Δημήτρης Τζουβάλης

Ο ...Κατσαντώνης
(Διήγημα)

1989

Ο ...Κατσαντώνης

αι κείνη η μέρα στο σχολείο ήταν σαν όλες τις
άλλες τις μέρες, που έρχονται και φεύγουν, και
η μοναδική µας προσμονή το παιχνίδι στο
διάλειμμα και το σχόλασμα. Έτσι έδειχνε από το
πρωί. Όλοι είχαμε τις συνηθισμένες µας πρωινές ασχολίες. Ο
Γιώργος προσπαθούσε να συμπληρώσει τον ύπνο που πάντα του
έλειπε. Είχε αγκαλιάσει τη σάκα του και κοιμόταν μακάριος
πάνω στο θρανίο. Ούτε που καταλάβαινε το γαργαλητό στ' αυτί
και στη μύτη που του 'κανε ο Γιάννης µ' ένα φτερό. Ο Χρήστος
προσπαθούσε να μουσκέψει τα νύχια µε το σάλιο του για να
βγάλει τη μαυρίλα και να περάσει την πρωινή επιθεώρηση της
καθαριότητας. Ο χοντρός τσιμπολογούσε το κομμάτι που 'χε
κάτω απ' το θρανίο του και η Φρόσω καθάριζε τη μύτη της.
Ο Γκούβας με σκούνταγε απελπισμένος να του δώσω την αριθμητική
και η Μαρία, όμορφη σαν Παναγία, κάθονταν με σταυρωμένα τα
χέρια της και περίμενε τη δασκάλα. Εγώ, όπως κάθε πρωί, πέταγα.
Κείνη η μάνα μου, μου 'χε αναστατώσει πάλι τα μυαλά
με τις ιστορίες της. Χτες βράδυ έβαλε τον Κατσαντώνη και
με ξεσήκωσε. Με πήρε και ριχτήκαμε μαζί στα Γιάννενα να

2

σκοτώσουμε το θηρίο που κράταγε την πόλη. Και μπαίνοντας
νικητές με κοίταξε στα μάτια, και μου 'σφιξε το χέρι.
“Μπράβο σου λεβέντη μου! Μαζί ορέ Δημητρό, μαζί
λεβέντη μου, θα κάνουμε την πατρίδα μας λεύτερη και καλή”.
Η μάνα μου κάθε βράδυ μεταμορφωνότανε! Όταν ξαπλώναμε να
κοιμηθούμε την περιμέναμε. Και την βλέπαμε στο φως της λάμπας
του πετρελαίου να 'ρχεται μ' ανάλαφρα βήματα, με μια μορφή
εξαϋλωμένη και μάτια σαν κάρβουνα, να 'ρχεται κοντά μας. Κι
άρχιζε το ταξίδι μας. Η φωνή της, πότε φωτιά πυρπολούσε τη σκέψη
μας με τις ιστορίες του Ηρακλή και του Θησέα, σεργιανώντας μας
στο άντρο του Μινώταυρου και τους βάλτους της Λερναίας, και πότε
γάργαρο νερό μας ξεδιψούσε και μας παράσερνε σ' ένα χορό που
ποτέ δεν χορταίναμε. Η φαντασία της, κάτασπρος σφριγηλός
Πήγασος, φούσκωνε στα μηνίγγια της κι αν δεν της έδινε δρόμο να
βγει και να πετάξει, θα έσκαγε. Την άφηνε κάθε
βράδυ να ξεπηδήσει από μέσα της, κι αμέσως την έπιανε, της έβαζε
χαλινό, την έζευε στην άμαξα και παίρνοντάς μας μαζί της, την
οδηγούσε με δεξιοτεχνία πεπειραμένου ηνίοχου στ' όνειρο. Στ'
όνειρο, σ' ένα ξέφρενο ονειρικό νεραϊδοχορό. Η καλή μας η
μανούλα, η κόρη του Αλέξη του Λαχανά απ' το Ζαπάντι και της
Διαμάντως της αλαφροΐσκιωτης, ή της νεράιδας, όπως έλεγαν στο
χωριό. Χτες βράδυ έβαλε πάλι τον Κατσαντώνη και μας ξεσήκωσε.
Η δασκάλα μπήκε στην τάξη και µας συνέφερε. Φύσηξε
τη χοντρή της μύτη στο μαντηλάκι της, είπε «καλημέρα παιδιά µου»
και ήρθε κοντά µας. Παγώσαμε! Βάλαμε όλοι, µε μια κίνηση σαν
αυτόματα, τα χέρια κάτω απ' το θρανίο. Όταν η κυρα-Λένη δεν
κάθεται το πρωί στην έδρα, πάει να πει επιθεώρηση στα νύχια. Ο
Χρήστος έβαλε το χέρι που δεν πρόλαβε να καθαρίσει στην τσέπη
του. Θα 'λεγε ότι τον πονούσε. Του χοντρού του κάθισε η μπουκιά
στο λαιμό και κόντεψε να πνιγεί. Ο Γιώργος ξύπνησε σαν από
εφιάλτη, κι εγώ, µου κόπηκαν τα φτερά, έμεινα για λίγο μετέωρος, κι
έπεσα. Μόνο ο Γκούβας το χάρηκε. Επιθεώρηση στα νύχια σήμαινε,
μαζί µε τις νουθεσίες και τις προτροπές για καθαριότητα, πως η
αριθμητική πήγαινε περίπατο. Δεν την μπορούσε την αριθμητική.
Προτιμούσε ν' ακούσει τον εξάψαλμο απ' την κυρα-Λένη για το

3

μαύρο το χάλι των νυχιών του. Προτιμούσε, ακόμα κι αυτό, να
κάτσει να πλύνει τα χέρια του, παρά να κάνει αριθμητική. Η
δασκάλα µας κοίταζε και προσπαθούσε να κρύψει το γέλιο της.
Ήξερε τι τρόμο µας προκαλούσε αυτή η επιθεώρηση. Μερικές
φορές, σπάνια όμως, ακόμα κι ο ίδιος ο Γκούβας προτιμούσε την
αριθμητική. Σήμερα όμως δεν ήταν μια τέτοια εξαιρέσιμη μέρα. Μας
καθησύχασε λέγοντάς µας ότι δεν θα κάνουμε επιθεώρηση και
ξεφωνήσαμε απ' τη χαρά µας. Ο Γκούβας διαμαρτυρήθηκε και κάτι
είπε γι' αρχοντιές και καθαριότητες, αλλά μέσα σ’ εκείνον τον
αλαλαγμό και το ξαλάφρωμα κανείς δεν τον άκουσε, ούτε κι η
δασκάλα. Μας είπε ότι πλησίαζαν Χριστούγεννα και καλό θα ήταν
να παίξουμε θέατρο.
“Τον Κατσαντώνη”! πετάχτηκα εγώ και συμφώνησαν οι άλλοι. Η
δασκάλα είπε, προς μεγάλη µας απογοήτευση, πως θα παίζαμε τη
γέννηση του Χριστού.
“Εσύ, Δημητρό, θα κάνεις τον Ιωσήφ και η Μαριώ την Παρθένο
Μαρία, είπε διαβάζοντας ένα χαρτί. Άλλοι θα κάνανε τους αγγέλους
και άλλοι τους µάγους και τους βοσκούς. Οι πρόβες, είπε, θα
γίνονταν κάθε πρωί την ώρα του μαθήματος. Χαλασμό ς στην τάξη!
Ο Γκούβας πανηγύριζε κι έλεγε πως η επιθεώρηση για την
καθαριότητα και το θέατρο, την ώρα του μαθήματος, ήταν δυο
αγαθά απαραίτητα για τους μαθητές.
Τ' άλλο πρωί άρχισαν οι πρόβες και οι δυσκολίες. Α! θα µου το
πλήρωνε! Με ξευτέλισε. Μ' έβαλε να κάνω τον Ιωσήφ µε μια
φωνίτσα ψιλή κι απαλή σαν της Φρόσως. Ήταν και κείνος ο
Μανόλης που γέλαγε κάθε φορά που µ' άκουγε. Κράταγε την κοιλιά
του από τα γέλια και µε φούντωνε.
“Χα χα χα! Χου χου χου! Σαν τη Φρόσω! Χα χα χα”!
Ήθελα, µε μεγάλη µου χαρά, να του φέρω τη μαγκούρα
του Ιωσήφ στο κεφάλι. Τον γλίτωνε η δασκάλα που τον έβγανε
έγκαιρα έξω. Δεν το ‘βανε όμως κάτω. Ανέβαινε στην ακακία και
κοίταζε απ' το παράθυρο. Να παραστήσεις τον Κατσαντώνη το
καταλάβαινα. Αλλά να σε βάλουνε να κάνεις τον Ιωσήφ και να
γελάει ο Μανόλης ανεβασμένος στην ακακία, δεν το μπορούσα.
Η μόνη µου παρηγοριά ήταν, όταν η ακακία µε τ' αγκάθια της

4

έπαιρνε εκδίκηση για µένα.
Και η δασκάλα να µη σταματάει, λέγοντάς µου ότι ο Ιωσήφ
ήταν άγιος άνθρωπος, κι ότι οι άγιοι άνθρωποι είχαν λεπτή
κι απαλή φωνή όπως και οι άγγελοι. Κοίταζα στο εικόνισμα
τον Αϊ-Γιάννη και τον Άρχοντα Μιχαήλ στην εκκλησία
και δεν µου ήταν μπορετό να τους φανταστώ να μιλάνε σαν
μαμμόθρεφτα, όσα κι αν µου 'λεγε η δασκάλα για τους αγίους
και τους αγγέλους. Άλλο και τούτο πάλι, να κανονίζουν οι
δάσκαλοι µε τι φωνή θα μιλάνε οι άγιοι.
Εμένα η σκέψη µου ήταν στον Κατσαντώνη. Αυτός δε χρειαζόταν
δασκάλες για να του πουν πώς θα μιλάει. Αυτουνού η φωνή είναι
καταδική του και δεν την τσιγκουνεύεται. Την αφήνει και σου
τρυπάει τ' αυτιά, σου παίρνει τα μυαλά και σου ξεσηκώνει την
καρδιά. Ας κρατήσει η κυρα-Λένη τους αγίους της που μιλάνε µε την
ανάλατη και γλυκερή φωνή του παπα-Χρήστου, όταν παρακαλάει τις
νοικοκυρούλες.
“Χριστιανούλες µου, να µη φέρνετε στην εκκλησία λειτουργίες
από το φούρνο. Να τις ζυμώνετε μοναχούλες σας µε σταράκι
καθάριο του Θεού, και το λαδάκι για τα καντηλάκια να 'ναι αγνό, να
µην έχει μούργα. Ο Θεός κι ο άγιος Κωνσταντίνος τα βλέπουν
αυτά”.
“Γι' αυτό δε βρίσκει χρόνο ο Θεός να σκύψει πάνω µας. Πού να
του περισσέψει, όταν έχει τόσο λάδι να ψάξει για μούργα και τόσα
πρόσφορα να επιθεωρήσει”, έλεγε ο Κατσαντώνης στα όνειρά μου.
Όλοι οι παπάδες που ξέρω είναι έτσι ξέψυχοι. Κι αν είναι έτσι και
οι άγιοι ... Τι τον έπιασε το Θεό και μαζεύει γύρω του όλους αυτούς
τους ξεπλυμένους. Αλλά όταν κοιτάζω τον Αϊ-Γιάννη µε την άγρια
μορφή του να κρατάει στο πιάτο το ίδιο του το κεφάλι, δεν μπορεί
λέω, κάπου η δασκάλα µου κάνει λάθος. Μπορεί ο Ιωσήφ κι ο παπα
Χρήστος, ίσως και μερικοί άλλοι, αλλά όχι κι όλοι τους. Δεν μπορεί
ο Χριστός να πήρε το μαστίγιο και να 'διωξε τους εμπόρους απ' το
ναό και να τους μίλαγε σαν τη Φρόσω. Δεν μπορεί. Πώς θα φτιάξει
τον κόσμο, όταν το φτιάξιμο θέλει ρομφαία. Εκτός και δε θέλει να
τον φτιάξει. Πώς θα σηκώσει ρομφαία ένας άγγελος που του
κανονίζει η δασκάλα η κυρα-Λένη το πώς θα μιλήσει. Πώς θ'

5

αλλάξει τον κόσμο άμα δεν μπορεί µε τη φωνή να του παγώσει το
αίμα...
Ήταν και η Μαριώ που 'κανε την Παναγία, που µ' ένοιαζε. Με
κοίταγε παράξενα σαν να µε µάλωνε, όταν µε ψιλούτσικη χαϊδευτική
φωνή έκανα τον Ιωσήφ. Η δασκάλα µε στρίμωχνε. Κι ήταν κι ο
Ζώης που περίμενε ένα µου παραπάτημα για να πάρει αυτός το ρόλο
µου. Αυτόν δεν τον ένοιαζε. Έτσι κι αλλιώς μίλαγε χαδιάρικα. Δεν
μπορούσα ν' αντέξω και τον Μανόλη.
“Κυρία, να βάλουμε το Μήτσο να κάνει την Παναγία. Την κάνει
καλλίτερα απ' τη Μαριώ”.
Και µου 'δωσε και η δασκάλα τη χαριστική βολή.
“Δημητρό, να βρεις κανένα φόρεμα μακρύ της αδερφής
σου να φορέσεις στην παράσταση”.
Δεν έβγαλα άχνα. Ακόμα κι ο Μανόλης έμεινε µ' ανοιχτό το
στόμα. Ήμουνα βουτηγμένος μέχρι πάνω στη ντροπή. Μακάρι ν'
άνοιγε η γης και να µε κατάπινε. Πώς θ' αντίκριζα τον Κατσαντώνη
σ' αυτό το χάλι. Τι θα έλεγε η Μαρία...
Κανείς δεν τόλμησε να γελάσει μέσα στην τάξη. Εδώ τέλειωσαν
τα ψέματα. Έπρεπε να πάρω εκδίκηση.
“Κι ένα τραπεζομάντιλο, διπλωμένο τρίγωνο, να ρίξεις από πάνω
σου για σάλι, µε ξαναπυροβόλησε η δασκάλα, αλλά εγώ είχα κιόλας
πεθάνει µε την πρώτη βολή που µε βρήκε κατάκαρδα, Δεν την
άκουγα πια. Κι εκεί, μέσα στην απελπισία µου, γεννήθηκε στο
μυαλό µου η ιδέα...
'Έφτασε η μέρα της παράστασης. Ψες βράδυ δεν την άφησα να
κοιμηθεί τη μάνα µου. Κάναμε σύναξη οι καπεταναίοι και τα είπαμε.
Είπαμε το κατά πώς πρέπει να γίνει. Σε µένα, είπε ο Καπετάνιος,
ανήκε η επίθεση κατά μέτωπο. Ο ίδιος στην οπισθοφυλακή,
περιμένοντας να βοηθήσει αν θα χρειαζόταν. Η μέρα που θα
ξημέρωνε θα ήταν μέρα καθοριστική. Θα έδινα εξετάσεις. Κι ο
καπετάνιοι; εκεί και θα παρατηρούσε τις εξελίξεις.
“Φοβάσαι, ορέ Δημητρό;” µου 'πε και µου 'πιασε το χέρι.
“Φοβάμαι, αλλά πρέπει να δώσω τη μάχη”, απάντησα και τα
µάτια του άστραψαν στα λόγια µου.
“Οι άντρες που δε φοβούνται πριν από τη μάχη, πάει να πει δε

6

σκέφτονται. Αυτοί που δεν σκέφτονται, τη χάνουν τη μάχη. Φκιάσε
το σχέδιό σου απόψε µε φόβο και σύνεση. Αύριο ρίξου στη μάχη µε
την καρδιά στη θέση της και το μυαλό καθαρό. Πάρ' τους φαλάγγι
απ' την αρχή και χτύπα τους. Κι αν είναι να πέσεις στη μάχη ορέ
Δημητρό, χαλάλι του. Οι μάχες είναι για τα παλικάρια. Η μάχη
πετυχαίνει το σκοπό της κι ας µην την κερδίσουμε. Πρέπει όμως να
την δώσουμε. Πρέπει να παλεύουμε για το σωστό και το δίκιο κι
όταν ακόμα ξέρουμε πως δε θα 'μαστε νικητές. Κι αν είναι να
πέσουμε, ας πέσουμε! Σκέψου, ορέ Δημητρό, να πεθάνουμε στο
κρεβάτι µας νοικοκυραίοι, µε τον εχτρό να διαφεντεύει στον τόπο
µας. Κάλλιο το κεφάλι µας σ' ένα παλούκι στα Γιάννενα. Να
φοβάσαι πριν από τη μάχη, θα πει σύνεση. Να ντρέπεσαι όμως για
τη μάχη που δεν έδωσες, είναι θάνατος”.
Το σχέδιό µου ήταν απλό στη σύλληψη του και παράτολμο στην
εκτέλεση. Και είδα τον Μανόλη να σκάει από ζήλια. Είδα τη
δασκάλα µου την κυρα-Λένα να σουφρώνει τα χείλια και να
προσπαθεί να χαμογελάσει στους διπλανούς της. Η φωνή µου
έβγαινε χοντρή κι αντρίκεια φωνή του Κατσαντώνη. Τα 'χασαν όλοι!
Καλά να πάθουν, αν νόμιζαν ότι θα παράσταινα τη Φρόσω στη
σκηνή. Και τους έδωσα τη χαριστική βολή που 'κανε τον Μανόλη να
βγει µόνος του από την αίθουσα. Για πρώτη φορά βγήκε χωρίς να
τον βγάλει η δασκάλα. Βγήκε και πήγε κατευθείαν στις τουαλέτες.
Κλώτσησε την πόρτα και μπήκε. Κατούρησε μέσα στην λεκάνη.
Ήτανε να τον κλαις. Η δασκάλα λιποθύμησε! Με τη φωνή µου σ'
όλη της την ένταση, έβγαλα μια παλιά κουμπούρα που είχα
κρυμμένη κάτω απ' το τραπεζομάντιλο και βροντοφώναξα:
“Βαράτε, πελεκάτε τον, σκυλιά τον Κατσαντώνη”!
Σε μια γωνιά ο διευθυντής χτύπαγε νευρικά τη βέργα
στην παλάμη του και µε κοίταγε όλο νόημα. Η Μαριώ µε
κοίταζε και στα µάτια της γελούσε η ευτυχία. Η Μάνα µου,
ντυμένη το παραμύθι, έλαμπε. Και στην άλλη μεριά, ψυχή
µου τι αγαλλίαση, πίσω - πίσω, µε τα χέρια σηκωμένα έτοιμος
να χιμήξει να µ' αγκαλιάσει, ο καπετάνιος! Ο ίδιος ο Κατσαντώνης
ολοζώντανος µε χειροκροτούσε.
Πέταξα το φόρεμα της αδερφής µου αποκαλύπτοντας την

7

περίλαμπρη φουστανέλα του παππού μου, ύψωσα το ανάστημά µου
και πέρασα στητός μέσα από το πλήθος, που παραμέριζε στο
πέρασμά µου. 'Έφτασα μπροστά στο διευθυντή, τον κοίταξα στα
µάτια και του τα τρύπησα, άπλωσα τα χέρια µου και του 'πα
µε μια φωνή σκληρή που ‘βγαινε από το δικό µου το στόμα,
αλλά ήταν ίδια η φωνή του Κατσαντώνη, όπως τον άκουγα
να μιλάει στα όνειρά µου.
- Βάρα ορέ.
1989

8

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful