Οι δε γίγαντες ήσαν επί της γης εν ταις ημέραις εκείναις.

και μετ' εκείνο, ως
αν εισεπoρεύovτo οι υιοί του Θεού προς τας θυγατέρας των ανθρώπων, και
εγεννώσαν εαυτοίς εκείνοι ήσαν οι γίγαντες οι απ' αιώνος, οι άνθρωποι οι
ονομαστοί.
(ΓΕΝΕΣΙΣ, στ', 4)

Εσύ, ετεροκίνητη μηδαμινότης
Εσύ που κατάπιες το Μίνωα
Εσύ, κύμα
Ξέπνοο και λιγωμένο
Γλύφεις στην αμμουδιά τα πόδια µου.

Νυχοπερπατούν οι Γίγαντες. Φοβούνται µην ξυπνήσουν τα
μικρά, τα μικρούτσικα τ' ανθρωπάκια που κοιμούνται. Τα
καμαρώνουν στον ύπνο τ' αδερφάκια τους. Μοιάζουν αγγελούδια
που ξέφυγαν από τον κήπο της παράδεισου κι αποκαμωμένα
έγειραν να ξαποστάσουν. Στα όνειρά τους, δε χωράνε στη μικρή
τους κλίνη. Είναι τρανοί, σαν και τους Γίγαντες που από θείο
σπόρο συλλαμβάνει η μήτρα της μάνας τους. Όταν ξυπνούν,
μεταμορφώνονται. Αναμετρούν το ύψος τους και η ζήλια
ζευγαρώνει µε το φθόνο στην καρδιά τους. Τότε, χύνονται κατά
μυριάδες και ζητούν να πιουν αίμα γιγαντίσιο. ''Αν δε φας θεριό, δε
θεριεύεις", αλαλάζουν πιστεύοντας πως η μεγαλοσύνη είναι ένα
μπόλι που πίνοντάς το θα μεγαλώσουν κάποτε. Θα πιουν το Θεό
που κυκλοφορεί στο αίμα του μεγάλου τους αδερφού και θα
γιγαντέψουν. Γι' αυτό οι Γίγαντες παραμένουν σιωπηλοί. Χτίζουν
τον κόσμο όπως τον βλέπει το Θείο μέσα από τα µάτια τους και
σωπαίνουν. Πιστεύουν-θέλουν να 'ναι αλήθεια- πως τα μικρά, τα
μικρούτσικα τ' ανθρωπάκια θα ξυπνήσουν κάποτε, θα τα θαμπώσει
η ομορφιά που θα δουν γύρω τους και η καρδιά τους θ' ανθίσει...

Η Βεργίνα, στέκεται στην πόρτα και περιμένει να φανεί ο
Καλλίμαχος. Τον ξεχωρίζει από μακριά, ανάμεσα στο μπουλούκι
που κατεβάζει το λεωφορείο της βάρδιας. "Πώς ξέρεις;" την
ρώτησε κάποτε η γειτόνισσα. "Μα, δε βλέπεις που λάμπει;" ήθελε
να της πει αλλά δεν τόλμησε. Φοβόταν να καταδείξει το
διαφορετικό του άντρα της. Τους διαφορετικούς τους σκοτώνουν.
Πέφτουν επάνω τους και τους κατασπαράζουν. Γι' αυτό,
σωπαίνει. "Είναι λίγο πιο ψηλός", της είπε µόνο. "Είναι
γίγαντας;" ρώτησε εκείνη και στα µάτια της έλαμψε περίεργα μια
φωτίτσα. Μια διψασμένη και κακιά φωτίτσα που την πάγωσε.
"Όχι, όχι", βιάστηκε. "Είναι λίγο ψηλός, αυτό είναι όλο". Η άλλη
την κοίταξε κι ένας ξεστρατισμένος σε χαμόγελο βρυχηθμός
προσπαθούσε να παραβιάσει τα χείλη της. "Στο εργοστάσιο, λένε
πως είναι γίγαντας", γρύλισε κι έφυγε. Η Βεργίνα έμειν' εκεί
μαρμαρωμένη. Ώστε λοιπόν, ξέρουν. Ξέρουν και καραδοκούν, µη
και πέσει, να τον κατασπαράξουν. Δε θα ξεφύγει λοιπόν τη
μοίρα του ο Καλλίμαχος; Να τον κρύψει; Σε ποια κρυψώνα θα
χωρέσει το σώμα τ' ατελείωτο. Με τι να καλύψει τη φωτιά που
βγαίνει απ' το κεφάλι του και ζώνει τρεις φορές τον κόσμο, μέχρι
ν' ανοιγοκλείσεις τα βλέφαρα; Πώς να κρύψεις κάποιον που δε
θέλει να κρυφτεί. Που, όταν βλέπει τον κίνδυνο μανιασμένο
ταύρο, πάει και του χαϊδεύει τον τράχηλο;. Τον πιάνει από τα
κέρατα. "Γεια σου, ήρθα", και προσπαθεί να τον εξημερώσει. Πού
να κρύψεις το θεριό ... Κάθεται τις νύχτες λουφαγμένη στα
σκεπάσματα και τον κοιτάει να στριφογυρίζει στο κρεβάτι του.
Δεν κοιμάται τα βράδια. Ο νους του δεν μπορεί να ησυχάσει και
το σώμα τον ακολουθεί στο ξενύχτι. Ένα σώμα φτιαγμένο να
υπηρετεί έναν αφέντη δύσκολο. Κι όταν στέκεται και κοιτάζει την
ανατολή, τι θαύμα είναι και τούτο! Σα να µην πατάν ε τα πόδια
του στη γη. Κι ο ήλιος, έρχεται και σχηματίζει έναν κύκλο γύρω
του.

Ένα φωτεινό κύκλο, που παίρνει τη θέση του κεφαλιού του ...
Κοιτάζει μέσα της. Εδώ κατοικεί ο μεγάλος έρωτας. Σιωπηλός,
σαν τη λάβα. Ήσυχος, σα Θεός σίγουρος. "Τι θηρίο
παντρεύτηκα!", αναρωτιέται ευτυχισμένη. Θυμάται την παιδική
τους ηλικία. Τότε που έτρεχαν στον κάμπο σαν αλογάκια
ανήξερα. Πόσο παράξενα ησύχαζαν όλα γύρω τους. Άναυδη η
ζωή και µε κομμένη την ανάσα κοίταζε τούτο το πρωτόγνωρο
συνταίριασα.
“Θα την φάει την περιστερούλα”, κλαψούρισε το σπουργιτάκι
στη μάνα του. Εκείνη κοίταζε ξέπνοη το θαύμα. Εν’ αητόπουλο
γλυκοτιτιβίζει σαν αηδονάκι τη χαρά του. Μια άβγαλτη περιστέρα
τρέχει και γουργουρίζει δίπλα του.
“Άλλο πάλι και τούτο. Είναι ερωτευμένοι”, θαύμασε. “Είναι
ερωτευμένοι και δεν κατέχουν ακόμα τα λόγια να το πουν. Δε θα
την φάει, την αγαπά”.
“Τι θα πει αυτό”; απόρησε το σπουργιτάκι, αλλά η μάνα του
είχε πετάξει κοντά στο ζευγάρι του έρωτα.
“Την αγαπάς”, του ψιθύρισε στ' αυτί. “Πες της το. Κι αυτή σ'
αγαπάει”, συμπλήρωσε κι έφυγε προτού προλάβουν να την δούνε.
Εκείνος, ένιωσε κάτι να βράζε ι στο στήθος και ν' ανεβαίνει
στο κεφάλι αφήνοντας έναν κόμπο στο λαιμό του. Μια γλυκιά
βραχνάδα του πότισε τη φωνή.
“Σ' αγαπώ”, ψέλλισε.
“Κι εγώ σ' αγαπώ”, απάντησε εκείνη. Κι ως δια μαγείας
έμαθαν ξαφνικά όλο το λεξιλόγιο του έρωτα. Λες και υπήρχε
κοιμισμένο μέσα τους και κάποιος ψίθυρος στ' αυτί το ξύπνησε.
Κάποια φωνούλα σπουργιτιού έφτασε να σημάνει το ξεκίνημα.
“Χι-χι, τώρα ξέρουν”, τιτίβισε η σπουργιτίνα. “Εσύ να µην
ερωτευτείς αϊτό”, συννέφιασε και σκέπασε ανήσυχα µε τις
φτερούγες την κορούλα της. “Εσύ να πάρεις νοικοκύρη, σαν και
τον πατέρα σου”.
“Τι όμορφη που είσαι”, της είχε πει μια φορά ο Καλλίμαχος,
όταν την είδε να καθρεφτίζεται στα ήσυχα καλοκαιρινά νερά του
ποταμιού, εκεί που συνήθιζαν να περνάνε τις μεγάλες ημέρες της

τρυφερής τους νιότης. “Τι ήσυχη που είναι η ομορφιά σου.
Ήσυχη και δροσερή σαν τα νερά του ποταμιού”.
“Κι εσύ είσαι σαν το ποτάμι”, απάντησε η Βεργίνα. “Όμορφος
και δυνατός σαν το χειμωνιάτικο ποτάμι. Ξύπνησες την τρικυμία
μέσα µου”.
Σήμερα, δεν τον είδε να κατεβαίνει απ' το λεωφορείο της
βάρδιας. Ανησύχησε. Υπερωρίες δεν έκανε. “Μας φτάνουν τα
λεφτά για τη ζωή που επιλέξαμε”, έλεγε.
“Τον έχουν στο νοσοκομείο”, της είπαν οι άλλοι. Ποιος μπορεί
να "έχει" τον Καλλίμαχο. Μια ζωή µακρινός, δικός του. Τον
αγγίζεις και σου καίει τα δάχτυλα. Τον κοιτάς, και τα µάτια σου
σβήνουν. Ποιο νοσοκομείο μπορεί να τον κρατήσει.
“Η μέση του πονάει”, συνέχισαν.
Η μέση του! Πάντα πάνω της, σαν κεραυνοί πέφτανε κι
εξοστρακίζονταν οι δυνάμεις που θέλανε να τον ρίξουν. Σ' αυτή
την ευθυτενή υπόσταση. Κι όταν δεν τα κατάφερναν µε τη
δύναµη, προσπαθούσαν µ' άλλα μέσα να τον καταφέρουν να
λυγίσει τη μέση του σε υπόκλιση.
“Θα σε κάνουμε προϊστάμενο”, του έλεγαν, ξέροντας πως η
μέση τότε γίνεται τρυφερή, ευλύγιστη, εύπλαστη.
“Θα χάσετε έναν καλό εργάτη και θα κερδίσετε
έναν κακό προϊστάμενο”, τους περιφρονούσε.
Η Βεργίνα, πήγε στο νοσοκομείο να τον αναζητήσει. "Έφυγε",
της είπαν, όπως περίμενε να της πουν. Πήρε το δρόμο για την
παραλία.
Ήξερε πού θα τον εύρισκε...

Ο

Ήλιος, ταλαντεύτηκε απελπισμένος πάνω από την
εργατούπολη των Άσπρων Σπιτιών. Τσούζανε τα µάτια του,
που το πρωί ήθελε να κάνει το παλικαράκι και δεν τα έκλεισε
-όπως συνήθιζε- καθώς βγήκε πάνω απ' το εργοστάσιο. Πίστεψε
και κείνο τον συνδικαλιστή του κερατά που, "αν δεν είδες το
εργοστάσιο από ψηλά, δεν είδες τίποτε". Από αύριο θα τους έχει
χεσμένους τους συνδικαλιστές. Θα ξημερώνει µόνο για
διευθυντές. Αυτοί του το 'χανε πει: "Να 'χεις τα µάτια σου
κλειστά. Όσο έχεις τα µάτια σου κλειστά, περνάς καλά".
“Γι' αυτούς ξημέρωνες πάντα”, γρύλισε ο εριστικός
συνδικαλιστής.
“Πώς γι' αυτούς; ανέτειλα πάντα επί δικαίων και αδίκων”,
πειράχτηκε κι έτριβε συνεχώς τα µάτια του.
“Μόνον επί αδίκων”, τον σκότωσε ο άπονος εργατοπατέρας.
Τώρα
μεσουρανεί
επί
ώρες.
Ξεχάστηκε
κιόλας
κρυφακούγοντας τις αργόσχολες κυρίες να εκθειάζουν τις αρετές
και τη δύναµη των συζύγων τους στους πρωινούς εραστές.
Μετεωρίζεται τώρα, αναποφάσιστος. Κατά πού να πέφτει η δύση;
Δεξιά ή αριστερά;
“Ανάλογα µε το που στέκεσαι”, του είπε λοξά ο εκδικητικός
συνομιλητής του.
“Στη μέση στέκομαι” ... έκανε ν' αρχίσει ο Πανεπίσκοπος.
“Όπως όλοι οι ψόφιοι”, τον έκοψε ο άλλος. “Τους παλικαράδες
θα τους βρεις στις άκρες”.
Πείσμωσε.
“Θα μείνω εδώ μέχρι αύριο. Θα στηθώ κατά γη εργοστασίου
και δεν το κουνάω ρούπι. Εδώ στη μέση θα κάθομαι κι άμα σου
βαστάει κοίταξέ µε στα µάτια, παλικαράκι µου”.
Ατάραχος ο αυτοδιορισθείς, άκοντος εκείνου, εκπρόσωπος του
Λένιν επί της γης, φόρεσε τα µαύρα του γυαλιά, δώρο της
Γαλλικής ομοσπονδίας συνδικάτων, που έκανε βίζιτα πέρσι στο
εργοστάσιο και τον κοίταξε πονηρά.

“Η αποστολή εξετελέσθη. Η σημερινή αργία θα κρατήσει επί
διήμερο”, κοκορεύτηκε ο πονηρός συνδικαλιστής. Κέρδισε το
στοίχημα πως δε χρειαζόταν και ιδιαίτερη εξυπνάδα για τις
εργατικές κατακτήσεις. Ούτε απεργίες και κόντρες µε τη
διεύθυνση. Μόνο πρακτικό μυαλό.
Αρκεί να μπορείς να σταματάς τον ήλιο ...

Ο Φωτοκράτωρ, προσπαθούσε πεισματάρικα να κρατήσει τα
µάτια του ανοιχτά. Άκουσε τον υπερφίαλο και κοντόφθαλμο
συνδικαλιστή να κοκορεύεται και του την έστησε στη γωνία.
“Να σε δούμε γυαλάκια άμα σου ριχτούν οι βαρδιάνοι που θα
δουλέψουν διπλοβάρδια. Τότε να δούμε τον κώλο σου”,
βροντοφώναξε οργίλος, µη μπορώντας να κρατήσει τους κανόνες
μιας ευπρεπούς συνομιλίας. Έκανε ένα δεύτερο γύρο πάνω από
την πόλη εργατών τε και διευθυντών. “Τι ιδέα πάλι και
τούτη. Ποιο άρρωστο μυαλό σκέφτηκε να φτιάξει μια πολίχνη
µόνο για τους εργαζόμενους στο εργοστάσιο και τους ανακάτεψε
όλους εκεί, μέσα στον ίδιο το χώρο, να κουβαλάνε στη ράχη τους
τίτλους και υπότιτλους της ιεραρχικής δομής του εργοστασίου,
έτσι που να µην μπορούν να ξεχνούν ούτε στιγμή τη μοίρα τους.
Απ' εδώ οι διευθυντές, απ' εκεί οι κοντρομέτρηδες και οι
σουρβεγιαναίοι, επιστάτες µε τους Γαλλικούς ελληνοπροσαρμοσμένου ς τίτλους τους και παρά πέρα οι εργάτες
χωρισμένοι σε απλούς και υπεύθυνους ουβριέδες. Τα μεγάλα
εργοστάσια πρέπει να γίνονται στις παρυφές των μεγαλουπόλεων.
Να μπορούν οι εργάτες να χάνονται μέσα τους. Να κρύβονται στα
έγκατά τους και να ονειρεύονται. Ν' αφήνονται σίγουροι στη
ράχη των ατίθασων ονειροσυρμών, που χωρίς ράγες, τους
περιδιαβάζουν στο σύμπαν και το κατακτούν, χωρίς να είναι
υποχρεωμένοι να μετρούν το έχει της τρύπιας τους τσέπη ς και το
μέγεθος της ευτελούς τους ύπαρξης. Πάντα, κατά το τρέχον
σύστημα αξιολόγησης του ειδεχθούς "έχειν"”.

“Τι δουλειά κάνετε στο εργοστάσιο”;
“Προϊστάμενος”! Και να τους πιστεύουν οι άλλοι, ελπίζοντας
πως και η δική τους η ονειροπόληση θα γίνει αποδεκτή.
“Πλάκα έχουνε”, χιχίρισε. “Πλάκα έχουνε όταν νομίζουν πως
δεν τους βλέπει κανείς. Κοιτάνε γύρω τους στα τέσσερα σημεία
του ορίζοντα, µα ποτέ προς τα πάνω. Το να κοιτάς ψηλά είναι'
επικίνδυνο. Η απεραντοσύνη πλάθει παράξενα το μυαλό σου και
του βάνει ιδέες αλλόκοτες και δημιουργεί κενά µε την ανάγκη της
πλήρωσης να κολυμπάει μέσα τους. Ψάχνεις μετά, να βρεις Θεούς
να τα γεμίσουν. Τα φουσκώνεις αέρα και πάει, χάθηκες”.
Το κατευχαριστιέται που γι' αυτόν δεν υπάρχει ψηλότερα. Άντε
να γίνεις θρήσκος σε τέτοια ηλικία. Πολύ του αρέσει έτσι που τα
βλέπει από τη μεριά του, έτσι μικρά - μικρούτσικα ανθρωπάκια
που φαντάζουν από ψηλά.
“Τα χρυσούλια µου. Πού μαζευτήκανε όλοι ετούτοι οι
διαφορετικοί”;
Όλα τα Ελληνικά φύλα κι όλες οι μειονότητες δηλώνουν εδώ
καθημερινά την αποντική τους παρουσία, νοσταλγώντας τις
ιδιαίτερες πατρίδες που τους έδιωξαν ή, που δεν είχαν χώρο να
τους κρατήσουν. Και οι φθονεροί αυτόχθονες θησαυρίζουν ,
πουλώντας στη διπλάσια τιμή, γαύρο, κοντοσούβλι και χώρο σε
στρέμματα να βάλεις τα όνειρά σου να κοιμηθούν, ή να
πεθάνουν.
Εδώ ήρθαν κι Έλληνες της διασποράς από την Αίγυπτο.
Ήρθαν τότε που ο Νάσερ ξεκίνησε τη μάταιη σταυροφορία να
ηγηθεί των ενωμένων Αράβων. Όταν κατάλαβε πως οι Άραβες το
µόνο που μπορούσαν να κάνουν καλά ήταν να διαιρούνται σε
μικρά κομμάτια, ήταν πια αργά. Είχε διώξει από τη χώρα του
όλους όσους την κράταγαν ζωντανή. Σήμερα ζουν, όπως και
άλλοι λαοί, µε την ανάμνηση της αρχαίας τους αίγλης. Οι
Αιγυπτιώτες κατέληξαν εδώ ύστερα από μια αποκαρδιωτική
επίσκεψη στα νησιά του Αιγαίου που γέννησαν τους πειρατές
παππούδες τους. Συνάντησαν τις άγριες όψεις των µακρινών
συγγενών που φαντάστηκαν πως οι άμοιροι πρόσφυγες, ήρθαν να

πάρουν πίσω τα βράχια που τους ανήκαν κι ανησύχησαν.
“Σήμερα δεν υπάρχουν βράχια περίσσευμα στο Αιγαίο”,
τους μήνυσαν. Και να φύγουν, που ήρθαν και ζητάνε
κληρονομιές τώρα πίσω-πίσω. “Δεν υπάρχει τίποτε. Πουλήθηκαν
όλα σε τιμή ευκαιρίας στους Γερμανούς νεοάποικους.
Πενταροδεκάρες πήραμε. Τις φάγαμε. Φευγάτε, το τίποτε δε
μοιράζεται. Το κρατάει ο καθένας για τον εαυτό του. Ολόκληρο”.
Κι ήρθαν εδώ και δημιούργησαν μια κοινωνία φοβερή, έτσι
που κανένας νεόκοπος κυβερνήτης ή σφετεριστής κτηματίας να
µην μπορεί να τους εκδιώξει.
Να 'χουν αυτοί το πάνω χέρι.

“Περνάς καλά”; ρωτάει τον ευτραφέστατο Ιλυριόφωνο που
ασχολείται µε την εμπορία των σκουπιδιών του εργοστασίου.
Εκείνος, τον κοιτάει προσπαθώντας να μαντέψει την ιεραρχική
του θέση στο εργοστάσιο για να κανονίσει το ανάλογο ύφος και
την πρέπουσα απάντηση. Μη μπορώντας όμως να διακρίνει το
συνομιλητή του απ' το θάμπωμα, επιστράτευσε, έτσι για να 'ναι
μέσα, την παράσταση για τ' ανώτερα κλιμάκια.
“Δόξα να 'χει η Αγία Πισινέ που 'κανε το εργοστάσιο και
µας έσωσε. Προεταιρικώς, είχαμε στο χωριό µας δυο χιλιάδες
νοματαίους και πέντε χιλιάδες γαϊδουρομούλαρα. Τώρα
είμαστε τέσσερις χιλιάδες. Φάγαμε καλά και τη δύναμή µας, τη
βάλαμε σπόρο στις γυναίκες µας. Γιγάντεψε μέσα τους κι
έβγαλε παιδιά σερνικά, να τους αφήσουμε το βιος και το πόστο
µας στο εργοστάσιο. Και τα ζωντανά µας, τα κάναμε κούρσες
κι αγροτικά. Είμαστε καλοί δουλευτάδες. Οχτώ ώρες στο
εργοστάσιο κι άλλες οχτώ στα χωράφια και τις ελιές µας. Και
τις απεργίες, δεν τις θέλουμε. Αν δε µας αφήσουν οι εργάτες
που κλείνουν την πύλη εκείνες τις αποφράδες ημέρες να
μπούμε στο εργοστάσιο, δουλεύουμε δεκάξι ώρες στις ελιές
µας. Είμαστε νοικοκυραίοι εμείς. Είμαστε βιομηχανικοί
αγρότες. Να περάσετε να σας φιλέ ψουμε κανένα βραδάκι. Είστε
καινούριος μηχανικός”;
Δεν απάντησε αμέσως, ο Δροσοπότης. Του γαργάλησε τη
διάθεση για πειράγματα ο πονηρός Αρβανίτης. Ήθελε διακαώς να
του θυμίσει τα παλιά δημοσιεύματα των εφημερίδων για τις
επιδράσεις των αναθυμιάσεων του εργοστασίου στους άρρενες
της γύρω περιοχής. Θυμήθηκε το ανέκδοτο που οι εραστές,
περίμεναν ν' ακούσουν το κορνάρισμα των οδηγών της βάρδιας,
σημάδι ότι επιστρέφουν οι νόμιμοι σύζυγοι, για να φύγουν
από τα κρεβάτια του παράνομου έρωτα.
“Κατανοώ αυτή την αύξηση του πληθυσμού”, είπε και η
ειρωνεία έλαμψε γύρω του. Η διεύθυνση υποχρεώνει ακόμα τους

οδηγούς της βάρδιας να κορνάρουν μπαίνοντας στο χωριό;
“Είστε μηχανικός”; επέμενε ο κοκκινωπός γέροντας.
“Όχι δεν εργάζομαι εδώ, είμαι περαστικός”,, τον ελευθέρωσε ο
Φωτοδότης, έτσι για να μπορεί να εκφραστεί άνετα. Να µην τον
ζορίζει το θέμα της ιεραρχίας.
“Ε άει κίχου λοιπόν”! πήρε την πληρωμή του σε ΕλληνοΙλυριανή διάλεκτο, που αν και δεν ήξερε τη μετάφραση, το ύφος
του γέροντα δεν άφηνε καμιά αμφιβολία για την προτροπή της
φράσης σε ακατονόμαστες ακολασίες.

Α

“ πό Θεού άρξασθαι”, σκέπτεται ο Θεόπτης. “Ας
επιθεωρήσουμε την αριστοκρατία και μετά ρίχνουμε μια ματιά και
στην πλέμπα”. Κοιτάει κατά το λιμανάκι της Αφροδίτης. “Εδώ,
μένουνε οι Γάλλοι που χτίσανε το εργοστάσιο”, προσπαθεί να
θυμηθεί. "Εξαίρετοι άνθρωποι, ευγενείς κύριοι. Εκπεπτωκότα
στελέχη της Πολυεθνικής -καλοί για την ανατολή, όπως έλεγε ο
Κυριάκος- που εξέτιαν εδώ την ποινή τους. Κι εκείνες οι κομψές
Γαλλιδούλες, Θεέ µου συγχώρα µε”, ανατρίχιασε φευγαλέα ο
Πανσπερμίων κι ένιωσε την αρχέγονη διάθεση για γονιμοποίηση να
του φουσκώνει τα σωθικά. Θυμήθηκε όμως την έκβαση κάποιας
παλιότερης απερισκεψίας η οποία του χάρισε ένα γιο, που ηνιοχών,
κόντεψε αλλού να κατακάψει κι αλλού να παγώσει το σύμπαν και
συμμάζεψε τις ορμές του αφήνοντάς τες να φωτίζουν τον κόσμο,
χωρίς να τεκνοποιούν.
“Με καταδίκασαν να ζω στον παράδεισο”, έλεγε ο Ανρύ
αγναντεύοντας τα κύματα απ' το παράθυρό του. Ο "παράδεισός του",
ήταν στον ιστορικό πυθμένα του κόλπου. Και οι βουτιές του για τον
αγωγό των αποβλήτων συχνές-πυκνές. Και τι περίεργα πραγματάκια
έβρισκε εκεί τριγύρω!!! ...
“Ας είναι! Το σημαντικό είναι να φέρνεις στο φως τις αρχαίες
πατημασιές, σ' όποιο φως κι αν εκτίθενται τώρα”, αντιπαρήλθε ο
Πανέκλαµπρος. Ύστερα, ανέλαβαν τον αγωγό άλλοι. Ήρθε ο
Κουστώ και διόρθωσε τους ερασιτεχνισμούς του παλαβιάρη του
Ανρύ.
“Ήμουν κι εγώ στο χτίσιμο του εργοστασίου”, του 'χε πει ένας
τρατάρης από τη Σαλαμίνα. “Χριστέ µου, τι ψάρι τότε. Γεμίζαμε
μπουκάλια µε σκόνη ασβέστη και τα πετάγαμε στη θάλασσα.
Καλύτερο κι από δυναμίτη”.
Κοιτάει τις αυλές. Εντοπίζει έναν ευτραφή ψηλό, που ξύνει
νωχελικά την πατούσα του, ξαπλωμένος στην πολυθρόνα που
συνήθιζε να κάθεται εκείνος ο χαριτωμένος Γάλλος τεχνικός,
έχοντας στα πόδια του τη νοστιμούλα φιλεναδίτσα του. "Ψυχή µου,
αυτές οι Γαλλιδούλες", ξαναμάρτησε ο lλαρός.
“Είσθε συγγενής του ιδιοκτήτη”; ρώτησε στα Γαλλικά. Ο
χοντρός, διέκοψε την ενδιαφέρουσα εντρύφηση στην πατούσα του

και τον κοίταξε, φέρνοντας ανάστροφη την παλάμη στα µάτια του
χωρίς να μιλήσει.
“Είσθε Γάλλος”; ξαναρώτησε, χωρίς να πάρει απάντηση από την
άλλη πτέρυγα των διαβουλεύσεων.
“Ομιλείτε Γαλλικά”; επέμενε ο Λαμπρός.
“Α votre service monsieur”! πετάχτηκε ορθός ο ποδεντρυφητής
και γονάτισε αμέσως µε σκυφτό το κεφάλι, συντετριμμένος για
την ύπαρξή του, όταν κατάλαβε πως ο συνομιλητή ς του
απηύθυνε το λόγο στη μητρική γλώσσα των ιπποτών, που
διοικούσαν το χώρο πριν μερικά χρόνια.
“Είσθε Γάλλος λοιπόν”;
“Α votre service monsieur”, επέμενε στις απόψεις του ο
χοντρός.
Τον περιεργάστηκε καλύτερα. Δεν μπορεί, αυτό το ειδεχθές
παχύδερμο, που σκαλίζει µε το δάχτυλο τις βρομιές από την
πατούσα του, ν' ανήκει στο χώρο των ευγενών κυρίων µε το
καταλυτικό 'de' να προηγείται του ονόματός των. "De mpori",
απεφάνθη.
“Δεν ξέρεις άλλο τίποτε στα Γαλλικά”, ρώτησε τώρα στη
γλώσσα του, προσπαθώντας να μιμηθεί την προφορά των
ιθαγενών.
“Α votre service monsieur! D'accord, d'accord”!
Ακολούθησε μια σιγή αμηχανίας που συνοδεύτηκε από
προσεκτικό ανασήκωμα του κεφαλιού, κλείσιμο του ενός ματιού
και μισάνοιγμα ή μισοκλείσιμο του αλλουνού. Ενδελεχής
εξέταση. Ανασύνταξη.
“Έλληνας είσαι ρε”;
“Που είναι οι Γάλλοι”; απόρησε ο Μέγας.
“Οι Γάλλοι φύγανε. Έγινε 'Έλληνοποίησις της διοικήσεως.
Μόνον ο διευθυντής έμεινε”, τον ενημέρωσε µε δυσφορία και
ξανάκατσε νωχελικά, δείχνοντάς πως τέλειωσε η συνέντευξη και
να ξεκουμπιστεί και άει σιχτίρ, που του θύμισε εκείνη την εποχή
που κόντεψε να πάθει αγκύλωση η μέση του από τις υποκλίσεις.
Του θύμισε έντονα και το Γιάννη, που ζήλευε για τις γνωριμίες

του µε τους Γάλλους και τον κορόιδευε. "Ξέρετε Γαλλικά;
Βεβαίως, ξέρω όλη τη γλώσσα, όπως ο Κυριάκος". Κι έκανε
υπόκλιση τεντώνοντας κωμικά τα οπίσθιά του. ''Α votre service
monsieur. Στις υπηρεσίες σας κύριε. Άμα ξέρεις αυτά, τα ξέρεις
όλα". Ο Γιάννης, είχε για πρωινή του ασχολία τις χαιρετούρες µε
τους Γαλάτες. Έμπαινε στην τουαλέτα κι έβγαινε χωρίς να πλένει
τα χέρια του. "Ούτε κι αυτοί πλένονται, αρώματα βάζουν".
Στηνόταν ύστερα στο πέρασμα κι αντάλλασσε χειραψίες.
“Πώς είσθε”;
“Tres bien merci”.
Δεν τους χώνευε. “Για Γάλλους; καθαρά είναι”, έλεγε.
Την έπαθε όμως. Κι ο Κυριάκος ήτανε μπροστά. Το 'βλεπε κι
αναγάλλιαζε η καρδούλα του. Έβαφε τη βάρκα του στην παραλία
και τα χέρια του ήτανε βουτηγμένα στο νέφτι. Κάποια στιγμή
ένιωσε έντονη την ανάγκη να ξυστεί στο βρακί του, από μέσα.
Και ξύστηκε χωρίς να πλύνει τα χέρια του. Πετάχτηκε μέχρι
πάνω. Μπήκε στη θάλασσα όπως ήταν µε τα ρούχα.
Ανακουφίστηκε. Κάθε που πήγαινε να βγει όμως, ξανάρχιζε η
φαγούρα. Κι ο Κυριάκος εκεί, να τον βλέπει και να ξεραίνεται
στα γέλια. "Να έρθω να σου πλύνω τον ποπό σου, Γιαννάκη µου;"
τον
πείραζε.
“Το φαΐ είναι έτοιμο, Γιαννάκη”, φώναζε η μάνα του κάθε λίγο.
Αλλά ο Γιαννάκης, δεν τόλμαγε να βγει από τη Θάλασσα ... Απ'
εκείνη τη μέρα, άρχισε να πλένει τα χέρια του κι έκοψε τις
χαιρετούρες µε τους Γάλλους. Δεν είχε νόημα πλέον η
διαδικασία, µε καθαρά τα χέρια.
“Λοιπόν, a bientôt”, χαιρέτησε ο Γλωσσολάλος.
“Στα τσακίδια”, γρύλισε ο χοντρός κοιτάζοντας το Μέγιστο µε
την άκρη του ματιού του.

“Τι επαγγέλλεσθε”;
“Γάλλος”!

Οι αλλοδαποί, που καταδέχονταν να ζήσουν στην περιοχή,
δεν υποχρεούνταν σε επαγγελματική εκπαίδευση. Αρκούσε η
ευγενής ευρωπαϊκή τους καταγωγή. Θυμάται τις πρώτες μέρες της
ελεύσεώς τους, ο Ευρώλαμπρος. Τι κοσμοϊστορικές αλλαγές
επέφερε η παρουσία τους! Τα μαγειριά, έγιναν εστιατόρια. Οι
πλίθινες καλύβες, διαμερίσματα για νοίκιασμα. Οι ψαράδες και οι
αγρότες, αφήσανε τα καΐκια και τ' αμπέλια να ρημάξουν και
γίνανε βιομηχανικοί εργάτες. Οι κυράδες, οικιακοί βοηθοί κι
έπαψαν πια ν' ασβεστώνουν τις αυλές και να τις στολίζουν µε
λουλακί γλάστρες. Η Ασημούλα, έγινε Συλβί και δεν ξανακοίταξε
τον Πάνο. Η "βίλα της χαράς", έπαψε πια να είναι ιερό της
πάνδημης Αφροδίτης κι έγινε διευθυντικό μέγαρο. Άλλες αλλαγές
γίνανε µε το χρόνο και πρόλαβαν οι κάτοικοι να τις
συνειδητοποιήσουν, άλλες γίνανε γρήγορα και ούτε που τις
πληροφορήθηκαν. Οι ναύτες από τα πλοία που κουβαλούσαν
βωξίτη στην αλλοδαπή δεν είχαν καιρό διαθέσιμο για ενημέρωση.
Άλλες ανάγκες, επείγουσες, είχαν χρεία μέριμνας, όταν έφταναν
στο λιμάνι. Έτρεχαν κατά ομάδες στη γνωστή τους βίλα και η
χαρά ήταν όλη δική τους.
“Φέρανε Γαλλίδες”, άστραψαν τα µάτια του Βασίλη, καθώς
είδε την Ευρωπαία οικιακή βοηθό της κυρίας διευθυντού ν'
ανοίγει και να του χαμογελάει στα Γαλλικά. “Φέρανε Γαλλίδες
ρε”, φώναξε στους άλλους που, στη λαχτάρα του να φτάσει
πρώτος, τους είχε αφήσει πίσω. Μέχρι να φτάσει η νεοσύστατη
αστυνομία να αποκαταστήσει την τάξη, οι ναύτες το χάρηκαν.
Και η οικιακή βοηθός, όπως φαινόταν από το λιγωμένο βλέμμα
της, το χάρηκε κι αυτή. Η κυρία, της απαγόρευσε πλέον ρητά ν'
ανοίγει
την πόρτα.
Στο εξής, θα την άνοιγε μόνη της…

“Ουφ! Ανθρώπους και κτήνη σώζοις Κύριε”, αναστέναξε ο
Ζωοδότης.. Ας ρίξουμε μια ματιά και στον εγχώριο πληθυσμό. Κι
άφησε τις παιχνιδιάρες ακτίνες του να εισχωρήσουν παντού και
να ψαύσουν τα πάντα.
“Τα θέλω όλα”, τις ορμήνεψε, κι αυτές οργίασαν, οι
αλανιάρες.

Η Φρόσω, καρφωμένη στην τηλεόραση νυστάζει απ' το πρωί
σήμερα. Έχει το χέρι στο βρακί της και ξύνεται στο ρυθμό της
μουσικής. Τα μαλλιά της, λιγδωμένα, έχουν ξεφύγει από την
πάλαι ποτέ άσπρη κορδέλα τους. Απλώνει που και που το χέρι
της, πιάνει ξερά σύκα και τα μασουλάει νωχελικά. Λαθεύει καμιά
φορά στο χέρι, δεν έχει όμως το κουράγιο να το αφήσει, το φέρνει
μέχρι τη μύτη της, το μυρίζει κι αν περάσει χοντρικά τον έλεγχο,
το βάζει στο στόμα της. Θέλει από ώρα να σηκωθεί ν' αλλάξει το
μωρό που φωνάζει, βαριέται όμως και το έργο στο βίντεο δε λέει
να την ελευθερώσει τελειώνοντας. Σήμερα έκατσε και μέτρησε τα
φεγγάρια που την αναστάτωσαν τελευταία και τα βρήκε
απελπιστικά λίγα. Είναι και τούτη η άνοιξη που δεν της έφερε
μηνύματα. Περίμενε τον Απρίλη, το Μάρτη τον συγχώρεσε,
ήτανε μουδιασμένος, χειμωνιάτικος, να της χαϊδέψει τις αισθήσεις
µε τα λουλουδένια του χέρια. Περίμενε να μεθύσει. Σα να πέρασε
ολόκληρη η ζωή από πάνω της, καθώς προσπαθεί να θυμηθεί το
τελευταίο της ανοιξιάτικο μεθύσι. Και τώρα βλέπει το Μάη να
έρχεται µε σκυμμένο το κεφάλι. Τίποτε. Κι αυτός εξωμότης.
“Άμα µας ξεχνάς, σε ξεχνάμε” και, “ρώτα το μαγικό σου
καθρέφτη”, της είπε.
“Τον έσπασα”, κλάφτηκε. “Τον έσπασα πέρσι που µου 'δειχνε
άλλες στο γυαλί του”, και την πήραν τα δάκρυα.
“Ρώτα τούτο το γυαλί”, σάρκασε ο Ανθηρός δείχνοντάς της
την τηλεόραση. Της τρύπησε τ' αυτί το γέλιο του. Μάζεψε όση
ικμάδα της απέμενε στο σώμα και το νου και σηκώθηκε. Πάτησε
το κουμπί και την έσβησε. Θα την έσπαγε! Θα την διέλυε τη
χρονοκλέφτρα που τρεφόταν µε τις μέρες της. "Έπεσε", θα
δικιολογιόταν στο Μάνθο. Θα 'τρωγε της χρονιάς της, αλλά θα
γλίτωνε.
Ύστερα θ' αγόραζε καινούριο καθρέφτη ...

Η Μαρία, έστησε λογοδιάρροια µε τη Λόλα. Ξέρει πως δε θα
προλάβει να τα πει όλα και θα την φωνάξει μέσα ο Τάκης, που
την περιμένει ημίγυμνος να του σιδερώσει το καλό του το
παντελόνι µε το σίδερο του "ατιμού" που δανείστηκε, αλλά
κάνει φιλότιμες προσπάθειες. Η "κοινωνική κριτική" -ας είναι
καλά ο Θεός που την ανακάλυψε- την κάνει να ξεχνάει το συχνό
ξεπόρτισμα του άντρα της. 'Ή Φρόσω φρουμανάει", πρόλαβε και
της είπε εν κατακλείδι, πριν την πάρουνε και την
σηκώσουν ε τα γαμοσταυρίδια του Τάκη. Ήθελε σήμερα το καλό
του το παντελόνι και να 'ναι στην τρίχα. Κάτι τον τράβαγε σήμερα
να περάσει να πει μια καλημέρα στην κουμπάρα του τη Νίτσα.
Έπρεπε να βιαστεί. Τώρα που ο Νικολάκης πέρασε ημερήσιος,
όλο και περισσότεροι αισθάνονται την ανάγκη επικοινωνίας μαζί
της τα πρωινά. Κι αυτή, νοιώθει τόσο μόνη. Έπειτα, ήταν κι
εκείνος ο προϊστάμενος του Νικολάκη που πηγαινοερχότανε.
Αυτόν, δεν είχε καμιά ελπίδα να τον συναγωνιστεί. Την τράβαγε
την κουμπάρα, σα μαγνήτης. Μεγαλοπιανότανε. Φανταζότανε
κιόλας τον εαυτό της, κυρία προϊσταμένη, να περνάει στα δώματα
της αριστοκρατίας και κάτι έτρεχε και την γαργάλαγε σ' όλο της
το κορμί. Τα παιδιά, ας τα κράτάγε ο Νικολάκης. Φτάνει να της
έκανε πρόταση. Θα έφευγε. Έτρεχε λοιπόν ο Τάκης. Μόνο η
συχνή του παρουσία στα πέριξ θα μπορούσε να γυρίσει υπέρ του
τη ροή των πραγμάτων. Ο προϊστάμενος είχε την αίγλη της θέσης
του, αλλά ο Τάκης είχε τη γοητεία του, που πάνω της είχαν γείρει
και στενάξει “Ουκ ολίγες ψυχές”, όπως συνήθιζε να
κομπορρημονεί στο καφενείο.
Έπρεπε να προλάβει ...

Η Άννα, θα βγει κι απόψε στη γύρα ψάχνοντας το πεπρωμένο
της ταίρι. Όλο λαθεύει. Κάθε φορά λαθεύει και το πρωί που
απλώνει τα χέρια ψαχουλευτά, µε τα µάτια ευτυχισμένα κλειστά
να ψαύσει τον αγουροξυπνημένο έρωτα, τον βρίσκει φευγάτο.
Πάντα φεύγουν οι έρωτες οι νεαροί, µα ούτε κι οι μεγάλοι
κάθονται. Την επαύριον, πάλι θα ψάχνει το μεγάλο έρωτα που θα
την δει σαν πριγκιποπούλα και θα την πάρει στα παλάτια του. Και
πάλι, κάποιος μικρός κι αποκρουστικός έρωτας-βάτραχος θα της
κοάξει. Κι αυτή δε θα τον αποπάρει. Θα τον σηκώσει τρυφερά
στα χέρια και θα τον φιλήσει. Ίσως αυτή τη φορά να είναι πιο
τυχερή και το φιλί της λύσει τα µάγια που κρατούν δεμένο το
βασιλόπουλο. Οι βάτραχοι εραστές, κοάζουν λιγωμένοι απ' τα
φιλιά της Άννας, χωρίς να μεταμορφώνονται ...
Η Μυρσίνη, καταγράφει την κάθε της έξοδο. Την
παρακολουθεί μέσα απ' τις γρίλιες του παραθύρου της. Την
παίρνει στο τηλέφωνο χωρίς να μιλάει και την αφήνει ν' ακούει
την ανάσα της..
“Εμένα κανένας άντρας δεν πέρασε από πάνω µου”, καυχιέται
στις γειτόνισσες µ' ένα μικρό σπάσιμο στη φωνή της. "Λυγμός",
θ' αποφαίνονταν οι επαΐοντες που ξέρουν να μεταφράζουν σε
λέξεις τις ανεπαίσθητες διακυμάνσεις της φωνής µ' όποιους
φθόγγους κι αν συνεκφέρονται. Σήμερα θα την πάρει πάλι στο
τηλέφωνο. Δεν αντέχει να την βλέπει στο δρόμο της απωλείας.
Να την βλέπει να χάνεται, έτσι χωρίς αιδώ, στην αγκαλιά του ενός
και του άλλου. Να μοιράζεται τη ζωή της µε τους σφριγηλούς,
πλην χωρίς νόημα νεαρούς. Θα της μιλήσει απ' την ψυχή της.
“Πάρε µε μαζί σου τα βράδια”, θα την παρακαλέσει ...

Στο καφενείο μόνον οι άνθρωποι ποικίλουν. Η ζωή παραμένει
πάντα η ίδια.
Ο Σπύρος, ικανοποιημένος τρώει το λουκούμι που κέρδισε στο
τάβλι κι ο Θάνος τον κοιτάει και ζηλεύει. Μια ζωή στην ξεφτίλα,
δεν μπόρεσε να πάρει μια παρτίδα, έτσι να µην τον δουλεύουνε,
"τίνος είναι τ' αυτιά που πέσανε" και, "το κορόιδο πληρώνει". Να
µπει μια φορά στο καφενείο χωρίς να τον πειράζουνε πως του
χαρίζουνε ζαριές για να παίξει.
Ο Γιάννης, κάνει τους λογαριασμούς του για την καινούρια
αυθαίρετη επέκταση του μαγαζιού του. Η προεκλογική περίοδος
άρχισε κι ευνοεί τις αυθαιρεσίες. Θα κληθούμε και πάλι να
επικυρώσουμε τις αποφάσεις κάποιων κύκλων.
Ο καφετζής, δοκιμάζει τον καφέ βουτώντας το δάχτυλο στο
μπρίκι και γλείφοντάς το. Έπεσε περισσότερη ζάχαρη και θα
γκρινιάζει ο Χρήστος. Έτσι του 'ρχεται να τα παρατήσει καμιά
φορά και να φύγει. Προσωρινός ήταν στην "εργατούπολη". Έτσι
ήρθε, ψάχνοντας για καμιά δουλειά στο εργοστάσιο. Είδε πως
περισσεύανε οι διευθυντές, μέσον αρκετό στους βουλευτές του
νομού δεν είχε να µπει σαν υπεράριθμος, του είχανε τελειώσει και
τα λεφτά απ' την τελευταία ναυτολόγηση κι είπε να κάνει -έτσι
προσωρινά- τον καφετζή.
Ο Μιχάλης, έχει διπλαρώσει το δάσκαλο και τον ρωτάει για
την πρόοδο της κόρης του. Ανησυχεί για το μέλλον της.
“Ε, αν δεν τα παίρνε ι τα γράμματα, άμα δεν της κόβει, ας γίνει
και μια δασκάλα”, παρατηρεί. Ο δάσκαλος δεν ξέρει αν πρέπει να
μιλήσει. Σηκώνει το χέρι του, σημάδι για τον καφετζή να
πλησιάσει.
“Έναν καφέ σκέτο”, παρακαλεί.
Ο Κοσμάς, ετοιμάζεται να κατέβει στις εκλογές του
σωματείου και γλείφει το Γιώργο να τον δεχτεί η παράταξη σαν
εκλόγιμο υποψήφιο. Ο Γιώργος, θα το μεταφέρει στην παράταξη
αλλά του παρατηρεί µε νόημα, πως η συμμετοχή του στο κόμμα
δεν είναι η πρέπουσα και πως είναι κι άλλοι πιο δραστήριοι.

Απέναντι στη γωνία, ο πανύψηλος Θεσσαλός συνδικαλιστής,
ενημερώνει "τα παιδιά" για τις εξελίξεις:
“Εκθέσαμε τα αιτήματά µας στη διεύθυνση και µας είπε no”.
Ο Βασίλης, πίνει ανήσυχος τον καφέ του κι ο Μίλτος του
κάνει παρέα τρώγοντας γαλατομπούρεκο, το δεύτερο για σήμερα.
Χτες στην ταβέρνα, παρασύρθηκε. Σηκώθηκε και χόρεψε. "Έλα
να χορέψουμε ρε Βασίλη", τού 'πε η Φροσάρα κι εκείνος δεν
άντεξε να βλέπει τέτοιο κορμί να σπαρταράει μπροστά του στο
τσιφτετέλι. "Χαλάλι σου κορμάρα µου", μούγκρισε και
σηκώθηκε. Δεν του αρέσει να χορεύει. Στο χορό βγάζεις τα μέσα
σου σε κοινή θέα. Και βλέπει ο άλλος πράγματα που επιμελώς
θέλεις να κρύψεις. Του σερβίρεις τον εαυτό σου στο πιάτο, κι
εκείνος έχει όλη την ώρα μπροστά του να σε γδύσει σιγά-σιγά. Ν'
απολαύσει την κάθε ίνα της ψυχής σου. Κι ύστερα δεν έχεις πού
να κρύψεις τη γύμνια σου.
“Χόρεψα καλά”; ρωτάει το Μίλτο.
Εκείνος, παραγγέλνει ένα μπακλαβαδάκι για συμπλήρωμα και
τον κοιτάει αμήχανα. Σαν να μην κατάλαβε την ερώτηση.
“Χόρεψα ευπρεπώς χτες”; ξαναρωτάει µε αγωνία.
“Και ποιος σε κοίταγε εσένα”, αποφάνθηκε ο Μίλτος,
φέρνοντας μπροστά µε τη φαντασία του τη λικνιστή οπτασία που
χόρευε ανεβασμένη στο βαρέλι. “Δύο να γίνουνε τα
μπακλαβαδάκια”, φωνάζει στον καφετζή.
Ο κυρ Χαράλαμπος, πίνει κεφάτος τον καφέ του. Τα ογδόντα
πέντε του χρόνια δεν πέρασαν όλα από πάνω του. Όχι μέσα απ'
την καρδιά, τουλάχιστον. Του αρέσουν τα πειράγματα. Είναι από
τους λίγους γέροvτες που κυκλοφορούν σε τούτη την
αλεξιγερόvτεια κοινωνία. Κανείς δε μένει μετά τη σύνταξη. Μαζί
µε την εργαλειοθήκη, παραδίνει και το σπίτι που πέρασε τη ζωή
του. Μια άλλη ζωή, καινούρια, θα µπει και θ' αρχίσει να
ονειρεύεται...
“Εσείς, εδώ στο εργοστάσιο θα είστε όλοι πτυχιούχοι”, έριξε

το δόλωμα και οι γύρω του τσίμπησαν.
“Βέβαια κ' είμαστε”, απαντάει ο Στέλιος ο σιδεράς µε τη
χοντρή του φωνή. “Άλλος έχει ένα πτυχίο, άλλος δύο, κι άλλος τα
έχει τρία”, κι έσκασαν όλοι στα γέλια µε τον υπαινιγμό, που
άφησε όμως ατάραχη την άλλη πλευρά.
“Εσύ, καθώς σε βλέπω, θα είσαι πτυχιούχος στα εργαλεία”,
χαλάρωσε λίγο την πετονιά ο γέροντας, για να µην καταλάβει το
ψάρι πως πιάστηκε.
“Αμέ! Και µε δυο πτυχία μάλιστα”, είπε ο Στέλιος δείχνοντας
τις τεράστιες παλάμες του.
“Τέτοιον επιστήμονα γύρευα κι εγώ. Το εργαλείο µου, σαν
πάτησα τα ογδόντα, δε δουλεύει καλά και η γριά γκρινιάζει. Να
σου το δώσω να το μερεμετίσεις µε την ησυχία σου”. Κι άφησε
το ψάρι να σπαρταράει στ' αγκίστρι…
Ο Πάνος δέχεται στωικά τις παρατηρήσεις του φίλου του.
“Είσαι ανεμοδούρας, ασταθής. Αλλάζεις κάθε φορά που
αλλάζει η κυβέρνηση”.
“Εγώ είμαι κυβερνητικός”, του απαντάει. “Τι φταίω εγώ αν η
κυβέρνηση δεν παραμένει σταθερή”.
“Γεια σου πρόεδρε”! κάνει το καθημερινό του πείραγμα ο
Θανάσης μπαίνοντας στο καφενείο. Γυρίζουν οι περισσότεροι.
Πλήθυναν οι διάφοροι πολιτιστικοί και τοπικιστικοί σύλλογοι.
Πλήθυναν και οι πρόεδροι. "Αν πατήσω κάποιον µε το
αυτοκίνητο, ή πρόεδρος θα είναι ή σκύλος", παρατηρεί
κλείνοντας την εισαγωγή του.
Παραπέρα, στα πράσινα τραπέζια, δίνει και παίρνει η πόκα.
Νυχθημερόν...

Ο Μπάρμπα Λουκάς, προσπαθεί µε τη βάρκα του να περάσει
τον κάβο του Γραμματικού και να µπει στον κόλπο. Ο πρωινός
μαΐστρος κλυδωνίζει την παπαδιά του.
“Θα µας μιταλάβ' ου ξικουλιάρ'ς ου κιρός”, κριτσανάει
ανάμεσα στον κυνόδοντα και στους κάτω κοπτήρες που του έχουν
απομείνει.

Η

Μαρίτσα, ψάχνει εναγωνίως στους Γαλλικούς
τσελεμεντέδες -μπήκε ο μήνας των προαγωγών- για κάτι
εξεζητημένα Γαλλικό που θα εντυπωσίαζε τον προϊστάμενο του
άντρα της, που δεν είναι Γάλλος, αλλά κάνει φιλότιμες
προσπάθειες και του αρέσει πολύ να του αναγνωρίζουν τη
Γαλλοφροσύνη του. Κι αν ο Θεός τα φέρει δεξιά και γίνει και
καμιά απεργία, τόσο το καλύτερο. Έτσι και τον δείρουν το Μηνά,
τότε ποιος τον πιάνει. Όσοι τις έχουν φάει από συνδικαλιστές,
πήγαν μπροστά, προόδεψαν. Καλοί είναι οι τσελεμεντέδες, αλλά
πρέπει να βάλουν και οι απεργοί το χεράκι τους.
“Να χρησιμέψουν κι αυτοί σε κάτι”, αναστενάζει, “που όλο
προβλήματα µας δημιουργούν. Ο Μηνάς µου, στις απεργίες,
πάντα διασπάει τον κλοιό και μπαίνει μέσα. Φέρνει στη σκέψη
του την εικόνα του κυρίου διευθυντή που τον καλεί και
προχωράει. Τον φτύνουν βέβαια, αλλ' αυτό δεν έχει σημασία. Η
γνώμη των ανωτέρων, αυτό είναι που μετράει. Εμείς, µόνο
στελέχη της εταιρείας συναναστρεφόμαστε. Τους άλλους, ούτε
που να τους βλέπουμε. Άσε που μπορεί να σου βγουν και
συνδικαλιστές ή κομματικοί κι άντε ν' αποδείξεις μετά στη
διεύθυνση τις αγαθές σου προθέσεις”, εξομολογήθηκε στην
καθαρίστριά της από τα 0ρεινά περίχωρα, που παράτησε τ'
αμπέλια και τα ζωντανά της κι έγινε υπηρέτρια στις
μεγαλοκυρίες, "τσ' εταιρείας", και κοίταγε µε γουρλωμένα τα
µάτια, ακούγοντας τα σημεία και τέρατα.
“Τούτοι εδώ δεν κάνουνε παρέα µ' ανθρώπους”, έλεγε στον
άντρα της το απόγευμα που ανέβαινε ξεθεωμένη στο χωριό της.

“Τους δίνει η Εταιρεία κάτι στελέχια και πορεύονται, κάτι σα
φάρμακο για τους συνδικαλιστές και τα κόμματα”.
Ο Μηνάς, απ' τη μεριά του, είναι ευτυχισμένος.
“Δεν υπάρχει ωραιότερο πράγμα να σε λέει ο προϊστάμενός
σου Μηνά κι εσύ να τον λες Μήτσο”. Ας πάνε να κουρεύονται οι
άλλοι µε τις ιδεολογίες τους και τα τέτοια. Ο Μηνάς θα πορευτεί
κατά Μήτσον. Όλα δικά του. Ό,τι κι αν έχει.
Κι αν κάνει και τα γλυκά ματάκια στην Μαρίτσα, χαλάλι
του… .

“Ου άντρας σας, είνι του μουνίµου”;
“Όχι, εργολαβία είναι”.
“Α”! έκανε η Μαριάνθη και γύρισε αλλού τη ράχη. Ώρες είναι
τώρα να πιάνει κουβέντα µε την πρώτη τυχούσα.

Ο Λινάρδος, που έδωσε ζωή στο μέταλλο πέφτοντας στο
καμίνι, ξεχάστηκε. Η χήρα του, πήρε σήμερα ειδοποίηση ν'
αδειάσει το σπίτι.
“Να τελειώσουν τα παιδιά την τάξη”, παρακάλεσε.
“Η Εταιρεία θα εξετάσει το θέμα”, πήρε την υπόσχεση.

Ο

Θανασάκης ξεσχόλισε, πήγε στην Αθήνα, γνώρισε τον
κόσμο, αρνήθηκε τις δομές του κι έγινε αναρχικός. Έρχεται τώρα
τα σαββατοκύριακα µε μακριά μαλλιά, κατάμαυρη φορεσιά κι
ένα μαντίλι παρδαλό δεμένο στον καρπό του χεριού του. Τα
βράδια γεμίζει τους τοίχους συνθήματα.
Οι έφηβοι μαζεύονται από νωρίς στις pub και τα σφαιριστήρια
προσπαθώντας να ξεχάσουν την καθημερινή τους "ταλαιπωρία"
στο σχολείο. "Αν υπήρχε νόμος να τιμωρεί τη βλακεία, οι
καθηγητές θα πηγαίνανε ισόβια", συμφωνεί η παρέα. Οι
καθηγητές, αναγκασμένοι, συνεχίζουν και το απόγευμα να
λογαριάζουν το μισθό τους. Ξεσκονίζουν το κορνιζαρισμένο τους
πτυχίο -λίαν καλώς- που, "δόξα τω Θεώ", δεν τους χρειάστηκε σε
τίποτε. Απορούν για τα συντάξιμα χρόνια που χάσανε στο
πανεπιστήμιο. "Πρόκειται για επικίνδυνη τάξη ανθρώπων µε
προδιαγραφές επαναστάτου. Έχουν την δύναμιν ν' ανασταίνουν
λαούς και να τους οδηγούν εναντίον µας. Τους εμπνέει παλαιός
αναρχικός, ονόματι Ρήγας. Να κρατηθούν, πάση θυσία, εις
κατάστασιν ανάγκης δια να τους ελέγχουμε. Μετά το πέρας των
σπουδών των , να παραμένουν άνεργοι τουλάχιστον επί
δεκαετίαν, ούτως ώστε να ξεχνούν την αποστολήν των εν τη
αγωνία των δια το ηµεροκάματον . Ύστερα, να τους ρίπτετε ολίγα
ψιχία αντί μισθού. Να παρακολουθούνται, διότι συχνά ξεφεύγουν
από τον έλεγχον".
Η συμπεριφορά τους είναι προγραμματισμένη στην παραμικρή
της λεπτομέρεια, από τους κύκλους που προγραμματίζουν όλες
τις ζωές κι όλες τις εξελίξεις ...

Ούτε ο Νίκος μιλάει µε συνδικαλιστές. Για το καλό του το
πρόσωπο στην επιχείρηση.

Ο Φάνης, των λοιπών προοδευτικών δυνάμεων, κλέβει στο
εμπορικό του όπως ακριβώς ο κάθε έμπορος ιδιωτικής
πρωτοβουλίας ή κρατικής μέριμνας.
Ο Σταύρος, θ' ανανεώσει το μάλωμα µε τον Κώστα και τούτες
τις εκλογές, έτσι για να ‘ναι φρέσκος ο λόγος της σιωπής ανάμεσά
τους. Κι ο Κώστας το περιμένει, που μερικές φορές ξεχνιέται
-πέρασε τόσος καιρός- και τον καλημερίζει στη βόλτα.
Ο αυγουλάς, πουλάει μαρούλια μεγαλωμένα µε αγνή κοπριά
από το κοτέτσι του. Αν οι κότες του έβγαζαν χημικά λιπάσματα,
θα τρώγαμε χημικά μαρούλια.
Ο Πάνος, πήρε ένα βοήθημα από το Σωματείο για την
εγχείρηση που έκανε η μάνα του. Τώρα, όλοι ψάχνουν γιατρό να
τους δώσει βεβαίωση πως έκανε εγχείρηση η μάνα τους. Ο
Βαγγέλης που ορφάνεψε μικρός, φέρνει βεβαίωση για την
πεθερά του.
“Πιάνονται οι πεθερές”; ρωτάει.

“Πώς πάς”;
“Δεν έχω παράπονο. Το λίγο και το τίποτε δε μου έλειψαν
ποτέ”.

Η Γιωργία, βρίζει έξω στην πόρτα τον άντρα της που δεν
αξιώθηκε ακόμα να κάνει πέρα τις αδερφές του, που επιμένουν να
μην αναγνωρίζουν την αρχηγία της. Η Ελένη, βαρέθηκε τις
επισκέψεις των συγγενών και φίλων, που έρχονται για να
περάσουν το σαββατοκύριακο μαζί τους.
“Θα καθίσετε για φαγητό, να βάλω κι άλλο νερό στα
μακαρόνια”; ρωτάει, κι όποιος θέλει ας καταλάβει.
Η κυρία Κατίνα, πονοκεφαλιάζει για την καινούρια της
δεξίωση και ποιους θα καλέσει από τους "άλλους", που δεν
ανήκουν στην ιεραρχική τάξη του άντρα της, έτσι για ποικιλία και
να μη λέει ο κόσμος πως είναι ακατάδεχτη. Αυτή τη φορά, ο
έμπορος της υποσχέθηκε ακαδημαϊκούς για στολίδι στο τραπέζι
της. Έναντι μικρού κόστους, της είπε. Εύκολα βρίσκει κανείς
ακαδημαϊκούς στην αγορά.
Έναντι μικρού κόστους ...

Ο Ιγνάτης, του τη δίνει το εμπόριο της γης και τα φραξίματα.
“Όλουνώνε είναι το χώμα”, διατείνεται.
Πάει κάθε λίγο στους μεσίτες να του δείξουνε τα χωράφια που
πουλιούνται.
“Πόση έκταση θέλεις” τον ρωτάνε.
Αυτός ξαπλώνει στο χώμα ανάσκελα.
“Να, τόση τους λέει”, δείχνοντας το χώρο που πιάνει το σώμα
του.

Ιδιωτική οδός έγραφε στην πινακίδα. Απ 'εκεί δεν περνούσε
παρά μόνον ο ίδιος.
Τη μοναξιά που παραβίαζε καθημερινά την ιδιοκτησία του,
δεν την έβλεπε…

Η Πασιφάη, κάνει φιλότιμες προσπάθειες να διαλύσει και τον
τελευταίο πολιτιστικό σύλλογο που ασφυκτιά κάτω απ' το
φουστάνι με τα γερασμένα της μέλη και θέλει ν' ανασάνει
ελεύθερα. Ο Μάρκος τη βοηθάει από γινάτι, που δεν μπορεί
ακόμα να διασκεδάσει το ξύλο που έφαγε από
τους απεργούς όταν, ακολουθώντας πιστά τη ρήση της
διεύθυνσης, έγινε απεργοσπάστης. "Εσύ δεν είσαι σαν κι αυτούς",
του είπε ο προϊστάμενος κι εκείνος τον πίστεψε.
Ο Μιχάλης, ταλαιπωρεί τα παιδιά του φορτώνοντάς τους σα
χρέος το δικό του ανεκπλήρωτο όνειρο. Να γίνουν αυτό που ο
ίδιος δεν μπόρεσε και τόσο τον ενοχλεί. Δεν ξέρει, πως σπάνια
ξεφεύγει κανείς από τον κανόνα του καθ' ομοίωσιν, ή λούκι, επί
το λαϊκότερον.

Ο Μήτσος κάθεται θυμωμένος μπροστά στην οθόνη του
υπολογιστή του. Αισθάνεται πάνω του τις περιφρονητικές ματιές
των προγόνων του. Τον οικτίρουν που δεν μπόρεσε να γίνει κάτι
της προκοπής. Να έχει ένα επάγγελμα που να ταιριάζει στο σόι.
Ούτε τσέλιγκας έγινε, ούτε πολιτικός, ούτε καν ένας ευυπόληπτος
λήσταρχος.
Ο παππούς του, εκατό χρονών γέροντας, τον νουθετούσε.
“Μη γίνεις τσέλιγκας. Θα βρομάς ξινίλα σαν τον μπάρμπα σου
τον Αχιλλέα. Μήτε η Αχιλλέαινα δεν τον αντέχει πια. Δε λέω,
αλλιώς μιλάς έχοντας μαντρωμένα χίλια πρόβατα, αλλιώς μιλάς
ξεβράκωτος. Τα ζωντανά πράματα σου δίνουν κούτελο. Αλλά στο
σόι μας είμαστε γλυκοαίματοι. Μας ζυγώνουνε τα θηλυκά. Μην τ'
αποπαίρνουμε με την μπόχα. Και να πλένεσαι. Και δυο και τρεις
φορές το χρόνο, αν χρειαστεί. Να μοσκοβολάς. Να μασάς και
κάνα γαρούφαλο να μη βρομάει το χνώτο σου”.
“Οι πολιτικοί δε βρομάνε παππού, μοσχοβολούν αρώματα. Να
γίνω πολιτικός”;
“Αυτουνών βρομάει το μυαλό και η ψυχή τους. Όσοι δικοί μας
έγιναν πολιτικοί, ήταν απολειφάδια. Έτσι είναι όλοι τους,
κωλοπετσωμένα κουνάβια, βρομερές νυφίτσες. Κατεργαραίοι.
Δεν έκαναν για τίποτε άλλο. Μπήκαν σ' ένα κόμμα, έγλειψαν,
σούρθηκαν, πούλησαν τον πατέρα και τη μάνα τους, ανέβηκαν.
Ύστερα, πάτησαν τη δύναμη και τη λεβεντιά στο λαιμό.
Χαίρονταν να βλέπουν να τους προσπέφτει για μια δουλειά, για
μια κλίνη στο νοσοκομείο, για ένα δάνειο απ' την τράπεζα. Για
ένα όνειρο. Θησαύρισαν κλέβοντας το υστέρημα του κοσμάκη.
Έχασαν ό,τι αντρίκειο είχαν, αν είχαν, στο ξεκίνημα. Γίνε
λήσταρχος. Να περνάς λεβέντης και οι γυναίκες να λιγώνονται.
Να σου παραδίνονται. Οι άντρες να σε ζηλεύουνε. Να μην έχεις
ανάγκη κανένανε. Κι ύστερα να πας στον παράδεισο. Είδες
πολιτικό να πηγαίνει εκεί; Το ληστή πήρε ο Χριστός μαζί του. Οι
πολιτικοί νίβανε τα χέρια τους, οι βρομιαραίοι”.
“Παππού, τα πράγματα έχουν αλλάξει. Οι ληστές είναι

υπόκοσμος. Κρύβονται στα σκοτάδια”.
“Εσύ να πας στα βουνά. Να παίρνεις το περίσσευμα και να το
μοιράζεις. Να σ' έχουνε οι φτωχοί σαν τον Αηγιώργη. Γίνε
ληστής, να κρατήσεις τ' αρχίδια σου. Οι άλλοι τα 'χασαν με την
πολιτική”.
Ο Μήτσος, άπλωσε το χέρι του και χάιδεψε τα πλήκτρα
του υπολογιστή του. Πήρε μετά το ποτήρι με το νερό, άνοιξε το
καπάκι της κεντρικής μονάδας και το έριξε μέσα ...

Ο Κώστας ,ετοιμάζει τις δικηολoγίες του για το καφενείο.
Πάλι άλλαξε γραμμή το κόμμα…

Ο εφημερεύων γιατρός του ΙΚΑ, αρνείται τις κατ' οίκον
επισκέψεις. Θέλει να του φέρουν τη γιαγιάκα επί τόπου για να
πιστοποιήσει το θάνατο της.
“Ο κανονισμός, ξέρετε ... ”, δικαιολογείται.

Ο Νικήτας, τον σχόλασε ο εργολάβος όταν έμαθε πως πάει να
του σκαρώσει σωματείο, θέλει να γυρίσει στο χωριό του. Κοίταξε
τα λεπτά του, δεν έφταναν για το εισιτήριο. Πήρε τηλέφωνο στο
χωριό.
“Ο Νίκος είμαι”, τους είπε.
“Ποιος Νίκος”, αναρωτήθηκαν. Δεν τον θυμόταν πια. Πήρε το
τσαπί του, κατέβηκε στο δρόμο, έκανε το σταυρό του, έφτυσε τα
χέρια του κι άρχισε να σκάβει το πεζοδρόμιο.
“Θα φυτέψω κρεμμυδάκια”, έλεγε στους περαστικούς…

Ο Κυρ Βασίλης ο Σαλαγιάννης, κάνει το καθημερινό μάθημα
αγωγής του πολίτη στα εγγόνια του.
“Όσον αφορά περί την πολιτική, όλο και προς τη δεξιά
παράταξη να πηγαίνετε. Έγινες δεξιός, ετοίμασε :ην κoυτάλα
σου, κάτι θα περισσέψει και για σένα. Έγινες αριστερός, ετοίμασε
την καμπούρα σου”.
Εκείνα χαμογελούν ήσυχα. Δεν ξέρουν ακόμα τις λεπτές
ισορροπίες των ιδεολογιών και τους κανόνες κατάταξης σε μια
απ' αυτές.
Ο παππούς θα τους τα εξηγήσει αυτά στο αυριανό μάθημα της
οικονομίας.

“Γεια σ' μπάρμπα Μίχα π'τσαρά”!
“Γεια σ' κι σένα καρα-π'τσαρά μ'”!
Οι μοναδικοί Ξηρομερίτες στην περιοχή εννοούν να κρατούν
με ευλάβεια τους τύπους και τις συνήθειες της γενέτειράς τους.

Ο Μπάμπης, ψήνει μερακλωμένος το κοντοσούβλι του και οι
θεοί του από πάνω διαμερίσματος διαμαρτύρονται. Δεν
αναγνωρίζουν την κνίσα που έτερπε τους προπάτορές τους. Το
ψητό και το γιασεμί ενώνουν παράξενα τ' αρώματά τους.
“Πόσων χρονών είσαι”;
“Αν ήμουν γάιδαρος θα είχα πεθάνει τρεις φορές”, απαντάει
Σιβυλλικά.

Στην παραλία, ο Γιώργος και η Κατερίνα ξεψαρίζουν.
“Ν α 'χαμε μωρέ Γιώργο και εμείς εν' από τούτο”, και του
'δειξε την πολυτελή, πανύψηλη θαλαμηγό μέσα απ' τη βάρκα
τους.
Την κοίταξε λοξά ο "Καγιάφας". Τέλειωσε το δέσιμο του
κόμπου που είχε ξεκινήσει, έδωσε μια σκεπαρνιά στην πρόκα της
κουπαστής που είχε πεταχτεί έξω και την ξανακοίταξε τούτη τη
φορά στα μάτια.
“Και πού θα βρούμε, μωρή Κατερίνα, τόσο μακρύ καμάκι για
τα χταπόδια; Πώς θα μαζεύουμε τα δίχτυα απ' εκεί πάνω”; Κι
έδωσε άλλη μια σκεπαρνιά στην πρόκα την αναθεματισμένη που
πεταγότανε κάθε λίγο και λιγάκι, λες και της άρεσαν τα
χτυπήματά του.
Η Κατερίνα έσκυψε το κεφάλι και συνέχισε το ξεψάρισμα.
Κατάλαβε με το καμάκι και μόνο. Το μάζεμα των διχτυών τι το
'θελε. Ίδιος ο παππούς του. Το μεσημέρι θα του θυμίσει τ'
ανέκδοτο, έτσι για να μάθει να μην κατεβάζει τον άλλον, απ' εκεί
που πετάει κι ονειρεύεται. "Γιατί δεν ερχότανε ο Διάολος στο
χωριό μας να ταχτοποιήσει τις υποθέσεις του", θα τον ρώταγε.
Και καθώς θα τον έβλεπε να βγάζει νευριασμένος το παπούτσι να
της το πετάξει, “Είχε αντιπρόσωπο εδώ τον παππού σου”, θα του
'λεγε και θα 'τρεχε.

Ο Μανού, τρίβει τα χέρια του στο χώμα, πιάνει την αξίνα
και φυτεύει το δέντρο το επιούσιο. Χτυπάει τη Γη κι εκείνη
του αποκρίνεται με μουγκρητό δαμάλας σ' ερωτικό μεθύσι.
Ύστερα δίνει στα δέντρα ονόματα παιδιών. Χρήστος, Γιάννης,
Nicolαs, Ελένη και τα χαρίζει στους μικρούς του φίλους να τα
φροντίζουν. "Να τ' αγαπάτε", τους συμβουλεύει. Τους δίνει
σπόρους. "Να τους φυτεύετε στην εξοχή, στις εκδρομές σας τους
παρακαλεί. Θέλει να πιστεύει πως μεγαλώνοντας μαζί, θα μάθουν
να πονάνε τη φύση. Και τότε θα γίνει το θαύμα.
Χρόνια τώρα ο Παναιώνιος βλέπει ετούτο το στοιχειωμένο
γεροντάκι να φυτεύει τη ζωή του, μικρά δεντράκια, εκεί που οι
άλλοι το θεωρούν μάταιο. Κι όταν του τελειώνει, δίνει μια και
τσουπ ξαναγεννιέται. Πάλι το σακούλι του γεμάτο σπόρους και
φυτώρια. Ανοίγει τρύπες με τα μάτια του πάνω στο βράχο και
φυτεύει.
“Πόσες φορές γεννήθηκες,”, απορεί.
“Όσες φορές με σκότωσαν κι όσες από μόνος μου τέλειωσα”.
“Θέλεις να σου τα μεγαλώσω; τόλμησε κάποια στιγμή να τον
ρωτήσει χαϊδεύοντας τα δενδρύλλια.
“Φεύγα, θα τα μεγαλώσω μόνος μου. Δ ε σε χρειάζομαι. Εσύ
κοιμάσαι τα βράδια”.
“Μα ποιος είσαι”; ξαναρώτησε έχοντας έντονη την εντύπωση
πως σε κάποια θεομάζωξη τον είχε πάρει το μάτι του να σηκώνει
το δάχτυλο απειλητικά στους συνδαιτυμόνες, θεούς τε και
δαίμονες.

“ο Μανού, μονάχα ο Μανού. Ένα μυρμήγκι”, του
απάντησε και συνέχισε τη δουλειά του.
“Μα τι γενιά και τούτος ο γέρος, συλλογίζεται ο Ακτινοβόλος.
Χτες του πήγαν το Νόμο.
“Χαλάει τους βράχους”.
“Μας ενοχλεί ο θόρυβος της αξίνας του”.

“Τα δέντρα του κρύβουν τα ντουβάρια μας”.
“Χαλάει τα παιδιά μας”.
“Έχει ανατρεπτικό υλικό στην παράγκα του”.
Εκείνος τους περίμενε. Συγύρισε την παράγκα του, έβαλε τα
καλά του και την πράσινη γραβάτα του, έκατσε στην καρέκλα
μπροστά στην είσοδο και περίμενε το Νόμο. Να 'ρθει, να υποστεί
τη δοκιμασία του δίκαιου και του άδικου. Ν' αποδείξει πως, άξια
υπάρχει σαν έννοια σεβαστή.
“Θα κάνουμε έρευνα”, είπε ο επικεφαλής με τα πολιτικά.
“Έχετε ένταλμα”; ρώτησε ατάραχος ο γέρος.
“Έχουμε εξουσία”, είπε ο εκπρόσωπος του Νόμου κι έδωσε
διαταγή να τον δέσουν στην καρέκλα του.
Δεν αντιστάθηκε. Κοίταξε τους νεαρούς ένστολους που
εκτελούσαν αναντίρρητα και με προθυμία τις διαταγές.
“Θα δέσετε τον πατέρα σας”; τους παρατήρησε
κι εκείνοι κοντοστάθηκαν για μια στιγμή. Μόνο για μια στιγμή. Η
αυστηρή ματιά του αρχηγού τους δεν επέτρεπε συναισθηματικές
παρεκκλίσεις.
“Αδειάστε την παράγκα”, διέταξε.
Ο Μανού καθότανε, απτόητος και βλοσυρός. Τα χείλια του
είχαν γίνει μια γραμμή ψιλή. Έβλεπε να μην μπορεί να περάσει τη
δοκιμασία ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους της κοινωνίας.
Δεν ήρθε δικαιωτής. Ήρθε άδικος ο Νόμος. Παρανομούν οι
εκπρόσωποί του. Εν ονόματί του ασχημονούν. Και τότε τι; Όταν
το χέρι του Νόμου παρανομεί, τότε ποιανού το χέρι είναι Νόμος;
“Ποιο χέρι θ' αναλάβει τότε”, αναρωτιέται δυνατά ...
“Παρελθέτω απ' εμού το ποτήριον τούτο, δεν είμαι έτοιμος
ακόμα”, κλαψούρισα κρυμμένος σε μια γωνιά μην τολμώντας να
εμφανιστώ και να βοηθήσω το γέροντα.
“Ποιος είσαι”; ρώτησε ο Πανεπόπτης που άκουσε το
κλαψούρισμα κι έβαλε μια ξετρυπώστρα ακτίνα να δει τι
συμβαίνει.
“Ένας μαθητής του. Μαθαίνω να τρυπάω τους βράχους με τα
μάτια μου. Μη μιλάς δυνατά και μ' ανακαλύψουν”.

“Χα-χα! Ψάξε γι' άλλους γέρο μου να σε βοηθήσουν, τούτος
εδώ τρέμει ολόκληρος”, κάγχασε ο Καταδότης.
“Θα περιμένω να ετοιμαστείς”, είπε ο Μανού, που η ακοή του
έπιανε και τις πιο ανεπαίσθητες ταλαντώσεις της ψυχής.
“Βρήκαμε αυτά τα χαρτιά κι αυτή την αξίνα”, είπαν οι νεαροί
βγαίνοντας. Τα μόνα ύποπτα κι ανατρεπτικά στοιχεία.
Ο επικεφαλής, κοίταξε τα χαρτιά. Ήξερε βέβαια να διαβάζει.
Δεν μπορούσε όμως πάντα να καταλαβαίνει τα νοήματα. Ένα
σωρό τέτοια ακαταλαβίστικα ήταν γρατσουνισμένα εκεί μέσα.
“Πουφ, ποίματα”, αηδίασε. Κάψτε τα.
“Και την αξίνα”;
“Κάψτε τη κι αυτή”.
“Μας τον δίνεις το γέρο”; παρακάλεσαν οι αγανακτισμένοι
"πολίτες", που μόλις τον είδαν δεμένο τόλμησαν να πλησιάσουν.
“Ν α του βγάλουμε τα νύχια. Θα σκάβει με τα νύχια του τώρα
που δεν έχει αξίνα και θ' ανατριχιάζουμε. Να του κόψουμε και τη
γλώσσα ,να μην μας τρυπάει τις ψυχές με τις ανοησίες του. Να
τον τυφλώσουμε, να μην μπαίνει μέσα μας η ματιά του και μας
ξεγυμνώνει. Ύστερα να τον κόψουμε κομματάκια να τα
μοιραστούμε”.
“Χαθείτε από μπροστά μου”, τρόμαξε ο εκπρόσωπος του
Νόμου, σαν άκουσε να τσιρίζουν όλα μαζί τα μικρά τ'
ανθρωπάκια, τέτοια φριχτά πράγματα. “Λύστε το γέρο”, είπε και
το πλήθος διαλύθηκέ αυτοστιγμεί.
“Δεν κατόρθωσαν να τρυπήσουν το χελωνίσιο πετσί του, δεν
τον μάτωσαν”, παρατηρεί στις ακτίνες του ο Άρχων της ημέρας.
“Μα ποιος είναι, τον ξέρετε”;
Εκείνες χαμογέλασαν, κοιτάχτηκαν μεταξύ τους με νόημα και
καμώθηκαν πως δεν άκουσαν.

Τα παιδιά στο δρόμο τρέχουν κελαηδώντας, πασχίζοντας να
ξυπνήσουν την ψυχή μας. Είναι καταδικασμένα -όπως κι εμείς να
μεγαλώσουν μόνα τους ...

Στο εργοστάσιο, οι εργολάβοι εξακολουθούν να
συνωστίζονται έξω από το γραφείο του υπεύθυνου για την
ανάθεση των κατ' αποκοπή εργασιών ή φορφέδων, όπως λέγονται
στη γλώσσα, την έσω των πυλών. Πλην, ο υπεύθυνος δεν υπάρχει
πια.
Θυμούνται
τη
συναρπαστική
διαδικασία
ανάθεσης, όπου το μειοδοτικό διαγωνισμό κέρδιζε πάντα ο
πλειοδότης. Είχε έτσι την δυνατότητα και τον υπεύθυνο να
ευχαριστήσει και να του περισσέψουν χρήματα για την ανάθεση
της δουλειάς στο μειοδότη. Όλοι ήταν ευχαριστημένοι.
Όλοι. "Τι καιροί τότε", σκέφτεται ο Μανόλης και βγάζει τη χρυσή
καδένα που κρέμεται στο λαιμό του και φιλάει τη φωτογραφία
του υπεύθυνου, που είναι εκεί κρεμασμένη σε μαλαματένια θήκη.
“Τα πιο καλά παιδιά βρίσκουν και διώχνουνε. Ας
είναι, οι καλοί ποτέ δε χάνονται”.

Η Γιωργία έστρωσε μια κόλλα χαρτί στο γραφείο κι έβγαλε
το κατσαρολάκι της να φάει το πρωινό της.
“Θα φάω το κουάκερ μου", λέει στις άλλες.
Να μην καταλάβει η Μαρία πως είναι τραχανάς και το κάνει
βούκινο.

Ο πρόεδρος του σωματείου έχει ανεβεί στη διεύθυνση για τα
αιτήματα της χρονιάς και για την αύξηση. Πάντα το αίτημα της
αύξησης είναι ντυμένο με τα ετήσια θεσμικά αιτήματα.
“Η τεχνική είναι να υποχωρείς στα θεσμικά για να κερδίσεις
στο τέλος την αύξηση”, λέει ο Φώντας. “Ο, τι μπει στην τσέπη.
Αυτό μετράει. Τ' άλλα είναι κουλτούρα”.
“Προσοχή”, επισημαίνει ο πρόεδρος στα μέλη του συμβουλίου
που τον ακολουθούν από φόβο μη και παρεκκλίνει από τη γραμμή
που έβαλαν οι παρατάξεις του σωματείου. “Ελάτε, αλλά προσοχή
μη σας τυλίξει η αλεπού κι ανοίξετε το στόμα σας”.
“Να μην είσαι αδιάλλακτος όμως” , λένε οι κυβερνητικοί.
“Να τους πατήσεις στο λαιμό”, λέει το περιθώριο.
“Κοίτα μπας και ρίξουμε την κυβέρνηση”, του ψιθυρίζουν οι
δικοί του στ' αυτί.
Ο διευθυντής όμως δεν τσιμπάει το δόλωμα των θεσμικών.
Έχει το ύφος του νικητή της τελευταίας απεργίας. Είδε από το
μπαλκόνι του να παρελαύνουν νικημένοι οι εργάτες. "Θα κλείσω
το εργοστάσιο", είχε απειλήσει και σαν άλλος Βοναπάρτης, με το
ένα χέρι να κρατάει το πονεμένο του στομάχι, σπούδαζε τις
αντιδράσεις του πλήθους. "Μέσα, μέσα", αντιβούιξε το λαομάνι
και τίποτε δεν μπορούσε να το συγκρατήσει πια. Βάζει το χέρι
του στον ώμο του προέδρου, θέλει να φαίνεται φιλικός σήμερα,
και τον παίρνει μαζί του μέχρι το παράθυρο. “Ή διεύθυνση
εναγκαλίζεται την πλειοψηφία”, σημειώνει με χολή ο Μάριος,

που η παράταξή του δεν κατάφερε ποτέ να ξεφύγει από τη
μετριότητα και σε ψήφους και σ' εκπροσώπους και ζηλεύει τον
πρόεδρο, που μόνος του, συγκεντρώνει περισσότερους ψήφους,
απ' όσους όλοι οι άλλοι μαζί. “Τον αγκάλιασε”! Έχει και
μάρτυρες. “ι περιμένετε από ένα σωματείο που ο πρόεδρός του
εναγκαλίζεται τη διεύθυνση”, θα ξεσπαθώσει στην επόμενη
γενική συνέλευση.
“Regardez, κοίτα”, λέει ο διευθυντής, και του δείχνει τις
λιμουζίνες και τα πολυτελή αγροτικά που είναι σταθμευμένα στον
περίβολο. “Regardez και συ Marios”, κι αφήνει τον πρόεδρο και
τραβάει το Μάριο αγκαλιά μέχρι το παράθυρο. Ανατρίχιασε ο
Μάριος. “Προβοκάτσια”, σκέφτηκε στην αρχή. “Καλοστημένη
προβοκάτσια που πρέπει να καταγγελθεί στις μάζες”. Ύστερα
άρχισε να γαληνεύει. Η ανατριχίλα άρχισε να του χαϊδεύει
περίεργα τα σωθικά. Ένιωθε σα θηρίο που το πάνε στο κλουβί,
αλλά κατά ένα περίεργο τρόπο, του άρεσε. Πάντα τον
ενθουσίαζαν τα παράξενα παντρέματα.
“Regardez Marios”, επανέλαβε ο διευθυντής, σπουδαγμένος
ψυχογνώστης, κι εκείνος ένιωσε να τον εγκαταλείπουν οι
δυνάμεις και να παραδίνεται. Έκλεισε τα μάτια κι ονειρευότανε.
Ψυχή μου μεγαλεία! Ο Μάριος στη βίλα του διευθυντή να πίνει
το καφεδάκι του και να το 'χουν ρίξει στις πόρτες και το πλακωτό
στο τάβλι. “Φέρε και την κυρά το βράδυ, να φάμε κάνα φουαγκρά
και λίγο κοντοσούβλι”, να του 'λεγε ο κύριος διευθυντής. “Θα
φέρω κι εγώ λίγο ψιμοτύρι και γαύρο από το
χωριό”, να 'λεγε εκείνος. Κι εκεί, να 'βρισκε την ευκαιρία να του
εξομολογηθεί. Να του πει πως από μια επιπολαιότητα έγινε
συνδικαλιστής, λάθος δηλαδή και μετά συγχωρήσεως και πόσο
παρεξηγημένος ήταν στην υπηρεσία του. Κι αν του δινότανε
κάποια ευκαιρία, τότε να 'βλεπες τον Μάριο. Άπλωσε κι αυτός το
δικό του το χέρι και τα’ άφησε να καθίσει απαλά στον ώμο του
διευθυντή του.
“Regardez κι εδώ”, και τους έδειξε τους προγάστορες
κηπουρούς. “Πώς λοιπόν να δώσω αύξηση σ' ευημερούντες

βιομηχανικούς εργάτες, χωρίς να προκαλέσω κοινωνική
αναστάτωση στην υπόλοιπη χώρα; Ne pas possible”!
.' “Δίκιο έχει”, ονειρεύεται ακόμα ο Μάριος.
Ο πρόεδρος, παλιά καραβάνα που μυρίζεται τις παγίδες, ξέρει
και τους συναδέλφους του απ' έξω κι ανακατωτά, τον κοίταξε
άγρια, κι εκείνος συνήλθε. Τράβηξε το χέρι του απ'· εκείνη την
επιλήψιμη θέση. Κοίταξε κατ' επάνω, μη και τα όνειρά του
άφησαν ορατά σημάδια στον αέρα. Ησυχάζει.
“Οι .λιμουζίνες ανήκουν στους αγρότες της
περιοχής.
Πούλησαν γη και πήραν κούρσες. Εμείς είμαστε
μεροκαματιάρηδες, βιομηχανικοί εργάτες, ακτήμονες. Ήρθαμε να
εξαργυρώσουμε τον ιδρώτα μας. Βάνουμε τον κόπο μας απ' τη
μια μεριά, το μεροκάματο από την άλλη και η πλάστιγγα δείχνει
το μισθό μας πούπουλο. Κοιτάμε μετά και τα κέρδη σας που όσο
κι αν επιμελημένα κρύβονται”, λέει ο πρόεδρος και τον κοιτάει με
νόημα, φωνάζουν το δίκίο μας. .
“Πού το πάει ετούτος”, συλλογίζεται ο διευθυντής. “Τι
διαδόσεις είν' αυτές. Η μπας και μπλοφάρει;” Ξέρει καλά τη
δύναμη του ψιθύρου. Χρησιμοποιεί κι ο ίδιος τη μέθοδο, όταν
θέλει να σπουδάσει τις αντιδράσεις από κάποιες ενέργειες
μελλούμενες. Όμως δεν έχει περιθώρια για τέτοια παιχνίδια.
Θέλει να τελειώνει με τις διαπραγματεύσεις. Θα δώσει το τέταρτο
απ' όσα ζητάνε και στην άλλη συνάντηση θ' ανεβεί μερικές
μονάδες και θα συμφωνήσουνε. Παίρνει την κατάσταση με τα
αιτήματα κι αρχίζει να σημειώνει.
“Νο, νο, ίσως με κάποια τροποποίηση, νο, ουί, νο, νο, νιο, δύο
τοις εκατό”. Κι επιστρέφει το χαρτί στον πρόεδρο και το ύφος του
δηλώνει πως έκαμε ό, τι ήταν ανθρωπίνως δυνατό και κάτι
παραπάνω, έτσι από καλοσύνη του. Εκείνος το παίρνει,
σηκώνεται απ' το στρογγυλό τραπέζι που είχαν καθίσει, σημάδι
ότι τέλειωσαν οι διαβουλεύσεις και κλείνει το μάτι στους άλλους,
σημάδι να μην πούνε τίποτε.
“Θ' ανακοινώσουμε τις προτάσεις σας στη συνέλευση κι

εκείνη θ' αποφασίσει για το πρακτέο. Ίσως καταφέρουμε να
κατευνάσουμε τα πνεύματα, που είναι εξημμένα μετά τη δίκη που
ξέρετε”, ρίχνει το τελευταίο φύλλο για σήμερα και κινάει να
φύγει, μ' όλη τη μεγαλοπρέπεια που του δίνει η εκπροσώπηση
μιας πολυπληθούς βάσης.
Ο διευθυντής, δε θέλει να είναι εξημμένα τα πνεύματα. Είδε κι
έπαθε να τους βάλει μέσα. Μια μέρα απεργίας ακόμα και θα τον
ξήλωναν εκείνοι οι τύποι του εξωτερικού, που δεν συγχωρούν
αποτυχίες. Ούτε τη δίκη που έχασε θέλει να θυμάται. Οι
μηχανικοί και οι κοντρομέτρηδες που επιστράτευσε για μάρτυρες
κατηγορίας στη δίκη του συνδικαλιστή, διώκονται από τις
ερινύες. Δεν μπορούν να ξεχάσουν το επιτιμητικό βλέμμα του
δικαστή. Κι όσοι βασανίζονται από τύψεις, δεν
ξέρεις πού μπορεί να καταλήξουν. Μέχρι και σε κόμματα μπορεί
να γραφτούν για να πάρουν άφεση. Κι άντε μετά να δουλέψεις με
τέτοια στελέχη. Θα καταφέρει βέβαια να διώξει τον επικίνδυνο
συνδικαλιστή μ' άλλο τρόπο. Αυτή η "οικειοθελής" αποχώρηση
λόγω υγείας, είναι πιο αποτελεσματική από τις δίκες. Ν α δει και
πως θα ξεπεράσει το σκόπελο του γιατρού εργασίας. Θα
συζητήσει μαζί του το θέμα. Ίσως θα βοηθούσε αν ήθελε
προηγηθεί και κάποια αλλαγή πόστου, καθάρισμα αφοδευτηρίων
ας πούμε. Θα το εξέταζε. Μπαίνει μπροστά στον πρόεδρο,
παίρνει το χαρτί, βάζει ακόμα ένα 'Όυί" στο αίτημα για το
σαπούνι των λουτρών και το ξαναδίνει.
“Voila”, λέει με χαμόγελο και παίζει πάλι το Βοναπάρτη.
“Merci ” και βγαίνουν.
“Έλληνας ήτανε, Καλομοίρη τον λέγανε”, έβαλε το κεφάλι του
στο άνοιγμα της πόρτας κι έβγαλε το άχτι του ο Δήμος που δεν
μπορούσε να χωνέψει το ύφος του. Ξαναβγήκε. “Μας τα 'πρηξε ο
κωλόφραγκος”.
“Μάριε, άμα σου πει καμιά φορά να παίξετε τάβλι, μην πας
απροπόνητος και μας ξεφτιλίσεις”, πετάει την πέτρα ο πρόεδρος,
εμπειρικός ψυχεντρυφητής, καθώς κατεβαίνουν τις σκάλες κι ο
Μάριος μαρμαρώνει. "Έχει γούστο να φάνηκε", συλλογίζεται.

“Δεν κάνουμ' εμείς παιχνίδια με την άρχουσα τάξη”, επιτίθεται
για να εξοικονομήσει χρόνο προς ανασύνταξη των δυνάμεων.
“Αγκαλίτσες όμως, κάνετε”, του ξαναγύρισε το μαχαίρι στην
ίδια πληγή.
“Είναι θέμα τακτικής στον αγώνα”, είπε κι έγινε κόκκινος σαν
παπαρούνα. Θα προσέχει από δω και πέρα τον πρόεδρο. Ούτε να
ονειρευτείς δεν μπορείς μπροστά του.
Μπαίνουν στην παράγκα που στεγάζει τα γραφεία του
σωματείου.
“Γράψε μια ανακοίνωση”, λέει ο πρόεδρος στο γραμματικό.
Από αύριο να έρχονται όλοι στη δουλειά με το δεύτερο
αυτοκίνητο. Και δίαιτα! Ν' αρχίσουν όλοι δίαιτα”.
“Διώχνουν τον Καλλίμαχο”, λέει εκείνος αλλά κανένας δεν τον
ακούει. Δείχνουν όλοι να είναι απασχολημένοι με κάτι άλλο,
σπουδαίο, εκείνη τη στιγμή.
“Έγινε τίποτε στην απουσία μας”; ζήτησε αναφορά ο
πρόεδρος.

“ο

Καλλίμαχος, πάει”, ξαναδοκιμάζει εκείνος, αλλά η φωνή
του πέφτει πάλι σα σπόρος στην έρημο.
“Κάτι που να χρήζει άμεσης επέμβασης. Πρέπει να
παρεμβαίνουμε στο χώρο μας”, επανέρχεται ο πρόεδρος, σα να
μην είχε τελειώσει τη φράση του προηγουμένως.
“Χτες δέσανε τον κυρ Θόδωρο”.
“Πρέπει να επεμβαίνουμε ακαριαία”, συμφωνεί ο Μάριος για
να καλοπιάσει τον πρόεδρο, μην τύχει και βγάλει καμιά βρόμα
στη συνέλευση περί εναγκαλισμών και τα τοιαύτα.
“Αύριο θα μας δέσουν όλους”, κάνει δοκιμές στην ακοή τους ο
γραμματικός.
“Και οι επεμβάσεις μας να έχουν μαζικό χαρακτήρα”,
επεμβαίνει κι ο Φώντας που είναι οργανωτικός στο κόμμα του.
“Αρρώστησε κι άλλος στις εγκαταστάσεις του
βαρίου. Ξεψυχάει στο νοσοκομείο”.
“Έτσι θα μας υπολογίζουν καλύτερα”, συνεχίζει ο Φώντας.

“Σε λίγο θα πέφτουμε σαν τα κοτόπουλα”, επιμένει ο άλλος.
“Κλείνουν και το ιατρείο. Από τώρα θα είμαστε έρμαια στην
ανικανότητα της κρατικής μέριμνας. Στους καινούριους, δεν
χορηγούν στέγη. "Βρείτε μόνοι σας, αν θέλετε δουλειά".
Γκρεμίζουν κι ένα μέρος απ' τα σπίτια. Χαλάνε την ιστορία μας.
Θέλουνε να σβήσουν τα ίχνη πίσω τους. Φτιάχνουν τσιμεντάδικο
στην παραλία. Η σκόνη θα κάνει πύργους στα πνευμόνια
μας” ...
“Λοιπόν τι σπουδαίο έγινε”; τον κόβουν.
“Οι πεθερές πιάνονται”; ρωτάει και τους δίνει θυμωμένος την
αίτηση του Βαγγέλη.

“Δώστε μου τον φάκελο αυτουνού του Μάριου”, λέει ο
διευθυντής στη γραμματέα του. “Εξελίξιμος φαίνεται”.

Ο Χάρης, στεναχωριέται που φύγανε οι Γάλλοι. Εκείνους
ήτανε εύκολο να τους ξεγελάσεις. Όλη την ημέρα ξάπλωνε κάπου
απόμερα και κοιμότανε. Το μεσημέρι έκανε μια βόλτα από τα
ηλεκτρόδια και κυλιότανε πάνω στο κάρβουνο. Ύστερα πέρναγε
μπροστά από το Γάλλο προϊστάμενο και τον χαιρέταγε με ύφος
ταλαιπωρημένο.
“Σαλούτ μεσιέ”.
“Λουκάς ντουλεύει πολύ”, παρατηρούσε εκείνος.
Τούτον τον Αρβανίτη, που έφεραν τώρα γι' αντικαταστάτη του,
δεν μπορεί να τον ξεγελάσει.

Ο Πάνος, πάει και χαλάει τις ρυθμίσεις στους μετρητές που
έκανε ο Γιάννης στην Αλουμίνα.
Να μάθει να μην κοκορεύεται για το πτυχίο του.

Ο Χρήστος, ήτανε απ' αυτούς που δεν πήρανε αύξηση,
έβγαλε τα βιβλιάρια της τράπεζας και τα πέταξε πάνω στο τραπέζι
του προϊσταμένου. Έτσι για να δει ότι δεν ήτανε ψωριάρης. Τα
πέταξε ανοιχτά για να φαίνεται το ποσόν της κατάθεσης.
“Να τη χέσω την αύξηση”, είπε.

Στη βάρδια μετράνε τα σαββατοκύριακα της ζωής τους. Όλο
λειψά τα βρίσκουν.
“Θα πέσανε στις λεκάνες της ηλεκτρόλυσης τότε που δεν είχαν
σκεπάσματα”, αυτοσαρκάζονται.

ο Φοίβος, κοιτάει καλύτερα κατά το εργοστάσιο. Ποιος αγαθός
γίγαντας είναι πάλι δεμένος στο μεσιανό φουγάρο; Μα το
παράκαναν σε τούτη τη χώρα. Θαρρούν λοιπόν πως οι θεοί
μπορούν να γεννοβολάνε συνέχεια; Η ηλικία τους είναι πλέον
τέτοια που να δικαιολογεί τον εγκλεισμό τους σε οίκο ευγηρίας, και
την πράξη αυτή θα την ενέκρινε κι ο συντηρητικότερος της
οικογένειας. Η ψυχούλα τους, βέβαια, λαχταράει να τρέξει πάλι
στα δάση, πίσω απ' τις ξεμυαλίστρες τις νυμφoκoπελούδες, που
βγαίνουν προς άγρα Θεών τε και Πανών. Άντε όμως να σε
βαστήξουν τα πόδια σου για να τις πιάσεις. Κι αν ύστερα από
καλοστημένη ενέδρα τα καταφέρεις, στέκεις αμήχανος' και τις
κοιτάς προσπαθώντας να θυμηθείς το νόημα και το σκοπό της
πράξης σου. "Γιατί την κυνηγούσα τούτη 'δω", αναρωτιούνται,
βάζοντας σε μάταιη λειτουργία το φυρό τους νου.
“Γιατί σε κρέμασαν εκεί”; κι έχει τη διάθεση να παραστήσει το
δικαστή Θεό.
“Έλεγα την αλήθεια”.
“Τι είναι τέλος πάντων αυτό το φρούτο; Πού είναι η αλήθεια;
Έσο λιγάκι πρωτότυπός. Λες πως είσαι ο αρχηγός των
Βαρδιάνων”;
“Εσύ το λες”.
“Έχω την εξουσία να σε κατεβάσω 'από εκεί. Τι τους έδωσες κι
αλαλάζουν έτσι”;
“Φωτιά τους έδωσα. Τους γνώρισα τον εαυτό τους. Τους έδειξα
τη δύναμη της ένωσης. Τους έμαθα τον τρομερό σπινθήρα που
παράγει η ένωση του εργάτη και της εργασίας. Δεν είχαν μάτια να
το δουν. Δεν έχεις καμιά εξουσία επάνω μου. Κανείς δεν έχει”.
Μια αιωνιότητα οι ίδιοι, σκέπτεται ο Απαστράπτων. Πάντα
πεισματάρηδες μέχρι του τέλους. Υπερασπίζονται τις ιδέες τους σ'
ένα λαομάνι που δεν ξέρει ν' ακούει ούτε και να μιλά. Το μόνο που
θα μπορούσε να επηρεάσει κανείς μ' επιτυχία, είναι οι εξέχουσες
κοιλιές τους. Τη γλώσσα την έχουν σαν βοηθητικό εργαλείο
κατάποσης και να μπορούν να μουγκρίζουν από ευχαρίστηση κάθε

που η κοιλιά τους στέλνει μηνύματα ευδαιμονίας. Κι έρχεται τώρα
τούτος εδώ και τους βάζει μπροστά στον καθρέφτη και τους φυσάει
νοημοσύνη
να
κατανοήσουν το είδωλό τους. Τους έδειξε το πρόσωπο της
Μέδουσας στο γυαλί. Τους τρέλανε.
“Φωτιά είπες; Στο κεφάλι τους μέσα την έβαλες. Μα τι καίνε
στην είσοδο του εργοστασίου”;
“Τους φακέλους της Αστυνομίας, όλα τ' αρχεία
για τους πολίτες. Έγινε νόμος. Δε θα παρακολουθούνται πια οι
φρονούντες.
“Οι αντιφρονούντες, θέλεις να πεις”.
“Όχι, οι φρονούντες, θέλω να πω”.
“Ποιοι είναι εκείνοι που χορεύουν γύρω απ' τη φωτιά”;
“Οι χαφιέδες. Καίγονται τ' αποδεικτικά στοιχεία. Τώρα κανείς
δε θα μπορεί ν' αποδείξει τις προδοσίες τους”.
“Μα, μερικούς τους ξέρω, ανήκουν σε δημοκρατικά κόμματα”.
“Ο χαφιεδισμός είναι διακομματική ιδεολογία”.
“Κι αυτοί έξω από την πύλη με τα πανό”;
“Οι εργάτες μιας μικρής εργολαβίας απεργούν. Ο εργοδότης
τους, απέλυσε κάποιον που ήθελε να φτιάξει σωματείο. Κανείς δεν
τους προσέχει”.
“Τότε γιατί απεργούν”;
“Αγωνίζονται”.
“Αγωνιούν”, σαρκάζει ο Ουράνιος και κοιτάζει το πλήθος των
εργατών της βάρδιας που συγκεντρώθηκε από κάτω.
“Τους έδειξες τη δύναμη της ένωσης κι ενώθηκαν σε όχλο να σε
κατασπαράξουν. Τους είπες την αλήθεια. Δεν φτάνει! Πρέπει να
μπορούν να την καταλαβαίνουν κιόλας. Αλλιώς τους είπες ψέματα.
Ένα είναι η αλήθεια και το ψέμα. Στο ίδιο κεφάλι κατοικούν. Ένα
το καλό και το κακό. Από μια μάνα γεννήθηκε το σιαμαίο τέρας.
Αυτός ο άνθρωπος είναι αθώος,”, τους φωνάζει.
“Είπε πως μέσα σε τρεις μέρες μπορεί να γκρεμίσει και να
ξαναχτίσει το συνδικαλιστικό κίνημα. Είναι βλάσφημος. Εμείς
χρειαστήκαμε σαράντα έξι χρόνια να το τελειώσουμε. Έξω, έξω”!

φωνάζει το ιερατείο των συνδικαλιστών που στέκεται παράμερα εν
σώματι, φορώντας το αινιγματικό ύφος της εξουσίας και το πλήθος
τους ακολουθεί με άναρθρες κραυγές.
“Μα, ο χρόνος είναι εύπλαστη έννοια. Αλλιώς τον καταλαβαίνει
ο άνθρωπος, αλλιώς τον αισθάνεται το κουνουπάκι”.
“Επροπηλακίσθην βαναύσως από τον εν λόγω
συνδικαλιστή, κύριε δικαστά”, φωνάζει ένα ανερχόμενο στέλεχος.
“Να νομιμοποιήσετε την απόλυσή του”.
“Προσπάθησε να προκαλέσει φθορές στον εξοπλισμό του
εργοστασίου”, τον ακολούθησε ένας κοντρομέτρης.
“Του δώσαμε αξιώματα και δεν τα δέχτηκε”, τσιριρίζει ο
επιστάτης, που πάντα εκμεταλλεύεται την οργή της "κοινής
γνώμης".
“Ποιόν θέλετε να κρατήσω, αυτόν εδώ ή τον επιστάτη”; Κάνει
μια ύστατη προσπάθεια ο Καρπωριμαστής ν' απευθυνθεί στην
κρίση τους. Μάταιος κόπος.
“Τον επιστάτη, τον επιστάτη”! ωρύεται το πλήθος…

Η Βεργίνα, έφτασε στην παραλία. Πάντα εδώ τον έβρισκε
όταν δεν ήταν σπίτι. Κοίταζε τον ορίζοντα, σαν κάτι να περίμενε.
Πλησίαζε και του έκλεινε τα μάτια. "Μάντεψε", του 'λεγε κι
εκείνος της έπιανε τρυφερά τα χέρια, τα φιλούσε και την
κάθιζε δίπλα του. Ύστερα κοιτούσαν σιωπηλοί τη θάλασσα μέχρι
που νύχτωνε. Σήμερα, τον βρήκε να κοιτάει προς την πόλη. Ο
Καλλίμαχος, με το βλέμμα βαθύ να φτάνει ως την κόλαση που ζει
και τις κόρες των ματιών του να εκπέμπουν άγνωστες ακτίνες που
προσπαθούν να ενεργοποιήσουν τα ξεραμένα απ' την καλοπέραση
κύτταρα του εγκεφάλου μας που κανονίζουν την ευαισθησία, μας
κοιτάζει επίμονα έχοντας στραμμένη την πλάτη στη θάλασσα.
Άγνωστες ραδιενεργές ακτίνες, που δεν κατορθώνουν να
τρυπήσουν το χαλύβδινο τσιμεντούργημα που προστατεύει την
ευδαιμονία μας από τους λογής Καλλίμαχους. Ξέρει, πως δε
νιώθουμε το κενό που αφήνουν στην ψυχή μας οι φίλοι που
φεύγουν. Υψώσαμε ένα τείχος κι εκεί μέσα ερωτοτροπούμε με
τον εαυτό μας. Το ξέρει πως, δεν αισθανόμαστε πια. Πως δεν
έχουμε χώρο γι' αγάπες άλλες. Δεν προλαβαίνει πια ν' ακολουθεί
την ανάπτυξη των χρυσανθέμων. Όλα γίνονται τόσο γρήγορα. Οι
μέρες έπαψαν να 'ναι σημαντικές για το μέτρημα του χρόνου και
οι μήνες δεν έχουν πλέον το μάκρος που είχαν στα παιδικά του
χρόνια. Όλα γίνονται απελπιστικά γρήγορα. Η σκέψη του,
παραδομένη στον ίλιγγο που την άρπαξε και την στροβιλίζει, δεν
προλαβαίνει ν' ασχοληθεί και να κατανοήσει τις εξελίξεις. Μόλις
έφυγε απ' το νοσοκομείο.
“Ανίκανος προς εργασία”, διέγνωσε ο γιατρός εργασίας.
“Μερικές χειρουργικές επεμβάσεις, θα ήσαν ενδεδειγμένες για
την περίπτωσή σου. Βέβαια, στη δουλειά αποκλείεται να
επανέλθεις. Όχι τουλάχιστον στο ίδιο πόστο. Αυτή την περίοδο,
εγκαινιάζεται και το μέτρο της οικειοθελούς αποχώρησης”, τον
ενημέρωσε.
“Έχεις δέκα μέρες διορία ν' αποφασίσεις”, χιχίρισε χαιρέκακα
ο επιστάτης, που τον είχε ακολουθήσει, από "ενδιαφέρον",

μέχρι το νοσοκομείο.
“Τι θα πει "ημέρες"; Πόσες στιγμές είναι στην ηλικία της
σκέψης μου; Τι σημαίνει "διορία" και ποιος έχει τη δύναμη να την
επιβάλλει”; αναρωτιέται ο Καλλίμαχος. Ο διευθυντής!
Ολόγυμνος, χωρίς τη μεγαλόπρεπη τήβεννό του νίπτει τας χείρας
του στ'ό όνομα της παραγωγικότητας. Οι φίλοι, καθισμένοι στα
πολυτελή τους γραφεία, νίπτουν τα δικά τους χέρια στ' όνομα του
διευθυντή και οι συνδικαλιστές, κουρεμένοι σύρριζα στην
τελευταία απεργία, δεν τολμούν να βγουν στη επιφάνεια πριν
μεγαλώσουν τα μαλλιά κι επανέλθει η δύναμή τους.
Έμαθαν, κάπως αργά, πως δεν μπορούν ατιμωρητί να
ερωτοτροπούν με Δαλιδάδες.

Όλα στο εργοστάσιο λειτουργούν κανονικά.
“Μου αρέσετε ως γραμματεύς”.
“Κι εσείς ως προϊστάμενος”

“Αν μείνεις, κόλαση”, του ψιθύρισε ο λιγδερός βαθμοφόρος
και η φιδίσια γλώσσα του έκανε μια ανατριχιαστική διαδρομή στο
λαβύρινθο του αυτιού του. Δέκα μέρες. Και πρέπει να διαλέξει
ανάμεσα στην κόλαση που υπόσχεται ο επιστάτης και στην
κόλαση της ανεργίας.
“Θα σε χρυσώσουμε αν φύγεις”, είπε και πέρασε στοργικά το
χέρι στον ώμο του, έτσι που η στοργή βλέποντας το κατάντημά
της απέστρεψε το πρόσωπό της να μη βλέπει τι χέρια απλώνονται
στ'’ όνομά της. “Θα σε σφάξουν”, πρόλαβε και του είπε προτού ο
επιστάτης της φράξει το στόμα με το άλλο του χέρι. Υπερβατικό
ξέσπασμα ευφυΐας που του επέτρεψε να κάνει δυο πράγματα
ταυτόχρονα.
“Φίλοι μου, χαροκόποι της ξεγνοιασιάς μου. Φίλοι μου,
απουσίες της έγνοιας μου. Εχθροί μου αειπάρχοντες”, φωνάζει
δυνατά και γυρίζει κατά τη Θάλασσα. Περνάει το χέρι του στον
ώμο της Βεργίνας και σωπαίνουν.
Ώρες πολλές ...

Έτσι ψηλά που είναι δεμένος, έχει μια πανοραμική θέα
πάνω απ' το εργοστάσιο. Κοιτάει κάτω, βλέπει τα βάσανα του
κοσμάκη και στεναχωριέται. Κοιτάει πάνω να δει το θεό να
πάρει εξήγηση, ζαλίζεται. Κοιτάει μέσα του, άβυσσος. Χάνεται.
Καλύτερα για τους ανθρώπους η ζαλάδα, σκέπτεται. Γι' αυτό οι
παπάδες είναι ξενέρωτοι. Κοιτούν συνέχεια πάνω, ζαλίζονται
και δε βλέπουν τι γίνεται γύρω τους.
Και τώρα; Τι θα γίνει μ' όλα που ήθελε να κάνει, που ήθελε
να πει. Κοιτάει γύρω του προσπαθώντας να δει τ' αόρατα και ν'
ακούσει τις συχνότητες που δεν πιάνει τ' αυτί του ανθρώπου.
Γυρνάνε στον αέρα σαν σίφουνες οι ανεκπλήρωτες υποσχέσεις
αυτών που φεύγουν. Ανεμοστρόβιλοι τις ακολουθούν τ'
ανεκπλήρωτα όνειρα και οι επιθυμίες που δεν κάθισαν σαν χάδι
πάνω σ' ένα σωμάτινο μέλος. Οι κινήσεις που δεν πρόλαβαν να
γίνουν -και που το ήθελαν ολόψυχα που δεν τους επιτράπηκε να
γίνουν, ηλεκτρίζουν την ατμόσφαιρα. Αναμετρώντας το αρνητικό
τους φορτίο, κυκλώνουν τη Γη να τη συνθλίψουν. Κι είναι πάρα
πολλοί αυτοί που, σαν βρεθούν στο κενό, δεν ξέρουν να
προσανατολίζονται στους γαλαξίες.
Ένας δυνατός λυγμός βγαίνει από το στήθος του. Μόνο τα
δέντρα, που τα αισθητήριά τους μπορούν και αποκωδικοποιούν
τη συχνότητα των δυνατών αισθημάτων, τον άκουσαν.
“Δεν ορίζω τίποτε, είμαι ακτήμων. Δεν είμαι κανενός,
εξουσιάζω το πνεύμα μου. Είμαι δικός μου”, έβγαινε η σκέψη
του και φώναζε στον ημερήσιο περίπατό της στην
πλακοστρωμένη δημόσια παραλία. Είναι πολλοί που δεν έχουν
να δείξουν παρά το μεγάλο τους σπίτι. Γέμισε η πόλη από
μεγάλα σπίτια κι από μικρούς ανθρώπους. Περνούν καμαρωτοί
δίπλα σου και σε οικτίρουν που δεν κατάφερες να γίνεις ή να
κάνεις κάτι που να το κατανοούν και να το πιάνουν. Κάτι στα
μέτρα τους. Περιχαρακώνουν τις ιδιοκτησίες τους με
σωλήνες μεταχειρισμένες που 'κλεψαν απ' το εργοστάσιο και τις

κάνουν φρούρια. Κι αλίμονο στο ζωντανό το πλάσμα που θα
τολμήσει να τις πατήσει, αμφισβητώντας τους έτσι την κυριότητα.
Αφήνουν μετά την ψυχή τους ελεύθερη να διατρέξει το
έχειν τους.
Κι εκείνη, αχάριστη πεταλούδα, δραπετεύει κάθε φορά που
ξεφεύγει από την επιτήρηση.

Θυμάται το ξεκίνημα. Η Βάρδια! Ενώπιον του επιστάτη και
με παρούσα την Πολυεθνική -τη χιλιοκάπουλη μέγαιρα που 'χε
για μάνα- τον ανάγκασαν να την παντρευτεί. "Ν'
αρραβωνιάσουμε πρώτα", τόλμησε ν' αντιπαρατάξει κι ο
επιστάτης τον κοίταξε με το ένα του το μάτι. Τ' άλλο το
έκλεινε. Λένε πως δε μπορούσε να τα χρησιμοποιεί και τα δυο
ταυτόχρονα. Ένα όργανο τη φορά, πράγμα που βάρυνε στην
απόφαση της προαγωγής του. Κι άρχισε το φοβερό μυστήριο,
το γαμήλιο βάπτισμα. "Νυμφεύεται ο δούλος του μεροκάματου
Καλλίμαχος, την κόρη της Πολυεθνικής Βάρδια εις το όνομα της
ανεργίας και της ανέχειας και της αιώνιας Πατρίδας", και
"βαφτίζεται ο δούλος μας Βαρδιάνος στ' όνομα της γυναίκας
του".
“Αμήν”! συντόμευσε την τελετή ο επιστάτης, κλείνοντας και
τα δυο του μάτια για να μιλήσει.
“Έτσι για λίγο, να δούμε αν θα μας αρέσει”, δικαιολογήθηκε
στη Βεργίνα. “Φεύγουμε αν δε μας αρέσει”. Εκείνη δε μίλησε.
“Φτάνει να 'μαστε μαζί τα βράδια”, σκέφτηκε μόνο.
“Εδώ θα 'σαι τα βράδια”, φιδοσφύριξε ο επιστάτης. Σήκωσε
έπειτα το χέρι του και σιωπηλός έδειξε το πόστο. “Εδώ”, ξανάπε,
με το χέρι τεντωμένο. Κι εκεί στη γωνιά, ο κρεάτινος όγκος της
πεθεράς του.
“Έλα”, του 'πε ξεγυμνώνοντας τα χιλιόλοφα καπούλια της.
“Έλα κι εσύ, για όλου; έχει. Η κόρη .μου, η βάρδια, είναι
ανέραστη. Μαζί μου θα ξενυχτάς τα μισά σου τα βράδια. Τ' άλλα
μισά, θα με σκέπτεσαι”.
“Για λίγο θα 'ναι, προσωρινά. Ύστερα φεύγουμε”,
απολογήθηκε πάλι στη Βεργίνα. Εκείνη σώπαινε. “Φτάνει να
ξέρω πού είσαι”, σκέφτηκε μόνο.
Και να, ο Καλλίμαχος στην αγκαλιά της χϊλιαντρης,
αναγκασμένος,
παραπονεμένος,
σώγαμπρος,
δίγαμος.
Εικοσιπέντε χρόνια βασανιστικής συμβίωσης. Η τιμωρία, που

τόλμησε και πήρε μαζί του, ποιος ξέρει από ποια ζωή, λατρευτές
του κόρες, την ανυποταξία, τη δημιουργία και τη γνώση.
Έφτασαν σαν και σήμερα, πριν από είκοσι πέντε χρόνια. Είχαν
στις αποσκευές τη δύναμη να επιβιώνουν και να ονειρεύονται.
Μια βαλίτσα γεμάτη όνειρα να τους συντροφεύουν στις δύσκολες
στιγμές. Ερασιτέχνης συνδικαλιστής. Πάει να πει ψυχή τε και
σώματι δοσμένος στο έργο του. Οι άλλοι, οι κομματικοί, είναι
άβουλοι. Δεν μπορούν ούτε στο καφενείο να εκφέρουν γνώμη αν
δε ρωτήσουν το κόμμα τους. Ο συνδικαλισμός είναι η δύναμη του
εργαζόμενου. Οι συνδικαλιστές, είναι η αδυναμία του. Κι αυτό το
ξέρουν καλά αυτοί που διοικούν τις επιχειρήσεις.
“Πρέπει να βάλουμε καινούρια θεμέλια στο συνδικαλισμό”,
τους έλεγε και οι παρατάξεις τον κοίταζαν καχύποπτα. "Πού το
πάει ετούτος" .αναλογίζονταν, "και πού ανήκει";
“Πουθενά”, τους απαντούσε καταλαβαίνοντας τις σκέψεις
τους.
“Τι θα πει πουθενά. Κανένας δεν είναι ξεκρέμαστος”.
“Θα σου δώσουμε αξιώματα”, μετέφερε ο επιστάτης το
μήνυμα της διεύθυνσης που ένιωσε τον κίνδυνο του διαφορετικού
και ήθελε να τον αποτραβήξει. “Θα γίνεις σαν και μένα”,
συνέχισε, πείθοντας τον έτσι ν' αρνηθεί.
Ύστερα ήρθε το χτύπημα. Η ραχοκοκαλιά τ' ανθρώπου είναι
επιφορτισμένη να δείχνει τον τρόπο της σκέψης του. Να δείχνει
το μέγεθος της ελευθερίας ή της σκλαβιάς του. Τον Καλλίμαχο
τον πρόδωσε. Αρνιόταν πια να κουβαλάει το βάρος της σκέψης
του. Τα ψηλά τα δέντρα διαλέγουν οι κεραυνοί. Πάντα μας
προδίδουν τα φθαρτά μας τα μέλη. Αντροχαλάστρα γιγαντοφάγα
η βάρδια, αφού ρούφηξε αδηφάγα σταγόνα-σταγόνα την ικμάδα
του, αφού γλέντησε τα νιάτα του, πέταξε το δαχτυλίδι στα πόδια
του.
“Φύγε”, του 'πε ξεδιάντροπα.
Μέσα στο σπίτι, ακούγονταν το γέλιο του εραστή επιστάτη.

“Και τώρα τι”; αναρωτήθηκε στη σιωπή της η Βεργίνα. Πάντα
σωπαίνει με μια εύλαλη και ηδύφθογγη σιωπή που βρίσκει το
δρόμο της. Ο έρωτας είναι σιωπηλός. Σωπαίνει κι ανασαίνει
αέρα, ένας αυτός, για δυο σώματα που του παράδωσαν τη
διαχείριση των αισθήσεών τους. Του παράδωσαν τις ψυχές τους
με την παραγγελία να τις πλάσει σε μία. Τις παίρνει, τις ποτίζει με
σιωπή και τις πλάθει.
“Τώρα, ο θάνατος”.
“Αν είναι να 'μαστε μαζί” ...
Πήραν το δρόμο που φέρνει στα σπίτια των προϊσταμένων.
Χτύπησαν διακριτικά την πόρτα. Τους άνοιξε ο ίδιος φορώντας
τις πιτζάμες του. Τους κοίταξε με το βλέμμα ανθρώπου που ξέρει
το πεπρωμένο του.
“Εν ονόματι της Εργατοσύνης”, βούιξε το σπίτι απ' τη φωνή
του Καλλίμαχου. “Σφάζουμε το πρωτοκρίαρο θυσία στον
ανώνυμο εργάτη”.
Σήκωσε τελετουργικά την κάμα την αγορασμένη στην
ανατολή και την έμπηξε στον σκυμμένο αυχένα της άβουλης
ύπαρξης, που ήξερε μόνο πως ήρθε η στιγμή να σκύψει. Σκούπισε
το μαχαίρι πάνω του, το έβαλε στη θήκη κι έφυγαν με ήσυχο και
σταθερό βηματισμό. Πίσω τους, η μέγαιρα ικανοποιημένη, πήρε
τηλέφωνο για μια πολυτελή κηδεία. Δεν θα 'κανε μήνυση.
Μακάρι κι ο προσωπάρχης της να 'βρισκε τέτοιες γρήγορες
λύσεις για την πολυπόθητη μείωση του προσωπικού.
Έφτασαν στο σπίτι τους. Μπήκαν μέσα, κάθισαν όπως
συνήθιζαν στο μεγάλο καναπέ δίπλα - δίπλα.
“Εν ονόματί μας”, ιερούργησε πάλι ο Καλλίμαχος σηκώνοντας
την κάμα κατά πάνω του.
“Εν ονόματί σου”, είπε και η Βεργίνα ακολουθώντας τον. ..

Και

τώρα τι; Τώρα ο θάνατος. Σηκώθηκαν τα μικρά τα
μικρούτσικα τ' ανθρωπάκια καταδιψασμένα να πιουν. Άκουσαν
το γδούπο και ξύπνησαν. Οσμίζονται τον αγέρα. Είναι τα
Ρώσικα καράβια που φορτώνουν βωξίτη, ή το αγαπημένο
τους έδεσμα; Μυρίζει Γίγαντα ανήμπορο. Σαν μυρμήγκια,
μυριάδες θα χυθούν να τον τραγανίσουν ζωντανό. Θα
παρατήσουν την πρέφα, την τηλεόραση και τις δεξιώσεις και θα
γευτούν γίγαντα. Μιλιούνια μαζεύονται κάτω απ' το μεγάλο
φουγάρο.
“Τι θέλετε να τον κάνω αυτόν τέλος πάντων”; Απορεί ο
Άσπιλος που πήρε προσωρινά τη διεύθυνση, λόγω που ο
διευθυντής απουσίαζε στο τένις.
“Άρον, άρον απόλυσον, σταύρωσον αυτόν”, ωρύονται τ'
ανθρωπάκια.
“Μα σε τρεις μέρες θ' αναστηθεί”, προσπαθεί να τους
νουθετήσει ο Άρχων ημέρας τε και νύχτας. Επί ματαίω.
Ένας μαυριδερός έρχεται προς το μέρος μου.
“Ήσουν και συ μαζί του”, φιδομιλάει απειλητικά.
“Όχι, όχι”, του απαντώ κι απομακρύνομαι.
“Στην ίδια παράταξη είσαστε”, σαρκάζει ένας κοντρομέτρης,
“στο πουθενά”.
“Όχι, όχι. Λάθος κάνετε”.

“-Μα ναι, μαζί βγάζατε την εφημερίδα του σωματείου”
επιμένει.
“Μα όχι, όχι εγώ δεν ασχολούμαι με τέτοια πράγματα. Ποτέ δε
διάβασα τέτοιες φυλλάδες. Εγώ είμαι πιστός στη διεύθυνση”. Κι
απομακρύνθηκα πιο πολύ.
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε η σειρήνα του εργοστασίου.
Έκρωξε τρεις φορές. Κι ένας ψίθυρος δέους σύρθηκε μέχρι τ' αυτιά
μας.
“Ο Μανού, Ο Μανού”.
Το πλήθος άνοιξε στα δύο και το ισχνό γεροντάκι με τη Θεόρατη
σκάλα στον ώμο πέρασε κι ήρθε μπροστά στο φουγάρο. Παίρνει
μια μάνικα και ποτίζει τα πόδια του γίγαντα.
“Μα τι κάνει αυτός”; απορεί ο Πανεπόπτης, και για πρώτη
φορά παρατηρεί ότι τα πόδια του Γίγαντα φτάνουν μέχρι κάτω τη
γη.
“Να βγάλει ρίζες, να μπει στον κόρφο της γης και να γεννήσει.
Να κάμει καρπούς που να μπορούν να τους δουν τ' ανήμπορα
μάτια σας. Να τους φάτε, να κοινωνήσετε. Μπασμένα”! φωνάζει
αυστηρά στο πλήθος το γεροντάκι και στήνει τη σκάλα στο
φουγάρο.
“Που πας μ' αυτή τη σκάλα”;
“Θ' ανέβω στο Θεό να προσκυνήσω”.
“Χα χα, μικρή είναι η σκάλα που έφτιαξες”, σάρκασε ο
Πυριφλεγής, αλλά ο γέροντας δεν απάντησε. Τον κοίταξε μονάχα
στα μάτια. Μια διαπεραστική ματιά που μέχρι τώρα κανείς δεν
είχε αποτολμήσει. "Ευτυχώς που φοράω γυαλιά", ανατρίχιασε ο
Χλιαρός και τρόμαξε, αναλογιζόμενος έναν κόσμο γεμάτο με τέτοια
γεροντάκια, με τα ποιος ξέρει από πού παρμένα φλόγινα μάτια
που σε διαπερνάνε, πάνε και βρίσκουνε την ψυχή σου και την
τσουρουφλίζουνε.
“Πες του να σου δώσει δύναμη να λύσεις το γίγαντα”,
προσπάθησε να διασκεδάσει τη σκέψη του ο Πυρίχαρος.
“Κανείς δεν μπορεί να λύσει αυτούς που δένονται μόνοι τους.
Μόνοι τους θα λυθούνε”.

“Ζήτα του την άδεια να τον αναστήσεις μετά το θάνατό του”,
επιμένει ο άλλος.
“Δε χρειάζεται. Κι εσύ το ξέρεις, ότι θ' αναστηθεί μόνος του.
Χίλια εγέρθητι να του πω, δε θα μ' ακούσει. Ακούει μόνο τις
εσωτερικές φωνές που πλάθει μόνος του”.
Κι ως είχε πια ανεβεί στην κορυφή, έδωσε ένα τρυφερό και
παρατεταμένο φίλημα στο μέτωπο του Γίγαντα.
“-Προσκυνώ”, είπε και συμμάζεψε ένα δάκρυ να ποτίσει τα
δέντρα του.
“ Τετέλεσται”, ακούστηκε η φοβερή κραυγή.
Ο Μανού του έκλεισε τα μάτια, τον ξαναφίλησε στα κλεισμένα
βλέφαρα, πήρε το μαύρο κουτί της σκέψης του να το πάει στους
φίλους, να το αποκωδικοποιήσουν κάποια στιγμή στα διευθυντικά
τους γραφεία, ή σε κάποια ταβέρνα κι άρχισε να κατεβαίνει.

“Δε θα πας στο Θεό”;
“Πήγα”.

Ο Διάπυρος απέστρεψε το πρόσωπό του. Βαρέθηκε την
περιπλάνηση. Απόκαμε να ερημοδικεί. Κάθεται μόνο και μόνο
για να βγάλει το μάτι του γρουσούζη που τον στράβωσε το πρωί.
Ύστερα θα έφευγε για την ενωμένη Εσπερία. Οι βαρδιάνοι
βγήκαν αλαφιασμένοι και ξεθεωμένοι σήμερα από τα πόστα τους.
“Δηλαδή τι”;
“Τόσο θα κρατάει η δουλειά στις αργίες”;
“Ποιος πήρε την πρωτοβουλία να σταματήσει τον ήλιο”;
“Θα υπάρξει σχετικό επίδομα”;
“Πρόκειται για διμερή συμφωνία με τη διεύθυνση”;
“Και ποια παράταξη φέρει την ευθύνη”;
“Η παράταξη της πλειοψηφίας δεν ξέρει τι κάνει”.
“Να γίνει διαπαραταξιακή επιτροπή που να κανονίζει τα
σταματήματα”.
“Να κάνουμε απεργία”!
“Όχι απεργία”! τρομάζει ο πρόεδρος. “Δεν έχουμε άλλη”,
αναλογίζεται. “Όταν έγινε το σωματείο, ήρθε το Πνεύμα του
συνδικαλισμού και μας έδωσε μια τσέπη γεμάτη απεργία, να
'χουμε να πορευόμαστε. Να βγάζουμε λίγη και να γευόμαστε στην
ανάγκη μας. Κάποια στιγμή πιστέψαμε πως μια μεγάλη δόση θα
μας έλυνε τα προβλήματα όλα. Γελαστήκαμε. Πέσαμε σε κώμα
και τα προβλήματά μας άλυτα. Δεν περίσσεψε ούτ' ένα ψίχουλο
στην τσέπη μας. Όχι απεργία σας λέω”!
“Οι πεθερές, πιάνονται όμως”; αγωνιά ο Βαγγέλης.

“Αυτός φταίει”, καταχάρηκε ο Ζέων και κατέδειξε το
συνδικαλιστή που προσπαθούσε επί ματαίω να κρυφτεί πίσω από
την παράταξή του.
Στάθηκε για λίγο και απήλαυσε την κατακραυγή. Μαύρο θα
τον έβγαζαν απ' την κάλπη στις επόμενες εκλογές.
“Χι-χι-χί”.
Πήρε το δρόμο κατά τη δύση. Βαρέθηκε. Κανείς δεν
αντελήφθη το γεγονός της στάσης του στο μέγεθός της. Ψάχνουν
να βρουν τον αίτιο της κοσμογονίας να τον λατρέψουν ή να τον
αμφισβητήσουν. Και χάνουν τον κόσμο για την αναζήτηση ενός
παμπόνηρου που απλά ξέρει να στήνει παγίδες.
Ο συνδικαλιστής, επαγγελματικό στέλεχος του κόμματός του,
υπέμενε στωικά τις βρισιές των βαρδιάνων. Ήξερε πως αύριο θα
τα είχαν ξεχάσει όλα.
Πάλι θα τον σήκωναν στα χέρια στις εκλογές…

“Τι ρούχα να βάλω σήμερα”, ρώτησε ο διευθυντής τη γυναίκα
του.
“Τα καλά σου. Σήμερα σφάζουν γίγαντα”.

“Ποιος είσαι”; αποτολμάει για δεύτερη φορά ο Δύων,
βλέποντας έκπληκτος με την άκρη της ακτίνας του το γεροντάκι το
λιπόσαρκο που έχει αποκαθηλώσει το Γίγαντα και τον κουβαλάει
σαν
πούπουλο στα ισχνά του χέρια για το μεγάλο σιλό του λιμανιού να
τον ενταφιάσει.
Εκείνος δεν έδειξε να τον προσέχει. Τι σημασία έχουν τα
ονόματα και πάντα ρωτούν κι επιμένουν να μάθουν. Όταν δεν
μπορούν να κατανοήσουν τις απλές αλήθειες που κρύβουν οι
πράξεις, τι σημασία έχουν τα ονόματα.

“ο

Θόδωρος, του απαντάει, μοναχά ο Θόδωρος. Ένα
μυρμήγκι”.
“Να τον φάμε 'πρώτα”, τσιρίζει ο όχλος βλέποντας να φεύγει η
ελπίδα τους.
“Να του πιούμε το αίμα, να του μοιάσουμε”.
“Να φάμε τις σάρκες του, να γιγαντέψουμε”.
Ο Μανού τους κοιτάζει περίλυπος. Αφήνει το άψυχο σώμα
μπροστά τους, για να ολοκληρώσουν το γλέντι σύμφωνα με τα ήθη
και τα έθιμά τους. Του σφίγγεται ο λαιμός, φουντώνει στο στήθος
του η οργή.
“Φάτε να μεγαλώσετε, μπασμένα. Φάτε. Όσο και να
μεγαλώσετε, μέχρι τ' αρχίδια του θα φτάσετε”.
“Θα βάλουμε δόντι και σε σένα γερομπισμπί κη”, τσιρίζει ένα
ανθρωπάκι. “Θα 'ρθει και η σειρά σου. Και τα δέντρα σου θα τα

κάψουμε. Θα ρίξουμε αλάτι στις ρίζες τους να λυσσάξουν”.
“Και οι πατεράδες σας που με φάγανε, κοκωβιοί μείνανε. Κι
εσείς μαρίδα βγήκατε. Και τα δέντρα μου θα ζουν και μετά το
θάνατό σας. Θα τα χαίρονται τα παιδιά σας και τα εγγόνια σας.
Κι αν η ψυχή τους νιώσει τη φύση κι ενωθεί μαζί της, τότε θ'
αλλάξουν. Θα γίνουν Γίγαντες. Το φαΐ δε γιγαντεύει. Χοντραίνει
μονάχα. Και το αίμα τ' αλλιώτικο δε γεμίζει κοιλιές. Κυλάει σε
φλέβες”.
Ένας παπάς ευλογεί "την βρώσιν και την πόσιν" τους.
“Να είστε ευπρεπείς, τους ψιθυρίζει. Να μη
φωνάζετε, να τρώτε ήσυχα”. Και κοιτάει κατά πάνω μεριά. Άντε
τώρα τούτα τα ζωντανά να σου ξυπνήσουν το Μακάριο και να
θελήσει ύστερα να ρίξει μια ματιά να δει τι γίνεται στον κόσμο
του. Είσαι υποχρεωμένος τότε. να του πεις πέρνα να σε
φιλέψουμε, Μεγαλοδύναμε. Κi άντε μετά να δει τα χάλια μας και
να σε ρωτήσει, τι είναι τούτα παπά μου. Κi εσύ να μην μπορείς
να του πεις, εσύ τα 'φκιασες Θεούλη μου. “Ησυχία! Ησυχία!
Τάξη στο εκκλησίασμα. Κρατάτε και κάνα κομματάκι για μένα,
μπας και στέρξει και γίνω δεσπότης”.
Σήμερα θα χορεύουν μέχρι αργά. Θα γεμίσουν τις κοιλίτσες
τους με θείες σάρκες. Η φούσκα τους θα πάει να σκάσει
παραγεμισμένη με ιχώρ. Η αγαλλίαση θα περιπλέκει περίεργα τα
σωθικά τους. Ύστερα θα πέσουν στα κρεβατάκια τους να
κοιμηθούν. Θα ζευγαρώσουν με τις γυναίκες τους.

“ο γιος μας δε θα 'ναι σαν και μας”, θα τους κελαηδήσουν
στ' αυτί. “Μέσα μας κυκλοφορεί ο Γίγαντας. Θα 'ναι Θεόρατος
ο γιος μας”.
“-Θα μεγαλώσουμε κι εμείς”;
“-Εγώ θα 'μαι ο πατέρας του. Κi εσύ θα 'σαι γιγαντομάνα
Εμείς, δεν μπορέσαμε να μεγαλώσουμε από μόνοι μας. Θα
τρανέψουμε μέσα απ' τα παιδιά μας”.
“Δε θα τα σφάξουν τα παιδιά μας σαν γίνουν

γίγαντες”; θα μελλοντολογεί τ' ανήσυχο θηλυκό
“-Μα όχι, τούτοι οι γίγαντες θα είναι δικοί μας, θα είναι
παιδιά μας”, θ' απαντά τ' ανέμελο αρσενικό.
“Οι άλλοι δεν είναι δικά μας παιδιά”;
“Οι άλλοι είναι ξένοι”.
Θα στριμωχτούν στις μικρούτσικες αγκαλιές τους θα
κλείσουν τα ματάκια τους και θα νομίζουν ότι πλαγιάζουν με το
Γίγαντα.
Και θα ονειρεύονται μέχρι το πρωί…

Ο Ροδάναξ χαϊδεύει διστακτικά τ' άσπρα μαλλιά του κυρ
Θόδωρου. Έχει συγκινηθεί. "Έσεται ήμαρ ... ", του λέει μυστικά.
"Θα έρθει κάποια μέρα ... ", βροντοφωνάζει και στο τσούρμο που
δεν τον ακούει, έχοντας γεμάτο το στόμα του. Δε μιλάνε στο
φαγητό. Ούτε ακούνε.
Ο Μανού, τινάζει με αργές, ήρεμες κινήσεις τις ακτίνες από
πάνω του.
“Εμείς δεν τρεφόμαστε μ' ελπίδες”, του λέει και τον
ξανακοιτάει στα μάτια φέρνοντάς του ίλιγγο. “Εμείς ξέρουμε”.
Και κάθεται στη γωνιά περιμένοντας να τελειώσουν οι
χαροκόποι, να πάρει τ' απομεινάρια να τα ενταφιάσει.
Ύστερα θ' αρχίσει να μετράει μέρες ...

“Πλάκα έχουνε”, χιχιρίζει ο Ελαφρός κοιτώντας το πλήθος.
Πλάκα έχουνε κι όταν ακόμα ξέρουνε πως τους βλέπεις.
Παίρνουνε πόζες περίεργες κι αστείες. Θέλουνε να δειχτούν
αλλιώτικοι, κάτι διαφορετικό απ' αυτό που δηλώνει η εμφάνισή
τους. Όμορφοι, σπουδαίοι, μυστήριοι.
Μαζεύει τις ακτίνες του που αλήτεψαν, Η πόλη ηλιόβλητη
σήμερα, αποζητάει τη δροσιά.
“Τι είδατε”; ρωτάει διψασμένος να μάθει.
“Τις χαρές τους τις ζούνε παρέα, τις λύπες ο καθένας μόνος,
του” λέει μια μικρή. Την κοιτάζει αυστηρά. Πάντα του τα χαλάει
ετούτη. Όλο σοφιστείες και τέτοια του λέει. Σήμερα δε θέλει να
κουράσει περισσότερο το μυαλό του.
“Τ' άλλα, λέει. Τ' άλλα θέλω να μάθω, να ξεσκάσω. Πάμε, μου
τα λέτε στο δρόμο. Ας αφήσουμε τούτον το γέροντα να δουλέψει,
να φκιάσει τον κόσμο καλύτερο. Να μπορούμε να τον βλέπουμε
χωρίς να μισοκλείνουμε τα μάτια μας για ν' αμβλύνουμε τις
γωνίες της ασχήμιας. Να τον χαιρόμαστε όμορφο. Τον έχετε
ξαναδεί; Κάτι μου θυμίζει η μορφή του. Κάτι που δεν μπορώ να
προσδιορίσω”.
Εκείνες κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και δεν απάντησαν. Πάντα η
ίδια ερώτηση. Μα δεν αισθάνεται λοιπόν;
“Πάει αυτός. Ρίχνει κούφιες”, εκδικείται η μικρούλα που όλο
την αποπαίρνει.
“Πάμε”, του λένε. “Αύριο πάλι”.

Ο Μανού, κοιτάζει τον Ήλιο που φεύγει. Μια ζωή ο ίδιος,
σκέπτεται και χαμογελάει. Ποτέ δεν μπόρεσε να δει καθαρά
μοναχός του. Κάθε π' ανοίγει το πρωί τα μάτια και
καθρεφτίζεται στη θάλασσα, τον θαμπώνει η ομορφιά και την
υπόλοιπη μέρα την περνάει τυφλός, πλην καταχαρούμενος για
την ύπαρξή του. Έχει χάσει και την ικανότητα της διαίσθησης.
“ο

γιος σου είμαι”, ψιθυρίζει. “Ο γιος σου. Κατέκαψα,
πάγωσα, έμαθα. Χτίζω τώρα” ...
Ακουμπάω το χέρι μου στον ώμο του. Δε γυρίζει. Ξέρει πως
είμαι εγώ. Με περίμενε.
“ Τον αρνήθηκα τρεις φορές”, έκλαψα.
“-Είσαι έτοιμος πια”, μου λέει και γύρισε. Η ματιά, του
μπαίνει και μου ανακατατάσσει το μυαλό. Ημερεύω. Κατεβαίνει
και μου γεμίζει το στήθος αέρα. Ανασαίνω αυτοπεποίθηση.
“Είμαι”.
“Θα περιμένουμε να σηκωθεί. Ύστερα θα ξεκινήσουμε πάλι”.
“-Θα ξεκινήσουμε σαν ξημερώσει”;
“Θ' αργήσει το ξημέρωμα. Μάθε να περπατάς
στα σκοτάδια” ...

Ένα παιδί χτυπάει μια-μια τις πόρτες της
"εργατούπολης" των Άσπρων Σπιτιών. Πουλάει σπίρτα.
Αγοράζουν όλοι. Θέλουν να πιστεύουν πως πίσω του δεν
κρύβεται κάποιος έξυπνος επιχειρηματίας που προσπαθεί να
πουλήσει το εμπόρευμά του περνώντας π' τις καρδιές τις ρημάδες,
αλλά πως έχουν μπροστά τους ένα δράμα απ' τα τόσα δράματα
που κυκλοφορούν στις εξαθλιωμένες πατρίδες τις παιδοκτόνες,
που ο πρωταγωνιστής του, πουλάει όσα σπίρτα του περίσσεψαν
στην προσπάθειά του να ζεσταθεί ψες βράδυ.

Η ΑΛΛΟΤΡΟΠΙΑ
γράφτηκε την περίοδο 1992-1993.
Εκδίδεται
χάρις στις (παρά) εκδοτικές δρασtηριότητες
αγαπητού μου φίλου
που παραμένει ανώνυμος
αφήνοντας σε μένα το
βάρος της δόξας
ή την ελαφρότητα της κατακραυγής.
Δεν πωλείται.
Εκτυπώθηκε σε 1000 αντίτυπα
το έτος 1997.