Μ .

Ρ ί Φ Φ Ω

Made ici ne^Ri Maud
D ans lea M aquis nVietcongH
René JuÜiard, éditeur, 1965

0ep&lto,

Μ Α Ν ΤΑ ΕΝ

ΡΙΦΦΩ

ΜΕ Τ ΟΥ Σ Α Ν Τ Α Ρ Τ Ε Σ
ΤΟΥ ΒΙΕΤΝΑΜ

Μ ί Τ Α Φ ί Α Ι Μ

ΤΑΤίΑΝΑΣ ΓΚΡΙΤΣΗ — MiAAlES

Ε Κ Δ ΟΣ m

Σ

Tld

y a y o ?y ^ c

τ ώ ρ àoA oyoytuy

Α ^ π ο ψ ^ ίά

Paul Eluard

<4έν ^ jrd p ^ e * π σ $ α

dAty&vo^

π ^ ο ν τ ο ^ * .. o f ά ^ ά ρ ώ π ίν ί$ σ ^ ^ σ ε ίς

Saint Exupéry

I

Δοό μήνες όλόκληρους ζήσαμε σ' §ναν παράξενο πλα νή ­
τη . Ό Β ίλφρε^τ Μ πάρτσετ χ" έγώ είμαστε οί μόνοι δημο­
σιογράφοι πού ΐσαμε τώ ρα πή ρα ν τήν &Ssta νά φτάσουν ώς
έοώ xad νά μοιραστούν τή ζω ή τώ ν κατοίκων.
Οί συνάδελφοί μκς συνήθως πετοϋν άπό πάνω του μέ
έλίκόπτερκ. ^Ετσί δέν 6λέπουν π α ρά τή ν πράσινη χ η λ ίδ α τή ς
ζούγκλας, τίς χρνσκφίές φυτείες τοΟ ρυζίοΟ πρίν άπ" τό θερι­
σμό, τόν κοίπνό χ α ί τή φλόγα άπό τίς 6όμ6ες τοΰ ναπάλμ καί
τοΟ φώσφορου.
Ά π ό τά τέλη τοΟ Νοέ}ί6ρη τοϋ 19 6 4 ΐσκ,με τό τέλο;
τοΰ Γενάρη τοΰ 1 9 6 5 , πίσω άπό τό παραπέτασμα π ίά , Ανά­
μεσα σέ κείνους πού τούς ένομάζουν «6ίετκ ό γχ9, δίκσ χίζκμ ε
πεζοί ή μέ ποδήλατο μ ιά χώ ρ α δπου τό μπαμπού νικά τό
άτσάλί τώ ν συγχρόνων δπλω ν, οί γυμνασμένες [.ίέλ<.σσες τρέ­
πουν σέ φυγή ^τούς Ά μ ερίκ χνούς συμοούλουςχ^, τά χ ίλ ίύ 6ο]^
6αρ5ίσμένα χ ω ρ ιά ζοΟν ^καλύτερα άπό πρίν^ κάτω άπό τή
γ ή κί- δπου ή πονηριά ένά; χ ω ρ ίά τη πού μόλίς ξ^ρ*ί νά Üta6ά ζεί άχρηστεύεί κάθε ρομπότ καταστροφής, πού πρωτοδοκ ί^ ζ ο υ ν ένα'/τίον του.

9

Ή περιπέτεια αύτή ξεχίνησε άπό μίά φιλία, τή φίλία
δύο πολε]Μχών Ανταποχρίτ^ν, πού έδώ χα ί sÎxast xpôvta
είχαν τυχαία συναντηθεί αμέτρητες φορές, μ' ενα έγχάρδίο
χτύπη]Μλ στόν ^)μο, παντού δπον ένας λαός μάχονταν γ ίά τήν
έλευθερίκ του.

Ό Αάστρκλός Μπάρτσετ ήταν χίόλα δημοσιογράφος
στήν Άσία πριν Από τόν τελ&υτοίίο Πχγχόσμίο πόλεμο. *0*
ταν έγώ Sxava τΑ πρΑτα μου 6ή^*ατα στή 5ημοσκ>γραφία
— μόλις εΐχα μεταπηδήσεί άπό τό γαλλίχό Αντάρτίχο σ' αύτήν— χαί δούλευα στήν έφημερίδα όπου 6 λϊπΑρτσετ ήταν
Ανταποκριτής της στήν Κορέα, δίΑ6αζα τίς Ανταποχρίσε:ς του
πού φτ&ναν άπό τό μέτωπο χ ' ίχανα %vetpa. Όνεψευόμ^ν
πώς (σως χΑποία μέρα θά ήμουν χ* έγώ μίά Απ' αύτούς τούς
δημοσιογράφους πού γίνονται Απόστολοί τής Αδελφοσύνης χαί
ή μαρτυρία τους γίΑ τούς Ανθρώπους είναί π ά ν ^ Αξίόπίστη.

"Οτχν ξεχίνήσαμε Από τήν Βόρώπη — στήν Αρχή τοΟ
φθινοπώρου — γνωρίζαμε πώς πρίν μΑς ποΟνε ^περΑστ)Ε^
ot ύπεύθυνοί τοΰ Έθν:χοΟ ΆπελευθερωτίχοΟ Μίτώποο τοΟ
Νότωο Β^ετνΑμ είχαν ζυγίΑσεί χαί ξαναζυγίΑσεί 5 ,n γνώ ρι­
ζαν Απ' τή ζωή μας. "Ετσι, μ&ς φΑνηχε π ώ ; δλη αύτή ή
προηγούμενη ζωή μας δέν ήτ^ν πχρά ενχς πρόλογος σέ τού­
τη δΰί τήν χαίνούργια έ]ίπείρία. Δηλαδή νΑ ζήσείς Ανάμεσα
σ^ ëvav ξεσηχωμένο λαό, μέσα σέ μίά ζούγχλκ δπου γ ίά τούς
Ανθρώπους τής Εύρώπης ή έπί6ίωση givat έξαίρετίχΑ δύσχολη Αχόμη Χί δταν δέν ύπάρχεί πόλεμος.

Αΰ,τό πού δέν γνωρίζαμε είναί πώς ΘΑ ζούσαμε τήν
πίό μεγάλη περιπέτεια τάν 20 δημοσίογραφίχ&ν μας χρόνων,
ή μάλλον, δπως έγραψε ό Μπάρτσετ σάν γυρίσα^: *τό πίό
μεγάλο γεγονός έλόχληρης της ζωής μας*.

10

Η

Καί μίά νύχια ^χατ^δυ&ηχαμε^ : Προορισμός - πόλε­
μος.
Χάρη στήν προηγούμενη 4μπ:(ρία τοϋ ΜπάρτΦίτ, πού
τοΰ ήταν πρόσφατη Από τά Ύψίκε&α χαί τίς άπ:λ&υΟιρωμ^νες χερίοχές τοϋ Νότιου Βιετνάμ, &που 6ρίσχόταν μερίχούς μήνις xptv, πήραμε μαζΐ μκς μόνο τ' Απαραίτητα.
Τό ύλίχό μας: Κάμερα, μαγνητόφωνο, σημίίωματάρίο, φωτογραφίχέ; μηχανές χαί λίγα φάρμαχα. Ε^οίχά χρήοίμοί μ&ς
στάθηχαν χάτί έπίΒεομοί ίπίχολλψίχοί, γιατί σ' αύτό τό
χλίμα ή έλ&χίοτη γρατζοονίά ή τσίμπημα έντόμοο χαχοφορ{^ίζεί άμέσως.
Στήν άρχή φο6ή6ηχα. Γίά τήν άχρί6είκ, φο6ή8ηχα μή^ως φο$ηθω μπροστά σ' αύτές τίς γυναίκες χαί τούς Αντρες
πού :!vat άναγχασμένοί νά πολεμούν συνέχεία ίνα τέταρτο
τοΰ αΐώνα.
*Η «χατάΒοση*, ή πρώτη έπαφή ]ίας μέ τό 3άσος, γίνη*
χ ί μ:ά νύχτα Βίχως φε*^γάρί. 'Έπρεπε νά κεράσονμε άνά]^εσκ σέ έχθρίχες θέσεις, 6ίχως }αλίά, !ίχο)ς ταίγάρα, 8ίχως
ν' άνάψοομε φαχό. Hopguôjmsn σάν τυφλοί, μέσα σέ μίά

11

λάσπη γλιστερή μ* 5λο τόν έ-ςοπλίσμό μας στήν πλάτη Ανά;Μσα σέ 6οΟρλα χαί μυτερά χκλάμίκ πού τά μεγάλα άγχάθί& τονς πήγαιναν νά μάς 6γάλουν τά }L&-na.
Προχωρούσαμε μέ τό νερά Ισαμε τήν χοίλίά γκχτί ή
ζούγχλα είχε πλημμυρίσει άπό τούς πρόσφατους τυφώνες.
Κί Αξαφνα χέρια φίλίχά μάς όδήγησαν, μ&ς στήριξαν Χί
Αλάφρωσαν τούς ώμους μας άπό τό 6άρος τών μηχανών μας.
Μόλις πού Αχούστηχε $να πάφλασμα έλαφρό πάνω σιή λά­
σπη, έμίΐς 5μως νοιώσαμε πώς μάς τριγύρισαν θ ύ μ α τ α άέptva γιά νά μάς προστατέψουν. Αύτά ήξεραν πάτε έπρεπε
νά στκθοΟμε χαί πότε νά ξαναρχίσουμε Αχίνδυνα τήν 7:ορ:ία.
Κάποιο θρόισμα στά χλαδίά, χάποίο μουρμούρ:σμα: εί­
ναι ή άνίχνζυτίχή όμάδα ποΰρχετα: νά δόσε: Αναφορά. Τά
xavâvta πού άχούγοντχ: στό 6άθος μάς λέν πώς 6ρίσχόμαστε
χοντά σ' αύτό πού λέγεται *θέατρο έπίχε: ρήσεων*.
Αίέρες χαί μέρες θά περπατήσουμε στά *παρ<χσχήνίά
τον*. Γύρω μας ή ζούγχλα σφύζει Από μίά δίχή της ζωή,
τελείως δίαφορεηχή Από τή ζωή τών Ανθρώπων. Ή μυρω­
διά της, μίά μυρωδιά σήψης χαί λουλουδίών, ή ύγρή ζεστα­
σιά της, ή χαμηλή της Από τόσο παχ:ές φυλλωσιές στέγη
πού δέν σέ Αφήνει νά δεΐς οΰτ: ί/κ Αστέρι, μέ πνίγε:. Λέν
ξέρω Αχόμη πώς σέ λίγο τούτη ή σχέπη θά γίνε: χαί γιά
μένα αύτό πού είναι χαί γ:ά δλους τούς άλλους — μίά Ασπίδα
έναντίον τον θανάτου πού μάς χυνηγά Από τόν ουρανό.

"Ενα χέρι στεγνό χαί ζεστό, τό χατάλα6α Αμέσως, Εχει
Αναλά6ε: νά μέ φροντίζει. Μέ οοήθησε νά 6γάλω τά εάρωπαΓχά μοχασίν:α μου ποόχαν γίνει 6αρί8ίχ Από τή λΑσπη
χαί ]*ο0 φόρεσε λαστίχέν:α πέδιλα — μεγάλα 6έ6αία γιά τό
πόδι μου, άλλά ώστόσο χίλιες φορές πιό πραχτίχά. Τό μίχρά
χέρι πρέπει νά γνωρίζε: στήν έντέλεία — μ* δλο τό σχοτάδί
τ*?}ς νύχτας — χάθε παγίδα τοΰ δάσους. Μάντεψε, Αχρί6ώς

12

στήν χατάλληλη στιγμή, τή στενή δίοδο Απ' Επου άπρεπε νά
περάσουμε διπλωμένο; στά δυό γίά ν' Αποφύγουμε τόν πυχνό
θυμωμένο θάμνο πού δρθωνε άρπαχτ;χά τ* Αγχάθ;α του TMti
μοϋ φόρεσε 6;αστ;χά μ;ά χάσχα άπό λατάν;α. Καθώς χρε;άζετα; νά περπατήσουμε 6 ένας πίσω άπό τόν άλλο, τά μίχρό
χέρ; π:άνε; τό StxA μου χαί μοΰ δίνε; νά χ;κταλά6ω πώς πρέπε; νά π;αστώ άπ* τό στρατ;ω*πχΑ σαχίδ;ο πού 6ρίσχετα;
μπροστά μου. Σαχί8;ο παρτ;ζάνας δίχως Αμφ;6ολία. Σίγουρα
είνα; γυναίχα ή νέα χοπελ;ά αότή πού ^ Αδηγε; ίτσ; άπό
τό χέρ;, Αμίλητη γ;ά νά μή μ&ς Αχούσε; ό έχθρΑς.
Ή Ανάσα της γίνηχε π;Α γλήγορη τή στ;γμή πού Αν­
ταμώσαμε μέ τούς παρτιζάνου;. Δίχως άλλο είχε συγχ;νηθεΐ χ ' έχείνη δσο χ^ ίγώ .
Κ^ 5πε;τα άρχ;σε λίγο - λίγο νά ξημερώνε;. ΜΑλ:ς 5γήχαμε άπό τήν έπ;χίνδυνη ζώνη σταθήχαμε. Καθ;σμένες πά­
νω σ' Sva χορμΑ δέντρου χαπνίσαμ€ τό πρώτο μας τσιγάρο μέ
ύγρό χαπνΑ χ ' ήπ;αμε τήν πρώτη γουλιά 6ρασμένο νερό πού
μύριζε χαμένο ξύλο. Καί χο;ταχτήχαμε.
Στήν άντάρτ;χη Αμάδα δέν ήταν χανένα χορίτσ;. *Η μ;χρή Αδελφή, πού δλη τή νύχτα μέ Αδηγα&σε τρυφερά Απ' τό
χέρ;, είχε χαθεί. Στή θέση της, ξνα νέο άγόρ; μέ τό ντουφέχ; στόν ώμο χαί τή γραφομηχανή μου στΑ χέρ; του, μέ
χοίταζε ξαφν;ασμένο.
*Έτσ; αυστηροί είνοα οί χανΑνες Ασφαλείας τοΟ Ά πελευθερωτ;χοΟ ΣτρατοΟ. Μονάχα A όπεύθυνος της χα;νούργ;ας μονάδας πού ^φτασε τώρα γ;ά νά μάς παραλά6ε; ήξερε
πο;οί είμαστε. Οί πρώτο; μας σύντροφο; τό μΑνο πού ήξε­
ραν ήταν πώς είχαν έντολή νά Αδηγήσουν άπΑ ίνα σημείο
σ' ένα Αλλο δυΑ ξένους. Δέν τούς είχαν πεί ο&τε τά όνάματα,
Αλλά οδτε χ; δτ; A 5'/ας ΑπΑ τούς δυΑ είνα; γυναίχα. "Ετσ;,
A ΑδηγΑς μου τής πρώτης έχείνης νύχτας νΑμ;ζε πώς σ" !λη
τήν πορεία χρατοΰσε ΑπΑ τΑ χέρ; ίνα Αγόρ:.

13

Κ κί τότε, άνάμ^σκ στή 5ίχή του xat τ^ν δί.χή μου ëxπληξη, &χοοσα γίά πρώτη φορά άπό τόν χα φ ό πού φτά^κμε
στά μαχί τό γν^οίο χ,χί τρανταχτό γέλιο αότών τών Ανθρώ­
πων. Κ ' έχΕϊνο τό γάργαρο μεταδοτικό γέλιο δέ Ο&πκυί νά
άντηχεί μέσα
αύτιά μας &που xt &ν ορ^χόμαστε, $σον
xatpô μείναμί έχ&Ι.

14

Ill

Ξέραμε πώς θά ταξιδεύαμε «σέ θέση χορώνχ - γράμμα­
τα)) χαθώς λένε οΐ συνάδελφο:, χάνοντας μαΰρο χ:οΰμορ. Κ:
άκρι6ως γκχτί οί έντάρτες τοΰ Νότ:ου Βιετνάμ νικούσαν. Τέλε:ωνε τό 1964. Καί μ^τά τήν άποτυχία τοΰ σχεδίου Στάνλεΰ Ταίηλορ πού προέ6λεπε τήν^είρήνευση^ τοΰ Νότ:ου Βιετ­
νάμ σέ 18 μήνες, τό σχέδιο Μαχναμάρα, πού άποφασίστηχε
στό τέλος τοΰ 1963, δέν άπέ6λεπε π:ά παρά στην ειρήνευση
5έχα έπαρχ:ών, χωρίς νά χαθορίζε: ήμερομηνία, ΰστερα έπτά^
ύστερά τεσσάρων καί τέλος δυό μονάχα Επαρχιών, αυτών πού
εΐνα: γύρω άπό τή Σαϊγχόν. Άλλά σ' αύτές τίς περιοχές,
πού φυσικά έπ:μένουμε νά έ.π:σχεφθοΰμε, &άγώνας ήταν άχόμη πίό οχληρός.
Οί λαϊκές 5υνάμε:ς είχαν χαταγέρε: νά άποσπάσουν
άπό τίς «διαδοχικές* κυβερνήσεις τής Σαΐγχόν χαί τούς Α ­
μερικανούς τά $ύο τρίτα τοΰ Νότ:ου Βιετνάμ. Διασχίζαμε
μέρα μεσημέρι άπέ ράντες περιοχές &που είνα: άδύνατο νά
είσδύσει & έχθρός εΐτε άπό δρόμους ε?τε άπό ποτάμια χ: &ς
διέθετε ωστόσο τά π:ό σύγχρονα πολεμικά μέσα. Υποχρεω­
μένο: νά περιορ:στοΰν στήν &μυνα έπί τοΰ Εδάφους, οί Ά-

15

μεριχανοί &ξίωματίχοί δέν χρύοανε πώς τό μοναδιχό άτού
τους ήταν τά 6ομ6αρδκ?τ4χά τους άεροπλάνα. ΊΕττκ, χάναν
δ,τι μποροΟσαν γιά νά. συντρίβουν τούς πληθυσμούς τών ^ ε ­
λευθερωμένων 7^ερ:οχών, νά Εμποδίσουν τις μεταχινήσειςτών
στρατευμάτων χαί σφυροχοπούσ^ν συστηματικά^ άπό τόν ο3ρανό, χάθε σημείο 5που φαινόταν νά ύπάρχει ζωή.
Κάτω άπ^ αύτές τίς συνθήκες είναι φανερό πώς τά τα­
ξίδια τών πολεμίχών άνταποχριτών, πού είναι άποφασισμένο:
νά δοΟν μέ τά ιδία τους τά μάτια &σο γίνεται περισσότερα
χαραχτηριστιχά τής νοτιο6ιετναμ^ζιχης πραγματικότητας^ δέν
ήταν εδχολη όπόθεση.
Καί πραγματιχά οΐ περιπέτειες πού χεράσχμε ξεπερ'/οΰν
σέ φαντασία χαί τήν πίό τολμηρή Επιφυλλίδα μυθιστορή­
ματος.

Ά πό τόν πρώτο χίόλας 6ομ^χρδίσμό πήραμε τ ^ άπόφαοη νά μην άποχωριοτοϋμε ποτέ τό όλιχό μας. "E u t, τά φίλμ
πού είχονογραφοϋν αύτό τό 6ι6λίο χατε6ήχανε τόσο συχνά
χαί μεις στά χαταφύγια, μέρα χαί νύχτα.
Καθώς τά δπλα μας τά χρατουσαν ot σύντροφοι, έμεΐς
ίΓχαμ: μέσα στά σαχίδκχ, χρίμχσμ^νκ στούς ώμους, μπλόχ
χαί μηχανές. "Ωστόσο στό διάστη^ τοΰ τκξιδίοϋ, πολλοί
άπό τούς θησαυρκ^ς μας θά χάνονταν από τήν &χρηςη χάποίας 6όμ6ας. Ζώντας τόν περισσότερο χαιρό κάτω άπό τή
οχέπη τής ζούγχλας είχαμε νά Αντιμετωπίσουμε τήν όγρασία
πού χατάστρεφε τά φίλμ σάν όξύ. (Ευτυχώς οί χωριχοί άναχάλυψαν ëva χόλπο πού ;tâç %?ωσε άπ* αύτό τό χαχό. ""Αν
Οές νά προφυλάξεις χάτι φτάνει νά τό τυλίξεις μέσα σ' 2να
οαχί μέ καβουρδισμένο ρύζι) .
"Αλλοι έχθροί τοΰ ύλιχοΰ μας ήταν οί έπι&ρομές τών
χΐτρινων μυρμηγχιών χαί χόχχίνων χαί μαύρων, τών τερ­
μιτών πού πειοματιχά διαλέγανε τά μαγνητόφωνα χαί τίς

16

φωτογρχ^ίχές μηχανές γ :ά νά κάνουν τίς φωλιές τους. "Αλ­
λά στό κάτω - κάτω, μεσα στό δάσος έμίΐς είμαστε οί ξέ'/οί,
%χί έκεινα.
Μόλις φτάσαμε στίς ζώνες πού ήταν σέ άμεση έςάρτηση άπ** τό Μέτωπο φορέσαμε την κλασίχή ντόπ:α φορεσιά
τών χωρικών : 1ίανταλόνι καί μπλούζα άπό μ<αϋρο 6αμ6αχίρό
ύφασ;^α καί γύρω στό λαιμό ενα άσπρόμαυρο χαρώ μαντήλι.
Ή μεταμφίεσή μ^ς σέ Νοτίοέίετνα^^ζους δέν {ιός προστά­
τευε 6éo3tnx άπό τούς κινδύνου: τοΰ πολέμ α , αντίθετα μάλι­
στα, στό διάστημα τής διαμονής ^α ς έκ!ί ;Μίς δόθηκε χίλιες
φορές ή ευκαιρία νά δίακιστώσουμε: κώς 6 σύ{^Μίχος πληθυ­
σμός, καί τά κχίδίά άκόμη, χρϊρΐμευαν γ ιά στόχος τών άερσπορικών έπίδρομών καί τών μυδρ<χλλιο5όλων. Οστόσο, αύτό μας τό ντύσιμο μ^ς χρησίμευι νά πε ράσου με όσο γινόταν
πιό Απαρατήρητοι άπό τούς σπιούνους καί νά - γλυτώσαυμε
τούς κατοίκους, 7ΐθύ μάς προστάτευαν καί μάς 6οη0ουσαν στή
οουλκά ^ ς , άπό πρόσθετα nxprÎptx.
Τό άμερίκανίκό επιτελείο δέν 3ιατάζεί μπροστά σέ τ ί­
ποτα όταν οί πράκτορές του Επισημαίνουν την παρουσία λευ­
κών δημοσιογράφον ανάμεσα στούς πατριώτες. Ό Μπάρταετ τ 0χ& πληρώσω καί τό γνώριζε άπό τό πρώτο ταξίδι του.
Αύτή τή φορά γρήγορα εγινε φανερό ότι στή Σαϊγκόν,
χάρη στήν έντονη δραστηριότητα των αναγνωριστικών τους,
είχαν πληροφορηθεΐ όρισμένες μίτακίνήσεις ;^ας κ" ήταν άποφκσίσμένοί νά κάνουν κάτι γ ιά νά συντομεύουν τήν περιπέτειά μας. 'Οφείλω νά όμολογησω 6τί 6 σύντροφός μου ή^κν
έξαιρετ:κά άβολος. Αυτός ό χρ^^'/τ^χλάς Αύστραλό; ξζχώρι^
ζε άνάμεσα σ* 5λους τούς ΰ^τναμέζους μέ τίς φαρδειές του
πλάτες καί τό ψαρό κεφάλι του. Έ γ ώ , χάρη στό μ^κρό μου
Ανάστημα καί τίς (ίαΰρες κοτσίδες -μου, μπορούσα νά τρυπώ­
σω παντού χωρίς τόν κίνδυνο νά μέ Ανακαλύψου ν. Τόν Μπάρτσετ, 5μως. άδύνατο νά τόν κα;κουφλάρεις.

17

Ευτυχώς, δπως χαί οί Αντάρτες, είχαμε wuXâxtarov
τρεΐς συμμάχους πού μ&ς 6οήθησαν τελίχά νά γλυτώσου]ίε
(έμείς πού $έν διαθέταμε τίποτε άλλο, έχτός άπό τά πόδία
μας χαί χάπου - χάπου ^να- ποδήλατο) άπό τίς ί*πτάμενες μη­
χανές χαί τά άμφί6ία.
Οί σύμμαχοί μας αύτοί ήταν: Ή νύχτα — Απόλυτο σκο­
τάδι 12 ώρες στίς 24 — , ή ζούγκλα, πού καλύπτεί <ττήν πρα­
γματικότητα τά 2 ) 3 τοϋ Νότ:ου Βιετνάμ, χαί κυρίως ό ίδ:ος
ό νο^ίθ6ίετνα<μίχός λαός. ^0 ραδιοφωνικός σταθμός τοΟ Ε θ ν ι­
κού *Απελευθερωτ:χοΟ Μετώπου, πού χάνει πολλές καθημερι­
νές έχπομπές μέσκ άπό τή ζούγχλα, είχε μεταδόσεί έπίσήμως τήν είδηση γ ίά τήν άφιξή μας χα ί μάς είχε έμπκττευθεί
στά χέρια του.
Τόλμημα σκόπιμο, πού αύτό καί μόνο δείχνει πόσο κύ­
ρος δίαθέτεί σ' δλόχληρο τό Νότιο Βιετνάμ ή όργάνωση χαί
πόσο τής είναί άφοσίωμένοί δλοί οΐ πατριώτες.

18

IV

Ό τ α ν σκέφτομαι τό θάνατο ένός δημοσίογρ&φου, Αμέ­
σως έρχεται στό νοϋ μου 6 πίναχας τοΰ πρεσ6ύτ3ρου Μπρέγχελ:
πτώση τοΰ "Ιχχρου*. 'Απεικονίζει ?να τοπίο δειλι­
νό. Ό ήλιος 6ουτάεί στή θάλασσα. Στό πρώτο πλάνο &νας
άντρας ντυμένος {ίέ xôxxtvo τής φωτιάς όργώνεί τό χωράφι,
του. *0 καλλιτέχνης δέν ξέχασε οδτε μίά λεπτομέρεια: Τό
Αλογο, τά χάμονρά τον, τίς αάλαχίές άραίά - άραίά γραμ­
μένες, τή γ ή τεμαχίσ^ίένη άπό τό άλέτρί σάν ^/ύρτα. Υ πάρ­
χουν έπίσης μέσα στό τοπίο Ενας τσοπάνος μέ τά πρό6χτά του,
Ενας ψαράς χ ' ένα χα?χί χ* έγώ δέν ξέρω τί άλλο άχόμα. Κ αί
δ "Ικαρος; *0 "Ικαρος είναι μόνο στήν έσωτερίχή γω νιά, δε­
ξιά στόν κίναχα, ένα πόδι ΰοντηγ^^ένο μέσα στά χύματχ πού
5χουν τκόλας καταπιεί τό ύπόλοιπο σώμα του.
Ά π ό τ ' άλλα πρόοωπα τοΰ πίναχα οΰτε ξνα δέν αφήνει
τή δουλίά τον γ ίά νά γυρίσει τό χίφάλί τον πρός έχεΐνον πού
πεθαίνει. H ζωή συνεχίζει τό δρόμο τη ς. Kt 5μως, 0 'Ίκαρος
πέταξε σχεδόν ίσα^ιε τόν ήλιο.
"Οταν ένας ειδικός άπεσταλμένος σκοτώνεται, μ* αάτόν
τόν τρόπο πέφτει. 'Απαρατήρητος 6ρίσχ?ται σέ χάποια μικρή

!9

γωνιά Κ/9 ϋίν^χα πού παρουσιάζει Ισ το ρ είς σχηνές. A ixata
f) M m a, ίτσ; 4ίναί.
"Ay {ίηγοΟμαί μερίχες δημοσιογραφικές μας περιπέτειες
ΐό χάνίο ;ώνο χαί μόνο γιατί νομίζω πώ ς φωτίζουν τήν νοT to6nr^)nx^ πραγματίχότητα τοΟ 1065.

Τρ^ΐς - τέσσερις φορές, ατό δίάστημκ αύτοϋ τοϋ ρεπορ­
τάζ, σ" ένα μέτωπο δίχως μετόπισθεν, Χπου τό χάθε σπίτι εί­
ναι χ ' 2να όχνρό^ τό χάθε Ανθρώπινο ον χ* ενας μαχητής,
Αναγχαστιχά, λίγο έλείόε ναχονμε ίνα θάνατο τ ε λ ε ί ς προσωπίχό. Τ ί πολυτέλεια!
ΈνΦ διασχίζαμε έχατον'ά$ες χιλιόμετρα μέσα σ' αΰτούς τούς δυό μήνες (20 χίλ. μέ τά πό&α, ή 70 μέ κοδήλατο, τή μέρα) μίΑ φορά, πάνω o ' ίναν ονρανό έπίχίνδννα γ α ­
λάζιο (^ταν ή έποχή της ξηρΰΜτίας), τ ' Αεροπλάνα γ υ ρ ίζω
ώρες πάνω άπό τή^ν όμάδα μας: χαμίά δεχαρίά μαχητές χ
ϊναν χίνηματογρ αφ: στή τοϋ λαΐχοΟ στρατού πού μεταχ^νοΟνταν μέ ποδήλατα.
"Οταν νύχτωσε στήσαμε τόν χαταολίσμό μας σέ μίά προ­
εξοχή τής ζούγχλας. θ ά πε^οΟσα μερίχές ώρίς χάτω Απ'
αύτά τά δέντρα, δσο χρειαζότανε νά 6ρΑοονμε τό ρύζ^ νά τό
φΛμε χαί νά χοίμη&οϋμε μίά στάλα. Ή μεταχίνηση είνα: ό
μόν:μος νόμος τοΟ άντΑρτίχον. Ώσΐόσο, ό Αρχηγός τής μίχρής
μ^ας μονΑ&χς έοαλε χαί σχάζανε χάτω άπό χάθε χούνία (xpeμαστό χρε6άτί) τό χαταφνγίο πού δρ^ζε ό χανσνίσ{ίός. *^Οοο
πιό πολύς ίδρωτας, τόσο πιό λίγο αίμα*, ήταν τό σύνθημα
τον στρατιώτη, άπό τόν πρώτο χώ λας πόλεμο τής Ίνδοχίνας.
θ ά διαπίστωνα μ ' έχείνη την εόχαίρία τήν Απέραντη σοφία
αύτοΰ τοδ συνθήματος.
Στίς 4 τό πρωί, δταν δλοί είχαμε 6νθίστεΐ στόν ΰπ'/ο, τρία
*13 26* χύμηςαν στή γωνιά τοΰ δάσους δπον 6ρ:σχόμα^στ&, δί­
χω ς τόν γύρο πού συνήθως χάνουν τά 6ομ6κρ5ί<7πχά γ ιά ν'

20

Αναζητήσουν τόν στόχο τους, Xt &ρχίσχν νά ρίχνουν 6ροχή
τίς 6όμ6ες. Μέ Αχρί6εία, άφοΟ έ πίό κοντινά; χρατήρας 0&ταν 200 μέτρα άπό μάς.,,
Ά π ό τίς χούν:ες χατραχνλήσαμε στά χαταφύγία, πρίν
νάχονμί χαλά χαλά ξί/χνήσίί. Ό Μπάρτσ&τ, ό μόνος πού 5έν
χοίμόταν, c i/e 6&Xet τά μαγ^ητό:ρ<^νο γίά νά ήχν^ραφήσ$ί
τό πρωινό χελάηδημα. Μόλ:ς &χονσε τόν 6ομ6ζρ5ίσμά ^τρεξε
χ ί αύτός στό καταφ-ύγίο ένώ τό μαγ*/ητόφωνο έξ ακολούθου os
νά γ υ ρ ίζει
"Ktot, ^ίχω ς καμ^ά 5ίχή μας άχώλεία, έχείνη τή νύ­
χτα καταγράφαμε έχ τοϋ tpvstxoO έναν καταπληκτικά ΰόρν6ο 6ομ,9Λρ5ί3μο3, πού πήγε γάντι στό φιλμ πού έτοίμκζε ό
Μπάρτσετ γ :ά τό πρόγραμμα τής τηλεόρασης στήν μετά­
δοση *Πρ(στοσέλί$α^.
"Ετσ^ χάρη στήν αυθόρμητη συνδρομή τής άμερ(χαν(χής άερ&χορίας^ είχαμε 2να πρώτης τ ά ξ ε ις ντοκουμέντο.

Ό μοναδικά; οτόχος έκείνου τού 6ομ$αρ3ίσμο0 είμαστε
χαθαρά έμείς. Kt δμως είχε τό θύμα του. Μέσα σέ χείνη τήν
έρημη γων:ά του δάσονς είχανε ξαναφ^ίάξεί τελευταία μερίχά χαλύδία οί x à w x o t ένός χαταστρεμένον χωριοΟ τής
πεδιάδας. Α όΐή τήν Αξημέρωτη άχόμα ώρα πάνε νά %οσχήσοον τά 6οο€άλία τους σέ οοσκο τοπία πολύ άχομαχρνσμένα
άπό τού; καινούργιους ο ίχ ί^ ο ύ ς.
Σέ 300 μέτρα Απόσταση άπό μάς, κάτω ά π ' τά Βέντρα
πού Αποκεφάλισε ό 6ομ6αρ8ί^ός, χοίτονταν, ^ίπλα στό ξ;κοίλκασ^νο Από θρα&^^α όδίδας 6ô$t τον, ίίνα ;ttxp4 άγόρ;.
"Οταν Αχούσε τ ' άεροτπλάνα φαίνεται πώς ό δοσχός 5έν
πρόστασε, ΐσί^ς άχόμα χαί νά μή σχέφθηχε νά προφνλ^χτεϊ.
Μόνο τό στρογγυλά τον πρόσωπο Εμεινε Απείραχτο, χαί ή
σφενδόνα πού φορο&οε γύρω Από τό λαιμό τον, ίπ ω ς 5λθί
οί μικροί άοσχοί.

2!

*!ιω ς Μπρεπ* νά φωτογραφήσουμε έχεΐνο τό παιδί,
^να Από τίς χώίΑδες ί!ύ}ίατα των αμερίχανίχών 6ομ6αρδί'ψιίίν άνάμίίσα στόν &{ίαχο πληθυσμό. Μά οδτε έγώ , ο5τε 6
Μ κάρτπτ, ί(^1ς πού τόσες φορές ε?χαμε φωτογραφίσει τόν
πόλ<)ν^ στήν Ά φ ρ ^ ή χα ί στήν 'Ασία, δέν σχεφθήχαμε έχείV7/ τή στιγμή πώς είχαμε μαζί μας μηχανή.
Μίά ώρα Αργότερα, ένώ τά ποδήλατά μας σχαμπανε6άζανε χάτω Από τήν πράσινη ίχταση τής ζούγχλας, οί μαί;^οθδες χαί χ ά ίά δ ες πουλιά σ χ ο λ ι α ν έ σ:ή δίχή τους τή
γλώσσα έχείνο τό γεγονός.
'Εμείς σωπαίναμε. ^Ηταν παραμονή Χριστούγεννα.
Λίγο Αργότερα πίάσαμε στά τρανζίστορ τήν έχπομκή
τών ^Α μερίχαν:χων Δυνάμεων τοΟ Νοτίου Βιετνάμ*. Α χού
σαμε τότε, δέν ξέρω ποιόν όπεύθυνο τοΰ Πενταγώνου (^σως
τόν ïoto τόν Τκίηλορ) νά 6ε6αίώνεί πώς ή άμερίχα'Λχή Αε­
ροπορία στό Βιετνάμ 8έν σταματάει τή δράση της Υ περα­
σπίζοντας τόν πληθυσμό έναντΐον τοϋ χομμουν:σμοΰ χαί σύμ­
φωνα μέ τά χριστιανικά ίδεώδη*.

22

V

Τ ήν &λλη ρ^ρκ. ταξιδεύοντας πάνω σ' 2va σαμπάν μέ
μοτέρ μαζί μέ μί&ν όμάδα παρτιζάνων, παραλίγο νά πέσουμε
στήν ένέδρα πού είχαν στήσ:ί, είδίχά γίά μάς, δυό τμήματα
Ραίηντζερ (ίχλεχτά χομάντος) ;ίέ δί&ίχητές τέσσερις Ά μερίχανούς. Ά λλ ά δυστυχώς γί* αύτούς, τά πράγματα δέν ήταν
τόσο άπλά. Α&τοί παρακολουθούσαν έμάς, χ ' έχείνους τούς
παραχολουθοΰσαν ουό νέοι χωρίχοί τής άνίχνευτίχής Αμάδας
πού προπορευόταν. Τούτοι δίασχεδάζανε, 6λέποντας τίς προετοίμασες τους, χαί πρέπει νά όμολογήσουμε πώς μόνο χ ά ­
ρη ο* αότούς γλ υ τώ υ α ^ , ξεφεύγοντας έγχαίρως ά π' τά έλίχόπτερα, μέ τίς ρουχέττες χαί τίς συντονισμένες χιαστές 6ολές τών χυ6ερνητίχών χανονιών πού :?χαν τοποθετήσε: δε­
ξιά Χί άρίστερά άπό τήν πλατωσιά πού Οά διαβαίναμε.
Μονάχα & σύντροφός μας Τ έπ - Χούγχ, χίνηματογραφίσΐής, πού προπορευόταν, έπεσε στήν ίνέορν, χαί χρωστάει
τή ζωή του στήν τύχη, πού φύτεψε έχει δά μίά χούφτα
τρυφερά μπαμπού γίά νά τόν προστατέψουν.
Τ ό ίδίο 6ράδί μάθαμε πώς ή παρουσία μας σέ xglvo

23

τό μΐρος γλυτ(ΰοε τή ζωή μερίχών Ά μερίχανώ ν χα ί φαντά­
ρων τής Σαίγχόν.
Κί αύτό, για τί είχαν ρητή έντολή, οί άντρες πού μάς
συνόδευαν, νά μήν μπλεχτούν σέ μάχη %χί σέ περί7?τωση έπίθεστ/ς ν άπαγχίστρωθοϋν γ ίά νά μήν έχθέσουν άσχοπα σέ
χίνδυνο τή δίχή μας ζωή.

'Αντί νά μάς στείλουν άνθη γ ί' αΰτή μας την έμμεση
6οήθΐία οί Ά μερίχανοί, άντίθετα όργάνωσαν λίγο άργότερα
έ ν α τ ο ν μας μίά χεραυνο66λα έφοδο μέ τάνχς *Μ113*, πλοία,
άεροπλάνα χ* έλίχόπτερα.
Γυρίζαμε άπό τό Μ-πίν - Γ χίά. Οί στρατιώτες τοΟ ΆπΕλευθερωπχοϋ Στρατού πού μ&ς συνόδευαν ήταν σίγουρο: πώς
μοναδίχή αίτία αύτής τής έπίθεσης ήταν ή δίχή μας πα*
ρουσία.
Στήν χάθε μίά άπό αότές τίς συναντήσεις μας μέ τόν
6ίαίο θάνατο, πού ήταν έπίτηδες όργανωμένες ώστε νά Εξον­
τωθούν δύο Ενοχλητικοί δημοσιογράφοι παθιασμένοι γ ίά τή
δουλίά τους, χρωστούσα}ίε τή ζωή μας στήν χαταπληχτίχή
πείρα τών Νοτίο6ίετναμέζων παρτιζάνων χαί στήν άδίάχοπη 6φήθεία τών χω ρίχώ ν πού ήταν πάντα έτοιμο: νά μ&ς
κρύψουν σέ χάποία ά π ' τίς άμέτρητες χρυψώνες τους.

Τ ήν περίέόητη έχείνη μέρα, πού γίνηχε ένας οομ6αρδίσμός άξίος τής Ά ποχαλύψεως χαί πέταξε τό τραπέζι 5που
άφήσαμε μισοτελειωμένο τό δείπνο μας σέ χίλ ια χομμάτία,
δσο χί &ν φανεί παράδοξο, τό αρχηγείο τής μονάδας πού είχε
σταθμεύσει σ' αυτόν τόν τομέα είδοπο:ήθηχε μυστηρίωδώς Û
ώρες πίό μπροστά γ ίά τήν έπίχείμενη άεροπορίχή έπίθεση.
Χωμένοι 6αθίά χάτω άπό τή γή , χαταφέραμε νά τό σχάσουμε, έρποντας μέσα άπό σήραγγες μέ δίαδοχίχά στόμια,

24

πού όδηγοΟσκν χίλίό]ίετρα ]taxpt.à, χάπου στό πίό πυκνό μέ­
ρος τής ζούγχλας.
Άκ^ζημ-ίωΟήχαμΕ χαί μέ τό παραπάνω γίά δλη μας
αύτή τήν ταλαιπωρία χαί τίς συγκινήσεις, άπό τίς έπαγές
πού είχαμε μέ τούς άνθρώπους, άπό τίς εξομολογήσεις πού
;ιάς χάναγ, άπ" 5λα αύτά πού μάς μάΰχγ, πράγματα άνεχτίμητα γ ίά χάποίο'/ πού ήθελε νά μελετήσει τό πρό6λημα τοΰ
Νότιου Βιετνάμ.
Κάναμε τή γνωριμία ένός ά π ' τούς άξίωματίχούς τοΰ
Ααίχοΰ Μετώπου πού είχαν άναλά6εί τήν χεραυνο6όλα έπίθεση έναντίον το3 άεροδρομίου τού Μπίέν - Χόα, τή νύχτα
τής 31 *Οχτω6ρίου τοΟ 1964. Σ ' αύτή τήν έπίθεση χατα
στράφηχαν στό ^δαγος περισσότερα 6ομ6αρδκ?τίχά άπό δποίαδήποτε άερομαχία τον τελευταίου παγχοσμίου πολέμου.
Περάσαμε δυό μέρες μέ τούς ήγέτες το3 ΈθνίχοΟ *Απελ^υθερωτίχοΟ Μετώπου τοΰ Νότιου Β ίε ^ ά μ . Αότούς τούς
*5ίχως πρόσωπο Ανθρώπους^, χαθώς τούς ονόμασε ό πρόεδρος
Τζόνσον, τούς γνωρίσαμε άπό χοντά χαί μέσα στήν otxstôτητα πού δημιούργησε ή ζωή μας στή ζούγχλα.
Κ* Βπείτα ζήσαμε τήν πίό μεγάλη μας έ;κπείρία. Ζ η­
τήσαμε νά μοιραστούμε τή ζωή τών άνταρτών. Ή αίτησή μας
γίνηχε δεχτή. Μάς άποσκάσανε στή μονάδα ένός τάγματος
πού γυμναζόταν. *Ηταν ό μόνος τρόπος γ ίά νά μελετήσουμε
πραγματίχά τίς πολ€μίχές μεθόδους τών *6ίετχόγχ*.
(Ό Μπάρτσετ αότές τίς μέρες τίς χαραχτήρίσε σάν
τίς πίό *χαφτές* τών είχοσίπέντε χρόνων τή ς δη{^οσίογραφίχή ς ζωής το υ ).
Τέλος, στίς 4 Ιανουαρίου το5 1965 6ρίσχόμαστε πλάι
στό Μπίν - Γχίά. Έ χ ε ! δόθηχε ή ίστορίχή π ίά τα χτίχή μ άχη,
5που άποδείχτηχε πώς ό Λαίχός Απελευθερωτικός Στρατός
?6γαίνε άπό τόν χλεφτοπόλ^Μ) χαί μπορούσε ν' άνΐίτά ςεί
στρατό χαί νά έπίθάλεί στόν άντί-παλό του μίχρά ^Ντίέν Μπίέν - Φού^>.

25

VI

Μά τό πρώτο ποΰπρεπε νά. μάθω ήταν τό άλφά6ητο
τής ζούγχλας, χ* άπρεπε άχόμη νά περνάω χάΟε μέρα χα ί
κώ δύσχολες έξετάσείς.
Ή έξετασ^χή έπίτροπή ήταν τά φίλίχά μά άχοίμητα
μάτια ίχείνων πού μάς δδηγοΟσαν δλο χαί πίό 6aQtà μέσα
στούς λαβυρίνθους τοΟ δάυους, άπό χ εί δηλαδή πού ξεχίνάεί
όλη ή όργάνωση χαί οί μυστικές 6άσείς τής ήγεσίας τού
Μετώπου "Αντίστασης τοΟ Ν. Βιετνάμ.
Ό πίό μεγάλος μου φό6ος ήταν μήπως μέ κρίνουν
άχατάλληλη νά θητεύσω μέσα στή ζούγχλα, χαί μέ σι^ίλουν
— όχι 6έ6αία στά μετόπισθεν, δέν ύπάρχεί τέκ ο πράγμα
άφοΟ δέν ύπάρχίί χαί ά6ομ€άρδ:στη γωνιά, άλλά σέ χάποίο χωριό ή σέ χαμίά άπόμαχρη γωνιά τής ζούγχλας. Ω σ ­
τόσο μέρα μέ τήν ήμέρα προχωρούσα χαί γώ σάν τούς άλ­
λους. Έ τ σ ι, %μαθα τί άναπαυτ:χό πράγμα είνα^ ή χούνίκ. Αύ­
τό τό χρεμαστό χρε6άτί πού φτιάχνουν άπό δυό πάνινα σαχίά
ή ύφασμα άλεξίπτωτου, χαί τόχοομε δεμένο πάντα σά ζώνη
πάνω άπό τό ροΟχο μας σάν δλους τούς στρατιώτες έδώ.

26

Φτάνει νά ξαπλώσεις λίγες ώρες χαί χάθε ίχνος χούρασης
χάνετε,
Αύτό ήταν τό μεγάλο δώρο τοΰ δάσους σ' έμάς, άνθρώπους τών μεγάλων πόλεων, πούχαμε τελείως ξεχάσεί πώς
μπορεί νά ύπάρχίί Χ4 άέρας χαθαρός, δίχως χαυσαέρία. Saçvtxà άναχαλύψαμε τί εύτυχία είναι νά χοί[^&σαί δίχως άλλη
σχέπη έχτός άπ* τών δέντρων τίς φυλλωσιές πού σέ χωρίζουν
άπό τόν ούρανό.

Μέσα στη φίλίχή οώτή ζούγχλα χάθε ωρα χαί χάθε
σπγμ ή, ό λαός b u νοεί δίχούς του τρόπους γ ίά ν' άμύνεταί στόν *είδίχό πόλεμο# πού τοΰ χάνουν. Πόσα χαί πόσα
μίχροπράγματα χαθημερίνής χρήσης δέν 2φ*καχνε. Σανδάλια
άπό λάστιχο αύτοχίνήτου π .χ. Στέρεα, έλαφρά, άναπαυτίχότατα γίά δλων τών ειδών τίς μαχρίνές πορείες. "Εχουν
χί όνομα, τά λένε Χό - Τσί - Μ ίνχ, χαί τά φτίάχ'/ουν έπί πα­
ραγγελία στό έργαστήρίο τοΰ δάσους. Κ ' είχαν γίνει γνωστά
άπό τή μάχη τοΰ Ντίέν - Μπίέν - Φού. Ό τ α ν τό 1955 συ­
νάντησα στό Ά νόί τόν πρόεδρο Χό, δ γέρο έπαναστάτης φο­
ρούσε πάντα, συμ&ολίχά, τά άντάρτίχα πέδιλά του.
Μάς δώσανε άχόμα χαί άπό ëvav έλαφρότατο Εφοδια­
σμό πού τόν δένουνε στή ζώνη χ ί αύτόν. Τό παγούρι, συ­
νήθως λεία άμερίχανίχή, μέ 6ρασμένο νερό μοναχά — αύτή
είναι μίά προφύλαξη πού χρα.τ:έταί μέ άπόλυτη αάστηρότητα
στίς τάξεις τών παρτιζάνων/ — τό χρ$μαστό χρε6άτί πού ε!παμ& δτί έξασφαλίζεί παντοΟ τήν άνάπαυση, γιατί τό χρε}^άς
πάνω άπό τό έδαφος χαί γλυτώνεις άπό τούς σχορπίούς, χαί
τέλος τήν χουνουπίέρα πού σέ προστατεύει άπό τά χουνούπία χ ί άπό τά άλλα έντομα, πράγμα πού 5έν είχαν στούς
πρώτους πολέμους τής Ίνδοχίνας.
Οί άτομ:χές λάμπες πετρελαίου είναι χαμωμένες άπό
μπουχαλάχία μυρωδιάς ή μέντας. Αΰτό προχάλεσε τήν

27

πού Απαγορεύει στούς παtltt* Α(!ώα μπ&υχάλια, Αποχα).ώντας
*ψ<^^γ<)(^ ήλ^χΑ",
*!))mn, d !)M!0p0t Cpfjxav τΑν τρόπο νά παραχάμφουνε
W} #)«)'*γ^. ΗΑζκνε λόγου χάρη μέσα στά μπουχαλάχια μεχ Αδίκους Αρωματισμένο χαρυδόλαδο πού τΑ μεταχείρί{,NVtwt οί γυνκϊχες γιά τά μαχριά τους μαλλιά, χ* ^τσι ήταν
#0χ&λο νΑ ποϋν στούς Αστυνομιχούς πώ ς πουλοΟσκν Αρώ­
ματα.
"Οταν αύτό τΑ ε μ π ο ρ ε ία φτάνε t στίς έλευθερωμένες
περιοχές, Αδειάζουν τΑ περιεχΑμ^νο χαί λαδώνουν τΑ τουφέxta τους, ένώ μέ τά μπουχαλάχια φτιάνουν έρμητίχές λαμπίτσες: ένα φυτίλί, ένας χ,άλυχας ΑπΑ 6Αλι μυδραλλιο6Αλου
χαί μίά σούστα Από παλιά μολύ6ία ]të μπίλια. ΤΑ σκέπασμα
είναι καμωμένο συνήθως ΑπΑ ντουραλουμίνίο πού προμηθεύον­
ται ΑπΑ τ* Αμερίχανίχά ΑεροπλΑνα πουχουν ρίξει.
ΚατΑ τίς νυχτερινέ; πορείες, χρύ6ουν τή φλόγα τ%
λαμπίτσας μέ ένα φύλλο ΑπΑ φυτΑ ^τρούγχ - χάί* πού ε?ναι
τΑσο παχύ χαί γυαλιστερό ώστε ΑνταναχλΑ τό φάς. ΑύτΑ
τά YSta φύλλα, Αχόμα χαί ξερά δέν πιΑν&υνε φωτίά, γ ι
αύτΑ τά μεταχειρίζονται στίς στέγες τών χαλυ6ίών χ ' έτσι
περίορίζοντα: οί πυρχαγιές, δταν γίνονται 6ομ6αρδισμοί.
"Οπως είναι αρματωμένο: μέ τΑ 3πλα πού π^ραν Από
τούς έχθρούς τους ή μέ χεϊνα πού φτιάξανε μόνοι τους μέσα
στΑ λαιχά τους Απλοστάσία, έτσι ξέρουν χαί ν' Αμύνονται
οί ΑντΑρτες στίς χίλιες - δυό παγίδες ,τοΰ δάσους.
ΤΑν πρώτο xatpA τ^ς ^Αντίστασης πού λείπανε τά πάντα, οί χωρίχοί μέ τήν ΰπομονετίχή τους παρκτηρηπχΑτητα
6οήθησαν πολύ τούς γιατρούς τοΰ Μετώπου νΑ χατασχευά*
σουν, μέ 6άοη τά ζώ α χα ί τά φυτά τ% ζούγχλας, γιατριχά
Αμεσης Ανάγχης.
Καθένας έχει στή ζώνη του μεριχΑ χά π ια πού περιέ­
χουν ένα φυτΑ Αντίδοτο χαί τΑ σάλιο μιΑς ορισμένης σαύρας

28

πού τρώει τά φίδια. ^Τό δάγχωμα χαί τοϋ π ώ φαρμαχεροϋ
φίδίοΟ $έν είναι πρόδλημα γ :ά μάς*, μέ δία$ε6αίωσε ό για ­
τρός τής μονάδας.
*Οσο γ ιά τήν τροφή, χάρη στίς έλίυθερωμένες περιο­
χές χα ί τήν ξεχερσωμένη γ ή , ή σοδίά εΐνα^ τρείς φορές
πιό πλούσια τώρα άπό τήν εποχή τοϋ πολέμου μέ τούς Γάλ­
λους. Έ χτός άπό μίά λίτρα ρύζι πού παίρνει χαθημερίνά 6
άγωνίστής, συμπληρώνει τά γεύματά του μέ τό χυνήγ: χαί
τό ψάρεμα πού χάνουν οί ειδικές όμάδες χυνηγίοΰ. *Η δΐχή
μας όμάδα τά χατάφερνε μίά χαρά, δέν μάς Γλείψε ποτέ ό
άγρίοχόχορας χ* είχαμε συχνά Αγριογούρουνο, σκαντζόχοιρο,
έλάφί. Οί σύντροφοί μάς είχαν ύποσχεΟεί σάν έξαφ ετίχό
πιάτο χαί λίγη τίγρη , μίάν άπό τίς τρεις πού γύριζαν έχεί
χοντά, δυστυχώς δμως δέν μείναμε άρχετά σ' αύτή τήν π ε­
ριοχή γ ιά νά δοχίμάσουμε τό χρέοίς της.
Πρίν άπό λίγο χαίρό, μάς είπανε, είχανε σχοτώσεί χαί
έλέφαντες, άλλά αύτοί πού άπομείνανε, σοφά ποιώντας πέρασαν τά σύνορα χαί χαταφύγανε σέ λίγότερο 6ορυ6ώδη ;^ρη.

Μέ τόν παραμίχρό συναγερμό, μέ τό σφύοίγμα τοϋ <ϊάεροσχόπου^ μαζεύεται 6ίασΐίχά όποίοδήποτε λαμπερό άντίχείμενο ή άπλωμένο ροΰχο. Ό σ ο γιά τόν χαπνό της φωτιάς
δπου έτοίμάζετα: τό συσσίτιο, αυτός φεύγει &πό τούς λεγά­
μενους τετζερέδες τοΰ Ντίέν - Μπίέν - Φού χαί διοχετεύεται
μέσα σέ ύπόγεία Χίούγχία πού τόν. θγάζουν μαχρίά, μέσα
στό δάσος.
Οΰτε χήπο:, οδτε χαπνός έπίτρέπε: ατο& *Λμερίχανούς
πιλότους νά έπίση;ίάνουν τά χω ριά μάχης. Τό ρύζι χαί τά
λαχανίχά χαλλίεργοδνταί χιλιόμετρα [λαχρίά άπ* τίς ^στρατίωτίνες χωρίχές* πού ξεχερσώσανε τή γ ή , ένώ ή μανίόχα
(ένα είδος χαλαμ πόχί), ή χύρία ^πολεμίχή τροφή*, φυτρώ­
νει στό άψε - οδήσε χ: δπου νάναί, τρυπώνοντας άνάμεσα

29

* t' 1M *
τήν Βλάστηση τόν ψηλό χαί πολύφυλλο
μ(*χ* KW,
(Μ ί υ ^ ο λ ί ί ; πού συναντήσαμε έμ^ΐς, χ ' ξπρεπ: νά τίς
1Ϊ!Μ(Μ!η6ήΦουμ<, ήταν άστε?€ς σέ σύγκριση μ* αύτές πού ξεw4p**!t ί^ας λαός σάν χαί τοΟτον, πού ήταν άοπλος άπό τό
foa)M τό i96 0 .
Ά λ λ ά {j^ τούς θησαυρούς τ^ς έφευρίτίχότητάς του χαΐαφ^ρνϊί σήμερα ν* άντ:μ*τωπίζ6: χα ί νά ματακ&νεί, μ4 τά
δίχά του μόνον μέσα, μιά στρατιωτική δύναμη όπως τών
'Ενωμένων Πολιτειών τ η ; Ά μ α χ η ς .

30

VH

Λοιπόν, πίστέψτε με πού σάς τό λέω, για τί τό ëxava:
^Οποιοσδήποτε μπορεϊ, δίχως νά ξέρει κολύμπι, νά περάσεί
χολυμπώντας έναν ποταμό, φτάνει νά δέσει γύρω άπό τή
μέση του τρείς ξερές χαρύδες, σάν σωσΐδίο.
'Οποιοσδήποτε, &ν τό θέλε; άληθίνά, μπορεΐ νά περάoet πάνω άπό ενκ 6άραθρο, περπατώντας πάνω στόν χορμό
ένός δέντρου πού τόν ρίξαν άπό πάνω σάν γιοφύρι, μέ μοναδίχό στήριγμα μίά λίάνα* λεπτή, πού σου χρησιμεύει xuρίως γ ίά νά μή χάνεις τήν ϊσορροπία σου.
'Οποιοσδήποτε μπορε! νά συνηθίσει, δπως οί άντρες χ '
οί γυναίχες του Λαΐχοδ Μετώπου, χαί νά θεωρεί τή ζούγχλα — μ^ δλονς τούς μαύρους σχορπίούς της, τά δηλητη­
ριώδη άγχάθία, τά θανατηφόρα φίδια, τίς 6δέλλες πού χολλ&νε στούς Αστράγαλους ή σοΟ πέφτουνε ξαφνίχά στήν πλά­
τη, χαί τά πράσινα μάτια των θηρίων τή νύχτα — σάν τό
*σπ(τί* του, δπου γυρίζει όστερα άπό έπίχίνδυνες έπίχείρήσείς, γ ίά νά πάρεί άνάσα, πανευτυχής πού είναί ζωντανός.
* Φντό

yepô xoti μακρύ

oxûtvi.

3i

'Οποιοσδήποτε μπορεΐ νά αισθανθεί πολύ χαρούμενος χαί
πολύ πλούσίσς, μέ μόνη του περιουσίά. 5 ,n χρέμεται άπό τή
ζώνη του. Γίά δλα αύτά φτάνει μόνον νάχεις δόσεί ëva νόη­
μα στή ζωή σου xxi νά ξέρεις πώς στηρίζεσαι στήν ομάδα.
Ά π ό τό 1954, τό,τε πού χ-αί μόνον &ν ζητούσες νά έφαρμοστοϋν οί συνθήχες τής Γενεύης ή σ ο ^ υπό διωγμόν άπό
τήν άστυνομίκ τοΰ Ντ:έμ χα ί τών Ά μερίχανών άφεντιχών
του, πόσοι, χαί πόσοι διανοούμενοι τή ς Σαϊγχόν ή τής Ουέ
$έν ύποχρεώθηχαν, δπως οί χωρίχοί, νά χχταφύγουν χα ί νά
μαθητέψουν στή ζούγχλα. Κ αί χάτω άπό τί τρομχχτίχές συνθήχες...
Πολλοί άπ* αυτού; άναγχάττηχοίν νά χαταφύγοον στά
ύψίπεοα, XL &ν σώθηχαν τό χρωστούν στίς φυλές τών έθνίχών ;^ω νοτήτω ν πού ορίσχο'/ταί άχόμη στόν πολιτισμό του
μπαμπού. Κι δ;^ως, χάρη σ' αυτούς τούς ανθρώπους ποδχουν
γίά μόνο τους ντύσιμο ενα πανί τ υ λ ίγ ^ ν ο γύρω άπό τό σώ*
μχ τους, σώΟηχαν οί φυγάδες, γιατί αύτοί φάνηχαν πολύ πίό
π ο λ ισ μ έ WÎ άπό τούς ^πολιτισμένους^ υποκινητές τοΰ χείδίχοΰ πολέμου^.

Σέ μίά άπό τίς μονάδες πού μέ δεχτήχανε υπήρχε χ '
ένχς μίχρόσωμος παράξενος άντρας, ξερός ?ά στάχυ άποχαλόχαψου. ^Ηταν & μεγάλος ειδιχός τοΰ χυνηγίοΰ (χάτι σάν
έπίσιτιστής). Κάθε 6ρά5ί, μέ μίά λάμπα χολλημένη στό
μέτωπο — σάν άνΟραχωρύχος — χαί μίά χχραμπίνα άχρι6είκς (άμερίχανίχή) έΰγαίνε στό χυνήγί.
λάμπα θάμπωνε τ ' άγρίμια χαί τά ύπνώτίζε έχεΐνο
τό μοναδίχό λ α δ ε ρ ό μ&τί. Ά π ό τήν άπόσταση τών ματιών,
πού γυάλιζαν μέσα, στή νύχτα, χ: άπό τό χρώμα τους, άναγνώρίζε άμέσως τό ζώο πούχε απέναντι του, ήξερε &ν είναι χερασφόρο ή αιλουροειδές.
Τ ά μάτια τής τίγρης είναι πολύ μχχρυά τό ενα άπό τό

32

άλλο, σά ν ά /at άλλοίθωρα. βγάζει, ένα 'Λα^ύρίσμα σχεδόν
γυνα&χίΐο, η ενα γ α ύ γ ( σ ^ σκληρό %αί χοφτό. Πολλές φορές
αχούσαμε τήν μ(ά η τήν άλλη χραυγ-ή της κοντά στά κρε­
μαστά χρε6άτ:α μας. Συνήθως χάποίο πουλί τήν προαναγ­
γέλλει,, προπορεύεται μέ τήν έλπίδα νά φάε; ί,τί άπομείνεί
άπό τό 5txi της θήραμα. "Ενα πουλί πού κράζει «μπόνγχ μπόνγχ^ χαί πού τρομοκρατούσε τούς πρώτους άταχτους Αν­
τάρτες ποΰχαν 6γεΐ στό χλαρί, στήν αρχή τής δεύτερης Α ν ­
τίστασης, χαμένοι μέσα στό ^άσος μ^ ëva παλίοντούφεχο δλο
xt δλο.
«Ή τίγρη δέν ρίχνεται ποτέ στόν άνθρωπο, έχ,τός άν
τϋχε^ νά δοκιμάσει τό κρέας του", μο3 λέεί δ κυνΥ^ός. Δυ­
στυχώς, έμεΐς πέφταμε στήν περίπτωση. Σ τήν περιοχή μκς τό
i 960 είχανε χατοκτπχράξεί κάτι τραυματίες. Λυτό άγοί.ξε τήν
όρεξη μ ^ ς γρίας τίγραίνας πού τρελλαίνόταν πίά γ ίά στρα­
τιώτες. *Εικκ, γ ίά νά σώσουμε τούς 3 ίχούς μας, άποφασίσαμε μ^ά ;ίέρα, μέ τήν άδεια τών συγγενών του 6έ6αία, νά παγώέψουμε μέ δυναμίτη τό πτώ μχ ενός συντρόφου.
"Οταν τό άγρίμί γύρισε ν* άποτελεκί^σεί τό γεΰμα του,
άνατίνάχτηχε μαζί μέ τό μίσοφαγωμένο πτώμα τοϋ συντρόφου
μας. Οί άλλες τίγρεις δέν μ&ς έπίτέΟηκαν ποτέ m à . 'Αλλά
σχετίχά μέ τό χυνήγί τών άγρίμίών, έχεΐνο: πού μπορούν νά
δίηγηθουν πολύ περισσότερα aiw t οί άντρες πού ανήκουν στίς
φυλές Χαράί. χαί Ραντέ, πολύ πίό είδίχευμέ'/οί από μ&ς. " 0 ,τ: ξέρω άπ^ αύτούς τομαθα.

"Οταν τή νύχτα άχούγαμε μ^ά χα ί μόνο τουφεχίά ξέρα­
ινε πώς τήν άλλη μέρα θάχουμε οπωσδήποτε -κρέας στό γεύ­
μα μας. *0 κυνηγός μας δέν χρειάστηκε ποτέ νά τρα%ήξεί δεύ­
τερη τουφεχίά, χα ί ξεχώριζε τά (ίχνη τών ζώων μέσα στό
δάσος σάν τόν τελευταίο τών Μοϊχανών. Κ αί άπό πάνω μίλΰΰσε άπταίστα γαλλίχά. ανακατεύοντας κι δλόχληρες ετοί-

33

με; φράσεις παρ;ίένες άπό τά 6ί6λία πού δίά&αζε, χαθώς χαί
όλόχληρα άποσπάτματα Γάλλων χλασ:χών.
Τ ή μέρα, πού δοχίμαζκ τά πρώτα μου σανδάλκχ 6ίετχόγχ, άπό λάστιχο αύτοχ:νήτου, μέ ρώτησε σέ άρχαία γαλλίχή, 5πως τίς πυργοδεσπότες, <^άν τό γο6άχί
μοΰ πάει*,
χαί μιά νύχτα πούτρεμζ άπ* τόν πυρετό πού τοΰ προχάλεσε τό οάγχο)μα ένός σχορπίοΟ 6ρήχε την ευχαψία, 6έρος Βίετ
νχ;ίέζος στό χίο&μορ, νά παραφράσει τόν Βολταίρο λέγοντάς μου:
*Τί νομίζετε πώς συνέδη; Βέ$α:α, ψόφησε 6 σχορπίός...*
(ΰπχίνίγμός σέ γνωστό έπίγραμμα τού Βόλτα ίρ ου έναντίον
τοΟ έχθροϋ του Φρερόν).
Μετά ^Μχθα πώς ό χυνηγός μας τών άγρίμίών ήταν τό­
σο λίγο φτιαγμένος γ ίά τή ζωή τοΰ δάσους, δσο χ* έγώ. Καί
πόσο συνεννοούταν μέ τούς φτωχούς χωρ:άτες πού άποτε*
λοΟν τό μεγάλο μέρος τοϋ στρατού. Ή έθνίχή Ενότητα έναν*
τίον ένός σχληροΰ χαί μισητού χαταχτητή x&vtt χαθημερίνά
τέ*πα θαύ;ιατα. Μέ τόν xatpô έμαθα νά ζώ πλάι σ' Αντρες
χαί γυναΐχες άχόμη πίό χαταπληχτίχούς άπό τόν σοφό χυνηγό, πού τήν ιστορία τους τή μάθαινα μόνο χατά τύχη, γίατί
;λέσα στή ζούγχλα ε^ναί χχνόνχς νά μή δάζείς άσχοπε;
έρωτήσείς σέ χανένα.

34

V IH

Ή Βουλίά τοΟ ρεπόρτερ μοιάζει λίγο μέ τή δουλίά τον
χρυσο&ήρα. Πόσα χαί πόσα χαλίχία πρέπει νά σηχώσείς, πό­
ση γ ^ / Αναποδογυρίσεις γίά νά 6ρείς τό πρ&το ψήγμα χρυ­
σού πού ώστόσο φτάνει γ ίά νά ξεπληρώσει Βλους τούς χίν8ύνους τοΟ ταξιδιού.
Μ* αύτό θέλω νά πώ, πώς γενίχά π ρ έ ^ ί νά ρωτήσεις
^να -πλήθος Ανθρώπους πρίν άνκχκλύψε:ς τόν άντρα ή τήν
γυναίχα πού θά μπορέσει νά σοΰ δίηγηθεΐ απλά χαί παραστατίχά αύ,τό πού 5ζησε χαί νά σοΟ δόσεί τό χλεώ ί.
Τ έη ες δυσχολίες δέν όπάρχουν στό Ν. Βιετνάμ,
Κάθε 6ήμα χαί φλέ6α χρυσοΰ.
Μίά τέτια <ρλέ6κ ήταν χ* έχεΐνος & γερ ο -χω ρ ίχό ς μέ
τ ' άσπρα γένεία χαί τό χαταμπαλωμένο μαΰρο ρούχο, πού
μάς πρόσφερε μπροστά στό χατώφλί του γάλα χαρύδας, 5να
άπό τά λίγα έχε?να 6ράδία πού δέν είχαμε ιστορίες.
*Ό έχθρός δέν ε?ναί τόσο δυνατός δσο νομίζουν. Γίά
νά τόν νίχήσείς φτάνει νά σχεφτεΐς σωστά χαί ν&χείς ύπο(ίΌνή... Στά 1959 έγώ είχα δλον τόν χα:ρό δίχό μου. II
χόρη μου στή φυλαχή, ό γαμπρός μου στρατιώτης στό Ν6-

35

το. Τ ή γή πού μοΰχοον δόσεί στό διάστημα της πρώτης
Αντίστασης, μοΟ τήν πήρανε πίσω. Ά π ό τό γείτονίχό στρατ:ωτίχό πόστο μούρχόταν ή ηχώ άπό τίς λεηλασίες χαί τίς
Αγριότητες πού χάναν στό χω ρώ . Δέν είχαμε τίποτα γ:ά
ν* ΑμυνθοΟ;^. Καθισμένος μπροστά στήν πόρτα μου παραχολουθο&σα τίς συνήθειες αύτών τών άνδρείχέλων. Παρατήρησα
πώς μόλις φτάνανε στήν αύλή τοΰ στρατώνα τους, ογάζκνε
άμίσως τίς μπότες τους χαί περπατούσαν ξυπόλητοι γ ίά νά
συνέλθ^ν τά πόδια τους. Μίά μέρα λοιπόν πήρα φασόλια
χαί τ&6%λα νά μουσχέψουν χαλά μέσα στό νερό. "Οταν μαλαχώσανε χαλά - χαλά φύτεψα μέσα τους 6ελόνες. Γίνανε
έτοί σάν μίχροί σχχντζόχοψοί πού άγχυλώνουν α π ' οπο:α
ju p tà xt άν πέσουν. Τ&φησα λοιπόν νά ψηθούνε χαλά στόν
ήλκ).
!>Μέ τήν πρώτη εύχαψ ία — χα ί άφοΰ φρόντισα νά μέ
δει χαλά - χαλά & άξίωματίχός — π ή γα νά δόσω φρούτα
στόν χαταυλίσμό... "Ετσι, Sonstpa τά φασόλια μου στήν αύ­
λή. Τήν άλλη μέρα άρχετοί έχθροί χουτσαίνανε. Οί 6ελόνες
είχανε σπάσει jtio a στήν πατούσα τους, χαί ξέρετε, στά δίχά
μας χλίματα οί πληγές δέν χλείνουν εδχολα χαί χαχοφορ*
μίζουν άμέσως... Τότε θέλησα νά τελειοποιήσω τήν εφεύρε*
σή μου. Πήγα αττή ζούγχλα χ $πίΧ3α ëva δηλητηριώδες φίδ:
— υπάρχουν δά άφθονα. Τ ίχλείσ α σέ μίά μπουχάλα μέ άλάτ: χαί τ' άφησα στόν ήλιο. "Επειτα χούνησα χαλά - χαλά
τήν μπουχάλα xt άφησα τό φίδι νά σαπίσει.
*Ζέχασα νά σάς πώ πώς ;Μίζί μέ τό φίδι 2χλείσα μέσα
οτό μπουχάλ; χαί μερίχές δωδεχάδες 6ελόνες...
*Κοντολογής άρχισα τίς έπίχείρήσε:ς. Αύτή δμως τή φο­
ρά τά φασόλία ;^ου είχαν δηλητηριασμένα 6ελόνία. Α π ο τέ­
λεσμα: Λίγες μέρες άργότερα τό 2να τρίτο τών έχθρών με
ταφέρθηχε στό νοσοχομεΐο.
^Μόλίς τό πληροφορήθηχα αύτό, ειδοποίησα τούς παρτι­
ζάνους τής περιοχής μας, πού έχείνη τήν εποχή ήταν λίγό-

36

ρίθμ<κ χαί πολύ λίγο όπλίσμένοί. 'Επίτεθήχανε ξαφνίχά στό
μίσοδίολυμένο πόστο. Κ αί νομίζω πώ ς έχείνη ήταν ή πρώ ­
τη τονς νίχη. Μέ τά μυδρκλλκ?6όλα πού τούς άρκάξανζ χαί
Από μάχη σέ μάχη χαταφέρανε νά πάρουνε άπό τούς Ά μ ερ:χανούς χ α ί 6αρ:ά δπλα...^.
Κ ί 0 γέροντας τέλείωσε τήν ιστορία του μ* αύτά τά
λόγια:
*"Οταν σέ χάνοονε νά άποφέρείς πολύ, Βλέπετε, 6ρίσχείς
πάντα ^ναν τρόπο......

Τούς τρόπους ν* άμυνθεί χαί ν' Αγωνιστεί & νοτίθ6ίετνοίμέζίχος λαός τούς 6ρήχε σιγά - σίγά χαί τούς ώρίμασε
σ^ΰπηλά &πό τό 1954, δταν & Ντίέμ Βασίλευε ψ έ φωτιά χαί
με σίδερο*.
Στά 1954 6 Μπάρτσετ χ* εγώ είχαμε ξανασνναντηθεί
στό Βιετνάμ, άλλά στά 60ρείκ τοΰ 17ου παράλληλου τότε.
Μόλις είχαν ΰπογρκφεί οί συνθΫ)χες τ^ ς Γενεύης. Γιά
νά σε6αστοΰν τούς όρους τους, τά στρατεύματα τοϋ λαΐχοΟ
στρατού άδείάζανε τίς ζώνες πού είχαν έλευθερώσεί στό Νό­
τιο Βιετνάμ χα ί ξανασυνταχτήχανε στό Bôpeto. Δηλαδή στό
Μότο, & παντρεμένος στρατιώτης μόλις χα ί πρόφτασε νά φι­
λήσει τή γυνχίχα του χαί νά τήν άποχαφετήσεί, χί αύτό
στήν χαλύτερη περίπτωση.
Τ ά ζευγάρια χωρίστηκαν άπό τήν ειρήνη όπως είχαν
χωρίοτε? xt άπό τόν πόλεμο. Ό μ ω ς %λθ: τους ήταν 6έ6αίθί
πώ ς θά ξαναίδωθοΰνε μέσα στό 1966, δταν δηλαδή, 5πως εί­
χε προδλεφθεΐ, θά γινόταν τό δημοψήφισμα, γίά νά μπορέσει
νά ένοποίηθεί ό τόπος.

Δέν μπορώ νά ξεχάσω αύτά πού μ%ς λέγανε τότε οί
στρατιώτες τοϋ Νότου. "Ενας άπ* αυτούς 36γκλε μέ θρησχευ-

37

τίχή προσοχή ένα δώρο πού τοδχανε μίά γρ ιά τήν &ρα πού
άπο6ί6άζσνταν γ ίά νά φύγουν. "Ητανε λίγο χώ μ α τυλιγμένο
σ* ένα χομ μ ά ΐί πανί άπό Αλεξίπτωτο. Χώμα. άπό τόΝότίΟ
Β:ετνάμ.
^Στόν πέμπτο τομέα, δίηγόταν ό στρατιώτης, δταν έτοίμαζόμαστε νά φύγουμε, οί Ανθρωποί μ ά ; πή γα νε νά δοΟμε
ένχ χαίνούργίο σχολειό πού χτίζα νε. *Βλέπετε, λέγανε, εί­
μαστε γίομ%τοί έλπίδες. Σέ δυό χρόνια θά είμαστε ένωμέvot δλοί^.
*Οί άνθρωποί τής πολιτείας ήρθανε μέ νοίχίασμένα αύτοχίνητα γ ίά νά δουν έπίτέλους τούς στρατιώτες τοϋ Νό­
τιου Βιετνάμ χ α ί τή σημαία μέ τό χρυσό άστέρί. "Ολοι γ ε ­
λούσανε, χτυπούσανε τά χέρ ια τους χ α ί τά μάτια τους τρέχανε άσταμάτητα.
*"ϊσ τερ α άπό τίς συνθήχες τή ς Γενεύης 5έν έπίτρεπό^
ταν νά χαταδίώ χεταί ή νά έχφοδίζεταί χανείς γ ίά τίς ιδέες
του. Στό ΝότίΟ Βιετνάμ χα μ ίά ξένη έπέμ^αση δέν άπρεπε νά
έπίτραπεί χα ί φυσίχά άχόμα περισσότερο στρατ;ωτίχή.
^Γνωρίζαμε πώ ς οί Ά μερίχανοί χάνανε τέτίες χου6έντες. Ά λ λ ά τό Π εντάγωνο, δταν διάλεγε τό Νότιο Β ιετνάμ
σάν πεδίο χαίνούργίων πειραματισμών, γ ίά μίά είδίχή μορ­
φή νεοαποίχίαχοΰ πολέμου, 2χανε σφάλμα 6οφύ. Υ ποτίμησε
τόν άνθρωπο έναντίον τοϋ όποίου άποφά<κζε νά έπίτεθεί^.

38

IX

Στό Βιετνάμ οί οί-χογενείκχοί δεσμοί είχα ν πάντα, με­
γάλη σημασία, σήμερα άπόχτησαν μεγαλύτερη. Στό Νότο
δέν όπάρχεί ούτε μ ίά οικογένεια στίς εκατό πού νά 6ρίοκεταί
συγκεντρωμένη.
αύτό παντού δπου κί άν π ηγαίναμ ε, οί
πρώτες κου6έντες τ β ν χω ρίχώ ν ήταν γ ίά νά μάς ρωτήοουν
δ χί μόνο γ ίά τήτν ό γεία μας, άλλά καί γ ίά των παίδίώ ν μας,
των γονιών μας καί γ ίά τ&ν παπούδων μας την ό γεία άκόμα.
!\α τ ί ήξεραν, τά νέα φτάνανε πίό νωρίς άπό μάς, πώ ς &
Μ πάρτσετ κ" έγώ μκορεΐ νά είχαμε δλη μας τήν οικογένεια.
Σχεδόν ντρεπόμαστε ν' άπαντήσουμε πώ ς εΰτυχφ ς άπό
τότε πού φύγαμε δλοί οί δικοί μας ήτανε μίά χα ρ ά . Γ ια τί
αυτός πού ρωτούσε είχε νά πάρεί νέα άπό τή γυναίκα του
άπό τό 1959. *0 άλλος πά λι είχε χάσεί δλους τούς δικούς
του. Ε κ ε ίν η τ ή χρονιά, τά έκτακτα στρατίω τίκά δίκκστήρία
δίχ ω ς ομολογία τοΰ όποδίχου, δίχω ς συγκεκριμένη κατηγο­
ρία, καταδίχάζανε σέ ίσόάκχ. καταναγκαστίκά έργα ή σέ θά­
νατο γ ίά μίάν άπλή ΰπόγοία ^άνατρεπτικής προθέσεως^. Οί
αποφάσεις, άνέκκλητες, ήταν άμεσα έκτελεστές.
Τ ά ίχνη τής μαύρης έκείνης περίόδου, δπου οί στραΆ&τες

39

!tf) Ν ΐίΐμ {HTAXÎVtôviouwv άπό χωριό σέ χωριό μέ ?ορηλκίμητό(ίθυς, χα ί έχτελο&σαν πρός παραδειγματισμό, μπρο
ΤϊΑ ο* δλους τούς χω ρίχούς, τού; δήθεν ένόχους, τά 6ρήχαμε
{ίπροστά μας ά π ' δπου xt &ν περάσαμε. Ο ί γυ να ΐχες χ ' οί μητ^ρ*ς τών στρατιωτών πού ξανασυνταχτήχανε στό Νό^ο ήταν
Αχ*1νες πού μαρτυρήσανε περκπότερο. Οί Ά μ ερ ίχα νο ί χ ά ­
νανε αυτό πού ποτέ δέν άποτολμήσανε οί Γάλλοί άποίχίοχράι^ες, δηλαδή στείλανε στό νησί * φυλαχή άχόμα χα ί γοναΐχές. Μ ερίχές άπό αύτές πού έπίζήσανε τίς σ υναντή σ α ^ στά
νοσοχομεία το& Μετώπου. Τ ό σύστημα τής δήλω ση; μετανοίας χ α ί άποχήρυξης τών χομμουν ιστών έδινε χ* έπα ιρ­
νε. Κάναν 3,τί ήταν ουνατόν γ ίά νά ύποχρεώσουν τίς γυναΐχες τών παλιώ ν άνιαρτών ν' άρνηθοΟν τούς ά'/τρες τους χ :
δσες δέν τό δήλωναν αύτόμκτα χαραχτηρίζονταν ώς εχθροί
τού χαθεστώτος χα ί τίμωροΰνταν άναλόγως. Μάταιος χόπος.
Οί φυλαχές 3λο χα ί πλήθαίναν, <τάν τά μανιτάρια.
Τ ά σχολειά πού έγχαίνίάστηχαν σάν σύμΰολο έλπίδας, τότε πού έφευγε ό λα ίχό ; στρατός, οί έχχλησίες χα ί
οί "παγόδες μετατράπηχαν σέ φυλαχές. Σέ μίά έπαρχία σάν
τό Φ ο ύ -Γ έ ν — είναι Απελευθερωμένο σήμερα — μέ 250.000
χατοίχους περίπου, υπήρχαν 119 χρατηττήρία, ά π ' δπου κ έ­
ρασαν χιλιάδες άνθρωποί, xt ά ν ά ^ σ ά τους πάρα πολλά π α ι­
διά. Στήν πραγμαΜ χότητα, δλο τό Νότιο Βίετ'/άμ άπό τό
Î9 5 4 ώς τό 1960 είχε μεταμορφωθεί σ' ένα τεράστιο στρα­
τόπεδο συγχεντρώσεως.
Κ α \ά τίς μ ε τα χ ί^ σ ε ίς μας, στά Απελευθερωμένα χω ρίά ,
παρατηρήσαμε (ίερίχές φορές πώ ς μέσα στίς μίχρές παγόδες
χαίγαν μασούρια λί6άνί. Αυτές τίς μίχρές παγόδες τίς είχαν
χτίσει οί )^ωρ:χοί στή μνήμη αύτοΰ ή έχείνου τοΰ πατριώ τη,
Επαναστάτη, δουδίστή ή χαοδαίστή. Ή ίστορίκ πού άχούγαμε
τότε ήτανε πάν(ΰ - χάτω ή ï5 ta πάντα.
Αΰτή ή ίστορία έγίνε στά 1955
1960, τότε άχρί6ώς
πού είχαν χηρύξεί *τήν έξολόθρευση τώ ν χομμουνίστών*.

40

Αυτόν πού πιάνα vs τόν πηγαίναν ώμ,έσως στίς έξέδρες
ποΰχαν στήσει στό χέντρο τών χωριών. Τόν άποχρεώvûcve νά χάνει δημοσία δήλωση μετανοίας, γονατιστός
μπροστά στό πορτραΐτο τού Ντίέμ. Ό τ α ν αύτός άρνιόταν νά τό χάνει, α ρχίζα νε νά τόν ύποΰάλλουν σέ χ ίλ ια - δυό
βασανιστήρια, πού στή γλώσσα τους έχείνοί οί μεθύσταχες
τά όνό;Μίζαν ^τό χλου$ί τών γουρουνίών*, ^ταξίδι μέ Νταχότα*, ^ύπο^ρύχίο ταξίδι^, ^ξόρχι^ χτλ. (Στήν τελευ ίκ ία π ε­
ρίπτωση χλείνανε τό θύμα μέσα σ' Sva σαχί. "Ε πειτα ά ρχι­
ζαν νά χτυπάνε τά γ χ ό ν γ χ χα ί νά τόν τρυπ&νε μέ τά σπα­
θιά τους, χα ί στό τέλος τόν 6ρέχαγε μέ 6ενζίνη χα ί τόν χαίγ α ν ε).
Κ αί οί έπαναστάτες, πού έχείνη τήν έποχή δέν διέθε­
ταν χανένα άλλο 6ήμα, ^ξω άπό χεΐνες τίς έξέδρες τοΟ μαρ­
τυρίου, μέ τόν ηρωισμό χ α ί μέ τό θάνατό τους γαλ6άνιζαν
τήν πίστη τοΰ λαού.
Πολλές φορές, ύστερα άπό ένα τ έ π ο θέαμα, όργανω­
μέ νο γ ίά νά τούς τρομοχρατήσεί, οί χω ρ ίχο ί, άντίθετα, μα­
νιασμένοι, ρίχνονταν μέ χέρία γυμνά πάνω στούς σταυρωτήδες γ ιά νά τούς πάρουν τά &πλα τους. Τ ότε χτίατηχα ν οί μίχρές έχεΐνες παγόδες. Χ ίλιες φορές τίς γκρέμισαν οί χωροφύλαχες, χ: άλλες τόσες τίς ξαναχτίσαν νύχτα οί χω ρίχοί,
ξέρο*/τας πώ ς &ν τούς έπιαναν θά χαταδίχάζονταν σέ ΐσό6ια
δεσμά, χ ' ίσως σέ θάνατο.

'Α π ' αύτούς πού 6γήχανε ζωντανοί μέσα άπό χεΐνα τά
ματωμένα χρόνια άποτελεΐται τό σημερινό αρχηγείο τοΟ
Έ θνιχοΰ Ά πελευθερω τιχοϋ Μετώπου τοΟ Νότιου Βιετνάμ.
Μεριχοί 6ρίσχονταν στή Σ α ϊγχόν, δταν τό 1059 αύτοχτόνησαν 931 εργάτες χα ί άνεργοι (έπίση;ίθί αριθμοί) τρελλοί άπό τήν πείνα χα ί τήν άπελπισία.
Οί περισσότεροί ά π ' αότούς ΰραχήχανε μέ 6ενζίνη χα ί

41

πυρπολήΟηχαν. Ηρίν πεθΑνουν γράψαν ένα γράμμα διαμαρ­
τυρίας στόν Ντύέμ. Τ ή ν ίδια Αχρίδώ; έποχή, οί πράχτορες
τής 'Ασφάλειας, στΑ περίχω ρα τής Σαϊγχόν χα ί στό Καμώ,
χΑνανε μίΑν Ανείπωτη έπίδείξη Άνδρκψοΰ*. Πίνανε γ ίά <δυναμωτίχό^ ούίσχυ Ανακατωμένο μέ χολή ^6ίετχόγχ** ^ού
τήν Μ γαζαν άπό χάποίον ζωντανό Αχό μη χρατούμενό τους.
Αύτή ή χκννί6κλίχή πράξη, ά^τόσο, εφτάνε νά γίνε­
ται ενας Αποχρουστίχός φόρος τιμής πρός τό χουρΑγ^ο τών
πατριωτών, δταν ξέρεις πώ ς στό Βιετνάμ τό ΘΑρρος φωλίΑζεί
στό συχώτί xt δχί στήν χαρδίά, σύμφωνα μέ τή λαίχή ëxφραοη.
Στό ΓχίΑ - Ντίν μοΟ Αναφέρανε τό δνομα τοΰ ΧοΑνγχ Τ ρόνγχ - Μπίν, διευθυντή τής Αστυνομίας τοΟ Κού - Σ ί, πού
μόνο μέσα στόν Ό χτώ δρ η τοΟ 1961 ξεχοίλίασ: 13 πρόσω­
πα. Ούτε λίγο, ούτε πολύ, τΑ συχώτ^χ τών ^6ίετχόγχ* γίνανε
τόσο περιζήτητα ώστε περάσανε στή μαύρη ΑγορΑ της Σχΐγχόν. Ε ίχε γίνει πολύ τής μόδας αύτό τό Εδεσμα στΑ τρα­
πέζια τών αιμοχαρών έχεΐνων Αρχόντων. Τό πράγμα φαί­
νεται δτί τρΑδηξε σέ τέτίο σημείο, Αστε ή χυδερνητίχή Εφη­
μερίδα (χαμίά &λλη δέν ΘΑ τό Αποτολμοΰσε) ^Μπουόί* (^Τό
Πρωί*) Ανάφερε έπκτήμως στίς 20 Α πριλίου τοΟ 1961 τό
έμπόρω τών Ανθρωπίνων έντοσθίων, στό δποίο Επιδίδονταν
& Μ. Τ άμ Κ άνχ, Αρχηγός τής ύπηρεσίας 'Ά σφαλείας*
τής Επαρχίας τοδ Κίέν - ΧοΑ.

Ωστόσο, οί παράνομοί Αγωνιστές, Από τίς πρώτες τρομοχρατίχές εφόδους, τρυπώσανε χα ί ζούσανε χΑτω Από τή
γ ή τών χωριών, θαμένοί σάν σπόροί μέσα σέ 6αθ;ές xpu-

* *Β:ζτχ6γχ*. Ή
Αΰτός Ô ^ ο ς
δλονς τοόζ

42

τοΟ

χομμουνκΜ?}'.

άκό τοός χατίοΐτηιέί iscô ^άν ΑκέΒί&κν ΰ*
ixatvy) Axpt6^c τήν έποχή.

ψώνες, ίχοντας έπαφή μέ ενα μόνο πρόσωπο, χρυμένο πολλές
φορές χάτω Από τό νερό, μ ' ëva χαλάμι γιΑ ν^ Αναπνέει.
Είμαι περήφανη ποΰχα τήν τύχη νά μέ παρουσιάσουνε
σ' εναν τέτιο Αγωνιστή. Δυστυχώς δέν μπορώ νά τόν όνομάσω οδτε νά τόν περιγράφω, για τί πρός τό παρόν — 5πως
πάντα Αλλωστε — 6ρίσχετοα. μέσα. ?τής μάχης τή φωτιά,
στό χέντρο μιΑς πόλης χατεχόμε*/ης Από *Αμεριχανούς.
"Ομως δέν θά τόν ξεχάσω ποτέ. Δέν θά ξεχάσω έχείνον τόν έξηντάρη Αντρα, μέ τό παλιό πουλόδερ πού τοΰ Ανέ6αινε ?σαμε τό πηγούνι, χ ' $6λεπες μέσα Από τής χοόρασης
τήν όμίχλη νΑ λάμπουν δυό μάτια γιομάτα φλόγα, χαί νιάτα.
Σ ' όλο τό διάστημα της μαύρης έχείνης έποχής, ό Μ.
ξζησε πέντε χρόνια χάτω Από τή γή . *Έ6γαινε μόνο τή νύχτα
γιΑ νά έξυψώσει τό ήθιχό τών χωριχών χαί νά όργανώσει
μαζί τους τήν πολιτική πάλη. Τόν Αγαπούσαν τόσο, Αστε
δέν μπόρεσαν οί Αλλοι νά τόν πιάσουν ποτέ.

43

X

Νομίζω πώς χανένας λαός στόν χόίηίο δέν ύπόοερε πίό
σίωπηλά τόσα ]ίαρτύρία χαί χανένας δέν σεάάστηχε πίό πολύ
τίς συνθήκες πού ύπόγραψε. "Ο ταν έχείνοί της Γενεύης χολυμποΟσαν στό αίμα χαί μίά άμ^ριχανίχή στρατί ωτίχή μονά­
δα, έν^χυμένη άπό νέες -στροφές <^σνμ$ούλων^ χαί πολεμίχό
ύλίχό, στρατοπέδευε <?τή Σαΐγχόν^ οί πατριώτες του Ν. Βιετνάμ
στωίχά άρνίόνταν νά π έσ ο υ ν 5πλο. "Ελπίζανε πώς ή παγχόσμία χοίνή γνώμη θά τούς 6οηθο3σε νά τηρηθούν οί όρο: τής
συνθήκης χαί νά γίνουν σεβαστά τά δίχαίώμχ,τά τους. Πα­
λεύανε έναντίον της κόλασης, χάνοντας δίαδηλώσείς διαμαρ­
τυρίας, μέ χέρία χενά, άπέ^/αντί σέ μυ&ραλλίοθόλα πού ήταν
στη^^έvα άπένα'/τί τους δχί γ ίά νά φοβερίζουν, μά γ ίά νά
γαζώνουν. Καί γαζώνκν...

Μόνο τό 1959 &ρχκ?ε yà μυρίζει... μπαρούτί.
άπανωτά μαρτύρία πού τρα6οΰσαν οί χάτοίχοί τής ύπαίθρου τοϋ
Νότιου Βιετνάμ, πού δέν τούς άφηναν νά ζήσουν ο&τε μίά
ώρα γαλήνης, προχάλεσαν τίς πρώτες έχρήξείς. Στήν άρχή
δέν είχαν σχέση ή μίά μέ τήν άλλη. *Ετσί, άρχίσαν οί πρώτοί αύθόρμητοί ένοπλοί άγώνες. Αύτό ήταν χυρίως άποτέ-

44

λεσμκ της έπίΟεσης της χυ$έρνησης Ντ:έμ Εναντίον τών
διαφόρων θρησχευτίχών αιρέσεων, χαθώς χ* έναντίον τών
παλαιών άγροτ:χών χαί έργατ^χών στελεχών πού είχο^ν άγ«)ν^στεΐ στό πλευρό τοΰ Β^ετμίν.
"Ομως, στό τέλος γίν/^χε άνάγχη ζωής χυτός ό αγώνας
γιά δλο τό λαό. Γιατί σά νά μή φτάναν δλα τ ' άλλα, οί Ά [s^ptxavoi μέ τήν έπαναφορά τής δίχής τους π ίά άπο:χ:ο^
χρκτίας χ χ ί μέ τά τεράστ:α %ψυχολογ:χά τους σφάλματά
έτο^^άσανε την δεύτερη Α ντίσταση του Νότιου Βιετνάμ.

Tt& νά χατκλά6ε: χανείς τίς γχάφες τοϋ Πενταγώνου,
φτάνε: νά μην ξεχάσε: πώ ς άπό τό Νότ:ο Βιετνάμ ξεκίνη­
σαν έ$ώ χαί αιώνες οί ξίσηχω'ίοί χαί οί επαναστάσεις εναν­
τίον τών φεουδαρχών χα ί τών ξένων είσοολέων.
Οί Νοτίο6ίετναμέζθί μέ ύπερηφάνεία ύπενθυ^ζουν πώς
πάνω άπό 25 χρόγίκ ή χώρα τους ήτκν δίαρχώς ^στών χυμάτων τίς χχΐτες χαί ιών άνέμων τίς χορφέςχ-. Ά π ό τό Δέλτα
τοΰ Μ εχόνγχ ξεχίνησαν στίς 23 Νοεμορίου τοϋ 1940 οί
πρώτες έπίθέσε:ς έναντίον τών Γάλλων έπο:χ:στών. Σ^τό Μεχόνγχ γεννήθηχαν χαί ξέσπασαν, έπίσης, τό Σεπτέμ6ρη τοϋ
1945 οί πρώτες μάχες εναντίον τής γαλλίχής επανεγχατάστκσης, πού άπλώθηχαν ^να χρόνο άργότερα χα ί στίς 6όρε:ες
περιοχές τής χώρας.
"Ετσι, άπό τό 1954 οί Ά μερίχανοί «σύμΰουλο:* άπαλλοτρίωσαν τίς ρυζοφυτείες τών φτωχών χωρ:χών. Αότοί μό­
λις δυό χρόνια τίς είχαν στά χέρ:α τους. Ά π ό τότε δηλαδή
πού μοιράστηκαν ot ρυζόχαμκο: τών δοσίλόγων φεουδαρ­
χών χαί γίνηχε ή &γροτ:χή ;^εταρύ6μ:ση. Σέ χανένα μέρος
του κόσμου δέν αρπάζουν Ατιμωρητί τή γή τών χωρικών.
Ο! καινούργιο: γαιοκτήμονες τώρα είναι οί άνθρωποί του
Ντ:έμ. ^Εχοντας στά χέρ:α τους τήν άστυνο;λία χαί τή χ ω ­
ροφυλακή ποδοπατούν χαί χαταδυναστεύ^υν τούς χ(ύρ:χούς.

45

Αΰτο( ot χωρίχοί ύστερα άπό αίώνες χα ί γ ιά πρώτη φορά,
λίγο πρίν τό 1945 έλεύθεροι, χκλλίεργουν την πλούσια γή
τους, γνωρίζουν τήν εότυχία χα ί χορταίνουν τήν πείνα τους.
Ί'ό Seuiepo <*λάθος& ήταν πού ά ρπαζα ν τούς χω ρίχούς
τοΟ Νότωυ Β ιετνάμ άπό τήν άχυροχαλύ6α τους, άπό τά μνή^ τ α τών προγόνων τους, άπό τούς νερόλακκους δπου πίά να ν
τά ψάρια, κ α ί τούς ^μάντρωναν σάν ά γρ ίθ 6ού6αλα^ μέσα σέ
συρματόπλεγμα *σ ΐρατηγιχώ ν οχυρών*.

Δίχω ς νά ^ξεχωρίσουνε τά ψάρια ά π ' τό νερό&, 5πως τό
θέλανε οί "A ^ptxavot είδιχοί ποΰχαν δία6άσεί — δίχω ς χα ί
νά τό -χατκλά6ουν — τά ]ΑΕγάλχ έπαναστατίχά χείμζνα,
αότό τό σύστημα μεταμόρφωνε κσέ ψάρι τό νερό&. Αύτό πάει
νά π ει πώ ς χάθε χωρίχός, άχόμα χαί 5 μή μάχιμος, γινόταν
μ χχητίχός λίγο - λίγο χάτω ά π' τίς διάφορες νέες πιέσεις χαί
τά μαρτύρια. Κ ' ÊTSt %' ξπχψν$ άμπάριζα δέν περοριζό­
ταν πίά στό νά 6οη9άεί τό ψάρι, μέ τήν πρώτη εύχαίρία γ ι­
νότανε Χί αυτός άγωνιστής.
"Ε ν α περίφημο π ο ΐη )^ , τό Α ύχ - Β ά ν - Τ ίέ ν , γραμμένο
έδώ χ ' %ναν α^ώvc^ άπό τόν Ν γχοΰγ^ν - Ν τίν - Σ ίέ , Π α λ μ ο ί τού
Ν ότω υ Βιετνάμχ πέρασε άπό γενίά σέ γ ε ν ιά χ ί άπό στόμα
σέ στόμα, γ ίά νά γ ίν ε ι άπό τήν πρώτη σ τίγμ ή τοΟ ένοπλου
άγώ να τό π ώ πολυτραγουδίσμένο π ο ίη μ α :

%Οί χωρίχοί μισούν τούς ξένους στρα,τιώτες
3σο μίσοΟν xoti τίς τσουχνίδες^
Γίά μίάν άχό[ία φορά μέσα στήν ίστορία τους, οί χωριχοί εϊχχν 6αλθεΐ νά ξερίζώσουν τίς τσουκνίδες άπό τόν
τόπο τους...
Ά λ λ ά φτό 1 9 6 0 έ έχθρός δέν ίφ τασε κ α 6 άλα στ" Αλο­
γ α . Μεταμόρφωσε όλόχληρο τό Νότίο Β ίετν ά μ σέ ύπερμον­
τέρνα στρατιω τική 6άση, μέ άεροδρόμια, πολεμίχά λίμάν^α
χ α ί άεροδρό^Μα γ ίά 6 ομ6 αρδίστιχά.

46

XI

Ά π ό τήν πρώτη στιγμή, αυτό πού χτύπτρε χα ί στόν
Μπάρτσετ χα ί σ" έμένα ήταν πώ ς όσο έρευγοόσκμε χα ί ρωτού­
σαμε τούς άγωνίστές γ ίά νά προσδιορίσουμε τό γεγονός χαί
τή στιγμή πού ξέσπασε ή Α ντίσταση, δέν μπορούσαμε νά
τό χαθορίσουμε. Σ ιγά - σιγά χα τ α λ ά θ κ ^ πώς 6 ςεσηχω{ώς
γίνηχε σπopαδ^xά χαί σέ διαφορετικές ή{ίερομηνίες. Λύτό
έξαρτίότανε άπό τήν ένταση της τρομοκρατίας χα ί τίς άγρώτητες τοΰ άντ:πάλου. *Ολόχληρα χωριά χαί φυλές, βλέπον­
τας πώ ς πηγαίναν νά τούς ξεχληρίσουν όλοχληρω ΐίχά, ξεσηχώθηχαν xt άρχισαν νά παλεύουν μέ ξύλα, μέ μκ,χαίρία, μέ
λόγχες άπό μπαμπούς μέ δρεπάνια.
Γ ίά χάμποσο %αψό άχόμα 6 άγώνας είχε χαραχτήρα
άμυντί,χό. ^Ομολογώ δτί έμεινα ξερή άπ" τήν 5χπληξη δταν
μ^ΰ δίηγηθήχανε τίς άτέλείωτες συζητήσεις πού γίνανε άνάμεσα στούς παιρσ^τες γ :ά νά χαταλήςουν σέ μίάν άπόφαση
πού θά προσδιόριζε άπολύτως &ν αυτό ή έχεΐνο τό τελείως
πρωτόγονο δπλο πού έφεϋραν χαί τό χρηση^ποίοΰσαν οί χωρίχοί γ ίά ν* άμυνάουν μπορούσε νά δόσε^ λα6ή έναντίον τών

47

Νοτίο&ετνχμέζων, χρησιμοποιώντας το σάν πρόσχημά γίά
τήν ^ τ ά ρ γ τ ρ η τών Συνθηκών τής Γενεύης.

Αύτές ο! συζητήσεις κρατήσανε s να χρόνο, άπό τό
! 959 ίσαμε τό 1960,
Τ ά χωριά ξκνκγύρκκκν στήν παλίά παράδοση της π α ­
γίδάς. Αότή τήν τέχνη τή γνώριζαν χκλά χ ' είχε χρησ^μοποίηΟεΐ μέ έξκίρετίχή επιτυχία στόν πρώτο πόλεμο τοΰ Βίετνάμ. ^τίάχνανε λογίώ - λογίώ παγίδες, έμπνευσμένες άπό
κείνες πού χρησίμοποίοϋσαν γ ίά τ ' άγρίμκχ. Τ ά μέσα πού
μεταχεψίζονταν ήταν άπλά καί 5έν τούς στοίχιζαν .τίποτα,
Χάθε οικογένεια ^χοοε χ ' εκανε σου6λερούς πκσσά^,ους. Τήν
χκτάλληλη ώρα χαί πάντα ξαφνίάζοντας τά τέλεια όπλίσ ^ ν α στρατεύματα, έπίτίθονταν εναντίον τους καί τά παρέ­
λυαν χυρωλεκτίκά, άπό τά ΰψίπεοα ίσαμε τό πλούσίο Δέλτα
τού Μ εχόνγχ.

Ά π ό μαχρίά, καί πολλές <?3ρές κι άπό κοντά, τά χ ω ­
ριά φαίνονται δίχως χαμίά άλλη άμυνα ^ξω άπ" τούς φρά­
χτες τών μπαμπού πού προστατεύουν τά σπίτία, "Ομως στό
6άθος, είναί άναρίθμητες οί παγίδες, οί λάκκος οί τάφρο:.
Σκεπασμένα δλα αυτά Αριστοτεχνικά, σέ κάνουν νά περπα­
τάς τελείάς αμέριμνα πάνω τους. "Ετσί δμως καΛ π α τή ­
σεις 6υθίζεσαί χ* έχεΐ μέσα σέ περίμένουν μυτεροί πάσσα­
λοί, ά γκ ίσ τρ ^, δηλητηριασμένα άγκάθία, Ανάλογα ;ts τήν
περω χή χ^χί τήν έμπνευση τών χωρικών. "Εξω 8μως Απ' τίς
μεγάλες παγίδες ύπαρχου ν χαί χ:λίάδες μικρές πού πιάνουν
&να μόνο πόδι, διαπερνάνε ομως χαί τήν π ώ χοντρή άρ6ύλα.
"Ολα αΰτά eivxt τοποθετημένα γύρω - γύρω άπό τίς χατοίχη^^ένες περιοχές. στούς υδατοφράχτες, σκοοπίσμενα μέσα,
ατίς ρυζοφυτείες, στίς νερομάνες χα ί σ' όλα τά ζωτικά ση­
μεία ένός χωρωϋ.
^Ακόμα καί σήμερα οί χωρικοί διαθέτουν 2να μεγάλο

48

μέρος τοϋ χρόνον τονς γ ίά νά τελειοποιήσουν 3λονς αύτού;
τούς τρόπους ύπεράσπίσης τών Ελευθερωμένων περιοχών
τους. Αυτή ή δουλίά γίνεταί όμαδίχά. Έ πίχεφ αλής ε^ναί οί
γέρο'/τες. Αάτοί ]^έ τήν παλίότερη πείρα τονς χαθοδηγοΟν
χαί διευθύνουν.
"Οπον xt &ν πή γα εΐ$α γυναΐχες χαί χορίτ,Φία (οί Αν­
τρες πΐ^-γαν χαί χ^.τατάχ8ηχ^.ν στόν ταχτίχό στρατό το!)
Μετώπου) νά σχά6ουν τέτίους τάφρους πασσάλων: ^σχά6ουμε τούς τάφους τών Άμερίχανών^^ μοϋ λέγανε. ^"Αν δέν
πείράξουνε τό χωριό μας δέν χίνδυ^/εύουν. "Αν όμως έρθουν
νά μάς έπίτεθονν έρχονται [iôvoi τους πρός τό θάνατο".
Καί φνσίχά δέν ξεχνούν ν' άναρτήσουν μίά π^ναχίδα
στην ε?σοδο, δπου γράφουν : ^Βιετναμέζοι οτρρ/κάτες, αυτές
οί παγίδες δέν ε?ναί γίά σάς άλλά γίά τούς Γίάνγχηδες Επι­
δρομείς^. Φυσίχά αύτό slvat προειδοποίηση γίά τούς στρα­
τιώτες τής ΣαΥγχόν.

'Αδύνατο 6έ6αία γά εισχωρήσεις δίχως είδίχ,ή άδεία
μέσα σ' αυτά τά όχνρωμένα χωρίά. Μόνον οί χάτοίχοί γνω­
ρίζουν πο3 ΰρίσχοντα: τοποθετημένες at πα γίδες — χανένας
ξένος. "Ετσί> λοίπόν, άχολουθοΰμε τόν οδηγό 6ήμα πρός 6ήμα.
πατώντας πάνω στά χνάρία του.
Κ αί μ^ δλα τά^τα, 6 Μπάρτσετ χ ' έγώ άρχετές φορές
χίνδυνέψαμε νά πιαστούμε μόνο χαί μόνο για τί χάναμε ενα
μέτρο δεξίά ή άρίστερά γ ίά νά τρα&ήξουμε μίά φωτογραφία.
Εύτυχώς χάθε φορά ëva φίλίχό χέρι μάς Αρπαζε χα ί μάς
προστάτευε έγχαίρως. Έ χεΐνο πού θαυμάζεις πίό πολύ είναί
ή τελειότητα μέ τήν όποια χάνουν κύτη τή οουλίά. 'Αδύνα­
το νά δκκχρίν^ίς τόν παγίδευμένο τόπο. JÎ έπίφάνε:α τοΰ
έδάφονς, μέ δλη της τή 6λάστηση, 6γαίνεί άτόφία %ί όταν
τελείώσεί ή τρύπα ξαναμπαίνει, έλαφρά σάν πώμα άπό πάνω
της, άχονμπίσμένη πάνω σ' ενα πλέγ{Μκ άπό χαλάμία. Χέ-

49
4

ρίκ μ:χρΑ χ ' έπζδέξία, συνηθισμένα ν& χεντοϋν, Αποτελειώ­
νουν τήν έργοίσία μέ τρόπο θαυμαστό,
EfxocL χρόνία τώρα οί Βιετναμέζοι τελείοποίοΟν τίς
μεθόδους Αμύνης τους. Τώ ρα στό Νότο γίνονται είδίχΑ ^συνέδρία, Α νταρτοχλεφτών δπου διάφοροί Α'/τίπρόσωποί Από
όλες τίς περιοχές έρχονται νΑ ΑνταλλΑξουν Απόψεις χαί νΑ
Αναχοίνώσουν τίς τελευταίες τους Ανακαλύψεις.
Τόν Ίούλίο τοΟ 1964, πού γίνη χε τό δεύτερο συνέδριο,
πήρανε μέρος σίγουρα οί π ώ είδίχευμένοί ΑντΑρτες τοΟ χόσμου. Άποτέλε<ηία ήταν ή Αναχοίνωση 3 0 δίαφορετίχΑν
μοντέλων παγίδοπασσΑλων πού Αποδείχτηχαν χαταπληχτίχΑ ,
χαί 6ρα6εύτηχαν είχοσί έπαρχΐες γίά τήν έφευρετίχότητΑ
τους. Οί περισσότερες Από αύτές Ανήχαν στήν περιοχή τοΟ
Δέλτα τοΟ Μ εχόνγχ χαί στΑ περίχωρα τής Σαί'γχόν. Μεταξύ
τών βραβευμένων ήταν χαί μίΑ δμΑδα xoprcct&v Από τΑ
ύψίπεδα. Έ γ ώ ΘΑΘελα πολύ νΑ δίαχρίθεί xt 6 γέρον­
τας μου, αύτός πού σΑς δίηγήθηχα στήν ίστορία μου μέ τΑ
6ρασμένα φασόλια χαί τίς καρφίτσες, δμως, ίπ ω ς πολύ σω­
στά μοΟ παρατήρησε, οί τέτίες Ατομίχές πρωτοβουλίες είναί
Αναρίθμητες. "Αν ΘΑπρεπε χ ' έγώ μέ τή σειρά μου χΑποίον
νΑ έπί6ρα6εύσω, σίγουρα ΘΑ ξεδιάλεγα έχεΐνες τίς φυλές τών
Ραντέ χαί Zapat πού Χίνηματογραφήσαμε μέσα στή 6ου νίσια
ζούγχλα τους χαί τούς χαταρράχτες, τή στιγμή πού τοποθε­
τούσαν πάνω στΑ δένδρα τίς ^σιωπηλές τους 6όμ6ες)>.
Τ ί ήταν αύτές ; Χοντρά χαί 6aptA τεμΑχία δέντρων —
χατάσπαρτα μέ λΑμες — ^τσί τοποθε τι^μένα, πού όποίοσδήποτε περνούσε Από χΑτω χα ί πατούσε μίΑ λίάνα πού δέν ξε­
χώ ριζε χαθόλου Από 5 λ:ς τίς Αλλες, προχαλοδσε τήν πτώση
αύτοΰ τοΟ τρομερού δγχου.
Στό ίδιο στρατηγείο Αμύνης ε^δα{ΐε χα ί τό δπλο πού Αποχαλέσαμε ^χασαποχόπανο*. Αότό πΑλί ,τί ήταν; "Ενας 6ωλοχόπος φυτεμένος μέ Αχόντία πού Χπεφτε χαταχόρυφα χαθώς χαί χειράμαξες φορτωμένες μέ όγχόλίθους πού χυλοΰσαν.

50

χατευθυνόμενες άπό τίς χορυφές, άποχό6οντας ίτσί τά π ερά ­
σματα, δπως άχρίΰώς γινόταν χαί τόν χαίρό τού χόχλου τών
τραγουδίών τοΟ Ρολάνδου. Πώς λ<χπόν ν* άμυνθεΐ xt ό πίό
έξοπλίσμένος έχθρός άπό τά τεντωμένα τόξα πού σημάδευαν
τό μοναδίχό πέρασμα χα ί τή στιγμή άχρί6ώς πού Ομοίαζε νά
χκτραχυλάεί τό 6ου νό γ ίά νά τό φράξει έχτοξεύονταν δλα
μαζί χαμίά δεχαρίά φαρμαχερά 6έλη πού χ ' ή παραμίχρή
άμυχή τονς προχαλοΟσε τό θάνατο;
Τ ό φαρμάχί αύτών τών 6ελών εΐναί φτιαγμένο άπό χάτί
φυτά πού δέν λυπούνται χανένα χαί μόνον §νας γέροντας τής
φυλής γνωρίζει τό άντίδοτό του. Ό πόλεμος τού μπαμπού
Έτρεψε -εις φυγή va τούς Ά μερίχανούς συμβούλους... Οί Ραντέ
χαί %%ράί στίς έλευθερωμένες περιοχές τών όψίπέδων έχουν
τώρα τό δίχό τους άλφά6ητο χαί τίς δίχές τους έφημερίδες
πού γράφονται στή ΒίΧίά τους γλώσσα.

"Οσο γ ίά τό Δέλτα, αύτό έφτιαξε τήν δίχή του άεράμυνα.
Οί χωρίχοί πή γαν στά δάση χαί μάζεψαν άγρίομελίσσία! Τώ ρα γύρω άπό τά χω ριά πετάνε σμήνη άγρίομελίσσών. Οί χηφήνες, χοντροί σάν χουχί, μ ' ενα τους τσίμπημα
μποροΟν νά σχοτώσονν άνθρωπο. Τ ίς μέλισσες τίς γυμνάζουν
ο! γέροντες. Κρυμένοί μέσα σέ τρύπες, χτυπάνε τίς χυψέλες μέ μίά φούντα άπό Φπάγγους πούχουν χαρφωμένη στήν
&χρη ένός χονταρίοΟ. Οί μέλισσες 3ξω φρενών πού δέν τίς
άφήνουν ήσυχες, άρχίζουν νά μπαίνο6γαίνουν χαί νά ψάχνουν
νά 6ρο0ν αότόν πού τίς ένοχλεί. Οί χωρίχοί χάνουν χαί ξα­
νά χάνουν τό ίδιο πείραμα χ ί όταν 6ε6α:ω0ο0ν πώ ς είναι π ίά
άρχετά έξαγρίωμ^νες θυσιάζουν ενα γουρούνι, τό ά{^ολάνε
τήν ώρα πού χτυπάνε τίς χυψέλες χα ί τότε οί μέλισσες χ ύ ­
νονται μέ τέτία λύσσα πάνω στό ζώο πού σέ λίγο είναι ψόφίθ άπό τά τσιμπήματα. Γυμνασμένοι μ ' αύτό τόν τρόπο x οί

51

χηφήνες, μόλις Αχούσουν τά ρα6δί νΑ χτυπΑε; τίς φωλιές,
χάνονται κάνω στούς στρατιώτες πού πάνε ν& πατήσουν: τά
χωριό, χαί τούς 7Μρίμένε: yuow& ή μοίρα τοΟ γουρουνίοΟ.
*Κπίχίν3υνη έπίΟεση χαί τελείως Απρόδλετττη γίά τούς χυ6ερνηπχούς χαί τούς <συμ6ούλους^ πού δέν δίαθέτσυν χανένα &πλο Αμύνης μέ(^. στόν ^ λ ίίό τα τ^ έξο^λίσμό τους, γίά
ν* Αντιμετωπίσουν τίς πολεμίχές αύτές μέλισσες.
Στό μεταξύ 2τσ; α!φνίδ:ασμένοί χαί προσπαθώντας νΑ
προφυλαχτοΟν άπό τόν χαταίγίσμό τών {κλκκκ&ν, πέφτουν A
Βί&χοπα μέσα στίς προετοιμασμένες παγίδες, Αδυνατούν νΑ
σχοπεύσουν, Αδυνατούν νΑ προφυλαχτοΰν x %τσί οί Αντάρ­
τες χαλΑ ταμπουρωμένοί έπωφελοΟνταί Από τή σύγχυση τοΟ
έχθροΟ χαί τόν κατατροπώνουν.

ΣτΑ χωp^ά μοΟ έξηγοΟσαν μέ τίς ώρες πώς άπΑρχουν
εί5ών - ε!δών χηφ^'/ες. Μερίχοί έπίτίθενταί τήν πρώτη στιγ­
μή, χάνουν τή δουλίά τους χαί γυρίζουν ατή φωλιά τους,
Αλλοί χαταδίώχουν τόν έχθρό σέ Απόσταση έχατοντΑδων μέ­
τρων. Οί π:ό περιζήτητοι χηφήνες eïvat έχεΐνοί πού δέν εννο­
ούν ν" Αφήσου ν αυτούς πού χυνηγ&νε ίσαμε πού νΑ τούς τσιμ­
πήσουν χαί πολλές φορές τούς Αχολουθοϋν χαί ίσαμε τόν χαταυλίσμό τους Αχόμα, χιλιόμετρα μαχρίά. Οί χωρίχοί λα­
τρεύουν τούτο τόν φτερωτό στρατό!
*Τόν πρώτο xatpà πού είμαστε τελείως Αοπλοί μ&ς
προστάτευαν τά μελίσσια ^ ς * , )ίοΰ είπαν.
κΒλέπε^ς τούς Ανθρώπους μποροΟν χαί τούς τουφεχίζουν,
δέν μπορούνε δμως νΑ τουφεχίσουν χαί τίς μέλισσες...*.

52

X II

Κολλημένο μέ ρύζί στόν κορμό ένός δέντρου σ' 5να σταυ­
ροδρόμι, Βνκ μίχρό τρίγωνο χαρτί γράφει: ^ 0 Αγώνας εϊναί
μκχρύς, άλλα χάθε χρόνος είναι χαί μίά πρόοδο;^. Απόφθεγμα
πού σέ χάνεί νά φανταστείς τό χαμόγελο ένός άγνωστου, πού
θέλησε ν' Αφήσεί χάτί δίχό του μ* αυτό τόν τρόπο χαί πού άπομαχρύνεταί μέ τό στρατί ω πχό σαχίδίο στόν ώμο του.

Πραγματίχά άπ' δπου περ&σα^ μέσα άπό τίς Απελευ­
θερωμένες περιοχές, χωρίά, τυπογραφεία, έργαστήρία, δπου
χατασχευάζονταί στοιχειώδη &πλα, έπίστημονίχά έργαστήρία,
δλα Ανεξαιρέτως ε!ναί θαμένα χαί χαμουφλαρίσμένα μέ τήν
προοπτίχή ένός μαχροΰ πολέμου, πού 3σο θά πλησίάζεί πρός
τήν τελίχή νίχη του, τόσο χαί ΘΑ γίνε Tat πίό Απάνθρωπος γίά
τόν Αμαχο πληθυσμό.
«Μαχρόχρονη Αντίσταση*, 2τσί ε!χαν ήδη ΰκφτίσεί οί
Βιετναμέζο: τόν Αγώνα τους έναντίον τών Γάλλων άποίΧίστών.
^Καλύτερα νάχείς προετοιμαστεί γίά μίά πορεία 20

53

χίλ wat fnè
ν* Αναχαλύψείς πώς έφτασες στό τέρμα^, μοΟ
^ήγη^* ^Η ί ύπ^ύθυνος τοΟ ΈΰνίχοΟ ΆπελευθερωτίχοΟ Με
Απέραντη ΰπο[Μ)νή, νά τί Αντιτάσσουν σ' έναν πάνοπλο
^otptA Αρ;Μίυύμένο έχθρό, πού ρίχνει έχατοντάδες τόννω)„ ίχρΐ^χτίχών ύλών πΑνω σέ μίά ρυζοφυτεία, μέσα στή
ζούγχλα, γιά νΑ σχοτώσεί ëvav χου6αλητή ρυζί-οΟ, ένα σύνδ!σ;ω ή μερίχά παιδιά 7Μύ πτγγαίν&υν σχολείο.
^"Οταν Αχονίζείς μέ ύπομονή ένα χο;ί]ίάτί σίδζρο τό χάνείς ΰελόνί*. Αύτό τό σύνθημα είναι γραμμένο χαλλίγραφίχά
χαί το:χοχολλημένο στήν είσοδο ένός έργοστασίου πού πα­
ράγει *ΑλογΑχίκ τοϋ θεοΟ^.
Ό τα ν πήγαμε νά έπίσχεφθοΟμε αύτό τό έργοστΑσίο, ό
διευθυντής του, ό χ . ΝγχοΟγεν - ΒΑν λίονόί, μάς είπε :
*Αότό τό δπλο είναι πολύ ξεπερασμένο πίά. Στήν Αρχή
τής Αντίστασης, τό 1960 μ&ς φάνηχε πολύ χρήοίμο, τότε
άπρεπε μέ χάθε θυσία νά Αρπάξουμε Από τόν έχθρό πολεμίχό
ύλίχό*.
Τό <Αλογάχί τοΟ θεοΰ^ είναι φτιαγμένο Από ένα χομμάτί
χίϋύγχί χαί στηρίζεται σέ 5υό λεπτότατα πόδια (Απ' αύτό
πήρε τό Ζνομά του, γιατί ίχ ε : πόδια λεπτΑ σάν έντόμου).
Γ:ομίζουν τήν χ&νη μέ μπαρούτι χαί σχάγία. Γιά νά τοΟ 6άλιυν φωτιά τρα6άνε ενα σχοίνί.
Η δύναμη τής φωτί&ς είναι Αρχετά μεγάλη, ίχανή Βχί
;tôvo νΑ τρομάξει Αλλά χα^ νΑ σχοτώσεί τούς 6ασανίστές τοΟ
Ντίέμ πού πήγαιναν 6έ6οκοί πρός έναν Απροστάτευτο πληθυ­
σμό, Sayct^Mw/ έχ τών προτέρων ^6ίετχόγχ^, γιά νά τόν τυραννήσουν χαί τόν ληστέψουν. Μπροστά λοιπόν σ'* αότή τήν
Αναπάντεχη Αντίσταση πού έχφραζόταν μέ τήν έχπυρσοχρότηση χαί τήν (ρωτίΑ μεΐναν Αναυδο: χαί δέν μπορούσαν νά
χαταλά6ουν τί ήταν αότά τά ^&γνω3τ!α 6ομ6αρδίστίχά^.
Έ χείνη τήν έποχή ot τίμωροί τών 18 — 20 χρόνων
6γαίναν &π4 τό λαό. Έπίχεφαλής είχαν τούς 6ετεράνους

54

τών προηγουμένων πολέμων, ή Ανθρώπους σάν ιόν ΝγχοΟγεν Βάν - Μονόί πού πρίζαν ρόλο πρωτκρχίχό. %Μέ τίς μπαζοΰχες
πού ήταν φτιαγμένες άπό τσίγχίνα χίούγχία, μέ τά ψευτοτούφεχά μας πού τά χό3αμε μ^ ένα μαχαίρι άπό τόν χορμό
μί&ς μπανανιάς, ?{w -to a γίά νά φοβερίζουμε τόν έχθρό, χα
τχφέραμε ν* άρπάξουμε τά πρώτα
ντουφέχία μέ τη σφραγί­
δα M ade in U .S .A ., τά πρώτα }κας μυδρΛλλίθ6όλα, χαί λίγο *
λίγο μ* αυτά τ& έφόδία σχηματίσαμε τίς πρώρες όμάδες τοΟ
άντάρτίχου. Εθελοντές, άλλο τίποτα γ ί' αύτές τίς Αμάδες*.
Δέν ύπήρξε οίχογένεία πού νά μήν χαταπίέστηχε, άχόμα χαί ή μεσαία τάξη χαί ή εύπορη 6ασανίστηχε. 'Έτσι
έξηγεΐτκί πώς άπό τίς 2 0 Δεχεμ6ρίου τοϋ I 9 6 0 μπόρεσε νά
δημίουργηθεΐ τό ^Εθνίχό Άπελευθερωτίχό Μέτωπο τοΟ Νό­
τιου Βιετνάμ μέ τήν απόλυτη συμμετοχή χαί τών τεσσάρων
τάξεων δλων τών θρησχείών, τών μειονοτήτων χαί τών χομμάτων...
Ά π ό τότε λοιπόν διάφορες Οπλισμένες Ομάδες, πού ήταν
δίασχορπ^σμένες σ' άλόχληρη τή χώρα, συγχεντρωθήχανε χάτω άπό ένίαία δ:οίχηση χ%ί συντονίσανε τή δράση τους.
*Πρίν νά δημίουργηθεΐ τό Μέτωπο, ύ π ο γ ρ α ^ ζεί ό χ.
Νγχοϋγεν, ό έχθρ^ς μποροϋσε νά συγχεντρώσεί άξίόλογες
δυνάμεις, πράγμα πού τοΟ έπέτρεπε νά τσαχίζεί χαί τή^ άντίσταση. "Οταν δμως ή άντίσταση γενίχεύτηχε, έμεΐς. τοϋ
Νότιου Βιετνάμ, άρχίσαμε τίς συστηματίχές χαί πολύπλευρες
έπίθέσείς μας, χάνοντάς τες 5λο χαί πίό συχνές, δλο χαί πε­
ρισσότερες χαί σέ άπειρα σημεία, 2τσί πού λίγο λίγο χαί άπό
χρόνο σέ χρόνο έχουμε πολύ λίγότερες άπώλείες.
#0ΐ πρώτες μονάδες μας πκρονσίάστηχαν σάν Αμάδες
Ενοπλης προπαγάνδας#. Α&τίς γίνηχαν Απυρήνας τοΰ ταχτίχοΟ στρατοΰ τοϋ Μετώπου πού σήμερα έχεί περάσεί στήν
έπίθεση. ^Ετοί στό παρελθόν οί πρώτες άνιάρπχες όμάδες,
πού δημίουργήθηχαν τό 1944, πολλαπλασίαζό^νες άπό χρο­
νιά σέ χρονιά γίνηχαν τό 1945 Ενας στρατός οργανωμένος

55

νίχη σάν έχείνη τοΟ Ν τίένMfMÎÿ

'Σ τά
6ρίσχόμουνα στήν ίδίαί-τερή μου πατρίδα
ί!ϊήν Κοιλάδα τών Σχίνων. Η μονάδα μας γεννήθηχε χείνη
τήν Ανοιξη μέσα στούς χάμπους τών ζαχαροχαλαμίών, σ' Sya
ζαχαροπλαστείο^. Αύτά μάς δ^γεΐτα ί μέ τή σεψά του & συγ­
γραφέας Τράν - X tè - Μΐν*, πού έπκτκέπτετχί μαζί μχς τό
έργαστήρ:ο τών δπλων.
^Τότε είχαμε πολύ περισσότερους σουγιάδες παρά ντουφέχία. Τώρα μπ<?ρώ νά τό πώ, 8έν είναι πίά στρατίωτίχό μυortxô: Εεχίνήσαμε 11 Ανθρωπος Sva Τόμοον δίχως χαπάχί,
δυό μυδράλλία χαί δυό ντουφέχία.
χατασχήνωσή μας, έχει πού συνανηούμαστε μετά
άπό τίς διάφορες άποστολές μας στήν όποκθρο, ήταν ή μίχρή
φ&μπρίχα τοΟ μπάρμπα - Μπάί. χτισμένη }Μ&χρίά άπό τούς δρό­
μ ο ς . 'Εχείνη πού όνο;ι&ζαμε ^μαμά Μπά.* Ερχόταν χαί μάς
τάίζε μετά τά μεσάνυχτά. Τύλιγε τό ρύζι, πού τάφτίαχνε άπό
τήν προηγούμενη ήμέρα, μέσα σέ φύλλα μπκνανί&ς, τό6αζε
μέσα στό πανέρι της χκί μέ τό χάραμα τής αόγής γλισ­
τρούσε χοντά μας. "Αν τήν συν %/τοΰσε χανείς θάλεγε πώς
πάει νά τα^σεί τά πουλερίχά της, δμως στήν πραγματ:χότητα ξπαίζε τό χεφάλί της.
*Ot 'Α{^ερίχανοί χαί & Ντίέμ μάς είχαν χάνει τέτίον πό­
λεμο πού μάς θεωρούσαν δλους σχοτωμένους ή άνίχάνους
πρός μάχην. Νομίζανε πώς ήτχνε άπολύτως στό χέρι τους
νά φκάξουν τίς όστεοθήχες τους.
Αξαφνα έχείνη τήν Ανο:ξη το5 1 9 6 0 χατκλά6ανε πώς
είμαστε δυνατοί. Καί ζωντανοί! Οί πίό οχληροί άπό τούς 6α*
Tpdv - Xté - Μίν. Ά^ΐίτ^όίίρος t-ής ^*Etanp!ag Συγγρ^φίω^
χ^ί Κΰίλλίΐίχνβ^^ το3 Ν. Btt*c\cbp.

56

σκνίστές μας Αρχίσουν νά τρέμουν. Μέ τούς Εντεκα Αντάρτες
μας χατκλάθκμε έχθρίχές θέσεις, μπλοφάροντας. Χίλίους δυό
τρόπους έφευρίσχαμε γ:ά νά τούς χ&νονμε νά πιστέψουν δτί
είμαστε πολλοί. ^Ρεύτίχα δπλα, 9όρυ6θί παράξενοι χαί ύπο6ληηχοί, μέ γχόνγχ χαί τάμ - τάμ, ^ωνές όμαδίχές πού
όψώνονταν ξαφν^ά άπό χωριά όλόχληρα, χαθώς τούς εί­
χαμε όρμηνέφεί νά χάνουν. Τ ό στρατήγημα ένός παιδιού, ή
συμ6ουλή ένός γέροντα ëxava τήν πλάστιγγα νά γείρει πρός
τό μέρος μας.
*Ένίσχυμένη μέ πολλές 5ίχ&δες νέων πολεμιστών έχεί'/η
ή ^ίχρή όμάδα πού γε^/ήΟηχε μιά νύχτα στοΟ γέρο - Μπάί
πήρε 5να δνομα: ^Τάγμα 502^ χαί τή σημαία τοΟ Μ ετώ π η ,
χόχχίνη μπλέ μέ χρυσό άστέρ:.
^Μεταξύ μας ε?χαμε χαί πολεμιστές πού Ανήχαν στήν
θρησχευτίχή αίρεση τών Χοά - Χοά, πού προσπάθησε 6
Ν πέμ ν* Αποδεχατίσεί.
*Τ ό ^Τάγμα 502^ μεγάλωσε σάν τόν ήρωα Φού - Ντόνγχ*,
μέ τή 6οήθείΚ χαί τήν άγάπη Ανθρώπων σάν τόν γερο - Μπάί.
Μάς 6οηθοϋσαν μέ τούς πολίτίχούς τους Αγώνες, χαθυστεροΟσαν μέ χάθε τρόπο τήν προώθηση τών Αν5ρείχέλων στρα­
τιωτών πού φτάναν ςαφνίχά, τούς χερνοΟσαν άλχοόλ άπό
ρύζ^ πίάναν ψίλοχουΰέντα μαζί τους, τούς μεθούσαν χαί τούς
χλέ6ανε φυσίγγια χαί ρπαρούτη πού τά στέλνανε σέ μάς.
'Π ολλές φορές, Βταν είμαστε άχόμα %νας μίχρός πυρή­
νας χαί ό έχθρός σέ θέση νά μάς χυχλώσεί, οί Ανθρωποί μ&ς
λέγανε: *Μήν έγχατοίλείφετε τήν περιοχή. Σ&ς Αναλαμβά­
νουμε. "Οσο ζοΟμε δέν θά πάθετε τίποτα*. Καί χρκτούσανε τό
λόγο τους*.

* Φοΰ - Ντόνγχ. Μο8ίχ6{
Ό θρύλος λέ^ί κώς 5ta.v ήτ&ν
καΛ!,
{ΜγΑλωσί χ* Sytvt γίγ<χντΛς vd σώ*
ιήν χκτρίόΑ loo Από τήν
ξένων χζ,τκχττιτ&ν.

57

Τήν ώρα πού οί φίλοι μας μάς δίηγοΰνταί δί,άφορες άναμνήσείς τους, ή χάρη τοϋ Νγ-χΦύγεν, μ^6ητρίθύλα 10 χρονών, φέρνει μίχροσχοπίχά φλυ^ανάχία- δίαχοσμημένα μέ δρά­
κους, χ ' %πείτκ Εξαφανίζεται. Πίνουμε πράσινο δυνατό τσά:
δίχως ζάχαρη. Π ίΐάω τότε έγώ μίά κραυγή: ^ΟύτετίοΟ*. Δέν
πάει χαί πολύς χοκράς πού ξμ^θα τί σημαίνει αΰτή ή κραυ­
γή πού είναι ή σύντ[ίηση τριών λέξεων πού σημαίνουν 'π ί­
νε τσάι δυνατό* καί τό μεταχεφίζόντουσαν ήδη στόν πρώτο πό­
λεμο τοΟ Βιετνάμ, Μ' αΰτές τίς τρεις λέξεις μπορεΐς φαίνεται
νά κάνεις ëva σωρό λογοπαίγνια, χαί οί παρτιζάνοι 2 0 χρό­
νια τώρα δέν χουράστηχαν νά τό έπαναλ&μ6άνουν.
Μόλις Ε6γαλα τήν χραυγή μου σχάσαν δλοί στά γέλί^.
*Σου3άμί άνοίξ^*, είχα 6ρεΐ τήν είσοδο τής συνενοχής. Πλησίασαν οί έργάτες τοΟ άτελ:έ χαί σέ λίγο μέ τή σειρά μου —
δπως γινόταν συνήθως άλλωστε — ύφίσταμαί έγώ μ^ά άτέλεί.ωτη σειρά έρωτήσεων. ^Πώς ήταν όργανωμένο τό Γαλ­
λικό Άντάρπχο στήν κατοχή. Πώς ήταν τών Άλγερίνών
χαί στό Κογκό πώς πάνε τά πράγματα....*.
"Οπως παντοϋ, ίτσί χ* έ8ώ μάς φορτώνουν χαμόγελα
καί μ&ς ρωτάνε: "Τ ί ίδέ'Χ 5χουν στόν τόπο σας γίά τόν
άγώνα ;^ας;^. "Οταν κάποτε εγκαταλείπουμε τό δάσος καί
6γαίνουμε στή δημοσιά, παρατηρούμε πώς 6 δρόμος πού εί­
χαμε περάσεί πρίν χ* ήταν τελείως καταστραμένος, 2χεί ξαναφηαχτεΐ άπό τό λαό πού τόν είχε ό ίδιος χαταστρέψεί γίά
νά έμποδίσεί τήν !λευση τών *Αμερικανών.
*Τόν διορθώσαμε, λέεί δ Μίνχ, γίατί είμαστε σίγουροι
πώς οί Αμερικανοί δέν θά τολμήσουν νά μάς έπίτεθο&ν άπό
τήν ξηρά. Τώρα αύτός δ δρόμος είναι χρήσιμος γίά τό Λαϊχό
Στρατό*.
Τό σούρουπο πέφτεί χαταχόκχίνο πάνω στίς σχεδόν Apiμες ρυζοφυτείες.
Eivat άραγε μόνον τό άντίφέγγίσμα τοΟ ήλίου ή χαί ά­
πό τήν άεροπορίχή έπίθεση πού άχούγαμε λίγο πρίν νά σφυ-

58

ροχοπάεί χάπου έχεί στό 6Αθος, xt Αναψε Αχόμα μίΑ πυρ*
χα γώ δπως σχεδόν χάθε μέρα ;
*Μαχρύς 8Avat ό Αγώνας, %λΕγ: τό Αποχαψετκπήρίο
τοΟ στρατιώτη χολλη;ίένο μέ ρΰζί πάνω στήν μπανανιά. Α λ ­
λά χάθε χρόνος 8Αναί χαί μ^Α πρόοδος^, προσθέτει.
*ΣτΑ 1965 δέν έχουμε πίά Ανάγκη Από *τ" Αλογάκια
τοΟ θεοϋ^, μ&ς ίλεγε ό χ . Νγχοϋγεν. "Ολος μας ό λαός afvat
χαλά όπλίσμένος. Κάθε μήνα παίρνουμε τόσα δπλα 5σα χρει­
άζονται γίά νΑ όπλίσουμε ενα τάγμα. Ot Αριθμεί πού σάς δί­
νω efvat αύτοί πού Αναφέρονταί Από τόν έχθρό^.
Τούς Αχούσα ν' Αναφέρονταί Από τό B .B .C . στό τρανζί­
στορ μου. 'Ωστόσο τό έργαστήρί μας δέν παύει νΑ δουλεύει.
Τούς είδαμε νά φτιάχνουν νάρκες Από τό περιεχόμενο
6ομ6ών πού δέν έσχασαν. Βέ6χία οί ΑντΑρτες πού μαζεύουν
αΰτό τό ΰλίχό ξέρουν πώς παίζουνε τή ζωή τους χορώνα
γράμματα.
Ά ρχετές φορές συναντήσαμε σέ δρόμους έλευθερωμένων περιοχών μίά παράξενη συνοδεία. "Ητανε χωρίχοί πού
με.ταφέρανε σ' ένα Από τά έργοστάσίΑ τους μίά τέτία 6όμ6α.
Κρεμασμένη σ* ëya χοντάρί πού κρατούσαν δυό Αντρες Απ' τίς
δυό Αχρίες, ή 6όμ6α χουνίόταν σάν σκοτωμένο χυνήγί.

59

xm

Μέσ<κ στόν πράσινο λα6όρίν0ο της ζούγχλ%ς, ^τχν άπ^ τά
πρωί ?σχ;^ε τά 6ράδί άχολουθοΰμε τούς Αντάρτες, Αρχίσω νά
πίάνω τόν μίτο τής Αριάδνης. Ανάμεσα άπά τούς θάμνους μέ
τίς σΐρίμένες ρίζες, μέσχ στά δάση μέ τίς λκτάνίες, στά
δίάφορχ σταυροδρόμι πού μπλέχονι^( άνάμεσά τους χαί γί­
νονται τρίστρατα χαί τετράστρκτκ, Αναγνωρίζω δυά χλωνάptx στκυρωτά πού χλείνουν τή δίοδο, λίγο ρύζι πού π%σπκλίζεί χκί χχράζεί ^vx δρομάχί, δυό φοίνίχόφυλλκ σέ οχ-^μα
στχυρού πού φράζουν τά πέρκσμκ, 6λχ τ^0τ<χ σ η μ ά δ ι τοΰ
Κοντορε6υθούλη, πού V άφησχν ot στρατιώτες τοΰ άνίχνευτίχοΰ άποσπάσματος γίά μχς, γίά νά μάς προφυλάξουν άπά
χάποιο στρκδοκάτημΰί πού θά

ε6γαζε σέ έχθρίχή περίο-

χ ή . Αότές οί έχθρίχές θέσείς πού 6ρίσχοντχί περίχυχλωμένες άπό τίς έλεύθερες ζώνες

τροφοδοτοΟντ^ί μέ έλίχόπτερχ

χ<λί Αλεξίπτωτα. Ά π ό χοκρό σέ χ^ίρά άχούγοντκί χανονίές ή
μυδρχλλίοΰολίσμοί. Οί &ντρες προσπχθοΰν άπό μ^χρίά νά
χτυπήσουν τά χωριά η χάποίχν Αποστολή. Πολλές φορές χανονίο^ολοϋν χκί στά χχλά χχθούμενα- ίσα - ?σα γίά νά θυμήσουν

60

τή γελοία τους ΰκαρξη σ' αύτά τά μέρος ^ γιά νά άνεθάσουν
τά πολύ πεσμένο ήθίχό του στρατού τους.
«Σάν τίς στραχαστρουχες που πεταμε τίς γ ερ τές γίά νά
8ίώξουμε τά χαχά πνεύματα^, λέει έπιγραμματίχά 6 Νγχέ.
Κάποτε ωστόσο συμδαίνεί χάποίος άπό μας νά χαθεί.
Συνήθως αύτοί πού τό παθαί'/ουν είνα; ot έπίδίορθωτές τών
ποδηλάτων.
Τ ά ποδήλατα, όπως ςαναείπαμε, άπό τόν χ κ φ ό τού
Ντίέν - Μπίέν - Φού γί'/ανε τό πίό πσλύΐίμο χαί πιό έξυπηρετίχό μέσον συγχοίνωνίας. ^Ωστόσο χαθώς περνούμε μέσα άπό
περιοχές γεμάτες άγχάθία συχνότατα σπάνε τ ά λάστιχά/Ε πει­
δή, όμως, δέν πρέπει νά χασομεράμε, έξαχολουθοΰμε τήν πο­
ρεία, άνε 6αίνοντας στό ϊδίο ποδήλατο μ" ëvav άλλο σύντροφο
χαί άφήνουμε τά χαλασμένο -ποδήλατο στόν δωρθο)τή.

Αύ-

τός όταν τελειώσει τή δουλειά του θ&ρθε: νά μάς συναντήσει
στήν έπόμενη στάση ποδχουμε προγραμματίσει, ή τήν άλλη
ήμέρζ ικά.
"Α ν λοιπόν α ά 'ό ς παραπλανηθεί χαί χάσει ?ό μονοπάτι
πρέπει νά περπατήσει ώρες xt ώρες χαί νά περάσεί μονα*
χός του τή νύχτα. Σ ' αυτή τήν περίπτωση οί σύντροφοί λένε:
χΆπόψε αυτός θά φάε: τό ρύζι του μέ τούς πίθήχους*.
Κάθε φορά πού μάς συνέΰΰκνε χάτί τέτω έτρεμα. "Ελε­
γ α -— πάει θά τόν σκαράξεί χάποίο άγρίμί ή θά τόν πίάσουν
οί έχθροί. Ω στόσο ευτυχώς δέν γίνηχε ποτέ χάΐί τέτ^ο. «Μή
<ρο6 άσαί — μου §λεγε 'ό ΰουί, ό άρχηγός τής άπο 3τολ % .
Κανένας Αμερικανός δέν τολμάει νά μπει μέσα στή ζούγ­
χλα, άλλωστε δέν θά έπίζοΰσε χαί πολύ,

ζούγχλα ε?ναί

φίλη μας, είνκ; τό άχυρά μας. "Ο σο γιά τόν παραπλανημένο
σύντροφο μή νοιάζεσαι. ίϊέντε χρόνια τώρα πού vat [λαζί μας
εχεί μάθει 8λες τίς τρύπες χαί τά τερ,τάκα. "Εχεί [Μίζί του
%,τί πρέπει. Ρύζι, χούνία χαί τουφέχί. Ά π ό τίς τίγρεις 8 έν
κινδυνεύει. Οί τίγρεις δέν έπίτίθενταί πο.τέ σ' άνθρωπο πού

δέν είναι πληγωμένος. Φτάνει νά μείνεις όρθός Χί άχίνητος
άπέναντί τους, xai τότε φο6οΰνταί έχεΐνες*.

"Ολο χαί προχωροΟμε. Βαφνίχά, μπροστά σ' ένα
χος τής ζούγχλας, άπ' δπου δέν φαίνεται άπό τήν πρώτη
τιά χαμίά δίοδος, 6 Βουί μάς λέεί νά χατε6οϋμε άπό τά
δήλατα. Προχωρούμε μέ πολύ χόπρ πίσω άπό τό Νγχέ
χ46εί τίς άγχυλωτές λίάνες.

τεϊμα­
πο­
πού

Ό Νγχέ είνχ: 6ετεράνος. Είνα: τώρα 4 0 χρονών. ΤοΟτος & χωρικός τοΟ πέμπτου τομέα είναι χγέρος^ γίά τούς el·
χοσάχρονους ποδηλάτες πού μάς άχολουθοΰν.
Εέρω πώς θέριζε: τ άγχάθία γιατί μερίχά άπ' αότά
μπορούν νά μάς προχαλέσουν πυρετό. *0 Νγχέ είνα: δ προ*
σωπίχός μου σωματοφύλαχας. Μέ προστατεύω χαί άπό τά
δηλητηριώδη φυτά, πού φυσίχά δέν τά γνωρίζω, άπό τότε
πού μέ είδε νά χό6ω &νχ λουλούδι πού σέ γεμίζει άμέσως
σπυριά. Μέ τέτωυς Ανθρώπου; αισθάνεσαι τίλείω ς Ασφα­
λής δ,τί χί άν συμθεΐ.
Μετά άπό δυό - τρεις μέρες πορεία χαί άρχετές 6δέλλες
πού μάς χόλλησαν, φτάσχμε σέ μίάν όπόγεία είσοδο. Κατε6ήχαμε μέ μίά σχάλα χ ρ ε^ σ τ ή . Μάς ύποδέχεταί ήλεχτρίχό φώς. Ά π ό τόν χαίρό ποΰχουμε νά δοΰμε χάτι τέτίο σχε­
δόν εΐχαμε ξεχάσεί τήν ύπαρξή του. Ε^ίαστε μέσα στό στούν­
τιο τής *Ρά5ίο-Α πελευθέρω σης* άπ' 8που γίνονται 9
έχπομπές χαθημερίνά, δίνοντας νέα άπό τίς μάχες, 5ία6ί8άζοντας έντολές άπό τό Άπελευθερωτίχό Μέτωπο τοΟ Νότιου
Βιετνάμ χαί άπ' δπου άχούγεταί ή έχπομπή : Οί Νστίο6ίετναμέζοί μώοΰν στούς Νοτίο6ίετναμέζΰυς 5χί πίά άπό άλλον τό­
πο, Αλλά μέσα άπό τά 6άθη τής δίχής τους γής.
Αυτοί ο! ραδίοφωνίχοί στ-χθ(!ίοί έγχαταστάθηχαν ;^σα
στήν χαρδίά τής ζούγχλας άπό τόν Γενάρη τοϋ 1962.
Ό λ α είναι θαμένα. Στούντία έγγραφής, χύματα... Ή

62

Δεσποινίς, Ελεύθερο Νότίο Βίετνάμ, χαθώς άποχα,λοϋσε ό
Μπάρτσετ τήν πρώτη έχφωνήτρία, είναί ^να νεαρότατο χορίτσί
πού τό λένε Ξουέμ Βί4τ. Οϊ δυό χονδρές χοτσίδες της πλαι­
σιώνουν δυό τεράστια μάτια πού ο! έλπίδες τά χάνουν άχόμα
πιό λαμπερά. "Ε(^νε στή Σαΐγχόν, ^χοάε χάθε σχέση μέ τούς
δίχούς της γ;ά νά μπεΐ στό άντάρπχο. Στό δάσος 6ρήχε μίά
άληθίνή οίχογένεία. Γίά χίλίάδες Βιετναμέζους ή φωνή της
sivat ή φωνή τοΟ ήρωίχοΟ Νότου.
*ΰοτέ δέν είχα φα'/ταστεί πώς μπορεΐ ν^ίχα μίά τόσο
μεγάλη τύχη στή ζωή#, μοϋ έμπίστεύθηχε χάποτε ή Βίέτ.
"Ολα τά μηχανήματα φτιαχτήχανε μέ χομμάτία πού άγοραστήχανε στή Σαΐγχόν. Διάφορες μάρχες— γαλλίχές, άμεριχάνίχες χλπ. "Οσο γίά τήν γεννήτρια πού είναί πάνω άπό ξναν τόννο, ^φτασε ίσαμε δώ άπό 5να θαΰμα, ëva άπό τά μύρ:α θαύματα πού χαθημερίνά γίνονταί οτό Ν. Βιετνάμ.

* 0 Νάμ, πού ήταν έργάτης στοΰ Σιτροέν τό 1952 (έχε!
τοΰχοψε μίά μηχανή Sva του δάχτυλο) μ&ς διηγείται σάν
μίά πολύ Αστεία φάρσα τή μεταφορά αάτής τής μηχανής.
Κί άπό πο9 δέν περάσανε! Χιλιόμετρα χαί χίλίόμετρα τήν
μεταφέρανε στήν πλάτη άπό τή Σαΐγχόν χαμουφλαρίσμένη
μέ φύλλα.
Περάσανε μέσα άπό έχθρίχές γραμμές, μέσα άπό ρυζοφυτεΐΕς, γίά ν' άποφύγουν τούς δρόμους πού έλέγχονταν,
φτιάξανε χαρότσία χαί τήν σύρανε ίσαμε τά ποτάμια. Σέ (ttà
διαδρομή ή έλαφρίά φελούχα δέν μπόρεσε ν* άντέξεί τό 6άρος τής μηχανής χαί 6υ8ίστηχε. "ΕπρΒπε λοιπόν νά τήν ψα­
ρέψουν γίά νά τήν 6γάλουν άπό δέχα μέτρα 6ά0ο^ χαί νά
τήν φέρουν ίσαμε δώ.
ιΦυσίχά, δίηγεΐτα; ό Νάμ, 5πρεπε νά μποΟν πίά στό
μυστίχό ot χωρίχοί ίχείνης τής περωχής. Μέ τήν δίχή τους
6οήθεία λοιπόν χαταφέραμε χαί τήν 6γάλαμε ^ξω άπό τό

63

νερό χαί μεταφέραμε μέσα, στή νύχτα αύτό τό μέταλλο πού ζύ­
γιζε εναν τόννο. Τώρα nt& είναι Ασφαλής μέ συντροφιά μό­
νο τίς τίγρεις^.
Ποτέ, &ν χαί χάνανε 5λες τίς δυνατές προσπάθειες, δέν
χατάφεραν οί Άμερίχανοί ν' άναχαλύψουν χαί νά έπίσημάνονν τόν τόπο της έχπομπής τον ΈθνίχοΟ ΆπελευθερωτίχοΟ
Μετώπου.
Ό μόνος τρόπος γίά νά ί μποδίσουν τίς έχπομπές μας οί
Αμερικανοί, ίχπομπές πού άχούγοντα; άχόμα χαί στή Σαίγχόν πολύ περισσότερο άπό τό χραπχό ραδιόφωνο, είναι νά
μας χάνοον *πόλεμο χνμάτων*.

Ή Σαίγχόν όργανώνε: έχπομπές άπό πείρατκχούς σταθ­
μούς, μέ τό σήμα τον ΆπελενθερωτίχοΟ Ραδίοφώνον χαί
5ίκ6ί6άζεί ψεύτίχες όδηγΐες πού δήθεν δίνο-^ταί άπό τό Μέ­
τωπο. Οί Νοτκο6ίετναμέζοί όμως δέν πέφτουνε στήν πα­
γίδα. Αύτές οί ραδίοφωνίχές προδοχάτσίες δέν είναι γ ί' αύτούς παρά μίά παραπάνω Απόδειξη γίά τήν άχτίνο6ολία τοΟ
ΈθνίχοΟ Μετώπου πού τήν άναγνωρίζεί χαί & ΐδ;ος ό έχθρός.

64

XIV

Έ χείνη τήν έχοχή γύρω στά Χριστούγεννα τοΟ 1964, &
χ. Ταίηλορ Βρισκότανε στή Σαϊγχόν, προσπαθώντας— μάταια
όμως — νά ξαν^πάρεί τήν πρωτοβουλία τών στρατιωτικών
έπίχεψήσεων. "Ηδη στό Νότιο Βιετνάμ δέν ύπαρχε ο5τε μιά
ζώνη Ανεπηρέαστη άπό τό Εθνικό Μέτωπο, καί στά προά­
στια Ακόμη τής πρωτεύουσας πολλές φορές Αχούγονταν τό
μουγχρητό τών κανονιών τοΰ Λαΐκοΰ ΣτρατοΟ.
Οί 13 Απανωτοί τυφώνες πού θερίσανε τό Νοέμβρη τοΟ
1964 τήν περιοχή τοΟ Κέντρου τοΟ Νότου, δέν Αναχόψανε οΰτε χατά τό έλάχκττο τήν πρόοδο τοΰ έθνίχοϋ x tνήματος
πού Αναπτύσσονταν σάν άλλος σίφουνας πρός Βλες τίς χατευθύνσείζ, περώαμ<6ανομένων καί τών χατεχομένων πόλεων.
Παντού συναντούσαμε άντρες χαί γυν^ϊχες σάν τόν έργάτη
Νάμ, γεμάτους αισιοδοξία χαί έμπ:στοσύνη, ίχοντας πίσω
τους eïxost xpôvtot σκληρών Αγώνων χαί χαχουχκΐίν ποΰπρεπε
ν* Αντιμετωπίσουν μονάχοι. *Όλο<. τους τώρα ήταν χαρούμενοι
γίατί ή νίχη τους γράφονταν στή ζωή τους ;^ρα μέ τήν ήμέρα.
^'Εδώ χαί τρεις μήνες, λέγανε, τό Ελεύθερο Ραδιόφωνο

65
6

δέν suave παρά τρεις έκπομπές. Σήμερα μας $iv€t έννίά. 0^
εφημερίους μας έχδίδονταί κανονικά χ" alyat εφάμιλλες μέ τίς
χυ6ερνηΐίχές. Σχήμα, φωτογραφίες, έγχρωμες σελίδες, τί­
ποτα δέν παραλλάζει. άπό τά έντυπα τής Σαϊγκόν, καί σχε­
δόν πουλιούνται άπροκάλυπτα. Κάθε πολιτικό κόμμα πού
συμμετέχει στό Μέτωπο εχεί καί τό έντυπό του, συμπερώαμ6ανομένοο χαί τοΰ κομμουν:ατίχοΰ κόμματος (Ααΐχό Ε π α ­
ναστατικό Κόμμχ) πού ιδρύθηκε τήν 1 Όχτωορίου 1960 ά­
πό παλιούς αντάρτες τής άντίστοσης. "Η συντονιστική έπίτροπή τών θρησκευτικών όργανώσεων ^χε; δική της έφημερίδα^

Στή Σαΐίγκόν γίνονται πραξικοπήματα τδνα πάνω στ"
άλλο. Γύρω μας κανείς δέν ένδίαφέρεταί γ^ αυτούς τούς σχυλοκ^υγάδες.
πραγ;ίατίκή κυβέρνηση του Νότιου Β ιετ­
νάμ είναι τό Έθν:χό Μέτωπο^, λέγανε.
Καί πραγματικά stvat καταφάνερο γίά δποιον δέν τα­
ξιδεύει μόνον μ* έλίχόπτερο, δτί τά πάντα 6pi?xovrat στά
χέρια τών διαφόρων χεντρίκων έπίτροπών τοϋ Μ .Ε.Α. (Αίέτ(ί)πο 'Εθνικής Απελευθέρωσης) πού κατευθύνει οχ; μόνον
τήν οικονομία άλλά καί τήν τάξη άχόμα τής χώρας. Οί διάφο­
ρες αύτές έπίτροπές αντιστοιχούν σέ ίσάριθμα ύπουργεία,
δπου άντίπροσωπεΰονταί τά κόμματα καί οί θρησκευτικές πα­
ρατάξεις πού άπαρτίζουν τό Μέτωπο. Οί άντίπρόσωποί τους
δημοκρατικότατα λαμβάνουν μέρος σ' δλες τίς άποφάσείς.
"Ετσι, άπό τό 1964 τό όπουργεΐο Παιδείας ένοποίησε τό έχπαίδευτίκό πρόγραμμα
δλο τό Ν. Βιετνάμ καί έξέδοσε τό
ίδιο τά σχολί,χά 6;6λία.
Τ ά παιδιά των κατεχόμενων πόλεων πάνε συχνά στά
σχολεία τής ελεύθερης ζώνης, πού δέν 6ρί σκέτα; ποτέ πολύ
μακριά.
Έ ξ άλλου, μπορέσαμε νά διαπιστώσου;^ πώς σέ πολλές

66

περιστάσεις (τίς όποιες δεγ μπορούμε νά προσπορίσουμε γίά
εύνόητους λόγους) τό Μέτωπο δέν άπομαχρύνεί άπό παντοϋ τούς έπίσημους ύπαλλήλους της χυ§έρνησης της Σαίγχόν.
Γιατί οί περισσότεροί άπ" αύτούς πληρώνονται μέν άπό τούς
Άμερίχανούς, έχτελοϋν δμως .τίς διαταγές τοϋ Μετώπου.
Ά π ό τόν Γενάρη τοϋ 1965 ητανε φανερό πώς στό ίΝ.
Βιετνάμ δέν όπήρχχν παρά δυό άντίπαλες παρατάξεις. Ά πό
τή μία τό MJE.A. χαί άπό τήν άλλη τά άμερίχανίχά στρα­
τεύματα, πού άπό τά άεροπλάνα χαί τά ελικόπτερα χάναν
ήδη ανοιχτά, χα&αρά, εναν έξοντωτίχό πόλεμο. "Οσο γίά τά
στρατεύματα τής Σχΐγχόν πού τά έξαντλοΟσχν οί όμαδίχές
λιποταξίες, καρφί 3έν τούς χαίγόταν.

Πόσες μέρες χρείάστηχε νά περπατήσουμε γίά νά άναχαλύψουμε τό πίό παράνο^ τυπογραφείο πού θά μπορούσε
χάνεις νά δει; Τ ρ εΐς; 'Ο χτώ ;
"Οτχν 6ρίσχεσαί μέσα στή ζούγχλα σού δ(χφεύγεί ή
αίσθηση τοΰ χρόνου. "Εγραφα στό σημειωματάριό μου στό
διάστημα έχείνου τοΰ ιαξίδίοΰ: ΙΙροχωροΰμε μέσα στό δά­
σος, δπως μέσα στόν ώχεανό. Πνιγμένοι στά χλαδίά χαί τήν
πυχνή 6λάστηση έχουμε τό αίσθημά πώς δέν ύπάρχεί ουρα­
νός.
"Ενας μήνας νά εΐναί τάχα ή ^νας χρόνος πού παραβιά­
σαμε τήν πίσω πόρτα χαί μπήχαμε μέσα σ' αύτό τόν π ό λ ε ^ ;
Ή μίά μέρα είναι ιδία μέ τήν άλλη, χαί γίναμε χαί μεΐς σάν
τούς στρατιώτες πού στρατοπεδεύουν άτέλείω,τα χάτω άπ' αυ­
τή τήν πράσινη στέγη χαί νοσταλγούν νά οοΰν λίγα άστέρία χί όρίζοντα άνοίχτό. ^0 δίχός μας δέν ξεπερνάει τά λίγα
;ίέ;τρα.
Νόμιζα πώς γνώριζα τά φυτά τής Ά σίας. "Ενα άπ'
αύτά τό λένε «Μή μου άπτου^, μή μέ αγγίζεις, δηλαδή. Τό
άνθος του είναι σάν μίχρό στρ^γυλό φουντάχί ρόζ - μώ6, τά

6?

φύλλα τον λεπτά σάν χεντίδί, xt δταν τ* ά γ γ ιζ ε ς ζαρώνουν
τρυφερά χαί λυπημένα. 'Εδώ x a f λίγες &6δομά8ες στό
Καμπότζ, σάν σέ χάποία άλλη ζω ή , έπαιζα στόν χήπο τής
φίλης ;tw Σίχα μ^ αύτά τά λουλούδι. Μέ τό νοΟ μου 5λεγα
πώς χάποτε θάταν μ4ά 6ασίλοπούλα τοΰ παραμυθιού τυού πέθανε άπό άτυχο 2ρωτα, χαί ξανάρθε στόν χόσ;ΐΑ μέ τή μορ­
φή τούτου τοΰ δείλου φυτοΟ, Μέσα στή ζούγχλα 8μως δέν
άναγνωρίζω τίποτα ούτε άπό τό ζω ;χό, ούτε άπό τό φυπχό
6χσίλείθ. "Ολα ά'/ήχουν σέ μ;άν άλλη χλίμαχα. *Ε8ώ τό *μή
μοϋ άπτου* ε!ναί ^νας γίγαντας, ενας άγχαθωτός Βράχος, πού
μάς έπ ^ ίθετκ; χαί μάς γδέρνε:. όταν περνάμε μέσα άπό τά πυxyà δάση. Ό Νγχέ λίγο - λίγο [toO μαθαίνει ποίά άπ* αύτά
είναι έπίχίνδυνα χαί ποίά όχι. 'Ε π ί ουό ή μέρες συγχατοίχησα
μέ μ(ά μεγάλη άράχνη πού ε!χ ε έρωτευθεΐ τό μαγνητόφωνό
μ^υ. Είχα τήν έλπίδχ 6τί θά μοΰ εξαφάνιζε 5λα τ&λλα έντομα.
"Ε , λοιπόν, 5χί μόνο δέ *μέ προστάτεψε, άλλά ëva 6pà5t ποΰπί^σε 6ροχή, την ίδια ωρα άχρίδώς, τό χαταφύγίό μου χαθώς χαί τοΟ Μπάρτσετ χαταλήφθηχαν άπό έχατοντάδες έντο­
μα. *Ηταν χάτί παράξενα ζουζούνίοί μίσοαχρίδες χαί μίσο
αράχνες.
Ό Νγχέ 2τρεξε νά μ&ς βοηθήσει. ^Μή φοβάστε, εΐπε,
είναί άχαχα, τρώγοντα: μάλιστα. Υ π ά ρχει μίά παρο:μία άντάρτίχη πού λ έει: Τρώγεται ό,τίδήπντε τρέχει, έχτός άπό
τό αύτοχίνητο, ό,τώήπστε χολυμπάεί, έχτός άπό τό 6απόρί,
έ,τίδήποτε πετάεί, έχτός άπό τ ' άεροπλάνο^.
Μ^έψαμ^ τά έντομα. Βρασμένα σέ μπαίν - μχρί χαί περίχυμένα μέ ψ%ρόσαλτσα δέν ήταν χαθόλου χειρότερα άπ'
τούς τερμίτες.

68

XV

Σ ' 2να τοπίο χαμωμένο γίά σχη^χό χάποίου φιλμ τοΟ
Ταρζάν ôojt^eoxt μιά μυρωδιά πού οί 5ημοσκ?γράφοί Ανα­
γνωρίζουν άμέσως. Είναι τό & ρ ω ^ τοΟ φρέσχου μελανιού.
Αυτό ξεχύνεται άπ" τό τυτΕογρχφείο όπου 6γαί*/ουν σέ διχρω­
μία τό έπίσημο δργανο τοΰ Μετώπου "'Απελευθέρωση* χαί τό
περίοδίχό ^Γυναίχεία Έ ν ω σ η γίά τήν Α πελευθέρωση το9
Ν. Βιετνάμ*, Ε π ίσ η ς έχδίδονταί στά γαλλίχά χαί έγγλέζ4χα
δ:άφορα χατατ&πίσηχά φυλλάδια γίά τούς ξένους. Τ ό τυπο­
γραφείο προστατεύεται μέ τίς πίό τελειοποιημένες παγίδες
χαί είναι άγά]^εσ% σ' ένα. λα6ύρίνθο άπό λαγούμια χαί χαταφύγία.
Οί τ</πογράφοί τής ζούγχλας δέν %χουν άνάγχη σάν
χαί μας τούς παρτιζάνους νά κρεμάσουν στό άτελίέ τους μίά
πίναχίδα πού νά λέεί : ^Είδες τήν ώρκ ;* Μπορεΐ νά ξεχνάν:
τήν ήμερομη'λα, άλλά τήν ώρα ά3ύνατο' χίλια 3υό πράγμα­
τα τήν θυμίζουν. Τ ό άντάρτίχο έχει τούς δίχούς του χανό'/ες
πού γίνονται γρήγορα χαί δίχοί μας χανόνες.
Η αόγή προαναγγέλλεται άπό μιά 6ροχή δροσοσταλίδες
πού πέφτουν πάνω στίς χουνουπίέρες (ίίας, 11 ζούγχλα χλαίε;,

69

x* είναι τά δάχρυά της χίλίάοες φύλλα πού πέφτουν. Ή ώρα
eivat πάνω - χάτω 4 τό πρωί χαί άνήχεί στά πουλιά. ^Λλλα
ύποδέχοντα:. τή μέρα μέ μ,ίχρές χρ αυγές πού μοιάζουν σάν
χτύπη]ία έλαφροϋ σφυριού σέ άμόνί, άλλα. μέ φωνή σά γέλίΟ
τρελές γυναίκας, χαί άλλα πάλι γλυχοχέλαηδα φτιάχνουν
στεφάνια χαί γψλάντες άπό τραγούδια. Οί πίθηχοί, μέ ;taxpôσυρτους λαρυγγισμούς, ύμνοΟν τόν ήλιο.

"Ενα. χαίνούργίο τραγούδι πλούτισε τή συναυλία τής
ζούγχλας χάρη στήν -παρουσία τοΰ άνθρώπου: τό λάλημα τών
πετείνών. Μεγαλωμένοί στά χοτέτσ^ άνάμεσα σέ άσπροπούπουλες πουλάδες, τά χαταφέρνουν μίά χαρά χαί τρέφονται
μέ κίτρινα μυρμήγχία χαί τερμίτες. Τ ήν αύγή, στό 6ασίλείθ
αύτό τών τίγρεων χαί τών σκορπιών, άχούγονταί αύθάοίχα
χαί Θρίαμ6ευτίχά' τά χουχουρίχου &π* δλες τίς 6άσείς τής
'Αντίστασης γύρω - γύρω άπό τό τυπογραφείο πούναί άόρατο,
χαθώς τό χαλύπτουν φυλλώματα πυχνά χί άδίαπέραστα.
Κατά τίς 5 δλθί είναι στό πόδι. Δέχα λεπτά γυμναστή
χή. Οί γυνχΐχες ^χουν μάθει μέσα σέ ό λεπτά νά χτενίζουν
τά μαχρυά μαλλιά τους. Ό χχθρέφτης τους χωράει ίσα - ίσα
μέσα στή χούφτα τους. Ή ήμέρα άρχισε.
Μόνο γύρω στίς δέχα οί άχτίνες τοΟ ήλιου πού χαταχαΐνε τή'/ πεδίάδα εισχωρούν xxt χάτω άπό τούς πυχνούς
π ρ ά σ ^ υ ς θολούς μας. Στίς 3 αρχίζουν νά τραγουδούν χαί
τά τζίτζίχία. Ή φωνή τους, δίαπεραστίχή χαί συνεχής σάν
χουδούνίσμα χρηματογράφου πού άναγγέλλεί τήν έναρξη
τοΟ φιλμ, μάς προειδοποιεί πώς έφτασε τό σούρουπο. "Ηδη
είναι πολύ άργά γίά νά τραδήξουμε φωτογραφίες. Στίς 5
στρατιώτες χαί έργάτες στχματοΰν τή οουλίά. Στήνουν 2ναν
φίλέ σέ δυό δέντρα χ( αρχίζουν νά παίζουν οόλεΟ - μπώλ μέ
φωνές χαί γέλια πού θυμίζουν σχολείαρόπουλα. Μίά ώρα άργό-

70

τερα δλοί μαζί άχοδνε άπό τά τρανζίστορ τίς είδήσ^ίς %αί
μετά, τό τελευταίο δείπνο χαί ΰπνος.
Στίς 8 ή νύχτα είναι τόσο πυχνή δσο σ" Εμάς τά μεσά­
νυχτα. Διάφορες δμάδες Εργασίας μέ τή 6οήθε:α μκχς λάμ­
πας ΕξαχολουθοΟν νά δουλεύουν μέσα στό δάσος. Τούς άχούω
δίχως νά τούς 6λέπω. Λίγα ^ιέτρα πίό χεΐ τά πλήχτρα της
γραφομηχανής τού Μπάρτσετ συνοδεύουν τά 6txà μου χτυ­
πήματα, χί άπό xatpô σέ xatpô, μίά σαύρα η ενα φίδι, Ενο­
χλημένο άπό τόν θόρυ6ο τών μηχανών μας περνάν άπό δί­
πλα μας 6κχστίχά χαί χάνεταί.

Πρίν μέ Βοηθήσει νά δέσω τήν xoûvta μου, ή δεχαεφτάχρονη Κ ίτ, πού γίνηχε μέ τό ξτσί θέλω ό φύλαχας άγγελός
μου σ' αύτή τή γωνιά τοΟ δάσους, άρχιζε: νά σχουπίζε: χα­
λά - χαλά δλο τόν χώρο πάνω άπό τόν όποιο πρόχείτα: νά
χοίμηθώ. Δέν άφήνεί ξερό φύλλο, ^Λομο ή τρυπίτσα ά6ούλωτη, σά νάχε νά χάνει μέ δωμάτκ) σπίηοΰ, Καί δέν 2χε'
αδίχο.
Έ δώ χαί δυό χρόνια πού 2φτασε στά άντάρτίχο μαζί μέ
τόν πατέρα της, πρώην άξίωματίχό τοΟ στρατού τής Σαΐγχόν, Εμαθε πώς δλα πρέπει v&vat σέ jτέλί^a τάξη, Εξοπλι­
σμός χαί μυαλό, γίά νά μπορέσεις ν' άντέξείς στή ζούγχλα.

71

XVI

*Έ 5 ώ ή ζωή μας elvat εύχολη^, μοΟ λέεί 6 Μ. Νγχοΰγεν Νάμ, δ^υθυντήζ τοϋ τυπογραφείου, χαί iÎvat ε ί λ ίκ ρ ^ ς
Βταν τό λέει αύτό. Είναι 2 9 χρονών κ ' ^χεί ήδη 12 χρόνια
θητείας στό έπάγγελ[^α. "Στό διάστημα τής πρώτης 'Αντί­
στασης δούλευα στη στοιχειοθεσία. Τ ό πρώτο μας παράνομο
τυπογραφείο ήταν Οαμένο μέσα 3* Êva 6άλτο τή ς Πεδιάδας
τών Καλαμιών. Τ ότε δέν είχαμε ούτε κούνιες, ούτε κουνου­
πιέρες, ούτε xtvivo. Δουλεύαμε μέσα στό νερό... Καταλαβαί­
νετε πώς τώρα Εργαζόμαστε μέσα στην πολυτέλεια*.
"Ενα σωρ4 πάπιες καί κάτί περίεργα μίχρά γουρουνάκ:α περιφέρονται άνάμεσα στίς μηχανές. Πώς δέν τό σκ&νε
αυτά τά κατοικίδια έτσι έλεύθερα πού τΑχουν έδώ ; <Δέν
πρόκειται νά άπο;ίακρυνθοϋν άπό χοντά μας, μου έξηγεΐ γ ε­
λώντας ενας νέος τυπογράφος. Μυρίζονται τ ' άγρίμία του δά­
σους καί φο6οΰνταί, ή παρουσία ιών άνΟρώπων έ$ώ τά χαθησυχάζεί "Οσο γίά τήν παράξενη αάτή ράτσα τών γουρου­
νιών, είνα: τό άποτέλεσμα κρυφών έρώτων άνάμεσα στίς γου­
ρουν ίτσες μας καί τούς άγρώχοφους πούρχονταί τή νύχτα
έδώ καί τίς έπίσχέπτοντκί*.

72

Ο! έργάτες τής τελείως άπομονωμένης τούτης 6άσης τά
δγάζουν δλα πέρα {toyαχοί τους. Καλλιεργούν λαχανίχά, ταμ*
πάχο, μανίόχα, ^χουν χατοιχίδία ζώα χαί μπόλίχο χυνήγί.
"Εχοντας ζήσεί άρχετές μέρες μαζί τους, μπορώ νά *χαθησυχάσω^ τίς άμε ρίχκνίχές υπηρεσίες πού διατείνονται δτ:
<οί χρυφές δάσείς τών δίετχόγχ^ γίά νά έπίζήσουν τρώνε
ρίζες. 'Η άλήθεία είνα: όμως πώς xt δταν άχόμα τό χυνήγί
δέν εΓναί πλούτο, άπό τά έργοστάσία, τά νοσοχομεΐα, τά έργαστήρία χαί τά πανεπιστήμια δέν λείπουν ποτέ οδτε τ ' αύγά, οδτε τό χρέας.

*Ομως τό Τΐίό απαραίτητο γίά τούς πατριώτες ήταν ο!
μηχανές. Μέ την έφευρετίχότητα χαί τήν έξυπνάδα πού οί
χωρίχοί φτιάξην δπλα, μέ τήν ίδια έπίνοητίχότητα φτίάχτηχαν χαί οί μηχανές.
*Τό .τυπογραφείο είναι τό πώ πολύτιμο δπλο*, λέει γ ε­
μάτος πάθος 0 δίΟίχητής. Έ χ είν η τή στιγμή άχούγεταί πολυδολίσμός άπό χάποίο έχθρίχό φυλάχίο. ^Τραδάνε άπό
άνία, δοχίμάζουν χάποίο δπλο πού τούς φέρανε πρίν λίγο
τά άνεφοδίασηχά τους άπ' τόν ουρανό, μπορεΐ όμως χαί νάδαν χάποίο φάντασμα, μίά σχίά η έναν Οίχό μας μεταφορέα
χαρτ:οΰ χαί δάλανε σέ χίνηση τά πολυδόλα τους. Γιατί φυσίχά τό χαρτί δέν παράγεταί έδώ πάνω. Τ ό μεταφέρουν οί
πολεμιστές άπό πολύ μαχρίά. Συνήθως είναι ρολλά τών 5 0
χίλών χαί δέν σταματάει ποτέ ή μεταφορά τους — ουτε 6έ6am στούς 6 μήνες τών δροχών πού πρέπει νά περπατάς
μέσα στό νερό ?σαμε τούς ώμους. Τ ά πιεστήρια δέν σταμα^
τ&ν ούτε μίά στιγμή νά γυρίζουν.

Τό πίό ούοχολο άπ' δλα στήν Ά σ ία , όταν είσαι στήν
παρανομία, είναι νά δρείς μέταλλο. Νά γιατί οί ιστορίες τών

73

μηχανών είναι Ατελείωτες κ<αί πολλές φορές στοιχίσανε τή
ζωή τών άνθρώπων. Δέν ύπάρχεί σίδερο πού νά μή ΧΡψ^*
{λοποίήθηχε. Κ&γχελα πού άρπάχτηχαν άπό στρατιωτικές
6άσείς, χομμάτκχ, σίδερου μέσα άπ" τά ^ ε τ ά έχθριχών άχυ­
ρών χαί γεφυρίάν πού ά'/ατ;'/αχτήχαγε, 5λα αύτά πριονι­
σμένα χαί στό μέγεθος πού άπρεπε άποτέλεσκν τίς πρώτες
μήτρες λατινικών στοιχείων. Μ' αύτά τά τελείως πρωτόγονέ
μέσα φτιάξανε τίς πρώτες χειροκίνητες κυλινδρικές μηχανές,
χαί T^x6oOwv 5 .0 0 0 φύλλα τήν ήμερα.
Ή ζήτηση το3 φύλλου, κυρίως στή Σαίγχόν, γίνεται
κάθε μέρα καί π:ό μεγάλη. Σέ μίά πρέσσα πού χάνανε δυό
νέοι 17 καί 19 χρόνων, άπό τίς σιδηροδρομικές γραμμές πού
ανατινάξανε, τρα6ούσανε 8 0 0 φύλλα- τήν ήμέρκ. Στόν τοίχο
τοΟ μπαμπού άναρτημένο ενα σύνθημα: ^'Αποφασισμένοι νά
φέροομε έπάξία τόν τίτλο τής " 'Ομάδας ΝγοΟγκεν - Βάν Τ pôt"**.
Έ δ ω δπως χαί στό στρατό, ή σχίά τοϋ νεαρού ήλεχτρολόγου πού τουφεχίστηκε στή Σαίγχόν είναι ολοζώντανη. Σ '
ένα &λλο άτελίέ, πάνω σέ μίά χόχχ:νη πινακίδα ήταν γραμ­
μένη τούτη ή φράση: * Ό Νγχούγεν - Βάν - Τρόί είνοχ μέλος
τής όμάδας μκς*.

Στό σιδηρουργείο διορθώνουν xai έφευρίσχουν w άλλες
μηχανές. Τήν πρώτη 9λη τήν προμηθεύουνε οί γριές χαί τά
παιδιά πού μαζεύουν θραύσματα άπό ό6ίδες, κομμάτια άπό
πεσμένα άεροπλάνα χαί έλίχόπτερα πούχουν καταρίψεί οί
άντάρτες.

*
Ό ΝγχοΟγ^ν - Β4ν - Τρόί ιο^ζχίστηχί τόν *Οχτώ6ρη τοΟ 1964
στή Σκΐγ-χό^. Είχ^ άτΜΤΜίραθίϊ vi ^XÎcXÉan τόν Μαχ^οψάρα. Μκροστ^ οτά AxttXMimô άπόσκα^Μί, xa^ παροσοί^ τώΝ δημοτίογρώρων,
*ï-rtt: ^Εΐμκί
τ^λίχ& 6 λαόζ μοο θά vcxifpm*.

74

Μ' 2να χομμάτί ντουραλουμίνίο φπΑξανε σήμερα ενα
τυπογραφίχό μαχαίρι γ^ά νά χ66ουν τίς σελίδες τών σχολίχών 6ί6λίων.
^^Ο,τί έχσφενδονίζουν έναντίον τοϋ λαοΰ μας οί Ά μ ερίχανοί γίά νά τόν έξαφανίσουν, έμεΐς τό μαζεύουμε χαί τό
χάνουμε δπλο έναντίον αύτών τών ιδίων*, λέει 6 Νγχοϋγεν
Νάμ.
Τ ά τουφέχία είναι πάντα στημένα δίπλα στίς μηχανές,
έτοιμα νά χτυπήσουν Αν χρειαστεί. "Ομως μαζί κρέμονται
χ* οί χίθάρες τών νεαρών τυπογράφων πού χάθε 6ράδί μετά
άπό τή δουλίά τούς cfvat έτοιμοί νά τραγουδήσουν χαί νά
χορέψουν.
Τ ό πίό συγχίνητίχό πράγμα γίά μένα, μέσα σ' αύτό τό
τυπογραφείο, τό άναχάλυψα τό τελευταίο 6ράδί. ^Ηταν οί
διορθωτές τών ξενόγλωσσων έφημερίδων. Κάτω άπό τό φώς
τής μίχρής τους λάμπας ό Τ ζίά Νχί, άπ^ τά προάστια τής
Σαϊγχόν, χαί ό Αλλος Από τό Μ π έν -Τ ρ έ, δυό νέα χωριατό­
πουλά πού μάθανε Ανάγνωση χαί γραφή χάρη στά σχολεία
τοΰ Μετώπου, ήταν φυσίχό νά μή γνωρίζουν οδτε έγγλέζίχα ούτε γαλλίχά! "Επρεπε νά δείτε μέ τί προσοχή, μέ τί
προσήλωση έλέγχανε τίς Αγνωστες λέξεις, γράμ;*α μ έ...
γράμμα, δσο xt Αν εΐνκί Απίστευτο. Στό τέλος δέν Αφήνα vs
χανένα ^μαργαριτάρι^.

Τήν ^πο^ίένη, δταν Αποχαφετήσαμε αύτόν τόν το;ίέα,
χαΟώς περνούσαμε Από Ενα χαχοτράχαλο μονοπάτι χαί περ­
πατούσαμε πάνω σέ 2να Ασταθέστατο *γίθφυρώχί γίά ]taïμοΰδες^, προσπαθώντας νά χρατήσουμε τήν ισορροπία μας
γίά νά μήν πέσουμε στό νερό πού χυλοΟσε άπό χάτω, συ­
ναντήσαμε μίάν ομάδα πολεμιστών. *Ηταν δίπλ(!ηίένθί στά
δυό, μούσκεμα στόν ιδρώτα, χάτω Απ' τό 6άρος τοΟ χαρποΰ

75

πού κου6αλο0σκν. Ωστόσο, μ&ς χαιρέτησαν μ* ίνα πλατύ χα­
μόγελο χαί προσπέρασαν.
^Τόν γνωρίσατε;* μέ ρώτησε χάποίος άπ* τούς συντρό­
φους μας. ^Ηταν ένας άπό τούς γίούς τοΟ προέδρου τοΰ Με
τί^που, τοΰ ΝγκοΟγεν Χού - Τ ό. "Ετσι κυλάει ή ζωή στό
Νότίο Β:ετν&μ. Ό χαθένκς μέ τόν τρόπο του, 6οηθά στόν
χοίνό άγώ/α. *1σ^ς όλ^ς οί δουλίές, άπό κείνον πού μέ κά­
θε τρόπο έμποδίζίί τήν άποστολή ένός Μ - 113* ίσαμε κεί­
νους πού 6γάζουν τίς έγημερίδ^ς wti τά σχολικά &6λία
μέσα- στήν καρδιά τής ζούγκλας.

76

XVII

,4 V 7 0 X / 1
^wrraJÎ/*^^ ^tctç Mat Jyt<ipr*ca τον Μ τιον
FifTyn/* ΛίαντΑ^ν JP*yq?M %*Ry ajvovy&^A^* T^y jrgivr^ JMg*
ypcpM%
T^y ^*"X*7 τον Γροέίγχ - Afyt^ *
Νότιο Βιετνάμ... Δεχέμ6ρης
1964.
...Σχληρές μά χ:ς δίεξ&γοντοκ άπό μέρες τώρα στήν 5η
ζώνη χαί μάλιστα γίά τρίτη
φορά μπροστά στίς πόρτες τοΰ
Ούέ. Οί έπίδρομές έξαπολύθηχαν άπό τόν Àatxô Στρατό χαί
συγχεχρίμένα σέ μίά περί&χή
8που ένέσχηψχν 5 τυφώνες άλληλοδίαδόχως— άπό τά τέλη
Όχτω6ρίοο ϊσαμε τίς 14 Δεχεμΰρίου.
'Εφτά χιλιάδες νεχρούς με­
τρήσαμε τόν Νοέμδρω στίς χατεχόμενες έπαρχίες χαί 500

στίς 1 4 Δεχεμ6ρίου στήν περίοχή τοϋ Νά - Τράνγχ.
Τυχαία συνάντησα εν^ν €ÎStxô άπεσταλμένο τού άντάρτίχου έπίφορτίσμένον νά xâvet
μίά ίχθεση γίά τό Μέτωπο. Ί ϊ
στατίστίχή λοιπόν πού σάς
στέλνω eivon ή πρώτγ^ ντόπια
μαρτυρία 6γαλμένη άπό τόν tδίο τό λαό τού Τρούνγχ - Μπό.
<Ε?μα; άπό τό Ούέ, [ίοΟ είπε
αύτός ό πολεμιστής τής 5ης
ζώνης. Ύ στερα άπό χρόν:α
οχληρής χατοχής
(άπό τό
195Μ πού ύπήρχαν στήν περίοχή μας 7 ^ ρ κρ χ ίες άνδρείχ^-

77

λων, τίς πέντε τίς ε?χαμε στήν
πλάτη μας, γιατί χατέχουμε
στρατηγικότατες όρείνές θέ*
σείς) χαί πριν άχόμα ξεσπά­
σει 6 πρώτος τυφών δέν έλέγχαμε μόνον τά 6ουνά άλλά χαί
τό ένα τρίτο τής παραλιακής
πεδιάδας, έχοντας άπελευθερώσεί ένάμίσυ έχχτομμύρ:ο χατοί-

χους λίγους μήνες πρίν, Ο
χλοίός τού έχθρού είχε ξεσφίξεί. χαί προ6λέπαμε πώς γλήγορα θά έλευθερώναμε τουλά­
χιστο τρία έχατομμύρία χατοίχους, δλους αυτούς πού χατο!χοΟσχν σέ χωρίά μέ στρατηγι­
κή σ η ^ σ ία , δηλαδή κοντά σέ
δδίχούς χόμ6ους χαί ποτάμια.

Aft)^pa^Ato^oJÎi<y^*ot χιρρίχων T^y ωρα jrov ντροσ^ϋα^ννν νά σ<Μ-

Μαζί με τόν τυφώνα ξέ­
σπασαν χαί άτέλε ίωτες 6ροχές,
νεροποντές πού χρατοΰσαν 15
μέρες δίχως διακοπή. Ά π ό τό
Νά - Τράνγχ ϊσαμε τόν 17ο πα­
ράλληλο σέ Εκταση 5 0 0 χλμ.
τό νερό άνέ6αίνε μερίχές φο­
ρές στά 5 6 μέτρα. Ά λλά
σχεφθεΐτε 8τ: υπήρχαν χαί φο6ερότερα χαχά άπό τό θυμό
τής φύσης.
Στίς άπελευθερωμένες περι­
οχές, άπό
πρώτη χίόλας
ήμέρα πού άρχισαν τά νερά ν'
άνε6αίνουν, 6 στρατός μας 5
ρίξε δλες τίς 6άρχες χαί μίτέφερε τόν πληθυσμό. "Ετσι,
σώθηκαν δχί μόνο ot άνθρωποί
άλλά χαί οΐ περιουσίες τους.
Οί στρατιωτικοί γιατροί Αρχι­
σαν άμέσως άντΐχολερίκό γενίχό έμ6ολίαομό.
λΐά στά στρατηγικά χω ­
ριά δπου V άδέλφία μας ήταν
π: ασμέ να στή ν παγ ίδα, δταν
θελήσανε νά 6γο5νε γίά νά κα­

78

ταφύγουνε στά ύψώματα, οί
φύλαχές τους χλεΐσαν άπ' 3ξω
τις πόρτες. Ό τα ν κάποτε τίς
άνοιξαν ήταν χίόλας πολύ άργά...
Στήν περιοχή το5 Σού Χά οπου ζοΰν οί συμπατριώτες
τής έθνίκής μείονόττ^τας ^Ρέ^,
οί άποχλείσμένες οίχογένείε^
άρχισαν νά καταστρέφουν τού<;
φράχτες γιά νά γλυτώσουν άπ4
τήν πλημμύρα.
Οί στρατιώτες άπό τό δψος
ένός λοφίσκου άρχισαν νά πυρο6ολοΰν. Ά πό τούς 300 χωρίχούς σώθηχαν μόνον 3. Τό ?δω
γίνηχε χαί στό χωριό Τρά - Hi
&που χάθηκαν άπό σφαίρες xt
άπό πνιγμό άλλα 3 0 0 άτομα.
^Ολόκληρα χωριά άπό χούληδες καί άνθραχωρύχους πα­
ρασύρθηκαν άπ* τά νερά. Στά
άνθρακωρυχεΐα τοΟ Νόγχ Σού πνίγηκαν όμαδίχά, δίχως
τ ' άφεντ:χά τους οΐ Άμερίκα-

νοί χαί 6 στρατός τών άνδρεί- μως έχουν στή διάθεσή τους 5χέλων νά χάνοον ό,τίδήποτε σα άε ροπλάνα χαί έλίχόπτερα
γίά νά τούς βοηθήσουν. Κ ί 8- θέλουνε.

F * ο/ Jfc^to^Maxeg
ycr^axéciovy
xp<tvov^ayovy νά Ttwyovv
"Ισω ς τό φοβερότερο έγχλημα νάγίνε στην επαρχία Τάμ Κ ί, δπου οί δεσμοφύλαχες Α­
φησαν 4 0 0 πολίτίχούς κρατού­
μενους νά πνίγουν (οί περισσό­
τεροι ήταν χω ρίχοί). "Οσο χ:
&ν αότοί φωνάζανε χαί χτυπο03ανε τίς πόρτες γίά νά τού;
άνοίξουν, ci πόρτες ;ίένανε άμπαρωμέ νες.
Καί 5έν έφτανε αύτό. Οί Ά {ίερίχανοί έπωφεληθήχανε άπό
τίς χαταστροφές γίά νά ξανχμχζέψουν τόν πληθυσμό τών άπελευθερωμένων περιοχών. Μέ
τήν ΰπόσχεση βοήθειας χαί
φαγητού στούς κείνασμένου;
προστΜϋθοΰσαν νά τούς ξαναγυρίσουν στίς στρατηγικές θέ­
σεις, άχρίβώς όπως τσαχώνείς
τά ποντίχία μ' Sva χομμάτί τυ­
ρί... Οί άνθρωποί άρνίού'/ταν
5μως νά π&νε... Τότε στη Σαΐγχόν, τ ' άνδρείχ^λα άφησαν νά
σαπίζουν τό χρέας χαί τά τρό­
φιμα ποόχαν μΰ^έψεί ;té ερά­
νους οί βουδιστές ίερεΐς χαί οί
φοιτητές, χαί δέν τά μοίραζαν.
Ά χόμ χ χαί οί χυβερνηηχέ;
έφημερίδες χαταγγείλαν αύτό

τό 3χάνδαλο. Ό έχθρός διέδιδε
πώς εμείς χάναμε έπίθεση έναντίον τών έφοδίοπομπών γίά
νά χλέψουμε τό ρύζι, άλλά εί­
ναι πασίγνωστο πώς αύτή άχρίβώς ή περιοχή έχει τόσα
λιμάνια, ώστε μέ λίγα βαπόρια
φορτωμένα ρύζι θά μπορούσαν
άμέσως νά σώσουν έλους τούς
πλημμνροπαθεΐς.
*0 χ. Τχίηλορ δμως πού εί­
πε δημοσία δπ απάντα χάτί
μπορεί νά βγεΐ άπό μίά τέτία
χαταστροφή^, δέν έστειλε ο5τε
μίά μαούνα, άλλά μόνον έλίχόπτερα. Οί άντάρτες μας λοιπόν
όχι μόνο σώσανε τόν πληθυσμό
άπό τό νερό, άλλά χαί μέ τό
τουφέχί στό χέρι τόν ύπερασπίζονιαν άπό τήν καινούργια
αιχμαλωσία.
Οί χάτοίχοί τών περιοχών
πού έπληγησαν χατάλαοαν τό­
τε άχόμα χαλύτερα τί ήταν τό
Μέτωπο, χάνοντας τή σύγχρίση μέ τήν... άνθρα^ίά τοΰ Λ^ρίχανίχοΰ Συμβουλίου.
Νά γιατί οί [Μεγάλες ;ίάχες
πού προχλήθηχαν άπό τούς δίχούς )Μ% έχουν τόση έπίτυχία

79

χ*
φτάσεί & στρατός μας
λίγα; χίλίό^τρα ξξω &πό τό
Οόέ.
"Ετσι, γίνηχε πίά σάν πα-

ρ^μία τούτη ή φράση: "Μ ί­
σος χ ' έχδίχηση στούς Ά μ ερ :χανούς. Εύγνωμοσύνη χ ' ύποστήρίξη στό Μέτο)πο^.

Ά π ' αύτό τό χομ^άτί τον ταξίδίοϋ μας, δέν μοϋ μένεί
παρά αύτή ή έχθεση πού 5ία6άσατε. "Ενα Αρθρο γραμμένο
χάπου στή ζούγχλα χαί δημοσιευμένο 3 65ομάδες Αργότερα
στό Παρίσι. Τ ό σημειωματάριό μου αΰτό χαταστρ&φηχε.
Δίχως τηλέφωνο, δίχως τηλέγραφο, μέρες μαχρΰά άπ'
τήν πίό χονπνή πολιτεία, μερίχές άπό τίς άνταποχρίσείς πού
φτέλναμε στίς έφημερίδες μας χατάφερναν νά φτ&σουν στόν
προορισμό τους, περνώντας άπό χέρι σέ χ έρ :, δπως αύτή έδώ
π.χ. Στό &ντάραχο ή λέξη ^άδύνατον^ δέν ύπάρχε;.

80

XVIII

Ή Επιχείρηση γίά τή συγκέντρωση στοιχείων άρχίζει
μέ ποδήλατα κάτω άπό ένα οόρανό επικίνδυνα γαλάζιο.
Μπαίνουμε στην έποχή τής ξηρασίας. Ά ρ χ ιζε; ή έργασία
τοΟ θερισμού καί τής σοδειάς. *0 έχθρός λυσσομανΑ. Ρίχνε:
πάνω στό ώριμ^ο ρύζι τόννους 6όμ6ες ν^π&λμ καί φωσφόρου.
Άεροπλάνα Εναντίον θεριστών. Μίά μάχη έπι6ιωσης πού
έπαναλαμ6άνεται κάθε χρόνο τόν Δεκέμ6ρη.
Αύτό τό θέαμα θέλησα νά τό δω 3χί μόνο μίά φορά σ'
ëva χωριό καί σέ μίά περιοχή, άλλά σέ πολλές. Ξεκινήσαμε
μίά Αμάδχ άπό τρεις άνθρωπος. Ν&μαστε ^ K p tà άπό τή
ζούγκλα, δπως οί άντ&ρτ&ς, πάνω στά ποδήλατά μας — τ'
αύτοκίνητα τής Ά σίας. Γίά μιάν άκόμα φορά είχα γίά σω­
ματοφύλακα τόν Νγχέ, -χείδικό^ στό κυνήγι τών «ιπταμέ­
νων άετώγ*, καί τόν δεκαοχτάχρονο Μαί γίά σωφέρ μου.
Αύτό πάει νά πεί πώς θάκανα κάπου 50 χιλιόμετρα τήν ή [Αέ­
ρα καθισμένη στή σκάρα τοΟ ποδηλάτου τοΟ Mat. Μ* αύτό
τόν τρόπο ταξίδευαν 3λες οί γυναίκες τοΟ Αντάρτικου.
Ποδήλατα έναντίον Ελικοπτέρων. Μπροστά πάει 2νας
στρατιώτης πού μάς προειδοποιεί μ ' 2να γρήγορο σφύριγμα,

81
6

Αν άνΐίληφθεΐ χάποία κίνηση ^ ο π τη στόν ούρανό. Μέ τό
σύνθημά πού θ' Ακούσουμε πρέπει νά σταματήσουμε Αμέσως
χαί νΑ ξαπλωθούμε στή γή, γκχτί Ay περιμένουμε ν' άχοΰσουμε πίό χχθαρά τόν θόρυ6ο τών Αεροπλάνων θάναί ήδη πο­
λύ Αργά γίά ν& προφυλαχτοϋμε.
Ό Μπ&ρτσετ πού γίνεται εύκολα στόχος δέν cÎvat μαζί
μας. Σέ κάποίαν Αλλη τέΐία μετακίνηση ταξίδευαν μαζί
οί ό ^ δ ες μας. "Οταν έπρόχί,ίτο ν& διασχίσουμε κάποιο ξέφωτο στέλνανε πρώτην έμένα. Κατάλαβα πώς αύτό τό κάναν
άπό εύγε νε ία, τήν ή μέρα πού τό πέρασμά μου γίνηκε Αφορμή
νΑ ξεσηκωθεί ένα Αεροπλάνο πού Από πολύ κοντινή Απόστα­
ση Αρχισε νΑ χτυπάει. 'Εγώ ήμουν ήδη Ασφαλής μέσα στό
δ&σος, όμως ot Αλλοι μέ τόν Μπάρτσετ μόλις διασχίζανε τό
ξέφωτο γίνήκανε στόχος. Ο Μπάρτσετ γίά νΑ κα^ίουφλαρίστεΐ ξαπλώθηκε σ' ^να μέρος ποΰχε χλόη ψηλή. *Οταν Αρ­
γότερα ίφτασε κοντά μας ήταν σχύλος έναντίον τοΟ Αεροπλά­
νου. Δέν 26γαλε Αχνα Απ' τά νεδρα του. Φαίνεται πώς έκεΐ
πού ξαπλώθηκε ήταν μίά φωλιά άπό κίτρινα μυρμήγχία. Αότά τά έντομα δαγκώνουν τόσο όδυνηρά πού σοΰ κό6ουν τήν
Ανάσα. Πήγε λοιπόν σιωπηλός πίσω Από ëva δέντρο, 56γαλε
τά ροΰχα του καί τά τίναξε.
Τό κρυφτούλι μέ τ' άεροπλάνα είχε γίνει καί γίά μ&ς
πίΑ κάτι τόσο συνηθισμένο, δσο καί τό ρύζι πού τρώγαμε.

5τό διάστημα τών δυό μόνο μηνών πού περάσαμε έδά,
ριχτήκανε *côvvot 6όμ6ες Απ' 8που περάσαμε. Σ' αύτόν τόν
πόλεμο πού δέν ΰπάρχεί χανένας Αεροπορικός Ανταγωνισμός
Ακόμα χαί τά μικρά Αναγνωριστικά Αεροπλάνα τύπου Πίππερ Κούπ, οί ^Δεσποινίδες^, καθώς τΑ λένε οί χωρικοί, 5χουν
καλοΟ - κακοΟ μαζί τους μερικές 6ομ6ίτσες πού τίς Αμολ&νε
δπου τύχεί, γίά νά καταστρέφουν δ,τί νάναί, Ακόμα χαί μίΑ
φορτωμένη φρούτα ροδακινιά.

82

Στήν Αρχή τοϋ τκξίδίοΰ δταν περνούσα άπό ξέφωτα χαί
πεδιάδες δέν καταλάβαινα σέ τί χρησιμεύανε χάτι τεράστια
παλούχια φυτεμένα κοντά - χοντά χαί δεμένα στήν κορφή τους
μέ συρματόπλεγμα ή νάυλον.
Æüvai παγίδες έναντίον τών ελικοπτέρων, μου έξήγησε
ό Νγχέ. "Οταν θέλουν νά προσγειωθούν, χτυπάνε έχε? άπάνω
χαί τά πτερύγια τής έλιχας π^άvovτα^ πάνω στό σύρμα. Τό
σύστημα s!vat πολύ άπλό, άλλά μάς 6οήθησε πολλές φορές νά
τσακώσουμε ^ιπταμένους άετούς*. Στήν άρχή οί 'Αμερικανοί
ήταν 6έ6α:οι πώς θά μ^ς νιχήσουν μέ τά περι6όητα έλιχό*
πτερά τους. 'Αλλά έμεΐς καταλάβαμε πολύ γρήγορα πόσο
είναι εύάλωτα, άκόμα χαί άπλές σφαίρες άπό τουφέχι τά
πιάνει. Οί χωρικοί μας τά ρίχνουν σάν πουλιά, τώρα μάλι­
στα πρέπει νά προσέχουν Βταν θέλουν νά τά ρίξουν, γιατί
έτσι χαί άχούσουν τουφεκιά, τό σχάνε. ΙΙρέπει λοιπόν νά κρυ­
φτείς, νά περιμένεις νά προσγειωθεί χαί ίπειτα νά τό χτυ­
πήσεις. Προχτές Ετσι πιάσαμε ένα...*.
Οί χωριχοί μιλάνε γίά τό κυνήγι τών έλιχοπτέρων
άχρι6ώς όπως μιλάνε γίά τό χυνήγι τ&ν άγριοκοχόρων χαί
πολύ συχνά 6λέπεις χωρίχους μέ πκλιά τουφέκια, τίς ^μπα­
νάνες*, χαθώς τά όνομάζουν, νά κυνηγάνε τά έλικόπτερα πού
πάνε νά ρίξουνε τοξιχές ύλες πάνω στή σοδειά τους.
Μόλις ρίξουν ^να έλιχόπτερο τό χάνουν φύλλο χαί φτε­
ρό, χαθένας παίρνει χαί άπό χάτι, χαί στό τέλος δέν μένει
άπό τόν ύπερήφανο «ιπτάμενο άετό* παρά ένα &θλω χαύχαλο. ^0 χ. Ταίηλορ θά έμενε ξερός &ν έβλεπε τούς χοφιχ^ύς
τοΟ Ν. Βιετνάμ νά χάνουν μαχαίρια, χουτάλια, φλυτζάνια
χαί χίλια - δυό άλλα τέτια πράγ{ία,τα Απ' τά έλιχόπτερά του.
"Οταν πέσει ένα τέΐίο μηχανάκι, άδύνατον νά ξέρεις
ποίός άχρίΰώς τό έριξε. Ή χαρίνα του süvat δίάτρητη άπό
χάθε ε?δους σφαίρα, άπό χάθε είδους τουφέχι γιατί χάθε
χωριχός έχει καί τό διχό του δπλο καί ό καθένας τό χτυπάει
γιά διχό του λογαριασμό.

83

* * Οποίος μάθει νά ρίχνει "πουλιά^, ξέρει χαί ρίχ/:ι χαί
άεροπλάνα, λένε οί χωριχοί. Ot Άμεριχανοί ξέρουν χκί χτυ­
πάνε, δέν πάμε δμως πίσω χ ' έμείς!*
Οί 'Αμεριχανοί τό μάθανε αύτό θέλανε $έ θέλανε, ίΐάει
περίπατο ή εύστοχία τους. Μέ τήν χυχλίχή έπίθεση τών Αν­
ταρτών πού τούς χτυποΰν απ' 5λ:ς τίς μεριές, όποχρεώνονταί ν' Αλλάξουν πορεία, νά πατάξουν π:ό ψηλά, χ ' έτσί χά­
νουν τό στόχο τους χαί ρίχνουν άλλου τίς 6όμ6ες τους. Οί
στρατιώτες καί του Νότιου χαί τοΰ Βόρειου Βιετνάμ έχουν
μιά ύπεροχή πάνω στούς Άμερ:κανούς. Τόν ήρ«κσμό χαί
τά σίδερένία τους νεύρα.

Συχνά μοΰ 5όθηκε ή εύχα,φία νά τό έχτιμήσω αότό,
περνώντας άπό τά σημεία πού σφυροκοποΰσαν δίαρχώς γίά
νά έμποδίζουν τίς μετακινήσεις τοΰ λαϊχοΰ στρατοΰ. Γύρω
άπό τόν στόχο έχουν Ανοιχτεί μεγάλοι κρατήρες.
*Η 'Αντιαεροπορική "Αμυνα τοΰ Μετώπου Αποτελεΐταί
άπό 6αρίά δπλα made ία U .S .A . πού τρομοχρατοΰν τούς κα­
λοπληρωμένους αέ Βολλάρία 'Αμερικανούς πιλότους. Αότοί
6λέπείς δέν έχουν κανένα λόγο νά σκοτωθούν. 'Αντίθετα θέ­
λουν νά γυρίσουν ζωντανοί σπίτια τους, νά χαλάσουν στόν τόπο
τους τό χρτ)μκ πού κερδίζουν σ' αύτό τόν πόλεμο, νά ξαναδροϋν τό χαλοριφέρ, τό ούίσχάκί τους καί την ξεγνοιασιά. *0
'Αμερικανός δέν έχει τούς ίδιους πατριωτικούς λόγους μέ
τούς Βιετναμέζους γίά νά Ouotâœt τή ζωή του.
Μέ δλους τούς 6ομ6χρδισμούς στά Απελευθερωμένα χωρίά ή ζωή συνεχίζεται. Σέ άρισμένα μέρη εϊδα νά θερίζουν
νύχτα μέ τό 5πλο στόν ώμο. *0 λαϊκός στρατός 6οηθοΰσε
τούς χωρίκούς, λίχνιζε έπί τόπου τό ρύζι, τό φόρτωνε καί
πήγαινε κατ* εύθείαν στίς ύπόγείες κρύπτες. Kt αυτό τό χρό­
νο, μέ δλη τήν έπίθεση κατά τοΟ θερίσμοΰ πού χάναν οί 'Α ­
μερικανοί, χχνείς δέν πείνασε. Τό διαπίστωσα στό Αόνγκ -

84

"Αν, στό θά ί - Νίν, στό Μπίνχ - Ντουόγκ, στό Μπίέν - Χοά.
Σ' αύτή τήν περίοδο τοΰ θερ:σμοϋ πέσανε πολλοί χωρικοί,
χτυπημένο: Από τ' άεροπλάνα καί τά έλ:κόπτερα, είδ:χά ατό
Μπέν - Τρέ καί στό Γχ:ά - Ντίν. 'Αλλά &ν αύτές οί έπ:θέσε:ς
είχαν γίνε: έναντίον ένός λαοΰ λ:γότερο σχληραγωγημένου
άπό τοΰ Ν. Β::τνάμ, Ο&πρεπε νά θρηνοΰν χ:λ:άδες νεκρούς.
Ή ΐδ:ότητά (tou ως είδ:χ% άπε σταλμένης μοΰδοσ: άλίμονο τήν εύκα:ρία νά έπ:σκεφθώ πολλά 6ομ&αρδ:σμένα
χωρ:ά μέσα σ' αύτά τά είκοσ: xpôvw. Είδα στό Ά λγέρ:, στήν
Τύν:δα κα: τόν Όκτώθρη τοΰ 1964 στά σύνορα τοϋ Καμπότζ.
Τό μαρτύρ:ο τών χωρ:κών πού στά κρυφά μέ τό 5πλο στό/
ώμο προσπαθούν νά σώσουν τό ώρ:μο ρύζ: τους πριν πάνε νά
τούς τό χάψουν, 5έν είναι άγνωστο θέαμα γ:ά μένα.
Σέ καμιά άλλη χώρα 5μως !έν είδα τήν ψυχραψία καί
τήν πε:θαρχία πού συνάντησα στό Ν. Βιετνάμ. Μ:ά παλ:ά
πείρα ϊχ ε : μάθε: π:ά τόν άνθρωπ& νά προστατεύεται μέ άπλά
μέσα, άλλά &so γίνε τα: π:ό καλά, δίχως νά Εγκαταλείπουν καί
τήν δουλ:ά τους, παρ' όλη τήν 'Αποκάλυψη πού φτύνε: πάνω
τους σίδερο καί φωτιά. Καμ:ά γ?} στόν κόσμο δέν et να: τόσο
σχαμένη. Πρίν νά καλλιεργήσουν τούς άγροΰς, σκάΰουν γύρω
τους τάφρους, γ:ά νά μπορούν μόλις φανούν τ* άεροπλάνα νά
κρυφτούν καί ν' άποφύγουν τούς πολυ6ολ:σμούς. Ά λλά καί γ:ά
τίς μεγάλες έταθέσείς πού γίνο'/τα: έναντίον τους μέ ναπάλ;:
ίχουν προετο:μαστεΐ. Τά χωρ:ά συνδέοντα: ύπογείως μέ δρό­
μους, πολλές φορές κα: Μ) χ:λ:ομέτρων, πού όδηγοϋν πολύ
μακρ:ά στό δάσος.
"Ολα αότά τά καταφύγια είνα: κο:νή ύπόΟεοη καί ίργο
όλου τοΟ χωριού. Ό πρώτος πόλεμος άπό αύτή τήν άποψη
στάθηκε πολύ 3:δακτ:κός, γιατί άπό τότε [ίάΟανε νά φτιά­
χνουν ύπόγε:α καταφύγια. "Ετσ:, μόλις άκουστεϊ 0όρο6ος άπό
*Β - 26* καθένας ξέρε: ποϋ πρέπε: νά πάε:. Κανένας παν:κός,
καμ:ά κραυγή.

85

Άχόμα χ' έμείς συνηθίσα^ νά αισθανόμαστε Ασφαλείς
χάτω άπό !να μέτρο γής.
Στά χωριά όπάρχουν περισσότερα καταφύγια άπό σπίνα.
Κάθε καλύ6α δίαθέτε; χαί τό ύπόγείο διαμέρισμά της πού εί
vat άρχΕτά εύρύχωρο χ* έτσι δωφοθμ;σμένο χαί προετο.μασμέπού μπορούν νά περάσουν έχεί μέσα ^ σχετική άνεση Αρ­
κετές μέρες.
Στίς πλούσιες έπαρχίες, δπως τό Μπίέν - Τ ρέ, τ ί χαταφνγία πού χτίσανε καί γ;ά τήν καλλιέργεια χαί γίά τά σπίτία,
είναι χαμωμέ να άπό μπετόν.
'Ο πως σέ μ&ς ύπάρχονν τά δωμάτια τών φίλων στά σπί­
τια μας, Ετο; κ* έδώ ύπάρχίί τό χαταφύγίο τών φίλων. Σέ δποίο χωρίό xt &ν έμεινα καί γ;ά όσο λίγο διάστημα xt άν 5μείνα, ή πρώτη φροντίδα τής νοικοκυράς τοΟ στίτίοΰ πού θά
μέ φιλοξενούμε ήτανε νά μοϋ δείξεί τό *ωρζ?ο καταφύγ:ο πού
έτοίμασαν γ;ά μένα^.
Ή εόγένεία αύτοϋ τοϋ λαοΟ σέ οχλα6ώνε:. Ωστόσο μή
φανταστείτε πώς είναι πολύ ά6αθες αυτές οί τρύπες. Κάθε
άλλο, πολλές φορές πάνω στή 6ί χαύνη μου νά κατε6Α κόντευα
νά τσακιστώ άπό τό ύψος. Τά παιδιά δέν είχανε τέτία &ασύνη.
Μαθημένα άπό τήν ώρα πού γεννήθηχαν νά ξεχωρίζουν
από τό θόρυ6ο τοϋ μοτέρ, 3χί μόνο τόν τύπο τοΟ άεροπ).άνου,
άλλά χαί τήν Απόσταση πού 6?ίσχΰτανε, έξαχολσυΦοϋσαν νά
παίζονν 6ώλους ή ν' άμολ&νε άίτό, σά νά έπρόκείτο γ:ά χάnota μπόρα, δταν δ 6ομ6αρδίσμός ήταν άρχετά μαχρίά, σέ
χανένα χιλιόμετρο άπό χεί, δηλαδή.
Έ ν α παtδάx^ μοΟ χάptσε ίνα σχέδιό του. Mtà ^δμάδα
τρίών* ίρίχνε μέ τό ντουφέκι ^μπανάνα^ &να άεροπλάνο. Αύτά
τά παιδιά ζωγραφίζουν δ,τί 6λέχουν καθημερινά γύρω τονς,
χαί τά μίχρά - μικρά, δπως π.χ. αύτά πού είδα σ' Ενα χωριά
κατα$ομδαρδ:σμένο μέ ναπάλμ χαί φώσφορο, πού φτιάχναν
— δπως τά δ:χά μας χάνοον φονρνάχίζ στήν άμμο —- κατα­
φύγια γίά τίς χοΟχλες τους.

86

ΧΪΧ

Ό τα ν ξφθχσα στό χωριό τους, 2 5 χιλιόμετρα άπό τη
Σαΐγχόν, $ηλ. σέ
περιοχή άπό τίς ικό 6θ)κ6αρ$ίσμένες,
γίατί ot ΆμΕρίχκνοί προσπαθούν άπ^λπίσμίνα νά τήν χρα
τήσουν, δέν φαντάστΥρία ποτέ πώς θά μ&ς ΰποδέχονταν μ* Ενκ
τίτίο γιορταστ^ό γεΰμα... Κί δμως !τσί γίνηχαν τά πράγ­
ματα.
UavroO, 3 * $λη τήν Εχταση τοΰ χρυσαφί&ΰ ώριμου ρυζιού,
χρατ^ρζς άπό 6όμ6ες. Παντού, στά ΐΐ$ρί6όλί2, σ^^σμέν^ς μπα­
νανιές χαί χουτσουρ^μένίς φοίνίχίές... "Ομως, οί χχλύ&ς
ίίχαν ξαναγίνει... *Ολο τό χωριό έπ€36 μέ τά μούτρα στή
SouÀtà, χαί μέ τήν θαυμαστή άλληλιγγΰη πού χαραχτηρ(ζ$ί
5λο τό Βίίτνάμ, τό θαΟμα ίΐχ ί γίν^ί. Σ ' αύτό τόν τόπο μπορ^
νά ο*^ναντΑς τόν φυοίχό καί τόν φοχίχό πόνο, Αλλά πουθίνά
δέν δρίσχίίς τήν έγχατάλίίψη χαί τή μογαξίά. '() λαός άστ*ρα άπό 3 0 χρόνια πολή^ου εχεί γίνει όλόχληρος )Μά οίχογέ
Vita ποό τά μοιράζεται δλα μεταξύ της.
^Εαναχτίσαμβ τά χαμένα μας σπίτια σ' Βνα ;ίέρο; Κ'.ό
προφυλαγμένο, χάτω άπό δέντρα χα( χλαδίά λ^γο π:ό àpatà
άπό πρίν. Μά <p&rt λο:πόν..., λέγανε οί φίλοι )^ας. Δ^ν μΑς

87

λείπεί τίπστα, μή φοβόσαστε, ή γη
είναι πλούσια. " O jt
φυτέψουμε ξεπετάγετχί άμέσως, τά χλίμχ έδ<& είνα4 τροπίχό.
Τώρα πού ή γ^ είναι δίχή μχς χαί δέν πληρώνουν τά τρίχ
τέταρτα τοΟ χόπου χαί τής σοδειάς ]ί.χς στούς γαιοκτήμονες,
φτάνει χαί περισσεύει τά φ-x? γίά δλους*.
Σέ δλα τά άπελευθερωμένα χωριά μάς πήγανε μέ υπερη­
φάνεια νά έπίσχεφθοϋμε τά σχολεία τους χχί τά άναπαυτήpta, χκΟώς χαί τίς όμάδες τοΰ χοροϋ χαί τοΰ τραγουδιού. Γίά
μ:άν άχόμα φορά, συζητώντας μέ τούς Εθελοντές πού 6οηΟοΟσχν στήν άνοίχοδόμηση, διαπίστωσα, πόσο τό ήθί%5 τους
ήταν άχμαΐο. Μόνο τό μίσος τους γίά τήν άμερίχάνίχη ^Αουφτ6άφε^ γίνηχε πίό 6αθύ χαί πίό άσ6ηστο. Αύτό ήταν τό μόνο
άποτέλεσμχ τών δίκρχάν χαί απάνθρωπων 6ομοαρδίσμών.

Σ ' αύτό τό χωριό μόνον ^νκς γέροντας προοΰλήθηχε άπό
τό φώσφορο, γιατί δέν πρόφ,τχσε νά χατε6ε? άρχετά γρήγορα
στό καταφύγιο, χχί σχφτώθηχαν 2 πχίδίά γιατί άνυπό;ιονα
χκθώς eivat σ' αύτή τήν ήλίχίχ τών 7 - 8 χρόνων 6γήχαν
πίό γρήγορχ άπ' δ,τί άπρεπε εξω άπό τίς τρύπες τους.
*"Οταν έπεσε ή τελευταία 6όμ6χ φωσφόρου, μου δίηγήθηχε ή μητέρα του ένός άπό τά δυό, τό μίχρό μου Αρχίσε
νά καίγεται σάν ξύλο, φώναζα «Βοήθεια^. "Έτρεχε μέσχ στό
χωριό σάν ά'/χμένη λαμπάδα... Δέν μπορούσαμε νά χάνου*
με τίποτα.... ο&τε γίά τό μίχρό του φίλο...^.
Μέ τή- ρίψη τόννων 6ομ6ών, ή άμερίχανίχή νίχη έχείνη τήν ήμέρχ ήταν 0 φόνος δυό παιδιών χαί τό χάψιμο μεptx^v άγρί&ν ρυζωΰ.,. Λαμπρή νίχη, πού δέν χρησιμεύω
σέ τίποτα χαί ούτε 6οηθάε{. στήν άνάχτηση τοΟ χαμένου
έδάφους. *Ηταν πολύ έπίχίνδυνη ή συνάθροιση σ' χότά τά
χωριά γιατί γίνονταν άμέσω; πρόχληση πρός άεροπορίχή έ­
πίθεση, γί* αύτό προσπάθησαν νά χρατηθεί μυστ^χή ή έπίσχεψή μου. Ώστόοο τά νέα χάνουν γρήγορα τόν γύρο έχεΐ

88

χάτω, χαί δέν πρόφτασα χαλά - χαλά νά τελειώσω τίς έπίσχέψείς j^ou στά θύματα χαί ό Νγχέ μέ φόρτωσε 6ίκστ:χά
πάνί') στή σχάρα του 6ίάζοντάς με νά τελειώσω μέ τούς Αποχαίρ^πσμούς, γί%τί έχατοντάδες γυναΐχες, μαθαίνοντας τήν Α­
φιξη μ:άς ξένης Ανταποχρίτρίας άπό ξένη χώρα, Αφήσανε τούς
Αγρούς χαί έρχόντουσαν νά μέ συνα'/τήσουν... 'Ερχόντουσαν
νά μοΰ ποϋν αύτό πού μοΰ είπαν όλοι ίσαμε τώρα, χχοδαίστές, χομμοονίστές, 6ουδίστές, αύτό πού jtaû έπανέλα6ε ή μη­
τέρα τοΟ σχοτωμένου παώίοϋ χί ό λαδωμένος Από τό φώσ­
φορο γέροντας. *Οί Άμερίχάνοι δέν θά μ&ς χάνουν νά γο­
νατίσουμε οΰτε μέ τίς 6όμ6ες, ο3τε μέ τίς έπ:θέσεις τους
έναντίον τοΰ Νότου τής πατρίδας }*ας< θ ά πολεμάμε ώσότου
φύγουν τελίχά Από οώζ*.

<^Στούς χωρίχούς μας, λέει ό Νγχέ, ΰστερα Από τόσα χρό­
νια 6ομ6αρδίσμών χάνει τόση έ'/τύπωση μίά έναέρία έπίθεση
όση χαί ^να 6ου6άλί ή μίά χίθάρα^.
Ά χόμα χαί τά 6ου6άλία, άχρίέώς.^.
Οί χωρίχοί Βχουν σχάφεί χαί γίά τά ζ<Βα τους χαταφύγία. Καί δέν τά ό&ηγοΰν έχείνοί. Μόνα τους τά ζωντανά,
όταν Αχούσουν Αεροπλάνα, πηγαίνουν χαί χρύ6ονταί.
^'Έπρεπε νά δείτε τόν πρώτο χρόνο τής Αντίστασης
αύτό τό χαταπληχτίχό θέαμα. Μόλίς άρχίζε ό 6ομ6αρδίσμός
τά ζώα έπίχεφαλής τοΰ χωρίου όρμοΰσαν μέ τά χέρατα
μπροστά πρός τή ζούγχλα χαί χωνόντουσαν μέσα. "Μτσί, γλύ­
τωναν Από τό πλίάτσίχο τοΰ ^χθροϋ. Κρυ6όντουσαν Αρχίτές
μέρες χ^ ΰστερα γύρίζαν μοναχά τους στους σταύλους τους,
πάντα δέ μ^τά τήν Αποχώρηση του έχΟροΰ. t

Related Interests

    αΰτό τά
    όνομάσχμε "6ου6άλία τής Αντίστασης^χ.

    89

    XX

    Συναντήσεις. «Ναθαναήλ, θά σοϋ μιλήσω γίά τίς συναν­
    τήσεις*. Δέν ξέρω &ν e!vat άχρ;6ώς %τσί ή φράση στό 6^λίο
    τοϋ Ζίντ «Γήινες τροφές*. Δέν 5χεί σημασία. Μ* ίχανε νά φαν­
    τάζομαι χίλια δυό πράγματα αύτό τό άτΜίγορευμένο 6ί6λίο, δτκν τό διάΰαζα τό 1940 χρυφά, σέ ήλίχία 15 χρον&ν, στό otχοτροφεΐο. Δέν φανταζόμουνα πώς ή ^δραπέτευση* θά μού
    έρχότανε άπό τίς γέρμα νίχές 60μ6ες, 2να ώραίο μαγίάτιχο
    πρωί, γχρεμίζοντας οικοτροφείο, γενέτειρα χαί ήλίχία παι­
    δική, ρίχνοντάς με στούς δρόμους μ:&ς μεγάλης ο:έξόδον* μαζί
    μ* δλο τόν άοπλο λαό μου.
    Ποίός ξέρει, δμως, ίσως ν&γίνα δημοσιογράφος γίά νά
    πηγαίνω έγώ πρός τίς ^συναντήσεις*. Μέσα στή ζούγχλα τοϋ
    μπετόν, στίς μεγάλες πολιτείες, 6 γείτονάς oou είναι ενας ξέ­
    νος. Mtà μέρα δμως στό Ν. Βιετνάμ μέσα στήν άγρια ζούγ­
    χλα φτάνει γίά νά συναντήσεις τόν Χ ί - Οόέ ή τόν άξίωματίχό Oôtv - Μίν ή τόν χαθολ:χό παπά Ζοζέ - Μαρί - Χό - Ούέ Μπά. Ό τα ν γράφω πώς τούς συνάντησα θέλω νά πώ : Τούς
    γνώρισα άληθίνά.

    90

    Έχεΐνο τάχα τό πρωί Ανάφανε φωτιά πολύ νωρίς, άπλώσ^νε χανένα ροϋχο νά στεγνώσει ; Πάντως τά Αναγνωριστίχά
    πού πετούσαν δίαρχώς άπό πάνω μας σάν γεράχία πήρανε
    είδηση τήν παρουσία μας χαί μάς σφυροχοποΟσαν έπί ώρες.
    "Οταν τ* άεροπλάνα ρίχτήχανε πρός V άπάνω μας, ή πρώτη
    χίνηση τοΰ Νγχέ πού ήταν & όπεύθυνος γίά μένα ήταν νά μέ
    τρα6ήξεί 3πως - δπως ίσαμε τά χαταφύγίο, χαί 6 όπεύθυνος
    γίά τάν Μπάρτσετ, 6 Νάμ, πού ήξερε πώς δ Μπάρτσετ 6αρίαχούεί, Αρχίσε νά ουρλιάζει τρέχο'^τας χατά πάνω του: *'Aaοοπλάνα*. "Αχούσε ή δέν Αχούσε ό συνάδελφός μου, πάντως
    6ρέθηχε αύτόματα μέσα στήν τρύπα τον. Γύρω μας οί μπόμ­
    πες σχάγανε 6ροχή, Ελεγες πώς 5φτασε ή συντέλεία τοϋ χόσμου.

    "Ενας 6ομ6αρδίσμάς μοίάζεί μέ μπόρα. Ανάμεσα στίς
    6ροντές, ξανοίγει λίγο ό ούρανός, γίνεται μιά στιγμή 6ασώίχή ή μέρα, χ ' ?ξαφνα χατάπληχτος άχοΰς τό τραγούδα ένός
    πουλίοΟ. Αύτή τή φορά, χάπου έχεί χοντά μου μέσ' στή γή,
    Αχούσα τό χλάμα ενός παίδίού χί Αμέσως μίά γυναίχεία φω­
    νή νά τραγου5άεί σά νανούρισμα. Δέν πίστευα στ* αΰτίά μου.
    *Ηταν ή πρώτη φορά πού Αχουγα ^να μωρό, έχε! μέσα στά
    6άθη τής ζούγκλας, δπου ήταν έγχατεστημένο τό Αρχηγείο
    τοΟ Μ.Ε.Α. (Μέτωπο Έθνίχής Α πελευθέρωσης). Ό Νγχέ
    διπλωμένος στά δυό μπροστά στό Αμπρί μου, άνάμεσα στά
    θραύσματα τών 06ίδων χαί σέ μένα, γύριζε χάθε τόσο πρός
    τό μέρος μου χαί μοΰχανε νοήματα νά χωθώ πώ 6αθ(ά. Κατάλα6α πώς τά χαταφύγώ jtou έπίχοινωνοΟσε μέ τό πλαϊνό
    (χάνουν σέ πολλά χαταφύγία πολλές εισόδους, Ετσι πού Αν
    χλείσεί άπό τή μιά μεριά νά μπορέσεις νά 6γείς άπό τήν Αλ­
    λη) . Στό διπλανό λοιπόν χαταφύγιο συνάντησα τήν Toi - Ούέ
    μέ τό μωρό. Ή Τσί - Ούέ είναι μέλος τοΟ δημοχραηχοΟ αόμ­
    ματος τοΟ Βίετνάμ' φέτος άναγχάστηχε νά ίρθΜ στό άντάρ-

    91

    Ttxo ύστερα άπό πολλά χρόνια φυλάχ^ης. ^Ητχν χαθηγήτρία.
    Μπήκε άπό τό 1954 στό ^Σύνδεσμο Σαϊγκόν - Σολόν γίά τήν
    ειρήνη καί τήν τήρηση των συ^ίφωνίών τής Γενεύης^.

    Νάχε;ς μέσα στή ζούγκλα ενα μωρό eivat μαρτύριο, άλλά
    καί χαρά άπό τίς πίό σπάνιες. 'Ενώ όλα τά ζευγάρι, εί­
    ναι χωρισμένα άπό τόν πόλεμο, ή Ούέ συνά'/τησε τόν άντρα
    της γίά λίγο μεταξύ δύο άποστολών πού τόν φέρανε πρός τά
    δώ. Πάντα ποθούσανε νά χάνουνε ενα παί&ί. Ό έρχομό; τής
    μικρούλας πού τήν ονόμασε ή Ούέ ^'Εμπροσθοφυλακήν (δύσχολα μπορεΐ νά άποδοθεΐ ή Βιετναμέζικη λέξη) ήταν πράξη
    έρωτίκή μ& χαί πίστης στό μέλλον. Καί μόνον δτί μπόρεσε
    νά γεννήσει μέσα στά δάσος χαί νά έπίζήσεί ρό παιδί χάρη
    στή 6οήθεία ένός στρατί ωτίκοΟ γίατροΰ, ήταν άπόδείξη
    πόσο τά πράγματα καλυτέρευαν, γΜχτί πρίν λίγα xpôvta
    Kàn τέτίο θάταν άπολύτως άδύνατο. Αύτή ή γέννηση ήταν
    σύμ6ολο τής προόδου ιού Ακί'χοϋ Μετώπου. Αύτό μοΰ έξηγούσε χαμογελαστή ή Τσΐ - Ούέ τήν ωρα πού ό 6ομ6αρδίσμός
    άποχεφάλίζε τά δέντρα χαί κείνη νανούριζε τό παιδί τής
    ζούγχλας μέσα στήν κούνια πού τοϋχαν φτίάξεί οί άντάρτες
    άπό μπαμπού.
    Σχεδόν μοδ ζητούσε συγνώμη γιατί λέει «κλαίει ή μι­
    κρή δταν άχούεί 6ομοαρδίσμό, εΐνκί 6λέπετε μόνον 2 μηνών,
    σέ λίγο 6ά συ'/ηθίσεί, τά κουνούπια δέν τήν ένοχλούν κα­
    θόλου πίάχ.
    'Εξαντλημένη άπό τή γέννα καί τήν πολύχρονη φυλάκύσή
    της, ήταν φο&ρά άδύνατη κ είχε ένα άχνό χρώμα Ελε­
    φαντόδοντου. Σά νά μήν τής εϊχε μείνει σταγόνα αίμα. ^Ανη­
    συχούσα. κΑίπά, μήν άνησυχεΐς, μου λέεί, είμαστε συνηθισμέ­
    νοι έμείς σ' αότά^. Τό ?5ίθ 5ρά5ί είμαστε π:ά φίλες στή ζωή
    καί στόν θάνατο.
    ^Ηταν ëva άπό τά λίγα ήρεμα 6ράδία δπου μέσα στή

    92

    ζούγχλκ μ^ορού^αμε νά περάσουμε σά νά ει;ιαστε στά χω ­
    ριό. Κανείς δέν πληγώθηχε άπό τόν 6ομ6αρδισμό, οί στρατιώ­
    τες διορθώσανε τίς χαλασμένες χαλύ6ες χαί δέσαμε ήσυχα τίς
    χούνιες μ^ς στά δέντρα.
    Ό Μπάρτσετ, 0 Νάμ. χαί ό Νγχέ πίνανε ραχι άπό ρύζι
    χαί μασουλίζανε ξεραμένη σουπιά, ένω ό Σί - Χάι μ&ς έτοί(!/χζε ένα. θαυμάσ'.ο άγριοχάτσιχο μέ xouxt& γιά τό δείπνο.
    Ό ΜπάρτσίΤ χ ' έγώ θά ]*.έναμε μεριχές μέρες εδώ γιά νά
    πάρουμε μίά σειρά συνεντεύξεις άπό τούς διάφορους ήγέτες
    τ^5 Μετώπου^ χαοδαϊστές χαί Βουδιστές.
    ^Λλλά τήν άλλη χιόλας ήμέρα, πρίν άχόμη χαλά - χαλά
    ξημερώσει, ήρθε ή Τσί - Ούέ στήν χούνια μου νά μέ άποχαι*
    ρετήσει. "Ενα σαχίδιο στήν πλάτη^ στή ζώνη ή λάμπα της
    χαί στήν άγχαλιά της, φασχιωμενη μέ χαχί, ή χορούλα της.
    <χ^Ηρ8ε ενας σύνδεσμος τή νύχτα. Φεύγω μέ άποστολή λί­
    γο πιό νΐ))ρίς άπ' 3/rt είχαμε λογαριάσει. "Επρεπε νά πάω στήν
    πόλη σέ μιάν έ6δομ&δα, τώρα δυνάμωσα. *Ετοΐ]^ζονται σο6αροί πολ^ιχοί άγωνες έχε?. *0 άδελφός μου είναι στή Γαλ­
    λία. Πεΐτε του πώς ξαναπήγα στόν ^στρατό μέ τόν χότσο**.
    Φιληθήχαμε. Μέ σφιγμένη χαρδιά χοίτκζκ τήν χαινούργια μου φίλη ν' άπομαχρύνεται μέσα στό πυχνό δάσος χαί νά
    τραΰάει πρός τά χει πού δέν %πκυε ποτέ ή 6οή τών χανονιών.
    Στήν άγχαλιά της χρατοΰσε &να τόσο δά μωράχι πού τΒλεγαν
    ^Έμπροσθοφυλαχή».
    -&Όσο πιό πολύ άγαπ#ς τόσο πιό πολύ όποφέρΕίς, ^ π γ ί
    ή Ούέ, μά τόσο πιό πολύ χαρδιώνεσαι xt Αγωνίζεσαι γι& νά
    διώξεις τούς Άμεριχανούς*.
    «Στό Ν. Βιετνάμ, §λεγε άχόμχ, μιά γυναίχα ]^πορ$: νά
    χάνει θαυμάσια δουλιά γιά τήν Απελευθέρωση, φτάν*ι νά
    χρατ&ει τό παιδί της στήν άγχκλιά*.
    * "Ercot ΐ4ν λέγ^νζ
    χότοο τά ^Μίλλιά τοος.

    οί γντΛ%χ6ί το& Nànw)

    nAvaiv#

    93

    XXI

    Ή Οΰέ Ανήχεί σέ μίά παράξενη στρατιά δίχως όπλα,
    πανταχοΟ παροϋσα, σέ πολιτείες χαί χωριά. Μίά γυναίχεία
    στρατιά, πού πουθενά χαί σέ χανένα μέρος τοϋ χόσμου δπου
    μάχονται γίά τήν Ανεξαρτησία δέν ξανκσυ'Λχντήσαμε. Μίά
    στρατιά πού δέν τήν Αναφέρουν τά τηλεγραφήματα μά πού
    Επαιξε Από τήν πρώτη στιγμή ίναν τεράστιο ρόλο, πρίν
    χάν Αχουστο&ν οί πρώτες τουφεχίές τών Ανταρτών, στήν πατρίωτίχή δράση τοΟ Ν. Βιετνάμ. Είναι ό στρατός *μέ τούς
    χότσους*, παντοδύναμος, ;ιέ έχατομμύρία Αγωνιστριών.
    Είχα τήν τύχη στό διάστημα τοΟ ταξίδίοΟ μου νά 6ρεθώ
    γίά λίγο στίς γραμμές τους. "Ετσι, μελέτησα άπό χοντά τίς
    μορφές πάλης πού έφαρμόζουν, μορφές έξαίρετίχά περίπλοχες, τολμηρές χ* εύέλίχτες. Βασίχή τους έπίδίωξη ήταν νά
    προστατέψουν τόν πληθυσμό άπό τά έγχλήματα τών χαταχτητών, χαί χορίως νά σπάσουν τό ήθίχό τού έχθροΟ, νά τόν
    Αποδίοργανώσουν χαί νά τόν παραλύσουν, μέ νόμιμα ή ήμίνόμίμζ μέσα. "Ολα αότά τά παραχολούθησα Από χοντά, δί­
    πλα στίς γυναΐχες πού μέ 6άφτίσαν δίνοντάς μου ένα όνομα
    &ετναμέζίχο. ^ Τ σ ί-Τ ά ίμ * μέ όνομάσανε πού πάει νά πει

    94

    * Ώ δγδοη Αδελφήν. Συνήθως, αυτό τό 5νομα δίνουν σ' ένα
    Από τά παίδίΑ τών χαλύτερων οίχογενείών.

    Μόλις τό δίχτυο πληροφοριών τού Μ.Ε.Α. μαθαίνει πώς
    άποστέλλονται στρατιωτίχές ένισχύσείς, έχατοντΑδες χωρίχοί
    ξεχύνονται ξαφνιχΑ στούί δρόμους μέ τΑ χαράτσια τους. Έ ν α
    πλήθος 6moTtxô xaTe6aivet Από όλα τΑ γύρω χωριά χαί μπουχώνεί τελείως τήν χυχλοφορία. "Αν γίνε: ξαφνίχΑ χανένα
    *χτένίσμα* οί ήλίχιωμένες γονα!χες μπαίνουν μπροστά στίς
    χΑνες τών τουγεχιών χαί φωνάζουν στούς χυΰερνητιχούς :
    *Τ ί πάτε νΑ χΑνετε ; Γιατί ΘΑ χτυπήσετε ëva είρηνιχό χωριό ;
    Είμαστε σΑν τίς μανάδες σας, τοΟτο τό χωριό εΐν* ?διο μέ τό
    δίχό σας χωριουδάχι. Μήν άχοΰτε τούς Άμεριχανούς πού μ&ς
    6Αζουν νά σχοτωνόμαστε μεταξύ μας*. Οί στρατιώτες Ανα­
    στατώνοντας Αποφεύγουν νά ρίξουν ή ρίχνουν στόν Αέρα, γνω­
    ρίζοντας πολύ χαλΑ πώς οί ΑντΑρτες χτυποΟν χατΑ προτίμηση
    τούς άξιωματιχούς χαί τούς Άμεριχανούς πού χατευθύνουν τίς
    επιχειρήσεις. Μόνον ύστερα Από τήν εΐρηνίχή διαδήλωση,
    χι &ν παρ' δλα αύτΑ γίνε: τό *χτένισμα*, οί ΑντΑρτες τοϋ
    χωριοϋ θ' Ανοίξουν πΟ^ρ. Ή έπέμδαση τών γυναιχών, χυρίως
    έχείνη τήν πρώτη έποχή τοΰ Ανταρτοπολέμου, στΑθηχε πολύ
    χρήσιμη, γιατί 2δίνε τόν χαιρό στούς ΑντΑρτες νΑ έτοιμαστοΰν.

    Κι δταν & χ . Ταίηλορ Αποφασίζει, δπως τό 1 % 4 , νΑ
    *είρηνεύσ:ι* τίς έ7Μρχίες - χλειδιά, γύρω Από τή Σαίίγχόν
    πού χου6αλήσανε ση;*αντιχές ένιοχύσεις, δπως λ.χ. στό Λόνγχ"Αν, Χνα μεγάλο μέρος τοΟ στρατοΟ τους 2μείνε στά σπίτια
    τών χατοίχων. Τότε οί γέροντες χαί οί γυναΐχες παίξανε
    2να ρόλο Αποφασιστικό.
    ^Γιέ μου, λέει & γέρο παποΟς σ* 5να στρατιώτη, χαίρο-

    95

    μλί γίά σένα, κερδίζεις χαλά τή ζωή σου πρός τό παρόν. "Α χουσε δμως χαί τή συμβουλή μου, σά νάμουνα πατέρας οου.
    θυμήσου τί γίνηχε σέ κείνο καί σέ κείνο τό μέρος. Τό χαχό
    συμοαίνείτ άπό τή μίά στιγμή στήν Αλλη. Βάλε λίγα χρήμα­
    τα στήν άκρη γίά τό φέρετρό σου. Είναι ώραΐο πράγμα μίά
    καλή χηδεία^.
    "Ενας χωρίχός μοΰ έξηγοϋοε τή θεωρία της πολίτίκοστρκτκι>τίχ% πάλης πού έπί6άλλεί ό πληθυσμός τοΰ Νότιου
    Βιετνάμ σ' αότόν τόν παράδοξο πόλεμο.
    <χΤή νύχια. οί γυναίκες του χωριού χ ' έγώ σχά6ουμε Από­
    τομους λάχους γύρω - γύρω άπό τά φυλάκια, έχεί μέσα τοπο­
    θετώ παγίδευμένες χείρο6ομ6ίδες, έτσι λίγο - λίγο ό έχθρός
    αισθάνεται τελείως περίχυχλωμένος άπό μάς, φο6Χταί νά 6γεΐ
    έξω γίά νά μήν γκρεμιστεί ή γίά νά μήν Ανατιναχτεί σ^όν
    Αέρα. Αύτός είναι ό ένοπλος Αγώνας. "Οταν ό έχθρός
    6γεΐ ^ξω πληγω;ίένος, έγώ τόν περιμαζεύω, τόν περιποιούμαι,
    καί λίγο - λίγο τοΰ εξηγώ τά συνθήματα του Μετώπου. Αύτός
    είναι 6 πολίτίχός Αγώνας. "Οταν αότές οί 8υό μορφές τής Αντί­
    στασης συμθλδίζουν Αδελφωμένα, ν&σαί σίγουρη πώς ή νίχη
    θ&ναί $ί.χ^ά μας μέ τίς λίγότερες δυνατές Απώλειες. Καί δέν
    π&νε οί 'Αμερικανοί νά στείλουν διπλάσιες, τριπλάσιες δυ­
    νάμεις χαί 6&μ6αρδίστίχά...*.

    θάπρεπε νά γράψω ένα 6ί6λίο πολύ πίό μεγάλο Απ^ αύ­
    τό έοώ άν ήθελα νά χαταγράψω δλες τίς φάσεις τοΟ πολίτίχού Αγώνα πού διεξάγει δ λαός τοΰ Νότιου Βιετνάμ έδώ χαί
    δέχα χρόνια, τόσο μέσα στίς πολιτείες μέ τίς 6ου8ί<τπχές έκδηλώσείς πού τόσο οοήθησαν στήν Ανατροπή τοΟ Ντίέμ, δσο
    χαί στήν δπκίθρο, δπου οί χωρίχοί λίγο - λίγο έχουν πάρει πί­
    σω τή γή πού τούς είχαν κλέψει χαί τήν ξαναμοιράσανε.
    Ή πολίτική μάχη διεξάγεται μόνον Από τόν «στρατό !*έ
    τούς κότσους* (οί άντρες Βρίσκονται στό μέτωπο) χ* είναι πο­

    96

    λύμορφη χκί άσίγαστη. Απλώνεται σ' 5λες τίς περιοχές χαί
    eivat έχκτομμύρ;& τά μέλη της. Ά χόμα χ&ί οί πολύ γέρο:
    5χουν πάρεί μέρος σέ οεχάοες, σ* έκκτοντάδες έπίχείρήσείς
    πο5χαν σχοπό νά πκρκλύσοον τόν έχθρά.

    Ά χόμα χΑί στά στρκτηγίχά χωρίά^ μέσα. στό συρμα­
    τόπλεγμα χαί τά φολάχί^, οί άνθρωποί συνεχίζουν τόν άγώνκ. Προσπαθούν νά πείσουν τούς στρκτκ&τες, πού -πολλοί άπ"
    Λύτούς έπίστρ^τεύθηχαν μέ τή 6ίκ. Τότε τούς έξηγοϋν ποίά
    είνοίί τά πκτρίίΰτίχά τους
    π3ίθί &?wi οί λόγοι πού
    τούς ύποχρεώνουν νά μάχονται. Καί τέλος τούς χαλοΟν νά
    άγωνίστοΰν )Μϋζί τους. Ά π ό τήν Αλλη μεριά, δέν περνάει
    ο5τε μίά νύχτ^ στό Νότιο Βιετνάμ πού νά μην άχουστε^ χάποία χορίτσίστίχη φω'/ή (χρυμένη μέσ* στά χόρτα), πού μέσα.
    άπό τό μεγάφωνο ν' άπευθύνετκί στούς χυ6ερνητίχούς μ^
    έχχλήσείς ή μέ τρκγούδία.
    Σέ μίά χώρα δπου 6 λκ-ός ολκ τά εχφράζεί
    τήν ποίηση ^
    πάνω σέ γνωστούς λκΐχούς σχοπούς, χεντίοδντ^ί τά χαίνούργκχ.
    ποιήματα πού μίλαγε γίά τά δράματα τόσων χαί τόσων οΐχογενείών πού τ υ χ α ία ν&χουν στά Μέτωπό evocv γίό χαί στούς χυ
    6ερνητίχούς ενα ανήψί. "Ετσι γεννίέταί ενκ νέο λαογρα-φίχά
    ύλίχό, χ ' efycn τόσο δραμοίτίχά μερίχά τραγούδια άπ' αυτά
    πού τραγουδάνε οί χωρίχοί στούς πληρωμένους στρατιώτες
    ώστε χ* σ! πίό σχληρόχΰίρδοί άπ' κΰτούς οαχρύζουν.
    Γνωρίζω μίά χοπέλ<χ. πού θά τήν όνομάσω Σί - Λί, γκχτί αύτή τή στίγμή 6ρίσχετ&ί σέ χατεχόμενη περιοχή. Κά­
    θε δυό 8ρά5ίκ, πάνω σ' ενα γνωστό σκοπό τραγούδαγε γίά
    τούς έχθρούς τοΰ γείτονίχοΰ στρατοπέδου :
    «θυμήσου τό χωρώ σου, τή μυρωδιά τοΰ θερισμένου
    χορτάρι οΟ
    τοΰ πκτρίχου σπίτίοΟ σου τήν οώλή.

    97
    7

    "I$to ήταν τό χωρώ σου σάν καί τοϋτο έοώ.
    Γιατί πήγες μέ κείνους πού ρίχνουν τίς όχίές στής
    ίδιας τους τής μάνα^ς τό κοτέτσι
    Καί άπευθυνόμενη στόν τάδε στρατιώτη ή Αί το$$ίνε
    συγκεκριμένα νέα, τραγουδώντας τα:
    ^Στρατιώτη Τρουόγκ, τό Μέτωπο λευτέρωσε τήν περίοχή σου.
    Πήραν τό γράμμα σου οί γον:οί σου, φύλαξαν τή μερίδτ σου.
    Μπορεΐς κο'/τά τους νά γυρίσε;ς.
    "Ασε τούς Αμερικανούς, &ρπαξε τό ντουφέκι σου καί
    γύρνκ στό χωριό σου^.
    Σ ' ενα,ν άλλο !
    «Στρα-πώτη Τ ά μ, είσαί άπό τό χωρ^ό τά5ε,
    εσύ ύπηρετεΐς τούς ^Αμ;ερίκα'/ούς x* ÈKSÏvot στό χω ρ^ σου
    ρίξανε 6όμ6ες έμπρηστίκές καί κάψαν τούς δικούς σου*.
    Τ ίς πρώτες νύχτες ή Απάντηση στή φωνή τής Ai ήτανε
    τουφεκίές. "0]ΐω ς τό τραγούοί της s b a t τόσο γλυκό πού ό ?δί.ος ό άξίωμκτκκός διέταξε : ^Μή χτυπάτε απόψε, τραγουδάεί
    ή δεσποινίς Αί καί μ' άρέσίί πολύ ή φωνή τηςκ.
    Μή νομίζετε πώς σ&ς δίηγοΰμΧί κάποιο παραμύθι. Αότή ή ιστορία στό Βιετνάμ είναι κάτι πολύ κάίνό, Επικίνδυ­
    νες κοπέλες σάν τήν Αί έχουν κάνει πολλούς στρκπώτες
    νά λίποτκκτήσουν. Ωστόσο οί Πηνελόπες τών στρατηγιώ ν
    χωριών, άν κ" είν&4 ύποχρεωμένες τήν ήμέρα. νά κάνουν χίλιες
    5υό δουλίές, τή νύχτα γκρεμίζουν δ,τι φτίάξαν τήν ήμέρα.
    Καταφέρανε ;ίάλίστα άρκετές φορές νά δδηγήσουνε μέσα στό
    ίδιο τό στρατόπεδό τους άντρες του Ααίκοΰ Μετώπου, Αύτό
    γίνηκε συγχεκρίμένα καί στή μάχη του Μπίν - Γκίά. *Αλλά
    έδώ μπαίνω σ' άλλο κεφάλαιο....

    98

    X X Ïi

    Μετά άπό ενζν 6ομ^αρ5ίσμό σέ Ελευθερωμένη περιοχή,
    μπορεΐς νά δ εί; χιλιάδες γυγαΐχες, γέρους χαί παίδίά, νά
    6α$ίζουν πρός τήν πλησ:έστερη έχθρίχή πολιτεία, μεταφέροντας έΐΜΧί6φκλ% πάνω σέ μ π ^^ ού τά θύματα τοϋ 6ομ6αρδίσμοϋ. Μερίχές φορές οί Άμερίχκνοί άν^μετωπίζουν τήν
    πομπή μέ τό μυοράλλίο. Οί άντάρτες τότε σηχώ'/ouv τά δπλα
    χαί χυρίως τά γυρίζουν πρός τά άεροπλάνα πού $^ν τολμουν
    τότε νά χατεέουν πολύ χαμηλά. Ά ν στό μεταξύ όπ άρχουν xatνοόργΜϋ θύματα τά παίρνουν xt αΰτά μαζί τους χαί ή πορεία
    προχωρεί. Μέσα στό πλήθος

    δίαχρίνονταί ενδύματα ίερέων.

    Τ ά χορίτσία της έθνίχής μειονότητάς Χίμέρ, στό Τ ρ ά -Β ίν ,
    σέ τέτίες περιπτώσεις ντύνονται στά χκταχόχκίνα, σημάδι
    πώς είναι άποφΰκκσμένες νά 6α$ίσουν άχόμα xt &ν χρειαστεί
    νά χύσουν τό αίμα τους. Φτάνοντας στήν πρωτεύουσα τής έπαρχίας^ τό πλήθος, μπροστά στίς άρχές χαί τούς άξίωμ/χηχούς
    τής Σαϊγχόν, άπο^τεΐ ν^ άποζημίωΟούν οί οίχογένείες τών
    θυμάτων, πού ε?ναί δλοί παρόντες ντυμένοι χάτασπρα, σημά­
    δι πένθους. Τό πλήθος ζητεί έπίσης νά μετατεθεί ό άξίωματί-

    99

    χός πού ίδωσε τό πρόσταγμα τοΰ χανονίο6ολίσμοϋ χαί νά
    παραιτηθεί ή χυ6έρνηση τών άνδρείχέλων.
    "Ολο χαί πίά συχνά, τόν τελευταίο χκφό πού είμαστε
    παρόντες, διαπιστώναμε πώς 8σο πήγαινε, τά συνθήματα άπευθυνόντουταν σχεδόν μόνον στούς Άμ^ρίχανούς, ζητώντας
    τους νέτα σχέτα νά φύγουν άπό τόν τόπο τους.
    "Ολες οί τάξεις παίρνκν μέρος σ' αυτές τίς διαδηλώσεις,
    δπου οί χάτοίχοί τών Ελευθερωμένων περιοχών τελείως άο­
    πλοί, 6ά3ί.ζκν πρός τίς πόλεις χαταδίώχοντας μ' 2ναν τρό­
    πο τόν χυχλωμένο έχθρό χαί Βοηθώντας τόν Αστίχό πληθυ­
    σμό νά "ξεσφίγγει τόν χλοίόχ*.
    Εεσπώντας όμαδίχά, σ' δλη τή χώρα, τέτίου είδους ποίχώόμορφες πολ4τίχές έχδηλώσείς, γίνοντ^ σο6αρό έμπόδίο
    στόν χ^ταχτητή πού εΐναί ήδη πνιγμένος άπό τίς πολύπλευ­
    ρες xt 8λο πίό σοβαρές έπίθέσείς τοΰ Μετώπου. Ο χαταχτητής δέν μπορεί νά είναί πανταχοΰ παρών.

    Γίά νά συμπληρώσουνε τά κενά πού δημίουργοΟνταί άπό
    τίς όμαδίχες λιποταξίες χαί πού χάθε μέρα αύξαίνουν, οί
    άστυνομίχοί τής Σαί'γχόν μαζεύουν τούς νέους. "Ομως πολ­
    λές φορές ό κστρκτός μέ τόν χότσο^ σταμάτησε τήν άποστολή τους. Οί γυναίκες ξαπλώθηκαν πάνω στίς ράγες τών τραί­
    νων χάτω άπό τίς ρόδες χαί δέν ήταν σπάνιες οί φορές πού
    πολλοί χυ6ερνητίχοί άφοπλίατηχαν άπό τό πλήθος. Σ ' αύτό
    τό διάστημα οί ύπεύθυνες της κΓυναίχείας "Ενωσης γίά τήν
    'Απελευθέρωση τοΒ Ν. Βιετνάμ^ πηγαίνουν νά δίαπραγματευθούν μέ τούς αξιωματικούς. «*Άν δέν μάς γυρίσετε τά παι­
    διά μας θά σας χρατήσουμε τούς οτρατίώτες σας. *Εχουμε άνάγχη χάποίος νά μάς Βοηθήσει σΐό θερισμό, πρέπε: νά μπει
    χρήμα στό σπίτι. . .
    Τέπου είδους χουοέντες χρατάνε ώρες. "Αλλη φορά

    100

    Ερχοντχί στό γραφείο του έπ:χεφαλής της φρουράς έκατοντάδες νέες γυναΐχες ;μέ τά μωρά τους στά χέρ^α.
    ^Γυρίστε μας πίσω V Α5έλφ;κ μας, γυρίστε μας πίσω
    τούς Αντρες μας, Τ ί νά χάνουμε μόνες μκς; Πώς νά θρέψου­
    με τά παιδιά μκς;κ. Καί δ Αξιωματικός πνιγμένος Απ' δλίς
    αυτές τίς γυναΐχες πού τόν απειλούν δτί Οά έγκαταλείψουν
    έχει τά παίδίά τους, Αν δέν Αφήσουν έλεύθερους τούς νεοσύλλεχτους, ύποχρεώνεταί νά ύποχωρήσεί, Στό μεταξύ τά νή­
    πια παίζουν Ανίδεα τόν ρόλο τους, σπάζοντας τό ήθίχό τών Αξίωμαηχών, μέ φωνές, χλάματα χαί μπόλίχα τσίσία πού μου­
    σκεύουν τά χαρτιά το3 χ. δίοίχητή τής περιοχής.

    Ό «στρατός μέ τόν κότσοι Αποτελεΐτα: Αποχλείστίχά
    άπό έθελοντές πού είναι πάντα στή διάθεσή του.
    "Ο χάθε στρατιώτης ζεΐ στό σπίτι του, τταίρνεί μέρος
    δπως 5λο τό χωρώ στήν παραγωγή, στή μελέτη, στά προ­
    φυλαχτικά χαί στά μέτρα. όγείας πού όργανώνεί τό Μέτωπο.
    Ό μ ω ς, μόλις δόσεί τό σύνθημα ό Αξίωμ^τίκός τους — πού
    τόν ^χουν έχλέξεί — οί γυναΐχες Αρχίζουν τή δράση. Ή
    δράση τους αότή εΐναί πολυποίκιλη χαί μερικές φορές συν­
    τονισμένη σ* όλόκληρη περί&χή ή νομό χαί είναι όργανωμένη
    Ακρί6ώς οπως στόν άπλίσμένο στρατό (δίχως Αρ;^ατα ]ώνο)
    μέ σώματα έφέδου, εθελοντές έμπροσθοφυλαχής, έφεδρεία, έπίμελητεία χαί Ανίχνευτίχές άμάδες. Μέσα σ' αυτές δέν
    λογαριάζουμε τίς γυναΐχες πού E?vat στρατευμένες στό χ ω ­
    ριό, έπίφορτισμένες μέ τή φύλαξη χαί διατροφή τών παι­
    διών, έχείνων πού μάχονται,
    Στίς εΐρηνίχές αότές μάχες τό πατροπαράδοτο Ασπρό­
    μαυρο μαντήλι πού φοράνε οί χωρικές παίζει τεράστιο ρόλο.
    Δεμένο μ' αυτό τόν τρόπο ή φορεμένο χάπως άλλίώς,
    πληροφορούν γίά τήν ώρα τής συγχέν.τρωσης, γίά τόν δρό­
    μο πού 8' Ακολουθήσουν, γίά τό ποΟ 6ρίσχετα( ό έχθρός.

    101

    Ή Ανθρώπινη φουσχοθαλασσίά χατάφερε πολλές φορές,
    υστέρα, άπό χάποίο 6ομ6αρδίσμό, νά πετύχεί άπό τούς ύπεύθυνους νά χάνουν όρίσμένες ύπ^χωρήσε:ς. Στήν Μπε/τρία,
    π .χ ., τό 1 9 6 3 , μπροστά σέ εναν Ανένδοτο πληθυσμό, πού
    μόνος τον είχε λευτερώσει τή γή του, οί Άμερ:χανοί έξαπέλυσαν μαζίχ^ύς 6ομ6αρδίσμούς μέ ναπάλμ χαί τοξίχές υλες.
    Σέ άπάντηση, 45 χ:λίάδες άνθρωποί ξεχύθηχαν
    πρός τήν πόλη στίς 2 0 Δεχεμ6ρίου τοδ 1 9 6 3 . Χιλιάδες άλλοί
    τήν ïotz στιγμή χάναν παρέλαση μέσα στά χωρίά, Αύτές οί
    διαδηλώσεις — πού στάθηχαν μάρτυρές τους δλοί οί δημοσίογράφοί τ^ς Σαΐγχόν— χατΑφεραν νά χλονίσουν τούς χυ6ερνη?ίχούς στρατιώτες, πού ύπογράψανε έχχλήσείς έναντίον
    τοΰ χημίχοΰ πολέμου χαί χάναν έράνους ύπέρ τών 6ομ6οπλήχτων, γύατί χαί οί ίδκχ eivat παίδίά χωρίχώγ.
    Οί άμεριχα'Λχές Αρχές ύποχρεωθήχανε νά δύσουν εν­
    τολές Αποζημίωσης τών θυμάτων. Kt δλα αύτά δίχως νά πέ­
    σει ούτε μίά. ντουφεχίά.

    Χρείάζετα: πολύ θάρρος γίά ν& δρθωθείς, ^τσ: άοπλος
    άπένανπ στά ;ίυδραλλίθ6όλα τοΰ έχθροΰ. "Ισω ς νά χρειάζεται
    περισσότερο xt άπό χείνον πού χτυπάει μέ χεφο6ομ6ίδες έ ­
    να χομ6όί άπό Αμφί6:α τάνχς. Αότό τό γνωρίζουν οί άντρες
    τοΰ Ν. Ρ^τνΑμ.
    "Οταν Απευθύνονται στίς γυναΐχες τους άποχαλώντας τες
    ^'Ομαδάρχη μου^, ή φωνή τους είναι τρυφερή χαί τό χαμό­
    γελό τους δλο θαυμασμό, γιατί σχέφτοντα: τήν Ανδρεία χαί τό
    θάρρος τών λεπτών αυτών πλασμάτων πού αντιμετωπίζουν μέ
    τόση πκλληχκρίά τίς έχθρίχές θέσεις.
    Δέν μπορεΐ χανείς νά χαταλά6εί αυτή τή μορφή τοΰ
    άγώνα, πού εχεί τούς ] ^ τ υ ρ ε ς , τούς φυλαχίσμένους χαί τούς
    νεχρούς του, Αν δέν θυμάταΑ συνεχώς πώς έχε! χάτω, χάθε
    άντρας ή γυναίχα %χεί τουλάχιστον Sva παιδί, ενα γο/tô,

    102

    ë w άδέρφί του νά έχοίχηθίΐ. Κ( άχόμη πώς χάθε ζωντανός
    κινδυνεύω άπό στιγμή σέ στιγμή νά πεθάνεί xt ά ?5ί.ος. Ό
    λαός δέν
    &λλη διέξοδο. "Ay θέλε;. νά cπ^ζήσe^ πρέπ&ί
    ν* άγωνίστεΐ μέ $λους τούς τρόπους.
    Υπάρχει ένα τραγούδι πού λ έει: *Οί νεκροί πορΕύοντκί μέ τούς ζωντανούς^.
    Αυτοί οί στίχοι σοϋρχονταί σννεχ(]&ς στό νοΰ, δταν 6ρίσχεσαί στό Ν. Βιετνάμ.

    103

    XXIII

    '/%οροΑοχησ€*ς στο /%0ος ένος καταφυγών
    νΜέ λένε Λάν. Είμαι 3 0 χρονών. Είμουν χωρίχή. Σπού­
    δασα στά σχολεία τοΰ Μετώπου. Είμ/n μαμή δλης τής χωμόπολης. Είμαι έπίσης μέλος τ^ς όμάδας αυτοάμυνας τοΟ
    χωρίοΟ μου.
    *"Ε χω παντρευτεί εδώ χαί 12 χρόνια χώλας. *Αλλά Sζησα τόσο λίγο μέ τόν άντρα μόυ πού μείναμε σάν άρραΰωνίκσμένοί. Την άνοιξη τοΰ 19 5 2 ε μείνε μέ Αποστολή λίγους
    μήνες στήν περιοχή μας. Τότε παγτρευτήχαμε. Πέντε μέ­
    ρες άργότερα γύρισε στή μονάδα του, πάνω στό άντάρτίχο. Τόν συνόδευσα ίσαμε τό δρόμο. Δυό σύντροφοί του τόν
    περίμεναν ήδη. Τά χέρια μας δέ λέγανε νά χωρίσουν. Τ ά χ εί­
    λη χαμογελούσαν, δμως οί χαρδίές χλαίγαν. Έ πρώτη Α ν ­
    τίσταση είχε Ελευθερώσει τήν περιοχή χαί ή γή ήταν δίχή
    μας. Κ ' ή ζωή ήταν δίχή μας.
    ^Γεννήθηχε δ γίός μου. Ό πατέρας του τόν είδε μόνον
    μίά φορά, τότε πού Εφυγε ή μονάδα του — στά 1954— γίά
    νά άνασυνταχθεί στόν Βορρά. "Ε6ρεχε. Στήν άποδάθρα

    104

    σχεπασμένοί μ' Ενα νάυλον τό μωρό χ' έγώ, άχούγαμε νά
    τρέ/et πάνω μας ή 6ροχή.
    *Τό παιδί μας μεγάλωσε μέσα στό συρματόπλεγμα τοΟ
    ^στρατοπέδου συγχεντρώσεως 6ίετχόγχ^.
    ^Άπό xatpô σέ xatpô τοΟ {Μλοϋσα χρυφά γιά τόν πατέ­
    ρα του. Τώρα etνα: 12 χρόνων. Τ ά χρόνια τοΰ χωρισμού γιά
    τόν Αντρα μου χαί γιά μένα είναι ήδη χιλιάδες φορές περισ­
    σότερα άπό χεΐνα πού ζήσαμε μαζί.
    ^ Η μητέρα τοϋ Φουόνγχ φύτεψε ëva δέντρο τή μέρα τής
    νίχης τό 1954. Τό δέντρο μεγάλωσε χαί ^δοσε χαρπούς. Ή
    γίαγίά θέλει νά ζήσΕί άρχετά γιά νά ξαναδεΐ τόν γ^ό της.
    κΦώάεί όλους τούς στρατιώτες τής Απελευθέρωσης πού
    περνάνε άπό τό χωριό.
    κΝομίζω πώς τό π&ό μεγάλο χαχό πού μάς χάναν οί Ά μερίχανοί δέν eivat οΰτε οί 6όμ6ες, ούτε οί φυλαχές, οδτε τά
    μαρτύρια. ^0 χωρίσμάς, αύτό είναι τό πιό άσήχωτο χαχό.
    Μάς χλέψανε τήν πατρίδα μας χί άπό πάνω μ&ς χλέ6ουν
    χαθημερίνά, όλον αύτό τόν xxtpô, τό πίό ώραΐο μέρος τής
    ζωής μας, τότε δηλαδή πού είμαστε νέοι χαί θ&μαστε τόσο
    εύτυχίσμένοί μαζί.
    ρ'Οταν άχούω τό Pàoto *Avôt σχέφτομα^ Ό Φουόνγχ
    θάναί στή συγχέντρωση άπόψε. Άχούεί αύτή τή στιγμή μαζί
    μου τό λόγο του μπάρμπα Χό. "Οταν Απελευθερώσαμε μέ τά
    ίδια μας τά χέρια τήν περιοχή μας χαί τό άνήγγεώε τό ραδιό­
    φωνο, σχέφθηχα πώς θά τ* Αχούσε ό Αντρας μου χ' ίσως νά
    μάντεψε πώς έπαιξα χ' εγώ έναν ρόλο σ' α ύ τό.. .χ.

    *0 έρωτας στό Βίετνάμ 6ρίσχεταί στόν αίώνα τοΟ τραν­
    ζίστορ. "Αλλοτε οί χωρισμένοι έραστές συναντιόντουσαν xotτάζοντας τό πολίχό άστέρ:. Στίς μέρες ;ίας άχοΟν τό Ράδιο
    Ά ν ό ί χαί τό Ραδιόφωνο τής ^Απελευθέρωσης. Τά δελτία
    πληροφοριών είναι τό χαθημερίνό ψωμί — δύο φορές τήν ή-

    105

    μέρα—
    τίς οικογένειες πού χώρισε ή παρζοίαση τής Συνθήκης τής Γενεύης.
    Τ ά τραγούδια καί τά ποίήμζτζ πού μεταδίνοντοί άπό
    τό ραδιόφωνο τοϋ Βορρά κζί άπό τό ραδιόφωνο τοϋ Μετώ
    που τοϋ Νότου, είναι έρωταποκρίσείς, πού περνώντας πά­
    νω άπό τόν 17ο παράλληλο, είνζί ίδιες κι άπαράλλαχτες σάν
    κ ζί κείνες πού άντάλλαζαν άλλοτε τ* άγόρία καί τά κο­
    ρίτσια στό χωριό τους τά 6ράδίζ τοϋ χκλοχκψίοΰ.
    Μέρα μέ τήν ήμέρζ, άπό τό 1954, & Βορράς καί ό Νό­
    τος τής χώρας, σάν μίά καρδιά χωρισμένη στά δυό, έξαχολουθεΐ νά χτυπάει στόν ίδιο ρυθμό.

    Ά π ό χ ζφ ό σέ καιρό φτάνε; κάποιο γράμμα άπό τό
    Βορρά στό Νότο, ή άπό τό Νότο στό Βορρά. Ε !νζί κοπατσζλζκωμένο, κζί πολλές φορές γιομάτο ξένες σφρζγίδες.
    Ό ποταμός τοΟ Μττέν - Χαί, στόν 17ο παράλληλο, σέ
    όρίσμένζ σημε^ζ οέν είναι πίό φαρδύς άπό μίά πήχυ. "Ομως,
    ποτέ, οδτε ταχυδρομείο, ούτε άνθρωπος τόν διασχίζει. Μόνο
    τά άμερίκάνίκα 6ομ6αρδ:σκκά, δίχως νά κάνουν καμιά
    διάκριση, σκορπάνε τό θάνατο κζί στίς δυό του όχθες.
    Χρειάζονται μήνες γίά νά περάσεί 2να γράμμα άπό τούς
    πίό πολύπλοκους δρόμους, xt δταν κάποτε φτάσει. συμ6χίνεί πολλές φορές αύτός ή αύτή πού τό έγραψε νά μήν υπάρ­
    χει πίά.
    "Ενα μ:κρό χαρτάκι διπλωμένο στά τέσσερα, μίά φω­
    τογραφία μέσζ σ' 2να νάυλον γίά νά τήν προστατεύει, είναι
    τό χζϊμ ζλί τών γυνζίκών τοϋ άντάρπκου, άκόμα καί τής πίό
    ριψοκίνδυνης κ ζί τής πίό άτρόμητης μπροστά στόν έχθρό.
    Ή άγάπη άνάμεσζ σέ δυό συζύγους στό Βιετνάμ εΐνζί
    κάτι τόσο ίερό 8σο κ' ή πατρίδα. Σπάνιες είναι οί περιπτώ­
    σεις δεύτερου γάμου, αν κ ζί είναι έκζτομμύρία χωρισμένοι
    πάνω άπό 10 χρόνια.

    106

    *Πρίν λίγους μήνες πήρα ένα γράμμα τοΰ Φουόνγκ. "Εγίνε στέλεχος τοΰ στρατοΟ. Ή πείρα του άπό τήν πρώτη Α ν ­
    τίσταση elvat πολύτιμη γίά τούς νέους. Μοφ γράφ^: **Αν
    ot Άμερίχάνο: έρθουν νά τρίψουν τή μούρη τους πάνω στήν
    Ααί'χή Δημοκρατία θάχουν νά κάνουν μαζί μας, μέ τούς Βιετ­
    ναμέζους τοϋ Βορρά καί τοΰ Νότου: Έμεΐς έχουμε τό fSto αί­
    μα, τήν ιδία γή, τήν ESta πατρίδα. "Α ν δέν τά 6γάλαν πέρα μέ
    τά 14 έκατομμύρία τοϋ Ν. Β^τνάμ, ένας λόγος παραπάνω
    νά σπάσουν τά μο3τρα τους μέ τά 31 έκατομμύρία όλόκληρης ,τής χώρας. "Ενας λόγος παραπάνω πού έοώ στό Βορ­
    ρά, ό λαός έχε: τήν έξουσία. Καί ή χώρα μας, σ' 3λο τόν
    κόσμο, δέν εΐναί μόνη. "Α ν ξαπλώσουν τόν πόλεμο, αύτό θά
    έπίτρέί)^ σ' έμένα χ/χί στίς 16 χιλιάδες τών άνασυνταγμένων πατριωτών μου νά ξαναπάρουμε έπίτέλους τά 5πλα,
    χωρίς κανείς νά τολμήσει νά μάς κατηγορήσει πώς σπάσαμε
    τίς Συνθήκες τής Γενεύης. *Π νίκη τότε θάναί π:ό σύντομη.
    Έσύ κ' έγώ θ&μασ^ί άκόμα πίό κοντά.
    ρΚάθε μέρα σέ σκέφτομαι. Σέ κάΰε 6ήμα πού κάνουμε
    πρός τά μπρός, σέ κάθε κούπα ρυζιού, σέ κάθε δουλίά πού
    τελειώ νει σκέφτομαι έσένα.
    *Σοΰ ύπόσχομα: νά μείνω άξιός μας. "Εχω άπόλυτη
    έμπίστοσύνη σέ σένα. θ ά ξανασυναντηθοϋμε
    Kt άν συμ6εΙ. Περάσαμε πολλά 6άσανα, γεράσαμε λιγάκι, ωριμάσαμε
    πολύ. 'Αγαπιόμαστε. Αύτή ε!ναί ή πίό μεγάλη κ' ή πίό γλυ
    κείά εύτυχία πού μπορεί νά προσφέρει ή ζω ή "*.

    "Ετσί χαμογελάει ό έρωτας στό Βιετνάμ, «ίίίσω άπό
    ένα μεγάλο θάμνο δάκρυα*.

    107

    χχτν
    Τό Μέτωπο !χ^ί τό ύπουργίΐο του τής Ύ γ ^ ν ή ς χαί ή
    ζούγκλα τούς λευχοντνμένους της &ντρ:ς. Mtâ νύχτα, ΰ?τερα άπό μιά έξουΟενωτίχή πορεία-, ;^έσα σ' ίνα δάσος μουσκε­
    μένο άχόμη άπό τόν τελευτάω τυφώνα, &γιατρός Τουί - Μχά,
    πού "fj'pQs νά
    συναντήσει, Him: ^Φιάσαμε*.
    Ο! μιχρές μας λάμπες 5έ φωτίζανε παρά τή ζούγκλα
    χαί τή λάσπη. Ωστόσο ήταν Aλή9t^9^ πώς ^φτάσαμε*, ΑφοΟ
    μόλις στρίψαμε 6ρε0ήχαμε ]^ροοτά σέ )ίέρος χατοίχη^νο
    άπό Ανθρώπους. Κίδα;λ8 φωτιές χαί φώτα. Δ^χάδες μ^χρές μ^χρές φλόγες τρίμοπαίζανε στίς Αχ-ρ^ς ένός τερΑστίου ΘΑλεγες θρανίου Από μπαμπού.
    Καί πραγματίχά οί μίχρές λΑμπες φωτίζανε ^να τετρά­
    δ α ή ενα 6ί6λίο. ^Βρισκόμαστε στήν ίατρίχή σχολήν, είπε ό
    Τουί - Αίπά.

    Ή Κεντρική Αποτροπή της δημοσίας όγεία^ τοΟ Μ.Ε.Α.
    Αρχιζε &ναν Αγώνα πού φαινόταν χαταδίκασμένος έχ τών
    προτέρων. Πολλοί λίγο: γιατροί χαί χειρουργοί είχαν χάνει

    108

    σπουδές τόν χαίρό τής άποίγίοχρατίο^ς. Οί έττώημίες, ή
    άγνοια, ^λα τ^ άπο^ίε^άρία τοΰ πολέμου, της φεουδαρχίας χαί
    της πείνας ρημάζα'/ε τήν 5π3κθρο, xt όταν τό 1954 &ρχίσ& ^
    τρομοχρατία, τά στρατόπεδα συγχέντρωσης χαί 6 ά;ίερίχανίχός πόλεμος, τό πράγμα άπόγίνε.
    «Πώς νά σώσεις όσο τό δυνατόν περισσότερες ψυχές ;
    Ά π ό τόν xatpô τής πρώτης Αντίστασης, μας δίηγήθηχε ό
    γιατρός Νγοΰγχεν - θάνχ, ενας γέρο - χειρουργός, προετοίμα­
    σε χαί δίδαξα χιλιάδες νέων γιατρών. Γνωρίζαμε πώς χαί αότή
    τή μάχη, δπως 5λε; τίς άλλες, άπρεπε νά τήν χερδίσουμε
    μοναχοί μας.
    *Ά π ό τό 1954 ίσαμε τό 1960, δέν είμαστε παρά μίά χού­
    φτα γιατροί, παράνομοί άγωνίστές, πού πηγαίναμε τή νύχτα
    πεζοί νά χερίκοίηθοϋμε τούς τραυματίες χαί άρρώστο^ς τών
    6ομ6αρδίομένων χωριών. Στό μεταξύ παίζαμε χ' Ενα πολίηχό
    ρόλο, φέρνοντάς τους τό μήνυμα μί&ς έλπίδας. "Οταν άρχισε ό
    Ενοπλος άγώνας άχσλοο&ήσαμε τούς άντάρτες συναποχομίζοντας τά λίγα φάρμαχα πού εϋχα^. ΙΙόσες φορές δέν έγχείρηοα
    δίχως άναίσθητίχό, δίχως ούτε 5να άντί6ίοτίχό!.. 'ϋστόσο
    σώζα;ίε ζωές. Δίχω ; άχτίνες πήραμε τή συνήθεια νά συγχολλοΟμε τά οπασμένα μέλη, χάνοντας τή διάγνωση μέ τήν
    άγή. Μή {χοντας γύψο χάναμε νάρθηχες άπό (μπανανιές. Κί
    άπ^ δπου περνούσαμε μαθαίναμε στούς χωρ^χούς τούς χανόνες τής ύγίείνής χαί τά προφυλαχτίχά μέτρα πού ίπρεπε νά
    παίρνουν. Στό μεταξύ έχπαίδεΰαμε νοσΰχόμους χαί μαμές.
    ^Τό νά μάθεις σ' %να χωριό πώς είνυκ άπολύΐίος άναγχαίο νά 6ράζε: τό νερό, σ' εναν τόπο πού ή άμοί6άδωση χά­
    νε ί θραύση, slvat πολύ πίό χεφαλαίώδες άπό δσο χανείς μπορεί νά φανταστεί. Ά π ό αύτή τή στιγμή γενίχεύσαμε τίς έχοτρατεΐες γίά τήν προφύλαξη, σχεπτό;μ&νοί πώς &ν 8έν μπο­
    ρούσαμε νά θεραπεύσουμε όλους τούς συμπατριώτες μας, μπο­
    ρούσαμε ώστόσο νά προλάβουμε τίς έπίδημίες...
    > Στηρίχτήχαμε πάνω στή λαΐχή πείρα, γ ίά νά μελετή-

    109

    οουμε χαί νά φπάξουμε μόνοι μας ένα μεγάλα άρίθμό γκχ,τρίχών μέ 6άση διάφορα 6ότανα φαρμαχευτ:χά. Οί συμπατριώ­
    τες μας τών φυλών τοΰ Ραντέ χαί Zapât, μ&ς 6οηθησαν πάρα πολύ. 'Απομονωμένοι άπό τά 6άθη τών αιώνων πάνω στά
    Βουνά, είχαν τό δάσος γίά μόνη πηγή τους.
    *Αΰΐές οί πράσινες παστίλίες, πού τίς χατασχευάσαίίε
    μοναχοί [^ ς άπό διάφορους σπόρους, είναι άποτελεσματίχότατες ένά'/τία στούς έλώδείς πυρετού;, ένα άπό τά φοβερότερα
    χαχά πού μαστίζουν τόν τόπο μας.
    *Αΰτό τό χορτόζουμο σταματάει τή δυσεντερία. Αύτή ή
    σχελίδα δταν τήν κόψεις φέτες χαί τήν 6άλείς πάνω σέ δάγχωμα φίδίοΰ, 6υζ^ίνε: τό φαρμάκι χαί τό δγάζεί. Τώρα χά­
    νουμε πειράματα μέ τό γάλα της χαρύδας. Στή Μαλαισία τό
    μεταχειρίζονται ^5η μέ μεγάλη έπίτυχία, χαθώς χαί στήν
    *1απωνία χαί στίς Ινδίες, άντ: καθιστώντας ^τσί τόν όρό
    στή θεραπεία μέ οόχ, πού χάνουν στούς πληγωμένους.
    *Τώρα ή Κεντρική Επιτροπή συνδυάζοντας τήν κλα­
    σική ίατρίχή μέ τήν ίατρίκή τής Ανατολής, είναι αύτάρκης
    στά 70% τής κατασκευής φαρμάκων χαί έμ6ολίων. Στή Σαΐγχόν οί διάφορες *χυ6ερνήσείς* χάνουνε xavovtxô μπλόχο
    στά φάρμαχα, άπ αγορεύοντας τήν πώληση χαί τοΰ πίό άπλοΟ
    φαρμακευτικού είδους — δπως τό 6αμ6άχί π.χ. — δίχως συν­
    ταγή. Αυτό φυσίχά τό χάνουν γίά νά μή διοχετεύεται φαρμα­
    κευτικό ύλίχό <πτίς έλεύθερες ζώνες χαί στό στρατό μας. Ά λ ­
    λά, καθώς 6λέπετε, έδώ έχο'^με χαί à(JLeptxavtxà φάρμακα,
    τά πήραμε xt αύτά δπως χαί τά δπλα στίς διάφορες μάχες
    πού χάναμε*.

    Ό Μπάρτσετ χ' έγώ θελήσαμε νά έπίσχεφθοΰμε τούς
    έρευνητές τοΰ Μ.Ε.Α. Κί αύτοί εΐνα: χρυμένοί στό πίό Αγριο
    μέρος τής ζούγκλας, μέρες μακριά άπό κάθε πόλη.
    *Ηταν ένα ταξίδι φο6ερά οχληρό. "Επρεπε νά περά-

    110

    cyjpe άπό ενα σωρό πλημμυρ;σμένα μέρη, πού μάς δόσαν
    ωστόσο μίά !5έα Από τούς άφωνες. Βχδίζχμε μέσα στό νε­
    ρό ^σαμε τήν χο;λ;ά, μέσα ο* ëva ΰοΟρχο πού μυρμήγχ;αζε
    άπό 65έλλες. 'Οδηγός μας ήταν ή γιατρός Του; - Μπά. Ζέχασα ίσαμε τώρκ νά πώ πώς ό γιατρός αύτός ήταν γυναίχχ,
    μ:ά νέα χαί ώραία γυναίκα, ντυμένη με μαύρο φόρεμα χωρίχής χαί άσπρο μαντήλ; στό χεφάλί, γ;ατί πενθεί τόν άντρα
    της πού σχοτώθηχε στό μέτωπο. Κρεμασμένα στόν ώμο ό taτρίχός σάχος χαί ή νάΟλον χούν:α της είνα; έξapτή^taτa πού
    δέν την έγχαταλείπουν ποτέ, συνηθισμένη χαθώς ε!να; σέ άτέλίίωτες πορείες γ;ά νά πάει νά προσφέρει τίς υπηρεσίες της
    σέ πολίτες χαί στρατιώτες. Ή Του; - Μπά προχωρο&σε μέ τή
    χάρη χαί τήν άνεση πού ίχουν οί 6ασίλ;σσες. 03τε ενκς λεχές άπό λάσπη στά ροΟχα της. ^3ταν άληθ;νά χατά τήν τυπ;χή 5χφραση *ό λωτός*, τό άλέχ;αστο λουλούδι πού 6γαίνε;
    στά 6ζλτονέρία.
    Κοντά στό εργαστήρι μάς 6ρήχε ενας 6ομ6αρδ;σμός.
    Ατάραχη, με τό ;0ίθ στοχαστίχό χαμόγελο, ή Τουί - Μπά
    λέει: *Νά πάρει ή εόχή, έδώ δέν ύπάρχουν χαταφύγια. Μά
    δέν πειράζει, φτάνε; νά σχύψουμε έχε; χοντά στά δέντρα*.
    Κ ' ένώ οί 6όμ6ες τράνταζαν τό δάσος ;Μ)3 έξηγοϋσε: ^Πρό
    ημερών 2πεσα πάνω σ' ενα 6ομ6αρο;σμό μέ νο(πάλμ, πήγαι­
    να νά περ;πο;ηθώ έναν άξ;ωματίχό χοδαϊστή. Φτάνε; νά δεΐς
    πρός πο;ά μερ:ά χαίγετα; τό δάσος χαί 6έ6α;α πρέπε; νά τρέχε;ς χαλά...*.
    Στό έργαστήρ;ο οί γ;ατροί δέν είχαν ο;αχ0ψε; γ;ά τέτ;α μ;χροπράγματα τήν έργασία τους. Αύτή ή έποχή ήταν
    ή π;ό πρόσφορη γ;ά έπ;δημίες, τόσο τό χε;ρότερο λο;πόν
    πού ήρθαν τ* άεροπλάνα. "Αλλωστε ρίχνανε <^ΐήν τύχη.
    "Ενα έχατομμύρ;ο έ^ όλία εύλογ;άς 6γήχαν άπό τά χέρ;α τους μέσα σ' 2ξη μήνες, χαί 10 έχατο;ίμύρ;α άντ;χολερ;χά. Χάρη σ* αάτά τά τελευταία, ή έπίδημία τής χολέρας

    ia

    πού έμφανίζετα: μέ τούς τυφώνα; εδράστηκε. Οί νοσοκόμο;
    τοΟ Μ.Ε.Α. πήγαιναν καί μπόλιαζαν τζά μ ια τούς Ανθρώ­
    πους σέ δλες τίς πληγείσες περιοχές, àxô;m χαί στίς χατεχόμενες, τήν έχοχή πού ό Τα ίηλορ στή Σαϊγκόν, μαθαίνοντας
    τίς καταστροφές πού προχάλεσαν οί τυφώνες, έλεγε στούς δη­
    μοσιογράφους πώς αύτή ή θεομηνία ήταν & 'σύμμαχός* του...
    Ή Ασπρη μπλούζα πού φορεΐ πάνω Από τήν στολή
    *6:ετχόγκ* είναί τό μόνο Απομε:νΑρ: μ^ας έποχτ)ς δπου, αύτοί οί γιατροί τοΰ Μετώπου, διέθεταν στην πόλη ιατρεία
    προσοδοφόρα, προσοΜκκά αΰτοχίνητα καί Ανετα διαμερίσμα­
    τα. Οί καλύοες δπου κοίμοΰνταί τώρα είναι φραγμένες άπό
    τά χέρια τους, όταν &χουν τόν xatpô νά κοίμηθοΟνε. Μαζί
    μέ τούς μαθητές τους καλλίεργοΰν τό ρύζι πού τούς χρει­
    άζεται γίά τό φαί. Τούς λείπε: Απόλυτα τό περιττό χαί δέν
    imxo:v<i)vo9v μέ τόν Εξω κόσμο καρά μέ τά τρανζίστορ, πού
    συχνά σωπαίνουν γιατί οί μπαταρίες Αδειάζουν πολύ γρήγο­
    ρα Από τήν ΰγρασία τ% ζούγκλας. Είναι σκυμένοί οιαρχώς
    στίς ?ρευνές τους, ένώ πάνω Από τά κεφάλια τους τ ' Αίροπλάνα κυνηγούν νά έξοντώσουν κάθε ζωή.
    *0 γ:ατρός T.... χαί & γιατρός θ.... (δέν μπορώ νά δόσω τά όνό{^ατά τους γιατί οί οΐχογένε:ές τους ζοϋν σέ κατε
    χόμενες περιοχές) ίδρυσαν έδώ χ' !να χρόνο αύτό τό έργαστήρίο. Φτ:άξαν: όπως μπόρεσαν 2να φοΟρνο ύψηλής θερ}^οκρασίας, ëvav κλί6ανο, χρησιμοποιώντας γίά ίστία (nà φω­
    λιά τερμίτών πού τήν Απολυμάνανε πρώτα. Οί τερμίτες αυτοί
    ψάχνουν Ενα τείχος συμπαγές μέ τό χώμα, ίκανό y' Αντέξε: σέ θερμοκρασία 120". 'I I Αντλία έχχένωσης Αέρος γ:ά
    νά μπε? τό έμ6όλ:ο σέ Αμπούλες είναι, καμωμένη άπό μίά τρόμ­
    πα ποδηλάτου* λεκάνες &πό κασσίτερο, μπουκάλια άπό Αμε­
    ρικάνικα γιατρικά, χίλια δυό έργαλεΐα, φτιαγμένα Από τό
    σκληρό Αλουμίνιο τών έλίκοπτέρων πού χαταρίπτουν, είναι τό
    κύριο όλίχό χα^τασκευής τοΰ 'Ινστιτούτου ΙΙαστέρ* τής ζούγ­
    κλας.

    112

    Έναί
    καί t6
    PApeHpo
    λκ«
    nAvw tvu wt^v^unwtA Awotoo
    ΑήκΜΤΚ,

    Ή $Μ^αγ*αγ<( tô v Κλη^ΰψο-

    ptAv Ttvttat μί
    (Κνί Ητίς &έο ^tMoy(niS)i:c
    ft WYTpsx^ic^ pi *'!*
    ένδομαοία ΐΑ^* β^ίτπόγκ ^

    *Ott&$t^ Upwvas otâ
    Awapt6n)t€< tsayiSss xatnwcvs^

    wo?à3boc<.

    Ή «ΪΜνκηλή
    *Or:^o - KCTiSif
    Ho& na$n^cÎn:*VK oi Ηληθοομοί t&v

    Β*)λο*όκο< *tntntvot χί
    ίχάνιια [tou
    Αχή t& ù<j'dnMna t^s ζούγκλα<.

    Ά

    φτΜγμ{vu Λπ6
    atpa^^àtn. Twyt^pv, μί<ί()ή λΑμ^Η KCf^tXaiow.

    Ή ΦντΥΡανζας ά^'άμΕοη
    ot(s γυνη!κί^ μ*Λς μννάδΗ< &*Α
    ttfiM

    ίοήι^λπ.

    "Μέ λένζ
    Λόν..,*
    κρίν σννρΟΚΟΗηθΒΪ W XMPW
    toes.

    xat(svt

    ψτ^-

    Xvcvws Kww^Mifta γίά
    tÎc
    !OV{.

    Εϊά ίργασίήΡ!Λ
    M!LA.
    ip[loHw
    ν^λ<δΜ!.

    Kffwytw - Χοί-φν Τά,
    (A%twvo! ^τή #νγγ^^ο κ*ί

    Ο vtPovmôww<

    τΦ& Μ?Α.
    ΜκΑρτ^Μ^).

    !tdisp Χό - Xpw - Μ*&

    (κα9#λ^ΐϊ w«Î ό
    - Bdv Νγχί. μ*?"<
    M^tchMÎÎvèzvç *φ3<ίί!ηή$. wc^q
    Κ^ντρ^κήί
    Εχ)τροπ(^ ro5 ΜΚΑ.

    Ό

    lipu-

    τύς χοντύ aià Müi\ * ΓκΜ)

    w'Ot*à&aτάν Tpw\-^
    χοο ^HCpaettivtMS

    λΑ-

    Μκίν * Γκώ. Msù όλ$κ).!γρη μονά$α θά Pytï
    άίΐ* γή σήραγγα.

    «Τ& naXwàpm

    καί ό
    Mnàpïwtt ντ& χέντρο)

    Ό 3ioo6î καί δ Αίίρ.

    Ό

    ap6t3poç τού Mctwnov

    iHtOKi^TtW KW
    (HOÙVWTtM
    Κγο npiv t^v iaMeoq.

    (Φωτογρανί&ς tf)s
    λ!.
    xot wv
    Νγχο&γ^ν - Xtiv).

    Ένώ &Μπάρτσετ χίνηματογρ^φεΐ δλο τούτο (κότες οί Ει­
    κόνες ήταν άπό τίς πίό χαταπληχτίχές στό ντοχυμαγτέρ του
    πού πρόΰαλε ή γαλλίχή τηλεόραση), έγώ παίρνω συνέντευ­
    ξη άπό τόν δόχτορα Τ.
    χΜποροϋμε νά χάνουμε τήν καλλιέργεια τοΟ έμΰολίου εόλογίάς πάνω σέ 6ου6άλία, χαί τής χολέρα; στά γουρούνια.
    *Στήν Εΰρώπη διαλύουν τό ξερό έμ6όλίο εύλογή μέ γλυ­
    κερίνη, έμείς έδώ δέν έχουμε. "Εχουμε δμως μέλίσσες στό δά­
    σος χαί τό μέλι άντίχκθίστά τήν γλυχερίνη^.
    Προλαβαίνοντας μίάν έρώτηση δ δόχτωρ Τ... προσθέτει
    γελώντας :
    ^Μήν άνησυχεϊτε γίά μένα. Στίς μέρες μας ή άληθίνή
    ζούγχλα δέν είναι εδώ άλλά στή Σαίγχόν...^.
    Σημαντικές !<κτρίχές &ναχαλύψε:ς χρωστούμε στά πα­
    ράνομα έργαστήρίΧ τής Κοιλάδας τών Σχίνων άπό τόν πρώτο
    χί ολας πόλε;^ τής 'Ινδοκίνας.

    Οί περισσότερες άπό αύτές όφείλονταί στόν δόχτορα
    Φάμ - Νίγχόν - Τάς, πού χατέχεί σήμερα τή θέση τοϋ ύπουργοΰ στό όπουργεΐο *Υγιεινής τοΰ δη;Μ)κρατίχοΰ Βιετνάμ.
    Τό baciHus subtitis χαί τό B.C.G. (έμδόλίο χατά
    τής φυματίωσης δίχής του έ^ευρέσεως), είναι σήμερα
    γνωστά σ' δλους τούς είδίχούς πού παίρνουν μέρος στά διεθνή
    συνεδρία.
    Στό Άντάρτίχο τοϋ Ν. Βίετ-/άμ άγωνίζονταί συνεχώς
    νά τελειοποιήσουν τίς άναχαλύφε:ς τους, γίά νά μπορέσουν ν'
    Αντιμετωπίσουν σέ άσίατίχή χλίμαχ^α τή θεραπεία δσο γίν*ταί περισσότερου χόσμου μέ λ;γότερα ίξοδα. Τό subtiUs
    πού παράγουν στά εργαστήρια τοΰ δάσους άντίχαθίστ& μ' έπίτυχία τά άντί6ίοτίχά.
    Πάνω σέ 6αθίές πληγές ή πάνω σέ έγχαύματα άκό 6όμ6ες
    ναπάλμ έπίθέτουν αότόν τόν 6άχίλλο χαί ή έπούλωση γίνεταί
    ταχύτατα. Στά σανατόρια τοΟ Μ.Κ.Λ. δπου ε?δαμε έπίζήσαντες τών χατέργων τοΰ Πουλό - Κοντόρ μέ δαρύτατες μορ­

    113

    φές φυματίωσης είσάγουν τό subtilis χατευθείαν μέσα στά
    σπήλαία wn χατορθώνουν νά πετύχουν θεραπείες έχπληχκχές.
    Σέ χάθε προσπάθεία μαζίχής έξόντωσ?}ς πού έπ%εί
    ροΟν οί Άμερίχανοί Εναντίον τοΰ Νόπου χαί τοΟ Βόρειου
    Βιετνάμ, Αναλογεί 5χί μόνον μίά άπάντηση στρατίωτίχή άπό
    μέρους τους, άλλά χαί μίά ίατρίχή άπάντηση.
    Eivot πολύ Βύσχολο νά σώσίίς τά παιδιά — εΐδίχά τά
    μωρά — άπό τόν χημίχό πόλεμο. Ό μ ω ς ε?δ% νά χατασχευάζουν τίς πρώτες πρωτόγονες άσφυξίογόνες μάσχες, νά
    έφοδίάζονταί δλοί οί στρατιώτες μ* αότές χαί νά διασχίζουν
    τίς περιοχές δπου οί Άμερίχανοί ρίξαν δηλητηριώδη άέρια. Οί
    νοσοχόμοί τοΟ Μ.Ε.Α. μαθαίνουν τούς χωρίχούς πώς νά χατασχευάζουν μόνοί τους τέπου είδους προφυλαχτίχά, πού φυσίχά δέν θ* άποχαλύψω άπό τις στήλες μου τό μυστιχό τους
    στούς Άμερίχανούς άξίωματίχούς. Γίά 5να !μως μπορώ νά
    τούς δία6ε6αίώσω: ΓελίοΟνταί Αν νομίζουν πώς θά μπορέσουν
    νά κεράσου ν έναν &λόχ).ηρο λαό άπό τό θάλαμο των Αερίων.
    Οί σοφοί τοΟ Βάσους, ατό μέτωπο τής έπίδίωσης, τούς ξεπερνοΟν σέ έφευρετίχότητα.
    Έχεΐνο πού μάς χατέπληξε χαί μΑς γίόμ: 3* χαρά ήταν
    ή διαφορά όγείας πού είδαμε άπό τήν Αλλη φορά πού είχαμε
    έπίσχεφθεί τό Βιετνάμ, χατά τόν πρώτο πόλεμο. Τώρα χαί
    3τά χωριά χαί στό Λαϊχό Στρατό ίΰλεπες άνθρώπους χίλιες
    φορές πίό όγίίΐς άπό τότε. Αύτό τό άποτέλεσμα δέν όφίίλεταί
    μόνον στούς γιατρούς, άλλά χαί στήν αύθόρμητη ίργάνωση
    τών χωρίχών, στίς έλεύθερες περίοχές, πού χαθοδηγοΰντα:
    άπό τό Μ.Ε.Α.
    'Από τίς σχολές τής ζούγκλας δγήχανε αύτά τά χρόνια
    έχατοντάδες μαίες, 6οηθοί γίατροί, δεχάδες γιατροί χαί χει­
    ρουργοί, ίχανοί
    δόσουν Αμέσω; τίς πρώτες 6οήθείες. Τό
    χωριό άπό μόνο του πίά μαζεύει τά χρήματα πού χρείάζονταί
    (χαθένας δίνε: δσα μπορεΐ) χαί φτίάχνουν ^να φαρμαχίΐο,

    Ü4

    πού άνήχεί στήν όλότητα χαί δ:οίχζίταί άπ* αύτήν. 'Έτσι
    λίγο - λίγο χάθηχε ή δείσίδαίμονία χαί οί πραχτ;χές Αφήσα­
    νε τή θέση τους στίς μαίες.
    Ή έπανάσταση σέ μίάν ύπαιθρο σάν xt αύτή πούταν
    Γσαμε χτές 6υθίσμένη μέσα στό φεουδαρχίχό σχοτάδί, S<yeρε τούτα τά. άπλά άλλά τόσο ούσίώδη, σάν τό θράσίμο τοϋ
    νεροΟ ή τά χίνίνα. Γίά πρώτη φορά στή ζωή τους 6λέπανε
    οί χωρίχοί πώς μπορο&ν νά θεραπεύσουν τά δάντίκ τους ή νά
    έγχείρήσουν τό στομάχι τους.

    *Πρίν λίγους μήνες άχόμα έ3Α δέν υπήρχε τίποτα Αλλο
    έξω άπό τό πυχνό χαί παρθένο δάσος^. Τώρα άναχαλύπτουμε
    — χαλά χρυμένο άπό τ' άεροπλάνα— ένα χέντρο έχπαίδεύσεως γίά είδίχούς αίσθητίχής προσώπου. Οί νέοι που μάς όποδέχονταί ήταν φοιτητές στή Σαΐγχόν. Μόνοι τους φτιάξανε
    αύτό τό χαριτωμένο περίπτερο άπό μπαμπού. Τό πάτωμα, άπό
    άσπρο ξύλο, στό χειρουργείο, άπολυμαίνεταί εδχολα. Ό λ α
    είναι πολύ άπλά χαί όλόασπρα. Υπάρχει χαί μίά αίθουσα
    άναμονή; γίά τούς Αρρώστους πού έρχονται γίά έξέταση άπό
    τήν χκτεχόμενη πόλη πού δέν είναι πολύ μαχρίά.
    πληθυσμός δέν έμπίστεύεταί παρά μόνον σέ μάς.
    Ή μεγαλύτερη προστασία μας είνα; αότός. Τόν περίποίηθήχαμε χαί τόν προστατέψαμε δστερα άπό έναν έχθρίχό πολυ6ολίσμό^.
    Τά χείρουργίχά έργαλεΐα, ένας άληθίνός θησαυρός γίά
    τίς συνθήκες τής ζούγχλας, θά6ονταί μέσα σέ μυστίχές χρύπτες, πρίν χαί μετά τήν έπέμ6αση.
    ^Βαρύτατα τραυματισμένοι στό πρόσωπο, άνθρωποί μέ
    τά μάτια χαμένα άπό τό ναπάλμ, θεραπεύονται έδώ. Κάνα­
    με άχόμα χαί έπεμ6άσείς χαθαρά αίσθητίχής, φέτος, μοΟ εί­
    πε ύπερήφχνα & χειρουργός. ^Εγχε(ρήσα{!.ε {ίίά νέα ]λέ δι­
    πλό χείλι. Φτωχή χωρίχή, σέ χαμίά περίπτωση άλλοτε δέν

    115

    θά μποροΟσε νά ίγχε:ρηθ:^. Ν>σοχο^^ΐα, σχολεία, έργαοτήpta, δλα χατεδοίφίστηχαν χαί ξαναχτίστηχαν άλλοϋ μέσα στή
    ζούγχλα χαί πολλές φ<^ρές {^όνο χαί μόνο γίά νά χάσονν ot
    Άμερ:χανοί τά Ιχνη τους.
    *0 Στρατό; της Απελευθέρωση; εχεί τούς δίχοός του
    γιατρούςι χείρονργονς, αιμοδότες χαί χείρονργίχά συνεργεία,
    έτοιμα χαί παρόντα σ^ δλες τίς μ&χζς, μέσα σέ όπόγεία πράχϊίρα στημένα χείρονργεϊα γίά νά μπορέσουν νά δόσονν άμέ
    σως τίς πρώτες 6οήθΕίες.
    Κατά τήν μάχη τοΰ Μπίν - Γχίά, τόν 'Ιανουάριο τοΰ
    1965, έτ^σχ.ί.φθήχαμί τέτία προχεχωρημένα χειρουργεία
    ερώτων 6οη0είών, δπον περίποίό'/τονσαν χαί αίχμαλώτονς.
    Παρατηρήσαμε πώς οί πατριώτες τον Ν. Βιετνάμ, άχρί6ώς γιατί δίίξάγονν 2ναν πόλε[Μϊ οχληρό χάνω άπό 20 χρόικα,
    ίχονν %α()ύτατο σεβασμό στή ζωή. Αντίθετα, σάν έπίσχεφθήχαμε τά πολίτίχά νοσοχθ]ίε!α τού Μετώπον, σχηματίσαμε τ ε ­
    λείως Αντίθετη γνώμη γ ί' αυτούς πού 5οχ:μάζονν στό Βιετνάμ
    τίς τελευταίες άναχα).ύψείς τον «πολιτισμού^ τους,
    Τό ναπάλμ μόλις ξρθεί
    έπ^φή ^ τά σώματα, χάνει
    χάΐί παράξενες πληγές πού άπλώνονταί σά χάρτες άπάνω τον.
    Τίς είδα αύτές τίς πληγές στό Καμπότζ τό 1964 στό χωριό
    Σαντρία. Kîvot 3να Αοπλο χωριό παραμεθόριο πού πληρώ vit
    χάθε φορά τή λύ^Μα τών Αμερικανών γίά τίς ήττες τονς στό
    ΒίεΓ/άμ.
    Στό
    Βιετνάμ ε?3αμε Χί &λ).ονς σημαδεμένονς άπό
    τή φωτιά, 2πως τό μίχρό έχείνο χορίτσάχί τής Σαντρίας. τήν
    Σούρν, πού σίγουρα χάνεις δέν θά μπορούσε νά τό πάρει γίά
    6:ετχόγχ. Τό χωριό της ci vat τή; φνλής τών Χμέρ, χαί τό
    μόνο της άμάρτημα ήταν 8τί άνήχΕ σ' α&τό τό μίχρό 6ονδίσκχό 6ασίλεκ?, πού ήταν ούΒέτερο, χαί έπέμΕίνε νά μείνει
    οόδέτερο χαί άνεξάρτητο....

    XXV

    Μίά μέρα ή γιατρός Τουί - Μπά μέ
    στό vosoxo^ ίο πού διευθύνει Οί περισσότεροί Αρρωστοί της ε?ναί γυ­
    ναίκες. Πολλές Αχό αΰτές έχουν τρελαθεί άπό τά μαρτύρια
    πού ίχουν ύποπτε:.
    ^Πάντα ^τσί γίνεικκ, μου λέει. Οί γυναίκες χρατ&νε, Îχοον σχυλίσία Αντοχή τή στιγμή τής Ανάγκης. *Λλλά ^ λ ίς
    6γο0ν άπό τή φολαχή χ* έρθουν στήν έλ^ύθίρη περιοχή τσκχίζουν^.
    Ο! Αρρωστες ίϊνοί ξαπλωμένες μέσα σέ μ:κρές χαλύ6ες μέ 4 χρΕθάτχχ. Κοντά τους υπάρχουν λουλούδια. Αχό χαρ­
    τί, για τί
    αύτό τό μέρος τής ζούγκλας 5έν ύπάρχουν Αλη­
    θινά λουλούδια.
    Π Ατμόσφαιρα δέν ε^να: άπελικστίχή. Οί Αρρωστες δί­
    νουν χουράγίο ή μίά στήν Αλλη. Έ χε! συναντήσαμε {nptx4c
    άπό τίς σαρανταριά γυνα!χες πού ίίχαν έξορ<σΟεί στό Ηουλό Κοντόρ χαί πού &ί φύλαχες τίς είχαν άνομάσεί <{άδίόρΟωτες^.
    Ποτέ δέν χάναν δήλωση μεταν&ίας Αν χαί τι; Απο6άλαν σ' όλα
    τά μαρτύρια. Έφτά χρόνια τίς χλείσανε σέ χελλώ, Αν χαί δέν
    είχαν τήν παραμίχρή Απόδειξη γιά τήν χ ο λ ικ ή δράση τονς.

    117

    Eivat γερές πού ζήσανε ύστερά άπό τό
    *τοϋ χελλίοΟ τής τίγρης^, τοΟ νεροΟ χαί τής στείρωσης.
    ^Γ:ά νά μάς δόσουν χάπως χαλύτερη τροφή — μ&ς
    δίηγήθηχε χάποία άπ' αύτές — γίά νΑ μάς Αραιώσουν, et
    μαστε ή μίά πάνω στην Αλλη, ούτε νά ξαπλώσουμε Αλλά ούτε
    χαί νά χαθήσου}Μ χωρούσαμε, άπρεπε νά παρακολουθήσουμε
    τά μαθήματα *χ^ταδόσεως τών 6ίετχάγχ^. θέλαν: νά μ&ς
    6ρωμίσουν χαί νά σπάσουνε τό ήθίχό μας.
    Καί τόν xatpô τής άποίΧίοχρατίας, οί χωροφύλαχες χά­
    νανε μαρτύρια στούς χρατουμένονς, μά τό πράγμα σταμα­
    τούσε έχεΐ. Μέ τίς μεθόδους τού *είδίχο& πολέμου* αντίθετα,
    5σον xatpô μέναμε φυλαχή, τά μαρτύρια δέν τέλείωναν ποτέ,
    γιατί οί πληρωμένοι ^χουν έντολή μ' αύτή τή μέθοδο νά μΑς
    ύποχρεώσουν νά χάνουμε δήλωση μετανοίας, χ' έπειτα νά γί­
    νουμε χαταδότες.
    Κάθε φορά πού χάποίος συλλαμ6άνεταί, αύτόματα περ­
    νάει άπό τό μαρτύριο έστω Χί Αν είναι έτοιμος νά πεί 6,τί
    ξέρει. "Αν είναι γυναΐχα, τό πρ&το πού χάνουν είναι νά
    τήν 6:άσουν πολλοί μαζί δεσμοφύλαχες γίά νά τήν ταπει­
    νώσουν.
    Ή Απάντησή μας στίς μεθόδου; τους είναι $ πολιτικός
    Αγώνας πού χάνουμε μέσα στή φυλαχή χαί στά στρατόπεδα,
    π^ύ έπίσης δέν τελειώνουν ποτέ.
    "Οταν συλληφθε? %νας στρατιώτης τοΟ ^στρατού μέ τόν
    χότσο* 5ÎVH ήδη προπαρασχευασμένος ήθίχά γί' αύτά πού
    πρόχείταί νά ύποστεΐ. *=Δέν λερώνομαι έγώ πού μέ 6ίάζετε,
    Αλλά έσεΐς^, είπε μ:ά νέα γυναΐχα στούς δεσμοφύλαχες. Κι*
    δταν τή μεταφέρνανε ξεσήχωνε τό πλήθος φωνάζοντας χαί
    χαΜίγγέλλοντας στούς περαστικούς ά,τ: τής χά'^ανε^.
    <Στό Πουλά - Κοντόρ, τό !958, διηγείται ή Τού - θοάί,
    στό χελλί μου, μίά άπό τίς Αδελφές μας 2μείνε έγχυος ύστερα
    Από τόν 6ί33μό πού Αχολούθησε τή σύλληψή της. Ό Αντρας
    της 6ρίσχόταν μέ τούς Ανασυνταγμένους του Βορρά. Δέν μπο-

    118

    ροΟσε νά σταματήσει τά δάχρυά της. "Ηθελε νά πεθάνεί. Εϊμαστε στοιβαγμένες^ γυμνές, μέσα στήν άπόπνοία τοϋ ίδρώτα
    μας, τήν έπ&χή τής πίό πνιγηρής ζέστης, Εχοντας Ενα χύπελο νερό ή χάθε μίά μκς γίά νά πίοϋμε χαί νά πλυθοΟ^ίε. όλόχληρη τήν ήμέρα.
    *Από τή μεριά τών άντρων ήταν άχόμα φο6ερότερο. Κά­
    θε μέρα άχούγχμε τό πένθιμο τραγούδι πού συνθέσανε. Συνό­
    δευε πάντα τόν νεχρό χρατούμενο δταν τόν έπαιρναν άπό τόν
    xotvô θάλαμο άφοΟ τόν είχαν άφήσεί άρχετό χαίρό μεταξύ
    τών ζωντανών :
    *'Εφτά πλεγμένες 6έργες άπό μπαμπού
    στόν άλλο χόσμο σέ πηγαίνουν
    πάνω στ&ν συντρόφων σου τούς ώμους πλαγιασμένο*.
    "Οταν ή Σί - Β... άρχισε ν' άχούεί τό παιδί έξαχολούθησε ν* άρνεΐταί ν' άχολουθήσε: τά «μαθήματα* τής άστυνομίας, πράγμα πού θά τής έδινε δίχαίώματα σέ περισσότερη
    τροφή χαί θά τήν έχανε νά έπίζήσεί χαί ν' άποχτήσεί τό
    παιδί. Πήραμε τήν απόφαση δτ: έπρεπε νά δείξει ΰποτκγή.
    Τής ε?πα(!,ε: Ή έπίτροπή 'Αντιστάσεως τοΟ στρατοπέδου πή­
    ρε τήν άπόφαση δτί τό παιδί σου πρέπει νά ζήσεί. Et vat μιά
    μίχρή ύπαρξη τοΰ Βιετνάμ χί αύτό. Κάθε ζωή εϊνοκ ίερήν.
    'Η Β... άπόχτησε τό παιδί. Πέντε ή έξη παιδιά δλα
    Χί δλα έπίζήσανε στό στρατόπεδο. Υπάρχουν άχόμη χι­
    λιάδες φυλαχίσμένοί, πολλοί άπ' α&τούς χλείσμένοί MA
    χαί 10 χρόνια χαί πού έξαχολουθοΰν ν* άγωνίζοντκί γίά λίγο
    περισσότερο ρύζι χαί χυρίως γίά νά χάνουν πίό σεβαστή τήν
    άξίοπρέπείά τους. ΆρνοΟνταί νά χαίρετίσουν τή ση)Μίία τής
    ΣχΣγχόν, νά σταθούν προσοχή μπροστά στούς Άμκρίχανούς
    άξίωματίχούς πού έπίσχέπτονταί τό στρατόπίδο, χαί ^ίάλίστα,
    παρ' δλο τό ξύλο πού πέφτει, τούς ύποδέχονταί (ίέ τίς χραυγές «U S. go hornet (ο! Άμερίχανοί στά σπίτια τους) γνωρί-

    119

    ζοντ&ς πολύ χαλά
    0' Αχολουθήσουν χορώσείς στήν τροφή,
    3τό νερό χαί θά τούς δάλο^ν οτ' ά7:ομονωιήρία.
    Άλλ& ύπάρχουν χ' §νκ πλήθος χρζτητήρ^α χαί στρατόκε$κ 3πον δλθί οί φύλαχες δέν sîvxt 6ασανίστές. Πολλοί άπ'
    αΰτούς {mope! νά έπηρεΜθοϋν άπό τίς
    λαχ: υμένες. ΙΙά ν τ^
    αότά; ^/ouy γίά πιστεύω τους οιχ οέν xpÉXEt νά πάφΰ^ν νά
    έξηγοΟν, νά πείθουν, ν" άνοίγουν τά (ίάτΜΧ τών 5λ).ων, άχόμη
    χαί στή φνλκχή. Πολλές φορές 0 άγώνας το-^ς οτέ^ετ^ άπό
    έπί^οχίζ.
    Στό νοσοχομίΐο τής 3οχτορέσας Toot - Μπά, τ^νάντησα
    μίάν ήρωίδζ τοϋ Αοπλον άγώνα, τήν Κίμ - Ντούγχ. MIvsn χόρη έργάτη χάποίκς φυτείας. ^Htatv 16 χρονών δταν σχοτώσα*
    νε τόν άΒελφό της σ' Χνζ κχτένίομο^. Η δρ^τη τής Κίμ Ντούγχ άρχ4σε άπό χείνη τή στιγμή. "Εφ,τκσε μέχρι τή ΣαΥγχόν γιά νά ζητήοεί ^χζίοσύνη, Οδηγώντας μ:ά ίπίτροπή γυ
    να^χών. Τήν πίάσ^'/t ώς ύκοχίνήτρίΑ.
    *Ποίός ροΟ είπε ν& χάνεις α.ύτή τή $ίαδήλω?η;>, τήν
    ρώτησζν ο! άστονομίχοί.
    *Μόνη μον τό ά^οφ&σί^α. : χύσατε τό α!μα τών Βίχών
    μου. Ίΐρθα νά άπ-χιτήσω έπζνόρθω^ψ.
    Τστερ<λ άπό τρεις μήνες συνεχών άνκχρίσεων μέ 6ασζν^στήρία χαί χτη^^ίες τήν άφησαν έλεύθερη. Τρείς φορές
    ά:-:ό]λχ τή ο^λλά6ανε, στά 1957 χαί i960 πάντα ΰστερζ άπό
    πολίΐίχές έχδηλώσείς.

    Τήν τελευταία φορά τήν χα.χοποίησαν σέ τέτχο σημείο,
    πού νθ)ηζΐτ/το^ &τί τή οχότωσαν ^ ν (ίεταφέρανε στό νεκρο­
    τομείο της φνλ^χής. ^Οταν αυνήλθε αύτό τό σχεδόν χορ:τσάχ;,
    σνγχίνηαε τόν φύλαχα πού ε?χαν δε! χαί δει τά μάτια του ί­
    σαμε τότε. Τής ίδοσε γάλα χαί τήν πήγε στό vosaxoptlo.
    'Απ' 5ξω, εΪ5οποίη^νος 4χζτοντά5ες άνθρωπος 3^αδήλωναν
    γίά τή φνλζχί3]ίένη.

    120

    «Μέ μίχρούς χαί Αλλεπάλληλους Αγώνες χατκφέραμε νά
    τήν Οΰηθήσ&νμε να δραπετεύσει Τήν 6οήθησαν ένας νοσοχόμος χα: δυό δεσμσφύλ^χ^ς πού ή ü8m χατΑφερε νΑ προσηλυ­
    τίσω: χαί '/& συνδέσει μέ τό πατρκϋτ:χό χίνημα. Ό ενας Από
    τ$ύς δεσμοφύλαχες είνα: τώρα φυλαχκτμένος. *0 Α)Αος χατΑ­
    φερε χ' εφτκσε στίς γραμμές τον Μ.Ε.Α. χ%ί ό νοσοχόμος 6ptsxsTKt στή-/ έλεύθερη περιοχήν.
    Τό πρω: πού φτάσαμε ή Ντούγχ είχε μ:A χαίντύργία χρ^ση μέ τέτ:α αιμόπτυση πού δέν έπντρεπότανε οότί νά μ4λήσεί, οΰτε νΑ χουνηθεί. ^Ετ?< μου δίηγήθηχε την ϊστορ:α
    της ή συγχρατούμΕνή της, ή Χόα - Σέν, ποΰχ$ χουφαΟΕ? Από
    τά $aoavtor^pta.
    'Qtrtdco, δτκν φεύγα]^ Από τό νοσοχομεΐο χαί περνού­
    σαμε Από τό χαλύ6ί τ^ς Κίμ - Ντούγχ, είδα 5να μ:χρό χέρι
    νΑ [κίς χολ:?. Είχε μ:Α χίνηση χουρασμένη χαί Αδύναμη.
    "ΣΑς ΑχονΦΕ, θέλει νΑ σΑς δεί, είχε ή Tout - ΜπΑ. Είχε
    τόσο χαρε! πού ΟΑ συναντούσε μίά ξένη φίλη... Τόσο τό χει­
    ρότερο. Ηηγχίνετε. Μήν τήν Αφήσετε νά μίλΑε: πολύ. Μεί­
    νετε μόνο 2 λεπτά*.
    Σέ λίγο ίΐμουν Απέναντι, σ' ένα εΰ&ραυστο χορίτσΑχ:, ίνα πουλΑχί πού χαίγόταν στόν πυρετό. Ή ΑνΑσα 6ραχνή, ή
    φωνή ερχόταν ήδη Από πολύ μαχρίΑ, Από ]κΑν 5χθη πού
    συνήθη χανείς δέν γυρίζει πίσω.
    ^Δίαλαλήστε σ' όλο τόν χόσμο τό τ! μΑς χΑνουν^, ^ 0
    είπε ή Κίμ - Ντούγχ.

    12i

    XXVI

    Μέ συγχωρειτε. Εέχασα τ& λ,ΐγα γαλλιχά ποόχα μάBci έδΑ χαί 40 χρόνια στό σεμινάριο. Μήπως θά μπορούσαμε
    νά συνεννοηθοϋμε στά λατίνίχά;^.
    Στήν άρχή τόν π% α γίά Sva γέρο χωρ;χώ, σάν όλους
    τούς Αλλους. *Ηταν & αιδεσιμότατος πατήρ Ζοζέ - Μαρία Χό - Χουέ - Μπά. Δέν φορούσε ράσο, πολύ Α6ολο γίά νά χυχλοφορείς μέσα στή ζούγχλα, άλλά τήν λεγόμενη στολή 6;ετχόγχ χαί σανδάλια άπό χίαουτσούχ, δρως δλοί μας.
    Ο! τελευταίο; χαθολιχοί τοΟ Βιετνάμ, πού συνάντησα τό
    1954, στά 6όρεία τοΟ 17ου παραλλήλου, άνασΐατωμένο; άπό
    τ ' άμερ;χάνίχα τράχτ πού τούς είχαν ρίξε; μ' άλεξίπτωτα, χατέφυγαν 3λοι στόν Νότο. χΣε6όμαστε τόν Πρόεδρο Χό*, μουρ­
    μούρισε & μόνος πού δέχτηκε νά <μοΟ μώήσεί, <^άλλά δέν π;στεύε; στό θεό. Ό Χριστός έχδιχήθηχε στέλνοντάς μας τίς
    πλημμύρες χ' Ιπείτζ, τήν ξηρασία. Καί τώρα οί Άμερ;χανοί
    λένε πώς θά ρίξουν άτομίλές 6όμ6ες στό Βορρά. Ό χόσμος
    θά χο^εΐ. Οί ίερεΐς φεύγουν. Παίρνουν μαζί τονς τό Αγαλ­
    μα τ% Παναγίας! Οί άλλοι τούς άχολουθο&με...*.
    Κατά χιλιάδες φεύγαν οί χαθολιχοί χωριχοί. Κλείναν

    ί22

    τ' αύτίά τους σ' 5λες τίς έγγυήσείς πού τούς Μίνε ή χυ6έρνηση τής Ααΐχής Δημοχρατίας. Ή όργάνωση τοϋ πανίχοΟ
    ήταν τέλεια, χί αυτοί φεύγαν τρομοχρατημένοί, πηγαίνοντας
    πρός τόν Νπέμ.
    *ΕΓμ&ί Ατυχής πού σ&ς συναντώ, είπε ό πάτερ Χουέ Μπά. "Ηθελα νά σ&ς παραχαλέσω νά δία6ί6άθίτε άπό μέρους
    μου, πρός τούς χαθολιχούς συμπατριώτες σας, 2να μήνυμα
    συμπαθείας: Σέ λίγες μέρες είναι Χρ:στουγεννα*.
    Αότό τό χείμενο προσπάθησα νά τό δ;α6ί6άσω, άλλά ό
    σύνδεσμος πού έπαψνε τά άρθρα μας γίά νά τά πάει ίσαμε
    τό ταχυδρομείο των πατριωτών, στήν πόλη, πίάστηχε άπό
    2ναν 6ομ6αρ5ίσμό στό δρόμο. Τό μήνυμά σας χάθηχε άγαπητέ Χό - Χουέ - Μπά, χαθώς χαί τά προσωπίχά μας γράμ­
    ματα πρός τούς γονείς μας. Μά αότό δέν ήταν τό χειρότερο.
    Ή νεαρή ύπεύθυνος τοΰ ταχυδρομείου πληγώθηχε άπό θραΟσμα ό6ίδας. Τό μάθαμε πολύ άργότερα.

    ^Αύτός πού θέλει νά σώσει τή ζωή του θά τήν χάσεί.
    Μά αότός πού θά τήν χάσει γίά μένα θά τήν χερδίσεί*, έπαναλάμ6ανε ό Χό - Χουέ - Μπά. Μώοΰσε γίά τήν άγάπη πρός
    τήν πατρίδα, μέ τά λόγια τής Καινής Δ:αθήχης. Kt ώστόσο
    ό γέρο ίερέας δέν σχεφτόταν άλλίώτ:χα άπ' τούς άγ«Μστές
    τοϋ έπαναστατίχοΟ λαϊχοΟ χόμματος, πού συναντήσαμε στίς
    γραμμές τοΟ Μετώπου χαί πού προσπαθούσαν νά είναι ο!
    χαλύτεροί πολεμιστές τής πρώτης γραμμής. Καθηγητής σ'
    ένα σεμινάριο 6 Χό - Χουέ - Μπά διάλεξε τό άντάρπχο, δταν
    ή χλίχα τοΟ Ντίέμ άρχίσε νά δολοφονεί δποίον παρενοχλοΟσε τά σχέδια τό ν 'Αμερίχανών.
    <Ot έχθροί τής πατρίδας μου, λέει 6 Χουέ - Μπά, προσ­
    παθούσαν νά φέρουν σέ σύγχρουση χαΟολ;χούς χαί 6ου&ίστές,
    χ' ίτσι νά 6ασώεύουν χαλύτερα ;^έ τήν δίχόνοία χαί τόν τρό­
    μο. "Αλλωστε έξαχολουθοΰν νά τό χάνοον αότό χαί μερίχές φο­

    123

    ρές πετυχαίνουν τό σν.οπό τους. Πίστέψτε μί δμω; πώς ή nXstοψηφίχ τών ιερωμένων δέν πέφτεί στήν παγίδα. Δέν γνω­
    ρίζει & χόσμος άρχετά, πώς άχόμα xatt στήν ^ποχή τοϋ Ντιέμ,
    οί χ-χθολί^οί πατριώτες δέν γλύτωναν τή ; χαταδίωξη. Τούς
    είχαν 6λφΐίσίί ^ράχτορες^, ^ετχόγχ^, <χχομμουνίστές&. Λυ­
    τό ^φταν$ γίά νά τραοήξουν στό δίχζ<?τήρ(ο τόν αίδ. πατέρα
    Βάί - Βουί χαί νά χαταΒίχάσουν ^ήγ Λ. U. τόν Βού * Φίέν οί 5
    χρόνων φυλάχίση. Καί δέν tîvon οί μόνοι πού ύπέσΐ7^σαν αύτό τό μαρτύριο. "Επειδή δέν είχαν άρχετούς χώρους γίά χρατητήρία επιτάξανε τίς έχχλησίες.
    ^Οί νέοϊ χαθολίχοί, πρόσφ^^γες άπό τόν Βορρά, πού άρνήΟηχαν νά πάρουν τά 8πλα. χκί νά χαταταχΟοΰν στό στρατό
    τών μισθοφόρων, έχτελεστήχανκ γίά παραδείγ;ία^^^.
    ^'0 Νπέμ, ή χυρία Νού, δλοί αυτοί πού δέν χάναν πζρά
    νά μίλανε γίά τό Χριστό, ήτοίν λύχοί μεταμφίεσμένοί σέ
    6οσχούς^.

    Kavciç δέν έγλύτωσε, ίπί6ε6α:ώνεί ϊνας ύπεύΰυνος 6ουδκτής τοΟ Μ.Ε.Α., &αιδεσιμότατος Τσίχ - Χούνγχ - Τού, άνώτατος ί ερέας (bonzes) μέλος τής Κενηκχής Επιτροπής τοΰ
    Μετώπου, όπως ειναί άλλωστε χαί ή Α. Π. & Χό - Χουέ - Μπά.
    Αύτό έξηγεΐ άρχετά γιατί ο! πατριώτες χαοδαΐστές — Χοά
    Χ α ό— 6ουδίοτές, χαθολίχοί, ενω&ήχανε μέσα οτίς τάξείς
    τοΟ Μετώπου, τού όποίου οί οχοποί ei'/at άπολύτως σύμφωvot μέ τήν 6ον5κΓ3χή χοσμοθεωρία χαθώς χαί μέ τήν χρίστκλνίχή ήΒίχή.
    χΣτούς ύπάχουους οί 'A^ptxavoÎ δίνουν χρήματα. Σ'
    αύτούς πού γονατίζουν μόνον μπροστά στόν σταυρό ή τόν
    Βούδα, λέίί 0 πάτερ Μπά. δίνουν φυλαχές χαί 6όμ&ς... Δέν
    γλυτώσανε στίς Ελεύθερες ζώνες οΰτε οί έχχλησίε; ούτε οί
    παγόδες. Καί νά πού φέτος, ή χυόερνηση τής Σαΐγχόν, μέ
    έγγραφη διαταγή, άπαγορεύεί νά χάνουμε τή νυχτερινή λεί-

    124

    τονργίχ των Χρίστονγέν^ν. Ωστόσο, σάς 6ζ6κίώνω ίγώ προ­
    σωπικά πώς ή λίίτουργία θά γ ίν 6 ^ .
    *Αχονγσ*/τα$ τόν χαθηγητή τον σεμιναρίου νά μοΰ λέει
    κύτά ιά λόγ^α μέ φωνή πού ε,τρεμ^ Αττό τήν άγαν&χτηση,
    σκεφτόμουνα πώς γτά μίά Ακόμα φορά στό Ν. Β^τνάμ, όπως
    άλλοΤ€ στή Γαλλία, τά έγ κλήματα των χατακτητών δέν χ&*
    νονν παρά νά ένώνονν τούς Ανθρώπους πού rp^v τόν ττόλίμο ήταν Αντίπαλοί:
    ^Οταν τά στάχυα γέρνουν Από τό χαλάζι
    3πο:ος xàvst τό'/ δύσχολο είναι τρελός,
    Χ4 Axôjta πίό τρ:λός σάν σκεφττταί $txiç τον &χάνους
    μέσ^ στήν χαρδίά τοΟ χοίνοΰ μας Αγώνα.
    tEIya: γαλλικό γ*/ωμίχό;^ ρώτησα ό πάτερ Μπά. Τοϋ
    έξήγησα πίύς ί?να: στίχοι πού ίγραψί ό Άραγχόν στό διά­
    στημα τής δίχής μας 'Αντίστασης.
    "Ενα λζπτό Κίό {xsttx, χάτω Από τή στέγη tûy φυλ­
    λωμάτων, όπου ενα ώραίο πράσινο φίδι χυνηγάεϋ itov^xta,
    νάμα: μέ τή σειρά μου Αναγκασμένη νά Απαντήσω μέσα στήν
    χαρ5κί τοΰ άντάρτίχου 6ιετκόγχ (όπως λένε αύτοί πού Από
    πάνω ρίχνουν μέ καθαρή συνείδηση τίς 6όμ6ίς τους) στίς έ
    ρωτήσ:ίς &νός παπ& .τοϋ Βιετνάμ, γίά τόν πατριωτισμό των
    Γάλλων καθολικών. Μάρτνς )^ον ό Μπάρτσετ, αάτός ό 5ία* 'Αργότερα.
    λίγο κρί^ τΑ Χρίΰτούγ^νν^ toù HWH
    ά:ροκλάνα χτυχ^^Α^ μέ pwx4n; τόν χα^ρίχό imô
    τίΦ Νγχί - Χτάγχ — ϋζυΟ<ρ*μίντ] mptox^ ic5 3ίό - KAt. *Κκ!σ^
    έλκ-^ρωμένα χΛθολ:χ{ί χωρίΑ νή*ν ΤΜ^ΰίμονή xt &νή]Atpx td Χρ{-3ΐοάγ!^νΛ ιήν &pat god οί Ανθρ-mr^Î ή τ^ o'^yx{vtp!#^4vot
    γίΑ τή γ:ορτή. Άπ^ιέλε^μ^. — ή ΰολοφονίζ
    ΑΟώ^ν. 2htg 2(1
    Νοεμβρίου μΐα.
    άηό 16.000 T^iæma
    -nopzta.
    τυρί^ί στέ 6πό νχτοχή ΜπΑ * Τρί.

    ί25

    6ολοκαγανίστής, %τκ οδτε §νας δέν χαμογέλασε δταν είπα
    στόν πανίερότατο Μπά, πώς μ^5 θύμιζε χ άπορον & λλ^ ίίρέα.

    Ο ά66άς

    Λα6αλλάρ

    ήταν Χί αύτάς χαθηγητής τής

    θεολογίας. Τό 1942 άρρωστης άπό φυματίωση. Αάτός ή­
    ταν 5 έπίσημος λόγος πού οί άνώτεροί του τόν ϊστείλαν σάν
    άπλό έφημέρίο — τήν έποχή της χατοχής— σ' ένα χωριό το3
    Σαντέρ. Είναι μίά περιοχή δλσ πεδιάδες μέ στάχυα, στή
    Bôptta Γαλλία, Αδεντρη, δπου τά χαμπαναρίά έπ:πλέουν σάν
    χατάρτία χαραδίών.
    Οί γονείς μου ήταν δάσχχλοί στό ίδιο χωριό πού ό ά66άς Λα6αλλάρ λειτουργούσε. Παράξενες λειτουργίες χαί χηρύγματα πού τοΟ δίναν τήν εύχαίρία νά χαταραστεί άπό τόν
    άμ6ωνα τά έγχλήματα τών ναζί...
    ^Τολμοϋν, φώναζε, νά γράφουν στό ζωνάρι τους: *0
    θεός μαζί μας*. (Κοίταζα! *Αάτό δέν τό ήξερα*, λέζί χατάπληχτος &πάτερ Μ π ά ί).
    Τάπες αύθάδείες ήταν ήδη άρχετές γίά νά τόν πανε
    τό λίγότερο φυλαχή. Ά λ λ ά ό ά6$άς Λα6αλλάρ δέν σταμα­
    τούσε σ' αότό.
    Τόν 6λέπω άχόμα σχαρφαλωμένον πάνω στό παλιό του
    ποδήλατο νά τρέχει μέσα σιήν πεδιάδα, μ* δλους τούς χαίρούς, άστείότατο μέ τό χοντό ίου ράσο. "(h av τρί6όταν λί­
    γο άπό χάτω τό ράσο του, τδχο6ε, ετσί δλο χαί χόντκίνε. Ψη
    λός χαί άδυνατος Εμοιαζε μέ μαύρο πελαργό.
    Μά μέσα στό σαχίδίό του δέν είχε μόνο εϊχονίσματάχία. Ε^χε 5πλα γίά τούς έλεύθερους σχοπευτές χαί τούς παρ­
    τιζάνους τής περιοχής.
    Οί Γερμανοί πίάσανε τόν άγωνίστή Αα6αλλάρ. "Οταν
    τόν στείλαν στό στρατόπεδο συγκέντρωσης τοϋ Μκουτχάουζεν, μπορούσε μέ τήν ίδώτητα τοΟ ίερέα νά έπωφεληθεί χαί
    νά πάει σ' §ναν είδίχό χαταυλίσμό, χαθώς Επίσης χαί ν' άπαλλαγεΐ άπό τά χομάντος τοΟ θανάτου. Αύτός δμως άρνήθηχε.

    126

    *Δέν μέ πίάσαν σάν ίερέα άλλά σάν έλεύ&ερο σχοπευτή. θά
    άχολονθτ^ω, λοΜΐάν, τούς συντρόφους ;^ου^, έδήλωσε.
    Προσπαθώντας νά 6οι^€ησ^ ένα σύντροφό τον στό λα­
    τομείο, πληγώθηχε. Λίγες μέρες πρίν άπό τήν άπελευθέρωση
    τόν χάψανε στά χρ^ματόρκχ.

    Νά τί Βίηγήθηχκ στόν πάτερ Χό - Χουέ - Μπά. Ή λέ­
    ξη Λΰ^τχόγχ* δέν όπήρχε στό λεξιλόγιο τών "Ες *Ες. Νά για­
    τί όταν τόν χαστουκίζανε τόν παπά Λα6αλλάρ τόν είπανε *6ρωμοχομμοννίστή^ χαί *Γαλλογουρούνί* («Schwein Franzose»).

    127

    XXVII

    Νομίζω πώς 2χεί πολύ λίγότερα λουλούδια στη ζούγχλα
    τοΟ Νότκλ) άπό τά δάση τοΟ Βόρίίου Βιετνάμ. "ίσως δμίί)ς
    νά μήν ήταν χ ή έ%οχή χαλή. 'Ωστόσο 6ρήχα μερίχά μ^χρά
    όρχεοείδή. Τά νέα χορίτσία τοΰ άντάρτίχου τά ξεριζώνουν
    χαί τά ξαναφυτεύουν γύρω άπό τά χ^ίνούργ^α χωριά. Α ν α ­
    γνώρισα έχίσης μερίχά *&νΟη - π^ταλοϋδίς- πού δύσχ^λα θά
    μπορούσες νά πεις πώς abat λουλούδια ή φύλλα. Φαίνεται
    πώς οί δειλοί έρωτευμένοί, στό πρώτο τους ραντεΰού, γίά νά
    Φπάσουν τή σιωπή, μίλ&νε γίά τά κπεταλουδολούλουδα*.
    Έχτύς άπό τή συλλογή λουλου&ών ίχουν ίνα άχόμη
    πάθος. Στήν Άφρίχή, στό 'Ιράν χαί στήν Ά σ ία μάζεψα ποιή­
    ματα χαί τραγούδια λαΐχά.
    Αύτό το εΐδος άνθίζεί πλούσια στό Βιετνάμ χαί πηγά­
    ζει άπό τά $49η τοΟ χρόνου.
    "Οπου, λοιπόν, χ: &ν 6ρί3χόμαστε τό μαγνητόφωνό μου
    (μέ μπαταρίες) δεν 2παψε νά γυρίζει*
    Στά χωριά, οί χωρικοί, φτιάχνοντας τίς παγίδες τους,
    αάτο3χε&:άζανί χαί τραγουδούσανε πάνω στό πατροπαράδο­
    το ρυθμό τών 6) 8, χαθώς χαί οί στρατιώτες δταν χάνανε χά-

    ^28

    ποια παύση wàvavc τίς χίθάρ^ς (χΑ αύτές πολ^μ^χή λ:(α άπ*
    τούς Άμερίχανούς) χαί άρχίζαν τό τραγούδι.

    Υπάρχουνε άνώνυμα. λίγόλογα τράγου5κχ πού σοΟ γε*
    μίζονν δάχρυα τά μάτια.
    Ή Τσί * Χά( }Μΰ τραγούδησε τούτο 5ώ, πού λέν: ot μο*
    ναχές γυναΐχες τή νύχτα έχοντας μόνη συντροφιά τη λάμ­
    πα μέσα σ' 8να &Seto σχίτί χ' <να χρε6άτ^ όρφανό. ^0 τε­
    λευταίος στίχος εΐναί αΰτός:
    <Κί &ταν ?σ6ησε ή λάμπα
    πήρα τή σχίά σου στήν άγχαλίά μου*.
    Σήμίρα ό λαός τοΟ Βιετνάμ, πού ήξίρε όσο χανένας
    άλλος (δλοί οί 6ρύλθί τό έπί6ε6αίώνουν) νά μιλάει μέ στί­
    χους τόσο συνταραχτίχούς γίά τόν χαημό των χωρισμένων
    έραοτών, xàv:t τή ζούγχλα ν' άντίλαλε! άπό έμ&ατήρία πού
    5λα τους έχφράζουν <^τό μίσος έναντι ον τό ν Άμίρίχανών
    έπίδρομέων* χαί τήν πίστη τους στήν τελίχή δίχή τους νίχη
    χαί τό δίώξίμο τοΟ χαταχτητή. Κ ί αότό &Ivat μίά πραγμΛτίχότητα.
    Mtà μέρα παραχολουθήσαμ& χ&που σ' &ναν χαταυλίσμό
    μίά γιορτή πού αυτοσχέδιαζαν έχείνη τήν Αρα, γίά νά γίορτάσοον τήν χατάληφη μ:άς έχθρίχής θέσης, πού πήραν τό
    χροηγούμίνο 6ρά$ί.
    Ο! χωρίχοί δέν ήξεραν τ:ώς νά χαναχέψουν τούς σιρατίώτες. Γεϋμχ στή χλόη μέ πλαίσιο τή ζούγκλα. Φάγαμε ζνμαρίχά άπό ρύζί χαί άλρύρί άπό φασόλια, χοίρο χαί παπί λαχέ,
    χαθώς χαί μπανάνζς. Kt όπως στούς 5ίχούς μας γάμους, ό
    χαθένας ^τραγουδούσε τά δίχά του^>.
    Τό Αγαπημένο τραγούδι των xoprcot&v αύτή τή χρονίά
    ήταν *Τό μαντήλί^ (α^σθηματίχό δνειροπόλημα τών xoptτσί&ν δταν χεντοϋν άντίαμερίχανίχά συνΰή}<<ατα, πάνω στά
    μαντήλια πού στέλνουν στούς στρπΐίάτες) :

    129
    9

    *Πθί<5ς τάχα θέ νά

    τοΟτο τό μα'/τήλί

    χαί θά σχουπίσεί τό ίδρωμένο πρόσωπό τον,
    πού σήμερα ^γώ μέσα στά χέρια μου χρατώ ;...*.
    Άχόμη χαί τό χορίτσί τών 20 χρσνών πού γεννήθηχε
    μέ τήν ^χρηξη τοΰ πρώτον πολέμα στήν Ίνδοχίνα χαί γνω ­
    ρίζει τόν χεψίσμό &3Χουδήπστε έλαφροΟ δπλου χαί άνήχε:
    στό σώμα τοϋ άντάρτίχου, τραγουδώντας %ναν τέτ^ο σχοπό,
    δέν παύει νά όνείρεύεταί.
    Οδτε τό ναπάλμ, οδτε τά άσφυξίογόνα άέρία, οδτε χαμ^ά άλλη εφεύρεση τών <ίάμερ^ανΜίών Εργαστηρίων τοΰ πολέμου* δέν μπόρεσαν νά σχοτώσουν τά Bvttpà της.
    "Ολος ό χόσμος τραγουδάει αύτό τό ρεφραίν π.χ.:
    *Τό Νότ^ο B n r/άμ ξεχειλίζει άπό μίσος.
    Xtopwof, έργάτες όρθοί.
    Δίχνοού;Μνοί, όρθοί.

    Γ^ά νά σώαοί^με τό λαό μας, άφήσαμε τά σπίτια μας.
    Μίά μέρα θά γυρίσουμε,
    Τότε μονάχα, δταν ό έχθρός θ&χε: διωχτεί.
    Καθισμένη άνάμεσα στούς στρατιώτες πού τραγουδούσαν,
    μέ τό μίχρό jtou γίαπωνέζίχο μαγ^τόφωνο (πού άγόρασα
    στή μαύρη άγορά χάπου στήν Ά σ ία ), 6λο χ' ίγραφα. Σχεφτόμουνα πώς άν γλύτωνε κύτη ή {^αγνητοτοίνία, μέ τά τρα­
    γούδια τοΰ Ν. Βιετνάμ, θά τή'/ ΕΒγαζα σέ δίσχο γυρίζοντας
    στή Γαλλία, ^ίσως τότε, στίς μαχρίνές χώρες τής Εΰρώπης
    ^δπου οί άνθρωποί στά μαλαχά τους χρε6άτία όνείρεύοντα^,
    ot φωνές τών νέων αύιών τής Αντίστασης, πού γυρίζουν άπό
    τή μάχη, Εξηγήσουν χαλύτερα άπό όποίοδήποτε άλλα λόγια,
    αότό πού έγώ είχα τήν τύχη νά χαταλά6ω έπί τόπου: τό ^για­
    τί πολεμάμε* ενός δλόχληρου λαοΟ*.
    * ΑΑτό^ 4

    γνρί^τηχ*: <Τρ^γοά9ία τάν μαχί τοΟ

    (#Tc chant du Monde*). (ΠκΑ*ί?9κ στό i&ttMto*). Στ^μ. 'Βλλ.

    130

    Ό &ξ:ωμα.τίχός τής μονά$(λς ττϋ ΑαΐχοΟ Στρατού πού
    τίμοϋσαν έχίίνη την ήμερα όνομάζεταί Χουίν - Μίνχ. Είνα:
    άπό χείνους π ^ προετοιμάζονται πολύ χρόνο πρ^ν. Μελ^τά^ί
    έκί μήνες χάθε λεπτομέρεια, έχπαί3ίύεί τούς στρατίώτες του
    χαί σέ συνεννόηση μέ τόν πληθυσμό τή ; περιοχή; έπίτίΟ^ταί
    ξαφν:χά. Οί στρατίωτίχές του έπίχεψήσείς eîvan πάντα χεραυνοδόλες ένα'/τίον τών ^άπαρτων* άμερίχάνίγων 6άσίων.
    Νίχες Δαυΐ3 Εναντίον Γολίάθ. Λύτό; 5$ηγοΰσε τή'/ '/υχτερ^νή
    α!φνί5ίαστίχή έπίΟεση τή ; 31 Όχτω6ρίου τοΟ 1964 έναντίον
    τού άεροΒρομίον τοΰ Μπ:έν - Χόα. έπίθεση στήν οποία $:%φαινόταν ή στροφή τον πολέμου πού γίνηχε πίά φανερή τόν
    Γενάρη τοΰ 1965 στό Μπίν * Γχίά.

    ^Τό Μ χίέν-Χόχ ήτ-xy σχληρό χαρύ$^.
    Βν% ξυλαράχί, ό Χουίν - Μίνχ μόίς σχε5ίάζίί πάνω στό χώμχ τό πλά­
    νο. *Τό στρατίωτίχό άερο$ρόμίΰ 6ρίσχ^ταί περίπου 20 χλμ.
    ^ξω άπό τή Σκΐγχόν. Τό προστατεύουν τρεις γραμμές άμάνης. Ή πρ^τη άποτελεΐταΐ. άπό 100 στρατηγίχά χωριά πού
    Ο.έγχουν 70 έχθρίχέ; θέσεις. Ή Βεύτερη $ίαθέτεί 5ώ$&χ&
    όχυρΑ χαί 18 όχυρωμένα παραΐηρητήρζα, χαθώς χαί 8υό
    τάγματα στρατού. Ή τρίτη γραμμή είναί χαμομε νη άπό
    πέντε σειρές συρματόπλεγμα πάνω άπό ενα έδαφος σπαρ­
    μένο μί νάρχες. Άχόμα tva τ&γμ?. <rraO]nôn σέ Απόσταση
    ένός χιλιομέτρου άπό τήν 6άση. Δυό &λλα, μηχανοχίνητα,
    ^ict$X4nouv ίπίσης τό άεροορόμω. ^Επιπλέον ^*/α τ ά γ ^ πε­
    ζό-/αυτών πού $Μ&θέτε; *Μ 113^ (ά}ίφί$4α τάνχς) τά όποια
    είναι έτοιμα νά χινηθοΰν σέ περίπτωση συναγί^ίοΟ. "Λ ; άφήοουμε τούς 2.600 *Αμερίχανού; χνότου; χαί στρατκΐίτκς
    τής t3ta^ τή; 6άοης, τούς άστυνομιχούς χαί χαμ.ά έχατοστή
    λνχόσχυλα γυμνασμένα γιά τό κυνήγι τών 6ίετχόγχ.
    ^Βοτόσο, ίπίμένθ(^ε νά χτυπήσουμε τό Μπίέν - Χόα, γ{ατί άπ* αυτό τό άιροδρόμίο ξεχύνονταν 5λες οί χαταστροφές τής

    131

    περιοχής μας. Ά π ό χεΐ ξεχίνησαν τ* άεροπλάνα πού ρίξανε
    τίς τοξιχές ούσίες πίνω οτά χωριά, σκοτώνοντας 70 Ανθρώ­
    πους χαί χαίγοντας 700 έχτάρια γής. Ά π ό χζΐ σηχώθηχαν
    τά χΒ 26^ πού λίγες 6&ομάδες πρίν, στό "Ονγχ - Κεό, δολο­
    φονήσανε 400 πρόσωπα μίσα στό παζάρι ατό δέλτα τών πο­
    ταμών.
    *Ά π ό τήν Αλλη μεριά ξέραμε πώς στό Μπιέν - Χόα
    σταθμεύανε τά <cB 57^ πού 6ομ6άρδισαν τό 6όρειο τμήμα τής
    πατρίδας μας, τόν Αύγουστο το3 1964. Τό ξέραμε, γιατί
    άπλούστατα λίγο πρίν άπό αυτή την πρόχληση είχαμε ρί­
    ξει &να άπό τά *Β 57^ χαί είχαμε Ανακαλύψει μέσα έγγραφα
    σχετιχά μέ τά σχέδια τών χαταχτητών, πού χάναν δ,τι μπο­
    ρούσαν γιά νά πάρουν πίσω ίστω χαί τά συντρίμια τοΟ άεροπλάνου τους ή νά τό χάψουν χαί νά τό εξαφανίσουν τελείως,
    *Σαράντα χαινούργια γιγάντια άε ροπλάνα είχαν φτάσει
    στή 6άση. Γιά ποιά χαινούργια έγχλήματα ;
    ^Τή νύχτα τής 31 Όχτω6ριου δλα ήταν έτοιμα άπ' τή
    μεριά μας. Στή μονάδα μου δέν κρατιόντουσαν άπό χαρά x
    ένθουσιασμό. Άχόμα χαί οί άρρωστοι παραχαλοϋσαν νά τούς
    άφήσουμε νά ίρθουν μαζί. Άναγχαστήχομε νά δεχτοΰμε, χι
    &ς χρειάστηκε νά σηκώνουμε έμεϋς τά δπλα τους.
    ^Καταλαβαίνετε, είπε ό Χουίν - Μίνχ, χαμηλόφωνα. "Ο­
    λοι τους είχαν χάποιο θύμα 5ιχό τους άπ* τούς 6ομ6αρδισμούς, είναι δλοι τους γεννημένοι έδώ.
    *Μόλις άρχισε ή έπίθεση, άχόμα δέν είχαμε φτάσει χα­
    λά - χαλά στόν πρώτο μας στόχο, άχουγες τά παιδιά νά φωνά­
    ζουν πρός τήν χατεύθυνση τών άεροπλάνων. * Ά ιν τ ε χ' είναι
    τά τελευταία σου άπόψε. Δέν θά δολοφονήσεις πιά άλλους,
    θ ά σέ σχίσω στά δυό*. Ή έπιχείρηση δέν χράτησε πάνω
    άπό Ϊίνα τέταρτο. Χάρη στις πληροφορίες πού μάς είχε δώ­
    σει ό πληθίίομός, στήν γρηγοράοα χαί τήν άχρί6εια τής 6ολής μας, είχαμε χαταστρέψει έπί τοΟ Τάφους 15 Σχαΐρέιντερς, είχοσιένα ^Β 57*, ^να
    2*, ένώ 293 Άμεριχανοί στρα-

    132

    ηώτες καί άξίωματίκοί ήταν νετφοί ή πληγωμένοι πρίν προφτάσουν νά συνέλθουν άπό τόν πανίχό χαί ν' άμυνθ^Ον. Εί­
    χαμε πετύχεί τό σχοπό μας. Νά καταστρέψουμε δηλαδή τά
    6ομ6αρδ;στίχά χαί *μόνον τούς 'Αμερικανούς*. Γνωρίζαμε
    άκρ:6ως σέ ποίά οχήματα έμεναν.
    *Οί μισθοφόρε (τό μάθαμε άργότερα) ταμπούρωψήχανε
    μέσα στά χαραχώ^^ατα τήν ώρα πού έπ(τεθήκαμε μέ δλμους.
    Ά λ λ ά ο! 'Αμερικανοί, 6έ6αίθί πώς 6ρίσκονταί σέ μίά δάση
    άπόρθητη άπό τά 2ξω, στήν άρχή νομίζανε πώς στασίασαν οί
    μισθοφόροι τους καί γύρισαν τά δπλα έναντίον τους. Οί κυ6ερνητίχοί άπάντησαν στούς πυροβολισμούς τους χαί σκοτώ­
    σανε 21 Αμερικανούς.
    *Μόλίς τελειώσαμε τήν Αποστολή μας, γυρίσαμε πίσω,
    πρίν προφτάσουν νά μ&ς έπίτεθοΰν. Σ ' δλη τή διαδρομή 6λέπαμε μαζεμένους τούς κατοίκους τών στρατηγικών χωριών νά
    κοιτάζουν τή φωτιά κούκαίγε τ' άεραπλάνα. ^Ηταν ένθουσίασμένοί.
    *"Ενας γέρος έτρεχε άπό πίσω μας χ* ήθελε σώνεί χκί
    χαλά νά μ&ς δόσεί τό 6ου6άλί του, πού τό τρα6ο0σε μ' ένα
    σκοινί. *Πάρτε το παίδίά μου χαί χάντε ëva καλό τ^μπούσί,
    5τσί Kt άλλίώς θά μοΰ τό κλέψουν οΕ ίλλοί*. Τό δεχτήκαμε.
    Χάρη σέ κάτί άνθρώπους σάν χί αυτόν καταφέραμε νά τρυπ(^σουμε ίσαμε τό 6άθος τοϋ έχθρίχοΟ στρατοπέδου καί νά
    άποσυρθοόμε σχεδόν δίχως άπώλείες.
    ^Γίά νά μεγαλώσουν τό άεροδρόμω, οί έχθροί, διώξανε
    δλους τούς χωρικούς άπό τή γή τους. ^Ηταν καλή γής, πρόσθεσε μέ νοσταλγία 6 Χουίν - Μίνχ.
    *Ναί, κ' έγώ χωρικός ήμουνα, κί άπ' αύτά τά χώμα*
    τα μάλιστα. Γεννήθηκα σ' ένα χωριό τοΟ Μπίέν - Χόα, δχ(
    μακριά άπό 8&. *Ολθί οί στρατιώτες μου είναι άπό 8ώ κά­
    που. Γνωρίζουν σπιθαμή πρός σπίθαμή τόν τόπο, κάθε δέντρο,
    κάθε πρόσωπο, κάθε σκυλί. Αυτό έξηγεΐ πολλά πράγματα...*.
    Ρώτησα τόν άξίωματίκό &ν μποροΟσα νά τόν φωτογρα­

    133

    φίσω. Τό άγαθό χωρίάτίχο 6ίετναμέζίχο πρόσωπό τον μέ τίς
    άχτίδωτές λεπτές ρυτίδάς γύρω άπό τό χαμόγελο, el ναι τυπίχό. Ά ξίω μ α τίχός τοΟ λαού, δέν φοράε: γαλόνια,

    <pop&at

    Ενα πουλό6ερ μέ σηχωτό γίαχά, χαί δέν είνα^ στήν πρώτη
    νεότητα.

    ^Ναί, φωτογραφήστε με, μ3θ λέεί, τώρα δλη μου ή
    οίχογένεία — αύτοί πού άπόμείναν δηλαδή — tlvot στήν έλεύθερη περιοχήν.

    Ο Μπάρτσετ παρατήρησε πώς ή &xpi6sta τοϋ νεοσύ­
    στατου πυρο6ολίχοΰ τοϋ άπελεοθερωτίχοΟ στρατοΟ στό Μπίέν Χόα άφησε χατάπληχτους τούς θεωρητίχούς τοΟ *είδίχοΟ πολέμου^.
    *0 Χουίν - Μίνχ μίίς δίηγή&ηχε αύτό τό άνέχδοτο:
    <^Τό 1962 πήραμε άπό τόν έχΟρό τ& πρώτα μας xavôvta.
    Τότε άχό{Μί είμαστε μίά άντάρτίχη μονάδα χαί χανείς μας
    δέν είχε περάσεί άπό στρατίωπχή σχολή... Δέν ξέραμε νά
    χεφκττοΰμε παρά έλαφρά δπλα. Οί χωρίχοί μας άρχισαν νά
    τά Επεξεργάζονται, νά συ^χέπτονταί, νά χάνουν &λθί μαζί
    ^::ράματα. Βλέποντας ίτ; πάνω στά xavôvta ΰπηρχαν δ^ά<ρορο: άρίθμοί,

    200

    μετρ. -

    100 μετρ., όποθέσανε

    δτ: δείχνανε

    τίς άποστάσείς 6ολής. "Ενας άπ* αυτούς είχε τήν ιδέα νά
    δέσεί στό πόδι τοΰ xavovtoO 2va xov6àpt νάυλον χλωστή.
    "Ενας Αντρας π ή γαζε τή νύχτα σερνάμενος μέ τήν χοίλίά
    ΐσαμε τό στόχο χαί μετρούσε τήν απόσταση. Στό γυρίΦμό,
    δέν εϊχαμε παρά νά μετρήσουμε τήν χλωστή χαί νά χανονίσουμε τή 6ολή... "Ετσι ψάχνοντας, έχπαίδεύα^Μ τούς σχοπεοτές μας. Άπόδείξη: Οί ό6ίδες μας δέν χάσαν: ούτε Ενα στό­
    χο προχτές*.
    Καί 6 χωρίχός-άξίωμα-τίχός πού Εδοσε τήν πίό μεγά­

    134

    λη μάχη έναντίον άεροπλάνων, μέ μ^ά μονάδα δίχως Αερο­
    πλάνα, δίχως χαμίόνία, μόνο μέ τό πεζίχό του χαί μέ τά
    χανόν:α πο&χε πάρει άπό τόν ίδιο τόν έχθρό, ίίπ& τοΟτα τά
    λόγια, πού σίγουρα ό Λαφονταίν θά τάχανε μύθο:
    χΟί Άμερίχάνοί Εχουν 6ομ6κρδκτκχά, τζίπς χαί άμφίΰίκ. Τρέχουν χαί πετοΟν γλήγορα. Ά λ λ ά πάντα θάμαστε πίό γλήγοροί άπ' αύτούς. Γιατί έμεΐς, στό Ν. Βιετνάμ,
    8fμαστέ ήδη έδΑ*.

    135

    XXVIII

    Στίς κκτεχόμενες πόλεις, τά μοναδικά μετόπισθεν τών
    'Αμερικανών, μάχονται έχείνοί χ* έχεΐνες πού δέν μποροΟμε
    ν' άναφέρουμε τά όνόματά τους, μήτε νά δημοσιεύσουμε τίς
    φωτογραφίες τους. IlotoÎ givan; Τό μαθαίνουμε μόνον δταν
    πέσουν στά χέρια τής Αστυνομίας. "Οταν κάποιο 6ράδί, στά
    έπίχαίρα τής τηλεόρασης, 6λέπουμε ενα φίλμ τρα6ηγμένο άπό
    Αμερικανούς χ:νηματογρχφίστές νά δείχνουν σ' έχατομμύpta θεατές, μπροστά στό έχτελετκχό άπόσποίσμα, Ετοιμοθά­
    νατους μέ τά μέτωπα περήφανα ψηλά. "Ετσι {ΐάθαμε γίά τόν
    ΝγκοΟγεν - Βάν - Tpôt χαί τόν Βάν - ΚοΟγεν.
    Κατάφερα νά συναντήσω μερίχούς άπό τούς συντρόφους
    τών νέων αύτών πού τουφεχίστηχαν. Γίά νά κερδίσουμε χρόνο
    ταξιδεύουμε μέ ποταμόπλοια, μέ μοτέρ χαί νύχτα. Αύτός &
    τρόπος συγκοινωνίας δέν είναι δυνατό νά γίνει τή μέρα. *0
    θόρυόος τοΟ μοτέρ δέν σ' άφήνεί ν" άκούσείς τ' άεροπλάνα.
    Οί ζώνες πού έλέγχ^ τό Μέτωπο καί κείνες πού έλέγχεί ή Σαϊγχόν εΐναί άφάνταστα Ανακατωμένες στά περίχωρα
    τής πρωτεύουσας, μά μόλις πέσει ή νύχτα, παρ' όλη τή στρα­
    τοκρατία τοΟ έχθροΟ, οί άνθρωποί τής 'Αντίστασης είναι χύ-

    136

    ptOÎ τοΰ τόπου τους. Μέσα στόν X^6ôptv$o τών δρόμων ή στά
    πλ-ατίά ποτάμια, άνάμεσα στις φυτείες χαί τά 6ο0ρλα, ή
    νύχτα μάς μώοϋσε άπό τήν δχθη μέ σ:νίάλα: φωτιές πού
    χαίγανε γ:ά μάς, φώτα πού άνά6αν χαί σ6ήναν Απαντώντας
    στόν χώ5ίχα τοΟ ήλεχτροφαναρίοϋ μας. Τό σχοτάδί ήταν δίάσπάρτο άπό φίλους πού προστατεύανε τήν πορεία μας.
    Παντοΰ.

    Ξέρετε χολύμπί, ?τ<κ δέν είνα^; μέ ρώτησε όταν φεύ­
    γαμε 5 Αάμ. "Αν μάς μυδραλλ:ο6ολι^σουν δέν ύπάρχε4 άλλη
    λύση. Όμαδίχά χολύμπί...
    'Απάντησα πώς χολυμπάω, ώστόσο 3έν είναί Απολύτως
    άλήθεία. Κυρίως είχα Εμπιστοσύνη στά 6ουρλόσχοίνα άπό τά
    όποΐα σχόπευα νά πιαστώ. Κοίταζα πολύ τ ' Αστερία έχεΐνο
    τό 6ράδί. "Αν ^να xôxxtvo ή πράσινο άνάμεσά τους Ερχόταν
    πρός έμ&ς... δέν Βάταν Αστέρι.
    Στό διάστημα αύτ% τ?}ς διαδρομές, ήμέρα, πέσαμε πά­
    νω σ' ένα μίχρό μπλόχο. "Ετσι, μοΟ δόθηχε ή εΰχαφία νά
    γνωρίσω άπό χοντά, μέ τή σειρά μου, τίς χρυφές χρυψώνες,
    περίφημες ήδη άπό τόν πρώτο πόλεμο τ% Ίνδοχίνοΰς.
    "Ενας χαί μόνον άγωνίστής — σ' 8λο τό χωριό — γνω­
    ρίζει τήν Είσοδο τ% χαλοχαμουφλαρίσμένης είσόδου Απ' ό­
    που μπορεΐς νά μπείς μέ χόπο. Μέ τά μοΟτρα, ξαπλωμένη χατάχαμα, μέσα στό άπόλυτο σχοτάδί, άχουγα πάνω à7tô τό
    χίφάλί μου νά περπατο&ν χαί νά μιλούν, χαί προσπαθοΟσα
    νά ξεχωρίσω &ν ήταν φίλοι τοΟ ΜΈΑ ή στρατιώτες τ% Σαϊγχόν. "Αχουγα πυρο6ολίσμους χαί σπάσιμο πί^τίχών.
    Είμαστε δυό μέσα σ' αύτή τήν ίρμητίχά χλείσμένη τρύ­
    πα, λαχανιασμένο: άχόμη άπό τό τρέξ:;Μ πού χάναμε ώσπου
    νά φτάσου;^ ίσαμε δώ. **Ενα άπλό μπαμπού μοίς έπέτρεπε
    ν^ Αναπνέουμε.
    Καθώς, Από μίά παλ(ά φυματίωση τΎ)ς φυλαχ^}ς, τό Αναπνευστίχό μου σύστημα δέ λειτουργεί φυσωλογίχά, πίστεψα
    πώς οί δημοσιογράφος μου έμπείρίες Οά τέλείωναν έδώ. Σ*ή­

    137

    μερα πρέπει νά ζητήσω συγγνώμη άπ' τούς ύπεύθυνους έχείνου τοΟ χωρίοΟ γίά τήν τόσο λίγη αισιοδοξία μου. 1\ατί ύστερα
    άπό τήν άνταλλαγή μερίχών πυροβολισμών, οΐ στρατιώτες τής
    Σα?γχόν Αποσύρθηχαν, &πως γίνετα: συχνότατα άπό τό 1964.
    Φαίνεται δτί ό άξίωματίχός τους, στέλνοντας σήμα γίά ^συγ­
    κέντρωση ίσχυράς άνταρτίχής δυνάμεως^, ζήτησή τή συνδρο­
    μή τής Αεροπορίας. Λίγες ώρες Αργότερα μάθαινα πώς *τήν
    ίσχυρή Αντάρτίχη δύναμην τήν Αποτελοΰσαν όχτώ Αντάρτες.
    Κί άχόμη 5ΐί ^να στέλεχος των συνδίχαλίστών, έργάτης τής ΣαΓγχόν, !ζησε Από τό 1955 ΐσαμε τό 1958 μέσα
    στήν χρυψώνα %που έγώ χόντεψα ν& πάθω άσφυξία. Πράγμα
    πού μ' Sxave νά μείνω ταπεινή σ' 5λη τή ζωή μου, Αχόμη χί
    &ν ζήσω, χαθώς λέν: στήν Ά σΐα, *χίλία χ^ Αλλα χίλια
    χρόνια^.
    *01 ζώνες πού έλέγχουμε γύρω Από τήν πρωτεύουσα είvat σφήνες γερές μ έ σ α σ τ ό έ χ θ ρ t χ ό σ τ ρ α τ ό π ε $ ο. Ώ Αστάθεια τών χο6ερνήσεων - άνδρίίΧίέλων μάς έξυπηρετεΐ Αφάνταστα, μοΟ έξήγησε Ζνας Από τούς ύπεύθυνους τοΟ Με­
    τώπου, 5ταν φτάσαμε στό προσδιορισμένο μέρος δπου θά συ­
    ναντιόμαστε. Άχόμη χαί μέσα στήν ?3ta τή ΣαΡγχόν ο! Ά
    μερίχάνοί στρατίωτίχοί δέν αισθάνονται πίά Ασφαλείς, έδώ
    χαί χάμποσο χαίρό, &ν χαί φέρανε xt άλλες ένίσχύσείς γίά
    νά σπάσουνε τόν χλοίό μας γύρω άπ' τήν πρωτεύουσα. Πή­
    ρατε χαί σείς νομίζω μίάν ιδέα τής μαχητίχότητας τών άνδρείχέλων. Οί θέσεις τους έχουν ήδη παραλύσΜ Από τήν ταχτίχή ^Ασφυξίας- πού τούς δημιουργεί & πληθυσμός.
    *Τό Πεντάγωνο μάταια Αλλάζει χάθ: τόσο τίς μαρίονέττίς του γίά νά πετύχε t μίά χάπο:α σταθερότητα στήν χυ6έρνηση, Αδύνατον 6;ίως νά πίτύχεί. θάπρεπέ νά δημίουρ
    γήσεί 20 θέσεις προέδρων χυ6ερνήσεως χαί δεχάδες ύπουργίχά χαρτοφυλάχία γίά νά ίχανοποίήσεί τίς Απαιτήσεις τών

    138

    λαχέδων, χαί πΑλί δέν ΘΑταν σταθερή, Αφοϋ δέν ΘΑχε χαμίΑ
    λκίχή 6Αση.

    xAtotxct τής Σαίγχόν έχμεταλλεύονταί δλες αύτές
    τίς Αλλκγές χυ6ερνησεων. Αίόλίς Αναλχμ6Αν:ί μίά χαινούργια,
    χυ6έρνηση, ό λαός χ^,ταγγέλλ^ί τούς προηγούμενους δημό­
    σιους όπΑλληλους χαί τούς οχληρότερους Αστυνομίχούς, ζη ­
    τώντας Αχ4 τά χαινούργια ΑφεντίχΑ τους νΑ τούς Απολύσει.
    Οί χα:νούργ^ χΑθε φορΑ, χαί Από δημαγωγία, μΑ χυρίως
    γιατί τούς ?ρχετοκ πολύ 6ολίχό, Απολύουν τούς παλιούς χαί
    6άζοννε στή θέση τονς δίχούς τονς φίλους χαί Βμπκττους.
    ^ΝΑ γίχτί δίορθώθηχε ΤΕολύ ή χατάσταοή μας στις πό­
    λεις Από τότε πού έπεσε ό Ντίέμ. Ό σ ο πΑεί χαί συχνότερα
    τώρα οί Αστυνομίχοί Αφήνουν έλεύθερονς διάφορους Αγωνι­
    στές πού πίΑνονν σέ δίΑφορες διαδηλώσεις χαί Απεργίες, γίΑ
    νΑ έξασφαλίσονν χτΐατρίωπχό πίστοποίητίχό* πού ΘΑ τούς
    χρησιμεύσει δταν χερδίσεί 6 λαός^.
    Αότό ΘΑ θυμίσει μερίχές νόστιμες ΑνΑλογ^ς ιστορίες
    στούς ΓΑλλους τής Άντίστοίσης^ πού 8ρίσχονταν τό 1944 στό
    Παρίσι.
    Σέ χΑποίκ μου Αλλη μετακίνηση παρατήρησα, στό 3Ασος, μίά γνναίχα φοδερΑ χλωμή, σΑν νΑχε χρόνια νΑ τήν 8εΐ
    ό ήλιος. *Ηταν ή γυνχίχα το3 γενίχοΟ γραμματέα τοϋ ΑΠ^Λ
    ή χυρία Χουίν - ΤΑν - ΦΑτ, πρόεδρος τοΟ τομέα Σαϊγχόν Σολόν, πού μόλις εϊχαν έλευθερώσε; ΰστερα Από πέντε χρόVta φυλαχής.
    Ό

    διευθυντής τής ΆσφΑλείκς, πού Αλλοτε έπόπτευε

    στΑ μαρτύρια πού τής χάνανε, ξαφνίχΑ τήν Απέλυσε *γίά λό­
    γους Ανθρωπιστικούς..^. Δίχως χαμίά Αμφί6ολία 5 δημόσιος
    αύτός ύπΑλληλος μνρίστηχε «τό γύρίσμχ τοϋ xatpoûw.
    Στή Σαϊγχόν, ό Αοπλος Αγώνας Από τήν * στρατιά τών
    γυναίχων* civon πολύ δυνατός. Ό τ α ν π.χ. πίΑσουνε ίναν πα­
    τριώτη μέσα στό δρόμο, χΑποως Από τούς περαστίχούς χτυ*
    πΑεί συναγερμό, φωνΑζοντας: ^Έλ^τε νΑ δείτε, A Αστυνό-

    139

    ;ίος τάδε έπίασ* έναν 6mxàyx^! Άχούγοντας τό όνομά τον
    νά έπαναλαμ6άν€ταί μέ υφος ψευτοθαυμασμοΟ, πολλές φορές
    ό άστυνομίχός, πού θέλχί «νά φυλάει τά ροΟχα του^, άφήνεί
    έλεύθερο στήν παρζχάτω γωνίά τό λαυράχί πού !πίασε.
    "Ετσί, μέ όλα τά μέσα, άχόμη χαί στό χέντρο τών άχυ­
    ρών τοΟ έχθροΰ, ό λαός τών πόλεων καταφέρνει νά ^ξεσφίξεί
    τόν άστυνομίχό χλοίό^. νά έπί6άλ^ί λίγο - λίγο μΐάν άλλη
    έξουσία, χαί πάντως νά φθείρεί τό σύστημα τών χαταπίέσεων
    τοΰ έχθρον, πού οί όπηρέτες του δέν τολμούν πίά νά λεηλα­
    τήσουν, οΰτε νά ζητήσουν ταυτότητες, χαί μάλκττα χλείνουν
    πολλές φορές τά μάτία δταν οί άξίωματίχοί τους δέν είνκί
    μπροστά.
    ^Πρό ή;ωρών, διηγείτο μέ τή σειρά του ένας πολύ νέος
    μέ μπλού - τζίν, πήρα μίά τρομάρα! Κουβαλούσα, μές στή μέ­
    ση τοΟ δρόμου, ^νχ πάχο έφημερίδες τοΰ Μετώπου, πού άπρε­
    πε νά χωρίσουμε χαί νά δόσουμε στούς διάφορους παράνο­
    μους διανομείς. Εαφνίχά έσπασε 6 σπάγγος χαί πλάφ, δλες
    οί έφημερίδες σχορπίστηχαν πάνω στό πεζοδρόμε. Προσπά­
    θησα νά τίς μαζέψω, άλλά ήταν πολύς χόσμος χαί άστυνομίχοί έχεΐ γύρω. Τίς άφησα χαί τδσχασα. Λοιπόν, λίγες μέ­
    ρες άργότερα ίνας άγνωστος 6ρήχε τρόπο νά έπίχοίνωνήσεί
    μέ χάποίο δίχό μας χαί νά τί τοΰ είπε: *Τίς έφημερίδες δέν
    σάς τίς έπίστρέφουμε, Βέλους νά τίς δράσουμε, Αλλά σάς
    φέρνω μερίχά άλλα χαρτιά πού 6ρήχαμε μέσα στό παχέτο.
    Τά μαζέψαμε 8λα πρίν πληικάάεί ή άστυνομία^. Οί περαστι­
    κοί ΰποψίάζονταί ποίοί είμαστε, m 5ταν 6ρίσχόμαστε σέ δάσχολη θέση, δίχως νά δείχνουν τίποτα, μάς 6οηθοΰν*.
    Στήν Ευρώπη, άπό τή Σκίγχόν γνωρίζουν κυρίως τίς
    όγχώδείς πολίπχές δίαοηλώσείς: Αύτές πού χάνουν οί 6ουδίοτές, οί μαθητές χαί οί φοίτητές. πού γίά ν' άμυνθοΰν άπέναντί στούς όπλίσμένους άστυνομίχούς δέν έχουν παρά πέτρες
    χαί μεσαίωνίχες άσπίδες.
    Γνωρίζουμε πώς ή πρώτη μεγάλη πατριωτική άπεργία

    140

    πού γίνηχε τό Σεπτέμβριο τοΟ 1964 παρέλνσε τελείως τή
    Σαίγχόν. Τότε ξαφνιχά ό χαταχτητής, πούμεινε δίχως νε­
    ρό, 6ενζίνη χαί ήλζχτρίχό, πηγμένος στόν ιδρώτα δίχως τά
    ψνχτιχά του μηχανήματα, χατάλα6ε τή στρατηγική σημασία
    πού μπορεΐ ν&χει ό Αγώνας τοΟ Αστιχ^Ο πληθυσμού, πού συν­
    τονίζεται 8σο πάει χαί περισσότερο μέ τούς Αγώνες της
    ύπαιθρον.
    Σννάντησα δμως δνό Από xslva τά Αγόρια, πού ό άμεριχανιχός τύπος δέν Αναφέρει ή χάνει πώς δέν δίνει σημασία
    στίς χνριολ^χτιχά τρελές χαί τολμηρότατες πράξεις τονς,
    έναντίον τών Γδιων τών χαταχτητών. Δνό μέλη τών *τρίάδων*
    μέ τά μπλού - τζίν πού είναι τό παράλληλο τών μαυροντυ­
    μένων Ανταρτών τής ύπαίθρου.
    Εργάτες, &πως ήταν ό Τρόι, ή φοιτητές, Αγόρια χαί χορίτσια. Τό μαχί τονς: ή Σαϊγχόν. Ζούγχλα τονς: & δαίδαλος τών σοχαχιών δπον έπιχοινωνοϋν δλες οί αυλές μεταξύ
    τονς. Δέν χτυπο&ν ποτέ δίχως ν&ναι σίγονροι πώς θά κετύχονν.

    141

    XXIX

    "Ολες οί έφημερίδες Αναγγείλανε τήν άνκτίν&ξη τοΟ
    «B rm knm ^ 24 Δεκεμ6ρίον τον 1964. Δεκάδες Αξιωματικοί
    χαί Αμερικανοί πιλότοι Ανατινάχτηκαν στόν Αέρα μαζί μέ
    τά 6 πατώματα τοΰ οίχήμα,τος πού τούς στέγαζε, στό κέντρο
    τ^ς Σαΐγκάν.
    Kt δμως, τό προσωπικό πού τούς άπηρετοΟσε ητανε δ:αλεγμένο. Γιά νά τούς προσλά6οον εϊχαν έρεονήσει 5λο τονς τό
    παρελθόν, ίσαμε προσπάπο... Δρακόντεια τά μέτρα προστα­
    σίας. Τό γενικό αύτό Επιτελείο ήταν Απλησίαστο, ^άπόρθητσ^.
    Kt ώστόσο, οί Αντάρτες κατάφεραν νά παγίδέφονν τό χ τί­
    ριο καί τό Ανατίναξαν σέ ώρα πού μόνον Αμερικανοί Αξιω­
    ματικοί ^}ταν μέσα, μέ μιά 6όμ6α κάποιον *Β 26^, πού $έν
    είχε έκραγίί. "Ετσι, έκατονπενήντα κιλά έκρηκτικής Ολης
    γύρισε πίσω στούς Αποστολείς της.
    Μάθαμε πώς οι Εκτελεστές αότης της Επιχείρησης γνρίσανε όλοι πίσω, σώοι καί &6λα6εΐς. Δέν περνάει οδτε μιά
    6$ομά5α δίχως οί Αντρες τών 'τριάδων* νά έπίτεθοΰν μέσα
    στήν ιδία τή Σαϊγκόν, &πον ή 'Αμερικανική Πρεσβεία Βχει με­
    τά 6ληθει σέ άχυρό. Καί μόνο τό θέαμα πού παρουσιάζει Απ'

    142

    %ξω, δείχνει πόσο οί άξίωματίκοί τοΰ Πενταγώνου !χουν συ*
    νείδηση τής άγάπης πού τρέφε: 6 λαός γ ^ αύτούς ^πού ήρ­
    θαν νά τούς όπερασπίσουν*.
    Στίς 30 Μαρτίου τοΰ 1965, άχόμη χ' ή Πρεσβεία τους, τό
    θυμο&νταί, έρημώθηκε άπό μίά πλαστική 6όμ6α πού κατάστρ^ψε τελείως τά γραφεία Centra! Intetïigence Agency χαί
    πλήγωσε μεταξύ τών άλλων τόν διευθυντή. "Ενα σωρό άκόμα τέτίες έπίθέσε:ς γίνο/τα: κάθε 6δομάδα καί μέσα ατά
    ίδία τά στρατίωπκά στρατόπεδα. "Α ν ποτέ οί έφημερίδες τής
    Σαϊγχόν χάνουν άπ%ίν:γμά γίά ενα άπ* αύτά τά γεγονότα, ή
    λογοκρισία σ€ήνεί όλόκληρη τήν είδηση.

    Ο ίνοπλος άγω va ς, στή Σα?γκόν, χάνει τέτίου είδους
    έπίχεφήσείς π.χ.: Mtà μέρα, μεσημέρι, χτυπάει ëva δχημ^
    μέ Αμερικανούς, άπό χεϊνα πού άνήχουν στόν τομέα τοΟ Α ­
    μερικανικού Κέντρου Πληροφοριών (C .I.A .).
    Έ να ς νέος, σκαρφαλωμένος στή στέγη ένός σπίτωΰ μέ
    4 πατώματα, παραφύλαγε τό αυτοκίνητο, πιασμένος πάνω
    στό χίούγκ^. "Οταν πέταξε τό πλαστικό, άκρώώς πάνω στό
    άνοίχτό αύτοκίνητο, οί άστυνομικοί δέν μπορούσαν νά φαντασθοΟν πως μπορούσε νά προχληθεϊ ή έκρηξη άπό ψηλά, xt
    άχόμα περισσότερο γιατί φαινόταν άδύνατο νά εισχωρήσει πα­
    τριώτης σ' αΰτόν τόν τομέα. Αοκϊόν, δέν ψάξανε τίς στέγες.
    Πολύ άργότερα τό άγόρί μπόρεσε νά χατε6εΐ μέσα άπό
    τήν καπνοδόχο στήν κουζίνα 8που χάποία γυναίκα μαγείρ€υε. Στήν άρχή αύτή τρομοκρατήθηκε, κ' ^νας λόγος πού
    τρόμαξε πώ πολύ ήταν γίατί είδε σχεδόν γυμνό μπροστά της
    τό νέο. Αυτός άναγκάσθηκε νά 6γάλεί τό πουκάμισό του δταν
    ήταν στό κιούγκι, γιατί τό χρώ{^α του μπορούσε νά τόν προδόσεί. ^Αλλά ή άγνωστη γυναίχα συνήλθε άμέσως καί μάν­
    τεψε ποίός μπορεί νά ήταν. "Εντυσε λοιπόν τό άγόρί μ" ίνα
    κοστούμι του άντρα της καί τό άποχρέωσε μάλιστα νά δε­

    143

    χτεί χαί μερικά χρήματα;
    νά μπορέσει νά πάρε: ταξί.
    "Οταν γύρισε χοντά στούς νέους συντρόφους τον, 6 φοι­
    τητής διηγήθηκε τήν έπιτυχία τής άποστολής τον, Αλλά τούς
    εΐπε κιόλας πώς Αφησε πάνω στή στέγη τό πουκάμισο χαί
    τό χουτί άπό τήν πλαστική 6όμ6κ.
    "Υστερα άπό συζήτηση μέ τούς συντρόφους του, Απο­
    φάσισε ό ίδιος 8τι άπρεπε νά ξαναπάει έχε?, νά ξαναπεράσε:
    τό σύρμα, νά ξαναχατέ6ει στό κιούγκι καί νά μαζέψει τά
    πράγματα π;ού Αφησε, γιατί μπορεΐ καμιά μέρα νά τά 6ρίοκανε, νά όποπτευό'^τουσαν τή γυναίκα πού τόν 6οήθησε καί
    νά τήν έκθέτανε σέ κίνδυνο. Τότε 2σως κ' έκείνη ναδινε βρι­
    σμένες πληροφορίες στόν έχθρό... Πήγε λοιπόν. Καί ξαναγύρίσε.
    Οί νεαροί άντάρτες είναι πάντα έΦελοντές σ^ αότές τίς
    δύσκολες άλλά μελετημένες καί προετοιμασμένες άπό καιρό
    Επιχειρήσεις. Γνωρίζουν φυσικά Ατι σέ κάθε τέτια Αποστολή
    παίζεται κορώνα γράμματα ή ζωή τους. *Καθ' ενας άπό μ&ς
    — μου είπαν — ^χει πολλά Αγαπημένα πρόσωπα νά έκοικηθει, είμαστε έτοιμοι νά οόσου^ τή ζωή μας, άρχει νά σκο­
    τώσουμε τουλάχιστο μιά δωδεκάδα Αμερικανούς*.
    Αότές τίς ίδιες λέξεις τίς Αχούσα χίλιες φορές κι Από
    τούς στρατιάδες τοΰ ταχτιχοΟ στρατού του Μετώπου.

    *Οί κοπέλες, μοΰ είπε ^νας άπό κείνους πού δέν μπορώ
    νά περιγράφω, *χουν περισσότερη έφευρετικότητα, δταν πρό­
    κειται γιά μεταφορά δπλων καί Εκρηκτικών ύλών, μέ αυτο­
    κίνητα, χι Ας ξέρουν δτι θά ύποστοΰν έρευνα...
    ί^Πρό καιρού χάναμε μιά δουλιά μαζί μέ μιά φοιτήτρια.
    Εκείνη μετέφερε τή νάρκη μέσα στό καλάθι της. Μέσα στό
    αΰτοχίνητο γίνεται έρευνα Από τήν Αστυνομία. ΜοΟ μουρμου­
    ρίζει σιγά: «Μή νοιάζεσαι σύ, είναι δική μου δουλιά ή με­
    ταφορά, έσύ μήν Ανακατεύεσαι. Δέν 3χεις καμιά σχέση.

    144

    Πάντως έγώ δέν θά 6γάλω μώίά&. Οί άοτυνομίχοί δέν άνοίξαν τό χ α λ ^ ί πού είχε άχουμπήσει άρκετά μακριά άπό χείνη. "Ομως την συλλάοανε χαί τήν κατε6ά?ανε μαζί μέ με­
    ρικούς Αλλους υποπτους (θάχαν τή φωτογραφία της) χάπου
    ëva χιλιόμετρο άπό τό μέρος &που άπρεπε νά κάναμε τήν άνατίναξη.
    ^'Εχείνη ήξερε τό μέρος, είπα, 8ταν ^φτασα στό σύν­
    τροφο πού μέ περίμενε. ΜποροΟμε νά έχτελέσουμε τήν άποστολή μας. Είδα τή στάση τής χοπέλας μέσα στ' αύτοχίνητο. Δέν θά μιλήσει. Καί 5έ μίλησε. Πέθανε στή φυλαχή τοΰ
    Σίν - Χόα*...
    Οί Βουδιστές ήταν ίχανοί yà χαοϋν ζωντανοί σάν δα­
    διά, μόνο χαί μόνο γ^ά νά τραβήξουν τή προσοχή τον χόομου
    πρός τήν πατρίδα τους. Γιατί λοιπόν νά μάς φανεί περίεργο
    πού xt &λλθί νέοί τού Ν. Βιετνάμ, φοιτητές χαί φοιτήτριες,
    ήταν ^το:μοί νά θυσιάσουν τή ζωή τους γίά τήν πατρίδα,
    πολεμώντας ;
    "Οταν οί 'Αμερικανοί τουφεχΐζουν, στήν άγορά τής Σαϊγχόν, ëvav 3 π ο π τ ο «ένώπων χιλιάδων προσώπων, με­
    ταξύ τβν όποίων χαί πλήθος παιδιών^, χαθώς τό άνάγγείλε
    ëva άμερίχανίχό τηλεγράφημα, στίς 15 'Απριλίου 1965, περίγράφοντας τήν εκτέλεση τοϋ Αέ - Ντό, δέν κάνουν παρά νά
    προετοιμάζουν μοναχοί τους <<τά 8πλα τής όδύνης^.
    Τό Ηχο ά}ίερίχανίχό πραχτορεΐο μετέδοσε πρόθεμα τίς
    λεπτομέρειες αύτής τής έχτέλεσης, χί άναρωτίόταν άν ό Αέ Ντό «θά μποροΟσε ν' άντέξεί ή 3χί στόν ταυτόχρονο συνδυασμό
    μαρτυρίων χαί πεντοντάλ...*.
    Κ ί δμολογουν μ' αότό τόν τρόπο τά μέσα πού μεταχειρί­
    ζονται καθημερινά, χαί πού τά ίχνη τους τά είδα μέ τά ίδια
    μου τά μάτια πάνω στά σώματα ένός πλήθους άνθρώπων πού
    πιαστήκανε γίά ύποπτοί χαί τούς άφησαν έλεύθερους μετά
    ή γιατί δέν άπήρχε χαμίά άπόδείξη ή γιατί δέν είχαν θέση
    γίά νά 6άλουν τούς καινούργιους πού πίάσαν.

    145
    Μ

    Αυτά τά άντίποίνα έξηγοΰν τή συμπαράσταση χαί συν­
    εργασία τοΰ άνώ νομού πλήθους, πού χαλύπτεί π.χ. μίά νέα
    κοπέλα δταν πάει -στό στόμα τοΰ λύκου, στό Αμερικάνικο
    στρατόπεδο δπου έχτελέστηχε ό Τρόί, γίά νά στήσει ëva μνη­
    μείο άπό κόντρα πλακέ πού φτίάξαν οί φορητές, στή μνή­
    μη τοΰ νέου πατριώτη έργ&τη.
    Τό ΐδ:ο, ^νας άνθρωπος πρέπει vàvat τελείως Αποφα­
    σισμένος γίά νά πάει νά τοποθετήσει έχρηχτίχή 6^μ6α στό
    έσί^τερίκό τού στρατοπέδου Εκπαίδευσης τοϋ Κουάνγχ Τρούγχ, πού εΐναί δίπλα στό Αεροδρόμιο τοΰ Τάγ - Σοϋ Νχούτ, χαί 6ρίσκ&ταί κυκλωμένο άπό στρατηγικά χωριά χαί
    ναρκοθετημένα χωράφια. "Ενας φίλος τοϋ Αντάρτη πού τ%χανε αότό μου δ^γήθηκε 3λη τήν περίπέτείά του.
    Άφοΰ χατάφερε χ* ^φτασε ?σαμε τήν χαρδίά τής έχθριχής έγχαττάστασης, χρύφτηχε 24 ώρες ^ σ α στό χίούγχι
    ένός όχετοΰ. Κάποια στιγμή άναγχάστηκε νά χλέψεί τά ρού­
    χα ένός πολίτη γίά νά χαμουφλαρίστεΐ (τά έποία Εγύρισε
    Αργότερα γίά νά μή δόσεί σέ κανένα τό δίχαίωμχ νά πεί
    πώς οί πατριώτες είίνα^ κλέφτες). Κ ί δταν τέλε;ωσε τήν Απο­
    στολή του χαί δλη ή Αστυνομία ήταν σέ συναγερμό, χατάφερε νά τό σχάσει χάρη σ' ίνα σωφέρ αότοχινήτου συγ­
    κοινωνίας πού δίχως νά ξέρει τίποτα μάντεψε ώστόσο δτίΐ
    Ætvat $ί.χός μας^. "Εχανε νόημα στούς άγνωστους περαστι­
    κούς, πού κί <χ&τοί αύθόρμητα τοΰ κάναν πλάτες νά περάσεί.
    Μεταξύ τους δέν άνταλλάχτηχ: ούτε λέξη...
    Τόσο είναι άληθίνό αότό πού σωστά σημείωσε 6 Αν­
    ταποκριτής τοϋ *Παρί - Μάτςρ, &τί <τό μόνο αίσθημα πού θρέφεί τό πλήθος εΝαί ενας θηριώδης Αντίαμερίχανισμός*.
    θά προσθέσω μίά λεπτομέρεια. Παρατήρησα πώς χάρη
    στό Μέτωπο οί άνθρωποί Αρχίζουν χαί χάνουν ενχν δ(αχωρίσμ-ό Ανάμεσα στούς Άμερίχανούς στρατιωτικούς χαί τήν κυ­
    βέρνηση πού τούς έστειλε στό Βιετνάμ γίά νά χάνουν εναν
    άδίχο πόλεμο, χαί τούς Αμερικανούς δημοκράτες, πού χάθε

    146

    μέρα γίνονται περισσότεροί χαί ορθώνονται εναντίον αότ?]ς
    τ^ς πολίτ^χ^ς.

    Ο! περισσότεροι άπό τούς άγωνίστές τών πόλεων $έν εΐvat παράνο^. Ζοΰνε στά σπίτια τοος: χτίστες, σωφέρ ταξί,
    ή όδηγοί πούς - πούς, εργάτες χ^ί φοιτητές. Τίς πίό πολλές
    φορές οί π:ό στενοί τονς συνεργάτες είνα: τά %λλα μέλη ττ)ς
    οίχογένείάς τοος, πού αύτή χαί μόνη άποτελεΐ έναν πυρήνα
    άντίστασης.
    Στά 1965, στή Σαΐγκόν, τά οννθήματα. τού Μ.Ε,Α. ^ Α ­
    νεξαρτησία, ειρήνη, ούδετερότητα, δημοκρατία επηρέασαν
    τούς περισσότερους 5:ανοούμενοος.
    "Ενας άπ' τούς 5νό νέους πού μοΰ 8ίηγηθ^χανε τά κα­
    τορθώματα τών Ανταρτών μέ τά μπλού - τζίν, εΐχε μάθε*, γαλλίχά στό σχολείο. Δίά6αζε πολύ. "Υστερα μοΰχανε %αί κεί­
    νος έρωτήσΐίς. ^ΙΙοίά γνώμη ^χετε γίά τό έργο τοϋ Σάρτρ ;*
    ^Σέ ποιόν τόμο δρίσκεταί τό 2ργο τ^ς "Ελσας Τρίολέ μέ τόν
    τίτλο "Στόν αίώνα τοΟ νάολο*/^^.

    147

    XXX

    Ό τα ν γύρισα στό Παρίσι, μέ ρωτήσανε Αν στό διάστη­
    μα αύτού τοΟ ταξιδιού μου μο&τυχ* νά φο6ηθώ ή νά χλάψω.
    "Α ν φο6ήθηχα; Ναί, άρχετές φορές. Δέν φο6ήθηχα δμωζ
    τόσο τό θάνατο. Εδχολα πεθαίνεις δταν t&æt δεμένος σάν
    6ρεί6άτης στό Î5to σχοινί μαζί μέ Αλλους πού μ/χράζοντοΜ
    μέ σένα- τούς ίδιους χίνδύνους. Αύτό πού φοθήθηχα ήταν νά
    μήν πληγωθώ 6οφ;ά,— ναί, σίγουρα, αύτό τό φο6ήθηχα,
    γιατί τό 5παθα ^5η στή ζωή μου, έμεινα 6αρ;ά πληγωμένη
    χαί δίχως χκμίά 6οήθεία. έπί ήμέρες μέσα στά χέρια τοΟ
    ίχθροΟ. Τό ξέρω, λοιπόν, δπως ξέρω χαί τρέμω τό τί θά
    πεί νά σέ πίάσουν χαί νά σέ τυραννίβουν, γιατί τό πέρασα
    xt αύτό.
    Μά άχρίθός γιατί 5χω αότές τίς έμπζ;ρίες θέλησα νά
    πάω στό Νότιο Βιετνάμ, ^ττό πίό χαυτό σημείο τοΟ χόσμου^
    δπως Εγραψα χ* έγώ στίς σημειώσεις μου. ^Αλλωστε, δ λ ο ί
    οί δημοσιογράφο; θά σάς ποΟν δτί ξεχνοΟν τελείως τί θά πεί
    φ06ος δταν χάνουν άπηρεσκκχή δουλίά. Ήχογραφεΐς έναν
    6ομάχ,ρδίσμό, χρατάς σημειώσεις (άχόμα χ^ί 5να τσιγάρο
    %ού άνά6ίίς) χαί αύτό φτάνει γίά νά σέ ήρεμήσεί τελείως.

    (48

    *Ηταν μίά πρώτης τάξεως έξάσχηση γίά μένα ή Γαλ­
    λική 'Αντίσταση. ^Ηξερα πώς Αν χρειαζόταν νά μεταχειρι­
    στώ τό όπλο μου γίά ν' Αμυνθώ, ήμουν Απολύτως σέ θέση
    νά τό χάνω, Kt αυτό μοδδίνε θάρρος. Ρωτάτε Αν ^κλαψα;
    Ναί, Εχλαψα μαζί μέ τίς μητέρες τών παιδιών τοΟ σχολείοΟ
    πού σκοτώσανε στό "Αν - Χοά. Καί μ:ά νύχτα Εκλαψα κρνφά.
    "Ημουνα κατάκοπη, αισθανόμουνα τίς δυνάμεις μου νά μέ
    Εγκαταλείπουν άπό τίς Αϋπνίες χαί τίς χρίσεις άπ* τούς έλάδείς, δμως δέν ήθελα νά τ' Αφήσω νά φανεί. Είχα χάσει τήν
    Επαφή μου μέ τόν Μπάρτσετ, πού πολύ πίό γερός άπό μένα,
    Ακαταπόνητος, εύτυχής σάν σοίλαμάνδρα στή ζεστασιά, δέν κα­
    ταλάβαινε πώς τσάκιζα, πώς Εσωτερικά γκρεμιζόμουνα, σάν
    κάτι Αχυροκαλύβες πού τίς τρώνε άπό μέσα οί τερμίτες χαί
    σοϋ πέφτουνε στά καλά καθούμενα στό κεφάλι, δπως Αλλωο^ε μέίς ίτυχε μίά φορά, Μά καί γίά μένα, δπως χαί γίά 6λο
    τόν κόσμο, σωτηρία μου στάθηκε ή παρουσία τών Αλλων.
    Φτάνει χάποία στιγμή πού περπατώντας Επί ώρες γυ­
    ρίζω κάποιος πίσω του τό κεφάλι καί σκουπίζοντας τό
    Μρωμένο του πρόσωπο σοΟ χαμογελάει. Εαφνιχά κάτω Από
    τίς 6όμ6ες Επανέρχεται ή χαρά, ή καρδιά Ελαφρώνει καί τήν
    Ακο&ς στό στήθος σου νά χτυπάει χαρούμενα. "Ολα αυτά μοΰ
    τά χάρίσε ή Αδελφοσύνη. Στή συντροφική Αλληλεγγύη χρω­
    στάω τό πώς κατάφερα, χρόνια τώρα, νά ξεπερνάω, τήν μίά
    ΰοτερα άπό τήν Αλλη, καταστάσεις όδυνηρότατες, μά κ: Αλ­
    λες μικρότερες πού ώστόσο φθείρουν Ανελέητα... "Οπως ή
    ίλλείψη Ανέσεων, οί Αρρώστιες χ' 8να σωρό λιποψυχίες.

    Κατά τό διάστημα μί&ς έχστρατείας, τήν έποχή πού
    δίεξάγονταν ot μάχες τοΟ Μπίν - Γχίά χαί οί Άμερίχανοί
    κροσπαθο&σαν μάταια νά ξαναχερδίσουν Απ' τόν Αέρα τό
    χαμένο τους Εδαφος, είχαμε μαζί μας τόν Λέ - Βάν - Τά, πού
    <Γναί σήμερα διευθυντής τοΰ περίοδίκοΰ πού έκδίδεταί στή

    149

    ζούγκλα μέ τόν τίτλο *Τό Ν. Βιετνάμ στόν Αγώναν. Elvat
    Ενας άντρας ψηλός μί λίγο ψαρά μαλλιά. Μιλάει γαλλικά
    μέ προφορά τοΟ Μπορντώ. Στό 5'.άστη[κχ τοΰ πρώτον ίνδοχ;νέζίχου πολέμου, μίά άπό τίς γαλλικές χυ6ίρνή?Σίς τόν
    Απέλασε. Οδτε χαί τόν extase ή τόν φυλάκισε, τόν έδιωξε,
    χί αυτό δίχως νΑχεί κανένα στοίχεϊο έναντίον του. 'Απλώς
    καί μόνο τό γεγονός δτί ένας διανοούμενος τοϋ Bi&Tvà{t θεάθηχε σέ διαδηλώσεις πού χάναν οί Γάλλο: φο:τητές χαί έργαζό;^νθί, ζητώντας τήν Ανεξαρτησία τού Βιετνάμ χαί είρ^}νη, έφτασε γίά νά τόν Απελάσουν. Μόλις & Λέ - Βάν - Τά ξεμπαρχάρησε ιόν πίάσανε χαί τόν στείλανε στίς φνλαχές τοΟ
    ΠοΟλο-Γχοντόρ. "Εμεινε χρόνια έχεί, πολύ περισσότερα Αχ*
    δσα μείναμε έμεΐς στά Νταχάου χαί τά Μαουτχάουζεν. Καί
    δέν ήταν καθόλου καλύτερα Απ' τό Νταχάου.

    Κί όμως 5 Τά Αγαπούσε Αχόμα τό Μπορντώ. Κ: Αχόμα,
    είχε μίΑ χόρη, χάπου στόν πόλε{Μ, όχι πολύ πίό μ^χρή άπό
    μένα, χαί μ* Αγαποΰσε πολύ. μ* Αγαποΰσε τόσο όσο χ ' ο! γυ­
    ναίκες των 6ομ6αρδίσμένων χωριών Απ' Βπου περνούσαμε.
    Ό τ α ν χάναμε χάποίο σταθμό, έρχόταν κοντά μου, μ* έπιανε
    Από τούς ώμους χα ί μοΰ ^ξομολογίόταν: ^"Αχ, ναί, είμαι πο­
    λύ κουρασμένος...
    Υπεύθυνος γίά τήν έκδοση τοϋ περιοδικού, δούλευε μέ­
    σα στή ζούγκλα κάτω Από συνθήκες Απίθανες χα: περνών­
    τας συνεχώς μέσα Από ζώνες έπίκίνδυνες, Από τόν πρώτο
    τόσο μκϋρο καιρό τοΰ δεύτερου πολέμου, δέν πρόστασε νά
    ξεκουραστεί οΰτε στ^γ{ίή Από τό στρατόπεδο συγκέντρωσης.
    Μέσα στή ζούγκλα θεραπεύτηκε Από τή φυματίωση, Ενας
    θεός ξέρει πώς.
    Πολλές φορές τόν κοίταζα κρυφά τή στιγμή πού μ:σόχλείνε τά μάτια του Από ζαλάδα, δίχως νά δίνε: χαμίά ιδιαί­
    τερη σημασία στό γεγονός. II έξ Αντληση έτρωγε δλο του
    τό πρόσωπο, 8μως τό χα^ίόγελό του έμενε Αναλλοίωτο σάν σκα-

    150

    λίσμ4νο σέ γλυπτά. *0 πυρετός σκέπαζε τά μάτια τον μέ μίά
    άχνα ζεστασίΑς.
    'Ορθοί ή χρυμένοί μέσα στά θάμνα, περίμένοντας νά
    δράσουν τ' άερόπλάνα πού τρ:γύρίζαν άπό πάνω μας, έως
    δτου 6ροβν τό στόχο τους νά 6ομ6αρδίσουν χαί νά φύγουν
    (τότε μπορούσαμε χαί μεΐς νά συνεχίζουμε τήν πορεία μας)
    άχουμπούσαμε ό. έ'/χς πάν<ο στόν άλλο, δπως V &λογα πού
    ζέ6ουν μαζί. Μ' ^ίρεσε ν' άχουμπω τήν χούρασή μου στήν
    άχαταπόνητη δίχή του. Άντλοί^σα ίτσί άρχετές δυνάμζις γίά
    νά συ}ΜΜρ(φέρομαί σάν &λους τούς ά^.λ^υς.

    Πρέπει νά προσθέσω πώς σέ χάθε χωριό, *ct μητέρες
    τοϋ στρατιώτην τρέχανε πρός τό μέρος μας, δσο τούς έπίτρέπαν πίό γλήγορα τά γέρίχα πόδια τοος, μόλις μ&ς άγναντεύανε μέ^α στίς ρυζοφυτείες.
    Οί "μητέρες το5 στρατιώτη^ tfvwt μίά όργάνωση πού
    ύπήρχε άχό τόν πρ&το χίόλας πόλεμο. Τ ά μέλη της ttwH
    δλο γρίές γυναίχες, πού περιποιούνται τούς πληγωμένους,
    παρηγορούν τούς νεοπενΟοΟνίίς, όγχώνουν μέ τήν παρουσία
    τους τίς διαδηλώσεις έναντίον τοΰ χαταχτη,τή, πάντα στήν
    πρώτη γραμμή, έτοιμες ν' Αντιμετωπίσουν έχεΐνες πρώτες
    τήν έπίθεση, προσπαθώντας νά πίάσουνε χου6έντα μέ τούς
    μισθοφόρους χαί μιλώντας τους μέ λόγια τέτίκ πού ν* άγγίζουν τήν χαρδίά τους χαί νά τούς άφοπλίζουν. Χίλιες δυό
    !Îvat οί Αποστολές τους. "Ομως, σάν τίς γνωρίσεις άπό χοντά,
    πείθίοαί πώς χυρίως γίά %να λόγο ύπάρχουν : Γίά ν' άγαποΟν.
    Όλόχληρος ^νας λαός άγωνίζεταί. ΕίκΜί χρόνια πολε­
    μάει, χαί τούτος ό πόλεμος κομμάτιασε χαί διασκόρπισε όλες
    τίς οικογένειες. "Ομως ένωμένθ{ στόν ίδιον άγώνα, ύποφέροντας τά ίδ<α μαρτύρια χαί στερήσεις άπό τόν καταχτητή,
    γιορτάζοντας τίς ιδίες νίκες, γίνηχαν μιά τεράστια οίχογέ-

    i5 i

    νείκ. Αντλώντας κουράγιο χί άγάπη 6 2νας άπό τόν Αλλο,
    άδελφωμένοί σέ σημείο πού ναναι πίά στό Νότιο Βιετνάμ
    -/όμος τής ζούγχλας ή άγάπη.
    Λογαρίάζοντάς με γίά δίχή τους, γίά 2ναν καί μόνο
    λόγο, άλλά όπεραρχετό, δηλαδή 5τ: βρισκόμουνα στόν τόπο
    τους άναχατεμένη μέ τούς Αγωνιστές τους, μοΟ δίνανε χαί
    μένα, οί γερόντίσσες, άγάπη. Μέ όνομάζανε <κόρη τους* χαί
    μέ καθίζανε στό 6ωμό τών προγόνων. *Πόσο πρέπει νά εί­
    σαι κουρασμένη, χόρη μου, έσύ πούρθες άπό τόσο μακριά νά
    μάς 5εΐς*. 'Ονειρεύονταν, αύτές πού ποτέ 5έν πήγαν πίό μαχρίά άπό τό έχθρίχό χεφαλοχώρί, τό μαχρίνό μου ταξίδι άπό
    τό Παρίσι ίσαμε δώ χαί .τό φαντάζονταν σάν ένα δρόμο
    άτέλείωτο, πού διανύεις μέ τά πόδια ή μηχανοκίνητο σαμπ&ν, πού κάθε τόσο διακόπτεται άπό τίς έχθρίχές έπίθέσείς.
    ^Οταν Επρεπε νά ξαναπάρουμε τό δρόμο, ο! γερόντίσσες μάς λέγανε α&τό πού λέγανε στούς λαΐχούς άγωνίστές,
    σ* ενα άπ' τ ' άπείράρίθμα παιδιά τους: *Είμαστε τόσο εύτυχείς σήμερα μαζί σας. θά σ&ς περιμένουμε νά γυρίσετε μετά
    τή νίχη. Τότε θά τό χάψουμε, θά σφάξουμε χαί τό γουρούνι.
    Νά θυμόσαστε πάντα πώς έδώ έχετε μιά καινούργια μη­
    τέρα, πού σάς άγαπάεί σάν τό παιδί της χαί δέν θά σ&ς ξεχάσεί ποτέ*.
    Φεύγαμε χαρούμενοι μέ τά μάτια δαχρυσμένα, γιομάτοί
    αισιοδοξία. Γίά μάς, 5πως χαί γίά χάθε άγωνίστή σ' όλόχληρο τό Βιετνάμ, χάθε τέτία χαλύ6α ίκρυ$ε χάτί παραπάνω
    άπό ενα σύμμαχο. Κ ' έγώ, 6λέποντας τίς γριές νά μασοϋν
    τό μπετίλ τους, πανευτυχείς νά 6λέπουν *τά παιδιά τους* νά
    τρώνε, σκέφτηκα ξαφνίχά έκείνη τή γιαγιά τής 6δο0 Με
    νίλμοντΛν, μέσα στό χατεχόμενο Παοίσί, πού α* άνοιξε τήν
    πόρτα της τήν ώρα πού τά γερμανικά καμιόνια όρμοΟσαν
    κατά πάνω μας, γίά νά δίαλύσουν τήν πατριωτική μας δια­
    δήλωση, καί μ' Εχρυ6ε κάτω άπ' τό κόκκινο πάπλωμα τοϋ
    κρε6ατίθϋ της.

    152

    rtcpdcwt χώματα άπό τά χατκφύγία χαί μέ τούς γυλιούς
    μας χατασχονίσμένους, προχωρούσαμε. Μοιραζόμαστε τό ψη­
    τό χρέκς τοΟ πήθίχου μέ τούς Αγωνιστές, δταν άπρεπε ν' Απο­
    φύγουμε τούς δρόμους, δμως είμαστε πλούτο:, χάθε μέρα χαί
    πώ πλούσιοι, σέ Αδελφές, σέ μανάδες, σέ μίχρούς χαί μεγά­
    λους άδελφούς, σέ άσπρογένηδες *&ίους*.
    Eexr/ήσαμε γϊά μίά δημο<κογραφ:χή περιπέτεια χαί δί­
    πλα σ' αΰτή ζήσαμε μίάν άλλη Ανθρώπινη περιπέτεια πού
    όμολογΑ, έγώ τουλάχιστον, δέν περίμενα οδτε χαί έλπιζα.
    Μάς Αγαπούσαν.

    153

    XXXI

    Στή *δ:χή* μας μονάδά, τήν &ρα τής άνάπαυσης — με­
    ταξύ $υό άσχήσ^ων — ένας νεαρός στρατιώτης ξαναδιάβαζε
    ^να έρωίίχό γράμμα χάνοντας xoùvta στό χρεμαστό του χρε6άτί. Τό γράμμα ήταν γραμμένο έδώ χ' ξξη μήνες, ό {ρωτάς
    είχε άρχισε!, έδώ χαί Βυό χρόνια. Τόν στρατιώτη τόν λέγανε
    Μ ίνχ-Τού, χαί τήν χαλή του Θ άν-Βάν (Γαλάζίο Σύννεφο,
    δηλαδή). Είναι δασχάλα στήν περιοχή τοδ Καμώ, στό πώ
    άχραΐο άχρωτήρί τοΟ Νότου, μίά περιοχή μέ χαταγάλανη
    θάλασσα χαί φοίνίχουδίές. Σΐό Λόνγχ - Νκέν, άχρί6ώς.
    *Άπό τόν xatpô πού ήρθες έδώ γίά τελευταία φορά
    — άγραφε στό γράμμα — ξαναχτίσαμε τό σχολείο. Elvat χα­
    λά χρυμενο τούτη τή φορά. Μήν ά'/ησυχεΐς χαθόλου, δέν
    Εχουμε χανένα φό6ο. Σχάψαμε γίά τά παίδίά χάτω άπό χάθε
    θρανίο χ* ενα άτομίχό χαταφύγίο...*.
    Τελείως χατά τύχη, δταν ό Τού μοΟ δίηγήθηχε τήν
    έρωτίχή του ίστορία, άρχισα νά μαθαίνω τήν άλήθεία πάνω
    σ' 2να θέμα, πού οί είδίχοί τοΰ ψυχολογίχοΰ πολέμου θά {πρεπε νά όνομάσουν ^Eπ^χείpηση - σχολεία...*
    Νά τά γεγονότα: Τό Γενάρη τοΰ 1963, είχοσίπέντε ίλί-

    154

    χόπτερχ μυδραλλίοΰολοϋν τό σχολείο τοϋ Αόνγχ - Ντιέν Από
    πολύ χαμηλά. Δασχάλες χαί πχιδίά χαταφεύγουν τρέχοντκς
    μέσα στό 6άλτο. Τά έλιχόπτερα τούς Αχολουθοϋν χαί θερί­
    ζουν. Τό Αόνγχ - Ντιέν μόλις είχε Απελευθερωθεί. Αύτή ή
    έπίθεση ήταν χαθαρά έχδιχητιχή. θέλανε νά τιμωρήσουν χαί
    νά σπάσουν τό ήθιχό τοϋ πληθυσμούς χτυπώντας δ,τι είχαν
    πιό Αγαπημένο.
    θά μποροϋσκ 6έ6αια νά πιστέψω πώς πρόχειται γίά με­
    μονωμένη 6αρ6αρότητα. "Ομως, μίά 6δομά3χ Αργότερα π^γα
    νά έπισχεφθώ, μέσχ στή ζούγχλα, μίά σχολή νοσοκόμων. Τά
    νέα αύτά χορίτσια αυτοσχεδιάσανε μίά γιορτή γίά τόν Ερ­
    χομό μας. Άφοΰ χορέψανε μεριχούς χορούς Αρχισαν νά τρα­
    γουδάνε.
    Μίά Απ' τίς μαθήτριες έπειτα τραγούδησε ^νχ μοιρολόι
    μέ λόγια διχά της. *Οταν είδα νά ίαχρύζουν τά μάτια δλων
    τών άχροατών, ζήτησα νά μοϋ μεταφράσουν τά λόγια. Τό
    τραγούδι διηγότχν τόν 6ομ$αρδισμό τοϋ σχολειού τοϋ Κοξέ,
    ^λεγε μάλιστα χαί τήν ήμερομηνία πού γίνηχε αύτό τό Χγχλημα — 18 Μαρτίου 1963. Ή νεαρή τραγουδίστρια έρχόταν
    άπό τό Κοξέ.
    'Αλλά, άπό τόν *Ιούλίο τοϋ 1964, οί μάλλον μεμονω­
    μένες αύτές περιπτώσεις, ένκγτΐον τών σχολειών, τών Ανενδό­
    των περιοχών, γίνανε Αληθινά, χαθώς (ραίνεται, συστηματιχές. Ή ρίψη χημιχών ούσιών Απ' τ' Αεροπλάνα Απότυχε.
    Τό Αποτέλεσμά ήταν νά ένώσει περισσότερο Βλες τίς τάξεις
    τοΰ πληθυσμοϋ χαί νά πυχνώσει τίς γραμμές τοϋ Μ.Κ.Α. Ί'ό
    ίδιο χάναν χαί οί σνστηματιχοί 6ομ6αρδισμοί }ηέ στόχο τίς
    παγόδες. "Ετσι σχέφτηχαν χάτι χαινούργιο. *0 Αρχηγός τής
    έπαρχίας Μπεντρέ ίλα6ε μιά μέρα τοΰ 'Ιούλη τοϋ ΜΜΪ-1 τή
    διαταγή Από τούς συμβούλους του (διαταγή πού Mtvt τήν
    έντολή στούς ύφισταμένους χαί ή όποια Επεσε Αργότερα σ:ά
    χέρια τών πατριωτών) νά έρευνήσουν χαί νά Αποδείξουν:

    155

    +7ΚΧ0 σχολείο προσφεράταν χα! Από άποψη τοποθεσίας άλλά
    χαί σέ άρ'.ΰμό παιδιών, γίά ^ηά τρΰ{^οχρατίχή έπίθεοψ.
    Καί ή έπίθεση γίνηχε μέ νκπάλμ, άπό τίς 3 ?οαμε 13 Ιου ­
    λίου το& 1964 ένκγτίον τών μαθητών τοΰ Λίνγχ - Φούνγχ χαί
    τοΰ Μά - Κάν. Τό σχολείο τοΰ Μά - Κάυ ήταν χτισμένο άπό
    δωρεές τών χκοδαϊστών, άχρί6ώς δίπλα στήν παγόδα τοος.
    Καί στις δυά αύτές περί7ττώσείς τά θύματα ήταν πάρα
    κολλά. Δέν σχοτώθηχαν ]*όνο τά παιδιά, άλλά χαί οί γονείς
    τους πού τρέξκν νά τά γλυτώσουν. Γιατί δέν &ρτανε ό 6ομ6αρδίσμός άπ* τ' άεροπλάνα, θαυμάσια συγχρονισμένα χτυ­
    πούσαν χαί τά χανόνία άπά τά γείτονίχά άχνρά χαί θέριζαν.
    Τάτε 3γίναν τεράστιες διαδηλώσεις. Ot χ<Μδαίστές ίερείς
    (bonzes), πού φτίάξαν μάνοί τους τά νεχροχρέ6ατα τών π ο ­
    διών, μπήχαν έπίχεφαλής τής πομπής^ χρατώντας τεράστια
    πανώ χαί ζητώντας νά φύγονν οί Άμερίχανοί χαί νά τ^ΜΰρηθοΟν.
    Αύτά είναι τόσο άλήθεία πού οΰτ& χάχχίνος, ούτε ^6ίετχόγχ* πρέπει νά είναι χανείς γίά νά ψίσεΐ τάν άμερίχανίχά
    ιμπεριαλισμό χαί νά τάν πολεμάει μέσα άπά τίς γραμμές τοΰ
    Μετώπου**.
    *

    *Ot&v γιΛ ιφ*τΐ] φορά ΰημοσίΐψφ τι)τή τήν χχτΑγγ^λία, <πί(

    26 wC *Ρλ&5Αρϊ) 1965, χαμίΑ άνικχάχρΜί) Μν €Ϊχζ xivat Ακόμη λόγο
    γ:Α τίς έπ^ρομές ^w rtiov τώ ν σχολ:ί&)ν (%ΰό &ÎV3H ιό <τΑμ6ολο το&
    Μ.Ε.Α. —

    στή 2%ΐγχ6ν τΑ ïunSiA ίέν έχουν 3&n χτ(ρ:α ο3τ$

    & Μ χ ίλο ο ς). Ά ρ γ ό ^ ρ ^ τά

    n^axiopelat ΑναγχΑοτηχ3.ν νΑ

    όμολογήοονν τή χρ^τη το&χών Αγρίων. Αχόμη χ *ί &^tCapitopoôt
    νοορχομ*ίων χα! οχΰλ^ί^ν ατό Nôst? όσο χκί οτό Bôp#to Β ί ^ τ ^ .
    K ai Utai^epx τόν 4ομ6%ρΰί3μό τ ή : 16 Μχ?τ(ου τοΟ I960, <?τό ΜΑν
    ΧΑνγχ, χοντΑ ΰτή ΰημαντίχή άμ,€ρ;χ<Μίχή 6ώοη τοϋ ΚτΰΜΑνγχ, &!sou
    47 nït3tA σχοτώ6?ρΜίν μ^οα οτό σχολ*Ι$ τοο<. Ί3 <κΤ$η?η $4 ατά&ηχί
    ^ v w iô νΑ ο χ Μ Μ Ί!ΐ για τί ot μ η τέρ ά τ&ν ) ^ η ΐ β ν χον6Αλη<ί^.ν μέ
    %Αρχ*ς τΑ φίρ$τρα τ&ν κ&Λ(βν τον; &ς τό ΝτανΑνγχ. Ή

    Αοτυνο-

    μ(% χ^τΑφ:ρί νΑ OtAXôost τήν κομχή τ&ν χ^ροχ^μίνων otxof*vtt&v
    χαί τοάζ δια δη λω τές, νΑ χλέφΒί τΑ φέρετρα μέ το&ς vtxpe6< χ<χ-{ νΑ
    τ ο ί ί ΜψΒί χ?Μ?Α.

    156

    Μά θά ραττήσετε, ?σως : Τό είδατε μέ τά ίδια σας τά jkàτία; Αότό, aîvat Αλήθεια, δέν τό ε!δα, δμως πέρασα άπό τό
    Αόνγχ - "Αν.

    Αότή τήν περιοχή διάλεξε, οτά 1964, ό Μαχναμάρχ,
    γ(ά νά πρωτοδοχίμάσεί τό σχέ^ο ^είρη'/εύσεως^ τών έπαρχίών - χλε ιδιών τ^ς Σαίγχόν. "Αν οί Άμ^ρ^χανοί στεί­
    λανε έξαίρεπχά μεγάλες ένίσχύσ^ς, at Αντάρτες μόνο μέ τίς
    δίχές τονς δυνάμεις χαταγέρανε στό Αόνγχ - "Α ν νά έπεχτείνονν τίς Ελεύθερες ζώνες. Τά στρατεύματα τών άνδρείχέλων
    <5ρεθήχανε περίχνχλωμένα άπό παντοΟ. Μοΰτνχε πολλές φο­
    ρές νά χο^μηθώ μόλις 500 μέτρα μακριά άπό xânota έχθρίχή θέση, <ίΜήν Α'/ησνχεΐτε, μού λέγαν οΐ άνθρωποί. Εέροομ^
    πολύ χαλά πώς τ' άνδρείχελα δέν θά τολμήτοον νά έρθουν
    πρός τά 5ώ. ^Οταν θέλονν νά προμηθευτούν: νερό, μ&ς ζη­
    τάνε τήν Αδεια, χατχλα6αίνετε λοιπόν... Τό ήθίχό τονς ε!να:
    πολύ χαμηλό... Τρέμοννε τίς παγίδενμένες μας χεψο6ομ6ίδες^.
    Ή προσπάθεια των ρτρχτίωτ:χ&ν τής ΣαΓγχόν Απέ6λεπε
    χνρίως στή διατήρηση τοΰ ίλέγχου πάνω στό xôpto όδίχό δίχτνο. Είχαν σνγχ:ντρώσεί ^να περίπου τάγμα γιά νά φυλάξίί
    10 χ ίλ^ ^ τρα , σχά6οντας Ατομίχά χαταφόγια σ' δλο τό
    μήχος τοδ 6ρόμου. Καί μ' 5λα ταύτα, δέν χαταφέρανε νά ίμποδίσονν τήν δίά6αση τών Ανταρτών πού χχταφέρνανε άχό^ία
    χαί νά χό6ονν τή νύχτα τό δρόμο. *Ολα i^*at όπόθεση ήθίχοΟ.
    Καί οί Αδάτίνοί δρόμος Ταξίδεψα μέ σχμπάν στό άνατολίχό Βάν -Κ ό. Πολλές φορές σνναντήσαμε ποταμόπλοια μέ
    μοτέρ. Έ γώ νόμιζα πώς ήταν πολεμικά. *Δέν cïvat τίποτα,
    Ελεγε 6 Λάμ. Αότή ή περιοχή, παρ' 5λα τά φαινόμενα, έλέγχεταί άπόλντα άπό μάς. Αύτά τά 6απόρ:α χάνονν τή ]Μταφορά τών δωλκττηρίων τοΟ Xtxô - Χοά. '() δίΟίχητής τονς
    elvat Γάλλος. Τό δίνλκττήρίο Απασχολεί χαί σνντηρεϊ ^'/αν

    157

    μεγάλο άρίθμό έργατών άπ' αότή τήν περ:οχή. Καθώς θά ξέ­
    ρετε ^ ή πολιτική τοΟ Μετώπου είναί νά ύπερασπίζεί τίς ξένες
    έταχεψήσείς πού 6οηθο0ν στήν οίχονομία τον τόπον χαί δέν
    θίγονν τήν άνεξαρτησία μας*.
    Ταμποορωμέ vot στίς όχθες οί άντάρτες άφήνανε νά περ­
    νούν μόνο τά έμπορίχά πλοία, στό 'ποτάμι τής φωτιάς* χαθώς
    τ' ονομάζουν οί έχθροί πού δέν τολμοΟσαν πίά νά πε ράσουν
    άπό χεί.

    Τό *Αν - θάν χαί τό "Α ν - Χοά είναι δνό χωριά μέσα
    σ' ένα τοπίο ωρίμου ρνζίοΟ, έτοιμο γίά θέρισμα. Δέντρα έλάχίστα, έχτός άπό τούφες μπαμπού γύρω άπ' τά σπίτια.
    Ταξίδε^ΰοντας μόνο τή νύχτα γίά ν* άποφύγω τούς 6ομ6αρδίσμούς, 5φτασα στό πρώτο χωριό μέ τό σούρουπο. Είδα
    τρκπέζία σπασμένα, άπομε:νάρία ένός πίναχα, έρείπία, χε
    ρχμίδία χαί πλίθρες, δ,τί είχε άπομείνεί άπ' τό σχολείο πού
    6ομ6αρδίσανε στίς 3 "Οχτω6ρίου τοΟ 1964. Οί χάτοίχοί μοΰ
    είπαν πώς οί Άμερίχανοί ^δίεξήγοίγαν άλλες δύο τέτίες vt*
    χηφόρες έπίθέσείς* έναντίον τοΰ "Αν - Μίνχ χαί τον "Α ν Χοά, χωριά διπλανά τον. Στίς 28 Δεχεμ6ρίοο, στήν ?5:α περίοχή ήλθε ή σειρά τών μαθητών τοΟ Ντούχ - Χοά.
    Δέν μπόρεσα νά φτάσω ϊσαμε τό Ντούχ - Χοά, γιατί ëva
    μέρος τον 6ρίσχόταν στά χέρια τοΟ χαταχτητή χαί 6ρίσχεταί
    σέ μίά ζώνη περιζήτητη χο'/τά στή Σαϊγχόν. Ά λ λ ά χαί στό
    'Ά ν - Χοά χαί στό "Α ν - θάν πέρασα μέ τούς χατοίχονς μίά
    έφίαλτίχή νύχτα.
    Είδα τόν χορμό τοΟ μπαμπού πού ύποστήρίζε τή στέγη
    τής χαλύ6ας νά ύψώνεταί πρός τόν ούρανό, σάν χολώνα ναοΟ
    χαί άπάνω χαταστρόγγνλο τό φεγγάρι έχείνο τό 6ράδί ν'
    άνά6ίί μίάν άχίνητη άχοίμητη χαντήλα. Οί άνθρωποί μοϋ
    δείξανε τά λείψανά τονς. Τετράδια, άρίθμητίχής λεχίασμένα
    μέ αίμα, χαπελάχία τρνπημένα άπό σφαίρες, παίδίχά ροΰχα

    158

    μίσοκαμένα, σκοτωμένων ή πληγωμένων παιδιών πού 6ρίσκονταί Ακόμη στό νοσοκομείο.
    Δέν μπορώ νΑ δίηγηθώ δ,τί Ακουσα έκεΐνο τό 6ράδί.
    Σ ' ένα σπίτί πού Βρισκόμουνα ξύπνησε δ μικρός τους. Ή τχ ν
    κάπου 10 χρονών κ' είχε γλυτώσει άπό τόν 6ομ6αρδίσμό. Αύτός μοϋ μίλησε μόνος του γίά δυδ συμμαθητές του. Ό πίό
    μικρός πληγώθηκε στήν κοίλίά, δ πίό μεγάλος γονάτισε
    κοντά του καί προσπαθούσε νά τοΟ ξαναβάλε; μέσα τά άντε­
    ρα, έκεΐνος, τόν παρακαλοϋσε νά τόν Αφήσει καί νά φύγεί
    γίά νά σωθεί. Καί τά δυό πχίδίΑ σκοτώθηκαν στό τέλος Απ*
    τά έλίκόπτερα πού κα?έ6ηχαν χαμηλά γίά ν' άποτελείώσουν
    τό Εργο τών ΑεροπλΑνων.
    "Ομως, Αρχίζοντας νά γράφω αυτό τό 6ί6λίο, Αποφά­
    σισα νά μή γράφω γίά τίς συμφορές, ΑλλΑ γίά τό θάρρος καί
    τό άπαράμίλλο κουράγιο μέ τό άπτίο τίς Αντίμετϋ^πίζεί αυτός δ
    λαός. Δέν Εχω νά πώ στούς Αναγνώστες μου Γάλλους παρΑ
    μόνον αύτό: "Α ς ξανασκεφθοϋν τό Όραντούρ. Τούς φτΑνεί
    γίά νά καταλάβουν.

    θ ά περ^ορίστώ νά Αντιγράψω τήν περίγραφή τής έπίθεσης έναντι ον τοϋ σχολείου τού 'Ά ν - Χοά. Τά στοιχεία "Α
    μάζεψα μόνη μου έπί τόπου. Κατόπιν διαπίστωσα δΐί τό δρά­
    μα γράφτηκε πάνω στό ίδιο ^σενάρίο^ χαί στά Αλλα χωρίΑ.
    ^Αύτή τήν ώρα τά παίδίΑ μας καθώς καί τΑ παίδίΑ τών
    διπλανών χωριών ήταν μαζεμένα έδώ. Τήν προηγούμενη μέ­
    ρα, έλίκόπτερα προπαγάνδας πέταξαν Από πΑνω μας καί ρί­
    ξανε τρΑκτ. Μέ τΑ μεγΑφωνα Απείλησαν τόν πληθυσμό πώς
    ΘΑ έφαρμόζονταν Αντίποινα Αν συνέχιζαν τήν Αρνησή τους νΑ
    συγκεντρωθούν στΑ στρατηγίκΑ χωρίΑ.
    ^Βλέπετε οί Αμερικανοί τώρα πίΑ δέν τολμούν ούτε νΑ
    προσγειωθούν γίΑ νΑ μάς 6γΑλουν λόγους καί νΑ ;ί&ς έπίπλήξουν. Ά π ό τούς ούρανούς μ&ς σκοπεύουν κί Από κεΐ μ&ς

    159

    φο6ερίζουν. 'Αλλά τήν έπομένη ξαναήρθαν. Καθώς θά τό δια­
    πιστώσατε, τό σχολείο μας τό Εχουμε χτίσε; σ' έναν τελείως
    άνοίχτό χώρο. Στήν πρόσοψη ύπήρχε μιά τεράστία έπίγραφή
    <cKotvonxô Σχολείο^.
    δλο τό χαχό πού μ&ς είχαν χάνε; ίσαμε τώρα έξαχολουθούσαμε ν&χουμε έμπίστοσύνη. Λέγαμε, οί Άμερίχανοί θά
    τό Soûv χ' %τσ: δέν θά χάνουν λάθος νά 6ομ6αρδίσουν τά
    παιδιά. Κ ' ϊτσί δέ λάθεψαν. Πρώτα ρίξανε χαπνογόνες
    6όμ6ες γ<ά νά σημαδέψουν έπαχρί6ως τό στόχο τοος. Οί 6όμ6ες αύτές πέσαν: στόν αυλόγυρο τοΟ σχολείου.
    ^"Εχουμε δύο τάξεις. Μιά γίά τούς * μεγάλους* πού μέ
    έπίχεφαλής τόν δάσχαλό τονς χατέ6ηχαν άμέσως στά χαταφύγίκ. "Εμεινε τό ^νηπιαγωγείο^. Τά μ4χρά αύτά άπό 5
    ίσαμε 7 χρόνων τρομοχρατήθηχαν, άρπάχτηχαν πάνω άπ'
    τό δάσχαλο, τρύπωσαν χάτω άπ' τά θρανία, άρνοόντουσαν νά
    6γοΟν άπ' τίς χρυψώνες τους. Ό δάσχαλος, Τάμ λεγόταν,
    νέος εΐχοσ; χρονών, γνωρίζοντας άπό πείρα πίά πώς αάτοί
    θά ρίξουν τίς 6όμ6ες τους στή μέση τής τάξης, τό μόνο πού
    πρόφτασε νά χάνεί ήταν νά μαζέψει τά π α ^ ά στίς γωνίές
    τοϋ δωματίου. Στό μεταξύ &ρχ:σε τό σφυροχόπημα. Οί πρώ­
    τες 6όμ6ες πέσανε μπροστά στήν πόρτα. Ό δάσχαλος άποφάatoE νά 6γάλεί τά παιδιά άπ' τό παράθυρο. Τά μετέφερε τρία
    τρία, ëva στήν πλάτη χαί δύο χάτω άπ* τίς μασχάλ:ς. Πά­
    νω άπό δέχα φορές, μέσα στις έχρήξεύς χαί τούς πολυ6ολίσμούς, Εχανε αύτή τή διαδρομή. Σ' αάτό τό διάστημα πολλά
    παιδιά μέσα στήν τάξη σχοτώθηχαν ή πληγώθηχαν γίατί φυσίχά & πανίχός ε!χε φτάσίί στό χαταχόρυφο. Ό Τάμ χατάφερε νά μεταφέρει 45 παίδίά πρίν πληγωθεί χαί ό Ιδ;ος.
    Πληγωμένος στό πόδι χατάφκρε νά χάνεί άλλη μιά φορά
    τή διαδρομή, άλλά στό γυρισμό τόν 6ρήχε άλλη σφαίρα
    χαί τόν πλήγωσε σο6αρά. Νοιώθοντας δτί ή ζωή έφευγε άπό
    πάνω του φώναξε στούς δύο τελευταίους μαθητές του πού
    μείνανε μέσα:

    160

    *
    — Βγήτε, παιδιά μου, πηδήξτε γλήγορα άπό τό πα­
    ράθυρο, μή φοβόσαστε είμαί έδώ, etpcn ομω; πληγωμένος.
    ^ — Μεγάλε άδελφέ, Απάντησαν τά πκίδίά, δέν μπορού­
    με νά περάσουμε άπ' τό παράθυρο ίψ αστ: πολύ μίχροί..^.

    Τά ξέρω 6λα αύτά άχρί6ώς γίατί ό νεαρός Βάσχαλος
    σώ&ηχε.
    ^Έχείνη τή στιγμή τ' Αεροπλάνα ρίξζνε τίς 6όμ6ες ναπάλμ πάνω στά έρείπία τοΟ σχολεωΟ. Τ σ τερ α δέν άχούστηχε πίά Αλλη παίδίχή φωνή.
    *'Απ' &ξω, τά παίδίά πού χατάφερε νά 6γάλ&ί μέ τόσο
    χόπο ό Τάμ, τρομοχρατημένα, 6γήχαν άπ' τά χαταφύγία
    Χί Αρχισαν νά τρέχουν πρός τά σπίτια τους. Στό δρόμο, τά
    χυνηγο&σαν τά μυδράλλκχ τών έλίχοπτέρων πού χατέδηχαν
    δσο μπορούσαν χαμηλότερα χαί χτυπούσαν, σά νά χυνηγοϋσκν λαγουδάχία.
    *Τά έλίχόπτερα χατέ6ηχαν τόσο χχμηλά, μού λέγαν οί
    Ανθρωποί, ώστε δίαχρίναμε τΐς στολές τών Άμερίχανών^.
    Τό ναπάλμ χαίεί δ,τί Αγγίζει.
    Ό τα ν ίνας μίχρός, μέσα στόν χαπνό, 2πεσε στήν άγχαλίά τοΟ πατέρα του πούτρεχε νά τόν σώσει, επίασε χαί
    χεΐνος φωπά.
    Κί αύτή τή φορά, δπως χαί τόσες &λλες, ο! γονείς πού
    τρέξαν* νά σώσουν τούς μαθητές χανον^ολήθηχαν άπό τά
    γίίτονίχά όχυρά. Σχοτώθηχαν δεχατέσσερ:ς ^ t , γιατί δέν
    σχίφτήχανε χαθόλου νά προφυλαχτοϋν δσο 6λέπανε νά δο­
    λοφονούν τά παιδιά τους.

    Μετά άπό τήν έπίθεση έναντίον των σχολείων, οί χάKUxoi τ<5ν χωρίων τοΟ Λόνγχ - *Άν, γείτονίχά τό Sva μέ τ '

    161
    11

    &λλο, ένώσκνε τίς άντάρτίχες δυνάμείς τους χαί στις 7 Ό χτωΰρίου, γ;ά νά Μίχηθοΰν τά παιδιά τους, έπ^τέθηχαν
    Εναντίον ένός έχθρίχοδ όχυροΰ σέ άπόστα^η 10 χώ . άπό τό
    Ντούχ - Χοά. Τό όχυρό ^πεσε. Τότε στήσανε μίά ένέδρα γίά
    yà άναχόφουν τίς ένίσχύσείς πού σίγουρα θά οτέλναν οί
    "Αμερίχανοί. Στό διάστημά τής μάχης πού έπαχολοΰθησε,
    Βταν 3φτ<χσε χαί ή άεροπορία, ^ κ ν τέτω: -ή σύγχυση, ώστε
    6ομ6χρδίστηχε ό στρατός τών άνδρε^χέλων πού είχε χαταφύyet στά χάτω μέρη τής δημοσίας.
    κΒοηθηστε μας στρατιώτες τοΰ "Απελευθερωτίχοϋ Με­
    τώπου^, φωνάζανε οί στρατιώτες τής Σαί'γχόν πού είχαν ^οη
    πολλά θύματα στίς γραμ{ίές τονς. Καί τότε μπορούσε νά δει
    χάνεις τούτο τό άληθίνά πρωτοφανές θέαμα. Κυ6ερνητ^χοί
    χαί άντάρτες νά στρέφουν τά πυρά τους έναντίον τών άμεptxav ίχών άεροπλάνων.
    Πάνω άπό 100 στρατιώτες τής Σαίγχόν προσχώρησαν
    έχείνη τήν ήμέρα στούς άντάρτες, -χάπωλέσΟησα^ όπως γρά­
    ψανε τά άμερίχα,ν:%ά πραχτορεΐα.
    Τετρ-αχόσίΟί Αντρες σχοτώθηχαν, πληγώθηκαν ή λ κ α ­
    τάχτησαν.
    "Ενας μισθοφόρος άξίωμκτίχός, πού ύώχμαλωτίστηχε άπό
    ^να άγόρί δεχαοχτώ χρονών, τήν &ρα πού αάτό τό*/ όοηγοϋσε στό στρατόπεδό τονς, τοΰ λέ&4, έλέποντάς το νάχεί δέσει
    ^να τρ^αβμα του μέ τό μαντήλι του:
    — Πονάς ;
    — -Μίχροπράγματα.
    — Πολεμάτε θαυμάσια. Πόσα χερδίζετε;
    — Ή έρώτησή σου δείχνει πώς είσαι πολύ καθυστερη­
    μένος. Τρόμε χαλά στό στρατό μας χ* έχουμε δπλα. Αύτό
    μάς φτάνει. Πολεμάμε χαλά γιατί θέλουμε νά έχδίχηθο&με
    τό θάνατο τών μαθητών.
    *0 άξίωμκτίχός έσχυψε τό χεφάλζ του. Στό Ν. Βίετνάμ
    χκνένα ^γχλημα $έν μ4νεί άτίμώρητο γίά πολύν TMHpô. "Οσο

    16^

    πώ μεγάλο elyoM, τά ^γχλημα τόσο πίό μεγάλη χ ' ή όδύνη^
    χ' ή έχ$ίχηση οχληρότερη.
    Στό Ντούχ - Χοά, ΰστερα. άπ" τήν έπίθεση της 28ης Δ*χεμ6ρίου, πού είχε πολλά θύμκτκ άπ τά σχολείο χαί τήν δκσχάλα,, γίνηχ^ γεν^χή άπεργίκ. Χ ί λ ι ε ς ^ίνθρωπο^ δ^$ήλωσ<χν χκί σ' αύτούς πρ^έθηχκν ολοί èxstvot πού περνοΟσ^ν
    άπό τούς δρόμους πού όδηγοΟν στή Σ^ΐγχόν. Στήν χη5είζ
    τών θυμάτων ^ρθαν χώίάδες μαθητές άπό τήν πρωτεύ­
    ουσα. Μπροστά στίς χυ6ερνητ{,χές άρχές οί ομιλητές ζήτησαν
    νά φύγουν οί Άμερ;χ&νοί άπό τό Ν, Βιετνάμ.
    Τίς έπόμενες μέρες οί άνθρωποί χτίσανε %άμυντίχά χω­
    ριά* χχί άχίνήτησ^ν μίά φάλ<χγγ% τά'/χς γίά νά «έχ8:χηθο&ν τό θάνατο τών μ^θητών^.

    163

    ΧΧΧΪΪ
    Συνέντευξη πού καραχώρτ)σε στήν είδλκή άκεσταλμένη μας Μ.
    Ρκρφώ ό πρόεδρος τοΰ Μ.Ε.Α. τοϋ Ν. Βιετνάμ*.

    Ν, Βιετνάμ, Δεχέμ6ρης 1964.
    Τ ά άναγνωρίστίχά μ* δλο
    πού πέρασκν χαί ξαναπέρασαν
    πάνω Από τό δάσος, δέν πήραν
    τίποτα είδηση. Kt ώστόσο στί;
    20 Δεχεμ6ρίοο τοΰ 1964, εί­
    μαστε αυτάπτες μάρτυρες —
    μέσχ στό πυκνότερο μέρος τής
    ζούγχλας— τής έχπληχτίχότερης πατρ:ωτίχής γιορτής πού
    θά ;^οροΰσε χανείς νά φαντασθεΐ, χαθώς χ* ένός μίτίγχ πού
    συγκέντρωσε γύρω άπ' τήν ήγεσία
    έχατοντάδες στελέχη
    πού χατέφθοσαν άπ' 5λες τίς
    περιοχές τοΟ Ν. Βιετνάμ xt ά­
    πό τή Σαίγχόν άχόμα.
    Τό πρωί, σέ άπόσταση λί­

    *
    164

    Γενάρης 1965

    γων ώρ&ν πορείας Από τό χω­
    ριό των μπαμπού — πού χτίστηχε σέ μίά νύχτα γίά τή
    γιορτή μί&ς μέρας — 6 Μπάρτσετ χ' έγώ είχο^,ε τήν τιμή νά
    συναντήσουμε χαί νά μείνουμε
    κοντά στόν πρόεδρο τοΟ Μ.Ε.
    Α . τόν ΝγχοΟγεν - Χόου - θό.
    Μ&ς κάλεσε χαί στό τραπέζι
    του χαί σνμφάγαμε μέ όλα τά
    μέλη τής Κεντρικής 'Επιτρο­
    πής πού τήν άποτελοΟσαν άνππρ03ωποί διαφόρων πολίτίχων
    χομμάτων, θρησχευτίχών δογ­
    μάτων χαί έθνίχών μειονοτή­
    των πού είχχν προσχωρήσει
    στό Μέτωπο.
    Ό πρόεδρος, δικηγόρος άπό

    τή Σχϊγχόν, πού άπό τό 1954 άμυνκχή πίά θέση τών Άμείσαμε τό 1961 χλείστηχε στις ρίχΛνών στό Ν. Βιετνάμ, μάς
    φυλαχές τού Ντίέμ γ;ατί ή­ M it δ χ. Νγχοΰγεν - Χόου ταν μέλος στήν *Έπίτροπή θό, άχόμα χαί στίς επαρχίες
    Σαϊγχόν - Κολόν γιά τήν ειρή­ πού πλαισιώνουν τίς πόλεις, ό­
    νη χαί τόν οε6ασμό τών συμ­ που, παρ' Ελους τούς 6αρίούς
    φωνιών τής Γενεύης^ συνήθη 5ομ6αρ8ίσμ6ύς, τά μπλόχχ χαί
    θαυμάσια στις σχ).ηρές συνθή- τίς συλλήψεις, ot άντάρτες μας
    χες ζωής πού έπέ6αλε τό δά­ χατόρθωσαν νά έπεχτείνουν τήν
    σος. Eivat ίνας γελαστός ψα­ ελεύθερη ζώ ν η .
    ρομάλλης άντρας ντυμένος χα*Τό σχέδιο ΣτάνλεΟ - Ταίηχί, μέ σ α νδ ά λ ι άπό λάστιχο λορ ήταν ή δημιουργία 17 χι­
    αύτοχίνήτου — σάν δλων τών λιάδων στρατηγίχών χωριών.
    Αγωνιστών — χαί μάς άποδέ*Ώστόσο ό έχθρός ύποχρεώχεταί μπροστά στό χα^χφύγίΟ θηχε νά περιοριστεί αύτό τό
    άπό μπαμπού πού το5 χρησί- χρόνο στό νά χρατήσεί χαί νά
    ]ίευσε γ ώ γραφεία έχείνη τήν στεριώσει αύτά πού υπήρχαν
    ήμέρα, άνάμεσα σ' 2να γίγ&ν- άχόμα. 'Από τά 8.000 χωριά
    Tto δέντρο μπάνιάν χαί τό ά- πού χαταφέρανε νά χτίσουν, τά
    παραίτητο άτομίχό άντίαεροπο- 80% χαταστράγηχαν άπό τόν
    ρίχό xαταφύγto. *0 πρόεδρος πληθυσμό.
    ήταν χρόνια φοιτητής ττήν Νό* Ό ταχτίχός στρατός μας
    ηα ΓοΛλία. Κάποία άπόχρωση
    αύξησε τήν δύναμή του σέ άνάπ' τήν τραγουδιστή προφορά
    θρώπίνο όλίχό, σέ όπλίσμό, σέ
    τής ήλώλουστης έχείνης περιο­ τεχνίχή. Τώρα είναι ίχανός νά
    χής ξεχωρίζει 3τήν χουθέντα έφαρμόάε; τίς μοντέρνες τεχνίτου δταν ρωτάει πρώτα - πρώ­ ; χές χαί νά έπίτεθεΐ έπίτυχώς
    τα: *Πώς πάει τό Α ίξ τής
    έναντίον Οχυρωμένων 6άσεων
    ίίρο€ηγχίχς;*.
    δπως ή 6άση τού Μπίέν - Χοά.
    Τήν τέταρτη αύτή έπέτείο
    ^Ύστερα άπό αύτή τή νίχη άΤής δημιουργίας τοΰ Μετώπου
    ναγνωρίστηχε ntà ή χαταπλη'EOvtx% 'Απελευθέρωσης, χαί
    χτίχή àxp(6$ta 6ολής τοΰ νεατήν παραμονή τοΟ χοανούργίου
    ροΟ πυρο6ολίχο3 μας.
    χρόνου, άφίερώθηχε στά νού^'Από χρόνο σέ χρόνο οί
    ;^ρα χαί στίς στατ^στίχές.
    οτρατίωτίχές μας έπίτυχίες
    Τό σημαντικό γεγονός τής παίρνουν α ύ ξ η σ η γ ε ωχρονιάς
    με τ ρ tχ ή
    *Τό σημανκχό γεγονός τής
    *'Από τό 1961 ίσαμε τό
    χρονιάς πού τελειώνει είναι ή 1964 6γάλαμε έχτός μάχης

    165

    400.000 έχθρούς (ό Αριθμός
    αύτός συμπερώαμδάνεί νε­
    κρούς, τραυ;^ατίες, αιχμαλώ­
    τους χαί λ^ποτάχτες), άλλά
    μόνον τούς πρώτους 10 μήνες
    τοΟ 1964 6γΑλαμε έκτός μά­
    χης 140.000 έχθρούς.
    *Άπό τό 1959 ίσαμε τό
    1964, μιά μικρή έχθρίκή θέση
    5φτανε γίά νά Ελέγχει μίάν Αρ­
    κετά μεγάλη περιοχή χαί μέ
    ëva τμήμα χωροφυλακής μπο­
    ράμε νά κάνει μπλόκα σέ πέν­
    τε - Εξη χωριά μαζί. Στό 61 62 μιά θέση τών Ανδρεικέλων
    μέ κόπο μπορούσε νά έλέγξεί
    2να χωριό, γίά νά κάνει μπλό­
    κο χρειαζόταν πολλά τάγμα­
    τα. Τήν παρούσα στιγμή χρει­
    άζονται τρεις μέ πέντε έχθρίκές θέσεις γίά νά έλέγχουν μέ
    κόπο ^να στρατηγικό χωριό
    καί γίά νά μπλοχάρουν μιά κω­
    μόπολη, 8πως συνέ6η μέ τό
    Μπούχ - Λουά καί τό Tat Νύνχ τελευταία, τούς χρειά­
    στηκε νά χίνητοποίήσουν τρία
    συντάγματα.

    τό τών Ανδρεικέλων 150.000
    κί άπ' αύτούς οί 62.000 τούς
    τελευταίους 10 μήνες το9
    1964. Οί Ανταρσίες καί ή Ανυ­
    πακοή γίνονται &λο καί συχνό­
    τερες στίς τάξεις τοΟ έχθροΟ
    καί τό ήθίκό του είναι Αφάν­
    ταστα χαμηλό, ένώ έμεΐς έπίτίθάμ^θα σ' όλα τά μέτωπα καί
    Αδιάκοπα. Ό έχθρός γίά νά
    μπορεΐ νά έλέγξεί τή χώρα ΘΑ
    πρεπε νΑναί πανταχοΟ παρών,
    γιατί κάθε κάτοικος το0 Ν. Βι­
    ετνάμ είναι κ' %νοίς Αγωνιστής.
    * Ώ μόνη ^καίνοτομ^α* πού
    μπόρεσε νά κάνει ό Ταίηλορ
    τελευταία είναι ή πυκνότητα
    τών Αεροπορικών έπίδρομών έπί τοΦ έδάφους μας, πού όνομάζεί ^δρόμους Ανεφοδιασμού
    τών Ανταρτών*. Μά δλος & κό­
    σμος γνωρίζει πώς χτυπώντας
    τίς γειτονικές χώρες ή 'Αμε­
    ρική δέν πρόκειται νά λύσει τό
    πρόάλημα τοΰ Ν. Βιετνάμ.
    Ό

    πληθυσμός τώ ν πόλεων
    σέ ήμερησία δ ^ τα ξη

    150.000 λιποτάχτες σέ τέσ^
    ^Περισσότερος Από τόν μισό
    yua; πληθυσμό είναι έλεύθερος.
    * Ό έχθρός έχει ν' Αντιμε­ Ο Αγροτικός κόσμος, πού
    τωπίσει τώρα ëva πρό6λη{ία 5- 'Αμερικανοί λογαριάζανε πώς
    λο χαί πίό άλυτο. "Αντρες γίά θά τροφοδοτο&σε μέ Αντρες τόν
    <είδίκό πόλεμό* τους, είναι μα­
    τό στρατό του.
    *Οί λιποταξίες πού στήν Αρ­ ζί μας. Τώρα μάλιστα σύνεργάχή ήταν μεμονωμένες τώρα γί- j! ζετα: στενά καί συντονισμένα
    νάνε μαζικές. Μέσα σέ 4 χρό-,, μέ τόν πληθυσμό τών πόλεων,
    vta λίποτάχτησαν άπ* τό στρα- i *Σήμερκ Αναφέρουμε στήν
    σερα χρόνία

    166

    ήμερησία διάταξη τοΰ Μετώ­
    που: Τά πλήθη τών έργατών,
    τών γυναικοπαιδών, τών φο:τητών χαί τών Αλλων στρωμά­
    των τοϋ πληθυσμοϋ τής Σχίγχόν, τοϋ Γχίά - Ντίν, τοϋ
    Ντανάνγχ έδείξαν έναν ήρωίσμό άνευ προηγουμένου, χατε
    6αίνοντας μέσα στούς δρόμους
    άοπλοί, γίά ν' άγωντστοΟν έναντίον τοϋ έχθροϋ, χαταφέρνοντάς τον χαίρία πλήγματα,.
    ^Ό σο γίά τόν γαλλίχό λαό,
    λέει ό πρόεδρος μ' ένα θερμό
    χαμόγελο, είμαι ίΰτυχής πού
    μοϋ δίνεται σήμερα ή εύχαίρία νά τοϋ έχφράσω τά 6αθύ*
    τερα αισθήματα ευγνωμοσύνης
    τοϋ λαοϋ τοΟ Ν. Βίεν^ά^. Γνω­
    ρίζουμε πώς δέν είναι ή πρώ­
    τη φορά πού & γαλλικός λαός
    (^ ς ΰοηθάέί στόν άπελευθερωτίχό μας άγώνα. Πείτε στούς
    ίργαζόμενους τής χώρας σας
    τήν Βαθύτατη στοργή μας γ ί'
    αύτοός χαί 6ε6αίώττε τους πώς
    θά δίεξαγάγουμε τόν άγώνα
    μ^ς τώρα μέ άχόμα περισσότε­
    ρη άποφασίστ:χότητα γίά ν$(ίαστε άντάξ^οί τής έχτίμ,ησης
    χαί τής όποστήρίξής τους. Δία6ί6άστε τους τίς εύτές μας γίά
    κΑτυχία χαί έπίτνχία.
    *Τό λί.Ε.Α. πού άντίπροσο)πίύίί τούς πόθους δεχατεσσάρων έχατομμυρίων ΝοποΦίετνα)ίέζων έχεί πάρεί τήν άχλόνητη απόφαση ν' άγωνίσθεί μέ-

    χρίς έσχάτων, άψηφώντας 5λες τίς θυσίες, έως δτον δεί νά
    πραγματοποιούνται οί τέσσε­
    ρις σχοποί του: 'Ανεξαρτησία,
    Δημοχρατία, Είρήνη, Οόδετερότητα. "Οσο αύτά τά SÎxata
    αίτγ/ματα δέν πραγματοποιούν­
    ται, έμεΐς δέν θά χαταθέσοομε
    τά δπλα.
    "Οσα xpôvta m #ν χρ^αστοΟν
    ^Είμαστε ίτοίμο: ν' άγωνίστοϋμε δσα χρόνια Χί Αν χρεια­
    στούν, όσες γενιές xt άν χρείαστοϋν.
    λαός τοϋ Ν. Βιετνάμ εΐvat ό νίχητής σ' αύτόν τόν άντίσταΐκαχόν άγώνα, xt αύτός
    θά είναι ό τελειωτικός συντε­
    λεστής.
    *Οί έπίδρομ^ίς Άμερίχανοί
    όφίστανταί χτυπήματα πάνω
    σέ χτυπήματα, είναί χυρίολεχτίχά έτοιμοί νά παραδοθοϋν έ
    χοντας έξαντλήσει δλα τους τά
    στρατηγήματα. Η θέση τους
    λοίπόν δέν τούς έπίτρέπεί νά
    θέσουν έχείνοί δρους...
    ^Είμαστε ένας λαός είρηνίχός
    πού έχεί τρομαχτικά ύποφέρεί.
    "Α ν φυσίχά μπορούσαμε νά
    χερδίσουμε τήν Ανεξαρτησία
    χαί τήν Είρήνη μέ άλλον τρό­
    πο xt %χί μέ τήν έξαχολούθη*
    ση του πολέμου, &ν οί Άμερίχανοί ιμπεριαλιστές χαί τά άνδρείχελά τους μπορούσαν νά
    καταλάβουν πώς ή νίχη δέν Οάναί δίχή τους ποτέ, %, τότε δέν

    167

    8* Αρνίόμαστε νά χάγσυμε δίαπραγματεύσείς.
    ^Άλλ* αότές δέν θά μποροΰσαν ν* Αρχίσουν παρά μόνο*/ μέ
    τίς πραγματίχά Αντιμέτωπες
    παρατάξείς, δηλαδή Ανάμεσα
    στό Αδιάσπαστο μχλόχ τοΟ 'ΕΟνίχοΟ Μετώπου τοΟ Ν. Β:ετνάμ Από τή μίά χαί τούς Άμερίχανούς μέ τόν στρωτά του:,
    τά δπλα χαί τό πολψ^χό του;
    Φλίχό Απ' τήν Αλλη, Αφήνον­
    τας τούς Νοπο^ετναμέζους νΑ
    χανονίσουν μεταξύ τους τίς δια­
    φορές τους. ΚΑΘε προσπάθΐία
    γίΑ διάσπαση τών γρα]ίμών
    τοΰ Μετώπου εϊναί χαταδίχασμένη ^χ τών προτέρων σέ Α­
    ποτυχία.
    Αλήθεια είναι 6έ6ona πώς τώρα τελευταία οί

    Άμερίχανοί μίλανε γίά ε!ρή'/η χαί συνο{^ίλίες. 'Αλλά, δυσ­
    τυχώς, έχουμε χάθε λόγο νά
    π:στεύουμε πώς αύτά tIvon
    λόγια το5 Αέρα πού τά λέ­
    νε γίά νά παραπλανήσουνε
    τήν διεθνή γνώμη, ένώ ο! !μπερ υλιστές έξαχολουθοΦν νά
    έχπονοΰν χαίνούργία σχέδία i
    πίθεσης μέ τήν μάταίη προσπάΒίία νά ξανακερδίσουν τό
    χαμένο τους ίδαφος. λίέ τίς πα­
    ρούσες συνθήχες, λοιπόν, δέν
    μπορούμε παρά νά έςαχολουθήσουμε νά δίαθέτουμε δλες
    }ίθς τίς δυνάμ^ς χί Ελη μας
    τήν Αποφασίστίχότητα στήν έπ:$ίωξη τοΟ ΑντίστασίαχοΟ Α­
    γώνα, ?σαμε τήν τελίχή νίχψ.

    θέλησα νά τοποθετήσω μέσα στό κείμενό μου αύτό τό
    ντοχουμέντο, δπως $άζεί χάνεις ξνα όρόσημο. ϋραγματιχά,
    δλα τά συμπεράσματα που 6γήχανε Από χείνη τή συνέντευ­
    ξη χάτω Απ' τό δέντρο τ% μπανίάν έξαχολουθοΰν νΑ είναί
    (xixatpa.
    Καθώς τό είχε χίόλας προ6λέψεί ό χ. ΝγχοΟγεν - Χόου θό, τό Πεντάγωνο προσπαθώντας νά Αποφύγεί τήν ήττα
    στό Νότο, ίπέχτείνε τίς έξο*/τωτίχές ίναέρίες έπίδρομές του
    χαί στήν Ααϊχή Δημοχρατία τοΰ Βίετνάμ.
    Ό π ω ς έπίσης είχαν προ6λέψ(ί, αύτή ή ίπίθεση Εναν­
    τίον ένός γείτονίχοΟ χράτοας δέν Αλλαξε σέ τίποτα τήν στρχτίωτίχή χατάσταοη τοΟ Ν. Βιετνάμ. Δέν έμπόδίσε τόν στρα­
    τό τού Μ.Ε.Α. ν* Απελευθερώσει τά τέσσερα πέμπτα το5 Εδά­
    φους του, νά Αποδεχατίσεί όλόχληρες ^νάδες του έχθροΟ, οΰτε χα! νά έπ:τε&εΐ Εναντίον όχυρωμένων πόλεων χαί στρα-

    t68

    τοπέδων Άμερ;χανών πεζοναυτών πού στείλε/ γίά ίνίσχυση.
    Δέν μπορώ, δταν σχέγτομκί αύτή τη συνέντευξη, νά μή
    ?χεφθώ xt αότό πού συνέ6ηχε έχ$ίνη τήν ήμέρα χαί πού τά
    λέζί 5λα γίά τήν ίσχύ τοΰ Μετώπου.
    Τ ή στιγμή πού παίρναμε αύτή τή συνέντευξη, ή ίχθρίχή άεροπορία ίχασε μίά μεγάλη εύχαίρία. Πραγματίχά,
    6ομ6αρ8ίζοντκς τελείως τυχαία τό δάσος, ίχείνο τό χυρίαxàttxo πρωινό, 6 Άμερίχκνός άεροπόρος, !ρ:ξε τό χομκολόί
    τίς 6όμ6:ς του σέ 500 μέτρα άπόσταση άπό μ&ς χαΐ άναχώρησε.
    θάφτανε μίά άδίκχρίσία χαί μόνο γίά νά έξαφανκττοΰν,
    έχείνη τήν ήμέρα τοΰ Δεχέμ6ρη, 6χί μόνον ό πρόεδρος, άλλά δλθί οί ήγέτες τής 'Αντίστασης τοϋ Ν. Βιετνάμ.
    Είναι τέτίκ ή δη;ίοηχότητα τοϋ Μετώπου πού ίδίκχρίσία δέν ύπήρξε οδτε μπορο&σε νά ύπάρξεί.
    Ό Άμερίχανός άίροπόρος Εχασε τήν Κυρ ιαχή του.

    169

    ΧΧΧΪΠ

    "Ενας 6λχφρ6ς ήχος κίθάρχς άπαντάίί στά πουλίά, κρυμένος χάπου πίσω άπ' τίς πυχ*<?ές λίάνες, μέσα σέ τοΟτο τόν
    κόσμο 5που δλα &?von γίγάντία: τά έντομα, τά φυτά χί 6 άγέρας πού τσαχίζίί στά 5υό 5ίντρχ ψηλά σάν κατάρτια.
    Μόλις πέρΜχ μέσα άπ' τίς. πυκνές λ:άν:ς 6ρέθηκα μπρο­
    στά στό τκό άπίθανο θέαμ% πού είχα ποτέ τήν εύ%χ:ρία νά 3ώ
    στά πχρασχήν^ τοΟ πολέ)Μυ, 5χως είναι ή ζούγκλα. ΜπαλλκρίνΕς γυμναζόντουσαν στό μονόζυγο. Ο θίασος τον *KevτρίκοΟ Καλλιτεχνικού ΌργανίσμοΟ τής Άπελ^^θέρωσης^
    ^κανε πρό6ες.
    Τά *ποντίκάκ;α* γυμνάζονταν άπό τίς πρώτες μπαλλαρίνες καί τούς μεγαλύτερους σκηνοθέτες τής Σαϊγκόν^ πού
    καθώς μοΟ εΐπαν €προτί;^σαν τή δύσκολη ζωή το6 δάσους
    άπό τήν άιμόσφχίρχ τής πρωτεύουσας*.

    Τό op&St τής 20ής Δεχίμ6ρίου παρακολούθησα τήν
    πχράστχσή τους μαζί μέ έκατοντάδες γυναίκες καί άντρες
    ποΰρθχν γίά νά γιορτάσουν τήν έπέτίίο τοΟ λί.Ε.Α. άπ' 5λ$ς

    170

    τίς περιοχές τοΟ Νότον. Ζευγάρια, χωρισμένα μήνες, χρόνια
    πολλές φορές, άπό τόν nap&vojto άγώνα, ςανασνναντήΟηχαν.
    *Ηρθαν χαί τά παιδιά τοΟ σχολείου, πού ήταν χαμουφλαρίσμένα μέσα -στή ζούγχλα. Κάθησαν χάμω γύρω * γύρω στά πόδια
    τοϋ χ. ΝγχοΟγεν - Χόον - Θ4, τών μπόνζων, τοΟ ιερέα Χό Χουέ - Μχά. Ή άτμό σφαίρα ήταν τελείως οίχογενείαχής
    γιορτής.
    *0 Τρ&ν - Μπάχ - Νά'/γχ, Ενας άπό τούς ά^ίπροσώπους
    τον Έ^αναττατίχοϋ ΑαίχοΟ Κόμματος τής ήγεοίας τοϋ Μ.
    Ε.Α. σ' δλο τό διάστημα τής παράστασης χρατοΰσε χουλονρίασμένο στήν άγχολίά τον !να άγνωστο άγοράχι. Ό Hpôtδρος χρατοΰσε 8νό μ:χρά πάνω τον, χ^ έγώ πού ή-μονν xaOt
    σμένη δίπλα τον είχα γύρω στό λαιμό μου τυλιγμένα τά
    μπράτσα μί&ς νέας τυπογράφον που :?χα γνωρίσει στό τυ­
    πογραφείο δταν πέρασα [ΐερίχές ήμέρες έχεΐ. "Οταν μέ εί­
    δε ή Τνγέτ 2χανε τόσες χαρές πού έμεινα χατάπληχτη χαί
    ό{ίθλ&γώ πώς συγχίνήθηχα άπό τήν τόση ίγχ%ρδίότη?ά της.
    Σ' δλο τό δίάστηίία τής παράστασης γύριζε xàOs τό­
    σο, μέ χοίταζε χαί μοΟ χαμογελοΟσε. Τό IBto χάναν χαί τά
    παιδιά. Εΐμουν ή πρώτη ξένη φίλη τους πού 6λέπαν.
    Δίχως χαμίά δείλια ή Τνγέτ, στό διάλειμμα χρησιμοποίησ: γίά δί5ρμηνέα τόν Μρόεδρο χαί μοΟ δίηγή^ηχε τήν
    ίοτορία της:
    <*0 πατέρας μου σχοτώ&ηχε πρίν γεννηθώ σιόν πρώτο
    πόλεμο. Ή μητέρα μου !χ ίί 5 παιδιά χαί μόνο Εμένα χορίτοι.
    "Ολα μου τ* Αδέλφια είναι στό στρατό τής 'Απελευθέρωσης*.
    Δέν μοΟ άφησε ο&τε στιγμή τό χέρι δσο δίαρχοΰσε ή
    παράσταση. Ή 3χηνή φνσιχά φτιαγμένη άπό μπαμπού χαί
    ή αΰλαίχ άπό άλκξίπτωτα. "Ενα χονδούνί ποδηλάτου άνάγγκλνε άπ^ τά παρασχή'Λα τήν άλ).αγή τών νούμερων. Άπό
    χαφό ?έ χαίρό ^σ6η'/ε ή ρά]λπα — πού ήταν φτιαγμένη άπό
    μίχρές λάμπες πετρελαίου— γιατί οί *&εροφύλαχες* ϊΐχαν
    άχούοεί τό θόρυΰο άχό μοτέρ άεροπλάνου. Μόλις περνούσε ό

    171

    συναγερμός ή παράσταση συ'/εχίζότ^ν. Εχεΐνο τό 6ρά5ί εί­
    δαμε ενα θέαμα ύψηλότατης στάθμης πού θ&χανε τήν τύχη
    όποίουδήποτε Οεατρίχοΰ έπίχείρη^τία στό Παρίσι.
    Παραδοσ:αχό θέατρο χαί θέατρο μοντέρνο, χοροί συνοδευόμενοί άπό γούγχ χαί άπό τρούνγχ* τών φυλών τών δια­
    φόρων έθνίχών μειονοτήτων. "Ολα αυτά τά είχε ένορχηστρώσε; Ενας διάσημος δραματίχός συγγραφέας, ό χ. Τρ&νΧούου - Τράνγχ, του όποιου είχαν παιχτεί ήδη πάνω άπό 20
    Εργα μέ τεράστια έπίτυχία, καί πού σήμερα είναι ό Ιϊρόεδρος τής ^Έτο^ρίας συγγραφέων χαί χαλλίτεχνών γίά τήν
    Απελευθέρωση τοΟ Ν. Βιετνάμ^. Αύτός ό ήλίΧίωμένος Αν­
    τρας διάλεξε Ανοιχτά τό Αντάρτίχο στά 1960, χ' Εφυγε άπό
    την πρωτεύον3α, Αφήνοντας μιά Ανοίχτή έπ{.στολή στους συ­
    ναδέλφους του χαί γνωστοποιώντας τούς λόγους πού τόν
    όποχρέωσαν νά πάρει αύτή τήν Απόφαση. Ή φυγή του Εχα­
    νε αίσθηση στή Σαίγχόν, δπου δλοί ot νέοι ήθοποίοί χαί σχηνοθέτες ζητούσαν τή συμδουλή τοΟ γέρο 6ετεράνου πρίν Ανε­
    βάσουν Ëva Εργο.
    Ή μεγαλύτερη ήθοπκός τοΰ Ν . Βιετνάμ, ή θάν - Αοάν,
    ήταν τό Αστέρι αότής τής παράστασης στή ζούγχλα. Αότοί
    πού τήν είχαν χειροχροτήσεί άλλοτε στήν πρωτεύουσα μοΰ εί­
    παν πώς τό ταλέντο της ώρίμασε Αχόμα π:ό πολύ.
    ^Τό δά^ος μοΰ πάίί, μέ δία6ε6αίωσε ή ϊδία ή θ ά ν Λοάν. "Ισως είναι αύτή ή ένθουσίώδης Ατμόσφαιρα πού Βασι­
    λεύει Εδώ^ πάντως δέν θυμ&μαί ποτέ ?τή ζωή μ^υ ν&μουν
    πίό εύτυχής. Μ' Αρέσουν ot μκχρίνές πορείες, & χαιρετισμός
    πού Ανταλλάζουμε μέ τά χλ:μάχία πού συναντούμε, ό ύγρός
    χαπνός χ* ή γεύση τοΟ ρυζίοΰ πού μαγειρεύεται στά ξύλα.
    Γεύση Ελευθερίας. Μ' Αρέσει νΑ δίδάσχω δ,τί χατέχω στούς
    νέους τοΰ Βιετνάμ, τοϋ Ραντίς χαί τοΟ Zapât. Καί νά μα­
    θαίνω μέ τή σειρά μου χ' έγώ Από τά χορίτίκα τών φυλών
    * Τό τρούνγχ clvat κΐ8ος ξολόφωνου Από μπαμπού.

    172

    τοϋ θ ά - Νγκοΰγεν τά πράγματα πού γνωρίζουν άπ' τήν νηπιακή τους ήλικία^.
    ^Πραγματικά, στά 6ουνά μας, έπεμ6αινει μέ τό κύ­
    ρος του ό γέρο σοφός κ. Ύμπίν - Ά λέο, πρόεδρος τοΟ Κ ι­
    νήματος τής Αύτονομίας τών Υψιπέδων, πιστεύουμε πώς τό
    χαραχτηρκττίχό τοΰ άνθρώπου είναι ή γνώση τοΰ χοροΟ καί
    τοΰ τραγ&νδίοΰ. ^Ενας νέος πού δέν έχει ώραία φωνή δύσκο­
    λα παντρεύεται*.

    Οί θεατρικοί θίασοί, χοροϋ καί τραγουδιού, παίζουν άλ­
    λωστε 5να ρόλο σημαντικό στήν 'Αντίσταση τοΟ Ν. Βιετνάμ
    καί δχι μόνον μέσα στίς φυλές. Πρώτα - πρώτα γιατί καί οί
    μεγαλύτεροι ήθοποιοί δέ μένουν συνέχεια κάτω άπ' τό κα­
    ταφύγιο τής ζούγκλας. Παρουσιάζονται σέ περιοχές πιό Εκ­
    τεθειμένες, μεταφέροντας δλο τό ύλίκό τους μόνοι τοος. Αότοί φουντώνουν τόν Ενθουσιασμό καί τήν έμπιστοσύνη στό κί­
    νημα ...*δπως τό λάδι τή φωτιά*, μ&ς λέει κάποιος άπ' αΰιούς.
    Στούς μαύρους καιρούς κατάφεραν άκόμα καί νά είσδύσουν μέσα σ' ^να στρατηγικό χωριό, καί κάτω άπ' τή μύτη
    τών έχθρών χόρεψαν 2να μιμόδραμα πού δίδασκε πώς χτυ­
    πάς καί γκρεμίζεις ενα οχυρό... Στίς πολύ βομβαρδισμένες
    περιοχές, ο! άνθρωποί συναρπάζονται τόσο άπό τό θέαμα, ώστε
    άρνοϋνται νά κατεβοΰν στά καταφύγια γιά νά μή διακοπεί
    ή παράσταση. Γιά τούς χωρικούς, πού μόλις ξεσκλαβώθηκαν
    άπ' τή φεουδαρχία καί πού ποτέ δέν είχαν τήν εύκαιρία νά
    ΒοΟν θέαμα, αΰτές οί γιορτές είναι μεγάλα γεγονότα. Κλαίνε,
    άνά6ουν, παίρνουν τό μέρος τών ήάοποιών, πετάνε πέτρες
    σ' αύτόν πού ΰποδύεται τόν ρόλο τοΰ 'Αμερικάνου.
    κΣκεφθείτε, μοΰ λέει ή θάν - Αοάν, πώς &ταν άρχίσα(^ε
    νά κάνουμε τις πρώτες περιοδείες μας στά χωριά πού είχαν

    173

    λίγο πρίν έλ&νθερωθίΐ, πρίν άπό τήν παράσταση ίπρ^πε νΑ
    παίρνουμε τά μέτρα μας χαί χάνοίμε τόν έξής πρόλογο:
    ^θε!οί χαί θ#!:ς, άδελφοί χαί άδ^λφές^ σάς npostBoitotοΟμε πώς αύ.τοί πού npôxtfKn άπόφε νά παίξουν μπροστά
    σας είναι 6λθί τους πατριώτες, χαί φνσίχά χαί αύτοί πού
    ύποδύοντα: τούς ρόλονς τών άπανθρώπων άνδρείχέλων χαί
    t(Dv Άμερίχανών στρατίωτ(5ν.
    *Πο:ός άπό μάς μπορούσε νά λυπηθεί γιά τήν άνετη
    ζωή τον στη Σαϊγχόν ; Δέν ύττάρχεί μεγαλύτερη εύτνχία γιά
    ^ναν ήθοποίό άχό τοΟ νά παίζΐί μπροστά ο* %να τέτ;ο ά χ ρ ^
    τήρίο!..*
    Ί&ξοχη θάν - Αοάν, τόσο μ:γάλη χάτω άπ' τό μαχίγίάζ χαί τό ποίχ:λόχρνσο !νδνμα τοϋ ίχσίλίΑ, nvi ύποδύετα:
    στό καραδοσίαχό θέατρο, χαί τόσο συγχίνητίχή στους ρόλοος
    τον μοντέρνου θεάτρου, σάν χωρίχή ή έργάτρ'.α της Σαϊγχόν...
    Προσπαθώ νά 6ρώ μίά σύγχρίση γιά νά σ&ς χάνω νά χαταλά6ε?ε τό νόημα ένός τέτίου γεγονότος: Έ νας Ντνλλέν άς
    ποϋμι ή μίά Σάρα Μπερνάρ πού προσχωρούν σ?ίς τάξεις τοϋ
    Μ.Ε.Α.

    Στά 6άθη τής ζούγχλας τοΟ Ν. Βιετνάμ δέν ΰπάρχεί μό­
    νον οχολή χορού, άλλά χ' !να χίνηματογραφίχό στούντιο.
    Τά φίλμ πού γυρίζονται άπό τό *Στούντίο - Άπίλίνθέρωση* χλί πού διευθύνει ό Μ. ΝγχοΟγεν - Λίέν, Επανειλημ­
    μένα δίαχρίθηχαν άπό τούς είδίχούς στά διάφορα διεθνή
    φεστί6ά) γιά φίλμ μίχράς δ:αρχείας. Φαντάζομαι πόσο πε­
    ρισσότερο θά έχ-κμο&σαν αύτή τήν έργασία άν ξέρανε τά μέσα
    — τελείως πρωτόγονα — πού χρησιμοποιούσαν γιά τήν έμφάνκτη χαί τό μο*/τάζ.
    ^Οπως οί γιατροί χ' οί άντάρτες, μέ τόν ?δίθ θαυμαστό
    τρόπο χαί οί κινηματογραφιστές φτιάξανε τά μηχανήματα
    πού δέν μπορούσαν νά προμηθευτήν άλλίώς, άπό χίλια δνό

    174

    έτεράχλίτκ πρΑγ)ίζτα μέ ^t&v έ^-ευρετίχότητα χαί φαντασία,
    πού σ" Αφήνζί μέ τό στόμα ανοιχτό. Στό στρατό, τήν ώρα
    τ% μΑχης, xat στίς χατ^χόμίν^ς Αχόμα χίρίοχές, ΰπΑρχΜ
    πάτ/τα 5ν%ς όχερατέρ τ^ό 6γάζ^ί ξαφνίχά μ^& χΑμερα Από τό
    σαχί }ίέ
    Αλ^ύρ^ πού κρατούσε στούς ώμους τον. Σίγουρα
    δέν ΘΑ ξ:χΑσουμ€ ποτέ τή συντροφικότητα χαί τό τρ&λό
    θάρρος τών χίνηματογραφ ιστών πού μΑς συνόδίυαν. *0 ^νας
    απ' αύτούς, χού θά τόν Αναφέρουμε μέ τό π ο λ ικ ό του όνο­
    μα θέπ - Χόνγχ (πού ΘΑ πίΐ Kôxxtvo ΆτσΑλί) μ^A μέρχ
    Αρπαξκ Απ' τΑ χέρ^α τοϋ ΜπΑρτσ^ τήν χΑμερα τήν ώρα
    πού β?μαστε στό 6Αθ^ς τοΟ χαταφύγίου, σ' έναν τομέα πού
    (χρυροχοπώτζν Από χανόνία χαί ΑεροπλΑνα μαζί. *0 θέπ
    Χόνγχ π:τΑχτηχ: μέσα Από τό χαταφΰγίο χαί τόν χΑσα;Μ
    Αχό τΑ μΑτία μχς, πίσω Από 2να παραπέτασμα γής χού τ^
    νΑχτηχε ξαφνίχΑ Απ' τίς έχρήξ&ίς.
    'ΊΓστ^ρα Από 10 λίπτΑ πού μΑς φΑνηχαν αγώνας, τόν
    :Μαμ: νΑ πη6Αεί χοντΑ μας. Καί δίνοντας στόν ΜχΑρτσετ
    χίσω τήν χά^ερΑ του τοΟ λέει:
    *ΝΑ ένα δώρο γίΑ σένα. ΚατΑφζρα νΑ φίλ;^Αρω {να
    ίλίχόπτζρο τήν ώρα πού πέφτίί χτυπημένο Απ' τούς Αντίρτ*ς.
    ΠΑντως δέν θ&νκί τόσο χαλό δσο ήθίλα, γιατί έχεί'/η τή
    σκγμή μίΑ δ:α6ολο6όμ6α μέ σχέπασί μέ χώματα*.

    175

    X X X IV

    *Evz πρωί 6ρεθήχαμε σ" ?νκ ξέφωτο, μ* Α ^ χ τό ν ούρανό xt Ανοιχτούς τάφοος χάτ(ΰ άπό τά Αεροπλάνα xoù μοδραλλίο&ώο&ααν. Πέσχμ: χάμω μέσα στή χλόη χαί σχεπαστήχ<αμε μέ τά χραοίνόγχρίζκ Αλεξίπτωτά μας γίά νά χαμουφλαρί^τοΟμ^. Ό Αξίωματίχός τοΟ ΣτρατοΟ τοϋ Μετώπου κού μΑς
    συνόδΕυε διαπιστώνοντας τό γεγονός είπε Ηρεμότατα: €^Αν
    μάς ττ?)ραν χαμπάρι έ8ώ σύντροφο: δέν μ ττορο^ νά χάνουμε
    τίποτα*.
    Αίσ6ανόμα^τ& παράξενα ήρε{ΜΧ. Άχρ*.6ώς γΜ&τί αύτός
    ό Ανθρωκος μάς είχε πε? τήν Αλήθεια, δίχως φεύτίχα λόγια
    ένθάρρυνσης. Ξαπλωμένοι μέσα στήν Αδύναμη χλόη είμαστε
    σάν γυμνοί Απέναντι στό δολοφόνο ούρανό, δπου δεχάδες
    ίπτάμενίς μηχανές τ(άνανε ένα είδος έπίδείξΒίς μυδραλλκ?6θλώντας χαί ρίχνοντας ρουχέττες.
    *Μόνο Αν 6ε6α4ωθοΟ{ίε πώς μΑς είδαν θ' Αποφασίσουμε
    νά ρίξουμε χαί μεΐς τουλάχιστον !να Asροπλάνο. Τότε μόνον
    όμως, γιατί κϊμαοτε ίπτά 6λθί xt δλ&ί χαί μόνον οί πέντε
    $ΐμαστί όπλίσμένο^^.
    Σ&ς δίΥ)γίέμθΜ μέ περιστροφές τά πράγματα πού κΐδα

    176

    καί Εζησα γίά νά θολώσω τά νερά. Ε!ναί εϋχολο νά m3 δ,τί
    ίίδα, άλ?.ά δχ: σέ φυσιολογική σειρά. Ή δουλίά τον δημο­
    σιογράφον 5έν είνα: νά προσφέρει πληροφορίας ατά πληρώ­
    ματα τών 6ομ6αρδ^στίχών.
    ίίάντως δέν :!ναί μυστικό γίά κανένα καί κυρίως γίά
    τήν άμερίκανίκή άίροπορία πού δέν Επαψί τίς τρομοκρατικές
    ίπίθέσείς της οδτΕ άπό σεβασμό 3τά Χριστούγεννα. Μίλησα
    ήδη γίά τόν θάνατο τοϋ μίκροΟ δίπλα στό 6ου6άλ; του στίς
    24 Δεκεμδρίου. ^Ολη αύτή τή 65ομάδα πού ή Ευρώπη τήν
    άγιερών^; στά γλυκ:σ;ίατά της, έμείς πού 6ρίσχόμασ?ε σέ
    άδίάχοπη μετακίνηση είχαμε τό μίσος νά μάς χυνηγα. Έ να
    μίσος πού σέ άκολουθεί, σέ παραμονεύει χαί δρμάεί χατά πά­
    νω σου άπό τόν καταγάλανο ούρανό.

    Σέ μίά σπγμή πού άπο[ίαχρύνθηκαν γ:ά λίγο τ' ά*ροπλάνα, μπορέσαμε νά φτάσοίίμε Γσαμί ëva μέρος τοϋ δάσους
    (όχι τής ζούγκλας) λίγο πίό προτκχτ^μένο. Γίά λόγους άσφαλείας χωριστήκαμε σέ δυό 6μάδες. *0 Νγχέ, ό Μάί χί
    έγώ στή μ*ά, δ Μπάρ^σετ, & άξίωμαπχός Νάμ Χί δ Τού,
    στή δεύτερη.
    Κάνοντας γύρους 5λο χαί σ?ίνότερους πάνω άπό τό τρίο
    μας, ςαναπαροοσίάστηχαν τ' άεροπλάνα.
    Γίά νά κρυφτούμε δέν είχαμε παρά δυό - τρία δέντρα
    χαί μίά φωλ:ά τερμιτών. Ό πύργος τών έντόμων ήταν ένα μέ­
    τρο ψηλός. Εχπλώφχμε δίπλα του. Τ ' άε ροπλάνα μυδραλλίο6ολο9σαν χαί 6 Νγχέ μέ μάθαινα μέ νοήματα τήν τέχνη τών
    χωρικών %ού Εχουν συνηθίσει νά φυλάγονται άπό τίς άζροπορίχές έπίθέσίίς.
    c'O tav τ ' άε ροπλάνα έρχονται άκό δώ, έσύ χάς άπό τό
    άντίθετο μέρος, άν π^νε άπό Kel, κρύ6:σοί άπό δώ*.
    Ό Μάί γνώριζε πολύ καλά αύτό τό παιχνίδι, τδχε *α!ξίί χ' (Ιχε κερδίσει πολλές φορές {ίσαμε τά 25 του χρόνια.

    177
    Μ

    Κολλημένος κάνω σ' 2να δέντρο, εΰχίνητος σάν σχίουρος μέ
    μάπα χαί χείλια γελαστά, κορόίδευε V άεροπλάνα, χαί γίά
    ^να μόνο ^σχαγε: γίά τή διαταγή νά μήν τά χτυπήσουν. *0
    Νγχέ, μέ τεντωμένη τήν -προσοχή παραχολουθοΟσε τόν #όρυ6ο
    γίά νά χαταλάδεί άπό πού έρχονται τ ' άεροπλάνα.
    κΜή φο6χσαί, μου λέει ξαφνίχά, φέρνοντας στή μνήμη
    του τίς γαλλικές λέξεις, πού τίς είχε μάθει, ^νας θεός ξέρε:
    κάτω άπό ποίές συνθήχες, τήν έποχή τ^ς γαλλικής άποιχίοχρατίας. Μπορεί νά πληγωθείς, 6χί δμως χαί νά σκοτωθείς.
    Έ γώ , 6λέπείς, είμαι πολύ χ^τρός, πολύ γερούς, &ν τά
    may bay μας ριχτούν, θά ξαπλωθώ άπό πάνω σου^.
    Τό 6ρά$ί στόν χαταυλίσμό ξανα6ρήχαμε τή δεύτερη
    όμάδα, πού ^φτασε σάν χ' έ^^άς στό σίγουρο χατ^φύγίο τής
    ζούγκλας.
    — Εέρείς τί μοΰ συνέ6ηχε ; λέω στόν Μπάρτσετ. *0 Νγχέ
    ήθελε νά μέ καλύψει μέ τό σώμα του γίά νά μή σχστωθώ.
    Σέ χαμίά περίπτωση δέν θά τό δεχόμουν.
    — Δέν θά μπορούσες νά χάνεις τίποτα γίά νά τόν Εμ­
    ποδίσεις, άπάντησε & Μπάρτσετ. Έ γώ πίάστηχα στά χέρια
    μέ τούς συντρόφους jMu γίά τόν ίδιο λόγο, άλλά μπήκαν χαί
    οί τρείς άνάμεσα στό μυ&ράλλίο χαί σέ μένα.
    Εκείνη ή νύχτα ήταν ή νύχτα τών Χριστουγέννων. Οί
    στρατιώτες πού μάς περίμ&ναν σέ χεΐνο τόν καταυλισμό δλο
    χχί χάνουν μυστικά συμδούλία. ^Είναί λυπημένοι, μάς έμπίστεύθηχε 6 άξίω[Μίτίχός τους. Είχαν προετοιμάσει μίά γιορτή
    χαί άπέτυχε. Δυό μέρες τώρα περιμένουν προμήθειες άπό τήν
    πόλη γίά νά σάς προσφέρουν ένα κραγμκτίχό χριστουγεν­
    νιάτικο δείπνο, άλλά αάτοί πού 8ά τίς φέρνανε άποχλείστήχανε δπως χαί σεΐς άπό τούς 6ομ6κρδίσμούς χαί δέν έχουν
    φ,τάσεί άχόμη^.
    0^ στρατιώτες πίστευαν πώς στήν Εόρώπη τά Χρι­
    στούγεννα είναι σάν την άσίατίχή γιορτή του Τ έ τ — ή

    178

    άρχή τοΟ σεληνιαχοϋ έτους — . Ό ,τ ί χί άν τούς είπα^ ytà
    νά τούς πείσου;λε χαί νά τούς άποδείξουμε πώς δέν εϊμαστε
    χαθόλου λυπημένοι χαί πώς άντίθετα γίά μας ήταν μεγάλη
    χαρά νά περάσουμε μαζί τους Λύτη τή νύχτα δέν μπόρεσε νά
    τοΰς μεταπείσεί. ^Ηταν σίγουρο( πώς θά θέλαμε νά είμαστε
    χοντά στίς οίχογένε(ές μας (πού άλλωστε είχαν πίά τελ^χά^ συνηθίσει νάναί μαχρίά μας), δέν χρησίμεψαν λοιπόν
    σέ τίποτα τά λόγια {^ας, Οί άντάρτες έπέμεναν νά μοφαστου{^ε μ%ζί τους δ,τί, είχαν, χ( ήταν πολύ λίγα πράγματα αύτά
    ποά είχαν έχείνη τή νύχτα. 'Ωστόσο ύπαρχε μιά ^χπληξη.
    "Ενα μπουχάλί ραχί άπό ρύζ^ πού τό είχαν προμηθευτεί άπό
    xatpô, μαθαίνοντας πώς θά τούς έπίσχεφθοΰν δυό ξένοι δημο^ογράφοί.
    "Ενα τραπέζι 6γήχε άπό τή γή. *0 χ^ταπληχτίχός κυ­
    νηγός μας Mât χατάφερε νά σχοτώσεί εναν ;^εγάλο μαΟρο
    πίθηχο, τό χρnytou-^εννί άτίχο δείπνο 6ρέθηχε. Στό τέλος γί'/ηχε ^να άληθ^ό γλέντί, χάτω άπ' τό θαμπό φάς μίάς λάμ­
    πας πετρελαίου μέσα στή ζούγχλα πού ήταν μουσχε{^ένη άπό
    τίς χαταχλυσμίαίες οροχές τοΰ τελευταίου τυφώνα. Ή όγρασία είχε 6γάλεί άπό τίς φωλιές τους δλα τά έπίχίνδυ'/α ζώα —
    φίδίκ, σχορπ^ύς, έντομα.

    Εξουθενωμένοι άπό τήν περιπετειώδη ήμερα ποΰχαμε
    περάσεί, μόλις ξαπλώσαμε στίς χούνίες μας μάς πήρε 0 ΰπνος.
    Μά )ίέσα στήν χατάμαυρη νύχτα, νοίώσαμί νά μ&ς χουνάνε
    Αλαφρά. Γέλια, μπράτσα γύρω άπ* τό λα^ό μας, φίλίχά χτυ­
    πήματα (ττούς ώμους,
    <ϊΟί άγωνίστές μας θέλουν νά σάς ευχηθούν*, λέεί ό
    άξίωματίχός.
    «Κα).ή χρονιά. Καλήν ύγεία, νά μάς ξαναδεΐτε δταν θ&{ίαστε νοητές χαί θά μπορούμε νά σάς ύποοεχτο&με δπω$
    σάς άξίζεί στή Σαΐγχόν».

    179

    Αύτοί ποδπρεπε νά πάρουνε τό δρόμο στίς 4 τό πρωί,
    μείναν όλοι τους Αγρυπνοι χρυφά ίσαμε τά μεσάνυχτα, γίά νά
    σε6αστο3ν τίς έθνίχές μας παραδόσείς. Αότό τό ήξεραν, του­
    λάχιστον, 6λέποντας άπό μαχρίά τούς 'Αμερίχανούς χαταχτψ ές (χα! παλίότερα τούς Γάλλους) νά πηγαίνουν ?τήν
    έχχλησία χαί νά γιορτάζουν αύτή τήν ώρα.
    Δέν είπαμε στούς φίλους μας πώς αΰτές τίς ίόχές τίς
    δίνουμε τήν 1 Ίανουαρίου. θ ά τοός Απογοητεύαμε φο6:ρά.
    Έχείνη τή νύχτα γεννιόταν σάν ενας 6αοώ;άς μέσα
    στό σταϋλο ή Αδελφοσύνη, μέσα στό π;ό Αγρω σημείο τής
    6ομ6αρδίσμενης ζούγχλας.

    i80

    XXXV

    Κάθε φιλία, σ' έναν τόπο δπου όπάρχεί πόλεμος, είνα:
    συνυφασμένη μέ αποχωρισμούς.
    Ό 5νας παίρνει χάποίο άπό τά άμέτρητα μονοπάτια τής
    ζούγχλας, xt ό άλλος ξεμαχραίνεί άπό έναν άλλο Βρό{ΐο.
    Καθένας μέ τήν αποστολή του, χάτω άπ" τή σχέπη της
    ζούγχλας ή τούς 6ομ6αρδίζό)^ενους δρόμους 5ποο ^χαθένας
    ξέρει τί θέλει, ξέρει τί χάνει, 6ταν περνάει άπό χε^*. "Ενα
    6ράδί, πέντε 6δομάδες μετά τά Χρκττούγεννα, δ Νγχέ χαί ό
    Νάμ, οί φίλο: χαί σωματοφύλαχές μας, άπρεπε νά μ&ς άποχωρ;στοΰν. Είχανε πάρει έντολή ν^ άναλά6ουν μίά πίό δύσχολη άποστολή, χ' έμείς σέ λίγο θά άφήναμε τή χώρα
    τους. Μέ τή συνοδεία ένός διερμηνέα, οί Οδηγοί μας ήρθαν
    χαί μάς 6ρήχαν στή γω ^ ά τοΟ δάσους, τή στιγμή πού δαχτυ­
    λογραφούσαμε, γίά νά μ&ς άποχαίρετήσουν έπίσήμως. *Μάς
    άποσπάσανε άπό τόν Άπελευθερωτίχό Στρατό γίά νά σάς
    φυλ&με χαί νά σάς 6οηθο&με. Ά λ λ ά είμαστε χωρίχοί χαί
    δέν 5χουμε συνηθίσει νά έρχόμαστε σ' έπαφή μέ ξένους. Σ3ς
    * Στίχος άπό τόν 6μνο τί^ Γαλλίχ^ς Αντίστασης.

    181

    παραχαλοΟμε νά χάνετε τήν χρίτ:χή τών ύπηρεσίών μας δταν
    π&τε στόν τόπο σας, γίά νά μ&ς προετοιμάσετε x^vnpo. γίά
    τίς μέλλοοσες έπισχέψείς πού μπορεί νΑχου)^ Εδώ*. Τούς
    Απαντήσαμε πώς ή π ώ μεγάλη άπόδειξη 5n έχαναν τέλ^α
    τή δουλίά τους^ ήταν τό γεγονός πώς Βρεχόμαστε ζωντανοί,
    μ* 5λίς τίς προσπάθ^ες τοϋ έχθροϋ, πού γνώριζα τόν έρχομέ
    μας χ* ήθ^λε νά ;ίάς ξεχάνεί.
    Ή παρουσία τοΰ διερμηνέα μ&ς εόχόλυνε χαί μ&ς νά
    ρωτήσουμ* τούς φίλους ]^ας, γιατί φτάσανε ατό σημείο νά θέ­
    λουν νά μ&ς σχεπάσουν μέ τό σώμα τους γίά νά μ&ς προ­
    στατεύσουν 5ταν δρισχόμαστε σ' Ανοιχτούς χώρους πού 6ομ6αρ5ίζονταν.
    — Αύτό τό χά^με πολλές φορές γίά νά γλυτώσουμε τούς
    Αξιωματικούς μας ή δποιον Αλλο νομίζαμε πιό χρήσιμο. Κ α­
    νείς δέν μάς ζήτησε νά τό χάνουμε, ούτε χάν πρόχειτα^ γίά
    χειρονομία φίλίχή, ίξηγεί ό Νάμ. Φτάνει ό χαθ^να; άπό
    μ&ς ν' άπαντήσει — σέ χάθε περίπτωση — σ' αύτή τήν έρώτηση: Ποιός είναι πίό χρήσ^ιος γίά τήν πατρίδα χαί τήν έ
    πανάσταση; Αύτόζ πού είναι δίπλα μου ή έγώ ; Είναι τό
    μόνο άληθινό χριτήριο. Ό πίό χρήσιμος πρέπει νά έπιζήσεί.

    Μά έμεΐς δέν εΐμκστε Βιετναμέζοι, δέν είμαστε παρά
    δημοσκητράφοί χαί μάλίστα ξένοι.
    — Ό Νγχέ χ* έγώ σχεφτήχαμε πώς ύπάρχουν έχατομμύρια πατριώτες }Μ*ς ίχανοί νά μ&ς Αντικαταστήσουν, 4νώ
    ίσείς δέν :ίοθε παρά δύο, γίά τή στιγμή, τουλάχιστον. Εΐναι
    κεφαλαιώδες νά γυρίσετε ζωντανοί, γίά νά ίξηγήαετε ποίά
    είναι ή ΑλήΦεια γίά τό Ν. Βιετνάμ χαί τόν άγω να μας.

    Γίά πρώτη φορά τότε & Νγχέ μ&ς 33ειξ& τή φωτογρα­
    φία τής οΐχογένειάς του. Μίά γυναίκα Αφάνταστα νέα χαί
    6 παίδίά πού μοιάζανε σάν σταγόνάς νεροΟ,
    τόν πατέρα

    182

    τους. Κί ώστόαο 6 Νγκέ, φυσικότατα, ήταν Χτοίμος νά Ovotor
    στεί χάθε στιγμή. Τ3χ: άποδείξεί άπεφες φορές.
    ^0 Νάμ {$γαλε άπ' τήν τσέπη wo τή φωτογραφία μίΛς
    νέας. *Ε!ναί ή γυναίκα μου, είπε, δέν έχουμε παώίά. Συ­
    ναντηθήκαμε τόοο λίγο, ό Νγκέ ^χ^ τύχη. ^Ητ^νε κολί^χό
    στέλεχος στό χωριό του στί διάστημα τής πρώτης Α ντίστα­
    σης, μπόρεσε νά παντρευτεί κχί νά χάνει πο^δίά. Έ γ ώ ήμουν
    τρία χρό'/ta άρρα6ωνία^νος καί παντρεύτηκα τότε μέ τό
    σύ;^φωνο τής Γ&νεύης. "Ενα μήνα άργότερα ίπρεπε νά χατκφύγω στά όρεινά χωριά γίά ν' άποφύγω τή σφκγή. Άπό
    τότε δέν ξανάδα ποτέ τή γνναίχα μου, οΰτε χάν ξέρω σέ
    ποίά φνλακή τήν χλ^ίσανί τόν ίπόμενο χρόνο.

    ΙΙόσοι καί πόσο: άπό μάς, λέει ό Νάμ, 5έν φτάσανε
    στήν ώριμη ήλίκία, δίχως νά γνωρίσουν τό τροφερό χάδι
    τής γυναίκας... Σπάνια μώ&με γί^ αύτά τά πράγματά.
    Τέλους ήθίχούς πόνους ίχουμε δλΜ μας. Γιατί νά 6αρύνουμε τόν γείτονα καί μέ τόν δικό μας καημό; "Ολοι μας γνω­
    ρίζουμε πώς γίά 5λες μ%ς τίς &νστυχί:ς !νας tlvon ύπ^ύθν/ος:
    ό 'Αμερικανός καταχτητής. Καί άγννιζόμαστε γίά νά τόν διώ­
    ξουμε. .. "Ολθί αυτοί πού συναντήσατε, ή Αιέν π.χ. πού ή­
    ταν άρχηγός στή γυναικεία μονάδα έπιμελητείας στρατού
    στό σύνταγμα X . . . . γιατί μένε: πάντα άνάπαντρη ; Γιατί
    2μεινε πκκή σέ κάποιον...

    Στό διάστημα τών έθδομάδων πού ζήσαμε μαζί & Νάμ
    καί &Νγκέ μ&ς μαθαίνανε λίγο - λίγο ένα σωρό πράγματα γίά
    τή δεύτερη 'Αντίσταση καί γίά τούς άνθρώπους τοΰ Νότιου
    Βιετνάμ.
    Κ ο ίτα ξε αί^τό τό δέντρο, ίλεγε ό ίίγκέ, ^ίναι φοινικιά
    καί τή λέμε *ντοοό* (duot.) Ό τα ν τό 1955 είχαμε χαταφύγει στά 6ουνά το5 Τάυ Νγχούγεν, κυνηγημένος δί­
    χως άλάτ:, δίχως ρύζι, αύτό τό φοίνιχόδεντρο ήταν 6 φίλος

    133

    μας στή ζωή χαί στόν θάνατο. Ή μοναδίχή τροφή πού μάς
    έπέτρεψε νά έπίζήσουμε ήταν τό μεδούλι τού ντουό.
    ^Είμαί γερός, τό 6λέπετε, ωστόσο ytà νά ρίξουμε ëva
    τέτίο δέντρο χρταζόντουσαν πολλά χέρια. Ό τ α ν τό χκτκφέραμε είμαστε τόσο Εξαντλημένοι ποΰπρεπε πρώτα νά ξα­
    πλώσουμε ytà νΑ ξανα6ροϋμ€ τή δύναμη νά φάμε. "Οταν Βέ­
    λα;^ νά ρίξουμε τρύχ ή μηνύ;Μϋτα στούς Ανθρώπους τών
    χίρίών δέν εΐχαμί χαρτί. Τ ά φτιάχναμε λοιπόν άπό λουρίδες
    μπαμπού άφοϋ τίς πρεσσάραμε. Τ ά χαλύτερα yt' αύτή τή
    δουλίά είναι τά ^λό - ό*. Ttà Χίμωλία χρησιμοποιούσαμε μαvtôxa, δπως χαί στά χρυφά σχολειά. Ό τα ν Αργότερα τό Μέ­
    τωπο Αποφάσισε νά 6γάλου;ί€ έφημερίδα, πολλές φορές χά­
    ναμε έπίθέσείς έναντίον έχθρίχών όχυρ&ν, μόνο χαί μόνο γίά
    νά τούς πάρουμε χαρτί.
    *Ό μ ω ς τέλείωοε έχείνη ή έποχή. Ό Εχθρός γχρεμίζεταί. Πpέπε^ νά περάσουμε τό ποτάμι άπ' αότή τή μερίά πού
    8Îvat 6ατό. "Εχε: πίό xet Êva γίοφύρί, άλλά είδες πώς elvat
    άναηναγμένο. Έ , λοιπόν, φέτος δέν τό Ανατίναξαν οί Αν­
    τάρτες. Τό 6ομ6άρδίσαν οί Άμερίχανοί. Ναί, 6έδαία, τώρα
    είναι ή σειρά τους νά σαμποτάρουν τά γκκρύρία χαί τούς
    δρόμους. Δέν τολμούνε τώρα πίά νά μ&ς χτυπήσουν άπό τήν
    ξηρά, χαί φο6οΰνταί πώς αότή ή γέφυρα χρησιμεύει γ ώ
    τίς μετακινήσεις τοΰ Άπελευθερωτ;χοΰ Στρατού*.

    Χιλιόμετρο μέ χιλιόμετρο, μέρα μέ τήν ήμέρα 0 Νγχέ
    χαί & Νάμ μας Αγάπησαν σάν πατριώτες. "Οταν μερικές
    φορές μέ συνόδευε χατ' έξαίρεση ό ΝΑμ, μέσα σέ μερίχά χω­
    ριά πού μποροΟσα νά πάω μόνο χαί μόνο γιατί εδχολα μεταμ­
    φιεζόμουνα σέ Βιετναμέζα, ένώ ό Νγχέ ίπρεπε νά μείνει
    μέ τόν Μπάρτσετ σέ χάποία 6Αση, στόν γυρισμό μάθαινα
    πώς & Νγχέ δέν είχε ήσυχία. Μέ τεντωμένο τ ' αύτί, γύριζε
    γύρω - γύρω Ανήσυχος γιατί τοΟ φΑνηχε πώς Αχούσε θόρυ&ο

    184

    μοτέρ πρός τό μέρος πού πήγαμε. Δέν ήσύχαζε παρά όταν
    μ&ς Ε6λ:πε νά γυρίζουμε. Τό ίδιο 5μως γινόταν χαί μέ τόν
    Νάμ* 6ίαζόταν νά γυρίσει κοντά στόν Μπάρτσετ πού τόν άγαπούσε σάν πατέρα του. Καθένας τους είχε άναλάΰεί άποχλείστίχά τόν Εναν άπό μ&ς, χαί είχανε πάρει χατάχαρδκ τήν
    άποστολή πού έχτελούσοίμε, προσπαθώντας όσο χ' έμεΐς νά
    μαζέψουν εϊδήσείς. Τόχαναν δπως θά χάναν χαί μίά μάχη.
    "Οταν άποχαίρετίό μαστέ ά Νγχέ μου πρόσφερε καμιά
    δεχαρίά τσιγάρα ποΰχε τυλίξει γίά μένα μέ μαϋρο χαπνό
    άπό τήν έπαρχίχ Τάυ - Νίνχ πού μοιάζει περισσότερο μέ
    τίς δ:χές μας γχωλουάζ*. Είχε χολλήσεί τό χαρτί μέ ρύζι,
    σ:6όμενος τίς έντολές τού στρατού έπί τής ύγίείνής.
    Είχε παρατηρήσε: πώς μο5 τελείωσαν τά τσιγάρα μου.
    Τίποτα δέν ξέφευγε άπ' τήν προσοχή του. Οΰτε ή χούρασή
    μου, οΰτε & χόπος πού μ<οΰχανε νά ξυπνήσω τή νύχτα, &ν
    γινότανε συναγερμός. "Ελεγε: ^Κοιμήσου ήουχα, &ν έρθουν
    τ' άεροπλάνα έγώ εϊμαί έδώ*. Καί χοίμόμουνα ήσυχη. Μή
    νομίζετε δμως πώς & Νγχέ ήταν μίά έξαίρεση. "Οταν δ Τού
    ή ό Βίνχ τόν άντίχαθίστοΰσαν, είχαν Χί αότοί γίά μάς, τούς
    Εύρωπαίους συντρόφους τους, πού δέν είχαν άχόμα συνηθίσει
    τή ζω ή τής ζούγκλας, τίς ίδιες άδελφίχές φροντίδες. Ά λ λ ά
    & Νγχέ *6 παλιός σύντροφος*, δπως τόν όνομώζουν ο! στρα­
    τιώτες, ήταν τόν πίό πολύ χαίρό μαζί μας. Μο&χε μάθει δ,τί
    ήξερε γίά τά φυτά χαί τά ζώ α τοΟ δάσους, μέ εϊχε περίποίηθεΐ, μέ ε!χε ένθαρρύνεί χαί προστατέψει μ' ëva του χα­
    μόγελο. 'Έ γίνε τόσο δίχός μου 5σο xt αύτοί γίά τούς όποίους,
    άπό τότε πού τούς Εχασα, με χατέχεί gνα αίώνίο αίσθημα μο­
    ναξιάς. Οί σύντροφοί τής δίχής μας Αντίστασης, οί συγχρατούμενοί μου στό ίδιο χελλί τής φυλαχής.

    * Μάρ^α γαλλίχοΰ λαΐχοϋ τσίγ&ρου.

    *"Ex-Sl· χιόνι τώρα στήν Εόρώπη; θ ά φύγετε &πό τήν
    'Ασία χαί στόν τόπο σ^ς $?vat χείμώνζς. ^Εχετε άρχετά ζε­
    στό πουλό6ερ;*.
    "Ετσι ά'/ησυχοΟσαν οί δυό μας φίλοί ^σαμε τήν τε­
    λευταία 3^γμή πού πίναμε τό τελευταίο Αποχαιρετιστήριο
    ποτήρι ραχί. Αύτοί πού δέν άνέΰηχαν ποτέ σέ άεροπλάνο, πού δέν ξέρανε τί θά πε! χιόνι, πού δέν είχαν γνωρίσει
    &λλη γή εξω άπό τή δ^ή τους, προσπαθούσαν νά- φανταστούν
    τόν γυρισμέ μας. <ίΠεΐτε στούς δικούς σας έχεΐ κάτω πώς θά
    άγων4ζόμαστε δ,τί Χί &ν γίνεί, θ' Αγωνιζόμαστε ?σαμε πού νά
    φύγει χί ό τελευταίος Αμερικανός*.
    &"Αν πρόχ^ίτα: έ πόλεμος νά χρατήσε: πολύ άχό]κχ,
    πρόσθεσε ό Νγχέ^ εχω γωύς πού θά πάρουν τό ντουφέχ( οτή
    θέση μου^. Καί σφίγγοντας τό Αριστερό του χέρ; μέ τό δεξί
    λέει άχόμα:
    *'0 γαλλικός λαός χ' έμεΐς είμαστε φ(λθί, $τσ^&.

    186

    XXXVI

    <**Αδέρφίκ, χάντε άχέμα έναν έλεγχο μήπως ξίχάόα^
    τίποτα^.
    ϋί
    ποΰχ^με δέοεί άνάμεσα σέ δύο δέντρα γίά
    τόν μεσημερ^άτίχο ύπνο ξαν^τ'^λίχτηχ'χν. Τ ά π^χέτα 3έθηχαν. Οί στραττίώτες ρίχνουν μίά χυχλίκή ματίά πάνω στή
    χλόη. Τ ά πάν.τκ sîvm πολύτψ% μέ?α στή ζούγχλα, πολύ πε­
    ρισσότερο άπά δ,τί elvat στά χωριά. Έ8ώ δ,τί ξεχνιέται
    χάνεται γ:ά πάντα, οί λίάνες χλείνουν χαί τά 0ά6ουν δστερα
    Από τύ 5tx6 ;ίας πέρασή. Μέ τό παράδειγμα τών στρατιω­
    τών μ^ί$αμε χαί με?ς τήν τάξη χαί τήν οΐχονομία.
    °^Οταν ένας Μ ρωπος άπό τή συνοδεία άρχίζεί νά οπέρyn τό όλίχό του, ^να χτενάχ^ ^να σαπούνι, ένα μαντήλι, αύτό slvat σημάδι ήθίχ^ς χαταπτώσεως. Οί σύντροφοί μας
    προσέχουν χαί τά δίχά μας πράγματα. Αότοί οί vsot χωρίχοί
    %χουν τύν t$to σε6ασμό γύά τήν χάμερα το3 Μπάρτσετ χαί γίά
    τό Stxô μου μαγνητόφωνο 8so χαί γίά τά δπλα τους πού δέν
    τ^ άποχωρίζο'/ταί ποτέ. Ηαθκκσμέ^ μί τήν τεχν^χή μελ$τοΟν
    τύν μηχανισμέ τους σάν νά ήταν χάποία μηχανή πού άποχτήσανε στό διάστημα
    μάχης. Γελάγανε άπό χαρά δταν

    187

    τούς 26αζα ν* Αχούσουνε τή χορωδία τ^ς μονάδας 4} τόν 6ομ6αρ5ίσμό πού μόλις ήχογράφησα χαί τούς ξλεγα πώς έχατομμύρία άνθρωπο: στόν χόσμο θ' Αχούσουν αύτούς τούς ήχους
    Από τ* άντάρτίχό τους. Πολλές φορές 6 ?νας ή δ Αλλος ρίσχάρανε τή ζωή τους χαί πεταχτήχαν ^ξω Από τό χαταφύγ40
    τήν ώρα τ&0 συναγερμού γί& νά μαζέψουν μίά &πό τις μη­
    χανές μας πού εΓχκνε μείνει Απ' έξω.

    Στή ζούγχλα χαί τό παραμίχρό άντίχείμ^νο Βχίί τή
    χρησ;μότητά του. Τά μίχρά χυλ^δρίχά χουτάχ^α 6που είχα­
    με τά φίλμ μας^ μίίναν σνή ζούγχλα. Τώρα χρη^μεύουν γίά
    τό xtvivo χαί τό Αλάτι, προστατεύο'/τ&ς τα, Από τήν όγρασία
    χαί τό πούσι. Κάποτε μοϋ ίδοσαν μίά ωραιότατη λαμπίτσα. Στό πίσω μέρος τοϋ χαθρέφτη είχαν ζωγραφίσει Sva
    3αμπάν σέ ήλίο&κκλεμ/λ. Ό τα ν τό χοίταξα Από πώ χοντά
    είδα πώς ή πρώτη &λη ^}ταν Sva χουτί Από àp^pÎx&vtxi^ χονσέρ6α. Τά διάφορα πράγματα πού χατασχευάζουν τά στρα­
    τόπεδα τοϋ Άπελευθερωτίχοϋ Στρατοΰ 8έν είναι ;^όνον πολύ
    πραχτίχά, Εχουν χαί Αμίμητη χάρη τΫ)ς λαΓχ% Ασίατίχ^ς
    τέχνης. Μάρτυς μου αυτή ή τσαγιέρα πού χρησίμων: χαί γίά
    χύπελο χαί πού μοϋ τήν προσφέρανε σ' ενα σχολείο τοϋ δά­
    σους. E?vat ένα χοίνότατο Αντικείμενο. Αλλά 4 Μ., ενας
    ύπεύθυνος τοϋ Μετώπου, π^ραστίχός γίά τήν Σαϊγχόν, χατάλα6ε πώς ε!χα έρωτευΰεΐ αότή τήν τσαγιέρα... χαί χατάφερε νά μοΰ τήν χαρίσουν. 'Από ένα χουτί φαρμαχε^χό γεννήθηχε, χαμμένο στόν 8ο τομέα τοϋ ΙίαρκκοΒ. Προσθέσανε
    2να μετάλλινο χεράχί τυλιγμένο μέ νάυλον χλωστή γίά νά
    μήν χαίγεσαί 5ταν τήν π ίά ^ ς χ* ^χ&ί ζεματιστό νερό. Τό
    οχέπασμα, όλο τρυπίτσες, είναι τό ESto ποΰχλίίνε απέναντι
    άπό τό χερούλι. Ιδεώδες γίά τά χαταφύγία, γ:ατί προστα­
    τεύει τό τσάί σου Από τά χώματα πού πέφτουν, Αλλά χαί

    188

    άπό τήν ξφοδο τών έντιμων τό 6pà$t, πού ι:ά 6ρίσχ<ίς 5λα
    μέσα ατό φλυτζάνί σου.

    'Από τδντ. στρατόπεδο στ' άλλο, οί στρατιώτες χάνανε
    5να σωρό δώρα στόγ ^θείο χαί τή θεία*, χαθώς μάς ôvojtàζουν τ άγόρία πού είναι 5λα τους 16 μέ 20 χρόνων. Χρή­
    σιμέ δώρα. Ένα. νάυλον γίά χαμουφλάζ ζωγραφισμένο μέ
    μοτίΰα πά'/θηρος, άπό άμερίχανίχό άλεξίπτωτο.
    ^"Εχετε άνάγχη άπό ένα τέτ:ο 5ταν περν&τε άπό άχάλυπτες περιοχές. "Επείτα άπαραίτήτως πρέπεί νά σχιπάζεταί χάθε άντίχείμενο πού γυαλίζω γίά νά μήν τρα6άεί τήν
    προσοχή τών Άμερίχανών πιλότων. Καί σάς, γυαλίζουν οί μη­
    χανές χαί χυρίως τό ημόνί τοΟ ποδηλάτου. θ ά τά τυλίξετε
    δλα μ* αότό τό ύφασμα. Έ τσ ι θά 6γεΐτε Χί άπό τόν χόπο νά
    μαζεύετε χάθε φορά φύλλα χαί χλαδίά γίά νά τά χρύ6ετε^.
    Μάς δόσανε άχόμα φλυτζάνία χαί κουτάλια πού φτιά­
    ξανε άπό τό ντουραλουμίνίο τών άεροπλάνων πού ρίξανε. Χει­
    ρόγραφα πούματα... Ά λ λ ά χυρίως, οί νέοι τών διαφόρων
    μονάδων πού μάς όποδεχτήχανε, προσπάθησαν νά μ&ς ταίσουν
    &σο γινόταν πίό χαλά. ^Ηταν περήφανοι πού τούς διαλέξανε
    γίά νά τούς έπίσχεφθοΟν οΐ ξένοι χαί χάναν δ,τύ μπορούσαν
    γίά νά τούς τιμήσουν. 'Επί ώρες συζητούσαν γ(ά τό γεϋμα
    τό 6ράδί, μέ τόν σύντροφο πούταν ή σείρά του νά μαγεψέψεί.
    Βέ6αίκ όπ^ρχ: τό χοτόπουλο — άπό τά πουλερικά πού
    μεγαλώναν οί στρατιώτες — χαθώς χαί ρύζί χαί άφθονα ψάpta. Αύτά μάς φτάναν χαί μάς περίσσευαν. Ά λλά οί νέοί
    μας μέ τό πνε&μα φιλοξενίας τών χωρ*χών έννοούσαν νά
    ;^ς προσφέρουν Εδέσματα πολύ πίό έχλεχτά.
    *Ετσί, 2να πρωί 6 Χάί χαί 6 Λίέμ παρουσίάστηχαν
    μπροστά μας χρατώντας άπό τήν οΰρά δυό χοντρούς άρουραίους. cMô^ τρώγανε τό ρύζι μας, δυό μερόνυχτα τούς πα­
    ραφυλάγαμε*. Οί φίλο: μας ήταν τρισευτυχισμένοι. Οί άρου-

    189

    ραΐοί τοΟ δάσους ebon μεζές καλύτερος Χί &πό τό χουνέλί.
    Μάς χοίταζαν λοιπόν νά τρώμε τούς δυό ποντ4χούς τους χαί
    λάμπαν άπό τήν χαρά τους γ:& τή δ;χή μας ύποτίθετοί Ευχα­
    ρίστηση.
    Μίά &λλη μέρα μάς σερ6ίρανε σχαντζόχοίρο κού είναι
    πραγμαπχά νοστιμότατος. ^ΕΙναί πολύ δυναμωτίχός χαί στήν
    ήλίχία σας, θείε χαί θεία, χρείαζόσαστε δυνάμεις γίά νά συ­
    νεχίστε τό ταξίδι σας*. "Αδίχα διαμαρτυρόμαστε λέγοντάς
    τους πώς είμαστε μίά χαρά άπό ύγιία* ό ΰπεύθυνος τον χυνηγίοΟ ξενυχτοΟσε γίά νάχουμε τό πρωί πρίν ξυπνήσουμε μίά
    χαλή μερίδα ψητό πίθηΐίο.
    Στά έρείπία τοΟ Άνγχόρ, στή Νοτίοανατολίχή "Ασία,
    είχα περάσεί πρίν άχούγοντας τά παράξενα σφυρίγματα τών
    πί&ήχων, πού είναί ή λα)^ά τους. Είχα ξετρελαθεί μέ τά θαυ­
    μαστά τους πηδήματα άπό χλαδΐ σε χλαδί. 'Από χοντά, αύτός 6 πί&ηχος — γί66ων — Ασπρος ή μαύρος, eüvat ?6toç
    μέ τήν μάσχα τοΟ 6ασίλίά τών πίθήχων τής Κίνέζίχης "Ο­
    περας. 'Αλλά οί πΐθηχοί δέν ξέρουν νά σχά6ουν χαταφύγία.
    Κ* ένώ τό -κούνταγμά^ μας έχανε γυμνάσια, τό δάσος δέχτη
    χ€ άρχετά 6ομ6αρδίστίχά σφυροχοπήματα μέ μοναδίχό Απο­
    τέλεσμα τόν 6αρύ τραυματισμό μ:&ς πίθηχ^νας χαί τοΰ μωρο&
    της: χάπου 60 χ;λά ώραίότατο χρέος πού φυσικά μοσχοφάγαμε.
    Τήν άλλη ;^έρα & Μπάρτσετ, πάντα ξύπνιος άπ* τίς
    τρεΤς τό πρωί, γίά μίά άχόμα φορά μαγνητοφωνούσε τό χαλημέρίσμα τοΟ ήλίου άπό τούς πίθήχους, Εναν παράξενο αΰτο
    σχεδίασμό, δλο μυστήριο, πού δέν χουραζόμαστε ν' άχοϋμε.
    Μόλις ξύπνησα μοΰ λέει 6 Μπάρτσετ μέ ΰφος περίεργο:
    ^"Αχούσε αότό πρίν σ6ήσω τήν ταινία*. Κί άχουσα τόν πα­
    τέρα πίθηχο νά χλαίεί. "Εχλαίγε τή γυναίχα χαί τό παίδί
    του πού σχστώθηχαν άπ* τή 6όμ6α. Δέν ήταν τό γνωστό μας
    χαλημέρίσμα στόν ήλ:ο, ήταν τό γοερό παράπονο ένός δντος
    πού ξυπνάν, άναθυμίέταί χαί ξεσπάεί σ' 2να φλαμένχσ όξύ-

    190

    wco πού μθ4&ζεί. μέ χρα,υγή τρέλας, Κ<χτκχ-τήμ<κμΕ μ^
    άτάσ% χομμένη. Δίχως μίλίά, σνμγωνήο^μί πώς &τρ*πζ
    θ6ήσοομ; αότή τήν έγγραφή. Δέν θέλ^μ^ νά ΐήν πάρου^
    μαζί μας.

    191

    XXXVH

    Η μάχη τοΟ Μπίν σημαντίχή χαμπ^ τοϋ πο­
    λέμου, ξάφν:ασ$ ?έ ίΐ^ντάγωνο χκί τοΟ άποχ&λνφε τήν
    5παρξη xat τη δύναμη τον στρατοϋ τον Matdmou. *Axoùμ$ στ& τρανζίστορς μας, χάπον στη ζούγχλα, τάν σχολια­
    στή νά Α^γγ^λλίί σέ 5λες τίς γλώσσ:ς τήν πανωλίΟρ!α πού
    ίπαθαν τά χο6βρνητίχ& χαί i^ptxavtxà στρατί ^)ματα.
    Σίγουρα ^}ταν ή μεγαλύτερη ^ττα &?c6 τότί ιτού &ρχί?& 5 πό­
    λεμος. Άναρωτίάγτκν πο:ές ^ταν οί μέθοδοί τοΟ <^ταχ^χο3
    στρατοϋ των 6:ετγχόγχ^ πού &να5ύθηχε μ^οτηρκ^^ς μέσα
    άπ' τ& Ο&μνα 7j τή γή, σάν &xi μαγεία,
    ëva μέρος πού
    χανένας δέν τ^ν πΐρίμενΕ.
    Ε?μαατ^ ot μοναδίχοί άνταποχρ^ές Από τή μίρ:& rf/ς
    ζούγχλας. Μπορούοαμ: ν* ΑπαντήΊοομ: στ^ς έ ρωτήσω n πού
    χάναν ot συν&δελφοί μας. "Οχί χολό μαχρίά Από τό Πίατρο
    των έπίχεψήσίων 6λέχομε ττός άξίωμκτίχούς πού μάς είχαν
    ύ^οδίχτεί, μόλις τέλ ειω ν ή μάχη, τούς 6λέπαμε ώρα μέ
    τήν Αρα νά παραλαμ6&νουν άπό τούς σσνδέσμονς πού φτά*
    νανε χά6ε τάοο μίχρ& λεπτογραμμένα σημειώματα^ πού &ν&tpepav τά τελευταία νέα &π' τή μάχη.

    192

    Σ ' κύτή την προνο)^αχη θέση δέν μάς ελείπε τίποτα,
    έξω Από !να τηλέτυπο γί& νά στείλουμε τίς έντνπώσεί( μας...
    τέλος, ?τίς 4 '!%νοοαρίου τό Απόγ^^α, 5νας
    Αξίωματ:χός του 'Ai^.euOspMuxoO Στρατοί μάς χά).€σ€ οέ
    μ;& σονέ^τευξη τύπον ^ οχί πολύ μκχρίά άπό τό Μπίν - Γχί&.
    τελ$υτα^<χ φάση τής Î^X^s είχε τίλ^ώσ^^
    Η σονέ'/τευξη πρ&γμ&τοπ9ίηθηχ5 χάτίύ Από τό xa;tov<yXipn?pa μί^ς φυτέίχς. Γύρω μ ^ , χζθίσμένοί Αναχ^^ρχουδα,
    p^ptxoi 5ημοσίογρΑφοί χτ^ φωτογράφοι τών δίΛψόρων έντυπων
    τοΟ Μ.Ε.Α. Οί οτρΛτίώτες ίΐχ^ν άπλώσεί χ^τά γής !ν^ν
    μίγΑλο χϊίρ άγραφο χάρτη. Στό διάστημα τ^ς ίχθέσίως, ο!
    &$m^antxoi, ξαπλωμένοι στις αιώρες τους, ξίχουρΑζοντκν
    Απ* τη χτεσίνή μάχη. "Ενας σ<^/Αγ$ρμός πού σι^μανε, δέν
    δίέχοψί τήν &χθίση τοΟ άςίωμκτηίΰΰ.
    ΑύτΑ πού μάς έξέθ^σε xoci οί μΰφτορ!$ς των Απλών σψχΌ,ωτών, νομίζω πώς elvan τό xXctSt πού μπορεί νΑ μάς 4δηγησ^ νΑ χαταλΑ6ουμ5 τις δσο rie t χ^ί πίό θ^μα-τίχές νίχες
    τοΟ ^ΑπίλίοθερωτίχοΟ Στρχτοϋ, iyavtiov ένός έχθροΟ πού
    δίαδέΐΐί άρίθμητίχ-ή ύπεροχή, πολύ χαλύτίρον Οπλισμό χ ^
    &ποχλε4?Τ4χ& ττ^ν άίροπορία.

    ^θεωροΰμε πώς ή ]λΑχη τού Μπίν - Txt& &ρχκ3$. στ:ς 6
    Δ:χΕμ6ρώυ τον 1964, ^ίπ$ ό ΑξκιίμχτΜίός
    θάνχ - Αόνγχ.
    Κρ&τηρΕ 5ηλα3γ) eVK μήν$. 'Απ' τήν Αρχή ^σ^με τό τέλος
    πολέμησί ή
    μονΑ5α^ πολλές φορές ύπό τόν χατο^γισμό
    *?χοσί 6ομ&χρ3ίστ;χών x^t 80 ίλίχοπτέρων μ^ζί (Αριθμός
    πού δόθηχε Από τόν Αντίπ&λο).

    ^Ξεχ^οκμε την επίθεση, χτνπώντκς χατκμεσ*ή(ίερο τό
    στρίχτηγίχό χωριό τού Μπίν - Γχ:Α δποο βρίσχόντουσκν συγχεντρωμένοί ίξη χ^Α$ες χωρίχώ. Αότή ή πίρίοχή, έξηντ<χπέντε χ^ίόμετρα Από τη Σαΐγχόν, θ6ωρούντ&ν Απολύτοϊς
    σίγουρη Από τόν χκτκχτητή χαί τούς δημόσιους όπαλλ^λοος

    193

    τών Ανδρεικέλων, πού τήν διασχίζανε συχνότατα γίά νά πίνε
    νά περάσουν τό Σα66ατοχύρ:αχό τους στό Άχρωτήρ: τον
    Σαίν - Ζάχ. Έχτός αύτοΟ, δλα τ& γύρω σ τ ρ α τ η γ έ χωρίά
    χατοίχοΟνταί Από xaQoXtxoû; συμπατριώτες μας πού ήρθαν
    πρόσφυγες άπό τόν Βορρά χαί γίά πολύν χαψό έπηρίάζονταν Από τήν προπαγάνδά τοϋ Ντ^έμ.
    ^'Αλλάζουμε συνεχώς μεθόδους ταχπχ-ής στίς έπ^θέσε^ς
    πού χάνουμε. Ό έχθρός περίμενε πώς μπορούσε νά έπ^θοΟμ5 νύχτα χκί άπό τά έξω. Έ νώ έ ^ ΐς , χάρη στή 6οη0&ία τοϋ
    πληθυτμοΟ, ποδχαν ύποχρεωτ4χά συ*^χεντρώσεί, έπ^Εθήχαμε
    Από τά μέσα χαί πρωί, αίφνώίάζοντας ^τσΐ τή φρουρά τοΟ
    Μπίν - Γχίά. Στην πραγματίχότητα δέν ύπήρξε Αντίσταση
    Απ' τούς χυ6ερνητίχούς μισθοφόρους γιατί παρέλυσαν άπό
    τόν πα'Λχό. Δυό μέρες Αργότερα, έπίτεθήχαμε στό μεγάλο
    χέντρο τής έπαρχίας, τό Ντά - Ντό, στά νότία τού Μπίν - Γχίά.
    Καί έχεί, χάρη στόν Αμαχο πληθυσμό χαί στούς πατριώτες
    πού όπηρετο&ν στίς χυ6ερνητίχές τάξεις, μπορέσαμε νά εισ­
    χωρήσουμε ίσαμε τις έχθρίχές θέσείς. "Ο έχθρός είχε τερά­
    στιες Απώλειες, έμεΐς χαμίά. Αργότερα μάθαμε πώς οί είδίχοί του ψυχολογίχοΰ πολέμου Αράδίασαν τά πτώματα τών μι­
    σθοφόρων, 6αφτίζοντάς τα ^πτώματα 6ίετχόγχ* χαί φωτογραφίζοντάς τα. Αύτή ή Αθλια Απάτη δέν ξεγέλασε χανένα,
    πρώτα γιατί Αναγνωρίσανε πολλούς Απ' αυτούς Αλλά χαί γίατί ε?ναί γνωστό πώς ό Άπελευθερωτίχός Στρατός δέν έγχαταλείπεί ποτέ οδτε τούς τραυματίες οδτε χαί τούς νεχρούς του.

    *"Οταν χυρίεύουμε ένα άχυρό ή χάποί,ο στρατηγίχό
    χωριό, συχνότατα 6 Άπελευθερωτίχός Στρατός θέλει νά
    προσελχύσεί πρός αύτή τήν χατεύθυνση έχθρίχές ένίσχύσείς.
    *Ετσ: γίνηχε χί αυτή τή φορά. Δέν διαθέτουμε, δπως οί Άμεptxavoi, μηχανοχίνητα, τζίπ , χαμώνία, Αμφίΰία, έξαχολούθησε δ Αξ(ωματίχός, Αλλά μεταχειριζόμαστε

    194

    τά μηχανοχί-

    νητα του έχθροΰ, ύποχρεώνοντάς τον v&pOn έχει πού έ;^!ς
    έχουμε προετοιμάσει τό Εδαφος γ(ά μάχη.
    y"Ετσι, στίς 9 Δεχεμ6ρίου, φτάνοντας άπό τήν Μπάρ:α,
    μέσω τής 2ας δδού, μίά φάλαγγα άπό δεχατέοσερα ΟωραχίΟ]^να άμφίδία τύπου *Μ 113*, $πε?ε στά δίχτυα μας. Τό πρ(ύί
    μεταφέρθηχαν δυό λόχοι άπό τή Σαίγχόν άεροπορ:χώς, γίά
    νά άναχαταλάΰουν τό Μπίν - Γχίά.
    *Δέν μάς ένδίαφέρανε τόσο, $30 τά τάνχς πού στέλνανε
    γίά νά τούς στηρίξουν τό ήθίχό. "Ενας στρατιώτης πού
    πήρε μέρος σ' αότή τήν έπίχείρηση μοΰ τό δ^ηγήθηxε έ τ^ :

    χ— Κάτω άπ' τή σχέπη τ&ν δέντρων (popitt^vot τούς γυλtoύς μας χάνα^ δέχα χώίόμετρα σχεδόν τρέχοντας γίά νά
    μή μάς ξεφύγει ή λεία μας. Ή έχθρίχή άεροπορία προετοί­
    μαζε τό δρόμο τ&ν
    113*, ρίχνοντας 6ροχή πάνω άπό
    τό δάσος ρονχέττες. Δέν ε?χ<^ί.ε xatpô νά σχάόουμε χαταφύγια. Είμαστε σάν θάμνοι Χίνούμενοί χάτω άπό τά φυλλώ­
    ματα πού μάς χαμουφλάραν. Τέλος, δ'.αχρίνουμΕ τό δρόμο.
    Η φάλαγγα φάνηκε. "Ολο τό δάσος 3ίωπ&.
    Έαφνίχά ή σάλπίγγα χτυπά. Σ' αότό τό σύνθημα, οί
    Βάμνοί ξεχύνθ'/rat πρός τό δρόμο. *0 λοχαγός, ό σύντροφος
    Τ..., ττηδάεί πάνω σ" ενα θωραχίσμένο, άνεμίζοντας τ?] σημαία δπου εΐναί χεντη;λένες οί λέξεις «Κουγέτ - θάνγχ^ (Ά ποφασίσμένοί νά νίχήσουμε), σύμ6ολο του στρατοΰ μας. Οί
    μίσοί χτυποΰν τούς 6ο*ηγούς των θωραχίσμένων, όκοχρεώνοντά τους νά σχύψουν γίά νά προφυλαχτοΰν, οί άλλοι πηδούν
    iv τΑ μεταξύ πάνω στά
    113* χα{ πετοΟν χίtpo6oμ6ίδες.
    *Τά <Μ 113c elvat μεγαθήρια πού πάψανε νά μΑς χά­
    νουν νά χύνουμε χρύο ιδρώτα άπό τότε πού άνχχαλύψαμε τήν
    άδυναμία τους. Λόγω τοΰ άπερ6ολίχοΟ τους 6άρους, λαχανίάζουν εΰχολα δταν άνε6αίνουν σέ πλαγιές ή σέ μίχροφράγμκτα ρυζοφυτείας. Ό τα ν 6ρεθο9ν μπροστά σέ ξερό ποτάμι άδύ-

    19^

    νατό νά ιό διασχίσουν, πρέπει Va περιμένουν νά χατε6άσ^
    γερό.
    *Στή μονάδά μα-ς εχουμε δυό ά&έλφία. Οί δυό τους, μόvot, έχείνη τή μέρα τ?}ς 9ης Δεχεμ5ρίου χαταφέρανε νά πά­
    ρουνε ενα τάνχς. Πριν άπ' δλα πρέπει νά δράσεις χεραυνο6όλκ, &ίχως χανένα οκτταγμό. Ν ά σταθείς χο'/τά στόν έχΟρό,
    χολλημένος πάνω στό όί^κλ, ώστε νά μήν μπορούν τά χανόνία νά γυρίσουν πρός τά πάνω σου χαί νά σέ φτάσουν, too- {ίσα στη ^εχρή γωνία.. *Επε^:κ πρέπει '/ άφήσείς τόν άντίπαλο νά πλησιάσω όσο γ^vετα^ πίό χοντά πρίν φανερωθείς*
    Τ ό τε πείίέσκί, χολλ^ς σχεδόν άπάνω του, αυτός παραλυεί
    χαί δεν Tcpoorxtvst ν^ άμυνθεΐ.

    >^HpOs χ' ή άεροπορία, άλλά φόδόταν μ*ή χτυπήσει τούς
    δίχούς της στρατιώτες μέσα. σ' αύτό τό άναχάτεμα. Άπ^ τήν
    &λλη μερ:ά, ^χεΐνο: πού είχαν χυρίεύσεί τά θωραχίσμένα, γύ­
    ρισαν τά xavôvta τών «Μ 113ρ πρός τόν ουρανό, ρίχνοντας
    ετ<κ τέσσερα, άεροπλάνα. Σ ' δλη τη ^ίάρχεία τ^ς μάχης έιαχρατούσε gνα σύνθημα,: #"Οταν ξ^χίνήσουμε δεν όΜσΟοχωροΰ^ ποτέ^.
    )&Τά 5εχατέσσερα
    113ν χαταστράφηχαν. *Ενα &π"
    αυτά πού προσπάθησε νά ξεφύγεί άπό εναν παραπόταμο 6υθίοτηχ^, τόσο ήρταν δίάτρητο άπ' τίς σφαίρες μας. Έννίά
    Άμερίχανοί σχοτώθηχαν μόνο σ' αΰτή τήν έπίχείρηση. ^Ο­
    λος 5 6κρύς όπλίσμός μεταφέρθηχε στόν στρατό. Τά έλαφρά
    όπλα τ άφήσαμε στούς τοπίχούς Αντάρτες. Στό γυρισμό, φορ­
    τωμένοι τά λάφυρα, χαταχεφοχροτηθήχαμε άπό τούς χωρίχούς, πού είχαν συμ6άλεί σημαντίχά στη νίχη μας. Τ ά χορίτσία σ* δλο τό $ίάστη;ία τ^ς έπίθεσης μας τροφοδοτούσαν
    μέ πολε^φόδία. ΟΕ πληγωμένοι μας είχαν χίόλκς μεταφερθεΐ — δοο χρατοϋσε άχόμα ή μάχη — χαί 6ρίσχονταν στά
    χίνητά χειρουργεία πού είχε χίόλας στήσει ή ύγεωνομ^χή
    υπηρεσία το& στρατού^.

    196

    Καί νά πως σχολίασε & Αξίωματ^ός τή δίήγηοη τοΟ
    στρατίώτη τον:
    «Εκείνη τήν ή{^ρα, έπε^δή άπρεπε νά δράσουν xspat)νο6όλ%^ 5έ'<! μετ<λφέραμε οΰτε χ<ανό'/ί-α ούτε μπαζούχες. Ά λλΑ
    οί Αντρες μοίς Είχαν μίάν Αναμ^σοήτητη Υπεροχή πάνη) στ&
    θωρακισμένα χαί τΑ 6oμ6αpδ^στ^κA. Τό όψηλό ήθίχό τους.
    Λύτό χ#ί μ^νο .έπέφερε τήν καταστροφή των Αμφί6ίων τάνκς
    NoS/1.
    ^Ιίρέπε: νά σημειώσω, προσθέτει ό Αξίωματίχός δείχνον­
    τας μέ τό μολύ6ί πάνω στό χάρτη, πώς ή γείτονίχή φρουρά
    δέν ^χανε οΰτε τήν παραμικρή προσπΑθεία. νά €οηθήσεί τήν
    μηχανοκίνητη μονάδα πού 6ρίσχόταν σέ τόσο δύσκολη θέσ?;,
    Ε^ναί τυπικό παράδείγ;Μί τοϋ ή8ίκο0 καίέ της Αλληλεγγύης
    πού χαρακτηρίζει τούς Αντιπάλους μας.
    *Ύ στερκ Απ* αύτή τη νίχη εγίν^ν Αλλεπάλληλες έπ(θέσείς σ' 5λη τήν περιοχή, 8ποο στρατιώτες χαί Απαρτες
    Αλλάζανε συνεχώς τκχτίχή γίά νά παρενοχλοϋν τόν ^χϋρό.
    Μά Αποδείχτγ^χε πώς ενοί Από τά KÙpw Αποτελέσματα, τής
    μάχης τοΟ Αίπίν - ΓκίΑ ΰπήρξε ή έξόντωση των έφεδρίκών
    έπ^έχτων μονάδων, πού ήταν πολύτ;μες γίά τήν υπεράσπιση
    τής Σκΐγχόν. Πολλές φορές, πραγματικά, & Απελευθερωτι­
    κός Στρατός περ φρόνησε τόν ταχτικό στρατό μέ τό σπασμένο
    ήθίχό, γίΑ νΑ χτυπήσει χκτ" εύθείαν τούς ΐδίΟ^ς τούς Άμερσανούς χαί τίς μονάδες των χομάντος τους, έξολοθρεύοντας
    κυριολεκτικά δύο τάγματα.

    ^Στίς 17 Δεκεμ6ρίου Αποφασίσαμε νά στήσουμε ένέδρα
    στήν &δό No 15, πού άδηγεΕ στό Αχρωτήρί Σαίν - Ζάκ. ΐΐ
    κίνηση ήταν αδιάκοπη^ στήν πραγματικότητά ήταν Α5ύνατο
    ν& κρατηθεί μ υ ^κή ή έπίχείρηση. Οί κάτοικοι εκείνου τοΟ
    τομέα κα,ιαλά$ανε &τί χΑτΰ έτοίμάζουμε. ^Αποφασίσαμε νΑ
    τούς δείξουμε έμπίστοσύνη. Κι Αποδείχτηχε πώς χάναμε πο­

    1ί)7

    λύ χαλά. Γιατί %χί μόνο χρατήσανε τό μυστίχό Αλλά χαί
    μβς 6οήθησαν νά σχάψουμε ενα όλόχληρο δίχτυο Από χαραχώματα χαί στοές γίά νά χκμουφλαρκ?τοΰ;Μ.
    *Μόλ:ς έμφανίστηχαν οί τρε?ς μηχανοχί'λ)γ?ες φάλαγγες
    Αφήσαμε νά τνεράσε^ ή πρώτη δίχως νά άποχκλυφτοϋμε. Ρ&χτήχαμε πάνω στή δεύτερη χαθηλώνοντάς την στά 5δαφος.
    Κί οίότή τή φορά οί στρατιώτες τής πρώτης, πανευτυχείς πού
    τη γλύτωσαν, ούτε γυρίσανε πίσω τους νά βοηθήσουν τούς
    δίχούς τους.
    ^Ταυτόχρ^να οί δυνάμεις της Σκίγχόν Αναχαταλαμ6άναν τό στρχτηγιχό χωριό τοΟ Μπίν - Γχίά. Γ&ά μ^άv Αχόμα
    φορά, στίς 27 Δεχεμ6ρίου, επίτεθήχαμε αίφνίδίασπχά, δχί
    πίά τήν ή]ίέρα δπως τήν προηγούμενη φορά, άλλά τά μεσά­
    νυχτα μέ άδηγούς τούς τοπιχούς Α'/τάρτες. Ή χαίνούργία
    φρουρά των Ανδρείχέλων έτέθη έχτός μάχης. Οί χωρίχοί 6ρήχαν τήν εύχαίρία γίά ν* Αποτελειώσουν τό γχρέμκηκχ τών
    φυλαχίων χαί νά ξεριζώσουν τά συρματοπλέγματα.
    *Εέραμί πόσο & έχθρός εδίνε σημασία σ' αύτή τή στρατίωτίχή περ^χή, χαί είμαστε σίγουροι πώς θά ίστελνε èvtσχύσείς. ϋροετοίμκστήχομε Ανάλογα λοιπόν. Δυό πλήρη
    τάγματα πού έπεσαν μέ Αλεξίπτωτα εΰχολα τά συγχράτησαν
    οί Αντάρτες. "Αλλωστε α&τό θέλαμε. Νά τούς χάνουμε νά
    πιστέψουν πώς μόνον οΐ αντάρτες χάναν τήν έπίχίίρηση.
    "Ετσ: στίς 29 Δεχεμ6ρίου, δταν οί Άμερίχανοί στείλανε μέ
    Αλεξίπτωτα τό 33ο τάγμα των Ρέντζερς, 2να Από τά 11 έπίλεχτα τάγματα πού ΑποτελοΟν τήν μο*^αδ:χή στρατηγίχή
    έφεδρεία τής Σαϊγχόν, ευχολα γίνηχε ή πρώτη μας λεία.
    *Τή στιγμή πού τό 33ο τάγμα üxavs χυχλωπχή χίνηση
    γύρω Από τό χωριό γίά νά Αποχλείσεί τούς Αντάρτες, έμεΐς
    τούς έπίτεθήχαμε ξαφνίχά άπό πίσω. Ά π ό τίς πρώτες στιγ­
    μές χιόλας Εξοντώσαμε τό Αρχηγείο. ΙΙανίχόδλητος & εχθρός
    δέν μπόρεσε νά ξεφύγεί Από τά συγχεντρωμένα ιτυρά μας.
    *Ρίξαμε 14 Αεροπλάνα, χάρη ατούς Αμερίχάνίχους δλ-

    198

    μους χκί τά όπλοπολυ6όλα τους, τόσο χρήσίμ^ γίά τήν àvitαεροπορίχή άμυνα.
    *Τή ν έπόμενη νύχτα & έχθράς έγχατέλείψε στό πεδίο
    τής {Μχχης τούς τραυματί:ς του δίχως χαμ:ά 6οήθεία, άπ' τό
    φόοο μί&ς δίχής μας νέας έπί θέσης. Ο πληθυσμός τοϋ το ^ α
    είχε τόν χαψό -νά μαζέψει τά δπλα τους χαί ot Αντάρτες
    χάνανε πλούσια συγχομίδή. Τήν άλλη μέρα, χάπου 100 έλίχόπτερα φέρανε χα:νούργίες πάλ: ένίσχύσείς μέσα στό χωριό.
    'Ωστόσο, οί στρατιώτες τής Σαΐγχόν δέν τολμούσαν άχόμα
    νά ξεμυτίσουν, προσττά&ησαν δμως νά έξανκγχάσουν τόν πλη­
    θυσμό νά πάε&, άντί γ ί' αύτούς, νά μεταφέρει τούς τραυμα­
    τίες τους. Οί ίγχλείστοί χωρίχοί άρνήθηχαν προφασ^όμενοί
    <=τόν φό6ο τών 6ίετχόγχ*. Στό τέλος οί Άμερίχκνοί σύμ6ουλοί είχαν τήν μεγαλοφυή ίδέα, γ ίά νά ξεμπερδεύουν, νά δια­
    τάξουν τόν άεροπορίχό 6ομ6αρ8ίαμό τοϋ πεδίου τής μάχης,
    γίά νά ξεχάνουν τούς ενδεχόμενους 6ίετχόγχ. Βομ6αρδ:ομός,
    πού είχε φυσίχά σάν άποτέλεσμα τό αποτελείωμα άρχετών
    τραυματιών...
    *Μόνο ϋσιερα άπ* αάτό τό σφυροχόπημα τόλμησαν νά
    προσγείωθ&ϋν τά έλίχόπτερα γίά νά μαζέψουν τούς έπίζήσαντες.

    *Έχείνη τήν ήμέρα γίνηχε ενα μεγάλο πήγαινε - ελα
    ^ιπταμένων αετών*. Οί χωρικοί μέ τις συγχλίνουσες 6ολές
    τους χατάφεραν νά *πίάσουν 2να ζωντανό^. Δηλαδή δέν τό
    άφησαν ν' άπογείωθεΰ Μέσα 6ρήχκν τά πτώ]Μίτα τεσσάρων
    Άμερίχανών χαί τά 6aptà δπλα άΟίχτα.
    *

    Γνωρίζοντας άπό πείρα πίά, οί άξίωματίχοί τοΟ Μ ετώ­

    που κερίμεναν στά σίγουρα πώς οί ^Αμερίχανοί γίά νά ;Μίζέψουν τά πτώματα χαί τόν δπλίσμό πού άνήχε στήν ^άνώτερη
    ράτσα* θά θυσίαζαν άχόμα ^να σώ;Μ( έπίλέχτων. Πράγμα

    HM)

    πού φυσίχά δέν χάνανε δταν έπρόχείτο γίά πληγωμένους χαί
    -ωχρούς τού στρατού τ?}ς Σαίγχόν^.
    Κάποτε τό 3^γήθηχ)χ αότό σ* ^να φίλο 'Αμερίχανό,
    Svav άπό χείνονς τούς θαρραλέους διανοούμενους πού άγωνίζοντχί έναντίον της ένοπλης επέμβασης τοϋ Πενταγών<^ οτό
    Βίίτνά}^ Αύτός λοιπόν νο)^ζει πώς τό ;^ ζεμ χ των πτωμά­
    των δέν γ ίν ε τ ε μόνο γίά νά άν$6εΐ τό ήθίχό τών *Λμερίχανων στρατιωτών, άλλά έπίση; γίά μ ^ 6ρωμερή ίστορία χρη­
    μάτων. Οί ά?φάλείες δέν κληρώνουν τ ' Ασφάλιστρα πού ύποχρ^ώνονιαί ν& χαια6άλουν στό στρατό ό όποίος ;n ià χατα6άλεί μέ ϊή σίίρά του 2να [ίέρος τού ποοοϋ στήν χήρα, καρά
    μόνον όταν αποδοθεί τό πτώμα. "Α ν τόν φέρουν ώς έπλβς
    ^ξαφαv^oθέvτα, δέν παίρνουν δεχάρα.
    *Οπως χαί νάταν τά πράγματα δμως, έχείνη την 30ή
    Δεχεμ6ρίσυ, χοντά στό Μπίν - Γχίά 6 στρατός χαί 6 πληθυ­
    σμός προετοιμάζονταν γίά τη μάχη, παγίδεύοντας δλο τό μέPH γύρύ) - γύρω άπό xst πού πίάσαν τό έλίχόπτερο *ζωντανό*.
    Ά*<οίξανε σήραγγες %χί φωλίές γίά μυδραλλίο6όλα, φτιάχνον­
    τας !τσί θέσεις γερές χαί Αθέατες.
    Τ ό έλίχόπτερο χαί τό περιεχόμενό τοο έμεινε έπί τόπου
    γίά δόλω^ία, *οάν τό χατσίχί ποό δένουν στό χαλούχί γίά
    νά ntàoouv τήν τίγρη*, μοΟ έξήγησε ένας χωρίχός.
    "Ετο< τό τέταρτο τάγ[ία πεζοναυτών ποΰφτασε έπί τό­
    που άεροπορίχώς, έπεσε στό δίχτυ πού τό περίμενε χαί θυσίάστηχί άπό τά άφεντ:χά του γίά τέσσερα πτώματα *Ά μ ερίχανών ου;ί6ούλων^.
    Γίά μίάν άχόμα φορά, τήν έρχόμενη νύχτα, ο! πληγωμένοί εχθροί μείναν έγχατα).εψένο:, δίχως χαμίά Φοήθεια,
    στό πεδίο τ^ς μάχης. Καί γίά μίάν άχόμα φορά οί νοσοχόμοί
    τοϋ ΆπελευΟερωτίχοϋ Στρατού τους δόσανε δλες τίς δυνα­
    τές 6οήθε:ες.

    200

    Στις 3 Ίανουχρίου τό Μέτωπο χατΑφτρε ξνα σ^ίπληρωμαπχό χτύπημ.% στίς χαίνούργ(!ς έ'Λσχύοϊίς πού φτΑναν
    άτΐό τη Σαϊγχόν, στήνοντας ;nAv ένέδρα. ο^ή φάλαγγα πού
    ϊφταν! Από τήν ό$ό No 2 xaf πού τήν θεωροϋσαν τελεί^^ς
    Ασφαλή. Πραγματΐχά, κύτη ή ό$ός διασχίζω τό οτρατηγίχό
    χωριό Μίνχ - Μπό.
    Συνεννοη;ίένοί μέ τόν ^ονρίεντρωμένο* πληθυσμό ot
    στρατιώτες χ%τάγ^ραν νΑ εισχωρήσουν ίσαμε τό φρονρ:ο, νΑ
    χρυφτοΟν, νΑ χκτζστρέψοον 15 όχήματα πού ;Μτέφεραν
    στρατό χαί 5νό λόχους τον 35ου Ρέντζερς.
    Αυτή ή έτΐίχείρηση %6αλε τέρμα <ττή {ί^ίχη τοΰ Μπίν *
    Γχ:Α. Οί Αρχίχοί Αρίθμοί πού μάς $όθηχαν σέ χείνη τήν
    πρώτη Βημοσίογραφ:χή τ^γχέντρωοη εϊναί οί παραχΑτω:
    Λυό χίλκί^Ε; στρατιώτες τ^}ς Σαίγχόν έχτός {ίάχης (νεχροέ τραυματίες χαί αίχμΑλωτοί) χαί 28 Άμερίχανοί. Κατα­
    στροφή είχοσ:έξη έλίχοπτέρων χαί ΑεροπλΑνων χαί 36 στραTtMnx&v όχημΑτων (συ)ίπερίλα^ι6ανομένων χα; τ^ν ScxaτεσοΑρων <^Μ H 3^). Αΐχως νΑ λογαρίΑσουμε τΑ 6αρ:Α δπλα
    χαί τΑ αύτό;^%τα πού προμηθεύτηχαν & ΛαΥχός Στρατός χαί
    οί ΑντΑρτες.
    ^Υστερα Από χάτί τέτ:ες πανωλεθρίες πήρε τό ΠεντΑ*
    γωνο τήν τρελή Απόφαση νΑ τρα6ήξεί μπροστΑ, χτυπώντας
    Αεροπορ ίχως τό γείτονίχ,ό χρΑτος: τή Ααϊχή Δη[)ίοχρατία
    τοϋ ΒίετνΑμ.

    XXXVHI

    Οί μέρες πού πέρασα στήν ?5ία περιοχή τοΟ δάσους,
    άνάμεσα ο' ενα σύνταγμα πού 2nays &σχήσείς χαί προετοι­
    μαζόταν γκ& τίς μεγάλες έπί θέσεις τοΟ 1965, θά μείνουν
    γίά μένα άλησμό'^ψ^ς. ^ϊσα.μ€ τότε, εΓχαμ: ζήσ:ί μέ μίχρές
    μονάδες πού 6pioxovwv σ' άδίάχοπη μεταχίνηση. Tt& πρώτ^
    φορά, λοιπόν, άναχαλύπταμε μέ τήν ήσυχία μας τί μπορεΐ
    νά sîvat ή χαθημερίνή ζωή στόν 'Απελευθίρωτυίό Στρατό.
    "Έτσι,
    δόθηχε χαί ή εόχαίρία νά γνωρίσουμε 6αθύτερα
    τούς άγωνίστές. Έχεΐνο πού μ&ς έχανε έντύπωση Από τήν
    πρώτη στιγμή πού φτάσαμε στό άντ&ρπχΦ ήταν ή μίχρ^
    ήλίχία τους.
    Μέ πράσινα χλκάίά στό χεφάλί, γίά νά χρύ6ονΐαί άπό τ*
    άεροπλάνα, τοδτοί οί στρατιώτες μέ τά πτκδίχά πρόσωπα
    πού ήταν ίχανοί νά χάνουν τίς πώ χ:ραονο6όλες έπίθέσείς.
    θά μπορούσαν vivat προσχοπάχίχ πού παίζανε χλέφτ^ς in
    άστυνόμους.
    θά μπορούσαμε ν' άποξεχαστο&με χάτί τέτίες στιγμές
    χαί νά νομίζουμε πώς έρίσχόμαστε πολύ μαχρίά άπό τόν

    202

    πόλεμο, Αν δέν δίέχοπταν χάθε τόσο τά γυμνάσια χαί τήν
    έχπαίδευσή τους ot 6ομ%αρδίσμοί.
    Μά %τσί χαί τ' Αεροπλάνα Απομαχρύ'/ονταν, 8λο τό ty^v*
    τκ,γμα γελούσε χαί τραγούδαγε οάν ενα χοπάδί πουλιά.

    'Ο ταχπχός στρατός τοΟ Μετώπου είναι 90 χρονών χ* ή
    μέση ήλίχία τών στρατιωτών τό ίδιο. Στήν πλε;οφηφία τους
    elv3n πα:3ίά φτωχών Xü)ptxô)V πού γεννήθηχαν στίς Αρχές
    τής ^Αντίστασης τοϋ Βιετνάμ έναντίον τής γαλλίχής άποίχίσχρατίας. *Απ^ τή στιγμή πού γεννήθηχαν 5υό φράσείς
    Αχούγανε : *Ό θάνατος είναι χαλύτερος Απ' τή σχλα6ίάχ ή
    χέοώ χαί τέσσερα χιλιάδες χρόνια, ό λαός μας μεγαλώνει
    μέσα σέ Αγώνες χαί πολέμους γίά τήν ανεξαρτησία του*.
    Μά δέν είναι μόνον αύτό. *0 Αγώνκς έναντίον τών Αμερίχανών είναι χαί μίά προσωπίχή έχδίχηση, γιατί δέν
    ύπάρχεί ούτε ένας πού νά μήν ^χεί νά έχδίχηθε^ ή νά προ­
    στατέψει δ,τί μένει Από τή φαμίλια του. Αύτή ή ίστορίχή
    πραγματίχότητα, αύτά τά προσωπίχά αίσθήματα δημιούρ­
    γησαν ψ'.άν ^όμορφη νεολαία^ ποΰγίνε ^τό δεξί χέρι τοΟ
    Μΐτώπου^.
    Μέσα σ' δλο τόν χαταυλίσμό 6ασίλεύε: μίά θερμή οίχεώτητα. Οί σχέσεις Ανάμεσα οέ στρατιώτες χαί Αξίωματύχούς
    είναι ίδιες μέ τίς σχέσε;ς ποΰχεί μίά οίχογένεία μεταξύ της.
    Απευθύνονται σ' εναν άρχηγό φωνάζοντάς τον *μεγάλε Αδελ­
    φέ^ ή *σύντροφε*.
    Δέν ύπάρχουν 6taxpt*rtxA 6αθμοΟ χαί γαλόνια στά μαvixta. Τούς Αξίωματίχούς πού είναι χαί αότοί 20 ίσαμε 28
    χρονών τούς 2χουν έπ(λέξε( γ:ά τήν στρατίωτίχή τους πείρα.
    'Αρχηγοί μονάδων, μόλις 20 - 25 χρονών, πού ήρθαν Απ'
    τούς Αταχτους αντάρτες, χρησιμοποιούν τά δπλα έδώ χαί 5 - 6
    χρόνια, ήδη.
    Απλοί στρατιώτες χαί Αξιωματικοί, δουλεύουν, τρώνε,

    203

    άγωνίζονταί άχρί6ώς χατά τόν ίδίο τρόπο. Τούς είδαμε νά
    μοιράζονται δλες τις δούλάς: χΰ^λίέργεία χηπουρ:χών, χοι­
    ροτροφία χαί πτηνοτροφία, πλέξιμο καλαθιών γίά τις μετα­
    φορές, τύπωμα έφημερίδων τοΰ στρατοϋ. Ό λ α γίνονται συντροφίχά. "Εγίνε πίά πίστη, πώς δταν άγωνίζονταί χαί δου­
    λεύουν μκζί, δταν χτίζουν xt δταν μεταφυτεύουν τό ρύζι στή
    γή πού [ίαζί ξεχέρσωσαν, ένώνονταί πίό σφίχτά μεταξύ τους.
    Στρατιώτες χαί άξίωματίχοί, glyat δλοί τους χωρίχοί
    το5 Ν. Β:ετνά^^ Χί δλοί πέρασαν τίς Γδίες δοκιμασίες. Ό τα ν
    Ενας άγωνίστής πληγωθεί, μέ 6αθμό ή δίχως 6αθμό, εΐνκί
    6έ6αίθς πώς θά τόν περίποίηθοΰν δσο γίνεται χαλύτερα χαί
    πώς οί δίχοί του δέν θά τόν έγχαταλείψουν ποτέ. Τό χοίνό
    μίσος έναντίον το& χοίνοΰ έχθροΟ, ή δημοχρατίχ σ' ^ν^ν στρα­
    τό δπου 6ασίλεύεί μίά ισότητα δίχως προνόμια, έξηγοΟν τό
    ήθίχό τών ^ταχτίχών 6ίετχόγχ^ πού μέ τίς χεραυνο6όλες έπίθέσείς τους ίχουν πάντοί τόν τελευταίο λόγο χαί δίνουν τή
    νίχη στους άνδρες πού ξεπη8ο0ν μέσοι άπό τή ζούγχλα, άφήνοντας χάθε φορά τό ίδιο ίχπληχτους τούς άντίπαλούς τους.

    Μίά φορά πήρα^ χαί μεΐς μέρος στή μελέτη μί&ς μαχεττας χαμωμένης μέ χώμα, πού άναπαρίστοΟσε άχρί6ώς, χαί
    μέ τίς μίχρότερες λεπτομέρειες, ενα έχθρίχό όχυρό, πού είχε
    σχοπό νά τό χτυπήσει ή όμάδα μας.
    Ό μόνος τρόπος νά ξεχωρίσεις εναν άξίωματίχό άνάμεσα στούς στρατιώτες: άναχεφαλαίωσε τά δεδομένα τοΟ
    προ6λήματος χ' έπειτα περιορίστηκε στό νά δίνει τό λόγο
    σ' δποίον σήχωνε τό χέρι του γίά νά τόν ζητήσει. *Στήν
    άρχή, μάς εξήγησε, ή μαχέττκ είχε γίνει σύμφωνα μέ
    τήν έχθεση πού είχαν ετοιμάσει οί άνίχνευτ:χές έμάδες
    άλλά χυρίως χάρη στίς πληροφορίες πού μ&ς μάζεψε ό πληOu<?;tôç, αύτός πού είναι τά μά^α μας χαί τ* αύτίά μας. *Ε^ ΐ ς δέν μποροΰμε νά τά ξέρουμε δλα. Αύτός γνωρίζει τά

    204

    π ά ν τ α , ά χ ό μ η χ α ί π ό σ α 6ή μ α τ α , μ ετρ η μ έν α ά π ' τ ά π ρ ίν ,
    είνα^ ά χ ρ ί6ώ ς ή άπόσταση ά νά μ εσ α σ τά σ υ ρ μ α τ ο π λ έ γ ^ τ α
    χ α ί στό Ενα όχυρό φ υ λ ά χ ίο Α π' τό Αλλο. "Α π ' α υτόν ά χό μ α
    μ αθα ίνο υμ ε χ α ί τ ις π α ρ α μ ίχ ρ ό τε ρ ε ς σ ο ν ή θ ί ^ τοϋ έχθροΟ.
    Η ρό ήμ ερ ώ ν, ξνας χ ω ρ ίχ ό ς μέ τ ά δυό π α ιδ ιά τον δ δ η γ ή σ α ν :
    τ ις δυό π τέ ρ υ γ ε ς τ ή ς μ ο νά δ α ς πού ξ χ α ν ε τ ή ν έπ ίθεσ η έναντίο ν ένός στρατηγίχοΟ χω ρ ιο ϋ .
    ^"Ο λθ ί ^ ς τόχουμ ε γρ ά ψ ε ί 6α θίά μ ές στήν χ α ρ δ ίά )^ας
    π ώ ς π ρ έ π ε : νάμαστε άντάξίΟ ί τ ή ς 6οή θεία ς πού μ ά ς προσφ έ­
    ρει ό λαός μ ας. Ό

    στρατός μ α ς είνα^ στήν ύ π η ρ εσ ία τον.

    Σ χ ά 6εί χ α τ α φ ύ γ ;α τα υ τό χρ ο να γ ίά τούς π ο λ ίτ ες χ α ί γ ίά τούς
    σ τρ α τιώ τες x t δτα ν ύ π ά ρ ξ εί ά ν ά γ χ η τοΟ δ ίν ει τή ν π ρ ο τερ α ιό ­
    τ η τ α στά χ α τ α φ ύ γ ;α . Β οηθά μ ε τόν πληθυσ μ ό νά πεp^σώσe^
    τ ' ά γ α θ ά του όταν γ ίν ε τ α ι 6ομ6α ρδκ ιμ ός. Μ ά χ α ί οί χ ω ρ ίχ ο ί
    μ α ς μέ τή θέλησ ή τους μ ά ς τρέφ ουν δταν χρ α τά νε μ έρες οί
    μ ά χ ες^ .
    Τ ε λ ε υ τα ία , μ ίά γε ρ ό νπ σ σ α μ ά ς άχολούθησε χ ά τ ω ά π '
    τά π υ ρ ά , λυγκτμ ένη στά δυό ά π ό τό 6ά ρος τοΟ 6ρεμένου ρυ( t o 5 πού χουδαλοΰσε στούς ώ μους τη ς ^ γ ίά νά μ ήν πεινάσουν
    ο! γ ίο ί τη ς* , χ α θ ώ ς έ λ ε γ ε.
    Μ προστά στή μ α χ έ τ τ α τ ή ς δ ίο ίχη σ η ς χ ά θ ε ^τρίάδα*, 6ασ tx ή μ ο νά δα τού στρατοΰ, 2χα ν ε τή ν είσ ή γη σ ή τ η ς , 6γα λ μ έν η άπό σ υ γ χ ε χ ρ ίμ έ ν ε ς τ η ς έ μ π ίίρ ίε ς . Κ ά θ ε π λά νο τό σ υ ζη ­
    τούσαν 5λθί μ α ζ ί. Τ ό τ ε λ ε ίω τ ίχ ό π λά νο δ έν 3μ π α ίνε σέ π ρ ά ­
    ξη π α ρ ά μόνον δταν χ α ί ά τελ ευ τα ίο ς σ τρ α τιώ τη ς συμφωνούσε
    μ* α ΰτό . *Α ν ύ π ή ρ χ ε ^στω χ α ί μ ίά δ ια φ ω ν ία , ή σ υ ζή τη σ η
    σ υ ν εχ ιζό τα ν έ π ί ώ ρες.
    *Εέρετε τό χ ω ρ ίά τ ίχ ο γ ν ω μ ίχ ό μ α ς πού λέεΜ Τ ρ ε ις χατ
    ζο ί χάνουν 2να σοφ ό;^ μ&ς λ έεί γ ε λ ώ ν τα ς ό Λ ά - Χ ό ν γ χ - Νό.
    " ϊσ τ ε ρ α μο:ραστήχ<ανε χ α ί τά χ α θ ή χ ο ν τ α . Α ύ τ ά δέν έπ(6άλλo v τα t π ο τέ. Π ά ν τα είνα ι Εθελοντές αΰτοί πού θ ' άποτε-

    20Î)

    λέσουν τήν όμάοα πού πρώτη &ά ναρχοθετήσεί τίς έχθρ:χές
    έγχαταστάσείς. Μέ τόν ίδιο Απλό χαί ήρεμο τρόπο όρίζεταί
    χαί ή άμάδα πού θά &vctxaw<yc^cet τήν πρώτη σέ περίπτωση
    πού αυτή θά έξοντωθεί πρίν έχτελέσεί τήν Αποστολή της.
    "Ολα αυτά οέ γίνονττκ μέ ενθουσιασμού; φανατ;σμοϋ, άλλά
    μέ ψυχραιμία, γκλτί ή πρώτη σχέψη τοΟ χαθενός etvon: ^Ποΰ
    θ&μκί πίό χ ρ ^ μ ο ς γίά τή νίχη δλων μΛς;^.
    Χωρίς ούτε μίά σφαίρα νά ξοδεύεται Ανώφελα, Αποχτοϋν
    στίς Ασχήσείς δλο χαί μεγαλύτερη εύλυγίσία χαί στό τέ­
    λος, πολλές φορές ύστερα Από έθδομΑδες, ή Ασκηση φτάνει
    στήν τελειότητα: εύχαμφία, γρηγοράδα, συγχρονισμός Από­
    λυτος στίς χίνήσ^ς τών τριάδων.
    MtA Απ' τίς Αμάδες έφόΒου ^ταν έπκρορτίσμένη ν& *
    ποθετή σε: πάνω Από τίς τάφρους τών τειχών τοΟ όχυροΟ ε
    εϊδος γέφυρας Από μπαμπού συνδεμένης μέ μίά σχάλα, Axpt
    6ώς στίς δίαστΑσείς πού χρειάζονταν γίΑ τήν περίσταση.
    Αυτό τό Απλό σύνολο, χαμωμένο Από ελαφρότατη δλη, ώστε
    νά μεταφέρεταί εδχολα Από 5υό Αντρες, χρησίμευε γίά τήν
    χεραυνο6όλο έπίδρομή έναντίον τοΟ όχυροΰ. Στό διάστημα
    αάτής τής Ασχησης, πού γίνονταν τόσες φορές Αστε νΑ χαταντήσεί αυτοματισμός, δσοί δέν παίρναν μέρος τήν παραχολουθούσαν χαί χΑναν διάφορες παρατηρήσεις πάνω στή δουλίά τών συντρόφων τους, πού οί ίδκκ οέν μπορούσαν πολλές
    φορές νά δοΟν τά λά&η της ταχτίχής τους.
    Ή 2φοδος έναντίον αΰτοϋ τοδ όχυροΰ ε?χε γίά Αντίχειμεν:χό σχοπό τήν Αρπαγή ενός είδους ό6ίδων πού χρειαζό­
    ταν ή μονάδα. « Ή άπηρεσία πληροφοριών μάς χκτατοπίζεί
    ποΟ 6ρίσχ^νταί τά δίάφορα πυρομαχίχά, ίτσί δέν ^Apx8t λό­
    γος νά φορτωνόμαστε Αδίχα έχ τΑν προτέρων. Η πηγή το&
    Ανεφοδιασμού μας δέν 6ρίσχεταί ποτέ πολύ μαχρίά μας, λέει
    0 Μπόν χαμογελώντας. Πρίν Απ'* δλα, 6ασίστήχαμε πΑντα
    στίς δίχές μας δυνάμεις. "Α ν στό μέλλον χρειαστεί νΑ ζητή-

    206

    σοομε ήθίχή χαί όλ:χή 6οή9ε:α άπό τοός λαούς χαί τά Μνη
    πού πίστεύουν στήν είρήνη τοΟ χόσμου, νομίζω π(ί)ς δέν θά
    πάψίί ώστόοο 6 πρώτος μκς προμηθευτής σέ 6πλα, νά είναί
    πάντα τό Πεντάγωνο. Τ ί τά θέλετε, τά δπλ?. του μ&ς eivat
    πολύ 6^λίχά...^.

    Στόν Άπελευθερω^χό Στρατό άφ^ρώνουν, άνά^^σα
    στις μάχες, περισσότερο χαίρό γίά τή μελέτη πκρά γίά
    τίς άτχήσίίζ. Γίνονται μαθήματα γεωγραφίας, ίσιορίας,
    ύγίεινής, μκθηματίχ&ν. Καί δίνουμε αύτή τή σημασία οτήν
    έχπαίοευση, μάς λέεί Βνας έχπαίδευτής άξίωματίχός, γιατί
    πίσΐίύουμε *πώς είναι xt αύτός ένας τρόπος νά προετοιμά­
    σουμε τό μέλλον τής χώρας μάς*.
    Τά μαθήματα γίνονται σ' 2να ξέφωτο. Οί μαθητές χάθοντα^ άναχούρχουδα. 01 έλαφρά τραυ^τίσμένοί χαί οί άρ­
    ρωστοί παρακολουθούν ξαπλωμένοι στίς χούνίες τους. Στίς
    πρώτες γραμμές τά όπλα: μο5ραλλκ)$όλα, μπαζοϋχες, δλμοί, σέ θέση 6ολής.
    'Ανάμεσα στά δέντρα χυματίζεί. μπλέ χαί χόχχίνη, ή
    σημαία τοΟ Μ.Ε.Α. μέ τό χρυσό άστέρί. Δίπλα, τό xôxxtvo
    άστέρί τής μονάδας μέ χρυσοχεντημένες τίς. λέξείς: ^'Απο­
    φασισμένοι νά νίχήσουμε^. Φρουρώντας τή ζούγχλα, &σο
    γίνονται άσχήσε:ς χαί μαθήματα, οί μονάδες τής άντίαεροπορίχής άμυνας έπαγρυπνοΟν, μέ τά χανόνία γυρισμένα πρός
    τόν ουρανό, έτοιμα νά έχτοξεύσουν πυρά Made in U.S.A.

    207

    X X X IX

    Μ4σκ στού; ^στρατωνες^ τοΰ
    χυρ^αρχεΐ τό νάυλ ον χαί τό τρανζίστορ. Πολλές φορές μέ ρώτησαν άπό τότε
    πού γύρίσχ πώς μπορούν νά ζήσεί ]Μ& γυναίχα άνασσα
    στούς στρατιώτη, χάτω Απ' τις συν&^χες τής ζούγχλας.
    Τίποτα πίό άπλό. ^0,*ct όργανώνεί 6 στρατός eïvan πάντα
    χαλά χαμω;^ένο.
    Σέ χΑθε χατ%υλ:σμό πού %φτανα μο5 Απλώνανε Αντί
    γ ώ παραδάν ίνα χοντρό νάυλον, χ' %τσί Ανάμεσα στΑ δέντρα
    είχα τήν πρΜωπίχή μοο τουαλέττα, 3πως χ: δλοί οί Αλλοί
    στρατ:ώτες. RiStxô προνόμιο: ένας χοο6Ας ζεστό νερό τό
    6ράΧί, yt& νά 6γΑλω άπό πάνω μον τόν ί3ρώτα, τά χώματα
    Απ* τά χαταφύγία χαί τά διάφορα, μίχροέντομ,α πού χολλ&νε
    στό 8^pj,m. ΟΕ σύντροφοί ;tou Αρχοΰνταί στό χρύο νερό. Ά λλά
    Βέν έλείψαν ποτέ άπό τ' ΑντΑρτίχο τό σαπούνι χαί τό νερό.
    Ή παρουσία τον τρανζίστορ — σημαντίχή πρόοδος Από
    τόν προηγούμενο πόλεμο — φέρνεί σ' έπαφή μέ τόν ύπόλο^πο
    χόσμο χαί τήν Κίό Απομονωμένη Αντάρτίχη 6μΑ3α τΐ}ς ζούγχλας. *Β Α^ρώπίνη φωνή τόν φτάνει παντού. 'Axaôst τά
    νέα Από τό έξωτερίχό χαί Από τή χώρα του, οτά χύματα .τοϋ

    208

    Ράδιο - 'Απελευθέρωση χαί Ρά3ίο - Άνόί. Οί στρατιώτες iwnφ^οΰνκΜ καί άπό τά μαθήματα ξένων γλωσσών πού ά<Μψ*ταδίδονταί άπό τό Άνόί, τή ΣαΥγκόν ή τό U.B.C. ^\ατ! δλοί
    οί νέο: πού συναντήσαμε έχουν τό πάθος τής μάθησης. Ί ό
    Αλλο τους πάθος είναι τά σπόρ. Ιίολλές φορές πού τούς νο­
    μίζαμε ψόφιους άπό τίς δ^υλίές τή; ήμέρας, άκούγαμε ξα­
    φνικά άπό κάποιο μέρος τού οάσους γέλια, φωνές. Ο! νέο(
    πχίζαν 6όλεί).

    Ζή σαμ^ ένα μέρος τών ά?κήσεω ν τοΰ συντάγματος,
    Ενσωματωμένοι σέ μ.ά μονάδα τής 6άσης. Γίναμε λοιπόν γίά
    λίγο διάστημα στρατιώτες τής &μάδας <χΑά - Χούγκ - Νό*. Ί'ά
    άγόρία τήν πρώτη μέρα τάχαν λίγο χαμένα. ^Ηταν 6έ6ακχ
    ή πρώτη φορά πού είχαν νά χάνουν μέ ξένους νεοσύλλεκτους...
    Κοκκίνισαν οάν κορίτσια δταν τούς παραχαλέακμε νά μ&ς
    δίηγηθοϋν τίς μάχες πού πήρανε μέρος, χαί γίά ποίό λέγο
    τούς παρασημοφορήσανε. Γίά νά τούς πείσουμε νά ;κλήσουν
    !πρεπε νά ζητήσου]n τή 6οή0είζ τοΟ ΑρχηγοΟ τοΰ τάγ;Μϋτος. Καθένας άπ' τούς νέους κύτους εΐχε πληγωθεί μίά καί
    δυό χαί περίσ?ότερ:ς φορές κ* είχαν ήδη μίά (Μίκρόχροντ;
    πολεμ:χή πείρα.
    Στό Ράχ - Γχίά τά έλίκόπτερα σφυροχοποΟσαν συνεχώς.
    Ό Νά, άρχηγός 23 χρόνων, έφαγε 2va γερό ταρακούνημα
    χ* ίπείτα πληγώθηκε στά πόδία. Σ' αύτή τήν κατάστα^,
    ύποχρέωσε τούς συντρόφους του νά χρησιμοποιήσουν τό σώ­
    μα του σάν χίνητό ΰποστήρίγμα τού Αντιαεροπορικού μυδραλλίθ6όλου, χ^ ίξω άπό τό χαράκω]ΐα, άψηφώ'/τας τίς 6όμ6ες
    πού πέφτανε σάν 6ροχή, παρακολουθούσε τούς έλ^γμούς τών
    Αεροπλάνων.
    καί λοιπόν; μόνο στά πόδια είχα πληγωθεί^, είπε
    τρώγοντας τίς λέξίίς 6 νέος Αντρας τελειώνοντας τή διήγη­
    σή του. Έχεΐνο πού ξέχα,οε νά προσθέ?εί είναι π(ί^ς κάηκε

    20!)
    Μ

    5 ώμος του πού είχφ χρησφ,έψΕί γ:ά 6άση τον άντΜίεροπορίχοΰ xat πώς ^μείνε γκ& άρχετό διάστημα χονφός 5στερα
    άπ' αυτό.
    "OXot αύτοί οί σεμνοί φίλοι μας ήταν γιομάτοι άπό ρα­
    φές τραυμάτων. Ό Λ(έμ, ένας Απ' τούς χαλύτερονς ποιητές
    τής Εφημερίδας, ^χασε τό μ&^ τον χαί πληγώθηχε στό πρό­
    σωπο, σέ ήλίχίκ 18 χρόνων, δταν χάναν μίάν 5φοδο χοντά στό
    Σόχ-Τράγχ. ^Ωστόσο δέν έχανε πίσω, παρά. μόνον δταν το­
    ποθέτησε τή νάρχη στή θέση πού έπρεπε. Άνήχεί στήν όμάδα
    τών 11 ανταρτών — Αλλοτε όπλίσμένων μέ χλαδεντήρία —
    χ* είναι ό τπ^ρήνας τοΟ τωρίνοΰ σνντάγμοΡΒος πού γίνηχε
    χρόνο μέ τό χρόνο. Οί γονείς τον εΐναί φτωχοί χωρίχοί. Ό
    πατέρας τον χατέφνγε στό Βορρά άπό τό 1954 χαί ό Λίέμ
    δέν τόν συνάντησε παρά μόνον μίά φορά στή ζωή τον, τότε
    πού ήταν άχόμα μωρό.

    Καί μόνο ή ΰπαρξη αότής τής νεολαίας στίς γραμμές
    το G ΜΕΑ δείχνει πώς οί Νοτίοέίετναμέζοί σε6αστήχανε τούς
    δρονς τής σννθήχης τής Γενεύης. Πραγματίχά, χανείς δέν
    μπορεί νά ίσχνρίστεΐ 3τί αντοί οί στρατιώτες τών 20 ΐοαμε
    25 χρονών πήρανε μέρος στόν πρώτο πόλεμο τής Ίνδοχίνας. Τότε μόλις είχαν γεννηθεί. Στό στρατό οέ συναντήσανε
    τούς πατεράδες τονς. Αότοί, στρατιώτες τοΟ πρώτον λαϊχοΟ
    στρατοΟ, 6ρίσχονταί πάντα άνασννταγμένοί στό έδαφος τή;
    Λαΐχής Δημοχρατίας τοϋ Βιετνάμ*.

    * Τ ό Μ.Β.Α. σττή

    ίήλω^η πού ixctste ο τί{ 23 Μα.ρ-

    τίάο τοΰ 1965, xaM ptæ ά'πύ τά τ* πώ ς: *"Αν & &μ^ρ:τΜί*ν^ός ίμπ:ptot^t^n^g έ^ζχΦλΦοΜρβί ν*
    τίς
    μάχηζ τον χαθώς
    χαί -ιών ίορνφόρων τοο 3ΐό Ν. Βιετνάμ -χκί
    τον στό Β. B t c r v ^ χκί <rtô Λ&οζ, -ϊί ΜΕΑ Μ

    τώ\ί

    210

    sic
    τοός

    οτρα*Μώτ*ί οι<5 Ν.

    "Οχι στά 6ôpeta, άλλά στά νότια αύτοϋ τοΟ παράλλη­
    λον, είδαμε νά γυμνάζεται & στρατός τοϋ Μ.Ε.Α. Eivat άρχετά μεγάλη ή ζούγχλα γίά νά κρύψει πολλά ουντάγ^τκ μέ
    μονάδες χάλυψης πού διαθέτουν 6αρ;ά όπλα. Καί μόνο τά
    γεγονός, πώς ο! πρώτες περιοχές πού έλενθερωθήχανε ήταν
    άχρ'.6ώς τό Καμίν, τό Δέλτα τοΟ Μενχόγχ, δηλαδή οί πίό άπομαχρνσμένες άπό τόν 17ο παράλληλο, Αποδείχνει πόσο γε­
    λοίοι χαί σιχαμέ pci είναι οί άμερίχανίχοί μύΰοί περί δ ^ ε ν
    ^έπίθεσης τοΟ Β^Β. Εναντίον τον Ν.Β.^.
    Τό Μέτωπο δέν είχε άνάγχη, έπίσης, άπό έξωτερίχές
    προτροπές γίά νά πολεμήσει. Τοδφτανε ή όποστήρίξη τού
    λαοΰ τον. ^ Τό Πεντάγωνο ίσπείρε τό πένθος, τώρα θερίζει
    τυφώνα*, μάς %λεγε μίά μέρα ενας χαοδαΐστής ύπεύθυνος
    τοϋ Μετώπου.
    Γίά νά άντίληφθοΟμε αυτές τις άπλές άλήθείες ^φταντ
    νά χοίτάξουμε γύρω μας. Στό σύνταγμά μας, τά 69% τών
    άνδρών είχαν χάσει χί άπό χάποίον στενό συγγενή τονς ^
    χατά τούς 6ομ6αρδίσμούς ή γίά άντίποίνα. 11% όρφανοί άπό
    μητέρα, 12% είχαν χάσει τούς πατεράδες τονς, άπό τά 6ασανίστήρία ή τίς έχτελέσείς άνάμεσα στά 1954 χαί τά 1960,
    δταν γίνηχαν οί σφαγές τών παλαιών πολεμιστών της
    άντίσταση;.
    Αύτές 5λες οί δυστυχίες χάναν τούς στρατιώτες νά λέ­
    νε: ^Τό σύνταγμά μας τό δημιούργησαν οί *Αμερ:χανοί*.
    Οί πίό πολλοί άπ* αύτούς τούς νέονς, άπό τήν άρχή τών

    yt& ν*

    άγω^ίατο 5ν ο τό πλd^ μ&ς

    χαί

    ΗίώξουμΒ τό*ν

    *otv 4 4χθρ 0. *Ακό τή ν &3.λη μζρίΑ , έφ* Coov οί 'AptpuMtvoÎ
    ο τέ ζ ϋκέρνόυν τόν Β λ^ρο χ κ ( τή όυστνχίκ οτΰ Ν . D., τό M RA,
    ίρ ι θ ζ ΐ α ιή ν άνΑγχη, θ*
    Ν.

    Από τ ό

    τίς

    χΑρ$ς

    Β .Β ., %ποο ίχ ο ο ν υυμπιυχθ:ϊ,

    ytA νά

    το ό ζ

    τοΟ
    τά

    Φκλκ x x i vd έξολοθρέφοον τόν έχθρό, γ ;Λ νΑ οώοονν τ ί ς οίχογέ\!Π4ές

    τους xm! τ^ν !Μ&τρί&Α τον;*.

    μαύρων χρόνων μείναν πεντάρφανοι, χαί μάζευαν τό ρύζί τους
    μέσα στούς τέσσερις δρό^υς. ^0 πατέρας τους σκοτωμένος,
    παράνομος ^ άπ&τραδηγμένος στό Βορρά, ή μητέρα σέ στρα­
    τόπεδο συγχέ'/τρώσης, γυρίζανε παντέρημα χαί τούς δίναν
    νά φάνε χρυφά οί χωρίάτες, γιατί &ν τούς 6λέπαν νά ταΐζουν
    τά παιδιά, μπορεΐ νά τούς πίάναν Χί αύτούς χαί νά τούς στέλναν στίς φυλαχές <χγίά έν;σχυ?ές τών οίχογενείών τών
    6ίετχόγχ^. Μπορεΐ εδχολα νά χαταλά6εί λοιπόν χανείς, 5τ'.
    έχον^χς περάσεί τέπα παίδίχά χρόνια,
    στρατιώτες του
    Μ.Ε.Α., είνα: αποφασισμένοι νά μήν χαταθέσουνε τά &πλα
    πρίν φύγει xt 0 τελευταίος ξένος σΐρατίωτίχός άπό τόν τό­
    πο τους, πρίν Εξαφανιστεί χαί τό τελευταίο 6ομ6αρ&στίχό
    άπ" τόν ούρανό τους. Οί σύντροφοί μας είχανε 6ρεΐ στούς
    χόλπους τοΰ λαίχοϋ στρατοϋ χαί στήν όμαδίχή ζωή μίά δεύ­
    τερη οικογένεια, πού γίά χάρη της ^ταν έτοιμοί χίλιες φο­
    ρές νά πεθάνονν.
    ^*Όταν έχουμε τέλους στρατιώτες, δλους έθελοντές,
    πεπεισμένους πώς ό Αγώνας πού χάνουν είναι δίχαως, μοδλεγε μίά μέρα ένας άξίωματίχός τους, δέν άπάρχεί λόγος νά
    τιμωρήσεις γίά νά πετύχείς μίά σιδερένια πειθαρχία χαί
    μαχητικότητα. Δέν έχουμε φυλαχές δπως στούς δίχούς σας
    στρατούς. Καί οί tStot οι άξίωμκτίχοί δέν ξεφεύγουν τήν
    χρίτ:χή, 5ταν πρέπει, άπό τούς άντρες τους. *Οταν ό ένοχος
    Αναγνωρίσει τό λάθος του χαί Αναλύσει, μέ τή 6οήθεία δλων
    μας, τούς λόγους πού προχαλέσανε τήν λιποψυχία του, πι­
    στεύουμε πώς οί τύψεις του είναι άρχετή τιμωρία. *Αν πάλι
    ό στρατιώτης δέν Αναγνωρίσει τό λάθος του, τό πράγμα στα­
    ματάει στή συζήτηση. Σέ τί θά ώφελοΟσε όποίαδήποτε ποι­
    νή; ^Αφήνουμε νά περάσεί λίγος χαίρός χαί Επανερχόμαστε,
    γίά Αλλες πίά αιτίες, εως 8του διορθώσουμε ήθίχά τόν σύν­
    τροφό ΐίας&.

    212

    XL

    Στό σύντκγμχ X... συνάντησή νέους πού μίιαπήδησαν άπό τά στρωτά τής Σαΐγχόν στό στρατό το5 Μετώπου.
    T iv ^να άπ' κύτους, φοιτητή, τόν ε?χαν &ρπάξ$ί τήν ώρα
    πούογαίνε άπ" τόν σηματογράφο. Οί άλλοι ήταν χωρίχοί πούχαν μ6γαλώ?&ί πίσω Απ' τό συρματόπλεγμα τών ο "ρατηγίχών χωριών. Στρκ-τεομένοί άναγχ-αοτίχά ατά χυ6ερνητίχά στρατεύματα, δέν 6λέπαν τήν ώρα νά 6ροΰν τήν εύχαίρία νά λίποταχτήσουν μαζί μέ τά δπλα τους, γνωρίζοντας ώστόσο πώς &ν τούς πίάσουν, θά τούς τοοφίχίσουν άμέσως πρός
    παραδειγματισμό.
    Στό σύνταγ;ίά μας χαταφύγκνε χαί νέοι τών μεγαλφπόλεων. Οί Άμερίχανοί οργάνωσαν ύποχρεωτίχή Επιστρά­
    τευση γ^ά yà συμπληρώσουν τά χενά πού δη]^ουργήθηχαν
    άπό τίς άπώλείες τών χυ6ερνητίχών μονάδων, πράγμα πού
    τούς έχανε νά ίρθουν στό Μέτωπο. 'Επίσης δλο; αύτοί πού
    φοβόντουσαν δτί θά τούς Επιστρατεύσουν στά Τάγματα Ε ρ ­
    γασίας, ήρθανε σέ μ5ς.
    Γνωρίζω τόν γιό ένός έμπόρου πού 5 πατέρας του τόν
    έ6γαλε άπό τη Σαίγχόν χλείνοντάς τον σ' Ενα μπαούλο. Εύ-

    213

    τυχώς πού τό άγάρί είναι λεπτοχαμωμέ νο. «Σέ έμπιστεύο^ί
    οττό Μέτωπΰχ, s2xe ό πατέρας, μόλις έχε^νΰς τνχί τό μπαούλο
    του περάσΰ&νε στήν έλεύθερη ζώνη. ^Μέ τούς κυρίους τής
    'Απελευθέρωσης είμαι σίγουρος &π δέν χίνδυνεύείς νά γ ί­
    νε^ άλήτης*.

    Οί νεοσύλλεκτοί, εΓτε προέρχονται άπό τίς έχθρίχές τάξε&ς ε?τε δχί, μορφώνονται χο^ί γυμνάζονται χκτά τόν ?5to
    τρόπο. Kt άχόμ^, οί αιχμάλωτοί, έχτός &ν ^χουν διαπράξεί
    έγχλήματα ένοί-ντίον τού πληθυσμούς συχνά γίνονται δεχτοί
    στίς γραμμές τοϋ ΑαΥχοΰ Μετώπου.
    Ό είδίχός πόλεμος είχε σχοπό νά χωρίσει τούς Βιετ­
    ναμέζους σέ $ύο άντίπαλ<χ στρατόπεδα. Αυτό γυρεύανε νά
    έχμετοώλευθοϋνε οί ^Αμερίχανοί χαί χατάφεραν νά χωρί­
    σουν πολλές οίχογένείες wxi νά τίς αίματοχυλησουν.
    Έχτός άπό έρίσμένους άξίωματίχούς των είδιχών στρα­
    τευμάτων, άπό μ,ίά χούφτα μισθοφόρους χαί έγχληματίες άστυνομίχούς, Τΐού χατατ&χτηχαν άπό τόν πρώτο χί δλ^ς πό­
    λεμο τής ^Ινδοχίνας, έναντίον τοΰ λαοΟ τους, οί άλλοι — μας
    έξηγήσανε — «είναι Βιετναμέζοι σάν χ" έμας, άπό τούς ό­
    ποιους τό MJE.A. ζητάει μόνον νά μην παρεμποδίζουν τόν
    άναγχαΐον άγώνα πού διεξάγει γίά νά χαθαρίσεί άπό τό ^δατ
    φός μας τούς Άμεριχανούς χαταχτητές^. Kt άχόμα περισ­
    σότερο. Τό Μ.Ε.Α. δήλωσε άπό χαίρό, πώς e!vat ετοψο νά
    συνεργαστεί, μέσα στά πλαίσια τής κΣυμμαχίας γίά τήν "Ε­
    νωση Δράσεωςκ, μέ όλα τά χόμμ<χτκ, θρησχευτίχές όργανώσείς, ομάδες, προσωπίχότητες τοϋ Ν. Βιετνάμ, πού μπορεί
    vwat xat έχθρίχά άχόμα διατεθειμένες έναντίον ένός ή άλ­
    λου σημείου τού προγράμματός του, δπως έπίσης χαί μέ συνεργασθέντες {ίέ τόν ξένο έχθρό. ^Μοναδίχός δρος εί'/at πώς
    τώρα πρέπει ν' άγωνίσθούν έναντίον των ^Αμερίχανών χατατ
    χτητών χαί τ&ν συνεργατών τους^.

    214

    "Ενας Από τούς κύριους λόγους πού σημειωθήκανε ό[ί.α$LXSg λιποταξίες, καί μέσα άπό τίς τάξεις των &ξΜ)μα^χών
    άχό;ία, εΙνα4 τό Αποτέλεσμα των ^λαθών^ πού χάνουν οί Ά μερίχανοί. Μά, άς πούμε τά πράγματά χαθαρά, λόγω τοϋ ρα­
    τσισμοί) τους.
    Ή καθημερινή ζωή του χυδερνητίχου στρατιώτη, ποΰμενε Αστεγος χαί δίχως χκμών Ανεση, γιατί 3λα αύτά ήταν
    προνόμιο των "Αμερικανών, εξηγεί τήν δκχχοπή χάθε συνεν­
    νόησης μέ τά άφεντίχά τους. *Από πάνω, 3;τκν τόν στέλνουν
    στη μάχη, 3έν ε^ναί ποτέ 6έ6αίος 6 στρατιώτης τής Σαϊγκόν
    πώς Αν πληγωθεί θά τόν μαζέψουν χαί θά τόν περίθάλψουν.
    *Η προτεραιότητα γ:ά τήν μετακόμιση χαί τίς 6οήθε^ς εί­
    ναι δοσμένη στούς Αμερικανούς χατ' Αρχήν χ' έπειτα στούς
    μισθοφόρους Αξίωματίχούς. "Αν Απομένουν ελικόπτερα χαί
    φάομαχα, ό απλός στρατί ώτγ^ς θά μεταφερθεί ή θά τοΰ δοθούν
    οί πρώτες 6οήθείες επί τόπου.
    Μάς Αναφέρανε ενα πλήθος περιπτώσεις, πού οχί μόνον
    έγχαταλεί^χνε στήν τύχη τους τούς πληγωμένους δπως στή
    μάχη τοΟ Μπίν - Γχίά, Αλλά χαί πώς άξίωμαηχοί δίατά^
    ζανε ν* Αποτελειώσουνε τούς 6αρί& τραυ^τίσμένους. «Α μ ε ­
    ρικανοί χαί Αξίωμχτίχοί, σχεφθήχανε πώς κάτοί οί Ανθρω­
    ποί τους ήταν π:ά τελείως άχρηστοί άφοΰ οέν θά ήταν
    σέ θέση νά τούς ύπη ρωτήσουν^, μου είπε €νας παλιός στρα­
    τιωτικός τής Σχΐγχόν. <:Αθίπόν τούς έγκαταλείψανε ή τούς
    φυτέψαν μίά σφχίρα οπως στά γέρίχα Αλογα. *Ή μονάδα μας
    τόσο Αναστατώθηκε Απ* αυτό τό θέαμα όοτε πολλοί άπό μας
    χατέφυγαν στή ζούγκλα, Σχεφθήχαμε πώς χ^ έμείς μίά μέρα
    μπορεΐ ν&χαμε τήν ιδία τύχη, ή νά μώς διατάζουν νά δώ­
    σουμε τή χαρκ?ΐίχή 6ολή στούς συντρόφους μας, χαί πώς
    Αν άρνίόμαστε νά τό πράξουμε, θά μχς έχτελοΰσαν*.
    "Οταν μάθεις χάτί τέτίο, χαταλα6αίνείς γίατί δταν γ ί­
    νονται έπίθέσε^ς έναντίον διαφόρων άχυρών, οί χυ6ερνητίχοί στρατιώτες, δλο χαί πίό συχνά, στρέφουν τά όπλα τους

    έναντίον των Ανωτέρω ν τους χαί των *συμ6ούλων*. Νά γιατί
    οί Άμερ:χανοί δέν έμπίστεύοντα: π:ά παρά μόνον στούς δίχούς τους στρατιωτικούς τήν φύλαξη τών άμερ:χαν:χών 6άσεων.
    Μερίχές θέσεις έχθρίχές, πολλές φορές πέφτουν άπό τό
    έσωτερ:χό, όταν πάρε: τήν Απόφαση τό Μ.Ε.Α. Ot πατριώ­
    τες στρατιώτες μένουν, μέ έντολή τής Αντίστασης, ντυμέ­
    νο: τήν στολή τής Σαΐγχόν, χαί χάνουν έχεΐνοί τή δουλίά
    δταν ερθΐί ή ώρα... 'Αλυσίδα θέσεων πέφτουν 2τσ: ταυτό­
    χρονα, σάν φροΟτα πού τάχεί φάε: τό σχουλήχί, σ' δλο τό μήχος τών στρατηγ:χών όδών, χυρίως, αότών πού μπορούν σέ
    χάθε στιγμή νά χάψουν άπολύτως τήν έπίχο:νωνία τής Σαίγχόν μέ τίς μεγάλες πόλε:ς χαί τή θάλασσα.
    Τά τηλεγραφήματα πού έρχονται άπό τήν πρωτεύουσα,
    μειώνουν 8σο γίνεται αύτά τά νέα, πολλές φορές μάλιστα
    τά Αγνοούν τελείως. Ό μ ω ς αύτό δέν παύε: νά εξηγεί γιατί
    τό Πεντάγωνο 6ρίσχετα: σήμερα ύποχρεωμένο (Αφού Αρνείτα: ν' άφήσε: τό Βιετνάμ στούς Βιετναμέζους) νά χάνε: αυ­
    τό πού &5:χκ προσπάθησε ν' Αποφύγεί, δημιουργώντας τόν
    είδίχό πόλεμο χαί 6ομ6αρδίζοντας Ανελέητα τό Ν. Βιετνάμ
    χαί τό Λάος.
    Νάτους λοιπόν τώρα, όποχρεωμένοί νά μεταφέρουν πο­
    λυάριθμα δίχά τους στρατεύματα χαί νά χάνουν σ' αυτό τό
    έδαφος εναν πόλεμο σάν χαί χεΐνον πού τόσο άσχημα τέλε:ωσε
    γ:ά τούς προχατόχους τους Γάλλους.
    Μέσα στή ζουγχλα συναντήσαμε χαί παλιούς χυδερνηΉχούς, πού $:8άσχουν τή χρήση τών 6αρ:ών Απλών. Οί Ά μερ:χανοί είχαν έχπα:δεύσεύ ενα σημαντίχό Αριθμό τεχν:χών τοΟ Ν. Βιετνάμ, στό πρώτο διάστημα τοΰ είδίχοΰ πολέ­
    μου. Δέν είχαν προίδε: πώς μ:ά μέρα αύτοί οί άνθρωπέ θά
    μαθαίναν τήν τέχνη τους στόν Άπελενθερωτίχό Στρατό.
    *'Από τούς π:ό Αξιοθαύμαστους πατριώτες είναι έχείνοί,
    μ&ς έμπ:στεύθηχε ένας Αξ:ωματίχός, πού μένουν στίς τάξε:ς

    216

    τοΟ έχθροϋ, άφήνοντάς μας όλόχληρα μπλόχ ή οη[Κ:ώσ^ς
    μέ πληροφορίες, δταν έγχαταλείπουν χάποία θέση. Τόν xatpô
    πού 5έν ξέραμε &χόμα νά μεταχειριστούμε τ& 6αριά δπλα
    ή ν& ρίξουμε Ενα έλίχόπτερο, οί πληροφορίες τους μ&ς ήτκν
    πολύτιμες.
    *Αύτοί οί άδελφοί μας δέν ικνδυνεύουν μόνο ν& έχτχλεσθοϋν έπί τόπου ίν τούς πίάσουν, άλλ& μπορεΐ ν& σχοτΐύθοϋν xt Από σφαΐρ:ς πατριωτών 8πως αύτσί, στή StΑρχεία
    τής μάχης*.

    217

    XLÏ

    Έτκ3χ5φτήχαμ3 τό λόχο ΰποτίήρίξης 6αρέ(ύν &πλθ)ν
    του συντάγματος. "Εν<χς άπό τούς αρχηγούς τον, 36 χρονών,
    μάς παρουσίασε τούς 8λμους 81, τά xavôvta Δ 57^ τά 6αρώ
    ά[ίερίχάνίχα μυδραλλίοΰόλα μάρχας Μκράουνίνγχ χαί Μ αξ^,
    Καθένα άπ' τά δπλα αότά 6χεί χαί τήν ΐσιορ ία του.
    ^Λύτό τό Μπράουνίνγχ έδοσ$ 16 μάχ^ς μέ τό μέρος μας.
    Mtà μέρα ό Mât - θό, τραβούσε άπό τίς 6 τό -πρωί ΐσαμ$ τί^
    8 τό 6ράδίγ %αί ύποχρέωσε πολλά έχδρίχά χύματα νά χάνουν
    πίσω. "Ενας σύ'/τροφος σχοτώθηχε χαί δύο άλλοι πληγ(!)
    θηχαν χρησιμοποιώντας το* Καθώς 6λέπ&τ^ χαί τό ίδίο ^x*t
    τραύματα, όμ(ΰς τά καταφέρω άχόμα μίά χ^ρά στά πεδία
    τών μαχών. Αότό τό κανόνι τών 57 6û9tce τέσσερα 6απόρία
    χαί χατάστρίψε τέστ^ρχ, «Μ 113* πρός τό Κάν - θό. Νά τό
    iton$axi της^ τό χορδίσαμε σέ χείνη τή μάχη*.
    "Ολα αύτά τά &πλα, λάφυρα άπ' τόν άμερίχάνιχο στρα
    τό, γίνηχαν &τ?ί ^παίδάχία^ τό 2να τοΟ Αλλον. Αυτοί πού
    τά μεταχειρίζονταν τά διατηρούσα χαί τά reprno^vcou
    σαν μέ πάθος. Οΰτε μίά ό6ίδα δέν τραγανέ στά χαμένα, ί'ίίδα
    με στρατιώτες νά άσχοΰνται στή 6ολή. Πάνω στό xavôvt τοΟ

    218

    όλμου δένανε ενα τουφέχί. "Α ν ή σφαίρα του τρύπαγε τόν Κι­
    νητό στόχο, ή 46ίδα ΘΑχε x^w^oeL χ' έχείνη τό δίχό της.
    "Οπως χαί στίς Αλλες μονάδες, ή όμάδα τών τριών πού
    Υπηρετούσαν στά 6αρ;ά Βπλα, γυμναζόντουσαν Ατέλειω­
    τα στή σχοπο6ολή, στή μεταφορά, στό λύσιμο χαί δέσιμο τών
    6πλων χάτω Απ' όλες τις περιστάσεις, Αχάμα χαί χατά τή
    δίάρχεία τής μάχης. «Προσπαθούμε νά Ανεβάσουμε 3σο γίνε­
    ται τό έπίπεδο τής τεχνίχής έχπαίδευσης, τήν ίδεολογίχή
    ταχτίχή τού στρέτου μας, τήν προοπτ^χή τών μαχών πού
    μ%ς περ^ίένουν^, μάς έςήγησε ό Μπού. "Ολα; μώοΰσαγ γκ&,
    τήν προε^μασία αότών τών μεγάλων μαχών, πού ήταν χουρδίσμένες σάν ρολόι χ%ί άφηναν χατάπληχτους τούς ε^δtxoύς
    τοϋ πολέμου.

