεισμός τής άγνοιας) καί δτι τό νά πιστεύει κανείς δτι είναι στήν
κατάσταση αύτή, συνεπάγεται δτι είναι στήν κατάσταση
αύτή (τό άλάνθαστο, άποκλεισμός τοϋ λάθους). Ό νοϋς
είναι τό βασίλειο τοϋ τί είναι γνωστό άμεσα, δχι μόνο μέ τήν
έννοια τού μή συναγωγικοϋ άλλά μέ τήν ισχυρότερη έννοια,
δτι τά συμβάντα του μάς είναι δεδομένα μέ έναν τρόπο πού
άποκλείει τή δυνατότητα τόσο τής άγνοιας δσο καί τοϋ λά­
θους. (Ή σκέψη τοϋ Καρτεσίου ήταν πώς άν κάτι μάς είναι
γνωστό εμμεσα, δηλαδή μέσω τών παραστάσεών μας γι5
αύτό, τότε κάτι -κάποιο είδος παραστάσεων- πρέπει νά μάς
είναι γνωστό άμεσα, είδάλλως θά είχαμε εις άπειρον άναγωγή.) Ό Σέλλαρς θά προσπαθήσει νά μάς δείξει δτι ό καρτε­
σιανός τρόπος νά μιλάει κανείς γιά τον νοϋ είναι άποτέλεσμα συγχύσεως στο ζήτημα τής διάκρισης έπιστημικοϋ καί
μή έπιστημικοϋ καί τών ρόλων πού μποροϋν τά δύο νά παί­
ζουν σέ διάφορα εϊδη εξήγησης.
Στήν οίκειότερη μορφή του, ό Μύθος τοϋ Δεδομένου θο­
λώνει τή διάκριση άνάμεσα στήν ικανότητα αίσθησης
(δβηΙίεηο©) καί τήν ικανότητα γνώσης (δαρΐοηοβ). Είναι ή
διάκριση άνάμεσα στο νά έχει κανείς τις αισθήσεις του μέ
τήν έννοια δτι είναι άπλώς έγρηγορώς (συνείδηση πού έχου­
με άπό κοινοϋ μέ τά στερούμενα διασκεπτικών ικανοτήτων
ζώα -αύτά πού δέν συλλαμβάνουν έννοιες) καί τό νά έχει τις
δτι είναι δυνατόν νά δέχεται κανείς τον Μύθο τοϋ Δεδομένου άκόμα κι άν
τά δεδομένα πού δέχεται έχουν συλληφθεΐ ώς έπιστημικά γεγονότα -α ν ή
ικανότητα νά γνωρίζει αύτά τά γεγονότα θεωρείται άνεξάρτητη τών συναγωγικών ικανοτήτων και έπομένως τής πρόσκτησης συνηθισμένων έμπειρικών έννοιών.

144

ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΠΡΑΝΤΟΜ

αισθήσεις του μέ μιά έννοια πού περιλαμβάνει τή γνώση,
εϊτε έπειδή είναι ένα είδος γνώσης, εϊτε έπειδή χρησιμεύει
δυνάμει στή δικαιολόγηση κρίσεων πού έχουν αύτό τον χα­
ρακτήρα. Ή «ιδέα δτι ή αίσθηση ένός κόκκινου τριγώνου
είναι τό κατ’ έξοχήν πρότυπο τής έμπειρικής γνώσης» [7]
είναι ένα παράδειγμα τής σύγχυσης αυτής (οοηΙΜίοη). Ό
Μύθος τοϋ Δεδομένου είναι ή ιδέα δτι είναι δυνατό νά
υπάρχει ένα είδος συνείδησης (3\ν&Γ6ηβδδ) μέ δύο χαρακτη­
ριστικά. Κατά πρώτον ή συνείδηση αύτή εΐναι, ή συνεπάγε­
ται δτι έχει κανείς, ένα είδος γνώσεως -γνώσεως ϊσως δχι
άλλων πραγμάτων, άλλά τουλάχιστον τοϋ δτι βρίσκεται κα­
νείς σέ αύτή τήν κατάσταση, ή σέ κάποια τέτοια-, γνώσεως
μάλιστα τήν όποίαν έχει αύτός τοϋ οποίου εΐναι ή κατάστα­
ση, άπλώς καί μόνο εύρισκόμενος στήν κατάσταση αύτή.
Καί κατά δεύτερον έπεται δτι ή ικανότητα νά έχει κανείς
αύτοϋ τοϋ είδους τή συνείδηση, νά είναι κανείς σέ αύτή τήν
κατάσταση, δέν προϋποθέτει τήν άπόκτηση εννοιών -δη­
λαδή μπορει κανείς νά έχει συνείδηση μέ αύτή τήν έννοια
άνεξάρτητα καί πριν άπό τή σύλληψη έννοιών ή τον έλεγχο
τής χρήσεώς τους (πού πετυχαίνουμε μέσω τής έκμαθήσεως
τής γλώσσας).2Τό συμπέρασμα τοϋ κριτικού έπιχειρήματος
τοϋ Σέλλαρς εΐναι δτι τά δύο αυτά χαρακτηριστικά εΐναι
άσύμβατα: Μόνον δ,τι έχει προτασιακό περιεχόμενο, καί
εΐναι επομένως έννοιακά άρθρωμένο, μπορεΐ νά χρησιμεύει
ώς (ή καί νά χρειάζεται) δικαιολόγηση, καί επομένως νά θε­
μελιώνει ή νά συνιστά γνώση. Ό Ντέηβιντσον εκφράζει μιά
έκδοχή αυτής τής σκέψης μέ τή συνθηματική διατύπωση
«Τίποτε δέν μπορει νά άποτελέσει λόγο γιά νά πιστέψει κα­
νείς κάτι, εκτός άπό κάτι άλλο πού πιστεύει». Συλλαμβάνου­
με καλύτερα τή σκέψη τοϋ Σέλλαρς, αν άλλάξουμε τό σύν­
2.
Ό π ω ς τό θέτει ό Μακντάουελ: «Ή ιδέα τοΰ Δεδομένου είναι ή ιδέα
δτι ό χώρος τών λόγων, ό χώρος τών δικαιολογήσεων ή εγγυήσεων (\ υβγ Γ&ηΙδ), είναι ευρύτερος άπό τή σφαίρα τών έννοιών» (Μίηά αηά ν/οήά,
[ΗαΓν3Γ(1 υ Ρ , Κέμπριτζ Μασαχουσέτης 1994], σ. 7): Δηλαδή, δ,τι είναι δεδο­
μένο μπορεΐ νά χρησιμέψει ώς δικαιολόγηση, χωρίς τό γεγονός δτι είναι δε­
δομένο νά χρειάζεται τήν άσκηση έννοιακών ικανοτήτων.

ΟΔΗΓΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ

145

θημα σέ «Τίποτε δέν μπορει νά άποτελέσει λόγο γιά νά δε­
χτούμε κάτι πιστευτό (ββΐίον&βίε), εκτός άπό ένα άλλο πι­
στευτό», δπου τά πιστευτά είναι τά περιεχόμενα δυνατών
πίστεων, δηλαδή κάτι πού έχει προτασιακό περιεχόμενο.3
Ό Σέλλαρς καταλαβαίνει τό γεγονός τοϋ νά έχει μιά
πρόταση περιεχόμενο -τό έπιστημικό μέ τήν έννοια τοϋ ύποψήφιου γνώσης στοιχείου- μέ δρους τοϋ ρόλου του σέ αύτό
πού ονομάζει παιχνίδι τοϋ «λόγον διδόναι και λόγον
αιτεΐσθαι». «Χαρακτηρίζοντας ένα επεισόδιο ή μιά κατά­
σταση ώς γνωστικά, δέν δίνουμε μιά έμπειρική περιγραφή
τοϋ επεισοδίου αύτοϋ ή αύτής τής καταστάσεως* τά τοποθε­
τούμε στον λογικό χώρο τών λόγων, τής δικαιολόγησης καί
τοϋ νά είναι κανείς σέ θέση νά δικαιολογεί αύτό πού λέει»
[36]. Νά άντιμετωπίσει κανείς κάτι ώς ύποψήφιο έστω στοι­
χείο γνώσης σημαίνει νά μιλήσει συγχρόνως γιά τον ενδεχό­
μενο ρόλο του σέ μιά συναγωγή , στή θέση τής προκείμενης ή
τοϋ συμπεράσματος. Επειδή ένα κρίσιμο διακριτικό χαρα­
κτηριστικό τών έπιστημικών δεδομένων είναι γιά τον Σέλ­
λαρς δτι ή έκφρασή τους άπαιτεΐ τή χρήση (δια)κανονιστικοϋ λεξιλογίου, νά άντιμετωπίσει κανείς κάτι ώς ύποψήφιο
στοιχείο γνώσης σημαίνει νά θέσει τό ζήτημα τοϋ (δια)κανο νιστικοϋ του καθεστώτος. Ό Μύθος τοϋ Δεδομένου εμφανί­
ζεται έντέλει ώς ίδιος μέ τή «νατουραλιστική πλάνη» στήν
ήθική -τήν προσπάθεια νά συναγάγει κανείς τό πρέπει άπό
τό εϊναι.4Αύτό συμβαίνει επειδή ό λόγος περί γνώσεως είναι
άναπόφευκτα λόγος γιά δσα (έννοιακά άρθρωμένα προτα­
3. Ή βελτίωση επιτρέπει σέ πράγματα μέ προτασιακό περιεχόμενο πού
δέν είναι πίστεις νά χρησιμεύουν ώς έπιστημικά δικαιολογητικά -γιά παρά­
δειγμα, κάποιο γεγονός μπορεΐ νά παίζει αύτό τον ρόλο.
4. «Ή δέ ιδέα δτι τά έπιστημικά γεγονότα μπορούν νά άναλυθοϋν
χωρίς υπόλοιπο -έστω “κατ’ άρχήν”- σέ μή έπιστημικά γεγονότα [...] είναι
[...] ριζικά εσφαλμένη -μέ τον ϊδιον τρόπο πού είναι εσφαλμένη στήν ήθική
ή “νατουραλιστική πλάνη”» [5].Τό θέμα αύτό εμφανίζεται πολύ νωρίς στα
γραφτά τοΰ Σέλλαρς. Βλ. γιά παράδειγμα, «Α δβηΐ3ηΙΐθ3ΐ δοΐιιΐίοη Ιο Ιίιε
Μίηά-Βοάγ ΡΐΌβΙοπι», άνατυπωμένο εις X δίο1ΐ3 (έπ.), Ρητβ ΡταξίηαΙΐοχ αηά
ΡοΞΞΐύΙβ ΨοτΙάΞ: ΤΗβ Εαήγ Ε38αγ8 ο / ΨϊΙ/ήά 5β11ατ8, Κί<3§ενίβ\ν Ριιβ1ΐδ1ιΐη§,
Κ©56<1ίΐ Καλιφόρνιας 1980.

Οί πεποιθήσεις μας άποτελοΰν γνώση μόνο στον βαθμό πού δέν είναι άπλώς άληθεΐς άλλά δικαιολογημένες -τά κατά τύχη σωστά δέν μετράνε. Ό ταν έχει κανείς τήν παραίσθηση ένός ροζ έλέφαντα.146 ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΠΡΑΝΤΟΜ σιακά περιεχόμενα) υιοθετεί κανείς. Πρέπει νά υπάρχει κάποιος άλλος μηχανισμός γιά τήν άπόκτηση τοΰ καθεστώτος τής θετικής δικαιολόγησης. Μπορούμε νά σκιαγραφήσουμε τή γενική ιδέα τών θεμε­ λίων τής γνώσης ώς εξής. τό δτι τήν έχει είναι ή αίσθηση. Α ν δικαιολο­ γείται κανείς νά δεχθεί τον ισχυρισμό δτι ρ. προκειμένου ό μηχανισμός τής κληροδότησης νά έχει κάτι νά κλη­ ροδοτήσει. τό αισθητό. ένός-πράσινου-ποντικοΰ-τών-ύπονόμων. Έδώ ό Σέλλαρς διακρίνει άνάμεσα στο ένέργημα ή τό επεισόδιο τής αίσθησης. αύτή είναι ή ιδέα.ο. καί τό περιεχόμενο αύ­ τοΰ τοΰ ένεργήματος.κ. £ 2. Στήν κανονική άντίληψη. μέ διάφορες έννοιες. άπό τήν άλλη. τά περιεχό­ μενα τής αίσθήσεως πρέπει νά διακριθοΰν προσεχτικά άπό τά εξωτερικά άντικείμενα πού γίνονται αισθητά (τά όποια είναι έντελώς άπόντα στήν περίπτωση τών παραισθήσεων). νά τά υιοθετεί. τό όποιο καί άποκαλεΐται περιεχόμενο τής αίσθησης. τότε εϊτε . και γιά τό αν έχει τό δι­ καίωμα. γιά παράδειγμα. Σκεφτεΐτε τώρα αν οί αισθήσεις τών όποιωνδήποτε αι­ σθητηριακών περιεχομένων μποροΰν νά είναι θεμέλια γνώ­ σης καί δικαιολόγησης κατά τό καρτεσιανό πρότυπο. Έ νας ισχυρισμός ή μιά πίστη μποροΰν νά δικαιολογήσουν μιά άλλη μέ τήν οποία σχετίζοται συναγωγικά. Αλλά. καί αν τό # μπορει νά συναχθει άπό τό ρ. δί­ νουμε έναν μηχανισμό μέσφ τοΰ οποίου ή δικαιολόγηση μπορεΐ νά κληρονομηθεί. Α ν τό ρ Χκληρονομεί τό καθεστώς του άπό τό ρ ν καί τό ρ 2άπό τό ρ ν κ. δέν μπο­ ροΰν δλες οί άποδοχές πού είναι δικαιολογημένες νά έχουν κληρονομήσει τον χαρακτήρα αύτό συναγωγικά άπό άλλες. καί τό περιεχόμενο τής αίσθησης είναι αύτό πού κάνει τήν παραίσθηση παραίσθηση ένός-ρόζ-έλέφαντα μάλ­ λον παρά παραίσθηση. τότε δικαιολογείται κανείς έκ τού­ του να δεχθεί τον ισχυρισμό δτι Λέγοντας κάτι τέτοιο. άπό τή μία. £ 3.

δλα καλά. τώρα. καί δτι τά δύο είδη άναγωγής μπορούν νά άλληλεπιδροΰν κατά περίπλοκους καί πλήρεις σημασίας τρόπους. πού δέν δικαιολογείται μέχρι νά δικαιολο­ γηθεί ένας άπειρος άριθμός άλλων ισχυρισμών. Τό έπιχείρημα αύτό άσφαλώς είναι άπό πολλές απόψεις υπεραπλου­ στευμένο. έπίσης [[35]]).ή όποία διαδικασία μπορεΐ νά καταλήξει στήν άπόκτηση τοϋ καθεστώτος.ΟΔΗΓΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ 147 σέ κάποιο σημείο ένας ισχυρισμός επαναλαμβάνεται (κάποιο ρν είναι τό ίδιο μέ ενα ρ μγιά τιμή μ < ν). Ό Καρτέσιος. άς τήν άποκαλέσουμε βασική πεποί­ θηση. Τό έπιχείρημα άγνοεΐ έπίσης τό γεγονός δτι υπάρχει μιά άναγωγή σέ συναγωγές άπό πολλές άπόψεις άνάλογη μέ αύτή τήν άναγωγή σέ προκείμενες. πρέπει νά υπάρ­ χει κάποιος μηχανισμός μή παράγωγης άπόκτησης αύτοϋ τοϋ έπιστημικοϋ καθεστώτος. Δίπλα στήν κατά τή συναγωγή κληρονομιά. Όπότε θά όφείλαμε νά διακρίνουμε δύο έν­ νοιες «δικαιολογίας». (Βλ. μία πού νά δηλώνει ένα καθεστώς (τό δικαιολογημένο) καί μιά άλλη πού νά άναφέρεται σέ μιά διαδικασία (τό δικαιολογειν). συμπέρανε άπό αύτή τή γραμμή σκέψης δτι ύπάρχει ένα είδος ισχυρι­ σμού ή πεποιθήσεως. Μέχρι έδώ.5 Τό συμπέρασμα είναι δτι πρέπει νά υπάρχει κάποιος τρόπος νά είναι κάτι δικαιολογημένο χωρίς νά πρέπει νά δι­ καιολογηθεί. [24]. στήν όποία κάθε /?ν έχει τό άνώμαλο καθεστώς μιας άδικαιολόγητης «δικαιο­ λογίας». . ή όποία άποτελεΐ τό θεμέλιο δλων τών άλλων πεποι- 5. Ασφαλώς και οί δικαιολογήσεις δέν είναι άνάγκη νά είναι μονα­ δικές προτάσεις -άλλά ένα άντίστοιχο δίλημμα προκύπτει και δταν δε­ χτούμε σύνολα άπό προκείμενες. στήν όποία περίπτωση ή «δικαιολόγηση» είναι κυκλική).6 Τό συμπέρα­ σμα τότε είναι δτι πρέπει νά ύπάρχει κάποιος άλλος τρόπος άπόκτησης θετικοϋ δικαιολογητικοϋ καθεστώτος έκτος άπό τή δικαιολόγηση μέ τήν έννοια της παροχής δικαιολογίας. Είναι μιά περίπτωση αύτού πού ό Σέλλαρς άποκαλεΐ «περίφημη άμφισημία τής “εμπειρίας” ώς ενέργειας καί ώς ούσίας (“ίη§-6<Γ’ &ιιΛί§ιιΐΙγ)». 6. καί στήν περίπτωση αυτή έχομε εις άπειρον άναγωγή. είτε δέν υπάρχει ποτέ έπανάληψη.

Ά ν άντιμετωπίσει κανείς τις σκέψεις ώς δντα (όπότε θά πρέπει νά δηλώσει ρητά δτι εγκα­ ταλείπει τήν ιδέα τής άλήθειας ώς άντιστοιχίας προκρίνοντας τή άλήθεια ώς συνοχή). Σ.Τό ύποκείμενο πρόβλημα είναι ή σύγχυση όντολογικοΰ καί έπιστημικοΰ επιπέδου (τό παράδειγμα τής εγκύου είναι δηλωτικό τής σύγχυσης.Ά ν πάλι θέλει κα­ νείς νά άντιμετωπίσει τις σκέψεις ώς αύτό πού υποτίθεται δτι είναι. Στο πρωτότυπο άπό παραδρομή: «οί πεποιθήσεις αύτές». τό ζήτημα τής πρώ­ της άρχής τίθεται άναπόφευκτα. π. Ώ ς έχει. Συγκρίνετε: Άνά λεπτό υπάρ­ χει μιά γυναίκα κάπου. εικόνες (οπωσδήποτε καί άν συμβαίνει αύτό) τοΰ πραγματικοΰ. Ά ν θέλει νά δείξει δτι ύπάρχουν άλυσίδες αιτιολόγησης πού μποροΰν νά έχουν ώς πρώτο κρίκο μιά αιτιολογημένη άπόφανση. . Βλ. μπορεΐ νά φτάσει τό πολύ μέχρι τήν τρίτη καντιανή άντινομία. Α πό τον ιδεαλισμό τοΰ Πλάτωνα (βλ. διότι άπό τό δτι ύπάρχουν έπικαθορισμένες αιτίες συνάγει αύθαίρετα δτι δέν ύπάρχουν άπόλυτες. μέ τις άξιολογικές κρίσεις στή θέση τής ελευθερίας. ή σοφιστικό. άλλά ό Σέλλαρς δέν θά τό άμφισβητήσει. θά μπορούσαμε νά λύσουμε τό πρόβλη­ μα τοΰ υπερπληθυσμού βρίσκοντας τή γυναίκα αύτή καί κάνοντάς τη νά σταματήσει! [Τό επιχείρημα τοΰ Μπράντομ είναι ή άστοχο. Ή . 533 ο) ώς τον εμπειρισμό τοΰ Ράσσελ. Ά ν εϊπετο. δέν μπορεΐ νά χρησιμοποιηθεί.8 Ό Καρτέσιος περαιτέρω πίστευε 7. Ή προο­ πτική είναι δυνατή. Ά ν θέ­ λει νά δείξει δτι δέν υπάρχει ανάγκη μιάς πρώτης αιτίας. νά εγκαινιάζουν άλυσίδες δικαιολογήσεων άνεξάρτητες άπό πραγματολογικά δεδομένα.μ.χ. άκριβώς επειδή δέν επιτρέπει τή διάκριση). 8. είναι σοφιστικό. καί προϋποθέτει έπίσης μιά θετικιστική άντίληψη τής έπιστήμης πού ό Σέλλαρς άρνεΐται ρητά -επομένως. Αύτό δέν έπεται. είναι άστοχο. [32]. καί δέν χρειάζεται νά είναι κανείς καρτε­ σιανός γιά τοΰτο. Δέν έπεται δτι υπάρχει ένα είδος πεποίθησης τέτοιας ώστε γιά κάθε άλυσίδα δικαιολόγησης τό τέρμα της νά είναι μιά πεποίθηση αύτοΰ τοΰ είδους. Αύτό είναι άλήθεια.148 ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΠΡΑΝΤΟΜ θησεών μέ τήν έννοια δτι ή πεποίθηση αύτή7 είναι ή πηγή άπό τήν οποία προκύπτει κατά συναγωγήν τό καθεστώς δι­ καίωσης τών υπολοίπων. Πολιτεία.τ. διότι αύτό δέν τό άμφισβητεΐ κανείς καί σέ καμμία περίπτωση τό θέμα δέν είναι αύτό. πού κατά τό λεπτό αύτό γεννά ένα παιδί. Δ εν έπεται δτι υπάρχει μιά γυναίκα τέτοια ώστε άνά λεπτό νά έχει ένα παιδί τό λεπτό αύτό.τό επιχείρημα στηρίζεται σέ μιά άκυρη άντιστροφή ποσοδεικτών. τουλάχιστον ώς έρμηνεία τοΰ Σέλλαρς. άλλά προϋποθέτει άποδοχή τοΰ άντινομικοΰ χαρακτή­ ρα αξιολογικής και πραγματολογικής σκέψης πού ή καθεμιά θά επιδιώκει νά ύποσκελίσει τήν άλλη. Μιά πεποίθηση πού χρειάζεται δκαιολόγηση σέ κάποιο πλαίσιο μπορεΐ νά χρησιμεύει ώς αδικαιολόγητη δικαιολόγηση σέ κάποιο άλλο. Αύτό πού προκύπτει άπό τή θεμελιοκρατική άναγωγή είναι τό πολύ δτι γιά κάθε άλυσίδα δικαιολογήσεων υπάρχει μιά πεποίθηση πού είναι δικαιολογημένη (έχει θετικό καθεστώς δικαιολόγησης) χωρίς νά πρέ­ πει νά δικαιολογηθεί (μέ επίκληση μιάς άλλης πεποιθήσεως). ή μορφή τοΰ προβλήματος είναι ή ίδια.

ό Ράιχενμπαχ επιχείρησε νά δι­ καιώσει τή διαδικασία τής επαγωγής.] . 326-332). δέν είναι δεδομένο δτι. ή συνολική πιθανότητα ρ' τοΰ συμβάντος μειώνεται σέ ρ ’ = ρ. ώς βάση δικαίωσης τής εμπειρικής σκέψης ό Πάτναμ έδειξε δτι δέν κα­ ταλήγει («Κεΐοΐιβηβ&οΐι ζηά Ιΐιβ ΠππΙδ οίνΐη<3ΐοαΙΐοη». Σέ κάθε περίπτωση τό πρόβλημα έχει όντολογικές προϋποθέσεις στις όποιες δέν μπορώ νά άναφερθώ στά πλαίσια τοΰ παρόντος σχολια­ σμού.ο.ρ. νά σκεφτεΐ τό α ροδίβποπ ποσο­ τικό μέ τρόπο α ρποϊΐ καί μή ποσοτικό. δ. άλλά γιά τό θέμα πού μάς ενδιαφέρει έδώ. ΕοξΐοαΙ ¥οηηάαύοη8 ο/ ΡτοδαΜΙίίγ. πρώτον.ΟΔΗΓΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ 149 δτι άν οί πεποιθήσεις αύτές δέν ήταν βέβαιες (τό έσχατο θε­ τικό δικαιωτικό καθεστώς) καμμία άπό έκεινες πού στηρί­ ζονται σέ αύτές δέν θά μπορούσε νά είναι καν πιθανή (δπως ιδέα τών αϊτιακών άλυσίδων άποχτά έδώ άλλο ένδιαφέρον. τήν επαγωγική επιστημονική σκέψη μέσω μιας προβληματικής τών πιθανοτήτων (άπαντώντας στή θέση τοΰ Λιούις πού άναφέρει ό Μπράντομ άμέσως παρακάτω. βλ.<?+(1. δηλ. βλ. 131-148).. Οί δύο προσπάθειες δέν τελεσφορούν γιά λόγους δχι άσχετους. τ.χ. τό καρτεσιανό οο§ίίο 6Γ§ο δΐιιη είναι μιά τέτοια εμπειρική πρόταση. πρόχειρα Οαπιαρ. Ό Ράιχενμπαχ διορθώνει τον τύπο σέ ρ' = /?. έπιτρέποντας νά τό σκεφτοΰμε βάσει τής θεωρίας τών πιθανοτήτων. δτι χωρίς άμεσες βεβαιότη­ τες. έπειδή εισάγει τήν πολλαπλότητα στο πρόβλημα. Ή κλασική άποψη θά έλε­ γε τό εξής: ’Άν άποφαινόμαστε δτι κάτι έχει πιθανότητα ρ καί ή άπόφανσή μας έχει πιθανότητα ς.π. εις Ψοτάί αηά Π β . καί δεύτε­ ρον. § 87-88. Μέ δεδομένο δτι μιά έπαγίογή δέν μπορεΐ νά άποδειχθεΐ ούτε λογικά. σ. σ. Σ. καί τό Επίμετρο. νά δικαιώσει (νϊικϋο&Ιο).κ. ή πιθανότητα μπορεΐ νά είναι καί άντίστροφη (θεώρημα τοΰ Μπέης (Βαγβδ). μπορεΐ νά θεωρήσει κανείς δτι ένα μέρος τής κριτικής τοΰ Πάτναμ έχει προοικονομηθεΐ στήν κριτική τής θεωρίας τής επιβεβαίωσης τοΰ Χέμ­ πελ άπό τον Κάρναπ. Προσθέτοντας δτι (καί αύτή είναι ή μόνη λογικά ένδιαφέρουσα χρησιμότητα τής ιδέας τών αϊτιακών άλυσί­ δων). Σικάγο 21962.η). ρ ’ πού μπορεΐ νά είναι μεγαλύτερο τοΰ ρ. Ό Χέμπελ προσπάθησε νά περιγράψει τήν έννοια τής επαλήθευσης χωρίς ποσοτικά κριτήρια. Στο μέτρο πού ή προβληματική τής άντίστροφης πιθανότητας δείχνει εύθέως τό πρόβλημα πού θεματοποίησε ό Χέμπελ ώς συμμετρικότητα τής έξήγησης καί τής πρό­ βλεψης. μπορεΐ νά σκεφτεΐ μιά πορεία επαγωγικής σκέψης τής όποίας ή συνοχή δέν είναι δεδομένη εξαρχής (άε ίαάεηςίο καί όχι άε &ο1ο έλεγε ό Ράιχενμπαχ). ΙΜ ν6ΓδίΙγ ο£ Οιιο3§ο ΡΐΌδδ. ούτε &ροδίεποπ. Ή προβληματική αύτή μπορεΐ νά δείχνει δτι οί εμπειρικές προτάσεις δέν είναι ποτέ βέβαιες καί δτι παραταΰτα μποροΰν νά χρησιμοποιούνται ώς βάση επαγωγής.μ. Γιά δ.. οί έμμεσες γνώσεις δέν θά ήταν καν πιθανές). άς τό ποΰμε έτσι. κ. Ηατνακί υ Ρ . Καί στις δύο πε­ ριπτώσεις ή επαγωγική σκέψη καλείται νά άποχτήσει έναν οίονεί παραγω­ γικό χαρακτήρα. § 60.τι μπορεΐ νά έχει τή θέση του έδώ. λ. Ή καλύτερη άπόδειξη δτι τό πρόβλημα δέν λύ­ νεται μέ λογολογικά τεχνάσματα είναι άκριβώς ή έξαιρετικά ένδιαφέρουσα άπόπειρα τοΰ Ράιχενμπαχ όχι νά δικαιολογήσει ()ΐΐδ1ΐίγ) άλλά. Κέμπριτζ Μασαχουσέτης 1994.

ένώ ή μόνη καινοτομία του είναι δτι έντοπίζει τήν άμεσότητα στο οο§ΐΙο. τά περιεχόμενα τών οο§ΐΐ3ΐίοηοδ δέν είναι κατανάγκην βέβαια. διότι ή [25] τοΰ Σέλλαρς.) Ή οπτική τοΰ Καρτέσιου είναι αύτή τής βασικής θέσεως δτι ή συνείδη­ ση είναι κατ’ άνάγκην αύτοσυνειδησία.Ι.τ. σημ.. καί τών συμβάντων τών οποίων τά περιεχόμενα είναι δομημένα ώς εικόνες. Ό έπιστημικός αύτός ορι­ σμός όδηγεϊ σέ έξομοίωση τών συμβάντων τών οποίων τά περιεχόμενα είναι δομημένα λεκτικά. Τά προβλήματα τής θέσεως είναι . 21. λέει κάτι διαφορετικό. ώς μιά ύποκειμενιστική τροπή.10 9. Ό τα ν ονομάζει σκέψεις. 10. Μίηά αηά ίΗβ Ψοήά Ονάβτ. δπως τήν εκφράζει τό (β§ο) δΐιπι· καί τό καρτεσιανό οο§ίΙο 6Γ§ο δΐιιπ άντικαθίσταται άπό ένα οο§ί1ο 6Γ§ο οο^ΐΙ^Ιΐοηεδ δΐιηί.ο. Νέα Ύόρκη 1929. ύπάρχω. έπιθυμίες. Ό Μπράντομ φαίνεται ενίοτε νά χρεώνει στον Καρτέσιο τήν ίδια τήν ιδέα τής άμεσότητας.κ. γιά τον όποιο τίποτε στο κείμενο δέν μάς λέει δτι σκεφτόταν έν προκειμένω ειδικά τον Καρτέσιο. Αλλά τί σημαίνει αύτό. καί δχι τον Καρτέσιο. Σ. Ιχννίδ.9 Ό Καρτέσιος έδωσε στή φιλοσοφία μιά άποφασιστική έπιστημική τροπή ή οποία εσφαλμένα έξελήφθη. τουλάχιστον μέ­ χρι τον Κάντ. δπως τό νά σκέφτεται κανείς δτι ή Βιέννη είναι μιά πόλη στήν Αυστρία. ώς αύτό πού είναι άριστα γνώριμο στον έαυτό του. έπειδή βρί­ σκεται έντός τής έμβέλειας τοϋ άλαθήτου καί τής τοπικής παντογνωσίας τοϋ υποκειμένου. αισθήματα. καί αύτό γιά νά άμφισβητηθεΐ ή ίδέά τής ψυχής ώς ύποστάσεως. Ή τελευταία προκύπτει άπλώς άπό τον ιδιαίτερο καί όχι υποχρεωτικό τρόπο μέ τον όποιο ό Καρτέσιος έπεξεργάστηκε τήν πρώτη. Ο.μ. Νομίζω δτι ό άναγνώστης θά έπρεπε νά διαβάσει τήν προηγούμενη και τήν έπόμενη παράγραφο ώς μιά διδακτική διατύπωση τής θέσεως πού έκφράζει. Ό Καρτέσιος δέν έξομοιώνει τις οο§ΐΐ3ΐΐοη65 άπό κάθε άποψη· έχουν τήν ίδια λειτουργία μόνον ώς άποδεικτικές τοΰ οο§ίΙο 6Γ§ο δΐιπτ ή μόνη βεβαιότητα είναι δτι άφοΰ έχω οοβίΐΕΐΐοηοδ. δπως τό νά φαντάζεται κανείς ή νά τοϋ φαίνεται δτι βλέπει ένα κόκκινο τρίγωνο μέσα σέ έναν πράσινο κύκλο. Ή κριτική τοΰ Μπράντομ άφορά στήν πραγματικότητα τον εμπειρισμό. συναισθήματα.150 ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΠΡΑΝΤΟΜ τό έθεσε ό Λιούις στο Ό νοϋς και ή τάξη τοϋ κόσμον). άλλά οπωσδήποτε δχι ώς μιά ορθή ερμηνεία τοΰ Καρτεσίου (ή τών σχετικών σκέψεων τοΰ Σέλλαρς. κ. παρά τά φαινόμενα. Διότι δρισε τον νοϋ άπό τό έπιστημικό του καθεστώς. Οιβτίεδ δοηβηβΓ’δ δοηδ. Μόνο στήν έμπειριστική παράδοση περνοΰν οι οο§ίΐ3ΐΐοη6δ σέ πρώτο πλάνο. μέ τό κοινό δνομα οο§ΐ1α1ΐο ό Καρτέσιος δέν πραγματο­ ποιεί τή σύγχυση γιά τήν όποία τον κατηγορεί ό Μπράντομ. Βλ. (Λέω ή κριτική τοΰ Μπράντομ καί δχι τοΰ Σέλλαρς.

δέν μιλάνε γιά τό αύτό. χωρίς νά διερωτώνται άν. .τ. ξεχνιούνται. Αλλά και πάλι. άν κατ’ άντιστροφήν μιας πλατωνικής άρχής. αύτό πού έπιδιώκει νά υποστηρίξει. άν σκεφτοΰμε τις σημε­ ρινές κυβερνητικές της προεκτάσεις. έπομένως. τό σχεδιάγραμμα τής διαδικασίας θά είχε περίπου ώς έξής: φυσικά άντικείμενα ι ι αισθήσεις αισθητηριακών περιεχομένων ι 2 μή παράγωγες πεποιθήσεις άλλα. και κυρίως δτι υποχρεώνει νά σκεφτοΰμε τά ζώα ώς μηχανές -παρα­ γωγή θέση πού δέν στερείται γονιμότητος άλλωστε. όπότε καί έπιστημονικότερα προτίμησαν νά κρατήσουν τή μηχανή χωρίς τή μεταφυσική οντότητα. άλλά λέει άκριβώς δτι ή αίσθηση στον άνθρωπο είναι διαφορετικοΰ είδους. Σ.μ. Ά ν δέν θέλουμε νά κά­ νουμε χρήση τής άδειας πού δίνει ή ονομασία ιηοηΐ&ΐΐδπι σέ δποιον θέλει νά καταδικάσει τή θέση τοΰ Καρτέσιου χωρίς νά είναι υποχρεωμένος πρώτα νά τήν καταλάβει. πού εξηγεί γιατί δσοι άκολούθως έπιμένουν νά διατηρήσουν τήν άναφορικότητα άνακαλύπτουν άπό τήν άρχή δτι προϋποθέτει ένός είδους δυϊσμό (έν προκειμένω τή διαφορά προτασιακών περιεχομένων καί εικόνων) τον όποιο καί βιάζονται νά χαρακτηρίσουν μή μεταφυσικό. οο§ίΙο. άπό μιά άλλη σκοπιά. ό Καρτέσιος δέν άρνεΐται δτι τά ζώα έχουν δβηδίΐδ. είναι ένα άλλο θέμα.ΟΔΗΓΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ 151 Γιά νά έπιστρέψουμε στήν ιδέα τής χρησιμοποίησης αισθήσεων αισθητηριακών περιεχομένων ώς θεμελίου τής γνώσης. άποδίδοντας στούς άντιπάλους τους άνοησίες. Άλλά δέν μπορεΐ νά άντιμετωπίζει κα­ νείς τούς μεγάλους φιλοσόφους ώς άφελεΐς χωρίς νά εκτίθεται σέ κάποιους κινδύνους. Άλλά κινούμαστε σέ κύκλο καί ή υπέρβαση τής καρτεσιανής σκέψεως δέν είναι κάτι βέβαιο. δηλ. μποροΰμε νά παρατηρήσουμε δτι ή ϊδια ή λέξη πού επιλέ­ γει ό Καρτέσιος. Τώρα. μέ τήν ένεργητικότητα πού τή χαρακτηρίζει (οο&§ΐΙο) δέν λέει τίποτε άλλο άπό τό δτι μιά άνθρώπινη αίσθηση είναι δ.τι είναι επειδή καί έφ’ δσον εντάσσεται στήν άλυσίδα τών ενεργημάτων τής συνεί­ δησης. τό προαναφορικό). τά φιλοσοφικά συστήματα δέν άνασκευάζονται. καίτοι μή λέγοντας τά ϊδια. αύτό πού άντιστοιχεΐ στο έπίπεδο τών εικόνων γιά τον Μπράντομ (δηλ. Ό π ω ς τό γράφει κάπου ό Σέλλαρς. ό ίηίβΓοηΙί&Ιίδΐη τοΰ Μπράντομ. κάποιοι μπόρεσαν νά σκεφτοΰν δτι ό καρτεσιανός δυϊσμός άπλώς θέτει άξιωματικά μιά μεταφυ­ σική οντότητα ώς πνεΰμα μέσα στή μηχανή.

μή έπιστημική. Αύτή ή δικαιολογητική σχέση δέν είναι φυσική άλλά κανονιστική* δέν είναι ό έμπειρικός φυσικός άλλά ό ό ειδικός τής λογικής ή ό έπιστημολόγος πού έχει τον τελευταίο λόγο γι9αύτήν. Ό άναγνώστης πρέπει νά καταλάβει δτι εκείνο πού ενδιαφέρει είναι ή προτασιακή δομή τους (δτι πρόκειται γιά ρΓοροδΐίΐοη&1 αΐΐίΐικίεδ) καί δχι οί διαφορετικές άποχρώσεις τών ελληνικών λέξεων. επειδή υπάρχει μπρο­ στά μου ένα κόκκινο αντικείμενο μέ μιά οκταγωνική επιφά­ νεια πρός εμένα. Επειδή έχω ένα τέτοιο αισθητηριακό περιεχόμενο άποκτώ τή μή συναγωγική πεποίθηση δτι υπάρχει ένα κόκκινο και οκτα­ γωνικό άντικείμενο μπροστά μου.μ. Γι*αύτό τήν άποδίδω κατά περίπτωση ώς «δοξα­ σία». δηλώνει τό είδος σχέσης πού ό Σέλλαρς άποκαλει «έπιστημική». ϊσως. άπό τήν άλλη. Είναι μιά σχέση άπλώς πραγματική. Ή λέξη βοΐίεί έχει μιά ουδετερότητα πού δέν έχει σχεδόν καμμία άπό τις έλληνικές άποδόσεις της. . Και επειδή έχω αύτή τήν πεποίθηση μαζί. Σ. Τό ερώτημα είναι: Τί είδους σχέση είναι ή μεσαία (βέλος 2). μέ άλλες. δικαιολογούμαι νά έχω τήν περαιτέρω συναγώγιμη πεποίθηση δτι υπάρχει μιά πινακίδα στοπ μπροστά μου. Μπαίνει στο ίδιο κουτί μέ τήν πρώτη. οί όποιες είναι έπαναλήψιμες άφαιρέσεις (αβδίΓαοία) -θέμα λόγων μάλλον παρά αιτιών. Τό τελικό «έπειδή» (βέλος 3).152 ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΠΡΑΝΤΟΜ 3 1 παραγωγές πεποιθήσεις Στις συνήθεις περιπτώσεις άντίληψης. βρίσκομαι νά έχω μιά αίσθηση ένός κόκκι­ νου και οκταγωνικού αισθητηριακού περιεχομένου. Ώ ς τέτοιο άναφέρει άπλώς καθέκα­ στα περιγράψιμα σέ ένα μή κανονιστικό λεξιλόγιο. 11. Τό σημείο στο όποιο πρέπει νά έπικεντρώσουμε τήν προσοχή είναι ή φύση τών «επειδή». Τό πρώτο (βέλος 1) μπορούμε νά τό καταλάβουμε ώς μιά αίτιακή έννοια. τήν αίτιακή σχέση.τ. ίσως τού είδους αύτών πού μελετούν οί φοιτητές τής νευροφυσιολογίας τής άντίληψης. Είναι μία συναγωγική έν­ νοια πού σχετίζει προτασιακά δομημένες δοξασίες (βεΗείδ)11 (ή δοξαστά). «πίστη» ή «πεποίθηση».

ΟΔΗΓΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ 153 ή μέ τήν τρίτη. πού πήγε τό καθέκαστον. Αλλά άν εΐναι έτσι. £ 4 και 5. καί δχι ένα όποιοδήποτε μή έπιστημικά προσδιορισμένο καθέκαστον. άνάμεσα σέ καθέκαστα προσδιορισμένα στή γλώσσα τών αιτιών. Α ς υποθέσουμε δτι θεωρεί κανείς πώς οί αισθήσεις τών αισθητηριακών περιεχομένων είναι ή ύπαρξη μιάς μή έπιστημικής σχέσης άνάμεσα σέ ένα καθέκαστον. Έφόσον ή έμφάνιση μιάς τέτοιας αίσθησης δέν συνεπάγεται υιοθέτηση κανενός ισχυ­ ρισμού. Φαίνεται έπομένως δτι ό θεμελιοκράτης πού θέλει νά έπικαλεστεΐ τις αισθήσεις ώς θεμέλιες πρέπει νά θεωρήσει δτι ή αίσθηση ένός αισθητηριακού περιε­ χομένου εΐναι ένα έπιστημικό γεγονός πού άφορά τον φορέα τής αίσθησης. δέν μπορούν νά εΐναι ή έσχατη βάση στήν οποία άνάγονται οί δποιες συναγωγικά κληρονομημένες δικαιολογήσεις. γιά παράδειγμα μιά μή παράγωγη πεποίθηση. Γιά τον λόγο αύτό. Ό θεωρητικός τοϋ αισθητηριακού δεδομένου μπο­ ρεΐ νά άντιμετωπίσει τις αισθήσεις ώς έπιστημικά μή συνα­ γωγικές πεποιθήσεις. άπό τις όποιες μπορούν νά γίνουν συν­ . καί οπωσδήποτε χωρίς νά γνωρί­ ζουμε κάτι (διότι γιά τό τελευταίο αύτό άπαιτεΐται θετικό κα­ θεστώς δικαιολόγησης).) Α ν εΐναι έτσι. καί ένα άλλο. τό πρόσωπο πού αισθάνεται. τήν συναγωγική σχέση. τό περιεχόμε­ νο τής αίσθησης. Πώς πρέπει νά κατα­ λάβουμε τις αισθήσεις τών αισθητηριακών αυτών δεδομέ­ νων ώς σχετιζόμενες μέ (ενδεχομένως θεμελιωτικές) μή παράγωγες πεποιθήσεις. Έδώ είναι πού συναντούμε τή διάκρι­ ση άνάμεσα στο έπιστημικό και τό μή έπιστημικό. Γιατί μόνο πράγματα μέ προτασιακή δομή μπορούν νά εΐναι προκείμενες συλλογισμών. θά ήταν δυνατό νά έχουμε μιά αίσθηση χωρίς γι’ αύτό νά πιστεύουμε κάτι. έννοημένες μέ δρους μή έπιστημικών σχέσεων άνάμεσα σέ κάποια περιεχόμενα αίσθησης καί αύτούς πού τά άντιλαμβάνονται. τότε εΐναι δύσκολο νά δούμε πώς ή αίσθηση ένός αισθητηριακού περιεχομένου θά μπορούσε νά συνεπάγεται ή νά δικαιολογεί έναν ισχυρισμό. οί αισθήσεις. (Αύτή είναι έν τέλει ή θέση πού υιοθετεί καί ό Σέλλαρς. καί δοξαστά προσδιορισμένα στή γλώσσα τών λόγων.

Γιά νά διατηρήσει ένα ρόλο γιά τά νοητικά καθέκαστα πού γίνονται αισθητά (αισθητηριακά δεδο­ μένα (δεηδβ άαία). πού είναι ένα καθέκαστον. έφόσον πρέπει νά μάθει κανείς μέσφ έμπειρίας καί έκπαίδευσης ποιά είναι τά δρια τών τάξεων. ό θεωρη­ τικός αύτός θά πρέπει νά είναι διατεθειμένος νά πει τά άκόλουθα: «Ή πρωταρχική έννοια είναι ή πεποίθηση δτι τό πε­ ριεχόμενο τής αίσθησης χ έχει τήν ιδιότητα Ρ. Καί είναι φυσικό νά σκεφτοϋμε δτι ή ικανότητα τής ταξινόμησης άποκτάται.Τό αισθη­ τηριακό περιεχόμενο. γιά τήν όποία μιλάνε οί οπαδοί τοϋ δε­ δομένου. δέν είναι κάτι πού πρέπει νά αποκτηθεί μέσω έμπειρίας ή εκπαίδευσης. Όργανισμοί τοϋ κατάλληλου είδους τήν έχουν άπλώς ευρισκόμενοι σέ έγρήγορση.Τό σημαν­ τικό στήν άνάλυση αύτή είναι δτι οί έπιστημικές έννοιες προϋποτίθενται. περιεχόμενα τής αίσθησης πού γίνονται άντιληπτά ώς ένα είδος αισθητού άντικειμένου). Στο σημείο αύτό εισάγεται μιά περαιτέρω σκέψη: Ή ικα­ νότητα νά βρίσκεται κανείς σέ παθητικές αίτιακές σχέσεις μέ τον φυσικό κόσμο. £ 6. άκόμη καί κατ’ άρχήν -άν καί τά έπιχειρήματά του δέν έξαρτώνται άπό τον ισχυρισμό αύτόν. πού καί τά δύο θά ήταν καθέκα­ στα). Άλλά ή ικανότητα νά έχει κανείς πεποιθήσεις τής μορφής «τό χ είναι Ρ» περιλαμβάνει τήν ταξινόμηση κάποιων άπαξ ή καθέκα­ στα ύπό έπαναλήψιμα ή καθόλου. Αύτή ή γραμμή σκέψης όδη- . είναι τό προθετικό άντικείμενο τής έπιστημικής αϊσθησης».154 ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΠΡΑΝΤΟΜ αγωγές καί νά κληρονομηθεί τό καθεστώς τής δικαιολόγησης. ό Σέλλαρς πιστεύει δτι καμμιά τέτοια άναγωγή τοϋ έπιστημικοϋ στο μή έπιστημικό δέν είναι δυνατή. έτσι ώστε οί αισθήσεις νά μπορούν νά έχουν τή θεμελιω­ τική τους λειτουργία. Νά αισθανθεί κανείς τό αισθητηριακό περιεχόμενο χ σημαίνει νά πιστεύει δτι έχει κάποιο (όποιοδήποτε) χαρακτηριστικό Ρ. δέν εξηγούνται μέ δρους μιας ύποθετικά προηγουμένως κατανοημένης μή έπιστημικής έννοιας τής αίσθησης ένός περιεχομένου τής αίσθησης (πού θά τό σκε­ φτόταν κανείς ώς μιά σχέση άνάμεσα σέ ένα υποκείμενο καί ένα περιεχόμενο αίσθησης. Στήν πραγματικότητα.

ο. Όπότε μάς οφείλει (καί θά δώσει) μιά νέα έξήγηση τόσο γιά τις σκέψεις δσο καί γιά τις αισθή­ σεις. Ή διάγνωση τοΰ Σέλλαρς. ή αίσθηση τών αισθητηριακών περιε­ χομένων γίνεται ένα μή έπιστημικό συμβάν. Αλλά τότε τί είναι ή αίσθηση. Ή ικανότητα νά αισθάνεται κανείς περιεχόμενα αίσθησης είναι μή έπίκτητη. καί περαιτέρω γιά τις άρχές (τόσο κατά τήν τάξη τών αιτιών δσο καί κατά τήν τάξη τών λόγων) τής γνώσης. δπως τό κόκκινο καί τό ψηλό. Β. πείνα. Αύτό θά άπαιτοΰσε κάτι πολύ περισσότερο άκόμα καί άπό αύτό πού ισχυρίζονται οί όψιμοι οπαδοί τής θεωρίας τών έμφύτων ιδεών. έφόσον έμφυτες θά έπρεπε νά είναι κάποιες έννοιες πραγματικών έννοιών. Μιά τέτοια διέξοδος θά σήμαινε δτι παραβλέ­ πει κανείς τή γραμμή πού άκολουθήθηκε στις [4] καί [5]. έγγενεΐς. καί ό Σέλλαρς τό έγκαταλείπει. Α ν έγκαταλειφθεΐ ή Β. καί δχι μόνο άπλές γραμματικές μορφές. κ. ό θεωρητικός τών αισθητηριακών δεδο­ μένων είναι ύποχρεωμένος εϊτε νά ισχυριστεί δτι πρέπει νά έξασκηθοΰμε στήν παιδική μας ήλικία γιά νά αισθανθούμε πόνο. πού δέν είναι άκόμα μιά θερα­ πεία γιά τήν έννοιακή άσθένεια τής παραδοχής τοΰ δεδομέ­ . τό όποιο μπορει νά είναι τό πολύ μιά λογικά άναγκαία συνθήκη γνώσεως μή συναγωγικών πεποιθήσεων. πρέπει νά έξηγήσουμε ποιές καθολικές έννοιες είναι έμφυτες (μή έπίκτητες. # 7.κ. Ή ικανότητα νά γνωρίζει κανείς γεγονότα τοΰ τύπου «τό χ είναι Ρ» είναι έπίκτητη. σάν τον Τσόμσκυ (Οιοπΐδ1ίγ). Τό Α είναι ό Μύθος τοΰ Δεδομένου σέ μία άπό τις μορφές του. φαγούρα..ΟΔΗΓΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ 155 γεΐ στο τρίλημμα πού περιμένει τον θεωρητικό τών αισθητη­ ριακών δεδομένων ό όποιος θά ήθελε νά μπορει νά πει Α. ή νά ισχυριστεί δτι νά αισθάνε­ ται κανείς αύτά τά πράγματα δέν είναι αίσθηση. δχι δμως μιά λογικά έπαρκής συνθήκη της. έμφυτες) καί ποιές δέν είναι. Α ν έγκαταλειφθεΐ ή Α. «Ό Σ αισθάνεται το κόκκινο αισθητηριακό περεχόμενο χ» συνεπάγεται «ό Σ πιστεύει (γνωρίζει) μή συναγω­ γικά δτι τό χ είναι κόκκινο». Α ν έγκαταλειφθεΐ ή Γ. Γ.

καί θά περιγράψει τον ρόλο τού καθενός. (Μί­ λησα μέχρι έδώ γιά πεποίθηση.χ. γιά παράδειγμα. ή νά άκούσουμε δτι ένας ορισμένος ήχος είναι ντο δίεση.) . αισθήσεις κόκκινου ή ντο δίεση. Θά άποκαλέσει τό πρώτο είδος «αισθητηριακές έντυπώσεις» καιτό δεύτερο είδος «σκέ­ ψεις». θά εξηγήσει πώς σχετίζονται μέσα στήν άνθρώπινη γνώση. έπιλεγμένα χάρη στον αίτιακό τους ρόλο. έκεΐ πού ό Σέλλαρς μιλάει γιά γνώση. στο όποιο άνήκουν τά δύο αύτά εϊδη. πού μπορούν νά συμβούν σέ άνθρώπινα δντα (καί ζώα) χωρίς νά προηγείται κάποια διαδικασία εκμάθησης ή σχηματι­ σμού έννοιών καί χωρίς τά όποια θά ήταν ύπό μίαν έννοια άδύνατο νά δει κανείς. Τό πρώτο σύνολο έπεισοδίων άποτελεΐται άπό καθέκαστα. Τής ιδέας δτι υπάρχουν κάποια έσωτερικά έπεισόδια -π. είναι δτι τούτη προκύπτει άπό τή σύγχυση δύο γραμμών σκέψης. πού ή πρώτη συνάγεται άπό μιά προσπάθεια νά δώ­ σει κανείς μιά έπιστημονική έξήγηση τής άντίληψης καί τής άπόκτησης έμπειρικών πληροφοριών καί ή δεύτερη άπό μιά προσπάθεια νά δοθεί μιά θεμελιωτική έπιστημολογική έξή­ γηση τοΰ καρτεσιανού προτύπου πού έξετάσαμε παραπάνω στή συζήτηση τής [3]. Ό Σέλλαρς θά μάς δώσει μιά παρουσίαση (άρχίζοντας στήν [45]) τού γένους εσωτερικό επεισόδιο. γιά παράδειγμα. κόκκινα ή ντο δίεση* καί δτι τά έπεισόδια αύτά είναι οί άναγκαΐες συνθήκες τής έμπειρικής γνώσης. Τής ιδέας δτι ύπάρχουν κάποια έσωτερικά έπεισόδια πού είναι οί μή παράγωγες γνώσεις δτι κάποια πράγ­ ματα είναι. στο μέτρο πού παρέχουν στοι­ χεία γιά δλες τις άλλες έμπειρικές προτάσεις. 2. πού έπιλέγονται βάσει τοΰ συναγωγικού ή δικαιολογητικοΰ τους ρόλου. Τέλος.156 ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΠΡΑΝΤΟΜ νου. 1.Τό δεύτερο άποτελεΐται άπό ισχυρισμούς δομημένους σέ μορφή προτάσεων. δτι ή πρόσοψη ένός φυσικού άντικειμένου είναι κόκκινη καί τριγωνική. προκειμένου νά τονίσω δτι τό έρώτημα τής δικαιολόγησης χ\ τών έγγυήσεων πού έχουμε γιά κάποιες μή συναγω­ γικές πεποιθήσεις μένει άκόμα πρός συζήτηση.

Ή ιδέα αύτή ύπόκειται στις σχετικές «περιπλοκές» άκριβώς πού έπεσήμανε ό Σέλλαρς: • Πρέπει άραγε νά σκεφτοϋμε τήν ύπό έξέταση αίσθηση ώς ένα είδος καθέκαστον (μέ δομή σάν αύτή τοϋ τριγώ­ νου) ή ώς ένα είδος πεποιθήσεως (μέ δομή προτάσεως). Μέ τον τρόπο αύτόν ό Έ ιερ βλέπει τον λόγο περί αίσθήσεως αισθητηριακών δεδο­ μένων ώς άντίστοιχο μέ καί παράγωγο τοϋ λόγου περί τού πώς φαίνονται ή μοιάζουν τά πράγματα σέ ένα ύποκείμενο. • Ή ικανότητα νά έχουμε έμπειρική γνώση σάν κι αύτή άποκτάται μέ τήν έμπειρία ή προηγείται τής έμπειρίας. Μπορει νά έγκαταλείψει κανείς έντελώς τή μή έπιστημική πλευ­ ρά τών πραγμάτων καί νά υιοθετήσει τήν πλευρά τής θεμε­ λιωτικής μή παράγωγης πεποίθησης. Αύτή και οί έπόμενες δύο παράγραφοι (πού καί οί δύο σημειώνονται στο πρωτότυπο ώς παράγραφος 9!) είναι κατά κάποιο τρόπο μιά παρέκβαση. προκειμένου νά άποφύγει τό δίλημμα τής άντίθεσης άνάμεσα στο μή έπιστημολογικά προσδορίσιμο καθέκαστον καί τή μόνο έπιστημικά προσδιορίσιμη καί προτασιακά δο­ μημένη προκείμενη πού τής κατασκευάζει ό Σέλλαρς. Ό Σέλλαρς ξαναπιάνει τό κυρίως νήμα τής σκέψης του στήν [10].[9] Μιά άλλη γλώσσα. Ό οχοιίΓδίΐδ χρησι­ μοποιείται γιά νά εισαγάγει κάποιες σημαντικές ιδέες πού θά συζητηθοϋν στή συνέχεια. Τό θέμα έδώ είναι ποιά μορφή θά μπορούσε νά πάρει ή θεωρία τών αισθητηριακών δεδο­ μένων.ΟΔΗΓΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ 157 Τό άποτέλεσμα τής παράλληλης κινήσεως κατά μήκος αυτών τών δύο γραμμών σκέψης είναι «ή ιδέα δτι ή αίσθηση ένός κόκκινου τριγώνου είναι τό κατ3 έξοχήν παράδειγμα εμπειρικής γνώσης». £ 8. Τό προτεινόμενο έχει τρία μέρη: α) Υπάρχει ένα σύνολο μή παράγωγων πεποιθήσεων πού . • Προηγείται άπό τό ύπόλοιπο τής γνώσης μας κατά τήν τάξη τής αίτιακής πρόκλησης ή κατά τήν τάξη τής όίκαιολόγησηςκ αί τής προφάνειας. Μέρος II [8] .

» ή «Μοϋ φαίνεται τή στιγμή αύτή σάν. άν καί. δέν άποτελει άναγκαία προϋπόθεση μιας άπαντήσεως. Έδώ ό Σέλλαρς κάνει μιά παρατήρηση σχετική μέ τήν παραπάνω προσέγγιση καί στή συνέχεια τή θέτει ένώπιον ένός διλήμματος.. (Σημειωτέον δτι αυτό θά ήταν άρκετό γιά νά άπαντήσει κανείς στο έπιχείρημα τής εις άπειρον άναγωγής πού σχεδιάστηκε παραπάνω στήν [[3]].. δπως ισχυρίστηκα στο σημείο αύτό.». έπί ποινή εις άπειρον άναγωγής δέν είναι δυνατόν νά σφάλλει κανείς καί γιά τό πρώτο. Τέλος. προκαθορισμένες άπό τον ειδικό τελεστή (ορεΓ3Ι ο γ ): «Μοϋ φαίνεται τή στιγμή αύτή δτι. Ά ν τό καταλάβουμε έτσι.»... Έ πειτα μιά πραγμοποιητική κίνηση: Μιά έφαρμογή τής καρτεσιανής άρχής δτι. δέν ύπάρχουν καθέκαστα τά όποια νά είναι αισθητηριακά δεδομένα -οί φαινομενικά άτομικοί δροι άναφοράς πού δίνουν τήν άντίθετη έντύπωση πρέπει νά έννοηθοϋν μέσα στά συμφραζόμενά τους. «Μοϋ φαίνε­ ται τώρα δτι. γ) Προτάσεις τής μορφής «Ό Σ έχει ένα αισθητηριακό δε­ δομένο (ή έχει συνείδηση ένός αισθητηριακού δεδομέ­ νου) πού είναι Ρ» (άς ποϋμε κόκκινο καί τριγωνικό) είναι έξ όρισμοϋ ισοδύναμες μέ προτάσεις τής μορφής «Ό Σ έχει τήν έντύπωση δτι αισθάνεται κάτι Ρ». £ 9. Πρώ­ τα μιά κοινοτοπία: Μπορει νά σφάλλω πιστεύοντας δτι υπάρχει ένα κόκκινο τρίγωνο μπροστά μου. Δέν μπορώ νά σφάλλω ώς πρός τό δτι μοϋ φαίνεται πώς υπάρχει.) β) Τρεις άλληλένδετες περιγραφές ένός φαινομένου... δπως τό έννοούμενο ύποκείμενο στο «βρέχει».158 ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΠΡΑΝΤΟΜ σχηματίζουν μιά δικαιολογητική βάση γιά τό υπόλοιπο τών έμπειρικών μας πεποιθήσεων. Ή παρατήρηση άφορά άπλώς τά έμφανι- . καίτοι τό φαινόμενο πρέπει νά διακριθεΐ άπό τήν πραγματικότητα. ένας θεμελιω­ τικός ισχυρισμός: Τό σύνολο πού άναφέρεται στο (α) άποτελεΐται άπό πεποιθήσεις πού θά έκφράζονταν άπό προτάσεις χρησιμοποιούμενες γιά άντιληπτικές άναφο­ ρές. έφόσον τά ύποκείμενα μποροϋν νά σφάλλουν δσον άφορά τήν τελευταία.

ξεκι­ νώντας άπό τις [39]-[44]). Ά ν ό περί αισθητηριακών δεδομένων λόγος είναι άπλώς ένας κώδικας (στο μέτρο πού δέν είναι παρα­ πλανητικός) είναι περιττός.ΟΔΗΓΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ 159 ζόμενα ύπό μορφήν γένους. Δέν μπορεΐ νά εξηγήσει τίποτε σχετικά μέ τά φαινόμενα. άλλά μάς έπιτρέπει νά δούμε άλλιώς τούς ισχυρισμούς (α) καί (β) μέ τούς οποίους συνδέθηκε. Τό συμπέρασμα τοϋ Σέλλαρς είναι δτι αύτή ή γραμμή σκέψης ήδη στο στάδιο τοϋ (β) εδραιώνει τή δυνα- . Τό δίδαγμα είναι δτι αύτή ή γραμμή σκέψης δέν είναι έξολοκλήρου έσφαλμένη. χωρίς νά έχει έναν καθορισμένο άριθμό πλευρών. Έπομένως τό (γ) δέν είναι μέν ένας τρόπος νά άποφύγει κανείς τό πρόβλημα. έτσι πού είσάγονται άπό τήν ισοδυ­ ναμία πού θέτει τό (γ). Ή παρουσίαση πού θά δώ­ σει ό Σέλλαρς μάς παρέχει μιά θεωρία τών φαινομένων. ή όποία νά τά εξηγεί σχετίζοντάς τα μέ κάποιου είδους καθέκαστον. Άλλά τίποτε δέν μπορεΐ νά είναι πολυγωνικό.) Έπομένως οί συνα­ γωγές πού δικαιούται κανείς νά κάνει στον περί αισθητη­ ριακών δεδομένων λόγο. £ 9. δέν είναι οίιδιες μέ αύτές πού έπιτρέπει ό λόγος τοϋ θεωρητικού τών αισθητηριακών δεδομένων γιά τά αισθητηριακά δεδομένα ώς καθέκαστα (γιά τά όποια ή παραπάνω «συναγωγή πρός περαιτέρω καθορισμό» ισχύει). Τί νά τον κάνουμε. ή όποία θά περιλάβει καί θά συμφιλιώσει τό (1) καί τό (2). Τό δίλημμα παρουσιάζει μιά σοβαρότερη άντίρρηση. δεύτερη. (Ή άντίθεση αύτή θά έξερευνηθεΐ στήν [17]. σω­ στά εννοημένα. συγκεκριμένα μέ τά αισθητηριακά δεδομένα. (Ό Σέλλαρς άρχίζει νά έξηγεΐ τί πιστεύει γιά τή θεωρητική έξήγηση ένγένει στις [21] καί [22]. χωρίς νά φαίνεται νά έχει ένα καθορισμένο άριθμό πλευρών. τήν όποία άκριβώς ή θεωρία τοϋ κώδικα έχει σχεδιαστεί γιά νά άποφύγει. Γιά νά τό κάνει θά έπρεπε νά είναι μιά θεωρία των φαινομένων. Κάτι μπορει νά φαίνεται πολυ­ γωνικό. Άλλά κάτι τέτοιο θά μάς έπανέφερε στή γραμμή σκέψης (1) παραπάνω (στις [7] καί [[7]]). Θά διαβάσουμε πολύ περισσότερα σχε­ τικά μέ τό θέμα αύτό στο δεύτερο ήμισυ τοϋ δοκιμίου. Έπομένως ό κώδικας είναι παραπλανητικός.

είναι σημαντικό νά δοϋμε ποιό είναι τό λάθος τής άπο­ ψης πού έκφράζουν τά πρώτα -γιατί ή άναγωγή τήν όποίαν προϋποθέτουν είναι άδύνατη. έπειδή ή ύπαρξή τους δέν είναι διϋποκειμενικά έπαληθεύσιμη ή διαψεύσιμη. Έφόσον ή άποδοχή τών (α) καί (β) είναι πολύ πιο διαδεδομένη άπό τήν άποδοχή τοϋ (γ). δπως άποφαίνονται τά (α) καί (β). α) Οί λογικοί θετικιστές άρνήθηκαν δτι μποροΰν νά ύπάρχουν τέτοια έπεισόδια. Αύτή είναι ή πηγή τοΰ παραδοσιακοΰ προβλήματος τών άλλων νόων καί . Γιά τον σκοπό αύτό ό Σέλ­ λαρς στρέφεται πρός τή λογική τοϋ λόγου τοϋ «φαίνεται» [«δείχνει»] ή τοϋ «μοιάζει».[20] Ή λογική τοΰ «δείχνει» £ 10. μεσολαβημένες άπό έπαγωγικούς συσχετισμούς φαινομέ­ νων καί πραγματικοτήτων. Α ς ξεκινήσουμε εξετάζοντας τό γένος εσωτερικό επεισόδιο στο όποιο κάθε υποκείμενο έχει προνομιακή πρόσβαση. δλα τά έμπειρικά στοιχεία προκύπτουν έσχάτως άπό τό πώς φαίνονται τά πράγματα. Γιά νά βγοΰμε άπό τό τρίλημμα τής [6] είναι άναγκαιο «νά εξετάσει κανείς αύτές τις δύο ιδέες [(1) καί (2) στις [7] καί [[7]]] καί νά προσδιορίσει πώς δ. Τό έναλλακτικό ένδεχόμενο μοι­ άζει νά είναι νά βρει κανείς έναν άναγωγικό ορισμό σύμφω­ να μέ τον όποιο «ό καθημερινός λόγος γιά φυσικά άντικείμενα καί άντιλαμβανόμενα ύποκείμενα θά μπορούσε (κατ’ άρχήν) νά κατασκευαστεί άπό προτάσεις τής μορφής “Μοι­ άζει νά ύπάρχει ένα φυσικό άντικείμενο μέ κόκκινη καί τρι­ γωνική πρόσοψη έκειπέρα”». μετά τήν κριτική. Μέρος III [10] .τι έπιβώνει άπό τήν καθεμία.160 ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΠΡΑΝΤΟΜ τότηχα άπό ισχυρισμούς άποκλειστικά γιά τό πώς φαίνονται τά πράγματα νά περάσουμε σέ ισχυρισμούς γιά τό πώς είναι δντως τά πράγματα. Άλλά άν. κοινή στις αισθήσεις καί τις σκέψεις. είναι σαφές δτι ένας τέ­ τοιος συμπερασμός δέν μπορει νά έχει έμπειρικές έγγυήσεις. μπορει νά συνδυαστεί μέ τήν άλλη».

Ό π ω ς ό Κουάιν τό επιλύει. λ. βλ. τήν ιδέα δτι έσωτερικά έπεισόδια μποροϋν νά είναι προκείμενες μιας συναγωγικά εδραιωμέ­ νης γνώσης. Τό έρώτημα είναι πώς μποροΰμε νά ξέρουμε κάτι γιά τις εμπει­ ρίες τών άλλων άν έξ όρισμοΰ είναι εσωτερικές καί ιδιωτικές. ώς ιδιωτικά. Ματοεί-Ε. πιθανώς. δ. έντέλει δέν έχει καμμία ση­ μασία τί περιέχει τό κουτί -ή λέξη «σκαθάρι» μάλλον ίσοδυναμεΐ μέ τήν έκφραση «αύτό πού είναι μέσα στο κουτί». κεφ. Άναφορά στον άφορισμό 293 τών Φιλοσοφικών έρεννών τοΰ Βίτ­ τγκενστάιν.χ. Τό πρόβλημα πρωτοαπαντάται. ΟοηΞάοιιχΠ638 αηά €οηίβηιροΓαΓγ 5'άβηοβ. "Οτι τό νόημα τοΰ προβλήματος πού θέτει ό Βίττγκενστάιν είναι άλλο. βιβλ. Κήρΐίε.12 Γιά νά άποφύγει νά διατηρεί τέτοιες μή έπαληθεύσιμες ύποθέσεις μπορει κανείς νά άπορρίψει τήν ιδέα (1). καί άντιστρόψως. 14. παρά ονομάζει κάτι· τό ύποτιθέμενο «κάτι» βρίσκεται εκτός τοΰ γλωσσικού παιγνίου.14 12. καί έφόσον κανείς δέν βλέπει τό σκαθάρι τοΰ άλλου. σ. ούτε έχει καμμία σημασία -ή ενότητα προκύπτει άπό τή λέξη καί δχι άπό κάτι στο όποιο ή λέξη άναφέρεται. επειδή. ΒΐδΐαοΙι (έπ. Λη Εζζαγ Οοηαβτηίηξ Ηιιηιαη υηάβτείαηάΐηξ. Τό πρόβλημα έχει τήν ίδια δομή μέ αύτό τοΰ κατά Κουάιν άνεξιχνίαστου χαρα­ κτήρα τής άναφοράς (ΐηδ€Γϋΐ3ΐ)ί1ίΐγ οί τείετεπεε) ή τής άπροσδιοριστίας τής μετάφρασης (ΐηάεΙεπηΐη8€ν οί ΐΓ3ηδ1αΙίοη). καί πολύ πιό ενδιαφέρον.μ. τό όποιο δέν μπορεΐ νά δείξει στούς άλλους. στο έπίπεδο πού τον ένδιαφέρει. καί τό νόημα τής λέξης καθο­ ρίζεται άπό τή χρήση της καί δχι άπό κάποια άναφορά της. Δέν 0ά ύπήρχε τρόπος νά εξακριβώ­ σουμε δτι αύτό δέν συμβαίνει.μ.. Ό δρος άναφέρεται στο ενδεχόμενο νά διακρίνω. Όξφόρδη 1988) λύνει τό πρόβλημα τών άντεστραμμένων φασμάτων άρνούμενος τήν ύπαρξη τών υποκειμενικά αισθητών ποιοτήτων (ςυ^ΐώ). έτσι καί ό Ντέννετ («Οιπηίιΐβ 0ιι&1ΐ3». Σ. β) Ό Βίττγκενστάιν καί κάποιοι άπό τούς οπαδούς του καταπολέμησαν τήν (2). άλλά ή άπάντηση στο έρώτημα «Τί έχεις στο κουτί.τ. έκφεύγουν τοϋ δικτύου τοϋ δημόσιου λέγειν καί τής εκμάθησης τής γλώσσας (τό σκαθάρι μέσα στο κουτί13καί τό έπιχείρημα τής ιδιωτικής γλώσσας).χ.» είναι «"Ενα σκαθάρι». θεωρώ δτιτό έδειξε πειστικά ό Κρίπκε* βλ. Ο υΡ. άλλά αύτό πού ονομάζω πράσινο νά άντιστοιχεΐ σέ αύτό πού οί άλλοι ονομάζουν κόκκινο.. 13. π. στον Λόκ. Ό τα ν ονομάζουμε μιά έσωτερική κατάσταση. . II. Τό δείχνει χρη­ σιμοποιώντας τήν εικόνα ένός κουτιοΰ μέ ενα σκαθάρι: Ό καθένας έχει τό κουτί του. έντέλει ούτε ξέρουμε άν έχουμε δλοι τον ϊδιο πόνο. 389).). πόνο. διότι δλες οί σημασίες είναι κοινωνικές. § 15 (έ'κδ. Όξφόρδη 1975. σΆταηάοη ΡΓεδδ.ΟΔΗΓΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ 161 τοϋ άντεστραμμένου φάσματος (ίηνβΓίεά δρβοίπιιη). καταργώντας τήν έννοια τοΰ νοήματος. δλα τά χρώ­ ματα. Ή άπάντηση πού δίνει ό Βίττγκενστάιν είναι δτι έντέλει ή εσωτερικότητα τών εμπειριών είναι χωρίς σημασία. Πλήν ξέρει κανείς τί σημαίνει «σκαθάρι» μόνο βλέποντας τό περιεχόμενο τοΰ κουτιοΰ του. Σ. τ. εις Λ. ΝκΜίΙοΙι. XXXII.

Ειρήσθω έν παρόδω δτι. Πράγμα πού σημαίνει δτι. θά είχε κανείς τον πειρασμό νά πει. τοϋ Μύθου τοϋ Δεδομένου. άλλά γιά δλα τά λογικά δντα. ώς πρός τό δτι ή άποκήρυξη αύτή τών έσωτερικών έπεισοδίων δέν είναι (δπως βλέπουμε στις επό­ μενες παραγράφους) επαρκής γιά τήν αντιμετώπιση τοϋ έχθροϋ τοϋ Σέλλαρς. Αύτό πού θά έπρεπε νά άπορρίψει κανείς γιά νά άποφύγει τό πρόβλημα τών άλλων νόων και τό ένδεχόμενο τών άντεστραμμένων φασμάτων είναι ό Μύθος τοϋ Δεδομένου. όχι ή έννοια τών έσωτερικών έπεισοδίων. μπορει νά είναι ιδιωτική. ΨΐίΙββηΜβΐη οη ΚιιΙβ5 αηά Ρήναίβ Ταηξίιαξβ. Θά έπιστρέψουμε στούς πρώτους άργότερα έξετάζοντας τον «συμπεριφορι­ σμό» ([54]-[55]). δηλ. άρα είναι ή δυνατότητα νά δεχθώ σημασίες πού δέν έχω ήδη (νά άκούσω. Όξφόρδη 1982. Ό Σέλλαρς θά ισχυριστεί (στις παραγράφους [45]-[47]) δτι τό (β) είναι ένας ισχυρισμός συγχρόνως ύπερβολικά ισχυρός καί ύπερβολικά άσθενής. άγγέλους κ.τ. λ. τότε ό μή διαψεύσιμος πυρήνας του (διότι ύπάρχει καί μία πλευρά διαψεύσιμη μέ έπιχειρήματα πού χρσιμοποίησε ήδη ό νΕιερ) περιέχεται ήδη στον Καρτέσιο: Θέτοντας τό ερώτημα πώς μπορούμε νά ξέρουμε δτι τά ζώα δέν έχουν γλώσσα.μ. άν τό νόημα τής προβληματικής ήταν αύτό πού λέ­ γεται συνήθως. μπορώ νά έχω έναν προσωπικό κώδικα -άλλά αύτό δέν είναι γλώσσα μέ τήν πλήρη σημασία τοΰ δρου. δτι ό ήθικός νόμος δέν ισχύει μόνο γιά τον άνθρωπο.. ένίοτε. Είναι ύπερβολικά ισχυρός ώς πρός τό δτι τά έσωτερικά έπεισόδια δέν υπάρχει λόγος νά ξεφεύγουν άπό τό δίχτυ τοϋ δημόσιου λέγειν. περικλείει ούσιαστικά τό ίδιο περιεχόμενο -τό διαφυλάσσει. Σ. (Τό δεύτερο ήμισυ τοϋ Ό εμπειρισμός καί ή φιλοσοφία τοϋ νοϋ έχει ώς στόχο νά μάς δείξει πώς νά σκεφτοϋμε τά έσωτερικά έπεισό­ δια -ως θεωρητικές οντότητες πού έγιναν παρατηρήσιμες. ώς κόρην όφθαλμοΰ (εις πείσμα δσων εντυπωσιάζονται άπό πρόσφατες φιλοσοφικές «άνακαλύψεις».162 ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΠΡΑΝΤΟΜ Ό Σέλλαρς διαφωνεί και μέ τούς δύο. στο μέτρο πού δέν είναι κώδι­ κας. ύπερβατολογικά έννοημένο) κα'ι νά δημιουργήσω σημασίες πού δέν έχουν οί άλλοι (νά μιλήσω. (Στο μέ­ τρο πού είναι κώδικας.).) Ή άπόσταση ύπερβατολογικής φιλοσοφίας καί ψυχολογισμού (πού επιτρέπει στον Κάντ νά πει. ύπερβα­ τολογικά έννοημένο). πού μοιάζουν.λπ. θά είχαν βρει τρόπο νά μάς μιλήσουν. δπερ έδει δεϊξαι.) Είναι πολύ άσθενής. . είναι φύσει κοινωνική. Βίαοΐανοΐΐ. άν είχαν.χ. άρα. άπαντοϋσε δτι. ή γλώσσα δέν έχει κλειστό κύκλο σημασιών. μέ ανακαλύψεις τοΰ τροχοΰ άπό τήν αρχή).

μπορεΐ κανείς άκόμα νά είναι θύμα τοϋ Μύθου. Ή άποψη αύτή είναι ή ούσία του καρτεσιανού θεμελιωτισμοϋ. είναι ένα θεμέλιο γνώσης. καί μόνο έπειτα. όποιο είναι δυνατό νά σχηματιστεί ένα σύνολο αποφάνσεων (δίαίοπίθηΐδ) ώς πρός τις όποιες τά υποκείμε­ να δέν μπορούν νά σφάλλουν. δέν είναι δυνατόν νά σφάλω μέ τον ϊδιο τρόπο . νά μάθει νά χρησιμοποιεί τήν ορισμένη έννοια (εΐναι Ρ). £ 12. μέ τό όποιο είναι δυνατό νά διατυπω­ θούν μόνο έπιδεχόμενες διόρθωση. άν κάτι μοιάζει Ρ στον Σ. θά μπορούσε τό δεύτερο νά οριστεί μέ δρους τοϋ πρώτου. [21]) δτι. τό μοιάζει κόκκινο προηγείται έννοιακά (καί έπομένως κατά τήν τάξη τών λόγων) τοϋ είναι κόκκινο . μέ τό. καί έπομένως πρέπει νά προηγείται μέ τήν έννοια αύτή τοϋ λε­ ξιλογίου τοϋ είναι Ρ. ό Σέλλαρς θεωρεί τήν έννοια τοϋ λεξιλογίου τού «μοιάζει» άνεξάρτητη άπό κάθε σχέση πού θά μπορούσε νά θεωρηθεί δτι έχει μέ έσωτερικά έπεισόδια ώς καθέκαστα. έτσι πού νά μπορεΐ κανείς νά μάθει πώς νά χρησιμοποιήσει τήν όρίζουσα έννοια (μοιάζει Ρ) πρώτα. άκόμα κι άν δέν δέχεται κανείς (δπως θά δφειλε κανείς νά μήν δέχεται. πρβλ. εΐναι τε­ τράγωνος). πέρα μακριά. Γιά νά καταπολεμήσει τήν πιο ύπου­ λη αύτή μορφή τοϋ Μύθου.ΟΔΗΓΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ 163 £ 11. Ό Καρτέσιος καί ή παράδοσή του ισχυρίζονταν δτι τό λεξιλόγιο τοϋ μοι­ άζει Ρ. μέσω τοϋ ορισμού. επομένως. Ένώ είναι δυνατόν νά σφάλω ώς πρός τό άν κάτι εΐναι κόκκινο (ή άν ό πύργος. γιά λόγους τού άντεστραμμένου φάσματος καί τοϋ σκαθαριού μέσα στο κουτί. Δηλαδή. άρνειται κανείς νά μιλήσει γιά έσωτερικές ιδιότητες αυτών τών φαινομένων. παράγωγες πεποιθή­ σεις. Δηλαδή. Τον Καρτέσιο έντυπωσίαζε τό γεγονός δτι ή διάκριση φαινόμενο/πραγματικότητα μοιάζει νά μήν ισχύει γιά τά φαινόμενα τά ϊδια. Τό πρόβλημα είναι δτι οί μή παραγωγές πεποιθήσεις τής μορφής «Τό χ μοιάζει Ρ στον Σ» μπορει νά θεωρηθούν δεδομένες ύπό τήν κακή έννοια άν. κάτι είναι Ρ (δηλαδή τή «συναγωγή άπό τά αισθητηριακά δεδομένα»). Τό έρώτημα είναι.

τι φαίνονται. Οι τελεστές δείχνει. Ά ν φαίνεται σάν νά φαίνεται κόκκινο. έχει μιά διακριτική φαινόμενη ίδότητα. άν ή ιδιότητα πού δηλώνουμε μέ τή λέξη «κόκκινο» είναι αύτή πού μοιάζει νά εχει. δηλαδή παριστώνται νά είναι).15Ένώ είναι δυνατόν κάποιος πού άμφιβάλλει νά μέ άμφισβητήσει λέ­ γοντας «Ίσως τό πράγμα νά μήν είναι πραγματικά κόκκινο* ίσως άπλώς φαίνεται κόκκινο».Τά γνωρίζουμε μάλλον άμεσα -άπλώς έχοντάς τα. . μέσω παραστάσεων πού εισάγουν τή δυνατότητα εσφαλμένης παράστασης (/?ΐί5-ΓβρΓ68βηΙίη§) (μιά διάκριση άνάμεσα στο πώς είναι πράγματι και πώς φαίνονται. Άλλά καμμία άντίστοιχη άντίθεση δέν δηλώνεται μέ τή διάκριση άνάμεσα στο μοιάζει σάν νά μοιάζει Ρ και στο μοι­ άζει Ρ. Τό συμπέρα­ σμα πού έξάγει είναι δτι δέν τά γνωρίζουμε εμμεσα. Μιά άντίθεση άνάμεσα στο φαινόμενο και τήν πραγματικότητα δηλώνεται μέ τήν διάκριση άνάμεσα στο μοιάζει Ρ και τό Ρ γιά συνήθη (ενδεικτικά πραγματικότητας) κατηγορήματα «Ρ». δέν υπάρχει χώρος γιά τήν περαιτέρω άμφιβολία: «Ίσως τό πράγμα νά μήν φαίνεται καν κόκκινο* ίσως μόνο φαίνεται σάν νά φαίνεται κόκκινο». δπου ή τελευταία αύτή φράση κατανοεΐται ώς έχουσα μιά χρήση μή συγκριτική. Δέν μπορώ νά σφάλω ώς πρός τό δτι μοιάζει τέτοιο. λέει ή σκέψη πού συζητάμε. τότε πράγματι φαίνε­ ται κόκκινο. Αλλά. Έ τσι τά φαινόμενα -Εννοημένα ώς ένα βασίλειο οντοτή­ των τις όποιες άναφέρουμε χρησιμοποιώντας μή παράγωγους ισχυρισμούς σχετικά μέ τό πώς δείχνουν τά πράγματα (στήν οπτική περίπτωση) ή γενικότερα μέ τί μοιάζουν ή πώς φαίνονται. Είναι δυνατόν νά σφάλω ώς πρός τό άν τό κόκκινο είναι αύτό πού μοιάζει νά είναι. μοιάζει ή φαίνεται καταρ­ ρέουν άν προσπαθήσουμε νά τούς έπαναλάβουμε. Τά φαινόμενα πραγμοποιούνται άπό τον Καρτέσιο σέ πράγματα πού δντως είναι δ. Άπλώς νά εχει κανείς ένα φαινόμενο («τό φαίνεσθαι 15.παρουσιάζονται νά έχουν τά ούσιώδη χαρακτη­ ριστικά πού πρέπει νά έχουν τά έπιστημολογικά άσφαλή θε­ μέλια τής γνώσης: Δέν μπορούμε νά σφάλουμε ώς πρός αύτά. πού δυστυχώς συμβαίνει νά τήν ξεχωρίζουμε συνδυάζοντάς τη μέ μιά λέξη πού δηλώνει μιά ιδιότητα τοΰ πραγματικού κόσμου. Μοιάζει κόκ­ κινο. αύτό είναι άλλο θέμα.164 ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΠΡΑΝΤΟΜ γιά τό άν μοϋ φαίνεται τή στιγμή αύτή κόκκινο. δηλ.

στήν περίπτωση αύτή. Ό λόγος τοϋ «δείχνει» δέν είναι ένα αύτόνομο στρώμα τής γλώσσας -δέν είναι ένα γλωσσικό παίγνιο πού θά μποροϋσε νά παίξει κανείς άκόμα κι άν δέν θά έπαι­ ζε κανένα άλλο.16 Όπότε τον άπασχολεΐ συστηματικά τό θέμα τής μεθοδολο­ γίας τής μετάφρασης έρωτήσεων έννοιολογικής προτεραιό­ τητας σέ έρωτήσεις πού άφοροϋν τή σχετική αύτονομία δια­ φόρων γλωσσικών παιγνίων. βέβαια. ή σύλληψη μιάς έννοιας δέν είναι παρά ή γνώση τοϋ πώς χρησιμοποιείται μιά λέξη. Ό Σέλλαρς είναι ένας γλωσσολογικός πραγματιστής δσον άφορά τήν έννοιακή σειρά* δηλαδή. κατ’ αύτόν. ή λέξη πρέ­ πει νά έχει έναν συναγωγικό ρόλο· πρέπει νά μπορει νά χρησιμοποιηθεί στον σχηματισμό προκειμένων καί συμπερασμάτων σέ συναγωγές πού νά μποροΰν νά έκτιμηθοΰν ώς ορθές ή έσφαλμένες. μοιά­ ζουν ή φαίνονται τά πράγματα. μοιάζει ή φαίνεται Ρ. Πρέπει κανείς νά είναι ήδη σέ θέση νά χρη­ σιμοποιεί τις έκφράσεις τοϋ τύπου «εΐναι Ρ». Γιά νά είναι έννοια αύτό πού συλλαμβάνει κανείς έτσι. ό Καρτέσιος πήρε τά πράγ­ ματα άνάποδα. άλλά τουλάχιστον δτι κάτι δεί­ χνει.καί προχωρώντας πρός τή γνώση (άν έχουμε καθόλου τέτοια) τοϋ πώς είναι δντως τά πράγματα (έξω άπό τό βασίλειο τοϋ φαινομένου). . Όπότε άνακύπτει ή δυνατότητα νά άνακατασκευάσουμε τή γνώση μας άρχίζοντας μόνο μέ γνώση αύτοϋ τοϋ είδους -γνώση τοϋ πώς δείχνουν. Μέ αύτή τή συγ­ κεκριμένη πρακτική σημασία. Βλ. γιά νά μπορεΐ νά κατέχει εκφράσεις τοϋ τύπου «δείχνει Ρ». τό είναι Ρ έννοιακά (ό Σέλ­ λαρς ένίοτε λέει «λογικά») προηγείται τοϋ δείχνει Ρ. Ή θέση πού θά ύποστηρίξει είναι δτι. Έ τσι ή άπόκτηση τών δια­ φορικών άπαντητικών διαθέσεων πού άπαιτοΰνται γιά τή χρήση τής λέξης «ωχ» δέν έχειτά χαρακτηριστικά σύλληψης μιάς έννοιας. [16] παρακάτω.ΟΔΗΓΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ 165 σέ κάποιον μέ τρόπο Ρ» σέ μία άπό τις παραλλαγές πού συζητεΐ ό Σέλλαρς) ίσοδυναμεΐ μέ τό νά γνωρίζει κανείς κάτι: Ό χ ι δτι κάτι είναι Ρ. Έ να τέτοιο πρόγραμμα άπαιτεΐ οί έννοιες τής μορφής δείχνει Ρ νά είναι κατ’ άρχήν καταληπτές πριν άπό τή σύλλη­ ψη τών άντίστοιχων έννοιών Ρ (ή είναι Ρ). πού άποδεικνύονται έντέλει παρασιτικές τών πρώτων. 16.

μπορει κανείς νά βγάλει τό συμπέρασμα δτι τό χ είναι πράγ­ ματι Ρ. κανονικές. καί δτι. καί έπομένως χωρίς νά βοηθούμε καί νά εύκολύνουμε τά πράγματα γιά τό δεδομένο (βίνεηηβδδ) καί τό είδος θεμελιωτισμοϋ πού ύποστηρίζεται άπό τό λεξιλόγιο αύτό. Ό Σέλλαρς θά δείξει πώς μπορούμε νά άναγνωρίσουμε δτι ό ισχυρισμός αύτός είναι σωστός ορισμός χωρίς νά ύποστηρίξουμε τήν έννοιακή προτεραιότητα τοϋ λεξιλογίου τοϋ «δείχνει». Δέν υπάρ­ χει λόγος νά άρνηθοΰμε δτι οί μή συναγωγικές άναφορές είναι τύπου δηλώσεως γεγονότων.166 ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΠΡΑΝΤΟΜ £ 13. Ή ορολογία τοΰ Σέλλαρς είναι εδώ κάπως τραβηγμένη. Ή προτιμότερη χρήση είναι νά δει κανείς τή διαφορά άνάμεσα σέ ισχυρι­ σμούς πού επιλέγονται μή συναγωγικά καί αυτούς πού προκύπτουν ώς συμπεράσματα συναγωγών ώς μιά διάκριση στο εσωτερικό τοΰ δηλωτικοΰ γεγονότων λόγου. .) Ή κατα­ νόηση τής συστηματικής δυνατότητας λάθους στις άποκριτικές διαθέσεις τών άναφορέων εισάγει μιά νέα διάσταση στή σχέση άνάμεσα στις πρακτικές τής αναφοράς καί αύτές τής συναγωγής. δηλώνουν γεγονότα. §14. καί δτι. δσο γνωρίζει κανείς. έσχάτως. δικαιολόγησης) είναι: Τό χ είναι κόκκινο =όρισμός τό χ θά εόειχνε κόκκινο ύπό κανονικές συνθήκες. ' 17. δταν άληθεύουν. (Ό τι αύτός πού δίνει τήν άναφορά πρέπει νά τά πι­ στεύει δλα αύτά. είναι έτσι διατεθειμένος ώστε συνήθως τό χ νά είναι Ρ. Έδώ ό Σέλλαρς εισάγει τήν έπεξηγηματική παραβολή τοϋ νεαρού Γιάννη στο κατάστημα γραβατών. Ό ορισμός πού έξετάζεται προκειμένου νά τύχει έκμεταλλεύσεως σέ μιά καρτεσιανή τάξη εξήγησης (καί κατ’ αύτό τον τρόπο. είναι κρίσιμο γιά τή συνέχεια τοϋ έπιχειρήματος τοϋ Σέλλαρς. καί νά τά καταλαβαίνει έτσι. έπομένως.17 Ό ταν έχουμε νά κάνουμε μέ κάποιον πού δίνει άξιόπιστες άναφορές. Οί προτάσεις μποροϋν νά έχουν χρήση αναφοράς (μή συναγωγική) δπως μπορούν νά έχουν καί (συναγωγικές) χρήσεις πού (άπλώς) νά δηλώνουν γεγονότα (ί&οΙ δίΗΐίη§). δταν βρίσκεται κάτω άπό τις συνθήκες αύτές. άπό τό γεγονός δτι είναι διατεθειμένος νά πει δτι τό χ είναι Ρ καί δτι οι συνθήκες είναι.

ώς πρός τό όποιο κανένα ύποκείμενο δέν μπορεΐ νά σφάλλει. δταν άνάβει τό κόκκινο φώς). άλλά νά προβαίνει σέ ένα νέου τύπου ισχυρισμό: «Τό χ δείχνει (ή μοιάζει) Ρ». θεμελιωτικά βασικό γεγο­ νός. μή συναγωγικά βεβαιούμενο. Πρώτον. Βέβαια μπαίνει κανείς στον πει­ ρασμό νά έκλάβει τήν άπόφανση αύτή ώς ένα νέο είδος άναφοράς.ΟΔΗΓΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ 167 §15. τό άποτέλεσμα τοϋ δτι έχει μάθει κανείς νά συμπεριφέρεται μέ ορισμένο τρόπο. τό υποκείμενο μα­ θαίνει νά μήν κάνει τήν άναφορά «Τό χ είναι Ρ» στήν οποία τό σπρώχνουν οί προεγγεγραμμένες μέσα του άπαντητικές διαθέσεις.) Δεύτερον. άναφοράς δντως ένός ιδιαίτερου είδους καθέκα­ στον: ένός αισθητηριακού δεδομένου. [32]. κάθε άναφορά εΐναι ή έκδήλωση μιάς άξιόπιστης προδιάθε­ σης διαφορικής άπόκρισης. (Βλ. πού δέν σχηματίζονται μέ τή χρήση κάποιου άναλόγου ένός τελεστή τού «φαίνεσθαι». Ύπάρχουν έδώ δύο σημεία πού πρέπει νά διακριθουν. διότι οί έννοιες πού χρειάζονται γιά τή διατύπωσή του άποδεικνύεται δτι έξαρτώνται άπό άλλες έννοιες. Εΐναι. είναι λάθος νά θεω­ ρήσει κανείς άκόμη καί δτι πρόκειται έδώ γιά άναφορά. Ή έναλλακτική άνάλυση τοϋ Σέλλαρς έξαρτάται άπό τή διάκριση δύο διαφορετικών διαστάσεων τής χρήσεως μιάς μή παράγωγης άναφοράς. Ό Σέλλαρς ταλαντεύεται ώς πρός τό δεύτερο. [γιά έκθεση μιάς κατάστασης] -άφού τά λεγόμενα φανερώνουν μιά διάθεση νά άποκαλέσει κανείς κάτι Ρ. άλλά είναι άπόλυτος ώς πρός τό πρώτο. Ποιά είναι ή διαφορά τώρα άνάμεσα σέ . δταν βρίσκεται σέ ορισμένες περιβάλλουσες κατα­ στάσεις (δπως ένα περιστέρι πού εΐναι έκπαιδευμένο νά χτυ­ πάει μέ τό ράμφος του τό κόκκινο τετράγωνο. δηλαδή. £ (ή παράγραφοί) 16. άλλά ϊσως δέν μπορεΐ κανείς νά σκεφτεΐ δτι δντως λένε δτι έχει κανείς αύτή τή διάθεση. Όπότε σκέφτεται κα­ νείς φυσικότατα δτι ή άναφορά αύτή άναφέρει ένα έλάχιστο. Κατά πρώτον. Έκεΐ πού οί παράπλευρες πεποιθήσεις ύποδεικνύουν δτι τό συστηματικό λάθος είναι πιθανό. είναι λάθος νά άντιμετωπίσει κανείς σέ κάθε περίπτωση τό άναφερόμενο ώς θεμελιωτικά βασικό γεγο­ νός.

μέσφ τής πράξης πού είναι ή άναφορά: Σέ τί δεσμεύεται αύτός πού έκανε τήν άναφορά. είναι δτι ή άπόκριση πρέπει νά καταλαμβάνει μιά θέση μέσα στον χώρο τών λόγων -νά κάνει μιά κίνηση στο παιχνίδι τοϋ λόγον διδόναι καί λόγον αίτεισθαι. και κάποιον πού δίνει μιά μή συναγω­ γική άναφορά τών ίδιων περιστάσεων. Ή άπάντη­ ση τοϋ Σέλλαρς. Είναι ένα ζήτημα τοϋ συναγωγικά άρθρωμένου περιεχομένου τής άποφαντικής δέσμευσης που άνέλαβε αύτός πού έκανε τήν άναφορά. Αύτή ή έννοια τής υπευθυνότητας (τβχροηίΐδΐΗίγ) ή τοϋ ποιά συμεράσματα έδωσε σέ άλλους τό δικαίωμα νά αντλήσουν ή υποχρέωσε τον εαυτό του νά αντλήσει. πού είναι εκπαιδευμένος νά λέει «Είναι κόκκινο» δταν καί μόνον δταν βρίσκεται στήν ορατή παρου­ σία κάτινος κόκκινου. Αύτός πού πραγματικά αναφέρει μή συναγωγικά κόκκινα πράγ­ ματα γνωρίζει. δταν τυχαίνει νά τήν άκούσει. άλλιώς ένα κομμάτι σίδερο πού σκουριά­ ζει σέ υγρά περιβάλλοντα καί δχι σέ στεγνά θά έπρεπε νά θεωρηθεί δτι έχει τις έννοιες τοϋ ύγροϋ καί τοϋ στεγνού πε­ ριβάλλοντος. καί ποιές άλλες δεσμεύσεις θά μετρούσαν ώς έπιτρέπουσες σέ κάποιον τή δέσμευση πού . τό τί υιοθετεί κανείς γλωσσικά (οι συναγωγικές συνέπειες τών ισχυρισμών του) ή γιά τί δίνει λόγο (πώς θά μπορούσε νά δικαιολογηθεί) χάρη στήν πράξη τής άπόφανσης πού έκανε. Ό δρος πού χρησιμοποιεί ό Σέλλαρς γιά αύτή τή δεύτερη διάσταση είναι ή προσνπογραφή. καί ό παπαγάλος δέν γνωρίζει. τί θά μετρούσε ώς λόγος σχετικά μέ αυτήν. τον συναγωγικό ρόλο τών αναφορών αύτοϋ τοϋ τύπου -δπου ό συναγωγικός ρόλος είναι ζήτημα τοϋ τί συμπεράσματα δικαι­ ούται νά βγάλει κανείς άπό μιά άπόφανση (δίαίβιηβηΐ). Τί επιπλέον άπαιτειται. γιά τήν ικανότη­ τα γνώσης (ραρίβηαβ). έπικαλούμενη τή δεύτερη διάσταση τοϋ άναφέρειν. ή όποία έγκειται στο νά άνταποκρίνεται κανείς διαφορικά εφαρμόζοντας μιά έννοια . Νά εχει κανείς τις προδιαγραφές διαφορικής άπόκρισης δέν είναι άρκετό γιά νά έχει τήν έννοια.168 ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΠΡΑΝΤΟΜ έναν παπαγάλο. καί τί είναι άσύμβατο μαζί της καί έτσι ένας λόγος έναντίον της. έκτος άπό τήν Ικανό­ τητα αίσθησης (χβηΐίβηεβ) τοϋ παπαγάλου.

οί συναγωγικές συνέπειές της μπορει νά είναι άσύμβατες μέ άλλα γεγονότα πού εΐναι κα­ νείς σέ θέση νά ξέρει. Πιο συγκεκριμένα.ΟΔΗΓΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ 169 άνέλαβε. μπορει νά δώσει τήν έντύπωση δτι κάνει δύο πράγματα: Ό τ ι έκφράζει τή μή συναγωγική του άποκριτική προδιάθεση νά τό άποκαλέσει πράσινο (νά υιοθετήσει τον ισχυρισμό δτι εΐναι πράσινο. τοΰ οποίου ή μή άναγωγιμότητα σέ περι­ γραφικές άπόψεις (δπως είναι οί άποκριτικές προδια­ γραφές) βρίσκεται στή βάση τής διάκρισης έπιστημικοΰ/μή έπιστημικοΰ και εΐναι ή πηγή τής παρατήρησης τοϋ Σέλλαρς σχετικά μέ τή νατουραλιστική πλάνη στο τέλος τής [5]. Άλλά τά δύο αυτά εϊδη παρατηρήσεων πού γίνονται σέ συμφωνία μέ τις προδιαθέσεις αύτές υποστηρί­ ζουν έντελώς διαφορετικές συναγωγές. Διότι κάποιες παράπλευρες πεποιθήσεις σχετικά μέ τή δυνατότητα συστηματικού λά­ θους ύπό τις κρατούσες συνθήκες παρατήρησης έχουν ύποβαθμίσει τήν έμπιστοσύνη τοϋ άναφορέα στήν άξιοπιστία του -επομένως στήν ορθότητα τής συναγωγής άπό τό «Ό X εΐναι μή συναγωγικά προδιατεθειμένος νά άναφέρει τήν πα­ ρουσία κάτινος πράσινου (ιδωμένου σέ ήλεκτρικό φώς)» στο «Υπάρχει (πιθανώς) κάτι πράσινο έκει». ή φτάνει νά γνωρίσει άνεξάρτητα. ή ικανότητα νά χρησιμοποιήσει κανείς σωστά τό «Τό χ δείχνει πράσινο» κι­ νητοποιεί τις ϊδιες άποκριτικές προδιαθέσεις πού άποκτήθηκαν κατά τήν έκμάθηση τής σωστής χρήσης τοϋ «Τό χ εΐ­ ναι πράσινο». Αύτή ή άνάλυση τού τί κάνει κανείς χρησιμοποιώντας τό «δείχνει» έξηγεΐ γιατί ό λόγος τοϋ «δείχνει» δέν έπιδέχεται διόρθωση. Μπορει κανείς νά σφάλει ώς πρός τό άν κάτι εΐναι πράσινο έπειδή ό ισχυρισμός τον όποιον προσυπογρά­ φει. είναι τό κανονιστικό στοιχείο στή γλωσσική συμπε­ ριφορά (οοη<1ιιςΐ). ή παραβολή τοϋ μαγαζιοϋ μέ τις γραβάτες δείχνει δτι λέγον­ τας κανείς πώς κάτι άπλώς δείχνει πράσινο. Λέ­ . ή θέση τήν όποίαν υιοθετεί. Ό πω ς καταλαβαίνει τό θέμα ό Σέλλαρς. μέ δλες τις συναγωγικές συνέπειες καί τις δικαιολογητικές υπο­ χρεώσεις του) καί συγχρόνως τις επιφυλάξεις του ώς πρός τήν υιοθέτηση τοϋ ισχυρισμού. μπορει νά άποδειχθοϋν έσφαλμένα. Γιά παράδειγμα.

σύμφωνα μέ τον μεθοδολογικό γλωσσολογικό πραγματισμό του. 'Άπαξ καί έχουμε δει δμως τήν πηγή καί τή φύση αύτοϋ τοϋ άλαθήτου -μέ προσγειωμέ­ νους. λ. Ή λειτουργία τους είναι νά έκφράσουν αποχή άπό τήν προσυπογραφή τής φράσης πού εμφα­ νίζεται μέσα στο πεδίο έφαρμογής τοϋ τελεστή.170 ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΠΡΑΝΤΟΜ γοντας δμως δτι κάτι δείχνει πράσινο. δέν προσυπογράφει κανείς έναν ισχυρισμό. πού ειχε τόσο εντυπωσιάσει τον Καρτέσιο. Δέν ύπάρχει ούσιαστική άντίθεση άνάμεσα στο «δείχνει-σάν-νά-δείχνει Ρ» καί τό «δείχνει Ρ». επειδή έπέχει έν τοΐς άδήλοις. Όπότε αύτός πού κάνει μιά τέτοια άναφορά δέν μπο­ ρεΐ νά σφάλει. Δέν υπάρχει καμμία περαιτέρω έπιφύλαξη τήν όποία νά έκφράσει τό δεύτερο «δείχνει». επειδή δέν υιο­ θετεί καμμιά θέση. επειδή τό πρώτο «δείχνει» ήδη άνέστειλε τήν προσυπογραφή τοϋ μόνου περιεχομένου. οί όποιοι δροι έξηγοϋν τί πρέπει νά είναι ή κατανόηση τών σχετικών εννοιών. Αύτός πού κάνει μιά τέτοια άναφορά άπλώς εκδηλώνει μιά προδιάθε­ ση νά κάνει κάτι πού γιά άλλους λόγους (τήν ύποψία. ή έγγύτητα τοϋ οποίου μπορεΐ νά κάνει κάποιον νά δεσμευθεΐ (δτι κάτι είναι Ρ). δτι οί συνθήκες παρατήρησης οδηγούν σέ συστηματικά λά­ θη) δέν θέλει νά κάνει-δηλαδή νά προσυπογράψει τον ισχυ­ ρισμό. Ό Σέλλαρς εξηγεί μέ τον τρόπο αύτό τό άλάθητο τών ισχυρισμών τού «δείχνει»..δέν υπάρχει θέμα ώς πρός τό άν ή δέσμευση αύτή (ποιά δέσμευση. βλέ­ πουμε έπίσης γιατί άκριβώς δέν μπορεΐ νά χρησιμοποιηθεί ώς έπιστημολογικό θεμέλιο γιά τό ύπόλοιπο τής (έπισφα- . Αύτός είναι ό λόγος γιά τον όποιο οί τελε­ στές δείχνει. πρακτικούς. νά τον υιοθετήσει.) είναι σωστή. μοιάζει καί φαίνεται δέν έπιδέχονται άναδιπλασιαμό (άο ηοΐ ίίβΓ&Ι©). Δέν υπάρ­ χει τίποτε άλλο νά άποσύρει κανείς.Τό κάνει μέ δρους τής πρακτικής τής χρήσεως λέ­ ξεων. άνάλογη αύτής πού ύπάρχει άνάμεσα στο «δείχνει Ρ» καί τό «(είναι) Ρ».χ. Έφόσον ή άπόφανση «τό χ δείχνει Ρ» δέν αναλαμβάνει μιά δέσμευση μέ προτα­ σιακό περιεχόμενο -άλλά άπλώς έκφράζει μιά δχι άκατανί­ κητη προδιάθεση νά τό κάνει κανείς. άλλά άκριβώς λέει τήν έπιφύλαξή του νά τον προσυπογράψει. άπολύτως μή μεταφυσικούς δρους-.

Είναι έντελώς παρασιτικό σέ σχέση μέ τήν πρακτική τοϋ νά κάνει κανείς έπισφαλεις έμπειρικές άναφορές γιά τό πώς είναι πραγματικά τά πράγματα. καί άλλες έναλλακτικές λύσεις παραμένουν δυνατές.άλλά παρερμήνευσε τή φύση του καί έτσι πίστεψε εσφαλμένα πίστεψε δτι μπορει νά παίξει έναν έπιστημολογικά θεμελιωτικό ρόλο γιά τον όποιο έπ5 ούδενί είναι κατάλληλο. Καί δεύ­ τερον. ή ίδια ιστορία μάς μαθαίνει δτι τό λεξιλόγιο τοϋ «δεί­ χνει» δέν είναι ένα αυτόνομο γλωσσικό παίγνιο -τέτοιο πού νά μπορει κανείς νά τό παίξει άκόμα κι άν δέν παίζει κανένα άλλο. δέν διευκρινίζουν άν ό Σ’ θά απέδιδε στον Σ δτι τοΰτος προσυπογράφει τον ισχυρισμό δτι τό χ είναι . τό «δείχνει» έχει έπίσης τριτοπρόσωπες. Ό Σέλλαρς εστιάζει τό ενδιαφέρον του σέ ένα είδος χρήσεως τοΰ «δείχνει»: τις πρωτοπρόσωπες. Δέν λέει δτι είναι ένα έπιχείρημα σαρωτικό· διότι μπορει νά είναι τόσο πειστικό μόνον δσο ή έξήγηση πού δίνει γιά τό πώς δουλεύει τό λεξιλόγιο τοϋ «δεί­ χνει».μοιάζει καί φαίνεται δέν είναι έπιδεκτικοί άναδιπλασιασμοϋ. Αύτή ή άνάλυση τής λογικής τοϋ «δείχνει» μαζί μέ τήν έπακόλουθη διάγνωση τών λαθών ένός θεμελιωτισμοϋ στη­ ριγμένου στο άλάθητο τής έπιστημικής μας πρόσβασης στά φαινόμενα είναι ό θετικός πυρήνας τής κριτικής τού Σέλ­ λαρς στον καρτεσιανισμό. χρήσεις. τό αλάθητο τών ισχυρισμών γιά τό πώς δείχνουν άπλώς τά πράγματα άντανακλά μόνο τήν κενότητά τους: Τό γεγονός δτι στήν πραγματικότητα δέν είναι καν ισχυρισμοί. Άλλά δπως έπισημαίνει στήν παράγραφο αύτή.” στις όποιες δέν έχω έδώ χώρο γιά νά ύπεισέλθω» [17]. 'Ώστε ό Καρτέσιος πιά­ στηκε άπό ένα γνήσιο φαινόμενο -τό άλάθητο τών ισχυρι­ σμών πού άφοροϋν φαινόμενα. Ή έξήγηση γενικεύεται απευθείας σέ αύτές τις περιπτώ­ σεις.ΟΔΗΓΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ 171 λούς καί ύπό αίρεση) εμπειρικής μας γνώσης. (άπλώς) δηλωτικές γεγονότων.18 18. «Ύπάρχουν πολλές ενδιαφέρουσες και λεπτές έρωτήσεις σχετικά μέ τή διαλεκτική τοϋ “λεξιλογίου τοΰ δείχνει. Κάνοντας τον ισχυρισμό αύτό. ό Σ’ κάνει δύο πράγματα: Αποδίδει στον Σ μιά μή συναγωγική προδιάθεση νά άναφέρει δτι τό χ είναι Ρ και άποφεύγει ό ϊδιος νά προσυπογράψει τον Ισχυρισμό δτι τό χ είναι Ε Οί λέξεις πού χρηισμοποιοΰνται γιά νά γίνει αύτή ή άναφορά. δπως δταν ό Σ’ λέει: «Τό χ δείχνει Ρ στον Σ». Διότι. μή συναγωγικές χρήσεις. πρώτον. έκφραση τοϋ γεγονότος δτι τελεστές σάν τό δείχνει.

Σέ μιά σημείωση τής έκδόσεως τοΰ 1963. Ό Σέλλαρς ό ίδιος δέν συζητει τό θέμα πουθενά. Είναι περι­ πτώσεις πού χρησιμοποιούμε τό «δείχνει Ρ» χωρίς νά υπάρχει άντίστοιχη χρησιμοποίηση τοΰ μή τροποποιημένου «(είναι) Ρ». Σκεφτειτε τις τρεις προτάσεις: Ρ ή έπέχει (δηλαδή άν ό Σ’ θεωρεί δτι ή προδιάθεση πού άποδίδει στον Σ κα­ ταλήγει στήν προσυπογραφή ή ύπερνικάται και συγκρατεΐται άπό τον Σ). Ή έπιβεβαίωση παίρνει τή μορφή έξήγησης κάποιων άλλως προβληματικών χαρακτηριστικών τοϋ λό­ γου περί φαινομένων.) Αρχίζουμε νά ψάχνουμε γιά κάποια έπιβεβαίωση τής διπλής έξήγησης τοϋ λεξιλογίου τοϋ «δείχνει» ώς λεξιλογίου πού εκφράζει συγχρόνως μιά διαφορική άποκριτική προδιάθεση νά κάνει κανείς μιά ορισμένη μή συναγωγική άναφορά. καί μιά άποχή άπό τήν υιοθέτηση τοϋ ισχυρισμού πού περιέχει ή άναφορά αύτή. (Ή ϊδια αύτή ιδέα θά έξηγήσει τις μή τετριμμένες άναδιπλωμένες ή παρένθετες χρήσεις τοΰ «δείχνει» ή «μοιάζει» πού γίνονται δυνατές χάρη σέ άλλαγές προοπτικών: «Μοιάζει στον Σ’ δτι το χ δείχνει Ρ στόν Σ». Τό «θαμπά» δέν εκφράζει εναν τρόπο κατά τον όποιο τά πράγματα θά μπορούσαν νά είναι. ό Σέλλαρς προτείνει δτι θά μποροΰσε κανείς νά διακρίνει άνάμεσα στο «δείχνει Ρ» καί τό «δείχνει νά είναι Ρ».) Περαιτέρω χρήσεις τοΰ «δείχνει» πού θέτουν μεγαλύτερες προκλήσεις στήν εξήγηση τοΰ Σέλλαρς έπεσήμανε ό Τζόη Κάμπ (Ιοβ Ο&πιρ). (Αύτή ή σκέψη ολοκληρώνεται στήν [22]. .κ. μέ τρόπο πού άντιστοιχεΐ στή διάκριση πού κάνει ό Τσίσχολμ άνά­ μεσα σέ μή συγκριτικές καί συγκριτικές άποφάνσεις (δΐΗίβιηβηΙδ) τής οικο­ γένειας τοΰ «φαίνεται».172 ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΠΡΑΝΤΟΜ Στόχος του είναι νά άπομακρύνει τον πειρασμό νά άκολουθήσει κανείς τήν άτραπό του καρτεσιανού θεμελιωτισμοϋ. §17. παράγωγες τών κύριων χρήσεων καί προορισμένες νά έξηγηθοΰν μέ δρους τούτων. Νά πάρουμε αύτοΰ τοΰ είδους τή χρήση τοΰ «δείχνουν» ώς κύρια καί παραδειγματική θά μποροΰσε νά ένθαρρύνει τήν έπανεισαγωγή τής ιδέας δτι οί μή συναγωγικές χρήσεις τοΰ «δείχνει» είναι καθαυτό άναφορές. Οι οπαδοί τοΰ Σέλλαρς θά θεωρή­ σουν ένδεχομένως αύτές τις «εσωτερικές» χρήσεις τοΰ «δείχνει» μάλλον ώς περίπλοκες έκ τών υστέρων δυνατότητες. Είναι ουσιαστικά μιά έκφραση πού άφορά εικόνες ή παραστάσεις. χωρίς νά τον διαλύει. είναι δυνατόν νά πώ «Τά πάντα δείχνουν θαμπά».ο. κ. άναφορές έσωτερικών χαρακτηρι­ στικών τών φαινομένων ώς τοιούτων. καί τό κάνει άναλύοντάς τον. Έ τσι άφοΰ μοΰ βάλει στά μάτια σταγόνες πού άνοίγουν τις κόρες ό οφθαλμίατρος. Πιο εκφραστικά δυνατές και διακριτικά διαστρωματωμένες χρήσεις πού υπογραμμίζουν τέτοιες δακρίσεις μπορούμε εύκολα νά έπινοήσουμε.

Έτσι. πορφυρό. (ϋ) Τό μήλο έκειπέρα δείχνει κόκκινο. όχι δμως καί μέ τις (ϋ) ή (ίϋ). Ή έξήγηση πού δίνει ό Σέλλαρς για τήν πρα­ κτική τής χρήσεως τοϋ «δείχνει» μέ δρους έποχής όταν ύποπτεύεται κανείς τήν ύπαρξη ένός συστηματικού λάθους στις άποκριτικές του προδιαθέσεις. δχι όμως μέ τήν (ίϋ). άν ισχυριστεί κα­ νείς δτι στήν πραγματικότητα δέν ύπάρχει κανένα μήλο έκειπέρα. Είναι δυνατόν μιά έπίπεδη μορφή νά δείχνει πολύπλευρη. άποφαίνεται κάτι άσύμβατο μέ τήν (ί). Εκφορές τών προτάσεων αυτών είναι δυνατόν νά έκφράζουν τήν ϊδια άπαντητική προδιάθεση νά άναφέρει κανείς τήν παρουσία ένός κόκκινου μήλου. μπορεΐ νά μάς έξηγήσει καί τή διαφορά προοπτικής τών παραδοχών μεταξύ (ί)-(ίϋ). Ή έκ­ φραση «δείχνει» ή «μοιάζει» ρητά άναιρει τήν ποιοτική δέ­ σμευση ή προσυπογραφή. σέ σύγκριση μέ τις θεωρίες τών αισθητηριακών δεδομένων: τή δυνατότητα άναφοράς ένός άπλώς γενικού (άκριβέστερα: άπλώς προσδιορίσιμου) «δεί­ χνει». Άλλά άν οί άποφάνσεις (δίαίειηεηΐδ) τοϋ «δείχνει» πρέ­ . χωρίς νά δείχνει κάποια ειδική απόχρωση κόκκινου (βυσσινί. κ. Ή (ί) υιοθετεί καί τήν ύπαρξη τοϋ μήλου και τήν ποιότητα τοϋ κόκκινου πού τό χαρακτηρίζει. (ίϋ) Μοιάζει σάν νά υπάρχει έκειπέρα ένα κόκκινο μήλο. άλλά αύτό πού προσυπογράφουν (αύτό γιά τις συναγωγικές συνέπειες τοϋ οποίου άναλαμβάνουν τήν ευθύνη) είναι διαφορετικά μέρη τού ισχυρισμού αύτοϋ. Άλ­ λά πώς θά μπορούσε νά έξηγηθεΐ ή διαφορά αύτή σέ μιά προσ­ έγγιση πού θά στηριζόταν στά αισθητηριακά δεδομένα. άποφαίνεται κάτι άσύμβατο μέ τις (ί) καί (η). Ή (ίϋ) ρητά άναιρει και τις ύπαρκτικές και τις ποιοτικές παραδοχές. (Θυμηθήτε ότι ό Σέλλαρς είσήγαγε τό φαινόμενο αύτό ήδη στήν [9]. Στήν παράγραφο αύτή ό Σέλλαρς έπισημαίνει μιά άκόμα άρετή τής έξήγησής του.ΟΔΗΓΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ 173 (ΐ) Τό μήλο έκειπέρα είναι κόκκινο. χωρίς νά ύπάρχει κάποιος συγκε­ κριμένος άριθμός πλευρών (ας πούμε 119) πού νά δείχνει νά έχει.) Είναι δντως δυνατόν ένα μήλο νά δείχνει κόκ­ κινο. Άρνούμενος ότι υπάρχει κάτι κόκκινο έκει­ πέρα. Ή (η) προσυπογράφει μόνο τήν ύπαρξη τοϋ μήλου.λπ.).

§18. Είναι θέμα τοΰ πόσο θέλει κανείς νά εμπιστευτεί τις άποκριτικικές του προ­ διαθέσεις. Σύμφωνα μέ αύτά έπομένως. άν καί. μπορεΐ άπλώς νά δείχνει δτι έχει «κάμποσες». ή νά δείχνει κόκκινο. χωρίς νά έχουν ορισμένο χρώμα καί άπόχρωση. θέμα τοΰ πόση έπιστημική άξιοπιστία πιστεύει κάνεις δτι έχουν ή μποροΰν νά έχουν. Πώς έπομένως τέ­ τοια γενική. χωρίς νά δείχνει δτι έχει ένα συγκεκριμένο χρώμα. κάτι μέ­ σα στον Σ είναι Ρ . Έπομένως ή έξήγηση πού δί­ νει ό Σέλλαρς γιά τό λεξιλόγιο τοΰ «δείχνει». πώς μπορεΐ νά κατανοηθεΐ αύτή ή δυνατότητα. Τά καθέκα­ στα είναι εντελώς προσδιορισμένα. Λέει κανείς δτι ή επίπεδη μορφή δείχνει «πολύ­ πλευρη» άντί νά πει δτι δείχνει «έκατονδεκαεννιάεδρο» μό­ νο άν θέλει άπλώς νά προσυπογράψει (δηλαδή νά άναλάβει εύθύνη γιά) τον γενικότερο μόνο ισχυρισμό. Ή έξήγηση τοΰ Σέλλαρς γίνεται μέ δρους έμβέλειας τής προσυπογραφής. Έ χει μιά ορισμένη άπόχρωση (ή περισσότερες) τοΰ καφέ. Έ να άλογο έχει έναν ορισμένο άριθμό τριχών.174 ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΠΡΑΝΤΟΜ πει νά έννοηθοϋν ώς άναφορές γιά τήν παρουσία ενώπιον τοΰ όφθαλμοΰ τοΰ νοΰ ένός καθέκαστον τό όποιο είναι Ρ. Πώς μπορεΐ τότε ό θεωρητικός τών αισθητηριακών δεδομέ­ νων -πού θέλει νά πει δτι δταν κάτι δείχνει Ρ στον Σ. άπλώς προσδιορίσιμη εμφάνιση είναι δυνατή. τής έμφάνισης. καί τή δυνατότητα ένός άπλώς γενικού ή προσδιορίσιμου «δείχνει». μέ δρους προσυπογραφής μπορεΐ νά έξηγήσει δύο άπόψεις του πού καμμιά θεωρία έπικαλούμενη ένα δεδομένο δέν μπορεΐ νά έξηγήσει: τις διαφορές προοπτικής μεταξύ ποιο­ τικού καί υπαρξιακού «δείχνει».νά έξηγήσει δτι κάτι μπορεΐ νά δείχνει έγχρωμο. Τά καθέκαστα. δπως έπισημαίνει ό Σέλ­ λαρς. άν καί μπορεΐ νά δείχνει άπλώς σκουρόχρωμο. δέν μποροΰν νά είναι έγχρωμα. χωρίς νά δείχνει δτι είναι μιά συγκεκρι­ μένη άπόχρωση τοΰ κόκκινου. πρέπει κανείς πρώτα νά άποκτήσει τήν πρακτική που θά τού έπιτρέπει νά δίνει άνα­ φορές γιά κόκκινα άντικείμενα (νά έχει τόσο τις κατάλληλες άποκριτικές προδιαθέσεις δσο καί μιά κατανόηση τοΰ τί . άκόμα κι άν είναι αισθητηριακά περιεχόμενα.

20. καί ποικίλους βαθμούς προσδιορισιμότητας. οι όποιες άναφορές θά είναι πιο προσεχτικές ώς πρός τό τί προσυπογράφουν. καί μιά πλουσιότερη έννοια (πού άντιστοιχεΐ περισσότε­ ρο πρός τή δική μας) τήν όποια επιτυγχάνει κανείς μόνο δταν έχει δαμάσει έπίσης τον λόγο τοΰ «δείχνει». γιά παράδειγμα. Ή συγκατάθεσις είναι βέβαια τεχνικός δρος τών Στωικών. νά διακρίνει ύπαρκτικό καί ποι­ οτικό «δείχνει». άλλά ποιές είναι οί συνήθεις ή κανονικές συνθήκες. Όπότε γιά νά ξέρει κανείς πότε δείχνει κάτι κόκκινο. Μπο­ ρεΐ κανείς. ό άναγνώστης θά πρέπει νοερά νά τούς άποκαθιστά σέ δλα τά σχετικά χωρία. Σέ μιά υποσημείωση πού προσέθεσε στήν άνατύπωση τοϋ δοκιμίου αύτοΰ τοΰ 1963 ό Σέλλαρς επισημαίνει δτι ή ιστορία του είναι συμβατή μέ τή διάκριση μιάς στοιχειώδους έννοιας πού νά άντιστοιχεΐ στή χρήση τοΰ «πράσινο» πού μπορεΐ κανείς νά έχει χωρίς νά έχει δαμάσει τή χρήση τοΰ «δείχνει πράσινο». Ή παρατήρηση αύτή άνοίγει τον δρόμο γιά τή διάκριση (πού κάνει ό Μακντάουελ) άνάμεσα σέ έννοιες πού άντιστοιχοΰν στις δευτερεύουσες ποιότητες σάν αύτές ή κατοχή τών οποίων προϋ­ ποθέτει κατοχή τοϋ σχετικοϋ λεξιλογίου τοϋ «δείχνει» -δπως. ένώ τό ογκώδες καί ϊσως τό τετράγωνο δέν τήν προϋποθέτουν. πού συγκαλύπτουν τά πραγματικά προβλήματα μέ . Ό μολογώ δτι δέν άξιοποίησα στή μετάφραση δσο συστηματικά θά έπρεπε τις άναλογίες μέ ύπάρχοντες δρους τοΰ παρελθόντος -γιά λόγους εύκολίας. τό πράσινο. Γιατί ο! συνήθεις συνθήκες είναι άκριβώς αύτές στις όποιες μπορεΐ κανείς νά έμπιστευτεΐ τις άπαντητικές του προδιαθέσεις καί νά δώσει τήν πλήρη συγκατάθεσή20 19. ή άπαιτούμενη ικανότητα χειρισμού διαφορετικών τύπων προσυπογραφής μπορει νά είναι ιδιαίτερα περίπλοκη. καί μετά θά μπορέσει νά μάθει νά κάνει άναφορές πού νά έκφράζουν τις ϊδιες αύτές προδιαθέσεις. Ό κίνδυνος άλλιώς είναι νά χάνεται κανείς σέ διατυπώσεις χωρίς καθολικότητα. έπειδή ορίζει δχι τί είναι τό δντως κόκκινο. εκεί πού θά άπαιτεΐτο πλήρης άναδιοργάνωση τών φράσεων. άν θέλει -καί είναι σημαντικό.19 Μπορούμε νά δού­ με στο σημείο αύτό δτι ή πρόταση (δβηίβηοβ) πού μάς άπασχολοϋσε στήν [13] είναι άληθής. κυρίως. μπορεΐ κανείς νά ύποστηρίξει.νά φέρνει στο μυαλό του τό ιστορικό βάθος τών προβλημάτων. καί πολλά άλλα πράγματα παραπλεύρως.ΟΔΗΓΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ 175 προσυπογράφει κάνοντας τον σχετικό ισχυρισμό). Μβα οιιίρα -πάντως δταν οί δροι αύτοί άναφέρονται μέ κάποια εύκαιρία. Ό πω ς έδειξε τό έπιχείρημα τής προηγούμενης παραγράφου. πρέπει νά καταλαβαίνει τί σημαίνει νά εΐναι κόκκινο.

αλλά κάποιους άδύναμους παραπόταμους. γιατί δέν άκολουθοΰν τή βαθειά κοίτη του ποταμού τής φιλο­ σοφίας. πού μπορει νά χάνον­ ται σέ βαλτοτόπια -ενώ οί ποταμοί βγάζουν πάντα στή θάλασσα. Σ. τό ερώτημα πού θέτει τό τρίλημμα τής [6]. προκειμένου οί συγκαταθέσεις αυτές νά θεωρη­ θεί δτι έχουν έννοιακό περιεχόμενο. Οί παράγραφοι αυτές δέν παρουσιά­ ζουν τό έπιχείρημα τού Σέλλαρς μέ τρόπο σαφή ή έστω γραμμικό. Στήν [17] συζητήθηκε τό θέμα τής έμβέλειας τής άλλα τεχνητά. Δοθέντος ένός τέτοιου ορισμοί). καί τό έπιχείρημα έπαναλαμβάνεται σέ πιο ικανο­ ποιητική μορφή στις [33]—[37]. Οί παράγραφοι αυτές επιστρέφουν στο ερώτημα τής άπόκτησης διαφόρων ικανοτήτων πού εμπλέκονται στην κατοχή μιας έννοιας παρατήρησης. Ή είδικώς σνναγωγική άρθρωση πού άπαιτεΐται.μ.176 ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΠΡΑΝΤΟΜ του σέ αυτές. Ξέρουμε τώρα δτι στις ικανότητες αυτές περιλαμβάνονται τόσο οί κανονικές άποκριτικές προ­ διαθέσεις δσο καί μιά ικανότητα νά χειρίζεται κανείς συγκα­ ταθέσεις συναγωγικά. £ 19 καί 20. εισάγει τουλάχιστον έναν περιορισμένο ολισμό στήν εικόνα του Σέλλαρς: Δέν θά μπο­ ρούσε κανείς νά έχει μιάν έννοια χωρίς νά έχει πολλές άλλες μέ τις όποιες τούτη σχετίζεται συναγωγικά: «Τό σημαντικό είναι δτι άκόμα καί τό νά έχει κανείς τή στοιχειωδέστερη έννοια [ας ποϋμε του πράσινον] προϋποθέτει νά έχει μιά παν­ οπλία ολόκληρη άλλων έννοιών».[23] Ή έξήγηση του «δείχνει» § 21 καί 22.τ. μπορεΐ κανείς νά ερευνήσει έμπειρικά ποιες είναι αυτές οί συνθήκες. μιά μή έπιστημική καί μιά έπιστημική δεξιότητα άντίστοιχα. Αυτό συνεπάγεται άπόρριψη τής ιδέας δτι κάποιες «βασικές έννοιες πού αφορούν τό παρατηρήσιμο γεγονός έχουν ή μία άπό τήν άλλη αυτή τή λογική άνεξαρτησία πού είναι χαρακτηριστική τής έμπειριστικής παράδοσης». Μέρος IV [21] . δπου καί θά τό συζητήσουμε. .

πού επανέρχεται στην τρίτη παράγραφο τής [21]. είναι ένα παράδειγμα. ενώ νω­ ρίτερα τό θέμα ήταν οί άναφορές πού προκαλούνται αιτιακά άπό τά γεγονότα αυτά. θά τό δούμε. είναι «αισθητηριακές εντυπώσεις κόκκινου». μαζί μέ τις κατάλληλες συνοδευ­ τικές συνθήκες. Οί δύο πρώτες παράγραφοι τής [22] και ή τρίτη παράγραφος τής [21] έπομένως μάς λένε προκα­ ταβολικά πώς νά διακρίνουμε άνάμεσα σέ δύο τρόπους μέ τούς οποίους μπορούμε νά εξηγήσουμε ένα φαινόμενο: (ί) Συμπεραίνοντας άπό κάποια έμπειρική γενίκευση πού έχει διατυπωθεί έξολοκλήρου σέ δρους παρατηρουμένων (πραγμάτων γιά τά όποια μπορούμε νά δώσουμε μή συναγωγικές άναφορές). Ή άπάντηση. Ή έξήγηση μιας μεταβολής στην πίεση ένός άερίου μέ επίκληση τού νόμου Ρ ν = κΤ. ή συζήτηση αυτή δέν είναι στη σωστή της θέση. ποιοτικού καί μή χαρακτηριζόμενου «δείχνει» μέ δρους έμβέλειας τής συγκατάθεσης (δπως στήν [17]): Τί είναι πού είναι κοινό στις τρεις περιπτώσεις. Γιά άλλη μιά φορά. καί υπάγοντας τό φαινόμενο σέ νόμους πού εμπλέ­ κουν τις θεωρητικές αυτές οντότητες. Ό Σέλλαρς αναδιατυπώνει την εξήγηση πού έδωσε μέ δρους των γεγονότων του «μοιάζει» καί του «δείχνει». Ή έξήγηση τής άλλαγής τής πίεσης ένός άερίου μέ επίκληση τής κι­ νητικής θεωρίας τών άερίων καί τών άξιωματικά τε­ θειμένων μορίων καί τής άλληλεπίδρασής τους είναι ένα παράδειγμα αυτού τού τρόπου εξήγησης. Ή παράγραφος αυτή συζητει τό έρώτημα τού ποιά .ΟΔΗΓΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ 177 συγκατάθεσης. καί χρησιμεύει άπλώς ώς προανάκρουσμα μιας έπιχειρηματολογικής γραμμής πού θά άκολουθηθει λεπτομερέ­ στερα πιο κάτω (άρχίζει στις [39]-[44]). ί 23. Ό Σέλλαρς εγείρει έδώ τό σημαντικό ερώτημα πού παραμένει άκόμα καί άφού έχουμε κατανοήσει τις άποφάνσεις (δίαίεπιοηΐδ) τού υπαρ­ κτικού. (η) Θέτοντας άξιωματικά μή παρατηρήσιμες οντότητες. Αλλά αυτή είναι μιά άπάντηση πού δέν θά μπορέσουμε νά καταλάβουμε πριν άπό τό τέλος τού δοκιμίου ([62]).

Τό σχόλιο του Μπράντομ εχει καί έδώ μιά ειδικά άντι- . Δέν χρειάζεται νά υπάρχει ένα κόκκινο τρίγωνο γιά νά έχω τήν αίσθηση «ένός κόκκινου τριγώνου». γιά τον όποιο είναι λάθος νά πιστεύουμε άκόμα καί γιά έπιφάνειες μπρο­ στά μας δτι μπορούν νά είναι κόκκινες μέ έννοια άλλη άπό παράγωγη. στήν περίπτωση αυτή σχετικά μέ τήν ιδιότητα πού κάνει κάποιες αισθήσεις νά είναι «αισθήσεις κόκκινου» (βλ. σημ. άλλά δέν είναι κεν­ τρικά ή ουσιαστικά στήν άνάπτυξη τού επιχειρήματος του. Μόνο φυσικά άντικείμενα. τό όποιο ό Σέλ­ λαρς δέν άναφέρει έδώ. καί δέν χρειά­ ζεται νά υπάρχει χρυσό δρος γιά νά έχω τή σκέψη «ένός χρυ­ σού δρους». ή «σχετικά μέ κάτι» ή κατευθυνόμενη πρός κά­ τι. Έ να έξίσου σημαντικό κίνητρο γιά τήν έξομοίωση. έφόσον τά κριτήρια τής προτεραιότητας τής αίσθησης καί τής κυριολεκτικότητας τής κατηγόρησης (δΙΙπβιιίΐοη) δέν είναι έξυπηρετικά. Τά μέρη V καί VI (Παράγραφοι [24]-[29]) παρέχουν μιά συζήτηση του πώς σκέφτηκαν τις έντυπώσεις οί βρεταννοί έμπειριστές. προοικονομειται μιά ύστερότερη συζήτηση. Ή συζήτηση ώς έχει δέν είναι ικανοποιητική. Άλλά αυτή είναι μιά έπιφανειακή ομοιότητα. ισχυρίζεται ό Σέλλαρς. Πρβλ. Γι9άλλη μιά φορά. [60]-[61]).178 ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΠΡΑΝΤΟΜ πράγματα μπορούν νά είναι κυριολεκτικά κόκκινα. γιατί τό είδος τής άναφοράς (αβοιιίηβδδ) είναι στήν πραγμα­ τικότητα πολύ διαφορετικό στις δύο περιπτώσεις. 10. Μέρος V [24] . Ή άποψη τού Σέλλαρς είναι δτι ό Καρτέσιος έσφαλμένα εξομοίωσε αισθήσεις καί σκέψεις έξαιτίας τού τρόπου μέ τον όποιο ή καθεμία είναι «κάποιου πράγματος».21είναι τό άλάθητο καί ή διαύγεια. Συμπληρώνουν τήν εικόνα του ιστορικού βάθους τού προβλήματος πού συζητεΐ ό Σέλλαρς.[25] Εντυπώσεις και παραστάσεις: Μιά λογική άποψη £ 24 καί 25. τό 21. Μιά συζήτηση τής άναφορικότητας μιας «αίσθη­ σης κάποιου πράγματος».

τ. Άλλά έδώ τίθενται άλλα θέ­ ματα άπό αυτά πού βλέπει ό Μπράντομ. Ή σύγχυση εικονικών και προτασιακών περιεχομένων άνάγεται έντέλει κατά τον Σέλ­ λαρς στήν εννοιοκρατία· παρατηρεί βέβαια δτι ό Καρτέσιος.. άγνωστη στήν προκαρτεσιανή φιλοσοφία) πού είναι κατανάγκην αύτοσυνειδησία -καί οδηγεί τή φιλοσοφία στον ολισθηρό δρόμο τοΰ προβλήματος τών σχέσεων έσωτερικότητας-έξωτερικότητας. χωρίς νά είναι ό μόνος. μπο­ ρούμε νά φτάσουμε νά έχουμε συνείδηση καί προσόιορίσιμων έπαναληπτών τής αίσθησης. τήν οποία δέν έχει τό κείμενο τοΰ Σέλλαρς.μ. Τό ζεύγος προσδιορισμένο/προσδιορίσιμο έχει τά χαρακτηριστικά τού ζεύγους εί­ δος/γένος. Μπέρκλεϋ καί Χιού μ θεωρείται δτι είναι τό έρώτημα πώς. Σ. Ή εννοιοκρατία προετοιμάζει τήν έννοια τής συνείδησης ώς έσωτερικοΰ χώρου. Έδώ ό Σέλλαρς έπισημαίνει «τήν περίφημη άμφισημία [. μάλιστα διεύρυνε τήν ιδέα του 6δδ€ ίηίβηΐΐοηαΐβ ώστε νά περιλάβει τις αισθήσεις.] ένέργειας καί [. καρτεσιανή αιχμή. § 27.] ουσίας (“ίη§-©ά” αηιβί§ιή1:γ)» όπως αυτή έφαρμόζεται στην έννοια τής έμπειρίας. Τό πρόβλημα του άντεστραμμένου φάσματος δέν μπορεΐ νά διατυπωθεί χωρίς νά καταφύγει κανείς σέ κάποια εκδοχή του Μύθου τού Δεδομένου. Περισσότερα στο επίμετρο.. δοθέντος δτι μπορούμε νά έχουμε συνείδηση έντελώς προσδιορισμένων έπαναληπτών τής αίσθησης.. Άλλά τό βάρος τοΰ έπιχειρήματος είναι άλλο άπό αυτό πού έχει στον Μπράντομ. πού θά γίνει πραγματικότητα μέ τήν καρτεσιανή έννοια τής συνείδησης (οοηδάεηϋα..ΟΔΗΓΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ 179 έπιστημικό προνόμιο πού άναγνωρίζεται στις άναφορές (ΓοροΓίδ) γιά αισθήσεις και σκέψεις.[29] Εντυπώσεις και παραστάσεις: Μιά Ιστορική άποψη £ 26. Μέρος VI [26] . Τά χρώματα είναι τό κύριο παράδειγμα: Τό άλικο είναι μιά πιο προσδιορισμένη άπόχρωση τού προσδιορίσιμου χρώματος κόκκινο. δέν θεματοποίησε ποτέ τή διαφορά. . Έ να κεντρικό έπιστημολογικό πρόβλημα τών έμπειριστών Λόκ. δπως τό κόκκινο είναι ένας προσδιορισμός τού προσδιορίσιμου έγχρωμου. αν εξαιρέσουμε δτι έδώ δέν υπάρχει χωριστή ει­ δοποιός διαφορά.

έ. \νεηη ηΐοΐιΐ ίη δείηετ ίεΓΐί§εη ΟεδΙ&Ιΐ. άλλά δέν βλέπει τήν ίππότητα. Πρβλ. άν δέν έβλεπε τήν ίππότητα. δέν θά έβλεπε ούτε τον ϊππο. . ό όποιος έλεγε πώς βλέπει τον ίππο. άλλά άντιθέτως. . έπισημαίνοντας στις [26]-[29] τις ανεπάρκειες τού εμπειρισμού. δο άοοίι ίη δείηετ £ηιηά1ε§εηοΙεη ΡιιηΚίίοη βετείΐδ νοΓ 3ΐΐδ § ε δ ε ΐζ Ι . δείβδί ηίεΐιΐ αΐδ ιιηνει·6ιιη(1εηε ΒεδοηάειΊιείΙεη νοΓΗΐΐδδεΙζί. Ιι&βεη ν/ΐτ ίΐιη. καί επομένως 22. Τό «άντίστοιχο ερώτημα» τό έθεσαν οί έμπειριστές. Δηλαδή δέν έθεσαν ένα άντίστοιχο ερώτημα22γιά τό πώς. Είναι ή κλασική πλατωνική άπάντηση στον Αντισθένη.όλοι τους θεωρούν δεδο­ μένο δτι ό άνθρώπινος νους εχει μιά έμφυτη ικανότητα νά συνειδητοποιεί κάποια προσδιορισμένα είδη -δτι στήν πραγ­ ματικότητα έχουμε συνείδησή τους άπλώς και μόνο έχοντας αισθήσεις καί εικόνες».. Ο&δδίΓεΓ. άκόμα καί τούς σέ μέγιστο βαθμό προσδιορισμένους. διατυπώνεσαι θετικά στήν [45]: «Γιατί Αναγνωρίζουμε τώρα δτι δεν φτάνουμε νά εχουμε τήν έννοια κάποιου πράγματος επειδή προσέ­ ξαμε αυτό τό είδος πράγματος. δοθέντος δτι μπορούμε νά συνειδητο­ ποιούμε έπιμέρους άνεπανάληπτα άντίτνπα (Ιοίίοη) αισθητη­ ριακά περιεχόμενα. ά&β δίε άίε Ιη1ΐ3ΐΙε. Άλλά τό σχόλιο τοΰ Μπράντομ δέν διαφωτίζει πραγματικά τό νόημα τοΰ κειμένου. καί άπάντησαν μέ τή θεωρία τής αφαίρεσης. τό ερώτημα γιά τούς τύπους.εΐΙ άεηία. ϊδΐ δοιηίΐ 1ε<ϋ§1ίο1ι άετ υπίδίαηά.. 3 κ. άν εχουμε τήν ικανότητα νά προσέξουμε ενα είδος πράγματος. Βερολίνο 1910. σύμφωνα μέ τον όποιο κάθε συνειδητοποίηση (αννΗΓβηεδδ) έπαναλήψιμων (είτε καθορισμένων είτε καθορίσιμων) είναι ένα γλωσσικό ζήτημα. δτι. Σέ άντίθεση πρός τήν έμπειριστική στάση ό Σέλλαρς θά επιχειρηματολογήσει υπέρ αύτοϋ πού άποκαλει «ψυχολο­ γικό νομιναλισμό» (δέν είναι τό καλύτερο δνομα πού μπορεΐ κανείς νά φανταστεί).δοικίεπι δίε βεΓείίδ δΐίΐΐδοΐίλνεΐ§εη(1 ίη (Ιετ Ροπη είηεΓ §εοΓθ1ηεΙεη Μβηηΐ§ία11ΐ§1<. και δεν μπορεΐ επομένως νά τήν έξηγήσει». Ένν. τό όποιο ξαναβρίσκει πολύ ευτυχέστερα στον σχολιασμό τών επόμενων παραγράφων. αυτό σημαίνει δτι εχουμε ήδη τήν έννοια αύτοϋ τοϋ είδους πράγματος. Ε. σ. 8αΙ>5ΐαηζΐ>β§ή% ιιηά ΡηηίαΐοηζύβξήΗ. ϋεΓ «Βε§πίί» &1)εΓ ΐδί άαιηΐΐ ηίοΐιΐ ΗββεΙείΙεΙ. Αλλά αυτήν ακριβώς εννοεί νά άρνηθεΐ ό Σέλλαρς.180 ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΠΡΑΝΤΟΜ $ 28.μ. Οί Βρεταννοί έμπειριστές «. ιδίως 22: \ν&5 <3©γ Ήιεοπε άετ Αϊ)δΐΓ3Κΐΐοη Ηδΐΐ νετίείΐιί.τ. δοη<3επι νοπν姧εηοιηιηεη: άεηη ίηάεπι ννΐτ είηεΓ Μ3ηηί§ία11ί§1ίείΙ είη ε θΓ<1ηιιη§ ιιη<3 είηεη ΖιΐδΒΐηιηεηΙΐΗηβ ίΙιτεΓ ΕΙειηεηΙε ζαδρΓεοΙιεη. £ 29. Σ. πιΐδ ννεΐοΐιεη 06Γ Βε§π££ δίοΐι έηΙ\νίο1ζε1η δοΐΐ. φτάνουμε νά συνειδητοποιούμε καί τούς έπαναλήψιμους τύπους των. Αυτό στο όποιο θέλει νά καταλήξει.

άλ- 23. οτιδή­ ποτε έχει σταθερές προδιαγραφές διαφορικής άπόκρισης σέ έρεθίσματα μπορεΐ νά θεωρηθεί δτι ταξινομεί τά έρεθίσματα άνάλογα μέ τις έπαναλήψιμες αποκρίσεις πού έκμαιεύουν αυτά τά έρεθίσματα.[31] Ή λογική τοΰ «σημαίνει» $ 30. Σ. συνείδηση κάτινος ώς κάτινος. σκέφτεται μέ τον δρο αυτό κάτι περισσότερο άπό τήν άπλή εγρήγορση (τό νά μην υπνώττει κανείς): Αυτό πού τοΰ χρειάζεται είναι ή συνείδηση ώς Ικανότητα γνώσης ($αρΐβηοβ) και δχι άπλώς αίσθησης (ρβηύβηαβ).ΟΔΗΓΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ 181 δέν πρέπει νά προϋποτίθεται στις έξηγήσεις τοΰ πώς άποκτάται καί πώς λειτουργεί ή γλώσσα. πού μπορεΐ στον Σέλλαρς νά άναλυθει ώς «συναγωγικό») είναι δέσμιος τοΰ Μύθου τοΰ Δεδομένου. άλλά αυτός ήταν ό τρόπος νά πει κανείς μέ λόγια τοΰ ’50 τό «έννοιάκό». Είναι μιά ταξινομητική συνείδηση. τοΰ οποίου ή νοηματική συνοχή. Ό πω ς έπισημάνθηκε παραπάνω στήν [[16]]. Αυτός πού εξηγεί ώς προγλωσσική τή συνείδηση πού κάνει δυνατή τήν εκμάθηση τής γλώσσας αντί νά τής δώσει μιά συναγωγική δομή (ό Σέλλαρς λέει «λογική». Έ νας παπαγάλος έκπαιδευμένος νά άνταποκρίνεται διαφορικά στά κόκκινα πράγματα στο πε­ ριβάλλον του δέν έπιδεικνύει τό είδος συνείδησης πού εξη­ γεί ό Σέλλαρς.μ. ειδικά ή έννοιολογική συν­ είδηση.τ. άλλά δέν είναι ή μόνη δυνάμει σύμφωνη μέ τις θέσεις πού θέλει νά έκφράσει ό Μπράντομ. Τέτοια συνείδηση. κοινωνική θεωρία τής συνειδητοποίησης αυτής. πάσχει. Διορθώνω τό κείμενο. Ή διόρθωση πού προτείνω άποκαθιστά τή συνο­ χή. Δέν είναι δμως δλα τά ταξινομητικά ένεργήματα ενεργήματα συνεί­ δησης. απαιτεί κάτι πέρα άπό τό νά είναι κανείς σέ έγρήγορση καί νά ταξινομεί μέ διαφορικές άποκρίσεις. . Μέρος VII [30] . άπό προ­ φανή παραδρομή. Ό Σέλλαρς προτείνει μιά γλωσσική.23Γιατί ή έννοιολογική συνείδηση περιλαμβάνει δχι μόνο τήν ταξινόμηση.

όπως αυτά έννοοΰνται παραδοσια­ κά. Έ τσι γίνονται οί άποφάνσεις καί έτσι άναφερόμαστε στά καθέκαστα καί τά ταξινομούμε υπό καθό­ λου. Άλλά αυτός δέν είναι άραγε ό φυσικός τρόπος μέ τον όποιο καταλαβαίνουε άποφάνσεις (δΐ&ίβιηοηΐδ) σάν τό «“ΚοΙ” (στά γερμανικά) σημαίνει κόκκινο”. Πώς άλλιώς μπορεΐ ό Σέλλαρς νά καταλάβει τήν άπόφανση αυτή παρά ώς έκφράζουσα ένα συσχετισμό άνάμεσα στη συνείδηση τής καθορίσιμης έπαναλήψιμης ποιότητας πού έχει κανείς καί τής λέξης « γοΙ». τό έννοιακό περιεχόμενο άρθρώνεται συναγωγικά. Ή άπάντησή του είναι δτι αξιώσεις νοήμα­ τος σάν αυτή στήν πραγματικότητα άποφαίνονται δτι ή έν λόγφ έκφραση (« γοΙ» ) παίζει τον ίδιο έννοιολογικό λειτουρ­ γικό ρόλο μέ τήν χρησιμοποιούμενη έκφραση («κόκκινο»). φυσικά ή άναγκαια. . Στήν έξήγηση πού ό Σέλλαρς άντιπαραθέτει στον Μύ­ θο. Άλ­ λά ή συναγωγή είναι μιά διαδικασία πού άνακύπτει μόνο στά πλαίσια τοΰ «παιγνίου τοΰ λόγον διδόναι καί λόγον αίτεισθαι» πού περιλαμβάνει ούσιωδώς πεποιθήσεις.182 ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΠΡΑΝΤΟΜ λά και τό νά νοηματοδοτεΐ κανείς τις ταξινομήσεις στά πλαί­ σια συναγωγών. Ό Μύθος είναι νά σκεφτεΐ κανείς δτι κάτι θά μπορούσε νά έχει έσωτερικά. ανεξάρ­ τητη άπό τήν άπόκτηση ή τή διαμόρφωση εννοιών άπό αυτόν γιά τον όποιο έχει τή σημασία αυτή. δοξα­ σίες (βείίοίδ). θά έπρεπε νά έχουν μιά τέτοια ιδιότητα άκριβώς. ώς συνεπαγόμενα τήν ύπαρξη ένός πράγματος πού μοι­ άζει άρκετά μέ πεποίθηση ώστε νά μπορεΐ νά χρησιμεύει ώς τό έσχατο συναγωγικό θεμέλιο τής έμπειρικής γνώσης (ας μην ποΰμε ώς συστατικά γνώσης τά ϊδια). Είναι αυτό πού ό Σέλλαρς άποκαλεΐτό «έπιστημικό». # 31. προσυπογραφών καί δικαιολογησεων. Δέν θά έπρεπε επομένως νά καταλάβουμε τήν εκμάθη­ ση ένός νοήματος ώς συνειρμικό συνδυασμό ένός πράγμα­ τος τοΰ οποίου έχει κανείς ήδη συνείδηση μέ ένα λεκτικό σύμβολο. Είναι ένα κανονιστικό βασίλειο δεσμεύσεων καί έξουσιοδοτήσεων γιά ισχυρισμούς. Τά ένεργήματα προσοχής (&νν3Γ6Π6δδ). μιά ορι­ σμένη σημασία (δί§ηίίίθΗΠθ6) γιά τό βασίλειο αυτό.

. Αυτό πού άπορρίπτει ό Σέλλαρς είναι μιά ορισμένη ίεραρχική εικόνα τής κατανόησης (ιιηά6Γ8ΐΗΠ(1ίη§) (ή οποία στο επίπεδο αυτό άποτελεΐ άπαραίτητη προϋπόθεση του δοξάζειν).] τον άκριβή τρόπο μέ τον όποιο ή λέξη “κόκκινο” σχετίζεται μέ τά κόκκινα πράγματα. δσον άφορά τή φύση καί τήν άπόκτηση τών πεποιθήσεων ή δοξασιών μας. άπαξ καί άπεμπλακεΐ τούτη άπό τον κακό θεμελιωτισμό. Ό θεμελιωτισμός είναι ό ισχυρισμός δτι υπάρχει μιά δομή έπιμέρους πεποιθήσεων ή δοξασιών τέτοια πού: (1) Φτάνουμε στήν καθεμία μή συναγωγικά. στήν πραγματικότητα. Τή δυ­ νατότητα αυτή δέν τήν ειχε εξετάσει σοβαρά ή κλασική έπιστημολογική παράδοση. άλλά άποδεικνύεται δτι πρόκειται γιά σημαντικό μέρος. Ό Σέλλαρς αποδέχεται τις (1) καί (3). πεποίθησης) μπορεΐ καί.. θεμελιωτική έξήγηση γίνεται έδώ άντικείμενο περιγραφής. άκόμα κι αν δέν συνάγεται άπό τήν άλλη αυτή γνώση ή δοξασία. Ό Σέλλαρς διαφωνεί μέ μικρό μέ­ ρος αυτής τής εξήγησης. (3) Αυτές οί μή συναγωγικά άποκτημένες δοξασίες συνιστοϋν τό έσχατο έφετεΐο δλων τών περί γεγονότων ισχυρισμών.[38] Έ χει ή έμπειρική γνώση κάποιο θεμέλιο.ΟΔΗΓΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ 183 «Οί θεωρήσεις αυτές καθιστούν σαφές δτι δέν μπορούμε νά συμπεράνουμε άπολύτως τίποτε. άπό τήν αλήθεια τής σημασιολογικής άπόφανσης “τό «κόκκινο» σημαίνει τήν ποιότητα κόκκινο”». ούτε γενική. # 32. άλλά άρνειται τήν (2). (2) Οί δοξασίες στο (1) δέν προϋποθέτουν άλλη δοξα­ σία. Μιά άλλη έσφαλμένη. ούτε μερική. πεποίθηση). Τό πρόγραμμά του στο σημείο αυτό είναι νά δείξει πώς ένα κομμάτι γνώσης (δοξασίας. πώς δέν κάνει τίποτε άλλο άπό τό νά προ­ ϋποθέτει άλλη γνώση (δοξασία. Μέρος VIII [32] . Δέν έχει άντιρρήσεις γιά μιά ίε­ ραρχική εικόνα τής όικαιολόγησης (]ιΐ5ΐ:ϋϊο&1ίοη).. δσον άφορά [.

(Παρατηρήστε δτι ό ισχυρισμός αυτός είναι δυνατότερος άπό αυτόν πού έγινε παραπάνω σχετικά μέ τον λόγο τοϋ «δείχνει». Διότι τό έννοιακό περιεχόμενο πού έκφράζει μιά πρόταση (τό δεδοξαομένον) περιλαμβάνει ούσιωδώς τή δυνατότητα νά έπέχει θέση προκείμενης καί συμπεράσματος συναγωγών. μή έπιστημική περίσταση μάλλον παρά ώς άπάντηση σέ μιά άλλη δοξασία ή ισχυρισμό (αδδβιΐίοη). ως πράγματα πού συνεπάγονται κάποια περιεχό­ μενα καί είναι άσύμβατα μέ άλλα.) Γιά νά έχει μή συναγωγικές χρήσεις μιά όποιαδήποτε φράση (δοπίοηο©). ή απόκτησή τους δέν ισοδύναμε! καν μέ άπόκτηση δοξασιών ή πεποιθήσεων (κάτι . Οί μή συναγωγικές δοξασίες δέν άποτελοϋν μιά αυτόνομη διασκεπτική σφαίρα (άίδοιίΓδίνο δίΓαίιιιη): Δέν θά μπορούσε νά υπάρξει γλωσσικό παίγνιο πού νά άποτελεΐται μόνο από μή συναγωγικές άναφορές. είτε είναι φαινόμενα. Νά κα­ ταλάβουμε μιά φράση (δοηΐοηο©).184 ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΠΡΑΝΤΟΜ Γιά τον Σέλλαρς δέν υπάρχει μή συναγωγική πεποίθηση. κάποιες άλλες φράσεις πρέπει νά έχουν συναγω­ γικές χρήσεις. νά συλλάβουμε ένα προ­ τασιακό περιεχόμενο (ρΓοροδίΙίοη&1 οοηίοηΐ) (άπαραίτητη προϋπόθεση γιά νά έχουμε μιά δοξασία) σημαίνει νά τά το­ ποθετήσουμε μέσα στον χώρο τών λόγων. ’Άν δέν μπορεΐ κανείς νά χρησιμοποιήσει δοξα­ σίες μή συναγωγικά αποκτημένες ώς προκείμενες συνα­ γωγών πού οδηγούν σέ άλλες δοξασίες. άν μέ αυτό έννοει κανείς μιά δοξασία τήν οποία θά μπορούσε νά έχει κανείς χωρίς νά συλλαμβάνει τή συναγωγική σύνδε­ σή της πρός ορισμένες τουλάχιστον άλλες δοξασίες. είτε είναι έξωτερικό. νά τούς άποδώσουμε ένα συναγωγικό ρόλο στο παιχνίδι τού λόγον δούναι καί λαβειν. Μιά μή συναγωγική άναφορά ή δοξασία μπορεΐ νά άποκληθει κυριολεκτικά «μή συν­ αγωγική» μόνο υπό τήν έννοια δτι ή δέσμευση αύτοϋ πού κά­ νει τήν άναφορά (ΓοροιΐβΓ) σέ ένα ούσιωδώς συναγωγικά άρθρωμένο περιεχόμενο προκύπτει μή συναγωγικά στή συγ­ κεκριμένη περίπτωση -δτι προκύπτει δηλαδή ως άπάντηση σέ μιά μή γλωσσική. είτε είναι έμπειρικές πραγματικότητες. Γιατί ό ισχυρισμός αυτός άφορά όποιοόήποτε είδος μή συναγωγικής άναφοράς. είτε τό άναφερόμενο είναι έσωτερικό.

Σ. υπάρχουν άλλες πού μπορούν νά είναι δικαιολογημένες (καί άληθεΐς) στή μία περίπτωση καί νά μήν είναι δικαιολογημένες ή άληθεις σέ άλλη. τέσσερα τού ένός τύπου καί τρία τού άλλου...μ. ενώ ή συγκεκριμένη φράση είναι άνεπανάληπτη. Μιά πρώτη διάκριση πρέπει νά γί­ νει άνάμεσα σέ τύπους (ίγρ6δ) φράσεων καί συγκεκριμένες φράσεις (Ιοίίεηδ): Ό τύπος είναι έπαναλήψιμος καί μπορεΐ νά έχει πολλές πραγματώσεις.») σέ ΤΊιογο &Γ6 . άτ& («Αυτές είναι.ΟΔΗΓΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ 185 πού έχει προτασιακό περιεχόμενο). Υπάρχουν24 προτά­ 24. ώς συμπεράσματα συναγωγών τών οποίων προκείμενες είναι οί μή συναγωγικές έφαρμογές άλλων εννοιών. νά είναι έπίσης διαθέσιμες γιά συναγωγική εφαρμογή.»). δπως τό «2 + 2 = 4» καί τό «Τό κόκκινο είναι χρώμα».. Αύτό δμως δέν σημαί­ νει δτι δέν θά μπορούσε νά υπάρχει μιά γλώσσα πού νά πε­ ριέχει μόνο εκφράσεις γιά άντικείμενα παρατήρησης. Άλλά τότε μόνο οί συγκεκριμένες προτάσεις καί δχι οί τύποι μπορεΐ νά θεωρηθεί δτι επιδέχονται δικαιολόγηση.τ. Έτσι άν ή διάκριση εφαρμοστεί σέ γράμματα μάλλον παρά φράσεις.. δηλαδή τήν ικανότητά τους νά δικαιολο­ γούν άλλους ισχυρισμούς. Διορθώνω τό κείμενο Ήι©δ6 («Υπάρχουν. Ό Σέλλαρς ξεκινά έρωτώντας γιά τή φύση τού κύρους ( β ι ι ΙΙ ι ο π Ι υ ) (έννοια έμφανώς κανονιστική) τών μή συναγωγικών δοξασιών. Είναι ή έκφορά ή εισαγωγή τής φράσης σέ μιά συγκεκριμένη περίσταση. πού χρησιμοποιούνται γιά μή συναγω­ γικές άναφορές. κάθε φορά πού γίνονται συγκεκριμένες. χρήσεις άναφοράς. ή άκολουθία «αεααεεα» περιλαμβάνει δύο τύπους γραμμάτων καί έφτά συγκεκριμένα γράμματα. Μπο­ ρούμε τώρα νά δούμε δτι τό ζήτημα έδώ είναι ή δικαιολόγηση τών συγκεκριμένων φράσεων. Διότι οί έννοιες των παρατηρουμένων είναι έννοιες μέ χρήσεις μή συναγωγικές. Σύμφωνα μέ αυτή τή συναγωγική εικόνα τού έννοιακού περιεχομένου δέν μπορεΐ κανείς νά έχει μιά έννοια χωρίς νά έχει πολλές άλλες πού νά συνδέονται μεταξύ τους συναγωγικά. Τό άπαιτούμενο είναι απλώς οί έννοιες. Διότι παρόλο πού υπάρχουν φράσεις πού δικαιολογούνται. άν δικαιολογούνται καν.

Ό Σέλλαρς τώρα εξετάζει μιά γραμμή σκέψης κατά τήν οποία έσωτερικά άξιόπιστοι τύποι και έσωτερικά άξιόπιστες συγκεκριμένες προτάσεις. 225-308. προερχόμενη άπό κάτι άλλο. Οί ισχυρισμοί πού εκλαμβάνονται ώς άναλυτικοί. δπως «Έ χουν υπάρξει μαΰροι σκύλοι». καί «ΟοιιηΙβΓίΣιοΙιιαΙδ. Αυτή ή γραμμή σκέψης συν­ δέει τις έννοιές μας μέ δ. 2. . αν καί δχι δλες οι μή συναγωγικές δοξασίες πού περιγράφονται υποθετικά (ρυΙαίίνο1γ) στις (1)-(3) παραπάνω είναι άναφορικοδεικτικές. σ. «Αυτό δείχνει κόκκινο»). Μιννεάπολις 1958. ϋίδροδίΐίοηδ &ηά Ιΐιο Ο&ιίδΗΐ Μο<3&1ίΙΐ£5». δεδομένου τού πώς εξηγεί τό «δείχνει» ό Σέλλαρς. Έ τσι εννοημένοι. τ. υηΐνεΓδΐΙγ οί ΜΐηηεδοΙ& Ρτεδδ. εις Ριιτβ ΡΓαξίηαύοΞ αηά ΡοΞΞΪΜβ Ψοήά$. «ΟοηοβρΙδ 3δ Ιηνο1νίη§ Ε3\νδ. δεΙΙΗΓδ. οί άναλυτικοί ισχυρισμοί δέν είναι ούτε άπρόσβλητοι στήν άναθεώρηση. ΜΐηηβΞοία 8ΐιιάΐβ5 ΐη ίΗβ ΡΗίΙοχορΗγ ο / Ξάβηεβ. δπως σέ άποφάνσεις άναλυτικές νοημάτων (ηΐ6αηίη§-Βη3ΐγίίς δίαίοπιβηΐδ) δπως «Όλοι οί έργένηδες είναι άνύμφευτοι άρρενες». δπως τό «Ό λοι οί έργένηδες είναι άνύπανδροι άρρενες» δέν είναι άπρόσβλητοι άπό άναθεώρηση. 311(1 Ιηοοηοεΐναβίο \νί11ιοιιΙ ΊΠιειη». Στά Δυο δόγματα τοϋ εμπειρισμού ό Κουάιν άντιτίθεται στήν έννοια τών νοηματικά άναλυτικών Ισχυρισμών (ισχυρισμών πού άληθεύουν μόνο χάρη στά νοήματα τών λέξεών τους) γιά τούς ευρέως πραγματιστι­ κούς λόγους δτι δέν υπάρχει κατάσταση διακριτή στήν πράξη πού νά άντιστοιχεΐ στήν υποθετική αυτή κατηγορία. εϊτε έσωτερική. Πολλές. δπως στο «Αυτό είναι κόκκινο» (ή.π. Κα­ λούνται «άναφορικοδεικτικές» («ΙοΚεη Γβίΐεχίνε») εκφράσεις.).. Ή αυθεντία ή άξιοπιστία (θετικό καθεστώς δικαιολόγησης) είναι εϊτε εξωτερική. δ. ήτοι άναλυτικοί ισχυρισμοί25 25. Ό Σέλλαρς δέχεται τήν άναλυτικότητα. τήν όποια συνδέει μέ τό πρακτικό καθεστώς τής άνθεκτικότητας σέ υποθε­ τικές καταστάσεις (ςοιιηΙοΓί&οίιι&Ι ΓοΙηΐδΙηβδδ).186 ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΠΡΑΝΤΟΜ σεις σάν «Τό αυτοκίνητο αυτό είναι κόκκινο» ή «Τώρα πει­ νάω» πού περιέχουν λέξεις τών οποίων ή άναφορά (γ©£6Γ β η οε) καθορίζεται άπό τις τρέχουσες περιστάσεις υπό τις όποιες έκφέρεται συγκεκριμένα (ΙοΚβηβϋ) ή πρόταση. ή μέ συγκεκριμένες προτάσεις.τι θεωρούμε ώς νόμους τής φύσης (Βλ. # 33. ούτε α ρποπ γνωστοί. γνωστοί &ρποή ή μέ άλλο τρόπο διακριτοί άπό άποφάνσεις (δίαΐβπιβηΐδ) πολύ γενικών δεδομένων. στήν περίπτωση αυτή άπό συναγωγικά κληρο­ νομημένη ιδιότητα.Ή έσωτερική άξιοπιστία μπορει νά συνδυαστεί μέ τύπους. εις ΗοΓββιΐ Ρεΐ§1-Μΐο1ι&€ΐ δοπνβη-ΟΓονβΓ Μ&χννοΐΐ (έπ.

Νά φανταστεί δτι άκο­ λουθεΐ κανείς τούς κανόνες γιά τό «αυτό». ενώ οί άναφορές παρατήρησης άληθεύουν βάσει δεικτικών ορι­ σμών (οδίβηδίνο άβίίηΐίίοπ).ΟΔΗΓΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ 187 και άναφορές παρατήρησης. Οί ορισμοί αυτοί. άκριβώς σάν τούς διασκεπτικούς. έτσι τό νά άκολουθεΐ τούς «κανόνες» τού δεικτικού ορισμού πρέπει νά έπαρκεΐ γιά τήν άλήθεια τών άναφορών παρατήρησης. είναι δμοια ώς πρός τό δτι είναι και τά δύο τύποι τέτοιοι. τό «πράσινο» μόνο άν έχει μιά κάποια ιδέα μιας προγλωσσικής . Οί δεικτικοί ορισμοί είναι τό μό­ νο είδος ορισμού πού μπορούμε νά έχουμε γιά δρους δπως τό «κόκκινο». Ή ιδέα τήν όποίαν θά άπορρίψει είναι δτι οί άναλυτικές άποφάνσεις (δΐ&ίβιηβηΐδ) αληθεύουν χάρη σέ κάποιο διασκεπτικό ορισμό (άίδοιίΓδίνβ άβίίηΐΐΐοη) (ορισμός μίας γλωσσικής έκφρασης μέ δρους άλλων γλωσσικών έκφράσεων). (Έ νας τέτοιος κανόνας ίσως μοιάζει μέ τον ορισμό τής [13]. τό «είναι». Έγκεινται στον ορισμό τής έκφρασης μέ τήν έπίδειξη δειγμάτων τών πραγμάτων στά όποια εφαρμόζεται (νά δείξουμε στήν κατεύθυνση ένός κόκκινου άντικειμένου). Ό Σέλλαρς μπορεΐ νά τά δεχτεί δλα αυτά έκτος από τό μέρος τό σχετικό μέ τούς κανόνες. κωδικοποιούν τούς κανόνες τής κατάλληλης χρήσης τών έκφράσεων πού ορίζουν. Άκριβώς δπως τό νά άκολουθεΐ κανείς τούς πρώτους κανόνες έπαρκεΐ γιά τήν άλήθεια τών άναλυτικών άποφάνσεων (δΐ&ίοιηβηίδ).) Στο σημείο αυτό ό Σέλλαρς διαφωνεί.Τό σύνηθες θεμελιωτιστικό έπιχείρημα τής εις άπειρον άναγωγής μπορεΐ νά έφαρμοστεΐ γιά νά δείξουμε δτι δέν μπορούν νά οριστούν δλες οί έκφράσεις μιας γλώσσας διασκεπτικά (άίδοιΐΓδίν6ΐγ) επί ποινή κυκλικότητας ή άναγωγής εις άπειρον (καί στις δύο περιπτώσεις δέν επιτυγχάνεται ορισμός). Επομένως πρέπει νά υπάρχουν δεικτικοί ορισμοί μέσα στή γλώσσα. πού τό γεγονός δτι ή συγκεκριμένη χρήση τους είναι σωστή. δτι δηλαδή συγκεκριμενοποιούνται σύμφωνα μέ τούς κανόνες χρήσης δλων τών εκφράσεων πού τις άπαρτίζουν (οοπιροηεηΐ βχρτβδδίοηδ). είναι μιά Ικανή καί όχι μόνο άναγκαία συνθήκη τής άλήθειας τους και τής δικαιολόγησής τους (επομένως δέν γίνονται άπλώς πιστευτά άλλά γνωρίζονται).

27.τ. Ή λύση τοΰ Σέλλαρς είναι έδώ άπό τή μεριά τοΰ Κουάιν καί τοΰ Ντέννετ.] έκφορές του “Αυτό είναι πράσινο” -στά πλαίσια ένός ορι­ σμένου συνόλου [“σύνολο”: συνάφεια παράπλευρων δε­ σμεύσεων καί περιστάσεων]-. Ή διάκριση αύτή.. Γιά τον Σέλ­ λαρς είναι άντιφατικό νά μιλάει κανείς γιά δεικτικούς ορι­ σμούς πού καθορίζουν κανόνες γιά τή χρήση τού «πράσι­ νου». Ξεκινάει μέ τήν παρατήρηση δτι «Μιά {. . καί ή άνάγκη γιά κάποια έννοια υπό τήν όποια μιά πρακτική (παραδειγματικά. τέτοια έπεισόδια είναι σάν τή χελώνα κάτω άπό τον ελέφαντα.. Ρεκβρύοη αηά ΚβαΙίΐγ. δπως τό έλεγε νωρίτε­ ρα ό Μπράντομ. άλλά δέν διέπονται άπό κανόνες. Ή έννοια δτι ή αυθεντία τών μή συναγωγικών ανα­ φορών εδράζεται σέ έπεισόδια μή λεκτικής.τήν οποία εκφράζουν οί λεκτικές εκφορές είναι μιά εκδοχή του Μύθου. άν καί μόνο άν είναι ή εκδήλωση μιας τάσης νά παράγει [. άνατ..&η§ιιβ§6 Ο&πιοδ»... έπομένως μή έννοιακής.» Πρέπει δηλαδή νά είναι ή έκφραση μιας άξιόπιστης διάθεσης δια­ φορικής άπόκρισης. Λονδίνο 1963.] εκφράζει μιά γνώση άπό παρατήρηση. Σ. μιά γλωσσική πρακτική) μπορεΐ νά διέπεται άπό ρυθμιστικούς κανόνες άκόμα κι άν αύτοί πού τήν άσκοΰν δέν μπο­ ρεΐ νά ειπωθεί δτι άκολουθοΰν κανόνες.188 ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΠΡΑΝΤΟΜ συνείδησης πρασίνου -αυτός είναι ό Μύθος. Έδώ ό Σέλλαρς παρουσιάζει τήν έναλλακτική άποψή του. £ 35.] συγκεκριμέ­ νη έκφορά τοΰ “Αυτό είναι πράσινο” παρουσία ένός πράσι­ νου πράγματος [.26Οί δεικτικοί ορι­ σμοί καθιερώνουν πρακτικές* έχουν κανονικότητα.. είναι τό θέμα τοΰ Σέλλαρς στο ση­ μαντικό δοκίμιο «δοιηε ΚεΠϋοΙΐοηδ οπ Ι. Μπορούμε έπομένως νά καταλάβουμε γιατί. Κουΐΐεάβο & Κο§&η Ραιιΐ. εις Ξάβποβ. τό πρόβλημα τοΰ άντεστραμμένου φάσματος προϋποθέτει τον Μύθο τοΰ Δεδομένου. διότι δέν υπάρχει γλώσσα διαθέσιμη στήν οποία τέτοι­ οι κανόνες νά μπορούν νά διατυπωθούν.μ. άν καί μόνο άν ένα πράσινο άντικείμενο κοιτάζεται υπό κανονικές συνθήκες.27 § 34. συνείδησης (α\ν&Γβη6δδ). Άπό τή σκο­ πιά του Σέλλαρς.. 26. Αλλά τά φωτοκύτταρα καί οί παπαγά­ λοι θά μπορούσαν έπίσης νά ικανοποιούν τή συνθήκη αύτή..

