Δημήτρης Τζουβάλης

Αέρηδες
Διήγημα

1989

Αέρηδες
πολιτεία μουσκεύτηκε ως το κόκαλο. Η
βροχή, αγαπητικιά διωγμένη απ' τον ουρανό,
λέει τον πόνο της εκεί που δεν τον νιώθουν
και τον ακούνε μ' ανοιχτές ομπρέλες. Από
καημούς; περισσεύουν οι δικοί τους. Πού καιρός ν'
ασχοληθείς με τους άλλους. Καμιά φορά μόνο, έτσι για
να γλυκάνουμε τους δικού; μας. Ο ξένος καημός είναι
σπουδαίο βάλσαμο, αρκεί να 'χεις ανοιχτή την ομπρέλα
σου. Από νωρίς απόψε, στην ταβέρνα του Χοντρού,
πνίγουνε καημούς και λένε για χαρές περασμένες. Έξω
η βροχή δε λέει να κρατήσει. Μέσα δεν μπορείς να
κρατήσεις τη μπόχα απ' τις κρασομένες αναπνιές και τα
τσιγάρα. Φωνάζουν όλοι τους δυνατά σα να μαλώνουν.
Τον περιμένω κι απόψε να έρθει. Όπως και κάθε
βράδυ τον τελευταίο καιρό. Είναι σαν τους αρχαίου;
τους ναούς, που τους έχει ρημάξει ο καιρός µα κρατάνε
ορθές τις κολώνες τους ακόμα. Κρατάνε αλώβητη την
μαγεία τους γι' αυτούς που την αποζητάνε και ξέρουν να
τη βλέπουν. Ψηλός µε φαρδείς ώμους και μακριά χέρια
µε χοντρά δάχτυλα. Μεγάλο μέτωπο, µε τη ρυτίδα του
Δία να κυριαρχεί επάνω του και μια ουλή πάνω απ' το
δεξί του φρύδι. Τα µάτια του ήτανε κάποτε γαλανά.
Τώρα είναι κατακόκκινα απ' το κρασί. Ένα παράξενο
αστραφτερό κόκκινο, σαν της ανατολής μετά τη
θύελλα. Κανείς δεν ξέρει τίποτε για τούτο το παράξενο

2

το θηρίο. Ήρθε έτσι ξαφνικά και μπήκε στη ζωή µας
απροσκάλεστος. Από πού; Από πουθενά! Κανείς δεν
ήξερε. Κι όσο ρωτούσες, τόσο μεγάλωνε η άγνοια. Δεν
τον καταλάβαινα. Δεν ήταν του κόσμου τούτου η λέξη
του. Ήρθε κι απόψε και γέμισε με την παρουσία του την
ταβέρνα. Όλοι το νιώθανε πως κάτι άλλαξε σαν έμπαινε.
Έκατσε στην καρέκλα του.
“Κρύο”! είπε κι έτριψε τις παλάμες του. “Λίγα
παιδιά θα ξημερώσουνε απόψε”. Έριξε μια ματιά γύρω
του κι έσκυψε στ' αφτί μου εμπιστευτικά. “Κοίτα τους!
Πάρε τους ό,τι έχουν, χτύπα τους, βασάνισέ τους,
ξεφτίλισέ τους. Δώσ' τους μετά μια ταβέρνα να
στριμωχτούν κι ένα μικρό χώρο να χορέψουν, και
διαφέντευε εσύ μετά. Δώσ' τους κι έναν τραγουδιστή να
κλάψει τη μοίρα τους σ' ένα λικνιστό κλαψιάρικο ρυθμό
και διαφέντευε. Άσ’ τους να χορέψουνε και να τα
σπάσουνε όλα. Και συ διαφέντευε. Βάλε κι έναν παπά
να τους τάξει εκδίκηση και να τους αποκοιμίσει
μιλώντας τους από ψηλά για μια ζωή χωρίς νόημα και
διαφέντευε. Πάρε κι ένα πολιτικό να τους βάλει να
ονειρευτούν
και
διαφέντευε.
Αυτούς
τους
τραγουδιστάδες που τραγουδάνε τα βάσανά μας και μας
κλαίνε ζωντανούς και μας στέλνουνε μπουλούκια στις
ταβέρνες να ξεφαντώνουμε και να ξεχνάμε, πρέπει να
τους πάψουμε. Εκεί που κατούρησε ο Ρήγας φύτρωσαν
όλα τούτα τ' απολειφάδια. Άντρες θεριά, να πάρουνε τη
γης στην αγκαλιά τους και να την κάνουν να
γεννοβολάει στον αιώνα τον άπαντα, κάθονται και
κλαίνε για την απούλητη σοδειά τους και για τις
παρανομίες του εργοδότη τους. Και τρώγονται
αναμεταξύ τους. Μια γροθιά τους στη γης και θα
ξυπνήσουν τον εγκέλαδο. Μια τους αγριεμένη ματιά,
χωρίς το γλάρωμα της ταβέρνας και τ' αφιόνισμα του
τραγουδιστή, και το σύμπαν πήρε φωτιά, Εδώ μέσα
σαπίζουν οι ελπίδες αυτών που δεν γεννήθηκαν ακόμα,