    Τήν άλλη μέρα, περνώντας νεροσυρμές, στοές ύπόγ6<ες
    ΐτούπρεπε νά διασχίσουμε έρποντας, διασχίζοντας ενα μέρος
    τής ζούγχλας πού θά νόμιζες &5ίά6ατο, έπίσχεφθήχαμε μερ^
    χούς σταθμούς τηλεπικοινωνίας τοΰ στρατού, δ όποιος δια­
    θέτει τώρα πίά ένα χεντρίχό 'Επιτελείο, πού δίευθύνε{. τίς
    ίπίχείρήσε^ συντονίζοντας τες σέ δλο τό έδαφος τοΟ Νότωυ
    H nr/άμ.
    *Ή άρχή μας είναι : νά χτυπάμε δυνατά χαί σωστά, συχνά
    χαί σέ πολλά οημΕ?α ταυτοχρόνως, μ&ς είπε ^νας Αξί«)ματίκ4ς. Μίά Από τίς Αδυναμίες του εχθρού, δσο χί Αν 2χε: Αρτω Εξοπλισμό, εΝαί ôrt δέν μπορεί νά 6ρίσχεταί. παντού. "Οσο
    στρατό xt Αν δ^αθέτεί είναι Αδύνατο νά χαλύψεί τό σύνολο
    μί&ς χώρας πού 5λος ό πληθυσμός ε?ναί ξεσηχω]λένος ένχντίον του. ^Αν χ&νεί τέτία άπόπείρα τό Αποτέλεσμα θά εί­
    ναι νά δίασχορπίσεί τίς δυνάμεις του χαί νά γίν^ ^τσ^ πΰό
    ίύάλωτος άχόμα)>.
    Πολλά μέτρα χάτω Απ* τή γή, νεαρότατοι Αγωνιστές
    μπροστά στά μηχανήματα εκπομπών χαί λήψεων μετέδιδαν

    3Ü)

    συνεχώς, μέ 6άρδ:ες πού άντίχαθίσταντο δίχως δ:αχσπές,
    άχόμα χαί μέ τούς 6ομ6αρδίσμούς, ώστε νά μήν χαθορίσθεΐ
    σέ χκμ^ περίπτωση ή θέση τον;.
    Τό 2να μηχάνημα τδχαν 6αφτίσεί ^Κούδα*, τ' άλλο *Έχδίχηση τοΰ ΝγχοΟγεν - Βάν - Τρόί*. "Οταν γυρίσαμε τή νύχτα,
    ξαφν:αστήχαμε πού 6ρήχαμε έλάχίοτους στρατιώτες νά χοίμοΰνταί χαί τίς περισσότερες χούνίες άδειες.
    'Σήμερα είναι Παρασχευή, μάς έξηγήσανε, είναι ή μέ­
    ρα πού συναθροίζονται δλοί οί στρατιώτες πού άνήχουν στό
    Κίνημα Νέων τού Μετώπου*. Κάπου 200 μέτρα άπό τόν χαταυλίσμό, περίπου οί μίσοί τής όμάδας Λ& - Χ ίνγχ - Νό, ήταν
    μαζεμένοι. Καθισμένοι μέσα στή ζούγχλα, φωτ:σ;λένοί μέ μίχρές λάμπες πετρελαίου άχονμπίαμένες στό ί3α<ρος. "Ενας
    όμίλητής, μέ τό σημειωματάριό του στό χέρι, χάτί έξηγοΟσε χαμηλόφωνα.
    — Μά γιατί άπομονώθηχαν ^τσί ; ρώτησε & Μπάρτσετ.
    — Γίά νά μήν ένοχλήσουν τούς άλλους στρατιώτες. Εί­
    ναι ώρα άναπαύσεως.
    Τό θέμα τής συγχέντρωαης αΰτό τό 6ράδί ήταν: ^Τώρα
    πίά μπήχαμε σέ άλλη φάση τοΟ άγώνα. Δέν χάνουμε π:ά μό­
    νον μίχροσυμπλοχές χαί έπίθέσείς, είμαστε σέ θέση νά χαταδίώξουμε τόν έχθρό χαί νά δίαλύσουμε τίς ένίσχύσείς πού
    τού άρχοντα:. Σέ λίγο θά είμαστε σέ θέση νά έπίτεθοΡμε έναντών μεγάλων άχυρών, έναντίον στρατώνων χαί έναντίον
    στραηωτίχών χαταυλίσμών μέσα σέ πόλεις χατεχόμενες άπό
    Άμερίχανούς. Ό λ α αύτά θέτουν <ρυ<κχά χαίνούργία προ6λήματα, πού δέν πρέπει ώστόσο νά μάς φοβίσουν. Μπορού­
    με θαυμάσια νά τά πετύχουμε δλα αύτά, &ν σχεφθοΰμε χαλά,
    άν μελετήσουμε σο6αρά, άν είμαστε άποφασίσμένοί νά νίχήσουμε*.
    Σ ' Ενα άλλο μέρος τοΰ δάσους, έχεΐ πού 2να άόρατο δέν­
    τρο σχόρπαγε μίάν εόωδίά πού σ' Εχανε νά σχέφτεσαί τήν εύ-

    220

    τνχία, άνάμίσκ σέ άγχιδωτές λί&νες, χάθονταν στή σχίά ^ ά
    Αλλη &;t&5a νέων.
    Τήν στιγμή πού φτάσαμε, ^νας Απ^ αύτούς Σπαψνε τό
    λόγο γίά νά έχθέσεί τίς Απόφείς του πάνω στό θέμα τής Αλ­
    ληλεγγύης χαί των σχέσεων μεταξύ στρατιωτών. ^Elvat άρχετά αύτά πού χάνουμι γίά νά 6&ηθήσουμί τό σύνολο, γιά νά
    6οη&ήοουμε τόν χαθένα προσωπίχά; Πρέπεί νά μά&ουμε Αν
    Αγαπ&με τόν έαυτό μας ή Αν Αγαπάμε πρώτα τούς Αλλους, %
    λίγε μέ πάθος. *Οταν Αγαπιόμαστε Αχόμα χαί τό θολό νερό
    ξελκμπίχ&ρΕί. Τότε τίποτα δέν είναι ΑΒύνατο*.

    221

    XLH

    "Οταν 6ρά3ίαζε, τό στρατόπεδο τοΰ Aa<fxov ΣτρατοΟ
    γίόμίζε &πό τίς χουΰέντες τό ν στρατιωτών. Μιλάγανε γί& ιή
    σοδειά, γίά τά 6ου6άλία, νόμιζες πώς 6ρίσχεσαί σέ χωρώ.
    "Αν χ* ή νύχτα είναι γιομάτη άπό φωνές πουλιών, άπό προσχλήσείς χαί Αγωνιώδεις χραυγές &λων αύτών τ(5ν όντων, πού
    χαρχαλεύουν, σούρνονταί, πετοΰν λίγο πώ xsl άπ* τούς Αν­
    θρώπους, ^χείς ενα α?σθη^ ισορροπίας χαί Αρμονίας, ή
    άτμόσφαψα είναι ζεστή xstt οίχείκ &πως στην πλατεία ένός
    χωρ^υ.
    Eüvon ή ώρα τών Εξομολογήσεων. Οί λάμπες πού τρε­
    μοπαίζουν, φωτίζουν τά νεανικά πρόσωπα, τώγ Αγορ^όν τής
    μονάδας ^ ς . Πρίν ξετυλίξουν τίς χούνίες τους γί& τόν υπνο^
    μάς έτοίμάζουν τσά<. σέ μίά φωτιά μίσοχωμενη στή γή γίά νά
    μην τρα6ήξεί τήν προσοχή των άεροπλάνων. ^Ημερωμένοι Απ'
    τό xotvôÊto, άπό τή δεύτερη xt Βλκς ή μέρα αρχίζουν νά μάς
    ρωτάνε γίά χίλια δυό πράγματα. Γίά τις οίχογένίίές {ίας, γίά
    τό ταξίδι μας ίσαμε αότούς, γίά τήν πατρίδα μας.
    Η φωτογραφία τής γυναίκας τοΰ Μπάρτσετ χαί των
    τριών παιδιών του περνάει άπό χέρι σέ χέρι. Μένουν χατά

    222

    πληχτκ. δτα/ν τούς λέω πώς έχω μίά χόρη δεκαοχτώ χρονών. Μέ ρωτοΟν: ^Μας άγαπάε4^ Γίκτί οί άνθρωποί. τού Μ.
    Βιετνάμ eEvon άφάνταστο^ αίσθηματίχοί χαί έζωτερ^εύουν πο­
    λύ περ^20τερο τά ^^θήμχτά τους, νομίζω, άπό τούς συμπα­
    τριώτες τους τού Βορρά. <χΜας &γαπάΐί ή θεί^;^. Ε^ναί ή χλασίχή έρώτηση των μ^ρ^ν γίά μένα, στά χωριά, πρίν χωθοΰν
    στήν άγχαλίά μου χαί τρίψουνε τή μυτίτσα του^ στό μάγουλό
    μου,
    *Ενας - ένας οί <?ίλθί μας τότε 6γάζουν άπ^ τήν τσέπη
    τους χάποίο γράμμα χατατσαλαχωμένο, παλιό, δέχα μηνών,
    ίσως χαί ένός χρόνου xctt μάς τό 5ία6άζε^

    /leyaAov
    7τον <3^y cZvat dx^^a ^ ε ν ^ ί ΐ ^ .

    πε^ίοχ^

    *...Σο3 δίνω τά νέα τής άοελφής σου: ήταν ΰποπιη
    γίά τήν άστυνομίχ, τήν έστειλα σ' ëva έλεύθερο χωρώ. Έ γώ
    έξαχολουθώ τήν fSta δουλίά πού ξέρεις. "Οταν σκέφτομαι
    έσένα μίχρό μου άδέρφί παίρνω αχόμα περισσότερο χουράγίο,
    τό ΐδίο xt δταν σχέφτομαί χαί τόν πατέρα μας, πού τόν σκό­
    τωσαν εδώ χαί δυό χρόνια. Τόν έξ&δελφό σου τόν έπίασαν στή
    Σα?γχόν. Ό λ η ή οίχογένεκχ σχόρπίσε χαί φταίνε οί Άμεptx&voL· Μόνο τή μέρα πού θά τούς νοήσουμε θά ξαναμχζευτουμε.
    Φαίνεται πώς & Αντρας τής Χονόγχ, θυσίασε τή ζωή
    του στό στρατό. "Αν μπορεΐς νά μάθεις που είναι θαμένος,
    γράψτο μου.
    Ή οΐχογένείά [ίας δέχτηχε πολλά χτυπήματα, 5χί 8]^ως
    πκρίσσότερα άπ* δλες τίς Αλλες.
    Mtxpô μου άδέρφ^ αΰτοί πού 6ρίσχονταί στις φυλαχές
    [ίΛς περί[ίένουν. ΙΙρέπ^ί. ν' άγωνίστοΰμε, ε?νκί Sixcno. Κ" οί
    νίχροί, -Απ' τό δίχό μας χέρ^ περιμένουν έχδίχηση...*.
    Λύτό τό γράμμα εχεί ύπογραφή: Χάί -Χάίχ.

    223

    μητέρα?
    ^Γίέ μου δέν (%ΜΜ μαζί σου γίά τήν πρωτοχρονιά. Εί­
    μαι λυπημένη μά περήφανη γίά σένα. Ό λ η ή οΪχογένεία
    είναί 6έ6αίη πώς θά έξαχολουθήσείς νά έχτελείς τήν Αποστο­
    λή σου. Εέρείς, γίέ μου, ότι πρέπει νά Μ ίχηθεΐς τόν φόνο
    τού πατέρα σου. Δέ θά μπορέσουμε νά γίνουμε εύτυχίσμένο:
    &ν ο! δαίμονες (οί Άμερίχανοί) δέν δίωχθοΟν.
    Έ5ώ μάς 6ομ6αρδίσανε άχόμα μίά φορά τόν ένΒέχατο
    μήνα. Ό γέρο - θείος Μπίν χάηχε, χαθώς χαί τά παίδίά τοϋ
    χυρίου Ντύχ. Επίσης χάηχε χαί τό σπίτι τής θείας Μίνχ, Αλλά μ' δλα τά γερατείά της είναι ζωηρή - ζωηρή. Στήν άρχή
    νό^ζα πώς 6ά πέσεί στό στρΰ^α άπό τή στενοχώρια της, πού
    είδε νά χαίγονταί δλα της τ* άγαθά, ό 6ωμός τών προγόνων
    χ* οί χολ&νες. Τή 6οηθήσίψε νά χτίσει μίά χαλύ6α. Παρ'
    όλες τίς ζημιές στά χτήματά της, φύτεψε χολοχυθίές πού με­
    γάλωσαν πολύ.
    Γίέ μου, %ν μπορείς νά 6γάλείς μ:ά φωτογραφία στείλε
    )Μΐύ την. θέλω πολύ νά δώ πώς 5γίνες έδώ χαί 3 χρόνια ποδχω νά σέ δ ώ . . .
    Τό χαρτί :!vat μίχρό, δμ/ος ή άγάπη είναί μεγάλη.
    *Οσο γίά τό ζήτημα του γάμου σου, $έν μπορώ παρά νά
    αέ συμ&κώευσω νά πάρεις μίά κοπέλα πού ν' άγαπάεί τήν πα­
    τρίδα της. Είναι ή χαλύτερη λύση. Είμαι ή μητέρα σου,
    άλλά 6ρίοχο^^ί μαχρίά σου, τώρα είσαι γίός δλου τοΰ λαοΟ.
    Έσύ πρέπει νά πάρείς τήν Απόφαση πάνω σ* αότό τό ζήτη­
    μα, ζητώντας τή συμ6ουλή — &πως Απ' τήν οίχογένείά σου
    -— τών στρατιωτών χαί Αξίωματίχών τοΰ συντάγματός σου.
    Αύτοί ξέρουν τί είναί τό χαλύτερο γίά σένα. "Οταν τ* Απο­
    φασίσεις, γίέ μου, τότε ειδοποίησε χαί μένα...*.

    τ?)(
    àatyxcMaç σ τ ^

    224

    τον 3ί/νχτον CiïmaM/

    *Δέν !χω παρά μιά ζωή. Δέν 6ά ζήσω παρά μίά φορά,
    μέ μιά χαί μόνη ύπόσχεση, αυτή πού ίχανα σέ σένα.
    Αύριο ή χώρ% μας θά ένω&ΕΪ. *0 ^ρωτάς μας στόν γυ­
    ρισμό ΒΑναι Αχόμα πιό μεγάλος.
    Μπού, θά φύγεις γίά τό μέτωπο. Δέν μπορώ παρά νΑ
    σοΟ εύχηθώ ύγεία, χολή πρόοδο στήν τεχνιχή γίά νΑ
    νιχήσουμε τούς 'Αμεριχανούς. Τώρα διδάσχω στήν τρίτη
    τΑξη. *Εχω τά παιδιά τριών χωριών. Αύτή είναι ή δική ;tou
    Αποστολή. Ειμαστ: δυό καρδιές πού χτυπ&νε μαζί γίά νΑ
    διώξουν τόν χαταχτητή.
    "Ενα νΑ σχέφτεσαι πάντα: "Ερωτας πού διαρχει έχατό
    χρόνια*.

    Ή νέα κοπέλα, αύτή τήν πατροπαράδοτη τελευταία
    φράση τοϋ συζυγιχοΰ Ερωτα, τήν πλούμισε γύρω - γύρω μέ
    λουλουδάχια. Στήν Αχρη τοϋ χαρτί οϋ χόλλησε μ:& μιχρή φω­
    τογραφία της. Πάνω στόν φάχελο ζωγράφισε ενα περιστέρι
    πού χρατάει στό ράμφος του ένα γράμμα, δπως χάνουν Αλ­
    λωστε οί έρωτευμένοι δλου τοΰ χόομου.
    Αύτά τά γράμματα τά ξέρουν Απ' Βξω, δχι μόνον αύτοί
    πού τΑ λά6ανε, Αλλά δλη ή 6μά&α. Σπάνια τά γρΑμματα,
    ot οίχογένειες διασκορπισμένες. Τά μοιράζονται δλα λοιπόν.
    Καθένας ένδιαφέρεταί γίά τούς συγγενείς τοΰ Αλλου σάν
    v&vat Stxst του. Τά γράμματα φέρνουν χαί καινούργιους λό­
    γους γιά ν' Αγωνΐ3τοΰν χαί χαινούργιους λόγους νΑχουν έμπιστοσύνη στήν τελιχή νίχη.
    Οί στρατιώτες σημειώνουν Αποσπάσματα οτά προσωπιχά τους ήμερολόγια γιατί σχεδόν 3λοι τους χρατοΰν ήμερολόγιο. Πρίν Απ' τή μάχη ξκναδια6άζουν αύτά τά μιχρά
    μπλόκ, δπου γράψανε σκέψεις, ποιήματα, διάφορες όποσχέσεις πού έδοσαν στόν έαυτό τους. Κοιτάζοντας τούς νέους
    χωριχούς μας σχυμένους πάνω στά χαρτιά τους τό 6ρά5ι, σάν

    225
    7^

    τούς προοχόπους πού σημειώνουν τίς χαλές πράξζίς τής
    ήμ^ρας τονς, σχεφτόμουνα πώς οί Άμερίχανοί ψυχολόγο; δέν
    θά πίστευαν στά μάτια τονς &ν τούς 6λέπαν. "Εχουν μίά
    τελείως άλλην είχόνα γίά τούς ^ταχτίχούς 6{ετχόγχ^ πού
    ξεπηδάνε ξκφνίχά μέσα άπ* τό μυστήριο τής ζούγχλας γίά
    νά χάνοον μίά χεραυνο6όλα έπίθεση.
    Κί δμως, χαθώς ίγραφε &ποιητής Λίέμ σ' 2νχ του ποίη­
    μα, * Ά π ' τήν άγάπη μας γεννήθηχε τό μίσος έναντίον τών
    Άμ^ρίχανών χκταχτητών*. Δέν ύπάρχεί άλλο στρατίωτίχό
    μυστίχό.

    Πολλές φορές, μαζεμένο: γύρα) Απ' τή φωτιά τοΟ στρα­
    τοπέδου, μάς ζητοΰσαν νά τούς πούμε χαί μεΐς μέ τή σειρά
    μας ένα ποίημα τοΟ τόπου μας. Ευτυχώς σέ μίά γωνιά τής
    μνήμης μοο φωτίστηχαν xàxotot στίχοι τοΟ Ντεσνός:
    Δέν σάς -μίλ^ε γίά τίς λύπες μας, Αλλά γίά τήν
    έλπίδα μας.
    Στό χατώφλί ένός χοντ^νοδ πρωινού σάς δίνουμε
    τήν χαλημέρα μας.
    "Η άχόμα:
    Αότή ή χαρδίά πού τόν πόλεμο μί3ουσε,
    Γίά δές την πώς χτυπά
    Γίά μάχες χαί γ ί' άγώνα

    "Η αΰτούς τούς στίχους τού Πώλ Έλυάρ:

    Τό μίσος άνα6λύζεί άπό τή γή
    χαί μάχεται γίά τήν άγάπη.

    226

    "Εξοχα μεταφρασμένοι άπ' τόν Χοά, οί στίχοι τών ν*χρών ποιητών μας ξαναζωντάνευαν στά ένΰονσκΜη χιίλγ;
    τών νέων τοϋ Β^τνάμ.
    ^Αύτά άχρί6ώς σχεφτόμαστε χαί μεΐς*, λέγανε. Καί
    πρόσθεταν μερίχούς στίχοος άπό *Τήν τίμή των ποιητών^
    στίς σελίδες των Ημερολογίων τους.
    Χρόνια χαί χρόνια οί συμπατρίώτ:ς μας πλαστογραφού­
    σαν τήν etxiva τής Γαλλίας, νά γιατί χάθε φορά πού χάποίος
    Αγωνιστής τύχαίνε νά μιλήσει γίά τήν γαλλίχή κουλτούρα
    ή νά δείξει σε6ασμό γί' αύτήν, αίσθανόμοννα μιάν Απέραντη
    ύπερηφάνεία.
    ^Κράτησα γίά χα.ρό μέσα στό γυλιό μου τόν πρώτο
    τόμο τοΰ *Ζάν Κρίστόφ* τοΟ Ρομαίν Ρολλάν, ^λεγε ό Χοά.
    'Αλλά, άλίμοτο, τδχαοα σ' ενα απ' %λα τοΟτα τά χρόνια
    τοΟ πολέμου. "Αν ξανάρθετε πρίν τελειώσει 6 πόλεμος μήν
    ξεχάσετε νά μο3 φέρετε 6ί6λία^.

    2^7

    XL!H

    Μου 3υνέ6η στόν Άπ€λευθ6ρωτίχό Στρατό χάτί πού
    5έν μοΰχί συμ&ί ποτέ, σέ χανίνκ μου ρΜΐορτ&ζ. Υιοθέτησα
    ίίνα γώ . *Η μ&λλνν, Ëva άγόρί μέ υίοθέτησ#. Τόν λένί
    Μονόί - Xàt. El/xt 6 ένδέχ^τος Χάί, 6 προτελευταίος μί^ς
    οίχογέν&4ας μέ *νδεχα παιδιά. (Στό Ν. Β^ε^&μ, μέ πολύ
    τρυφερότητα άρίθμοΰν τ& παίδίά, Αφήνοντας τό No 1 γίά
    τή μητέρα).
    Ό Χάί ctvat άποδίοίχητής τοΰ λόχου Β ' τοΟ πρώτου
    τάγματος τοΰ σν/τάγμχ.τος. Ό Αίέμ, ό Νό, xt Λύ^οί^ άπό 18
    χίόλας χρόνων ήτκν παλαίμαχο: το& άταχτου &ντάρτ:χο^.
    "Οταν ό νέος μ&ς δίηγήθηχΕ τήν ιστορία τον, σάν δλους τούς
    χωρίχού; - στρατίώτκς, πρίν άχ* δλα μίλησί γ;ά τή γή.
    «4t?fyt?03 τον JÎoyô* - <Υά* .'
    ^Κοϋτ&γομαί άπό τήν έπαρχία τοΰ Κ&ν - θό. Στό διάστη­
    μα τής πρώτης Αντίστασης, ή φαμίλια μου, πού ήταν άνάμίοα στίς πίό φτωχές το& χϋ)ρίθϋ, πήρ# χί αύτή ίναν χλήρο
    γής. Μέ τήν χαταπ&τηση δμως .τών συνΒηχών τής Γ*ν*ύης
    ένας γαίοχτήμονας τής χλίχας τοΟ Ντίέμ, πήρε πίσω δλ^ς

    228

    τίς ρυζοφυτΕΐίς τής περιοχής. Τ ό τί γίναμε άχό^^α πίό φτο^
    χοί άπό πριν. Μόνο τό 1962, δταν οί Αταχτη άντάρτίς ίλ^υ
    θέρωσαν τήν περιοχή, δταν οί Ιχθροί δέν τόλμησαν πίά νά
    ξαναπατήσοννε τό πόδι τοσς àxet, ξαναπήραν πίσω τά χτή­
    ματα κάτοί τκύ τά δουλεύουν.
    ^Τό Μέτωπο μ&ς τά ζαναμοίρασί. Μά & πατέρας μου δίν
    πρόφτασε νά τά 5t?. Στά 1957 τόν συλλάδα*^ σάν πιθανό
    τροφοδότη τών ^6^τχόγχ^. 'Εγώ ήμοον άχόμα παίδάχί 5ταν
    τόν είδα νά τόν παίρνουν. "Ηξερα πώς & χατέρας μου δέν
    πήρε μέρος στόν πρβτο πόλεμο τή; άντί στάσης, cÙn είχκ
    χαμίά Βράση μ#τά. Κί όμως τόν π;άσανί χαί μάθαμε άργότερα πώς τόν τονφέχίσαν τόν 'Απρίλη τοΟ 1963.
    )>Στά 1960, 16 χρόνων, είχα χίόλας μπει στό στρατό,
    είχα δεΐ άρχετό atjm νά τρέχε( στό χωρίό μου χαί πολλά
    μπλόχα. Τόν άοελφό μου τόν σχότωσαν τόν προηγούμενο
    χρόνο. Είχα άχόμα νά ίχδίχηθΰ χαί τόν θάνατο τού 8ωοέχατον άδίλφον μου. πού τόν σχότωσαν τόν ίδιο χρόνο μέ τόν
    πατέρα^.

    Στίς 20 top δεύτερον μήνα το5 iBtov έχ^ίνοο σελην(αχοΟ χρόνον, πού στάθηκε τόσο οχληρός γίά τήν οίχογένε^ά
    τον, ό Χάί, βγαίνοντας άπό ενα μάθημα είδίχό γίά τούς ύπαρχηγούς τμημάτων, ^παίρνε μέρος στήν έπίθεση μίάς έχθρίχής θέσης. Ζήτησε νά πάει έθελοντίχά χ<αί νά ^evOûvet τήν
    δεύτερη όμάδα, αύτήν πού θ' άντίχαταστοϋσε τήν πρώτη σέ
    περίπτωση άποτοχίας της.
    ^Χωθήχαμε χροφά μέσα στό σιρατηγίχό χωρίό, μά δέν
    Είχε χαλά - χαλά άρχίσε; ή έπίθεση xt άμέσως δόθηχε τό
    ούνθημα σνναγερμοΟ στ^ς ^χθρ:χές τάξε^ς. *Η πρώτη όμάδα
    δέν πρόφτασε ν' άνα^τ^άξεί 0λ:ς τίς νάρχες πρίν πέσει χάτω
    Από τίς σφαίρες τους. Τώρα ήταν ή 3Είρά μας νά δράσον;ίε.
    ^Άπό τήν πρώτη έπίθεση πληγώθηχα. στό πόδί άπό μίά

    2ίΚ)

    λόγχη πού μο8ρίξαν, Τήν ^6γαλα χαί έξαχολούθησα τή δουλίά μου, Στό διάστημά τής γενίχής επίθεσης^ οί σύντροφοί
    ρίξανε άρχετά όχυρά φυλά-^α. 'Αλλά χοντά σέ χεΐνο πού
    έπρεπε νά πάρου^ έμεΐς, πληγώθηχα στό μέτωπο άπό ενα
    θραύσμα χείρο6ομ6ίοας ποϋρ^ςε ό εχθρός άπό πολύ κοντά.
    Στόν τομέα μου ύπήρχαν πολλοί τραυματίες χαί νεχροί. Είδοποίησα τόν άρχηγά του λόχου νά στείλει ένίσχύσείς, άλλά
    5 σύνδε(ηΜ)ς σχοτώθηχε στό δρόμο.
    ^"Επρεπε νά δράσω χε?χυνο6όλα. Τό αΐμα μου έτρεχε
    άπό παντοΰ. Πήδηςα στό έσωτερίχό τοϋ οχυρού. Μά ενας έχθρό; μέ πυροδόλησε εξ επαφής. "Αργότερα εϊοα{ίε ττώς ήταν
    διαμπερές στό χεφάλί, άλλά δέν άγγίξ-ε τό χυρίως οργανο.
    ^Απόδειξη πώς εΐμαί Ολοζώντανος σήμερα. "Εχασα, τίς αισθή­
    σεις μου. "Επειτα ^μαΟα πώς χάρη στό πυρο5ολίχό ο! σύντρο­
    φοί μου μπόρεσαν ν" άπαγγίστρωθοΰν. "Οσο γίά μένα, μέσα στή
    φωτιά τής μάχης πού γίνηχε χατά τή δίάρχεία τής νύχτας
    δέν μ' είχε δεΐ χανένας νά πηδάω μέσα στό φυλάχίο, δπου
    τ^ άνδρείχελα μ^ είχαν άφήσεί, νο]ίίζο'/τάς με νεχρό.

    χ'Οταν συνήλθα, τήν αύγή, άχουσα άπό πάνω μου νά
    Βουίζουν άεροπλάνά, ήμουν άνάσχελα χαί πολύ Εξαντλημέ­
    νος άπό τό ai^ta πού είχα χάσε t. Κατάλαβα πώς οί δίχοί ι^ς
    συμπτυχθήχανε δίχως νά μέ 8ο3ν. ^Αρχισα νά 3ρπω χάτω
    άπ^ τό φός τών φωτοδολίδων γίά νά $γώ άπό χε?.
    ^Κάπου^ οχί χαί πολύ μαχρίά, πήρε τό μάτ:. μου 2να σπί­
    τι τοΰ στρατηγίχοδ χωρίοϋ. ^Οταν έφτασα άρχισα νά φωνά­
    ζω τούς χατοίχους. Μά δέν είχα δύναμη νά φωνάξω δυνατά
    xt &λθί χοίμοϋνταν. Σέ λίγο Θά6γαίνε 6 ήλιος, άπρεπε μέ
    χάθε θυσία νά κρυφτά. Γυρίζοντας πρός τό πίσω μέρος τοϋ
    σπίτίοΟ 6ρήχα μίά παιδική χούνία δεμένη σέ δυό χόλωνες.
    Κατάφερχ νά ξαπλώσω έχε? μέσα πρίν χάσ<ά χαί πάλι τίς
    χίσθήοείς μου. "Οταν άνοιξα τά μάτια μου, τό ρολόγί μου

    230

    ^δείχνε 8 ή &ρκ. Κ^ίγόμουν άπό τόν πυρετό χαί δίφοΟσα άφόρητά. *Άχουγα τις περίπολος τ&ν Ανδρείχέλων. Αύτή τή φορά
    χατάφερα νά μπω στό
    μεγαλώνοντας μίά τρύπα στόν
    τοίχο τοΰ μπαμπού χαί ςανάπεσα. "Αλλά &νας γέρος χ' ^να
    παίδάχί μ" Αχούσανε. Φο6ηθήχανε πολύ δταν μέ είδανε πλγ;μμυρίομένο στό αίμα. Σχεφθήχανε πώς θά τούς τουφεχίσουν &ν
    μέ 6ρο0νε σπίτί τους. Στήν Αρχή μέ παραχάλεσαν νά φύγω,
    Αλλά 6λέποντάς με έτσί Αδύναμο μέ χρατήσανε. Μέ 6άλανε
    ατό χρε6άτί, μοΟ ^δοσαν νά πίώ χαί μετά φύγανε. Μπορε?
    νά πηγαίνανε νά είδοποίήσουν τόν έχΰρό. Μπορεΐ δμως νά
    πηγαίνανε νά χάνον ίσουν χαί τή μεταφορά μου μέ σίγουρους
    φίλους, παράνομους τοΟ στρατόπεδου. Αύτός 0 ^σίγουρος φί­
    λος^ ήταν ενα κορίτσι, ποΰσχυψε Από πάνω μου τή νύχτ^.
    χλ<αίγοντας: ^0ά σας μεταφέρουμε σ" Sva έλεύθερο χωρώ,
    5co ζοϋμε έμεΐς θά ζήσετε χαί σεΐς^. Ή μεταφορά χράτησε
    δυό μέρες. "Από τήν Αρχή τής μεταφοράς δέν Αναγνώριζα
    πίά χανένα. Φτάνονΐας στό νοσοχομεΐο τοΰ Μετώπου δέν μπο­
    ρούσα πίά νά πίώ -ούτε μίά γουλιά νερό. Mo&nav 5τί πάλαίψα
    6δομάδες μέ τό θάνατο, Αύτό εΐναί χίόλας μίά παλίά ίστορία...^.
    "Εχοντας γίνει πίά χαλά έδώ χ^ ^ya χρόνο, ό Χάί ^παίρ­
    νε μέρος στίς μάχες δπως πρίν πληγωθεί. Σημάδ;α αόλάχωσαν τό πρόσωπό του, πίό λεπτά Αλλά πίό 6ΰίθίά Απ' τών συν­
    τρόφων του, δίχως νά του Αλλοιώσουν τή φυσιογνωμία. 'Ανα­
    γνώριζε φυοίχά πώς χάποτε είχε Αφόρητους πονοχέφαλους,
    χαί φαί νόταν πολύ πίό ντελίχάτος άπό τούς άλλους στρατιώ­
    τες. Τ ά μάτία του δείχναν συχνά πυρετό. Οί γιατροί τοΰ
    Μετώπου πκραχολουθοϋσαν άγρυπνα τήν Ανάρρωσή του.
    'Αλλά &ν τοϋ Απαγορεύανε νά πάρεί μέρος στ^ς μάχες,
    ταν ή πίό οχληρή τιμωρία γί* αύτόν.

    Αύτή τή 6δομάδα, τό Γενιχό Επιτελείο τού συντάγμα-

    τός μας χατάλαΰε, άχούγο'/τας τά ραδιόφωνα τών Β. δυνά­
    μεων, πώς θ' άρχίζανε έντός όλίγου καινούργιες tj/updg
    έπί θέσεις χαί 6ομ6αρ5ίσμοί στην περιοχή της ζούγκλας πού
    μάς έκάλυπτε. "Υστερα άπό συσκέψεις, οί άξίωμχτιχοί πή­
    ραν τήν άπόφκση νά μήν άλλάξουν τίποτα άπό τό πρόγραμμα
    της εργασίας τοΟ σ^ντάγ<ίατος. "Από τήν πρώτη στιγμή οί
    στρατιώτες, 3πως πάντα. είχαν ετοιμάσει, ένα γερό 5ίκτυο
    καταφυγίων, μέ στοές, ίκανό νά άντψετωπίσίί τήν όποίαδήποτε άεροπορική έπίθεση, έτσι στά τυφλά καθώς γινόταν
    πάνω στήν πράσινη αύλαία τής ζούγκλας. Τό Γενικό Έπίτελεΐσ, έπείδή πριν άπ' &λα ήθελε νά μείνει άπολύτως μυστι­
    κή ή προετοιμασία τών μεγάλων έπίθέσεων, άπαγόρευε νά
    χτυπήσουν τ" άεροπλάνα, γίά νά μήν άντιληφθεΐ 6 έχθρός
    τήν παρουσία ένός συντάγματος πού δίέθετε 6αριά &πλα.
    Μάς συμβούλευαν μόνο νά σταμκτοΰμε 5λες τίς άσκήσείς
    μόλις άκούγεται ήχος άπό μοτέρ άεροπλάνου, νά ύπακοΰμε στή 5ίαταγή κκί νά κατε6αινουμε άμέσως στά καταφύγια,
    νύχτα ή μέρα, 5ίχως αλλη προειδοποίηση. Σέ χάθε συνα­
    γερμό, 6 Χάι έτρεχε κθ'/τά μου χαί μοδδείχνε τό πίό χοντρό
    καταφύγιο. "Οπως κάναν άλλοτε 6 Νγχέ, 6 Τού ή δ Mât,
    ^μενε στήν είσοδο τοΟ καταφυγίου, άνάμεσα στά θραύσματα
    τ(^ν όάίδων καί σέ μένα. Δέν μπορούσαμε σχεδόν νά ποΰμε
    τίποτα οί 5υό μας, γιατί τό 6ίετναμέζίκο λεξίλόγίό μου ήτ^7
    πολύ περιορισμένο. Νά γιατί νόμιζα στήν άρχή πώς μου κά­
    ναν πάλί ένα άστεΐο, &ταν ό Α ά - Χόνγκ - Νό, τήν ώρα πού
    ήταν μαζεμένη &λη ή μονάδα γύρω άπό τό μπύλ, τό ρύζι χαί
    τό παστό ψάρι, μοΰ είπε: ^^Εχω μιά παραγγελία νά σάς κά­
    νω. Ό Μονόι - Χάί σάς ρωτάεί &ν θέλετε νά γίνετε θετή του
    μητέρα*.
    Ή έρώτηση ήταν σοθαρότατη. Πολλές φορές στήν τύχη,
    ύστερα άπό χάποία μάχη, σ* 8λα σχεδόν τά χωριά, άναπτύσσονταν τέτίες τρυφερές σχέσεις άνάμεσα σέ μητέρες, πού

    232

    τούς είχαν σκοτώσει τά iratStà τους, καί σέ άγωνίστές χρό­
    νιά χαί χρόνιά χωρισμένους άπ' τούς δικούς τους. Υπάρχουν
    γρίοϋλες πού -έχουν υιοθετήσει μ^ αύτά τόν τρόπο δέχκ - Sv15X64 στρατί ώτεςί 'Επίσης συμοαίνεί, άχόμα χαί γυναΐχες
    38 -40 χρονών, πού δέν μπόρεσαν ν&χουν παιδί γιατί 6ρίσχονταί χωρισμένες άπ^ τούς &ντρες τους χρόνκχ., νά υίοθετουν νέους 18 χρόνων.
    Ά λ λ ά A Χάί θεώρησε χαλό νά γίνει γίός )boo — τό χατάλα6α άργότερα — δχί γίά ν&χεί χάποίον πού νά τόν τρυφεραίνε:,, ά?Αά γίά νά μπορεΐ έκείνος νά μέ φροντίζει. Λυτός
    πού μιλούσε τόσο λίγο, & τόσο έσωστρεφής, είχε σχεφθεί πώς
    ήμουν πολύ μακριά άπ^ τόν τόπο μου, πολύ ι*αχρίά απ' τούς
    δίχούς μου. Τό αίσθημα τής φιλοξενίας χαί ή λογική της
    άδελφιχότητας τόν σπρώξανε νά μέ προίχίσεί ^ μιά και­
    νούργια οικογένεια. Δέχτηχα αύτή την υιοθέτηση, πρός με­
    γάλη χαρά όλης της μονάδας, Ά π ό τότε είχα δικαίωμα σ'
    δλες τις έχδηλώσείς σε6ασμο3 πού επιφυλάσσονται στούς γο­
    νείς. "Οπως θά έτοίμαζε γίά τή μητέρα του τό μπετέλ, ό
    Χάί, ετσί μοΰστρί6ε τό τσιγάρο μου χαί μοδφερνε τό τσάι μου
    κρατώντας το σφιχτά στίς 5υό του χούφτες. Τό 6ρά$ί ^δενε
    τήν χούνία μου χαί μουλεγε καληνύχτα 3πως στό σπίτι. Ο
    άρχηγός τής μονάδας, άλλωστε, μέ μάλωσε φίλίκά, πού 5έν
    είχα πρώτη έγώ τήν ιδέα νά φιλήσω τόν χαίνούργίο μου γώ,
    κΕίναί φοΰεροί στή μάχη^ μά άπό τήν Αλλη μεριά είναι αγνοί
    χαί τρυφεροί σάν παιδιά. Γ:ά πρώτη φορά στή ζωή τους
    τούς προσφέρετε μέ τήν παρουσία σας τήν συγκεκριμένη διε­
    θνή συμπάθεια πρός τόν άγώνα μας, θ ά θυμούνται πάντα χαί
    τήν παραμίχρή χειρονομία σας χαί τήν παραμικρή σας λέξη&. Στό διάστημα πού δέν είχαμε τίποτκ νά χάνουμε λόγω
    τών οομοαρδίσμών, στό έάθος των χαταφυγίων 5 Μπάρτσετ
    χ' έγώ δίηγώμα,στε στά «αγόρια μχςχ- πως είχαμε γνωρίσει
    τόν χόσμο. ^0 Χάί ήταν αχόρταγος. 'Μητέρα, %λεγε, %ταν

    ήταν 6 πόλεμος στή χώρα σκς, οί "Ες - "Ες ήταν άλήθεί&
    τόσο άπάνθρωζοί δσο s!vxt οί Άμερίχανοί έ$ό
    Μέ τή σειρά μοο χ* έγώ, μέσα στό χατκίφύγ^, μάθ^ν^
    2νκ σωρό πράγμκτα γίά τίς κερ;οχές πού δέν {MtôpeOA νά
    έπίσχ^φθω μέσ^ άπό τά μάτια τοΟ Xàt xoti τοΟ Νό.

    234

    XLiV

    ιΕίμοκ Από τήν Βοίντρέα, Ελεγε & Λίέμ, τήν πίό xatotχημένη περιοχή, γόνιμη &σο δέν φανταζόσαστε. "Βαντρέα ή
    ήρωίχή". θάρθεΐτε έχ:ΐ μετά Από τή νίχη. ^χω τόσες χαρύδες έχεΐ, πού ή Αδελφή μον ΘΑ σ3ς γίομίσεί μίΑ μπανιέρα
    νΑ χάνετε μπ&νίο*.
    ΣτΑ 1960, στό ΑντΑρ,τίΧΟ τοΰ Δέλτα, ξεφ:ύγαμε Από τΑ
    μπλόχα^ ζώντας σΑν τΑ πουλί A στίς χοροφές τών ντροφοίν!χων, πίσω Απ' τΑ πυχνΑ μπερδεμένοι φυλλώματΑ τους. Οί
    χορμοί τους 6γαίνουν χ ζτ' εόθίέαν μέσα άπό τΑ ^λη. ΤΑ
    ίχΟρίχΑ Αμφί6ία περνούσαν Αχρί6ώς Από χΑτω μας, χ' ίνώ
    τούς πυρο8ολούο%με ήταν Αδύνατο νΑ χαταλΑ6ουν Από ποΟ
    τούς χτυπούσαν. Μέσα σ' δλο τό Δέλτα ύπΑρχουν στολίσκοι
    Από χιλιάδες μίχρές σχεδίες, καμωμένες Από τρείς σανίδες,
    πού γλιστράνε μέσα στούς δαίδαλοος τών arrogés Αθόρν6α,
    μεταφέροντας τούς στρατιώτες δταν πρόχείτα: νΑ χΑνουν χΑποίΑ έπίθεση. ΤΑ σαμπάν τών χορίτσίών γλιστράνε παντοΟ,
    ΑνΑ{ίεσα στίς λ^Ανες, πρΑγμα πού μάς χΑνεί πολύ πώ εύχίνητους Απ' τΑ 6optA ΑμερίχΑνίχ,α Αμφί6ία πού μπλέχονταί
    μέσζ στΑ 6οϋρλα. Ή Κοώ&δα τών Καλαμιών, δίηγόταν 0

    235

    Νά, στήν περίοδο τής ξηρασίας γίνίτοκ μ;ά άληθίνή χορτο­
    θάλασσα. Α λ λ ά μόλις άνέ5ε: τά νερά — τούς 6 μήνις στούς
    12 — ζοΰμε πάνω στό νερό, μέσ^ στό νερά, κάτω άπό τό
    νερά. Τά χωριά πάνω σ' αυτό τόν χκθρέφ.τη γίνονται εδκολος στόχος γίά τ* άεροπλάνα, πρέπει λοιπόν νά 6οοτήξείς γίά
    νά ξεφύγείς άπ^ τά έλίκόπτερα καί τ' άεροπλάνα. Εΰτυχ&ς
    είμαστε δλο: συνηθισμένοι σ'' αύτό, κολυμπάμε σάν ψάρι?,
    άπό τήν κούνια μας. ^Ολη αύτή ή όδάτινη έπιφάνεία είναι
    σχεπασμένη άπό μώ6 λουλούδια. Eïvctt πολύ όμ^ρφκ άλλά
    χαί πολύ χρήσιμα, γιατί μ&ς χρύΰουν δτα^ γίνονται μπλόκα.
    Έχε! χάτϋ) οί στρατιΑτες μέ τ$να xipt τραΰοϋν κουπί χαί μέ
    τό άλλο σκοπεύουν, θάλεγ: κανείς πώς τά σαμπάν $έν πλέουν,
    πετ&νε. "Οταν ό έχΟρό; μάς Όθμ6ΰίρδίζε: τήν έποχή τής ξη­
    ρασίας, οί χωρίχοί καίνε τό χορτάρι γίά νά μάς κρύψουν μέσα
    στόν καπνό. Πολλές φορέ; δλη ή κοιλάδα καίγεται. Τ* άερο­
    πλάνα γυρίζουν άπό πάνω δίχως νά διακρίνουν τίποτα.
    Πολλές φορές καθώς γυρίζαμε άπό μ:ά 'Λκηφόρα μάχη,
    τ ' άεροπλάνα μ&ς παίρναν τό κατόπι γίά νά μάς συντρίψουν.
    Ο: άνθρωποί 6άζαν φΐϋτιά στούς αγρούς τους, τίς θημωνιές
    τους, καίγοντας ίτσί τή σοδειά τους, γίά νά κάνουν ένα φρά­
    γμα καπνοϋ καί νά προστατέψουν τις μονάδες μας. Μάλιστα,
    σέ τέτ^ς περιπτώσεις, οί χωρικοί μας, πού ε!ν&ι τόσο προσχολλημένοι στά άγαθά τους, αΰτοί πού ]ΐ,αζώνουν καί τ' άχυρα
    άκόμα καί δέν άφήνουν οΰτζ ^ν?. στάχυ νά πάει χαμένο, δέν
    διστάζουν οδτ: στιγμή.,.
    Παντού, δπου κ: άν μ3ίς έδηγήσουν οί μάχες, ο! νέοι
    ζητάνε άπό τίς οίκογένείές τους τήν άοεία νά )ί&ς άχολουθήσουν. "Οταν πέφτεύ ένας άπό μάς, τουλάχιστον δέκα νεο­
    σύλλεκτοί τόν άντίκαθιστούνε. Οί άνθρωποί ξηλώνουν άπ' τά
    σπίτια τους τά σανίδά, γίά */& κάνουν φέρετρο στό/ άγωνίστή. Τήν πχραμονή τής γιορτής του Τέτ, σ' %λα τά σπίτια
    καί τά πίό φτωχά άκόμα Ετοιμάζουν ένα πιάτο γίά τούς νε­

    236

    κρούς τής οίχογένίίας, χαί μ^ά κρορφορά yt& τούς ήρ^^ς τής
    ΆπΕλΕίΐθέρωσης.

    Τίποτ' άπ' 5λα αύτά δέν 3ίηγο0ντΰ^ θλίμένα. "Αν t!w t
    σννχ,ίσθηματίχός & Βιετναμέζος eîvot χαί ΰα,θύτατα αισιόδο­
    ξος, τοΰ άρέ^ουν τά χωρατά χ" είναι χα).?φαγάς. <χ*Οσο χί
    άν e^wt ό πόλεμος σχληρός, δέν σχέφτονταί 5λη τήν <&ρα τά
    ναπάλ]ί χαί τίς τοξ;χές ουσίες^, μοΰλίγε 6 μαχητής συγ­
    γραφέας "Λν-Κτούχ. '0 Αταχτος άντάρτης, πού μόλις 6ύθ'.σί ϊνα χανώ τής Αχτοφυλαχής χ'
    μέ τίς ώρ^ς χρυμένος χάτω άχό τό vtpô γίά ν' άχοφύγ:ί τούς έχθρίχού;
    πυρο6ολίσμο?)ς, σί λίγο τό στρώ'^: άμέρίμνα ο* &να ψχρά5ίχο τα6ερνάχί χαί παραγγέλνει χαρα$^δες χαί ραχί τοδ χράCLVOU δράχου.
    0 "Α ν - Ντούχ, μάς %λ&γε άχόμα: ^Πήρα μέρος στή μά*
    χη τού Κά. Νουόχ. ^Ολοί αύτοί πού χάνχν τήν έκώρομή
    ήταν άγορόπουλα γλυχύτατα., σάν xt αύτά τής δίχής οκς jjKl·
    νάδας. Καταχοχχίνίζαν δτκ,ν τούς π^ίράζαν τά xopiw a. Μά
    ίπρΕπΕ νά τούς 3 ίίΐί στή μάχη. Μέ τήν ξιφολόγχη ίφορμοΟσχν μέσα στά 5λα. Ή έ-πίχείρηση γΐνηχ^ οέ ρυθμό τόσο γοργό,
    Αστε δ άσυρμ<ατίστής δέν πρόλα6& νά έχπέμψ&ί τό Σ.Ο.Σ.
    "Αλλωστε &5ίχχ θ&χαν^ τόν χόπο, άφοΰ τό Καμώ^ πού et5oτΜκήΟηχΕ άπό τό γείτονίχό όχυρό. περκφίστηχ6 στό νά έπαναλαΰαίνίί: *Ολοί οί ύποτομ$^ς χτ^ίοϋντα^ δέν μποροΟμΐ
    νά 6οη6ήσουμί χανέ^.
    ^λίόλίς !xc3t τό φρούριο, φτάσαν# οί χωριχοί ;^έ τά σαμπάν, γ ^ νά xopaÀàôouve τούς αιχμαλώτους χαί τά 5πλα
    πού πήραμε. Ή πρώτη έρώτηση πού χάναν, ήταν: 'Υπάρχουν
    άπώλΕίες $!.χές μας;
    ;>0ί στρατιώτες τής Σαϊγχόν σχύ6αν& τό χ^φάλί τους.
    Ποτέ χαν5ίς 54ν τούς ί?χε ρωτήσω: αύτούς χάτί τέ?ίθ. Καί
    ένώ κ?χαμί 6γάλεί έχτός μάχης 200 ίχθρούς σ' αύτή χαί

    137

    μόνο τή μάχη, έμεΐς χλαίγαμε 5 νεχρούς. Ό Αριθμός δέν
    ήταν ύπερ6ολίχός γίΑ τό 1963.
    *Οί χωρίχοί έπέμεναν νΑ τούς χάνουν τίς νεχρώσίμες
    τιμές, ^Πταν 2 τό πρωί. Εαπλωμένοί & Ενας δίπλα στόν
    Αλλο χΑτω Απ' τό φως τών χοντρών χεριών, οί & σύντροφοί
    είχαν σκεπασμένο τό πρόσωπό τους μέ ;n& σημαία τοΟ Με­
    τώπου. MtA *μάνκ τοΰ στρατιώτη* ξεσχέπαζε μίά - μίΑ τίς
    ση{ίαΐες, χοίταζε τάγνωστο πρόσωπο x ^χλαίγε σιωπηλά.
    Καθώς &Ενας είχε Αχόμα τΑ μάτια του Ανοιχτά, τοΟ τΑ !χλ: ί­
    σε, τΑ 8λέφκρα δμως ξανανοίξαν. Τού τά ξανάχλείσε μίΑδυό φορές λέγοντΑς του τρυφερΑ: Κοιμήσου, χοίμήσου Αγόρι
    μου' χοκ τΑ 6λέφαρΑ του χλείσαν.

    *Οί περισσότερέ Απ" τούς νέους μας δέν πρόφτκσαν νΑ
    γνωρίσουν τόν Ερωτα, νΑ χρατήσουν μέσα στή χούφτα τους
    Ενα xoprcoiduxo χέρι. ^Αχόμα χτές ήτ^ν μίχρΑ 6οσχόπουλα
    πού παίζανε, χυνηγώντας μέ τίς σφεντόν&ς τους πουλίA. Σή­
    μερα έχείνο τό ταλέντο τους τούς χρησιμεύει νΑ ρίχνουν
    Αεροπλάνα. Είδα μέ τΑ H)ta μου τΑ μάτια δυό χωρίχούς νά
    ρίχνουν ενα ΑεροπλΑνο, όπλίΐψένσί ό Ενας μ' gνα γχρά Χί ό
    Αλλο; μ* ενα παλιό γαλλίχό δπλο Λ&μπέλ, τήν ξεσχονίστρα,
    χαθώς τό λέγανε, έπείδή ήταν πολύ μαχρύ. Επειδή χ οί δυό
    χωρίχοί είχαν χτυπήσει ταυτόχρονα τό ΑεροπλΑνο, δίεχδίχοΰσαν ό χαθένας γίΑ λόγου του τήν τιμή τής χατΑρίψής
    του. Ό τα ν %μως 6γΑλαν τΑ πτώματα, δέν ύπήρχε πίά χαμίά
    Αμφίθολία. ΜίΑ χαί μόνη σφαίρα το& Λεμπέλ είχε δίαπερΑσεί τό λαιμό τοΰ πιλότου, ύπολοχαγοΟ Ούίλλίαμ Στούντί χαί
    τοΟ συνοδοΟ του ύπολοχαγοϋ Φόν Χένεσί. Καί οί ουό τους
    είχαν σχοτωθεΐ μέσα στό όπερήφανο σχΑφος τους Από έναν
    παλιό 63ΐδ&6θ3χό, πούχε νίχήσεί τ* Αλλα παιδιά, στούς Αγώ­
    νες μέ τή σφενδόνα, τοΟ χωρίο& του*.

    238

    XLV

    1C ήρθε τό 6ράδί τού άποχκίρε-κσμοϋ. Τό σύντ%γ^
    έπρόχε^το νά μςταχύνηθεΐ τή νύχτα., γιατί Ο&πκφνΕ μέρος σέ
    μίάν άπό τίς μεγάλες μάχες τοΰ 1965. Μάς τό άναχοίνωσε
    αύτό τό Γενίχό Έπ^κλεΐο, στό διάστημα ενός γεύματος, &που
    μέίς εΐχαν παραθέσει τό έχλίχτότερο χυνήγί τοΰ δάσους^ 5να
    ζώο πού τό λένε *χεό*, ποδχε; όπλές σάν τον ζαρχαδ;οΰ, δέν
    γίνεται 8μως ποτέ κώ μεγάλο άπό 2να λαγό.
    <Ό χυρίος Ταίηλορ χώθηχε στά κέρατα τοδ 6ου6αλωϋ*,
    μοδλεγε ένας άξκοματίχός πού χαθότανε δίπλα μου στό τρα­
    πέζι.
    Αύτή ή είχόνα, πού τήν 5χουν Εφεύρει οί Ά<κάτες χωptxoi, θά μπορο&σε νά μεταφραστεί σέ στραηωτίχό άναχοίνωθέν χάπως ^τσί:
    άμερίχανίχή στρατηγίχή 6ρίσχεταί
    σ' άδίέξοδο. "Οσο δ χαταχτητής έπεχτείνεί τόν πόλεμο, τόσο
    πώ πολύ 6υθίζεταί μέσα σέ ;nàv ήττα χωρίς διέξοδο*.
    Βρίσχόμαστε έπt-τόπου τή στιγμή πού χατέρεε ό είδίχός πόλεμος χαί ξέφευγε άπ* τά 5ρί& του περιορισμένου πολέ]^ου. Άπό τόν Απλό χωρίχό πού μηχανευότανε 5να 8πλο
    μέ 6ρασμένα φασόλια χαί ΰελόνες, Ισαμε τούς πώ δίΛχεχρί-

    239

    μένους Αρχηγούς τον Μετώπου, δλοί οί πατριώτες Αντιμετω­
    πίζανε μέ Απόλυτη ψυχραιμία τούτο τό ένδεχό;ίενο: *ΆνΑμεοΑ μας ύπάρχουν
    τρεις γενιές πού πολεμάνε. Ο γέρο - παπούς στό χωριό xAvet πολίτίχό Αγώνα χαί έτοίμΑζεί παγί­
    δες. *0 γ:ός του Αν δέν ^χεί Ανασυ'/ταχτ^ϊ στό Βορρά, τότε
    έχε: γίνε& Αταχτος Αντάρτης ή 6ρίσχετκί στόν ταχτίχό στρα­
    τό τοϋ Μ.Ε.Α., Χί ό έγγονός μάχεται στόν έθνίχοαπελευθερωτίχό στρατό. *0,τ: λοιπόν δέν πέτυχε μίά γενιά, σίγουρα
    9A τό πετύχεί ή έπομένη.

    Κάποτε ξθεσα τούτη τήν έρώτηση στόν ύπεύθυνο τοΟ
    λαϊχοϋ έπαναστατίχοϋ χόμ^τος, -πού παίζει ένα ρόλο ξεχω­
    ριστό μέσα στόν Άπελευθερωτίχό Στρατό, λόγω τής μεγΑλης στρατίωτίχής του πείνας. Ρώτησα λοιπόν:
    — Πότε χαί πώς ΘΑ τελίίώτεί αύτός ό πόλομος ;
    — Πότε; Αυτό δέν έξαρταταί Από μάς. Αύτόν τόν πό­
    λεμο δέν τόν έξαπολύσαμε έμείς Αλλά δ Αμερίχανίχός ιμπε­
    ριαλισμός... "Οσο γίά τό *πώς;* πού ρωτάτε, μπορούμε νΑ
    σΑς Απαντήσουμε Αδίσταχτα. Μέ τήν 6έ6αίη ήττα τών Επι­
    δρομέων μας χαί τήν έπίστροφή τονς στη χώρα τους.

    *"Αν πολε;Μίμε μέ τόση Αποφασ:στίχότητα, πρόσθεσε
    έχείνο τό 6ρΑδί & Αξίωμαπχός τοϋ Γενίχοϋ 'Επιτελείου, είναι
    γιατί θέλου;^ νά φτΑσουμε σέ ίχανοποίητίχά Αποτελέσματα
    πού νά συμφωνούν Απολύτως μέ τό σύμφωνο τής Γενεύης χαί
    μέ ΑνΑχληση μάλιστα έπ' αύτοϋ, έφ* δσον προβλέπουμε τήν
    μελλονπχή ένοποίηση τής χώρας μας, πρό6λημα πού δέν
    μπορεΐ νά λυθεί παρά μόνον Από τούς ΐδίους τούς Βιετναμέ­
    ζους, δταν 6Αχουν ξεφορτωθεί δλες τίς ξένες έπεμ6Ασείς. ΤΑ
    συνθήματα τοΟ Μετώπου ^'Ανεξαρτησία, Είρήνη, Οόδετερότης, Δημοχρατία^ είναι μετριοπαθή, χαί ή Αναγνώρ:σή τους

    240

    θά έπέτρεπε τό άμεσο τέλος τοΰ πολέμου. 'Αλλά οέν θά ΒεχτοΟμε ποτέ νά καταθέσουμε τά όπλα, έφ' όσον τά τέσσερα
    αύτά συνθή;Μΐτα πού άντιπροσωπεύουν τίς έλπίδες χαί τό συ;ιφέρον τών 14 έκατομ. Βιετναμέζων δέν γίνουν σεδαστά.
    *Ε?ναι άλληλένδετα. Φανταζόσαστε τί μπορει νά ήταν
    μ^ά ειρήνη δίχως ανεξαρτησία; Ά π ό τό 1954 γνωρίσαμε τήν
    ειρήνη των τάφων, su αάτό μ&ς φτάνει. Ή άληθινή είρήνη
    είναι μόνον αύτή πού ξαναγεννιέται δταν χι δ τελευταίος έπιδρομέας πάρει τόν δρόμο τής θάλασσας.
    *Καί δέν θά δεχτούμε ποτέ οι έπιδρομείς νά καταφέρουν
    νά κερδίσουν, μέ διάφορες ραδιουργίες, δ,τι δέν χατάφεραν
    νά κερδίσουν μέ τά δπλα.
    *"Οσο γιά τό σύνθημα «Ούδετερότης* δέν είνα: καθόλου
    γιά τήν περίσταση. Άνταποκρινεται άπόλυτα στίς ζωτικές
    άνάγχες τοΟ Βιετνάμ. Αύτό είναι Βνκ τίμημα πού είναι Ετοι­
    μοι είλιχρινά νά πληρώσουν οί κομμουνιστές τοΟ Ν. Βιετνάμ,
    δπως χαί δλοι οί άγωνιστές τοΰ Μ.Ε.Α. γιά νά έξασφαλίσουν
    τήν άνεξαρτησία τής πατρίδας τους, νά διώξουν τούς Α μ ε­
    ρικανούς χαί νά έξαλειφθεΐ ϋτσι 6 κίνδυνος πού έγχυμονεΐται, νά έχπηδήσε: άπ* αυτή τή γωνιά τής γής ένας παγκό­
    σμιος πόλεμος.
    * Ή ουδετερότητα αύτή θά μποροΰσε νά είναι αάν τής
    Έλ6ετίας. Δηλαδή τό Ν. Βιετνάμ δέν θά 2χανε στρατιωτιχή
    συμμαχια μέ χανέναν άπολύτως, θά δεχόταν οικονομικές ένισχύσεις άπ' όποιονδήποτε, άρχει αύτό νά μή δέσμευε τήν άνε*
    ξαρτησία του. Κάθε ξένη παροχή θάταν χαλόδεχτη*.
    Αυτά τά μετρημένα λόγια είχαν μιά μεγαλύτερη Ακό­
    μα δαρύτητα, είπωμένα άπό 2ναν άνθρωπο πού σέ λίγο θά
    ίφευγε Επικεφαλής τών άντρΑν του γιά μιά μάχη άπό τήν
    όποία Ισως δέν ξαναγύριζε ποτέ.
    ^Οί 'Αμερικανοί θά νικηθούν δ,τι κι &ν κάνουν, είπε,
    γιατί δέν θέλουν νά χαταλάδουν πώς έχουν νά κάνουν μ* 2ναν

    241
    Μ

    άλόχληρο λαό, μ' Sva στρατό λαίχό πού μάχεται γίά τό λαό
    του, 2ναν πόλεμο δίχαίο μέ δίκαιους Αρχηγούς.
    **Οπως ίδώ x' είχοσί χρόνια οί Γάλλοι στρατηγοί Εμπι­
    στεύονταν πολύ περισσότερο την τεχνίχή τους ύπεροχή, στά
    τάνχς, στ& άρματα μάχης, στά γίγάντία άεροπλάνα τον; χαί
    στή μηχανική έξάσχηση των άντρων τους, παρά στό πνεΟμα
    πού τούς έμψύχωνε, τό Πεντάγωνο δέν γνωρίζει τόν άνθρω­
    πο πού ^χεί άπέναντί τον χαί τόν περί φρονεί. *Ενκς άξίωμαΐίχός πού είναι μαθημένος ν& χάνει τόν πόλεμο πάνω σ^
    ενα &ρμα ή άπό τόν ούρανό, δέν μπορεΐ νά φανταστεί τή ζωή
    τοΟ στρατιώτη - χωρίχοΟ πού πεζοπορεί μέσα στή ζσύγχλα.
    Οί ^Αμερίχανοί χάνουν άχρί8ώς τά ίδια λάθη χαχής έχτίμησης, πού χάναν πίό παλιά οΐ δίευθύνοντες τόν γαλλίχό
    στρατό στό Ντίέν - Μπίέν - Φού. Έμεΐς, δταν 6ρίσχόμαστε
    μπροστά σέ μίά χατάσταση πού μάς φαίνεται άλυτη, θέτουμε
    τό πρό6λημα μπροστά στό λαό. Εμπιστευόμαστε Απόλυτα τίς
    τεράστιες δημιουργικές του δυνάμεις. *0 άπλός χωρίχός άπέδείξε πώς ό άνθρωπος μπορεί νά προεχτείνεί, πολύ μαχρύτερα άπό τίς προβλέψεις τών είδίχών, τίς άνθρώπίνες δυνα­
    τότητάς του*.

    Ρώτησα τόν άξίωματίχό:
    ^Τί θά συμάεϊ &ν ο! 'Αμερικανοί πραγματοποιήσουν τήν
    άπείλή τους χαί χτυπήσουν τή Λαΐχή Δημοχρατία;*.
    ^'Π πατρίδα μας el vat μίά, είπε. Τό σύνθημά μας
    είναι νά έλευθερώσουμε τό Νότο, νά όπερασπίσουμε τόν Βορ­
    ρά, νά ένωθοΟμε. *0σο xt άν 6ομ^αρδίσουν τόν Βορρά, τό χύρίο πρό6λημα τοΰ Πενταγώνου θά μένει τό ϊ&ίο: τί νά χάνουν
    γίά νά ξανακερδίσουν τό χαμένο ίδαφος στό Νότο. Πάντα δ
    Νότος θ& είναι τό πεδίο τής μάχης χαί χε: θά χρίθεΐ ή τύχη
    τοΟ πολέμου. "Οσο γίά μάς, δταν πρόχείταί νά ύπερααπίσου*

    242

    με τούς άδελφούς μας τοΟ Β., θά πολλαπλασιάσουμε τόν Αγω*
    να μας.
    *"Αν ό άμερ:χανίχός στρατός σ&ήσεί τόν 17ο παράλληλο
    χάνοντας πόλεμο, τότε θά 6ρεΐ άπέναντί τον, ίξω άπό τό 6txô
    μας, χαί τόν στρατό τής Λχΐχής Δημοχρατίας, πού δέν &παψε
    νά έξασχείταί χαί νά τελε^oπotsΐτα^ άπό τόν χαψό του Ντίέν Μπίέν - Φού.
    ζ."Αν οί Ε.Π. χάνουν Svav χαίνούργίο πόλεμο τής Κορέας,
    άχόμα καί μέ έχατοντάδες χιλιάδες στρατιώτες έπί τόπου,
    δέν θά χαταφέρουν παρά νά παρατείνουν τόν πόλεμο, όχι όμως
    χαί ν* άποφύγουν τήν τελεκΰτίχή τους συντρί6ή.
    ^Αύτή τή φορά θά τρέξεί τό άμερίχάνίχο αίμα. Etvat
    φορές που τούς λυπάμαι, γιατί δέν είνα: οί δίοεχατομμυρίΦϋXOt χ* οί άνώτχτοί άξίωματίχοί τοΰ ΙΙενταγώνου πού σχοτώνονταί μέσα στίς ρυζοφυτείες, άλλά χωρίατόποαδα, Εργά­
    τες, μίχροαστοί. Πόσον xatpô θά τό άνέχεταί αύτό ό άμερίχανίχός λαός ;
    *"Ηδη οί έχθροί }Μίς χάσανε 8χί μόνον τήν ύπαιθρο άλλά
    χαί τούς δρόμους. Οί πόλεις άπομαχρυνθήχανε, μερίχές σέ
    λίγο θά έλευθερωθοϋν άπό μ&ς μέσα σέ τοΟτο τόν χρόνο. Χά­
    σανε τήν παρτίδα. Σέ λίγο δέν θά μείνει στούς Άμερσανούς
    στρατίωτίχούς άλλο άπό τή θάλασσα. Στίς άχτές της, οί
    ύπερμοντέρνοί στρατιωτικοί καταυλισμοί, χάτω άπό τό φά­
    σμα τής άνάμνησης τοΟ Νηέν - λίπίέν - Φού, μοιάζουν χίόλος
    σάν τά γελοία χτίσματα τοΟ χά6ουρα του Νατράγχ^.
    Ό άξίωμκτίχός ίχανε υπαινιγμό σέ 3ναν λαΐχό μύθο
    τοΟ Βορρά, πού λέει πώς, μίά φορά χ* εναν xatpô, ίίνας ψα­
    ράς τψωρήθηχε άπό χάποίο πνεΰμα γίχτί χρησιμοποίησε
    Ασχημα τό δ&ρο πού τοΟ ίχανε χαί τόν μεταμόρφωσε σέ χά6ουρα. *Εναν χά6ουρα άπό χείνους πού προσπαθούν αιωνίως
    νά χάνουν μίά μπαλίτσα μέ τίς δαγχάνες τους, δμ/ος ^ρχετχί
    τό χύμα, τή δίαλύ^ χαί τήν παίρνει μαζί του.

    M3

    XLVI

    Κάθε φορά πού φεύγει ëva σύνταγμα γίά χάπο:α μεγάλη
    μάχη, γίνεται μίά σνγχέντρωση (§να μίτίγχ) γίά στρατιώτες
    χαί άξίωματ^χούς. Αύτή τή φορά ή συγκέντρωση ^γίνε γίά
    ν' άπσχαίρετι^σοον χαί τούς ουό ξένους τους ά'/ταποχρίτές.
    ^Ηταν περίπου 5έχα τά 6ρά5ί 3ταν. δστερα άπό τό
    γεΰμα, ο! άξίωματίχοί τοϋ 'ErciTiXeicrj μάς ό$ήγησαν σ' ^να
    σημείο τη ; ζούγχλα; &κου ί%ατοντά5ες χ' έχατοντά$ες άν­
    τρες ήταν συναγμένος χαθίσμένοί άναχούρχουδα. Μ:ά μ^χρή
    5^ρα άπό μπαμπούς μάλλον ε=να θρανίο, είχε προετοιμαστεί
    γίά τούς δμίλητές.

    "Απέναντι τά 6apt& κρματα τοΟ συ'/τάγματος^ παρατεταγμένα όπως σέ παρέλαση, γυαλ4σμένα μέ ^ρωτα άπό τούς
    χειριστές τους. Οί ψηλές 5ά$ες τοΰ μπαμπού 5έν φώτιζαν
    παρά τίς σημαίες χαί τίς πρώτες σειρές τών στρατιωτών. Τό
    ύπόλοΗΜ σύνταγμα χανόταν μέσα στό σχοτάξχ χ<αί τά δέντρα.
    "Ετσι &μως xt άπαντουσε στά λόγία χάποίοο άξ'.ωματ:χοϋ
    μίά έπεοφημία, χαταλά6αίνες πώς όπήρχε 2να πλήθος άπέραντο, χιλιάδες μάτια πού μάς χο;τούσαγ 5ίχως έμεΐς νά τά
    6λέπου;^ε.

    244

    Kt άνέοηχε στήν εδρα 6 αρχηγός τής ^νάδας δπου γυ­
    μναζόμαστε. Ό Λά - Χόνγχ - Νό. Μίλουσε έχ μέρους τής όμάδ^ς του χ^ί είπε τοϋτα τά λόγια: ^Οί 5υό ξένοι δημοσιογρά­
    φοι πού μείνκν χοντά μας, παρ' δλη τήν ήλ^χί^ τους δουλέ­
    ψανε ίχανοποίηηχά, ^ίράστηχαν μαζί μας όλες τις οουλίές
    χαί δε^ξα^ε άληθίνό πνεΰμκ Αλληλεγγύης χαί συντρο^:χότητας. Προτείνω νά μείνουν, τίμητίχά, στρατιώτες τής δμάδας
    Αύτή ή παράξενη έπί6ρά6ευση άπό νέους ανθρώπους
    ποΰχουν άποδείξεί πώς είναι έτοιμο ί νά πεθάνουν χάΟε στι­
    γμή, ήταν γίά μάς ενα μεγάλο μάθημα αισιοδοξίας χαί συντροφίχότητχς^ πού μ&ς γέμισε έχπληξ,η μά χαί συγχίνηση
    μαζί. Καθώς & άξκοματίχός πού χαθόταν χοντά μου μουχανε
    νόημα πώς άπρεπε νά σηχωθω γίά νά εόχαρ (στήσω, §να σμή­
    νος xop^suRv πετάχτηχε μέσα άπ' τό σχοτάδί χαί μ' αγκά­
    λιασε. Είχαν δλες ρόζ χορδελίτσες δεμένες στίς χοτοίδες
    τους. ^Htxy ή χορωδία μίας γυναίχ^ίας έπίμζλητείας πού
    στρατοπέδευε λίγο πίό μαχρίά άπό μάς.

    Στό διάστημα αάτής τής συγχέντρωσης περάσανε μέ
    τή σειρά τους ενα πλήθος νέοι πού έχ μέρους τής δ^δας
    τους δρχ^στήχανε νά έχπληρώσουνε μέ θάρρος τήν άποστολή
    τους πάντα χαί νά μήν όπίσθοχωρήσουνε ποτέ οταν άχουστεί
    τό σάλπισμα τής έφόδου.
    Ό άξίωμ^τ^χός πού τούς απάντησε ήταν χί αυτός χωρίχός. Σάν δλους τούς άρχηγούς «^ίετχόγχ^ πού άχουσα, μίλοΟσε δίχως χανένα φανατισμό, δίχως ρητορισμούς, σάν νά
    καθόταν δίπλα στόν χαθένα xt άχουμπουσε τό χέρι του στό/
    ώμο του. « Ό τ α ν ?εύγου;ίε γίά τή μάχη, δπως άπόψε 6ράδί,
    (λίγε^ χαθένας άπό μάς συνοδεύεται άπό δεχάδες νεκρούς συν­
    τρόφους, 5 ενας άπ" τόν πατέρα του, ό άλλος άπ' τή μάνα του
    Πού σχότωσε & έχθρός. θ ά έξαφανίσουμε τούς λύχους...

    2^5

    *Σ' δλόχληρο τόν χόσμο έχατομμύρία Ανθρωποί μ&ς σχέφτοντα: χχί εδχονταί γίά τή νίχη μας. Ξέρουνε πώς Αγωνιζό­
    μαστε ΧΟΜγίά τή δίχή τους έλενθερία. Σύντροφέ σχοτώνονταί,
    έρωτες πεθαίνουν, Αλλά δ λαός δέν πεθαίνει ποτέ χί 5λο προ­
    χωρεί. Ξέρετε τί λένε στά παίδίά στά σπίτια μας; ^*Οταν πέ­
    φτει ή μ^χρή Αδελφή, ή Αδελφή της τήν σηχώνεί^. "Α ν χάποίος άπό μάς σχο^/τάψεί, δ Αλλος τόν χρατΑ, χί δλοί μαζί θά
    Βαδίσουμε... ίσαμε τήν τελείωτίχή νίχη!^
    Χείροχροτήματα χαί ζητωχραυγές τοϋ Απαντήσανε.
    Σφίγμένες et γροθιές ύψώθηχαν. Φωνές χαρίς φούντωσαν
    σάν φωτιές, γιατί δλοί αυτοί οί στρατιώτες ήταν πολύ νέοί,
    χαί φώναζαν λίγο - πολύ σάν δλους τ^ύς χωρίχούς τοϋ χόσμον, δταν γλεντ&ν σέ πανηγύρι χαί χορεύουν. "Εταί ξεχίνοΰσε γίά τή μάχη δ 'Απελευθερωτικός Στρατός.

    Μίά ώρα Αργότερα, δλόχληρο τό δάσος χράδαζε άπό
    πνιγμένα 6ή]ίατα. Αϊπροστά }^ας περνούσαν τ& 6αρίά δπλα,
    πού τά μετέφεραν στοάς ώμους. Μίά σημαία λαμποχοποϋσε
    χαταχόχχίνη χ 5σ6ηνε μέσα στό πλήθος πού ξεμάκραινε. Ο!
    στρατίώτες είχαν δεμένο στη ζώνη τους, μέσα σ' ένα χομμάτ; νάυλον, τό σ€ώλο τοΟ ψημένου ρυζίοϋ, πού παίρνουν
    μαζί τους αυτοί πού ξεχίνοΟν γίά τή μάχη.
    "Ηξερα πώς άνάμεσά τους ήταν δ Χάί, 6 νέος πού θέ­
    λησε νά τόν υιοθετήσω, δπως xt δ Αίέμ χαί 0 Νό. Πολλές
    φορές νόμιζα πώς τούς Αναγνώρισα. Είχαμε σχεφθεί, δστερα
    άπό τό γεϋμα μέ τό έπίτελεΐο, νά γυρίσουμε στό στρατόπεδο
    γίά ν* Αποχαίρετήσου^ ιδιαίτερα τούς φίλους μας. Οί Αξίωματίχοί {Μις είπανε νά μήν πάμε. ^Μάθανε άπόψε τό 6ράδ;
    πώς ξεχίνάμε τή νύχτα. Αδρίο θά πολεμήσουν, θ ά πείτε σ'
    δλο μαζί τό σύνταγμα αντίο. *Εμείς θά Αναγγείλουμε στήν
    δμάδα σας πώς θ' Αναχωρήσετε χαί σείς, Αλλά π^ύς θά τούς
    ξχναδείτε μειά τή μάχη^.

    246

    Δέν ονμφωνο3σα άπολύτως, άλλά, ό άξίωματίχάς έπέμ^νε: ^ΆχοΟστε τή συμβουλή μου. "Εχουν όποστε! τόσους χαί
    τόσους άποχα :ρΕΐκ?μούς..^

    Προφυλαγμένες οί λάμπες τοΟ πετρελαίου άπό gvot φύλ­
    λο *=τράγχ - χάν* φωτίζανε τά πρόσωπα πού σχεπάζαν οί χάσχες άπ' τίς ρίκίδογοίνιχίές, Οί στρατιώτες δταν περνούσαν
    άπό μπροστά μας γύριζαν πράς τό μέρος μας χαί μάς στέλνκν
    ενα χαμόγελο γιομάτο έμπίστοσύνη. Καθένας άπ' αύτούς μποροΡσε v&vat ό Χάί ή & Λίέμ. Στεχόμοννα έχει μέ τήν χχρδίά
    σφιγμένη. Σχεφτόμουνα πώς σίγουρα δέν θά προφτάσουν δλοί
    αυτοί οί στρατιώτες νά δοΰν τήν είρήνη χαί τήν άνεξαρτησία τής πατρίδας τους. "Ομως & δρόμος πού τρκΰοΰσαν δέν
    ήταν τάχα ό μόνος σωστός ;
    Κάποτε χαί οί Γάλλοι άντάρτες τόν πήραν χάτω άπό
    παρόμοιες σννθήχίς.
    Σαχίδίο έπ' ώμου %* έμεΐς.
    Στόν ούρανό μούγχρίζαν τά 6ομ6χρ$ίστίχά, τυφλά δέ­
    ρατα πάνω άπ' τή ζούγχλα, ένώ μέσα στήν χαρδίά της πο­
    ρεύονταν μυριάδες μίχρά φώτα, πού σέ δία6ε6κίωναν γίά τήν
    παρουσία χαί τήν έμπκποσύνη τών άνθρώπων στή ζωή.

    ΤΟ

    Β ΙΒ Λ ΙΟ

    ΤΗ Σ

    Μ ΑΝΤΑΕΝ

    Ρ ΙΦ < Μ ί«Μ Ε Τ Ο Υ Σ Α Ν Τ Α Ρ Τ Ε Σ
    T O T Β ΙΕ Τ Ν Α Μ " Τ Υ Π Ω Θ Η Κ Ε
    ΤΟ

    ΔΕΚΕΜ ΒΡΗ

    ΤΟ Υ

    1966

    Σ Τ Η Ν «Τ Υ Π Ο Γ Ρ Α Φ ΙΚ Η )' EHH
    ΛΧΑΡΝΩΝ

    432

    Γ ΙΑ

    Τ ΙΣ

    ΕΚ

    Δ Ο Σ Κ ίΣ « Θ Ε Μ Ε Λ ΙΟ ^ Α Κ Α Δ Η
    Μ ίΑ Χ 57 Τ Κ Α Μ Φ Ω Ν Ο 630.739

    Η Μ αντλέν Ριφφώ, είναι χαρακτηριστικά ό δημοσιογράφος-μάρ­
    τυρας μιας εποχής. Τής έποχής των άπελεΐ)θερωτικών αγώνων.
    Ακόμα κοριτσάκι, μαθήτρια στό λύκειο τοΰ Αιμουζέν— δπου έχει
    γεννηθεί — τήν άρπαζε) άπό τά θρανία καί τά φιλολογικά της άναγνώσματα ό πόλεμος τοΰ !94θ. Η «"Ε ξοδος» τοΰ πληθυσμοΰ τής
    Γαλλίας μέ τήν εισβολή τώ ν Γερμανών τήν παρασύρει καί κεί­
    νην. Τ ό τε είναι μόλις !6 χρονών. Μόλις δημιουργοΰνται οί πρώ­
    τοι άντιστασιακοί πυρήνες ή Μ. Ριφφώ οργανώνεται καί παίρνει
    μέρος στην « Ομάδα Μάχης τώ ν Πανεπιστημίων)). Στήν όρχή
    μέσα στις πόλεις, έπειτα ένοπλη στό βουνό. Σέ μιά μάχη, τό <944,
    σκοτώνει έναν γερμανό αξιωματικό καί ή ίδια πληγώνεται. Μ ένει
    ώρες στό πεδίο τής μάχης μισοπεθαμένη καί στό τέλος τήν πιά­
    νουν οι Γερμανοί. Επακολουθούν μαρτύρια καί καταδίκη σέ θά­
    νατο. Εύτυχώς είναι ακόμα άδύνατο νά σταθεί όρθια γιά νά τήν
    τουφεκίσουν και ή άπελευθέρωση τοΰ Παρισιού τή γλυτό)νει άπό
    τήν εκτέλεση. Μ όλις τελειώνει ό πόλεμος γίνεται δημοσιογράφος
    κι άπό τότε, 20 ολόκληρα χρόνια, γίνεται ό αύτόπτης μάρτυρας
    δλων τώ ν απελευθερωτικών αγώνων. Άνταποκρίτρια στό Βιετνάμ,
    στό Αλγέρι, στή Μπιζέρτα, στό 'Ορόν. Τό πάθος της γιά τήν
    αλήθεια, τό ακαταδάμαστο θάρρος της, τήν στέλνουν πάντα ίσα
    ίμές στήν καρδιά τοΰ κινδύνου. "Ενα πλήθος όπ τις ανταποκρίσεις
    της γραφτήκανε στό κρεβάτι κάποιοι* νοσοκομείου. Ό μ ω ς θά κά­
    νει λάθος οποίος νομίζει πώς ή Ριφφό) είναι «πολεμικός ανταπο­
    κριτής». Π ίσω άπό τά πολεμικά γεγονότα, έκείνη ανακαλύπτει
    πάντα τό άνθρώπινο πρόσωπο. Οί έλπιδες, τά μικρά καί τά μεγά­
    λα δράματα, τά προσωπικά συναισθήματα καί ή στάση τώ ν άνθρώπων απέναντι στά γεγονότα, είναι έκείνα πού τή συγκινοΰν
    κι αύτά κυρίως καταγράφει. Από τήν καταγραφή τους βγαίνουν
    καί τά κοινωνικά ή πολιτικά συμπεράσματα, όχι άπό τή δική της
    τοποθέτηση. Νά γιατί τοΰτο τό βιβλίο, μέ τόν τίτλο : «Μ έ τοός
    άντάρτες τοϋ Βιετνάμ», είναι πολύ περισσότερο ένας ΰμνος σ ' έναν
    ολόκληρο λαό, παρά μιά πολεμική άνταπόκριση. Εκείνο πού έ­
    μαθε ή Ριφφώ παρακολουθώντας άπό κοντά επί τρεις μήνες τήν
    πάλη τοΰ λαού τοΰ Βιετνάμ, καί τό μαθαίνει καί σέ μάς, είναι ή
    ψυχή αύτοΰ τοΰ λαοΰ, είναι ή καρδιά αύτοΰ τοΰ λαοΰ, είναι οί
    βαθύτεροι λόγοι πού τόν κάνουν νά λέει καί νά ττιστεύει πώς ή
    Α νάστασή του, «θά διαρκέσει χίλια χρόνια, άν έτσι πρέπει»...

    Related Interests