Μένει νά προσθέσουμε τις συνθήκες πού θά συλλαμβάνουν τό έπιστημικό μέρος.. άπό τήν άλλη. είναι δτι. οικεία πλέον. πού είναι μιά πρακτική δραστηριότητα.ΟΔΗΓΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ 189 πράγμα πού δείχνει δτι ώς έδώ έχει προσδιοριστεί μόνο τό μέρος τής αναφοράς παρατήρησης πού άφορά τις άποκριτικές διαθέσεις. ό Σέλλαρς ισχυρίζεται δτι πρέπει αυτός πού κάνει τήν άναφορά νά ξέρει δτι είναι άξιόπιστη (καίϊσως έδώ υπερβάλλει): «. τήν αυθεντία πού διεκδικεΐ ή άναφορά. Στήν πραγματικότητα. προκειμένου νά θεω­ ρηθεί δτι αύτός πού κάνει τήν άναφορά προβάλλει έναν . τή διάσταση τής προσυπογραφής.. ή έναν παπαγάλο πού έχει έκπαιδευθεΐ νά λέει «Κάνει πιο πολλή ζέστη» καθώς άνεβαίνει ή θερμοκρασία. δικαιολογώντας τον ισχυρισμό (αν τούτο τεθεί υπό άμφισβήτηση) δίνοντας λόγους σχετικώς. έχουμε τό δικαιολογειν. τής παραγωγής έγκυρων εκφράσεων. [24]): Από τήν μιά. Γιά νά έχει κύρος γνώσεως ή άναφορά δέν πρέπει νά είναι μόνο αξιόπιστη* πρέπει καί νά θεωρείται άξιόπιστη. Έγκειται στήν ικανότητα αυτού πού κάνει τήν άναφορά νά έξοφλήσει τήν άναληφθεΐσα δέσμευση.αυτός πού τό αντιλαμβάνε­ ται πρέπει έπίσης νά ξέρει δτι οί συγκεκριμένες έκφορές τού “Αυτό είναι πράσινο” είναι συμπτώματα τής παρουσίας πράσινων άντικειμένων σέ συνθήκες πού είναι κανονικές γιά τήν οπτική άντίληψη». Ή διαφορά άνάμεσα σέ κάποιον πού κάνει μιά μή συναγωγική άναφορά καί ένα φωτοκύτταρο. στήν οποία καί προσχω­ ρεί ό Σέλλαρς. δέν έγκειται στήν άξιοπιστία ή τό εύρος τών άποκριτικών τους διαθέσεων. πού είναι ένα κανονιστικό καθεστώς. τής άνάληψης συναγωγικά άρθρωμένων θέσε­ ων (οοιηιηιΐπΐίίηΐδ). Ό Σέλλαρς ισχυρίζεται δτι δέν μπορεΐ κανείς νά έχει τό καθεστώς αυτό παρά μόνο δταν μπορεΐ νά εξοφλήσει αυτή τήν άξίωση αυθεντίας καί έπιστημικής προνομίας αναλαμβάνοντας τό έργο τής δικαιολόγησής της. Ό ισχυρισμός αύτός περί τής προτεραιότητας τής πρακτικής έπί τού καθεστώτος είναι μιά ειδική ποικιλία πραγματισμού. τό δικαιο­ λογημένο. καί. Ή βασική θέση. Ή «δικαιολόγηση» χαρακτηρίζε­ ται άπό τήν αμφισημία τής ενέργειας καί τού έργου (ίη^/οά* πρβλ.

δι­ καιολογεί -δίνει καλούς λόγους γιά. πρέπει νά βρίσκεται «στον χώρο του λόγον διδόναι και λό­ γον αίτεΐσθαι». μαζί μέ τό δτι ή άναφορά είναι μιά άσκηση αυτών τών διαθέσεων. Ό έπιπλέον ισχυρισμός πού προωθείται έδώ είναι δτι. άκόμα κι άν ή δέσμευση δέν προέκυψε άρχικά μέ τον τρόπο αυτό. νά συγκροτήσει γνώση). Δηλαδή.190 ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΠΡΑΝΤΟΜ ισχυρισμό (δτι εκφράζει μιά δοξασία ή πεποίθηση [ββΐίοί]). Νά πούμε δτι είναι κάνεις άξιόπιστος σημαίνει απλώς νά πούμε πώς ή συναγωγή άπό τό νά είναι κανείς διατεθειμένος νά άποκαλέσει κάτι κόκκινο στο νά είναι αυτό τό κάτι πραγμα­ τικά κόκκινο είναι σωστή. τήν οποία εκφράζει.τήν άναφορά. γιά νά μπορέσει μιά μή συναγωγική άναφορά νά έκφράσει γνώση (ή προκειμένου ή πεποίθηση. Τή συναγωγή γιά τήν οποία μιλάμε θά μπορούσαμε νά τήν ονομάσουμε «συναγωγή άξιοπιστίας». καί έπισημαίνοντας δτι είναι κανείς άξιόπιστος στήν άναφορά σχετικά μέ κόκκινα πράγματα ύπ9 αυτές τί συνθήκες. Έπιμένοντας δτι. Όπότε. πρέπει νά μπορεΐ νά δώσει μιά συν­ αγωγική δικαιολόγηση τής πεποιθήσεώς του. αυτός πού κάνει τήν άναφορά πρέπει νά μπορεΐ νά τήν εκθέσει ώς συμπέρασμα μιας συναγωγής. Ό ισχυρισμός τους είναι δτι ή πραγματική λειτουργία τής παραδοσιακής συν­ θήκης δικαίωσης τής γνώσης είναι ό άποκλεισμός τών κατά σνμβεβηκός (αεάάβπίαΙΙγ) άληθινών πεποιθήσεων. Έ τσι ή άξιοπιστία τών διαφο­ ρικών άποκριτικών διαθέσεων πού έχει κανείς. Δικαιολογεί κα­ νείς μιά μή συναγωγική άναφορά δτι κάτι είναι κόκκινο πα­ ρατηρώντας δτι ήταν κανείς διατεθειμένος μή συναγωγικά νά έφαρμόσει στήν περίπτωσή του τήν έννοια κόκκινο. δίνοντας τούς λό­ γους του. προκεμένου νά πιστωθεΐ σωστά μέ γνώση κάποιος πού κάνει μιάν άναφορά. αυτός πού κάνει τήν άναφορά πρέ­ πει νά είναι σέ θέση νά τή δικαιολογήσει. γιά νά έκτιμήσει κανείς άν ορισμένες πεποιθήσεις μπορούν . καί δχι μόνο νά έχει τις ορθές άποκριτικές διαθέσεις. ό Σέλλαρς υΐοθετεΐ ένα έπιστημολογικό ίντερναλισμό πού τον φέρνει σέ διαφωνία μέ κάποιους πιο πρόσφατους έξτερναλιστές στά θέματα έπιστημολογικής άξιοπιστίας.

δτι θά μπορούσε νά άνταλλάξει τή συναγωγική δικαιολόγηση μέ τον άξιόπιστο σχηματισμό πεποιθήσεων συνολικά. Ασφαλώς. Στο φόντο αυτής τής συναγωγικής πρακτικής ωστόσο δέν είναι προφανές γιατί ό Σέλλαρς πρέπει νά άντισταθει στήν πρόταση τοΰ όπαδοΰ τής άξιοπιστίας. (Αύτή είναι ή σκέψη πίσω άπό τον χαρακτηρισμό πού έκανα εν παρενθέσει νωρί­ τερα. στή δεύτερη παράγραφο παραπάνω. δτι αύτό πού κάνει κανείς είναι νά έφαρμόζει εννοιες.ΟΔΗΓΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ 191 νά χαρακτηριστούν ώς γνώση. δηλαδή. καίτοι μή συναγωγικές. Τό δίδαγμα είναι δτι «δέν θά μποροΰσε νά έχει κανείς γνώση παρατήρησης όποιουδήποτε γεγονότος χωρίς νά ξέ­ ρει πολλά άλλα πράγματα έπίσης». νά μήν είναι άρκετό αύτός πού άποόίδει γνώση σέ κάποιον άναφορέα νά γνωρίζει δτι τοΰτος είναι άξιόπιστος. γιά . έπομένως ό άποδίόων γνώση νά υιοθετεί τή συναγωγή βασιζόμενος άπλώς καί μόνο στήν άποκριτική διάθεση τοΰ άναφορέα νά έφαρμόσει μή συν­ αγωγικά τήν έννοια κόκκινο στο (πιθανώς) κόκκινο-ειναι τοΰ πράγματος. άρκεΐ νά προκύπτουν οί υπο­ ψήφιες πεποιθήσεις άπό άξιόπιστους μηχανισμούς σχηματι­ σμού πεποιθήσεων -δηλαδή μηχανισμούς πού είναι πιθανό νά οδηγήσουν σέ άλήθειες. Διότι τό γεγονός δτι αύτό πού σχηματίζει κανείς είναι πεποιθήσεις. Γιατί. πρέπει νά μποροΰν νά δικαιολογηθούν. άφορά τήν ειδικά συναγωγική άρθρωσή τους -τον ρόλο τους στο παιχνίδι τοΰ λόγον διδόναι καί λαβειν. Αύτό δέν σημαίνει δτι έπιτέλους οί άναφορές παρατήρησης είναι κατά κάποιο τρόπο συμπεράσματα συναγωγών. εϊτε γνωρίζει αυτός πού κάνει τήν άναφορά δτι είναι άλήθειες εϊτε δχι. Ό σχηματισμός δικαιολογήσιμων πεποιθήσεων φαίνεται στήν περίπτωση αύ­ τή ώς ένας μηχανισμός μεταξύ άλλων.) £ 36. άπό τήν άποψη τοΰ Σέλλαρς. άλλά μόνον δτι. τοΰ νά δικαιολο­ γεί καί νά ζητάει δικαιολογήσεις. Γιατί πρέπει αύτός πού κάνει τήν άναφορά νά είναι σέ θέση νά δώσει τή συναγωγική δικαιολόγηση τής μή συναγωγικής άναφοράς πού κάνει. θά ήταν λάθος νά συμπεράνει κανείς άπό τή γραμμή σκέψεως αύτή.

. δέν δίνου­ με μιά έμπειρική περιγραφή αύτοΰ τοΰ έπεισοδίου ή αύτής τής καταστάσεως. άλλά δχι [ένα] συστατικό της [προηγούμενο]. θ ά μποροΰσε κάλλιστα νά είχε πει δτι χαρακτηρίζοντας ένα έπεισόδιο ή μιά κατάσταση ώς γνώμη {ύβΐίενίηβ). ώστόσο. είναι ένα μή γνωστικό αίτιακό προηγούμενο. ϊσως μιά άναγκαία προϋπόθεση τής έμπειρικής γνώσης. Έ τσι οτιδήποτε άσχετο μέ τή δικαιολόγηση. Γιατί μόνο αύτό πού είναι συναγωγικά άρθρωμένο έχει κάποιο έννοιακό περιε­ χόμενο (καί έπομένως μπορεΐ νά χαρακτηριστεί πρόσφορο γιά πίστη ή ισχυρισμό). δέν δίνουμε μιά εμπειρική περιγραφή αύτοΰ τοΰ έπεισοδίου ή αυτής τής καταστάσεως[:] τά τοποθετοΰμε στον λογικό χώρο τών λόγων. Ή εσφαλμένη άποψη πιστεύει δτι οφείλει νά δώσει μιά αιτιακή περιγραφή τοΰ πώς άποκτάται ή γνώση. τής δικαιολόγησης καί τοΰ νά είναι κανείς σέ θέση νά δικαιολογεί αυτό πού λέ­ ει». άλλά «.192 ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΠΡΑΝΤΟΜ νά είναι δικαιολογημένες. άλλά τά τοποθετούμε μέσα στον λογικό χώρο τών λόγων.. $ 37. έπιστημικό καθεστώς τής γνώ­ σης -καίτοι ό Σέλλαρς δέν τονίζει τό σημείο αυτό. ό Σέλλαρς θέλει νά έπιμείνει περαιτέρω δτι δέν μπορει κανείς νά γνωρίσει μή συναγωγικά πώς κάτι είναι πράσινο παρά μόνο αν γνωρίζει κανείς επίσης δτι ό συζητη­ τής του είναι άξιόπιστος άναφορέας πράσινων πραγμάτων υπό τις τρέχουσες περιστάσεις. Ό πω ς είδαμε στο προηγούμενο μέ­ ρος. τής δικαιολόγησης καί τοΰ νά είναι κανείς σέ θέση νά δίνει λόγο γι9αύτό πού λέει. ή εφαρμογή εννοιών ή σύλληψη προτασιακών περιεχομένων. εϊτε δσον άφορά τό νά γνωρίζει κανείς τί θά ήταν μιά δικαιολόγηση. Διότι πώς θά μπο­ ρούσαμε νά ξέρουμε δτι δείγματα τοΰ «Αύτό είναι πράσινο» είναι δντως ένδεικτικά.μοιάζει νά περικλείει μιά εις άπειρον άναγωγή. Ή άποψη αυτή -αυτή πού υιοθετεί ό Σέλλαρς..χαρακτηρίζοντας ένα επεισόδιο ή μιά κα­ τάσταση ώς γνωστικά. Ούτε άφορά ή γενική θέση ειδικά τό κανονιστικό.. εϊτε δσον άφορά τό δικαίωμα νά παράσχει κανείς μιά δικαιολόγηση. χωρίς πρώτα νά ξέρουμε γεγονότα δπως «Αύτό είναι πράσινο» καί «Αύτό είναι μιά συγκεκρι­ .

Γιατί αύτό τό νέο κανονιστικό καθεστώς χορηγείται κοινωνικά.μολονότι στήν ήλικία τών τεσσάρων τό μόνο πού μποροΰσε νά κάνει ήταν νά πει «φω­ τιά» σάν παπαγάλος.. Σχολιάζοντας τό σημείο αύτό στήν έκδοση τοΰ 1963.28Ή άπάντηση τοΰ Σέλλαρς είναι δτι μποροΰμε μέν νά άποκτήσουμε γνώση γε­ γονότων αυτών τών τριών τύπων συγχρόνως. πρέπει. Έτσι: «.29Ή σημαντική διαφορά δέν είναι μιά διαφορά άποκριτικής διαθέσεως. ένα παιδί στήν ήλικία τών έξι έτών γνω­ ρίζει δτι στά τέσσερά του είδε μιά φωτιά -ύπό τήν έννοια δτι είχε μιά άξιόπιστη άντίδραση. Καμμιά μή έπιστημική περιγραφή τοΰ ύποψηφίου άναφορέα δέν άρκεΐ γιά νά τοΰ δώσει τό καθεστώς αύτό. έπομένως θυμάται. Προσέξτε δτι αύτό είναι ενα πρόβλημα πού ό Σέλλαρς δέν θά χρεια­ ζόταν νά τό αντιμετωπίσει άν είχε υιοθετήσει τον τροποποημένο έξτερναλισμό πού τοΰ προτείναμε στήν [[35]] παραπάνω. ό Σέλλαρς εγραψε δτι ή σκέψη του ήταν. Δέν άπαιτεΐ νά είναι σω­ στό νά πει κανείς δτι τή στιγμή πού συνέβησαν τά γεγονότα αύτά ήξερε. παρά μόνο στον 28. Αλλά καί αύτό δέν είναι άρκετό. δτι συνέβησαν. δηλαδή. δτι αύτά τά συγκε­ κριμένα γεγονότα δντως ύπήρξαν. Έτσι.. άλλά μιά διαφορά στήν ικανότητα νά προσυπογράφει κανείς. Γιά τοΰτο πρέπει νά είναι τουλάχιστο σέ θέση νά πει σέ τί δε­ σμεύεται κατ5αύτό τον τρόπο καί ποιά στοιχεία τοΰ τό έπιτρέπουν.άπαιτεΐ άπλώς νά μπορει κανείς νά πει δτι ό Τζόουνς γνωρίζει τώρα. χωρίς νά γνωρίζει δτι έπρόκειτο γιά φωτιά. Καί ή εις άπειρον άναγωγή εξαλείφεται». τότε.ΟΔΗΓΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ 193 μένη εκφορά τοΰ “Αύτό είναι πράσινο”». 29. νά καταλαβαίνει τον ισχυρισμό πού κάνει. . τό όποιο δέν μποροΰσε νά έννοιολογήσει κανείς τήν ώρα κατά τήν όποία συνέβαινε. άλλά μπο­ ροΰμε νά γνωρίσουμε γεγονότα που άφοροΰν συμβάντα τά όποια έπήλθαν πριν άποκτήσουμε τήν δποια τέτοια γνώση. Τό εξάχρονο παιδί έχει είσέλθει στον χώρο τοΰ δοΰναι καί λαβεΐν λόγους* μπορεΐ νά δεσμευ­ τεί σέ έναν ισχυρισμό καί νά άντιμετωπιστεΐ ώς κάποιος πού μιλάει έγκυρα* έχει τήν εύθύνη τοΰ ίσχυρισμοΰ πού κάνει. πώς θά μποροΰσε κανείς νά εχει άμεση (ύπό τήν έννοια τής μή συναγωγικής) γνώσης ένός παρελθόντος γεγονότος.

Ή μόνη έννοια ύπό τήν οποία δέν υπάρχει θεμέλιο γιά τήν έμπειρική γνώση είναι ή έννοια ύπό τήν οποία οί άνα­ φορές παρατήρησης. Δηλαδή ό Σέλλαρς άπορρίπτειμονο τον ισχυρισμό (2) άπό τις τρεις θεμελιωτιστικές θέσεις πού έξετάσαμε στήν [32].194 ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΠΡΑΝΤΟΜ βαθμό πού ή κοινότητα ή οποία χορηγεί αύτό τό καθεστώς. συναγωγικών καί μή. Άλλά δέν ύπάρχει άνάγκη γιά καμμιά θεμελίωση μέ αύτή τήν έννοια: «Ή έμπειρική γνώση [.. εϊτε έσωτερικών επεισοδίων εϊτε έξωτερικών συμβάντων.. Τό καθεστώς αύτό έγκειται στήν άναγνώρισή του άπό τήν κοινότητα. κ. Οί άναφορές παρατήρησης. άλλά τό γεγονός αύτό δέν προσδίδει στήν ύπογραφή τους τήν ικα­ νότητα σύναψης συμβολαίων.. Συγκρίνετε τήν άπόκτηση τής ενηλικότητας και τήν ικανότητα νά άναλαμβάνει κάνεις συμβατικές υποχρεώσεις. δχι επειδή έχει ένα θεμέλιο. θεωρεί ότι άρκει. άντιμετωπίζοντας τό άτομο ώς κάποιον πού μιλάει έγκυρα. αν καί δχι δλους μαζί». άνάληψης δεσμεύσεων.λπ. δέν άποτελοΰν μιά αύτόνομη σφαίρα τής γλώσσας -ένα παιχνίδι πού θά μπορούσε κανείς νά γνωρίζει χωρίς νά έχει άκόμα μάθει τή συναγωγική χρήση καμμιάς έκφρασης. άλλά έπειδή είναι ένα αύτοδιορθούμενο έγχείρημα πού μπορει νά άμφισβητήσει όποιονδήποτε ισχυρισμό. οί ίδιες έδράζονται (μή συναγωγικά. . είναι άξιόπιστος. Έ τσι «φωτίζεται λίγο λίγο τό σύνολο»: Καί κάποια στιγμή έχει κανείς τον έλεγχο τών ένεργειών τοΰ. άλλά κατά τήν τάξη τής κατανόησης καί ενίοτε αύτή τής δικαιολόγησης) σέ άλλα εϊδη γνώσεως. Κάποιοι άνήλικοι είναι περισσότερο άξιόπιστοι στήν έκπλήρωση τών δεσμεύσεών τους άπό πολλούς πέρα τών είκοσι ένός. £ 38. δικαιολογήσεως. έπαρκώς ώστε οί ήχοι πού εκπέμπει νά εκλαμβάνονται άπό τήν κοινότητα ώς έχοντες σημασία ισχυρισμών. οί όποιες ύπό μίαν έννοια είναι τά θε­ μέλιά της.] είναι έλλογη.

άπλοι ύπολογιστικοί μηχανι­ σμοί ή έργαλεια γιά τήν έκφραση καί τή συστηματοποίηση παρατηρήσεων. πού έτοιμάζεται νά εισαγάγει. Τό μόνο πού ξέρουμε άπευθείας είναι τά άντικείμενα τής παρατήρησης (οί άνα­ φορές παρατήρησης είναι οί ΚοηδΙαΙίοηιηββη. Σύμφωνα μέ τήν άνάπτυξη αύτή. [οί διαπιστώ­ σεις].Ό Σέλλαρς επισημαίνει δτι μόνο κάποιος πού θά σκεφτόταν δτι οί παρατηρήσεις οί ίδιες είναι δεδομέ­ νες.. ή διάκριση άνάμεσα στά άπλώς θεωρητικά άντικείμενα καί τά άντικείμενα παρατή­ . Περιλαμβάνει τή συζήτηση αύτή έπειδή. Κατά τήν άποψη τού Σέλλαρς. Άλλά τά άντικείμενα πού θέτει άξιωματικά ή θε­ ωρία είναι δυνητικά (νίΓΐιι&Ι). ή έννοια εσωτερικών έπεισοδίων ώς θεωρητικών οντοτήτων. θετικιστικό τρόπο. ένας άλλος τρόπος νά σκεφτοϋμε τή διαφορά θεωρητικών καί παρατηρούμενων άντικειμένων καί εννοιών έρχεται στο φώς. άν ή έπιστήμη έξεταστει μέ τον άντίθετο. καί δχι προϊόν τής έκμάθησης τών εννοιών μέ τις όποιες κάνουμε τις άναφορές. ύπάρχει μιά γλώσσα παρατήρη­ σης στήν οποία διατυπώνονται δεδομένα καί δηλώνονται τά άποτελέσματα τών πειραματισμών.[44] Επιστήμη καί συνήθης χρήση § 39-44.ΟΔΗΓΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ 195 Μέρος IX [39] . Οί θεωρίες είναι έργαλεια καί οί άποφάνσεις τους (&856Γΐΐοηδ) δέν θά έπρεπε νά έκλαμβάνονται ώς συνεπαγόμενες τήν ύπαρξη τών άντικειμένων τά όποια θέ­ τουν άξιωματικώς. Έδώ ό Σέλλαρς σχεδιάζει τον Επιστημονικό Ρεαλι­ σμό του. Ή [43] δείχνει έν συντομία ποιά είναι ή θετικιστική άποψη. θά έλκυόταν άπό τήν εικόνα αύτή. είναι άσυνεπής. Έ τσι ή [41] ισχυ­ ρίζεται δτι «ή έπιστήμη είναι πάντων χρημάτων μέτρον. Κατά τό θετικιστικό σχήμα. Ό ταν τήν κάνουμε πέρα. μιά θεωρη­ τική γλώσσα είσάγεται προκειμένου νά συστηματοποιήσει τις παρατηρήσεις μας καί νά διευκολύνει τήν πρόβλεψη καί τον έλεγχο. τής [33])..» Τό θέμα είναι τό κύρος πού μπορούν νά έχουν ισχυρισμοί διατυπωμένοι σέ έπιστημονικό λεξιλόγιο σέ σύγκριση μέ τήν αύθεντία ισχυρισμών διατυπωμένων σέ άλλα λεξιλόγια.

ενώ τά παρατηρήσιμα άντικείμενα μπορούν νά γνωσθοΰν έπίσης μή συναγωγικά· οί θεω­ ρητικές έννοιες είναι αυτές πού δικαιούμαστε νά έφαρμόσουμε μόνο ώς συμπεράσματα συναγωγών. Έ τσι δταν διατυπώθηκε ώς υπόθεση γιά νά εξηγήσει τις διαταραχές τής τροχιάς τού Ποσειδώνα. Άλλά ή διαχωριστική γραμμή. (Προσέξτε δτι αύτός ό ρεαλισμός σχετικά μέ τις θεωρητικές οντότητες δέν συνεπάγεται έναν επιστημονικό ρεαλισμό ύπό τήν έννοια αύτοΰ πού δίνει τήν προτεραιότητα στήν έπιστήμη σέ σχέση μέ δλα τά άλλα εϊδη γνωστικής δραστηριότητας.Τά θεωρη­ τικά άντικείμενα είναι αυτά γιά τά όποια μπορούμε νά έχου­ με μόνο σνναγωγική γνώση.) Θά μποροΰσε κανείς νά άντιπαρατηρήσει στήν άποψη αύτή δτι. Άλλά ή άνάπτυξη ισχυρότερων τηλεσκοπίων τον κατέ­ στησε προσιτό στήν παρατήρηση. ό Πλούτων ήταν ένα απλό θεω­ ρητικό άντικείμενο· οί μόνοι ισχυρισμοί πού μπορούσαμε νά έχουμε σχετικώς ήταν τά συμπεράσματα τών συναγωγών μας. δηλαδή. άναπτύσσονται καινούργια εργαλεία. Διαφέρουν μόνο στον τρόπο μέ τον όποιο φτάνουμε νά τά γνωρίσουμε. Τις σκεφτόμαστε ώς μή παρατηρήσιμες μέ . ενώ οί έννοιες τών παρατηρήσιμων έχουν καί μή συναγωγικές χρήσεις. άνάμεσα στά πράγματα στά όποια έχουμε μόνο συναγωγική γνωστική πρόσβαση καί εκείνα γιά τά όποια έχουμε έπίσης μή συναγωγική γνώση.196 ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΠΡΑΝΤΟΜ ρησης είναι μεθοδολογική μάλλον παρά όντολογική. καί τά παρατηρήσιμα άντικείμενα δέν είναι διαφορετικά εϊδη άντικειμένων. Τά θε­ ωρητικά. μπορει νά μετακινηθεί μέσα στον χρόνο. δταν εγείρεται τό θέμα τοΰ όντολογικοΰ τους κα­ θεστώτος. γιά παρά­ δειγμα. Ό Πλούτων δέν ύπέστη καμμία όντολογική άλλαγή* τό μόνο πού άλλαξε ήταν ή σχέση του με μάς. καί κατ’ αυτόν τον τρόπο άντικείμενο μή συναγωγικών άναφορών. δέν άντιμετωπίζουμε τις θεωρητικές οντότητες άπλώς ώς άντικείμενα τά όποια κατ5άρχήν δέν διαφέρουν άπό όποιαδήποτε άλλα παρά μόνο ώς πρός τό δτι συμβαίνει τή συγκεκριμένη στιγμή νά είναι εκτός τών παρατηρητικών μας δυνάμεων. καθώς. καίτοι ό Σέλλαρς συνήθως συζητει τά δυο αύτά εϊδη ισχυρισμών μαζί.

καί νά γνωρίζουν δτι τό κάνουν. οί φυσικοί μέ κατάλληλη εκπαίδευση μπορούν νά άναφέρουν μή συναγωγικά τήν πα­ ρουσία μΰ μεσονίων30 σέ θαλάμους φυσαλλίδος. τότε τό γεγονός δτι κάποιες άναφορές παρατήρησης ένέχουν περισσότερους κιν­ δύνους άπό άλλες. άν τον προκαλέ30. Ή μή συναγω­ γική άναφερσιμότητα άπαιτεΐ μόνο νά υπάρχουν περιστά­ σεις στις όποιες οί άναφορεΐς νά μπορούν νά έφαρμόσουν τις έν λόγω έννοιες (ή διάσταση τής συναγωγικά άρθρωμένης προσυπογραφής). πού θά είχε έλεγχο τών άξιόπιστων διαφορικών άποκριτικών διαθέσεων γιά τήν μή συναγωγική έφαρμογή κανονιστικού λεξιλογίου. άσκώντας άξιόπιστες διαφορικές άποκριτικές διαθέσεις. Μέ αύτή τήν έννοια τής «παρατήρησης» τίποτε πραγματικό δέν είναι κατ’ άρχήν έπέκεινα του πεδίου τής παρατήρησης. θά παρατηρούσε κατά άμεσο τρόπο κανονι­ στικά γεγονότα. Μέ τήν έννοια αύτή. δχι τούς θορύβους πού κάνει κα­ νείς. Ό φυσικός. Νά είναι κάτι παρατηρήσιμο σημαίνει άπλώς νά μπορεΐ νά γίνουν άναφορές σχετικά μ9αύτό μή συναγωγικά. κάποιος.) Ό ταν έχει κανείς συνειδητοποιήσει δτι ή παρατήρηση δέν στηρίζεται σέ κάποιου είδους προεννοιακή συνείδηση (τή χελώνα κάτω άπό τον έλέφαντα).ΟΔΗΓΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ 197 μιά πολύ ισχυρότερη έννοια: Ώ ς μόνιμα καί κατ’ άρχήν άπρόσιτες στήν παρατήρηση. καί δτι δταν προκαλούμαστε μερικές φορές ύπαναχωροϋμε πρός άσφαλέστερες άπό τις όποιες οί άρχικές μπορούν νά συναχθοϋν.μ. μέ τήν έννοια τοΰ Σέλλαρς. άλλά τά λόγια του. Μέ αύτή τήν έννοια μπορούμε νά πούμε δτι μπορούμε νά άκούσουμε. γιά νά άνταποκριθουν στά έν λόγφ άντικείμενα (ή αιτιακή διάσταση). . Στοιχειώδη σωματίδια μέ αρνητικό φορτίο καί χρόνο ήμιζωής 2 μικροδευτερολέπτων. (Στήν πραγματικότητα. Αλλά ό Σέλλαρς άρνειται δτι υπάρχει κάτι μή παρατηρήσιμο μέ τήν έννοια αύτή. καί τίόντως λένε -τή σημασία τους. Σ.τ. δέν τον βάζει στον πειρα­ σμό νά σκεφτεΐ δτι οί άρχικές άναφορές ήταν στήν πραγμα­ τικότητα προϊόντα συναγωγής άπό αύτές τις βασικές ή έλαχιστοβάθμιες παρατηρήσεις.

μπορεΐ όντως νά δικαιολογήσει τον ισχυρισμό του άναφέροντας τό τάδε ίχνος άτμοΰ μέσα στον θάλαμο φυσαλλίδος. (Είναι μιά συνέπεια τοϋ νά είναι κάτι ένα μϋ μεσόνιο. Αύτό πού τό κάνει νά είναι μιά άναφορά περί μϋ μεσόνια.) Ά ν τό μϋ μεσόνιο είναι ή έννοια πού έφαρμόζει μή συναγωγικά ό φυσι­ κός.. πρός μιά άναφορά γιά κάποιο ίχνος καπνοϋ. ύπό τις κατάλληλες συνθήκες. Ή ύποχώρησή του. είναι πολν μικρότερο άπό ένα δάχτυλο. νά ύποχρεωθώ νά ύποστηρίξω τήν άναφο- . καί δχι γιά ίχνη καπνοϋ ή εικόνες τοϋ άμφιβληστροειδοϋς. τά ίχνη καπνοϋ καί τις εικόνες τοϋ άμφιβληστροειδοϋς χιτώνα. άπό τό όποιο ή παρουσία τού μϋ μεσονίου μπορεΐ. Ή ταν ή άσκηση μιας άξιόπιστης διαφορικής άποκριτικής διαθέσεως αρθρωμένης σέ μιά ολό­ κληρη αλυσίδα άξιόπιστων συμμεταβλητών γεγονότων. τότε. είναι ό συναγωγικός ρόλος τής έννοιας πού εφαρμόζει μή συναγωγικά ό φυσικός έπιστήμων. δέν υποβαθμίζει περισσό­ τερο τό καθεστώς τής άρχικής άναφοράς ώς μή συναγωγικής (στο μέτρο πού είναι μιά γνήσια άναφορά παρατήρη­ σης) άπ’δσο τό άντιστοιχοϋν γεγονός δτι μπορώ.χ. δταν έχει δί­ κιο. νά συναχθεΐ. Άλλά τό γεγονός δτι μιά συναγω­ γική δικαιολόγηση μπορεΐ νά παρασχεθεί καί δτι ή άναζήτησή της μπορεΐ νά είναι κανονική. τοϋ οποίου ή παρουσία δίνει καλούς συναγωγικούς λόγους γιά τον άρχικό. Αύτό είναι ένα άλλο άντικείμενο παρατήρησης. αύτό βλέπει. είναι μιά ύποχώρηση πρός μία άναφορά πού είναι άσφαλέστερη μέ τήν έννοια δτι είναι ένας πιο άξιόπιστος άναφορέας ιχνών καπνοϋ παρά μϋ μεσονίων καί δτι χρειάζεται λιγότερη έκπαίδευση γιά νά είναι κανείς σέ θέση νά δώσει άξιόπιστες άναφορές γιά ίχνη καπνοϋ ορισμένου σχήματος. λ.198 ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΠΡΑΝΤΟΜ σουμε νά υποστηρίξει τήν άναφορά πού κάνει γιά ένα μϋ μεσόνιο. μή συναγωγικό ισχυρισμό. πού περιλαμβάνει τά μϋ μεσόνια. Αλλά νά τό πει κανείς αύτό δέν σημαίνει νά πει δτι ή άρχική άναφορά έντέλει ήταν τό προϊόν μιας συναγωγής. άν τοϋτος είναι άρκετά άξιόπιστος. δταν έρωτάται σχετικώς. δτι. οπότε πρόκειται γιά μιά ικα­ νότητα εύρύτερα κοινή. ύπό διάφο­ ρες περιστάσεις. πράγμα δχι έπόμενο δταν κάτι είναι ένα ίχνος καπνοϋ.

ΟΔΗΓΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ 199 ρά μου γιά κάτι ώς κόκκινο έπικαλού μένος τήν άξιοπιστία μου ώς άναφορέα κόκκινων άντικειμένων ύπό τις δεδομένες συνθήκες -από τήν οποία. ύπάρχει ή άποψη πού οί φιλόσο­ φοι προσπάθησαν νά διευκρινίσουν μέ τήν έννοια τών έντνπώσεων ή τής άμεσης έμπειρίας». έγκειται στο γεγονός δτι περιέχουν δλα [.. καί δέν μπορει έπομένως νά τήν έξηγήσει. αύτό σημαί­ νει δτι έχουμε ήδη τήν έννοια αύτοΰ τοΰ πράγματος. Μέρος X [45] Ιδιωτικά επεισόδια: τό πρόβλημα £ 45. Μέρος αύτής τής ομοιότητας.. κάνον­ .. δπως είδαμε. Ό Σέλλαρς ξεκινά θέτοντας τό πρόβλημα πού θά τον άπασχολήσει στο υπόλοιπο τού δοκιμίου: «Τό πρόβλημα τού πώς πρέπει νά κατανοηθει ή ομοιότητα άνάμεσα στις έμπειρίες τού νά βλέπει κανείς δτι ένα άντικείμενο έκεϊπέρα είναι κόκκινο . άλλά άντιθέτως. τού νά φαίνεται σέ κάποιον δτι ενα άντικείμε­ νο έκεϊπέρα είναι κόκκινο (ένώ στήν πραγματικότητα δέν είναι κόκκινο) καί τού νά φαίνεται σέ κάποιον δτι υπάρχει έκειπέρα ενα κόκκινο άντικείμενο (ένώ στήν πραγματικότη­ τα δέν ύπάρχει έκει τίποτε). αν έχουμε τήν ικανότητα νά προσέξουμε κάποιο πράγμα.] δτι τό άντικείμενο έκειπέρα είναι κόκκινο. βέβαια. Ακολουθεί μιά άνακεφαλαίωση τών [32]-[38] (ή καρδιά τής επιστημολογικής συζήτησης τού Σέλλαρς): Αναγνωρί­ ζουμε τώρα δτι δέν φτάνουμε νά έχουμε τήν έννοια κάποιου πράγματος έπειδή τό προσέξαμε. Διότι τό νά προσέξουμε κάτι -νά έχουμε συνείδησή του μέ μιά έννοια πού περιλαμ­ βάνει εκτιμήσεις πού προκύπτουν άπό μιά ικανότητα γνώ­ σης (δαρίβηοβ) καί δχι άπλώς αίσθησης (56ηΙί©ηο6) -σημαί­ νει νά τοΰ άνταποκριθοΰμε εφαρμόζοντας μιά έννοια. Πέρα κι άπ’ αύτό. Ή άπάντηση τού Σέλλαρς στο πρόβλημα αύτό δέν θά είναι πλήρης μέχρι τήν [62].. μπορεΐ νά συναχθεϊ ό ισχυρισμός πού άρχικά υίοθετήθηκε μή συναγωγικά. μαζί μέ τή διάθεσή μου νά τό άποκαλέσω κόκκινο.] τήν πρόταση [.

παραπλανημένος άπό προτάσεις σάν αύτές πού δίνει στήν [6] συζητώντας τό τρίλημμα πού άντιμετωπίζουν κλασικές θε­ ωρίες τών αισθητηριακών δεδομένων. Αλλά έρμηνεύοντας κανείς τήν παρατήρηση αύτή ώς υιοθέτηση άπό τον Σέλλαρς τών νομιναλιστικών τάσεων τοϋ έμπειρισμοϋ. Μπορεΐ κανείς να πιστέψει δτι τον υιοθετεί.. πού χρησιμεύουν τόσο ώς πρώτη ύλη γιά τή διαδικασία τής άφαίρεσης μέ τήν οποία οί έννοιες σχηματίζονται καί συλλαμβάνονται. καί έδώ είναι μία άπό τις φορές πού δέν τό κάνει. Έτσι. Οί κλασικοί θεωρητικοί τών αισθητηριακών δεδομένων είναι αύτοί πού υποστηρίζουν αύτό τό άξίωμα τοϋ έμπειρισμοϋ.] νά παραβιάσει τις κυρίαρχες νομιναλιστικές τάσεις τής έμπειριστικής παράδοσης» (τάσεις πού συ ζητεί μέ περισσότερες λεπτομέρειες στις [24]-[28]).. Διότι άπορρίπτει εκεί τήν επιλογή τής άπόρριψης τοϋ τρίτου στοιχείου στο τρίλημ­ μα άπλώς παρατηρώντας δτι νά τό έγκαταλείψει κανείς «θά σήμαινε [. θά καταλάβαινε έσφαλμένα τον ρόλο αύτής τής παρατήρησης μέσα στο έπιχείρημά του. δντως έχει άπό κοινοϋ μέ τούς έμπειριστές τήν πεποί­ θηση δτι «ή ικανότητα [νά έχει κανείς ταξινομητικές πεποι­ θήσεις] τοϋ τύπου [“]τόχ είναι [Ρ’’] είναι έπίκτητη».200 ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΠΡΑΝΤΟΜ τας μιά μή συναγωγική κρίση σχετικά μέ αύτό. δπως θά φανεί άμέσως παρα­ κάτω. Είναι συ­ χνά δύσκολο νά πει κανείς πότε ό Σέλλαρς μιλάει με τή δική του φωνή. Γιατί ό παραδοσιακός έμπειρισμός έξαρτάται άπό έπεισόδια μή λεκτικής. Ό τίτλος τοϋ δοκιμίου αύτοϋ είναι Ό έμπειρισμός και ή φιλοσοφία τοϋ νοϋ . δσο καί ώς ή έγγύησή μας γιά τις πρώτου έπι- . μποροϋμε νά δοϋμε έδώ δτι ή έξάρθρωση τοϋ έμπειρισμοϋ είναι ένας άπό τούς κύριους στόχους τοϋ δοκι­ μίου συνολικά. δέν μπορεΐ κανείς νά έχει συνείδηση ή νά παρατηρήσει πράσινα αντικείμενα καίτοι μπορεΐ κανείς νά έχει άπέναντί τους διαφορικές άποκρίσεις -προφανώς μέ τρόπους άλλους άπό τήν έφαρμογή τής έννοιας πράσινο. μέχρι νά έχει κανείς τήν έννοια «πράσινο». πού επικαλείται έδώ. άλλά ό Σέλλαρς ποτέ δέν μάς λέει εύθέως ποιά είναι ή στάση του άπέναντί στον έμπειρισμό. μή έννοιακής συνείδησης. Πράγματι. δχι ό Σέλλαρς -καίτοι.

32. Τό έργο τοΰ Σέλλαρς στο υπόλοιπο μέρος τοΰ δοκιμίου είναι νά δεί­ ξει πώς ή φιλοσοφία τοΰ νοΰ μπορεΐ νά καταλάβει τά έσωτε­ ρικά επεισόδια άπαξ καί έχει κανείς άπορρίψει τόσο τον καρτεσιανισμό όσο και τον έμπειρισμό. Γιατί μάς δείχνει πώς νά συνταιριάξουμε: α) άξιόπιστες διαφορικές άποκριτικές διαθέσεις. (Σύγκρινε τήν [34]. πού γράφει έχοντας κατά νοΰν ώς στόχο του τον Λόκ. Οί κλασικοί προ-καντιανοί όρθολογιστές έχοντας φτάσει νά καταλάβουν δτι ή συνειδητοποίηση. καί έπομένως δέν μπορεΐ νά έξηγήσει τήν άπόκτησή τους. Μέ τον ισχυρισμό αύτό ό Σέλλαρς εύθυγραμμίζεται μέ τον Λάιμπνιτς τών Νέων δοκιμίων (Ι^βίβηίζ. πού έχει άποδοθεΐ ώς κατάληψη.χ. Ή άντιστοιχία κάθε άλλο παρά τυχαία είναι: Ή λεϊβνίτεια διάκριση . Τά συμφραζόμενα μοΰ επιτρέπουν νά έπιλέξω έδώ μιά άπόδοση τής όποίας ή γενίκευση θά άπέβαινε ϊσως άφΰσικη. έχοντας άναγνωρίσει δτι καί οί δύο έξαρτώνται άπό τον Μύθο τοΰ Δεδομένου. στο σημαντικό του δοκίμιο «ΙηίϋΐΌηοε αη<3 Με3ηΐ移. Γιά παράδειγμα. πού μποροΰν νά άποκτηθοΰν χωριστά. δ. άνατ. θεώρησαν δτι ό ισχυρισμός αύτός τούς υπο­ χρέωνε νά θεωρήσουν τις έννοιες εμφντες -ϊσως δχι δλες τις έννοιες άλλά τουλάχιστον τις βασικότερες ή τις γενικότερες. καί δίνουν μαζί τήν ικανότητα τής ενσυνείδητης έννοιακής κατάληψης32 τών 31. μ£ τήν έννοια πού μάς διακρίνει άπό προλογικά ζώα. Ό Σέλλαρς δείχνει δτι δέν είναι έτσι. προϋποθέτει τήν κα­ τοχή εννοιών.π. έχει ήδη έννοιες. εις Ρητβ Ρταρηαύθ8 αηά ΡοζύΜβ Ψοήάζ. Ή άποψη τοΰ Σέλλαρς τοΰ ϊδιου είναι τέτοια πού ό ϊδιος κάλλιστα τήν άποκαλει άλλοΰ «ορθολογιστική»:31 Ή συνειδητή έμπειρία προϋποθέτει δτι αύτός πού τήν έχει. Γιανναρά. λ.) Ή δλη αύτή εικόνα αύτή έξαρτάται ούσιαστικά άπό τον Μύθο τοΰ Δεδομένου. άπό τον Ά . διότι ώς όρος δέν έχει επιβληθεί στήν τρέχουσα χρήση: ή ανναίΌΠϋδδ είναι ό. Νοηνβαιιχ β$8αΐ8).τι ή λεϊβνίτεια και καν­ τιανή ΑρρβΓζερΙίοη.ΟΔΗΓΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ 201 πέδου (μή συναγωγικές) έφαρμογές τών έννοιών αυτών. αίτιακά άρθρωμένες πάνω σέ πράγματα· καί β) συναγωγικές χρήσεις εννοιών πού στήν πραγματικό­ τητα έφαρμόζονται στά πράγματα αύτά.

άκόμη καί ύπό τό κράτος τοϋ πλατωνισμού. [24]-[29]) δτι «ή ικανότητα [νά έχει κανείς ταξινομητικές πεποιθήσεις] τοϋ τύπου [“]τό χ είναι [Ρ’’] είναι έπίκτητη». Τό έρώτημα πού τίθεται στο σημείο αύτό είναι τό έξης: 9Άν αύτός ό ρασιοναλιστικός «ψυχολογικός νομιναλισμός»33 είναι σωστός (καί ό Σέλλαρς έπιμένει δτι είναι) πώς μπο­ ρούμε νά φτάσουμε νά έχουμε τήν ιδέα ένός εσωτερικού έπεισοδίου.202 ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΠΡΑΝΤΟΜ πραγμάτων. δπως τό θέτει στήν [6]. κάνεις δέν τον ονόμασε «ζώον ιδέας εχον». πού δέν καταργεΐται συλλήβδην. πάντοτε ΐηίεηΙΐοηαίε -τό νέο πεδίο ισχύος τής καρτεσιανής θέσης) -και αύτή είναι έν προκειμένφ ή θέση και τοϋ Σέλλαρς. ό άνθρωπος παρέμεινε ζώον λόγον εχον. ή όποία θά τελειώσει έξηγώντας τήν ικανότητά μας νά τις συνειδητοποιούμε άμεσα (μέ τήν έννοια τοϋ μή συνα­ γωγικά). είναι οπτικό. Στον Σέλλαρς τό ύποκείμενο έξηγητικό μοντέλο είναι σαφώς γλωσσικό· άν στον Χοϋσσερλ. γιά παράδειγμα. Στο ύπόλοιπο μέρος τού δοκιμίου θά πει μιά άντίστοιχη ιστορία γιά τις έννοιες σκέψη καί αισθητηριακή εντύ­ πωση. Σ. Έδώ ό «νομιναλισμός» έχει έννοια πολύ διαφορετική άπό αύτή γιά τήν όποία έγινε λόγος στήν προηγούμενη παράγραφο. άπανερχόμενος στή χρήση πού ειχε στήν [6]. Αύτό τοϋ επιτρέπει νά συμφωνεί μέ τούς έμπειριστές (χωρίς νά άφήνεται στις «νομιναλιστικές τους τάσεις» -βλ. 33. Βλέπε [29]. .τ. Μάς δείχνει πώς νά χτίσουμε άπό τά υλικά αύτά μή συναγωγικές άναφορές στις όποιες οί έννοιες εφαρ­ μόζονται στά πράγματα πού τις προκαλοΰν αίτιακά.Ό Καρτέσιος θεωρούσε ικανοποιητική άπάντηρεΓοερΙίοη/αρροΓοερΙίοη (ώς μερική άπάντηση στήν καρτεσιανή θέση δτι ή συνείδηση είναι αύτοσυνειδησία. είναι ενα ζήτημα πού έκφεύγει τοϋ παρόντος. πού χαρακτηρίζονται άπό άναφορικότητα (ΑΙίΙε.μ. Ό π ω ς και νά ’χει. Μέ τον τρόπο αύτό μπορει νά εξηγήσει πώς έννοιες σάν τό κόκκινο και τό πράσινο μπορούν νά άποκτηθοϋν άπό μιά οδό πού δέν προϋποθέτει κάποια προεννοιακή συνείδηση τών κόκ­ κινων καί πράσινων πραγμάτων (καίτοι προϋποθέτει τήν προεννοιακή ικανότητα νά τά διακρίνει κάνεις καί έτσι νά μάθει άξιόπιστα νά άποκρίνεται διαφορικά σέ αύτά). άλλά με­ τατοπίζεται) άνοίγει στή φιλοσοφία τον δρόμο γιά τήν αναγνώριση αύτοΰ πού ή χουσσερλιανή φαινομενολογία ονόμαζε προαναφορικά βιώματα (νοπηΐ6ηΙΐοη<ϊ1ο ΕΓίεβηίδδε) στή διαφορά τους άπό τά συνειδησιακά ενερ­ γήματα.

κατ’ άρχήν. δοθέντος δτι δέν μπορούμε νά κάνουμε καμμιά έμπειρική συστοίχιση έπαγωγικά. ώς πρός τό δτι ό καθένας μας μπορει. δηλαδή. Οί έμπειριστές πίστευαν δτι μπορούσαμε νά έχομε τήν έννοια τών σκέψεων καί τών έντυπώσεων μέ άφαίρεση άπό τις σκέψεις καί τις έντυπώσεις τών οποίων σέ κάθε περίπτωση είχαμε ήδη συνείδηση. καί νά φτάσει έν συνεχεία νά τις έφαρμόζει μή συναγωγικά έτσι πού γιά πρώτη φορά νά καταστήσει αύτές τις σκέψεις καί αίσθητη- . έρχόμαστε άντιμέτωποι μέ τό γενικό πρόβλημα τής κατα­ νόησης τοϋ πώς μποροϋν νά ύπάρχουν έσωτερικά επεισό­ δια -έπεισόδια. Αλλά αύτό πρέπει τώ­ ρα νά άπορριφθεΐ. δπως μποροϋμε μέ τό «Αύτό είναι κόκκινο». Καί αύτό επίσης είναι μιά εκδοχή τοϋ Μύθου. καί τή δινποκειμενικότητα. ώς πρός τό δτι ό καθένας μας έχει προνο­ μιακή πρόσβαση στά δικά του. νά πιστέψουμε) δτι τά έχουμε. δσο καί τήν κατά Ράυλ καί Βίττγκενστάιν άντίθεση στήν ιδέα τών έσωτερικών έπεισοδίων (δπως ύποσχέθηκε ή [10]). θ ά πει μιά ιστορία γιά τό πώς μπορει μιά κοινότητα. πού συνενώνουν κατά έναν τρόπο τήν ιδιωτικότητα. νά φτάσει νά έχει τις έννοιες σκέψη καί αισθητηριακή εντύπωση. «Έν όλίγοις. νά ξέρει γιά τά έπεισόδια τών άλλων». Μέ άλλα λόγια. ή όποία κατά τεκμήριο πάντα είχε ήδη σκέ­ ψεις καί αισθητηριακές έντυπώσεις. Ό Σέλλαρς θά «χρησιμοποιήσει] ένα μύθο γιά νά σκο­ τώσει ένα μύθο» [63]. τό ερώτημα είναι: Πώς είναι δυνατόν νά έχουμε φτάσει νά ξέρουμε δτι άναφορές τής μορφής «Βλέπω κάτι πού δείχνει κόκκινο» ή «Σκέφτομαι δτι ή Βιέννη είναι στήν Αύστρία» ήταν άξιόπιστα σημάδια ορισμένων έσωτερικών γεγονότων.ΟΔΗΓΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ 203 ση στο ερώτημα αύτό νά πούμε δτι άποκτοϋμε τήν ιδέα άπλώς έχοντας έσωτερικά έπεισόδια. ώς μή έπαρκής συνθήκη τοϋ νά προσέ­ ξουμε (νά έχουμε συνείδηση. Ό μύθος τοϋ Τζόουνς είναι ή άπάντηση στο έρώτημα αύτό -στήν πραγματικότητα ή μόνη άπάντηση πού διαθέτουμε άπαξ καί έχουμε έγκαταλείψει τόσο τήν καρτεσιανή καί έμπειριστική έννοια τών αύτοπιστοποιούμενών μή λεκτικών έπεισοδίων. άφοϋ αύτό άκριβώς είναι ό Μύθος.

£ 46. άνώτερη άπό μιά πού πρέπει νά τά άρνηθει. Δέν ύπάρχουν πολλά επιχειρήματα έδώ: Ό Σέλλαρς επισημαίνει δτι είναι δύσκολο νά έξουδετερώσει δι5άναλύσεως κανείς αύτά τά πράγματα. αν οί υπόλοιποι παράγοντες είναι ϊδιοι.204 ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΠΡΑΝΤΟΜ ριακές εντυπώσεις άντικείμενο τής προσοχής της και νά τις συνειδητοποιήσει. Αύτή ή παράγραφος λέει άπλώς τό ϊδιο πράγ­ μα γιά τις σκέψεις. σχετικά μέ τό ποιά γλωσσικά παίγνια μπορούν νά παιχθοϋν άνεξάρτητα άπό καί πριν άπό ποιά άλλα. Τό κομμάτι αύτό άπευθύνεται στον Ράυλ άπορρίπτοντας τούς ισχυρισμούς του δτι: α) «προνομιακή πρόσβαση» πρέπει νά σημαίνει στα­ θερή πρόσβαση -πού ό Σέλλαρς άπορρίπτει επειδή συχνά μπορεΐ κάποιος άλλος νά πει τί πρέπει νά σκε­ φτόμουν. Ό Σέλλαρς δέν ισχυρίζεται δτι τά πράγματα δντως συνέβησαν έτσι. Αύτό παρουσιάζεται ρητά ώς μύθος. καί μπορούμε νά συμφωνήσουμε δτι μιά θεωρία πού μπορει νά τά κρατήσει είναι. δτι είχαμε κάποτε ραΰλείους προγόνους ή δτι οφείλου­ με τις έννοιές μας σέ μιά πρωτόγονη μεγαλοφυΐα (εϊτε λέγε­ ται «Τζόουνς» εϊτε άλλιώς).[47] Σκέψεις: ή κλασική άποψη § 46. Ή προηγούμενη παράγραφος εξήγησε (σέ άντίθεση πρός τον Ράυλ) δτι υπάρχουν δντως έντυπώσεις πού πρέπει νά έξηγηθοϋν. άκόμα κι αν δέν έχω συνείδηση δτι τό σκε­ φτόμουν καί β) οί σκέψεις ενδοσκόπησης είναι άπλώς δοίΐο νοοε λε­ . δηλαδή. Μέρος XI [46] . Λέγον­ τας μία ώς έάν εξελικτική ιστορία μάς έκθέτει πώς κάποιες έννοιες έξαρτώνται άπό άλλες καί τις προϋποθέτουν. Ό πραγματισμός τού Σέλλαρς ύπαγορεύει τά ζητήματα έννοιακής προτεραιότητας νά με­ ταφράζονται σέ έρωτήματα άφορώντα τή σχετική αύτονομία διαφορετικών στρωμάτων τής γλώσσας -σέ έρωτήματα.

Ό Σέλλαρς. κ. γνωρίσμα­ τα τοϋ χαρακτήρα.) Πρέπει νά άπελευθερωθοϋμε άπό αύτές τις προκατασκευασμένες άντιλήψεις.ΟΔΗΓΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ 205 κτικός είκονισμός: Λέξεις πού περνάνε άπό τό κεφάλι μας. δέν δίνει άκόμα στούς άνθρώπους τοϋ Ράυλ τήν ικανότητα νά μιλάνε γιά σκέψεις καί έμπειρίες. . σχέδια.[50] Οί κατά Ράυλ πρόγονοί μας £ 48. φόβοι. Ό Σέλλαρς εισάγει τήν έννοια τών «κατά Ράυλ προγό­ νων μας». καί στή συνέχεια βάσει αύτοϋ τήν έννοια τών αισθητη­ ριακών εντυπώσεων.λπ. μέσφ τοϋ Τζόουνς. καί οί όποιες γίνονται «άντιληπτές» σάν νά τις άκούγαμε ή νά τις βλέπαμε. (Τό σημείο αύτό συζητειται παρακάτα) στήν [56]. άν είναι νά καταλάβουμε τή θετική ιστο­ ρία τοϋ Σέλλαρς σχετικά μέ τις σκέψεις καί τις αισθητη­ ριακές έντυπώσεις. Ό Σέλ­ λαρς θά δείξει ποιοι είναι οί έπιπλέον έννοιακοί πόροι πού χρειάζονται γιά νά άναπτύξουν τήν έννοια τών σκέψεων. έλπίδες. δπως τήν έννοει ό Ράυλ. θά δείξει δτι αύτό δέν είναι έτσι. οί όποιοι έχουν χαρακτηριστικές διαθέσεις σχε­ τικά σταθερές στον χρόνο. Μέρος XII [48] . θυμικές διαθέσεις. έπιθυμίες. Ό Σέλλαρς έπιμένει (στή βάση τής διακρίσεως διαθέσεων καί έπεισοδίων) δτι τό νά έχουν ικανότητα έπιλογών (δΐι^ιιηοΐΐν© οοηάίϋοη&ΐδ). καί οί όποιοι μποροϋν νά μιλή­ σουν γιά αύτές τις διαθέσεις -πού είναι αύτές άκριβώς στις όποιες εφαρμόζεται ή έξήγηση τοϋ Ράυλ: πεποιθήσεις. πίστεψε δμως άκριτα δτι ή έπιτυχία του στο νά δώσει διαφορικές (άίδροδίΙΐοηΒΐ)-συμπεριφοριστικές έξηγήσεις αύτοϋ τοϋ εί­ δους νοητικών φαινομένων σήμαινε πώς οτιδήποτε δέν μποροϋσε νά έξηγηθεΐ μ’ αύτό τον τρόπο πρέπει νά είναι μετα­ φυσικό καί μή νόμιμο. Ό Ράυλ τά εξέθεσε αύτά άρκετά καλά (άν καί θά έπρεπε νά προσθέσουμε κάποια ολιστικά χαρακτηριστικά στήν άτομιστική του προσέγγιση).

στο μέτρο πού οί έννοιες. (Ό τελευταίος δρος σκοπό έχει νά άποκλείσει εκείνα τά κομμάτια νοολογικου (ιηοηΙ&ΙίδΙίο) λεξιλογίου πού μπορούν νά άναλυθοΰν άπλώς μέ δρους διαθέσεων -πράγματα. ή οποία κάνει τήν έμφάνισή της σέ δλα σχεδόν άπό τά πρωιμότερα δοκίμιά του.χ. καίτοι μπορεΐ νά έχει τέ­ τοιες προτάσεις ώς τυχαίες συνέπειες. λ. ή πώς χρησι­ μοποιούνται κυριολεκτικά ή ορθά. Τό πρόβλημα είναι τί θά έρεπε νά προστεθεί στη ραΰλειο γλώσσα έτσι ώστε αυτοί πού τή μιλούν «νά μπορέσουν νά άλληλοαναγνωριστούν ώς ζώα πού σκέπτονται. Τό σημασιολογικό λε­ ξιλόγιο είναι ένα είδος κανονιστικού λόγου πού συ ζητεί πώς Θά επρεπε νά χρησιμοποιούνται οί έκφράσεις. Τό σημασιολογικό λεξιλόγιο πέφτει άπό τήν πλευρά τού έπιστημικοΰ. (Οί [51] καί [52] θά μάς πούν ποιό είναι τό δεύτερο άπαιτούμενο. Δέν άποτελειται άπλώς άπό «στενογραφικούς ορισμούς γιά δηλώσεις σχετικές μέ τις αιτίες καί τά άποτελέσματα τών λεκτικών έκτελέσεων». καί στά όποια άναφερόμαστε ορθά μέ δρους λεξιλογίου τής προθετικότητας. παρατη­ ρούν καί έχουν συναισθήματα καί αισθήματα.) Θά έπρεπε πρώτα πρώτα νά προστεθεί τό σημασιολογικό λεξιλόγιο (βλ. τά όποια είναι ψυχολογικά άλλά δέν μπο­ ρούν νά θεωρηθούν νοητικά επεισόδια. «Τό πρώτο πρόβλημά μου είναι νά δώ αν μπορώ νά συμφιλιώσω τήν κλασική ιδέα τών σκέψεων ώς έσωτερικών έπεισοδίων πού δέν είναι ούτε έξωτερική συμπεριφορά. οί πεποιθήσεις καί οί έπιθυμίες. ούτε λεκτικός έξεικονιμός.) £ 50.206 ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΠΡΑΝΤΟΜ £ 49. κατανοοϋνται μέ δρους τού ρόλου τους στο άρχικό ή «οϊκοθεν» . [30]). κατά βάθος. σημασιολογικές κατηγορίες πού άφορούν εξωτερικές λεκτικές εκτελέσεις». Ή τελευταία ιδέα μάς λέει δτι ή σκέψη πρέπει νά κατανοηθεΐ σέ άναλογία πρός τήν ομιλία. Αύτή είναι μιά άπό τις πιο θεμελιώδεις ιδέες τού Σέλλαρς. τις όποιες κινητοποιούμε γιά νά μιλήσουμε σχε­ τικά μέ τό νόημα ή τό περιεχόμενο τών σκέψεών μας. δπως κατ’ έξοχήν οί προτα­ σιακές στάσεις (ρΓοροδίίίοπΗΐ αΐίιΐιιάοδ). μέ τήν ιδέα δτι οί κατηγορίες τής προθετικότητας είναι. μέ τις σημα­ σίες πού δίνουμε στούς δρους αυτούς».

ο\ν. (Συγκρίνετε τή θέ­ ση τοΰ Ντάμμετ ό όποιος καταλαβαίνει τήν κρίση ώς τήν έσωτερίκευση ένός άποφαντικοΰ ένεργήματος μάλλον παρά τήν άπόφανση ώς τήν έξωτερίκευση ένός ένεργήματος κρίσεως. Ό Σέλλαρς μάς τό λέει αύτό επειδή «ή διάκριση άνάμεσα στον λόγο τής θεω­ ρίας καί τον λόγο τής παρατήρησης είναι άλληλένδετη μέ τή λογική τών εννοιών πού άφοροΰν έσωτερικά έπεισόδια». 362. Ό Τζόουνς είναι ένας πρόδρομος τοΰ μεθοδολογικού 34.[55] Μεθοδολογικός συμπεριφορισμός έναντίον φιλοσοφικού συμπεριφορισμού § 53.ΟΔΗΓΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ 207 γλωσσικό παίγνιο τοΰ νά μιλάμε σχετικά μέ τό τί λέμε μάλ­ λον παρά σχετικά μέ τό τί σκεφτόμαστε. Μέρος XIV [53] . Νέα Ύόρκη 1973. Αύτό έχει σημασία άκριβώς έπειδή ό Σέλλαρς ισχυρί­ ζεται δτι «ή διάκριση άνάμεσα στον λόγο τής θεωρίας και τον λόγο τής παρατήρησης είναι άλληλένδετη μέ τή λογική τών έννοιών πού άφοροΰν έσωτερικά έπεισόδια». Έ τσι «τό δεύτερο στάδιο στον έμπλουτισμό τής ραΰλειας γλώσσας τους είναι ή προσθήκη τοΰ θεωρητικοΰ λό­ γου».ο^ϊο.[52] θεωρίες και πρότυπα # 51. . Ό θεωρητικός λόγος είναι απλώς ή επιτηδευμένη μορφή μιάς διαστάσεως τής συνήθους έμπειρικής γλώσσας. Έδώ ό Σέλλαρς επιστρέφει στή συζήτηση τής θεωρητικής γλώσσας (πού συζητεΐται ύπό τήν έπικεφαλίδα «Επιστημο­ νικός ρεαλισμός» στο μέρος IX).)34 Μέρος XIII [51] . ΡΓβ§β’8 ΡΗιΙοχορΗγ ο / Σ. £ 52. σ. Προκύπτει έκεϊ πού κατασκευάζουμε πρότυπα και τις οδηγίες πού τά συνοδεύουν. Μΐοΐιαεί ΟιιπιηιεΙΙ. Η&ιρβΓ 3η<1 Κ.

Ή ιδέα αύτή είναι μία άπό τις βασικές καινοτομίες τού Σέλλαρς. £ 54. Ό πρώτος θά ήταν ένας άναλυτικός ή λογικός συμπεριφορισμός. £ 55. καί δέν λέει τίποτε γιά τό είδος τους. θά μπορούσε νά είχε άποδειχθεΐ δτι άναφέρεται σέ έναν άστρο- . Νά πούμε δτι είναι θεωρητικά άντικείμενα μέ τήν έννοια αύτή σημαίνει να πούμε δτι (σέ αύτό τό στάδιο τής άνάπτυξης τού γλωσσικού παιγνίου) μπορούν νά χρησι­ μοποιηθούν μόνον ώς συμπεράσματα συναγωγών. Έ τσι δέν είναι ισοδύναμα πρός όποιαδήποτε περιγραφή συμπερι­ φοράς (πού θά μπορούσε νά χρησιμοποιηθεί βάσει παρατή­ ρησης). δηλαδή. σχετικές μέ ένα συμπεριφορικό λεξιλό­ γιο τής παρατήρησης. Ό συμπεριφορισμός μέ αύτή τη μεθοδολογική έννοια είναι συμβατός μέ τή φυσιοκρατία (ρΐιγδίς&ΐΐδίη). Και οί δύο είναι έσφαλμένοι. δχι όντολογική. πού είσήχθη ώς ένα δνομα γιά οτιδήποτε επηρεάζει τήν τροχιά τού Ποσειδώνα. Άντιθέτως ή συμπεριφοριστική άπαίτηση δλες οί έννοιες νά είσάγονται μέ δρους ένός βασικού λεξιλογίου. έφόσον οί θεωρητικές έννοιες πού χρησιμοποιεί μπορεΐ νά άποδειχθεΐ δτι άναφέρονται σέ πράγματα νευροφυσιολογικώς περιγράψιμα (δπως τό «Πλούτων». Οί συμπεριφοριστές δέν χρειάζεται νά παρουσιάσουν τις έξηγήσεις τους ώς άναλύσεις τών εννοιών πού χρησιμο­ ποιούμε ήδη· ούτε χρειάζεται νά εισαγάγουν τις θεωρητικές τους έννοιες μέσω ρητών ορισμών. Ή άποψη αύτή γίνεται προσιτή μόλις δει κανείς (δπως είδαμε στις [39]-[44]) δτι ή διάκριση άνάμεσα σέ θεωρητικά άντικείμενα καί άντικείμενα παρατήρησης είναι μεθοδολογική. δτι.208 ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΠΡΑΝΤΟΜ συμπεριφορισμού (πού εξηγείται παρακάτω καί τον όποιο υιοθετεί ό Σέλλαρς). πού νά άφορά τήν έξωτερική συμπεριφορά. ό δεύτερος ένα είδος έργαλειοκρατίας. είναι συμβατή μέ τήν ιδέα δτι κάποιες συμπεριφοριστικές έννοιες πρέπει νά είσαχθοϋν ώς θεωρητικές έννοιες. έχει νά κά­ νει μέ τήν πρόσβασή μας σέ αυτά τά άντικείμενα εϊτε είναι καθαρά συναγωγικά εϊτε μή συναγωγικά.

Τό μοντέλο τού Τζόουνς γιά τή σκέψη είναι ή έσωτερική ομιλία (ίηηοΓ δρββο1ι).[59] Ή λογική τών ιδιωτικών επεισοδίων: σκέψεις § 56. (3) Δέν μπορεΐ κανείς νά σκεφτεΐ παρά άφού μάθει νά . στο σημείο αύτό μόνο ή χρήση τού τρίτου προσώπου είναι διαθέσιμη.ΟΔΗΓΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ 209 νομικό σβώλο τυριού). §58. Τό έπιλήψιμο στήν ύπόθεση τοΰ λεκτι­ κού είκονισμού (πού εισάγεται στήν [47]) είναι δτι χρησιμο­ ποιεί ένα οίονεί άντιληπτικό πρότυπο: αύτό τού άκούσματος τής μουρμούρας μιας έσωτερικής γλώσσας. συμβαί­ νει (σέ αύτό τό στάδιο τής ιστορίας) νά μήν μπο­ ρούμε νά δώσουμε άναφορά γι’ αύτά κατά τρόπο μή συναγωγικό. δχι δπως τά φαντάσματα. άκόμα καί γιά τον χαρακτηρισμό τών δικών μας έπεισοδίων. καίτοι δέν ύπάρχει τίποτε πού νά άποκλείει κατ’ άρχήν μιά τέτοια παρατήρηση.Τό ύπόμνημα πού τό συνοδεύει εξασφαλίζει δτι ή έσωτερική ομιλία δέν θά έννοηθει ώς λε­ κτικός έξεικονισμός. £ 57. Ό συμπεριφορισμός καί ή φυσιο­ κρατία είναι δύο διαφορετικά καί άνεξάρτητα εϊδη θέσεων. Άλλά είναι επίσης συμβατός μέ τήν άρνηση τής φυσιοκρατίας. Δηλαδή. Μέρος XVI [56] . (2) Τά έσωτερικά έπεισόδια είναι άπρόσιτα στήν παρα­ τήρηση δπως τά μόρια ή ή αιτία τού ραγίσματος στο φράγμα. Έτσιϊσως άποδειχθούν δμοια μέ κάποια φυσιολογικά συμβά­ ντα. Εντούτοις. (1) Ή θεωρία τού Τζόουνς είναι συμβατή μέ τον δυϊσμό τόσο δσο καί μέ τον ύλισμό. Τό πρότυπο μεταφέρει τήν έφαρμοσιμότητα τών σημα­ σιακών κατηγοριών άπό τον προφορικό λόγο (ιιίΙβίΉΐιοοδ) στις σκέψεις* ώστε οι σκέψεις μπορούν νά «άφορούν» πράγ­ ματα.

δταν ό Τζόουνς διδάσκει τή θεωρία του σέ άλλους. (4) Έ τσι ή έννοια τής γλώσσας ώς έχουσας μιά σημασία. Τά έπεισόδιά του είναι «έσωτερικά» μόνο μέ τή συνηθισμένη έννοια τού «υποδόριου». Δηλαδή. £ 59. σ..οάεποΚ ΟιίδΗοΙηι). Τό πρόγραμμα πρέπει νά έξηγήσει τή σημασία τών σκέ­ ψεων μέ δρους τής σημασίας τού λέγειν. Αλλά άποδεικνύεται δτι. μπορεΐ κανείς νά άναπτύξει ένα εξαρτημένο άντανακλαστικό σέ κάποιον (έξαρτώμενο ενδεχομένως άπό κάποιο νευροφυσιολογικό συμβάν σχετικό μέ τή σκέψη του.210 ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΠΡΑΝΤΟΜ μιλάει -δέν μπορεΐ κανείς νά πει τίποτε «νοερά» (νά σκεφτεΐ άπό μέσα του δτι. ώς «άφορώσας» πράγματα. συχνά ή σκέψη προηγείται τής ομιλίας στήν αίτιακή τάξη. δέν πρέπει νά εξηγηθεί μέ δρους σκέψεων πού έχουν νοήματα (γιά παρά­ δειγμα μέ τον τρόπο τού Καρτέσιου ή τού Λόκ). «Ιηΐ6ηΙϊοπΗΐΙγ &ηά Ιΐΐ6 ΜβηΙ&Ι» (ενα συμπόσιο δι’ αλληλογραφίας μέ τον Κ. Μΐηηβχοία 8ίαάίβ. 'Ώστε ή ομιλία προηγείται τής σκέψης στήν τάξη τής έξήγησης.. ωστόσο.35 (5) Ό Τζόουνς δέν σκέφτεται τά έπεισόδια αύτά ώς άμε­ σες έμπειρίες.) μέχρι πού νά έχει άφομοιώσει τήν κοινωνική πρακτική τής δημόσιας άπόφανσης (&8δ6Γΐίοη). δηλαδή πράγματα στά όποια οί στο­ χαστές έχουν προνομιακή πρόσβαση. πού πρέπει νά έξηγηθεΐ μέ κάποιον άλλο τρόπο (π. έφόσον δέν έχει άκόμα αύτή τήν έννοια. 507-539. «μπορ[ούν] νά μάθ[ουν] νά δίν[ουν] εύλογα άξιόπιστες αύτο-περιγραφές. μέ δρους κοινωνικών πρακτικών). τό όποιο δέν θά είναι έσαεί άπρόσιτο στήν έρευνα) χάρη στο όποιο τούτος θά άναφέρει 35. .χ.5 ϊη ίΗβ ΡΗΐΙοχορΗγ ο/δάβηεβ. χρησιμοποιώντας τή γλώσσα τής θεωρίας. Αφού δμως έχει κα­ νείς μάθει καί νά μιλάει καί νά σκέφτεται. χωρίς νά χρειάζεται νά παρατηρ[ούν] τήν έξωτερική του[ς] συμπεριφορά».

Έχουμε άκόμα ένα είδος Ισχυρισμού. άναγνωρίζοντας μέν «δτι οί έννοιες αύτές έχουν μιά άναφορική χρήση στήν όποία δέν άντλει κάνεις συμπεράσματα άπό κάποια στοιχεία συμπερι­ φοράς.τι έκανε πριν γιά τις σκέψεις. δτι τό γεγονός. [ή έξήγηση] επιμένει. 'Ώστε ήταν άναμενόμενο νά μπορούν νά μάθουν πώς νά έπεκτείνουν τις διαφορικές τους άποκρίσεις. έκθέσεις. Αλλά οί άντιλήψεις αύτές δέν είναι άκόμα αισθητηριακές έντυπώσεις. Νά δει κανείς δτι κά­ τι συμβαίνει είναι στή θεωρία τού Τζόουνς ένα έσωτερικό έπεισόδιο. έτσι πού νά περιλάβουν άναφορές. οί συνάνθρωποί του μπορούσαν ήδη νά άνταποκρίνονται διαφορικά στά έπεισό­ δια αυτά μέ άξιόπιστο τρόπο. ωστόσο. Ό Τζόουνς κάνει γιά τις αισθητηριακές έντυπώσεις δ. Θά μπορούσε νά μήν ήταν έτσι. Αλλά στο μέτρο πού ή θεωρία τού Τζόουνς είναι μιά καλή θεωρία (πράγμα κατ’ άρχήν άνεξάρτητο άπό τό άν μπορούν νά ταυτιστούν τά έσωτερικά έπεισόδια γιά τά όποια μιλάει μέ έπεισόδια νευροφυσιολογικά χαρακτηρισμένα).[63] Ή λογική των ιδιωτικών έπεισοδίων: έντυπώσεις # 60. είναι ένσωματωμένο στήν ίδια τή λογική τών έννοιών αυτών.ΟΔΗΓΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ 211 μή συναγωγικά αύτό πού μέχρι τότε μπορούσε μόνο νά συναχθει. «Αύτό πού ξεκίνησε ώς γλώσσα μέ άπλώς θεωρητική χρήση άπέκτησε ρόλο γλώσσας μέσω τής όποίας δίνουμε άναφορές». δχι . Μέρος XVII [60] . δτι ή παρατηρήσιμη συμπεριφορά τών άερίων είναι στοιχείο γιά τά μοριακά έπεισόδια. κάτι έπιστημικής τάξεως. Ή ιστορία αύτή έξηγεΐ γιατί: Επειδή. τό όποιο έχει ώς πρότυπό του τήν άναφορά τού δτι βλέπει κανείς πώς κάτι συμβαίνει. είναι ένσωματωμένη στήν ϊδια τή λογική τού περί μορίων λόγου». δπως τό γεγονός. πώς ή έξωτερική συμπεριφορά άποτελει όντως στοιχείο γιά τά έπεισόδια αύτά. Αρχίζουμε άπό μιά υποομάδα σκέψεων πού καλούνται «άντιλήψεις». Ή κατηγορία αύτή προϋποθέτει τήν κατηγορία τών σκέψεων.

«Έτσι.Τό ουσιαστικό χαρα­ κτηριστικό τοϋ προτύπου είναι δτι οί οπτικές έντυπώσεις έχουν μεταξύ τους ομοιότητες καί διαφορές συστηματικά άντίστοιχες πρός τις ομοιότητες καί τις διαφορές τών χρω­ μάτων καί τών σχημάτων τών ορατών άντικειμένων. έχουν χαρακτηριστικά (άς τά ποϋμε «κόκκινου» καί «τριγωνικοϋ») πού είναι ίσομορφικά πρός τά είδη χαρακτη­ ριστικών πού έχουν τά ορατά φυσικά άντικείμενα.212 ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΠΡΑΝΤΟΜ ένα καθέκαστον. τό πρότυπο μιάς έντύπωσης κόκκινου τριγώνου είναι ένα κόκκινο καί τριγωνικό άντίγραφο. Έχουμε έδώ ένα σχε­ διάγραμμα τής θεωρίας τής άντιλήψεως άπό τήν αίτιακή πλευρά τήν όποία έπικαλεΐτο στήν [7]. γενικότερα. πού είναι έπιμέρους πράγματα. καίτοι δέν είναι ούτε κόκκινες ούτε τριγωνι­ κές. Ή έμφάνιση τών άντιγράφων αυτών πρέπει νά κατανοηθει ώς μιά μή έπιστημική σχέση άνάμεσα σέ καθέκαστα (πού ή νευροφυσιολογία ή ή δυϊστική έπιστήμη του νοϋ μπορει νά μάς προσδιορίσει περαιτέρω). Αυτός θά είναι ό «έσωτερικός χαρακτηρι­ σμός» έντυπώσεων γιά τις όποιες ό Σέλλαρς μιλάει στήν τρί­ τη παράγραφο τής [45] καί στήν [22]. Ένώ οί σκέψεις είχαν ώς πρότυπο τις προτάσεις. δχι ή θέαση ένός κόκκι­ νου καί τριγωνικού άντιγράφου». § 61. Πρόκει­ ται γιά ένα είδος λειτουργισμού σχετικά μέ τις αισθητη­ ριακές έντυπώσεις. κάτι αιτιακής τάξεως. Ό γενικός έξηγητικός ρόλος τών αισθητη­ ριακών έντυπώσεων μπορεΐ νά συνοψιστεί ώς έξης: Σέ αύτές «είναι πού (άπό τήν άποψη τής θεωρίας) άντιδρά ό οργανισμός. οί έντυπώσεις έχουν ώς πρότυπο εικόνες ή. πού θά ήταν μιά έπιστη­ μική υπόθεση. άντίγραφα. Γιά νά έχουμε αι­ σθητηριακές εντυπώσεις χρειαζόμαστε τήν έννοια μιας «κα­ τάστασης τοϋ άντιλαμβανομένου» κοινής σέ έκεινες τις πε­ ριπτώσεις δπου ό άντιλαμβανόμενος έχει δίκιο καί έκεινες δπου σφάλλει ώς πρός τό άν υπάρχει έκει κάτω κάτι κόκκινο καί τριγωνικό. Υπάρ­ χουν δηλαδή καταστάσεις τοϋ άντιλαμβανομένου υποκει­ μένου οί όποιες. . δταν φαίνεται σέ κάποιο πρόσωπο νά υπάρχει έκειπέρα ένα κόκκινο καί τριγωνικό φυσικό άντικείμενο».

) Στο σημείο αυτό. Στήν περίπτωση τών αισθητηριακών έντυπώσεων είναι συνείδηση τών έντυπώσεων «τοΰ είδους τό όποιο είναι κοινό στις έμπειρίες έκεινες στις όποιες εϊτε βλέπουμε δτι κάτι είναι κόκκινο και τριγωνικό. δπου πλέον οί μαθητές τοΰ Τζόουνς κάνουν μή συναγωγικές άναφορές τών αισθη­ τηριακών τους έντυπώσεων τόσο δσο και τών σκέψεών τους. Επισημαίνει δτι οί άνθρωποι μπορούν νά έκπαιδευθοϋν έτσι πού νά άναπτύξουν έξαρτημένα άντανακλαστικά γιά τήν άναφορά αυτών τών θεωρητικών οντοτήτων πού άποκαλοϋνται «έντυπώσεις». έχουν άμεση (μέ τήν έννοια τοΰ μή συναγωγικοΰ -τή μόνη διαθέσιμη άπαξ καί έχει άπορριφθεΐ ό Μύθος τοΰ Δε­ δομένου) συνείδηση και τών δύο ειδών έσωτερικών έπεισοδίων. Ή παράγραφος αυτή κάνει γιά τις αισθητηριακές έντυπώσεις δ. άνα­ φορές τής μορφής «Αισθάνομαι τώρα μιά αισθητηριακή εντύπωση κόκκινου τριγώνου». είναι έντελώς διαφορετικές άπό αύτές πού γίνονται μέ τή χρήση τοΰ «δείχνει» καί οί όποιες έξετάστηκαν στο πρώτο μισό τοΰ δοκιμίου. Αύτά τά δύο ούσιωδώς παράγωγα καί παρασιτικά στρώμα­ . ("Ισως κάποιος νευροφυσιολογικός μηχανισμός άνακαλυφθει ό όποιος νά έξηγεΐ τήν άπόκτηση τέτοιων άποκριτικών διαθέσεων.) Ή συνδρομή τών δύο θά ένεργοποιοΰσε έκ νέου τον Μύθο τοΰ Δεδομένου. ή δπου άπλώς μοιάζει σάν νά υπάρ­ χει έκειπέρα κάτι κόκκινο καί τριγωνικό» [45]. εϊτε κάτι άπλώς μοιάζει κόκκινο καί τριγωνικό. Μιά μή συναγωγική άναφορά μιας αισθητηριακής έντύπωσης δέχεται μιά περιγραφή τοΰ καθέκαστον ένός είδους. Τέτοιες μή συναγωγικές άναφορές αισθητηριακών έντυπώσεων. καί δηλώνει τή συναγωγική δυνατότητα πού προωθείται ώς ύποψήφια υιοθέτησης. (θυμηθήτε τή διάγνωση τής [7].ΟΔΗΓΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ 213 £ 62. Μιά μή συναγωγική άναφορά πού χρησιμοποιεί τό «δείχνει» δέχε­ ται έναν δρο «σάν νά» ώς προσδιορισμό περιεχομένου.τι ή [59] έκανε γιά τις σκέψεις. καί δηλώνει τό αίτιακό προηγούμενο πού είναι κοινό στις άναφορές τοΰ πώς είναι τά πράγματα καί τις άναφορές τοΰ πώς δείχνουν νά είναι. πού άκολουθεΐ τό πρότυπο τών άντιγράφων ώς προσδιορισμό περιεχομένου.

έκτος άπό τήν υιοθέτηση τών προ­ τασιακών περιεχομένων πού «έκβιάζει [μή συναγωγικά] τό άντιληπτό άντικείμενο άπό αύτόν πού τό άντιλαμβάνεται». κάποιων ορατών έπιφανειών. πού έκανε τώρα προσιτή ό Σέλλαρς χωρίς μυστήριο καί μέ μή άπειλητικό τρόπο. Ή έννοιακή συνειδητοποίηση τών άισθητηριακών έντυπώσεων.χ.τι ειχε ύποσχεθεΐ ή πρώτη πραράγραφος τής [45]. . ώς εμπει­ ρία .. θεω­ ρίες αισθητηριακών δεδομένων). Διότι καί τά δύο εϊδη όμιλιακοΰ ένεργήματος προκύπτουν ώς τό άποτέλεσμα άσκησης άξιόπιστων διαφορικών διαθέσων άπόκρισης στήν παρου­ σία αισθητηριακών έντυπώσεων -δπως έκαναν ήδη πριν ό Τζόουνς μάς δώσει τις έννοιες χωρίς τις όποιες δέν θά μπο­ ρούσαμε νά έχουμε συνείδησή τους. Ό Σέλλαρς έχει τώρα έκπληρώσει τον στόχο του. έσωτερικά.214 ΡΟΜΠΕΡΤ ΜΠΡΑΝΤΟΜ τα τής γλώσσας. καί τό είδος συναγωγικής άρθρωσης πού ιδιάζει στο πρότυπο τών άντιγράφων. Έ χου­ με πλέον συνταγές πού μάς λένε πώς νά κάνουμε τή διάγνω­ ση καί πώς νά θεραπεύουμε τον Μύθο τοΰ Δεδομένου σέ δλες τις πολυποίκιλες έκφάνσεις του. π.. αύτό πού έκφράζει τό λεξιλόγιο τοΰ «δείχνει»). έκφράζουν διαφορετικές όψεις τής άντιληπτικής έμπειρίας. εϊτε τό δεδομένο εμφα­ νίζεται ύπό τή μορφή καθεκάστων τών οποίων ή έμφάνιση συνεπάγεται δτι γνωρίζουμε ή πιστεύουμε κάτι (π. Αύτό πού χρειαζόταν νά προστεθεί σέ αύτές τις άπόκριτικές διαθέσεις ήταν άπλώς ή νέα έννοια αισθητηριακή έμπειρία..] ή έμπειρία μου είναι. γιά νά τό πώ έτσι. Είναι δ..χ.. είναι τό «κάτι παραπάνω» πού (κατά τις έναρκτήριες προτάσεις τής [16]) εμπλέκει ή άντίληψή μας. έπικεντρούμενα καί τά δύο στις μή συναγω­ γικές χρήσεις. άξεχώριστη άπό μιά άληθινή έμπειρία δπου βλέπει κα­ νείς δτι τό χ είναι πράσινο» [16]. Οί αισθητηριακές έντυπώσεις τών οποίων άποχτοϋμε συνείδη­ ση (άφοϋ εδραιωθούν πλήρως τόσο ή έννοια τών αισθητη­ ριακών έντυπώσεων δσο καί οί άντίστοιχες μή συναγωγικές πρακτικές τοΰ άναφέρειν) εξηγούν τό γεγονός δτι «δταν λέω “Τό χ μοΰ φαίνεται αύτή τή στιγμή πράσινο” [. εϊτε μέ τή μορφή μή συνα­ γωγικά άποκτημένων πεποιθήσεων μέ προτασιακό περιεχό­ μενο (π.χ.

προκειμένου νά έξηγηθεΐ ή απόκτηση έννοιών (μέσω άφαίρεσης ή άλλιώς). ό Σέλλαρς μάς έδειξε πώς μπορούμε νά καταλάβουμε τήν ιδέα δτι έχουμε άμεση συνείδηση τών νοητικών έπεισοδίων (τών εφαρμογών συνα­ γωγικά άρθρωμένων έννοιών σκέψεων καί αισθητηριακών έντυπώσεων πού προέκυψαν μή συναγωγικά άπό σκέψεις καί αισθητηριακές έντυπώσεις). χωρίς νά χρειάζεται νά υιοθετήσουμε τον Μύθο του Δεδο­ μένου.ΟΔΗΓΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ 215 Οι θεμελιωτιστικές έπιστημολογικές προσφυγές σέ ένα δε­ δομένο καρτεσιανού τύπου άποδείχτηκε δτι άποτυγχάνουν επειδή οί μή συναγωγικές χρήσεις τών έννοιών (ασχέτως αν τό άντικείμενο τους θά έρμηνευθεΐ ώς «έσωτερικό» ή «έξωτερικό») καταλήγουν νά προϋποθέτουν συναγωγικές χρή­ σεις έννοιών. καί δέν μπορεΐ επο­ μένως νά τήν έξηγήσει» [45]. . αν έχουμε τήν ικανότητα νά προσέ­ ξουμε ένα είδος πράγματος. Ωστόσο. άποτυγχάνουν έπειδή «άναγνωρίζουμε τώρα δτι δέν φτάνουμε νά έχουμε τήν έννοια κάποιου πράγματος έπειδή προσέξαμε αύτό τό είδος πράγ­ ματος. άλλά άντιθέτως. άλλά πολύ πραγματικής προνομιακής πρόσβα­ σης πού ό καθένας μας έχει σέ τέτοια έσωτερικά επεισόδια. Οί έμπειριστικές προσφυγές στο προεννοιακό δεδομένο. περιλαμβανομένης τής πε­ ριορισμένης. αύτό σημαίνει δτι έχουμε ήδη τήν έννοια αύτοϋ του είδους πράγματος.

αν δέν ειχε τά δριά της. Α ν έπέπρωτο νά γίνει δμως μία φιλοσοφία κατά τρόπο οριστικό. άκούγεται. σάν νά λέει δτι ή φιλοσοφία αύτή είναι περιορισμένη. Ασύνειδη. σάν νά υποκρύπτει μιά συνειδητή ή άσύνειδη κριτική: Άκούγεται. Χωρίς μοίρα. Μιά φιλοσοφία δέν θά ήταν μία φιλοσοφία. Συνειδητή. θέλον­ τας καί μή. Αύτό μπορει νά συμβει -καί μάλιστα δέν είναι ή έξαίρεση.Επίμετρο Χ ΡΗ ΣΤΟ Σ Μ ΑΡΣΕΛ Λ ΟΣ Ή πολλαπλότητα τής φιλοσοφίας και ή ενότητα τών φιλοσοφιών Η ΑΔΙΑΦ Ο ΡΙΑ ΤΗ Σ ΑΝ Α Λ Υ ΤΙΚ Η Σ φ ιλοσοφ ίας γιά τ ή ν ίσ τ ο ρ ία τής φιλοσοφίας ήταν τό τίμημα μιας ορισμένης φιλοδοξίας νά υψωθεί ή φιλοσοφία σέ επιστημονικό επίπεδο. άλλά ό κανόνας. στο όνομα όποιασδήποτε άλλης φιλοσοφικής «σχολής» κι αν έπρόκειτο νά γίνει. Ό τ ι δλα τά πράγματα έχουν τά δριά τους είναι ή μοίρα τους ώς πραγ­ μάτων. (Ό Κάντ τό γνώριζε. δηλαδή. ή κριτική αύτή δύσκο­ λα ()ά μποροϋσε νά αντιμετωπίσει τήν κατηγορία τής άγνοι­ ας καί τής επιπολαιότητας. μή όντας κάτι. άλλά μόνο τό φιλο- . δέν θά ήταν τίποτε. δύσκολα θά σωζόταν άπό τήν κατηγορία τής αυτάρεσκης καί αδικαιολόγητης υπεροψίας. καί δτι επο­ μένως ή δραστηριότητα τοΰ φιλοσοφεΐν μέσα της έχει πάψει. δταν έλεγε δτι δέν μπορει νά διδάξει κανείς τή φιλοσοφία. Σπεύδω λοιπόν νά προσ­ θέσω δτι δέν πρόκειται γιά κριτική ούτε γιά ψόγο. Αύτός είναι ό λόγος γιά τον όποιο δέν καταλαβαίνει κανείς τίποτε γιά τή φιλοσοφία διαβάζοντας έγχειρίδια. μιας ορισμένης φιλοδοξίας. αύτό θά σήμαινε δτι έχει γίνει πράγμα. Ή διατύ­ πωση αύτή. ή καταλαβαίνει σέ βαθμό άντιστρόφως άνάλογο τοΰ πόσα μαθαίνει.

δέν μπορεΐ νά φωτίζει τήν ουσία της. Ή όποία μέ τή σειρά της έξαρτάται άπό ορισμένη (τή διαμορφωμένη στήν άρχαιοελληνική σκέψη) έννοια τής επιστήμης (ώς είδους γνώσεως βάσει άρχών. τό ύπόλοιπο είναι μιά άπλή ταυτολογία.218 ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΡΣΕΛΛΟΣ σοφειν. πού άντιπαρατίθεται στήν άπλή ιστορία. δέν μπορεΐ νά έξαρτάται άπό τό καθέκαστο καί τυχαίο -ή ιστορία της. πού ή άναλυτική φιλοσοφία νά πάψει νά είναι αύτό πού ήταν -καί νά μπορεΐ σήμερα νά συναντηθεί μέ τή λεγόμενη ηπειρωτική φιλοσοφία. σέ ένα είδος παραρτήματος. Μόνο αύτά συνελάμβαναν τον εαυτό τους ώς προσπά­ θειες προσέγγισης μιάς άλήθειας. π. Μπορούμε νά ποΰμε δτι είναι μιά ορισμένη άπο­ ψη τής έπιστήμης.χ. Μέ τήν έννοια αύτή ή παράβλεψη τής ιστορίας δέν είναι άποκλειστικό χαρακτηριστικό τής άναλυτικής φιλοσοφίας -χαρακτήριζε καί τά φιλοσοφικά συστήματα τοΰ παρελθόν­ τος. μιλοΰσε γιά φυσική ιστορία). ώς θετική έπιστήμη. καί ύπ’ αύτή τήν έννοια δέν έρχόταν νά συμπληρώσει . ώς τή γνώση τοΰ περιστατικού καί συγκεκριμένου -δπως δταν ό Αριστοτέλης. Μόνο πού θά πρέπει άκριβώς νά τήν ορίσει κανείς αύτή τή φιλοδοξία. μέ τήν έννοια καταρχήν τών θετικών έπιστημών. τήν όποία υπέθεταν άπόλυτη. δέν περιλαμβάνει τήν ιστορία της άλλιώς άπό συμπληρωμα­ τικά. δσο ή δραστηριότητα είναι ζων­ τανή -αύτή είναι ή ουσία τής δραστηριότητας καί ή διαφορά τών δραστηριοτήτων άπό τά πράγματα.διευρύνει τά δριά της. στο όποιο θέλει νά άναφερθεΐ. είναι άπλώς ή ιστορία τής αποσπασματικής της συγκροτήσεως μέχρι νά άποκατασταθεΐ ή ένότητα τοΰ ίδεατοΰ της περιεχομένου. Τί είναι λοιπόν αύτό πού διευρύνθηκε τόσο. Και ή δραστηριότητα τοΰ φιλοσοφειν μέσα σέ μιά φιλο­ σοφία διευρύνει τά δριά της μέχρι πού τούτη παύει νά είναι μία φιλοσοφία και έπιστρέφει στο φιλοσοφειν άπό τό όποιο προέκυψε. Διότι ή έπιστήμη ώς τοιαύτη. Ά ν δέν μιλήσει κανείς συγκεκριμένα γιά τό δριο. ώς γνώση βάσει άρχών. Δέν είναι λοιπόν κανένας ψόγος γιά τήν άναλυτική φιλοσοφία νά τή χαρακτηρίσει κανείς ώς έκδίπλωση μιας ορισμένης φιλοδοξίας έπιστημονικότητας. μέ άλλα λόγια.) Ένώ άντιθέτως.. Καμμιά έπιστήμη.

ώς γνώσεως βάσει άρχών. γράφοντας περί φυσικής ιστο­ ρίας.χ. Καί. π. είτε άκούγεται παράδοξο είτε δχι. ήθελε νά παραγάγει τά είδη τών φυτών άπό κάποια ιδέα τοΰ φυτοΰ.ΕΠΙΜΕΤΡΟ 219 άθροιστικά τά προηγούμενα. λ. στήν όποιαδήποτε πραγματική μορφή τή θέση της μέσα σέ ένα σύστημα πού. δπως θά ισχυριστώ στή συνέχεια. άλλά νά τά άντικαταστήσει. έχοντας νά γράψει γιά τον ιπποπόταμο κλείνεται στο δωμά­ τιό του καί γράφει μιά ϋοάιιΜοη ά&τ ΙςΙοε άεδ ΗίρροροΙπΐϊΐιΐδ αιΐδ άετ Ιάβε ά©δ Γ6ΐη€η Ιοίΐδ. επί τέλους. Καί δμως. άσφαλώς. μέ μιά έν­ . πού έχει ξεπεραστει ήδη): Οί συστηματικές φιλοσοφίες δέν ήταν αύτές πού έβίαζαν τήν ποικιλία τοΰ πραγματικού. ό "Αριστοτέλης. άλλά πάντως δχι συστηματικά μέ τή νεότερη έννοια τοΰ συστήματος.. δέν είναι άκριβώς τό άντίθετο τής έπιστημονικής ιστοριογραφίας. δσο άν. έτσι δπως προσπαθεί νά βρει. Όπότε ή άντικατάσταση τοΰ αιτήματος τής συστηματικής ολοκλήρωσης άπό τό αίτημα τής μεθοδικής προόδου μέσα άπό συστηματική έρευνα. γιά νά τήν προσαρμόσουν στήν προκρούστεια κλίνη τους. πού είναι ένα ίδιον τής άναλυτικής σχολής -ή άντικατάσταση τών μεγαλεπίβολων και αστήριχτων συνθέσεων άπό τήν άνάλυση τών έννοιών. Καί δύσκολα θά άντιστεκόταν κανείς στον πειρασμό νά ύπενθυμίσει τό άνέκδοτο τοΰ Γερμανοΰ πού. δέν είναι παρά γέννημα τοΰ μυαλοΰ ένός άνθρώπου. άλλά Ιστορίας (ΙιίδίοπΒ τεπιπι §6δΙαπιπι). Νά σεβαστεί κανείς τήν ιστορία (τεδ §6δΙα) δέν σημαίνει νά τήν κάνει άντικείμενο δχι επιστήμης. και κατ’ έξοχήν τήν ιστορική.θά ήταν άπό τήν άποψη αύτή ή έπαναφορά τής φιλοσοφίας σέ ένα υγιές πρότυπο πού έγκατέλειψε μόνο στή μορφή πού έδωσε στον έαυτό της στή νεότερη έποχή (άν δεχτούμε μάλι­ στα δτι τά προηγούμενα φιλοσοφικά «συστήματα» ήταν άπλώς άτελή. νά παραγάγει κανείς τά συγκεκριμένα ιστο­ ρικά φαινόμενα άπό τό σύστημα θά ήταν τόσο παράλογο. σώνει καί καλά. ούσιαστικά τήν ίδεαλιστική). Υπάρχει έπομένως κάτι τό φαινομενικά παράδοξο στήν άντίληψη δτι έχουμε έδώ ένα δριο πού πρέπει νά ξεπεραστεΐ (και μάλιστα.χ. Ή έγελιανή θέαση τής ιστορίας.

Πρώτο άδιέξοδο. άλλά δχι καί τά δύο μαζί. πρέπει νά πηδήξει έξω άπό τή σκιά της. Αύτό πού θά έπρεπε νά καταλάβουμε ευρι­ σκόμενοι μπροστά στά δύο άδιέξοδα αύτά είναι δτι. αν πρόκειται νά γίνει.220 ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΡΣΕΑΛΟΣ νοια τό δριο αύτό. δπως τό λέει ό Σέλ­ λαρς. καί δχι ώς αύτό πού βλέ­ πει -είναι άλλοτε ύλη καί άλλοτε ένέργεια. γιά τούς οποίους ή (θετική) επιστήμη περιέχει προτάσεις έπαληθεύσιμες ή διαψεύσιμες. Επομένως ή ή θετική έπιστήμη δέν μπορεΐ νά γίνει ποτέ επιστήμη. Αύτό πού άντιστοιχεΐ έντάσσεται ώς άλήθεια στο σύστη­ μα τής φιλοσοφίας καί τό περίσσευμα άνήκει άπλώς στήν ιστορία τής φιλοσοφίας. Δηλαδή ή φιλοσοφία είναι ούσιωδώς ιστορική. Δεύ­ τερο άδιέξοδο. Μπορεΐ νά σκεφτεΐ κανείς τό παρακάτω δίλημμα: Υποτίθεται δτι ή φιλοσοφία προσπαθεί νά καταλάβει τον κόσμο. Ή ιστορία της είναι ή ιστορία τών προσπαθειών της. Αύτή ή σύμπτωση τών δύο είναι ή έγελιανή έννοια τής επιστήμης. Καί αν θέλει νά καταλάβει τον κόσμο χωρίς παρεμβολές άπό τήν ϊδια πού νά άλλοιώνουν τήν εικόνα του. πού άλλοτε ευδοκιμούν καί άλλοτε δχι. καί τή στιγμή πού προσπαθεί νά τον καταλάβει καταλαβαίνει καί τον έαυτό της. Αλλά πρέ­ . τής άντιπαραθέσεως επιστήμης καί Ιστο­ ρίας. Επομένως ή διάκριση συστηματικής καί ιστορικής φιλοσοφίας έχει ξεπεραστεΐ τουλάχιστον άπό τον καιρό τού Έγέλου. Ό κόσμος τον όποιο προσπαθεί νά καταλάβει ή φιλοσοφία είναι ένας κόσμος στον όποιο ή ϊδια δέν υπάρχει. άλλά ένα γεγονός πού οφείλουμε νά τό δούμε ώς αύστηρά παραπληρωματικό τού γεγονότος δτι. θά γίνει περιλαμβάνον­ τας καί δχι άποκλείοντας τήν ιστορία. Α ν ύπάρχει μέσα του. στήν επιστήμη μπορούν νά άμφισβητηθοϋν δλες οί άποφάνσεις. Εύδοκιμούν προ­ φανώς δταν αύτό πού λέει άντιστοιχεΐ στήν πραγματικότη­ τα. αύτό δέν είναι κάτι άπλώς έμπειρικό καί τυχαίο. ή. έχει ξεπεραστεΐ -ώς πρότυπο κατανόησης τής φιλοσο­ φίας. αν στή φιλοσοφία δέν μπορούν δλες οί έννοιες νά συλληφθούν συγ­ χρόνως. καί μάλιστα γιά τούς ίδιους λόγους. ωστόσο τον κα­ ταλαβαίνει ώς κάτι πού βλέπεται. Ακριβώς έδώ δμως έγείρεται ένα ερώτημα. άλλά δχι δλες μαζί.

Ή συμπερίληψη τής σκέψης σέ αύτό πού πρέπει νά γίνει άντικείμενο κατανόησης άλλάζει τήν ίδια την αύτοκατανόηση τής σκέψης. Καί έπιπλέον. Δέν υπάρχει λόγος νά βιαστεί νά καταδικάσει κανείς τις άπόλυτες άλήθειες έδώ. διότι δέν υπάρχει τίποτε εκτός τοϋ δλου. τό απόλυτο. τί άλλο σημαίνει τό γε­ . Άν. ό Χάιντεγγερ είπε γιά τον τίτλο τοϋ Είναι καί χρόνος δτι άκριβώς έλεγε ήδη τό ούσιώδες. Κυριολεκτικά. Άλλά αύτό άκριβώς είναι ένα άπό τά θέματα τού δοκιμίου πού έχουμε νά σκεφτοΰμε.ΕΠΙΜΕΤΡΟ 221 πει νά μπορούμε νά τή σκεφτοΰμε καί μέ κατηγορίες άλλες άπό τις έγελιανές -ή αλήθεια λέγεται μέ πολλούς τρόπους. Σχολιάζοντας κά­ ποτε έκ τών ύστέρων τον προσανατολισμό πού ή σκέψη του έν άγνοια της σχεδόν ακολουθούσε. άλλά μιά συνάρτηση τοϋ είναι -Όαδείη. Ώ ς μέ­ ρος τής πραγματικότητας. είναι τό δλον. άκριβώς. δέν μπορει νά είναι άπο-κλειστικό. στο μέτρο πού μιλούσε γιά τό είναι άντί γιά τό άντικείμενο τής σκέψης καί γιά τον χρόνο άντί γιά τή σκέψη. ή άλήθεια στον ένικό είναι το άπόλυτο. Τό δριο πού δέν μπορεΐ νά ξεπεράσει ή σκέψη ώς έπιστήμη (μέ τήν προεγελιανή έννοια) είναι ή άχρονικότητα. Οί έπιμέρους κρίσεις μποροϋν νά είναι άκριβεΐς. Υπάρχουν μεμονωμένες προτάσεις πού νά είναι βέβαιες άνευ όρων. Ή άλλαγή αύτή δέν είναι αύθαίρετη -μπορούμε νά έπαναλάβουμε στήν περίπτωσή της τό άριστοτελικό: αύτό τό πράγμα ώόοποίησεν. γιατί αύτό άκριβώς είναι τό θέμα: Δέν υπάρχουν άπόλυτες άλήθειες. Ό πω ς ό άνθρωπος δέν είναι ένα ύποκείμενο πού σκέφτεται. βρισκό­ μαστε νά μιλάμε ήδη γιά τήν πολλαπλότητα τής φιλοσοφίας καί τήν ένότητα τών φιλοσοφιών. ή άλήθεια. ή σκέψη δέν είναι έπι­ στήμη μέ τήν έννοια αύτή. τό άπο-κλειστικό είναι έξ όρισμοϋ μή άληθινό. άλλά κάτι πού συμπίπτει μέ τό Β&56Η1. άλλά ή άλήθεια είναι πράγματι ή άκρίβεια. μόνο τά ψέματα έχουν τό προνόμιο τής αποκλειστικότητας. μέ τήν έγελιανή διατύπωση. χωρίς καλά καλά νά τό καταλάβουμε. άλλά μιά χρονική συνάρτηση. Άλλά τί άλλο σημαίνει αύτό. Καί ή μεταφυσική δχι μιά θεωρία (μιά φυσική πρώτου ορόφου πάνω άπό μιά φυσική τοϋ ισογείου).

καί γίνονται πραγματικότητες. Αλλά τολμάμε άραγε νά καταλάβουμε τις πλήρεις διαστάσεις τού πράγματος. κατά τά προηγούμενα. ή ιστορία τής φιλοσοφίας δέν είναι άπλή δοξογραφία. δτι δέν ύπάρχει διάκριση συστηματικής φιλοσοφίας καί ιστορικής φιλοσοφίας. θά ειχε τό πλεονέκτημα δτι θά άπέφευγε τις ψευδαισθήσεις καινοτομίας έκει πού υπάρχει άπλή έπανάληψη κάποιων σταθερών ή κεκτημένων δομών τής σκέψης. στον όποιο θά πρέπει νά ύποβληθεΐ καί τό ϊδιο τό έργο τού Σέλλαρς καί οι έρμηνειες του. αν ήταν άπλώς υπόθε­ ση μεθόδου. Σέ κατάλληλη μεγέθυν­ ση δέν σημαίνει κάτι άλλο άπό αύτό πού είδαμε ήδη: Ό τ ι ή ιστορία τής φιλοσοφίας δέν είναι ποτέ ή προϊστορία τών προβλημάτων της. γιά άλλη μιά φο­ ρά. μέ τήν έννοια αύτή. Επιχειρούμε πάντα νά διατυπώσουμε μιά εισαγωγή σέ αύτό πού θεωρούμε δτι είναι τό θέμα μας νομί­ ζοντας δτι είμαστε άκόμα άπέξω. Νά μήν άνακαλύπτει κανείς τον τροχό άπό τήν άρχή είναι ένα κέρδος ήδη σημαντικό. έχουμε μπει ήδη στο θέμα μας. καί υπάρχει ένα είδος ιστορικού έλέγχου. Ή άλληλεξάρτηση τών εννοιών δέν . Τό ενδιαφέρον πού ό Σέλλαρς. «θεωρη­ τικές οντότητες» δπως λέει ό Σέλλαρς. τό ένδιαφέρον γιά τήν ιστορία τής φιλοσοφίας έχει μιά μή έμπειρική διάσταση. διότι ή μία είναι πάν­ τα μέσα στήν άλλη. καί μέ τις πρώτες φράσεις διαπιστώνουμε δτι είμαστε ήδη μέσα. πού παύουν νά είναι άπλώς θεωρητικές οντότητες. οί φιλοσοφίες οί ϊδιες δέν κατανοούνται μεμονωμένα. εικόνες τής πραγματικότητας. Μέ αύτή τήν έννοια έλεγε ό Έγελος δτι δέν ύπάρχει πρόλογος σέ ένα φιλοσο­ φικό σύστημα. επιδεικνύει γιά τήν ιστορία.222 ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΡΣΕΛΛΟΣ γονός δτι ή σκέψη είναι μέρος τής πραγματικότητας καί δχι άπλώς καθρέφτης της. Δέν είναι άπλώς οί έννοιες τής φιλοσοφίας πού δέν μπορούν νά κατανοηθούν μεμονωμένα. διότι αύτή είναι μιά άλλη βασική συνιστώσα τού δοκιμίου τού Σέλλαρς. αν δχι δτι υπάρχουν έννοιες. Αλλά έτσι. Αλλά άν. παρά τά άναλυτικά είωθότα. Στά μέχρι τώρα φαίνεται ήδη ό άντινομικός χαρακτήρας κά­ θε εισαγωγής.

ξεφεύγοντας άπό τά δρια μιας φιλοσο­ φίας γιά νά περάσει έντός τών ορίων μιας άλλης. Καί μπορει κανείς νά διερωτηθει άν έχουμε νά κάνουμε μέ ένα άδιαφοροποίητο πού έπεται τής δια­ φοράς ή ένα άδιαφοροποίητο πού προηγείται. δέν μάς κάνει νά προτιμάμε τό άρχικό κύτταρο άπό τον άνθρωπο. πού οφείλει στήν πρώτη τήν άναγκαιότητα τών σχέσεων τών έννοιών της συνολικά ιδωμένων καί μοιάζει στή δεύτε­ ρη κάθε φορά πού διαπιστώνει τήν αύθαιρεσία μέ τήν όποία ή καθεμιά τους ξεχωριστά έρχεται στο φώς.ΕΠΙΜΕΤΡΟ 223 είναι άπλώς συγχρονική. Σημαίνει δτι κάθε φορά ή φιλοσοφία έξαντλει στο μέτρο τοΰ δυνατοΰ τούς ορίζοντες πού τής άνοίγουν κάποιες πρώτες άρχές της. λ.. Αύτή είναι μιά άλληλεξάρτηση βαθύτερη άκόμα καί άπό αύτή πού μπορει νά λάβει ύπόψη της ή προσανατο­ λισμένη πρός τις ιστορικές ένότητες τών προβλημάτων (ρΓΟ1)1©ιη§βδθ1ιίο1ι11ίο1ι) πραγμάτευση.. Περνώντας άπό τον ένα γαλαξία τής σκέψης στον άλλο. δπως. Αλλά αύτό δέν δικαιολογεί καμμιά άντιπαράθεση έπιστήμης (διαφορο­ ποιημένης σκέψης) καί φιλοσοφίας (άδιαφοροποίητης). Αλλά οί έκφυλιστικές συνέπειες τών γηρα­ τειών είναι επίσης δεδομένες -καί στις μέρες μας γίνεται δλο καί πιο πολύς λόγος γιά τις δυνατές ιατρικές χρήσεις τών βλαστοκυττάρων.. Ό τ ι ό άνθρωπος προκύπτει άπό τον πολυμερισμό ένός κυτ­ τάρου. συμβαίνει μέ τά μα­ θηματικά -είναι καί διαχρονική* δηλαδή βρίσκονται σέ άλληλεξάρτηση άκόμα καί οί διαφορετικές έρμηνεΐες τών έννοιών. Λέω ούδέτερα: κάτι ένδιάμεσο. δμως μαζί μέ τις άρχές ή άνάπτυξη άποτελεΐ ένα σύμπαν πεπερασμένο μέν. άλλά τόσο περίπλοκη πού δέν έξαντλειται ή περιπλοκότητά της. δέν φτάνει κανείς ποτέ σέ ένα τελευταίο σύνορο πού θά έβγαζε έξω άπό τό φιλοσοφειν -ώς αύτή τήν ιδιαίτερη δραστηριότητα πού δέν είναι ούτε έπιστήμη ούτε ιστορία άλλά κάτι ένδιάμεσο.χ. * * * Τό δοκίμιο τοΰ Σέλλαρς μπορεΐ νά διαβαστεί ύπό διάφορε- . άλλά χωρίς δρια.

ΤΗβ ΡΗίΙοΞορΗίοαΙ Κβνΐβιν. Ή σχετική νομι­ μότητα δλων αύτών τών άναγνώσεων δείχνει τη γονιμότητα τοΰ έγχειρήματος. μάς ώθεϊ νά σκεφτοΰμε περισσότερο άπό τήν ϊδια -αύτό είναι τό άσφαλέστερο γνώρισμα τής πραγματικής σκέψης. Μπορει νά διαβαστεί ώς μιά έγελιανής έμπνεύσεως άμφισβήτηση τής άμεσότητας.1 (1951). * * * Ή σημαντικότερη άποκρυστάλλωση τής κριτικής πρός τον έμπειρισμό πού προηγείται τής κριτικής τοΰ Σέλλαρς. Ό καλύτερος τρόπος νά τιμήσει κανείς τό δοκίμιο τοΰ Σέλλαρς είναι νά προσπαθήσει νά τό έρμηνεύσει πλησιάζοντας τή βασική δομή πού και τό ϊδιο. Ό τι άντί νά μάς μαθαίνει κάτι. άλλά οί λεπτομέρειες τού προβλήματος δέν έχουν τή θέση τους έδώ. Ό Χάιντεγγερ έλεγε δτι τό μεγαλύτερο δώρο πού μάς κάνει ένας στοχαστής είναι αύτό πού μέσα στο έργο του παραμένει μή έσκεμμένο. είναι. Μπορει νά διαβαστεί ώς μιά καντιανή (και στήν πραγματι­ κότητα νεοκαντιανή) εξέταση τού προβλήματος τοΰ πράγ­ ματος καθ’ αύτό. αύτή πού περιέχεται στά «Δύο Δόγματα τοΰ εμπειρισμού» τοΰ Κουάιν (1951). . 60.1Λέω άποκρυστάλλωση διότι είναι ή άπόληξη καί δχι ή άφετηριακή στιγμή τής άμφισβήτησης. 20-43. δέν καταφέρνει ϊσως νά έξαντλήσει. Μπορει νά διαβαστεί ώς μιά κριτική τής αρχής τής βε­ βαιότητας πού θά άνοιγε τον δρόμο σέ μιά επιστημολογία τής όποίας ή συνεπέστερη προέκταση θά ήταν χιούμεια. σ. παρά τήν άναμφίβολη ποιότη­ τα τής σκέψης πού έπιχειρειται έδώ. 1. κατά κοινή λίγο πολύ ομολογία. Ή άμφιταλάντευση αύτή ύπάρχει κάθε φορά πού μιά σκέψη άντί νά κατασταλάζει σέ μιά περιφε­ ρειακή (διαφοροποιημένη) προβληματική περιστρέφεται έμ­ μονα γύρω άπό τις βασικές πηγές (τις άδιαφοροποίητες). καί ή οποία προέκυψε μέσα στούς κόλπους τοΰ ϊδιου τοΰ λογικοΰ εμπειρισμού.224 ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΡΣΕΛΛΟΣ τικά ιστορικά πρίσματα μέ άποτελέσματα γόνιμα κάθε φο­ ρά. Έδώ έπίσης δέν πρέπει νά βιαστεί κανείς νά διαβάσει έναν ψόγο.

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

225

Στο δοκίμιο τοΰ Κουάιν άμφισβητεΐται ό άκρογωνιαΐος λί­
θος τοΰ έμπειρισμοϋ (καί αυτό πού μετά τήν άρνηση τών 3
ρποπ συνθετικών προτάσεων συνοψίζει τήν ταυτότητά
του): ή διάκριση άναλυτικών καί συνθετικών προτάσεων.2
Τό άποτέλεσμα είναι, δπως παρατηρεί ό Κουάιν ό ϊδιος, δτι,
άφενός, ή διάκριση ύποθετικοθεωρητικής (δρεαιΐ&ΐΐνβ) με­
ταφυσικής σκέψης καί φυσικής έπιστήμης παύει νά είναι σα­
φής, καί δτι, άφετέρου, ή σκέψη αύτή, πού έχει καί τά δύο
παραπάνω χαρακτηριστικά, δέν μπορεΐ νά έχει άλλο προσα­
νατολισμό άπό πραγματιστικό.
Τό πρώτο άπό τά σημεία αύτά δέν μποροΰσε παρά νά
είναι, άπό τήν άποψη τοΰ κλασικοΰ έμπειρισμοϋ, ιδιαίτερα
άνησυχητικό. Δέν είναι ή πρώτη φορά πού ή φιλοσοφία
άμφισβητεΐ τή διάκριση άναλυτικών καί συνθετικών προτά­
σεων, άλλά ή προηγούμενη ήταν άκριβώς στά πλαίσια τοΰ
(νεοεγελιανοΰ καί μονιστικοΰ) ιδεαλισμού τοΰ Μπράντλεΰ
(ΒΓ3<3ΐ6γ). Καταλαβαίνει κανείς τις διαστάσεις τοΰ πράγμα­
τος άν σκεφτεΐ δτι ό νεότερος έμπειρισμός χρωστάει τήν
κλασικότερη διατύπωσή του στήν πολεμική τοΰ Ράσσελ
κατά τοΰ Μπράντλεΰ στο θέμα τοΰ εσωτερικού ή έξωτερικοΰ χαρακτήρα τών σχέσεων.3 Ό Ράσσελ θά ήθελε ό λο­
γικός άτομισμός πού συνήγαγε άπό τήν πολεμική αύτή νά
είναι ή άλληλέγγυα μέ τή νεότερη (τή μή άριστοτελική) λο­
γική τών σχέσεων (πού βρήκε τήν πρώτη κατασταλλαγμένη
έκφρασή της στά Ρήηύρια ΜαίΗβιηαύαι) οντολογία, καί
2. Ή κλασική διατύπωση τής εποχής γι’ αύτή τή θέση, διατύπωση γύρω
άπό τήν όποία περιστρέφονται, όπως θά δοΰμε, όλες οί συζητήσεις, είναι
αύτή τοΰ Λιούις στά δύο μεγάλα βιβλία του: Ο.Ι. ίεννίδ, Μίηά αηά ίΗβ Ψοήά
Οτάβτ, δ.π., καί Αη ΑηαΙγχΐχ ο/ΚηοννΙβάξβ αηά ναΐιιαίίοη, Ια δ&ΙΙβ (Ίλλινόις)
1946.
3. Ό Κοίί-Ρείετ ΗοΓδΙίϊΐ&πη έχει άφιερώσει μιά πλούσια μονογραφία
στο θέμα: ΟηίοΙοξΐβ ιιηά ΚβΙαίΐοηβη, Αΐΐιεη&ιιιη, Ηαίη 1984. Ένδιαφέρεται
κυρίως νά σώσει τον έγελιανό μονισμό άπό τήν κριτική τοΰ Ράσσελ, θυσιά­
ζοντας έν άνάγκη τον Μπράντλεΰ, άλλά μπορει κανείς νά έχει άμφιβολίες
καί γιά τό άν ό Μπράντλεΰ είναι τόσο εύάλωτος, όσο νομίζεται ενίοτε. Γιά
μιά επανεκτίμηση τής σκέψεως τοΰ Μπράντλεΰ βλ. Οιιγ 8ΐο(± (έπ.),
Αρρβαταηοβ νβηηε ΚβαΙΐίγ. Νβ\ν Εζχαγχ οη ίΗβ ΡΗίΙοΞορΗγ ο/ Ρ.Η. ΒταάΙβγ,
α&Γεικίοη ΡΓ©88,Όξφόρδη 1998.

226

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΡΣΕΛΛΟΣ

προσπαθεί νά έρμηνεύσει τή σκέψη του Μπράντλεϋ ώς δέ­
σμια καταλοίπων τής προηγούμενης λογικής. Ό λογικός (ή
λογιστικός, δπως τον έλεγε ό Ράιχενμπαχ) έμπειρισμός προ­
εκτείνει τή θέση αύτή θεωρώντας την κάτι κεκτημένο. Ό λα
αύτά δμως δέν τίθενται σέ κίνδυνο άπό τον νέο έμπειρισμό
πού εύαγγελίζεται ό Κουάιν;
Ό κίνδυνος δέν γίνεται άμέσως αισθητός στο μέτρο πού
ό γεννώμενος ολισμός κατανοεΐται ώς μιά θέση έπιστημολογική καί δχι όντολογική (ή θέση Ντυέμ (Όιιΐιβιη)-Κουάιν,
δπως λέμε). Ή κατάργηση τής διακρίσεως άναλυτικοϋ καί
συνθετικού δέν οδηγεί δμως υποχρεωτικά σέ άντικατάσταση τής ερμηνείας τής άλήθειας ώς συμφωνίας άπό μιά θεω­
ρία στήν οποία ή άλήθεια θά είναι άπλώς συνοχή, καί δέν
καταλήγει διά τής οδού αύτής σέ άθέλητες όντολογικές συν­
έπειες; Ό πραγματιστικός προσανατολισμός τον όποιο διεκδικεΐ ό Κουάιν γιά τον νέο έμπειρισμό θά ήθελε νά έγγυηθεΐ
τήν άποτροπή τού κινδύνου αύτού, καί νά εξασφαλίσει δτι ό
γεννώμενος ολισμός δέν θά είναι ένας μονισμός. Έ χει ένδιαφέρον νά δει κανείς πώς γύρω άπό αύτή τή γραμμή άμύνης
άποκρυσταλλώθηκαν παράλληλες έξελίξεις στά πλαίσια
τού λογικού έμπειρισμού -καί πώς έγινε, θέλοντας καί μή,
μοχλός νέων.
Ό κλασικός εμπειρισμός βλέπει τή γνώση ώς ένα οικο­
δόμημα πού χτίζεται στή βάση κάποιων άμεσων δεδομένων,
θεωρώντας δτι ή ϊδια ή δομή τής επαγωγικής σκέψης προϋ­
ποθέτει τήν ύπαρξη τέτοιων δεδομένων. Επιστημολογικά,
δμως, είναι έκ προοιμίου άδύνατο νά υποδείξει κανείς μιά
άπόφανση πού νά έχειτά ζητούμενα χαρακτηριστικά βεβαι­
ότητας αν πιστεύει, δπως ό Χιού μ, δτι καμμία 3. ροδίεποπ
άπόδειξη τού έπαγωγικοϋ συλλογισμού δέν είναι δυνατή,
διότι θά προϋπέθετε τις άρχές πού θέλει νά άποδείξει. Ό
έμπειρισμός αύτός είναι άναγκασμένος νά δίνει δλο καί πε­
ρισσότερο έδαφος στον άντίπαλό του μέχρι πού έντέλει νά
περιχαρακωθεί στο φυλάκιο τών αισθητηριακών δεδομέ­
νων, άφετηρία τού Σέλλαρς στο δοκίμιό του, άκριβώς έπειδή
είναι ή τελευταία γραμμή άμύνης τού έμπειρισμού. Μέχρι νά

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

227

φτάσει στήν τελευταία αύτή γραμμή προηγείται βέβαια
σκληρή μάχη.
Αύτό πού άμφισβητει ή θέση τού Κουάιν είναι δτι μπο­
ρούμε νά διακρίνουμε τί μέσα στή σκέψη μας όφείλεται στήν
ϊδια και τί όψείλεται στήν πραγματικότητα, ή οποία στήν πε­
ρίπτωση αύτή προϋποτίθεται άνεξάρτητη άπό τή σκέψη.
Αλλά στον βαθμό πού είναι άνεξάρτητη, δέν τή γνωρίζουμε,
καί στον βαθμό πού τή γνωρίζουμε, δέν ξέρουμε τί είναι γυ­
μνό γεγονός καί τί όφείλεται στά έννοιακά μας σχήματα.
Είναι δμως δυνατόν νά σκεφτοϋμε μιά κίνηση σάν αύτή πού
ζητάει ό Κουάιν μεταξύ σχημάτων καί γεγονότων, χωρίς
άρχιμήδειο σημείο στο όποιο νά σταθεί κανείς; Θά ήταν, γιά
νά τό πει κανείς μέ μιά άλλη εικόνα, σάν νά φανταζόμασταν
δτι μπορούμε νά περπατήσουμε χωρίς νά ύπάρχει σταθερό
έδαφος κάτω άπό τα πόδια μας -στήν κινούμενη άμμο δέν
περπατάει κανείς, βουλιάζει. Γιά έναν κλασικό έμπειριστή
σάν τον Λιούις,4 χωρίς μιά πρώτη βεβαιότητα ή γνώση δέν
θά ήταν καν πιθανή.
Ή άνακίνηση τού ζητήματος τών πιθανοτήτων θά δώσει
τήν πρώτη εύκαιρία διατυπώσεως μιας προσπάθειας έξόδου άπό τον κλασικό έμπειρισμό, ή οποία διατηρεί τον άνοιχτό χαρακτήρα τής έπαγωγικής σκέψης. Τήν οφείλουμε
στον Ράιχενμπαχ. Ό Λιούις κατηγορούσε τούς άντιπάλους
του έπί όρθολογισμώ* γιά τον Ράιχενμπαχ, άντιθέτως, ή πί­
στη στήν άναζήτηση μιας σταθερής βάσεως είναι τό ορθολο­
γιστικό κατάλοιπο, άφοϋ άκριβώς ή έμπειριστική έπαγωγική σκέψη εξ ορισμού άποκλείει τήν ύπαρξη βέβαιων άποφάνσεων, καί μάλιστα κατάλοιπο πού δεν δικαιολογείται
καν άπό τή θεωρία τών πιθανοτήτων, ή οποία δέν χρειάζε­
ται τή βάση τού άσφαλοϋς δεδομένου γιά νά δικαιολογήσει
τήν πιθανότητα τής γνώσης. Ένώ ό Λιούις θεωρεί δτι μπορεΐ
νά έντοπίσει κανείς μιά σφαίρα βέβαιων άποφάνσεων αν
περιορίσει στο ελάχιστο τό πλαίσιο άναφορών τους: Έντέλει
4.
Βλ. Μιηά αηά ίΗβ Ψοήά Οτάβτ, ό.π., χαρακτηριστικά τό δεύτερο κε­
φάλαιο: Ήΐ6 Οϊνεη ΕΙθίηβηΙ ΐη Εχρβπβηοε.

228

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΡΣΕΛΛΟΣ

πρόκειται γιά δ,τι ονόμαζε έκφραστικές προτάσεις, αύτές
στις όποιες μιλάει κανείς γιά τις έμπειρίες του σέ πρώτο πρό­
σωπο -διατηρώντας έτσι τήν κλασική δομή τής άρθρωσης
τής γνώσης πάνω σέ κάποια πρώτα δεδομένα.5Τό παράδο­
ξο στή συζήτηση είναι δτι, ένώ τά έπιχειρήματα τοϋ Ράιχενμπαχ είναι πολύ πειστικά, τουλάχιστον δσο άφορά τον άνασφαλή χαρακτήρα δλων τών έμπειρικών άποφάνσεων, δέν
καταφέρνει κανείς νά άποβάλει τήν έντύπωση δτι ό Λιούις
πρέπει νά έχει κάποιο δίκιο. Αύτή τήν έντύπωση προσπάθη­
σε νά έξηγήσει ό τρίτος στή συγκεκριμένη περίσταση συζη­
τητής, ό Γκούντμαν.6Ό Γκούντμαν πιστεύει δτι τό πραγμα­
τικό σημείο τριβής παραμένει άκόμα λανθάνον στήν προη­
γούμενη συζήτηση. Ό ίδιος τό έντοπίζει στή σχέση τής
γλώσσας μέ αύτό πού περιγράφει. Πιστεύει δτι κατά βάθος
αύτό πού ένδιαφέρει τον Λιούις δέν είναι ή βεβαιότητα τών
έμπειρικών προτάσεων, ένα έπιστημολογικό πρόβλημα δη­
λαδή, άλλά κάτι πρωταρχικότερο, ή άμεσότητα καί ό άνάγωγος χαρακτήρας τής σχέσεως πού ύπάρχει άνάμεσα στήν
αισθητηριακή έμπειρία καί τις προτάσεις πού τήν περιγρά­
φουν. Ή άπάντηση πού δίνει όμως -δοκιμαστικά άκόμη,
άλλά δέν έμεινε χωρίς μέλλον- έγκειται σέ μιά άντιμετώπιση
5. Βλ. «Ήιβ ΕχρεπεηΙΐΗΐ ΕΙεηιεηΙ ίη Κηο\ν1εά§ε», ΤΗβ ΡΗίΙθ8θρΗΐβαΙ
Κβνίβ\ν, 61.2,1952, σ. 147-159. Ή θέση επανέρχεται κατά διαστήματα στή συ­
ζήτηση, άπό δσους άρνοΰνται νά ύποταγοΰν στον νεότερο εμπειρισμό, βλ.
π.χ. Κοάεποΐί ΡιγΙΙι, «ΊΙιε ΑπαΙοιηγ οί ΟβΠ&ίηΙγ», ΤΗβ ΡΗΠοΞορΜοαΙ Κβνΐβνν,
76.1,1967, σ. 3-27· Ιαπιεδ \Υ. (ϋοπιιτιαη, «Οη Ιΐιβ 0ειϊ3ίηΐγ οί ΚεροΓίδ αβοιιί
\νΐΐ3ί ίδ Οίνεη», Ν οιιξ, 12.2,1978, σ. 93-118· Βγ6(1ο Ο. Ιοίιηδεη, «Ήιε Οΐνβη»,
ΡΗιΙοΞορΗγ αηά ΡΗβηοτηβηοΙοξίεαΙ Κβ3βακΗ, 46.4,1986, σ. 597-613. Πρβλ. καί
ΚΜίδΓίί Κ.θΓΐγ, «ΙηοοΓΓΐ§ίϊ)ΐ1ίΙγ Ιΐιε Μαιΐί οί Ιΐιε Μεηίαΐ», ΤΗβ ΙοηηιαΙ ο /
ΡΗιΙοΞορΗγ, 67.12,1970, σ. 399-424.
Αυτή είναι ή θέση πού συζητεΐ ό Σέλλαρς ύπό τον τίτλο τών άναφορών.
Καί δέν υπάρχει πραγματικός λόγος νά πάει κανείς πιο πίσω ψάχνοντας μιά
ειδικά άντικαρτεσιανή πλευρά στήν κριτική τής άναζήτησης θεμελίων στο
δοκίμιό του, τό όποιο επιτέλους τιτλοφορείται «Ό εμπειρισμός καί ή φιλο­
σοφία τοΰ νοΰ» καί δχι «Ό καρτεσιανισμός καί ή φιλοσοφία τοΰ νοΰ».
6. Νείδοη ΟοοάπίΕπ, «δεηδε αηά ΟεΠαΐπίΥ», ΤΗβ ΡΜοεορΗΐοαΙ Κβνιβ\ν,
61,2,1952, σ. 160-167. Πρόκειται γιά εισήγηση, δπως καί τά προηγούμενα κεί­
μενα, πού διαβάστηκε σέ συμπόσιο άφιερωμένο στή σκέψη τοΰ Λιούις (29
Δεκ. 1951, Βγυπ Μα\ντ Οοΐΐε^ε, Πενσυλβανία).

Τί συμβαίνει όμως αν άρνηθεΐ κανείς τή θεωρία τής γλώσσας. τις διαλέξεις πού έκανε τό 1974 στο Πανεπιστήμιο τοΰ Σικάγου: ΝαίαταΙΐαιη αηά ΟηίοΙοξγ. άλλά καί έκεΐ όπου κανείς δέν είχε σκεφτει νά τήν άμφισβητήσει. καί τον άλληλέγγυο πρός τήν υπαγωγή αυτή τονισμό τοΰ έπικοινωνιακοΰ χαρακτήρα τής γλώσσας εις βάρος τοΰ διασκεπτικοΰ.Τό ζήτημα τής άλήθειας ώς συνοχής είχε τεθεί ήδη στά πλαίσια μιάς κριτικής τού έμπειρισμού άπό τον Τσίσχολμ στο έπίπε­ δο. τήν όποίαν προτείνει. δχι τής έπιστημονικής άλλά ήδη τής άντιληπτικής γνώσεως. ακριβώς. Κβδβ<ΐ£ΐ (Καλιφόρνια) 1979.7 Ή συνέχεια προ-γνωστικών καί γνωστικών στοιχείων τής συνείδησης άποδεικνύεται στήν περίπτωση αύτή προβλη­ ματική. Ή άμφισβήτηση τού έμπειρισμού ξεκίνησε 7. .χ. σ. όσον άφορά τις λέξεις.μύθο). Μιά τέτοια ύπερχείλιση είχε άρχίσει πρωτύτερα ήδη. Ό πω ς ό Κουάιν (πού θά θεωρήσει τή γλωσσική σημασία -ηΐ6&ηίη§.ΕΠΙΜΕΤΡΟ 229 τής γλώσσας συνολικά. καί τά προβλήματα τού άρχικώς μεθοδολογικού μόνο ολισμού ύπερχειλίζουν τά πλαίσια τής έπιστημονικής γνώσης. δηλαδή. δπου ή άριστοτελική διάκριση σημείου και συμβόλου καταργειται όχι μόνο έκεί πού ή κατάργησή της θά φαινόταν πιο πιθανοφανής. άντί νά εξε­ τάζει πώς τά γνωστικά φαινόμενα θά στηρίζονταν σέ άλλα πρωταρχικότερης μορφής.. στο έπίπεδο τών προτάσεων. Ή θέση τού προβλήματος έχει πάρει έδώ μιά άποφασιστική τροπή.έ. π. Ό Γκούντμαν πιστεύει ότι μέ τή λύση αύτή τού προβλήματος τών σχέσεων γλώσσας καί κόσμου έκλείπει ή άνάγκη άναζήτησης μιάς έμπειρικής βε­ βαιότητας. Βλ. Ή σημερινή επιστήμη τής γνώσης κινείται άκόμα στήν κατεύθυνση αύτή άναλύοντας τά φαινόμενα πού κλα­ σικά έθεωροϋντο προ-γνωστικά σέ γνωστικά. ώς κώδικα έπικοινωνίας. Κΐ(1§ονίε\ν Ριιβίίδΐώΐβ Οοιηραηγ.. 114 κ. ώς μή ικανοποιητική. Ό Σέλλαρς χαρακτηριστικά άρνεΐται τήν υπαγωγή τής θεωρίας τής γλώσσας στή θεωρία τής πράξεως. έτσι καί ό Γκούντμαν θεωρεί ότι δέν ύπάρχει ούσιαστική διαφορά (έκτος τής πολυπλοκότητας ϊσως) μεταξύ έξωγλωσσικών καί γλωσσικών σημείων.

319-331. 45. κατά τον Τσίσχολμ.19. γιά τήν άντίληψη. 9. Ό Τσίσχολμ ό ίδιος. σέ δύο συνέχειες: ΤΗβ ΡΗΐΙοΞορΗίβαΙ Κβνΐβχν.230 ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΡΣΕΑΛΟΣ άπό τήν άπλή παρατήρηση τής σχετικότητας τής εμπειρίας. Απαντώντας ό Λιούις («ΡτοίοδδΟΓ Οιΐδίιοΐιη &η<1 Ειηρίηάδΐη». σ. σ. Μιά σημαντική προέκταση τής συζήτησης μπορει νά βρει κάνεις εις Κ.οάβποΐί Ο.1950. άλλά οί προοπτικές πού άνοίγονται έχουν ήδη ξεπεράσει τήν αρχική του στοχοθεσία. στόχευε σέ μιά αναδιατύπωση τής έμπειριστικής αρχής.Τό πρόβλημα έθεσε σέ ενα μικρό άλλά εύστοχο άρθρο: «ΤΗε ΡτοΜειη οί Ειηρίηάδΐη». λ. Διότι εισάγει στή θέση τής άλήθειας ώς συμφωνίας τήν άλήθεια ώς συνοχή (οοΙιείΌηοο). 164-183 και 59. ΤΗβΙοητηαΙ ο / ΡΗΐΙοχορΗγ.19. Καί τό συμπέρασμα είναι δτι οί άποφάνσεις πού άφοροϋν πράγματα δέν μεταφράζονται σέ άποφάνσεις πού άφοροϋν αισθητηριακά δεδομένα. 517-524) επαναλαμβάνει τήν πεποίθη­ σή του δτι ή θεωρία τής άλήθειας ώς συνοχής είναι άδιέξοδη. άκόμα καί ή άπλούστερη: Νά δώ ένα χρώμα προϋποθέτει. ή υποκειμε­ νική μας βεβαιότητα γιά τήν άλήθεια τών μνημονικών δεδο­ μένων ένισχύεται άπό τή συμφωνία (οοη§πΐ6ηο©) πολλών στοιχείων μεταξύ τους.. 512-517. δπως φαίνεται άπό τή συνέχεια τοΰ έργου του. 45. ΡιγΛ. ΤΗβ ΙοπηιαΙ ο / ΡΗίΙοχορΗγ. Αλλά αύτό δέν είναι ένα άνώδυνο συμπέρασμα. άφορά ήδη τό έπίπεδο τής άντιλήψεως.2.9 Α ν ήταν δυνατή ή άποσύνδεση έπιστημολογικοϋ καί άντι- 8. 59. σ.τι δεχόταν ό Λιούις γιά τή μνήμη. Αλλά αν τό φαινόμε­ νο είναι άποτέλεσμα του συνδυασμού τού πράγματος καί τών συνθηκών παρατήρησης σέ παραπληρωματική σχέση μεταξύ τους.8 Κάθε έμπειρία προϋποθέτει ένα πλαίσιο άναφοράς. σ.1948. δτι.1948. «Καάίςαί Επιρΐποϊδίη &ηά ΡβΓοβρΙιίΕΐ Κβ1αΐίνΐ1γ». δέν μπορούμε ποτέ νά ξέρουμε τί όφείλεται στο πράγμα και τί στις συνθήκες παρατήρησης.χ. Ή παραπληρω­ ματική σχέση θεωρίας καί έμπειρίας τήν οποία επισημαίνει ό Κουάιν σέ επιστημολογικό έπίπεδο. Θεωρεί λοιπόν άπαραίτητο νά βρεθεί μιά λύση στά προβλήματα πού επισημαίνει ό Τσί­ σχολμ. νά τό κοιτάξω στον κατάλληλο φωτισμό.Στο δοκί­ μιο τοΰ Σέλλαρς ή ιστορία τής γραβάτας συνοψίζει τήν προβληματική αυτή.1950. . δηλαδή.3.Τό ϊδιο πρέπει νά πούμε τώρα. καί άπό αύτή τήν άποψη μπορει κανείς νά υποστηρίξει έναν παραλληλισμό μέ δ.

Άλλά στο σημείο αύτό πρέπει νά δει κανείς δτι ή πραγματική δύναμη τής θεωρίας τής άλήθειας ώς συνοχής έρχεται άπό άλλοΰ -καί ή προέλευσή της ορίζει καί τό πεδίο έφαρμογής της* δσο άγνοοΰμε τήν πρώτη. Οί λύσεις πού δίνει στο δοκίμιο γιά τον έμπειρισμό ό Σέλ­ λαρς έχουν προοικονομηθει σέ ένα παλαιότερο δοκίμιο μέ τίτλο «Οη ΑοίμιαίηΙ&ηο© 3ηά ΌβδαίρΙΐοη Α§αίη».1949. * * * Ή παραδοξότητα τής καταστάσεως μπορει νά συνοψιστεί ώς εξής: Ό άτομισμός καί τό θεμελιωτικό πρόγραμμα πού τον συνοδεύει μοιάζει νά έχει μέ τό μέρος του τον κοινό νοΰ. «μόνο τά τελευταία πενήντα χρόνια έφαρμόστηκε στά καθέκαστα τό­ 10. καί έντούτοις δέν μπορει νά δικαιολογήσει έπιστημολογικά ούτε μία του άπόφανση. άλλά πού. οί ολιστικές θεωρήσεις έπικρατοϋν έντέλει. . Άλλά ή νίκη πού κατάγουν μπορεΐ νά θεωρηθεί πύρρεια. δέν ξέρουμε άκόμη άρκετά γιά τό δεύτερο. Αύτήν έπιχειρει ό Σέλλαρς. Ό ολισμός μοιάζει νά έχει δλα τά δίκια σ3δ. 496-504. ή πιο έξελιγμένη μορφή μιας παράδοσης πού άνάγεται έντέλει στον Αριστοτέλη.ΕΠΙΜΕΤΡΟ 231 ληπτικοΰ έπιπέδου. και στο άντιληπτικδ έπίπεδο καί στο έπιστημολογικό.τι άφορά τις έπιμέρους άποφάνσεις καί δέν μπορεΐ νά δικαιολογήσει δτι δέν είναι κλεισμένος στο άπλώς δυ­ νατό καί έντεΰθεν τοΰ πραγματικού. σ. Επειδή δέν είναι δυνατή. ό Λιούις θά είχε δίκιο. καί ή τροποποίηση τών δρων θά άπαιτήσει άκριβώς μιά αύξημένη συνείδηση τών ιστορικών τους διαστάσεων. Ή άλήθεια ώς συνοχή δέν έξασφαλίζει το πέρασμα άπό τό λογικό στο πραγματικό καί οι διατυπώσεις τοΰ Κουάιν σύμφωνα μέ τις όποιες κανένα γεγονός δέν διαψεύδει μιά θεωρία είναι ένδεικτικές.10Ύπό κρί­ ση τίθεται ή άρχή τοΰ γνώριμου. παρατηρεί χαρακτηριστικά ό Σέλλαρς. Χωρίς μιά ριζική τρο­ ποποίηση τών δρων τοΰ προβλήματος. 46. καμμιά διέξοδος δέν φαίνεται έδώ δυνατή. ΤΗβΙοιιτηαΙ οβ ΡΗιΙοΞορΗγ.16.

Επιστητά (καί στήν πρόταση αύτή συνοψίζεται ή ούσία μιάς σκέψεως στήν όποία ή ιδέα δέν είναι άκόμα παράσταση. Ά ν δμως ή άλήθεια είναι θέμα τής κρίσεως.): «Ά ν έχει νόημα νά μιλάμε γιά μιάν έμπειρία ώς άληθινή. τά δεδομένα τών αισθήσεων πού προηγούνται τής κρίσεως βρίσκονται έκτος τοϋ πεδίου τής γνώσεως καί τής άλήθειας. τά όποια συγχρόνως θεωρούνται άπό τον Ράσ­ σελ ώς σύνθετα. 12. 36): «Αέν εχει νόημα νά μιλάμε γιά μή άληθινές αισθήσεις»· και (δ. Μέ τήν άντιαριστοτελική διατύπωση τοΰ Σέλλαρς (σ. δέν μπορει νά άφορά τά απλά και άσύνθετα. ό Αριστοτέλης λέει δτι οί αισθήσεις δέν μποροϋν νά σφάλλουν στά ίδια αισθητά. ώς οοηδίπιοΐα. προϋποθέτει δηλαδή σύνθεση. άλλά δτι άληθεύει πάντα. Ή άλήθεια είναι. Ό Σέλλαρς είχε έκθέσει τήν προβληματική αύτή άπό μιά άλλη της άποψη (γιά τούς ίδιους λόγους γιά τούς οποίους τά ίδια αισθητά δέν είναι καθέκαστα.π.Τά ίδια αισθητά τοϋ Αριστοτέλη δέν είναι έπιμέρους πράγμα­ τα.12 Καί αύτή ή σύγχυση έπιτρέπει σέ δεύτερο χρόνο νά άντιμετωπιστει ή γνώση ώς ένα συνεχές άπό τό βέ­ βαιο πρός τό άβέβαιο. . 496. Στήν άριστοτελική άντίληψη τής άλήθειας υπάρχει ήδη μιά διφυΐα. τά καθέκαστα δέν είναι ΙΙ.π . Ή σύγχυση διαιωνίζεται μέσα στήν έμπειριστική έκδοχή τής άναζήτησης θεμελίου.232 ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΡΣΕΛΛΟΣ σο δσο καί στά καθόλου». έφόσον έδώ δέν ύπάρχει σύνθεση -πλήν άκριβώς ό Αριστοτέλης δέν λέει δτι ή αίσθηση τών ιδίων αισθητών είναι έκτος άλήθειας. δηλαδή δέν συγκροτείται άπό μία συνείδηση) είναι μόνο τά καθόλου. δπως αύτή συνοψίζεται στή ρασσελιανή άρχή δτι ή γνώση ξεκινάει άπό τά γνώριμα.σ . Τό άποτέλεσμα είναι δτι ή έννοια τής άλήθειας πού άντιστοιχει στά άπλά έφαρμόζεται στά σύνθετα.11 Ή σημασία τής παρατήρησης δύσκολα μπορει νά υπερτιμηθεί.Ό .. πρέπει άντιστοίχως νά έχει νόημα νά μιλάμε γι* αύτήν ώς μή άληθινή». υπόθεση τής κρίσεως. Κα­ τανοητό. Ή μετέπειτα φιλοσοφική σκέψη κληρονόμησε τήν άμφισημία αύτή χωρίς νά τή συνειδητοποιεί πάντα. καί μάλιστα πολλαπλά σύνθετα. Συγχρόνως. άφενός.

2. συντακτι­ κό. ΡΗιΙοΞορΗγ αηά ΡΗβηοηιβηοΙοξίοαΙ ΚεςβακΗ. ΡΗιΙοΞορΗγ αηά ΡΗβηοητβηοΙο&εαΙ ΚβΞβατοΗ. σ. Ό Σέλλαρς θά άναδιατυπώσει λοιπόν τήν άρχή τοΰ Ράσ­ σελ μέ τρόπο πού νά φέρνει στο φως τά προβληματικά της στοιχεία.2. 15. δέν υπάρχουν χωρίς νά ένσαρκώνουν ένα καθόλου) ήδη σέ ένα παλαιότερο δοκίμιο μέ τίτλο «ΡαιΊίοιιΙ&Γδ». ώς έποικοδόμημά της. Ή άρχή τοΰ Ράσσελ άποχτά τήν πλήρη σημασία της συνδυασμένη μέ τή θεωρία τών περιγραφών: Βάσει τής πρώτης ό έπιστημολόγος θά έκλάβει τή θεωρία τών περι­ γραφών ώς μιά έπεξήγηση τοΰ πώς οί περιγραφές έκτείνουν τή γνώση μας πέρα άπό τό άμεσα δεδομένο πού μπορούμε νά ονομάσουμε. καί δχι τά 13. διότι περιέχει λογικούς συντελεστές πού δέν άποτελούν συντομογραφίες ονομάτων έν στενή έννοια. ώστε νά φτάσει ώς τό άριστοτελικό παρελθόν. σ. 13. δπως έγραψε ένας κριτικός του. Όπότε μπορεΐ κανείς νά σκεφτεΐ δτι στο έπίπεδο τών ονομάτων ή γλώσσα έγκαθιδρύει μιά άμεση σχέση άναφοράς στο μή γλωσσικό δεδομένο. Πρέπει νά καταλάβουμε δτι δέν πρό­ κειται γιά συντομογραφία. ΑΙδίοη: «Ρ&ΓΐΐοιιΙ&Γδ-ΒδΓβ &ηά ΟιίΣΐΙίίίεςΙ». 14. άλλά ή άναφορά αύτή άποχτά νόημα μόνο βάσει τής προηγούμενης.13πού. Καί έπομέ­ νως.14 Ή συντηρη­ τική μετριοπάθεια τοΰ κριτικού δέν ήταν έν προκειμένω άρκετά συντηρητική. 253-58* ή άναφορά στον ΜοΤ⧧3Π στή σ. στο έπίπεδο αύτό ή γλώσσα μπορεΐ δντως νά σημαίνει πέραν αύτοΰ πού ονομάζει έν στενή έννοια. δέν είναι τίποτε τό καινούρ­ γιο άλλά μιά έπιστροφή στον Μακτάγγαρτ. καί σέ ένα δεύτερο έπίπεδο. άναφέρεται στον κόσμο ώς σέ κάτι πού έκτείνεται πέρα άπό τό δεδομένο.ΕΠΙΜΕΤΡΟ 233 γυμνά. Ό ν/ΐΐΐί&ιη Ρ. Αλλά άκριβώς πρέπει νά δει κα­ νείς δτι σέ έπιστημολογικό έπίπεδο αύτό πού προσγειώνει τή γλώσσα στο συγκεκριμένο είναι οί άντωνυμίες. διότι ή περιγραφή είχε οριστεί ώς συντομογραφία δλων τών δυνατών ονομάτων. Έδώ δμως μοιάζει νά κινούμαστε σέ κύκλο. 1954. άλλά γιά λογική πράξη.1952. δπως τό έκανε ή φαινομενική καινοτομία τοΰ Σέλλαρς. 253. . 184-199.

καί ή οποία άπό μόνη της δέν σημαίνει τίποτε. σημασιολογική. βρίσκεται πάντα μέσα στον χώρο τών λόγων. τά όποια μέ μιά ευρύτερη έννοια περικλείουν ήδη λογικές πράξεις (λ. και δχι επιστημολογική -επομένως δέν σημαίνει καμμία υποστήριξη κάποιου εμπειρικού δεδομένου. έχουμε τό άντικείμενο.παίρνει τήν εξής μορφή: Οί έποπτεΐες χωρίς έννοιες είναι τυφλές. ή θέση τού Σέλλαρς δέν ξαφνιάζει. Είναι δντως ή καντιανή θέση δτι έποπτεΐες χωρίς έννοιες είναι τυφλές. άλλά χίασμα μεταξύ τού σημασιολογικοϋ επιπέδου τού τί. Αφομοιώνοντας στήν πραγματικότητα τή θέση τού νεοκαντιανισμού. Μπορούμε τώρα νά καταλάβουμε πώς ήταν δυνατή ή άπελευθέρωση τού ολισμού στή νεότερη εποχή. δσο πε­ ρισσότερο φέρνει στον νοϋ του τις συνέπειες τής θέσεως. πού έξαρτάται άπό μιά συνείδηση. και τού πραγματολογικού έπιπέδου τού δτι. Άλλά καταλαβαίνει κανείς καλύτερα τις διαστάσεις τού προβλήματος. Τό καθόλου μόνο μπορεΐ νά ονομαστεί.χ.234 ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΡΣΕΛΛΟΣ ονόματα. άλλά ή δείξη αύτή δέν άποτελεΐ γνώση. πού έξαρτάται άπό μιά μορφή. Τό τί προϋπο­ θέτει πάντα ένα σύστημα εννοιών. άλλά δέν μπορεΐ ώς καθόλου νά δειχθεΐ. Ή άφετηριακή ύπόθεση δτι μιά γλώσσα δέν μπορεΐ νά σημάνει περισσότερο αύτοΰ πού μπορεΐ νά ονομάσει μπορεΐ νά υποστηριχτεί μόνο ώς άπόφανση πού ή έμβέλειά της είναι άπλώς λογική. Γιά τούς ίδιους λόγους ή χουσσερλιανή φαινομενολογία ύποβιβάζει τά προαναφορικά δεδομένα σέ ένα είδος ύλης πού μορφοποιεΐται άπό τά άναφορικά ένεργήματα. ό όποιος . μετα­ γραμμένη στήν ορολογία τής νεότερης έποχής -δπου ή ιδέα έχει μεθερμηνευθεΐ ώς παράσταση καί στή θέση τής ύλης. αν προσέξουμε δτι ή άπόφανση. Άπό τήν άποψη τής Ιστορίας τής φιλοσοφίας. δτι δέν υπάρχουν γυμνά καθέκαστα. γενίκευση). Τό καθέκαστον μπορεΐ νά δειχθεΐ. Στη συν­ έχεια αύτών τών σκέψεων ό Σέλλαρς θά μπορέσει νά πει κα­ θαρότερα γιατί δέν ύπάρχει συνέχεια μεταξύ εμπειρικού ονοματισμένου δεδομένου και συντακτικού έποικοδομήματος.

χ. 762: ϋίβ ΑιιΏθδΐιη§ άβδ «Οβ£6βοηεη» ίη άίβ Γοίηεη Ριιηΐίΐΐοηβη <3©γ ΕΓ^εηηΙηΐδ ΜΙάβΙ άαδ οηά§ϋ11ΐ§6 Ζίβΐ υηά άεη ΕγΙγ3§ <3βΓ]ίηίΐδοΐιεη ΕβΙΐΓβ. σ. . τ. Η. Ερμηνεύοντας τήν αίσθη­ ση ύπό τό πρίσμα τού προβλήματος τών φαινομένων πού παρουσιάζουν διαβαθμίσεις. Πράγμα που σημαίνει δτι ή αίσθηση άφορά δχι τή ΚεαΚίαΙ (κατηγορία μαθηματική) άλλά τή ^ίιΜεΙιΙζβίΙ (κατη­ γορία δυναμική) τών άντικειμένων της. δέν περνάμε άπό τό πεδίο τού δυνατού στο πεδίο τού πραγματικού. Οι έποπτεΐες χωρίς έννοιες είναι λοιπόν τυφλές: Άλλά αύτό είναι τό πρώτο μισό τής καντιναής φράσης. άλλά τό άσυμπτωτικό δριο τής κατάληξης τής σκέψης.. 200) λέγον­ τας δτι ό χαρακτήρας δεδομένου τής έποπτείας (ώς ουσίας τής αίσθήσεως) έχει «μόνο τροπική (ιηοά&ΐβ) σημασία». Πρβλ. Δαρμστάτη 1955 (3η έκδ. 193-221.16Καί ξαναβρίσκουμε έτσι τή συν­ έχεια άντιλήψεως και μνήμης πού έπεσήμαινε ό Τσίσχολμ. σ. Τό δεύτερο μισό τής καντιανής φράσης λέει δτι οί έννοιες χωρίς έποπτεϊες είναι κενές. Καηί&ίηάΐβη XVII. ό νεοκαντιανισμός ερμήνευε τήν παρουσία τών αισθημάτων πού χαρακτηρίζουν τό κα­ θαυτό ύπό τό πρίσμα τών μαθηματικών κατηγοριών.έ. Ή καν­ τιανή φράση θέλει νά έγκαθιδρύσει μιά ισορροπία μεταξύ 15.. 1912. 753 κ. χωρίς κάτι δεδομένο. τοΰ 1922). «Κ ηπΙ υηά <ϋβ Μ3ι·Ιηιγ§6Γ δοΐιυΐβ». σ.15Πρόκειται γιά τήν έπανερμηνεία τής καντιανής σκέψεως πού θεωρεί δτι τό πράγμα καθαυτό δέν είναι τό έν άρχή θίγον τις αισθήσεις. π. ίδ. άποκλείοντας τις δυναμικές: Ή αίσθηση δέν είναι ύπεύθυνη γιά τή μορφή τής σκέψης. Ν βΙογρ . δσο και τή θέση τού Σέλλαρς περί χιάσματος μεταξύ γνώσεως τού τί και έμπειρίας τού δτι. Ό π ω ς ή επιστήμη τής γλωσσολογίας δέν αναγνωρίζει τό πρόβλημα τής καταγωγής τής γλώσσας ώς πρόβλημά της. 0&881Γ6Γ.ΕΠΙΜΕΤΡΟ 235 αποκλείει άπό τό πεδίο τής φιλοσοφικής έρευνας τά αισθη­ τηριακά δεδομένα ώς μιά προϊστορία άδιάφορη διότι έπιστημονικά άπρόσιτη.. βλ. δηλαδή τό θέμα άκριβώς πού μάς άπασχολεΐ ώς πρόβλημα τού ολισμού: Ό τ ι χωρίς τήν παθητικότητα τής αίσθήσεως. άλλά μόνο γιά τή διαφορά βαθμού πού ύπάρχει άνάμεσα στήν έντύπωση ένός παρόντος άντικειμένου και ένός άπόντος. σ. 16. II. Όα$ ΕΓ/ίβηηίηΐχρτοΜβητ ΐτι άβτ ΡΗΐΙοΞορΗίβ ιιηά ΜΐχχβηζεΗαβ άβΓ ηβιιβτεη Ζβΐί. Ό Νάτορπ συνόψισε τή σκέψη αύτή (βλ.

διότι. υπάρχει κάτι πού δείχνουν. τής σκέψης του. τά πράγματα καθαυτά παραμένουν ένα άγνω­ στο X. άλλά στο τέλος της. Στήν πορεία. ώς ιδεώδες τοϋ λόγου πρός τό όποιο κινούμα­ στε άσυμπτωτικά. καί αύτό είναι τό πράγμα καθαυτό. δντας ή ίδια μιά κατηγορία τοϋ νοϋ. Τό πράγμα δέν είναι καθαυτό καί τό καθαυτό δέν είναι πράγμα. άν ύπάρχουν φαινόμενα. δηλαδή στά πράγματα καθαυτά. δμως. Διότι τό πρόβλημα στο όποιο προσκρούει ή παρα­ πάνω άκολουθία σκέψεων έχει μιά γνωστή ιστορική μορφή: Είναι τό πρόβλημα τοϋ πράγματος καθαυτό. διότι ήδη ή αιτιότητα πού υποτίθεται δτι θά πρέπει νά άσκοϋν έπί τών παραστάσεών μας. δέν μπορει νά έχει έφαρμογή εκτός τών φαινομένων. Οί μετακαντιανοί θά έγκαταλείψουν τήν έννοια καί θά ολοκληρώσουν τήν καντιανή ύπερβατολογία στήν κατεύθυνση μιάς έπιστήμης πού τό πρότυπό της δέν είναι πλέον ή έμπειρική έπιστήμη. Ό λη αύτή ή έξέλιξη βρίσκεται ήδη προοικονομημένη στήν καρδιά τής καντιανής σκέψης. καί χωρίς τούς κανόνες τοϋ λόγου δέν θά είχαμε . μέ καντιανούς δρους. Γι’ αύτό καί δταν θά θελήσουν νά άποφύγουν αύτή τήν «άντιεπιστημονική» έκτροπή οί νεοκαντιανοί δέν θά έχουν άλλη διέξοδο άπό τοϋ νά τοποθετή­ σουν τό πράγμα καθαυτό δχι στήν άρχή τής γνώσης. χωρίς τις άρχές τής νόησης θά μπορούσαμε μέν νά έχουμε παραστάσεις. δέν θά είχαμε ώστόσο έμπειρία οργα­ νωμένη. Ό Κάντ ξεκι­ νάει σεβόμενος τήν έμπειριστική γραμμή. θεωρώντας αύτονόητο δτι. ή έννοια τοϋ πράγματος καθαυτό άποδεικνύεται προβληματική. πού βλέπει στήν αίσθηση τό θεμέλιο της γνώσης μας. άλλά ή ιστορία τού προβλή­ ματος μάς έδειξε δτι ή ισορροπία αύτή είναι εξαιρετικά άνασφαλής. ούτε καν ή μαθηματική φυσική. Όπότε τό πρόβλημα άποκαλύπτεται ώς μιά άναδιατύπωση τοϋ γνωστοϋ ήδη στήν άρχαία φιλοσοφία προβλή­ ματος: Τό πράγμα καθαυτό δέν υπάρχει διότι δέν υπάρχει ύλη χωρίς μορφή.236 ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΡΣΕΛΛΟΣ εμπειρισμού και ορθολογισμού. Πράγμα καθαυτό είναι μιά έκφραση άντιφατική. άλλά τό νοούμενο. Καί άν δλες οί κατηγορίες τής σκέψης μας άναφέρονται στά φαινόμενα.

Οί προτάσεις πού άφοροΰν φαινό­ μενα είναι ό τομέας έφαρμογής τής άλήθειας ώς συμφωνίας. έδώ είναι ήδη πραγματι­ κότητα. Εφεξής. Ή άρνηση τοϋ θεμελιωτισμοϋ. άντιθέτως. Β 82 κ. ότι ή άλήθεια είναι συνοχή σημαίνει πρωτίστως δτι δέν υπάρχει καθαυτό πρός τό όποιο θά συμμορφωνόταν. .έ. ή μορφή τής άλήθειας. Κριτική τοϋ καθαροϋ λόγον. Ό ταν ό Κάντ έφτασε νά θέσει τό έρώτημα γιά τον ορι­ σμό τής άλήθειας. Γι9αύτό καί ή κριτική τών αισθητηριακών δε­ δομένων δέν μπορεΐ νά είναι παρά μιά άπλή εισαγωγή στο εύρύτερο πρόβλημα τής άμεσότητας. οί συν­ θήκες δέν ήταν άκόμα τέτοιες πού νά έπιτρέπουν τήν άπελευθέρωση τοϋ όλισμοϋ. Ή έγελιανή σκέψη θεματοποιει αύτό τό χαρακτηριστικό τής καντιανής σκέψης -μετά τήν άποτυχία τών προσπαθειών τοϋ Ράινχολντ (Κείηΐιοΐά) και τοϋ Φίχτε (Ρίοΐιΐε) νά τή διατυπώσουν ώς σύστημα στηριζόμενο σέ μιά πρώτη θεμελιακή πρόταση. Ή διαχωριστική γραμμή δμως καταρρίπτεται μαζί μέ τή διάκριση φαι­ νομένου καί πράγματος καθαυτό. Άλλά ή σημασία της μπορεΐ νά προκύψει γιά μάς μόνο άπό τή συνειδητοποίηση τής διαφοράς τών μέσων. 17.17 έπειδή άκριβώς ή άντιφατικότητα τοϋ πράγματος καθαυτό δέν ήταν άκόμα συνειδητή. χωρίς έφαρμογή σέ ειδικό περιεχόμενο είναι άπλώς συνεκτική καί κενή. καί αύτή δέν είναι μιά θέση πού νά μπορεΐ νά περιοριστεί στήν επιστημολογική έφαρμογή της.ΕΠΙΜΕΤΡΟ 237 επιστήμη. ποιά ή έμβέλεια τής θεωρίας τών έξωτερικών σχέσεων καί ποιό τό νόημα τής θεωρίας τών έσωτερικών σχέσεων. Όπότε τό σύστημα δέν έχει μιά βάση στήν άρχή άλλά ένα κλείσμο στο τέλος του. ή όποία δέν είναι δυνατή μέ τά μόνα μέσα τής έπαγωγικής σκέψης.συνοψίζοντάς το στή θέση δτι «ή άλήθεια είναι τό όλον». Άλλά δτι ή ρίζα τής θέσεως αύτής είναι τό πρόβλημα τοϋ καθαυτό περιέχει μιά άκόμα υπόδειξη γιά δποιον θέλει νά καταλάβει ποιό είναι τό πεδίο έφαρμογής τής άλήθειας ώς συμφωνίας καί ποιό τό νόημα τής άλήθειας ώς συνοχής.

Ή έπιλογή τοϋ καντιανού προσα­ νατολισμού καθορίζει τον έπιστημονικό ρεαλισμό τής σκέ­ ψης τοϋ Σέλλαρς. Ό Μπράντομ. εις Δευκαλίων. 21. μέσφ τών όποιων οί με­ γάλοι ποιητές καί στοχαστές άνοίγουν γιά τον άνθρωπο έναν κατοικήσιμο χώρο. δπως ή μετακαντιανή.19 * * * Υπάρχει άραγε συμπέρασμα.1. δπως ό νεοκαντιανισμός ό ίδιος. Αλλά αύτή είναι μιά δική του προβολή μάλλον. δπως τό λέει ό έπίλογος τοϋ Σέλλαρς. πού ή πρώτη του διατύπωση στο δοκίμιο πού διαβάζουμε είναι ή θέση σύμφωνα μέ τήν όποία τά έσω­ τερικά έπεισόδια ξεκινάνε ώς θεωρητικές οντότητες καί γί­ νονται πραγματικότητες. Έδώ μπορεΐ τό πολύ νά έχει τή θέση της μιά τε­ λευταία έρώτηση σχετική μέ τις λύσεις πού προτείνει τό δο­ κίμιο γιά τον έμπειρισμό. καί δχι άναφορά σέ κάτι πραγματικό. Γιά τή διαφορά άνάμεσα στήν πιο καντιανή ερμηνεία τοϋ Σέλλαρς άπό τον Μακντάουελ καί τήν πιο έγελιανή άπό τον Μπράντομ. τοΰ οποίου ό εγελιανισμός ένδιαφέρεται γιά άλλες πτυχές τής έγελιανής σκέψης άπό αυτήν τοΰ άντικειμενικοΰ πνεύματος.18Μέχρι τέλους. Ή ό Χάιντεγγερ ΕηΙδο1ΐ6κΙιιη§ καί δ1ΐί1ιιη§. Μετά άπό δλη αύτή τή δια­ 18. ή σκέψη τοΰ Σέλλαρς βρίσκεται σέ ένα μαγνητικό πεδίο πού τή σπρώχνει πρός μιά έγελιανή ολοκλήρωση. τί άλλο είναι άν δχι αύτό πού ό Έγελος ονόμαζε άντικειμενικό πνεϋμα. ό "Ελληνας άναγνώστης μπορεΐ νά συμβουλευτεί τά σχετικά τους κείμενα.238 ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΡΣΕΛΛΟΣ Ό πω ς ή καντιανή σκέψη. μαζί μέ μιά μελέτη τοΰ Στέλιου Βιρβιδάκη. παρά κάτι πού προκύπτει άπό τό κείμενο τοΰ Σέλλαρς. . και μέ τρόπους πού δη­ μιούργησαν πλήθος έρωτηματικών άκόμα και σέ αυτούς πού ήθελαν νά τον άκολουθήσουν. 19. παρά τις άντιστάσεις του. τήν όποία παρομοιάζει μέ φίδι πού τρώει τήν ούρά του. Άλλά ό Σέλλαρς άρνεΐται νά δεχτεί τήν έγελιανή άπόλυτη γνώση. Εννοεί νά παραμείνει καντιανός. πι­ στεύει δτι ή Ιστορία τοΰ Τζόουνς μπορεΐ νά θεωρηθεί ώς άφηρημένη κατα­ σκευή. Γι’ αυτόν τον ύστερότερο προσανατολισμό τής σκέψης τοϋ Σέλλαρς δέν μπορώ νά κά­ νω λόγο έδώ. μετατρέποντας θεωρητικές οντότητες σέ πραγματικό­ τητες. Άλλά ή πορεία τοϋ άνθρώπου πού.2003. οδηγεί άπό τή σπηλιά στο σημερινό σαλόνι.

Οί ένθουσιασμοί τών άνακαλύψεων δέν σβήνουν δμως μέ πε­ ρισσότερη κανονικότητα άπό αύτή μέ τήν όποία σβήνουν οί άπογοητεύσεις τών διαψεύσεών τους.. Σέ μιά μελωδία. ούτε τό παλιό τόσο παλιό. Τό καινούργιο δέν είναι τόσο καινούργιο δσο φαίνεται. Τό μυστικό τοΰ δοκιμίου τοΰ Σέλλαρς είναι δτι έχει διανύσει ένα σημαντικό μέρος τής διαδρομής πού ειχε κάνει ήδη ή ήπειρωτική λεγάμενη φιλοσοφία. δέν άκούει κανείς μου­ σική περιμένοντας δτι μετά τήν τελευταία νότα θά συμβεί κάτι.. μετά τήν άπομάκρυνση άπό τήν τονική. . Και βέβαια. έρχονται φυσιολογικά ή κορύφωση και ή πτώση.ΕΠΙΜΕΤΡΟ 239 δρομή. τό άποτέλεσμα θά φανεί κάπως άπογοητευτικό σ3 δποιον ζει μέ τήν προσδοκία τών μεγάλων καινοτομιών.

Χ Ό Ρίτσαρντ Ρόρτυ. 1912-1989). μέ τό βιβλίο του Ό εμπειρισμός και ή φιλοσοφία τον νον (1956). στο «Επί­ μετρό» του. Ή «έμπειρία» στήν όποία πατά ή γνώση. . πέρα άπό τήν πολύ προσεγμένη μετάφραση δλων αύτών τών κειμένων. στήν «Εισαγωγή» του (1997). τό όποιο είναι. δέν είναι άπρουπόθετα. Έγγράφονται σέ ένα έννοιακό πλαί­ σιο.Ό άμερικανός φιλόσοφος Γουίλφριντ Σέλλαρς (λ¥. σέ τελική άνάλυση. πέρα άπό τον Κάντ. δείχνοντας δτι δέν έχει νόημα νά θεμελιώνουμε τή γνώση σέ ύποτιθέμενα «άμεσα αισθητηριακά δεδομένα». προϊόν τής κοινω­ νίας. Ό Ρόμπερτ Μπράντομ. άλλαξε τή ροή τής «άναλυτικής» φιλοσοφίας. δεΙΙ^Γδ. δπως ύποστήριζε ήδη ό Κάντ. Ό Χρήστος Μαρσέλλος. Τά δεδομένα τών αισθήσεων δέν είναι ποτέ άμοιρα έννοιών. πού συνέταξε έναν κατατοπιστικό­ τατο «Όδηγό μελέτης» (1997). μετά τό βιβλίο τοϋ Σέλλαρς λογίζεται πλέον και στήν άναλυτική παράδοση ώς σύνθεση αισθήσεων και έννοιών. παρουσιά­ ζει τήν ιστορική συνάφεια και τά διακυβεύματα τοΰ έγχειρήματος τοΰ Σέλλαρς άπό τή σκοπιά τής «άναλυτικής» φιλο­ σοφικής παράδοσης. είναι έκεινος ό όποιος. μέ ποιό τρόπο ό Σέλλαρς κατόρθωσε νά έπανεντάξει τήν «άναλυτική» φιλοσοφία στο πλαίσιο συζήτη­ σης τών ύπόλοιπων ρευμάτων τοΰ σύγχρονου φιλοσοφι­ κού στοχασμού. προεκτείνει σήμερα τή γραμμή σκέψης τοΰ Σέλλαρς (πηγαίνοντας. πρός τήν κατεύθυνση τοϋ Έ γελου). μαζί μέ τον Τζών Μακντάουελ. δπως ήθελε ό εμπειρισμός άπό τον Λόκ καί τον Χιούμ μέχρι τον Ράσσελ καί τον Έιερ. δείχνει. τό όποιο είναι τό κύριο έργο του.

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful