You are on page 1of 5

«Εάν θα γράψετε ποτέ την Βιογραφία μου, μη λησμονήσετε να γράψετε ότι, επιτέλους

,
εγήρασα ονειρευόμενος»
Νοκόλαος Γύζης
«Το Άστυ», Σεπτέμβριος 1904

«ΕΠΙΣΤΟΛΑΙ ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΥΖΗ»
Ο μεγάλος ζωγράφος αναπολεί και περιγράφει το Χαϊδάρι

Ο Νικόλαος Γύζης αγάπησε το κτήμα Χαϊδάρι, το αναπολεί στο Μόναχο και τη
νοσταλγία του αυτή την περιγράφει στις επιστολές του που ανταλλάσσει με
τον πεθερό του Νικόλαο Νάζο αλλά και με την κουνιάδα του Ουρανία. Σας
παρουσιάσουμε ορισμένα αποσπάσματα των επιστολών του Νικόλαου Γύζη
που αναφέρονται στο Χαϊδάρι.

10 Μαρτίου 1875 (στον Νικόλαο Νάζο)
«…Σας ευχαριστώ δια τους μενεξέδες του Χαϊδαριού…»

29 Μαρτίου 1876 (στον Νικόλαο Νάζο)
«…Επειδή ήρεσε της Άρτεμις (κόρη του Νάζου - δεν είχε ακόμα παντρευτεί τον
Γύζη) το σπητικό ψωμί, γράφω εις το σπήτι (στους δικούς του) να της κάμουν
μια κουλούρα την Λαμπρή με 4 αυγά και την παρακαλώ να την δεχθή και να
την φάγη εις το Χαϊδάρι εις την ταράτσα…»
17 Μαΐου 1976 (στον Νικόλαο Νάζο)
«…Ποιητική ήταν η περιγραφή της εσπέρας της παραμονής του Αγ.Γεωργίου,
σείς, η Άρτεμις, η Ουρανία (κόρες του Νάζου) εις το ερημοκλήσι…»

24 Ιανουαρίου 1877 (στον Νικόλαο Νάζο)
«… Λένε ότι τα ψάρια της Σαλαμίνος είναι πολύ μαργιόλικα και φοβούμαι,
όταν εγυρίσατε εις το Χαϊδάρι, μην απλώσατε τα αγκίστρια και τα δίχτυα σας
εις τα κοτόπουλα…» (προφανώς αμφιβάλλει εάν πράγματι ο Νάζος και η
παρέα του ψάρεψαν κάτι σημαντικό στη Σαλαμίνα)

10 Οκτωβρίου 1877 (στον πεθερό του Νικόλαο Νάζο – ο ζωγράφος έχει
παντρευτεί την Άρτεμις και ζούνε στο Μόναχο)
«… Έλεγα εις την Άρτεμιν: «θα δης μεγάλον κόσμον, ωραία πράγματα και
μέρη, εν όσω είμεθα εδώ εις τον βορράν, και επί τέλους θα σου αρέση
καλύτερα». Με διακόπτει και λέγει: «Ίσως το Μόναχον». «Όχι», της λέγω, «θα
σου αρέσει καλύτερα το Χαϊδάρι». Εγέλασε και το παρεδέχθη…»

7 Νοεμβρίου 1877 (στον Νικόλαο Νάζο)
«…Καταγίνομαι όσον δύναμαι δια να τελειώσω την μεγάλην εικόνα, ήτις καθ΄
εκάστη μου προξενεί πολλούς καϋμούς. Αρνί ψητό θα κάμω… Και άλλο ένα
εις την ταράτσα του Χαϊδαριού, όταν έλθουμε εις τας Αθήνας..»

18 Σεπτεμβρίου 1978 (στον Νικόλαο Νάζο)
«… Το νέον μου ατελιέ είναι μεγάλο και ωραίον, απέναντι δε έχω μιαν μεγάλην
πεδιάδα… Εξερχόμενος και εισερχόμενος εις αυτό απαντώ καθ΄ οδόν
κορυδαλούς, οι οποίοι πετώντες κελαηδούν το γνωστόν σας κελαδημά των. Τι
ωραίον που είναι! Εν ριπή οφθαλμού με φέρνει εις Χαϊδάρι ή εις Φάληρον και
με κάμνει να βλέπω τα Αθήνας…»

6 ∆εκεμβρίου 1878 (στον Νικόλαο Νάζο)
«… Ημέρα του Αγίου Νικολάου. Καθ’ όλην την ημέραν εις κάθε στιγμήν σας
εσκεπτόμεθα και μιλούσαμε δι΄ εσάς. Τώρα, έλεγε η Άρτεμις, είναι ο πατέρας
εις το Χαϊδάρι και βεβαίως επήρε και λουκουμάδες δια να φάγη και ο
περιβολάρης ο Νικόλας…»

1 Ιανουαρίου 1879 (στον Νικόλαο Νάζο)
«…Το κλίμα των Αθηνών πολλάκις ενθυμούμεθα διά τας πολλάς καλλονάς
του.. Ημείς είμεθα πάντοτε μαζί σας και εις τας γνωστάς σας θέσεις, δηλ.
Χαϊδάρι, ∆αφνί, εις του Κουμουνδούρου την λίμνην… Εύχομαι πράγματι να
μας οδηγήσετε με το αμάξι σας εις αυτά τα τόσον ποθητά μέρη…»

7 Μαΐου 1879 (στον Νικόλαο Νάζο)
«…Ελπίζομεν εις το Χαϊδάρι να εύρετε την ησυχίαν σας, ήτις θα σας κάμη να
ανακτήσετε τας δυνάμεις σας και πάλιν…»
(Ο Νάζος έχει οικονομικά προβλήματα, η καταστροφή πλησιάζει.)

15 Ιουλίου 1880 (στον Νικόλαο Νάζο)
«…Ο νέος οίκος έχει πολλά προτερήματα... Εδώ τραγουδούν οι κορυδαλοί
όπως και εις το Χαϊδάρι…»
5 Απριλίου 1881 (στον Νικόλαο Νάζο)
«…Αύριον είναι η ημέρα του γάμου μας… Εύχομαι ταχέως να συνεορτάσωμεν
την ημέρα αυτήν και να ξεκουρασθώμεν εις το Χαϊδάρι…»

19 Μαρτίου 1882 (στον Νικόλαο Νάζο)
«…Χαίρω πολύ ότι ο καπνός, τον οποίον μου στείλατε, είναι του Χαϊδαρίου. Η
καϋμένη η γη μας δίδει πλούτον, αρκεί να την σκαλίσωμεν μόνον μια
σποθαμήν…»

22 ∆εκεμβρίου 1886 (στο Νικόλαο Νάζο)
«… Ενθυμούμαι συχνά την ακακίαν, την οποίαν εφυτεύσαμεν εις Χαϊδάρι
αμέσως μετά τον γάμον μας, πριν αναχωρήσωμεν από τας Αθήνας…»
(Για την ακακία υπάρχει και άλλη αναφορά παρακάτω)

Σεπτέμβριος 1895 (γράφει επισκεπτόμενος την Αθήνα στη σύζυγό του
Άρτεμι, η οποία έχει παραμείνει στο Μόναχο· το «κτήμα Χαϊδάρι» δεν ανήκει
πλέον στην οικογένεια Νάζου)
«… Όσον επλησιάζαμεν προς το Χαϊδάρι, τόσον και έσταζε η καρδιά μου, ως
επί τέλους επλημμύρισαν τα δάκρυα, εφθάσαμεν, έβλεπα παντού τον Νάζον
εμπρός, πλησίον μου, έβλεπα τους γονείς μου ισταμένους έξωθεν του κήπου
την ώρα όταν εγώ Νυμφίος τους αποχαιρέτησα δια παντός. ∆εν γράφονται τι
ησθάνθην συλλογιζόμενος τα όνειρα εκείνα και την τύχην όλων ημών και την
του κτήματος. Ωραία, ωραιοτάτη η φύσις, γλυκήτατον το μέρος αυτό.
Επεσκέφθημεν το κτήμα, είδα την μεγάλην ακακίαν, την οποίαν εις τον γάμον
μας εφυτεύσαμεν, είδα όλα, άλλα μεγαλύτερα, άλλα ερημωμένα. Ματαιότης.
Έφυγα συγκινημένος και εφθάσαμεν εις ∆αφνί. Είδαμεν τα επισκευαζόμενα
μωσαϊκά εις την εκκλησίαν και μετ΄ όλίγον αναχωρήσαμεν δια την θάλασσαν
της Ελευσίνος…»

5 Νοεμβρίου 1895 (γράφει από την Αθήνα στη γυναίκα του Άρτεμι)
«…Επανείδαμεν τα ιερά αυτά μέρη του Χαϊδαρίου. Επήγαμεν εις τον Άγιον
Γέωργιον. Εδώ εσυγκινήθην εκ νέου. Τα πάντα είναι εγκαταλελειμμένα. Το
μικρό κλαδί, ως και το μικρό στεφάνι, εκ των αμαράντων, το οποίον η Άρτεμίς
μου έπλεξε και εκρέμασε δια μιας μαβιάς ταινίας ευρίσκεται, μετά παρέλευσιν
18 χρόνων, επί της εικόνας του Αγίου Γεωργίου, όπως ετοποθετήθη παρ΄
αυτής την παραμονήν των γάμων μας…. »

Ιούνιος 1897 (από το Μόναχο στην κουνιάδα του Ουρανία)
«…Η μόνη μου ευχή θα ήτο, αν ποτέ δυνηθώ, να ξεκουραστώ. Αναπαύσεως
έχω μεγίστην ανάηκην εις μέρος ήσυχον και ωραίον. Πολλάκις μου έρχεται
εκείνη η παραδείσιος παραλία του ∆αφνίου, (προφανώς εννοεί το
Σκαραμαγκά), όπου ήμεθα συ, ο Λεφτς και εγώ. Τοιαύτην ησυχίαν αν εις την
ζωήν μου αξιωθώ!…»

12 Αυγούστου 1898 (στην Ουρανία)
«… Θυμάσαι, βρε Ουρανία, εκείνην την παραλία του ∆αφνίου; Τι ωραία ημέρα,
όταν απ΄ εκεί εβλέπαμεν τον ναόν της ∆ήμητρος απέναντι εις την Ελευσίνα…»

29 Αυγούστου 1900 (στην Ουρανία – ο ζωγράφος είναι σοβαρά άρρωστος)
«…Ουρανίτσα, σε παρακαλώ το γράμμα τούτο να το διαβάσης εις τ΄ αδέλφια
σου, ως και εις τ΄ αδέλφια μου. Να του είπης … Ότι έχω νοσταλγίαν και ότι
είμαι βέβαιος ότι, εάν ημπορούσα να έλθω αυτού και να υπάγωμεν όλοι μαζύ
εις ένα ακρογιάλι, όπως εκείνο το του ∆αφνίου που ήμεθα μαζί, και
ψαρεύσωμεν ή, πιο σίγουρο, αγοράσωμεν μπαρμπούνια και καθήσωμεν όλοι
εις ένα τραπέζι, με ρετσινάτο και λοιπά, ότι θα εγινόμουν δια ολίγας ώρας
υγιής. Είθε…»

O Νικόλαος Γύζης δυστυχώς δεν τα κατάφερε να «υπάγει εις το ακρογιάλι του
∆αφνίου, να ψαρεύσει ή ν΄ αγοράσει μπαρμπούνια, και να πιει ρετσινάτο»,
έφυγε λίγους μήνες αργότερα, στις 17 Ιανουαρίου 1901.
Τα αποσπάσματα περιλαμβάνονται στο βιβλίο, «ΕΠΙΣΤΟΛΑΙ ΤΟΥ
ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΥΖΗ» δημοσιεύτηκαν το 1953 από τις εκδόσεις «ΕΚΛΟΓΗΣ» και
την επιμέλεια τους είχαν ο Ακαδημαϊκός Γεώργιος ∆ροσίνης μέχρι το 1939 και
στη συνέχεια, ο Λάμπρος Γ. Κορομηλάς.
Στην παραπάνω παρουσίαση επιδιώξαμε να κρατήσουμε την ίδια γλώσσα του
βιβλίου, αλλά με μονοτονική μορφή.

Από την αλληλογραφία του Νικόλαου Γύζη φαίνεται καθαρά η νοσταλγία του
και η αγάπη του για το «κτήμα Χαϊδάρι» και την ευρύτερη περιοχή. Ο Γύζης
αναπολεί και περιγράφει τους «μενεξέδες και τον καπνό του Χαϊδαρίου», το
«ξωκλήσι του Αγ.Γεωργίου» που παντρεύτηκε και την μεγάλη ακακία που
φύτεψαν με την Άρτεμις στο Παλατάκι αμέσως μετά τον γάμο τους, τα
«μωσαϊκά» (ψηφιδωτά) της Μονής ∆αφνιού, την «παραδείσια παραλία» του
Σκαραμαγκά, τον κόλπο της Ελευσίνας. Από το Μόναχο «ακούει» τους
κορυδαλλούς, ονειρεύεται συμπόσια με ψητό αρνί στην «ταράτσα του
Χαϊδαρίου», και όταν το 1895 έρχεται στην Αθήνα και επισκέπτεται το κτήμα
Χαϊδάρι θλίβεται για την ερήμωση που βλέπει γύρω του…
Παρ΄ όλα αυτά γράφει στη γυναίκα του Άρτεμι Νάζου: «Ωραία, ωραιοτάτη η
φύσις, γλυκήτατον το μέρος αυτό…»
τεύχος 269 – 270 (15 – 31/12/1911)