You are on page 1of 197

   

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΝΟΙΚΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ


ΣΧΟΛΗ ΘΕΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΚΑΙ
ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΠΟΥΔΩΝ
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΠΟΛΕΩΝ ΚΑΙ
ΚΤΙΡΙΩΝ

ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΧΩΡΟΥ


ΜΕΤΑΛΛΕΙΟΥ ΛΕΥΚΟΛΙΘΟΥ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΡΟΥΠΙΟΥ
ΕΥΒΟΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΜΕ ΤΗΝ
ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΛΙΜΝΗΣ ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΤΟΥ

ΠΑΖΑΡΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ-ΔΑΣΟΛΟΓΟΣ Α.Π.Θ. 

ΕΠΙΒΛΕΠΟΥΣΑ ΣΕΠ: ΠΑΚΑ ΑΛΚΜΗΝΗ

ΜΕΛΟΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΡΙΣΗΣ:

ΣΤΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΥ ΕΦΗ

ΠΑΤΡΑ, ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2008

 
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Περίληψη...........................................................................................................................................5

.5Abstract……………………………………..…………………………………………………….6

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

1. ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ

1.1. Μεταλλευτική ορολογία……………………………………………..…………………..…7

1.2. Εκμετάλλευση…………………………………………………………………….………..7

1.3. Μεταλλευτική και περιβάλλον……………………………………..………………………8

1.4. Η μεταλλευτική στην Ελλάδα………………………………………….…………………..8

1.5. Λευκόλιθος…………………………………………………………………………………9

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

2. ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ


2.1. Γενικά……………………………………………………………………….…………….13

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

3. ΑΠΟΚΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΑΝΕΝΕΡΓΟΥ ΜΕΤΑΛΛΕΙΟΥ ΛΕΥΚΟΛΙΘΟΥ


3.1. Γενικά……………………………………………………………………………………..20
3.2. Επιδράσεις της επιφανειακής εξόρυξης μεταλλεύματος………………..………………..20
3.2.1. Οικολογικές επιδράσεις…………………………………………………………………..20
3.2.2. Επιδράσεις στην ποιότητα ζωής των κατοίκων των γειτονικών περιοχών………….……22
3.2.3. Επιδράσεις στην αισθητική του τοπίου…………………………………………...………23
3.2.4. Επιδράσεις στις τοπικές οικονομίες………………………………………………………23
3.3. Αποκατάσταση ανενεργού μεταλλείου λευκόλιθου……………………………………...23
3.3.1. Αισθητική αποκατάσταση ανενεργού μεταλλείου λευκόλιθου…………………………..24
3.3.1.1. Αρχιτεκτονική του τοπίου………………………………….……………………..24
3.3.1.1.1. Τύποι τοπίου………………………………………………………………………25
3.3.1.1.2. Κυρίαρχα στοιχεία του τοπίου……………………………………………………25
3.3.1.1.3. Παράγοντες που επηρεάζουν την αισθητική του τοπίου………………………….26
3.3.1.2. Οπτική ανάλυση του τοπίου………………………………………………………28
3.3.1.2.1. Οπτική τρωτότητα (ευαισθησία) του τοπίου………………...……………………28
3.3.1.2.2. Απορροφητική ικανότητα του τοπίου…………………………………………….29
3.3.1.2.3. Κλάσεις ποικιλίας του τοπίου…………………………………………………….30
3.3.1.2.4. Επίπεδα ευαισθησίας του τοπίου………………………………………………….32
3.3.1.2.5. Οπτικοί ποιοτικοί στόχοι………………………………………………………….32
3.4. Ενσωμάτωση χρήσεων στην αποκατάσταση ανενεργού μεταλλείου…………………….35
3.4.1. Αξιοποίηση ανενεργών μεταλλείων για ανάπτυξη δάσους………………………………35
3.4.1.1. Εκλογή δασοπονικών ειδών………………………………………………………36
1
3.4.1.1.1. Οικολογική εκλογή……………………………………………………….……….36
3.4.1.1.1.1. Κλιματικοί παράγοντες……………………………………………………………37
3.4.1.1.1.2. Εδαφικοί παράγοντες……………………………………………………………...40
3.4.1.1.1.3. Βιοτικοί παράγοντες ……………………………………………………………...44
3.4.1.1.1.4. Τοπογραφικοί παράγοντες ………………………………………………………..45
3.4.1.1.2. Εκλογή ανάλογα με το σκοπό……………………………………………………..46
3.4.1.1.3. Εκλογή ανάλογα με το χειρισμό και τις δαπάνες…………………………………48
3.4.1.2. Μέθοδοι τεχνητής ίδρυσης δάσους……………………………………………….48
3.4.1.2.1. Προετοιμασία της προς αναδάσωση επιφάνειας………………………………….48
3.4.1.2.2. Τεχνητή ίδρυση δάσους με σπορά………………………………………………..49
3.4.1.2.3. Τεχνητή ίδρυση δάσους με φύτευση……………………………………………...50
3.4.1.3. Καλλιεργητικές φροντίδες της νεοφυτείας……………..…………………………52
3.4.2. Μετατροπή ανενεργών μεταλλείων σε χώρους υγειονομικής ταφής απορριμμάτων….....53
3.4.3. Αξιοποίηση ανενεργών μεταλλείων για οικιστική χρήση ………………………..………55
3.4.4. Αξιοποίηση ανενεργών μεταλλείων για γεωργική χρήση………………………………...56
3.4.5. Αξιοποίηση ανενεργών μεταλλείων σε χώρους αναψυχής……………………………….56
3.4.5.1. Δασική αναψυχή και περιήγηση…………………………………………………..57
3.4.5.2. Δασικός περιηγητικός χώρος……………………………………………………..58
3.4.5.3. Οργάνωση χώρων αναψυχής……………………………………………………..58
3.4.5.3.1. Δρόμοι και μονοπάτια περιήγησης και αναψυχής………………………………..59
3.4.5.3.2. Χειρισμός βλάστησης για αισθητική βελτίωση του τοπίου………………………59
3.4.5.3.3. Χώροι υπαίθριου γεύματος………………………………………………………..60
3.4.5.3.4. Χώροι κατασκήνωσης…………………………………………………………….60
3.4.5.3.5. Χώροι θέας.……………………………………………………………………….62
3.4.5.3.6. Δραστηριότητες δασικής αναψυχής με βάση το νερό…………………………….62
3.4.5.4. Διοίκηση-διαχείριση χώρων δασικής αναψυχής………………………………….67
3.4.6. Αξιοποίηση λάκκων εξόρυξης ως υγρότοπος……………………………………………..67
3.5. Περιβαλλοντική αξιολόγηση αποκατάστασης ανενεργού μεταλλείου λευκόλιθου……...68
3.6. Αειφόρος διαχείριση αποκατάστασης και αξιοποίησης ανενεργών μεταλλείων…………70

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

4. ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΑΠΟ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΙ ΞΕΝΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


4.1. Αποκατάσταση των λατομείων τσιμέντου, στην Κένυα…………………………………72
4.2. Τσιμέντα Ιορδανίας, Rashadiya…………………………………………………………..73
4.3. Λατομείο Maryland, στο Texas…………………………………………………………..74
4.4. Νησί Anglesey, στην Ουαλία……………………….…………………………………….74
4.5. Τσιμέντα Lafarge, Contes, στη Νίκαια……………………………………………………75
4.6. Jamalco Clarendon, στη Τζαμάικα…………………………………………………….....76
4.7. Nalco Panchpatmali, στην Ινδία…………………………………………………………..76
4.8. Mineracao Rio do Norte Trompetas, στη Βραζιλία……………………………………….77
4.9. Alcoa World Alumina, στην Αυστραλία………………………………………………….77
4.10. Campania Geral Minas, στο Pocos de Caldas στη Βραζιλία……………………………...78
4.11. Λατομείο βωξίτη, Berwick Woods, στο Essex……………..…………………………….79
4.12. Λατομείο βωξίτη, φυσικό πάρκο του Whisby, στο Lincolnshire…………………..…….80
4.13. Λατομείο βωξίτη, Forest Rock Wood, στο Leicestershire……………………………….80

2
4.14. Λατομείο βωξίτη, Carmel Woods, στο Carmarthenshire…………………...…………….81
4.15. Λατομείο βωξίτη, Garvel Pit Nature Reserve, Kirkby στο Lincolnshire…………………81
4.16. Λατομείο βωξίτη του Cheviot, στο Northumberland……………………………………..82
4.17. Λατομείο βωξίτη, Brockholes, στο Lancashire…………………………………...………82
4.18. Λατομείο βωξίτη, Waterford Health, στο Hertfordshire………………………………….83
4.19. Λατομείο μαρμάρου στη Νικήσιανη Καβάλας………………………………………...…84
4.20. Λατομεία στη Μερέντα Μαρκοπούλου……………………………..……………………87
4.21. Λατομεία στη Μήλο………………………………………………………………………87
4.22. Λατομεία στην Πεντέλη……………………………..........................................................88
4.23. Μεταλλευτικό πάρκο Φωκίδας……………………………………………………………96
4.24. Αξιοποίηση των λιμνών των ορυχείων στη Νοτιοδυτική Αυστραλία…...………………97
4.25. Πείραμα αναδάσωσης με πρόσκοπα και αυτόχθονα είδη, με σκοπό την αποκατάσταση
διαταραχθέντος τοπίου μεταλλείου μαγνησίου, στη Σιθωνία Χαλκιδικής………………………100
4.26. Συμπεράσματα …………………………………………………………..………………104

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ

5. ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗΣ
5.1. Ανάλυση της περιοχής…………………………………………………………………..106
5.1.1 Γεωγραφική θέση, διοικητική υπαγωγή και έκταση της περιοχής…………..……………106
5.1.2. Κοινωνικά και οικονομικά στοιχεία……………………………………………………..107
5.1.3. Προσβασιμότητα της περιοχής (χαρτ.2)…………………………………………………108
5.1.4. Ιστορική διαμόρφωση του χώρου………………………………………………………..109
5.1.5. Περιγραφή της σημερινής κατάστασης της περιοχής……………………………..…….110
5.1.6. Ιδιοκτησιακό καθεστώς………………………………………………………………….110
5.1.7. Τύποι οικοσυστημάτων. Χλωρίδα-Πανίδα………………………………………………111
5.1.8. Γεωλογικά χαρακτηριστικά της περιοχής………………………………………………..117
5.1.9. Κλιματικές συνθήκες της περιοχής……………………………………………………...120
5.1.10. Οπτική ανάλυση της περιοχής…………………………………………………..………121
5.1.10.1. Εκτίμηση της οπτικής απορροφητικής ικανότητας του τοπίου…………………122
5.1.10.2. Ζώνες απόστασης του τοπίου……………………………………………………122
5.1.10.3. Κλάσεις ποικιλίας του τοπίου……………………………………………………123
5.1.10.4. Επίπεδα ευαισθησίας του τοπίου………………………………………………...123
5.1.10.5. Οπτικοί ποιοτικοί στόχοι……………………………………………………..…124
5.1.11. Επιλογή χρήσης αποκατάστασης μεταλλείου…………………………………………...125
5.1.12. Εγκατάσταση βλάστησης και δασικής αναψυχής……………………………………….126
5.1.13. Συμπεράσματα – Παρατηρήσεις ………………………………………………………..134

3
Πίνακες………………………………………………………………………………….138
Φωτογραφίες…………………………………………………………………………….143
Ορθοφωτογραφίες……………………………………………………………………….157
Χάρτες……………………………………………………………………………………162
Σχέδια…………………………………………………………………………………….165
Χρονολογικό ευρετήριο Νομοθεσίας που σχετίζεται άμεσα με τις δραστηριότητες του
μεταλλευτικού κλάδου………………………………………………………………………….171
Νόμος υπ` αριθμ. 998/27-12/29-12-1979 ( Φ.Ε.Κ. 289 ). «Περί προστασίας των δασών και
των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας». Άρθρο 57……………………………………….. 182
Προδιαγραφές σύνταξης μελετών. Υ.Α. 183037/5115 της 19/28.8.80 Περί επικυρώσεως
τεχνικών προδιαγραφών επιπτώσεων και αποκαταστάσεως του περιβάλλοντος………………..184

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.........................................................................................................194

Ιστοσελίδες………………………………………………………………………………196

4
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Η διπλωματική διατριβή ασχολείται με την περιβαλλοντική αποκατάσταση και
αξιοποίηση χώρων μεταλλείου. Συγκεκριμένα, επικεντρώνεται στην περίπτωση αποκατάστασης
του μεταλλείου εξόρυξης λευκόλιθου στην περιοχή Τρουπίου Ευβοίας, με την αξιοποίηση της
λίμνης όπου δημιουργήθηκε στο χώρο του.
Το περιεχόμενο της διατριβής αναπτύσσεται σε πέντε ενότητες.
Η πρώτη ενότητα περιλαμβάνει μια γενική θεώρηση της μεταλλευτικής εκμετάλλευσης
στον ελληνικό χώρο. Ειδικότερα, αναφέρεται στην επιστημονική ορολογία της μεταλλευτικής
δραστηριότητας, στις φάσεις υλοποίησής της, στην επίδρασή της στο περιβάλλον και στη
δραστηριότητά της στην Ελλάδα σε σχέση με το λευκόλιθο.
Η δεύτερη ενότητα περιλαμβάνει μια γενική αναφορά στο νομικό και θεσμικό πλαίσιο
προστασίας του περιβάλλοντος στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην Ελλάδα. Καταγράφονται τα
στοιχεία που συγκροτούν και χαρακτηρίζουν την κοινοτική έννομη τάξη, το κοινοτικό δίκαιο
περιβάλλοντος και των ενεργειών των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την προστασία του
περιβάλλοντος. Αναλύονται τα χαρακτηριστικά, οι βασικές αρχές και οι πηγές προέλευσης του
Ελληνικού δικαίου περιβάλλοντος και παρουσιάζονται τα μέσα περιβαλλοντικής προστασίας που
παρέχονται από την ισχύουσα νομοθεσία. Γίνεται αναφορά στο σύνταγμα, σε νόμους, προεδρικά
διατάγματα και υπουργικές αποφάσεις που προστατεύουν το περιβάλλον.
Η τρίτη ενότητα αναφέρεται στις επιδράσεις της επιφανειακής εξόρυξης μεταλλεύματος
και στην αποκατάσταση και την αξιοποίηση ανενεργών μεταλλείων. Αναλύονται α) οι
αποκαταστάσεις μεταλλείων και η αξιοποίησή τους με μετατροπή τους σε δάσος, σε χώρους
υγειονομικής ταφής απορριμμάτων, σε χώρους αναψυχής, σε χώρους ανάπτυξης οικισμού, σε
χώρους γεωργικής εκμετάλλευσης και σε υγρότοπο. β) οι γενικές αρχές αναδάσωσης γ) η δασική
αναψυχή και η οργάνωσή της, δ) η αισθητική αποκατάσταση ε) η περιβαλλοντική αξιολόγηση
των χρήσεων τους και στ) η αειφόρος διαχείριση της αποκατάστασης και αξιοποίησης των
ανενεργών μεταλλείων.
Στην τέταρτη ενότητα παρουσιάζονται παραδείγματα εφαρμοσμένων περιπτώσεων
αποκατάστασης μεταλλείων και αξιοποίησης των χώρων τους με την ανάπτυξη σ’ αυτούς κάθε
δραστηριότητας και χρήσης. Η τέταρτη ενότητα ολοκληρώνεται με την παρουσίαση ενός
πειράματος αναδάσωσης μεταλλείου λευκόλιθου, με αυτόχθονα είδη, σε περιοχή με
περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά παρόμοια με της μελέτης.
Στην πέμπτη ενότητα προτείνεται η αποκατάσταση του μεταλλείου λευκόλιθου στην
περιοχή Τρουπίου Ευβοίας, με την εγκατάσταση δάσους. Για την υλοποίηση του προτεινόμενου
σχεδίου, αρχικά οριοθετείται η περιοχή, περιγράφεται η προσβασιμότητά της, η σημερινή της
κατάσταση, η χλωρίδα και η πανίδα της, το ιδιοκτησιακό της καθεστώς και τα γεωλογικά και
υδρολογικά χαρακτηριστικά της. Σκοπός της αποκατάστασης είναι η πολλαπλή χρήση του
δάσους και η δημιουργία σ’ αυτό χώρου αναψυχής, με την αξιοποίηση της λίμνης του
μεταλλείου.
Η διατριβή ολοκληρώνεται με την παράθεση των συμπερασμάτων που προκύπτουν από
τα ανωτέρω και σχετίζονται με τις γενικές προδιαγραφές αποκατάστασης παρόμοιων χώρων, με
σκοπό την αναβάθμιση της ευρύτερης περιοχής.

5
ABSTRACT
The present thesis deals with mine rehabilitation and exploitation. It is especially focused
on the case of the rehabilitation of a limestone mine in Troupi, Evia, by exploiting the pond that
was created there.
This thesis consists of five parts.
The first part includes a general approach of the mining exploitation in Greece. It
specifically refers to the scientific terminology of the mining industry, its phases, its effects on the
environment and its activity in Greece, regarding limestone mines.
The second part includes the legislation and institutions regarding the environmental
protection in European Union and Greece. In particular, this thesis presents the elements
composing the European law for the environmental protection, and the characteristics, the basic
principles and the sources of the Greek environmental law. It also presents the means of
environmental protection provided by the existing law, and it includes references from the
constitution, laws, and decree-laws concerning the protection of the environment.
The third part refers to the rehabilitation and the exploitation of inactive mines, as well as
to the impacts of surface mining. Particularly, in this part are analyzed:
a) the rehabilitation of mines and their exploitation, by converting them into forests, sanitary
interment areas, amusement parks, agricultural areas and wetlands, b) the general principles of
reforestation (the choice of suitable sylvicultural breeds, ecological factors, artificial deforestation
methods), c) the areas of forest amusement and their format, d) the ponds that are being formed in
the excavation pits, e) the aesthetic rehabilitation, f) the environmental evaluation of their usage,
and g) the sustainable management of the rehabilitation and exploitation of inactive mines.
Examples of mine rehabilitation and exploitation projects are presented in the fourth part.
The fourth part concludes with the presentation of a deforestation experiment of a limestone mine,
with indigenous species, in an area with similar environmental characteristics.
The fifth part presents the rehabilitation plan of the limestone mine in Troupi, Evia, by
creating a forest. For the effectuation of this scheme, we must define the area, its access, its
present condition, its flora and fauna, its ownership and its geological and hydrological
characteristics.
This thesis concludes with the display of the conclusions that emerge from the above and
relate to the general rehabilitation specifications of similar areas that aims to the improvement of
the wider region.

6
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

1. ΜΕΤΑΛΛΕΙΑ

1.1 Μεταλλευτική ορολογία.

Οι πιο κοινοί μεταλλευτικοί όροι που χρησιμοποιούνται στην εργασία είναι:


Μεταλλείο ή ορυχείο: όρυγμα στη γη με σκοπό την ανάκτηση ορυκτών.
Ορυκτό: φυσικό ανόργανο στοιχείο ή ένωση με συγκεκριμένη δομή (συνήθως
κρυσταλλική), συγκεκριμένη χημική σύσταση και συγκεκριμένες φυσικές ιδιότητες.
Πέτρωμα: γεωλογικός σχηματισμός που αποτελείται από ένα ή περισσότερα ορυκτά.
Κοίτασμα: γεωλογικός σχηματισμός που περιέχει ορισμένα ορυκτά με οικονομικό
ενδιαφέρον. Τα όρια ενός κοιτάσματος καθορίζονται με βάση την οριακή περιεκτικότητα, δηλ.
την ελάχιστη απαιτούμενη περιεκτικότητα σε κάποιο ορυκτό ή στοιχείο για να είναι μία μονάδα
όγκου του κοιτάσματος οικονομικώς εκμεταλλεύσιμη.
Μετάλλευμα: το υλικό που εξορύσσεται από ένα κοίτασμα.
Στείρο: το υλικό που εξορύσσεται μαζί με το μετάλλευμα, αλλά δεν περιέχει ορυκτά με
οικονομικό ενδιαφέρον.
Συμπύκνωμα: το υλικό με οικονομικό ενδιαφέρον που προκύπτει μετά από φυσική
επεξεργασία του μεταλλεύματος ( εμπλουτισμός ).
Απόρριμμα: το υλικό που διαχωρίζεται από το συμπύκνωμα και συχνά απορρίπτεται σε
χώρους εναπόθεσης εφόσον δεν παρουσιάζει κανένα οικονομικό ενδιαφέρον.
Τα κοιτάσματα που περιέχουν ορυκτά κατάλληλα για εξαγωγή μετάλλων (σίδηρος, χαλκός,
χρυσός κ.ά.) αποκαλούνται μεταλλικά κοιτάσματα. Τα κοιτάσματα ορυκτών που δεν χρησιμεύουν
για την παραγωγή μετάλλων (καολίνης, ποζολάνη, μαγνησίτης κ.ά.) αποκαλούνται μη μεταλλικά
κοιτάσματα ή απλώς βιομηχανικά ορυκτά. Ιδιαίτερη κατηγορία αποτελούν τα ορυκτά καύσιμα ή
ενεργειακά ορυκτά, όπως το πετρέλαιο οι γαιάνθρακες, το φυσικό αέριο κ.λπ., που
χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ενέργειας.

1.2 Εκμετάλλευση.
Η εκμετάλλευση αρχίζει με την φάση της προσπέλασης. Κατά την φάση αυτή διανοίγονται
δρόμοι, στοές, κεκλιμένα («ράμπες») και φρέατα («πηγάδια»), για να πλησιάσει ο μηχανικός
εξοπλισμός και το προσωπικό το κοίτασμα. Ακολουθεί η φάση της ανάπτυξης, κατά την οποία
δημιουργούνται ορύγματα (δρόμοι, στοές, κ.λπ.) γύρω και μέσα στο κοίτασμα, έτσι ώστε να
αρχίσει η απόληψη του κοιτάσματος.
Κατά την φάση της παραγωγής αρχίζει η εξόρυξη του κοιτάσματος με μεθόδους
κατάλληλους για την γεωμετρία του κοιτάσματος, για την σταθερότητα του κοιτάσματος και των
περιβαλλόντων πετρωμάτων και για τον απαιτούμενο ρυθμό παραγωγής.
Με την εξάντληση των οικονομικά εκμεταλλεύσιμων αποθεμάτων, το μεταλλείο περνά
στην φάση του κλεισίματος. Εφόσον η εξόρυξη είναι επικίνδυνη για τον άνθρωπο όταν δεν

7
υπάρχουν εκεί ειδικευμένοι εργαζόμενοι, ο χώρος πρέπει να σφραγιστεί. Ταυτοχρόνως,
λαμβάνεται μέριμνα για την αποκατάσταση του περιβάλλοντος και για την παρακολούθηση τυχόν
εκπομπών (π.χ., σκόνη, ραδιενέργεια, απορροή όξινων υδάτων, κ.λπ.) μετά το κλείσιμο της
εξόρυξης.
Οι επιφανειακές εκμεταλλεύσεις σε σκληρά πετρώματα γίνονται με την βοήθεια
εκρηκτικών. Σε βαθμίδες ανοίγονται μικρά διατρυπήματα στα οποία τοποθετείται εκρηκτική ύλη.
Ακολουθεί ανατίναξη. Το θρυμματισμένο μετάλλευμα φορτώνεται σε φορτηγά που το
μεταφέρουν για περαιτέρω επεξεργασία (θραύση, λειοτρίβηση, εμπλουτισμό). Τα στείρα
υπερκείμενα πετρώματα μεταφέρονται σε σωρούς απορριμμάτων.
Σε σχετικά μαλακά πετρώματα (π.χ. λιγνίτης), η εκμετάλλευση γίνεται και με
ηλεκτροκίνητους καδοφόρους εκσκαφείς και ταινιόδρομους, ή με γιγαντιαίους εκσκαφείς τύπου
dragline, μηχανικά πτύα και φορτηγά οχήματα off-road μεγάλου ωφέλιμου φορτίου. Σε
προσχωματικά (αλουβιακά) κοιτάσματα χρυσού, ιλμενίτη κ.λπ., η εξόρυξη γίνεται με την
εκτόξευση νερού υπό πολύ υψηλή πίεση και το υλικό συγκεντρώνεται από ειδικές πλατφόρμες.
Γενικά, η επιλογή του μηχανικού εξοπλισμού εξαρτάται κυρίως από την σκληρότητα των
πετρωμάτων και του κοιτάσματος και από τον επιθυμητό ρυθμό παραγωγής.

1.3 Μεταλλευτική και περιβάλλον.


Η εκβιομηχάνιση και η μεγάλη ανάπτυξη των ορυχείων και των μεταλλείων κατά τον 19ο
και κατά τον 20ό αιώνα προκάλεσε και σημαντική επέκταση των περιβαλλοντικών συνεπειών της
μεταλλευτικής δραστηριότητας.
Τα υπαίθρια ορυχεία απέκτησαν γιγαντιαίες διαστάσεις και μαζί με αυτά γιγαντώθηκε και η
απόρριψη στείρων, η απορροή όξινων και τοξικών νερών (συνέπεια της οξείδωσης και της
φυσικής εκχύλισης κυρίως θειούχων ορυκτών), ο θόρυβος (κυρίως από τις ανατινάξεις, αλλά και
από τα μηχανήματα), η σκόνη και συχνά η καταστροφή του φυσικού τοπίου.
Οι υπόγειες εκμεταλλεύσεις συχνά προκαλούν καθίζηση της επιφάνειας του εδάφους, ενώ
δεν είναι σπάνιο και το φαινόμενο της απορροής όξινων νερών από ενεργά και εγκαταλελειμμένα
υπόγεια μεταλλεία. Ειδικά, σε καιρούς οικονομικής ύφεσης, πολλές εκμεταλλεύσεις
εγκαταλείφτηκαν στην τύχη τους αφήνοντας πίσω τους μόνον την καταστροφή. Χαρακτηριστικό
παράδειγμα τέτοιας καταστροφής είναι το χαλκωρυχείο Μπέρκλεϋ στην Μοντάνα των Η.Π.Α. το
οποίο μετά την εγκατάλειψή του το 1982 μετατράπηκε σε μία γιγαντιαία λίμνη τοξικών νερών.
Τα τελευταία χρόνια, οι μεγάλες μεταλλευτικές επιχειρήσεις λαμβάνουν σοβαρά τις
επιπτώσεις των δραστηριοτήτων τους στο περιβάλλον και στον άνθρωπο. Όμως σε πολλές
περιοχές του Τρίτου Κόσμου, όπου δεν υπάρχει νόμος ή δεν εφαρμόζεται ο νόμος, η κατάσταση
δεν έχει αλλάξει σημαντικά.

1.4 Η μεταλλευτική στην Ελλάδα.


Η μεταλλευτική και λατομική δραστηριότητα, τα μεταλλεία (ορυχεία) και τα λατομεία
είχαν πάντα σημαντική θέση στην οικονομική ζωή της Ελλάδας. Η αρχαία Αθήνα χρησιμοποίησε
τον άργυρο από τα μεταλλεία του Λαυρίου και τα μάρμαρα της Πεντέλης για να χτίσει τον
Παρθενώνα. Παρομοίως και ο Μέγας Αλέξανδρος στηρίχθηκε στο χρυσό του Παγγαίου για να
χρηματοδοτήσει την εκστρατεία του κατά των Περσών.

8
Στα νεότερα χρόνια, τα μεταλλεία του Λαυρίου αποτέλεσαν τον πρώτο βιομηχανικό χώρο
της Ελλάδας. Η σμύριδα στη Νάξο, τα σιδηρομεταλλεύματα στη Σέριφο και στη Θάσο, τα
αργυρομεταλλεύματα και η βαρυτίνη στη Μύκονο, ο λευκόλιθος στο Μαντούδι, ο χρωμίτης και ο
αμίαντος στην Κοζάνη αποτέλεσαν σημαντική πηγή εισοδημάτων για την χώρα για πολλές
δεκαετίες, αλλά και αφορμή σημαντικών κοινωνικών αλλαγών.
Σήμερα η Ελλάδα συγκαταλέγεται στους σημαντικούς Ευρωπαίους παραγωγούς βωξίτη,
σιδηρονικελιούχων μεταλλευμάτων, μικτών θειούχων μεταλλευμάτων, λευκόλιθου, μπεντονίτη,
ελαφρόπετρας (θηραϊκή γη), μαρμάρων και άλλων μεταλλικών και μη μεταλλικών
(βιομηχανικών) ορυκτών. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι το 56% της ηλεκτρικής ενέργειας που
παράγεται στην Ελλάδα προέρχεται από την καύση λιγνίτη, ο οποίος εξορύσσεται σε
λιγνιτωρυχεία της Βορείου Ελλάδας και της Πελοποννήσου.

1.5 Λευκόλιθος.
(Πηγή Wikipedia.com)

Ο λευκόλιθος είναι ορυκτό ανθρακικό άλας του μαγνησίου με χημικό τύπο MgCO3. Είναι
αφρό κολλοειδής παραλλαγή του μαγνησίτη, κρυσταλλώνεται στο τριγωνικό σύστημα και είναι
ισόμορφος του σιδηρίτη και του σμιθονίτη σε όλες τις αναλογίες. Έχει χρώμα άσπρο μέχρι
ασπροκίτρινο. Μόλις σχηματιστεί, γίνεται λεπτοκρυσταλλικός και στη συνέχεια σπάει σε
κομμάτια με πολλές κόγχες. Έχει σκληρότητα 3-5 an στη σκληρομετρική κλίμακα του Mochs.
Βρίσκεται σε μορφή κοκκώδη, ραβδωτή ή τελείως συμπαγή μέσα σε περιδοτίτη και
σερπεντίνη ή ως αυτοτελές κοίτασμα μέσα σε κρυσταλλοσχιστώδη πετρώματα όπως οι
ταλκοχλωριτικοί σχιστόλιθοι. Προέρχεται από τη χημική αποσάθρωση διαφόρων περιδοτικών
πετρωμάτων, και κυρίως από την εξαλλοίωση του ολιβίνη, με ταυτόχρονη παραγωγή σερπεντίνη
και από την παραπέρα αποσάθρωση του σερπεντίνη σε λευκόλιθο και χαλκηδόνιο. Σχηματίζεται
επίσης και σε ιζηματογενή πετρώματα.
Λευκόλιθος υπάρχει στην Αυστρία, στη Γιουγκοσλαβία και σε πολλά μέρη της Ελλάδας.
Αποτελεί ένα από τα κυριότερα μεταλλεύματα της χώρας μας και είναι πολύ καθαρός. Θεωρείται
από τους καλύτερους του κόσμου ενώ η ζήτηση του αυξάνει συνεχώς σε διεθνές επίπεδο. Ο
λευκόλιθος της Ελλάδας ανήκει στον άμορφο τύπο. Η παρουσία κοιτασμάτων λευκόλιθου στην
Ελλάδα συνδυάζεται με την παρουσία οφειολιθικών πετρωμάτων, τα οποία πρωτογενώς
θεωρείται ότι περιείχαν μαγνήσιο στη μορφή του ολιβίνη και με τη γειτονία νεωτέρων όξινων
πλουτωνιτών.
Στην Ελλάδα ο λευκόλιθος παρουσιάζεται κυρίως με τη μορφή φλεβών, πάχους 0,5 - 8μ.
και ως όγκος φακοειδούς ή ακανόνιστου σχήματος πάχους 5-6 μ. Τα μεταλλεία λευκόλιθου
βρίσκονται συγκεντρωμένα κυρίως στη Χαλκιδική στην Εύβοια και στη Λέσβο.
1. Χαλκιδική: Η ζώνη του λευκολιθικού κοιτάσματος εκτείνεται από τις νότιες ακτές της
Χερσονήσου, κοντά στη Γερακινή, μέχρι τη Θεσσαλονίκη. Έχει πλάτος 8 χλμ. και μήκος 70 χλμ.
περίπου. Περιλαμβάνει τα μεταλλεία της Γερακινής, της Βάβδου (τα καλύτερα οργανωμένα), της
Αγίας Παρασκευής, του Γαλαρινού, των Σεδών, της Καρκάρας κ.ά.
2. Εύβοια: Στη Βόρεια Εύβοια υπάρχουν δύο ζώνες κοιτασμάτων λευκόλιθου, που έχουν
συνολικό μήκος 30 χλμ. και πλάτος 16-20 χλμ. Η ανατολική ζώνη περιλαμβάνει τα μεταλλεία
Μαντούδι, Γαλατάκη, Πήλι κ.τ.λ. ενώ η δυτική τα μεταλλεία Βοριά - Ρέμα, Τρούπι κ.ά.
3. Λέσβος: Η κοιτασματοφόρα ζώνη βρίσκεται στην ανατολική ακτή του κόλπου της
Καλλονής, με μήκος 10 χλμ. και πλάτος 4 χλμ. σε διεύθυνση από τα βόρεια προς τα νότια.

9
Άλλα κοιτάσματα λευκόλιθου μικρότερου ενδιαφέροντος βρίσκονται: 1) Στην Κεντρική
Εύβοια (Γερακάρι, Αφράτι κ.λπ.), 2) Στην περιοχή της Νιγρίτας, 3) Στην περιοχή της Αταλάντης
κοντά στο Μεγαπλάτατανο, 4) Στην περιοχή της Κοζάνης κοντά στην Αιανή κ.τ.λ.
Μετά την εξόρυξη του λευκόλιθου, γίνεται διαλογή με τα χέρια και ακολουθεί
μεταλλουργική επεξεργασία. Οι ελληνικοί λευκόλιθοι, μετά τη διαλογή, εμφανίζουν την πιο κάτω
μέση χημική σύσταση:
Μαγνησία (MgO) 45 - 48%
Διοξείδιο του άνθρακα (CO2) 50 - 52%
Διοξείδιο του πυριτίου (SiO2) 0,2 - 4%
Οξείδιο του ασβεστίου (CaO) 0,5 - 2%
Τριοξείδιο του σιδήρου (Fe2O2) 0 - 0,4%
Τριοξείδιο του αργιλίου (Al2O3) 0,1 - 0,6%
Στο εμπόριο ο λευκόλιθος κυκλοφορεί σε τρεις μορφές: α) λευκόλιθος σε φυσική
κατάσταση, β) ως καυστική μαγνησία, δηλ. λευκόλιθος που έχει υποστεί φρύξη σε θερμοκρασία
800 – 900°C και γ) ως δίπυρη μαγνησία δηλ. λευκόλιθος μετά από φρύξη σε θερμοκρασία πάνω
από 1600°C.

Ο ωμός λευκόλιθος χρησιμοποιείται κυρίως ως πρώτη ύλη για:

• Κεραμικά
• Λιπάσματα
• Υλικά ηλεκτροσυγκόλλησης
• Μεταλλουργικές χρήσεις
• Ελαστικά
• Ειδικές χρήσεις
Όλες οι ποιότητες ωμού λευκόλιθου έχουν χαμηλή περιεκτικότητα σε σίδηρο, πολύ λευκό
χρώμα, και εξαιρετικά σταθερά χημικά και φυσικά χαρακτηριστικά.
Η καυστική μαγνησία χρησιμοποιείται για:

10
• Χρήσεις Sorel (βιομηχανικά δάπεδα, λειαντικούς τροχούς, δομικά μονωτικά στοιχεία)
• Ηλεκτροτετηγμένη μαγνησία, ηλεκτρικές εφαρμογές
• Χημικές και φαρμακευτικές χρήσεις
• Ζωοτροφές και λιπάσματα
• Περιβαλλοντικές χρήσεις (επεξεργασία απαερίων , πρόσθετα καυσίμων, κλπ)
• Μεταλλουργικές χρήσεις
Η καυστική μαγνησία των Ελληνικών Λευκόλιθων είναι αναγνωρισμένη διεθνώς για την
κορυφαία ποιότητα, την ευρύτητα χρήσεων και τη χαμηλή περιεκτικότητα σε CaO & Fe2O3, τα
ελεγχόμενα φυσικά χαρακτηριστικά της και πάνω από όλα τη σταθερή της ποιότητα.

Η Δίπυρος μαγνησία χρησιμοποιείται για:

• Πυρίμαχα τούβλα και μονολιθικά (μάζες)


• Υλικά ηλεκτροσυγκόλλησης
• Μαγνήσιο μέταλλο
• Ηλεκτρικές χρήσεις
• Βυρσοδεψία

11
Τα κυριότερα πλεονεκτήματα της διπύρου μαγνησίας των Ελληνικών Λευκόλιθων είναι η
ιδιαίτερα χαμηλή περιεκτικότητα σε σίδηρο και τα εξαιρετικά χαρακτηριστικά που προκύπτουν
από την έψηση, δηλαδή υψηλό ειδικό βάρος , χαμηλό πορώδες και μικρή ενυδάτωση.

12
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

2. ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ


ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ

2.1 Γενικά
Περιβάλλον κατά την έννοια του νόμου νοείται, το σύνολο των φυσικών παραγόντων και
στοιχείων που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση και επηρεάζουν την οικολογική ισορροπία, την
ποιότητα ζωής, την υγεία των κατοίκων, την ιστορική και πολιτιστική παράδοση και τις
αισθητικές αξίες (άρθρο 2, παρ. 1, του Ν.1650/1986).
Υποβάθμιση κατά την έννοια του νόμου νοείται, η πρόκληση από ανθρώπινες
δραστηριότητες ρύπανσης ή οποιασδήποτε άλλης μεταβολής στο περιβάλλον, η οποία είναι
πιθανόν να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και στην
υγεία των κατοίκων, στην ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά και στις αισθητικές αξίες (άρθρο
2, παρ. 4, του Ν.1650/1986).
Τοπίο κατά την έννοια του νόμου νοείται, κάθε δυναμικό σύνολο βιοτικών και μη βιοτικών
παραγόντων και στοιχείων του περιβάλλοντος που μεμονωμένα ή αλληλεπιδρώντας σε
συγκεκριμένο χώρο συνθέτουν μια οπτική εμπειρία (άρθρο 2, παρ. 16, του Ν.1650/1986).
Η μεταλλευτική εκμετάλλευση είναι μια δραστηριότητα, η οποία δημιουργεί σοβαρά
προβλήματα στο περιβάλλον. Τα προβλήματα αυτά ανάγκασαν την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη
χώρα μας να πάρει μέτρα, για την προστασία του περιβάλλοντος.
Η ευρωπαϊκή ένωση έχει το δικό της δίκαιο για την προστασία του περιβάλλοντος.
Τα χαρακτηριστικά στοιχεία του κοινοτικού δικαίου είναι τα εξής (Κοϊμτζόγλου Ι, 1999,
σελ. 181):
α) Η αυτοτέλεια των κοινοτικών οργάνων έναντι των εθνικών.
β) Η αναγνώριση των πολιτών ως φορέων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, παράλληλα με
τα κράτη μέλη.
γ) Η υπεροχή του κοινοτικού δικαίου έναντι των εθνικών.
δ) Η άμεση ισχύς, χωρίς την ανάγκη ενσωμάτωσης στα εθνικά δίκαια, των κανόνων του
Ευρωπαϊκού Δικαίου.
δ) Η δεσμευτικότητα των διαδικασιών που προβλέπονται από το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και η
δυνατότητα επιβολής κυρώσεων με βάση αυτό.
Τα όργανα της κοινοτικής έννομης τάξης, τα οποία θα εξασφαλίζουν την πραγματοποίηση
του έργου που έχει ανατεθεί στην κοινότητα είναι (Κοϊμτζόγλου Ι, 1999, σελ. 181):
α) Το Συμβούλιο
β) Η Επιτροπή
γ) Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
δ) Το Ελεγκτικό Συνέδριο
ε) Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.

13
Το κοινοτικό δίκαιο για το περιβάλλον είναι ένα σύνολο κανόνων δικαίου, το οποίο
παράγεται από τα κοινοτικά όργανα με τη διαδικασία παραγωγής του κοινοτικού δικαίου και
αφορά το περιβάλλον σε όλες του τις μορφές. Το περιβάλλον στην κοινότητα έχει ένα χαρακτήρα
γενικό, παγκόσμιο και διαχρονικό και η προστασία του πρέπει να αφορά όχι μόνο τη διατήρησή
του αλλά και τη βελτίωσή του προς χάριν των μελλοντικών γενεών.
Η κοινοτική δράση για το περιβάλλον, η οποία βασίζεται, ότι το περιβάλλον είναι ένα
σύνολο οικοσυστημάτων που αλληλοεξαρτώνται και αλληλοεπηρεάζονται, έχει ως στόχο τη
συνολική του προστασία σε οποιαδήποτε από τις μορφές του (αέρας, νερό κ.λπ.), ανεξάρτητα από
τη χρηστικότητά τους ή από γεωγραφικά όρια.
Οι ρυθμίσεις του κοινοτικού δικαίου, η ερμηνευτική τους προσέγγιση και η εφαρμογή τους
από τα κοινοτικά όργανα, οδηγούν ότι η κοινοτική δράση για το περιβάλλον, διέπεται από τις
αρχές (Κοϊμτζόγλου Ι, 1999, σελ. 192):
α) Της διατήρησης των περιβαλλοντικών πόρων.
β) Της βελτίωσής του.
γ) Της προφύλαξης και της πρόληψης (κάθε φορά να αντισταθμίζεται το κόστος των
προληπτικών μέτρων προστασίας του περιβάλλοντος από μια επιβλαβή δραστηριότητα, από το
μέγεθος και τη βαρύτητα των περιβαλλοντικών επιπτώσεων που αυτή επιφέρει).
δ) Της προστασίας (εφαρμογές της αρχής είναι ο οικολογικός προγραμματισμός και η
διαχείριση, αλλά και η ειδική, συστηματική προστασία τομέων του περιβάλλοντος.
ε) «Ο ρυπαίνων πληρώνει».
στ) « Της καλύτερης διαθέσιμης τεχνολογίας».
Η Ευρωπαϊκή Ένωση για την προστασία του περιβάλλοντος, πρόβηκε στις παρακάτω
ενέργειες (Κοϊμτζόγλου Ι, 1999, σελ. 194):
Α) Ενέργειες που αφορούν γενικά την προστασία του περιβάλλοντος
α) Θέσπιση ορίων (όρια ποιότητας, όρια εκπεμπόμενων ρύπων).
β) Ίδρυση φορέων/υπηρεσιών (Γενική Διεύθυνση Προστασίας του Περιβάλλοντος,
Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος).
γ) Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων
δ) Χρηματοδότηση περιβαλλοντικών προγραμμάτων.
ε) Προγράμματα Δράσης.
στ) Σύναψη διεθνών συμβάσεων.
ζ) Δικαίωμα πληροφόρησης για θέματα περιβάλλοντος.
Β) Ενέργειες που αφορούν ειδικούς και συγκεκριμένους περιβαλλοντικούς τομείς
η) Βιοποικιλότητα.
θ) Υδατικοί πόροι.
ι) Ατμόσφαιρα.
ια) Θόρυβος.
ιβ) Απόβλητα.
Ο έλεγχος εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου για την προστασία του περιβάλλοντος γίνεται
από την Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και από τους πολίτες των κρατών/μελών, με τα
ένδικα μέσα που έχουν (καταγγελία, προσφυγή, παρέμβαση).
Η φροντίδα που επιδεικνύεται για το περιβάλλον, από την Ευρωπαϊκή Ένωση, σε επίπεδο
δικαίου και πράξης είναι έντονη και εκδηλώνεται έμπρακτα, χωρίς βέβαια να είναι τόση όση
πραγματικά έχει ανάγκη. Στην ειδική έκθεση για το περιβάλλον που συνέταξε το Ελεγκτικό
Συνέδριο (αρ. εκθ. 3/92, Ε.Ε. C 23-9-1992), η αδιαφάνεια στη διαχείριση των οικονομικών πόρων
που δαπανά η Ε.Ε. για την προστασία του περιβάλλοντος, η αναποτελεσματική διαχείριση των
14
περιβαλλοντικών κονδυλίων και η έλλειψη διοικητικού συντονισμού των κοινοτικών ενεργειών
και παρεμβάσεων αποτελούν μερικούς από τους παράγοντες, οι οποίοι περιορίζουν την
αποτελεσματικότητα των κοινοτικών ενεργειών για το περιβάλλον. Ο μεγάλος όγκος του
περίπλοκου Ευρωπαϊκού δικαίου για τα ζητήματα του περιβάλλοντος κάνει την κωδικοποίηση
του κοινοτικού δικαίου επιτακτική, ώστε να είναι εύχρηστο και προσιτό σε όλους.
Η Ελλάδα έχει το δικό της δίκαιο για την προστασία του περιβάλλοντος, το οποίο δεν
υπερισχύει του αντίστοιχου κοινοτικού δικαίου.
Τα χαρακτηριστικά του Ελληνικού δικαίου για το περιβάλλον είναι (Γιαννακούρου Γ. 1999,
σελ. 221):
α) Ανήκει σε περισσότερους του ενός κλάδου δικαίου, με το μεγαλύτερο μέρος των
νομικών κανόνων να ανήκουν στο χώρο του δικαίου που ρυθμίζει τα όργανα τα μέσα, και τις
προϋποθέσεις άσκησης της κρατικής δημόσιας εξουσίας (δημόσιο δίκαιο).
β) Έχει έντονα πραγματολογικό και εμπειρικό χαρακτήρα και μεγάλη εξάρτηση από τη
νομολογία των διοικητικών και των πολιτικών δικαστηρίων.
γ) Έχει έντονα κατακερματισμένο χαρακτήρα, από άποψη θεματικής συνοχής.
Οι νομικές αρχές προστασίας του περιβάλλοντος, που βγαίνουν είτε άμεσα από
νομοθετήματα ή κανονιστικά κείμενα του εθνικού, κοινοτικού ή διεθνούς δικαίου που ισχύουν,
είτε έμμεσα με βάση την ερμηνεία των σχετικών συνταγματικών διατάξεων, καθώς και ανάλογων
διατάξεων του κοινοτικού και διεθνούς δικαίου περιβάλλοντος είναι (Γιαννακούρου Γ. 1999, σελ.
221):
α) Η αρχή της πρόληψης.
β) Η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει».
γ) Η αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης.
δ) Η αρχή της δημοσιότητας περιβαλλοντικής δράσης.
ε) Η αρχή του περιβαλλοντικού κεκτημένου.
Ο τρόπος του Ελληνικού δικαίου περιβάλλοντος, με τον οποίο εκδηλώνεται η εξωτερική
μορφή των κανόνων του και τα όργανα από τα οποία προέρχονται οι κανόνες αυτοί είναι οι νόμοι,
τα προεδρικά διατάγματα, οι υπουργικές αποφάσεις, οι αποφάσεις άλλων οργάνων της διοίκησης,
οι διεθνείς συμβάσεις, οι κανόνες του κοινοτικού δικαίου περιβάλλοντος, η νομολογία των
διοικητικών, πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων.
Τα μέσα προστασίας του περιβάλλοντος διακρίνονται σε (Γιαννακούρου Γ. 1999, σελ. 227):
α) Κανονιστικά. Με τον όρο κανονιστικά μέσα προστασίας του περιβάλλοντος εννοούμε το
σύνολο των κανόνων δικαίου επιτακτικού χαρακτήρα που καθιερώνουν υποχρεώσεις σε βάρος
των πολιτών για την προστασία του περιβάλλοντος και την εφαρμογή των οποίων ελέγχει η
δημόσια εξουσία μέσω της έκδοσης ατομικών διοικητικών πράξεων και της επιβολής κυρώσεων
σε περίπτωση παραβίασής τους. Οι πιο συνηθισμένες ρυθμίσεις στο Ελληνικό δίκαιο είναι:
• Οι κανονιστικοί όροι και περιορισμοί δόμησης, χρήσης, κατάτμησης και εν γένει
εκμετάλλευσης των ακινήτων που επιβάλλονται μέσω της πολεοδομικής και χωροταξικής
νομοθεσίας.
• Οι κανονιστικοί όροι και περιορισμοί που επιβάλλονται μόνιμα ή προσωρινά στην ίδρυση
και εν γένει άσκηση ανθρώπινων δραστηριοτήτων και λειτουργιών.
• Οι οριακές τιμές αέριων, υγρών και στερεών αποβλήτων που καθορίζονται για την
προστασία του περιβάλλοντος από τη ρύπανση και μέσω των οποίων επιδιώκεται η εξασφάλιση
ελάχιστων επιπέδων προστασίας της ανθρώπινης υγείας αφενός και των φυσικών πόρων
αφετέρου.

15
• Ο θεσμός της εκτίμησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των ιδιωτικών και δημόσιων
έργων και δραστηριοτήτων.
β) Οικονομικά και δημοσιονομικά. Αυτά έχουν στόχο την ευαισθητοποίηση των
παραγωγών και των καταναλωτών όσον αφορά την υπεύθυνη χρησιμοποίηση των φυσικών
πόρων και την αποφυγή της ρύπανσης και της παραγωγής αποβλήτων.
γ) Εκούσιες δεσμεύσεις. Αυτές αποτελούν μια άλλη μορφή περιβαλλοντικών κινήτρων που
απευθύνεται στις επιχειρήσεις και είναι συνδεδεμένη κυρίως με την ευαισθητοποίηση του κοινού
και των καταναλωτών.
δ) Σε οριζόντια βοηθητικά. Σε αυτά περιλαμβάνονται η βελτίωση των βασικών και
στατιστικών δεδομένων, η επιστημονική έρευνα και η τεχνολογική ανάπτυξη, η ενημέρωση και
αγωγή του κοινού και των καταναλωτών, καθώς και η επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση.
Οι φορείς προστασίας του περιβάλλοντος, με τις περισσότερες επιτελικές και εκτελεστικές
αρμοδιότητες, ανήκουν στην κρατική κεντρική διοίκηση, στο ΥΠΕΧΩΔΕ και στο Υπουργείο
Πολιτισμού. Στην αποκεντρωμένη κρατική διοίκηση (περιφέρειες), έχουν αποδοθεί αρμοδιότητες
κυρίως στην προστασία του οικιστικού περιβάλλοντος. Η πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια
αυτοδιοίκηση δεν διαθέτει σημαντικές αρμοδιότητες. Στον τομέα του περιβάλλοντος
δραστηριοποιούνται ορισμένοι οργανισμοί και ερευνητικά κέντρα, τα οποία τελούν υπό την
εποπτεία του κράτους και μη κυβερνητικές οργανώσεις προστασίας του, με κύριες μορφές
δράσης τη διοργάνωση ανοιχτών εκδηλώσεων, έκδοση εντύπων, χρήση ΜΜΕ, οργάνωση
σεμιναρίων, εκπόνηση μελετών και προσφυγή στα αρμόδια δικαστήρια για την αποτροπή
βλαπτικών για το περιβάλλον πράξεων και ενεργειών.
Στην Ελλάδα από τις αρχές του αιώνα υπήρξαν νομοθετήματα, τα οποία είχαν να κάνουν με
ορισμένους τομείς του περιβάλλοντος και αφορούσαν την προστασία των δασών και των δασικών
εκτάσεων, των αρχαιολογικών χώρων και τα σχέδια πόλεων.
Το Σύνταγμα του 1975, αποτέλεσε για πρώτη φορά το νομοθετικό πλαίσιο που είχε
διατάξεις, για να προστατεύουν το περιβάλλον σε όλες του τις πτυχές. Η προστασία των δασών
και των δασικών εκτάσεων αποτελεί αντικείμενο ειδικής προστασίας βάση των άρθρων 24, παρ.
1 και 117, παρ. 3.
Το 1979 ψηφίστηκε ο Ν. 1978/1979 για την προστασία των δασών και των δασικών
εκτάσεων της χώρας. Ο Ν.998/1979, όρισε για τη μεταλλευτική εκμετάλλευση να ενεργείται
υποχρεωτικά με τέτοιο τρόπο, που να μην καταστρέφει τη δασική βλάστηση, παρά μόνο στο
απολύτως απαραίτητο μέτρο. Η εναπόθεση των στείρων να ενεργείται σε ειδικούς χώρους και
κάθε ζημία που προκαλείται στο δάσος να αποκαθίσταται. Η επιχείρηση δε που έχει τη
μεταλλευτική εκμετάλλευση, να προβαίνει περιοδικώς σε αποκατάσταση του τοπίου και της
βλάστησης, με την εφαρμογή προγράμματος αναδάσωσης. Σε περίπτωση δε που η αναδάσωση
είναι δυσχερής, η δασική υπηρεσία μπορεί να υποχρεώσει την επιχείρηση, να αναδασώσει άλλη
έκταση, μέχρι και πενταπλάσια από εκείνη που προξένησε ζημία, ή να αναδασώσει η ίδια την
έκταση και να της επιβάλλει, να καταβάλλει στο Δημόσιο τη δαπάνη αναδάσωσης. Η επιχείρηση
σε περίπτωση που αρνηθεί ή παραλείψει, να εκπληρώσει τα παραπάνω, υπόκειται σε πειθαρχική
δίωξη. Με την Υπουργική απόφαση 183037/5115/1980 επικυρώθηκαν οι τεχνικές προδιαγραφές
σύνταξης μελετών, για τις επιπτώσεις στο περιβάλλον και την αντιμετώπισή τους από την
εκμετάλλευση των μεταλλείων και λατομείων, μέσα στα δάση και τις δασικές εκτάσεις.
Το 1986 θεσπίστηκε το πρώτο ολοκληρωμένο νομικό πλαίσιο για το περιβάλλον (Ν.
1650/1986), το οποίο περιέλαβε την προστασία από έργα και δραστηριότητες που έχουν
επιπτώσεις στο περιβάλλον (άρθρα 3-6), την προστασία της ατμόσφαιρας, των νερών και του
εδάφους από τη ρύπανση και την εναπόθεση αποβλήτων και επικίνδυνων ουσιών (άρθρα7-17),
16
την προστασία της φύσης και του τοπίου (άρθρα 18-21) και διοικητικές και ποινικές κυρώσεις για
τα πρόσωπα, που προκαλούν ρύπανση ή υποβάθμιση του περιβάλλοντος (άρθρα 28-32).
Προέβλεψε την ίδρυση του Ενιαίου Φορέα Περιβάλλοντος, με τη μορφή νομικού προσώπου
δημοσίου δικαίου, με εποπτεία από τον Υπουργό Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων
Έργων, με συμβουλευτικές αρμοδιότητες και παρακολούθησης της εφαρμογής επιμέρους μέτρων
και δράσεων. Η εφαρμογή του Ν. 1650/1986 μετά την ψήφισή του δεν ήταν ικανοποιητική. Το
1990 εκδόθηκε η υπ΄αριθ.69269 5387/1990 κοινή υπουργική απόφαση, για τον έλεγχο των
περιβαλλοντικών επιπτώσεων των ιδιωτικών και δημόσιων έργων και δραστηριοτήτων, σε
εφαρμογή των άρθρων του 3-5, ύστερα μάλιστα από πίεση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας για
συμμόρφωση με την Κοινοτική Οδηγία 85/337. Μέχρι τότε κανένα από τα 50 και παραπάνω
προεδρικά διατάγματα και υπουργικές αποφάσεις που προβλέπονταν στα επιμέρους άρθρα του
δεν είχαν εκδοθεί.
Η διείσδυση του κοινοτικού δικαίου περιβάλλοντος, κυρίως από το 1990 και μετά,
συντέλεσε στην επιτάχυνση της δημιουργίας εθνικών ρυθμίσεων του περιβάλλοντος και στον
εκσυγχρονισμό και την ανανέωση του περιεχομένου τους. Ενσωματώθηκαν στο Ελληνικό δίκαιο
πλήθος Κοινοτικών Οδηγιών και Κανονισμών που καταλαμβάνουν από άποψη αντικειμένου ένα
μεγάλο αριθμό των γενικών και ειδικών θεμάτων προστασίας του περιβάλλοντος. Οι οδηγίες και
οι Κανονισμοί υπερκαλύπτουν και συμπληρώνουν τις σχετικές διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας.
Η επιφανειακή εξόρυξη μεταλλευμάτων με βάση το Ν. 1650/1986 και τις Υπουργικές
αποφάσεις που εκδόθηκαν, κατατάχθηκε στην 1η υποκατηγορία, στην Α κατηγορία και στην
ομάδα 5 των εξορυκτικών και συναφών δραστηριοτήτων (Η.Π. 15393/2002).
Τα κριτήρια κατάταξης είναι:
α) το είδος και το μέγεθος του έργου ή της δραστηριότητας
β) το είδος και η ποσότητα των ρύπων που εκπέμπονται καθώς και κάθε άλλη επίδραση στο
περιβάλλον
γ) η δυνατότητα να προληφθεί η παραγωγή ρύπων από την εφαρμοζόμενη παραγωγική
διαδικασία και
δ) ο κίνδυνος σοβαρού ατυχήματος και η ανάγκη επιβολής περιορισμών για την προστασία
του περιβάλλοντος (άρθρο 1, παρ. 1, του Ν.3010/2002).
Για την πραγματοποίηση της επιφανειακής εξόρυξης απαιτείται Έγκριση Περιβαλλοντικών
Όρων, που για την έκδοση της απόφασής της πρέπει να τηρείται η διαδικασία της
Προκαταρκτικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης και Αξιολόγησης (άρθρο 2, παρ. 1δα, του
Ν.3010/2002).
Για την διενέργεια Προκαταρκτικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης και Αξιολόγησης
απαιτείται υποβολή από τον ενδιαφερόμενο, στην αρμόδια υπηρεσία Περιβάλλοντος του
ΥΠΕΧΩΔΕ, Προμελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, η οποία περιλαμβάνει πληροφορίες ως
προς:
α) τη θέση και το μέγεθος του έργου,
β) το είδος, την εφαρμοζόμενη τεχνολογία, τα γενικά τεχνικά χαρακτηριστικά του έργου ή
της δραστηριότητας
γ) τις συνθήκες της περιοχής που θα πραγματοποιηθεί το έργο ή η δραστηριότητα, κυρίως
ως προς το φυσικό και το πολιτιστικό περιβάλλον
δ) τη χρήση των πόρων
ε) τη συσσωρευτική δράση με άλλα έργα ή δραστηριότητες
στ) την παραγωγή αποβλήτων
ζ) την προκαλούμενη ρύπανση και τις οχλήσεις
17
η) την πρόληψη των ατυχημάτων ιδίως από τη χρήση ουσιών ή τεχνολογίας
θ) συνοπτική καταρχήν περιγραφή των μέτρων που προβλέπονται προκειμένου να
αποφευχθούν, να μειωθούν και εφόσον είναι δυνατό, να επανορθωθούν σημαντικές δυσμενείς
επιπτώσεις
ι) συνοπτική περιγραφή των κύριων εναλλακτικών λύσεων που μελετά ο κύριος του έργου
ή της δραστηριότητας και υπόδειξη των κύριων λόγων της επιλογής του, λαμβανομένων υπόψη
των επιπτώσεών τους στο περιβάλλον.
Η αρμόδια υπηρεσία Περιβάλλοντος του ΥΠΕΧΩΔΕ διαβιβάζει το φάκελο με την
Προμελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων στα συναρμόδια Υπουργεία και φορείς, στις αρμόδιες
Εφορείες Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού και στους οργανισμούς του άρθρου 3 του Ν.
2508/1997, για να διατυπώσουν τη γνώμη τους.
Μετά τις γνωμοδοτήσεις, η αρμόδια υπηρεσία προβαίνει σε Προκαταρκτική
Περιβαλλοντική Εκτίμηση και Αξιολόγηση, η οποία συνίσταται σε θετική γνωμοδότηση ή
αρνητική απόφαση επί της Προμελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων.
Η γνωμοδότηση μαζί με το φάκελο που περιέχει την Προμελέτη Περιβαλλοντικών
Επιπτώσεων, διαβιβάζονται στο οικείο Νομαρχιακό συμβούλιο προκειμένου να λάβουν γνώση
και να ενημερώσουν τους πολίτες και τους φορείς εκπροσώπησής τους.
Σε περίπτωση θετικής γνωμοδότησης καλείται ο ενδιαφερόμενος να υποβάλλει φάκελο, ο
οποίος περιέχει α) Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων και β) τη θετική γνωμοδότηση της
Προκαταρκτικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης και Αξιολόγησης, στην αρμόδια υπηρεσία που
διενήργησε και την Προκαταρκτική Περιβαλλοντική Εκτίμηση και Αξιολόγηση, για την έκδοση
απόφασης Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (Η.Π.11014/703/Φ104/2003).
Η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων θα πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον:
- Περιγραφή του έργου ή της δραστηριότητας με πληροφορίες για το χώρο εγκατάστασης,
το σχεδιασμό και το μέγεθός του
- Περιγραφή στοιχείων περιβάλλοντος που ενδέχεται να θιγούν σημαντικά από το
προτεινόμενο έργο ή τη δραστηριότητα
- Εντοπισμό και αξιολόγηση βασικών επιπτώσεων στο περιβάλλον
- Περιγραφή των μέτρων για την πρόληψη, μείωση ή αποκατάσταση των αρνητικών
επιπτώσεων στο περιβάλλον
- Σύνοψη των κύριων εναλλακτικών λύσεων και υπόδειξη των κύριων λόγων της επιλογής
της προτεινόμενης λύσης
- Απλή μη τεχνική περίληψη του συνόλου της μελέτης
- Σύντομη αναφορά των ενδεχόμενων δυσκολιών που προέκυψαν κατά την εκπόνηση της
μελέτης (άρθρο 3, παρ. 1, του Ν.3010/2002).
Η αρμόδια υπηρεσία Περιβάλλοντος του ΥΠΕΧΩΔΕ πριν προβεί στην έκδοση απόφασης
Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων, διαβιβάζει το φάκελο στα συναρμόδια Υπουργεία και φορείς
και στους οργανισμούς του άρθρου 3 του Ν. 2508/1997, για να εκφράσουν τυχόν παρατηρήσεις
επί του περιεχομένου του. Επίσης ο φάκελος διαβιβάζεται και στο οικείο Νομαρχιακό συμβούλιο
για να γνωμοδοτήσει επί του περιεχομένου του φακέλου και να ενημερώσουν τους πολίτες και
τους φορείς εκπροσώπησής τους για να εκφράσουν τη γνώμη τους.
Μετά τις γνωμοδοτήσεις, η αρμόδια υπηρεσία προβαίνει σε έκδοση απόφασης Έγκρισης ή
μη των Περιβαλλοντικών Όρων, την οποία διαβιβάζει στο οικείο Νομαρχιακό Συμβούλιο για να
λάβει γνώση και να ενημερώσει τους πολίτες και τους φορείς εκπροσώπησής τους.
Με την απόφαση Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων η Διοίκηση επιβάλλει προϋποθέσεις,
όρους, περιορισμούς και διαφοροποιήσεις για την πραγματοποίηση της δραστηριότητας, ιδίως ως
18
προς τη θέση, το μέγεθος, το είδος, την εφαρμοζόμενη τεχνολογία και τα γενικά τεχνικά
χαρακτηριστικά (άρθρο 2, παρ. 1β, του Ν.3010/2002).
Η απόφαση Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων γίνεται με κοινή απόφαση του Υπουργού
Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και του συναρμόδιου Υπουργού. Όταν από
την επιφανειακή εξόρυξη επέρχονται επιπτώσεις σε δάση, τότε η απόφαση έγκρισης γίνεται
αντίστοιχα και από τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Για ορισμένα έργα ή
δραστηριότητες η απόφαση γίνεται από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας, στον οποίο έχει
μεταβιβαστεί η αρμοδιότητα ύστερα από κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος
Χωροταξίας και Δημοσίων έργων και του κατά περίπτωση συναρμόδιου για το έργο ή τη
δραστηριότητα Υπουργού (άρθρο 2, παρ. 2, του Ν.3010/2002).
Ο έλεγχος για την τήρηση των περιβαλλοντικών όρων γίνεται: α) από τα όργανα της
υπηρεσίας που είναι αρμόδια να εγκρίνει την ίδρυση και λειτουργία ή πραγματοποίηση του έργου
ή δραστηριότητας β) από τις διανομαρχιακές ή περιφερειακές υπηρεσίες, οι οποίες έχουν από το
Ν.1650/1986 την αρμοδιότητα ελέγχου, ανεξάρτητα από το αν εγκρίνουν την ίδρυση και
λειτουργία ή πραγματοποίηση του έργου ή δραστηριότητας γ) από το ΥΠΕΧΩΔΕ και δ) από τα
Κλιμάκια Ελέγχου Ποιότητας Περιβάλλοντος (άρθρο 6, του Ν.1650/1986).
Είναι δυνατόν να επιβάλλονται τέλη σε βάρος επιχειρήσεων, οι οποίες ασκούν
δραστηριότητες ή εκτελούν έργα που υπάγονται στις κατηγορίες Α και Β, προκειμένου να
καλυφθούν τα έξοδα κατασκευής και λειτουργίας συγκεκριμένων έργων και προγραμμάτων
προστασίας του περιβάλλοντος που προβλέπονται από τους περιβαλλοντικούς όρους (άρθρο 6,
του Ν.1650/1986).
Διοικητικές κυρώσεις επιβάλλονται σε όποιες επιχειρήσεις προκαλούν οποιαδήποτε
ρύπανση ή άλλη υποβάθμιση του περιβάλλοντος (άρθρο 30, του Ν.1650/1986 και άρθρο 4, του
Ν.3010/2002).
Τα τέλη και τα πρόστιμα των παραπάνω διοικητικών κυρώσεων κατατίθενται σε ένα ειδικό
ταμείο το Ε.Τ.Ε.Ρ.Π.Σ, τα οποία χρησιμοποιούνται για την προστασία του περιβάλλοντος.
Το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο παρέχει τη δυνατότητα: α) προστασίας του περιβάλλοντος,
β) ελέγχου τήρησης των περιβαλλοντικών όρων και γ) εισροής εσόδων. Χαρακτηρίζεται όμως
από πλήθος νόμων, προεδρικών διαταγμάτων, υπουργικών αποφάσεων, οδηγιών, επικαλύψεις
αρμοδιοτήτων και γραφειοκρατικές αγκυλώσεις. Η ύπαρξη δε πολλών ανενεργών, εδώ και πολλά
χρόνια, μεταλλείων και λατομείων χωρίς αποκατάσταση, μαρτυρά τα παραπάνω, όπως και τη μη
επαρκή στελέχωση των κρατικών υπηρεσιών, ίσως και τη μη ύπαρξη πολιτικής βούλησης.
Το νομικό πλαίσιο που σχετίζεται άμεσα με τις δραστηριότητες του μεταλλευτικού κλάδου
παρατίθεται στο παράρτημα της εργασίας. Παρατίθενται επίσης το άρθρο 57 του Ν. 998/79, που
αναφέρεται στις επιτρεπτές επεμβάσεις στα δάση και τις δασικές εκτάσεις για μεταλλευτικές και
λατομικές εργασίες και η Υ.Α. 183037/5115/19-28.8.80 που αναφέρεται στις τεχνικές
προδιαγραφές σύνταξης των μελετών επιπτώσεων στο περιβάλλον και την αντιμετώπισή τους.

19
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

3. AΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ


ΑΝΕΝΕΡΓΟΥ ΜΕΤΑΛΛΕΙΟΥ ΛΕΥΚΟΛΙΘΟΥ

3.1. Γενικά.

Η μεταλλευτική και μεταλλουργική βιομηχανία, δημιουργεί τα πιο σημαντικά


περιβαλλοντικά προβλήματα.
Προκαλεί έντονες αλλαγές στο τοπίο, αφού η εγκατάστασή της απαιτεί τη δημιουργία
δρόμων , εκσκαφών και αποθέσεων που έχουν ως συνέπεια την καταστροφή της βλάστησης και
του εδάφους, την αλλοίωση του ανάγλυφου, τη δημιουργία συνήθως δυσμενών οικολογικών
συνθηκών στις διαταρασσόμενες επιφάνειες και την πρόκληση αλλαγών στους πλαστικούς
χαρακτήρες του τοπίου, πέρα από τις ζημίες και ενοχλήσεις στον ευρύτερο χώρο.
Η εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου δεν μπορεί να τεθεί σε αμφισβήτηση, δεδομένου ότι
αποτελεί σύγχρονη οικονομική και κοινωνική αναγκαιότητα. Αναγκαιότητα όμως με
μεγαλύτερες προεκτάσεις αποτελεί και η προστασία του περιβάλλοντος, δεδομένης της
προσφοράς του σε αναντικατάστατα προϊόντα και υπηρεσίες και μάλιστα στο διηνεκές. Κατά
συνέπεια οι επεμβάσεις θα πρέπει να γίνονται με ιδιαίτερη προσοχή και σεβασμό στο
περιβάλλον, η δε αποκατάσταση του περιβάλλοντος θα πρέπει να αποβλέπει στην επαναφορά,
κατά το δυνατό, της φυσιογνωμίας του τοπίου και της βλάστησης, αφού βέβαια έχει αποφασισθεί
η μελλοντική χρήση του χώρου. Στα δάση και τις δασικές εκτάσεις, δεν γεννάται θέμα
μελλοντικής χρήσης, αφού αυτές με τη μεταλλευτική εκμετάλλευση, δεν αποβάλλουν την
ιδιότητά τους και η αποκατάσταση οφείλει να τις επαναφέρει σε τυπικές δασικές εκτάσεις με τις
τουλάχιστον ελάχιστες υπηρεσίες που μπορούν να προσφέρουν.
Σήμερα, στις περισσότερες περιπτώσεις των λειτουργούντων μεταλλείων, λαμβάνονται τα
κατάλληλα μέτρα για την αποκατάσταση των επιφανειακών εκσκαφών και αποθέσεων, σύμφωνα
με την υφιστάμενη Ελληνική νομοθεσία. Στις περισσότερες όμως περιπτώσεις των ανενεργών
μεταλλείων, οι εκσκαφές και αποθέσεις εγκαταλείφτηκαν μετά την εκμετάλλευσή τους.

3.2. Επιδράσεις της επιφανειακής εξόρυξης


μεταλλεύματος.
3.2.1. 0ικολογικές επιδράσεις
Α. Επίδραση στην τοπογραφία.

Οι εργασίες επιφανειακής εξόρυξης περιλαμβάνουν την ολοκληρωτική εξαγωγή του


εδάφους, των επιφανειακών πετρωμάτων και των άλλων υποστρωμάτων της γης, προκειμένου να
αποκαλυφθεί το κοίτασμα του μεταλλευτικού υλικού και να γίνει η εκμετάλλευση του. Κατά τη

20
διάρκεια των εργασιών στο μεταλλείο, νέα αναχώματα και σωροί από υπολείμματα
δημιουργούνται, , καθώς και νέοι λάκκοι ανοίγονται, που αλλάζουν δραματικά το ανάγλυφο του
τοπίου.
Η μορφή των αλλαγών εξαρτάται από τη μέθοδο εξόρυξης. Πολλές μέθοδοι έχουν
αναπτυχθεί, ως συνέπεια διαφορετικών γεωλογικών και τοπογραφικών συνθηκών, που
επικρατούν στις διάφορες περιοχές. Το αποτέλεσμα που υπάρχει, είναι μια αλλαγή στην
τοπογραφία του τοπίου, η οποία θα πρέπει να εκτιμηθεί κατάλληλα κατά τη διαδικασία
σχεδιασμού της αποκατάστασης.

Β. Υποβάθμιση του εδάφους

Το έδαφος πάνω από το υλικό εξόρυξης συνήθως καταστρέφεται και μάλιστα η


εξορυκτική δραστηριότητα στις περισσότερες περιπτώσεις , απαιτεί τεράστιες εκτάσεις για
εκμετάλλευση. Έτσι, στους σκαμμένους χώρους του μεταλλείου, δεν υπάρχει βλάστηση, το
έδαφος έχει αφαιρεθεί και το τοπίο έχει αλλάξει δραματικά. Γεωλογικό υλικό και υπόγειοι
βράχοι, από τα βαθύτερα στρώματα του εδάφους, έχουν έρθει στην επιφάνεια και αναμείχθηκαν
με το έδαφος. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα , να είναι δύσκολη η εγκαθίδρυση οποιασδήποτε νέας
μορφής ζωής, χωρίς την προηγούμενη διαχείριση του τοπίου, αφού τα υπολείμματα της
μεταλλευτικής εκμετάλλευσης χαρακτηρίζονται, από έλλειψη θρεπτικών στοιχείων, υφής και
δομής, και σε αρκετές περιπτώσεις από φυτοτοξικότητα.

Γ. Καταστροφή της βλάστησης

Από τη στιγμή που το παραγωγικό έδαφος έχει αφαιρεθεί με την εξορυκτική


δραστηριότητα, η υπάρχουσα βλάστηση έχει καταστραφεί. Η βλάστηση συνδέεται στενά με τις
συνθήκες του εδάφους όπως και με το κλίμα και την τοπογραφία της περιοχής. Ο αριθμός των
ειδών, η σύνθεση των ειδών και οι κοινωνίες τους σχετίζονται με τις συνθήκες που επικρατούσαν
στην περιοχή πριν από τη διαταραχή. Μετά τη διαταραχή τα εδάφη είναι φτωχά, χωρίς καθόλου
θρεπτικές ουσίες και επομένως τα είδη των φυτών που ευδοκιμούσαν πριν από τη διαταραχή,
είναι πολύ δύσκολο να ευδοκιμήσουν ξανά. Η φυσική αποκατάσταση της βλάστησης με αυτά τα
είδη πραγματοποιείται συνήθως μετά από μακροχρόνια περίοδο και είναι παρόμοια με τη
διαδικασία αποκατάστασης της βλάστησης που πραγματοποιείται στο αρχικό στάδιο μετά από
μια καταστροφή (π.χ. ηφαιστειακή έκρηξη). Αυτό συμβαίνει εξαιτίας των πολύ κακών συνθηκών
του εδάφους, οι οποίες κάνουν τη φυσική βλάστηση να μη μπορεί να αποικήσει τη διαταραγμένη
γη.
Ακόμη, υπάρχουν σοβαρές ζημιές στη βλάστηση γύρω από την περιοχή εξόρυξης, εξαιτίας
της σκόνης, των υψηλότερων θερμοκρασιών και της ανθρώπινης δραστηριότητας. Κατά
συνέπεια, αυτά τα είδη αντιμετωπίζουν δυσκολίες να αποικίσουν τη διαταραγμένη περιοχή.

Δ. Επιδράσεις στο μικροκλίμα

Η εδαφική εξόρυξη συνήθως αλλάζει την τοπογραφία της περιοχής, ή οποία με τη σειρά της
οδηγεί στη δραματική αλλαγή του μικροκλίματος. Η απομάκρυνση των δέντρων και των θάμνων
αυξάνει την ένταση του φωτός και την άμεση κατακρήμνιση, και συνεισφέρει στην μείωση της
διαπνοής από τα φυτά.

21
Η έκθεση του ορυκτού εδάφους στην άμεση ηλιακή ακτινοβολία χωρίς την προστασία από
τη βλάστηση και το επιφανειακό οργανικό υλικό οδηγεί σε μεγάλο εύρος θερμοκρασιών εδάφους
και αέρα που επηρεάζουν αρνητικά οποιαδήποτε μορφή ζωής.

Ε. Διαταραχή της άγριας πανίδας

Η εργασίες εξόρυξης επηρεάζουν τη βιολογία των ζώων και διαταράσσουν το φυσικό τους
περιβάλλον. O θόρυβος, η σκόνη, τα μηχανήματα και τα φορτηγά προκαλούν προβλήματα στα
ζώα, μειώνοντας την αναπαραγωγική τους ικανότητα, ιδιαίτερα των μεγάλων θηλαστικών. Η
αρκούδα (ursus arctus) είναι χαρακτηριστικό είδος με προβλήματα αναπαραγωγής και
προστατεύεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η εξόρυξη επηρεάζει επίσης τις φωλιές των αρπακτικών , αλλά σε ορισμένες συνθήκες,
κάποιες φορές μπορεί να δημιουργήσει νέες τοποθεσίες για φωλιές, μετά το τέλος των
εξορυκτικών δραστηριοτήτων στην περιοχή.

ΣΤ. Επιδράσεις στη βιοποικιλότητα

Η βιοποικιλότητα είναι το σύνολο γονιδίων, των ειδών και των οικοσυστημάτων μιας
περιοχής και μπορεί να διακριθεί σε τέσσερεις κατηγορίες (Γεωργίου Κ, 1999, σελ.287): α. τη
γενετική ποικιλότητα, β) την ποικιλότητα των ειδών, γ) την ποικιλότητα των ενδιαιτημάτων και
δ) την ποικιλότητα του τοπίου. Μπορεί να διαχωριστεί σε τρία επίπεδα: α) το (άλφα), που
αναφέρεται στην ποικιλία μέσα στο συγκεκριμένο φυσικό περιβάλλον, το (βήτα), που αναφέρεται
στην ποικιλία ανάμεσα στα διαφορετικά περιβάλλοντα και (γάμμα), που αναφέρεται στη
συνολική ποικιλία μιας γεωγραφικά ή οικολογικά καθορισμένης περιοχής.
Η εξόρυξη μπορεί να επηρεάσει οποιοδήποτε επίπεδο ποικιλίας. Οι επιδράσεις αφορούν το
έδαφος, τη βλάστηση, την πανίδα, τα περιβάλλοντα, τα οικοσυστήματα και το τοπίο (μειωμένος
αριθμός ειδών, διατάραξη των σχέσεών τους ή και ολική καταστροφή του οικοσυστήματος μιας
περιοχής).
Οι επιδράσεις στα υδάτινα οικοσυστήματα μπορεί να είναι περισσότερο σοβαρές από αυτές
στα χερσαία οικοσυστήματα και μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις είναι καταστροφικές, αφού το
νερό είναι σε διαρκή κίνηση και μολύνεται. Η εξόρυξη μπορεί επίσης να επηρεάσει τη σύνθεση
των ειδών και τις αλληλεπιδράσεις τους με τη δημιουργία αποτελέσματος όξυνσης (edge effect).
Η αυξημένη ετερογένεια της βλάστησης που σχετίζεται με τα αποτελέσματα όξυνσης, συνήθως
συντελεί σε μία αύξηση της ποικιλίας και της πυκνότητας των ειδών.

3.2.2. Επιδράσεις στην ποιότητα ζωής των κατοίκων των


γειτονικών περιοχών.
Η εξορυκτική δραστηριότητα συνήθως προκαλεί πολλά προβλήματα στην υγεία των
κατοίκων των γειτονικών περιοχών. Η σκόνη, ο θόρυβος και κάποιες φορές βιομηχανικά τοξικά
αέρια, όταν η εξόρυξη συνοδεύεται από την εκπομπή τους, μπορούν να επηρεάσουν την υγεία και
την ποιότητα ζωής. Ως παράδειγμα αναφέρεται, η εξόρυξη του λιγνίτη στην Πτολεμαΐδα, η οποία
έχει οδηγήσει στην παρουσία υψηλής συγκέντρωσης στερεών ρυπαντών, σε απόσταση μέχρι και
100 km.

22
Η εξορυκτική δραστηριότητα οδηγεί στην παράγωγή αλάτων και ιζημάτων, τα οποία
θεωρούνται ρυπαντές για τα πόσιμα νερά. Αυτά τα δύο μπορούν να καταλήξουν στα επιφανειακά
ρεύματα , ενώ μόνο τα άλατα μπορούν να εισχωρήσουν στα υπόγεια ρεύματα.

3.2.3. Επιδράσεις στην αισθητική του τοπίου.


Η εξορυκτική δραστηριότητα επηρεάζει το ανάγλυφο και την τοπογραφία της περιοχής.
Αυτή η επίπτωση είναι πιο έντονη, όταν κατά τη διάρκεια της εξορυκτικής δραστηριότητας, δεν
υπάρχει πρόβλεψη για αποκατάσταση της περιοχής.
Το ανάγλυφο του τοπίου τροποποιείται και δημιουργούνται νέα σχήματα και γραμμές. Η
βλάστηση καταστρέφεται, γίνεται αποκάλυψη του μεταλλευτικού εδάφους και μειώνεται η
Ικανότητα Οπτικής Απορρόφησης (Visual Absorption Capability). Κατά συνέπεια, μειώνεται η
αισθητική αξία και η ποιότητα του τοπίου της περιοχής.

3.2.4. Επιδράσεις στις τοπικές οικονομίες.


Ενώ η ίδια η εξορυκτική δραστηριότητα είναι βραχυχρόνια, οι επιδράσεις της στους
ανθρώπους και στο τοπίο είναι μακροχρόνιες, μια και οι επιπτώσεις στην παραγωγικότητα
διαρκούν πολλά χρόνια και η αποκατάστασή τους χρειάζεται χρόνο. Οι επιπτώσεις για την
περιοχή της Βορειοκεντρικής Εύβοιας είναι (Κλαμπατσέα Ε., 2006):
• Συρρίκνωση της αγροτικής δραστηριότητας και απασχόλησης.
• Συστηματική προσέλευση και εγκατάσταση στην περιοχή, αγροτικού πληθυσμού άλλων
περιοχών της χώρας, που ακολουθούν υπό τις ίδιες συνθήκες με τον τοπικό πληθυσμό, την
πορεία της επαγγελματικής κινητικότητας.
• Περιορισμένη κοινωνική διαγενεαλογική κινητικότητα κατά τη διάρκεια ισχύος του
τοπικού συγκριτικού πλεονεκτήματος, ως, αποτέλεσμα της προδιαγεγραμμένης προοπτικής
απασχόλησης και των νεότερων γενεών (στην πλειονότητά τους) στη
μεταλλευτική/μεταλλουργική βιομηχανία.
• Συνεχής ενίσχυση της δραστηριότητας-κλειδί εις βάρος άλλων δραστηριοτήτων, κυρίως
όσων δεν λειτουργούν «συμπληρωματικά», ή δεν εντάσσονται στο παραγωγικό σύστημα της
μεταλλευτικής δραστηριότητας, με αποτέλεσμα τη ραγδαία συρρίκνωσή τους.
• Συνεχής αύξηση της χωρικής εμβέλειας της κυρίαρχης δραστηριότητας στους τοπικούς
πληθυσμούς-επέκταση της κυρίαρχης δραστηριότητας στην περιβάλλουσα ζώνη του
μεταλλευτικού κέντρου Μαντουδίου.

3.3. Αποκατάσταση ανενεργού μεταλλείου λευκόλιθου.


Με τον όρο αποκατάσταση δεν εννοούμε την επαναφορά του χώρου στην πριν την
εκμετάλλευση κατάσταση. Εξάλλου στις περισσότερες των περιπτώσεων επέρχεται τόσο ισχυρή
διατάραξη των οικολογικών συνθηκών ώστε να είναι αδύνατη η επαναφορά στην αρχική
κατάσταση και χρήση. Συχνότερα όμως ένα τέτοιο εγχείρημα είναι ασύμφορο λόγω υπερβολικά
υψηλού κόστους. Γενικά με τον όρο αυτό εννοούμε τη δημιουργία συνθηκών μετά την
εκμετάλλευση που θα επιτρέπει την εγκατάσταση κατά προσέγγιση των προϋπαρχόντων φυτικών
και ζωικών οργανισμών στο άμεσο ή στο απώτερο μέλλον. Αυτό σημαίνει ότι και άλλα είδη
πέραν των προϋπαρχόντων μπορούν να χρησιμοποιηθούν. Χαλαρότερα δε με τον όρο

23
αποκατάσταση εννοούμε τη δημιουργία μιας σταθερής κατάστασης και την εγκατάσταση της
χρήσης που έχει προεπιλεγεί.
Για να μπορέσει όμως μια αποκατάσταση να έχει επιτυχή κατάληξη θα πρέπει να ξεκινάει
με το σχεδιασμό της εκμετάλλευσης και να αποτελεί λειτουργικό της μέρος. Η διαμόρφωση του
χώρου αλλά και τα επιθυμητά χαρακτηριστικά του εδάφους θα δημιουργούνται σταδιακά ώστε να
ανταποκρίνονται αισθητικά και λειτουργικά στις απαιτήσεις της χρήσης που έχει επιλεγεί.
Ανάλογα με τη φύση της εκμετάλλευσης και τις συνθήκες που δημιουργούνται, άλλες
εκμεταλλεύσεις με την αποκατάσταση μπορούν να εξυπηρετήσουν παραγωγικούς σκοπούς, ενώ
σε άλλες τα μέτρα αποκατάστασης έχουν προστατευτικό χαρακτήρα, διευκολύνουν την αναψυχή
και την εγκατάσταση της άγριας ζωής.
Η ενσωμάτωση της αποκατάστασης στο μεταλλευτικό σχεδιασμό έχει ως αποτέλεσμα την
αποφυγή δημιουργίας ακραίων συνθηκών ή φαινομένων, την ταχύτερη αποκατάσταση του χώρου
και τη σημαντική ελάττωση του κόστους της. Η ενσωμάτωση αυτή στο σχεδιασμό και την
εκμετάλλευση του μεταλλείου σημαίνει ότι ο αποκαταστάτης μελετητής θα πρέπει να είναι παρών
από τη σύνταξη της τεχνικής μελέτης εκμετάλλευσης και όχι να καλείται να προτείνει έργα
αποκατάστασης αφού έχει τελειώσει η μελέτη αυτή. Η ενσωμάτωση της αποκατάστασης σημαίνει
ακόμη ότι οι εμπλεκόμενοι στην εκμετάλλευση θα πρέπει να γνωρίζουν τη διαδικασία, τις
απαιτήσεις και τους σκοπούς της αποκατάστασης ώστε να προσαρμόζουν καθημερινά τα έργα και
να χρησιμοποιούν τα προκύπτοντα υλικά, όπως επίσης και τα κάθε φορά διαθέσιμα μηχανήματα
για την επιτυχία των σκοπών της αποκατάστασης.
Για τις μεταλλευτικές και λατομικές εκμεταλλεύσεις στη χώρα μας που αναπτύσσονται σε
δασικές εκτάσεις η αποκατάσταση είναι συνώνυμη με την αναδάσωση, ενώ μπορεί να
περιληφθούν και κάποια μικρά κοινωφελή έργα, που ο νόμος 998/79 επιτρέπει. Έτσι, κυρίως
κοντά στις μεγαλουπόλεις και στα εξοφλημένα λατομεία, αναπτύχθηκαν θέατρα, γήπεδα, κ.ά.
έργα αναψυχής ή κοινοτικά τεχνικά έργα. Βέβαια στις μη δασικές εκτάσεις η εκλογή της χρήσης
δεν είναι δεσμευτική και πρακτικά μπορεί να περιλάβει οποιαδήποτε χρήση.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι εκμεταλλεύσεις πέρα από την πρόκληση δυσμενών
επιπτώσεων, σε ορισμένες περιπτώσεις δημιουργούν συνθήκες που επιτρέπουν νέες και
επιθυμητές χρήσεις στην περιοχή, αποκαλύπτουν γεωλογικά φαινόμενα, έχουν ιστορική ή
εκπαιδευτική αξία κ.λπ., στοιχεία που καλόν είναι να αξιοποιούνται και να ενσωματώνονται στην
αποκατάσταση.
Η αποκατάσταση θα πρέπει να κινηθεί σε δύο επίπεδα (Coppin N.J., 1982, σελ. 26):
α) στο επίπεδο της διαμόρφωσης των επιφανειών εξόρυξης και απόθεσης των στείρων,
ώστε να είναι συμβατές με το τοπίο και να εξασφαλίζουν τη δυνατότητα εγκατάστασης των νέων
χρήσεων.
β) στο επίπεδο της εγκατάστασης και διατήρησης της βλάστησης, ώστε να είναι συμβατή με
το τοπίο και τις απαιτήσεις των νέων χρήσεων.

3.3.1. Αισθητική αποκατάσταση ανενεργού μεταλλείου


λευκόλιθου.
3.3.1.1. Αρχιτεκτονική του τοπίου

Η επιστημονική άποψη θεωρεί (Ελευθεριάδης Ν., 2002, σελ.157) το τοπίο, σε έναν


ορισμένο χρόνο, ως αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης του φυσικού αρχικού τόπου

24
(γεωμορφολογία, έδαφος, κλίμα, υδρολογία), της βιολογικής εγκατάστασης (φυσική ζωή) και της
ανθρώπινης δραστηριότητας. Το τοπίο δηλαδή θεωρείται ζωντανός οργανισμός και όχι σύνολο
στοιχείων.
Η αρχιτεκτονική του τοπίου ασχολείται με το σχεδιασμό του τοπίου, η οποία αφορά τη
χρήση της γης, που αντιμετωπίζεται ως φυσικός πόρος σε σχέση με τις ανάγκες και τις αξίες της
κοινωνίας και τη σύνθεση του τοπίου, η οποία αναφέρεται σε τοπολογικές και λειτουργικές
διαρρυθμίσεις τμημάτων γης, που μέσω της διαδικασίας σχεδιασμού έχουν δεσμευτεί για την
ικανοποίηση κάποιας συγκεκριμένης ανάγκης (Κοσμάκη Π. Λουκόπουλος Δ, 2004, σελ 49)
Η αισθητική εντύπωση του ανθρώπου στη θέα του περιβάλλοντός του επηρεάζεται (Λιάκος
Λ.1977, σελ.63):
Α). Από τον ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τύπο του τοπίου.
Β). Από την ποικιλότητα.
Γ). Από την αλλοίωση του ιδιαίτερου χαρακτήρα του τοπίου.

3.3.1.1.1. Τύποι τοπίου.

Το τοπίο με βάση τον ιδιαίτερο προσδιοριστικό του χαρακτήρα, ο οποίος είναι η


ολοκληρωμένη εντύπωση, που δημιουργείται από τη σύνθεση των οπτικών του στοιχείων και
επηρεάζουν τον παρατηρητή, μπορεί να διακριθεί στους παρακάτω τύπους τοπίου (Λιάκος Λ,
1977, σελ. 64):
Α1. Πανοραμικό τοπίο, το οποίο χαρακτηρίζεται από την ανυπαρξία ή την ύπαρξη ελάχιστου
μόνο περιορισμού της θέας.
Α2. Τοπίο χαρακτηριστικών μορφών, το οποίο χαρακτηρίζεται και κυριαρχείται από ένα
ορισμένο αντικείμενο ή από ομάδα αντικειμένων χαρακτηριστικής μορφής.
Τοπίο χαρακτηριστικών μορφών αποτελούν τα Μετέωρα.
Α3. Περικλειόμενο τοπίο, το οποίο χαρακτηρίζεται από τον περιορισμό μικρών ή μεγάλων
επιφανειών ή την περίκλεισή τους από μια συνέχεια ομάδας αντικειμένων, δημιουργώντας έτσι
ένα χαρακτηριστικά περιοριζόμενο χώρο.
Α4. Εστιακό τοπίο, το οποίο χαρακτηρίζεται από την κατεύθυνση της προσοχής του
παρατηρητή προς ένα ή μια σειρά σημείων. Εστιακό τοπίο αποτελεί το άγαλμα του Μεγάλου
Αλέξανδρου πάνω στο άλογό του τον Βουκεφάλα στην παραλία της Θεσσαλονίκης.
Α5. Στεγασμένο τοπίο, το οποίο χαρακτηρίζεται από ένα επίπεδο που δημιουργείται πάνω
από το κεφάλι του παρατηρητή.
Α6. Τοπίο λεπτομερειών, το οποίο χαρακτηρίζεται από μικρά σε μέγεθος αντικείμενα, αλλά
και λεπτομέρειες που συμμετέχουν στη σύνθεσή του.
Α7. Εφήμερο τοπίο, το οποίο χαρακτηρίζεται από την εξάρτηση και τη δημιουργία
παροδικών εντυπώσεων, οι οποίες είναι δυνατόν να μη γίνουν αντιληπτές στον παρατηρητή.

3.3.1.1.2. Κυρίαρχα στοιχεία του τοπίου

Σε κάθε τοπίο, ανεξάρτητα από τον ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τύπο του και την ιδιαίτερη
σύνθεσή του, τα στοιχεία που παρουσιάζονται, αλλά διαφέρουν στο βαθμό της οπτικής
επίδρασης, της δύναμης και της κυριαρχίας τους είναι (Α. Χατζηστάθης- Ι. Ισπικούδης 1992):
Α. Η Μορφή. Μορφή είναι η μάζα ενός αντικειμένου ή η συνδυασμένη παρουσία
αντικειμένων που εμφανίζονται συνενωμένα.

25
Β. Η Γραμμή. Γραμμή είναι ένα σημείο που έχει επεκταθεί προς μια κατεύθυνση ή
οτιδήποτε είναι διαταγμένο σε μια ακολουθία, σε μια σειρά, ή που κατευθύνεται προς ένα στόχο.
Κάθε γραμμή έχει το δικό της χαρακτήρα και εκφράζει διάφορα συναισθήματα.
Γ. Το Χρώμα. Το χρώμα είναι η βασική εκδήλωση του φωτός και εκφράζεται με τον τόνο
(φωτεινό-σκοτεινό) την ένταση ή την λαμπρότητα (καθαρότητα του χρώματος) και τη χροιά ή
απόχρωση (κίτρινο-πράσινο κ.λπ.). Δίνει τη δυνατότητα στον άνθρωπο να διαφοροποιήσει και να
διαχωρίσει τα αντικείμενα που βλέπει και όταν ακόμη αυτά είναι όμοια στη μορφή, στη γραμμή
και στην υφή. Τα χρώματα εκφράζουν μια ατμόσφαιρα, δημιουργούν καταστάσεις ιδεών
ευχάριστων ή δυσάρεστων.
Δ. Η Υφή. Η υφή είναι ο τρόπος που συναρθρώνονται τα διάφορα συστατικά του τοπίου.
Η υφή διακρίνεται ως λεπτή ή λεία, μέση και τραχεία ή ανώμαλη.

3.3.1.1.3. Παράγοντες που επηρεάζουν την αισθητική του τοπίου.

Η προβολή οποιοδήποτε από τα τέσσερα κυρίαρχα στοιχεία του τοπίου δηλ. της μορφής,
της γραμμής, του χρώματος και της υφής, εξαρτάται από δύο ομάδες παραγόντων, που μπορούν
να διακριθούν σε (Α. Χατζηστάθης- Ι. Ισπικούδης 1992 σελ. 107):
Α) σταθερούς παράγοντες και
Β) μεταβλητούς παράγοντες.
Οι σταθεροί παράγοντες της αισθητικής του τοπίου, που η γνώση και η χρήση τους
βοηθούν, στην ανάλυση του χαρακτηριστικού τύπου του και στην οπτική επίπτωση των
προτεινόμενων διαχειριστικών μέτρων πάνω του, είναι:
Α 1. Η αντίθεση, η οποία γενικά προβάλλει τα διάφορα αντικείμενα.
Α 2. Η διαδοχή, η οποία αναφέρεται στο βαθμό των αλλαγών και των μεταβολών του
τοπίου.
Όσο αυτή σχετίζεται με τη διαχείριση του τοπίου έχει δύο όψεις:
• τη διαδοχή τοπίων, η οποία μπορεί να είναι είτε διαδοχή μορφών, είτε διαδοχή γραμμών,
είτε διαδοχή χρωμάτων.
• τη διαδοχή εμπειριών ή εντυπώσεων, η οποία όταν σχεδιάζεται καλά, εξασφαλίζει
αισθητική απόλαυση στον κινούμενο παρατηρητή.
Α 3. Ο άξονας, ο οποίος είναι η κύρια γραμμή κατεύθυνσης, κίνησης, ανάπτυξης ή
επέκτασης. Χρησιμοποιείται πάντοτε σχεδόν ως μέσον για να προβληθούν ανθρώπινα μνημεία ή
σπάνια δημιουργήματα στη φύση στο τέλος του.
Α 4. Η σύγκλιση, η οποία εμφανίζεται στο τοπίο όταν κύριοι γεωλογικοί σχηματισμοί,
γραμμές, χρώματα ή και η υφή τείνουν να εστιάσουν την προσοχή σε ένα σημείο ή μια μικρή
έκταση. Το σημείο όπου συγκλίνουν οι γραμμές του τοπίου και η γύρω έκταση, γίνονται
κυριαρχικές θέσεις, που συγκεντρώνουν την προσοχή ενός παρατηρητή. Από αισθητική άποψη
είναι ιδεώδεις θέσεις για μνημεία, κέντρα επισκεπτών ή άλλα αντικείμενα που θέλουμε να
προβληθούν.
Α 5. Η συγκυριαρχία, η οποία δημιουργείται όταν δύο ιδιαίτερες μορφές ή αντικείμενα
βρίσκονται το ένα κοντά στο άλλο και προβάλλονται αρκετά στη γενική σύνθεση του τοπίου.
Α 6. Η πλαισίωση, η οποία όπως συμβαίνει και στην περίπτωση του πλαισίου ζωγραφικού
πίνακα, χαρακτηριστικά αντικείμενα κατευθύνουν το βλέμμα του παρατηρητή στο χώρο, που
περιορίζεται από τα αντικείμενα αυτά.

26
Α 7. Η ισορροπία, η οποία παρατηρείται σε ένα τοπίο, όταν οι αριθμοί και οι μάζες των
στοιχείων του είναι κατανεμημένες και στις δύο πλευρές ενός πραγματικού ή και υποθετικού του
άξονα.
Οι μεταβλητοί παράγοντες που η ανάλυσή τους βοηθάει στην εκτίμηση και αξιολόγηση των
επιπτώσεων που μπορεί να έχουν πάνω στην αισθητική του τοπίου τα διάφορα έργα διαχείρισης
του τοπίου είναι:
Β 1. Η κίνηση, η οποία αποτελεί την πιο δυναμική πηγή οπτικής κυριαρχίας. Τα νερά που
πέφτουν στους καταρράκτες, τα σύννεφα, η βροχή, το χιόνι, τα ζώα ή το πέταγμα των πουλιών
προσθέτουν κίνηση στο τοπίο.
Β 2. Το φως, το οποίο ανακλάται από όλα τα αντικείμενα του τοπίου, τα προβάλλει με τις
αντιθέσεις που δημιουργεί και πέφτουν στην αντίληψη του παρατηρητή. Η κατεύθυνση με την
οποία πέφτει το ηλιακό φως πάνω στα διάφορα αντικείμενα του τοπίου (οπίσθια, πλάγια,
εμπρόσθια), προσδιορίζει το μέγεθος της οπτικής εντύπωσης και της κυριαρχίας τους.
Β 3. Οι ατμοσφαιρικές συνθήκες, οι οποίες επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό το πώς φαίνονται
τα κυρίαρχα στοιχεία. Η επίδραση της μορφής, της γραμμής, του χρώματος και της υφής
μειώνεται από τα σύννεφα, την ομίχλη, τα κατακρημνίσματα και την κίνηση του ανέμου.
Β 4. Η εποχή του έτους, η οποία δημιουργεί ασυνήθιστες εντυπώσεις, με τα φθινοπωρινά ή
ανοιξιάτικα χρώματα και το χειμωνιάτικο χιόνι.
Β 5. Η απόσταση, η οποία όσο αυξάνει, τόσο οι χρωματικές αντιθέσεις των αντικειμένων
μέσα στο τοπίο μειώνονται και έτσι δεν μας δίνεται η δυνατότητα να τα αναγνωρίσουμε.
Το τοπίο κατά ένα συμβατικό τρόπο, με τη βοήθεια της υφής της βλάστησης διαιρείται σε
τρεις ζώνες απόστασης:
• Η πρώτη ζώνη βρίσκεται από 0 μέχρι 500-800 μ.,
• Η δεύτερη ζώνη βρίσκεται από 500-800 μέχρι 5000-8000 μέτρα και
• Η τρίτη ζώνη που βρίσκεται από 5000-8000 μέχρι άπειρο.
Β 6. Η θέση του παρατηρητή, η οποία αναφέρεται στο υψόμετρο που βρίσκεται ο
παρατηρητής σε σχέση με το αντικείμενο που παρατηρεί και διαχωρίζεται σε:
• Κατώτερο παρατηρητή, όταν βρίσκεται χαμηλότερα από το επίπεδο του αντικειμένου.
• Κανονικό παρατηρητή, όταν βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με το αντικείμενο.
• Ανώτερο παρατηρητή, όταν βρίσκεται υψηλότερα από το επίπεδο του αντικειμένου.
• Κινούμενο παρατηρητή, όταν αλλάζει συνέχεια θέση σε σχέση με το τοπίο.
Β 7. Η κλίμακα, η οποία αναφέρεται στο μέγεθος ενός αντικειμένου, σε σχέση προς το
σύνολο του τοπίου ή προς το σώμα του ανθρώπου. Η απόσταση παρατήρησης επηρεάζει
σημαντικά την κλίμακα. Η κυριαρχία και το μέγεθος της εντύπωσης, που δημιουργεί κάθε
αντικείμενο εξαρτάται πολύ από την κλίμακά του.
Β 8. Ο χρόνος, ο οποίος αναφέρεται στη χρονική διάρκεια που ένας παρατηρητής παρατηρεί
ένα ενδιαφέρον σημείο ή ένα τμήμα του τοπίου. Εάν ο παρατηρητής παραμένει 5 λεπτά ή
περισσότερα σε μια θέση θέας, έχει τη δυνατότητα να διακρίνει όχι μόνο τις κύριες αντιθέσεις
στο τοπίο αλλά και τις δευτερεύουσες και όχι πιο ουσιαστικές. Το μάτι του ανθρώπου απαιτεί
χρόνο 3/10 του δευτερολέπτου, για να οριστικοποιήσει την οπτική εντύπωση του αντικειμένου
που βλέπει. Αυτό υποχρεώνει έναν οδηγό που κινείται με το αυτοκίνητο, να συγκεντρώνει την
προσοχή του σε συνεχώς λιγότερα αντικείμενα και μάλιστα σε αυτά που βρίσκονται μακρύτερα,
όσο αυξάνει η ταχύτητα κίνησής του.

27
3.3.1.2. Οπτική ανάλυση του τοπίου.

Από αναλύσεις που έγιναν σε επισκέπτες του δάσους, οι προτιμήσεις τους για ένα όμορφο
τοπίο, παρουσιάζουν ποσοστά υψηλότερα από κάθε άλλη δραστηριότητα. Γι΄αυτό και το τοπίο
που εξαιτίας της παρατήρησης από θέσεις που χρησιμοποιούνται έντονα από τους ανθρώπους θα
πρέπει να αναλυθεί και ως φυσικός πόρος από άποψη ποιότητας οπτικού περιβάλλοντος.
Ανάλυση είναι ο διαχωρισμός κάποιου υλικού, εικόνας ή έννοιας σε μέρη ή στοιχεία που
την αποτελούν, με στόχο την εξαγωγή συμπερασμάτων.
Για την οπτική ανάλυση και το σχεδιασμό των τοπίων (Α. Χατζηστάθης- Ι. Ισπικούδης
1992, σελ. 132), είναι απαραίτητη η απογραφή και η αξιολόγηση των οπτικών χαρακτηριστικών
τους και το σύστημά της θα πρέπει να:
α) καθορίζει τα κριτήρια για την αναγνώριση και ταξινόμηση της ποιότητας των οπτικών
πόρων του τοπίου (ζώνες απόστασης του τοπίου, κλάσεις ποικιλίας του τοπίου) καθώς και το
αισθητικό ενδιαφέρον του κοινωνικού συνόλου ( επίπεδα ευαισθησίας του τοπίου) και
β) αναγνωρίζει και καθορίζει τους οπτικούς ποιοτικούς στόχους διαχείρισης του τοπίου.

3.3.1.2.1. Οπτική τρωτότητα (ευαισθησία) του τοπίου.

Οι εργασίες εξόρυξης και οι δευτερεύουσες βοηθητικές εργασίες που αυτές χρειάζονται,


επιφέρουν αλλοιώσεις στο χαρακτήρα του τοπίου, τόσο έντονες, ώστε το τοπίο αλλάζει
ολοκληρωτικά τη φυσιογνωμία του.
Η οπτική τρωτότητα του τοπίου, αφορά το βαθμό ευπάθειάς του στις διάφορες επεμβάσεις
του ανθρώπου.
Ο Litton (1974) προτείνει μια μέθοδο με την οποία μπορεί να προβλεφθεί, σε ποιο σημείο
ένα τοπίο θα είναι περισσότερο τρωτό οπτικά ή και σε ποια θέση υπάρχει η δυνατότητα να
απορροφηθεί οποιαδήποτε αλλοίωση. Με τη μέθοδο αυτή αναγνωρίζονται τα αίτια της οπτικής
τρωτότητας και κατατάσσονται κατά σειρά τρωτότητας μερικά από τα πιο ευαίσθητα τμήματα
του τοπίου.
Κάποια τοπία είναι περισσότερο ευαίσθητα από άλλα. Είναι όμως δύσκολο να γίνει
διάκριση, γιατί ένα πλήθος χαρακτηριστικών μεταβλητών επιδρά πάνω τους. Είναι δυνατόν όμως
(Α. Χατζηστάθης- Ι. Ισπικούδης 1992, σελ. 133) να αναγνωρισθούν τρεις κύριες πηγές (αίτια)
οπτικής τρωτότητας των τοπίων :
α. Η παρουσία των συνθετικών τύπων τοπίου.
Τα πιο τρωτά (ευαίσθητα) τοπία είναι το τοπίο χαρακτηριστικών μορφών, το
περικλειόμενο τοπίο και το εστιακό τοπίο.
β. Η ύπαρξη ευαίσθητων τμημάτων μέσα σε ένα τοπίο.
Τα πιο τρωτά τμήματα, μέσα στο ίδιο το τοπίο είναι οι γραμμές, με κατά σειρά βαθμού
τρωτότητας τη γραμμή του ορίζοντα, τις γραμμές επαφής γης και νερού, τις γραμμές των που
σχηματίζονται από την επιφανειακή διάρθρωση της βλάστησης με το γυμνό έδαφος και τις
γραμμές που τείνουν να συγκεντρώσουν το βλέμμα του παρατηρητή σε ένα σημείο ή σε μία
μικρή επιφάνεια και οι θέσεις στο τοπίο, με πιο τρωτές τις υψηλότερες από ότι οι χαμηλότερες.
γ. Η δράση μεταβλητών παραγόντων, τόσο εξωτερικών, όσο και εσωτερικών του τοπίου.
Οι μεταβλητοί παράγοντες που δρουν πάνω στη οπτική τρωτότητα του τοπίου είναι το φως,
το κλίμα και η εποχή του έτους.
Οι εσωτερικοί παράγοντες είναι η κλίση, το έδαφος και η βλάστηση.

28
3.3.1.2.2. Απορροφητική ικανότητα του τοπίου.

Ως οπτική απορροφητική ικανότητα του τοπίου (Ο.Α.Ι) ορίζεται η σχετική, φυσική


ικανότητα ενός τοπίου να δέχεται οργανωμένες δραστηριότητες ανάπτυξης ή διαχείρισης και να
διατηρεί τον οπτικό του χαρακτήρα και την ακεραιότητα της ποιότητας της θέας του.
Οι παράγοντες (Α. Χατζηστάθης- Ι. Ισπικούδης 1992, σελ.140) που επηρεάζουν αυτή την
ικανότητα της γης ή του τοπίου να απορροφά τις τροποποιήσεις είναι:
• Η Κλίση. Όσο η κλίση αυξάνει, τόσο η Ο.Α.Ι. ελαττώνεται.
• Η Βλάστηση. Όσο η ποικιλομορφία της βλάστησης αυξάνει, τόσο η Ο.Α.Ι. αυξάνει.
• Η Απόσταση παρατήρησης. Όσο η απόσταση από τον παρατηρητή μέχρι μια περιοχή
αυξάνει, τόσο η Ο.Α.Ι. αυξάνει.
• Το Έδαφος. Όσο πιο σκουρόχρωμα είναι τα εδάφη και έχουν μικρότερη πιθανότητα
διάβρωσης, τόσο υψηλότερη η Ο.Α.Ι.
• Η Ποικιλότητα του τοπίου. Όσο η ποικιλία των διάφορων στοιχείων του τοπίου και των
χρήσεων γης αυξάνει, τόσο η Ο.Α.Ι. αυξάνει.
• Οι Ανθρώπινες δραστηριότητες. Όσο πιο πολλές δραστηριότητες (διάφορα έργα, δρόμοι,
κτίρια κ.λπ.) έχουν αναπτυχθεί σε ένα τοπίο, τόσο η Ο.Α.Ι. αυξάνει.
Η οπτική απορροφητική ικανότητα του κάθε τοπίου εκτιμείται από τους Α. Χατζηστάθη και
Ι. Ισπικούδη με ένα σύστημα βαθμολόγησης των παραγόντων που την επηρεάζουν. Η εκτίμηση
αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική γιατί δίνει τη δυνατότητα να σχεδιασθούν ρεαλιστικές
εναλλακτικές λύσεις για τη διαχείριση ενός τοπίου.
Η κλίση, η διάβρωση του εδάφους, το δυναμικό της αναγέννησης, η αντίθεση χρώματος του
εδάφους και η ποικιλότητα του τοπίου, βοήθησαν στην εκτίμηση της οπτικής απορροφητικής
ικανότητας και με τη χρήση τους δημιούργησαν το ακόλουθο σύστημα εκτίμησης της οπτικής
απορροφητικής ικανότητας για κάθε τοπίο

Ο.Α.Ι.= Κ ( Δ+ΑΒ+ΑΧ+Π )

Όπου:
Κ= κλίση
Δ= διάβρωση εδάφους
ΑΒ= δυναμικό αναγέννησης της βλάστησης
ΑΧ= αντίθεση χρώματος εδάφους
Π= ποικιλότητα του τοπίου
Η βαθμολόγηση του κάθε παράγοντα φαίνεται στον παρακάτω πίνακα 4 όπου ο
μεγαλύτερος βαθμός σημαίνει την υψηλότερη απορροφητική ικανότητα.

29
ΠΙΝΑΚΑΣ 4
Πηγή : (Α. Χατζηστάθης- Ι. Ισπικούδης 1992)

παράγοντας συνθήκες βαθμός


( Κ ) κλίση 0-5% κλίση 5
( κυρίαρχος και 6-15% ¨ 4
καθοριστικός παράγοντας ) 16-30% ¨ 3
31-60% ¨ 2
>60% ¨ 1
( Δ ) Διάβρωση εδάφους Χαμηλό δυναμικό διάβρωσης 3
Μέσο ¨ 2
Υψηλό ¨ 1
(ΑΒ) Δυναμικό Υψηλό δυναμικό αναγέννησης 3
αναγέννησης βλάστησης Μέσο ¨ 2
(καλυπτική ικανότητα ) Χαμηλό ¨ 1
( ΑΧ ) Αντίθεση Μικρή αντίθεση 3
χρώματος εδάφους Μέση ¨ 2
Μεγάλη ¨ 1
( Π ) Ποικιλότητα τοπίου Μεγάλη ποικιλότητα 3
Χρήσεις γης ( όπως βλάστησης, ανάγλυφου, υδάτινων
ορίζεται από τις κλάσεις μαζών 2
ποικιλίας ) Μέση ποικιλότητα 1
Μικρή ποικιλότητα ή καθόλου

Οι τιμές της οπτικής απορροφητικής ικανότητας ενός τοπίου είναι δυνατόν να ποικίλουν
από πολύ χαμηλές έως πολύ υψηλές, με αποτέλεσμα αυτή να εκτιμάται ως ακολούθως.
Πολύ χαμηλή = 4 – 15
Χαμηλή = 16 – 27
Μέση = 28 – 40
Υψηλή = 41 – 50
Πολύ υψηλή = 51 – 60
Με βάση αυτές τις εκτιμήσεις της Ο.Α.Ι., θα πρέπει να σχεδιάζεται οποιαδήποτε
δραστηριότητα ή και όποια τεχνικά έργα και κατασκευές κρίνονται απαραίτητα, έτσι ώστε να μην
αλλοιώνεται ο χαρακτήρας του τοπίου, αλλά με την τοποθέτησή τους στο χώρο, το υλικό
κατασκευής τους και την εμφάνιση και προβολή τους να τονίζουν, να συμπληρώνουν και να
βελτιώνουν την αισθητική εντύπωση των κύριων στοιχείων του.

3.3.1.2.3. Κλάσεις ποικιλίας του τοπίου (Κ.Π.Τ.).

Η ποικιλία στο τοπίο αναφέρεται στο πλούτο των διαφόρων αντικειμένων που υπάρχουν σε
αυτό, αναζητείται σε όλα τα χαρακτηριστικά του στοιχεία και είναι πάντα επιθυμητή, όταν
βρίσκεται σε δύο ακραίες περιπτώσεις, όπως το γυμνό έδαφος από τη μια μεριά και το έδαφος
που καλύπτεται από δάσος με συνεχή και πυκνή συγκόμωση από την άλλη.

30
Με βάση την προϋπόθεση , ότι τοπία με τη μεγαλύτερη ποικιλία έχουν την υψηλότερη αξία
και τα χαρακτηριστικά της περιοχής, που αναφέρονται σε φυσικά στοιχεία, ανάγλυφο, μορφές
βράχων και σχηματισμών, βλάστηση, λίμνες και ρεύματα ή ρυάκια, οι Α. Χατζηστάθης και Ι.
Ισπικούδης διέκριναν τρείς κλάσεις ποικιλίας, που προσδιορίζουν την ποιότητα θέας του τοπίου
και οι οποίες αναλύονται στον πίνακα 5.

ΠΙΝΑΚΑΣ 5
ΚΛΑΣΕΙΣ ΠΟΙΚΙΛΙΑΣ ΤΟΥ ΤΟΠΙΟΥ
Πηγή: (Α. Χατζηστάθης- Ι. Ισπικούδης 1992)
ΦΥΣΙΚΑ ΚΛΑΣΗ Α ΚΛΑΣΗ Β ΚΛΑΣΗ Γ
ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Ανάγλυφο Κλίσεις Κλίσεις μεταξύ 30- Κλίσεις μεταξύ 0-
μεγαλύτερες από 60% 30%
60%
Μορφές βράχων Μεγάλοι- Ορατοί αλλά όχι Μικροί ή
και σχηματισμών Κυρίαρχοι, κυρίαρχοι ανύπαρκτοι
Ασυνήθιστοι
Βλάστηση Μεγάλη ποικιλία Συνεχής με μικρή Συνεχής, χωρίς
στα είδη και στη ποικιλία στα είδη ξέφωτα και χωρίς
διάρθρωση. και στη διάρθρωση. υπόροφο
Ασυνήθιστη, Ώριμα δένδρα αλλά
Μνημειακά δένδρα ασήμαντα
Λίμνες 200στρ. ή 20-200στρ. μερική Μικρότερες των
μεγαλύτερες όχθες, ανομοιομορφία 20στρ. χωρίς
ανομοιόμορφες, στις όχθες, λίγες αντανακλάσεις ή
αντανακλάσεις αντανακλάσεις. ανομοιομορφία
μορφών, νησιά, Βλάστηση Β
παρόχθια βλάστηση κλάσης
Ρεύματα ή ρυάκια Καταρράκτες, Κοινά Εποχιακοί
μεταβαλλόμενη χαρακτηριστικά ξεροπόταμοι ή
ροή, μικρολίμνες, ροής και λίγοι μικρά ρέματα με
βοή, μαίανδροι μαίανδροι λίγα στοιχεία και
ίσως διαβρώσεις-
αποθέσεις

Οι κλάσεις αυτές είναι:


ΚΛΑΣΗ Α: Χαρακτηριστική διαφοροποίηση στοιχείων
ΚΛΑΣΗ Β: Κοινή διαφοροποίηση στοιχείων
ΚΛΑΣΗ Γ: Ελάχιστη διαφοροποίηση στοιχείων

31
3.3.1.2.4. Επίπεδα ευαισθησίας του τοπίου (Ε.Ε.Τ.).

Το επίπεδο ευαισθησίας του τοπίου αναφέρεται στο ενδιαφέρον των ανθρώπων για την
οπτική ποιότητα της θέας του.
Με βάση την ορατότητα του τοπίου από τους επισκέπτες μιας περιοχής, από πρωτεύοντες
και δευτερεύοντες δρόμους, από χώρους αναψυχής και από υδάτινες μάζες, οι Α. Χατζηστάθης
και Ι. Ισπικούδης καθόρισαν τρία επίπεδα ευαισθησίας, το καθένα από τα οποία προσδιορίζει
ένα διαφορετικό μέτρο ενδιαφέροντος τους.
Επίπεδο 1 – Υψηλή ευαισθησία = Μέγιστο ενδιαφέρον
Επίπεδο 2 – Μέση ή Μέτρια ευαισθησία = Μέτριο ενδιαφέρον
Επίπεδο 3 – Χαμηλή ή Ελάχιστη ευαισθησία = Ελάχιστο ή καθόλου ενδιαφέρον
Τα επίπεδα ευαισθησίας αναλύονται στον πίνακα 6.

ΠΙΝΑΚΑΣ 6
ΕΠΙΠΕΔΑ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑΣ ΤΟΥ ΤΟΠΙΟΥ
Πηγή: (Α. Χατζηστάθη- Ι. Ισπικούδη 1992)

Ορατό τοπίο από ΕΠΙΠΕΔΑ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑΣ


1 2 3
Πρωτεύοντες Τουλάχιστο το ¼ των Λιγότερο από το ¼
δρόμους, χώρους επισκεπτών δείχνουν των επισκεπτών
αναψυχής και ΜΕΓΙΣΤΟ δείχνουν ΜΕΓΙΣΤΟ
υδάτινες μάζες ενδιαφέρον για την ενδιαφέρον για την
ποιότητα θέας του ποιότητα θέας του
τοπίου τοπίου
Δευτερεύοντες Τουλάχιστο τα ¾ των Τουλάχιστο το ¼ και Λιγότεροι από το ¼
δρόμους, χώρους επισκεπτών δείχνουν όχι περισσότεροι από των επισκεπτών
αναψυχής και ΜΕΓΙΣΤΟ τα ¾ των επισκεπτών δείχνουν ΜΕΓΙΣΤΟ
υδάτινες μάζες ενδιαφέρον για την δείχνουν ΜΕΓΙΣΤΟ ενδιαφέρον για την
ποιότητα θέας του ενδιαφέρον για την ποιότητα θέας του
τοπίου ποιότητα θέας του τοπίου
τοπίου

3.3.1.2.5. Οπτικοί ποιοτικοί στόχοι (Ο.Π.Σ.).

Μετά την οπτική ανάλυση του τοπίου, καθορίζονται οι οπτικοί ποιοτικοί στόχοι, οι οποίοι
αναφέρονται στο είδος της διαχείρισης του τοπίου που πρέπει να γίνεται, μέσα στα όρια της
οπτικής απορροφητικής ικανότητάς του.
Οι οπτικοί ποιοτικοί στόχοι (Α. Χατζηστάθης- Ι. Ισπικούδης 1992 σελ.152) διακρίνονται
ως:
(Δ)- Διατήρηση ή Προστασία, η οποία διατηρεί τα στοιχεία του τοπίου όπως είναι και τα
αφήνει στη φυσική τους εξέλιξη.
(Σ)- Συγκράτηση ή Συντήρηση, η οποία επιτρέπει επεμβάσεις και διαχειριστικές
δραστηριότητες, που όμως δεν είναι οπτικά εμφανείς.

32
(ΜΣ)- Μερική Συγκράτηση ή Μερική Συντήρηση, στην οποία οι επεμβάσεις είναι εμφανείς,
αλλά υποτάσσονται στο τοπίο και κυριαρχούνται από τα φυσικά στοιχεία. Πρέπει να υπάρξει
κάλυψη μέσα σε ένα χρόνο.
(Τ)- Τροποποίηση, στην οποία οι επεμβάσεις κυριαρχούν, αλλά δανείζονται από το τοπίο.
Πρέπει να υπάρξει κάλυψη μέσα σε ένα χρόνο.
(ΜΤ)- Μέγιστη Τροποποίηση, στην οποία οι επεμβάσεις κυριαρχούν στο τοπίο αλλά σε
μεγάλη απόσταση θα πρέπει να φαίνεται ότι δανείζονται από αυτό. Πρέπει να υπάρξει κάλυψη
τουλάχιστον μέσα σε 5 χρόνια.
Σε περίπτωση που οι επεμβάσεις ξεπεράσουν τα όρια της απορροφητικής ικανότητας του
τοπίου, όπως συμβαίνει στα μεταλλεία τότε οδηγούμαστε στην:
(ΑΤ)- Ανεπίτρεπτη Τροποποίηση, στην οποία οι επεμβάσεις δεν σχετίζονται οπτικά με το
τοπίο, γεγονός που σημαίνει διαταραχή ή αλλοίωση του χαρακτήρα του. Οι επεμβάσεις αυτές θα
είναι ορατές για περισσότερα από 10 χρόνια.
Στην περίπτωση αυτή απαιτούνται δύο επιπρόσθετοι βραχυπρόθεσμοι οπτικοί ποιοτικοί
στόχοι, που είναι:
(Απ)- Αποκατάσταση, δηλ. επαναφορά στην προηγούμενη κατάσταση και
(Βε)- Βελτίωση, δηλ. έντονη επέμβαση, ώστε να επιτευχθεί ο επιθυμητός βαθμός
τελειότητας του τοπίου, βασισμένος σε φυσικά οικολογικά αλλά και κοινωνικά χαρακτηριστικά
της περιοχής.
Συνδυάζοντας τα δεδομένα των κλάσεων ποικιλίας, των επιπέδων ευαισθησίας, των ζωνών
απόστασης παρατήρησης του τοπίου, με τους οπτικούς ποιοτικούς στόχους (Σ-ΜΤ), οι Α.
Χατζηστάθης και Ι. Ισπικούδης δημιούργησαν τον πίνακα Οπτικών Ποιοτικών Στόχων (Ο.Π.Σ),
πίνακας 7, ο οποίος μπορεί να χρησιμοποιείται σαν απλός κανόνας στη διαχείριση ενός τοπίου.

33
ΠΙΝΑΚΑΣ 7
ΟΠΤΙΚΟΙ ΠΟΙΟΤΙΚΟΙ ΣΤΟΧΟΙ
Πηγή: (Α. Χατζηστάθης- Ι. Ισπικούδης 1992)

Επίπεδα ευαισθησίας
ο
1 επίπεδο 2ο επίπεδο 3ο
1 ζώνη 2 ζώνη 3 ζώνη 1 ζώνη 2 ζώνη 3 ζώνη επίπεδο
Κλάσεις Κλάση Α Σ Σ Σ ΜΣ ΜΣ ΜΣ ΜΣ
ποικιλίας Κλάση Β Σ ΜΣ ΜΣ ΜΣ Τ Τ Τ/ ΜΤ
Κλάση Γ ΜΣ ΜΣ Τ Τ Τ ΜΤ ΜΤ

Διάκριση του τοπίου σε κλάσεις ποικιλίας

Σ Συγκράτηση Κλάση Α Ωραίο τοπίο με μεγάλη ποικιλία


αισθητικών στοιχείων
ΜΣ Μερική Συγκράτηση Κλάση Β Μέτριο τοπίο με λίγα στοιχεία
Τ Τροποποίηση Κλάση Γ Τοπίο με τέλεια απουσία αισθητικών
στοιχείων
ΜΤ Μέγιστη τροποποίηση

1ο επίπεδο = Υψηλή ευαισθησία 1η ζώνη απόσταση = 0 έως 500-800 μ.


2ο επίπεδο = Μέτρια ευαισθησία 2η ζώνη απόσταση = 500 – 800 μ. έως 5000- 8000 μ.
3ο επίπεδο = Ελάχιστη ευαισθησία 3η ζώνη απόσταση = 5000- 8000 μ. έως άπειρο

34
3.4. Ενσωμάτωση χρήσεων στην αποκατάσταση
ανενεργού μεταλλείου.
Η επιφανειακή εξόρυξη μεταλλείων, με τις συνθήκες που έχει δημιουργήσει, μπορεί να
δώσει την ευκαιρία, με τον κατάλληλο σχεδιασμό, να αναπτυχθούν στο χώρο της δραστηριότητες
και χρήσεις, που δεν υπήρχαν πριν από αυτήν. Γεωργικές καλλιέργειες, δάση, λιβάδια, οικισμοί,
βιομηχανικές μονάδες, πανεπιστημιακές σχολές, νοσοκομεία, ανοιχτά θέατρα, χώροι για την
υγειονομική ταφή απορριμμάτων, οργανωμένοι χώροι αναψυχής για υπαίθριο γεύμα,
κατασκήνωση, θέσεις θέας, για πεζοπορία, για ορειβασία, για αναρρίχηση, γήπεδα για
αθλοπαιδιές και οργανωμένα σπορ, πάρκα, βοτανικοί κήποι και πολλές ακόμη, αν η καινούργια
τοπογραφική διαμόρφωση δημιουργήσει τις κατάλληλες συνθήκες για αυτές. Η ύπαρξη νερού
δίνει τη δυνατότητα να κατασκευασθούν κολυμβητήρια, να διαμορφωθούν τεχνητές λίμνες, όπου
με την κατασκευή των απαραίτητων εγκαταστάσεων, θα οργανωθούν δραστηριότητες αναψυχής
με βάση το νερό, όπως κολύμπι, ψάρεμα και λεμβοπλοΐα. Μπορούν να διαμορφωθούν υγρότοποι
για οικολογικούς σκοπούς, επιστημονικούς και αναψυχής.
Οι παράγοντες που περιορίζουν την επιλογή της μελλοντικής χρήσης του μεταλλευτικού
χώρου είναι η ύπαρξη εδαφικού νερού, η σύσταση του εδάφους, τα πιθανά προβλήματα
φυτοτοξικότητας και η κλίση του εδάφους.
Κλίσεις κάτω από 3%, δίνουν τις δυνατότητες για επιλογή περισσότερων μελλοντικών
χρήσεων. Κλίσεις μεταξύ 3% και 10% είναι κατάλληλες για χρήσεις κυρίως αναψυχής. Κλίσεις
πάνω από 10% είναι κατάλληλες για δάση και λιβάδια. Κλίσεις κάτω από 1% συνδέονται κυρίως
με τη δημιουργία υγροβιότοπων. Κλίσεις πάνω από 50% σπάνια έχουν οικονομική χρήση,
παρέχουν όμως συνθήκες για την κατοικία διαφόρων ειδών της πανίδας και για τη διατήρηση της
οικολογικής σταθερότητας.

3.4.1. Αξιοποίηση ανενεργών μεταλλείων για ανάπτυξη δάσους.

Με την καταστροφή του φυσικού δάσους από διάφορες αιτίες (εκχερσώσεις, πυρκαγιές,
υπερβόσκηση, ληστρικές υλοτομίες, μετάλλευση κ.λπ.) και αφού αυτό δεν μπορεί να αναγεννηθεί
φυσικά, επεμβαίνουμε, ιδρύοντας τεχνητό δάσος.
Δάσωση έχουμε όταν ιδρύουμε δάσος για πρώτη φορά σε εδάφη, τα οποία είτε
δημιουργήθηκαν πρόσφατα είτε μέχρι σήμερα δεν είχαν δάσος.
Αναδάσωση έχουμε όταν επανιδρύεται δάσος σε πρόσφατα ή και σε πριν από πολλά χρόνια
αποδασωθέντα εδάφη.
Πάντοτε η αναδάσωση πρέπει να γίνεται για την επίτευξη κάποιου σκοπού.
Σκοπός της αναδάσωσης πρέπει να είναι η ίδρυση ενός δάσους, με υψηλό βαθμό
ικανότητας αυτορρύθμισης, οικολογικής ισορροπίας και σταθερότητας, το οποίο μπορεί να
παράγει ξύλο μεγάλων διαστάσεων και καλής ποιότητας, σε συνδυασμό με μια υψηλή κοινωφελή
επίδραση, ήτοι να προστατεύει το έδαφος από τη διάβρωση, να ρυθμίζει την επιφανειακή
απορροή του νερού και κυρίως να προσφέρει αναψυχή και να ασκεί υγιεινή επίδραση.
Οι βασικές αρχές (Α. Χατζηστάθης- Σ. Ντάφης 1989 σελ.9) που πρέπει να τηρούνται,
προκειμένου μια αναδάσωση να πετύχει, είναι οι εξής:

35
Αρχή Ι. Μια επιτυχημένη αναδάσωση είναι δυνατή μόνο εκεί, όπου ο σταθμός θα μπορούσε
να αναδασωθεί και μόνος του φυσικά.
Αρχή ΙΙ. Η φυσική δάσωση αποτελεί το ιδεώδες αρχικό στάδιο της αναδάσωσης.
Αρχή ΙΙΙ. Η αναδάσωση πρέπει να ακολουθεί ή να εκμεταλλεύεται κατά το δυνατό τη
φυσική διαδοχή, να τη συντομεύει κατά το δυνατό και να την οδηγεί σε τρόπο ώστε να
ανταποκρίνεται καλύτερα στις δικές μας απαιτήσεις.
Αρχή ΙV. Κατά την αναδάσωση πρέπει να χρησιμοποιούνται κατά το δυνατό ενδημικά είδη.
Αρχή V. Κατά την αναδάσωση πρέπει να χρησιμοποιούνται προελεύσεις από όμοιους ή
ανάλογους σταθμούς με εκείνους της υπό αναδάσωση περιοχής.
Αρχή IV. Κατά την αναδάσωση πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και οι συνοικολογικές
συνθήκες.

3.4.1.1. Εκλογή δασοπονικών ειδών.

H σωστή εκλογή των δασοπονικών ειδών εξασφαλίζει κατά το μεγαλύτερο μέρος την
επιτυχία της αναδάσωσης. Τα προς εκλογή δασοπονικά είδη (Α. Χατζηστάθης- Σ. Ντάφης 1989,
σελ. 15) πρέπει να πληρούν τις εξής τρεις βασικές προϋποθέσεις:
1) Να είναι βιολογικά προσαρμοσμένα προς τις οικολογικές συνθήκες του σταθμού, στον
οποίο θα εισαχθούν.
2) Να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του τεθέντος δασοπονικού σκοπού.
3) Η εγκατάστασή τους και ο παραπέρα χειρισμός τους να είναι εύκολος χωρίς ιδιαίτερα
υψηλές δαπάνες.

3.4.1.1.1. 0ικολογική εκλογή.

Η συνισταμένη της επίδρασης των παραγόντων του περιβάλλοντος πάνω σε ένα


συγκεκριμένο τόπο, χαρακτηρίζεται σαν σταθμός.
Η γνώση των κλιματικών, τοπογραφικών, εδαφικών και βιοτικών παραγόντων του σταθμού
θα βοηθήσει στη σωστή εκλογή των δασοπονικών ειδών. Από τους κλιματικούς παράγοντες
ενδιαφέρουν η θερμοκρασία του αέρα (διακύμανση της μέσης θερμοκρασίας κατά μήνα,
διακύμανση της μέσης μέγιστης και ελάχιστης θερμοκρασίας κατά μήνα, η απόλυτα μέγιστη και
ελάχιστη θερμοκρασία του θερμότερου και ψυχρότερου μήνα αντίστοιχα, η εμφάνιση του πρώτου
και του τελευταίου παγετού), η σχετική υγρασία του αέρα (διακύμανση της σχετικής υγρασίας
του αέρα μέγιστη και ελάχιστη κατά μήνα), ο αέρας (διακύμανση της μέσης ταχύτητας του
ανέμου και της διεύθυνσής του κατά μήνα), η βροχή (ύψος και διάρκειά της κατά μήνα), η
ακτινοβολία, κ.λπ.. από τους τοπογραφικούς παράγοντες ενδιαφέρουν η γεωγραφική θέση, η
φυσιογνωμία, η έκθεση και η κλίση. Από τους εδαφικούς παράγοντες ενδιαφέρουν το βάθος του
εδάφους, η μηχανική σύσταση και δομή του, η οργανική ουσία, το PH και τα θρεπτικά συστατικά
του, η θερμοκρασία του, η στάθμη των υπογείων υδάτων, το μητρικό πέτρωμα κ.λπ.. Από τους
βιοτικούς παράγοντες ενδιαφέρουν τα συνοικούντα φυτά, τα ζώα που ζουν επάνω και μέσα στο
έδαφος και ο άνθρωπος.
Από τον Ντάφη καταρτίστηκαν πίνακες, οι οποίοι περιλαμβάνουν δασοπονικά είδη, τα
οποία έχουν τοποθετηθεί ανάλογα με τις βιολογικές τους ιδιότητες και κύρια με βάση τις
απαιτήσεις τους σε θερμοκρασία αέρα, υγρασία θρεπτικά συστατικά του εδάφους και της αντοχής
τους σε παγετούς.

36
3.4.1.1.1.1. Κλιματικοί παράγοντες.

Το φως, η θερμοκρασία, η υγρασία, η κίνηση του αέρα, και τα ατμοσφαιρικά


κατακρημνίσματα δεν επιδρούν μεμονωμένα πάνω στα φυτά, αλλά πάντοτε με άλλους
παράγοντες του περιβάλλοντος.
Οι κλιματικοί παράγοντες που επηρεάζουν και καθορίζουν την ανάπτυξη και εξάπλωση της
δασικής βλάστησης είναι η θερμοκρασία και το νερό. Με αριθμοδείκτες και κλιματικά
διαγράμματα τα οποία παίρνουν υπόψη τους δύο αυτούς παράγοντες μπορούμε να
χαρακτηρίσουμε το κλίμα μιας περιοχής
Για την περιοχή της Μεσογείου (Ντάφης Σ 1986, σελ. 119) δίνει καλά αποτελέσματα ο
τύπος (ομβροθερμικό πηλίκο) του Εmberger Q=100P/M2-m2 όπου Ρ= η ετήσια βροχόπτωση σε
χιλιοστά , Μ= η μέση τιμή των μέγιστων θερμοκρασιών του θερμότερου μήνα και m= η μέση
τιμή των ελάχιστων θερμοκρασιών του ψυχρότερου μήνα του έτους.
Όσο μικρότερος είναι ο δείκτης Q, τόσο ξηρότερο είναι το κλίμα.
Για την περιοχή της Μεσογείου ο Εmberger διακρίνει επτά βιοκλίματα:
1. Μεσογειακό πολύ ξηρό κλίμα
2. Μεσογειακό ξηρό κλίμα
3. Μεσογειακό ημίξηρο κλίμα
4. Μεσογειακό ύφυγρο κλίμα
5. Μεσογειακό υγρό κλίμα
6. Μεσογειακό υπέρυγρο κλίμα και
7. Μεσογειακό κλίμα υψηλών ορέων.
Τα επί μέρους αυτά βιοκλίματα υποδιαίρεσε σε πέντε παραλλαγές:
o θερμό
o εύκρατο
o δροσερό
o ψυχρό και
o πολύ ψυχρό.
Την υποδιαίρεση αυτή έκανε με βάση τιμή των ελαχίστων θερμοκρασιών του ψυχρότερου
μήνα (m0 C) ως εξής:

>70C = Θερμό, χειμώνας θερμός χωρίς παγετούς.


30 C >70C = Εύκρατο, χειμώνας ήπιος, παγετοί σπάνιοι.
00C >30C = Δροσερό, χειμώνας ψυχρός, παγετοί συχνοί.
-100 C >00C = Ψυχρό, χειμώνας δριμύς, παγετοί συχνοί διαρκείας.
<-100C = Πολύ ψυχρό, χειμώνας πολύ δριμύς, παγετοί παρατεταμένοι.

Οι Gaussen και Bagnouls απεικονίζουν σε ένα διάγραμμα, που καλείται ομβροθερμικό


διάγραμμα, την πορεία μήνα προς μήνα, της μέσης μηνιαίας θερμοκρασίας σε 00C και του μέσου
μηνιαίου ύψους βροχής σε χιλιοστά. Για την καμπύλη των θερμοκρασιών πήραν μια κλίμακα
διπλάσια από εκείνη του όμβρου (50C αντιστοιχούν σε 10 χιλιοστά βροχής). Η περίοδος κατά την
οποία η καμπύλη του όμβρου βρίσκεται χαμηλότερα από την καμπύλη της θερμοκρασίας
θεωρείται ως ξηρή περίοδος.

37
Ηλιακή ακτινοβολία
Στα φύλλα των φυτών πραγματοποιείται η λειτουργία της φωτοσύνθεσης, κατά την οποία
τα φυτά παράγουν ενέργεια, η οποία είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της ζωής όλων των
οργανισμών της γης και εξασφαλίζει την ισορροπία στην ατμόσφαιρα σε οξυγόνο και διοξείδιο
του άνθρακα. Για τη λειτουργία της φωτοσύνθεσης τα φυτά χρησιμοποιούν την ηλιακή
ακτινοβολία..
Όλα τα δασοπονικά είδη δεν έχουν τις ίδιες απαιτήσεις σε φως. Ανάλογα με τις απαιτήσεις
σε φως (Ντάφης Σ 1986, σελ. 54), αυτά κατατάσσονται σε:
• φωτόφυτα,
• σκιόφυτα ή σκιανθεκτικά και
•ημισκιόφυτα είδη.
Τα φωτόφυτα είδη έχουν ανάγκη από ολόκληρο το ημερήσιο φως και αντέχουν σε ελαφρά
μόνο σκίαση. Φωτόφυτα είδη είναι η λάρικα, η σημύδα, η χαλέπιος πεύκη, η τραχεία πεύκη, η
ψευδακακία, η κλήθρα, ο φράξος, το κυπαρίσσι κ.λπ.
Τα σκιόφυτα ή σκιανθεκτικά είδη έχουν ανάγκη από ολόκληρο ή και λιγότερο από
ολόκληρο το ημερήσιο φως για την πλήρη ανάπτυξη τους, αντέχουν για μεγάλο διάστημα στη
σκίαση και όταν ελευθερωθούν εξελίσσονται κανονικά. Σκιόφυτα ή σκιανθεκτικά είδη είναι η
οξιά, η ελάτη, ο ίταμος κ.λπ.
Τα ημισκιόφυτα είδη αντέχουν σε μικρή ηλικία σε αρκετή ισχυρή σκίαση και ανάλογα με
το σταθμό πλησιάζουν άλλοτε προς τα φωτόφυτα και άλλοτε προς τα σκιόφυτα. Τέτοια είδη είναι
η μαύρη πεύκη, η αριά η καστανιά, η ψευδοτσούγκα, η ερυθρελάτη κ.λπ.
Από τους θάμνους οι περισσότεροι είναι σχετικά φωτόφυτα είδη. Φωτόφυτοι θάμνοι είναι
το πουρνάρι, το σπάρτο, το βιβούρνο, ο κράταιγος, το φιλίκι κ.λπ.
Σκιόφυτοι θάμνοι είναι το πυξάρι, το αρκουδοπούρναρο κ.λπ.
Ημισκιόφυτοι θάμνοι είναι η λεπτοκαρυά, η κρανιά, το λιγούστρο, ο ευώνυμος, το
αγιόκλημα κ.λπ.
Αντίθετα με τους θάμνους τα περισσότερα φυτά της παρεδαφιαίας βλάστησης είναι
συνήθως ανθεκτικά στη σκιά, δηλαδή σκιόφυτα. Τυπικά φυτά της παρεδαφιαίας βλάστησης με
μικρές απαιτήσεις σε φως είναι τα: Sanicula europaea, Gallium odoratum, Rubbia peregrine,
Melica uniflora, Festuca heterophylla, Poa nemoralis, Daphne laureola, Lathyrus niger, Lathyrus
inermis, Mercurialis perennis, Hedera helix κ.λπ.
Θερμοκρασία του αέρα.
Η εξάπλωση και ευδοκίμηση των δασοπονικών ειδών εξαρτάται σημαντικά από τη
θερμοκρασία του αέρα.
Ανάλογα με τις απαιτήσεις τους σε θερμοκρασία τα δασοπονικά είδη κατατάσσονται σε
ψυχρόβια, λιγότερο ψυχρόβια, θερμόβια και λιγότερο θερμόβια είδη (Ντάφης Σ 1986, σελ. 60).
Ψυχρόβια είδη είναι η σημύδα, η δασική πεύκη, η ερυθρελάτη, η λευκόδερμος πεύκη, η
βαλκανική πεύκη κ.λπ.
Λιγότερο ψυχρόβια είδη είναι η λεύκη ελάτη, η υβριδογενής ελάτη, η μαύρη πεύκη, η
δασική οξιά, η ποδισκοφόρος δρυς, ο ίταμος, κ.λπ.
Θερμόβια είδη είναι η βελανιδιά, τα κυπαρίσσια, το πουρνάρι, η χαλέπιος πεύκη, η τραχεία
πεύκη, η αριά, η κουμαριά, το φιλίκι, η χαρουπιά κ.λπ.
Λιγότερο θερμόβια είδη είναι η ανατολική οξιά, η καστανιά, η πεδινή φτελιά, η χνοώδης
δρυς, ο ανατολικός γαύρος κ.λπ.
Η θερμοκρασία του αέρα ασκεί σημαντική επίδραση στις φυσιολογικές λειτουργίες
(αφομοίωση και αύξηση) των φυτών. Σε θερμοκρασίες αέρα κάτω από 0-50 C τα δασοπονικά
38
δένδρα δεν αφομοιώνουν. Σε θερμοκρασίες αέρα μεταξύ 20-300 C, παρατηρείται στα δασοπονικά
δένδρα η μεγαλύτερη καθαρή αφομοίωση. Σε θερμοκρασίες αέρα πάνω από 40-500 C η
αφομοίωση υπολείπεται της αναπνοής.
Οι χαμηλές θερμοκρασίες (θερμοκρασίες κάτω από 0° C) όταν εμφανίζονται κατά τη
διάρκεια του χειμώνα, πολύ σπάνια προκαλούν σοβαρές ζημίες στα δένδρα. Όταν αυτές
εμφανίζονται το φθινόπωρο, στα δένδρα μπορεί να παρατηρηθεί καταστροφή του επικόρυφου και
των πλάγιων βλαστών. Ευπαθή δένδρα στις χαμηλές θερμοκρασίες του φθινοπώρου είναι οι
δρύες και η ψευδοτσούγκα. Όταν όμως αυτές εμφανίζονται την άνοιξη, τότε τα δένδρα είναι
περισσότερο ευπαθή. Φωτόφυτα είδη τα οποία εκπτύσσουν όψιμα τους οφθαλμούς, είναι πολύ
ευπαθή στις χαμηλές θερμοκρασίες της άνοιξης, ιδιαίτερα στη νεαρή ηλικία. Τέτοια είδη είναι οι
δρύες και η φράξος. Σκιόφυτα είδη όπως η οξιά, η ελάτη, ο ίταμος και η ερυθρελάτη είναι και
αυτά ευπαθή για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Όλα τα φωτόφυτα είδη, τα οποία εκπτύσσουν ενωρίς
τους οφθαλμούς τους την άνοιξη είναι ανθεκτικά στις χαμηλές θερμοκρασίες, όπως η σημύδα, η
ιτιά και η δασική πεύκη.
Οι υψηλές θερμοκρασίες αέρα, μεγαλύτερες από 50° C, προκαλούν καταστροφή του
πρωτοπλάσματος και νέκρωση των βλαστικών οργάνων των δένδρων. Φυτά τα οποία αντέχουν
στις ψηλές θερμοκρασίες ( καύσωνα), είναι η κουμαριά, ο φράξος, η δάφνη, το λιγούστρο, το
φιλίκι, η κοκορεβιθιά, η αριά, το πουρνάρι κ.λπ.
Ατμοσφαιρικά κατακρημνίσματα
Τα ατμοσφαιρικά κατακρημνίσματα (βροχή, χιόνι) αποτελούν τη βασική πηγή τροφοδοσίας
του εδάφους σε νερό. Το νερό του εδάφους προσλαμβάνουν κυρίως τα δασοπονικά είδη και με
τον τρόπο αυτό αυξάνουν. Το χιόνι, το χαλάζι, ο αργυρόπαγος και οι παγοκρύσταλλοι μπορούν
να προκαλέσουν ζημίες σε δασοπονικά είδη. Η δρόσος έχει σημασία στα ξηρά περιβάλλοντα.
Με βάση την ημερήσια διαπνοή των δασοπονικών ειδών, τα πλατύφυλλα καταναλώνουν
περισσότερο νερό από τα κωνοφόρα, τα φωτόφυτα είδη τόσο τα πλατύφυλλα, όσο και τα
κωνοφόρα, καταναλώνουν περισσότερο νερό από τα αντίστοιχα σκιόφυτα είδη.
Στα δασοπονικά είδη και στη βλάστηση γενικότερα μεγάλη σημασία έχει το συνολικό ύψος
βροχής που πέφτει κατά τη διάρκεια του έτους. Μεγαλύτερη ακόμη σημασία έχει η κατανομή της
και ιδιαίτερα αυτή που πέφτει κατά τη διάρκεια της βλαστικής της περιόδου. Σημασία έχει επίσης
και ο τρόπος (ένταση και διάρκεια), η οποία αυτή πέφτει. Βροχή με μέτρια ένταση και μεγάλη
διάρκεια είναι η πιο ευνοϊκή για αυτή.
Υγρασία αέρα
Η ποσότητα των υδρατμών του ατμοσφαιρικού αέρα, ονομάζεται υγρασία του αέρα. Αυτή
εκφράζεται με διάφορους τρόπους, είτε ως απόλυτη υγρασία, είτε ως σχετική υγρασία, είτε ως
κοροπλήρωμα είτε ως τάση υδρατμών, είτε ως ειδική υγρασία.
Η χαμηλή υγρασία του αέρα, ασκεί δυσμενή επίδραση στα φυτά γιατί εντείνει τη διαπνοή
τους, και την εξάτμιση του εδαφικού νερού στα ανώτερα στρώματα του εδάφους.
Η υψηλή υγρασία του αέρα ασκεί δυσμενή επίδραση στα φυτά γιατί παρεμποδίζει τη
διαπνοή και έμμεσα το μεταβολισμό τους.
Τα φυτά έχουν διάφορες απαιτήσεις ως προς την υγρασία του αέρα. Άλλα χρειάζονται
υψηλή υγρασία αέρα για να ευδοκιμήσουν, ενώ άλλα αντέχουν σε χαμηλή υγρασία. Ανάλογα με
τις απαιτήσεις τους σε υγρασία αέρα (Ντάφης Σ. 1986, σελ. 98), τα δασοπονικά είδη
κατατάσσονται με φθίνουσα σειρά απαιτήσεων, όπως παρακάτω :
Πλατύφυλλα: κλήθρα, ποδισκοφόρος δρυς, φτελιά, φράξος, ορεινή σφένδαμος, δασική
οξιά, γαύρος βετουλοειδής, απόδισκος δρυς, καστανιά, πεδινή σφένδαμος, σορβιά η αρία,
χνοώδης δρυς, αριά, πρίνος.
39
Κωνοφόρα: ερυθρελάτη, ψευδοτσούγκα, ελάτη, παραθαλάσσια πεύκη, μαύρη πεύκη,
δασική πεύκη, χαλέπιος πεύκη.
Αέρας
Ο αέρας επιδρά πάνω στα φυτά, εντείνοντας τη διαπνοή τους, κατά την οποία προκαλείται
ισχυρή αφαίρεση του νερού από το έδαφος, ιδιαίτερα στην αυξητική τους περίοδο, όπου αυτός
είναι ισχυρός (Αύγουστος) και προκαλώντας ορισμένες ζημίες στα όργανά τους.
Από τα δασοπονικά είδη θεωρούνται (Ντάφης Σ 1986, σελ. 109) σαν ανθεκτικά στους
ισχυρούς ανέμους, οι δρύες, η ορεινή σφένδαμος, η λάρικα και τα είδη πεύκης, σαν μετρίως
ανθεκτικά, η φιλύρα, η οξιά και τα περισσότερα από τα πλατύφυλλα. Η ελάτη είναι ευπαθής στις
ανεμοθλασίες και στις ανεμορριψίες, ενώ η ερυθρελάτη είναι το περισσότερο ευπαθές
δασοπονικό είδος.

3.4.1.1.1.2. Εδαφικοί παράγοντες

Δασικό έδαφος (Ντάφης Σ 1986, σελ. 128) είναι εκείνο το τμήμα του γήινου φλοιού, το
οποίο χρησιμεύει σαν φορέας και μέσο διατροφής της δασικής βλάστησης, συνίσταται από
ανόργανα και οργανικά συστατικά, διϋφαίνεται από εναλλασσόμενα μερίδια νερού και αέρα,
κατοικείται από ζωντανούς οργανισμούς και έχει εδαφογενετικούς παράγοντες, οι οποίοι δεν
επιδρούν σε άλλα εδάφη, τη δασική φυλλάδα, τις ρίζες των δασικών δένδρων και ειδικούς
οργανισμούς που η υπόστασή τους εξαρτάται από τη δασική βλάστηση.
Το είδος και η ανάπτυξη των φυτών καθορίζεται από τις φυσικές, χημικές και βιολογικές
ιδιότητές του.
Στις φυσικές ιδιότητες του εδάφους περιλαμβάνονται το βάθος, η κοκκομετρική ή μηχανική
σύσταση, η δομή, η πυκνότητα, το πορώδες, η αεροϊκανότητα, ο αερισμός, η συνεκτικότητα, το
χρώμα και η θερμοκρασία.
Βάθος
Το βάθος του εδάφους επηρεάζει την καταλληλότητα του τόπου για τα διάφορα δασοπονικά
είδη και την παραγωγικότητά του. Για την ταξινόμηση του βάθους των δασικών εδαφών
(Παπαμίχος Ν. 1990, σελ. 90) προτείνεται το παρακάτω σύστημα:

α. Πολύ αβαθές <0,15 μέτρα


β. Αβαθές 0,15-0,30 »
γ. Μετρίως βαθύ 0,30-0,60 »
δ. Βαθύ 0,60-1,20 »
ε. Πολύ βαθύ >1,20 »
Κοκκομετρική ή μηχανική σύσταση
Η κοκκομετρική ή μηχανική σύσταση του εδάφους καθορίζεται από την εκατοστιαία κατά
βάρος ποσότητα των διαφόρων κατηγοριών μεγέθους κόκκων, οι οποίοι είναι κάτω από τα 2
mm. Το νερό το οποίο μπορούν να συγκρατήσουν τα εδάφη, όπως και η παραγωγικότητά τους,
εξαρτάται από την περιεκτικότητά τους σε ιλύ και άργιλο.

40
Δομή
Η δομή του εδάφους αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο οι κόκκοι του εδάφους είναι
συνδεδεμένοι και τοποθετημένοι μεταξύ τους στο έδαφος. Η αύξηση των φυτών εξαρτάται από
αυτή, γιατί τροποποιεί σημαντικές οικολογικές επιδράσεις της μηχανικής σύστασης, επηρεάζει τις
σχέσεις υγρασίας και αερισμού στο έδαφος, το βαθμό διάβρωσής του, καθώς και άλλες ιδιότητές
του.
Φαινομενική πυκνότητα
Η φαινομενική πυκνότητα αναφέρεται στο ξηρό βάρος της μονάδας όγκου του εδάφους,
όπως αυτό βρίσκεται στη φυσική του κατάσταση. Αποτελεί δείκτη για τη δομή του εδάφους, τον
όγκο των πόρων του, τη διήθηση και αποστράγγισή του, τον αερισμό του και την περιεκτικότητά
του σε οργανική ουσία. Όσο μικρότερη είναι, τόσο καλύτερες είναι οι συνθήκες για την ανάπτυξη
των δασοπονικών ειδών.
Πορώδες
Το πορώδες του εδάφους αναφέρεται στο εκατοστιαίο ποσοστό του όγκου του εδάφους σε
φυσική κατάσταση, που δεν καταλαμβάνεται από στερεά συστατικά (οργανικά και ανόργανα).
Επηρεάζει την αύξηση της βλάστησης, γιατί επηρεάζει την ποσότητα του αέρα, την ικανότητα
συγκράτησης του νερού και τον αερισμό του εδάφους. Για την ανάπτυξη της βλάστησης, ως
ευνοϊκότερο πορώδες, θεωρείται το ποσοστό μεταξύ 55% και 65%.
Αεροϊκανότητα
Η αεροϊκανότητα του εδάφους αναφέρεται στο ποσό του αέρα που παραμένει στους πόρους
του, όταν αυτό κορεσθεί με νερό και αφεθεί να στραγγίσει για 24 ώρες. Εκφράζεται σε
εκατοστιαίο ποσοστό όγκου εδάφους σε φυσική κατάσταση. Για την ανάπτυξη της βλάστησης, ως
ευνοϊκότερη τιμή αεροϊκανότητας, θεωρείται το ποσοστό μεταξύ 30% και 35%.
Αερισμός
Ο αερισμός του εδάφους αναφέρεται στην ανταλλαγή του αέρα του, με τον αέρα της
ατμόσφαιρας. Τα εδάφη που αποστραγγίζονται καλά , έχουν καλό αερισμό και καλή ανάπτυξη
της βλάστησης.
Συνεκτικότητα
Η συνεκτικότητα του εδάφους αναφέρεται στο είδος και το βαθμό συνοχής και συνάφειας
που έχουν οι κόκκοι του. Το καλύτερο έδαφος από άποψη συνεκτικότητας, για την ευνοϊκότερη
ανάπτυξη της βλάστησης, είναι αυτό που σκορπάει όταν το πιέζουμε ελαφρά με τα δάκτυλά μας
και δεν κολλάει στα χέρια ή στα μηχανήματα, όταν είναι νωπό.
Χρώμα εδάφους
Το χρώμα του εδάφους έχει σημασία στην εκτίμηση, ορισμένων ιδιοτήτων του εδάφους
(γεωλογική προέλευση, βαθμός αποσάθρωσης μητρικού υλικού, βαθμός οξείδωσης ή αναγωγής,
περιεκτικότητα σε χούμο) και της γενικής του κατάστασης.
Θερμοκρασία
Η θερμοκρασία του εδάφους αποτελεί σημαντικό παράγοντα στην εξέλιξή του και στη
συμπεριφορά του σαν μέσο στο οποίο αναπτύσσονται τα φυτά. Επηρεάζει τη φύτρωση των
σπόρων, την αύξηση των φυτών, τους μικροοργανισμούς του εδάφους, την αποσύνθεση και
χουμοποίηση των οργανικών υπολειμμάτων, την αποσάθρωση των ορυκτών, τη δομή του, το
νερό και τον αέρα του. Συμπεράσματα για τη θερμοκρασία του εδάφους βγαίνουν από την
εκτίμηση, ιδιοτήτων του εδάφους όπως τη μηχανική σύσταση, τη δομή, την πυκνότητα, το
χρώμα, την περιεκτικότητα σε οργανική ουσία, την αποστράγγιση, καθώς και από το είδος και
την ανάπτυξη της φυσικής βλάστησης.

41
Τα κολλοειδή του εδάφους αποτελούνται από την άργιλο και το χούμο, στα οποία
συμβαίνει το σύνολο σχεδόν των χημικών αντιδράσεων. Είναι αρνητικά φορτισμένα και με την
ικανότητα προσρόφησης και εναλλαγής που έχουν, συγκρατούν στην επιφάνειά τους κατιόντα, τα
οποία ανταλλάσουν με άλλα κατιόντα, συμβάλλοντας στην αποσάθρωση των πετρωμάτων, στο
σχηματισμό των ορυκτών της αργίλου, στο σχηματισμό του εδάφους, στην απώλεια θρεπτικών
στοιχείων και στην πρόσληψή τους από το ριζικό σύστημα των φυτών.
Αντίδραση (pH)
Η αντίδραση του εδάφους αναφέρεται στη σχέση μεταξύ των ποσοστών των ιόντων Η+ και
ΟΗ- του. Όταν στο εδαφικό διάλυμα επικρατούν τα ιόντα Η+ το έδαφος είναι όξινο, όταν
επικρατούν τα ιόντα ΟΗ- είναι αλκαλικό και όταν έχουμε την ίδια συγκέντρωση ιόντων Η+ και
ΟΗ- είναι ουδέτερο. Η αντίδραση του εδάφους επηρεάζει την αύξηση των φυτών, ασκώντας
επίδραση στη διαλυτότητα και στη δυνατότητα πρόσληψης των θρεπτικών συστατικών από αυτά,
στους μικροοργανισμούς του εδάφους και στις φυσικές ιδιότητές του. Η περιοχή της αντίδρασης
του εδάφους που εξασφαλίζει της καλύτερες συνθήκες διαλυτότητας και διαθεσιμότητας των
περισσότερων θρεπτικών στοιχείων είναι αυτή μεταξύ 5,0 και 7,5.
Γονιμότητα
Η γονιμότητα του εδάφους αναφέρεται στην φυσική δυνατότητά του, να παρέχει στα φυτά,
τα απαραίτητα θρεπτικά στοιχεία, σε ποσότητες που να τα ικανοποιούν και σε κατάλληλη
αναλογία. Τα θρεπτικά στοιχεία του εδάφους είναι το άζωτο (Ν), ο φωσφόρος (Ρ), το κάλιο (Κ),
το ασβέστιο (C), το μαγνήσιο (Μg), το θείο (S) και ορισμένα μικροστοιχεία ή ιχνοστοιχεία που
σπουδαιότερα είναι ο σίδηρος (Fe), το μαγγάνιο (Mg), ο ψευδάργυρος (Ζn), ο χαλκός (Cu) και το
βόριο (Β). Εκτιμώντας τη γονιμότητα με διάφορους τρόπους (προσδιορισμός συγκέντρωσης
θρεπτικών στοιχείων στα φυτά ή στο έδαφος ,προσδιορισμός της αύξησης των φυτών ή τμημάτων
τους), μπορούμε με προσθήκη λιπασμάτων να εφοδιάσουμε το έδαφος με θρεπτικά στοιχεία,
προκειμένου στα φυτά να μην παρουσιαστεί περιορισμός στην ανάπτυξή τους.
Η κατάταξη των δασοπονικών ειδών ανάλογα με τις απαιτήσεις τους σε θρεπτικά
συστατικά (Ντάφης Σ 1986, σελ. 151) έχει ως εξής:
Πολύ απαιτητικά: υψηλή φράξος, ορεινή σφένδαμος, ορεινή φτελιά, καρυδιά, υβρίδια
λεύκης κ.λπ.
Απαιτητικά: οξιά, λευκή ελάτη, λάρικα, ερυθρελάτη, καστανιά, πεδινή φτελιά, φιλύρα,
ευκάλυπτοι, πλατανοειδής σφένδαμος κ.λπ.
Μετρίως απαιτητικά: υβριδογενής ελάτη, πλατύφυλλος δρυς, οστριά, αριά, πεδινή
σφένδαμος, φράξος η όρνος κ.λπ.
Ολιγαρκή: σημύδα, πρίνος, χνοώδης δρυς και τα είδη πεύκης (δασική, μαύρη, χαλέπιος,
τραχεία, κουκουναριά, λευκόδερμος).
Μητρικό πέτρωμα
Η επίδραση του μητρικού πετρώματος στο σχηματισμό των εδαφών είναι σημαντική για το
είδος τους, αφού αυτά είναι προϊόντα αποσάθρωσής του και γιατί ένα μέρος του ριζικού
συστήματος των δένδρων βρίσκεται μέσα σε αυτό, χωρίς να παραβλέπεται και η επίδραση του
κλίματος και της βλάστησης, η οποία είναι μεγάλη. Η επίδραση του μητρικού πετρώματος στο
σχηματισμό των εδαφών εξαρτάται από την ορυκτολογική σύσταση, την υφή και τη δομή του
πετρώματος. Τα περισσότερο διαδεδομένα πετρώματα στην Ελλάδα είναι οι σκληροί
ασβεστόλιθοι, οι μαλακοί ασβεστόλιθοι (μάργες), οι σχιστόλιθοι, ο γρανίτης, ο περιδοτίτης, ο
οφείτης και ο φλύσχης.

42
Οργανική ουσία
Η οργανική ουσία του εδάφους αναφέρεται στα πρόσφατα και μερικώς αποσυντιθέμενα
φυτικά και ζωικά υπολείμματα, τα οποία συναντάμε στην επιφάνειά του και στο χούμο. Χούμος
(Scheflen 1956, κατά Ντάφη Σ 1986, σελ. 152) είναι το σύνολο της οργανικής ουσίας, η οποία
βρίσκεται πάνω ή μέσα στο έδαφος και η οποία υπόκειται σε συνεχείς διεργασίες αποσύνθεσης
και σύνθεσης νέων ουσιών. Η φυλλάδα των πλατύφυλλων ειδών, αποσυντίθεται και συνεπώς
χουμοποιείται ευκολότερα από τη φυλλάδα των βελονών των κωνοφόρων. Η ύπαρξη οργανικής
ουσίας στο έδαφος αποτελεί προστατευτική ασπίδα απέναντι στη διάβρωσή του και δείκτη
γονιμότητάς του. Βελτιώνει τη δομή του, τον αερισμό του, αυξάνει την υδατοϊκανότητά του, τη
δράση των μικροοργανισμών του, βοηθάει στη διατήρηση των θρεπτικών ουσιών του, περιορίζει
τις απότομες μεταβολές της αντίδρασής του και ευνοεί το σχηματισμό μυκόρριζας.
Μυκόρριζα.
Η μυκόρριζα αναφέρεται στις συμβιώσεις που σχηματίζουν οι μύκητες με τις ρίζες πολλών
δένδρων. Φυτά με μυκόρριζα έχουν αυξημένη επιφάνεια ριζικού συστήματος, με αποτέλεσμα
μεγαλύτερη ικανότητα πρόσληψης από τον ξενιστή θρεπτικών συστατικών και νερού σε
ποσότητες που δεν θα ήταν εφικτές χωρίς την ανάπτυξη της μυκόρριζας. Οι υφές του μύκητα
προμηθεύουν τον ξενιστή αυξίνες, οι οποίες επηρεάζουν σημαντικά την αύξηση και την επιβίωσή
του. Τα φυτά γίνονται ανθεκτικότερα σε παθογόνα και τοξίνες και μπορούν να ανταπεξέλθουν σε
ακραία περιβαλλοντικά φαινόμενα (ξηρασία). Τα δασοπονικά είδη, τα οποία δημιουργούν
πάντοτε με τους μύκητες συμβιώσεις (Ντάφης Σ 1986, σελ. 160) είναι οι δρύες, η οξιά, ο γαύρος
και όλα σχεδόν τα είδη των κωνοφόρων. Τα δασοπονικά είδη όπως η σημύδα, η ορεινή φτελιά, η
αχλαδιά, η ιτιά, ο σφένδαμος, η λεπτοκαρυά, η φιλύρα, η κλήθρα, η λεύκη, οι λεύκες, η πεδινή
φτελιά, η αγριομηλιά, η αγριοσουρβιά, η βουρβουλιά δεν δημιουργούν ισχυρές συμβιώσεις. Η
ψευδακακία, η γκλεντίτσια και οι ευκάλυπτοι δεν δημιουργούν συμβιώσεις.
Υγρασία
Η υγρασία του εδάφους αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες για την
ανάπτυξη της βλάστησης. Πέρα από την ανάπτυξη της βλάστησης, η υγρασία του εδάφους
επηρεάζει και πολλούς σημαντικούς παράγοντες του περιβάλλοντος καθώς και διάφορες φυσικές,
χημικές και βιολογικές ιδιότητές του, όπως τη θερμοκρασία του, τον αερισμό του, τη
μικροβιολογική δραστηριότητα, την πρόσληψη των θρεπτικών συστατικών και τη συγκέντρωση
δηλητηριωδών ουσιών. Για να εκτιμήσουμε τις συνθήκες υγρασίας του εδάφους και τη
δυνατότητα εγκατάστασης και ανάπτυξης της δασικής βλάστησης (Παπαμίχος Ν. 1990, σελ.
153), θα πρέπει να εξετάζονται:
α) το ετήσιο ύψος κατακρημνισμάτων και η διακύμανσή τους
β) το ύψος βροχής κατά την αυξητική περίοδο Μαΐου-Σεπτεμβρίου και η ετήσια
διακύμανσή του
γ) η μηχανική σύσταση, η δομή, η περιεκτικότητα σε λίθους και η οργανική ουσία του
εδάφους
δ) το βάθος του εδάφους και η κατάσταση του μητρικού υλικού ή πετρώματος
ε) η ύπαρξη στρωμάτων με διαφορετική μηχανική σύσταση και το βάθος στο οποίο
παρατηρούνται αυτά
στ) η τοπογραφία της περιοχής, ράχη ή κοιλάδα, νότια ή βόρια έκθεση, ισχυρή ή ήπια
κλίση.
Τα μέτρα που παίρνουμε), όταν αναδασώνουμε ξηρές περιοχές, για να αντιμετωπίσουμε τις
δυσμενείς συνθήκες (Παπαμίχος Ν. 1990, σελ. 155) είναι:
α) εκλογή δασοπονικού είδους, το οποίο να αντέχει στην ξηρασία
43
β) κατεργασία του εδάφους πριν από τη φύτευση
γ) χρησιμοποίηση σε κάθε λάκκο φύτευσης, εάν πρόκειται για αμμώδη εδάφη, στρώματος
τύρφης πάχους 10 cm, σε βάθος 30-50 cm
δ) χρησιμοποίηση καλού φυτευτικού υλικού και επιμελημένων μεθόδων αναδάσωσης
ε) καλλιέργεια του εδάφους κατά τα πρώτα μετά τη φύτευση χρόνια ή απομάκρυνση της
ανταγωνιστικής βλάστησης
στ) κατασκευή βαθμίδων ή αυλακώσεων κατά τις χωροσταθμικές καμπύλες σε επικλινή
εδάφη, για να συγκρατείται το νερό των βροχοπτώσεων
ζ) πότισμα το καλοκαίρι.
Τα δασοπονικά είδη ανάλογα με τις απαιτήσεις τους προς την υγρασία του εδάφους
(Ντάφης Σ 1986, σελ. 177), κατατάσσονται στις παρακάτω κατηγορίες:
Υγρόφυτα είδη, τα οποία απαιτούν υγρά μέχρι κάθυγρα εδάφη. Υγρόφυτα είδη είναι η
μαύρη κλήθρα, οι ιτιές, η χνοώδης σημύδα.
Μεσοϋγρόφυτα είδη, τα οποία απαιτούν υγρό μέχρι νωπό έδαφος. Μεσοϋγρόφυτα είδη είναι
η υψηλή φράξος, η ποδισκοφόρος δρυς, οι λεύκες, η πεδινή και η ορεινή φτελιά, ο ίταμος κ.λπ.
Μεσόφυτα είδη, τα οποία απαιτούν νωπό μέχρι μετρίως νωπό έδαφος. Μεσόφυτα είδη είναι
η ερυθρελάτη, η λευκή ελάτη, η οξιά, η ορεινή σφένδαμος, η βετουλοειδής γαύρος, η καρυδιά, η
καστανιά, η αγριοκερασιά, η υβριδογενής ελάτη, η πλατανοειδής σφένδαμος, η απόδισκος δρυς, η
φιλύρα, η τρέμουσα λεύκη, η βαλκανική πεύκη κ.λπ.
Μεσοξηρόφυτα είδη, τα οποία απαιτούν μετρίως νωπό έδαφος, αντέχουν όμως και σε
μετρίως ξηρό έδαφος. Μεσοξηρόφυτα είδη είναι η πλατύφυλλος δρυς, η φράξος η όρνος, η αριά,
η κεφαλληνιακή ελάτη, η πεδινή σφένδαμος, η σορβιά η οικιακή κ.λπ.
Ξηρόφυτα είδη, τα οποία αντέχουν σε ξηρά εδάφη. Ξηρόφυτα είδη είναι η μαύρη πεύκη, η
δασική πεύκη, η χαλέπιος πεύκη, η τραχεία πεύκη, η κουκουναριά, το κυπαρίσσι, η χνοώδης
δρυς, ο πρίνος, η λευκή σημύδα, η σορβιά η αρία κ.λπ.
Υπεδάφειο νερό.
Στα ορεινά δασικά εδάφη της Ελλάδας πολύ σπάνια συναντάμε περιπτώσεις σχηματισμού
υπεδάφειου νερού σε βάθος, το οποίο να επηρεάζει την ανάπτυξη των φυτών.
Δασοπονικά είδη όπως η μαύρη κλήθρα, οι ιτιές, η λεύκη και η ποδισκοφόρος δρυς
αντέχουν σε μια παροδική κατάκλιση και σε μια μόνιμα υψηλή στάθμη του υπεδάφειου νερού.
Δασοπονικά είδη όπως η οξιά και η ελάτη δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν σε εδάφη με μόνιμα
υψηλή στάθμη υπεδάφειου νερού. Την ευνοϊκότερη επίδραση πάνω στα φυτά, ασκεί το
υπεδάφειο νερό, όταν η στάθμη του βρίσκεται σε βάθος 1-2 μέτρα από την επιφάνεια του
εδάφους.

3.4.1.1.1.3. Βιοτικοί παράγοντες.

Σε ένα συγκεκριμένο σταθμό, συναντάμε οργανισμούς οι οποίοι μπορούν να περάσουν


ολόκληρη ή ένα μέρος από τη ζωή τους, στο έδαφός του, αλλά και έξω από αυτό. Ο ρόλος των
οργανισμών, οι οποίοι μπορούν να περάσουν στο έδαφος ολόκληρη ή ένα μέρος από τη ζωή τους,
σχετίζεται με την αποσάθρωση του μητρικού υλικού, το σχηματισμό του εδάφους, τη δομή του,
την αποσύνθεση των οργανικών υπολειμμάτων, την απελευθέρωση διαθέσιμων για τα φυτά
θρεπτικών ουσιών και την ανακύκλωσή τους, τη δέσμευση του ατμοσφαιρικού αζώτου, τους
μετασχηματισμούς του αζώτου, καθώς και με το μεταβολισμό και την αύξηση των φυτών. Οι
οργανισμοί αυτοί ανήκουν τόσο στη χλωρίδα του εδάφους, την οποία αποτελούν τα βακτήρια, οι
ακτινομύκητες, οι μύκητες και τα φύκη, όσο και την πανίδα του, την οποία αποτελούν τα
44
πρωτόζωα, τα αρθρόποδα και τα σκουλήκια. Η παρεδαφιαία βλάστηση είναι άφθονη σε καλούς
σταθμούς και η επίδρασή της στην ανάπτυξη των δασοπονικών ειδών και του δάσους είναι
άλλοτε ευμενής και άλλοτε δυσμενής, ανάλογα με τη σύνθεση και την πυκνότητά της. Η
επίδραση των ζώων είναι και αυτή άλλοτε ευμενής και άλλοτε δυσμενής.

3.4.1.1.1.4. Τοπογραφικοί παράγοντες.

Οι τοπογραφικοί παράγοντες επιδρούν έμμεσα στην εξάπλωση και ανάπτυξη των


δασοπονικών ειδών, επηρεάζοντας και μεταβάλλοντας τους κλιματικούς και εδαφικούς
παράγοντες και κυρίως τις συνθήκες υγρασίας, φωτός και θερμοκρασίας.
Υπερθαλάσσιο ύψος.
Με την αύξηση του υπερθαλάσσιου ύψους μεταβάλλονται η ένταση και σύνθεση του φωτός
(αυξάνεται η ένταση, η ερυθρά και η υπεριώδης ακτινοβολία), οι συνθήκες θερμοκρασίας αέρα
και εδάφους (μειώνονται οι θερμοκρασίες του αέρα και του εδάφους με μεγαλύτερη μείωση
αυτής του αέρα), η συχνότητα και η ένταση των ανέμων (μεγαλώνουν τόσο η συχνότητα όσο και
η ένταση), το ύψος και η κατανομή των βροχοπτώσεων (αυξάνονται και κατανέμονται καλύτερα
οι βροχοπτώσεις), οι συνθήκες νέφωσης και ομίχλης (αυξάνονται ο αριθμός των ημερών τους), η
σχετική υγρασία (αυξάνεται) κ.λπ. Οι μεταβολές αυτές αντικατοπτρίζονται στη διαμόρφωση και
εξάπλωση των διάφορων ζωνών βλάστησης καθώς και στη δομή και ανάπτυξη του δάσους και
της δασικής βλάστησης.
Έκθεση.
Η έκθεση του εδάφους σε συνάρτηση με την κλίση του, επηρεάζοντας κυρίως τη
θερμοκρασία, επιδρά σημαντικά στην εξάπλωση και ευδοκίμηση των δασοπονικών ειδών και του
δάσους.
Στην Ελλάδα με το μεσογειακό κλίμα, οι νότιες εκθέσεις είναι πιο δυσμενείς από τις
βόρειες και οι δυτικές από τις ανατολικές για την εξάπλωση και ευδοκίμηση των δασοπονικών
ειδών και του δάσους.
Κλίση του εδάφους.
Τα εδάφη τα οποία βρίσκονται σε πλαγιές με ισχυρή κλίση, είναι συνήθως πετρώδη, έχουν
μικρό βάθος, καλή αποστράγγιση και περιέχουν περισσότερα πρωτογενή ορυκτά. Επειδή τα
εδάφη αυτά, θερμαίνονται και περισσότερο, δημιουργούνται συνθήκες δυσμενείς για την
εξάπλωση και ευδοκίμηση των δασοπονικών ειδών και του δάσους, ιδιαίτερα όταν αυτή
συνδυάζεται με νότια έκθεση. Επίσης σε εδάφη με ισχυρή κλίση το νερό της βροχής απορρέει
επιφανειακά και απομακρύνεται πιο γρήγορα από ότι σε εδάφη με ήπια κλίση. Αυτό έχει ως
αποτέλεσμα την έντονη έκπλυση και διάβρωσή τους.
Διαμόρφωση του εδάφους.
Εδαφικό υλικό μεταφέρεται από τις ράχες προς τα κοιλώματα ή τις ρεματιές, με σοβαρή
επίδραση στο βάθος και το είδος των εδαφών. Το έδαφος στα κοιλώματα είναι πιο βαθύ, με
περισσότερη υγρασία και θρεπτικά στοιχεία, από ότι στις ράχες. Η δασική βλάστηση που
αναπτύσσεται σε αυτά έχει μεγαλύτερο ύψος.

45
3.4.1.1.2. Εκλογή ανάλογα με το σκοπό.

Στις συνθήκες ενός σταθμού μπορούν πολλά δασοπονικά είδη να αναπτυχθούν. Από όλα
αυτά τα φυτά εκλέγονται εκείνα τα οποία ανταποκρίνονται καλύτερα στο δασοπονικό σκοπό ο
οποίος έχει τεθεί.
Όταν ο σκοπός είναι κυρίως η παραγωγή ξύλου, τότε λαμβάνουμε υπόψη τον ξυλώδη όγκο
που μπορεί να παραχθεί από κάθε δασοπονικό είδος ή την χρηματική πρόσοδο που θα προκύψει
από τη διάθεση του ξύλου.
Όταν ο σκοπός εκτός από παραγωγικός είναι και η προσφορά αναψυχής, τα κριτήρια που
χρησιμοποιούνται για την εκλογή των φυτών των αναδασώσεων (Ελευθεριάδης Ν, Σαρίκου Σ,
Ελευθεριάδης Α, 2003, σελ.76) είναι:
• Λειτουργικά
Φυτά δίπλα σε κτίρια, βελτιώνουν την εμφάνισή τους και αναδεικνύουν την ιστορική και
αρχιτεκτονική σημασία τους, όπως χαρακτηριστικότατα κάνει η ελιά.
Διατηρούν, προστατεύουν και τονίζουν τα χαρακτηριστικά της περιοχής, όπως τα πεύκα,
τα πλατάνια, οι δρυς, οι οξιές.
Δημιουργούν ικανοποιητική σκιά που είναι επιθυμητή τους καλοκαιρινούς μήνες σε
υπαίθριους χώρους.
Φυτά με πλούσιο και πυκνό ριζικό σύστημα, προστατεύουν το έδαφος από τη διάβρωση. Το
σπάρτο, τα ρείκια, η μηδική και γενικά η ποώδη βλάστηση προστατεύουν τα πρανή των δρόμων.
Φυτικά είδη (δένδρα και θάμνοι) μπορεί να χρησιμοποιηθούν ως μέσο ανακοπής, ενίσχυσης
ή κατεύθυνσης του ανέμου, ανάλογα με τις απαιτήσεις κάθε περίπτωσης, λειτουργώντας ως
ανεμοθραύστες. Κατάλληλα είδη είναι τα κυπαρίσσια, τα πεύκα, ο γαύρος, κ.λπ.
Φυτά δρουν ως διαχωριστικοί τοίχοι, απορροφούν και μειώνουν αισθητά το θόρυβο.
Αειθαλείς θάμνοι όπως οι πικροδάφνες μειώνουν αισθητά το θόρυβο όταν έχουν πλάτος
τουλάχιστον επτά μέτρα.
Δένδρα και θάμνοι μπορούν να εξασφαλίζουν τον οπτικό έλεγχο.
Θάμνοι ή αναρριχώμενα μπορούν να αντικαταστήσουν τους φράχτες που κατασκευάζονται
από διάφορα υλικά. Είδη κατάλληλα για φράχτες είναι ο ευώνυμος, το πυξάρι, ο κράταιγος, το
κυδωνίαστρο κ.λπ.
Προσφέρουν καταφύγιο και προστασία σε ζώα και πουλιά.
• Αισθητικά
Εξετάζοντας τα φυτικά είδη από αισθητική αξία, αξιολογούνται κύρια τα χαρακτηριστικά
που επηρεάζουν το χαρακτήρα, την ποικιλότητα και την εναλλαγή ή απόκλιση του τοπίου, οι
οποίες επηρεάζονται και διαμορφώνονται από τη μορφή της κόμης, τη γραμμή, το ύψος, την
ευθυτένεια του κορμού, το μέγεθος, το χρώμα, την εναλλαγή του φυλλώματος, την παρουσία
ανθέων ή καρπών και την υφή των δένδρων και θάμνων.
Τα φυτικά είδη από αισθητική πλευρά δεν μπορεί να είναι συνολικής αποδοχής, διότι η
αισθητική περιέχει υποκειμενικότητα και σχετίζεται πάντοτε με τη λειτουργική θεώρηση.
Μορφή.
Τα φυτικά είδη απαντώνται σε πολλά σχήματα ανάλογα της μορφής της κόμης τους, εκτός
από τα κάθετα και οριζόντια που είναι γενικές κατηγορίες. Το οριζόντιο σχήμα είναι
χαρακτηριστικό κυρίως των θάμνων. Τα σχήματα των θάμνων φαίνεται ν συνδέονται με το
έδαφος, ενώ τα σχήματα των δένδρων με τον ουρανό. Το σχήμα της κόμης μπορεί να είναι
στρογγυλό, ωοειδές, ομπρελοειδές, πυραμιδοειδές, κιονοειδές. Η διάταξη των κλάδων και η
γωνία που σχηματίζουν με τον κορμό καθορίζουν μορφές κόμης όπως η κρεμοκλαδής (σημύδα),
46
ορθόκλαδη (κυπαρίσσι), οριζοντιόκλαδη (κουκουναριά) κ.λπ. μεγάλη σημασία έχει η αντίθεση
στις μορφές κόμης που παρουσιάζουν διάφορες φυτικές ομάδες φυσικά, ή μετά από τεχνητό
χειρισμό της κόμης με κλαδέματα (ίταμος, πυξάρι, αρκουδοπούρναρο).
Γραμμή-Σχήμα-Γεωμετρία φυτού.
Ένα άλλο κυρίαρχο στοιχείο του τοπίου αξιολογείται στα δένδρα και στους θάμνους με τη
γραμμή του κορμού (ευθυτενής, στρεβλή), το περίγραμμα της κόμης και την κυριαρχία των
κλάδων. Βέβαια οι γραμμές αξιολογούνται περισσότερο όταν η παρουσία των φυτών είναι σε
ομάδες (φυτικά πλαίσια χαμηλού ή μεγάλου ύψους) δενδροστοιχίες. Η γεωμετρία της κόμης των
δένδρων και των θάμνων επηρεάζουν τη χρήση του κάθε είδους. Λαμβάνοντας υπόψη την
κωνική, πυραμιδοειδή, στρογγυλή ή οριζοντιόκλαδη κόμη κάθε φυτού το τοποθετούμε στο σωστό
μέρος αποφεύγοντας το υψηλό κόστος συντήρησης.
Μέγεθος.
Οι διαστάσεις και το ύψος ωριμότητας των φυτών θα πρέπει να είναι γνωστές, διότι έτσι
αποφεύγονται ανεπιθύμητη ανάπτυξη και προβλήματα χωρητικότητας (ο πλάτανος έχει πολύ
μεγάλο μέγεθος και το πυξάρι πολύ μικρό).
Χρώμα.
Τα άνθη, οι καρποί, τα φύλλα, τα κλαδιά και ο φλοιός, αποτελούν πηγές χρώματος που η
κάθε μια επηρεάζεται από εποχιακές μεταβολές. Αν και το εύρος άνθησης παρουσιάζεται σε
μικρό χρονικό διάστημα του έτους, από 20 έως 60 μέρες περίπου, η εντυπωσιακή οπτική
εμφάνιση των ανθέων αξιολογεί μέγιστα τα οπτικά είδη. Φυτικά είδη αξιολογούνται με την
εμφάνιση και το χρώμα των ανθέων, όπως η κουτσουπιά, η αγριοκερασιά, η δασική μηλιά, η
κορονίλλα κ.λπ.
Η αισθητική αξία των καρπών διαφέρει από είδος σε είδος. Μερικοί καρποί είναι
εντυπωσιακότεροι από τα άνθη, όπως στο πυράκανθο. Όταν οι καρποί παραμένουν στο φυτό από
το οποίο τα φύλλα έχουν πέσει, τότε ο καρπός θεωρείται βασικό αισθητικό στοιχείο που πρέπει
να λαμβάνεται υπόψη όπως για παράδειγμα ο κράταιγος.
Ορισμένα είδη είναι εντυπωσιακά από τη χρωματική εμφάνιση του φλοιού και των κλάδων,
όπως η γλιστροκουμαριά και η κρανιά. Η χρωματική αυτή παρουσία αν τονιστεί με διάφορα
φυτικά πλαίσια μπορεί να αποτελέσει κεντρικό πόλο έλξης.
Εντυπωσιακότερη όμως και σταθερότερη πηγή χρωμάτων της βλάστησης αποτελεί το
φύλλωμά της. Αντιθέσεις χρωματικές στα δένδρα και στους θάμνους παρουσιάζονται στις
διάφορες εποχές σε κωνοφόρα και πλατύφυλλα. Πιο εντυπωσιακές είναι οι αντιθέσεις στα
φυλλοβόλα είδη με το εαρινό και φθινοπωρινό τους χρώμα του φυλλώματος, όπως σφεντάμια, οι
δρυς και η οξιά.
Υφή.
Η υφή του φυτού εκφράζεται με διάφορους τρόπους, διαφέρει ανάλογα με την απόσταση
του παρατηρητή από το φυτό και σχετίζεται με την αντίθεση με τις γειτονικές υφές βλάστησης
και αντικειμένων. Η υφή εκφράζεται μεταξύ λεπτής, μέσης και τραχείας. Ένα φυλλοβόλο μπορεί
να παρουσιάζει τραχεία υφή λόγω μεγάλων φύλλων, ενώ κατά τη διάρκεια του χειμώνα λεπτή
υφή όταν είναι γυμνά τα κλαδιά (δρυς). Αντιθέσεις υφών επιτυγχάνονται με είδη, όπως πυξάρι,
μηδική, μυρτιά, φιλίκι (είδη με λεπτή υφή) και δρυς, καστανιά, πλάτανο (είδη με τραχεία υφή).
Άρωμα.
Απαραίτητη προϋπόθεση για απόδραση από το αστικό περιβάλλον είναι η κάλυψη όσο το
δυνατόν περισσότερων αισθήσεων. Η βλάστηση οφείλει να παρέχει εκτός από οπτική χαλάρωση
και ξεκούραση, ευχάριστους ήχους και αρώματα. Διάφορα φυτικά είδη με χαρακτηριστικό άρωμα
είναι η φλαμουριά, το γιασεμί, το αγιόκλημα κ.λπ.
47
3.4.1.1.3. Εκλογή ανάλογα με το χειρισμό και τις δαπάνες.

Από τα φυτά τα οποία ανταποκρίνονται καλύτερα στον δασοπονικό σκοπό , εκλέγονται


εκείνα τα οποία η εγκατάστασή τους και ο χειρισμός τους έχουν τα λιγότερα έξοδα.

3.4.1.2. Μέθοδοι τεχνητής ίδρυσης δάσους.

Οι μέθοδοι τεχνητής ίδρυσης δάσους είναι η σπορά και η φύτευση. Ποια από τις δύο
μεθόδους θα χρησιμοποιήσουμε, εξαρτάται από την επιτυχία τους, την οποία επηρεάζουν οι
συνθήκες του σταθμού , το δασοπονικό είδος, οι κίνδυνοι που υπάρχουν εξ αιτίας βιοτικών και
αβιοτικών παραγόντων, καθώς και τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματά τους.
Τα κυριότερα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα σε συνδυασμό με τους σημαντικότερους
παράγοντες, που επηρεάζουν την επιτυχία τους (Α. Χατζηστάθης- Σ. Ντάφης 1989, σελ. 67)
είναι:
• Η δαπάνη και καταβολή εργασίας.
Η δαπάνη και καταβολή εργασίας για τη σπορά είναι μικρότερη, από αυτές της φύτευσης.
• Οι ιδιότητες των δασοπονικών ειδών.
Φυτά τα οποία καρποφορούν άφθονα και συχνά (σημύδα, σκλήθρο, πεύκα, γαύρος,
φλαμουριά, σφένδαμος), αναπτύσσουν βαθύ ριζικό σύστημα από τον πρώτο χρόνο (κουκουναριά,
δρυς, καρυδιά) και έχουν την τάση να δημιουργούν ευρεία κόμη και που εξ αιτίας της πρέπει να
αναπτυχθούν σε πυκνούς συνδέσμους (δρυς, οξιά, πεύκα) είναι κατάλληλα για σπορά. Φυτά τα
οποία, καρποφορούν κατά αραιά χρονικά διαστήματα και όχι άφθονα, οι σπόροι στοιχίζουν πολύ
(ψευδοτσούγκα), ή η φυτρωτική ικανότητα διαρκεί λίγο (φτελιά), καλλιεργούνται σε μεγάλους
συνδέσμους (λεύκες) και χρησιμοποιούνται για εμπλουτισμό των συστάδων (ευγενή πλατύφυλλα)
είναι κατάλληλα για φύτευση.
• Οι κίνδυνοι των νεοφυτειών.
Αρτίφυτρα τα οποία προέρχονται από φύτευση, αντέχουν περισσότερο, στις ζημίες τις
οποίες προκαλούν τρωκτικά, πτηνά ή άλλα άγρια ζώα και στον ανταγωνισμό της παρεδαφιαίας
βλάστησης, από εκείνα τα οποία προέρχονται από σπορά.
• Οι σταθμολογικές συνθήκες.
Σε μέσης ποιότητας σταθμούς από απόψεως εδάφους, έχουμε τις καλύτερες προοπτικές
επιτυχίας για τη σπορά, η δε φύτευση μπορεί να προσαρμοσθεί σε όλες τις ποιότητες των
σταθμών από απόψεως εδάφους.
• Οι δασοκομικές απόψεις.
Η σπορά σε ευνοϊκούς σταθμούς εξελίσσεται καλύτερα, η δε φύτευση σημαίνει κέρδος
χρόνου και αύξησης.

3.4.1.2.1. Προετοιμασία της προς αναδάσωση επιφάνειας.

Το έδαφος της επιφάνειας η οποία πρόκειται να αναδασωθεί, προκειμένου να


διευκολυνθούν οι εργασίες αναδάσωσης και να δημιουργηθεί το καλύτερο δυνατό αυξητικό
περιβάλλον πρέπει να προετοιμαστεί. Η προετοιμασία αυτή (Α. Χατζηστάθης- Σ. Ντάφης 1989,
σελ 69) συνίσταται:

48
1. Στη στερέωση του εδάφους. Σκοπός της στερέωσης του εδάφους είναι η
προστασία της επιφάνειας που πρόκειται να αναδασωθεί από ολισθήσεις, κατακρημνίσεις και
διαβρώσεις
2. Στην απομάκρυνση ή καταστροφή του νεκρού εδαφοκαλύμματος. Σαν νεκρό
εδαφοκάλυμμα θεωρείται ο ακατέργαστος χούμος, η επικείμενη φυλλάδα και τα υπολείμματα των
υλοτομιών.
3. Στην απομάκρυνση ή καταστροφή του τυχόν υφιστάμενου ζώντος ανταγωνιστικού
εδαφοκαλύμματος. Ζων εδαφοκάλυμμα θεωρείται η παρεδαφιαία βλάστηση (βρύα, πόες,
γράστεις, φτέρες, ημίθαμνοι ή και χαμηλοί θάμνοι), οι θάμνοι και τα δένδρα.
4. Στην κατεργασία και προπαρασκευή του εδάφους. Σκοπός της κατεργασίας και
προπαρασκευής του εδάφους είναι η βελτίωση των φυσικών και εμμέσως των χημικών ιδιοτήτων
του, η απομάκρυνση της παρεδαφιαίας βλάστησης και η διευκόλυνση των εργασιών
αναδάσωσης.
Οι μέθοδοι κατεργασίας και προπαρασκευής του εδάφους (Α. Χατζηστάθης- Σ. Ντάφης
1989, σελ 86) είναι:
η πλήγωση ή η επιπόλαια κατεργασία του, η άροση, η αναμόχλευση ή υπεδάφεια άροση, το
κυλίνδρισμα, το σβάρνισμα, η βαθμίδωση και διάνοιξη λωρίδων κατά τις ισοϋψείς.
Η πλήγωση ή επιπόλαια κατεργασία του εδάφους έχει σκοπό τη δημιουργία του κατάλληλου
φυτρωτικού υποθέματος, με την πλήγωση του χουμικού ορίζοντα και την εμφάνιση του ορυκτού
εδάφους. Η κατεργασία αυτή απομακρύνει και την επιπολαιόρριζο παρεδαφιαία βλάστηση.
Η άροση έχει σκοπό να χαλαρώνει και να αναστρέφει μερικώς ή ολικώς το έδαφος.
Η υπόγεια άροση έχει σκοπό τη δημιουργία του κατάλληλου αυξητικού περιβάλλοντος, για
τη διείσδυση των ριζών σε μεγάλο βάθος.
Το σβάρνισμα έχει σκοπό τον λεπτότερο τεμαχισμό του κατεργασμένου από την άροση
εδάφους, την ισοπέδωση και ομοιομορφοποίηση της επιφάνειάς του.
Το κυλίνδρισμα έχει σκοπό τον λεπτότερο τεμαχισμό του εδάφους με τη διάσπαση των
σβώλων και τη συμπίεση των ανωτέρων στρωμάτων του, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να έρχεται σε
επαφή με τους σπειρόμενους σπόρους ή τις ρίζες των φυτευόμενων φυταρίων.
Η βαθμίδωση έχει σκοπό να αποτρέψει τη διάβρωση των κεκλιμένων εδαφών, να
συγκράτηση τα νερά της βροχής ώστε αυτά να διατεθούν για την ανάπτυξη της βλάστησης, να
βελτιώσει τις φυσικές ιδιότητες του εδάφους με την βαθιά κατεργασία του καταστρώματος η
οποία ακολουθεί, να μειώσει τον ανταγωνισμό της παρεδαφιαίας και θαμνώδους βλάστησης, να
διευκολύνει τις αναδασωτικές εργασίες και τη γρήγορη σε βάθος αύξηση των ριζών των φυτών τα
οποία φυτεύονται.
Η διάνοιξη λωρίδων κατά τις ισοϋψείς έχει τον ίδιο σκοπό με τη βαθμίδωση και βρίσκει
εφαρμογή σε πλαγιές οι οποίες έχουν μικρή κλίση.

3.4.1.2.2. Τεχνητή ίδρυση δάσους με σπορά.

Η σπορά για την ίδρυση δάσους εξασφαλίζει μεγαλύτερο αριθμό φυταρίων στη μονάδα
επιφάνειας, παρέχει μεγαλύτερη δυνατότητα φυσικής και καλλιεργητικής επιλογής και
συμβάλλει στη απρόσκοπτη και φυσιολογική εξέλιξη των φυταρίων, ιδιαίτερα του ριζικού
συστήματός τους.
Απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχία της σποράς, είναι η εκλογή της εποχής της και
της μεθόδου της.

49
Το φθινόπωρο μετά τις πρώτες βροχές και την άνοιξη που υπάρχει αρκετή υγρασία στο
έδαφος και θερμοκρασία μεγαλύτερη από 5-6° C, είναι η καταλληλότερη εποχή σποράς για τις
Ελληνικές συνθήκες. Στη θερμότερη περιοχή των αείφυλλων πλατύφυλλων (Oleo-Ceratonion),
όπου ο χειμώνας είναι ήπιος και σχετικά υγρός και η ξηροθερμική περίοδος διαρκεί πολύ,
επιβάλλεται η φθινοπωρινή σπορά, αμέσως μετά τις πρώτες βροχές. Στην πιο ψυχρή και υγρή
περιοχή των αείφυλλων πλατύφυλλων (Quercion ilicis) είναι δυνατή τόσο η φθινοπωρινή όσο και
η πρώιμη ανοιξιάτικη σπορά, κατά το πρώτο δεκαήμερο του Μαρτίου. Από τη ζώνη των
φυλλοβόλων πλατύφυλλων και πάνω, συνιστάται η ανοιξιάτικη σπορά από τα μέσα Μαρτίου
(Ostryo-Carpinion) μέχρι τέλος Απριλίου-αρχές Μαΐου (Fagion moesiacae).
Σπέρνοντας ολόκληρη την επιφάνεια που πρόκειται να αναδασώσουμε (ευρυσπορά),
πετυχαίνουμε ομοιόμορφη κατανομή των σπόρων και κατά επέκταση των φυταρίων, γρήγορη
κάλυψή της και μεγαλύτερη δυνατότητα φυσικής και καλλιεργητικής επιλογής.
Σπέρνοντας μέρος της επιφάνειας που πρόκειται να αναδασώσουμε (κατά λωρίδες, κατά
θέσεις και οπές), μπορούμε να εκτελέσουμε , με πιο επιμελημένο τρόπο, τις εργασίες κατεργασίας
του εδάφους, σποράς και προστασίας των σπόρων και αρτίφυτρων.

3.4.1.2.3. Τεχνητή ίδρυση δάσους με φύτευση.

Η πλέον συνηθισμένη μέθοδος τεχνητής ίδρυσης δάσους είναι η φύτευση με φυτάρια, τα


οποία είναι γυμνόρριζα ή βωλόφυτα. Απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχία της φύτευσης,
είναι η εκλογή της εποχής της και της μεθόδου της.
Το φθινόπωρο μετά τις πρώτες βροχές και την άνοιξη μετά την τήξη του χιονιού που το
έδαφος είναι υγρό σε βάθος τουλάχιστον 30 cm, η θερμοκρασία στο βάθος του ριζικού
συστήματος είναι μεγαλύτερη από 5°C., η σχετική υγρασία του αέρα είναι υψηλή, η εξάτμιση
χαμηλή, το υπέργειο τμήμα των φυταρίων βρίσκεται σε βλαστική ηρεμία και το ριζικό τους
σύστημα αυξάνει ακόμα ή έχει ήδη αρχίσει την αύξησή του, είναι η καταλληλότερη εποχή
φύτευσης για τις Ελληνικές συνθήκες. Στη ζώνη των αείφυλλων πλατύφυλλων οι φυτεύσεις
διενεργούνται νωρίς το φθινόπωρο, αμέσως μετά τις πρώτες βροχές και κατά τη διάρκεια του
ήπιου χειμώνα. Στη θερμότερη ζώνη των φυλλοβόλων πλατύφυλλων, οι φυτεύσεις διενεργούνται
το φθινόπωρο. Στην ψυχρότερη ζώνη των φυλλοβόλων πλατύφυλλων και των παραμεσόγειων
κωνοφόρων, οι φυτεύσεις διενεργούνται τόσο το φθινόπωρο όσο και την άνοιξη. Στη ζώνη των
ψυχροβίων κωνοφόρων, οι φυτεύσεις διενεργούνται την άνοιξη μετά από την τήξη του χιονιού.
Κατά τη φύτευση (Μουλόπουλος 1967, κατά Α. Χατζηστάθη- Σ. Ντάφη 1989, σελ 108),
πρέπει να τηρούνται οι παρακάτω γενικοί κανόνες:
α) ο άξονας του φυταρίου πρέπει να τοποθετείται κατακόρυφα,
β) τα φυτάρια πρέπει να φυτεύονται σε τόσο βάθος όσο ήταν και το βάθος τους στο
φυτώριο, από όπου ξεριζώθηκαν
γ) σε ξηρά εδάφη και κλίματα με παρατεταμένες ξηρές περιόδους τα φυτάρια πρέπει να
φυτεύονται κατά τη μέθοδο της χαμηλής φύτευσης
δ) σε υγρά ή κάθυγρα εδάφη η φύτευση πρέπει να γίνεται σε μικροϋψώματα, που
στραγγίζονται εύκολα
ε) σε απότομες πλαγιές όπως και σε ξηρά περιβάλλοντα η φύτευση πρέπει να γίνεται σε
βαθμίδες, που η επιφάνειά τους να κλίνει προς τα μέσα στ) το φυτάριο πρέπει να φυτεύεται κατά
τέτοιο τρόπο ώστε το ριζικό του σύστημα να διατηρεί κατά το δυνατό τη φυσική του διάταξη, που
είχε στο έδαφος προέλευσής του
50
ζ) η περικοπή των ριζών που πλεονάζουν πρέπει να περιορίζεται στο ελάχιστο δυνατό και
να γίνεται λίγο πριν από τη φύτευση του φυταρίου
η) το ριζικό σύστημα των φυταρίων πρέπει να περιβάλλεται από το καλύτερο διαθέσιμο
νωπό χώμα
θ) το έδαφος που περιβάλλει άμεσα τις ρίζες, πρέπει να συμπιέζεται καλά για να έλθει σε
στενή επαφή με όλες τις ρίζες, χωρίς όμως αυτές να συνθλίβονται ή να κόβονται
ι) σε ξηρά κλίματα, το ανώτερο στρώμα του εδάφους, πρέπει να διατηρείται χαλαρό με
επιπόλαια σκαλίσματα και σε βάθος 2-4 εκ. ή να καλύπτεται με πλακόμορφες πέτρες, για
παρεμπόδιση της εξάτμισης και γενικά της απώλειας εδαφικής υγρασίας
ια) η εκλογή της φύτευσης πρέπει να γίνεται με μεγάλη επιμέλεια και να εκλέγεται το
εκάστοτε ευνοϊκό για τη φύτευση μικροπεριβάλλον
ιβ) η φύτευση πρέπει να γίνεται κατά τις νεφοσκεπείς και υγρές ημέρες και να διακόπτεται
τις ηλιόλουστες ημέρες και όταν φυσούν ισχυροί άνεμοι
ιγ) οι φυτευτές εργάτες ή εργάτριες, πρέπει να μεταφέρουν μέσα σε ειδικά φυτοκιβώτια
λίγα φυτάρια, , οι ρίζες των οποίων να είναι συνεχώς νωπές.
Ανάλογα με το δασοπονικό είδος, το σταθμό, το μέγεθος και την κατηγορία των φυταρίων
(γυμνόρριζα, βωλόφυτα), μπορούμε να εφαρμόσουμε διάφορες μέθοδοι φύτευσης, εκλέγοντας
κάθε φορά εκείνη, η οποία εξασφαλίζει την καλύτερη δυνατή επιτυχία των φυτεύσεων με την
ελάχιστη δυνατή δαπάνη.
Οι εργασίες φύτευσης μπορούν να εκτελεστούν είτε με τα χέρια, είτε με μηχανές. Με τα
χέρια μπορούμε να φυτέψουμε φυτάρια σε σχισμές ή οπές και σε λάκκους.
Σε σχισμές φυτεύουμε, μόνο σε χαλαρά εδάφη και όταν έχουμε ευνοϊκά για την ανάπτυξη
τους περιβάλλοντα και μόνο γυμνόρριζα κωνοφόρα. Δεν φυτεύουμε σε ξηρά περιβάλλοντα και σε
βαριά συνεκτικά αργιλώδη εδάφη. Σε οπές φυτεύουμε όταν χρησιμοποιούμε μικρά φυτάρια
ηλικίας τριών μηνών περίπου. Η φύτευση σε σχισμές ή οπές γίνεται με τη βοήθεια αξίνας ή
εμβολέα.
Σε λάκκους φυτεύουμε σε δυσμενή περιβάλλοντα και σε βαριά συνεκτικά ή σε σκελετικά
εδάφη. Φυτεύουμε τόσο γυμνόρριζα όσο και βωλόφυτα φυτάρια. Ο λάκκος ανοίγεται με αξίνα
και φτυάρι ή τσάπα, σε διαστάσεις, οι οποίες επιτρέπουν την τοποθέτηση του φυταρίου εντός
του. Η κάλυψη των ριζών του φυταρίου γίνεται με χώμα, το οποίο προέρχεται από το ανώτερο
στρώμα του εδάφους και είναι καλύτερο.
Με μηχανές φυτεύουμε, μόνο όταν η τοπογραφία και η βλάστηση της περιοχής το επιτρέπει
και μόνο γυμνόρριζα φυτάρια.
Η απόσταση και η κατανομή των φυταρίων σε μια επιφάνεια, οποία πρόκειται να
αναδασωθεί λαμβάνεται υπόψη.
Συγκεκριμένα η απόσταση μεταξύ των φυταρίων, εξαρτάται από:
α) το ρυθμό που αυτά αυξάνονται κατά ύψος (ταχυαυξή δασοπονικά είδη φυτεύονται σε
ευρείς φυτευτικούς συνδέσμους, ενώ βραδυαυξή σε στενούς),
β) την αυξητική μορφή τους (δασοπονικά είδη που δημιουργούν πολύκλαδο και
πολυκόρυφο κορμό φυτεύονται σε στενούς φυτευτικούς συνδέσμους, ενώ αυτά που δημιουργούν
μονοστέλεχο κορμό και λίγο διακλαδιζόμενο, σε ευρείς.),
γ) την περιεκτικότητα του εδάφους σε θρεπτικές ουσίες και υγρασία (δασοπονικά είδη σε
ξηρά και άγονα εδάφη φυτεύονται σε ευρείς φυτευτικούς συνδέσμους),
δ) το σκοπό αναδάσωσης (δασοπονικά είδη που χρησιμοποιούνται με σκοπό την παραγωγή
ξύλου καλής ποιότητας, φυτεύονται σε στενούς φυτευτικούς συνδέσμους, ενώ αυτά που
χρησιμοποιούνται για αισθητικούς σκοπούς φυτεύονται σε ευρείς,
51
ε) το κόστος αναδάσωσης (στενοί φυτευτικοί σύνδεσμοι αυξάνουν το κόστος της
αναδάσωσης και της προστασίας της).
Η κατανομή των φυταρίων γίνεται σε:
α) κανονικούς συνδέσμους (όταν τηρείται αυστηρά η απόσταση μεταξύ φυταρίων),
β) ημικανονικούς συνδέσμους (όταν τα φυτάρια φυτεύονται σε γραμμές που έχουν ίσες
μεταξύ τους αποστάσεις, αλλά η απόσταση των στις γραμμές κυμαίνεται ανάλογα με τα
μικροπεριβάλλοντα) και
γ) ακανόνιστους συνδέσμους (τα φυτάρια δεν έχουν σταθερή τη μεταξύ τους απόσταση).
Σε αναδασώσεις, οι οποίες γίνονται για αισθητικούς σκοπούς, η κατανομή των φυταρίων
είναι ακανόνιστος.

3.4.1.3. Καλλιεργητικές φροντίδες της νεοφυτείας.

Μετά τη φύτευση τα φυτάρια δεν πρέπει να εγκαταλείπονται στην τύχη τους, αλλά με
σωστούς χειρισμούς πρέπει να δημιουργείται το κατάλληλο αυξητικό περιβάλλον για την
παραπέρα ανάπτυξή τους. Έτσι με τον όρο περιποίηση της νεοφυτείας εννοούμε όλους εκείνους
τους χειρισμούς, που απαιτούνται για τη δημιουργία ευνοϊκών συνθηκών προς επιβίωση των
φυταρίων μετά τη φύτευσή τους και τη δημιουργία του κατάλληλου αυξητικού περιβάλλοντος για
ταχεία και υγιή ανάπτυξη. Όλα αυτά μέχρι που η φυτεία να εγκατασταθεί καλά και να επιτευχθεί
η συγκόμωση των δενδρυλλίων.
Κατά κανόνα η περιποίηση της νεοφυτείας περιλαμβάνει τις φροντίδες που απαιτούνται για
να αποφευχθεί η καταπίεση των φυταρίων από την ανταγωνιστική παρεδαφιαία βλάστηση. Άλλες
φροντίδες είναι η συμπλήρωση της νεοφυτείας εκεί όπου απέτυχε, η άρδευση, η λίπανση, η
προστασία από τη βοσκή ήμερων και άγριων ζώων, η προστασία από πυρκαγιές, επιδημίες κ.λπ.
Στην περιποίηση της νεοφυτείας περιλαμβάνονται επίσης η κλάδευση ή διόρθωση της κόμης και
κυρίως του επικόρυφου βλαστού των δενδρυλλίων.
Καταπολέμηση ανταγωνιστικής βλάστησης (ζιζανίων): Η καταπολέμηση των ζιζανίων
αποτελεί το κυριότερο μέτρο προστασίας των νεαρών φυταρίων, γιατί με αυτή επιτυγχάνεται
αφενός μείωση του ανταγωνισμού των ζιζανίων και αποτροπή κατάπνιξης των νεαρών φυταρίων
και αφετέρου με την απομάκρυνση της βλάστησης, που αποτελεί ισχυρό καταναλωτή νερού,
επιτυγχάνεται διατήρηση της υγρασίας του εδάφους και γενικά δημιουργούνται ευνοϊκότερες
συνθήκες για την ανάπτυξη των φυταρίων. Η καταπολέμηση της ανταγωνιστικής βλάστησης
μπορεί να γίνει χειρωνακτικά, μηχανικά και με χημικά μέσα.
Αρδεύσεις νεοφυτειών: Οι αναδασώσεις των ξηρών περιοχών χρειάζονται πολλές φορές
άρδευση περιοδικά και μάλιστα κατά τον πρώτο χρόνο της φύτευσής τους, για να έχουμε υψηλά
ποσοστά επιτυχίας. Η άρδευση πρέπει να αρχίσει με την έναρξη της ξηρής περιόδου, όταν
παύσουν οι βροχές και η υγρασία του εδάφους βρίσκεται κοντά στο συντελεστή μαρασμού.
Πρέπει δε η άρδευση να συνεχιστεί καθ΄όλη τη διάρκεια της ξηρής περιόδου. Πριν από την
άρδευση επιβάλλεται η απομάκρυνση των ζιζανίων και η δημιουργία ειδικού λάκκου γύρω από το
φυτάριο, όχι μεγάλου βάθους. Προτιμούμε ισχυρά ποτίσματα, της τάξης των 30 λίτρων ανά
φυτάριο και ανά μεγάλα χρονικά διαστήματα. Τέτοιου είδους ποτίσματα είναι πιο
αποτελεσματικά από τα ελαφριάς έντασης και ανά μικρά χρονικά διαστήματα διενεργούμενα.
Μικρής έντασης και συχνά επαναλαμβανόμενα ποτίσματα, οδηγούν σε μεγάλη απώλεια νερού,
γιατί το νερό εξατμίζεται πριν προλάβει να διεισδύσει στα βαθύτερα στρώματα του εδάφους.

52
Λίπανση: Η λίπανση είναι απαραίτητη για να βοηθήσει την ανάπτυξη των φυτών σε εδάφη
που είναι φτωχά σε θρεπτικά συστατικά. Το είδος και η ποσότητα των χρησιμοποιούμενων
λιπασμάτων πρέπει να καθορίζονται κάθε φορά ανάλογα με το συγκεκριμένο έδαφος. Τα
λιπάσματα αναμειγνύονται με το επιφανειακό χώμα και το χώμα των λάκκων κατά τη φύτευση
και στη συνέχεια απλώς αποτίθενται πάνω στο χώμα ή αναμειγνύονται με αυτό με ελαφρύ
σκάλισμα, συνήθως κάθε άνοιξη. Τα συνηθισμένα χημικά λιπάσματα που μπορούν να
χρησιμοποιηθούν στις αναδασώσεις είναι τα λιπάσματα αζώτου, τα φωσφορούχα λιπάσματα, τα
λιπάσματα καλίου και τα μικτά λιπάσματα.
Προστασία έναντι λοιπών κινδύνων (βοσκής ζώων, επιδημιών εντόμων, προσβολής
μυκήτων κ.λπ.): Θα πρέπει να γίνει διάκριση εάν οι ασθένειες προκαλούνται από το ανόργανο
περιβάλλον (υψηλές ή χαμηλές θερμοκρασίες, έλλειψη ή περίσσεια νερού, ακατάλληλο έδαφος
κ.λπ.), ή από ζώντες οργανισμούς όπως μύκητες, βακτήρια, νηματώδη. Η καταπολέμηση των
ασθενειών συνίσταται αφενός μεν να βελτιώνουμε το περιβάλλον του δάσους (εκλογή των
κατάλληλων δασοπονικών ειδών, προέλευση των σπόρων, δημιουργία μικτών δασών,
καλλιέργεια του δάσους, καλλιέργεια του εδάφους, λίπανση), αφετέρου δε να ελαττώνουμε τον
πληθυσμό του παθογόνου (εκρίζωμα-καταστροφή, διάνοιξη αυλακών, απομάκρυνση
προσβεβλημένων κλάδων ή άλλων μερών του φυτού, μυκητοκτόνα). Προστασία του δάσους από
έντομα σημαίνει ότι πρέπει να βρούμε την επιδημία, να προσδιορίσουμε και να αναλύσουμε το ή
τα βλαπτικά έντομα, να εκτιμήσουμε τον κίνδυνο και τις απώλειες και τέλος να αποφασίσουμε
τον τρόπο ή τους τρόπους καταπολέμησης. Προστασία του δάσους από τη βοσκή των ζώων
(γιδοπρόβατα) σημαίνει περίφραξη και συχνή επιθεώρηση, για να μη μπορούν να μπουν μέσα. Η
περίφραξη πρέπει να αφήνει μια κεντρική είσοδο ή και μία ή περισσότερες εισόδους και εξόδους
για την κίνηση ανθρώπων και οχημάτων.

3.4.2. Μετατροπή ανενεργών μεταλλείων σε χώρους


υγειονομικής ταφής απορριμμάτων.

Υγειονομική ταφή είναι η μέθοδος της ελεγχόμενης και οργανωμένης απόθεσης των
απορριμμάτων στο έδαφος.
Η ευκολία εκμετάλλευσης του ΧΥΤΑ, ιδιαίτερα όταν αυτός είναι επαρκής, καθιστά την
ταφή των απορριμμάτων μια φθηνή και αρκετά διαδεδομένη λύση στο πρόβλημα διαχείρισής
τους. Η νομοθεσία (Θ. Βλαστός, Κ. Μπιρμπίλης 1999, σελ. 313) θέτει πρωταρχικά τέσσερα
σημεία κλειδιά για τη λειτουργία ενός χώρου υγειονομικής ταφής:
1). Την ανάγκη εγκατάστασης ενός μόνιμου και μη διαπερατού υλικού ως επένδυση της
λεκάνης, έτσι ώστε τα απορρίμματα ή τα στραγγίσματά τους να μη διαφεύγουν στο γύρω
περιβάλλον. Ειδικότερα, υγρά στραγγίσματα που μπορεί να είναι τοξικά πρέπει να συλλέγονται
και να επεξεργάζονται. Τα υγρά στραγγίσματα δημιουργούνται στο ΧΥΤΑ από την αποσύνθεση
του οργανικού μέρους των απορριμμάτων και από τη διείσδυση στη μάζα τους των νερών της
βροχής. Τα νερά της βροχής διαλύουν και παρασύρουν ουσίες που μπορούν να μολύνουν τα
επιφανειακά και υπόγεια νερά. Η διαδικασία αυτή συνεχίζεται για πολλά χρόνια μετά το κλείσιμο
του ΧΥΤΑ. Κατά την κατασκευή ενός νέου ΧΥΤΑ πρέπει να εγκαθίστανται συστήματα
συλλογής και επεξεργασίας των στραγγισμάτων, ώστε να προστατεύονται τα επιφανειακά και
υπόγεια νερά.
2). Την ανάγκη ελέγχου του βιοαερίου που εκλύεται ως αποτέλεσμα της ανερόβιας
αποσύνθεσης των οργανικών υλικών. Τα οργανικά υλικά που ενταφιάζονται στο ΧΥΤΑ

53
αποσυντίθενται σταδιακά, με την απουσία οξυγόνου (αναερόβια ζύμωση) και εκλύουν το
βιοαέριο. Το βιοαέριο αποτελείται κατά κύριο λόγο (>90%) από μονοξείδιο του άνθρακα και
μεθάνιο, ενώ σε μικρές ποσότητες περιλαμβάνει αμμωνία, διοξείδιο του άνθρακα, υδρογόνο,
υδρόθειο, άζωτο και οξυγόνο. Η ανεξέλεγκτη παραγωγή βιοαερίου συνεπάγεται κινδύνους
εκρήξεων και πυρκαγιάς, ενώ το μεθάνιο συνεισφέρει σημαντικά στο φαινόμενο του
θερμοκηπίου. Το βιοαέριο μπορεί να συγκεντρώνεται με κατάλληλα συστήματα για την
παραγωγή ενέργειας.
3). Την ανάγκη αποκατάστασης του χώρου της υγειονομικής ταφής μετά το τέλος ζωής του.
4). Την ανάγκη συνεχούς ελέγχου για τον εντοπισμό στερεών, υγρών και αέριων εκπομπών
στο γύρω περιβάλλον.
Για την επιλογή του χώρου (Καλιαμπάκος Δ, Μαυρόπουλος Α, Προυσιώτης Ι, 2002) πρέπει
να εξετάζονται:
• η διάρκεια λειτουργίας του
• η υδατοπερατότητα του εδάφους
• ο υδροφόρος ορίζοντας
• η ύπαρξη υλικού επικάλυψης
• η απόστασή του από περιοχές παραγωγής απορριμμάτων
• οι αποστάσεις από όρια οικισμών, κοίτες βασικού υδρογραφικού δικτύου, λίμνες και
κοίτες υδατορεμμάτων τροφοδοσίας τους, ακτογραμμή, αρχαιολογικούς χώρους και μνημεία
• η θέση του ως προς τις λεκάνες απορροής, τις προστατευόμενες περιοχές και τις δασικές
και αναδασωτέες εκτάσεις
• η ορατότητά του από οικιστικές περιοχές, αρχαιολογικούς χώρους και μνημεία, κύριο
οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο
• οι κλίσεις της διαδρομής πρόσβασής του.
Η υγειονομική ταφή των απορριμμάτων (Θ. Βλαστός, Κ. Μπιρμπίλης 1999, σελ. 314)
παρουσιάζει:
α) πλεονεκτήματα
Στα πλεονεκτήματα της υγειονομικής ταφής συγκαταλέγονται:
•Σχετικά χαμηλό κόστος.
•Κατάλληλη για ένα ευρύ φάσμα απορριμμάτων.
•Δυνατότητα εκμετάλλευσης εκλυόμενου βιοαερίου κατάλληλου για θέρμανση και
παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος.
•Μετά το κλείσιμο του ΧΥΤΑ με ανάπλασή του αποκτώνται κατάλληλοι χώροι για πάρκα,
αθλητικές εγκαταστάσεις κ.λπ.
β) μειονεκτήματα
Στα μειονεκτήματα της υγειονομικής ταφής συγκαταλέγονται:
•Η ευκολία της υγειονομικής ταφής δε δίνει κίνητρα στους παραγωγούς απορριμμάτων να
εφαρμόζουν λύσεις που βασίζονται στην αξιοποίηση των απορριμμάτων.
•Ανεξαρτήτως σχεδιασμού υπάρχει πάντα ένας μικρός κίνδυνος ρύπανσης από τη
λειτουργία των ΧΥΤΑ.
•Το βιοαέριο αν δεν τεθεί υπό έλεγχο μπορεί να είναι επικίνδυνο (πυρκαγιά, έκρηξη).
•Το βιοαέριο συμβάλλει στο φαινόμενο του θερμοκηπίου.
•Η ανάκτηση ενέργειας από ΧΥΤΑ δεν είναι ιδιαίτερα αποδοτική.
•Μετά το κλείσιμο του ΧΥΤΑ , η γη μπορεί να είναι ακατάλληλη για κάποιες χρήσεις, λόγω
ρύπανσης.

54
•Μπορεί να υπάρχει όχληση λόγω θορύβου, οσμών, διέλευσης οχημάτων και αισθητικής
υποβάθμισης, όπως με όλες τις εγκαταστάσεις επεξεργασίας απορριμμάτων.
•Μεγάλου μήκους μεταφορές απορριμμάτων εντός πόλεως με επιβάρυνση του δικτύου και
του περιβάλλοντος.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο η τάση είναι να ελαχιστοποιηθεί η εφαρμογή των ΧΥΤΑ ως μέθοδος
διαχείρισης μέσω διάθεσης. Για το λόγο αυτό, εκτός των αυστηρών απαιτήσεων που αυξάνουν το
κόστος, σε πολλές χώρες επιβάλλεται φόρος για τους ΧΥΤΑ, με στόχο να τους καταστήσουν
οικονομικά το ίδιο ακριβούς με άλλες μεθόδους διαχείρισης που είναι προτιμότερες.

3.4.3. Αξιοποίηση ανενεργών μεταλλείων για οικιστική χρήση

Ο πολεοδομικός σχεδιασμός, είναι μια σύνθετη διαδικασία που αποβλέπει στη δημιουργία
ενός ανθρωπογενούς περιβάλλοντος που ικανοποιεί ισόρροπα τις συνθήκες διαβίωσης των
κατοίκων. Η σύνθεση του σχεδίου εφαρμογής του, εξαρτάται από την ανταπόκρισή του σε δύο
κατηγορίες παραμέτρων:
Α) τις ανθρώπινες ανάγκες και δραστηριότητες και
Β) το φυσικό χώρο όπου πραγματοποιούνται.
Οι βασικές παράμετροι του φυσικού περιβάλλοντος κάθε περιοχής που μελετάται, οι οποίες
πρέπει να διερευνηθούν κατά το σχεδιασμό (Αμούργης Σ, 2004, σελ. 30), είναι:
• Η λεκάνη απορροής. Θα πρέπει να επισημανθούν το φυσικό σύστημα απορροής των
όμβριων, οι ποσότητες και η κατεύθυνση των όμβριων της ευρύτερης περιοχής και η διέλευσή
τους μέσα από την περιοχή μελέτης.
• Το ανάγλυφο και οι κλίσεις του εδάφους. Το ανάγλυφο και η μορφολογία του εδάφους θα
αναδείξει τις δυνατότητες και τους περιορισμούς για διάφορες χρήσεις γης από πλευρές
προσανατολισμού, θέας, εύκολης προσπέλασης, ανέμων και οικοδόμησης. Κλίσεις που
κυμαίνονται στο 4-10% είναι κατάλληλες για κτίρια, ενώ η οικοδόμηση σε μεγαλύτερες κλίσεις
συνεπάγεται μεγάλη αύξηση του κόστους. Οποιαδήποτε κατασκευή σε κλίσεις μεγαλύτερες του
20%, μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση του ρυθμού διάβρωσης του εδάφους με δυσμενείς
επιπτώσεις για τις κατασκευές και το τοπίο.
• Προσανατολισμός και ηλιοστάσιο. Στο ανάγλυφο του εδάφους θα πρέπει να επισημανθούν
οι πλαγιές που έχουν ΝΝΔ-ΝΝΑ προσανατολισμό ως καλύτερες για κατοικία από πλευρές
ηλιασμού.
• Άνεμοι. Η διάταξη των δρόμων συμβάλλει στον καλύτερο αερισμό από επιθυμητούς
ανέμους ή το αντίθετο, αν οι επικρατούντες άνεμοι είναι ανεπιθύμητοι.
• Βροχοπτώσεις. Τα μεγέθη των βροχοπτώσεων θα δείξουν τις ποσότητες που
συγκεντρώνονται από τις σκληρές επιφάνειες όταν οικοδομηθεί η περιοχή και είναι ιδιαίτερα
σημαντικό το πώς καθοδηγούνται τα επιφανειακά ύδατα.
• Ποιότητα του εδάφους. Οι μηχανικές ιδιότητες του εδάφους είναι απαραίτητες για τη
μελέτη των έργων και των κτιρίων και επηρεάζουν την αποστράγγιση . Επικλινή και ασταθή
εδάφη καθώς και επιχώσεις πρέπει να επισημανθούν ως ακατάλληλα για οικοδόμηση κτιρίων και
να ληφθούν μέτρα για την προστασία από κατολισθήσεις ή καθιζήσεις.
• Υπέδαφος. Η ποιότητα του υπεδάφους είναι ιδιαίτερα σημαντική για τον καθορισμό
χρήσεων γης. Το θέμα των σεισμών είναι επίσης εξαιρετικά σημαντικό για τον προσδιορισμό των
χρήσεων γης, τον καθορισμό των πυκνοτήτων στις χρήσεις γης και των όρων δόμησης καθώς και
τη μέθοδο κατασκευής των κτιρίων και των έργων. Η αντοχή του προσδιορίζει τις κατάλληλες

55
θέσεις για τη θεμελίωση μεγάλων κατασκευών. Η ευκολία εκσκαφής επηρεάζει σημαντικά το
κόστος των έργων.
• Υπόγειοι υδάτινοι ορίζοντες. Η κατανόηση της λειτουργίας του δικτύου υπόγειων υδάτων
μιας περιοχής θα βοηθήσει να μειωθούν οι αρνητικές επιπτώσεις (μολύνσεις η σταδιακή
συρρίκνωση) στον ορίζοντα της ίδιας ή όμορης περιοχής.
• Οικολογία. Η κατανόηση και αναγνώριση ιδιαίτερα των ευπαθών συστημάτων της
περιοχής θα βοηθήσει στη μείωση της ζημίας ή «ανωμαλίας» που θα προκληθεί στην υπάρχουσα
οικολογική ισορροπία από την οικιστική ανάπτυξη.

3.4.4. Αξιοποίηση ανενεργών μεταλλείων για γεωργική χρήση.

Τα κριτήρια που ευνοούν την εγκατάσταση της γεωργικής χρήσης σε ένα τοπίο (Κοσμάκη
Π, Λουκόπουλος Δ, 2004, σελ. 65) αφορούν:
• Τη γεωλογία. Εδάφη που έχουν σχηματισθεί με την απόθεση των υλικών της
αποσάθρωσης πετρωμάτων και των εδαφών που μεταφέρονται με το νερό (αλλουβιακές
αποθέσεις) είναι τα αξιόλογα εδάφη που χρησιμοποιούνται από τη γεωργία. Οι μαλακοί
ασβεστόλιθοι είναι πλούσιοι σε άργιλο και άλλα μαρμαρυγιακά ιδίως ορυκτά δίνουν βαθιά και
γόνιμα για τη γεωργία εδάφη.
• Το έδαφος. Ο συνδυασμός των φυσικών, χημικών και βιολογικών ιδιοτήτων του εδάφους
καθορίζει το είδος και την ανάπτυξη των φυτών και την παραγωγή που είναι δυνατό να παραχθεί
σε ένα δεδομένο κλιματολογικό περιβάλλον. Οι φυσικές ιδιότητες του εδάφους αφορούν το
βάθος, την κοκκομετρική ή μηχανική σύσταση, τη δομή, την πυκνότητα, το πορώδες, την
αεροϊκανότητα, τον αερισμό, τη συνεκτικότητα, το χρώμα και τη θερμοκρασία. Οι χημικές
ιδιότητες του εδάφους αφορούν τη φύση των κολλοειδών, την αντίδραση (pH) και τη γονιμότητα.
Οι βιολογικές ιδιότητες αφορούν την οργανική ουσία και τους οργανισμούς.
• Το κλίμα. Οι χαμηλές θερμοκρασίες (παγετοί), οι υψηλές θερμοκρασίες (καύσωνες),η
θερμοκρασία του αέρα, οι βροχές, η υγρασία του αέρα, η ομίχλη, η δροσιά, η πάχνη, το χαλάζι, το
χιόνι και οι άνεμοι είναι οι κλιματικοί παράγοντες που επιδρούν άμεσα πάνω στα φυτά και
λαμβάνονται υπόψη.
• Οι κλίσεις. Κλίσεις από 2-10% ενδείκνυνται ώστε να είναι οικονομικά και περιβαλλοντικά
κατορθωτές για γεωργική δραστηριότητα. Αυτές μπορούν να έχουν εύκολη προσβασιμότητα και
καλή αποστράγγιση. Οι κλίσεις σε συνδυασμό με τον προσανατολισμό μιας έκτασης καθορίζουν
τον τύπο της γεωργικής εκμετάλλευσης που μπορεί να εφαρμοσθεί σε αυτήν.

3.4.5. Αξιοποίηση ανενεργών μεταλλείων για αναψυχή.

Αναψυχή (Λιάκος Λ, 1977, σελ. 10) σημαίνει δραστηριότητα ή σχεδιασμένη αδράνεια


(απραξία) στην οποία επιδίδεται ο άνθρωπος κατά τον ελεύθερο χρόνο του, μετά από ελεύθερη
έκφραση της βούλησής του.
Το ενδιαφέρον για αναψυχή (Κοσμάκη Π, Λουκόπουλος Δ, 2004, σελ. 65) εστιάζεται σε
κριτήρια που αφορούν στοιχεία ή σύνολα ιδιαιτέρου ενδιαφέροντος σε σχέση με:
• Τη γεωλογία. Από την υπόγεια δράση του νερού δημιουργούνται κοιλότητες (σπήλαια),
ιζηματογενείς αποθέσεις, κυρίως σε ασβεστόλιθους (καρστικά φαινόμενα). Το μέγεθος των
κοιλοτήτων κυμαίνεται και μπορεί να φθάσει μέχρι εκατοντάδες μέτρα. Τα μεγάλα σπήλαια στο

56
Πέραμα Ιωαννίνων, στο Κουτούκι Παιανίας και στο Δυρό Λακωνίας είναι καρστικής
προέλευσης. Η λίμνη της Βουλιαγμένης κοντά στην Αθήνα είναι παράδειγμα καρστικής σπηλιάς
με κατάπτωση της οροφής.
• Τη γεωμορφολογία. Υψηλές και απότομες βουνοκορυφές, μεγάλες κορυφογραμμές είναι
διαμορφώσεις της επιφάνειας της γης που μπορούν να δώσουν ενδιαφέρον στην έκταση. Τα
Μετέωρα είναι παράδειγμα γεωλογικού σχηματισμού.
• Την υδρολογία. Στοιχεία επιφανειακών νερών όπως λίμνες, πηγές, ποτάμια και
καταρράκτες μπορούν να δώσουν ευκαιρίες για αναψυχή.
• Τη βλάστηση. Η γεωλογική ιστορία, η πολυσχιδής τοπογραφία και η βιοκλιματική ποικιλία
αποτελούν τους κύριους λόγους για τη χλωριδική ποικιλότητα και τον υψηλό βαθμό ενδημισμού
της Ελλάδας. Η βιοποικιλότητα της Ελλάδας σε επίπεδο φυτικών ειδών, είναι μεταξύ των
υψηλοτέρων της Ευρώπης και της Μεσογείου. Η κλιμάκωση της βλάστησης και οι εναλλαγές
διάφορων τύπων προξενεί το ενδιαφέρον για αναψυχή.
• Το κλίμα. Δίνει τη δυνατότητα για χειμερινή ή θερινή αναψυχή.
• Τα μνημεία ή τόποι ιστορικού ενδιαφέροντος.
• Την αισθητική του τοπίου. Τα επιβλητικά τοπία, που χαρακτηρίζονται από έντονες
αντιθέσεις στοιχείων, τα ειδυλλιακά τοπία, που χαρακτηρίζονται από την αρμονική κλιμάκωση
των στοιχείων τους, σε συνδυασμό με τις ενδιαφέρουσες πορείες και ανάλογα με τη μείξη
φυσικών και ανθρωπογενών στοιχείων, καθορίζουν την καταλληλότητα για ένα πλήθος επιμέρους
κατηγοριών αναψυχής.

3.4.5.1. Δασική αναψυχή και περιήγηση.

Η παροχή αναψυχής είναι μια λειτουργία του δάσους ανάμεσα στις πολλές άλλες.
Όταν ο άνθρωπος με την ελεύθερα εκφραζόμενη βούλησή του αναζητεί την αναψυχή του
μέσα στο δάσος και το δασικό χώρο, τότε μιλούμε για δασική αναψυχή (Λιάκος Λ, 1977, σελ. 10)
.
Η αναψυχή παρέχεται σε ορισμένες μόνο θέσεις του δάσους. Η υπόλοιπη έκταση του
δάσους αποτελεί απλώς το γενικό τοπίο, το οποίο είναι και το στοιχείο που προσδιορίζει την
έννοια της δασικής αναψυχής.
Οι απαιτήσεις του ανθρώπου για αναψυχή στο δάσος είναι πολλές σε είδος και μέγεθος,
αλλάζουν από περιοχή σε περιοχή και με το χρόνο και (Λιάκος Λ, 1977, σελ. 17) αναφέρονται:
α) στον τρόπο προσέγγισης του δάσους,
β) στην απόσταση διαδρομής προς το δάσος,
γ) στο είδος των ανέσεων που προσφέρονται σε οργανωμένους χώρους,
δ) στη μορφή της βλάστησης και στην ποιότητα της αρχιτεκτονικής σύνθεσης του δασικού
τοπίου,
ε) στο βαθμό άνεσης και ασφάλειας των επισκεπτών και
στ) στο πλήθος των διαφόρων ειδών αναψυχής.
Οι παράγοντες που επηρεάζουν και διαμορφώνουν το είδος και το μέγεθος των απαιτήσεων
των ανθρώπων για αναψυχή τους στο δάσος και βοηθούν στην σωστή εκτίμηση της ζήτησής κατά
είδος, ποσότητα και ποιότητα (Λιάκος Λ, 1977, σελ. 19) είναι:
α) Ο ανθρώπινος παράγοντας. Το μέγεθος του πληθυσμού, ο τόπος διαμονής, η ζώνη
διαβίωσης, η ηλικία, το επίπεδο μόρφωσης, το επάγγελμα και οι κοινωνικές συνθήκες.
β) Ο οικονομικός παράγοντας. Το ύψος του εισοδήματος και η δαπάνη αναψυχής

57
γ) Ο συγκοινωνιακός παράγοντας. Τα μέσα κίνησης, η κατάσταση των δρόμων
προσπέλασης και η ποιότητα της διαδρομής
δ) Ο χρόνος. Η σχόλη, ο χρόνος προσέγγισης, οι συνθήκες κυκλοφορίας
ε) Τα μέσα αναψυχής που διαθέτονται. Η ποιότητα των μέσων αναψυχής, το πλήθος των
μέσων αναψυχής και η ποικιλία των μέσων αναψυχής
στ) Οι κλιματικές συνθήκες.
ζ) Οι συνθήκες επικοινωνίας. Τα μαζικά μέσα ( τηλεόραση, ραδιόφωνο, εφημερίδες, αφίσες
κ.λπ.) και τα προσωπικά μέσα (επιστολές, πληροφοριακές πινακίδες, διηγήσεις ανθρώπων, κ.λπ.)
η) Οι συνθήκες ανταγωνισμού. Η πυκνότητα των δασών αναψυχής, η απόσταση των δασών
αναψυχής και η ποιότητα και τα είδη αναψυχής.

3.4.5.2. Δασικός περιηγητικός χώρος.

Ο προγραμματισμός και η ανάπτυξη της δασικής αναψυχής, εξαρτιέται από το αν υπάρχουν


ή όχι κατάλληλες δασικές εκτάσεις. Σε περίπτωση ύπαρξής τους, η επιτυχία της ανάπτυξης
εξαρτιέται από την ορθή οργάνωση της λειτουργίας τους. Είναι δηλαδή απαραίτητο να
γνωρίζουμε το είδος, τη φύση, το μέγεθος και τις δυνατότητες των δασικών πόρων αναψυχής και
περιήγησης που υπάρχουν σε κάθε ιδιαίτερη περιοχή.
Ο δασικός περιηγητικός χώρος της χώρας μας είναι σημαντικότατος και υπάρχει μέσα του,
ένας μεγάλος αριθμός τόπων με ιδιαίτερες συνθήκες, που μπορούν να προσφέρουν το αγαθό της
αναψυχής.
Οι τόποι αναψυχής, οι οποίοι παρέχουν το αγαθό της αναψυχής μέσα στο δάσος, θα πρέπει
να αναπτύσσονται, με βάση τις απαιτήσεις των ανθρώπων που τα επισκέπτονται, το είδος και την
ποιότητα των δασικών περιηγητικών πόρων που υπάρχουν και το συνδυασμό αυτών. Ύστερα από
μια έντεχνη και ειδική ανάπτυξη των μέσων αναψυχής, τα δάση μπορούν να εξασφαλίσουν στους
επισκέπτες τους, ευχάριστη, άνετη και ασφαλή μακρόχρονη παραμονή και δραστηριοποίηση.
Οι παράγοντες που επηρεάζουν την αξία των δασικών τόπων και την καταλληλότητά τους
για την ανάπτυξη της δασικής αναψυχής και η γνώση τους βοηθάει στην πετυχημένη εκλογή
τους, μπορούν (Α. Χατζηστάθης- Ι. Ισπικούδης 1992, σελ. 308) να ταξινομηθούν σε:
Α) Φυσικούς παράγοντες. Οι κυριότεροι από τους φυσικούς παράγοντες είναι οι κλιματικές
συνθήκες (θερμοκρασία αέρα, βροχοπτώσεις, χιονοπτώσεις, άνεμοι), η τοπογραφική διαμόρφωση
(κλίση, θέση στην πλαγιά, έκθεση στον ορίζοντα), το έδαφος, τα νερά(νερό ατομικής χρήσης,
νερό ως αισθητικό στοιχείο του τοπίου, νερό ως μέσο αναψυχής), το τοπίο και η δυνατότητα
ανάπτυξης διαφόρων δραστηριοτήτων αναψυχής.
Β) Βιοτικούς παράγοντες. Οι βιοτικοί παράγοντες είναι η βλάστηση και τα ζώα.
Γ) Πολιτιστικούς παράγοντες. Οι πολιτιστικοί παράγοντες είναι η ιστορία, οι θρύλοι, οι
παραδόσεις και η θρησκεία.

3.4.5.3. Οργάνωση χώρων δασικής αναψυχής.

Οι χώροι αναψυχής πρέπει να είναι καλά οργανωμένοι και κατάλληλα εξοπλισμένοι, η δε


κατανομή τους μέσα στο δάσος (Α. Χατζηστάθης- Ι. Ισπικούδης 1992) να είναι τέτοια, ώστε:
Α. Να προσφέρουν στους επισκέπτες
Α1. Άνεση παραμονής, παρέχοντας όλα τα μέσα
Α2. Ασφάλεια εναντίον κάθε κινδύνου

58
Α3. Αισθητική και ψυχική ικανοποίηση
Α4. Οργανωμένους χώρους παιχνιδιών, όπου είναι δυνατό και
Β. Να διασφαλίζουν την καλή λειτουργία και προστασία του δάσους με:
Β1. Τη συγκέντρωση των επισκεπτών σε μικρή σχετικά έκταση
Β2. Τον περιορισμό στο ελάχιστο της φροντίδας συντήρησης
Β3. Τον περιορισμό μέχρι μηδενισμού της υποβάθμισης του εδάφους.
Β4. Την απόλυτη προστασία του νερού των πηγών από κάθε ρύπανσή τους.
Β5. Την εύκολη διοίκηση.
Τα ειδικά τεχνικά έργα δασικής αναψυχής και οι απαραίτητοι χειρισμοί της βλάστησης ενός
δάσους αναψυχής (Λιάκος Λ, 1979, σελ. 166) αναφέρονται σε:
- Δρόμους και μονοπάτια προσέγγισης και προσπέλασης των δασών αναψυχής
- Αισθητική βελτίωση της βλάστησης και του συνόλου φυσικού τοπίου
- Ανάπτυξη χώρων υπαιθρίου γεύματος
- Ανάπτυξη χώρων κατασκήνωσης
- Ανάπτυξη χώρων θέας
- Ανάπτυξη χώρων με δραστηριότητες σχετικές με το νερό
- Ανάπτυξη συστήματος πινακίδων οδηγών
- Διοίκηση – διαχείριση χώρων δασικής αναψυχής.

3.4.5.3.1. Δρόμοι και μονοπάτια περιήγησης και αναψυχής

Η διαδρομή προς και μέσα στα δάση, θα πρέπει να εξασφαλίζει, μαζί με την άνεση και την
ασφάλεια, συνεχείς εκπλήξεις στη θέα μιας ποικιλίας μορφών του τοπίου, με την αρμονική
σύνθεση σε ωραίες εικόνες των κυριαρχικών στοιχείων του τοπίου, όπου η βλάστηση, τα νερά, η
τοπογραφική διαμόρφωση και τα διάφορα τεχνικά έργα και μικροκατασκευές προσφέρουν σε
άπειρους συνδυασμούς μέσα στο δάσος.
Η σύνδεση των μονοπατιών με το δίκτυο των δρόμων του δάσους και η σήμανσή τους με
πληροφοριακές πινακίδες, αποτελούν τον καλύτερο οδηγό του περιηγητή προς τα σημεία που
έχουν ενδιαφέρον.

3.4.5.3.2. Χειρισμός βλάστησης για αισθητική βελτίωση του δασικού τοπίου

Η συμβολή της βλάστησης στη διαμόρφωση του δασικού τοπίου και κατ΄επέκταση στην
ποιότητα της δασικής αναψυχής είναι μεγάλης σημασίας. Γι΄αυτό θα πρέπει να εξετάζεται:
α) από τον τρόπο παρουσίας της και
β) από πλευράς οπτικής εντύπωσης
Η παρόδια βλάστηση βρίσκεται στην πρώτη ζώνη απόστασης από τον παρατηρητή, ο
οποίος έχει τη δυνατότητα εποπτείας του τοπίου στις λεπτομέρειες. Για το λόγο αυτό θα πρέπει να
αποφεύγεται κάθε αταξία που μπορεί να μειώσει την αισθητική του αξία.
Η βλάστηση που βρίσκεται στο εσωτερικό του δάσους, βρίσκεται στη δεύτερη ζώνη
απόστασης από τον παρατηρητή, ο οποίος ξεχωρίζει το περίγραμμα του τοπίου, την υφή της
βλάστησης, τις χρωματικές αντιθέσεις και την τοπογραφική διαμόρφωση. Για το λόγο αυτό οι
χειρισμοί τις βλάστησης θα πρέπει να ικανοποιούν τις απαιτήσεις της αισθητικής του τοπίου.

59
3.4.5.3.3. Χώροι υπαίθριου γεύματος

Η επίσκεψη και η παραμονή του ανθρώπου στο δάσος συνοδεύεται και με μια απαίτηση να
βρει εκεί κατάλληλα διαμορφωμένους και εξοπλισμένους χώρους, που να του δίνουν τη
δυνατότητα να παίρνει το φαγητό του, το οποίο έχει παρασκευάσει στο σπίτι ή θα παρασκευάσει
εκεί, σε ευχάριστο περιβάλλον με σχετική άνεση και με απόλυτη ασφάλεια.
Οι χώροι υπαιθρίου γεύματος, για να ανταποκρίνονται στις διάφορες απαιτήσεις των
επισκεπτών. πρέπει (Α. Χατζηστάθης- Ι. Ισπικούδης 1992, σελ. 312) να διαθέτουν:
α. Τραπέζια με πάγκους.
β. Εστία για παρασκευή φαγητού όπου επιτρέπεται.
γ. Πυροσβεστικές φωλιές.
δ. Δοχεία απορριμμάτων.
ε. Πόσιμο νερό και νερό για άλλες χρήσεις.
στ. Χώρος υγιεινής και καθαριότητας.
ζ. Χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων.
η. Κατατοπιστικές και πληροφοριακές πινακίδες.
Σε μερικούς τύπους χώρων υπαιθρίου γεύματος είναι απαραίτητες κάποιες ιδιαίτερες
κατασκευές και διευκολύνσεις, όπως:
θ. Στεγασμένος χώρος για την περίπτωση ξαφνικής κακοκαιρίας.
ι. Χώρος κατάλληλος για το άναμμα φωτιάς.
ια. Αναψυκτήριο.
ιβ. Χώροι αθλοπαιδιών.
ιγ. Χώροι για παιχνίδια μικρών.
Για να ικανοποιηθούν οι διαφορετικές απαιτήσεις των επισκεπτών του δάσους σχετικά με
τις ανέσεις και την οργάνωση των χώρων υπαιθρίου γεύματος (Λιάκος Λ, 1979, σελ. 222),
αναπτύσσονται οι παρακάτω τύποι υπαιθρίου γεύματος:
Α. Τύπος χώρων υπαιθρίου γεύματος μαζικής χρήσης. Χαρακτηριστικό του είναι η μεγάλη
έκταση, στην οποία εξυπηρετείται ένας μεγάλος αριθμός επισκεπτών.
Οι χώροι αυτοί έχουν ανάγκη από χώρο κατάλληλα διαμορφωμένο για το παιχνίδι και τη
διασκέδαση των επισκεπτών.
Β. Τύπος χώρων υπαιθρίου γεύματος οργανωμένων ομάδων. Εξυπηρετεί οργανωμένες
ομάδες (φυσιολατρικούς συλλόγους, σωματεία κ.λπ.) που αποτελούνται τουλάχιστον από 50
άτομα γι΄αυτό απαιτείται κατάλληλη διάταξη των τραπεζιών.
Γ. Τύπος χώρων υπαιθρίου γεύματος μονάδων κατά αθροίσματα. Ο τύπος αυτός εξυπηρετεί
κυρίως οικογένειες ή μικρές παρέες.
Δ. Τύπος χώρων υπαιθρίου γεύματος κατά μήκος δρόμων. Εξυπηρετεί πάρα πολύ κόσμο
που κινείται κατά μήκος των δρόμων.

3.4.5.3.4. Χώροι κατασκήνωσης.

Η κατασκήνωση στο δάσος, προσφέρει τη δυνατότητα στους επισκέπτες, οι οποίοι


διανυκτερεύουν σ΄αυτό, να απολαύσουν και να χαρούν τη φύση και το υγιεινό περιβάλλον ή
αποτελεί το μέσο και τη βάση εξόρμησης για άλλες απολαύσεις και δραστηριότητες αναψυχής,
που το δασικό περιβάλλον προσφέρει.
Οι χώροι κατασκήνωσης, για να ανταποκρίνονται στις διάφορες απαιτήσεις των
επισκεπτών. πρέπει (Α. Χατζηστάθης- Ι. Ισπικούδης 1992, σελ. 312) να διαθέτουν:
60
α. Χώρο για στάθμευση του αυτοκινήτου
β. Χώρο για τη σκηνή ή το τροχόσπιτο
γ. Τραπεζοπάγκο μεταξύ της σκηνής και του αυτοκινήτου ή στα δεξιά του τροχόσπιτου.
δ. Ψησταριά
Για κοινή χρήση με άλλες μονάδες αναπτύσσονται
ε. Δοχείο απορριμμάτων
στ. Πόσιμο νερό και νερό γενικής χρήσης (για 4-5 μονάδες 1 βρύση σε 50 μ. απόσταση)
ζ). Χώρος υγιεινής και καθαριότητας (σε απόσταση 50-200 μ.)
η. Πυροσβεστικές φωλιές και παροχές νερού για έκτακτη ανάγκη.
θ. Κατατοπιστικές και πληροφοριακές πινακίδες, ενώ ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί
ώστε να εξασφαλίζεται, η ασφαλής έξοδος των παραθεριστών σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης
(πυρκαγιές).
Σε μερικούς τύπους κατασκηνώσεων είναι απαραίτητη ή δυνητική η ανάπτυξη ορισμένων
ιδιαίτερων κατασκευών και διευκολύνσεων όπως
ι. Μικρές κατοικίες ιδιαίτερα στις κατασκηνώσεις για μακρόχρονη παραμονή.
ια). Χώρος κατάλληλος για το άναμμα φωτιάς.
ιβ. Διοικητήριο και ιατρείο.
ιγ. Κατάστημα πώλησης διαφόρων αγαθών πρώτης ανάγκης.
ιδ. Αναψυκτήριο και εστιατόριο.
ιε. Χώροι αθλοπαιδιών ( καλαθόσφαιρα, πετόσφαιρα, κ.λπ. ).
ιστ. Χώροι για παιχνίδια μικρών.
Μερικές φορές είναι δυνατό να υπάρχει παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, νερού και
αποχέτευσης και στις μονάδες ιδιαίτερα σε εκείνες που προορίζονται για τροχόσπιτα.
Για να ικανοποιηθούν οι διάφορες επιθυμίες και απαιτήσεις των κατασκηνωτών του
δάσους σχετικά με τις ανέσεις και την οργάνωση των χώρων κατασκήνωσης (Λιάκος Λ, 1979,
σελ. 260) , αναπτύσσονται οι παρακάτω τύποι κατασκηνώσεων:
Α. Χώροι κατασκηνώσεων γενικής χρήσης. Χαρακτηρίζονται από τη μεγάλη συγκέντρωση
επισκεπτών, τον κοινωνικό τρόπο ζωής και την παραμονή λίγων ημερών
Β. Χώροι κατασκηνώσεων οργανωμένων ομάδων. Χαρακτηρίζονται από την εξυπηρέτηση
των σκοπών και των απαιτήσεων επισκεπτών που έχουν τα ίδια ή ανάλογα ενδιαφέροντα και που
ανήκουν σε οργανωμένες κοινωνικές ομάδες.
Γ. Οικογενειακοί χώροι κατασκηνώσεων. Χαρακτηρίζονται από την ανάπτυξή τους σε μικρή
έκταση, την εξυπηρέτηση οικογενειών ή μικρών ομάδων και τη σχετική μοναχικότητά τους μέσα
σε μια ομάδα μονάδων.
Δ. Χώροι κατασκηνώσεων αιχμής. Χαρακτηρίζονται από την εξυπηρέτηση της ανάγκης
προσωρινής τακτοποίησης των επισκεπτών κατά τις ημέρες που οι επισκέπτες κατασκηνωτές
υπερβαίνουν τη σχετική χωρητικότητα, που η ανάπτυξη του δάσους προσφέρει.
Ε. Χώροι κατασκηνώσεων μακρόχρονης παραμονής. Χαρακτηρίζονται από την εξυπηρέτηση
της ανάγκης για παραμονή στο δάσος των επισκεπτών για μακρό χρονικό διάστημα μεγαλύτερο
των 15 ημερών.
Στ. Χώροι κατασκηνώσεων σε απομονωμένες περιοχές. Χαρακτηρίζονται από την
εξυπηρέτηση της ανάγκης στους επισκέπτες φίλους της άγριας και παρθένας φύσης.
Η. Χώροι κατασκηνώσεων για ταξιδεύοντες. Χαρακτηρίζονται από την ανάγκη
εξυπηρέτησης των επισκεπτών για μια ή σπάνια δυο ημέρες κατά τις μετακινήσεις τους.

61
3.4.5.3.5. Χώροι θέας.

Η αισθητική απόλαυση που πηγάζει από τη θέα ωραίων τοπίων αποτελεί ένα από τους
σκοπούς του επισκέπτη του δάσους, που κινείται σ΄αυτό για λόγους αναψυχής. Για να
εξυπηρετηθεί αυτή η ανάγκη των επισκεπτών πρέπει να αναπτυχθούν ιδιαίτερες θέσεις θέας. Η
εκλογή των κατάλληλων θέσεων δεν παρουσιάζει δυσκολίες, γιατί αυτές προβάλλονται μόνες
τους.
Η θέση θέας εκτός από την ανεμπόδιστη εποπτεία σε όλα τα επίπεδα του τοπίου πρέπει
(Λιάκος Λ, 1979, σελ. 260) να έχει:
α. Αρκετό χώρο για στάθμευση μεγάλου αριθμού αυτοκινήτων κοντά της
β. Άνετο, σύντομο και ασφαλή πεζόδρομο από το χώρο στάθμευσης μέχρι την πλατεία της
γ. Ευρύχωρη, άνετη και ανάλογα διαρρυθμισμένη πλατεία η οποία πρέπει να είναι
εφοδιασμένη με διάφορες κατασκευές όπως:
γ1. Τοίχο ή κιγκλίδωμα για την ασφάλεια των επισκεπτών.
γ2. Προσανατολιστικό πίνακα, όπου αναλύεται με κάποιες λεπτομέρειες το τοπίο.
γ3. Απλά στέγαστρα ή κιόσκια όπου οι συνθήκες δεν επιτρέπουν την ανάπτυξη δενδρώδους
βλάστησης.
γ4. Πάγκους ανάπαυσης.
γ5. Παροχή νερού και χώρος υγιεινής.
γ6. Πολλές φορές είναι δυνατό να τοποθετούνται ειδικά τηλεσκόπια.
γ7. Σε ανεμόπληκτες θέσεις είναι απαραίτητη η κατασκευή αντιανεμικών φρακτών.
γ8. Σε περιπτώσεις που η μορφολογία του εδάφους δεν προσφέρει κατάλληλες θέσεις για
θέα ή η παρεμβολή εμποδίων (υψηλή πυκνή βλάστηση) δεν επιτρέπουν τη θέα, όπως συμβαίνει
στους υγροτόπους, κατασκευάζονται ειδικά παρατηρητήρια για άνετη θέα.

3.4.5.3.6. Δραστηριότητες δασικής αναψυχής με βάση το νερό.


Πηγές: Mine Water and the Environment 2005 τεύχος 24, σελίδες 134-138 και Mine Water
and the Environment 2006 τεύχος 25, σελίδες 220-226

Τα τελικά ανοίγματα της εξόρυξης είναι λάκκοι που μένουν έπειτα από το σταμάτημα των
δραστηριοτήτων εξόρυξης σε ορυχεία με εξόρυξη με τη μέθοδο των ανοιχτών λάκκων. Πολλά
τέτοια ορυχεία εκτείνονται κάτω από την υπόγεια στάθμη των νερών και απαιτούν ουσιαστική
αφαίρεση νερού κατά την εξόρυξη. Όταν η αποστράγγιση τελειώνει, οι κοιλότητες των ορυχείων
συνήθως γεμίζουν με ένα συνδυασμό νερού του εδάφους, νερού από τα επιφανειακά ρεύματα και
πολλές φορές από νερό που προέρχεται από κάποια κοντινή περιοχή. Η τελική ποιότητα του
νερού της λίμνης είναι δύσκολο να προβλεφθεί και εξαρτάται από παράγοντες όπως είναι η
αρχική ποιότητα του νερού του εδάφους, η γεωλογική σύσταση των τοιχωμάτων της λίμνης και
του γύρω τοπίου καθώς και η δυναμική της εξάτμισης και της ιζηματοποίησης (κατακρήμνισης).
Δύο μεγάλα προβλήματα που συχνά σχετίζονται με την ποιότητα του νερού είναι η αλμυρότητα
και η οξεοποίηση. Η αλμυρότητα προκύπτει όταν ο ρυθμός εξάτμισης υπερβαίνει τη ροή του
νερού από το υπέδαφος και την ιζηματοποίηση, και η λίμνη λειτουργεί σαν ένας υδραυλικός
νεροχύτης. Η οξεοποίηση συμβαίνει όταν ο λάκκος ή τα γύρω κατάλοιπα περιέχουν πετρώματα
σιδηροπυρίτη.
Τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα για την προστασία της φύσης κατά τη δημιουργία
μικρών και μεγάλων λιμνών (E.P.Beckman, 2001, σελ.202) είναι τα ακόλουθα:

62
•Δημιουργία ενδιαιτημάτων με ποικιλότητα. Μια σειρά ειδών πανίδας και χλωρίδας
αναπτύσσεται πάντοτε στο νερό. Υδρόβια πτηνά επίσης προσελκύονται από μικρές λίμνες με
νησάκια όπου μπορούν να δημιουργήσουν φωλιές και να διημερεύσουν. Αλκυόνες και
οχθοχελίδονα δημιουργούν φωλιές σε κατάλληλα διαμορφωμένες όχθες.
•Αποτελούν πηγές πληροφοριών για εκπαιδευτικούς και ερευνητικούς σκοπούς. Τα υδατικά
ενδιαιτήματα αναπτύσσονται πολύ γρήγορα και είναι μια ιδανική περιοχή μελέτης των κύκλων
ζωής για τα παιδιά.
•Συμβάλλουν στον έλεγχο του μικροκλίματος με τη μείωση των θερμοκρασιών χάρη στο
φαινόμενο του εξατμιστικού δροσισμού. Αυτό αφορά τις λίμνες που εντάσσονται σε
κοινόχρηστες διαμορφώσεις.
•Παρέχουν χώρους αναψυχής για το κοινό. Οι μικρές λίμνες είναι πάντοτε ελκυστικές
ιδιαίτερα σε θερμά κλίματα.
Στοιχεία σχεδιασμού.
Τα στοιχεία σχεδιασμού μιας λίμνης μικρής ή μεγάλης (E.P.Beckman, 2001, σελ.203) είναι:
• Η όχθη. Μια δαντελωτή όχθη με κυμαινόμενο υψόμετρο και βάθος νερού παρέχει τη
δυνατότητα για ανάπτυξη βιότοπων που χαρακτηρίζονται από ποικιλότητα. Πολλά είδη υδρόβιων
πουλιών, ψαριών και εντόμων έχουν ειδικές απαιτήσεις οι οποίες είναι βασικό να διερευνηθούν
από την αρχή. Παραδείγματος χάριν, υπάρχουν ορισμένα είδη ψαριών που τρέφονται στο βυθό
και ανακατεύουν τη λάσπη του εμποδίζοντας τα υδρόβια φυτά να αναπτυχθούν. Συνιστάται
λοιπόν να εισάγονται τέτοια ψάρια όταν η λίμνη θα έχει πλήρως αναπτυχθεί. Οι αλκυόνες κάνουν
τις φωλιές τους σε αμμώδεις όχθες. Μπορεί να δημιουργηθεί μια τεχνητή αμμώδης όχθη για
αλκυόνες, αλλά πρέπει να είναι προφυλαγμένη ώστε να εμποδίζονται τα αρπακτικά ζώα και
πτηνά να φτάσουν στις φωλιές.
• Το βάθος. Όσο βαθύτερη είναι μια λίμνη, τόσο πιο πιθανό είναι να είναι οικολογικά
σταθερή. Σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, με υψηλές θερμοκρασίες το καλοκαίρι, είναι απαραίτητο
να δημιουργείται μια μάζα νερού επαρκής για να διασφαλίσει την απαιτούμενη οικολογική
σταθερότητα. Νερό που είναι μικρού βάθους θα θερμανθεί πολύ γρήγορα και σύντομα θα
αναπτυχθούν υδρόβια φυτά. Αυτά τα φυτά δεν είναι ελκυστικά και αποδίδουν επιβλαβείς οσμές,
αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι συντελούν στη μείωση του οξυγόνου που περιέχεται στο νερό, με
αποτέλεσμα το θάνατο των ψαριών και των άλλων οργανισμών. Σε νερό με μεγαλύτερο βάθος η
διείσδυση του ηλιακού φωτός θα περιοριστεί και η θερμοκρασία θα παραμείνει χαμηλή
εμποδίζοντας τα άλγη να σχηματιστούν. Το μεγαλύτερο βάθος επίσης μπορεί να επιτρέψει τη
χειμέρια νάρκη των ψαριών.
• Η οξυγόνωση. Η οξυγόνωση της μάζας του νερού θα βελτιώσει σημαντικά τη φέρουσα
ικανότητα του οικοσυστήματος και θα βοηθήσει στον εμπλουτισμό της άγριας ζωής
• Η παροχή νερού. Όταν στην ευρύτερη περιοχή μιας φυσικής λίμνης με άγρια ζωή, στην
οποία εκβάλλει ρέμα ή ρυάκι, παρατηρείται ρύπανση του χώματος από αγροτικά νιτρικά
λιπάσματα, τότε μπορεί να κατασκευαστεί μια μικρή διηθητική λίμνη ή μια λίμνη καθίζησης σε
ένα ψηλότερο σημείο από την εκβολή του ρέματος. Με αυτό τον τρόπο αποφεύγεται ο
ευτροφισμός, δηλαδή ο εμπλουτισμός του νερού με υπερβολικές θρεπτικές ουσίες, που μπορεί να
έχει αποτέλεσμα την υπερβολική ανάπτυξη υδρόβιων φυτών και δυσμενείς επιδράσεις στην άγρια
ζωή. Επίσης η τεχνητή λίμνη προφυλάσσει τη φυσική στην περίπτωση μιας απότομης καταιγίδας,
η οποία μπορεί να έχει καταστροφικά αποτελέσματα στο βυθό και ιδιαίτερα στην άγρια ζωή της
φυσικής λίμνης.
• Η οξύτητα: Η αύξηση της οξύτητας μειώνει το δυναμικό της άγριας ζωής στα
ενδιαιτήματα του γλυκού νερού ελαττώνοντας τις θρεπτικές ουσίες και καταστρέφοντας την
63
τροφική αλυσίδα. Η παρακολούθηση των λιμνών που έχουν δημιουργηθεί σε ουδέτερο ή όξινο
πέτρωμα είναι απαραίτητη. Η διάστρωση θρυμματισμένου ασβεστόλιθου στις όχθες θα
αντισταθμίσει την οξύτητα και θα επιφέρει την ισορροπία του pH , αυτή όμως η μέθοδος
βρίσκεται στο στάδιο του πειραματισμού.
• Η ασφάλεια/προστασία: Τα διάφορα τεχνητά στοιχεία νερού πρέπει να σχεδιαστούν έτσι
ώστε να επιτρέπουν στο κοινό και ιδιαίτερα στα παιδιά να τα επισκέπτονται. Η όχθη πρέπει να
έχει μια στερεή βάση για να επιτρέψει στον άνθρωπο να πατήσει με ασφάλεια. Παλιές λίμνες
έχουν πολύ συχνά ένα βαθύ στρώμα λάσπης στις όχθες τους το οποίο μπορεί να είναι επικίνδυνο.
Η εργασία σε τεχνητά στοιχεία νερού είναι επίσης ενδεχομένως επικίνδυνη και γι΄αυτό
προληπτικά μέτρα ασφάλειας είναι απαραίτητα. Ορισμένες μάζες νερού απαιτούν ιδιαίτερη
διαχείριση, γιατί βοηθούν την ανάπτυξη βλαβερών βακτηρίων που προκαλούν ασθένειες όπως ο
τέτανος και η νόσος του Veil που συνδέεται με τους αρουραίους.
• Οι είσοδοι νερού. Οι λίμνες που βρίσκονται πάνω στο ρέμα υποφέρουν συχνά από
απόφραξη με λάσπη και από προβλήματα στροβιλισμού. Οι λίμνες που βρίσκονται έξω από το
ρέμα έχουν πολλά πλεονεκτήματα.
Περιβαλλοντικοί και κοινωνικοί κίνδυνοι των λιμνών των ορυχείων
Οι λίμνες των ορυχείων εγείρουν πολλά σημαντικά θέματα υγείας και ασφάλειας τόσο για
την εταιρεία εξόρυξης όσο και για τις όμορες ανθρώπινες κοινότητες και τις κοινότητες άγριας
ζωής που τις απασχολούν για πολλά χρόνια μετά το σταμάτημα των εργασιών εξόρυξης. Για
παράδειγμα, τα τοιχώματα των λιμνών μπορεί να είναι ασταθή ή μπορούν να γίνουν περισσότερο
ασταθή καθώς γεμίζει η λίμνη. Οι λίμνες των ορυχείων συνήθως έχουν χαμηλότερο λόγο
επιφάνειας/ βάθους από τις φυσικές λίμνες και έχουν απότομα τοιχώματα. Αυτό το απότομο των
τοιχωμάτων μπορεί να προκαλέσει κινδύνους για τους χρήστες της λίμνης, όπως είναι οι κάτοικοι
των γύρω περιοχών, τα ζώα της φάρμας και τα είδη άγριας ζωής.
Η κατάποση του μολυσμένου νερού της λίμνης των ορυχείων από τα είδη της άγριας ζωής
μπορεί να προκαλέσει σε αυτά σοβαρά τραύματα ή ακόμη και θάνατο. Τα όξινα νερά πολλών
λιμνών ορυχείων μπορούν να αφαιρέσουν τα φυσικά έλαια από τα φτερά των υδρόβιων πτηνών,
γεγονός που μπορεί να οδηγήσει στο θάνατό τους λόγω πνιγμού ή έκθεσης τους σε αυτά. Η
βιοσυσσώρευση αυξημένων ποσοτήτων βαρέων μετάλλων μπορεί να βλάψει τόσο τα είδη άγριας
ζωής όσο και τους ανθρώπους που ζουν στις γειτονικές περιοχές που τρέφονται είτε από τα ψάρια
των λιμνών είτε από τα είδη άγριας ζωής που έχουν μολυνθεί.
Παρόλο που οι επιδράσεις από την εξόρυξη δεν έχουν εξεταστεί ακόμη διεξοδικά, η
αλλαγή της χρήσης της γης από τους ανθρώπους θεωρείται εδώ και πολλά χρόνια ότι αποτελεί
αίτιο «ξεσπάσματος» ασθενειών που μεταδίδονται από τα κουνούπια. Με την εξάπλωση του
περιβάλλοντος ανάπτυξής τους, οι λίμνες των ορυχείων μπορούν επίσης να κρύψουν στα νερά
τους ασθένειες που μεταδίδονται από το νερό και τους ξενιστές τους, όπως είναι τα κουνούπια.
Καθώς οι λίμνες «θεραπεύονται» και αυξάνεται το επίπεδο των θρεπτικών τους συστατικών με
την πάροδο των χρόνων, μπορεί να γίνουν ακόμη πιο ελκυστικές για τα κουνούπια και, κατά
συνέπεια, μπορεί να αποτελέσουν περιβάλλοντα για κουνούπια – ξενιστές ασθενειών σε
σημαντικές περιοχές εξόρυξης.
Σε περιοχές με υψηλούς ρυθμούς εξάτμισης, ή χαμηλούς ρυθμούς ιζηματοποίησης και
ροής του νερού του υπεδάφους, η υπερβολική αλμυρότητα μπορεί να προκληθεί από το αλμυρό
νερό του υπεδάφους που καταλήγει στις λίμνες αυτές μετά από την εξάτμιση. Η εισόρμηση του
αλμυρού νερού του υπεδάφους μπορεί να οδηγήσει σε μακροπρόθεσμη αύξηση της αλμυρότητας
του νερού της λίμνης και σε χαμηλότερα επίπεδα υπόγειων υδάτων. Εκτός από την άμεση
απώλεια του φυσικού περιβάλλοντος μέσα από τα μειωμένα επίπεδα των υπογείων υδάτων, η
64
χειροτέρευση της ποιότητας του νερού του υπεδάφους μπορεί να μολύνει τις υπόγειες
βιοκοινότητες (stygofauna), ή να ξεχειλίσει και να μολύνει επιφανειακά νερά που βρίσκονται σε
κοντινές περιοχές και που χρησιμοποιούνται από τις τοπικές κοινωνίες και την ενδημική χλωρίδα
και πανίδα. Παρόλα αυτά, η χειροτέρευση της ποιότητας του νερού του υπεδάφους από την
εξόρυξη θεωρείται δευτερεύουσας σημασίας σε κάποιες περιοχές που θεωρούνται χρήσιμες μόνο
για εξορυκτικούς σκοπούς.
Αντίστοιχα, σε περιοχές με συχνότερες βροχοπτώσεις, η εισροή του νερού είναι
μεγαλύτερη από το ρυθμό εξάτμισης, συντελώντας σε μια ροή του νερού έξω από τη λίμνη και
μέσα στο νερό του υπεδάφους. Οι μολυσματικές ουσίες σε αυτές τις περιπτώσεις, όπως είναι τα
βαρέα μέταλλα και το χαμηλό pH, μπορεί να μεταδοθούν στο νερό του υπεδάφους. Η μόλυνση
των νερών του υπεδάφους μέσω της ενδιάμεσης ροής μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες στις
φυσικές και ανθρώπινες κοινότητες σε άνυδρες περιοχές οι οποίες σχεδόν αποκλειστικά
εξαρτώνται από το νερό του υπεδάφους.
Τα γεωχημικά μοντέλα πρόβλεψης της χημείας των νερών των λιμνών των ορυχείων
μπορούν να αποτελέσουν χρήσιμα εργαλεία για την προετοιμασία και τη διαρκή διαχείριση της
υδρολογίας και της ποιότητας του νερού αυτών των λιμνών. Ωστόσο, η πλειονότητα αυτών των
μοντέλων πρόβλεψης που χρησιμοποιούνται προσαρμόζεται στις καταστάσεις των λιμνών των
ορυχείων μια και έχουν αναπτυχθεί για να αντιμετωπίζουν τις καταστάσεις των φυσικών λιμνών.
Παρόλο που αυτά τα συστήματα μπορεί να έχουν κάποια κοινά χημικά ή φυσικά χαρακτηριστικά,
τα συστήματα των λιμνών των ορυχείων διαφέρουν σε κάποιους σημαντικούς παράγοντες
γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε ασυνέπειες ή σε έλλειψη εμπιστοσύνης στην πρόβλεψη και
στην συνεπαγόμενη απόδοχή των αποτελεσμάτων της μέτρησης.
Ακόμη, παρά το γεγονός ότι η πρωταρχική χρήση των μοντέλων πρόβλεψης της ποιότητας
του νερού είναι η ικανοποίηση των νομοθετικών αρχών, η ποιότητα του νερού είναι ένα από τα
θέματα που χρειάζονται σοβαρή προσοχή και σκέψη. Τα ζητήματα υγείας και ασφάλειας, όπως
είναι το ύψος της στάθμης του νερού και η αλληλεπίδρασή του με τους κοντινούς υγροτόπους,
καθώς και ο κίνδυνος μολυσματικών ασθενειών παραμένουν απροσδιόριστα τις περισσότερες
φορές.
Παρόλα αυτά, αν και οι λίμνες των ορυχείων μπορεί να κρύβουν κινδύνους για το
περιβάλλον και τις τοπικές κοινωνίες μέσω τόσο της δομικής ασφάλειάς τους όσο και των
ζητημάτων ποιότητας του νερού τους, οι λίμνες των ορυχείων παραμένουν η φθηνότερη και
συχνά η πιο πρακτική επιλογή για την εγκατάλειψη των λάκκων των ορυχείων μετά το
σταμάτημα των εργασιών εξόρυξης.
Αειφόρες λίμνες ορυχείων.
Ίσως, ο πιο διαδεδομένος ορισμός της αειφορίας των ανθρώπινων δραστηριοτήτων σα
σύνολο – και αυτός που γίνεται αποδεκτός από τις περισσότερες εταιρίες εξόρυξης και τα
θεσμικά όργανα – είναι ότι «η αειφόρος ανάπτυξη είναι η ανάπτυξη που προσπαθεί να
ικανοποιήσει τις ανάγκες του παρόντος χωρίς να θέτει σε κίνδυνο την ικανότητα των
μελλοντικών γενεών να ικανοποιήσουν τις δικές τους ανάγκες». Ωστόσο, στη βιομηχανία
εξόρυξης, η αειφορία μετά την εξόρυξη συνήθως ορίζεται με το να μην αφήνεται καμία διαρκής
περιβαλλοντική ή κοινωνική επίδραση που έχει προκληθεί από τις δραστηριότητες εξόρυξης.
Κατά συνέπεια, ένας καλύτερος ορισμός της αειφόρου εξόρυξης που επίσης περιλαμβάνει τα
οφέλη που οι κληρονομιές από τα ορυχεία – όπως είναι οι λίμνες – μπορούν να προσφέρουν
μπορεί να είναι ο εξής: «η ελαχιστοποίηση των μακροπρόθεσμων κινδύνων από τις λίμνες των
ορυχείων, μεγιστοποιώντας ταυτόχρονα τόσο τα βραχυπρόθεσμα όσο και τα μακροπρόθεσμα

65
οφέλη για όλες τις ομάδες ενδιαφερομένων». Οι λίμνες των ορυχείων μπορούν να παρέχουν
αισθητικά και οικονομικά οφέλη στην κοινωνία, καθώς και οφέλη ευζωίας, υγείας και ασφάλειας.
Σε αντιπαράθεση με τους κινδύνους και τα μειονεκτήματα που μπορεί να παρουσιάζουν οι
λίμνες των ορυχείων για τις εταιρίες, τις γειτονικές κοινωνίες και το περιβάλλον, παρουσιάζουν,
επίσης, και σημαντικά οφέλη τα οποία μένουν ανεκμετάλλευτα πολλές φορές στο κυνήγι της
κερδοφορίας και της διατήρησης της άδειας εκμίσθωσης του ορυχείου. Κάποιες από αυτές τις
ευκαιρίες χρήσης των λάκκων των ορυχείων, όπως είναι το κολύμπι για λόγους αναψυχής,
αποτελούν οργανική ανάπτυξη των κοινοτήτων των περιοχών των ορυχείων και έχουν αρχίσει να
προκαλούν το ενδιαφέρον και να εφαρμόζονται σε περιοχές με σημαντική εξορυκτική παράδοση,
στις οποίες το νερό έχει την κατάλληλη ποιότητα.
Άλλες ευκαιρίες χρήσης των λιμνών των ορυχείων απαιτούν την άμεση και συγκεκριμένη
υποστήριξη των εταιριών εξόρυξης και των θεσμικών οργάνων, καθώς και τη θέληση και
αποδοχή των τοπικών κοινωνιών, οι οποίες θα είναι και αυτές που στις περισσότερες περιπτώσεις
θα επωφελούνται άμεσα από τις χρήσεις αυτές (π.χ. υδατοκαλλιέργεια και ύδρευση, νερό για τα
ζώα της φάρμας, πρόσθετες θέσεις εργασίας, τουρισμός κ.α.)
Ένας ευρέως αποδεκτός ορισμός της υγείας πάει τα δυνητικά οφέλη από τις
κληρονομημένες λίμνες των ορυχείων ακόμη παραπέρα: «υγεία είναι η κατάσταση της πλήρους
φυσικής και νοητικής ευζωίας και κοινωνικής ευημερίας και όχι αποκλειστικά η απουσία
αρρώστιας ή αναπηρίας» (Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας 1946).
Ζητήματα ποιότητας του νερού
Οι λίμνες των ορυχείων παρουσιάζουν μια πολύ σημαντική δυνητική πηγή νερού για τις
εταιρίες εξόρυξης, τις τοπικές κοινωνίες και το περιβάλλον. Παρόλο που οι δυνατότητες χρήσης
των λιμνών μπορεί να είναι επιθυμητές, ένας σημαντικός περιορισμός που παρουσιάζεται είναι η
ποιότητα του νερού των λιμνών αυτών. Υπάρχει ένα μεγάλο εύρος τεχνολογιών και στρατηγικών
αποκατάστασης (θεραπείας) του νερού οι οποίες μπορούν να εφαρμοσθούν. Η αποκατάσταση, η
οποία πολλές φορές απαιτείται μόνο τον πρώτο χρόνο αφού έχει γίνει το γέμισμα της λίμνης με
νερό, εφαρμόζεται και σε άλλα ζητήματα ποιότητας του νερού, καθώς το ενδιαφέρον για τις
κληρονομημένες λίμνες των ορυχείων αυξάνεται παγκοσμίως και οι άνθρωποι αναγνωρίζουν ότι
υπάρχουν ανεκμετάλλευτα οφέλη από τις λίμνες αυτές.
Το νερό εκτός ότι αποτελεί από μόνο του σημαντικότατο συντελεστή της αισθητικής αξίας
του δασικού τοπίου, αποτελεί παράλληλα ισχυρό πόλο έλξης για τον επισκέπτη και
αναντικατάστατο μέσο για πολλές δραστηριότητες αναψυχής, οι οποίες αυξάνουν πολύ τη χρήση
και των άλλων μέσων αναψυχής.
Οι κυριότερες λειτουργίες αναψυχής με βάση το νερό είναι:
Α) Η κολύμβηση. Στο δασικό χώρο, θέσεις για κολύμβηση μπορεί να προσφέρονται οι
λίμνες και τα ποτάμια ή να δημιουργούνται τεχνητά ύστερα από κράτημα του νερού με απλά
τεχνικά έργα. Οι θέσεις κολύμβησης θα πρέπει να διαμορφώνονται και να αναπτύσσονται
κατάλληλα, η δε λειτουργία τους να οργανώνεται με κάθε λεπτομέρεια, ώστε να προσφέρουν
στον επισκέπτη ασφάλεια και άνεση. Η ασφάλεια εξασφαλίζεται με νερό καλής ποιότητας από
υγιεινής άποψης και με τη λήψη μέτρων για να αποτρέπεται κάθε φυσικός κίνδυνος.
Β) Η λεμβοπλοΐα. Η λεμβοπλοΐα είναι άθλημα και δραστηριότητα αναψυχής που
προϋποθέτει σαν μέσα άσκησής της λέμβους και σκάφοι. Η εκλογή των χώρων για την άσκηση
της λεμβοπλοΐας έχει να κάνει με την επιφάνεια της λίμνης (χωρητικότητα), την ποιότητα του
νερού της, τη δυνατότητα καθέλκυσης και ανάσυρσης οποιουδήποτε σκάφους (εξέδρα
καθέλκυσης) και την ανάπτυξη κατάλληλου χώρου για στάθμευση των αυτοκινήτων με τα
συρόμενα τροχοφόρα που φέρουν τα σκάφη.
66
Γ) Το ψάρεμα. Το ψάρεμα σε ποτάμια και σε λίμνες μέσα στο δασικό χώρο αποτελεί
δραστηριότητα αναψυχής υψηλής ποιότητας. Η συντήρηση της ιχθυοπαραγωγής των ποταμών
και των λιμνών αποτελεί τη βασική και απαραίτητη προϋπόθεση για τη συνεχή και σταθερή
προσφορά της αναψυχής του ψαρέματος. Γι΄αυτό η έκταση και η ένταση του ψαρέματος θα
πρέπει να βρίσκεται κάτω από συνεχή έλεγχο και να περιορίζεται στα όρια του κανονικού
αλιεύματος. Ο έλεγχος αυτός γίνεται σε οργανωμένες θέσεις ψαρέματος, οι οποίες θα πρέπει
(Λιάκος Λ, 1979, σελ. 260) να προσφέρουν:
α) χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων σε μικρή απόσταση από την όχθη του ποταμού ή της
λίμνης
β) μονοπάτι από το χώρο στάθμευσης του αυτοκινήτου μέχρι την όχθη
γ) κατάλληλη διαμόρφωση της όχθης ή και απλή εξέδρα με προστατευτικό κιγκλίδωμα, να
υπάρχουν μόνιμα καθίσματα ή πάγκοι για να προσφέρουν την άνεση στον ψαρά
δ) παρόχθια βλάστηση κατάλληλα διαμορφωμένη, για να προσφέρει σκιά στους ψαράδες
ε) πρόχειρες γεφυρώσεις ρευμάτων, για να διευκολύνεται η κίνηση των ψαράδων
στ) πληροφορίες για τα επικίνδυνα σημεία της όχθης πάνω σε πινακίδες

3.4.5.4. Διοίκηση- διαχείριση χώρων δασικής αναψυχής.

Η ανάπτυξη της κοινωνικής λειτουργίας του δασικού χώρου και η ανάλογη χρήση των
δασικών πόρων προϋποθέτει έντονη διαχειριστική φροντίδα και συνεχή διοικητικό έλεγχο.
Τα κυριότερα καθήκοντα του προσωπικού διοίκησης και διαχείρισης στους χώρους δασικής
αναψυχής είναι:
α) η συντήρηση των κατασκευών και η αποκατάσταση των ζημιών και φθορών τους
β) η συντήρηση της βλάστησης και
γ) η καθαριότητα και η διάθεση των απορριμμάτων

3.4.6. Αξιοποίηση λάκκων εξόρυξης ως υγρότοποι.

Με ήπιες παρεμβάσεις και ενδεδειγμένες μεθόδους προστασίας, διατήρησης και


αποκατάστασης (Κουσουρής Θ, 2006), επιλέγονται εκτάσεις, περιοχές ή και θέσεις οι οποίες :
-προσφέρουν άμεσα οφέλη π.χ βελτίωση των ενδιαιτημάτων, της βιοποικιλότητας και της
αισθητικής του τοπίου στην ευρύτερη περιοχή.
-συνδυάζουν, εάν είναι εφικτό στην ευρύτερη περιοχή, περιβαλλοντικά και πολιτιστικά
στοιχεία, αλλά και την αναψυχή και την περιβαλλοντική ευαισθητοποίηση.
-διασφαλίζουν ή και διαθέτουν τη νομική συμβατότητα των παρεμβάσεων με τις
υπάρχουσες χρήσεις, δραστηριότητες και το θεσμικό πλαίσιο.
-έχουν μικρή αξία γης, χαμηλή απόδοση, ενώ λαμβάνονται υπόψη και οι περιορισμοί του
προϋπολογισμού κάθε έργου (συνεκτιμώνται τα κόστη συντήρησης και λειτουργικότητας).
-εξασφαλίζουν τη μέγιστη δυνατή αποδοχή και συναίνεση της τοπικής κοινωνίας (οι
παρεμβάσεις οφείλουν να μην επηρεάζουν, ούτε να δημιουργούν συγκρούσεις με υπάρχουσες
χρήσεις και οικονομικές δραστηριότητες, ενώ η συνεργασία και ο εθελοντισμός προαπαιτούνται
για εξασφάλιση της συνέχειας της διαχείρισης).

67
3.5. Περιβαλλοντική αξιολόγηση χρήσεων
αποκατάστασης ανενεργών μεταλλείων.
Με τον όρο περιβαλλοντική αξιολόγηση χαρακτηρίζουμε αφενός μια διαδικασία
διοικητικού χαρακτήρα, αφετέρου ένα σύνολο αναλυτικών τεχνικών με σκοπό τη συλλογή,
επεξεργασία και διάχυση πληροφοριών για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις έργων και πολιτικών.
Η περιβαλλοντική αξιολόγηση αποτελεί ένα σπουδαίο εργαλείο υποστήριξης αποφάσεων
στην περιβαλλοντική διαχείριση. Μπορεί να στηριχθεί τόσο σε οικονομικές όσο και σε μη
οικονομικές μεθόδους.
Οι οικονομικές μέθοδοι στηρίζονται στο κριτήριο της οικονομικής αποτελεσματικότητας.
Στο πλαίσιο αυτό διαπιστώνεται ότι το φυσικό περιβάλλον μας παρέχει υπηρεσίες οι οποίες
υπεισέρχονται τόσο στην παραγωγική όσο και στην καταναλωτική διαδικασία. Το γεγονός αυτό
συμπληρώνεται από την υπόθεση ότι οι ανθρώπινες προτιμήσεις για το είδος και το ύψος των
περιβαλλοντικών υπηρεσιών μπορούν να αποκαλυφθούν και να ποσοτικοποιηθούν με σχετική
αξιοπιστία στη βάση μιας σειράς μεθόδων παρουσία ή απουσία αγοράς. Οι μέθοδοι αυτές
αποτελούν συστατικά μέρη της ανάλυσης κόστους-οφέλους, καθώς και της ανάλυσης κόστους-
αποτελεσματικότητας, μπορούν όμως να χρησιμοποιηθούν για τον προσδιορισμό κάποιου
επιμέρους κόστους ή οφέλους. Στην ανάλυση αυτή τα κόστη εκφράζονται σε χρηματικές
μονάδες, αλλά τα οφέλη όχι. Η εφαρμοσιμότητά τους αφορά σε ορισμένα είδη αξιών και οι
απαιτήσεις τους για πληροφορία ποικίλουν.
Στις περιπτώσεις που υπάρχει αγορά για το περιβαλλοντικό αγαθό που αξιολογούμε, τότε
χρησιμοποιούμε τη μέθοδο ανάλυσης αγοράς, όπου υπολογίζουμε την οριακή παραγωγικότητα
του πόρου με τη βοήθεια των αγοραίων και σκιωδών τιμών εισροών και εκροών.
Στις περιπτώσεις που το υπό αξιολόγηση αγαθό είναι μη αγοραίο και υπάρχουν κάποιες
ενδεικτικές τιμές που είναι άμεσες τότε μπορούμε (Παπανδρέου Α., Σκούρτος Μ., 1999, σελ. 78)
να χρησιμοποιήσουμε τις μεθόδους:
Α. Μείωσης παραγωγικότητας. Υπολογίζουμε την αλλαγή στα καθαρά έσοδα των αγοραίων
αγαθών λόγω της υποβάθμισης του περιβάλλοντος.
Β. Κόστους αντικατάστασης/υποκατάστασης. Υπολογίζουμε το κόστος
αντικατάστασης/υποκατάστασης των χαμένων περιβαλλοντικών λειτουργιών ως ελάχιστο όριο
της περιβαλλοντικής αξίας.
Γ. Κόστους επανάκτησης. Υπολογίζουμε το κόστος επαναφοράς του περιβάλλοντος στην
προηγούμενη κατάστασή του.
Δ. Αποφευχθεισών ζημιών. Υπολογίζουμε το υποθετικό κόστος σε περίπτωση μη ύπαρξης
του περιβαλλοντικού αγαθού ως ελάχιστο όριο της αξίας του.
Ε. Αμυντικών δαπανών. Υπολογίζουμε το κόστος για την αντιμετώπιση της
περιβαλλοντικής υποβάθμισης ως ελάχιστο όριο της αξίας του περιβάλλοντος.
Στις περιπτώσεις που το υπό αξιολόγηση αγαθό είναι μη αγοραίο αγαθό και υπάρχουν
κάποιες ενδεικτικές τιμές που είναι έμμεσες, τότε μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τις μεθόδους:
Α. Συναρτήσεων παραγωγής. Κάνουμε αξιολόγηση του περιβάλλοντος ως εισροή στην
παραγωγή αγαθών με αγοραία αξία.
Β. Συναρτήσεων ζημιών. Κάνουμε προσαρμογή της μεθόδου συναρτήσεων παραγωγής σε
θέματα ατμοσφαιρικής ρύπανσης.

68
Γ. Ηδονικής τιμολόγησης. Κάνουμε υπολογισμό της αξίας των περιβαλλοντικών
χαρακτηριστικών (καθαρή ατμόσφαιρα) μέσω της τιμής αγοραίων αγαθών (π.χ. οικιών) τα οποία
ενσωματώνουν τα χαρακτηριστικά αυτά.
Δ. Κόστους ταξιδίου. Υπολογίζουμε το κόστος μετάβασης σε περιοχές φυσικού κάλλους ως
ελάχιστο όριο της περιβαλλοντικής αξίας της.
Στις περιπτώσεις που το υπό κοστολόγηση αγαθό είναι μη αγοραίο και δεν υπάρχουν
προσεγγιστικές τιμές άμεσες ή έμμεσες, τότε μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τις μεθόδους:
Α. Εξαρτημένη αξιολόγηση. Κατασκευάζουμε υποθετική αγορά για το περιβάλλον και
αποκαλύπτουμε τις αντίστοιχες ατομικές προτιμήσεις μέσω ερωτηματολογίου.
Β. Δημόσιας δαπάνης. Υπολογίζουμε τις δημόσιες περιβαλλοντικές δαπάνες ως ένδειξη των
περιβαλλοντικών αξιών.
Οι μη οικονομικές μέθοδοι, σε αντίθεση με τις οικονομικές που στηρίζουν την αξιολόγηση
των επιπτώσεων αποκλειστικά στο κριτήριο της οικονομικής αποτελεσματικότητας, στηρίζονται
σε πολλαπλά κριτήρια (πολυκριτηριακές μέθοδοι) και σε ένα αλλά μη οικονομικό κριτήριο
(μονοκριτηριακές μέθοδοι).
Στις πολυκριτηριακές μεθόδους τα κριτήρια είναι κοινωνικά, περιβαλλοντικά, όπως η
δικαιοσύνη στην κατανομή των εισοδημάτων, η διατήρηση της οικολογικής σταθερότητας, η
εθνική ασφάλεια, η ανάπτυξη μειονεκτουσών περιοχών, ο σεβασμός στην αισθητική του τοπίου
κ.α.
Στις πολυκριτηριακές μεθόδους (Παπανδρέου Α., Σκούρτος Μ., 1999, σελ. 81)
συμπεριλαμβάνονται:
Α. Η μέθοδος ισοζύγιο σχεδιασμού. Οπτικοποιείται με πίνακα στον οποίο καταγράφονται
όλα τα κριτήρια καθώς και όλες οι εναλλακτικές επιλογές. Σε κάθε κελί του πίνακα, που
προκύπτει από την τομή του κριτηρίου με τη εναλλακτική επιλογή μπαίνει ο βαθμός
ικανοποίησης του κριτηρίου από την εναλλακτική. Ο κάθε λήπτης απόφασης έχει ένα βαθμό που
εκφράζει τη σπουδαιότητα που αποδίδει στην ικανοποίηση του κριτηρίου. Το συνολικό όφελος
για κάθε εναλλακτική επιλογή εκφράζεται με το άθροισμα των γινομένων, του βαθμού
ικανοποίησης του κριτηρίου από την εναλλακτική και του βαθμού σπουδαιότητας που αποδίδεται
στην ικανοποίηση του κριτηρίου.
Β. Η μέθοδος μήτρα επίτευξης στόχων. Οπτικοποιείται και αυτή με πίνακα, στον οποίο
καταγράφονται τα κριτήρια που είναι κοινωνικά καθώς και οι εναλλακτικές επιλογές. Η
αξιολόγηση εδώ συνδέεται στο κατά πόσο αυτές συμβάλλουν θετικά ή αρνητικά στην επίτευξη
των κοινωνικών κριτηρίων (στόχων). Η διαδικασία είναι παρόμοια με την μέθοδο ισοζύγιο
σχεδιασμού.
Γ. Η μέθοδος λεξικογραφική προσέγγιση. Ιεραρχούνται τα κριτήρια κατά φθίνουσα σειρά
σπουδαιότητας και αξιολογούνται οι εναλλακτικές επιλογές για το κατά πόσο τα εκπληρώνουν.
Η καλύτερη επιλογή είναι αυτή που συγκεντρώνει την υψηλότερη βαθμολογία για το ιεραρχικά
υψηλότερο κριτήριο.
Στις μονοκριτηριακές μεθόδους τα κριτήρια δεν είναι πολλά, αλλά μόνο ένα, όπως η
ενεργειακή αποτελεσματικότητα, η οικοσυστημική ισορροπία και η ανθρώπινη υγεία.
Στις μονοκριτηριακές μεθόδους (Παπανδρέου Α., Σκούρτος Μ., 1999, σελ. 85)
συμπεριλαμβάνονται:
Α. Η μέθοδος ανάλυση ενέργειας. Το μοναδικό κριτήριο είναι η ενεργειακή
αποτελεσματικότητα. Η αξιολόγηση των εναλλακτικών επιλογών γίνεται στη βάση του καθαρού
ενεργειακού αποτελέσματός τους. Όλες οι διαφορετικές μορφές ενέργειας μετατρέπονται σε μία

69
με τη βοήθεια συντελεστών μετατροπής, αθροίζονται όλες οι ποσότητες και επιλέγεται η
καλύτερη ενεργειακά εναλλακτική επιλογή.
Β. Η μέθοδος ανάλυση οικολογικού κινδύνου. Το μοναδικό κριτήριο είναι η οικοσυστημική
ισορροπία, όπως αυτή ορίζεται με πολλούς οικολογικούς όρους (οικοσυστηματική υγεία,
σταθερότητα απέναντι σε εξωτερικά σοκ, βιοποικιλότητα κ.λπ.). Ο οικολογικός κίνδυνος ορίζεται
ως ποσοστό απώλειας ή υποβάθμισης κάποιας λειτουργίας του οικοσυστήματος και πάνω σε αυτό
γίνεται η αξιολόγηση της κάθε εναλλακτικής επιλογής.
Γ. Η μέθοδος ανάλυση οφέλους-κινδύνου. Το κριτήριο είναι η ανθρώπινη υγεία. Η
αξιολόγηση της εναλλακτικής επιλογής γίνεται με τη σύγκριση των κινδύνων που
ποσοτικοποιούνται από την εφαρμογή της, με τα οφέλη που θα προκύψουν από τη μη εφαρμογή
της.

3.6. Αειφόρος διαχείριση αποκατάστασης και


αξιοποίησης ανενεργών μεταλλείων.
Η προσέγγιση της αποκατάστασης και αξιοποίησης των χώρων του ανενεργού μεταλλείου
λευκόλιθου θα πρέπει να γίνεται με το πρίσμα της αειφορίας, δηλαδή με τη φροντίδα για την
ορθολογική χρήση των πόρων προς όφελος του ανθρώπου σήμερα και στο μέλλον, αλλά και
χωρίς την καταστροφή τους. Η εγκατάσταση του δάσους, το οποίο προϋπήρχε της μεταλλευτικής
δραστηριότητας, στους χώρους του μεταλλείου και η ανάπτυξη σε αυτούς ορισμένων χρήσεων,
θα πρέπει να γίνεται κατά τρόπο ώστε το δάσος να μη χάσει την αξία του.
Τα έργα, τα οποία απαιτούνται για να εξυπηρετήσουν την εγκατάσταση των χρήσεων,
(επιστρώσεις, περιφράξεις, τοιχοποιίες, σκαλοπάτια, ράμπες, εξοπλισμοί υπαίθριων χώρων,
κτίρια), θα πρέπει να είναι τέτοια, ώστε η επίδρασή τους στο περιβάλλον να είναι η μικρότερη
δυνατή.
Η επίδραση της κατασκευής των κτιρίων θα πρέπει να ελέγχεται από τη λήψη των πρώτων
υλών από τη φύση, την επεξεργασία και παραγωγή οικοδομικών υλικών, τον οικοδομικό
σχεδιασμό, την επιλογή των υλικών και τεχνικών, τη μεταφορά στο εργοστάσιο, την ανέγερση, τη
χρήση και την ανάλωση για αυτό ενέργειας και φυσικών πόρων και τέλος την κατεδάφιση και
διάθεση των υλικών του.
Οι αρχές που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για το σχεδιασμό περιβαλλοντικά ήπιων
οικοδομικών συνθέσεων (Ευαγγελινός Ε, 2001, σελ. 241) είναι:
α) Χρησιμοποίησε κάποιο κτίριο που υπάρχει.
β) Μείωσε τις σπατάλες σε εμβαδά και λειτουργίες και βελτιστοποίησε τις απαιτήσεις
χώρων και την έκτασή τους.
γ) Μείωσε τις ενεργοβόρες συνθέσεις που απαιτούν μηχανικές μετακινήσεις κατακόρυφες
και οριζόντιες
δ) Χρησιμοποίησε για τη θέρμανση και ψύξη του κτιρίου, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας
(ήλιος, αέρας)
δ) Χρησιμοποίησε υλικά με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη διάρκεια ζωής
ε) Χρησιμοποίησε υλικά και οικοδομική τεχνική που θα έχουν τη μικρότερη
περιβαλλοντική επίπτωση.
Οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις στον κύκλο της οικοδομικής δραστηριότητας, αφορούν την
κατανάλωση φυσικών πόρων που είναι ανανεώσιμοι ή μη και επαρκείς ή όχι, καθώς και την

70
περιβαλλοντική υποβάθμιση, με την παραγωγή και απελευθέρωση στο περιβάλλων αερίων,
υγρών και στερεών ρύπων.
Για την αξιολόγηση της συνολικής διαδικασίας χρήσης ενός οικοδομικού υλικού
(οικοδομική τεχνική), με σκοπό να διαπιστώσουμε κατά πόσο αυτές είναι περιβαλλοντικά ήπιες
πρέπει να ελέγξουμε την περιβαλλοντική ανάλωση και υποβάθμιση που αυτές προκαλούν στην
κλίμακα του παγκόσμιου, του τοπικού και του εσωτερικού περιβάλλοντος.
Για την επιλογή περιβαλλοντικά φιλικών οικοδομικών υλικών θα πρέπει αυτά να
καλύπτουν όσο το δυνατόν περισσότερους κανόνες, οι οποίοι (Ευαγγελινός Ε, 2001, σελ. 248)
είναι:
α) Χρήση τοπικών υλικών
β) Χρήση υλικών που βρίσκονται σε αφθονία
γ) Χρήση υλικών φυσικά ανανεωμένων
δ) Χρήση υλικών με μικρή εμπεριεχόμενη ενέργεια
ε) Χρήση υλικών που αποδεδειγμένα δεν προκαλούν προβλήματα υγείας
στ) Χρήση υλικών που μπορούν να επαναχρησιμοποιηθούν όταν κατεδαφιστούν.
Ο σχεδιασμός των κτιρίων θα είναι βιοκλιματικός για να ανταποκρίνονται καλύτερα στις
κλιματικές συνθήκες του περιβάλλοντος, παρέχοντας με τη μικρότερη δυνατή ενεργειακή
κατανάλωση, θερμική και οπτική άνεση στους χρήστες του.
Για την παραγωγή ζεστού νερού, θα εγκατασταθούν ηλιακοί θερμοσίφωνες, προκειμένου
να γίνει εκμετάλλευση της ηλιακής ενέργειας.
Η αξιολόγηση και η επιλογή των υλικών, για την τοιχοποιία, τις επιστρώσεις, τα
σκαλοπάτια, τους εξοπλισμούς υπαίθριων χώρων, θα πρέπει να καλύπτει όσο το δυνατόν τους
περισσότερους κανόνες που αναφέρθηκαν παραπάνω για τα οικοδομικά υλικά.

71
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ
4. ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΑΠΟ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΙ
ΞΕΝΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

4.1. Αποκατάσταση των λατομείων τσιμέντου στην


Κένυα
(Πηγή:www.lafarge.com)

Περιεχόμενο
Η εταιρεία τσιμέντου του Bamburi Portland, ενός εργοστασίου τσιμέντου, ξεκίνησε τη
λειτουργία του βόρεια της Μομπάσα, στην ακτή της Κένυας, το 1954. Χρησιμοποίησε
ασβεστόλιθο σαν ακατέργαστο υλικό. Τα λατομεία τσιμέντου, τα οποία ήταν δασόφυτες εκτάσεις
πριν την εξόρυξη από την εταιρεία, κάλυπταν μια περιοχή 1200 εκταρίων. Με το χρόνο όλο το
έδαφος χάθηκε και η γη έγινε άγονη και εγκαταλειμμένη όπου τίποτε δεν μπορούσε να
καλλιεργηθεί.
Η παρέμβαση
Ένας αγρονόμος προσελήφθη από την εταιρεία για να καλλιεργήσει μερικές περιοχές με
σκοπό τη συνεχή παροχή φαγητού για τους εργάτες της εταιρείας και ανέλαβε να αποκαταστήσει
τις έρημες και άκαρπες περιοχές του λατομείου. Κατά συνέπεια, μια θυγατρική εταιρεία
παραγωγής φαγητού, η Baobab Farm Ltd, ιδρύθηκε και έγινε η κινητήρια δύναμη του πλάνου
αποκατάστασης του λατομείου.
Αρχές και κύριες λειτουργίες του πλάνου αποκατάστασης.
Υπό το φως των μεγάλων συνεπαγόμενων εξόδων και της καταστροφής των αγροτικών
περιοχών ήταν μοναδική επιλογή να έρθει ικανοποιητική ποσότητα χώματος για να καλύψει την
επιφάνεια και να βοηθήσει στην αναφύτευση των λατομείων, ο αγρονόμος αποφάσισε να
δουλέψει με ένα πλάνο αποκατάστασης δύο φάσεων χωρίς να αλλάξει την κοινή κατάσταση του
εδάφους.
1. Αναδασώνοντας με είδη δένδρων τα οποία μπορούν να αντέχουν στις υπάρχουσες
σκληρές συνθήκες ανάπτυξης και
2. Εκτρέφοντας ψάρια στα γλυφά νερά.
Η αναδάσωση θα μετατρέψει το τοπίο και η υδάτινη κουλτούρα μπορεί να βοηθήσει στο να
ξεπληρώσουν τα κόστη των αρχικών φάσεων της αποκατάστασης, καθώς όσο τα ψάρια
μεγαλώνουν γρήγορα παράγουν γρήγορη οικονομική επιστροφή.
Η αποκατάσταση του οικοσυστήματος βήμα-βήμα.
Οι δραστηριότητες της αποκατάστασης του οικοσυστήματος άρχισαν το 1971. Το πρώτο
βήμα ήταν να καθορισθούν ποια είδη δένδρων ήταν τα πιο κατάλληλα για να φυτευτούν. Τα είδη
δένδρων που έχουν αποδειχθεί ότι μπορούν να αντέξουν τις δύσκολες συνθήκες ανάπτυξης ήταν:
Casuarina equisetifolia, Conocarpus lancifolius και κοκοφοίνικας. Το Casuarina δένδρο είναι
ανθεκτικό στην ξηρασία και στο αλάτι και φιλοξενεί πολλούς μικροοργανισμούς οι οποίοι
παράγουν άζωτο από τον αέρα διαθέτοντάς το στους ξενιστές τους μαζί με άλλα θρεπτικά
συστατικά. Αυτό δίνει τη δυνατότητα στο Casuarina να αναπτυχθεί εικονικά χωρίς χώμα και να
εποικίζει, άσχημα ρημαγμένες περιοχές. Το δένδρο Conocarpus είναι ανθεκτικό στην ξηρασία,

72
στις πλημμύρες και στο αλάτι και φιλοξενεί μικροοργανισμούς οι οποίοι παράγουν θρεπτικά
συστατικά αν και σε μικρότερο εύρος από ότι στην περίπτωση τoυ Casuarina. Με το χρόνο,
καλύτερη εξάπλωση και τεχνικές διαχείρισης πόρων αναπτύχθηκαν επιτρέποντας μεγαλύτερη
παραγωγή κυρίως από Casuarina, η οποία έχει ένα μεγάλο εύρος χρήσεων και βοήθησε να
ελαφρύνει την πίεση των βαριά εκμεταλλευόμενων δασών (με θάμνους Rhizophora mangle).
Δυστυχώς, η αποσύνθεση των πεσμένων φύλλων της Casuarina ήταν πολύ αργή εξαιτίας στο
πρωτεϊνούχο περιεχόμενό τους. Παρόλα αυτά, με σταθερή παρατήρηση, σημειώθηκε ότι η τοπική
κόκκινη σαρανταποδαρούσα τρέφεται από τα ξερά φύλλα και ξεκινά τη διαδικασία μετατροπής
στην πολύτιμη οργανική ουσία. Η σαρανταποδαρούσα βρέθηκε για πρώτη φορά στο ανθισμένο
δάσος της Casuarina.
Η καλλιέργεια ψαριών δεν ήταν ιδιαίτερα επιτυχής στην αρχή. Παρόλα αυτά, η αρχική
αποτυχία διέγειρε έρευνα, η οποία είχε σαν αποτέλεσμα την δημιουργία της δεξαμενής ψαριών
της Tilapia το 1980, με χωρητικότητα παραγωγής 35 τόνους το χρόνο.
Ποικίλες δραστηριότητες προστέθηκαν στο αρχικό πλάνο αποκατάστασης για τα
οικονομικά και οικολογικά πλεονεκτήματά τους: εκτροφή κροκοδείλων και καλλιέργεια ρυζιού
και λάχανου του Νείλου (Pistia stratiotes). Ανάμεσα στα αναρίθμητα πλεονεκτήματα, ένα μπορεί
να μνημονευτεί, το κρέας των κροκοδείλων και το δέρμα τους, η παραγωγή οργανικών
λιπασμάτων, βιολογική διύλιση και η διάθεση αποβλήτων.

4.2. Τσιμέντα Ιορδανίας, Rashadiya.


Rashadiya- Προστασία ενός φυσικού θέρετρου.
(Πηγή:www.lafarge.com)

Με συντονισμένη αναδάσωση σε αρκετά λατομεία, οι τοποθεσίες αυτές συνταιριάζουν με


το τοπίο του γειτονικού θέρετρου.
Αντικειμενικός στόχος:
Η αποκατάσταση μιας σειράς λατομείων που βρίσκονται κοντά στο φυσικό θέρετρο της
Ιορδανίας, γνωστό επίσης και για τα πολυάριθμα αρχαιολογικά ερείπια.
Περιβάλλον (πλαίσιο):
Οι εγκαταστάσεις τσιμέντου της Rashadiya εξορύσσουν ακατέργαστα υλικά όπως
ασβεστόλιθο, σχιστόλιθο και άργιλο από λατομεία που βρίσκονται κοντά στο φυσικό θέρετρο της
Dana. Το τελευταίο φημίζεται για τους αρχαιολογικούς θησαυρούς όπως και για τη
βιοποικιλότητα του. Αποτελεί «σπίτι» για 600 είδη φυτών, 27 είδη θηλαστικών και 190 είδη
πουλιών. Καταλαμβάνοντας έκταση 308 τετραγωνικών χιλιομέτρων, το θέρετρο προσελκύει
κάποια από τα πιο σημαντικά είδη αποδημητικών πουλιών της Μέσης Ανατολής και επιπρόσθετα
είναι ένας δημοφιλής τουριστικός προορισμός.
Λύση:
Η Lafarge ανέλαβε ένα πρόγραμμα αποκατάστασης λατομείου με τη συνεργασία της
Ιορδανικής Βασιλικής Κοινότητας για τη Διατήρηση της Φύσης. Τα έργα της αποκατάστασης
έλαβαν χώρα σε περιοχές εκτός εξόρυξης του λατομείου καθώς οι διαδικασίες εξόρυξης
συνεχίζονταν σε άλλες. Τα λατομεία αναμορφώθηκαν για να εξομαλυνθούν με το ανάγλυφο
περιβάλλον και καλύφθηκαν με χώμα για να υποστηρίξουν την εκβλάστηση. Περίπου 50.000
δένδρα φυτεύτηκαν συμπεριλαμβανόμενα είδη πεύκου και βελανιδιάς ντόπια με την περιοχή.
Επιπρόσθετα η Lafarge προσφέρθηκε να παραχωρήσει τη χρήση 50 εκταρίων έκτασής της και να

73
αλλάξει τοποθεσία σε μερικές από τις διαδικασίες εξόρυξης με σκοπό να διατηρήσει τις παλιές
βελανιδιές που είχαν φυτευτεί εκεί.
Αποτελέσματα:
52 εκτάρια γης έχουν ήδη επιστραφεί στη φύση. Το γενικό τοπίο έχει βελτιωθεί, η
οικολογική και αρχαιολογική αξία των περιοχών γειτονικών στο φυσικό θέρετρο έχουν
διασφαλιστεί.

4.3. Λατομείο Maryland στο Texas


Δημιουργία πάρκου.
(Πηγή:www.lafarge.com)

Πάρκο εξόρυξης ασβεστόλιθου εγκαθιδρύθηκε σε μια περιοχή εκτός εξόρυξης των


λατομείων του Maryland στο Τέξας. Επιπλέον των χαρακτηριστικών του τοπίου, η ποιότητα του
νερού είναι άριστη, όπως επικυρώθηκε με την άφθονη προσέλευση πέρκας, καστόρων και
πέστροφας.
Αντικειμενικός σκοπός:
Η αναμόρφωση άχρηστου τμήματος του λατομείου και η προστασία της ποιότητας του
νερού του γειτονικού ρέματος με την πέστροφα.
Περιβάλλον:
Ένα μέρος του λατομείου ασβεστόλιθου του Τέξας είχε ένα δολομιτικό λάκκο από χώμα, ο
οποίος εξορύχτηκε στα τέλη του 1970. Επιπλέον υπάρχουν, το Goodwin Run που είναι ένα μικρό
ρέμα πέστροφας που ρέει πέρα από το λατομείο, μια ασφαλτική εγκατάσταση και μια τσιμεντένια
εγκατάσταση για να τροφοδοτεί μια δεξαμενή με πόσιμο νερό την πόλη της Βαλτιμόρης στο
Μέρυλαντ.
Λύση:
Το 1995 η Lafarge της Βόρειας Αμερικής χρηματοδότησε έναν διαγωνισμό για τη
δημιουργία του καλύτερου σχεδίου για εργασία αποκατάστασης λατομείου. Ο νικητής πήρε μια
υποτροφία ύψους 10.000 δολαρίων και η νικήτρια εργασία έγινε η βασική ιδέα για το πάρκο
ασβεστόλιθου, ένα καταφύγιο με λίμνες, δρυμούς και ζώα. Το ρέμα Goodwin Run τροφοδοτεί τις
λίμνες του πάρκου και το νερό του χρησιμοποιείτε επίσης στις εγκαταστάσεις του λατομείου. Η
ποιότητα του νερού ελέγχεται συχνά (Ρh, θερμοκρασία εκβαλλόμενου νερού) και προστατεύεται
από μεγάλο αριθμό εγκαταστάσεων που προφυλάσσουν από αθέλητη μόλυνση.
Αποτελέσματα:
Σήμερα το πάρκο ασβεστόλιθου είναι το σπίτι άφθονης και ποικίλης άγριας ζωής, όπως
ελάφια, κάστορες και πολυάριθμα πουλιά. Ψάρια συμπεριλαμβανομένης και της πέστροφας,
ακμάζουν στις λίμνες του πάρκου και στο Goodwin Run.

4.4. Νησί Anglesey στην Ουαλία.


Πάρκο Dinmor- Αποκατάσταση λατομείου σε παραθαλάσσια περιοχή.
(Πηγή:www.lafarge.com)

Ένα άχρηστο λατομείο τοποθετημένο κοντά στην ακτή αποκαταστάθηκε ως ένα φυσικό
πάρκο και φάρμα ψαριών.
Αντικειμενικός σκοπός:

74
Η αποκατάσταση ενός πρώην νησιώτικου λατομείου σε μια ακτογραμμή καθορισμένη ως
περιοχή με διακεκριμένη φυσική ομορφιά.
Περιβάλλον:
Το λατομείο στο Dinmor Park, στο νησί Anglesey στην ακτή της Βόρειας Ουαλίας,
χρησιμοποιούνταν για εξόρυξη μέχρι και τις αρχές του 1980. Πετρώματα διακινούνταν με πλοία,
κάτι που απαιτούσε τη δημιουργία μεγάλης αποβάθρας και σχετιζόμενες δραστηριότητες
τραυμάτισαν σοβαρά τη φυσική ομορφιά της ακτογραμμής.
Λύση:
Έγιναν αρκετές μετατροπές του περιβάλλοντος, συμπεριλαμβανομένης της απομάκρυνσης
της αποβάθρας και δραστηριοτήτων μεταφοράς μέσω θάλασσας και διαμόρφωσης των
“χαραγμένων” προσόψεων του λατομείου. Συστήματα σταθεροποίησης της αιγιαλίτιδας ζώνης
έλαβαν χώρα για να αντιμετωπίσουν τη διάβρωση από τα κύματα. Για να αντισταθμιστεί η
έλλειψη χώματος, το δάπεδο του λατομείου καλύφθηκε με θρυμματισμένες πέτρες για να
προωθηθεί η ανάπτυξη νέας βλάστησης. Επιπρόσθετα στην αποκατάσταση του λατομείου σε πιο
φυσική εμφάνιση, μια φάρμα ψαριών δημιουργήθηκε για να ενισχύσει την τοπική οικονομία.
Αποτελέσματα:
Το έργο επιτυχώς αποκατέστησε τη φυσική εμφάνιση του μέρους. Η φάρμα ψαριών
δημιούργησε 7 θέσεις εργασίας και παρήγαγε 200 τόνους καλκάνι στον πρώτο χρόνο λειτουργίας
της. Ο στόχος είναι να επιτύχει ένα ετήσιο ποσό παραγωγής των 1000 τόνων ψαριών και η
δημιουργία επιπλέον 16 θέσεων εργασίας.

4.5. Τσιμέντα Lafarge, Contes στη Νίκαια.


Contes- Αποκατάσταση μιας περιαστικής περιοχής.
(Πηγή:www.lafarge.com)

Η Lafarge αποκατέστησε ένα πρώην λατομείο σε δημόσιους κήπους στα περίχωρα μιας
μητροπολιτικής περιοχής.
Αντικειμενικός σκοπός:
Η αποκατάσταση λατομείου που βρίσκεται κοντά σε μια αστική περιοχή.
Περιβάλλον:
Το λατομείο Pont-de-Deille προμηθεύει ασβεστόλιθο στο εργοστάσιο τσιμέντου Contes,
που βρίσκεται 16 χιλιόμετρα από τη Νίκαια (Γαλλική Ριβιέρα). Ένα τμήμα του λατομείου έχει
σταματήσει την εξόρυξη και ένα παλιό εργοστάσιο έγινε άχρηστο. Η Lafarge ήθελε το
πρόγραμμα αποκατάστασης να συνεισφέρει στην εγγύτητα της αστικής κοινότητας και να τονίσει
ένα Ρωμαϊκό υδραγωγείο που περνά μέσα από το λατομείο.
Λύση:
Η Lafarge αναζήτησε τη βοήθεια ειδικών στην αρχιτεκτονική του τοπίου για να
αποσυνθέσουν την απαρχαιωμένη υποδομή, να δώσουν νέο σχήμα στο έδαφος, να φυτέψουν νέα
φυτά και να δημιουργήσουν λίμνες και καταρράκτη. Ένα εξωραϊσμένο ανάχωμα εγκαταστάθηκε
σαν ένα οπτικό και ακουστικό φράγμα για να απομονώσει το επάνω μέρος του λατομείου, όπου η
εξόρυξη συνεχιζόταν. Επιφανειακά κανάλια παροχέτευσης νερού προβλέφθηκαν. Τέλος, όλοι οι
γείτονες έλαβαν ενημερωτικά φυλλάδια που έδιναν πληροφορίες και ενημερώσεις για το έργο,
καθ` όλη τη διάρκεια του προγράμματος αποκατάστασης.
Αποτελέσματα:

75
Τα έργα αποκατάστασης ολοκληρώθηκαν τον Οκτώβριο του 1997. Οι γείτονες
προσκλήθηκαν μια μέρα για να ανακαλύψουν τους καινούργιους κήπους. Σήμερα, αυτό το
φυσικό περιβάλλον είναι ένας παράδεισος για τους περιπατητές και τους αθλητές και είναι ακόμα
και το αγαπημένο φόντο για γαμήλιες φωτογραφίες!

4.6. Jamalco Clarendon, στη Τζαμάικα.


(Πηγή:www.lafarge.com)

Το 2002 η Τζαμάλκο και το τμήμα Δασών του Υπουργείου Γεωργίας της Τζαμάικα,
υπέγραψαν ένα μορατόριο συνεννόησης (ΜΟU) για να εγκαθιδρύσουν ένα πλαίσιο συνεργασίας,
για την επιτυχή αποκατάστασης των περιοχών εξόρυξης, μέσω της αναδάσωσης.
Οι δύο οργανισμοί δούλεψαν για να εξισορροπήσουν την απώλεια της δασικής έκτασης
εξαιτίας των διαδικασιών εξόρυξης.
Η κίνηση αυτή προέβλεπε στη δημιουργία νέων δασών σε επιλεγμένες και αναμορφωμένες
περιοχές εξόρυξης βωξίτη καθώς και στην προστασία και στη διατήρηση των υπαρχόντων δασών.
Στα πλαίσια του ΜΟU, το τμήμα δασών αξιοποίησε τις ικανότητές του για τη δημιουργία και τη
διαχείριση δασών και για ένα πρόγραμμα έρευνας δασών που στόχευε στην ενίσχυση, την
ανάπτυξη και την αναδάσωση των περιοχών.
Συγκεκριμένες περιοχές συνεργασίας συντάχθηκαν στο ΜΟU, όπου σ΄αυτό
συμπεριελήφθη και η ανάπτυξη ενός δημοσίου προγράμματος εκπαίδευσης για αγρότες και
μαθητές, για την ενίσχυση και κατανόηση της συνεισφοράς των δασών στην τοπική και εθνική
ευημερία και στην οικονομική ανάπτυξη. Μέριμνες είχαν ήδη γίνει για άλλες περιοχές όπου θα
λάμβανε χώρα η συνεργασία. Η συμφωνία επίσης ειδικά επίτασσε την φύτευση κατάλληλων
καλλωπιστικών δένδρων και δένδρων για ξυλεία, όπως ο κέδρος, ο φίκος, η ακακία, η άγρια
tamarindus indica, η daphnopsis caribaea, το μαόνι, η αγριοδαμασκηνιά και η ισπανική φτελιά,
μαζί με δένδρα φρούτων, όπως το μάνγκο, η πορτοκαλιά, το αβοκάντο κ. α.

4.7. Nalco Panchpatmali, στην Ινδία.


(Πηγή:www.lafarge.com)

Στους λόφους του Πανσπατμάλι (Panchpatmali), της επαρχίας του Κοραπούτ (Koraput)
στην πολιτεία Ορίσσα (Orissa) της Ινδίας, ένα πλήρως μηχανοποιημένο ανοιχτό λατομείο
χωρητικότητας 4,8 εκ. τόνων/ έτος, βρίσκεται σε λειτουργία από το Νοέμβριο του 1985,
προμηθεύοντας πρώτες ύλες τη Nalco, ιδιοκτησίας του Διυλιστηρίου Αλουμινίου του Damanjodi.
Οι προσπάθειες ελέγχου της ρύπανσης στο Πανσπατμάλι, περιελάμβαναν τη δημιουργία μιας
πράσινης ζώνης πλάτους 15 μέτρων στην περιφέρεια όλων των λατομείων, τη δημιουργία
περιφερειακού αυλακιού για τον έλεγχο των πλημμυρών μέσα στα λατομεία και τον ψεκασμό με
νερό για την καταστολή της σκόνης.
Κατά τη διάρκεια της εξόρυξης, η συνολική ποσότητα του υλικού που εξορύσσονταν και ο
χούμος χρησιμοποιήθηκαν για την αναμόρφωση και την αποκατάσταση των περιοχών εξόρυξης.

76
4.8. Mineracao Rio do Norte Trompetas (MRN), στη
Βραζιλία.
(Πηγή:www.lafarge.com)

To MRN είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός βωξίτη της Βραζιλίας. Από την αρχή της
λειτουργίας του το 1979, το MRN επικέντρωνε τις προσπάθειές του στην ελαχιστοποίηση των
περιβαλλοντικών επιπτώσεων, μελετώντας τα ακόλουθα 5 θέματα:
1. Απαγόρευση του κυνηγιού στους τομείς επίδρασης της βιομηχανικής περιοχής.
2. Αποκατάσταση των περιοχών εξόρυξης.
3. Εξάλειψη των εκπομπών ψηγμάτων από τις καμινάδες των στεγνωτηρίων βωξίτη.
4. Διάθεση των προϊόντων εκμετάλλευσης του βωξίτη.
5. Αποκατάσταση της λίμνης Μπατάτα (Batata).
Η αναδάσωση των περιοχών εξόρυξης έγινε αποκλειστικά χρησιμοποιώντας είδη γνώριμα
στην περιοχή, με σπόρους που αγοράστηκαν από τοπικές παραποτάμιες κοινωνίες. Η γη
καλλιεργήθηκε την περίοδο ξηρασίας, που διαρκεί από τον Ιούλιο μέχρι τον Δεκέμβριο, ενώ οι
σπόροι φυτεύτηκαν την περίοδο των βροχών, η οποία καλύπτει τους υπόλοιπους 6 μήνες του
έτους. Περίπου 700.000 φυτά από 100 διαφορετικά είδη παράγονται κάθε χρόνο στο φυτώριο της
MRN
Στο φυτώριο, οι σπόροι υποβλήθηκαν σε μια περίοδο ύπνωσης και έπειτα φυτεύτηκαν.
Αυτό έγινε σε ένα σπορέα βερμικουλίτη. Τα φυτά μεγάλωσαν σε πλαστικές σακούλες,
προστατευμένα με περίφραξη καλωδίων, για μια περίοδο από 2 μέχρι 24 μήνες πριν το φύτεμα.
Πριν την αναδάσωση, οι ζοχοί που είχαν απομακρυνθεί από το ορυχείο βωξίτη, απλώθηκαν
με τη βοήθεια τρακτέρ. Έπειτα, το στοιβαγμένο οργανικό χώμα χρησιμοποιήθηκε για να καλύψει
τη νέα επιφάνεια. Η γη σκάφτηκε και τα φυτά φυτεύτηκαν με το χέρι. Στους λόφους και στα
επικλινή αναχώματα φυτεύτηκε γρασίδι.
Μέχρι τον Ιούνιο του 2002, γύρω στα 17 km2 περιοχών εξόρυξης είχαν ήδη αναδασωθεί και
περισσότερα από 3,6 εκ. φυτά είχαν χρησιμοποιηθεί μέχρι το τέλος του 2001, με ρυθμό επιβίωσης
πάνω από 90%. Το κόστος της αναδάσωσης, συμπεριλαμβανομένου και του οργώματος του
χώματος, την παραγωγή και τη φύτευση, την επίβλεψη και την έρευνα, ήταν 300 $ ανά km2.
Οι ενδείξεις της ανάπτυξης των φυτών, της γονιμότητας και της αρχιτεκτονικής του νέου
εδάφους, η επιστροφή της πανίδας και η εξέλιξη της φυσικής διαδικασίας της βλάστησης της
χλωρίδας, παρατηρήθηκαν από τους επιστήμονες του Ομοσπονδιακού Πανεπιστημίου της Paraiba
(UFPB), του εθνικού ινστιτούτου έρευνας του Αμαζονίου (ΙΝΡΑ) και του μουσείου Εmilio
Goeldi της πολιτείας του Ρara (MPEG). Τα αποτελέσματα από τις έρευνες στα πεδία και από τις
φωτογραφίες δορυφόρων, φανερά έδειξαν ότι το καθιερωμένο μοντέλο αναδάσωσης εξελισσόταν
ταχύτατα.

4.9. Alcoa World Alumina, στην Αυστραλία.


(Πηγή:www.lafarge.com)

Στα ορυχεία Huntley και Willow dale της Αlcoa World Alumina της Αυστραλίας, η
αποκατάσταση ξεκίνησε με την ανάπλαση των, ύψους 2 με 5 μέτρων, τοιχωμάτων του λατομείου,
σε μια μέγιστη γωνία κλίσης των 18 μοιρών. Η ανακατασκευή των λάκκων εξόρυξης είχε σαν
σκοπό να μιμηθεί το αρχικό φυσικό τοπίο. Το υλικό πάνω από τη φλέβα του ορυκτού, το οποίο

77
συλλέχτηκε χωριστά από το χούμο, απλώθηκε ξανά. Ο χούμος επιστράφηκε στη συνέχεια από τις
πρόσφατα καθαρισμένες περιοχές (μια πρακτική που καλείται άμεση επιστροφή) ή από
αποθέματα για τα οποία δεν υπήρχε πιθανότητα άμεσης επιστροφής. Η άμεση επιστροφή του
φρέσκου χούμου ενίσχυσε την επιστροφή ζωτικών σπόρων, θρεπτικών συστατικών, οργανικών
ουσιών και ευεργετικών μικροοργανισμών του εδάφους. Για να διατηρηθούν αυτές οι φυσικές
ιδιότητες στην επιφάνεια, χούμος καθαρίστηκε και επιστράφηκε σε αυτήν σαν ένα λεπτό στρώμα
πάχους 10-15 εκ.
Μαζί με την επιστροφή του χούμου, μερικοί κορμοί δένδρων, κούτσουρα και πέτρες
επέστρεψαν στις περιοχές εξόρυξης για να παρέχουν φυσικό βιότοπο στην πανίδα. Το έδαφος,
έπειτα σκάφτηκε σε βάθος 1,5 μ. Το σκάψιμο έγινε το καλοκαίρι και το φθινόπωρο, για να
μεγιστοποιηθεί η αποσύνθεση του συμπτυγμένου υπεδάφους. Ένα οριζόντιο περίγραμμα, με
διάκενο 3 με 5 μ., χαρτογραφήθηκε και σημειώθηκε στο έδαφος και το σκάψιμο ακολούθησε
επακριβώς τις γραμμές αυτές. Το σκάψιμο δημιούργησε αυλάκια περίπου 0,4 μ. ύψους και 1,5 μ.
πλάτους. Τα αυλάκια αυτά ήταν βασικά για την πρόληψη των πλημμυρών και της διάβρωσης του
εδάφους.

4.10. Campania Geral de Minas, στο Pocos de Caldas,


στη Βραζιλία.
(Πηγή:www.lafarge.com)

Μεθοδολογία αποκατάστασης ορυχείου.


Το 1978, η Campania Geral de Minas, μια θυγατρική της Αlcoa (CGM/ Alcoa), ξεκίνησε τις
εργασίες αποκατάστασης σε περιοχές εξόρυξης βωξίτη στο Pocos de Caldas, στη Βραζιλία.
Η τελική χρήση της γης βασιζόταν σε υδάτινους πόρους, στην τοπογραφία, στο χώμα, στη
δασοπονία και κυρίως σε περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά, τα οποία υπήρχαν πριν ξεκινήσουν οι
εξορύξεις. Η μεθοδολογία που υιοθετήθηκε από την εταιρεία για την αποκατάσταση του
ορυχείου, έλαβε υπόψη αυτές τις πτυχές που σχετίζονται με τη λειτουργία της γεωλογικής
αποκατάστασης (νερό και έδαφος) και τις οπτικές ιδιότητες καθώς και την ανάκαμψη της
βιοποικιλότητας (φυσική διαδοχή των φυτών και της άγριας ζωής).
Τα αρχικά μέτρα μετριασμού που συνέθεταν το περιβαλλοντικό σχέδιο της Αlcoa, ήταν:
1. Ένα σύστημα αποξήρανσης της επιφάνειας και διατήρησης της απορροής των ιζημάτων.
2. Καταστολή της σκόνης που προέρχεται από φορτηγά και μηχανές στους δρόμους και σε
λειτουργικές περιοχές, με χρήση βυτιοφόρων.
3. Έλεγχος της εκπομπής ρύπων από βενζινοκίνητες μηχανές, με αυστηρούς ελέγχους
συντήρησης των μηχανών και προγραμμάτων διαχείρισης .
4. Μετά - εξορυκτικός περιβαλλοντικός έλεγχος, σχετικός με την αναδιάταξη του τοπίου.
5. Εγκατάσταση φυτών.
6. Περιβαλλοντική παρακολούθηση.
Με την ολοκλήρωση της εξόρυξης, το έδαφος αναδιαβαθμίστηκε για να διατηρήσει την ίδια
αισθητική με το φυσικό τοπίο πριν από την εξόρυξη και να προωθήσει τη φυσική κληρονομιά
των φυτών. Στη συνέχεια, ο χούμος διανεμήθηκε ομοιόμορφα πάνω από την επιφάνεια με σκοπό
να αναζωογονήσει τη βιολογική δραστηριότητα και να παράγει έναν καινούριο κύκλο θρεπτικών
συστατικών.
Τα εδάφη της περιοχής έχουν χαμηλή φυσική γονιμότητα και επομένως χρησιμοποιήθηκαν
λιπάσματα. Οι λάκκοι που ανοίχτηκαν για την φύτευση των δενδρυλλίων, γέμισαν με ένα μείγμα
78
από κοπριά, ανόργανα λιπάσματα και χώμα. Σε περιοχές όπου ήταν εφικτό, η ρύπανση του
υπεδάφους έγινε για να αεριστούν τα επιφανειακά στρώματα και για να ενσωματωθούν τα
ασβεστούχα και άλλα υλικά, όπως το πλούσιο οργανικό χώμα.
Για να ενισχυθεί η κάλυψη με φυτά, γρασίδι και είδη οσπρίων χρησιμοποιήθηκαν από την
εταιρεία και επιλέχτηκαν για την ικανότητά τους να καλύπτουν την επιφάνεια γρήγορα, χωρίς να
φέρονται σαν ανταγωνιστές στα δενδρύλλια που επρόκειτο να φυτευτούν. Τα είδη των δένδρων
που χρησιμοποιήθηκαν, επιλέχτηκαν σε συμφωνία με έρευνες που έγιναν σε τμήματα εξόρυξης
που παραχωρήθηκαν, αντιπροσωπευτικά ολόκληρης της περιοχής.
Τριάντα μέρες μετά την φύτευση, η περιοχή ελέγχθηκε και τα ξερά δενδρύλλια
αντικαταστάθηκαν από σπόρους του ίδιου είδους ή από άλλους της ίδιας οικολογικής ομάδας.
Περιοδικοί έλεγχοι έγιναν για να επαναλάβουν τη σπορά αυτών των ειδών που δεν επιβίωσαν.
Εγχώρια είδη δενδρυλλίων παράχθηκαν στο φυτώριο της εταιρείας, προκειμένου να
ικανοποιήσουν τις ανάγκες του προγράμματος αποκατάστασης και για να δοθούν δωρεά στην
τοπική κοινότητα.
Τα μυρμήγκια ήταν τα βασικά παράσιτα για τα νεαρά δένδρα και ήταν υπεύθυνα για
μεγάλες καταστροφές στην ανάπτυξη των δένδρων μετά τη φύτευση. Ολόκληρη η φυτεμένη
περιοχή και παρακείμενες περιοχές, ελέγχονταν για μυρμήγκια κατά τη διάρκεια των αρχικών
περιόδων της ανάπτυξης των δενδρυλλίων.
Το σκάλισμα ή το ξεχορτάριασμα με το χέρι γύρω από τα φυτεμένα δενδρύλλια, έγινε δυο
φορές το χρόνο, τον Μάρτιο και τον Νοέμβριο.
Σκεπάσματα, αποτελούμενα από σωρούς δασικής βλάστησης, κομμένα πριν την εξόρυξη,
χτίστηκαν για να προσελκύσουν και να παρέχουν καταφύγιο στα άγρια ζώα. Αντιπυρικές ζώνες
ανοίχτηκαν γύρω από τα σύνορα των αποκατεστημένων περιοχών, των ανέπαφων εγγενών
δασών, των περιοχών κάτω από μόνιμες νομικές απαγορεύσεις και των ιδιωτικών θέρετρων
φυσικής κληρονομιάς.
Ένα πρόγραμμα ελέγχου έγινε για να προσδιορίσει προβλήματα και να αξιολογήσει την
επιτυχία των περιοχών που αποπερατώθηκαν από την εταιρεία. Οι οικολογικοί παράγοντες που
αξιολογήθηκαν, περιελάμβαναν : την επιστροφή της άγριας ζωής, την ανακύκλωση θρεπτικών
συστατικών, την τράπεζα σπόρων, την φυσική αναγέννηση και την ανάπτυξη των φυτών. Η
παρακολούθηση των δρόμων του νερού γίνεται από το 1983, συλλέγοντας και αναλύοντας
μηνιαία στοιχεία όσον αφορά το χρώμα, το ρΗ και τη θολότητα.
Η εμπειρία της εταιρείας αποτέλεσε ένα από τα θεμέλια για τη δημιουργία του πρώτου
εγχειριδίου αναδάσωσης περιοχών που διαταράχτηκαν από ορυχεία στη Βραζιλία
(ΙΒΑΜΑ,1990), που εκδόθηκε από την ομοσπονδιακή αρχή περιβαλλοντικού ελέγχου. Οι
πρωτοβουλίες που υλοποιήθηκαν από την CGM/ Alcoa ήταν το αντικείμενο πολυάριθμων
μελετών, συμπεριλαμβανομένων και 6 διδακτορικών μελετών και 16 μεταπτυχιακών. Η CGM/
Alcoa ήταν μία από τις πρώτες εταιρείες εξόρυξης στη Βραζιλία και η πρώτη τοποθεσία εξόρυξης
παγκοσμίως που έλαβε πιστοποίηση ISO 14001.

4.11. Λατομείο βωξίτη, Berwick Woods στο Essex.


(Πηγή:www.lafarge.com)

Αποκαταστάθηκε από την Tarmac Southern Limited, σε συνεργασία με την Thames Chase.
12.000 δένδρα και θάμνοι φυτεύτηκαν για να μετασχηματίσουν αυτό το εγκαταλελειμμένο
λατομείο σε ένα κοινοτικό δάσος που είναι τώρα η μεγαλύτερη υγρή, δασώδη περιοχή του

79
Λονδίνου. Οι ντόπιοι από το Raynham και το Horn church έχουν ασχοληθεί επισταμένα σε όλη
την αποκατάσταση και ένα σημαντικό πρόγραμμα καλλιτεχνικών γεγονότων έχει περιλάβει πάνω
από 100 μαθητές από τα τοπικά σχολεία.

4.12. Λατομείο βωξίτη. Φυσικό πάρκο του Whisby, στο


Lincolnshire.
(Πηγή:www.lafarge.com)

Αποκαταστάθηκε από τη Lafarge Aggregates Limited σε συνεργασία με την Lincolnshire


Wildlife Trust, το νομαρχιακό συμβούλιο του Lincolnshire και το συμβούλιο της περιοχής
Κεστέβεν.
Στο φυσικό πάρκο Whisby, η Lafarge Aggregates Limited και τα συμβούλια της περιοχής,
έχουν αποκαταστήσει πάνω από 150 εκτάρια, δημιουργώντας λίμνες, δασώδεις περιοχές και
λιβάδια που αποτελούν σπίτι για περισσότερα από 60 είδη πουλιών και για 100.000 επισκέπτες
ετησίως. Το πάρκο περιλαμβάνει επίσης το Φυσικό Παγκόσμιο Κέντρο και Κέντρο Εκπαίδευσης
Lafarge.

4.13. Λατομείο βωξίτη. Forest Rock Wood στο


Leicestershire.
(Πηγή:www.lafarge.com)

Αποκαταστάθηκε από την Hanson Aggregates.


Περίπου 15.000 δένδρα και θάμνοι που φυτεύτηκαν σε περιοχή 11 εκταρίων, αποτελούν
τώρα μέρος του εθνικού δάσους, αποτελώντας πολύτιμο νέο βιότοπο άγριας φύσης. Η δημόσια
πρόσβαση έχει ενθαρρυνθεί με την κατασκευή πάνω από μισό μίλι μονοπατιών που το συνδέουν
με το ευρύτερο τοπικό δίκτυο.

80
4.14. Λατομείο βωξίτη. Carmel Woods στο
Carmarthenshire.
(Πηγή:www.lafarge.com)

Αποκαταστάθηκε από την Tarmac Western Limited σε συνεργασία με το επαρχιακό


συμβούλιο της Ουαλίας.
Αυτή η περιοχή 63 εκταρίων αποκαταστάθηκε και τώρα αποτελεί μέρος του εθνικού
φυσικού θέρετρου του Carmel, φημισμένο για την ομορφιά, τον γεωλογικό και τον αρχαιολογικό
του πλούτο. Μια περιοχή πρόσθετου επιστημονικού ενδιαφέροντος και για τη βιολογία του και
για τη γεωλογία του, η Carmel αναμένει τον ακόμα υψηλότερο προσδιορισμό της ως Εθνική
Προστατευόμενη Περιοχή.

4.15. Λατομείο βωξίτη. Garvel Pit Nature Reserve,


Kirkby στο Lincolnshire.
(Πηγή:www.lafarge.com)

Αποκαταστάθηκε από την Woodhall Spa Sand and Gravel Limited σε συνεργασία με την
Lincolnshire Wildlife Trust.
Αυτό το φυσικό θέρετρο που αποτελείται από τρεις λίμνες που περιβάλλονται από δένδρα
και λιβάδια, έχει μια σημαντική συμβολή στο πρόγραμμα δράσης της βιοποικιλότητας του
Lincolnshire. Εξαιτίας της εποχιακής υγρασίας και ξηρασίας, η κύρια λίμνη παρέχει έναν ποικίλο
βιότοπο δημοφιλών ενδημικών και μεταναστευτικών πουλιών.

81
4.16. Λατομείο βωξίτη του Cheviot στο Northumberland.
(Πηγή:www.lafarge.com)

Αποκαταστάθηκε από την Tarmac Northern Limited.


Καθώς η διαδικασία εξόρυξης αυτού του πρώην αεροδρομίου εκπαίδευσης κατά τη
διάρκεια του πολέμου, συνεχίζεται, η προοδευτική αποκατάστασή του έχει δει το έδαφος να
επιστρέφει σε χρήση από τα ενθουσιώδη μέλη της αερολέσχης του Border. Άλλες, ήδη
αποκατεστημένες περιοχές, περιλαμβάνουν δένδρα και λίμνες που έχουν γίνει επίσης ένα
καταφύγιο για τα πτηνά.

4.17. Λατομείο βωξίτη Brockholes στο Lancashire.


(Πηγή:www.lafarge.com)

Αποκαταστάθηκε από την Hanson Aggregates.


Παρέχοντας διάφορους βιότοπους, αυτή η προστατευόμενη περιοχή συμβάλλει στη
βιοποικιλότητα, προσελκύοντας πάνω από 130 είδη πουλιών μέχρι σήμερα. Αυτά περιλαμβάνουν
την τσίχλα, το βροχοπούλι κ.α.

82
4.18. Λατομείο βωξίτη Waterford Health, στο
Hertfordshire.
(Πηγή:www.lafarge.com)

Αποκαταστάθηκε από την Lafarge Aggregates Limited σε συνεργασία με το συμβούλιο της


επαρχίας του Hertfordshire, το συμβούλιο της ανατολικής περιφέρειας του Hertfordshire, το
συμβούλιο του Groundwork, την Herts and Middlesex Wildlife Trust και την τοπική κοινότητα.
Αυτό το παλιό λατομείο, έχει μετασχηματιστεί σε ένα κοινοτικό φυσικό πάρκο μέσω ενός
σχεδίου που απαίτησε τη διαχείριση των υπαρχόντων βιοτόπων, τη δημιουργία νέων βιοτόπων
και δρόμων πρόσβασης και την κοινοτική συμμετοχή. Η περιοχή αποτελείται από δύο μέρη, κάθε
ένα από τα οποία έχει μια μοναδική δομή εδάφους και παρέχουν ποικίλους βιότοπους για σπάνια
φυτά και ζώα.

83
4.19. Λατομείο μαρμάρου στη Νικήσιανη Καβάλας.
(Πηγή Ισπικούδης Ι, Χουβαρδάς Δ, Κουρακλή Π, 2000)

Στα πλαίσια του ερευνητικού προγράμματος ADAPT «ΛΥΔΙΑ-220/269», έγινε πρότυπη


πιλοτική μελέτη περιβαλλοντικής αποκατάστασης εξοφλημένου λατομείου μαρμάρου στη
Νικήσιανη Καβάλας, με παράλληλο στόχο τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.
Το λατομείο καταλαμβάνει έκταση 100 στρ. περίπου και βρίσκεται σε απόσταση 1 Km
δυτικά της πόλης, στην ευρύτερη περιοχή του βόρειου Παγγαίου, μια περιοχή πλούσια σε φυσική
ομορφιά που συντηρεί σημαντικό αριθμό ειδών χλωρίδας και πανίδας.
Γενικά.
Στην περιοχή αναλύθηκαν διεξοδικά τα δεδομένα, οι δυνατότητες και οι περιορισμοί της
γης και του περιβάλλοντος καθώς και οι ανάγκες και οι ιδιαιτερότητες της τοπικής κοινωνίας
τεκμηριώνοντας έτσι τη σημασία των προτεινόμενων έργων και μελετήθηκαν οι περιβαλλοντικές,
κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες. Εφαρμόστηκαν οι αρχές της αρχιτεκτονικής τοπίου για να
προσαρμοστούν τα έργα με το περιβάλλον και να αποφευχθούν δυσαρμονίες. Έγιναν δημόσιες
συναντήσεις όπου ο ντόπιος πληθυσμός επηρέασε τις τελικές αποφάσεις.
Κριτήρια αποκατάστασης.
Η διαδικασία που θα ακολουθήσει η αποκατάσταση, για το πια θα είναι η μελλοντική
χρήση της γης λήφθηκε με γνώμονα βασικές παραμέτρους όπως:
Α) τις φυσικές συνθήκες του χώρου του λατομείου (κλίση του εδάφους). Στο λατομείο
μαρμάρου της Νικήσιανης με την τελική μορφή που έχουν πάρει σήμερα τα επίπεδα και τα
μέτωπα εκσκαφής, παρατηρήθηκε ότι αυτά παρουσιάζουν κλίσεις που δεν ξεπερνούν τα 10%,
ενώ τα μέτωπα εκσκαφής έχουν μεν μεγάλες κλίσεις δεν έχουν όμως μεγάλο ύψος με αποτέλεσμα
να προσφέρονται από πλευράς φυσικών συνθηκών για πληθώρα μορφών αξιοποίησης.
Β) την ανάλυση των δεδομένων, δυνατοτήτων και των περιορισμών που συνδέονται με τα
χαρακτηριστικά του περιβάλλοντος, σε σχέση με τη ζήτηση της τοπικής αγοράς και τις
κοινωνικές (πολιτισμικές) συνθήκες. Στην προσπάθεια να εκτιμηθούν οι δυνατότητες και οι
περιορισμοί για τον σχεδιασμό και την οργάνωση συγκεκριμένων έργων αποκατάστασης στο
χώρο του εγκαταλειμμένου λατομείου της Νικήσιανης, διερευνήθηκαν αρχικά οι ανάγκες του
τοπικού πληθυσμού που μπορούν να ικανοποιηθούν από ένα τέτοιο έργο. Έτσι αναλύθηκαν οι
κοινωνικές συνθήκες και η πολιτισμική κατάσταση των κατοίκων, όπως αυτές προέκυψαν από
ιστορικά και στατιστικά στοιχεία, συνυπολογίζοντας τη γνώμη των κατοίκων της περιοχής, μέσα από
δημόσιες συναντήσεις μαζί τους.
Γ) τη δημιουργική εφαρμογή των αρχών της αρχιτεκτονικής του τοπίου για να επιτευχθεί ο
βαθμός αποδοτικότητας με τον οποίο θα μεγιστοποιηθούν τα οφέλη και θα ελαχιστοποιηθούν οι
συγκρούσεις με το περιβάλλον.
Στοιχεία περιοχής
Η περιοχή της Νικήσιανης ανήκει στο Δήμο Παγγαίου με έδρα το ομώνυμο χωριό, που
βρίσκεται στο πλέον δασωμένο τμήμα του Παγγαίου όρους. Ο Δήμος έχει πληθυσμό 5.024
κατοίκους (ΕΣΥΕ, 1991). Στο Δήμο λειτουργούν 3 Δημοτικά σχολεία, ένα Γυμνάσιο και ένα
Λύκειο.
Η οικονομική κατάσταση των κατοίκων είναι ικανοποιητική. Το 30% του ενεργού
πληθυσμού ασχολείται με τη γεωργία-κτηνοτροφία, το 22% με την παροχή υπηρεσιών και το
υπόλοιπο 48% με τη βιοτεχνία. Παρόλα αυτά, αναζητούνται από τους τοπικούς φορείς νέες

84
καινοτόμες μορφές απασχόλησης για τους κατοίκους (θέσεις εργασίας σε οικοτουριστικές
μονάδες, ξενώνες, πάρκα αναψυχής, κ.λπ.).
Η πολιτισμική κατάσταση του Δήμου είναι αξιοπρόσεκτη:
‐ Θρησκευτικό συναίσθημα. Υπάρχει βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα στους κατοίκους του
Δήμου ως απόρροια του μεγάλου δεσμού με το γειτονικό μοναστήρι της Εικοσιφοινίσσης.
Δημιουργήθηκε σχολή εκπαίδευσης ψαλτών. Τόσο η Δημοτική αρχή, όσο και η θρησκευτική
πιέζουν για τη δημιουργία μιας μόνιμης σχολής ιεροψαλτών και μουσικής επιμόρφωσης
κληρικών.
‐ Εκδηλώσεις. Στη Νικήσιανη κάθε χρόνο στις 7 Ιανουαρίου στη γιορτή του Αγίου Ιωάννη
διοργανώνεται το έθιμο των Αράπηδων. Η γιορτή αυτή προσελκύει πολλούς θεατές από όλη την
Ελλάδα. Στο γειτονικό Παλαιοχώρι κάθε 20 Ιουλίου στη γιορτή του Αγίου Ηλία, διοργανώνεται
το έθιμο «Τσάνια». Γίνονται προσπάθειες για την ανάδειξη των δύο εθίμων μέσα σε ένα χώρο,
ώστε να γίνουν ευρύτερα γνωστά.
‐ Σύλλογοι, Σωματεία. Στο Δήμο Παγγαίου λειτουργούν διάφορα σωματεία. Τα
σπουδαιότερα είναι: ο πολιτιστικός-χορευτικός σύλλογος «Αράπης» με φιλαρμονική ορχήστρα 30
μουσικών, ο ορειβατικός σύλλογος, η Μορφωτική Αθλητική Ένωση «Παγγαίο-90», ο
πολιτιστικός σύλλογος Παλαιοχωρίου, κ.λπ..
Θα πρέπει να τονιστεί ότι, τόσο η δημοτική αρχή, όσο και οι υπόλοιποι φορείς της
περιοχής έχουν κατανοήσει τη μεγάλη ευκαιρία και τις δυνατότητες που υπάρχουν για μιας ήπιας
μορφής τουριστική εκμετάλλευση του Παγγαίου όρους. Επιδιώκουν μέσα στα όρια του Δήμου
τους, με ορμητήριο μια περιοχή, όπως ο χώρος του εγκαταλειμμένου λατομείου της Νικήσιανης,
να δημιουργήσουν κατάλληλα έργα (πάρκο αναψυχής, βοτανικό κήπο, περίπτερο
περιβαλλοντικής εκπαίδευσης και οικοτουριστικού συντονισμού κ.λπ.), με σκοπό να αναδείξουν
πανελλήνια το φυσικό περιβάλλον του Παγγαίου όρους, προσελκύοντας μεγάλο αριθμό
τουριστών.
Σε αυτό συνηγορεί και το γεγονός ότι την περιοχή επισκέπτονται κάθε χρόνο πάνω από
400.000 πιστοί-προσκυνητές του μοναστηριού της Εικοσιφοινίσσης, οι οποίοι θα μπορούσαν να
κατευθυνθούν παράλληλα με το θρησκευτικό τουρισμό, στις διάφορες μορφές οικοτουρισμού που
μπορούν να οργανωθούν εκεί (πεζοπορία μέσα από ορειβατικά μονοπάτια, παρατήρηση της
φύσης-άγριας ζωής, ορνιθοπαρατηρήσεις, ξεναγήσεις, περιβαλλοντική εκπαίδευση, ιππασία μέσα
στο δάσος, ποδηλασία, κ.λπ.).
Προτάσεις.
Με αυτά τα στοιχεία της γύρω περιοχής του λατομείου, τα κύρια έργα που προτείνονται
είναι:
Υπαίθριο θέατρο. Στα πλαίσια ανάπτυξης του χώρου προτείνεται η κατασκευή ενός μικρού
υπαίθριου θεάτρου δυναμικότητας 500 θέσεων. Το θέατρο αυτό θα εξυπηρετεί τις ανάγκες
στέγασης της καλλιτεχνικής δραστηριότητας των πολιτιστικών συλλόγων της περιοχής και
μπορεί να αποτελέσει άριστο χώρο για τη διοργάνωση συναυλιών βυζαντινής μουσικής,
αναδεικνύοντας την ιεροψαλτική παράδοση της Νικήσιανης. Ολόκληρη η περιοχή του Παγγαίου
στερείται τέτοιου χώρου και η προσέγγιση στο λατομείο είναι εύκολη από την πόλη της
Νικήσιανης που είναι κοντά.
Κτίριο διοίκησης και πληροφόρησης. Στην είσοδο του υπό διαμόρφωση χώρου προτείνεται
η κατασκευή του κτιρίου διοίκησης και υποδοχής. Σε αυτό το κτίριο οι επισκέπτες
πληροφορούνται για τις καλλιτεχνικές εκδηλώσεις και τη γενικότερη λειτουργία του χώρου
αναψυχής και θα παρέχονται οι πρώτες βοήθειες σε περιπτώσεις ατυχημάτων. Εδώ θα

85
συντονίζονται οι οικοτουριστικές δραστηριότητες που πρόκειται να αναπτυχθούν σε ολόκληρο το
δήμο Παγγαίου με αφετηρία το παλιό λατομείο. Οι διάφορες μορφές που μπορούν να
διοργανωθούν είναι η πεζοπορία μέσα από ορειβατικά μονοπάτια, οι ξεναγήσεις με σκοπό την
παρατήρηση της φύσης και της άγριας πανίδας κ.λπ..
Μουσείο. Στο κτίριο διοίκησης προτείνεται να συστεγαστεί μουσείο, το οποίο θα έχει και
λαογραφικά εκθέματα, αλλά και συλλογές με φυτικούς και ζωικούς οργανισμούς του Παγγαίου
όρους. Παράλληλα μπορεί να υπάρχει και έκθεση με τα διάφορα είδη και την ιστορία της
εκμετάλλευσης του μαρμάρου στην Ελλάδα. Στο μουσείο αυτό είναι δυνατόν να διοργανώνονται
προγράμματα περιβαλλοντικής εκπαίδευσης στο χώρο των εκθεμάτων, αλλά και σε αίθουσα
προβολής διαφανειών και ταινιών περιβαλλοντικού ή λαογραφικού περιεχομένου, ενώ οι
επισκέπτες θα προμηθεύονται λεπτομερειακά φυλλάδια και χρήσιμους χάρτες με πληροφορίες για
το φυσικό περιβάλλον και τα αξιοθέατα της περιοχής, αλλά και των εκδηλώσεων που θα
λαμβάνουν χώρα εκεί.
Ο υπόλοιπος χώρος θα συμπληρωθεί με την ανάπτυξη και κατασκευή χώρων στάθμευσης
αυτοκινήτων, οργανωμένων χώρων υπαίθριας αναψυχής, αναψυκτηρίου, χώρων άθλησης και
παιχνιδιών, πεζόδρομων και μονοπατιών, θα τοποθετηθούν πινακίδες για τη σήμανση του χώρου
και θα πλαισιωθούν με τα κατάλληλα φυτοκομικά έργα.
Επιπτώσεις των έργων.
Αναβάθμιση του τοπίου. Με τις εργασίες μαρμάρου και το πέρας τους, έχει απομείνει μια
έκταση που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σεληνιακή. Είναι γυμνή, απονεκρωμένη και άχρηστη
βιολογικά και οικονομικά. Οι συνθήκες που επικρατούν είναι ιδιαίτερα δύσκολες για την
ανάπτυξη των φυτών, οπότε και των ζωικών οργανισμών. Με τα προτεινόμενα έργα και κυρίως
τα φυτοκομικά, που θα δημιουργήσουν ένα ενδοδασογενές περιβάλλον, η περιοχή αναβαθμίζεται,
αισθητικά, οικολογικά και λειτουργικά.
Περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Το λατομείο θα αποκτήσει έδαφος με καλές φυσικές και
χημικές ιδιότητες που θα μπορεί να διατηρήσει ζωή (φυτικοί και ζωικοί οργανισμοί).
Μειώνονται οι ακραίες τιμές της θερμοκρασίας και ελαττώνεται η μέση θερμοκρασία της
περιοχής, ενώ οι άνεμοι δε θα δρουν διαβρωτικά και επιβλαβώς γενικότερα στην περιοχή. Τα
κατακρημνίσματα δε θα ρέουν επιφανειακά, αλλά θα συγκρατούνται από το έδαφος και το
υπέδαφος. Γι΄αυτό και μειώνονται οι πιθανότητες δημιουργίας πλημμυρικών φαινομένων.
Θα μπορέσουν να αναπτυχθούν νέοι βιότοποι που θα προσελκύσουν άγρια πανίδα από τη
γύρω του παλιού λατομείου δασική περιοχή.
Κοινωνικοπολιτιστικές επιπτώσεις. Με τα προτεινόμενα έργα και κατασκευές στην
περιοχή του λατομείου εκπληρώνονται περισσότερες της μιας χρήσης του χώρου. Αυτό είναι και
το ζητούμενο στην ορθολογική αποκατάσταση των εγκαταλειμμένων λατομείων. Η ανάπτυξη
όμως της κοινωνικής λειτουργίας ενός χώρου πολλαπλών χρήσεων προϋποθέτει και έντονη
διαχειριστική μέριμνα και έλεγχο από ένα εκπαιδευμένο τεχνικό και διοικητικό προσωπικό σε
κατάλληλο αριθμό που να είναι εξοπλισμένο με τα καλύτερα μέσα. Έτσι δημιουργούνται νέες
θέσεις εργασίας στο Δήμο που θα κατέχονται από ανθρώπους από όλα τα επίπεδα εκπαίδευσης,
δηλαδή οι θέσεις αυτές θα απευθύνονται στο σύνολο του Δήμου.
Οι κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής θα ικανοποιήσουν την ανάγκη τους για διαφυγή στη
φύση και μάλιστα με μια πλειάδα δραστηριοτήτων. Θα μπορέσουν επίσης να ενημερωθούν, να
αγαπήσουν και να προστατεύσουν τον τόπο τους, γιατί αν κάτι δεν είναι γνωστό, δεν εκτιμάται
κιόλας. Οι σύλλογοι θα βρουν τη βάση των δραστηριοτήτων τους. Το αμφιθέατρο για τους
πολιτιστικούς συλλόγους, οι χώροι άθλησης για τους αθλητικούς συλλόγους, οι οικοτουριστικές

86
δραστηριότητες για τον ορειβατικό σύλλογο θα δώσουν πνοή στην πολιτιστική δημιουργία στην
περιοχή.
Εκτός από τα πολύ άμεσα αυτά οφέλη, προκύπτουν και άλλα έμμεσα οφέλη για το Δήμο.
Το Παγγαίο όρος με τη σπάνια ομορφιά και το βαθύ θρησκευτικό στοιχείο θα μπορέσει να
αποτελέσει πραγματικό πόλο έλξης για ανθρώπους που δεν γνωρίζουν την περιοχή και
ενδιαφέρονται να την μάθουν μέσα από το μουσείο, την περιβαλλοντική εκπαίδευση, τις
οικοτουριστικές δραστηριότητες κ.λπ..

4.20. Λατομεία στη Μερέντα Μαρκοπούλου.


(Πηγή: www.oikologio.gr)

Ο χώρος έχει χρησιμοποιηθεί ως χώρος απόθεσης απορριμμάτων, κύρια αδρανών


(μπαζών), αλλά και αστικών απορριμμάτων. Η βιοαποικοδόμηση των αστικών απορριμμάτων δεν
έχει ολοκληρωθεί, με αποτέλεσμα να υπάρχει ένα ανοικτό και σημαντικό περιβαλλοντικό
πρόβλημα που συνδέεται με παραγωγή βιοαερίου, στραγγισμάτων, κίνδυνο καθιζήσεων,
πρόβλημα οσμών κ.λπ. Προτάθηκαν:
‐ Διαμόρφωση χώρου ασφαλούς απόθεσης απορριμμάτων για τα νεώτερα απορρίμματα.
‐ Ενεργητική αποκατάσταση στα παλαιότερα απορρίμματα με αερισμό.
‐ Εντοπισμός και ανάγκη λήψης πρόσθετων τοπικών μέτρων στους θύλακες των
απορριμμάτων.
Πρότυπη αποκατάσταση του χώρου των λατομείων.
Η κεντρική ιδέα της πρότασης κινείται στο άξονα παιδί-πράσινο. Στόχος η δημιουργία ενός
χώρου αφιερωμένο στο παιδί, το παιχνίδι και τον πολιτισμό, με απόλυτο σεβασμό στο
περιβάλλον.
Στη Μερέντα επιχειρήθηκε να δοθεί στην Αθήνα, αυτό που είχε χάσει. Ένα χώρο πρασίνου,
διάσπαρτο με χρήσεις παιχνιδιού, άθλησης, κίνησης και ψυχαγωγίας, ενταγμένο στο ιδιόμορφο
τοπίο, που η προηγούμενη λατομική δραστηριότητα έχει σμιλέψει. Ένα χώρο που θα εξάπτει την
παιδική φαντασία, θα υποδέχεται υποδειγματικά η διάθεση για περιπέτεια, θα πρωτοστατεί στις
περιβαλλοντικά καινοτόμες λύσεις (όπως η ενεργειακή αυτάρκεια του συνόλου των χρήσεων με
χρήση της πιο φιλικής περιβαλλοντικής λύσης, της φωτοβολταϊκής ενέργειας). Όλα αυτά σε ένα
χώρο που θα προσθέσει 450 στρέμματα πρασίνου στην Αττική γη.

4.21. Λατομεία στη Μήλο.


(Πηγή www.titan.gr)

Λατομείο έκτασης 46 στρεμμάτων και η παραλιακή ζώνη ενός άλλου λατομείου στη
Μήλο, βρίσκονται κοντά σε περιοχή με μεγάλη διαφοροποίηση οικοσυστημάτων,
χαρακτηριστικής βλάστησης και σημαντικής ερπετοπανίδας, που εντάσσονται στο δίκτυο «Φύση
2000». Εκεί δημιουργήθηκε τοπικό φυτώριο για να αξιοποιηθεί η τοπική χλωρίδα. Έτσι
δημιουργήθηκε το φυτώριο της Μήλου. Η ποικιλομορφία των φυτών επιτρέπει τον
αυτοπολλαπλασιασμό και η χρησιμοποίηση χώματος της περιοχής διευκολύνει την επανεμφάνιση
της τοπικής χλωρίδας, όπως σκίνα, χαρουπιές, πουρνάρια, κουμαριές κ.λπ.
Στα δύο αυτά λατομεία εφαρμόζονται ειδικοί όροι εκμετάλλευσης, όπως η χρήση ήπιων
μεθόδων εξόρυξης.

87
4.22. Λατομεία στη Πεντέλη
(Πηγή www.apostilidis.gr)

Έργα ανάδειξης της λατομικής τέχνης.


Η Πεντέλη ήταν γνωστή σαν χώρος παραγωγής λευκού μαρμάρου από το 500 π.Χ. και
έδωσε από τα σπλάχνα της τα υλικά για να χτιστεί η Ακρόπολη της Αθήνας και ο Παρθενώνας.
Μέχρι το 1900 μ.Χ. λατομεία υπήρχαν μόνο στην νότια πλευρά της, ενώ από την χρονιά αυτή
αρχίζει να εγκαθίσταται η λατομική δραστηριότητα και στην βόρεια πλευρά της στην περιοχή του
Διονύσου.

Εικόνα 1. Γενική άποψη

Η εκμετάλλευση ξεκίνησε από Άγγλους, πριν τον πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο και
συνεχίστηκε αργότερα μέχρι το 1949, έτος κατά το οποίο η ιδιοκτησία των λατομικών χώρων και
περιοχών αγοράζεται από την εταιρεία “ΛΑΤΟΜΕΙΑ ΜΑΡΜΑΡΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ ΠΕΝΤΕΛΗΣ”.
Η ίδια εταιρεία, σταδιακά σταμάτησε την εκμετάλλευση των λατομείων της Πεντέλης, ενώ
συνεχίζει μόνο στο Διονυσοβούνι. Από το 1994 ξεκίνησαν οι εργασίες μετατροπής ενός παλαιού
λατομείου, στη θέση Αλούλα, σε χώρο αναψυχής και ανάδειξης της λατομικής τέχνης.
Ο Αλούλα, το όνομα του οποίου έχει το λατομείο, ήταν ένας εργολάβος που δούλευε στην
εταιρεία, έως ότου σταμάτησαν οριστικά οι εργασίες το 1940. Οι αλλοιώσεις που υπέστη από
τότε το λατομείο είναι ελάχιστες. Αφαιρέθηκαν τα σίδερα και τα κινητά στοιχεία, όμως αρκετά
κτίρια και κατασκευές έμειναν όπως τα άφησαν οι λατόμοι, λίγο μετά την έναρξη του Β΄
παγκοσμίου πολέμου και την εισβολή των Γερμανών.
Το 1898, όταν η εταιρεία “Μάρμορ Λίμιτεντ” αγόρασε τα λατομικά δικαιώματα του
Ιακώβου Στάϊγκερ, και αποφάσισε να δημιουργήσει το λατομείο στη θέση που ονομάζεται
σήμερα Αλούλα, βασικό της πρόβλημα ήταν η μεταφορά των προϊόντων εξόρυξης, δηλαδη
κυρίως μάρμαρα επεξεργασμένα.

88
Εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν φορτηγά και έτσι η Μάρμορ θα έπρεπε να διαλέξει ανάμεσα
σε δύο τρόπους για την μεταφορά των μαρμάρων. Ο ένας ήταν ο γνωστός από την αρχαιότητα, με
τα κάρα. Ο δεύτερος, ο πιο άνετος, ήταν με τη χρήση των γραμμών με σιδηροτροχιές και ήταν
αυτός που τελικά επιλέχτηκε. Σε σιδηροτροχιές κινούνταν τα βαγονάκια που έριχναν προς τα
κάτω τα στείρα υλικά από την εξόρυξη και την επεξεργασία του μαρμάρου, σιδηροτροχιές
υπήρχαν στις 4 κατρακύλες (ευθύγραμμες, επικλινείς εγκαταστάσεις για την μεταφορά των
μαρμάρων) που κατέβαζαν τα μάρμαρα μέχρι τα σημεία που συναντούσαν το τοπικό δίκτυο του
Ντεκοβίλ (σιδηροδρομική γραμμή μικρού ανοίγματος). Φυσικά, σιδηροτροχιές είχε και το τοπικό
δίκτυο Ντεκοβίλ καθώς και η γραμμή Διονύσου-Κηφισιάς.
Οι εγκαταστάσεις στο Αλούλα ξεκίνησαν έναν χρόνο πριν το τέλος του προηγούμενου
αιώνα. Έπρεπε να τελειώσει η κατασκευή της κατρακύλας για να ξεκινήσει η εκμετάλλευση του
λατομείου. Ήδη είχε γίνει το τοπικό δίκτυο γραμμών που θα μετέφερε τα μάρμαρα μέχρι το
σταθμό Διονύσου. Η κατρακύλα τελείωσε το 1900 και οι νησιώτες έβαλαν την υπογραφή τους, με
σκάλισμα πάνω στο μάρμαρο. Τον ίδιο χρόνο άρχισε και η παραγωγή μαρμάρου.
Από τους πρώτους μήνες ήδη ήταν γνωστό στην εταιρεία. Αμέσως αποκλείστηκε η
παραγωγή μεγάλων όγκων λευκού μαρμάρου, αφού τέτοιο δεν υπήρχε στην περιοχή αυτή.
Συμβιβάστηκαν στην ιδέα ότι θα παράγουν ρείθρα πεζοδρομίου, νεροχύτες, σταυρούς και
μικρούς όγκους για κάθε χρήση. Η εξόρυξη και η επεξεργασία του μαρμάρου γινόταν με τον ίδιο
ακριβώς τρόπο, όπως και στην αρχαιότητα. Τα εργαλεία, ίδια και αυτά, τα κατασκεύαζαν οι
λατόμοι στο γύφτικο (σιδηρουργείο) που δούλευε με κάρβουνο, φυσερό και λεκάνες νερού για να
σβήνουν το πυρακτωμένο σίδερο.
Στο παλιό λατομείο η οργάνωση ήταν αξιοθαύμαστη με τα δεδομένα εκείνης της εποχής, τα
κτίρια και οι λιθοδομές εξαιρετικά καλαίσθητες, ενώ το κύριο στοιχείο του χώρου ήταν η
λιτότητα.
Η γραμμή που κυριαρχούσε σ’ όλο το λατομείο ήταν η ευθεία. Αυτή τη μορφή είχαν οι
δρόμοι για να συντομεύουν τις μετακινήσεις και να μειώνουν την καταναλισκόμενη ενέργεια, τα
κτίρια για να ελαχιστοποιούν την εργασία και τα οικοδομικά υλικά, οι αυλές, οι κατασκευές για
να συμφωνούν με την αισθητική του χώρου, τους ορθογώνιους εξορυσσόμενους όγκους και τα
μέτωπα εξόρυξης. Η λιτότητα της ευθείας κυριαρχεί σ’ όλα τα σωζόμενα στοιχεία του χώρου.
Η κλίμακα όλων των κατασκευών είναι γήινη, πουθενά δεν υπερβαίνει τη γραμμή του
ανάγλυφου, σε κανένα δημιούργημα δεν υπάρχει ανθρώπινη έπαρση, ούτε προσπάθεια
υπέρβασης του φυσικού μέτρου. Είναι εμφανής η προσπάθεια των δημιουργών να
εκμεταλλευτούν την βαρύτητα, να αποφύγουν τον βοριά, να εκμεταλλευθούν την θέα. Τα υλικά
κατασκευής που χρησιμοποίησαν είναι όλα γήινα, εκτός εκείνων που αναγκαστικά θα πρεπε να
είναι διαφορετικά. Η ντόπια πέτρα είναι το μοναδικό δομικό υλικό, σε μεγέθη ανάλογα του είδους
των λιθοδομών, χτισμένη με τρόπο θαυμάσιο για τις σημαντικές κατασκευές, αλλά και χωρίς
ιδιαίτερη τέχνη για ελάχιστα πρόχειρα σπίτια εργατών. Συνδετική ύλη δεν υπάρχει, όμως στα
κτίρια χρησιμοποιήθηκε ο πηλός για μόνωση και προστασία από τον αέρα.
Η τεχνική που χρησιμοποιείται στην δόμηση, δεν έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, μοιάζει
περισσότερο με νησιώτικη. Η έδραση των κτιρίων είναι πάντα πάνω σε στέρεο υλικό, το ύψος
τους πάντα ανάλογο με το ανθρώπινο μέγεθος, ενώ η στέγη σχεδόν πάντα φτιαγμένη από
λαμαρίνα. Η τοιχοποιία έχει πάντα 2 “όψεις”, με συνηθισμένο πλάτος τα 60 εκατοστά, και
μείωσή του προς την στέψη.
Από τα δομικά στοιχεία, ιδιαίτερη αξία έχει η χρήση του παραθύρου, του τζακιού και της
παραθύρας. Το παράθυρο είναι ο βασικός αεραγωγός, συνήθως δεν ανοίγει προς τον βορρά, ενώ
έχει μεταβαλλόμενο μέγεθος από έξω προς τα μέσα. Εξωτερικά είναι στενό και διευρύνεται κατά
89
τις τρεις διαστάσεις προς το εσωτερικό, διατηρώντας σταθερή μόνο τη βάση του. Αυτή η μορφή,
σοφά σχεδιασμένη, δίνει περισσότερο φως στο εσωτερικό του κτιρίου, για περισσότερο χρόνο της
ημέρας, ενώ μπορεί εύκολα να κλείσει με έναν μπόγο (τσουβάλι), γεμάτο με ρούχα ή άχυρο, ώστε
να προστατεύσει τους λατόμους από το κρύο ή τον αέρα. Τζάμια δεν βρέθηκαν και μάλλον δεν
χρησιμοποιήθηκαν. Το τζάκι είναι απαραίτητο στοιχείο του κτιρίου-κατοικίας, παίζει το ρόλο της
αρχαίας “εστίας”. Χρησιμοποιείται καθημερινά για την παρασκευή του φαγητού και τον χειμώνα
για θέρμανση. Η βάση του είναι ένα “Π” που σχηματίζεται συνήθως από μεγάλους όγκους ή
χτίζεται με ιδιαίτερα προσεγμένο τρόπο. Η θέση του είναι μέσα στον τοίχο, ενώ βρίσκονται και
τζάκια σε γωνία, που έγιναν όμως μεταγενέστερα του κτιρίου. Γύρω από το τζάκι, προεξέχουσες
πλάκες ή εσοχές της τοιχοποιίας χρησιμοποιούνται σαν θέσεις φύλαξης χρήσιμων σκευών, ή
στοιχείων της καθημερινής ζωής στο σπίτι.

Εικόνα 2. Σπίτι Αλούλα

Εικόνα 3. Τζάκι
90
Η παραθύρα είναι εσοχή στον τοίχο, έχει μορφή κλειστού παραθύρου και κατασκευάζεται
στο εσωτερικό του κτιρίου. Η αξία της είναι σημαντική για την οικονομία της κατοικίας, αφού
εκεί αποθηκεύονται τα τρόφιμα, είδη πρώτης ανάγκης και τα προσωπικά είδη των ενοίκων.
Εσωτερικά η παραθύρα, όπως και το παράθυρο κατασκευάζεται από μεγάλες επίπεδες πλάκες.
Οι εργασίες αποκατάστασης στο Αλούλα , ξεκίνησαν τον Ιούλιο του 1994 από ένα
συνεργείο Παριανών παλιών λατόμων, που πριν αρχίσουν να εργάζονται στην εταιρεία, δούλευαν
στην νότια πλευρά της Πεντέλης. Η καταγωγή τους είναι από τις Λεύκες και το Μαράθι, δηλαδή
δύο χωριά ανάμεσα στα οποία βρίσκεται το σημαντικότερο λατομείο μαρμάρου της Ελλάδας.
Είναι αυτό που βγάζει τον λυχνίτη, το λευκό διαφανές μάρμαρο από το οποίο κατασκευάστηκαν ο
Ερμής του Πραξιτέλη, η Αφροδίτη της Μήλου, η Νίκη της Σαμοθράκης και κάποια άλλα από τα
πιο γνωστά έργα της κλασσικής αρχαιότητας. Ένα μυθικό νήμα τους οδήγησε να διαλέξουν την
τέχνη των προγόνων τους, αφού πρώτα πέρασαν από τα λατομεία της αρχαιότητας στην άλλη
πλευρά της Πεντέλης (νότια).
Οι στόχοι που κυριάρχησαν, με συμφωνία του επιβλέποντα αρχικά το έργο και των
λατόμων, ήταν πολύ καθαροί. Θα σεβαστούμε το χώρο, θα τιμήσουμε τους λατόμους και την
τέχνη τους, θα μας οδηγήσει στις επιλογές μας η φύση, θα χρησιμοποιήσουμε μόνον πέτρα, θα
μιμηθούμε τους παλαιούς κανόνες. Αυτή η σύμβαση τελικά , υπερίσχυσε στις βασικές επιλογές.
Το Αλούλα θα γίνει μελλοντικά χώρος αναψυχής και πολιτισμού, όπου θα κυριαρχεί η
λατομική δραστηριότητα όπως την ασκούσαν από την αρχαιότητα μέχρι την στιγμή που
σταμάτησε το λατομείο. Η εταιρεία διέθεσε τους πέντε Παριανούς, παρείχε υποστήριξη με
μηχανήματα, και επιτέλεσε ένα πολύ σημαντικό έργο με την καλαίσθητη διαρύθμιση του
μουσειακού χώρου και την διαμόρφωση του τοπίου με σεβασμό στη φύση, βοήθησε να
ξεπεραστεί κάθε εμπόδιο, μέχρι σήμερα.

Εικόνα 4. Παραθύρες

91
Όταν πρωτοαντίκρισαν τον τόπο η κατάσταση ήταν απελπιστική: Ένας μεγάλος χώρος με
μικρά λατομεία, τα περισσότερα από τα οποία συγκεντρώνονται σε δύο θέσεις. Η μία, η κάτω
πλατεία, με ένα μεγάλο λατομείο που δούλεψε ως το 1970, και ένα μικρότερο που σταμάτησε το
1940. Η άλλη θέση, με μικρά λατομεία, η πάνω πλατεία, γύρω και πάνω από την οποία υπήρχαν
αρκετοί μικροί χώροι εξόρυξης, που σταμάτησαν όλοι το 1940.
Η πρώτη επέμβαση ξεκίνησε από την πάνω πλατεία. Έπρεπε να βρεθούν οι παλιοί τρόποι
επικοινωνίας, τα παλιά μονοπάτια, οι κινήσεις προς τους χώρους εξόρυξης, τις καζάρμες
(κατοικίες λατόμων), το γύφτικο. Ακόμη έπρεπε να εξευρεθούν οι δρόμοι καθώς και οι τρόποι
που μετέφεραν το μάρμαρο, αλλά και οι πηγές από όπου έπαιρναν νερό. Μερικά από τα
αναζητούμενα βρέθηκαν γρήγορα. Άλλα άργησαν, άλλα προέκυψαν με συζήτηση από όλους τους
λατόμους και τοπικές συσκέψεις, άλλα δεν βρέθηκαν ακόμη. Επιστρατεύθηκαν και σύγχρονα
μέσα, χάρτες, παλιοί και νέοι, ακόμη και αεροφωτογραφίες του 1937.
Βασική επιλογή από την αρχή, ήταν να χαραχθεί ένα μονοπάτι που θα ενώνει τους βασικούς
χώρους που έπρεπε να προβληθούν. Αυτό που ο κυρ-Νίκος Γεμελιάρης (επικεφαλής του
συνεργείου), λέει “επικοινωνία”. Για να γίνει αυτό χρειάστηκαν χρόνος, αυθαίρετες αποφάσεις
και τύχη.
Τελικά πέτυχε και το αποτέλεσμα ήταν δύο αρκετά μεγάλες πέτρινες σκάλες, για τις οποίες
όλοι στο τέλος δυσκολεύονταν να πιστέψουν πως έγιναν από τους ίδιους.

Εικόνα 5. Βρύση

92
Εικόνα 6. Εργάτες - Σκάλα

Εικόνα 7. Σκάλα

93
Η επιτυχία στις σκάλες, που τελείωσαν τα Χριστούγεννα του 1994, αναπτέρωσε το ηθικό
των λατόμων και ξεκίνησε η προσπάθεια να δημιουργηθεί ένας “βρόγχος” επικοινωνίας που θα
συνέδεε τους κύριους χώρους του λατομείου. Αυτοί ήταν ο καρόδρομος μεταφοράς των
μαρμάρων στην βάση της κατρακύλας, το γύφτικο, τα μέτωπα του λατομείου, τα στοιχεία της
εσωτερικής μεταφοράς, η μεγάλα καζάρμα και η θέση θέας.
Το γύφτικο, το σιδηρουργείο του λατομείου, ήταν ο χώρος που κατασκευάζονταν αρκετά
από τα εργαλεία που χρησιμοποιούσαν οι λατόμοι, ενώ επισκευάζονταν όλα τα υπόλοιπα.
Κεντρικό στοιχείο ήταν η πυρά που είχε μορφή τραπεζιού και εκεί ζεσταινόταν μέχρι να
πυρακτωθεί το σίδερο. Η ιδιαιτερότητα αυτού του γύφτικου είναι ότι προφυλάσσεται από τον
αέρα, αφού βρίσκεται πίσω από έναν αναλημματικό τοίχο, έχει χωριστεί μεταγενέστερα σε 2
χώρους, ο δεύτερος χώρος χρησιμοποιήθηκε σαν κατοικία και έχει πρόσθετο γωνιακό τζάκι.
Ακόμη είναι χαρακτηριστικό ότι πάνω στον αναλημματικό τοίχο υπάρχει μεγάλη παραθύρα που
χρησιμοποιήθηκε σαν υπαίθριο “καλοκαιρινό” τζάκι για την παρασκευή του φαγητού.
Η μεγάλη καζάρμα έχει 2 ωραία τζάκια, ήταν κατοικία εργατών, ενώ μεταγενέστερα
προσετέθη και δεύτερος χώρος. Είχε αυλή που την όριζε μία επιμήκης πεζούλα.
Η θέση θέας έγινε μετά από μελέτη του ανάγλυφου, προσαρμόστηκε ιδανικά στο χώρο και
εμφανίζεται σαν φυσική προέκταση του εδάφους. Χρησιμοποιήθηκαν τοπικές πλάκες, με τέτοια
προσοχή ώστε να εμφανίζονται οι επιφάνειες που είχαν εξαλλοιωθεί.
Σημαντική προσπάθεια επέμβασης έγινε και στο σπίτι του Αλούλα, καθώς και σε ένα
διπλανό σημαντικό κτίσμα. Ο καθαρισμός σ’ αυτά απέφερε έναν θησαυρό που ήταν κρυμμένος
κάτω από το χώμα. Βρέθηκαν πολλά πεκούνια, ματρακάδες, βελόνια και άλλα χρήσιμα σιδερένια
εργαλεία που χρησιμοποιούσαν οι λατόμοι.

Εικόνα 8. Σπίτι Αλούλα

94
Εικόνα 9. Θέση θέας

95
Επέμβαση έγινε και στην κατρακύλα, η οποία αποκαταστάθηκε σχεδόν ολοκληρωτικά στην
αρχική της μορφή. Παλαιότερα έφερε σιδηροτροχιές, πάνω στις οποίες κινείτο το βαγονάκι που
κατέβαζε τα μάρμαρα, από την πλατεία της κατρακύλας έως την βάση της από όπου ξεκινούσε η
σιδηροδρομική γραμμή που οδηγούσε στον σταθμό Διονύσου του Ντεκοβίλ.
Κάνοντας έναν απολογισμό των εργασιών που έγιναν, μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι το
λατομείο επανήλθε, σε έναν πολύ μεγάλο βαθμό, στην αρχική του μορφή. Η λατομική
δραστηριότητα και ζωή είναι πανταχού παρούσες. Οι σφηνιές για την εξόρυξη των μαρμάρων, οι
χώροι διαμόρφωσης με το πελεκούδι, οι αδιαμόρφωτοι και διαμορφωμένοι όγκοι, οι φορτωτήρες
όπου οι όγκοι ανέβαιναν στα κάρα, τα σπίτια των λατόμων, τα μονοπάτια.
Απομένει να γίνουν εκείνες οι ενέργειες που θα επιτρέψουν στο χώρο να λειτουργήσει με
τις ευλογίες των αρχών. Ήδη είναι ανοιχτός και δέχεται μεμονωμένες επισκέψεις. Σύντομα θα
μπορεί να γίνει Λατομείο - Μουσείο παραδοσιακής εξόρυξης μαρμάρου και αναψυχής.
Η εταιρεία, που συνεχίζει μια πανάρχαια τέχνη, θέλει με το έργο της αυτό να συμβάλλει
στη γνώση της διαδικασίας εξόρυξης και επεξεργασίας του μαρμάρου από όσο γίνεται
περισσότερους πολίτες και κυρίως από τους νέους. Θέλει να αποδώσει στο κοινωνικό σύνολο
εναν χώρο στον οποίο θα συνδυάζεται η ιστορία της Λατομικής Τέχνης με την Αναψυχή
εκφράζοντας τον σεβασμό της στον Πολιτισμό και την Φύση.

Εικόνα 10. Κατρακύλα

4.23. Μεταλλευτικό πάρκο Φωκίδας.


(Πηγή: www.paidorama.com)

Το μεταλλευτικό πάρκο Φωκίδας (Vagonetto), είναι ένα θεματικό πάρκο, μοναδικό στον
Ελληνικό χώρο, που δίνει στον επισκέπτη τη δυνατότητα να γνωρίσει βήμα-βήμα τη διαδικασία
εξόρυξης του βωξίτη.
Η ιδέα για τη δημιουργία του γεννήθηκε από τους ίδιους τους ανθρώπους που δούλεψαν
στα μεταλλεία και θέλησαν να διαφυλάξουν και να εκθέσουν τις μνήμες του τόπου-άρηκτα πλέον
συνδεδεμένες με τη διαδικασία εξόρυξης του βωξίτη.

96
Είναι συναρπαστική η βόλτα με το Vagonetto, το τρενάκι που χρησιμοποιούσαν οι εργάτες
τριάντα χρόνια πριν και μεταφέρει σήμερα τους επισκέπτες στην αρχή της διαδρομής, για να
απολαύσουν κατόπιν περπατώντας τα μοναδικά εκθέματα του ορυχείου.
Η περιήγηση στο παλιό ορυχείο είναι ένα καλειδοσκόπιο της ιστορίας του βωξίτη και της
ζωής των ανθρώπων που δούλευαν εκεί. Ο επισκέπτης αισθάνεται πως παρακολουθεί μέσα από
μία κλειδαρότρυπα μία μέρα από την πραγματική ζωή των χιλιάδων μεταλλωρύχων που πέρασαν
από τη στοά και ενστάλαξαν στα σκοτεινά της βάθη τα γέλια, τα πειράγματα και τα μυστικά τους.
Η στοά είναι φωτισμένη και υπάρχει ο κατάλληλος εξαερισμός για την άνετη επίσκεψή της.
Η όλη «αναπαράσταση» είναι εφοδιασμένη με το κατάλληλο οπτικοακουστικό σύστημα για την
πιστή απόδοση των εργασιών της εποχής με ήχο και φως!
Το μεταλλευτικό πάρκο Φωκίδας είναι μια συναρπαστική εμπειρία για τα παιδιά όλων των
τάξεων του Δημοτικού, του Γυμνασίου και του Λυκείου.
Μέσα από ένα παιχνίδι ρόλων και φορώντας τα κράνη και τις στολές των μεταλλωρύχων οι
μαθητές ανακαλύπτουν στοιχεία για τον τρόπο εργασίας σε μια στοά εξόρυξης βωξίτη.
Επίσης, παρουσιάζεται αναλυτικά η εξέλιξη της διαδικασίας εξόρυξης του βωξίτη, από τη
χειρωνακτική εργασία, μέχρι τη χρήση μηχανών και οχημάτων, μέσα σε ένα μεταλλείο.
Από την περιήγηση στο Πάρκο και τα μοναδικά οπτικοακουστικά εφέ, οι μαθητές
κατανοούν με πιο ακριβώς τρόπο γίνεται η εξόρυξη του βωξίτη. Σε τι ακριβώς χρησιμεύει ο
βωξίτης; Ποια τα παράγωγά του; Σε ποια καθημερινά προϊόντα αποτελεί την πρώτη ύλη;

4.24. Αξιοποίηση των λιμνών των ορυχείων στη


Νοτιοδυτική Αυστραλία.
Πηγές: Mine Water and the Environment 2005 τεύχος 24, σελίδες 134-138 και Mine Water
and the Environment 2006 τεύχος 25, σελίδες 220-226

Η προτιμότερη μέθοδος αποκατάστασης για τα κενά των ορυχείων είναι συχνά το


«ξαναγέμισμα» και η αποκατάσταση των προηγούμενων οικοσυστημάτων ή ανάπτυξη
οικοσυστημάτων που προσαρμόζονται και ταιριάζουν στο περιβάλλον. Με τα πολύ μεγάλα
ανοίγματα, ωστόσο, το ξαναγέμισμα δεν είναι οικονομικά βιώσιμη λύση, και τόσο οι εταιρίες
εξόρυξης όσο και οι εταιρίες που διαχειρίζονται τη γη επικεντρώνονται σε άλλες δυνητικές
χρήσεις των λιμνών των ορυχείων.Ορίζουμε τις επωφελείς χρήσεις των λιμνών των ορυχείων ως
αγαθά και υπηρεσίες που παρέχονται από τη λίμνη ή κάθε στοιχείο ή τμήμα της λίμνης που
προσφέρει οικονομικά, αισθητικά οφέλη καθώς και οφέλη υγείας, ευζωίας και ασφάλειας στην
κοινωνία. Στη Δυτική Αυστραλία υπάρχουν περίπου 1800 ανοίγματα (λάκκοι) ορυχείων και 150
ορυχεία ανοιχτού λάκκου σε λειτουργία. Στην περιοχή του Collie Basin ο λιγνίτης εξορύσσεται
από το 1989 στη νοτιοδυτική πλευρά της πολιτείας από 25 υπόγεια και 14 ανοιχτού λάκκου
ορυχεία, τα περισσότερα από τα οποία δεν είναι πλέον σε λειτουργία. Οι λάκκοι εγκαταλείφθηκαν
και δημιουργήθηκαν λίμνες, οι οποίες είναι όξινες εξαιτίας των πλούσιων σε σιδηροπυρίτη
πετρωμάτων της περιοχής του Collie Basin, και προβλέπεται να γίνουν πιο αλμυρές με το πέρας
των χρόνων εξαιτίας του υψηλού ετήσιου ρυθμού εξάτμισης (1600 mm) της περιοχής. Στα
πρόσφατα χρόνια, υπήρξε μεγάλο ενδιαφέρον από τις εταιρίες εξόρυξης της περιοχής και από την
κοινωνία να δημιουργηθούν επωφελείς τελικές χρήσεις για τις υπάρχουσες αλλά και τις
μελλοντικές λίμνες ορυχείων. Η εργασία αυτή παρουσιάζει συνοπτικά τις πιθανές τελικές χρήσεις
των λιμνών για την περιοχή αυτή και υπολογίζει τους κινδύνους των περιβαλλοντικών
επιδράσεων που μπορούν να προκύψουν από αυτές τις διαφορετικές χρήσεις.
97
Επωφελείς τελικές χρήσεις
Δεν εξετάστηκαν οι περιπτώσεις στις οποίες το κενό από τα ορυχεία καλύφθηκε προτού
δημιουργηθεί λίμνη (π.χ. γέμισε με χώμα και φυτεύτηκε).
Η πιο απλή τελική χρήση μιας εγκαταλελειμμένης λίμνης ορυχείου είναι να μη γίνει τίποτα.
Αυτή η λύση είναι που επικρατεί στην περιοχή του Collie Basin. Το ενδιαφέρον για την υγεία και
την ασφάλεια, τα θέματα περιβαλλοντικής διαχείρισης αλλά και οι προσδοκίες της κοινωνίας
τώρα αποκλείουν αυτή τη λύση. Οι ακόλουθες εναλλακτικές λύσεις είτε έχουν προταθεί για τις
λίμνες ορυχείων είτε έχουν εφαρμοσθεί:
Αναψυχή και τουρισμός. Μια λίμνη ορυχείου μπορεί να αναπτυχθεί σαν μια εγκατάσταση
για κολύμπι, ψάρεμα για αναψυχή ή καταδύσεις.
Συντήρηση άγριας ζωής. Η λίμνη του ορυχείου μπορεί να διατηρηθεί σαν ένας μόνιμος
υδροβιότοπος σε περιοχές όπου έχουν χαθεί οι φυσικοί υδροβιότοποι λόγω αγροτικής ή αστικής
ανάπτυξης.
Υδατοκαλλιέργεια. Είδη υδατοκαλλιέργειας μπορούν να αναπτυχθούν σε κελιά ή κλουβιά
μέσα στη λίμνη ή σε μικρές λιμνούλες ή δεξαμενές με νερό που έχει εξαχθεί από τη λίμνη.
Ύδρευση. Το νερό μπορεί να αντληθεί από τη λίμνη και να χρησιμοποιηθεί για την ύδρευση
των σοδειών της αγροκαλλιέργειας ή για το πότισμα των κήπων, για τα βοσκοτόπια καθώς και για
τους αστικούς χώρους όπως είναι τα πάρκα, οι σχολικές αυλές και τα γήπεδα γκολφ.
Πηγή νερού για τα ζώα της φάρμας. Το νερό μπορεί να αντληθεί για να παρασχεθεί νερό που
θα υποστηρίζει την παραγωγή των ζώων της φάρμας, ιδιαίτερα σε άνυδρες περιοχές.
Πηγή πόσιμου νερού. Σε πολλές περιπτώσεις το νερό που αντλείται από τη λίμνη έχει
ποιότητα τέτοια που το καθιστά κατάλληλο για κατανάλωση από τον άνθρωπο.
Πηγή νερού για τις βιομηχανίες. Το νερό που αντλείται από τη λίμνη μπορεί να
χρησιμοποιηθεί σε μια ποικιλία από βιομηχανικές διαδικασίες όπως είναι η ψύξη, η τροφοδοσία
καυστήρων, το ξέπλυμα, η καταπολέμηση της σκόνης και η πυρόσβεση.
Χημική άντληση. Το νερό από κάποιες λίμνες ορυχείων μπορεί να αντληθεί και να
χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή πολύτιμων χημικών προϊόντων όπως είναι το χλωριούχο
νάτριο, το χλωριούχο κάλιο, το χλωριούχο ασβέστιο, το θειικό μαγνήσιο, το ιώδιο, η βρομίνη και
η μαγνησία.
Από αυτές τις τελικές χρήσεις, μόνο η αναψυχή και ο τουρισμός, η συντήρηση άγριας ζωής
και πιθανώς η υδατοκαλλιέργεια χρησιμοποιούν άμεσα τη λίμνη. Όλες οι άλλες χρήσεις
βασίζονται στη λίμνη για την αποθήκευση νερού, και πιθανών για το νερό που μπορεί να
αντληθεί από αυτή. Ένας αριθμός από διαφορετικές τελικές χρήσεις είναι συμπληρωματικές και
μπορούν να εφαρμοσθούν σε συνδυασμό.
Δεν είναι όλες οι τελικές χρήσεις που αναφέρονται παραπάνω κατάλληλες να εφαρμοσθούν
στην περιοχή του Collie Basin, και δεν είναι όλες οι τελικές συμβατές με άλλες χρήσεις της γης
στην περιοχή. Σε πολλές περιπτώσεις, ιδιαίτερα όπου υπάρχει επαφή του ανθρώπου με το νερό θα
πρέπει να γίνει προηγουμένως κάποια επεξεργασία ώστε αυτό να είναι κατάλληλο για χρήση.
Περιβαλλοντικοί κίνδυνοι από τις εναλλακτικές χρήσεις
Βαθμολογίες δόθηκαν σε καθέναν από τους ακόλουθους έξι πιθανούς περιβαλλοντικούς
κινδύνους: 1. Δημόσια υγεία και ασφάλεια, 2. Οπτική «ρύπανση», 3. Απώλεια βιοποικιλότητας,
4. Διάβρωση του εδάφους, 5. Μόλυνση του εδάφους, του νερού και του νερού του υπεδάφους και
6. Ατμοσφαιρική ρύπανση. Για να υπολογιστούν οι βαθμοί σε κάθε κατηγορία, ορίστηκε στην
επίδραση κάθε τελικής χρήσης μια από πέντε πιθανότητες (από σπάνια σε σχεδόν βέβαιο να
συμβούν) και μια από πέντε κατηγορίες συνεπειών (από ασήμαντες έως καταστροφικές).
Ανάλογα με το που έπεφτε η επίδραση στη μήτρα πιθανότητας / συνεπειών, της δινόταν και ο
98
βαθμός του κινδύνου (1 – χαμηλός, 2 – μέτριος, 3 – υψηλός, 4 – τεράστιος). Ο τελικός βαθμός
προέκυψε από το άθροισμα των βαθμών των έξι επιπτώσεων για την κάθε τελική χρήση.
Έγιναν τρεις παραδοχές για τον υπολογισμό του κινδύνου των περιβαλλοντικών
επιπτώσεων.
1. Οι υπολογισμοί έγιναν λαμβάνοντας υπόψη τα υδρογεωλογικά χαρακτηριστικά της
περιοχής του λεκανοπεδίου Collie. Οι λάκκοι στην περιοχή βρίσκονται κοντά σε μεγάλες
περιοχές με δάσος που διαχειρίζεται η πολιτεία, στο οποίο κυριαρχούν τα είδη Eucalyptus
marginata και Corymbia calophylla, ενώ κατά περιπτώσεις συναντάται και το είδος Eucalyptus
wandoo, ενώ υπάρχουν και μεγάλοι πληθυσμοί ντόπιας πανίδας. Οι λίμνες είναι πιθανό να είναι
όξινες και ελάχιστα αλμυρές και να περιβάλλονται από ιζήματα σιδηροπυρίτη που προέρχονται
από τις εξορυκτικές δραστηριότητες. Στο έδαφος της περιοχής υπάρχουν πετρώματα γρανίτη τα
οποία περιέχουν μια ρηχή, υπόγεια και όχι κλειστή δεξαμενή υπόγειου νερού η οποία εκβάλλει
στα τοπικά ρεύματα και τους υγροτόπους που συνδέονται με τον ποταμό Collie.
2. Έγινε η υπόθεση ότι τα κριτήρια για το κλείσιμο των λάκκων των ορυχείων απαιτούν
εργασίες μηχανολογικές και αποκατάστασης τοπίου σε ένα βαθμό που θα ελαχιστοποιεί τους
κινδύνους που σχετίζονται με τα θέματα της δημόσιας υγείας και ασφάλειας που σχετίζονται με
τον ίδιο τον λάκκο.
3. Έγινε η υπόθεση ότι η επεξεργασία του νερού θα το καθιστούσε κατάλληλο για
οποιαδήποτε τελική χρήση και δεν εξετάστηκαν οι συνέπειες (οικονομικές κυρίως) που
σχετίζονται με οποιαδήποτε διαδικασία επεξεργασίας του νερού.

Η συντήρηση της άγριας ζωής θα ήταν η καταλληλότερη χρήση της λίμνης για την περιοχή
του Collie Basin, μια και λαμβάνει τη χαμηλότερη βαθμολογία. Ωστόσο προτού ληφθεί κάποια
απόφαση τελική, θα πρέπει εκτός από αυτή την αξιολόγηση να γίνει μια πλήρης ανάλυση
κόστους/ οφέλους, η οποία θα λαμβάνει υπόψη τις οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις της
κάθε λύσης για την περιοχή.
Οι σημαντικότερες περιβαλλοντικές επιπτώσεις από τη λύση της συντήρησης της άγριας
ζωής είναι ότι οι πρόσθετοι υγρότοποι μπορούν να επηρεάσουν τη δημόσια υγεία με την
υπερίσχυση των μικροβιακών ασθενειών, μέσω της ανάπτυξης εστιών μικροβίων και αύξησης
των αριθμών των ξενιστών παρασίτων.
Η χημική άντληση έχει ως σημαντικότερη συνέπεια την πιθανότητα εκπομπής ρύπων κατά
τη διάρκεια της παραγωγής χημικών, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε ατμοσφαιρική ρύπανση
καθώς και σε μόλυνση του νερού και του εδάφους (Ericsson and Hallmans 1994).
Η βιομηχανική χρήση του νερού μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την ανθρώπινη υγεία (π.χ. η
ψύξη και η καταπολέμηση της σκόνης) μέσω της μεταφοράς παθογόνων οργανισμών κατά τον
ψεκασμό (Anderson 1996; Geldreich 1996; Tchobanoglous and Angelakis 1996).
Η χρήση του νερού της λίμνης ως πόσιμου νερού έχει τον κίνδυνο της μετάδοσης
παθογόνων οργανισμών ή χημικών όπως είναι τα βαρέα μέταλλα μέσω του πόσιμου νερού. Αυτό
καθιστά αυτή τη λύση μη επιθυμητή από τους κατοίκους και την κοινότητα ακόμη και όταν
υπάρχουν εγκαταστάσεις για την επεξεργασία του νερού.
Η χρήση του νερού από τα ζώα της φάρμας μπορεί να έχει συνέπειες στη δημόσια υγεία
εξαιτίας της συσσώρευσης των βαρέων μετάλλων και άλλων χημικών στους οργανισμούς των
ζώων, τα οποία καταναλώνονται από τον άνθρωπο. Ακόμη, μπορεί να υπάρξουν συνέπειες στη
διάβρωση του εδάφους και στη βιοποικιλότητα των χερσαίων οικοσυστημάτων, αν μεγαλύτερη
διαθεσιμότητα νερού οδηγεί σε μια εξάπλωση της καλλιεργήσιμης γης.

99
Η υδατοκαλλιέργεια μπορεί πιθανώς να μολύνει το νερό μέσω του υπερβολικού
εμπλουτισμού του με θρεπτικά στοιχεία. Η υδατοκαλλιέργεια μπορεί ακόμη να αποτελέσει μια
δυνητική απειλή για την υδάτινη βιοποικιλότητα σε περίπτωση που εξωτικά είδη που εκτρέφονται
αποδράσουν στους άλλους υγροτόπους.
Ο τουρισμός και η αναψυχή μπορεί να οδηγήσουν σε μόλυνση του νερού και του εδάφους
καθώς και σε ατμοσφαιρική ρύπανση εξαιτίας της αυξημένης ανθρώπινης κινητικότητας στην
περιοχή. Θέματα για τη δημόσια υγεία και ασφάλεια προκύπτουν από την επαφή του ανθρώπου
με τους παθογόνους οργανισμούς του νερού ή με μη επεξεργασμένα χημικά.
Οποιοδήποτε σύστημα ύδρευσης μπορεί να οδηγήσει σε πλημμύρες και σε αύξηση της
αλμυρότητας εξαιτίας του αυξημένου ξαναγεμίσματος του νερού του υπεδάφους, επηρεάζοντας
τη βιοποικιλότητα στα χερσαία και υδάτινα οικοσυστήματα. Ένα πρόσθετο ζήτημα σχετικά με τη
χρήση του νερού της λίμνης είναι η πιθανότητα της εναπόθεσης βαρέων μετάλλων και η
συσσώρευσή τους στο έδαφος και στις σοδειές, οδηγώντας σε μόλυνση αλλά και σε κινδύνους για
τη δημόσια υγεία.
Χωρίς την ύπαρξη νομοθετικών κανόνων σχετικά με την αξιοποίηση των λιμνών των
ορυχείων είναι πολύ δύσκολα για τις εταιρίες εξόρυξης, τα θεσμικά όργανα και τις τοπικές
κοινότητες να αξιολογήσουν τα οικονομικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά κόστη και οφέλη των
διαφορετικών τελικών χρήσεων μιας λίμνης ορυχείου. Ακόμη, όταν υπάρχουν περισσότερες
λίμνες σε μια περιοχή, μπορεί οι τελικές χρήσεις και οι περιβαλλοντικές τους συνέπειες να
αλληλεπιδρούν με έναν περίπλοκο τρόπο και αν χρειάζεται να γίνει αξιολόγηση σε μια ευρύτερη
κλίμακα.

4.25 Πείραμα αναδάσωσης με πρόσκοπα και αυτόχθονα


είδη με σκοπό την αποκατάσταση διαταραχθέντος τοπίου
μεταλλείου μαγνησίου στη Σιθωνία Χαλκιδικής.
(Πηγή: Χατζηστάθης Α, Πρωτόγερος Ι, Ζάγκας Θ, Γκανάτσας Π, 1997)

Περιοχή έρευνας
Το πείραμα πραγματοποιήθηκε στις διαταραγμένες εκτάσεις του λατομείου Γερακινής στη
Χαλκιδική.
Το κλίμα της περιοχής χαρακτηρίζεται ως μεσογειακό, ημίξηρο, με ξηροθερμική περίοδο
διάρκειας (5) μηνών. Το ποσό των κατακρημνισμάτων ανέρχεται σε 420 m m.
Η βλάστηση της περιοχής ανήκει στην ευμεσογειακή ζώνη βλάστησης Quercetalia ilicis
και πιο συγκεκριμένα στον αυξητικό χώρο Oleo lentiscetum.
Το εδαφικό υπόβαθρο εγκατάστασης αποτελείται από σωρούς στείρων υλικών
καλυμμένους με επιφανειακό χώμα. Το εδαφικό υπόθεμα χαρακτηρίζεται γενικά από ιδιότητες
ακατάλληλες για την ανάπτυξη της βλάστησης. Τέτοιες είναι η μεγάλη περιεκτικότητα κροκάλων,
το υψηλό pΗ, τα υψηλά ποσοστά περιεχομένου Μg με συνέπεια τη μεγάλη σχέση Μg/Ca, η
παντελής έλλειψη οργανικής ουσίας και κατά συνέπεια αζώτου, καθώς και η έλλειψη φωσφόρου.
Από τις παραπάνω ιδιότητες η μεγάλη περιεκτικότητα σε χονδρόκοκκα συστατικά έχει σαν
αποτέλεσμα τη μείωση της ωφέλιμης υδατοϊκανότητας του υλικού, γεγονός το οποίο έχει μεγάλη
σημασία για την εγκατάσταση της βλάστησης στη συγκεκριμένη περίπτωση.

100
Συνεπώς η εκλογή των κατάλληλων δασοπονικών ειδών για την αποκατάσταση και την
αισθητική αναβάθμιση της περιοχής θα πρέπει να είναι εξονυχιστική και να βασίζεται σε αυστηρά
οικολογικά κριτήρια.
Για την εκτέλεση του πειράματος χρησιμοποιήθηκαν αυτόχθονα δασοπονικά είδη
πρόσκοπα και μη, θερμόβια κωνοφόρα και αείφυλλα πλατύφυλλα. Συγκεκριμένα
χρησιμοποιήθηκαν τα δασοπονικά είδη: χαλέπιος πεύκη, σκίνος και πουρνάρι.
Μέθοδος έρευνας
Για την εκτέλεση του πειράματος εφαρμόσθηκαν τέσσερεις χειρισμοί:
α) φύτευση βωλόφυτων φυταρίων χαλεπίου πεύκης
β) φύτευση γυμνόρριζων φυταρίων χαλεπίου πεύκης
γ) φύτευση βωλόφυτων φυταρίων σκίνου και
δ) φύτευση βωλόφυτων φυταρίων πουρναριού.
Χρησιμοποιήθηκαν φυτάρια, τα οποία προέρχονταν από σπόρους προέλευσης της ίδιας
περιοχής και η αναπαραγωγή τους έγινε στα φυτώρια του νομού Θεσσαλονίκης.
Ο φυτευτικός σύνδεσμος ήταν 2Χ2 μέτρα και ακολουθήθηκε το πειραματικό σχέδιο του
λατινικού τετραγώνου.
Η κλιτύς που εγκαταστάθηκε το πείραμα ήταν Δυτικής έκθεσης, μέσης κλίσης 25% και
έγινε μεταφορά και επανατοποθέτηση του επιφανειακού εδάφους.
Αποτελέσματα
Όσον αφορά την επιβίωση των φυταρίων προκύπτει ότι τα ποσοστά επιβίωσης ένα χρόνο
μετά την εγκατάσταση του πειράματος είναι ιδιαίτερα υψηλά, ειδικά για τα δύο πλατύφυλλα είδη.
Τα φυτάρια του σκίνου έχουν επιβιώσει στο σύνολό τους, ενώ υψηλό είναι και το ποσοστό
επιβίωσης του πουρναριού που ανέρχεται σε 89%. Η χαλέπιος πεύκη παρουσιάζει μεγαλύτερη
θνησιμότητα (18,75% για τα βωλόφυτα και 23,3% για τα γυμνόρριζα), αλλά αυτή παραμένει σε
χαμηλά επίπεδα. Η επιβίωση στα φυτάρια του σκίνου διαφέρει σημαντικά από την επιβίωση και
των δύο χειρισμών της χαλεπίου πεύκης, ενώ η επιβίωση των φυταρίων του πουρναριού διαφέρει
στατιστικά σημαντικά μόνο από τα γυμνόρριζα της χαλεπίου πεύκης (επίπεδο σημαντικότητας
1%). Η θνησιμότητα για τη χαλέπιο πεύκη οφείλεται κυρίως στο σοκ μεταφύτευσης (τα ποσοστά
παραμένουν τα ίδια 2 μήνες και 1 χρόνο μετά τη φύτευση), ενώ για το πουρνάρι το μεγαλύτερο
ποσοστό απωλειών οφείλεται στην καλοκαιρινή ξηρασία (από 3,12% τον δεύτερο μήνα
αυξάνεται σε 10, 9% ένα χρόνο μετά τη φύτευση).

Πίνακας 1. Ποσοστά επιβίωσης των φυταρίων κατά τη διάρκεια του πρώτο έτους του
πειράματος.
Χειρισμός Ποσοστά επιβίωσης
1ος μήνας 2ος μήνας 1ο έτος
Χαλέπιος πεύκη 81,25 81,25 81,25
βωλόφυτα
Χαλέπιος πεύκη 76,70 76,70 76,70
γυμνόρριζα
Πουρνάρι 96,88 96,88 89,10
βωλόφυτα

101
Σκίνος 100,00 100,00 100,00
βωλόφυτα
Όσον αφορά τη διακύμανση (ένα έτος μετά την εγκατάσταση) η θνησιμότητα των φυταρίων
χαλεπίου πεύκης κυμάνθηκε από 6,25% έως 43,7% στις διάφορες επαναλήψεις, ενώ για το
πουρνάρι κυμάνθηκε 6,25% και ήταν μηδενική σε όλες τις επαναλήψεις για το σκίνο.
Αύξηση φυταρίων
Κατά την εγκατάσταση του πειράματος τα φυτάρια είχαν το παρακάτω (μέσο) ύψος:
βωλόφυτα χαλεπίου πεύκης 32,37 cm, γυμνόρριζα χαλεπίου πεύκης 29,62 cm, φυτάρια
πουρναριού 8,13 cm, φυτάρια σκίνου 17,56 cm. Ένα χρόνο μετά την εγκατάσταση του
πειράματος τα φυτάρια έφτασαν στο ύψος που φαίνεται στον πίνακα 2. Από αυτόν παρατηρούμε
ότι αν και η αύξηση σε απόλυτες τιμές ήταν σχετικά μικρή, αν την αναγάγουμε επί της εκατό του
αρχικού ύψους αυτή κρίνεται από μέτρια (φυτάρια χαλεπίου πεύκης) έως ικανοποιητική (φυτάρια
πουρναριού και λιγότερου του σκίνου). Σε απόλυτες τιμές η αύξηση δεν διαφέρει μεταξύ των
ειδών και κυμαίνεται από 3,20 cm για όλα τα είδη και δεν διαφέρει στατιστικά σημαντικά μεταξύ
των ειδών (επίπεδο σημαντικότητας 1%). Σε ποσοστά όμως, λόγω του διαφορετικού αρχικού
μεγέθους φυταρίων για κάθε είδος η αύξηση διαφοροποιείται ανάμεσα στους χειρισμούς. Έτσι
την καλύτερη αύξηση την παρουσιάζει το πουρνάρι 39,3% επί του αρχικού ύψους, παρόλο που η
απόλυτη τιμή σε αυτό παρουσιάζει τη μικρότερη τιμή (3,20 cm). Ακολουθεί ο σκίνος με 19,6% (ή
3,45 cm) και στην τελευταία θέση βρίσκονται τα φυτάρια της χαλεπίου πεύκης με 12,1% αύξηση
για τα γυμνόρριζα και 10,3% για τα βωλόφυτα.

Πίνακας 2. Αύξηση των φυταρίων ένα έτος μετά την εγκατάσταση του πειράματος
Χειρισμός Ύψος cm Αύξηση cm Αύξηση %
Βωλόφυτα 35,69 3,32 10,3
χαλεπίου πεύκης
Γυμνόρριζα 33,22 3,60 12,1
χαλεπίου πεύκης
Βωλόφυτα 11,33 3,20 39,3
πουρναριού
Βωλόφυτα 21,01 3,45 19,6
σκίνου

Συμπεράσματα
Από τα παραπάνω αποτελέσματα διαπιστώνεται ότι, παρόλες τις δυσμενείς εδαφικές
συνθήκες για την ανάπτυξη των φυταρίων, τελικά αυτά κατορθώνουν να ξεπεράσουν το σοκ της
μεταφύτευσης και σιγά σιγά αρχίζουν να αυξάνονται. Παρόλο που η αύξηση φαίνεται σχετικά
μικρή, αυτή κρίνεται ικανοποιητική ένα έτος μετά την εγκατάσταση του πειράματος. Το ίδιο
ισχύει και για την επιβίωση των φυταρίων που κυμαίνεται από 76,70% έως και 100% για τους
διάφορους χειρισμούς, με τα φυτάρια του σκίνου να παρουσιάζουν τα καλύτερα αποτελέσματα.
Εκτός της σχολαστικής επιλογής των δασοπονικών ειδών, κατά την αναδάσωση
μεταλλείων, πρέπει να χρησιμοποιούμε προελεύσεις σπόρων από τη στενή περιοχή που βρίσκεται
το μεταλλείο, γιατί ο οικότυποι αυτοί των ειδών

102
διαθέτουν προσαρμοστικές γενετικές αλλαγές που απέκτησαν από τις προηγούμενες γενεές
τους. Οι οικότυποι που επιλέγονται πρέπει να διαθέτουν φαινοτυπική πλαστικότητα, για να
μπορούν να αντιδράσουν εύκολα στην αλλαγή του περιβάλλοντος (εδαφικό υλικό μεταλλείων).
Σε ότι αφορά την προστασία από τη διάβρωση του εδαφικού υλικού, αυτή δεν είναι πλήρης
τουλάχιστον στο αρχικό στάδιο. Συνήθως παρατηρείται αυλακοειδής διάβρωση που οφείλεται
στις μεγάλες κλίσεις των πρανών των σωρών και στη χαλαρότητα του υλικού, που μετακινείται
πολύ εύκολα, όταν σημειώνονται καταρρακτώδεις βροχές. Η ιδανικότερη λύση για την
προστασία από την διάβρωση και την αισθητική βελτίωση του τοπίου θα ήταν η σπορά των
πρανών με αγρωστώδη ή η επικάλυψη των σωρών με επιφανειακό χώμα και η φύτευση με δένδρα
σε αραιότερους ίσους συνδέσμους. Κάτι τέτοιο δεν επιχειρήθηκε στο παρελθόν, για το φόβου του
ανταγωνισμού της παρεδαφιαίας βλάστησης, σε ότι αφορά την υγρασία του εδάφους.
Συμπερασματικά το πείραμα στέφθηκε με επιτυχία και ο αρχικός στόχος για τη
χρησιμοποίηση αείφυλλων πλατύφυλλων ειδών, όπως το πουρνάρι και ο σκίνος, με υψηλή
παραβλαστικότητα, φαίνεται να είναι εφικτή και πρόσφορη λύση για την αποκατάσταση
διαταραγμένων περιοχών στο μεσογειακό χώρο. Με δεδομένο δε ότι χρησιμοποιήθηκαν κλασικοί
τύποι φυταρίων των ειδών αυτών και όχι με ιδιαίτερους χειρισμούς στα φυτώρια και ειδικά
υψηλά φυτοδοχεία, τα αποτελέσματα κρίνονται ιδιαίτερα επιτυχή και επιτρέπουν αισιοδοξία στο
μέλλον για την ίδρυση μικτών συστάδων από ανώροφο με χαλέπιο πεύκη και υπόροφο πουρνάρι
και σκίνο.
Στην ευρύτερη περιοχή της Χαλκιδικής υπάρχουν θαυμάσιες ανομήλικες πολυώροφες
συστάδες χαλεπίου πεύκης με πλούσιο υπόροφο αείφυλλων πλατύφυλλων (πουρνάρι, φιλίκι,
σκίνος, κουμαριά κ.λπ.).
Οι συστάδες αυτές είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακές από αισθητική άποψη αλλά και οικολογικά
ανθεκτικές αφού όλα τα παραπάνω είδη αναγεννώνται μετά την πυρκαγιά, άλλα με σπόρους και
άλλα με παραβλαστήματα. Οι συστάδες χαλεπίου πεύκης με υπόροφο αείφυλλα πλατύφυλλα
είναι ιδιαίτερα ανθεκτικές σε προσβολές και κυρίως στην πιτυοκάμπη, λόγω της αυξημένης
βιοποικιλότητας την οποία διαθέτουν.

4.26 Συμπεράσματα.

Σε όλες τις περιπτώσεις των μεταλλείων, που είτε ήταν εγκαταλειμμένα είτε η
εκμετάλλευσή τους συνεχίζονταν, ο βασικός σκοπός του σχεδιασμού αποκατάστασής τους, ήταν
η επαναχρησιμοποίησή τους.
Η φύτευση-αναδάσωση αποτέλεσε το κεντρικό στοιχείο σε κάθε αποκατάσταση. Τα φυτά
που χρησιμοποιήθηκαν σε όλες τις αποκαταστάσεις ήταν τα τοπικά είδη, που κατά μείζονα λόγο
αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των οικολογικών στοιχείων της περιοχής. Στις αποκαταστάσεις
των μεταλλείων, τσιμέντα Ιορδανίας Rashadiya, Mineracao Rio do Norte Trompetas, Campania
Geral de Minas Pocos de Caldas κριτήριο της φύτευσης-αποκατάστασης απετέλεσε και η
διατήρηση της γενετικής ποικιλίας των φυτών.
Στο μεταλλείο βωξίτη Jamalco Clarendon η αποκατάσταση έλαβε ως κριτήριο και την
αντιμετώπιση των δαπανών της, γι΄αυτό συμπεριέλαβε στη φύτευση-αναδάσωση και φυτά για
παραγωγή ξυλείας και φρούτων.

103
Στα λατομεία τσιμέντου στην Κένυα η αποκατάσταση σχεδιάστηκε με το δεδομένο της μη
ύπαρξης επιφανειακού εδάφους και για το λόγω αυτό χρησιμοποιήθηκε φυτό, που έχει την
ικανότητα να φιλοξενεί μικροοργανισμούς οι οποίοι του δίνουν τη δυνατότητα να αναπτυχθεί
χωρίς χώμα και να παράγει ξυλεία.
Στο μεταλλείο βωξίτη Campania Geral de Minas Pocos de Caldas, η αποκατάστασή έλαβε
ως κριτήρια την αποτροπή διάβρωσης και τον εμπλουτισμό του εδάφους, γι΄αυτό και πριν την
φύτευση- δάσωση, για την γρήγορη κάλυψη του, αυτό φυτεύτηκε με ποώδη φυτά, τα οποία δεν
είχαν ανταγωνιστική συμπεριφορά στα δένδρα που επρόκειτο να φυτευτούν.
Στα ορυχεία Alcoa World Alumina, κριτήριο της αποκατάστασης απετέλεσε και η
ενίσχυση των θρεπτικών συστατικών, των οργανικών ουσιών και των ευεργετικών
μικροοργανισμών του εδάφους, γι΄αυτό και ο χούμος που είχε συλλεγεί χωριστά, προστέθηκε
στο υλικό που υπήρχε πάνω από τη φλέβα του ορυκτού, το οποίο είχε απλωθεί στην επιφάνεια
που θα φυτεύονταν.
Στα ορυχεία Alcoa World Alumina και στα λατομεία Nalco Panchpatmali, κριτήριο του
σχεδιασμού αποκατάστασης αποτέλεσε η αποφυγή των πλημμυρών και η διάβρωση του εδάφους,
γι΄αυτό δημιουργήθηκαν αυλάκια και περιφερειακό αυλάκι αντίστοιχα.
Στο μεταλλείο βωξίτη Campania Geral de Minas Pocos de Caldas και στα λατομεία Nalco
Panchpatmali, κριτήριο του σχεδιασμού αποκατάστασης αποτέλεσε και η αντιμετώπιση της
σκόνης, γι΄αυτό χρησιμοποιήθηκε ο ψεκασμός με νερό.
Η αποκατάσταση των λατομείων τσιμέντου Ιορδανίας Rashadiya, που βρίσκονται σε
περιοχές με αρχαιολογικούς θησαυρούς, διασφάλισε την αρχαιολογική αξία τους με την
εξομάλυνσή τους σύμφωνα με το ανάγλυφο περιβάλλον.
Στα λατομεία τσιμέντων Lafarge Contes, η αποκατάσταση έλαβε ως κριτήριο το ρωμαϊκό
υδραγωγείο, το οποίο αποτελώντας καθεαυτό ιστορικό μνημείο, διατηρώντας το και
προβάλλοντας το, συνεισέφερε στην εξυπηρέτηση δραστηριοτήτων του προγράμματος δημόσιοι
κήποι σε αστική περιοχή.
Στα ορυχεία της Campania Geral de Minas Pocos de Caldas και τηςAlcoa World Alumina,
οι παρεμβάσεις που έγιναν με την αποκατάστασή τους, κινήθηκαν στο ίδιο πνεύμα με τα
τοπογραφικά χαρακτηριστικά της περιοχής, διατηρώντας έτσι την ίδια αισθητική με το φυσικό
τοπίο, πριν την εξόρυξη.
Οι επεμβάσεις αποκατάστασης στο λατομείο του νησιού Anglesey, προσαρμόσθηκαν προς
τη γραμμή της ακτογραμμής της περιοχής, που είναι χαρακτηριστική στο φυσικό τοπίο της.
Στα λατομεία του Carmel Woods στο Carmarthenshire, οι επεμβάσεις αποσκοπούσαν στην
ανάδειξη του φυσικού κάλλους της περιοχής, στη βιολογική ποικιλότητά της , στο γεωλογικό
ενδιαφέρον της και στην αρχαιολογική της αξία.
Στο λατομείο του Cheviot στο Northumberland η επέμβαση αποκατάστασης έλαβε υπόψη
της την κατά το παρελθόν υπάρχουσα ανθρωπογενή χρήση και προχώρησε στη δημιουργία
αεροδρομίου εκπαίδευσης.
Στα λατομεία βωξίτη του Whisby στο Lincolnshire, κατασκευάστηκε φυσικό κέντρο
εκπαίδευσης και κέντρο εκπαίδευσης Lafarge.
Στα λατομεία μαρμάρου στη Νικήσιανη Καβάλας η αποκατάσταση έλαβε υπόψη της και
τους πολιτιστικούς παράγοντες (θρησκευτικό συναίσθημα, ήθη και έθιμα) και πρότεινε την
κατασκευή υπαίθριου θεάτρου και μουσείου.
Στα λατομεία της Μήλου, η διατήρηση της βιοποικιλότητας στην περιοχή λήφθηκε υπόψη
για την δημιουργία φυτωρίου τοπικών ειδών και χρήσης ήπιων μεθόδων εξόρυξης.

104
Στα λατομεία Μαρκοπούλου, προτάθηκε η αξιοποίηση ενός λατομείου ως χώρος ασφαλούς
απόρριψης απορριμμάτων και η αξιοποίηση των άλλων να κινηθεί στην κατεύθυνση παιδί –
πράσινο.
Στα λατομεία Πεντέλης και Φωκίδας, οι επιλογές της αποκατάστασης ήταν η ανάδειξη της
προηγούμενης χρήσης, με τη δημιουργία μουσείου παραδοσιακής εξόρυξης μαρμάρου και
περιβαλλοντικής εκπαίδευσης αντίστοιχα.
Η ύπαρξη νερού καθώς και η εισαγωγή του, έδωσε ευκαιρίες και δυνατότητες για πολλές
εναλλακτικές χρήσιμες λύσεις. Στα λατομεία τσιμέντου στην Κένυα χρησιμοποιήθηκε το νερό για
την εκτροφή ψαριών και κροκοδείλων. Στο λατομείο Maryland προστατεύτηκε η ποιότητα νερού
του γειτονικού ρέματος με την παρουσία της πέστροφας. Εισήχθηκε νερό και δημιουργήθηκαν
λίμνες και καταρράκτης στα τσιμέντα Lafarge Contes που βρίσκονται κοντά σε αστική περιοχή.
Δημιουργήθηκαν λίμνες σε λατομείο βωξίτη στο φυσικό πάρκο Whisby, οι οποίες αποτελούν
βιότοπο για περισσότερα από 60 είδη πουλιών. Αξιοποιήθηκε η κύρια λίμνη εξαιτίας της
εποχιακής υγρασίας και ξηρασίας, ως βιότοπος ενδημικών και μεταναστευτικών πουλιών στο
λατομείο βωξίτη Garvel Pit Nature Reserve, Kirkby στο Lincolnshire. Δημιουργήθηκε βιότοπος
στο λατομείο βωξίτη Brockholes στο Lancashire προσελκύοντας πάνω από 130 είδη πουλιών.
Στα λατομεία βωξίτη του Whisby στο Lincolnshire, του Forest Rock Wood στο
Leicestershire, του Brockholes στο Lancashire, του Waterford Health στο Carmel Woods στο
Carmarthenshire και Waterford Health στο Hertfordshire, Hertfordshire και του Carmel Woods
στο Carmarthenshire, κριτήριο του σχεδιασμού της αποκατάστασης αποτέλεσε η δημιουργία
νέων βιοτόπων και οικοσυστημάτων.
Η χρήση των βιοτόπων στα λατομεία, Forest Rock Wood στο Leicestershire, σχεδιάστηκε
με την κατασκευή μονοπατιών, που τους συνδέουν με το ευρύτερο δίκτυο των δρόμων
πρόσβασης τους.
Στις αποκαταστάσεις-αξιοποιήσεις των λατομείων Whisby στο Lincolnshire, Waterford
Health στο Hertfordshire, Berwick Woods στο Essex και στα τσιμέντα Lafarge Contes, οι τοπικές
κοινωνίες είχαν ενεργό συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων.
Με βάση τα παραπάνω, παρά τις σημαντικές επιδράσεις που ασκούνται στα διάφορα
οικοσυστήματα από τις μεταλλευτικές δραστηριότητες, η επανόρθωση, η αξιοποίηση και η
διατήρηση ενός παραγωγικού και βιώσιμου περιβάλλοντος είναι δυνατή.

105
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ
5. ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗΣ
5.1. Ανάλυση της περιοχής
5.1.1. Γεωγραφική θέση, διοικητική υπαγωγή και έκταση της
περιοχής. (χαρ. 1,2)

Ο υπό μελέτη χώρος καλύπτει τμήμα ενός από τους πολλούς ανενεργούς σήμερα
μεταλλευτικούς χώρους που είχαν παραχωρηθεί στην Α.Ε. ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ
ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ με έδρα την Αθήνα (Ακαδημίας 26). Αντικείμενο της επιχείρησης ήταν η
εξόρυξη λευκόλιθου, ο εμπλουτισμός του παραγόμενου μεταλλεύματος και η παραγωγή
καυστικής μαγνησίας.
Το τμήμα του μεταλλευτικού χώρου βρίσκεται στη θέση «Ταμβακά», του διακατεχόμενου
δάσους «Τρούπων-Κόφινα», στην περιοχή του οικισμού Τρούπι , του δ.δ. Δαφνούσα, του δήμου
Κηρέα.
Ο μεταλλευτικός χώρος, του οποίου τμήμα είναι ο υπό μελέτη χώρος, είχε οριστικά
παραχωρηθεί με την Ο.Π. 240 της Νομαρχίας Εύβοιας. Το εμβαδόν του ανέρχεται σε 539
στρέμματα και καθορίζεται πάνω στο χάρτη τοπολογικών στοιχείων, κλίμακας 1:5.000, από
κλειστή γραμμή, οι κορυφές της οποίας προσδιορίζονται από τις παρακάτω ορθογώνιες
καρτεσιανές συντεταγμένες (Hatt) που είναι εξαρτημένες από το εθνικό τριγωνομετρικό δίκτυο,
και συγκεκριμένα από το σημείο με φ=380° 45΄και λ=-0° 15΄.
Σημείο 1 χ=-3.888,308 ψ=-2.394,512
Σημείο 2 χ=-2.988,00 ψ=-3.055,00
Σημείο 3 χ=-3.624,062 ψ=-3.492,290
Σημείο 4 χ=-3.506,00 ψ=-3.283,00
Σημείο 5 χ=-4.210,310 ψ=-3.126,800
Σημείο 6 χ=-3.735,703 ψ=-3.114,851
Σημείο 7 χ=-3.782,00 ψ=-2.745,00
Η προς αποκατάσταση περιοχή έχει εμβαδόν 304 στρέμματα και περικλείεται από τις
παρακάτω γεωγραφικές συντεταγμένες κατά ΕΓΣΑ ΄87 :
Α . Χ=450146 Ψ=4285614
Β. Χ=449888 Ψ=4285768
Γ. Χ=450002 Ψ=4286190
Δ. Χ=450038 Ψ=4286229
Ε. Χ=450076 Ψ=4286346
Ζ. Χ=450286 Ψ=4286414
Η. Χ=450698 Ψ=4286732
Θ. Χ=450746 Ψ=4286674
Ι. Χ=450751 Ψ=4286600
Κ. Χ=450699 Ψ=4286540
Λ. Χ=450528 Ψ=4286423
Μ. Χ=450470 Ψ=4286296
Ν. Χ=450274 Ψ=4285998
Α. Χ=450146 Ψ=4285614

106
Διοικητικώς η περιοχή υπάγεται στον οικισμό Τρούπι, στο δημοτικό διαμέρισμα
Δαφνούσας, στο δήμο Κηρέα, στην επαρχία Χαλκίδας, στο νομό Ευβοίας και στην περιφέρεια
Στερεάς Ελλάδας.
Δικαστικώς στο ειρηνοδικείο Αγίας Άννας, στο πρωτοδικείο Χαλκίδας και στο εφετείο
Αθηνών.
Οικονομικώς στη Δ.Ο.Υ. Λίμνης.
Αστυνομικώς στο Α.Τ. Μαντουδίου και στην Αστυνομική Διοίκηση Ν. Ευβοίας.
Δασικώς στο δασαρχείο Λίμνης, στη Δ/νση Δασών Ν. Ευβοίας και στη Δ/νση Δασών
Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας.

5.1.2. Κοινωνικά και οικονομικά στοιχεία.


Ο σημερινός καποδιστριακός Δήμος Κηρέα (1998) με έδρα το Μαντούδι, έχει πληθυσμό
6.671 κατοίκους (Ε.Σ.Υ.Ε., απογραφή 2001). Αποτελείται από τα τοπικά διαμερίσματα:
Μαντούδι: κατ. 1956 (μαζί με τον οικισμό Κυμάσι)
Προκόπι: κατ. 1111
Πήλι: κατ. 870
Κήρινθος: κατ. 865 (μαζί με τους οικισμούς Κρύα Βρύση και Ζ. Πηγή)
Στροφυλιά: κατ. 618
Σπαθάρι: κατ. 381 (μαζί με τον οικισμό Καλύβια)
Φαράκλα: κατ. 309
Μετόχι: κατ. 233
Βλαχιά: κατ. 226 (μαζί με τον οικισμό Σαρακήνικο)
Δαφνούσα: κατ. 102 (μαζί με τον οικισμό Τρούπι)
Έκταση: 294.665 στρ.
Οικονομία: Κυρίως Γεωργική. Καλλιέργειες βαμβακιού, αραβοσίτου, κηπευτικών κ.α.
Ιστορικοί χώροι: Αρχαία Κήρινθος.
Μουσεία: Μουσείο Δάσους Προκοπίου.
Ιστορικά μνημεία: Κάστρο Κλεισούρας στο Δερβένι Προκοπίου. Θέσεις «Καστρί» σε Προκόπι
και Κήρινθο. Θέση «Καστράκι» στο Μαντούδι. Πύργος Μπέζας στη Δαφνούσα. Πύργος
Φαράκλας. Κονάκι Βουδούρη στο Μαντούδι.
Πολιτιστικά μνημεία: Κονάκι Σαρακατσάνων στο Μαντούδι.
Το Τρούπι (www.dimoskireos.gr), είναι ένας μικρός γραφικός οικισμός, χτισμένος σε μια
καταπράσινη πλαγιά του Καντηλιού, το οποίο απέχει περίπου 4 χλμ από το Προκόπι. Ανήκει
διοικητικά στο Δ.Δ. της Δαφνούσας, ενός από τα μικρότερα, αλλά και ομορφότερα χωριά του
Δήμου Κηρέως. Τρούπι και Δαφνούσα δεν αριθμούν σήμερα περισσότερους από 150 κατοίκους,
οι οποίοι ασχολούνται με τη γεωργία, την κτηνοτροφία και την εκμετάλλευση των δασών.
Το Τρούπι, χτισμένο δίπλα σε ένα από τα μεγαλύτερα κοιτάσματα εξόρυξης λευκόλιθου, η
οποία πριν μερικές δεκαετίες απασχολούσε εκατοντάδες εργαζόμενους, ζει σήμερα στη
μελαγχολία ενός αντιφατικού ιστορικού σκηνικού, το οποίο αντικατοπτρίζεται ιδανικά στα λόγια
ενός κατοίκου του:

107
«...το μεταλλείο που λειτουργούσε τόσο κοντά στο
χωριό μας σταμάτησε το 1990. Καταστράφηκε μια πολύ
μεγάλη δασική έκταση. Καταστράφηκαν επίσης και πολλά
σπίτια του χωριού από τα φουρνέλα του μεταλλείου.
Έτρεμε όλο το χωριό, όσο λειτουργούσε αυτό το νταμάρι
εξόρυξης λευκόλιθου. Αχρηστεύτηκαν τα περισσότερα
σπίτια, αλλά χαλάλι, λέγαμε, μια και υπάρχει δουλειά για
όλους.
Κάποια στιγμή οι υπεύθυνοι της εταιρείας μας είχαν πει
Δείγμα από τις πληγές (του
ότι θα μας αποζημίωναν για να εγκαταλείψουμε το χωριό
μακρινού πια
μας και να πάνε αλλού να φτιάξουμε σπίτια.
παρελθόντος) που άφησαν τα
Ήρθαν
λατομία
μια μέρα κι
στο πλουσιότατο και γραφικό
άρχισαν να
φυσικό τοπίο της περιοχής
μετράνε. Αλλά
πολύ σύντομα η εταιρεία έκλεισε, κι έμειναν όλοι χωρίς
δουλειά και με ραγισμένα τα σπίτια χωρίς
αποζημίωση…».

Σήμερα η Φύση, επουλώνοντας αργά αλλά


σταθερά τις πληγές που δημιούργησε η ανθρώπινη
Η εκκλησία του χωριού απληστία, για ένα κακώς νοούμενο «κέρδος», ανοίγει
νέους δρόμους αξιοποίησης των αληθινών θησαυρών
αυτού του τόπου, οι οποίοι με έμφαση δηλώνουν την παρουσία τους σε αυτόν τον χαρισματικό
τόπο.
Δείγμα αυτής της «μεταβολής» είναι το συνεχώς αυξανόμενο ρεύμα των φυσιολατρών
(Ελλήνων και αλλοδαπών), οι οποίοι τα τελευταία χρόνια σπεύδουν εδώ, για να εξασφαλίσουν
ένα κομμάτι γης, προκειμένου να αποκτήσουν ένα ιδιόκτητο ορμητήριο προς το φυσικό
θησαυροφυλάκιο του Κανδηλιού.

5.1.3. Προσβασιμότητα της περιοχής (χαρτ.2)

Οδικώς το νησί Εύβοια ενώνεται με τη Στερεά Ελλάδα με γέφυρες, η μία κοντά στην άλλη,
σε δύο σημεία, οι οποίες βρίσκονται στη Χαλκίδα.
Η βορειοκεντρική Εύβοια, στην περιοχή της οποίας βρίσκεται ο δήμος Κηρέα,
προσεγγίζεται οδικώς από την εθνική οδό Χαλκίδα-Λουτρά Αιδηψού. η οποία στο ύψος του δ.δ.
Στροφυλιά διακλαδίζεται σε δύο τμήματα, το ανατολικό και το δυτικό, τα οποία καταλήγουν στα
Λουτρά Αιδηψού. Το ανατολικό τμήμα μέσω Αγίας Άννας και το δυτικό τμήμα μέσω Λίμνης.
Τα τοπικά διαμερίσματα του δήμου Κηρέα, Προκόπι, Δαφνούσα, Σπαθάρι, Μετόχι και
Κήρινθος, καθώς και οι οικισμοί Τρούπι και Καλύβια, συνδέονται μεταξύ τους με
ασφαλτοστρωμένο δημοτικό δρόμο, μήκους 10 χιλιομέτρων, του οποίου η αρχή του είναι το
σημείο σύνδεσης με τον εθνικό δρόμο, στο ύψος του δ.δ. Προκόπι και το τέλος του είναι το
σημείο σύνδεσης πάλι με τον εθνικό δρόμο, στο ύψος του δ.δ. Κήρινθος. Ο οικισμός Τρούπι, στο
όριο του οποίου βρίσκεται ο προς μελέτη μεταλλευτικός χώρος, απέχει ίση απόσταση τόσο από
το δ.δ. Προκόπι, όσο και από το δ.δ. Κήρινθος.

108
Η Βόρεια Εύβοια προσεγγίζεται ακτοπλοϊκώς με οχηματαγωγά πλοία, από τα λιμάνια των
Λουτρών Αιδηψού και Αγιόκαμπου. Οι πορθμειακές γραμμές είναι Λουτρά Αιδηψού- Αρκίτσα,
με διάρκεια διαδρομής 45 λεπτά της ώρας και Αγιόκαμπος- Γλύφα, με διάρκεια διαδρομής 25
λεπτά της ώρας.
Η απόσταση Λουτρά Αιδηψού-Κήρινθος-Τρούπι είναι 56,9 χιλιόμετρα και η απόσταση
Αγιόκαμπος-Λουτρά Αιδηψού είναι 10 χιλιόμετρα. Η απόσταση Χαλκίδα-Προκόπι-Τρούπι είναι
56,8 χιλιόμετρα.

5.1.4. Ιστορική διαμόρφωση του χώρου.

Στις αρχές του 20ου αιώνα, το κεφάλαιο της μεθοδικής εκμετάλλευσης του λευκόλιθου,
μπαίνει καθοριστικά στις ιστορικές εξελίξεις του Δήμου Κηρέα, ο οποίος βρίσκεται σε αφθονία
στο υπέδαφος της περιοχής του. Ο πρόλογος αυτού του κεφαλαίου, είχε καταγραφεί από τα μέσα
του 19ου αιώνα, όταν οι τσιφλικάδες του δ.δ. Προκοπίου Νόελ (Άγγλος συγγενής του λόρδου
Βύρωνα) και Μίλερ (Ελβετός τραπεζίτης), είχαν διαγνώσει τις προοπτικές από την εκμετάλλευση
του πολύτιμου ορυκτού.
Το 1911 ιδρύεται στο Μαντούδι η πρώτη καθετοποιημένη μονάδα φρίξης και πυρότουβλων,
αλλιώς Ροταντίφ, στην οποία γίνεται το ψήσιμο του Λευκόλιθου, από την εταιρία Α.Ε.
επιχειρήσεων των Νέγρη και του Γερμανού Γρώμαν. Το 1933 δημιουργείται το πρώτο επίσημο
εργατικό σωματείο, με την επωνυμία «Σύλλογος Εργατών και Τεχνιτών Μεταλλωρύχων
Μαντουδίου».
Μετά τη μαύρη δεκαετία της Ιταλογερμανικής Κατοχής και του Εμφυλίου, για την περιοχή
του Κηρέα αρχίζει μια περίοδος έντονης οικονομικής ανάπτυξης. Την Ανώνυμη Εταιρία
Επιχειρήσεων έχει αναλάβει ο Σκαλιστήρης μαζί με την εταιρεία Παπαστρατή. Η κορύφωσης της
άνθισης παρατηρείται στις αρχές του 1970 όταν ο αριθμός των εργαζομένων στην εξόρυξη
λευκόλιθου ξεπερνά τους 6.000.
Στο χώρο της οριστικής παραχώρησης της Νομαρχίας Εύβοιας και στην έκταση η οποία
βρίσκεται στη θέση «Ταμβακά» του διακατεχόμενου δάσους Τρούπων-Κόφινα, στην περιοχή του
οικισμού Τρουπίου του δ.δ. Δαφνούσας, του δήμου Κηρέα εγκρίθηκαν αποψιλώσεις δασικών
εκτάσεων, για μεταλλευτικές χρήσεις υπέρ της Α.Ε.Μ.Ε.Β. με τις παρακάτω αποφάσεις:
Α. 229025/2600/16-1-68 του Υ.Γ για 23,62 στρέμματα.
Β. 28126/1420/6-6-69 του Υ.Γ για 39 στρέμματα.
Γ. 84274/1429/13-9-71 του ΥΠ.ΕΘ.Ο για 50 στρέμματα.
Δ. 86558/1395/21-9-72 του Υ.Γ για 17,55 στρέμματα.
Ε.1741/18-7-74 της Ν. Εύβοιας για 119,84 στρέμματα.
Από τις παραπάνω αποφάσεις φαίνεται ότι οι μεταλλευτικές εργασίες άρχισαν στις αρχές
του έτους 1968.
Ύστερα από την έκδοση του Ν.998/79 «Περί προστασίας δασών και δασικών εκτάσεων»,
οι υφιστάμενες και λειτουργούσες νόμιμα μεταλλευτικές εκμεταλλεύσεις σε οποιαδήποτε
περιοχή, η οποία περιελάμβανε δάσος ή δασική έκταση, θα συνέχιζαν την δραστηριότητά τους,
με τον όρο να συμμορφωθούν με τις υποχρεώσεις, τις οποίες επέβαλε ο νόμος. Η εταιρεία
συνέταξε μελέτη επιπτώσεων και αποκατάστασης περιβάλλοντος, η οποία θεωρήθηκε από το
Υ.Χ.Ο.Π (Αριθ. Πρωτ. ΟΙΚ. 38392/624/24-6-1983), με τον όρο η Δασική Υπηρεσία να επιληφθεί
του χαρακτηρισμού της έκτασης, αφού αυτός θα προσδιόριζε το κατά πόσο θα εφαρμόζονταν οι
διατάξεις της παρ.2 του άρθρου 57 του ίδιου νόμου. Η θεώρηση αυτή δεν αποτελούσε έγκριση

109
της επέμβασης διότι αρμόδιος για την επέμβαση ήταν ο Νομάρχης ή ο Υπουργός Γεωργίας, μετά
από σύμφωνη γνώμη του συμβουλίου της δασικής πολιτικής. Στα μέσα της 10ετίας του 1980 οι
μεταλλευτικές εργασίες της εταιρίας σταμάτησαν στον υπό μελέτη χώρο, χωρίς να γίνουν όσα
προέβλεπε ο Ν.998/79.

5.1.5. Περιγραφή της σημερινής κατάστασης της περιοχής.

Η εκμετάλλευση στο μεταλλευτικό χώρο επέμβασης ήταν επιφανειακή και έγινε με τη


μέθοδο των ορθών βαθμίδων ανοικτής εκσκαφής. Έχουν αναπτυχθεί οκτώ βαθμίδες, το ύψος των
οποίων κυμαίνεται από 10-15 μέτρα και το πλάτος τους 10 μέτρα. Έχουν κορυφή το υψόμετρο
των 290 μέτρων και πλατεία το υψόμετρο των 180 μέτρων. Οι βαθμίδες έχουν κατεύθυνση από
Βόρια προς Νότια. Η εξόρυξη επεκτάθηκε και κάτω από την υπόγεια στάθμη των νερών. Για την
πραγματοποίησή της απαιτούνταν ουσιαστική αφαίρεση του νερού κατά τη διάρκεια της. Μετά το
τέλος της η κοιλότητα γέμισε με νερό, μέχρι το υψόμετρο των 200 μέτρων.
Άγονα υλικά (στείρα) είναι τοποθετημένα σε τέσσερεις σωρούς, Δυτικά και Βορινά του
χώρου εξόρυξης. Στείρα επίσης έχουν καταλάβει επιφανειακά την κοίτη του ρέματος που
βρίσκεται στα βορινά του χώρου αποκατάστασης.
Η περιοχή εξυπηρετείται από δύο δρόμους. Ο μεν ένας διέρχεται Ανατολικά και έξω από το
χώρο αποκατάστασης και είναι ο επαρχιακός Προκόπι-Τρούπι-Κήρινθος, ο δε άλλος διέρχεται
μέσα από το χώρο και είναι αυτός, ο οποίος εξυπηρετούσε την μεταλλευτική δραστηριότητα.

5.1.6. Iδιοκτησιακό καθεστώς.

Η περιοχή του εγκαταλελειμμένου μεταλλείου στο Τρούπι Ευβοίας, ανήκει στο δάσος
Τρούπων- Κόφινα, το οποίο διαχειρίζεται ως διακατεχόμενο, επειδή δεν έχει αναγνωρισθεί ως
ιδιωτικό με ένα από τους νόμιμους τρόπους, ήτοι:
α) με απόφαση της Γραμματείας των οικονομικών, η οποία εκδόθηκε ύστερα από
γνωμοδότηση της επιτροπής του από 17-11-1836 Β.Δ/τος «περί ιδιωτικών δασών»,
β) με απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου που λειτούργησε παρά του Υπουργείου
Γεωργίας βάσει του Ν. 2201/1920 ή με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας που εκδόθηκε ύστερα
από γνωμοδότηση του Συμβουλίου Δασών και του Συμβουλίου Κτημάτων τα οποία
λειτούργησαν παράλληλα προς αυτό, εφόσον έκριναν το θέμα της κυριότητας με βάσει τους
τίτλους που προσκομίσθηκαν,
γ) με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας ύστερα από γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού
Συμβουλίου Δασών που λειτούργησε βάσει του Α.Ν 1747/ 1939 ως και των Α΄ και Β΄
Συμβουλίου Ιδιοκτησίας Δασών και εν συνεχεία του Συμβουλίου Ιδιοκτησίας Δημοσίων Δασών
τα οποία διαδέχθηκαν αυτό,
δ) με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία άρθρων του Ν.Δ
86/ 1969,
ε) με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας ή του Νομάρχη που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία
άρθρου του Ν. 998/1979,
στ) με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία άρθρου του Ν.Δ
3208/2003 και
ζ) με απόφαση των τακτικών δικαστηρίων που εκδόθηκε ύστερα από αγωγή έναντι του
Δημοσίου η οποία και αναγνωρίζει την κυριότητα του αιτούντος.

110
Η κατηγορία αυτή των διακατεχόμενων δασών, δημιουργήθηκε αφενός μεν για το λόγο ότι
δεν κρίθηκαν οριστικά οι αμφισβητήσεις για τα δημόσια δάση από τους Υπουργούς, ύστερα από
γνωμοδοτήσεις των αρμόδιων συμβουλίων, αφετέρου δε για το συμφέρον της Εθνικής
οικονομίας, επετράπη η κάρπωση των Δημοσίων δασών ήτοι η ξύλευση, η βόσκηση, η
ρητινοσυλλογή με καταβολή φόρου η οποία ορίζεται από πίνακα διατίμησης. Για τους λόγους
αυτούς, ο χαρακτηρισμός αυτός του διακατεχόμενου δάσους συμπεριλαμβάνεται και στους
δασικούς κώδικες 4173/ 1929 και Ν.Δ 86/ 1969. Ο παραπάνω δασικός φόρος καταργήθηκε με το
Ν.Δ 3208/ 2003.
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι τα διακατεχόμενα δάση ανήκουν κατά πλήρες δικαίωμα
κυριότητας στο Δημόσιο, οι δε διακάτοχοι ασκούσαν και ασκούν δικαιώματα κάρπωσης, χωρίς
να μπορούν να τα χρησιμοποιήσουν για άλλους σκοπούς (εκχερσώσεις, κατατμήσεις κ.λπ.), εκτός
της δασικής εκμεταλλεύσεως.
Για μεταλλευτικές εργασίες ή μεταλλευτικές εγκαταστάσεις μπορούν να παραχωρηθούν οι
αναγκαίες δημόσιες δασικές εκτάσεις ή δάση που ανήκουν σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα, με
παραχώρηση και της χρήσης από τους διακατόχους έναντι μισθώματος, οι οποίες όμως
περιέρχονται εκ νέου και χωρίς άλλη διατύπωση στη διαχείριση του Υπουργείου Αγροτικής
Ανάπτυξης και Τροφίμων και στους διακατόχους , όταν εκλείψει ο σκοπός για τον οποίο
παραχωρήθηκαν.
Συμπερασματικά, η περιοχή του εγκαταλελειμμένου μεταλλείου ανήκει στην κατηγορία
των διακατεχομένων δασών.

5.1.7. Τύποι οικοσυστημάτων. Χλωρίδα- Πανίδα.

Η περιοχή ανάλογα με την απόσταση από τη θάλασσα, το υψόμετρο και το κλίμα


εντάσσεται στην κατηγορία των οικοσυστημάτων της μεσογειακής ζώνης ή του μεσογειακού
κλίματος.
Περιλαμβάνεται στα πεδινά και ημιορεινά μεσογειακά οικοσυστήματα, όπου λόγω του
κλίματος αναπτύσσονται τύποι βλάστησης, οι οποίοι διακρίνονται με βάση την
προσαρμοστικότητά τους στην καλοκαιρινή ξηρασία. Ανήκει στη διάπλαση των μεσογειακών
κωνοφόρων δασών που χαρακτηριστικό της είναι η κυριαρχία ενός είδους κωνοφόρου, αυτό της
χαλεπίου πεύκης. Στον υπόροφό της απαντώνται φυτά τόσο των διαπλάσεων με θαμνώδη
βλάστηση αείφυλλων σκληρόφυλλων ειδών (μακί) όσο και των χαμηλών θαμνωδών (φρύγανα).
Στη χλωρίδα περιλαμβάνονται βολβώδη φυτά (γεώφυτα), τα οποία τα περισσότερα ανθίζουν την
άνοιξη και πεθαίνουν το καλοκαίρι, τα δε λιγότερα ανθίζουν το φθινόπωρο και παραμένουν
πράσινα κατά τη διάρκεια του χειμώνα και ετήσια φυτά που μαζί σχηματίζουν μια έντονη
πολυχρωμία με την άνθησή τους την άνοιξη.
Τα ζώα των μεσογειακών οικοσυστημάτων (Παπαγεωργίου Ν., 1993) έχουν αναπτύξει
ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που τα επιτρέπουν να ξεπερνούν τις δυσμενείς γι΄αυτά επιδράσεις.
Μπορούν να είναι προσαρμοσμένα κατά τέτοιο τρόπο στο περιβάλλον τους, ώστε να
ακολουθούν τις μεταβολές των εξωτερικών παραγόντων και να συμμορφώνονται στις
εναλλασσόμενες συνθήκες του περιβάλλοντος (συμμόρφωση).
Να έχουν αναπτύξει ρυθμιστικούς μηχανισμούς, οι οποίοι τα καθιστούν ανεξάρτητα από
τις μεταβολές και τις δυσμενείς επιδράσεις των εξωτερικών συνθηκών, χωρίς να είναι
υποχρεωμένα να περιορίσουν τις βιολογικές τους δραστηριότητες (χειραφέτηση).

111
Να διαθέτουν μηχανισμούς ρύθμισης της θερμοκρασίας (ποικιλόθερμα), με την κατάλληλη
έκθεσή τους στις ακτίνες του ήλιου, με την εφίδρωση, την αναπνοή κ.α..
Να ρυθμίζουν την υδάτινη οικονομία, πίνοντας νερό μόνο περιστασιακά, ζώντας
αποκλειστικά με ξηρή τροφή και το απαραίτητο νερό να προσπορίζεται με την οξείδωση και
διάσπαση των λιπών στις διαδικασίες μεταβολισμού, προσροφώντας νερό με τους πόρους του
δέρματος, χάνοντας νερό με την εφίδρωση, τα αναπνευστικά όργανα, τα περιττώματα και τις
εκκρίσεις.
Να μπορούν να αποφεύγουν τις αντίξοες συνθήκες θερμοκρασίας, ξηρασίας και φωτός με
την αλλαγή του τόπου διαμονής τους μέσα στα όρια της φυσικής τους εξάπλωσης (αποφυγή).
Να μπορούν κατά τη διάρκεια της δυσμενούς περιόδου να επιβιώσουν μειώνοντας ή
αναστέλλοντας τη βιολογική τους δραστηριότητα και την οικονομία στην κατανάλωση ενέργειας
(λήθαργος).
Να μπορούν να εκμεταλλεύονται ευκαιρίες για την επανάκτηση χαμένων περιοχών ή την
επέκταση αυτών που έχουν με τις πολύ καλές ικανότητες πολλαπλασιασμού και διάδοσης
(καιροσκοπισμός).
Στην πανίδα των μεσογειακών συστημάτων συναντάμε σαύρες, ακρίδες, σποροφάγα έντομα
όπως μυρμήγκια αλλά και ζώα που απομυζούν τους χυμούς των φυτών, όπως τζιτζίκια. Υπάρχουν
αρκετά φυτοφάγα θηλαστικά όπως τα αγριοκάτσικα που τρέφονται με τα φύλλα και τους
βλαστούς σκληρόφυλλων φυτών, όπως το πουρνάρι αλλά και νυκτόβια σαρκοφάγα, όπως τα
κουνάβια, οι αλεπούδες και τα τσακάλια. Στις ανοιχτές εκτάσεις των φρυγάνων και των μακί
συναντάμε πολλά αρπακτικά πουλιά, όπως αετούς και γεράκια να κυνηγούν μικρά θηλαστικά και
άλλα πουλιά. Στα δένδρα των μεσογειακών φυλλοβόλων δασών συναντάμε διάφορα πουλιά όπως
δρυοκολάπτες, κουκουβάγιες κ.α., ενώ στους θάμνους μπορούν να παρατηρηθούν λαγοί,
κουνάβια, ασβοί και άλλα ζώα. Ιδιαίτερα πλούσια εντομοπανίδα αναπτύσσεται στην παχιά
στρωμνή των δασών με φυλλοβόλα είδη.
Στον Ελλαδικό χώρο (Αθανασιάδης Ν., 1986, σελ. 90), με την επίδραση της χλωρίδας
συναντώνται οι τρεις βασικές χλωριδικές μονάδες, η μεσογειακή, η μεσευρωπαϊκή και η
ιρανοκασπική, του κλίματος που χαρακτηρίζεται μεσογειακό, με ξηρασία το καλοκαίρι,
βροχοπτώσεις το χειμώνα, οι οποίες παρουσιάζουν διακυμάνσεις από χρόνο σε χρόνο, με ήπια
μέχρι ζεστά καλοκαίρια, με ήπιους μέχρι ψυχρούς χειμώνες και με έντονη ηλιακή ακτινοβολία
ιδίως το καλοκαίρι, της ορεογραφικής διαμόρφωσης που χαρακτηρίζεται ορεινή με όρη μέσου
ύψους, της γεωλογικής-πετρογραφικής σύνθεσης, που τα πετρώματά του διακρίνονται σε
προαλπικούς, αλπικούς και μεταλπικούς σχηματισμούς και της ιστορίας, που στην αρχή της
πρώτης προ Χριστού χιλιετηρίδας έχουν λάβει χώρα ισχυρές ανθρωπογενείς επιδράσεις
(εκχερσώσεις, πυρκαγιές, ληστρικές υλοτομίες, υπερβόσκηση κ.λπ.), διαμορφώνονται πέντε
κυρίως ζώνες βλάστησης, που τα όριά τους συμπλέκονται και αλληλοσυγχέονται έτσι ώστε να
γίνονται ασαφή. Οι ζώνες αυτές είναι η ευμεσογειακή [(παραλιακή, λοφώδης και υποορεινή
περιοχή), (Quercetalia ilicis)], η παραμεσογειακή [(λοφώδης υποορεινή), (Quercetalia
pubescentis)], η οξιάς- ελάτης και ορεινών παραμεσόγειων κωνοφόρων [(ορεινή-υπαλπική),
(Fagetalia)], η των ψυχροβίων κωνοφόρων [(ορεινή-υπαλπική), (Vaccinio-picetalia)], και η
εξωδασική των υψηλών ορέων (Astragalo- Acantholimonetalia).
H μελετώμενη περιοχή ανήκει στην ευμεσογειακή ζώνη βλάστησης [(παραλιακή, λοφώδης
και υποορεινή), (Quercetalia ilicis)]. Η ζώνη αυτή εμφανίζεται σαν μία περισσότερο ή λιγότερο
συνεχής λωρίδα κατά μήκος των ακτών της Δυτικής, της Νοτιοανατολικής και της Ανατολικής
Ελλάδας (μέχρι Ολύμπου), στα νησιά του Ιονίου και Αιγαίου πελάγους, στα πόδια και στις
Ανατολικές ακτές της Χαλκιδικής και κατά νησίδες στις ακτές της Μακεδονίας και της Θράκης.
112
Υποδιαιρείται σε δύο υποζώνες που παρουσιάζουν σαφή οικολογική, χλωριδική και
φυσιογνωμική διάκριση μεταξύ τους, την oleo- ceratonion και την quercion ilicis.
Η υποζώνη oleo-ceratonion εμφανίζεται στην ξηρότερη Νοτιοανατολική και Ανατολική
Ελλάδα (μέχρι το Πήλιο), στα νησιά του Νοτίου Αιγαίου, στις χαμηλότερες θέσεις των ποδιών
της Χαλκιδικής και σε μερικά νησιά του Ιονίου πελάγους. Η υποζώνη αυτή μπορεί να διακριθεί
σε δύο αυξητικούς χώρους, στον κατώτερο, θερμότερο, τον oleo-ceratonietum και στον σχετικά
ψυχρότερο τον oleo-lentiscetumm. Ο πρώτος αυξητικός χώρος εκτείνεται στη χαμηλότερη
περιοχή της Κρήτης και των νησιών του Νοτίου Αιγαίου, στη Νοτιοανατολική Πελοπόννησο και
στην Αττική. Στις περιοχές αυτές οι φυσικές φυτοκοινωνίες έχουν από πολύ παλιά υποβαθμισθεί
και εφόσον οι περιοχές δεν καλλιεργούνται γεωργικά, καλύπτονται από ενώσεις φρυγάνων, στις
οποίες κυριαρχούν ακανθώδεις ημίθαμνοι όπως η αστοιβή, η αφάνα, η γαλαστοιβή κ.λπ. και
διάφορα χειλανθή όπως το θυμάρι, η ασφάκα, το λυχναράκι κλπ. Πάνω από αυτόν τον αυξητικό
χώρο, κατακόρυφα ή Βορειότερα οριζόντια, εμφανίζεται ο δεύτερος αυξητικός χώρος, ο οποίος
παρουσιάζει τη μεγαλύτερη εξάπλωσή του στη Νοτιοανατολική και Ανατολική Πελοπόννησο,
Αττική, Ανατολική Ελλάδα μέχρι το Πήλιο και στα πόδια της Χαλκιδικής. Στον αυξητικό αυτό
χώρο, εμφανίζονται παρά την ξηρότητα του κλίματος, θαυμάσιες συστάδες της χαλεπίου πεύκης
που εξαπλώνονται και πιο πέρα από τα όριά του. Εκτός από την αγριελιά και το σκίνο συναντά
κανείς στο χώρο αυτό τη σουσούρα, τη μυρτιά (σε υγρότερες θέσεις), το πουρνάρι, τη λονίκερα,
τη ροδή, το σμίλακα, το στύρακα κ.λπ. Από γεωργικής απόψεως κυριαρχεί η καλλιέργεια της
ελιάς, των εσπεριδοειδών και της φιστικιάς.
Η υποζώνη Quercion ilicis εμφανίζεται στη Δυτική Ελλάδα πάνω από την επιφάνεια της
θάλασσας, ενώ στην Ανατολική Ελλάδα μέχρι το Νότιο Πήλιο και στα πόδια της Χαλκιδικής
πάνω από τον αυξητικό χώρο, τον oleo-lentiscetum. Στη Βορειοανατολική Ελλάδα (Όσσα,
Όλυμπο, Βορειοανατολική Χαλκιδική, ακτές Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης) παρουσιάζει
ασυνέχεια και εμφανίζεται από την επιφάνεια της θάλασσας μέχρι υψομέτρου 200-300 μέτρα.
Η ευρύτερη περιοχή του μεταλλείου ανήκει στην υποζώνη αυτή.
Η υποζώνη Quercion ilicis μπορεί να διακριθεί σε δύο αυξητικούς χώρους, στον Adrachno-
Quercetum ilicis και στον Orno-Quercetum ilicis. O πρώτος αυξητικός χώρος καταλαμβάνει στη
Δυτική Ελλάδα τις χαμηλότερες περιοχές, ενώ στην Ανατολική Ελλάδα μέχρι την Όρθρη
εμφανίζεται πάνω από τον oleo-lentiscetum. Στη Βορειοκεντρική Χαλκιδική εμφανίζεται ως μια
συνεχής λωρίδα από την επιφάνεια της θάλασσας μέχρι του υψομέτρου 200-300 μέτρα, ενώ στην
παράκτιο ζώνη της Ανατολικής Μακεδονίας και της Δυτικής Θράκης σε μορφή νησίδων. Όπως
και στην υποζώνη oleo-ceratonion και εδώ εμφανίζονται διάφορες φυτοκοινωνίες που κατά ένα
μέρος είναι υποβαθμισμένες και κατά ένα άλλο εδαφικά εξαρτώμενες. Στις ράχες και τις νότιες
εκθέσεις πλαγιών εμφανίζονται συνήθως ενώσεις με εrica manipuliflora (σουσούρα, χαμορείκι)
και Erica arborea (ρείκι) , σε σχετικά καλύτερες οικολογικά θέσεις κυριαρχούν τα arbutus unedo
(κουμαριά), calycotome villosa (ασπάλαθος), spartium junceum (σπάρτο) κ.λπ. και στις
υγρότερες θέσεις, μισγάγκειες και βορεινές εκθέσεις κυριαρχεί η quercus ilex (αριά), με fraxinus
ornus (φράξος), phillyrea latifolia (φιλλίκι), quercuς pubescens (δρυς χνοώδης) κ.λπ. Στην
υποζώνη αυτή βρίσκεται το άριστο της ανάπτυξης της pinus halepensis [(χαλέπιος πεύκη),(Β.
Εύβοια, Χαλκιδική)] καθώς και της pinuς brutia [(τραχεία πεύκη), (Θάσος, Θράκη, Μυτιλήνη)].
Η καλλιέργεια της ελιάς βρίσκεται στα ψυχροόριά της και η καλλιέργεια των εσπεριδοειδών
περιορίζεται για την υποζώνη αυτή μόνο στη Δυτική Ελλάδα, όπου πολλές φορές διατρέχουν
κινδύνους από παγετούς. Η αμπελουργία βρίσκει εδώ άριστες συνθήκες κυρίως για παραγωγή
πρώιμων επιτραπέζιων σταφυλιών.

113
Στην υποζώνη αυτή διακρίνουμε τη διάπλαση των παραποτάμιων ειδών την οποία
συνθέτουν ο platanus orientalis (πλάτανος).
Στη χλωρίδα της περιοχής απαντώνται:

. Pinus halepensis (χαλέπιος πεύκη). Δένδρο αειθαλές ύψους 10-20 μέτρα, με μεγάλη
προσαρμοστική ικανότητα και λιτοδίαιτο. . Φύλλα βελόνες. Άνθη κίτρινα σε ιούλους και άνθηση
Μάριο-Απρίλιο. Καρποί κώνοι. Αναπτύσσεται σε πολύ διαφορετικά εδάφη ακόμα και σε άγονα,
ξηρά και αβαθή. Είναι πολύ φωτόφιλο.

. Αrbutus unedo (κουμαριά). Μεγάλος θάμνος αειθαλής, ύψους 1,5-3 μέτρα ή και καμιά
φορά μικρό δένδρο. Φύλλα λογχοειδή μήκους 5-10 εκ. Άνθη λευκά ή ανοιχτά ροδόχροα και
άνθηση Σεπτέμβριο και Μάιο. Καρπός σφαιρικός, διαμέτρου 15-20 χιλ., εξωτερικά πολύ
κοκκώδης, βρώσιμος, αρχικά κίτρινος και αργότερα κόκκινος.

. Arbutus andrachne (γλιστροκουμαριά). Θάμνος αειθαλής, ύψους 1,5-3 μέτρα και καμιά
φορά μικρό δένδρο, με φλοιό τελείως λείο, κοκκινοκαστανό, που το θέρος απολεπίζεται σε ράκη,
σαν χαρτί. Φύλλα πλατιά ωοειδή μήκους 5-10 εκ. Άνθη λευκά και άνθηση Μάρτιο- Απρίλιο.
Καρπός σφαιρικός, διαμέτρου 10-15 χιλ. πορτοκαλόχρους και σκληρός.

. Pistacia lentiscus (σκίνος). Θάμνος ή μικρό δένδρο, ύψους 1-8 μέτρα, αειθαλής,
πολύκλαδος, αρωματικός, ρητινοβριθής. Φύλλα πτερωτά με 3-5 ζεύγη φυλλαρίων. Τα φυλλάρια
είναι ωοειδώς λογχοειδή, έχουν μήκος 1-1,5 εκ. και είναι άμισχα. Άνθη κίτρινα ή κοκκινωπά σε
βότρεις και άνθηση Μάρτιο-Μάιο. Καρπός δρύπη, σφαιρική, στην αρχή κόκκινη, αργότερα
μαύρη.

. Pistacia terebinthus (κοκορεβιθιά). Φυλλοβόλος θάμνος και καμιά φορά μικρό δένδρο,
ύψους ως 5 μέτρα. . Φύλλα πτερωτά με 3-4 ζεύγη φυλλαρίων. Τα φυλλάρια είναι ωοειδή, έχουν
μήκος 2-8,5 εκ. και είναι σχεδόν άμισχα. Άνθη καστανά σε φόβες με μακριές διακλαδώσεις.
Καρπός δρύπη, αντίστροφα ωοειδής, μήκους 5-7 χιλ., στην αρχή κόκκινη, αργότερα καστανή.

. Phillyrea latifolia (φιλλύκι). Θάμνος αειθαλής ή καμιά φορά μικρό δένδρο ύψους 4-10
μέτρα. Φύλλα δίμορφα, νεαρά ωοειδώς καρδιοειδή, αναπτυγμένα λογχοειδή. Παρυφές οδοντωτές
στα πρώτα, λειόχειλες στα δεύτερα. Άνθη κιτρινοπράσινα σε βότρεις και άνθηση Μάρτιο-Μάιο.
Καρπός δρύπη σφαιρική, γαλανόμαυρη.

. Quercus coccifera (πουρνάρι). Δένδρο αειθαλές, ύψους 10-15 μέτρα, συνήθως με μορφή
θάμνου. Φύλλα ωοειδή, σκληρά, μήκους 1,5-4 εκ. και κορυφή που καταλήγει σε αγκάθι. Καρπός
κυπελλοφόρο κάρυο (βαλανίδι). Είναι θερμόβιο και φιλόφωτο, με απαιτήσεις από το έδαφος
περιορισμένες.

. Rhus cotinus (χρυσόξυλο). Θάμνος φυλλοβόλος, ύψους 2-3 μ. και σπάνια 5 μ. Φύλλα
ωοειδή, μήκους 3-8 εκ. Άνθη σε αραιές φόβες και άνθηση Μάιο-Ιούνιο. Καρπός δρύπη λοξή,
καστανή.

114
. Myrtus communis (μυρτιά). Θάμνος πολύκλαδος, αειθαλής, ύψους 2-5 μ. Φύλλα σχεδόν
άμισχα, ωοειδώς λογχοειδή, οξυμένα στη βάση και την κορυφή, μήκους 2-5 εκ. Άνθη λευκά και
άνθηση Μάιο-Ιούνιο και Οκτώβριο. Καρπός ραγόμορφος, μήκους 0,7-1 εκ., γαλανόμαυρος.

. Cercis siliquastrum (κουτσουπιά). Θάμνος ή δένδρο φυλλοβόλο, ύψους 5-9 μ. Φύλλα


κυκλικά νεφροειδή, μήκους 7-12 εκ. Άνθη ροδόχροα σε βραχείς βοτριόμορφες ταξιανθίες και
άνθηση Μάρτιο-Απρίλιο. Καρπός χέδρωπας, μήκους 9-10 εκ. και πλάτους 2,5 εκ.,
κοκκινοκάστανος.

. Calycotome villosa (ασπάλαθος). Θάμνος ύψους 1-2 μ. κλαδιά πολύ αγκαθωτά, με


κλαδίσκους τριχωτούς. Άνθη κίτρινα, ανά 2-15 σε δέσμες ομπρελοειδείς. Άνθηση Μάρτιο-Μάιο.
Φύλλα με τρία μικρά ωοειδή φυλλάρια. Καρπός χέδρωπας, σχεδόν τετράγωνος.

. Platanus orientalis (πλάτανος). Δένδρο ύψους 20-30 μ. κόμη πλατιά, σφαιρική, με


οριζόντια κλαδιά. Φύλλα παλαμοσχιδή, μεγάλα, με λοβούς και κόλπους. Άνθη σε ταξιανθίες
κεφάλια. Άνθηση Μάρτιο-Μάιο. Καρπός σε 3-4 συγκάρπια, πάνω σε κοινό, μακρύ, κυρτό προς
τα κάτω ποδίσκο, που συγκροτούνται από πολύ μικρά κάρυα. Χρειάζεται έδαφος βαθύ, υγρό,
πλούσιο σε θρεπτικές ουσίες. Είναι είδος ανθεκτικό σε συνθήκες εναλλασσόμενης υγρασίας.

. Erica arborea (ρείκι). Θάμνος ή μικρό δένδρο ύψους ως 7 μ., με ραβδόμορφα, όρθια
κλαδιά. Φύλλα μήκους 3-5 χιλ. σε σπόνδυλο. Άνθη σε πλούσιες φόβες, λευκόχροα. Άνθηση
Μάρτιο-Απρίλιο. Καρπός κάψα.

. Olea europaea var. silvestris (αγριελιά). Πολύκλαδος θάμνος ή μικρό δένδρο, σπάνια
ως 20 μ. ύψος, με περισσότερο ή λιγότερο αγκαθωτούς και πολύ γωνιώδεις κλαδίσκους. Φύλλα
ελλειψοειδή ως αντίστροφα ωοειδή, μήκους ως 4 εκ. Άνθη σε βότρεις. Άνθηση Μάιο-Ιούνιο.
Καρπός δρύπη, σχεδόν σφαιρική.
Στην πανίδα της περιοχής απαντώνται:

. Lepus europaeus (λαγός). Ο βιότοπός του είναι οι πεδινές περιοχές με γεωργικές


καλλιέργειες, τα αραιά δάση κωνοφόρων και πλατύφυλλων, οι θαμνότοποι καθώς και τα γυμνά
βουνά με αραιή θαμνώδη βλάστηση. Η τροφή του είναι φυτική και αποτελείται κυρίως από
γράστεις, πόες, χυμώδεις καρπούς, λαχανικά, δημητριακά, ετήσιους βλαστούς και οφθαλμούς,
σπόρους, βαλανίδια και κάστανα. Εχθροί του είναι όλα τα σαρκοφάγα και τα αρπακτικά πτηνά.
Έχει οικονομική σημασία ως πηγή τροφής, αλλά κυρίως ως θήραμα, όπου και αποτελεί το πιο
σημαντικό θηραματικό είδος.

. Vulpes-vulpes (αλεπού). Ο βιότοπός της παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία λόγω της εύκολης
προσαρμογής στις διάφορες συνθήκες. Προτιμά νεαρά κυρίως δάση, θαμνότοπους, χέρσες ή και
καλλιεργημένες γεωργικές εκτάσεις που συνορεύουν με δάση ή θαμνότοπους. Η τροφή της
αποτελείται κατά 80% από είδη ζωικής προέλευσης και 20% από είδη φυτικής προέλευσης. Η
τροφή ζωικής προέλευσης αποτελείται από αρουραίους, ποντίκια, τυφλοπόντικες, λαγοί, ακρίδες,
σκαθάρια, σαύρες, φίδια, αμφίβια, σαλιγκάρια, φασιανούς, πέρδικες, ορτύκια, πάπιες, χήνες, αυγά
πτηνών, ψάρια και ψοφίμια. Η κυριότερη τροφή φυτικής προέλευσης αποτελείται από σταφύλια,
σύκα, πεπόνια, βατόμουρα, μήλα και χυμώδεις καρποί. Έχει οικονομική σημασία για το πολύτιμο
115
δέρμα της που χρησιμοποιείται ως γουναρικό με το όνομα «ρενάρ» και για τη συμβολή της στη
γεωργία λόγω της ευεργετικής της συμμετοχής στον έλεγχο της αύξησης των τρωκτικών.

. Mustela nivalis (νυφίτσα). Ζει σε όλους τους τύπους βιοτόπων, από πεδιάδες μέχρι ψηλά
βουνά. Προτιμά δάση και χέρσες ή καλλιεργημένες περιοχές. Η τροφή της αποτελείται από
ποντικούς, τυφλοπόντικες, σκίουρους, σαύρες, φίδια, αμφίβια, αυγά και εδάφια πτηνά. Οι
κυριότεροι εχθροί είναι η αλεπού, τα γεράκια και ο μπούφος.

. Meles meles (ασβός). Είναι είδος δασόβιο. Προτιμά δάση κωνοφόρων ή μικτά καθώς και
θαμνότοπους κοντά σε γεωργικές εκτάσεις. Είναι είδος παμφάγο. Τρέφεται με έντομα,
σκουλήκια, σαλιγκάρια, ποντικούς, τυφλοπόντικες, αυγά, νεοσσούς, φρούτα, καρπούς δένδρων
και καρπούς δημητριακών (κυρίως καλαμπόκι). Κατά κανόνα οι φυτικές τροφές αποτελούν το
75% του διαιτολογίου του.

. Buteo buteo (ποντικοβαρβακίνα). Είναι είδος μεταναστευτικό. Στη χώρα μας ζει μόνιμα
και είναι το πιο συνηθισμένο αρπακτικό. Το θέρος ζει σε δάση με διάκενα, ενώ το χειμώνα σε
ανοιχτές γεωργικές περιοχές με αραιή δενδρώδη βλάστηση. Τρέφεται με ποντίκια,
τυφλοπόντικες, λαγούς, ικτίδες, σκαθάρια, ακρίδες, σαύρες και φίδια. Πτηνά μικρού και μέσου
μεγέθους αποτελούν μικρό μέρος του διαιτολογίου του, γιατί δεν έχει ιδιαίτερη πτητική
ικανότητα και ευελιξία για τη σύλληψή τους. Το χειμώνα τρέφεται με ψοφίμια. Θεωρείται είδος
πολύτιμο στη γεωργία.

. Milvus migrans (τσίφτης). Είναι είδος μεταναστευτικό με ευρεία γεωγραφική εξάπλωση.


Στη χώρα μας ζει μόνιμα. Αναπαράγεται σε δάση κοντά σε λίμνες, έλη και ποτάμια. Τρέφεται με
ψάρια, μεγάλα έντομα, πτηνά, σαύρες, φίδια, βατράχους, σκουλήκια, τρωκτικά και ψοφίμια. Έχει
ιδιαίτερη προτίμηση στους νεοσσούς πτηνών και ιδίως πουλερικών.

. Falko peregrines (πετρίτης). Είναι είδος μεταναστευτικό. Στη χώρα μας ζει μόνιμα. Ζει
σε ανοιχτές περιοχές με δενδρώδη βλάστηση ή ψηλούς βράχους και σπανιότερα σε αραιά δάση.
Τρέφεται αποκλειστικά πτηνά μέχρι μεγέθους πάπιας και μικρών πτηνών. Τετραονίδες και
περιστερόμορφα έχουν ιδιαίτερη προτίμηση όταν αφθονούν. Σπάνια επιτίθεται σε κατοικίδια
πουλερικά καθώς και σε θηλαστικά (τρωκτικά και λαγόμορφα). Τη λεία του την πιάνει πάντοτε
στον αέρα.

. Falko tinnunculus (βραχοκιρκίνεζο). Είναι είδος μεταναστευτικό. Στη χώρα μας ζει
μόνιμα. Απαντάται σε ανοιχτές περιοχές, όπως γεωργικές εκτάσεις, θαμνότοπους, ανοικτά δάση
και ακτές θαλασσών. Τρέφεται με μικρά τρωκτικά, έντομα, νεοσσούς, εδάφια μικρά πτηνά,
ερπετά, σκουλήκια και αμφίβια. Το διαιτολόγιό του αποτελείται συνήθως από 65% θηλαστικά,
14% πτηνά, 17% έντομα (ακρίδες), 2,5% σκουλήκια και 1,5% βατράχους.

. Bubo bubo (μπούφος). Είναι είδος ενδημικό και σπάνια μετακινείται από την περιοχή
που ζει. Απαντάται σε ολόκληρη την Ελλάδα, όχι όμως σε μεγάλους πληθυσμούς. Ζει σε πυκνά
δάση, ερημικές και βραχώδεις περιοχές. Τρέφεται με μικρά θηλαστικά καθώς και με πτηνά.

116
. Stix aluco (χουχουριστής). Είναι είδος κοινό στην Ελλάδα. Ζει σε δάση, πάρκα, κήπους,
συνήθως κοντά σε κατοικημένες περιοχές. Τρέφεται με έντομα, μικρά τρωκτικά και λιγότερο με
μικρά πτηνά, σαύρες και σκουλήκια.

. Corvus corax (κοράκι), Corvus monentula (κάργα), Carrulus glandarius (κίσσα) και
Pica pica (καρακάξα). Πτηνά της οικογένειας Corvidae (κορακίδαι), που ζουν σε όλους τους
βιότοπους. Είναι παμφάγα και φωλιάζουν σε δένδρα, θάμνους και βράχους.

. Turdus merula (κότσυφας). Είναι είδος μεταναστευτικό, εδάφιο. Φωλιάζει σε δένδρα.


Στη χώρα μας ζει μόνιμα σε δάση πλατύφυλλων, θαμνότοπους, όχθες ποταμών και κήπους κοντά
σε κατοικημένες περιοχές. Τρέφεται με έντομα και φρούτα.

. Turdus philomelos (κελαδότσιχλα). Είναι είδος μεταναστευτικό. Στη χώρα μας ζει
μόνιμα κυρίως στην κεντρική και βόρεια Ελλάδα, κυρίως σε δάση κωνοφόρων και πλατύφυλλων.
Προτιμά δάση με πλούσιο υπόροφο. Τρέφεται με έντομα και φρούτα.

5.1.8. Γεωλογικά χαρακτηριστικά της περιοχής.

Η ευρύτερη περιοχή της μελέτης (Παπανικολάου Δ., 1985), ανήκει στη ζώνη της
Ανατολικής Ελλάδας. Η ζώνη αυτή αποτελείται από ένα πλήθος ενοτήτων οι οποίες είναι
παλαιοτεκτονισμένες, έχουν όμως ομογενοποιηθεί από την ανωκρητιδική επίκλυση. Δηλαδή δεν
βρίσκουμε συνεχείς στρωματογραφικές κολώνες Τριαδικό-Καινοζωικό αλλά διάφορες κολώνες
(είτε πελαγικές, είτε νεριτικές, είτε μεταμορφωμένες, είτε μη μεταμορφωμένες με ή χωρίς
οφιόλιθους), που έχουν διάρκεια ζωής μόνο για το διάστημα Τριαδικό-Ιουρασικό. Από πάνω είναι
σε ασυμφωνία τα ιζήματα της ανωκριτιδικής επίκλυσης που καλύπτουν τις παλαιοτεκτονισμένες
ενότητες με γενική ηλικία της επίκλυσης το κενομάνιο.
Η επίκλυση περιλαμβάνει ένα κροκαλοπαγές επίκλυσης στη βάση, το φλύσχη στην οροφή
της κολώνας και ενδιάμεσα μια μάζα από ασβεστόλιθους συνήθως νεριτικούς, αλλά και μερικές
φορές πελαγικούς με παρεμβολές κλαστικών τουρβιδικών σχηματισμών.
Η Ανατολική Ελλάδα έχει την έννοια για το διάστημα Άνω Κρητιδικό-Ηώκαινο και μόνο
για τον καθαρά αλπικό τεκτονισμό του Ηώκαινου, ενώ για το διάστημα πριν το Ανωκρητιδικό και
για τον παλαιοτεκτονισμό του Άνω Ιουρασικού- Κάτω Κρητιδικού δεν έχει έννοια, διότι δεν
υπήρχε το γεγονός που την χαρακτηρίζει η επίκλυση.
Ο αριθμός των παλαιοτεκτονισμένων ενοτήτων στη ζώνη της Ανατολικής Ελλάδας είναι
μεγάλος και τόσο η στρωματογραφική στήλη όσο και τα άλλα χαρακτηριστικά τους αλλάζουν
από ενότητα σε ενότητα, αλλά και πλευρικά μέσα στην ίδια την ενότητα.
Η ενότητα που υπάρχει στην περιοχή μελέτης είναι η υποπελαγονική. Καλύπτει το
μεγαλύτερο μέρος της ζώνης της Ανατολικής Ελλάδας και περιλαμβάνει κυρίως νεριτικού τύπου
πετρώματα (νεριτικοί ασβεστόλιθοι στο Ανωτριαδικό και εν μέρει Ιουρασικό) μιας
ασβεστολιθικής πλατφόρμας, που διακόπτεται κατά ορισμένες περιόδους (όχι παντού) από
σχιστοψαμμιτοκερατολιθικές διαπλάσεις. Ιδιαίτερα στην οροφή η ανώτερη σχιστοκερατολιθική
διάπλαση παίρνει τη μορφή τεκτονικού μίγματος που υπόκειται του καλύμματος των οφιολίθων.
Σε πολλές θέσεις παρατηρούνται επίσης ένας ή δύο βωξιτοφόροι ορίζοντες στο κιμμερίδιο, κάτω
από ασβεστόλιθους με cladocoropsis mirabilis. Στο ανώτερο Παλαιοζωικό-Κάτω Τριαδικό

117
παρατηρούνται πολλοί κλαστικοί σχηματισμοί, που λιθοοψικά μοιάζουν με φλύσχη και περιέχουν
ολιοσθόλιθους ασβεστόλιθων παλαιοζωικής ηλικίας, ενώ σε ορισμένες θέσεις παρατηρείται
νεριτική ιζηματογένεση. Στο Μεσοτριαδικό παρατηρούνται συχνά ερυθροϊώδεις ή πρασινωποί
μαργαϊκοί ασβεστόλιθοι φάσεως ammonitico rosso που συνδέονται με υποθαλάσσια
ηφαιστειότητα. Κατά το Ανώτερο Τριαδικό-Κατώτερο Ιουρασικό. επικρατεί νεριτική
ιζηματογένεση μεγάλου πάχους με απολιθώματα Megalodon, Gyroporella, Diplopora,
Paleodasycladus κ.α.
Για το τμήμα της Εύβοιας η στρωματογραφική διάρθρωση από τους παλαιότερους προς
τους νεότερους σχηματισμούς (Κατσικάτος Γ., 1966-1967 και 1977) είναι η ακόλουθη:
ΜΕΣΟΝ ΤΡΙΑΔΙΚΟΝ-ΜΕΣΟΝ ΙΟΥΡΑΣΙΚΟΝ
Tm-jm.k.d Ασβεστόλιθοι και δολομίτες με μέσο πάχος 800 μέτρα περίπου. Είναι χρώματος
τεφρού έως τεφρόλευκου, παχυστρωματώδεις έως άστρωτοι του Μέσου-Ανώτερου Τριαδικού. Οι
παραπάνω ασβεστόλιθοι και δολομίτες εξελίσσονται προς τα πάνω σε ασβεστόλιθους του
Κατώτερου-Μέσου Ιουρασικού με μέσο πάχος 700 μέτρα περίπου. Είναι τεφρομέλανες έως
μέλανες, λεπτό-μεσοστρωματώδεις, μικροκρυσταλλικοί, βιτουμενιούχοι, με έντονη κατάκλαση
και πολυάριθμα φλεβίδια ασβεστίτη και πολλές φορές μαζί με δολομιτικές ενστρώσεις. Το
ανώτερο τμήμα αυτών συνίσταται από ασβεστόλιθους ανοιχτόχροες έως τεφρόλευκοι, μέσο-
παχυστρωματώδεις, ωολιθικούς και καρστικούς, οι οποίοι αποτελούν το δάπεδο των βοξιτικών
κοιτασμάτων.
ΚΙΜΜΕΡΙΔΙΟΝ
J12.K Ασβεστόλιθοι επικλυσιγενείς με ορατό πάχος 300 μέτρα περίπου. Είναι τεφροί έως
μελανότεφροι, κατά θέσεις δολομιτικοί, ενίοτε μετά ενστρώσεων δολομιτών, ωολιθικοί-
ψευδοωολιθικοί, μέσο- έως παχυστρωματώδεις και ενίοτε άστρωτοι, με βολβούς πυριτόλιθων
κατά θέσεις.
K b Βοξιτικά κοιτάσματα κατώτερου ορίζοντα της νήσου Εύβοιας. Είναι μετάλλευμα
χρώματος ερυθρόφαιου και ενίοτε λευκού, λειμωνιτιωμένο, συμπαγές ή πισολιθικό, αδιάλυτου
διασπορικού τύπου. Τα βοξιτικά κοιτάσματα είναι συνήθως μικρά, είναι πάνω ασύμφωνα από
τους κάτω-μεσοϊουρασικούς ασβεστόλιθους και κάτω σύμφωνα από τους κιμμερίδιους
ασβεστόλιθους.
ΚΙΜΜΕΡΙΔΙΟΝ-ΚΑΤΩΤΕΡΟΝ ΚΡΗΤΙΔΙΚΟΝ
π Περιδοτίτες με πάχος 700 μέτρα περίπου. Είναι υπερκείμενοι τεκτονικώς από τους
σχηματισμούς της σχιστοκερατολιθικής διάπλασης (sh) ή από τους σχηματισμούς του Ανώτερου
Ιουρασικού με διαφορετικό βαθμό σερπεντινίωσης αποσάθρωσης από θέση σε θέση. Ενίοτε
συνοδεύονται τεκτονικώς από μεταμορφωμένους σχηματισμούς (σ) εκ διμαρμαρυγιακών
σχιστόλιθων, αμφιβολιτικών σχιστόλιθων και φυλλιτών. Η ζώνη του περιδοτίτη εγκλείει
μεταλλοφορία λευκόλιθου, υπό μορφή τυπικών φλεβών και “stock work “
Mg Κοιτάσματα-εμφανίσεις λευκόλιθου. Απαντούν εντός των περιδοτιτών υπό μορφή
τυπικών φλεβών και δικτύου φλεβιδίων ( stock work ), τα οποία τυγχάνουν εντατικής
εκμετάλλευσης.
Sh Σχιστό-κερατολιθική διάπλαση με ορατό πάχος 250 μέτρα περίπου. Είναι σχηματισμοί
βαθειάς θάλασσας, από κεραμόχροες και ερυθρόχροες κερατόλιθους, αργιλικούς σχιστόλιθους με
βασικά εκρηξιγενή πετρώματα (κυρίως διαβάση και βασάλτη) και μάζες περιδοτίτη. Η διάπλαση
αυτή συνοδεύεται τεκτονικά από σχηματισμούς ασβεστόλιθων (sh.k) και ως σύνολο αυτή με τις
μεγάλες περιδοτικές μάζες (π) είναι επωθημένη, προανωκρητιδικά πάνω από τους σχηματισμούς
του Ανώτερου Ιουρασικού.
ΝΕΟΓΕΝΕΣ
118
Νg Νεογενή ιζήματα της νήσου Εύβοιας μη διαχωρισθέντα
1. Λιμναία ιζήματα τα οποία συνίστανται από τραβερτινοειδείς ασβεστόλιθους,
μάργες, αργίλους και ψαμμίτες. Κατά θέσεις στη βάση τους είναι κροκαλολατυποπαγή με μεγάλο
ποσοστό από κροκαλολατύπες εκ μεταλλεύματος λευκόλιθου.
2. Ποταμοχερσαίες αποθέσεις, συνίστανται από κροκαλολατυποπαγή και
αργιλοαμμώδη υλικά, ερυθρού κατά κανόνα χρώματος.
Το πάχος των νεογενών ιζημάτων είναι 200 μέτρα περίπου.
ΤΕΤΑΡΤΟΓΕΝΕΣ
Η 2 Αλλουβιακές αποθέσεις. Είναι ασύνδετα υλικά από άμμους και κροκαλολατύπες στις
κοίτες ποταμών και χειμάρρων, προσχώσεις από χαλαρά αργιλοαμμώδη υλικά, ερυθρογή με
κροκαλολατύπες και υλικά χειμαρρωδών αναβαθμίδων ύψους έως και 3 μέτρα.
Βασική είναι η σημασία των ορυκτών και των πετρωμάτων στο σχηματισμό των εδαφών.
Τα προϊόντα της αποσάθρωσης και του μετασχηματισμού τους , μαζί με τα προϊόντα της
αποσύνθεσης των φυτικών και ζωικών υπολειμμάτων, σχηματίζουν τη στερεά φάση του εδάφους.
Πολλές φυσικές και χημικές ιδιότητες του εδάφους καθορίζονται ή επηρεάζονται σε μεγάλο
βαθμό από την ορυκτολογική σύσταση του πετρώματος ή του μητρικού υλικού από το οποίο
σχηματίζεται το έδαφος.
Στην περιοχή μελέτης ο περιδοτίτης και τα νεογενή ιζήματα είναι τα κυρίαρχα πετρώματα.
Ο περιδοτίτης ( Παπαμίχος Ν., 1990, σελ. 43) αποτελείται από σιδηρομαγνησιούχα ορυκτά,
κυρίως από ολιβίνη, κεροστίλβη και αυγίτη. Έχει χρώμα σκοτεινό πράσινο, πρασινοκίτρινο ή
καστανό. Οι περιδοτίτες και γενικά τα ολιβινούχα πετρώματα, μετατρέπονται στη φύση με
σχετική ευκολία και δίνουν σερπεντίνη και λευκόλιθο. Η σερπεντινίωση των περιδοτιτών
αποτελεί γενικό φαινόμενο και μπορεί να μεταβάλλει ολόκληρες εκτάσεις περιδοτίτη ή
ολιβινούχου πετρώματος σε σερπεντίνη, σύμφωνα με τις παρακάτω αντιδράσεις:
2Μg2SiO4 + CO2 +2H2O = H4Mg3Si2O9 + MgCO3
3MgFeSiO4 + 2H2O = H4Mg3Si2O9 + SiO2 + 3Fe
Το οξείδιο του δισθενούς σιδήρου που βρίσκεται στην επιφάνεια του πετρώματος
οξειδώνεται περισσότερο και σχηματίζονται οξείδια του τρισθενούς σιδήρου. Η οξείδωση αυτή
έχει σαν αποτέλεσμα το χρωματισμό του πετρώματος. Καθώς ο σερπεντίνης αποσαθρώνεται στη
συνέχεια , δίνει κολλοειδές ίζημα λευκόλιθου και χαλκηδόνιου (ένυδρο πυριτικό οξύ) σύμφωνα
με την παρακάτω αντίδραση:
H4Mg3Si2O9 + 3CO2 = 3MgCO3 + 2SiO2H2O
Πάνω στα πετρώματα του περιδοτίτη σχηματίζονται σχετικά γόνιμα εδάφη, μέχρι
αργιλώδη, που ευνοούν ιδιαίτερα τη μαύρη πεύκη. Σε πολλές περιπτώσεις τα εδάφη αυτά είναι
διαβρωμένα σε μεγάλο βαθμό και εμφανίζονται πετρώδη με εξέχοντες βράχους και με αραιά και
φτωχή δασική κάλυψη.
Στις περιπτώσεις όπου το πέτρωμα του περιδοτίτη έχει υποστεί ισχυρή σερπεντινίωση, τα
εδάφη είναι αβαθή άγονα, με αραιή και μικρής αύξησης κάλυψη. Η μαύρη και η χαλέπιος πεύκη
αντέχουν περισσότερο στη μεγάλη περιεκτικότητα Μg, η οποία παρατηρείται στα εδάφη του
σερπεντίνη. Γενικά , τα εδάφη αυτά έχουν μικρή περιεκτικότητα σε Ca και μεγάλες ποσότητες
Μg, Cr, Ni. Μάλλον όχι τόσο η μικρή περιεκτικότητα σε Ca, αλλά η δυσμενής σχέση Ca/Mg και
πιθανόν η τοξική επίδραση των μεγάλων σχετικά συγκεντρώσεων Cr, και Ni, δημιουργεί σοβαρά
προβλήματα θρέψης στα φυτά.

119
5.1.9. Κλιματικές συνθήκες περιοχής.

1. Το κλίμα της Ελλάδας ( www.emy.gr) είναι τυπικά μεσογειακό: ήπιοι και υγροί
χειμώνες, σχετικά θερμά και ξηρά καλοκαίρια και, γενικά, μακρές περίοδοι ηλιοφάνειας κατά την
μεγαλύτερη διάρκεια του έτους. Η Ελλάδα βρίσκεται μεταξύ των παραλλήλων 340 και 420 του
Βορείου ημισφαιρίου και βρέχεται από την Ανατολική Μεσόγειο. Το κλίμα της έχει σε γενικές
γραμμές τα χαρακτηριστικά του Μεσογειακού κλίματος, δηλαδή ήπιους και βροχερούς χειμώνες,
σχετικώς θερμά και ξηρά καλοκαίρια και μεγάλη ηλιοφάνεια όλο σχεδόν το χρόνο.
Λεπτομερέστερα στις διάφορες περιοχές της Ελλάδας παρουσιάζεται μια μεγάλη ποικιλία
κλιματικών τύπων, πάντα βέβαια μέσα στα πλαίσια του Μεσογειακού κλίματος. Αυτό οφείλεται
στην τοπογραφική διαμόρφωση της χώρας που έχει μεγάλες διαφορές υψομέτρου (υπάρχουν
μεγάλες οροσειρές κατά μήκος της κεντρικής χώρας και άλλοι ορεινοί όγκοι) και εναλλαγή ξηράς
και θάλασσας. Έτσι από το ξηρό κλίμα της Αττικής και γενικά της Ανατολικής Ελλάδας
μεταπίπτουμε στο υγρό της Βόρειας και Δυτικής Ελλάδας. Τέτοιες κλιματικές διαφορές
συναντώνται ακόμη και σε τόπους που βρίσκονται σε μικρή απόσταση μεταξύ τους , πράγμα που
παρουσιάζεται σε λίγες μόνο χώρες σε όλο τον κόσμο. Από κλιματολογικής πλευράς το έτος
μπορεί να χωριστεί κυρίως σε δύο εποχές: Την ψυχρή και βροχερή χειμερινή περίοδο που διαρκεί
από τα μέσα του Οκτωβρίου και μέχρι το τέλος Μαρτίου και τη θερμή και άνομβρη εποχή που
διαρκεί από τον Απρίλιο έως τον Οκτώβριο. Κατά την πρώτη περίοδο οι ψυχρότεροι μήνες είναι
ο Ιανουάριος και ο Φεβρουάριος, όπου κατά μέσον όρο η μέση ελάχιστη θερμοκρασία κυμαίνεται
από 5-100C στις παραθαλάσσιες περιοχές, από 0 - 50C στις ηπειρωτικές περιοχές και με
χαμηλότερες τιμές κάτω από το μηδέν στις βόρειες περιοχές. Οι βροχές στη χώρα μας ακόμη και
τη χειμερινή περίοδο δεν διαρκούν για πολλές ημέρες και ο ουρανός της Ελλάδας δεν μένει
συννεφιασμένος για αρκετές συνεχόμενες ημέρες, όπως συμβαίνει σε άλλες περιοχές της γης. Οι
χειμερινές κακοκαιρίες διακόπτονται συχνά κατά τον Ιανουάριο και το πρώτο δεκαπενθήμερο του
Φεβρουαρίου από ηλιόλουστες ημέρες, τις γνωστές από την αρχαιότητα “Αλκυονίδες ημέρες". Η
χειμερινή εποχή είναι γλυκύτερη στα νησιά του Αιγαίου και του Ιουνίου από ότι στη Βόρεια και
Ανατολική Ελλάδα. Κατά τη θερμή και άνομβρη εποχή ο καιρός είναι σταθερός, ο ουρανός
σχεδόν αίθριος, ο ήλιος λαμπερός και δεν βρέχει εκτός από σπάνια διαλείμματα με ραγδαίες
βροχές ή καταιγίδες μικρής όμως διάρκειας. Η θερμότερη περίοδος είναι το τελευταίο δεκαήμερο
του Ιουλίου και το πρώτο του Αυγούστου οπότε η μέση μεγίστη θερμοκρασία κυμαίνεται από
290C μέχρι 350C. Κατά τη θερμή εποχή οι υψηλές θερμοκρασίες μετριάζονται από τη δροσερή
θαλάσσια αύρα στις παράκτιες περιοχές της χώρας και από τους βόρειους ανέμους (ετήσιες) που
φυσούν κυρίως στο Αιγαίο. Η Άνοιξη έχει μικρή διάρκεια, διότι ο μεν Χειμώνας είναι όψιμος, το
δε καλοκαίρι αρχίζει πρώιμα. Το Φθινόπωρο είναι μακρύ και θερμό και πολλές φορές
παρατείνεται στη Νότια Ελλάδα και μέχρι τα μισά του Δεκεμβρίου.
Ο μετεωρολογικός δασικός σταθμός που βρίσκεται κοντά στην περιοχή είναι αυτός του
Σταυρού Λίμνης. Η ακριβής θέση του προσδιορίζεται στο 38° 42΄94΄΄ γεωγραφικό πλάτος και
23° 18΄18΄΄ γεωγραφικό μήκος, σε υψόμετρο 266 μέτρα. Τα στοιχεία του σταθμού εκφράζουν και
τα στοιχεία της μελετώμενης περιοχής (πίνακες Α,Β,Γ,Δ,Ε,ΣΤ).
Από την επεξεργασία των πινάκων Α,Β,Γ,Δ,Ε,ΣΤ προκύπτουν:
Η μέση ετήσια θερμοκρασία αέρος είναι 14,2° C.
Η μέση θερμοκρασία αέρος του ψυχρότερου μήνα είναι 4,6° C.
Η μέση θερμοκρασία αέρος του θερμότερου μήνα είναι 23,9° C.
Η μέση μέγιστη θερμοκρασία αέρος κατά την ώρα των παρατηρήσεων είναι 25,3° C.

120
Η μέση ελάχιστη θερμοκρασία αέρος κατά την ώρα των παρατηρήσεων είναι 4,2° C.
Η μέση σχετική υγρασία αέρος είναι 65,2%.
Η μέση σχετική υγρασία αέρος ξηρότερου μηνός είναι 51%.
Η απόλυτα μέγιστη θερμοκρασία αέρος του θερμότερου μηνός είναι 40,2° C.
Η απόλυτα ελάχιστη θερμοκρασία αέρος του ψυχρότερου μηνός είναι -5,7° C.
Ο μέσος ετήσιος υετός είναι 615 mm βροχής.
Το μέσο ύψος βροχής μηνός Ιουνίου είναι 8,0 mm βροχής.
Το μέσο ύψος βροχής μηνός Ιουλίου είναι 7,3 mm βροχής.
Το μέσο ύψος βροχής μηνός Αυγούστου είναι 7,5 mm βροχής.
Το μέσο ύψος βροχής μηνός Σεπτεμβρίου είναι 20,15 mm βροχής.
Το μέσο ύψος βροχής του τετράμηνου Ιουνίου-Σεπτεμβρίου είναι 10,75 mm βροχής.
Η μέση ετήσια διάρκεια βροχής είναι 41.502 min.
Η μέση ετήσια διάρκεια βροχής μηνός Ιουνίου είναι 382 min.
Η μέση ετήσια διάρκεια βροχής μηνός Ιουλίου είναι 286 min.
Η μέση ετήσια διάρκεια βροχής μηνός Αυγούστου είναι 476 min.
Η μέση ετήσια διάρκεια βροχής μηνός Σεπτεμβρίου είναι 2.086 min.
Η τιμή του ομβροθερμικού πηλίκου (τύπος του Emperger) είναι Q=111,80
Mε βάση την τιμή του ομβροθερμικού πηλίκου και την τιμή των ελαχίστων θερμοκρασιών
του ψυχρότερου μήνα, η περιοχή ανήκει στο μεσογειακό ύφυγρο κλίμα, με εύκρατο υποόροφο,
χειμώνα ήπιο και παγετούς σπάνιους.
Η κατά μήνα διαδρομή της μέσης θερμοκρασίας και του υετού στο έτος φαίνεται στο
παραστατικό ομβρογραφικό διάγραμμα (πίνακας Ζ).
Η βλαστική περίοδος με βάση τον αριθμό των ημερών οι οποίες εμφανίζουν μέση
θερμοκρασία πάνω από 10° C με βάση το παραπάνω ομβρογραφικό διάγραμμα προσδιορίζεται σε
128 ημέρες και θεωρείται ως ξηρή περίοδος.
Τα δεδομένα των μετεωρολογικών παρατηρήσεων του σταθμού αναφέρονται στα έτη 1996,
1997, 1998, 1999 και 2000.

5.1.10. Οπτική ανάλυση της περιοχής.

Η προς αποκατάσταση έκταση (ορθ. 1) είναι τμήμα τοπίου, το οποίο γίνεται αντιληπτό από
παρατηρητές που κινούνται στον επαρχιακό δρόμο Προκόπι-Δαφνούσα-Τρούπι-Καλύβια-
Σπαθάρι-Μετόχι-Κήρινθος, ο οποίος διέρχεται σε απόσταση 10 μ. από αυτή.
Το τοπίο (φωτ 3), το οποίο περιλαμβάνει την προς αποκατάσταση έκταση, έχει το
χαρακτήρα του πανοραμικού τοπίου, στο οποίο κυριαρχεί ο ορίζοντας. Η γραμμή είναι αυτή, η
οποία περισσότερο από όλα τα άλλα κυρίαρχα στοιχεία (μορφή, χρώμα, υφή), κάνει εντονότερη
την παρουσία της, την οποία προβάλλει η αντίθεση που παρατηρείται μεταξύ του γαλάζιου
χρώματος του ουρανού και του πράσινου χρώματος της βλάστησης, η οποία καλύπτει την έκτασή
του. Η γραμμή είναι καμπύλη και ο χαρακτήρας της υποδηλώνει αργή κίνηση, η οποία είναι πιο
ευχάριστη. Κυριαρχείται από το σκούρο πράσινο χρώμα της βλάστησης, το οποίο σαν εντύπωση,
είναι αμετάβλητο, σίγουρο και διαρκές, αντιπροσωπεύει τις σταθερές αξίες και δίνει σιγουριά και
υπεροχή. Δεν είναι πλήρως καλυμμένο από το δάσος της χαλεπίου πεύκης, αφού υπάρχουν σε
αυτό ο οικισμός και οι γεωργικές εκτάσεις, οι οποίες είναι καλυμμένες με χλόη, δίνοντάς του
υφές διαφορετικού χαρακτήρα. Τα χαρακτηριστικά της τοπογραφικής διαμόρφωσης (χαράδρες,

121
υδροκρίτης) είναι τέτοια, τα οποία δεν τείνουν να συγκεντρώσουν την προσοχή του παρατηρητή
πάνω σε ένα σημείο ή μια επιφάνεια.
Τα μέτωπα εκσκαφής του μεταλλείου και τα πρανή των χώρων απόθεσης των στείρων
έχουν ανοικτό χρώμα, με αποτέλεσμα να προβάλλονται έντονα μέσα στο σκούρο φόντο του
δασικού τοπίου.

5.1.10.1. Ζώνες απόστασης του τοπίου.

Ως θέση παρατήρησης του τοπίου ορίζεται ο επαρχιακός δρόμος Προκόπι -Δαφνούσα –


Τρούπι - Κήρινθος.
Κατά ένα συμβατικό τρόπο το τοπίο διαιρείται σε τρεις ζώνες απόστασης, ή τρία βασικά
επίπεδα ή πλάνα, όπου οι αλλαγές στην υφή της βλάστησης βοηθούν στη διάκρισή τους.
Επειδή η προς αποκατάσταση μεταλλευτική έκταση αρχίζει να μπαίνει στο τοπίο από
σημεία του δρόμου, τα οποία απέχουν λιγότερο από 800 μέτρα, και επειδή στις άλλες ζώνες
απόστασης το τοπίο λόγω της τοπογραφικής διαμόρφωσης, της βλάστησης και της μη διατάραξής
του, δεν παρουσιάζουν ενδιαφέρον αποκατάστασης, αναλύεται μόνο η πρώτη ζώνη απόστασης, η
οποία επιλέγεται από 0-800 μ και στην οποία διακρίνονται λεπτομέρειες.
Στον προς αποκατάσταση χώρο της πρώτης ζώνης υπάρχουν:
α) οι βαθμίδες, β) οι αποθέσεις των στείρων σε τέσσερεις σωρούς, με τις επίπεδες
επιφάνειες και τα πρανή τους, γ) η κοίτη του ρέματος, δ) οι δρόμοι, οι οποίοι εξυπηρετούσαν την
μεταλλευτική δραστηριότητα και δ) η λίμνη.

5.1.10.2. Εκτίμηση οπτικής απορροφητικής ικανότητας του τοπίου


( Ο.Α.Ι ).

Η εκτίμηση της Ο.Α.Ι του τοπίου θα μας δώσει τη δυνατότητα να σχεδιάσουμε οποιαδήποτε
δραστηριότητα ή και όποια τεχνικά έργα και κατασκευές, έτσι ώστε να μην αλλοιωθεί ο
χαρακτήρας του.
Η βαθμολόγηση του κάθε παράγοντα, ο οποίος επηρεάζει την Ο.Α.Ι του τοπίου, σύμφωνα
με τον πίνακα 4, των Α. Χατζηστάθη και Ι. Ισπικούδη έχει ως εξής:
• Για τις επίπεδες επιφάνειες των χώρων απόθεσης των στείρων και την κοίτη του ρέματος
-Κλίση (Κ). Ο βαθμός της κλίσης είναι 5, αφού οι συνθήκες της είναι από 0-5%.
-Διάβρωση εδάφους (Δ). Ο βαθμός της διάβρωσης του εδάφους τους είναι 3, αφού το
δυναμικό της είναι χαμηλό, λόγω της μικρής κλίσης του.
-Δυναμικό αναγέννησης βλάστησης (ΑΒ). Ο βαθμός του δυναμικού αναγέννησης της
βλάστησής τους είναι 1, αφού αυτό είναι χαμηλό και οφείλεται στην μη ύπαρξη εδάφους.
-Αντίθεση χρώματος εδάφους (ΑΧ). Ο βαθμός της αντίθεσης χρώματος του εδάφους είναι
3, αφού αυτό απουσιάζει και οφείλεται στη μη απόπλυση του εδάφους.
-Ποικιλότητα τοπίου (Π). Ο βαθμός της ποικιλότητας τοπίου είναι 1, αφού αυτή δεν
υπάρχει.
Η τιμή της Ο.Α.Ι. των τοπίων είναι: Ο.Α.Ι=Κ.(Δ+ΑΒ+ΑΧ+Π)=5.(3+1+3+1)=40, η οποία
εκτιμάται ως μέση και είναι το ανώτατο όριό της.
Μέση Ο.Α.Ι τοπίου σημαίνει ότι η φυσική ικανότητά του να δεχθεί οργανωμένες
δραστηριότητες ανάπτυξης ή διαχείρισης είναι ικανοποιητική

122
• Για τις επιφάνειες των βαθμίδων και των πρανών απόθεσης των στείρων
-Κλίση (Κ). Ο βαθμός της κλίσης είναι 1, αφού οι συνθήκες της είναι >60%.
-Διάβρωση εδάφους (Δ). Ο βαθμός της διάβρωσης του εδάφους τους είναι 1, αφού το
δυναμικό της είναι υψηλό, λόγω της μεγάλης κλίσης και της μη ύπαρξης βλάστησης.
-Δυναμικό αναγέννησης βλάστησης (ΑΒ). Ο βαθμός του δυναμικού αναγέννησης
βλάστησής τους είναι 1, αφού αυτό είναι χαμηλό και οφείλεται στην μη ύπαρξη εδάφους.
-Αντίθεση χρώματος εδάφους (ΑΧ). Ο βαθμός της αντίθεσης χρώματος εδάφους είναι 3,
αφού απουσιάζει.
-Ποικιλότητα τοπίου (Π). Ο βαθμός της ποικιλότητας τοπίου είναι 1, αφού δεν υπάρχει.
Η τιμή της Ο.Α.Ι. τους είναι Ο.Α.Ι=Κ.(Δ+ΑΒ+ΑΧ+Π)=1.(1+1+3+1)=6, η οποία εκτιμάται
ως πολύ χαμηλή.
Πολύ χαμηλή Ο.Α.Ι τοπίου σημαίνει ότι η φυσική ικανότητά του να δεχθεί οργανωμένες
δραστηριότητες ανάπτυξης ή διαχείρισης είναι ασήμαντη.

5.1.10.3. Κλάσεις ποικιλίας του τοπίου.

Με βάση τα φυσικά στοιχεία (ανάγλυφο, μορφές βράχων και σχηματισμών, βλάστηση,


λίμνες, ρεύματα ή ρυάκια) και το βαθμό διαφοροποίησης τους κατατάξαμε, σύμφωνα με τον
πίνακα 5 των Α. Χατζηστάθη και Ι. Ισπικούδη, τα τοπία των επίπεδων επιφανειών των χώρων
απόθεσης των στείρων και της κοίτης του ρέματος, καθώς και των βαθμίδων και των πρανών
απόθεσης των στείρων, στη Γ κλάση ποικιλίας, με ελάχιστη διαφοροποίηση αισθητικών
στοιχείων.

5.1.10.4. Επίπεδα ευαισθησίας του τοπίου.

Το τοπίο είναι ορατό μόνο από τον επαρχιακό δρόμο (δευτερεύων δρόμος) που συνδέει το
Προκόπι, τη Δαφνούσα, το Τρούπι, τα Καλύβια, το Σπαθάρι, το Μετόχι και την Κήρινθο.
Χρήστες αυτού του δρόμου είναι οι κάτοικοι του Τρουπίου, οι κάτοικοι του δήμου Κηρέα και
κυνηγοί.
Οι κάτοικοι του Τρουπίου είναι αυτοί καταρχήν, οι οποίοι ζώντας στο χωριό, ενδιαφέρονται
για την οπτική ποιότητα του τοπίου. Οι κάτοικοι του δήμου Κηρέα ενδιαφέρονται να αναπτυχθεί
τουριστικά η περιοχή. Οι κυνηγοί δείχνουν ενδιαφέρον για την αύξηση του θηραματικού
πληθυσμού στην περιοχή.
Ο βαθμός ευαισθησίας των παραπάνω κατηγοριών επισκεπτών της περιοχής είναι πολύ
δύσκολο να προσδιοριστεί ποσοτικά επακριβώς. Το ενδιαφέρον τους αποκτάται με
σφυγμομετρήσεις, ερωτηματολόγια, προσωπικές συνεντεύξεις ή με δοκιμή της φωτογραφικής
προτίμησης.
Το μέγιστο ενδιαφέρον των κατοίκων του Τρουπίου και του δήμου Κηρέα εκδηλώνεται
στην αξιοποίηση όλων των λιμνών που δημιουργήθηκαν εξαιτίας της επιφανειακής εξόρυξης
λευκόλιθου στην περιοχή τους και στην περιβαλλοντική αποκατάσταση των μεταλλευτικών
χώρων. Τούτο αποδεικνύεται από τα δημοσιεύματα στον τοπικό τύπο και από τις αποφάσεις που
έχουν πάρει κατά καιρούς τα δημοτικά συμβούλια του δήμου Κηρέα. Ζώντας και εγώ στην
περιοχή, είμαι αυτήκοος μάρτυρας σχετικών συζητήσεων, αλλά και σαν υπάλληλος του
δασαρχείου Λίμνης είμαι γνώστης αιτημάτων του δήμου Κηρέα για την περιβαλλοντική

123
αποκατάσταση των μεταλλείων της περιοχής και της αξιοποίησής τους. Επειδή το κυνήγι είναι
σπορ και ασκείται στο φυσικό περιβάλλον, μπορούμε να κάνουμε την παραδοχή ότι οι κυνηγοί
στην πλειοψηφία τους είναι φυσιολάτρες και τουλάχιστον το ¼ των επισκεπτών και όχι
περισσότεροι από τα ¾, δείχνουν μέγιστο ενδιαφέρον για την ποιότητα θέας του τοπίου.
Με βάση την ορατότητα του τοπίου από τον επαρχιακό δρόμο, κατατάξαμε σύμφωνα με
τον πίνακα 6 των Α. Χατζηστάθη και Ι. Ισπικούδη, τα τοπία των βαθμίδων και των πρανών
απόθεσης των στείρων καθώς και το τοπίο της επίπεδης επιφάνειας της κοίτης του ρέμα στο
επίπεδο 2, όπου υπάρχει μέση ή μέτρια ευαισθησία και μέτριο ενδιαφέρον. Τα τοπία των
επίπεδων επιφανειών των χώρων απόθεσης των στείρων δεν τα κατατάξαμε, γιατί δεν είναι ορατά
από πρωτεύοντες και δευτερεύοντες δρόμους, καθώς και από χώρους αναψυχής και υδάτινες
μάζες.

5.1.10.5. Οπτικοί ποιοτικοί στόχοι.

Έχοντας αναγνωρίσει τις κλάσεις ποικιλίας των τοπίων, τα επίπεδα ευαισθησίας τους, τις
ζώνες απόστασης και την επιτρεπόμενη αλλαγή μέσα τους, προκύπτει σύμφωνα με τον πίνακα 7
των Α. Χατζηστάθη και Ι. Ισπικούδη ότι:
• Για το τοπίο της κοίτης του ρέματος, ο Ο.Π.Σ. είναι η (Τ)- Τροποποίηση, όπου οι
επεμβάσεις κυριαρχούν αλλά δανείζονται από το τοπίο και πρέπει να υπάρξει κάλυψη μέσα σε
ένα χρόνο.
• Για τα τοπία των βαθμίδων και των πρανών απόθεσης των στείρων, επειδή οι επεμβάσεις
ξεπερνούν τα όρια της απορροφητικής ικανότητας του τοπίου και δεν σχετίζονται οπτικά με αυτό,
τότε οδηγούμαστε στην (ΑΤ)- Ανεπίτρεπτη Τροποποίηση, όπου οι επεμβάσεις θα είναι ορατές για
περισσότερα από 10 χρόνια. Στην περίπτωση αυτή απαιτείται επιπρόσθετα βραχυπρόθεσμος
στόχος που είναι η (Βε)- Βελτίωση, δηλ. έντονη επέμβαση, ώστε να επιτευχθεί ο επιθυμητός
βαθμός τελειότητας του τοπίου, βασισμένος σε φυσικά οικολογικά αλλά και κοινωνικά
χαρακτηριστικά της περιοχής. Οι επεμβάσεις αυτές θα είναι ορατές για περισσότερα από 10
χρόνια.
1. Συμβολισμός του τοπίου της κοίτης του ρέματος

ΖΩΝΗ ΑΠΟΣΤΑΣΗΣ
ΕΠΙΠΕΔΟ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑΣ
ΚΛΑΣΗ ΠΟΙΚΙΛΙΑΣ
1z 2 Γ 

ΟΠΤΙΚΟΣ ΠΟΙΟΤΙΚΟΣ ΣΤΟΧΟΣ

2. Συμβολισμός των τοπίων των βαθμίδων και των πρανών απόθεσης των στείρων
ΖΩΝΗ  ΑΠΟΣΤΑΣΗΣ
ΕΠΙΠΕΔΟ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑΣ
ΚΛΑΣΗ ΠΟΙΚΙΛΙΑΣ
1z 2 Γ 
 
ΑT  Βε ΒΕΛΤΙΩΣΗ
124
ΟΠΤΙΚΟΣ ΠΟΙΟΤΙΚΟΣ ΣΤΟΧΟΣ
5.1.11. Επιλογή χρήσης αποκατάστασης μεταλλείου.

Η μεταλλευτική δραστηριότητα αναπτύχθηκε σε δασική έκταση και σύμφωνα με τη δασική


νομοθεσία επιβάλλεται η επανεγκατάσταση σ΄αυτήν του δάσους. Δίνεται η δυνατότητα να γίνουν
ορισμένα έργα που θα εξυπηρετήσουν την ανάπτυξη της δασικής αναψυχής, καθώς και μικρά
κοινοτικά έργα. Οποιαδήποτε άλλη χρήση αποκλείεται, όπως και να μη γίνει τίποτε (μηδενική
λύση).
Οι επιλογές που προσφέρονται στη μεταλλευτική περιοχή είναι: α) η εγκατάσταση δάσους
και β) η εγκατάσταση δάσους με τη δημιουργία οργανωμένων χώρων για την ανάπτυξη δασικής
αναψυχής.
Οι προϋποθέσεις (κλιματικοί και εδαφικοί παράγοντες, κλίσεις, δυνατότητα μηχανικής
ανάπτυξής τους) με τις οποίες αποφασίζονται οι παραπάνω επιλογές εκπληρούνται. Υπάρχει δε
εκπεφρασμένη ζήτηση για τη δεύτερη επιλογή από τους κατοίκους του δήμου Κηρέα, οι οποίοι με
το σταμάτημα της μεταλλευτικής δραστηριότητας θεωρούν ότι ο τουρισμός αποτελεί μονόδρομο
για την ανάπτυξη της περιοχής.
Για την περιβαλλοντική αξιολόγηση των δύο εναλλακτικών επιλογών επιλέγουμε την
πολυκριτηριακή μέθοδο του ισοζυγίου σχεδιασμού. Τα κριτήρια που χρησιμοποιούμε είναι:
α) της δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας,
β) της αξίας της γης,
γ) της αισθητικής του τοπίου,
δ) της αποφυγής διάβρωσης του εδάφους και
ε) της παροχής αναψυχής.
Όλα τα κριτήρια ικανοποιούνται και από τις δύο εναλλακτικές επιλογές, όπως φαίνονται
στον πίνακα 8.

Πίνακας 8
(+) = θετική ικανοποίηση κριτηρίων από τις επιλογές
(-) = αρνητική ικανοποίηση κριτηρίων από τις επιλογές
κριτήρια Επιλογές χρήσης
1η Επιλογή. Εγκατάσταση 2η Επιλογή. Εγκατάσταση
δάσους δάσους και δημιουργία
οργανωμένων χώρων για
ανάπτυξη δασικής αναψυχής
Δημιουργία νέων θέσεων
+ +
εργασίας
Αξία γης + +
Αισθητική τοπίου + +
Αποφυγή διάβρωσης
+ +
εδάφους
Παροχή αναψυχής + +

Στα κριτήρια της αισθητικής του τοπίου και της αποφυγής διάβρωσης του εδάφους, οι
βαθμοί ικανοποίησής τους θεωρούνται ίδιοι και στις δύο επιλογές χρήσης, αφού ο παράγοντας
βλάστηση, που είναι ο βασικότερος είναι παρών και στα δύο. Οι σταθμίσεις για τα δύο κριτήρια

125
θεωρούνται ίδιες και παίρνονται από τον Περιφερειάρχη, που είναι ο λήπτης της απόφασης για
την επιλογή της χρήσης, οι οποίες πρέπει να διέπονται από τη συμβατότητα με την πολιτική της
Ευρωπαϊκής Ένωσης, την περιφερειακή δικαιοσύνη και την οικονομική αποτελεσματικότητα.
Κατά τον υπολογισμό του οφέλους της κάθε επιλογής χρήσης, τα παραπάνω κριτήρια μπορούν να
επαλειφθούν.
Στα κριτήρια της δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας, της αξίας γης και της παροχής
αναψυχής, οι βαθμοί ικανοποίησής τους θεωρούνται διαφορετικοί στις δύο επιλογές χρήσης και
μάλιστα είναι μεγαλύτεροι στη δεύτερη επιλογή, αφού η δημιουργία οργανωμένων χώρων είναι
αυτή που θα δώσει τη διαφορά. Ανεξάρτητα από τους συντελεστές στάθμισης και των τριών
κριτηρίων, που παίρνονται από τον Περιφερειάρχη, το συνολικό όφελος της επιλογής χρήσης
εγκατάσταση δάσους και δημιουργία οργανωμένων χώρων για ανάπτυξη δασικής αναψυχής είναι
το μεγαλύτερο και αποτελεί τη βέλτιστη επιλογή.

5.1.12. Εγκατάσταση βλάστησης και δασικής αναψυχής

Η μεταλλευτική δραστηριότητα έχει αλλάξει τη γεωμορφολογία της περιοχής και στον


ορθοφωτοχάρτη 2 παρουσιάζεται η υπάρχουσα κατάστασή της. Συγκεκριμένα στο χώρο
αποκατάστασης υπάρχουν τέσσερα τμήματα απόθεσης στείρων, ένα τμήμα απόρριψης του
λεπτότερου κλάσματος του πετρώματος (κοίτη ρέματος), οκτώ βαθμίδες, μία λίμνη και ένας
κύριος δρόμος ο οποίος εξυπηρετούσε τις μεταλλευτικές εργασίες μαζί με τους δευτερεύοντες, οι
οποίοι τον συνέδεαν με τα τμήματα απόθεσης των στείρων, τις βαθμίδες και τη λίμνη.
Σε όλα τα τμήματα θα γίνει εγκατάσταση της βλάστησης. Η δασική αναψυχή θα
εγκατασταθεί στις πλατείες του δεύτερου, τρίτου και τέταρτου τμήματος απόθεσης των στείρων
(ορθ. 2). Στην πλατεία του δεύτερου τμήματος απόθεσης των στείρων (ορθ. 1, Α/Φ 1, σχ. 1) θα
εγκατασταθεί η δραστηριότητα του υπαίθριου γεύματος. Η δραστηριότητα με βάση το παιχνίδι
(χώρος καλαθόσφαιρας, χώρος για παιδότοπο) θα εγκατασταθεί στο τρίτο τμήμα απόθεσης των
στείρων (ορθ. 2, Α/Φ 1, σχ. 3). Στο τέταρτο τμήμα απόθεσης των στείρων θα εγκατασταθεί η
δραστηριότητα με βάση τη θέα (ορθ. 1, Α/Φ 1, σχ. 4). Θέσεις στάθμευσης, οι οποίοι θα
εξυπηρετήσουν τους επισκέπτες θα δημιουργηθούν στο πρώτο τμήμα απόθεσης των στείρων και
στο τέλος του κυρίου δρόμου, ο οποίος εξυπηρετούσε τη μεταλλευτική εκμετάλλευση (ορθ. 1,
Α/Φ 1 και σχ. 2,5)
0 χώρο αυτός θα είναι ο ίδιος φυσικό περιβάλλον (δασικό) και θα επιτρέπει τη λειτουργία
δραστηριοτήτων ήπιας αναψυχής, ο χαρακτήρας της οποίας θα εκφράζεται στην ήπια
διαμόρφωσή του.
Δεν θα είναι χώρος απομονωμένος από τους γειτονικούς οικισμούς, γιατί συνδέεται με
ασφαλτοστρωμένο επαρχιακό δρόμο και η σύνδεση αυτή θα λειτουργήσει ευνοϊκά στη χρήση
του. Η σχέση αυτή δεν θα δημιουργήσει προβλήματα. Η προστασία του θα επιτευχθεί με την
εγκατάσταση μικρών κατασκευών, οι οποίες δεν απαιτούν μεγάλες ελεύθερες επιφάνειες και
συγκεντρώνουν μικρό αριθμό επισκεπτών, με τη διαμόρφωσή του, η οποία δεν θα εξυπηρετεί την
εγκατάσταση επιχειρήσεων τουρισμού και με την ικανότητα των φυτευθέντων δασοπονικών
ειδών να υπάρχουν χωρίς την ανάγκη συντήρησής τους.
Κεντρικό στοιχείο αυτού του χώρου είναι ο δρόμος που υπάρχει και συνδέει όλες τις
ενότητές του (υπαίθριου γεύματος, παιδικής χαράς, αθλοπαιδιών, θέας, λίμνης ψαρέματος,
στάθμευσης). Τα επίπεδα διαμόρφωσης όλων των ενοτήτων είναι στο ίδιο επίπεδο με το επίπεδο
του δρόμου, εξασφαλίζοντας προσβασιμότητα και οπτική επαφή. Το επίπεδο της λίμνης

126
ψαρέματος, είναι χαμηλότερα από αυτό του δρόμου. Υπάρχει όμως οπτική επαφή από το δρόμο
και πρόσβασή της.
Ο δρόμος (ορθ. 2, Α/Φ 1,2), εξυπηρετούσε τη μεταλλευτική εκμετάλλευση, κατά το
διάστημα της λειτουργίας της. Η αρχή αυτού του δρόμου (φωτ.6 ), βρίσκεται στην Ανατολική
πλευρά του χώρου αποκατάστασης, επί του επαρχιακού δρόμου Προκόπι – Τρούπι- Κήρινθος
(Α/Φ 1,2) και το τέλος του στον τέταρτο χώρο απόθεσης στείρων. Το ανάπτυγμά του διέρχεται
καταρχήν Βόρια από τη λίμνη και Νοτιοδυτικά από τον πρώτο και δεύτερο χώρο απόθεσης
στείρων. Στη συνέχεια από το μέτωπο εξόρυξης, αποτελώντας βαθμίδα του (φωτ. 13), για να
καταλήξει στον τέταρτο χώρο απόθεσης στείρων, αφού περάσει 50 μέτρα περίπου μακριά από τον
τρίτο χώρο απόθεσης, αφήνοντάς τον Νότια. Ο δρόμος θα διατηρηθεί , αφού πρώτα βελτιωθεί. Η
βελτίωσή του αφορά εργασίες ισοπέδωσης του καταστρώματος, άρσης των καταπτώσεων,
διαμόρφωσης του πρανούς, διάνοιξης τάφρου παροχέτευσης των όμβριων υδάτων και
κατασκευής τεχνικού έργου (λιθόδμητος οχετός). Δεν θα γίνει καμιά αλλαγή στα γεωμετρικά
στοιχεία του δρόμου, διότι αυτά εξυπηρετούν την κυκλοφορία και δεν επηρεάζουν την οπτική
αντίληψη του παρατηρητή που παρατηρεί από μακριά Η μορφή του δεν είναι γραμμική, δεν
αποκλίνει από τη φυσική μορφή του ανάγλυφου και τα πρανή του δεν αλλοιώνουν προς το
χειρότερο το χαρακτήρα του τοπίου, με την απότομη και αταίριαστη αλλαγή του χρώματος στο
τμήμα του, που αυτός δεν διέρχεται από το μέτωπο εκσκαφής. Όπου ο δρόμος διέρχεται από
επίπεδο έδαφος, στις δύο πλευρές του θα δημιουργηθεί δενδροστοιχία από χαλέπιο πεύκη. Όπου
ο δρόμος διέρχεται από πλαγιά, θα δημιουργηθεί δενδροστοιχία στην πλευρά του επιχώματος από
πικροδάφνη. Η φύτευση θα γίνει σε λάκκους, οι οποίοι μεταξύ τους θα απέχουν, 3 μέτρα στην
περίπτωση της χαλεπίου πεύκης και 2 μέτρα στην περίπτωση της πικροδάφνης. Στο πρανές του
επιχώματος, στο οποίο δεν υπάρχει βλάστηση, θα φυτευτούν σπάρτα, για τη συγκράτηση του
εδάφους του. Η φύτευση θα γίνει σε λάκκους, οι οποίοι θα απέχουν μεταξύ τους 2 μέτρα και θα
έχουν ρομβική διάταξη. Το κτίριο (φωτ. 15) που υπάρχει στην άκρη του δρόμου, επειδή δεν
παρουσιάζει καμιά αξία και δεν είναι σε καλή κατάσταση, θα απομακρυνθεί. Φύτευση με σπάρτα
θα γίνει και στα πρανή των επιχωμάτων των μικρών δρόμων (φωτ. 23)που υπάρχουν και
κατασκευάστηκαν για να βοηθηθούν οι μεταλλευτικές εργασίες.
Όπως αναφέρθηκε η επιφανειακή εξόρυξη έγινε με τη μέθοδο των ορθών βαθμίδων, το
ύψος των οποίων κυμαίνεται από 10-15 μ. και το πλάτος 10 μ. Όλες οι βαθμίδες προσεγγίζονται
από δρόμο. Οι βαθμίδες θα διαμορφωθούν με μια μικρή κλίση 1-2% προς τα ανάντη, παράλληλα
προς τις ισοϋψείς ή με μια πολύ μικρή κλίση 0,1-0,5% προς την κατεύθυνση των μισγαγγειών για
την απορροή των τυχόν πλεοναζόντων νερών της βροχής. Στις ορθές βαθμίδες δεν θα χρειαστεί
να γίνουν έργα και εργασίες στερέωσης του εδάφους, ούτε θα γίνει απομάκρυνση ή καταστροφή
του νεκρού εδαφοκαλύμματος και του τυχόν υφιστάμενου ζώντος ανταγωνιστικού
εδαφοκαλύμματος, αφού αυτά δεν υπάρχουν. Στο πάτωμα των ορθών βαθμίδων, θα φυτευτούν σε
λάκκους η χαλέπιος πεύκη, η κοκορεβιθιά, η κουμαριά, η αγριελιά, το αγιόκλημα και η
κουτσουπιά. Η φύτευση θα διενεργηθεί το φθινόπωρο αμέσως μετά τις πρώτες βροχές και μπορεί
να παραταθεί μέχρι τέλος Μαρτίου, αφού τα φυτάρια θα είναι βωλόφυτα. Οι λάκκοι θα
διανοιχτούν με χρήση αεροσφυρών, σε τέσσερεις σειρές και θα έχουν διαστάσεις
0,60Χ0,60Χ0,60 μέτρα. Η απόσταση μεταξύ των σειρών θα είναι από 2-2,5 μέτρα, ανάλογα με το
πλάτος της βαθμίδας, όπως και η μεταξύ τους απόσταση. Η πλήρωση τους θα γίνει με φυτική γη,
η οποία θα αγοραστεί από τις χωματερές που υπάρχουν στην περιοχή. Στο εξωτερικό μέρος του
πατώματος της βαθμίδας (πρώτη σειρά), θα φυτευτούν η χαλέπιος πεύκη εναλλάξ με την αγριελιά
και την κουμαριά. Η χαλέπιος πεύκη με το ύψος το οποίο θα αποκτήσει, θα καλύψει οπτικά το
υψηλότερο τμήμα του πρανούς του εκχώματος της βαθμίδας, μιας και η θέση του παρατηρητή
127
από το δρόμο, βρίσκεται χαμηλότερα από αυτό. Η κουμαριά και η αγριελιά οι οποίοι είναι θάμνοι
αειθαλείς, θα καλύπτουν οπτικά το κάτω μέρος του πρανούς του εκχώματος της βαθμίδας, το
οποίο με το πέρασμα του χρόνου, όταν υπάρξει φυσική αποκλάδωση στα κατώτερα κλαδιά της
χαλεπίου πεύκης, θα αποκαλυφθεί. Η κοκορεβιθιά και η κουτσουπιά, θα φυτευτούν στις
εσωτερικές σειρές (δεύτερη και τρίτη σειρά), εναλλάξ με τη χαλέπιο πεύκη. Επειδή είναι θάμνοι
φυλλοβόλοι, τα φύλλα τους πέφτοντας στο έδαφος θα αποσυντίθενται ευκολότερα από τις
βελόνες των κωνοφόρων, συμβάλλοντας έτσι στη δημιουργία του χούμου, του οποίου ο ρόλος
του είναι σημαντικός στη διατροφή των φυτών. Στο εσωτερικό μέρος της βαθμίδας (τέταρτη
σειρά), θα φυτευτούν εναλλάξ η χαλέπιος πεύκη και το αγιόκλημα. Το αγιόκλημα είναι θάμνος
αειθαλής και επειδή είναι αναρριχητικός, θα καλύψει το πρανές της βαθμίδας. Το εμβαδόν της
έκτασης των βαθμίδων ανέρχεται στα 96 στρέμματα.
Στην πλατεία του πρώτου χώρου απόθεσης των στείρων (φωτ.1 ), θα δημιουργηθεί χώρος
στάθμευσης αυτοκινήτων (σχ.2, Α/Φ 1). Λόγω απόληψης στείρων, η επιφάνειά της δεν είναι
επίπεδη και εμφανίζει κοιλώματα. Με την προσθήκη στείρων από αποθέσεις που βρίσκονται
κοντά στην περιοχή αποκατάστασης, η πλατεία θα φτάσει στο επίπεδο του δρόμου και θα
ισοπεδωθεί. Περιμετρικά της πλατείας, εκτός της εισόδου και της εξόδου των αυτοκινήτων και
στο ενδιάμεσό της, με κατεύθυνση Ανατολικά προς Δυτικά, θα γίνει φύτευση σε λάκκους, σε δύο
σειρές και σε απόσταση 2 μέτρα, του αειθαλούς κυπαρισσιού και της τούγιας. Τα κυπαρίσσια θα
φυτευτούν στην εξωτερική πλευρά της πλατείας και οι τούγιες στην εσωτερική. Η διάταξή τους
θα ήταν ρομβική, εάν υπήρχε και τρίτη σειρά. Σκοπός της φύτευσης είναι η ανεμοπροστασία και
η σκίαση του χώρου στάθμευσης. Το εμβαδόν της έκτασης της πλατείας του πρώτου χώρου
απόθεσης των στείρων είναι 0,9 στρέμματα.
Στο πρανές του πρώτου χώρου απόθεσης των στείρων (φωτ.2, Α/Φ 2), θα φυτευτούν
σπάρτα σε λάκκους. Σκοπός της φύτευσης με σπάρτο είναι η συγκράτηση του εδάφους του
πρανούς. Στον πόδα του πρανούς, στο δασικό έδαφος, θα φυτευτεί σε λάκκους, σε μία σειρά και
σε απόσταση 2 μέτρα, η χαλέπιος πεύκη. Σκοπός της φύτευσης με χαλέπιο πεύκη, είναι η οπτική
κάλυψη του πρανούς. Το εμβαδόν της έκτασης του πρανούς του πρώτου χώρου απόθεσης των
στείρων είναι 0,9 στρέμματα.
Δυτικά του δεύτερου χώρου απόθεσης είχε ανεγερθεί πλυντήριο. Το συγκρότημα του
πλυντηρίου αποτελούνταν από θραυστήρα, κόσκινο και μεταφορικές ταινίες, όπου το
μεταλλοφόρο πέτρωμα που εξορύσσονταν από τις επιφανειακές και υπόγειες εκμεταλλεύσεις,
προωθούνταν σε αυτό και υφίστατο θραύση, πλύση, ταξινόμηση και χειροδιαλλογή. Το
λεπτότερο κλάσμα του πετρώματος, το οποίο είχε υποστεί θραύση, πλύση και κοσκίνισμα, υπό
μορφή τέλματος, απορρίπτονταν στη λίμνη καθιζήσεως-ρέμα, καλύπτοντας σχεδόν ολόκληρη την
κοίτη του. Η επιφάνεια αυτή του ρέματος καλύπτεται σήμερα μερικώς από φυτά πλατάνου (φωτ.
3, Α/Φ 2, ορθ. 2). Η επιφάνεια αυτή θα αναδασωθεί σε όλη της την έκταση με πλάτανο. Η
φύτευση θα γίνει σε λάκκους με λακκίσκους, σε ακανόνιστους συνδέσμους, στους οποίους δεν θα
τηρείται σταθερή απόσταση μεταξύ των φυταρίων, αλλά θα κυμαίνεται από 3,5-4 μέτρα. Η
φύτευση θα γίνει το φθινόπωρο αμέσως μετά τις πρώτες βροχές, μιας και τα φυτάρια θα είναι
γυμνόρριζα. Σκοπός της φύτευσης με πλάτανο είναι να δοθεί στο τοπίου και το ανοικτότερο
χρώμα του πρασίνου, απέναντι στο σκούρο πράσινο της χαλεπίου πεύκης που κυριαρχεί σε αυτό.
Το εμβαδόν της έκτασης της επιφάνειας του ρέματος είναι 44στρέμματα.
Στο δεύτερο χώρο απόθεσης (ορθ. 2) στοκάρονταν το μεταλλοφόρο πέτρωμα με διάμετρο
από 4-30 mm, που είχε υποστεί θραύση, πλύσιμο και κοσκίνισμα, για περαιτέρω επεξεργασία.
Στο πρανές αυτού του χώρου απόθεσης (φωτ 3, Α/Φ 2) λόγω του μεγάλου ύψους του, θα
διανοιχτεί στο μέσον του βαθμίδα. Θα φυτευτούν σε λάκκους και σε σειρές, τα ίδια φυτά που
128
φυτεύτηκαν στα πατώματα των βαθμίδων εξόρυξης, εξυπηρετώντας τον ίδιο ακριβώς σκοπό. Στα
δύο πρανή του δεύτερου χώρου απόθεσης των στείρων, τα οποία θα προκύψουν ύστερα από τη
διάνοιξη μιας βαθμίδας στο μέσον του πρανούς, θα φυτευτούν σπάρτα, όπως ακριβώς και στο
πρανές του πρώτου χώρου απόθεσης των στείρων. Τα εμβαδά των εκτάσεων των δύο πρανών του
δευτέρου χώρου απόθεσης των στείρων είναι 8 στρέμματα.
Στην πλατεία του δεύτερου χώρου απόθεσης (φωτ.4, ) θα γίνει αναδάσωση και θα
αναπτυχθεί η δραστηριότητα δασικής αναψυχής του υπαιθρίου γεύματος (σχ.1, Α/Φ 1). Με την
προσθήκη στείρων από αποθέσεις που βρίσκονται κοντά στην περιοχή αποκατάστασης, η πλατεία
θα φτάσει στο επίπεδο του δρόμου και θα ισοπεδωθεί. Περιμετρικά της πλατείας εκτός από 10 μ.
στη Νότια πλευρά της, θα φυτευτούν αειθαλή κυπαρίσσια και τούγιες, σε λάκκους, για
αντιανεμική προστασία του χώρου, όπως ακριβώς και στον πρώτο χώρο απόθεσης στείρων. . Στη
Βορεινή πλευρά, δίπλα στην περιμετρική φύτευση θα γίνει αναδάσωση με φιλλύκι, χρυσόξυλο,
κουτσουπιά, κοκορεβιθιά, κουμαριά και ασπάλαθο, σε λάκκους. σε τέσσερεις σειρές και σε
απόσταση 1.5 μ.(σειρά και λάκκος). Ο ασπάλαθος θα φυτευτεί σε όλες τις σειρές εναλλάξ με τα
άλλα φυτά. Σκοπός αυτής της φύτευσης, είναι να προστατεύσει τους επισκέπτες του χώρου, να
μην πέσουν από το πρανές απόθεσης, αποτρέποντας την πρόσβασή τους σε αυτό. Η είσοδος-
έξοδος στο χώρο, θα γίνεται με δρόμο, από τη νότια πλευρά του, ο οποίος θα τον διατρέχει
κυκλικά. Ο δρόμος θα φέρει στις πλευρές του δενδροστοιχία, αποτελούμενη από χαλέπιο πεύκη,
όπως ακριβώς και ο δρόμος που βοηθούσε τη μεταλλευτική εκμετάλλευση. Ο τύπος του χώρου
υπαιθρίου γεύματος που θα αναπτυχθεί στην πλατεία, θα είναι αυτός των μονάδων κατά
αθροίσματα (σχεδ. 1 ). Θα αναπτυχθούν σαν άθροισμα 4 τραπέζια, με απόσταση μεταξύ των
τραπεζιών τα 30 μέτρα. Ο εξοπλισμός του κάθε τραπεζιού για την οργάνωσή του θα είναι ένας
πέτρινος τραπεζοπάγκος κτιστός, ένα δοχείο απορριμμάτων από ξύλο και μία λιθόκτιστη
ψησταριά. Στο κέντρο περίπου της πλατείας θα υπάρχει ένας κοινός χώρος υγιεινής και
καθαριότητας (τουαλέτα), λιθόκτιστος. Μία λιθόκτιστη βρύση θα εξυπηρετεί το άθροισμα, της
οποίας το νερό θα παίρνεται από το δίκτυο ύδρευσης του χωριού, που είναι πολύ κοντά. Η
πλατεία θα φυτευτεί με χαλέπιο πεύκη, φιλλύκι, χρυσόξυλο, κουτσουπιά κοκορεβιθιά και
κουμαριά, σε λάκκους. Η φύτευση για τη χαλέπιο πεύκη θα γίνει σε ακανόνιστους συνδέσμους,
στους οποίους δεν θα τηρείται σταθερή απόσταση μεταξύ των φυταρίων, αλλά θα κυμαίνεται από
4,5-6 μέτρα. Ανάμεσα από κάθε τέσσερα φυτάρια χαλεπίου πεύκης θα φυτεύεται ένα από τα
παραπάνω πέντε είδη φυτών. Το εμβαδόν της έκτασης της πλατείας του δευτέρου χώρου
απόθεσης των στείρων είναι 5,5 στρέμματα.
Στην πλατεία του τρίτου χώρου απόθεσης (φωτ. 18), θα γίνει αναδάσωση και θα αναπτυχθεί
η δραστηριότητα δασικής αναψυχής με βάση το παιχνίδι (χώρος καλαθόσφαιρας και χώρος για
παιδότοπο) (σχ. 3, 4, Α/Φ 1). Με την προσθήκη στείρων από αποθέσεις που βρίσκονται κοντά
στην περιοχή αποκατάστασης, ή την αφαίρεσή τους η πλατεία θα ισοπεδωθεί. Περιμετρικά της
πλατείας εκτός από τη Δυτική πλευρά της και το χώρο πρόσβασής της με το δρόμο, θα φυτευτούν
αειθαλή κυπαρίσσια και τούγιες, για αντιανεμική προστασία του χώρου, όπως ακριβώς στον
πρώτο και στο δεύτερο χώρο απόθεσης στείρων. Δίπλα στην περιμετρική φύτευση και εσωτερικά
προς το χώρο, θα γίνει φύτευση με φιλλύκι, χρυσόξυλο, κουτσουπιά, κοκορεβιθιά, κουμαριά και
ασπάλαθο, όπως και στην πλατεία του δεύτερου χώρου απόθεσης στείρων και για τον ίδιο σκοπό.
Το γήπεδο καλαθόσφαιρας θα κατασκευαστεί στη Νότια πλευρά του χώρου. Οι μεγάλες
πλευρές του γηπέδου καλαθόσφαιρας θα έχουν την κατεύθυνση Ανατολή-Δύση. Η περίμετρός
του θα περιφραχτεί με δικτυωτό από σύρμα πάχους 2,5 mm, με διάκενα 4 εκατοστά και ύψος 4
μέτρα, για να μη χάνεται η μπάλα. Στην άκρη της Δυτικής πλευράς του χώρου θα κατασκευαστεί
μικρό πέτρινο κτίριο, το οποίο θα χρησιμοποιείται ως χώρος αποδυτηρίων από τους αθλούμενους.
129
Στη Νότια πλευρά της πλατείας θα κατασκευαστούν ξύλινες κερκίδες, σε δύο σειρές, τις οποίες
θα χρησιμοποιούν οι επισκέπτες για να παρακολουθούν τον αγώνα.
Δίπλα από το γήπεδο καλαθόσφαιρας, θα δημιουργηθεί παιδότοπος. Τα όργανά του θα είναι
αποκλειστικά για παιχνίδι. Τέτοια είναι οι τσουλήθρες, οι κούνιες, οι τραμπάλες, οι αμμοδόχοι
κ.α. Μέσα στον παιδότοπο θα τοποθετηθούν ξύλινα καθιστικά, τα οποία θα χρησιμοποιούνται
κύρια από τους συνοδούς των μικρών παιδιών. Ο παιδότοπος περιμετρικά, εκτός από την είσοδό
του, θα φυτευτεί όπως και η πλατεία του δευτέρου χώρου απόθεσης στείρων, με τα ίδια φυτικά
είδη, εκτός από ασπάλαθο. Στο χώρο του παιδότοπου που δεν καταλαμβάνεται από το ίδιο το
όργανο και που απαιτείται για προδιαγραμμένη κίνηση, θα φυτευτεί χαλέπιος πεύκη σε λάκκους,
σε ακανόνιστους συνδέσμους, στους οποίους δεν θα τηρείται σταθερή απόσταση, αλλά θα
κυμαίνεται από 4-6 μέτρα, για παροχή σκιάς
Ο χώρος της πλατείας, ο οποίος δεν καταλαμβάνεται από το γήπεδο καλαθόσφαιρας και τον
παιδότοπο θα φυτευτεί και αυτός με χαλέπιο πεύκη, φιλλύκι, χρυσόξυλο, κουτσουπιά
κοκορεβιθιά και κουμαριά, σε λάκκους, όπως και στον χώρο του υπαιθρίου γεύματος κατά
αθροίσματα. Το εμβαδόν της έκτασης της πλατείας του τρίτου χώρου απόθεσης των στείρων είναι
3,5 στρέμματα.
Ο δρόμος (φωτ.23, ορθ. 2, Α/Φ 1,2) με τον οποίο προσεγγίζεται ο χώρος της πλατείας, από
το δρόμο που εξυπηρετεί τη μεταλλευτική εκμετάλλευση, θα φέρει στις πλευρές του
δενδροστοιχία, αποτελούμενη από χαλέπιο πεύκη, όπως και αυτός.
Στην είσοδο του χώρου της πλατείας, προς το πρανές του τέταρτου χώρου απόθεσης
στείρων θα κατασκευαστεί πέτρινη βρύση (Α/Φ 1),, όπως και στο χώρο υπαιθρίου γεύματος κατά
αθροίσματα. Το νερό και εδώ θα παίρνεται από το δίκτυο ύδρευσης του χωριού
Στο πρανές του τρίτου και τέταρτου χώρου απόθεσης στείρων (φωτ. 24,25,19, Α/Φ 2) όπως
και στο πρανές του πρώτου χώρου απόθεσης, δεν θα διανοιχτούν βαθμίδες αλλά θα φυτευτούν σε
λάκκους σπάρτα, με σκοπό τη συγκράτηση του εδάφους και τη μη παρεμπόδιση της θέας,
εξαιτίας του μικρού ύψους του σπάρτου, μιας και στην πλατεία του τέταρτου χώρου απόθεσης
στείρων, θα αναπτυχθεί η δραστηριότητα δασικής αναψυχής, με βάση τη θέα. Τα εμβαδά των
εκτάσεων των πρανών του τρίτου και του τετάρτου χώρου απόθεσης των στείρων είναι 7 και 2,4
στρέμματα αντίστοιχα.
Στην πλατεία του τέταρτου χώρου απόθεσης (φωτ 17) θα αναπτυχθεί η δραστηριότητα της
δασικής αναψυχής με βάση τη θέα (σχ.4, Α/Φ 1) αφού πρώτα αυτή ισοπεδωθεί.. Στη Νότια
πλευρά της, θα φυτευτούν αειθαλή κυπαρίσσια και τούγιες, για αντιανεμική προστασία του
χώρου, όπως ακριβώς στον πρώτο και στο δεύτερο χώρο απόθεσης στείρων. Εσωτερικά του
αντιανεμικού φράκτη θα δημιουργηθεί φυτικός φράκτης, με φιλλύκι, χρυσόξυλο, κουτσουπιά,
κοκορεβιθιά, κουμαριά και ασπάλαθο, σε λάκκους, όπως ακριβώς και στην πλατεία του δεύτερου
χώρου απόθεσης στείρων, ως εμπόδιο προσέγγισης των επισκεπτών στο πρανές, με κίνδυνο τη
σωματική τους ακεραιότητα από τυχούσα πτώση τους.
Στην Ανατολική και Βορινή πλευρά της πλατείας θα κατασκευαστεί πέτρινος τοίχος με
συνθετικό κονίαμα, του οποίου το ύψος θα είναι 0,80 μ. Πάνω στον τοίχο θα τοποθετηθεί
μεταλλικό κιγκλίδωμα από χάλυβα, με τα μεγαλύτερα εξαρτήματά του από σωλήνα. Σκοπός της
κατασκευής τους είναι η ασφάλεια των επισκεπτών. Εσωτερικά του τοίχου και κατά μήκος του,
θα δημιουργηθεί διάδρομος πλάτους 5 μ, ο οποίος θα επιστρωθεί με φυσική πέτρα, για την άνετη
κυκλοφορία των επισκεπτών. Στην άκρη του διαδρόμου, προς το εσωτερικό της πλατείας θα
κατασκευαστούν 3 πέτρινοι πάγκοι, για την ανάπαυσή τους. Για τον ίδιο λόγο, στο διάδρομο θα
κατασκευαστούν 2 απλά πέτρινα στέγαστρα, με σκεπή από κεραμίδια. Στην είσοδο της πλατείας
θα κατασκευαστεί πέτρινη βρύση. Απέναντι από την πέτρινη βρύση, θα τοποθετηθεί
130
προσανατολιστικός πίνακας, όπου θα αναλύεται με κάποιες λεπτομέρειες το τοπίο. Το εσωτερικό
της πλατείας, θα φυτευτεί με χαλέπιο πεύκη, φιλλύκι, χρυσόξυλο, κουτσουπιά κοκορεβιθιά και
κουμαριά, σε λάκκους, όπως και στο χώρο υπαιθρίου γεύματος κατά αθροίσματα. Θα
τοποθετηθούν δε και πέντε πέτρινοι πάγκοι ανάπαυσης. Το εμβαδόν της έκτασης της πλατείας
του τετάρτου χώρου απόθεσης των στείρων είναι 2,2 στρέμματα.
Στην επιφάνεια δίπλα από το δρόμο, ο οποίος εξυπηρετούσε το μεταλλείο και βρίσκεται
στο ίδιο υψόμετρο με την πλατεία, στην οποία θα αναπτυχθεί η δραστηριότητα της δασικής
αναψυχής με βάση τη θέα, εκεί που υπάρχει σήμερα μια στάνη (φωτ.22 ), θα δημιουργήσουμε
χώρο στάθμευσης, διαμορφώνοντάς την (σχ.5, Α/Φ 1) . Το εμβαδόν αυτού του χώρου
στάθμευσης είναι 0,6 στρέμματα. Απέναντι από το χώρο στάθμευσης θα υπάρξει χώρος υγιεινής,
λιθόκτιστος (φωτ 21, Α/Φ 1).
Ο δρόμος με τον οποίο προσεγγίζεται ο χώρος της πλατείας από το χώρο στάθμευσης
(φωτ.20, Α/Φ 1) θα φέρει στις πλευρές του δενδροστοιχία, αποτελούμενη από χαλέπιο πεύκη,
όπως και στον δρόμο προσέγγισης του τρίτου χώρου απόθεσης στείρων.
Η είσοδος στη λίμνη θα γίνει στη Βορεινή πλευρά της, στο μέρος που και σήμερα
προσεγγίζεται με δρόμο (φωτ.14,7, Α/Φ 1). Δεξιά και αριστερά της εισόδου για να συγκρατηθούν
τα χώματα των πρανών της (φωτ.8, Α/Φ 2) και για καλαισθησία, θα κατασκευαστούν τοίχοι
αντιστήριξης, λιθόκτιστοι, αρμολογημένοι, οι οποίοι θα φέρουν μικρά διάκενα ανά 30 περίπου
εκατοστά στο ύψος της βάσης τους για να διευκολύνουν την αποστράγγιση του νερού. Η
προσέγγιση θα γίνει με δύο σειρές από σκαλοπάτια, τα οποία θα κατασκευαστούν επάνω σε μια
βάση από σκυρόδεμα. Το υλικό κατασκευής τους θα είναι από πέτρα της περιοχής. Ανάμεσά τους
θα κατασκευαστεί ράμπα για την προσπέλαση ατόμων με ειδικές ανάγκες. Στα πρανή τα οποία
συγκρατούν οι τοίχοι αντιστήριξης, θα προστεθεί φυτική γη, μέχρι να αποκτήσουν την κατάλληλη
κλίση και να ισορροπήσουν. Τα πρανή θα φυτευτούν με σπάρτο, όπως και τα πρανή του πρώτου
και δεύτερου χώρου απόθεσης στείρων. Τα εμβαδά των εκτάσεων των πρανών αυτών είναι 1,4
στρέμματα.
Στη Νότια πλευρά της λίμνης (φωτ.5,10,) θα φυτευτούν καλάμια (Α/Φ 2), προκειμένου να
προσελκύσουν υδρόβια πουλιά για να φτιάξουν φωλιές, καθώς και ψάρια για να γεννήσουν. Το
εμβαδόν της έκτασης αυτής ανέρχεται σε 1 στρέμμα. Στη βαθμίδα της Δυτικής πλευράς (φωτ 9)
θα κατασκευαστούν δύο εξέδρες για ψάρεμα (Α/Φ 1). Στην εξωτερική πλευρά της βαθμίδας, η
οποία δεν καλύπτεται από τις εξέδρες ψαρέματος, επειδή η όχθη είναι απότομη και με μεγάλο
βάθος, θα κατασκευαστεί για λόγους ασφάλειας, χαμηλός πέτρινος τοίχος ύψους 0,30 μ., ο οποίος
θα φέρει μεταλλικό κιγκλίδωμα από χάλυβα, με τα μεγαλύτερα εξαρτήματά του από σωλήνα.
Στην ίδια βαθμίδα αλλά και στην Ανατολική (φωτ.12 ), προς την πλευρά του εκχώματος, θα
φυτευτεί χαλέπιος πεύκη, σε λάκκους, σε μία σειρά, όπως και στα πατώματα των άλλων ορθών
βαθμίδων. Σε αυτές τις βαθμίδες θα τοποθετηθούν πέτρινοι πάγκοι ανάπαυσης. Ανατολικά της
εισόδου στη λίμνη (φωτ. 14,11) θα κατασκευαστεί ένα μικρό πέτρινο αναψυκτήριο (Α/Φ 1).
Η λίμνη όταν θα έχει πλήρως αναπτυχθεί, θα εμπλουτιστεί με ψάρια, που τρέφονται στο
βυθό και ανακατεύουν τη λάσπη του εμποδίζοντας τα υδρόβια φυτά να αναπτυχθούν. Ο
εμπλουτισμός της λίμνης θα γίνει και με ψάρια κατάλληλα για εκτροφή και για ψάρεμα με
αγκίστρι. Το εμβαδόν της λίμνης ανέρχεται σε 21,5 στρέμματα.
Τα στοιχεία που συνθέτουν τους ανοιχτούς χώρους, επηρεάζουν σημαντικά το μικροκλίμα
και τα άλλα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά τους. Τα υλικά και οι κατασκευές τους πρέπει να
ανταποκρίνονται στις αντίστοιχες τεχνικές και λειτουργικές απαιτήσεις και να εντάσσονται
αρμονικά στο τοπίο.

131
Στις περιφράξεις και τοιχοποιίες, θα πρέπει (Becman E, 2001, σελ. 134) να μελετηθούν, ο
τύπος και η φύση του περιβάλλοντος, στο οποίο πρόκειται να κατασκευαστούν ο τοίχος ή η
περίφραξη, καθώς και η σχέση τους με τα τυχόν υπάρχοντα γειτονικά κτίρια ή τοίχους ή
περιφράξεις. Θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα υλικά με τα οποία έχουν αυτά κατασκευαστεί, το
χρώμα τους, η υφή τους, η κλίμακά τους, ο τρόπος κατασκευής τους και η σύνθεσή τους. Υπόψη
θα πρέπει να λαμβάνονται και παράγοντες, όπως η βροχόπτωση, η μόλυνση της ατμόσφαιρας, η
γειτνίαση της προτεινόμενης χάραξης με προεξοχές βράχων, νερά ή δένδρα, η φύση του
επιφανειακού στρώματος του εδάφους και τα υψόμετρα της τοποθεσίας. Απαραίτητη κρίνεται να
ληφθεί υπόψη και η προστασία του κοινού και ιδιαίτερα των παιδιών. Το κόστος κατασκευής
τους, το κόστος συντήρησής τους, όπως επίσης και οι παράγοντες κινδύνου που σχετίζονται με
ένα τοίχο ή μια περίφραξη θα πρέπει να μην παραβλέπονται. Η αξιολόγηση και η επιλογή των
υλικών, θα πρέπει να καλύπτει όσο το δυνατόν τους περισσότερους κανόνες που αναφέρθηκαν
παραπάνω για τα οικοδομικά υλικά. Στην τελική επιλογή των υλικών θα πρέπει να λαμβάνεται
υπόψη η τοπική παράδοση, η κλίμακα του έργου και η ανταπόκρισή τους στις λειτουργικές
απαιτήσεις. Προσοχή θα πρέπει να δίνεται στο ύψος του τοίχου, στο πάχος της βάσης του και της
στέψης του. Η σχεδίαση της συμπλήρωσης των τοίχων ή των περιφράξεων με πόρτες και
ανοίγματα, πρέπει να γίνει πολύ προσεκτικά.
Στις επιστρώσεις, όπως στις περιφράξεις και στις τοιχοποιίες, θα πρέπει (Becman E, 2001,
σελ. 145) να μελετηθούν και να ληφθούν υπόψη οι ίδιοι παράγοντες. Σημαντικό ρόλο στις
επιστρώσεις παίζουν οι περιορισμοί οι οποίοι τίθενται, που αφορούν το βάρος του φορτίου, το
πλάτος τους, το βάθος της κατασκευής τους, την αποστράγγισή τους, την υφή τους και το χρώμα
του υλικού τους. Βασικοί παράγοντες αποτελούν και οι κλίσεις των χώρων που πρόκειται να
επιστρωθούν. Σχετικά με τα υλικά που θα χρησιμοποιηθούν, οι παράμετροι που πρέπει να
ληφθούν υπόψη αφορούν, τη συμφωνία τους με τις απαιτήσεις της λειτουργίας της επίστρωσης,
το πόσο ομαλή είναι η τελική επιφάνεια της, το ποια είναι η υφή και η ολισθηρότητά της. Η
οπτική επίδραση που θα έχει το χρώμα και η υφή του υλικού που έχει επιλεγεί, η ποιότητα της
εργασίας, η οποία είναι συνυφασμένη με την εμπειρία του εργατοτεχνικού προσωπικού και η
μέθοδος εκσκαφής και διάστρωσης είναι παράγοντες που πρέπει να μελετηθούν.
Στα δεδομένα της μελέτης για τα κράσπεδα, μελετάται η σχέση μεταξύ αυτού που
προτείνεται και των γειτονικών επιστρώσεων. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουν το βάθος της κατασκευής
τους και τα φορτία που πρόκειται αυτές να φέρουν.
Στα σκαλοπάτια κατά τη μελέτη τους θα πρέπει (Becman E, 2001, σελ. 159) να ληφθούν
υπόψη ορισμένες βασικές παράμετροι, όπως ότι:
• Ο μαθηματικός τύπος που εφαρμόζεται για τα σκαλοπάτια σε εσωτερικούς χώρους δεν
έχει εφαρμογή σε εξωτερικούς χώρους,
• Το μέγεθος του πατήματος του σκαλοπατιού θα πρέπει να συσχετίζεται με το ανθρώπινο
βήμα, δηλαδή να είναι περίπου 60 εκ. Εάν το πάτημα είναι πλατύτερο από αυτό, θα πρέπει να
συσχετίζεται με μονό αριθμό βημάτων, προκειμένου με αυτό τον τρόπο ο πεζός να εμποδίζεται να
χρησιμοποιεί συνεχώς το ίδιο πόδι.
• Το ύψος του σκαλοπατιού θα πρέπει να είναι γενικά μικρότερο στους εξωτερικούς χώρους
από ότι στους εσωτερικούς.
• Σε κλάδους κλίμακας με μεγάλο μήκος είναι απαραίτητη η χρήση πλατύσκαλων. Αυτά θα
πρέπει να τοποθετούνται σε τακτικές αποστάσεις, ίσως κάθε 10 ή 12 σκαλοπάτια.
• Θα πρέπει να διερευνηθούν εναλλακτικές λύσεις για τα άτομα μεγάλης ηλικίας, καθώς και
για άτομα με ειδικές ανάγκες ή για τα παιδικά καροτσάκια.

132
Στο σχεδιασμό τους θα πρέπει να μελετηθούν οι παράμετροι της λειτουργικότητάς, το πως
θα παλαιώνεται το υλικό τους κατά την έκθεσή του στις καιρικές συνθήκες και πως αυτό αντιδρά
στις τοπικές συνθήκες. Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζουν στα σκαλοπάτια, η γραμμή που ορίζεται
από τα ύψη τους και η ακμή τους. Τα χρώματα, η επισήμανση των πιθανών κινδύνων, η απόδοση
χαρακτήρα σε ένα χώρο και τα υλικά είναι σημαντικοί παράμετροι στη μελέτη τους.
Οι ράμπες είναι απαραίτητες για την εξυπηρέτηση των ατόμων με ειδικές ανάγκες. Οι
προδιαγραφές για αυτές θέτουν κλίσεις από 1:15 μέχρι 1:20, με μέγιστο μήκος τα 10 μέτρα, ή
1:12 μέχρι 1:15 με μέγιστο μήκος τα 5 μέτρα. Το ελάχιστο πλάτος του κεκλιμένου επιπέδου είναι
120 εκ. και μεταξύ δύο συνεχόμενων τμημάτων θα πρέπει να παρεμβάλλεται πλατύσκαλο
πλάτους τουλάχιστο 150 εκ. Στην εξωτερική τους πλευρά οι ράμπες θα πρέπει να διαθέτουν
κράσπεδο ύψους 10 εκ. και η επιφάνειά τους να είναι αντιολισθητική. Εάν η ράμπα έχει μήκος
μεγαλύτερο από 2 μέτρα, θα πρέπει να έχει χειρολισθήρες και από τις δύο πλευρές του καθώς και
γύρω από τα πλατύσκαλα.
Ο εξοπλισμός των χώρων αποτελείται από εκείνα τα στοιχεία τα οποία εξυπηρετούν τις
λειτουργίες τους. Τα στοιχεία αυτά επηρεάζουν τις συνθήκες, του μικροπεριβάλλοντος
(ηλιασμός, σκίαση) και της ανάπτυξης της φύτευσης. Απαραίτητο είναι να προηγηθεί μια
αξιολόγηση της χρήσης του περιβάλλοντος στο οποίο πρόκειται να εγκατασταθεί ο εξοπλισμός.
Στο σχεδιασμό των χώρων που θα αναπτυχθεί κάποια χρήση αναψυχής, θα πρέπει να
διατηρηθεί η ταυτότητα του τόπου και να προστατευτεί αυτό από τους κινδύνους που εγκυμονεί ο
μεγάλος αριθμός και η διαφορετική προέλευση των στοιχείων που διατίθενται στην αγορά.
Οι παιδότοποι (Becman E, 2001, σελ. 170) χρήζουν ειδικής αντιμετώπισης, αφού είναι
απαραίτητοι για:
• Τη φυσική, συναισθηματική και πνευματική ανάπτυξη των παιδιών
• Τη διανοητική και μορφωτική εξέλιξή τους
• Την απόκτηση κοινωνικής εμπειρίας και ικανότητας συμπεριφοράς.
Τα Ευρωπαϊκά Πρότυπα ΕΝ1176 και ΕΝ1177, αναφέρονται στο σύνολο του εξοπλισμού
των παιδότοπων. Σύμφωνα με αυτά απαιτείται ένας ελάχιστος ελεύθερος χώρος γύρω από τα
όργανα και τις ζώνες. Αυτός περιλαμβάνει, το χώρο που καταλαμβάνει το ίδιο το όργανο, τον
ελεύθερο χώρο (που απαιτείται όπου υπάρχει προδιαγραμμένη κίνηση και συνήθως αυτό
δηλώνεται από τον κατασκευαστή του οργάνου) και το χώρο πτώσης (επιστρωμένη επιφάνεια).
Η επίστρωση είναι μία επίσης σημαντική παράμετρος, που αναλύεται λεπτομερώς στο
Πρότυπο ΕΝ1177. Ένας αριθμός υλικών επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν αφού προηγουμένως
ελεγχθούν σύμφωνα με τα ΗΙC, δηλαδή τα Κριτήρια Τραυματισμού της Κεφαλής και το ύψος
από το οποίο κάποιος κινδυνεύει να πέσει από το συγκεκριμένο όργανο.
Η κατασκευή των οργάνων παιχνιδιού απαιτείται να είναι υψηλής ποιότητας. Θα πρέπει να
απουσιάζουν παντελώς οι σκλήθρες του ξύλου, οι αιχμηρές γωνίες κ.λπ. Οι εκτεθειμένες
επιφάνειες θα πρέπει να είναι ανθεκτικές στις εκδορές και στη διάβρωση. Θα πρέπει επίσης να
αντέχουν στη φθορά, ειδικά στις θέσεις καθίσματος.
Όλες οι παραπάνω διαμορφώσεις που προτείνονται να γίνουν , για να μην παρουσιάζουν
εικόνα εγκατάλειψης και υπολειτουργίας, συνδέονται με το δίκτυο πρόσβασης και κυκλοφορίας
της περιοχής και απεικονίζονται στον Α/Φ 1.
Μετά τη φύτευση ακολουθούν οι καλλιεργητικές φροντίδες, οι οποίες αναφέρονται στο
κεφάλαιο περιποίηση νεοφυτείας. Ειδικότερα οι αρδεύσεις θα γίνουν τα πρώτα δύο χρόνια από
την εγκατάστασή της, κατά την ξηρή περίοδο. Η πρώτη άρδευση θα γίνει αμέσως με την
εγκατάστασή της. Ο συνολικός αριθμός των υπόλοιπων αρδεύσεων θα είναι δέκα. Η
καταπολέμηση της ανταγωνιστικής βλάστησης θα γίνει χειρονακτικά (σκάλισμα), μέσα σε πέντε
133
μέρες από κάθε άρδευση. Η λίπανση θα γίνει με μικτό λίπασμα (αζώτου, φωσφόρου, καλίου), στα
πρώτα δύο χρόνια. Η περίφραξη θα κατασκευαστεί με ξύλινους πάσσαλους, οι οποίοι θα
μπηχτούν στο έδαφος και ακανθωτό σύρμα, το οποίο θα τοποθετηθεί σε παράλληλες σειρές, που
θα απέχουν μεταξύ τους 20 εκατοστά, μέχρι ύψους 1.20 μ. από το έδαφος. Οι είσοδοι-έξοδοι θα
κλείνουν με πόρτες, οι οποίες θα είναι ξύλινες, όσο το δυνατόν πιο ελαφριές, για λειτουργικούς
λόγους. Η περίφραξη θα απομακρυνθεί μετά από 10 χρόνια.
Για την καλή λειτουργία του χώρου αποκατάστασης, ως χώρου παροχής δασικής αναψυχής,
μπορεί να παραχωρηθεί ο χώρος από το Δημόσιο σε οποιοδήποτε φορέα (Δήμος, ιδιώτες κ.λπ.),
ύστερα από σύμφωνη γνώμη των διακατόχων έναντι μισθώματος.
Η δαπάνη εγκατάστασης της βλάστησης θα βαρύνει την εταιρεία μεταλλευτικής
εκμετάλλευσης, η δε δαπάνη των εγκαταστάσεων δασικής αναψυχής θα βαρύνει τον Δήμο ή τον
ιδιώτη στον οποίο παραχωρήθηκε η χρήση του για δασική αναψυχή.

5.1.13. Συμπεράσματα-Παρατηρήσεις.

Το τεράστιο πρόβλημα που δημιουργείται από τη μεταλλευτική δραστηριότητα είναι πια σε


όλους γνωστό και η αντιμετώπισή του απασχολεί όλο και περισσότερο τον άνθρωπο.
Προκαλείται δραματική αλλοίωση στη γη, υποβαθμίζεται το τοπίο σε έντονο βαθμό και
εγκαταλείπεται το έδαφος τελείως κατεστραμμένο. Εκτός αυτών, έχουμε και τα ακόλουθα:
• Δεσμεύουν μεγάλες εκτάσεις, για μεγάλα χρονικά διαστήματα.
• Προκαλούν μόνιμα σοβαρές αλλοιώσεις στη μορφολογία και την αισθητική των περιοχών.
•Καταστρέφουν τη χλωρίδα και πολλές φορές μοναδικά οικοσυστήματα.
• Διαταράσσουν την πανίδα.
• Διαταράσσουν την ισορροπία των επιφανειακών και υπόγειων νερών.
•Επιφέρουν μεταβολή στην κοινωνική και οικονομική δομή των περιοχών.
Ενώ η κοινωνία απαιτεί όλο και περισσότερες ύλες για τις ανάγκες της, από την άλλη
πλευρά υπάρχει αύξηση της πίεσης και απαιτεί την προστασία του περιβάλλοντος, την
αποκατάσταση των αλλοιώσεων του τοπίου, την άμβλυνση των παραπάνω επιπτώσεων και την
ορθολογική και αειφόρο εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου.
Επακόλουθο όλων αυτών ήταν να θεσπισθούν σε πολλές χώρες, αυστηρές νομικές
διατάξεις, που υποχρεώνουν και επιβάλλουν την αποκατάσταση του περιβάλλοντος, απαιτούν την
εφαρμογή της αειφόρου ανάπτυξης, κατοχυρώνουν το ατομικό δικαίωμα των πολιτών στο
περιβάλλον και αξιώνουν τη βελτίωση της ποιότητας της ζωής.
Έτσι επιτακτική προβάλλει η υποχρέωση, για την ορθολογική εκμετάλλευση του ορυκτού
πλούτου, την αποκατάσταση του περιβάλλοντος στους χώρους των μεταλλείων και λατομείων, η
οποία θα αποβλέπει στην επαναφορά, κατά το δυνατόν της φυσιογνωμίας του τοπίου και της
δασικής βλάστησης, αφού έχει αποφασισθεί η μελλοντική χρήση του χώρου.
Στα δάση και δασικές εκτάσεις, δεν γεννάται θέμα μελλοντικής χρήσης, αφού με την
μεταλλευτική εκμετάλλευση, δεν αποβάλλουν την ιδιότητά τους και η αποκατάσταση οφείλει να
τις επαναφέρει σε τυπικές δασικές εκτάσεις, με τις τουλάχιστον ελάχιστες υπηρεσίες που
μπορούν να προσφέρουν.
Σε ελάχιστες περιπτώσεις είναι αδύνατη η επαναφορά της δασικής βλάστησης και μάλιστα
σε χώρους με υπολείμματα που περιέχουν δηλητηριώδεις για τα φυτά ουσίες.
Για να επιτευχθεί αρμονική, οικολογική και οικονομική αποκατάσταση, είναι απαραίτητο
να ενσωματωθεί στον προγραμματισμό της εκμετάλλευσης των μεταλλείων και λατομείων και ο

134
σχεδιασμός της ταυτόχρονης, όσο το δυνατόν αποκατάστασης, σύμφωνα με την εκλογή της
μελλοντικής χρήσης γης.
Είναι γεγονός ότι η τεχνολογία της εκμετάλλευσης και καταστροφής έχει αναπτυχθεί
ταχύτερα από την τεχνολογία της αποκατάστασης και δημιουργίας. Αυτό το γεγονός μαζί με τη
μη διάθεση οικονομικών πόρων, την έλλειψη της τεχνογνωσίας και την αδιαφορία ή την αμέλεια
των αρμόδιων κρατικών υπηρεσιών, έχουν ως αποτέλεσμα, να υπάρχουν σήμερα μεγάλες
καταστραμμένες περιοχές, οι οποίες δεν έχουν αποκατασταθεί και για τις οποίες δεν ζητούνται
ευθύνες, από αυτούς που έχουν την υποχρέωση της αποκατάστασης.
Πολλές φορές, η απαίτηση αυτή αναβάλλεται από τις μικρές τοπικές κοινωνίες, οι οποίες
αδιαφορούν για την αποκατάσταση, μπροστά στο ενδεχόμενο παύσης των εκμεταλλεύσεων και
έλευση της ανεργίας.
Αυτό όμως, από τους εκμεταλλευτές των μεταλλείων και λατομείων, δεν πρέπει να
λαμβάνεται ως αδυναμία αλλά αντίθετα, η προστασία του περιβάλλοντος και η αποκατάσταση
του τοπίου, αποτελούν βασική τους υποχρέωση και το αναλογούν κόστος να προσμετρείται στο
κόστος λειτουργίας των εκμεταλλεύσεων. Οι δε κρατικές υπηρεσίες, ως θεματοφύλακες,
οφείλουν με ευλάβεια να εφαρμόζουν το νόμο και να επιβάλλουν τις ανάλογες κυρώσεις.
Για την αποκατάσταση του τοπίου, ύστερα από μεταλλευτική δραστηριότητα απαιτείται
τεχνογνωσία, η οποία στηρίζεται:
• Στις γνώσεις της δασολογικής επιστήμης, μια και η αποκατάσταση της βλάστησης σε
δασικές εκτάσεις στηρίζεται κυρίως στις γνώσεις αυτές.
• Στις γνώσεις της επιστήμης, αρχιτεκτονική του τοπίου.
• Στη γνώση από πειραματικά δεδομένα και εμπειρίες.
• Στη μεταφορά τεχνογνωσίας από την έρευνα και τις εμπειρίες γενικότερα του εξωτερικού
και την προσαρμογή της, όσο αυτό είναι δυνατό, στις συνθήκες της χώρας μας.
Όταν μιλάμε για μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων, σημαίνει ότι κάποιο έργο,
χρειάζεται να μελετηθεί, ώστε να προκαλέσει τις μικρότερες δυνατές αρνητικές επιπτώσεις στο
περιβάλλον. Η διαφορά των μελετών αυτών, με τις μελέτες επιπτώσεων και αποκατάστασης του
περιβάλλοντος που θεσμοθετήθηκαν με το νόμο 998/79 για επεμβάσεις στα δάση και τις δασικές
εκτάσεις , είναι ότι τα έργα μέσα στα δάση, θεωρούνται ως εξαιρετικό μέτρο, δίνεται γι΄αυτό
ειδική έγκριση επέμβασης, ενώ η επέμβαση υπόκειται στο μέτρο της αναδάσωσης, σύμφωνα με
τη δασική νομοθεσία και το σύνταγμα.
Η βασική δομή μιας μελέτης αποκατάστασης του δασικού περιβάλλοντος, σε μεταλλεία και
λατομεία, είναι μελέτη αναδάσωσης με προσαρμογές, που αφορούν την περιγραφή και την
αποκατάσταση του τοπίου, την ειδική μορφολογία των χώρων εξόρυξης και τη διαχείριση του
εδαφικού υλικού.
Το ερώτημα, στο οποίο πρέπει να απαντήσει πειστικά μια μελέτη, αφορά την επαναφορά
μιας βιώσιμης βλάστησης, πρόδρομης της τελικής φυσικής κοινωνίας, που περιμένουμε να
αναπτυχθεί στο χώρο εξόρυξης. Η τελική φυτοκοινωνία, πρέπει να προσδιορίζεται με δασικούς
χρόνους και να είναι ανάλογη με την ενέργεια (έδαφος, νερό, περιποιήσεις), με την οποία θα
προικίσουμε τον οικότοπο, στον οποίο θα γίνει η επέμβαση. Πιο απλά, πρέπει να βρούμε τον πιο
σύντομο δρόμο, μέσω του οποίου θα επανέλθει η φυσική βλάστηση, σε εδαφοκλιματικές
συνθήκες που θα προσομοιάζουν με αυτές που προϋπήρχαν της επέμβασης. Επομένως, το τι
φυτεύουμε, δεν αφορά πρωτίστως κάποια προσωρινή επιτυχία, αλλά την προετοιμασία των
συνθηκών εδάφους και κλίματος που επιδιώκουμε, μέσω ορισμένων τεχνικών έργων και μιας
διαδοχής φυτοκοινωνιών.

135
Στη μελέτη « περιβαλλοντική αποκατάσταση χώρου μεταλλείου λευκόλιθου στην περιοχή
Τρουπίου Ευβοίας και αναβάθμιση της περιοχής με την αξιοποίηση της λίμνης που υπάρχει στο
χώρο του» αλλά και σε οποιαδήποτε παρόμοια μελέτη αποκατάστασης και αξιοποίησης
διαταραγμένων μεταλλευτικών χώρων θα πρέπει:
α) Να γίνεται ανάλυση της περιοχής, η οποία θα περιλαμβάνει την οριοθέτησή της, το
χωροταξικό πλαίσιό της, την περιγραφή της σημερινής κατάστασης του περιβάλλοντός της, την
ιστορική διαμόρφωση του χώρου της, τα γεωλογικά και υδρολογικά χαρακτηριστικά της, τους
τύπους των οικοσυστημάτων της, τη χλωρίδα και πανίδα της, τις κλιματικές συνθήκες της και το
ιδιοκτησιακό της καθεστώς.
β) Να μελετούνται οι παράγοντες που συνθέτουν το τοπίο και επηρεάζουν το σχεδιασμό
του. Αυτοί οι παράγοντες είναι η βλάστηση, το έδαφος, η τοπογραφική διαμόρφωση και η
δυνατότητα να αποτελεί ο χώρος του μεταλλείου περιβάλλον με οικολογική σημασία ή να
δημιουργηθεί σε αυτόν κάποιο νέο οικοσύστημα.
γ) Να μελετούνται τα κυρίαρχα στοιχεία του τοπίου για να υπάρξει οπτικά η αρμονία η
οποία θα προκύψει από το συνταίριασμά τους και τη συσχέτισή τους.
δ Να διερευνούνται οι δυνατότητες για καινούργιες δραστηριότητες και μελλοντικές
χρήσεις γης.
ε) Να μελετούνται τα κριτήρια με τα οποία αποφασίζεται η εκλογή της μελλοντικής χρήσης
γης που αναφαίνονται από την ανάλυση των δεδομένων, των δυνατοτήτων και των περιορισμών
και συνδέονται με τα χαρακτηριστικά της γης και του περιβάλλοντος και με τη ζήτηση της
αγοράς.
στ) Να γίνεται οπτική ανάλυση του τοπίου, απογράφοντας και αξιολογώντας την οπτική
απορροφητική ικανότητα, τις ζώνες απόστασης, τις κλάσεις ποικιλίας, τα επίπεδα ευαισθησίας
και τους οπτικούς ποιοτικούς στόχους.
ζ) Να προβάλλεται και να εκτίθεται ο σχεδιασμός των διαφόρων εναλλακτικών λύσεων με
τέτοια μέθοδο ώστε να γίνεται κατανοητός.
η) Να γίνεται περιβαλλοντική αξιολόγηση όλων των εναλλακτικών επιλογών χρήσης για
την αξιοποίηση του ανενεργού μεταλλείου.
θ) Να ζητείται η γνώμη των πολιτών.
ι) Να γίνεται διερεύνηση σε Ελληνική και ξένη βιβλιογραφία για αποκαταστάσεις σε
παρόμοιους μεταλλευτικούς χώρους.
ια) Να αναλύεται το βασικότερο πρόβλημα που είναι η φυτοκάλυψη, η οποία ανεξάρτητα
από τη χρήση που θα επιλεγεί, έχει πολλαπλούς σκοπούς να εκπληρώσει, όπως η απόκρυψη
επιφανειών ή εγκαταστάσεων, η προστασία από τη διάβρωση, η παροχή τροφής και καταφυγίου
στην πανίδα, η βελτίωση του εδάφους και η βελτίωση των οπτικών χαρακτηριστικών του τοπίου.
ιβ) Να μελετούνται οι κλιματεδαφικές συνθήκες οι, οποίες επιτρέπουν την επιλογή των
κατάλληλων φυτικών ειδών αλλά και τη λήψη των αναγκαίων μέτρων, τη χρησιμοποίηση των
κατάλληλων υλικών και μεθόδων ώστε να δημιουργηθούν οι απαραίτητες προϋποθέσεις που
εξασφαλίζουν την επιτυχία της αποκατάστασης. ιγ) Να μελετάται, η διαμόρφωση των
επιφανειών ώστε τα υλικά τους να μπορούν να ισορροπήσουν από άποψη κατολισθήσεων και
παρασύρσεων και να συγκρατήσουν τα υλικά επίστρωσης, η προσθήκη υλικών καλής ποιότητας
για να μπορούν να φιλοξενήσουν τη βλάστηση στην οποία προσβλέπουμε και η φυτοτεχνική
επέμβαση.
ιδ) Να εξετάζονται οι παράγοντες που επηρεάζουν, τη ζήτηση για αναψυχή, τη συμμετοχή
των ανθρώπων σε διάφορες δραστηριότητες αναψυχής, την αξία των δασικών τόπων και την

136
καταλληλότητά τους για δασική αναψυχή, να επιλέγεται το κατάλληλο είδος αναψυχής, η σωστή
οργάνωση του χώρου που ασκείται και ο φορέας διαχείρισής του.
Στην εκμετάλλευση του λευκόλιθου στο Τρούπι Ευβοίας έχουμε να παρατηρήσουμε τα
εξής:
α) ενεργήθηκε χωρίς να υπάρχει καμία σύνδεση με την αποκατάσταση, μιας και αυτή
άρχισε πριν από την έναρξη ισχύος του Ν.998/79, ο οποίος προβλέπει τη σταδιακή
αποκατάσταση του τοπίου και της δασικής βλάστησης σε εκτάσεις οι οποίες καλύπτονταν από
δάσος και καταστράφηκε εξαιτίας της μεταλλευτικής εκμετάλλευσης.
β) Οι αποθέσεις των στείρων δεν έγιναν σε χώρους των οποίων οι θέσεις τους είχαν εκ των
προτέρων επιλεγεί, με αποτέλεσμα να προκύψουν μορφές, οι οποίες δεν είναι πολύ αρμονικά
ενταγμένες μέσα στα πλαίσια του χαρακτήρα που υπάρχει στην περιοχή.
γ) Αποτέθηκαν στείρα σε θέσεις που η επιφάνειές τους είχαν μεγάλη κλίση, με αποτέλεσμα
να έχουμε εκτεταμένο χώρο κατάληψης.
δ) Το επιφανειακό έδαφος, το οποίο έχει από άποψη περιεκτικότητας τα επιθυμητά
οργανικά υλικά και άλατα, για να χρησιμοποιηθεί ως φυτευτικό υπόθεμα στην αποκατάσταση με
βλάστηση, δεν διαφυλάχτηκε, αλλά αναμίχτηκε με το υποκείμενο πέτρωμα.
Όλα τα παραπάνω, έχουν ως αποτέλεσμα τη διόγκωση των δαπανών αποκατάστασης της
περιοχής του μεταλλείου.

137
ΠΙΝΑΚΕΣ

138
ΠΙΝΑΚΑΣ Α: Διακύμανση της μέσης θερμοκρασίας κατά μήνα εντός της πενταετίας 1996-2000.
Πηγή: ΕΘ.Ι.Α.Γ.Ε.

Μήνας 1996 1997 1998 1999 2000 Μ. Ο.


Ιανουάριος 4,9 3,6 5,9 5,8 2,6 4,6
Φεβρουάριος 5,1 6,0 7,3 5,2 5,5 5,8
Μάρτιος 4,2 6,6 5,2 8,2 7,6 6,4
Απρίλιος 9,9 7,9 13,6 13,0 13,2 11,5
Μάιος 18,0 17,2 15,2 17,3 17,1 17,0
Ιούνιος 21,0 21,2 21,3 21,9 20,6 21,2
Ιούλιος 26,0 23,7 22,6 23,3 23,8 23,9
Αύγουστος 27,4 21,4 21,4 24,0 23,0 23,4
Σεπτέμβριος 24,1 17,4 18,5 19,4 19,2 19,7
Οκτώβριος 19,4 13,4 15,8 16,2 13,4 15,6
Νοέμβριος _ 9,8 10,5 10,3 12,6 10,8
Δεκέμβριος _ 6,7 4,7 8,9 7,7 7,0

ΠΙΝΑΚΑΣ Β: Διακύμανση της μέσης μέγιστης και ελάχιστης θερμοκρασίας κατά μήνα εντός της
πενταετίας 1996-2000.
Πηγή: ΕΘ.Ι.Α.Γ.Ε.

ΜΗΝΑΣ 1996 1997 1998 1999 2000 Μ.Ο


Μ Ε Μ Ε Μ Ε Μ Ε Μ Ε Μ Ε
Ος
1 5,3 4,6 4 3,2 6,3 5,5 6,2 5,5 3 2,2 5 4,2
Ος
2 5,5 4,8 6,4 5,5 7,8 6,9 5,6 4,7 5,9 5,1 6,2 5,4
3Ος 4,6 3,8 7 6,1 5,6 4,7 8,7 7,8 8,1 7,1 6,8 5,9
4Ος 10,4 9,4 8,4 7,4 14,2 13,1 13,5 12,5 13,7 12,7 12 11
5Ος 18,6 17,5 17,8 16,7 15,7 14,8 17,8 16,7 17,6 16,6 17,5 16,5
Ος
6 21,8 20,6 22,1 20,7 21,8 20,8 22,7 21,4 21,6 20,1 22 20,7
Ος
7 26,9 25,6 24,6 23,1 25,2 22,8 24 22,8 25,7 23,5 25,3 23,6
Ος
8 28,2 27 21,9 20,9 24,2 22 24,6 23,5 23,7 22,5 24,5 23,2
Ος
9 24,6 23,6 17,9 16,9 18,9 18 19,9 18,9 20,2 18,8 20,3 19,2
Ος
10 19,8 19,1 13,9 13 16,2 15,3 16,6 15,7 13,8 12,9 16,1 15,2
Ος
11 - - 10,1 9,5 10,9 10,1 10,7 10 13 12,2 11,2 10,5
Ος
12 - - 7,1 6,3 5 4,4 9,3 8,6 8,1 7,3 7,4 6,7

139
ΠΙΝΑΚΑΣ Γ: Διακύμανση της απόλυτα μέγιστης και ελάχιστης θερμοκρασίας κατά μήνα εντός
της πενταετίας 1996-2000.
Πηγή: ΕΘ.Ι.Α.Γ.Ε.

ΜΗΝΑΣ 1996 1997 1998 1999 2000


ΑΜ ΑΕ ΑΜ ΑΕ ΑΜ ΑΕ ΑΜ ΑΕ ΑΜ ΑΕ
Ος
1 14,4 -2,9 9,1 0,4 15 -1,3 14,8 -2,7 13,8 -5,7
2Ος 17,9 -2,2 19,7 -3,2 19,8 0,7 16,1 -2,5 17 -2,1
3Ος 18,2 -2,5 18 -0,2 18,3 -3,2 18,2 0,6 22,6 -2,4
4Ος 21,2 2,6 22,8 -1,5 27,8 2,4 26 4,6 24,6 3,5
5Ος 28,7 9,3 32,5 7,4 25,4 8,4 29,6 6,1 27,5 5,1
6Ος 35,6 13 37,7 10,5 30,3 13,7 31,4 13,5 33,4 10,7
7Ος 35,2 11,4 38,5 12 38,1 13,6 30,1 10,9 40,2 11,7
8Ος 36,7 19,7 32,6 14,1 34,1 10,5 36,7 14 34,2 9,8
9Ος 34,4 15,2 32,1 9,6 28,4 10,7 28,6 13,6 35,9 9,2
10Ος 27,4 15,6 26,4 5 26,6 7,1 26,7 9,7 24,5 6
11Ος - - 20,1 4 23,3 1,8 20,5 1,8 24,6 5,8
12Ος - - 15,5 -0,9 16,5 -5,1 17,4 0 16,8 -1,9

ΠΙΝΑΚΑΣ Δ: Ύψος βροχής και διάρκεια της κατά μήνα εντός της πενταετίας 1996-2000.
Πηγή: ΕΘ.Ι.Α.Γ.Ε.

ΜΗΝΑ 1996 1997 1998 1999 2000 Μ.Ο


Σ
ΥΒ ΔΒ ΥΒ ΔΒ ΥΒ ΔΒ min ΥΒ ΔΒ ΥΒ ΔΒ ΥΒ ΔΒ
mm min mm min mm mm min mm min mm min
1Ος 363,5 7397 0,2 778 49,6 5138 55,2 3089 15,2 3034 97,4 3887
2Ος 112 6891 84,6 9979 40,8 3626 38,4 3202 80 7110 71,2 6161
3Ος 77 12520 109 6963 245,4 6861 205,8 6154 41 2440 135,6 6988
4Ος 4,8 1122 57,8 4534 9,2 1763 43,2 1441 6,4 1788 24,3 2130
5Ος 70,8 2028 11,4 1229 133,4 3119 11,8 1349 30,6 1223 51,6 1790
6Ος 0,8 212 17,2 714 11,8 319 0,2 169 10 496 8 382
7Ος 3,6 184 4,8 315 0 379 20,4 329 7,8 224 7,3 286
8Ος 21,8 695 12,6 576 0 799 3,2 276 0 33 7,5 476
9Ος 35,8 1698 1,2 1968 38,4 1769 - - 5,2 2908 20,15 2086
10Ος 43,6 1359 81 8345 18,8 1047 - - 53,4 6536 49,2 4322
11Ος - - 66,8 7401 155 6958 23 7012 31,8 2761 69,2 6033
12Ος - - 130,2 8349 220,2 11847 81,8 3436 74,6 4210 126,7 6961

140
ΠΙΝΑΚΑΣ Ε: Διακύμανση σχετικής υγρασίας κατά μήνα εντός της πενταετίας 1996-2000.
Πηγή: ΕΘ.Ι.Α.Γ.Ε.

ΜΗΝΑΣ 1996 1997 1998 1999 2000 Μ.Ο


Ε Μ Ε Μ Ε Μ Ε Μ Ε Μ Ε Μ
Ος
1 83 85 68 73 74 84 53 74 68 76 69 78
2Ος 70 73 68 73 66 78 54 66 59 70 63 72
3Ος 59 63 67 71 62 76 54 64 60 68 60 68
4Ος 57 63 65 71 56 64 55 66 60 69 59 67
5Ος 60 65 47 53 58 73 57 66 53 60 55 63
6Ος 47 52 56 61 59 68 55 61 45 52 52 59
7Ος 48 53 48 52 44 53 59 66 39 46 48 54
8Ος 57 62 59 64 52 66 56 63 48 53 54 62
9Ος 62 68 61 66 67 78 68 76 56 62 63 70
10Ος 80 86 67 73 66 79 63 77 71 82 69 79
11Ος - - 54 61 53 73 68 80 61 77 59 73
12Ος - - 73 77 53 74 60 71 66 80 63 76

ΠΙΝΑΚΑΣ ΣΤ: Διακύμανση μέσης ταχύτητας ανέμου και διεύθυνσής τους κατά μήνα εντός της
πενταετίας 1996-2000.
Πηγή: ΕΘ.Ι.Α.Γ.Ε.

ΜΗΝΑΣ 1996 1997 1998 1999 2000


Τ Δ Τ Δ Τ Δ Τ Δ Τ Δ
Ος
1 - ΑΒΑ 1,6 ΑΒΑ 2,1 ΑΒΑ 2 ΑΒΑ 2 ΑΒΑ
Ος
2 - ΑΒΑ 2,3 ΑΒΑ 2,4 ΑΒΑ 2,1 ΔΝΔ 2,3 ΑΒΑ
Ος
3 - ΑΒΑ 2,8 ΑΒΑ 2,5 ΑΒΑ 2,4 ΑΒΑ 2,3 Δ
4Ος 2,3 ΑΒΑ 2,2 ΑΒΑ 2,4 ΔΝΔ 2,1 ΔΝΔ 2,1 ΑΒΑ
5Ος 2,4 ΑΒΑ 3 ΑΒΑ 2,5 ΑΒΑ 2,5 ΑΒΑ 2,6 ΑΒΑ
Ος
6 2,5 ΑΒΑ 2,4 ΑΒΑ 2,4 ΑΒΑ 2,6 ΑΒΑ 2,9 ΑΒΑ
Ος
7 3 ΑΒΑ 2,4 ΑΒΑ 2,9 ΑΒΑ 2,6 ΑΒΑ 2,6 ΑΒΑ
Ος
8 2,6 ΑΒΑ 2,6 ΑΒΑ 3 ΑΒΑ 2,6 ΑΒΑ 2,9 ΑΒΑ
Ος
9 2,4 ΑΒΑ 3,1 ΑΒΑ 2,8 ΑΒΑ 2,3 ΑΒΑ 2,7 ΑΒΑ
Ος
10 2,9 ΑΒΑ 2,5 ΑΒΑ 2,4 ΑΒΑ 2,1 ΑΒΑ 2,5 ΑΒΑ
Ος
11 - - 2,3 ΑΒΑ 2,2 ΑΒΑ 2,3 ΑΒΑ 1,8 ΑΒΑ
Ος
12 - - 2,2 ΑΒΑ 2,4 ΑΒΑ 2,4 Δ 2,1 ΑΒΑ

141
ΠΙΝΑΚΑΣ Ζ

142
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

143
Φωτ 1. Πλατεία πρώτου χώρου απόθεσης στείρων

Φωτ. 2 Πρανές πρώτου χώρου απόθεσης στείρων

144
Φωτ.3 Κάλυψη κοίτης του ρέματος από στείρα . Πρανές δεύτερου χώρου
απόθεσης στείρων. Τοπίο του οποίου τμήμα αποτελεί ο προς αποκατάσταση
μεταλλευτικός χώρος.

Φωτ.4 Πλατεία δεύτερου χώρου απόθεσης στείρων

145
Φωτ.5 Νότια πλευρά της λίμνης

Φωτ.6 Είσοδος δρόμου που εξυπηρετούσε την μεταλλευτική εκμετάλλευση

146
Φωτ. 7 Είσοδος στη λίμνη

Φωτ 8 πρανές στην είσοδο της λίμνης

147
Φωτ. 9 Θέση εξεδρών για ψάρεμα (Βαθμίδα στην δυτική πλευρά της λίμνης)

Φωτ.10 Θέση φύτευσης καλαμιών (Νότια πλευρά της λίμνης)

148
Φωτ.11 Θέση κατασκευής πέτρινου αναψυκτηρίου (Ανατολικά της εισόδου στη λίμνη)

Φωτ.12 Βαθμίδα στην ανατολική πλευρά της λίμνης

149
Φωτ.13 Βαθμίδα δρόμος

Φωτ.14 Είσοδος προς την λίμνη

150
Φωτ. 15 Κτίσμα στον χώρο αποκατάστασης

Φωτ.16 Η λίμνη όπως φαίνεται από τη θέση θέας

151
Φωτ. 17 Χώρος θέας

Φωτ,18 πλατεία τρίτου χώρου απόθεσης στείρων

152
Φωτ 19 . Πρανές τέταρτου χώρου απόθεσης στείρων

Φωτ.20 Είσοδος στον χώρο θέας

153
Φωτ.21 Θέση τοποθέτησης χώρου υγιεινής (πριν την είσοδο στο χώρο θέας)

Φωτ. 22 Θέση χώρου στάθμευσης (πριν την είσοδο στο χώρο θέας)

154
Φωτ. 23 Σύνδεση δρόμου που εξυπηρετούσε την εκμετάλλευση με την πλατεία του
τρίτου χώρου απόθεσης στείρων

Φωτ. 24 Νότια πλευρά πρανούς τρίτου χώρου απόθεσης στείρων

155
Φωτ. 25 Ανατολική πλευρά πρανούς τρίτου χώρου απόθεσης στείρων.

156
ΟΡΘΟΦΩΤΟΧΑΡΤΕΣ

157
Ορθοφωτοχάρτης περιοχής 1.

Όρια του προς αποκατάσταση χώρου του μεταλλείου λευκόλιθου.

158
Χώρος  απόθεσης στείρων στην 
κοίτη του ρέματος 

ος
2 χώρος
απόθεσης στείρων

Δρόμος που
εξυπηρετούσε τη
μεταλλευτική εκμετάλλευση

ος
1 χώρος
απόθεσης στείρων

λίμνη

Επαρχιακός

βαθμίδε

Δρόμος
σύνδεσης επαρχιακού
δρόμου με Τρούπι
Τρούπι

ος
3 χώρος
απόθεσης στείρων

ος
4 χώρος
απόθεσης στείρων

Ορθοφωτοχάρτης περιοχής 2 (έτους λήψης 1996)

159
ΑΕΡΟΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΠΕΡΙΟΧΗΣ 1

Δρόμος χώρου
υπαιθρίου γεύματος

Χώρος υπαίθριου
γεύματος

Είσοδος λίμνης

Δρόμος που εξυπηρετούσε την


μεταλλευτική εκμετάλλευση
Χώρος στάθμευσης

Δρόμος χώρου
στάθμευσης

Χώρος υγιεινής αναψυκτήριο

Χώρος
στάθμευσης
Εξέδρες ψαρέματος

Οικισμός Τρουπίου

Χώρος αναψυχής με
βάση το παιχνίδι
Δρόμοι πρόσβασης στους
χώρους αναψυχής

Χώρος θέας

 
Επαρχιακός δρόμος
Προκόπι – Τρούπι - Κήρινθος

160
ΑΕΡΟΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΠΕΡΙΟΧΗΣ 2

Επιφάνεια ρέματος

ου
Πρανές 2 χώρου
απόθεσης στείρων

Πρανή εισόδου στη


λίμνη

ου
Πρανές 1
χώρου απόθεσης

Χώρος φύτευση
καλαμιών

ου
Πρανές 4 χώρου
απόθεσης στείρων ου
Πρανές 3 χώρου
απόθεσης στείρων

161
ΧΑΡΤΕΣ

162
ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚ
ΟΣ ΧΩΡΟΣ

Χάρτης1. Χάρτης προσανατολισμού με εντοπισμένη τη θέση του μεταλλείου Ν. Ευβοίας

163
ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙ
ΚΟΣ ΧΩΡΟΣ

Χάρτης2 . Χάρτης προσανατολισμού με εντοπισμένη τη θέση του μεταλλείου Ν. Ευβοίας

164
ΣΧΕΔΙΑ

165
Σχ. 1 χώρος υπαίθριου γεύματος κατά αθροίσματα

166
 

   

167
168
 

169
 

170
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

1. Χρονολογικό ευρετήριο Νομοθεσίας που


σχετίζεται άμεσα με τις δραστηριότητες του μεταλλευτικού
κλάδου.

Ν. 4844/1930 (ΦΕΚ 268/Α΄/4-8-1930).


Περί διατάξεων αφορωσών την εκμετάλλευση των ιαματικών πηγών.
Ν. 5958/1933 (ΦΕΚ 399/Α΄/22-12-1933).
Περί κυρώσεως του από 22 Ιουλίου 1933 Νομοθετικού Διατάγματος περί τροποποιήσεως
διατάξεων τινών του οργανισμού των σμυριδωρυχείων Νάξου και της υπηρεσίας Μεταλλείων.
Διάταγμα της 5/9/1935 (ΦΕΚ 429/Α΄/28-9-1935)
Περί κωδικοποιήσεως των κειμένων διατάξεων «περί Ναξίας Σμύριδας».
Α.Ν. της 17/10/1935 (ΦΕΚ 481/Α΄/18-10-1935
Περί διαθέσεως του προσθέτου τιμήματος σμύριδας.
Α.Ν. της 17/31-1-1935 (ΦΕΚ 510/Α/31-10-1935)
Περί αυθεντικής ερμηνείας τροποποιήσεως και συμπληρώσεως διατάξεων του Νόμου
ΓΦΚΔ΄ «περί μεταλλείων» και των τροποποιούντων και συμπληρωνόντων αυτόν Νόμων, ως
αύται κωδικοποιήθηκαν δια του από 28 Οκτωβρίου 1929 Διατάγματος.
Ν. 715/1937 (ΦΕΚ 219/Α΄/9-6-1937)
Περί συμπληρώσεως και τροποποιήσεως των περί μεταλλείων διατάξεων.
Α.Ν. 2344/1940 (ΦΕΚ 154/Α΄/18-5-1940
Περί αιγιαλού και παραλίας.
Ν. 2514/1940 (ΦΕΚ 274/Α΄/4-9-1940)
Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί μεταλλείων διατάξεων.
Ν.Δ. 897/1941 (ΦΕΚ 457/Α΄/31-12-1941)
Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως μεταλλευτικών τινών διατάξεων.
Ν. 1911/1944 (ΦΕΚ 229/Β΄/30-10-1944)
Περί αυξήσεως τελών και δικαιωμάτων του Δημοσίου εκ μεταλλείων και άλλων τινών
διατάξεων.
Ν. 1851/1951 (ΦΕΚ 296/Α΄/30-10-1951)
Περί τροποποιήσεως φορολογικών διατάξεων επί μεταλλείων κλπ.
Ν. 2627/1953 (ΦΕΚ 296/Α’/30-10-1953)
Περί κυρώσεως τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του Α.Ν. 1851/1951 «Περί
τροποποιήσεως φορολογικών διατάξεων επί μεταλλείων κλπ».
Ν. 2744/1954 (ΦΕΚ 31/Α΄/23-2-1954)
Περί κυρώσεως Νομοθετημάτων εκδοθέντων κατά την περίοδο της ξενικής κατοχής
αφορούντων την Υπηρεσία Μεταλλείων του Υπουργείου Βιομηχανίας.
Ν.Δ. 2942/1954 (ΦΕΚ 211/Α΄/7-9-1954)
Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς και
περί Λιμενικών Ταμείων κειμένων διατάξεων.

171
Ν. 3200/1955 (ΦΕΚ 24/Α΄/23-4-1955)
Περί διοικητικής αποκεντρώσεως.
Ν. 3663/1957 (ΦΕΚ 24/Α΄/18-2-1957)
Περί φορολογίας μεταβιβάσεως μεταλλείων.
Ν.Δ. 4029/1959 (ΦΕΚ 250/Α΄/13-11-1959)
Περί αργούντων μεταλλείων και τροποποιήσεως και συμπληρώσεως διατάξεων του
Μεταλλευτικού Κώδικος και της Υπηρεσίας μεταλλείων.
Ν. 4156/1961 (ΦΕΚ 66/Α΄/21-4-1961)
Περί κυρώσεως 1) της από 6-7-1960 συμβάσεως μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου αφ΄ ενός
και των Αιτωλικής Εταιρείας Πετρελαίων Α.Ε. και….. και περί τινών άλλων διατάξεων
αφορωσών εις τους όρους των συμβάσεων υδρογονανθράκων.
Ν. 4171/1961 (ΦΕΚ 93/Α΄/3-6-1961)
Περί λήψεως γενικών μέτρων δια την υποβοήθηση της αναπτύξεως της Χώρας.
Β.Δ. 594/1961 (ΦΕΚ 146/Α΄/8-9-1961
Περί τρόπου καθορισμού του εργατικού δικαιώματος εξορύξεως και μεταφοράς
σμύριδας.
Β.Δ. 731/1961 (ΦΕΚ 185/Α΄/20-9-1961)
Περί βεβαιώσεως εσόδων του δημοσίου εκ μεταλλείων και λατομείων.
Ν.Δ. 4433/1964 (ΦΕΚ 219/Α΄/12-11-1964)
Περί μεταλλευτικών ερευνών του Δημοσίου και άλλων τινών μεταλλευτικών διατάξεων.
Α.Ν. 261/1968 (ΦΕΚ 12/Α΄/23-1-1968)
Περί χρόνου ανακλήσεως παρανόμων Διοικητικών Πράξεων.
Α.Ν. 534/1968 (ΦΕΚ 203/Α΄/13-9-1968)
Περί υπαγωγής ενίων ορυκτών εις την κατηγορία των μεταλλευτικών και λατομικών
τοιούτων.
Ν.Δ. 142/1969 (ΦΕΚ 48/Α΄/13-3-1969)
Περί έρευνας και εκμεταλλεύσεως του υποθαλασσίου και υπολιμνίου ορυκτού πλούτου.
Ν.Δ. 797/1971 (ΦΕΚ 1/Α΄/1-1-1971)
Περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων.
Ν.Δ. 210/1973 (ΦΕΚ 277/Α΄/5-10-1974)
Περί Μεταλλευτικού Κώδικος.
Ν.Δ. 180/1974 (ΦΕΚ 347/Α΄/20-11-1974)
Περί ρυθμίσεως θεμάτων ανακυπτόντων κατά την εφαρμογή του Μεταλλευτικού
Κώδικος λόγω καταργήσεως των Περιφερειακών Διοικήσεων.
Ν.Δ. 181/1974 (ΦΕΚ 347/Α΄/20-11-1974)
Περί προστασίας εξ ιοντιζουσών ακτινοβολιών.
Ν. 134/1975 (ΦΕΚ 180/τ. Α΄/29-8-1975)
Περί συγχωνεύσεως εις την Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) της Α.Ε.
Ελληνικής Μεταλλευτικής και Βιομηχανικής Εταιρείας Λιγνιτωρυχείων Πτολεμαΐδας
(ΛΙΠΤΟΛ).
Απόφαση Γ3β/0/12/134-Ω/2-6-1975 (ΦΕΚ 1198/Β΄/20-10-1975)
Περί εγκρίσεως Αναλύσεως Τιμών & Περιγραφικού Τιμολ. Έργων Οδοπ. Εκδόσεως
1975.
Ν. 272/1976 (ΦΕΚ 50/Α΄/6-3-1976)
Περί ιδρύσεως Ινστιτούτου Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών (Ι.Γ.Μ.Ε.).
Ν. 273/1976 (ΦΕΚ 50/Α΄/6-3-1976)
172
Περί τροποποιήσεως του Ν.Δ. 4433/1964 «περί Μεταλλευτικών Ερευνών του Δημοσίου
και άλλων τινών μεταλλευτικών διατάξεων.
Ν. 274/1976 (ΦΕΚ 50/Α΄/6-3-1976)
Περί τροποποιήσεως του Μεταλλευτικού Κώδικος.
Ν. 367/1976 (ΦΕΚ 162/Α΄/25-6-1976)
Περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως ακινήτου προς τον σκοπό ανευρέσεως
εκμεταλλεύσεως, μεταφοράς και αποθηκεύσεως υδρογονανθράκων και συμπληρώσεως
διατάξεων τινών του Μεταλλευτικού Κώδικος.
Ν. 386/1976 (ΦΕΚ 188/Α΄/21-7-1976)
Περί εκμεταλλεύσεως λατομείων αδρανών υλικών και απαγορεύσεως εκμεταλλεύσεως
λατομείων μαρμάρων εις περιοχή του Πεντελικού όρους.
Π.Δ. 817/1976 (ΦΕΚ 294/Α’/9-11-1976)
Περί των προγραμμάτων έρευνας ιδιωτικών μεταλλείων.
Απόφαση 5102/641/148/22-1-1977 (ΦΕΚ 70/Β΄/4-2-1977)
Περί υποβολής υπό των εκμεταλλευομένων μεταλλεία, πλειόνων στοιχείων δια του
δελτίου δραστηριότητος μεταλλείων.
Ν. 669/1977 (ΦΕΚ 241/Α΄/1-9-1977)
Περί εκμεταλλεύσεως λατομείων.
Ν. 857/1978 (ΦΕΚ 239/Α΄/30-12-1978)
Περί καταργήσεως της παραγρ. 2 του άρθρου 145 του Ν.Δ. 210/1973 «περί
Μεταλλευτικού Κώδικος».
Π.Δ. 238/1979 (ΦΕΚ 66/Α΄/4-4-1979)
Περί Οργανισμού του Υπουργείου Βιομηχανίας και Ενεργείας.
Π.Δ. 285/1979 (ΦΕΚ 83/Α΄/26-4-1979)
Περί εκμισθώσεως δημοσίων λατομείων βιομηχανικών ορυκτών και μαρμάρων.
Ν. 998/1979 (ΦΕΚ 289/Α΄/29-12-1979)
Περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας.
Απόφαση 183037/5115/19-8-1980 (ΦΕΚ 820/Β΄/28-8-1980)
Περί επικυρώσεως τεχνικών προδιαγραφών επιπτώσεων και αποκαταστάσεως του
περιβάλλοντος (άρθρ.45 παρ. 5 Ν. 998/79).
Απόφαση 182081/4842/81 (ΦΕΚ 48/Β΄/28-1-1981)
Διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 57 «περί μεταλλευτικών και λατομικών εργασιών»
του Ν.998/79.
Π.Δ. 1180/1981 (ΦΕΚ 293/Α΄/6-10-81)
Περί ρυθμίσεως θεμάτων αναγομένων εις τα της ιδρύσεως και λειτουργίας βιομηχανικών
βιοτεχνικών , πάσης φύσεων μηχανολογικών εγκαταστάσεων.
Ν. 1232/1982 (ΦΕΚ 22/Α΄/25-2-1982)
Επαναφορά σε ισχύ, τροποποίηση και συμπλήρωση των διατάξεων του Ν.Δ. 4352/1964
και άλλες διατάξεις.
Απόφαση V-3/Φ9.6/3/26-4-1982 (ΦΕΚ 217/Β΄/26-4-1982)
Αναμόρφωση συλλογικών οργάνων γνωμοδοτικής και αποφασιστικής αρμοδιότητας του
Υπουργείου Βιομηχανίας και Ενέργειας.
Ν. 1256/1982 (ΦΕΚ 65/Α΄/31-5-1982)
Για την πολυθεσία, την πολυαπασχόληση και την καθιέρωση ανωτάτου ορίου απολαβών
στο δημόσιο τομέα καθώς και για το Ελεγκτικό Συνέδριο, το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους
και άλλες διατάξεις.
173
Π.Δ. 574/1982 (ΦΕΚ 104/Α΄/30-8-1982)
Ανακατανομή αρμοδιοτήτων των Υπουργείων.
Ν. 1280/1982 (ΦΕΚ 108/Α΄/2-9-1982
Παραχώρηση αγροτικών εκτάσεων ιδιοκτησίας Δημοσίας Επιχειρήσεως Ηλεκτρισμού
(Δ.Ε.Η.).
Ν. 1338/1983 (ΦΕΚ 34/Α΄/17-3-1983)
Εφαρμογή του Κοινοτικού Δικαίου.
Ν. 1416/1984 (ΦΕΚ 18/Α΄/21-2-1984)
Τροποποίηση και συμπλήρωση διατάξεων της δημοτικής και κοινοτικής νομοθεσίας για
την ενίσχυση της Αποκέντρωσης και την ενδυνάμωση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Ν. 1428/1984 (ΦΕΚ 43/Α΄/11-4-1984)
Εκμετάλλευση λατομείων αδρανών υλικών και άλλες διατάξεις.
Απόφαση 9373/27-6-1984 (ΦΕΚ 436/Β΄/29-6-1984)
Περί υποβολής στοιχείων δραστηριότητας από τους εκμεταλλευτές λατομείων αδρανών
υλικών.
Αποφ. ΙΙ/5η/Φ6.1/ΟΙΚ/9464/84 (ΦΕΚ-469/Β/16-7-84)
Καθορισμός των δικαιολογητικών για τη χορήγηση των αδειών εγκατάστασης και
λειτουργίας μηχανημάτων κατεργασίας των αδρανών υλικών.
Αποφ. ΙΙ/5η/Φ6/ΟΙΚ/9465/84 (ΦΕΚ-469/Β/16-7-84)
Καθορισμός δικαιολογητικών για τη χορήγηση των αδειών κατασκευής και
λειτουργίας αποθηκών εκρηκτικών υλών και καψυλλίων σε λατομεία αδρανών υλικών.
Απόφαση ΙΙ-5η/Φ6.1/οικ/9468/28-6-1984 (ΦΕΚ 466/Β΄/13-7-1984)
Καθορισμός των προδιαγραφών για τη σύνταξη της Τεχνικής Μελέτης του άρθρου 9 παρ.
4 του Ν.1428/84 (ΦΕΚ 43/Α΄/11-4-84) και της διαδικασίας για την έγκρισή της.
Ν. 1475/1984 (ΦΕΚ 131/Α΄/11-9-1984)
Αξιοποίηση του γεωθερμικού δυναμικού.
Αποφ. ΙΙ/2η/Φ5/15877/87 (ΦΕΚ-865/Β/10-12-84)
Διατήρηση σε ισχύ διατάξεων του ΠΔ-285/79, του Ν-1428/84 και της Υπουργικής Αποφ-
9371/84 Υπουργικής Απόφασης.
Απόφαση ΙΙ-5η/Φ/17402/12-12-1984 (ΦΕΚ 931/Β΄/31-12-1984)
Κανονισμός Μεταλλευτικών και Λατομικών Εργασιών.
Ν. 1515/1985 (ΦΕΚ18/Α΄/18-2-1985)
Ρυθμιστικό σχέδιο και πρόγραμμα προστασίας περιβάλλοντος της ευρύτερης περιοχής
της Αθήνας.
Ν. 1561/1985 (ΦΕΚ 148/Α΄/6-9-1985)
Ρυθμιστικό σχέδιο και πρόγραμμα προστασίας περιβάλλοντος της ευρύτερης περιοχής
της Θεσσαλονίκης και άλλες διατάξεις.
Απόφαση ΙΙ-5η/Φ6.0/6961/20-6-1985 (ΦΕΚ 387/Β΄/24-6-1985)
Καθορισμός του ύψους αμοιβής των μελετητών για την σύνταξη των Τεχνικών Μελετών
νέων Μεταλλευτικών και Λατομικών Εργασιών που προβλέπονται από τα άρθρα 9 παρ. 4 του
Ν. 1428/1984 και τα άρθρα 4 και 97 της κατ΄ επιταγή του άρθρου 26 του ίδιου Νόμου
απόφασης Υπουργείου Ενέργειας και Φυσικών Πόρων ΙΙ-5η/Φ17402/84, που δημοσιεύτηκε στο
ΦΕΚ 931/Β΄/31-12-84.
Π.Δ. 437/1985 (ΦΕΚ 157/Α΄/19-9-1985)
Καθορισμός και ανακατανομή των αρμοδιοτήτων των Υπουργείων.
Απόφαση ΙΙ-5η/Φ17/οικ.2141/11-2-1986 (ΦΕΚ 155/Β΄/10-4-1986)
174
Τροποποίηση διατάξεων του Κανονισμού Μεταλλευτικών και Λατομικών Εργασιών.
Π.Δ. 92/1986 (ΦΕΚ 33/Α΄/28-3-1986)
Ρύθμιση θεμάτων που αφορούν στην απόκτηση μεταλλευτικών εν γένει δικαιωμάτων από
φυσικά ή νομικά πρόσωπα των Κρατών Μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Καταστατικό ΔΕΠ-ΕΚΥ Α.Ε. (ΦΕΚ 809/τ. Α.Ε. & Ε.Π.Ε./3-4-1986)
Παροχή άδειας σύστασης και έγκρισης του καταστατικού της Α.Ε. με την επωνυμία
«ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΥ-ΕΡΕΥΝΑ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ
ΥΔΡΟΓΟΝΑΝΘΡΑΚΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ».
Απόφαση ΙΙ-24/Φ.17.27/4229/7-4-1986 (ΦΕΚ 151/Β΄/10-4-86)
Υπαγωγή μαρμαροψηφίδων στην κατηγορία των μαρμάρων.
Π.Δ. 347/86 (ΦΕΚ-154/Α/6-10-86)
Μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στους Νομάρχες και στις Περιφερειακές Αρχές
Διανομαρχιακού επιπέδου.
Ν. 1650/1986 (ΦΕΚ 160/Α΄/16-10-1986)
Για την προστασία του περιβάλλοντος.
Αποφ. II/5η/Φ9.0/15893/86 (ΦΕΚ-863/Β/10-12-86)
Διατήρηση ή μη των απαιτούμενων από τις κείμενες διατάξεις πιστοποιητικών και
δικαιολογητικών για τη διεκπεραίωση υποθέσεων πολιτών από τις Υπηρεσίες του Υπουργείου
Βιομηχανίας Ενέργειας και Τεχνολογίας.
Π.Δ. 175/87 (ΦΕΚ-85/Α/4-6-87)
'Όργανα που αποφασίζουν ή γνωμοδοτούν και ειδικές ρυθμίσεις σε θέματα έργων που
εκτελούνται από το Ινστιτούτο Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών (ΙΓΜΕ).
Ν. 1734/87 (ΑΡΘΡΟΝ-13 Παραχωρήσεις δασικών εκτάσεων) (ΦΕΚ-189/Α/26-10-87).
Βοσκότοποι και ρύθμιση ζητημάτων σχετικών με κτηνοτροφική αποκατάσταση και με
άλλες παραχωρήσεις καθώς και θεμάτων που αφορούν δασικές εκτάσεις.
Π.Δ. 294/88 (ΦΕΚ-138/Α/21-6-88)
Ελάχιστος χρόνος απασχόλησης τεχνικού ασφαλείας και γιατρού εργασίας, επίπεδο
γνώσεων και ειδικότητα τεχνικού ασφαλείας για τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες
του Αρθρον-1 παρ.1 του Ν-1568/85 "Υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων".
Ν. 1845/89 (ΑΡΘΡΟΝ-36. ) (ΦΕΚ-102/Α/26-4-89)
Ανάπτυξη και αξιοποίηση της Αγροτικής έρευνας και τεχνολογίας - Δασοπροστασία και
άλλες διατάξεις.
Π.Δ. 225/89 (ΦΕΚ-106/Α/2-5-89)
Υγιεινή και Ασφάλεια στα Υπόγεια Τεχνικά 'Έργα.
Π.Δ. 381/1989 (ΦΕΚ 168/Α΄/16-6-1989)
Οργανισμός του Υπουργείου Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας.
Απόφαση Δ7/Φ1/4817/15-3-1990 (ΦΕΚ 188/Β΄/21-3-1990)
Λήψη μέτρων πυροπροστασίας στις εγκαταστάσεις μεταλλείων και λατομείων.
Απόφαση Δ8/Γ/Φ17/6443/29-3-1990 (ΦΕΚ 243/Β΄/6-4-1990)
Τροποποίηση άρθρου 22 Κανονισμού Μεταλλευτικών & Λατομικών Εργασιών.
Ν. 1892/1990 (ΦΕΚ 101/Α΄/31-7-1990)
Για τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη και άλλες διατάξεις.
Απόφαση 69269/5387/24-10-1990 (ΦΕΚ 678/Β΄/25-10-1990)
Κατάταξη έργων και δραστηριοτήτων σε κατηγορίες, περιεχόμενο Μελέτης
Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ), καθορισμός περιεχομένου ειδικών περιβαλλοντικών
μελετών (ΕΠΜ) και λοιπές συναφείς διατάξεις, σύμφωνα με τον Ν. 1650/1986.
175
Απόφαση 75308/5512/26-10-1990 (ΦΕΚ 691/Β΄/2-11-1990)
Καθορισμός τρόπου ενημέρωσης των πολιτών και φορέων εκπροσώπησής τους για το
περιεχόμενο της Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων των έργων και δραστηριοτήτων
σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 5 του Ν. 1650/86.
Απόφαση Δ7/Φ1/31625/1179/26-11-1990 (ΦΕΚ 784/Β΄/13-12-1990)
Αναπροσαρμογή ποσών των άρθρων 106, 108 και 110 του Νομοθετικού Διατάγματος
210/1973, όπως τροποποιήθηκε με το Νόμο 274/1976.
Απόφαση 33361/5-9-1991 (ΦΕΚ 703/Β΄/5-9-1991)
Μεταβίβαση εξουσίας υπογραφής σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του Ν. 1943/91.
Π.Δ. 129/1992 (ΦΕΚ 65/Α΄/13-4-1992)
Περιορισμός συναρμοδιοτήτων κατά την έκδοση υπουργικών αποφάσεων σε θέματα
αρμοδιότητας υπουργείων.
Απόφαση Δ8/Γ/Φ17/16103/16-6-1992 (ΦΕΚ 424/Β΄/3-7-92)
Τροποποίηση των διατάξεων του άρθρου 22 του Κανονισμού Μεταλλευτικών και
Λατομικών Εργασιών που αναφέρονται στον αμίαντο.
Ν. 2115/1993 (ΦΕΚ15/Α΄/15-2-1993)
Τροποποίηση, αντικατάσταση και συμπλήρωση διατάξεων του Ν. 1428/1984
«Εκμετάλλευση λατομείων αδρανών υλικών και άλλες διατάξεις».
Ν. 2168/93 (ΦΕΚ-147/Α/3-9-93)
Ρύθμιση θεμάτων που αφορούν όπλα, πυρομαχικά, εκρηκτικές ύλες, εκρηκτικούς
μηχανισμούς και άλλες διατάξεις.
Π.Δ. 92/1993 (ΦΕΚ 38/Α΄/22-3-1993)
Καθορισμός αρμοδιοτήτων που διατηρούνται από τον Υπουργό και τις διανομαρχιακού
επιπέδου αρχές του Υπουργείου Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας.
Απόφαση Δ10/Φ68/6812/18-3-1993 (ΦΕΚ 221/Β΄/2-4-1993)
Απαιτούμενα δικαιολογητικά για την χορήγηση ή παράταση άδειας εκμεταλλεύσεως
λατομείων αδρανών υλικών, διαδικασία καταθέσεως, ανανεώσεως, καταπτώσεως εγγυητικών
επιστολών αποκαταστάσεως περιβάλλοντος δημοτικών, κοινοτικών ή ιδιωτικών λατομικών
χώρων ή χώρων Ν.Π.Δ.Δ.
Ν. 2130/1993 (ΦΕΚ 62/Α΄/23-4-1993)
Τροποποίηση και συμπλήρωση διατάξεων της περιφερειακής διοίκησης, τον κώδικα της
Ελληνικής ιθαγένειας, του δημοτικού και κοινοτικού κώδικα, των διατάξεων για τις προσόδους
των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και άλλες διατάξεις.
Απόφαση Δ10/Φ68/οικ.16502/25-6-1993 (ΦΕΚ 501/Β΄/7-7-93) καταργήθηκε
Λειτουργία της επιτροπής καθορισμού λατομικών περιοχών.
Απόφαση Δ10/Φ68/οικ. 30842/7-12-1993 (ΦΕΚ 917/Β΄/21-12-93)
Όροι και διαδικασία εκμισθώσεως, εκμεταλλεύσεως και διαχειρίσεως των Δημοσίων
Λατομείων αδρανών υλικών.
Απόφαση Δ9-Β/Φ.261/31928/21-12-1993 (ΦΕΚ 958/Β΄/31-12-93)
Καθορισμός μισθώματος γεωθερμικής ενέργειας χαμηλής ενθαλπίας για άμεση χρήση
βάσει του καταναλισκόμενου θερμοενεργειακού δυναμικού του γεωθερμικού ρευστού.
Απόφαση 9394/24-2-1994 (ΦΕΚ 211/Β΄/1-4-1994)
Απόδοση του 50% των πάγιων και αναλογικών μισθωμάτων των δημοσίων λατομείων
μαρμάρων και βιομηχανικών ορυκτών στους ΟΤΑ.
Απόφαση Δ7/Α/Φ1.9/17452/734/4-8-1994 (ΦΕΚ 633/Β΄/22-8/1994)

176
Αναπροσαρμογή του ύψους αμοιβής των μελετητών για τη σύνταξη των Τεχνικών
Μελετών που προβλέπονται από το άρθρο 9 παρ. 4 του Ν. 1428/84 και τα άρθρα 4 και 97 του
Κανονισμού Μεταλλευτικών και Λατομικών Εργασιών.
Ν. 2244/1994 (ΦΕΚ 168/Α΄/7-10-1994)
Ρύθμιση θεμάτων ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και από
συμβατικά καύσιμα και άλλες διατάξεις.
Απόφαση Δ15/Φ5.2/25010/17-11-1994 (ΦΕΚ 876/Β΄/25-11-94)
Αποδέσμευση της Ελληνικής Αστυνομίας από την εκτέλεση έργων ξένων προς την
αποστολή της.
Αποφ. 2254 230 Φ.6.9/95 (ΦΕΚ-73/Β/3-2-95)
Προϋποθέσεις, διαδικασία και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για τη χορήγηση άδειας
γομωτή και πυροδότη διατρημάτων με εκρηκτικές ύλες.
Ν. 2289/1995 (ΦΕΚ 27/Α΄/8-2-1995)
Αναζήτηση έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων και άλλες διατάξεις.
Εγκύκλιος Δ10-Δ/Φ5/3589/28-2-1995
Μίσθωση δημοσίων λατομείων μαρμάρου από Ο.Τ.Α.
Γνωμοδότηση αριθ. 84 / 95 Ολομ. Ν.Σ.Κ.
Απόφαση 19690/19-4-1995 (ΦΕΚ 402/Β΄/11-5-1995)
Εκμίσθωση λατομείων αδρανών υλικών δήμων και κοινοτήτων.
Απόφαση Δ1/Φ6/12657/30-6-1995 (ΦΕΚ 615/Β΄/13-6-1995)
Διαίρεση της χώρας και των περιοχών κατά το άρθρο 148 παρ. 1 του μεταλλευτικού
κώδικα σε περιοχές κατά την παρ. 4 του άρθρου 2 του Νόμου 2289/1995 «Αναζήτηση, έρευνα
και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων και άλλες διατάξεις», (ΦΕΚ Α/27) οι οποίες προορίζονται
για την άσκηση των δραστηριοτήτων της αναζήτησης, έρευνας και εκμετάλλευσης
υδρογονανθράκων.
Πράξη Υπ. Συμβουλίου 417/30-11-1995 (ΦΕΚ 249/Α΄/5-12-1995)
Απευθείας παραχώρηση από το Δημόσιο στην «Δημόσια Επιχείρηση Πετρελαίων –
Έρευνα και Εκμετάλλευση Υδρογονανθράκων Ανώνυμη Εταιρεία» («ΔΕΠ-ΕΚΥ») Α.Ε., της
άσκησης δικαιωμάτων του σε ορισμένες περιοχές της Δυτικής Ελλάδας, για έρευνα και
εκμετάλλευση υδρογονανθράκων.
ΠΔ11-2-95 (ΦΕΚ-100/Δ/27-2-95)
Καθορισμός Ζώνης Οικιστικού Ελέγχου, κατώτατου ορίου κατάτμησης και λοιπών όρων
και περιορισμών δόμησης στην εκτός εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου και εκτός ορίων
οικισμών προϋφισταμένων του έτους 1923 περιοχή των Δήμων και Κοινοτήτων της νήσου
Σάμου (23) (Νομού Σάμου).
Απόφαση Δ1/Γ/23500/28-12-1995 (ΦΕΚ 1094/Β΄/29-12-1995)
Επιλογή Τύπου Σύμβασης Μίσθωσης.
Απόφαση Δ1/Φ.26136/28-12-1995 (ΦΕΚ 1099/Β΄/29-12-1995)
Αποσβέσεις της παραγράφου 5 του άρθρου 8 του Νόμου 2289/95.
Απόφαση 4226.121/4/95/28-11-1995 (ΦΕΚ 1017/Α΄/11-12-1995)
Για ειδικό νηολόγιο, ειδικό υποθηκολόγιο, ειδικό βιβλίο κατασχέσεων, τύπο εγγράφου
εθνικότητας, απονομή διακριτικών σημάτων που προβλέπονται από το άρθρο 12 του
Ν.2289/95 (ΦΕΚ 27 Α΄/8-2-1995) για θαλάσσιες εγκαταστάσεις, πλωτές κατασκευές, πλοία και
πλοιάρια.
Π.Δ. 27/1996 (ΦΕΚ 19/Α΄/1-2-1996)

177
Συγχώνευση των Υπουργείων Τουρισμού, Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας και
Εμπορίου στο Υπουργείο Ανάπτυξης.
Υ.Α. ΑΠΔ7/ΑΦ1/14080/732/96
Ελάχιστες προδιαγραφές για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των
εργαζομένων στις υπαίθριες η υπόγειες εξορυκτικές βιομηχανίες.
Π.Δ. 30/1996 (ΦΕΚ 21/Α΄/2-2-1996)
Κωδικοποίηση σε ενιαίο κείμενο νόμου με τίτλο «Κώδικας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης
των ισχυουσών διατάξεων για την Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση.
Εγκύκλιος Δ10-Δ/Φ5/2302/8-4-1996
Εφαρμογή λατομικής νομοθεσίας από Όργανα Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων,
αρμοδιότητες Αιρετού Νομάρχου και Περιφερειακού Διευθυντού.
Π.Δ. 127/1996 (ΦΕΚ 92/Α΄/29-5-1996)
‘Όροι εκμίσθωσης του δικαιώματος έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων.
Απόφαση Δ9-Β, Δ/Φ.261/13043/1-8-1996 (ΦΕΚ 708/Β΄/20-8-96)
Συμπλήρωση της Α.Π. Δ9-Β/Φ.261/31928/21-12-1993 απόφασης σε ότι αφορά τον τρόπο
καθορισμού ύψους εγγυητικών επιστολών μισθώσεων γεωθερμικών πεδίων με βάση τη
γεωθερμοενεργειακή αξία της γεωτρήσεως του γεωθερμικού πεδίου και για όσο διαρκεί η
μίσθωση.
Απόφαση Δ7/Α/Φ1/14080/732/22-8-1996 (ΦΕΚ 771/Β΄/28-8-1996)
Ενσωμάτωση των διατάξεων της Οδηγίας 92/104/ΕΟΚ «Περί των ελαχίστων
προδιαγραφών για τη βελτίωση της προστασίας της ασφάλειας και υγείας των εργαζομένων
στις υπαίθριες ή υπόγειες εξορυκτικές βιομηχανίες» στον Κανονισμό Μεταλλευτικών και
Λατομικών Εργασιών».
Εγκ-130297/96 "Υπ. Εργ. Εφαρμογή του ΠΔ-17/96".
"Περί μέτρων για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την
εργασία σε συμμόρφωση με τις οδηγίες ΕΟΚ-391/89, ΕΟΚ 391/89, Αποφ-391/89 (ΕΟΚ) και
ΕΟΚ-383/91, ΕΟΚ 383/91, Αποφ-383/91 (ΕΟΚ)".
Εγκύκλιος Δ10-Β/οικ.3134/14-2-1997
Εφαρμογή λατομικής νομοθεσίας από όργανα Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων,
αρμοδιότητες Αιρετού Νομάρχου και του διαδόχου Οργάνου του Περιφερειακού Δ/ντου
Εγκύκλιος ΔΟΑ/Φ6/3/5276/28-2-1997
Αρμοδιότητες Γενικού Γραμματέα σε επίπεδο Περιφερειακής Διοίκησης Νομού.
Απόφαση Δ7/Α/Φ1/11499/545/6-6-1997 (ΦΕΚ 502/Β΄/19-6-97)
Αναπροσαρμογή του ύψους των χρηματικών ποινών που προβλέπονται από τις διατάξεις
του Ν.Δ. 210/1973, όπως αυτές τροποποιήθηκαν με το Ν. 274/1976.
Απόφαση Δ7/Α/Φ1/11500/546/6-6-1997 (ΦΕΚ 502/Β΄/19-6-97)
Αναπροσαρμογή του ύψους των προστίμων που προβλέπονται από τις διατάξεις του Ν.
1428/1984.
Απόφαση Δ7/Φ1/11501/547/6-6-1997 (ΦΕΚ 502/Β΄/19-6-1997)
Αναπροσαρμογή του ύψους των χρηματικών ποινών που προβλέπονται από τις διατάξεις
του Ν. 669/1977.
Απόφαση Δ7/Α/Φ1/12901/580/26-6-1997 (ΦΕΚ 574/Β΄/14-7-97)
Αναπροσαρμογή ύψους παραβόλων δικαιωμάτων και τελών του δημοσίου που
προβλέπονται από τις περί μεταλλείων και λατομείων διατάξεις.
Ν. 2516/97 (ΦΕΚ-159/Α/8-8-97)

178
'Ίδρυση και λειτουργία βιομηχανικών και βιοτεχνικών εγκαταστάσεων και άλλες
διατάξεις.
Ν. 2545/1997 (ΦΕΚ 254/Α΄/15-12-1997)
Βιομηχανικές και Επιχειρηματικές Περιοχές και άλλες διατάξεις.
Εγκύκλιος Δ10-Β/Φ68/οικ.26054/15-12-1997
Εγγυητικές επιστολές για αποκατάσταση περιβάλλοντος.
Απόφαση Δ8/Γ/Φ17/4208/24-9-1998 (ΦΕΚ 1070/Β΄/14-10-1998).
Τροποποίηση των παραγράφων 6 και 10 του άρθρου 22 του Κανονισμού Μεταλλευτικών
και Λατομικών Εργασιών που αναφέρονται στον αμίαντο.
Εγκύκλιος 1471/20-1-1998
Ερώτημα για το ποιο περιφερειακό όργανο θα πρέπει να ασκεί την αρμοδιότητα
διαχείρισης δημόσιων λατομείων.
Απόφαση Δ7/Α/Φ1/8/2/2-1-1998 (ΦΕΚ 20/Β΄/21-1-1998)
Αναπροσαρμογή των ετήσιων παγίων μισθωμάτων των συμβάσεων μισθώσεως
λατομείων μαρμάρων.
Ν. 2593/1998 (ΦΕΚ 59/Α΄/20-3-1998)
Αναδιοργάνωση της Δημόσιας Επιχείρησης Πετρελαίου (ΔΕΠ Α.Ε.) και των θυγατρικών
της εταιρειών, καταστατικό αυτής και άλλες διατάξεις (Καταστατικό της Α.Ε. ΕΛΛΗΝΙΚΑ
ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ).
Απόφαση Δ8/Φ36.1/οικ.10528/2-6-1998
Περί εγκρίσεως διενέργειας δημοσίου μειοδοτικού διαγωνισμού για τη μεταφορά της
Ναξίας σμύριδας.
Απόφαση Δ8/Δ/Φ36.1/7842/2-6-1998
Καθορισμός ποσότητας σμύριδας που θα παραληφθεί κατά το έτος 1998.
Απόφαση Δ8/Φ36.2/10805/18-6-1998
Αύξηση εργατικού δικαιώματος εξορύξεως και μεταφοράς σμύριδας Νάξου.
Ν. 2647/1998 (ΦΕΚ 237/Α΄/22-10-1998)
Μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στις Περιφέρειες και την Αυτοδιοίκηση και άλλες διατάξεις.
Π.Δ. 376/1998 (ΦΕΚ 255/Α΄/16-11-1998)
Καθορισμός εργατικού δικαιώματος εξορύξεως και μεταφοράς Ναξίας σμύριδας.
Απόφαση Δ8/Δ/Φ.36.1/21722/24-12-1998
Έγκριση αποδόσεως μερίσματος από τις εισπράξεις του πρόσθετου τιμήματος από τις
πωλήσεις σμύριδας έτους 1998 στις Κοινότητες Νάξου.
ΚΥΑ 33318/98 (ΦΕΚ 1289/Β/28-12-98)
Καθορισμός μέτρων και διαδικασιών για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων
(ενδιαιτημάτων) καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας.
Αποφ 1144815/26360/98 (ΦΕΚ-1328/Β/31-12-98)
Τύπος και περιεχόμενο εντύπου προσδιορισμού της αντικειμενικής αξίας της γης εκτός
σχεδίου πόλης και οικισμών.
Γνωμοδότηση αριθ. 154/98 Ν.Σ.Κ. / Τμ. Β΄
Γνωμοδότηση αριθ. 428/98
Τριμελούς Επιτροπής Γραφείου Νομ. Συμβ. Υπουργείου Ανάπτυξης.
Ν. 2690/1999 (ΦΕΚ 45/Α΄/9-3-1999)
Κύρωση του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας και άλλες διατάξεις.
Ν. 2702/1999 (ΦΕΚ 70/Α΄/7-4-1999)
Διάφορες ρυθμίσεις θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Ανάπτυξης και άλλες διατάξεις.
179
Αποφ. Δ7/Β/6957/173/99 (ΦΕΚ-748/Β/19-5-99)
Κήρυξη περιοχών ερευνητικών από το Δημόσιο στο Νομό 'Έβρου Περιοχή Λευκίμμης,
Λυκόφης και Περιοχή Πεύκων (Φέρες, Πέπλος) (Αναστολή χορήγησης αδειών μεταλλευτικών
ερευνών).
Αποφ.Δ7/Β/8490/525/99 (ΦΕΚ-1071/Β/7-6-99)
Κήρυξη περιοχής ερευνήτριας από το Δημόσιο στο Νομό Ηρακλείου Κρήτης. (περιοχή
της εβαποριτικής λεκάνης Μοιρών Αγίας Βαρβάρας, χορήγηση αδειών μεταλλευτικών
ερευνών).
Απόφαση Δ10/Φ68/οικ.12298/28-7-1999
Λειτουργία της επιτροπής καθορισμού λατομικών περιοχών.
Εγγρ. Δ13ε/5933/99 Γνωμ-438/99 ΝΣΚ-438/99
Χρήση Μηχανημάτων 'Έργων (ΜΕ) στα Λατομεία, Ορυχεία, Μεταλλεία, Μαρμαράδικα,
Εργοτάξια, Αεροδρόμια, Λιμάνια, Ναυπηγεία, Διυλιστήρια, Βιομηχανίες, Βιοτεχνίες, Μάντρες
Υλικών, Αποθήκες, Εκθέσεις κλπ (ετήσια τέλη χρήσης Μηχανημάτων 'Έργων (ΜΕ)).
Ν. 2779/1999 (ΦΕΚ 296/Α΄/30-12-1999)
Κύρωση α) της από 16-11-1999 Σύμβασης μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της
Αναδόχου Κοινοπραξίας του Ν. 98/1975, όπως αυτός ισχύει μέχρι σήμερα, β) της από 23-11-
1999 Σύμβασης μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της ΚΑΒΑΛΑ OIL ΑΝΩΝΥΜΗ
ΕΤΑΙΡΕΙΑ και των παραρτημάτων Ι και ΙΙ αυτής και άλλες διατάξεις.
Ν. 2742/1999 (ΦΕΚ 207/Α΄/7-10-1999)
Χωροταξικός σχεδιασμός και αειφόρος ανάπτυξη και άλλες διατάξεις.
Ν. 2837/2000 (ΦΕΚ 178/Α΄/3-8-2000)
Ρύθμιση θεμάτων Ανταγωνισμού, Ρυθμιστικές Αρχές ενέργειας Τουρισμού και άλλες
διατάξεις.
Αποφ. Δ10/Β/Φ68/17611/00 (ΦΕΚ-1545/Β/18-12-00)
Συμπλήρωση της Αποφ-Δ10/Φ68/30842/7-12-93 (ΦΕΚ-917/Β/93) του Υπουργού
Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας "'Όροι και διαδικασία εκμισθώσεως, εκμεταλλεύσεως
και διαχειρίσεως των Δημοσίων Λατομείων αδρανών υλικών".
Αποφ. 15420/3278/00 (ΦΕΚ-783/Β/23-6-00)
Διαδικασία αποκατάστασης περιβάλλοντος ανενεργών λατομείων νομού Αττικής
Αρθρον-25 Ν-2742/99.
Π.Δ. 344/00 (ΦΕΚ-297/Α/29-12-00)
Άσκηση του επαγγέλματος του γεωτεχνικού.
Αποφ. Αριθ. Δ10/Φ68/οικ.4437 (ΦΕΚ 244/Β΄/8-3-2001)
Προδιαγραφές και χρονοδιάγραμμα ειδικής μελέτης αποκατάστασης (άρθρο 7 παρ. 1
εδαφ. β Ν.2837/2000).
Ν. 2947/01 ( ΦΕΚ-228/Α/9-10-01 )
Θέματα Ολυμπιακής Φιλοξενίας, 'Έργων Ολυμπιακής Υποδομής και άλλες διατάξεις.
(ΑΡΘΡΟΝ-9 Ειδική Υπηρεσία Επιθεωρητών Περιβάλλοντος (ΕΥΕΠ), Ρύθμιση θεμάτων
Εργοταξιακών Λατομείων εκτός Αττικής Ίδρυση Λατομείων αδρανών υλικών που είναι
αναγκαία για την εκτέλεση είτε Ολυμπιακών και συνοδών έργων, είτε δημοσίων έργων που
χαρακτηρίζονται ως έργα εθνικής σημασίας).
Ν. 2965/01 (ΦΕΚ-270/Α/23-11-01)
Ίδρυση, επέκταση, εκσυγχρονισμός, συγχώνευση και μετεγκατάσταση βιομηχανιών,
βιοτεχνιών και αποθηκών μέσα στα όρια του ηπειρωτικού τμήματος του Νομού Αττικής.
Ν. 2971/01 (ΦΕΚ-285/Α/19-12-01 )
180
Αιγιαλός, παραλία και άλλες διατάξεις.
Γνωμ. 345/01 ΝΣΚ-345/01
Επέμβαση στα Δάση και τις Δασικές εκτάσεις, παραχώρηση διακατεχόμενου δάσους.
Ν. 3065/2002 (ΦΕΚ 251/Α΄/18-10-2002)
Μεταφορά αρμοδιοτήτων του Υπουργικού Συμβουλίου σε άλλα κυβερνητικά Όργανα.
Π.Δ. 42/03 (ΦΕΚ-44/Α/21-2-03)
Σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για τη βελτίωση της προστασίας της υγείας και της
ασφάλειας των εργαζομένων οι οποίοι είναι δυνατόν να εκτεθούν σε κίνδυνο από εκρηκτικές
ατμόσφαιρες σε συμμόρφωση με την οδηγία ΕΚ-92/99 της 16ης Δεκεμβρίου 1999 του
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (EEL 23/57/28-1-00).
Αποφ. Δ10/Β/Φ68/165/63/03 (ΦΕΚ-24/Β/17-1-03)
Τροποποίηση της Αποφ-Δ10/Φ68/30842/7-12-99 (ΦΕΚ-917/Β/99) του Υπουργού
Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας "'Όροι και διαδικασία εκμισθώσεως, εκμεταλλεύσεως
και διαχειρίσεως των Δημοσίων Λατομείων Αδρανών Υλικών", όπως συμπληρώθηκε με την
Αποφ-Δ10/Β/Φ68/οικ17611/30-11-00 (ΦΕΚ-1545/Β/00) του Υπουργού Ανάπτυξης.
Αποφ. 37393/2028/03 (ΦΕΚ-1418/Β/1-10-03)
Μέτρα και όροι για τις εκπομπές θορύβου στο περιβάλλον από εξοπλισμό προς χρήση σε
εξωτερικούς χώρους.
Αποφ. 25290/03 (ΦΕΚ-1487/Β/10-10-03)
Έγκριση Περιφερειακού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης
Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου.
Απόφαση Δ7/Β/οικ. 13803/Γ.Δ.ΦΠ4213 (ΦΕΚ 1228/Β΄/11-8-2004)
Θεσμοθέτηση χρηματικού αντισταθμίσματος(παραβόλου) για τη χορήγηση οιασδήποτε
άδειας ή έγκρισης ή δικαιώματος που προβλέπονται από την Μεταλλευτική και Λατομική
Νομοθεσία.
Αποφ. 1099313/5914πε/Β0010/2-12-04 (ΦΕΚ-1994/Β/31-12-04)
Διατήρηση ή μη έργων και εγκαταστάσεων που υπάρχουν στον αιγιαλό και την παραλία
και αφορούν σε βιομηχανικές και τουριστικές μονάδες, εγκαταστάσεις πετρελαιοειδών,
επιχειρήσεις μεταλλευτικών, λατομικών και βιομηχανικών ορυκτών και καθορισμός της
χρήσης αυτών (Τεχνικά έργα και εγκαταστάσεις στον αιγιαλό και παραλία).
Αποφ. 130197/05 (ΦΕΚ-196/Β/15-2-05)
Επιμόρφωση τεχνικών ασφάλειας επιπέδου Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ).
Αποφ. Δ10/Γ/Φ.11Ν/4882/1297/16-3-05 (ΦΕΚ-377/Β/23-3-05)
Τροποποίηση Αρθ-64, Αρθ-98 και Αρθ-99 του Κανονισμού Μεταλλευτικών και
Λατομικών Εργασιών (ΚΜΛΕ) (Αποφ-ΙΙ-5Η/Φ/17402/84 - ΦΕΚ-931/Β/84).
Αποφ. Δ13/Φ7.5/6122/05 (ΦΕΚ-428/Β/4-4-05)
Σύσταση της Ειδικής Γνωμοδοτικής Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων του Υπουργείου
Ανάπτυξης που προβλέπεται από τις διατάξεις του Ν-3299/04, αρθ-7 , παρ.15, περιπτ. ε και
καθορισμός της διαδικασίας λειτουργίας της.
Αποφ. 6811/ΔΒΕ/3161/05 (ΦΕΚ-428/Β/4-4-05)
Επιπρόσθετα ειδικά κριτήρια υπαγωγής επιχειρηματικών σχεδίων της υποπεριπτ. xi της
περιπτ. ε της παρ.1 του Αρθ-3 του Ν-3299/04 καθώς και στοιχεία αξιολόγησης, λειτουργία,
βαθμολόγηση και τρόπος εφαρμογής όλων των κριτηρίων υπαγωγής των προαναφερομένων
Επιχειρηματικών Σχεδίων.
Ν. 3335/05 (ΦΕΚ-95/Α/20-4-05)

181
Έλεγχος της διακίνησης και αποθήκευσης πετρελαιοειδών προϊόντων Ρύθμιση θεμάτων
Υπουργείου Ανάπτυξης.
Αποφ. Δ10/Β/Φ68/9725/2842/26-5-05 (ΦΕΚ-713/Β/26-5-05)
Τροποποίηση της κοινής Αποφ-Δ10/Φ68/4437/1-3-01 των Υπουργών Ανάπτυξης
ΠΕΧΩΔΕ και Γεωργίας "Προδιαγραφές και χρονοδιάγραμμα ειδικής μελέτης αποκατάστασης
(Αρθ-7, παρ.1, εδαφ. β, Ν-2837/00)" (Προδιαγραφές Μελετών Αποκατάστασης και
χρονοδιάγραμμα αποκατάστασης των λατομείων αδρανών υλικών).

2. Νόμος υπ` αριθμ. 998/27-12/29-12-1979 ( Φ.Ε.Κ.


289 ). «Περί προστασίας των δασών και των δασικών εν
γένει εκτάσεων της χώρας».

Άρθρο 57.
1. Αι κατ` εφαρμογή των κειμένων περί μεταλλείων και λατομείων διατάξεων
έρευναι προς ανεύρεση μεταλλευτικών και λατομικών ορυκτών εντός περιοχών περί ων το
άρθρον 3 του παρόντος νόμου επιτρέπονται ως ακολούθως: α) Αι έρευναι δια γεωλογικών,
κοιτασματολογικών, γεωφυσικών και γεωχημικών μεθόδων δεν χρήζουν αδείας ή εγκρίσεως
τινός υπό της δασικής αρχής. β) Αι έρευναι δια γεωτρήσεων και δια ανορύξεως φρεάτων ή στοών
επιτρέπονται κατόπιν εγκρίσεως παρεχομένης διά` αποφάσεως του νομάρχου μετά γνωμοδότηση
του νομαρχιακού συμβουλίου δασών και εφόσον την διεξαγωγή τούτων θεωρεί ιδιαιτέρως
συμφέρουσα δια την εθνική οικονομία το υπουργείο Βιομηχανίας. Εν περιπτώσει αρνήσεως του
νομάρχου, την έγκριση δύναται να παράσχει ο Υπουργός Γεωργίας κατόπιν γνωμοδοτήσεως του
Συμβουλίου Δασικής Πολιτικής. Δια της σχετικής περί εγκρίσεως των ως άνω ερευνών
αποφάσεως δύναται να τίθενται περιορισμοί ως προς την έρευνα εντός δασών και δασικών
εκτάσεων των κατηγοριών α΄ και β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του παρόντος, ως και των
κατηγοριών δ΄, ε΄ και ζ΄ της παραγράφου 2 του αυτού άρθρου, καθορίζονται δε συγχρόνως και αι
υποχρεώσεις του ερευνητού δια την προστασία του δασικού περιβάλλοντος και την αποκατάσταση
του τοπίου και της δασικής βλαστήσεως μετά το πέρας της έρευνας ως και αι υποχρεώσεις του εν
περιπτώσει εκμεταλλεύσεως της εκτάσεως. Η ως άνω απόφαση αποτελεί συγχρόνως έγκριση και
της μετά την έρευνα εκμεταλλεύσεως, εφόσον δεν απαιτείται ειδική έγκριση δια ταύτη κατά τους
όρους της επομένης παραγράφου.
2. Εκμετάλλευση μεταλλείων και λατομείων δια της εξορύξεως, διαλογής,
επεξεργασίας και αποκομιδής μεταλλευτικών ή λατομικών ορυκτών, διάνοιξη οδών και
αποκομιδής μεταλλευτικών ή λατομικών ορυκτών, διάνοιξη οδών προσπελάσεως και ανέγερση
εγκαταστάσεων εξυπηρετουσών τις ανάγκες εκμεταλλεύσεως τούτων εντός δασών ή δασικών
εκτάσεων επιτρέπονται ελευθέρως, εφόσον χορηγήθηκε κατά την προηγούμενη παράγραφο
έγκριση έρευνας. Εάν δεν χορηγήθηκε η ως είρηται έγκριση έρευνας, απαιτείται ειδική έγκριση
της εκμεταλλεύσεως, χορηγουμένη δια αποφάσεως του νομάρχου, εκδιδομένης μετά γνώμη του
νομαρχιακού συμβουλίου δασών και εφόσον την εκμετάλλευση τούτων θεωρεί ιδιαιτέρως
συμφέρουσα δια την εθνική οικονομία το Υπουργείο Βιομηχανίας. Εις περίπτωσιν αρνήσεως του
νομάρχου την έγκριση εκμεταλλεύσεως δύναται να παράσχει ο Υπουργός Γεωργίας μετά
γνωμοδότηση του Συμβουλίου Δασικής Πολιτικής. Εις πάσα περίπτωσιν απαιτείται έγκριση δια
την εκμετάλλευση μεταλλείων ή λατομείων εντός δασών ή δασικών εκτάσεων των κατηγοριών α΄

182
και β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 4, ως και των κατηγοριών δ΄, ε΄ και ζ΄ της παραγράφου 2
του αυτού άρθρου, ανεξαρτήτως του αν χορηγήθηκε ή μη ως κατά την προηγούμενη παράγραφο
έγκριση. Αύτη παρέχεται διά αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας μετά σύμφωνη γνώμη του
Συμβουλίου Δασικής Πολιτικής.
3. Η εκμετάλλευση των μεταλλευτικών και λατομικών ορυκτών ενεργείται
υποχρεωτικώς κατά τρόπον μη καταστρέφοντα την δασική βλάστηση ει μη εις το απολύτως
απαραίτητο μέτρο. Η εναπόθεση ή μεταφορά των στείρων ή καταλοίπων εκ των εξορυγμένων
μεταλλευμάτων ή λατομικών ορυκτών ενεργείται εις ειδικούς προς τούτο χώρους κατά τους όρους
της εν άρθρω 45 παρ. 4 μελέτης.
4. Πάσα εκ των ερευνών ή εκ της εκμεταλλεύσεως προκαλούμενη εις δάσος ή
δασικές εκτάσεις ζημία αποκαθίσταται συμφώνως προς την κατά το άρθρον 47 παρ. 4 μελέτη και
τις εντολές της αρμόδιας δασικής αρχής. Η έχουσα την εκμετάλλευση επιχείρηση υποχρεούται να
προβαίνει περιοδικώς εις αποκατάσταση του τοπίου και της δασικής βλαστήσεως δια της
εφαρμογής προγράμματος αναδασώσεως εγκρινομένου υπό της δασικής αρχής. Εφόσον η τοιαύτη
αποκατάσταση και η πραγματοποίηση της αναδασώσεως είναι δυσχερής, η δασική αρχή δύναται
να υποχρεώσει την επιχείρηση, αντί της ως άνω αποκαταστάσεως, εις αναδάσωση ετέρας εγγύς
ευρισκομένης περιοχής εκτάσεως μείζονος μέχρι και του πενταπλασίου εκείνης εις ην επήλθε η εκ
της εκμεταλλεύσεως ζημία. Η μη συμμόρφωση του υπόχρεου προς τα ανωτέρω συνεπάγεται την
επιβολή εις αυτόν των οικείων δαπανών δια την υπό της δασικής υπηρεσίας αποκατάσταση της
ζημίας του δασικού περιβάλλοντος ή την διενέργεια των ρηθεισών αναδασώσεων. Αι δαπάναι
αύται καταβάλλονται εις το Κεντρικό Ταμείο Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών, εν αρνήσει δε
ή παραλείψει του υπόχρεου εισπράττονται κατά τας διατάξεις του νόμου περί εισπράξεως
δημοσίων εσόδων. Ο ως είρηται υπόχρεος, αρνούμενος ή παραλείπων την εκπλήρωση των
ανωτέρω, υπόκειται εις ποινική δίωξη κατά τα εν άρθρω 71 παρ. 7 του παρόντος νόμου
οριζόμενα. Εν υποτροπή αίρεται υποχρεωτικώς η κατά την παράγραφο 1 ή 2 έγκριση, ως και η
τυχόν κατά την παράγραφο 5 παραχώρηση.
5. Η παραχώρηση δημοσίων δασών και δασικών εκτάσεων δια την διενέργεια των
εν τω παρόντι άρθρω εργασιών επιτρέπεται: α) Κατά χρήση και άνευ ανταλλάγματος, εφόσον
πρόκειται περί διενεργείας μεταλλευτικών ή λατομικών ερευνών δια γεωτρήσεων και διανοίξεως
φρεάτων ή περί διανοίξεως οδών προσπελάσεως. Β) Κατά χρήση και επί ανταλλάγματι, εφόσον
οι παραχωρούμενες εκτάσεις είναι αναγκαίες δια την ανέγερση μονίμων εγκαταστάσεων. Η κατά
χρήση παραχώρηση ενεργείται δια της κατά τις παραγράφους 1 και 2 απαιτουμένης εγκριτικής
της έρευνας ή της εκμεταλλεύσεως αποφάσεως, καθοριζούσης την διάρκεια και το αντάλλαγμα
της παραχωρήσεως. Δια τον καθορισμό του ανταλλάγματος απαιτείται η σύμφωνος γνωμοδότηση
της κατά το άρθρον 10 παρ. 3 επιτροπής, η καταβολή δε των οικείων χρηματικών ποσών
ενεργείται προς το Κεντρικό Ταμείο Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών. Η παραχώρηση κατά
κυριότητα ενεργείται δια αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας μετά γνώμη του Συμβουλίου
Δασικής Πολιτικής και ισχύει για όσο χρόνο διαρκεί η εκμετάλλευση των ανεγερθησομένων
μονίμων εγκαταστάσεων, απαγορευμένης της αλλαγής του σκοπού για τον οποίο εγένετο η
παραχώρηση. Ο καθορισμός και η είσπραξη του ανταλλάγματος πραγματοποιείται κατά τα
ανωτέρω.
6. Αι κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος νομίμως υφιστάμεναι και
λειτουργούσες εκμεταλλεύσεις μεταλλευτικών και λατομικών ορυκτών εις οιανδήποτε περιοχή
περιλαμβάνουσα δάσος ή δασική έκταση, συνεχίζουν την δραστηριότητά των συμφώνως προς τας
περί αυτών ισχύουσας διατάξεις και υπό τον όρο της εντός τριετίας συμμορφώσεώς των προς τις
δια του παρόντος νόμου επιβαλλόμενες υποχρεώσεις.
183
Η προθεσμία αύτη περιορίζεται εις ένα έτος, προκειμένου περί επιχειρήσεων, αίτινες
ανεξαρτήτως του τόπου της έδρας των, δρουν εις περιοχή εμπίπτουσα εις την κατηγορία του
εδαφίου α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του παρόντος.

3. Προδιαγραφές σύνταξης μελετών.


Υ.Α. 183037/5115 της 19/28.8.80 Περί επικυρώσεως
τεχνικών προδιαγραφών επιπτώσεων και αποκαταστάσεως
του περιβάλλοντος.

Οι προδιαγραφές συντάξεως μελετών επιπτώσεων στο περιβάλλον και αντιμετωπίσεώς τους από
την έρευνα και εκμετάλλευση λατομείων και μεταλλείων στα δάση και τις δασικές εκτάσεις,
καθορίζονται ως εξής:
1.1. Α΄ΜΕΡΟΣ
ΕΡΕΥΝΑ
Ι. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΚΑΙ ΕΙΔΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΣ
Να αναφερθεί η επωνυμία και το είδος της επιχειρήσεως, η Δ/νση και το αντικείμενο της έρευνας.
ΙΙ. ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Να δοθεί μία περίληψη του αντικειμένου της μελέτης.
ΙΙΙ. ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗ ΘΕΣΗ, ΕΚΤΑΣΗ, ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΥΠΑΓΩΓΗ
Η περιγραφή της γεωγραφικής θέσεως πρέπει να παρέχει πληροφορίες για την περιοχή που
ανήκει η θέση επεμβάσεως, το τοπωνύμιο της θέσεως και τη διοικητική υπαγωγή της. Να
δοθεί η ακριβής έκταση σε στρέμματα και τ.μ. καθώς και οι ορθογώνιες αζιμουθιακές
συντεταγμένες των ορίων της, εξαρτωμένων από το Εθνικό τριγωνομετρικό δίκτυο (όπως
ορίζεται από το άρθρ. 5, παρ. 1.β του Ν.669/77 «Περί εκμεταλλεύσεως λατομείων»).
Η θέση της περιοχής θα απεικονίζεται στο χάρτη προσανατολισμού της παραγράφου ΙV. 2.6.1. τα
δε όρια της εκτάσεως θα σχεδιάζονται στο χάρτη περιβαλλοντικών μεταβλητών της
παραγράφου ΙV. 2.6.2.
Σκοπός της περιγραφής αυτής είναι να εντοπισθεί γεωγραφικά ο χώρος επεμβάσεως και
συγχρόνως να αποδοθεί η γεωγραφική του συσχέτιση με χώρους της περιοχής με ειδικό
χαρακτήρα και χρήση όπως: οικισμούς, βιομηχανίες, αρχαιολογικούς χώρους, τουριστικές
εγκαταστάσεις, κηρυγμένες προστατευτικές περιοχές, οικολογικά ευαίσθητες περιοχές κ.λπ.
ΙV. ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΣ
1.Υφιστάμενη μορφή χρήσεως, χαρακτηρισμός εκτάσεως, ιδιοκτησιακό καθεστώς.
Η παράγραφος αυτή θα πρέπει να περιέχει μία περιγραφή της υφιστάμενης μορφής χρήσεως του
χώρου επεμβάσεως και της περιοχής αμέσου επιρροής του (π.χ. δασοπονικές και γεωργικές
δραστηριότητες).
Να αναφερθεί σε ποια κατηγορία δασών, του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του νόμου 998/79,
εντάσσεται η έκταση.
Να αναφερθεί το ιδιοκτησιακό καθεστώς που διέπει την έκταση αυτή.
2. Χαρακτηριστικά του Φυσικού Περιβάλλοντος.
2.1. Φωτογραφική πληροφόρηση.

184
Έγχρωμες φωτογραφίες της περιοχής επεμβάσεως και του γενικότερου χώρου από δύο σημεία και
με εστιγμένη γραμμή να περιγραφεί ο χώρος επεμβάσεως(2-3 φωτ. 17Χ21) και κοντινές
φωτογραφίες της βλαστήσεως(2-3 φωτ.).
2.2. Γεωλογικά στοιχεία της περιοχής που υπάρχουν.
Να δοθούν τυχόν γεωλογικά στοιχεία της περιοχής που έχουν συλλεχθεί από προηγούμενες
γεωλογικές έρευνες.
1.1. Βλάστηση.
Να περιγραφούν και αναφερθούν τα κύρια δασοπονικά είδη και ο βαθμός πυκνότητάς τους
(απεικόνιση ΙV. 2.6.2α).
1.2. Υδρολογικά στοιχεία (να δοθούν εφόσον γίνεται επέμβαση σε μεγάλη επιφάνεια).
Να εντοπισθούν στο χάρτη της παραγράφου ΙV 2.6.2. οι ποταμοί, ρεύματα, χείμαρροι, πηγές, τα
τυχόν υδραγωγεία, πηγάδια, η ύπαρξη αρδευτικών ή
αποστραγγιστικών έργων, καθώς και οι υδροφόροι ορίζοντες που έχουν ήδη εντοπιστεί.
1.3. Τοπιολογικά στοιχεία, απεικονιζόμενα στο χάρτη της παραγ. ΙV 2.6.2.
Πρέπει στο χάρτη να απεικονίζονται οι ζώνες ευαισθησίας του τοπίου. Ως τέτοιες ζώνες
θεωρούνται εκείνες που από δεδομένα σημεία αναφοράς π.χ. κύριοι άξονες προσπελάσεως
(κύριοι δρόμοι), οικισμοί, αρχαιολογικοί χώροι, τουριστικές περιοχές, φυσικές
προστατευτικές περιοχές (εθνικοί δρυμοί κ.λπ.) και σε συνάρτηση με την απόσταση, δίνουν
την οπτική τοπιολογική παρουσίαση του χώρου.
Διακρίνονται δε σε τρεις ζώνες οπτικές, ανάλογα με την απόσταση του χώρου από τα σημεία ή
χώρους αναφοράς, δηλαδή:
Α. κοντινή ζώνη 0-2 km
Β. μεσαία » 2-5 km
Γ. μακρινή » 5 km και άνω.
Σε περίπτωση που ο χώρος επεμβάσεως είναι μικρότερος των 500 στρεμμάτων, η κοντινή ζώνη
θα απεικονίζεται στο χάρτη κλίμακας 1 : 5.000 ή μεγαλύτερης της παρ. ΙV 2.6.2. και οι
υπόλοιπες ζώνες στο χάρτη προσανατολισμού της παρ. ΙV. 2.6.1.
Για περισσότερες πληροφορίες για την εκπόνηση του χάρτη οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να
συμβουλευτούν την έκδοση του Υπουργείου Γεωργίας- Δ/νση Δασών «Χωροθέτηση
υπαιθρίου αναψυχής».
2.6. Χάρτες
2.6.1. Χάρτης προσανατολισμού, κλίμακας 1 : 20.000, όπου θα σημειώνονται η αιτούμενη θέση
και οι χώροι με ιδιαίτερο ενδιαφέρον π.χ. αρχαιολογικοί χώροι, δρόμοι μεγάλης
κυκλοφορίας κ.λπ.
2.6.2. Χάρτης περιβαλλοντικών μεταβλητών.
Ο χάρτης περιβαλλοντικών μεταβλητών θα είναι της κλίμακας για κάτω των 500 στρ. 1 : 5.000 ή
μεγαλύτερης και για άνω των 500 στρ. 1 : 20.000 και θα περιλαμβάνει:
α. Την υφισταμένη βλάστηση της παραγρ. ΙV 2.3. που θα αποδίδεται με χρώματα και σύμβολα
σύμφωνα με υπόδειγμα του Υπουργείου Γεωργίας. Αναλόγως των περιοχών της
υφιστάμενης βλαστήσεως και του μεγέθους της εκτάσεως να περιγράφεται ο ανώροφος
(δενδρώδης βλάστηση) ή ο υπόροφος (θαμνώδης βλάστηση) με τα κυριότερα
αντιπροσωπευτικά είδη. Συγχρόνως να εντοπίζονται και οι γύρω από το χώρο τυχόν
γεωργικές και δενδροκομικές εκτάσεις.
β. Τα τοπιολογικά στοιχεία της παραγρ. ΙV 2.5.
V. ΕΡΕΥΝΑ
1. Μέθοδος έρευνας και προβλεπόμενο οδικό δίκτυο.
185
Περιγραφή των μεθόδων ερευνών και καθορισμός του χώρου που θα γίνουν, στο χάρτη της
παραγρ. ΙV 2.6.2. Να αποδοθούν στο χάρτη οι θέσεις των ερευνητικών έργων και οι δρόμοι
που θα χρειαστούν και είναι δυνατόν να προσδιοριστούν πριν από την έναρξη των
εργασιών.
2. Επιλογή θέσεως και τρόπου απορρίψεως στείρων υλικών, καθώς και άλλων στερεών
απορριμμάτων, εφόσον υπάρχουν.
3. Περιγραφή και θέση τυχόν απαιτούμενων βοηθητικών εγκαταστάσεων.
4. Ανάγκες και τρόπος καλύψεως σε νερό για τις ερευνητικές εργασίες.
5. Εκτίμηση της χρονικής διάρκειας των ερευνητικών εργασιών.
VI. ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ
1. Μέριμνα για τον περιορισμό ή αποφυγή των δυσμενών επιπτώσεων στο δάσος ή τη δασική
έκταση κατά τη διάρκεια δημιουργίας έργων υποδομής.
Να γίνει περιγραφή των μέτρων που θα ληφθούν κατά τη διάνοιξη δρόμων, πλατειών, για την
αποφυγή ή περιορισμό των δυσμενών επιπτώσεων.
2. Προτεινόμενη διαμόρφωση χώρου επεμβάσεως.
2.1 Διαμόρφωση του χώρου εκσκαφών και λοιπών επεμβάσεων.
2.2 Να αναφερθεί η δυνατότητα για πλήρωση, με άλλα αδρανή υλικά εκσκαφών.
2.3 Επικάλυψη των πληρωθέντων κενών με φυσική γη ή άλλα κατάλληλα υλικά για φύτευση.
3. Διαμόρφωση των θέσεων αποθέσεως των στείρων, στερεών απορριμμάτων και της φυτικής
γης.
4. Εργασίες αποκαταστάσεως χώρου επεμβάσεως.
Να περιγραφούν οι εργασίες αποκαταστάσεως του χώρου επεμβάσεως (εκσκαφές, οδικό δίκτυο
που προβλέπεται να κλείσει, υδρευτικό δίκτυο κ.λπ.)
περιλαμβανομένων και των τρόπων επαναφοράς της βλαστήσεως (κατάλληλα είδη φυτών για την
περιοχή, μεγέθη, τρόποι φυτεύσεως ή σποράς, ποσότητες).
5. Τρόποι συντηρήσεως.
Τρόποι συντηρήσεως των προς αποκατάσταση επιφανειών, π.χ. περιφράξεις, αρδεύσεις,
λιπάνσεις, προσωπικό κ.ά.
6. Χρονοδιάγραμμα εργασιών αποκαταστάσεως.
7. Κόστος αποκαταστάσεως και συντηρήσεως, κατά προσέγγιση.
1.2. Β ΜΕΡΟΣ
ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ
Ι. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΚΑΙ ΕΙΔΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΣ
Να αναφερθεί η επωνυμία και το είδος της επιχειρήσεως, η διεύθυνσή της και το αντικείμενο
εκμεταλλεύσεως.
ΙΙ. ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Να δοθεί μια περίληψη του αντικειμένου της μελέτης.

ΙΙΙ. ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗ ΘΕΣΗ, ΕΚΤΑΣΗ, ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΥΠΑΓΩΓΗ


Η περιγραφή της γεωγραφικής θέσεως πρέπει να παρέχει πληροφορίες για την περιοχή που
ανήκει η θέση επεμβάσεως, το τοπωνύμιο της θέσεως και τη διοικητική υπαγωγή του. Να
δοθεί η ακριβής έκταση σε στρέμματα και τ.μ. καθώς και οι ορθογώνιες αζιμουθιακές
συντεταγμένες των ορίων της, εξαρτωμένων από το Εθνικό τριγωνομετρικό δίκτυο (όπως
ορίζεται από το άρθρο 5, παραγρ. 1.β. του Νόμου 669/77 «περί εκμεταλλεύσεως
λατομείων»).

186
Η θέση της περιοχής θα απεικονίζεται στο χάρτη προσανατολισμού της παραγρ. ΙV 4.2.1., τα δε
όρια της εκτάσεως θα σχεδιάζονται στο χάρτη περιβαλλοντικών μεταβλητών της παραγρ. ΙV
4.2.2.
Σκοπός της περιγραφής αυτής είναι να εντοπιστεί γεωγραφικά ο χώρος επεμβάσεως και
συγχρόνως να αποδοθεί η γεωγραφική του συσχέτιση με χώρους της περιοχής με ειδικό
χαρακτήρα και χρήση όπως: οικισμούς, βιομηχανίες, αρχαιολογικούς χώρους, τουριστικές
εγκαταστάσεις, κηρυγμένες προστατευτικές περιοχές, οικολογικά ευαίσθητες περιοχές κ.λπ.
IV. ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ
Η ανάλυση της υφιστάμενης κατάστασης αποτελεί ένα βασικό τομέα της μελέτης, δεδομένου ότι
από τη σωστή και συστηματική ανάλυση των διαφόρων μεταβλητών και παραγόντων θα
καταδειχτούν οι δυνατότητες και τα προβλήματα του περιβάλλοντος, που πρέπει σοβαρά να
αντιμετωπιστούν στο χρόνο εκτέλεσης των εργασιών και της κατόπιν αποκατάστασης. Στην
ανάλυση ζητούνται να διερευνηθούν συστηματικά εκείνοι οι παράγοντες και οι μεταβλητές
που οικοδομούν με τη μεμονωμένη δράση τους, αλλά και την αλληλεπίδρασή τους αυτό που
ονομάζουμε περιβάλλον.
1. Υφιστάμενη μορφή χρήσεως, χαρακτηρισμός της εκτάσεως, ιδιοκτησιακό καθεστώς.
Η παράγραφος αυτή θα πρέπει να περιέχει μια περιγραφή υφιστάμενης μορφής χρήσεως του
χώρου επεμβάσεως και της περιοχής αμέσου επιρροής του π.χ. δασοπονικές και γεωργικές
δραστηριότητες.
Να αναφερθεί σε ποια κατηγορία δασών και δασικών εκτάσεων του άρθρου 4, παραγρ. 1 και 2
του Νόμου 998/79, εντάσσεται η έκταση.
Να αναφερθεί το ιδιοκτησιακό καθεστώς που διέπει την έκταση αυτή.
2. Χαρακτηριστικά του φυσικού περιβάλλοντος.
2.1. Γεωλογική και κοιτασματολογική χαρτογράφηση, γεωλογικό υπόβαθρο.
Σε χάρτη κλίμακας ανάλογης της παραγράφου IV 4.2.2., να απεικονιστούν οι γεωλογικοί
σχηματισμοί που απαντώνται και το περίγραμμα του κοιτάσματος.
Σε τομή να σχεδιαστεί το γεωλογικό υπόβαθρο της περιοχής.
2.2. Έδαφος.
Τα απαραίτητα στοιχεία περιγραφής του εδάφους πρέπει να περιλαμβάνουν:
‐ Βάθος
‐ Τύπος εδάφους
‐ Εδαφική ανάλυση-ΡΗ
2.3. Βλάστηση-Πανίδα
Για την βλάστηση είναι αναγκαία να περιγραφούν και αναφερθούν τόσο οι υφιστάμενες
φυτοκοινωνικές ενώσεις, όσο και ο κατάλογος όλης της κλίμακας των βλαστικών ειδών
(ποώδη, θαμνώδη, δενδρώδη) και η συχνότητα εμφανίσεώς της. Τα φυτοκοινωνικά
στοιχεία τόσο του χώρου επεμβάσεως όσο και της ευρύτερης ζώνης να απεικονιστούν στο
χάρτη της παραγρ. ΙV 4.2.2.
Nα γίνει αναφορά στα τυχόν υπάρχοντα είδη άγριας πανίδας της περιοχής και να καταδειχτεί αν ο
χώρος επεμβάσεως αποτελεί τόπο διαμονής ενδημικών ειδών.
2.4. Υδρολογικά στοιχεία.
Να αναφερθούν και εντοπιστούν στο χάρτη της παραγρ. IV 42.2. οι ποταμοί, ρεύματα, χείμαρροι
με το βαθμό συχνότητάς τους, πηγές, τα τυχόν υδραγωγεία, πηγάδια, όπως η ύπαρξη
αρδευτικών ή αποστραγγιστικών έργων καθώς και οι υδροφόροι ορίζοντες που έχουν ήδη
εντοπιστεί.

187
2.5. Κλιματολογικά στοιχεία.
Τα ζητούμενα στοιχεία είναι: τύπος κλίματος, άνεμοι, θερμοκρασίες, βροχή και ραγδαιότητα και
όσα άλλα μετεωρολογικά στοιχεία είναι δυνατόν να συλλεχθούν.
2.6. Τοπιολογικά στοιχεία απεικονιζόμενα στο χάρτη της παραγρ. IV 4.2.2.
Στοιχεία βασικά της περιγραφής του τοπίου είναι η φυσιογνωμία του όπως και τα ειδικά
χαρακτηριστικά του.
Η φυσιογραφική περιγραφή πρέπει να απεικονίζει:
α. Ανάγλυφο-Κλίσεις.
β. Κορυφογραμμές, άξονες, ρεύματα, εξάρσεις, λόφοι, επίπεδες επιφάνειες.
γ. Γραμμή ορίζοντα-Προσανατολισμός
Πρέπει επίσης στο χάρτη να απεικονίζονται οι ζώνες ευαισθησίας του τοπίου.
Ως τέτοιες ζώνες θεωρούνται εκείνες που από δεδομένα σημεία αναφοράς π.χ. κύριοι άξονες
προσπελάσεως (δρόμοι), οικισμοί, αρχαιολογικοί χώροι, τουριστικές περιοχές, φυσικές
προστατευτικές περιοχές (εθνικοί δρυμοί κ.λπ.) και σε συνάρτηση με την απόσταση, δίνουν
την οπτική-τοπιολογική παρουσίαση του χώρου.
Διακρίνονται δε σε τρεις ζώνες οπτικές, ανάλογα με την απόσταση του χώρου από τα σημεία ή
χώρους αναφοράς, ήτοι:
Α. κοντινή ζώνη 0-2 km
Β. μεσαία » 2-5 km
Γ. μακρινή » 5 km και άνω.
Σε περίπτωση που ο χώρος επεμβάσεως είναι μικρότερος των 500 στρεμμάτων, η κοντινή ζώνη
θα απεικονίζεται στο χάρτη κλίμακας 1 : 5.000 ή μεγαλύτερης της παρ. ΙV 4.2.2. και οι
υπόλοιπες ζώνες στο χάρτη προσανατολισμού της παρ. ΙV. 4.2.1.
Για περισσότερες πληροφορίες για την εκπόνηση του χάρτη οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να
συμβουλευτούν την έκδοση του Υπουργείου Γεωργίας- Δ/νση Δασών « Χωροθέτηση
υπαιθρίου αναψυχής ».
2.7. Άλλα στοιχεία.
Στην παράγραφο αυτή θα πρέπει να περιγράφονται και να εντοπίζονται θέσεις και περιοχές του
χώρου επέμβασης με τυχόν υφιστάμενα χαρακτηριστικά ακραίων συνθηκών περιβάλλοντος
όπως ολισθησιγενείς, πλημμυριζόμενες, ευδιάβρωτες κ.λπ. περιοχές.
Τα στοιχεία αυτά θα πρέπει να αποδίδονται και στους χάρτες της μελέτης.
3. Κοινωνικά και οικονομικά στοιχεία.
Να δίνεται μια σύντομη περιγραφή της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης της περιοχής αμέσου
επιρροής του χώρου επέμβασης, πληθυσμιακά και κοινωνικά στοιχεία, εργατικό δυναμικό,
κύρια απασχόληση, λοιποί κοινωνικοί συντελεστές όπως και εκτίμηση της συμβολής στην
τοπική οικονομία από τις δραστηριότητες του έργου. Συνιστάται επίσης η διερεύνηση των
υφιστάμενων περιφερειακών προγραμμάτων ανάπτυξης για τη συγκεκριμένη περιοχή και
τον ευρύτερο χώρο που ανήκει η περιοχή.
4. Παρουσίαση.
4.1. Φωτογραφική πληροφόρηση.
Έγχρωμες φωτογραφίες της περιοχής επεμβάσεως και του γενικότερου χώρου από δύο σημεία και
με εστιγμένη γραμμή να περιγραφεί ο χώρος επεμβάσεως(2-3 φωτ. 17Χ21) και κοντινές
φωτογραφίες της βλαστήσεως(2-3 φωτ.).
4.2. Χάρτες.

188
4.2.1. Προσανατολισμού κλίμακας 1 : 200.000, με σημειούμενη την αιτούμενη θέση και υπόμνημα
για χώρους με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, π.χ. αρχαιολογικοί χώροι, δρόμοι μεγάλης
κυκλοφορίας κ.λπ.
4.2.2. Περιβαλλοντικών μεταβλητών.
Ο χάρτης περιβαλλοντικών μεταβλητών θα είναι της ίδιας κλίμακας και αναλόγως της έκτασης,
με αυτόν των χαρτών αποκατάστασης (παραγρ. IV. 7.1.) και θα περιλαμβάνει:
α. Την υφισταμένη βλάστηση που θα αποδίδεται με χρώματα και σύμβολα σύμφωνα με
υπόδειγμα του Υπουργείου Γεωργίας. Αναλόγως των περιοχών της υφιστάμενης
βλαστήσεως και του μεγέθους της εκτάσεως να περιγράφεται ο ανώροφος (δενδρώδης
βλάστηση) ή ο υπόροφος (θαμνώδης βλάστηση) με τα κυριότερα αντιπροσωπευτικά είδη
της οικολογικής ενότητας. Συγχρόνως να εντοπίζονται και οι γύρω από το χώρο τυχόν
γεωργικές και δενδροκομικές εκτάσεις (200 μέτρα ακτίνα από εξορυκτικές εργασίες και ένα
χιλιόμετρο ακτίνα από λοιπές εγκαταστάσεις).
β. Υδρολογία και τύποι εδαφών
Θα περιλαμβάνονται τα υδρολογικά στοιχεία της παραγρ. IV 2.4. καθώς και τυχόν υπάρχουσες
λίμνες και θαλάσσιες ακτές, υγρότοποι και βαλτότοποι. Επίσης θα αποδίδονται και οι τύποι
των εδαφών.
γ. Τα τοπιολογικά στοιχεία της παραγρ. IV 2.6.
V. ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ.
1. Κοιτασματολογικά στοιχεία.
Η περιγραφή του αντικειμένου αυτού θα δώσει πληροφορίες για τη σκοπιμότητα της
εκμετάλλευσης από πλευράς δυνατοτήτων ποσοτικών και διαχρονικών. Επίσης θα δώσει τις
αναγκαίες πληροφορίες για τον τρόπο εκμετάλλευσης που έχει επιλεγεί. Η τομή και η
κάτοψη του προς εκμετάλλευση κοιτάσματος, τα αποθέματα, το πάχος των υπερκείμενων
στρωμάτων του κοιτάσματος και η σχέση αποκάλυψης στην περίπτωση επιφανειακής
εκμετάλλευσης να δίδονται.
2. Μέθοδος εκμετάλλευσης.
Σύντομη περιγραφή της μεθόδου εκμετάλλευσης, συνοδευόμενη από σχετικά σχεδιαγράμματα που
να περιλαμβάνουν την τελική κατάσταση του χώρου εκμετάλλευσης. Στην περίπτωση
υπόγειας εκμετάλλευσης να σημειώνονται τα κεντρικά έργα και το περίγραμμα της περιοχής
προς εκμετάλλευση. Να αιτιολογηθεί η μέθοδος που έχει επιλεγεί ως η πλέον κατάλληλη.
3. Επιλογή θέσης (εκτός κοιτάσματος) και τρόπου απόρριψης των στείρων υλικών, καθώς και
των άλλων στερεών απορριμμάτων.
Αιτούμενη έκταση, τρόπος απόθεσης, εναλλακτικές λύσεις:
Α. δυνατότητα πλήρωσης παρακείμενων παλαιών εκμεταλλεύσεων.
Β. δυνατότητα πλήρωσης χώρων εντός της περιοχής μη ορατών από κύρια χαρακτηριστικά
σημεία.
Γ. δυνατότητα απόθεσης μέρους ή όλων των υλικών εκτός του δάσους ή της δασικής έκτασης.
Δ. δυνατότητα εσωτερικής απόθεσης των στείρων και απορριμμάτων.
4. Αναγκαίο οδικό δίκτυο.
Αναγκαίο οδικό δίκτυο (μόνιμο και προσωρινό). Επισήμανση του δικτύου στο χάρτη (παρ. VI.
7.1.4.). Περιγραφή των απαιτούμενων επεμβάσεων κατά την διάνοιξή του (εκσκαφές, κοπή
δένδρων, διαμορφώσεις κ.λπ.). Διάρκεια του δικτύου.
5. Μέθοδος κατεργασίας, εμπλουτισμού και περαιτέρω κατεργασίας.

189
Σύντομη περιγραφή της μεθόδου ή των μεθόδων που θα χρησιμοποιηθούν. Η περιγραφή να
συνοδεύεται από τα σχετικά σχεδιαγράμματα ροής και την αναλυτική περιγραφή των
στερεών, υγρών και αερίων αποβλήτων (ποιοτικά και ποσοτικά ανά μονάδα χρόνου).
6. Εγκαταστάσεις.
Θέση, έκταση, περίγραμμα (εκτός κοιτάσματος). Πρέπει να δίνεται η περιγραφή των
εγκαταστάσεων όπως και οι ανάγκες σε επιφάνεια και η επισήμανσή της σε χάρτη ανάλογης
με την έκταση κλίμακας.
Η μελέτη να παρέχει στοιχεία για τις ανάγκες σε έκταση, ιδιαίτερα για λίμνες καθίζησης ή
διακράτησης των αποβλήτων ή άλλων τεχνικών έργων που προβλέπονται στην πλήρη
ανάπτυξη της εγκατάστασης όπως και εναλλακτικοί χώροι και λύσεις. Η δυνατότητα
απόθεσης αποβλήτων εκτός δασικής έκτασης θα πρέπει να αναφέρεται.
6.1. Κύριες και βοηθητικές εγκαταστάσεις
Γραφεία, μονάδες κατεργασίας, αποθήκες (εκρηκτικών, καυσίμων υλικών κ.λπ.), μηχανουργεία,
αντλιοστάσια, μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.
6.2. Οικισμός
Εγκαταστάσεις διαμονής, χώροι αναψυχής κ.λπ.
Για τις εγκαταστάσεις διαμονής προσωπικού θα πρέπει να παρέχονται πληροφορίες για τον τύπο
των κατοικιών και τους βοηθητικούς χώρους π.χ. μαγειρεία και χώρους διαθέσεως
λυμάτων.
6.3. Τυχόν εγκαταστάσεις συγκρατήσεως και επεξεργασίας αποβλήτων ή λυμάτων.
Περιγραφή των εγκαταστάσεων αυτών αν υπάρχουν ή προβλέπονται και να αναφερθεί η
δυνατότητα ανακυκλώσεως των υγρών αποβλήτων μετά την κατεργασία και τον καθαρισμό
τους.
7. Ανάγκες και τρόπος κάλυψης σε νερό για τη λειτουργία του έργου. Ανάγκες σε ποσότητα,
διάρκεια και τρόπο προμήθειας σε νερό.
8. Εκτίμηση της χρονικής διάρκειας της επέμβασης.
9. Μέτρα προστασίας εκτός των αντιμετωπιζόμενων από τις κείμενες διατάξεις.
Να αναφερθούν τα διάφορα μέτρα προστασίας αναγκαία για την περιοχή έναντι πυρκαγιάς και
εντόνων μετεωρολογικών φαινομένων.
VI. ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ
Η φάση αυτής της μελέτης είναι εκείνη που θα μας δώσει το βαθμό και το μέγεθος της
προκαλούμενης αλλοίωσης από την εκμετάλλευση ή λατομική δραστηριότητα και
συγχρόνως θα διαφανεί η προσπάθεια πρόληψης και αποκατάστασης του περιβάλλοντος.
Κατά συνέπεια η σαφής περιγραφή των θεμάτων του μέρους αυτού με την εποπτικότερη
παρουσίασή των θα συμβάλλουν στη διαμόρφωση μιας αντικειμενικής αντίληψης για το τι
μέριμνα λαμβάνεται για το δασικό περιβάλλον και θα βοηθήσει στο καλύτερο,
οικολογικότερο και οικονομικότερο τρόπο αποκατάστασης.
1. Μέριμνα για τον περιορισμό ή αποφυγή των δυσμενών επιπτώσεων στο δάσος ή τη δασική
έκταση κατά τη διάρκεια δημιουργίας έργων υποδομής.
Να γίνει περιγραφή των μέτρων που θα ληφθούν κατά τη διάνοιξη δρόμων, διαμόρφωση
πλατειών, προσπέλαση προς το κοίτασμα, για την αποφυγή ή περιορισμό των δυσμενών
επιπτώσεων.
2. Προτεινόμενη διαμόρφωση χώρου επέμβασης.
2.1. Διαμόρφωση του χώρου εξόρυξης ( κατά τη διάρκεια της εκμετάλλευσης ή κι μετά το πέρας
των εργασιών ).

190
Κατά το αρχικό στάδιο εξόρυξης και για λόγους αισθητικής προσαρμογής στην περίπτωση
επιφανειακών απολήψεων, θα πρέπει τα άκρα της περιμέτρου του χώρου επέμβασης να
μην έχουν γεωμετρικά σχήματα (ευθύγραμμα) αλλά κατά το δυνατόν ακανόνιστα, ώστε καθ΄
όλη τη διάρκεια (πολλάκις δεκαετία) της εκμετάλλευσης να μην υπάρχει αισθητή αλλοίωση
του τοπίου, αλλά να γίνεται προσαρμογή έτσι ώστε ο χώρος να εμφανίζεται σαν φυσικό
διάκενο.
Να περιγραφεί η δυνατότητα δημιουργίας βαθμίδων στα πρανή εκσκαφής, έτσι ώστε να μπορεί να
γίνει και αποκατάστασή τους με επίθεση χώματος και φύτευση.
2.2. Να αναφερθεί η δυνατότητα για πλήρωση με άλλα αδρανή υλικά του ορύγματος και να
αποδίδονται τόσο οι ποσότητες που θα απαιτηθούν όσο και η ποιότητά τους ( δηλ.
γεωλογικό υλικό, ασβεστόλιθο κ.λπ. ).
Σε περίπτωση απουσίας υλικών αδρανών (στείρων κ.λπ.) να εξετάζεται το ενδεχόμενο πλήρωσης
με άλλα υλικά (μπάζα) γεγονός που πρέπει να αναφέρεται (ποσότητα, τρόπος προμήθειας
κ.λπ.).
2.3. Επικάλυψη των πληρωθέντων κενών με φυτική γη ή άλλα κατάλληλα υλικά για φύτευση.
2.4. Δυνατότητα χρησιμοποίησης του χώρου εκμετάλλευσης (μετά το πέρας των εργασιών) με
κατάλληλη διαμόρφωση, για άλλες χρήσεις ( κατοικίες, αναψυχή κ.λπ.).
3. Διαμόρφωση χώρου απόθεσης των στείρων, στερεών απορριμμάτων και της φυσικής γης.
3.1. Εναπόθεση του εδαφικού υλικού χωριστά από τα στείρα για τη δυνατότητα
επαναχρησιμοποίησης της.
Να αναφερθεί η θέση απόθεσης και η ποσότητα του εδαφικού υλικού αποκάλυψης που θα
επαναχρησιμοποιηθεί κατά την αποκατάσταση.
Συνιστάται όπως το επιφανειακό χώμα συντηρείται και μάλιστα να αναμιγνύεται με τη χαμηλή
βλάστηση αποκάλυψης δηλ. έδαφος και θάμνοι ή φρύγανα δεδομένου ότι κατά την
επαναχρησιμοποίηση θα έχει και περισσότερη οργανική ουσία και σπόροι φυτών θα
υπάρχουν:
3.2. Επαναπόθεση των στείρων και στερεών απορριμμάτων σε κατάλληλες θέσεις (όπως
αναφέρονται στην παρ. V.3.).
3.3. Κατασκευή τοίχων αντιστήριξης εφόσον τούτο απαιτείται ή συλλεκτριών τάφρων για τη
συγκέντρωση υδάτων απορροής από τα στείρα και στερεά απόβλητα.
4. Εργασίες αποκατάστασης χώρου επέμβασης, κατά φάσεις εφόσον τούτο είναι δυνατόν.
4.1. Επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.
Να γίνει μια σύντομη ανάλυση στο τι αποσκοπούν τα έργα της αποκατάστασης.
4.2. Γεωμεταβολές
Να περιγραφούν οι ειδικές επεμβάσεις για αλλαγή φόρμας, μεταφοράς χώματος, δημιουργία νέων
ή διαμόρφωση των παλαιών γεωσχηματισμών.
4.3. Τρόποι επαναφοράς της βλάστησης
Να περιγραφή ο τρόπος διαμόρφωσης των προς αποκατάσταση επιφανειών καλλιέργειας του
εδάφους, εμπλουτισμού με λιπάσματα, δυνατότητα άρδευσης, συντήρησης, κατάλληλα είδη
φυτών για την περιοχή, μεγέθη, τρόποι φύτευσης ή σποράς, ποσότητες (φυτευτικός
σύνδεσμος), τρόποι μίξης των φυτεύσεων.
4.4. Δημιουργία πράσινης ζώνης προστασίας
Η δημιουργία πράσινης ζώνης αναφέρεται στην προσπάθεια άμεσης αποκατάστασης θέσεων
λιγότερο αλλοιωθεισών, με την άμεση φύτευσή τους μαζί με την έναρξη εκμετάλλευσης για
ζώνη προστασίας.

191
Εδώ συνιστάται η κατά θέσεις διατήρηση της υφιστάμενης βλάστησης, ώστε να υπάρχει και
αισθητή μείωση του οπτικού αποτελέσματος και είδη σποράς της φυτικής βλάστησης να
υπάρξουν.
4.5. Μηχανικά μέσα για την αποκατάσταση
Να αναφερθούν τα προς χρήση για αποκατάσταση μηχανικά μέσα (εκσκαφείς, σπορείς κ.λπ.).
4.6. Τρόποι συντήρησης
Τρόπος συντήρησης των προς αποκατάσταση επιφανειών π.χ. περιφράξεις, αρδεύσεις, λιπάνσεις,
προσωπικό κ.ά. κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του έργου και μετά το πέρας του.
4.7. Χρονοδιάγραμμα εργασιών αποκατάστασης
5. Κόστος αποκατάστασης
Αναλυτικό και συνολικό κόστος
Κόστος συντήρησης
Ανάλυση τιμών αποκατάστασης
Να γίνει ανάλυση πλήρης του κόστους αποκατάστασης, μερικό και συνολικό ύψος δαπάνης και
κόστος συντήρησης κατά τη διάρκεια και μετά το πέρας του έργου.
6. Δημιουργία υποδομής αποκατάστασης, εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο.
6.1. Αποθήκευση και εξεύρεση εδαφών.
6.2. Δημιουργία ιδίων φυτωρίων.
6.3. Έρευνες για επάρκεια σε νερό.
7. Παρουσίαση στοιχείων αντιμετώπισης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων
7.1. Χάρτες κλίμακας
Για κάτω των 500 στρ. 1 : 5.000 ή μεγαλύτερης κλίμακας
Για άνω των 500 στρ. 1 : 20.000
Με τις προτεινόμενες επεμβάσεις αποκατάστασης:
7.1.1. Εκμεταλλεύσεις και αποθέσεις των στείρων και στερεών αποβλήτων.
7.1.2. Φυτεύσεις με τα προτεινόμενα είδη χρωματισμένα σύμφωνα με το πρότυπο της Γ.Δ. Δασών
όπως και οι μέθοδοι (βαθμίδες, λάκκοι κ.λπ.).
7.1.3. Γεωμεταβολές (επιχωματώσεις, επιστρώσεις κ.λπ.).
7.1.4. Δίκτυο οδικό προσωρινό και μόνιμο.
7.1.5. Αρδευτικά δίκτυα ή εγκαταστάσεις.
7.2. Χάρτες ανάλογης κλίμακας ως άνω με τη χρονική προτεραιότητα αποκατάστασης με
χρώματα.
8. Να αναφερθούν λεπτομερώς και αιτιολογημένα τόσο οι τυχόν δυσχέρειες όσο και η νέα
τεχνολογία που προτείνεται για αποκατάσταση του αλλοιωνόμενου περιβάλλοντος.
Ειδικότερα διευκρινίζονται τα ακόλουθα σημεία, όσον αφορά την συμπλήρωση των
προδιαγραφών και υποβολή της μελέτης επιπτώσεων στο περιβάλλον.
1. Οι παρούσες προδιαγραφές διακρίνονται σε δύο μέρη.
Α Μέρος για την έρευνα και Β Μέρος για την εκμετάλλευση εφόσον σύμφωνα με την ισχύουσα
νομοθεσία οι μεταλλευτικές και λατομικές εργασίες διακρίνονται σε δύο στάδια έρευνας και
εκμετάλλευσης.
2. Μετά το πέρας ερευνητικών εργασιών, για τις οποίες έχει θεωρηθεί η σχετική μελέτη (Α
Μέρος Προδιαγραφών).
α. Αν ο ενδιαφερόμενος δεν συνεχίσει στο στάδιο της εκμετάλλευσης, υποχρεούται σε
αποκατάσταση του τοπίου, σύμφωνα με τη μελέτη και τους τυχόν όρους της.
β. Αν συνεχίσει στο στάδιο της εκμετάλλευσης, υποχρεούται στην εκπόνηση και υποβολή του Β
Μέρους της μελέτης όπου θα περιληφθούν όλες οι υποχρεώσεις από το στάδιο της έρευνας.
192
3. Το καθένα από το ζητούμενο στις προδιαγραφές στοιχεία για το Α και Β Μέρος της μελέτης θα
συμπληρώνεται εφόσον υπάρχει σχετικό αντικείμενο.
4. σε περίπτωση πρόσθετων ή απρόβλεπτων επεμβάσεων λόγω ειδικών συνθηκών, πέραν αυτών
που προβλέπονται στις θεωρημένες μελέτες για έρευνα ή εκμετάλλευση, σε σημείο που να
ανατρέπουν ουσιαστικά τη μελέτη με τα νέα στοιχεία.
5. ειδικότερα για τις περιπτώσεις ερευνητικών εργασιών:
α. Γεωτρήσεις (εκτός των γεωτρήσεων για την έρευνα πετρελαίου) δεν απαιτείται η συμπλήρωση
των παρ. V.2., VI.2.2., 2.3., 3., 4. και 5.
β. Μικρής κλίμακας, όπου ο όγκος του εξορυγμένου υλικού δεν ξεπερνά στο σύνολό του τα 200
κ.μ. Δεν απαιτείται η συμπλήρωση των παραγράφων V.1.4. και 5.
6. οι μελέτες θα συντάσσονται και υπογράφονται από Μηχανικό Μεταλλείων και Δασολόγο ή και
άλλους ειδικούς επί του θέματος επιστήμονες.

193
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. Αθανασιάδης Ν, 1986, «Δασική βοτανική (Δένδρα και θάμνοι των δασών της
Ελλάδας)», Μέρος ΙΙ, Εκδόσεις Γιαχούδη-Γιαπούλη, Θεσσαλονίκη.
2. Αθανασιάδης Ν, 1986, «Δασική φυτοκοινωνιολογία», Εκδόσεις Γιαχούδη-
Γιαπούλη, Θεσσαλονίκη.
3. Αθανασούλη-Ρογκάκου Α, Αραβαντινός, Α, Βλαστός Θ, Κοσμάκη Π,
Μπιρμπίλη Κ, Παπαγιάννης Θ, Πολύζος Ι, Σκίκος Γ, Στάμου Α, 1999, «Σχεδιασμός,
περιβαλλοντικές επιπτώσεις και μέθοδοι εκτίμησής τους», Τόμος Α, «Σχεδιασμός πόλεων και
περιβαλλοντικές επιπτώσεις», Εκδόσεις Ε.Α.Π., Πάτρα.
4. Αμούργης Σ, Κοσμάκη Π, Λουκόπουλος Δ, Στρουσοπούλου Ε, 2004, «
Περιβαλλοντικός σχεδιασμός πόλεων και ανοικτών χώρων», Τόμος Β, «Αρχές οικολογικού
σχεδιασμού», Εκδόσεις Ε.Α.Π., Πάτρα.
5. Ανδρεαδάκης Α, Βάρφη Α, Γιαννακούρου Γ, Κοϊμτζόγλου Ι, Νικολάου Κ,
Χρστούλας Δ, 1999, «Εισαγωγή στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον», Τόμος Β 2, «Το
ανθρωπογενές περιβάλλον» Εκδόσεις Ε.Α.Π., Πάτρα.
6. Αποστολίδης Η, 2002, «Μελέτες αποκατάστασης Περιβάλλοντος», Ημερίδα
«Αποκατάσταση του φυσικού (δασικού) περιβάλλοντος σε χώρους μεταλλευτικής και
λατομικής δραστηριότητας», Νοέμβριος 2002, Άμφισσα.
7. Αριανούτσου Μ, Γεωργίου Κ, Δημητρακόπουλος Α, Καρτάλης Κ,
Παναγιωτίδης Π, Σταματόπουλος Κ, 1999, «Εισαγωγή στο φυσικό και ανθρωπογενές
περιβάλλον», Τόμος Α, «Το φυσικό περιβάλλον», Εκδόσεις Ε.Α.Π. Πάτρα.
8. Beckman E, Δημούδη Α, Κομνίτσας Κ, Κοσμάκη Π, Μπελαβίλας Ν, Πολύζος Ι,
2001, «Βιοκλιματικός σχεδιασμός κτιρίων και περιβάλλοντος χώρου», Τόμος Β, «Προβλήματα
αποκατάστασης στη μικρή κλίμακα του αστικού χώρου. Βιοκλιματικός σχεδιασμός υπαίθριων
χώρων», Εκδόσεις Ε.Α.Π., Πάτρα.
9. Coopin N. J.,and Bradshaw A. D.,1982, «Quarry reclamation», Mining Journal
Books Ltd, London.
10. Ελευθεριάδης Ν, Σαρίκου Σ, Ελευθεριάδης Α, 2003, «Τα αυτοφυή φυτικά είδη
στην αρχιτεκτονική του τοπίου», 11° Πανελλήνιο Δασολογικό Συνέδριο, Οκτώβριος 2003,
Αρχαία Ολυμπία.
11. Ισπικούδης Ι, Χουβαρδάς Δ, Κουρακλή Π, 2000, «Σχεδιασμός αποκατάστασης
τοπίου για την τουριστική αξιοποίηση εγκαταλειμμένου λατομείο μαρμάρου», 9° Πανελλήνιο
Δασολογικό Συνέδριο, Οκτώβριος 2000, Κοζάνη.
12. Καλιαμπάκος Δ, Μαυρόπουλος Α, Προυσιώτης Ι, 2002, «Αξιοποίηση
εγκαταλελειμμένων μεταλλείων και λατομείων ως χώρος υγειονομικής ταφής στερεών
αποβλήτων», Πακτικά 1ου Συνεδρίου ΕΕΔΣΑ «Διαχείρηση Στερεών αποβλήτων για βιώσιμη
ανάπτυξη στον 21° αιώνα», 2002, Αθήνα.
13. Καπράλος Η 2002, «Αποκατάσταση Περιβάλλοντος σε μεταλλευτικούς και
λατομικούς χώρους», Ημερίδα «Αποκατάσταση του φυσικού (δασικού) περιβάλλοντος σε
χώρους μεταλλευτικής και λατομικής δραστηριότητας», Νοέμβριος 2002, Άμφισσα.
14. Κατσικάτος Γ., 1966-1967 και 1977, « Γεωλογική χαρτογράφηση», Αθήνα.
15. Λιάκος Λ., 1979, «Η αναψυχή στα δάση», μέρος ΙΙ , Έκδοση Υπηρεσία
Δημοσιευμάτων Α.Π.Θ., Θεσσαλονίκη.
16. Mine Water and the Environment 2005 τεύχος 24, σελίδες 134-138.
17. Mine Water and the Environment 2006 τεύχος 25, σελίδες 220-226

194
18. Μουλόπουλος Χ. 1967 «Μαθήματα δασοκομικής». Γενική εφηρμοσμένη
δασοκομική β΄τεύχος , Θεσσαλονίκη.
19. Μπρόφας Γ, 2002, «η συμβολή της έρευνας στην αποκατάσταση χώρων
διαταραγμένων από μεταλλευτική και λατομική δραστηριότητα», Ημερίδα «Αποκατάσταση
του φυσικού (δασικού) περιβάλλοντος σε χώρους μεταλλευτικής και λατομικής
δραστηριότητας», Νοέμβριος 2002, Άμφισσα.
20. Μπρόφας Γ, «Αποκατάσταση του τοπίου διαταραγμένων περιοχών από
μεταλλευτικές και λατομικές δραστηριότητες», 9° Πανελλήνιο Δασολογικό Συνέδριο,
Οκτώβριος 2000, Κοζάνη.
21. Ντάφης Σ, 1986, « Δασική οικολογία», Εκδόσεις Γιαχούδη-Γιαπούλη,
Θεσσαλονίκη.
22. Παπαγεωργίου Ν, 1993, «Διαχείριση άγριας πανίδας», Έκδοση Υπηρεσία
Δημοσιευμάτων Α.Π.Θ., Θεσσαλονίκη.
23. Παπαγρηγορίου Σ, Παπανδρέου Α, Σκούρτος Μ, Χατζημπίρος Κ, 1999,
«Σχεδιασμός, Περιβαλλοντικές επιπτώσεις και μέθοδοι εκτίμησής τους», Τόμος Β1, «Εισαγωγή
στην περιβαλλοντική αξιολόγηση, Περιβαλλοντικές επιπτώσεις και μέθοδοι εκτίμησής τους»,
Εκδόσεις Ε.Α.Π., Πάτρα.
24. Παπαμίχος Ν., 1990, «Δασικά εδάφη», Έκδοση Υπηρεσία Δημοσιευμάτων Α.Π.Θ.,
Θεσσαλονίκη.
25. Παπανικολάου Δ, 1985, «Γεωλογία της Ελλάδας», Εκδόσεις Επτάλοφος, Αθήνα.
26. Χατζηστάθης Α, 1972, «Η επίδραση της βαθμιδώσεως και βαθιάς κατεργασίας
του εδάφους στην υγρασία και τη γονιμότητά του και η σημασία της για τις αναδασώσεις»,
Τόμος ΙΓ΄, Θεσσαλονίκη.
27. Χατζηστάθης Α, Γκανάτσας Π, Ισπικούδης Ι, 1997, «Προστασία της φύσης και
αρχιτεκτονική του τοπίου», Εκδόσεις Γιαχούδη-Γιαπούλη, Θεσσαλονίκη.
28.
29. Χατζηστάθης Α, Ντάφης Σ, 1989, «Αναδασώσεις-Δασικά φυτώρια», Εκδόσεις
Γιαχούδη-Γιαπούλη, Θεσσαλονίκη.
30. Χατζηστάθης Α, Ισπικούδης Ι, 1995, «Προστασία της φύσης και αρχιτεκτονική
του τοπίου», Εκδόσεις Γιαχούδη-Γιαπούλη, Θεσσαλονίκη.
31. Χατζηστάθης Α, Πρωτόγερος Ι, Ζάγκας Θ, Γκανάτσας Π, «Πείραμα
αναδάσωσης με πρόσκοπα και αυτόχθονα δασοπονικά είδη με σκοπό την αποκατάσταση
διαταραχθέντος τοπίου μεταλλείου μαγνησίου, στη Σιθωνία Χαλκιδικής» 5° Συνέδριο
Περιβαλλοντικής Επιστήμης και Τεχνολογίας, Σεπτέμβριος 1997, Μόλυβος Λέσβου.

195
Ιστοσελίδες
1 www.apostolidis.gr «Λατομεία στην Πεντέλη» 2008.
2. www.dimoskireos.gr
3. www.emy.gr
4. www.klampatsea.gr «Φθίνουσες βιομηχανικές περιοχές: πλεονάζον χώρος,
ανθρώπινο δυναμικό και η συμβολή της γνώσης», 2006.
5. www.lafarge.com
6. www.nagref.gr
7. www.nalco.com
8. www.ntua.gr
9. www.oikoligio.gr «Λατομεία στη Μερέντα Μαρκοπούλου», 2008.
10. www.paidorama.com «Μεταλλευτικό Πάρκο Φωκίδας»,2008.
11. www.refil.gr
12. www.tee.gr
13. www.titan.gr «Απολογισμός Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης και Βιώσιμης
Ανάπτυξης», 2005.
14. www.wikipedia.com «magnesite»
 

196