Δημήτρης Τζουβάλης

Ο ΚΑΡΠΟΣ ΤΗΣ ΓΝΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ
(Διήγημα)

-Πιριβουλάρ', πιριβουλάρ, ικίνου του μικρό μικρούτσικου ποιος του λύνει ποιος του δένει ποιος του βάνει κι πλααίνει; -Η μάνα π' τό 'χει (Λαϊκό παραμύθι. Διήγηση Χ.ΤΖ)

-

Όλοι τους ήξεραν. Γνώριζαν και γελούσαν όταν την έβλεπαν στημένη με την ανήλικη κόρη της στο δρόμο να περιμένει τους εραστές. Όλοι τους, στο λεωφορείο της βάρδιας που περνούσε στις δύο από τη γέφυρα του καναλιού της Εργατούπολης, ήταν ενήμεροι. Οι πιο θερμόαιμοι άνοιγαν το παράθυρο και ρώταγαν αναίσχυντα την τιμή. Έτσι για πλάκα. Έτσι για να έχουν την ικανοποίηση πως παζάρεψαν, αλλά δεν θέλησαν ν’ αγοράσουν. Όχι πως δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα ν’ αγοράσουν το “εμπόρευμα”. Ύστερα γύριζαν με την ικανοποίηση να λάμπει στα μάτια τους αναζητώντας επίκουρους της ανδρείας τους ανάμεσα στους υπόλοιπους συνταξιδιώτες. Από παντού έφταναν χάχανα επιδοκιμασίας. Από παντού. Αντηχούσε το λεωφορείο από τις φωνές και τ’ αστεία τους. Σχόλασαν από το εργοστάσιο συνεχούς πυράς του αλουμινίου, ανάσαναν καθαρό αέρα, πήραν μπροστά τα όργανά τους κι άρχισαν να τα χρησιμοποιούν για να νοιώσουν ζωντανοί, ύστερα από την ημερήσια δοκιμασία τους στις κοχλάζουσες λεκάνες της ηλεκτρόλυσης. Λειτουργούσαν επί τέλους τα μάτια τους χωρίς να τσούζουν, καθάρισαν τ’ αυτιά τους από την ύπουλη σκόνη της αλουμίνας που εισχωρεί παντού, έβηξαν δυνατά να καθαρίσουν τα πνευμόνια τους από τις αναθυμιάσεις του καυτού μετάλλου,

ξέπλυναν από πάνω τους την καυστική σόδα και κάποιους καρκινογόνους κόκκους βαρίου, ξέπλυναν με πολύ νερό το στόμα τους για να φύγει το φθόριο που μεγαλώνει τα δόντια και τους τρίβει τα κόκαλα και τώρα δοκιμάζουν την άμαθη σε γλωσσικές υπεκφυγές, γραμματικούς κανόνες, υπαινιγμούς και κολακείες, ντούρα ομιλία τους, πάνω στην έρημη Μαγδαληνή που βγήκε να πουλήσει τους καρπούς της δυστυχίας της. Της το 'χαν πει της μοίρας τους, και το επαναλάμβαναν καθημερινά: "Δε σου τον σκοτώσαμ' εμείς τον πατέρα μωρή. Γιατί βαράς". Εκείνη δεν τους άκουγε και συνέχιζε να τους χτυπάει. Τίμιοι μεροκαματιάρηδες που αγάλλονται μπορώντας να ξεκλέβουν καθημερινά λίγο μεσημέρι και λίγο βράδυ, λίγη ζωή απ' τα νύχια του εργοδότη τους, πήραν το παράδειγμά του και το μήνυμα του Θεού τους κι έκαναν την κοινωνία τους κατά τις επιταγές τους. Κατ' εικόνα και ομοίωσή τους. "Σαν τα μούτρα τους", χιχιρίζει ο Μανωλάκης στο καφενείο. Όμως αυτοί δεν είχαν την πολυτέλεια της σκέψης πέρα από την αγωνία της καθημερινότητας. “Δεν ξέρετε τι θα πει ευαισθησία”, τους επιτιμά για την συμπεριφορά τους ο Μανωλάκης, ο οποίος επιμένει να λειτουργεί σαν συνείδηση σ’ ανθρώπους που η μόνη τους αμαρτία είναι αυτή που τους κληροδότησαν οι προπάτορές τους. Άλλες αμαρτίες δεν έχουν. Δεν προλαβαίνουν ν’ αμαρτήσουν έχοντας να παλέψουν νυχθημερόν για τον επιούσιο. Κανένα καντήλι που κατεβάζουν επάνω στο θυμό τους, έχει μάθει ο Θεός και τους το συγχωράει αυτόματα. “Ευαισθησία; Τρώγεται αυτό”; “Φάρμακα αγοράζεις μ’ αυτό”; “Τη δέχεται ο παντοπώλης”;

Αν δεν είναι μέσο συναλλαγής το οποίο ν’ αποφέρει χειροπιαστό κέρδος που να μπορούν να το φέρουν το μεσημέρι στο σπίτι και να το καταθέσουν υπερήφανοι στο οικογενειακό τραπέζι, τότε είναι άχρηστο. Κοιτάνε τη ζωή του άλλου, επιθεωρούν τον πόνο του, μετράνε την εξαθλίωσή του, κι αν είναι σε κατά τι χειρότερη θέση από τη δική τους, ανασαίνουν με ανακούφιση. “Δόξα σοι ο Θεός, υπάρχουν και χειρότερα”. Θέλουν να το φωνάξουν για να πάρουν τα καθηλωτικά βλέμματα των άλλων από πάνω τους. Και τη δυστυχισμένη της γέφυρας, ο Θεός τους τη στέλνει, σαν βαλβίδα ασφαλείας, κάθε μεσημέρι για ν’ απαλύνει τις ψυχές τους από το βάρος που σωρεύεται καθημερινά πάνω τους. Αν επαναστατήσουν οι ψυχές, ούτε Θεοί, μήτε δαίμονες, ουδέ αρχόντοι θα μείνουν ορθοί ή καθιστοί στο θρόνο τους. Σήμερα η Μαγδαληνή ήταν και πάλι στημένη εκεί. Κρατούσε και πάλι, ως συνήθως, το χέρι της κόρης της. Το έσφιγγε απελπισμένα λες και κάποιος προσπαθούσε να την πάρει από κοντά της. “Με πονάς μανούλα”, παραπονιόταν ενίοτε αυτή και η Μαγδαληνή χαλάρωνε τον κλοιό. Το βλέμμα της ήταν βυθισμένο μέσα της κι έψαχνε εναγώνια τις αρχές και το τέλος της. Το τέλος που έβλεπε να πλησιάζει απειλητικό, σαν δράκος που ξέφυγε από το εικόνισμα του Αϊ Γιώργη και χίμηξε κατά πάνω της. Αισθάνεται κιόλας την πύρινη ανάσα του στο πρόσωπό της...

ο αστυνόμος ήξερε. Από τότε όμως που άρχισε να κυκλοφορεί με ακριβό αυτοκίνητο, δυσκολεύεται να διακρίνει μέσα από τους γκρίζους σκοτεινούς του υαλοπίνακες. Δεν βλέπει τίποτε το μεμπτό. Καμιά τάξη δεν διασαλεύεται. Κανείς δεν παραβαίνει τον νόμο σε τούτη την εργατούπολη. Μόνο κάτι ασήμαντες παραβάσεις του κώδικα οδικής κυκλοφορίας. Η Μαγδαληνή δεν στέκεται στο δρόμο με την ανήλικη κόρη της γυρεύοντας εραστές. Είναι εκεί με την κορούλα της, αυτή την χαριτωμένη δεσποινίδα, περιμένοντας το λεωφορείο για τη Λιβαδειά. Ούτε και τον Βασίλη τον είχε δει. Όταν τυχαία πέρασε κείνο το βράδυ, λίγο μετά τα μεσάνυχτα, από τη διασταύρωση, δεν τον είδε. Δεν πρόσεξε τις απαστράπτουσες στο φεγγαρόφωτο κάμες, που προσπαθούσαν με ορμή να εισχωρήσουν στο σώμα του και να το παγώσουν. Δεν είδε τον τερατώδη Μένιο και όλο το τσούρμο του κυρίου Τιμολέοντα, με ρομφαίες, σαν αρχάγγελοι του σκότους, να προσπαθούν να ερημώσουν το σώμα του Βασίλη από ζωή. Ο Βασίλης τον είδε. Δεν μίλησε όμως. Γνώριζε τη δυσκολία του αστυνόμου να διακρίνει. Δεν του μίλησε. Δεν τον κάλεσε σε βοήθεια. Σε κανέναν δεν ξαναμίλησε πια. Έκρυψε το πρόσωπό στις παλάμες του κι αφέθηκε. “Πιθανό ξεκαθάρισμα λογαριασμών”, έγραψε στην αναφορά του ο αστυνόμος. “Πιθανό ξεκαθάρισμα λογαριασμών μεταξύ ανθρώπων του υποκόσμου. Είχεν συχνάς επαφάς μετ' αυτών και συχνά εθεάτο κυκλοφορών τας μεταμεσονυκτίους ώρας εις υπόπτους διασταυρώσεις. Γενικώς είχε συμπεριφοράν απάδουσα των χρηστών μας ηθών”, συμπλήρωσε στην παράξενη γλώσσα των αναφορών .

Κι

Κι ο Βασίλης έφυγε, χωρίς να καταφέρει ποτέ στη ζωή του ν’ αποκτήσει τα χρηστά μας ήθη. Μόνο η Μαγδαληνή τον έκλαψε. Η Μαγδαληνή, η κόρη της η Μαρία, μα πιο πολύ ο γιός της ο Γιώργης. “Τι κάνει η δεσποινίς; ρώτησε ο Αστυνόμος σταματώντας τη μερσεντές του μπροστά στη Μαγδαληνή και την κόρη της και το μάτι του βόσκησε άπληστα πάνω στο κορμί που μόλις μπουμπούκιαζε. “Χαιρέτα τον κύριο αστυνόμο”! “Χαίρετε”, είπε το κρίνο και έγειρε το μίσχο του κατεβάζοντας ντροπαλά το κεφάλι με κείνο τον τρόπο που τον ερέθιζε και τον έκανε να θέλει μ' όποιο τίμημα να δρέψει το άνθος της μικρούλας Μαρίας. “Πως πάει η κόρη σας στο σχολείο”; τον έκοψε η Μαγδαληνή κάνοντας το μυαλό του μια άσπρη μάζα χωρίς νόημα. “Είναι συμμαθήτριες, φιλενάδες με τη Μαρία μου”. Η κόρη του! Μα ναι η κόρη του. Πόσες φορές στον ύπνο του έκανε έρωτα με "το τσουλί της Μαγδαληνής" και πετάγονταν λαχανιασμένος βλέποντάς την να παίρνει ξαφνικά τη μορφή της κόρης του. Κι αυτός αλλοπαρμένος εκείνη τη στιγμή, να κλείνει τα μάτια και να επιζητάει την ολοκλήρωση. Ύστερα ξύπναγε ντροπιασμένος. Κι όταν η κόρη του το πρωί τον αγκάλιαζε και τον φιλούσε πριν φύγει για το σχολείο, μα τι ντροπή ήταν αυτή που ένιωθε Χριστέ μου. “Να προσέχεις τις παρέες σου στο σχολείο”, κατάφερνε να ψελλίσει, χωρίς να μπορεί να χαλιναγωγήσει το αδηφάγο βλέμμα του που έτρεχε ξοπίσω της και θώπευε ξεδιάντροπα τις άγουρες καμπύλες της... Πάτησε γκάζι και έφυγε. Πάντα του το χάλαγε αυτή η "κουφάλα". Έπαιρνε μαζί της την κόρη της έτσι για να ορέγονται οι άντρες και να πλησιάζουν.

Ύστερα ήξερε αυτή να διοικεί την ορμή τους και να 'ναι ο μοναδικός αποδέκτης της. Με τον Μένιο όμως την πάτησε. Με το Μένιο δεν παίζουνε. Ακόμα κι ο ίδιος ένιωθε δέος κι έτρεμε στην παρουσία του όρθιου κτήνους. Την άρπαξε μια μέρα, την έβαλε στο αυτοκίνητο κι όταν την επέστρεψε, το άγουρο γατάκι που έπαιζε στην αγκαλιά της μάνας του, ήταν πια ένα ώριμο φοβισμένο γατάκι, που έμαθε πάνω στο κορμάκι του τι θα πει αντρειοσύνη. Κάποια μέρα θα της δείξει ο Αστυνόμος της Μαγδαληνής. Θα πάψει να την προστατεύει και τότε θα πάθει ό τι και ο ανιψιός της ο Βασίλης. Θα γίνει έτσι που να φανεί φυσιολογικό. Ποιος θα νοιαστεί για μια πεταλουδίτσα που έπαψε πια να πετά. Μυριάδες πεταλούδες χάνονται καθημερινά στον κόσμο χωρίς να λείψουν σε κανένα. Μόνο οι εργάτες της βάρδιας θα στενοχωρηθούν για λίγο που θα χάσουν τη μεσημεριανή τους διασκέδαση. Μόνο για λίγο. "Διάγουσα έκλυτον βίον" θά 'γραφε στην αναφορά του. "Υπερβολική δόση ηρωίνης". Έτσι του κόλλαγε κι ο Βασίλης. "Ο αστυνόμος διακινεί ναρκωτικά" έλεγε. Έλαμψε όμως η αλήθεια. Ποτέ δεν έπιασε στα δικά του τα χέρια τέτοια πράγματα. Κι ο Βασίλης τιμωρήθηκε όπως του άξιζε. Μα τι θαρρούνε λοιπόν; Κι ο αστυνόμος άνθρωπος είναι. Κι όταν χρειάστηκε εκείνο το ποσόν για την εγχείρηση της γυναίκας του, κρεμάστηκε. Κανένας! Ούτε υπηρεσία ούτε τίποτε. Πεντακόσια ήθελε ο γιατρός και χωρίς απόδειξη. Μόνον ο κύριος Τιμολέων τον βοήθησε. “Ο τι θέλεις κυρ αστυνόμε”, του μήνυσε με το Μένιο. Λεφτά από τον κύριο Τιμολέοντα; Τί να κάνουμε, λεφτά από τον κύριο Τιμολέοντα. Ας ερχόταν ο Αρχιεπίσκοπος να τον βοηθήσει και “δεν μου κάνουν τα βρόμικα λεφτά σου”, θα 'λεγε στον άλλον. Δεν ήρθε όμως. Ούτε η

πολιτεία ούτε ο Θεός δεν ήρθαν αρωγοί. Θόλωσε το μάτι του κι από τότε δεν βλέπει πια. Δεν βλέπει τα έργα και τις νύχτες του κυρίου Τιμολέοντα. Και η ζωή του έγινε πιο ήσυχη, πιο άνετη και οι εκπλήξεις της ευχάριστες. "Ναρκομανής ", θα 'γραφε στην αναφορά του. “Απόψε”!, του μήνυσε ο κύριος Τιμολέων, “απόψε θα 'ναι το τέλος. Θα διπλασιάσουμε τη δόση. Το πήρε κατάκαρδα με το Βασίλη κι αρχίζει και κελαηδάει”... “Ποια ήταν η δεσποινίς”, ρώτησε ο εισαγγελέας που σήμερα ήρθε για ενημέρωση κι ο αστυνόμος τον σεργιάνιζε στ' αξιοθέατα αφού, “η εγκληματικότης έχει ένα δείκτη κοντά στο μηδέν στην πόλη μας”. “Μια φίλη της κόρης μου”. Και συνέχισε να ξεναγεί τον σχεδόν τυφλό από την εντρύφηση στις πολυσέλιδες δικογραφίες προϊστάμενό του.

Η Μαγδαληνή γύρισε σπίτι άπρακτη και σήμερα.
Ούτε που γυρίζουν πια να την κοιτάξουν. Στέκεται μπροστά στον καθρέφτη και κοιτάζει το πρόσωπό της. Και τι δεν θα 'δινε να μπορούσε ν' αλλάζει τ' αντεστραμμένα είδωλα του ανιαρού, αδυσώπητου πια, φίλου της. Τίποτε και σήμερα. Πάλι θ' αναγκαστεί να πάει στον κύριο Τιμολέοντα να ζητιανέψει. Έχει βάψει τα χείλια της μ' ένα βαθύ κόκκινο. Τρέμανε τα χέρια κι έχει πασαλείψει το πρόσωπό της. Μάταια προσπαθεί να δει κάτω απ' το πρησμένο της πρόσωπο τη δροσερή κι ανέμελη Λίνα του πέρσι. Πλησιάζει και φιλάει το μαυρισμένο από την υγρασία γυαλί. Προσπαθεί να το εξευμενίσει. Τίποτε. Η όψη της παραμένει η ίδια. Πάλι την χτύπησε ο Σωτήρης. Την χτυπάει πάντα στο πρόσωπο. Ποτέ δεν της συγχώρησε την ομορφιά που τράβαγε σα μαγνήτης τ' αρσενικά. Σιγά - σιγά κατάφερε να τη σβήσει. Ο χρόνος μεροληπτούσε αναίσχυντα υπέρ του. Ο χρόνος! Πού 'ναι τα μακριά καλοκαίρια τ' ατελείωτα. Γίνανε πια στιγμές που δεν προλαβαίνουν παρά μονάχα τα μάτια της να τα δουν φευγαλέα, χωρίς ο νους της να μπορεί να τα συνειδητοποιήσει. Απλώνει τα χέρια της να πιάσει το σήμερα που της ξεφεύγει υγρό ανάμεσα απ' τα δάχτυλα. Αναλώθηκε σε μεθυσμένες διασκεδάσεις που οι ναρκωμένες της αισθήσεις δεν μπορούν να χαρούν. Κοιτάζει τη ζωή απ' τη χαραμάδα που αφήνουν τα μεσοδιαστήματα των δακτύλων της καθώς εθελούσια όρισε τις παλάμες να της σφαλίζουν την όραση. Δεν αντέχει την πλήρη επαφή με τα γύρω της. Μόνο στον έρωτα ξυπνούν τα μιλιούνια των κυττάρων της και ζουν. Μόνο τότε. Γιατί να της λάχει ο Σωτήρης. Ας την άφηνε ο Θεός να κανονίσει μοναχή της τούτη τη μικρή ζωή που της χάρισε, κι ας την τιμωρούσε με δέκα Σωτήρηδες στην άλλη που

την ορίζει εκείνος. Κι αν ήταν απλά να της δίνει μια γεύση απ' τα μετά θάνατο μελλούμενα, η Μαγδαληνή θα 'κλεινε ερμητικά το στόμα και δεν θα δοκίμαζε. “Την άλλη τη φορά που θα χρειαστείς πράμα, να μου στείλεις τη Μαρία να το πάρει”, της είχε πει ο κύριος Τιμολέων κοιτάζοντας με νόημα το Μένιο που έξυνε μια βίτσα με το σουγιά του και απάντησε με το βλέμμα πονηρό και χαρούμενο και την ικανοποίηση αναπαυτικά καθισμένη στο πρόσωπό του. Η αναγνώριση της αξίας του από τ' αφεντικό είναι μεγάλη υπόθεση. “Να φωνάξεις και τον αστυνόμο όταν έρθει. Θα του την κάνω δώρο”. Κοίταξε την κόρη της που έπαιζε με την κούκλα. Πάλι θα την ξελάσπωνε. Πάλι. Έφυγε κι ο Βασίλης που την στήριζε. Της τον έστειλε η αδερφή της για να ξεκόψει απ' τις "κακές παρέες". Μόλις βγήκε από το νοσοκομείο της τον έστειλε. Έπρεπε να ’ναι σίγουρη πως εκεί που θα πήγαινε ο γιός της δεν θα βρισκόταν άνθρωπος να του προτείνει πάλι τη φυγή μέσα από τα καταθλιπτικά άσπρα όνειρα των ναρκωτικών. “Να τον προσέχεις”, της είπε, και κείνη τον πρόσεχε. Βρήκε κι αυτός καταφύγιο και φώλιασε στην αγκαλιά της θείας του που ήξερε πως να ελκύει και να μεταχειρίζεται τους ατίθασους έφηβους. Όταν κάνει έρωτα η Μαγδαληνή σωπαίνουν εκστασιασμένες οι αισθήσεις καταλαβαίνοντας για πρώτη φορά το νόημα της ύπαρξής τους. Σωπαίνουν και μαθαίνουν τη χρήση τους. Σωπαίνουν και οι νεαροί κι αφήνουν την ψυχή τους έρμαιο και θηρίο ανήμερο να κλυδωνίζεται στο πέλαγος της αγκαλιάς της και ν' αλαλάζει από ευχαρίστηση. Γαντζώθηκε κι αυτή πάνω στο Βασίλη. Ήρθε ακριβώς τη στιγμή που ο Σωτήρης τα 'φτιαξε με την κουμπάρα του κι εξαφανίστηκε από το σπίτι. Ερχότανε που και που όταν τον έπιαναν τα οικογενειακά του αισθήματα για να γκρινιάσει στα

παιδιά και να την δείρει. Έτσι να μην ξεχνάει την τέχνη. Φύλαγε να λείπει ο Βασίλης κι ερχότανε. Έτρεμε το μεστωμένο το παλικάρι το ξεσκολισμένο στις κακόφημες στενωπούς του Πειραιά. Και οι "έμποροι" τον έτρεμαν. Δεν μπορούσαν να κρυφτούν απ' τη πεπειραμένη ματιά του. Ο Μένιος θα τον θυμάται κάθε βράδυ σαν βάζει τη μασέλα, που αντικατέστησε τη συντριμμένη οδοντοστοιχία του, στο ποτήρι. Όταν έμαθε τί είχε κάνει στη Μαρία, πήγε και τον βρήκε. “Εγώ κα συ”, τον προκάλεσε κι εκείνος έχοντας εμπιστοσύνη στον όγκο του δέχτηκε την πρόκληση. Δεν ήξερε πως η δύναμη της ψυχής γκρεμίζει φρούρια. Δεν γνώριζε πως κατατροπώνει κτήνη. “Θα τους ξεσκεπάσω”, μούγκριζε ο Βασίλης κάθε που έβλεπε τη θεία του αναίσθητη στον καναπέ μετά τη "δόση" της. Θυμόταν τον εαυτό του πριν την αποτοξίνωση και χιμούσε παραπονεμένα κατά πάνω του η χαμένη του ζωή ζητώντας να την ξαναζήσει έτσι παλικάρι όπως ήταν τώρα. Όταν τον σκότωσαν έπεσαν τα χρόνια επάνω στην Μαγδαληνή μονομιάς και παρέσυραν τη δροσιά της σε μια ερημιά χωρίς έξοδο. Την έσβησαν... Κι ο Βασίλης δε λέει να λιώσει στον τάφο του. Τα μόριά του αρνούνται να κλείσουν ένα κύκλο λειψό. Φάντασμα η νιότη που δεν της δόθηκε το χρονομερίδιό της ζητάει εκδίκηση. Απευθύνεται στη δικαιοσύνη δείχνοντας τις πληγές του. Τυφλή! Της φωνάζει μ' όλη τη δύναμη της φωνής. Τίποτε, ούτε η ακοή της λειτουργεί. Αντιλαμβάνεται πως μονάχα η δικαιοσύνη που την οδηγείς περπατάει. Μονάχα με τα μάτια σου βλέπει. Μονάχα με το χέρι σου τιμωρεί. Το παγωμένο το χέρι, ζωντανεμένο από ανεξήγητες, άναρχες αιτίες που κανονίζουν συμπεριφορές στο σύμπαν κι επαναφέρουν στην τάξη τ' ανθρώπινο που

ξέφυγε απ' τα θεσμοθετημένα μαγνητικά πεδία κι ασχημονεί. Το αναγκάζουν να κολυμπήσει άλλη μια φορά στη λίμνη της ζωής και του θανάτου, να ξαναγεννηθεί. “Μαμά είμαι δεσποινίς τώρα”; άκουσε τη φωνή της Μαρίας και σπάραξε. Είχε πλησιάσει πίσω της στον καθρέφτη, σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και κοίταζε το στήθος που μόλις ξεθάρρευε να ξεκινήσει. Ο κύριος αστυνόμος όλο δεσποινίς μου λέει.

Η Μαρία έπαιζε στο δωμάτιό της. Της άρεσε να
παίζει με την κούκλα της. Την έντυνε με φορέματα που να σκεπάζουν όλα τα μέλη της. Δεν ήθελε να βλέπουν οι κακοί παππούδες την κούκλα της γυμνή. Τότε αρχίζουν και την ψηλαφούν με κείνα τα χοντρόχερά τους και την γεμίζουν μελανιές. Δεν ήθελε να την χαλάσουν την κούκλα της. Ούτε να την πονάνε ήθελε. Κι όταν η μανούλα την έπαιρνε μαζί στις δουλειές της, άφηνε την κούκλα στο σπίτι. "Θα μου τη φυλάς Γιωργή μου"; ρώταγε τον αδερφό της. Εκείνος κατέβαζε το κεφάλι κι έφευγε. Μερικές φορές προλάβαινε κι έβλεπε τα μάτια του βουρκωμένα πριν στρίψει. Όμως την κούκλα την φύλαγε. Του είχε εμπιστοσύνη. Και στον Βασίλη είχε εμπιστοσύνη. Από τότε που πέθανε τον βλέπει συνέχεια στον ύπνο της. Τώρα τελευταία μοιάζει τόσο ζωντανός στα όνειρά της. “Θα βρεις ένα μπουκαλάκι στο συρτάρι της μάνας σου”, της είπε. “Θα το ρίξεις στο ποτό του Μένιου και του αφεντικού του”. Μυστήριο πράγμα. Πώς ήξερε ο Βασίλης τι έχει η μανούλα στο συρτάρι της. Είχε πράγματι αυτό το περίεργο μπουκαλάκι με το φελλό. Δεν θέλει να πηγαίνει στο Μένιο. Κάθε φορά που τον βλέπει η καρδούλα της σπαρταράει από το φόβο. Όμως αφού της το λέει ο Βασίλης, θα το κάνει. Έχει εμπιστοσύνη στον μεγάλο της ξάδερφο. Ο Γιώργης έτρεχε, πέντε χρόνια τώρα, μ' ένα ποδήλατο που θα του αγόραζε ο πατέρας του. Πέντε χρόνια κάθε πρωί, χωρίς να τον νοιάζει η αλήθεια, χτύπαγε το μελωδικό του κουδούνι και κάλπαζε. Έτσι που να τον ακούνε οι άλλοι και να παίρνουν στην πάντα τα δικά τους υποθετικά οχήματα. Και περνούσε μεγαλόπρεπος και καμαρωτός ανάμεσά τους, με το

καλό του το ποδήλατο τ' ολοκαίνουργο. Το 'δινε και στο Βάγγο να κάνει βόλτα. Μόνο στο Βάγγο. Οι άλλοι δεν ήταν φίλοι του. Το καλό σου το ποδήλατο το δίνεις μόνο στον φίλο σου. Στον καλό σου τον φίλο. Δεν το δίνεις στον Φώτη. Ξέρεις πως στη στροφή του δρόμου θα το βάλει κάτω και θα το ποδοπατάει. Θα του βγάλει την αλυσίδα και θα πει μετά πως βγήκε τάχα μόνη της. Ο Φώτης πάντα βγάζει τις αλυσίδες απ' τα ποδήλατα. Γι’ αυτό κανείς δεν του δίνει βόλτα. Όχι τουλάχιστον με το καλό του ποδήλατο που θα τ' αγόραζε ο πατέρας του. Ο Πατέρας του! Δεν έρχεται πια σπίτι. Δεν έρχεται να εκπληρώσει τις υποσχέσεις και τα ταξίματα. Να ξεκινήσει τα όνειρα. Κι όταν καμιά φορά έρθει δεν είναι πια ο πατέρας εκείνος που λούφαζε στην αγκαλιά του κι αφήνονταν με τις ώρες. Τώρα η όψη του φαντάζει ξένη κι αποκρουστική. Και η μυρωδιά του, άλλαξε κι αυτή. Σηκώνει το χέρι που επικάθονταν τρυφερό χάδι στο μάγουλο και το αφήνει να πέσει μ' όλη τη δύναμη στο πρόσωπό του. Ύστερα γίνεται γίγαντας πελώριος και χράπ κάνει μια μπουκιά την αδερφούλα του. Κακός, απαίσιος γίγαντας. Έρχεται μετά προς το μέρος του και τότε ο Γιώργης τρέχει. Τρέχει κι εξαφανίζεται. Παίρνει το ποδήλατό του και φεύγει. Η ψυχή του στροβιλίζεται σ' έναν κυκλώνα προσπαθώντας ασυναίσθητα να σβήσει απ' τα κύτταρά του τα ίχνη και την παρουσία του τέρατος. Να μην μπορεί να ταξιδέψει μέσα του και να περάσει σε ζωές άλλες. Να 'ναι σίγουρος πως ο σπόρος του καθαρίστηκε και θα σταματήσει εκεί η τερατογένεση. “Το βράδυ θα 'ρθει να σε πάρει ο Βασίλης”, τον ξάφνιασε κοιτάζοντάς τον παράξενα στα μάτια η Μαρία.

“Ο Βασίλης πέθανε, τον σκότωσαν”! ανατρίχιασε ο Γιώργης. Πάντα τον γέμιζε δέος η αλαφροΐσκιωτη αδερφούλα του. “Όχι δεν πέθανε. Εγώ τον βλέπω τα βράδια. Πες στο Γιώργη θα 'ρθω να τον πάρω τα μεσάνυχτα, μου είπε. Εσύ ονειρέψου κι αυτός θα έρθει. Τώρα τελευταία δεν ονειρεύεσαι. Δεν έχει από που να πιαστεί, μου είπε...

Γιώργης έπιασε μια γωνιά, κάθισε κατάχαμα και κρατούσε το κεφάλι με τα δυο του τα χέρια. Τα μηνίγγια του δεν άντεχαν. Έπρεπε να τα κρατάει σφιχτά να μη βγουν από μέσα οι σκέψεις του, μικρούτσικα τερατάκια, που τον κυρίεψαν. Φωνάζουν, σπαράζουν έτοιμες να πεταχτούν στο δρόμο. Τις νιώθει καμπάνες δυνατές να προσπαθούν να κοινοποιήσουν το μυστικό του. Κι ένας απαίσιος κωδωνοκρούστης κρεμιέται πάνω τους και τις παρασέρνει σ' ένα φρενιασμένο πηγαινέλα που χτυπάει πότε στο ένα του μηνίγγι και πότε στ' άλλο. Παίρνουν το μυστικό του και το ξεφτιλίζουν στους δρόμους. “Η μάνα του είναι πουτάνα”! “Ντιν - νταν, ντιν – νταν” δεξιά, αριστερά, “ντιν – νταν”. “Όχι, όχι! Η μανούλα μου, δεν είναι”! Και σφίγγει τα μηνίγγια του ν' αντέξουν. Μα οι σκέψεις του, απαίσιες σκουληκοχρυσαλίδες, έβγαλαν φτερά και πετάνε. Πετάνε καβάλα στα διαπεραστικά ντίν και σε κείνα τα μέχρι την ψυχή υπόκωφα νταν. Τα παίρνει στα χέρια του αέρας ο κωδωνοκρούστης και τα γυρνάει στις πόρτες. Ανοίγουν οι γείτονες κι “Ντιν – νταν”. Γελάνε αφουγκράζονται. ευχαριστημένοι. Δεν ήταν για το σπίτι τους τ' άσχημα τα νέα. Ανακουφίζονται. “Μακριά απ' το σπίτι μας”, σκέπτονται κι ευχαριστούν τον πλάστη τους που τα κακά τα δίνει στους άλλους. Δεν διαμαρτύρονται, φτάνει να γεύονται άλλοι τη μοχθηρία που του πρόσαψαν οι νόμιμοι μαυροφορεμένοι του χρυσοποίκιλτοι ενίοτε- εκπρόσωποι επί της γης της αγαθής. Τον ευχαριστούν που τους διασκέδασε και σήμερα. “Ντιν - νταν! Η μάνα του Γιώργη είναι πουτάνα”, αναμεταδίδουν χαρούμενοι που η δική

Ο

τους η μάνα δεν έπεσε στο στόμα του κωδωνοκρούστη, στη μήνη του Θεού της. Βάραγε να βγει από μέσα του κι ένας άλλος Γιώργης να ρίξει κι αυτός τ' ανάθεμα και να περάσει στο άλλο στρατόπεδο τ' ανέμελο. Και μετά πομπή, μ' όλους τους κολογειτόνους να λυσσομανάνε πίσω του, να γυρίσουν όλες τις γειτονιές και να καταλήξουν στο σπίτι της Λίτσας που ο πατέρας του περνάει τις ώρες του. Και να κρώξει δυνατά κι απαίσια με φωνή που δεν την έχει ακούσει άλλη φορά να βγαίνει από μέσα του, μα την επιθυμεί σφόδρα η ψυχή του και ξέρει πως κάπου εκκολάπτεται στα έγκατά της. “Η γυναίκα του είναι πουτάνα, χάχαχά, χάχαχά”. Αλλά στέκει χωρίς να μπορεί να κινήσει ούτε το μικρό του δαχτυλάκι, αδύναμος, με την εγκατάλειψη γριά ξεδοντιάρα που ζει μόνο στην απουσία ν' αγκαλιάζει αναίσχυντα την σφριγηλή του ύπαρξη και η αναπνοή της να του φέρνει ασφυξία...

Δημόσιος κατήγορος μ' ένα μανδύα κατάμαυρο, άσπρη περούκα και χοντρούς μυωπικούς φακούς που δεν του επιτρέπουν σαφή όραση ακούει το λαομάνι που άφησε αμολητό και ξέφρενο η σκέψη του Γιώργη και δίνει εντολή στον αστυνόμο να σταματήσει τ' αμάξι. “Τίποτε, τίποτε”, αποκρίνεται εκείνος. “Ο κόσμος διασκεδάζει”. Είναι δύναμη ο αστυνόμος. Ο Δημόσιος κατήγορος τον εμπιστεύεται. Είναι πάντα δυνατοί οι αστυνόμοι όταν οι δημόσιοι κατήγοροι είναι αδύνατοι κι αποκομμένοι από την κοινωνία. “Είμαι η Δικαιοσύνη”, διατείνεται ο διοπτροφόρος δικαστής. “Πρέπει να γνωρίζω τα συμβαίνοντα και να επεμβαίνω”. “Και βέβαια είσαι, εγώ είμαι το χέρι σου”, συναίνεσε ο αστυνόμος. Και συνέχισαν τον περίπατό τους ευχαριστημένοι για την ταυτότητα των απόψεών τους. Ο κύριος Τιμολέων, καθισμένος στο πολυτελές του γραφείο, έχοντας στα γόνατά του τη θετή του κόρη την Αδικία, χαμογελάει ευχαριστημένος. “Όλα πάνε καλά όταν τούτος ο οπλοφόρος δημόσιος υπάλληλος και ο Δημόσιος κατήγορος που τον συνοδεύει, πιστεύουν πως αντικαθιστούν την φουκαριάρα την αδερφή μου”, χαριεντίζεται η νεανίδα. Την απούσα, έκθετη, δίδυμη αδερφή της τη Δικαιοσύνη. “Όλα πάνε κατ’ ευχήν”, συμφωνεί και ο κύριος Τιμολέων. “Θα σε ρίξω στα τάρταρα”, της είχε πει κάποτε η επιπόλαια αδερφή της, όταν αγωνίζονταν και πίστευε πως μπορεί να βάλει τάξη στον κόσμο και δεν τα κατάφερε.

Ο

“Να σου γνωρίσω τον κύριο Τιμολέοντα”, της απάντησε. “Θετός μου πατέρας, προστάτης κι εραστής μου”. Κι ο παντοδύναμος κύριος Τιμολέων έβαλε τα πράγματα στη θέση τους. Η κόρη του έδεσε χειροπόδαρα την αδερφή της στα απρόσιτα υπόγεια του πατέρα της. Εκεί απ’ όπου κανείς δεν έβγαινε ζωντανός χωρίς την άδειά του. “Θα σ' αντικαταστήσω με τεράστιους οργανισμούς που θα πάρουν τ όνομά σου”, της σφύριξε στ’ αυτί όταν οι άνθρωποι πιστεύοντας πως είναι η Δικαιοσύνη την ανέβασαν στον θρόνο. “Θα σε σταυρώσω επιγραφή στους τοίχους τους. Εγώ και ο πατέρας μου θα διαφεντεύουμε. Θα κάνω ένα πολύπλοκο σύστημα με κανόνες που μόνο οι ειδικοί νομικοί θα μπορούν να ερμηνεύσουν. Έτσι που σπάνια θα μπορούν να σε ανασύρουν ταλαίπωρη από κει μέσα. Θα ορκίζονται στ' όνομά σου. Θα σε ζητούν χωρίς να σε βρίσκουν. Κι όταν καταφέρω να σε ταυτίσουν οι άνθρωποι με το κατασκεύασμά μου, θα σε τυφλώσω. Έτσι που να μην μπορείς να βλέπεις την ψυχή των ανθρώπων μέσα από τα μάτια τους. Θα αγωνίζεσαι με την απατηλή την ακοή να συμπεράνεις από τις φωνές και τους ήχους. Ύστερα θα σε αφήσω ανάπηρη να σέρνεσαι στο περιθώριο, ελεύθερη. Ακίνδυνη”! “Είσαι το δεξί μου χέρι”, διευκρίνισε ο Δημόσιος κατήγορος στον Αστυνόμο. “Είμαι τα μάτια σου σ’ αυτή την πόλη”, τον βεβαίωσε ο Αστυνόμος.

Σήμερα είναι η μέρα της συνάντησης, ανατριχιάζει ο Γιώργης. Εκεί στη γωνία του δωματίου καθηλωμένος όταν πια φύγουν όλα τα βασανιστικά ινομυώματα της σκέψης του, όλα εκτός απ' τους λυγμούς που τους κρατάει μέσα του πνιγμένους, γίνεται αέρας και περνάει σε κείνο τον κόσμο τον ονειρικό που δεν είναι πια ο αδύναμος κι ανυπεράσπιστος Γιωργάκης. Ονειρεύεται επιτέλους Περνάει άυλος μέσα από τον τοίχο στον κόσμο τον δικό του, τον καταδικό του κόσμο. “Έλα”, του λέει μια φωνή που η βραχνάδα της δεν μπορεί να κρύψει το φίλο απ' τ' αυτιά του και το μαυρισμένο πρόσωπο τη φιλική όψη απ' τα μάτια του. “Έλα Γιωργή”, και του απλώνει την ψυχή του για να πιαστεί. “Ο Βασίλης”! του ψιθυρίζει η καρδιά του και μια ανατριχίλα που μαγνητίζει απλώνεται σ' όλο του το κορμί. “Σβήσε τη σκέψη σου. Θα περάσουμε από δρόμους που δεν πρέπει να θυμάσαι και θα κάνουμε πράγματα που θα πρέπει να ξεχάσεις”. Μπήκαν σ' ένα περίεργο και σκοτεινό δαιδαλώδη διάδρομο που φωτίζεται αμυδρά από μισοσβησμένες δάδες. Μια περίεργη βουή σαν λιγωμένο κουβεντολόι ή σαν λυγμοί έφτανε στ' αυτιά του. “Πού πάμε”; “Στην κόλαση”! “Να πάμε στον παράδεισο”! “Δεν υπάρχει! Ένα είναι όλα, Κόλαση”! “Είναι μακριά απ' τη Γη”; “Μέχρι να κλείσεις τα μάτια σου έφτασες”. Έκλεισε κι άνοιξε τα μάτια του. Μια γνώριμη πολιτεία σαν σκιά, χωρίς χρώματα, απλώνονταν μπροστά του. Γνώριμοι δρόμοι κι άνθρωποι γνωστοί. Ο αέρας ήταν μια υγρή ημιδιαφανή μάζα που ένωνε τα πάντα μεταξύ τους. Έμοιαζε σαν μια υποθαλάσσια

Σήμερα!

πολιτεία που οι άνθρωποι, σκιές, κινούνταν σαν αδέξιοι χορευτές ή σαν άχαρα ψάρια του βυθού στους δρόμους της. “Η πόλη μας”! “Όχι. Το είδωλό της στην κόλαση. Ίδιο κι απαράλλαχτο. Μόνο που εδώ, έχει ενεργοποιηθεί αυτό που είχαμε εξαναγκασμένο σε υποχρεωτικό ύπνο μέσα μας. Η συνείδηση”! “Η μάνα μου”! έδειξε μια απ' τις σκιές. “Η μάνα μου με τη Μαρία μας. Όπως ακριβώς στη Γη”, διαπίστωσε με πίκρα. “Όχι, εδώ ξέρει τι κάνει. Στη Γη δεν ήξερε. Η σκόνη του ναρκωτικού είχε ενταφιάσει τα αισθήματα και είχε νοθέψει το μυαλό της. Εδώ ξέρει. Η τιμωρία της είναι να είναι υποχρεωμένη να κάνει τις ίδιες πράξεις και να πονάει”. “Όνειρο είναι, όνειρο”, φωνάζει αλλοπαρμένη κάθε λίγο η Μαγδαληνή. “Όνειρο είναι! Θ’ ανοίξω τα μάτια κι όλα θα τακτοποιηθούν”. “Δεν είναι όνειρο”, εξηγεί ο Βασίλης. “Η Μαγδαληνή θα σέρνει αιώνια μαζί της τη σκιά της κόρης της. Οι εραστές που έρχονται θα βλέπουν στο πρόσωπό της τη δική τους την κόρη και θα πονάνε. Μέχρι την κάθαρση. Η συνείδηση είναι ο Εγκέλαδος της ψυχής που δεν εννοεί να ησυχάσει μιας και ξυπνήσει”. “Ο αστυνόμος”! “Δείξε του τι θα πει φόβος”! Μια χαρά ανείπωτη μυρμήγκιασε το κορμί του Γιώργη. Γλίστρησε σιγά-σιγά εκεί που κοιμόταν ο Αστυνόμος με μια σύριγγα γεμάτη ηρωίνη. Σαν κι αυτή που έκανε στη μανούλα του. Όπως του έμαθε η μανούλα για να την βοηθάει. Του τρυπάει τη φλέβα κι αδειάζει μέσα του το ύπουλο υγρό που σε κάνει να νιώθεις όμορφα όσο διαρκεί η επήρειά του κι ύστερα

σε μετατρέπει σε παιχνιδάκι στα χέρια του προμηθευτή, στα χέρια του κυρίου Τιμολέοντα, στα χέρια του κτηνάνθρωπου Μένιου, στα δίχτυα της ανυπαρξίας. “Αυτό για τη μανούλα μου”, του λέει. Ύστερα βάζει το Μένιο να τον κακοποιεί, όπως ακριβώς την αδερφούλα του. “Αυτό για τη Μαρία μας”, του ξαναλέει. Ο ίδιος κόβει βόλτες, όπως ακριβώς ο αστυνόμος, με μαύρα γυαλιά και με ύφος σπουδαίο, να τα καταλαβαίνει όλα και να μη βλέπει τίποτε. “Κάντε μήνυση, κάντε μήνυση”, λέει στις διαμαρτυρίες του. “Πάρτε χαρτόσημα στο περίπτερο κι ελάτε. Μην ξεχάσετε το χαρτόσημο του ταμείου των νομικών. Ο κύριος Εισαγγελέας δεν τις δέχεται τις μηνύσεις χωρίς αυτό”. “Τι συμβαίνει εδώ”; ρώτησε ο Δημόσιος κατήγορος, εντελώς τυφλός απ' τα χοντρά ματογυάλια του. “Τίποτε, τίποτε, ο κόσμος διασκεδάζει, κύριε εισαγγελέα”, απάντησε ο Γιώργης πίσω απ' τα μαύρα γυαλιά του αστυνόμου. “Οι Δημόσιοι κατήγοροι δείχνουν τυφλή εμπιστοσύνη σ' ανθρώπους με μαύρα γυαλιά. Εδώ όμως ξέρουν. Νιώθουν το ψέμα και η αφυπνισμένη δεσμώτρια τους τύπτει για την ανημποριά τους”, εξηγεί ο Βασίλης. “Πού είναι η Μαρία μας, δεν τη βλέπω πια”. “Νάτη! Πάει στον κύριο Τιμολέοντα. Πήρε και τη φίλη της μαζί. Την κόρη του Αστυνόμου. Έχει ένα μπουκαλάκι, δώρο δικό μου στον κύριο Τιμολέοντα και το Μένιο του. Βάλε τον αστυνόμο να κοιτάει”. “Όχι, όχι”, ούρλιασε ο αστυνόμος προσπαθώντας να πάρει τα μαύρα του γυαλιά, θρύψαλα, κάτω απ' τα

πόδια του Βασίλη. “Όχι στον κύριο Τιμολέοντα. Όχι η κορούλα μου. Όχι η Μαρία μου”. Και μπερδεύει άλλη μια φορά την κόρη του με την επιθυμία του. Και λιποθύμησε. Δεν άντεξε να βλέπει την ασέλγεια συμπυκνωμένη στο χέρι του Μένιου να σέρνεται σα φαρμακερό φίδι πάνω στο κρινένιο κορμάκι της κόρης του. Δεν του επέτρεψαν οι κανονισμοί του χώρου να γευτεί τη χαρά της εκδίκησης βλέποντας τα δύο τέρατα να σπαράζουν αδύναμα κι απελπισμένα εκλιπαρώντας βοήθεια, αφού κατέβασαν στα σωθικά τους, τα ποτισμένα με εύφλεκτη απανθρωπιά, το μπουκαλάκι με τη φωτιά της κόλασης που άδειασε η Μαρία στα ποτήρια τους. "Μυστηριώδεις θάνατοι ευυπολήπτων πολιτών ασχολουμένων με το γενικόν εμπόριον", γράφει στην αναφορά του ο υπαστυνόμος που, ευελπιστών για το μέλλον του, ανέλαβε προσωρινά τη διοίκηση λόγω λιποθυμίας του προϊσταμένου του. "Ο θάνατος επήλθε από άγνωστον δηλητήριον. Ελέγχεται η πιθανότης να πρόκειται για ομαδική αυτοκτονία "... Ένας πυροβολισμός διέκοψε τον ειρμό του. "Με το υπηρεσιακό του περίστροφο αυτοκτόνησε ο κύριος διοικητής δι άγνωστον αιτίαν", συνέχισε απτόητος ο ευσυνείδητος υπάλληλος ακούγοντας την εκπυρσοκρότηση πίσω του και με χαρά ανέλαβε τη διοίκηση, μόνιμα πια. “Τι συμβαίνει επιτέλους”, αναρωτιέται ο Δημόσιος κατήγορος μέσα απ' τα σκοτάδια του. “Αποδίδεται δικαιοσύνη”, τον ενημέρωσε βραχνά ο Βασίλης. “Κάποιοι πληρώνουν τα εγκλήματά τους”. “Δικαιοσύνη; Πώς είναι δυνατόν ν' αποδίδεται Δικαιοσύνη χωρίς τη συμμετοχή μου; Χωρίς την από του βήματος αγόρευσή μου; Χωρίς την άδειά μου; Χωρίς το χαρτόσημο του ταμείου των νομικών; Η Δικαιοσύνη θα πρέπει ν’ αποδίδεται σύμφωνα με τη

δικονομία και από τα προς τούτο ορισμένα πρόσωπα! Πού είναι ο Αστυνόμος, το όργανο το επιφορτισμένο με τη λειτουργία της όρασης του Νόμου; Να παρουσιαστεί πάραυτα”. “Διατάξτε”! και ο υπαστυνόμος παρουσιάστηκε με καμάρι εμπρός του. “Λαμβάνω την τιμήν να υποβάλλω την αναφοράν μου εις τριπλούν”. Εις τριπλούν; Επιτέλους άκουσε τη μαγική λέξη που εξασφαλίζει τη συμμετοχή του στις διαδικασίες. Παίρνει με ευλάβεια τα χαρτιά και τα φέρνει στη μύτη του. Έχουν την προσφιλή του μυρουδιά της κλεισούρας. Ησυχάζει. “Δεν θα ξεχάσατε βεβαίως το χαρτόσημο του ταμείου νομικών”. Όχι δεν το ξέχασε. “Αλλά δεν βάζουμε στις αναφορές”, τόλμησε ο άρτι προαχθείς να διευκρινίσει. “Από δω και μπρος θα βάζουμε. Πρέπει να γίνουν τέτοιες βαθιές τομές στην δικαιοσύνη”, χαμογελάει ευχαριστημένος. “Και να προσέχετε τους κακοποιούς. Δεν είναι εχθροί μας. Είναι κι αυτοί παιδιά της κοινωνίας μας. Αυτή τους γεννάει γιατί τους χρειάζεται. Χωρίς τους κακούς, το καλό δεν θα είχε καμία αξία. Δεν θα είχε καν όνομα. Θα ήταν ανύπαρκτο. Τα πάντα υπάρχουν όσο υπάρχει το αντίθετό τους. Αν καταστραφεί, χάνονται ανεπιστρεπτί. Για μας είναι ένα είδος συνεργατών. Πρέπει να τους αγαπάμε όπως όλους τους συνανθρώπους μας. Χωρίς αυτούς θα γκρεμιστεί το οικοδόμημα της Δικαιοσύνης που με τόσο κόπο και κόστος χτίσαμε. Χωρίς αυτούς, οι κοινωνίες θα ζουν καλύτερα αλλά ανιαρά, κι εσείς κι εγώ θα είμαστε δυστυχώς άχρηστοι”. Ο νεοφώτιστος, βάζει χαρτόσημο του ταμείου των νομικών σ’ όλα τα χαρτιά που έχει μπροστά του. Καλύτερα να μπει ένα χαρτόσημο παραπάνω σ’ ένα

χαρτί που δεν χρειάζεται, παρά ένα λιγότερο σ’ ένα χαρτί που το χρειάζεται. Αργότερα θα περάσει και από το γραφείο του κυρίου Τιμολέοντα, να δηλώσει την αγάπη του στον αντικαταστάτη του. Θα ζητήσει συγνώμη για την μέχρι τώρα διαγωγή του. Δεν ήξερε πως έπρεπε να τον αγαπάει. Ένα γύρο όλοι οι ευυπόληπτοι πολίτες στοιχηδόν κατά τάξη θεωρούν τα συμβαίνοντα και βλέπουν με ξάφνιασμα να 'ρχεται η σειρά τους. “Εμείς γιατί; Πηγαίνουμε στην εκκλησία κάθε Κυριακή. Δίνουμε στο φιλόπτωχο ταμείο απ' το περίσσευμα η το υστέρημά μας. Δεν βλαστημάμε τα Θεία. Σεβόμαστε το νόμο και τους εκπροσώπους του, την κοινωνία και τους θεσμούς της. Τα ήθη. Δεν ξέραμε για τον κύριο Τιμολέοντα. Νομίζαμε πως είναι ευυπόληπτος πολίτης. Δεν ξέραμε για την Μαρία και τον Γιώργη”. “Δεν τρύπησε την ψυχή σας το ουρλιαχτό της Μαρίας όταν τη βίαζε το τέρας”; “Το καθημερινό κλάμα του Γιώργη, δεν πλημμύρισε τις καρδιές σας”; “Τη Μαγδαληνή δεν την πήρατε ποτέ στο αμάξι σας, νομίζοντας τάχα πως έκανε ωτοστόπ”; “Το αμίλητο πέρασμα του Βασίλη στην άλλη ζωή δεν συντάραξε συθέμελα την πόλη σας”; “Εμείς κοιτάζαμε τη δουλειά μας”. “Είμαστε φιλήσυχοι πολίτες”. “Είμαστε πολυάσχολοι άνθρωποι”. “Εσείς κύριε εισαγγελέα το αντιληφθήκατε”; “Εγώ είμαι ο Νόμος! Δεν λειτουργώ με την αντίληψη και τη συνάφεια με τους ανθρώπους εγώ. Απαγορεύεται από τον κανονισμό ο συγχρωτισμός με ανθρώπους που μπορεί να ευτελίσει το αξίωμα και να φέρει προσκόμματα στην επιβολή της Δικαιοσύνης. Εγώ ανοίγω καθημερινά τις αναφορές. Τις ελέγχω για

την εγγυρότητά τους, τις κατατάσσω κατά θέμα, αρχειοθετώ ένα αντίγραφο, ξεκινάω τη διαδικασία, απαγγέλλω τις κατηγορίες, επιτελώ το έργο που μου ανέθεσε η κοινωνία”. “Κι εμείς με τα κοινωνικά μας έργα ασχολούμαστε. Άλλος είναι έμπορος, άλλος υπάλληλος, άλλος εργάτης. Ούτε κι εμείς έχουμε καιρό για κοινωνικές σχέσεις”. “Είστε ένοχοι”! αποφαίνεται ο Δημόσιος κατήγορος με χαρά αφού είναι ο πρώτος δικαστής στην Ιστορία που δικάζει μια πόλη ολόκληρη. “Ένοχοι”, φωνάζει και ο Αστυνόμος βλέποντας να πληθαίνουν οι “συνεργάτες” και ανοίγει το συρτάρι του για να πάρει χαρτόσημο του ταμείου των νομικών για τις αναφορές του. Πρέπει να παραγγείλει κι άλλα. Εκεί κι ο θεολόγος Γυμνασιάρχης που κοίταγε λάγνα την αδερφούλα του όταν την έβγαζε το πρωί να κάνει την προσευχή, προσπαθεί να κρυφτεί φέρνοντας την εικόνα του Ιησού στο πρόσωπό του. Μάταια. Ο Ιησούς δεν συνεργεί σε αποκρύψεις. Όχι σε τέτοιους χώρους τουλάχιστον. “Τιμωρείστε με δημόσιο διασυρμό”, επιβάλει την ποινή ο Δημόσιος κατήγορος. “Μας μισείτε κύριε Εισαγγελέα”; “Δεν είναι προσωπικό. Τη δουλειά μου κάνω. Αποδίδω δικαιοσύνη σύμφωνα με τους κανονισμούς”. Ο υπαστυνόμος τους βάζει στη σειρά για την εκτέλεση της ποινής. Τους κολλάει στο μέτωπο τ’ απαραίτητα χαρτόσημα. “Μην ξεχάσετε το ταμείο των νομικών”. “Το κόλλησα πρώτο – πρώτο”. “Ορίζεστε εκτελεστές της ποινής”, αναθέτει την τιμωρία των ενόχων, στον Βασίλη και το Γιώργη ο Εισαγγελέας, τους μόνους εκ του Δήμου που δεν είναι στη μεριά των ενόχων.

“Φτου σας”! ένα φαρμακερό φτου απ' τον Βασίλη. “Φτου σας”! ένα ξέσπασμα απ' τον Γιώργη. Αλλά ποιος είν' εκεί, κρυμμένος και μικρούτσικος πίσω απ' τον αστράγαλο εκείνης της γυναίκας; Ο πατέρας! Ο Γιώργης τον πλησιάζει με τελετουργικά μεγαλόπρεπο βηματισμό. Όπως ακριβώς ο Δίας όταν αποφάσισε να ευνουχίσει τον Κρόνο. Κολυμπάει μέσα στην αέρινη μάζα που τον περιβάλλει. Απλώνει το χέρι του. “Όχι άλλα παιδιά στην κοιλιά σου”, του φωνάζει. Κι ο παιδοφάγος γονέας-πατέρας του με τα γεννητικά του όργανα βίαια αποκομμένα και πεταμένα στην άγονη φλόγα της κόλασης σφαδάζει εκεί αβοήθητος κι εγκαταλειμμένος, αφού η κουμπάρα του δεν έχει πια λόγους να του προσφέρει τον αστράγαλό της για καταφύγιο. Λιποτακτούν οι κουμπάρες σε τέτοιες περιπτώσεις. “Ανάξιος”! φωνάζουν οι ευυπόληπτοι πολίτες επιδεικνύοντας την ευαισθησία τους και ελπίζοντας να την εξαργυρώσουν με καλύτερη μεταχείριση και βελτίωση της θέσης τους. “Εις το πυρ το εξώτερον”, καταδικάζει ο Δημόσιος Κατήγορος, αν και δεν τηρήθηκε η διαδικασία επακριβώς και μέρος της τιμωρίας επεβλήθη με αυτοδικία. Ο υπαστυνόμος τον παραδίδει, με ειδικό έντυπο, στους εργάτες της βάρδιας, που περνούσαν εκείνη τη στιγμή, είδαν χαβαλέ και σταμάτησαν. Να τον κατακρημνίσουν στο πυρ της ηλεκτρόλυσης του εργοστασίου. Δεν γνωρίζει άλλο πυρ εξώτερον στην περιοχή. Ευτυχώς που το εργοστάσιο για τη λειτουργία του, είχε ανάγκη από ένα παράρτημα κόλασης και το δημιούργησε. Εξυπηρετείται έτσι και η Δικαιοσύνη όποτε χρειαστεί.

“Τους εργάτες της βάρδιας δεν θα τους στείλεις στο πυρ το εξώτερον”, διαμαρτύρονται οι ευυπόληπτοι πολίτες, βλέποντας την άνιση μεταχείριση. “Μα εκεί ζουν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους”, τολμάει να πει ο υπαστυνόμος που έχει πλέον φορέσει τα μαύρα του γυαλιά. “Το πρόσωπό σας μου φαίνεται τώρα πολύ γνωστό”, παρατηρεί ο Εισαγγελέας. “Να μεριμνήσετε έτσι ώστε να διαλυθούν ησύχως τα πλήθη κύριε Αστυνόμε. Η Δικαιοσύνη ομίλησε και απέρχεται”. Οι ευυπόληπτοι πολίτες διαλύονται ήσυχα. Δεν αντιστέκονται στις αρχές του τόπου. Υπακούνε. Τελείωσε το πανηγύρι για σήμερα. Ευελπιστούν πως ο καλός Θεός θα τους στείλει και αύριο τη διασκέδαση της ανίας τους την επιούσια. Ο Εισαγγελέας επιβιβάζεται στο αυτοκίνητο που θα τον μεταφέρει στην πρωτεύουσα του νομού, “Αρκεί δια σήμερα”, παρατηρεί. Ο υπαστυνόμος διατάζει να σύρουν έξω από το γραφείο του το πτώμα του προκατόχου του, και στρογγυλοκάθεται στην πολυθρόνα του. Ο Βασίλης, οδηγεί τον Γιώργη έξω από την κόλαση. “Φύγε τώρα, σε φωνάζει η μάνα σου”, του λέει στοργικά πιάνοντάς τον απ' τον ώμο. “Σε χρειάζεται”. “Θα ξαναρθείς να με πάρεις”; παρακάλεσε. “Εγώ τέλειωσα πια εδώ. Να προσέχεις τη Μαρία μας. Κι ονειρέψου. Ονειρέψου συνέχεια. Ίσως υπάρξει χώρος σ' ένα απ' τα όνειρά σου και για μένα”. “Θα ζεις λοιπόν στα όνειρά μου; Στα όνειρά μας ζουν όσοι φεύγουν”; Δεν πήρε απάντηση. Ο Βασίλης εξαϋλώθηκε. Έγινε ένα με το Θείο που υπηρέτησε. "Μέθεξη" ,

πληροφορούνται τα μετουσιωμένα του μόρια και ησυχάζουν...

Ο Γιώργης άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε γύρω
του. Η μάνα του πεσμένη στον καναπέ ζητάει βοήθεια. Κρυώνει. Του δείχνει τη σύριγγα. Η μανούλα του υποφέρει. “Βοήθα με”. Της κάνει την ένεση όπως του έχει δείξει. Όπως ακριβώς, τόσον καιρό του έμαθε. Απόψε υποφέρει πολύ η μανούλα. Του ζήτησε δυο φορές. Δυο φορές και τρεις, φτάνει να μην υποφέρει η μανούλα. Έφερε την κουβέρτα και την σκέπασε μέχρι πάνω. Να μην κρυώνει η μανούλα πια... “Θα σ' ονειρεύομαι”, είπε κι άφησε τους λυγμούς του, άγρια θηρία, ελεύθερους να περιδιαβάσουν και να συνταράξουν την πόλη. Άκουσαν οι πολίτες, γιατί είναι φρέσκια η καταδίκη τους και διεγείρει την ευαισθησία τους κι έτρεξαν ευθύς να προσφέρουν τη συνδρομή τους. “Γιώργη, γιατί κλαις μωρό μου”; “Είσαι καλά αγόρι μου”; “Χρειάζεσαι κάτι παιδί μου”; Ύστερα διαλύονται ήσυχα, ευτυχισμένοι που μπόρεσαν να επιδείξουν το ενδιαφέρον τους για τη δυστυχία, ενώπιον του Θεού, μα πιο πολύ ενώπιον των ανθρώπων. Αύριο θα περιπέσουν και πάλι στη δίνη της αδιαφορίας και θ’ αφοσιωθούν αποκλειστικά στις δουλειές τους. Έχουν δικά τους προβλήματα να τους βασανίζουν, δικά τους παιδιά να νοιάζονται. Ας φροντίσει ο Θεός για τα έρημα και τα ορφανά. Μυριάδες απ’ αυτά έχει αναθρέψει έτσι με το τίποτε. Εμπλουτίζει τον αέρα που αναπνέουν με ειδικές ουσίες και μεγαλώνουν και γίνονται καλύτερα από τα νοικοκυρόπουλα. Η Μαρία επέστρεψε από την επίσκεψή της στον κύριο Τιμολέοντα. Δεν ξέρει αν αυτό που νοιώθει είναι ανακούφιση που την κάνει να πετάει στον

ουρανό ή βάρος που προσπαθεί να τη βυθίσει στα έγκατα της γης. Και είναι μεγάλα χρονοδιαστήματα που δεν νοιώθει απολύτως τίποτε. “Πέθαναν Γιωργή μου”, λέει και κάθεται στον καναπέ δίπλα του. “Όλοι πέθαναν Μαρία μου”. “Ο Βασίλης”; “Πέρασε στα όνειρα”. “Δε θα ξαναπάς βόλτα με τη Μαμά Μαρία μου”. “Όχι Γιωργή μου. Δε θα ξανακλάψεις ποτέ πια”. “Ούτε ο πατέρας θα μας δείρει ξανά”. “Σ’ αγαπάω Γιωργή μου”. “Σ’ αγαπάω Μαρία μου”. Η Μαρία πήρε την κούκλα της, την έβαλε ανάμεσά τους, όπως της άρεσε. Της τραγούδησε το τραγούδι που της τραγούδαγε η μητέρα της με την προφορά της γιαγιάς της:
-Πιριβουλάρ', πιριβουλάρ, ικίνου του μικρό μικρούτσικου ποιος του λύνει, ποιος του δένει ποιος του βάνει κι πλααίνει; -Η μάνα π' τό 'χει

Αποκοιμήθηκαν αγκαλιασμένοι και οι τρεις στον καναπέ. Αύριο που θα ξυπνήσουν θα είναι μια καινούργια μέρα. Απαλλαγμένη από τα προβλήματα. Τα προβλήματα του χθες τουλάχιστον...

οι εργάτες της βάρδιας δεν θα δουν τη Μαγδαληνή στη στάση να περιμένει τους εραστές. Δεν θα διασκεδάσουν αύριο. Ίσως μεριμνήσει ο Θεός να τους βρει άλλη δυστυχισμένη ύπαρξη για να χλευάσουν. Άλλη ασφαλιστική δικλείδα για να μην καταρρεύσει το σύμπαν. Ίσως να θύμωσε μαζί τους και τους τιμωρήσει προσωρινά. Εξ’ άλλου τιμωρημένους τους έχει καθημερινά. Συνήθισαν πλέον. Ο Γιώργης και η Μαρία κρεμασμένοι στο πρεβάζι του μπαλκονιού τους θα φτύνουν ανέκφραστοι τους περαστικούς, που θα περνούν ολομόναχοι, μ' ανοιχτές τις ομπρέλες τους...

Αύριο