3

να έρθουν και να ζουν χωρίς να ντρέπονται. Αν θέλεις
να κάμεις καλό σε τούτους τους κακομοίρηδες, άσ' τους
να βαλαντώσουν. Αν έχει μείνει τίποτε ζωντανό μέσα
τους, θα τους γαργαλήσει την ψυχή και θα θεριέψουν.
Κι άσ' τους μετά να καταλύσουν την τάξη. Βάλε να
πιούμε. Φταίνε οι τραγουδιστάδες που δεν πάει καλά
αυτός ο τόπος. Φταίνε οι παπάδες και οι πολιτικοί.
Φταίμε και μεις που νιώθουμε απλοί επιβάτες στην
άμαξα που 'πρεπε να οδηγάμε. Είμαστε κακομοίρηδες”.
“Θα φας κάτι; Παράγγειλα βραστό που σ' αρέσει”,
είπα προσπαθώντας να τον φέρω στα μέτρα μου. Με
κοίταξε δήθεν αδιάφορα. Ήξερε πως το μυστικό το
ξέραμε και οι δυο μας. Είχε να φάει από 'ψες βράδυ. .
“Σαν είσαι νηστικός, περιμένεις ό,τι μπορεί να σου
γεμίσει τη σαπιοκοιλιά σου. Μπορείς όμως να πείσεις
τον εαυτό σου πως είσαι ιδεολόγος και χορταίνεις αέρα.
Γλυτώνεις έτσι τον περίγελο. Σαν είσαι χορτάτος δεν
περιμένεις τίποτε. Καλή χώνεψη. Εγώ είμαι λίγο
ιδεολόγος και πολύ νηστικός. Δεν τη γλυτώνω την
ξεφτίλα.
Πού
'ναι
το
βραστό”!
Κι άρχισε να τρώει. Εγώ καιγόμουν να τον ρωτήσω, να
καταλάβω.
“Από πού έρχεσαι”; Ήταν σα να μη μ' άκουγε.
'Έφαγε ήσυχα το φαγητό του και με κοίταξε.
“Μέσα μου πολεμάνε δυο ψυχές. Η μια κοχλάζει
και με κατακαίει και η άλλη έχει τη δροσιά της άνοιξης.
Η μια αϊτός και η άλλη ημεροπερίστερο. Με σέρνει η
μια από τόπο σε τόπο κι όλο γι' αλλού με τραβάει. Η
άλλη με κρατάει και καταγίνεται να βγάλει ρίζες σε
κάθε ξεροτόπι που στέκομαι, καλώντας με να τ'
αγαπήσω. Τ' αγάπησα, μα δεν στάθηκα πουθενά. Δεν μ'
αρέσουν οι αποχαιρετισμοί. Ούτε που γύρισα να τα
κοιτάξω φεύγοντας. Τι φελάει η νιότη άμα την
κρατάς σε σύνορα! Τα ξέφραξα όλα ν' ανασάνουν

4

απεραντοσύνη. Ποτέ δεν γύρισα να σηκώσω τις παλιές
μου πατημασιές. Ο φόβος; να βρω αποκάτω τις αγάπες
μου σκονισμένες και να με δουν γερασμένο, μ'
απότρεπε. Ήταν μια φορά ένα παλικάρι ας λένε. Ήταν
κάποτε ένα ομορφοκόριτσο θα λέω. Άμα ο ήλιος πάει
κατά τη δύση, εγώ θα πάω ανατολικά. Έτσι είπα, έτσι
έκαμα. Θα βρω καινούργιο ήλιο, να 'ρχεται το
κατόπι μου, είπα. Από πού έρχομαι με ρωτάς. Από τη
δύση. Όλα ξεκινούν απ' την ανατολή και πάνε για τη
δύση. Εγώ, δεν μ' αρέσει. Α ν με προλάβει η δύση ας με
πάρει στα σκοτάδια της. Εγώ θα πάω ανατολικά. Ένα
μονάχα σου λέω. Α ν σε προλάβει ο χρόνος, χάθηκες.
Βάλε να πιούμε”.
Έτσι μίλαγε, και είχε μια λάμψη απόκοσμη στα
μάτια, που όσο κι αν έψαχνες, δεν εύρισκες μέσα τους
ούτε μια σπίθα σβηστή, ούτ' ένα τίποτε από δύση. Μήτε
ένα προμήνυμα δύσης. Τούτος ο άνθρωπος δεν θα
πεθάνει ποτέ, έλεγες σαν σε κοίταζε. Τρέχει πιο
γρήγορα απ' το χρόνο. Έπινε και συνέχιζε φωναχτά,
χωρίς να νοιάζεται τι γίνεται γύρω του.
“Ήτανε, μια φορά κι έναν καιρό, καλλίτερα να μην
ήταν ποτές, ένα σμάρι πουλιά που δεν ήξεραν να
κελαηδούνε. Ήταν όμως πουλιά και τα πουλιά, λένε,
πως πάντα κελαηδούν κι ας μην ξέρουνε. Κι άνοιγαν το
κίτρινο ράμφος τους κι έκρωζαν λυπητερά κι άσχημα.
Κι ήταν, μια φορά, μια πολιτεία άνθρωποι που δεν
ήξεραν να μιλούν. Ήταν όμως άνθρωποι που πρέπει,
λέει, πάντα να μιλούν. Κι άνοιγαν το στόμα τους και
μιλούσαν, χωρίς να λένε τίποτε. Και ήταν μια πολιτεία
άδεια, που δεν είχε ανθρώπους, και μάζεψε όλους
αυτούς να γεμίσει τα σπίτια της. Και γέμισε τους
δρόμους της. Ήτανε μια φορά ένας ουρανός αέρηδες
και ήταν όλοι τους στο κεφάλι μου μέσα. Κι όλο
φυσομανούσαν και μ' έπαιρναν τ' αψήλου, κι όλο εγώ
χαμήλωνα στη γη, κι όλο πάλευα να τους πάρω μαζί

5

μου, όλο τυραννιόμουν να τους κυβερνήσω, κι όλο με
κυβερνούσαν. Γύρευα ακρογιάλι και μ' έριχναν στο
πέλαγος. Κυνηγούσα τη ζωή και μου 'φερναν χίμαιρες.
Γύρεψα μια φορά σπίτι και μ' έφεραν εδώ, σ' αυτή
την πολιτεία. Γιόμισε πάλι τα ποτήρια! με τους αέρηδες
δεν παραπονιέμαι. Μπορούσαν να μ' έριχναν και στη
φωτιά. Καλά είναι και 'δω που μ' έριξαν”.
Γέμιζα το ποτήρι, που το 'πινε μονορούφι και
ξαναγέμιζε μόνος του. Έπινε μια γουλιά, με κοίταζε στα
μάτια, μου χαμογέλαγε και συνέχιζε την κουβέντα του ή
το παραμιλητό του. Η ματιά του έπεφτε πάνω μου και
αγνοώντας με, σα να μην υπήρχα, διαπέρναγε το σώμα
μου και χάνονταν.
“Αχ, αυτοί οι αέρηδες! Όταν φυσούν καταπάνω σου,
το πιο πολύ να σου πάρουν την σκούφια. Όταν όμως
φυσούν 'πο μέσα απ' το κεφάλι, τότε σου παίρνουν τα
μυαλά. Ανάμα το κρασί που κερνάς απόψε! Φέρε μια
μποτίλια ολόκληρη να τους πνίξουμε! Άλλες φορές,
γύρευα να τους πνίξω με τα χέρια. Πού γνώση τότε.
Έμενα με τις χούφτες αδειανές και την αγκαλιά γιομάτη
απορία. Μακάρι να 'ταν καμωμένοι από σίδερο. Να τους
βαλεις στ' αμόνι και να τους δώκεις το σχήμα της
καρδιάς σου. Να τους ποτίσεις με τη φωτιά και να τους
κάμεις ο, τι θέλεις. Να τους ημερέψεις. Είναι όμως
άπιαστο υλικό που δεν σφυρηλατιέται. Είναι αέρηδες.
Αλί σ' αυτόν που τους έχει μέσα του. Απ' όξω σαν
φυσούν σε δροσίζουν. Σαν φυσούν από μέσα, βάνουνε
φωτιά και σε καίνε. Α και να τους είχα, λέει, σ' έναν
ασκό που να μην ήταν το κεφάλι μου. Κράτα το χέρι
μου και πάμε. Ο δρόμος που μας έδειξαν, δεν βγάνει
πουθενά. Θ' ανοίξουμε δικό μας δρόμο. Θα ντυθούμε
φωτιά και θα ζητήσουμε το Θεό, για μια φορά
ανεβαίνοντας εμείς. Δεν θα τον καλέσουμε να κατέβει.
Θα πάμε να τον βρούμε στο ίδιο του το σπίτι. Ας μας
κάψει, αν δεν αντέχει να τον κοιτάνε κατάματα. Εμείς

6

θα του δώσουμε το χέρι”.
Κι έπινε για να πνίξει τους αέρηδες, που 'χαν πια
ησυχάσει ή που φίλιωσαν μαζί του, τώρα στα στερνά
του πατήματα. Κι όλο τους φοβέριζε, κι όλο
αποκοιμιόταν στο τραπεζάκι της ταβέρνας, αντάμα με τ'
όνειρο της εποχής που κουβάλαγε μέσα του τους
αέρηδες.
Κι εγώ έμεινα εκεί περιμένοντας. Οι δικοί μου οι
αέρηδες δε φυσούσαν μέσα απ' το κεφάλι μου. Δεν είχα
ελπίδες να με ξεσηκώσουν και να με περιδιαβάσουν
στον κόσμο.
Δεν θα μπορούσα ποτέ να συναντήσω το θείο
ανεβαίνοντας.
Θα το περίμενα καρτερικά να κατέβει και θα 'κλεινα τα
μάτια στη λάμψη του.
- Άπνοια ...

1989

7

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful