You are on page 1of 7

Δημήτρης Τζουβάλης

Δια τας ανάγκας
του Ιδρύματος
(Διήγημα)

1970

Δια τας ανάγκας του ιδρύματος

ίµαι ένας φτωχός τραπεζοϋπάλληλος.
Καλλίτερα να πως ένας πολύ φτωχός
τραπεζοϋπάλληλος. Θα μπορούσα να πω απλά
τραπεζοϋπάλληλος. Οπωσδήποτε εννοείται το «φτωχό»,
θέλω όμως να τονίσω το «πολύ φτωχός». Όλοι οι
τραπεζοϋπάλληλοι είμαστε φτωχοί. Έτσι δικαιολογείται η
πολυτέλεια να 'χουμε πλούσιο και πολυέξοδο εργοδότη.
Ανθρωπάκια της ανάγκης, που κρυβόμαστε στη
χοντρομπαλή σκιά ενός «ιδρύματος» που µας απομυζά.
Σερνόμαστε
μεταξύ
της
εύνοιας
ενός
προϊσταμένου και της παρηγοριάς ότι έχουμε αδικηθεί
απ' την κοινωνία. Μεγάλη παρηγοριά να νιώθει κανείς
αδικημένος, όταν δεν έχει κατορθώσει στη ζωή του τίποτε
2

περισσότερο απ' το να γίνει ένας αξιοπρεπέστατος και
αξιοθρήνητος μαζί, τραπεζικός υπάλληλος. Είναι μια δικαιολογία
στο κάτω-κάτω, που, αν δεν γίνεται πιστευτή απ' τους
άλλους, τουλάχιστον είναι αρκετή για να πείσει τον εαυτό µας,
που σε μερικές αναλαμπές του «εγώ» διαμαρτύρεται.
Κάνουμε όμως όνειρα. Πολλά όνειρα! Όσο πιο πεινασμένος
είναι ο άνθρωπος, τόσο πιο πολλά όνειρα κάνει. Εγώ κάνω πολλά
όνειρα! Οι πιο τολμηροί ονειρεύονται να φύγουν στην πρώτη
ευκαιρία απ' το «ίδρυμα». Έλα όμως, που η ανάγκη ... Εγώ δεν
είμαι τόσο τολμηρός. Ή µάλλον, δεν είμαι καθόλου τολμηρός.
Το πιο τολμηρό µου όνειρο είναι ν' αντιμιλήσω στον
προϊστάμενο. Α! µε τι χαρά κι αγαλλίαση σκέπτομαι τη στιγμή,
που, μαζεύοντας όλες µου τις δυνάμεις, θα του πετάξω
κατάμουτρα: “Όχι, δεν θα πάω να σου πάρω τσιγάρα”! και θα
σταθώ όρθιος µε προτεταμένο το σαγόνι ν' αντιμετωπίσω την
οργή του. Αυτό το «σου» βέβαια δεν ξέρω αν τελικά το
χρησιμοποιήσω. Καλλίτερα να είμαι ευγενής και να
χρησιμοποιήσω πληθυντικό. Να κρατήσω τις αποστάσεις.
Φοβάμαι όμως. Φοβάμαι πολύ. Είναι ότι θα πρέπει ν' απολογηθώ
«γραπτώς» για τη στάση µου. Δηλαδή θα πρέπει να ζητήσω
γραπτώς συγνώμη. Τέτοιου είδους θα πρέπει να 'ναι η
«απολογία» µου. Αλλιώς θα µε μεταθέσουν μακριά απ' το σπίτι
µου, για να µε αναγκάσουν έτσι να παραιτηθώ. Είναι μια
αλάνθαστη τακτική για να µην πληρώνει το «ίδρυμα»
αποζημιώσεις στους απολυόμενους. Εμένα όμως δε µ' αρέσει να
ζητάω συγνώμη, και μάλιστα γραπτώς. Έπειτα φοβάμαι και την
απόλυση. Μάλλον την απόλυση φοβάμαι πιο πολύ. Καλλίτερα να
πω, µόνο την απόλυση. Γι' αυτό μόνον ονειρεύομαι. Μόνον αυτό.
Κι όταν έρθει η στιγμή:
“Τι μάρκα προτιμάτε, κύριε προϊστάμενε”;
Με κοιτάει άγρια και µε δυσφορία. Πρέπει να θυμάμαι!
Έχω υποχρέωση να θυμάμαι τη μάρκα που προτιμάει! Είναι
όμως αυτή µου η ερώτηση μια ύστατη προσπάθεια να διασώσω την αξιοπρέπειά µου. Ή, αν θέλετε, είναι μια ελάχιστη

3

εκδίκηση για την ταπείνωση που µου κάνει. Σαν τους ευγενείς,
που ενώ έχουν χάσει όλη τους την περιουσία, κι είναι πλέον
υπηρέτες στους υπηρέτες τους, διατηρούν όλο εκείνο το
απλησίαστο της αρχοντιάς τους κι όταν ακόμα τους στέλνουν για
τσιγάρα: “Τι μάρκα επιθυμεί ο κύριος”; Πολύ µ' αρέσουν αυτοί
οι ευγενείς. Διαφέρουμε όμως πολύ. Εγώ φοβάμαι, φοβάμαι
πολύ! Είμαι πολύ εκδικητικός. Δε µ' αρέσει να δίνω συγνώμη.
Άμα κάνεις κάτι, πρέπει να πληρώσεις. Μαζεύω όλες τις
ταπεινώσεις μέσα µου. Έχω ένα σημαντικό απόθεμα. Το
αντισταθμίζω µε τις μικροεκδικήσεις µου. Φυσικά είναι μεγάλη
η διαφορά, Τα 'χω φέρει όμως έτσι, που να πιστεύω ότι
αντισταθμίζονται. Το παν είναι τι πιστεύω εγώ. Οι άλλοι δεν µε
νοιάζει τι πιστεύουνε.
Με τον υποδιευθυντή τα πάω πολύ καλά. Πάντα µε λέει
«παιδί µου». Καμιά φορά µου λέει και «καλημέρα», όταν
μπαίνω το πρωί και υποκλίνομαι. Α! Με τον υποδιευθυντή
είμαι ευχαριστημένος. Προχτές πολύ- συγκινήθηκα. Ναι,
πάρα πολύ! Αν µου ήταν δυνατό να τα βολέψω, θ' άφηνα ένα
μέρος απ' το μισθό µου «δια τας ανάγκας του ιδρύματος».
Πολύ µ' άρεσε αυτή η φράση. Την επανέλαβα ίσαμε χίλιες
φορές. Αλλά η πείνα όμως δεν υποφέρεται. Με κάλεσε ο
υποδιευθυντής και µου μίλησε ολόκληρα δέκα λεπτά! Μάλιστα. Ολόκληρα δέκα λεπτά ασχολήθηκε μαζί µου. Είπε πάρα
πολλά. Πολύ συγκινήθηκα όταν άκουσα ότι το «ίδρυμα» έχει την
ανάγκη µου. Εμένα µου τυπώθηκε η φράση «δια τας
ανάγκας του ιδρύματος». Πολύ µ' άρεσε! Έστω κι αν έπρεπε
να εργαστώ «υπερωριακώς», όπως είπε, χωρίς να πληρωθώ.
Επίσης µου είπε ότι θα φρόντιζε για το «θέμα» µου. Εγώ δεν
είχα ποτέ κανένα «θέμα». Αφού όμως θα το φρόντιζε
«προσωπικώς» χάρηκα. 'Ίσως, ναι αυτό είναι, να εννοούσε τη
στασιμότητά µου. Ίσως να µου 'κανε πρόταση για καμιά
προαγωγή! Ω! Αν γίνει κάτι τέτοιο θα είμαι ανώτερος απ' το
Μανόλη. Τότε ο προϊστάμενος θα 'στελνε αυτόν για τσιγάρα.
Όσο κι αν είναι χοντράνθρωπος σέβεται την ιεραρχία. Ήταν
μια από τις λίγες Φορές, που εργάστηκα µε τόση χαρά,

4

χωρίς να πληρωθώ, «δια τας ανάγκας του ιδρύματος».
Αυτή τη φράση δεν πρόκειται να την ξαναπώ! Με
ξανακάλεσε
ο
υποδιευθυντής
σήμερα,
«δια
τον
προγραμματισμόν των αδειών».
“Πότε θέλεις την άδειά σου, παιδί µου”; Υπογραμμίζω
το «παιδί µου» γιατί, όπως κατάλαβα, δεν έχει και μεγάλη
σημασία. Δεν είπα τίποτε. Μου είπε πάλι «δια τας ανάγκας
του ιδρύματος, το οποίον µε τόση στοργή µας περιβάλλει».
“Υπόγραψε εδώ”, είπε. Υπογραμμίζω το «υπόγραψε»,
γιατί ούτε η υπογραφή µου έχει σημασία για το «ίδρυμα».
Εκεί που υπόγραψα, έλεγε «Φεβρουάριος». Αυτό οπωσδήποτε
έχει μεγάλη σημασία, γιατί στο σπίτι δεν έχουμε θέρμανση.
Κλονίστηκε η πίστη µου στον υποδιευθυντή. Νομίζω
πια πως µε κοροϊδεύει. Α! δε θα του υποκλίνομαι πια τόσο
πολύ το πρωί. Πρέπει να καταλάβει ότι µ' απόμεινε μια στάλα
νοημοσύνη. Καλλίτερος είναι ο διευθυντής. Εκείνος δεν
υπόσχεται τίποτε. Δεν µου μιλάει άλλωστε ποτέ. Σε πολύ
λίγους υπάλληλους μιλάει. Και πάντα µε δυσφορία, Χωμένος
μέσα στην ευδαιμονία του σωρού των χαρτιών του, µε τα
γυαλιά στα μισά της μύτη ς του, δεν βλέπει κανέναν, δεν
ακούει κανέναν ...
Εκείνη που δε χωνεύω καθόλου, είναι η κυρά-Μαρία.
Ούτε κι εγώ δεν ξέρω πόσους διευθυντές φίλησε κι έγινε
προϊσταμένη. Από τότε που 'παψε να 'ναι για φίλημα, έπαψε
και να προοδεύει στο «ίδρυμα». Από τότε έγινε εργατική.
Αλλά αλίμονο, τα φιλιά καμιά εργασία δεν είναι ικανή να τ'
αντικαταστήσει. Μπαίνει το πρωί βιαστική προσπαθώντας
μάταια, µ' ένα ντροπαλοχαρούμενο χαμόγελο και µε βήματα
φοραδίτσας να ξαναφέρει τους χρόνους εκείνους της νιότης
της. Λέει καλημέρα στον Διευθυντή, καλημέρα στον
Υποδιευθυντή, εμένα ούτε που µε κοιτάει, και στρώνεται στη
δουλειά. Σουφρώνει το επάνω χείλι, κοιτάει µε ύφος
υπεροπτικό τα χαρτιά που 'χει μπροστά της, μακιγιάρει το
μέτωπο µε μερικές ζαρωματιές ανθρώπου που κάνει κάτι
παραπάνω απ' το καθήκον του, αναστενάζει και εργάζεται

5

νιώθοντας το βλέμμα του «Βούδα» του διευθυντού της επάνω
της. Και γεμίζει αγαλλίαση, που τη βλέπει ο κύριος
Διευθυντής της ότι εργάζεται µε αυταπάρνηση.
“Ο Θεός βλέπει ποιος εργάζεται”, στενάζει. Δε βλέπει
όμως ο εργοδότης, κυρά-Μαρία. Οι εργοδότες βλέπουν µόνο
τα σφάλματα των υπαλλήλων τους.
Αυτή τη γυναίκα δεν την χωνεύω. Α! Ξέχασα. Μεθαύριο
θα έχουμε υπερωρίες. Πραγματικές υπερωρίες. Θα
πληρωθούμε δηλαδή. Εγώ δε θα 'θελα να έχουμε τέτοιες
υπερωρίες. Κάθε φορά που έχουμε, μειώνεται ο μισθός µου.
Μας περνάνε όλες τις ώρες στο μισθολόγιο και µας
πληρώνουν µόνο τις μισές. Αυτές τις μισές, και κάτι
παραπάνω, θα µας τις πάρει το Ίδρυμα Κρατικών Ασφαλειών,
γιατί θα υπερβούμε την «κλίμακα». Αυτή η «κλίμακα» µου
δίνει στα νεύρα. Τρέμω όταν πληρωθώ κάτι παραπάνω. Ξέρω
πως οι κρατήσεις, μαζί µ' αυτό, θα πάρουν κι ένα μέρος απ'
τον κανονικό µου μισθό.
Τέλος πάντων. Μου είπαν για μια άλλη δουλειά. Αλλά
φοβάμαι να φύγω. Είπαν πως θέλουν «έναν δραστήριο νέο».
Εγώ έπαψα να 'μαι τέτοιος από τότε που έγινα υπάλληλος
στην Τράπεζα. Θα τους πω ότι δεν πάω. Πάντως το «δια τας
ανάγκας του ιδρύματος» µε πειράζει πολύ. Ίσως να τα
καταφέρω
όμως. Μπορεί ν' απόμεινε κάτι απ' την
δραστηριότητά µου... Άλλωστε δεν έχω μεγάλες φιλοδοξίες.
Την κυρά Μαρία, όπως και να 'χει το ζήτημα, δεν τη χωνεύω.
Θα µου δώσουν, είπαν καλό μισθό. Ανάλογα µε τα προσόντα.
Ο διευθυντής ούτε που µου μιλάει... Οπωσδήποτε θα τα
καταφέρω. Ο υποδιευθυντής είναι φίδι.... Ένα ύπουλο φίδι ...
Τώρα το καταλαβαίνω καλά. «Παιδί µου» και το «θέμα σου» ...
Στα κομμάτια όλα... Μπορεί εκεί να µη µε στέλνουν για τσιγάρα.
Θα φύγω...

6

7