ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ Γένεση – Οι αρχές του Μυκηναϊκού Πολιτισμού

(C.Mosse & ASchnapp-Gourbeillon)

Α. ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΓΩΓΗΣ.
Το κεφάλαιο αρχίζει με την εξέταση του ερωτήματος «πότε αρχίζει η ελληνική
ιστορία». Το πρόβλημα είναι άλυτο και δεν είναι πρόσφατο. Απασχολούσε και τους
αρχαίους ιστορικούς και φιλοσόφους. Η επικρατούσα άποψη φαίνεται να είναι ότι
χώρος ανάμειξης μεταναστευτικών και αυτοχθόνων λαών. Το πρόβλημα της
καταγωγής των Ελλήνων συνδέεται με το ευρύτερο της ινδοευρωπαϊκής εξάπλωσης.
Οι περισσότεροι επιστήμονες δέχονται «λίκνο» τις στέπες ανάμεσα στην Κασπία και
τη Μαύρη Θάλασσα ανάμεσα στο 6000 και 4500 π.Χ. (Νεολιθική εποχή).
Για την απάντηση του ερωτήματος αυτού απευθυνόμαστε στην αρχαιολογία,
γλωσσολογία, μελέτη αρχαίων παραδόσεων ή σύγκριση με ανατολικές πηγές. Η
αρχαιολογία μας είναι πιο χρήσιμη γιατί πριν την Ελληνική Εποχή, τον 8ο π.Χ. αιώνα
δεν υπάρχουν ή είναι σπάνιες οι γραπτές πηγές. Δεν είναι εύκολος ο προσδιορισμός
της αρχής της Ελληνικής Ιστορίας και των Ελλήνων γιατί κάθε μέρα έρχονται στο
φως νέα αντικείμενα που αλλάζουν τα δεδομένα που ήδη υπάρχουν.

ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ. Δηλαδή τι πληροφορίες παίρνουμε για την
εγκατάσταση των Ελλήνων από τη μορφή της γλώσσας, με σημείο εκκίνησης τις
πινακίδες της Γραμμικής Β (1200 το αργότερο) και από την ύπαρξη ή όχι
διαλέκτων της ελληνικής γλώσσας.
Οι μελέτες των πινακίδων σε συνδυασμό με τη φιλολογική εργασία πάνω
στην ομηρική διάλεκτο (αρχαιότερης γνωστής στην ελληνική λογοτεχνία)
δείχνουν ότι οι διάλεκτοι των Ελλήνων στην Κλασσική Εποχή (479-323 π.Χ.)
ήταν ήδη γνωστές και στον Μυκηναϊκό κόσμο.
Οι γνώμες διίστανται για τη διαίρεση σε γλωσσολογικές περιοχές. Υπάρχουν
πολλές εκδοχές όμως οι διαφορές από περιοχή σε περιοχή δεν είναι μεγάλες.
Η ουσιαστική διαφοροποίηση συμβαίνει σε απομακρυσμένες διαλέκτους
ύστερα από το τέλος του Μυκηναϊκού Πολιτισμού και τη διακοπή της
επικοινωνίας. Ουσιαστικά από Κρήτη έως Μυκήνες, Θήβα, Πύλο κλπ μιλιέται
μία γλώσσα, η «αχαϊκή» από τους Αχαιούς του Ομήρου.

Λέξεις
Προελληνικές

-νθ (Κόρινθος – Υάκινθος), -σσ (Λάρισσα, Κνωσσός), Όνος, Ελιά,
Άμπελος, Θάλασσα

Ελληνικές
Διάλεκτοι

Όροι για τον χαλκό ή τον κασσίτερο, έννοιες κοινωνικοπολιτικές (Ο
Βασιλιάς ή ο δούλος)

Ινδοευρωπαϊκές

Λέξεις που δηλώνουν συγγένεια

Σημιτικές λώσσες

Χρυσός ή χιτών

Πάντως σε κάθε περίπτωση οι ελληνικές διάλεκτοι ενσωματώνουν και
ενσωματώνονται στις ήδη υπάρχουσες διαλέκτους, οι οποίες πιθανότατα δεν
ήταν ινδοευρωπαϊκές. Από τα παραπάνω συνάγεται το συμπέρασμα ότι οι Έλληνες
επέβαλαν τη γλώσσα τους αλλά συνάντησαν ένα πολιτισμό ανώτερο τεχνολογικά
οπότε υιοθέτησαν τους τεχνικούς όρου. Αντίθετα όλες οι λέξεις συγγένειας είναι
ελληνικές οπότε συμπεραίνουμε ότι οι Έλληνες επέβαλαν το κοινωνικό τους σύστημα
στους λαούς που βρήκαν.
Εξάλλου δεν γνωρίζουμε αν οι ινδοευρωπαϊκές γλώσσες προϋπήρχαν των ελληνικών
ούτε αν η εισροή έγινε μονομιάς ή διαδοχικά.
Σύμφωνα με τους ειδικούς υπάρχουν δύο εκδοχές:
1. Η μυκηναϊκή γλώσσα είναι η αποκλειστική μορφή της πρωτο-αχαϊκής
γλώσσας. Απ’ αυτήν προήλθαν, την 1η χιλιετία, η αρκαδική κι η κυπριακή.
2. Υπάρχουν δύο μεγάλες οικογένειες γλωσσών: η ανατολική (αρκαδοκυπριακή
και πρωτο-ιωνική) και η βόρεια (δωρική).
Το γεγονός ότι οι πινακίδες είναι γραμμένες στα ελληνικά δε σημαίνει ότι όλοι
μιλούσαν μια γλώσσα.
Όμως η γλωσσολογικές μελέτες αυτές, δεν μας δίνουν πληροφορίες για το από πού
ήρθαν, πότε ήρθαν με σιγουριά, αν η εισροή έγινε μονομιάς ή τμηματικά. Όλα τα
δεδομένα μας επιτρέπουν να ορίσουμε, με πολύ ελαστικά περιθώρια, την αρχή της
εγκατάστασης των πρώτων Ελλήνων, με βάση τη γλωσσολογική έρευνα, κάπου στην
Εποχή του Χαλκού(3200 – 1050 π.Χ.).

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ. Πώς προσδιορίζεται η παρουσία ενός
νεόφερτου λαού ; Οι αρχαιολόγοι αναζητούν ενδείξεις, αλλαγές σε έθιμα,
αρχιτεκτονική ή ταφικά έθιμα, βίαιες καταστροφές κατοικημένων περιοχών,
εμφάνιση καινούργιων αντικειμένων, προϊόντα (όχι από εμπορικές
ανταλλαγές).
Η πρώτη αντιληπτή ρήξη στη συνέχεια του υλικού πολιτισμού της Εποχής του
Χαλκού, τοποθετείται ανάμεσα στη Πρώιμη Ελλαδική Β και στη Πρώιμη
Ελλαδική Γ (2200 -2100 π.Χ.).
Πρώιμη Εποχή του Χαλκού
o

Άνθρωποι συγκεντρώνονται σε χωριά (μερικά και οχυρωμένα).

o

Μικρά σπίτια από πέτρα, ξύλο, αχυροπηλό, χωρίς σχέδιο.

o

Στοιχειώδης πολεοδομία.

o

Ύπαρξη κοινωνικής στρωμάτωσης. Ογκώδεις κατασκευές σε
ορισμένες περιοχές (Πρώιμη Ελλαδική Β) (Τίρυνθα, Ορχομενός,
Λέρνα Αργολίδας) ίσως τα πρώτα ανάκτορα (πρωτο-ανάκτορα).

o

Τροφή (Δημητριακά, μπιζέλια, φακή, αρακά, σύκα, φρούτα και
ελιές).

o

Ζώα (Γάιδαροι όχι άλογα, σκύλοι, πρόβατα, κατσίκες, βόδια).

o

Ασχολίες γεωργία, κυνήγι και ψάρεμα (σχετική ευμάρεια).

o

Νεκροταφεία διαχωρίζονται από τις κατοικίες. Κανονικός τρόπος
ταφής

o

Τάφοι ατομικοί ή ομαδικοί, με απλό ταφικό υλικό

Στο τέλος της Πρώιμης Ελλαδικής Β είτε στο τέλος της Πρώιμης Ελλαδικής Γ
παρατηρούνται βίαια γεγονότα (καταστροφές, πυρκαγιές) στην Πελοπόννησο και στις
Κυκλάδες, που ίσως σημαίνουν την έλευση νέων πληθυσμών.

Μέση Εποχή του Χαλκού
Νέα στοιχεία εμφανίζονται και άλλα εξαφανίζονται.
1. Κεραμικά: ριζική αλλαγή από τη διακόσμηση με εγχάραξη περνάμε στη
«μυναϊκή» (προελληνικός λαός) κεραμική (γκρίζα, μονόχρωμη, αυστηρή,
αργότερα μαύρη, κόκκινη και τελικά κίτρινη). Αρχίζουν να μιμούνται τα
κρητικά πρότυπα. Χρησιμοποιείται κεραμικός τροχός, που είναι ανατολικής
προέλευσης.
2. Κατοικίες :Ίδιες θέσεις. Εξαφανίζονται τα πρωτο-ανάκτορα. Κωνικός τύπος
σπιτικού, χωρίς ρυμοτομία, χτίζονται ακατάστατα, λιγότερα εύπορα. Δεν
υπάρχουν χαράξεις δρόμων, αυλάκια, στέρνες, αποχετεύσεις, πηγάδια κλπ.
3. Διατροφή : Πληθαίνουν τα κυνήγια, κάτι που φανερώνει οικονομική κάμψη.
Διαπιστώνεται η παρουσία σταφυλιού.
4. Ταφικά έθιμα : Οι τάφοι (κιβωτιόσχημοι) τώρα βρίσκονται μέσα ή και γύρω
από τις κατοικίες, όπως στη νεολιθική εποχή. Δείχνουν την κοινωνική θέση
του ενταφιασμένου. Απλοί τάφοι με ανύπαρκτο ταφικό υλικό. Τα παιδιά
ενταφιάζονται σε πίθους (έθιμα Μικρά Ασίας). Ύπαρξη τύμβων, που
ανώτερη κοινωνική τάξη στα Βαλκάνια αλλά πάλι με φτωχό ταφικό υλικό.
Εμφανίζεται ο θόλος, ολόχτιστος με διάδρομο και νεκρικά δωμάτια, στο τέλος
της περιόδου ή στην αρχή της Ύστερης Ελλαδικής στη Μεσσηνία.
5. Εργαλεία. Νέα εργαλεία. Πέλεκυς, λειαντής για αιχμές των βελών (Βορράς).
6. Ζώα. Παρουσία αλόγου.

Ο τόπος καταγωγής των Ελλήνων παραμένει αινιγματικός. Όλα είναι υποθέσεις. Η
εικόνα είναι πολύπλοκη. Τα ξένα στοιχεία δείχνουν πρώτα την κατεύθυνση της
Ανατολής και στη συνέχεια του Βορρά. Όμως το σίγουρο είναι ότι η αναστάτωση
αυτή, στα τέλη της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού (που δεν είναι σίγουρο ότι είχε
σαν αιτία εισβολείς καθώς μπορεί να ήταν νομάδες επιδρομείς, εσωτερικές
αναταραχές, πόλεμοι με τους γείτονες, επιδημίες κ.λ.π.) εμπόδισε την εξέλιξη της
περιοχής και έκαμψε το βιοτικό επίπεδο σ’ όλη τη χερσόνησο εκτός από τις
Κυκλάδες και την Κρήτη που ήδη κτίζονται δεύτερα παλάτια. Υπάρχει φτώχια
για τρεις αιώνες. Αν υπήρξαν νεοφερμένοι τότε αυτοί αναμίχθηκαν σε χρόνο ρεκόρ
με αρχαιότερους πληθυσμούς π.χ Ετρούσκοι – Πρωτολατινικά φύλα στην Ιταλία.

Σύμφωνα με άλλη υπόθεση οι Πρωτοέλληνες είναι κατευθείαν γεννήτορες του
Μυκηναϊκού πολιτισμού. Λαός πολεμιστών, αήττητων χάρη στη νέα τεχνική
του πολεμικού άρματος, διαλέγουν την πελοποννησιακή γη, διασταύρωση
μεταξύ Βορρά, Νότου και Ανατολής και εγκαθίστανται να ιδρύσουν την
αυτοκρατορία τους. Υπερέχουν στον οπλισμό και στην τεχνική και ήρθαν από
τη Μικρά Ασία και την Εγγύς Ανατολή μέσω θαλάσσης. Βέβαια δημιουργείται
η εύλογη απορία πως χιλιάδες άρματα κατέβηκαν το ανώμαλο και χωρίς
οδοποιία ελληνικό έδαφος.
Άλλη υπόθεση είναι ότι μόνο η τελευταία Μυκηναϊκή Εποχή (13ος αιώνας)
είναι Ελληνική. Τότε δηλαδή που ξεκινά κι η Γραμμική Β’. Οι Πρωτοέλληνες
θα ήταν περιορισμένη αριθμητικά ομάδα πολεμιστών που επιβλήθηκαν με τη
βία στους πληθυσμούς που είχαν θεμελιώσει τη Μυκηναϊκό πολιτισμό. Αυτή
η υπόθεση είναι η πιο ευπαθής γιατί δεν έχουμε παρατηρήσει καμία
πολιτιστική μεταβολή μεταξύ 14ου και 13ου αιώνα.
Εμείς θα αναφερόμαστε στη τομή μεταξύ Πρώιμης Ελλαδικής Β και Γ, επειδή
παρέχει πιο ικανοποιητικό ερμηνευτικό σχήμα ύστερα από πρόσφατα
ευρήματα.
Οι αρχαίοι Έλληνες δεν βασανίζονταν με το θέμα της καταγωγής, το μνημόνευαν
στο περιθώριο έχοντας τη βεβαιότητα της αιωνιότητας. Εμείς όμως
αναρωτιόμαστε μέχρι που μπορεί να φτάσει η ιστορική ανάπλαση και ποια είναι
τα όρια της αρχαιολογίας.
Η καλύτερη εκδοχή πάντως είναι ότι τίποτα δεν επιτρέπει να οριστούν με
βεβαιότητα οι πρώτες ρίζες των αρχαίων Ελλήνων και το μόνο που μπορεί να
ειπωθεί είναι ότι, στο απώτερο παρελθόν τους, ανήκουν σε μια μεγάλη
ανατολική όσο και βόρεια οικογένεια, αν κρίνουμε από τους τόπους της
εξάπλωσής της.

Β. «ΠΟΛΥΧΡΥΣΕΣ ΜΥΚΗΝΕΣ».

Έτσι ονόμαζε ο Όμηρος την πόλη καταγωγής του Αγαμέμνονα, αρχηγό της
εκστρατείας της Τροίας. Τις επιβλητικές Μυκήνες με τους κυκλώπειους τάφους
που ήταν γεμάτη χρυσάφι, που άρχισε να λεηλατείται από την αρχαιότητα. Όλος ο
πολιτισμός που απλώνεται από τον 16ο έως τον 12ο π.Χ. αιώνα (τέλος Μέσης
Ελλαδικής Περιόδου) ονομάζεται «Μυκηναϊκός» και συμπίπτει με τους
περίφημου «λακκοειδείς τάφους». Οι τάφοι αυτοί που ανακάλυψε ο Σλήμαν, δεν
έχουν ούτε προηγούμενο ούτε συνέχεια.
Οι κύκλοι των τάφων των Μυκηνών ή η μετάβαση από τη Μέση Ελλαδική
στην Ύστερη Ελλαδική Περίοδο.
Εάν επρόκειτο να χαρακτηρίσουμε τη μετάβαση από τη Μέση Ελλαδική περίοδο
στην Ύστερη Ελλαδική περίοδο, από τις ανακαλύψεις του Σλήμαν (έξι τάφοι κύκλου
Α στις Μυκήνες), η έκπληξη για την αλλαγή θα ήταν μεγάλη. Απίστευτη πολυτέλεια,
πλούτος αμύθητος, θησαυροί. Αργότερα όμως, το 1952, ανακαλύφθηκαν τάφοι
αρχαιότεροι (Κύκλου Β’) ούτε τόσο φτωχοί όσο οι παλαιότεροι τάφοι, αλλά όχι και
σαν τους τάφους που ανακάλυψε ο Σλήμαν. Άρα μπορεί να έγινε σταδιακά η αλλαγή.
Όμως δεν έχουν βρεθεί αντίστοιχες κατοικίες.
Οι δύο κύκλοι των τάφων ανακαλύφθηκαν κάτω από την Ακρόπολη των Μυκηνών,
σε μικρή απόσταση μεταξύ τους. Η καθεμιά από τις δύο σειρές τάφων περιβάλλονται
από ένα χονδρό κυκλικό τοίχο, αν και οι τοίχοι του Κύκλου Α’ είναι μεταγενέστεροι
των τάφων. Οι θέσεις επισημαίνονται με στήλες με γλυπτή διακόσμηση (πολεμιστές,
λιοντάρια και πολεμικό άρμα).
Κ Υ Κ Λ Ο Σ Β Εικοσιτέσσερις (24) λακκοειδείς τάφοι έχουν είσοδο, νεκρικό θάλαμο
με τοίχους, ταβάνι από ξύλο ή πλάκες, όσο προχωράει η εποχή γίνονται πλατύτεροι,
πιο φροντισμένοι, πλουσιότεροι και πολλαπλής χρήσης (πολλά μέλη οικογενειώναντικείμενα). Οι γυναίκες δέχονται τις ίδιες φροντίδες με τους άνδρες και τα παιδιά.
Επικρατούν ταφικά έθιμα. Το εξαιρετικό ταφικό υλικό που αποτελείται από αγγεία,
κεραμικά και μεταλλικά, όπλα, κοσμήματα, πολύτιμα αντικείμενα. Χρονολογούνται
από το 1650 – 1550 π.Χ. δλδ στο τέλος της Μέσης Ελλαδικής Περιόδου ως την Αρχή
της Ύστερης Ελλαδικής Περιόδου)
Κ Υ Κ Λ Ο Σ Α Έξι (6) μεγάλοι λακκοειδείς τάφοι σκαμμένοι πολύ βαθιά, σε θέση
παλαιότερων τάφων, μεσοελλαδικών. Τα σώματα ήταν τοποθετημένα στον άξονα
ανατολής – δύσης. Ο πλούτος ξεπερνάει τη φαντασία π.χ. ο τάφος 4 περιείχε
σκελετούς πέντε (5) ατόμων (3 ανδρών και 2 γυναικών). Οι άνδρες φέρουν νεκρικά
προσωπεία, από χρυσό τέλειας κατασκευής. Τα σώματα σκεπασμένα με χρυσάφι,
πλάι δύο στέμματα, διαδήματα, δαχτυλίδια, βραχιόλια, ξίφη κ.λπ. Χρονολογούνται
από το 1570-1500 περ. π.Χ, δλδ το πολύ 3 γενιές.
Δύο ερωτήματα γεννιούνται:
1. οι τάφοι είναι ενδείξεις πολιτισμικής και εθνολογικής ρήξης;
2. από που προέρχονται όλοι αυτοί οι θησαυροί ;
Το περιεχόμενο του αρχαιολογικού υλικού δείχνει μια μεταβολή κλίμακας και όχι
ρήξη. Το περιεχόμενο τεκμηριώνει μια συνέχεια των προηγούμενων τεχνοτροπιών.
Προς το τέλος της περιόδου ορισμένες ομάδες κυριαρχούν και εκφράζουν την νέα

κοινωνική τους θέση με την χλιδή των τάφων. Τα πλούτη τους είναι εντυπωσιακά
αλλά ανήκουν σε πολύ περιορισμένο αριθμό ανθρώπων. Δεν μπορούμε να
διαμορφώσουμε άποψη για την εποχή από λίγες δεκάδες πλούσιους τάφους ανάμεσα
σε πολλούς άλλους και χωρίς να υπάρχουν αντίστοιχες κατοικίες ή οι τάφοι των
κοινών θνητών.
Δεν υπάρχει κάτι που να μαρτυρά την μαζική άφιξη ξένων πληθυσμών. Μάλλον
επανακτάται σταδιακά το υψηλό βιοτικό επίπεδο, δημιουργία αρχοντικών, σταδιακή
εμφάνιση «τοπικών αρχηγών» με κύρια ενασχόληση του πολέμου. Πολλοί
συγγραφείς συνδέουν την Μυκηναϊκή ευμάρεια με εμπορικές δραστηριότητες στην
Αίγυπτο ή κατακτητική εξάπλωση στις γειτονικές πόλης. Η γεωγραφική θέση της
Αργολίδας είναι ευνοϊκή για φορολόγηση των διερχόμενων προϊόντων και ίσως
σποραδικών αρπαγών.
Οι πολλαπλοί τόποι προέλευσης των πολυτελών αντικειμένων των τάφων
συνηγορούν στην ύπαρξη «διεθνών» εμπορικών συναλλαγών. Όχι για συστηματικό
εμπόριο αλλά για αντικείμενα που πήγαιναν από τον έναν στον άλλον. Επίσης τα
ευρήματα μαρτυρούν δεσμούς των Μυκηνών με την Κρήτη.
Περισσότερο είναι πιθανόν η παρουσία τεχνιτών από την Κρήτη. Γενικά υπάρχει
κρητική επιρροή στα αντικείμενα πολυτελείας και τα όπλα. Στα κεραμικά η επιρροή
έγκειται στη διακόσμηση ενώ στο σχήμα γίνεται μια σύνθεση της μεσοελλαδικής και
της μινωικής παράδοσης.
Αυτή η κοινωνία τελικά μοιάζει περισσότερο με τα καπετανάτα που συναντούν
παντού οι ανθρωπολόγοι όπου μερικές οικογένειες ιδιοποιούνται τον νεογέννητο
πλούτο μιας κοινωνίας που μόλις βγαίνει από το στάδιο της αυτάρκειας.
Μερικοί θέλησαν να δουν στις καινοτομίες στοιχεία από το Βορρά, επίσης η
επικάλυψη με φύλλα χρυσού θυμίζει νοοτροπία στέπας, πάντως η χρήση άρματος δεν
το επικυρώνει αυτό. Εξάλλου η σημαντικότερη επίδραση φαίνεται να προέρχεται από
το Νότο (Κρήτη). Το μυστήριο παραμένει… Όπως μυστήριο παραμένει και η χρήση
των υπέροχων προσωπείων των νεκρών, που δεν είχαν προηγούμενο και καμία
συνέχεια.

Γ. Σύντομη επισκόπηση της ιστορίας της Κρήτης από 2200 – 1375
Η ενότητα παρουσιάζει συνοπτικά τις εξελίξεις στη Μινωική Κρήτη. Η μελέτη αυτή
μας βοηθάει να αντιληφθούμε ποιο ήταν το πολιτισμικό περιβάλλον του αιγαιακού
χώρου, μέσα στο οποίο γεννήθηκε ο μυκηναϊκός πολιτισμός.
Την ίδια εποχή που οι νεόπλουτοι των Μυκηνών τελούν τις επιβλητικές κηδείες τους,
οι Κρήτες έχουν κιόλας πίσω τους πολλούς αιώνες πολιτισμού.
Γύρω στο 2200 – 2000 π.Χ. γίνεται το πέρασμα από τα μεγάλα, πλούσια χωριά που η
οικονομία τους στηρίζεται στην γεωργία και την κτηνοτροφία σε πολιτισμό πόλης
(οδικό δίκτυο, βρύσες, χώροι ειδικής χρήσης) και στη μέση ένα επιβλητικό κτίριο το
«ανάκτορο». Ποιος είχε την πρώτη έμπνευση δεν μπορεί να απαντηθεί αν και έχουν

ομοιότητες με ανάκτορα της Εγγύς Ανατολής ή μπορεί να είναι αποτέλεσμα
εξελικτικής διαδικασίας.
Ι. Η Κρήτη των πρώτων ανακτόρων (2000 – 1600 πΧ. Περίπου, ήτο το κύριο
τμήμα της Μέσης Μινωικής Περιόδου).
Α Ν Α Κ Τ Ο Ρ Ο Οικονομικό συγκρότημα. Σύνολο από ορθογώνια δωμάτια,
εκτεταμένο, κτισμένα στις πλευρές μιας κεντρικής παραλληλόγραμμης αυλής (Βασικό
αρχιτεκτονικό στοιχείο). Έχει επιβληθεί πάνω στην πόλη.

Ένας ή δύο όροφοι με πλατιές πέτρινες σκάλες, ογκώδεις είσοδοι, λιθόστρωτες
στοές, μεγάλες αίθουσες που περιβάλλονται από κολώνες, επιβλητικός
χαρακτήρας.

Πηγάδια για τη διέλευση φωτός στα ισόγεια.

Υπάρχουν δωμάτια, αίθουσες υποδοχής, καταστήματα, εργαστήρια.

Η λειτουργία του παλατιού δείχνει ότι η οικονομία ήταν συγκεντρωτική –
γραφειοκρατική οικονομία, μια διοίκηση με επιμελή αρχεία σε πινακίδες από
άργιλο, που σφραγίζει τα εμπορεύματα στα καταστήματα.

Τα αγαθά και ο πληθυσμός απογράφονται συστηματικά. Χρησιμοποιούνται
πολυάριθμες σφραγίδες για τις εισαγωγές και εξαγωγές. Υπάρχουν ζυγαριές και
σταθμά. Στο ανάκτορο κατοικούν εξειδικευμένοι τεχνίτες πολυτελών
αντικειμένων.

Ο κόσμος γνωρίζει γραφή. Εμφανίζονται κείμενα πάνω σε πέτρα ή άργιλο
γραμμένα πρώτα με ιερογλυφικά και μετά με συλλαβικά σήματα, Γραμμική Α’ –
στο τέλος της Περιόδου. Τα ντοκουμέντα δεν μπορούν να διαβαστούν λόγω της
κρητικής γλώσσας, που δεν έχει αντιστοιχίες με τις ινδοευρωπαϊκές ή τις
σημιτικές, αλλά υποθέτουμε ότι είναι διοικητικά έγγραφα. Παρόμοια έγγραφα
θα βρεθούν αργότερα στην Κνωσό, στην ελληνική μυκηναϊκή γλώσσα ή αλλιώς
Γραμμική Β’.

Η Κρήτη είναι χωρισμένη σε μεγάλες περιφέρειες που κάθε μια εξουσιάζεται από
ένα ανάκτορο. Ακριβώς δεν ξέρουμε την πολιτική κατάσταση επικρατούσε εάν
υπήρχες ένας ή πολλοί βασιλείς ή είχαν και θεοκρατική εξουσία. Μίνως φαίνεται
ότι ήταν μια γενική έννοια του όρου Βασιλιάς.
Κύριο συστατικό της ευμάρειας της Κρήτης ήταν η ειρήνη αν και οι Κρήτες
επιδίδονται σε πειρατικές λεηλασίες οι οποίες συμβαδίζουν με το εμπόριο και τη
ναυτιλία, που ήταν ανακτορικό μονοπώλιο, καθώς τους λείπει η πιο αναγκαία
πρώτη ύλη : το μέταλλο (ασήμι – χρυσός – κασσίτερος). Είχαν ταξιδέψει στην
Μήλο, Πελοπόννησο μέσω Κυθήρων, Αττική, Βοιωτία, Εγγύς Ανατολή, Αίγυπτο.
Το 1700 π.Χ. πόλεμος ή σεισμός καταστρέφει πολλούς αρχαιολογικούς τόπους,
όπως και μερικές δεκαετίες αργότερα την ίδια την Κνωσό. Όμως δεν έμειναν στα
ερείπια, ξαναχτίζουν ωραιότερα και μεγαλύτερα ανάκτορα.

2. Η Κρήτη των δεύτερων ανακτόρων (1600 – 1450 – 1375 π.Χ. για την
Κνωσό), ήτοι από την Ύστερη Μινωική Α ως το τέλος της Ύστερης
Μινωικής Β για το σύνολο του νησιού, πλην Κνωσού και ως την Ύστερη
Μινωική Γ1Α για την Κνωσό.
Τα βασικά συστατικά των ανακτόρων ανάγονται στην εποχή των πρώτων
ανακτόρων. Η ανοικοδόμηση έφερε το Μινωικό πολιτισμό στο απόγειό του. Η
Κρήτη την εποχή αυτή ευημερεί χωρίς όμως πολέμους, ακτινοβολεί διεθνώς, το
εμπόριο ανθεί και Κρήτες μένουν παντού στο Αιγαίο Κύθηρα, Ρόδος, Μήλος,
Θήρα, Κέα) – Μικρά Ασία (Ιασό Μίλητος) και ασκούν την επιρροή τους και στην
Ηπειρωτική Ελλάδα.
Τέσσερα (4) μεγάλα ανάκτορα εξουσιάζουν την οικονομία του νησιού:
Κνωσός (Με διπλάσια έκταση από τα άλλα) 13.000 τ.μ., Φαιστός, Μάλια,
Ζάκρος.
Η καινοτομία είναι η ταυτόχρονη ύπαρξη πλούσιων μεγάλων κατοικιών αστικού
χαρακτήρα, εκτός των ανακτόρων αλλά και μεγαλες αγροτικές κατοικίες
(ελάσσονα ανάκτορα).
Η οικονομία και οι τεχνίτες ανθούν. Το πολιτικό σύστημα δεν το ξέρουμε.
Υπάρχει μια αριστοκρατική τάξη αλλά και εύποροι αγρότες, έμποροι, τεχνίτες.
Υπάρχουν φυσικά και τα απαραίτητα αναπάντητα ερωτήματα όπως: ποια ήταν η
φύση της πολιτικής εξουσίας; Και ποια ήταν η κυριαρχία της Κνωσού σε
ολόκληρο το νησί, δεδομένου ότι το ανάκτορό της είναι το μεγαλύτερο. Πάντως
είναι εμφανής μια αύρα αυτονομία καθώς και η ύπαρξη μια μινωικής
αριστοκρατίας αποτελούμενη από ανώτερους αξιωματούχους και
λειτουργούς.. Τεχνίτες υπάρχουν φυσικά αλλά δεν ξέρουμε τη φύση της
ένταξης τους στο κοινωνικό σύνολο και απαραιτήτως υπάρχει και ο λαός γεωργοί και κτηνοτρόφοι.
Ποια η θέση της θρησκείας ; Σχετικά με την θρησκεία δεν υπάρχουν γραπτά αλλά
με βάση τις αναπαραστάσεις σε αγγεία, σε σφραγιδόλιθους και σε τοιχογραφίες
που ανακαλύφθηκαν στην Κνωσό, στη Σαντορίνη και αλλού βλέπουμε τελετές,
συγκεντρωμένα πλήθη, χορούς, αθλητές, ταυρομαχίες. Οι εικόνες είναι ζωντανές
με καλλιτεχνική ποιότητα. Μπορούμε να ερμηνεύσουμε ορισμένες εικόνες που
μπορεί να απεικονίζουν κάποιες θεότητες. Οι Κρήτες έχουν διάφορους τόπους
λατρείας πηγές, σπηλιές, κορυφές, γίνονταν θυσίες ζώων, μερικές φορές και
ανθρώπων. Συμμετέχουν η φύση, η θάλασσα, τα λουλούδια, τα ζώα. Η κρητική
τέχνη απεικονίζει την ανθρώπινη πλευρά των θρησκευτικών θεμάτων.
Υπάρχουν μόνο εξωτερικά γνωρίσματα της θρησκείας: τη σημασία του τυπικού
της λατρείας, την κοινωνική και συλλογική λειτουργία, την κοινότητα των
πιστών, την απέχθεια απεικόνισης των θεών.
Ιερά: δωμάτια με πέτρινους πάγκους κατά μήκος των τοίχων, κρύπτες με
στύλους, καθαρτήριοι λουτήρες (μικρά ημιυπόγεια δωμάτια). Συνδυάζονται: με
καμπυλωτούς βωμούς, αρχιτεκτονικές διακοσμήσεις (ιερατικά κέρατα, διπλούς

πέλεκυς, παραστάσεις φιδιών, τράπεζες προσφορών, τρίποδα και ρύτα για
σπονδές).ι
Αυτή είναι η απεικόνιση της Μινωικής Κρήτης που τόσο επηρέασε την
ηπειρωτική Ελλάδα. Κόσμος μοναδικός, πολιτισμός νησιωτικός, πρωτότυπος,
εκλεπτυσμένος. Όμως γύρω στο 1450 π.Χ. (πλην της Κνωσού) καταστροφές
ερημώνουν τους τόπους. Αρκετά πιθανή εκδοχή είναι ότι με συνεννόηση με τους
Κρήτες της Κνωσού εγκαθίστανται οι Μυκηναίοι στην Κρήτη, τον 15ο αιώνα π.Χ.
–υπήρχαν πολλοί στενοί δεσμοί το 170 και 16 αιώνα π.Χ.- και μόνο το ανάκτορο
της Κνωσού επιβιώνει μέχρι το 1375 π.Χ. Η τελική του εγκατάλειψη έγινε
ύστερα, πιθανότατα, από έναν μεγάλο σεισμό.
Από εκεί και πέρα -από το 1375 π.Χ- η Κρήτη δεν διαφέρει από τη Μυκηναϊκή
Ελλάδα αφού έχει γίνει πια μυκηναϊκή πολιτιστικά και πιθανόν και πολιτικά.
Βρέθηκαν υδρίες με επιγραφές σε Γραμμική Β’ που φέρουν ονομασία wanakatero
-ανακτορικός- πολύ μετεγενέστερες της Κνωσού.
3. Το θέμα της έκρηξης του Ηφαιστείου της Θήρας.
Πριν από λίγα χρόνια το τέλος του πολιτισμού των ανακτόρων της Κρήτης
συνδεόταν με την έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας, η οποία ήταν τρομακτική.
Βύθισε το κέντρο του νησιού και εκσφενδονίστηκαν γιγάντιες μάζες σε όλο το
Αιγαίο και μέχρι το Δέλτα του Νείλου. Το φαινόμενο εξελίχθηκε αργά με
αποτέλεσμα να προλάβει να απομακρυνθεί ο πληθυσμός. Γι΄ αυτό δεν βρέθηκαν
και πτώματα στα στρώματα της καταστροφής. Όμως οι πρόσφατες γεωλογικές
μελέτες έχουν δείξει ότι η έκρηξη έγινε το 16ο αιώνα, ίσως και πιο πριν το 17ο
αιώνα, κι όχι το 15ο (1450 π.Χ που καταστράφηκαν τα υπόλοιπα ανάκτορα εκτός
Κνωσού) ή τον 14ο , οπότε και το 1375 καταστράφηκε η Κνωσός.