ΚΩΣΤΗ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗ

ΣΩΚΡΑΤΗΣ

Ό νομοθέτης
πού αύτοκτονεΐ
ΤΕΤΑΡΤΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ε Κ Δ Ο Σ Ε ΙΣ

Κ Α Σ Τ Α Ν ΙΩ Τ Η

ΦΩΤ. ΣΤΕΛΙΟΣ ΣΚΟΠΕΛΙΤΗΣ

Έχοντας άποταμιεύσει τά βασικά φιλοσο­
φικά διαβάσματα καί κινούμενος μεταξύ
στοχασμού καί έξομολογήσεως, ό Κωστης
Παπαγιώργης συνέδεσε τό γράψιμό του μέ
μιά σειρά κουσούρια, ατυχίες καί θυμωμέ­
νες πληγές: μεθύσι (Περίμέθης), ζηλοτυ­
πία (Ίμερος καί χλινοπάλη), μισανθρωπία
(Ή κόκκινη αλεπού - Οί ξυλοδαρμοί), θά­
νατο (Ζώντες καί τεθνεώτες), σφετερισμούς άλλοτρίων (Βιβλιολάτρες), μνησικακίες (Ντοστογιέφσκι).

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΤ ΚΩΣΤΗ Π ΑΠ Α ΓΙΩ ΡΓΗ
Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ

(Τό πλατωνικό κράτος), Χώρα 1978, Νεφέλη 1980, Εξάντας 1988
ΟΡΓΗ ΘΕΟΤ

(Ή πολιτική τής Βίβλου), Νεφέλη 1981
Η ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΤΟΤ ΜΛΡΊΤΝ Χ Α ΪΝ ΤΕΓ Κ Ε Ρ

(Σχόλια στό Είναι καί Χρόνος), Νεφέλη 1983

ΠΕΡΙ ΜΕΘΗΣ

(Έξιστόρηση καί βίωση της μέθης), Ροές 19^7^ 19^8»
Καστανιώτης ΐ99°> ι 992 ι τ994
Κ 0 8 Ί Ί 8 Ρ Α Ρ Α Κ )Κ ϋ Ι8 , ΌΕΚ Κ Α ϋ Ξ Ο Ι Κ Ι.Ε Τ Τ -Π )Ί Ι Α 1 9 9 3

ΣΙΑΜΑΙΑ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ

(Έξομολογητικά καί άλλα κείμενα), Ροές ϊ 9^7?
Καστανιώτης 199°, 1994
ΙΜΕΡΟΣ ΚΑΙ ΚΛΙΝΟΠΑΛΗ

(Τό πάθος τής ζηλοτυπίας), Ροές 1988, 1989,
Καστανιώτης Ί992 ? χ994
ΝΊΌΣΤΟ ΓIΕΦΣ ΚI

(Βίος καί συγγραφή), Καστανιώτης Ι99°? Χ99 2
ΖΩΝΤΕΣ ΚΑΙ ΤΕΘΝΕΩΤΕΣ

(Ό νεκρός), Καστανιώτης 1 9 9 1 ■> ι 992
Η ΚΟΚΚΙΝΗ ΑΑΕΙΙΟΤ

(Μισανθρωπίας προλεγόμενα, ξυλοδαρμοί), Ροές 1989,
Καστανιώτης 1 99 2 ? Χ994
Η ΟΜΗΡΙΚΗ ΜΑΧΗ

(Πόλεμος καί ήθη στήν Ίλιάδα), Καστανιώτης Κ)93 ι κ)94
ΓΕΙΑ Σ Ο Ϊ, ΑΣΗΜΑΚΗ

(Σκίτσο του X. Βακαλόπουλου), Καστανιώτης 1993^ Τ994
ΜΤΣΊΤΚΑ ΤΗΣ ΣΥ ΜΠΑΘΕΙΑΣ

(Φιλαλληλία καί άρνηση), Καστανιώτης 1994

ΚΩΣΤΗ ΠΑΙΊΑΓΙΩΡΓΗ ΣΩΚΡΑΤΗΣ Ό νομοθέτης πού αύτοκτονεΐ (μιά πολιτική ανάγνωση τοΰ πλατωνικού έργου) ΤΕΤΑΡΤΗ ΕΚΔΟΣΗ Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Κ Α Σ Τ Α Ν ΙΩ Τ Η ΑΘΗΝΑ 1995 .

«Πάσα διαφορά ποιεί διάστασιν». όπως δλοι. Αύτό ήταν τό λιγότερο φιλοσοφικό καί σοβαρό μέρος τής ζωής τους' τό πιό φιλοσοφικό θά ήταν νά ζήσουν άπλά καί ήσυχα. γελούσαν μέ τούς φίλους τους. ΠαΣΚΑΛ. Ρ6ηχέβ3 . ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ. Ήταν τίμιοι άνθρωποι πού. τό έκαναν χαριεντιζόμενοι. Όταν διασκέδασαν γράφοντας τούς Νόμους καί τά Πολιτικά τους. Πολιτικά «Τόν Πλάτωνα καί τόν Αριστοτέλη μπορούμε νά τούς φανταστούμε μόνο μέ τό ένδυμα τοΰ σχολαστικού. τό έκαναν σάμπως γιά νά βά­ λουν τάξη σέ ένα άσυλο τρελών». Ά ν έγραψαν γιά τήν πολιτική.

Μ ΕΡΟ Σ Α ' Ή Ηλιούπολη .

δέν γνώριζε τό παραμικρό. Ό Κρίτων καί ό Φαίδων. Διογένης Λαέρτιος. Σωκράτης ό τήν ήθικήν εισαγαγών. φτάνει νά τό θελήσει. έπειδή άκριβώς έμπιστεύονται τά μάτια τους. Αύτοκτονία άλλόκοτη. Τό δεσμωτήριο δπου τόν κρατούν μένει άνοιχτό’ στή Θεσσαλία ή άλλον ξένο τόπο μπορεΐ ελεύθερα νά πάει. μολονότι τά χρήματα εύ­ κολα μπορούν νά άνοίξουν τούς δρόμους τής φυγής. καί τήν ύστατη στιγμή. 14. τόν έαυτό του. σφάγιο. μπρος στούς Αθηναίους δικαστές. ισχυρίστηκε δτι ποτέ του δέν δίδαξε (εγώ μέν διδάσκαλος ονδενός πώπ ο τ ’ εγενόμην). νά φέρει στόν κόσμο τό άπόλυτο κράτος δικαίου. Καί τό μέγιστο μάθημα: τόν θά­ νατό του. νά δώσει ζωή στήν πόλη προσφέροντάς της. δεσμωτήριο καί φύλακας είναι ό ίδιος άνθρωπος. πού μοιάζει ληξιαρχική πράξη τής ήθικής — δηλαδή τής βίας. ΣΤΗΝ ΗΘΙ- κή. φρουρεί τόν νόμο. δέν άφησε γραφτά.Τ Ο ΠΡΩΤΟ ΣΧΗ Μ Α ΡΗΤΗΣ Δ ΙΔ Α Σ Κ Α Λ ΙΑ Σ . έπιμένει. χρειάστηκε δμως ή πιο δυνατή φιλοσοφική γραφή γιά νά διασώσει άπό τή λήθη καί νά άναπλάσει τή γνώση πού κληροδό­ τησε ή διδαχή του. λίγα βήματα παραέξω. ενα δεσμωτήριο μονάχα γνωρίζουν καί ενα φύ­ λακα: τόν άνθρωπο πού. ξε­ γεννώντας τόν ίδιο τόν έαυτό του αύτή τή φορά. I. Δέν δίδαξε τίποτε. Μαιευτήρας σ’ δλη του τή ζωή. Ά λλά. έκεΐνο πού ξεπερνά τόν νου τών μαθητών καί τούς άποσβολώνει εΐναι δτι δεσμώτης. . άκόμη καί στά μάτια τών ίδιων τών μαθητών του. Ό δάσκαλός τους ι. Ό Σωκράτης παραδίνεται στόν νόμο τής πολιτείας πού τόν άνάθρεψε (τω δέ νόμω ττειστεον) καί δέν διστάζει στιγμή νά ύποταχτεΐ στήν άδικία γιά χάρη τής δικαιοσύνης. τό εδωσε ό μοιραίος άνθρωπος1 πού.

εναν άπό τούς τρεις διαλόγους2 πού. Καθώς. πρά­ ξη «έλευθερίας» πδυΓαναγνωρίζει είναι ή άπαντοχη τοΰ θανάτου. . Άφοΰ γιατρευτεί άπό τήν πληγή τοΰ σώματος.(οΰ τό ζήν περί πλείστον ποιητέον. Ά : ρ ^ νά τόν πείσουν νά δραπετεύσει άπό τόν έαυτό του. ή ψυχή του.12 ΣΩΚΡΑΤΗΣ Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ ειν&ι κρατούμενος τοΰ έαυτοΰ τ ου. Φαίδων 64&). εζησε μέσα σέ χίλιες στερήσεις (ά λ λ ’ έν πενία μνρία είμι διά τήν τοϋ θβοϋ λ α ­ τρείαν). Ή πίστη στό άπαράβατο τών νόμων εμψυχώνεται άπό τήν άμεση πίστη στόν Θεό (πράττωμεν τα ντη. βηματίζει γιά νά ποτιστεί βαθύτερα τό σώμα του άπό τό φαρμάκι. μαζί μέ τήν Απολογία. υπάκουος στήν ύπόδειξη τοΰ φύλακα. μιλοΰν γιά τίς τελευταίες του στιγμές. λοιπόν. 54 (1)· Μεταφραστής τής ίδιας σκέψης στήν Απολο­ γία. έπειδή ό φιλόσοφος τολ­ μά νά άφήσει τόν έαυτό του ώς παράδειγμα. Κρίτων . φ Β). Φαίδων. άκολουθώντας τήν ειμαρμέ­ νην πορείαν.. Στόν Κρίτωνα. γιά νά τόν λατρέψει. ή προθνμία σον πολλοϋ ά ξια . Δέν άνήκει στούς άνθρώπους. πού. ΕύΟύφρων. Ή άπόλυτη ύπακοή του στόν νόμο είναι άνάλογη μέ τήν πίστη του δτι στό κατώφλι τοΰ θανάτου δέν εχει τίποτε νά φοβηθεί. Ή σκέψη γίνεται ζωή. εί μετά τίνος όρθότητος εΐη.. 48 Β) καί τής σωστής σκέψης (ώ φίλε Κ ρ ιτώ ν.. έπειδή ταντη ό θεός νφ ηγεΐται. καί πεθαίνει για να ζήσει άληθινά — αύτή φαίνεται νά είναι ή μοίρα τοΰ Σ ω ­ κράτη (δτι ονδέν άλλο αντοί έπιτηδεύονσιν ή άποθνήσκειν τε καί τεθνάναι. καί τή μόνη. θά πάει γιά ’κεΐ πού τήν προορίζει ή κοσμική αρμονία. ή τελευταία λέξη. Μά τά νοήματα τοΰ σωκρατικοΰ λόγου δέν τά συνέχει πάντα ή ίδια ένότητα* άπό διάλογο σέ διάλογο ή διασπορά τους μεγαλώνει. έξηγεΐ τήν άπόφασή του σάν άναζήτηση τής σοοστής^ζω^. άλλά τό εν ζήν. μολονότι κάνει λόγο γιά τήν «άποδημία» καί τή 2. ή γαλήνια άπόφασή του είναι ση­ μάδι πώς ύπάρχουν αργές πού ξεπερνοΰν τή ζωή καί μαζί τόν θάνατο: άπό τέλθ£ τον κανουν άρχή. παρά στόν Θεό. Έ ζ η σ ε γιά νά πεθάνει.

άγνωστος στούς άνθρώπους (οϊδβ μ ίν γ ά ρ ούδβϊς τόν θάνατον. οπότε. Ό σο γιά τό ποιοι πάνε σέ καλύτερο μέρος. πού κάνει γιά πρώτη φορά τήν έμφάνισή της. ’ ι κατάσταση. σέ ύποθέσεις. πού θεμελιώνεται μεταφυ­ σικά σέ εναν άστρικό μύθο. άλλά οί διαφορές.οίρα τή<: γ£αφή^. τήν αντίθετη άποψη: Επιστολή Β. εχει καί νά διδάξει μιά θεωρία περί ψυχής. ή φωνή αύτοΰ πού δεν έγραψε έπρεπε νά μοιραστεΐ τή υ. ειρωνικά. άναμφισβήτητες. καθένας κι ενα πρόσωπο του Σωκράτη. τόν Η σίοδο κ.τ ι χωρίζει τήν Απο­ λογία καί τόν Κρίτωνα άπό τόν Φαίδωνα. εσείς παίρνοντας τόν δρόμο τής ζωής κι έγώ τόν δρόμο του θανάτου. μπορεΐ νά άποδειχθεΐ εύεργέτης γιά δύο λόγους: είτε ό νεκρός βουλιάζει σέ εναν αιώνιο ύπνο καί χάνεται στό μη­ δέν. Ά λλος άνθρωπος ό Σωκράτης του Φαίδωνα' δχι μόνο λύνει τά αινίγματα τής Απολογίας.άπουσία^ πλά ι στόν Ξένο του Σο­ φιστή.τ. δπου άνταμώνει τούς προηγούμενους μετανά­ στες — κι άνάμεσά τους τόν Ό μηρο.λ. Ά π ό τόν Έλάσσονα Ιππία ώς τούς Νόμους. ό Σ ω ­ κράτης δέν υπάρχει σάν παρουσία του ζωντανού λό­ γου καί υποτάσσεται στήν κηδεμονία τής γραφής. σέ συνάρτηση μέ τή θεωρία τών ιδεών. άλλά. άδιάφορο— μά στόν έλεγχο του πλατωνικού γράμματος καί πνεύματος. καθώς φαίνε­ ται καί στις τελευταίες άράδες. Γιά νά διαβεΐ τίς γενιές καί τούς αιώνες. τόν Όρφέα. είτε ταξιδεύει σέ άλλον τό­ πο. γ ίν ετα ι π αρου σ ία . μόνο ό Θεός τό ξέρει» (42α). χωρίζει καί τόν Σωκράτη άπό τόν Πλάτωνα. γλιτώνοντας άπό τό βάσανο τής ζωής εχει θαυμάσιο κέρδος. Ποιος μιλά καί ποιος γράφει. Ό θάνατος. τόν Αριστοφάνη του Συμποσίου καί τόν Παρ­ μενίδη του ομώνυμου διαλόγου. Ή ειρωνεία του. άδιαφορεΐ γιά τήν πειθώ: αΕίναι καιρός πιά νά πηγαίνουμε. 3 1 4 °· . δέν δίνουν τόν λόγο στήν ιστορική άλήθεια — γνωστή ή άγνωστη. παρα3· Βλ. 29 η). Ό . δέν υποστηρίζει τίποτε μέ βε­ βαιότητα. Τρεις διάλογοι. άλλά περιορίζεται.Η ΗΛΙΟΤΠΟΛΗ 13 «μετοίκηση» της ψυχής έχοντας κατά νου τήν ίδια θεϊκή «ύφηγεσία».

δέν παύει νά τόν θερμοπαρακαλεΐ: ά λ λ ’ ώ δαι­ μόνιε Σώκρατες. νά σκεφτοΰμε άν άρμοζει νά κάνουμε αύτό τό πράγμα. Έφόσον ό δάσκαλος δέχεται τόν διάλογο. θά σημειώσουμε. Πάντα. Ό χρόνος φυραίνει καί άπόφασή δέν εχει παρθεΐ άκόμη* ή ταραχή τους εΐναι περί τοΰ πρακτέου* καί κάθε πράξη. άκόμη. πρό­ θυμα άτομα πού. ό Κριτών έπισκέπτεται τόν μελλοθάνατο γιά τήν τελευταία πα­ ράκληση. προτοΰ άποστομωθεΐ τελειωτικά.. πάψε πιά. νά μοΰ άραδιάζεις τά ίδια καί τά ίδια. φίλε. Ή διαλεκτική θά πάρει τόν λόγο: «Πρέπει.. άλλά καί πάντοτε ετσι θά φέρνομαι. ό μαθητής εχει δίκιο πέρα γιά πέρα* κατηγοροΰν τόν δάσκαλό του γιά άθεία (νομίζοντα δαιμόνια καινά). πίσω άπό τά λόγια τοΰ δασκά­ λου πρέπει νά άναγνωρίζεται ό μαθητής. καί ό πλατωνικός λόγος.Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ κολουθώντας τό πλατωνικό εργο στήν ανάπτυξή του. ό Κέβης. ΣΤΟ Δ Ε Σ Μ Ω Τ Η Ρ ΙΟ Καθώς τό πλοίο άπό τή Δήλο φτάνει. λοιπόν. δμως. που έγκαταλείπεται ή σωκρατική διδασκαλία. ώστε νά πείθομαι στόν λόγο πού θά μοΰ φαίνεται ό πιό σω­ στός». εχει ά­ κόμη τήν εύκαιρία νά τοΰ άλλάξει τή γνώμη. μέ μικρή άμοιβή. « Ά ς σκεφτοΰμε μαζί. 'Τπάρχουν. καί άν σέ κανένα μέρος τής ομιλίας μου έχεις κάποια άντίρρηση. άρα κάτι α­ ρεστό στόν Σωκράτη. Τό μόνο πού μένει είναι ή συγκατάθεσή του. ώριμος. δταν τό ζητήσει ή στιγμή. δπως είπαν άνθρωποι πού ήρθαν άπό τό Σούνιο. καθώς τό θυμίζει καί ό ύπότιτλος τοΰ διαλόγου. *Υπάρχουν φίλοι πού δίνουν τά άναγκαΐα χρήματα: ό Σιμμίας ό Θηβαίος. ετι καί νυν έμοί πείθου καί σώθητι. καλότυχε. βρίσκει τόν τρόπο του. ειδεμή. αυτόν .14 ΣΩΚΡΑΤΗΣ . Γ ιατί έγώ οχι μόνο τώ ­ ρα. γεννά ενα πρόβλημα ήθικό. γιά τήν όποια ό Κριτών.» (48(1-6). άκόμη καί στίς τελευταίες σ τιγ­ μές. θά τόν μεταφέ­ ρουν μακριά (σώσαί σε καί έξα γ α γ εΐν ενθένδε). ό ίδιος ό Κριτών καί άλλοι πολλοί. πές τη μου καί θά πειστώ (άντίλεγε καί σοι πείσομαι). Σύμφωνα μέ τή γλώσσα τοΰ συρμοΰ. ό μαθητής.

Κ ι δμως. εΐναι σάν νά ψάχνει γιά έχθρούς καί δή­ μιους. Καί. ' Υποστηρίζοντας. Στό δικαστήριο. αύ­ τόν πού άφιέρωσε τή ζωή του στήν έκπαίδευση τών συμπολιτών του. άπόλυτες ήθικο-πολιτικές αρχές. Τό ίδιο καί οί παρακινήσεις τών φίλων του καί μαθητών* οί κατήγοροι τόν χαρακτηρίζουν έπικίνδυνο. φυσικά. Παντού καί πάντα έκανε τό πολιτικό του καθή­ κον στό άκέραιο: έθεσε τή μοίρα τής πόλης πάνω άπό τήν προσωπική του τύχη. Κ αί στή μιά καί στήν άλλη περίπτωση. άφοΰ άκούσει κα­ τάπληκτος τά δσα τοΰ άποδίδουν. κουβαλώντας τον στούς ώμους του αίμόφυρτο. τόν κατηγορουν ώς σοφιστή: [οί σοφιστές] λωβώντα ι τούς νέους. ό Σωκράτης θά ομολογήσει δτι οί μομφές τών άντιπάλων του τόν έκαναν νά ξεχάσει ποιός εΐναι (έμαντον έπελαθόμην). Στοιχεία δλα αύτά πού συ­ γκροτούν τήν εικόνα ένός ανθρώπου πού εχει κακό­ βουλες προθέσεις απέναντι στήν ίδια του τήν πόλη. ό Σωκράτης δέν άναγνωρίζει τόν έαυτό του&. γιά νά τόν άφανίσουν* οί φίλοι τόν συμβου­ λεύουν νά διατρέξει τόν μικρό κίνδυνο μιας παρανο­ μίας. δ­ μως — μέ τά δπλα στό πεδίο τής μάχης.Η ΗΛΙΟΤΠΟΛΗ !5 πού έζησε πάντα θεοταγής (έμοί δβ τοντο προστβτακται ύπό τον 0 6 ον) καί πιστός στό τοΰ Θεού ση­ μείο ν. δπου έσωσε άπό βέβαιο θάνατο τόν Ξενοφώντα. μέ τά λό­ για στό πεδίο τής πόλης— . Γορ­ γίας. δπου ίσ ω σ ε τόν τραυματισμένο Α λκιβιάδη μαζί μέ τά δπλα του· ύστερα στή Β ο ιω ­ τία. Τέλος στήν Άμφίπολη. είναι άπό τούς λίγους πολίτες πού εζησαν ισόβια μέσα στήν Α θήνα καί πέρασαν τά σύνορά της μόνο καί μόνο γιά νά τήν υπερασπιστούν. γιά νά σώσει τή ζωή του. 5· Ε π ιχ ε ιρ ε ίς εκβά λλειν με εκ τής ούσίας καϊ τοϋ άληθοϋς. δέν θά άργήσει νά τούς βρει. 4 7 2 . Επιστρατεύοντας τό ψέμα καί τή συ­ κοφαντία. Τόν κατηγορούν γιά διαφθορά τών νέων4. Δηλαδή. Πρωταγόρας. θά προσπαθήσουν νά παραχαράξουν τήν ταυτότητά του. Πρώ­ τα στήν Ποτίδαια. Ή σχετικότητα καί ή συναλλαγή θά τόν μισήσουν μέ­ χρι θανάτου.

Ά ν συνεχίσει τήν ίδια σκέψη. άργά ή γρήγορα. τούς νόμους. τότε. δπως τά παιδιά ξεφεύγουν άπό τήν έπιτήρηση του πατέρα6. Ω στόσο. θυμίζει τήν άδικία τής πόλης σέ βάρος του πολίτη. τή ζωή γιά χάρη τών άξιών τής πόλης. άλλά ώς πρόσωπα— ερχόντου­ σαν καί ρωτούσαν: «Πές μας. Ό καιρός καί ό τόπος του έχουν στερήσει τήν έλευθερία του νου. προπάντων ή σωκρατική.» Ό μαθητής. καί ολόκληρη τήν πόλη. Ή δποια άναγωγή. άν οί νόμοι — δχι ώς άφηρημένες άξίες. Σχεδιάζεις μήπως νά καταστρέφεις κι εμάς. πού άντιμετωπ ίζει τόν θάνατο πού ζυγώνει σάν κάτι πού μπορεΐ νά «εξηγηθεί» μέ τίς έννοιες του δικαίου καί του άδικου.ιβ ΣΩΚΡΑΤΗΣ . παρά άκυρώνονται άπό τούς ιδιώτες. νιώθει έ­ τοιμος νά υποστηρίξει δτι. Τ ι θά άπαντήσουμε. θά πρέπει νά παραδεχθεί τή ματαιότη­ τα τής στάσης του. διεφθαρμένους συκοφάντες. Κρύβοντας τίς προθέσεις του. Πολιτεία. 54$ . πού δέν παραδέχεται αξία ανώτερη άπό τήν αύτοσυντήρηση. πού έπικαλοΰνται τόν νόμο καταπατώντας κάθε έν­ νοια δικαιοσύνης. μακριά άπό τά βλέμμα­ τα τών πολλών καί του κοινού τής πόλης. τόν Ά νυτο καί τόν Λύκωνα.Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ Ή λογική τών αισθημάτων. Κρίτωνα. τούτο τι άντιστοιχία μπορεΐ νά εχει μέ άτομα σάν τόν Μέλητο. δμως. ό Σωκράτης. νά ξεφύγει άπό τά νύχια του νόμου. του καλού καί του αισχρού. Μέσα στή μόνωση του δεσμωτηρίου. χωρίς νά έχει καί άλλη διέξοδο. τι σκοπεύ­ εις νά κάνεις. Ή νομίζεις πώς μιά πολιτεία μπορεΐ νά υπάρχει καί νά μήν άνατρέπεται. καθώς ό Σωκράτης. έστω καί άν οί άποφάσεις της δέν έχουν καμιά ισχύ. γιατί ή 6. άνάλογα κριτήρια δέν ισχύουν. μιλάει μέ τό στόμα του Κρίτωνα. Μέ κριτήριο τήν έπιβίωση ξέχνα τίς άξιες για χάρη τής «ζωής» — καί δχι. του άγαθοΰ καί του κακοΰ (47 του είναι άδιανόητη. Τόν πιέζει.. ό παραβάτης τών νόμων κάνει πάντα τούς λογαριασμούς του έρήμην του δικαστηρίου. λοιπόν. σέ παρόμοιες περιστά­ σεις. Τήν υποστηρίζει. Τό ει­ δολογικό μέρος του δικαίου. Σωκράτη.

Πρώτα πρώτα. Υψώνοντας τό κριτήριό του ώς τό έπίπεδο τής οίκου μεν ικότητας. τότε αύτό τό προτού — ό προθάλαμος τής πρά­ ξης— θά γινόταν ή δίοδος πού θά τόν γλίτωνε άπό τόν έαυτό του. Πιστός στήν άνώτερη 7· « Ό πολίτης είναι δούλος τής πόλης. Δέν απαντούν μήτε στήν Πολιτεία .Η ΗΛΙΟΤΠΟΛΗ 17 ήθική του περιφρονεΐ τήν έμπειρία’ ή δικαίωσή της δέν βρίσκεται στήν ανθρώπινη. Βλ. τουλάχιστον δπως τά έννοουμε σήμερα. γ ι ’ αύτό άλλωστε τούς έπιτρέπει νά συνεχίσουν: «Ά λ λ ά ας δούμε ποιο παράπονο έχεις έναντίον μας καί προσπαθείς νά μάς καταστρέ­ φεις. πού δικάζει τήν πρόθεση καί_ 'οχΓτο άμεσο άκολούΒημαΓ της: τήν πράξη. Κ αί άν έτσι έχουν τά πράγματα. Κατήγορος καί δικαστής του δέν εΐναι ό Μέλητος παρά οί νόμοι. έμεΐς δέν σέ γεννήσαμε καί χάρη σέ μάς δέν πήρε 6 πατέρας σου τή μάνα σου καί σ’ έφερε στόν κόσμο (έφύτβυσέν σβ). Πές μας. ό Σωκράτης γίνεται καθολικός άνθρωπος καί ή πράξη του πράξη καθο­ λική· μέ τή ματιά του πάνω άπό τόν στενό κύκλο τοΰ παρόντος.» Μέ τήν προσωποποίηση τών νόμα>ν. Προτοΰ δοθεί στήν πράξη. μέ σάρκα καί οστά. σ. μήτε στούς Νό­ μους. € ή ίο η . τόσο εσύ δσο καί οί πρόγονοί σου. άλλά στή Θεία τά­ ξη. νομίζεις δτι εχεις τά ίδια δικαιώματα μ ’ έμάς. οί όποιοι άνάθρεψαν καί σένα τόν ίδιο. έχεις καμιά κατηγορία ενάντια στούς νό­ μους πού σχετίζονται μέ τούς γάμους. μπορεΐς τάχα νά πεις δτι δέν είσαι δικός μας (ήμέτβρος ήσθα). 277· 2 . γιατί. τό δικαστή­ ριο πού στήνει ό μελλοθάνατος στήν ψυχή του άντιπροσωπεύει τό πρότυπο τής ήθικής στάσης. άν ό παραβάτης έφερνε μπρος στά μάτια του. άνατράφηκες καί έκπαιδεύτηκες. Άφοΰ γεννήθηκες. μιλά γιά τήν ούσία (τής πόλης) μέ τρόπο άληθινά φιλοσοφικό. αντίθετα μέ τό σύγχρονο δίκαιο. τόν Νόμο καί (κατα)δίκαζε τήν πράξη του προτοΰ τή διαπράξει. στούς αρχαίους δέν υπήρχε ή έννοια τών δικαιω­ μάτων του ανθρώπου καί του πολίτη. Μιά ύποθετική δίκη. Ββ11β8 ΙβΐίΓβδ. γιος καί δοΰλος7. μήτε στά Πολιτικά του Αριστοτέλη». Μήπως κα­ τηγορείς τούς νόμους πού άφορούν στήν άνατροφή καί τήν έκπαίδευση τών παιδιών. λοιπόν.

ή νά τήν προσφέρει τίμημα τής πολιτικής άρετής. άπό γεννησιμιού.ι8 ΣΩΚΡΑΤΗΣ . Νά πάει μέ τό άγαθό ή μέ τό κακό. δέν μπορεΐ νά άγνοεΐ δτι είναι δπως ή άρρώστια: ξεχνάς δτι μασάει τό κορμί σου. ή πόλη είναι ενα δε­ σμωτήριο. Πρέπει. Φύ­ λακας τής πόλης καί φυλακισμένος στήν πόλη. δσο κι άν άποδιώχνει κανείς τή σκέψη τού θανάτου. Ό σο γ ι ’ αύτό. Τ ί πιο γελοίο άπό ενα Σωκράτη πού τό σκάει άπό τή φυ­ λακή καί φτάνει στή Θεσσαλία κουκουλωμένος π έ­ τσινα ροΰχα ή άλλα μασκαρέματα. δτι. Απολογία Σωκράτους. άλλά αύ­ τή δέν σέ ξεχνάει. δέν υπάρχει πρόβλημα φυγής. γιατί ξέρει δτι ή φύση τόν εχει. καί τό δικαίωμα τήν ύποχρέωση — στή ζωή καί στόν θάνατο. άκό­ μη. σάν κι έκεΐνα πού ρίχνουν άπάνω τους οί δούλοι. Σ τίς τελευταίες στιγμές. Σ υ ­ νεπώς. πάσχιζε νά τόν κάνει νά χάσει τόν έαυτό του (τό σχήμα τό σαντοϋ καταλλάξας). 8. Ά π ό φόβο.Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ άρχή: ττοΜζϊν παρά τούς νόαους. άλλά άπόκρι>σης (καί γ ά ρ ό νόμος κελβύβι άποκρίνβσθαυ) άνάΙλογης μ ’ έκείνην πού δίνεται στήν Απολογία. άπό άγνοια. μετατρέπει τό δεσμωτήριο σέ τόπο συμβολικό. λοιπόν. νά διαλέξει ό Σωκράτης. Τ ά λίγα χρόνια άχαρης ζωής πού του άπομένουν. άντί γιά τή σωτηρία. 27: ον γ ά ρ π ά λ α ι ΐστε ότι εξ δτουπερ ε'γενόμην κατεφ ηφ ισμένος ήν μου υπό τής φύσεως ό θά­ να τος :. καταδικάσει σέ θάνατο8. καταλαβαίνει ξαφ­ νιασμένος δτι. Ή θελε νά κάνει τόν δά­ σκαλό του νά προδώσει τόν έαυτό του (σαυτόν προδονναυ) καί νά τόν άφήσει εκθετο στήν κατα­ λαλιά καί στόν πονηρό γέλ ω τα τών άλλων. νά καταργήσει τούς νόμους (νόμους τούς μεγίστους παραβάς) γιά χάρη τής δποιας ζωής. έκεΐνο πού γύ­ ρευε ήταν ή καταστροφή. όταν πιά ό Κριτών δέν εχει τί νά πει (ούκ βχω λ έγ α ν ). . Στό μέτρο πού κυβερνιέται άπό τούς νόμους. όπου κάθε πολίτης είναι δεσμώτης καί δεσμοφύλακας. Τ ί πρέπει. λοιπόν. Ξενοφώντας. Ξέρει. κατήγορος καί κατηγορούμενος. δέν έπιτρέπει στόν έαυτό του τή λατρεία τής ζωής (φίλοψ υχία). Ή ύποχρέωση γέννα τό δικαίωμα.

6-γ. λοι­ πόν. ή γνώμη τοΰ Εύθύφρονα δέν εΐναι πλήρης γνώση. παίρνοντας προσωρινά τήν έξουσία τοΰ νόμου. άπό δικαστής. Ύήν μεΎ ίστην νόσον: άμαθίαν. Γοργίας. μιλάει παντού καί στόν καθένα σάμπως νά βρίσκεται στήν Εκκλησία τοΰ Δήμους Είναι ό άν­ θρωπος πού λέει πάντα τό ίδιο πράγμα (άεϊ ταύτά λέγειν. άνόσιον τόν υιόν πα τρϊ φόνου έπεξιέναι (4^). αντί νά ζητάει χρήματα άπό τούς άκροατές του. Έ τ σ ι. δπως οί σοφιστές (σ π ά ­ νιον σεαυτόν παρέχειν ). ό πατέρας του κατέληξε δολοφόνος. Έχοντας αντιστρέφει τούς κανόνες τής πολιτικής συμμετοχής (Ιδιώτευαν . ό γιός θά έπιμείνει στήν καταγγελία του — γρα­ φή— μέ τήν πεποίθηση δτι κάνει κάτι τό δσιο. στήν αγορά. Αλκιβιάδης. Μολονότι θεωρείται. μόλο πού τήν πιστεύει. . 9 · Έμ€ Εκκλησίαν νόμισον καϊ δήμον. έραστής τής αλή­ θειας. αύτός θά έφτανε στό σημείο νά πληρώσει γιά νά τόν άκούσουν10. Απομνημονεύματα. Ι 1 4 Β. μεθυ­ σμένος.Η ΗΛΙΟΤΠΟΛΗ 19 Α π ο ρ ία πού τόν ακολουθεί σάν ίσκιος* στις παλαΐστρες. Τού? δε λ α μ β ά νοντα ς τής ο μ ιλ ία ς μισθόν ά νδρα π οδιστά ς ε­ αυτώ ν ά π εκ ά λ ει διά τό άνα~/καΐον α ύτοίς είνα ι δια λ έγεσ θα ι π α ρ ’ ών λά β οιεν τόν μισθόν. Ω ­ στόσο. Πρόκειται γιά έναν έθελοντή γιατρό 11 άφιερωμένον ολόψυχα στό εργο τής θερα­ πείας τής βαρύτερης άσθένειας άπ’ δσες μπορεΐ νά βασανίζουν τούς πολλούς: τήν άγνοια τοΰ κριτηρίου τής ορθότητας (όπη ποτέ^όρθώ9 έχβι). στά άνοιχτά σπίτια τών φί­ λων (καί έν άγορά έπϊ τών τραπεζών) στήνει τή δίκη του κακού. Τοΰτο τό κριτήριο ό Εύθύφρων άπαιτεΐ νά τό χρησιμοποιήσει γιά νά λύσει τό πρόβλημα πού σκο­ τίζει τόν ίδιο. ένας πελάτης. καί ό ίδιος κατήγορός του. Ά λλά. άλλά. 8 8 Β. έσφαξε κάποιον άπό τούς δούλους του. έδεσε τόν φονιά χειροπόδαρα καί τόν πέταξε άβοήθητο σ’ ενα χαντάκι. Ξενοφώντος. καί τήν πράξη του. Τ ό­ τε ό πατέρας του. 4 9 1 ^)· ^ νο ^έν κ Ρ^βει ζηλό­ τυπα αύτό πού σκέφτεται. ίο . δπου καλλιεργοΰσε μαζί μέ τούς άνθρώπους του τή γή. ώσότου έρθουν οί «έξηγητές». Τίμαιος. Σ τή Νάξο. ι ι . οί επίσημοι έρμηνευτές τοΰ θρησκευτικοΰ δικαίου. ό άνθρωπος δέν άντεξε καί πέθανε άπό τήν πείνα καί τό κρύο.δημοσιεύειν).

άλλά τό πράγμα άπό μόνο του. φερόμενον. δηλαδή — καί. Ό ορισμός τής όσιότητας. δέν τολμά νά ισχυριστεί δτι ό φονιάς πρέπει νά μείνει άδίκαστος (ού τώ άδικοϋντι δοτέον δίκην). αύτό πού θέλω νά πώ. άλλά κομί­ ζεται έπειδή είναι κομιζόμενο (ούδέ διότι φβρόμβνον. Αυτό τό είδος: δχι σέ συσχετισμό καί άναφορά. δέν μπορεΐ νά τήν έξηγήσει μέ σαφήνεια. αυτό καθ' εαυτό. είναι άπολύτως άπαραίτητος καί τό περιεχόμενό του πρέπει νά μή χάνεται στήν άπειρία τών έμπειριών. Απαντώντας ό Σωκράτης. Μπορώ νά δικάσω. «Τό πράγμα είναι ορατό δχι έπειδή τό βλέπουν. Απροσδιόριστη άξία σημαίνει άχαρακτήριστη πράξη. μήτε Θεός μήτε άνθρωπος. δέν κατανοεί— τή σχέση ουσίας πάθους καί αιτίας . άραγε. Κανένα φέρσιμο δέν ξεφεύγει ά π ’ αύτά τά δρια.κακό.άποτελέσματος. Κανείς.αι­ σχρό. Δηλαδή είναι ή φύση του καί τίποτε άλλο πού κά­ νει τό δσιο νά άγαπιέται άπό τούς θεούς». άγαθό . παρακάτω: «Ο ΚΛΕίΝΙΑΣ». άλλά νά μιλά γιά έκ^ΐνο αύτό τό 6ίδος ώ πάντα τά όσια όσιά έστιν. καί γ ι’ αύτό άτιμώρητη. Ή σκέ­ ψη. Αψηφά. ίσχυρογνώμων δπως δλοι οί έραστές τής άλήθειας καί άνυποχώρητος 12. φέρβται. Είναι τάχα ό­ σιο επειδή τό άγαποΰν οί θεοί. στό δνομα μιας άξίας πού δέν έχω τρόπο νά ορίσου. άλλά τό βλέπουν έπειδή είναι ορατό* είναι κομιζόμενο δχι έπειδή κομίζεται. έπίσης. Ε ­ ξάλλου. . κατά βάθος. άλλά διότι φέρβται. Ε ννο είς. ή τό άγαποΰν έπειδή είναι όσιο. δέν έχει σημασία άν τό δσιο οριστεί ώς θεοφίλητο καί το άνόσιο ώς θεομίσητο* τούτη ή κρίση12 μιλά γιά τά άποτελέσματα καί δχι γιά τήν ίδια τή φύση του πράγματος. μιά καί ή τιμωρία πρέπει νά είναι άν άλο­ γη μέ τό μέγεθος τής φθοράς πού έπαθε ό νόμος. Βλ. αύτό πού γυρεύει είναι ή ουσία: τί έστιν τό τβ όσιον.20 ΣΩΚΡΑΤΗΣ 0 ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ καί μολονότι μάντης ό ίδιος. Εύθύφρονα. Μάστορας τής λογομαχίας. ιοΒ ). δμως. θά του θυμίσει τίς έννοιες πού χωρίζουν τούς άν­ θρώπους: δίκαιο .άδικο. καλό . συνεπώς.

Στόν Έλάσσονα Ιππία 6 διάλο­ γος πλέκεται γύρω άπό τό θέμα τοΰ ψεύδους. αίφνιδιάζεται καθώς νιώθει μέσα στό στόμα του νά σαλεύει ή γλώσσα ένός αάλλου» καί ακούει τόν έαυτό του νά λέει λό­ για άπροσδόκητα.Η ΗΛΙΟΤΠΟΛΗ 21 στό θέμα τής δικαιοσύνης (ούδεπώποτβ συγχώ ρη­ σαν). ιο δ ΐ) — έπάγει καί ορίζει. Στόν Χαρμίδη ή προσπάθειά του νά ορίσει τήν έννοια τής σωφροσύνης είναι χαρακτηριστική. θά άναγνωρίσει τή σωκρατική πατρότητά τους13. ή αλήθεια έμφανίζεται άβίαστα. νά μας πεις εκείνο πού σκέφτεσαι (159&)· Δέν άπαιτεΐ καμιά ειδική προπαίδευση. λέει στόν πάγκαλο νέο. Ή επαγωγή. ό Σωκράτης. 17. μιλώντας γιά την επαγωγή καί τόν ορισμό. Ά ν σέ διακρίνει ή σωφροσύνη. τόν λόγο πρέπει νά πάρει ό ορισμός. ύστερότερα. . μέ εναν κάποιο τρόπο. ξεκινημένη άπό τήν έμπειρική ερευνά καί δολιχοδρομώντας άπό λό­ γο σέ λόγο καί άπό πράγμα σέ πραγμα. άν καί καμώνεται τόν ανήξερο. σάν άνώδυνη γέννα. οπωσδήποτε κάποια γνώση θά εχεις γ ι ’ αύτή* καί έφόσον γνωρίζεις τήν ελληνική γλώσσα (έλληνίζβιν 67τίστασαι). Μ4. τή γεωμετρία καί τήν άστρονομία. Μετά τά φυσικά. ανίδεος (ήκιστα γ άρ άν πολυπραγ μονοί). Οί ομηρικοί ήρωες Όδυσσέας καί Άχιλλέας είναι ή άφορμή. Ό Αριστοτέλης. II ΓΝ Ω ΣΗ Ε ΙΝ Α Ι (Η) Η ΘΙΚΗ ' Η στάση τοΰ Σωκράτη είναι μιά γνωσιοθηρία μέ περιεχόμενο ήθικό. γ ^ ύ ε ι τό είδος (τό διά παντός όρθώς βχων. άμετάστατος μέχρι θανάτου. ^ α ^ . άντίσταση δηλα­ δή στις έρωτήσεις του* άντίθετα. μπορεΐς. καθώς ό δούλος στόν Μένωνα. 1078 Β. εχει τή γνώση τής με­ θόδου του: μέ_κλει8[_τήν έρώτη σ ^ ί . φτάνει κά­ ποτε στό σημείο πού ή κίνησή της πρέπει νά ύπερβαθεΐ. Α φ ετηρία του παίρνει πάντα τό γνωστό καί τό δο­ σμένο. γρήγορα δμως ή έπαγωγή φέρνει στήν άριθμητική. Αλκιβιάδης. Ποιος μπορεΐ νά πει ψέματα μέ τή γλώσσα τών 13. Γ ιά νά έπισφραγιστεΐ τό γνωστικό συμπέρα­ σμα. Ό άνακρινόμενος.

Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ αριθμών. δηλαδή ε­ μπρόθετα. μό­ νο αύτός εχει τήν ικανότητα νά σηκώσει τήν εύθύνη τής πράξης καί τής άπραξίας του. «Τί είναι ή . νά άδικήσει. Ή έκδοχή δτι ό ’Αχιλλέας ένσαρκώνει τήν άλήθεια καί ό Όδυσσέας τό ψέμα.22 ΣΩΚΡΑΤΗΣ . άν δέν συ­ μπληρωθεί. προϋποθέτει τόν άντίθετό του. Ό αμαθής βίς λογισμούς. μία καί οριστική. Μεταφερμένο στό δίκαιο. σέ τί περιορίζεται τό φέρσιμο του καθενός άνθρώπου* κάθε χαρακτηρισμός (καλός ή κακός) πού του άποδίδούμε. σέ σύγκριση μέ τόν έκούσια άδικο. καί άληθής γ ίγ ν ε τ α ι. καί βί άληθής ό Ά χ ιλ λ ε ν ς . ά λ λ ’ όμοιοι. πού γνωρίζει πραγματικά τί ακριβώς θέλει καί πώς πρέπει νά τό κάνει (3673). πού γνωρίζει νά διακρίνει καί νά διαλέγει. Ή ίδια απορία μπορεΐ νά απλωθεί σέ δλο τό πεδίο τής ήθικής καί ή απόκριση. του γρειάζεται ή . καί ψβνδής. τό ίδιο κριτήριο δίνει ενα άποτέλεσμα προκλητικό: αύτός πού άδικεΐ σκό­ πιμα. πρέπει νά προτιμηθεί άπό τόν άθέλητα δίκαιο. καταπώς κρίνει ό Σωκράτης: τό_άκα-_ ταλόγιστο. καθώς παραδέρνει τυ­ χαία άπό τή μιά πράξη στήν άλλη. ή ό σοφός. Σπρώχνοντας τόν συλ­ λογισμό ώς τά άκρα καί κάνοντας άκόμη πιο έκπληκτικό τό συμπέρασμα. καί ον διάφοροι άλλήλων οί άνδρες Όνδ’ Ιν α ντίο ι.γνώση — θεραπεία πού άξίζει περισσότερο άπ’ δ­ λα τά φάρμακα του σώματος. Μονάχα ό γνώστης τής γεωμετρίας μπορεΐ σκόπιμα — τότε μόνο εχει νόη­ μα τό ψέμα— νά κάνει ενα άστοχο σχήμα* μονάχα ό γνώστης τής άστρονομίας ξέρει πώς λαθεύει ενας άστρονομικός λογισμός. ό Σωκράτης πιστεύει πώς μονάχα ό άγαθός μπορεΐ άληθινά. Γνώστης τών διαφορών. Γιά νά γιατρευτεί. αρα μέ γνώση. Τό θετικό προαπαιτεί τή γνώση τού άρνητικοϋ* άδιάφορο. Αύτός. 3 6 9 ^)· Σάν τούς άνάπηρουςν ό άμαθής δέν μπορεΐ νά φανεί ούτε ήθικός ούτε άνήθικος* πάσχει άπό τή βαρύτε­ ρη άσθένεια. θά είναι μιά πρόταση μισερή (βί ψευδής ό Όδνσσβνς ήρ. μοιάζει μέ τυφλό. πού δέν γνωρί­ ζει νά διακρίνει το ορθό άπό τό λάθος καί καταντά νά λέει αλήθεια ένώ θά ήθελε νά πει ψέματα. λοιπόν. δέν είναι άλλη άπό τό πρωτείο τής γνώσης.

φίλοι εΐναι οί άντίθε­ τοί.» Ή φύση τού έρωτα θά ιδωθεί άπό πολλές μεριές: φίλοι εΐναι οί δμοιοι. συμπέρασμα πού παρευθύς θ’ άναποδογυρίσει. μαιευτι­ κός— . 205 Β). Τπποθάλη. Ό ταν άγαπά ή δταν τόν άγαπουν (ό φιλών τοϋ φιλουμένου ή ό φιλούμβνος τοϋ φιλοϋντος) . Ε κ είνο πού λείπει εΐναι ή άρχή. Ά νίσ ω ς άγαποΰμε κάτι επειδή ειναι^άντίθετο σέ κάτι άλλο. Ά ρ α γ ε ή πιό σοφή ψυχή δέν εΐναι ή πιό δίκαιη καί ή αμαθέστερη ή πιό άδικη.τό φέρσιμό του (άλλά τής διανοίας δέομαι άκονσαι ΐνα είδώ τίνα τρόπον προσφέρβι πρός τά παιδικά . λίγο παράταιρα στήν α:ρχή. δέν ξεφεύγουν τελικά άπό τή γνωστική γραμμή πού εχει χαρα­ χτεί. δείχνοντας τό άδιέξοδο τής έπαγωγής (ίλ ιγ γ ιώ ύ­ πό τής τοϋ λόγου άπορίας). οί άναφορές στις έκδηλώσεις του άλογου μέρους τής ψυχής. πουθενά δμως δέν έκφράζονται ξέχωρα άπό τόν ελλογο ελεγχο. παρά τό πλησιάζει μέσα άπό συσχετισμούς. Οί στίχοι καί τά τραγούδια πού γράφει ό Ί π ποθάλης γιά τόν μικρό του έραστή άφήνουν άδιάφορο τόν Σωκράτη. τά αισθήματα καί οί συγκινήσεις πάνε κατά μέρος. ή τάξη τής καρ­ διάς δέν απασχολούν τόν Σωκράτη* τό πρωτείο άνήκει αποκλειστικά στή γνώση. οπού δέν διστάζει νά υπαγάγει τ^σύνοΤ^της^ανΒρώπινης συμπεριφο­ ράς — ώς καί τόν έρωτα καί τή φιλία. βέβαια. . «Ά πάντησέ μου. άντί νά μάς συ­ νεπαίρνει σέ μιά άπειρη κίνηση (Γ6§Γ6δδΠδ ΐη ΐπίίπίΐππι). Τά έρωτήματα στόν Λύσι -περί φιλίας.Η ΗΛΙΟΤΠΟΛΗ 23 έπιστήμη. Δέν λείπουν. θά προσφέρει τόν σταθμό ώς άρχικό θεμέ­ λιο14. Τό άγαθό: άν ό λόγος πού τό άναζητουμε εΐναι τό άντίθετό του ϊφ Α ν ά γ κ η σ τή να ι καϊ μή βίς ά πειρον ίέναι.» (3 7 5 θ)· 'Ο άγραφος νόμος. Ε κ είνο πού πραγματικά τόν έρεθίζει εΐναι ή σκέψη πού οδηγεί. ό κανόνας πού θά βεβαιώνει τό συμπέρασμα καί. πότε ενας άνθρωπος άγαπά κάποιον άλ­ λο. ή εθιμική ήθική. τότε ή έπιθυμία μας δέν στρέφε­ ται πρός αύτό καθ' έαυτό τό πράγμα. ένώ οί κακοί δέν μπορούν νά άγαπηθούν* άλλάζοντας σκοπιά. μολονό­ τι ό λόγος γιά τήν έρωτική φιλία.

μιά καί τά αντίθετα ανήκουν στήν ίδια τά­ ξη. καί κατόπιν νά δείξει τήν άδιαχο^ριστη συνάφειά τους (τό δβ βν και καλώς και δικαίως δτι ταντόν βστιν μβνβι ή ον μβνβι. συνιστα μιά τριμερή ένότητοζ^διάσπαστη~"γΐα~"τόν Σωκράτη. Κριτών. τότε δέν εχει καμιά αύτονομία. Ό δίκαιος — ή άνάγκη τό έπιβάλλει— είναι καλός καί άγαθός. Μπορεΐ ή γνώση νά εΐναι άρετή καί ή άρετή νά είναι γνώση· ποιά άρχή. τή μάθηση ή τήν άμάθεια. πολιτικοί) λογαριάζονται μέ μέτρο τή γνώση ή τήν άγνοια. τήν ήθική (άγαθό . Ά σ χ ετα . Ή περίφημη συγκεφαλαίωση τής σωκρατικής ή15. τό είδος του πράγματος πού πρέ­ πει νά οριστεί. 48 β). Τριπλό1^ αύτό τό κατηγόρη­ μα (άγαθός . εχει νόημα συστηματικής αλλη­ λεγγύης. νομι­ κοί. στό βάθος.κα­ κό) καί τή διάκριση του καλοΰ άπό τό αισχρό. ό Σωκράτης πρώτα ζητάει νά τούς δώσει ενα ύπερεμπειρικό περιεχόμενο. Κάθε ορισμός προα­ παιτεί τό ον ενεκα. άν αφανιστεί τό αντίθετό του.άδικο).δίκαιος). γιατί. μιά ειδολογική σύσταση. πρέπει νά τό γνωρίζω — άποψη πού ταυτίζει τή βουλητική έλευθερία μέ τήν έλευθερία πού χαρί­ ζει ή γνώση. ήθικ ή κ α ί π ο λ ιτ ικ ή — αύτή ς τ ή ς τρ ιπ λ ό τ η τα ς.24 ΣΩΚΡΑΤΗΣ Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ (διά τό κακόν τάγαθόν φίλου μβν καί άγαπώμβν). ή πιεστική άνάγκη νά βρεθεί μιά άρχή (άφικβσθαι βπί τινα αρχήν ) πού νά αύτοθεμελιώνεται καί νά κρατάει θέση επακτής κατά­ ληξης. Ή αντί­ θεση. είναι πιά ολοφάνερη. Γιά νά κάνω κάτι. ΤΟ Π Ρ Ω Τ Ε ΙΟ Τ Η Σ ΓΝ Ω Σ Η Σ Τόν νόμο (δίκαιο . Ό λοι οί χωρισμοί (ήθικοί. δμως. λοιπόν.καλός . βλ. Μβνβι. . μέ τήν κατακλείδα του Λύσι(δ)ος. αφανίζεται καί τό ίδιο. δ­ πως καί ό ξεπεσμός στήν αισχρότητα υπονοεί τήν άδικία καί τήν κακία. θεμελι­ ώνει τήν καθεμιά τους καί ποιά ή ούσία τους. Γ ιά τή ν α ν α γ κ α ιό τ η τ α — λ ο γ ικ ή . π α ρ α κ ά τ ω : «ΜΙΑ ΕΞΟΡΙΣΤΗ ΊΈΧΝΗ». αμφίβολη καθώς καί όλων περίπου τών σω­ κρατικών διαλόγων. πού τό νόημά της ολοκληρώνεται μέ τήν τελική της άναγω γή στή γνώση.

θά συνεχίσει ό Πρωταγόρας. δτι πολλοί πατεράδες. στή­ νεται ή διάκριση τής γνώσης άπό τήν άγνοια.Η ΗΛΙΟΤΠΟΛΗ 25 θικής (ονδβϊς έκών κακό ς). άναγκάζει καί σώζει. γιά τούς κατοπινούς αιώνες θά άποτελέσει τό πρότυπο τής ήθικο-πολιτικής στάσης. Ή γνώση διαφωτίζει καί συνάμα ύποχρεώνει. μιλώντας στήν ίδια μελωδική γραμμή πού άκούγονται ορισμένες άράδες τής Α ­ πολογίας (19 (3) . θά υποστηρίξει ό Σωκρά­ της στό ξεκίνημα. ούσιαστικά έκεΐνο πού αποθεώνει είναι τό γνωστικό πρωτείο. Α ν τ ι­ μετωπίζοντας τήν παραβίαση τοΰ νόμου σάν αμάρ­ τημα. ή τυραννία τών παθών. ό άγαθός μπορεΐ νά άδικήσει* ώστόσο.Ό άνθρωπος δέν εχει τρόπο νά ξεκορμίσει άπό τόν έαυτό του. σάμπως νά εΐναι ύγρό πού χύνεται άπό τό ενα άγγεΐο στό άλλο (Πρωταγόρας. αύτός πού άληθινά γνωρίζει ποτέ δέν άδικεΐ. ή φ νχή τ ίν ι’. μολονότι τονίζει τό έκών. Ό σο κι άν αύτή ή συνολική άναγωγή τής ήθικής στή γνώση φαίνεται άσαφής καί έπικίνδυνη. άποτελειώνει αρμονικά τή σκέψη πού ξεκίνησε στόν Έλάσσονα Ιππία : έπειδή άκριβώς γνωρίζει. Κάθε σφάλμα είναι αμάρτημα: άρα. Ή άρετή δέν διδάσκεται. ώ Χώκρατβς. γιά τόν Σωκράτη λύνονται μέ τήν άμέριστη έμπιστοσύνη στή γνώση καί στή δύναμή της. 3 Τ3 0 · . σάν στέγαστρο. ό διχασμός τής ανθρώπινης φύσης. 3 1 4 ^)· Α π ό δειξη . άνάμεσά ιό. «Ύρέφβταί δέ.ία φτάνει στό συμπίρασμα δτι κανείς γνώστης τών διαφορών δεν λαθεύει· άπό τή φύση του ό άνθοωπος δέν παραδίνεται στο κακό.ρ. προβλή­ ματα πού θά βασανίσουν τή χριστιανική ήθική.ν. άν τό αγνοεί. Πάνω άπό τίς ήθικο-νομικές θέσεις. άνοίγοντας τό πρόβλημα τής διδαχής τής άρετής.παρεκτός. δηλαδή σάν λογικό λάθος10. Τήν ίδια σκέψη. Έ τ σ ι. πού δηλώνει τήν άπόλυτη πίστη στή λογική ψυχή. Πρωταγόρας. καθώς έπίσης καί ή άρετή — δηλαδή ή γνώση— δέν μεταγγίζεται άπό άνθρωπο σέ άνθρωπο. Μ αθήμασιν». Ή άδυναμια της βούλησης. έκπαιδεύω τούς αν­ θρώπους σημαίνει δτι τούς καθιστώ ένάρετους. ή σωκρατική θεω.

Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ τους καί ό Περικλής. Προτιμά νά έπιμείνει στόν μύθο τής θεόσταλτης αίδοϋς καί δικαιοσύνης (320(1-322 (1). άρα κατιτί άναγκαστικά μεταδόσιμο. πού γνώμη του εχει τό διδακτόν τής άρετής. δπως τά παιδιά τίς σιταρήθρες (τούς κορύδους). πού τούς ξεγλιστρούν μέσα άπό τά χέρια1^ καί οδηγούν τόν διάλογο σέ ένα τέρμα πού κρατάει τήν άντίφαση μετέωρη. 2 9 1 1).ή. Μέ τρόπο διαλεκτικό. προσπαθεί νά στηρίξει τή σκέψη του στό γεγονός άκριβώς δτι ή άρετή δέν είναι γνώση (361 β-ο). άν. . τό πρό­ βλημα τής ένότητας τής άρετής. για τί φαίνεται νά ένθαρρύνει μιά διπλή άνακολουθία. άνάστησαν παιδιά άν δχι φαύ­ λα. πού είναι τό ίδιο μ ’ έκεΐνο τής ένότητας τής έννοιας. ό σοφιστής Πρωταγόρας έχει τήν εύχέρεια νά έκθέτει ολόκληρη σειρά άρετών δίχως νά νοιάζεται νά γνωρίσει τήν άρετή αυτή καθ' αύτή (3600). δπως καί κάθε έννοια παίδευσης καί άγωγής. ό Σωκράτης φτάνει νά λέει δτι ή άρετή είναι άμετάδοτη. ό νομος δέν μπορεΐ νά εχει διαφορετική τύχη* ξ ε π έ ­ φτει. 326 Β). κατοπινά. Μονάχα τά έπιμέρους φωτίζο­ νται — πού. σέ εκείνο ακριβώς πού δέν τής αρμόζει (πας γ α ρ ο βίος των άνθρώπων βύρυθμίας τβ καί βϋαρμοστίας δβϊται. θά ένισχύσουν τήν κεντρική άνάπτυξη τής πλατωνικής σκέψης: π. μιά καί ορισμός δέν δίνεται. τουλάχιστον δχι άντάξιά του<:. αρετή είναι κάτι συμπτωματικό πού γεννιέται άπό του αυτομάτου. Ά ντιγνω μ ία καί αντίφαση (αντι­ φάσκω) πού.χ. "αφήνοντας τή ζωή αφρόντιστη. παρουσιάζεται ιδιότροπα. Λέγοντας καί ξελέγοντας οί δύο συνομιλητές κυνηγοΰν μάταια τόν ορισμό. Μολονότι πρόθεσή του είναι νά δείξει δτι άρετή σημαίνει γνώση. Η ιδια σκέψη επιβάλλει τό επιχείρημα δτι. Έφόσον στό νόημα τής άρετής δέν άναγνωρίζει τήν ένότητα τής γνώσης.26 ΣΩΚΡΑΤΗΣ . Α ντίκρυ στόν έμπειρισμό του σοφιστή καί στή μυΙ7· Εύθύδημος. άποκλείοντας έτσι κάθε περίπτωση συμφωνίας. μέσα στόν Πρωταγόρα... τήν άντιγνωμία τών συνομιλητών. κάθε πλατωνκός διάλογος πασχίζει νά λύσει τό αρχικό δέσιμο. Ά π ό τήν άλλη μεριά ό Πρωταγόρας.

109 ά' Μαθητής Ιπιθυμώ γβνέσθαι σός. Στόν άπαιτητικό συνομιλητή τά λόγια τοΰ Σωκράτη φαίνονται ξέφτια καί ξεσκλίδια (κνήσματα καϊ πβριτμήματα τών λόγων). χλευάζουν αύτούς πού τά είπαν (ή άρ­ τι έξοδος τών λόγων κατηγορζϊν τ€ καϊ καταγε­ λάν). γιά νά σκοντάψει τελικά μπρος στό κατώφλι τοΰ όρισμοΰ. Έλβήσας μου τήν άπειρίαν καί άπαώβνσίαν. ποτέ δέν καταλήγει νά ορίσει. πάλι. Κ αί στόν Εύθύφρονα ό ορισμός τής όσιότητας δέν θά δοθεί* παρόλο πού διατυπώνεται τό πρόβλημα τής ουσίας καί διαφαίνεται δτι δικαιοσύνη καί όσιότητα δέν χωρίζονται.ψη αντιμέτωπη στόν άμ ε σ ο_ε μΐεΤρΤ^^^ κρατάει ή άνώτερη κατάκτηση καί. Έ ρχεται. δτι τά ϊδια τά λόγια. μέ έμμονο μάθημα τήν έ­ γνοια γιά τήν ενότητα. . ή έξοχη μεθοδικότητα τής συζή­ τησης δέν γλιτώνει άπό τήν ίδια άναστολή* ό ορι­ σμός τής άνδρείας δέν δίνεται. ή πιό σο­ βαρή έλλειψη τής σωκρατικής διδασκαλίας. άκατάληκτα καθώς είναι. αύτοΰ πού αρμόζει σέ κάθε πράγμα. Είναι ενα χάσμα. αύτοΰ πού κάνει τά πράγματα καλά. τή χρησιμότητα καί τό ώφέλιμο στόν Μείζονα Ιππία ή άπορία τί Iστιν τό καλόν . Ό Σωκράτης προσπέφτει στόν καθένα γιά νά φωτιστεί: ινα αύτώ φοιτητήν προξενήσης έμβ. Αλκιβιάδης. ι­ διαίτερα αισθητό στήν κατακλείδα τών σωκρατι­ κών διαλόγων. χαρίζει καί τό ειρωνικό τους στοιχείο. ή έπωδός μιλα μιά γλώσσα δισταχτική καί ειρωνική. έτσι. οί διάλογοι φαί­ νεται πώς άρχισαν γιά νά μήν τελειώσουν.Η ΗΛΙΟΤΠΟΛΗ 27 θολογική του προτίμηση. ό Σωκράτης θά υψωθεί πά­ νω άπό τήν έμπειρία. παίζοντας πάλι. έμπόδιο στόν ορισμό. Ιππίας Μεί- ^ων. Κλωθογυρίζει γύρω άπό τήν εικόνα τής καλής παρθένου. Εύθύψρων. πάντα σταθερή στόν δρόμο της.ορι­ σμός). τό ϊδιο της τό παιχνίδι δμως έχει ένα στοιχείο σοβαρότη­ τας καί άπόγνωσης. δταν άναγκάζεται νά ομολογεί. Έ νώ ή μέθοδός της είναι διπλοκίνητη (έπαγωγή . πού. Στόν Λάχη. ή έπαγωγή. ή ειδολογική άντίλη. Σύμφωνοι μέ τό ούδεν οίδα . 293^· Ή ειρωνεία παίζει μέ τά πάντα. γιά νά ζητήσει τήν ιδέα του άγαθοΰ πού καμιά άντικειμενική έμπειρία δέν τήν περιλαμβάνει. μαζί.

τρία ερωτήματα κρατουν ανοιχτό τόν κύκλο τής σωκρατικής ήθικής: α) Ποιά είναι ή άνθρώπινη φύση. 8. θά γίνει άπολογητής τού μαθητή του.28 ΣΩΚΡΑΤΗΣ . ή άληθινή τάξη τών λόγων δέν εχει τεθεί άκόμη (πάντα ταϋτα καθορών άνω κάτω ταραττόμβνα δανώς) καί οί άποτελεσματικές άποκρίσεις θά δοθούν άργότερα. . άλλά. ενα ι8.Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ γνήσια δηλαδή σωκρατική. δείχνεται άποφασιστικός καί βέβαιος άντίκρυ στόν θάνατο. Α ­ θήνα ι 1928. καί διδασκαλία πού δέν πραγματώνεται ομαλά καί συνολικά στή στάση του. πειθήνια. β) Τ ί συνιστα τήν άνθρώπινη ψυχή. Μέ τόν τρόπο του. Υ π ά ρ χ ει μιά άσυμμετρία άνάμεσά τους. πού άρχίζει μέ τόν Φαίδωνα. Ειρωνικός καί άνήξερος δταν μιλά στούς μαθητές καί τούς δικαστές του. άνάμεσα στόν έπακτό καί τόν οριστικό Σωκρά­ τη δέν έπιτρέπει νά λέμε δτι ή σωκρατική έπαγωγή οδηγεί στόν ορισμό. Ρ^ιιΐ Ναΐοφ. Ή διαφορά. εχει άποκριθεΐ σέ δ­ λες αύτές τίς έρωτήσεις[9. γ) Τ ί θεμελιώνει τόν ορισμό καί τόν νόμο. Ό Σ ω ­ κράτης άποκρίνεται διπλά: μέ τή διδασκαλία του καί μέ τήν ϊδια του τή στάση. Στάση πού δέν έξηγεΐται στήν έντέλεια μέ τή διδασκαλία του. βέβαια. Ή περί τών ιδεών θεωρία τοϋ Πλάτωνος. δταν πιά ό δάσκαλος. είναι καί ή ούσία τής δι­ δασκαλίας του— . άλλωστε. άφου ή θεωρία τών ιδεών άχνά έμφανίζεται γιά τήν ώρα. Βλ. ις). σ. τόσο φανε­ ρή. Γ ι ’ αύτό. Περί φύσεως άνθρώπου. Μπορεΐ νά τόν αναζητεί. Αλκιβιάδης. Φ ΥΣ ΕΙ ΚΑΙ Θ ΕΣΕΙ Ή σκηνή τού δεσμωτηρίου υπάρχει περιθώριο νά ξαναπαιχτεΐ* τί θεμελιώνει τήν — άρνητική ή θετι­ κή— στάση τού πολίτη μπρος στόν νόμο. ή άνακάλυψή του δμως άνήκει πέρα γιά πέρα στήν πλατωνική σκέψη18 τής πρώτης περιόδου. βέβαια — αύτή.

Η ΗΛΙΟΤΠΟΛΗ

29

άλμα πού, αίνιγμα πολιτικό καί μεταφυσικό, δέν χά­
νει τή σημασία του, έπειδή όψιμα ή θεωρία τών
ιδεών θά τό «έξηγήσει». Πάντως, στή διασπορά
τους, τά σωκρατικά έπιχειρήματα, μέ έπικρατέστερο τή σκηνή του δεσμωτηρίου, διασταυρώνονται σ’
ένα κοινό σημείο: τήν άντιμετώπιση καί τή συνακό­
λουθη άφαίρεση τής σοφιστικής. Πρόκειται γιά μιά
διαμάχη πού, μολονότι άκόμη περισσότερο ύπονοεΐται παρά λέγεται, θά άποδειχθει ή βαθύτερη φλέβα
ζωής καί, συνάμα, τό κρυφό σαράκι τής πλατο.^νικής φιλοσοφίας καί ύπεροψίας.
Κραδαίνοντας τόν έμπειρισμό της, ή σοφιστική
δέν άναγνωρίζει καμιά άπολυτότητα στό περιεχό­
μενο τών άξιών καί παίρνει έμφατικά τό μέρος αύτου πού σήμερα θά ονομάζαμε σχετικισμό. Οί ά­
ξιες δέν θεμελιώνονται σέ μιά υπερβατική τάξη,
άλλά είναι κοινωνικές συμφωνίες, έφήμερα συμβό­
λαια πού μπορεΐ, έπειδή εΐναι τέκνα τοΰ συγκεκρι­
μένου τόπου καί χρόνου, εύκολα νά άνατραποΰν. Σέ
άντίθεση μέ τούς νόμους, μονάχα ή φύση εΐναι άκλόνητη. Τά μεν γ ό ρ τών νόμων επίθετα τά δε τής
φύσεως άναγκαΐα. Κ α ι τά μεν τών νόμων όμολογηθέντα ον φνντ' έστίν, τά δε τής φύσεως φνντα
ούχ όμολογηθέντα20. Καταγγέλλοντας βίαια τή θέ­

ση, τό έπίθετο, το σύμβολο, τό συμβόλαιο, τόν νό­
μο, τήν άξια, τό κράτος καί ο,τι άλλο άφαιρεΐ άπό
τή φύση τόν πρωτόγονο χαρακτήρα της, οί σοφι­
στές χωρίζουν ριζικά τά θέσει άπό τά φύσει καί βα­
σίζουν τόν «διαφωτισμό» τους στήν προάσπιση τών
φυσικών δικαιωμάτων. Οί στίχοι τοΰ Κριτία αύτό
άκριβώς άρχίζουν νά έξηγοΰν:
ήν χρόνος δ τ ’ ήν άτακτος άνθρώπων βίος
καϊ θηριώδης ισχύος θ ’ ύπηρέτης
δ τ 5 ονδεν αθλον οντε τοΐς έσθλοΐσιν ήν
ο ύτ’ αύ κόλασμα τοΐς κακοϊς έγίγνετο.
κάποιτά μοι δοκοϋσιν άνθρωποι νόμους
θέσθαι κολαστάς, ινα δίκη τύρανος ήι
(όμώς άπάντων) τήν θ ’ ϋβριν δούλην εχηι
20. δ ο ίίδ ΐϊ, ΤβΞίίπιοηΐαπζβ β Γϊαηί/ηεηίΐ, Γ&βο. φ « Α η ΐΐίο η ίβ » , σ. γό.

30

ΣΩΚΡΑΤΗΣ - 0 ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΎ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ

έζημιοϋτο δ ’ βϊ τις έξαμαρτάνοι.
67Γ6ιτ ' έπβιδή τάμφανή μέν οι νόμου
άπβΐργον αντονς εργα μή πράσσβιν β ία ι,
λάθραι δ 5 67τρασσον, τηνικαντά μοι δοκβΐ
(πρώτον) πυκνός τις και σοφός γνώμην άνήρ
(γνώναι)
(Θεών) δέον θνητοϊσιν έξβνρβΐν, όπως
€Ϊη τι δβΐμα τοΐς κακοΐσι, καν λάθραι
πράσσωμβν ή λέγω σι ή φρονώσι (τι)21.
Ζω ή θηρίου τό πρώτο στάδιο του άνθρώπου, θ’
αλλάξει μέ τήν τυραννική έπιβολή τών νόμων πού
κρατουν τήν τάξη μέ τήν απειλή τής τιμωρίας καί
θά συμπληρωθεί μέ τήν «έφεύρεση» τών θεών, οί
όποιοι, σάν υπερυψωμένα πρόσωπα του νόμου,
προκαλοΰν τόν φόβο δχι μόνο γιά τά φανερά, άλλά
καί γιά τά κρυφά. Ό νόμος καί ό Θεός, έννοεΐ ό
ι^ί^ςΎ,^ ο ίΐ παιδιά του φ ό β ο υ ^ τά ξ η , γιά νά έπι]3ληθεϊ? εχει άνάγκη τό δέος (ΐνα γ ά ρ δέος, ένθα
καί αιδώς, Εύθυδημος, 12Β ). Δίνοντας στόν νόμο τόν
χαρακτήρα μιας τυραννικής δσο καί άναγκαίας μη­
χανής πού πειθαναγκάζει τά άτομα, καί στόν λόγο
τόν ρόλο του θηριοδαμαστή πού, μέ τό μαστίγιο
τής ορθής κρίσης, ήμερεύει τά πάθη, ή ειρηνική συ­
νύπαρξη ερχεται σάν άκολούθημα τής βίας. Ή συν­
θήκη τού πολίτη είναι πέρα γιά πέρα άντιφατική:
συνυπάρχει, στό μέτρο πού άρνεΐται καί μάχεται
ενα μέρος του έαυτού του, δηλαδή τά πάθη του.
Α ναγκά ζεται νά δεχτεί — θέσει— μιά τάξη πού,
άνίσως δέν καταπνίγει τήν ίδια του τή φύση, τουλά­
χιστον τή φιμώνει στό δνομα τής κοινότητας. Γιά
νά ζήσει ά-βίαστα, πρέπει νά δεχτεί τή βία του νό­
μου — πού τόν προστατεύει άπειλώντας τον καί
τόν άπειλει προστατεύοντάς τον.
Τήν αίτια αύτής τής άλλόκοτης κατάστασης,
πού άσφαλίζει τήν ένότητα τής πόλης διχάζοντας
τόν πολίτη, ή σοφιστική τή βρίσκει στή διαταραχή
τής φυσικής τάξης. Μέσα σ’ αύτή ό άνθρωπος πα­
ραμένει άκέραιος, ένώ ό βιαστής της — πού έδώ
2 ΐ. ΟίβίΒ/Κπιηζ, Κήίϊαχ.

Η ΗΛΙΟΤΠΟΛΗ

31

εΐναι ό Σωκράτης— δέν μπορεΐ παρά νά διχαστεί
καί νά γίνει, μέ τή σειρά του, θύμα τής ίδιας του
τής βίας· είδαλλιώς, κάθε σκέψη γιά συνύπαρξη εΐ­
ναι άτοπη. Μ ιά πολιτεία πού νομοθετείται άπό τή
φύση: εΐναι δυνατό; Τό δίκαιο τοΰ ίσχυροτέρου, μέ
άλλα λόγια, πού υπερασπίζονται μανιασμένα ό
Θρασύμαχος καί ό Καλλικλής, μπορεΐ άραγε νά
στήσει μιά κοινωνία άνθρώπων; Περισσότερο καί
άπό τήν άπάντηση — πού άκόμη δέν ήρθε ή στιγμή
της νά δοθεί— αύτό πού εχει σημασία έδώ εΐναι ή
άμφισβήτηση τών νόμων καί κάθε άξιακής τάξης
πού ρίχνει στά δεσμά τή φύση, άντί νά τήν έλευθερώνει (ό δέ νόμος, τύραννος ών τών άνθρώπων,
πολλά παρά τήν φύσιν βιάζεται, Πρωταγόρας, 337
(1). Πρόσθετα, ό τοφιστής, είτε άντίπαλος τοΰ νό­
μου είτε έρμηνευτής του, δέν θέλει νά τόν έξαφανίσει παρά νά τόν κάνει πιό σύμφωνο μέ τή φύση
τών πραγμάτων. 1 Υ αύτόν, τό θειο άντιπροσωπεύεται άπό τή φύση, ένώ ό νόμος εΐναι μιά φτωχή
άνθρώπινη σύμβαση22. Μέ τή σκέψη στή φυσική
νομοθεσία, μιλά γιά τό δίκαιο, γίνεται νομοθέτης
— καθώς ό Πρωταγόρας, πού εγραψε τή νομοθεσία
τών Θούριων— ο κόμη κι άν εΐναι νά ύποστηρίξει
το δίκαιο τής πυγμής. Αύτό, άκριβώς, τούς φέρνει
άντιμέτωπους μέ τόν Σωκράτη καί τόν Πλάτωνα.
Γ ιά τόν Πλάτωνα ύπάρχει κάτι — ή άλογη ψυ­
χή— πού πρέπει νά δαμαστεί, νά έξ-οριστεΐ, νά
ύπο-ταχτεΐ, νά πειθαναγκαστεί στήν προσταγή καί
τή δύναμη ένός άλλου — τής ελλογης ψυχής— πού,
θέσει ή θεϊκή φύσει, κρατά τόν ρόλο τοΰ ρυθμιστή
τών πραγμάτων, τυράννου καί τιμωροΰ, έγκόσμιου
βιαστή ή θεϊκοΰ έξουσιαστή. Ό σοφιστής, άπό τήν
άλλη, περιφρονών υας τή θετή νομική σύμβαση, ο­
ραματίζεται ενα φυσικό δίκαιο πού θά έπιτρέπει
στόν άνθρωπο νά δείχνει τόν άληθινό του έαυτό,
άσχετα άν παραδίνεται στή βία. Ίσα ίσα, καί στις
δύο άντιμαχόμενες άντιλήψεις τό πρώτο εΐναι ή άποδοχή τής βίας. Ή άνομη κοινωνία κάνει τή συνύ­
22. Ειι§6Π6 ϋιιρΓβεΙ, ΐ£ $ 5 ορΗί5 ΐ£5 , ο. 29, έκδ. ΟπΓΓοη, ΝευοΗίϊΙεΙ,

ι<)48·

Ή ειδολογική μορφή τής άρετής. Ή νομο­ θεσία καί ή συγκρότηση τής πόλης. περιφρονεΐ τίς φυσικές διαφορές γιά χάρη τής νομικής ομοιότητας. καταντά υποχείριο τής θείας τάξης μέσα στό κράτος δικαίου πού προτείνει ό Σωκράτης (πάντων χρημάτων μέτρον 0609). πάλι. Έ ξηγοΰν τόν θετό νόμο σάν τό πιό παρά φύσιν πράγμα (παρά-νομο καί άπ-άνθροοπο). ένθ. ή σωκρατική βία άκολουθεΐ άλλο δρόμο: ό λόγος. τήν άρετή καί τό δίκαιο σάν ε­ φεύρημα βασανισμοΰ (τά δε δίκαια ονδ ’ είναι τό παράπαν φύσει)2*.. οί σοφιστές γενικεύουν τήν πολιτική τους καταγγελία. Ό Σωκράτης άπομακρύνεται άπό τούς σοφιστές οχι έξαιτίας τών νόμων — συνθήκη δίηβ ηιια ποπ τής συλλογικής ζωής— άλλά έξαιτίας τής έρμηνείας τους. καί στή φύση τοΰ άνθρώπου. έμπειρικά άπαραμείωτη. θετός άπό ανθρώπινο χέρι.Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ παρξη θηριοτροφείο. άπαρτίζουν μιά οικονομία τής βίας καί τά άτομα γ ί­ νονται πανομοιότυπες μικρογραφίες της.32 ΣΩΚΡΑΤΗΣ . ή κοινωνία τών άνθρώπων φαίνεται άδιανόητη χωρίς τόν ρυθμιστικό παράγοντα τής βίας. ετσι ιδωμένες.Βοίΐδίί. Αναχαιτίζοντας τό δίκαιο τής πυγμής. καθώς τό δίκαιο τής φύσης παίρνει τό μέρος τοΰ ίσχυροΰ* ό νόμος. Ή μέχρις αύτοκτονίας προσήλωση τοΰ Σωκράτη 2. μέ τήν πλήρη της μορφή. σ. Έ χουμε άραγε νά κάνουμε μέ μιά άντινομία πού φωλιάζει στήν καρδιά τών πραγμάτων καί άγκαλιάζει τήν ολότητα τής άνθρώπινης συμπεριφοράς. Συνεπώς. άνωτ. θά άναδειχθεΐ μέσα στή θεωρία τών ιδεών. ή γνώση. καί τόν Θεό σάν έπιστέγασμα τοΰ νόμου καί κορυφαία μορφή τυραννίας. Μέ νόμους ή χωρίς νόμους. 194· . Διεκτρα­ γωδώντας τούς θεσμούς. έγκαθιστώντας μιά ίσομερή βία. οί ιδέες θεμελιώνουν τόν νόμο καί. δχι λιγότερο βιαστικά άπό τούς σοφιστές. ένυπάρχει στή φύση τοΰ νόμου δσο καί τής παρανομίας. λοι­ πόν. εΐναι ή ριζική άρνηση τής σοφιστικής μανίας ένάντια σέ κάθε ύπερβατικά θεμελιωμένη πολιτική καί ήθική άρχή. έπιβάλλουν μιά άπόλυτη δυϊκότητα πού.3 . Μέτρο δλων τών πραγμάτων ό άνθρω­ πος γιά τόν σοφιστή.

τό άγαθό καί τό κακό. είτε ή καταγωγική θεσμοποίηση τής βίας. Στά ίδια λόγια. κατεξοχήν ιδεολογική καί νομοθετική. παρά φροντίζει νά διαλέγει τά θύματά του. Νικά μέ τά λόγια (νικώντβς τάς γνώμας). εξάλ­ λου. πού παινεύεται δτι γνωρίζει τά πάντα (ούδβίς μέ πω ήρώτηκβν καινόν ούδέν πολλών έτών. νά κάνει τόν άλλο ύπάκουο καί ύπήκοο’ δέν διδάσκει δμως. Αύτής πού ό νόμος — θεϊκός ή ανθρώπινος— άσκεΐ πάνω στή ζωή. Παρόμοια μέ τόν πυγμάχο καί τόν παγκρατιαστή.άκριτα φίλους καί έχθρούς. τή δυσαρμονία καί τή διαφορά. Γοργίας. έπιφανή ρήτορα. σάν δύναμη καί αύτή. λοιπόν. σχετικά μέ τό δίκαιο καί τό άδικο.Η ΗΛΙΟΤΠΟΛΗ 33 στήν άρετή καί τήν αλήθεια είναι είτε ή αιώνια μαρτυρία τής απαρέγκλιτης τάξης τοΰ κόσμου. 4 4 ^ ) · Πράγματι. μάχεται τή ρητορική δσο καί τή σοφιστική — εμπειρικές άπό τή φύση τους. εΐναι στήν ίδια . Κ Α Α Λ ΙΚ Α Η Σ Κ Α Ι Γ Τ Γ Ή Σ Μέ τρόπο άσύνδετο καί σπασμωδικό ώς τά τώρα. άν ό νόμος δέν συνάγεται άπό τήν έμπειρία. εχει άνάγκη τήν οικο­ νομία της. οικείους καί ξένους. 4 5 9 ^ · ° ) · Μά. μένει. Μπορεΐ. Γοργίας. ώστβ φαίνβσθαι τοΐς ούκ βιδόσι μάλλον άδέναι τών είδότων. Μπρος στήν άλήθεια καί στό ψέμα ό ρήτορας δείχνεται άδιάφορος* τό μόνο πού επιθυμεί εϊναι ή πειθώ (πβιθοϋς δημιουργός έστιν ή ρη τορ ική). ή σωκρατική άποψη ισχυρίζεται δτι ή έμπειρία δέν εξαντλεί τό δν καί τήν άρετή. τό αισχρό καί τό καλό. δταν μιλά γιά τό δίκαιο καί τό άδικο. ή φιλοσο­ φία. ό ρήτορας δέν χτυπά άδ[. κάνοντας τά άδύνατα δυνατά γιά νά συγκρατήσει μέσα στήν τάξη. «Τώρα. θά πρέπει νά σκεφτοΰμε άν ό ρήτο­ ρας. προτοΰ προχωρήσουμε. εχει τή δύναμη τοΰ λαο­ πλάνου καί τοΰ τυφλοσούρτη (μηχανήν δέ τινα 7τ€ΐθονς ηύρηκέναι. δταν ερχεται ή στιγμή ν’ αντιμετωπίσει τόν Γοργία. μέ άποτέλεσμα ή δημαγωγία νά εΐ­ ναι ή πιό μεγάλη του ικανότητα. δηλαδή ή υποταγή τοΰ άλλου μέ δπλο τόν λόγο. πού σπαράζεται άπό τήν άταξία. τήν αρμονία καί τήν ενότητα τό κοινωνικό σύμπαν.

Αδιάφορη γιά κάθε λογής ύγεία. Πρωτα­ γόρας. ψυχική καί σωματική. άπό τήν άλλη. άποβλέπει στήν έξυγίανση24.τ ι είναι ή κομμωτική πρός τή γυ­ μναστική. ή ρητορική. Γενικά. Καί ή έξυγίανση τής ψυχής δέν σημαίνει τίποτε άλλο άπό τόν συστηματικό έκ-πολιτισμό της. 3 Ι 2 ^'€· Χπεύδορτα όπως μη ε~γχρονισθεν τό ρόσημα της ά δικία ς υπουλορ τηρ φυχηρ ποιήσει καί άρία τορ . μαζί μέ τήν πίστη.> Αύτονόητη άρχικά. Παρακολουθώντας αύτούς τούς δυϊσμούς. είναι καί ή μαγειρική πρός τήν ιατρική. εύκολα βλέπουμε δτι τό βασικό κριτήριο είναι ή προσήλωση στήν ύγεία. Γοργίας. ή λέξη πειθώ μπορεΐ νά σχι­ στεί στά δύο* άπό τή μιά. τό καλό καί τό αισχρό. αύτή πού χαρίζει τήν π ί­ στη δίχως τή γνώση (ρητορική) καί. γ ι ’ αύτό κ α ί ο Σ ω κ ρ ά τ η ς ά π ο κ ρ ίνετα ι στόν ύ π ε ρ ό π τ η ' Ιπ π ία : σύ ονρ χ ά ρ ι- σαι και μή φθορήσης ίάσασθαι τηρ φυχηρ μου . Ιππίας Έλάσσων. Α ντίστοιχες παρουσιάζο­ νται καί οί ζευγαρωτές σωκρατικές διακρίσεις* ό άν­ θρωπος χωρίζεται σέ σώμα καί ψυχή.Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ μοίρα σέ σχέση μέ τήν ύγεία καί τίς άλλες τέχνες καί. έπειδή διαθέτει τό δπλο τής πειθοΰς (πειθώ πβρί αυτών μβμηχανη μένος). . Διατριβαί.τι ή μαγειρική γιά τό σώμα. Ή πολιτική εχει νά κάνει μέ τήν ψυχή. ένώ ή γλώσσα πού χρησιμοποιεί ό Σωκράτης ονομάζει εννοιες ήθικές. Σαφέστερα: τό άντιθετικό ζεύγος κομμωτική/γυμναστική άναλογεΐ μέ τό ζεύγος σοφιστική/νομο­ θετική* παρόμοια καί ή μαγειρική/ίατρική άναλογεΐ μέ τή ρητορική/δικαιοσύνη. προσφέρει καί τήν έπι στή μη (φιλοσοφία). τό δέον στό όποιο σκοπεύει εχει σχέση μέ τήν ιατρική. ενώ στό σώμα άνήκουν ή γυμναστική καί ή ιατρική. 37 2 6 · Τήί' φ υχηρ τηρ σαυτοϋ π α ρ α σ χεϊρ θεραπεϋσαι άρδρί. 24. δντας γιά τήν ψυχή δ. καταφέρνει νά φαίνε­ ται στούς άνήξερους πιο σοφός καί άπό τούς σοφούς» (459ι1). έπιφέροντας τή σύστοιχη διάκριση τών τεχνών πού καταγίνονται μέ αύτές τίς δύο περιοχές. Ίατρεΐόρ εστι ώ άρδρες τό του φιλοσόφου σχολείο ρ. Γ 2 3. Ή γ νώ σ η είν α ι π ά ν τα γ ια τ ρ ιά . σάν έπ ιστήμ η π οιητική δικαιοσύνης έν πόλβι ("Οροι).34 ΣΩΚΡΑΤΗΣ . Ή πο­ λιτική του. 480 Β. δίχως νά γνωρίζει τί είναι τό άγαθό καί τό κακό. τό δίκαιο καί τό άδι­ κο. έκείνη πού. Ε π ί ­ κ τ η τ ο ς. Ό .

ή άπόλυτη ήθική συνείδηση— είναι οί πόνοι τής ψυχής πού. Πώλε. έλοίμην άν μάλλον άδικβΐσθαι ή άδυκβΐν ( 469 )3-0). «Μέσα στήν κατάμεστη άγορά. νά σπάσω τό κεφάλι ένός περαστικού ή νά σχίσω τά ρούχα του. μπορώ νά πάρω ενα μαχαίρι στόν κόρφο μου. στή στιγμή. Οί πόνοι τής τιμωρίας πού έπιβάλλει τό δικαστήριο — μέ άλλα λόγια. Τό σαράκι τής άδικης πράξης κα­ τατρώει τήν ψυχή· δταν τό άπαιτεΐ ή περίσταση. μιά καί. νά σκοτώσω τόν όποιονδήποτε. δηλαδή στήν καταστροφή τής πόλης. Σωκρ. είναι άδύνατο νά βιωθεΐ μιά «άνθρώπινη» κατάσταση μέ­ σα στήν άδικία. πρέπει νά γινόμαστε κατήγοροι άκόμη καί τών πιό κοντινών μας άνθρώπων. καταπώς πιστεύει. δηλαδή τοΰ Νόμου: ήλθον ~γάρ δ ιχά σ α ι άνθρω πον κατά τον π ατρός αύτοϋ καϊ θν γα τέρ α κατά τής μητρός αύτή ς καϊ νύμφην κατά τής πενθεράς α ύ τή ς · καϊ εχθροί τοϋ άνθρώ πον οί οικιακοί αύτοϋ. πίνοντας τό φάρμακο του γιατρου-δικαστή. τήν αναίρεση κάθε συμβατικής ήθικο-πολιτι­ κής τάξης. Βονλοίμην μ ίν άν €7ω7 6 ονδέτβρα' βί δ ’ άναγκαΐον βΐη άδικβΐν ή άδίκβΐσθαι. τό μέγα δύνασθαι. Α ντιμέτω πος μέ τήν εκδοχή αύτής τής άσύδοτης δύναμης πού οδηγεί στήν αποχαλί­ νωση του έγκλήματος. Ό φ ιλώ ν π α τέρα ή μητέρα ύπερ εμέ ούκ εστι μον ά ξιο ς · καϊ ό φ ιλώ ν νιόν ή θ νγα τέρ α ύπερ εμέ ούκ εστι μον άξιος. πού μοΰ δίνει τή δυνατότητα. Τό ίδιο απαράβατο καθήκον θυμίζουν τά λόγια του Ναζοο­ ραίου. γιά νά κερδίσει τήν παντοδυναμία. Στό ονομα τής δίκης καταργεί άκόμη καί τίς άνθρώπινες σχέσεις. Ό πολιτικός δε­ σμός μέ τήν πόλη ξεπερνά κάθε δεσμό αίματος καί αισθήματος25: πάνο:> άπ’ δλα στέκει ή επιβολή τής δικαιοσύνης.» (469^). δπως άκριβώς καί ό Ευθύφρονας. πού δέν δίστασε νά προσαγάγει στό δικαστήριο τόν ίδιο τόν πατέρα του. Γ 3 5 "37· ... Κατά Ματ­ θαίον. θεραπεύεται άπό 25.Η ΗΛΙΟΤΠΟΛΗ 35 αποβλέπει στό σπάσιμο τών νομικών εμποδίων. ό Σωκράτης εχει νά άντιπροτείνει τήν απόλυτη «παθητικότητα» του πολίτη: Πώλος: Συ άρα βούλοω άν άδίκβΐσθαι μάλλον ή άδικβΐν. εχο:> ετσι στά χέρια μου μιά νέα δύναμη. έξαιρετικό όρ­ γανό τυραννίας.

τό κοινωνικό σώμα ξαναβρίσκει τή χαμένη του ισορ­ ροπία. θά φανέρωνε τό άδίκημα καί θά συντόμευε ετσι τή δια-δικασία τής τιμωρίας. Του φαίνεται. Μόλις ό βιαστής βιαστεί δπως βίασε. ή μόνη ρητορική τήν όποια θά μπορούσε νά δεχτεί ό Σωκράτης είναι ή ικανότητα πού. άρνητικός ή θετικός. μπορεΐ νά είναι αύτή πού άναποδογυρίζει τή ζωή (ήμών ό βίος άνατετ ραμμένος) . προδίνει τήν οργισμένη του κατάπληξη μέ τίς πρώτες κουβέ­ ντες πού άπευθύνει στόν Χαιρεφώντα. δμως. εύνοώντας τή δίκη. πατάει πόδι στόν διάλογο ό Καλλικλής.36 ΣΩΚΡΑΤΗΣ . λοιπόν. Μέ κλειστά μάτια. Πάνω ά π ’ δλα. πρέπει νά παραδίνεται ό ένοχος στό δικαστήριο26. ας τόν σκοτώσουν άν χρειαστεί* τό δίκαιο καί ή άξιολογική τάξη υπερβαίνουν τή ζωή. μιλάει σοβαρά ό Σωκράτης ή μας περιπαίζει. Γοργίας. ειπωμένη εστω κι άπό τά χείλη τού Σωκράτη. Σέ τούτη τήν περίπτωση. άκόμη καί τής πιο ώμής καί άπάνθρωπης. ένώ άπό τόν πολίτη άφαιρεΐται. ας τόν χτυπή­ σουν. θυμίζοντας έντονα τόν σοφιστή στόν Εύθύδημο: «Γιά πες μου. φίλερις σάν Αίξωνέας.» Α ­ πάντηση: ύπβρφυώς σπουδάζβιν. λοιπόν. πού ύποτάσσεται στόν νόμο. Ά λ λ ά γιατί τάχα στόν νόμο παραχωρεΐται τό δικαίωμα τής βίας. Σ τό δνομα του άγαθοΰ καί του καλού ας τόν τυραννήσουν.Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ τήν αρρώστια της (ια τρική γίνεται πονηριάς ή δί­ κη). ώστε κάθε άντίθετη άποψη. εύστοχο 20. καθώς καί ό άσθενής στόν θεραπευτή του. Γ ια τί τάχα ή φύση θά πρέπει νά σεβαστεί τόν φράχτη τού νόμου καί νά μήν τόν τσακίσει έπαναφέροντας τά πράγματα στή δική τους θέση. βάζει τή ζωή τά πάνω κάτω* πρόδηλη αύτή ή άλήθεια σέ τέτοιο βαθμό γιά τόν Καλλικλή. μιλα τή γλώσσα τής βίας. σιωπηλός άκροατής ώς τώρα. μοιάζει σκόπιμα κακόβουλη (κακουργείς εν τοΐς λόγ οις). Ό δβ όρθώς κολάζων δικαίως κολάζει. Μέ αύτή τήν άπορία περίπου. Α ­ ψίθυμος καί χοντροκομμένος (π ο λ λ ή άγροικία έστϊν τους λόγους). έκεΐνο πού εχει καταλά­ βει ό Καλλικλής είναι δτι κάθε λόγος γιά τήν πολι­ τεία καί τούς νόμους της. 47^6· . Ή φύση. Τ ί λογής σοβαρό­ τητα.

Δόλια ξεμονά­ χιασε πατέρα καί γιο — πού.] καϊ νόμους τούς παρά φύσιν άπαντας). Κ ι δμως. αύτή ή συμμαχία τών φοβισμένων. μέσα στή λάμψη τοΰ δικαίου τής φύσης (τό δίκαιον τό κατά φύσιν). τσακίζοντας στό διάβα του κάθε άντί στάση. κάθε ήθική άρχή καί κάθε ήθική άναστολή. λοιπόν. κυριαρχικά. δικάζει τόν νόμο τής φύσης στό δνομα τής φύσης του — θετού— νόμου. Στό πρόσωπό του ή πολιτεία. Όλη αύτή ή άκολασία είναι τό ιδανικό τοΰ Καλλικλή: Ά λ λ ά τοϋτ' έστίν τό κατά φύσιν καλόν καί δ ί­ καιον. δ έγώ σοι νυν παρρησιαζόμβνος λέγω.Ιί ΗΛΙΟΤΠΟΛΗ 37 νά υποστηρίξει δτι ή φύση είναι αύτό πού κινεί τούς δυνατούς. Νά καταργή­ σει. έπισφραγίζοντας τόν φόνο μέ τό ψέμα: στή βασίλισσα ειπε δτι ό μικρός γκρεμίστηκε κυνηγώντας μιά χήνα. 4 ^ 3 13· Νά. Γιά πολλούς μιά τέτοια πράξη θά προκαλοΰσε τύψεις καί φόβο. άδερφοΰ τοΰ Περδίκκα. θά επρεπε νά μείνει στή δούλεψη τοΰ κυρίου του. Φτάνει. δηλαδή μέ τή βία. ταυτόχρονα. νά υψωθεί πάνω άπό τό κοινό μέτρο. γιά τόν Αρχέλαο δμως άνοιξε τόν στενό κύκλο τής ζωής του σέ νέες δυνατότητες. καί νά φανεί. μιά άληθινά ισχυρή άτομικότητα γιά νά ρημάξει αύ­ τό τό σαθρό κατασκεύασμα (καταπατήσας τά ήμέτβρα γράμματα καϊ μαγγανεύματα [.. Τέτοιος ήταν ό Αρχέλαος* γεννημένος άπό μιά δούλα τοΰ Ά λκέτα .. δτι δβΐ τόν όρθώς βιωσόμενον τάς μέν έπιθυμίας τάς . αύτός προ­ τίμησε τό μονο-πάτι τής δύναμης. Θέλει μέ κάθε τρό­ πο νά άφανίσει τήν άτομοκρατία. γιατί ό νόμος χαρακτηρίζει ((άδικον» αύτόν πού προσπαθεί «φυσικά». δμως. Δέν άργησε νά πετάξει τόν εφτάχρο­ νο γιο τοΰ Περδίκκα μέσα σ’ ενα πηγάδι. ήταν θειος καί έξάδερφός του— καί άφοΰ τούς μέθυσε τούς εβγαλε άπό τή μέση (άπέσφαξέν Τ€ καϊ ήφάνισβν άμφοτέρους ). μέ άλλα λόγια τόν δρόμο τής άρετής (βί έβούλβτο τά δίκαια ποιβΐν). γέννημα δούλων. άν ήθε­ λε νά άκολουθήσει τόν δρόμο τοΰ φόβου καί τής υποταγής. δηλαδή. ένώ ό νόμος παίζει ρόλο ασπίδας στά χέρια τών άδυνάτων: Ά λ λ ’ οίμα ι οί τιθέμενα τους νόμους οί άσθβνβϊς άνθρωποί άσιν καϊ οί πολ­ λοί.

άφήνοντας ενα μεγάλο χάσμα. άφανίζοντας τό σώμα του. Όταν κατέβηκε στό βάθος ό Γύγης. Διαμιάς έγινε άνεξέλεγκτος. ’Εκεΐ πού ζεΐ μέσα στή μετριότητα καί του έρχονται δλα κακά ψυχρά (κακόν καί ομικρόν δύνασθαυ). φυσικά. Τότε. άφου σκότωσε τόν βα­ σιλιά μέ τή βοήθειά της. Βοσκός του βασιλιά τής Λυδίας. Κάνοντας δικό του αύτό τό κόσμημα μέ τίς μαγικές ιδιότητες. τούτο σημαίνει. στερούσε συνά­ μα τούς άλλους άπό κάθε δυνατότητα έλέγχου.. Μέ τό απλό στρίψιμο μιας πέτρας μπορεΐ νά κάνει δικό του δ. γιά νά γίνει άφαντος άπό τά μάτια τών άλλων (αφανή αύτόν γβνέσθαι τοΐς παρακαθη μένους) — πράγμα πού σημαίνει δτι..τι ποθεί ή ψυχή του: κλέβει πράγματα άπό τήν άγορά. τέλεια δυνατός δηλα­ δή καί. Κ αί τόν ήθικό άν­ θρωπο δέν υπάρχει καλύτερος τρόπος νά τόν δοκι­ μάσουμε παρά μυώντας τον στήν πλεονεξία καί τήν παντοδυναμία. τέλεια άνομος καί άνήθικος. 491 0 )· Είναι τά ίχνη πού πάνω τους θά βαδίσει ό Γύγης. κειτόταν ένας νεκρός. μπαίνει στά σπίτια καί πλαγιάζει μ ’ δποια γυναίκα θέλει (γαμέίν όπόθβν αν βούληταυ ). βγάζει άπό τή φυλακή τούς φίλους του. μ ’ ένα λόγο είναι σάν Θεός μέσα στούς άνθρώπους (έν τοΐς άνθρώπους ίσόθβον ο­ ντα).38 ΣΩΚΡΑΤΗΣ Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΛΤΤΟΚΤΟΝΕΙ ίαυτου 4αν ώ? μέγιστα^ βίναι καί μη κολάζειΐ1. (. εί­ ναι παρόμοια μέ του χρυσου: μονάχα άν δοκιμαστεί δείχνει τήν άληθινή της άξια. ό Γύγης άνοιγε ταυτό­ χρονα τήν πόρτα τής παντοδυναμίας. Έ φ τανε νά στρίψει πρός τά μέσα τήν πέτρα του δαχτυλιδιοΰ. ξαφνικά του δωρίζεται τό μέγα δύ~ νασθαι. άνέβηκε στόν θρόνο. Ή εκτίμηση τής ήθικότητας. είδε κάποτε τήν τύχη του ν’ αλλάζει αναπάντεχα. "Ύστερ’ άπό μιά φοβερή νεροποντή. φρόντισε ν’ άλλάξει ζωή: μοίχευσε τή βασίλισσα καί. ή γή στό βοσκοτόπι του δέν άντεξε καί ράγισε. τό ορατό μέρος του έαυτου του.Γοργίας. χωρίς νά χάσει καιρό. άντίκρισε ενα χάλκινο άλογο πού μέσα στό κούφωμά του. φορώντας ένα χρυσό δαχτυλίδι στό ένα χέρι. 'Υπάρχει τάχα άνθρωπος πού νά άρνεΐται αύ­ τή τή χωρίς δρια έλευθερία. Ό Καλλικλής γνωρίζει . κάνει φόνους.

πρέπει ν’ άναγνωρίσει τή ριζική άρνηση τών ιδεών του. γιά νά έπιβληθεΐ ώς έξουσία. παρόλο πού τό σώμα τους βρί­ σκεται μέσα στήν πόλη. 4 ^56)· Α ντίθετα. μοιρά­ ζοντας τήν περιφρόνησή της σέ δλες τίς μορφές ύποταγής. δίκαιο . εχει άνάγκη μιά βαθύτερη θεμελίωση. γιατί ή μαλακία τής ψυχής δέν τούς άγγίζεΐ' οί φιλόσοφοι έχουν τό μυαλό τους άλλον: δέν ξέρουν ούτε που βρίσκεται τό βουλευτήριο. δέν εξαιρεί τή φιλοσοφία. καταλήγει νά τούς διαφθείρει καί νά τούς κάνει ιδιώτες (ιοΙιοϊβ: ήλίθιους). χωρίς νά μπορούν νά πουν κάτι άληθινά σπουδαίο (έλβνθβρον δβ καί μέγα καϊ ίκα­ ρόν μηδέποτε φθέγξασθαι. οί δυ­ νατοί τά βγάζουν πέρα μέ τίς κρατικές ύποθέσεις (τά τής πόλβως πράγματα) καί δέν πέφτουν άποκαμωμένοι. Μ α­ ζί μέ τόν Γύγη καί τόν Θρασύμαχο άπαρτίζουν τήν τρικέφαλη ύδρα τής βίας. . Τούτη ή παράφορη λατρεία τής δύναμης. μακριά άπό τά κοινά τής πόλης. ή παρανομία μέ σάρκα καί οστά. Καλή γιά τούς νεαρούς. 173 ο-^)· Φαρμακερά λόγια οί κατηγορίες του ιταμού σο­ φιστή. Ό Καλλικλής είναι ό Σωκράτης άπό τήν άνάποδη. άγνοουν τά ψηφίσματα καί.άδικο). κάθονται στις γωνιές τών δρόμο) ν μαζί μέ δύο τρία παιδαρέλια καί χάνουν τόν καιρό τους χαζολογώντας. άμα τούς απασχολεί καί σέ προχωρημένη ηλικία.Η ΗΛΙΟΤΠΟΛΗ 39 πολύ καλά δτι δέν αξίζει νά παίρνουμε στά σοβαρά τήν ήθικότητα έκείνων πού κάνουν τήν άνάγκη φι­ λοτιμία.αισχρό. πού. μπορεΐ νά τόν άποστομώσει — ή νά τόν φιμώσει μέ τά χέρια τοΰ Πλάτω­ να— άλλά τό γεγονός δτι τό δίκαιο τοΰ ίσχυροτέρου πολεμά τόν νόμο μέ άληθοφανή επιχειρήματα προβάλλει μεγάλη άντίσταση. ζαλισμένος.κακό. Στή συνέχεια. τοΰ ήδονικοΰ λογισμού καί τής άθεΐας. κυνηγώντας τίς λέξεις (ονόματα θηρβύων). Γρήγορα θά φανεί δτι ό χωρισμός τών άντιθέτων (καλό . γ ι ’ αύτό δέν διστάζει νά αποπαίρνει μέ χλευασμό τόν Σο^κράτη καί κάθε άπολογητή τής θετής ήθικής. σάν νά ’φαγε μιά γερή γροθιά (ώσπβρά ύπό άγαθον πύκτου π λ ηγ είς). βέβαια. άγα­ θό . ή ψυχή τους ονρανοβατεϊ ( Θεαίτητος. στις όποιες ό Σωκράτης.

ούκ εξ άμείνο27. ΜοπΙαΐ^ηβ. τίποτε δέν έμποδίζει νά υπάρχει έξαπίας του. σ. ΙΙάνυ 76. Αύτόν τόν μοναδικό δεσμό ό Αίσωπος θά μπορούσε νά τόν δει σάν ύλικό ένός μύθου πού θά ελεγε. σάμπως νά εί­ ναι δεμένα άναμεταξύ τους (ώσπερ εκ μιας κορυ­ φής συνημμένοι δ ύ ’ όντε )27. τή ζωή καί τόν θάνατο. έπειδή ήθελε νά συμφιλιώσει τά ένάντια. . Μά άν τό ήδύ υπάρχει σέ πλήρη καί συστηματι­ κή άλληλουχίο: μέ τό λυπηρό. τό δυ­ σάρεστο (Φαίδων. Ώ πόσο πα­ ράξενο φαίνεται αύτό πού οί άνθρωποι ονομάζουν εύχαρίστηση. άπό τή φύση του πόσο στενά είναι δεμένο μ ’ αύτό πού θεωρείται άντίθετό του. Τί δέ. Γ ιά τή λέξη σννημμένω προτιμήθηκε ή εκδοχή τών έκδόσεων τής Λειψίας.χ. Ε μοιξ. Ε ν ά ­ ντια γιά τήν τρεχούμενη γνώμη (πού βλέπει τή μέ­ ρα καί τή νύχτα. Τό ϊδιο μυστικό οί ζω ­ γράφοι τό μαθαίνουν δταν άνακαλύπτουν δτι τό άνθρώπινο πρόσωπο τίς ίδιες κινήσεις πού κάνει δταν γελάει. π. εκδ. 6οΒ). Πράγματι. δτι ό Θεός. αύτός επιθυμεί νά εξηγήσει τή διάστασή τους σάν συγγένεια καί δχι σάν άποξένωση. Χωρίς ν’ άγνοεΐ τήν άντίθεση καί τή διαφορά άνάμεσα στό ήδύ καί τό λυ­ πηρό. ή λύπη άπό τήν ήδονή (ήδονήν φευγε. *Αν τι τό χείρον γ ίγ ν η ται. Ό ποιος θέλει τό ενα. τό κρύο άπό τό ζεστό (μειώνοντας σ’ ενα βαθμό τή θερμότητα). (ΈιινΓβδ οοτηρίβΐβδ. τό μικρό μπορεΐ νά γεννηθεί άπό τό μεγάλο (άφαιρώντας τό τρία άπό τό δέκα). 656. ούσιαστικά συνυπάρχουν καί συμφύονται. εδεσε τίς κορυφές τους στό ίδιο μέρος.. Ρΐβΐαοΐβ. ήτις λύπην τίκτει. είναι άναγκασμένος νά τό κατακτήσει στό σφιχταγκάλιασμά του μέ τό άλλο (δει λαμβάνειν και τό ετερον). 28. ό Σωκράτης άνακάθεται καί γιά ν’ ανακουφιστεί τρίβει τά σκέλια του. ή ζωή άπό τόν θάνατο (Και μήν εξ ίσχυροτέρου γε τό άσθενέστερον και εκ βραδυτέρου τό θάττον.40 ΣΩΚΡΑΤΗ): 0 ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ Τ Α Ε Ν Α Ν Τ ΙΑ Καθώς δ Φαίδων καί ή συνοδεία του περνούν μέσα στό δεσμωτήριο. Σόλων). κάνει καί δταν κλαίει28. τό ομορφο καί τό άσκημο). γιά νά τά καταστήσει άλληλένδετα.

. Περί δικαίου. 373 Πολιτεία. στό ν Λυσι τήν έρώτηση: £άν τό κακόν ά π ό λλντα ι. αύτή ή χειροπιαστή εμπειρική πραγματικότητα κυκλοφορεί (ώσπερεϊ κύκλω) καί καταργεί κάθε λό­ γο γιά τό π ρά γ μα καθ' έαντό. άλλά νά συγκριθουν τά σχετικά μέ τά άντίθετα2^. δτι πάντα οντω γ ίγνετα ι. 4 4 ° α)· Στήν ήθική οί συνέπειες είναι υπερβολικές· γιά νά υπάρχει.Η ΗΛΙΟΤΠΟΛΗ 41 ίΌ9. εφη. Ά ­ φοΰ τόπος αύτών τών παρατηρήσεοον είναι ή έ­ μπειρία. Παντού δπου ύπάρχουν αντίθετα.. Τό δίκαιο κρίνεται σέ άντιπαράθεση πρός τό άδικο. άρα καί γιά τόν ορισμό. ονομάζο­ νται σέ άντιπαραβολή. μεγέθη καί ιδιότητες κάθε λογής. άποδεικνύεται άκόμη πιό άχρηστος σ ’ έ­ ναν κόσμο δπου μετα π ίπτει πάντα χρήματα καϊ μηδέν μένει (Κρατυλος. ή δλα. μεγάλο μέγεθος. τό δμορφο πρός το άσκημο. 'Ικανώς ούν. Άμφίδρομα. . τό δε ελαττον ύπερεχόμενον. τότε δέν άποδεικνύεται τερατώδης διαστρο­ φή ή θέση τοΰ νόμου πού άπολυτοποιεΐ τό σχετικό. 483 Β). ίσο. σέ τρόπο ώστε μέτρο τοΰ καθενός πράγματος νά είναι ό συγκριτικός βαθμός (τό δε μειζον ύπερέχον. Τό πρόβλημα δέν είναι νά τεθούν δρια (ορι­ σμός). σέ κίνηση διπλού γίγνεσθαι. τότε τί νόημα έχουν οί αύστηροί καθορισμοί τών άξιών. τό ταχύ πρός τό βραδύ. ( 220 β). καϊ άν δικαιότερον έξ άδικωτέρον ΙΙώ 9 γάρ ον. έξ έναντίων τά έναντία πράγματα (γ ι^ ). Ά ν τό άγαθό καί τό καλό παρουσιάζονται έξίσου άναγκαια μέ τό κακό καί τό αισχρό. τίποτε σχεδόν δέν μάς χωρίζει άπό τή φι­ λοσοφία τής άέναης ροής. Άχρηστος ό ορισμός μέ­ σα σ’ εναν κόσμο δπου τό μικρό γίνεται μήτρα τοΰ μεγάλου. Ό νομοθέτης τρέμει τήν κίνηση τής τραμπάλας καί τό νόημα κάθε άντίληψης πού έξαρτά τήν ικανότη­ τα γιά τό άγαθό άπό τήν ικανότητα γιά τό κακό (ει γάρ ώφελον οϊοί τ ' είναι οί π ολλοϊ τά μέγιστα κα­ κά έργάζεσθαι ινα οϊοί τ ’ ήσαν καϊ άγαθά τά μ έγ ι­ 29 . εχομεν τοϋτο. ' Υπάρχει τάχα μικρό. εχουμε νά χάνουμε μέ δύο γενέσεις (δνοΐν δντοιν δύο γενέσεις): άπό τό Α πάμε στό Β καί άπό τό Β πίσω στό Α . Βλ . άν κάθε πράγμα εχει άπόλυτη άνάγκη τό άντίθετό του.

οχι δμως χο. παρά ά­ πό τό στόμα του ϊδιου του Σωκράτη καί. δη­ λαδή. Πρόσθετα ή πράξη. Κ ρ ιτ ώ ν . ό φόνος καί ή συμπάθεια γίνονται στιγμές μιας συ­ στηματικής αλληλεγγύης. έφόσον δέχεται ώς βασική της άρχή τή συνύπαρξη των άντιθέτων. "Η χαρά καί ή λύπη. φέρνοντας άληθινά δύσκολα εμπόδια. ο νόμος οφείλει ν’ ακολουθεί αυτή τήν παλιν­ δρομική ροή από τό Ινα στο άλλο. Ί ο ανθρώ­ πινο φέρσιμο. μιά καί ή άρετή δέν μπορεΐ νά οριστεί ώς αυτό τό είδος στήν αύτοτέλειά του μέ θεμέλιο λογικο-μεταφυσικό. Α πορρίπτει. κάνει τό πρόβλημα τών ιδεών νά ώριμάσει. Συμπόσιο . Γιά ν’ άνοίξει τόν νέο δρόμο της (ρηξικέλευθος). 183 ( ). άν πάψει νά ερμηνεύεται μέσα άπό τή σφαίρα των αξιών. καί κ α λ ώ ς α ν είχε. γιά νά μιλήσουμε τή «συμβατι­ κή» γλώσσα τής ήθικής. ό δόλος καί ή φιλία. δέν φαίνεται μήτε καλή μήτε κακή ( π ά σ α 7 όίρ π ρ α ξ ι ς ώ δ’ Ι χ ε ί' α υ τ ή έ φ ’ έα ν τ η ς π ρ α τ τ σ μ ί ν η . 4 4 ^)* 1 ^ νά πάψει νά είναι ένα κ α λ λ ώ π ι σ μ α κ α ί π α ρ ά φ ν σ ιν σ ύ ν ­ θ η μ α . αφήνεται λυμένο πάνω σέ μιά έλεύθερη κλίμακα πού γνωρίζει αναβαθμούς καί μεταλλαγές. οντ(ζ κ α λ ή οντβ α ι σ χ ρ ά . κάθε ειδολογική άντίληψη τής ήθικής· ή ήθι­ κή στάση. ή θεωρία των εναντίων. Είναι τό συμπέ­ ρασμα δλης αύτής τής επιχειρηματολογίας πού δέν άκούγεται άπό τά χείλη κάποιου σοφιστή. οχι μόνο δέν κηρύσσει τόν πόλεμο στο κακό. ι8ο 6. 1 Ο ΚΛΕΙΝΙΑΣ Ή κορυφαία στιγμή τής διαμάχης του Σω κράτη μέ τή σοφιστική ερχεται μέ τήν προσπάθεια γιά τήν ίδρυση τής ουσίας.4-2 ΣΩΚΡΑΤΗΣ 0 Ν Ο Μ ΟΘΕΤ ΗΣ ΙΊΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ σ τ α . καταρρέει. δποια κι άν είναι. άποσπασμένη άπό τήν ήθική. Τήν ήθικοποίηση τής φύσης καί τής ζωής πού διδάσκει ό Σωκράτης. νά μοιάσει δη­ λαδή μέ τή φύση. συνεπώς. Τό άγαθό. εξω άπό κάθε ήθική ενδειξη. ή προβληματική τής μονιμότητας .>ρισμούς ήθικοΰ χαρακτή­ ρα. άλλά τό εχει άπόλυτη άνάγκη γιά τήν ϊδια του τήν αύτοσυντήρηση. άρα νά καταστραφεΐ. τήν άντιστρέφει άποβλέποντας στή φυσικοποίηση τής ήθικής σφαίρας.

σάν εστιακό σημείο. γιατί δέν πρέπει νά άναιρέσεις μετά δσα θά πεις τώρα. άστατα καί άνοικονόμητα. ειπε. ειπα έγώ. είναι διεσπαρμένα. μηκέτι είναι). Μέ οδηγό τά μάτια. Αύτή είναι ή θέση του σοφιστή: ύποστηρίζει τά πάθη τών πραγμάτων. τή μιά στιγμή είναι καρ­ ποφόρο καί τήν άλλη άκαρπο. εμφανίζεται επεισοδιακά στόν Εύθύδημο. μέ άφέλεια. προσάγεται άπό τούς συνομιλητές του Σωκράτη γιά νά έκπαιδευτεΐ. θέλετε νά γίνει σοφός καί νά πάψει νά είναι άμαθής. αισθητών καί μή. λέτε πώς θέλετε νά γίνει αύτός ό νέος σοφός. — Όπωσδήποτε. «Ε ίπε ο Διονυσόδωρος: Σκέψου. καθώς άπειρες είναι καί οί εμφανίσεις δλων τών πραγμάτων. Σωκράτη. θέτει μιά γιά πάντα τήν ταυτότητα του πράγματος. 6ς δ ’ βστι νυν. μά χω­ ρίς νά χάνει τό παραμικρό άπό τή βαθύτητά της. μέ τόν Κλεινία τί άπό τά δύο συμβαίνει: είναι σοφός ή δέν είναι. — Τ ώ ­ ρα όμως. δίχως εναν κεντρικό άξονα πού. τόν ορατό κόσμο. Ό Κλεινίας. άποκρίθηκε αύτός. ειπε αύτός. παίρνει άποφασιστικά τό μέρος τής έσωτερικότητας. — Έ σ εΐς όμως. καί άρνεΐται πεισματικά κάθε άρχή πού. — Σύμφωνοι. — Σκέφτομαι. τήν πεπερασμένη τους μερικότη­ τα. — Δηλαδή. Έ ν α δέντρο τή μιά στιγμή είναι μικρό καί τήν άλλη μεγάλο. τή μιά στιγμή είναι φυλλοφόρο καί τήν άλλη φυλλορροεΐ. τό σύμπαν τών αισθητών παρουσιάζει άπειρες όψεις. θέτοντας τό άκρογωνιαΐο λιθάρι του πολιτικού του σχεδίου. — Δέν είναι σο­ φός. ενική καί αντίθετη μέ τήν καθολικότητα αντίληψη τών πραγμάτων. — Λοιπόν. ειπα έγώ* δέν πρόκειται νά άρνηθώ τά λόγια μου. — Έ - . αύτό πού θέλετε εϊναι τό έξής: νά γίνει αύτό πού δέν εϊναι καί νά πάψει νά εϊναι αύτό πού εϊναι (βούλβσθβ αυτόν γβνέσθαι 09 μβν ούκ βστιν. ' Υπάρχουν μέσα στή φασματική τους ποικιλία.Η ΗΛΙΟΤΠΟΛΗ 43 πρέπει νά χτυπήσει κατά μέτο)πο τούς σοφιστές καί νά έξουδετερώσει τό βασικό τους έπιχείρημα: τή μερική. ό Σωκράτης. Έ ν ώ ό σοφιστής ψηφίζει τήν έξωτερικότητα. θά συναρθρώνει τίς στιγμές τής πολλαπλό­ τητας. ένας άπαίδευτος νέος. όπως ή ουσία. Τούτη ή σημαδιακή διένεξη.

44

ΣΩΚΡΑΤΗΣ

Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕί

γώ , δταν άκουσα αύτά τά λόγια, θορυβήθηκα* καί
ήμ,ουνα άκόμη θορυβημένος δταν αύτός, συνεχίζο­
ντας, είπε: Έφόσον θέλετε νά μήν εΐναι πιά αύτό
πού εΐναι, καθώς δείχνουν τά πράγματα ζητάτε τόν
θάνατό του (βούλεσθε αύτόν, ώς εοικεν, άπολωλέναήη (283 ο ά ).
Έ τ σ ι, ό θάνατος γίνεται τρέχουσα υπόθεση: ό
πεινασμένος πού ποθεί νά φάει — άπό τήν πείνα
του: αύτό πού εϊναι, νά περάσει στόν κόρο: αύτό πού
δέν εϊναι— ούσιαστικά πάει γυρεύοντας τόν θάνατό
του. Παρόμοια ό άκάθαρτος πού γυρεύει νά καθα­
ριστεί, ό άνέραστος πού θέλει νά έρωτευτεΐ, ό
φτωχός πού έπιζητεΐ τόν πλούτο. Κάθε άλλαγή
καθίσταται θανατηφόρα. Μιά απλή μετακίνηση τοΰ
σώματος, μιά άψιθυμία, μιά χρονική μετάθεση, μιά
άνάμνηση — άφοΰ, άπό κάτι πού εϊναι, όδηγοΰν σέ
κάτι άλλο, άπόν, μελλοντικό ή φανταστικό, πού δέν
εϊναι— σημαίνουν άναγκαστικά τήν άπώλεια. Εΐναι,
συνεπώς, άδύνατη κάθε ιδέα κίνησης, χρόνου, γ ί­
γνεσθαι. Αύτός πού χρωματίζει τό σπίτι του, δσο
κι αύτός πού τό άφήνει άχρωμο, αύτός πού βαδίζει
δσο κι αύτός πού άδρανεΐ, αύτός πού μιλά δσο κι
αύτός πού σωπαίνει, νιώθουν νά χάσκει μπροστά
τους ή άβυσσος.
Κ α ί τό συμπέρασμα; Εΐναι εύκολο νά ποΰμε δτι
πρόκειται γιά ενα σόφισμα πού, συγχέόντας περί­
τεχνα τό πράγμα μέ τίς ίδιότητές του, χρησιμεύει
σάν σφυρί στά κεφάλια τών άνίδεων συνομιλητών.
Έ ξ ού καί οί παράδοξες έκφράσεις τών πλατωνικών
κειμένων δταν άναφέρονται στή λεξιμαγεία τών σο­
φιστών. Πιάνουν τόν συνομιλητή τους στό δίχτυ τοΰ
λόγου (ώσπερ έν δικτνω ειλημμένος), τοΰ ράβουν
τό στόμα άπό τήν άμηχανία (ξνρράπτετε τά στό­
ματα τών άνθρώπων) ή, γιά νά διασκεδάσουν, κά­
νουν τέτοιες ταχυδακτυλουργίες μέ τίς λέξεις, ώστε
ό άλλος νιώθει σάν νά τοΰ τράβηξαν τήν καρέκλα
καί πέφτει φαρδύς πλατύς (ώσπερ οι τά σκολύθρια
τών μελλόντων καθίζεσθαι νποσπώντες χαίρουσι
καί γελώσιν, έπειδάν ΐδωσιν ύπτιον άνατετραμμένον). Ω στόσο, πέρα άπό τόν χλευασμό καί τή διό-

γκο^ση υπάρχει, στούς σωκρατικούς διαλόγους τής

Η IIΑίΟΤΙΙΟΛΗ

45

πρώτης πλατωνικής περιόδου, ενα μοναδικό πρό­
βλημα πού ύφέρπει, χωρίς νά γίνεται ιδιαίτερα α­
ντιληπτό: τό πρόβλημα τής ουσίας.
Ό σοφιστής απομονώνει τό συμβάν, σχεδόν τό
αύτονομεΐ, προσηλώνεται στήν περίπτωση καί τή
μερικότητα καί άρνεΐται νά άλληλοσυνδέσει δλα αύτά, για τί δέν παραδέχεται δτι υπάρχει μιά υπό­
σταση, κατιτί δηλαδή πού κάτω, πάνω ή πέρα άπό
τά συμβάντα ύφίσταται άναλλοίωτο. Άρνεΐται, μέ
άλλα λόγια, νά δεχτεί δτι στόν μαθητή Κλεινία υ­
πάρχει ή ούσία άνθρωπος πού, πέρα άπό τά έξωτερικά πάθη, παραμένει άκίνητη καί άθικτη. Δ ιαλέ­
γει άποκλειστικά τό πάθος, τό σνμβεβηκός, καθώς
θά γράψει ύστερότερα ό Αριστοτέλης, καί στερεί
τόν έαυτό του άπό τήν άπελευθερωτική σύλληψη
τής ούσίας — πού οί σωκρατικοί διάλογοι, καθένας
μέ τόν τρόπο του, τήν προετοιμάζουν.
Ό ταν ό Σωκράτης άκούει τόν Εύθύφρονα νά εγει μπερδευτεί στά ίδια του τά λόγια, τόν προειδο­
ποιεί δτι κινδυνεύει νά μή μιλήσει γιά τήν ούσία
αύτου πού συζητούν (τής όσιότητος), άλλά νά χάσει
τόν δρόμο του κυνηγώντας μιά δποια ιδιότητα (τό
όσιον 6 τι π ο τ’ εστιν, τήν μβν ουσίαν μοι αύτου ού
βούλβσθαι δηλώσαι). Ή διαφορά χωρίζει δύο κό­
σμους. Ή ούσία είναι άδιάλλακτη, άκίνητη, μοναδι­
κή καί άχρονη, ένώ τά πάθη συνιστοΰν μιά άκατά­
ληκτη σειρά άπό έναλλασσόμενες ιδιότητες. Στόν
μαθητή Κλεινία, π.χ., πέρα άπό τό άν είναι σοφός
ή άμαθής, δμορφος ή άσκημος, δυνατός ή άδύναμος
— ιδιότητες εξωτερικές δλες αύτές— ύπάρχει ή ού­
σία άνθρωπος, πού παραμένει άλώβητη άπό τήν έξωτερικότητα. Μία καί άκίνητη, ή ούσία είναι νυν
και άβί, ένώ τό πάθος άπλώς πάρβστι (Λυσις, 2 ΐγ ο).
Τά πάθη είναι προσ-όντα καί περι-πτώματα, συνο­
δεύουν τήν ούσία, τήν πλαισιώνουν έπεισοδιακά,
συμ-πίπτουν μαζί της, άλλά ποτέ δέν ταυτίζονται.
Ούτε μπορούμε νά πούμε δτι τό πιθανό σύνολο τών
συμβεβηκότων συγκροτεί τήν ούσία* αύτή άνήκει
σέ άλλη τάξη, χαρακτηρίζεται άπό μιά περίσσεια
άπέναντι στά πάθη, επειδή δέν είναι του κόσμου τού­
του. Ώ ς άρχή είναι υπεραισθητή καί, φυσικά, ύπερ-

46

ΣΩΚΡΑΤΗΣ

Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ

κόσμια. Αύτός, λοιπόν, πού άπό πολιτική, ήθική ή
επιστημονική πρόθεση έπιθυμεΐ νά στεριώσει μόνι­
μες άρχές (τούς λόγους μένειν καϊ άκίνητυ^ ίδρνσθαι, Ευθύφρων, ι 1 (1), δέν μπορεΐ νά βρει καταφύ­
γιο άλλο άπό τήν ούσία* καί, συνάμα, μ ’ αύτό τό
νεύμα, κάνει καί τήν πιό ριζική φιλοσοφική έπιλογή. Εΐναι ή πράξη πού, μία καί καλή, λύνει τά χέ­
ρια τής πλατωνικής εύφυΐας καί ξεκινά τήν ιστορία
τής δυτικής ήθικής.
Τ ί εΐναι αύτό πού λείπει — άρα πού πρέπει νά βρού­
με— ώστε οί άλλαγές νά μή μάς κάνουν νά χάνου­
με τήν ταυτότητα τοΰ πράγματος; Τ ί εΐναι αύτό
πού χρειάζεται γιά νά δεχτούμε δτι τό πέρασμα
του νεαρού Κλεινία άπό τήν άμάθεια στή γνώση
δέν σημαίνει θάνατο άλλά ζωή; Γνήσια πλατωνική
αύτή ή έρώτηση, δέν θά άργήσει νά βρει τήν πλα­
τωνική της άπόκριση.
’Ά ς υποθέσουμε πώς προσάγουν στό δικαστήριο έναν άνθρωπο νά δικαστεί γιά τό έγκλημά του. Ό ­
ποια κι άν εΐναι ή καταγγελία (φόνος, κλοπή, δο­
λιοφθορά), άνήκει στό παρελθόν. Έ γ ιν ε , υπήρξε,
δέσμια μιας στιγμής τοΰ παρελθόντος, άντίθετα μέ
τόν δράστη, πού υπήρξε καί ύπάρχει, ζοΰσε καί ζεΐ
τώρα δσο καί τότε. Τ ί σχέση, δμως, μπορεΐ νά εχει
ό έξαλλος φονιάς ή ό άσύδοτος τοιχωρύχος μ ’ αύτόν
τόν περίφοβο άνθρωπο πού τρέμει μπρος στό δικα­
στήριο; Ό σοφιστής άρνεΐται τήν έγκυρότητα τής
τιμωρίας. Ή πράξη του ήταν ένα πάθος άσχετο μέ
τό τωρινό ή τό κατοπινό* ό δράστης δέν ταυτίζεται
μέ δλες τίς στιγμές του* άλλος ήταν τότε, άλλος
εΐναι τώρα, δηλαδή είναι πολλοί άνθρωποι μαζί (ό
πολυκέφαλος σοφ ιστής) , συνεπώς δέν υπάρχει θέ­
μα καταλογισμού εύθυνών. Καταλογισμός θά υπήρ­
χε άν δεχόμασταν δτι ό δράστης, δπως ή ουσία, άναλαμβάνει τήν κηδεμονία δλων τών συμβεβηκότων
του 3°. Τούτο σημαίνει δτι χωρίς τήν παραδοχή τής
30.
Είτε τήν ίδια τή στιγμή τής πράξης ( ε π ’ αντοφώρω καταΚηπτόμενος) είτε κατοπινά, ή εύθύνη είναι ή ίδια.

τά παι­ δαγωγεί. ή ούσία. ήθική. αγνοώντας καθετί πού εχει σχέση μέ ενότητα* άντίθετα. τά πάθη τους. πού τά πλατωνικά κείμενα τής ωριμότητας. σάν άτακτα παιδιά. Ό π οια είναι ή σχέση του συμβεβηκότος μέ τήν ού­ σία καί τήν ιδέα. Εόθύφρων. συνύπαρξη. άπό τή γνωσιολογική σημασία τής θεωρίας τών ιδεών. Προσπάθεια ριζικά μάταιη άσφα3 1. τά νουθετεί. άκολουθούν τόν τρελό χορό τους. άτελεΐς μιμή­ σεις της χαμένες μέσα στή δίνη τών αισθητών* καί ό πολίτης. χάνει κάθε ισχύ. . καί πάνω άπό τό πλήθος τών συμβεβηκότων ή ούσία. γνώση. τά τιθασεύει. ή μία βούληση (τής πόλης καί τής ούσίας) κομματιάζεται. Ό χωρισμός τών συμβεβηκότων άπό τήν ούσία καί τών πολιτών άπό τήν πόλη γνωρίζει τήν πιό μεστή έκφρασή του στόν κλασικό χωρισμό τών αισθητών άπό τά νοητά. παιδί πάντα μπρος στή δεσποτική έπιτρόπευση τών νόμων. μικρογραφία τής πόλης. κοινωνία κ. είναι καί ή σχέση τού έπιμέρους πολίτη μέ τήν πόλη. πολιτεία.Η ΗΛΙΟΤΠΟΛΙΙ 47 ούσίας δέν μπορεΐ νά γίνει λόγος γιά νόμο. κερδίζει τόν έαυτό του στό μέτρο πού άπαλλάσσεται άπό τή μερικότητά του καί γίνεται μίμημα τής καθολικότητας. Μέ τήν ούσία θεσμοποιεΐται ή ιδέα τής πατρότη­ τας* τά πάθη. Τό μαρτυρολογίο τών πραγμάτων μέσα στόν κόσμο. Νά γιατί στό πρόσωπο τού σοφιστή ό Πλάτωνας μισεί τήν άν-αρχία* άν άφεθοΰν έλεύθερα τά πάθη (καί οί πολίτες) στήν ιδιαί­ τερη βούλησή τους.τ. είναι μαρτυρίες τής ούσίας. Μόνο άν πάνω άπό τό πλήθος τών πολι­ τών στηθεί ή πολιτεία πατέρας. ’Έ ρ χίτα ι κα τηγορήσω ν μου ώσπερ πρός μητέρα πρός τηρ π όλιν. μπορεΐ νά γίνει λόγος γιά κοινωνία. κάθε έννοια συνολικότητας καταστρέφεται. ό ενας νόμος. ή ιέρεια τής ένότη­ τας. Πέρα. 2 ο. συμμαζεύει γύρω της τά παιδιά της. λοιπόν. τό καθαυτό πολιτικό της περιεχόμενο είναι άναπόσπαστο στοι­ χείο τής πλατωνικής φιλοσοφίας. Είναι ή καθαυτό άρχή τής πολιτικής κηδεμονίας. Ή μία άρχή άμφισβητεΐται καί χλευά­ ζεται.λ. τά τιμωρεί^1. προσπαθούν νά κάνουν κατάσταση. μ ’ ενα πλήθος τρόπους. ίδιος γιά δλους.

Ιδέα . IX 6153. Οϊ ΙΔ Ε Ε Σ Ταξιδεμένη ώς τίς μέρες μας. Κ α τ ’ άναλογία. Ύήν δ ’ ουν ιδέαν π ά νν καλός. αύτό πού προσφέρεται στά μάτια32. Εξάλλου. ό Πλάτωνας ονομάζει είδος αύτό πού είναι προσιτό στά μάτια τής ψυχής. ξεριζώνοντας τή λέξη άπό τήν έτυμολο­ γία της. 833). τό άόρατο γιά τά μάτια τοΰ σώματος33. Τών περί τά ζώα ιστοριών: τήν ιδέαν μάκρος καϊ λ επ τό ς . Παρατηρώντας τίς φθορές τών πραγμάτων. άπάτης δβ ή διά τών ώτων καί τών άλλων αισθήσεων. τά πα­ θήματα τής γής καί τοΰ ούρανοΰ. Α ­ ναιρώντας αύτές τίς συγχύσεις μέ μιά θεαματική χειρονομία πρός τό τέλος του Φαίδωνα. διά τί γίγνεται έκα­ στον καί διά τί άπόλλυται καί διά τί εστιν (96 α). δηλώνει τή συγκομιδή τής δράσης. ή περιβόητη άπομάκρυνση τοΰ Σωκράτη άπό τά προβλήματα τής φυσικής έπιστήμης δέν είναι άσχετη μέ τόν φό­ βο αύτής τής αισθητηριακής άπάτης. ή πλατωνική σημα­ σία τής λέξης μάχεται απαρχής τήν έτυμολογία της. Γά δύο περιστατικά πού άναφέραμε —-ή συνά­ φεια τών έναντίων καί ή σχέση πάθους καί ούσίας— άποτελοΰν μιά κλασική πλατωνική προδιδαχή. Ε γ ώ γάρ — διηγείται στόν Κέβη— νέος ών θαυμαστώ ς ώς επεθύμησα ταύτης τής σοφίας ήν δή καλοϋσι περί φύ­ σεως Ιστορίαν' υπερήφανος γάρ μοι έδόκει είναι είδέναι τάς αιτίας έκάστον. πού συμφωνεί πέρα γιά πέρα μέ τή συνολική οικονομία τής πλατωνικής φιλοσοφίας (άπάτης μεν μεστή ή διά τών όμμάτων σκέψις. δείχνει τήν πολιτική κατάσταση τής πόλης πάνω στό ανόμοιο πλήθος. Φαίδων. ό πλατωνι­ κός Σωκράτης έτοιμάζει τό σκηνικό βάθος όπου θά άναδειχθοΰν οί ιδέες. ενιωσε άνίκανος 32. 3 3 · Εϊδω (ρ ίΔ Ω ): οί σημασίες μοιράζονται άνάμεσα στό βλέπω καί τό γνωρίζω. 3 ι 5 6’ Άριστοτέ λους. πού. άπό τό όράω.Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΙΊΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ λώς.48 ΣΩΚΡΑΤΗΣ . Πρωταγόρας. γ ι ’ αύτόν ακριβώς τόν λόγο. ' Υπεροπτική άπομάκρυνση ά­ πό τίς «φυσικές» αισθήσεις. .

άλλά αφυσικά»: μέ τό γεγονός. λοιπόν. πρέπει νά βρει κατά ποιόν τρόπο εϊναι καλύτερα γ ι ’ αύτό νά υπάρχει ή νά παθαίνει ή νά κάνει οτιδήποτε άλ­ λο [. στά συμπεράσματά της. μιά καί αύτή είναι ή καλύτερη* άν. πού υποστήριζε δτι νους έστιν ό διακόσμων τβ καί πάντων αίτιος. κανείς θέλει νά βρει μέ ποιόν τρόπο γίνεται ή ξεγίνεται ή υπάρχει κατιτί. Ά-πορος άκόμη καί στά πιό άπλά πράγματα: τί είναι. ζήτησε άπό τόν γνώστη τής αιτίας νά τόν διαφωτίσει έντέλει γιά τό άριστον καί τό ββΚτιστον. άναλογιζόμουνα καί νόμιζα ικανοποιημένος δτι. δτι εϊχε λυγίσει τά πόδια του διπλώνοντας ι . ώστε πίστεψε πώς τυφλώθηκε καί ξέμαθε άκόμη κι εκείνα πού νόμιζε πώς γνωρίζει. έχω βρει τόν Α ναξαγόρα δάσκαλο τής αίτιας τών υπαρχόντων πραγμάτων» (97°0· Πλήν δμως ή αιτιολογία. Αύτά.].Η ΗΛΙΟΤΠΟΛΗ 49 (άφνής).. Ό νους τού Αναξαγόρα δέν διέφερε σέ τίποτε άπό τίς ύλικές αίτιες. λοιπόν. δέν συναντιέται μέ τήν τελολογία* ή ήθική δε­ οντολογία πού επιζητεί ο Σωκράτης όέν θά μπορού­ σε νά βοηθήσει στό παραμικρό τήν αιτιοκρατική έρμηνεία τού Αναξαγόρα. λοιπόν. καί γιατί ενα πράγμα διπλασιάζεται δταν τό σχίσουμε στά δύο. τόν αι­ θέρα καί άλλα πολλά άτοπα. άδιάφορο καί άνύποπτο. οί νοησιαρχικές του έλπίδες διαλύθηκαν. δηλαδή. βλέποντας τόν Σωκράτη μέσα στό δεσμωτήριο νά κάθεται περιμένοντας τή στιγμή τού θανάτου. θά εξηγούσε τή στάση του δχι σάν έπακόλουθο τής άπόφασής του νά υπακούσει στούς νόμους — αιτία νοητικο-ηθική— . Ό ταν. Τότε πήρε στά χέρια του τό βιβλίο του Α να ξα ­ γόρα. πουθενά δμως γιά τόν ίδιο τόν νου. «Χάρηκα μ ’ αύτή τήν άνακάλυψη καί μου φάνηκε δτι μ ’ έναν κάποιο τρόπο άληθεύει δτι ό νους είναι αίτιος δλων τών πραγμά­ των καί δτι βάζει τάξη στά πάντα θέτοντας κάθε ον στή θέση πού του άρμοζε ι.. αύτό πού μάς μαθαίνει γιατί τό ενα σύν ενα κά­ νουν δύο. τό κοινόν πάσι βπβκδιηγήσασθαι άγαθόν. ~Ηταν σάν έναν άνθρωπο πού. έπέμενε νά μιλάει γιά τόν άέρα. καθώς τό βιβλίο. σύμφωνα μέ τήν έπιθυμία μου. άρα­ γε.

ό πρώτος πλους ναυάγησε — καί. κάθε έννοια. υπάρχει αύτό τό καλόν — αύτό καθ’ αύτό— μόνο καί άσύγκριτο. πού θεωρούσε τό μικρό μήτρα του μεγά­ λου. κάθε έλπίδα νά βρεθεί μιά άπάντηση μέ τή βοήθεια τών αισθήσεων. τό άνόμοιο καί. θά καταλήξει στις ιδέες. δπως α­ κριβώς στήν περίπτωση πού κάποιος. πάνω άπό τήν άτέρμονη σειρά τών φανερωμάτων τού καλοΰ. άφού άλλάξει τή ρότα του άναζητώντας πιά τίς αί­ τιες έξω άπό τά υλικά πράγματα. άντί νά άφουγκραστεΐ τό νόημα τών λόγων του.50 ΣΩΚΡΑΤΗΣ . Τότε μεν γ άρ ελέγετο εκ τοϋ εναντίου πράγματος τό εναντίον πράγμα γενεσθαί' νϋν δε. έδώ ξεπερνιέται άπό τή θεωρία τών ιδεών. τό μεγάλο. τό δμοιο. Παρόμοια μέ τό άγαθό. μ ’ ενα λόγο εΐναι ξένο πρός τόν φυσικό κόσμο. 301 Β).0 Ν0Μ0ΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ τίς κλειδώσεις του καί τανύζοντας ή χαλαρώνοντας κάποια νεύρα. παραβλέποντας τή σημασία. Ό σ ο γιά τό νέο ταξίδι. άκούγοντας τόν Σωκράτη νά μιλάει στούς μαθητές του. Σάν αίτια. άξιώνοντας συνάμα μιά αίτιακή σχέση άνάμεσα στό αισθητό καί τό υπεραισθητό. τόν ώκεανό αύτό τής άνομοιό.σωματική στάση! Ή διαφορά άποδεικνύεται άνυπολόγιστη. τήν πάρο­ δο. Ή ύπερ-φυσική θά πάρει τή θέση τής φυσικής του Α ­ ναξαγόρα. τήν έναντίωση. θά προση­ λωνόταν στούς ήχους τής φωνής. Ή θεωρία τών έναντίων. Τό είδος δέν άνέχεται τή γένεση καί τή μεταβολή. Ή θική στάση . Πέρα άπό τό εύκίνητο πά­ θος. ή σωκρατική άναζήτηση τής αιτίας — αύτής πού θά ονομαστεί είδος καί ιδέα— άποβλέπει στήν άνεύρεση τής ταυτότητας. κοντά σ’ αύτόν. γενικά. Έ τ σ ι. δτι αύτό τό εναντίον εαυτώ εναντίον . τή συνάφεια καί τήν άλληλουχία. ή άκίνητη ούσία: διά ταΰτα οΰτω μ εγά λ α υμάς λανθάνει καί διανεκή σώματα τής ουσίας πεφυκότα ( Ιππίας Μείζων. δίχως νά άπαλείφει τήν αισθητή τάξη τών πραγμάτων. πού. τό μόνο πού συνάγεται εΐναι ή άκατάπαυτη ροή καί ή διπλοκίνητη αιτιότητα τών άντιθέσεων. τητας. εχει τόν τρόπο νά άνασέρνει τήν άληθινή τους καταγωγή. Έφόσον μέσα στήν άπειρία τών εμ πει­ ρικών πραγμάτων. τό μικρό.

103 Β). τά πάθη καί ή ούσία. τό γίγνεσθαι καί τό είναι. δύο εΐδη τών οντων. άλλοίστε. γίνεται θεσμοδότης μιας παρά­ δοσης πού δμοιά της δέν γνώρισε ή ιστορία τής φι­ λοσοφίας. ο έστι. τό αισθητό καί τό νοητό. δέν χρειάζε­ ται νά προστρέξουμε στό άντίθετό του. είναι αύτό πού είναι έπειδή συμμετέχει στήν ιδέα του. τό μεν όρατόν τό δε άειδες. — θώμεν εφη. τά δε τής άνομοιότητος άνόμοια. άναγνωρίζει τόν κύριο άξονά της* όλοι οί πολυθρύλητοι χωρισμοί τής όντοθεολογίας: τά δύο μέρη του σημείου. 129α). οντε τό έν ήμΐν οντε τό έν τή φύσει ( Φαίδων. ό Σωκράτης γιά μονοειδέ 9. τό δε όρατόν μηδέποτε κατά ταντά .ο. τό ον καί τό μή ον. τήν ούσία του (καί τά μβν τής όμοιότητος μβταλαμβάνοντα όμοια γ ί­ γνεσθαι ταύτγ] τβ καί τοσοντον όσον αν μβταλαμβάνη. Τό γ δέν προκύ­ πτει άπό τό 12 άν άφαιρεθεΐ ή πεντάδα. άλλά άπό τή μετάληψή του στήν ιδέα τής έπτάδας κ. είναι καί ο μόνος τρόπος νά γλιτώσει άπό τή μανιασμένη ματιά του Καλλικλή* συναρμόζοντας τήν ήθική καί τήν πολιτική του δι­ καίου μέ κάτι τό οικουμενικό καί τό άμετακίνητο. Τά αισθητά βλέπονται χωρίς νά νοούνται. τά είδη νοούνται χωρίς νά βλέπονται. καί τό νοητό (θώμεν ονν βούλει.Η ΗΛΙΟΤΠΟΑΗ 51 ούκ άν ποτε γένοιτο. λοιπόν. τό ενα καί τά πολλά. τό όποιοδήποτε. Αύτός. εφη. Κ α ί τό μεν άειδες κατά ταντά εχον. συνεπώς. 79 α)· 'Η δυτι­ κή σκέψη. παρά στήν ιδέα του — τήν ίδια. Παρμενίδης. τό άπόλυτο καί τό άνυπόθετο. Μιλώντας. πού άλλάζει άσταμάτητα. αύτό καθ' αύτό . δέν μένει στήν <(άπλοϊκή» διαμάχη φύσης/θέσης. παρά κάνει τόν κόσμο θέατρο τής σύγκρουσης άνά­ μεσα στή θεία καί τήν άνθρώπινη τάξη. δηλαδή. σέ άντίθεση μέ τό σχετικό καί τό υποτιθέμενο. σάν άπόρροια τής άπόλυτης δεοντολο­ .κ. τό χρονικό καί τό άχρονο. Ή έπι βολή τών νόμων. έδώ. ή ψυχή καί τό σώμα. Γιά νά εννοήσουμε ενα πράγμα. Έ ν α πράγμα. Ώ σ τ ε οί ιδέες είναι στάσιμα παραδείγματα (ώσ­ περ παραδείγματα έστάναι έν τή φύσει) πού χωρί­ ζουν τό ον στά δύο: τό αισθητό μέρος. δένονται δλα στήν ίδια άρθρωση.

ενας ήθικός καί πολιτικός νόμος πού δέν γεννιέται άπό τή σύμβαση.τι εχει καί δ. ούδ ’ άΚλο ούδεν τών έναντί­ ων. άλλο τόσο προβληματική παρουσιάζεται ή δποια σύνθεσή τους. δλη του τήν οντότητα. βρούμε καταφύγιο στά αύθύπαρκτα μεγέθη (ώς δ 5 αϋτως καί τό σμικρόν τό εν ήμ ΐν ούκ έθέλει ποτέ μέγα γίγνεσθαι ούδε εΐνα ι. συ μ-μένουν δύο άντίθετα κατηγορήματα (εΐπερ ε­ αυτόν μεϊζον εΐη. Ά ς υποθέ­ σουμε. τά χρωστάει στόν πατέρα πού τόν εφερε στόν κόσμο. Δέν ξεφεύγουμε άπό τή σύγκριση.52 ΣΩΚΡΑΤΗΣ Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ γικής αρχής τών ιδεών. Έ π ειδή. Διαφορετικά. αύτό έξαιτίας τοΰ όποιου υπάρχει ενα πράγμα (δ ι’ δ γάρ γίγνεταί τι. πιό μεγάλο. καί άκόμη σάν όντολογική έπαλήθευση — ό νόμος είναι τον οντος έξεύρεσις. ύπεραισθητή καί. δ. ταυτόχρονα. δμως. άνυπόθετος. Ά π ό τή μιά μεριά. 102 6).τι εΐναι. είναι αύτό πού είναι.τι ύ- . λοιπόν. πώς ενα πράγμα μπορεΐ νά εΐναι πιό μικρό καί. Χαρμίδης. Ω στόσο. λέει ό Φαίδων. Τό αίτιο. δέν συμπεραίνουμε άναγκαστικά δτι στό ίδιο πρόσωπο. λέμε δτι ο Σ ιμ μίας είναι πιό μικρός άπό τόν Σωκράτη καί πιό μεγάλος άπό τόν Φαίδωνα. δση άνεση χαρίζει ό χωρισμός του αι­ σθητού άπό τό νοητό. στό μέτρο πού συμμετέχει στήν ιδέα του. ετι ήτοι άπέρχεται ή άπόλλνται έν τούτω τω παθήματι. 4 Χ3 α)? συνιστά καί τήν άνώτερη πολιτική άρχή. Ό ταν. ι6 8ο). Ήδη στόν Μείζονα Ιππία (297 ^·ο) τό αίτιατό θεωρείται έκγονον καί ή αίτια πού τό δημιουργεί πατέρας: αύτός εΐναι πού χαρίζει τή ζωή καί τό άποτέλεσμα* δ. καϊ ελαττον έαυτοϋ είνα ι. πώς παραδεχόμαστε δτι οί ιδέες είναι αύθύπαρκτες οντότητες καί δτι κάθε πράγμα. 3 15 ε^ναί* άπό τά κύρια στοι­ χεία τής πλατωνικής σκέψης. άλλά άνήκει στήν ιδεατή τάξη. άπό τήν άλλη. Ά λ λ η ή φυσική ποιητική αίτια τοΰ πράγματος καί άλλη ή ειδική . ταυτόχρονα. Κρατυλος. Οί έξουσίες καί οί δυνάμεις πού τοΰ άναγνωρίζονται μόνο σέ θ εό προσιδιάζουν. μιά μεταφυσική πού θεμελιώνει τό ον στήν ταυτό­ τητα τών ιδεών καί. τροποποιώντας τήν έννοια τής αιτιότητας. παρεκτός άν. Μίνως ή περί νόμου. σάν άρχή.

σάν αρμονικό άντάμωμα τής σωκρατικής ήθικής καί τής μαθηματικής θεω­ ρίας τών πυθαγορείων34. Ή 6τέρα φύσις τοϋ είδους (1580) θά βασανίσει τόν Πλάτωνα καί τήν κατοπινή φιλολογία.1 1 0 . τήν άναρχία δηλαδή. 27μαιος. Όλόκληρο τό σύμπαν ύπακούει σέ μιά θεολογική πατριαρχία πού. 3 5 · 0 · νΐ&δίοδ. . βοήθα νά στρέψουμε τήν προσοχή 3 4 · ϋ · Κοδδ. δέν διαφωτίζει τή μέθεξη τοΰ αίσθητοΰ πράγ­ ματος στήν ιδέα. Ώ ς ενδειξη. πλατωνικές καί μή. εξίσου βέβαιο δμως εΐναι δτι σέ κανένα διά­ λογο — ούτε καί στόν Φαίδο^να-1— δέν μας δίνεται μιά πλήρης έξήγηση αύτοΰ τοΰ ζητήματος35. ήχοΰν παρακινδυνευ­ μένες καί άμφίβολες. μολονότι ή πολιτική τή θέ­ λει πάγια. δέν παρουσιάζεται οριστική καί άμετάκλητη στά πλατωνικά κείμενα. άκόμη κι άν γίνει άποδεκτή. ένώ ή έρμηνεία τής ιδέας ώς μή υποστασιακής οντότητας (και ούδαμοϋ αντω προσήκη έ γ γ ίγ ν ε σ θ α ι άλλοθι ή έν φυχαΐς. Παρμενίδης. ή ισχύς της καί. δτι ή ιδέα καί τό αισθητό δένονται μέ μιά αίτιακή σχέση. 13 2 Β) δίνει μιά άπάντηση πού άλλάζει ριζικά τά δεδομένα τοΰ προβλήματος. σ. τά έκγονα τοΰ κάθε είδους συγκροτοΰν μιά «οικογένεια» κάτω άπό τή ματιά τής πατριαρχικής κηδεμονίας. Ή πυθαγόρεια καταγωγή τής θεωρίας τών ιδεών. τήν επανάσταση καί τήν καταστροφή. γιατί ή κάθε σοφιστικής έμπνεύσεως αύτονόμηση τών αισθητών ταυτίζεται μέ τήν πατροκτονία (πατραλία) ή τή μητροκτονία (μητραλία). 28ο). μέσα στήν πόλη. κι ό κόσμος ολόκληρος δέν μπορεΐ νά είναι ορφανός (τόν μεν ονν ποιητήν και πατέρα τονδε τοϋ παντός. πάντως. Αισθητά καί ρευστά. Ή θεωρία τών ιδεών. Νά. ΡΙαίοηίο 8 ίηάΐ65 η σσ. εΐναι ίσως τό πιό γόνιμο στοιχείο της. μετα­ φράζεται στήν ιδεοκρατία τών ιδεών. Οί άποκρίσεις. ΤΗβονγ ο / ίάβαζ. λοιπόν.Η ΗΛΙΟΤΠΟΛΗ 53 πάρχει εχει τήν αιτία του (παν δ ’ αν τό γ ιγ ν ό μ ενον ν π ’ αιτίου τινός έξ ά νάγκης γίγνεσ θ α ι). ή καταγωγική της άδυναμία. 7 6 . Ό δογματισμός τής πλατωνικής σκέψης. βέβαια. σέ τοΰτο τό κρίσιμο σημείο. 14 . Τονίζεται. άπό άλλη σκοπιά.

Ή σύνδεσή τους μόνο έξω τερική μπορεΐ νά είναι. Καθένας άντιλαμβάνεται δτι τό δ-έ-ν-τ-ρ-ο. καμπύλες ή τεθλα­ σμένες. θέτοντας στόν Σωκράτη ενα πρόβλημα-τέχνασμα. οί μικρές γραμμές πού άπαρτίζουν τά γράμματα. δηλαδή— περιεχόμενό τους. Όνομασία. Ω στόσο αύτή ή σύμβαση. καταπώς πιστεύει ή κοινή γνώμη. δτι ή λέξη «θάλασσα» δηλώνει τή θάλασσα. πού παραμένει άπρόσιτο. έκφραση. Εύθεΐες. συγκρότηση) συμπλέκεται μέ τή θεωρία τών ιδεών καί. άποτέλεσμα συνθήκης καί δχι εσωτερικής συνάφειας. χον­ δροειδής σέ πρώτη ματιά. μήπως οί ιδέες άπογυμνωθοΰν ά­ πό τό ήθικό καί δεοντολογικό — πολιτικό. δέν άποφεύγει τή μοιραία συνάντηση μέ τή γλώσσα. δήλωση. Ή ορθότητα τών ονομάτων (καταγωγή. οί εξηγήσεις πού δίνονται συμπληρώ­ νουν τή μεταφυσική — άρα καί πολιτική— θεσμο­ ποίηση τών πλατωνικών άρχών. οί ιδέες είναι τά καθαυτό άντικείμενα τής γνώσης* άντίθετα μέ τό καντιανό νοούμενο. νόημα. Τ ί είναι τό δνομα. αύτό τό σύνολο άπό γραμμές. περϊ ονομάτων όρθότητος).54 ΣΩΚΡΑΤΗΣ Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΓΙΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ μας πρός μιά ανεπαίσθητη ανησυχία τών διαλόγων τής περιόδου πού εχει γιά σύνορά της τόν Φαίδωνα καί τήν Πολιτεία. τίς λέξεις καί τίς φρά­ σεις. δποια «ομοιότητα» μέ τά φυσικά πράγματα κι . δτι ή λέξη «άνθρωπος» έκπροσωπεΐ τόν δποιο άν­ θρωπο. Ο Ο Ν Ο Μ Α ΤΟ Τ ΡΓΟ Σ Νοητές υποστάσεις. δίνει στόν μεγάλο του ύποβολέα τήν εύκαιρία νά προσθέσει ενα άκόμη εξελικτικό στάδιο στή σκέψη του. στόν δρόμο του πρός τή γνώ ­ ση. τίς συλλαβές. Μέσα άπό τήν έρώτηση γιά τή λειτουργία τών λέξεων (Κρατύλος. δέν εχει καμιά άπολύτως σχέση μέ τό δέντρο τής φύσης. στόν Πλάτωνα τό π ράγ μα καθ' αυτό εί­ ναι κάτι πού μπορεΐ νά γνωριστεί καί νά εκφραστεί βέβαια. πού ορίζει δτι ή λέξη «δέντρο» έκφράζει μ ’ εναν δποιο τρόπο τό φυσικό δέντρο. άρχέτυπα τών πραγμάτων. τών σκέψεων καί τών πραγμάτων. ποιόν μπορεΐ νά ικανοποιήσει. για τί ό νους.

Κ ι δμως. Ό ταν θέλουμε νά μεταδώσουμε κάτι (εί έβουλόμεθα δηλοϋν άλλήλοις τά πρά γ μα τα ).τι κάναμε πριν μέ τίς λέξεις. ή πλατωνικά δοσμένη έννοια τής μίμησης. αύτή άκριβώς ή διαφορά συνιστα τή μιμητική πολυτιμότητα τών ονομάτων. πού θά προ­ σπαθούσε νά μιμηθεΐ τά πράγματα (δήλωμά που σώ ματι εγίγνετο. ' Λ λύση σ’ αύτή τήν περίπτωση είναι μία: νά κάνουμε δ. Δείχνοντας τό στόμα. θά γινόταν γλώσσα.Η ΗΛΙΟΤΠΟΛΗ 55 άν πετυχαίνουν — φωνητική. Μορφάζοντας. του κεφαλιού καί. Αύτή άκριβώς είναι ή λειτουργία πού. Θά τήν παρα­ σταίνουμε υψώνοντας τά χέρια. Μιμούμενοι τή στάση τής κατάκλισης. ρυθμική. ώς άφομοίωση τού πράγματος καί άντικατοπτρισμός. Απαρχής μέχρι τέλους είναι συστηματική ύπενθύμιση — καί άπεικόνιση— τών πραγμάτων. 423 α"^)· Θυμίζοντας στόν «συ­ νομιλητή» ιδιότητες τού περί ου ό λόγος — καί πιο σωστά τού περί ού ή κίνησις— πράγματος. Τό σώμα. νά κάνουμε τώρα μέ τίς χειρονομίες δ. Α ρ κ ε ί γιά μιά στιγμή νά υποθέσουμε δτι γλώσ­ σα δέν υπάρχει. Τό δνομα μι­ μείται: ό ν ο μ ’ εστι φωνή Ικτίνου ο μιμείτα ι και ονο­ μάζει ό μιμούμενος τή φωνή όταν μ ιμ είτ α ι. δπως υψώνεται καί παίρνεται ενα πούπουλο άπό τήν πνοή του άνέμου. πού βασίζει τή δη­ λωτική της ικανότητα στή μίμηση. 4 23ΐ3· Ω στόσο. Πώς νά βρούμε μέσα στά γράμματα τό είδωλο τού .τι καί οί μου­ γκοί (ένεοί). βέβαια. Τόν ύπνο. Τήν πείνα. ολόκλη­ ρου τού σώματος. Κατεβάζοντας τά χέρια. Τόν πόνο. Του έπιτρέπουμε νά συμ-μεριστεΐ τή σκέψη μας καί νά ερθει μαζί μας σέ κοινω­ νία συν-εννόησης. Τήν άπόσταση άπό τόν άλλο θά τή γεφυρώνουμε έκπέμποντας σήματα μέ τίς κινή­ σεις τών χεριών. Τή βαρύτητα. τονική— χω­ ρίζονται απ’ αύτά μέ τή διαφορά πού διαστέλλει τή φυσική άπό τή συμβολική τάξη. Τήν ελαφράδα. δέν ταιριάζει μέ τή λειτουργία τής λέξης. έπιτελεΐ ή γλώσσα. τό κα­ θιστούμε μεταδοτό. δηλαδή. ούτε φωνή (εγγ ράμματος ή α­ γράμματος) καί δτι κάθε άνάγκη έκφρασης πρέπει νά ικανοποιηθεί διαφορετικά. γενικά. μέ άλλη επάρκεια.

Τό ζητούμενο. είναι ή σχέση πού έχουν ή πού πρέπει νά έχουν αύτά μέ τά πράγματα.56 ΣΩΚΡΑΤΗΣ Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ πράγματος. μολονότι ονομά­ ζεται ζωγράφημα (εστι δε που και τό όνομα μίμημα. ώσπερ τό ζω γράφ ημα. μέ τή βοήθεια του Κρατύλου καί του Έρμογένη. άντί νά μας παρασύρουν μαζί τους (ΐστησιν ήμών επ ι τοΐς π ρ ά γ μ α σ ιν τήν ψυχήν ή . πού υποστηρίζει μιά φυσική (φύσει) ορθότητα τής κάθε λέξης. προσπαθεί υπομονετικά νά ορίσει. πού ό Σωκράτης. έπίστασθαι καί τά π ρ ά γ μ α τ α . Ά ν μπορεΐ νά ίσχύσει ή άποψη δτι δποιος γνωρίζει τά ονόματα γνωρίζει καί τά ίδια τά πράγματα (δ? αν τά ονόματα έπίσ τα τα ι. Δέν είκονίζει τό πράγμα. άναλυμένο είναι ή ορθότητα τής γνώσης τών πραγ­ μάτων μέσω τών ονομάτων.πράγματος καί ή μυθική. γιά τόν θεωρητικό τής γνώσης. αύτό είναι βέβαιο. Ε ίτε πάρουμε τό μέρος του Κρατύλου. ή λειτουργία τής γλώσσας. 435 ^ τόματα γίνεται πρόβλημα ή έσωτερική σχέση ονό­ ματος . Γ ιά τό ζήτημα τής γνώσης. 43οβ )? δέν είναι πίνακας. Ε κ είνο πού προσανατολίζει τήν άπορία τους -—-κατάσταση πού ό Σωκράτης τήν κάνει μεταδοτική δπως τό χασμουρητό (Χαρμίδης. άρχική πράξη του όνοματουργοΰ πού εθεσε σέ κυκλοφορία τίς λέξεις. 1960)— περισσότε­ ρο καί άπό τά ίδια τά ονόματα. Α ντίθετα μέ τή ζωγραφική καί τή γλυ­ πτική. δέν περιέχει εικόνες καί. χωρίς νά καθρεφτίζει τίς ορατές ιδιότητες. είτε τό μέρος του Έρμογένη. έρευνα τήν έσωτερική τους ιστορία γιά νά μαντέψει τήν άρχική εμπνευση του όνοματουρ­ γοΰ. Δηλώνει δτι στεκόμαστε πάνω στά πράγματα. ή όρθότης τών ονομάτων. Ό Σωκράτης έξετάζει τίς λέξεις σάν ραβδοσκόπος. καθρέφτης ή είδωλοποιητική παράσταση. άλλά μ ’ εναν τρόπο μοναδικό. σχεδόν. ώστε νά τούς άναγνωρίζεται ή δυνατότητα τής γνώσης. ή έπιφάνεια τής λέξης σημαίνει. Ή επιστήμη. παραμέ­ νει πρόβλημα. πρωταρχικό είναι νά μάθουμε πώς τό ονομα δηλώνει τήν ούσία του πράγματος κι άπό που άντλεΐ αύτή τή μοναδική ιδιότητα. πού π ι­ στεύει δτι τά ονόματα είναι άποτελέσματα σύμβα­ σης (συνθήκη καί ο μ ο λ ο γία ). Μ ιμείται.

Η ΗΛΙΟΤΠΟΛΗ

57

δτι ξυμπεριφ ερεσται) . Ή αλήθειας Σημαίνει τή φο­
ρά του θείου (ώς θεία ουσα άλη). Ό πόθος; Ε π ε ι­

δή, καθώς θά γράψει αργότερα ό Αριστοτέλης, ση­
μαίνει τήν έπιθυμίαν του άπόντος, παράγεται έκ­
του άλλοθι που δντος. Ό ερως, πάλι, ονομάζεται
έτσι έπειδή μπαίνει στήν' ψυχή άπό τά έξω (ότι
έσρεΐ εξωθεν). Ή άνία έπειδή έμποδίζει τήν κίνηση,
ή λύπη έπειδή διαλύει τό σώμα, ή οδύνη άπό τής
ένδύσεως τής λύπης, τό δέον έπειδή γίνεται έμπόδιο
(δεσμός είναι καί κώλυμα φοράς). Καί, στή συνέ­
χεια: οί δαίμονες έπειδή είναι φρόνιμοι καί δαήμονες'
οί θεοί επειδή κινούν (θεϊν)' οί ήρωες έπειδή γεννιού­
νται άπό τόν έρωτα* ό άνθρωπος έπειδή άναθρεϊ' ή
ψυχή έπειδή είναι γιά τό σώμα αίτια ζωής καί τού
δίνει τή δυνατότητα τής άναπνοής καί τής άναψυχής. Ό νόματα θεών: ό Ποσειδώνας είναι ό ποσίδεσμος , αύτός πού σβαρνάει τά πόδια του* ό Πλούτων
βγαίνει άπό τόν πλούτο πού ύπάρχει κάτω άπό τό
χώμα (εκ τής γής κάτωθεν άνίεται)* ό Ά δ η ς είναι
αύτός πού δέν φαίνεται (άειδες)' ή Δήμητρα είναι
αύτή πού δίνει τήν τροφή σάν μητέρα (διδοϋσα ώς
μήτηρ: Α ημήτηρ)' ή Ή ρα είναι ό άήρ καί ή Περσεφόνη προέρχεται άπό τή λέξη Φερέφφατα’ τέλος, ό
Απόλλων είναι αύτός πού καθαρίζει (ό άπολούων).
Ω στόσο, αύτή ή καθαρά σημαντική έξέταση τής
λέξης θά παρέμενε έλλιπής, άν δέν συνοδευόταν ά­
πό τή γραμματική άνάλυση. Ποιά ή μιμητική δυ­
νατότητα τού γράμματος; Τό Ρ (ρώ), θά πει ό
Σωκράτης, δηλώνει τήν κάθε λογής κίνηση: ρεϊν,
ροή , άλλά καί τρόμος, τραχύ, κρούειν, θραύειν, έρείκειν
(σχίζω), κερματίζειν, ρυμβεϊν (περιστρέφω). Τό I (ι­
ώτα) μιμείται τή φορά: ιέναι, ϊεσθαι, δπως τό Φ
(φεΐ), τό Ψ* (ψεΐ), τό Σ (σίγμα) καί τό Ζ (ζήτα),
σάν πνευματώδη γράμματα, μιμούνται καθετί σχετικό
μέ τήν πνοή: ψυχτόν, {εον, σείεσθαι κ.τ.λ. Εξάλλου,
τό Λ (λάμβδα), έπειδή κάνει τή γλώσσα νά γλι­
στράει, σημαίνει τό Αεί# καί τό ολίσθημα. Τό Ν
(νυ), πάλι, έπειδή υποδηλώνει τήν έσωτερικότητα,
βρίσκει τή θέση του στίς λέξεις ένδον, θντ<9ς, έννοια,
εν0α κ.τ.λ.
Ό νομοθέτης τής γλώσσας, μ ’ αύτή τήν πράξη,

58

ΣΩΚΡΑΤΗΣ

Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ

νά βρει δηλαδή μιά γραμμα-τική άντιστοιχία γιά
κάθε πράγμα, πλάθει ενα νέο σύμπαν. Ή τάξη τών
πραγμάτων συστοιχεΐ μέ τή συμβολική τάξη τών
λέξεων καί, συνακόλουθα, άπό λέξη σέ λέξη, γίνε­
ται πρόδηλο δτι αύτός ο ονοματικός κόσμος εχει
μιά ίδιάζουσα συνενοχή μέ τό πρόβλημα τών ιδεών.
Άφοΰ τά πράγματα ρέουν (πβριφέρβσθαι τά π ρά γ ­
ματα καί πάντως φέρβσθαι) καί τά ονόματα — μό­
νιμα ιδρύματα— παραμένουν, ό όνοματουργός, στή­
νοντας τά ονόματα, δέν μπορεΐ παρά νά χρησιμο­
ποίησε κάτι ((ιδεατό» γιά νά έπιτύχει τήν καθολικότητά τους. Έ τ σ ι, κοντά στις διακρίσεις αισθητό νοητό, ύλη - ιδέα, σώμα - ψυχή, παίρνει δικαιωμα­
τικά τή θέση της καί ή διάκριση του πράγματος
άπό τό δνομα. Τό τελευταίο, σάν μίμημα του πράγ­
ματος, ένέχει τήν ούσία του (δνομα: διακριτικον τής
ουσίας, 388)3-0), δπως ή ιδέα είναι ή ούσία τών αι­
σθητών της άντιτύπων.
Ή μίμηση ύποδηλώνει καί διακρίνει τήν ούσία.
Είναι τό συμπέρασμα — καθαρά άντιπλατωνικό
στή σύλληψή του— πού περίμενε ό Σωκράτης γιά
νά άλλάξει, μέ μιά ξαφνική μεταστροφή, τήν έπιχειρη ματολογ ία του. Ό θεωρητικός τών ιδεών άρχίζει νά άντικρούει τόν θεωρητικό τών ονομάτων.
Έφόσον ή λέξη μιμείται, προσπαθεί δηλαδή νά ο­
μοιάσει μέσω τών γραμμάτων μέ κάτι έξωτερικό
(άφομοιών τοΐς γ ρ ά μ μ α σ ι τά εργα), τά μέσα πού
χρησιμοποιεί είναι αισθητά, καί γ ι’ αύτό δέν παύει
νά είναι αισθητή καί ή ϊδια. Τό βασικό, λοιπόν, δέν
εΐναι νά δούμε άν τά στοιχεία του ονόματος δηλώ­
νουν τήν ούσία (συλλαβαϊς τε καί γράμματα ή μίμησις τυγχάνει οϋσα τής ουσίας , 424 β), άλλά, άκό­
μη πιό ριζικά, άν ή μίμηση, ώς κύρια ονοματική
λειτουργία, είναι άνεκτή άπό τόν ιδρυτή τών ιδεών.
Ή άπάντηση είναι γνωστή: τό είδος, ώς άόρατο, εί­
ναι καί άμίμητο, δπως άμίμητη εΐναι καί ή ούσία
τών πραγμάτων καί, συνεπώς, άπορριπτέα κάθε
προσπάθεια μίμησής τους.
Είναι ή φιλοσοφική άποδοκιμασία τής άπασχόλησης μέ τίς λέξεις (μ ή σπουδάζαν έπ ΐ τοΐς όνόμα σιν, Πολιτικός, 261 β) πού, λές γιά ν’ άφήσει βα­

Ιί ΗΛΙΟΤΠΟΛΗ

59

θύτερη εντύπωση, έκδηλώνεται αμέσως μετά τόν
ένθουσιασμό γιά τήν περίτεχνη συγκρότησή τους.
Ά π ό ενα σημείο καί μετά ή γλωσσική αρχαιολογία
δέν οδηγεί πουθενά. Ό σο κι άν συμπλησιάζουν, Ό ­
νομα καί πράγμα, δέν συμφύονται, είναι έτερογενή
καί διάφορα. Δικαιολογούν γ ι’ αύτό τή σωκρατική
άπροθυμία νά παραμείνει πιστή στή γραμματολο­
γία: είναι γελοίο, θά πει, νά έξηγούμε τά πράγματα
μέ τά γράμματα καί τίς συλλαβές (425(1), κι άκόμη
πιο γελοίο νά μαθαίνουμε ονόματα μέ τήν πεποί­
θηση δτι μαθαίνουμε πράγματα36. Ή σφοδρότητα
τής άρνησης είναι καθαυτό πλατωνική: μονάχα άν
καταπιαστεί μέ τά ίδια τά πράγματα, θά μπορέσει
ή γνώση νά είναι ασφαλής (άγαπητόν δε καί τοϋτο
όμολογήσασθαι δτι ονκ εξ ονομάτων , αλλά πολύ
μάλλον αυτά εξ αυτών καί μαθητέον καί ζητητέον
ή εκ τών ονομάτων, 439^)· ^ χ ι κοιτάζοντας μέ τά

«φυσικά μάτια», πού παθαίνουν καταρράκτη άπό
τήν άδιάκοπη ροή τών ορατών, άλλά μέ τά μάτια
τής ψυχής, πού ματιάζουν άπευθείας τήν ούσία
(οίόν εστι τό πράγ μα).

Ά λ λ ά άν γιά τόν θεωρητικό τής γνώσης ή μίμηση
τής λέξης είναι έπικίνδυνη, γιά τόν πολιτικό, αύτόν
πού μηχανεύεται τρόπους έλέγχου καί έξουσίας, πα­
ρουσιάζει συναρπαστικά πλεονεκτήματα. Ό νόμος,
καθώς είδαμε, είδε κι επαθε γιά ν’ άπαλλαγεί άπό
τή μερικότητα του πάθους καί νά υψωθεί στήν άσφαλή καθολικότητα τής ούσίας. Τό δνομα, εστω κι
άν πρέπει νά λησμονήσουμε τά κλασικά πλατωνικά
συμπεράσματα, δέν κάνει τίποτε διαφορετικό. Ά πομακρύνει, άπαλλάσσει τόν νου άπό τή μερικότη­
τα τών αισθητών άπόψεων, αύτών πού δέν έκφράζονται, άλλά μόνο μέ τό δάχτυλο μπορούμε νά τίς
δείξουμε στόν άλλο37, καί τόν άνεβάζει στήν ύπερ36. Ε ίπ έ μοι ώ Χώκρατ€ς ονκ αίοχνντ) τηλίκοϋτος ών ονόματα
θηρβνων ..., Γοργίας, 489 ^·
3 7 · «Αύτό πού δέν μπορώ νά έκφράσω, τό δείχνω μέ τό δάχτυ­
λο», ΜοηΙ&ί^ηβ, ενθ. άνωτ., σ. 20ι.

πού δλα τά χρωστάει στή μηχανή τής πρό­ τασης. μιά κατάσταση. στό έπίπεδο του μεταδοτοΰ. Μέ μιά «λέξη» διαβαίνει τόν κόσμο.0 Ν0Μ0ΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ οψία τής καθολικότητας. δπως μέ τό χρήμα άγοράζει καί πουλάει εμπορεύματα. βέβαια. προδίνει μιά συ­ νενοχή διαφωτιστική.πάθους. Δέν ύπάρ- . Ή τάξη του κόσμου άλλάζει σέ τάξη τών λέξεων μέ τέτοια άφθονη ποικιλία. Ό σχηματισμός τής φράσης. μέ τόν τρόπο του. μέ μιά φράση άπαλλάσσεται ά­ πό τίς δεσμεύσεις του αισθητού. Ή γλώσσα είναι νόμισμα πού έπιτρέπει στον άνθρωπο νά έμπορεύεται παραστάσεις καί πράγματα. συνολικά καί μερικά. μολονότι δέν είναι ιδέα. υποκείμενο. γίνεται νοηματικά άνταλλάξιμη. τίς συμβά­ σεις τής ονοματικής άναπαράστασης— σέ λέξεις. μεταφέρει άπό άν­ θρωπο σέ άνθρωπο τή γενικότητα. ή πραγματικότητα.ρήματος ή επιθέτου μέ τόν τρόπο πού κρίναμε τή σχέση ούσίας . είναι μιά φράση δπου ό Θεαίτητος είναι τό δρών πρόσωπο καί τό κάθηται είναι ό όνομασμός τής πράξης του (δήλωμα επ ί ταΐς πράξεσιν). τήν πραγ­ ματικότητα ολόκληρη. Οί άντιστοιχίες εΐναι ύποβλητικές. Ό «Θεαίτητος κάθηται». είναι φανερό δτι άναπαράγει μιά πράξη. άναφορά μιας ιδιότητας. Πρώτη σκέψη πάνω σ’ αύτό εΐναι δτι μπορούμε νά άντιμετωπίσουμε τή σχέση ούσιαστικου . τά δυο ρήματα κατονομάζουν ένέργειες τών υποκειμένων τους. Σ τό παιχνίδι τής καθημερινής ζωής. Ε π ω ­ μίζεται τό εργο τής ένότητας. δταν λέμε δτι ό Θεαίτητος μάχεται ή ή θά­ λασσα φουρτουνιάζει. μιά πρόταση εχει πάντα δύο βασικά χαρακτηριστικά: τό ονομα καί τό ρήμα. παρά τήν πεισματική άντίσταση πού προβάλλουν τά έπιμέρους χαρακτηριστι­ κά τών πραγμάτων. Έ τ σ ι. «δαιμόνια» στήν κυ­ ριολεξία. επίθετο δείχνουν μιά σχέση γραμματικής καί οντολογίας πού. Ουσία. τό δνομα. Μεγάλη ή μικρή.6ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ . Εΐναι μιά δυνατότητα αύτή. γιά παράδειγμα. ουσια­ στικό. καθώς υπερβαί­ νει τή μερικότητα τών αισθητών. κρατα ιδεατό ρόλο. δπως. άν δέν φτάνει νά άναγάγει τή δεύτερη στήν πρώτη. γίνεται ενας γραμ­ ματικός Θεός. ώστε νά μήν υπάρχει στιγμή τών πραγμάτων πού νά μή μεταφράζεται — μέ δλες. ρήμα.

ούδ’ αν ρημάτων χωρίς ονομάτων λεχθέντων. σ. Τό δνομα μιμείται τήν ούσία (ούσία . Τό μικρό δράμα πού παίζεται στό έσωτερικό τής κάθε πρότασης εΐναι μιά γραμματική άναπαράσταση τού μεγάλου δράματος πού θέατρό του εΐναι ο κόσμος. δηλαδή. Σοφιστής. δπως δέν ύπάρχει καί ούσιαστικό πού νά μή δέχε­ ται τήν «έπιθεση» του ρήματος καί τών επιθετικών κοσμημάτων. καταπώς λέει ό Σωκράτης— χέρι ορίζει τίς έξακολουθητικές αντιστοιχίες. Δέν πρέπει νά περάσει άπαρατήρητο. Εα ρΗϊΙοαορΗϊβ άβ Ια ξΓαηνηαΐνο. πάνω άπ’ δλα.ούσιαστι­ κό): μένει άκίνητο στό παρόν. 262 α). Ή γραμματική πρόταση λειτουργεί σάν ενα τέχνημα πού μεταφράζει τά πράγματα. δέν παρακολουθεί ποτέ τήν κίνηση. τής κίνησης. πού έχει κι αύτή 38.Η ΗΛΙΟΤΠΟΛΗ 6ι χει πράγμα χωρίς ενα πλήθος ιδιότητες γύρω του. νά κλίνει (έγκλιση) πρός τό παρελθόν καί πρός τό μέλλον. Μιά άλλη νομοθεσία. του χρό­ νου* άληθινό χρονόλεκτο (ζ6 ΪΙ\νοΓΐ)38. χαρακτη­ ριστικά αύτά πού δείχνουν εύλογα δτι οί γραμματι­ κοί τύποι εΐναι καμωμένοι ώστε νά παρακολουθούν τίς τροπές τής πραγματικότητας. άντίθετα μέ τό ρήμα. πλέγμα καί συνάρθρωση.σνμβεβηκότος. μπορεΐ νά γέρνει μέσα στον χρόνο. Κόσμος καί γλώσσα παρατίθενται σάν δύο πίνακες δπου ενα σοφό — ίσως καί θεϊκό. Ό τρόπος αύτής τής συμπλοκής. τό γεγονός δτι τά ονόματα δέν ονομάζουν μό­ νο: ούκ ονομάζει μόνον ά λλά τι περαίνει. έχει δικό του καταστατικό — εΐναι ή γραμματική τέχνη. Εΐναι ή λέξη του γίγνεσθαι. Τίποτε πραγμα­ τικό δέν άθετεΐται καί. σνμπλέ­ κω ν τά ρήματα τοΐς όνόμασι. τό ονομα πέφτει (πτώσεις) άπό τό ένα πρόσωπο στό άλλο. ύφασμα. Οΐίο ]θ8ρ6Γδ€Π. Δέν νοείται ούσία χωρίς συμβεβηκός ή συμβεβηκός χωρίς ούσία. πού εΐναι συμφιλιωμένο μέ τόν φυσικό κόσμο. δ­ μως. δπως δέν νοεί­ ται δνομα χωρίς ρήμα ή ρήμα χωρίς ονομα (ούκονν εξ ονομάτων μεν μόνων συνεχώς λεγομένω ν ούκ εστι ποτέ λόγος. Τό ρήμα κλίνεται (άπό τόν ένα χρόνο στον άλλο). τής δράσης. 35$· . ή σχέση ου­ σίας .

Α. 4°8ο) δέν έμφανίζεται άνεξέλεγκτη. ορίστηκαν μέ επάρκεια οί τρόποι πολιτικού. Ραιϊδ Ι 972 (π ρ ώ τη έ κ ­ δοση 19 2 6 ). τήν αποδοχή του καλού (ορθότη­ τας καί γραμματικής ύπακοής) καί τή γενική ρύθ­ μιση του νοήματος. γιά τίς λέξεις. δ­ πως λέει μιά έτοιμη άποψη.τι ή άστυ-νομία γιά τούς πο­ λίτες. ήθικού καί γραμματικού έλέγχου.ψυχή. αθάνατη. πού ορί­ ζει τή φύση του άνθρώπου. Κρατύλος. Ή διαίρεση προτείνεται σάν μυ3 9 * Γ ιά τήν έννοια τή ς μ ετά θ εσ η ς (ΐΓ&ηδροδΐΐίοη). άλλά έπειδή ύπάρχει ένα άτόφιο πλατωνικό στοιχείο. Δ ιο γ έ ν η ς Λ α έ ρ τιο ς . Μά ή ιστορική έξάρτηση τού πλατωνισμού άπό τόν πυθαγορισμό. δύο πλα­ τωνικές μεταθέσεις^ προηγούμενων διδασκαλιών. I. Ή παντοδυναμία της (ό λόγος τό παν ση­ μαίνει. λοιπόν. τά δε π ο λ ιτικ ά κατά Χω κράτην βφίλοσόφβι. Ο Χ Ω Ρ ΙΣ Μ Ο Σ Αισθητά . δ. εφτασε γιά τόν Σωκράτη ή στιγμή νά άποκριθεΐ στήν πιο ολοκληρωμένη έρώτηση: ποιά ή ούσία τής πό­ λης πού οργανώνεται μέ βάση τίς ιδέες καί ποιά ή ψυχή πού. Άφου. Τά μβν γ ά ρ α ισ θητά καθ ’ 'ΙΙρά κλ ειτο ν. χωρισμός απόλυτος. 1ΐ\τβ IV. τά δέ νοητά κατά Π υθα γόραν.Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ τούς νόμους της. Νομοθέτης. πού θά γίνει φανερό καθώς ή γόνιμη διάθεση τού Σωκράτη έπιχειρεΐ νά λύσει τίς άπορίες γιά τήν άσύμμετρη συμ-μονή ψυ­ χής καί σώματος. βέβαια. Δύο χωρισμοί. βλ. φέροντας τά πρόσκαιρα δεσμά της. ζεΐ στήν πόλη.νοητά.|θ. . ονοματοθέτης. Ιχ\δ ΒβΠβδ ΙβΙίΓβδ. Πλάτων. τόν αποκλεισμό του κακού (λά­ θους ή ανοησίας). Ή γραμματική ελέγχει τό πλέγμα τής γλώσσας* εί­ ναι. ί)ίέδ. τόν ορφισμό καί τίς αιγυπτιακές θρησκευτικές δοξασίες δέν σφετερίζεται τό σύνολο τής πλατωνικής σκέψης**0* δχι.62 ΣΩΚΡΑΤΗΣ . . άλλά καί σέ πλήρη συστοιχία: σώμα . λογοθέ­ της έρχεται μιά στιγμή πού δίνουν τά χέρια. ή σύνθεση υπερβαίνει τά συστατικά της μέρη. έπειδή. πού ορίζει τή φύση του κόσμου. είναι κι αύτή παιδί τής ύπακοής. Α ιλ ϊο η γ άβ Ρ Ια ίο η . χωρισμός έξίσου άπόλυτος.

άρχικά. θά έμφανιστουν καί πάλι τά ένάντια. ή άπάντηση θά είναι άποστομωτική. ής διαγράφεται καθαρά στον τρό­ πο μέ τόν όποιο είναι άρχιτεκτονημένος αύτός ό διάλογος. Ό θάνατος του σώμα­ τος σημαίνει τήν άναγέννηση καί τήν άπελευθέρωση τής ψυχής (ήγούμεθα τί τόν θάνατον είναι\ Ά ­ ρα μή άλλο τι ή τήν τής ψυχής άπό του σώματος α πα λλαγήν. Σάν κατακλεί­ δα. Ή θεωρία τών ιδεών. ή άρετή. τό έπιστημονικό. λύσις καί χωρισμός ψυχής άπό σώματος. Ή άθανασία τής ψυχής παίρνει διπλό σχήμα: έξηγει τή γνώση σάν άνάμνηση καί. 640). τή φυσική του πατρίδα* καί ή ψυχή. ξεκορμίζοντας.. 6γ(1). ό καθαρ­ μός. ύψώνει τή δικαιοσύνη σέ υπέρτατο κοσμικό νόμο. Δηλαδή. . σημάδι πού δείχνει τόν τόπο του έφήμερου ένταφιασμοΰ τής ψυχής. 400ο). Μ ά άν ή έγκόσμια πορεία τους είναι κοινή. συγκεκριμέ­ νη 6σο καί τής ζ< >ής πού προηγείται του θανάτου. παράπλευρα. Συνεπώς. Φαίδων. ή ψυ­ χή φυλακίζεται στό σώμα. άρχή καί τέλος διαφέρουν. Ή παράσταση τής μετά θάνατον ζωής.Η ΗΛΙΟΤΠΟΛΗ ^3 στικό τής ένότητας. συμφιλιώνεται μέ τόν θνητό φλοιό της καί μοιράζεται τήν ταπεινή του μοίρα. άντικρούει τή θεωρία τών έναντίων* καί δταν. θεσμοποιώντας τόν φόβο. στή συνέχεια. παίρνει τήν άνιούσα πρός τόν υπεραισθητό κόσμο (ούκοϋν τοί τό γε θάνατος ονομάζεται. Πέρα άπό τό ρητό περιεχόμενο του Φαίδωνα.τό σώμα. ή κρίση. Ό κόμπος τής ζωής λύνεται καθώς τό σώμα έπιστρέφει στον ύλικό κό­ σμο. Γ ιά νά μπει στον κόσμο. ή παραμονή στον : ώσμο τί άλλο μπορεΐ νά σημαίνει γιά τήν ψυχή άπό τήν άπαντοχή τής έλευθερίας. τ ί ονομάζει σήμα (Κρατύλος. μοιράζοντας τόν άν­ θρωπο στά δύο. Καθεμιά ένότητα λαβαίνει ιδιαίτερη άποδεικτικότητα άπό τή θέση πού κρατά στή διαδο­ χή τών έπιχειρημάτων καί στή δραματική πύκνωση τής συζήτησης. μεταφυσικό καί πολιτικό νόημα τής άθανασίας τής ψυ. μελέτη θανάτου. γ ί­ νονται ένα άποτελεσματικό πολιτικό έπιχείρημα. ό έσχατολογικός μύθος δίνει τήν ήθικομεταφυσική ολοκλήρωση ’Εγκαθιστώντας ενα θρησκευτι­ κό δικαστήριο στό έπίπεδο του σύμπαντος κόσμου.

έπαγωγική έκμάθηση κ. μπορεΐ νά άναθυμάται γνώσεις πού κανείς ποτέ δέν τού δίδαξε (τό γάρ ζητβϊν άρα καί μανθάνειν ανά­ μνησή δλον έστίν. Τίμαιος. ξεπέφτει άπαρχής σέ μαθήτρια —καί υποχείρια— τών αισθήσεων. τό ψέμα. τό κακό. νά πελαγοδρομεί στόν ώκεανό τών αισθήσεων.64 Σ Ω Κ ΡΑ ΤΗ Σ . εϊναι δύο προβλήματα: ή γνώση καί ή άρετή. δηλαδή έξω άπό τά αι­ σθητά. πάντως. ή πλατωνι­ κή σκέψη τά άπορρίπτει στό δνομα τής έπιστροφής. ΙΎ αύτό καί ή ψυχή εϊναι νοσταλγός. ή γνώση εί­ ναι μιά πραγματική δυνατότητα: πώς κοινωνεΐ μα­ ζί της ή ψυχή. 8ι ά). Μαθαίνω ση­ μαίνει άποστρέφομαι τόν κόσμο γιά νά γνωρίσω τόν έαυτό μου — αύτή εϊναι ή σημασία τού γνώθι 41 . προσπα­ θεί νά άγνοήσει τό παρόν καί τόν κόσμο.τ. Εϊναι γνωστή ή κλασική χειρονομία πού άποστρέφεται αύ­ τή τήν έκδοχή: δποια κι άν εϊναι ή πολυτιμότητα τής δρασης4χ. ή ψυχή πάει κι έρχεται μέσα στόν αισθητό κόσμο σά­ μπως νά εϊναι μεθυσμένη (πλανάταί καί ταράττβται καί ιλ ιγ γ ιά ). Πλανημένη άπό τήν άστάθεια του σώματος. ή άληθινή γνώση εϊναι άνάμνηση (720). Εμπειρική κατάκτηση. Α ν τ ί νά καταξιώσει τά αισθητά.λ. Ό κεντρικός άξονας. Ωστόσο.Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ φαίνεται νά εϊναι άμεσο άκολούθημα τών νομικών διατάξεων. άλλά ταξιδεύει μέσα στό ίδιο τό μνημονικό της βάθος* δσο βγαίνει άπό τόν αισθητηριακό της λήθαργο. γιά νά γνωρίσει τό παρελθόν. ή ψυχή δέν χά­ νεται στήν άπειρία τών αισθήσεων. ό έξω κόσμος εϊναι τό λάθος. θά πει ό Σωκράτης καί θά άποδείξει στόν Μένωνα (82Β-85Β) δτι δ δούλος. Συμπέρασμα πού καταρ­ γεί τόν αισθητό κόσμο. μά εϊναι άναγκασμένη. Γυρεύει τά νοητά πράγματα. σημαίνουν άναγκαϊα έξάρτηση άπό τόν αισθητό κόσμο* άν ή ψυχή φοιτά στό σχολείο τής δράσης καί τής άκοής. τόσο πλησιά­ ζει τόν άληθινό έαυτό της: τίς ιδέες. δηλαδή τόν άληθινό έαυτό της· ^ Μέ κατεύθυνση πρός τή γνώση. άντίθετα. 47 ^· . μολονότι άμαθής. Έφόσον ή άλήθεια βρίσκε­ ται στό βάθος τής ψυχής. Αέ~γω δη τον το ό μ μ ά τ ω ν μ έ ^ ίσ τ ο ρ μ ά θ η μ α .

άπό άγνοια βέβαια. άλλωστε. 34 δέν μπορεΐ νά συζητήσει μέ δέντρα (Φαιδρός. καί ει­ δικά ό τρόπος του. 230 <3). μέ τίμημα τόν άνασκολοπισμό του σώματος. άλ­ λά δτι ξυπνώ τή μνημονική δυνατότητα τής ψυχής του — αύτό είναι τό μυστικό τής μαιευτικής τέ­ χνη ς*2. Απολογία. παραδεχτεί. 'Ο Σωκράτης είναι ψυχολόγος καί άρνεΐται κάθε μορφή φυσιολατρείας. εΐναι καί τό πιό ύψηλό μά42. γιατί άπώτερος σκοπός του είναι νά τόν άπαγάγει άπό τόν κόσμο πού εχει. σκωπτικός. Θέαμα καί παν-όραμα πού δέν εχει νά κάνει μέ ένα όποιοδήποτε ελθείν επί θέαν πρόκειται γιά μιά άλήθεια πού ή ψυχή τή λυτρώνει. εΐναι κι αύτή μιά κομψή περιφρόνηση του αισθητού κόσμου. Αύτό. τόν μαγεύει. Ό Σωκράτης διδάσκει τήν τύφλωση: μονάχα άν καταργηθουν τά μάτια. Διά βίου εΐναι μετανάστης άπό τό αισθητό στό νοητό. Άφοΰ κάθε ψυχή. ό Σωκράτης δέν μπορεΐ νά τής μάθει τό πα­ ραμικρό (εγώ διδάσκαλος ονδενός πώποτ' έγενόμην). ή ψυχή μπορεΐ νά θεαθεΐ τίς ιδέες. Χ ω ­ ρίζεται άπό τό σώμα γιά νά ένωθεΐ μέ τήν άλήθεια. συνακόλουθα. Δ ηλώ ­ νει μέ αφέλεια δτι. παρά μόνο μέ άνθρώπους. Τό παρουσιαστικό του άκόμη. ναρκώνει τόν συνομιλητή. Έφόσον άπό τή φύση του όρέγηται τον όντος μέ δρεξη άν-αίσθητη. . Τό μόνο πού περνάει άπό τό χέρι του είναι νά τήν άφυπνίσει* γίνεται. άφοΰ δέν γεννήθηκε άπό δέντρο ή άπό πέτρα (ονδ ’ βγω ά π ό δρνός ονδ ’ ά π ό πβτρης πβφνκα. δ φιλόσοφος δέν μπορεΐ νά λογιστεί φιλοσώματος. Διδάσκω. μαμή μιας κύησης μέ σημασία αιώνια. λοιπόν. θυμίζουν τή μουδιάστρα (ομοιό­ τατος είναυ τό τε είδος καί τά λλα ταντη τή π λα ­ τεία νάρκη τή θαλαττία): άποβλέποντας στόν το­ κετό. γιατί μόνο ή ψυχή μπορεΐ νά μάθει τήν άρετή. άναστατώνει τόν άλλο (άεϊ ταράττεί εν τοΐς λόγους). Όσο γιά τήν ειρωνεία του. δυνάμει. δσο καί ή ίδια ή ψυχή. τόν ξεμυαλί­ ζει. Χλευα­ στής. δέν πάει νά πει ό­ τι μετα-δίδω μιά έτοιμη άλήθεια πού έσωτερικεύεται άπό τό λογικό μέρος τής ψυχής του άλλου. είναι πανεπιστήμων.Η Η Λ ΙΟ ΪΠ Ο ΛΗ 65 σαντόν. γιά νά τόν κάνει νά ξεγεννήσει —τόν ίδιο του τόν άληθινό έαυτό— πιό άνώδυνα.

μολονότι είναι στόν κόσμο. Όταν τόν βλέπουμε. Μερικά μέλη του σώματός του έχουν κοπεί. αντί γιά συμφιλίωση μέ τά αισθητά. άλλα έχουν συντρίβει άπό τά κύματα* κι έτσι καθώς κειται. Στήν πόλη τής άχα- . Αύτή ή φθορά. Ό κόσμος γ ι’ αύτόν δέν είναι ή πλήρωση. Εμπιστεύεται δ. στοιχεία δηλαδή πού ή κοσμολογία του Τίμαιου καί οί Νόμοι θά τά έξηγήσουν σάν τή μετα­ φυσική καταγωγή τού κακού. Κατοικώντας στό ταλαιπωρημένο υπό χρόνου ή υ­ πό πόνου ή υπό νόσου σώμα. Ή ίδια οικονομία θά έφαρμοστεΐ καί στό έπίπεδο τής πολιτείας.66 ΣΩ Κ ΡΑ ΤΗ Σ Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ θημα καρτερικότητας. παραμένει άθάνατη (ξυγγενής ουσα τώ τβ θβίω καί άθανάτω καί τώ άβΐ όντι . Ό μως. παρά ή άπαντοχή τής πλήρωσης* γιά τούτο καί. Ό παροξυσμός τής βίας πού κατέχει τόν Καλλικλή είναι ή συνέπεια τής — ήθικής— τύφλωσης πού του προκάλεσε ή ύπερβο­ λική έμπιστοσύνη στά μάτια του. Άλλοπαρμένος άπό τίς ιδέες καί τό άγαθό πού άσφαλίζουν τήν ένότητα τού κό­ σμου καί τήν οικονομία του οντος. Μενών. φτάνόντας σέ μιά πολιτική κατα­ σκευή καθαρά πλατωνική. τήν ύλη. ό Σωκράτης διδά­ σκει τήν αποξένωση: γιά ν’ αγαπήσει τόν έαυτό της ή ψυχή. 8 6 Β). Παρά τό γεγονός δτι πάσχει από χίλια βάσανα (διακαμένη υπό μυρίων κακών). ζεΐ σάν άλλο-παρμένος. 6 ι ι β). δέν μπορει νά βλάψει τήν ψυχή. Ά ν ή αλήθεια ήταν ό αισθη­ τός κόσμος. άθάνατος αν ή ψυχή βΐη. άποκλειστικά σωματική. ό φιλόσοφος έχει τήν άπόλυτη βεβαιότητα τής άθανασίας (ούκοϋν βί άβΐ ή άλήθβια ήμΐν τών οντων έστϊν βν τή ψυχή. ύπομένει μέ τήν έλπίδα τής τελικής άπελευθέρωσης.τι άποθαρρύνει ό Σωκράτης: τό σώμα. πρέπει νά μισήσει τό σώμα. δέν μπορούμε νά άναγνωρίσουμε τήν άρχαία φύση του. γεμάτος ό­ στρακα. Είναι σάν τόν θαλάσ­ σιο Γλαύκο. μοιάζει περισσότερο μέ θηρίο. ο φιλόσοφος θά ένωνόταν μαζί του α­ ναγνωρίζοντας σ’ αύτόν τή μοίρα του. φύκια καί πέτρες. Έ σ τω κι άν είναι βεδουίνος μέσα στήν έρημο του αισθητού. Αθάνατη μέσα σέ θνητά πράγματα. κατέχει τήν άλήθεια πού ξεπερνά τό παρόν. ώς άληθινά ενάρετος. Πολιτεία. τήν αίσθη­ ση.

πού. δέν μπορεΐ παρά ν’ άκολουθεΐ πιστά τή λογική τής θεωρίας τών ιδεών. μέ μάτια σταχτιά. τελικά υπηρετεί τίς άνάγκες τής πολιτικής. μέσα στήν πόλη θά μετα­ φραστεί σέ μιά σειρά άντιστοιχίες. Ή πολιτική άρχίζει μέ τήν περιγραφή τών άλογων: τό ενα είναι δυνατό. ή ίδια ή λέξη τό άπαιτεϊ. επι­ θυμητικό καί θυμοειδές μέρος. δέν παίρνουν άπό λόγια. Κάθε λόγος γιά τήν ψυχή. γεμάτα τρίχες. τό βάθος τοΰ προβλήματος άπαντιέται στον Φαιδρό. πρέπει νά σφραγιστεί άπό μιά πράξη γνήσια πολι­ τική. παρά τά φαινόμε­ να. άλλη τόση άνεση μοιάζει νά χαρίζει ή δυνατότητά της νά παρασταθεΐ μέ τήν εικόνα έ­ νός άμαξιοΰ. λευκό. Ό διχασμένος κό­ σμος. μέ μαΰρα μάτια. παραπλήσιου μ’ έκεΐνα πού μεταφέ­ ρουν τούς θεούς. άλαζονικό καί άπερίσκεπτο. σκοΰρο. μέ πρώτη καί θεμελιακή τή διαίρεση τής ψυχής σέ λογιστικό. μονάχα τό άγκαθερό μα- .νοητά. άγαπά τή δικαιοσύνη καί τήν αιδώ. Πολιτική γράφοντας ό Πλάτωνας. Όσο προβληματικό είναι νά οριστεί ή ούσία τής ψυχής (οΐον μέν έστί). Μέ τή μορφή μιας καίριας μεταφοράς. Α ν τ ί­ θετα. έναρμονισμένη μέ τόν γνώμονα τής μεταφυσι­ κής του. συνεχίζει καί έμβαθύνει άναπάντεχα τόν χωρι­ σμό τής ψυχής άπό τό σώμα. τό άλλο εχει κοντό λαιμό. εννοεί μιά τέχνη κυβερνητική τοΰ άνθρώπου καί τής πόλης. εΐναι φίλος τής σωστής γνώμης (αληθι­ νής δόξης) καί γιά νά τρέξει άρκεΐ μιά λέξη. μολονότι στήν άρχή μοιάζει (καί συχνά είναι) «ψυχολογική» πρόταση. εχει νά άντιπροτάξει τήν ήλιούπολη του άγαθοΰ — τήν άνώτερη μορφή ρυθμισμένης βίας. Η ΤΡΙΧ Ο ΤΟ Μ Η ΣΗ ΤΗ Σ Ψ ΥΧ Η Σ Ή ίδρυση τής πολιτείας. εΐναι άσκημο.Η ΗΛΙΟΤΙΤΟΛΗ 6? λίνωτης βίας πού προτείνει ό Καλλικλής. μέ ψηλή τραχηλιά. ό Σωκρά­ της. κακογεννημένο. τό όποιο τραβοΰν δύο φτερωτά ά­ λογα κυβερνημένα άπό τό στιβαρό χέρι τοΰ ήνίοχου (2463). αισθητά . ενώ τά αύτιά του. θεμελιώνοντας υπερβατικά τήν ήθική του καί αμφισβητώντας κάθε έγκόσμια φροντίδα. πού.

θνμούμεθα δε άλλω τών έν ήμϊν. τήν ήδονοθηρία καί τήν έγκράτεια. Γοργίας. θά δηλώσει τό πολιτικό τους περιεχόμενο. Ά π ό μόνα τους τά δύο άλογα (δηλαδή τό επιθυμητικό καί τό θυμοειδές). Τήν ίδια σκέψη. Ή τριαδικότητα τής ψυχής. μολονότι ψυχικά κι αύτά. θ’ άλλάξει σέ περιγραφή τού θυμοειδούς καί τοΰ επιθυμητικού. Απαρχής ή έμπειρική παρατήρηση: τό ίδιο πράγμα δέν μπορεΐ ταυτόχρονα καί στό ίδιο σημείο του νά κινείται καί νά μήν κινείται (4360). εΐναι άνίκανα νά πορευτούν μέ τάξη* μονάχα ό λόγος καί τό μαστίγιο τού έλλογου ήνίοχου τά συνεφέρει. επιθνμονμεν δ ’ αν τρίτω τινϊ τών περί τήν τροφήν τε καί γεννησιν ήδονών καί όσα τούτων άδελφά. Τά άνθρώ- πινα φερσίματα. ενα καί τό αύτό πράγμα. δταν όρμήσωμεν (436 η-Β). ή δλιη τή φνχή κα θ 5έκαστον αύτών πράττομεν. Ή περιγραφή τών άλογων στον Φαιδρό. ά-λογα καί τά δύο. δίνοντας τή θέση τοΰ ήνίοχου στό λογιστικό. πειθανα­ γκασμού καί ύπακοής. ή έπιθυμία του δέν ταιριάζει νά ποΰμε δτι ταυτίζεται μέ τή σκέψη πού τή συγκρατεΐ.Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ στίγιο τό χάνει νά σαλέψει. μήτε βέβαια νά ένεργεΐ καί νά πάσχει ή νά άσθενεΐ καί νά ύγιαίνει (ού γ ά ρ αμα δήπον ύ για ίνει τε καί νοσεί ό άνθρωπος. . άνάγκη. πέ­ ρα άπό τήν ασυμφωνία άνάμεσα στήν ήδονή καί τή φρόνηση. συνεχί­ ζει ή Πολιτεία: μανθάνομεν μεν έτέ ρω.68 Σ Ω Κ ΡΑ ΤΗ Σ . έπιθυμία) άντιμετωπίζει έμπόδια πού. ολωσδιόλου διαφορε­ τικές μεταξύ τους. 495 6)· Ά ν ή ψυχή εΐναι μιά α­ διάσπαστη ένότητα. τότε ποιά έξήγηση δίνεται στό γεγονός δτι μιά διάθεση (ροπή. δέν ύπακούουν στήν ίδια άρχή. άφήνόντας δμως κατά μέρος τή μυθική μεταφορά γιά χάρη τής κυριολεξίας. μέσα άπό τό ιερό καί τήν άρχή. ελέγχου. Ή μέθοδος πού εφαρμό­ ζει ό Πλάτωνας γιά νά ορίσει τήν «ψυχολογία» του θά ιεραρχήσει τά τρία μέρη τής ψυχής καί. τή μετριάζει ή τήν καθοδηγεί. σχήμα κυβέρνησης. τούτο σημαίνει. δέν ύπακούουν σέ μιά μόνο άρχή παρά σέ τρεις. Όταν κάποιος φλέγεται άπό δίψα καί όρμά ώσπερ θηρίον επί τό πιειν. γ ί­ νεται ενα πολιτικό πρόβλημα γιά τό όποιο αρμό­ διος εΐναι ό ((ψυχίατρος».

ενώ τό ίδιο τό άπαίσιο θέαμα του γύριζε τά βήματα πίσω. Τό θεμελιακό. Τότε διχογνώμησε μέ τόν έαυτό του* ή επιθυμία νά τούς δει άπό κοντά τόν έσπρωχνε πρός τό μέρος τους. Ώσότου καταφέρει νά ζυγώσει τούς νεκρούς καί νά φω­ νάξει: ώ κακοδαίμονβς βμπλήσθητβ τον καλοϋ θεά­ ματος (Πολιτεία. 349 ^ καί 6ο2 6. βλ. δπως ανέβαινε άπό τόν Πειραιά. προτού πλησιάσουμε στις λεπτο­ μέρειες. 44 0α)? χρειάστηκε νά παλέψει (μάχοίτό τβ) καί νά νικήσει τόν έαυτό του. 10 4 1>' Θεαίτητος. ένας άνθρωπος τόν ίδιο τόν έαυτό του. πώς ενας άνθρω­ πος είναι δύο πράγματα μαζί. Κύριος του έαυτοΰ του — δέν είναι ταυτό­ χρονα καί δούλος του. πού. Είναι διχασμένα. καθώς δύο είναι καί τά χέρια του τοξότη: τό ενα σπρώχνει καί τό άλλο έλκει.Η Η Λ ΙΟ Ι ΠΟΑ Η 69 Φανερό δτι έχουμε νά κάνουμε μέ διαφορετικά πράγματα. πάνω στό τόξο. Πώς νικάει. 259 Ά· . Σ ’ αύτήν άκόμη βασίζεται καί ή άνώτερη πολιτική άντίθεση του ενός μέ τά πολλά-®. βέβαια.Εύθύδημος. τό δβ ω βρα τβ καί πβινή και διψή και πβρι τάς άλλας βπιθυμίας βπτόηται ά λόγιστόν τβ και βπιθυμητικόν. 2 9 3 1>(1' Φαίδων . τό κλειδί τής ψυχολογίας. ώς άρχή λογική. μά φυτρώνουν σέ διαφορετικά μέρη του σώματος. είδε καταγής πτώματα άνθρώπο^ν πού είχαν σβήσει άπό τά βασανιστήρια. τής ήθικής καί τής πολιτικής φιλοσοφίας του Πλά­ τωνα. δμως. ό γιος του Άγλαίωνα. είναι ό άναμφισβήτητος χωρισμός σέ ελ­ λογη καί άλογη ψυχή (τό μβν ω λ ογίζεται λογιστικόν προσαγορβνοντβς τής ψυχής. φτάνοντας έξω άπό τό βόρειο τείχος. ή άρχή τής ταυτότητας. δπως διχασμένος ήταν καί ό Λεόντιος. Εξάλλου. Μονάχα άν ή ψυχή εχει χωρίσματα* έτσι. Συναντιούνται. συμμετέχουν (δύο αύτά) σέ μία ένέργεια. αύ­ τή πού μπορεΐ νά διακρίνει τό ταύτόν άπό τό ετερον. 252(1. 4 3 9 ^)· Θεμελιακό δχι μόνο γιατί δείχνει τήν ομαλή συνέ43· Σχετικά μέ τήν άρχή τής ταυτότητας. δίνει. Νικητής τής πάλης — δέν είναι ταυτό­ χρονα (κατά τόν αυτόν τόπον καί χρόνον) καί νι­ κημένος. ι 90 Ιν Σοφι­ στής. Οί άρχές είναι δύο καί διάφορες. Π ολιτεία .

τήν άγνοια. δέν γνωρίζει μέτρα καί σταθμά* τό ελλογο έκπολιτίζεται. τόν νόμο. τήν κακία. πού δέν διαφέρει σέ τίποτε άπό τό έργο τοΰ θηριοδαμαστή. πέρα άπό τό φάσμα τοΰ φόβου. ενώ άποπέμπει στήν άλογία τήν άδικία. πολύ περισσότερο. Θέλοντας καί μή. θά πρέπει ή νά τό σκοτώσει ή νά τό δαμάσει ή νά τό κρατά έξημερωμένο καί περίφοβο. τό δίκαιο. πού είναι άνίκανο νά γνωρίσει τήν πόλη καί τίς άπαιτήσεις της: άπό καταγωγής άποδεικνύεται ά-πολίτιστο. σέ άντίθεση μέ τό άλογο. τόν πόλεμο άνάμεσα στόν λόγο καί τά πάθη νά τόν κερ­ δίσει πρός δφελος τής αύτο-κυριαρχίας. ταιριαστή μέ τήν ποιητική παράσταση τοΰ έρωτα. ’ Ηθικοποιημένη. Ζο)ή θηρίου ή ζωή του* καί ό λόγος. ενώ τό άλογο. θά πρέπει. στό μέτρο πού έχει σκλαβώσει τόν άλογο έαυτό του. τω δ ’ ού δουλεύειν άρχικοϋ γένους . Γιά νά δοθεί ολόψυχα στον νόμο. πλά­ θει ενα κριτήριο ήθικότητας καί πολιτικής δεοντο­ λογίας.. Τό λογιστικό άναλαμβάνει ενα έργο κράχτη. αλλά. Καθένας πολίτης ένσαρκώνει μιά βίαιη άντίθεση: εΐναι έλεύθερος. τήν άγαθότητα. ενώ τό άλογο είναι τυφλό καί άστόχαστο* τό ελλογο κυβερνά καί κυ­ βερνιέται (άρχει και άρχεται). άλ λ ά τοιούτου δντος φύσει οΐου πρέπειν αύτω δουλεύειν. Τό πρό­ βλημα τοΰ δικαίου.70 ΣΩ Κ ΡΑ ΤΗ Σ 0 ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ χιση τοΰ χωρισμοΰ τών αισθητών πραγμάτων άπό τά νοητά. χωρίζο­ ντας τον λόγο άπό τίς ορμές καί τίς ορέξεις.] καί έπανάστασιν μέρους τίνος τω δλω τής ψυχής. τήν τάξη. μεταφράζει τήν άν ασφαλή ισορροπία τών τριών μερών τής ψυχής (ούκοϋν στάσιν τινά [. έξω άπό θεσμούς (δέον) καί άξιες. βιαστή καί τιμωροΰ. μέ κο­ ρυφή τήν άθανασία. ά-νομο. μέ άλλα λόγια. γιά νά μή διακινδυνεύει έξαιτίας του. φύλακα. αύτή ή άγωνιστική συνύπαρξη καταλογίζει στή μεριά τοΰ λογιστικοΰ τή σοφία. γιατί. στό ζήτημα τής πόλης γρήγορα θά κιν­ δυνεύσει νά άποδειχθει εύφημισμός. Τό ελλογο σκέφτεται. δη­ λαδή τό λογιστικό.. ό ήνίοχος. ΐ ν 5άρχγ] εν αύτή ού προσήκον. οφείλει νά στέκει μέ τό μαστίγιο στό χέρι* καί ή μυθική εικόνα τοΰ φτερωτοΰ άμαξιοΰ. τήν άκοσμία — δλα θνητά χαρακτηριστικά.

μέ περιεχόμενο βαθύτατα πολιτικό. τήν τόλμη καί τό θετικό στοιχείο τού πάθους. θυμίζει αναμέτρηση μέ άγρια θηρία. Καλλικλής καί Θρασύμαχος. δέν είναι καί άπλησίαστα: τό ύλικό τους μετατρέπεται άπό τό ένα στό άλλο. Καί ού­ τε ξαφνιάζει πού οί ένσαρκ<ύσεις του ήδονικου λογι­ σμού. Οί ορμές δέν παραμένουν άγριες. 1560). δέν μεθώ. Οί αναφορές τών ζώων. όφώδες. Όπωσδήποτε.Η Η ΛΙΟΤΙΙΟΛΗ 7* οντι. ένα έμπόριο συναισθημάτων. ύπόδειγμα τής άπόλυτής υποταγής τών παθών στόν λόγο. συνθήκες άμοιβαίας άνταλλαγής άνάμεσα στά τρία μέρη τής ψυχής. φήσομεν καί τήν τούτων ταραχήν και πλάνην είναι τήν τε άδικίαν καί άκολασίαν και δειλίαν καί άμαθίαν καί ξυλήβδην π ά ­ σαν κακίαν. Ή ψυχή είναι ή —πολιτική— πηγή δλων τών καλών καί δλων τών κακών πού μπορεΐ νά βρουν τόν άνθρωπο — συνεπώς καί τήν πόλη (πάντα γ ά ρ εκ τής ψυχής ώρμήσθαι καί τά κακά και τά άγαθά. Υπάρχουν. δηλαδή ή υποταγή τών άλογων παθών. γυρεύει τόν τρό­ πο μέ τόν όποιο θά έναρμονίσει τά τρία μέρη τής ψυχής. μέ κύριο πάντως μεσίτη τό λογιστικό. οίμαι . παθών καί δια θέσεων. Γ ι’ αύτό καί ή πρόνοια τής πόλης. λύπη μέ λύπη. άρα δέν έγκαταλείπομαι στά πάθη). βοηθά τό έργο τού λόγου. πρότυπο δι­ καιοσύνης καί πολιτικής ψυχής. μολονότι άνόμοια. . σάμπως νά πρόκειται γιά νομίσματα (ώσπερ νομίσματα). μεταμορφώνονται (μεταβιβάζειν τάς έπιθυμίας)' ο θυμός. Χαρμίδης. δηλαδή. 693). τ ο ία ϋ τ 5ά τ τ α . άλλάζουν ήδονή μέ ήδονή. βρίσκονται πάντα σέ κατάσταση άκράτειας καί θηριωδίας (σνστρέψας εαυτόν ώσπερ θηρίον). δταν πρό­ κειται νά ονομαστούν τά πάθη (λέονταρώδες. όλες γιά νά δηλώσουν τόν θηριώδη χαρακτήρα τής άλογης ψυχής. Καί τά τρία μέρη.: του παρέχει τή θέρμη. 444^)· Ο θρίαμβος του νόμου. μέ άπώτερο σκοπό τή δικαιοσύνη. Εμπορεύονται τήν κυριαρχία ή τήν ύποταγή τους. μεστώνουν τό κείμε­ νο τής Πολιτείας. μάλιστα. μπρος σ’ ένα Σωκράτη νη­ φάλιο (νήψω: άπέχω άπό τό κρασί. μέ κύριο νόμισμα τή φρόνηση ( Φαίδων. κηφηνώδες). καθώ. στήν προσπάθειά του νά δώσει πρωταρχική σημασία σ’ αύτόν τόν κίνδυνο.

τόν λόγο — καί. σάν απομονωμένος ήγεμόνας στό ανά­ κτορό του. στεγάζεται στό κεφά­ λι. πρέπει νά άστυ-νομεύεται άπό τόν φορέα τοΰ νόμου. Δέν διστάζει νά πλαγιάσει μέ τή μητέρα του ή νά βιάσει οτιδήποτε βρει μπροστά του: άνθρωπο. Ή άλογη ψυχή δέν πολιτεύ­ εται. μιά καί τό λογιστικό εΐναι ό φύλακας τών άξιών. γιά νά ζήσει μέσα στό άστυ. νά υπάρχει καί μιά διαφορά ΰψους. οπωσδήποτε. ή έπι­ θυμία ύπάρχει κίνδυνος νά γυρίσει στήν πιό βδελυρή θηριωδία: «Εΐναι οί έπιθυμίες πού ξυπνοΰν στή διάρκεια τοΰ ύπνου. πού διακριτικά χωρίζεται άπό τό υπόλοιπο σώμα —καί ενώνεται μαζί του— μέ τόν ισθμό τοΰ λαιμοΰ (Τίμαιος. δπως ό βοσκός καλεΐ κοντά του τό τσοπανόσκυλο. γοβ). εχει συντελεστεΐ. ζώο ή Θεό» (57ΐ ΐ')· . Ή τάξη καί ή αρμονία. Τό έπιθυμητικό καί τό θυμοειδές εδρεύουν στις πα­ ρακατιανές θέσεις τοΰ στήθους καί τής κοιλίας. (χ)(1. ξυπνά καί γυρεύει νά ικανοποιήσει τίς ορέξεις του. καί οπωσδήποτε πολιτική. Ή έγνοια τοΰ Θεοΰ μήπως μολυνθεΐ τό θειο μέρος τής ψυχής (σεβόμενοι μιαίνειν τι θειον) φύτεψε ετσι τά μέρη τής ψυχής. έμφανίζεται άλληλέγγυα τής φύσης* συνεπώς. άποτολμά τά πάντα. τό πλατωνικό κείμε­ νο μεταφέρει τήν ήθικο-πολιτική ηγεμονία του λογι­ στικού στήν τοπογραφία του ανθρώπινου σώματος. δίχως τήν άγρυπνη φρούρηση τής εννομης βίας. μα­ ζί μέ τήν άσφαλή άπό στάση. νά καλεΐ τό θυμοειδές. ένώ τό λογιστικό. αύστηρή καί άμετάθετη. γιά παρά­ δειγμα.72 ΣΩ Κ ΡΑ ΤΗ Σ . εΐναι άδιανόητη. μεταφυσική— ή ιεράρχηση. Τήν κάθε στιγμή ό νόμος κινδυνεύει νά κα­ ταρρακωθεί* άπό τήν ήρεμη υποταγή της. Επιβάλλοντας μιά άξιολογία —ήθική. Απαλλαγμένο τότε άπό κάθε ντροπή καί φρόνηση. τής βίας τής ελλογης ψυχής καταπά­ νω στό σώμα. ώστε. ήμερο καί καμωμένο γιά νά κυβερνά. δταν τό μέρος τής ψυχής πού λογίζεται. κοι­ μάται* καί τό άγριο καί θηριώδες μέρος. κοινωνι­ κή. Διαφορά συνάμα ίεραρχική: ήθική.Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ Ανεξάντλητο σέ μεταφορές. είναι επί κεφαλής. άφοΰ ή άνωτερότητα τοΰ δίνει τήν εύχέρεια τής άρχηγίας* μπορεΐ. έρεθισμένο άπό τά φαγητά καί τό πιοτό.

Ή άνάγκη τοΰ νομοθέτη παρουσιάζεται γοερή μόλις οί ι­ δέες άναλαβαίνουν νά κυβερνήσουν τόν κόσμο τοΰ αίσθητοΰ. Σ ’ αύτά τά νευραλγικά σημεία το πλατωνικό κεί­ μενο γνωρίζει νά χρησιμοποιεί τήν τέχνη τής έμφα­ σης καί τής άποσιώπησης. ή άσυμμετρία καί ό κίνδυνος παρουσιάζονται μόλις ή μία τάξη γίνεται επίθετο τής άλλης.Η Η Λ 1 0 X 11 Ο Λ Η 73 Ανήθικες. άθεες. ύποκρύπτουν τόν μηχανισμό τής καταστολής πού ύπονοει* ύπερθεματίζοντας τόν νόμο. έχουν ή καθεμιά τή νομοτέλεια καί τήν «ένδελέχεια» πού τίς διέπει. ήθικο-πολιτικο-μεταφυσική άναγκαιότητα άναμφισβήτητη. Ή βία τότε ερχεται μ’ έναν τρόπο παρά­ δοξο νά συμπληρώσει τήν ίδια τή φύση — στό δνο­ μα πάντα τής ήθικής καί τής πολιτικής. ή ύλη. κηρύσσει α­ ναπόδραστα τήν εννομη βία καί τόν θεσμοποιημένο τρόμο. άλογες. άν σκεφτούμε δτι δλα τά σωκρατικά έπιχειρήματα κάτι παρόμοιο άναζητοΰν. ό αισθητός κόσμος είναι σκάνδαλα πού ό νομοθέτης. οσο καί στούς Νόμους— πουθενά δμως δέν άπαντιέται ή παραμικρή ήθική δικαίωσή της. δέν τούς περισσεύουν λέξεις γιά τόν τρόπο μέ τόν όποιο έπιβεβαιώνεται πολιτικά ή άνωτερότητα.τι καί τό μαστίγιο στά χέρια τού ήνίοχου. Ή άναγκαιότητα τής βίας είναι παντού φανερή —στήν Πολιτεία. δ. άποσιωπούν τά άνομα καί βάναυσα μέσα πού ό ίδιος ό νόμος καλείται νά χρησιμοποιεί* ύμνώντας τήν άνωτερότητα τού λό­ γου. Δικαίωση. κα­ θώς προβάλλεται στό κοινωνικό πεδίο. ή διατα­ ραχή. Οί νόμοι στά χέρια τού νομοθέτη είναι ο. Ή δυσαρμονία. Προτείνοντας τήν πολιτική αρμονία. Χωρισμένες οί δύο τάξεις (αισθητά νοητά). Ή άπόκριση πού εχει νά προβάλει τή φύση τών πραγμάτων εύκολα στρέφεται ένάντια στόν ίδιο τόν έαυτό της. γιά νά σταθεί. Ή ιεράρχηση τών μερών τής ψυχής.τι τίς παρακινεί ή συγγενεύει μαζί τους: τό σώ­ μα. εξω άπό κάθε λογική μεσιτεία. πρέπει νά τά ξορκίσει. Ή ίδια ή ύπαρξή τους. Τοΰτο σημαίνει δτι ή άνώδυνη επιφανειακά διέ­ νεξη τοΰ Σωκράτη μέ τούς σοφιστές κρύβει στό . Ή άπαίτηση δέν είναι άτοπη. οί έπιθυμίες μονάχα στή γλώσσα τοΰ κα­ ταναγκασμού ύπακούουν.

74 ΧΩΚΡΑΤΗΧ . τήν τάξη. 45 Ι α )· Ή τήρηση των αρχών. τό συμπέρα­ σμα σχετικά μ ’ αύτό τό πρόβλημα πρέπει νά κατα­ λήγει μέ τό δυοΐν θάτβρον: άπό τά δύο τό ενα. αύτός πού τελικά θά έξασφαλίσει τή συνέχιση τής πλατωνικής πολιτικής στό έσωτερικό τής ιστορίας τής Δύσης. Τό στήσι­ μο. τίς ά­ ξιες. Έ τ σ ι. Ω σ τό σ ο δέν πρόκει­ ται γιά μιά πλατωνική «άπάτη» πού ή άποκάλυψή . φύση ή νόμος. είναι ενα ζήτημα ζωής καί θανά­ του. Καλύτερα. πού έξασφαλίζει τό ομαλό πέρασμα από τή φυσική τά­ ξη στήν κοινωνική. Μέ βάση τήν αρχή τής ταυτότη­ τας. ή άριθμητική δικαιοσύνη — ρύθμιση άφύσικη— δέν μπορεΐ νά συγκριθεΐ μέ τήν άνθρωποφαγία τής σοφιστικής. ήθική στίς δηλώσεις καί τίς προθέσεις της.Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΧ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ βάθος της τό πρόβλημα τής ίδρυσης του κράτους καί τής ήθικής του ύπεράσπισης. άλλά δχι ήθική* είναι ήθικά άδικαίωτο. τής σωκρατικής πολιτείας. τίς ιδέες. γιά τον Σωκράτη αντιπροσωπεύει κά­ τι αλλοπρόσαλλο. νά σκοτώσεις κά­ ποιον άθελά σου (άκουσίως πνός φονέα Ύβνέσθαί) παρά νά τον απατήσεις πάνω στο ζήτημα του δι­ καίου (η απατεώνα καλών τβ και αγαθών καί δί­ καιων νομίμων πέρυ. ειδικά γ ι’ αύτόν τόν λόγο. καί γ ι’ αύτόν. προτείνει τήν ύποταγή τής ψευτο­ πραγματικότητας του αισθητού στήν αληθινή πραγ­ ματικότητα των ιδεών: τον νόμο. λέει ό Σωκράτης. είναι σοφιστι­ κή στις πράξεις καί στίς αποφάσεις της. δμως. πού. Σ ω ­ κράτης ή σοφιστές. Τό ϊσο μέτρο γιά δλους τούς πολίτες. Γ ιά τήν προάσπιση αύτών των αρχών έπιστρατεύονται τά πιο απόλυτα καί παράδοξα έπιχειρήματα. πλάθοντας ετσι μιά κοινωνία ανθρώπων κ α τ’ εικόνα καί ομοίωση τής φύσης. Σύμφωνα μέ τή λογική. Πολιτεία. πολιτικά δικαιωμένο καί λειτουργικό. οί σοφιστές προτείνουν τό δί­ καιο του ίσχυροτέρου. Ά λ λ ά μιά κοινωνία ανθρώπων χωρίς ήθική. Τό κράτος εχει δύναμη. διαγράφεται ό τρίτος δρόμος. Διαπιστώνοντας τον νόμο τής φύσης. δπως ζω ή καί θάνατο σημαίνει κάθε θεωρία γιά τό κράτος — σωκρατική ή σοφιστική. λοιπόν. δηλαδή. Δέν μπορεΐ δμως νά δικαιωθεί ό συντελεστής τής βίας πού κάθε νομοθέτης είναι αναγκασμένος νά χρησιμοποιεί.

απλώς καί μόνο. Ό νόμος. τήν πολιτική. πώς είναι δυνατό νά άποφασίζει γιά τήν άπειρία τών άνθρώπινων περιστάσε­ ων (Πολιτικός. ή πολιτική προβλη­ ματική πρέπει νά αναγνωρίσει στά σωκρα. κράτος.Η ΗΑίΟΤΪΊΟΛίΙ 75 της χαρίζει ενα άκόμη επιχείρημα στούς αντιπά­ λους του κράτους. θεωρώντας θεμέλιο τής πρώτης τόν ίδιο τόν έαυτό της καί θεμέλιο τής δεύ­ τερης τή μεγάλη της άντίπαλο. καί τήν τρομοκρατία κάτω άπό τή «θέσφατη» έπιταγή τής τιμωρίας. βλάβη. σαράκι καί άναπηρία. Έ τ σ ι έλευθερώνεται ενα σμήνος έρωτήσεις: μπορούμε τά­ χα νά έξηγήσουμε τόν νόμο άποσιωπώντας τή βία πού τόν άποσώνει. \ίί μερικότητα. Αύτή ή καίρια αντίφαση στό εσωτερικά "-η: συνύπαρξης. ή ένικότητα εξανδραποδίζονται γιά χάρη τής καθολικότητας* καμιά μερικότητα δμως δέν επιβιώνει χωρίς τήν προστασία τής καθολπ:6τητας. άραγε. κλειδί τής κοινωνικής ζωής καί άνώτερη μορφή σοφίας (ονδένα γ ά ρ δβΐν τών νόμων είναι σοφώτβρον. ένας έξ ορισμού. μιά προβολή τής λογικής (ταυτότητας) στό πεδίο τών κοινωνικών σχέσεων πού προσπαθεί νά υποτάξει τό γίγνεσθαι —καί μαζί τή διαφορά. Στή μεγαλειώδη κατασκευή τής θεωρίας τών ιδε­ ών.ικά έπιχειρήματα μιά μεγαλοφυή «λύση» του προβλήμα­ τος τής συνύπαρξης. Αύτό δέν μας οδηγεί. τήν πολλαπλότητα. καταλήγοντας δχι σέ μιά ήθικοποιημένη συλλογικότητα. νόμος. ι­ δέα — καί. μ’ ενα λόγο. ό­ ταν έξωτερικεύεται. Ά κ ό ­ μη ό νόμος. άξια. Ά ­ ραγε είναι τυχαίο δτι ό χωρισμός τής ψυχής δέν γίνεται μέ βάση τήν ήθική άλλά τή λογική. στό συμπέρασμα δτι πρέπει νά άποσπάσουμε τή λογική άπό τήν ήθική. 294^). μά σ’ ενα σύνολο άκαμπτα έξορθολογισμένο. Μήπως ή ήθική είναι. Αντίθετα. ή βία δέν είσάγεται ώς έγγενές στοιχείο* είναι μάλλον φθορά. τήν άσυμμετρία καί τή διασπορά— στή μοναρχία τής ούσίας καί του νόμου. γίνεται Οε^μό^. ή ιδιομορφία. 2 9 9 °)ι δέν κρύβει τή λογική κάτω άπό τήν ήθική. πού είναι καί ό άξονας αύ- . Ή πρώτη φροντίδα.

μετονομάζεται σέ πρόβλημα τής «μιας» πόλης καί τών «πολλών» πολιτών).λάθος) στό πολιτικό πεδίο (δίκαιο -.ναι Ιν το'ις άνθρώ ποις ίπ ειδ α ν ό ήλιος δύτ). κάνει τόν ο­ ρατό κόσμο σπήλαιο. τή δική του καί τής πόλης. ψυχανεμίζονται αύτό πού συμβαίνει πίσω τους. καθαυτό ορφικής έμπνεύσεως. τό δεύτερο μέρος: «Η ΜΑΓΝΗΣΙΑ». πού. υ­ πνοβάτης του αισθητού κόσμου. είτε μεταφέρει τή λογική δεοντολογία (ορθό .αισχρού. 4 1 3 . απαιτεί τήν απόσπαση τής ήθικής άπό τή λογική καί τήν οντολογία. Αύτή ή μετα­ φορά. Ή έξοδος άπό τήν άγνοια καί ή πορεία πρός τή γνώση παρασταίνονται μέ τήν έξοδο άπό τή θαμπάδα του σπηλαίου στό φώς.κακό). πού έδώ έπιχειρεΐται άποκλειστικά μέσα άπό τά πλατωνικά κείμενα. Ή ιδέα του άγαθοΰ. σέ πολιτικό πλαίσιο. άλλά είναι άνήμποροι τά άνω δψβσθαι (516α). δεσμωτήριο. άποσκοπεΐ νά δείξει δτι ή έξάρθρωση του λόγου τής ήθικής συμπλέκεται άναπόδραστα μέ τή λογική. Ή έσωτερική ανάγνωση τής δυτικής ήθικής. μέ άκραία άπόληξη τόν αισθητικό χωρισμό καλού . Κρατύλος. φυλακή. τό πρόβλημα του ένός καί τών πολλών. 45· Ούδεν δίκαιον ο ίμ α ι βί.άδικο. κρατητήριο. εχει άνάγκη τήν παιδεία τής ψυχής του γιά ν’ άρχισει συνειδητά νά συμμετέχει στή θεϊκή μοίρα.76 ΣΩΚΡΑΤΗΣ Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΪΤΟΚΤΟΝΕΙ του του δοκιμίου. τό άληθινό φώς του ήλιους ή 44 · Βλ. τήν πολιτική. αγαθό . Μέσα στά φαντάσμα­ τα δπου ζουν οί δεσμώτες του σπηλαίου βλέπουν τίς σκιαγραφίες άπάνω στούς τοίχους —θέατρο σκιών— . ό πολίτης. πού τό υπομένει κανείς μόνο μέ τήν έλπίδα τής τελικής άπελευθέρωσης. ή ήθική παρουσιάζεται πάντα σάν μεταμόρφωση ένός αλλογενούς προβλήματος: είτε λύνει μέ τή βία τίς όντολογικές άπορίες (π. ΟΙ Δ Ε Σ Μ Ω Τ Ε Σ Τ Ο Τ Σ Π Η Λ Α Ι Ο Ι Έφόσον τό γνωστικό μέρος τής ψυχής δέν λαβαίνει άπό τά έξω τήν ιδέα τής άρετής. τήν οντολογία καί τή με­ ταφυσική.χ. παρά άφυπνίζεται γιά νά μάθει αύτό πού ήδη γνωρίζει. Καθώς θά δούμε στή συνέχεια**.

Μαζί καί τή χάρη τής μουσικής* ό μουσικός τό­ νος. τή φωτοχυσία μέσα στις ψυχές τών πλανημένων (βίς τό άθβον καί τό σκοτεινόν βλέποντες). του χορού καί κάθε λογής ψυχοπλασίας— έ­ να βασικά σκοπό εχει: νά ύποτάξει καί νά μεταμορ­ φώσει (μβταβίβάζβίν) μέ κάθε θυσία τίς άλογες δυ­ νάμεις. ή . ώστε τά δριά της πρέπει νά χαραχτούν αύστηρά δχι άπό άπλή παι­ δαγωγική προφύλαξη. Παιδαγωγός*6 καί φωταγωγός: αύτή είναι ή μοίρα του Σωκράτη. τόσο εύκολα πείθει τήν έπιθυμία καί τή γοητεύει.77 Η ΗΛΙΟΤΠΟΛΗ αιτία τών πάντων. έχουν άποκλειστικό χρέος νά οδηγή­ σουν —ψυχαγωγία— τήν ψυχή στήν περιαγωγή της άπό τό σπήλαιο στό φώς. δηλαδή. στό πολίτευμά της. Ό τρόπος πού μιλά στήν ψυχή ή μουσική είναι τόσο άμεσος. κινδυνεύει ν’ άνεβάσει τήν παλίρροια τής άλο­ γης ψυχής: οί άκόλουθοι του Διονύσου μέ μουσική δέν έφταναν στήν κατάσταση τοΰ παροξυσμού καί τής άλλοφροσύνης. νά λυθούν. άλογος άπό τή φύση του. θά μείνει σημείο απρόσιτο. ή διαλεκτι­ κή μέθοδος. θά καταστεί μεγάλος παιδαγωγός. νά μεταδίδει ενα φώς πού δέν τού άνήκει. ό έξαναγκασμός —πού βρίσκει τήν έκφρασή του στις παιδευτικές μορφές τής γυμναστικής. ξεναγό της εχει τόν φι­ λόσοφο. ' Η παιδεία καί τό έπιστέγασμά της. άπό τά αισθητά στά νοη­ τά. άνεβάζει τίς ψυχές νά δουν του δντος τό φανότατον. τήν κάθε στιγ­ μή. παρά τό γεγονός δτι πίστη του στόν Θεό είναι άλεξκράρμακο. Ν ά παιδαγωγήσεις ένα λαό ολόκληρο δέν είναι εύκολο έρ­ γο. ικανοί πιά γιά τή μεγάλη πράξη: βαδίζβίν πρός τό φως. Νά φέρει. άν δέν βρεθεί τρόπος νά γιατρευτούν άπό τή στέρησή τους. δέν ορθολογίζεται* καί στις πλούσιες μεταπτώσεις του. άλλά άπό μιά πολιτική καφ . Ή πολιτεία πού οίκίζει μέ τά λόγια του είναι ήλιούπολη καί. άπό τά πάθη στήν άρετή. άπό τή φύση στις ιδέες. άπό τό άλογο στό ελ­ λογο. Στον ξένο τόπο δπου θά ταξιδέψει ή ψυχή. Κηρύσσοντας τόν πόλεμο στήν άλογία τών ήδονών πού περικάτω στρέφουσιν τήν τής ψυ­ χής όψιν (519 β). τής μου­ σικής. κι δμως ό θάνατός του.

είναι κάτι φορτικό γιά τήν τάξη τής πολιτείας. σέ βακχικούς παρα47 · Υπάρχουν ειδικές μουσικές γιά κάθε πάθος ξεχωριστά. ώστε. ή μουσική πού συν-οδεύει. Ή ψυχή οφείλει νά υποτάσσεται στό φιλοσοφικό της μέρος — ήγεμονικό θά τό ονομάσουν οί στοχα­ στές τής στοάς— πού άστυ-νομεύει άμείλικτα κά­ θε άλογη ορμή. Ή νομική εύστάθεια έξαρτάται τόσο άμεσα άπό τήν ψυχική ισορρο­ πία. μέ τήν κατάλληλη μουσική συνοδεία. 400^· . διάκριση τών μουσικών οργάνων: ό αύλός καταργεΐται. τήν κοινοκτημοσύνη καί τούς φύλακες. Ά ν ό τόνος δέν ντυθεί ενα άρμονικο ορθολογικό νόημα. νέου δηλαδή πολιτεύματος. Μιά μουσική πού δέν συνοδεύεται άπό στίχους. εύθύς άμέσως ο νόμος κλονίζεται συθέμελα. όπο)ς ό αύλός. ήν δ ’ έ~γώ. μόλις αύτή διαταραχθει. άλλά δέν οδεύει ποτέ αύτόνομα47. δ­ πως καί γιά κάθε αρετή: άλλά ταυ τα μέν.τ ι άπομακρύνεται άπό τόν λόγο δέν εχει καμιά θέση μέσα στό καθεστώς του νόμου καί τής τάξης. τό χρήμα. Ό στίχος. Ό Πλάτωνας προτιμά τά όργανα πού παίζουν ήρεμες μουσικές καί δέν υπάρχει φόβος νά κατρακυλήσουν. γιά παράδειγμα. Ό . Διάκριση τών μουσικών ειδών. καθώς τά χαλιναγωγημένα αισθήματα στόν λογοκρατού­ μενο πολίτη. τίνες τε άνελευθερίας καί ύβρεως ή μ α νία ς και ά λ λ η ς κακίας π ρέπ ουσα ι β ά σ εις. κατα­ γίνεται έξαντλητικά μέ τήν ψυχή — σέ βαθμό καί τρόπο πού δείχνουν οτι ό λόγος ταυτίζεται μέ τόν νόμο. καί τίνα ς τοϊς ενά ντιο ις λειπ τέον ρυθμούς. πολύ προτού μιλήσει γιά τήν έργασία. άντίθετα.78 ΣΩΚΡΑΤΗΣ Ο ΝΟΜΟ ΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ θαρά πρόνοια. Νέα μουσική σημαίνει τήν απαίτηση «νέας» ψυ­ χής. τίς γυναί­ κες. Πολιτεία. θά μοιάζει μέ μιά επιθυμία πού άφέθηκε έλεύθερη. έπιβάλλει (καί φρουρεί) τήν ισορροπία τής ψυχής: σέ πρώτη θέση τό λογικό νόημα καί στήν περιφέρεια. τούς μισθωτούς έργάτες. καί μετά Δ ά ­ μωνος βουλευσόμεθα. Νά για τί ή πλατω­ νική πολιτική. Φτάνει ενα νέο είδος μουσικής γιά νά βάλει τόν νομοθέτη σέ ανήσυχες σκέψεις: βίδος γ ά ρ καινόν μουσικής μεταβάλλβιν βύλαβητέον ώς Ιν δλω κινδυνβύοντα' ονδαμοϋ γ ά ρ κινούνται μουσικής τρόποι άνευ πολιτικών νόμων τών μεγίστων (424 €).

Μέ τήν καρδιά του γεμάτη θυμό άκόμη (θυμόν μεν ευθύς γενόμενα μεστά). Πρωταγόρας. Όρθότητα είναι ό πειθαναγκασμός στις άμετακίνητες παιδευτικές άρχές πού προετοιμάζουν τόν νέο πολίτη γιά τά μελλοντικά του καθήκοντα.τι ό νομοθέτης στήν πολι­ τεία) δλες τίς μορφές κηδεμονίας. άλαλο άκόμη). προκαλεΐ τήν οργή τοΰ παι­ δαγωγού. 8Ζ^. έξαναγκασμού καί επίβλεψης τοΰ λόγον. άπό νήπιο (νή-επος. ' Υπάκουο. δπου ή μουσική θεωρείται κύρια έκφραση τοΰ κρά­ τους. Μαθητευόμενος υπήκοος. 252. ποτέ δέν θά τοΰ δοθεί ή εύκαιρία νά κάνει κάτι τοΰ κεφαλιού του (εφ 5 αυτών είκή πράττωσιν). ό δρόμος εΐναι ενας: ή φωνή καί τό ραβδί του δασκά­ λου. πραγματικό θηρίο. 325 €0 · Παραπλήσιο παιδαγωγικό καί σκληραγωγικό πρόγραμμα άκολουθεΐ ή γυμναστική σέ μιά πόλη 48· Ε.Η ΗΛΙΟΎΠΟΛΗ 79 δαρμούς48. μά γιά νά φέρει τό άποτέλεσμα πού επιζητεί 6 ψυχαγωγός δάσκαλος (τελευτάν εις τά του καλοϋ ερωτικά) δλα κρέμο­ νται άπό τό εάν τις όρθώς τραφή (501 γ1). Βλ. πού θά ξυπνήσει τόν έσωτερικό διάλογο τής ψυχής του (ό εντός τής ψυχής πρός αύτήν διάλο­ γος) καί θά τό κάνει νά μάθει τίς διακρίσεις: καλό κακό. Ό π ω ς ό γραμματιστής οδηγεί τό χέρι τοΰ άδέξιου μαθητή γιά νά μάθει τά γράμματα. ώστε νά μπορέσει κάποτε νά γίνει μέ τή σειρά του άντάξιος φορέας του.άδικο. άκόμη σ. Μοιιίδοροιιΐοδ. τό παι­ δί δέν μπορεΐ νά ξεχωρίσει τίποτε: μήπω λ όγον βχοντα τί τε χρηστόν καί μή. σ. ή πολιτεία άναγκάζει τούς πο­ λίτες νά συμμορφωθούν στήν προσταγή τοΰ νόμου. έπιτρόπευσης. τό παιδί θά γνωρίσει στό πρόσωπο του δασκάλου (πού εΐναι στό σχολείο 6. Μέσα άπό τίς τρύπες τών αύτιών (διά τών ώτων ώσπερ διά χώνης) ή μουσική καταδύεται εύκολα εις τόν εντός τής ψυχής. Εα ηιΐί^ΐίβ άαηζ ΐοειινΥβ άβ ΡΙαϊοη. . Γιά νά έκπολιτιστεϊ. πού τό χτυπά καί τό άπειλεΐ γιά νά τού άλλάξει μυαλά (ώσπερ ξύλον διαστρεφόμενον καί καμπτόμενον εύθύνουσιν άπειλαΐς και πληγα ΐς. Έ ξ απαλών ονύχων. δίκαιο . εΐναι σύμφωνο μέ τήν τάξη* άνυπάκουο.

Σκοπό του. .τι ή αρρώστια γιά τό σώμα* συνεπώς. πάει νά πει άπογύμνωση τής ψυχής. γιατί. ό γιατρός-γυμναστής έχει νά παραδώσει στήν πολιτεία σώματα πού ή ύγεία τους α­ ναλογεί μέ τήν υποταγή τους στή λογική ψυχή*9. μιά καί τό γέλιο ανατρέπει τήν ήθική ισορροπία τής ψυχής (Πολιτεία. Ψυχή καί σώμα. τον το τή αντον ά- ρετή φνχήν άγαθήν ποιεϊν. μουσική καί γυ­ μναστική πρέπει νά συνδυαστούν μέ κριτήριο τό μέ­ τρο τής ισορροπίας. δπως ή άδικία τής ψυχής είναι δ. 49 · Βλ. δπως ό δικαστής θεραπεύει τήν ψυχή.τι ή ύγεία γιά τό σώμα. γυμναστική (γυμνός. Εϊναι γιατί. διάφανο δη­ λαδή καί έπιστατούμενο. γιά νά είναι πέρα γιά πέρα σύμφω­ νος μέ τό πολιτικό πρότυπο. ό γυμναστής θερα­ πεύει τό σώμα. άληθινός φύλακας τής πόλης. Ό φιλόσοφος. Μουσική καί γυ­ μναστική είναι μέθοδοι ρυθμικής ύπακοής: ή πρώτη ύποβάλλει τήν ψυχή στόν ρυθμό. περί τό σώμα άκριβολογεϊσθαι. γίνεται άντικείμενο ξεχωριστής φροντίδας. γύμνια). Διαμόρ­ φωση μέ σκοπούς μεταφυσικούς. καθώς τό λέει ή ίδια ή λέξη. 3^8β). πέρα άπό τή σωματική ρώμη. τή μίμησή της (έμοί μβν γ ά ρ ού φ αίνεται . ειδεμή τά άποτελέσματα θά εί­ ναι ολέθρια: οί μεν γνμναστική άκράτω χρησάμενοι άγριώτεροι τον δέοντος άποβαίνονσιν (410 οί).0 Ν 0 Μ 0 Θ Ε Τ Η Σ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ δπου ό πολίτης. δέν πρέπει νά γελά. έκεΐνο πού καθοδηγεί τίς πράξεις τού γυμναστή εϊναι ή ήθικο-πολιτική σκοπιμότητα (αύτά γε μήν τά γυ­ μνάσια καί τούς πόνονς πρός τό θνμοειδες τής φνσεως βλέπων κάκείνο έγείρων πονήσει μάλλον ή πρός ίσχνν). Πολιτεία. δπου ή φυσική αναπηρία τών παιδιών υποβάλλει τή σκέψη τής παιδοκτονίας. 4600. συνεπώς. Τό σώμα. 4°3 °0· Η σωφροσύνη τής ψυχής είναι δ. κατεξοχήν άλογο. ή δεύτερη διαμορ­ φώνει τό σώμα μέ τήν ελεγχόμενη κίνηση. Καί. Τό σώμα καθίσταται πειθήνιο. ό άν χρηστόν ή σώμα. άλλωστε. πιό σωστά. πειθαρχικό. άληθινά άξιος ν’ άνέβει άπό τό σπήλαιο στό φώς —τήν αίθουσα τού άγαθου— άξιος.8ο Σ Ω Κ ΡΑ ΤΗ Σ . ά λλά τονναντίον ψνχή αγαθή τή αντής αρετή σώμα παρεχειν ώς οΐόν τε βέλτιστον.

Έ ρ ­ γο τους εΐναι ή διατήρηση καί ή προφύλαξη τοΰ ορ­ θολογικού συνόλου πού συγκροτούν οί νόμοι. εΐναι κράτος δικαίου — καί οί άνθρωποι τοΰ κράτους δέν μπορεΐ νά εΐναι ταγμένοι αλλού άπό τήν ιδέα τοΰ άγαθοΰ καί τής δικαιοσύνης. βλ. Πολιτικός.. προσα­ νατολίζει καί ή έτυμολογία τής λέξης: κράτος λέγο­ ντας ό Σωκράτης δέν έννοεΐ άπευθείας τόν γενικό θεσμό τής πολιτειακής έξουσίας. εΐναι έκεΐνος πού δέν συγκρατεΐ τόν έαυτό του (έαυτοϋ ών άκράτωρ . εκδ. ΟΙ Φ Υ Λ Α Κ Ε Σ Στήν έξουσία τής πολιτείας δίνεται νόημα απο­ κλειστικά ήθικό καί νομικό* δσο γιά τούς φύλακες τοΰ νόμου. παρά τόν ελεγχο πού άσκεΐ τό άτομο πάνω στον ίδιο του τόν έαυτό (κράτος βχων αυτός τών έν αύτώ . πολιτικό στήν ούσία του. άλλωστε. Ιηίτο(Ιιΐΰΐίοη Α. δέν έχουν καμιά συμμετοχή στήν οικονομία καί τήν παραγωγή. ίθδ Ββΐΐβδ ΙβίΐΓββ. σ. Γ ιά τόν τριαδικό σχηματισμό όλων σχεδόν τών τομέων τής κοινωνικής ζωής: τρεις τάξεις πολιτών. άρχές καί νόμοι. Άκράτωρ. X X X V I. Πρός τό ίδιο σημείο.λ. θυμοειδές καί φιλόσοφον. 5 7 9 °)· Συμπε­ ρασματικά. 6 . εΐναι παράγωγο τής ισορροπίας τής ψυχής· Ό φύλακας άποτελεΐ τό πρωταρχικό κύτταρο τής πόλης: τά τρία μέρη τής ψυχής. τριών λο­ γιών νόμοι κ. ιδέες. Πολιτεία. μέχρι του προσήκοντος. τρεις περιοχές. πού κατόπιν προβάλλονται σέ μεταφυσική σφαίρα γιά νά γίνουν άξιες. Τό κράτος. Ι)ΐβδ. Ι μ τέριιΜΐφιβ. δπως τό πρόβλημα τοΰ άγαθοΰ καί τοΰ κακοΰ εΐναι μιά άναγωγή τοΰ χωρισμού τής ψυχής σέ ελλογο καί άλογο. επιβάλλεται νά άντιστοιχοΰν σέ μιά τριμερή πολιτική διάρθρωσην.τ. 273^)7 πού καταλήγει στό ορθό στήσιμο τής πόλης. γιά τόν Πλάτωνα. ετσι καί τό ζήτημα τής πόλης. 50. τή μοναδική μερίδα ανθρώπων πού μπο­ ρεΐ νά άναλάβουν τή διακυβέρνηση.Η ΗΛΙΟΤΠΟΛΗ 8ι γιά τή διαλεκτική. γνωρίζει νά συναρμόζει μουσική καί γυμναστική. πάλι. προβλημένα στό συλλογικό πεδίο τής κοινωνίας.

Μ ’ έναν τρόπο άπροσδόκητα άρμονικό. Άθήναι 19 5 7 1 σ· 7 2 · 52. δέν λείπει κι έδώ* ό φύλακας εΐναι φιλόσοφος τήν φνσιν. άπομακρυσμένη άπό τό ήθικό κέντρο τής έξουσίας. μπορούμε. Δεσποτόπουλου. οί φύλακες περιφρουρούν τήν πόλη καί ταυτόχρονα τόν έαυτό τους. μιά ολόκληρη φιλολογική παράδοση51. έπικουρυκόν. μέ βάση αύτό τό κριτήριο. τής άπό καταγωγήν υπεροχής. έξήγησε τά τρία γένη τών πολιτών: χρηματιστικόν . τά φορέματα. σώας 5 ΐ· Βλ. ένσαρκώσεις τού υγιούς λογισμού. καθώς λέμε. Μολονότι άρνητής τής δουλείας. 73 · . άφού ή κυβερνητική διαίρεση τής ψυχής εΐναι στήν πραγματικότητα δι­ χοτόμηση (ήνίοχος/άλογα. πολύ πιό άποτελεσματικά. Ωστόσο ή ισορροπία τής ψυχής δέν παύει νά εΐναι βασική πολιτική προϋπόθεση* μόνο πού θά πρέπει νά λογαριάσουμε δτι. τά έργαλεΐα καί τά δπλα —εΐναι. Ή έννοια τής φυσικής. Ό παραγωγός προσφέρει τίς τροφές. ό Πλάτωνας στον άνθρωπο τής χειρωνακτικής καί γενικά παρα­ γωγικής έργασίας δίνει μιά θέση παρακατιανή. Άφού ό λογισμός εΐναι τό φρένο (έχει. Ένθ. νά βρούμε τήν έμπρακτη συνέχειά της στον χωρισμό τών πο­ λιτών σέ φύλακες καί άλλους πολίτες — τά άτομα. σ. ό βασικός χωρισμός τής ψυ­ χής βρίσκει τά έπακολουθήματά του στον καταμε­ ρισμό τών πολιτών. άνω τ. οπωσδήποτε οχι μόνο άριθμητική. Εΐναι απαθείς καί ένάρετοι: άνθρωποι παρα­ δείγματα. πού καταδικάζουν αύτή τήν άποψη νά ύποστηρίζει μιά απλή ονοματική έκφρα­ ση52. γιατί σ’ αύτό προορίστηκε. I. θά μπορούσε νά πάρει τό νόημα μιας άγαλλιαστικής έπαλήθευσης. δπως καί τό λογιστικό κυβερνά. Ή πολιτική φιλοσοφία τον Πλάτω­ νος. δηλαδή. δηλαδή έλλογο/άλογο). έπιμελητής τού σώματος-— ενώ ό φύλακας έχει τή φροντίδα τών άξιών καί τών νόμων. άν δέν έλειπαν οί βαθύτε­ ρες πραγματολογικές αναπτύξεις άπό τό πλατωνικό κείμενο τής Πολιτείας. φυλακικόν (434°)· Ή άντιστοιχία. πού συμμετέχουν στήν παραγωγή. Κ.82 ΣΩ Κ ΡΑ ΤΗ Σ .Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ Ό χ ι άδικα. Σάν τά άγρυ­ πνα σκυλιά (ώσπερ κύνας άγρυπνους ). . μέ άλλα λόγια.

άλλά — άντιστροφή πού σημαίνει έμβάθυνση— τά λάθη του βίου καί τής πολιτείας τους θά έρμηνευτουν μέ αί­ τιες ψυχολογικές (ψυχής τρόποι .) καί επαρκής ώς αύτοκράτωρ..Η ΗΛΙΟΤΠΟΛΗ 83 τάς φρένας). στήν πραγματι­ κότητα έδώ δέν έχουμε νά κάνουμε μέ μιά ψυχολογικοποίηση τής πολιτικής. άν καί οί φύλακες παρασύρονταν. κατεβαίνει ξέ-φρενα τόν κατήφορο του πάθους. βάζει στή γραμμή. 4°3 6)· Έχοντας νωπή άκόμη στόν νου του αύτή τή σκέ­ ψη ό Σωκράτης. Ανάγοντας τήν πολιτική στήν ψυχή. βέβαια. δσαπερ καί πολιτειών (544 °0 · Μπορεΐ. τήν αυτήν λαβήν πάρεχε).. ψυχές καί πόλεις: και άνθρώπων είδη τοσαϋτα άνάγκη εί­ ναι. δέν είναι άκόμη ή σχέση του γενικού πρός τό μερικό. πού ο Σωκράτης τήν έρμηνεύει μέ μιά άπροσδόκητη μεταφορά. κάθε παθιασμένος είναι φρενοβλαβής. Ε ι­ δεμή. Βολεύει περισσό­ τερο ν’ άρχίσει κανείς άπό τά πολιτεύματα. Ό τύραννος. στούς πολίτες — όπως βολεύει νά δια­ . τό πλατωνικό κείμενο.] τόν γε φύλακα φύλακος δεΐσθαι . μά ή προήγη­ ση δέν έχει αίτιακό χαρακτήρα. γιά νά δείξει ότι τά τα­ ραγμένα πολιτεύματα είναι συναρτήσεις ταραγμέ­ νων ψυχών. ό ολιγαρχικός ή ό δημοκράτης κυβερνήτης δέν θά κριθοΰν γιά τά απολιτικά» τους λάθη.. είναι μάλλον μιά σχέση άναλογική. πιάνει νά έρμηνεύσει τάς ήμαρτημένας πολιτείας μέ βάση τήν ψυχική ανισορροπία τών πολιτικών τους αρχηγών καί μελών. ή κριτική τών πολιτευμάτων νά έρχεται πρώτη καί ή κριτική τών πολιτών νά άκολουθεΐ. πού είναι θεοσεβής (θεοσεβείς γ ίγν εσ θ α ι καθ' όσον άνθρώπω.. κάνοντας τήν ίδια λαβή στόν συ­ νομιλητή του (ώσπερ παλαιστής . θά παρου­ σίαζαν ενα θέαμα τραγελαφικό (γελοΐον γ ά ρ [. ζευγαρωτά. είναι θεομίσητος καί λαομίσητος (κοινωνεϊν γ ά ρ άδύνατος) . άλλά μέ μιά ριζική πο­ λιτικοποίηση τής ψυχής. Ό λα αύτά σέ αντίθεση μέ τόν φύ­ λακα. Μολονότι φαίνεται πρόδηλη. Μέ μιά έπιμονή πού προδίδει άποδεικτική εύχέρεια. γιά νά φτάσει μετά. Ε ­ πιπλέον. παρά τήν υψώνει στήν ούσία της — πού είναι ό τρόπος διακυ­ βέρνησης τής ψυχής.πολιτειών τρό­ ποι) . ό Σωκράτης δέν τή φενακίζει.

Πιό τρωτός ό ολιγαρχικός. σάμπως νά είναι δοΰλοι. άναρχίας καί άνομοιογένειας. Πολιτεία πανσπερ­ μίας. ό τρόπος μιας άλογης έπιθυμίας καί πολιτείας φανερώνει άνάγλυφα καί τόν τρόπο καθενός πολιτι­ κού άρχηγοΰ (πάσα πολιτεία μεταβάλλει εξ αύτον τον εχοντος τά ς άρχάς). εΐναι πολύ πιό αύστηρή. Όσο γιά τήν ομοιότητα τοΰ μεγάλου πρός τό μικρό. άλλοτε πάλι τό ρίχνει στή φιλοσοφία. ση­ μάδι τής στάσης τοΰ Πλάτωνα άπέναντι στά πολι­ τικά πράγματα τής δημοκρατούμενης Αθήνας. ρίχνει τό λ ο γ ισ τ ι­ κό καί τό θνμοειδές. Καί ό πολίτης. τό ίδιο άλλοπροσαλλος: χάνει τόν καιρό του τρέχοντας πίσω άπό τίς έπιθυμίες. μολονότι κινδυνεύει νά άποδειχθει περιμάχητη. Πώς αλλιώς θά μπορούσε νά γίνει. Τού συμβαίνει άκόμη νά πολιτεύε- . Άλλοτε μεθά καί άκούει τόν αύλό. μά­ λιστα μέ μιά έμφαση σαρκασμού καί λοιδορίας. ό τιμοκρατικός άρχοντας καταλήγει στήν ύψηλοφροσύνη καί τή λατρεία τών τιμών (φ ιλ ο τιμ ία ). 3680!). γίνεται δοΰλος τοΰ χρήμα­ τος: βάζει στον θρόνο τής ψυχής του τό έπιθνμητικόν τε καί φιλοχρήματον σάν βασιλιά καί στά πό­ δια του. τό δημο­ κρατικό πολίτευμα φτάνει νά μοιάζει ώσπερ ιμάτιον ποικίλον πάσιν άνθεσι πεποικιλμένον καί συνάμα ώσπερ παντοπώλιον πολιτειών. δπου ισότητα καί άνισότητα συνυπάρχουν. Ά ν οί πολιτείες δέν απαρτίζονταν άπό τά ήθη τών άνθρώπων πού τίς έπανδρώνουν. Ά ν καί δέν είναι κακός άπό τή φύση του. Κ α­ θώς καταφάσκει κάθε λογής χαρακτήρα. ή κριτική. Γιά τή δημοκρατία καί τόν δη­ μοκράτη ύστερα. Ή πέτρα καί τό ξύλο τής βαλανίδιας (544 Καθώς κυριαρ­ χεί. ποιο θά ήταν τό ύλικό τους. ό Σωκράτης τήν πιστεύει ακράδαντα: τήν τον μείζονος ομοιότη­ τα εν τή τον έλάττονος Ιδέα έπισκοπονντες. άστάθειας.84 Σ Ω Κ ΡΑ ΤΗ Σ Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ βάζει κανείς μεγάλα εύανάγνωστα γράμματα (τά πράγματα τής πόλης) καί μετά νά καταπιάνεται μέ τήν ανάγνωση τών ίδιων γραμμάτων (τών πολιτών) σέ μικρότερο σχήμα (έκείνα πρώτον άναγνόντας ούτως έπισκοπεΐν τά ελάττω . άλλοτε τόν πιάνει ή βαρεμάρα καί δέν καταγίνεται σέ τίποτε. άπό τίς πιό θελκτικές σελίδες τής Πολιτείας.

ό δάσκαλος τόν μαθητή. άλλά. λέγο­ ντας καί κάνοντας ό. κάνει πιά ό. Ή δημοκρατική πολιτεία διψάει γιά ελευθερία. έπειδή καί μόνο κυβερνιέται ό ίδιος άπό μιά άνισόρροπη ψυχή. ολιγαρχικός. δπως στά τετράποδα ζώα. καθώς ή ύπέρμετρη ελευθερία οδηγεί στή δουλεία. Πολύπειρος χαροκόπος (πάντβς τής ήδονής έμπειροι). Ό πατέρας άρχίζει νά φοβάται τό παιδί.τι θέλει: αίμομειξίες. ό άρχοντας τής πόλης εΐναι καταδικασμένος νά κυβερνά μιά άνισόρροπη πολι­ τεία. δημοκράτης ή τύραννος. Εΐναι γ ι’ αύτήν ένας θάλαμος άναμονής πού τόν ύποφέρει κατ’ . οί κακοί οίνοχόοι δέν θ’ άργήσουν νά φα­ νούν εύκολα θά τήν παρασύρουν στό μεθύσι τής τυραννίας πού δέν άφήνει τίποτε στή θέση του. ό μέτοικος έξισώνεται μέ τόν αύτόχθονα άστό. μέσα στον ά-νομο καί άν-ήθικο κόσμο τοΰ ονείρου. πού εΐναι στραμμένα πρός τά κάτω. Ό σα ό άγαθός μπορεΐ νά κάνει ή νά αισθάνεται στον ύπνο του. ή ψυχή ζεΐ μέσα σ’ ένα ζώο* εΐναι φυ­ λακισμένη δσο καί φιλοξενούμενη τοΰ σώματος. ό τύραννος κάνει στόν ξύπνιο του (576Β). θηρι­ ωδίες κάθε λογής. Τή μιά παθιά­ ζεται μέ τούς πολεμικούς καί τούς ακολουθεί. μ’ ενα λόγο δέν εχει καμιά τάξη στή ζωή του ά λ λ 5 ήδύν τβ δή καί έλβυθέριον καί μακάριον καλών τον βίον τούτον χρήται αύτώ διά παντός . φόνους. οί γέροι άντί νά διδάσκουν τούς νέους διδάσκονται άπ’ αύτούς. δέν έχει καμιά δυνατότητα νά γευτεί τήν ήδονή τοΰ άνθρώπου πού άκολουθεΐ τίς έπιταγές τής λογιστικής ψυχής: τήν θέα τον 6 ντος. Τό έπιθυμητικό. τό άλογο μέ τίς πιό κακάσκημες ορ­ μές. τήν άλλη τήν παθαίνει μέ τούς χρηματιστικούς.τι τού κατέβει. Τιμοκράτης. Η Τ Ρ Ο Φ Ο Δ Ο Σ ΙΑ Μολαταΰτα. μέ άποτέλεσμα οΰδέ τών νόμων φροντίζουσιν 7^7 ραμμένων ή άγράφων.Η ΗΛΙΟΤΠ ΟΛΗ 85 ται. οπότε δίνει ενα σάλτο μέσα στή σύνοδο. τό όποιο δέχεται σάν ίσό-βιο κατάλυμμα. Τό άληθώς άνω δέν θά τό χαροΰν ποτέ τά μά­ τια του. αύ­ τό εΐναι τό σπίτι της μέσα στόν αισθητό κόσμο.

6άζ^ δέ ριγώ. δέν μπορεΐ λοιπόν παρά νά διχάζει τόν παιδαγωγό. άνάμεσα στό ζώο καί τόν . ούσιαστικά. γιά παράδειγμα. στό αισθητό. μιά μέθοδος ελέγχου καί επιβολής. Ή δη στόν Φαίδωνα ρητά έχει ειπωθεί δτι ή σάρκα καί οί παγίδες της κλείνουν τόν δρόμο τής ψυχής πρός τό δν (66 Β). φυσικής καί διατροφικής. γιατί είναι. καί ένδείξεις έξάλλου δτι ή σάρκα του ζώ ­ ου συγγενεύει μέ πολλά στοιχεία του εξωτερικού κόσμου. Κ ι δμως. δέν «ζοΰν» καί γ ι’ αύτό δέν πεθαίνουν. γλώσσα. δπως ό βοσκός μέ τό κοπάδι του. μέσα δλα τοΰτα γιά τήν άφομοίωση τής τροφής. Όλόκληρος ό οργανισμός τους είναι ρυθμισμένος καί προσαρμοσμένος στή λογική τής άπαίτησης: πρέπει νά τρέφονται γιά νά επιβιώσουν. έ’άϊ' δβ δίψή. στρώματα . δόντια. πού βασίζεται σέ μιά αρχική παραδοχή τής χρησιμότητας του σώ­ ματος. υ­ ποδήματα. άπό πολιτική καθαρά πρόνοια. 'Τπάρχει γ ι’ αύτό μιά σχέση συγγένειας. έκτος άπό τήν άλογία τους. γιά παράδειγ­ μα. ένσαρκώνουν τήν έλλειψη. άφοδευτικά όργανα. τήν πιο βασική σύμ-βαση τής ζωής. σ ιτία . μέσα άπ’ αύτή τήν άντιθετική συνύπαρ­ ξη. δέν γίνονται. δέν παρακολουθούν τόν χρόνο. ά λλα ών βρχβται σώματα βίς έπιθυμίαν. άντί νά ένισχύει τή θέση του στήν άνιση σχέ­ ση πού τό συνδέει μέ τήν ψυχή. δταν τόν φέρνει άντιμέτωπο μέ τήν παράδοξη σχέση άλληλοκατοχής πού έχει μέ τήν ψυχή (μή καθαρώ γ ά ρ καθαρού έφάπτβσθαι). Τά ζώα. μολονότι ά-τιμάζει τό σώμα. τήν κάνει άκόμη πιο άνίσχυρη. Γοργίας. τή βγάζουν δηλαδή άπό τό στοιχείο της (προσηλοι αυτήν προ 9 τό σώμα). Διαφέρουν ριζικά άπό τήν ούδετερότητα τών μετάλλων. οφείλει νά χειραγωγεί καί νά ικα­ νοποιεί (έαρ μβν πβινή τά σώματα ημών . Τό σώμα είναι αισθητό. πρέπει νά προκύψει ή αρμονία. στομάχι. οφείλει νά καταγίνεται μέ τίς επιθυμίες του.Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ ανάγκη καί τίς ανάγκες του οποίου. γενικά. πού δέν ζητουν τίποτε. ίμ ά τια . 5 Ι 7 °0 · Ετούτη ή φροντίδα. τίς έποχές.86 ΣΩ Κ ΡΑ ΤΗ Σ . Έχουν στόμα. παθολογικές άνάγκες πού ζοΰν μέ τήν άμεσότητα. Ή ψυχή. ποτά . έχουν καρφιά καί μ’ αύτά καρφώνουν τήν ψυ­ χή στό σώμα. Οί ήδονές.

πάνω απ’ όλα. τό έρπετό στή γή. 4Τ2&-Β. 54· Στόν Πολιτικό (267 (1). ό τρόπος πού κινείται. οί θετικές καί οί άρνητικές — σέ τέτοιο σημείο. Τροφή καί ψυχή συναντώνται μέσα στό σώμα. καθώς είδαμε στόν Τίμαιο. στομά­ χι— έδρεύουν. δέν εΐναι τυχαίο πού ή παιδαγώγηση ονομάζεται τροφή (Πολιτεία. Όλα ύπακούουν σέ μιά πρόνοια πολιτική: τό μβτέχον ονν τής ψυχής άνδράας καί Θυμού. (γοα). Ή διαφορά τους μέ τόν άνθρωπο εΐναι ότι. οπωσδήποτε. προσφέροντας στόν έαυτό τους ό.. ώστε κάθε ρύθμιση του διαιτολογίου νά έχει πίσω της ένα μά­ θημα ήθικής.. Καί. 45Ι€0 καί ανατροφήν. τά τρία μέρη τής ψυχής. ό άνθρωπος διαλέγει ένα ορισμένο διαιτολόγιο. τό πουλί στόν αέρα. προσαρμοσμένη στις οργανικές κλιματολογικές συνθήκες τού κάθε οργανικού σημείου. κατώκισαν έγγυτέρω τής κε­ φαλής μεταξύ τών φρβνών τε καί ανχβνος . Όλες οί έπεξη- γήσεις πού δίνει ό Πλάτωνας γιά τήν τοποθέτηση τών οργάνων καί τών ψυχικών μερών συμπλέκουν τά αισθήματα μέ τίς σωματικές λειτουργίες τόσο 53· Περί ψυχής. 'Τπάρχουν οί καλές καί οί κακές. παρά κάνει μιά συστηματική έκλογή. υ­ πολογισμένη καί. φιλόνικον ον . ενώ αύτά άκολουθούν τή φυσική τους ροπή. μάλιστα. Παρόμοια καί τά φυτά: σάν ζώα πού έχουν τό στόμα τους χωμένο μέσα στή γή (αί δβ ρίζαι τω στόματι άν άλογον)^. Δέν σκύβει τυ­ φλά πάνω στό έδεσματολόγιο τής φύσης.. Ή ποικιλία τών τροφών θυμίζει σέ πολλά τήν ποικι­ λία τών πράξεων. καρδιά.τι στερείται. εχει πάντα οδηγό τήν αύτοσυντήρηση. οί άκίνδυνες καί οί έπικίνδυνες. ή πολιτική ονομάζεται άνθρώ πων κοινοτροφική επιστήμη. Σέ τρία καίρια κέντρα του —κεφάλι. Ό τρόπος πού ζεΐ κάθε ζώο. ΐνα του λόγου κατήκοον δν κοινή μβτ’ έκβίνου βία τό τών Ιττιθυμιών κατίχοι γένος. Εΐναι μιά τοπο-θεσία σκόπιμη. έχουν κι αύτά α­ νάγκες καί απομυζούν τή γή.Η ΗΛΙΟΤΠΟΛΗ 87 περίγυρό του: τό ψάρι στή θάλασσα. πού γνώμονά της — αύτό εΐναι τό πιό σημαντικό— έχει τήν ήθική. .

Νέα μεταμόρφωση του νομοθέτη ό τροφοδότης. Όσο γιά τόν Σωκράτη. κατά συνέπεια. νά ύπάρχει καμιά σχέση άνάμεσα στή φιλοσοφία καί στό κρασί. Υπάρχουν τροφές έρεθιστικές. άνθρώπου νηφάλιου. Σάν τό μικρό παιδί ή σάν τόν τρελό. τής καρδιάς. πρέπει. λοιπόν. Είναι μόνος καί γ ι’ αύτό άκοινώνητος καί άνήθικος. Οί καταστά­ σεις του κορμιού μεταβιβάζονται άπευθείας στήν ψυχή καί έπιβάλλουν τό συμπέρασμα δτι ό τρόπος τής ψυχής δέν είναι άσχετος μέ τόν τρόπο του διατρέφεσθαι. έ- . του έμπνέει τόν μεγαλύτερο φόβο (ότι χαλβπόν τοϊς άνθρώπους ή μέθη έστίν ). ή πολιτεία δτι ό χαρακτήρας δέν πρέπει νά άποσυσχετίζεται άπό τόν οργανισμό του άνθρώπου καί τό διαιτολόγιο. νά έπιβάλει τήν άρχή τής ήθικότητας. άμεση σχέση μέ τίς διαταραχές του στομαχιού. ή έξαίρεση είναι παρα­ δειγματική. ό μεθυ­ σμένος έχει τό άκαταλόγιστο. ό φίλοινος δέν είναι ποτέ φιλόσοφος. τής χολής. Μολονότι φίλοινος. δίκη καί διεκδίκηση. πάνω άπ’ δλα τά τρόφιμα καί τά πό­ σιμα. έπεκτείνει τή νομο­ θεσία της καί στό ζήτημα τής τροφοδοσίας. Μιά ψυχή μεθυσμένη είναι μιά ψυχή πού έχει ταυτιστεί μέ τό σώμα.88 Σ Ω Κ ΡΑ ΤΗ Σ . δέχεται πά­ ντα τή σφοδρή επιρροή τών τροφών. διαλέγει ξαφνικά τή βία γιά νά έκφράσει τήν «έλευθερία» του. ποτέ δέν άφησε τό πνεύμα του νά νικηθεί άπό τό πνεύμα του κρασιού (Σωκράτη μεθύοντα ονδείς πώποτβ έώρακβν άνθρώπων). διακρίνοντας τίς τροφές. ώστε οργανισμός καί ψυχισμός νά άποτελοΰν συνάρτηση. πού ξυπνοΰν τά ένστικτα καί μειώνουν τόν λογικό έλεγχο* κι άλλες ήπιες. γιατί άποσκοπεΐ νά δείξει τό μεγαλείο τής ιδιοσυγκρασίας του. Μακριά άπό κάθε δικαιοσύνη. Γ ι’ αύτό καί ό άντίθετος του φιλοσόφου. αύτό πού έδρεύει κάτω άπό τόν λαιμό καί έ­ χει. Γνωρί­ ζοντας. συχνό ε­ πισκέπτη τών συμποσίων. πού κατευνάζουν τά πάθη καί κά­ νουν εύκολο τό έργο τής λογιστικής ψυχής. Τό κρασί. Είναι αύτό πού κάνει τό άλογο μέρος τής ψυχής νά φουντώνει καί νά σπάζει τόν κρίκο πού τή συγκρατεΐ άπό τό έλ­ λογο. Ειδικά τό θνητόν μέρος τής ψυ­ χής. γιά άλλη μιά φορά. Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ 1ΊΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ στενά. Δέν μπορεΐ. λοιπόν.

Η ΗΛΙΟΤΠΟΛΗ

$9

κτός άπό μισόλογος, ονομάζεται καί φιλοσώματος .
Φανερό ότι ή άπομάκρυνση άπό τίς σωματικές
τέρψεις είναι συνάμα καί άπομάκρυνση άπό τό ίδιο
τό σώμα. Είναι ιδιαίτερα έντονος ό λόγος τής πλα­
τωνικής περιφρόνησης όταν σχολιάζει τήν ήδονοθηρία καί τήν άκράτεια. Ό σοι δέν άντιστέκονται στις
ήδονές (υπό τών ηδονών ήττάσθαι) , οί κοιλιόδουλοι,
αύτοί πού καταντούν θύματα τής γαστριμαργίας,
τής φιλοποσίας καί τής σαρκολατρείας (ύπό σίτων
και ποτών καί άφροδισίων κρατούμενοι ), έχουν ψυ­
χές κατάλληλες νά κατοικήσουν μόνο σέ σώμα γαι’δάρου (Φαίδων, 8ιβ). ' Υπάρχει μιά κλίμακα τών
άνθρώπινων παθών: ή άρρώστια, πού στερεί τήν υ­
γεία* ό έρωτας, πού στερεί τή φρόνηση* τό κρασί,
πού στερεί τόν λόγο (ύπό νόσων ή ύπό έρώτων ε­
σφαλμένων καί ύπό μέθης ή τίνος άλλης ξνμφοράς). Μέ βάση αύτή τήν κλίμακα, ό νομοθέτης ορ­

γανώνει τήν άμυνά του. Γιά τίς άσθένειες έχει τόν
γιατρό καί τόν γυμναστή, γιά τόν λαθεμένο έρωτα
έχει τόν δάσκαλο καί τόν ψυχαγωγό, ένώ γιά τό
κρασί τήν ΐδια τή λογιστική ψυχή.
'Υπάρχει, βέβαια, καί τό πρόγραμμα τής θετικής
προσφοράς τών τροφίμων. Αύτή τήν πρωταρχική άνάγκη (πρώτη καί μεγίστη τών χρειών ή τής τροφής
παρασκευή ), ό Σωκράτης τήν οραματίζεται ικανο­
ποιημένη μέσα σέ πολιτικές συνθήκες όπου πρωτο­
στατεί ή άρετή καί ή μέριμνα τής καθολικότητας.
Τί θά κάνουν οί πολίτες; Τό καλοκαίρι θά έργάζονται γυμνοί τό περισσότερο καί ξυπόλυτοι, τόν χει­
μώνα πάλι καλά ντυμένοι καί ποδεμένοι* θά τρέφο­
νται μέ άλεύρια άπό κριθάρι καί σιτάρι, πού άπ’ αύ­
τά θά ζυμώνουν καί θά πλάθουν ψωμιά καί πίτες, θά
τά απλώνουν μπροστά τους πάνω σέ ψάθες ή καθα­
ρά φύλλα καί, ξαπλωμένοι σέ στρωμένες μέ σμιλακιές καί μυρσίνες στοίβες, θά καλοχορταίνουν κι αύ­
τοί καί τά παιδιά τους, θά πίνουν άπό πάνω καί τό
κρασί τους (έπιπίνοντες του οΐνου) καί μέ στεφάνια
στό κεφάλι τους θά ψάλλουν ύμνους στούς θεούς καί
θά περνούν εύχάριστα μεταξύ τους (372 α-Β)55.
55· Μετάφραση I. Γρυπάρη.

90

ΣΩ Κ ΡΑ ΤΗ Σ - 0 ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ

Ή αντίθεση τής λιτής καί ύγιοΰς πολιτείας μέ
τήν τρυφώσαν πόλιν είναι έντυπωσιακή, δσο κι έκείνη άνάμεσα στή φυτοφαγία καί τήν κρεοφαγία. Ή
ψυχή, κι έδώ, άναλαβαίνει εργο σωματοφυλακής,
εμποδίζοντας τήν έκρηκτική έπαφή τών τροφίμων
μέ τήν άλογία (τό δέ θηριώδες τε καί άγριον, ή
σίτων ή μέθης πλησθέν). Ή φυτοφαγία εϊναι τό ι­
δανικό τής σωκρατικής μακαριότητας: ελιές, τυρί,
βολβοί καί λάχανα άπό τούς άγρούς. Άκόμη σύκα,
ρεβίθια, κουκιά, σμερτοκούκια, βαλανίδια πού τά
σιγοψήνουν στή χόβολη. Οί πολίτες, άφου μ’ αύτό
τόν τρόπο περάσουν τή ζωή τους μέ ειρήνη καί ύ­
γεία, θά πεθάνουν φυσικά, σέ βαθιά γεράματα, άφήνοντας κληρονομιά στά παιδιά τους μιά παρόμοια
ζωή (άλλον τοιοντον βίον τοΐς έκγόνοις παραδώσονσιν).
Η Ε Ρ Γ Ο Δ Ο Σ ΙΑ

Στήν οργάνωση τής πόλης, στόν καθορισμό τής οι­
κονομίας καί στή ρύθμιση τών λειτουργημάτων, ή
άνάγκη (ήμετέρα χρεία) πρωτοστατεί. Κάθε πολί­
της ενσαρκώνει ενα πλήθος βιοτικές άπαιτήσεις:
ένδύματα καί τρόφιμα, έργαλεϊα καί παιδεύματα,
ψυχαγωγία καί καθοδήγηση — πράγματα δλα αύτά
πού, μολονότι εϊναι άνάγκες δλων καί καθενός ξεχω­
ριστά, δέν παράγονται ποτέ δλες άπό εναν άνθρω­
πο. Όσο κι άν διακρίνεται κανείς στήν πολνπραγμοσννη, άργά ή γρήγορα άναγκάζεται νά παραδεχτεί
δτι ή δυνατότητα νά τά κάνει δλα μόνος του (αύτόν
δ ι ’ αύτόν τά αύτοϋ πράττειν) εϊναι ούτοπία. Οί ά­
νάγκες διδάσκουν τήν άπόλυτη άναγκαιότητα τής
παρουσίας καί τής συμπαράστασης τών άλλων. Μό­
λις ό άνθρωπος καταλάβει δτι άπό μόνος του εϊναι
λειψός, άμέσως γίνεται ύποστηρικτής τής συνύπαρ­
ξης καί τής άλληλοβοήθειας (οντω δή άρα παραλαμβάνω ν άλλος άλλον ε π ' ά λλου , τον δ ’ ε π ' ά λ ­
λον χρ εία , πολλών δεόμενοι , πολλούς εις μίαν οΐκησιν άγείραντες κοινωνούς τε καί βοηθούς).

Συντακτική προϋπόθεση τής άνθρώπινης ζωής, ή
συνύπαρξη γίνεται συν-οικία, συν-τροφικότητα, συν­

Η ΗΑΙΟΤΠΟΛΗ

91

εργασία, βασισμένη σέ μιά άντίφαση. Ή ισχύς τής
πόλης στηρίζεται στήν άνίσχυρη παρουσία τού καθενός πολίτη, δπως καί ή αύτάρκειά της τυροέρχεται άπό τήν άνεπάρκεια τού μεμονωμένου πολίτη
( 7 ίγ νετα ι πόλις επειδή τυ γχ ά νει ημών έκαστος ούκ
αύτάρκης , ά λλά πολλών ών ενδεής , 369^)· Αύτά
τά πολλά γεννούν τόν καταμερισμό τών έργων, δη­

λαδή τά επαγγέλματα. Κάθε άνάγκη διαμορφώνει
εναν τεχνίτη. Ή τροφή; Τόν γεωργό. Ή στέγη;
Τόν οικοδόμο. Τά ενδύματα; Τόν ύφάντη. Τά ύποδήματα; Τόν σκυτοτόμο. Έφόσον καθένας τό παρα­
πλήρωμά του τό γυρεύει στούς άλλους, γιά νά βοηθηθεΐ άποτελεσματικά, πρέπει νά βοηθήσει (έκα­
στον τούτων δει τό αύτοϋ εργον άπασι κοινόν κατατιθέναι).

Ό γεωργός δέν θά φτιάξει μονάχος του τό άλέτρι, τήν άξίνα καί τά άλλα χρειαζούμενα έργαλεια
γιά τήν καλλιέργεια. Παρόμοια ό οικοδόμος, ό ύφάντης, ό σκυτοτόμος. Μέσα στό συν-εργεΐο τής πο­
λιτείας, γιά νά τελειώσει τό εργο του, κάθε τεχνί­
της χρειάζεται τά χέρια τών άλλων ή τό προϊόν
τών χεριών τους — καί, δσο τά έπαγγέλματα πολ­
λαπλασιάζοντας τόσο αύτή ή βοήθεια γίνεται πιό
πολυμερής. Τόσο πιό δύσκολο, άλλωστε, καί τό λει­
τούργημα τής εργοδοσίας. Παρουσιάζεται ένα πρό­
βλημα καθαρά άνθρωπολογικής προσαρμογής τών
άτόμων στά έπαγγέλματα, καθώς ή πολυμορφία
τών ιδιοσυγκρασιών δέν συνδυάζεται εύκολα μέ τήν
περιορισμένη κλίμακα τών έπαγγελματικών ειδικεύ­
σεων (φύεται έκαστος ού πάνυ όμοιος έκάστω , αλ­
λά διαφερων τήν φύσιν , άλλος ε π ' άλλου έργου
πράξει). Αποτέλεσμα έθισμού καί πολύχρονης μα­
θητείας, αύτή ή προσαρμογή υπακούει πάντως σέ
μιά άρχή πού άποστρέφεται τήν πολυπραγμοσύνη.
Ό πολυτεχνίτης (ό πολλοί τέχνας εργαζόμενος)
παραμερίζεται γιά χάρη έκείνου πού διά βίου κατα­
γίνεται μέ ένα μονάχα εργο.
Έ νώ στήν άρχή ή πόλη άπαρτίζεται άπό τέσσε­
ρα άρχιβασικά έπαγγέλματα (γεωργός, χτίστης,
τσαγκάρης, ράφτης), στή συνέχεια ό άριθμός τους
μεγαλώνει. Εμφανίζονται οί τέκτονες, οί χαλκεις,

τ. Παρά τίς έπιμέρους διακρίσεις. τό εμπόριο. θέτουν άμεσα ενα πρόβλη­ μα άνταλλαγής τών προϊόντων — τόσο μέσα στήν πόλη. χρησιμοποιούν τό νόμισμα (νόμισμα ξνμβολον τής ά λλαγής). άλλο έπάγγελμα διακόνων . είναι οί άνθρωποι πού. Ή άνταλλαγή. πού άσχολοΰνται μ’ αύτήν άκριβώς τή μεσολάβηση. δηλαδή τόν παραγω­ γικό λαό άπό τούς φιλοσόφους — πού.Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ οί βουκόλοι.. πουλάνε τή σωματική τους δύναμη μεταφρασμένη σέ έργασία (πωλονντβς τήν τής ι­ σχύος χρείαν)^6. Βλ. τό νό­ μισμα. Ό Πλάτωνας μπορεΐ νά άποβλέπει σέ μιά πολιτεία άπόλυτης «ήθικής συνοχής». 56. μέ τή μεσολάβηση τών εμπόρων ή τών καπήλων. ώς διάκριση. Οί έμποροι είναι μεσάζοντες. τί θά κάνει. ΙΙωλονντβς καί ώνούμβνοι οί πολί­ τες. οί έμποροι καί οί μισθωτοί είναι τά άμεσα έπακόλουθα αύτής τής μεταλλαγής. πού. τή σύγκριση πού κάνει ο Κ. Θά παρατήσει τή δουλειά του καί θά κάτσει νά περιμένει. Πιο σωστό είναι νά τά παραδώσει στούς έμπορους. Ή διαφορά τών μισθωτών — άλλά καί τών γε­ ωργών. Δεσποτόπουλος (ενθ. άκόμη καί ή ίδια ή έργασία. Ά ν υποθέσουμε δτι ό γεωργός ερθει στήν άγορά κουβαλώντας μαζί τή σοδειά του καί δέν βρει έκεΐ τούς αγοραστές του (τοις δεομένους τά π α ρ ’ αύτον άλλάξασθαι). δσο καί εξω άπ’ αύτήν. Οί μισθωτοί . .λ. τά έργαλεΐα καί κάθε λογής έργόχειρο. χω­ ρίς νά άσκουμε βία στό κείμενο. Τά γεωργικά προϊόντα καί τά ένδύματα. 30) άνάμεσα σ’ αύτό τό χωρίο τής Πολιτείας καί στήν άντίληψη του Μάρξ. άνθεκτικοί στούς κόπους (τήν τον σώματος ίσχνν ίκανήν έπϊ τούς πόνους βχονσι ). πολλαπλασιά­ ζοντας τά έπαγγέλματα. άνωτ σ. δέν μπορού­ με δμως νά μιλήσουμε γιά «άταξική κοινωνία». οί ποιμένες κ. δηλαδή με­ σαζόντων. τών οικοδόμων καί δλων γενικά τών έργατών— άπό τούς φύλακες είναι άναμφισβήτητα με­ γάλη.92 ΣΩ Κ ΡΑ ΤΗ Σ . στέκει νά χωρίσουμε τήν πόλη σέ φύλακες καί άλλους πολίτες. Αύτό είναι τό κοινό μέτρο μέ τό όποιο έκτιμαται κάθε προϊόν. πού διαχωρίζει Ργ6Ϊ5 (ΙβΓ ΑΓΒβΐΐδΙίΓ&ίΐ άπό ΡγθΪ8 (Ιθγ Αγ1)βίι.

’Αδείμαντος καί Κέφαλος στήν Πολιτεία. άνεβαίνουν στή σκηνή γυναίκες —Ξανθίππη καί Διοτίμα— ή παρουσία τους είναι άπόμακρη.τ. Η Γ Υ Ν Α ΙΚ Α Σάν φιλοσοφικά δράματα πού είναι οί πλατωνικοί διάλογοι. Οί λίγες άράδες πού άφιερώνονται σ’ αύτή τήν τυχαία συνά­ ντηση εΐναι χαρακτηριστικές γιά τήν άντιμετώπιση τών γυναικών. καθώς αύτή θρηνούσε καί χτυπούσε τό στήθος της» (59060&). πού. Κέφαλος. έρ­ χεται στήν κυριολεξία άπό άλλο κόσμο. ’Αντιφών. . Εύκλείδης καί Τερψίων στόν Θεαίτητο. έπανδρώνουν τό πλατωνικό θέ­ ατρο καί μονοπωλούν τήν εκθεση τοΰ φιλοσοφικού λόγου. «εβαλε τίς φωνές καί άρχισε νά λέει δλα αύτά πού λένε οί γυναίκες (αττα είπεν οϊα είώθασιν αί γυναίκες). ή άναφορά στή Διοτίμα 57· ' Υπάρχει καί μιά τρίτη εμφάνιση γυναίκας: ή Α σπ α σία στόν Μενέξενο. δπως περίπου τόν πόλεμο. κανένας ή σχεδόν κανένας ρόλος δέν δίνε­ ται σέ γυναίκα. Πολέμαρχος. Τίς δυο φορές57 πού. Κλεινίας καί Μέγιλλος στούς Νόμους.Η ΗΛΙΟΤΠ ΟΛΗ 93 αντιστοιχεί στή βασική πλατωνική ιδέα: τόν χωρι­ σμό του έλλογου στοιχείου άπό τό άλογο. αύτή εΐναι ή τελευταία φορά πού θά μιλήσεις μέ τό σινάφι σου (οι επιτήδειοι)”.λ. Ζή­ νων. ’Αδείμαντος. δταν οί μαθητές περνούν στό δε­ σμωτήριο. «Μόλις μας εΐδε ή Ξανθίππη». Πράγματι. Πυθόδωρος. Γλαύκων. Ανδρικά πρόσωπα δλα αύτά. οί άνθρωποι τοΰ Κρίτωνα τήν πήραν. Τότε ό Σωκράτης στρά­ φηκε πρός τόν Κρίτωνα καί είπε: " Ά ς τήν πάει κά­ ποιος σπίτι” . μέ κορυ­ φαίο τόν Σωκράτη. Θρασύμαχος. παρουσιάζοντας τό ζήτημα τής σκέψης σάν μιά ύπόθεση άποκλειστικά άνδρική. έπεισοδιακά βέ­ βαια. Αθηναίος Ξένος. βρίσκουν τήν Ξανθίππη νά κάθεται πλάι στόν άντρα της κρατώντας τόν γιο τους. Στόν Φαίδωνα. Μέσα σέ άλλο πλαίσιο. διη­ γείται ό Φαίδων στόν Έχεκράτη. Γλαύκων. Παρμενίδης καί Αριστοτέλης στόν Παρμενίδη κ. "Σωκράτη.

γυναικβϊον δράμα). Εκείνο πού λογαριάζεται εΐναι ή άνθρώπινη ιδιότητα καί οχι τό φύλο. τής φυλακής. Ά ν . άπό πρώτη ματιά. οί γυναί­ κες άρχίσουν κι αύτές νά γυμνάζονται στά γυμνά- . δέν φαί­ νεται τελικά άποδεκτή. ή Διοτίμα εΐναι ιέρεια τοΰ έρωτα καί μύστης τής ψυχικής άθανασίας. εύλογες καί χαριτωμένες. ό νομοθέτης ψάχνει γε­ ρούς ώμους γιά νά βαστάξουν τό φορτίο τής πόλης. 91 α). Αναγνωρίζει. Ωστόσο ή παρουσία της δέν είναι άμεση μέσα στό Συμπόσιο. Έ τ σ ι.94 ΣΩ Κ ΡΑ ΤΗ Σ Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ ( 7 υναικός Μανηνικής) προδίδει τό αντίθετο ήθος. γ ι’ αύ­ τό ή γυναίκα πρέπει νά βγει στά γυμναστήρια. Είναι αύ­ τή πού τοΰ εμαθε τήν ούσία τοΰ έρωτα [τίς έστιν ό Έ ρω 9 καί ποιος τις). άποδεικνύονται δλες εύάλωτες. οί δύο παρουσίες. συμπλησιάζουν. αύτή ή μοναρχία τών άντρών. Μέ κριτήριο τή δύναμη. πράγμα πού.χ. Καί.. πραγματι­ κά.. άρνεΐται δμο^ς νά θεωρήσει τά πολι­ τικά λειτουργήματα στή γενικότητά τους άποκλειστικό ιδίωμα τών άντρών. τών σκληρών έργασιών. Στόν Πλάτωνα. ό Σωκράτης τή θεωρεί δάσκαλό του (ή δή καί έμ€ τά έρωτικά έδίδαξεν. συνεπάγεται καί ύψηλά δικαιώματα. μιά ενδειξη γιά τή γενι­ κή στάση τού Πλάτωνα άπέναντί τους. τήν υπερτιμούν δπως ενα πρόσωπο ήρωικό. Μολονότι γυναίκα. συνεπώς ή θέση της δέν παρομοιάζεται μέ τή γενική θέση τών γυναικών μέσα στό καθεστώς τών άντρών. μυθικό ή θεϊκό. Μενών. Περισσότερο κι άπό γυναίκα.). μέ κορυφαίο τήν πολιτική διακυβέρνη­ ση.. άντίστοιχα μέ τίς βαριές ύποχρεώσεις. θυμίζουν τά λόγια της. άντρα καί γυναίκας (άνδρείον δράμα . νά φυλάξει τήν πόλη καί άκόμη νά τή διοικήσει. Μιλούν γ ι’ αύτή. Άποτελεΐ. βέβαια. δμως. π. δμως. άνήκει σέ κείνη τήν τάξη τών έξαιρετικών προ­ σώπων πού έχουν τρόπο νά μιλούν γιά δλα όσα ξε­ περνούν τούς θνητούς (άκήκοα 7 άρ άνδρών Τ€ καί γυναικών σοφών περί τά θεία π ρ ά γ μ α τ α . πού άποκλείει τή γυναίκα άπό τούς δημό­ σιους χώρους καί τήν κάνει κατοικίδιο ζώο. Όσο γιά τίς άντιρρήσεις. Οί άντρες. εΐναι αυτοί πού θά έπίομιστοΰν τό χρέος τοΰ πολέμου. τό άσθενικότερο φυσικό της (έπϊ πάσι δβ άσθβνέστερον γυνή άνδρός).

θά είναι ίσως γελοίο νά βλέπει κανείς τά ζαρωμένα καί κα­ κάσκημα (ρυσοί καί μή ήδβΐς) κορμιά τους. νά θεωρηθούν ικανές νά άναλάβουν δλα τά λειτουργήματα πού ήταν αποκλει­ στικό προνόμιο τϊ>ν άντρών (δυνατή φύσις ή άνθρωπίνη ή θήλβια τή του άρρβνος γένους κοινωνήσαι βίς ά π α ντα τ. μ’ ενα λόγο. άλλά μέ τήν ίδια τήν ούσία τών πραγμάτων. Δέν υπάρχει λειτούργημα (επιτήδευμα) μέ­ σα στήν πόλη πού νά άνήκει άποκλειστικά στούς άντρες ή στις γυναίκες. νά κυνη­ γούν μαζί (ξυνθηρεύβιν) καί νά συμπράττουν σέ δλα τά άλλα (καί τάλλα κοινή πράττειν). μάλιστα. λοιπόν.Η ΗΛΙΟΤΠΟΛΗ 95 στήρια. τό στήθος της ό νεογέννητο γιά νά θηλάσει τά πρώτα νάματα τής ζωής (γά λ α έχούσας εκπορίζο- . τό δέ άρρβν όχεύειν). είναι άν ή φύση τους. μπρος στήν εφαρμογή αύτής δσο καί τών άλλων μεταρρυθμίσεων. ώστε ή διακυβέρνηση του κράτους νά άποτελεΐ ζήτημα ικα­ νότητας καί δχι φύλου. δχι μόνο οί νέες παρά καί οί γριές. σ’ αύτό τό σημείο. νά φοβηθούν τά τών χ α ­ ρ οντώ ν σκώμματα . ό Σ ω ­ κράτης άρνεΐται να πολιτικοποιήσει τή διαφορά τών φύλων. Σύμφωνη.στικά. συμβουλεύει ό Σωκράτης. Πρέπει. μπορούν κι αύτές νά κάνουν τό ίδιο (τάς Θηλβίας τών φυλάκων κυνών). Σ ’ αύτό είναι ή φύση της πού τήν άναγκάζει. λοιπόν. ένώ ή γυναίκα γεννά (τό μίν θήλυ τίκτειν. Τό μόνο πρόβλημα. Ή σωματική ρώμη δέν έμποδίζει τίς γυναίκες νά γίνουν φύλακες τής πόλης. μόνο τό κακό είναι γελοίο (452 (I)· δέν πρέπει. πού εχει σχέση οχι μέ τίς ήθικολογικές άντιδράσεις. Άλλά. Πλάι στά μαντρόσκυλα. Ή κοινωνική καί πολιτική ισοτιμία τών φύλων είναι θεμιτή καί σ ^μφωνη μέ τή φύση τών πραγμά­ των (κατά φύσιν έτίθβμβν τόν νόμον). νά φυλάγουν μαζί (ξυνφυλάττβιν). Θά προσφέρει. είναι δεκτική. Άποφασ .κ εργα). δπως καί στό θήλασμα. τόσο διαφορετική άπό τών άντρών (πάμπολυ διαφέρει γυνή άνδρός τήν φύσιν ). Τά φυσικά δοσμένα προσό­ ντα είναι μοιρασμένα καί στις δυο πλευρές (διβσπαρμέναι αι φύσεις έν άμφοϊν τοϊς ζώοιν). καί τή στιγμή πού ό Σωκράτης έπισημαίνει τόν διαφορισμό τους: ό άντρας γονιμοποιεΐ.

θά τ ’ άφήσουμε (άφήσομβρ ονρ ή τί δράσομβρ). Αύτή ή δειλία. είσάγεται στό κείμενο τής Πολιτείας μέ μιά κομψότητα έκπληκτική. ό Πολέμαρχος. τά ψελλίσματα καί τά μισόλογα είναι ή ψυ­ χολογία τής έποχής: τό έπικίνδυνο άποσιωπάται. πού ή συνέχεια τοΰ δια­ λόγου θά τό έπιβεβαιώσει άπερίφραστα. Παρά τήν προφύλαξη. τήν ύπηρετοΰν ισόβια. πού ύποφέρει άκόμη κι άν ενα μόνο άπό τά μέλη του δέν εΐναι καλά (έρός δή πάσχορτος τώρ πολιτώρ ότιονρ ή άγαθόρ ή κακόρ. άπλωσε τό χέρι. ή τοιαύτη πό­ λις μάλιστά τβ φήσβι έαντής είραι τό πάσχορ). Αύτή είναι καί ή μο­ ναδική οικογένεια: γυναίκες καί παιδιά είναι κοινόκτητα. τού επιασε τόν μανδύα κοντά στόν ώμο (έκτβίρας τήν χβΐρα καί λαβόμβρος τον ίματίον άρωθβρ αντον παρά τόρ ώμορ) καί. κυριολεκτικά ε­ να σώμα. Φύ­ λακες καί φυλακίδες άνήκουν στήν πόλη. Τά βρέφη δέν θηλάζονται σέ σπίτια. χωρίς νά λογαριάζουν θυσίες καί πό­ .96 ΣΩ Κ ΡΑ ΤΗ Σ . Ή πολιτεία πρέπει νά πάρει τή μορφή τής άδελφότητας. Μάλι­ στα. μόλις ή κουβέντα εφτασε στό θέμα τής οικογένειας. ή λέξη οικογένεια δέν ύπάρχει στό κείμενο. Αύτή θά τό σπαργανώσει. παίρνονται ιδιαίτερα μέτρα γιά νά μήν άναγνωρίζουν οί μανάδες τά παιδιά τους. άλλά βρ τινι μέρβι τής πόλεως. άφοΰ τόν τράβηξε πρός τό μέ­ ρος του. Η Κ Ο ΙΝ Ο Κ Τ Η Μ Ο Σ Υ Ν Η Ή οικογένεια στή νέα πόλη καταργεΐται. Μολονότι όμως ό Πλάτωνας μιλάει γιά μητέρες. κάτι τοΰ σιγοψιθύρισε σκυφτός. Όλοι νά εΐναι σύσσωμοι. Μοναδική μητέ­ ρα καί πατέρας είναι ή πόλη. Αύτή ή παράτολμη πολιτική πρωτοβουλία. πού καθόταν λίγο πιό πέρα άπό τόν ’Αδείμαντο. θά ξαγρυπνήσει πλάι του καί θά τό νοιαστεί. Πρόκειται γιά τό θέμα τής κοινοκτημοσύνης τών γυναικών καί τών παιδιών. Στή μέση τής συζήτησης. λοιπόν. στ’ αύτιά τών άλλων εφτασαν μερικές λέξεις: Τί θά κάνουμε. σκανδαλώδης τότε όσο καί σήμερα.Ο ΝΟΜ ΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ ντβς). ή ά­ κρα έπιφύλαξη ν’ άναφερθοΰν σ’ ενα προκλητικό ζή­ τημα.

ό εγωισμός. 457^ ) · Γιά νά μήν προκαλέσει κλίμα ταραχής καί αύθαιρεσίας. κάθε πάθος πού γεννάει τή διάσταση μέ τον άλλο καί τό μίσος πρέπει νά έκλείψει. Οί γ α ­ μήλιες καταστάσεις εϊναι πολιτικά καθορισμένες. τό πάθος τής ιδιοκτησίας πού άσκεϊτα'. ή γυναικομανία. ανήκει μονο σέ λίγους.Η ΗΛΙΟΤΠΟΛΗ 97 νους. Τά κριτήρια εϊναι άξιολογικά (τούς άρίστους ταϊς άρίσταις συγγίγνεσθαι ώς πλειστάκις) ή πληθυσμιακά (καί μήτε μεγάλη ήμΐν . Συνεπώς. ήν δ 5 εγώ. Κληρονόμος καί συνεχιστής τής παράδοσης του πατέρα. Καί. Τό εσωτερι­ κό του σπιτιού είναι άδυτο. τά ζευγάρια. ό βλαστός τής κάθε οικογένειας χαράζει ίδιον δρόμο· άντί νά έν ισχύει τό σύνολο. Γενικά. καί ύμνοι ποιητέοι τοϊς ήμετέροις ποιηταΐς πρέποντες τοΐς γιγνομένοις γάμοις). πάνω σέ ενα σώμα καί καθιερώνεται άπό τόν θεσμό τής οικογέ­ νειας. Οί άρχοντες ορίζουν τίς ήλικίες. κοινούς δέ τούς παΐδας. ή κατάργηση τής χωριστής οικογένειας συνοδεύεται άπό τόν θεσμό τών ιερών γάμων. ιΐπερ οίόν τε.υ. ό ατομικισμός.απαγή ένότη­ τα. τήν τελετουργία καί ολόκληρη τή γιορτή (ούκοϋν δή έ- ορταί τινες νομοθετητέαι έν αίς ξυνάξομεν τάς τβ νύμφας και τούς νυμφίους και θυσίαι. 7τερί γε του ώφελίμου άμφισβητείσθαι αν. κρύβεται άπό τά μάτια του κόσμου. μείζον κακόν είναι δ. Ξ ε­ χνάει τά πάντα γιά τόν έαυτό του. καταγίνε­ ται μέ τήν προβολή τής προσωπικότητάς του. ώς ού μέγιστον άγαθόν κοινάς μίν τάς γυνα ί­ κας είναι. Ά ν πριν αιζ δλα καταργεΐται ή οικογένεια. 462 α-Β). τό κακό πρέπει νά χτυπηθεί στή ρίζα του (ονκ οίμαι. Είναι κράτος έν κράτει. φυσικά. Συνεπώς. ενα αύτόν ομο συγκρότημα πού ενθαρρύ­ νει τήν αύταρέσκεια καί προκαλεΐ τον φθόνο τών άλλων. άντί νά συγκεντρώνει τά μέλη της σέ μιά συ. τά διασκορπίζει (ποιεί πολλάς ]7τόλ£ΐ9] άντί μιας.τι καλ­ λιεργεί τά πάθη. Τό πιο μεγάλο δυστύχημα (μβϊζον κακόν) γιά τήν πόλη εϊναι αύτό πού τή διαμελίζει καί. Ά π ό κοντά καί ή ιδιοκτησία τών παιδιών. είναι γιατί αυτή άποτελεΐ ενα θεσμό πού καλλιεργεί τόν άτομιχισμ.

ΓΥ αύτό τόν λόγο. Ή . Όλα γίνονται μέ γνώμονα -ή διασφάλιση τής κοινότητας καί τής ένότητας. Πότε οί πολίτες διχάζο­ νται καί. 66ο). τήν ισότητα. Χωρίς νά έπεκτείνεται σέ πληροφορίες οικονομι­ κού χαρακτήρα σχετικά μέ τήν έδραίωση τής κοι­ νοκτημοσύνης τών υλικών άγαθών. παρά τή σκληρότητα τού απαγορευτικού μέτρου πού διαγράφει τήν οικογενειακή έστία καί συνάμα μιά βαθύριζη παράδοση (πορευτέον πρός τό τραχύ του νόμου). μέ δυο λόγια όταν άρχίζουν τίς ψυχές τών πολιτών νά τίς κυβερνούν ή άπληστία καί ή πλεονεξία: ή μέ­ ριμνα τού «δικό μου» καί «δικό σου» (τό τε έμόν καί τό ούκ έμόν). τόσο πιό κοινή. ό Πλάτο^νας γνωρίζει ότι ή ισότητα. τό χρήμα κυρίως. άποτελεΐ βασική προϋπόθεση τής πολιτικής αρμονίας (εν ήτινι δή πόλει πλειστοι επί τό αύτό κατά ταύ­ τά τούτο λέγουσι τό έμόν και τό ούκ έμόν. Όσο γιά τόν άσχημο (φαϋλον). ξέρουμε ότι εΐναι ή αιτία πού προκαλεΐ τίς διχόνοιες. συμπεριφορά δείχνουν (παραπλησίως χαίρωσι καί λυπώνται). στή συνέχεια. άλλοι νά εΐναι περιαλγεΐς καί άλλοι περιχαρείς. καί γ ι’ αύτό ομόψυχη. ό ίδιος προβλεπτικός στοχασμός καταργεί κάθε μορφή άτομικής ιδιοκτησίας. φ 2( ο). Όταν τά δικαιώματα εΐναι άνισα μοιρασμένα. δεινά ή θριάμβους. Φαίδων. όταν οί περιουσίες εύνοούν τούς λίγους καί ρίχνουν τούς πολλούς στήν άνέχεια. ώστε νά μήν τοΰ μένει α­ φορμή γιά νά τά βάλει μέ τούς άρχοντες. Τά υλικά άγαθά. δηλαδή. αΰτη άριστα διοικεϊται. οικονομική καί ήθική.98 ΣΩ Κ ΡΑ ΤΗ Σ Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΓΙΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ ή πόλις· κατά τό δυνατόν μήτε σ μικρά γ ίγ ν η τ α ι). συμβαίνει ώστε γιά τά ίδια γεγονότα. Οί πολίτες. όσο πιό πολλά κοινά σημεία έχουν μεταξύ τους. αντί νά νιώθουν τά ίδια αισθήματα γιά τίς περιπέτειες τής πόλης. τίς διαφορές καί τόν ίδιο τόν πόλεμο (διά 7 άρ τήν τών χρημάτων κτήοιν πάντες οι πόλεμοι 7 ^7 νονται. τό συνταίριασμά του άποφασίζεται μέ κλήρο. Θυμίζει αύτή ή άρχή τήν πολιτική συμβουλή πού δόθηκε κάποτε στόν Πεισίστρατο: νά κόψει τά στάχυα πού εΐναι ψηλότερα ά­ πό τά άλλα! Νά επιβάλει. θεωρήθηκε σο^στό νά καταργηθεΐ ή οικογένεια — όπως.

νά βασί­ σει τά λεγομενά της στά δεδομένα τής ιστορίας. οί διαδοχικοί χωρισμοί θά τή βρουν στήν ιδέα τοΰ άγαθοΰ.Η ΗΛΙΟΎΠΟ ΛΗ 99 δικαιοσύνη58 δέν αποβλέπει σέ τίποτε άλλο. ή πλατω­ νική σκέψη γίνεται άπο-φασιστική. Μιά πολιτεία πού θά χτιστεί μέ λόγια (εν λόγ οις κείμενη). δικαστής. κάθε πα­ ραβίαση εΐναι μιά διαταραχή τής ισότητας (κλοπή. δικαιοσύνη. 25). μέ τό μέτρο τοΰ νόμου. Ηθικά Νικομάχεια. ώ τό μεϊζον τμ ήμα τής ήμισεία ς υπερέχει. άποφάσκει κάθε σύστοιχο τής πραγματικότητας. όπως στις ημαρτημένες πολιτείες. Η Α Ρ Χ Α ΙΡ Ε Σ ΙΑ Απομένει ή συγκεκριμένη περιγραφή τής πολιτικής άρχής. παρά νά μιλήσει γιά κάτι κυριολεκτικά άνύπάρκτο. 11 3 2 α. Πολιτικός. άπόλυτα κύριοι τοΰ έαυτοΰ τους. "Οταν δί χα δια ιρεθεί τό δλον. ενα πολιτικό συγκρότημα χωρίς άτέλειες (τήν μίαν εκείνην πολιτείαν τήν όρθήν. άνήκει μονάχα τό σώμα* δλα τά άλλα εΐναι κοινά (διά τό μηδέν Ιδιον εκτήσθοίΐ πλήν τό σώμα . καί τού­ το έπειδή. τά δ ’ άλλα κοινά). 113 2 α. έφόσον ή σχέση τών πολιτών παρίσταται μέ μιά γραμμή διαιρεμένη (διχασμένη) στά δύο. Γιά νά κάνει τήν παρουσίασή της. ίση κατοχή μπορεΐ νά σημαίνει καί ίση άνέχεια. μιά καί δέν σκο­ πεύει. βλάβη). φόνος. τότε φ ασιν εχειν τό συ του δταν λάβω σι τό Ισον. Στόν πολίτη. πολι­ τική καί πρακτική άρχή: άρχή άννπόθετο. . διχάζοο). θέλει νά πει ό Σωκράτης. καθώς άλλω­ στε εΐναι θετική καί ή ούτοπία τών ιδεών. δικάζω είναι ονόματα πού πηγάζουν άπό τή σημασία τού διχασμού (διχαστής. ό όποιος έπαναφέρει τήν ισότητα άνάμεσα σέ δύο όρους πού ή ισορ­ ροπία τους διαταράχτηκε (ό δικαστής επ ανισοϊ. Τήν έντέλεια. τήν οποία ό δικαστής. Μάλιστα. 297 ε). ή πολιτική αρμονία άρχιζει νά παίρνει σάρκα καί οστά. Ηθικά Νικομάχεια. ήθική. έχο­ ντας νικήσει δηλαδή τήν άλογία καί προσηλο)θεΐ ά58. Τήν ε­ παφή μαζί της μονάχα οί φιλόσοφοι τήν κατορθώ­ νουν: φιλόσοφοι μεν οι τον άεϊ κατά ταύτά ώσαντως εχοντος δυνάμενοι έφάπτεσθαι (484^). το ϋ τ ' άφ εϊλε καί τώ έλά ττο νι τμήμ α τι παρέθηκεν. 24). Ποσοτικά. μ^ά ού-τοπία όλότελα θετική. τήν άνώτερη μεταφυσική. Δίκαιο. Ά ν δλοι κατέχουν τά ίσα. οφείλει νά άποκαταστήσει (καί ώ σπερ γ ρ α μ μ ή ς εις α νισ α τετμημένης.

2466-247^)· Ή άγνοια τού οντος καί ή άπομονωμένη γνώση μιας δποιας «ούσίας» κάνει αύτές τίς έπιστήμες νά ονειροβατούν —όνειρώττουσι περί τό δν— ώσότου ύπερβοΰν τόν έαυτό τους καί γνω­ ρίσουν τή μιά καί άληθινή άρχή. ήθική 59· Ονδέν δίκαιον ο ίμ α ι είνα ι έν τοΐς άνθρώ ποις έπβιδάν ό ήλιος δύτ). άπό τή φύση του. Μενέζενος. τήν άντλεΐ άπό τήν ιδέα τοΰ άγαθοΰ. γεωμετρική ή φυσική— εΐναι άδιανόητη άν άποσπαστεΐ άπό τή γνώση τοΰ οντος. επ' αυτήν τήν άρχήν ΐνα βεβαιώσηται. δπου ό Σωκράτης έπιμένει δτι εΐναι ό μοναδικός άνθρωπος μέσα σέ ολόκληρη τήν Α θ ή ­ να πού έπιχειρεΐ νά πράξει τήν άληθινή πολιτική τέ­ χνη (521 θ). έφόσον ή ήθική εχει άναχθεΐ στή γνώ­ ση. Όπως τά φυσικά πράγματα φωτίζονται άπό τόν ήλιο. Κρατύλος. 4 ! 3 ^· . ή ιδέα τού άγαθοΰ — αί­ τια τών πάντων— είναι μιά άλήθεια καθαυτό ήθική καί όχι απλώς έπιστημονική (π. φυσική). Τήν άλήθεια του. δηλαδή κατά βάθος τή γνώση τοΰ άγαθοΰ καί τής δικαιοσύνης (πάσα τε έπιστήμη χωριζομένη δικαιοσύνης και τής άλλης άρετής πανουργία. μεταφυσική. Ό χι μόνο ολοκληρώνει τήν άνάβαση τού δε­ σμώτη άπό τό σπήλαιο στο φώς (532 Β-ο). Όντολογία. μπορούν νά άκολουΟήσουν τήν άν οδική πο­ ρεία τής διαλεκτικής έπιστήμης. Ή με­ θοδική της άνέλιξη τάς υποθέσεις άναιροϋσα. Τοΰτο σημαίνει δτι μιά έπιστήμη —μαθημα­ τική. είναι καμωμένο νά συλλαμβάνει τίς ιδέες. ού σοφία φαίνεται . Απαρχής.χ. τά νοητά φω­ τίζονται άπό τόν νοητό ήλιο τοΰ άγαθοΰ5(λ Στόν Γοργΐα: λοιπόν.100 ΣΩ Κ ΡΑ ΤΗ Σ . καί τω δντι έν βορβόρω βαρβαρικω τινι τό τής ψυχής ομμα κατορωρνγμένον ήρέμα ελκει και ανάγει άνω (533° είναι ταυτόσημη μέ τήν ήθική άνύψωση τοΰ φιλοσό­ φου. δέν χωράει άμφιβολία ότι κάθε γνώση. κάθε γνωριζόμενο πράγμα. λογαριάζεται (καί) μέ ήθικά κριτή­ ρια.0 ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ ποκλειστικά σέ κείνο τό μέρος τής ψυχής πού. άλλά καί ή κορυφαία στιγμή της. καί ει­ δικά διαλεκτική. έκεΐνο πού προβάλλεται ώς άρχή τής ριζικής μεταρρύθμισης τοΰ καθεστώτος εΐναι ή έπι­ στήμη τοΰ άγαθοΰ.

τό παραδομένο. συνεπώς— άρχή τής πολιτείας: ονκ ονσίας ορτος τον άγαθοϋ. Ρα ιηγίΗοΙοξΐε ΜαηεΗβ. ζουν μέσα στή φωτοχυσία καί τήν καθαρότητα (οικειν ερ τω καθαρω) τής άπόλυτης δικαιοσύνης. μολονότι πραγματώσιμη. αύτοί πού κοιτάζουν ψηλά (τά &νω όψεσθαι). παραχω6 ο. ΐ943· 6 ι. Ή φωτεινότητα καί ό ύπερουράνιος χαρακτήρας θά σφραγίσουν κάθε ήθικό κριτήριο. πού δέν είναι άποτέλεσμα μιας εύκολης μεταστροφής. Τό ήθος είναι τό δεδομένο. Ρθ6ίΐ(|ΐιβ 5 · . ύπερ-όπτες. έγκαθιστώντας τό κράτος του άπόλυτου δικαίου. Βλ. Ρητορική τέ­ χ ν η 1370 3)· *Η λέξη ήθος καί ήθική δέν έχουν άλλη ετυμολογική καταγωγή άπό τή συνήθεια [ηθική "γάρ κα λείτα ι διά τό εθίζεσθαι. ό Σωκράτης θά ξεστομίσει τήν υπέρτατη μεταφυσική — πολιτική.Η ΗΛΙΟΤΠΟΛΗ ιο ί καί πολιτική. φθόνους καί μίση. γ ι’ αύτό καί άήθης δέν σημαίνει μόνο άνήθικος. Στάση. Λάχης. ούτε καί άποκλειστικά εργο τής παιδείας. αλλά φνχής π ερ ια γω γή). I. δέν έ­ χουν καιρό νά προσέχουν τά έπίγεια φερσίματα τών άνθρώπων. ό νομοθέτης θεσμοποιει τή συνήθεια γιά νά εκτοπίσει ή νά ύποκαταστήσει τή φύση (τό είθισμενον ώσπερ πεφυκός ήδη 'γί'γνετα ι. φαύλη φύσι 9 (491 κο^ δέν μάς ξαφνιάζει πού. Τοηιε 3. Μα§ηα ΜοναΙϊα. άλλά καί αύτός πού εισάγει μιά καινοτομία. νπ η . άλλά. Ή φύση καί ό τρόπος τού άν­ θρώπου παίζουν ίσως τόν πιό βασικό ρόλο* ό Πλά­ τωνας επιμένει στή διάκριση άρίστη φύσις. άλλ 5 ετι έπεκειρα τής ονσίας πρεσβεία καί δνράμει ύπερέχορτος. δλες θυγατέρες της διαλεκτικής. Γνωρίζοντας τό μυστικό τής επανάληψης. συ­ γκροτούν τήν πολιτεία σάν μιά τελολογική ολότητα πού. μέ νόημα υπερβατικό. Κ α ­ θώς κράτος καί άτομο διέπονται άπό τήν ίδια πρα­ κτική άρχή. Πολιτεία. ]. δποος άλλάζουμε τή θέση έ­ νός δστρακου (ονκ όστράκον αρ εΐη περιστροφή. Οί φιλόσοφοι. π 8 6 α). βέβαια. είναι ιδεατή καί αύθύπαρκτη. ή πολιτεία γίνεται δεύτερη φύση τού άτόμου6°. Οίτπώι. Ρ εςοηχ $ιιν ΓΗίΜοίνε άε ία ρΜοΞορΗίβ. οί πολίτες άκολουθοΰν τήν άέναη κίνηση καί άέναη άκινησία του ιδεατού άγαθοΰ61. σ· 4-7 ^. έκδ. ιΒΒΙ). Μπρός στόν κατά­ πληκτο Γλαύκωνα. 509 Αύτός είναι ό ευξεινος πόντος κάθε θεολογίας καί κάθε φιλοσοφίας. Ηί·β(“Ι. Σάμπως νά είναι ήλιοτρόπια. ή ήθική κληρονομιά.

Μέ τή σοφή κατάργηση τών μεθο­ ρίων φιλοσόφου τε άνδρός καϊ πολίτικου . τής ένικότητας. άλλά τόν εν αν έκεϊνο τόν κατάλληλο. 423 °0· Η μία καί άδιάλλακτη πόλη εΐναι ό θρίαμβος τής ούσίας. το εργο τής όποίας. Τά πάντα θυσιάζονται στή μοναρχία τής ού­ σίας καί τής καθολικότητας. τής διασποράς καί. 423 £·)· Όλόκληρη ή πολι­ τεία εΐναι σύστημα μονοκρατίας: ενας νόμος. Οί έκφράσεις εΐναι ρη­ τές: ούκονν καί τοϋτο αύ άλλο πρόσταγμα τοΐς φύλ αξι προστάξομεν.102 ΣΩ Κ ΡΑ ΤΗ Σ 0 Ν 0 Μ 0 Θ Ε Τ Η Σ ΙΙΟΤ Λ ΪΤΟ ΚΤΟ Ν Ε Ι ρεΐ τήν αρχηγία στούς ανθρώπους πού ήδη μέσα τους έχουν πραγματώσει τήν ιδεώδη πολιτεία. εχει ανάγκη κεφαλής (άλλ 5έπιθέντας κεφαλήν. βέβαια. ό άποκλεισμός τής άλογίας άπαιτεΐ τήν άναίρεση τής πολλότητας. ή δύναμη καί ή σοφία μένουν στά ιδια χέρια. Ή πόλη. ψελλίζοντας στις γωνιές τών δρόμων. Τό άγαθό καί ή θεοκρατική του πολιτική προβολή (οί ιδέες) εΐναι πάντα ήδη παρόντα καί ή πολιτεία . μία ήθική άρχή. Δέν θά πάρουν τό πρώ­ το γουρούνι πού θά βρούν μπροστά τους (ούκ άν πάσα νς γνοίη. συνεπαρμένη άπό τήν τύφλωση καί τήν άλογία. δηλαδή. ά λ λ ά τις ικανή και μ ία . Λάχης. τοΰ γίγνεσθαι. τής διαφθοράς. μία βούληση. τοΰ συμβεβηκότος. Ή πλατωνική άρχαιρεσία εΐναι άξιοκρατική λογικοκρατία. στή λογική του αύστηρότητα. Ή καταστολή τής άτομικότητας. φυλάττειν παν τι τρόπω όπως μήτε σμικρά ή πόλις εσται μήτε μ εγ ά λ η δοκοϋσα. δλων τών στοιχείων πού διακυβεύουν άκατάπαυτα τήν πλατωνική λύση τής προβληματικής σχέσης άνάμεσα στό εν καί τά πολλά. 505 (1). γενικά. τής άντίθεσης. ά λ λ ά μή πολλά. 1960!). ή οί βασιλιάδες θά φι­ λοσοφήσουν ή οί φιλόσοφοι θά βασιλεύσουν (473 Τό πρόβλημα. τής ιδιαιτερότητας εΐναι ή ούσιώδης καί πρωταρχική άρχή τής πλατωνικής πολι­ τικής. ΐνα μή άνευ κεφαλής περιίι7. εΐναι νά μή μείνει ή φιλοσο­ φία άν ισχυρή. Γορ­ γίας. δπως καί οί μύθοι. Ριζικός. άλλά νά κυβερνήσει ή ήθι­ κή. μία πολιτική (ξύμπασα ή πόλις μία φύηται . τοΰ πάθους. μήτε ή δύναμη άφιλοσόφητη. τού καθέκαστον. Μέ τή σύμ-πτωση δύναμης καί φιλοσοφίας. δέν θά τό άναλάβει ό οποιοσδήποτε.

Η ΗΑΙΟΤΠ ΟΛΗ 103 πού συγκροτούν παρασταίνει τή σταθμευμένη αιω­ νιότητα — τήν ακλόνητη αύτοκρατορία τού αμετα­ κίνητου παρόντος. γιά κείνον πού θέλει νά τό βλέπει καί μέ αύτό ώς κανόνα νά ρυθμίζει τό πολίτευμα τής ψυχής του. Ο Π Ο Λ ΙΤ Η Σ Ε Ρ Ω Σ Έξορθολογισμένο συστηματικά. ούτε κι ό Θεός τοΰ πολέμου μπορεί νά τοΰ άντισταθεί (βρωτι ουδέ 'Άρης ά νθίσταται ). αναμφίβολα. πού τήν αναγκάζει νά αποσχιστεί οριστικά άπό τή βασική θέση τοΰ Σωκράτη τής Πολιτείας: «Εννοείς τήν πόλη πού ιδρύσαμε έμείς καί πού μόνο στά λόγια ύπάρχει. καθώς καί δλες οί επιθυμίες . είναι ανύπαρκτα. 473 Η)· Σέ τούτο ακριβώς τό σημείο οί Νόμοι έχουν νά μιλήσουν μιά γλώσσα διαφορετική· αντιπροσωπεύοντας έκείνη τή φάση τής πλατωνι­ κής σκέψης δπου ό ρεαλισμός τής πολιτικής της φέρνει πιό κοντά στόν Θεό παρά στις ιδέες. απο­ βλέπει σέ μιά συμφιλίωση — άν λέγεται έτσι— μέ τό πραγματικό. Αύτό.τι ή πρά­ ξη (φύσιν 'έχβι πράξιν λέξβως ήττον άληθβίας έφάπτβσθαι . πιό κοντά στά πράγματα παρά στήν τελειότητα. είναι βέβαιο πώς δέν δείχνει πολιτική ώριμότητα. αύτό τό πολιτικό σχεδίασμα ποιά θέση μπορεί νά δώσει στόν έρωτα. Άλλωστε. πού ούτε ή βία τό πε­ ριορίζει. οποίος τή σχεδιάζει θεωρώντας την άμεση πι­ θανότητα καί δυνατότητα. Έ ξ ορισμού τίθεται έκτος νόμου. ώστε ή λέξη νά πλησιάζει τήν άλήθεια περισσότερο άπ’ δ. γιατί δέν πιστεύω νά βρίσκεται σέ κανένα μέρος τής γής (έπβί γ ή ς γβ ούδαμοϋ οίμαι αυτήν είναι). Ή άλήθεια λέγεται μέ εύκολία άντιστρόφως ανάλογη μ’ εκείνη πού πραγ­ ματώνεται. άλλωστε τά ίδια τά πράγματα είναι ά­ πό τή φύση τους έτσι καμωμένα. Ά λ λ ’ ίσως νά ύπάρχει στόν ούρανό τό πρότυπό της. τό πιό άλογο πάθος. Άφοΰ άλογία σημαίνει άνομία. τά πολιτικά του δικαιώ­ ματα. Πολιτεία ιδεατή· δσο γιά τήν «πραγμάτωσή» της. τό άν υπάρ­ χει ή άν θά ύπάρξει κάποτε δέν σημαίνει τίποτε» (592 β-Β).

Αριστοφά­ νης. ίίαυσανίας. Διοτίμα. γεννά άνθρώπους. πρέπει νά εΐναι ή πιο ταπεινή. καί γ ι’ αύτό πολίτικα άποδεκτός— είναι άπολαυστική ή περίτεχνη τακτική τού πλατωνικού κειμένου. ή γή μητέρα . 0 ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ πού πετοΰν το χαλινάρι του λόγου καί ταράζουν τήν ισορροπία τής ψυχής. ό εροοτας κατέχει ε­ να μοναδικό προνόμιο: άπό τή φύση του εχει τή δυ­ νατότητα νά ξαναφυτέψει τόν έαυτό του. καν άμονσος ή τό π ρ ιν . Ό . άπόλυτα άναγκαΐος άπό τήν άλλη. Συμπόσιο. δύο πρόσωπα καί διπλά γεννητικά όργανα (καί αιδοία δύο).τι είναι ό τύραννος γιά τήν πολιτεία. είναι ό έρωτας γιά τήν ψυχή* έπιβάλλει τό καθεστώς τής βίας. Περιοερόταν δπως οί περιφερόμενοι γονείς του: ό ήλιος πατέρας του άρσενικου. 1 9 6 ) . Ή άποψη του Α ρ ι­ στοφάνη. μά δταν ήθελε νά τρέξει χρησιμοποιούσε χέρια καί πόδια. Ά π ό τή στιγμή πού γίνεται πρόδηλη αύτή ή άντινομία του έρωτα — άλογος άπ(· τή μιά μεριά. τεκνοποιεί. Ά π ό τή στιγμή πού θά καταλάβει τήν άκρόπολη τής ψυχής. μοιάζοντας μέ ρόδα. λέει 6 μύθος. δέν υπήρχε χωριστά ό άντρας άπό τή γυναίκα. άλλά ήταν ένωμένοι σάν άνδρόγονο. δποιος άγγιχτει άπό τόν έρωτα χάνει όλότελα τά λογικά του καί γίνεται ποιητής (πας γονν ποιητής γ ίγ ν ε ται. Άγάθων. Παραθέτοντας διαδοχικά τίς έρμηνεΐες τού έρω­ τα (Φαιδρός. καί γ ι’ αύτό άποκλειστέος. πού πρέπει νά έκ-πολιτίσει ενα άλογο πάθος καί νά του δώσει ενα σχήμα ελλογο. φόβοι ν. Είναι ό τόκος πού πληθαίνει τόν άνθρώοτινο πλούτο. δηλαδή ήθικά δικαιωμένο. κάνει τά άλλα πάθη δορυφόρους του — καί τόν άκολουθοΰν. Παιδοσπορεϊ. δπως οί συνοδοί τόν μόναρχο πού ζεΐ έν πάση άνα ρ χία και άνομία. Μ. Αλκιβιάδης). πάνω απ’ δλα τά πάθη. συντηρώντας ετσι το έμψυχο ύλικό τής πολιτείας. ον αν ’Έρως αφηται. Εξάλλου. Αρχικά. ά­ νοια. τέσσερα χέ­ ρια.104 ΣΩ Κ ΡΑ ΤΗ Λ. Αύτό τό πλάσμα είχε τέσσερα πόδια. φυσικά. Σωκράτης. Περπατούσε ορθιο.ά. "Όλες οί παραδρομές μαζί: πλάνη. τής αδικίας καί τής πιο έκρυθμης διακυβέρνησης. Έρυξίμαχος. ό Πλάτωνας αξιοποιεΐ γ ι’ άλλη μιά φορά τόν χωρι­ σμό τής ψυχής άπό τό σώμα.αί άγριοι ερωτες.

Α νέστιος. αύτή τή σκέψη: βπειδή ούν ή φύσις δίχα έτμήθη. εξό­ ριστος. δταν οί εραστές συν-ευρεθοΰν. Κάθε άνθρωπος γίνεται έρευνητής* σύμ-βολο άρχικά (έκαστος ούν ημών εστιν άνθρώπου σύμβολον). τώρα γίνεται αξεπέρα­ στη άδυναμία. πού έρευνα μέ περιπάθεια τό συμπλήρωμά της (ζητεί δή άεϊ τό αύτοϋ έκαστος σύμβολον). . όλες οί κρί­ σεις γιά τόν έρωτα προαπαιτούν. διατεμώ δίχα έκαστον. γυρεύει τό έτερόν του ήμισυ (πας ό έπιθυμών. και άμα μεν άσθενέστεροι εσονται. είναι μιά μορφή τιμωρίας. προσπαθούν νά ξαναβροΰν τήν άρχική τους εύτυχία (έπιθυμουντές συμφϋναι). σέ ορκους.Η ΗΛΙΟΎΠΟΛΗ 105 τής γυναίκας καί ή σελήνη μητέρα τοΰ ίδιου τοΰ ανδρόγυνου. Μισερός άπό τή φύση του. σκέφτηκε ό Δίας. έβαλε ύστερα τόν Απόλλωνα νά στρέψει τό κε­ φάλι τοΰ καθενός πρός τή μεριά τής τομής. Έ ντέλει. τήν άναζήτηση. τώρα εΐναι απλή βολή. Ό χωρισμός τών φύλων εΐναι ή ίδια ή ανεπάρκεια. Ή παντοδυναμία τής αρχικής τους ένωσης. κοιλάρφανος. Άφοΰ τούς χώρι­ σε. κοσμιότερος εΐη ό άν­ θρωπος. Ό έρωτευμένος άναλύεται σέ παρακάλια. ό κάθε άνθρωπος. τόν πόθο. Ή δύναμη πού είχαν οί ανδρόγυνου ήταν τόση. τήν άν ικαν οποίητη ψυχή τοΰ έρωτευμένου. του μή ετοίμου επιθυ­ μεί και του μή παρόντος). δηλαδή. Νυν μεν γ άρ αυτούς . κατα/πώς πιστεύ­ ει ό Αριστοφάνης. κατάσταση πού καταργούσε τήν έπ ι­ θυμία. προσφέρεται σάν δούλος. ώστε καί αύτοί οί θεοί ένιωσαν τήν ανάγκη νά τούς άντιμετωπίσουν. Ή σημερινή του κατάσταση. άρσενικός ή θηλυκός. κοιμαται στήν πόρτα τού επιθυμούμενου προσώπου (κοιμήσεις επί θύραις). Έ ξ ου καί οί διαβόητες δυστυχίες πού προκαλεΐ αύτό τό συνταίριασμα. τρέχει στούς δρόμους τής επιθυμίας καί δέν φτάνει. άμα δε χρησιμώτεροι ήμίν διά τό πλείους τόν αριθμόν γεγονέναι. ΐνα θεώμένος τήν αύτοϋ τμήσιν. άγκαλιασμένοι σάν ενα σώ­ μα (περιβάλλοντες τάς χεϊρας καί συμπλεκόμε­ νοι). Συνεπώς.

Συ­ ναντά κι αύτός. δέχονται καί γιά τόν έρωτα τήν ίδια άστάθεια. Εΐναι άνοια ό έραστής τών καλών σωμάτων νά ταυτίζει τήν έμπειρική. γιατί είναι μονάχα ένα σώμα. μοναδικό καί άναντικατάστατο. μάς ξανα­ φέρνει στή βασική έρωτηματοθεσία τής φιλοσοφίας τών ιδεών. είναι πάντα μιά έκδοχή τής άκατάληκτης ποικιλίας τών έμφανί­ σε ων τοΰ φύλου. ο­ μορφιά μέ τό καλό καθ’ έαυτό (τό περί τό σώμα . Πλατωνικά όδηγημένη αύτή ή άπορία. στό κάθε έπιθυμούμενο πρόσωπο στέκει δίβουλος: τοΰ άναγνωρίζει τό άξιέραστον.Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ Ά λλά αύτή ή άποψη. στό υλικό άρα. βέβαια. πού θεωρεί τόν εροπτα φάρμα­ κο γιά τήν άρχική πληγή τών άποσχισμένων σωμά­ των. Φαίδων. τόν έρωτα στά σώ­ ματα.ιο β ΣΩΚΡΑΤΗΣ . τό σώμα τοΰ έρώμενου προ­ σώπου. ό Σωκράτης θά μεταθέσει τόν χωρισμό.ψυχής. άρνεΐται ό­ μως νά τό δει σάν κάτι μοιραίο. 'Τπάρχουν αύτοί πού έρώσι τών σω­ μάτων μάλλον ή τών ψυχών: δέσμιοι καί ύπηρέτες του αισθητού καί του μεταβαλλό μεν ου. άλλά στό άθάνατο. 86α). Γιά τόν πάνδη­ μο έραστή. Απέναντι. Έ τ σ ι διακρίνονται καί οί έραστές. Δέν είναι τά άποσχισμένα σώματα πού άξίζουν τήν προσοχή μας. άλλά ό ριζι­ κός χωρισμός σώματος . 6 άλλος. έπειδή είναι ένα σώμα. τό θνητό καί τό πεπερασμένο (γεώδη εστΙ καί τον θνητού ξνγγ ενή . Γ ι ’ αύτό καί ό ήθικός έραστής. έραστής διά βίον μένα. ζωντανή άπόδειξη τής άθανασίας τής ψυχής. Ό λα αύτά είναι ξένα γιά τόν ήθικό έραστή. Καί ή ψυχή. Ή διαφορά τοΰ πάνδημον έραστή άπό τόν ηθικό άναπαράγει τή διαφορά τοΰ αισθητού άπό τό νοητό καί έπιβάλλει όλα τά ομόλογα συμπερά­ σματα. καί γιά τούτο τρωτή. καταλήγει να υποτάσσει. Αγνοούν τή μο­ νιμότητα (αφροδίσιον γάρ όρκον ον φασιν είναι) καί τήν άποκλειστική προσήλωση. Α γα π ά τό μόνιμο — καί δέν ύπάρχει μόνιμο πού νά μήν εΐναι ιδεατό. Γιά νά τή διασώσει. εμπειρία όμως πού δέν άργεΐ νά τόν διχάσει: τό ορατό ή τό άόρατο είναι ή ούσία τοΰ έρωτα. άλλά στήν ψυχή· όχι στό θνητό. λοιπόν. άτε μόνι­ μόν σνντακείς. Ή ούσία τοΰ έρωτα δέν θά άναζητηθεΐ στό αισθητό. άλλά στό νοητό· όχι στό σώμα. άντρας ή γυναίκα.

φιλοσο­ φική συμπεριφορά: τοϋτο γάρ δή έστι τό όρθώς έπι τά έρωτικά ίέναι ή ύ π ’ άλλου άγεσθαι. εϊναι γιατί ολόκληρος ό διά­ λογος έγινε γιά νά μεταθέσει τή διαλεκτική άνάβαση τής Πολιτείας πρός τό άγαθό καθ’ έαυτό στήν αισθητική άνάβαση πρός τό άπόλυτα καλό62. ιγ. έκ πολλών ιόν α ι­ σθήσεων εις εν λογισμώ ξυναιρονμενον. Αύτή εϊναι ή άνώτατη έρωτική καί. καί άπό τών καλών σωμάτων έπι τά καλά έπιτηδεύματα. πρός τό καθαυτό. Ή θέα τής ο­ μορφιάς μέσα στόν αισθητό κόσμο ανασύρει τήν α­ νάμνηση τής αληθινής ομορφιάς. σνμπορενθεισα 06 ω καί νπεριδοϋσα α νυν φαμέν και άνακύφασα εις τό όν όντως . άρχόμενον άπό τών δε τών καλών έκείνου ενεκα του καλοϋ άεϊ έπανιέναι. 249 1>ο). όμως. Πρέπει. Κάποτε απαλλάσσεται ο νους του άν­ θρώπου άπό τά αισθητά δεσμά —ύλη. μονοειδες.Η ΗΛΙΟΤΠΟΛΗ ιο 7 καλόν σμικρόν τι ήγήσεται είναι). Γ ενικά. καθαρόν. ή του αγαθού ιδέα μέγιστον μάθημα). πού ξεπερνά τό αισθητό καί τυχαίο (πρόσωπο). καί άπό τών έπιτηδευμάτων έπι τά 62. χρώ­ ματα καί ενα σωρό άλλες άσημαντότητες (και ά λ­ λης πολλής φλυαρίας θνητής )— καί του δίνεται ή εύκαιρία νά δει αύτό τό θειον. αμικτον. Τό όρατόν κάλλος χωρίζεται τό ίδιο ριζικά άπό τό άληθές στόν Φαι­ δρό. οί άναλογίες είναι τόσο συχνές άνάμεσα στό καλό καί τό άγαθό (τό του καλοϋ μάθημα. 543 · . 43^. Τοντο δ ’ έστϊν άνάμνησις έκείνων α ττότ’ είδεν ήμών ή ψνχή. χωρίς νά μειώνεται τό νόημα (έξ ου καί ή λέξη κα­ λοκάγαθος) . σάρκα. ταυτόχρονα.. Όίβδ. τήν ούσία. Ά ν στις τελευταίες σελίδες του Συμποσίου ό Σ ω ­ κράτης παρουσιάζεται ώς σύμβολο τής φιλοσοφίας καί συνάμα του έρωτα. σσ. ώστε εύκολα φαίνεται δτι οί δύο έννοιες παίρνουν ή μία τή θέση τής άλλης. άνωτ. ώσπερ έπαναβασμοις χρώμενον. σ’ αύτή τή διάκριση καί τή συ­ νακόλουθη άνατατική κίνηση νά άναγνωρίσουμε τήν τυπική κίνηση τής διαλεκτικής (δει γάρ άνθρωπον ξυνιέναι κατ' είδος λεγόμενον. ενθ. καλόν. άπό έ­ νός έπι δύο καί άπό δυοΐν έπΙ πάντα τά καλά σώ­ ματα. Α. ειλικρινές. Βλ.

δ έστιν ούκ άλλον ή αύτοϋ εκείνον τοϋ καλοϋ μάθημα.Ο ΝΟΜΟ ΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ καλά μα θήμα τα . Ή γυναίκα φέρνει στόν κόσμο τά παιδιά. ό έρωτας οφείλει νά εΐ­ ναι εύγενική πράξη. ο θάνατος νικιέται μέ τήν παλιγγενεσία. νά εγκλωβιστεί πολιτικά 6 έρωτας. άντιλέγουν στόν Σωκράτη δτι ό έρωτας δέν άποβλέπει στό καλόν άλλά στόν τόκον. ειδικά σέ μιά πολιτεία δπου ή ομοφυλοφιλία (παιδικών έραστήν) εΐναι βασική έρωτική διαγωγή. ατόφια πλατωνικός. άν δέν κοιτάμε ταυτόχρονα πρός δύο κατευθύνσεις: τό αιώνιο πού άγνοεΐ τό σώμα. έ'στ’ ά^ άπό τών μαθημάτων έ π ' έκβΐνο τό μάθημα τελεντήση. Έ χ ει ση­ μασία νά μή γίνει ή ήδονοθηρία αύτοσκοπός. καί τοϋτο εν θνητω δντι τω ζώω άθάνατον ενεστιν. καί ό μικρός έραστής κυοφορεί στήν ψυ­ χή του τίς σκέψεις πού ό έραστής του —παράδειγ­ μα ό Σωκράτης— τοΰ έμπνέει: Σωκράτης έρωτικώς διάκειται τών καλών.ιο 8 Σ Π Κ Ρ Λ ΤΗ Σ . Όταν. ή κνησις καί ή γέννησις). νά έχλογικευτεϊ καί νά όνομαστεΐ τελικά οχι τύραννο:. 2 ΐ ι 1>ο). και γνώ αύτό τελεντών δ εστι καλόν (Συμπόσιο. ό Σωκρά­ . λοι­ πόν. Όσο γιά τήν παραφροσύ­ νη πού φέρνει ή έπιθυμία τών άφροδισίων. σώμα καί ψυχή εΐναι ή μοναδική φορά πού πρέπει νά ιδωθούν μέσα στήν ιερή τους σύμφυση (ή γ ά ρ άνδρός καί 7 νναικός σννονσία τόκος εστιν. Τό κύριο κριτήριο εΐναι ό ορθός ερως. καί τό θνητό πού εΐναι τό ίδιο το σώμα. Είναι ενας τρόπος αυτός. εστι δε τοϋτο θεΐον τό π ρ ά γ μ α . Επιπλέον. Όπως ή λήθη νικιέται μέ τήν έπανάληψη. δέν πρέπει δμως νά ερωτευόμαστε τό σώμα —πού εί­ ναι φθαρτό — άλλά τήν ψυχή —πού είναι αιώνια—. μολονότι ή διαιώνιση έρχεται μέ τήν αναπαραγωγή — γεγονός σωματικό. Δέν καταφέρνουμε νά σκεφτοΰμε σωστά αύτό τό λεπτό σημείο τής πλατωνικής πολιτικής (άτεχνώς διανοούμενοι). καί μαζί ό μο­ ναδικός τρόπος γιά τόν θνητό νά έξασφαλίσει τήν άθανασία (2073).. αύτός θά άπαντήσει δτι εΐναι τόκος έν καλώ. άλλά φιλόσοφος (φιλο­ σοφώ ν διά παντός τοϋ βίον). Πρός τή γυναίκα ή πρός τόν άντρα. Καί ή πολιτική συνε­ χίζεται: σκοπός τοΰ έρωτα είναι ή αθανασία.

ΚηπΙ. Έ τ σ ι. ό έρωτας γίνεται νομοταγής πολίτης. Υγϊπ. μήτε πρέπει ό άντρας νά σπέρνει νόθα παιδιά άπ' εδώ κι άπό ’κεΐ ή νά άφήνεται σέ άγονες καί παρά φύσιν ομοφυλοφιλίες. Μ ΙΑ Ε Ξ Ο Ρ ΙΣ Τ Η Τ Ε Χ Ν Η Ή γνώση τής καθαράς ούσίας και τοϋ ά ά όμοίον καί άθανάτου γίνεται κτήμα τής έλλογης ψυχής. πού θά γίνει καί ή ποίηση.Η ΗΛΙΟΤΠΟΛΗ !0 9 της. ή μιμητική δέν έχει 63. Θεωρώντας τόν άνθρωπο ψυχή πού κινεί καί έ~ πιβλέπει ένα σώμα ( ύ μή ή ψυχή τω σώματι έπβστάτ€ί) μέ τρόπο λογικό. ΰοαίήηβ άε !α νβηιι. Μέ τον ίδιο τρόπο. ιοο. Αποστολή τού άντρα καί τής γυναίκας εΐναι νά δώσουν δυνατά παιδιά στήν πόλη. γιά νά τήν ξορκίσει. σ. πράγμα πού σημαίνει δτι δέν πρέπει νά παραδοθοΰν στήν παιδουργία σέ ώρα μεθυσιού. πού έχει καθαρθεΐ άπό κάθε άλογη δύναμη — άκόμη καί έκείνη τής ποίησης. 6 φιλόσοφος γεύεται τήν καθαρή ήδονή τού οντος. . έκδ. Σέ άντίθεση μέ τούς κάτω άβϊ βλέποντας καϊ κβκυφότβς βίς γήν καί βίς τραπέζης βόσκοντας χορταζόμενοι καϊ όχεύοντες. Ηδονή πού έχει ύπερισχύσει στόν άγώνα της ένάντια στά πάθη. ό Πλάτωνας έννοεΐ νά προγραμματίσει τήν παραμικρή λεπτομέρεια τής ιδιωτικής ζωής γενικά. Επί. άλλά καί ειδικά τής ερωτι­ κής συμπεριφοράς: κάθε γάμος γίνεται σύμφωνα μέ τό συμφέρον τής πόλης καί οχι τών έραστών (Νό­ μοι. δηλαδή. 773 Β)* τά παιδιά είναι μιά άπόδειξη ύπακοής στήν πολιτική έπιταγή πού ορίζει: χρή τής άβιγβνονς φνσεως άντέχεσθαι. ά­ φοΰ πρώτα άπαλλαγεΐ αύτή άπό τίς άλογες ροπές καί φτάσει στήν ωριμότητα τής διαλεκτικής έπιστή­ μης. δηλαδή τής μιμητικής. Μέσα στήν «Ηλιούπολη». ]. δέν θά χρειαστεί νά πει οτι οί σύζυγοι πρέπει νά συνουσιάζονται μόνο γιά νά τεκνογονήσουν — άκρα ύπακοή στή φυσική τ ε­ λολογία^· τό μάθημα αύτό τό δίνει ή διαλεκτική: όρθώς €7τί τά έρωτικά ίέναι. ΜβΐαρΗγ5 Ϊςιιε άβ ιηοβιιη.

110 ΣΩ Κ ΡΑ ΤΗ Σ 0 ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΪ πολιτικά δικαιώματα* θεωρείται ανεπιθύμητη. άνεξήγητος άπό πρώτη ματιά. τόν άνώτερο άπ’ δλους τούς τραγι­ κούς. στις άρχές του δέ­ κατου βιβλίου της Πολιτείας άναγκάζει τόν Πλάτα)να νά κάνει μιά άναπάντεχη ομολογία: «Μολονότι ό σεβασμός καί ή φιλία μέ έδεναν άπό παιδί άκόμη μέ τόν Όμηρο. Στόν Όμηρο.τι ό κλινοποιός σέ σχέση μέ τόν Θεό (τόν τον τρίτον αρα γβνήματος άπό της φνοβως μιμητήν καλβΐς). Ή βασική αίτια τής άπομάκρυνσης τού φιλοσόφου άπό τήν ποίηση είναι ή άγάπη γιά τήν άλήθεια. Ά ν ό κλι~ νοποιός είναι άναληθής έπειδή δέν μπορεΐ νά φτάσει στήν άνώτατη πρωτο-τυπία. τά φυτά καί κάθε λογής τέχνημα: κρεβάτι. Ή ποίηση κλονίζει τή θέση καί τό κύρος τών θεών. πρέπει νά άποδειχθεΐ άναληθής (πόρρω άρα πον τον άληθονς ή μιμητική βστιν). τή γη. τό Πάνθεο είναι μιά έξιδανικευμένη καί συχνά άμε­ ση προβολή τού πανανθρώπινου. τούς δείχνει τρωτούς άπό τό κακό δσο καί τούς θνητούς. Ά ραγε τι πολιτεία θά μπορούσε νά στηθεί άν οί θεοί παρασταίνονται . έργαλεΐο. Κρατώντας έναν καθρέφτη καί περιφέροντάς τον μέσα στόν κόσμο. ό μιμητής βρίσκεται ένα σκαλοπάτι παρακά­ τω. πρέπει νά προτιμήσουμε τήν άλήθεια άπό τόν όποιονδήποτε άνθρωπο» (595 ^"°)· Καί ειδικά ποιη­ τή: είναι ενα νεύμα αύτό πού ή άπολυτότητά του δηλώνει τήν πρώτη στιγμή τής πολιτικής σοβαρό­ τητας (ονκ Ιο μβν ποιηταϊ β~γώ τβ καί ον βν τώ παρόντί άλλ’ οίκισταϊ πόλβως). πράγμα πού σημαίνει δτι ή μιμητική. «Ζω ­ γραφίζει» έτσι μέ πιστότητα τά ορατά. δίνει καί στόν δημιουργό τής τραγωδίας ό Σωκρά­ της. σέ σχέση μέ τόν κλινοποιό. τήν κατασκευή τής ιδέας τού κρεβατιού (ό κλινοποιός ον τό βίδος ττοίβΐ). γιατί. δσο καί τά πάθη καί οί μανίες. ό μιμητής μπορεΐ νά άνα-δημιουργήσει δλα τά πράγματα. Τήν ίδια θέση. έξ ορισμού. Ά ν τ ί νά τούς παρουσιάζει σάν άπόλυτες νοη­ τές ένσαρκώσεις τών άρετών. νά μιμηθεΐ τόν ήλιο. τά ζώα. τραπέζι. είναι δ. μά γιά λόγους άρκετά διαφορετικούς. μά πελα­ γοδρομεί πολύ μακριά άπό τήν άλήθεια. τά ούράνια σώματα. Αύτός ό άποκλεισμός.

βοηθά τόν Πάρι. Παρόμοιες σκηνές είναι συνηθισμένες στά εργα τών ποιητών. πάλι. παρά ήθελε νά του δοθεί έπί τόπου (χα­ μαί ξ νγγ ίγ νεσ θ α ι). άν δεχόταν τήν ποί­ ηση. νόμος καί Θεός. ή Άθηνά τόν Όδυσσέα καί ό Ερμής. Ετούτη ή σύγκρουση. Ή θεϊκή τελειότητα ύποδηλώνει τή νομική* μά­ λιστα οί δύο έννοιες. θά επρεπε νά μάθει τούς ποιητές νά παρουσιά­ ζουν τούς θεούς έτσι δπως πραγματικά εΐναι. ταυτίζοντας άνθρώπινο καί θειο νόμο. ούδεϊς τών μαινομένων θεοφι ­ λής). ήθικοπολιτική μετάφραση τής βού­ λησης τών θεών. δσο καί γιά τό κακό. Στήν Όδυσσεια ό Δίας. γιατί έκλογικεύει τό δράμα του. Συνε­ πώς. άπροστάτευτη. Οί νόμοι. δέν μπορεΐς νά ξεφύγεις* παράδειγμα ό Οίδίποδας. ή πολιτική μεταρρύθμιση. πλησιάζουν τόσο. πού άναδείχνει τό κράτος άν ισχυρό παρά τήν ύλική του ισχύ. τόσο πολύ τόν είχε καταλάβει ή έπιθυμία (όντως ύπό έπιθνμίας εχεται). Έ τ σ ι.Η ΗΛΙΟΤΠΟΛΗ 111 παθιασμένοι σάν άνθρωποι καί ικανοί τόσο γιά τό καλό. γιά νά μείνει σύμφωνη μέ τόν άγραφο θειο νόμο. ό Πλάτο^νας δέν άφήνει κανένα περιθώ­ ριο στόν τραγικό ήρωα. περιφρονεΐ τόν θετό νόμο τοΰ κράτους καί τίς άπειλές τοΰ Κρέοντα. Τ47 2 )· Ό λα τοΰτα τά δράματα άδιαφοροΰν γιά μιά βασική άρχή: ότι εκ θεών κακά γ ίγν εσ θα ι άδννατον. δηλα­ δή τέλειους. ώστε ό πολίτης εΐναι άδύνατο νά μάχεται τή μία τάξη δίχως νά μάχεται ταυτόχρονα καί τήν άλ­ λη (άδίκως καϊ άθέως. Ή τραγικό­ τητα τής μοίρας της γίνεται άνάγλυφη τή στιγμή πού ή πίστη της στήν τάξη τών θεών τήν παραδίνει. πού έζησε. στ. δέν εχει . τό θέσφα­ το ριζικό του (θέσφατος βίον τελεντή. Ή Αντιγόνη. καί τόν άνθρω­ πο ισχυρό παρά τήν ύλική του άδυναμία. στή βία τού τυφλωμένου κράτους. οδηγεί στήν Ήλεκτρα (στ. 1394) ™ 9^ ικ ά χέρια τοΰ Ό ρέστη. ώστε δέν είχε τήν υπομονή νά πάνε στήν κάμαρή της. μόλις είδε τήν Ήρα. ώς τήν τελευταία του στιγμή. Ό Θεός παρασταίνεται έκδικητής: δταν σοΰ θέλει τό κακό. Ό Α π όλ ­ λων. μολονότι θεός. βρίσκουν στό Πάνθεο τή μεγάλη τους έγγύηση. ενιωσε τόση ερωτική ορμή (όντως εκπλαγέντα).

τό χαρίζει ό χωρισμός τής ψυχής. παρά μονάχα καταπατητής τών νό­ μων. άπαγορεύονται. δέν είναι δμως θεογνώστες άλλά θεό-τρελοι. τάξεις. Απολογία. στήν τραγωδία και γενικότερα στήν ποίηση. Τό άποφασιστικό κριτήριο. χωρίς νά τό άντιλαμβάνονται. Κάθε παράβαση του νόμου θεωρείται κακούργημα. κι εδώ. Αύτός άκριβώς είναι ό λόγος πού ή έξορία τής ποίησης άποφασίζεται ταυτόχρονα μέ τήν έξορία τής μιμη­ τικής: πρέπει μέ κάθε θυσία νά περιφρουρηθεΐ ή ψυχική ισορροπία. Ξεχνώ­ ντας τι είναι τάξη καί άταξία τής ψυχής . γιατί. γιά τήν τραγική ήρωίδα.112 ΣΩ Κ ΡΑ ΤΗ Σ . άλλά θεία δυνάμβί' είναι ένεργούμενα τής Μούσας καί ή ψυχή τους άκολουθεΐ δχι τόν δικό της ρυθμό. Ποιητές. νά παρουσιάζονται ώς έρμηνεΐς τών θεών. "Ύστερα τό θηριώδες μέρος τής ψυχής. ώς δημο-σιεύσεις καί λόγοι πρός τόν λαό (δημηγορία τίς έστιν ή ποιητική ). 2 2 ο). άκόμη. τούς λείπει δμως ή γνώση (ισαοι δέ ούδβν ών λέγουσι. Μπο­ ρεΐ. θεομάντεις καί χρησμωδοί μπορεΐ νά μεθερμηνεύουν τούς μύθους καί νά μοιάζουν στά μά­ τια του πλήθους μέ πατέρες καί ήγεμόνες. τι θέση μπορεΐ νά διεκδικήσει μέσα σ’ ενα σύνολο αύστηρά έκλογικευμένο. μπορεΐ νά λένε π ολλά καί καλά. συνηθίζοντας τά μάτια τους καί τήν ψυχή τους σ’ αύτό τό θέαμα. άλλά εναν άλλο. πού κατακυριεύει τόν τραγικό ήρωα.Ο ΝΟΜ ΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ καμιά θέση στη σωκρατική ((Ηλιούπολη»: ή νομο­ θεσία της δχι μόνο δέν ανέχεται τήν παραμικρή δια­ φορά άνάμεσα στόν άνθρώπινο καί τόν θειο νόμο. Τό λογιστικό. Εκείνο πού ικανοποιούν οί ποιητές είναι τό θρηνώδες καί τό βία κατβχόμβνον. ό θεατής τής τραγωδίας γίνεται συνεργός παρανομιών καί οι νέοι. γίνονται γόνιμο έδαφος γιά τό έγκλημα (έντίκτωσι τοϊς νέοις πονηριάς).τ ι κάνουν τό καταφέρνουν οχι τέχνη. Τέτοιοι είναι οί τραγικοί ήρωες* καί οί τρα­ γωδίες. άλλά δλοι της οί θεσμοί είναι καμωμένοι ώστε νά ταυτίζουν αύτές τίς ασύμβατες καί άσύμπτωτες. Ό . παίζει ελάχιστα ση­ μαντικό ρόλο. Δέν υπάρχει τρα­ γικός ήρωας. ξενόφερτο καί άνεξέλεγκτο (ώσπερ οι κορν- . κινδυνεύουν νά καταντήσουν σχολείο του έγκλήματος.

ό νομοταγής πολίτης όοείλει νά βγά­ λει άπό τή ζωή του κάθε «ποιητικό): φέρσιμο: καί. οΰτω καϊ οί μβλοποιοϊ ούκ βμφρονβς όντες τά καλά μέλη ταϋτα ποιοϋσιν. 534 3)· Αντίθετα μέ τόν φιλόσο­ φο. τό γεγονός ή οτιδήποτε άλλο σέ άπό στάση.Η ΗΛΙΟΤΠΟΛΗ 113 βαντιώντες ούκ ’έ μφρονες οντβς όρχοίνται. Έ τ σ ι εξηγείται ή συμπάθεια πού τρέφει ό Σωκράτης γιά κείνους τούς στίχους τοΰ Όμήρου δπου ή διήγηση έχει άντικαταστήσει τή μίμηση 8 . Στήν τε­ λευταία περίπτωση. ή διήγηση κρατά τό πρόσωπο. ποητέον δβ ούδέν τούτων ούδβ μιμητέον (396 α). τόν χτύπο τών κυμάτων. θυμί­ ζουν δτι ό νομοταγής (άρα καί λογο-ταγής) πολί­ της. φυλακίζοντάς τη μέσα στή μορφή τοΰ ορατού. Ή μιμητική κάνει τήν ψυχή «μάτι». έχει χαρακτήρα έκπαιδευτικό. αντίθετα άπό τόν παθιασμένο άν­ θρωπο (ούκοϋν τόν μέν πολλήν μίμνσιν καί ποικι­ λία ν 6χ6ΐ. τήν εμποδίζει νά φτάσει στό αό­ ρατο άρχέτυπο (τή ψυχή περί τά όντα φβύδβσθαι). Ίων. Αντίθετα. Ή άπόρριψή της. Ή παιδαγωγική τών φυλάκων τήν απαγορεύει ρητά: νά μή μιμούνται τά χρεμετίσματα τών άλογων. δηλαδή δέν ταράζεται άπό συγκινήσεις καί οίστρώδβις έπιθνμίας . άδιάφορο άν είναι ποιητής. Όταν οί ύποδείξεις γίνονται πιό ειδικές. κάθε φορά πού θέ­ λει νά πει κάτι διηγείται άντί νά μιμείται. Συνεπώς. ό άφηγητής χάνεται μέσα στό ομιλούν πρόσοίπο. τό άγανακτητικόν). πρώτα απ’ δλα. γιατί άναφέρεται στή σχέση μέ τήν άλήθεια. τή βροντή τοΰ κεραυνού. ό ποιητής είναι έκ-φρων καί ό νους μηκέτί έν αύτω ένή. τήν πα­ ρασύρει στήν ψευδαίσθηση τοΰ αίσθητοΰ. τή μίμηση. ταυτίζεται μαζί του δπως ό Ό ­ μηρος μέ τόν ’Αχιλλέα. Ό υπηρέτης τοΰ λόγου (καί τοΰ νόμου) δέν μιμείται τόν έξωτερικό κόσμο. Μ ’ ένα λόγο. τήν καθι­ στά φιλοθεάμονα καί. ποτέ δμως νά τούς μιμούνται: γνωστέ ον μέν γ άρ καί μαινομένους καϊ πονηρούς άνδρας Τ€ καϊ γυναίκας . γιατί έτσι θά μοιάζουν μέ τούς μαινόμενους. τή φωνή τών γυναικών (γυναίκα μιμεϊοθαι άνδρας ό­ ντας ). Αύτούς πρέπει άσφαλώς νά τούς γνωρίζουν. πού είναι έμ-φρων. συνεπώς. ή μί­ μηση είναι έκφραση τοΰ άλογου μέρους τής ψυχής.

δπως δέν υπάρχει άπλώς κακή ή άπλώς άσκημη. Έ τσ ι. είναι ενας καί μοναδικός (ούκ Ιστιν διπλούς άνηρ π α ρ ’ ήμϊν ούδβ πολλαπλούς). Ά ν ψεύδομαι γιά νά σώσω ένα φί­ λο. δέν παύω νά εϊμαι παράνομος. Γεγονός άσήμαντο γιά τόν Σωκράτη* δέν άρκεΐ ή δικαιοσύνη. ό τραγικός ήρωας —πού συνήθως διέπεται άπό δίκαιες ή άγαθές προ­ θέσεις. θά πρέπει νά τής άναγνωριστεΐ άν δχι ή ομορφιά καί ή άγαθότητα. ι86. Ή έκδίκηση του Όρέστη. Όταν.καλό . δσο εύγενικές κι άν εϊναι οί προθέσεις μου. ο Σωκράτης 64. άν κλέβω γιά νά συντηρήσω τήν οίκογένειά μου. ή «παρακμή» τής έλληνικής τραγωδίας θά άνεβάσει στή σκηνή ήρωες παράφορους (Εύριπίδης). μά­ λιστα.114 ΣΩΚΡΑΤΗΣ Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ Α Τ Τ Ο Κ Τ Ο Ν ΕΙ (392 <1-394 ^)· Διήγηση: έλλογο* μίμηση: άλογο. δέν διχάζεται.δίκαιη ή κακή .καλή . πού έρχονται άντιμέτωποι οχι μέ τόν Θεό άλ­ λά μέ τήν ίδια τήν άλογη ψυχή τους6*. Μιά πράξη ή θά εϊναι άγαθή . Είναι ενας άπόλυτος κανόνας: μέσα στήν πόλη.δίκαιο. ό πολίτης. γιά παράδειγμα. ΟοίΜδ: ΤΗβ αηά ίίιβ ΐπαίΐοηαΐ . άν άντιμετωπιστεΐ θετικά ά­ πό τόν νομοθέτη. μιά όποιαδήποτε πράξη. γιά νά είναι πολιτικά άποδεκτή. τουλάχιστον ή δικαιοσύνη. μακριά άπό συγκινήσεις καί πά­ θη. μακριά άπό άπομιμήσεις. Ή κατασταλτική έπιβολή του πλατωνικού λόγου κάνει τήν έμφάνισή της καθώς. Ακολουθώντας αύτή τήν άρχή. δέν έπιτρέπει στόν κόσμο νά τόν διασκορπίσει. σ. Κάθε πιθανή διάσπαση αύτής τής τριαδικότητας θά σήμαινε διάσπαση τής ίδιας τής πόλης. άφαιρεϊ άπό τόν τρα­ γικό ήρωα κάθε δικαίωμα τραγικότητας. . οφείλει δχι απλώς νά εϊναι δίκαιη. δέν ύπάρχει άπλώς δίκαιη ή άπλώς άγαθή πράξη.αισχρή . άναιρώντας τή σύ­ γκρουση του νόμου μέ τό θειο. μέ κορυφαία τήν τριπλή σχέση άγαθό . άλλά καί τά τρία μαζί. Ή πλατωνική αισθητική είναι ή λογική του νό­ μου* δλοι οί χωρισμοί πού έπιβάλλει ύπακούουν σέ πολιτικές άναγκαιότητες. καλή ή άγαθή.άδικη. Ε. άν εξαπατώ γιά νά προσφέρω ύπηρεσίες στήν αλή­ θεια. τίς όποιες δμως υπηρετεί μέ άδικα ή άλογα μέσα— τίθεται έξαρχής έκτος νόμου.

Κάθε μίμηση τοΰ άγανακτητικοΰ μέρους (έπιθυμία. ένώ οί μιμήσεις τοΰ λογικοΰ μέρους εΐναι ή πεμπτουσία τής ήθικότητας. άν ή μίμηση τών ορα­ τών πραγμάτων αποκλείεται. Ή άθάνατη ψυχή. Γ ιά τόν νομοθέτη. Όσο άνήκει στό έμψυχο υλικό τής πολι­ τείας. ή μίμηση τοΰ — αό­ ρατου— Θεοΰ προτείνεται ώς άνώτατος σκοπός (μιμέΐσθαι τόν θβόν). ό πολίτης θά γίνει θβοβίκβλο. ΤΟ Μ Ε Τ Α Φ Υ Σ ΙΚ Ο Δ ΙΚ Α Σ Τ Η Ρ Ι Ο Η συνθήκη τοΰ πολίτη. φτά­ νει αύτή νά δείχνεται νομοταγής. ήδονή) λο­ γαριάζεται στις αμαρτίες της. υπάκουη δηλαδή στή νομικά θεσπισμένη διάπλαση τών μύθων. δταν θά βρεθεί μπρος στούς κριτές τοΰ άλλου κόσμου. δηλαδή πέρα γιά πέρα πολιτικό. μέ τόν ίδιο τρόπο πού τό λογιστικό μέρος τής ψυχής πνίγει κάθε φανέρωμα τοΰ αλόγιστου. Ά π ό άνδρβίκελο . εΐναι αναγκασμένος νά λογοδοτεί ακατάπαυ­ τα γιά τήν παραμικρή διαταραχή τής ψυχικής του . τών θεών καί ολόκληρης τής άξιακής τάξης (άρ' ούν τοΐς ποιηταΐς ήμΐν μόνον έπιστατέον καϊ προοαναγκαστέον τήν τοϋ άγαθοΰ βίκόνα ήθους έμπουβΐν τοΐς ποιήμασιν). δπως ή άρνηση τοΰ αύλοΰ δέν σήμαινε άναγκαστικά καί τήν κατάργηση τής μουσι­ κής. δηλαδή. ή παιδαγωγική σημασία τής ποίησης μπορεΐ νά άποδειχθεΐ άνυπολόγιστη. εΐναι μιά αιώνια λογοδοσία. πάθος. θά σκοτώσει (σκοτώ­ νω: σκοτίζω) τήν τραγωδία. θά καταργήσει τόν Ό ­ μηρο. θά αδειάσει τό έλληνικό Πάνθεο. ώστόσο τό βαθύτερο νόημά της εΐναι ό­ ντολογικό καί μεταφυσικό.διηγηματικό). Γιά τοΰτο. Ά λ λ ’ δμως. ή καταδίκη τής μιμητικής ποίησης δέν λύνει κάθε δεσμό μέ δλα τά ποιητικά καί μιμητικά εί­ δη. θά λογοδοτήσει γιά τίς μιμήσεις της. Ή κριτική καί ή κατάκριση τής μιμητικής μπορεΐ νά ξεκίνα μέ τήν άντιπαράθεση δύο ποιητικών ειδών (δραματικό . σ’ αύτόν ή στόν άλλο κό­ σμο. Γιά νά έδραιώσει τήν όρθολογισμένη πολιτεία του. Ζεΐ πάντα στο έδώλιο.Η ΗΛΙΟΤΠΟΛΗ 115 Οά δώσει στό φαινόμενο αύτό τό νόημα μιας μαινόμενης απειλής τής ελλογης τάξης τού κόσμου. τό λογικό μέρος.

ιιβ ΣΩ Κ ΡΑ ΤΗ Σ Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ ισορροπίας. άπλώς ενα φανταστικό ομοίωμα του κόσμου πού προβάλλεται στόν ούρανό σάν μιά άπατηλή ολοκλήρωση του ε­ γκόσμιου. καί ό κίνδυνος νυν δή και δόξειεν αν δεινός είναι. του νόμου. έπειδή αθάνατος φαίνεται ούσα. μήπως ολόκληρο αύ­ τό τό κατασκεύασμα εϊναι φρεναπάτη. Σέ μιά θνητή ψυ­ χή κανείς νομοθέτης δέν θά εϊχε τόν παραλογισμό νά διδάξει τήν άρετή. ή πολιτική έπιταγή τής ύπακοής στό άγαθό εχει κάποιο θεμέλιο. πλήν του ώς βελτίστην τε και φρονιμωτάτην γενέσθαι). Ά ν . δπως ή ύπόσχέση τής μετά θά­ νατον άνταμοιβής άναπληρώνει τίς στερήσεις πού ύποφέρει έξαιτίας τής ύπακοής πού δείχνει στούς νόμους. δμως. καί άλλο τρόμο γεννά ή σκέψη τής αιωνιότητας: εΐπερ ή ψυχή άθάνατος. δέν διστάζει νά στοιχημα­ τίσει: καλός γ ά ρ ό κίνδυνος. Ό κακός. τό εργο του άποκλείεται πιά νά άποτύχει — μοναδική διέ­ ξοδος εϊναι ή κατάφαση τής άρετής. άλλά κάποιος πού νά βρέθηκε μάρτυ­ ρας αύτόπτης καί αύτήκοος: ό ~Ηρ. πού ξανάρθε στή ζωή άφου ε μείνε «νεκρός» . Ή άπειλή τής μετά θάνατον τιμωρίας τρομο­ κρατεί τόν πολίτη. ούχ ύπερ του χρόνου τούτου μόνον έν ώ καλοϋμεν τό ζην. άλλ’ ύπερ του παντός. δέν θά είχε τίποτε νά φοβηθεί άν μ’ αύτή τή ζωή τέλειωναν μιά γιά πάντα τά βάσανά του· άλλη ταραχή. πρέπει καί πάλι νά κάνει τόν απολογισμό τής έπίγειας ζωής του. πολύ πρωτύ­ τερα άπό τόν Πασκάλ. εΐ τις αυτής άμελήσει (Φαίδων. έπιμελείας δή δεΐται. Τό δίλημμα: ή αιώνια εύτυχία ή αιώνια δυστυχία. ούδεμία άν εΐη αύτή ά λ ­ λη απο φ υγή κακών ουδέ σωτηρία. αύτό —δίχως νά ξεχνάμε τή λογική— δέν εϊναι άλ­ λο άπό τήν άθανασία τής ψυχής. τού κράτους καί του Θεού (νυν δέ. ό γιος του Α ρ ­ μενίου. δη­ λαδή. ιογο). βέβαια. πρέπει νά τά ύπο στη ρίξει οχι μόνο ή υστερόβουλη πιθανολογία. δπως δταν περάσει τό κατώφλι του θα­ νάτου. δηλαδή ό παραβά­ της του νόμου. Ά π ό τή στιγμή πού ή στρατηγική του νομοθέτη σπρώχνει τόν πολίτη ώς αύτό τό σημείο. γιά νά γίνουν πιό πειστικά. Αύτά τά λόγια. Ό κίν­ δυνος τής αύταπάτης. λοιπόν. δέν λείπει* μά ό Σωκράτης.

άλλά μέ τήν ίδια τήν αιω­ νιότητα (ύπέρ τον παντός χρόνον). 614 £-(1). Ή μοίρα τοΰ άνθρώπου άπόμακρα συστοιχεΐ —παρακολουθεΐται. περιγράφοντας τή δομή τοΰ σύμπαντος μέ άφορμή τή μοίρα τών ψυχών. καλοΰν τούς δίκαιους ν’ άνέβουν πρός τό δεξί ούράνιο χάσμα. καθώς καί μέ δλο τόν χώρο. τόν παίζει καί στό πεδίο τοΰ σύμπαντος κόσμου. θά λέγαμε. σέ πο­ ρεία μαζί μέ δλες τίς άλλες. δείχνει ξεκάθαρα δτι ή ήθική τής πολιτείας δέν εΐναι μιά άποκομμένη παραφωνία μέσα στό φυ­ σικό σύμπαν. ένώ τούς άδικους. Τό σημαντικό εΐναι δτι ή καταδίκη τών ψυχών έ­ χει νά κάνει οχι μέ τόν χρόνο τής άνθρώπινης ζωής ή έ'στω τής ((ιστορίας». ή ήθικοποίηση πού δέν εΐναι παρά έκλογίκευση. φτάνει άς τόπον τινα δαιμ όνω ν . τέλος. κι έδώ. αύτούς πού έχουν γραμμένα στή ράχη δλα τους τά άνομήματα. τρεις διαλόγους δ­ που ό άφηγητής ξεπερνά τά δρια τοΰ θανάτου. Ή πολιτική κι έδώ εχει τόν λόγο της: τά βασανιστήρια τών ύποχθόνιων ψυχών είναι άνάλογα μέ τά εύεργετήματα πού άπολαμβάνουν οί ψυχές πού έχουν τήν τύχη νά ούρανοβατοΰν. πού χάσκουν άπό τό ύψος τού ούρανού. τόν Γοργία καί τήν Πολιτεία. δπου δύο χάσματα. άν δέν ύπήρχε ό φόβος τών προσωπο­ ποιήσεων— άπό^ολόκληρο τό σύμπαν. Συνάντηση άλλόκοτη τής ψυχογραφίας μέ τή γεωγραφία καί τήν άστρονομία. Κ ι έδώ ή άναζήτηση τής ι­ σορροπίας καί τής τάξης (κόσμος: τάξη).Η ΗΛΙΟΤΠΟΛΗ η 7 δέκα μέρες στό πεδίο τής μάχης (Πολιτεία. Μέ δλο τόν χρόνο. ή ταλαιπωρία τών ψυχών πάνω σέ ενα μεγαλειώδη κοσμόδρομο εχει γιά θέατρό της τόν κόσμο ολόκλη­ ρο. άφοΰ δικάσουν τήν κάθε ψυχή χωρι­ στά. Καταμεσής κάθονται οί δικαστές πού. πού. βρίσκο­ νται καταντικρύ δύο άλλων χασμάτων. Οί νόμοι τής πόλης συστοιχοΰν μέ τούς νόμους τοΰ σύμπαντος. Τόν ίδιο ρόλο πού παίζει στό πολιτικό πεδίο ή θεωρία τών ιδεών. . πάνω στή γή. τούς κατεβάζουν στά ύποχθόνια δώματα άπό τήν άριστερή καταπακτή. άλλά μιά άρμονική άντιστοιχία του. Αφήγηση πολιτική: μόλις ή ψυχή ξεκορμίσει. κι έδώ ή υποταγή τοΰ άλογου στό ελλογο. Στόν Φαίδω­ να.

ή έννοια του δημιουργοί) καί τής δημιουργίας· μόνο πού γιά τον Πλάτωνα ή βχ ηίΚίΙ δημιουργία. Έ ργο τής θεϊ­ κής δημιουργικότητας δέν είναι ή γέννηση τής φύ­ σης. Ό νομοθέτης τής πόλης βρίσκει τήν αντιστοιχία του στον νομοθέτη του σύμπαντος. Βήμα τό βήμα. ή οντολογία. ή ελλογη ψυχή του πολίτη στήν ελλογη ψυχή του κόσμου. όμως. ή μεταφυσι­ κή καί ή φυσική του Πλάτωνα πλησιάζουν τήν κο­ ρυφαία τους απαίτηση: ενα απόλυτα έξορθολογισμένο σύμπαν. νά προταθεΐ μιά θεολο­ γία μέ φυσικούς όρους καί μιά φυσιολογία μέ όρους θεολογικούς. πίσω από τή συστηματική συγ­ γένεια ανθρώπου . Δέν πρόκειται. ή νομοθεσία τής πόλης στή νομο­ θεσία (κοσμο-θεσία καί κοσμο-γονία) του σύμπαντος κόσμου.Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΧ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ Η Σ Τ Μ Π Α Ν Τ ΙΚ Η Τ Α Ξ Η Ή τέλεια έκλογικευμένη «Ηλιούπολη» είναι ποτέ δυνατό να ύπάρχει μέσα σέ ενα φυσικό σύμπαν ά­ μορφο καί ά-τακτο. μέ τή μετάβαση άπό τήν άλογη πλοκή των πρω­ ταρχικών στοιχείων στήν ελλογη μορφή του ιδεατού παραδείγματος: ό 'γβνρήσας π ατήρ . αλλά. απλώς γιά μιά σχηματική προσπάθεια νά ιδωθεί τό σύμπαν σάν άνθρωπος. όπως άλλου γινόταν μέ τό κείμενο (Φαι­ δρός.κόσμου. παρά ή διάταξή της. Ό ποιητής και πατέ­ ρας πέρνα άπό τό άδημιούργητο στο δημιουργημένο. Αύτός ό κόσμος. δέν εχει κανένα νόημα. τό άγαπημένο θέμα του Χρι­ στιανισμού. Τόνδβ τον κόσμον ζώον έμψυχον βννουν τβ. ήγάσθη τε καί 65.ιι8 ΧΩΚΡΑΤΗΧ . στήν άρχή. . γ ι’ αύτό καί ή δημιουργία του κόσμου δέν μπορεΐ νά είναι τίποτε άλλο από μιά έπιβολή τής ελλογης μορφής πάνω σ’ ενα χάος —ή λέξη δέν ανήκει στόν Πλάτωνα— άλογων στοιχείων. Ή ϊδια ή λέξη τό δηλώ­ νει μέ σαφήνεια: κόσμος σημαίνει τάξη καί αρμονία. Απαραίτητη. 264 ο)65. πού είναι ενα διαφανές καί αρμονικό ένδυμα του δημιουργικού πνεύματος πού τον διαπέρνα. εμφανίζεται σάν μιά πραγματικό­ τητα απόλυτα έλεγχόμενη. Τίμαιος. ξένο πρός κάθε αρχή λογικής καί νόμου. όπου ή αστρονομία νά αντιστοιχεί στήν άστυ-νομία.

πού ενείχε καί τά δύο προηγούμε­ να. είναι γνωστές ήδη άπό τον Φαίδωνα (γς^-δοβ): θειον καί αθάνατον καί νοητόν καί μονοβίδες καί άδιάλυτον καί ώσαντως καί κατά ταντά ΐχον. προτερόχρονος άπό τό κο­ σμικό σώμα. ή θεωρία τών ιδεών είναι ό κύριος άξονας καί αύτοΰ του διαλόγου. καθώς καί τή μεριστή καί σω­ ματική. οί μετατροπές πού άκολούθησαν οδή­ γησαν σ’ αύτό τό σχήμα: εναν έξωτερικό κύκλο (τό ταντόν) καί εναν έσωτερικό (τό θάτερον ). ή θεωρία του ένός καί μόνο κόσμου κ. οπωσδήποτε. "Ολόκληρη ή μεταφυσική καί θεοδικία του Τίμαιου θά κατασκευαστεί μέ βάση αύτή τή χαρακτηριστική πλατωνική διάκριση. . πού ή κί­ νησή τους άκολουθεΐ άκριβώς άντίδρομη κατεύθυν­ ση. πού έδώ μονάχα έπεισοδιακά μπορούν νά άναφερθουν. δσες χρησιμοποιεί γιά νά περιγράφει τό άκίνητο πρότυπο του κόσμου. θείαν άρχήν ήρξατο άπαύστου καί εμφρονος βίου πρός τον σύμπαντα χρόνον (360).λ. Όταν ό Πλάτωνας ύποστηρίζει ενα σύμπαν γεωκεντρικό (40)3-0) καί άποδεικνύει (Φαίδων. τή θεωρία των ιδεών εΐχε σάν οδηγό. καί τό άλλο άναγεννώμενο άκατάπαυτα. "Αραγε. Ό Θεός είχε τήν πρόνοια νά τήν τοποθετή­ σει στο μέσον (ψυχήν δβ εις τό μέσον αύτοϋ θείς). Ά ο α καί ό δημιουργός.Η ΗΛΙΟΤΠΟΛΗ 119 6ύφρανθβΐς βπ δη μάλλον όμοιον πρός τό παρά- δβίγμα έπβνόησαν άπεργάσασθαυ. Πρώτο παράδειγμα ή σύσταση τής ψυχής του κό­ σμου. γιά τήν κατασκευή του κόσμου. αυτή έν αυτή στρεφόμενη .τ. είναι γεννημένος γιά νά κυβέρνα. Εξάλλου. Στή συνέχεια. ταυτίζοντας τό κέντρο της μέ τό κέντρο του κόσμου. Οί εκφράσεις του Σωκράτη. Πάντως. ό εξωτερικός κύκλος τής ψυχής εϊναι ό ισημερινός. παίρνοντας τήν άμβριστον και άβΐ κατά ταντά βχουσα ούσία. εβγαλε άπό τον συγκερασμό τους ένα τρίτο ενδιάμεσο είδος. Ή θεωρία τής ψυ­ χής. σάν ενα δεσπότη πού. Ετούτη ή άρχιτεκτονική τής ψυχής του σύμπαντος. καί ό εσωτερικός έκεΐνος πού ένώνει τούς δύο άντίθετους τροπικούς. 99^) τήν άκινησία τής γης. Δύο είναι τά πρότυπα του κόσμου: τό ενα αγέννητο καί στάσιμο. προβλήματα ολωσδιόλου ιδιαίτε­ ρα. εί­ ναι.

ό Νάτορπ66 εφτασε στο συμπέρασμα δτι ό Πλάτωνας ήταν ή βάση του Κέπλερ. συνάμα. πού ζητού­ σε νά έπιβάλει πλήρη ομοιότητα καί γεωμετρική συμμετρία στις τροχιές των ούρανίων σωμάτων. Γιά τοΰτο. Δυνάμει τής άναγκαιότητας μήτε τό εν. τροχιά γιά τούς πλάνητες άστέρες είναι άναμφίβολα άκολούθημα τής πρωταρχικής φροντίδας πού ά~ παιτεί τήν ύποταγή των άλογων στοιχείων στήν άρχή μιας άκλόνητης ελλογης κανονικότητας. καταφά­ σκει στήν κίνηση τής γης γύρω άπό τόν άξονα της (987 Β). τήν κοινωνία των γε66. είναι ή έπιβολή τής έκλογίκευσης. Όπωσδήποτε. Όσο κι άν φαίνεται παράξενο. 156. συνεχίζει. Ή πιεστική άνάγκη νά βρεθεί μιά γεωμετρική. άλλά πρέπει νά συγκεραστοΰν σύμφωνα μέ τούς κοινωνικούς νό­ μους. νά σκέφτεται ήθικά. τό βαθύτερο μεταφυσικό περιεχό­ μενο τής θεωρίας πού άναλύεται στον Τίμαιο εμεινε εξω άπό τά ένδιαφέροντά τους. . έπιστημονικου μάλιστα χαρακτήρα. δηλαδή ιδεατή. Μ ά πέρα απ’ αύτό εχει σημασία νά λογαριάσουμε δτι τά αστρονομικά συμπεράσματα του Πλάτωνα βασίζονται σέ υποθέσεις θεολογικές περισσότερο παρά «επιστημονικές». δποια κι αν ήταν ή βοήθεια πού πρόσφεραν οί πλατωνικές άστρονομικές αντιλήψεις στούς κατοπινούς. Είναι μέσα στή λογική τής μεθόδου του. ταυτίζοντας τό ταντον μέ τό άγαθό καί τό θάτβρον μέ τό κακό. γραφή πλατωνική ή πλατωνίζουσα. ’Ένθ. Εκείνο πού δεσπόζει. Γιατί ποιά συμβο­ λή.120 ΣΩ Κ ΡΑ ΤΗ Σ 0 ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ λαθεύοντας δηλαδή σύμφωνα μέ τά κριτήρια τής κατοπινής αστρονομίας. στο ε­ πίπεδο τής φυσικής. θά μπορού­ σε νά προσφέρει ή θεωρία τής χώρας ως στοιχείου πού ένέχει τό ταντον καί τό θάτερον . σχολιάζοντας αύτή τήν αντίληψη. άν άπό λογική άποψη ή ιδέα του θάτερον άσφαλίζει τόν χωρισμό καί. αύτά τά λάθη έρχονται σάν φυσική συνέπεια του ίδεοκρατικου ορθολογισμού του. του Κοπέρνικου καί του Γ αλιλαίου6^. Κι ό­ μως. μήτε τά πολλά μπορούν νά υπάρξουν ξέχωρα. πρόσθετα. παντού καί πάντα. ό Τίμαιος άνακαλεί τά λογικά συμπεράσματα του Σο­ φιστή καί. γιά νά συγκροτήσουν ένα σύμπαν. 67. ά ν ω τ σ. Ή Έπινομίς.

φρουρείται άπό άλλα στοιχεία του οργανισμού (δορυφορική οϊκησιν κατέστησαν). Τί άλλο άπό θεοφοβούμε­ νος μπορεί νά είναι ό εννομος πολίτης. Θεοφοβού- . Συνεπώς. πού κάθε παράβα­ σή του είναι άδιανόητη. θά θεμελιωθεί ή συνολική τελο­ λογία του Τίμαιοο. τό μάτι γιά νά βλέπει. έστία του θυμου.τ. τής τύχης ή τής σύμπτω­ σης. Ή θαυμάσια οργάνωση του κό­ σμου τι άλλο μπορεί νά άνακαλεί άπό τό κάλλος καί τή δύναμη του δημιουργου. πού σκοπός τους είναι νά μετριάζουν τις έξάψεις της.. Αύτή είναι τό δοχείο τής πολλαπλότητας καί τής διαφορας. τό αύτί γιά ν’ άφουγκράζεται κ. άπό φυσική άποψη. Ή λογική συνάφεια των πραγμάτων άναδεικνύεται μέ τούς πιο άπροσδόκητους τρόπους: ή κί­ νηση των άστρων εχει βαθιά συγγένεια μέ τήν κί­ νηση του αίματος μέσα στίς φλέβες του άνθρώπου. Μέσα σ’ αύτό τό άπόλυτα έκλογικευμένο σύνολο —πολιτεία καί φυσικό σύμπαν— ό άνθρωπος νιώ­ θει νά κατοικείται άπό τούς θεούς (τόν δαίμονα σύ­ νοικον έν έαυτω) καί νά είναι δν οχι του κόσμου τού­ του (φυτόν ούκ Ι^^ειον άλλ’ ουράνιον). Έ χ ε ι μεγάλη ση­ μασία γιά τον νομοθέτη τής πόλης καί τής φύσης νά δείξει δτι κάθε πράγμα εχει τον σκοπό του: τό χέρι εγινε γιά ν’ άδράχνει.Η ΗΛΙΟΤΠΟΛΗ 121 νών. είναι μιά θεωρία πού εμφανίζεται σάν φυσική μετάθεση μιας διαλεκτικής θεωρίας: οί κι­ νήσεις του ούρανου. ετσι ώστε δλα νά ύπακοΰνε σέ μιά θεϊκή πρόνοια —τή βούληση του δημιουργου— πού δέν άφήνει κανένα περιθώριο στις εννοιες τής έξέλιξης. ή φύση τής χώρας —σάν παν-δοχείο— έπιτρέπει τή διάκριση των άντικειμένων καί τήν έναλλαγή τους στήν ίδια θέση. δπως καί ή καρδιά. ό άριθμός πού δείχνει πόσες φορές είναι πιο εύτυχής ό βασιλιάς άπό τόν τύραννο —εφτακόσιες είκο­ σι έννέα— εχει σχέση μέ τήν κίνηση του σύμπαντος. ή τάξη πού τον διέπει άποδεικνύουν τήν ύπαρξη ψυχής λογικής καί πρό-νοιας συμπαντικά ρυθμισμένης. Εξάλλου. Μέ τις πολλαπλές μεταθέσεις τής λογικής στον χώρο τής φυσικής. ή προσήλωση του Σωκράτη στούς νόμους άκολουθεί ενα συμπαντικό πεπρωμένο.λ.

Ό ταν. ό Σωκράτης τήν άπαγορεύει μέ τήν ’ιδια άπολυτότητα πού άρνεϊται καί καταδικάζει τήν άλογη ψυχή. . δμως. βέβαια. δέν ανήκει στον έαυτό του — οΰτε. τό μόνο πού άπομένει στον νομοθέτη —τόν Σωκράτη καί κάθε νομο­ ταγή πολίτη— είναι νά μείνει άμετακίνητα προση­ λωμένος στή θεία νομοθεσία. μπορεΐ νά τόν θίξει. Παραδίνεται στά χέ­ ρια του δήμιου.122 Σ Ω Κ ΡΑ ΤΗ Σ . Τήν αύτοκτονία πού εξάγει πρόωρα τήν ψυχή άπό τό σώμα.Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ μένος καί κτήμα των θεών. ή πόλη λαθεύει (ημαρτημένη πόλις) καί τά άλογα στοιχεία κυριαρχοΰν. πίνει τό κώνειο σάν φάρμακο άθανασίας: αύτοκτονεΐ.

Μ ΕΡΟ Σ Β ' Ή Μαγνησία .

μιας άναλυτικής α ρποπ έπιστήμης. εργα τής ώριμότητας. ΜΟΛΟΝΟΤΙ Ο­ λοκληρώνει μιά έποχή της. άντίθετα μέ κάθε χρονική τάξη καί μολονότι γέρος καί λαλίστατος στήν άρχή. ό Παρμε­ νίδης. άνήμπορος νά άναμετρηθεί μέ τον Παρμενίδη καί τόν Έλεάτη Ξένο. ένώ ό Πλάτωνας ενηλικιώνεται έξακολουθητικά. ο πλατωνικά διδαγμένος άναγνώστης βλέπει νά εκ­ δηλώνεται αύτή ή τάση στο μέστωμα τών επιχει­ ρημάτων άλλά καί στο πλάσιμο τών προσώπων. Αύτή ή άνάγκη τού μαθητή νά χειραφετηθεί καί νά διδάξει τόν δάσκαλό του (γεροντοδιδάσκαλος)1 είναι. Αντίθετα. άνασκευάζόντας τις ιδέες. ό Σωκράτης. Μ ι. παρουσιάζεται νέος καί άπει­ ρος (είνα ι τότε σφοδρά νεον). ή ώρίμανση του μαθητή φέρνει τήν άρνηση καί τήν άπληστη άνάγκη γιά αύτοδιάθεση. Μέ τήν ίδια ροπή. οί γονείς ζοΰν τόν θάνατό τους. Είναι μιά λεπτομέρεια μοναδική. ή πλατωνική σκέ­ ψη δέν καταλήγει* γιά νά βρει τήν ((αληθινή» φωνή της.ε ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΤΙΜΑΙΟ. δπως γράφει ό Χέγκελ. ό Σοφιστής. δταν σημαίνει ή ώρα τών μεγάλων με­ ταφυσικών διαλόγων. Ά π ό διάλογο σέ διάλογο. πα- . 'Ίνα £πΈίδάΐ’ αυτοί πρεσβντεροι σφαΚλώμβθα. φτάνουν νά άπαιτούν εναν άλλο μεταφυσικό καί πολιτικό ορί­ ζοντα. Στήν άνοδική πορεία τού έργου. θά χρειαστεί νά τολμήσει τή δεύτερη καί ορι­ στική ρήξη μέ τό σο^κρατικό της παρελθόν. Σέ τούτη τήν δψιμη άναζήτηση τής έλευθερίας δέν ύπάρχει τίποτε τό παράξενο. ό Φίληβος καί οί Νόμοι. Στά παιδιά τους. καθώς θά λέγαμε σήμερα. Ό Φαί­ δων σημάδευε τήν απόσπαση άπό μιά ήθική πού θεμελιωνόταν στήν έπαγωγή πρός δφελος τής θεω­ ρίας τών ιδεών.

ό Πλάτωνας γνώ­ ριζε δτι έφαρμόζεται ή πιο σωστή νομοθεσία. πού φανερώνει διακριτικά τό μεταφορικό της περιε­ χόμενο: τήν άφαίρεση. άν δέν βάζει σέ κίνδυνο τήν ίδια τήν •ενότητα του έργου — άρκεΐ γ ι’ αύτό νά άναλογ ι­ στού με τήν άπόσταση πού χωρίζει τόν Φαίδωνα άπό τόν Φίληβο — . Νέα ή εποχή καί τά πρόσωπα. άφαίρεση τής ίδιας τής παρουσίας του στούς Νόμους. συνεπώς μακριά καί άπό τό δογματικό πα­ ρελθόν τής Πολιτείας. άπό πολιτική τουλάχιστον σκοπιά. καθοος καί στή Σπάρτη. έ­ τσι δπως άποκαλύπτονται στις Επιστολές. προσφέρεται γιά εΰλογες καί γ ι’ αύ­ τό εύκολες εξηγήσεις. Τά ταξίδια στή Σικελία. άλλος ό τόπος καί ή μέθοδος. .126 ΣΩΚΡΑΤΗΣ Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ χωρίς άλλο. τήν Αθήνα καί τή διαλε­ κτική. Ή σκέψη ((ξενιτεύεται». Ο Μ Ε Τ Α -Ν Α Σ Τ Η Σ Αναμφίβολα. καθώς άπό τό τελευ­ ταίο καί μεγαλύτερο σέ έκταση πλατωνικό γραφτό ό Σωκράτης είναι άπών. Πρώτο. Γοργίας. τά μόνα αύτοβιογραφικά στοιχεία τού Πλάτωνα. ίσως είναι πιο εύκολο νά μορφωθεί μιά νέα πολιτική άντίληψη. Αφαίρεση του λόγου στον Παρμενίδη καί τόν Σοφιστή . 461 ο. προβάλλει τήν έρμηνεία τής άποθάρρυνσης μπρος στή σφοδρή άντίστάση πού ρόντ€ 9 υμείς οι νεώτεροι έπανορθώτβ ημών τον βίον καί έν ερ γ ο ις κσά 4ν λό'γοις. Στήν Κρήτη. 3 Ι 9 6)· Μα­ κριά άπό τόν Σωκράτη. καί αύτή ή με­ ταλλαγή τόπου καί τρόπου είναι σημείο μιας παρά­ δοξης πολιτικής παλινωδίας: έκ τον ψβνδονς βίς τόν ά λ η θ ή λό γ ο ν μετάστηθί ( Γ ' επιστολή. γιατί. εφτασε πιά ό καιρός πού ό πολιτικός ρεαλισμός —ενισχυμένος καί μέ τήν π ι­ κρή περιπέτεια τής Σικελίας— θά μιλήσει τή δική του γλώσσα. είναι εδώ τό πρώτο έπιχείρημα. έχουμε νά κάνουμε μέ μιά φιλοσοφική μετά-νοια πού. τό­ πο δπου. δπου ό Αθηναίος ξέ­ νος φτάνει γιά νά μιλήσει περί πολιτικής μέ τόν ιθαγενή Κλεινία καί τόν Λακεδαιμόνιο Μέγιλλο. μιά συμβολική πράξη πατροκτονίας.

ικανός νά ζεί σύμ­ φωνα μέ τις άρχές του (νυν δέ μέγας εγώ είμι εμαυτόν παρέχων τω έμω λόγω επόμενον. πού μετανάστευσε μέ τό όραμα τής πραγμάτωσης τών πολιτικών του ιδεών. άλλωστε. Άποτελοΰσε κύριο. Ά πό νέος έ­ νιωθε ταγμένος στήν ύπηρεσία της (είλκεν δέ με όμως ή περί τό πράττειν τά κοινά καί πολιτικά επιθυμία.Η Μ ΑΓΝ Η ΣΙΑ 127 του έπεφύλασσε ή πραγματικότητα. άνίσως οχι τό πρώτο. Πρωταγόρας. Αύτό. Ή ιστορία εί­ ναι γνωστή: ό Πλάτωνας. Ατιμάστηκε. 3 ΐο β ). στή ζωή του. 325 3-^)· Ωστόσο. 327&). Β ' επιστο­ λή. κινδύνευσε ή ζωή του. ήθικό καθήκον (εί μέλλει πόλις είναι. στά πολιτικά πράγματα τής πατρίδας του (Πλάτων όψέ εν τή πατρίδι ^έ^ονεν και τόν δήμον κατέλαβεν ήδη πρεοβύτερον καί είθισμένον υπό τών εμπροσθεν πολλά καί ανόμοια τη εκείνου συμβολή πράττειν. προπηλακίστη­ κε. στήν Α θ ή ­ να οί καιροί δέν ή :αν κατάλληλοι γιά πολιτικές α­ ναμορφώσεις. δέν ήταν μιά εξωτερι­ κή ύπόθεση. δηλαδή σέ μιά διάρκεια άρκετών χρό­ . Η πολιτική. πολύ άργά. είναι πού κάνει πιο χα­ ρακτηριστική τήν άποτυχία. Είναι βέβαιο οτι είχε φτάσει άργά. συντονισμένος. Ένώ είναι πανέτοιμος καί ικανός δσο κανείς γιά τόν ρόλο τού πολιτικού άναμορφωτή. Ε ' επιστολή. Μαινόταν ή τυραννία τών τριάκοντα —ένας άπό τούς οποίους ήταν συγγενής του— καί οί πολιτικοί άναμορφωτές τή μόνη τύχη πού θά μπορούσαν νά έχουν ήταν ή έξορία ή ή έξόντωση. έχει άφήσει πίσω του τήν έποχή τής νεότητας. Σ ’ αύτή τήν προσπάθεια δέν υπάρχει τίποτε τό τυχαίο καί τό υπερβολικό. θεωρητική καί πρακτική. Είναι πιά ένας άν­ θρωπος ώριμος. άποκομίζοντας έντέλει ενα αίσθημα πολιτικής άποτυχίας. 322 α-Β). Στήν άρχή. Ζ'επιστολή. πουλήθηκε δούλος. διαψεύστηκε οίκτρά. Τό μόνο πού τού έμενε ήταν νά δοκιμάσει άλλου τήν τύχη του (ούκ εστι προφήτης άτιμος εί μή εν τή πατρίδι αύτοϋ). Όταν στή ζο^ή του έμφανίζονται ό Διονύσιος καί ό Δίωνας. ή προσαρμογή του σχεδίου του στήν πραγματικότητα Υποδεικνύεται κακό όνειρο. ούδέ­ να δει ίδιωτεύειν.

ή σχέση του μέ τούς δυο τυράννους επιτρέπει πολλές έλπίδες. τό κλίμα τής άλληλοεξόντωσης καί τής άνηθικότητας θά είναι ή πιο ωμή διάψευση. κατέλη­ ξε τέλος νά νιώθει στή Σικελία σάν τό πουλί πού θέλει νά πετάξει γιά νά βρει τήν έλευθερία του (καθάπερ ορνις ποθών πόθεν άναπτέσθαι). 328 α). ΡΙαίοη . χρησιμοποιώντας τήν αύθεντία του ώς άρχηγός μιας μεγάλης σχολής. οι απει­ λές. Οι άμφιβολίες γ ι’ αύτή τήν ι­ στορικά θαμπή περίοδο είναι πλήθος. Αληθεύει τάχα δτι ό Διονύσιος δυσφόρησε άπό τήν αύστηρή διδασκαλία στήν όποια ό Πλάτω­ νας ήθελε νά υποβάλει τόν ζήλο του γιά τή φιλοσο­ φία. Ή συνέχεια. ή­ θελε νά έπιβληθεΐ. Έχοντάς τους έμπνεύσει τό πάθος τής φιλοσοφίας (Αιοννσιος εξημμένος υπό φιλοσο­ φίας ώσπερ 7τυρός). άντί νά διδάξει στή Σικελία — δπως ξεκίνησε— κατέληξε νά διδαχτεί το πιο σκληρό μάθημα: δτι ή άλήθεια τών λόγων δύσκολα συμφιλιώνεται μέ τά πράγματα..Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ νων. Τό μόνο βέβαιο είναι δτι. Οι δολοπλοκίες. Τ2. δμως. γιά τήν ταύτιση του φιλοσόφου μέ τόν πολιτικό (τονς αντονς φιλοσόφονς τε καί πόλεις άρχοντας μεγάλω ν σνμβήναι γενομένονς. Ζ ' επι­ στολή. νά διατυ­ πώνει: άραγε ό Πλάτωνας. ήταν συ­ ντριπτική. καί δικαιολο­ γημένες οπωσδήποτε οί άπορίες πού μπορεΐ κανείς.ΙλΓ. Χ ω ­ ρίς ίχνος άπό τόν άρχικό του ενθουσιασμό. Ή άποτυ2. τό ασύδοτο κυνήγι τής έξουσίας. παρέμεινε θεωρητική ύπόθεση. πίστευε δτι βρισκόταν πολύ κοντά στήν πραγματοποίηση τής πολιτικής του: νά έγκαθιδρύσει.128 ΣΩΚΡΑΤΗΣ . τήν «ιδεατή» πόλη. ΙΑ)Π ΚοΒίπ. άνεν σφαγών καί θανάτων. Ρ. σ. ’Άραγε 6 Διονύσιος του ύπενθύμισε τόν σεβασμό πού οφειλε άπέναντι σέ εναν η­ γεμόνα. οι λυκοφιλίες. δηλαδή. δπως 6 Ιχοη ΚοΒίη στον Πλάτωνά του2. εκδ. Ρ&Π8 1968. Δυσαρέστησε ίσως τόν Πλάτωνα μέ τό νά καυχηθεϊ δτι είχε μάθει ορισμένα «άπόκρυφα» ση­ μεία τής διδασκαλίας του. δέν βρήκε καμιά άπήχηση στήν ίδια τήν πραγματικότητα — καί ή κορυφαία του άρχή. . πού τόσο άβίαστα φιλοξε­ νείται άπό τή γλώσσα. Ή σκέψη τού ον λογω αλλ’ εργω.

Μετανάστης άπό τήν Αθήνα στή Σικελία. ή μετριοπάθεια άπέναντι στις ύπερβολικές νεανικές πολιτικές του φιλοδοξίες (τό μέγεθος του ε π α γ γ έ λ μ α τ ο ς ) . άποκαλύπτοντας τις σχέσεις τής «Μαγνησίας» μέ τούς μεγάλους μετα­ φυσικούς διαλόγους. μολονότι γραμμένοι στήν πιό ώριμη ηλικία. μιά καί δέν θυμίζουν σέ τίποτε τή λαμπρότητα του Φαίδωνα καί του Φαι­ δρού. θεωρούνται εργο μοναχικό. περιφρονητέο. πού φαίνεται μεγαλύτερη δσο άναλογιζόμαστε τό μέγεθος τής αρχικής φιλοδοξίας ( ήλθον εγώ εις Σικελίαν δόξαν εχων πολύ τών εν φιλοσοφία διαφέρειν). μιά έσωτερική άνάγνωση τής δεύτερης πλατωνικής έποχής μπορεί. άπό τήν Πολιτεία στούς Νόμους. άπόμερο καί. είναι βεβαιωμένη καί όμολογημένη (βουλόμενος δέ έλθών εις Συρακούσας συμμάρτυρα λαβειν σε. Ό .Η Μ ΑΓΝ Η ΣΙΑ 129 /ία. ΐνα μοι τιμώτο φιλοσοφία καί παρά τώ πλήθει. Οι Νόμοι ασφαλώς σφραγίστηκαν άπό τά βάσανα αυτής τής περιπέτειας. δέν έχασε τήν πίστη στις ιδέες του (πριν άν τά νυν ύφ' ημών λεχθέντα. Δέν υπάρχει φιλόλογος πού νά μήν μπήκε στον πειρασμό νά γίνει γεροντοδιδάσκαλος καί νά διορθώσει τόν ίδιο τόν Πλάτωνα τών Νόμων. παρ’ δλες τις δια­ ψεύσεις. ένσαρκώνει τό δράμα τής θεωρίας καί τής πράξης μ ’ εν αν τρόπο μοναδικό γιά τή δυτική ηθική σκέψη καί ιστορία. εξίσου δραματικής μέ τής Σικε­ λίας. μέ γνώμονα τόν Πλάτωνα τού Φαιδρού. Ό έντονος σκεπτικισμός άπέναντι στον άνθρωπο (τό γ ά ρ ανθρώπινον ου παντάπασιν βέβαιον ). ό Πλάτωνας. ί­ σως ίσως. . οίον όνείρατα θεία 67τιστάντα έγρηγορόσιν. εναργή τε έξεργάσησθε τελεσθέντα και ευτυχή). πού. Ωστόσο.τι νέο έμφανίζεται στις πολιτικές άρχές τους είναι τό καταστάλαγμα αύτής τής σκληρής έμπειρίας. ά­ πό τόν Φαίδωνα στον Σοφιστή. Τ οϋτο δ ’ ούκ ευαγές μοι άπέβη). νά δείξει δτι οί Νόμοι είναι πο­ λιτικό άκολούθημα μιας όντολογικής περιπέτειας πού προηγήθηκε. ή κλίση πρός τήν πο­ λιτική καί ή σχετική ύποτίμηση τής ήθικής διατρέ­ χουν ολόκληρο τό έργο. Αύτός είναι καί ό λόγος πού οί Νόμοι.

τήν υψηλή ά3· Στό κείμενο τών Νόμων ή λέξη «Μαγνησία» δέν άπαντα. πάντο^ς.ΟβΓΠβΐ στίς έκδόσεις Βυοίβ. τής διαφοράς. γυρεύει τόν δρόμο πρός τήν πραγματικότη­ τα. δέν ύπάρχει. άποδεικνύεται μεγάλη. Ειδικά ή δεύτερη νομοθετική προσπάθεια. ή «Μαγνησία» σημαίνει τήν πολιτική σύνθεση πού έπιχειρουν τά δώδεκα βιβλία τών Νόμω ν . Βλ. γυμναστική καί διατρο­ φή. παιδεία καί μουσική. ή α­ πορία περιμένει τή λύση της: τήν ουν πολιτικήν άτραπόν πή τις άνενρήσει. μπορεΐ οί πολιτείες πού εύαγγελίζονται ό Σωκράτης καί ό Αθηναίος ξένος νά μή διαφέρουν: δικαιοσύνη καί άρετή. Αντίθετα μέ τις τέχνες καί τίς έπιστήμες πού δέν σχετίζονται άμεσα μέ τήν πράξη (φιλαΐ των πράξεων είσ ι). καθένα έργο μέ τόν τρόπο του. νόμοι καί θεοί. Στις γενικές γραμ­ μές τους. πρακτική τέχνη καί δχι μόνο γνω­ στική. Ή μετατόπιση. Αύτό εϊναι τό μάθημα πού δίνουν ή Πολιτεία καί οί Νόμοι . τής πλεονεξίας. πρώτος τόμος. νομοφύλακες καί τεχνίτες είναι τά θέματα μέ τά όποια καταπιάνονται καί οί δύο. γιατί στο μεταξύ έχει. . άλλά κάτι διαφορετικό: τόν έλεγχό τους. πού πάνω στο κείμενο τής Πολιτείας γράφει τό κείμενο τών Νόμων . XXXI. τήν άρνηση ή τήν απόρριψή τους. βιώσει μιά μεταστροφή πού άντιπροσωπεύει τήν πιό έγκυρη πολιτική υποθήκη του Πλάτωνα. τήν εισαγωγή τών Όίβ8 . άλλος τρόπος άπό τόν αύστηρό άποκλεισμό τής άτομικότητας. Ό Πλάτωνας μιλάει γιά τήν Μαγνητών πόλινΊ τοποθεσία ιστορική. Γιά νά τό κατορθώσει. Ό χι τήν έκτίμηση τών πραγμάτων. ή πολιτική. οριστι­ κά πιά. κοντά σ’ αυτούς. δμως. του άλόγιστου. αντίθετα ακό­ μη μέ τή θεωρία πού στοχάζεται μέσα στήν απρα­ ξία. Ε ­ δώ. Ή πολιτεία τής ((Μαγνησίας»3 άποτελεϊ τή σύν­ θεση τών διαλογισμών ενός άνθρώπου πού.130 ΣΩΚΡΑΤΗΣ 0 ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ Η ΑΝΑΘ ΕΩ ΡΗΣΗ Παρά τόν μακρύ δρόμο τής πρώτης περιόδου. σέ άντίθεση πρός τήν «Ηλιούπολη» τής Πολιτείας. θεσμοί. έχει χάσει τούς μεγάλους πολιτικούς του όραματισμούς καί. τής ίδιοπραγίας. άναστατώνει τίς πλατωνικές άρχές. βέβαια. καθώς είπαμε. σ.

’ ΛΟήναι 19787 σ· 3 9 5 · . πολλά σημεία τήν είχαν προαναγ­ 4. Βλ. Είτε γιά απλή διαφορά πρόκειται. τά προσχήματα πού άπαιτοΰν οί θεσμοί γιά νά έπιβληΟουν πιό άποτελεσματικά (π ρ ό σ χ η μ α ποιεισθαι καί προκαλύπτβσθαυ) διαφέρουν. τήν ιδέα τού άγαθοΰ. πα­ ρέκκλιση ή παλινωδία. άπαρχής. ή ιδεοκρατία του Σωκράτη κατα­ σκευάζει ενα θεσμικό σύστημα πού. ελλογο καί διαλεκτικά ρυθμισμένο. Τρεις πλευρές μιας πυραμίδας ή διαλεκτική. Μιά απόλυτη υποταγή τού πράγματος στήν ιδέα καί του πολίτη στήν πό­ λη. Τί ήταν ή ((Ηλιούπολη». Ή μονιμότητα καί ή ένότητα θριάμβευαν σέ βάρος του γίγνεσθαι καί τής διαφορας. του Ο. άπό τό άδρανές της μεσου­ ράνημα. ώς θεοκρατία. τό μυστικό της είναι ή μέ κάθε θυσία θεμελίωση καί συντήρηση του νόμου πού κερδίζει σέ περιεχόμενο. δέν άφηνε κανένα περιθώ­ ριο στήν άστάθεια του αισθητού. κυριαρχεί· καί ή ιδέα του άγαθοΰ. Είναι μιά άποφασιστική χειρονομία πού. ή θεολογία καί ή άξιοκρατία— συγκορυφώνονταν στήν άννπόθβτο α ρ χ ή . στά γεράματά του πε­ ριορίζεται νά ζητήσει άπό τούς νόμους αύτό πού ήθελε νά άποκτήσει άπό μιά άτομική βούληση». Κάτω άπό τή σκέπη του άγαθοΰ. τροπή. άνήλεο φώς. άναμφισβήτητος σ’ αύτή τή νέα πλατωνική πε­ ρίοδο. όσο πιό πλατωνικά οδηγούμε τή ματιά μας. Στή «Μαγνησία». πολιτικά τουλάχιστον δέν κρύβει τίποτε τό ανεξήγητο. μιά πόλη ό­ που ή έμπιστοσύνη στόν άνθρωπο εχει χαθεί καί τά πράγματα γενικά δι-εκδικοΰν μεγαλύτερη θέση.Η Μ Α ΓΝ Η ΣΙΑ ντίληψη γιά τόν άνθρωποί Ή μεταφυσική αίθρια πού τύλιγε τόν κόσμο τής Πολιτείας τώρα γίνεται ?να σκληρό. Ό προκλητικός παραγκωνισμός τής διαλεκτι­ κής. Μεταμόρφωση ριζική. ΟΙοίζ. όμως. του καλού καί τού άληθοΰς. κατεβαίνει στήν εύλογη πολιτικά μορφή τών θεών τής πόλης. Ή διαλεκτική άποσύρεταΐ’ ή θεολογία. πού δέν χρειάζεται νά βγούμε άπό τά όρια του κα­ θαυτό πλατωνικού πνεύματος γιά νά τήν έννοήσουμε. «'Ύστερα άπό τόσες άπογοητεύσεις. Ή ελληνική πόλις .

τούς φύλακες καί τις σπάνιες φύσεις. Σ ’ αύτήν ό νομοθέτης βρίσκει ένα δραστικό μέσο ελέγχου τών πολλών — πού. καλείται νά έπιτελέσει τό έργο πού ή διαλεκτική έπιτελουσε στήν Πολιτεία. δλοι χωρισμοί τής διαλεκτικής. πολιτικά δέν προσφέρει τό παραμικρό. ιδεατό/αισθητό. ό δυϊσμός. κα­ τάλληλη γιά τούς φιλοσόφους. ταντα νμνονσιν). οπού άποδεικνύεται αναλυτικά ή θεωρία τής ανάμνησης. Έλλογο/άλογο. παρά τά όποιαδήποτε παιδευτικά μέτρα. μολονότι ενισχύει τή λογική έγκυρότητα τής διαλεκτικής μεθόδου. θύματα πάντα του οποίου δημβραστον ή δημα γω ­ γ όν (ούδεν αισθάνονται αλλ’ ά τ τ 5αν είναι δ ια γ γ έ λουσι. ό φόβος τών θεών είναι πιο οικεία κατάσταση. ψυχή/σώμα. Ή θεω­ ρία τής άνάμνησης ήταν μιά μοναδική άπόπειρα νά ξεφύγει ό Πλάτωνας άπό τήν ιστορία. Άνατατική κίνηση αύτή. Γ ι αύτό. μέ τό καλό— παρά είναι άποκλειστικά μαθηματικές αλήθειες. Στοιχείο αύτό πού. βέβαια. πού ου­ σιαστικά άντιπροσωπεύει μιά άλλη έκδοχή τής υ­ ποστήριξης τού ενός ενάντια στά πολλά. λοιπόν. Όταν. Ή θρησκευτική έκφραση του πλατωνι­ σμού φαίνεται νά γονιμοποιέ! δ. Ά ν ή αρετή δέν μπορεί νά άνακληθεϊ δπως οί μαθηματικές καί οί γεωμετρικές άλήθειες. παραμένει ξένη γιά τό πλήθος τής πόλης. τηση φέρνει στο θέμα τής διαλεκτικής. Στον Μένωνα. τόν χρόνο. Τή λογική αύτοΰ του συμπεράσματος άκολουθεΐ καί ή διαφορά τών Νόμων άπό τήν Πολιτεία. ή διαλεκτική μέθοδος άποδεικνύεται —καί είναι— πολιτικά αναξιοποίητη. τώρα μεταφέρονται μεταφρασμένοι στή διαφορά Θεός/άνθρωπος. γιά παράδειγμα. τό γίγνεσθαι.. διατηρείται — καί μάλιστα άσφαλέστερα. πού.τι ή διαλεκτική ά­ φηνε αναξιοποίητο.13 2 ΣΩΚΡΑΤΗΣ Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ γείλει. στους Νόμους ή υι. οί ι­ δέες πού ανακαλεί ό δούλος δέν έχουν νά κάνουν μέ τό αγαθό — ούτε. κι όταν άκόμη αύτή άπό πλήθος γίνεται δήμος. Χ ω ­ ρίζοντας συστηματικά τήν άνθρώπινη άτέλεια άπό τή θεϊκή τελειότητα. ή θεοκρατία τών Νόμων. ή ά- . Έ τ σ ι. καί νά βασιστεί στήν άκλόνητη άκινησία τής ιδέας. τό χάσμα άνάμεσα στίς δύο τάξεις. εϊναι άβουλοι.

Τό βάσανο του νο- μοΟέτη δέν είναι ή ίδια ή αλήθεια.Η Μ Α ΓΝ Η ΣΙΑ *33 προθυμία του Αθηναίου ξένου. λοιπόν. γίόά). γιά νά συντηρήσουν τό καθεστώς του νόμου.πρός τόν ενδαίμονα βίον . άλλοτε προφασίζεται αδυ­ ναμία (ούτε εύρεΐν ράδιον οντε ηνρηκότος ά λ λ ο υ μαθητήν γενέσθαι. Φαίδων . Ά π ό μόνη της είναι ενα έπιχείρημα: άλλοτε ό Αθηναίος ξένος ισχυρίζεται δτι δέν έφτασε ή στιγμή (966α). πού. δυσμετάδοτη καί από τή φύση της άδρανής. Τονίζεται μόνο γιά άλλη μιά φορά δτι. 494 δ· (). Αύτό ακριβώς θυμίζουν τά λόγια του Κλεινία: καλόν μεν ή άλήθεια ώ Έενε και μ ό ν ιμ ο ν εοικε μήν ού ράδιον είναι πείθειν (6630). άφοΰ τό πλήθος δέν είναι δεκτικό φιλοσοφίας (φιλόσοφον πλήθος άδύνατον είναι)*. 99 6· . μπορει ακόμη μέσα στο κείμενο νά φαί­ νεται σποραδικά δτι ή λατρεία τών θεών λογαριά­ ζεται ώς ο καλύτερος δρόμος (κάλλιστον καί ά ρ ι­ α τον . Έ τ σ ι ή διαφορά χρονικού/αιώνιου. πού αποσιώπα δ. αντί νά καταφεύγουμε στον λόγο (εις τούς λόγους καταφυγόντα)6. 968(1). ώστόσο ή θρησκεία δέν ύποκαθιστα τή φιλοσοφία.τι του φαίνεται πολιτικά αδιάφορο. είναι ιδιαίτερα χα­ ρακτηριστική. Αβοήθητος. τήν αποδέχονται ανεπιφύλα­ κτα. καθώς μένει άπό τή διαλεκτική στή διάπλαση του συνόλου (τά γ ά ρ τής τών πολλών ψυχής όμματα καρτερεϊν πρός τό θειον άφορώντα αδύνατα). δέν φτάνουν στο σημείο νά άρνοΰνται τήν αλή­ θεια της. μολονότι άρνοΰνται τή διαλεκτική ώς μέθοδο πολίτικου έλέγ/ου. θά άναζητήσει άλλου τά μέσα τής πολιτικής άποτελεσματικότητας: δηλαδή δργανα δραστικά. Ελιγμοί επιδέξιοι δλοι αύτοί. μέ θαυμάσια μάλιστα άπο7). Πολιτεία . σεβαστή καί έφαρμόσιμη. αλλά οί πολιτικοί τρό­ ποι πού τήν καθιστούν πιστευτή. θνητού/άθάνατου θά λειτουργήσει. Αντίθετα. Μπορεΐ τά πρόσωπα τών Νόμων νά μήν είναι φιλόσοφοι. άναγκασμου καί πειθαναγκασμού. προτιμότερο είναι νά ζητάμε τή βοήθεια τών θεών (εις τονς θεούς καταφνγόντα).

δέν δίνουμε καμιά θέση στίς έννοιες του ολοκληρωτισμού ή . πού μονάχα άπό θεούς θά μπορούσε νά τηρηθεί στήν έντέλεια. Είναι ή στιγμή πού γιά πρώτη φορά κάνει τήν έμφάνισή του ένας σχετικισμός στήν αντιμετώπιση τής αν­ θρώπινης φύσης. του άτομισμοΰ. Σημαντικό σ’ αύτή τήν πολιτική κατάσταση (κα­ τ ά σ τα σ η τών άρχόντων) εϊναι νά φανεί δτι ή «Μα­ γνησία». ένώ μία κοινωνία ίη ^νΙιΐοΗ ΐηάΐνΐ(ία8 ΐδ &γο οοηίτοηΐβίΐ \νΐΐΗ ρβΓδοηαΙ (Ιβοΐδΐοπδ νά άπο­ τελεΐ τήν ορβη δοοΐβίγ. ή τιμω ­ ρία εϊναι θεϊκή. ολόκληρο τό εκτο κεφάλαιο: «ΤοΙπΗίαπαπ ΐιΐδΐΐοβ»). 1 5 1 ) καί ό Πλάτωνας μπορεΐ νά κατανοεί μονόπλευρα τό ζήτημα τής δικαιοσύνης (βλ. του φιλελευθερισμού. Σέ σύγκριση μέ τούς θεούς. αύτή ή μηδαμινότητα πού δέν ένθουσιάζεται. πού φαίνεται έγκυρη δσο άπομακρύνεται άπό τό πλατωνικό πνεύμα. σάν έξουσιαστικός παράγοντας. πού άποτελεΐ τό οδηγητικό κριτήριο τής πολιτικής άνάγνωσης πού προτείνει ό Κ. 75)7 περισσότερο προδίνει τίς θεωρητικές προ-καταλήψεις του συγγραφέα. δέν αξίζει καί τίποτα σπουδαίο (μ έ γ α τι δοκβΐ βίναυ τόν άνθρώπινον βίον)' γιά τούτο καί ή νομοθεσία. ή αν­ θρώπινη ζωή. Αντίθετα. νο­ μοθετικά. δέν συνιστα ένα τυγ. νοίαπιβ ι. Μέ τήν ένοχή του θνητού —πολιτικά διδαγμένη άπό τήν ίδια τήν πόλη— οί άνθρωποι σκύβουν τό κεφά­ λι στή μοναρχία του νόμου. ΡορρβΓ (ΤΗβ ορβη Ξοάβίγ αηάΐί$ βηβπιίβΞ. δέν ένθαρρύνει τήν έπιείκεια. σ. εδώ. του Ιαΐδδβζ ίαΐΓβ καί τής «ελευθε­ ρίας». Αύτή ή απλοποίηση. προσπαθώντας νά δείξουμε τίς εσωτερικές άρθρώσεις του πλατωνικού έργου μέ οδηγό τό πολιτικό του περιεχό­ μενο. είναι φυσικό ή πλατωνική πολιτεία νά δίνει τήν εντύπωση μιας κοινωνίας κλειστής καί ολοκληρωτικής. οπωσδήποτε. είναι μέσα στό πνεύμα του βιβλίου καί. «Πιστεύω δτι τό πολιτικό πρόγραμμα του Πλάτωνα οχι μό­ νο δέν είναι ήθικά ανώτερο άπό τόν ολοκληρωτισμό. είναι συνταγμένη σάμπως νά σκοπεύει τήν ισόβια έκ-δίκηση του πολίτη. Ε το ύ τη ή άποψη. έπειδή δέν είναι καί δέν μπορούν νά γίνουν θεοί. τής έποχής του συγγραφέα: ετσι ό Θρασύμαχος μπορεΐ νά θυμίζει τόν μπαμπούλα του μπολσεβικισμοΰ (ΐΗβ πιοίΙβΓη Βο§γ ο£ ΒοΙδΚβνίδΐηβ). τών δικαιωμάτων του άνθρώπου. οί Έλληνες τούς Πολυνήσιους καί τούς Μαορί (σ. «Τΐιβ βρβίΐ οί ΡίπΙο». Μέ βάση τίς ιδέες του άνθρωπισμοΰ. άλλά ταυτί­ ζεται θεμελιακά μαζί του». πού δέν καλύπτεται βέβαια άπό τή σημερι­ νή έννοια του ολοκληρωτισμού^. μιά ύψηλή συγκατάβαση πού. Ά ν τά λάθη είναι ανθρώπινα. παρά «ανοίγει» τό πλατωνικό εργο.134 ΣΩΚΡΑΤΗΣ Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ τελέσματα. αλλά τή σκλήρυνση.

Ό λα αύτά τά στοιχεία. Παρά τις θεμελιακές διαφορές του ανθρωπισμού. ό σημερινός κρατισμός. κοινή καί ή άπορία — εστω κι άν οί σελίδες τών Νόμων δέν θυμίζουν τις άποκρίσεις πού δίνο­ νται στον Σοφιστή. στον Πλάτωνα καί στον Αριστοτέλη. σέ πείσμα κάθε εύθύγραμμης αιτιότητας. προπάντων. Πράγματι. πού άποτελεί τό ούσιαστικό ύπόβαθρο τού πολιτικού προβλήματος. ή έννοια του άτόμου αποκλείεται συστηματικά. όποια μορφή κοινής βούλησης κι άν υιοθετεί. άτονεί μπρος στήν τελική μορφή του προβλήματος. μπορούν νά χρησιμεύσουν ώς ό καλύτερος βοηθός γιά τήν κατα­ νόηση του σημερινού κράτους. Γενικά. τά πολι­ τικά εργα. Ή χρονική προήγη­ ση. φαίνεται απλή συνέπεια. εσωτερικά κοιταγμένος άποκαλύπτει τή βασική άρχή του: τήν άπολυτ-αρχία. εύτυχέστερη έποχή. είτε φιλοσοφικά σκεφτοΰμε είτε πολιτικά. ή διαφορά εχει πάντα νά κά­ νει μέ εξωτερικά γνωρίσματα.τι δείχνει καί. αύτή ή άρχή όχι μόνο δέν άντιπροσωπεύει μιά ιστορική φάση πού θά ξεπεραστεϊ. Ή σκέψη είναι κοι­ νή. τίποτε δέν βεβαιώνει δμως ότι μπορεί νά θεωρηθούν απλά παράγωγα τής μεταφυσικής. μοιραία. αντί νά άποτελέσουν τή δικογραφία γιά μιά όψιμη καταδίκη του Πλάτωνα. Πράγματι. είναι ό Σοφι­ στής. άλλά είναι ενα στοιχείο σύμφυτο μέ κάθε θεσμική καί νομική άρχή. ή πολιτική σκέψη. Μέσα άπό παρόμοιους συσχετισμούς. δμως.τι είναι ό Φαίδων γιά τήν «Ηλιούπολη». δ.. είναι εργα έπακόλουθα καί ύστερογέννητα. Πολύπλοκοι Λεσμοί τήν κρατούν σέ στενή εξάρτηση άπό τήν πλατωνική οντολογία. Καθαρά πλατωνικής έμπνεύσεως. καθώς σέ άλλη. Ή διαφορά τών διδασκαλιών δέν ε­ πηρεάζει τήν ένδόμυχη συνενοχή τών προβλημά­ των. Πράγματι. Γ ιά τή ρεαλιστική πολιτική. ή Πολιτεία έπέιρεπε στά μεταφυσικά συμπεράσματα του Φαίδωνα /. ή Πολιτεία είναι μιά μοναρχία του νό­ μου καί του κράτους. . άν οχι ε­ φαρμογή. ή έννοια της αλλαγής καί κάθε λογης κί­ νησης καταδικάζεται. ό Παρμενίδης καί ό Φίληβος γιά τή «Μαγνησία». τής μεταφυσικής. Πραγματικά.Η Μ Α ΓΝ Η ΣΙΑ 135 / 7Λ0 καί αύθαίρετο σχήμα υπαγορευμένο άπό τήν ττίεση τής άμεσης ιστορικής στιγμής. Θετικά ή άρνητικά ερχεται σάν συνέπεια τής προβληματικής γύρω άπό τό εν .αί τού Γοργία νά μιλήσουν πολιτικά. γιά πα­ ράδειγμα. Στο ζήτημα τού ενός καί τών πολλών . συ/νά άποδείχνει τό άντίθετο άπ’ ό.

. δτι. . πού σ’ αύτή τή δεύτερη περίοδο ταυτίζεται μέ τήν κρίση τής θεωρίας τών ιδεών. έξιχνιάσιμο μόνο άπό τό πνεύμα του Θεοΰ (θεός μεν τά π ολ λ ά εις εν συγκεραννύναι καί π άλ ιν εξ ένός εις πολλά διαλύειν ίκανώς έπιστάμενος άμα καί δυνατός .. Νά γιατί ή πολιτική δέν έπιτρέπει τήν άμφιβολία καί τήν απορία.136 ΣΩΚΡΑΤΗΣ . Άφοΰ περιοχή της είναι ή πράξη. Μό­ λις τά έπιχειρήματα έξαντλοΰνται. Ή συγκριτική ανάγνωση πού επιχειρούμε έδώ δέν αφήνει στιγμή νά χαθεί ή διάσταση φιλοσοφίας καί πολιτικής.. δταν μεταφέρεται στον χώρο τής πόλης δέν μπορεΐ πιά νά παραμείνει πρόβλημα.Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΙΙΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ τους στο θέμα. Τα υ τ ά δε γ ε [.. Εύθύφρων. 76-8&. Αλκιβιάδης . 8. κάθε σκέ­ ψη της πρέπει αύτόματα καί αύτούσια νά πραγμα­ τώνεται. Απόδειξη. Ό τρόπος. Όταν οί άπορίες τής φιλοσο­ φίας κάνουν τήν έμφάνισή τους στήν πολιτική προ­ βληματική. ή «Μαγνησία» πρέπει νά σχηματιστεί σέ στενό συσχετισμό μέ τούς ύπόλοιπους διαλόγους. οί δε ά δ ικ α · π ε ρ ί ά κ α ϊ ά μ φ ιο β η τ ο ν ν τ ες σ τ α σ ιά ζο ν σ ί τε κ α ι π ο λ ε μ ο ν σ ιν ά λ λ ή λ ο ις . ή πολιτική συμπεριφορά εχει πά­ ντα ενα μακρύ παρελθόν όντολογικής καί μεταφυ­ σικής προδιδαχής. Η ΕΝ ΑΣ Ό πως στο πρώτο μέρος ή «Ηλιούπολη» ήρθε σάν απόρροια τής μεταφυσικής του Φαίδωνα καί τής Πολιτείας . Στον Πλάτωνα. Ό στοχασμός μέσα στήν απραξία τής θεωρίας είναι άταίριαστος μέ τή δράση καί τήν αδυσώπητη τακτική του άμεσου έλέγχου. Κ«1 α ί μ ά χ α ι γ ε κ α ι οί θ ά ν α τ ο ι δ ιά τ α ν τ η ν τη ν δ ια ­ φ ο ρ ά ν έγεν ο ν τ ο . ό Φίληβος καί οί Νόμοι μπο­ ρεΐ νά διαβαστούν σάν διαδοχικοί κυματισμοί ένός καί μόνο κειμένου. ό Παρμενίδης .] οί μ εν δ ίκ α ια η γ ο ύ ν τ α ι. τή λύση τους άναλαμβάνει ή βία. ό Σοφιστής . Εξάπαντος πρέπει νά λυθεί. 6 8 (1). ένώ τό πρόβλημα του ένός καί τών πολλών ερχεται στιγμή πού θεωρείται μυ­ στήριο γιά τόν άνθρωπο. ό λόγος άνήκει στά δπλα8. ι ΐ 2 Ϊ ) . Τίμαιος. στή μέθοδο καί στο περιεχόμενο.

συνάμα άφομοιώνεται στο έσωτερικό τής ένότητας (βΐς έγώ βίμι άνθρω­ πος μβτέχων καί τον ένός). ό Πλάτωνας ισχυ­ ρίζεται δτι ή άλήθεια μοιράζεται. δέν χάνει τήν ένότητά της. Τά χέρια. άπαιτοΰν άπόλυτα τόν πληθυντικό άριθμό. πού. Έφόσον τό αισθητό πράγμα είναι αύτό πού είναι «έπειδή» με­ τέχει στήν ιδέα του. τά πόδια. Όσο. δύσκολα βρίσκει τόν ορισμό της. άρ­ χή πού ποτέ του δέν άθέτησε10. τήν ίδια στιγμή. προβληματική δσο καί ή ίδια ή ιδέα. αρχίζει άπό τίς πρώτες κιόλας σελίδες του Παρμενίδη. Κατατοπιστική καί σύντομη αύτή ή άνάλυση. Ε. Αθήνα ΐ975> σ· ΙΧ4· ίο. Τίποτε δέν πείθει δμως άκόμη δτι καί στο ζήτημα τής κριτικής τών βιδών αυτών καθ' αυ­ τά άναπτύσσεται τό ίδιο άπρόσκοπτα. σάν πρώ­ τη άπόπειρα έξήγησης προτείνει τή μεταφορά. είναι ένας όσο καί πολ­ λαπλός. ΤαγΙοΓ. ούσιαστικά είναι μιά προετοιμασία γιά τήν κριτική τών ιδεών. άλλωστε. πίσω καί μπρος— κάνει τήν πολλαπλότητα χειροπιαστή. ή αμφισβήτηση τής ένότητας. καιρός του κινδύνου. ΡΙαίο. ’Ά ν δέν μεσολαβήσει κάποια άλλαγή. καθώς αύτό τό «πληθυντικό» σύ­ νολο συνιστά έναν άνθρωπο. Φρ. Άντιδρώντας ρητορικά ό Πλάτωνας. Τό φώς εί9· «Τέλος του Πλάτωνα* ό σκεπτικισμός του Παρμενίδη. γιατί. Νίτσε. τό κεφάλι είναι μέλη ένός σώ­ ματος. Μέ μιά απλότητα πού δέν παύει στιγμή νά σκέφτεται φιλοσοφικά. κι δμως. ό ίδιος άν­ θρωπος.Η Μ Α ΓΝ Η Σ ΙΑ 13 7 Καιρός τής ασφάλειας. Ή γέννηση τής φιλοσοφίας . Ή ήμέρα φωτίζει πολλά πράγματα μαζί. Χωρίς νά έχει τήν πρό­ θεση νά παραβιάσει τήν άρχή τής ταυτότητας. Α. γιά νά κατονομαστούν. ή μετοχή του. ό κορμός. Μιά τυπική διαίρεση του σώματος —πάνω καί κάτω. Α ν α ί­ ρεση της θεωρίας τών ιδεών». Ενότητα καί πολλότητα παρουσιάζονται έξίσου έγκυρες (άληθή άποφαίνβι άμφότβρα). 19 7 1 ^ σ· 35°· . καί τόν ένικό. σάν άλλη ιδέα. άριστερά καί δεξιά. δηλαδή ή άνασκευή τής θεωρίας τών ίδεών^.

άν-αίσθητη. Ι ’ιιη . παρά μόνο σάν νοητά παραδείγ­ ματα. είδαλλιώς κάθε αισθητή ιδιό­ τητα αποκλείεται. μέ πρώτη τήν άποχώρηση ((Ιβδραΐί&ΚδΒΐίοη)11 τών ειδών. παρόλο πού τά φωτιζόμενα είναι άπειρο πλήθος. Αύτό άκριβώς. νά θυμίζει ενα σύνολο. οί ιδέες «στέκουν» μέσα στή φύση* καί τά πράγματα μόνο άντανακλώντας τις κερδίζουν τήν αισθητή τους ύπαρξη. I. ύπαρξη πού δέν τής άφαιρεί τίποτε άπό τή δυναμική της ώς αίτιας. Αύτή ή καίρια μεταφορά. άνάτυπο) τής ιδέας άνθρωπος. Μέ άλλα λόγια. Μίμηση τών ιδεών. εκδ. αρχίζει νά κλονίζεται άπό τή στιγ­ μή πού δέν βρίσκει τρόπο νά έξηγήσει τό πώς ή ενότητα καθ’ έαυτή βρίσκεται ταυτόχρονα σέ δλα τά διεσπαρμένα σημεία του αισθητού. Ρ&πδ 1962. Τό «χωρικό» περιεχόμενο του επιχειρήματος. Ό χι σάν ένυπόστατα δντα. τότε δέν μπορεί παρά νά είναι καί διαιρέσιμη. άντλεί τήν ούσία του άπό τό γεγονός δτι είναι ομοίωμα (μίμημα. ό Σωκράτης προτεί­ νει τήν άφηρημένη έννοια. έπιτυχημένη α­ ναμφισβήτητα.. μετοχή. άδιαίρετη καί άόρατη. ίΐβ Κβηόνΐΐΐβ.ΜηΙίίρΙβ ε ί Γαίίήύιιίίοη οΗβζ ΡΙαίοη βί 8ο ρ Η ίΞ ίβ Ξ . Ρίχνοντας ενα ιστίο πάνω σέ μιά ομάδα ανθρώπων. δύσκολα μπορεί νά μάς κάνει νά μιλήσουμε γιά ένότητα πού περικλείει μιά πολλαπλότητα (φ αίης ενα π ο λ λ ο ϊς βίμοα όλον). είναι χωρική. σ. γιά παράδειγ­ μα. ύπάρχει στήν ψυχή μονάχα σάν νόημα (καί ούδαμοϋ αντω έγ γίγν εσ θ α ι ά λ λ ο θ ι ή εν ψ νχαϊς ). άπαντά ό Παρμενίδης. I. ’Α-χωρη αύτή. πρέπει νά πάψουμε νά σκε­ φτόμαστε μέ τά μάτια. γιά τήν αβασάνιστη κρίση. Έ τσ ι. γιά νά αναχαιτίσει τήν άφελή σκέψη πού έννοεί τό είδος ξεκινώντας άπό τήν έποπτεία του χώρου. είναι πού άναιρεί μιά γιά πάντα κάθε ΙβΞ ι ι . Ό άνθρωπος. 144· . δσο κι άν αύτό μπορεί.138 ΣΩΚΡΑΤΗΣ Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ ναι ένα. Υ π η . σάν τό ήμερινό φώς ή σάν τό ιστίο. I. Χρειάζεται μιά άνασύνταξη τών έπιχειρημάτων. άντίτυπο. Ά ν ή ιδέα. πού εχει νά κάνει μέ τοπο-θεσία καί οχι μέ αφαίρεση. ξυπνάει τήν υποψία — πού θά γίνει βεβαιότητα στήν περίπτωση του καραβόπανου.

248 ά). άλλά καί άπό τήν όποιαδήποτε γνώση μας. πέφτουμε δμως σέ πλήρη άγνοια. Ά γνωστα καί άπερινόητα. είναι άνήμπορος νά γνω­ ρίσει τόν αισθητό κόσμο. λοιπόν. πού έχει τήν τόλμη νά ορίσει γιά κάθε πράγμα μιά ιδέα. μέ άποτέλεσμα. γιά νά πάρει τή θέση τής άρχικής ίδέαςμήτρας. Σοφιστής. Αύτός. Τό καλό καί τό άγαθό. καί ετσι θά μείνει στήν ιστορία τής φιλοσοφίας. γιατί ή ιδέα. Απρόσιτη καί άσύλληπτη. καί νά περιέλθουμε σύντομα στήν κατάσταση του ανάγκη στή ναι. τρίτου άνθρώπου12.ο. γλι­ τώνουμε βέβαια άπό τίς άντιφάσεις πού συνεπάγε­ ται ή μέθεξη. πού θεωρείται κάτοχος τής έπιστήμης τών ούσιών. συμπληρώνει ό Παρμενίδης. (άεϊ καινόν είδος γιγνόμενον). Είναι τό πρόβλημα πού θά ονομαστεί στά γραφτά του Α ­ ριστοτέλη «επιχείρημα του τρίτου ανθρώπου». καί ή ακ ριβέσ τατη επιστήμ η πού του 12.Η Μ ΑΓΝ Η ΣΙΑ 139 σκέψη γιά τήν αύθυπαρξία τών ειδών. Ή έπιστήμη τους. Καί ό λόγος: ενα πράγμα άποκλείεται νά είναι δμοιο μέ τό είδος του. θά ήμαστε ανα­ γκασμένοι νά ζητήσουμε πάλι μιά νέα ιδέα κ. Συνεπώς. ό Θεός. Τέ­ λος. ώς αύθύπαρκτη οντότητα.κ. Ά ν κι αύτή μέ τή σειρά της άποδεικνυόταν δμοια μέ τήν προηγούμενη. ομολογεί. άν είχαν σχέση ομοιότητας. έτουτο τό έκπληκτικό άντισωκρατικό συμπέρασμα νά καταργεί κάθε δυνατό­ τητα τής έπιστήμης νά θεμελιώσει τίς ιδέες. τήν δ ’ ουσίαν γιγνώ σκεσθαι . δ. άν τίς ορίσουμε σάν είδη αύτά καθ’ αυτά. . Ή άκ ριβ εσ τάτη δεσπο­ τεία . τότε θά χρειαζόταν ή ιδέα ένός άλλου. λοιπόν. γιά τόν ίδιο λόγο πού θεωρείται άδύνατη ή ο­ μοιότητα μεταξύ τών ειδών. Καί τό πιό σοβαρό: άφοΰ οί δύο κόσμοι δέν γεφυρώνονται. Έ τ σ ι άπολυτοποιεϊται τό χάσμα άνάμεσα στά αισθητά καί τά νοητά (άλλά αύτά πρός αύτά εκασ τα ). θεωρείται άποσυσχετισμένη καί οπωσδήποτε έξω άπό τούς δύο πόλους τής γνώσης (τήν μεν ψυχήν γ ιγ ν ώ σκειν . δτι οί ιδέες είναι έξω άπό έμάς. Ιδεατός άνθρωπος καί αισθητός άνθρωπος.τι ώς τά τώρα λογαριαζόταν δικαιω­ ματικά κτήμα τής διαλεκτικής κλονίζεται άνεπανόρθωτα. θέλοντας καί μή.

14 1 β). στο όποιο ό ίδιος ό Πλάτω­ νας παγιδεύει τόν έαυτό του. είναι ένας τρόπος νά κατακριθεΐ ή δογματικότητα τής θεωρίας τών ιδε­ ών* αύτήν άποκρούει άπαρχής ό πλατωνικός Παρ­ μενίδης καί. Κόσμος καί Θεός γίνονται πόλοι ένός χωρι­ σμού πού δέν έπιτρέπει τήν έφαρμογή καμίας άπό τίς γνωστές πλατωνικές λύσεις. Πρόσθετα. άφοΰ δέν είναι. δέν μπορεΐ νά είναι (ούδαμώς άρα τό εν ουσίας μετέχει .140 ΣΩΚΡΑΤΗΣ 0 ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ αναγνωρίζουμε. Αύτό τό άδιέξοδο. δέν μπορεΐ νά . πού περιέ­ χει μιά πέρα γιά πέρα λογική έπεξεργασία του προ­ βλήματος τής ένάδος καί τής ενότητας. Τεχνητά καί έπιδέξια. άπό ένάς γ ί­ νεται δυάς) ή καί νά διαφέρει άπό κάτι άλλο ή άπό τόν έαυτό του* άποκλείεται νά είναι δμοιο ή άνόμοιο. γιά νά γίνει μ’ αύτό τόν τρόπο ή καλύτερη εισαγωγή στο δεύτερο μέρος. Κανείς δέν μπορεΐ νά ισχυρίζεται δτι γνώρισε τήν άλήθεια ένός προβλήματος (διόφθαι τό άληθες) προτού περάσει πρώτα άπό ψιλό κόσκινο (διά παντός διεξόδου τε καί πλάνης) καί άπό άντιδογματικό έλεγχο δλα τά δεδομένα του. άναπτυγμένη σέ έννέα φάσεις. νά περιέ­ χει κάτι ή νά έμπεριέχει τόν έαυτό του* άποκλείεται νά κινείται. είναι τόσο ανίκανη νά έπιδράσει. Συνεπώς. ίσο ή άνισο μέ κάτι άλλο ή μέ τόν έαυτό του* άποκλείεται νά έχει μιά όποιαδήποτε σχέση μέ τόν χρόνο. γιατί ή χρονική διάρκεια είναι ή ίδια ή πολλότητα. νά μεταβάλλεται ή νά παραμένει κάπου άκίνητο* άποκλείεται νά ταυτίζεται μέ κάτι άλλο ή μέ τόν έαυτό του (γιατί έτσι. νά περιέχεται άπό κάτι. όσο γιά μάς είναι αδύνατο νά θίξουμε τόν κόσμο τών ιδεών. δσα καί τά μέρη του)* άποκλείεται νά έχει άρχή καί τέλος. τό άπορήσαι άρχαϊκώ ς . τό πρώτο μέρος του Παρμενίδη ναυαγεί. πού γενικά διακρίνει τούς οπαδούς της. Τό πρώτο έπιχείρημα λέει: εΐ εν έστι (1 3 7 ε)· Καί οί συνέπειες: άν τό ένα είναι. μέ τόν πολ­ λαπλασιασμό τών άρνήσεων. συνακόλουθα. γιατί ή ούσία υπονοεί τό νυν. πέρας καί σχήμα* άποκλείεται νά βρίσκεται κάπου. στά αισθητά πράγματα αύτοΰ έδώ του κόσμου. άποκλείεται νά έχει μέρη (γιατί τότε παύει νά είναι ένα καί γίνεται πολλά.

Ό Πλά­ τωνας. Είναι γνωστό δτι το πολι­ τικό κείμενο. φαίνεται δτι υποβαστά­ ζουν μιά πολιτική πραγματικότητα κατεξοχήν σχολάσιμη. βν ον.τ. ίσως. τής άπόκρυψης. Κο^ «. αύτό άκριβώς σκοπεύει ό διάλογος: νά οδηγήσει σέ αδιέ­ ξοδο14— εδώ δέν άναλύονται θεματικά. Πρός αύτή τήν κατεύθυνση οί λαβές πού δίνονται είναι πολλές. " ]Ήο-> κ. Αναλύσεις βέβαια υπάρχουν. δηλαδή. καί συχνά καμωμένες μέ τέτοια πληρότητα1*. πάντα. μά δέν ζεί στιγμή χωρίς αύτά. καί μάλιστα βα­ θύς. Ή κατεύθυνση καί τό τελικό αδιέξοδο τών ύπόλοιπων οκτώ υποθέσεων^ —γιατί. Αρνήσεις δλες αύτές. μολονότι γνώστης. τής δράσης πού άθετεί τά λόγια. Παρόμοια καί ή έξουσία: εχει αδιάκοπα ανάγκη τήν τεχνική τής συ­ γκάλυψης. μιά σειρά βαρυσήμαντες έκφράσεις — βν πολλά. δμως.Η Μ Α ΓΝ Η ΣΙΑ Μ1 εχει όνομα. πού φράζουν τήν υπόθεση ολόπλευρα: ούτε ονομάζεται τό εν. ούτε ορίζεται. ού­ τε γίνεται νοητό καί κατανοητό. . Ά ν αύτό τό πρόβλημα είναι άληθινά τό­ σο καίριο. ούτε γνωρίζεται. Γιατί.. πολλές δμως καί οί άπορίες πού γεν­ νιούνται σχετικά μέ τήν οικονομία τών πλατωνικών διαλόγων. Ωστόσο.Λ. 15.Κ ία. ν >τ< Είΐιάβ . \ ^νίοτ <’η' »«ι. Ά ντίΐβ · Γιά τις άλλες ίφ ]. γιά νά μιλήσει καλύ­ τερα καί άποτελεσματικότερα. βν μή βστι ονδβν βοτι — σέ συσχετισμό μέ τό ζήτημα πού θά ονομάζαμε πολιτικό περιεχόμενο τού λογικοοντολογικου προβλήματος. ώστε νά καταδικάζουν κάθε νέο σχε­ τικό σχολιασμό σέ λογοκλοπή.ια ( Ταγίοι·. δέν γράφτηκε ενας διάλογος ειδικά αφιερωμένος στο πολιτικό περιεχόμενο τής σχέσης πού εχει ή ένάς μέ τήν πολλότητα. Ίαίο'· {ι·ηιπ. ανν - ■ ο 21. αύτής τής στρατηγικής. γιατί ό Πλάτωνας δέν του άφιέρωσε ει­ δικές αναλύσεις. ούτε γίνεται αισθητό. παρά τό κράτησε άποσιωπημένο στο περιθώριο ή άνάθεσε τή διατύπωσή του σέ έξαιρετικά αινιγματικές έκφράσεις. δέν μπορούμε νά πού­ με δτι συγκάλυψε τό πολιτικό πρόβλημα δείχνο­ ντας τόν καρπό καί κρύβοντας τή ρίζα του.8. σωπαίνει.

Ό λα σ’ αύτό τό πεδίο έξαρτώνται άπό τό άν μπορούν νά μεταφραστούν οί λογικές προτάσεις σέ πολιτικά συμπεράσματα. είναι ή άπαίτηση μιας πολιτικής άνάγνωσης τής οντολογίας πού οί έννέα υποθέσεις του Παρμενίδη. επειδή οί Έλληνες δέν χώρισαν κράτος άπό κοινωνία. τό Συμπόσιο καί τόν Φαιδρό νά μοιάζουν απλά προπαρασκευαστικά κείμενα. . νά χάσει τή φωνή του καί. είναι γνήσια φιλοσοφική καί. άρνούμενη τόν χωρισμό τών ειδών άπό τά αισθητά πράγματα. ΥβΓηΗηί. γιατί. μεταφρασμέ­ νες καί έρμηνευμένες κατάλληλα. Οχίοπΐ 1960. τελικά. αύτή ή άναμφισβήτητη άντίφαση είναι τό μυστικό κάθε πολιτικής (άν οχι τής ((Πολιτικής») πού ύπηρετεΐ τήν ένότητα καί τήν υπερασπίζεται μέ τόν μόνο δυνατό τρόπο: φιμώνοντας τήν άντίφαση μέ τή μοναρχική τυραννία του νόμου. αφήνουν μέ διαύγεια νά κα­ ταλάβουμε ότι τό πολυθρύλητο πρόβλημα του ένός καί τών πολλών βρίσκει μιά άπό τίς έκφράσεις του στή σχέση του κράτους μέ τούς πολίτες16. δηλαδή. σ. Α ύ­ τή ή στάση τής ύπ-οψίας. Συ­ νάμα δμως καί παρακινδυνευμένη.142 ΣΩΚΡΑΤΗΣ Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ θετα. σύμφωνη μέ τό πλατωνικό μάθημα. μπόρεσε ποτέ νά κληρονομήσει τήν παράδοση χω­ ρίς νά τήν άμφισβητήσει. πού αναφέρει ρητά άν καί έπεισοδιακά αύ­ τό τό πρόβλημα. γε­ νικό πλαίσιο του Παρμενίδη. Ό Πλάτωνας είναι κι έ­ δώ τό πιό χαρακτηριστικό παράδειγμα. τήν προωθούν μέ άναπάντεχα έπιχειρήματα. ή άντίληψή τους επασχε άπό μιά άξεπέραστη θεμελιακή άντίφαση (ΤΗβ Οϊββΐί 8 ίαίβ. νά μιλάει άποκλειστικά γ ι’ αύτό πού ένδιαφέρει τόν έρμηνευτή. Μπορούμε λοιπόν νά σκεφτουμε πολιτικά τήν κριτική τής θεωρίας τών ιδεών πού. Ή καρδιά του ζητήματος. Γιά νά μή χαι 6. τόν Φαίδωνα. πιστεύει —καθώς τό σημειώνει καί ό ]. δμως. πού έπιμένει νά γυρεύει αύτό πού δέν βλέπει. Ρ. Ωστόσο. σσ. ΕΗΓβηΒβΓ^. Ποιος κληρονόμος τον Λόγου . άναγκάζει τό πλατωνικό κείμενο νά τής ύποταχτεΐ. τόσο στήν πρώτη δσο καί στή δεύτερη περίοδο. Οί άπαιτήσεις του παρόντος γεννουν τούς ιερό­ συλους καί τούς στασιαστές ένάντια στο καθεστώς τής παράδοσης. ενα πλήθος χωρία. έπιπλέον. Ό V. καθώς άδυνατεΐ νά δει πάνω άπό τήν «οροσειρά τών αιώ­ νων». Οή§ΐηβ$ άε Ια ΡβηΞέβ Ονβοηιιβ. 89). κάνει τήν Πολιτεία. 4 0_4 Γ— δτι.

Η Μ ΑΓΝ Η ΣΙΑ Μ3 θεί ή ιδέα σέ μιά «κατακόρυφη φυγή». νά βλέπει κάτι σάν ήρακλειτισμό τών ιδεών18. σέ τούτη τή σχετικότητα. αύτής πού ζητάει νά διασώσει τήν ένότητα καί τήν ιδέα. συνάμα.. άψηφώντας τόν άπόλυτο χωρισμό του παρελθόντος. 202-203. ένισχύει τή συνάφεια αισθητού .ΚοΒΐη. Παρμενίδης. ώστε νά μή φαίνεται τραγελαφική ή άποψη πού έπιμένει. ή κοινωνία της μέ τό αισθητό είναι ό πρώτος δρος* συνακόλου­ θα. Είναι ή στιγμή πού τό ενα καί τά πολλά άναγκάζουν τόν Πλάτωνα νά τά άντικρίσει άπό τή σκοπιά τής συμπαράθεσης καί οχι τή δογματικότητα τού άμοιβαίου άποκλεισμοΰ. Ηρακλείτειος πλατωνισμός. άλλο τόσο προβληματικό είναι γιά τήν πόλη νά συγκρατεί τό πλήθος τών πολιτών. Σο­ φιστής καί Φίληβος είναι τρεις διαδοχικές έκδοχές τής ίδιας άπόπειρας. στόν Φίληβο καί ατούς Νόμους. ενθ. βέβαια. δπως καί ή πολλότητα μέσα άπό τήν άπαραμείωτη ένότητά της. τό εν πρέπει νά ιδωθεί μέσα άπό τό πρίσμα τής άπειρης πολλαπλότητάς του (εις τόν τής άνομοιότητος άπειρον πόντον). 103. σ. άνωτ. έ'νθ. άνωτ. χωρίς.νοητού τόσο παρά­ τολμα. ή συ­ στοιχία είναι πλήρης: δσο δύσκολο είναι γιά τήν ι­ δέα νά παρίσταται ταυτόχρονα σέ δλα τά μέρη του αισθητού χωρίς νά κατακερματίζεται. δέν μπορεί νά υπάρχει —δπως καί άκίνητο γίγνεσθαι— άλλά τούτη ή άντίφαση στούς δρους άφήνει νά ύποψιαστουμε μιά άσυνήθιστη σκέψη πού πασχίζει νά έκφραστεΐ παρ’ δλες τις άντιστάσεις. ενωτικά. . σσ. Στήν Πολιτεία. πρός τήν ύπερουράνια ρίζα της.. Μεταφέρόντας τό ίδιο πρόβλημα στήν πολιτική. I. . Έ τ σ ι κάνει τήν έμφάνισή του ενας σχετικισμός πού ήταν άδιανόητος στήν πρώτη περίοδο καί άνοιγει.1. Ιδέα καί κράτος γεννιούνται ιγ. νά θυσιάσει τήν πολλαπλότητα καί τό γίγνεσθαι. τόν ορίζοντα στον Σοφιστή. ι8. τό άγαθό ώς επέκεινα τής ουσίας τι άλλο σημαίνει άπό τήν ύπερβατική άρχή πού συναρπάζει τή συνταρασσόμενη πολλαπλότητα τών πολιτών καί τήν άνυψώνει. άπό τήν άλλη. Πρό­ κειται γιά ενα σχετικισμό ό ν τ ο λ ο γ ικ ό 177 πού.

έγκαταλείποντας τή βεβαιότητα τών αισθητών. Έφόσον αύτό πού θά τίς εσωζε γιά πάντα δέν είναι δυνατό —νά ύπάρξει. ή πόλη τής «Μαγνη­ σίας» συγκρατεΐ τά γεγονότα της μέσα στά δρια τών νόμων. Ό . Πόλη καί ιδέα. ϋβςοηχ. άνοΓ »». έ'νΟ. Καί. ή πόλη. ό Παρμενίδης φαίνεται πώς το εκανε πραγματικότη­ τα.τι ή «Ηλιού­ πολη» άντιμετώπιζε σάν απειλή. λοιπόν. παρά νά μπαί­ νει στον πειρασμό τής όντολογικής άπόρριψης καί νά γίνεται νοσταλγός τών άπόλυτων λύσεοον. Γιά μιά μονάχα στιγμή άν άφεθεΐ τό πλήθος στή δική του ανεξέλεγκτη βούληση. τόμος III. Τό θαΰμα πού είχε οραματιστεί ό Σοοκράτης. σ. Ή μεγάλη διαφορά. στήν άτομικιστική άρχή τής ένότητας μπορούμε νά βρού­ με τήν πηγή τής συγκρότησης του κράτους1^ Ά ν τά αισθητά θεωρήθηκαν κάποτε μή οντα καί δλα τά όντολογικά χαρακτηριστικά τους αποδόθηκαν στήν ιδέα. Ηβ^βΐ.* Λ . δπως τώρα στόν Παρμενίδη δλα φαί­ νονται άχρηστα χωρίς τό εν.144 ΣΩΚΡΑΤΗΣ . . κινδυνεύει νά συντρίβει καί νά φανεί απί­ θανη. καθώς άντιμετωπίζει τό συνταρασσόμενο πλήθος. •ο. μοιράζονται τήν ίδια αμηχανία: πώς τό πολλαπλό εισχωρεί στήν ενότητα. θά στρεφόταν πρός τό γίγνεσθαι. τήν ιδέα του ένός πάνω άπό τόν κόσμο τών ειδών20.ι ~ < ρ ν '>$ορΗΐβ. συνε­ πώς. τό ίδιο ηιιιίαΐΐδ Γηαΐ&η(1Ϊ3 μπορούμε νά που με δτι έγινε μέ τούς πολίτες γιά χάρη τής πόλης. δσο απίθανη θά φαινόταν μιά έπιστήμη πού. δηλαδή.Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ μέ τίς ίδιες ωδίνες. Χωρίς καμιά ύπερβολή. 484· . Ό λα ήταν άχρηστα στήν Πολιτεία (505 η-Β) χω­ ρίς τό άγαθό. Καθώς τό άγαθό ήταν ό συνεκτικός δεσμός πού συγκρατοΰσε τά αισθητά γιά νά μή χαθούν στήν ά­ βυσσο τής συμπαντικής ροής.’/»«·. ή «Μαγνησία» τώ­ ρα θά τό βιώσει σάν επιβεβλημένη πολιτική άρχή. Ό οικιστής τής «Ηλιούπολης» αλλά καί τής «Μαγνησίας» εχει γυμνάσει τόν νου του στο σχο­ λείο τών ιδεών* δέν μπορεΐ. διατρέχουν τούς ίδιους κινδύνους. μιά ιδέα χω­ ρίς αισθητά καί μιά πολιτεία χωρίς πολίτες— ό σχετικισμός είναι ή μοναδική λύση. σάν σχήμα τής ένότητας.» 20.

Καί θά δοΰμε στούς Νόμους τά πολιτικά άποτελέσματα αύτής τής μαχητικότητας. καθώς. ή πολιτεία συμ-βαίνει. Τό εν α­ παιτεί εναν κόσμο22. δηλαδή. ή πολιτική τής από­ λυτης ένότητας μυστικοποιεί τήν οντότητα τής πο­ λιτείας (αύτό. είναι ανυπόστα­ το χωρίς τούς πολίτες. Ή άμοιβαιότητα συνεπώς. δβιιΐΐ. Σ τε­ ρημένο τήν πολλαπλότητα.Η Μ ΑΓΝ Η ΣΙΑ Μ5 δμως. σ. Όντολογικός καί πολιτικός σχετικισμός. πράγμα πού σημαίνει δτι τό ((άπόλυτο)). πού άποτελεΐ τό κλειδί τής νομοθετικής τα­ κτικής. Ά πό τούς δύο άντιμαχόμενους πόλους. πού θά γίνει στούς Νόμους). αύ­ τό πού προκύπτει είναι μιά μαχητική συμφιλίωση. Χωρίς τά πολλά. Τό εν πολλά θέτει τήν πόλη ώς άδιάσπαστη ένότητα νά δεσπόζει πάνω στήν πάλλουσα πολλα­ πλότητα του μερικού. ΟιπιΊβδ $ίη£ 6 νΐη. χάνουν τήν πολιτική τους ιδιότητα χωρίς τό κράτος. 22. Ή αποφατική θεολογία τών Πατέρων άπό τή μιά καί ή χαΐντεγκεριανή οντολογία άπό τήν άλλη είναι. 1969. συνεπώς. δλα. είναι άποτέλεσμα σύμ-βασης. Καθώς τό άπόλυτο (άπολντω ? κεχωρισμενον) γίνεται άπολύτως συναφές. ό πολίτης συμ-βαίνει καί τά γεγονότα τής πόλης. καθώς είπαμε. μέ άλλα λόγια. τά πολλά διαλύονται καί τό κράτος. Ή οντολογία του ενός καταλήγει στο άφατο21. Εξξοϊ 5ΐιν Γιοϊ. άπό κάθε έννοια πολιτικής. χωρίς ήθική — έ­ ξω. Έ νας Θεός χωρίς κατηγορήματα. εχει άνάγκη τή συνύ­ παρξη του σχετικού καί του πεπερασμένου. μέ τή σειρά του κι αύτό χάνει κάθε νόημα. δπως κι αύτοί. πάντα μέ τήν ίδια λογική. 317· ΙΟ . Ό πολίτης —καί. Έ κτος θέματος. τά πιό διαφωτιστικά βοηθήματα ή έμπόδια πάνω σ’ αύτό τό ζήτημα. μέ τή σειρά τους. ή συναρπαγή. είναι άλλη: μάταια θά άναζητούσαμε τά ση­ μεία εκείνα δπου τό εν προτείνεται ξεχωριστά. γιά νά υπάρξει. τό αισθητό— γίνεται στόχος δλων 2 ΐ. μπορούμε νά σημειώσουμε εδώ δτι ή δεύ­ τερη υπόθεση του Παρμενίδη . έφόσον κανείς δέν μπορεί νά ύπερισχύσει άπόλυτα. τό εν μηδε­ νίζεται* χωρίς τό εν. ή άλληλοκατοχή καί ή συνάρθρωση έπιβάλλονται. καί οχι μονάχα αύτή. θρησκείας καί καταστο­ λής— είναι ενα πρόβλημα πού απειλεί καί βασανίζει άνέκαθεν τήν οντολογία καί τή θεολογία. εκδ. έπίσης. είναι γόνιμη αφετηρία γιά ενα στοχασμό πάνω στήν «έννοια» του ά-φατου καί του ά-θετου. μαζί μέ τή νιτσεϊκή προβληματική πάνω στό μηδέν.

. Άλλη έντελώς ή πρόθεσή του. Πραγμα­ τικότητα καί άλήθεια ταυτίζονται.νηση μά καί τήν άκινησία. Θέλουν καί τά δύο: τήν κ. Μιλώντας δέν γίνεται νά λαθέψω. τό νοητό μά καί τό αισθητό. άρα κάτι άληθινό. άνύπαρκτη πριν άπό τόν Πλάτω­ να. καθώς έπίσης συμπίπτουν ή πράξη του όμιλεΐν καί του έκφράζεσθαι μέ τήν πράξη του άληθεύειν. διάτρη­ το. δλων τών κατατρεγμών. Είναι ή τελευταία άναμέτρηση μέ τή σοφιστική. θυμίζει κάπως τίς παιδικές έπιθυμίες (κ α τά τήν τών παίδω ν ευ­ χ ήν). αύτό δέν σημαίνει δτι δέχεται τίς θέ­ σεις του Ηράκλειτου — πού. στά παθήματα του αισθητού. έξονυχιστικά. παρά τή γε­ νική σοφιστική προκατάληψη. τώρα μοιάζει νά άφήνεται. πρέπει νά πάρει τόν λόγο. κάτι πού υπάρχει. μέ τή χαρά γ ι’ αύτό πού παίρνουν— άλλά άπαιτουν δλα τά πράγματα μαζί. γιατί μιλώ χρησιμοποιώντας λέ­ ξεις πού ή καθεμιά τους άντιπροσωπεύει ενα πράγ­ μα. δηλαδή. πρέπει νά άντιμετωπιστεΐ μέ τρό­ πο τέτοιο. πού δέν εϊναι ικανές νά διαλέξουν —νά γιατρέ­ ψουν. Τ ο μή δν. Όλη ή προσπάθεια θά συγκεντρωθεί σέ ενα σημείο. ΤΟ Π Α Ν Τ Ε Λ Ω Σ ΟΝ Πάντα ή ’ιδια φροντίδα: τό φράγμα πού εμπόδιζε τήν πολλαπλότητα νά θίξει καί νά μολύνει τήν ένότητα τής ιδέας. μπορεΐ κι αύτό νά υ­ πάρξει λογικά καί όντολογικά. δλων τών δεσμεύσεων. Άνήλεος ό νομοθέτης τόν μάχε­ ται. τή λύπη γ ι’ αύτό πού άφήνουν. ά ρ ­ ρητο καί ά λ ο γ ο . αύτό δηλα­ δή πού γενικά θεωρείται άδιανόητο . άφ θεγκτο.146 ΣΩΚΡΑΤΗΣ Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ Π Ο Ϊ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ τών βασανισμών. σάμπως νά μήν του συγχωρεΐ τό γεγονός δτι ύπάρχει. Αύτός πού ισχυρίζε­ ται δτι τό μή δν δέν μπορεΐ νά υπάρξει. ώστε νά γίνει φανερό πώς. Ή ίδια ή λογική. άναγκαστικά πιστεύει δτι ή κάθε λέξη άντιστοιχεΐ σέ ένα πράγμα. εκρινε καί κατέκρινε στον Θεαίτητο. τό εν μά καί τά πολλά. Μοιάζει μόνο· γιατί άν ό Πλάτωνας βγαίνει άπό τόν δρόμο του Παρμενίδη. νά ξε­ στομίσω τό μή ον.

σημαινόμενον δε αύτό τό π ρ ά γ μ α τό ύ π ' αυτής δηλούμενον καί ού ήμεις μεν ά ντιλα μβ α νόμ εθα τή ήμετέρα παρυφ ισταμένου διανοία..Η Μ Α ΓΝ Η ΣΙΑ 147 Στον Εύθύδημο αύτό δηλώνεται ρητά: αλλά μήν ό γβ τό δν λέγω ν καί τά οντα τάληθή λ έ γ α ( 2 8 4 α). αύτή είναι μιά πράξη σωτήρια. ]αο(|υ6δ ΌβΓΓΪάα. Κβί'ΗαχΉβζ 5ΐιν Ια ηαίιΐΓβ βί ΙβΞ (οηαιοηα άιι Ιαη^αξβ..όνόματος23 καί νά δείξει δτι οί λέξεις σημαίνουν μέν. Βι ϊοο Ραπιΐη.. Νά σπάσει τήν άντιστοιχία πράγματος . χωρίς αύτό νά τίς άναγκάζει νά έκφράζουν έμπρακτα τά πράγματα (τό λέγβιν άρα πράττβίν τ€ καί ποιβϊν έστιν: . γιά νά μπορέσει κανείς νά υποστηρίξει τό άντίθετο. τό λάθος. στόν τόμο 1μ άϊ^επιΐηαύοη. τή λογική καί τήν οντολογία. σ. 127. ΌΐαΙβοίΐοα. τρ ία φ άμενοι συζυγεϊν άλ~ λ ή λοις. σ. τό ψέμα. ΙοΗ&ηηβδ ΑΒ Αγπϊιτι. Βλ. αύτή ή άποψη υποστηρίζεται μέ πλήρη πεποί­ θηση ώς τήν τελευταία της συνέπεια: ο νδ ’ άρα φβυδή9 δόξα βστι τό παρά παν (286(1). τό τε σημαινόμενον και τό σημ α ίνον και τό τνγ χ ά ν ο ν . τόμος II. Θεαίτητος. «Γα ρΗ&πτιαοΐβ (1β ΡΙαΙοη». Εξάλλου. Γιά τή γλώσσα. θά λέγαμε δτι ό αντίπαλος τής σοφιστικής πρέπει νά άποσυνδέσει τήν έννοια του σημαίνοντος άπό τό σημαινόμενο καί άπό τό τυγχάνον24. Στήν περίπτωση πού ό Πλάτωνας έξακολουθουσε νά άρνεΐται τήν ύ­ παρξη του μή δντος — δπως εκανε πριν. κοντά σ’ αύτή. ΟαΙΙΐΐΉ&ΓίΙ. Καί. Λέξη σημαίνει πράγμα. 5ίοϊεοηιιη νβίβηιπι β-αξηιβηία. Ό σο κι άν φαίνεται διογκωμένη καί άπίθανη. ή διαφορά άνάμεσα στο σημαινόμενο καί τό σημαίνον ήταν άναμφίβολα τό οδηγητικό σχήμα. Θυμίζοντας τή νεόκοπη ορολογία.). σ. άπό τό όποιο ξεκινώντας ό πλα­ τωνικός θεσμίζεται καί καθορίζει τήν άντίθεσή του πρός τή σοφιστικής. πρέπει νά ανατρέψει ολοκληρωτικά τή σοφιστική αντίληψη γιά τή γλώσσα. ι88<ί)— θά δφειλε νά ξεγράψει τήν άρνηση καί. ώς κληρο­ νόμος τής σωκρατικής παράδοσης (Πολιτεία. τό μή δν εί­ ναι άκατόρθωτα (τό γ ά ρ μή δν ούδείς έφάνη λέ­ γουν). κάθε δυνατότητα κατη2^. πραγματικά. ών σ ημ α ίνον μεν είν α ι τήν φωνήν. 48. 49· 24. καί πράγμα σημαίνει αλήθεια* συνεπώς. 8 ε κ . οίον τήν «Δίων». 25. . ΓΙ^ρι σημαινομένω ν ή λεκτών: και δη της μεν πρώ της δόξης προεστήκασιν οί ά πό τής Στοάς. 47^^" ο.

. άφοΰ ή άλήθεια ταυτίζεται μέ τό δν. ή άπόπειρα νά έκφράσεις τό μή δν είναι μιά παράτολμη πράξη. Αποφασισμένος. λοιπόν. τό ψεύτικο «είναι» κι αύτό μέ τόν τρόπο του (είναι πω ς). γιατί. 241 ά). μπορούμε νά στραφούμε στά είδωλα. Ακόμη καί σάν πρόθεση. άλλά ούτε καί συμβεβηκός: δέν άποδίδεται. ψεύτικα πράγματα κι αύτά. Εξάλλου. διώξε άπό τόν νου σου αύτή τή σκέψη. Ούσία. άντιγράφουν τά πραγματικά άντικείμενα μέχρι σημείου. ή άλήθεια του μή οντος. πάντως. θά επρεπε νά πει: ποτέ δέν θά εισαγάγεις τό μή ον στό ον (ου γ ά ρ μ ή ποτε τοϋτο δ α μ ή φησιν . γιά νά διακρίνονται καί νά υπάρχουν. είναι τό ψέμα. άν λέγεται αύτό. τό ψεύτικο «είναι» κι αύτό μέ τή σειρά του καί διαφέρει άπό τό άληθινό. κινδυνεύεις νά παραβεΐς τά δρια πού θέτει ή «φύση» τών λέξεων καί τών πραγμάτων. είναι μ ή ο ν τα ). συχνά. του νερού ή του ζω­ γράφου. Κατοπτρίσματα του καθρέφτη. βέβαια. Τό άληθινό «είναι» καί διαφέρει άπό τό ψεύτικο. δέν γνωρίζεται.148 ΣΩΚΡΑΤΗΣ Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΎ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ γορήματος. Σάν τούς σοφιστές. γιά τό άντίθετο. Τό μή δν: μπορεί νά οριστεί. δμως. πλάι στό άληθινό πού άναντίρρητα «εί­ ναι» (τό άληθινό όντως ον ). μέ οδηγό τή γραμματική. άκολουθεϊ τήν πιο σκληρή στάση. δέν γίνεται κατηγόρημα (ούκ οίστέον). Τή διαφορά τους. στασιάζει ένάντια στό πιό ισχυρό ιδεολογικό καθεστώς. ή γλώσσα άναγκάζεται νά παρα­ δεχθεί δτι. Γίνεται άντιρρησίας (φθεγξάμένος εν α ν τιο λο γία ). βέβαιο αύτό. πού χαρίζει σέ δύο άντίθετα πράγματα τή λέξη «είναι». Σάν τόν Παρμενίδη του Ποιήματος. Μέ αύτή τή δοκιμή. Δέν υπάρχει. Ά π ό ’δώ καί πέρα. είναι πλάνη μονάχα καί ψέμα. καί τά δύο τήν έχουν άπόλυτη άνάγκη. νά μή διακρίνεται τό άληθινό άπό τό ψεύτικο. δέν είναι τό μή δν. χρησιμοποιώντας λέξεις καί έννοώντας πράγματα. πατροκτόνος (π α τ ρ α λ ία ν ύ π ο λ ά β η ς) καί βασανιστής (τον δε π ατρός Παρμενίδου λό γον άν αγκα ΐο ν ήμϊν άφικνομέ νου εσται βασανίζειν . εύκολα μπορούμε νά άποδώσουμε τό μή δν στό δν —τό άληθινό δέν είναι τό ψεύτικο— καί τό δν στό μή δν (2 4 1Β). δέν ορίζεται.

τό πρόβλημα του ενός καί τών πολλών. μιά καί τό δνομα παρουσιά­ ζεται σάν μιά άδιάλλακτη ένότητα. γιά παράδειγμα. δέν έξηγεΐται άπό τήν ίδια τήν πρόταση. τά δβ π ρ ά γ μ α τ α άπειρα βστιν)26. 16 5 3 . ή άπειρία τών σημαινομένων πραγμάτων άπειλεΐ νά εξουθενώσει τήν υποτιθέμε­ νη ένότητα τής έννοιας (τά μβν γ ά ρ ονόματα πβπβρ α ν τα ι . είναι πράγμα καί ταυτόχρονα δνομα. άφοΰ δμως ή ίδια λέξη ισχύει γιά τόν όνομασμό διαφορε­ τικών πραγμάτων. Ό άνθρωπος. Σοφιστικοί Έ λεγχοι . έπιπλέον. Πίσω άπό αύτή τή γραμματική δυσκολία κρύβε­ ται. μετά άπό τά έπιχειρήματα πού μιλούν γιά τά ονόματα (237 241 Β).Η Μ Α ΓΝ Η ΣΙΑ Μ9 Έ τ σ ι. Όσο πιο σαφής γίνεται ή διαφορά άνάμεσα στις τάξεις — ο­ νόματος καί πράγματος— τόσο πιο άσαφής κατα­ ντάει ή σύμβασή τους. γ ι’ άλλη μιά φορά. είναι νά βρούμε τό μυστικό πού έξασφαλίζει τήν ένότητα τής σημασίας καί δέν τήν παραδίνει στό χάος τών άντιφάσεων. Τή σύγχυση. 2510). τό μόνο πού απομένει είναι νά ξα~ ναπάρουμε τό πρόβλημα άπό τήν άρχή. ίο . σέ δλες του τις φυσικές μεταμορφώσεις καί ποικιλίες. πιστεύουμε δτι αύτό πού συμβαίνει στά πράγ­ ματα συμβαίνει καί στά ονόματα. Καθώς χρησιμοποιούμε τά ονόματα «άντί γιά».χ. ό μόνος τρόπος νά τήν άποφύγουμε. . Άνθρωπος ό Α δσο ό Β καί ό Γ . δμως. Ή δυσκολία εχει δύο πρόσωπα: άπό τή μιά ή άμφισημία του ονόματος (π. ή λέξη άρκτος δηλώνει τό ζώο καί 20. «στή θέση τών». ή άπορία πού εχουμε παραμένει (άδννατον τά τβ πολλά βν καί τό βν π ο λ λ ά . Ά ν τό ίδιο πράγμα τό ονομάζουμε μέ πολλά ονόματα (πολλοϊς όνόμασι ταντόν τοντο βκάστοτβ προσαγορβνομβν. ή πρόοδος πού κάναμε άποδεικνύεται μηδαμινή. μά. ώς άντιπροσώπους τών πραγμά­ των. 251 β). άνίκανη νά πα­ ρακολουθήσει τό ΪΓκϋνίίΙιιαπι ϊηβϊΐα&ύβ. άλλά ή ταυτότητα τών δύο στοιχείων. ή ταυτοχρονία τής ύποκατάστασης. έπειδή τυχαίνει νά άγνοοΰμε ούσιαστικά καί τις δυο περιοχές (τό τβ όν και τό μη όν άπορίας μβτβιλήφατον). Ό χι μόνο γίνονται άσαφεΐς οί δύο πόλοι (τό σκοτβινόν τον τόπον).

Φυσικά . ότι ό άνθρωπος ού λευκός εστιν άλλά λελεύκωται . 18 5 Β. I. πού. μεγάλο καί δμορφο. ή πολλαπλότη­ τα τών σημαινομένων πραγμάτων. μολονότι δέν τά χωρίζει καμιά διαφορά γένους (είναι δλα ά­ λογα ή δέντρα ή σπίτια). ώσπερ Αυκόφρων . ώστε κάθε μακρηγορία νά άποκλείεται.0 Ν 0 Μ 0 ΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ τόν αστερισμό) καί. 27. ΐνα μή ποτε τό εστι προσάπτοντες π ολ λ ά είναι ποιώσι τό εν . ώς μοναχός λεγομένου του ενός ή του οντος 2δ. διό καί οί μεν τό εστιν άφεΐλ ον .150 ΣΩΚΡΑΤΗΣ . ένα τραπέζι άποκλείεται νά είναι ταυτόχρονα βαρύ. Στά Φυσικά του. ιοοόΒ. πώς μπορεΐ νά είναι καί άνθρωπος. μή σημαινόντων δε τών ονομάτων άνήρηται τό διαλέγεσθαι πρός άλλήλους )2? κι έτσι λύνονται τά άσύδοτα χέρια εκείνου πού μιλάει μόνο καί μόνο γιά νά μιλάει (λ07ου χάριν). Ένας άνθρωπος άποκλείεται νά είναι ταυτόχρονα καί άγαθός. ό Αριστοτέλης περιγρά­ φει τόν πανικό πού προκαλουσε αύτό τό ζήτημα στούς προγόνους τους: έθορυβοϋντο δε και οί ύστε­ ροι τών άρχαίω ν όπως μή άμα γένητα ι αυτοίς τό αύτό εν και π ο λ λ ά . 2 5-30· . άπό τήν άλλη. 7 -10 . ’Αφοΰ είναι Σωκράτης. Ύποστηρικτές τής ένότητας καί άντίπαλοι του συμβεβηκότος. διαφέρουν στά καθέκαστά τους. Τό δνομα πάση θυ­ σία πρέπει νά κρατήσει μιά σημασία —παντού ταυτόσημη— διαφορετικά ή γλώσσα καταστρέφεται (τό γ ά ρ μή εν σημαίνειν ούδέν σημαίνειν εστιν . 28. οί δε τήν λέξιν μετερρύθμιζον . Α ύ­ τή είναι ή περίφημη άρνηση του Μακροϋ Λόγου. πο­ λεμώντας κάθε μορφή κατηγορήματος. Συνωνυμία καί ομωνυμία είναι τά πρώτα πράγματα πού πρέπει νά άποκλειστοΰν γιά νά λει­ τουργήσει κανονικά ή γλώσσα. ού δε βαδίζων εστι ά λλά βαδίζει . τής δυνατότητας μέ άλλα λόγια νά συνδεθεί τό υποκεί­ μενο μιας πρότασης μέ ένα ρήμα ή ένα έπίθετο. ρωτούσαν οί μεγαρικοί. είχε τήν άπαίτηση νά έχει τό κάθε πράγμα δικό του δνομα (οικείος λόγος). οί μεγαρικοί καί ό Αντισθένης πο­ λεμούν τήν πολυωνυμία καί τήν πολλαπλότητα τών ιδιοτήτων. Ό Αντισθένης. Μετά τά φυσικά .

μοναδική διέξοδος είναι ή έκλογή τής τελευταίας. καθώς έπίσης καί ή θέ­ ση έκείνων — μαζί τους καί ό πρώτος Πλάτωνας— πού κ α τ ' εΐδη τά οντα κατά ταντα ώσαύτως είναι φασίν αεί (232 α). διεσπαρμένον καθώς είναι καί κατακερματισμενον . ώστε νά φανεί καθα­ ρά οτι. Ακόμη πιο φανερό γίνεται αύτό όταν ή παραδοχή τού μή όντος μέσα στή φράση αποδέχεται ούσιαστικά τή μείξη του ό­ ντος (: άλήθεια) μέ τό μή όν ί: ψέμα). ένα άπό τά πιο λεπτά σημεία του πλατωνισμού. σχετίζεται μέ όλα τά οντα (έπΐ π ά ν τα τά οντα πρός ά λ λ η λ α ). Όταν τό ψέμα τό κάνουμε άλήθεια (λεγάμενα καί μ η οντα ως οντα). αύτό σημαίνει ότι α­ ποκλείεται κάθε μορφή μείξεως καί κοινωνίας (ώ? άμεικτα οντα καί άδύνατα μ ετα λα μ β ά ν ειν ά λ λ ή λω ν όντως αν τά εν τοΐς π α ρ ' ήμΐν λό γ ο ις τιθώμεν)\ Τό γραμματικό πρόβλημα οδηγεί άμεσα σέ ένα όντολογικό συμπέρασμα. μιά μείξη. τή στάση . οί φ ίλοι τών ειδών καί τής ύλης. σημαίνει ότι συνδέεις τό όν μέ κάποιον άλλο όρο. Τό καθεστώς τών ιδεών θά άνατραπεί. Ά ν δέν μπορούμε άπό ένα υποκείμενο νά αντλή­ σουμε πολλά κατηγορήματα. πού άποτελεί άναντίρρητη πραγματικότητα. φυσικά. Λέγοντας ότι όλα κινούνται ή ότι όλα είναι άκίνητα ή ότι τά διάφορα εί'δη είναι αιώνια. γιατί τό μή όν. άνατρέπεται. άν ύποστηριχθούν μέχρι τέλους. Οί έννοιες τού κοινωνεϊν καί τού μ ε τ α λ α μ β ά ν ε ιν . α) Ή πρώτη ύπόθεση είναι ό θάνατος κάθε δι­ δασκαλίας. άπό τις τρεις ύποθέσεις πού άκολουθούν. Μέσα άπό αύτή τήν «κρίση θεμελίων» θά χρεια­ στεί νά άναθεωρηθοΰν οί άπόψεις πού υποστηρίζουν οί οπαδοί τής ένότητας καί τής πολλαπλότητας.Η Μ ΑΓΝ Η ΣΙΑ Κ ι έδώ. Καί. αύτή είναι μιά σύνθεση. Α γγίζουμε. ή θέση πού νομίζει τό έν άκίνητο (καί άποκλείει τήν κίνη­ ση καί τήν πολλαπλότητα). Έ τ σ ι άναιρείται ή θέση πού θεωρεί τό παν κινητό (καί άποκλείει τήν άκινησία). αύτό πού αντιστέκεται είναι ή ένότητα. ό­ λες οί άρχές τής μονιμότητας θά μετατραποΰν. άκόμη καί τής πρότασης πού τήν προφέ­ ρει. έτσι.

μολονότι δέχονται τό δν (μεικτον άμφοΐν) . 29. συμμετέχει δηλαδή στά άλλα δύο γένη. τήν τελειωτική άπάντηση γιά τήν ύπαρξη του μή δντος. τά μέ­ γιστα: τό δν . Ταυτότητα καί έτερότητα πού δέν άνάγονται σέ κανένα άπό τά τρία γένη. β) Ή δεύτερη υπόθεση είναι ή άπόλυτη σύγχυ­ ση: ταυτίζει άκινησία καί κίνηση. . ή μείξη δηλαδή λειτουργεί μόνο στις δύο πλευρές αύτου του τριγώνου. δλα τά άντίθετα. μέτοχα του οντος —ή στάση εϊναι. Τέλος.Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ ή τήν κίνηση. τή στάση καί τήν κίνηση. γ) Σύμφωνα μέ τήν τρίτη υπόθεση. ορισμένα άπό αύτά λειτουργούν σάν παράγοντες σύνδεσης ή σάν άναγκαΐα στοιχεία χωρισμού καί διαίρεσης (253 £)29· Ποιά μπορεΐ νά είναι αύτά τά στοιχεία. είναι ταυτόν καί ετερον. έχουν καθορισμένες σχέσεις συμ­ μετοχής καί χωρισμού. είναι σάν νά τό συνδέεις πάλι. Μεταξύ τους. άνάμεσα στά διάφορα στοιχεία τής πραγματικότητας συμβαίνει μιά ρυθ­ μισμένη μείξη. Τό δν κινείται καί στέκεται. άπωθοΰνται μεταξύ τους. στήν οποία καί καταλήγει ό διάλογος. τέλος. θυμίζοντας τόν ατοπον Ε νρυκλέα. Οίβδ. στάση καί κίνηση. Γιά νά άποφύγουμε τό μπέρδεμα (ΐνα μή ταραττώμεθα έν πολλοΐς) καί νά μήν καταπιαστούμε μέ δλα τά γένη. εκδ. άλλά άποτελουν δύο νέους δρους. Πρόσθετα. πού έλεγε λόγια πού άναιροΰσαν τό ίδιο τό νόημά τους (2520). αύτά τά τρία γένη. 277· ξηϊ ζορΗίζΙβ. ξέχωρο άπό δλα τά άλλα. Ά ν πάλι πεις δτι τίποτε δέν συνδέε­ ται καί δτι τό ον είναι καθ’ έαυτό. Γ ιά δλη αύτή τήν ένότητα βλ. σ. Αύτά τά στοιχεία τής πραγματικό­ τητας είναι δπως τά γράμματα ένός γιγαντιαίου άλφαβήτου ή δπως οί ήχοι μιας συμπαντικής συμ­ φωνίας* άνάμεσα σέ ορισμένα άπό αύτά υπάρχει ούσιαστική δυνατότητα συμφωνίας* άνάμεσα σέ άλλα βαθύτατη άσυμφωνία. πού συμπληρώνουν τό λογικό καί ό­ ντολογικό πλέγμα τών γενών καί δίνουν. Νοίΐοβ Βιιείβ. στή μεταξύ τους σχέση διαφέρουν. μιά λύση είναι νά στραφούμε στά μεγαλύτερα. Ή στάση δέν κινείται οΰτε καί ή κίνηση στέκεται.152 ΣΩΚΡΑΤΗΣ . πού. ή κίνηση εϊναι— .

α κ ιν η σ ία .λ. άναγκάζει τώρα τούς τών ειδών φίλους νά συμφωνή­ σουν μέ τήν άποψη δτι ή πραγματικότητα τής ύλης δέν χάνεται στή διασπορά. είναι (τό μ η όν βεβαίω ς έστϊ την αύτοϋ φύσιν εχον. ό άέρας δέν είναι κ. Αύτή είναι ή βαθιά έννοια του παντελώ ς 6ντος . τό χώμα δέν είναι νερό. τήν ψυχή. άνάλογα άπό που τά κρίνουμε. γραμματική καί οντολογία άπολαμβάνουν τήν ιδιόμορφη σύμπτωσή τους. ά ν ω τ σσ. τή ζωή καί τή σκέψη. άέρας.τ. Κάθε φορά πού λέμε τί είναι ένα γένος. άλλά ένέχει ζωή καί σκέ­ ψη30. κατά κάποιο τρόπο δέν είναι (ούκ εστι). ετερον — δέν άπαντα ή πλευρά του μή οντος. ταύτόν. Όπως αύτούς πού πίστευαν μόνο στά μάτια καί στά χέρια τους (ταύτόν σώ μα καί ουσίαν οριζόμενοι) τούς άνάγκασε νά παραδε­ χθούν τήν ύπαρξη ύπεραισθητών οντοτήτων. Έ τ σ ι άποκρούεται ό δεινός λ ό γ ο ς (249&). . 3 1. καλώντας έτσι σέ βοήθεια τό μή ον (2560). δέν μάς έμποδίζει νά ποΰμε —ή κορυφαία στιγμή του διαλόγου— δτι τό δν. Βλ. καθώς οί όντολογικοί χαρακτηρισμοί μεταφέρονται άμοιβαΐα. άφαιρώντας άπό τό δν τήν κίνηση. Τίποτε. κίνηση . τό καταδίκαζε σέ έναν όντολογικό θάνατο (μηδε ζην αύτό μηδέ φρονεΐν. ετερον. Όλα τά πράγ­ ματα. σ. ενθ. ταυτόν. ΤΗεοτγ ο/ίάβαχ. σύστοιχα. τό σκυλί δέν είναι άνθρωπος. πού. νερό. κίνησις. συνεπώς. Κοντολογής. στήν ούσία του. Ό άνθρωπος δέν είναι σκυλί. κ. (1 β Κβηβνΐΐΐβ. Γ. πού άντιβαίνει ρητά στό μή δν31. I. Κθ55. 183-230. γύρω άπό κάθε οντότητα ύπάρχει πολύ ον καί συνάμα άπειρο μή ον. ή φωτιά δέν είναι χώμα.τ. είναι γιατί συνυπάρχει καί στά πέντε γένη (κ α τά π ά ν τα τά γένη). είναι οντα καί μή οντα. άέρας. φωτιά.. ά λ λ ά σεμνόν καί ά ­ 30. έφόσον δέν είναι. ό Πλάτωνας βρίσκει τήν εύκαιρία νά ώφεληθεί κι άπό τις δύο άντίμαχες έπιχειρηματολογίες.λ. 258 (ί). στάσις. ένώ τό μή ον. Έ τ σ ι. ι ι ι . αύτόματα έννοοΰμε κι έκείνο πού δέν εί­ ναι. Δίνοντας μιά τέτοια λύση στον άσταμάτητο πό­ λεμο (ά π λ ετο ς μ ά χ η ) πού μαίνεται άνάμεσα στούς ύλιστές καί τούς ιδεαλιστές.Η Μ ΑΓΝ Η ΣΙΑ 153 Ά ν στό πεντάγωνο πού άναφέραμε — όν.

Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ γιον. πού θά παιδεύει αιώνια τόν άνθρωπο (άθάνατόν τι καί άγήρων πάθος εν ήμΐν. άρνούνται αύτό πού βεβαιώνουν τά λόγια. σέ γλώσσα ήθική καί όντολογική. στον Φίληβο. τά συμπεράσμα­ τα του Φίληβον. άναγκαστικά. μέ τή σιωπή τους. νοϋν ούκ εχον . άλλοτε άπό τήν πολλαπλότητα. σέ βαθμό μάλιστα πού κινδυνεύουμε νά ισχυριστούμε άλλόκοτες σκέψεις (τέρατα φάναι ). Δέν έπιτρέπεται νά είμαστε σάν τούς νέους πού. έχουν σχε­ δόν προεξοφληθεΐ. Η Μ Ε ΙΞ Η 'Ύστερ’ άπό παρόμοια προεργασία. Τά πράγματα.τι δέν είπε στον Σοφιστή. δείχνει δτι τό ύλικό σύμπαν έχει σύσταση καί κίνηση νοητική (νους άεϊ του παντός άρχει). Α πομέ­ νει τώρα νά δούμε. τότε που στηρίζεται ή σκέψη δτι καθεμιά τους μένει πάντα ή ίδια (άεϊ τήν αυτήν καί μήτε γένεσιν μήτε όλεθρον προσδεχομένη ). άκόμη καί δταν μεταφερόμαστε στήν τάξη του αισθητού. πώς αύτή ή πλα­ τωνική χειρονομία. χωρίς νά έξιδανικεύει τήν ύλη. δπου. άντίθετα. διαλόγου πού καταγίνεται μέ τό πρόβλημα τής ήδονής καί τής φρόνησης. χαρακτηριστική στήν τελευταία περίοδο. γιά νά προσθέσει. άρχίζουν νά άραδιάζουν δλα τά επιχειρήματα μαζί (πάντα κινεί λόγον). Τήν άποψη πού παίρνει άνεπιφύλακτα τό μέρος τής ήδονής. στήν προσπάθεια νά άνταποκριθούμε στις άπαιτήσεις τού γνωστού προβλήματος γιά τό εν καί τά πολλά. μόλις άνακαλύπτουν τό πρόβλημα.154 ΣΩΚΡΑΤΗΣ . Επαναλήψεις: άν πρέπει νά δεχθούμε δτι οί ι­ δέες ύπάρχουν. Ι 5 (1)· Νά γιατί αύτό τό μάθημα είναι γόνιμο νά τό δι­ δασκόμαστε άπό παντού. χάνει τήν ένότητά της καί γ ί­ νεται κομμάτια (διεσπαρμένην καί πολλά γ εγ ο νυΐαν θετέ ον). δ. ακίνητον €στ09 εϊναι). άλλά. δέν υλοποιεί τόν νοητό κόσμο. γοη­ τευμένοι άλλοτε άπό τήν ένότητα. καί ειδικά άπό τά φυσικά πράγματα. τό κείμενο θά τή χρη­ σιμοποιήσει έπιδέξια. μά πρέπει νά εννοήσουμε μιά καί καλή δτι εχουμε νά κάνουμε μέ ενα πρόβλημα άθάνατο. Στερημένοι τό κριτήριο τής άπόλυτης .

συνακόλουθα. 31 Β). τό θερμό πρός τό θερμότερο κ.Η Μ Α ΓΝ Η ΣΙΑ *55 έννοιας. Είναι κρίσεις πού δέν έχουν κατάληξη (μή τέλος εχειν ). 2 4 (1). Τό ψυχρό σέ άντίθεση πρός τό θερμό. Ό χι μέ τήν ιδέα. Φίληβος. άντί νά μιλούμε γιά αισθη­ τά καί νοητά. χωρίς νά άναφέρεται ή λέξη άπειρία. ό Σωκράτης πρότεινε μέ άπόλυτη πεποίθηση τήν αύθυπαρξία τών ιδεών. τό ταχύ σέ άντίθεση πρός τό άργό. . τό ψυχρό πρός τό ψυχρότε­ ρο. άλλωστε. ένώ τώρα τό πέρας τό άναζητει σέ καθαρά ποσοτι­ κούς ή μαθηματικούς ορισμούς. άλλά μέ τόν άριθμό βγάζουμε τό δποιο πράγμα ά­ πό τήν άκαθοριστία του: είναι τέτοιο ή τόσο. 3 5 °)· Γιά νά ορίσουμε τι είναι κάτι. Αύτό πού κάνει τό κείμενο του Φίληβου έξαιρετικά χαρακτηριστικό είναι δτι. έτσι. Ή συναρπαγή τών πραγμάτων ήταν ό μόνος τρόπος νά τά πλησιάσου­ με (λύπης δε καί αν χωρίς τήν ήδονήν ούκ άν ποτέ δνναίμεθα ίκανώς βασανίσαι . τά αισθητά τά ορίζουμε συγκριτικά καί α­ ντιθετικά.λ.τ. Έ τ σ ι καί στον Φαίδωνα. Αύτή ή φράση μοιάζει νά μεταπήδησε άκέραια άπό τόν Φαίδωνα στον Φίληβο. γιά άπόρριψη ή γιά προσεκτική συ­ γκάλυψη ένός λάθους. Άλλά οί συσχετίσεις δέν εν­ θαρρύνουν καμιά συνέχεια. (242. Μέ τή νέα ορολογία. γιά νά βρει τό άκίνητο καί τό άμετάβλητο. λογαριάζουμε μέ βά­ ση τό μάλλον καί τό ήττον. πρός τό άπειρον. Ή κλίμακα τής αύξησης καί τής άφαίρεσης προχωρεί στό άπειρο* άποκλείεται νά σταματή­ σουμε κάποτε στό θερμότατο σημείο ή στό ψυχρό­ τατο. συγκρίνουμε δηλαδή — καί. γιά τόν άπλούστατο λόγο δτι τίποτε δέν έμποδίζει τό ξεπέρασμά του (προχωρεί γ ά ρ καί ον μένει. Ή μετατροπή δέν γίνεται μόνο στό έπίπεδο τών λέξεων* δέν πρόκει­ ται. τό αισθητό δέν πρόσφερε καμιά έγγύηση γιά μιά άσφαλισμένη κρίση. παύει νά ορίζεται σέ άντίθεση μέ κάτι άλλο (παύει τά έναντίως εχοντα ). δπως καί τά πράγματα. στή θέση τους βάζουμε τίς έννοιες τής άπειρίας καί του πέρατος. χάρη σέ έναν μή ιδεατό καθο­ ρισμό. τό μεγάλο πρός τό μικρό καί. καταργούμε κάθε έννοια ορίου. γιατί προχωρούν άπερίσπαστες. Τότε. στάθμου ή πέρατος.

114 · . πρέπει νά λογαριαστεί μέ έλλογα μέτρα. ενθ.156 ΣΩΚΡΑΤΗΣ . σ.τι μπορεί νά φανταστεί ό άναγνώστης τών προηγούμενων διαλόγων. πρέπει νά νοούνται σάν μιά μείξη . Τό νεΰρο δλων αύτών τών έκφράσεων είναι μία καί μόνη φράση: γένεσις εις ούσίαν (26(I)32. δπου κρίνετοα εκτενέστερα αύτή ή έκφραση. ξαναγράφεται τό ίδιο πρόβλημα μέ ε­ να χέρι πού τό βαραίνει αποφασιστικά ή ωριμότη­ τα. 3 3 · ΚοΒΐη.πέρας) δχι μόνο δέν μένουν χωρισμένα. Ά ρ α καί τό γίγνεσθαι. σάν σέ παλίμψηστο. πού ώς τά τώρα ήταν ό χώρος του άλογου καί του άσταθους. τήν ομορφιά. άλλά ενώνονται γιά νά παραχθεΐ τό τρίτο γένος: τό εκ τούτων τρίτον . άποκτά θά λέγαμε τήν όντολογική του ταυτότητα. μέ τή συμφιλιωτική συνάντηση άπειρου καί πέρατος.νοητού άτονεΐ καί τά γένη πού παίρνουν τή θέση τους (άπει­ ρο ..Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ σέ ολόκληρη τήν ένδοχώρα του διαλόγου. δσο στά αισθητά: αύτά προπάντων είναι ό στόχος της. τή δύναμη. τό μόνο πού θά κατάφερνε κανείς θά ήταν ή σύγχυση* ένώνοντας τώ­ ρα τό άπειρον μέ τό πέρας . χωρίς νά άντιμετωπίζει έμπόδια. Ν οίκβ ά ΡΙήΙθΒο. Α. Τούτο σημαίνει δτι ή ού­ σία δέν άντιτίθεται πιά στό γίγνεσθαι μέ τόν παλιό δογματικό τρόπο — άντίθεση πού ό Πλάτωνας έκα­ νε τό παν γιά νά τή στηρίξει— παρά μόνο σάν ολο­ κλήρωση πού τείνει πρός τήν τελείωσή της33. ΧΧνίΙΙ-ΧΧΧ. ένα άποτέλεσμα δχι αιώνιο σάν τις άρχές. Στήν πρώτη περίοδο. σάμπως νά έχει έλλογη σύσταση. τή μουσική — ώς έναρμόνιση άντίθετων τόνων— . Ή μείξη δέν άφορα τόσο στά νοητά. άνωτ. ό Πλάτωνας μπορεί νά μιλα γιά τήν υγεία — ώς μείξη άντίθετων στοιχεί­ ων του σώματος— . σ. άπ ει­ ρον καί πέρας . Βλ. ένώνοντας τήν ιδέα μέ τό αισθητό. Τίποτε άλλο άπό τήν εισαγωγή του πέρατος μέσα στό άπειρο. Όΐβδ. Ό δογματικός χωρισμός αισθητού . Τί είναι ή ούσία. άλλά 32. Κάθε πράγμα έμφανίζεται. τήν άτμόσφαιρα τών έποχών. δπως καί οί δύο γενικές άρχές κάθε ύπαρξης. Μά ή τόλμη τών άπαντήσεων πάει πολύ μακρύτερα άπ’ ο. τό μεικτόν.

Ένθ. ώς κύρια αίτια. Σύμφωνα μέ τόν Ζβΐίβι^ άνήκουν στήν πρώ­ τη κατηγορία. άπειρο.. ΚογΠογ. μολονότι θεωρεί τό υλικό στοιχείο άλογο. 35· Βλ. Ρα­ . παράγει αύτό πού ή μείξη συνιστά..τι. θά τό ονομάζαμε συναίτιον. Άφοΰ π άντα τά γ ιγ ν ό μ ε ν α διά τινα αιτίαν γ ί ­ γνεσθαι (260). άντί νά υψώσει τό γίγνε­ σθαι στήν άνώτερη όντολογική θέση. Υπη. έ34 · ϋ ίβ δ . εύρύτερα. σ. δέν μπορεΐ νά λείψει. αιτία : τέσσερα γένη. Ή δη θεωρώντας τό πέρας καί τό άπειρο αίτιακό παράγοντα τής μείξεως. Πέρας .άπει­ ρο. μ είξη . στά ό­ ποια άνήκουν δλα τά στοιχεία του σύμπαντος. άνωτ. Ου ταύτόν αίτια εστι καί τό δουλεϋον εις α ιτ ία ν . ή μείξη νά είναι τό πιό πρόδηλο χαρακτηριστικό. πού. δτι. σέ δποια βαθμίδα του αισθητού ή του νοητού κι άν έρευνήσουμε. πού. σύμφωνα μέ τόν Κθ(1ΐ6Γ36. 27 Β)34· Αύτή είναι ή κατάληξη μιας δύσκο­ λης σκέψης. έκεΐνο πού εχει άκόμη μεγα­ λύτερη σημασία είναι δτι άλλα γένη. ένώ. Ό . Είιιάβζ άε ρΗίΙοχορΗίβ π8 1969. μέ τή γλώσσα του Πολίτικου (281 β). καί άλλο τό σύμπλεγμα πέρας . στό γένος του πέρατος. 36. σ. ένθ. Μπορεΐ. Απόδειξη. σ· 8ο. μά ή αίτια είναι κάτι άνώτερο’ δημιουργεί αύτό πού ή μείξη άνασυνθέτει. άντιμετωπίστηκε σάν ρο­ πή του Πλάτωνα πρός τόν υλισμό. έπιμένει νά βλέπει τή σύσταση καί τή διάταξή του ώς ελλογη. άνωτ. λοιπόν. χωρίς δμως νά ολοκληρώσουμε μιά άπόκριση. πού σημαίνει δτι άλλος είναι ό νους. ]. μιλήσαμε γιά τήν αίτια. Α κό ­ μη καί οί ιδέες οφείλουν νά ύπαχθουν σ’ ενα άπ’ αύτά.Η Μ Α ΓΝ Η ΣΙΑ 157 συνθεμένο καί γεννημένο (μεικτή και γεγενημένη ουσία . XXX. Ο. ή άρχή τής αιτιότητας. τό τέταρτο γένος. ξεκινημένη άπό τόν Τίμαιο (48 θ) κιόλας. δηλαδή τών ίδιων τών πραγμάτων. Μά εξω άπό τήν κρίση γιά τήν κατάταξη τών ιδεών. στή συνέχεια τό βάζει κάτω άπό τήν αύθεντία του νοΰ. στήν πραγματι­ κότητα άντιπροσωπεύει μιά προσπάθεια νά έκλογικευτεΐ άκόμη καί αύτό πού έκ φύσεως θεωρήθηκε άλογο. 9 *· εκδ.

Ό Πλάτωνας. Καί τά αισθητά πράγ­ ματα. Ή φωτιά. αισθητές καί νοη­ τές. δέν έπιτρέπουν αμφιβολίες: ο κόσμος κινείται άπό έλλο­ γες καί οχι άπό άλογες δυνάμεις (28(1). του ανήκει ή θέ­ ση του απόλυτου ήγεμόνα (νους εστι βασιλεύς ήμΐν ούρανοϋ τβ καί γ η ς . 28 ο). δταν πιά ό κόσμος έντάσσεται στό πλέγμα τών πέντε όντο­ λογικών άρχών. γίνε­ ται. είναι έξίσου βασικά γιά τή συγκρότηση του σύμπαντος κόσμου (ένόντα εν τη συστάσει). έφόσον είναι ό νους. σ’ αύτούς τούς διαλό­ γους δέν θά βρούμε τήν περιγραφή του φυσικού κό­ σμου σάν άμεση άπόδειξη τής κοσμικής άρμονίας καί τάξης. Ό φυσικός κόσμος. ενθ. Πουθενά. ά ν ω τ σ. ιι6 . τό ταύτόν καί τό ετερον συγκροτούν τόν κό37· ΚοΒΐη. άπόδειξη τού λόγου καί τής τάξης. ήλιος. Σέ αύτό τό σημείο.μείξη . ή τάξη καί ή αταξία. χωρίς νά πάψει νά κυβερνιέται άπό τό άγαθό. Μιά τελο­ λογία δένει τό παν σέ δλες του τις έκφάνσεις. καθώς μαζί συνιστοΰν μιά παγκόσμια νοησιαρχική αρμονία. άν εχει κάποιο πρόβλημα ή πλα­ τωνική σκέψη. κι αύτός. . άστρα. μέ τήν έπαναληπτική περιφορά τους. σελήνη. Τίποτε δέν μάς έμποδίζει έδώ νά θυμηθούμε τήν άνυπόθετο άρχή τής Πολιτείας καί τόν δημιουργό τού Τίμαιου. βασικά υλικά δλα τούτα στή σύσταση τών ζώων. Τό εν καί τά πολλά. άνήκει στήν ιδέα. Αύτό πού κινεί τό σύμπαν καί τό κρατα μέσα σέ μιά απαράβατη τάξη. τούτο οπωσδήποτε δέν είναι ό συμ­ βιβασμός τών ιδεών μέ τά γένη του Φίληβου. τό νερό. σέ δλες του τις διαστάσεις. τό δν καί τό μή δν. άλλά τών γενών του Φίληβου μέ τά είδη του Σοφιστήν. προβάλλει ιδιαίτερα τή βαθιά άντιστοιχία πού ύπάρχει άνάμεσα στά στοιχεία τής κατασκευής του άνθρώπου καί του κόσμου. δμως. φαίνεται καθαρά δτι τό σύμπαν. τήν αιώνια κυκλοφορία τους. μέ τήν ικανοποίηση πού χαρίζουν οί συ­ νεχείς έπαληθεύσεις τής παγκόσμιας άλληλουχίας.158 ΣΩΚΡΑΤΗΣ Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ ξηγούν τόν κόσμο καί ασφαλίζουν τήν τάξη του. το πέρας. ό άέρας. άρμονίζοντας δηλαδή άπειρο πέρας . Μόνο στήν τελευταία περίοδο.

τό όντολογικό πρόβλημα παρουσιά­ στηκε σάν μιά συζήτηση γιά τήν ήδονή* ή συμφιλί­ ωση του ένός μέ τά πολλά μεταφράστηκε σέ μιά συμφιλίωση τής ϊδονής μέ τή φρόνηση. Ά ν .νο συγκρότημα σάν τήν Πολιτεία . άρχή κάθε σχέσης καί άνώτερη άπό κάθε σχέση. σ. Η Θ Ε Ο Κ Ρ Α Τ ΙΑ Στον Φίληβο . δέν μπορεΐ παρά νά εχει άρ\ητικά άποτελέσματα. 124. δλα αύτά. τέτοια πού μόνο στις πιό απλές μορφές σχέσης μπορεΐ νά γίνει γνωστή: στό μέτρο. του Παρμενίδη καί του Φίληβον. νομο­ θετώντας τή «Μαγνησία» άκολούθησε ολωσδιόλου διαφορετικό δρόμο. στήν άλήθεια — άμεσα σημεία. άπό καθαρά πολιτικό υπολογι­ σμό. έπειδή άκριβώς υπάρχει χωρίς προϋποθέσεις. πού κύ38. Γιά νά ξορκίσουν αύτό τόν κίνδυνο. Αύτό ά­ κριβώς άναλαμβάνουν νά παρουσιάσουν οί Νόμοι. Συνεπώς. άνωτ. οί Νόμοι θά χρεια­ στεί νά καταστρα :ηγήσουν δλες τίς δυναμικές μορ­ φές διάστασης. Ό ταν τά πολλά ένΡαρρύνονται.. Αδύνατο καθώς ήταν νά άντλήσει τήν πολιτική του δεοντολογία άπό τόν όντολο­ γικό σχετικισμό του Σοφιστή . λοιπόν.Η Μ ΑΓΝ Η ΣΙΑ 159 σμο. τό άγαθό είναι ή μόνη αληθινά υπερ­ βατική πραγματικότητα. στήν πολίτική μεταφερμένη. νά οργανώσει μΐυ: πόλη θεοκρατούμενη. Ένθ. δλα τούτα θά ήταν πολιτικά σχήματα έξαρχής άποτυχημένα. νά δώσει τόν λόγο στή θρησκεία καί. ε­ να κράτος πού δ :ν υπερβαίνει τούς πολίτες. . Μιά πολι­ τεία τής έπιείκειας καί τής άνοχής. άντί γιά ένα λογοκρατούμ^. τής ύπαρξης του άγαθοΰ8. τό εν κινδυνεύει. στήν άναλογία καί στήν ομορφιά. προτίμησε. Ή ίδια λύ­ ση. στήν ((Ηλιούπολη» ό Πλάτω­ νας εμείνε σύμφωνος μέ τή μεταφυσική του. ά\ αταραχής καί διάσπασης. πού θά φρόντιζε νά συμφιλιώσει τήν ενότητα του νόμου μέ τήν άνεξάντλητη πολλαπλότητα τών κολάσιμων πράξεων. μιά νομοθεσία έλαστική καί ύποχωρητική. δμως.

Γιά ενα λόγο περισσότερο: άφου ή πολιτεία άπαρτίζεται άπό άνθρώπους. ή μετριοπάθεια καί ή έπιείκεια έπιβάλλονται. 9 °2 ^)· Μέσα στό ενθεο σύμπαν. οφείλει νά εχει τή δυνατότητα τής προσαρμογής στά άνθρώπινα. Ό θεσμός. 8030). άναμφισβήτητα. θά άποκρινόταν ό Αθηναίος ξένος. παραδέρνοντας μέσα στά πάθη καί στις άρρώστιες. δέν έχουν έσωτερική σχέση μέ τόν άν­ θρωπο. ό Αθηναίος ξένος δέν παραλείπει νά θυμίσει —στούς άλλους μά καί στον έαυτό του— δτι. πριν άπ’ δλα. Ό λα άνήκουν στούς θεούς. Ή ίδια ή λογική του νόμου τήν κα­ θιερώνει. άφέντες τών έμψυχων καί τών άψυχων (θεών γ€ μην κτήματα φαμβν είναι πάντα θνητά ζώα ώσπερ καί τόν ουρανόν δλον. δέν άνήκει τίποτε. Στον άνθρωπο. πλήν δμως είμαστε α­ ναγκασμένοι νά τόν πάρουμε στά σοβαρά — αύτή είναι ή ατυχία μας (τοντο δέ ούκ ευτυχές. Είναι μιά άπροσχημάτιστη έπιτίμηση. πρέπει νά είναι άνθρωπολογία. έπειδή είναι καμωμένοι άπό τόσο φθαρτό καί άθλιο ύλικό. βέβαια. άφου εχουμε νά κάνουμε μέ άνθρώπους καί δχι μέ θεούς (άνθρώπους γ ά ρ διαλεγόμεθα αλλ’ ου θβοΐς). πού δέν ερχεται σάν άποτέλεσμα μιας δποιας ανεξέλεγκτης προκατάληψης. μέ άνίσχυρο φυσικό καί δύσκολη ψυχή. τό αμετάθετο. πού τά έμπόδια μοιάζουν άξεπέραστα. Ερώτηση πού κορυφώνει τήν πολιτική άφέλεια. μέ άνώτερη τήν άρχή τής αιωνιό­ τητας. Ή νομολογία. Θνητός. είναι τό πιό άκατάλληλο υλικό γιά τό άρχιτεκτόνημα πού οραματίζεται ό νομοθέτης. δλες άρχές πού μπορούν νά θεμελιώσουν μιά πολιτεία. τήν «κυβερνοΰν» καί τήν ύπερασπίζονται. Στό σύνολό του τό εργο του νομοθέτη έμπνέεται άπό μιά αποστομωτική ομολογία πίστης. όπου κι άν έφαρμόζεται. Σέ στιγμές. ή ομόνοια καί ή κοινότητα. άνθρωποι τήν κατοι­ κούν. οφείλει νά ξε­ κίνα άπό τήν έκτίμηση τής άνθρώπινης φύσης.Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ ρια καί ίσως μοναδική τους αιτία είναι ό άνθρωπος. ή πολιτεία λογαριάζεται ώς κάτι ενθεο καί ό πολί- . Πώς είναι δυνατό νά μεμφόμαστε τούς άν­ θρώπους. Ό άν­ θρωπος δέν αξίζει τόν κόπο.ι6ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ . Ή μονιμότητα. τό πνεύμα τών θεσμών.

Αύστηρός καί άπαραμείωτος ό νόμος. ό Μέγιλλος νιώθει κατάπληξη μπρος στήν τό­ ση καταφρόνια πού βλέπει νά τρέφουν γιά τόν άν­ θρωπο (τό τών άνθρώπων γένος ήμΐν διαφαυλίζεις ). Όταν. Στό δέκατο βιβλίο. Γιά τήν ίδια τή φύση τών θεσμών. ξεκινώντας άπό τό θνητό γένος. στό σύνολό της. δέν άνέχεται καμίας μορφής σχετικότητα. γρήγορα θά άντιλαμβανόταν δτι κάθε άκίνητος νόμος καταντα χίμαι­ ρα ή σχολείο τής βίας.Η Μ Α ΓΝ Η ΣΙΑ ι6 ι της. πολιτεύεται μέ τρόπο πού νά τής έπιτρέπει νά κερδίσει τή θεϊκή εΰνοια. δμως. πού. ή άπάντηση ήχεΐ εύλογα: άψηφώ τόν άνθρωπο. Γ ι’ αύτό καί τό πέρασμα άπό τή θεωρη­ τική σύλληψη στήν πραγμάτωση. σχεδόν κατ’ εξαίρεση. Ό χι σέ μιά άνθρωπολογία. Μέτρο του γιά τή ζωή: ό Θεός (ό δή θεός ήμϊν πάντων χρημάτω ν μέτρον άν εΐη μ ά λ ισ τα ). ή ταύτιση νόμου καί Θεοΰ άφήνει καθαρά νά φανεί δτι τό μυστικό του νομοθέτη δέν βρίσκεται στή διαλεκτική ή σέ μιά δποια έμπιστοσύνη στήν άνθρώπινη βούληση. Σκοπός του: νά μοιάσει στούς θεούς. Άκόμη κι ενα παιδί είναι σέ θέση νά δει δτι μιά πολιτεία δέν στήνεται σάν ενα απλό παιχνίδι μέ κέρινα ομοιώματα (πλάττων εκ κηρόν τινα πόλιν καί π ολ ίτα ς . Ή κατάστασή του είναι μιά διαρκής αίτηση γιά θεο­ δοσία. πού έπιτρέπει καί καλλιεργεί άπόλυτες έπιταγές. άλλά σέ μιά θεολογία. για­ τί ό νους μου είναι γεμάτος άπό τόν Θεό. παρά στά διάII . Καί ή πόλη. 746^)· Ό κίνδυνος πού παραμονεύει σέ κάθε παρόμοιο διάβημα είναι γνωστός (κίνδυνός εστιν έν πάση κατασκευή π ολ ι­ τική ). είναι ή πρεσβεία τών θεών. ό Πλάτωνας τό άντιμετωπίζει πάντα θυμίζοντας τό νόημα του κατά δύναμιν. πού άποτελεΐ τή νοηματική μήτρα τών Νόμων . διεκδικεΐ δικαιώματα συμμετοχής σέ ενα ιερό παιχνίδι πού τόν ξεπερνάει. Ή άπόφαση είναι παρακινδυνευμένη καί μοιάζει κάπως μέ ονειρική αύταπάτη. Ή πολιτεία τών Μαγνήτων πάνω σέ αύτή τή θεία άρχή θά βασιστεί. γνωστή έπίσης ή διαφορά τής θεωρίας άπό τήν πράξη (λόγω γ 5εστιν τά νυν πραττόμενα ά λ λ ’ ούκ εργω). λοι­ πόν.

β) είτε νόμιζε δτι. μά συνάμα καί αύτών πού χρησιμοποιούν τή βία τών χεριών τους.16α ΣΩΚΡΑΤΗΣ . δμως. τέλος. Ή απλότητα αύτοΰ του συλλογι­ σμού είναι τό μυστικό τής πολιτικής του άποτελεσματικότητας. δτι δποιος παρανομεί (εργον άσεβες ή ρ γ ά σ α το ) ποτέ του δέν πείστηκε πέρα γιά πέρα γιά τήν ύπαρξη τών θεών. ή χ ειρο κ ρα τία 39 παραμονεύει. Νόμος καί Θεός συγχέονται μέσα σέ ενα κλίμα τελετουργικής ύπακοής. δπως τό λέει καί ό Ησίοδος. γ) είτε. ειχε τήν αύταπάτη δτι θά ήταν εύκολο νά τούς έξευμενίσει μέ θυσίες καί προ­ σευχές (εύπαραμυθήτονς είναι θνσίαις τε και εύχ α ΐς π α ρ α γ ο μ έν ο ν ς . γιά νά φέρει τή συμφορά* καί τότε. Είναι γεγονός. 7620). Θύμα τής ίδιας του τής έπιπόλαιας κρίσης. ώς ταύτην τοϊ 9 θεοΐς ονσαν δουλείαν. συνεπώς— στάση του κάθε πολίτη είναι άμεση συνάρτηση τής γνώμης πού έχει γιά τή θεότητα (8881)). Ι ­ σχυροί θεοί διαπλάθουν υπάκουους καί νομοταγείς πολίτες. άλλωστε. μολονότι υπάρχουν. 885Β). δέν μπορεΐ παρά νά επεσε σέ μιά απ’ αύτές τίς πλάνες: α) είτε νό­ μιζε δτι οί θεοί δέν υπάρχουν (τοϋτο ούχ ηγούμε­ νος). Μιά γιά πάντα. μιά καί ή ήθική —πολιτική. μονάχα ή θέσπιση τρομερών νόμων μπορεΐ νά έπαναφέρει τήν τάξη. τυραν­ νία— φυσικά. Τά γνωστά καθεστώ­ τα — άριστοκρατία. Όπου λείψει ή θεοφοβία. δέν ένδιαφέρονται γιά τά ανθρώπινα (οΰ φροντίζειν άνθρώ πω ν). έξαρταται άμεσα άπό τήν πίστη στους θεούς. καθώς φαίνεται. Ή συνοχή τής πόλης. δέν μπορούσε νά δεσμευτεί σέ πολιτεύματα πού χρωστούσαν τήν ύπαρξή τους 39· Δίσημη λέξη: καθεστώς τών χειρό-τερων. δπου ή ύποταγή εί­ ναι υψηλή άπόδειξη πολιτικής ύτυευθυνότητας (π ρ ώ ­ τον μεν τοϊς νόμοι 9. δημοκρατία.Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΓΙΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ φορα μέσα πού καλλιεργούν τήν παθητικότητα. δέν άφήνουν άδιάφορο τόν Πλάτωνα. πρέπει νά γίνει δεκτό δτι. Μονάχα ή θεοκρατία προσφέρει άληθινές έγγυήσεις εύνομίας καί άσφάλειας. ολιγαρχία. . έφόσον ή σκέψη του ειχε περιεχόμενο ήθικο-πολιτικό καί οχι οικονομικό. αντί γιά τήν κρίση τους.

οίμαι φ άναι τού­ τους Α π ό λ λ ω ν α . ω ξένε. αύτό πού διαπρέπει. δλα τά λειτουργήματα έμπνέονται άπό κάτι ύπερανθρώπινο. δταν ή πε­ ρίπτωσή του άποδεικνύεται σημαδιακή.Η Μ Α ΓΝ Η ΣΙΑ 163 σέ συγκεκριμένες ίστορικο-οικονομικές συνθήκες. Στά σχέδιά του. ή κατακλείδα έπανέρχεται τελετουργικά: 0609 εδειξεν αρχήν. δέν εϊναι δυνατό νά βγήκε ά­ πό χέρια άνθρώπινα. θεός. θεωρείται άγγιγμένος άπό χέρι θεϊκό (φύσις τις άνθρωπίνη μεμειγμένη θεία τινι δυνάμει . Δέν νομοθετούν. πάντα προσθήκη καί συνέπεια. π α ρ ά δε Αακεδαιμονίοις. συνοδευμένη άπό τά θεϊκά της πρότυπα* γ ι’ αύτό καί τό κείμενο τών Νόμων. δμως. παρά τήν άνθρώπινη φύση του. παρεκτός άν ταυτίζεται μέ τόν Θεό. 6910). ακο­ λουθεί τήν τακτική τής θεολογικής ανύψωσης. είναι ή άρετή. Γενικά. καθετί άξιο πού συμβαίνει μέσα στή ((Μαγνησία» κατεβαίνει άπό τόν κόσμο τών θεών. ό οικονομικός παράγοντας κάνει πολύ συχνά τήν έμφάνισή του* είναι. Ό νόμος. κατατρεγμένος άπό τήν ί­ δια του τήν άθλια φύση. κινούνται σάν άβουλα νευρόσπαστα. δλα είναι άνάγκη νά λογαριαστούν πλή­ ρη θεών* καί ό πολίτης. σύμ­ φωνα μέ τή βούληση τών θεών (άνθρω πος δε θεοϋ . Άρχές καί άρχίδια. Όπου τό μόνιμο καί τό εγκυρο κάνουν τήν έμφάνισή τους. Οί θνητοί είναι τά σύμβολα τής άδυναμίας. Στήν πρώτη κιόλας άράδα του. — 0609. τήν κάθε στιγμή εχει καθή­ κον νά ζεΐ μέ τή σκέψη δτι γιά τόν άνθρωπο δέν ύπάρχει θέση στον κόσμο. τυχάρπαστοι καί παγιδευμένοι. Τό κυριαρχικό στοιχείο. συνολικά. ώ ξένοι. δπως του Λυκούργου ή του Σόλωνα. ποτέ πρωταρχικό στοιχείο. τό πρώτο βιβλίο δείχνει πόσο αύτονόητη θεω­ ρείται ή θεϊκή προέλευση τής νομοθεσίας: 0609 ή τι 9 ανθρώπων ύμΐν. όθεν όδε έστίν. ώς γε δικαιότατον είπείν' π α ρ ά μέν ήμΐν Ζευς. τής στέρησης καί τής άνεπάρκειας. εϊληφε τήν αιτία ν τ ή 9 των νόμων διαθέσεως . Τ ί­ ποτε δέν πρέπει νά παραμείνει στό έπίπεδο του ανθρώπου. έξάλλου. Όσο γιά τόν ίδιο τόν θνητό νο- μοθέτη.

ΡΙαίοηΪΞπιβ βίρβη^έβ εοηίβηιροναΐηβ.164 ΣΩΚΡΑΤΗΣ . Ή δ~ ποια παρανομία δέν ταράζει μονάχα τήν πόλη. Αεντερονόμιον ΙΘ '. ό οικιστής μεγαλώ­ νει τό πολιτικό του κύρος δταν βάζει τόν παραβά­ τη νά δικάζεται στό έδώλιο πού βρίσκεται κάτω άπό τά βλέμματα θεών καί νόμων (κολάζω σι τόν άπειθονντα ά μ α νόμω τε και Θεω. Αύτοί άποδεικνύονται ικανοί νά οδηγούν τό κοπάδι τών βοδιών. έχοντας άντιληφθεΐ ό 40. Τί εϊναι τό ον. ενώ γιά τό ατί­ θασο κοπάδι τών ανθρώπων οί μόνοι κατάλληλοι εί­ ναι οί δαίμονες (713 ενδιάμεσες οντότητες ά­ νάμεσα στούς άνθρώπους καί τούς θεούς. Ταυτίζοντας νόμο καί Θεό. Συνεπώς. ΑιιΒϊβΓ. τουλάχιστον σάν ένδείξεις προβάλλονται άπό τόν Πλάτωνα. Τό δν. άλλά τό τε­ λετουργικό μιας πολιτικής θρησκείας*° πού κάνει τήν πόλη νά ένοφθαλμίζεται τό σύμπαν. *Υπάρχει μιά μεγαλειώδης τάξη στον ούρανό. δηλαδή τήν άλήθεια. γιά νά έπιβεβαιώσουν τήν ύπαρξη τών θεών (τεκμήρια ώς είσιν θεοί. ’Αθήνοα. μά. Τά ούράνια σώματα δέν θεωρούνται ούδέτερες παρου­ σίες· άν οχι σάν άποδείξεις. Γιά τούς Μάγνητες. Γιά τού­ το καί οί άληθινοί κυβερνήτες τής πόλης δέν στέκει νά εϊναι κοινοί θνητοί. δπως τριπλή —νόμιμη. οχι μόνο γίνεται φανερή ή ύπερανθρώπινη διάσταση πού παίρνει τό κάθε φέρσιμο. μιά καί ό νόμος εϊναι αύτός πού. οί νόμοι δέν άποτελοΰν ενα πολιτικό πλέγμα θεσμών καί έπιταγών. 4ΐ· . 42. πού όμοιά της οφείλει νά εϊναι καί ή τάξη τής πόλης.Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ τι π α ίγ ν ιο ν είναι μεμηχανημένον. κάθε παράβαση του πολίτη έπιφέρει μιά τριπλή παρανο­ μία. Ι· Ρ· νβΓΠΗηΐ. ξέρει νά βρίσκει τούς καλύτερους συμμά­ χους της. ιγ. Τί γυρεύει ό νόμος. Έ τ σ ι. 886 ά). V. Ή νομοθεσία. καθαρά θεϊκή. στή θεολογία*1 καί τήν οντολογία. Βλ. Κτήμα τών θεών. Μύθος καί σκέψη στήν άρχαία Ελλάδα. άναλαβαίνει νά διατηρήσει μέσα στον κόσμο τών άνθρώπων τήν αρμονία τών θεών καί τών άστρων. ένθεη καί άληθινή— εί­ ναι ή στάση δταν συμφωνεί μέ τίς άρχές. Κ οίϊ σ τή σ οντα ι οί δυο ά νθρω ποι οΐς εστιν ή ά ν τ ιλ ο γ ία ένα­ ντι Κ υρίου καί ένα ντι τών ιερέων καί ένα ντι τών Κ ρ ιτώ ν . 803 ο). άλλά τό σύμπαν ολόκληρο. πρέσβης έξουσιο-δοτημένος. ΟοΜδοΗηιΐάΐ.

άκολουθοΰν.Η Μ Α ΓΝ Η ΣΙΑ πολίτης δτι τήν κάθε στιγμή υπάρχει φόβος νά δια­ σαλεύσει τήν αρμονία τού κόσμου. Άλλου ό ί­ διος ιερός καταναγκασμός έπικαλεϊται τή δύναμη τών πραγμάτων (ύπ ’ αντοϋ τον π ρ ά γ μ α τ ο ς άναγκάζονται οντω δή τούτων πβφνκότων). Τό άλλοθι τής εξουσίας δέν καθιερώνεται. 73 ° °)— κο^ θά ριζώσει στήν πόλη. μιά άνάγκη θεϊκή καί συμπαντική αύτό πού επι­ βάλλει τή νομοθεσία (ά π ό γ ά ρ Θβών χρή π ά ν τα άρχόμβνον άβϊ λβγβιν τβ καί νοβιν. μολονότι δέν είναι φιλόσοφος. ή πλεονεξία. μπορούν νά διαλύσουν όποιαδήποτε πόλη (δυσκόλον ψυχής καί ά γ ρ ια ς βξβως άδικίαι μύριαι γίνονται). Έ να πλή­ θος παρόμοιες έκφράσεις. γιά νά φανεί δτι ό Αθηναίος ξένος. Παθητικά. Τό πρόβλημα τής πολιτι­ κής ρύθμισης πού τόν σκοτίζει δέν εχει νά κάνει μέ άρχές. βλέπω δτι πηγάζουν άπό μιά τριπλή ελλειψη (χρβία). Εϊναι μιά έπιταγή κάτι παραπάνω άπό πολιτική. Τά πάντα στον άνθρωπο. πάντω ν δβ άνθρώ ποις . πού παρουσιάζονται άμέσως μετά τή γέννηση καί κάνουν τόν πεινασμένο καί τόν διψασμένο νά φρενιάζουν. Πρώτα τό φαί καί τό πιοτό (βδωδή μβν καί π ό σ ις ). άν δέν «φαρμακωθούν». ό ε­ γωισμός. λέει ό συζητητής. ή άλαζονεία είναι μερικές άπό τις άρρώστιες πού. 353 α)· 'Ο Πλά­ τωνας κάνει λόγο γιά τήν άνάγκη ένάντια στήν ο­ ποία ούτε Θεός ούτε άνθρωπος μπορεϊ νά στραφεί (ούδβ 0609 μ ή ποτβ φ ανή μαχόμβνος). άλήθεια γνωστή δπως είδαμε. άλλά άπό άδυναμία— . άλλά ποιά θά εϊναι τά μέσα μέ τά όποια ή άλήθεια — αύτή πού είναι τό πρώτο άπό τά άγαθά γιά θνητούς καί άθανάτους (άλήθ εια δή πάντων μβν άγαθώ ν θβοι9 ήγβΐται. γνωρίζει καλά τόν νό­ μο πού διέπει τόν κόσμο. διδάσκεται τήν εύθύνη γιά τό σύμπαν ολόκληρο. δηλαδή —δχι άπό δύναμη. . ή φιλαρχία. "Υστερα ή έρωτική άνάγκη (μ εγ ίσ τη χρεία και βρω9 όξύτατος ). ειπωμένες στον ίδιο τό­ νο. πού τρελαίνει τόν στερημένο. μοιάζει μέ τούς θεούς. παρεκτός άν είναι ή άνωτέρα βία. Στό εκτο βιβλίο τών Νόμων (782(1-7833) άναλύονται οί τρεις βασικές άνάγκες τού άνθρώπου. Κοντά σ’ αύτές.

είναι ή πιό πιστή σύμβουλος τής ζωής του. μακριά άπό τά μεγαλόσχημα προσχήματα τής Πολιτείας. Είναι άπαραίτητος σέ καιρό ειρήνης όσο καί σέ καιρό πολέμου. άφήνεται άποχαλινωμένο νά πέ­ σει πάνω στούς έχθρούς. Στήν ήδονή καί τή λύπη απευθύνεται ό φόβος καί ό νόμος. Πρώτα ό άνθρωπος γεύεται τό άμεσο. έχο­ ντας γιά έργο της τό γν ώ ν α ι τάς φύσεις καί τάς έξεις τών ψυχών .ι66 ΣΩΚΡΑΤΗΣ . δμως. τήν ηδονή καί τή λύπη. τό μαχαίρι νά φτάνει στό κόκαλο. Ή θεραπευτική παρακολούθηση αύτής τής ώρίμανσης τήν ίδια χρονική σειρά άκολουθεΐ. μέ κόπους καί πόνους. πού.Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ Χρειάζεται μιά άληθινά σοφή τεχνική. Αντίθετα. βρίσκει τό φάρμακο γιά τό κάθε νόσημα καί κάνει. στά ώριμα. Χωρίς περιφράσεις. Ή κλιμάκωση άκολουθει χρονική σειρά. Σάν τόν τύραν­ νο πρέπει νά κρατάει τήν άλογη ψυχή του ύπό τό κράτος τού τρόμου. άλλωστε. μά. μένει βέβαια αλυσοδεμένο. Ειδικά γιά τή σημασία του φόβου κάθε σχόλιο μοιάζει λειψό. Τό θηριώδες μέρος τής ψυχής. νά τήν έξουθενώνει. ένα άπό τά κύρια πολιτικά μέσα πού συγκροτούν τό πο­ λιτικό οικοδόμημα τής ((Μαγνησίας». τό πλα­ τωνικό κείμενο μιλάει γιά τόν φόβο καί τή βία. Μέ άνακούφιση σχεδόν. μιά άπό τίς μορφές ήθικής στάσης πού έπιβάλλονται . δί­ χως νά ταυτίζει τό εύθύπορον ήθος του πολίτη μέ τήν άθωότητα. μόλις έλευθερωθει άπό τά δεσμά του. Ά π ό τήν πρώτη κιόλας πλατωνική περίοδο διδαχτήκαμε δτι ή πολιτική συνοχή βασίζεται στόν διχασμό του πο­ λίτη καί στήν καθημερινή έκβαση τής μάχης πού δί­ νει άκατάπαυτα μέ τά άλογα πάθη (νικάν δει ποιειν διαμαχομένου αύτοϋ ταΐς ήδοναΐς). Ποτέ. Ή άπειλή. μέσα στήν πόλη. δταν ή περίσταση τό ζητάει. ό νομοταγής έχει ύπόψη του δλο τό μαρτυρολογίο τής παρανομίας: θηριω­ δίες. μέ τόν τρόπο του. Κάθε πολί­ της είναι σάν τή γυναίκα τού Πέρση βασιλέα: τόν οδηγεί καί τόν φρουρεί ό φόβος του (διό ού φρουρεΐται ή βασιλέως γυνή άλλ’ ή ύπό φόβου). γιά νά κατακτή­ σει. τή φρόνηση. στό άτομο δσο καί στό σύνολο. φόνους καί βασανιστήρια. ένώ στή φρόνηση πιό κατανοητή γίνεται ή γλώσσα του άληθούς λόγου. έπειδή είναι.

άλλω­ στε.. φοβερός καί έξαλλος αντίκρυ στον έχθρό (άφοβον ημών άρα δει γίγν εσ θ α ι καί φοβερόν έκαστον . γιατί τρέφει τήν πίστη δτι ή συμ­ φωνία μέ τόν νόμο καί ή νίκη καταπάνω στις άλογες ορμές αξίζουν περισσότερο καί άπό μιά νίκη στούς Όλυμπιακούς άγώνες. τό δε ΐδιον διασπα τά 9 πόλεις. Ό πολίτης κάνει δ. γιά νά κατορθώσει.Η ΜΑΓΝ ΗΣΙ Α ι 67 στον πολίτη είναι ή θηριωδία καί ή άνηθικότητα. σάν ένας άνθρωπος. μάλιστα. γυναικών. ή υπεροψία εξορίζονται έξαρχής. Περίφοβος καί φρό­ νιμος μέσα στήν πόλη. ή έγωπάθεια. ή πολιτική τής ένό­ τητας έπιβάλλει τό καθεστώς της.τι του ζητήσουν. 732 Β). Μέρος τής ανατροφής του. καλλιεργώντας δύο πράγματα πού ό νομοθέτης τρέμει τήν δποια τους εμφάνιση: τήν ά~ τομικότητα καί τή διαφορά. πού δέν μπορεί νά τις άπολαύσει ό ίδιος· έφόσον τό μόνο πού καταξιώνεται είναι ή καθολικότητα. Οί έκφράσεις είναι έντυπωσιακές: μία . σάμπως νά μήν έπιτρέπεται νά έπιστρέψει κανείς έστω καί μιά στιγμή στον έαυτό του. είναι νά δει κάποτε τό σφαγείο του πολέμου (όράν φόνον αίματόεντα). ο φιλο­ τομαρισμός. Ή αύταρέσκεια. Καθετί πού προκαλεΐ διαφορές καί χωρι­ σμούς έξοστρακίζεται γιά χάρη τής ένότητας. Ό σο κι άν είναι βαθιά ριζωμένη ή πρόληψη δτι δ άνθρωπος άγαπά τόν έαυτό του. δταν τόν καλέσουν. Ή κοινοκτημοσύνη —παιδιών. Νίκη καί συμφωνία. άγα­ θών— .. στό δνομα πάντα τής πόλης καί τής ήθικής. τόσο προκλητική γιά τό σημερινό αίσθημα. είναι κι αύτή ένα έπακόλουθο του πολέμου πού έχει κηρυχτεί κατά τής άτομικότητας. νά άναδειχθεί άξιος ύπερασπιστής τής πόλης. 647 Β)· Μονάχα μέσα άπό αύτή τή δηλωμένη καί αύστηρά επιτηρούμενη διπροσωπία. (875&) καί δέν τις άφήνει νά νιώθουν ομοψυχία. κα­ θετί πού έγγράφεται στό ένεργητικό του ώς άτόμου καί υπάρχει κίνδυνος νά ένθαρρύνει αισθήματα έγωισμού χτυπιέται άλύπητα. Τό μεν γ ά ρ κοινόν συνδεί . Μιά τέτοια σκέψη θά τόνιζε τις διαφορές άνάμεσα στά άτομα. δλοι οί Μάγνητες οφείλουν νά άποφεύγουν τά αισθήματα τής φιλαρέσκειας (διό πάντα άνθρωπον χρή φεύγειν τό σφοδρά φιλειν αυτόν .

ή άναλογία ολοκληρώνεται: ή πόλη κατορθώνει νά ζεΐ σάν ενας άνθρωπος. Ό καθένας ζεΐ γιά τούς άλλους καί κανείς γιά τόν έαυτό του. Εξίσου προβληματική. έξίσου ο­ λόψυχα ταγμένη μέ τήν πλευρά τής ένότητας.αίσθητοΰ. θυμίζει τή σχέση ιδέας . Άλλωστε τόν αληθινό του έαυτό κανείς δέν μπο­ ρεΐ νά τόν βρει ή νά τόν εχει άπό μόνος του.πολίτης συνιστοΰν μιά σχέση πού. σάν εναν άνθρωπο. σ. προ­ πάντων αύτό. Βικίβ. κάνει τόν Αθηναίο ξένο νά σπρώχνει τήν ιδέα τής κοινοκτημοσύνης ώς τό σημείο νά θεωρεί κοινόχρηστα τά αύτιά. σέ καιρό πολέμου. Ή α­ λυσίδα τών άρνήσεων πηγαίνει πολύ μακριά. 5 1 · . Του άρνοΰνται νά δείχνεται μονάχα καλοκάγαθος — ιδανικό τής ειρήνης— καί τόν άναγκάζουν. στό μέτρο πού ό καθένας άν­ θρωπος καταφέρνει νά γίνεται ομοίωμά της. Του άρνοΰνται νά παραμένει άνθρωπος καί τόν εξωθούν νά μοιάσει μέ τόν Θεό. Γιά τόν πλατωνισμό. Μο43· Τ 6 Μ ογ ηπ. Του άρνοΰνται άκόμη. Ιε 86πξ άιι ΡΙαίοπΐΞπιε. ζην εν. Ό φόβος τής διαφορας καί ό πόθος του νά δει τήν πόλη ενωμένη. εκδ. νά ζεΐ εύτυχισμένη (καθάπερ εναν άνθρωπον . Κανόνας καί νόημα τής ζωής του εί­ ναι νά γυρεύει παντοΰ καί πάντα τό βέλτισ το ν . 739 €"^)· Τό σώμα.1 68 ΣΩΚΡΑΤΗΣ Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΓΙΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ δε φωνή καί έξ ένός στόματος 7τάρτας ή. σημείο πρός σημείο. τά μάτια καί τά χέρια (οΐον ομματα καί ώτα καί χεΐρας κοινά μεν όράν δοκεϊν και άκονειν καί πράττειν. Εΰνομος καί εύπειθής θεωρείται ό κάθε πολίτης. πρέπει νά υποταχθεί στόν κανόνα τής κοινότητας. δπως τά άλογα στό αλέτρι. Πολιτεία . ή συστοιχία αύτή δέν εχει τίποτε τό νέο. άνάλογα μέ τό πόσο μπορεΐ νά ταυτίζεται μέ τήν πόλη43. Ή βουλή γίνεται συμ-βουλή καί ή λαλιά συλ-λαλητήριο. νά βάφει τά χέ­ ρια του στό αιμα. δλοι οί Μάγνητες πρέπει νά συ­ νταιριάζουν τίς άναπνοές τους (σνμπνενσαι καί συμφνσήσαι). ώς κύρια πηγή διαφορας. 8280). άπόλυτα καί άνεξαίρετα. νά άπολαμβάνει τήν ήδονή τής άτομικότητας. Έ τ σ ι. Είναι κι αύτό ενα άπό τά πιό ισχυ­ ρά πολιτικά σημεία τοΰ καθεστώτος. πού τό βρίσκει στούς θεούς καί στήν άμεση πρεσβεία τους: τήν πόλη.

τό μέρος της πού λυπάται καί ήδονίζεται. ώστε κάθε παρακολούθηση καταντά άδύνατη. πηγή ε ­ πιθυμιών καί παθών. έντονα καί ολοκληρωτικά. Χωρίς. εξω άπό τήν περιφρούρηση τής ένότητας δέν ύπάρχει άλλο σχήμα εξουσίας. νά είναι διάφανος καί άνυστερόβουλος. τά πάθη πολλά. ή γραμμή τους νά είναι ίδεοκρατική. δέν στέκει. δηλαδή μιά πολιτεία χωρίς πολίτες. ούτε κάν σάν ύπόθεση. Όλα νά επιτηρούνται· τίποτε νά μήν προβάλλει άντίσταση καί ό πολίτης. τήν πολιτική της μετάφραση. ή δύναμη τής διασποράς καί τής διάσπα­ σης θά εχει κάθε στιγμή νά άναμετρηθεί μέ μιά ίση. εξακολουθούν νά χρησιμοποιούν.αισθητού δέν τήν άναφέρουν καθόλου γιά τό διαλεκτικό της πε­ ριεχόμενο. σέ σύγκριση μέ τό λογιστικό. πρός δέ τό βν βπβίγβσθαι . ό νομοθέτης δείχνει μιά συγκατάβαση γιά τίς μικρό- . οί πράξεις πολλές. λοιπόν. Τό εν κυβερ­ νά: μ ή μόνον δβϊν πρός τά πολλά βλβπβιν δυνατόν βϊναι . άληθινός δοσί-λογος. ειδικά ή ιδιωτική. ή «Μα­ γνησία» οργανώνει τή στρατηγική τής αύτοσυντήρησής της. μέ τήν άλήθεια στήν άκρη τών χειλιών. συμβαίνουν τόσα στήν οι­ κιακή έστία. γνώ ναί τβ καί γνόντα πρός βκβϊνο συντάξασθαι πάντα ξννορώντα ('Φ 5 13)· Άφου τό ιδεώδες. άνοιχτός στον ελεγχο τών άρχών. Ή άρετή είναι μία. καί ίσως μεγαλύτερη. Είναι τόσο πολύπλοκη όμως ή καθημερινή ζωή.Η Μ ΑΓΝ Η ΣΙΑ 169 λονότι άπό άποψη διαλεκτική οί ιδέες έχουν έγκαταλειφθεί. Πολιτικά ερμηνεύοντας την οικονομία τής ψυχής. Πίσω άπό τις περίφημες εκφράσεις πού διασφα­ λίζουν τήν ένότητα τής ιδέας (βις μίαν ιδέαν άγβιν τά π ο λ λ α χ ή διεσπαρμένα. Φαιδρός. καθώς είδαμε. οί Νόμοι κάνουν αύτή τήν εντυπωσιακή στροφή: ενώ τή γνωστή ά­ πό τήν πρώτη περίοδο σχέση ιδέας . Τό κράτος είναι ενα. Απροσδόκητα. οί πολίτες πολλοί. 265 (1). δύναμη έλέγχου. σ’ αύτό τό περιθώριο. Ό νόμος είναι ένας. μοιάζει μέ τήν ταραγμένη πολλαπλότητα τού πλή­ θους άντίκρυ στήν ένότητα τής πόλης. Ή υπεράσπιση τού ενός καί ή μάχη κα­ τά τών πολλών στά πιο κρίσιμα σημεία γίνεται κλειδί γιά όλα τά πολιτικά άδιέξοδα.

Χαρακτηριστικό εϊναι δτι ό νόμος τιμωρεί μέ κρι­ τήριο τήν έλλογη συμμετοχή του δράστη.τι διαφεύγει άπό τόν αύτοέλεγχο καί τή θεοφοβία. τό άναλαμβάνει ό δικαστής — πού. 8726-8733)· Όπου άρετή καί άνταμοιβή. σάν τοξότης. δμως. Όταν επεμβαίνει. ό ήθεσι τέθραφθε νομικοις γνωρίζει τί σημαίνει άρχειν καί άρχεσθαι. Ή ((Μαγνησία» έχει τή συμπεριφορά τού πελαργού: προστατευτικός άπό τή μιά γιά τούς νεοσσούς του. Ή τιμωρία του παραβάτη. τέλος. τών ήθών καί τής ανατροφής. υστέρα οί θεοί πού καιροφυλακτουν μέσα στον άνθρωπο σάν εσωτερική α­ στυνομία καί. κάθε τιμωρία του εϊναι προπαίδευση (τον μέλλοντος χάριν). δπου παράπτωμα καί τιμω­ ρία. ούσιαστικά. Ό μεγαλωμένος μέσα σέ ήθη π αλίμβολα καί ά π ισ τ α σίγουρα πνίγεται μέσα στήν πειθαρχημένη νομιμότητα* αντίθετα. Συγκατάβαση καί ανεκτικότητα.170 ΣΩΚΡΑΤΗΣ 0 Ν 0 Μ 0 ΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ παρανομίες (εν τόις μικροίς καί πνκνοΐς εθισθέντων τών άνθρώπων παρανομεΐν). δπου άρρώστια καί φάρμακο. 'Η έπίβλεψη είναι τρι­ πλή: πρώτα τό λογιστικό. Τό ποινολόγιο εϊναι καθο­ ρισμένο μέ τέτοια στυγνότητα. ό νόμος: δ. αύτοέλεγχος καί ύπακοή. μοιά­ ζει κάπως μέ προδιάθεση στό έγκλημα. δέν διστάζει νά βουτήξει τά βέλη του στό δηλητήριο. Ή τραχύτητα (νόμοι τραχύτατοι) δέν υπακούει σέ μιά τυφλή έκδικητική μανία: σκοπό της έχει τή διδαχή του φόβου καί τή λειτουργία του καθαρμού (τον 7 άρ κοινον μιανθέντος αΐματος ούκ είναι κάθαρσιν άλλην ούδέ εκπλντον έθέλειν γ ίγ ν ε σ θ α ι τό μιανθέν πριν φόνον φόνω όμοίω όμοιον ή δράσασα ψνχή τείση καί πάσης τής σ ν γ γ ε ν ία ς τόν θνμόν άφιλασαμένη κοιμίση . δέν λογίζεται δωρεάν βιαιό­ τητα (ώσπερ θηρίον άλογίστως τιμωρειται)' ό νό­ μος άποβλέπει στόν παραδειγματισμό (άποτροπής γ ά ρ ενεκα κολάζει). σκόπιμα τελετουργική. βέβαια. πού άκόμη καί ή πε­ ριγραφή τών ποινών. άπό τήν άλλη κυ­ νηγάει καί τρώει τά φίδια. πού. δπου άνδραγάθημα καί δόξα. Ή φύση. τοξεύει χωρίς έλεος τήν κάθε περίπτωση. χρησιμεύουν σάν προσχήματα γιά νά θι­ χτεί τό πρόβλημα τής παιδείας. .

νόμοι τών ζωντανών καί δχι τών νεκρών. οί άρχοντες. τι θά συνέβαινε άν δλοι οί πολίτες έκα­ ναν τό ίδιο— στήν περίπτωση τής αύτοκτονίας οί συνέπειες είναι συντριπτικές. Μέ μιά σοφή περίφραση. Ά λλη τιμωρία έπιβάλλεται σ’ αύτόν πού σκοτώνει έν βρασμώ (θυμώ) καί χωρίς προμελέτη (άπροβονλεύτως). ή τά ζώα δέν δικάζονται. έξάλλου. μπαίνει σέ μιά περιπέτεια πού οί Νόμοι .II Μ ΑΓΝ ΗΣΙ Α ι/ι γιά παράδειγμα. καί άλλη στόν ψυχρό έκτελεστή τής πρά­ ξης {μετ' επίβουλης). άλλά έξορίζεται. ό Πλάτωνας ονομάζει τή δολοφο­ νία ψυχήν άποστερεϊν σώματος . Καί οί καθαρμοί περισσότερο αφορούν τις ψυχές αύτών πού μένουν στή ζωή. άφου έκτελέσουν τόν φονιά. μά τό σώμα βασανίζεται πιο άμεσα. είναι σάν νά σκότωσε εναν άλλοεθνή. παρά τις ψυχές τών πεθαμένων. οί υπηρέτες τών δικαστών καί τών άρχόντων. μιά καί ή ψυχή μονάχα άμα βρίσκεται μέσα στό σώμ. πού σκοτώσει έναν ελεύθερο. Ό προδότης. Τό ίδιο καί ό δούλος. άρα καί κάθε πο­ λίτικου δικαιώματος. στό δνομα ολόκληρης τής πολιτείας. άν δμως κάποιος σκοτώσει τόν αδελφό του σέ στάση μέσα στόν στρατό. όμο^ς. έφόσον ή κάθε πράξη αξιο­ λογείται μέ τήν άναγωγή της στήν καθολικότητα ^δηλαδή. Τό ζώο είναι αθώο (Χέγκελ) καί ή φωτιά πού κατακεραυ­ νώνει τόν βοσκό ακαταλόγιστη. ε­ λάχιστα ένδιαφέρονται νά περιγράψουν. τιμωρείται σάν νά έχει σκοτώσει τόν πατέρα του. σέ μέρος έρημο. Όταν ξεκορμίσει. Ό πατροκτόνος πληρώνεται μέ τό ίδιο νόμισμα. του . Ό αύτόχειρας θάβε­ ται ξέχωρα (κατά μόρας). χωρίς στήλη ή μιά γραφή πού νά θυμίζει τόν άνθρωπο.α μπορεί νά πολιτεύεται. άν διαπιστωθεί ότι είναι τρελός ή ξεμωραμένος άπό τά γερατειά. τόν πετουν ολόγυμνο σέ ένα καθορισμέ­ νο τρίστρατο έξω άπό τήν πόλη. οί τιμωρίες παιδεύουν καί έκπαιδεύουν τήν ψυχή. Γενικά. Ηθικά. Δίκη καί καταδίκη γίνονται γιά τούς ζωντανούς: μετά τήν άνθρωποκτονία. Στή συνέχεια. δέν θανατώνεται. Ό νόμος γιά τήν αύτοκτονία είναι μιά άλλη έν­ δειξη δτι ό πολίτης δέν άνήκει στόν έαυτό του άλ­ λά στήν πόλη. άν σκοτώσει ενα δοΰλο' στήν περίπτωση.

στήν δποια πολιτική έκδήλωση. Κλείνοντας τήν κοσμοθεωρία του.τ. είναι τό πρώτο καθήκον. οί άθλητικές έκδηλώσεις —πού είναι. ό Πλάτωνας θά άποδώσει στήν ψυχή δ. μιά έξωραϊσμένη πολεμική προετοιμασία— δίνουν τήν καθολική παρουσία. δμως. οί χοροί μέ τόν περίφημο χωρισμό τών χορευτών κατά γενεές. στήν πραγματικότητα. Ή πιό άληθινή τραγωδία (τραγωδίαν τήν άληθεστάτην) γιά τόν πολίτη εϊναι ή μίμησις του άρίστου καί καλλίστου βίου . δ δή νόμος άληθής μόνος άποτελεϊν πέφυκεν (8 ιγ Β ). πού εϊναι τέτοιος δταν άκολουθεΐ τίς έπιταγές του νόμου. ή συστοιχία μέ τόν Τίμαιο διατηρεί­ ται* ή έννοια του δημιουργού μεταμορφώνεται στή συμπαντική ψυχή πού άσφαλίζει τήν παγκόσμια κί­ νηση (ή περιάγουσα ήμΐν πάντα).172 νηΚ Ρ Α ΊΉ Σ Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ ρίχνουν άπό μιά πέτρα κατακέφαλα (λίθον έκαστος φέρων .λ.— άποδίδουν στά φυσικά στοιχεία. γιατί αύτός μόνο γνωρίζει τή θεία οικονομία τής ψυχής. Μέσα σέ μιά τέτοια άτμόσφαιρα. Ή ψυχή εϊναι ή κινητήρια δύναμη του παντός (άγει μεν δή ψυχή πάντα τά κατά ουρανόν και γ η ν καί θάλατταν). Έ τ σ ι. είναι χωρίς άλλο άνεπιθύμητη. επί τήν κεφαλήν του νεκρού βάλλων) καί τον άφήνουν άταφο. τής πόλης καί του σύμπαντος κόσμου (θεών γε μήν κτήματά φαμεν είναι πάντα όπόσα θνητά ζώα . Ή διαφύλαξη τής ένότητας. Οί γιορτές. έκεΐνο πού βαραίνει εί­ ναι νά γίνει στό δνομα ολόκληρης τής πολιτείας (υ­ πέρ όλης τής πόλεως). Μαζί μέ τήν ομορφιά.τι οί άθεοι —υλιστές. ή τρα­ γωδία. ποιητές καί νομοθέτες: άντίτεχνοί τε καί άνταγω νισταϊ του καλλίστου δράματος. Ποιητές καί τραγωδοί. ενώ τή θέση του . ώστε ό καθαρμός. μονάχα τό νομικό ποίημα του νομοθέτη ξέρει νά ύμνεϊ καί τήν άλήθεια. μέ τόν άφανισμό του δολοφόνου. καθώς προβάλλει τή λατρεία του άτομισμου καί οχι τήν ύπακοή στούς θεούς. Περισσότερο άκόμη καί άπό τήν έπιβολή τής τιμωρίας. γιά παράδειγμα. φυσιο­ λόγοι κ. νά συνενώνει αύτό πού κιν­ δύνεψε έξαιτίας τής πράξης του νά διασπαστεΐ. ώνπερ καί τόν ουρανόν όλον).

Δέν πρόκειται. άπειλεΐται άκατάπαυτα άπό τήν παρανομία. . τής αρχής τής αταξίας. άλλά ή εγγύηση τής συμ­ βίωσης. 64 4 . τήν παίρνει ή αντί­ θετη ψυχή (τήν άρίστην ψυχήν ή τήν εναντίαν). ή άκατάληκτη πορεία τής ιστορίας. Απογυμνωμένο άπό τήν υπερβατικά θεμελιωμένη ήθική. ή τε­ ρατώδης διόγκωση τών σύγχρονων κοινωνιών βρί­ σκουν σ’ αύτή τήν άρχή μιά δύναμη αύτοελέγχου. ή καταστολή έπιβάλλεται σάν άναγκαϊο συμπλήρω­ μα.Βλ. Τό δίχτυ πού ρί­ χνουν οί νόμοι πάνω στούς πολίτες δέν είναι ό χιτώ­ νας του Νέσσου. άπό τόν όποιο ή πόλη ζητάει άπεγνωσμένα νά άπαλλαγεΐ.Η Μ ΑΓΝ Η ΣΙΑ 173 θάτερον . Γιά τούτο καί ή θεωρία τών ίδεών44 (Πολιτεία). ή άρνητικότητα του νόμου. είναι. ή ενσάρκωση καί ή θέσμιση τής βιαιότητας χαρίζουν στήν πολιτική ζωή τή θετικότητα καί τήν ελεγχόμενη ισορροπία της. Ή πρόζα τής καθημερι­ νής ζωής. γιά τήν άποκάλυψη ένός άρνητικοΰ παράγοντα πού φθείρει τήν κοινωνική ζωή καί τήν άναιρεϊ* ίσα ίσα.ΟβΓηβΙ. Ε τούτη ή άναλογία. Ό εμφύλιος πόλεμος άνάμεσα στόν λόγο καί στά πάθη (Πασκάλ) λήγει μονάχα δταν τό ξίφος του νικητή —ή δαμόκλειος σπάθη του νόμου— υψω­ θεί πάνω άπό τά κεφάλια τών πολιτών. συνάμα. Άφου μάταια ή τάξη τής πό­ λης προσπαθεί νά μιμηθεΐ τήν τάξη του σύμπαντος. Έ ξ ω άπό τή ρυθμισμένη βία καί τόν άπό κοινού παραδεδεγμένο τρόμο ή κοινωνία δέν μπορεΐ νά νοηθεί. άνωτ. κέντρο τής πλατωνικής πο­ λιτικής φιλοσοφίας. καθώς ή πόλη. Τό σύμπαν κυβερνιέται άπό τήν άριστη ψυχή πού απει­ λείται αδιάκοπα άπό τήν κάκιστη. Γνωρίζοντας σέ βάθος τό σχίσμα πού κυριαρχεί άνάμεσα στούς πολίτες. κλειδί του κάθε λογής καταναγκασμού. κυβερνείο τών νόμων. ενθ. ή όψιμη πλατωνική φι­ λοσοφία στό μόνο πού καταλήγει είναι ή ύποταγή τής ήθικής στήν πολιτική. τήν εισαγωγή τών Όΐβδ . τό κράτος δικαίου μονάχα σάν κράτος τής εννομης βίας καί του θεσμισμένου τρόμου μπορεΐ νά νοηθεί. δμως. προσπαθώντας ταυτόχρονα νά εδραιώσει τό κράτος δικαίου μέ τήν υπαγωγή τής πολιτικής στήν ήθική.

τόν λόγο. .174 ΣΩΚΡΑΤΗΣ . τόν Θεό καί τήν τάξη. μονάχα σάν άπολογητικές θε­ ωρίες μπορούν νά νοηθούν. Απολογία μιας φιλοσο­ φίας πού στηρίζει τήν ένότητα.Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΠΟΤ ΑΤΤΟΚΤΟΝΕΙ πως καί ή θεοκρατία. τής διάσπασης. ένάντια στον άνοικονόμητο πλούτο τών φαινομένων τής ταραχής. τής διασπορας. τής άναρχίας καί του άλογου.

............................................................ Ή συμπαντική τάξη ..................................................................... ....................................... · Ό πολίτης ε ρ ω ς ........................................................... 126 130 136 146 154 159 .................... Οί ιδέες ............ Ή μείξη ................................ 'Η γνώση είναι (ή) ήθική ......................... Μιά εξόριστη τέχνη .... Ή κοινοκτημοσύνη. Φύσει καί θ έ σ ε ι.......................................... Τό παντελώς ον .............Π Ε Ρ ΙΕ Χ Ο Μ Ε Ν Α Μ έ ρ ο ς π ρ ώ τ ο : Η Η ΑΙΟ ΤΠ Ο ΛΗ Στό δεσμωτήριο .......... Ή τριχοτόμηση τής ψυχής .... Τά ενά ντια ...................................................................................................... ................................................................................. ' Η τροφοδοσία ...................................................................................................................................................................................................... Καλλικλής καί Γύγης ....................... Τό μεταφυσικό δικαστήριο ................................. .................................................................................................................. Ό όνοματουργός ....................................................... Ή έργοδοσία ............................. Οί φύλακες ............................. Ή αναθεώρηση ....... Ή θεοκρατία ........................... Ή ένάς ............................................................................ Τό πρωτείο τής γνώσης .......... .............................. Ό Κλεινίας .......... Οί δεσμώτες του σπηλαίου ............ Ό χωρισμός ..... ' Η αρχαιρεσία............................... ' Η γυναίκα ........... ......................................... Μέρος δεύτερο: 14 21 24 28 33 4° 42 4^ 54 02 6γ ^6 8ι 85 9° 93 φ 99 103 109 1 15 ιι8 Η Μ Α Γ Ν Η Σ ΙΑ Ό μετα-νάστης .......

άλλά τήν άπατηλή παράκαμψη. έφηβοι καί άνέγγιχτες θυγατέρες πέφτουν ξέπνοοι σάν νά κατρακυλοΰν αθόρυβα άπό τόν ούρανό. Βρέφη καί διαλυμένα γερόντια. τούς βάζουν στά άθλια συρτάρια του ψυκτικοΰ νεκροθαλάμου. Κ αί ό άνά τούς αιώνας ταξιδιώτης δέ βρίσκει που νά ξεκουράσει τόν ίσκιο του. νά μήν προσφέρει τόν ύπνο. . Τό μόνο πού γνωρίζει είναι νά μή δείχνει τό δρόμο. Όλόκληρος συγκροτεί ενα ζωτικό καί μεΐζον ψευδός. άλλά τό κρεβάτι. Μελλοντικός νεκρός ό καθένας μας. Τούς σηκώνουν άρον άρον καί τούς τραβούν στά νεκροτομεία. Περί μέθης Έξιστόρηση καί βίωση της μέθης Αύτό είναι τό σκάνδαλο γιά τό όποιο ό πολιτισμός δέν μπορεΐ νά κάνει καμιά σωτήρια σκέψη.ΚΩΣΤΗΣ Π ΑΠ ΑΓΙΩ ΡΓΗ Σ Ζώντες καί τεθνεώτες 'Ο νεκρός Παντού νεκροί καί πτώματα. νά δίνει βιβλία. δχι τήν άλήθεια. Ό λες τίς ώρες καί δλες τίς μέρες. κυκλοφορεί άνάμεσα σέ τωρινούς καί αβοήθητους νεκρούς. γιά νά τούς φυτέψουν τήν άλλη μέρα στήν νεκρούπολη τής ένορίας τους.

οχι μόνο έμειναν μόνιμη έστία μολύνσεως γιά τή ζωή του —γιατί στήν ούσία πότε δέν τούς ξεπέρασε— άλλά έπηρέασαν βαθύτατα τό έργο του. Ντοστογιέφσκι Βίος καί συγγραφή Εκείνοι οί θλιβεροί μήνες τών λογοτεχνικών σαλονιών. τό στέρνο.τ ι κρύβεις. Ό . Μόνο άν μέ μιά κίνηση άνεξήγητης βίας καλύψεις τό πρόσωπο. μολονότι συμπληρώνει αύτό πού άπομένει. Ή μνησικακία καί τό σύνδρομο τής «λογοτεχνικής έκδίκησης» πού τόν ταλάνιζαν ίσοβίως έκείνη τήν έποχή γεννήθηκαν* . ό άνθρωπος άφανίζεται. Τά χέρια. Τίποτα δέν αλλάζει. Τά πόδια. Ό άνθρωπος έξακολουθεΐ νά σου μιλάει. δλο τό κορμί κάτω άπό τό πιγούνι. δέν έχει καμιά ισοδυναμία μαζί του. Τήν κοιλιά.ΚΩΣΤΗΣ ΙΙΑ Π Α ΓΙΩ ΡΓΗ Σ Σιαμαία καί έτεροθαλη Έξομολογητικά καί αλλα κείμενα Πάρε τήν ολόσωμη φωτογραφία ένός ανθρώπου καί μέ τόν άντίχειρα — άν έχεις— άρχιζε νά καλύπτεις κάποια τμήματα του κορμιού του. δπου ό νεαρός Θεόδωρος έγινε βορά τών συναδέλφων του.

ξυλοδαρμοί Στούς ξυλοδαρμούς ό αντίπαλος είναι πριν απ’ δλα ενας παλιός γνώριμος. Οί σπασμωδικές κινήσεις. Συνεπώς. ενα γραφτό αφιερωμένο στούς ξυλοδαρμούς τό μόνο πού φιλοδοξεί είναι νά συνεχίσει κάποιες σκέψεις γιά τίς ανθρώπινες σχέσεις. Τίποτα περισσότερο. αύτό τό βιβλίο προσηλώνεται στά συμπτώματα τής ζηλοτυπίας. ή μανία τής έπίθεσης πού καμιά φορά ολοκληρώνεται σέ ανθρωποκτονία είναι πράγματα πού ό καθένας. ό θυμός πού συνδαυλίζεται καί κορώνει. τό στόμα πού χαλάει καί ασχημονεί. δηλαδή τή θορυβώδη παθολογία του.ΚΩΣΤΗΣ Π ΑΠ ΑΓΙΩ ΡΓΗ Σ 'Η κόκκινη άλεπού Μισανθρωπίας προλεγόμενα. Ό λα πάνω του θυμίζουν κάτι άπό τό παρελθόν. θέλοντας νά είναι ενα εύληπτο έγκόλπιο έρωτικών τραυμάτων καί μυκτηρισμών. "Ίμερος καί Κλινοπάλη Τό πάθος της ζηλοτυπίας ^ Περιγράφοντας τή βαθύτερη «υγεία» του έρωτικοΰ συναισθήματος. τά βρίσκει καταχωνιασμένα στήν καρδιά του. ακόμα κι άν εχει αγιάσει. .

φυσικά. Τ ί νά ένσαρκώνουν αύτοί οί πολεμιστές. τόν δημιουργό του έπους. πού άποπέμπει οριστικά άπό τόν έλληνικό κόσμο τόν έπικό ήρωα καί. .ΚΩΣΤΗΣ Π ΑΠ ΑΓΙΩ ΡΓΗ Σ Ή ομηρική μάχη Πόλεμος καί ήθη στήν Ίλιάδα Έφόσον δέν γνωρίζουμε τίποτα γιά τόν Όμηρο. Οί άξιες γεννιούνται πάντα μέσα στον κίνδυνο καί τόν πόλεμο. δπου. κατάπληκτος ό άναγνώστης. ή «Όμηρική μάχη» αναλαμβάνει νά περιγράφει τόν ομηρικό πολεμιστή σάν μιά άπό τίς πιό άκέραιες έμφανίσεις τής έλληνικής ψυχής. Τήν άπάντηση τή δίνει ό Πλάτωνας. Αναγνωρίζοντας μόνο στά πολεμικά ήθη τήν ομηρική αύθεντικότητα. άνακαλύπτει δτι ή «άρετή» καί τό «άγαθό» ταυτίζονται μέ τή δεινότητα στήν άνθρωποκτονία. κάθε σημερινή ανάγνωση τών έπών εϊναι φυσικό νά ασκεί κάποια βία πάνω στό κείμενο. προβάλλοντας δηλαδή τήν Ί λ ί ά 8 οί καί αποσιωπώντας τήν Ό δύ σσεία. Δέν εϊναι λοιπόν παράξενο πού τό επος — παρά τίς σφαγές καί τίς αιμοσταγείς άριστειες— παρουσιάζεται σάν ενα πολύπτυχο Εγχειρίδιο ήθους. πού διεπρέπουν μέ τό δόρυ στό χέρι.

δέν εχει καμιά ισοδυναμία μαζί του. δχι μόνο εμειναν μόνιμη έστία μολύνσεως γιά τή ζωή του —γιατί στήν ούσία πότε δέν τούς ξεπέρασε— άλλά έπηρέασαν βαθύτατα τό εργο του. τό στέρνο.τ ι κρύβεις. Τήν κοιλιά. Ό . Ή μνησικακία καί τό σύνδρομο τής «λογοτεχνικής έκδίκησης» πού τόν ταλάνιζαν ίσοβίως έκείνη τήν έποχή γεννήθηκαν. . Τά πόδια. Ό άνθρωπος εξακολουθεί νά σου μιλάει.ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ Σιαμαία καί έτεροθαλη Έξομολογητικά καί άλλα κείμενα Πάρε τήν ολόσωμη φωτογραφία ένός ανθρώπου καί μέ τόν άντίχειρα — άν εχεις— άρχιζε νά καλύπτεις κάποια τμήματα του κορμιού του. Βίος καί συγγραφή Ε κείνοι οί θλιβεροί μήνες τών λογοτεχνικών σαλονιών. Τίποτα δέν άλλάζει. Ντοστογιέφσκι. δλο τό κορμί κάτω άπό τό πιγούνι. Τά χέρια. ό άνθρωπος άφανίζεται. Μόνο άν μέ μιά κίνηση άνεξήγητης βίας καλύψεις τό πρόσωπο. δπου ό νεαρός Θεόδωρος εγινε βορά τών συναδέλφων του. μολονότι συμπληρώνει αύτό πού άπομένει.

Δέν διαψεύδει συνεπώς τόν τίτλο του αύτό τό βιβλίο. Ό συνάνθρωπος είναι ή χαρά καί ή λύπη του άνθρώπου. φόνων. Κινούμενο σέ μιά κλίμακα δπου ή θυσία είναι τό ενα άκρο καί ή έκδίκηση τό άλλο. έκδικήσεων άλλά καί ολόψυχων άφοσιώσεων ώς μυστικά τής συμπάθειας. κάθε αίσθημα συμπάθειας καλλιεργεί αύθορμήτως τή συνύπαρξη καί τήν ομοίωση ή τή διαφορά μέ τούς άλλους. πού μοιάζει υπεράνθρωπη άρετή. παρουσιάζοντας μιάν έκλεκτή σειρά άρνητικών παθών. .ΚΩΣΤΗΣ Π Α Π ΑΓΙΩ ΡΓΗ Σ Μυστικά της συμπάθειας Φιλαλληλία καί άρνηση Σέ άντίθεση μέ τήν άγάπη. ή συμπάθεια ταιριάζει άπολύτως στήν άνθρώπινη φύση.

Γ ιατί άποκαλοΰμε ενα λουλούδι ((σκυλάκι» ή «βρακί της χελώνας». αύτό τό πρωτόλειο κείμενο του Κωστη Παπαγιώργη δημοσιεύτηκε γιά πρώ­ τη φορά σέ δύο συνέχειες στό περιοδι­ κό Χώρα (1978.79 ) καί κυκλοφόρησε σέ βιβλίο άπό τίς εκδόσεις Νεφέλη (1980 ). Γ ιατί κάποιος «κρύβεται πίσω άπό τό δάχτυλό του» ή «πνίγεται σέ μιά κουταλιά νερό». Τό 1988 έπανεκδόθηκε άπό τόν Εξάντα καί τώρα κυκλοφορεί σέ αύτούσια καί οριστική μορφή μέ μόνη προσθήκη στον τίτλο: ΣΩΚΡΑΤΗΣ 'Ο νομοθέτης πού αύτοκτονεΐ. φιλία. πόλεμος. μισανθρωπία. νέκυς.ΚΩΣΤΗ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗ ΣΩΚΡΑΤΗΣ Ό νομοθέτης πού αύτοκτονεΐ Αφιερωμένο στήν ήθικο-πολιτική συγ­ κρότηση του πλατωνικού έργου. συμπά­ θεια) καί ανοίγει ενας νέος κύκλος αι­ σθητικών προβλημάτων. ξυλοδαρμοί. ζηλο­ τυπία. βιβλιοκλοπές. Μακέτα εξωφύλλου: Μαρία Κωνστανταχάχτ] Ι8ΒΝ 9 789600 308501 . μνησικακία. μέ πρώτο καί καλύτερο τή μεταφορά. Μέ τόν ΣΩΚΡΑΤΗ —τελευταίο καί ούσιαστικά πρώτο βιβλίο της σει­ ράς— κλείνει ενας κύκλος ήθικών ζη­ τημάτων (μέθη.

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful