MICHAEL CURTIS FORD

Ιστορικό

ΤΟΜΟΣ Α' + Β'

Α. Α. ΛΙΒΑΝΗ

Μυθιστόρημα

ΜΑΙΚΛ ΚΕΡΊΊΣ ΦΟΡΝΤ

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ
Α' ΤΟΜΟΣ
Μετάφραση από τα αγγλικά
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ

ΜΙΑ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ
ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ

ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΒΑΝΗ
ΑΘΗΝΑ 2007

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Α' ΤΟΜΟΣ
Ιστορικό σημείωμα
Πρόλογος
Βιβλίο πρώτο: Η δόξα του πατέρα
Βιβλίο δεύτερο: Το μαντείο
Βιβλίο τρίτο: Οι πολεμιστές
Βιβλίο τέταρτο: Ανάβαση
Βιβλίο πέμπτο: Κούναξα

Σειρά: ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
Τίτλος; πρωτοτύπου: THE TEN THOUSAND
Συγγραφέας: MICHAEL CURTIS FORD
Copyright © Michael Curtis Ford, 2001
Copyright © 2002 για την ελληνική γλώσσα:
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΒΑΝΗ ABE
Σόλωνος 96, 9 8 ­ 1 0 6 80 Αθήνα. Τηλ.: 3600398, Fax: 3617791
http://www.livanis.gr
Απαγορεύεται η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική, ή η απόδοση
κατά παράφραση ή διασκευή του περιεχομε'νου του βιβλίου με οποιονδήποτε τρόπο, μηχανι­
κό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλο, χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του εκ­
δότη. Νόμος 2121/1993 και κανόνες του Διεθνούς Δικαίου που ισχύουν στην Ελλάδα.
ISBN 960­14­0535­6
Printed and bound by

Grafica Veneta S.p.A,, Trebaseleghe (PD) ­ Italy

5
11
27
81
115
157
215

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

ΣΤΑ ΤΕΛΗ του 5ου αι. π.Χ. αιματοχυσία και αναστάτωση προκλή­
θηκαν στο δυτικό κόσμο. Στη διάρκεια των προηγουμένων εκα­
τό χρόνων η Αθήνα είχε βιώσει ένα Χρυσό Αιώνα, μια εκπληκτι­
κή άνθηση πολιτισμού και σκέψης, με αποκορύφωμα την εγκα­
θίδρυση της πρώτης στον κόσμο λειτουργικής, άμεσης δημο­
κρατίας υπό τον Περικλή, τα αξεπέραστα λογοτεχνικά επιτεύγ­
ματα του Σοφοκλή και του Ευριπίδη και την κατασκευή του Παρ­
θενώνα. Τεράστιοι στόλοι έφερναν αναρίθμητα αγαθά από κάθε
γωνιά της Μεσογείου και τα κατορθώματα του ελληνικού στρα­
τού είχαν γίνει αντικείμενο φθόνου και τρόμου όλου του αρχαίου
κόσμου, μέσω δύο σημαντικών καινοτομιών: του βαριά οπλισμέ­
νου και εξαιρετικά εκπαιδευμένου πολίτη­στρατιώτη, γνωστού ως
οπλίτη, και του αδιαπέραστου σχηματισμού του επελαύνοντος
πεζικού, της γνωστής φάλαγγας. Η Αθήνα είχε αποβεί το κατ' εξο­
χήν κέντρο του ελληνικού πολιτισμού και η μεγαλύτερη ιμπερια­
λιστική δύναμη στη Μεσόγειο ­ όλα όμως κατέληξαν σ' ένα κα­
ταστροφικό τέλος το 404 π.Χ., όταν η πόλη ηττήθηκε ολοκληρω­
τικά από τη Σπάρτη, το εικοστό έβδομο έτος του Πελοποννησια­
κού Πολέμου.
Η πόλη των μαρμάρινων μνημείων είχε γονατίσει πια ­ τα γε­
ρά της τείχη ήταν γκρεμισμένα, το ισχυρό ναυτικό της, με το οποίο
είχε κυριαρχήσει στις θάλασσες, κατεστραμμένο, οι αγροί της
πυρπολημένοι και μολυσμένοι, ο πληθυσμός αποδεκατισμένος
από το λοιμό. Μια εγκληματική και εκδικητική κυβέρνηση ανδρει­
κέλων, αυτή των Τριάκοντα Τυράννων, επιβλήθηκε από τους νικη­
τές στην ηττημένη πόλη, προκαλώντας αλλεπάλληλες εξεγέρσεις
και αντίποινα και περιπλέκοντας ακόμα περισσότερο ένα ήδη

6

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

χαοτικό πολιτικό τοπίο. Χιλιάδες εμπειροπόλεμων, σκληροτρά­
χηλων στρατιωτών, και από τις δύο πλευρές της σύγκρουσης, έ­
μεναν απλώς στο εξωτερικό μετά την αποστράτευση τους, επι­
διώκοντας να ικανοποιήσουν την ακόρεστη όρεξή τους για αίμα
και λεηλασία, υπηρετώντας ως μισθοφόροι αυτόν που έδινε τις πε­
ρισσότερες απολαβές. Η υπόλοιπη Ελλάδα, στην ουσία ολόκλη­
ρος ο δυτικός κόσμος, δε θεωρούσε πια τη νικημένη Αθήνα ηγέ­
τιδα πόλη ­ αλλά μάλλον το μυστικοπαθές, ξενόφοβο στρατιωτι­
κό κράτος της Σπάρτης.
Η αναστάτωση είχε διασαλεύσει τα ηθικά θεμέλια της κοινω­
νίας και υπήρχε ανάγκη να εμφανιστούν νέοι ηγέτες, κάποιοι που
θα μπορούσαν ν' αφήσουν πίσω τους τον τρόμο του εμφύλιου, πο­
λυαίμακτου πολέμου και θα κοίταζαν να ξαναχτίσουν την Αθήνα
και ν' αποκαταστήσουν την υπεροχή της Ελλάδας στον κόσμο.
Άλλα κέντρα εξουσίας, όμως, δε θα άφηναν την Αθήνα ν' ανυ­
ψωθεί και πάλι τόσο εύκολα. Η Περσία ειδικά, μια τεράστια αυ­
τοκρατορία που εκτεινόταν από την Ινδία μέχρι την Αίγυπτο, εί­
χε πολλά να κερδίσει. Δύο φορές τον περασμένο αιώνα τα σχέδιά
της για παγκόσμια κυριαρχία είχαν ανατραπεί από την ατιμωτι­
κή ήττα της στην Ελλάδα ­ οι φιλοδοξίες της όμως εξακολου­
θούσαν να υποβόσκουν και είχε στηρίξει οικονομικά τους Σπαρ­
τιάτες τα τελευταία χρόνια του Πελοποννησιακού Πολέμου, σε μια
προσπάθεια να παρατείνει τη διαμάχη και να εμποδίσει τους
Έλληνες ν' ανακτήσουν την ενότητά τους. Παρ' όλα αυτά, η Περ­
σία αντιμετώπιζε δικά της, εσωτερικά προβλήματα, το σημαντι­
κότερο από τα οποία ήταν ο αγώνας εξουσίας ανάμεσα στο Με­
γάλο Βασιλιά Αρταξέρξη και το διεκδικητή του θρόνου, το νεα­
ρό ετεροθαλή αδερφό του, τον Κύρο.
Οι ελληνικές πόλεις­κράτη της Θήβας και της Κορίνθου εί­
χαν επίσης εύλογες απαιτήσεις για να παίξουν ηγετικό ρόλο και
οι Συρακούσες, που ως σύμμαχοι της Σπάρτης είχαν καταστρέψει
το φοβερό ναυτικό των Αθηναίων, παρέμεναν μία εξίσου ισχυρή
δύναμη. Ακόμα και οι Σπαρτιάτες, αν και κατ' όνομα κυρίαρχοι
της ανατολικής Μεσογείου, ήταν στην καλύτερη περίπτωση α­
πρόθυμοι ηγέτες, μια και φοβούνταν τη θάλασσα και δεν επιθυ­

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

7

μούσαν ν' ανοίξουν την κοινωνία και την οικονομία τους στις δια­
βρωτικές επιδράσεις του εξωτερικού κόσμου. Οι διάφορες αντα­
γωνιστικές δυνάμεις είχαν εξουδετερώσει αποτελεσματικά η μία
την άλλη, δημιουργώντας μια ισορροπία ανικανότητας.
Μέσα σ' αυτή τη χαώδη κατάσταση, που κυριαρχούνταν από
κατάθλιψη και νοσταλγία για τα περασμένα μεγαλεία, που ακο­
λούθησε τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, η Ελλάδα δε θα κατόρ­
θωνε ν' ανακτήσει τη θέση της ως πολιτική ηγετική δύναμη και
το μεγαλείο της για άλλα πενήντα χρόνια. Στη διάρκεια αυτής
της μεταβατικής περιόδου, που χαρακτηριζόταν από ηθική και
οικονομική κατάπτωση, όταν ο ταπεινός φιλόσοφος Σωκράτης α­
νέπτυσσε στην αγορά τους στοχασμούς του, οι οποίοι σύντομα θα
αποτελούσαν τους αληθινούς στυλοβάτες της δυτικής σκέψης, έ­
νας νέος με το όνομα Ξενοφώντας ενηλικιώθηκε. Ήταν μέλος της
πρώτης μετα­Χρυσό Αιώνα αθηναϊκής γενιάς, κάποιος που, μο­
λονότι εξαίρετος από πολλές απόψεις, θ' αγωνιζόταν έντονα για
να ξεπεράσει την καταστροφική κληρονομιά που είχε αποκτή­
σει. Ήταν ένα καθήκον που έμελλε να στοιχίσει πολλή αιματο­
χυσία και πολλές ζωές, αλλά στο τέλος έμελλε επίσης να δημι­
ουργήσει ήρωες τόσο μεγάλους όσο και οι άλλοι που μας έμειναν
από την αρχαιότητα.

Δώστε μου την άδεια κι εγώ θα παρουσιάσω μπροστά στα
μάτια σας σε ελάχιστο χρόνο έναν εκπληκτικό, αχανή, απέ­
ραντο Ωκεανό απίστευτης τρέλας και παραφροσύνης: μια
Θάλασσα γεμάτη προεξοχές και βράχια, αμμουδιές, κόλ­
πους, Ευρίπους και παλιρροϊκά ρεύματα γεμάτα τρομερά τέ­
ρατα, ακατέργαστα σχήματα, βρυχηθμούς κυμάτων, τρικυ­
μίες και σειρηνικές ηρεμίες, Αλκυονίδες Θάλασσες, ανείπω­
τη δυστυχία, τέτοιες Κωμωδίες και Τραγωδίες, τέτοια παρά­
λογα και γελοία, θανατερά και αξιοθρήνητα ξεσπάσματα, ώ­
στε δεν ξέρω αν θα πρέπει να τα οικτίρουμε ή να τα χλευά­
ζουμε ή ίσως να τα πιστεύουμε, αφού καθημερινά βλέπουμε
τα ίδια να εξακολουθούν να συμβαίνουν στις μέρες μας, νω­
πά παραδείγματα, νέες ειδήσεις, καινούρια αντικείμενα δυ­
στυχίας και τρέλας αυτού του είδους, που εξακολουθούν να
μας παρουσιάζονται, απέξω, στο σπίτι, μέσα μας, στα στή­
θια μας.
ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ Ο ΕΛΑΣΣΩΝ*

* Ψευδώνυμο του Αγγλου συγγραφέα Ρόμπερτ Μπάρτον (1577­1640). Το συ­
γκεκριμένο απόσπασμα προέρχεται από το κυριότερο έργο του, Anatomy of
Melancholy. (Σ.τ.Ε.)

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

της Φυλής που μας νίκησαν στο τέλος.
Αυτοί και ο Θρασύβουλος, αυτός ο στασιαστής, αυτός ο πα­
ράφρονας. Ως στρατηγός είχε δειπνήσει στο τραπέζι μας στην
Αθήνα περισσότερες φορές απ' όσες μπορώ να υπολογίσω, αλλά,
αφού ήρθε σε σύγκρουση με τους κακούς πολιτικούς, εξορίστη­
κε στη Θήβα. Εκεί βρισκόταν σε κατάσταση αδημονίας, αναμο­
νής, με το μίσος και την περιφρόνησή του να κακοφορμίζουν σαν
κακό σπυρί, και είχε μαζέψει γύρω του μια μικρή ομάδα από ο­
μοϊδεάτες του, Αθηναίους εξόριστους και μισθοφόρους, που ο κα­
θένας τους είχε τα δικά του χρέη να ξεπληρώσει. Τώρα, με μια
πράξη απίστευτου θράσους, είχε οδηγήσει τη δύναμή του, εβδο­
μήντα επίλεκτους πολεμιστές, σιωπηλά μέσα από το φαράγγι, εί­
χε κόψει το λαιμό των αντρών της προφυλακής μες στη νύχτα κι
είχε καταλάβει το φρούριο της Φυλής, που φύλαγε το ορεινό πέ­
ρασμα μόλις δεκαπέντε μίλια από την Αθήνα. Ομολογουμένως,
μέσα στη σύγχυση που επικράτησε μετά την παράδοση της πό­
λης στη Σπάρτη, οι συνθήκες τον προκάλεσαν ουσιαστικά να κά­
νει κάτι τέτοιο, αφού η φρουρά είχε αποδυναμωθεί και αποδιαρ­
θρωθεί εδώ και μήνες. Δεν εξυπηρετεί σε τίποτα, πάντως, ν' απο­
δοθούν ευθύνες στην ανοησία άλλων, μια και αυτό είναι το τελευ­
ταίο καταφύγιο των χαμένων. Τώρα που ο Θρασύβουλος είχε κα­
ταλάβει τη Φυλή, έμενε σ' εμάς να τον απομακρύνουμε από εκεί.
ΗΤΑΝ ΟΙ ΔΡΑΚΟΝΤΕΣ

Ο Κριτίας είχε αναλάβει να συγκεντρώσει το στράτευμα και να
ηγηθεί της επίθεσης, αλλά ο Κριτίας δεν ήταν στρατιώτης. Ήταν
πολιτικός, ηγέτης της σκληροπυρηνικής φατρίας των Τριάκοντα,
ακριβώς ο τύπος του ανθρώπου που ο Θρασύβουλος μισούσε πε­
ρισσότερο. Έδωσε μια εκπληκτική παράσταση, παρ' όλη την κα­

12

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

ταρρακτώδη βροχή, όλο κομπασμό και φιγούρα, διατάσσοντας
τους πεζούς από τη μια μεριά και τους τοξότες από την άλλη, πο­
ζάροντας με ένα καινούριο ξίφος, ενώ το θαυμάσιο καρχηδονια­
κό του άλογο φρούμαζε κάτω από τα πόδια του. Αναντίρρητα το
γεγονός ότι ήταν μονίμως περιτριγυρισμένος από μια διμοιρία
σιωπηλών, ντυμένων με πορφυρόχρωμους χιτώνες Σπαρτιατών
τού έδινε κάποια εξουσία. Αλλά ο πονηρός Θρασύβουλος είχε
φράξει τον κεντρικό δρόμο για το φρούριο με τεράστιους βρά­
χους, αναγκάζοντας μας ν' ανεβούμε από ένα στριφογυριστό κα­
τσικόδρομο, κάτω από βασανιστική βροχή, ο οποίος σε ένα ση­
μείο έφτανε επικίνδυνα κοντά στα εξωτερικά τείχη του φρουρί­
ου. Όταν το σίδερο αντιμετώπισε το σίδερο και τα δερμάτινα
σανδάλια μας βουτήχτηκαν στη λάσπη, δε θα έπρεπε να κάνει ε­
πίθεση ο Κριτίας· ακόμα και το ιππικό ήταν άχρηστο σ' αυτή τη
βραχώδη βουνοπλαγιά, ενώ το λουσάτο του άλογο σύντομα έ­
σπασε το πόδι του, ρίχνοντας τον ατιμωτικά στη λάσπη. Η α­
ναρρίχηση μέσα από το φαράγγι ήταν αποστολή για πεζούς, κα­
θαρά και ξάστερα, κι ενώ ο Κριτίας με την καταλασπωμένη του
φορεσιά μάς φώναζε από κάτω, ο Ξενοφώντας μαζί με την υπό­
λοιπη ομάδα των ιππέων του κατέβηκε από το άλογο, πέταξε το
χιτώνα του κι άρχισε να ανεβαίνει στο βουνό με τα πόδια. Η δύ­
ναμή μας ήταν τρεις χιλιάδες δυνατοί άντρες αλλά μουσκεμένοι
ως το κόκαλο, μια και βρισκόμαστε εκεί έξω. Θα κατατροπώνα­
με την αξιοθρήνητη συμμορία του Θρασύβουλου πριν νυχτώσει
και θα γυρίζαμε πίσω το άλλο πρωί, μια κι ο πόλεμος είχε πια τε­
λειώσει, είχε αρχίσει να κάνει παγωνιά και ήμαστε κουρασμένοι.
Η πρώτη μας επίθεση αποκρούστηκε με απώλειες. Η πύλη
του παλιού φρουρίου, το μοναδικό στενό πέρασμα από τα εξω­
τερικά τείχη, ήταν τόσο στενή, που χωρούσαν να περάσουν μόνο
ανά τρεις οι άντρες, ενώ εκατέρωθεν περιστοιχιζόταν από δύο
χοντρούς πύργους με επικλινείς βάσεις, κοντόχοντρους σαν βα­
τράχια και εχθρικούς και από τις δυο μεριές της εισόδου. Στενά
ανοίγματα πρόβαλλαν στους πέτρινους τοίχους των πύργων, πέντε
περίπου μέτρα πάνω από το έδαφος, μέσα από τα οποία οι υπε­
ρασπιστές έριχναν βροχή από φονικά βέλη προς την είσοδο, στο­

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

13

χεύοντας τα πρόσωπα μας. Σαρκάζοντας και ουρλιάζοντας οι στα­
σιαστές από τις επάλξεις, με φόντο το μολυβί ουρανό του πρώι­
μου λυκόφωτος και λαμπυρίζοντας μέσα στην καταρρακτώδη
βροχή, πετούσαν πέτρες και αγκωνάρια στα κεφάλια μας, από
τα οποία δεν μπορούσαμε να προφυλαχτούμε, αφού τα βέλη σά­
ρωναν τις γραμμές μας από μπροστά. Ακόμα και όταν σηκώσα­
με τις ασπίδες πάνω από τα κεφάλια μας και ορμίσαμε ανάμεσα
στους πύργους σε σχηματισμό χελώνας, η τεράστια δρύινη, σφυ­
ρήλατη με μπρούντζο πόρτα που έφραζε το πέρασμα μας στα­
μάτησε και υποχωρήσαμε άτακτα, ξεπαγιασμένοι, αφήνοντας πί­
σω μας πληγωμένους και νεκρούς.
Παρ' όλα αυτά δεν αποθαρρυνθήκαμε, επειδή είχαμε αντιμε­
τωπίσει τέτοια εμπόδια. Κατά την ανάβαση μας μέσα από αυτό
το απαίσιο ορεινό μονοπάτι και κάτω από καταρρακτώδη βρο­
χή, τραβήξαμε με κόπο καμιά δεκαριά χοντρούς δρύινους κορ­
μούς που ο καθένας είχε καλοδουλεμένες αυλακώσεις στα πλάγια
όπου προσαρμόζονταν σφυρήλατες λαβές και ιμάντες. Στο κα­
ταφύγιο που πρόσφερε ένας μισογκρεμισμένος τοίχος σε μια πλα­
γιά μπροστά από το φρούριο, τη μόνη προστατευμένη περιοχή
προτού μπούμε στην κόλαση του καταιγισμού των βελών κάτω α­
πό τους πύργους, οι άντρες συγκέντρωσαν τα ξύλα με τα παγω­
μένα τους χέρια και βιαστικά τα έδεσαν σφιχτά και τα στερέωσαν
μεταξύ τους, φτιάχνοντας μια γερή, μυτερή σκεπή, βαριά από τη
βροχή, που θα τη σήκωναν τρεκλίζοντας πέντε άντρες, αλλά δέ­
κα θα μπορούσαν εύκολα να τη μεταφέρουν αν παρατάσσονταν
από κάτω σε δύο σειρές των πέντε, κρατώντας τις σιδερένιες λα­
βές και τα υποστυλώματα. Χοντρά πλεχτά παραπετάσματα κρέ­
μονταν στα πλάγια, ολοκληρώνοντας το προστατευτικό κάλυμ­
μα. Η κατασκευή δε θα προστάτευε μόνο τους οπλίτες που τη με­
τέφεραν, τους οποίους αστειευόμενοι αποκαλούσαμε «νεκροπο­
μπούς», αλλά και ορισμένους ακόμα στο κέντρο, ανάμεσα στους
οπλίτες, που κυλούσαν τον πολιορκητικό κριό.
Ο κριός δεν ήταν καμιά επιδέξια κατασκευή. Στην πραγματι­
κότητα ήταν κακοφτιαγμένος μέχρι γελοιότητας. Ήταν όμως α­
δύνατο να σύρουμε τους συνηθισμένους κορμούς, τους επενδυ­

14

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

μένους με ορείχαλκο, σ' αυτή τη βασανιστική ανοδική πορεία
μας. Αυτοσχεδιάσαμε λοιπόν με ό,τι υλικά είχαμε πρόχειρα ­ έ­
να στρογγυλεμένο αγκωνάρι ενάμισι μέτρο περίπου, που μας εί­
χε φράξει το δρόμο κοντά στην κορυφή. Με σκαρπέλα και τσε­
κούρια, πελεκήσαμε τις ακανόνιστες γωνίες και προεξοχές και ύ­
στερα ανοίξαμε δυο βαθιές τρύπες από τη μια και την άλλη πλευ­
ρά. Μέσα εκεί περάσαμε γερές σιδερόβεργες για να τις χρησι­
μοποιήσουμε για λαβές, σαν άξονα σε τεράστιο σφαιρικό τροχό.
Αυτή την προχειροφτιαγμένη μηχανή την τραβήξαμε κυρτωμένοι
τα τελευταία λίγα ανηφορικά μέτρα μέχρι το μισογκρεμισμένο
τοίχο και την τοποθετήσαμε ακριβώς απέναντι από τη βαριά δρύι­
νη πόρτα. Ευτυχώς, το έδαφος μέχρι την πόρτα ήταν επίπεδο, αν
και ελαφρά κατηφορικό. Υπολογίσαμε ότι με τέσσερις δυνατούς
άντρες που θα έσπρωχναν το αγκωνάρι από τους άξονες, προ­
στατευμένοι από τα βλήματα με το γερό ξύλινο στέγαστρο πάνω
από τα κεφάλια τους, ο κριός θα ανέπτυσσε αρκετή ταχύτητα για
να χαλαρώσει την αμπάρα και τους αρμούς κατά την πρόσκρου­
ση ­ και με λίγη τύχη θα μπορούσε να ρίξει κάτω ακόμα και ο­
λόκληρη την πόρτα.
Το πρώτο πέρασμα έγινε χωρίς τον κριό, καθώς οι δέκα «νε­
κροπομποί» όρμησαν με το στέγαστρο, ενώ έξι άλλοι «συλλέκτες»
έτρεχαν από κάτω, γλιστρώντας μες στη λάσπη και τα παγωμένα
λασπόνερα για ν' απομακρύνουν πέτρες και εμπόδια στη δια­
δρομή μέχρι την πόρτα. Στην επί τροχάδην επιστροφή τους, πε­
ρισυνέλεξαν και τους νεκρούς από την προηγούμενη επίθεσή μας,
τα σώματα των οποίων είχαν σχεδόν κομματιαστεί από τα βέλη
και τις πέτρες που σωρηδόν είχαν πέσει πάνω τους. Περιέργως,
οι επαναστάτες από επάνω δεν εμπόδισαν το έργο μας ­μόνο ε­
λάχιστα σποραδικά βέλη προσγειώθηκαν πάνω στα μαδέρια κι έ­
πεσαν ακίνδυνα στο πλάι­, αλλά περιορίστηκαν να φωνάζουν αι­
σχρές βρισιές.
Τελειώσαμε προς το σούρουπο και μας έμενε χρόνος μόνο για
ένα ακόμα πέρασμα. Η βροχή είχε γίνει τώρα χιονόνερο και η κα­
κοκαιρία και το σκοτάδι της νύχτας που έφτανε μας εμπόδιζαν να
δούμε περισσότερο από λίγα μέτρα μακριά. Όταν οι άντρες που

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

15

θα έσπρωχναν τον κριό πήραν θέση κάτω από το στέγαστρο, το
στράτευμα συγκεντρώθηκε από πίσω, φτάνοντας μέχρι κάτω το
λόφο εξαιτίας των στενών ορίων του χώρου. Έδωσαν μια μικρή
ώθηση στο αγκωνάρι από την κορυφή του υψώματος κι αυτό έ­
γειρε βαριά προς τα εμπρός και τα χέρια των τεσσάρων αντρών
το οδήγησαν δυνατά, ώσπου απέκτησε την ταχύτητα αργού βη­
ματισμού κι ύστερα καλπασμού. Οι άντρες που μετέφεραν το βα­
ρύ σκέπαστρο το κοίταζαν φοβισμένοι, μήπως και παρεκκλίνει
στο πλάι και τους συντρίψει κάτω από την αδυσώπητη πορεία
του, αλλά η κλίση ήταν σωστή και το αγκωνάρι καλοσμιλεμένο.
Ιδρώνοντας και βλαστημώντας, οι άντρες λύγισαν πλάτες και πό­
δια κάτω από τις σιδερόβεργες, αποκτώντας αμείωτη ταχύτητα,
καθώς το στράτευμα από πίσω βημάτιζε δυνατά, έτρεχε κι ύστε­
ρα όρμησε προς τους πύργους, με τις φωνές τους να υψώνονται
σε μουγκρητό που αντήχησε στους κοντινούς τοίχους και έγινε
μια επωδός ενθάρρυνσης και προσδοκίας. Την ώρα που ο ογκό­
λιθος πλησίαζε την πύλη, οι τέσσερις άντρες αγωνίζονταν να τον
συγκρατήσουν καθώς αναπηδούσε και έγερνε ξέφρενα στο μο­
νοπάτι. Δέκα μέτρα από την πύλη οι άντρες άφησαν τον άξονα.
Οι «νεκροπομποί» παραπάτησαν σ' ένα εμπόδιο και ο ογκόλιθος
εκσφενδονίστηκε κάτω από το στέγαστρο. Πίσω τους λυσσομα­
νούσε η επικεφαλής φάλαγγα, ένα επίλεκτο τάγμα της Ιπποθοω­
ντίδας φυλής που είχε πολεμήσει και εκφοβίσει τις αντίπαλες ο­
μάδες για να έχει την τιμή να ηγείται της εφόδου, με τις ασπίδες
υψωμένες πάνω από τα κεφάλια τους για προστασία και βγάζο­
ντας την πολεμική κραυγή. Η τεράστια πέτρα ξεχύθηκε μπρο­
στά, εξακοντίζοντας στα πλάγια παγωμένα νερά και λάσπη, και
τελικά, πάνω που θα έφτανε στο στόχο της, χτύπησε σε μια μικρή
προεξοχή και πετάχτηκε στον αέρα, χτυπώντας την πόρτα ακρι­
βώς στη μέση και κάνοντας ένα φοβερό θόρυβο.
Η γερή εσωτερική αμπάρα έτριξε από τη δύναμη του ευθύ­
βολου χτυπήματος και τα τεράστια δρύινα κομμάτια ξεκουνήθη­
καν από τους αρμούς τους, ανοίγοντας ένα χάσμα τριάντα περί­
που πόντων στην κορυφή και τα πλάγια, με την εξωτερική γωνία
να γέρνει ξεχαρβαλωμένη προς το έδαφος. Η πρόσκρουση κομ­

16

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

μάτιασε το ξύλο στη μέση της πόρτας και ένα τεράστιο σκίσιμο
εμφανίστηκε από πάνω ως κάτω, απειλώντας να τη διπλώσει προς
τα μέσα σαν κουφωμένη ασπίδα. Η σύγκρουση προκάλεσε μια δό­
νηση που ξεκόλλησε πέτρες ψηλά από τους προμαχώνες, ένα τρί­
ξιμο στα τείχη που το νιώσαμε αλλά και στο έδαφος κάτω από τα
πόδια μας. Οι Αθηναίοι έβγαλαν αλαλαγμό θριάμβου και οι «νε­
κροπομποί» πέταξαν το βαρύ στέγαστρο και βιάστηκαν να πιά­
σουν τις ασπίδες και τα όπλα τους που τα είχαν φυλάξει κάτω α­
πό την κατασκευή. Αλαλάζοντας, η φάλαγγα όρμησε μπροστά
για να πέσει πάνω στην αποδυναμωμένη πόρτα και να την ανοί­
ξει διάπλατα, προτού οι επαναστάτες βρουν ευκαιρία να τους ε­
μποδίσουν και πάλι.
Οι επαναστάτες, όμως, δεν είχαν πρόθεση να κρατήσουν κλει­
στή την πόρτα. Προτού ακόμα πλησιάσουν την είσοδο οι οπλίτες,
η πόρτα κλυδωνίστηκε και ταλαντεύτηκε και με μεγάλη και αρ­
γή προσπάθεια άνοιξε τρίζοντας σαν από μόνη της. Οι υπερα­
σπιστές στην κορυφή των πύργων έστεκαν σιωπηλοί και ακίνητοι,
κοιτάζοντας μας μέσα από τα αλλεπάλληλα κύματα της βροχής,
και οι ζητωκραυγές των Αθηναίων υψώθηκαν ακόμα πιο δυνα­
τές, βλέποντας την όλη αντίδραση σαν ένδειξη υποχώρησης των
επαναστατών. Τρέξαμε προς την είσοδο, μισοτυφλωμένοι από το
χιονόνερο και τα λασπόνερα που πετάγονταν καθώς βούλιαζαν τα
πόδια των μπροστινών μας· η τεράστια πόρτα αιωρήθηκε ορθά­
νοιχτη προς τα μέσα, αποκαλύπτοντας τη θαμπή σκοτεινιά του θό­
λου που σχημάτιζαν οι, πάχους τριών μέτρων, τοίχοι του φρουρίου
της Φυλής. Μόλις ορμήσαμε μέσα από το άνοιγμα, οι δράκοντες
ξαναζωντάνεψαν.
Φριχτές μπάλες φωτιάς ξεπήδησαν μέσα από το σκοτάδι, η δυ­
σοσμία θειαφιού μάς παρέλυσε, καθώς το μαύρο, βρομερό υγρό
τινάχτηκε στα σώματα και τα πρόσωπα των αντρών, κάνοντάς
τους να λαμπαδιάζουν και να ουρλιάζουν και να τρεκλίζουν τυφλω­
μένοι. Οι φλόγες ξέσπασαν φονικές, σαν ποτάμια, μουγκρίζοντας
σε ύψος εννιά μέτρων, δέκα ή και περισσότερων, τρεις διαδοχι­
κά σε όλο το πλάτος του ανοίγματος. Το κάθε ποτάμι φλόγας
σταματούσε με τη σειρά του στιγμιαία, σαν πλάσμα που παίρνει

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

17

βαθιά ανάσα κι ύστερα ξαναρχίζει και πάλι το σατανικό του ξε­
φύσημα. Από πίσω, μες στο σκοτάδι βλέπαμε τα πρόσωπα των ε­
παναστατών του Θρασύβουλου, λαμπερά και φριχτά στις ανταύ­
γειες της φωτιάς, τα μάτια τους άδειες μαύρες τρύπες κάτω από
το γείσο του κράνους τους, τα δόντια τους να λάμπουν κίτρινα
και οργισμένα, καθώς έγερναν πίσω το κεφάλι και μόρφαζαν α­
πό την υπερένταση του τρομερού τους έργου.
Κραυγές αγωνίας και δυσωδία καμένης σάρκας γέμισαν τον
αέρα, καθώς οι άντρες καίγονταν μέσα στη σφοδρή επίθεση, και
εκείνοι που ήταν στην πρώτη γραμμή της εφόδου ψήνονταν ζω­
ντανοί μέσα στις πανοπλίες τους, καρβούνιαζαν και σφάδαζαν ε­
κεί που έπεφταν. Τα χέρια τους σούφρωναν και τα μέλη τους ζά­
ρωναν καθώς έπεφταν νεκροί και μαζεύονταν στα πόδια τους σαν
αράχνες που έπεσαν στη φλόγα του λύχνου. Στα μετόπισθεν, ο
λαιμός μου σφίχτηκε κι ένιωσα να μου κόβεται η ανάσα και να
πνίγομαι από τον πηχτό, μαύρο καπνό που έβγαινε από την κα­
μένη σάρκα των συντρόφων μου. Ένιωθα τη ζέστα από τις θα­
νατερές ριπές στο πρόσωπό μου σαν να είχε ανοίξει ξαφνικά κά­
ποιο καμίνι και η σκέψη ότι φριχτός θάνατος μας περίμενε πίσω
από εκείνη τη σπασμένη και τσακισμένη πόρτα μάς καταρρά­
κωνε όλους. Οι στρατιώτες πανικοβλήθηκαν.
Το στενό μονοπάτι πίσω μας εμπόδιζε μια ομαλή υποχώρηση.
Οι άντρες ρίχνονταν ο ένας πάνω στον άλλο και πίεζαν να περά­
σουν τρεις ή τέσσερις κάθε φορά, καθώς η κόλαση πίσω από την
πλάτη τους τους απειλούσε με σατανικό θάνατο. Φλεγόμενα θύ­
ματα έτρεχαν τρελαμένα ανάμεσα στις σειρές, ουρλιάζοντας να
τους σβήσουμε, πράγμα που αδυνατούσαμε να καταφέρουμε, μια
και η εμπρηστική ουσία συνέχιζε να καταστρέφει παρά το νερό ή
τη λάσπη που της πετούσαμε. Οι άντρες, τρομοκρατημένοι, έπε­
φταν ο ένας πάνω στον άλλο και ποδοπατούνταν οτη βιασύνη τους
να το σκάσουν, ενώ οι τοξότες του Θρασύβουλου από τους πύργους
έριχναν καταιγισμό βελών εναντίον μας, πληγώνοντας δεκάδες
και εμποδίζοντας ακόμα περισσότερο την υποχώρησή μας. Κοί­
ταξα πάνω από τον ώμο μου προς τους πύργους πίσω μας και εί­
δα τις φλόγες να κοπάζουν, καθώς η γερή δρύινη πόρτα είχε γλι­

18

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

στρήσει και ξαναμπεί στη θέση της, και τα φρικιαστικά απομει­
νάρια των πεθαμένων και των πληγωμένων να σφαδάζουν και να
σπαράζουν παρατημένα σε σωρούς.
Το κατέβασμα της βουνοπλαγιάς ήταν σκέτη κόλαση, γιατί η
πορεία που είχαμε κάνει πρωτύτερα, με δυσκολία ακόμα και με
το φως της μέρας, τώρα ήταν σχεδόν αδύνατη με στρατιώτες πλη­
γωμένους και πανικόβλητους, που είχαν να παλέψουν με τη νε­
ροποντή και το ημίφως. Οι άντρες γραπώνονταν και κατέβαιναν
χέρι με χέρι, βρίσκοντας ψηλαφιστά το δρόμο τους μέσα στα κα­
τσάβραχα της βουνοπλαγιάς, που γινόταν όλο και πιο επικίνδυ­
νη από τη σκοτεινιά του σούρουπου και των ψυχών τους. Οι νε­
κροί και οι τραυματισμένοι παρασέρνονταν και σπρώχνονταν, με
τα κεφάλια και τα μέλη τους να χοροπηδάνε πάνω στα βράχια,
ενώ από πίσω στριμώχνονταν τρομαγμένοι, ασύνταχτοι και σα­
στισμένοι στρατιώτες. Άντρες χτυπιούνταν μεταξύ τους με γροθιές
και ξίφη για ν' ανοίξουν πιο γρήγορα δρόμο και κάποιος τρομο­
κρατημένος φουκαράς πήδησε πάνω στους ώμους μου και προ­
χώρησε μπροστά σκαρφαλωμένος στα κράνη των προπορευόμε­
νων στρατιωτών. Κατάφερε να προχωρήσει μόνο λίγα μέτρα, προ­
τού κάποιος οργισμένος οπλίτης του τσακίσει τα πλευρά με την
κυρτή άκρη της ορειχάλκινης ασπίδας του, αφήνοντας τον να
ξερνάει μες στη λάσπη μπροστά στα πόδια μας, να ποδοπατιέ­
ται και να παρασύρεται από τον όχλο. Η ανάπτυξη ταχύτητας ή­
ταν αδύνατη και όχι μόνο λόγω του σκοταδιού. Τα περάσματα ή­
ταν τόσο απόκρημνα, ώστε ένα λαθεμένο βήμα στο σκοτάδι μπο­
ρούσε να στείλει κάποιον να σκάσει πάνω στα κράνη ή τις αιχ­
μές των ακοντίων αυτών που κατέβαιναν, γλιστρώντας πιο κάτω
από εμάς.
Ο δρόμος περιέτρεχε το φρούριο, περνώντας πάνω από μια
προεξοχή στο βράχο, σφηνωμένη ανάμεσα στα εξωτερικά τείχη
και το απόκρημνο φαράγγι, όπου ήμαστε ευπρόσβλητοι από τον
καταιγισμό βελών από τις επάλξεις. Ο Ξενοφώντας είχε εντολή ν'
αναλάβει μια ομάδα από τοξότες που ο αρχηγός τους είχε χαθεί
στην επίθεση και τους παρέταξε στο σημείο αυτό για να καλύ­
πτουν την κατάβαση του στρατού, δημιουργώντας ένα φράγμα

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

19

από βέλη, αν κάποιοι επαναστάτες επιχειρούσαν να πετάξουν ή
να γκρεμίσουν πέτρες στους στρατιώτες που υποχωρούσαν προς
τα κάτω. Με αυτό τον τρόπο σκοτώσαμε ορισμένους από τους ά­
ντρες του Θρασύβουλου που γκρεμίστηκαν από τις θέσεις τους
στον προμαχώνα και προσγειώθηκαν σε μια λασπωμένη αχνιστή
μάζα μπρος στα πόδια μας. Προτού, όμως, καταφέρουμε να κα­
τεβούμε κι εμείς το στενό μονοπάτι, ο Θρασύβουλος έστειλε ένα
απόσπασμα να οχυρωθεί στο στενότερο σημείο ανάμεσα στα ε­
ξωτερικά τείχη και την απότομη χαράδρα, εμποδίζοντας την υ­
ποχώρηση μας και αποκλείοντας να έρθουν ενισχύσεις σε βοήθεια
μας από χαμηλά. Οι ελπίδες μας ότι θα ελιχθούμε προς τα κάτω,
πριν ακριβώς από το ηλιοβασίλεμα, διαλύθηκαν, όταν ένας πε­
λώριος επαναστάτης, φορώντας τη φλογερού χρώματος βοιωτική
πανοπλία, έπεσε πάνω στον επικεφαλής μας, βγαίνοντας πίσω α­
πό ένα βράχο. Με το μακρύ ξίφος του ο επαναστάτης κατάφερε
δυνατό χτύπημα που διαπέρασε το κράνος του άντρα ως τη βά­
ση του λαιμού, σκίζοντας στα δύο το κρανίο του, σκορπίζοντας τα
μυαλά του και αφήνοντας τα δυο μισά του κεφαλιού του να κρέ­
μονται από τους τένοντες του λαιμού του πάνω στους ώμους του.
Ο Ξενοφώντας, που ακολουθούσε ακριβώς από πίσω, πέταξε έ­
να δόρυ στο λαρύγγι του επαναστάτη, ο οποίος έπιασε το κοντά­
ρι και επιχείρησε να το τραβήξει έξω, προτού σωριαστεί ανάσκε­
λα στο τείχος, βρίζοντας βουβά και φτύνοντας αίμα. Αντικαταστά­
θηκε αμέσως από ένα πλήθος εξαγριωμένων συμπολεμιστών που
όρμησαν καταπάνω μας από το οχύρωμά τους, αναγκάζοντας μας
με δόρατα και πέτρες να κάνουμε πίσω. Οπισθοχωρήσαμε στο κα­
ταφύγιο του αναχώματος κοντά στους πύργους, όπου κουρνιά­
σαμε, μουσκεμένοι και αξιολύπητοι, μέσα στο απόλυτο τώρα σκο­
τάδι ανάμεσα σε δύο εχθρικές δυνάμεις.
Ήμαστε, ίσως, πενήντα τον αριθμό και κοιτάζαμε απογοητευ­
μένοι το πέρασμα μπροστά από την πύλη, από όπου είχαμε πε­
ράσει λίγη ώρα πριν. Το μονοπάτι φωτιζόταν από φλόγες που σι­
γόκαιγαν, εξακολουθώντας να σφυρίζουν από το κολλώδες, τοξι­
κό υγρό που λίμναζε ανάμεσα στα σώματα. Τόσο ξαφνικές ήταν
οι αρχικές ριπές φωτιάς, ώστε τα πρώτα θύματα σωριάστηκαν

20

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

όλα μαζί, ορισμένα παραμένοντας όρθια και γέρνοντας προς το
σωρό των συντρόφων τους, μην έχοντας χώρο να πέσουν, ακόμα
και στο θάνατο ενωμένοι σε φάλαγγα. Ένας στρατιώτης διακρι­
νόταν ξεκάθαρα, με το καρβουνιασμένο του κεφάλι πεσμένο α­
πό τον καρκανιασμένο του λαιμό σαν ξεραμένο τσαμπί σταφύλι,
να στέκεται φρουρός στη βροχή μπροστά από τους σωριασμέ­
νους συντρόφους του, με το κουφάρι άκαμπτο σαν κούτσουρο μέ­
σα στην πανοπλία του. Όσοι ζούσαν ακόμα μέσα σ' αυτό τον α­
ποτρόπαιο σωρό, κοίταζαν προς το μέρος μας απελπισμένα μέ­
σα στην αγωνία τους, ικετεύοντας μας με αδύναμες φωνές να τους
σύρουμε έξω από τα σπασμένα και ματωμένα μέλη των συντρό­
φων τους, προτού κακοφορμίσουν ή παγώσουν μέχρι θανάτου.
Δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα.
«Αφέντη Δία», μουρμούρισε ο Ξενοφώντας αδύναμα, καθώς
ρουφούσε νερό από το φλασκί που του έδωσα, «τι στην ευχή κά­
νουμε εδώ; Πώς γίνεται και ολόκληρος ο στρατός απωθήθηκε α­
πό εβδομήντα άντρες μονάχα;»
Του έριξα μια ματιά μες στο σκοτάδι, αλλά δεν κατάφερα να
διακρίνω την έκφραση του. «Όταν φτάσουμε στην Αθήνα, θα σ'
επαινέσουν για την ανδρεία σου, επειδή οδήγησες αυτούς τους
τοξότες».
Μόρφασε κι έμεινε σιωπηλός. Καθώς άπλωσα το χέρι μου στα
τυφλά να πάρω πίσω το φλασκί, με άρπαξε από τον καρπό κι έ­
νιωσα αφύσικα σκληρό το πιάσιμο του και το χέρι του να τρέμει.
Τράβηξα το χέρι μου κι άρπαξα το δικό του καρπό, μετρώντας
το σφυγμό του.
«Τι σου συμβαίνει;» ρώτησα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
«Τίποτα. Πληγώθηκα. Δεν μπορώ να δω και δεν ξέρω».
«Μα τους θεούς, δεν ανέφερες τίποτα. Πού είναι το τραύμα;»
«Εδώ, στο πόδι μου».
Άπλωσα το χέρι μου και αισθάνθηκα το στέλεχος του βέλους
να εξέχει εξήντα πόντους από το μηρό του, σχηματίζοντας γωνία
με τον κορμό του, άκαμπτο και σκληρό, λες και είχε ριζώσει μες
στη σάρκα του. Λίγες στιγμές πριν από την υποχώρηση μας από το
τείχος, είχε χτυπηθεί από έναν τοξότη που στόχευσε κατευθείαν

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

21

πάνω του από ψηλά. Ψηλάφισα τη γωνία του βέλους στο σκοτά­
δι, συμπεραίνοντας ότι δεν είχε σφηνωθεί στο κόκαλο ή ότι δεν
είχε τρυπήσει την αρτηρία, ούτε, βέβαια, ότι είχε βγει από την άλ­
λη μεριά, λόγω της υπερβολικά διαγώνιας διείσδυσης, κι ότι είχε
τρυπήσει κατά μήκος ολόκληρο το επάνω μέρος του ποδιού του.
Όταν τράβηξα το χέρι μου κολλούσε από το αίμα. Δε θα μπο­
ρούσε να περπατήσει μεγάλη απόσταση. Ακόμα κι αν αυτό ήταν
δυνατό, δεν υπήρχε μονοπάτι. Είχαμε εγκλωβιστεί εδώ τουλάχι­
στον μέχρι το πρωί και μέχρι τότε το πόδι του θα είχε σκληρύνει
σαν παλούκι, αν δεν είχε ήδη πεθάνει από την αιμορραγία.
Δεν είχα καμιά ζώνη για να φτιάξω κάποιον επίδεσμο, μια και
μαχόμαστε γυμνοί κάτω από την πανοπλία, με εξαίρεση τους άκα­
μπτους ιμάντες από δέρμα βοδιού, για να προστατεύουν τα αχαμνά
μας από την πίεση του ξίφους. Ψαχουλεύοντας γύρω μου στα τυφλά
μέσα στη λάσπη όπου βρισκόταν η ομάδα μας, κι από όπου έβγαι­
ναν μέσα από το σκοτάδι οιμωγές και αγκομαχητά από άντρες που
υπέμεναν τα δικά τους τραύματα, βρήκα τυχαία το δερμάτινο φλα­
σκί που είχα μόλις πετάξει. Το άρπαξα και έβγαλα το μαχαίρι μου,
τρύπησα το δέρμα, σκίζοντας το κατά μήκος της ραφής, ύστερα το
έκοψα σε μια ελαστική λουρίδα στο μέγεθος ζώνης. Με αυτήν έδε­
σα το πόδι του Ξενοφώντα, ψηλά στους βουβώνες, τοποθετώντας το
πόδι μου πάνω στα πλευρά του και τραβώντας για να το σφίξω προ­
τού δέσω τον κόμπο. Ο Ξενοφώντας μούγκρισε από τον πόνο.
«Τρελάθηκες;» ρώτησε. «Το πετσί θα σφίξει ακόμα περισσό­
τερο μ' αυτή τη βροχή και θα χάσω το πόδι μου».
«Προτιμότερο από το να πεθάνεις από αιμορραγία. Δεν υ­
πάρχει χειρουργός εδώ πέρα και δεν μπορώ να δέσω την πληγή,
αφού υπάρχει ακόμα μέσα το βέλος».
«Τότε θα πρέπει να το βγάλεις».
«Που να σε πάρει! Δε θα κάνω τέτοιο πράγμα».
«Είσαι δούλος. Θα κάνεις ό,τι σου πω εγώ».
«Είμαι δούλος του Γρύλλου, όχι δικός σου».
«Είσαι ακόλουθος μου στη μάχη. Βγάλε τώρα το βέλος».
Μαζεύτηκα φοβισμένος για μια στιγμή, ακίνητος, καθώς α­
ναρωτιόμουν αν αυτή ήταν πραγματικά η επιταγή των θεών. Οι

22

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

άντρες γύρω μας είχαν βουβαθεί κι αισθανόμουν τα μάτια τους
πάνω μου, ακόμα και μέσα στο σκοτάδι, αν και κανείς τους δεν
προσφέρθηκε να βοηθήσει. Ο μόνος ήχος ήταν εκείνος των ε­
χθρών φρουρών πάνω στον πύργο, λιγότερο από εκατό μέτρα μα­
κριά, που καλούσαν τη σκοπιά. Η βροχή είχε δυναμώσει σε χιο­
νόνερο κι εγώ γλίστρησα σιγά σιγά μέσα από την παγωμένη λά­
σπη μέχρι τους ώμους του Ξενοφώντα, απέναντι από το βέλος
που προεξείχε, έσκυψα μπροστά και άρπαξα το στέλεχος, στε­
ρεώνοντας τα σανδάλια μου στα πλευρά του για να έχω επιπλέον
στήριγμα.
«Μην τραβάς, ανόητε, σπρώξε!»
«Τι;»
«Σπρώξε το διαολεμένο βέλος μέχρι να βγει από την άλλη με­
ριά. Θα μου σκίσεις τους μυς του ποδιού με τα τραβήγματα σου».
Η φωνή του ακουγόταν αδύναμη και καθώς έβγαλα το πόδι
μου από τα πλευρά του βουτήχτηκε σε μια λίμνη κάτω από το σώ­
μα του που ήταν ζεστή παρά το χιονόνερο. Ο επίδεσμος δεν είχε
σταματήσει την αιμορραγία. Έκοψα ένα κομμάτι από τη δερ­
μάτινη λουρίδα που περίσσευε από τον επίδεσμο και του το έ­
δωσα. Ήξερε τι του ζητούσα να κάνει. Το δίπλωσε στα δύο και
το έβαλε στο στόμα, ανάμεσα στα δόντια του. Στριφογύρισα τη
μύτη του σανδαλιού μου μέσα στο παγωμένο λασπόνερο, δημιουρ­
γώντας ένα μικρό βαθούλωμα πίσω μου για να στηριχτώ, και με
μια κίνηση άρπαξα ξανά το στέλεχος του βέλους και το έσπρωξα
με όλη μου τη δύναμη προς τη μεριά του γόνατου του.
Ίσως να δίστασα κάπως, γιατί στην αρχή δε μετακινήθηκε κα­
θόλου. Ο Ξενοφώντας διπλώθηκε από τον πόνο, κυρτώνοντας τους
ώμους και ρίχνοντας πίσω το κεφάλι, ενώ τα χέρια του γραπώθη­
καν στη γάμπα μου σαν μέγκενη. Το στήθος του φούσκωνε, καθώς
ρουφούσε αέρα από τα ρουθούνια και μούγκριζε από τον πόνο, ε­
νώ η αιχμή του βέλους άρχιζε τη βασανιστική πορεία της, σκίζο­
ντας την εύπλαστη σάρκα του και παράγοντας ένα τρίξιμο που
μπορούσε ν' ακούσει κάποιος. Ευχόμουν ότι οι θεοί θα διατηρού­
σαν τη δύναμη μου, ότι δε θα τρεμούλιαζα, ότι δε θα τραβούσε ο
Ξενοφώντας απότομα το πόδι του και ότι δε θα έσπαζε η αιχμή

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

23

του βέλους. Μολονότι το σώμα του διπλωνόταν από τον πόνο, κρά­
τησε ακίνητο το πόδι του, ώσπου με μια ελαφριά μετατόπιση και
μια ξαφνική υποχώρηση της πίεσης η χάλκινη αιχμή πρόβαλε α­
κριβώς πάνω από το πλάι του γόνατου, ελαφρώς στραβωμένη αλ­
λά ακόμα πάνω στο στέλεχος του βέλους.
Άφησα το στέλεχος, αλλά η λαβή μου ήταν τόσο σφιχτή, ώστε
έπρεπε ν' ανοίξω σχεδόν με το ζόρι τα δάχτυλα μου, και τελικά
έπεσα πίσω πάνω στις πατούσες μου εξαντλημένος. Ο Ξενοφώ­
ντας χαλάρωσε το σφίξιμο στη γάμπα μου και έφτυσε το πετσί α­
πό το στόμα του, σπαρταρώντας και μουγκρίζοντας. Άπλωσα το
χέρι ν' αγγίξω το κεφάλι του και διαπίστωσα ότι παρά το τσου­
χτερό κρύο ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα.
«Και τώρα», είπε ασθμαίνοντας, «κόψε την αιχμή και βγάλε το
βέλος προς τα πίσω».
Έβγαλα το μαχαίρι μου και ψαχουλεύοντας στα σκοτεινά βρή­
κα το σημείο που προεξείχε από το δέρμα η μακριά, στενή αιχ­
μή. Το αίμα αναπηδούσε ακατάσχετα από την τρύπα και δεν υ­
πήρχε χρόνος για χάσιμο. Έκοψα το ξύλινο στέλεχος με δύο χτυ­
πήματα, αφήνοντας τη χάλκινη αιχμή να πέσει στα χαλίκια, α­
νάμεσα στα πόδια μου με ένα μικρό κουδούνισμα και, στη συνέ­
χεια, αφού ανακάθισα μέσα στη λάσπη πίσω από τους ώμους του,
άρπαξα το στέλεχος και ομαλά και γρήγορα οδήγησα το βέλος πί­
σω εκεί απ' όπου είχε μπει. Ο Ξενοφώντας δεν έκανε καμιά από­
τομη κίνηση αυτή τη φορά, συσπάστηκε απλώς κι έμεινε βουβός,
παρότι δεν είχε ξαναβάλει το πετσί στο στόμα του. Πήρα ένα μά­
τσο λινούς επιδέσμους, παραγέμισα τις τρύπες από το τόξο, τις
σιγούρεψα ακόμα περισσότερο δένοντας τους επιδέσμους γύρω
από τις πληγές αρκετές φορές. Μες στο σκοτάδι δε μου είχε μεί­
νει τίποτ' άλλο παρά να ελπίζω για το καλύτερο. Ο ανυπέρβλητος
πόνος είχε κάνει τον Ξενοφώντα να χάσει τις αισθήσεις του πάνω
στο χειρότερο, αλλά, αν κι ευχαρίστησα τους θεούς γι' αυτή τη μι­
κρή ευλογία, το έκανα πρόωρα, γιατί δεν είχαν ακόμα τελειώσει
μαζί μας.
Το χιονόνερο έγινε χαλάζι και το χαλάζι χιόνι κι όταν σηκω­
θήκαμε όρθιοι για να χτυπήσουμε κάτω τα πόδια μας και να με­

24

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

ταδώσουμε ζέστη στα ξεπαγιασμένα μέλη μας, ανακαλύψαμε ό­
τι δε θα συνέβαινε κάτι τέτοιο και έτσι ξέραμε πια ότι δε θα μπο­
ρούσαμε να ξαποστάσουμε εκείνη τη νύχτα. Ούτε συζήτηση βέ­
βαια για φωτιά, αφού δεν υπήρχαν προσανάμματα σ' αυτή τη γε­
μάτη κατσάβραχα πλαγιά. Τα σαγόνια μας είχαν μουδιάσει από
το κρύο και μας ήταν δύσκολο να μιλάμε, έτσι περπατούσαμε ξυ­
λιασμένοι πάνω κάτω στο λασπωμένο μονοπάτι σιωπηλά, αλλιώς
δε θα νιώθαμε τα πόδια μας. Ολόκληρη τη νύχτα περπατούσαμε
μπρος πίσω αργά στο λασπωμένο μονοπάτι, σκουντουφλώντας ο
ένας πάνω στον άλλο στα τυφλά, καθώς το χιόνι σωριαζόταν πά­
νω στα κράνη και τους ώμους και κυλούσε ύπουλα μέχρι τα πό­
δια μας. Δεν τολμούσαμε να προχωρήσουμε μακρύτερα μες στο
σκοτάδι, από φόβο ότι θα πέσουμε στον γκρεμό ή ακόμα χειρότε­
ρα πάνω στους άντρες του Θρασύβουλου που καραδοκούσαν σαν
σκιές. Ο Ξενοφώντας, αν και ξύπνιος και έχοντας διαύγεια, εξα­
κολουθούσε να πονάει ανυπόφορα και περνώντας το χέρι του γύ­
ρω από τους ώμους μου βημάτιζε βουβός κούτσα κούτσα στο πλάι
μου, όσο καλύτερα μπορούσε, αφού άνοιξαν οι ουρανοί και οι
θεοί έριξαν πάνω μας περισσότερο χιόνι μέσα σε μια νύχτα απ'
όσο είχε δει η Αθήνα εδώ και δύο γενιές.
Με το πρώτο γκρίζο φως που φάνηκε στην ανατολή, τρεις α­
πό τους συντρόφους μας είχαν μεταβληθεί σε πτώματα, παγωμέ­
νοι σαν κούτσουρα και σκεπασμένοι με ένα σάβανο λευκού χιο­
νιού. Δεν είχαν καταφέρει να μετακινηθούν στη διάρκεια της νύ­
χτας, εξαιτίας των τραυμάτων τους. Αλλά και ο Ξενοφώντας βρι­
σκόταν σε επικίνδυνη κατάσταση. Η αιμορραγία είχε σταματή­
σει, αλλά το πόδι του ήταν εντελώς μελανιασμένο από το κρύο και
από την αδυναμία του να το πατήσει για να κυκλοφορήσει το αί­
μα. Δεν αισθανόμαστε τίποτα, δεν μπορούσαμε να πιάσουμε τα
δόρατα μας, δεν μπορούσαμε να μιλήσουμε και παρόλο που η πα­
νοπλία μάς παρείχε κάποια προστασία από τον ορμητικό άνεμο
και το τσουχτερό κρύο, η αίσθηση του μέταλλου πάνω στο δέρ­
μα μας ήταν ανυπόφορη.
«Αναχωρούμε τώρα», μούγκρισε ο Ξενοφώντας, αγναντεύο­
ντας αδύναμα το παχύ χιόνι, μόλις κατάφερε να βγει στη στενή

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

25

προεξοχή του μονοπατιού που περιέτρεχε το φαράγγι. Κράτησε
τα παραλυμένα χέρια του μπροστά στο πρόσωπο του, χουχου­
λιάζοντάς τα, μάταια, για να τα ζεστάνει.
«Κι αν οι άντρες του Θρασύβουλου...» άρχισα.
«Θα παγώσουν όπως εμείς. Ή θα πεθάνουμε εδώ μες στο χιό­
νι ή θα πεθάνουμε μαχόμενοι. Προτιμώ το δύσκολο τρόπο».
Τα λόγια του κυκλοφόρησαν σ' όλη τη γραμμή και σ' ένα λε­
πτό οι άντρες είχαν συγκεντρωθεί, μουσκεμένοι και κουτσαίνο­
ντας, έτοιμοι για αναχώρηση. Φτιάχτηκαν φορεία από λαβές α­
κοντίων και λουριά για τη μεταφορά των νεκρών και των πληγω­
μένων και ξεκινήσαμε παραπατώντας μέσα στο στοιβαγμένο χιό­
νι, ενώ προσπαθούσαμε να κρατηθούμε από τα βράχια με τα πα­
γωμένα μας χέρια, ώσπου τα δάχτυλα μάτωναν κι άφηναν άλικα
ίχνη πάνω στην ασπρίλα, σηματοδοτώντας έτσι το πέρασμα μας,
παρόλο που δεν αισθανόμαστε κανένα πόνο. Οι άντρες είχαν α­
φήσει πίσω τον οπλισμό τους και σέρνονταν ο ένας πίσω από τον
άλλο, ίδια φαντάσματα, με τα χέρια στις μασχάλες σαν αλλό­
φρονες, προσπαθώντας να διακρίνουν φοβισμένα μέσα στο χιό­
νι και το μισοσκόταδο τυχόν ίχνη επίθεσης.
Κανένα ίχνος. Στα μισά της διαδρομής, κατηφορίζοντας τη
βουνοπλαγιά, αιφνιδιάσαμε ένα νεαρό φρουρό από το στρατό,
με άγριο μάτι, που είχε κρυφτεί πίσω από ένα βράχο μόλις μας
είδε να πλησιάζουμε, πιστεύοντας ότι είμαστε είτε τα φαντάσμα­
τα των σκοτωμένων είτε άντρες του Θρασύβουλου σε πρωινή ε­
πιδρομή. Έμεινε κατάπληκτος όταν έμαθε ότι είχαμε περάσει
την τρομερή νύχτα πάνω στο βουνό κι έκανε τρέχοντας την υπό­
λοιπη διαδρομή μέχρι το στρατόπεδο, γλιστρώντας και σκοντά­
φτοντας, όπου οργάνωσε στα γρήγορα ένα απόσπασμα από ο­
πλίτες για να σκαρφαλώσουν μέσα στο εκτυφλωτικό χιόνι και να
μας βοηθήσουν στην κατάβαση μας.
Αργότερα εκείνο το πρωί, ενώ τουρτουρίζαμε κάτω από λεπτά
σκεπάσματα στο στρατόπεδο και το χιόνι συνέχιζε να πέφτει, με­
ρικοί Σπαρτιάτες του Κριτία επέστρεψαν από την αποστολή κα­
τόπτευσης του φρουρίου, σε μια προσπάθεια να διερευνήσουν
πόσο καλύτερα μπορούσαμε να κάνουμε την επίθεση και ν' ανα­

26

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

γκάσουμε τους επαναστάτες να παραδοθούν. Βημάτιζαν σιωπη­
λοί δίπλα από τη φωτίτσα που είχαμε ανάψει, με τους κουρελια­
σμένους πορφυρούς χιτώνες τους ν' ανεμίζουν και να θροΐζουν, α­
διαφορώντας για τη σκόνη που σκέπαζε τα πόδια τους με τα πε­
ταλωμένα σανδάλια. Ο Ξενοφώντας ανασηκώθηκε στον αγκώνα
του, καθώς τους είδε να προχωρούν συντεταγμένοι προς τη σκη­
νή του Κριτία για να δώσουν αναφορά.
«Πού είναι οι επαναστάτες;» τους φώναξε ο Ξενοφώντας. «Επι­
σκεύασαν την είσοδο; Είδατε τους δράκοντες;»
Αγνόησαν την ερώτηση του, κοιτώντας ίσια μπροστά με πρό­
σωπα σκληρά και πετρωμένα σαν το βουνό το ίδιο, χωρίς καν να
μπουν στον κόπο να κρύψουν την περιφρόνηση που ένιωθαν για
μας.

ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ

Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ

Μα δεν μπορούν οι άνθρωποι πάντα άγρυπνοι να μένουν,
γιατί οι αθάνατοι θεοί στο καθετί ένα μέρος
για τους ανθρώπους όρισαν στη γη τη σιτοδότρα.
ΟΜΗΡΟΣ*

Δυο μέρες αργότερα, έπειτα από τη βασανιστική επιστροφή στην
Αθήνα μ' ένα επιταγμένο κάρο ανεφοδιασμού, στη διάρκεια της
οποίας τρία από τα μουλάρια κατέρρευσαν και ψόφησαν μες στο
τσουχτερό κρύο, μετέφερα τον Ξενοφώντα μισοκοιμισμενο και
με πυρετό στο σπίτι του πατέρα του. Βλέποντας το γιο του να χα­
ροπαλεύει για δεύτερη φορά στη ζωή του, ο σκληρός γερο­Γρύλ­
λος έκλαψε δημόσια και αργότερα την ίδια εκείνη νύχτα, αφού
πρόσφερε σπονδή από σπάνιο κρασί στους θεούς και μια ολό­
κληρη κούπα σ' εμένα από ευγνωμοσύνη, με αντάμειψε με την α­
πελευθέρωση μου. Ήμουν ελεύθερος άνθρωπος πια, τουλάχιστον
σωματικά.
Αργότερα θα συναντούσα και πάλι τους δράκοντες και το φύ­
λακα τους.

* Ομήρου, Οδύσσεια, ραψωδία τ, στίχ. 590­592, μετάφραση: Ζήσιμος Σίδερης,
ΟΕΔΒ, Αθήνα. (Σ.τ.Ε.)

1
ΟΠΩΣ ΟΙ ΘΕΟΙ, ή μάλλον εντελώς αντίθετα με αυτούς, ήμουν πά­
ντοτε μαζί του. Το ίδιο το παρατσούκλι μου, Θέο, το αποδεικνύ­
ει. Οι πρώτες μου αναμνήσεις είναι απαράλλακτες με τις δικές του,
αν και οι τελευταίες μου ενθυμήσεις φοβάμαι ότι εκτείνονται πο­
λύ πιο πέρα από τις δικές του. Ήμουν παρών όταν γεννήθηκε.
Βοήθησα να τον πλύνουν και είδα τα πρώτα του δάκρυα. Θα εί­
μαι εκεί κι όταν πεθάνει, επιφορτισμένος αναμφίβολα με τα ίδια
ακριβώς καθήκοντα. Σ' όλη μου τη ζωή τον περιποιήθηκα καλά,
ένας φυλακας­άγγελος, μια μούσα, επικριτής και μπελάς. Μαζί
περπατήσαμε με τους ίσκιους και πολεμήσαμε τους Σπαρτιάτες,
υπηρετήσαμε πρίγκιπες κι αποκτήσαμε την εύνοια βασιλιάδων.
Μαζί του μπήκα στην κόλαση κι επέστρεψα πίσω στους ζωντα­
νούς. Και με εξαίρεση ένα σύντομο διάλειμμα σε κάποιο μακρι­
νό λασποχώρι στη Μαύρη Θάλασσα, όταν η ψυχή μου δε μου α­
νήκε ή, για να το εκφράσω καλύτερα, όταν δεν του ανήκε, στάθη­
κα πάντα στο πλάι του. Το αντίστροφο θα ήταν αδιανόητο και για
τους δυο μας.
Γεννήθηκα, όπως μου είπαν, στις Συρακούσες την εποχή που
οι συμπολίτες μου είχαν εμπλακεί σ' έναν από τους αναρίθμη­
τους, θλιβερούς και ασήμαντους πολέμους με τους Αθηναίους. Οι
γονείς μου κι εγώ αιχμαλωτιστήκαμε στο πέλαγος, κάτω από ά­
γνωστες σε μένα συνθήκες, είτε από πειρατές είτε στη διάρκεια κά­
ποιας επίθεσης από αθηναϊκή τριήρη εναντίον κάποιου εμπορι­
κού πλοίου από τις Συρακούσες με το οποίο ταξιδεύαμε ­ ποιος το
ξέρει; Τα λίγα που έμαθα είναι ότι ο στρατιώτης πατέρας μου
προκαλούσε προβλήματα κι ότι οι γονείς μου πουλήθηκαν ως
δούλοι αρκετές φορές πιθανόν, ώσπου πέτυχαν να αναλάβουν κά­

30

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

ποιες θέσεις στο σπίτι του Γρύλλου, ενώ ήμουν ακόμα μωρό. Η μό­
νη ανάμνηση που κράτησα από εκείνα τα χρόνια είναι ένα κομμά­
τι από κάποιο παλιό τραγούδι, σε μια γλώσσα την οποία δε μιλάω,
ένα παράφωνο, άρρυθμο τραγούδι, το οποίο, αν και πολύ παλιά
θα είχε κάποιο νόημα και θα έδινε ακόμα και χαρά σ' όσους το ά­
κουγαν, για μένα παραμένει ανεξιχνίαστο, ακόμα και εφιαλτικό.
Οι γονείς μου πέθαναν νωρίς, στη διάρκεια μιας από τις τρο­
μερές επιδημίες που περιοδικά σάρωναν την πόλη, από την ο­
ποία ανεξήγητα γλίτωσα εγώ. Τα ορφανά ήταν πάρα πολλά ε­
κείνη την εποχή· πολλά από αυτά φυσικά είχαν γεννηθεί από γνή­
σιους Αθηναίους κι ήταν τα παιδιά γονιών που υπήρξαν θύματα
συνεχιζόμενων εχθροπραξιών. Αυτά ανατρέφονταν από την πο­
λιτεία, τα στεφάνωναν και τα τιμούσαν στις δημόσιες εκδηλώ­
σεις, κι αν οι γονείς τους είχαν πεθάνει στον πόλεμο, τους απει­
κόνιζαν ως ήρωες. Άλλα, όμως, απροσδιόριστης καταγωγής, τα πε­
ρίμενε τελείως ακαθόριστη τύχη ­ ορισμένα ευημερούσαν, αν τ'
αναλάμβανε κάποιος καλός ανάδοχος, ενώ άλλα απλώς τα αγνο­
ούσαν και τ' άφηναν να τα βγάλουν πέρα μόνα τους. Ακόμα χει­
ρότερα βέβαια ήταν τα παιδιά που, όπως εγώ, είχαν γεννηθεί δού­
λοι ή, ακόμα πιο κακότυχα, αν ήταν δούλοι που κατάγονταν από
εχθρούς. Με κράτησαν από ευσπλαχνία στο σπίτι, παρά το γεγο­
νός ότι δεν ήμουν παρά ένα παιδί ανίκανο να κερδίσω τα έξοδα
μου. Πιθανόν να ήταν μια περίπτωση φιλανθρωπίας για εξευμε­
νισμό των θεών ή μια χάρη στην ευγενική γριά παραμάνα που με
φρόντιζε. Ο κύριος μου, πάντως, δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για την
καταγωγή μου, ούτε καν φάνηκε έστω και ελάχιστα περίεργος να
μάθει. Ήταν απλώς ένα ακόμα μυστήριο, όπως η καταγωγή των
θεών ή η παντοδυναμία του πατέρα του, την οποία αποδεχόταν
ως κάτι αυτονόητο και αποτελούσε μέρος της πρώιμης αντίλη­
ψης του για τη ζωή, ένα από εκείνα τα θέματα που δεν του πέρασε
ποτέ από το μυαλό ν' αμφισβητήσει.
Εκείνα τα χρόνια δεν ήταν εύκολα. Η Αθήνα ήταν μπλεγμένη
σε ένα δεκαετή, αυτοκαταστροφικό πόλεμο με τους Σπαρτιάτες,
οι οποίοι, ύστερα από την ήττα των Περσών από τη συμμαχία των
ελληνικών πόλεων, είχαν αρνηθεί να υποταχτούν στην απαίτηση

Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ

31

των Αθηνών για ηγεσία. Στην πραγματικότητα κάθε αρτιμελής
πλούσιος άντρας και από τις δύο πλευρές είχε ενταχθεί στα τάγ­
ματα των οπλιτών, βαριά οπλισμένα στρατεύματα πεζικού που α­
ποτελούσαν τον πυρήνα του αθηναϊκού και του σπαρτιατικού
στρατού. Καθένας από αυτούς τους άντρες, με τη σειρά του, έ­
παιρνε έναν ή περισσότερους δούλους για να τον υπηρετούν ως συ­
νοδοί και μεταφορείς κι αυτή η βαριά δέσμευση τόσων ανθρώπων
στον πόλεμο άφηνε ιδιαίτερα μικρό ανθρώπινο δυναμικό στην
πατρίδα για να πραγματοποιήσει όλα εκείνα για τα οποία απαιτού­
νται άντρες, ώστε να διατηρηθεί πλούσια και ζωντανή μια πόλη.
Αυτό δυσκόλευε τη ζωή της οικογένειας του Γρύλλου, ενός
πλούσιου Αθηναίου κτηματία που διατηρούσε ένα εξοχικό κτήμα
στο δήμο των Ερχιέων,* δώδεκα μίλια ανατολικά της πόλης των
Αθηνών. Εκεί με πρωτόφεραν παιδάκι ακόμα κι εκεί πέρασα τα
πρώτα χρόνια της ζωής μου, μεγαλώνοντας από και υπηρετώντας
μια παρέα γυναικών. Οι περισσότεροι άντρες, αφέντες αλλά και
δούλοι, αφιέρωναν το χρόνο τους στο μέτωπο και μόνο λίγους μή­
νες περνούσαν στο κτήμα ανάμεσα στους χωρικούς, προσπαθώ­
ντας μάταια ν' αναπληρώσουν το χαμένο χρόνο και να διορθώσουν
τις φθορές που είχαν προκληθεί από την εγκατάλειψη. Ο Γρύλ­
λος συγκεκριμένα πέρασε δύο χρόνια μακριά από το κτήμα και
εμφανίστηκε στο σπίτι μόνο μία φορά για μία και μοναδική μέ­
ρα προτού επιστρέψει και πάλι στο μέτωπο κατά διαταγή της πο­
λιτείας. Στη διάρκεια αυτού του σύντομου διαλείμματος κατάφε­
ρε να αποκτήσει ένα γιο.
Για τη γυναίκα του Γρύλλου, όμως, τη Διοδώρα, το να περνά­
ει όλη τη ζωή της επιχειρώντας να φέρει βόλτα το φασαριόζο γιο
της αλλά και το υπό κατάρρευση σπιτικό και το προσωπικό του
κτήματος, ενώ ο Γρύλλος πολεμούσε τους Σπαρτιάτες ή συμμε­
τείχε στην Εκκλησία του Δήμου στην Αθήνα, ήταν πάνω από τις

* Ερχιά ή Ερχεία: ένας από χους μεγαλύτερους δήμους της Αττικής. Η θέση του
τοποθετείται στην περιοχή των Σπάτων. Από την Ερχιά καταγόταν ο Ξενοφώ­
ντας και ο Ισοκράτης και ο Αλκιβιάδης είχε εκεί μεγάλη κτηματική περιουσία,
σύμφωνα με τον Πλάτωνα. (Σ.τ.Μ.)

32

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

δυνάμεις της. Έξι χρόνια αργότερα σήκωσε τα χέρια ψηλά, έ­
κλεισε το σπίτι, πούλησε τα περισσότερα μέλη από το προσωπι­
κό του κτήματος που είχαν απομείνει και πήγε να συγκατοικήσει
με τη χήρα ξαδέρφη του άντρα της, τη Λήδα, που διατηρούσε έ­
να σπίτι στην Αθήνα, ενώ το κτήμα του άντρα της στη Βοιωτία έ­
μενε απεριποίητο. Το σπίτι στην πόλη είχε διαθέσιμο χώρο, αν
και με τη συνεχιζόμενη έλλειψη αρτιμελών αντρών είχε αρχίσει
να διαλύεται. Το λάδι για το φωτισμό και το μαγείρεμα είχε αρ­
χίσει να φτάνει δύσκολα στην πόλη, ακόμα και για τους σχετικά
πλούσιους. Τα ξύλα για τη φωτιά αποθηκεύονταν και στοιβάζο­
νταν κομμάτι κομμάτι, ενώ τα ρούχα μπαλώνονταν και ξανα­
μπαλώνονταν για να μπορέσουν να χρησιμοποιηθούν πολύ πε­
ρισσότερο απ' όσο θα έπρεπε, τόσο που, σε καλύτερες μέρες, θα
δίνονταν στους ζητιάνους. Μόνο οι απλούστερες τροφές ήταν δια­
θέσιμες και η βασική τροφή αποτελούνταν από ένα είδος χυλού
από λιωμένες φακές. Σύκα, καρύδια και ελιές προσετίθεντο μερι­
κές φορές για νοστιμιά και αραιά και πού η οικογένεια μπορού­
σε να πετύχει λίγο αρνίσιο ή χοιρινό κρέας που έφερναν κρυφά
στην πόλη οι παλιοί καλλιεργητές από την Ερχιά. Οι ακρίδες α­
φθονούσαν στα απέραντα χωράφια κι ήταν μια πρόχειρη πηγή
πρωτεϊνών για εμάς τους δούλους και το προσωπικό της κουζίνας,
αφού ακόμα και τα πιο χοντρά κομμάτια με κρέας προτιμούσαν
να τα ξεζουμίσουν τα αφεντικά παρά να τ' αφήσουν για το υπη­
ρετικό προσωπικό. Μόνη μας παρηγοριά ήταν ότι η τροφή των
Σπαρτιατών ως γνωστόν ήταν ακόμα χειρότερη. Ο Γρύλλος έλε­
γε συχνά πως δεν ήταν καθόλου παράξενο που οι Σπαρτιάτες ή­
ταν τόσο πρόθυμοι να πεθάνουν στη μάχη ­ ο θάνατος πρέπει να
ήταν προτιμότερος από το να συνεχίσουν να ζουν τρώγοντας τέ­
τοια φαγητά.
Στην Αθήνα λοιπόν αρχίσαμε μια καινούρια ζωή και ήταν α­
κριβώς εκεί που μου ανέθεσαν τη μόνιμη επιτήρηση του μικρού
σκανταλιάρη, για τον οποίο ήμουν υπεύθυνος, έστω και ανεπί­
σημα, από τότε που είχαμε και οι δύο μόλις αρχίσει να κάνουμε
τα πρώτα μας βήματα. Ο γιος του Γρύλλου, ο οποίος μέχρι να με­
τακομίσουμε στην Αθήνα δεν είχε βγει ποτέ έξω από τα όρια του

Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ

33

εξοχικού κτήματος ούτε είχε ξεφύγει από τα άγρυπνα μάτια της
μητέρας του ή τα δικά μου, αντιμετώπισε την Αθήνα σαν αποκά­
λυψη. Για μένα, που είχα αναλάβει τη φροντίδα της ασφάλειας
του, η πόλη ήταν σκέτη φρίκη. Κλείνω τα μάτια και οραματίζο­
μαι, τόσο καθαρά λες και είναι τώρα, ότι περπατάμε μέσα στους
αποπνικτικά ζεστούς και σκονισμένους δρόμους της Αθήνας ε­
κείνα τα χρόνια πριν από την πτώση της, ανάμεσα στις βρισιές
των μουλαράδων και των νεαρών χαμινιών που τα χαζεύαμε με
θαυμασμό για τον εκπληκτικό χειρισμό της λαϊκής γλώσσας· τη
σταθερή ροή των ζητιάνων, στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν
όχι μόνο ο συνηθισμένος συρφετός από παραμορφωμένους, τυ­
φλούς, γέρους και ραχιτικούς, αλλά και ξένοι που περνούσαν δύ­
σκολους καιρούς και τους είχε προσελκύσει το μεγαλείο της πό­
λης· στοχαστές που απολάμβαναν αλλά κι αποζητούσαν τέτοιους
δύσκολους καιρούς ως έμβλημα τιμής και πηγή έμπνευσης για
τις διάφορες φιλοσοφικές σχολές τους· και αργόσχολα πλήθη α­
ξιόμαχων αντρών, στρατιώτες που έφευγαν και ναύτες που περί­
μεναν τον επόμενο ναύλο τους. Βλέπω το συνονθύλευμα από μου­
σικούς, γόητες φιδιών, ακροβάτες, αγγελιοφόρους, κλέφτες και
πόρνες και των δύο φύλων ή ερμαφρόδιτους· ένα ανακάτεμα α­
πό τους λογής λογής μόνιμους ανθρώπους του δρόμου, χτίστες
και μαγαζάτορες, αργυραμοιβούς, πλανόδιους πωλητές φαγητού
και νερού, γραφείς, ιχθυοπώλες, καλλιτέχνες της δερματοστηξίας,
γανωτζήδες και ράφτες· και τις αποτριχώτριες, τις παρατίλτριες,
από τα λουτρά, να ρίχνουν τον τόνο της φωνής τους και να στε­
γνώνουν τα σύνεργά τους, καθώς ζητούσαν να βάλουν μια μπου­
κιά στο στόμα τους. Βλέπω επίσης εκατοντάδες άλλες πολύχρω­
μες φιγούρες, ηθοποιούς, ιερείς, αρκουδιάρηδες, στρατιώτες, μα­
στροπούς και μαμές να διαλαλούν φωναχτά την πραμάτεια τους,
πασχίζοντας ν' ακουστεί ο καθένας πάνω από τους υπόλοιπους,
συμβάλλοντας στην εκκωφαντική οχλοβοή που αποτελούσε την έ­
ξαψη, το αίσχος, τη φιλοδοξία και την τρέλα αυτής της πόλης, η
οποία ήταν το κέντρο του κόσμου.
Με τα μάτια της φαντασίας μου βγαίνω από αυτούς τους χαο­
τικούς δρόμους και περνώ από μια ταπεινή, κοινή αυλόπορτα, στο

34

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

πλάι ενός μεγάλου πέτρινου τοίχου, σ' ένα σκοτεινό, δροσερό διά­
δρομο και με το που κλείνω τη βαριά δρύινη πόρτα ακούω το βρυ­
χηθμό της πόλης να κοπάζει σε ένα αχνό και απόμακρο παλμό. Ο
διάδρομος των αναμνήσεων μου καταλήγει σε μια ηλιόλουστη αυ­
λή, όπου κυριαρχούν ο καμπανιστός ήχος του νερού στη μικρο­
σκοπική κρήνη, τα απαλά τσουγκρίσματα και ξυσίματα από το
μαγείρεμα και τα ήσυχα γέλια των υπηρετών από την κουζίνα που
βρισκόταν δίπλα από το κυρίως σπίτι. Ο πιο αταίριαστος από ό­
λους είναι ο ήχος των πουλιών ­ αμέτρητα πραγματικά, αφού κά­
θε γωνιά είναι εφοδιασμένη με ένα ή και περισσότερα κλουβιά γε­
μάτα με μικροσκοπικά, πολύχρωμα ωδικά πτηνά, επιλεγμένα για
τα εξαίσια σχέδια των φτερών και τη γλυκύτητα των τιτιβισμάτων
τους. Πάνω από τους ανάλαφρους ήχους του σπιτιού υψώνονται οι
τσιριχτές φωνές δύο μικρών παιδιών που παίζουν στο χώμα, δίπλα
από την κρήνη, με μια χούφτα βόλους φτιαγμένους από πηλό.
Από τη στιγμή που μετακόμισε στο σπίτι αυτό το μικρότερο α­
γόρι, ο γιος του Γρύλλου, είχε πλημμυρίσει η αυλή από το τρα­
γούδι του, που συναγωνιζόταν σε ομορφιά και μελωδικότητα νό­
τα τη νότα τα πουλιά στα κλουβιά. Ήταν πανευτυχής μόνο όταν
καθόταν στα πόδια της μάνας του κάτω από τον ήλιο, τραγου­
δώντας παιδικά τραγούδια και ομηρικούς στίχους που του είχε δι­
δάξει με συχνές επαναλήψεις, πασχίζοντας να τον κρατήσει στους
πολύπλοκους ρυθμούς και τραγουδιστικούς τόνους της εκπαίδευ­
σης της.
Αν και δεν έλεγε και πολλά από εμφάνιση ­ήταν κοντός στο
ανάστημα και είχε αδύνατο στέρνο για την ηλικία του­, ήταν προι­
κισμένος. Αυτό ήταν γνωστό σε όλους, μια κι είχε ήδη τραγουδή­
σει σε λίγα από τα συμπόσια που είχε παραθέσει ο πατέρας του,
στα οποία είχαν παρακαθίσει ορισμένοι από τους πιο ξακουστούς
πολίτες και καλλιτέχνες. Το αγόρι είχε δεχτεί τους μεγαλύτερους
επαίνους, τόσο από πολιτικούς όσο και από ποιητές για την κα­
θαρή, καμπανιστή φωνή του και για την αυτοκυριαρχία του. Οι
φιλοφρονήσεις, πάντως, των διπλωματών άφηναν ασυγκίνητο το
παιδί συγκρινόμενες με τον έπαινο του πατέρα του, που σπάνια
και απρόθυμα του πρόσφερε και μόνο σε εξαιρετικά καλές εμφα­

Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ

35

νίσεις, αλλά ακόμα και τότε περισσότερο από ικανοποίηση επει­
δή είχε ευχαριστήσει τους καλεσμένους του παρά επειδή ένιωσε
κάποια χαρά από το τραγούδι του γιου του.
Το παιδί είχε όνομα, φυσικά, αλλά η μητέρα του το φώναζε
με το όνομα του μόνο όταν το μάλωνε και ο πατέρας του σπάνια
απευθυνόταν άμεσα σ' αυτό. Πιο συχνά ανταποκρινόταν στο χαϊ­
δευτικό του, εκείνο που φυσικότατα είχε προκύψει λόγω της ικα­
νότητας του στο τραγούδι. Το φώναζαν Αηδόνι και το ασυνήθι­
στο παρατσούκλι έμοιαζε να προοιωνίζει επιπλέον τύχη για το α­
ναπτυσσόμενο ταλέντο του. Όχι, βέβαια, ότι ένα τέτοιο ταλέντο
είχε κάποια μακροπρόθεσμη προοπτική: η οικογένεια του ήταν
παλιά και πλούσια και η ζωή του τραγουδιστή ή του ποιητή δεν
ήταν κάτι που προσδοκούσαν για τα παιδιά τους οι σημαντικές
οικογένειες. Ωστόσο, ήταν διασκεδαστικό, του εξασφάλιζε λίγη
περισσότερη προσοχή από αυτή που θα του έδειχνε ο πατέρας του
και χρησίμευε για να κρατά απασχολημένο το παιδί μέσα στο
σπίτι μέχρι ν' αρχίσει η κανονική του εκπαίδευση.
Ας επιστρέψουμε όμως στην αυλή του σπιτιού, όπου τα δύο
παιδιά παίζουν με τους βόλους. Το μικρότερο, όπως προανέφε­
ρα, ήταν το Αηδόνι. Το μεγαλύτερο ήταν ο Πρόξενος, δεύτερος
ξάδερφος του και δύο χρόνια μεγαλύτερος του, ένα ξεκάθαρα
διαμορφωμένο μικρό κτήνος, με ακατάσχετα σαρκαστικό γέλιο
και κόρδωμα. Όπως ακριβώς το Αηδόνι ήταν γεννημένο ποιητής
και τραγουδιστής, ο Πρόξενος ήταν από γεννησιμιού του πολε­
μιστής· εντούτοις παρά τις διαφορετικές κλίσεις και ενδιαφέρο­
ντα τους, οι δυο τους ήταν κολλητοί φίλοι, ανεξάρτητα από τη
συγγένεια τους. Τουλάχιστον καθημερινά, ο Πρόξενος έκανε το
Αηδόνι να πεταχτεί τρομαγμένο από τις συχνές ονειροπολήσεις
του στην αυλή, χτυπώντας το στο κεφάλι με το αυτοσχέδιο ξύλι­
νο σπαθί του, παρασύροντας το σε ένα κυνηγητό που κατέληγε με
τα δύο αγόρια να κάνουν αγώνες δρόμοο μέσα στο σπίτι, να πα­
λεύουν πάνω στις σκληρές πλάκες του δαπέδου και να μπερδεύ­
ονται στα πόδια των ηλικιωμένων και πολυβασανισμένων υπη­
ρετριών που προσπαθούσαν να διατηρήσουν την τάξη. Το Αη­
δόνι, επειδή ο Πρόξενος ήταν ο μεγαλύτερος και δυνατότερος α­

36

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

πό τους δυο, νικιόταν μονίμως στις μάχες που έδιναν, αλλά σπά­
νια ενέδιδε στις επαναλαμβανόμενες απαιτήσεις του μεγαλύτε­
ρου αγοριού να παραδοθεί. Όταν στριμωχνόταν, προτιμούσε να
αφοπλίσει τον Πρόξενο γελώντας σπασμωδικά και τραγουδώντας
ψιθυριστά αισχρά τραγουδάκια που έκαναν συχνά το μεγαλύτερο
ξάδερφο του να καταρρέει μέσα σε έναν παροξυσμό γέλιου.
Και στις ελάχιστες περιπτώσεις όμως που δεν ήταν παρών ο
Πρόξενος, το Αηδόνι δεν ήταν ποτέ μόνο του, μια κι έπαιζε και
μιλούσε ζωηρά με ένα φανταστικό του φίλο, μια ύπαρξη που, ό­
πως έλεγε, ήταν πάντα μαζί του, παρόλο που αρνιόταν να πει το
όνομα του, ισχυριζόμενο μόνο ότι επρόκειτο για ένα μικρό θεό.
Αυτό αποτέλεσε πηγή μεγάλης ευθυμίας μέσα στην οικογένεια
αρχικά, καθώς ο Πρόξενος και οι δούλοι προσποιούνταν καμιά
φορά ότι παραπατούσαν κι έπεφταν λέγοντας ότι ο μικρούλης
θεός του Αηδονιού είχε μπερδευτεί στα πόδια τους ή φόρτωναν
στην απληστία του μικρού θεού την απώλεια κάποιων αντικειμέ­
νων. Με τον καιρό, η θεότητα αυτή πέρασε στο πάνθεο των θεών
της οικογενειακής εστίας, στην αρχή σαν αστείο, ύστερα σαν α­
συνείδητη συνήθεια μάλλον και πολύ αργότερα, αφού το παιδί εί­
χε μεγαλώσει πια κι είχε σταματήσει να επικοινωνεί ανοιχτά με
το μυστηριώδη φίλο του, η μητέρα και οι δούλες εξακολουθού­
σαν ν' αναφέρονται περιστασιακά στην παρουσία αυτού του μι­
κρού θεού.
Στο διάστημα αυτό σπανίως βλέπαμε τον αυστηρό και από­
μακρο πατέρα του Αηδονιού. Ακόμα και στις σύντομες αποδρά­
σεις του από τα διπλωματικά και στρατιωτικά του καθήκοντα, ε­
λάχιστο χρόνο διέθετε ο Γρύλλος για τα αγόρια, αφού έπρεπε μο­
νίμως ν' ασχολείται με το πηγαινέλα παράξενων αντρών, αντρών
σπουδαίων και φαντασμένων, που έρχονταν μέσα στη νύχτα για
να του μιλήσουν και να λογοφέρουν μαζί του. Η φήμη του Γρύλ­
λου ως αξιωματούχου ήταν τρομερή, όμως καλά τα κατάφερνε
και στον πόλεμο. Είχε καταφέρει να διατηρήσει τα περισσότερα
από τα μέλη του σώματος του, με εξαίρεση το ένα μάτι του που
είχε δεχτεί αστραπιαίο χτύπημα από την αιχμή κάποιου σπαρ­
τιατικού δόρατος και στη συνέχεια είχε μολυνθεί ­έπαιρνε όρκο­

Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ

37

από τη θεραπεία κάποιου κομπογιαννίτη στρατιωτικού γιατρού με
καταπλάσματα από κοπριά αγελάδας και ξίδι. Το μάτι έπρεπε ν'
αφαιρεθεί, κάτι που ο Γρύλλος επέμενε να κάνει ο ίδιος με ένα κου­
τάλι, για ν' αποφύγει να εκτεθεί έτσι περισσότερο στους κινδύ­
νους της ιατρικής επιστήμης. Η οφθαλμική κοιλότητα γιατρεύτηκε
ικανοποιητικά, αν και περιστασιακά έτρεχε ένα υδαρές υγρό χρω­
ματισμένο με αίμα, όταν ο Γρύλλος ασχολιόταν με επίπονη σω­
ματική δραστηριότητα, ενώ το τραύμα αποτελούσε πηγή περη­
φάνιας και θαυμασμού για το γιο του.
Πού και πού ο Γρύλλος έπαιρνε τα αγόρια και τον παλιό του
συνοδό στη μάχη, τον Λέοντα, και πήγαιναν στο εγκαταλειμμένο
κτήμα στην Ερχιά, που είχε καταντήσει πραγματικό ερείπιο. Ο
Γρύλλος διατηρούσε βαθιά αγάπη για τη γη και μολονότι έπρε­
πε ν' αναβάλλει συνεχώς τα σχέδια του για να κάνει καρποφόρα
τα χωράφια λόγω της κρισιμότητας του πολέμου, ήταν αποφασι­
σμένος να μην εμποδίσει το γιο του να εξοικειωθεί με τη γη. Εξέ­
τρεψε μερικά θαυμάσια άλογα που φρόντιζε ο ανάπηρος γιος του
Λέοντα και τους πήγαινε μακρινές εξορμήσεις και κυνήγια στην
εξοχή. Ακόμα κι όταν το Αηδόνι ήταν πολύ μικρό για να ιππεύει
μόνο του, ανέβαινε στο άλογο του πατέρα του ανάμεσα στους δυ­
νατούς μηρούς του Γρύλλου. Ο Γρύλλος αγαπούσε τόσο την ιπ­
πασία, ώστε όταν ο γιος του κουραζόταν τον πήγαινε πίσω στο σπί­
τι να πάρει έναν υπνάκο και ξανάφευγε αμέσως όλη την υπόλοι­
πη μέρα, χωρίς να ξεκουραστεί καθόλου. Με πήρε κάποτε μαζί
του για παρέα, παραχωρώντας μου ένα μικρότερο άλογο που σκό­
πευε να το δώσει στο γιο του όταν θα μεγάλωνε. Ο Γρύλλος έλε­
γε πως, αν συνεχιζόταν ο πόλεμος, το Αηδόνι θα υπηρετούσε ως
αξιωματικός κι αν επρόκειτο να γίνω συνοδός του στη μάχη, θα
χρειαζόμουν τουλάχιστον τις ίδιες ιππευτικές και στρατιωτικές
δεξιότητες με τον κύριο μου. «Θα είμαι περήφανος», έλεγε, «όταν
ο γιος μου σκοτώσει τον πρώτο Σπαρτιάτη».
Ο Γρύλλος μιλούσε ακατάπαυστα για τον πόλεμο και το μίσος
του για τους Σπαρτιάτες και την καταστροφή που εκείνοι προξε­
νούσαν στην ευημερία των Αθηνών ήταν απύθμενο. Απεχθανό­
ταν τη χοντροκοπιά και την έλλειψη κουλτούρας αλλά και την α­

38

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

λαζονική, κυριαρχική στάση τους απέναντι στις άλλες ελληνικές
πόλεις, συμμάχους αλλά και εχθρούς. Κορόιδευε την τυφλή α­
φοσίωση τους στη θλιβερή, μικρή, λασποχτισμένη πόλη τους και
την προθυμία τους να καταβάλουν αφάνταστη προσπάθεια για να
επιβάλουν το αυταρχικό σύστημα αστυνομοκρατίας στις μεγάλες
πόλεις που κατακτούσαν. Θυμάμαι πολύ ζωηρά τη στιγμή που ο
Γρύλλος χρησιμοποίησε τους Σπαρτιάτες για να δώσει ένα μά­
θημα στο Αηδόνι, τον Πρόξενο κι εμένα, όταν αντιλήφθηκε ότι
μας έλειπε η επιμέλεια για κάποια καθήκοντα.
«Αηδόνι», είπε, αφού μας έβαλε και τους τρεις στη σειρά μπρο­
στά του, «νομίζεις ότι τα Σπαρτιατόπουλα αποφεύγουν τα καθή­
κοντά τους; Αντιμιλούν ποτέ στους γονείς τους;»
«Όχι, πατέρα», απάντησε μηχανικά το αγόρι, αλλά από τη
φωνή του έλειπε η ειλικρίνεια και τα μάτια του ήταν χαρωπά.
Ο Γρύλλος πέρασε το βλέμμα του από το πρόσωπο του Αηδο­
νιού στο πρόσωπο του Πρόξενου, ύστερα στο δικό μου και πάλι
από την αρχή και η έκφραση του απέκτησε σκληρότητα.
«Πρόξενε, τι κρατάς στο χέρι σου;»
«Μελόπιτα, θείε», ψέλλισε ο Πρόξενος, με το στόμα γεμάτο.
Είχε διαλέξει άτυχη στιγμή για το κολατσιό του.
«Μελόπιτα; Άνοιξε το χέρι σου». Ο Πρόξενος υπάκουσε κι ο
Γρύλλος πέταξε με μια απότομη κίνηση το περιεχόμενο χάμω και
το τσαλαπάτησε. Ο Πρόξενος έγινε σαν παντζάρι και από τα μά­
τια του ανάβλυσαν καυτά δάκρυα, αλλά παρέμεινε σιωπηλός.
Ο Γρύλλος κοίταξε τα αγόρια βλοσυρά. Η φωνή του ήταν χα­
μηλή και βαριά, γεμάτη περιφρόνηση για την οικτρή μαλθακό­
τητά μας. Έβλεπα τους τένοντες του λαιμού του να πετάγονται έ­
ξω από την ένταση. «Τα Σπαρτιατόπουλα της ηλικίας σας τρώνε
μια φορά τη μέρα ένα νερουλό μαυροζούμι, το μέλανα ζωμό, ό­
χι με τις οικογένειες τους, αλλά έξω στο ύπαιθρο, με τους συμ­
μαθητές τους. Οι Σπαρτιάτες πιστεύουν ότι ο καλοταϊσμένος στρα­
τιώτης είναι ανεπαρκής στρατιώτης, γι' αυτό λιμάζουν όταν είναι
παιδιά. Αν οι συμμαθητές τους συλληφθούν να κλέβουν τρόφιμα,
μαστιγώνεται όλη η τάξη ­ όχι λόγω της κλοπής, αλλά επειδή στά­
θηκαν τόσο ανόητοι ώστε να πιαστούν. Αν επιβιώσουν από το μα­

Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ

39

στίγωμα, τους διδάσκουν να χτυπούν με τη σειρά τους τους συ­
ντρόφους τους. Καταλαβαίνετε;»
Κουνήσαμε όλοι το κεφάλι κρατώντας τα μάτια ορθάνοιχτα.
Ο Γρύλλος κοίταξε και πάλι ερευνητικά τα πρόσωπα μας, με το
μοναδικό του μάτι στυλωμένο διαπεραστικά πάνω μας. Έπειτα α­
πό λίγο σήκωσε το βλέμμα και κοίταξε πιο μακριά. Εμείς εξακο­
λουθούσαμε να στεκόμαστε προσοχή μπροστά του, εν αναμονή,
και καθώς επανέφερε το βλέμμα του πάνω μας, αναστέναξε. Ύστε­
ρα το πρόσωπο του ξαναπήρε τα σκληρά χαρακτηριστικά του.
«Λένε για κάποιο Σπαρτιατόπουλο που έκλεψε κάποτε ένα α­
λεπουδάκι», είπε ο Γρύλλος, «γιατί για τους Σπαρτιάτες ακόμα
και η αλεπού είναι τροφή. Το είδαν που το έβαλε στα πόδια και
ο κάτοχος της αλεπούς το έπιασε. Προτού όμως το συλλάβουν, το
αγόρι βρήκε χρόνο κι έκρυψε το αλεπουδάκι μέσα στο χιτώνα
του. Όταν ο ιδιοκτήτης απαίτησε να μάθει πού ήταν το ζώο, το
αγόρι αρνήθηκε ότι ήξερε οτιδήποτε. Γιατί έτσι είχε εκπαιδευτεί
να κάνει. Η ανάκριση κράτησε αρκετή ώρα, ώσπου ξαφνικά το
αγόρι σωριάστηκε νεκρό, εκεί που στεκόταν. Όταν εξέτασαν το
νεκρό του σώμα, ανακάλυψαν ότι η πεινασμένη αλεπού τού είχε
φάει τα σωθικά, αλλά το παλικάρι, ακολουθώντας τα ανόητα
σπαρτιάτικα πρότυπα, είχε παραμείνει σιωπηλό με αντάλλαγμα
τη ζωή του».
Ο Πρόξενος έμεινε σταθερός στη θέση του, αλλά το κάτω χεί­
λος του Αηδονιού άρχισε να τρέμει. Καθώς ο Γρύλλος μάς παρα­
τηρούσε με βλέμμα παγωμένο, το Αηδόνι πάνιασε και κάνοντας
ξαφνικά μεταβολή βγήκε τρέχοντας από το δωμάτιο. Ακούγαμε
τον ήχο από τα αναγουλιάσματά του, όταν βγήκε έξω. Ο Πρόξε­
νος κι εγώ στεκόμαστε σιωπηλοί, παρατηρώντας τον Γρύλλο που
μας κοίταξε οργισμένα για μια στιγμή κι έπειτα αποχώρησε ή­
ρεμα, αφήνοντας μας μόνους. Νύχτες ολόκληρες μετά, ξυπνού­
σα μες στο σκοτάδι από ένα Αηδόνι που κουλουριαζόταν τρέμο­
ντας στο κρεβάτι μου, τρομαγμένο από εφιάλτες με Ηρακλείδες
Σπαρτιάτες, οι οποίοι έμπαιναν κι έκαναν κατοχή στο σπίτι του.
Ο Πρόξενος όμως έμενε στο κρεβάτι του, τιναζόταν και στριφο­
γύριζε, αντιμετωπίζοντας παλικαρίσια τους εισβολείς μόνος του.

Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ

2
ΤΟ ΑΗΔΟΝΙ ΟΡΜΗΣΕ στους κατάμεστους δρόμους, παραμερίζο­
ντας αχθοφόρους και κάρα στο βιαστικό πέρασμα του, αρπάζο­
ντας όλο χαρά φρούτα και γλυκά, έτσι για δοκιμή, μέσα από τα
κάνιστρα που κουβαλούσαν οι γυναίκες και τα κορίτσια στο δρό­
μο για την αγορά. Ανεβαίνοντας σαν σίφουνας το λόφο της Ακρό­
πολης και περνώντας μέσα από τα Προπύλαια, σταμάτησε, μού­
σκεμα στον ιδρώτα και ασθμαίνοντας, μπροστά στον πρόσφατα
ολοκληρωμένο Παρθενώνα για να επιθεωρήσει εκ του πλησίον
την πρόοδο που είχε γίνει στην κατασκευή των εντυπωσιακά δια­
κοσμημένων μαρμάρινων ιερών. Ερχόταν εδώ σχεδόν κάθε μέρα,
για να συζητήσει με τους λιθοξόους και τους χτίστες, που τον ή­
ξεραν με το μικρό του όνομα, και να κάνει ατέλειωτες ερωτήσεις
στον αρχιτέκτονα, τον Καλλικράτη, ο οποίος μισοαστειευόμενος
του ζητούσε μερικές φορές να ελέγξει κάνα δυο υπολογισμούς.
Αφού περιεργάστηκε από κοντά τα θεμέλια για τις καινούριες
κολόνες που θα στήνονταν στο ναό της Αθηνάς Νίκης, του θύμι­
σα ότι σε λίγο θα ήταν η ώρα για τα απογευματινά του μαθήμα­
τα, τα οποία παρακολουθούσα μαζί του στο σπίτι. Κούνησε α­
πρόθυμα το κεφάλι και πρότεινε να παραβγούμε τρέχοντας μέ­
χρι το σπίτι. Αποποιήθηκα την πρόκληση, όπως πάντα, αλλά α­
γνόησε την άρνηση μου και κατέβηκε ολοταχώς το λόφο.
Βρισκόταν στο δωδέκατο έτος της ηλικίας του και οι πολυάριθ­
μες ικανότητες του είχαν αρχίσει να γίνονται πια φανερές. Το Αη­
δόνι δεν ήταν μόνο προικισμένο στη μουσική, διέθετε επιπλέον και
δαιμόνιο πνεύμα ­ αν και αγόρια σαν κι αυτόν αφθονούσαν, μια
και η Αθήνα τα καλλιεργούσε σαν αρωματικά χόρτα σε λαχανό­
κηπο. Ακόμα όμως και μέσα σε αυτό το θερμοκήπιο πνευματικού

41

περιβάλλοντος της πόλης, ήταν ένα θαύμα, ένα προικισμένο παι­
δί που μπορούσε να κάνει υπολογισμούς από μνήμης, προτού συ­
ναντήσει το δάσκαλο του και τις αρπάξει από αυτόν για πρώτη φο­
ρά, και του οποίου οι δεξιότητες σιη γλώσσα και την ανάγνωση
ξεπερνούσαν εκείνες των αγοριών που είχαν τη διπλάσια από αυ­
τό ηλικία. Μπορούσε να απαγγείλει μακροσκελή αποσπάσματα
από τον Όμηρο, τον Ησίοδο και τον Στησίχορο από την αρχή ως
το τέλος ή από οποιοδήποτε σημείο τού ζητούσε κάποιος να ξε­
κινήσει. Μπορούσε ν' αναγνωρίσει τους συγγραφείς κάθε βιβλίου
ή θεατρικού έργου των τελευταίων τετρακοσίων χρόνων ή ν' αυ­
τοσχεδιάσει εύθυμα δεκάδες στίχους σε δακτυλικό εξάμετρο για
οποιοδήποτε προτεινόμενο θέμα. Μπορούσε να συζητήσει την
πυθαγόρεια θεωρία για τον υπολογισμό της υποτείνουσας και την
αναλογία των μουσικών αρμονιών, να ερμηνεύσει το θεώρημα του
Ιπποκράτη για τον τετραγωνισμό των μηνίσκων* και ν' ανοίξει
συζήτηση για τις ασάφειες της ατομικής θεωρίας. Θαύμαζε τον
Πίνδαρο, αν και ήταν αναγκασμένος να κρύβει τους παπύρους
αυτούς από τον πατέρα του που δεν ενέκρινε τους Βοιωτούς συγ­
γραφείς. Περιδιαβαίνοντας και μόνο στην Αθήνα, το αγόρι βρέ­
θηκε περιτριγυρισμένο από ασυναγώνιστα από κάθε άποψη πρό­
τυπα. Η ζωγραφική και η γλυπτική είχαν ήδη φτάσει σε τέτοια ακ­
μή, που δεν μπόρεσε ποτέ να ξεπεράσει κανένας μεταγενέστερος
καλλιτέχνης. Τα ονόματα του Ζεύξη, του Πολύκλειτου και του
Πραξιτέλη συζητιούνταν από όλους. Η αρχιτεκτονική ήταν ζήτη­
μα γοήτρου και κάλλους και διάσημοι αρχιτέκτονες συγκέντρω­
ναν πολλούς ένθερμους θαυμαστές και παρατρεχάμενους, όπως
συνέβαινε και με τους διάσημους καλλιτέχνες. Τα μαθηματικά
διδάσκονταν παντού και μαθήματα γραμματικής, ρητορικής και

* Ιπποκράτης ο Χίος (470 περίπου­400 περίπου): σπουδαίος Έλληνας μαθη­
ματικός σύγχρονος του Σωκράτη. Ίδρυσε σχολή στην Αθήνα και είναι ο πρώ­
τος που επινόησε τη λύση του προβλήματος του διπλασιασμού του κύβου και α­
νακάλυψε τον τετραγωνισμό του μηνίσκου στην προσπάθειά του να πετύχει τον
τετραγωνισμό του κύκλου. Ο τετραγωνισμός του μηνίσκου αποτελεί την πρώτη
απόδειξη τετραγωνισμού καμπυλόγραμμου σχήματος στην ιστορία των μαθη­
ματικών. (Σ.τ.Μ.)

42

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΏΝ ΜΥΡΙΩΝ

δημόσιου λόγου δίνονταν ελεύθερα και σπουδάζονταν στην αγο­
ρά και στις πλατείες της πόλης εδώ και μια εκατοστή χρόνια από
περιοδεύοντες γραμματικούς.
Λίγο πριν από αυτή την περίοδο, η θεία Λήδα είχε αποφασί­
σει να επιστρέψει στη Βοιωτία για να περισώσει ό,τι μπορούσε
από την περιουσία του άντρα της από τη διαρπαγή άπληστων
συγγενών. Κι ο Πρόξενος είχε πάει μαζί της. Το Αηδόνι είχε συ­
ντριβεί από την απώλεια του ξαδέρφου του και όλο και περισσό­
τερο στηριζόταν πάνω μου για παρέα. Ο Γρύλλος κατέληξε ότι το
μέσο για να καλύψει το κενό στην ψυχή του Αηδονιού ήταν να το
κρατά σε σωματική και πνευματική εγρήγορση όλη μέρα. Με τον
Γρύλλο απόντα στην υπηρεσία της Εκκλησίας του Δήμου της Αθή­
νας και τη μητέρα του απασχολημένη με τις δουλειές του σπιτιού,
το καθήκον αυτό ανατέθηκε σε μένα και στις στρατιές των δα­
σκάλων που ο Γρύλλος είχε επιλέξει και προσλάβει με μεγάλη
προσοχή. Παρά την αυστηρότητά τους αλλά και τις καλύτερες
προσπάθειές μου, όταν έφυγε ο Πρόξενος, το Αηδόνι άρχισε να
εμφανίζει μια αχαρακτήριστα σκληρή στάση, αποφασισμένο να
δηλώσει την ανεξαρτησία του. Αντιδρούσε στις προσπάθειές μου
να τον χαλιναγωγήσω και η προσπάθεια μου να υπερασπιστώ τις
επικρίσεις και τις απαιτήσεις του Γρύλλου τον έκαναν να θυμώ­
νει και να εξοργίζεται. Οι δάσκαλοι του κι εγώ προσπαθούσαμε
αποφασιστικά να γεμίσουμε τη μέρα του με εποικοδομητικές
δραστηριότητες, αλλά και στην ελάχιστη ένδειξη αγγαρείας ή α­
νίας άφηνε στην άκρη τους παπύρους και τις δέλτους του κι έφευγε
με μεγάλες δρασκελιές από το σπίτι ακριβώς όπως ήταν εκείνη
τη στιγμή. Εκείνη τη συγκεκριμένη μέρα, καθώς όρμησε και ά­
νοιγε δρόμο μέσα στην κατάμεστη πόλη, εγώ, ο εκνευρισμένος
παιδαγωγός του, με διπλάσιο ύψος και μισή από την ταχύτητά του,
μετά βίας κατάφερνα να τον ακολουθήσω.
Τρέχοντας πάρα πολύ γρήγορα μέσα από ένα στενό δρομά­
κι, σκόνταψα πάνω σε κάποια βότσαλα του λιθόστρωτου κι έτσι
τον έχασα. Εκείνος, προς μεγάλη μου φρίκη, συνέχισε χωρίς να
τον βλέπω πια. Αυτό είχε ξαναγίνει, τρία χρόνια πρωτύτερα, και
το περιστατικό αξίζει μια μικρή παρέκβαση. Τον είχα χάσει από

Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ

43

τα μάτια μου στη διάρκεια μιας γιορτής, όταν οι δρόμοι ήταν γε­
μάτοι από ηθοποιούς, πωλητές και θεατές. Ο Γρύλλος θα σαλ­
πάριζε την επομένη με το στόλο κι είχε πάρει μαζί του στη γιορ­
τή το Αηδόνι, για να νιώσει την όλη συγκίνηση. Ήταν μια σπά­
νια απόλαυση για τον νεαρό να συνοδεύει τον πατέρα του δημό­
σια, αλλά ο Γρύλλος είχε λάβει τα μέτρα του, παίρνοντας κι εμέ­
να μαζί τους και αναθέτοντας μου βλοσυρά την παρακολούθηση
του παιδιού. Έτσι θα μπορούσε να χαιρετήσει τους ομότιμους
του χωρίς εμπόδια. Το Αηδόνι βάδιζε περήφανα δίπλα στον πα­
τέρα του, απαντώντας ευγενικά στις ερωτήσεις και τις φιλοφρο­
νήσεις των συνεργατών του Γρύλλου. Παρ' όλα αυτά, το απρόσε­
κτο παιδί ξέφυγε από την επίβλεψη μου, άγνωστο πώς, και χάθηκε
μέσα στο συνωστισμό.
Ο Γρύλλος είχε απορροφηθεί εντελώς σε μια συζήτηση με με­
ρικούς πολιτικούς σχετικά με την εξέλιξη του πολέμου κι εγώ ή­
μουν αυτός που αντιλήφθηκα πρώτος ότι το παιδί είχε χαθεί. Ο
Γρύλλος με είδε που στεκόμουν στις μύτες των ποδιών μου και
προσπαθούσα να δω μέσα στο πλήθος και κατάλαβε αμέσως τι
είχε συμβεί. Χωρίς να διακόψει σχεδόν καθόλου το ρυθμό της
συνομιλίας του ή το εύθυμο χαμόγελο του, μου έσφιξε τόσο δυ­
νατά τον ώμο, που μ' έκανε να μορφάσω, ύστερα έσκυψε και μου
σφύριξε κατευθείαν μες στο αφτί:
«Αν το παιδί δε βρίσκεται δίπλα μου σε πέντε λεπτά, θα σε
πουλήσω». Αυτό μόνο. Οι τρεις τελευταίες λέξεις ακόμα και τώ­
ρα, πενήντα χρόνια μετά, κάνουν το λαιμό μου να σφίγγεται από
το φόβο. Είχα πέντε λεπτά, αλλιώς η ζωή μου θα τελείωνε, προ­
τού καλά καλά αρχίσει. Τέτοια εξουσία είχε πάνω μου ο Γρύλλος.
Ύστερα συνέχισε χαμογελαστά τη συζήτηση του με τους συνα­
δέλφους του που είχε αμελήσει για λίγο.
Το Αηδόνι δεν είχε σκοπό να χωριστεί από μας κι όταν κατά­
λαβε τι είχε συμβεί, πανικοβλήθηκε. Ενώ στεκόταν στη μέση του
δρόμου κλαίγοντας, τον έριξε σχεδόν κάτω ένας τεράστιος, μι­
σομεθυσμένος ηθοποιός με πιθηκίσιο παρουσιαστικό, ένας ηθο­
ποιός του δρόμου, ντυμένος με τη χαρακτηριστική ενδυμασία
του: μια κεντημένη κελεμπία που άφηνε γυμνό το στέρνο, μάσκα

44

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

τραγωδίας και μαλλιά πλεγμένα με κορδέλες. Το Αηδόνι ήταν έ­
να εκπληκτικά όμορφο αγόρι, με απαλό σταρένιο δέρμα, τερά­
στια στρογγυλά μάτια, τόσο σκούρα, που έμοιαζαν σχεδόν μαύρα,
και λευκά δόντια και δε θα μπορούσε να περάσει για πολλή ώρα
απαρατήρητο τριγυρνώντας μόνο του στην πόλη. Ήταν τυχερό
που ο ηθοποιός δεν αναζητούσε, όπως πολλοί του επαγγέλματος
του, κάποιον κίναιδο, αλλά επρόκειτο μάλλον για έντιμο άνθρω­
πο. Με το που είδε τον νεαρό πεσμένο κάτω, τον ρώτησε το όνο­
μα του. Όταν ανακάλυψε μέσα από τα αναφιλητά του αγοριού ό­
τι ήταν το Αηδόνι, που η μουσική του φήμη ήταν πασίγνωστη
στους κύκλους των δραματουργών, ο άντρας του συστήθηκε κα­
μαρωτά: «Ότος,* ο θρηνωδός, ξακουστός ερμηνευτής των μεγα­
λύτερων Αθηναίων δραματουργών» και τον έβαλε να καθίσει με
χαρά πάνω στους ώμους του. Μετά ο Ότος άνοιξε δρόμο και γέρ­
νοντας από δω κι από κει μέσα στο πλήθος άρχισε να φωνάζει:
«Γρύλλε! Άρχοντα Γρύλλε! Έχω ένα δέμα για σένα».
Οι συνάδελφοι του Γρύλλου άκουσαν πρώτοι τη φασαρία και
κάποιος από αυτούς, κοιτάζοντας μέσα στο πλήθος, ρώτησε ψυ­
χρά: «Γρύλλε, ο γιος σου δεν είναι αυτός που είναι ανεβασμένος
στους ώμους αυτού του πιθηκάνθρωπου;» Ο Γρύλλος κοίταξε κα­
ταπτοημένος την επεισοδιακή άφιξη του γιου του, που συνοδευό­
ταν από τα χάχανα των παριστάμενων θεατών. Τα αυλάκια από
τα δάκρυα έλαμπαν ακόμα πάνω στα σκονισμένα μάγουλα του Αη­
δονιού, καθώς μας χαμογελούσε με ανακούφιση από εκεί ψηλά
με μάτια αστραφτερά. Η έκφραση του Γρύλλου πάντως παρέ­
μεινε παγερή όσο ποτέ άλλοτε. Αποδέσμευσε το βλαστάρι του πο­
λύ προσεκτικά από τον Ότο και πέταξε ένα κομμάτι ασήμι στο
δασύτριχο, δύσοσμο γίγαντα που το ανέμισε επιδεικτικά σαν νι­
κητήριο δόρυ, γκαρίζοντας τις ευχαριστίες του. Ο Γρύλλος απο­
χαιρέτισε ευγενικά τους ομότιμους του και μας οδήγησε κατευ­
θείαν στο σπίτι, νεύοντας και χαμογελώντας στους περαστικούς,
αλλά κρατώντας μας συνεχώς από το σβέρκο με μια θανατερή
* Ότος, που παραπέμπει στο Οτοτύξιοι, κωμικό κύριο όνομα στον Αριστοφά­
νη, και σημαίνει άνθρωποι που θρηνούν. (Σ.τ.Μ.)

Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ

45

λαβή. «Αηδόνι», του σφύριξα, «ο πατέρας σου μου είπε να σε προ­
σέχω, και τώρα να τι έκανες!» Όμως κανείς από τους δυο μας δεν
ήταν σε θέση να συζητήσει περισσότερο το θέμα, επειδή ο Γρύλ­
λος έσφιξε ακόμα περισσότερο τη λαβή στο σβέρκο μας. Έφαγα
τόσο ξύλο εκείνο το βράδυ, που το άκουσαν όλοι, αν και η τιμω­
ρία ήταν ήπια σε σύγκριση με αυτή του Αηδονιού. Σ' εκείνο ο
Γρύλλος δεν είπε ούτε λέξη. Κανένα άγγιγμα, καμιά χειρονομία.
Μόνο ένα σύντομο βλέμμα περιφρόνησης και απογοήτευσης, και
το πρωί είχε φύγει, είχε ξαναγυρίσει στον πόλεμο. Παρόλο που
τα δικά μου πισινά είχαν ανάψει, το Αηδόνι ήταν εκείνο που πολ­
λές νύχτες μετά το γεγονός αποκοιμιόταν βουτηγμένο στο κλάμα,
παρά τις προσπάθειες μου να το πείσω για το πραγματικό εν­
διαφέρον του πατέρα του για το καλό του.
Ας επιστρέψουμε, όμως, στο δρομάκι, εκεί όπου είχα σκοντά­
ψει: όταν κατόπιν ανέκρινα το Αηδόνι, μου είπε ακριβώς τι συ­
νέβη όταν ξέφυγε τρέχοντας μπροστά από μένα. Στρίβοντας σε
μια γωνιά βρέθηκε ξαφνικά μπροστά σε μια μαγκούρα που είχε
απλωθεί οριζόντια κατά μήκος του μονοπατιού. Προσπάθησε χα­
ρούμενα να περάσει από κάτω, αλλά ο κάτοχος της μαγκούρας
επιδέξια εμπόδισε την κίνηση του και του έδωσε ένα χτύπημα
στο στέρνο για να καταλάβει. Το Αηδόνι προσπάθησε να παρα­
κάμψει την άκρη της μαγκούρας, αλλά ο κάτοχός της την έσπρωξε
μπροστά ακόμα περισσότερο, χώνοντας την άκρη της σε μια ρωγ­
μή του ξεφτισμένου σοβά στον απέναντι τοίχο του σοκακιού. Έχο­
ντας εμποδίσει την πορεία του αγοριού, η μαγκούρα χρησιμο­
ποιήθηκε σαν γκλίτσα τσοπάνη για να το σπρώχνει από τα πλά­
για, ώσπου η πλάτη του ακούμπησε στον τοίχο με τη μαγκούρα
να το πιέζει στην κοιλιά. Με την ηλικία και την ανάπτυξη που εί­
χε το Αηδόνι θα μπορούσε εύκολα ν' απωθήσει την άκρη της μα­
γκούρας από το σώμα του και να ελευθερωθεί, αλλά ξαφνικά, με
μια επιδέξια κίνηση, ο μαγκουροφόρος πέρασε το ραβδί πίσω α­
πό τα γόνατά του με τέτοιο τρόπο ­ακόμα απορώ με την ταχύτη­
τα­, ώστε με μια ελάχιστη απότομη κίνηση του καρπού του τα πό­
δια του αγοριού γλίστρησαν και προσγειώθηκε γρυλίζοντας πά­
νω στα πισινά του. Το Αηδόνι κοίταξε με έκπληξη τη μαγκούρα

46

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΟΝ ΜΥΡΙΩΝ

καθώς απομακρυνόταν από τα πόδια του και ακολουθώντας τη με
το βλέμμα του αργά κατά μήκος έφτασε και στο σημείο επαφής
με τον κάτοχο της, που είχε ένα ροζιασμένο, χοντροκομμένο γέ­
ρικο χέρι σαν κανενός αρχαίου μάντη. Αυτό με τη σειρά του ε­
νωνόταν με ένα γεροδεμένο καρπό και ένα μαλλιαρό, σημαδε­
μένο μπράτσο ­ ένα μπράτσο που στον καιρό του πρέπει να είχε
γευτεί ένα σωρό μάχες, αν και μάλλον με ξίφος παρά με ξύλινο
στυλιάρι και μάλλον με Σπαρτιάτες και Θηβαίους παρά με γε­
μάτα αυτοπεποίθηση αγοράκια.
Τα μάτια του Αηδονιού συνέχισαν την ανοδική πορεία τους στο
μπράτσο του χειριστή του μπαστουνιού, ώσπου έφτασαν σ' ένα
πολύ αξιοπρόσεκτο πρόσωπο που ανήκε σε κάποιο άντρα τον ο­
ποίο έβλεπε συχνά στην αγορά να μιλάει σε παρέες νεαρών. Το
πρόσωπο ήταν ίδιο και απαράλλακτο με του Μαρσυα του σάτυ­
ρου, τη χάλκινη εικόνα του οποίου είχα κοροϊδέψει και δείξει στο
Αηδόνι. Τα μάτια του άντρα ήταν στρογγυλά και πεταχτά, η μύ­
τη του σπασμένη σαν κανενός πυγμάχου και τα παχιά του χείλη
χώριζαν στη μέση το καταζαρωμένο του πρόσωπο σαν κι εκείνα
τα δαμάσκηνα της Εφέσου που έβρισκες στην αγορά τις γιορτι­
νές μέρες. Το κρανίο του ήταν εντελώς λείο και καραφλό στην κο­
ρυφή, με λιγδιασμένες τούφες άσπρων μαλλιών να κρέμονται στα
πλάγια και πίσω σε μακριές πλεξούδες, ενώ ο κουρελιασμένος, κα­
κοφτιαγμένος του χιτώνας, που οι λαδιές του έδειχναν καθαρά τι
είχε φάει για μεσημέρι εκείνη τη μέρα αλλά και αρκετές από τις
προηγούμενες, δεν μπορούσε να κρύψει την τεράστια κοιλιά, η
οποία ξεπρόβαλλε πάνω από δύο εντελώς άτριχα, ψηλόλιγνα πό­
δια, σαν κανενός τεράστιου, άγαρμπου πτηνού.
Ως παλιός στρατιώτης που ήταν, ο άντρας σταμάτησε να εξε­
τάζει κριτικά τη λεία του, ενώ τα μάτια του, παρά το άσχημο πα­
ρουσιαστικό του, έλαμψαν χαρούμενα όταν μίλησε.
«Σου ζητάω συγνώμη, παλικάρι μου», κάγχασε, σαν ν' απολο­
γιόταν που είχε παγιδέψει τυχαία το Αηδόνι στο σοκάκι και το περ­
δούκλωσε με το ξύλινο ραβδί του, ώσπου να πέσει φαρδύ πλατύ
κάτω. «Αναρωτιόμουν όμως μήπως θα είχες την καλοσύνη να μου
πεις πού θα μπορούσα ν' αγοράσω λίγα γογγύλια».

Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ

47

Το αγόρι στύλωσε το βλέμμα του μπροστά, κατάπληκτο από
αυτή την παράξενη ερώτηση. Τη σκέφτηκε προσεκτικά, κοίταξε
τριγύρω για να δει αν υπήρχε κάποιος άμεσος τρόπος διαφυγής
και αφού συνειδητοποίησε ότι η προσπάθεια ήταν άκαρπη, είπε
με την τραγουδιστή φωνή του. «Μάλιστα κύριε. Στους πρώτους πά­
γκους, καθώς μπαίνουμε στην αγορά από τη νότια πλευρά, που­
λάνε όλων των ειδών τα φρούτα και τα λαχανικά. Σίγουρα θα βρεί­
τε εκεί γογγύλια».
Ο άντρας μούγκρισε συναινετικά, αλλά εξακολούθησε να στέ­
κεται εκεί που ήταν, με τη μαγκούρα να αιωρείται απειλητικά
πάνω από το κεφάλι του αγοριού, καθώς προσπαθούσε να κατα­
λάβει πλήρως την απάντηση, αργά και κάπως σαστισμένα. Σε αυ­
τό ακριβώς το σημείο ήταν που έφτασα τρέχοντας κι εγώ, λαχα­
νιασμένος και καταϊδρωμένος, και σταμάτησα κατάπληκτος στη
θέα αυτού του χοντρού ανθρώπου με το παράξενο παρουσιαστι­
κό που στεκόταν πάνω από τον προστατευόμενο μου κραδαίνο­
ντας τη μαγκούρα. Με κοίταξε καταπρόσωπο και αντέκρουσα το
βλέμμα του με βλοσυρό ύφος, αλλά μετά είδα ότι τα μάτια του ά­
ντρα ξαναγύρισαν στο Αηδόνι που κρατούσε ασάλευτη τη ματιά
του. Ένα ίχνος χαμόγελου είχε αρχίσει να σχηματίζεται στα χεί­
λη του αγοριού.
«Και πού θα μπορούσα να βρω», συνέχισε ο άντρας, «λίγο απ'
αυτό το καλό χωριάτικο ψωμί της Αττικής, εκείνο το στρογγυλό
καρβέλι, το αχνιστό ακόμα από το φούρνο;»
Αυτή η απάντηση ήταν εύκολη, μια και το Αηδόνι το ίδιο εκείνο
πρωί είχε ακριβώς βουτήξει κάμποσο απ' αυτό το ψωμί. Είδα μά­
λιστα ένα ξεροκόμματο χωμένο στη ζώνη του προφανώς για το α­
πογευματινό του. Δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία ότι η θέα αυτού
του ξεροκόμματου είχε προκαλέσει την ερώτηση του γέρου.
«Μα στο δρόμο με τους φούρνους, φυσικά», απάντησε. «Δεν
πουλάνε όλα τα μαγαζιά το αττικό ψωμί που ζητάς, αλλά το τρίτο
μαγαζί στ' αριστερά πολύ πιθανό να έχει και μπορείς να είσαι σί­
γουρος για την ποιότητα του». Γέλασε πλατιά και αυτή τη φορά ο
άντρας τού το ανταπόδωσε εγκάρδια, αγνοώντας με εντελώς και
κοιτάζοντας με ειλικρίνεια, με πατρική σχεδόν λατρεία το Αηδόνι

48

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

για τη γρήγορη και σαφή απάντηση του. Είδα περαστικούς με την
άκρη του ματιού μου να στριμώχνονται ανάμεσα στον τοίχο και
τον γέρο χαζεύοντας μας για λίγο και μετά να χαμογελάνε, καθώς
συνέχιζαν το δρόμο τους, κουνώντας το κεφάλι... από τι; Από ορ­
γή; Λύπηση; Για το γερο­σάτυρο ή για εμάς; Ο άντρας κατέβασε
τη μαγκούρα και την τοποθέτησε όρθια δίπλα του και το Αηδόνι
σηκώθηκε στα πόδια του, αν και με κάποια προσοχή, μήπως και
ξαναβρεθεί φαρδύ πλατύ μέσα στη σκόνη. Το άρπαξα από το
μπράτσο και του μίλησα απότομα.
«Αηδόνι, πάμε! Ο πατέρας σου έχει την εντύπωση ότι κάνου­
με τα μαθήματα μας τώρα...» κι άρχισα να τον τραβάω προς τα
πίσω στο σοκάκι, από εκεί που είχαμε έρθει. Άρχισε να πισωγυ­
ρίζει, αλλά μόλις ανέφερα τον πατέρα του, ξέφυγε ανυπόμονα α­
πό το χέρι μου και στάθηκε κοιτάζοντας τον γέρο, με το πρόσω­
πο ξάστερο και γεμάτο προσδοκία.
«Μία ακόμα ερώτηση για σένα, νεαρέ, αν έχεις λίγο χρόνο να
σπαταλήσεις», είπε ο παράξενος άνθρωπος. Το Αηδόνι σχεδίαζε
ήδη την απάντησή του, έτοιμο να κάνει επίδειξη του χαρισματι­
κού του λόγου, όπως έκανε συχνά για τους φίλους του πατέρα του,
που του έκαναν εύκολες ερωτήσεις τις οποίες ήξεραν ότι μπο­
ρούσε να απαντήσει. «Πού θα έπρεπε να συχνάζουν οι άντρες για
να γίνουν καλοί και έντιμοι;»
Το πρόσωπο του Αηδονιού σκυθρώπιασε από σύγχυση και στη
συνέχεια από απογοήτευση, καθώς ανακάλυψε ότι είχε χάσει ε­
ντελώς τα λόγια του.
«Δεν ξέρεις;» είπε ο άντρας. «Κρίμα, για ένα τόσο έξυπνο πα­
λικάρι σαν κι εσένα. Έλα μαζί μου και θα σου δείξω».
Εκείνο το απόγευμα ο γέρος οικοδιδάσκαλος καθόταν εξορ­
γισμένος στο σπίτι του Γρύλλου, περιμένοντας μέσα στο όλο και
πυκνότερο σκοτάδι ένα μαθητή που δεν ήρθε. Το Αηδόνι κι εγώ
είχαμε περπατήσει με κόπο ως την αγορά μαζί με τον παράξενο
γέρο και περάσαμε την υπόλοιπη μέρα εκεί παρέα με αυτόν και
τους οπαδούς του. Η εκπαίδευση του αγοριού ως μαθητή του Σω­
κράτη είχε αρχίσει.

3
Ο ΑΝΤΙΝΟΟΣ ΗΤΑΝ ένας χοντροκομμένος νεαρός, με ώμους φαρ­
διούς και γερούς σαν κιονοστοιχία ναού. Γάμπες σαν κούτσουρα
στήριζαν ένα χοντρό κορμό, όμοιο ακριβώς με το καλλιτεχνικό
ιδεώδες, αλλά το αποτέλεσμα ήταν άχαρο: η κοιλιά του είχε στην
πραγματικότητα την ίδια περίμετρο με το στέρνο του, δίνοντας
του ένα βαρύ, σχεδόν απαίσιο παρουσιαστικό, πολύ πιο άνευρο
από την αγαπημένη κωνική στήλη ενός γλύπτη. Παρόλο που δεν
ήταν καθόλου ψηλός, η περιφέρεια του έμοιαζε να του προσθέ­
τει ύψος πέρα από το κανονικό. Η όλη εικόνα συμπληρωνόταν
από κεφάλι και πρόσωπο σύμφωνα και ανάλογα με την υπόλοι­
πη κατασκευή: ένα καταζαρωμένο μέτωπο και ένα προτεταμένο
σαγόνι, αν και όχι υπερβολικά, και μια εκπληκτική μύτη σε μή­
κος και ομαλότητα, εκπληκτική, λέω, λόγω του επαγγέλματος
του, το οποίο συχνότατα είχε ως αποτέλεσμα μια προβοσκίδα
που κρεμόταν σαραβαλιασμένη στα πλάγια ή μια μύτη με πα­
ράξενα εξογκώματα των χόνδρων που στράβωναν την ισορροπία
της.
Ειδικότητα του εικοσιδυάχρονου αθλητή ήταν το παγκράτιο,
η ολοκληρωτική, άνευ ορίων πάλη που συνδύαζε λακτίσματα,
πυγμαχία και λαβές. Το άθλημα ήταν φανατικά αγαπητό στην
Αθήνα, παρά την απίστευτη βιαιότητα του ­ και τα πιο πονηρά
κόλπα περιλάμβαναν σπάσιμο δαχτύλων, κλοτσιές στα αχαμνά ή
στρίψιμο και βγάλσιμο από την κλείδωση της επιγονατίδας του
αντιπάλου. Υπήρχε ολόκληρη σειρά από κινήσεις που αποσκο­
πούσαν στην εισαγωγή του αντίχειρα μέσα σε διάφορες σωματι­
κές κοιλότητες. Το δάγκωμα και το βγάλσιμο του ματιού ήταν α­
παγορευμένα, αλλά ο κανόνας αυτός μόνο σποραδικά εφαρμο­

50

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

ζόταν. Η δεξιοτεχνία του Αντίνοου στο άθλημα ήταν τέτοια, που
του είχε αποφέρει κάποτε προσωρινή απαλλαγή από τη στρα­
τιωτική εκπαίδευση. Στο διάστημα αυτό είχε εξασκηθεί με τους
πιο φημισμένους προπονητές της πόλης, σε μια προσπάθεια να
κερδίσει το δάφνινο στεφάνι στο άθλημα αυτό στους ολυμπια­
κούς αγώνες.
Δυστυχώς αχρηστεύτηκε λίγες μέρες πριν από τους αγώνες, ό­
ταν μια αδέξια δούλη έχυσε ένα κατσαρόλι με καυτό λάδι στο πί­
σω μέρος του δεξιού του ώμου, παροπλίζοντας τον για μήνες και
αφήνοντας του μια καταφανώς άσχημη, σουφρωμένη ροζ ουλή,
πλατιά σαν απλωμένο ανθρώπινο χέρι.
Παρά την καθημερινή χρήση αλοιφών και καταπλασμάτων,
το δέρμα δεν είχε καταφέρει ν' αποκατασταθεί εντελώς. Ο ιστός
της ουλής είχε σκληρύνει και έσκαγε περιοδικά, σαν ροζιασμένος
κάλος ποδιού, παρατεντωμένος κατά τα φαινόμενα για την πε­
ριοχή που κάλυπτε. Η υπερβολική ευπάθεια της ουλής εμπόδιζε
τον Αντίνοο να ξαναγίνει πρωταθλητής πάλης και αυτή η ανα­
τροπή των φιλοδοξιών του θα επέσπευδε την επιστροφή του στη
συνηθισμένη ζωή των στρατοπέδων, αν δεν τον εντόπιζε το έ­
μπειρο μάτι του Γρύλλου.
Αν το Αηδόνι ήταν ο γιος που δεν περίμενε ν' αποκτήσει ο
Γρύλλος, ο Αντίνοος ήταν αυτός που ένιωθε ότι του άξιζε και, λί­
γο μετά την επιστροφή του πυγμάχου, ο Γρύλλος, πρώην πα­
γκρατιστής και ο ίδιος, τον προσέλαβε με υπέρογκη αμοιβή για
να έρχεται στο σπίτι τρεις φορές την εβδομάδα και να συμπλη­
ρώνει τη συνηθισμένη γυμναστική εξάσκηση του Αηδονιού. Στην
πίσω αυλή, που χρησιμοποιούσαν ελάχιστα, κατασκευάστηκε έ­
να πρόχειρο σκάμμα που χωριζόταν από το πίσω δρομάκι με έ­
ναν γκρεμισμένο πέτρινο τοίχο· αυτό έγινε το μικρό κολαστήριο
του Αηδονιού, όποτε ερχόταν ο Αντίνοος. Εξασκούνταν ολόγυ­
μνοι, φορώντας μόνο χοντρά δερμάτινα λουριά περασμένα σφι­
χτά γύρω από τις γροθιές τους, ώστε να προστατεύεται το λεπτό
δέρμα των αρθρώσεων. Το λευκό, άτριχο σώμα του αγοριού ερχό­
ταν σε έντονη αντίθεση με τον υπερβολικά μυώδη κορμό του Αντί­
νοου.

Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ

51

Στην αρχή οι μέθοδοι του αθλητή έριχναν αναίσθητο το Αη­
δόνι ­ αυτές οι προπονήσεις ήταν από μόνες τους αρκετές για να
συντρίψουν κάθε θνητό. Ο Αντίνοος τέντωνε τους τένοντες και
τους μυς του αγοριού σε σημείο που το έκανε να σπαράζει από
πόνο, αισθανόμενο ότι το δέρμα του θα σκιστεί σαν τσιγαρόχαρ­
το, και με θολωμένη την όραση πάσχιζε να μη λιποθυμήσει­ το
Αηδόνι αισθανόταν λες και το δέρμα του θα άνοιγε σαν κακοϋ­
φασμένο ρούχο. Η εξάσκηση με βάρη έκανε τους τρικέφαλους και
θωρακικούς του μυς να συσπώνται σπασμωδικά, καθώς ο Αντίνοος
τον έβριζε και τον βλαστημούσε.
«Ακόμα μια φορά, κλαψιάρικη πατσαβούρα! Η αδερφή μου
που είναι εννέα χρόνων θα έσπρωχνε περισσότερο. Σπρώξε!»
Όταν το Αηδόνι σωριαζόταν με την κοιλιά στο χώμα, ενώ έ­
κανε κάμψεις, με τα δάκρυα να τρέχουν άθελα από τα μάτια του,
ο Αντίνοος καθόταν από πάνω του με τα πόδια ανοιχτά και τον α­
νασήκωνε από το στέρνο, αναγκάζοντας τον να κάνει κι άλλες
κάμψεις μόνο με τα τρία τέταρτα του σωματικού του βάρους, κι
ύστερα με το μισό, αφού τα χέρια του Αηδονιού εξασθενούσαν α­
κόμα περισσότερο, ώσπου τελικά, τη στιγμή που η μυϊκή του α­
δυναμία ολοκληρωνόταν, άφηνε το παιδί να ξαναπέσει κάτω. Τρία
λεπτά ξεκούραση κι ύστερα άλλος ένας γύρος από τα ίδια, κι α­
κόμα ένας, ώσπου ήταν ανίκανο πια να σηκωθεί κι έμενε ξαπλω­
μένο ασθμαίνοντας και μούσκεμα στον ιδρώτα, κοιτάζοντας τον
εκπαιδευτή του με μάτια γεμάτα μίσος, ενώ ο Αντίνοος ακου­
μπούσε στον τοίχο, ξύνοντας αφηρημένα το αρκουδίσιο στέρνο
του.
Εκτελούσα κι εγώ μαζί του τις ασκήσεις, σε ένδειξη αλληλεγ­
γύης, αλλά και για να δυναμώσω τα δικά μου μέλη, αλλά ο Αντί­
νοος με αγνοούσε, ένας απλός δούλος ήμουν, και το Αηδόνι όμως
έκανε το ίδιο ­ αυτή ήταν μια δοκιμασία που προτιμούσε ν' αντέξει
μόνο του. Τη νύχτα, αφού είχε φύγει ο Αντίνοος και το Αηδόνι εί­
χε συνέλθει κάπως με το προσεκτικό μασάζ που του έκανα στους
βασανισμένους μυώνες του, κατέκρινε τη σκληρότητα του πατέ­
ρα του, αντικρούοντας τις ήπιες διαμαρτυρίες μου για τις γνήσια
καλές προθέσεις του Γρύλλου. Το Αηδόνι ορκιζόταν ότι δε θα

52

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

έμενε ούτε μία μέρα παραπάνω στο σπίτι, ότι θα το έσκαγε μό­
λις μπορούσε να σταθεί και πάλι στα πόδια του ­ αλλά την επο­
μένη, καθώς οι φλογισμένοι μύες του άρχιζαν να γιατρεύονται, υ­
παναχωρούσε στην απόφαση του ν' αψηφήσει τον πατέρα του
και σκλήραινε απλώς το πρόσωπο του για να επιβιώσει στην ε­
πόμενη συνάντηση.
Αρκετοί μήνες τέτοιας προσπάθειας είχαν επιφέρει ελάχιστα
ορατά αποτελέσματα στο σώμα του ­εξακολουθούσε να είναι ο α­
δύνατος, κάπως νόστιμος νεαρός που ήταν πάντα­, αλλά είχε βελ­
τιωθεί αρκετά η ανεκτικότητα του στον πόνο και, όταν ο Αντίνο­
ος πείστηκε πια ότι το φορμάρισμα είχε αρχίσει να έχει το επι­
θυμητό αποτέλεσμα, προχώρησε στο επόμενο στάδιο: την πραγ­
ματική εκπαίδευση στο παγκράτιο.
Γι' αυτό το σκοπό έφερε μαζί του και βοηθό, το μικρότερο α­
δερφό του, δυο χρόνια μεγαλύτερο από το Αηδόνι. Το αγόρι αυ­
τό ήταν πολύ λεπτότερο από τον Αντίνοο και μολονότι δυνατό και
γρήγορο, του έλειπε η τραχιά ομορφιά του αδερφού του. Πιο πι­
θηκοειδής στην εμφάνιση, με ένα στρώμα από σκούρο τρίχωμα
σε όλο το σώμα και χοντροκομμένο σαγόνι, είχε μακριά, πελώ­
ρια χέρια που έφταναν σχεδόν στα γόνατα του όταν ήταν χαλα­
ρωμένα. Το μυαλό του ήταν κλούβιο, τα μάτια του χάζευαν νω­
θρά, μιλούσε με πολύ μεγάλη προσπάθεια κι είχε πάντα ένα α­
νόητο χαμόγελο, παρά τη σωρεία των σιχαμερών επιθέτων με τα
οποία τον έλουζε ο αδερφός του για τη βλακεία και τη χαζομάρα
του. Ο Αντίνοος αρνιόταν ακόμα και να φωνάξει τον νεαρό με το
όνομα του, λες και τον θεωρούσε πολύ χαζό και ζώο για να του α­
ξίζει όνομα, και το φώναζε απλώς Αγόρι, αλλά ακόμα και τότε α­
πρόθυμα, λες και δεν ήθελε να προκαλέσει υπερβολική προσοχή
στην εξ αίματος συγγένεια. Κατά βάθος, το Αγόρι ήταν αρκετά ή­
ρεμος τύπος, που πίστευε ότι μοναδική του αποστολή στη ζωή ή­
ταν να ευχαριστεί τον Αντίνοο, τον οποίο ακολουθούσε σαν σκυ­
λάκι. Είχε ελάχιστο ταλέντο στις πιο εκλεπτυσμένες τεχνικές της
πολεμικής τέχνης, αλλά παρ' όλα αυτά ήταν γρήγορος και δυνα­
τός και είχε αφομοιώσει αρκετά για να είναι επικίνδυνος, ενώ πα­
ράλληλα ήταν χρήσιμος για ανάξιους αρχάριους. Καθώς το Αγό­

Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ

53

ρι γρονθοκοπούσε ανηλεώς το Αηδόνι, ο Αντίνοος παρακολου­
θούσε με κριτικό μάτι, μαστιγώνοντας τους αδιακρίτως με έναν
κόπανο, ένα χοντρό ραβδί που χρησιμοποιούσαν οι διαιτητές για
να χωρίζουν τους συμπλεκόμενους αντιπάλους.
Σε μια σύντομη διακοπή από τα καθήκοντα του, ο Γρύλλος
ζήτησε να παρακολουθήσει μια συνάντηση για να εκτιμήσει την
πρόοδο του γιου του. Έδωσε εντολή στον Αντίνοο να μην ετοι­
μάσει τίποτα ιδιαίτερο, αλλά να κάνει την προπόνηση με το συ­
νηθισμένο τρόπο, ενώ εκείνος καθόταν ήσυχα σ' ένα σκαμνί σε μια
γωνιά της αυλής. Το Αηδόνι κοίταξε μια φορά τον πατέρα του, ύ­
στερα αγριοκοίταξε και κλότσησε την άμμο και πήρε θέση, πε­
ριμένοντας το σύνθημα του Αντίνοου για ν' αρχίσει να παλεύει.
Με το χτύπημα των χεριών, το Αηδόνι έκανε ένα βήμα προς
τον αντίπαλο προσεκτικά κι έπειτα από δυο γρήγορες προσποι­
ήσεις όρμησε προς τα γόνατα του Αγοριού για να το ανατρέψει,
κάνοντας του λαβή και στα δύο πόδια. Το μεγαλύτερο αγόρι ξά­
πλωσε κάτω, με προβολή του ποδιού πίσω, για να εμποδίσει μια
λαβή του Αηδονιού στους μηρούς, κι ύστερα έγειρε με όλο το βά­
ρος του κορμού του πάνω στους ώμους του Αηδονιού, ξαπλώνο­
ντας το με το πρόσωπο μέσα στην άμμο. Ο Αντίνοος ράβδισε το
Αγόρι στην πλάτη για να σταματήσει τον αγώνα και αηδιασμένος
έγνεψε στα παιδιά να σηκωθούν. Ο Γρύλλος παρακολουθούσε α­
παθής.
Ο Αντίνοος ξανάδωσε το σύνθημα για ν' αρχίσει ο αγώνας και
αυτή τη φορά το Αηδόνι έκανε κύκλους επιφυλακτικά γύρω από
το Αγόρι για μερικά λεπτά, προτού ξαναριχτεί αστραπιαία στο έ­
να γόνατο και βουτήξει κάτω από τα τεράστια χέρια του άλλου
παιδιού για να του κάνει λαβή στο ένα πόδι, ελπίζοντας να ρίξει
με την πλάτη κάτω το Αγόρι. Προτού όμως καν αγγίξει το πόδι
του Αγοριού, εκείνο κατέβασε απότομα το γόνατο του στο πρόσω­
πο του Αηδονιού, χτυπώντας το κατευθείαν στο σαγόνι με έναν έντο­
νο κρότο και ρίχνοντας το κάτω βαριά σαν κανένα σακί κριθάρι πε­
ταμένο από κάποιον χαμάλη του λιμανιού. Καθώς το Αηδόνι κει­
τόταν ακίνητο, κοίταξα φευγαλέα τον Γρύλλο που δε σηκώθηκε,
αλλά μισόκλεισε τα μάτια του, καθώς παρατηρούσε προσεκτικά

54

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

το γιο του. Ο Αντίνοος πλησίασε με το πάσο του και σήκωσε α­
πότομα το Αηδόνι στα πόδια του.
«Θα ζήσεις», είπε άγρια, αφού εξέτασε στα γρήγορα τα μάτια
και το πρησμένο χείλος του αγοριού, εκεί που είχε χτυπήσει. Ήταν
η μεγαλύτερη τρυφερότητα που είχα δει να εκφράζει ποτέ ο Αντί­
νοος.
Ξανά και ξανά το Αηδόνι βουτούσε για να πετύχει ανατροπή
και ο Γρύλλος παρακολουθούσε το γιο του με το πρόσωπο του να
χώνεται στο χώμα ή να πέφτει ανάσκελα ή να υποφέρει από το
γόνατο του Αγοριού που κατευθυνόταν δυνατά στα νεφρά του.
Κάθε φορά έπεφτε αναίσθητο για μια στιγμή, προτού ξαναστα­
θεί αποφασιστικά στα πόδια του, με το πρόσωπο ματωμένο και
τα μάτια σχεδόν κλειστά από το πρήξιμο. Αφού κουνούσε το κε­
φάλι για να καθαρίσει το βλέμμα του, κοίταζε έντονα προς το μέ­
ρος του πατέρα του, λες και προσπαθούσε ν' αποτυπώσει στη μνή­
μη κάθε λεπτομέρεια του προσώπου του, προτού επιστρέψει στη
γωνιά του στην παλαίστρα, κοιτάζοντας οργισμένα το Αγόρι. Ο
Αντίνοος άρχισε ν' ανησυχεί ότι αυτό δεν ήταν η επίδειξη δεξιο­
τεχνίας που ήλπιζε ότι θα έδειχνε στον Γρύλλο αλλά μάλλον ένα
θέαμα βουβής κτηνωδίας, που χαρακτηριζόταν από καθαρή επι­
μονή και ηλιθιότητα παρά από κάποια βελτιωμένη ποιότητα.
«Το μάθημα τελείωσε», γρύλισε αρκετές φορές ο Αντίνοος, ελ­
πίζοντας να δει το Αηδόνι να καταρρέει ως συνήθως από ανα­
κούφιση. Κάθε φορά, όμως, το αγόρι κουνούσε το κεφάλι του
σιωπηλά και επέστρεφε αποφασιστικά στη γωνιά του για έναν α­
κόμα γύρο. Ο Αντίνοος το κοίταζε με απόγνωση. «Κράτα ψηλά το
κεφάλι σου τότε», έλεγε, ή «θα πρέπει να τον στριμώξεις προτού
σε ρίξει κάτω. Εγώ ο ίδιος θα σου σπάσω τη μύτη, αν δεν αρχί­
σεις να χρησιμοποιείς το γαμημένο σου μυαλό όταν παλεύεις».
Ο Γρύλλος ανακάθισε ανήσυχος, καθώς το πρόσωπο του γιου
του είχε γίνει αγνώριστο από το πρήξιμο. Το Αγόρι γελούσε χα­
ζά έπειτα από κάθε αποτυχημένη έφοδο του Αηδονιού εναντίον
του. Ο Αντίνοος όμως δεν άντεχε άλλο. Δε θα ανεχόταν να δει έ­
να μαθητή του να σκοτώνεται μπροστά στα μάτια του ίδιου του
πατέρα του. Είδα τον εκπαιδευτή να κοιτάζει φευγαλέα το Αγόρι

Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ

55

και να του γνέφει σιωπηλά, με ένα σινιάλο γνωστό και στους δυο
τους.
Το Αηδόνι ταλαντευόταν αβέβαια πάνω στα πόδια του, αλλά
κινήθηκε αποφασιστικά προς το κέντρο της παλαίστρας και έκα­
νε μια βίαιη κίνηση για ανατροπή του αντιπάλου. Το Αγόρι έκα­
νε ένα επιδέξιο βήμα στο πλάι και κλότσησε στα πλάγια. Το πό­
δι του Αηδονιού περδουκλώθηκε κάτω από το δικό του και τα χέ­
ρια του γράπωσαν μόνο τον αέρα, καθώς έσκαγε στο χώμα γρυ­
λίζοντας, με μια μπερδεμένη και σαστισμένη έκφραση στα μάτια.
Το Αγόρι κινήθηκε αστραπιαία. Πιέζοντας το ιδρωμένο του
στήθος στην πλάτη του Αηδονιού, του έκανε λαβή στη ραχοκο­
καλιά με τα πόδια σφιγμένα γύρω από το στομάχι του αντιπάλου
του και το ποντίκι του μπράτσου του γύρω από το λαιμό του, ενώ
πίεζε με το ελεύθερο χέρι του το κεφάλι του Αηδονιού προς τα ε­
μπρός, κόβοντας του την αναπνοή. Τα μάτια του Αηδονιού πε­
τάχτηκαν έξω, παρά το πρήξιμο τους, και η γλώσσα του πρόβα­
λε από τα σκισμένα του χείλη, ενώ στριφογύριζε ανήμπορα τα
πόδια του. Χτυπούσε δυνατά τα χέρια του από πάνω και πίσω
του, αναζητώντας να γραπώσει οτιδήποτε ­μαλλιά, ρουθούνια­,
σε μια απελπισμένη προσπάθεια ν' απομακρύνει το μπράτσο του
Αγοριού από το λαρύγγι του. Σ' αυτό τον αγώνα του κατάφερε να
πιάσει κάπως με τα νύχια του το λοβό του αφτιού του Αγοριού, ξε­
κολλώντας τον από τη λεπτή του σύνδεση στο πλαϊνό μέρος του
κεφαλιού του. Ουρλιάζοντας από πόνο το Αγόρι τον παράτησε κι
έκανε πίσω με το στόμα να ανοιγοκλείνει βουβά από αμηχανία.
Ύστερα τα μάτια του στένεψαν από λύσσα.
Το Αηδόνι στυλώθηκε στα πόδια του, παίρνοντας ξαφνικά ε­
νεργητικότητα από την απρόσμενη επιτυχία του, και κύκλωσε ε­
πιφυλακτικά το Αγόρι, καθώς το κοίταζε θλιμμένα και κρατούσε
το ματωμένο του αφτί. Οι δύο αντίπαλοι κοιτάχτηκαν στα μάτια.
Οι μύες του Αηδονιού τρεμόπαιζαν από κούραση και ένταση. Εί­
δα ότι ο Γρύλλος είχε ανακαθίσει και παρακολουθούσε τώρα τον
αγώνα με αμείωτο ενδιαφέρον, καθώς τα δύο αγόρια ακινητο­
ποιήθηκαν στιγμιαία, δοκιμάζοντας τα αντανακλαστικά του άλ­
λου, προκαλώντας ο καθένας τον άλλον να επιτεθεί.

56

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

Αυτή τη φορά ήταν το Αγόρι που επιτέθηκε πρώτο και με μια
γρήγορη, γατίσια κίνηση γονάτισε στο ένα πόδι, άρπαξε από τα
πόδια το Αηδόνι, προτού προφτάσει να κάνει πίσω και να ξεφύ­
γει από τη λαβή, και το σήκωσε ψηλά στον αέρα. Το Αηδόνι, ό­
μως, έχοντας καταλάβει το αδύνατο σημείο του αντιπάλου του, άρ­
χισε να χτυπά επαναληπτικά το πληγωμένο αφτί με τη γροθιά
του. Το γρονθοκόπημα ζάλισε το Αγόρι, που έριξε κάτω με λύσ­
σα το Αηδόνι, ενώ το αφτί του μεταβλήθηκε σε μια καταμέλανη
και πρησμένη άμορφη μάζα μπροστά στα μάτια μας. Προτού το
Αηδόνι μπορέσει να ξανασταθεί στα πόδια του, το Αγόρι έκανε
δυο γρήγορα βήματα προς τα εμπρός και του κατάφερε μια τρο­
μερή κλοτσιά στα πλευρά, ξαπλώνοντας το με την κοιλιά στην ά­
κρη της παλαίστρας, ξέπνοο. Το Αγόρι το κοίταξε άγρια για να
σιγουρευτεί ότι δεν ήταν προσποιητή η εξάντληση και μετά κά­
θισε καβάλα πάνω στην πλάτη του Αηδονιού, με μια τρελή έκ­
φραση να περνά φευγαλέα από το πρόσωπο του, κρύβοντας τον
πόνο που είχε φανερώσει ένα λεπτό πριν, όταν είχε κοπεί το αφτί
του.
Πιάνοντας για μία ακόμα φορά το Αηδόνι από το λαιμό, το
Αγόρι έχωσε τα δάχτυλα του ελεύθερου χεριού του στο πλάι του
λαιμού, στο σημείο της τραχείας, εκεί που βρίσκεται η καρωτί­
δα, σε ένα θανατερό σφίξιμο που σταματά την κυκλοφορία του
αίματος προς τον εγκέφαλο και μπορεί να σκοτώσει κάποιον σε
κλάσματα δευτερολέπτου. Τα μάτια του Αηδονιού γυάλισαν στη
στιγμή, καθώς ο ύπνος του θανάτου άρχιζε να το σκεπάζει, και
όταν ατόνησε εντελώς, το Αγόρι χαλάρωσε το σφίξιμο των δα­
χτύλων. Όταν όμως το Αηδόνι ξαναβρήκε τις αισθήσεις του, το
Αγόρι επανέλαβε για δεύτερη φορά το σφίξιμο. Ο Γρύλλος ανα­
πήδησε ταραγμένος κι έτρεξε προς το γιο του, φτάνοντας ακρι­
βώς λίγο πριν από τον Αντίνοο. Αρπάζοντας το Αγόρι από τα μαλ­
λιά το τράβηξε απότομα πέρα, επιτρέποντας έτσι στο Αηδόνι να
γυρίσει ανάσκελα πάνω στην άμμο, με τα μάτια ανοιχτά αλλά
μάλλον απλανή. Εγώ τον μετέφερα στο δωμάτιο του, όπου τον συ­
νέφερα με δυνατό κρασί και μασάζ στο στήθος, για ν' αυξηθεί η
κυκλοφορία του αίματος στον εγκέφαλο, ενώ ο Γρύλλος συνόδευε

Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ

57

τον Αντίνοο και τον άξεστο αδερφό του στην πόρτα. Τους απέ­
λυσε με συνοπτικές διαδικασίες, λέγοντας τους χωρίς περιστρο­
φές ότι η επιστροφή τους σ' αυτό το σπίτι θα σήμαινε το θάνατο
τους.
Τη νύχτα εκείνη, σε μια αδέξια χειρονομία συμφιλίωσης, ο
Γρύλλος ήρθε στο δωμάτιο του Αηδονιού, κουβαλώντας ένα δέ­
μα τυλιγμένο σε ένα λιγδιασμένο κομμάτι ύφασμα. «Δε θα γίνεις
ποτέ σου παγκρατιστής», παραδέχτηκε βλοσυρά, «γι' αυτό θα πρέ­
πει τουλάχιστον να είσαι πολύ καλά οπλισμένος».
Ξεδίπλωσε το δέμα για να παρουσιάσει ένα αστραφτερό, μι­
κρό, σπαρτιάτικο μαχαίρι, ένα ξίφος, ελάχιστα μεγαλύτερο από
εγχειρίδιο, αλλά κατασκευασμένο με τρομερή βαρύτητα που του
προσέδιδε μια δύναμη κατάλληλη για καιρούς πολέμου. Το όπλο
δεν ήταν καλοφτιαγμένο ­στην πραγματικότητα είχε μάλλον χο­
ντροκαμωμένο τελείωμα­, αλλά ήταν καλοζυγισμένο και είχε α­
νεκτό βάρος. Η κατά τα άλλα λεία, απλή λαβή του είχε πάνω της
ένα απλοϊκά σκαλισμένο ελληνικό γράμμα, το «κ». Τα μάτια του
Αηδονιού έλαμψαν, η έκφραση του έδειχνε την έκπληξη που έ­
νιωσε με αυτό το απροσδόκητο δώρο από τον πατέρα του. Ο Γρύλ­
λος δεν είπε τίποτα για ένα λεπτό, καθώς ο γιος του στριφογύρι­
ζε τη λεπίδα στα χέρια του.
«Μου το χάρισαν πριν από χρόνια, όταν συνόδευα, νεαρός α­
ξιωματούχος τότε, μια αθηναϊκή αντιπροσωπία στη Σπάρτη σε δι­
πλωματική αποστολή. Αθηναίοι και Σπαρτιάτες αντάλλαξαν ό­
πλα ως ένδειξη καλής θελήσεως και ο ομόλογος μου μου έδωσε
αυτό το όπλο».
Ο Γρύλλος σταμάτησε για μια στιγμή, καθώς ο νους του γύρι­
σε πίσω σε εποχές πριν από τη γέννηση του Αηδονιού.
«Έπεσα πάνω σ' αυτό το διαλόσπερμα πολλές φορές όλα αυ­
τά τα χρόνια», αναπόλησε, «και μέσα στο πεδίο της μάχης και
εκτός. Έμαθα με σκληρό τρόπο ότι δεν μπορούσα να τον εμπι­
στευτώ περισσότερο από όσο μπορούσα να τον ρίξω κάτω στην
παλαίστρα του παγκρατίου. Οι προδοσίες και οι αθετημένες
συμφωνίες αυτού του ανθρώπου πρέπει να μου έχουν κοστίσει
δέκα χρόνων γκρίζα μαλλιά. Ίσως κάποια μέρα τα καταφέρεις

58

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

ν' ανταποδώσεις τη χάρη σε κάποιο Σπαρτιάτη, καρφώνοντας αυ­
τό εδώ το ξίφος στα σωθικά του. Είναι δικό σου τώρα και είθε
να το χρησιμοποιήσεις για καλό σκοπό. Δεν αντέχω πια να το
βλέπω».
Αφού έφυγε ο Γρύλλος, το Αηδόνι κι εγώ ξαπλώσαμε στα κρε­
βάτια μας άγρυπνοι, αυτός ταραγμένος από την εξάντληση και
τους εξουθενωτικούς μυϊκούς πόνους κι εγώ από την ένταση των
γεγονότων της μέρας.
«Ας δοξάσουμε τους θεούς που ο πατέρας σου σταμάτησε τον
αγώνα όταν έπρεπε», σχολίασα. «Το Αγόρι μπορούσε να σ' έχει
σκοτώσει».
Το Αηδόνι σφίχτηκε και ανασηκώθηκε με κόπο στους αγκώ­
νες του, αγνοώντας τον πόνο που αλλοίωνε από το μορφασμό το
πρόσωπο του. «Χάρη στους θεούς! Τι ανοησία!» πέταξε. «Ο πα­
τέρας μου ήταν αυτός που επέμενε από την αρχή να μάθω πα­
γκράτιο! Πιστεύεις πως δεν ήξερε ότι ο Αντίνοος με διέλυε κάθε
μέρα; Σε βαρέθηκα κι εσένα, Θέο, που υπερασπίζεσαι πάντα τον
πατέρα μου, δικαιολογώντας τις πράξεις του. Είσαι σκλάβος! Τι
αφοσίωση είναι αυτή που του έχεις;»
Ταραγμένος απ' αυτό το ξέσπασμα, δεν είπα κουβέντα για αρ­
κετή ώρα, ώσπου ένιωσα ότι η ανάσα του είχε ξαναβρεί το ρυθ­
μό της και ότι είχε ηρεμήσει.
«Αηδόνι, είσαι γιος του και σε αγαπά, όπως πρέπει να αγαπά
ένας πατέρας το παιδί του. Απλώς, δεν είναι ο τύπος του ανθρώ­
που που εκφράζει ανοιχτά τέτοιου είδους συναισθήματα. Η τρυ­
φερότητα για σένα ή για οποιονδήποτε άλλο δεν είναι ένα συναί­
σθημα που εκτιμά ιδιαίτερα ο Γρύλλος».
«Αν την εκτιμούσε ακόμα λιγότερο, τώρα θα ήμουν πεθαμένος».
Το Αηδόνι ξαναβουβάθηκε και ήλπιζα ότι το θέμα είχε τελει­
ώσει, αλλά δεν έλεγε να ησυχάσει, παρά αναστέναζε και τιναζό­
ταν. Ήταν καταφανώς ταραγμένο και τόσο προβληματισμένο,
που δεν μπορούσε να κοιμηθεί, παρά την εξάντλησή του.
«Τι στην ευχή σ' έκανε να συνεχίζεις να παλεύεις σήμερα;» το
ρώτησα, προσπαθώντας να το αποσπάσω από τις μελαγχολικές
του σκέψεις. «Έδειχνες σαν να ήθελες να σκοτώσεις το Αγόρι».

Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ

59

Το Αηδόνι πήρε βαθιά ανάσα και δεν έβγαλε μιλιά για πολλή
ώρα, τόσο που πίστεψα ότι τελικά το είχε πάρει ο ύπνος. Όταν
κοίταξα κατά τη μεριά του, όμως, είχε στυλωμένο το βλέμμα στο
ταβάνι και ακόμα και στο αμυδρό φως του δωματίου διέκρινα το
πρόσωπο του παραμορφωμένο από βουβή λύσσα.
«Δεν μπορείς να καταλάβεις, Θέο», ψιθύρισε τελικά και ο πό­
νος του φανέρωνε απόρριψη.
«Να καταλάβω; Τι πράγμα να καταλάβω;»
Κι άλλη μεγάλη σιωπή.
«Φανταζόμουν, απλώς, ότι το Αγόρι ήταν κάποιος άλλος. Αυ­
τό με βοηθούσε να συγκεντρωθώ».
Στάθμισα προσεκτικά τα λόγια του, αλλά η περιέργεια νίκη­
σε τελικά την επιφυλακτικότητα μου. «Και ποιον φανταζόσουν ό­
τι σκότωνες;» Με το που βγήκε η ερώτηση από τα χείλη μου, το
μετάνιωσα, γιατί ήξερα εξίσου καλά με το Αηδόνι την απάντηση.
Με κοίταξε με περιφρονητικό βλέμμα για την κουταμάρα μου
κι ύστερα γύρισε το πρόσωπο του προς τον τοίχο.
«Καλύτερα να είχα γεννηθεί νόθος», μούγκρισε βαριά μέσα α­
πό τα σκισμένα του χείλη.

Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ

4
ένα ήσυχο βράδυ, όταν το Αηδόνι ήταν
δεκατεσσάρων χρόνων, ξύπνησε από ένα θόρυβο που ήξερε ότι
ήταν ασυνήθιστος για το σπίτι. Ως προσωπικός του υπηρέτης, ή­
μουν ο μοναδικός οικιακός δούλος που του επιτρεπόταν να περ­
νά τη νύχτα σ' εκείνη την πτέρυγα του σπιτιού κι έτσι ροχάλιζα
στο κάτω μέρος του κρεβατιού του. Ο Γρύλλος έλειπε σε διπλω­
ματική αποστολή, εδώ και αρκετές εβδομάδες, αναθέτοντας α­
ναπόφευκτα τη φροντίδα του σπιτιού στο γιο του, ενώ το Αηδό­
νι, αδημονώντας να ευχαριστήσει τον πατέρα του, ανέλαβε με
ευχαρίστηση αυτή την ευθύνη. Ο ήχος τον είχε ξυπνήσει πριν α­
πό μένα και, κρυφοκοιτώντας μέσα από τις γρίλιες του παραθύ­
ρου, κατασκόπευε στο φεγγαρόφωτο κάποιον παρείσακτο στην
πίσω αυλή· το μόνο που φορούσε αυτός ήταν ένα ζωνάρι γύρω α­
πό τα λαγόνια. Ήταν πασαλειμμένος με μια σκούρα, γλοιώδη
ουσία και σκαρφαλώνοντας τον τοίχο για την τραπεζαρία άφη­
νε πίσω του μια αχνή μουντζούρα, ένα σκούρο λεκέ πάνω στον ά­
σπρο σοβά. Το Αηδόνι άρπαξε το κοντό ξίφος που του είχε δώ­
σει ο Γρύλλος και γλίστρησε αθόρυβα έξω από το δωμάτιο, απο­
φασισμένο όχι μόνο να διαφυλάξει την τιμή και τα πλούτη της οι­
κογένειας του, αλλά να φανεί αντάξιος της εμπιστοσύνης του πα­
τέρα του. Τρυπώνοντας αθόρυβα στην τραπεζαρία, έπιασε το μά­
τι του φευγαλέα τη φιγούρα του κακοποιού να εξαφανίζεται στην
άλλη πτέρυγα του κτιρίου και αναρωτήθηκε, παρά την ένταση
της στιγμής, πώς ο τύπος ήξερε τόσο καλά τα κατατόπια του σπι­
τιού.
Βρίσκοντας ψηλαφιστά το δρόμο του στα σκοτεινά, πέρασε μέ­
σα από την άλλη πόρτα για να βγει μπροστά από τον κλέφτη και

ΔΥΟ ΧΡΟΝΙΑ ΑΡΓΟΤΕΡΑ,

61

μόλις έστριψε συγκρούστηκε με τον αντίπαλο του, ο οποίος με το
μαυριδερό, γλοιώδες δέρμα και τα αχνά, λαμπερά μάτια έμοια­
ζε με πλάσμα της κόλασης. Έβγαλαν και οι δύο δυνατή κραυγή,
αλλά το Αηδόνι αντέδρασε πρώτο, αρπάζοντας τον άλλο και ακι­
νητοποιώντας τον βίαια στο πάτωμα. Ύστερα άρχισε να κυλιέται
μαζί του προς την τραπεζαρία. Στη διάρκεια της συμπλοκής ο
γλιστερός εισβολέας ξέφυγε από τη λαβή του και τράβηξε ένα
μαχαίρι από τη ζώνη του. Το Αηδόνι το είδε ν' αστράφτει αμυδρά,
κοφτερό και φονικό μέσα στο βαθύ σκοτάδι. Αντιλήφθηκε, ίσως
από το ακανόνιστο λαχάνιασμα του άλλου και τις σπασμωδικές
κινήσεις, ότι είχε παραλύσει από το φόβο και το Αηδόνι έκανε
συνειδητή προσπάθεια να επιβραδύνει τη δική του αναπνοή, να
τιθασεύσει το δικό του τρόμο και να σκεφτεί, να σκεφτεί με επι­
μονή, τι θα ήθελε ο πατέρας του να κάνει. Κυκλώνοντας αργά και
σιωπηλά τον κλέφτη, με τα μάτια ορθάνοιχτα για να βλέπει τις κι­
νήσεις του άλλου μες στο σκοτάδι, το Αηδόνι όρμησε ξαφνικά
στο στόχο του κρατώντας ψηλά το εγχειρίδιο του. Δεν υπολόγισε
όμως σωστά τη θέση ενός σκαμνιού στο πάτωμα και καθώς χτύ­
πησε το σβέρκο του εχθρού του, σκόνταψε και, πέφτοντας δυνα­
τά με τον ώμο πάνω στον αντίπαλο του, ένιωσε ένα βουβό πόνο
στα πλευρά. Πασχίζοντας να ξαναβρεί την ισορροπία του, γλί­
στρησε σε κάποια απομεινάρια λιπαντικού με το οποίο είχε τρι­
φτεί το πάτωμα, χτύπησε με δύναμη το κεφάλι στον πέτρινο τοί­
χο και έχασε τις αισθήσεις του.
Έφτασα ακριβώς τη στιγμή που έπεφτε το Αηδόνι και αρχι­
κά μπερδεύτηκα ακούγοντας μόνο το ξέφρενο τιτίβισμα των που­
λιών ­ δεν είχα ακούσει δυνατή φασαρία πριν από λίγα δευτερό­
λεπτα στο δωμάτιο; Εντούτοις, προχωρώντας στα τυφλά μες στο
δωμάτιο, σκόνταψα πάνω σε κάτι μαλακό, πάνω σε κάποιον που
κειτόταν στο πάτωμα κι ήταν πεσμένος βαριά πάνω σε κάποιον
άλλο. Ένιωσα κάτι ζεστό να κολλάει στις παλάμες και στα γυμνά
μου γόνατα και, συνειδητοποιώντας ένα λεπτό αργότερα τι ήταν,
έτρεξα έξω με τρόμο, όρμησα στο δωμάτιο της μαγείρισσας και
άρπαξα τη μικρή λάμπα λαδιού που η φοβισμένη γερόντισσα εί­
χε αφήσει αναμμένη για παρηγοριά. Αφή\οντάς τη να στριγκλί­

62

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

ζει στο σκοτάδι, όρμησα πίσω στην τραπεζαρία, όπου το σκηνι­
κό που μόλις έβλεπα με άφησε άναυδο.
Με ανυπόφορο πόνο και δυσκολία το Αηδόνι είχε καταφέρει
ν' ανακαθίσει με την πλάτη στον τοίχο και παρακολουθούσε με
βουβό τρόμο το ζωηρό αίμα που ξεχυνόταν από τα πλευρά του,
σφυρίζοντας ελαφρά καθώς ανακατευόταν με τον αέρα που ξέ­
φευγε από τα τρυπημένα πνευμόνια του. Τα έπιπλα μες στην κά­
μαρα ήταν αναποδογυρισμένα και ο μαυρισμένος με γράσο έ­
νοχος κειτόταν μπρούμυτα στο πάτωμα, με το λαιμό μισοκομ­
μένο από το μοναδικό, εύστοχο χτύπημα του ξίφους του Αηδο­
νιού. Το αίμα του ανάβλυζε πηχτό από την αρτηρία με όλο και
πιο αδύναμους σπασμούς, σαν του κριαριού που το χαρακώνουν
για τη θυσία, κι ενωνόταν με τη γλοιώδη λιμνούλα που σχηματι­
ζόταν κάτω από το Αηδόνι. Όπως συχνά μου συμβαίνει σε στιγ­
μές τρόμου, εκείνος ο βουβός συρακούσιος ψαλμός βγήκε από τις
σκοτεινές γωνιές του μυαλού μου, όπου παραμονεύει σαν νυχτε­
ρίδα σε σπηλιά, και τράβηξε την προσοχή μου, και μόνο έπειτα
από μεγάλη προσπάθεια μπόρεσα να τον αποδιώξω και να συ­
γκεντρωθώ στα καθήκοντα εκείνης της στιγμής. Η μητέρα του Αη­
δονιού όρμησε στο δωμάτιο κι άρχισε να θρηνεί τρομοκρατη­
μένη και η ηλικιωμένη μαγείρισσα, προσέχοντας αυτή τώρα, ε­
πιχειρούσε μάταια να βγάλει τη λάμα που είχε καρφώσει ο κλέ­
φτης στα πλευρά του Αηδονιού και του έριχνε νερό στο πρόσω­
πο από μια μικρή λεκάνη για να μην ξαναχάσει τις αισθήσεις
του.
Τα πουλιά μέσα στο κλουβί είχαν σταματήσει το βραχνό τι­
τίβισμα τους και τώρα παρακολουθούσαν έντονα τη διαδικασία,
με ενδιαφέρον. Το Αηδόνι μόνο βαριανάσαινε, δεν έβγαζε κανένα
άλλο ήχο. Έκλεισε τα μάτια και παρά τον πόνο του κατάφερε να
μισοχαμογελάσει.
Λόγω της θέσης του Γρύλλου, αν και με κάποιες δυσκολίες, η
οικογένεια κατάφερε να εξασφαλίσει τις υπηρεσίες των πιο φη­
μισμένων γιατρών της πόλης, οι οποίοι σύντομα έβγαλαν τη λά­
μα από τα πλευρά του παιδιού και συνέστησαν μια αγωγή με κα­
ταπλάσματα που αποτελούνταν από ένα παρασκεύασμα στάχτης,

Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ

63

φλόμου* και ξινισμένου κρασιού. Μέρες μετά του έδιναν να πιει
ένα ρόφημα από πικρά βοτάνια που του προκαλούσαν παραλή­
ρημα και υπνηλία.
Έστειλα ένα βιαστικό μήνυμα στον πατέρα του με το στρα­
τιωτικό αγγελιοφόρο, από φόβο ότι το Αηδόνι μπορεί να πέθαι­
νε ανά πάσα στιγμή, και ο Γρύλλος γύρισε στο σπίτι έπειτα από
δύο εβδομάδες, με επιταγμένα άλογα και πλεούμενα κάθε είδους
για να επισπεύσει το ταξίδι του. Φορώντας ακόμα τα σκονισμένα
και καταϊδρωμένα ρούχα του ­ήταν επάνω του εδώ και μια εβδο­
μάδα­, όρμησε στο σπίτι χωρίς να κρατήσει τους τύπους, σταμα­
τώντας ελάχιστα για ν' ανασυνταχτεί, κι ύστερα με δάκρυα στα μά­
τια μπήκε στο δωμάτιο όπου ανάρρωνε ο γιος του.
«Γιε μου, είσαι πραγματικός άντρας», είπε σφίγγοντας και με
τα δυο του χέρια το μπράτσο του Αηδονιού. «Έδρασες προς τη με­
γαλύτερη δόξα των θεών και τον προγόνων μας. Η Αθήνα θα είναι
περήφανη που μια μέρα θα την υπηρετήσεις· κι εγώ το ίδιο».
Τα μάτια του παιδιού έλαμψαν με το φιλί του πατέρα του, με
έναν τρόπο που είχα να δω από τότε που ήταν μικρό παιδάκι, ε­
νώ το ηθικό του ανέβηκε με τη σπάνια ένδειξη της πατρικής επι­
δοκιμασίας. Ο Γρύλλος δεν άργησε ν' αφήσει τα νέα περί αν­
δρείας του γιου του να διαδοθούν στους συνεργάτες του κι ύστε­
ρα από λίγες μέρες το Αηδόνι κατακλύστηκε από προτάσεις για
την πρόσληψη των πιο φημισμένων αθλητικών εκπαιδευτών. Οι
φίλοι του τον αντιμετώπιζαν σαν να ήταν θεός ή τουλάχιστον ή­
ρωας πολέμου, παρόλο που ο ίδιος αρνιόταν να συζητήσει το ζή­
τημα κι απέφευγε παντελώς να το αναφέρει, παρά μόνο όποτε έ­
κανε λόγο ο πατέρας του. Γιατί ήταν τόσο επιφυλακτικός στην α­
ποδοχή της δόξας; Τους μήνες εκείνους που βρισκόταν ξαπλωμέ­
νος στο κρεβάτι, αναρρώνοντας από το τραύμα του, και ειδικά α­
φότου ο Γρύλλος επέστρεψε στα καθήκοντα του λίγες μέρες αργό­
τερα, το Αηδόνι είχε πολύ καιρό στη διάθεοή του για να σκεφτεί ό­
τι ο εισβολέας που είχε σκοτώσει δεν ήταν, στην πραγματικότητα,

* Φλόμος: ευφόρβια, κοινώς γαλατσίδα· αυτοφυές φυτό με γαλακτώδη χυμό και
δηλητηριώδεις ιδιότητες. Χρησιμοποιείται ως ναρκωτικό. (Σ.τ.Μ.)

64

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

κάποιος διεφθαρμένος δολοφόνος. Ο κλέφτης, όπως αποδείχτη­
κε, ήταν το Αγόρι, που κάποια στιγμή που η βλακεία του ξεπέρα­
σε τα όρια της, ή με προτροπή του Αντίνοου, θέλησε να εκμεταλ­
λευτεί το πλεονέκτημα ότι ήξερε καλά το σπίτι και να βουτήξει λί­
γες πενταροδεκάρες για δικό του όφελος, και το οποίο πέθανε με
το συνηθισμένο του ανόητο χαμόγελο. Το Αηδόνι δεν έτρεφε συ­
ναισθήματα αγάπης για τον αντίπαλο του στην πυγμαχία, όμως το
Αγόρι ήταν κατά κάποιο τρόπο γνωστός του, κάποιος που με τα
χέρια του είχε αγγίξει το δέρμα και τα μαλλιά του, και σε καμιά πε­
ρίπτωση δεν του άξιζε ένας τόσο αποκρουστικός θάνατος. Το Αη­
δόνι αρχικά έπεσε σε μελαγχολία με αυτή την αποκάλυψη και η μό­
νη του διέξοδος από την απελπισία ήταν να κάνει πέτρα την καρ­
διά του, λέγοντας μέσα του ότι ο χαζός είχε λάβει δίκαιη τιμωρία,
πείθοντας τον εαυτό του ότι το να βάζει τη δόξα και την ασφάλεια
της οικογένειας του πάνω από το απλό συναίσθημα είναι σοφία.
Κι εγώ όμως είχα την ευκαιρία όλους αυτούς τους μήνες να σκε­
φτώ πολύ για το συμβάν και, παρόλο που δεν ανέφερα ποτέ τις
σκέψεις μου στον κύριό μου, κατέληξα πως όχι μόνο ένα αλλά δυο
αγόρια είχαν πεθάνει από το μαχαίρι εκείνης της νύχτας. Γιατί
στην πραγματικότητα το μικρό Αηδόνι δεν είχε συνέλθει μετά το
μαχαίρωμα, παρά το κατάβρεγμα με κρύο νερό. Η χαρούμενη λε­
πτή φωνή του δεν ξανακούστηκε στην αυλή μετά το δείπνο, ούτε
τα πειράγματα και οι ερωτοτροπίες με τις δούλες την ώρα που πή­
γαιναν στις δουλειές τους ξανασυνέβησαν. Τα παιδικά παιχνίδια
και τα βιβλία φυλάχτηκαν με προσοχή σε ένα κασόνι. Γιατί, σκο­
τώνοντας το Αγόρι, ο κύριός μου είχε σκοτώσει ταυτόχρονα κάτι μέ­
σα του, κάτι πολύτιμο και αθώο, ένα αγόρι το οποίο κατά κάποιο
τρόπο είχε ορφανέψει περισσότερο από εμένα. Το αγόρι αυτό ή­
ταν το μόνο πρόσωπο που σκότωσε ποτέ ο κύριος μου, και δεν του
άξιζε κάτι τέτοιο. Όσο για την καλλιτεχνική και μουσική προσφορά
του δεν έπαψε ποτέ να νιώθει απόγνωση σε στιγμές μετάνοιας.
Ακόμα και το όνομά του απορρίφθηκε από όλους, κατά τα φαινό­
μενα ομόφωνα και ταυτόχρονα, λες και είχε υπογραφεί κάποιος όρ­
κος αίματος, λες και οι πεθαμένοι δεν έπρεπε ν' αναφέρονται.
Το Αηδόνι πέθανε και γεννήθηκε ο Ξενοφώντας.

5
Η ΠΥΡΑ ΕΚΑΙΓΕ ΑΡΚΕΤΑ ΖΩΗΡΗ και λαμπερή, προκαλώντας συ­
σπάσεις στα πρόσωπα όσων ήταν πολύ κοντά της και ιδιαίτερα
όταν την κοίταζαν απευθείας. Εκατό ζευγάρια νεαρά μάτια γυά­
λιζαν μες στο σκοτάδι που την περιέβαλλε, ορισμένα μισοκλεί­
νοντας ακόμα από τον ύπνο τον οποίο είχαν μόλις διακόψει α­
πότομα. Γύρω μας το φως από τις φλόγες αντανακλούσε κατα­
κόκκινο σαν αίμα πάνω στα τραχιά πέτρινα τείχη, κοντά στα ο­
ποία είχαμε παραταχθεί, σ' ένα μικρό ημικυκλικό αμφιθέατρο,
στην άκρη του στρατοπέδου, που χρησιμοποιούσαν για εκφωνή­
σεις λόγων ή επιδείξεις όπλων. Οι τρεμάμενες σκιές που σκόρπι­
ζε ο λόχος των νεοσύλλεκτων εφήβων πάνω στα τείχη ήταν πε­
ρίεργα παραμορφωμένες ­μια μαύρη σειρά από στρογγυλά κε­
φάλια και στενούς, τετράγωνους ώμους, όμοια σχεδόν με κρεμα­
στάρια στη σειρά για να κρεμάνε τα ρούχα ή σαν σειρά καρφά­
κια σε παιδικό παιχνίδι­ και ταλαντεύονταν και τραντάζονταν πε­
ρίεργα, πότε πότε, καθώς κάποιος γύριζε στο πλάι για να κοιτά­
ξει ερωτηματικά το διπλανό του.
Στεκόμαστε σιωπηλοί. Την προηγουμένη, ο Ξενοφώντας, δε­
καοχτάχρονος νέος, που ήταν πια σε ηλικία να υπηρετήσει στο
στρατό, κι εγώ, ως εντεταλμένος ακόλουθός του στη μάχη, είχαμε
βαδίσει, κάτω από το αυστηρό, περήφανο βλέμμα του Γρύλλου,
προς το στρατόπεδο που βρισκόταν κοντά στα τείχη της πόλης.
Μας είχαν ξυπνήσει στη μέση της νύχτας. Ο Ξενοφώντας και οι
άλλοι έφηβοι είχαν υποχρεωθεί να φορέσουν τις χλαμύδες που μό­
λις τους είχαν δώσει, τους μαύρους μέχρι τα γόνατα χιτώνες, εν­
δεικτικούς της κοινωνικής τους τάξης, και όλοι μαζί είχαμε οδη­
γηθεί εδώ σιωπηλά από ένα γεροδεμένο εκπαιδευτή που το πρό­

66

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

σωπό του κρυβόταν πίσω από ένα κράνος μάχης οπλίτη, ενώ το
πυκνό του γένι πρόβαλλε κάτω από τις παραγναθίδες σαν νυχτό­
βιο θηλαστικό που κοιτάζει μέσα από το λαγούμι του. Μόνο τα
μάτια του, όπως γυάλιζαν βαθιά μέσα από τη σκοτεινιά του γεί­
σου, τον διαφοροποιούσαν από τις σκιές του κάτω κόσμου. Για μία
περίπου ώρα στεκόμαστε ακίνητοι και σιωπηλοί μπροστά στην
πυρά, παρακολουθώντας τη να καίγεται ώσπου κατέληξε σε λα­
μπερά κόκκινα κάρβουνα, ενώ τα πρόσωπα μας γύρω της ξεθώ­
ριαζαν αργά μες στο σκοτάδι, μέχρι που η μόνη ορατή εξ ολο­
κλήρου ύπαρξη ήταν ο οπλίτης που έστεκε κοκαλωμένος σε στά­
ση επιφυλακής, με τα πόδια σε διάσταση· ακουμπούσε το δόρυ,
δύο μέτρα περίπου, στις πλάκες και το κρατούσε απερίφραστα σε
στάση ετοιμότητας. Από τη στιγμή που φτάσαμε εδώ, ο άντρας
διατηρούσε απόλυτα ακίνητο όλο το σφιχτοδεμένο σώμα του, και
μετά τα πρώτα λεπτά μπροστά στην πυρά είχε επίσης σταματή­
σει κάθε ψίθυρος και κάθε μας κίνηση, καθώς στρέψαμε τα μά­
τια μας πάνω του με αδημονία και απορία, έτσι που γυάλιζε πε­
ρίεργα η πανοπλία του στο φως της φωτιάς, λες και ήταν το ζω­
ντανό δέρμα κάποιου τεράστιου ερπετού.
Χωρίς προειδοποίηση, αιφνιδιαστήκαμε από τον ξαφνικό ή­
χο μιας πολεμικής σάλπιγγας, ακριβώς πίσω μας, και από δώδε­
κα ακόμα οπλίτες με πλήρη πολεμική εξάρτυση που, κρατώντας
στα χέρια από έναν αναμμένο δαυλό, βάδισαν σε σχηματισμό και
παρατάχθηκαν μπροστά μας κόντρα στη δυνατή φωτιά. Για μια
στιγμή στάθηκαν κι αυτοί ακίνητοι, σαν να μας επιθεωρούσαν, ό­
πως κι εμείς αυτούς. Ύστερα, έτσι όπως ήταν στη σειρά, γύρισαν
στο πλάι, απομακρύνθηκαν με βηματισμό και στάθηκαν σε ίσες
αποστάσεις κόντρα στην περίμετρο του τείχους, περικυκλώνο­
ντάς μας και λούζοντας με το ακανόνιστο φως των δαυλών τους
τα πρόσωπά μας. Τους κοιτάζαμε ανήσυχα και ασυναίσθητα μα­
ζευτήκαμε πιο κοντά ο ένας στον άλλο στη μέση, σαν αγέλη. Βρι­
σκόμασταν και πάλι σε αναμονή, μέσα σε απόλυτη σιωπή που έ­
σπαγε το ανεπαίσθητο τσιτσίρισμα από τις φλόγες που μας πε­
ρικύκλωναν. Η τελετουργία αυτή, αν πραγματικά μπορούσε να ο­
νομαστεί έτσι, ήταν μια τελετουργία έντασης και καταστολής,

Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ

67

σιωπής και αναμονής. Παρά τον ανοιχτό ουρανό πάνω από τα κε­
φάλια μας, ένιωθα πνιγηρά και κλειστοφοβικά. Τελικά, ένας α­
πό τους σιδηρόφρακτους οπλίτες, ψηλότερος και μεγαλύτερος α­
πό τους άλλους, ολοφάνερα επικεφαλής τους, έκανε ένα βήμα
μπροστά. Το παράστημα και ο τόνος της φωνής του έδειχναν ό­
τι ήταν έμπειρος πολεμιστής.
«Έφηβοι!» ούρλιαξε με βαριά φωνή, τόοο δυνατά, που σχεδόν
αισθάνθηκα την καυτή του ανάσα, παρόλο που βρισκόμουν αρ­
κετές σειρές πίσω. «Κληθήκατε ν' αρχίσετε την εκπαίδευση σας
ως υπερασπιστές της πόλης. Πρόκειται να ξεκινήσετε μια ιερή α­
ποστολή, η οποία, ύστερα από το απαιτούμενο χρονικό διάστη­
μα, θα σας μεταβάλει σε σκληραγωγημένους οπλίτες άξιους του
ονόματος και των μαύρων χιτώνων που φέρετε τώρα». Μπορού­
σα σχεδόν να νιώσω το κύμα έντασης και προσδοκίας που δια­
περνούσε τη μάζα των αγοριών, τα οποία πλησίαζαν τώρα προ­
σεκτικά όλο και πιο κοντά στον ομιλητή.
«Τα επόμενα δύο χρόνια, θα εκπαιδεύεστε μέχρι να πονέσουν
οι μύες σας και το σώμα σας να ουρλιάζει για ανάπαυση. Θα μά­
θετε να βαδίζετε σε σχηματισμό φάλαγγας, ώμο τον ώμο με τους
συναγωνιστές σας, καταπάνω στον εχθρό, άσχετα αν ο φόβος κα­
τατρώει τα σωθικά σας και σας πιέζει να κρυφτείτε πίσω από τη
σκιά της ασπίδας του αδερφού σας. Θα μάθετε να στέκεστε α­
κλόνητοι, με το ακόντιο στο χέρι, παρόλο που θα κινδυνεύετε α­
πό τις εχθρικές λόγχες και θα δέχεστε επίθεση από τους διαβο­
λικούς, καταραμένους Σπαρτιάτες, επειδή έχετε δώσει ιερό όρκο,
σύμφωνα με το έθος των οπλιτών, να παραμείνετε και να μην ε­
γκαταλείψετε τον άντρα που στέκεται δίπλα σας στις γραμμές της
μάχης. Αυτό θα το ορκιστείτε στη ζωή σας!»
Τα αγόρια μουρμούρισαν και θορύβησαν προκαταβολικά για
τη δόξα που τα περίμενε.
«Αλλά δεν είστε ακόμα άξιοι να ονομάζεστε οπλίτες! Προτού
αποδείξετε ότι μπορείτε ν' αγωνίζεστε δίπλα σε κάποιον που η ζωή
του εξαρτάται από τις ικανότητές σας, πρέπει να το αποδείξετε
μαχόμενοι μόνοι σας. Ως έφηβοι, θα σας ανατεθεί να υπερασπί­
σετε τα ακρότατα σύνορα της πόλης, να ενεδρεύετε τη νύχτα και

68

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

να περιπολείτε τα δάση που οριοθετούν τον πολιτισμό, να συλ­
λαμβάνετε μοναχικούς κλέφτες και ξεκομμένους εισβολείς, προ­
τού σας επιτραπεί να αγωνιστείτε σε ανοιχτή μάχη με κανονική
παράταξη φάλαγγας. Έχετε ιερό καθήκον να μάθετε να προ­
στατεύετε τον εαυτό σας και τους συναγωνιστές σας από τον εχθρό!
Αυτό δε σημαίνει να είστε οι δυνατότεροι;»
Τον κοιτάζαμε με σιωπηλό ενθουσιασμό.
«Είπα, αυτό δε σημαίνει να είστε οι δυνατότεροι, χέστηδες;»
«Ναι!» φωνάξαμε, αν και με κάποιο δισταγμό. Ο εκπαιδευτής
στάθηκε μες στις σκιές και φάνηκε να μας κοιτάζει με αηδία, ώ­
σπου έδειξε έναν από τους πιο αναπτυγμένους εφήβους που στε­
κόταν στην πρώτη σειρά. Λύγισα ασυναίσθητα τα γόνατα μου,
προσπαθώντας να φανώ κοντύτερος σε περίπτωση που θα κοίταζε
κατά το μέρος μου. Το αγόρι προχώρησε αβέβαια προς το φως
της φωτιάς.
Ο εκπαιδευτής έγνεψε στον πιο μικρόσωμο από τους οπλίτες
που στέκονταν παράμερα ακίνητοι. Ο στρατιώτης έβγαλε το κρά­
νος του και προχώρησε μπροστά, αργά και με απάθεια, ώσπου
στάθηκε ακριβώς απέναντι από το αγόρι και πήρε θέση πάλης.
Το αγόρι χαμογέλασε αχνά και ετοιμάστηκε κι αυτό, λες και α­
δημονούσε να δείξει τις ικανότητες του στον πολύ πιο μικρόσω­
μο αντίπαλο του. Με το χτύπημα των χεριών του εκπαιδευτή, ο
οπλίτης πετάχτηκε μπροστά και με μια κίνηση σχεδόν αδιόρατη
σ' εμάς μέσα στο μισοσκόταδο έριξε τον έφηβο με την κοιλιά στο
χώμα, ενώ το χέρι του αγοριού τεντώθηκε ίσια πίσω, καθώς το πό­
δι του στρατιώτη καρφώθηκε ακριβώς στην κλείδωση του ώμου
του. Ο άντρας σταμάτησε για μια στιγμή προτού γείρει ελαφρά
πάνω στο χέρι, προκαλώντας ένα ηχηρό «κρακ», καθώς η κλεί­
δωση βγήκε από τη θέση της και το αγόρι ούρλιαξε. Το πλήθος
πάγωσε από ανείπωτη φρίκη και όλοι κάναμε μισό βήμα πίσω
τρομαγμένοι, καθώς ο οπλίτης βοηθούσε όπως όπως το αγόρι που
έκλαιγε με αναφιλητά να σταθεί στα πόδια του, με το χέρι να κρέ­
μεται διαλυμένο στο πλάι, και του έκανε νόημα να ξαναγυρίσει
στη θέση του μες στο σκοτάδι.
Ο εκπαιδευτής έκανε και πάλι ένα βήμα μπροστά.

Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ

69

«Κάνατε λάθος!» ούρλιαξε. «Πάντα θα υπάρχει κάποιος αντί­
παλος δυνατότερος από εσάς. Ακόμα και ο μεγάλος Έκτορας
βρήκε κάποιον που ήταν δυνατότερος του. Αυτός που βασίζεται
μόνο στη δύναμη θέτει σε κίνδυνο όχι μόνο τον εαυτό του αλλά
και την πόλη. Μήπως αυτό σημαίνει, επομένως, ότι πρέπει να εί­
στε οι πιο επιδέξιοι στα όπλα;»
Σιωπή.
«Μπάσταρδοι, είπα, μήπως αυτό σημαίνει ότι πρέπει να είστε
οι πιο επιδέξιοι στα...».
«Όχι!» ούρλιαξαν εκατό φωνές.
«Χρειάζεται να σας το αποδείξω;» ρώτησε με διαβολικό ύφος,
καθώς τραβούσε το ξίφος του κι άρχισε να ανιχνεύει τα πρόσω­
πα των εφήβων που τον κρυφοκοιτούσαν τρομαγμένοι μέσα στο
σκοτάδι.
«Όχι!» ουρλιάξαμε και πάλι με έκδηλο πανικό.
«Το μάθατε γρήγορα το μάθημα σας», είπε κοφτά. «Πείτε μου
τότε, μήπως πρέπει να έχετε τα γρηγορότερα αντανακλαστικά;»
«Όχι!» ακούστηκε αυτόματα η απάντηση.
Κάγχασε υπόκωφα. «Πιστεύω ότι πρέπει να σας κάνω κάποια
επίδειξη σ' αυτό», είπε.
Το πλήθος των παιδιών οπισθοχώρησε, καθώς άρχισε να κοι­
τάζει εξεταστικά τα πρόσωπά τους. Ανεξήγητα, η ματιά του στά­
θηκε ακριβώς πάνω μου. «Εσύ», είπε, «ο ψηλός. Ας δοκιμάσουμε
την ταχύτητά σου».
Βγήκα μπροστά επιφυλακτικά, οι μνήμες από τις προπονήσεις
με τον Αντίνοο ήταν ακόμα νωπές στο μυαλό μου, παρόλο που εί­
χαν συμβεί έξι χρόνια πριν. Ο εκπαιδευτής με κοίταξε από πάνω
μέχρι κάτω, με μια σχεδόν απογοητευτική έκφραση πίσω από τη
σκιά του γείσου του κράνους του.
«Ένας ακόλουθος», είπε περιφρονητικά παρατηρώντας την
απουσία χλαμύδας. Καθαρίζοντας το λαιμό του έφτυσε μια τερά­
στια γυαλιστερή ροχάλα μπροστά στα πόδια μου. «Δέσε μου τα
μάτια, ακόλουθε». Έβγαλε το κράνος και το θώρακά του και στά­
θηκε μπροστά μου, ογκώδης, με γυμνό στήθος και τους ώμους
σκοτεινούς κάτω από ένα κύμα βοστρύχων, παρά το φως των δαυ­

70

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

λών. Έσπευσα να υπακούσω, χρησιμοποιώντας ένα μαύρο λινό ύ­
φασμα που μου έβαλε στο χέρι ένας από τους άλλους οπλίτες.
Ύστερα οπισθοχώρησα και ο άντρας κοίταξε τα αγόρια, αν και
δεν μπόρεσε να διακρίνει κανένα πίσω από το ύφασμα.
«Τώρα, ακόλουθε, χτύπα με, απ' όποια μεριά θεωρείς καλύ­
τερη».
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή οι άλλοι οπλίτες άρχισαν να χτυπούν
δυνατά τα δόρατά τους πάνω στις ασπίδες, όλοι μαζί, προκαλώ­
ντας τέτοιο ορυμαγδό, που επισκίαζε οποιοδήποτε ήχο μπορού­
σαν να κάνουν τα πόδια μου, καθώς έκανα κύκλους γύρω του, α­
ναζητώντας την προσφορότερη γωνία για επίθεση. Ο ρυθμικός
χτύπος μεταδόθηκε αμέσως και στους εφήβους, που χτυπούσαν
παλαμάκια και βροντούσαν τα πόδια τους στον ίδιο ρυθμό. Όταν
όμως κοίταξα γύρω μου, είδα μόνο φόβο στα πρόσωπα αυτών
που με τριγύριζαν. Στάθηκα ακίνητος για μια στιγμή, κοιτάζο­
ντας τον εκπαιδευτή και συγκεντρώνοντας το κουράγιο μου, ενώ
άκουγα το ρυθμικό χτύπημα των χεριών και τη χλαπαταγή των δο­
ράτων. Ύστερα άρχισα να κινούμαι αργά γύρω του σε όλο και μι­
κρότερους ομόκεντρους κύκλους, με τα μάτια καρφωμένα στα­
θερά πάνω του, προσέχοντας για τίποτα κόλπα. Ο άντρας έστε­
κε στητός και ακίνητος, χωρίς να κουνιέται ούτε ένας μυς του και
με το σαγόνι προτεταμένο, σε απόλυτη αυτοσυγκέντρωση.
Καθώς πλησίασα πιο κοντά, έκανα διάφορες προσποιήσεις
προς τη μεριά του, μια φορά μάλιστα σχεδόν τον ακούμπησα,
για να δοκιμάσω τις αισθήσεις του, εξετάζοντας αν μπορεί να δει
τις κινήσεις μου πίσω από το πανί που κάλυπτε τα μάτια του.
Όλες αυτές οι κινήσεις αντιμετωπίζονταν με όλο και δυνατότερο
σε ένταση σαματά από τους εφήβους, που από την έξαψή τους αύ­
ξησαν την ταχύτητα του ποδοβολητού τους, χάνοντας την αίσθη­
ση του σταθερού χτύπου, ώσπου ο θόρυβος δεν ήταν πια ένα ευ­
διάκριτο ποδοβολητό αλλά μάλλον ένας εκτεταμένος κρότος. Ξα­
νά και πάλι εφορμούσα, σταματώντας πριν ακριβώς πραγματο­
ποιήσω μια ολοκληρωμένη επίθεση, ενώ ο άντρας στεκόταν μαρ­
μαρωμένος.
Ξαφνικά, νιώθοντας ότι θα πρέπει να είχε χαλαρώσει η προ­

Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ

71

σοχή του, έπεσα μπροστά, χώνοντας τη γροθιά μου με όλη μου
τη δύναμη κατευθείαν στην εκτεθειμένη κοιλιά του. Μόλις που εί­
χαν ακουμπήσει τα δάχτυλα μου πάνω στο τρίχωμα του δέρμα­
τος του, όμως, κι εκείνος κινήθηκε αστραπιαία σαν αιλουροειδές
στο πλάι, αναγκάζοντας με να παραπατήσω, χάνοντας την ισορ­
ροπία μου, ενώ στη συνέχεια με χτύπησε με μια σιδερένια γρο­
θιά στο σβέρκο. Έπεσα ορμητικά με το σαγόνι πάνω στο λιθό­
στρωτο, μισοαναίσθητος, και άκουσα βαθιά, σαν από απόσταση,
τον ήχο μετάλλου να γλιστρά πάνω σε δέρμα, καθώς έβγαζε το ξί­
φος του με εκπληκτική ταχύτητα και πίεζε τη μύτη του καταμε­
σής στην πλάτη μου, πριν καλά καλά χτυπήσω στο κράσπεδο.
Άνοιξα τα μάτια και κοίταξα μες στο μισοσκόταδο το πλήθος των
σιωπηλών τώρα εφήβων. Φανταζόμουν το πρόσωπο του Ξενο­
φώντα καθώς στυλώνει κατευθείαν πάνω μου τα ορθάνοιχτα από
έκπληξη και τρόμο μάτια του.
«Κάνατε και πάλι λάθος, σκουλήκια», είπε ο εκπαιδευτής με
χαμηλή, οργισμένη φωνή. «Έχει πραγματικά σημασία να έχεις τά
ταχύτερα αντανακλαστικά».

Αντέξαμε δύο χρόνια εκπαίδευσης ως οπλίτες στη χρήση των ό­
πλων, την τοξοβολία, τον ακοντισμό και το χειρισμό του κατα­
πέλτη, γιατί κι εγώ περνούσα από τα ίδια γυμνάσια όπως κι ο Ξε­
νοφώντας, υπηρετώντας τον ταυτόχρονα ως κομιστής του ξίφους
και των όπλων του. Για δύο χρόνια σηκωνόμαστε από το κρεβά­
τι πριν από το ξημέρωμα, για να υποβληθούμε σε εκπαιδευτικά
γυμνάσια που ξεπερνούσαν εκείνα του Αντίνοου και για να υπο­
φέρουμε αμείλικτες ασκήσεις αντανακλαστικών που είχαν σχε­
διαστεί για να κάνουν τις αμυντικές μας αντιδράσεις αυτόματες
και μηχανικές. Δειπνούσαμε σε κοινά συσσίτια με τους αξιωμα­
τικούς και τους άντρες και κάναμε παρελάσεις ενώπιον ολόκλη­
ρης της πόλης. Μέσα σ' αυτά τα δύο χρόνια γίναμε άντρες. Ύστε­
ρα από επιτυχημένη ολοκλήρωση της στρατιωτικής προπαίδευ­
σης, ο Ξενοφώντας κέρδισε ως έπαθλο μια θαυμάσια ασπίδα και
ένα δόρυ και εντάχτηκε επίσημα στον αθηναϊκό στρατό. Έπειτα

72

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

από ορισμένες ενέργειες, πάντως, του Γρύλλου, ο νεαρός Ξενο­
φώντας δε θα υπηρετούσε ως απλός πεζικάριος. Ο πατέρας του,
που είχε αποστρατευτεί τώρα, αλλά διατηρούσε έντονη την πα­
ρουσία του στην πολιτική ζωή της πόλης, τον εφοδίασε με ένα
περίφημο άλογο και όλα τα ιππικά εφόδια, αναγκαία σε ένα νεα­
ρό αριστοκράτη, και του πρόσφερε τη θέση αρχηγού ίλης, την ί­
δια θέση απ' την οποία είχε ξεκινήσει κι ο ίδιος την ένδοξη στα­
διοδρομία του πριν από πολλά χρόνια.
Στη θέση αυτή ο Ξενοφώντας έκανε καλή εντύπωση. Ήταν
πια ένας άντρας μετρίου αναστήματος αλλά πολύ μυώδης, με
πλατύ στέρνο που κατέληγε σε στενή μέση και καλοσχηματισμέ­
νους μηρούς. Ο Γρύλλος έπρεπε πια να παραγγείλει ένα θώρακα
ειδικά κατασκευασμένο γι' αυτόν, ώστε να είναι πιο άνετος στην
τραχηλιά και στους ώμους. Τα μαύρα στιλπνά μαλλιά του ήταν
κομμένα κοντά και σχημάτιζαν μπούκλες, σε στρατιωτικό στιλ, και
αντίθετα από πολλούς γενειοφόρους αξιωματικούς είχε ξυρισμέ­
νο πιγούνι. Τα μάτια εξακολουθούσαν να είναι το ίδιο στρογγυ­
λά και λαμπερά όπως τότε που ήταν παιδί, αλλά μετά την ανάρ­
ρωσή του από το τραύμα στο στήθος, κάμποσα χρόνια πριν, εί­
χαν χάσει τη γλυκύτητα και την αθωότητά τους, όπως και αρκε­
τό από το βάθος της ματιάς τους, και γυάλιζαν με μια σκληρότη­
τα που διέψευδε την παιδικότητα του υπόλοιπου προσώπου του.
Όταν συστηνόταν για πρώτη φορά στους άντρες του ή τους άλ­
λους αξιωματικούς, τα χαρακτηριστικά του έδιναν αρχικά συχνά
την εντύπωση ενός νέου που είχε προωθηθεί υπερβολικά γρήγο­
ρα σε ένα επίπεδο που ξεπερνούσε την πείρα του, αλλά η εντύ­
πωση αυτή έμελλε να αποκατασταθεί μόλις έδινε τις πρώτες ε­
ντολές με βαθιά, επιτακτική φωνή και κάρφωνε τα μάτια στους
αποδέκτες του με έκφραση που δεν επιδεχόταν καμιά διαφωνία.
Παρακολουθούσα τακτικά τα πρωινά γυμνάσια με τον Ξενο­
φώντα και φρόντιζα το άλογό του, αναφέροντας στον Γρύλλο τον
τόπο διαμονής του γιου του και ταξιδεύοντας μαζί του ως ακό­
λουθος του στις θέσεις των αθηναϊκών φρουρών που έφθιναν.
Ήταν υπόδειγμα αξιωματικού, χωρίς ίχνος επιπολαιότητας, το ι­
δανικό της πολεμικής αρετής του πατέρα του. Κι όμως, στη διάρ­

Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ

73

κεια των σπάνιων αδειών του μπορούσε να εξαφανιστεί για μέ­
ρες, τελικά, αποποιούμενος και τους συναδέλφους του στο στρα­
τόπεδο και τις ανέσεις στο σπίτι του Γρύλλου, όπου ο πατέρας
του μάταια περίμενε την άφιξη του, λαχταρώντας να πει και ν' α­
κούσει ιστορίες του στρατοπέδου και να συζητήσει για στρατιω­
τικές τακτικές. Μόνο εγώ ξέρω για τις ώρες που περνούσε με τα
μουντά πολιτικά ρούχα, συνοδεύοντας ήσυχα τον Σωκράτη κα­
θώς έκανε τις βόλτες του στην πόλη, και ότι ο Ξενοφών κρατού­
σε διακριτικά κρυπτογραφικές σημειώσεις των λόγων του φιλό­
σοφου σε μια μικρή ταξιδιωτική δέλτο και τις μετέφερε στο χαρ­
τί το βράδυ. Μόνο εγώ ξέρω για τις μέρες που περνούσε με ένα
στρυφνό, ανυπόληπτο παλιό στρατηγό, τον Θουκυδίδη, που ήταν
απασχολημένος γράφοντας την ιστορία του πολέμου και ο οποί­
ος περιστασιακά χρησιμοποιούσε τον Ξενοφώντα ως βοηθό, για
να ελέγχει τους υπολογισμούς του και να οργανώνει τις σημειώ­
σεις του. Μόνο εγώ τα ξέρω αυτά, επειδή ο Ξενοφώντας μού τα
είπε και με όρκισε να τα κρατήσω μυστικά. Ο Γρύλλος θεωρού­
σε τον Σωκράτη επιπόλαιο τσαρλατάνο και τον Θουκυδίδη τρε­
λό αναθεωρητή και παρόλο που θα είχε οργιστεί με τον Ξενο­
φώντα, επειδή έκανε συχνά παρέα με τον πρώτο, θα τον είχε α­
ποκληρώσει επειδή βοηθούσε τον δεύτερο.
Η στρατιωτική κατάσταση της Αθήνας χειροτέρευε συνεχώς
και μέσα στα επόμενα χρόνια ο Ξενοφώντας βρέθηκε ν' απα­
σχολείται όλο και περισσότερο με αμυντικές δραστηριότητες που
πιο πολύ άρμοζαν σε πολιορκημένη, επαρχιακή φρουρά παρά
στο κέντρο του ελληνικού κόσμου. Βρισκόταν στην Αθήνα τη νύ­
χτα που έφτασε η «Πάραλος», κουβαλώντας συγκλονισμένους
ναύτες που έφερναν την αποτρόπαια είδηση της λεηλασίας αθη­
ναϊκών αποικιών από το Σπαρτιάτη ναύαρχο Λύσανδρο. Εκείνο
το χρόνο παρέμεινε στην πολιορκημένη πόλη, διατρέχοντας τα
τείχη για να την προστατέψει από τις αυξανόμενες χερσαίες και
ναυτικές δυνάμεις της σπαρτιατικής συμμαχίας. Άκουσε τους τρα­
γικούς θρήνους του λαού, για τις απώλειες αλλά και τη μοίρα του,
και παρακολούθησε το γκρέμισμα των Μακρών Τειχών κάτω α­
πό τους ρυθμικούς θρήνους των καλαμένιων αυλών που έπαιζαν

74

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

ασταμάτητα, κλαίγοντας, νεαρές κοπέλες, αυλητρίδες τις οποίες
είχε διατάξει ο Λύσανδρος να συνοδεύουν τη διάλυση της πόλης.
Αυτό υπήρξε το ζοφερό τέλος του πολέμου και μέσα στις α­
σαφείς, ευμετάβλητες πολιτικές συμμαχίες που εμφανίστηκαν για
να κυβερνήσουν την Αθήνα αμέσως μετά το άστρο του Ξενοφώ­
ντα άρχισε να φθίνει. Ο τραυματισμός του στη Φυλή ήταν το ε­
λάχιστο από τα προβλήματα του, μια και σύντομα το πληγωμένο
του γόνατο απέκτησε και πάλι τη δύναμη του. Όταν οι Τριάκο­
ντα ανατράπηκαν από τους δημοκρατικούς, ο Ξενοφώντας, ο ο­
ποίος δεν είχε ποτέ υποστηρίξει προς τα έξω οποιοδήποτε καθε­
στώς, αλλά απλώς ακολουθούσε τις εντολές του πατέρα και των
ανωτέρων του, έπεσε σε δυσμένεια, για να μην πούμε ότι κινδύ­
νευε ακόμα και η ζωή του. Το ιππικό διαλύθηκε και οι αμοιβές
του Ξενοφώντα αναιρέθηκαν. Υπήρξαν ακόμα και φωνές στην
Εκκλησία του Δήμου για επιστροφή όλων των πληρωμών που εί­
χαν δοθεί στα ιππικά τάγματα τα δύο προηγούμενα χρόνια. Ο
Γρύλλος κατέπνιξε βίαια αυτή την προσπάθεια και άλλες, σε μια
αποφασιστική κίνηση υποχώρησης, για να προστατέψει τη φθί­
νουσα υπόληψη του Ξενοφώντα αλλά και τη δική του. Οι νέοι η­
γέτες της Αθήνας ήρθαν τελικά στα συγκαλά τους και επανασύ­
στησαν το ιππικό σώμα για την άμυνα της πόλης ­ αλλά εμπόδι­
σαν πρώην αξιωματικούς, συμπεριλαμβανομένου και του Ξενο­
φώντα, να ενταχθούν, λόγω της παλιάς τους συνεργασίας με τους
Τριάκοντα. Η πολιτική επιβίωση του Ξενοφώντα βρισκόταν σε
κίνδυνο και είχε τεθεί υπό αμφισβήτηση ακόμα και ο ίδιος ο πα­
τριωτισμός του.
Αυτή περίπου την εποχή ήταν που το ηθικό του είχε πέσει πο­
λύ και μου είχε εξομολογηθεί τους φόβους του ότι σύντομα θα ε­
ξαναγκαζόταν σε εξορία ή φυλάκιση, αν δε σταθεροποιούνταν το
καθεστώς, όταν συνέβη ένα τυχαίο γεγονός· μία από εκείνες τις
ελάχιστες περιπτώσεις που κάνουν κάποιον να σηκώνει τα μάτια
στον ουρανό, απορώντας με τον άψογα δραματικό συγχρονισμό
των θεών. Ένα γράμμα έφτασε, το έφερε ένας δρομέας από το λι­
μάνι, απ' όπου το είχε μόλις παραλάβει από ένα φορτηγό πλοίο
που είχε έρθει έκτακτα από την Έφεσο. Ο Ξενοφώντας το ξεδί­

Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ

75

πλωσε καχύποπτα, μια και λίγες ειδήσεις από αυτές που πρό­
σφατα είχε λάβει ήταν προς όφελος του, και τρόμαξε όταν ανα­
κάλυψε ότι είχε γραφτεί από τον Πρόξενο, από τον οποίο δεν εί­
χε καμιά είδηση από τότε που επέστρεψε στη Βοιωτία, δώδεκα
χρόνια πριν.
Ο Πρόξενος, που είχε φτάσει στο βαθμό του στρατηγού στο
θηβαϊκό στρατό και είχε προκαλέσει σημαντική καταστροφή
στους Αθηναίους κατά τον πόλεμο, είχε βρει μια θέση στις Σάρ­
δεις ως διοικητής ενός ελληνικού μισθοφορικού σώματος στην υ­
πηρεσία του Πέρση πρίγκιπα Κύρου. Ο Κύρος είχε υποστηρίξει
οικονομικά τη Σπάρτη με γενναιοδωρία κατά τη διάρκεια του πο­
λέμου και τώρα συγκέντρωνε στρατό για ν' αντιμετωπίσει κάποιες
ενοχλητικές γειτονικές φυλές στη Μικρά Ασία. Ο Πρόξενος ανα­
ζητούσε αξιόμαχους εθελοντές για την εκστρατεία.
«Ξενοφώντα», έγραφε, «οι παλιοί πολιτικοί δεσμοί είναι άνευ
σημασίας. Η προγενέστερη ιστορία παραγράφεται. Ο πόλεμος α­
νάμεσα σε Σπάρτη και Αθήνα ανήκει στο παρελθόν. Οι μόνες α­
παιτήσεις του Κύρου είναι θαρραλέο φρόνημα, δυνατά όπλα και
επιθυμία για μάχη». Ήξερε ο Ξενοφώντας κάποιον που να έχει
αυτά τα προτερήματα;
Είδα τα μάτια του να σκοτεινιάζουν σκεφτικά, καθώς αναμε­
τρούσε την πρόταση του Πρόξενου και τις τρέχουσες προοπτικές
του στην Αθήνα. Κρατώντας το γράμμα στο χέρι, έκανε μεταβο­
λή κι άρχισε να προχωρεί ασυλλόγιστα προς το γραφείο του πα­
τέρα του, σαν να ήθελε να ζητήσει τη συμβουλή του. Μου κόπη­
κε η ανάσα, αλλά ύστερα τον πλησίασα βιαστικά και ακούμπη­
σα το χέρι μου βαριά πάνω στον ώμο του. Σταμάτησε και με κοί­
ταξε σαστισμένος.
«Ξενοφώντα», είπα, «περίμενε πριν μιλήσεις στον πατέρα σου.
Σκέψου το. Ο Πρόξενος είναι ξάδερφος σου, αλλά είναι και Βοι­
ωτός, σύμμαχος της Σπάρτης κι επομένως στα μάτια του Γρύλλου
δεν είναι φίλος σου. Τώρα είναι μισθοφόρος, ένας ανυπότακτος,
μισθωμένος από το μεγαλύτερο υποστηρικτή της Σπάρτης, ένας
Μιδήσας. Είναι πραγματικά κάτι που θέλεις να παρουσιάσεις
στον πατέρα σου;»

76

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

Κάρφωσε τα μάτια του στα δικά μου για μια στιγμή και ύ­
στερα ξανακοίταξε το γράμμα. Είδα τον πάπυρο να τρέμει στο χέ­
ρι του και ξαναθυμήθηκα την αγωνία που είχε περάσει όταν έφυγε
ο Πρόξενος. «Ίσως είναι καλύτερα να μιλήσω πρώτα στον Σω­
κράτη», μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του.
Εξέφρασα και γι' αυτό το θέμα δυνατά τις αμφιβολίες μου,
παρότι γνώριζα το βαθύ θαυμασμό του για το γέρο φιλόσοφο.
«Ξενοφώντα, πρόκειται να ζητήσεις τη συμβουλή ενός άντρα που
δεν μπορεί ν' ανεχτεί ο πατέρας σου, σχετικά με ένα σχέδιο που
θα τον σκότωνε, αν ήξερε ότι το σκέφτηκες καν».
Έγινε έξω φρενών προς στιγμήν. «Πάντα τον προστατεύεις, έ­
τσι δεν είναι, Θέο; Γιατί δεν παίρνεις έστω και μια φορά το μέ­
ρος μου; Ο Γρύλλος είναι πατέρας μου, και στην καλύτερη, ή τη
χειρότερη περίπτωση, είμαι γιος του. Ο δικός του πόλεμος όμως
δεν είναι και δικός μου». Κοίταξε μακριά, συγχυσμένος, κι εγώ πε­
ρίμενα λίγο, ενώ πάσχιζε ν' ανακτήσει την ψυχραιμία του. Τελι­
κά, πήρε βαθιά αναπνοή και έδειξε θλιμμένα το προ πολλού α­
χρησιμοποίητο κάλυμμα της σέλας, όμορφα διπλωμένο στη γω­
νία του δωματίου, και την πολεμική του ασπίδα, που μάζευαν και
τα δυο σκόνη. «Τι θα 'θελες να κάνω, Θέο; Τι θα 'θελες να κάνω;»

6
Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΟΤΑΝ ανάμεσα στους πάγκους της κατάμε­
στης αγοράς, τρυπώνοντας μέσα στα μαγαζιά των εμπόρων που
γνώριζε, πιάνοντας απαλά στα χέρια του φρούτα ή σανδάλια ή πή­
λινους λύχνους και σχολιάζοντας κυρίως την ποιότητα τους. Κου­
νούσε το κεφάλι και χαμογελούσε σε όλους, ακόμα και σε αυτούς
που ήξερε ότι τους ενοχλούσε η απαξία του για τα υλικά αγαθά
ή έβρισκαν επικίνδυνο τον τρόπο σκέψης του για τα ζητήματα
αυτά. Στις άσκοπες αυτές περιπλανήσεις του συνοδευόταν από
μικρή παρέα νεαρών, οι περισσότεροι γόνοι καλών οικογενειών,
όπως φανέρωναν τα ρούχα τους. Όταν αντιλήφθηκε την παρου­
σία μας, όμως, μια και σπάνια καθυστερούσαμε, ο Σωκράτης
προσπέρασε τους άλλους και κυριολεκτικά έτρεξε κοντά μας, εκ­
πληκτικά ευκίνητος για την ηλικία του και τη διάσταση της κοι­
λιάς του, που δεν είχε μικρύνει καθόλου με τα χρόνια. Δεν είχε
αλλάξει σχεδόν καθόλου από τότε που τον πρωτογνωρίσαμε, πα­
ρά μόνο τα μάτια του θα έλεγε κανείς ότι είχαν ένα ακόμα πιο εύ­
θυμο σπινθήρισμα από πρώτα.
Έπειτα από έναν ευγενικό χαιρετισμό, ο Ξενοφώντας, που ύ­
στερα από πέντε χρόνια στο στρατό είχε ελάχιστη υπομονή για
κουβεντούλα, έθιξε το θέμα του γράμματος του Πρόξενου στον
Σωκράτη. Ο γέροντας συνοφρυώθηκε θλιμμένα.
«Ξενοφώντα, έχεις πολλούς λόγους να μείνεις εδώ», είπε ο Σω­
κράτης, αφού το σκέφτηκε για ένα λεπτό. «Τα καθεστώτα έρχο­
νται και παρέρχονται. Οι Τριάκοντα ήταν στην εξουσία δύο μό­
νο χρόνια και τώρα κυβερνούν οι δημοκρατικοί. Και αυτοί σύ­
ντομα θα φύγουν ή τουλάχιστον οι απερισκεψίες εκείνων που υ­
πηρέτησαν υπό την εξουσία τους σύντομα θα σβηστούν από τη

78

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

μνήμη. Αλλά ακόμα κι αν παραδεχτούμε κάτι τέτοιο ­ή ίσως πως
το πραγματικό σου πρόβλημα είναι ότι βαριέσαι κι επιθυμείς την
περιπέτεια και τα πλούτη­, είναι πραγματικά η σημαία του Κύ­
ρου αυτή κάτω από την οποία θα ήθελες να βαδίσεις; Η εξυπη­
ρέτηση που πρόσφερες στους Τριάκοντα θα ξεχαστεί μέσα σε έ­
ξι μήνες. Είναι άλλο ζήτημα όμως να συνδράμεις τον Κύρο που
χρηματοδότησε τους Σπαρτιάτες για να καταστρέψει την πόλη
μας, και την περιπέτεια σου θα την πληρώσεις πολύ ακριβά».
Ο Ξενοφώντας στεκόταν άκαμπτος, σε στρατιωτική στάση, α­
ντίκρυ στο μέντορα του. Τα μάτια ήταν στραμμένα στον Σωκρά­
τη, αλλά δεν εστίαζαν σ' αυτόν, σαν να ανήκαν σε κάποιον που εί­
χε ήδη βάλει σε τάξη τη σκέψη του. Ο Σωκράτης το παρατήρη­
σε και σταμάτησε, ερευνώντας το πρόσωπο του. Αναστέναξε.
«Ξενοφώντα», είπε απαλά. «Κάτι ακόμα: δεν έχεις παντρευτεί
μέχρι τώρα και δεν έχεις μεγάλες πιθανότητες να βρεις γυναίκα
να σου ταιριάζει στο στρατόπεδο των οπαδών του Κύρου. Ο πα­
τέρας σου θα περιμένει γρήγορα εγγονό. Εδώ έχεις την οικογέ­
νεια σου, φίλους, περιουσία, μέλλον μπροστά σου και μια Αθήνα
που σύντομα θ' ανασυγκροτηθεί». Ο Σωκράτης χαμογέλασε θλιμ­
μένα. «Ξέρω ότι ο Πρόξενος είναι συγγενής εξ αίματος και φίλος
σου και υπάρχουν μεταξύ σας δεσμοί που δε θα χαλαρώσουν πο­
τέ. Αλλά, σε παρακαλώ, σκέψου προσεκτικά τη θέση σου. Μίλη­
σε στον πατέρα σου ή, αν καταλαβαίνεις ότι η απόφαση του εί­
ναι γνωστή εκ των προτέρων, τουλάχιστον κάνε τον κόπο να θυ­
σιάσεις στους θεούς και ζήτησε από το μαντείο των Δελφών να σε
καθοδηγήσει στη λήψη της απόφασης σου».
Γυρίσαμε στο σπίτι σιωπηλοί. Το ίδιο απόγευμα έφιπποι, και
πάλι σιωπηλοί, πήγαμε στο παλιό οικογενειακό κτήμα στην Ερχιά
που είχε να το επισκεφτεί χρόνια. Ο καιρός ήταν κρύος, βροχερός
και φυσούσε δυνατός αέρας, μα μόλις φτάσαμε ο Ξενοφώντας κα­
τευθύνθηκε βιαστικά μέσα από τους σκονισμένους διαδρόμους
στο παλιό του δωμάτιο, κλείνοντας πίσω του την πόρτα. Ελάχιστα
τον είδα για δύο ολόκληρες μέρες, μια κι έμεινε κλεισμένος στο
δωμάτιό του, διαβάζοντας βιβλία που είχε κουβαλήσει μαζί του,
γράφοντας γράμματα, δουλεύοντας επίμονα τις σημειώσεις του.

Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ

79

Δεν μπορώ να πω ότι ήταν κάτι το ασυνήθιστο ­ από τότε που έ­
χασε τη θέση του είχε πέσει σε μια κατάσταση μελαγχολίας, κοι­
μόταν αργά, έμενε αξύριστος, έγραφε τόμους ολόκληρους που πο­
τέ κανείς δεν είδε. Μερικούς από αυτούς τους κατέστρεψε καίγο­
ντας τους σε ένα μαγκάλι στο δωμάτιο του, ενώ κάποιους άλλους
τους φύλαξε προσεκτικά σε μια κλειδωμένη κασέλα. Αυτή τη φο­
ρά, όμως, ανησύχησα, επειδή υπήρχε κάτι τελεσίδικο στις πράξεις
του, μια αποφασιστικότητα στην έκφραση του, σαν κάποιου που
αποφασίζει να ολοκληρώσει ένα έργο, κι επειδή ήξερα για την α­
πόφαση που κρεμόταν πάνω από το κεφάλι του βαριά σαν μολύ­
βι, μια απόφαση που θα μ' επηρέαζε τόσο ολοκληρωτικά όσο και
τον ίδιο.
Το πρωί της τρίτης μέρας όρμησε στο δωμάτιο μου, πλυμένος,
ξεκούραστος και με ίχνη αίματος που αιωρούνταν ακόμα από το
σαγόνι του σαν παράσιτα ­ αποτέλεσμα του βιαστικού ξυρίσμα­
τος. Η μεταμόρφωση του ήταν τόσο δραματική, ώστε τρόμαξα
προς στιγμήν αν και ταυτόχρονα χάρηκα που τον είδα να έχει ξα­
ναβρεί τον εαυτό του.
Ο Ξενοφώντας, όμως, δεν είχε διάθεση για ανώδυνη κουβε­
ντούλα.
«Ετοίμασε τα πράγματα, Θέο», ανακοίνωσε. «Σε μία ώρα φεύ­
γουμε».

ΒΙΒΛΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΤΟ ΜΑΝΤΕΙΟ

...κι ήρθες στην Κρίσα κάτω από τον χιονισμένο Παρνασσό
που στρέφεται στον Ζέφυρο η δασοπλαγιά του κι από πάνω
βραχόπετρα κρεμνιέται, ενώ από κάτω απλώνεται βαθουλωτή χαράδρα
τραχεία· εδώ αποφάσισε ο άναξ Φοίβος Απόλλων
ναό να φτιάξει λατρευτό...
ΟΜΗΡΙΚΟΣ ΥΜΝΟΣ ΣΤΟΝ ΑΠΟΛΛΩΝΑ*

* Δ. Π. Παπαδίτσας, Ελένη Λαδιά (κείμενο, μετάφραση, σχόλια), Ομηρκοί Ύμνοι,
Στον Απόλλωνα, στίχ. 282­286, εκδ. Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα, 1997.
(Σ.τ.Ε.)

ΑΙΜΑΤΗΡΗ ΜΑΧΗ και νόστιμον ήμαρ, κεραυνοβόλοι ουρανοί και
αρκαδικές πεδιάδες, γρίφοι, κάτοπτρα, καπνοί, ψευδαισθήσεις,
η αγάπη μιας γυναίκας, η οργή των θεών. Η ζωή είναι ένα δρά­
μα, μια κωμικοτραγωδία, κι εμείς οι ηθοποιοί. Μια κοινότοπη πα­
ρατήρηση, εμπνευσμένη, αναμφίβολα, από τις μούσες κάποιου
άλλου. Κι όμως, παρ' όλα τα τρομακτικά και θριαμβικά δρώμε­
να επί σκηνής, ανακάλυψα ότι η τέχνη του Διόνυσου ελάχιστα
μπορεί να συγκριθεί με τους αγώνες και τα επιτεύγματα, τη ζωή
και το θάνατο των αληθινών ανθρώπων ή τουλάχιστον των αν­
θρώπων της σκέψης και της δράσης, των ανθρώπων που απαρ­
νούνται την απάθεια και την άγνοια εκείνων που περνούν από τη
ζωή σαν να ήταν προσωρινοί απλώς επισκέπτες, περιστασιακά
ανόητοι, αλλά που ως επί το πλείστον ακολουθούν τις σαρκικές
επιθυμίες της κοιλιάς και των λαγόνων τους. Ο Σοφοκλής τα εί­
πε καλά όταν έγραφε λίγα χρόνια πριν:
Πολλά 'ναι τα θάματα,
πιο θάμ' απ' τον άνθρωπο τίποτα·
πέρ' απ την αφρομάνιστη
τραβάει και πάει τη θάλασσα...
Και γλώσσα και νόηση ανεμόφτερη...*
Ελάχιστα, όμως, από αυτά που απαγγέλλονται από σκηνής
μπορούν να συναγωνιστούν την αληθινή ιστορία των ανθρώπων
που επιζητούν να ξεπεράσουν την ευτελή παθητικότητα, των αν­
θρώπων που έχουν πάρει τη ζωή στα χέρια τους, μεταβάλλοντας
άλλους ανθρώπους και το περιβάλλον τους σε κάτι πιο πειθήνιο
* Σοφοκλή, Αντιγόνη, στίχ. 332­355, μετάφραση: Ι. Γρυπάρης, ΟΕΔΒ, Αθήνα. (Σ.τ.Ε.)

84

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

στις επιθυμίες τους και αλλάζοντας σ' αυτή τους την πορεία τον
κόσμο τους. Οι άνθρωποι ζουν στ' αλήθεια το ίδιο παθιασμένα ό­
πως και στις μεγάλες τραγωδίες. Πεθαίνουν το ίδιο βίαια. Αγα­
πούν το ίδιο παράφορα. Αλλά στον πραγματικό κόσμο δε φορούν
γύψινες μάσκες που τις κρεμούν στον τοίχο μετά το τέλος της πα­
ράστασης. Οι πράξεις των ανθρώπων διατηρούνται πέρα από
πρόσωπα και ονόματα και τα αποτελέσματα τους δεν είναι πε­
ριορισμένα και παροδικά, αλλά περιβάλλουν τους απογόνους τους
και τους απογόνους των συμπρωταγωνιστών τους σε όλο πιο πλα­
τιούς αλλά διαρκώς πιο αχνούς κύκλους μέχρι την αιωνιότητα.
Είναι πολύ παράδοξο στ' αλήθεια να επιζητούμε μέσα από το
δράμα ν' απεικονίσουμε ή να δραπετεύσουμε από τον κόσμο μας,
την ατέλειωτη ποικιλία και την κοσμική αιωνιότητα, η οποία προ­
σβάλλει ακόμα και αυτή των θεών.
Η πένα μου περιπλανιέται άσκοπα κι οι ανυπόμονες Μούσες
με πιέζουν να προχωρήσω την ιστορία μου.

1
Το ΤΑΞΙΔΙ για τους Δελφούς ήταν μακρύ αλλά και ενδιαφέρον
συνάμα. Ο Ξενοφώντας ήταν τέλειος προσκυνητής, αφού σταμα­
τούσε σε κάθε αξιοθέατο στο δρόμο, έχοντας ένα πουγκί γεμάτο
οβολούς για να φιλοδωρεί τους νεαρούς οδηγούς που μας ζητού­
σαν φορτικά να επισκεφτούμε αυτή ή εκείνη την ιερή πηγή, και
δεν προσπερνούσε ποτέ ένα τραπέζι γεμάτο φρούτα στημένο έ­
ξω από κάποια αγροικία χωρίς να δοκιμάσει. Οι δρόμοι ήταν κα­
τάμεστοι από άντρες και γυναίκες, εμπόρους, δικηγορίσκους και
πόρνες, που τραβούσαν όλοι για τους Δελφούς να παρακολουθή­
σουν την ετήσια γιορτή προς τιμήν της αναχώρησης του Απόλλωνα
για τη χώρα των Υπερβορείων, για να περάσει το χειμώνα, και την
άφιξη του παράφρονα αδερφού του Διόνυσου. Η τελετή θα ξεκι­
νούσε με το συνηθισμένο γλέντι­όργιο έπειτα από λίγες μέρες.
Βιαζόμαστε να συμβουλευτούμε την Πυθία, τη μάντισσα του
Απόλλωνα, προτού αρχίσει η γιορτή, αλλά μας εμπόδιζαν τα πλή­
θη των άλλων ταξιδιωτών που προπορεύονταν προς την ίδια κα­
τεύθυνση κι όσο περισσότερο πλησιάζαμε στον προορισμό μας,
τόσο πύκνωνε το πλήθος στους δρόμους, ώσπου τελικά ήταν α­
δύνατο να προσπεράσουμε τους άλλους προσκυνητές· τόσο πο­
λυσύχναστος ήταν ο δρόμος και από τις δύο μεριές. Κατεβήκαμε
από τα άλογα μας και τα οδηγούσαμε πεζοί, για να ξεμουδιά­
σουμε τα πόδια μας και να συζητήσουμε με ορισμένους από τους
άλλους ταξιδιώτες, αφού, είτε μας άρεσε είτε όχι, ήμαστε κατα­
δικασμένοι να συνταξιδεύουμε κατ' αυτό τον τρόπο σε όλο το δρό­
μο για τους Δελφούς.
Ο Ξενοφώντας είχε επιλέξει προσεκτικά χους ταξιδιώτες κο­
ντά στους οποίους είχε ξεπεζέψει κι έπιασε γρήγορα κουβέντα

86

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

με μια εύθυμη, εύσωμη χωριατοπούλα που την έλεγαν Αγλαΐα και
η οποία ταξίδευε στους Δελφούς για πρώτη φορά, για να συμ­
βουλευτεί το μαντείο ποιον να διαλέξει για σύζυγο μεταξύ τριών
υποψηφίων. Περιέργως, δε συνοδευόταν στο ταξίδι της από κά­
ποιο αρσενικό φύλακα, γεγονός που θα προκαλούσε την αποδο­
κιμασία στην έκφραση των άλλων ταξιδιωτών, αν δεν υπήρχε μια
τρομερή μπαμπόγρια που την έσερνε μαζί της και η οποία απο­
δείχτηκε ότι ήταν γιαγιά της. Αν και ντυμένη με τα άκομψα ρού­
χα μιας χωριατοπούλας, βοσκοπούλας στην πραγματικότητα, η
Αγλαΐα ήταν αφράτη και όμορφη, με δυνατά, παχιά μπράτσα,
μαυρισμένα από την καθημερινή της έκθεση στον ήλιο, και γε­
μάτα, απαλά στήθη, τα οποία, παρόλο που δεν τα πρόβαλλε υ­
περβολικά, εντούτοις τραβούσαν τα αντρικά βλέμματα με τη γοη­
τευτική τους ωριμότητα. Τα μάτια της άστραφταν, όπως συμ­
βαίνει με τις νεαρές παρθένες, πριν σκοτεινιάσουν από τις φρο­
ντίδες του σπιτιού και τους πόνους της γέννας, και το ηχηρό της
γέλιο ξεπερνούσε κατά πολύ την οχλαγωγία και το ποδοβολητό
του ως επί το πλείστον αντρικού πλήθους. Μολονότι θαύμασα την
ομορφιά της, ήταν εύρωστη και εκδηλωτική, το είδος ακριβώς
της πουτανίτσας που σιχαινόμουν, κι έδειξε αμέσως προτίμηση
στον Ξενοφώντα, θαυμάζοντας το άλογο του και χαϊδεύοντας α­
παλά τη διακοσμημένη λαβή του μικρού ξίφους που κουβαλούσε
στη ζώνη του.
«Ξενοφώντα!» είπα μέσα από τα δόντια μου. «Μην είσαι α­
νόητος! Δε βλέπεις ότι θα σε κάνει να την παρακαλάς για να γί­
νεις ο υπ' αριθμόν τέταρτος υποψήφιος;» Επιχείρησα να τον τρα­
βήξω προς μια άλλη ομάδα ταξιδιωτών που προπορεύονταν στην
ίδια κατεύθυνση μ' εμάς.
Μου έριξε ένα άγριο βλέμμα. «Τι με πέρασες, Θέο, για κανέ­
να έφηβο;» μου σφύριξε. «Νομίζεις ότι είσαι ακόμα ο σκλάβος­
χαφιές του πατέρα μου που σου έχουν αναθέσει να προστατεύεις
τα χρηστά μου ήθη από τους πειρασμούς του κόσμου; Είμαι ε­
νήλικος πια και δε χρειάζομαι τη χειραγώγηση σου».
Ένιωσα το σαγόνι μου να σφίγγεται από οργή για την προ­
σβολή του, αλλά πίεσα τον εαυτό μου να παραμείνω σιωπηλός

ΤΟ ΜΑΝΤΕΙΟ

87

και να συνεχίσω να κοιτάζω ίσια μπροστά. Ύστερα από λίγο φά­
νηκε να μετανιώνει για τα σκληρά του λόγια και, αφού ζήτησε
συγνώμη από το κορίτσι, με τράβηξε παράμερα. «Θέο, ηρέμησε.
Έχω μήνες να μιλήσω καν με γυναίκα. Θέλω απλώς να κουβε­
ντιάσω λιγάκι με κάποιον πιο όμορφο από σένα. Πίστεψε με, θα
δεις ότι θα είμαι καλύτερη παρέα μετά».
Εξακολούθησα να κοιτάζω ίσια μπροστά, καθώς περπατού­
σα, αποφασισμένος να μην του δώσω την ικανοποίηση να λάβει
κάποια απάντηση από μένα, είτε οργής είτε συγνώμης. Σήκωσε
τους ώμους και ξαναγύρισε δίπλα στην Αγλαΐα κι εγώ παθητικά
ανέβασα την ηλικιωμένη γιαγιά στο άλογο μου, όπου στάθηκε ά­
καμπτη και τρέμοντας, κρατώντας το σφιχτά με τα δύο χέρια α­
πό τη χαίτη, από τον τρόμο της επειδή καθόταν τόσο ψηλά. Περ­
πατούσα λοιπόν πίσω από τον Ξενοφώντα και το κορίτσι, ρίχνο­
ντας τη μεγάλη σκιά μου πάνω στους ώμους τους.
Η Αγλαΐα είχε μάθει καλά το μάθημα της προτού ξεκινήσει το
ταξίδι της και είχε συγκεντρώσει ένα σωρό ιστορίες που αναφέ­
ρονταν στο μαντείο, ελάχιστες από αξιόπιστες πηγές, τις περισ­
σότερες από τις πιο πλαστές που μπορούσες να φανταστείς. Μας
διασκέδασε με όσα είχε μάθει και το ηχηρό της γέλιο έκανε τους
άντρες να χαμογελούν μέτρα μακριά, παρόλο που δεν μπορούσαν
ν' ακούσουν τα λόγια της. Ο Ξενοφώντας αντάλλασσε μαζί της ι­
στορίες, προς μεγάλη της ικανοποίηση. Συγκινήθηκε περισσότε­
ρο από την ιστορία του βασιλιά της Λυδίας Κροίσου, την οποία
ο Ξενοφώντας είχε μάθει από τη μητέρα του, όταν ήταν μικρός.
«Ο Κροίσος», θυμήθηκε, «έμαθε ότι ο βασιλιάς των Περσών
Κύρος γινόταν μέρα με τη μέρα όλο και ισχυρότερος. Αυτό τον α­
νησύχησε κι άρχισε ν' αναρωτιέται αν έπρεπε να επιτεθεί στους
Πέρσες προτού γίνουν πολύ ισχυροί. Αποφάσισε λοιπόν να συμ­
βουλευτεί κάποιο μαντείο.
»Την εποχή εκείνη, το μαντείο των Δελφών δεν ήταν το πιο φη­
μισμένο στην Ελλάδα, ήταν απλώς ένα από τα πολλά. Αφού ο
Κροίσος δεν ήξερε ποιο ήταν το πιο αξιόπιστο, έστειλε απε­
σταλμένους από τις Σάρδεις στο καθένα από αυτά, ανάμεσά τους
και στην Πυθία των Δελφών, με εντολή να περιμένουν να φτάσει

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

η εκατοστή μέρα από την αναχώρηση τους από τις Σάρδεις. Ακρι­
βώς εκείνη τη μέρα κάθε απεσταλμένος θα συμβουλευόταν το α­
ντίστοιχο μαντείο και θα ρωτούσε τι έκανε εκείνη τη στιγμή ο βα­
σιλιάς Κροίσος. Όλες οι απαντήσεις θα έπρεπε να καταγράφουν
και να μεταφερθούν στο βασιλιά.
»Μόλις μπήκε ο απεσταλμένος του βασιλιά στο άδυτο του μα­
ντείου των Δελφών, προτού καν βρει ευκαιρία να θυσιάσει και να
θέσει το ερώτημα του, η μάντισσα απήγγειλε σε τέλειο εξάμετρο
στίχο:
»"Κάθε σπυρί της αμμουδιάς, της θάλασσας το τέρμα
και του μουγκού το μίλημα και τ' άλαλου η κουβέντα
για με δεν είναι μυστικά. Τα νιώθω και τα ξέρω.
Φτάνει ως εμένα η μυρουδιά σκληρόδερμης χελώνας,
που βράζει μέσα σε χαλκό μαζί μ' αρνίσιο κρέας
και που 'χει για στρωμνή χαλκό και που χαλκό χροράει". *

»Όλοι οι απεσταλμένοι γύρισαν με τις απαντήσεις τους και ο
Κροίσος άρχισε να τις διαβάζει, αλλά με το που διάβασε την α­
πάντηση από τους Δελφούς, έμεινε σχεδόν άφωνος κι απέρριψε
κάθε άλλη απάντηση. Τι είχε συμβεί; Όταν οι απεσταλμένοι του
έφυγαν από τις Σάρδεις μήνες πριν, έστυψε το μυαλό του να σκε­
φτεί τι απίθανο πράγμα θα μπορούσε να κάνει που κανένας θνη­
τός δε θα μπορούσε να μαντέψει από τύχη. Κι έτσι, την εκατοστή
μέρα πήρε μια χελώνα κι ένα αρνί, τα τεμάχισε με τα ίδια του τα
χέρια και τα έβρασε μαζί μέσα σε μια χάλκινη χύτρα με χάλκινο
καπάκι. Η μάντισσα το είχε περιγράψει τέλεια.
»Εξαιτίας αυτής της δοκιμής, ο Κροίσος κατέκλυσε με δώρα
τους Δελφούς, για να πετύχει ευνοϊκή απάντηση στην κρίσιμη
συμβουλή που ζητούσε. Θυσίασε χιλιάδες ζώα και αφιέρωσε στο
μαντείο έναν τεράστιο σωρό από θησαυρούς, χρυσά κύπελλα, α­
γάλματα και πορφυρά ενδύματα. Επέβαλε μάλιστα και βαρύ φό­
* Ηρόδοτος, Μούσαι, τόμ. Α', μετάφραση: Ευάγ. Πανέτσος, εκδ. Ι. Ζαχαρόπου­
λου, Αθήνα. (Σ.τ.Ε.)

ΤΟ ΜΑΝΤΕΙΟ

89

ρο στο λαό του, μετατρέποντας όλα τα χρήματα που μάζεψε σε
ατόφιες ράβδους χρυσού».
Στο σημείο αυτό το κορίτσι πέταξε ένα σχόλιο με το ιδιόρ­
ρυθμο γέλιο του. «Ελπίζω ότι θα καταφέρω να δω ορισμένα από
τα αγάλματα και να πιω από τους κρατήρες. Έχω ακούσει ότι α­
κόμα και οι οδοκαθαριστές χρησιμοποιούν σκούπες με χρυσά κο­
ντάρια!»
«Ο Ηρόδοτος», είπε ο Ξενοφώντας, «λέει ότι οι περισσότεροι
θησαυροί βρίσκονται κλειδωμένοι στο θησαυροφυλάκιο, αλλά ό­
τι ο ίδιος είχε δει τους τεράστιους κρατήρες της προσφοράς του
Κροίσου και ένα άγαλμα κόρης από χρυσό, αφιερωμένο μαζί με
το περιδέραιο και τη ζώνη της γυναίκας του».
Η Αγλαΐα έσκασε στα γέλια. «Θα πρέπει να με πας να τα δω»,
είπε πιάνοντας τον εύθυμα από το μπράτσο και κάνοντας ότι τον
βιάζει να προχωρήσει γρηγορότερα, ώσπου πρόσεξε τη σκιά μου
και, αφού με κοίταξε σαστισμένα, τον άφησε στην ησυχία του. Ο
Ξενοφώντας γέλασε και μου έκλεισε το μάτι. «Και τι έγινε μετά;»
τον ρώτησε.
«Ο Κροίσος, που λες, ρώτησε την Πυθία αν έπρεπε να κηρύ­
ξει πόλεμο κατά των Περσών. Η απάντηση της μάντισσας ήταν
αρκετά ξεκάθαρη: "Αν κάνεις πόλεμο με τους Πέρσες, θα κατα­
στρέψεις μια μεγάλη δύναμη" Ο Κροίσος καταχάρηκε μόλις το
άκουσε και βάδισε με το στρατό του από τις Σάρδεις εναντίον της
Περσίας, όπου τα στρατεύματα του κατατροπώθηκαν. Υποχώ­
ρησε στις Σάρδεις, καταδιωκόμενος από τον Κύρο. Ύστερα από
πολύμηνη πολιορκία, οι Σάρδεις αλώθηκαν και ο Κροίσος έπεσε
στα χέρια των Περσών. Όλη την υπόλοιπη ζωή του παραπονιό­
ταν για το πόσο σκληρά εξαπατήθηκε από το μαντείο που τον εί­
χε κάνει να πιστέψει ότι μπορούσε να διεξαγάγει πόλεμο ενα­
ντίον των Περσών».
Η Αγλαία έμεινε σιωπηλή για κάποιο διάστημα, προβληματι­
σμένη. «Μα γιατί τον εξαπάτησε η Πυθία;» ρώτησε στο τέλος.
«Νόμιζα ότι το μαντείο λέει πάντα την αλήθεια!»
Ο Ξενοφώντας γέλασε. «Πέφτεις κι εσύ στην ίδια παγίδα που
έπεσε και ο Κροίσος, εικάζεις την απάντηση πριν ακόμα κάνεις

90

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

την ερώτηση κι ύστερα έχεις αφτιά μόνο για την απάντηση που
έχεις προδικάσει! Η μάντισσα είχε δίκιο. Είπε ότι ο Κροίσος θα
κατέστρεφε μια μεγάλη δύναμη και αυτό έκανε ­ κατέστρεψε τη
δική του. Η απάντηση της Πυθίας είχε τη μορφή γρίφου ­σχεδόν
πάντα έτσι είναι­, επομένως ο Κροίσος δεν είχε καθόλου δίκιο να
παραπονιέται. Αν ήταν σώφρων, θα έπρεπε να ρωτήσει τη μά­
ντισσα ποια δύναμη εννοούσε, την περσική ή τη δική του. Θα έ­
πρεπε να είναι πιο προσεκτικός όταν διατύπωνε την ερώτηση κι
έπαιρνε την απάντηση».
Ο Ξενοφώντας κοίταξε τσαχπίνικα το κορίτσι. Το πρόσωπο της
ήταν όλο ένα χαμόγελο.
«Λοιπόν», είπε τελικά. «Τώρα βλέπω πόσο επικίνδυνο είναι να
κάνεις στην Πυθία μια τόσο ασαφή ερώτηση. Εγώ επρόκειτο α­
πλώς να ρωτήσω ποιος από τους τρεις υποψήφιους ήταν ο καλύ­
τερος. Δε θα πρέπει ποτέ να κάνω μια τέτοια ερώτηση ­ είναι πά­
ρα πολύ ασαφής. Πώς θα ήταν δυνατό να γνωρίζει ο θεός ποια
είναι τα καλύτερα χαρακτηριστικά τους που μου ταιριάζουν; Οι
θεοί έχουν τα δικά τους κριτήρια για το καλό κι εγώ φυσικά έχω
τα δικά μου».
Προχωρήσαμε σιωπηλοί για λίγα λεπτά· σκεφτόμαστε το θέ­
μα και καθώς η κοπέλα γύρισε το κεφάλι για να κοιτάξει τον Ξε­
νοφώντα, διέκρινα ένα αδιόρατο χαμόγελο να σχηματίζεται αρ­
γά στο πρόσωπο της.
«Λοιπόν, αυτό είναι», είπε τελικά. «Θα ρωτήσω απλώς τη μά­
ντισσα να μου πει ποιος είναι ο πλουσιότερος».

2
ΠΡΙΝ ΦΤΑΣΟΥΜΕ στον προορισμό μας, αντικρίσαμε φευ­
γαλέα το νεφελοσκεπή Παρνασσό να υψώνεται πάνω από τις γει­
τονικές ακρώρειες, με τις απότομες χιονοσκέπαστες κορφές, τα
ανεμοδαρμένα δέντρα και πάνω από τη δεντρόφυτη ζώνη τις φα­
λακρές πλαγιές του. Όταν πλησιάσαμε, ο άνεμος μερικές φορές
κουνούσε τα κλαδιά των δέντρων, αποκαλύπτοντας το χωριό των
Δελφών πάνω ψηλά, ένα λαμπερό σύνολο από φανταχτερά χρώ­
ματα και απαστράπτον λευκό, σκαρφαλωμένο στην τεράστια
πλαγιά του βουνού, που γυάλιζε σαν μικρό κόσμημα φορεμένο
στα αφράτα στήθια κάποιας ματρόνας. Εκεί, στα μισά του δρό­
μου, ανηφορίζοντας τη νότια πλευρά του φημισμένου σε όλο τον
κόσμο βουνού, επειδή είναι αφιερωμένο στον Απόλλωνα, το μα­
νιακό αδερφό του Διόνυσο και τις Μούσες, υπάρχει ένα είδος
φυσικής κοιλότητας, σαν τεράστιο θέατρο καμωμένο για Τιτά­
νες αλλά κατοικημένο από νύμφες, τριγυρισμένο από τις τρεις με­
ριές από το ιερό βουνό και δύο τεράστιες όρθιες πέτρες, τις Φαι­
δριάδες ή «λαμπρές πέτρες». Οι απόκρημνοι γκρεμοί τους φαί­
νεται ότι αιχμαλωτίζουν το καυτό καλοκαιρινό φως του ήλιου και
το προβάλλουν μέσα στο βαθύ, γεμάτο αντίλαλους φαράγγι. Εδώ,
σαν κρεμασμένοι στο κενό πάνω από την κοιλάδα του ποταμού,
εκτεθειμένοι στον άνεμο, τον ουρανό και το διαπεραστικό φως,
βρίσκονται οι Δελφοί, το πιο σεβαστό μέρος σ' όλη την Ελλάδα,
το μέρος που επέλεξε προσωπικά ο θεός Απόλλωνας για κατοι­
κία του.
ΠΟΛΥ

Παντού υπάρχουν σημάδια της θεϊκής παρουσίας και οι δυ­
νάμεις της φύσης μοιάζουν σχεδόν να μεγεθύνονται από την κα­
ταπληκτική εγγύτητα της θεότητας. Το φως είναι λαμπρότερο, ε­

92

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

ΤΟ ΜΑΝΤΕΙΟ

93

δώ, εκτυφλωτικό σχεδόν, και το καταμεσήμερο στην καθαρή α­
τμόσφαιρα μοιάζει ν' ανυψώνονται ακόμα και τα βράχια από τη
γη, ώσπου πυρακτώνονται σε μια έκρηξη ιερού φωτός. Την αυγή
και το σούρουπο, τα εκπληκτικά χρώματα που βάφουν το τοπίο
μέχρι το μακρινό ορίζοντα είναι τόσο ατόφια και καθαρά, ώστε
γη και ουρανός μοιάζουν να μην έχουν πια καθορισμένα όρια.
Σεισμοί τραντάζουν συχνά τα ταπεινά σπιτάκια που φωλιάζουν
μέσα στον γκρεμό κι όταν σκοτεινιάζει, και η φύση φαίνεται πιο
άγρια από ποτέ, κεραυνοί από μακρινές βουνίσιες καταιγίδες κα­
τρακυλούν κι αντηχούν μέσα από το φαράγγι και τη βουνοπλα­
γιά.

μέσα με τους ανθρώπους, αλλά μέσω της Πυθίας, μιας ντόπιας,
δελφικής ιέρειας, συνήθως από αγροτική γενιά, που επιλέγεται α­
πό τους ιερείς του ναού σε νεαρή ηλικία και περνά ολόκληρη τη
ζωή της με εγκράτεια και προσευχή στη υπηρεσία του θεού. Στην
Πυθία σχεδίαζε ν' απευθύνει την ερώτηση του και ο Ξενοφώντας
κι αν ο Απόλλωνας ήταν ευνοϊκός απέναντι στη θυσία και την α­
γνότητα της καρδιάς του, τότε θα έπαιρνε την απάντηση από τα
χείλη της Πυθίας, παρόλο που η θρυλική αμφισημία των απα­
ντήσεων της, οι οποίες συχνά είχαν τη μορφή γρίφων, χρειάζο­
νταν συνήθως γραπτή ερμηνεία από τους ακολούθους­ιερείς της,
τους προφήτες.

Δάσκαλοι της ρητορικής τέχνης διδάσκουν ότι δεν είναι σοφό
να γνωρίζει τα ίδια και ο αναγνώστης και ο συγγραφέας. Εδώ
χρειάζεται κάποια εξήγηση, σε περίπτωση που οι βιαστικές αυ­
τές σημειώσεις πέσουν κάποια μέρα στα χέρια αναγνωστών που
ζουν σε μακρινές χώρες και δε γνωρίζουν το μαντείο του Πύθιου
Απόλλωνα, αν και μου είναι δύσκολο να φανταστώ ότι δε θα έχουν
ακουστά γι' αυτό το θαύμα όσο μακριά κι αν βρίσκονται. Λέγεται
ότι τα παλιά χρόνια, όταν οι θεοί τριγύριζαν μόνοι πάνω στη γη,
ο τόπος των Δελφών ήταν κατειλημμένος από έναν τρομερό δρά­
κο, ένα φίδι γνωστό ως Πύθωνα, που από τη σκοτεινή φωλιά του
φρουρούσε τη Γαία, την αρχαία θεά της γης, που είχε τη δυνα­
τότητα να προβλέπει το μέλλον. Όταν δημιουργήθηκε ο άνθρω­
πος, ο Απόλλωνας, ο θεός της τέχνης και του φωτός, ήθελε να ε­
πικοινωνεί με τους θνητούς, αλλά για να κάνει κάτι τέτοιο έπρε­
πε να βρει ένα μέρος για να έρχεται σ' επαφή μαζί τους. Ένας αρ­
χαίος ύμνος που ψάλλουμε συχνά προς τιμήν του στις γιορτές πε­
ριγράφει πώς ο θεός ταξίδεψε από την Κρήτη καβάλα σε δύο δελ­
φίνια, ώσπου έφτασε στους Δελφούς, όπου χτύπησε το φίδι με το
τόξο του και πήρε το μαντείο για δική του χρήση. Από τότε και
στο εξής έγινε ο κύριος των Δελφών, γνωστός και ως Πύθιος Απόλ­
λωνας, και αργότερα ήρθε και ο νεότερος αδερφός του, ο μυστη­
ριακός θεός Διόνυσος, που κατοικεί στους Δελφούς τρεις μήνες το
χρόνο, όταν ο Απόλλωνας περνά τους μήνες του χειμώνα στη χώ­
ρα των Υπερβορείων. Το ιερό μαντείο δε συνδιαλέγεται ποτέ ά­

Μόλις φτάσαμε εκείνο το βράδυ, ο Ξενοφώντας κι εγώ αρχί­
σαμε αμέσως να ψάχνουμε για κατάλυμα ­δύσκολο έργο αυτή την
πολυσύχναστη εποχή­ και φροντίδα για τα άλογα μας. Αφού
κλείσαμε ένα δωμάτιο σε ένα μικρό, πολυκαιρίτικο πανδοχείο και
καταβρεχτήκαμε γρήγορα με νερό από τη μικρή αναβρύζουσα
πηγή του πανδοχείου, φύγαμε για να περιπλανηθούμε στους μα­
γευτικούς δρόμους της ιερής πόλης, με οδηγό ένα από τα χαμί­
νια του δρόμου που ήταν μαζεμένα έξω από το πανδοχείο μας
ακριβώς γι' αυτό το σκοπό. Ο Ξενοφώντας, από την ώρα που
φτάσαμε, βρισκόταν σχεδόν σε έκσταση, ένιωθε δέος και θαυ­
μασμό επειδή είχε πλησιάσει τόσο τους θεούς και το μόνο που
μπορούσα να κάνω ήταν να τον συγκρατώ, για να μην πέσει στον
γκρεμό από την απόλυτη σύγχυση του, καθώς είχε τα μάτια μο­
νίμως καρφωμένα στις κορυφογραμμές ή τις στέγες των ιερών,
λες και περίμενε να φτάσει από στιγμή σε στιγμή ο Απόλλωνας
με σάρκα και οστά για ν' απαντήσει προσωπικά στην ερώτησή
του.
Η πόλη των Δελφών είναι κι αυτή εξίσου ωραία και θαυμαστή
με την υπόλοιπη τοποθεσία. Πίστευα πάντα ότι η Αθήνα ήταν η
ομορφότερη πόλη στον κόσμο, αλλά η πόλη των Δελφών είναι α­
ξιόλογη αντίπαλός της. Κάτω από το φθινοπωρινό φως που έπε­
φτε λοξά κι αντανακλούσε από τους γυαλιστερούς βράχους, οι
πολύχρωμες επιφάνειες των ιερών και των δηρόσιων κτιρίων ά­
στραφταν και λαμποκοπούσαν. Ο Ξενοφώντας κι εγώ είχαμε μα­

94

Η ΚΑΘΟΔΟΣ TON ΜΥΡΙΩΝ

γευτεί από την αντίθεση ανάμεσα στο εκτυφλωτικό άσπρο των
πέτρινων κτιρίων στα ελάχιστα μέρη που είχαν μείνει αδιακό­
σμητα και στις απαλές σκιές του ροζ, του γαλάζιου και του πρά­
σινου που χρησιμοποιούσαν άλλου, τόσο αποτελεσματικά, οι κά­
τοικοι των Δελφών για να τονίζουν τα περιγράμματα των κιονο­
στοιχιών και της λιθοδομής. Οι γεμάτες χάρη κατασκευές των ιε­
ρών και των γυμναστηρίων, των αψίδων και των κρηνών, των θη­
σαυροφυλακίων και των πινακοθηκών, αλλά ακόμα και των πιο
ταπεινών σπιτιών και πανδοχείων, ήταν όλες διακοσμημένες και
οικοδομημένες σύμφωνα με τη λεπτή κομψότητα της ιερής πό­
λης.
Κάτω από το φεγγαρόφωτο συναντήσαμε στη βόλτα μας ε­
κατοντάδες απόκοσμα αγάλματα, αναθήματα από ευγνώμονες ι­
κέτες και πόλεις, τα οποία έφεραν μια απαλή γαλαζοπράσινη
πατίνα, δημιούργημα του νοτισμένου αέρα που πνέει μόνιμα στην
περιοχή. Κατά μήκος της μιας πλευράς του ιερού δρόμου προς
το άδυτο υπήρχε μια σειρά από χάλκινους ανδριάντες που είχαν
αναγείρει οι Αθηναίοι, ενώ ακριβώς απέναντι τους έστεκαν, ρί­
χνοντας εχθρικά βλέμματα στους σκαλισμένους εχθρούς τους,
μια άλλη σειρά από χάλκινα αγάλματα που είχαν αναγείρει οι
Σπαρτιάτες. Κάθε ναός περιβαλλόταν από αγάλματα, τα οποία
ήταν διασκορπισμένα στις γωνίες των δρόμων, τις δημόσιες κρή­
νες και τους κήπους. Υπήρχαν τα συνηθισμένα ομοιώματα των
θεών, φυσικά, αλλά επίσης ένας εκπληκτικά μεγάλος αριθμός α­
πό γλυπτά ζώων που προσέδιναν μια σχεδόν βαρβαρική όψη στην
πόλη. Αφθονούσαν τα αγάλματα αλόγων, αφιερώματα νικητών
στρατηγών από το μερίδιο τους στα λάφυρα του πολέμου ή νι­
κητών σε αρματοδρομίες κατά τις δελφικές γιορτές. Είδα ένα
χάλκινο ταύρο, προσφορά των κατοίκων της Κέρκυρας ως αντα­
μοιβή για μια εκπληκτική ψαριά τόνου κατά τη διάρκεια λιμού
αρκετά χρόνια νωρίτερα· μερικές κατσίκες, μία από αυτές από
μια μικρή φυλή ως ευχαριστήριο για την απαλλαγή της από την
πανούκλα, και κοντά στο μεγάλο βωμό έξω από τον κεντρικό ναό
ένα χάλκινο λύκο, προσφορά των ίδιων των κατοίκων των Δελ­
φών, προς τιμήν ενός κτήνους που είχε σκοτώσει κάποιον κλέφτη,

ΤΟ ΜΑΝΤΕΙΟ

95

ο οποίος είχε κλέψει ορισμένο από το χρυσό του ιερού προσκυ­
νήματος. Υπήρχε ακόμα και άγαλμα γαϊδουριού που όπως λέγε­
ται είχε προειδοποιήσει τους κατοίκους για μια ενέδρα. Οι θεοί
τρέφουν φανερά την ίδια συμπάθεια για τους τετράποδους συ­
ντρόφους μας όση και για εμάς τους ίδιους.

Την επομένη της άφιξής μας και την προηγουμένη του καθορι­
σμένου μας ραντεβού με το μαντείο, συναντήσαμε τυχαία την ό­
μορφη Αγλαΐα να περπατά σε ένα απόμερο δρομάκι, σέρνοντας
από πίσω την ηλικιωμένη γιαγιά της μαζί με μια μικρή ακολου­
θία θαυμαστών που είχε ήδη μαζέψει. Το πρόσωπό της ακτινο­
βολούσε και χαιρέτησε θερμά τον Ξενοφώντα, λες κι ήταν δυο
παλιοί φίλοι που είχαν μήνες να ιδωθούν.
«Έρχομαι από το μαντείο», ανακοίνωσε. «Ρώτησα την Πυθία
αυτό ακριβώς που μου είπες να ρωτήσω και όχι "ποιον θα πα­
ντρευτώ". Και, δε θα το πιστέψεις, αλλά ο άντρας που είπε ο Απόλ­
λωνας ότι ήταν ο πλουσιότερος ήταν ακριβώς αυτός που ήθελα πε­
ρισσότερο για σύζυγο, έτσι κι αλλιώς!»
«Εκτός κι αν η Πυθία τής έλεγε ότι κάποιος άλλος ήταν ακό­
μα πλουσιότερος», μουρμούρισε η αυστηρή γριά.
Ο Ξενοφώντας τη συγχάρηκε για την καλή της τύχη κι αφού
άκουσε αφηρημένα την πολυλογία της για λίγα λεπτά, δικαιολο­
γήθηκε ευγενικά και συνεχίσαμε τη βόλτα μας.
«Ξενοφώντα!» φώναξε η Αγλαΐα αφού είχαμε κάνει μερικά μό­
λις μέτρα, «Θα φύγουμε αύριο το πρωί με το ξημέρωμα, αν λοι­
πόν θέλεις να μ' επισκεφθείς το βράδυ για να μου ευχηθείς...»
Μόλις τελείωσε τη φράση της κοκκίνισε από αυτή την επίδει­
ξη αναίδειας, που ακόμα και για την Αγλαΐα πρέπει να ήταν πο­
λύ ακραία, και βιάστηκε ν' απομακρυνθεί. Ο Ξενοφώντας στάθηκε
κοιτάζοντας τη να φεύγει για μια στιγμή κι ύστερα, απρόθυμα
απ' ό,τι φάνηκε, συνέχισε μαζί μου την περιπλάνηση του στους
δρόμους.
Περπατήσαμε βαριεστημένα για καμιά ώρα στα κατηφορικά
και ανηφορικά καλντερίμια των Δελφών χωρίς ν' ανταλλάξουμε λέ­

96

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

ξη μεταξύ μας. Σταμάτησα σ' ένα μαγαζί, θέλοντας ν' αγοράσω έ­
να ενθύμιο της επίσκεψης μας, γιατί ποιος ξέρει πότε ή αν θα ξα­
ναγύριζα. Διάλεξα ένα μικρό μπρούντζινο ειδώλιο του Απόλλωνα,
με το ξίφος στο χέρι, που κρατάει από τα μαλλιά έναν άντρα με
παρουσιαστικό αόριστα περσικό, γένι μακρύ και μυτερό. Ο μα­
γαζάτορας δεν ήταν σε θέση να μου πει σε ποιο γεγονός αναφε­
ρόταν, αλλά εγώ το αγόρασα έτσι κι αλλιώς, μια κι έμοιαζε καλός
οιωνός και, επιπλέον, μου άρεσε. Αν και μικροσκοπικό, τα πρό­
σωπα και οι εκφράσεις είχαν ένα ρεαλισμό που έκαναν κάποιον
να πιστεύει ότι για τα αρχικά εκμαγεία είχαν ποζάρει άτομα γνω­
στά στο γλύπτη και η θέση και η πόζα του θεού φανέρωναν πα­
ντελή έλλειψη φόβου, εμπιστοσύνη στη δύναμη του κορμιού του
και αυτοπεποίθηση από τη μεριά του γλύπτη στην αναπαράστα­
ση μιας τέτοιας σκηνής που δεν είχε φαινομενικά σχέση με καμιά
πραγματική ιστορία του Απόλλωνα. Πώς θα ήταν ο κόσμος, ανα­
ρωτήθηκα, αν οι άνθρωποι ήταν τόσο σίγουροι για τους εαυτούς
τους όσο αυτός; Ο Ξενοφώντας αδιαφορούσε για τα πολύχρωμα
μαγαζιά, τους πάγκους που είχαν στηθεί στους δρόμους για το ε­
περχόμενο παζάρι, για τα καταφανώς επιδοκιμαστικά βλέμματα
των ντόπιων κοριτσιών που έβλεπαν τον ωραίο ξένο να περπατά
αφηρημένος ανάμεσα τους, ακόμα και για την εκπληκτική θέα
των κακοτράχαλων βουνών και των ναών που εμφανίζονταν μπρο­
στά στα μάτια μας σε κάθε γωνία. Τελικά έσπασα τη σιωπή.
«Ξενοφώντα, δεν έχω πρόθεση να σε καταπιέσω, αλλά θα μπο­
ρούσες να διαλέξεις ανάμεσα σε εκατοντάδες νεαρές παρθένες κα­
λών οικογενειών της Αθήνας. Δεν μπορώ λοιπόν να καταλάβω πώς
θαμπώθηκες από μια βρόμα του δρόμου σαν την Αγλαΐα».
Σταμάτησε στη μέση του δρόμου και με κοίταξε επίμονα. Φο­
βήθηκα ότι είχα και πάλι μιλήσει πολύ ασυλλόγιστα κι ετοιμά­
στηκα ν' αντιμετωπίσω τη βίαιη αντίδραση του. Έπειτα από μια
παύση, όμως, στη διάρκεια της οποίας μπορούσα σχεδόν να δω
το μυαλό του να δουλεύει εντατικά για ν' απαντήσει στην καταγ­
γελία μου, ξέσπασε σε ένα δυνατό γέλιο και με χτύπησε στην πλά­
τη. Οι άνθρωποι γύρω μας, ακούγοντας τον ξαφνικό ήχο, διέκο­
ψαν για μια στιγμή τη δουλειά τους και μας κοίταξαν.

ΤΟ ΜΑΝΤΕΙΟ

97

«Καημένε Θέο, αυτό νομίζεις ότι βασανίζει το μυαλό μου όλη
αυτή την ώρα; Η Αγλαΐα; Πήγαινε εσύ στο πανδοχείο της από­
ψε, αν θέλεις, μια και σίγουρα ψάχνει για ένα στα γρήγορα, προ­
τού παντρευτεί τον πλούσιο του χωριού της, ο οποίος πιθανότα­
τα έχει τρεις οβολούς, ενώ ο αντίζηλος του μόνο δύο». Μου έ­
κλεισε το μάτι κι εγώ μαζεύτηκα από σιχαμάρα. «Παρ' όλα αυτά
έχεις δίκιο», συνέχισε. «Σκεφτόμουν την Αγλαΐα, αλλά όχι έτσι ό­
πως νομίζεις. Συλλογιζόμουν πόσο ικανοποιημένη ήταν, επειδή
είχε ρωτήσει το μαντείο τη συγκεκριμένη ερώτηση που δείχνει
τη στενομυαλιά της κι είχε λάβει την πιο χρήσιμη γι' αυτήν απά­
ντηση. Υπάρχουν εκατοντάδες περιπτώσεις ανθρώπων που τυ­
φλωμένοι από την περηφάνια και τη φιλοδοξία τους υποβάλλουν
στο μαντείο μια ανοιχτή, απροσδιόριστη ερώτηση και παίρνουν
μια εξίσου ανοιχτή, απροσδιόριστη απάντηση. Παραβλέπουν την
αμφισημία, ακούν μόνο αυτό που θέλουν ν' ακούσουν και ακο­
λουθούν λαθεμένη πορεία δράσης, υποφέροντας στη συνέχεια.
Μήπως η Αγλαΐα είναι σοφότερη απ' αυτούς τους μεγάλους βα­
σιλιάδες, επειδή δεν προσπάθησε να ξεγελάσει ή να μπερδέψει
το θεό και ζήτησε απλώς μια απάντηση που είναι σε θέση να ε­
κτελέσει;»
Ο Ξενοφώντας συνέχισε τη βόλτα του, αλλά τώρα ήταν τα­
ραγμένος. Δεν πρόλαβε να πει αυτά που σκεφτόταν και το πρό­
σωπο του πήρε μια προβληματισμένη έκφραση. «Δεν μπορώ να
καταλάβω γιατί ο Σωκράτης δε με συμβούλεψε γι' αυτό πριν φύ­
γουμε», συνέχισε. «Καταλαβαίνω τη σοφία στη λύση της Αγλαΐας
και την ικανοποίηση που νιώθει με την απάντηση που πήρε και
η οποία στην πραγματικότητα είναι η απάντηση που ανέκαθεν ε­
πιζητούσε. Αν όμως περιορίσεις την ερώτηση σου, όπως έκανε
αυτή ­περιορίζοντας το εύρος των απαντήσεων του θεού, σε τέ­
τοιο σημείο ώστε να εξαλείψεις κάθε θεϊκή επιλογή εκτός από
την απάντηση που επιθυμείς να λάβεις­, δεν επιχειρείς και πάλι
να εξαπατήσεις το θεό και επομένως τον ίδιο τον εαυτό σου; Και
αν εξαπατάς το θεό, ο θεός δεν το ξέρει; Θέλω να πω, οι θεοί βλέ­
πουν πραγματικά τι συμβαίνει στην καρδιά και το μυαλό μας;
Μπορούν να διαβάσουν τις ψυχές μας; Νοιάζονται καν γι' αυτό

98

Η ΚΑΘΟΔΟΣ TON ΜΥΡΙΩΝ

ή τους αρκεί να βλέπουν από την κορυφή του Ολύμπου τις σω­
ματικές μας μόνο πράξεις, τις εξωτερικές ενδείξεις των σκέψεων
μας;»
Συνέχισε να μιλάει, όλο και πιο συγκλονισμένος, χειρονομώ­
ντας καθώς προχωρούσαμε, αδιαφορώντας για τα λοξά βλέμμα­
τα των περαστικών.
«Το πρόβλημα είναι, Θέο, αν ο Απόλλωνας γνωρίζει ότι εξα­
πατάται όταν του κάνουν μια στημένη ερώτηση που περιορίζει τις
επιλογές του και τη δέχεται πειθήνια και υποχρεώνει το μαντείο
να δώσει την πραγματικά καλύτερη απάντηση. Λόγω του εριφί­
ου που θυσιάζουμε προς τιμήν του εκ των προτέρων; Τόσο εύκο­
λα εξαγοράζεται ο θεός; Αν η αλήθεια της απάντησης του εξαρ­
τάται από το μέγεθος της θυσίας, την επόμενη φορά θα προσφέ­
ρω έναν ελέφαντα! Αν ο Κροίσος με τις τόσο πλούσιες προσφο­
ρές του στο θησαυροφυλάκιο του μαντείου πήρε μια απάντηση
υπολογισμένη για να τον οδηγήσει στην καταστροφή, παρόλο που
ο θεός ήξερε τις φιλοδοξίες του να κατακτήσει την Περσία, τι ελ­
πίδα είχε η απένταρη Αγλαΐα να λάβει έντιμη απάντηση από το
θεό; Ο Κροίσος τουλάχιστον έκανε έντιμη ερώτηση!»
Ο Ξενοφώντας έμεινε σιωπηλός για λίγο, καθώς τελικά πλη­
σιάζαμε στο πανδοχείο. Κοίταξε με λαχτάρα πίσω του τους δρό­
μους, σαν να μην ήθελε να μπει μέσα, αν κι εγώ τουλάχιστον ή­
μουν εξαντλημένος από τη μακριά μας περιπλάνηση στα ανη­
φορικά και κατηφορικά καλντερίμια.
«Λέω ασυναρτησίες, Θέο, συγνώμη, αλλά είχα πολύ μεγαλύ­
τερη εμπιστοσύνη στις προσδοκίες από το μαντείο προτού συνα­
ντήσουμε την Αγλαΐα. Με γέμισε με περισσότερες αμφιβολίες απ'
ό,τι ο Σωκράτης».
Δεν ήξερα τι ν' απαντήσω στον προβληματισμένο μου αφέ­
ντη. Οι αχνοί αντίλαλοι του αρχαίου ύμνου είχαν αρχίσει να ε­
παναλαμβάνονται στο μυαλό μου σαν ενοχλητικός βόμβος από τον
οποίο ήμουν ανίκανος ν' απαλλαγώ και τα αισθήματα μου για την
επιτυχία του εγχειρήματος μας είχαν αρχίσει να θαμπώνουν.

3
ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ ΠΕΡΝΟΥΣΑΜΕ την είσοδο για το εσωτερικό του να­
ού, ο θυρωρός μάς φώναξε, ζητώντας να μάθει τα ονόματα και το
επάγγελμά μας. «Ξενοφώντας ο Αθηναίος», απάντησε ο κύριος
μου συγκαταβατικά, «και ο απελεύθερος Θέο... Θεμιστογένης ο
Συρακούσιος, ο οποίος θα με βοηθήσει». Ο επιστάτης μάς αξιο­
λόγησε ψυχρά κι ύστερα στράφηκε σε έναν κυλινδρικό πάπυρο
που περιείχε κατάλογο ονομάτων. Αυτή ήταν η τελευταία μέρα
που μπορούσε κανείς να συμβουλευτεί το μαντείο γι' αυτό το χρό­
νο και, παρόλο που ο κατάλογος ήταν μικρός, περιλαμβάνοντας
μόνο δυο τρία ονόματα, ο φρουρός ζάρωσε τα χείλη του αυτάρε­
σκα κι έκανε σημαντική προσπάθεια να διατηρήσει την εξουσία
της θέσης του. Τελικά, αφού βρήκε τα ονόματα μας στον κύλιν­
δρο κι επαλήθευσε ότι είχαμε ήδη πληρώσει την εισφορά, ο φρου­
ρός μάς έγνεψε απρόθυμα να περάσουμε από τη στενή πόρτα
στον τεράστιο περίβολο του ιερού.
Μπροστά μας απλωνόταν ένα πλατύ, τετράγωνο αίθριο, στρω­
μένο με πλάκες λειασμένες από τα εκατοντάδες σανδαλοφορε­
μένα και γυμνά πόδια που είχαν διατρέξει την επιφάνεια του κι
εντελώς εγκαταλειμμένο, με εξαίρεση έξι βοηθούς του ιερού που
σφουγγάριζαν παθητικά τις πέτρες στις γωνίες με κουρέλια, κά­
νοντας ετοιμασίες για την επέτειο της άφιξης του Διόνυσου την
άλλη μέρα. Μπροστά από το αίθριο βρισκόταν ένας μικρός βω­
μός μ' ένα αναμμένο λύχνο στο κάθε άκρο του. Μια μικρή πέ­
τρινη γούρνα ήταν τοποθετημένη στο πλάι, μέσα στην οποία κυ­
λούσε σταγόνα σταγόνα το νερό μιας από τις πολλές ιερές πηγές
που βρίσκονταν στη βουνοπλαγιά. Βαδίσαμε επιφυλακτικά προς
το βωμό και περιμέναμε σιωπηλοί, ενώ αναρωτιόμαστε αν περί­

100

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

μεναν να ζητήσουμε κάποιον οδηγό ή να φωνάξουμε δηλώνοντας
την παρουσία μας.
Στον τοίχο πάνω από το βωμό υπήρχαν σκαλισμένες οι σοφές
απαντήσεις που προέρχονταν από το μαντείο επί γενεές. Το Γνώ­
θι Σαυτόν και το Μηδέν Άγαν ήταν τοποθετημένα σε περίοπτες θέ­
σεις, ακριβώς πάνω από την είσοδο στα ενδότερα του ναού. Άλλα
ρητά επίσης, που όλα τους περιείχαν το αντιπροσωπευτικό πνεύ­
μα του Απόλλωνα, κοσμούσαν τις πλαϊνές πόρτες, ακόμα και την
είσοδο στον πέτρινο στάβλο όπου κρατούσαν τα ζώα που επρό­
κειτο να θυσιάσουν για την τελετή: Μέτρον Άριστον, Κρείττον το Σι­
γάν, Ουκ εν τω Πολλώ το Ευ και το αγαπημένο μου σε σχέση με το
αποτέλεσμα του στην Αγλαΐα: Χαλινόν Εμβαλείν της Γυναικός. Έτσι
κι αλλιώς δε θα είχε κανένα αντίκτυπο πάνω της, μια κι αμφέ­
βαλλα αν ήξερε να διαβάζει.
Ξαφνικά άνοιξε μια πλαϊνή πόρτα και ένας φαλακρός, ηλικιω­
μένος ιερέας με λευκό χιτώνα μπήκε σέρνοντας τα πόδια του, συνο­
δευόμενος από ένα νεαρό βοηθό που οδηγούσε ένα μεγαλοπρεπή
τράγο. Ο τράγος ακολουθούσε πειθήνια καθώς η τριάδα πλησίαζε
ήρεμα το βωμό. Με το που έφτασαν, όμως, ο τράγος αποφάσισε να
μη σταματήσει, αλλά να συνεχίσει τη βόλτα του και τότε το αγόρι χρει­
άστηκε να βάλει όλη του τη δύναμη για να δέσει το ζώο σε ένα σι­
δερένιο κρίκο μπηγμένο μέσα στον πέτρινο τοίχο, από όπου το ζώο
εξακολούθησε να τεντώνει την τριχιά με όλη του τη δύναμη.
Ο Ξενοφώντας είχε μελετήσει από πριν τις συνήθειες του μα­
ντείου και ήξερε ότι στο σημείο αυτό αναμενόταν να θυσιάσου­
με το ζώο, που η πληρωμή του ουσιαστικά συμπεριλαμβανόταν
στην εισφορά. Η διαδικασία ήταν να ραντιστεί το ζωντανό με
κρύο νερό από την ιερή γούρνα, για να του προκαλέσει ρίγος. Δε
θα έπρεπε να είναι απλώς ένα γρήγορο ρίγος, αλλά μάλλον ένα
τρεμούλιασμα που θα συνοδευόταν από τίναγμα σε όλο το σώμα
του ζώου από την κορυφή ως τα νύχια. Ακόμα και τα κόκαλα του
ζώου έπρεπε να τρίξουν ώστε να εξασφαλιστεί η συγκατάθεση
του για τη θυσία. Αν μπορούσαν να το καταφέρουν αυτό, η περί­
σταση θα εθεωρείτο ευνοϊκή και θα επιτρεπόταν στον Ξενοφώ­
ντα να θυσιάσει στο θεό.

ΤΟ ΜΑΝΤΕΙΟ

101

Με τη βοήθεια του αγοριού, κράτησα το ζώο που στριφογύ­
ριζε συνέχεια ανάμεσα στα πόδια μου, μιλώντας κατευναστικά,
ώσπου το τίναγμα του καταλάγιασε και στάθηκε ακίνητο σαν
κούτσουρο. Κοιτάζοντας από πάνω το πρόσωπο του, είδα το κε­
φάλι και το μπούστο μου ν' αντανακλώνται στα μεγάλα υγρά μά­
τια του κριαριου, ώσπου τα πόδια μου εξαφανίστηκαν στην άκρη
των μακριών του βλεφαρίδων. Αναρωτήθηκα αν και οι θεοί έ­
βλεπαν την αντανάκλαση τους όταν κοίταζαν τα μάτια των αν­
θρώπων ψηλά από τα ουράνια και μήπως, αν κάποιος ήταν προ­
σεκτικός και παρατηρούσε από κοντά την Πυθία την ώρα που ε­
πικοινωνούσε με τον Απόλλωνα, μπορούσε να συλλάβει φευγαλέα
τον ίδιο το θεό στα μάτια της, έστω κι αν το είδωλο ήταν αντε­
στραμμένο. Ο Ξενοφώντας πήρε μια χούφτα νερό και ράντισε
απαλά το μέτωπο του κριαριου. Εκείνο τίναξε εκνευρισμένο το
κεφάλι του και φταρνίστηκε, αλλά αυτό ελάχιστα έμοιαζε με ρί­
γος. Ο Ξενοφώντας προχώρησε και πάλι προς τη γούρνα, πήρε
περισσότερο νερό στις χούφτες του και αυτή τη φορά, αντί να το
ραντίσει, του το πέταξε κατευθείαν μέσα στα μούτρα. Το ζώο βέ­
λαξε οργισμένο και έφτυσε, ρίχνοντας με σχεδόν πίσω, καθώς
πάλευα να το ακινητοποιήσω ανάμεσα στα πόδια μου, γραπώ­
νοντας το δυνατά με τα χέρια από τα κέρατα. Κανένα ρίγος όμως
και πάλι.
Μέσα στην απόγνωση του ο Ξενοφώντας έριξε μια ματιά γύ­
ρω και είδε στη γωνία έναν από τους δούλους του ναού που συ­
νέχιζε να σφουγγαρίζει πεσμένος στα τέσσερα, κάνοντας ότι α­
γνοεί την όλη διαδικασία, ενώ οι ώμοι του τραντάζονταν από βου­
βά γέλια. Προχώρησε ακάθεκτα προς το μέρος του, άρπαξε τον
κουβά του νεαρού και προτού προλάβει κανείς ν' αντιδράσει βά­
δισε κατευθείαν στη γούρνα κι έχυσε ολόκληρο τον κουβά πάνω
στο καταδικασμένο ζώο, μουσκεύοντας εκείνο αρχικά αλλά κι ε­
μένα στη συνέχεια.
Αν και δεν ήξερα ότι τα κριάρια μουγκρίζουν, αυτό μούγκρι­
σε, με ένα βαθύ, μακρόσυρτο μούγκρισμα διαμαρτυρίας γι' αυτή
την ανάρμοστη συμπεριφορά απέναντι στη μεγαλειότητα του.
Κλότσησε με τα πισινά του πόδια, περδουκλώνοντάς με και κά­

102

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

νοντάς με να τιναχτώ πάνω από το σώμα του και να πέσω κάτω
ανάσκελα, κλοτσώντας το κενό. Το ένα χέρι μου ξέφυγε από τα
κέρατα του και το κριάρι στριφογυρίζοντας σωριάστηκε από πά­
νω μου μπουκώνοντας με με το μαλλί του στο πρόσωπο μου, τις
σκληρές οπλές του να αιωρούνται, ενώ με το ελεύθερο πια χέρι
μου πάσχιζα να πιαστώ από κάποιο μέλος του. Αρπάχτηκα από
το μαλλί του κι ύστερα τελικά πίεσα δυνατά με ολόκληρη τη γρο­
θιά μου την απαλή του σάρκα. Το ζώο κοκάλωσε σαν σανίδι και
συνειδητοποίησα ότι το είχα αρπάξει από τα αχαμνά του, κάνο­
ντας το να παγώσει από τρόμο και πόνο. Κατάφερα ν' ανασηκω­
θώ επιφυλακτικά στα γόνατα και να σιγουρέψω τη λαβή του άλ­
λου μου χεριού στα κέρατα του, ώσπου τελικά κατάφερα να ε­
λευθερώσω το αμαρτωλό μου χέρι και να ξαναγυρίσω στην προη­
γούμενη θέση μου, καβαλικευτά πάνω στη ράχη του, με τα χέρια
μου να τραβάνε από τα κέρατα το κεφάλι του ζώου προς τα πά­
νω. Καθώς άφηνα προσεκτικά τα αχαμνά του, το κριάρι το δια­
πέρασε ένα τρομερό ρίγος ανακούφισης και ο ιερέας έγνεψε ι­
κανοποιημένος. Ο Ξενοφώντας πλησίασε σκιρτώντας με το μα­
χαίρι της θυσίας, εγώ μουρμούρισα μέσα από τα δόντια μου μια
μικρή προσευχή και στη στιγμή η πράξη είχε συντελεστεί με επι­
τυχία.

«Ξενοφώντα Αθηναίε», ανήγγειλε τραγουδιστά μια φωνή πίσω α­
πό το βαρύ παραπέτασμα. Δυο δούλοι το έσυραν πάνω στη βέρ­
γα από την οποία κρέμονταν οι κρίκοι που το συγκρατούσαν, α­
ποκαλύπτοντας μια μικρή σκιασμένη αίθουσα, το κυρίως ιερό,
το άδυτο, εκεί όπου μυστήρια αρχαιότερα ακόμα και από το ίδιο
το ανθρώπινο είδος είχαν διαδραματιστεί. Μπροστά μας βρι­
σκόταν το ιερότερο αντικείμενο στην Ελλάδα αλλά και το αρχαι­
ότερο, ο ομφαλός της γης, το κέντρο του κόσμου. Από τη μια και
την άλλη μεριά στέκονταν δυο ολόχρυσοι αετοί, μνημονεύοντας
την εύρεση του τόπου από τους αετούς του Δία. Η ίδια η πέτρα
δεν ήταν αξιόλογη: είχε κωνικό σχήμα και ένα περίπου μέτρο ύ­
φος. Είχε λειανθεί από τα χέρια εκατοντάδων Πυθιών αλλά και

ΤΟ ΜΑΝΤΕΙΟ

103

από το καθημερινό λάδωμα που ευλαβικά του έκαναν. Όσο α­
ξιοπρόσεκτο κι αν ήταν, όμως, τα μάτια μου ούτε ένα λεπτό δε
στάθηκαν πάνω του, αλλά στράφηκαν στο πλάι, όπου ένα ζαρω­
μένο γυναικείο πλάσμα σαν μαϊμού καθόταν ακίνητο και σιωπη­
λό, ωχρό σαν κάμπια, με τις πλούσιες πτυχές του εκτυφλωτικού
λευκού χιτώνα της να πέφτουν γύρω και πίσω της· η καθαρότητα
και η φρεσκάδα του κολλαριστού λινού υφάσματος έρχονταν σε
μεγάλη αντίθεση με το άγριο, ζαρωμένο σαν χαρτί δέρμα και τις
λεπτές τούφες μαλλιών που το περιέβαλλαν και το κάλυπταν.
Ο Ξενοφώντας στεκόταν σιωπηλός, ατενίζοντας τη μικροσκο­
πική γριά καθώς καθόταν ακίνητη πάνω στον όλμο της, τον κοί­
λο τρίποδα, με τα πόδια να κρέμονται κάτω και το πρόσωπο
στραμμένο πάνω του, εν αναμονή. Τα μάτια της ήταν κλειστά, αλ­
λά ακόμα κι έτσι μπορούσε κανείς να καταλάβει ότι ήταν τυφλή
­ κι όχι απλώς τυφλή αλλά κι αόμματη· τα βλέφαρα έπεφταν ε­
πίπεδα μπροστά από τις σκοτεινιασμένες κόγχες όπου έπρεπε να
βρίσκονται τα μάτια της, μην αφήνοντας την παραμικρή υποψία
για την κανονική κυρτή προεξοχή βολβών. Τα βλέφαρα ήταν μα­
ραμένα και ζαρωμένα, χωρίς βλεφαρίδες κι έδιναν την εντύπω­
ση ότι ήταν κολλημένα για να κρύβουν μόνιμα τις άδειες κόγχες.
Στην ποδιά της ήταν βαλμένο ένα απλό ξύλινο δοχείο, από το ο­
ποίο έβγαινε μια μικρή στήλη καπνού από τα φύλλα δάφνης που
είχαν καεί πάνω στο βωμό κι εξακολουθούσαν να καπνίζουν, δη­
μιουργώντας μια μικρή τολύπη καπνού που αιωρούνταν νωθρά
προς τα πάνω και τύλιγε το πρόσωπο της με το στυφό αχνό του.
Στο κεφάλι της ήταν τοποθετημένο δάφνινο στεφάνι και στο δε­
ξί της χέρι κρατούσε ένα μικρό κλωνάρι. Έτσι καθόταν η Πυθία,
με τους δύο προφήτες εκατέρωθεν, περιμένοντας να ερμηνεύ­
σουν ή να τη βοηθήσουν με άλλο τρόπο, όταν θα μιλούσε εκ μέ­
ρους του θεού. Όλοι κοίταζαν τον Ξενοφώντα, αν ήταν έτοιμος για
το ερώτημα του.
«Θα υποβάλεις την ερώτηση σου προς το θεό Απόλλωνα, μέ­
σω της ιέρειάς του, της Πυθίας», ακούστηκε και πάλι να λέει τρα­
γουδιστά η φωνή με τη βαριά προφορά της αρχαίας δελφικής
διαλέκτου που μου προκάλεσε έκπληξη. Με μεγάλη δυσκολία και

104

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

μόνο αφού ξανάφερα στο μυαλό μου την πρόταση, ήμουν σε θέ­
ση να καταλάβω τι είχε πει ο συνομιλητής μας, που μόνο τώρα διέ­
κρινα ότι ήταν ένας μικρόσωμος κοιλαράς γραφέας που καθόταν
σε ένα ψηλό σκαμνί ακριβώς πίσω από την Πυθία, με το κοντύλι
του έτοιμο πάνω από μια φρεσκογυαλισμένη με κερί πλάκα.
Η ματιά του Ξενοφώντα μεταφέρθηκε από την Πυθία στους
δύο ιερείς και αντίστροφα, αλλά εξακολούθησε να σωπαίνει. Μή­
πως δεν είχε καταφέρει να καταλάβει την εντολή του γραφέα να
ξεκινήσει; Ετοιμάστηκα να προχωρήσω μπροστά βγαίνοντας α­
πό τη σκιά και να τον βοηθήσω ψιθυρίζοντας του γρήγορα στο α­
φτί. Ο ιερέας απέναντι μας στα αριστερά είχε μια ξινισμένη, ε­
κνευρισμένη έκφραση, καθώς κοίταζε τον Ξενοφώντα λες και τον
επιτιμούσε που τον είχε σηκώσει από το κρεβάτι του για να ε­
κτελέσει το καθήκον του. Ο άλλος ιερέας, πάντως, ο μεγαλύτερος
από τους δυο, είχε μια καλοκάγαθη, σαν πάππου, έκφραση και
περίμενε υπομονετικά. Τελικά, ο μεγαλύτερος ιερέας έγνεψε στον
Ξενοφώντα καλοσυνάτα, σαν να τον βεβαίωνε ότι του επιτρεπό­
ταν να μιλήσει, κι άνοιξε ελαφρά το στόμα του, σαν να ήθελε να
προφέρει λόγια ενθαρρυντικά. Ο Ξενοφώντας φάνηκε να ζωντα­
νεύει και χωρίς καν να πάρει προκαταβολικά μια ανάσα ξεκίνη­
σε την ερώτηση που τόσο προσεκτικά είχε ετοιμάσει τις προη­
γούμενες μέρες.

ΤΟ ΜΑΝΤΕΙΟ

105

πάλληλους κοφτούς αναστεναγμούς και προτού προλάβει να τε­
λειώσει ο Ξενοφώντας, σήκωσε το πρόσωπο της κατευθείαν προς
το ταβάνι, τινάζοντας ψηλά το κλωνάρι που κρατούσε, κι έκλεισε
ορμητικά με τα χέρια τα αφτιά της. Έβγαλε μια κοφτή κραυγή,
σαν να πονούσε, ενώ σταγόνες σάλιου λαμπύριζαν στο σαγόνι της.
Οι δύο ιερείς, με πρόσωπα ακύμαντα όσο φρένιαζε το δικό της,
τοποθέτησαν γρήγορα τα χέρια τους πίσω από τους ώμους της
για να την εμποδίσουν να κυλήσει προς τα εμπρός από τον τρί­
ποδα.

«Μεγάλε αφέντη Απόλλωνα, σε ικετεύω ν' ακούσεις την ερώ­
τηση μου», είπε ήρεμα αλλά προμελετημένα και τολμηρά, μι­
μούμενος όσο καλύτερα μπορούσε την αρχαία διάλεκτο. Στεκό­
ταν κοκαλωμένος σαν κούτσουρο και άκαμπτος σαν κουπί, με τα
μάτια καρφωμένα στο αόμματο, ανέκφραστο πρόσωπο της Πυ­
θίας. «Πύθιε Απόλλωνα, θεέ των Μουσών, σε ικετεύω να μου πεις
αν θα ταξιδέψω στις Σάρδεις για να συντροφέψω το φίλο μου τον
Πρόξενο στην εκστρατεία του με τον Κύρο...»

Ξαφνικά αναπήδησε από το κάθισμα και προσγειώθηκε τρε­
κλίζοντας στο πάτωμα. Κάνοντας ένα αβέβαιο βήμα προς τον Ξε­
νοφώντα, έστρεψε το παραμορφωμένο πρόσωπο της κατευθείαν
στο δικό του, έκανε μια παύση κι ύστερα άρχισε να βηματίζει
τρέμοντας προς το πλάι, υποβασταζόμενη από τους ιερείς και
μουρμουρίζοντας στη διάλεκτο της τόσο γρήγορα και ασύνδετα,
ώστε μόνο περιστασιακά μπορούσα να πιάσω κάποια λέξη. Τα χέ­
ρια της τινάζονταν άγρια χειρονομώντας, λες κι ήταν μεθυσμένη
ή σε έκσταση, και τα λόγια της, που επαναλάμβανε τώρα ξανά και
ξανά, τονίζονταν ρυθμικά από τη ίδια μικρή στριγκλιά με την ο­
ποία είχε διακόψει αρχικά τον Ξενοφώντα. Έβραζε και άφριζε,
καθώς ταλαντευόταν μπρος πίσω μπροστά από το βωμό, δείχνο­
ντας ν' αγνοεί την παρουσία μας, και τίναζε το κεφάλι της λες κι
ήθελε να ξεφορτωθεί κάποιο έντομο που είχε φωλιάσει μέσα σε
ένα από τα αφτιά της και τη βασάνιζε. Ο γραφέας ακολουθούσε
από κοντά την ηλικιωμένη γυναίκα και τους δύο ιερείς, σκαλίζο­
ντας αστραπιαία πάνω στην πλάκα τα λόγια της. Ο Ξενοφώντας
στάθηκε αποσβολωμένος με τα χέρια κρεμασμένα πλαδαρά στα
πλάγια και με κοίταξε με ένα βλέμμα απόλυτης αμηχανίας. Τί­
ποτα απ' όσα είχαμε ακούσει δε μας είχε προετοιμάσει για μια
τέτοια αντίδραση από την ιέρεια.

Από τη στιγμή που άρχισε να μιλάει, η ηλικιωμένη γυναίκα εί­
χε αρχίσει να τρέμει και να δείχνει σημεία ταραχής. Κουνιόταν
μπρος πίσω και σήκωνε το πιγούνι της προς τα πάνω, ενώ κλο­
τσούσε και χτυπούσε τα πόδια της σαν μωρό που θέλει να κατέ­
βει από κάποιο ψηλό κάθισμα. Η αναπνοή της έβγαινε σε αλλε­

Ύστερα από λίγα λεπτά, η ηλικιωμένη γυναίκα ξανασταμά­
τησε ακριβώς μπροστά από τον Ξενοφώντα και τον κοίταξε εξε­
ταστικά, ενώ τα γέρικα δάχτυλά της ήταν πλεγμένα σε σφιχτές
γροθιές και τα μαραμένα βλέφαρά της έμοιαζαν στυλωμένα κα­
τευθείαν στο πρόσωπό του. Ο Ξενοφώντας παρέμεινε ακλόνητος,

106

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

χωρίς να κουνήσει ούτε ένα μυώνα του, αφού η όψη και η συ­
μπεριφορά της γριάς προκαλούσαν τρόμο.
Ξαφνικά φάνηκε να καταρρέει, αλλά το πρόσωπό της εξακο­
λουθούσε να είναι στυλωμένο στο δικό του. Οι δύο ιερείς κουβά­
λησαν κι έσυραν την Πυθία όπως όπως δυο τρία βήματα πίσω
και την ανέβασαν και πάλι στον τρίποδά της, όπου πήρε βαθιά
αναπνοή και ξαναβρήκε την ηρεμία και τη στάση αναμονής στην
οποία την είχαμε δει όταν πρωτομπήκαμε. Οι ιερείς έβγαλαν προ­
σεκτικά τα χέρια τους κάτω από τις μασχάλες της και όταν πεί­
στηκαν ότι η ταραχή της είχε περάσει, προχώρησαν γρήγορα
προς το γραφέα πίσω της και άρχισαν οι τρεις τους να συζητούν
ψιθυριστά. Αφού ξαναγύρισαν στις θέσεις τους ύστερα από ένα
λεπτό, ο γραφέας σηκώθηκε, κοίταξε τον Ξενοφώντα και μίλησε,
διαβάζοντας από την πλάκα του:
«Αυτός ο ανυπέρβλητος σε σοφία, τα λόγια του οποίου πρέπει
να συγκρίνονται με δηλητήριο, γνωρίζει αυτό που κυβερνά τους
γέρους και τους τρελούς, αλλά όχι εσένα τον ίδιο και την αυτα­
πάτη σου».
«Ξενοφώντα Αθηναίε, ο Πύθιος Απόλλωνας γνωρίζει τι συμ­
βαίνει στην ψυχή σου».
Στο σημείο αυτό ο Ξενοφώντας ανοιγόκλεισε τα μάτια και φά­
νηκε να σκιρτά ελαφρά από βουβή σύγχυση. Γρήγορα συνήλθε και
στάθηκε και πάλι προσοχή, ακίνητος, ενώ ο γραφέας συνέχιζε.
«Επιχείρησες να εξαπατήσεις το θεό με τα θνητά σου χείλη.
Ερεύνησε βαθιά μέσα σου και μην κάνεις ερωτήσεις στις οποίες
ξέρεις ήδη την απάντηση, πάψε ν' αναζητάς συμβουλές στις ο­
ποίες δεν έχεις πρόθεση να υπακούσεις. Μολονότι η θυσία σου ή­
ταν αξιόλογη, ο Απόλλωνας απέρριψε την ερώτηση κι αρνείται να
απαντήσει. Ρώτησε μόνο αυτό που έχει σημασία για σένα».
Πάνω εκεί, η αυτοπεποίθηση του Ξενοφώντα φάνηκε ν' ατο­
νεί προς στιγμήν. Οι ώμοι του κύρτωσαν και κοίταξε και πάλι
προς το μέρος μου αμήχανα, ώσπου κούνησα ανεπαίσθητα τους
ώμους και κοίταξα μακριά. Στύλωσε τα μάτια του στο πάτωμα
για ένα διάστημα που έμοιαζε με αιωνιότητα. Όσοι ήταν παρό­
ντες στην αίθουσα, οι ιερείς, ο γραφέας και πολύ περισσότερο η

ΤΟ ΜΑΝΤΕΙΟ

107

ίδια η Πυθία, είχαν καρφώσει τα ανέκφραστα πρόσωπα τους πά­
νω του, διατηρώντας απόλυτη σιωπή. Τελικά σήκωσε τα μάτια,
ίσιωσε τους ώμους του κι έκανε ένα βήμα μπροστά για να σταθεί
ακόμα μια φορά απέναντι από το γερασμένο, πετσιασμένο πλά­
σμα.
«Μεγάλε αφέντη Απόλλωνα, σε ικετεύω ν' ακούσεις την ερώ­
τησή μου», ξανάρχισε χρησιμοποιώντας τη συνηθισμένη διατύ­
πωση. Έκανε μια αμυδρή παύση κι ύστερα συνέχισε, με φωνή
βραχνή και σπασμένη: «Σε ποιον από τους θεούς πρέπει να θυ­
σιάσω για να είναι επιτυχημένο το επικείμενο ταξίδι μου στις
Σάρδεις, για να τα πάω καλά και να επιστρέψω σώος;»
Αυτή τη φορά η Πυθία παρέμεινε ήρεμη, με το ρυτιδιασμένο
της πρόσωπο ανέκφραστο σαν ξεραμένο μήλο. Ύστερα από ένα
λεπτό κάτι σαν χαμόγελο έσκασε στα χείλη της, αποκαλύπτοντας
τις μαύρες χαλασμένες ρίζες των δύο μπροστινών δοντιών της. Ο
αμφίσημος Απόλλωνας κατέκλυζε το είναι της, υφαίνοντας έναν
ιστό από λέξεις στα χείλη της που θα μας άφηναν ν' αναρωτιό­
μαστε μέσα στη σύγχυσή μας, λέξεις που θα τυλίγονταν και θα ξε­
τυλίγονταν και θα ελίσσονταν γύρω από το νόημά τους σαν νε­
ροφίδα σε καλαμιά. Ξαφνικά, άνοιξε διάπλατα τα νεκρά, ασά­
λευτα βλέφαρά της, αποκαλύπτοντας πίσω τους όχι μάτια, ούτε
καν το υγρό ασπράδι των κενών βολβών που συνήθως εμφανίζουν
οι τυφλοί, αλλά κάτι ακόμα χειρότερο, το απόλυτο κενό ­ μαύρες,
άδειες κόγχες, εκεί που έπρεπε να βρίσκονται τα μάτια, σαν τις
τρύπες στις γύψινες μάσκες που φορούν οι ηθοποιοί, αλλά χωρίς
να υπάρχουν από πίσω τα ζωντανά μάτια του ηθοποιού για να ε­
ξανθρωπίζουν τα απόκοσμα, νεκρά χαρακτηριστικά της κενής ε­
πιφάνειας. Οι κενές, κούφιες τρύπες της εισχώρησαν βαθιά στο
πρόσωπο του Ξενοφώντα και σε απάντηση της ερώτησης του πρό­
φερε μόνο δύο λέξεις, μια κραυγή μιμητική ή κοροϊδευτική της
δικής του φωνής.
«Στον Δία».
Συνέχισε να τον κοιτάζει επίμονα, την ώρα που οι δούλοι έ­
κλειναν και πάλι τις κουρτίνες και το γεμάτο κακία βλέμμα της
Πυθίας χανόταν από τα μάτια μας. Οι άδειες κόγχες όμως των μα­

108

Η ΚΑΘΟΔΟΣ TON ΜΥΡΙΩΝ

τιών της έμειναν καρφωμένες πάνω του, ώσπου τελικά εξαφανί­
στηκε πίσω από τις πτυχές. Οι ακόλουθοι πλησίασαν και μας έ­
πιασαν από τα μπράτσα, οδηγώντας μας από τη δροσερή, σιω­
πηλή σκοτεινιά του ιερού στο εκτυφλωτικό φως και τις τραχιές φω­
νές των πλανόδιων πωλητών που έστηναν τους πάγκους τους για
τη γιορτή.

4
ΚΑΘΙΣΜΈΝΟΣ σε ένα χαμηλό σκαμνί στο μισοσκόταδο της μονα­
δικής κάμαρας του Σωκράτη, ο Ξενοφώντας, μέσα στην ταραχή
του, έδειχνε να ενδιαφέρεται ελάχιστα για το τι συνέβαινε.
«Έχασα την ευκαιρία», γρύλισε, με τους ώμους χαμηλωμένους
και κυρτωμένη την πλάτη σαν δαρμένο σκυλί. Δεν είχα δει τον Ξε­
νοφώντα τόσο καταρρακωμένο αυτά τα είκοσι χρόνια. «Ήταν η
μοναδική μου ευκαιρία να ζητήσω από το θεό να με καθοδηγή­
σει στη σημαντικότερη απόφαση της ζωής μου κι εγώ έκανα λά­
θος ερώτηση. Δεν μπορώ καν να πω στον πατέρα μου τι είπε το
μαντείο, ακόμα λιγότερο τι σκοπεύω να κάνω στη ζωή μου».

Ο Σωκράτης έμεινε σιωπηλός για μια στιγμή, χασομερώντας
εδώ κι εκεί μέσα στο δωμάτιο με την τακτοποίηση χαρτιών και πα­
πύρων. Όπως πάντα δεν υπήρχε τίποτα υποτιμητικό στη σιωπή
του, μόνο αυτοσυγκέντρωση και παρηγοριά, κάτι σαν την παρου­
σία κάποιου αγαπημένου παππού. Ο Ξενοφώντας δε σάλευε, ού­
τε εγώ από τη γωνιά στην οποία είχα αποτραβηχτεί, προσπαθώ­
ντας να παραμείνω απαρατήρητος, όσο βέβαια μου το επέτρεπε
το τεράστιο σκαρί μου.
«Επιχείρησες να εξαπατήσεις το θεό», είπε τελικά ο Σωκράτης
με ανέκφραστο πρόσωπο που έμοιαζε με γέρου σάτυρου. «Έκα­
νες την ερώτηση που ταίριαζε περισσότερο στις επιθυμίες σου».
«Μα, Σωκράτη», τον διέκοψε, αφού σηκώθηκε κι έκανε ένα
βήμα, «επιχείρησα να κάνω την ερώτηση που μου είπες, αλλά η
Πυθία με σταμάτησε και δε με άφησε να συνεχίσω! Μάρτυρες
μου οι θεοί, προσπάθησα!» Μου έριξε ένα βλέμμα κι εγώ κούνη­
σα αργά το κεφάλι, αλλά ο Σωκράτης ούτε καν μπήκε στον κόπο
να διακόψει αυτό που έκανε.

110

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

«Γνωρίζεις ποια είναι η αληθινή σοφία;» ρώτησε τελικά ο Σω­
κράτης κι αυτή τη φορά στάθηκε ακριβώς απέναντι από τον Ξε­
νοφώντα, απαιτώντας να δώσει απόλυτη προσοχή στα λόγια του.
«Καταλαβαίνεις ειλικρινά τι σημαίνει να υπακούς στο ρητό που
είναι σκαλισμένο στον τοίχο του ιερού των Δελφών, το Γνώθι Σαυ­
τόν; Άκουσε με προσεκτικά τώρα και μη με διακόψεις. Γιατί για
μία και μόνη φορά αυτός δεν είναι διάλογος. Οι άνθρωποι με α­
ποκαλούν σοφό κι εσύ, ολοφάνερα, πιστεύεις ότι είμαι, διαφορε­
τικά δε θα βρισκόσουν εδώ τώρα, προτού καν μιλήσεις με τον πα­
τέρα σου. Θα σε συμβουλέψω, όσο τουλάχιστον μπορώ, κι ίσως
ν' ακολουθήσεις τη συμβουλή μου, αν θέλεις. Σοφία είναι κάτι πε­
ρισσότερο», συνέχισε ο Σωκράτης, «και, το σημαντικότερο, κάτι
λιγότερο από αυτό που νομίζεις και σ' αυτό το σημείο οι άνθρω­
ποι έχουν δίκιο ­ είμαι πραγματικά σοφός. Δε χρειάζεται, όμως,
να πάρεις τα λόγια μου τοις μετρητοίς. Θα μπορούσες, αν ήθε­
λες, να θεωρήσεις μάρτυρα της σοφίας μου, αυτής που έχω τέλος
πάντων, το φίλο σου το θεό των Δελφών».
Ο Ξενοφώντας σήκωσε τα μάτια με ενδιαφέρον, γιατί κανείς
από εμάς που είχαμε συνοδεύσει τον Σωκράτη στην αγορά δεν ξέ­
ραμε ότι είχε συμβουλευτεί κάποτε την Πυθία.
«Δεν ήμουν εγώ αυτός που ζήτησε τη συμβουλή της», είπε, λες
και διάβαζε τη σκέψη μας, «αλλά ο παιδικός μου φίλος, ο Χαι­
ρεφώντας,* ο οποίος πριν από πολλά χρόνια ρώτησε το μαντείο
αν υπήρχε κανείς σοφότερος από τον Σωκράτη. Στο ερώτημα αυ­
τό η Πυθία απάντησε ότι δεν υπήρχε κανένας άλλος».
Διέκρινα στα μάτια του Ξενοφώντα ότι είχε περάσει από το
μυαλό του η σκέψη που είχε περάσει κι από το δικό μου: «Αυτός
ο ανυπέρβλητος σε σοφία...» Πώς ήταν η συνέχεια; «Τα λόγια του
οποίου πρέπει να συγκρίνονται με δηλητήριο». Αυτό δεν είχε σχέ­
ση με τον Σωκράτη. Τα λόγια της Πυθίας παρέμεναν σκοτεινά.
Ο γέροντας συνέχισε, διδάσκοντας τους άφρονες.
* Χαιρεφώντας: Αθηναίος ένθερμος μαθητής του Σωκράτη, εξορίστηκε από τους
Τριάκοντα και επανήλθε με τον Θρασύβουλο, το 403 π.Χ. Πέθανε πριν από τη
δίκη του Σωκράτη το 399 π.Χ. Τα συγγράμματά του είχαν χαθεί ήδη από την
αρχαιότητα. (Σ.τ.Μ.)

ΤΟ ΜΑΝΤΕΙΟ

111

«Όταν ο Χαιρεφώντας μου είπε την απάντηση του μαντείου,
αναρωτήθηκα: Γιατί δε χρησιμοποιεί ξεκάθαρη γλώσσα ο θεός;
Καταλαβαίνω ότι δεν έχω καμιά απαίτηση για σοφία, μεγάλη ή
μικρή. Επομένως, τι εννοούσε λέγοντας ότι κανένας δεν είναι σο­
φότερος από μένα; Δεν μπορεί να ψεύδεται, γιατί αυτό δεν αρ­
μόζει σε ένα θεό. Αφού, λοιπόν, το σκέφτηκα αρκετό καιρό, τε­
λικά αποφάσισα να ελέγξω πόσο πιστή ήταν η ρήση με τον ακό­
λουθο τρόπο: πήγα και μίλησα με ένα διάσημο για τη σοφία του
άντρα, γιατί κατάλαβα ότι έτσι θα πετύχαινα ν' ανατρέψω το χρη­
σμό και ν' αποδείξω στο θεό ότι υπήρχε κάποιος σοφότερος από
μένα. Λοιπόν, υπέβαλα τον άνθρωπο αυτό σε εξονυχιστική εξέ­
ταση ­δε θα σου αποκαλύψω το όνομα του, αλλά ήταν ένας από
τους πολιτικούς της εποχής­ και συζητώντας μαζί του κατέληξα
ότι, παρόλο που στους πολλούς και ειδικά στον ίδιο τον εαυτό του
έδινε την εντύπωση ότι είναι σοφός, στην πραγματικότητα δεν ή­
ταν.
«Ξενοφώντα, η πραγματική σοφία είναι κτήμα μόνο των θε­
ών και ο χρησμός μάς λέει ότι η ανθρώπινη σοφία έχει ελάχιστη
ή καμιά απολύτως αξία. Τελικά» αποφάσισα ότι ο χρησμός δεν
αναφερόταν κυριολεκτικά σε μένα, δηλαδή τον Σωκράτη, αλλά
μάλλον ανέφερε το όνομα μου για παράδειγμα, σαν να ήθελε δη­
λαδή να πει "σοφότατος άνθρωπος είναι εκείνος που, σαν τον Σω­
κράτη, συνειδητοποιεί ότι δεν ξέρει, πραγματικά, τίποτα".
«Ξέρεις, κάποτε επιχείρησα να μελετήσω τα γραπτά του Ηρά­
κλειτου του Σκοτεινού. Αυτά που κατάλαβα ήταν εκπληκτικά. Πι­
στεύω, όμως, ότι εξίσου εκπληκτικά θα ήταν και αυτά που δεν
κατάλαβα». Ο Σωκράτης χαμογέλασε με το σύντομο αστείο του.
«Ο Ηράκλειτος», συνέχισε, «είπε κάποτε ότι δεν μπορείς να πε­
ράσεις δύο φορές τον ίδιο ποταμό και σ' αυτό είχε δίκιο. Δεν μπο­
ρείς ν' αποφασίσεις με δύο τρόπους.
«Ο θεός διείσδυσε στην καρδιά σου, Ξενοφώντα, και η σοφία
που πίστευες ότι είχες, επιχειρώντας να ρωτήσεις για δεύτερη φο­
ρά το θεό, ήταν άχρηστη. Είχες ήδη αποφασίσει τι θα κάνεις, α­
νεξάρτητα από την απάντηση του μαντείου στη σκόπιμη ερώτη­
ση σου. Μην αγνοείς τον ίδιο τον εαυτό σου, ούτε να κάνεις τα ί­

112

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

δια λάθη που κάνουν άλλοι, οι οποίοι είναι τόσο απορροφημένοι
με το να ασχολούνται με τις υποθέσεις των ξένων, ώστε δεν α­
σχολούνται ποτέ διερευνητικά με τον εαυτό τους. Πήγαινε τώρα.
Έλαβες την απάντηση σου από το μαντείο και τη συζήτησες μα­
ζί μου. Ο κύβος ερρίφθη και δεν υπάρχει κάτι που να μπορώ να
σε συμβουλέψω να κάνεις, εκτός από την επιταγή του θεού τώρα
και πάντα».
Στο σημείο αυτό ο Ξενοφώντας, που κοιτούσε δύσθυμα το πά­
τωμα, σήκωσε τα μάτια στον Σωκράτη κι είδε το γέροντα να του
χαμογελά καλοσυνάτα, χωρίς ίχνος λύπης ή επιτίμησης. Δεν υ­
πήρχαν δάκρυα ούτε ίχνος δισταγμού στο πρόσωπο του κι αγκά­
λιασε τον Ξενοφώντα για μια στιγμή σαν να ήταν γιος του· ύστε­
ρα τον άφησε, χτυπώντας τον απαλά στο χέρι, σαν για να τον ξε­
προβοδίσει έξω από την πόρτα. Έπειτα στύλωσε το βλέμμα του
πάνω μου ­ήταν πιστεύω η πρώτη φορά που με είχε προσέξει­ και
με αγκάλιασε κι εμένα, αλλά καθώς με άφηνε με κοίταξε κατευ­
θείαν στα μάτια με ένα σπιθοβόλημα και είπε απαλά: «Εσύ, Θέο,
θεωρώ ότι συγκαταλέγεσαι ανάμεσα στους σοφότερους των αν­
θρώπων. Είθε οι Μοίρες να βρίσκονται στο πλευρό σου». Λαμ­
βάνοντας υπόψη τον ορισμό της σοφίας από τον Σωκράτη, δεν ή­
μουν σίγουρος αν έπρεπε να το πάρω για φιλοφρόνηση ή για προ­
σβολή, αλλά δέχτηκα με χαρά την ευχή του Σωκράτη κι ακολού­
θησα τον Ξενοφώντα έξω από τη χαμηλή πόρτα.
Ο ουρανός είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει κιόλας κι ο κρύος αέ­
ρας ήταν τσουχτερός. Η Αθήνα προσπαθούσε ακόμα ν' ανακάμ­
ψει από τη φτώχεια που έφερε ο πρόσφατος πόλεμος και η επα­
κόλουθη ειρήνη με τη Σπάρτη και υπήρχε ελάχιστη κίνηση στους
δρόμους όταν νύχτωνε. Λίγα πανδοχεία ήταν ανοιχτά και σπάνια
ακούγονταν από τα παράθυρα ήχοι χαράς, γέλιου ή γιορτής. Ο Ξε­
νοφώντας στάθηκε στο δρόμο αρκετή ώρα, παρατηρώντας το στε­
γνό χώμα να παρασύρεται στα ρείθρα, βλέποντας τα παράθυρα
των σπιτιών να σκοτεινιάζουν καθώς έπεφτε η νύχτα, αφού λίγοι
άνθρωποι στη γειτονιά του Σωκράτη είχαν την οικονομική δυνα­
τότητα ν' αγοράσουν λάδι για τους λύχνους τους. Η βρομιά και η
δυσωδία, που αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο κάθε μεγαλούπο­

ΤΟ ΜΑΝΤΕΙΟ

113

λης, δεν είχε γίνει ποτέ εμφανής στην Αθήνα· ίσως να κρυβόταν
πίσω από την ομορφιά των κτιρίων και των μνημείων που βρί­
σκονταν στις γωνιές κάθε δρόμου ή τη φυσική ζωντάνια των κα­
τοίκων που πηγαινοέρχονταν βιαστικοί για τις καθημερινές τους
ασχολίες. Το βράδυ εκείνο, πάντως, η βρομιά και η σαπίλα που
συγκεντρωνόταν στα ρείθρα και στις άκρες των πάλαι ποτέ δη­
μόσιων κτιρίων ήταν καταλυτική. Έδινε την κυρίαρχη αίσθηση
μιας πόλης που είχε ουσιαστικά εγκαταλειφθεί στα πνεύματα της,
μέχρι να επιστρέψει το φως της αυγής και να την απαλλάξει από
τα φαντάσματα της. Ο Ξενοφώντας στάθηκε και παρατήρησε το
σκοτάδι που έπεφτε και είδε το μέλλον του στην πόλη αυτή το ί­
διο ζοφερό με τις σκιές που αμείλικτα την κατέκλυζαν. Πριν από
μερικές εβδομάδες με είχε προστάξει να σημαδέψω πάνω στο
στήθος του με κόκκινο μελάνι τη θέση της καρδιάς, σε περίπτω­
ση, είπε, που θα ήταν αναγκασμένος να τη χτυπήσει με το μα­
χαίρι του για ν' αποφύγει να πέσει στα χέρια των εχθρών. Το εί­
χα πάρει στ' αστεία τότε, αν και κάπως δύσκολα παραδέχομαι, θε­
ωρώντας το τίποτα περισσότερο από ακραίους μελοδραματισμούς
εκ μέρους ενός εξαντλημένου νεαρού. Παρ' όλα αυτά είχα απο­
φασίσει να τον παρακολουθώ από κοντά και η διάθεση του από­
ψε μ' έκανε να εύχομαι να είχα αστοχήσει με το κόκκινο πινέλο
μου.
Εκείνο το βράδυ ο Ξενοφώντας θυσίασε ένα βόδι στον Δία,
στον κεντρικό ναό, και νωρίς το άλλο πρωί επιβιβαστήκαμε σ' έ­
να εμπορικό πλοίο που μετέφερε αττικά σγουρομάλλικα πρόβα­
τα με προορισμό την Έφεσο. Την ώρα που απομακρυνόμαστε
με τη βοηθητική βάρκα κοιτάξαμε πίσω κι είδαμε τον μονό­
φθαλμο γερο­Γρύλλο να έχει εμφανιστεί στην γκρίζα και μου­
σκεμένη από τη βροχή ακτή, ανοίγοντας δρόμο ανάμεσα στους
ψαράδες και τους ημίγυμνους χαμάληδες, σε μια πάρωρη προ­
σπάθεια να εμποδίσει το γιο του πριν αναχωρήσει. Καθόμαστε
στη βάρκα, παγωμένοι από τη θέα του Γρύλλου που στεκόταν με
τα πόδια βουτηγμένα ως το γόνατο στον αφρό των κυμάτων, κου­
νώντας τις γροθιές του από οργή και ξεστομίζοντας κατάρες που
ευτυχώς διαλύονταν στον αέρα από τους θεούς προτού φτάσουν

114

Η ΚΑΘΟΔΟΣ TON ΜΥΡΙΩΝ

στα αφτιά μας. Σε μια τελευταία, παιδαριώδη, μανιασμένη αντί­
δραση για την προδοσία του Ξενοφώντα, ο Γρύλλος άρχισε να
μας πετάει πέτρες που έσκαγαν άβλαβα μέσα στο νερό αρκετά κο­
ντά στο πλεούμενο μας. Ο Ξενοφώντας δεν είχε ξεκινήσει το τα­
ξίδι του προς τους Πέρσες για χάρη κανενός ανθρώπου, τουλά­
χιστον όχι για χάρη του Πρόξενου ή του Κύρου, αλλά μάλλον για
να βρει ένα δρόμο που θα τον οδηγούσε στον Δία. Αναζητώντας
όμως κάποιον αθάνατο, άφησε πίσω του άλλους, μια και δε θα ξα­
νάβλεπε τον Σωκράτη ούτε τον πατέρα του.

ΒΙΒΛΙΟ ΤΡΙΤΟ

ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ

Πλούτη έχω αφήσει εκεί πολλά όταν 'ς στην Τροίαν ήλθα·
κ' εδώθε χάλκωμα, χρυσόν και σίδερο θα πάρω
και ωραίες κόρες λάφυρα δικά μου από τον κλήρον.
ΟΜΗΡΟΣ*

* Ομήρου, Ιλιάς, ραψωδία Ι, στίχ. 364­366, μετάφραση: Ιάκ. Πολυλάς, εκδ. Ι. Γ.
Βασιλείου, Αθήνα, 1963. (Σ.τ.Ε.)

1

ϋ

ί

ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΚΡΟΥΣΗ των βογκητών και τον κρότο των αλυσίδων
των κάθιδρων σκλάβων που δούλευαν στα κουπιά, το πλοίο έφτα­
σε σκαμπανεβάζοντας στην προκυμαία της Εφέσου, το πλησιέ­
στερο λιμάνι από τις Σάρδεις, αν και βρισκόταν πάνω από πενή­
ντα μίλια μακριά. Πήρα τα μπογαλάκια μας κι ο Ξενοφώντας κι
εγώ πηδήσαμε στην αποβάθρα, χωρίς να μπούμε καν στον κόπο
ν' αποχαιρετίσουμε το βάναυσο καπετάνιο. Καταβροχθίσαμε στα
γρήγορα μερικές φέτες αχνιστό ζυμωτό ψωμί αλειμμένο με μια πι­
κάντικη σάλτσα από φακή που προμηθεύτηκα από κάποιο κοντι­
νό πωλητή κι ύστερα από κάμποσο παζάρεμα αγόρασα δύο γερά
μουλάρια Καππαδοκίας, για να μεταφέρουν εμάς και τις απο­
σκευές μας. Λες κι ήταν ο απόηχος του ταξιδιού μας για τους Δελ­
φούς, ταξιδεύαμε τρεις μέρες στη Βασιλική Οδό, το δρόμο που
καταλήγει τελικά στη βασιλική πόλη, τα Σούσα, με σπουδαιότερο
σταθμό του ταξιδιού τις Σάρδεις. Ανηφορίζοντας από τα παράλια,
ο δρόμος περνούσε από γυμνούς, κατάξερους λόφους, άγονους σαν
το γάμο της Αφροδίτης με το χωλό Ήφαιστο, για να κατηφορίσει
τελικά στην κοιλάδα του Καύστρου, προτού ακολουθήσει την α­
ριστερή όχθη του ποταμού Έρμου που μας οδήγησε ακριβώς στην
πόλη. Τα αρχικά μας σχέδια ήταν ν' αναζητήσουμε αμέσως το μέ­
ρος που βρίσκονταν τα στρατεύματα του Κύρου, αλλά τα αξιοθέ­
ατα αυτής της ανατολίτικης μητρόπολης, της μεγαλύτερης πόλης
που είχαμε ποτέ δει, ήταν τόσο ελκυστικά, ώστε αποφασίσαμε να
βρούμε ένα κατάλληλο πανδοχείο και να περάσουμε μια δυο μέ­
ρες περιοδεύοντας, προτού πάμε να συναντήσουμε τον Πρόξενο.
Οι Σάρδεις δε μας απογοήτευσαν. Περιτριγυρισμένη από εύ­
φορους αμπελώνες και χωράφια, μέσα από τα οποία περάσαμε

118

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

ο Ξενοφώντας κι εγώ, καθώς προχωρούσαμε έφιπποι, υψωνόταν
η παλιά πόλη, δεσπόζοντας στην επίπεδη πεδιάδα, με ένα γερό,
λιθόκτιστο φρούριο με ξεχαρβαλωμένους πυργίσκους που ανέ­
βαιναν ψηλά στον ουρανό. Οι πολύβουες αγορές της, οι μεθυστι­
κές μυρουδιές των μπαχαρικών και των αφεψημάτων από βοτά­
νια που πουλιούνταν σε κάθε γωνιά και το πυκνό πλήθος πολιτών
απ' όλα τα κράτη του κόσμου μού θύμισαν την Αθήνα των παιδι­
κών μου χρόνων, πριν από την καταστροφή που έφερε την ένδεια
της. Είχα πολύ καιρό να ευχαριστηθώ τις απολαύσεις μιας ευη­
μερούσας, αισιόδοξης πόλης, ώστε ακόμα κι όταν ήμαστε μόνοι
στα δωμάτια μας, ακούγοντας τους πνιχτούς ήχους από το δρό­
μο, γέμιζα ζωντάνια από τις προοπτικές που με περίμεναν ακρι­
βώς έξω από την πόρτα.
Τριακόσια περίπου χρόνια πριν οι Σάρδεις, μεγάλη πόλη από
τότε, είχε κατακλυστεί από ορδές χλομών βαρβάρων που είχαν
κατέβει αμέτρητοι από το βορρά σαν αγέλες λιμασμένων λύκων,
λεηλατώντας όλα τα πλούτη και αναμειγνύοντας το άγριο βαρβα­
ρικό τους αίμα με αυτό των εκλεπτυσμένων και ευαίσθητων ντό­
πιων κατοίκων. Λέγεται ότι σκοτώθηκαν τόσοι πολλοί άντρες και
γυναίκες κατά τη διάρκεια της κτηνώδους βαρβαρικής επιδρο­
μής στην πόλη, ώστε, όταν το μακελειό πήρε τέλος, χιλιάδες παι­
διά έμειναν να τριγυρίζουν στους δρόμους θρηνώντας, άστεγα. Οι
γόνοι της βασιλικής οικογένειας ανακατεύτηκαν με αυτούς των
ταπεινών βουκόλων και η ταυτότητα των παιδιών χάθηκε, συνο­
δεύοντας την απώλεια των ρούχων και των τρόπων συμπεριφο­
ράς, καθώς στριμώχνονταν για αποφάγια στα ρείθρα των δρό­
μων. Κατέληξαν, τελικά, ότι κανένα δεν μπορούσε ν' αποδείξει
την καταγωγή του με βεβαιότητα, μια και κάθε παιδί ισχυριζόταν
ότι είχε πατέρα το βασιλιά, κι έτσι απλώς τα αράδιασαν στην α­
γορά, όπως τόσα άλλα αντικείμενα, και τα δημοπράτησαν στον πιο
δυνατό πλειοδότη, σαν σκλάβους των βαρβάρων ή για υιοθεσία α­
πό τους επιζώντες ενήλικους κατοίκους των Σάρδεων. Από εκείνη
την εποχή, κάθε μωρό μαρκαριζόταν αμέσως μετά τη γέννηση
του με ένα μικροσκοπικό, διακριτικό τατουάζ συνήθως στην επι­
δερμίδα του σβέρκου, εκεί που τελειώνουν οι ρίζες των μαλλιών,

ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ

119

και το οποίο απεικόνιζε ένα αναγνωρίσιμο οικογενειακό σύμβολο,
όπως για παράδειγμα ένα ζώο ή ένα γράμμα. Καθώς περπατού­
σαμε στους δρόμους, διασκέδαζα παρατηρώντας αυτά τα μικρά
σύμβολα πάνω στα μωρά που έκαναν τη βόλτα τους σε κούνιες πε­
ρασμένες στην πλάτη των νταντάδων τους, με τα απαλά, άτριχα κε­
φαλάκια τους γερμένα μπροστά και παραδομένα στον ύπνο.
Όταν ήρθε στην εξουσία ο Κροίσος, για τον οποίο λεγόταν ό­
τι είχε τόσο χρυσάφι όσο κι ο Μίδας, αλλά τον είχαν καταραστεί
οι θεοί, οι Σάρδεις ανακαινίστηκαν κι έγιναν ακόμα πιο πλούσιες
από ό,τι στο παρελθόν. Τον περασμένο αιώνα οι Σάρδεις, όπως και
η υπόλοιπη Μικρά Ασία, πέρασαν στην εξουσία των Περσών και
παρά την κατά καιρούς σκληρή διακυβέρνηση από τους σατρά­
πες και τους διαδόχους του Μεγάλου Βασιλιά, ο τελευταίος από
τους οποίους ήταν ο νεαρός Κύρος, η πόλη εξακολούθησε με τα
χρόνια να ευημερεί.
Από τις Σάρδεις ήταν που εξαπέλυσαν τις εκστρατείες τους ο
Δαρείος και ο Ξέρξης εναντίον της Ελλάδας, σχεδόν εκατό χρό­
νια νωρίτερα· του πρώτου κατέληξε με ήττα στο Μαραθώνα, του
δεύτερου καθυστέρησε μοιραία από τους Σπαρτιάτες στις Θερ­
μοπύλες. Από εδώ διατάχθηκαν και σχεδιάστηκαν φημισμένες
μάχες της ελληνικής ιστορίας και από την περιοχή κυρίως των
Σάρδεων είχαν αποσπαστεί στρατιώτες και στους τρεις ιωνικούς
πολέμους και είχαν κάνει εδώ τον τελευταίο τους σταθμό πριν ξε­
κινήσουν τις επιδρομές αντιποίνων εναντίον της Αθήνας. Τριγυ­
ρίζαμε στις βιβλιοθήκες και τα μνημεία της πόλης τη μέρα, στις
ταβέρνες και τα θέατρα το βράδυ και προτού συνειδητοποιήσω
πόσο γρήγορα πέρασε ο καιρός, ο Ξενοφώντας παρατήρησε ότι
είχαμε σπαταλήσει τρεις εβδομάδες και σημαντικό μέρος από τα
όλο και λιγότερα αποθέματα μας σε άργυρο.
Μαζέψαμε τα πράγματα μας την άλλη μέρα, παίρνοντας πί­
σω τα μουλάρια μας από τη μάντρα που τα είχαν κρατήσει, και
δύο ώρες μετά την αναχώρηση μας από την πόλη είδαμε τις πρώ­
τες περιφραγμένες περιοχές του στρατού, όπου φυλάσσονταν χι­
λιάδες υποζύγια με τις ζωοτροφές τους, κι ύστερα ολόκληρα χι­
λιόμετρα από στρατιωτικές σκηνές παραταγμένες τακτικά, οι πε­

120

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

ρισσότερες από δέρμα, ορισμένες από φτηνότερο αλλά πιο αν­
θεκτικό παρ' όλα αυτά καραβόπανο, που συνηθιζόταν όλο και πε­
ρισσότερο στο στρατό. Ο αριθμός των στρατευμάτων που είχαν
συγκεντρωθεί στην πεδιάδα ήταν εξαιρετικά μεγάλος. Ο Πρόξε­
νος έγραφε στο γράμμα του ότι ο Κύρος συγκέντρωνε δύναμη που
θα στηριζόταν σε Έλληνες μισθοφόρους για να καταστείλει εξέ­
γερση των κατοίκων της Πισιδίας, αλλά οι κάτοικοι της Πισιδίας
ήταν καθυστερημένη και βαρβαρική φυλή και σίγουρα η ανα­
τροπή τους δεν απαιτούσε τον ογκώδη στρατό που είδαμε συγκε­
ντρωμένο εδώ μπροστά μας. Δεν ήταν η αλητοσυμμορία γερα­
σμένων Σπαρτιατών μισθοφόρων και οι κακομοιριασμένοι Πέρ­
σες δούλοι­στρατιώτες που περιμέναμε να δούμε. Ένα ακαθόρι­
στο συναίσθημα έντασης και ανησυχίας ένιωσα να επιδρά αργά
και βαριά στο στομάχι μου, καθώς διατρέχαμε έφιπποι το στρα­
τόπεδο, τριγυρισμένοι από παντού από βαριά οπλισμένους, γε­
νειοφόρους Πέρσες στρατιώτες που δε νοιάζονταν καν να κρύ­
ψουν τις εχθρικές ματιές που μας έριχναν στο διάβα μας.
Ο Ξενοφώντας ρώτησε τον πρώτο αξιωματικό που είδε πού
βρισκόταν ο Πρόξενος από τη Βοιωτία. Κοίταξε τα σκονισμένα
μας ρούχα αποτιμώντας ειλικρινά τις προθέσεις μας και μας κα­
τεύθυνε επιφυλακτικά προς το κέντρο του στρατοπέδου, στο γε­
νικό στρατηγείο. Στριφογυρίζαμε μια ώρα μέσα από στενά δρο­
μάκια γεμάτα σκηνές και πυκνό πλήθος στρατιωτών, σε ένα στρα­
τόπεδο που ήταν σχεδόν μια ανεξάρτητη και πλούσια πόλη, σαν
τις Σάρδεις, με τις αγορές του, τις ταβέρνες, τα λουτρά και τις πε­
ριοχές για κατοικίες. Τελικά μας σταμάτησαν δύο τεράστιοι Αι­
θίοπες φρουροί που φορούσαν χιτώνες από δέρμα λεοπάρδαλης
και κρατούσαν τρίμετρα ακόντια και μας πληροφόρησαν σε σπα­
στά ελληνικά ότι δεν μπορούσαμε να περάσουμε στην περιοχή του
Κύρου χωρίς την άδεια του.
Ο Ξενοφώντας ζήτησε τον Πρόξενο κι αυτοί μας έδειξαν ένα
δρομάκι με σκηνές εκεί κοντά, που αργότερα κατάλαβα ότι ήταν
το ελληνικό αρχηγείο, και ο πρώτος αξιωματικός που συναντή­
σαμε στην πρώτη σκηνή ήταν ο Πρόξενος.
Αν τον είχα συναντήσει τυχαία στο δρόμο, δε θα τον αναγνώρι­

ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ

121

ζα ποτέ, αλλά όταν έκλεισε σφιχτά στην αγκαλιά του τον Ξενοφώ­
ντα με εκείνο το γνωστό αρκουδίσιο σφίξιμο και άστραψε σε μένα
το γνωστό σαρκαστικό του γέλιο, κατάλαβα ότι εξακολουθούσε να
είναι, κατά βάθος, ο Πρόξενος που ξέραμε πριν από χρόνια.
«Ξενοφώντα», φώναξε χαρούμενα και έγνεψε σε μερικούς α­
πό τους αρχηγούς του να πλησιάσουν για να μας γνωρίσουν. «Άρχι­
σες να ξυρίζεσαι; Μα τους θεούς, τι πλάτες είναι αυτές! Κύριοι»,
είπε στους συγκεντρωμένους συναδέλφους του, «αυτός ο καλο­
φτιαγμένος διαβολάκος είναι ο ξάδερφος για τον οποίο σας μι­
λούσα. Τον ντάντευα στην Αθήνα πριν από χρόνια όταν χρειαζό­
ταν ακόμα να σκουπίζει τη μύτη του ­ και για κοιτάξτε τον τώρα,
έχει γίνει σωστός άντρας!» Οι άντρες γέλασαν εύθυμα, μια και
πραγματικά ο Ξενοφώντας είχε μεγαλώσει πολύ από την τελευ­
ταία φορά που τον είχε δει ο Πρόξενος. Τώρα τον περνούσε μι­
σό κεφάλι κι ήταν καμιά δεκαριά κιλά βαρύτερος από τον παι­
δικό του φίλο. Ο Πρόξενος, αντίθετα, έμοιαζε πολύ πιο κοντός α­
πό ό,τι τον θυμόμουν, ή ίσως η εντύπωση που είχα στο μυαλό μου
για την ανάπτυξη του απλώς δε συμβάδιζε με τη σωματική του διά­
πλαση, αλλά τα χρόνια που πέρασε μαχόμενος με τους Σπαρτιά­
τες τον είχαν μεταβάλει σε έναν καχύποπτο, σκληροτράχηλο στρα­
τιώτη, μαυριδερό και σημαδεμένο, και, προς μεγάλη μου έκπλη­
ξη, στρατηγό ενός εμπειροπόλεμου στρατεύματος δύο χιλιάδων
απόλυτα αφοσιωμένων αντρών, τους οποίους είχε στρατολογήσει
αρχικά από την πρώην ταξιαρχία του στον πόλεμο με την Σπάρ­
τη ­ χίλιοι πεντακόσιοι οπλίτες με τους συνοδούς τους κι ένα βοη­
θητικό σώμα πεντακοσίων ελαφρά οπλισμένων που τον θεωρού­
σαν όλοι τους, αδιαμφισβήτητα, αρχηγό τους.
Ο Ξενοφώντας γέλασε ευχαριστημένος, έλυσε το λουρί που
συγκρατούσε τις αποσκευές του πάνω στο μουλάρι και πέταξε το
βαρύ μπόγο στον Πρόξενο που προσποιήθηκε ότι παραπατάει
από το βάρος. «Ευχαριστώ για το θερμό καλωσόρισμα, ξάδελ­
φε», είπε κοιτώντας τις σκηνές που τον περιέβαλλαν. «Οι συνθή­
κες είναι κομματάκι άθλιες, αλλά είμαι βέβαιος ότι θα τις διορ­
θώσεις. Στο μεταξύ, πού είναι τα διαμερίσματα μου, παρακαλώ;»
Ο Πρόξενος προσποιήθηκε άτι προσβλήθηκε και πέταξε επι­

122

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

δεικτικά καταγής το σάκο, αλλά μετά γέλασε εύθυμα και χτύπη­
σε στην πλάτη τον Ξενοφώντα. «Είσαι στ' αλήθεια ευπρόσδεκτος,
ξάδερφε, κι εσύ, Θέο Γίγαντα», είπε απευθυνόμενος σε μένα. «Νό­
μιζα ότι μόνο ο Ξενοφώντας είχε μεγαλώσει, αλλά, μα τους θεούς,
θα απευχόμουν ν' αντιμετωπίσω μια στρατιά από Συρακούσιους,
αν ήταν όλοι τους σαν κι εσένα!» Ύστερα, μιλώντας σοβαρά στους
φίλους του είπε: «Ξέρω τον Ξενοφώντα από μικρό παιδί και πα­
ρακολουθούσα τη στρατιωτική του καριέρα για χρόνια. Μπορώ
να πω με περηφάνια ότι είναι ένας από τους καλυτέρους αξιω­
ματικούς του ιππικού που απολύθηκαν ποτέ από το στρατό της
Αθήνας και σήμερα είναι κολακευτικό να έχεις απολυθεί από αυ­
τούς τους χοντροκέφαλους που είναι τώρα στα πράγματα εκεί πέ­
ρα. Καλώς όρισες στην εκστρατεία μας, Ξενοφώντα, ο πρίγκιπας
θα ευχαριστηθεί πολύ».
Στο σημείο αυτό οι άντρες γέλασαν ακόμα πιο δυνατά, αφή­
νοντας κατάπληκτο τον Πρόξενο που προσπαθούσε να κάνει ε­
πίσημες συστάσεις για το φίλο του. Η ειρωνεία, όμως, σύντομα
έγινε ολοφάνερη, όταν κοίταξε πίσω από τον Ξενοφώντα, τον ο­
ποίο μόλις πριν από λίγο είχε παρουσιάσει ως εξαιρετικό αξιω­
ματικό του ιππικού, και είδε το ζώο με το οποίο είχε μόλις φτά­
σει ­ το σκονισμένο μουλάρι που τρέκλιζε και προσπαθούσε ε­
κείνη ακριβώς τη στιγμή να ξεστυλώσει και να μασουλήσει ένα
λουρί της σκηνής. Ο Πρόξενος γέλασε σαρκαστικά. «Ελάτε μαζί
μου», είπε. «Μπορείτε να πλυθείτε και να ξεκουραστείτε από το
ταξίδι σας. Πρέπει να συζητήσω κάποια πράγματα με τους στρα­
τιώτες μου απόψε, αλλά θα θυμηθούμε τα παλιά αύριο». Μας ο­
δήγησε στα λουτρά των αξιωματικών, γεγονός σημαντικό, που
άρμοζε στο στρατό του σατράπη των Σάρδεων, όπου περάσαμε
το υπόλοιπο απόγευμα με μπάνιο και ύπνο, ώσπου ένας από τους
έμπιστους αξιωματικούς του Πρόξενου κατέφθασε για να μας ο­
δηγήσει στη σκηνή που μας είχαν παραχωρήσει.
Την επομένη ο Πρόξενος μάς έκανε μια ξενάγηση στο τερά­
στιο στρατόπεδο και μας εξήγησε το ρόλο του στο στρατό. Είχε υ­
πηρετήσει δραστικότατα τη Βοιωτία στη διάρκεια του πολέμου
και φημιζόταν ιδιαίτερα για την επιδεξιότητα του στην κατασκευή

ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ

123

και χρήση της βοιωτικής στρατιωτικής μηχανής. Αυτή ήταν φτιαγ­
μένη από ένα μακρύ ίσιο κούτσουρο, σκισμένο κατά μήκος στα
δύο. Τα δύο μισά είχαν σκαφτεί προσεκτικά και επενδυθεί με σί­
δερο και κασσίτερο και στη συνέχεια είχαν ξαναενωθεί, σχηματί­
ζοντας έναν κούφιο σωλήνα. Ένα τεράστιο φυσερό ήταν προ­
σαρμοσμένο στο κάτω άκρο και ένας μεγάλος σιδερένιος λέβητας
που περιείχε ένα εκρηκτικό μείγμα από θειάφι και πίσσα κρεμό­
ταν στο μπροστινό. Η όλη κατασκευή ήταν ανεβασμένη πάνω σε
ένα κάρο σκεπασμένο με ένα χοντρό ξύλινο στέγαστρο για να προ­
στατεύει τους οδηγούς από τα εχθρικά τόξα και βλήματα και όταν
το έφερναν αρκετά κοντά στο αντίπαλο στράτευμα ή το οχυρό, το
φυσερό έμπαινε σε λειτουργία, διοχετεύοντας ένα ρεύμα αέρα μέ­
σα από το μακρύ σωλήνα και μέχρι το φλεγόμενο καζάνι στο άλ­
λο άκρο, εκτοξεύοντας πάνω στο στόχο μια φονική, καυτή φλόγα.
Ο Ξενοφώντας κι εγώ κοιταχτήκαμε με νόημα. Αυτός ήταν λοιπόν
ο Δράκος που είχε χρησιμοποιήσει ο Θρασύβουλος με τόσο φο­
νικά αποτελέσματα εναντίον μας στη Φυλή. Μετά την αρχική της
χρήση στη διάρκεια του πολέμου, ο Πρόξενος είχε καταφέρει να
κάνει αναρίθμητες βελτιώσεις στο σχέδιο της μηχανής, αυξάνοντας
την αποτελεσματικότητα της ­ είχε δημιουργήσει ακόμα και φο­
ρητά μοντέλα που μπορούσαν να μεταφερθούν σε μια εκστρατεία
και τώρα αδημονούσε να μας κάνει μια επίσημη επίδειξη.
Διανύσαμε έφιπποι αρκετά χιλιόμετρα έξω από το στρατόπε­
δο και φτάσαμε σε ένα γυμνό τοπίο που χρησιμοποιούσε ο Πρό­
ξενος για τις δοκιμές των μηχανών του, μακριά από τα βλέμμα­
τα και τα σχόλια των άλλων στρατευμάτων και των περίεργων πο­
λιτών. Εκεί ένα επίλεκτο σώμα τριάντα αντρών ήταν υπεύθυνο
για τη συντήρηση και την πυροδότηση των μηχανών, η τελευταία
παραλλαγή των οποίων περιλάμβανε ένα βαρέλι ύψους έξι περί­
που μέτρων και διαμέτρου τριάντα εκατοστών. Το κύλησαν στην
άκρη του στρατοπέδου, όπου είχε στηθεί ένα εκπαιδευτικό οχυ­
ρό, ομοίωμα εχθρικού φρουρίου ή οχυρού. Σύμφωνα με τους υ­
πολογισμούς του Πρόξενου, τα φυσερά είχαν σφηνωθεί επιδέξια
και ο λέβητας κρεμόταν και μόλις τοποθέτησαν ένα ξύλινο πώμα
στο μπροστινό άκρο, τα φυσερά εκτόξευσαν δεκάδες ριπές αέρα

124

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

μέσα στο κούτσουρο για να δημιουργήσουν πίεση αέρα. Όταν η
πίεση είχε αναπτυχθεί ικανοποιητικά, πετάχτηκε το πώμα και
καθώς ο πιεσμένος αέρας χύθηκε προς τα έξω, ένας τρομακτικός
ποταμός φλόγας εκσφενδονίστηκε χίλια διακόσια μέτρα μακριά
στο πεδίο μέχρι το οχυρό, κατακαίγοντάς το αυτομάτως και κα­
ψαλίζοντας τα χόρτα στο πέρασμα του πάνω από τη γυμνή γη.
Ο Πρόξενος μειδίασε ειρωνικά. «Πώς το βλέπετε;»
Είχα μείνει κατάπληκτος όπως και την πρώτη φορά, στη Φυ­
λή. Με τρεις ή τέσσερις σωστά εκπαιδευμένους και εξοπλισμένους
άντρες να το χειρίζονται σε μάχη εκ του συστάδην, η μηχανή εί­
χε την καταστροφική δύναμη τριάντα αντρών.
Ο Ξενοφώντας, πάντως, παρέμεινε συλλογισμένος. «Μα ο πό­
λεμος έχει τελειώσει. Τι σκοπεύεις να κάνεις μ' αυτό ­ και με τους
δύο χιλιάδες άντρες σου; Σίγουρα ο Κύρος δε χρειάζεται όλους
τους Έλληνες σου αλλά και τους χιλιάδες των ντόπιων στρατιω­
τών του για να καταπνίξει απλώς μια τοπική εξέγερση».
«Αυτή είναι απλώς η αρχή», απάντησε ο Πρόξενος παρακά­
μπτοντας την ερώτηση. «Με έξι τέτοιες μηχανές­Δράκους, καμιά ε­
χθρική δύναμη δε θα μπορεί να κρυφτεί από τους οπλίτες μου πίσω
από ασπίδες ή οχυρά, ειδικά αφού θα έχει καμφθεί κάπως από τους
σκοπευτές. Όσο για τον πόλεμο, δεν πιστεύω να νομίζεις ότι σε κου­
βάλησα τόσο δρόμο για να σου κάνω απλώς μια επίδειξη!»
Καθώς παρακολουθούσαμε τις ασκήσεις, ο Ξενοφώντας τον
πίεσε για περισσότερες λεπτομέρειες.
«Ο πρίγκιπας Κύρος προσέλαβε τους στρατιώτες μου για ν'
αντιμετωπίσει τους Πισίδες που λεηλατούν τις δυτικές περιοχές
της επαρχίας του. Και δεν είμαστε οι μόνοι Έλληνες που προ­
σέλαβε. Ο Ξενίας βρίσκεται ήδη εδώ με άλλους τέσσερις χιλιά­
δες πολεμιστές και ο Σοφαίνετος, ο Σωκράτης ο Αχαιός και ο
Πασίωνας φτάνουν σύντομα με λίγες χιλιάδες ακόμα.* Ο "πό­

* Ο Ξενίας, ο Σωκράτης ο Αχαιός και ο Πασίωνας ήταν πλούσιοι τραπεζίτες της
Αθήνας. Ο Σοφαίνετος ήταν στρατηγός από τη Στύμφαλο, φίλος του Κύρου του
Νεότερου, και μετείχε στην εκστρατεία επικεφαλής χιλίων Αρκάδων. Έγραψε,
κατά τον Στέφανο Βυζάντιο, έργο με τίτλο Κύρου Ανάβασις. (Σ.τ.Μ.)

ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ

125

λεμος με τη Σπάρτη", όπως τον αποκαλείς, δεν κατάφερε παρά
να μας αποδυναμώσει και να καταστρέψει τα ήθη μας ­ και η
συμμαχία μας νίκησε! Δεν μπορώ να φανταστώ το αποτέλεσμα
που είχε σ' εσάς τους Αθηναίους. Βαδίζοντας, όμως, ενάντια
στους Πισίδες, με τον Κύρο και τους Πέρσες του με το μέρος
μας, εμείς οι Έλληνες θα έχουμε την ευκαιρία να παραμερί­
σουμε την παλιά μας έχθρα και ν' ανακτήσουμε την τιμή μας ­
και, επιπλέον, θα γεμίσουμε την τσέπη μας με λεφτά». Ο Πρό­
ξενος μάς έκλεισε το μάτι και κοίταξε τα μουλάρια μας. «Τι λες;
Έτσι θα είχες τη δυνατότητα να πάρεις καινούριο άλογο και ο
Θέο, ο Γίγαντας από εδώ, δε θα είχε πιθανόν καμιά αντίρρηση
να βουτήξει κάνα δυο Σύριες χορεύτριες. Και να είσαι σίγουρος
ότι θα κάνω τις πρέπουσες συστάσεις στον Κύρο, αν βρίσκεσαι
κοντά μου».
Ο Ξενοφώντας σούφρωσε σκεφτικός τα χείλη του και κοίταξε
τους βλοσυρούς, σφιχτοδεμένους Βοιωτούς του Πρόξενου που
χειρίζονταν με επιδεξιότητα τις μηχανές τους. Ατένισε τους χα­
μηλούς λόφους μακριά στο βάθος, απ' όπου είχαμε φτάσει εκεί­
νο το πρωί, τις ψηλότερες πλαγιές κρυμμένες πίσω από τη σκό­
νη που σήκωναν χιλιάδες βόδια, άλογα και αιγοπρόβατα, τις πιο
χαμηλές να κυματίζουν απαλά μαυρισμένες από τις δεκάδες χι­
λιάδες σκηνές του πολυπληθούς στρατού. Το ολέθριο δυναμικό
της απέραντης παράταξης των στρατευμάτων προκαλούσε ρίγος.
Ο Κύρος είχε συγκεντρώσει μια τεράστια δύναμη μισθοφόρων
που αποτελούνταν από εμπειροπόλεμους και πολεμοχαρείς βε­
τεράνους και προετοιμαζόταν για τη δόξα.

Καθώς καλπάζαμε προς το στρατόπεδο μέσα στην τρομερή ζέ­
στη, τόσο διαφορετική από την υγρή ψύχρα της Αθήνας τη μέρα
της αναχώρησης μας, ο Ξενοφώντας ρώτησε τον Πρόξενο πιο συ­
γκεκριμένα για τις προθέσεις του πρίγκιπα.
«Όπως αποδεικνύεται», είπε ο Πρόξενος, «ο Κύρος διαθέτει
ένα όπλο που εξευτελίζει ακόμα και τις δικές μου μηχανές. Ήξε­
ρες ότι προσέλαβε τον Κλέαρχο;»

126

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

Ο Ξενοφώντας έδειξε έκπληκτος. «Τον Κλέαρχο, το στρατη­
γό της Σπάρτης; Έμαθα ότι η Γερουσία της Σπάρτης τον κατα­
δίκασε σε θάνατο».
«Φαίνεται ότι ο Κύρος τον αποκατέστησε», είπε ξερά ο Πρό­
ξενος.
«Βρίσκεται τώρα στο στρατόπεδο του Κύρου;»
«Όχι, συγκεντρώνει συμπληρωματικά στρατεύματα στα ανα­
τολικά».
Παρατήρησαν τότε το σάστισμά μου και ο Πρόξενος προ­
σφέρθηκε να μου δώσει επιπλέον πληροφορίες γι' αυτό το μυ­
στήριο άνθρωπο.
«Ο Κλέαρχος είναι ένας εξόριστος Σπαρτιάτης στρατηγός που
θαυμάζει πολύ ο Κύρος για τις στρατιωτικές του ικανότητες. Εί­
ναι ιδιοφυΐα στα στρατιωτικά αλλά και ο μεγαλύτερος κόπανος
στο στρατό. Θα το καταλάβεις όταν τον γνωρίσεις. Σωματικά εί­
ναι ένας γίγαντας, μεγαλύτερος κι από εσένα, Θέο, και έχει πά­
ντα κακή διάθεση. Περνάει όλο του τον καιρό στο στρατόπεδο κα­
τασκοπεύοντας κι ευχαριστιέται να τιμωρεί παραβάσεις της στρα­
τιωτικής πειθαρχίας. Μοιάζει με διάβολο και μυρίζει ακόμα χει­
ρότερα ­ μασουλάει ολόκληρα κεφάλια σκόρδο σαν σταφύλια
και οι τσέπες του είναι πάντα γεμάτες από αυτά. "Καθαρίζουν το
κεφάλι και σε προφυλάνε από την πανούκλα", λέει και η μπόχα
της αναπνοής του αλλάζει τον αέρα γύρω του. Πριν από τη μά­
χη, περνάει μισή μέρα πλέκοντας και αλείβοντας με λάδι τα μαλ­
λιά του που κρέμονται ως τη μέση της πλάτης του. Δε θα ισχυρι­
ζόμουν ότι βελτιώνουν κάπως την εμφάνιση του, παρόλη την πε­
ριποίηση που τους κάνει».
«Ο πόλεμος δεν είναι καλλιστεία», μάλωσε τον ξάδερφο του ο
Ξενοφώντας. «Δε μ' ενδιαφέρει αν μοιάζει με Κύκλωπα, αφού
τρομοκρατεί τον εχθρό».
«Δε χρειάζεται ν' ανησυχείς γι' αυτό», συνέχισε ο Πρόξενος. «Οι
εχθροί θα τα κάνουν πάνω τους, αν τους πλησιάσει σε απόσταση
εκατό μέτρων, ειδικά αν φυσάει κόντρα ο άνεμος. Τόσο απο­
κρουστικός που είναι, δεν υπάρχει άνθρωπος πάνω στη γη πιο ι­
κανός απ' αυτόν στη μάχη».

ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ

127

Προχώρησε σωπαίνοντας για λίγα λεπτά.
«Πιστεύεις ότι μου αρέσει ο πόλεμος», συνέχισε, «επειδή μπή­
κα στη υπηρεσία του Κύρου χωρίς να κάνω ένα διάλειμμα, αφό­
του η Αθήνα έκανε ειρήνη με τη Σπάρτη. Ο Κλέαρχος, λοιπόν, πά­
ει από πόλεμο σε πόλεμο τα τελευταία τριάντα χρόνια. Ο άν­
θρωπος δεν μπορεί να ζήσει δίχως πόλεμο. Τρώει και κοιμάται
με τον πόλεμο. Οι άντρες του τον τρέμουν, αλλά τον ακολουθούν
τυφλά και τον υπερασπίζονται μέχρι θανάτου όταν ακούσουν σχό­
λια από άσχετους, γι' αυτό πρόσεχε τι λες γι' αυτόν μπροστά σε
άλλους. Θα έπρεπε να ευχαριστείς τους θεούς που θα βρίσκεσαι
κάτω από τις διαταγές μου... ο Κλέαρχος κι οι αξιωματούχοι του
αρνούνται να χρησιμοποιήσουν ακόμα και σκηνές. Κοιμούνται
στο ύπαιθρο και με το χειρότερο καιρό, τρέφονται με μπαγιάτι­
κο ψωμί κι εκείνο τον αηδιαστικό σπαρτιάτικο "μέλανα ζωμό"
και περιφρονούν τις γυναίκες, είτε είναι πόρνες του στρατοπέδου
είτε σύζυγοι τους. Οι άντρες του χρησιμοποιούν τις ασπίδες τους
για μαξιλάρια και κοιμούνται μαζί με τα ακόντιά τους, ενώ βο­
λεύονται ο ένας πάνω στον άλλο. Τον ρώτησα κάποτε γι' αυτό, πι­
στεύοντας ότι υπέβαλλε τον εαυτό του σε κακουχίες απλώς για ε­
πίδειξη, για να διατηρήσει εκείνο το ανυπόφορο σπαρτιάτικο
προσωπείο. Στο κάτω κάτω είναι ο αρχιστράτηγος του Κύρου.
Δεν είναι ανάγκη να κοιμάται πάνω στο χώμα. Κι αυτός είπε κο­
ροϊδευτικά: "Σκατά! Κάθε κουτσός νεροκουβαλητής που του κρα­
τάει κακία και κάθε κοκότα του χαρεμιού που ενοχλήθηκε από
τον Κύρο επειδή κοιμήθηκε με κάποια άλλη κοκότα του χαρεμιού
ξέρει πού θα τον βρει τη νύχτα. Να γιατί ο Κύρος έχει ανάγκη α­
πό τριάντα φρουρούς γύρω από τη σκηνή του. Και ποιος έχει ε­
μπιστοσύνη στους φρουρούς; Ευχαριστώ, να μου λείπει, θα κοι­
μάμαι στο χώμα"».
«Και πώς ο Κλέαρχος γνωρίστηκε με τον πρίγκιπα;» τον διέ­
κοψε ο Ξενοφώντας. «Από όσα λες είναι οι πιο διαφορετικοί άν­
θρωποι πάνω στη γη».
«Είναι κάπως περίπλοκο. Πιστέψτε με, δεν υπάρχει αγάπη α­
νάμεσα σ' αυτούς τους δύο, εκμεταλλεύονται ο ένας τον άλλο για
τους σκοπούς τους. Ο Κλέαρχος προσέγγισε τον πρίγκιπα πριν α­

128

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

πό ένα χρόνο, τον ίδιο περίπου καιρό με μένα. Αναζητούσε κά­
ποιο προστάτη κι ο Κύρος γνώριζε ότι ήταν εξαιρετικός πολεμι­
στής, και το πιο σημαντικό ότι ήταν φυγόδικος ­ δεν υπήρχε κα­
μιά περίπτωση να λιγοψυχήσει και να γυρίσει στην πατρίδα του
τη Σπάρτη, να δει τη μητέρα του, αν δυσκόλευαν τα πράγματα.
Ο Κύρος του έδωσε δέκα χιλιάδες δαρεικούς» ­εδώ και ο Ξενο­
φώντας κι εγώ μείναμε με ανοιχτό το στόμα, μια κι επρόκειτο για
τεράστια περιουσία­ «για να στρατολογήσει μισθοφορικό στρα­
τό και ο Κλέαρχος δεν ξόδεψε ούτε ελάχιστα για τον εαυτό του,
αν και τον πρίγκιπα δε θα τον πολυένοιαζε αν το είχε κάνει. Όταν
μαθεύτηκε ότι πληρώνει καλά λεφτά για βετεράνους στρατιώτες,
άρχισαν να καταφθάνουν κατά κύματα από κάθε γωνιά του ελ­
ληνικού κόσμου νεοσύλλεκτοι ­ κάθε εξόριστος, απογοητευμέ­
νος, ατιμασμένος, σκληροτράχηλος Έλληνας βετεράνος που ήθελε
ένα καινούριο ξεκίνημα στη ζωή του απευθύνθηκε στον Κλέαρ­
χο. Επέλεξε την αφρόκρεμα αυτών των αντρών, τους πλήρωσε
προκαταβολικά κι εκπαίδευσε ένα στρατό για να καθυποτάξει, υ­
ποτίθεται, τους Θράκες, που είχαν λεηλατήσει τις πόλεις του Κύ­
ρου στα βορειοδυτικά. Η Γερουσία της Σπάρτης τον καταδίκασε
σε θάνατο, επειδή επιδίωκε έναν αθέμιτο πόλεμο, παραβαίνο­
ντας τις εντολές της ­ στη Σπάρτη αυτή η κατηγορία ισοδυνα­
μούσε με προδοσία. Ο Κλέαρχος δεν έδωσε καμιά σημασία. Εί­
ναι σαν λαγωνικό που ορμάει σε έναν κάπρο. Είναι ανίκανος να
σταματήσει να κάνει πόλεμο και η Σπάρτη δεν έχει πια πολλούς
πολέμους να διεξαγάγει ώστε να τον κρατήσει απασχολημένο.
»Εν πάση περιπτώσει, είδατε ήδη ορισμένα από τα στρατεύ­
ματά του. Τους εφοδίασε όλους με καινούρια μπρούντζινα κρά­
νη με λοφία από αλογοουρές και πορφυρούς χιτώνες ­ μοιάζουν
όλοι με ευγενείς Σπαρτιάτες. Τους εξόπλισε μ' εκείνα τα απαίσια
μικρά ξίφη, καινούριες μπρούντζινες ασπίδες και θώρακες και
κουβάλησε μερικούς εκπαιδευτές από τη Σπάρτη για να τους εκ­
παιδεύσουν. Παραλίγο να τους ξεκάνουν οι καταραμένοι και μι­
σοί από τους άντρες απορρίφθηκαν ως ανίκανοι για στρατιωτική
υπηρεσία. Μέσα σε έξι μήνες, όμως, ο Κλέαρχος είχε μεταμορ­
φώσει όσους απέμειναν στον ισχυρότερο μόνιμο στρατό του ελ­

ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ

129

ληνικού κόσμου πλην των Λακεδαιμονίων και να είστε σίγουροι
ότι ο νεαρός Κύρος είναι ευχαριστημένος. Απ' όπου περνούν οι
στρατιώτες ο κόσμος πέφτει στα γόνατα και τους αποκαλεί
"Έλληνες του Κύρου". Οι Έλληνες του Κύρου, λοιπόν, ακόνισαν
την κόψη των σπαθιών τους καταστρέφοντας τους Θράκες και
τώρα ο Κλέαρχος γυρίζει σε όλη τη χώρα συγκεντρώνοντας πε­
ρισσότερους στρατιώτες. Θα τους συναντήσουμε αργότερα στην
πορεία».
Συνεχίσαμε σιωπηλοί, προσπαθώντας ν' αφομοιώσουμε το
πορτρέτο του μελλοντικού μας συνεργάτη. Ήξερα ότι ο Ξενο­
φώντας θα βασανιζόταν με την ειρωνεία της τύχης. Είχε εγγρα­
φεί στον κατάλογο του μόνου βιώσιμου ελληνικού στρατού, πλην
Λακεδαιμονίων, εν μέρει τουλάχιστον με την προοπτική ν' απο­
καταστήσει το όνομα το δικό του και του πατέρα του ­ για ν' α­
νακαλύψει τελικά ότι θα συνυπηρετεί με τον άνθρωπο που ήταν
ένας από τους πιο μισητούς εχθρούς της Αθήνας, έναν άνθρωπο
τον οποίο ο Γρύλλος θα προτιμούσε να φτύσει και να καταραστεΐ
μέχρι τρεις γενιές, παρά να δει το γιο του να πολεμά κάτω από
τις διαταγές του. Πόσο παράξενα ορίζουν οι θεοί τα πράγματα,
ώστε να διασταυρώνονται τα πεπρωμένα ανθρώπων τόσο διαφο­
ρετικών όπως ο Κλέαρχος κι ο Ξενοφώντας. Αναρωτιέται κανείς
αν ο Δίας είχε κάτι τέτοιο στο μυαλό του, όταν πρόσφερε στον
Ξενοφώντα έναν τόσο ευνοϊκό χρησμό για το ταξίδι του στις Σάρ­
δεις, και είναι δύσκολο να φανταστεί ότι δεν το είχε προβλέψει.
Μέσα σε τρεις μέρες από την άφιξή μας στο στρατόπεδο του
Κύρου, ο Πρόξενος είχε συμπεριλάβει επίσημα τον Ξενοφώντα
ως αξιωματικό και προσωπικό του υπασπιστή κι εμένα μου ετοί­
μαζαν πανοπλία και οπλισμό ελαφρού ιππέα και μου ανέθεσαν
το καθήκον να κουβαλώ τη σημαία της ίλης, μια μαύρη σημαία
με ένα φίδι να εκτοξεύει φλόγες από το στόμα του. Προσωπικά
ήμουν πολύ ευχαριστημένος με αυτό το ρόλο.

ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ

2
Ο ΠΡΟΞΕΝΟΣ, ο Ξενοφώντας κι εγώ μπήκαμε στην περιοχή του
πρίγκιπα, κοιτάζοντας επιφυλακτικά τους αγριωπούς φρουρούς
του Κύρου. Τριάντα περίπου από αυτούς τους γίγαντες, επιλεγ­
μένοι προφανώς τόσο για την εξωτερική τους εμφάνιση όσο και
για τη δύναμη και το φόβο που ενέπνεαν, είχαν υπηρεσία μόνο
σε μία βάρδια. Οι μισοί ακριβώς ήταν Αιθίοπες, με δέρμα τόσο
μαύρο, που σχεδόν μπλάβιζε, με τεράστια κεφάλια εντελώς ξυ­
ρισμένα και γυαλισμένα με κερί, που έλαμπαν σαν καρούμπαλα,
στολισμένα με ολόκληρες παραστάσεις από ανάγλυφα τατουάζ.
Κρατούσαν τεράστια περσικά γιαταγάνια και φορούσαν φαρδιές
πανταλόνες περσικού στιλ, ενώ είχαν τα γεροδεμένα στήθια τους
γυμνά, τονίζοντας ιδιαίτερα την υπερφυσική μαυρίλα της επι­
δερμίδας τους. Οι άλλοι μισοί από τους φρουρούς που ήταν πα­
ραταγμένοι εναλλακτικά με τους μαύρους Αιθίοπες γύρω από τη
σκηνή ήταν πελώριοι Σκύθες, με ωχρορόδινο δέρμα, σχεδόν αλ­
μπίνοι, με ξυρισμένα πρόσωπα και μακριά, κρεμαστά μουστάκια,
πλεξίδες από γλιτσιασμένα ξανθά μαλλιά, που κρέμονταν στα
στήθη τους, δεμένες με χρωματιστές κορδέλες, κρατώντας μα­
κριά ίσια ξίφη με σφυρήλατες λαβές και φορώντας επίχρυσα ο­
φιοειδή βραχιόλια πάνω στα ποντίκια τους. Αν και οι δυο φυλές
ήταν εκπληκτικές στη θέα ακόμα και για κοσμοπολίτες Αθηναί­
ους όπως εμείς, οι Σκύθες προκαλούσαν ιδιαίτερα το ενδιαφέ­
ρον, παρόλο που εξελληνισμένοι εκπρόσωποι της φυλής αυτής
είχαν για καιρό χρησιμοποιηθεί στην Αθήνα ως μισθοφορικό α­
στυνομικό σώμα. Ήταν γνωστό ότι οι Σκύθες στρατιώτες έπιναν
το αίμα των αντρών που σκότωναν στη μάχη και έπαιρναν το δέρ­
μα του κρανίου των εχθρών τους, χαράζοντας κυκλικά το δέρμα

131

του κεφαλιού πάνω από τα αφτιά, γραπώνοντας τα μαλλιά και
κουνώντας απλά το κρανίο από το κάτω μέρος, αφήνοντας το θύ­
μα, νεκρό ή ζωντανό ακόμα, με μια ματωμένη, λεία και θολωτή
μεμβράνη. Αυτά τα τριχωτά δέρματα του κεφαλιού έπρεπε να τα
παρουσιάσουν στο βασιλιά τους για να πάρουν μερίδιο από το
πλιάτσικο κι ύστερα οι στρατιώτες τα έλιαζαν και τα κρεμούσαν
από τα χαλινάρια των αλόγων τους ως ενθύμια. Αν ήταν αρκετά
σε αριθμό, μπορούσαν να τα συρράψουν και να τα κάνουν μαν­
δύες ή φαρέτρες για τα βέλη. Μια τέτοια τύχη αποτελούσε απο­
τρόπαια προοπτική για έναν Έλληνα, που δεν μπορούσε να φα­
νταστεί ότι θα παρουσιαζόταν στο βαρκάρη­Ερμή μετά θάνατο
χωρίς μαλλιά και πιθανόν με δέρμα από άλλα μέρη του σώματος
του, γδαρμένα και συρραμμένα με απαράδεκτο τρόπο, στα ατο­
μικά είδη ενός βαρβάρου. Οι άντρες αυτοί, εναλ\ασσόμενες σει­
ρές από Σκύθες και Αιθίοπες, ήταν οι προσωπικοί σωματοφύλα­
κες του Κύρου και μας κοιτούσαν καχύποπτα, καθώς τους προ­
σπερνούσαμε για να φτάσουμε στη σκηνή του.
Έχοντας ακούσει τόσα για τον πρίγκιπα, ήμουν περίεργος να
τον γνωρίσω. Είκοσι τεσσάρων μόλις χρόνων, ο Κύρος μιλούσε ά­
ψογα την αττική διάλεκτο και την περσική, καθώς κι άλλες έξι α­
κόμα γλώσσες των υπό την κυριαρχία του χωρών, ενώ ήταν επί­
σης μυημένος στα κείμενα των φιλοσόφων και των ανθρώπων της
επιστήμης, και της Ανατολής και της Δύσης, όπως και πολλών άλ­
λων που είχαν περάσει ολόκληρη τη ζωή τους κατακτώντας τέτοιες
γνώσεις. Η εμφάνιση του ήταν άξια μελέτης, αντιθέτως: ήταν λε­
πτοκαμωμένος, δεν είχε γένι και τα καστανά μαλλιά του ήταν μα­
κριά και έπεφταν χυτά με ανεπιτήδευτο τρόπο, εντελώς αντίθετο
από τα πομπώδη και θηλυπρεπή, προσεκτικά χτενισμένα μαλλιά
των ευγενών που υπηρετούσαν ως σύμβουλοι και ανώτεροι αξιω­
ματούχοι. Η φυσική ομορφιά του προσώπου του αλλά και η στα­
ράτη επιδερμίδα του στέρνου και των μπράτσων του καταστρε­
φόταν από μια σειρά βαθιές ουλές, τις οποίες, όπως μας εξήγη­
σε ο Πρόξενος, του είχε προκαλέσει μια εξαγριωμένη θηλυκή αρ­
κούδα σε κάποιο κυνήγι μερικά χρόνια νωρίτερα. Τη μέρα της α­
κρόασης μας, ήταν ντυμένος πολύ απλά αλλά σοβαρά, με έναν κο­

132

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

ντό τυπικό χιτώνα και από κάτω ένα στρατιωτικό μανδύα ­ συν­
δυασμός που θα του επέτρεπε να συναντήσει από διπλωμάτες και
στρατηγούς μέχρι τον ταπεινότερο πολίτη χωρίς να χάνει χρόνο
για ν' αλλάξει ρούχα. Αυτή η ανεπιτήδευτη συμπεριφορά τον έ­
κανε πολύ δημοφιλή στο στρατό του όπως και στους πολίτες υ­
πηκόους του. Τα μπράτσα του ήταν γυμνά, αποκαλύπτοντας ένα
μακρύ άσπρο σημάδι κατά μήκος του αριστερού του τρικέφαλου
­ ίσως από κάποια προγενέστερη μάχη ή από τη σύγκρουση του
με την αρκούδα, δεν ξέρω. Ο χιτώνας του ήταν απλός, με πορφυρό
κέντημα ενός εκατοστού στο τελείωμα, αλλά ήταν φτιαγμένος α­
πό το πιο λεπτολαναρισμένο μαλλί της Μιλήτου. Τα σανδάλια
του, αν και σκονισμένα, ήταν από γυαλιστερό και διακοσμημένο
με χαραγμένα μοτίβα αιγυπτιακό δέρμα, με χρυσές αγκράφες.
Το απλό αλλά κομψό ντύσιμο του Κύρου έδειχνε πως ήταν ο άν­
θρωπος που ξέρει μόνο ένα μαγαζί στην αγορά, το καλύτερο.
Ο πρίγκιπας είχε γεννηθεί αφού ο πατέρας του είχε ανέβει στο
θρόνο ως Μεγάλος Βασιλιάς της Περσίας κι έτσι ο Κύρος σύμ­
φωνα με την αρχαία περσική παράδοση έπρεπε να προηγηθεί
στη διαδοχή του αδερφού του Αρταξέρξη ο οποίος, αν και τριά­
ντα χρόνια μεγαλύτερος, είχε γεννηθεί όταν ο πατέρας του ήταν
ακόμα ένας απλός υπήκοος. Ο Μεγάλος Βασιλιάς, όμως, για λό­
γους τους οποίους δε γνωρίζω, σκέφτηκε διαφορετικά και κανό­
νισε να περιέλθει η διαδοχή στον Αρταξέρξη, αφήνοντας τον Κύ­
ρο στη συγκριτικά κατώτερη θέση του σατράπη της Ιωνίας, ίσο
τη τάξει με έναν πανούργο, γέρο παλιάνθρωπο, τον Τισσαφέρνη,
που κυβερνούσε ακόμα νοτιότερα στη Μικρά Ασία. Ο Κύρος και
ο Τισσαφέρνης είχαν μεγάλη προϊστορία ­ ο Τισσαφέρνης είχε
παντρευτεί μια κόρη του Αρταξέρξη κι έτσι ο γέρος έγινε κατά κά­
ποιο τρόπο συγγενής του πρίγκιπα, ανιψιός μέσω γάμου. Ήταν
επίσης έμπιστος σύμβουλος του βασιλιά Δαρείου, με συνεχή πα­
ρουσία στις αυλές, ακόμα και στα ιδιαίτερα διαμερίσματα της
βασιλικής οικογένειας, κι ο Κύρος απεχθανόταν την επιρροή που
ασκούσε στον πατέρα του αυτός ο γλοιώδης και πανούργος σύμ­
βουλος. Πριν από τρία χρόνια, καταλαβαίνοντας ότι η δύναμη
και η επιρροή του πρίγκιπα μεγάλωνε, ο Τισσαφέρνης τον είχε

ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ

133

καταγγείλει με πλαστή κατηγορία στον Αρταξέρξη, ο οποίος εί­
χε συλλάβει τον Κύρο και είχε διατάξει την εκτέλεση του. Η μη­
τέρα του Κύρου έσωσε τη ζωή του και κανόνισε την μετακίνησή
του από την αυλή και τη σατραπεία του στην Ιωνία, αλλά η οργή
και η ταπείνωση που αισθάνθηκε ο Κύρος από αυτό το περιστα­
τικό δεν τον εγκατέλειψαν ποτέ· και αν εκείνη την εποχή ο πρί­
γκιπας είχε νιώσει βαθιά επιθυμία ν' αποκτήσει εξουσία, τώρα
του είχε γίνει έμμονη ιδέα, και η εξολόθρευση του Τισσαφέρνη
και του Αρταξέρξη ένα πάθος που κυρίευε τη ζωή του.
Αφού μπήκαμε στη σκηνή του Κύρου μαζί με τον Πρόξενο
και τον Ξενοφώντα, εγώ έμεινα κοντά στη πόρτα, ενώ οι δυο τους
προχώρησαν στο τραπέζι και το κάθισμα του Κύρου, ο οποίος
τους πρότεινε φιλικά να βολευτούν, ενώ τελείωνε ορισμένες τρέ­
χουσες υποθέσεις που είχε με τους συμβούλους του. Μια και αυ­
τή ήταν η πρώτη φορά που επισκεπτόμουν τα διαμερίσματα ενός
πλούσιου Πέρση, βρήκα την ευκαιρία να κοιτάξω διακριτικά τρι­
γύρω: πρόσεξα λοιπόν τα παχιά χαλιά και τα κεντητά παραπε­
τάσματα που διατηρούσαν τη σκηνή ευχάριστα σκοτεινή και δρο­
σερή, αντιλήφθηκα, όμως, και τους βαριά οπλισμένους φρουρούς
που στέκονταν ακίνητοι σε στάση προσοχής κι από τις δυο μεριές
της εισόδου.
Μια ψηλή, αετίσια καλλονή σουλατσάριζε άτονα πίσω από
τον Κύρο αερίζοντας τον απαλά με ένα πλατύ καλαμένιο ριπίδιο
και ψιθύριζε περιστασιακά εντολές σε διάφορες υπηρέτριες και
φύλακες που επιδίδονταν σε μια ασταμάτητη επίδειξη δράσης,
στα σκοτεινά, ανάμεσα στο τραπέζι και μια χαμηλή πίσω πόρτα
που επικοινωνούσε με μια άλλη κάμαρα της σκηνής. Η βασιλική
αυτή σύζυγος, αν και εκπληκτικής ομορφιάς, έδειχνε εντελώς βα­
ριεστημένη και δεν καταδεχόταν να κοιτάξει κανένα άλλο πρό­
σωπο στο δωμάτιο.
Άκουσα ένα θρόισμα στα σκοτεινά, στην απέναντι γωνία, κι ό­
ταν κοίταξα πιο προσεκτικά, διέκρινα δύο μαύρα αμυγδαλωτά
μάτια να με περιεργάζονται με ενδιαφέρον, αποτιμώντας με ψυ­
χρά, χωρίς ν' αποστρέφονται από το βλέμμα μου, όπως συνέβαι­
νε συνήθως με τα μάτια των Περσίδων. Κράτησα το βλέμμα τους

134

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

για μερικά δευτερόλεπτα και τελικά ανταμείφθηκα από μια λάμ­
ψη λευκών δοντιών μαζί μ' ένα γρήγορο, ντροπαλό χαμόγελο, κα­
θώς το κορίτσι χασκογέλασε σιωπηλά με την τόλμη του. Έσκυψε
προς τα εμπρός ελαφρά και το πρόσωπό της πρόβαλε από τη
σκιά μέσα σε μια λεπτή φωτεινή δέσμη που έμπαινε στη σκηνή
από το άνοιγμα ενός φύλλου της εισόδου· η καρδιά μου σταμά­
τησε από την ομορφιά της ­ ήταν δεκαοχτώ χρόνων ίσως, με δέρ­
μα δροσερό και προφανώς ανέγγιχτο από πρόσθετα καλλυντικά.
Το μόνο της στολίδι ήταν ένα έντονα κίτρινο φτερό καρφωμένο
προσεκτικά στα μαλλιά της, αποκαλύπτοντας μια αθωότητα και
μια χαρούμενη διάθεση που διέψευδαν την ανεξήγητη παρουσία
της στη σκηνή του Κυρου, την περιτριγυρισμένη από αγριωπούς
Αιθίοπες φρουρούς και το πηγαινέλα στρατιωτικών μαντατοφό­
ρων. Μου χαμογέλασε μια ακόμα φορά και ξαναγύρισε στη δου­
λειά της στη σκοτεινιά ­ που τώρα είδα ότι σχετιζόταν με το χει­
ρισμό ενός χοντρού κυλίνδρου. Αυτό μ' έκανε να εκπλαγώ ακόμα
περισσότερο γι' αυτή, μια και ποτέ πριν δεν είχα δει γυναίκα να
διαβάζει.
Οι σύμβουλοι του Κύρου έφυγαν έπειτα από λίγα λεπτά κι ο
Πρόξενος πλησίασε προς το τραπέζι του πρίγκιπα, πληροφορώ­
ντας τον ότι είχε φέρει ένα φίλο που θα συμμετείχε στην εκστρα­
τεία.
«Καλά τα κατάφερες, Πρόξενε», είπε με θαυμασμό ο πρίγκι­
πας. «Μ' εσένα και τον Κλέαρχο θα έχω τη μισή Ελλάδα να πολε­
μά για μένα προτού τελειώσουμε!» Κι άστραψε στο πρόσωπό του
ένα φιλικό γέλιο. «Ο Ξενοφώντας ο Αθηναίος, γιος του Γρύλλου;»
Ο Ξενοφώντας φάνηκε να μένει έκπληκτος στιγμιαία, αλλά
γρήγορα ξαναβρήκε την ψυχραιμία του και απάντησε ψυχρά:
«Μάλιστα, κύριε».
Ο Κύρος έμεινε να τον κοιτάζει προς στιγμήν κάπως διασκε­
δαστικά. «Με το μαλακό, άνθρωπέ μου! Μα τους θεούς, ποιος νο­
μίζεις ότι είμαι, ο βασιλιάς της Περσίας; Έχω ακούσει πολλά για
τον πατέρα σου ­ όλα από αναφορές υψηλά ισταμένων, σε δια­
βεβαιώνω, αν και δε φαντάζομαι ότι εκείνος θα έλεγε τα ίδια για
μένα». Ο πρίγκιπας γέλασε και σηκώθηκε για να έρθει εκεί που

ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ

135

στεκόμαστε, κάνοντας το γύρο του τραπεζιού. Με έκπληξη δια­
πίστωσα ότι ήταν πολύ κοντός. Ανέκαθεν φανταζόμουν ότι κατά
κάποιο τρόπο η επιβλητικότητα των ανθρώπων συμβάδιζε με το
ύψος τους και πάντα απογοητευόμουν βλέποντας πόσο ταπεινό
παράστημα έχουν οι περισσότεροι μεγάλοι άντρες ή πόσο ψη­
λός, αντίστοιχα, είμαι εγώ.
«Να συμπεράνω ότι είσαι οπαδός του Σωκράτη του Αθηναίου;»
ρώτησε ο Κύρος. Ο Ξενοφώντας κοίταξε ερωτηματικά τον Πρό­
ξενο, έκπληκτος και πάλι που ανακάλυπτε πόσα γνώριζε ήδη ο Κύ­
ρος γι' αυτόν, αλλά ο Πρόξενος ανασήκωσε ανεπαίσθητα τους ώ­
μους σαν να έλεγε ότι ήταν δικό του θέμα οι απαντήσεις που θα
έδινε. «Θα έχεις, πραγματικά παρέα εδώ σ' εμάς», συνέχισε ο Κύ­
ρος. «Ένας από τους Αθηναίους στρατηγούς μου, ο Μένωνας, εί­
ναι επίσης μαθητής του, μπορεί και να τον γνωρίζεις. Μετανιώ­
νω που δεν είχα ποτέ την ευκαιρία να καθίσω κι εγώ στα γόνατα
αυτού του σπουδαίου άντρα, αφού δε βρέθηκα ποτέ στην Αθήνα
κι ο Σωκράτης αρνήθηκε όλες τις προσκλήσεις να μ' επισκεφτεί
εδώ στις Σάρδεις. Ο Μένωνας, όμως, υπήρξε πολύ ευγενικός και
μου επανέλαβε όλα όσα μπόρεσε να θυμηθεί. Πράγματι, πιο πο­
λύ εντυπωσιάστηκα από τη δικαίωση της ζωής ενός στρατιώτη α­
πό τον Σωκράτη κι έμαθα ότι κι ο ίδιος ο Σωκράτης είναι παλιός
βετεράνος, και μάλιστα ευυπόληπτος. Όπως θυμάμαι, είπε ότι
το να πέσεις στη μάχη είναι από πολλές απόψεις επιθυμητό. Ο
άντρας αποκτά εξαίρετη ταφή, αντάξια άρχοντα, ακόμα κι αν πε­
θάνει φτωχός, και, παρόλο που είναι πένης, επαινείται από σπου­
δαίους ομιλητές που δεν προσφέρουν εύκολα τους επαίνους τους».
Ο Κύρος σταμάτησε μια στιγμή για να μουρμουρίσει κάτι στην
ψηλή σύζυγο του, η οποία απομακρύνθηκε μέσα από το στενό
φύλλο της πόρτας χωρίς λέξη, κι ύστερα ξαναγύρισε με το πλατύ
του χαμόγελο. «Σε καμιά περίπτωση, πάντως, δε θα υπάρξει κίν­
δυνος να πεθάνουν πένητες οι άντρες μου», γέλασε. «Και», είπε
κοιτάζοντας κατευθείαν τον Ξενοφώντα, «είμαι ενθουσιασμένος
που έχω ένα μορφωμένο άνθρωπο στο στρατόπεδό μου. Οι Σπαρ­
τιάτες είναι ο σκληρότερος όχλος απλοϊκών παλικαράδων που
μπορείς να φανταστείς και ειλικρινά, Πρόξενε, οι Βοιωτοί σου εί­

136

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

ναι μια συμμορία από επαρχιώτικα γαϊδούρια, αν και πρέπει να
παραδεχτώ ότι οι μηχανές σου είναι θαύμα. Ξενοφώντα, ελπίζω
τα καθήκοντά σου να μην είναι πολύ βαριά και να σου μένει λί­
γος χρόνος για να πίνουμε μαζί λίγο καλό ελληνικό κρασί τα βρά­
δια, αλλά και για να μου πεις ποια είναι τα τελευταία ανοσιουρ­
γήματα του φίλου σου του Σωκράτη που έχουν εξαγριώσει τόσο
τους ηγέτες της πόλης σας». Ο Κύρος ξεκίνησε να μας συνοδεύ­
σει προς την πόρτα της σκηνής του.
«Θα χαρώ πολύ να σας συντροφέψω οποιαδήποτε ώρα, εξο­
χότατε», απάντησε τυπικά ο Ξενοφώντας.
«Λοιπόν», είπε μ' ένα βεβιασμένο χαμόγελο ο Κύρος, «να υ­
ποθέσω ότι ο Πρόξενος βρήκε την κατάλληλη θέση για σένα στο
μικρό στρατό μας; Κάτι που θα σε αφήνει χαλαρό, ελπίζω, προ­
τού γίνεις κι εσύ σαν τους Σπαρτιάτες. Δεν μπορώ να σου υπο­
σχεθώ περισσότερα από έναν ή δύο δαρεικούς το μήνα για πλη­
ρωμή, αλλά θα έχεις πλούτη που ξεπερνούν κάθε φαντασία από
τα λάφυρα, αν είμαστε νικητές».
Ο Ξενοφώντας σκεφτόταν πώς ν' απαντήσει, καθώς απομακρυ­
νόμαστε και οι τρεις μας από τη σκηνή, αλλά ακούγοντας τον ή­
χο σπαθιού να γλιστράει πάνω σε δέρμα, στράφηκα και είδα ότι
ο πρίγκιπας, με ένα πλατύ γέλιο, είχε τραβήξει το ξίφος του, κρα­
δαίνοντας τη μύτη του κάτω από το σαγόνι του Ξενοφώντα, ενώ
ο Πρόξενος παρακολουθούσε με έκδηλη ανησυχία, ρίχνοντας
φευγαλέες ματιές πότε στον Κύρο και πότε στον ξάδερφο του.
«Αν πρόκειται να πολεμήσεις Ασιάτες, πρέπει να συνηθίσεις
στη δολιότητα», είπε ο Κύρος. Έκλεισε παιχνιδιάρικα το μάτι,
αλλά προτού προλάβει ν' αποσύρει το σπαθί του, κάποια κακό­
βουλη θεότητα, κάποιο πειρακτικό σπέρμα σάτυρου που άκουσε
περνώντας τη συζήτηση μας, πυροδότησε τα παλιά αμυντικά α­
ντανακλαστικά που είχα αναπτύξει στη διάρκεια της εκπαίδευσης
των εφήβων στην Αθήνα. Το στρατιωτικό ένστικτο μου ξανάρθε
απότομα και χωρίς να σκεφτώ όρμησα στον Κύρο και του κατά­
φερα ένα τρομερό χτύπημα στον καρπό με την ανάστροφη του
χεριού μου. Το ξίφος πετάχτηκε ψηλά στον αέρα, τρυπώντας την
οροφή της σκηνής και ελευθερώνοντας μια χαμηλή, τρομαγμένη

ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ

137

στριγκλιά από μέσα, κι όταν ολοκλήρωσα το χτύπημα μου, έκα­
να κεφαλοκλείδωμα με το μπράτσο μου στο λαιμό του πρίγκιπα.
Στη στιγμή, οχτώ πελώριοι Αιθίοπες φρουροί είχαν καρφώσει τα
δόρατά τους σε ελάχιστη απόσταση από το πρόσωπό μου, αλλά
εγώ κάρφωσα τα μάτια μου στον Ξενοφώντα, όπως είχα εκπαι­
δευτεί να κάνω, σαν υπνωτισμένος, περιμένοντας από εκείνον να
μου δώσει το σύνθημα πριν σπάσω το λαιμό του πρίγκιπα της
Περσίας. Και μόνο τότε ξανάρθα στα συγκαλά μου, αφού ο κα­
κόβουλος σάτυρος το είχε σκάσει γελώντας και συνειδητοποίησα
με τρόμο τι είχα κάνει.
Ο Ξενοφώντας είχε πετρώσει και με πρόσταξε άγρια να στα­
ματήσω, προβλέποντας ότι θα περνούσε το υπόλοιπο της ζωής
του σε κάποιο περσικό μπουντρούμι, προτού καν αρχίσει την πε­
ριπέτεια του. Ο Κύρος, όμως, μετά το αρχικό στιγμιαίο σοκ, ξέ­
σπασε σε γέλια.
«Μπράβο!» είπε με θαυμασμό ο καλός πρίγκιπας, καθώς τον
άφηνα. Ο Πρόξενος ήταν άσπρος σαν πανί. Ο Κύρος έτριψε τον
καρπό του και είπε κάτι ακατανόητα στους φρουρούς, εξηγώντας
τους στη βαρβαρική τους γλώσσα να μη μας σουβλίσουν. «Πή­
γαινα γυρεύοντας! Έπρεπε να ξέρω ότι δεν είναι οι Σπαρτιάτες
οι μόνοι πολεμιστές που έχω στο στρατόπεδο μου. Αν αιφνιδιά­
σεις και τον εχθρό τόσο καλά όσο κι εμένα, πριν τελειώσει ο χρό­
νος θα είσαι στρατηγός!»
Ο Πρόξενος κοίταζε άγρια, αλλά είδα ένα κύμα ανακούφισης
ν' απλώνεται στο πρόσωπο του μετά την ευχάριστη κατάληξη της
ψευτοεπΐθεσης και ίσως και μια λάμψη περηφάνιας. Ο Κύρος
χτύπησε φιλικά στην πλάτη τους δύο άντρες, καθώς μας συνό­
δευε στα διαμερίσματα μας, ενώ εγώ προχωρούσα δίπλα τους, κι
ο Πρόξενος εξακολούθησε να με κοιτά καχύποπτα με το εξα­
σκημένο μάτι του, για να είναι σίγουρος ότι δε θα ξανάβαζα τη
ζωή του σε κίνδυνο.
«Πρόξενε, θα ξεκινήσουμε σε τρεις μέρες. Προμήθευσε στον
Ξενοφώντα την πανοπλία και τον αναγκαίο οπλισμό και εξα­
σφάλισε του ένα άλογο ιππασίας αντί για εκείνο το μουλάρι με το
οποίο περιπλανιέται, όπως έμαθα, μέσα στο στρατόπεδο. Και

138

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

μην ξεχάσεις και τον ευέξαπτο φίλο μας από εδώ», είπε κουνώ­
ντας το κεφάλι κατά το μέρος μου. «Αν υπάρχει κάποιος μέσα σ'
αυτό το στρατόπεδο που θέλω να είναι ευχαριστημένος, είναι αυ­
τός εδώ!» Και χαμογελώντας για άλλη μια φορά πλατιά, έκανε
μεταβολή κι έφυγε μέσα από τα στενά δρομάκια των σκηνών, κά­
τω από τις επιδοκιμασίες των αντρών του και την απόγνωση των
παρατρεχάμενων συμβούλων και σωματοφυλάκων του.

Το ίδιο βράδυ, αφού οι δουλειές της μέρας είχαν ολοκληρωθεί και
ο Ξενοφώντας, ο Πρόξενος κι εγώ μπανιαριζόμαστε στα λουτρά
των αξιωματικών, ανέφερα τη σύντομη οπτασία της ωραίας κο­
πέλας μέσα στη σκηνή του Κύρου. Ο Πρόξενος με κοίταξε πε­
ρίεργα για μια στιγμή κι ύστερα αναστέναξε.
«Ώστε ποθείς την Αστερία. Στη σειρά, λοιπόν, πίσω από μας».
Ο Ξενοφώντας τον κοίταξε διερευνητικά κι ύστερα πρόσθεσε
ήρεμα: «Κι εγώ την είδα. Διάβαζε, αυτό μόνο».
Ο Πρόξενος μούγκρισε. «Είναι σπάνιο είδος. Ο Κύρος διατη­
ρεί ολόκληρο χαρέμι, φυσικά ­ ταξιδεύει μ' αυτό ακόμα και στις
εκστρατείες και συνήθως είναι εκείνη η ψηλή σκύλα από τη Φώ­
καια, αυτή που στεκόταν από πίσω του, που τον ικανοποιεί». Για
να δώσει έμφαση έσκασε ένα χαμόγελο κακεντρέχειας. «Αλλά η
αγαπημένη του είναι η Αστερία η Μιλήσια, αυτή που πρόσεξες
κι εσύ. Μένει στη σκηνή όλο τον καιρό, όπως έμαθα, αλλά όχι
για τους λόγους που νομίζεις. Και δεν είναι παλλακίδα, να το θυ­
μάσαι αυτό οπωσδήποτε. Κάποτε ο Κύρος είχε μαστιγώσει κά­
ποιον, έναν επόπτη, επειδή την είχε επισκεφθεί μια φορά. Λένε
ότι είναι κόρη κάποιου από τους σατράπες του βασιλιά Δαρείου
και πως συγγενεύει κάπως με τον Κύρο ­ ξαδέρφη ή ανιψιά του,
κάτι τέτοιο. Μεγάλωσε στο χαρέμι στην Περσία μαζί με τα παι­
διά του βασιλιά. Μιλάει ελληνικά καλύτερα από μένα, απαγγέλ­
λει δυνατά Όμηρο, όταν ο πρίγκιπας θέλει να χαλαρώσει, και
παίζει λύρα θεϊκά. Γνωρίζει επίσης και την τέχνη της ιατρικής, α­
φού τη μελέτησε μαζί με τους θεράποντες του βασιλιά. Έμαθα ό­
τι αυτή περιέθαλψε τον Κύρο κι αποκατέστησε την υγεία του έ­

ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ

139

πειτα από την περιπέτεια του με την αρκούδα, όταν οι δικοί του
γιατροί τον είχαν για πεθαμένο. Συνέχισε να τη θαυμάζεις, αλλά
να ξέρεις, μόνο εξ αποστάσεως. Αν ο Κύρος σε πιάσει να την κοι­
τάς ακόμα και με την άκρη του ματιού σου, θα ενταχθείς στις τά­
ξεις των ευνούχων του πριν καλά καλά προλάβεις να πεις "Ουρανέ,
βοήθεια". Δεν έχω συναντήσει άλλη γυναίκα που ν' αξίζει τόσο».
Αυτή ήταν λοιπόν η πρώτη μου επαφή με την Αστερία, ένα
κορίτσι που μπορούσε να διαβάζει Όμηρο και που επρόκειτο να
ασκήσει τόσο μεγάλη επιρροή στην υπόλοιπη ζωή μου. Αν είχα
μπει στη σκηνή του Κύρου είκοσι λεπτά νωρίτερα ή αργότερα ή
αν δεν είχα κοιτάξει με περιέργεια σ' εκείνη τη σκοτεινή γωνιά,
είναι απόλυτα πιθανό ότι δε θα είχα αντικρίσει ποτέ εκείνα τα
μάτια με το μαύρο περίγραμμα. Αφού κατά το μεγαλύτερο μέρος
του το μέλλον κρέμεται πάνω από τους πιο εφήμερους ιστούς που
πλέκουν οι Μοίρες, ελάχιστη είναι η πιθανότητα, ένα από τα χι­
λιάδες πιθανά αποτελέσματα, να ήταν επιλογή των θεών. Αν ο
άνθρωπος κατάφερνε ποτέ να ξεμπλέξει αυτά τα νήματα, θα εί­
χε τελικά λύσει το μυστήριο του σύμπαντος και θα είχε αποκτή­
σει τη σοφία των θεών. Τότε, όμως, θα κατακρημνιζόταν από αυ­
τές τις ίδιες θεότητες που θα υπερασπίζονταν την ύπαρξή τους,
όπως συνέβη με τον Ίκαρο την ώρα που πλησίαζε τον ήλιο.
Ίσως είναι προτιμότερο ν' αποφασίσεις να μην επιχειρήσεις
καν να ξεμπλέξεις αυτά τα νήματα, αλλά μια τέτοια παραίτηση
έρχεται σε αντίθεση με την ανθρώπινη υπόσταση του καθενός. Εί­
ναι ένα δίλημμα.

ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ

3
Η ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ ΜΑΣ από τις Σάρδεις στις 9 του Μάρτη ήταν ε­
ξαίσια, μια μέρα με λαμπρό ήλιο, που σε γέμιζε πίστη, κι ολό­
κληρη η πόλη είχε παραταχθεί κατά μήκος του δρόμου για να
δει το θέαμα. Οι άντρες άρχισαν την πορεία με το πρώτο φως
και κατά το μεσημέρι ούτε καν ο μισός από τον τεράστιο στρατό
δεν είχε βγει ακόμα στο δρόμο. Το τρομερό σύννεφο σκόνης που
σηκώθηκε από το ρυθμικό βηματισμό σκοτείνιασε τον ήλιο τόσο,
ώστε κανείς δεν μπορούσε να δει με μια ματιά όλο το στρατό­ α­
ντικρίζοντας όμως τόσες χιλιάδες επιβλητικά πρόσωπα, καθώς
τα στρατεύματα περνούσαν σε μεγάλες σειρές, δεν μπορούσε κά­
ποιος παρά ν' αντιληφθεί το μέγεθος της δύναμης, που ήταν ικανή
να εντυπωσιάσει ακόμα και θεούς. Έλειπαν μόνο ο Κλέαρχος και
οι πιο πρόσφατα στρατολογημένοι στρατιώτες του, καθώς θα μας
έβρισκαν αργότερα, στη διάρκεια της πορείας.
Την πομπή οδηγούσαν μακριές σειρές από σκυθρωπές καμή­
λες­υποζύγια κι ακολουθούσαν κοπάδια αιγοπρόβατα για τις κα­
θημερινές θυσίες, ώστε να επιτευχθεί η εύνοια των θεών πριν α­
πό τη μάχη και τα επικίνδυνα περάσματα των ποταμών. Έπειτα
από αυτά έρχονταν σκυφτά βόδια με μεγάλα μάτια που έσερναν
τεράστια βαγόνια γεμάτα με το βαρύ οπλισμό και τα εφόδια του
στρατού. Το γεγονός ότι τα ζώα οδηγούσαν την πορεία θα τους ε­
πέτρεπε να φτάσουν πρώτα, μαζί με τα εφόδια φυσικά, στον κα­
θημερινό χώρο στάθμευσης και ν' αναζητήσουν βοσκή, διευκο­
λύνοντας έτσι τους δούλους των αξιωματικών διαχείρισης υλικού
ν' αρχίσουν να στήνουν τις σκηνές και τα μαγειρεία για το στρά­
τευμα που θα έφτανε. Τα βόδια ακολουθούσαν σαράντα ελέφα­
ντες που ο Κύρος είχε πάρει από Ινδούς έμπορους. Ήταν τα πρώ­

141

τα τέτοιου είδους μεγάλα ζώα που έβλεπα κι ήταν φοβερά, απο­
μεινάρια προφανώς από την εποχή των Τιτάνων. Στέκονταν ψη­
λοί όσο ένα μικρό δέντρο, άτριχοι και ρυτιδιασμένοι, και από α­
πόσταση φαίνονταν σαν να είχαν ουρά και από τις δύο άκρες του
σώματός τους. Για κάποιον που δεν ήξερε, του φαινόταν ότι προ­
χωρούσαν προς τα πίσω, σύντομα, όμως, έμαθα ότι τα πλατιά, αι­
ωρούμενα αφτιά τους ήταν μια σαφής ένδειξη για τη θέση του κε­
φαλιού τους. Τα πλάσματα αυτά, πάντως, συμμετείχαν απλώς στο
θέαμα της μεγαλόπρεπης αναχώρησης μας από τις Σάρδεις. Η βο­
σκή που θα χρειάζονταν ήταν πολύ δύσκολο να βρεθεί στη διάρ­
κεια μιας κανονικής πορείας, κι έτσι, αφού η μεγάλη παράσταση
τελείωσε, ο Κύρος διέταξε να τους επαναφέρουν στην πόλη για να
συνεχίσουν να βοηθούν στην κατασκευή των αμυντικών έργων.
Στη συνέχεια ακολουθούσαν τα ντόπια στρατεύματα του Κύ­
ρου: εκατό χιλιάδες Πέρσες, Λυδοί, Αιγύπτιοι, ακόμα και Αιθίο­
πες, που έφεραν τον οπλισμό και τα ρούχα της χώρας τους· κάθε
στράτευμα είχε τους δικούς του τυμπανιστές και αυλητές που κρα­
τούσαν ρυθμικό το βηματισμό αλλά και δικούς του αξιωματούχους
που φώναζαν τις διαταγές σε βαρβαρικές διαλέκτους. Τα λάβα­
ρα και τα εμβλήματα των ντόπιων ταγμάτων κυμάτιζαν περήφα­
να και κάθε ομάδα προσπαθούσε να ξεπεράσει τις άλλες κατά τη
διάρκεια αυτής της πορείας εξόδου από τις Σάρδεις, μπροστά
στα άγρυπνα μάτια του πρίγκιπα φυσικά.
Πίσω από το πεζικό, με επικεφαλής τον ίδιο τον πρίγκιπα, ερ­
χόταν το περσικό ιππικό, χιλιάδες αυθεντικά άσπρα αραβικά άτια,
αναπηδώντας και ρουθουνίζοντας, με τους αγέρωχους αναβάτες
τους να κάθονται στητοί και ακίνητοι, φορώντας αιχμηρά ορειχάλ­
κινα κράνη και αλυσιδωτούς θώρακες που γυάλιζαν στον ήλιο σαν
λέπια ψαριού. Γύρω από αυτούς υπήρχαν σειρές από Μήδους με
φαρδιά παντελόνια που βάδιζαν με απόλυτο συγχρονισμό, κρατώ­
ντας επίχρυσες λόγχες που έφεραν μεταξωτά λάβαρα οτην κορυφή
με τη μορφή δράκων. Καθώς φυσούσε το αεράκι μέσα από τα στό­
ματα τους που έχασκαν, έμοιαζαν να σφυρίζουν με οργή, ενώ οι μα­
κριές ουρές τους κυμάτιζαν πίσω τους στον άνεμο. Ύστερα από το
ιππικό, σε τιμητική θέση που συνήθως κρατούσε η σωματοφυλακή

142

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

του στρατηγού, έρχονταν οι αγέρωχοι Έλληνες, βαδίζοντας συντε­
ταγμένοι, με τους πορφυρούς χιτώνες ν' ανεμίζουν στο ελαφρύ αε­
ράκι, και ανάμεσα τους οι επιμελώς ενδεδυμένοι Σπαρτιάτες, με τις
μακριές, λαδωμένες πλεξίδες των μαλλιών τους χυτές πίσω στην
πλάτη τους. Θα ήταν πολύ ωραία μια επίδειξη των βοιωτικών μη­
χανών του Πρόξενου πάνω σε ρόδες, αλλά υπήρχε μεγάλος συνω­
στισμός και δε θα ήταν ασφαλές το πλήθος, εξάλλου ο Κλέαρχος,
που μισούσε έτσι κι αλλιώς τις μηχανές, είχε αρνηθεί οποιαδήποτε
συζήτηση του θέματος μεταξύ των στρατηγών του, ακόμα και στη
διάρκεια της προσωρινής απουσίας του. Ο Πρόξενος κι ο Ξενο­
φώντας, μαζί με τους άλλους αξιωματικούς, κάλπαζαν κατά μήκος
των γραμμών της πορείας, όχι τόσο για να διατηρούν τους στρατιώ­
τες σε τάξη όσο για να συγκρατούν τα πλήθη. Τόσο ενθουσιώδεις
ήταν οι θεατές, ώστε ήταν δύσκολο να συγκρατήσει κανείς τις γυναί­
κες και τις κοπέλες που ορμούσαν μέσα στις σειρές για ν' αποθέσουν
ένα φιλί στα πρόσωπα των αντρών. Το ίδιο συνέβαινε με τους πα­
ριστάμενους άντρες που έτρεχαν να χτυπήσουν αποφασιστικά τους
Έλληνες μας στους ώμους, σε μια ενθουσιώδη επίδειξη αγάπης και
ελπίδας για επιτυχία ενάντια στους τυχάρπαστους Πισίδες.
Ακριβώς από πίσω ακολουθούσαν οι εξακόσιοι ιππείς σωμα­
τοφύλακες του Κύρου, οι Αθάνατοι, με συμπεριφορά και πει­
θαρχία το ίδιο φοβερή με των Ελλήνων. Οι άντρες αυτοί είχαν ε­
πιλεγεί από όλα τα έθνη που βρίσκονταν υπό περσική κατοχή,
αλλά ήταν ντυμένοι κι εξοπλισμένοι ομοιόμορφα και είχαν εκ­
παιδευτεί χρόνια, όχι για να υπηρετούν δικές τους επιδιώξεις, ού­
τε να προσφέρουν εκδούλευση σε άλλο κύριο, παρά μόνο για να
προστατεύουν τον Κύρο. Ήταν κάπως ενοχλημένοι που έπρεπε
να βαδίζουν πίσω από τους Έλληνες στη στρατιωτική παράταξη,
αλλά στη διάρκεια των επόμενων μηνών ο Κλέαρχος έκανε ση­
μαντικές προσπάθειες ν' αποκτήσει την εύνοιά τους, όσο, τουλά­
χιστον, ήταν ικανός, αν λάβει κανείς υπόψη την έλλειψη κοινω­
νικότητάς του. Τελικά οι Έλληνες και οι Αθάνατοι του Κύρου πέ­
τυχαν έναν απρόθυμο αλληλοσεβασμό.
Την οπισθοφυλακή αποτελούσε επιπλέον ντόπιο ιππικό και εί­
κοσι δρεπανηφόρα άρματα, με τις κυρτές λεπίδες τους καλυμμέ­

ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ

143

νες στο κέντρο των τροχών για ασφάλεια, οι οποίες όμως εξακο­
λουθούσαν να γυρίζουν απειλητικά στον αέρα, προς μεγάλη ικα­
νοποίηση του πλήθους και την απόλυτη περιφρόνηση των Σπαρ­
τιατών που απεχθάνονταν παρόμοια τεχνάσματα. Πίσω από αυ­
τά βρισκόταν η προσωπική ακολουθία του Κύρου, ένα πλήθος κό­
σμου: ο αρχιστράτηγος με τους ενενήντα κατώτερους αξιωματι­
κούς, που ήταν υπεύθυνοι για τον καταυλισμό και τη σίτιση του
στρατεύματος, μια ομάδα από αγέρωχους ιππείς­αγγελειοφόρους
του πρίγκιπα και των ανώτερων αξιωματούχων και άμαξες που
κουβαλούσαν δεκάδες Πέρσες μάντεις, ιερείς με τους βοηθούς
τους, καθώς και ισάριθμα οχήματα φορτωμένα με τα εφόδια τους:
πλούσιους χιτώνες και άλλα ενδύματα, τελετουργικά εγχειρίδια, κά­
λυκες, λιβάνι, ρολά παπύρων και αγγεία. Στη συνέχεια υπήρχαν
σκεπαστές άμαξες γεμάτες με τα βασιλικά ρούχα, που παρά το
μέγεθος τους φαίνονταν λίγες μπροστά σ' εκείνες που κουβαλού­
σαν τα ρούχα των Περσών στρατηγών, προκαλώντας το χλευασμό
και την ευθυμία των Ελλήνων. Η σπουδαιότητα των συντεταγμέ­
νων στρατιωτών και των αγαθών μειώθηκε αστραπιαία από τα ε­
ξής: πενήντα άδειες άμαξες και σκευοφόροι που χρησίμευαν για
εφεδρεία, μια ολόκληρη αγέλη ξεκαπίστρωτα άλογα που το καθένα
οδηγούσε ένας μικρός Πέρσης με φαρδιά παντελόνια και πασού­
μια και μια ατέλειωτη παρέλαση από άμαξες προοριζόμενες ει­
δικά για παλλακίδες του πρίγκιπα, θαλαμηπόλους, γιατρούς, κου­
ρείς, λακέδες, φαρμακοποιούς, γραφείς, αχθοφόρους, ράφτες,
πλύστρες, τον αρχιμάγειρα και τους δεκατέσσερις βοηθούς του, το
δοκιμαστή του πρίγκιπα και δύο αναπληρωματικούς δοκιμαστές,
μηχανικούς και ιστορικούς ­ που έκαναν το μυαλό σου να γυρίζει.
Κι έπειτα ερχόταν το πραγματικό θέαμα ­το τεράστιο, ξε­
κομμένο από την κυρίως πορεία μπουλούκι του στρατοπέδου,
που γιουχάιζε και επευφημούσε­, βυρσοδέψες, ψευτο­καλλιτέ­
χνες, πόρνες, νερουλάδες, μουσικοί, ακροβάτες, ράφτρες, αργυ­
ραμοιβοί, πλύστρες, γυναίκες και παιδιά των στρατιωτών και μια
ορδή από ζητιάνους και αλήτες που ακολουθούσαν από πίσω, μια
πλήρης αναπαράσταση ολόκληρου του κατώτερου στρώματος
της περσικής κι ελληνικής κοινωνίας, μια πραγματική πόλη χι­

144

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

λιάδων, περισσότερων από τους ίδιους τους στρατιώτες, που έ­
βγαζαν το ψωμί τους υπηρετώντας και μαδώντας το στρατό τη
μέρα και διασκεδάζοντας τον τη νύχτα ή μπορεί και το αντίστρο­
φο, ελπίζοντας παράλληλα να κερδίσουν μερίδιο από τα λάφυρα
και τη δόξα. Οι αξιωματούχοι και οι μόνιμοι στρατιώτες τους α­
πεχθάνονταν, αλλά τελικά τους ανέχονταν και τους προστάτευαν
ακόμα, επειδή διαφορετικά οι υπηρεσίες που παρείχαν θα έπρεπε
να γίνουν από τους ίδιους τους στρατιώτες και οι εκπαιδευμένοι
για μάχη άντρες ήταν εξαιρετικά πολύτιμοι, ώστε να χαραμίζο­
νται σε καθημερινές ανιαρές δουλειές του στρατοπέδου.
Δε θα προχωρήσω σε υπερβολικές λεπτομέρειες σχετικά με
την καθημερινή εξέλιξη της πορείας μας, μια και στο μεγαλύτε­
ρο μέρος η ρουτίνα παρέμενε αδιατάρακτη. Ο Κύρος είχε εξα­
σφαλίσει αρκετές προμήθειες από την αρχή κι έτσι δεν ήμαστε
υποχρεωμένοι ν' αναζητούμε τροφή για τα ζώα από τα μέρη που
περνούσαμε. Κατά συνέπεια, η άφιξή μας σε κάθε πόλη και χω­
ριό δεν προκαλούσε φόβο στους κατοίκους, αλλά αντίθετα απο­
τελούσε ευκαιρία για συγκρατημένους πανηγυρισμούς. Ο πρί­
γκιπας ταξίδευε με μια πανταχού παρούσα κασέλα γεμάτη χάλ­
κινα νομίσματα που τα πετούσε με τις χούφτες προς κάθε κατεύ­
θυνση στα πλήθη, με τις απλόχερες κινήσεις φιλάνθρωπου πατέ­
ρα. Τα πλήθη στριφογύριζαν έξαλλα γύρω από το καραβάνι, α­
ντιμαχόμενα το μπουλούκι των ζητιάνων από τις Σάρδεις, και δη­
μιουργούσαν οχλοβοή, καθώς στριμώχνονταν μέσα στη σκόνη για
τα μικροσκοπικά νομίσματα που πατούσαν κάτω από τα πόδια
τους. Ο Κύρος και οι ευνοούμενοι του προσπερνούσαν πάνω στα
άλογα, σοβαροί και αυταρχικοί. Το μόνο που έσπαγε τη σοβα­
ρότητα της συμπεριφοράς τους ήταν το περιστασιακό χαμόγελό
τους με σφιγμένα τα χείλη, καθώς κοιτούσαν τους υπηκόους τους
να κυλιούνται στη βρόμα κάτω από τις οπλές των αλόγων τους.
Έτσι ταξιδεύαμε σταθερά προς τα ανατολικά διασχίζοντας δια­
γώνια τη Μικρά Ασία, με καλό καιρό και σε τάξη, αφού οι άντρες
καλούνταν κάθε μέρα να βρίσκονται σε ετοιμότητα λόγω επιμονής
του Κύρου και λόγω καθημερινών επιθεωρήσεων των εφοδίων και
του οπλισμού μας. Κατευθυνόμαστε ίσια στην καρδιά της Πισι­

ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ

145

δίας ­ αν και, αντίθετα με τις προσδοκίες μας για μάχη και πλιά­
τσικο, δε ρίξαμε ούτε ένα βέλος ούτε καταλάβαμε καμιά εχθρική
περιοχή. Ο πρίγκιπας αγνοούσε περιφρονητικά τους βάρβαρους
πολεμιστές που παρατάσσονταν απειλητικά στις κορυφογραμμές,
παρακολουθώντας με δέος τις τεράστιες σκευοφόρους μας, τους υ­
πηρέτες και το μπουλούκι του στρατοπέδου μας. Έπειτα από πέ­
ντε εβδομάδες πορεία σταματήσαμε σ' ένα από τα παλάτια του
Μεγάλου Βασιλιά πάνω στον ποταμό Μαίανδρο, το οποίο χρησι­
μοποιήσαμε ένα μήνα σαν σταθμό για ανασύνταξη και ανεφοδια­
σμό και επαναδιάταξη των αποσκευών. Εδώ ήταν, όπως λέει ο μύ­
θος, που ο Απόλλωνας τιμώρησε το λάγνο σάτυρο Μαρσύα, ο ο­
ποίος είχε προκαλέσει το θεό σε μουσικό αγώνα. Ο Απόλλωνας έ­
παιξε τη λύρα του ανάποδα και ζήτησε από τον Μαρσύα να κάνει
το ίδιο κατόρθωμα με το φλάουτό του, κάτι που φυσικά ήταν ανί­
κανος να κάνει. Αφού έγδαρε ζωντανό τον ανόητο σάτυρο, ο Απόλ­
λωνας κρέμασε το δέρμα του στον τοίχο μιας παρακείμενης σπη­
λιάς, απ' όπου πηγάζει ένας μικρός αλλά αγριεμένος ποταμός που
ονομάστηκε πολύ ταιριαστά Μαρσύας.
Εδώ ήταν επίσης που μας βρήκε ο προ πολλού αναμενόμενος
Κλέαρχος με τον υπόλοιπο πυρήνα του στρατού που είχε συγκε­
ντρώσει πρωτύτερα με τους δαρεικούς του Κύρου, χίλιους άγριους
και σιωπηλούς πορφυροχίτωνες Σπαρτιάτες στρατιώτες, συνοδευό­
μενους από δυο τρεις είλωτες ο καθένας για να μεταφέρουν τη
βαριά αρματωσιά και τα όπλα τους. Κουβάλησε επίσης οχτακό­
σιους ευρύστερνους Θράκες τοξότες που είχαν αυτομολήσει στις
δυνάμεις του, καθώς και διακόσιους Κρήτες τοξότες. Αυτοί θα
σχημάτιζαν το σκληρό κέντρο του ελληνικού στρατού του Κύρου,
στρατηγός του οποίου ήταν ο ίδιος ο Κλέαρχος, ομόλογος ενός
Πέρση που τον έλεγαν Αριαίο και διοικούσε τις αυτόχθονες δυ­
νάμεις του Κύρου. Ο Κλέαρχος ήταν τόσο τρομακτικός, όσο μας
είχε κάνει να πιστέψουμε ο Πρόξενος, και ακόμα χειρότερα. Το
πρόσωπό του ήταν τόσο άσχημο και βλογιοκομμένο, ώστε να κα­
ταντά κωμικό, αλλά είχε ένα διαβολικό εξογκωμένο σημάδι που
έπιανε το μισό μέρος του κροτάφου του και το οποίο συνέχεια
σκάλιζε, με αποτέλεσμα να είναι αναζωπυρωμένο, ίσως σκόπι­

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

146

μα, για να κάνει εντύπωση. Το γένι του ήταν τόσο άγριο και ψει­
ριασμένο, ώστε να προκαλεί την αποδοκιμασία ακόμα και των
Σπαρτιατών, και δε χαμογελούσε ­ στην πραγματικότητα, σχεδόν
δε μιλούσε καν παρά μόνο για να βρίσει τους άντρες του, ενώ ού­
τε να μασήσει δεν μπορούσε, λόγω των σάπιων μαυριδερών δο­
ντιών του. Πέρασε έφιππος περιφρονητικά ανάμεσα από το στρά­
τευμά του και μετά βίας καταδέχτηκε να προσκυνήσει τον Κύρο,
αλλά οι καινούριοι νεοσύλλεκτοι βάδιζαν με απόλυτο συγχρονι­
σμό, χωρίς να πηγαίνει χαμένη ούτε μια κίνηση ή λόγος, δείχνο­
ντας ελάχιστο ενδιαφέρον κι ακόμα λιγότερη περιέργεια για το
ένα εκατομμύριο αυτόχθονες στρατιώτες που είχαν συγκεντρωθεί
για να παρακολουθήσουν την άφιξή τους· ακολουθούσαν δε την
παραμικρή κίνηση ή προσταγή του Κλέαρχου τόσο προσεκτικά, λες
και ήταν μηχανή ­ μια πολεμική μηχανή που είχε γεννηθεί με τη
σειρά της από κάποιο θεό με δύναμη να ρυθμίζει τα πράγματα.
Στη διάρκεια της αναδιοργάνωσης του στρατού εδώ στον Μαί­
ανδρο, ο Κλέαρχος, επισκοπώντας την κατάσταση, καταλήφθη­
κε από οργή και απαίτησε να μειωθεί δραστικά η ποσότητα των
αποσκευών αλλά και το μπουλούκι του στρατοπέδου ­ οι Σπαρ­
τιάτες αρνούνταν να πολεμήσουν για να προστατέψουν σκευο­
φόρους με ρούχα, αυλήτριες και μαγείρους. Ο Κύρος αντιτάχθηκε
για ένα διάστημα, αν και, όταν ο Κλέαρχος απείλησε ότι θ' απο­
χωρήσει με τα στρατεύματα που είχε μόλις φέρει, ο πρίγκιπας
συγκατατέθηκε εν μέρει, μειώνοντας στο μισό τις σκευοφόρους
και το μπουλούκι και πληρώνοντας αυτούς τους τελευταίους σε
χρυσάφι για να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Επέμεινε, όμως,
παρά τη μουρμούρα του Σπαρτιάτη, να κρατήσει μια μικρή συ­
ντροφιά από σκλάβες και υπασπιστές ­ ο πρίγκιπας ήταν Πέρσης
και έπρεπε να τηρήσει τα προσχήματα.
Σε σχέση με αυτό που επιφύλασσαν οι Μοίρες για μένα, δεν
μπορώ να πω αν το πείσμα του πρίγκιπα στην υπόθεση αυτή ή­
ταν προς όφελός μου ή όχι, αν και η απόφαση του είχε εξίσου με­
γάλο αντίκτυπο στη ζωή μου, όσο και κάθε απόφαση εκ μέρους
των θεών ή των Σπαρτιατών στην προκειμένη περίπτωση.
Καταραμένος να 'ναι ο Κλέαρχος.

4
ΤΟ ΡΑΚΕΝΔΥΤΟ, ξυπόλυτο παιδί καθόταν πάνω σ' ένα βράχο στην

άκρη του μονοπατιού, κοιτάζοντας με σταθερό βλέμμα μακριά,
ενώ έψαχνε μεθοδικά μέσα σ' ένα δερμάτινο πουγκί περασμένο
στη μέση του, βγάζοντας έξω κάμπιες που είχε μαζέψει κάτω α­
πό κούτσουρα και ρίζες και μασουλώντας τες μία μία. Όχι ότι εί­
χα ποτέ ιδιαίτερη συμπάθεια στις κάμπιες και τις ακρίδες που εί­
χα φάει ως δούλος στην Αθήνα ­γέμιζαν την κοιλιά, σχεδόν, και
αυτό ήταν το μόνο που μπορούσα να πω υπέρ τους­, αλλά το γε­
γονός ότι αυτό το παιδί τις έτρωγε συστηματικά έδειχνε ότι απο­
τελούσαν το κύριο συστατικό της διατροφής του και όχι συμπλή­
ρωμα, όπως είχαν υπάρξει για μένα, και το συμπόνεσα γι' αυτό.
Επί μία ώρα ο Ξενοφώντας κι εγώ είχαμε τρέξει με τα άλογα
μέσα από το στενό φαράγγι του Μαιάνδρου, επιλέγοντας προσε­
κτικά το δρόμο μας πάνω από το ποτάμι κατά μήκος ενός μονο­
πατιού όλο κατσάβραχα, όπου ήταν επίφοβο να γυρίσει ανάποδα
το γόνατο ή να σπάσει το πόδι κάποιου αλόγου. Αναζητούσαμε έ­
να πέρασμα που οι οδηγοί μάς είχαν πει ότι θα βρίσκαμε εκεί
κοντά, αλλά δεν είχαμε δει παρά μόνο τα απομεινάρια δύο γε­
φυριών από κορμούς δεμένους με σκοινιά, κομμένων πρόσφατα
από τους ντόπιους, προφανώς σε μια προσπάθεια να εμποδίσουν
την προέλαση του στρατού. Στην πραγματικότητα, ο στρατός δεν
ακολουθούσε καν αυτό το μονοπάτι ­ ο Κύρος δεν έδειχνε κανέ­
να ενδιαφέρον να καταδιώξει μικρές φυλές νομάδων βοσκών στις
ενδότερες οροσειρές. Εντούτοις, τα κοπάδια μας είχαν παρενο­
χληθεί τελευταία από ληστρικές ομάδες Πισιδών και ο Ξενοφώ­
ντας είχε προσφερθεί να βγει σε αναζήτηση ενός μονοπατιού, στο
οποίο μπορούσε να σταλεί αργότερα μια βαρύτερα οπλισμένη ο­

148

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

μάδα οπλιτών για να τους τρομάξει και να τους διώξει μακριά. Ο
Πρόξενος είχε συγκατατεθεί και μας είχε δώσει ένα διερμηνέα
που τον έλεγαν Κλέωνα και δυο Βοιωτούς ανιχνευτές.
Έπρεπε να μιλάμε δυνατά για ν' ακουγόμαστε, καλύπτοντας
το μουγκρητό του νερού, καθώς χυνόταν ορμητικά σε ένα χείμαρ­
ρο μέσα από το στενό χάσμα που ανοιγόταν αρκετά μίλια πριν.
Στα δεξιά μας υπήρχε ένας απότομος λόφος από ψαμμίτη, ένας
γκρεμός σχεδόν, απροσπέλαστος, διάτρητος από τα λαγούμια μιας
τεράστιας αποικίας τρωκτικών που είχαν κατασκευάσει ένα εκτε­
ταμένο δίκτυο από στοές κάτω από την επιφάνεια. Μικρά κομ­
μάτια από ξεφλουδισμένο σχιστόλιθο και μπάζα έπεφταν κάτω
μπροστά ή πίσω μας καθώς περνούσαμε, κάνοντας μας να σκε­
φτούμε ότι κάποιος πρέπει να βρισκόταν από πάνω μας στην κορ­
φή της ράχης, κι όμως, όποτε κοιτάξαμε, είδαμε μονάχα το διά­
στικτο ψαμμίτη και περιστασιακά κάποιο μικρό χνουδωτό κεφά­
λι να ξεπροβάλει λαθραία από μια τρύπα.
Βλέποντας το παιδί να κάθεται εκεί πέρα μόνο του, έκανα νόη­
μα στον Ξενοφώντα να σταθεί και σταματήσαμε τα άλογα μας
στην άκρη, κοιτάζοντας το περίεργα. Μας αγνόησε τελείως ή προ­
σποιούνταν ότι αγνοούσε την παρουσία μας. Δεν πρέπει να ήταν
πάνω από εννέα ή δέκα χρόνων και αναρωτήθηκα πώς είχε φτά­
σει ως εδώ, επειδή ίχνος καταυλισμού Πισιδών δεν έβλεπα εκεί
κοντά. Τα μάγουλα του ήταν ρουφηγμένα από την πείνα και τα
μάτια του βαθουλωμένα. Το δέρμα γύρω από το στόμα του ήταν
βρόμικο, λες κι είχε παραφάει μέλι λίγο πριν και ξέχασε να πλυ­
θεί μετά, αφήνοντας τη βρομιά να μαζευτεί γύρω από τα χείλη του
και ν' ανακατευτεί με το σταθερό ρυάκι μύξας από τη μύτη του
που δεν έδειχνε να έχει καμιά πρόθεση να το σκουπίσει.
Ανταλλάξαμε ένα βλέμμα με τον Ξενοφώντα. «Είναι στα κα­
λά του το παιδί;» ρώτησα. Σήκωσε τους ώμους και φώναξε τον
Κλέωνα να μας βοηθήσει στην επικοινωνία.
Ο Κλέωνας ήταν ένας ψηλός, λεπτός τύπος με βλέμμα άτονο
και παράξενο και μαλλιά σαν αφάνα. Ένας Πισίδης που είχε πια­
στεί αιχμάλωτος σε μια περσική επιδρομή, χρόνια πριν, αλλά α­
πό τότε είχε εκπερσιστεί εντελώς. Κοίταξε το παιδί περιφρονη­

ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ

149

τικά και του πέταξε ξερά μια ερώτηση. Το παιδί δεν έδειξε το πα­
ραμικρό ενδιαφέρον, απαξιώντας ν' ανοιγοκλείσει τα μάτια ή να
του ρίξει μια ματιά­. Συνέχισε, απλώς, να μασάει αδιάφορα και να
γριτσανίζει τις γυαλιστερές κάμπιες. Ο διερμηνέας ρώτησε κάτι
άλλο, αλλά είχε την ίδια τύχη, κι ύστερα σήκωσε τους ώμους.
«Είναι βλάκας», είπε ο Κλέωνας. «Ή είναι κωφάλαλος».
«Θα ήταν χρήσιμο αν μπορούσαμε να το κάνουμε να μιλή­
σει», είπε ο Ξενοφώντας κοιτάζοντας σκεφτικά το χαμίνι. «Είναι
σίγουρο ότι ξέρει την περιοχή, αλλιώς δε θα καθόταν εδώ με τό­
ση άνεση. Πρέπει να ξέρει αν υπάρχουν τίποτα περάσματα εδώ
κοντά».
Ξεκαβαλίκεψε από το άλογο του κι έκανα κι εγώ το ίδιο, ευ­
ελπιστώντας να τεντώσω τα πόδια μου. Ο Ξενοφώντας κάθισε στο
βράχο δίπλα από το παιδί, ανασκαλεύοντας τον μπόγο που κου­
βαλούσε κρεμασμένο στα καπούλια του αλόγου του. Έβγαλε ένα
μεγάλο κομμάτι ψητό αγριόχοιρο, απομεινάρι από μια κυνηγε­
τική εξόρμηση δύο μέρες πριν, και το πρόσφερε στο λιμασμένο
παιδί.
Τα μάτια του παιδιού τρεμόπαιξαν μόλις οσμίστηκε το κρέας
κι έστρεψε αργά το κεφάλι του για να κοιτάξει καταπρόσωπο τον
Ξενοφώντα. Ταχύτερα σχεδόν απ' όσο κατάφερα να δω, τινάχτη­
κε το χέρι του και χωρίς καν να κοιτάξει το κρέας, το άρπαξε και
με μια αστραπιαία κίνηση το έχωσε μέσα στο δερμάτινο σάκο
του. Το φύλαξε για μεταγενέστερο φαγοπότι, υπέθεσα, επειδή στη
συνέχεια έστρεψε το βλέμμα του στον προηγούμενο στόχο του
προς το ποτάμι και συνέχισε να μασουλά αργά τις κάμπιες.
«Δεν είμαι σίγουρος για το τι θέλει να μας πει», είπε ο Ξενο­
φώντας προβληματισμένος. Έκανε νόημα στον Κλέωνα να κατέ­
βει κι αυτός από το άλογο του και πέρασε τα χαλινάρια και των
τριών αλόγων πάνω από τα στριφογυριστά κλαδιά ενός μικρού θά­
μνου. Οι δύο Βοιωτοί περίμεναν υπομονετικά εκατόν πενήντα μέ­
τρα πιο πίσω στο μονοπάτι, κολατσίζοντας και κουβεντιάζοντας
ήσυχα μεταξύ τους.
«Μίλα του πιο ευγενικά», είπε ο Ξενοφώντας. «Μη ζητήσεις
να μάθεις πού είναι το πέρασμα. Ρώτησέ το απλώς τι περιμένει».

150

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

Ο Κλέωνας κατσούφιασε κι ύστερα με μεγάλη προσπάθεια
μαλάκωσε την έκφραση του σε μια καρτερική γκριμάτσα. Έσκυ­
ψε πίσω από το παιδί και το ρωτούσε αρκετά λεπτά, αλλά και
πάλι χωρίς αποτέλεσμα. Με το που στάθηκε ξανά όρθιος, όμως,
το παιδί είπε κάτι γρήγορα στη γλώσσα του, δυο τρεις λέξεις μό­
νο. Ο Κλέωνας έμεινε να το κοιτάζει ακίνητος, λες και περίμενε
περισσότερα, αλλά το παιδί είχε τελικά απαγγείλει το ποίημα του
και δεν είχε σκοπό να μιλήσει περισσότερο. Σήκωσε τους ώμους.
«Το παιδί λέει ότι περιμένει το Χάρο».
Ο Ξενοφώντας κοίταξε πιο προσεκτικά το πρόσωπο του παι­
διού. «Είναι παράξενο», είπε. «Δείχνει πεινασμένο, ίσως, αλλά κα­
θόλου ετοιμοθάνατο. Αναρωτιέμαι τι να εννοεί».
Ακριβώς τότε, ένας ακόμα σωρός από χαλίκια έπεσε και προ­
σγειώθηκε στα πόδια μας. Είχαμε μάθει να παραβλέπουμε αυτές
τις μικρές κατολισθήσεις, αλλά το παιδί κοίταξε φοβισμένα τις πέ­
τρες που είχαν πέσει μπροστά μας. Τη μικρή ποσότητα χαλικιών
ακολούθησε μια πιο μεγάλη πτώση, που αυτή τη φορά περιλάμ­
βανε μερικά βράχια, αρκετά μεγάλα ώστε να μελανιάσουν κά­
ποιο πόδι, αν το χτυπούσαν απευθείας. Κοίταξα προς την κορυ­
φή της ράχης, αλλά δεν είδα τίποτα. Τα παιδί όμως πετάχτηκε α­
πό το βράχο που είχε κουρνιάσει και στάθηκε απέναντι μας, με­
τατοπίζοντας το βάρος του από το ένα πόδι στο άλλο.
«Μοιάζει σαν να πρόκειται να πει κάτι τώρα», είπα, μια και εί­
χε ανοίξει το στόμα του κι άρχισε να μιλάει, αλλά τα λόγια του
πνίγηκαν ξαφνικά από έναν κρότο και έναν εκκωφαντικό, απαί­
σιο βρυχηθμό. Όταν κοίταξα προς τα επάνω, είδα πως ολόκληρη
η πρόσοψη του απότομου σχιστολιθικού γκρεμού είχε αποκοπεί
από το υπόστρωμα του, σαν φλούδα που κόβεται από ένα σάπιο
δέντρο, είχε σπάσει σε τεράστια κομμάτια και κατρακυλούσε πά­
νω μας.
Δεν υπήρχε χρόνος ούτε καν να σκεφτούμε ν' αντιδράσουμε ­
μόνο να κινηθούμε μπορούσαμε. Ο Ξενοφώντας κι εγώ πηδήσα­
με στο μονοπάτι κι ορμήσαμε μπροστά, ασυλλόγιοτα, αναζητώ­
ντας μόνο να προσπεράσουμε τους κομματιασμένους βράχους
που ακούγαμε να κατρακυλούν από τον γκρεμό από πάνω μας,

ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ

151

συμπαρασύροντας χαμόκλαδα, βράχους, τα πάντα στο διάβα
τους. Βροχή από σκόνη, χαλίκια και μικρούς βράχους έπεφτε
πάνω στα κεφάλια και στους ώμους μας και μοιάζαμε να τρέ­
χουμε απίθανα αργά, όπως συμβαίνει όταν βλέπεις εφιάλτη. Μέ­
σα σε δευτερόλεπτα είχαμε συρθεί πίσω από μια απότομη καμπή,
όπου το μονοπάτι κατέληγε σε μια απόμερη γωνιά του φαραγγιού,
και συνειδητοποιήσαμε ότι βρισκόμαστε έξω από την πορεία της
κατολίσθησης και ήμαστε ασφαλείς, εκτός κι αν κατέρρεε ολό­
κληρο το βουνό. Πιέσαμε τα πρόσωπα και τους ώμους πάνω στο
πέτρινο τείχος, σκάβοντας με τα νύχια μας, ασθμαίνοντας και α­
γκομαχώντας όχι από εξάντληση, μια και δεν είχαμε τρέξει πά­
νω από λίγα μέτρα, αλλά σαν αποτέλεσμα ψυχικού καθαρμού α­
πό απόλυτο τρόμο.
Για κάμποσα λεπτά ακούγαμε τον ορυμαγδό των βράχων που
κατρακυλούσαν στα τοιχώματα πίσω από τη γωνιά μας χωρίς να
τους βλέπουμε και σωριάζονταν με εκκωφαντικό θόρυβο στο μο­
νοπάτι. Αφού χτυπούσαν πάνω στο ίσιο κράσπεδο του μονοπατι­
ού οι τεράστιες πέτρες σταματούσαν στιγμιαία, λες κι υπολόγιζαν
τη θέση τους, και ύστερα συνέχιζαν την ξέφρενη πορεία τους, χτυ­
πώντας πάνω στα χαμηλότερα τοιχώματα και πέφτοντας κάτω,
στο ποτάμι, δημιουργώντας έναν τεράστιο παφλασμό από κιτρι­
νωπά απόνερα κι αφρούς. Ύστερα από ένα λεπτό ο ορυμαγδός
σταμάτησε, όσο γρήγορα είχε αρχίσει, κι εμείς βγήκαμε προσε­
κτικά από την προστατευτική μας γωνιά για ν' αντικρίσουμε την
καταστροφή.
Το μονοπάτι είχε εξαφανιστεί τελείως. Κανένα ίχνος ζωής ή
ανθρώπινης κίνησης δε φαινόταν και το μέρος όπου στεκόταν έ­
να λεπτό πριν ο Κλέωνας και τα τρία άλογα ήταν σκεπασμένο α­
πό τεράστια αγκωνάρια ύψους έξι μέτρων. Πυκνή σκόνη γέμιζε
τον αέρα και δυσκολευόμαστε να δούμε, αλλά και ν' αναπνεύ­
σουμε, ενώ από την πρόσοψη του γκρεμού, που προηγουμένως ή­
ταν απότομη, σχεδόν κατακόρυφη, έμοιαζε τώρα να λείπει ένα τε­
ράστιο κομμάτι, λες και κάποιος Τιτάνας είχε κόψει μια δαγκω­
νιά, αφήνοντας ένα μεγάλο λάκκο ή σπηλιά, το βάθος του οποίου
δεν μπορούσαμε να διακρίνουμε καλά μέσα στη σκόνη.

152

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

Μέσα από το σταθερό παφλασμό του ποταμού, πάντως, α­
κούσαμε φωνές ­όχι από κάποιους της ομάδας μας όπως πιστέ­
ψαμε αρχικά, αλλά μάλλον νεανικές φωνές­ και κοιτάζοντας προς
τα πάνω στην κορυφογραμμή είδαμε μια σειρά από πενήντα πε­
ρίπου φιγούρες να στέκονται στην άκρη. Έτσι όπως έπεφτε ο ή­
λιος, διακρίναμε μόνο το περίγραμμα τους· δεν μπορούσαμε να
καταλάβουμε το ντύσιμο ή την όψη τους, αλλά από την κορμο­
στασιά τους έμοιαζαν αγόρια ­ ορισμένα τόσο μικρά, όσο κι αυ­
τό,στο οποίο είχαμε μιλήσει, άλλα ελάχιστα μεγαλύτερα. Κοιτά­
ζοντας προς τα κάτω, ζητωκραύγαζαν και κουνούσαν τα χέρια
για την καταστροφή, που τώρα βλέπαμε ότι ήταν δικό τους επί­
τευγμα, μια και ορισμένα από τα μεγαλύτερα αγόρια κρατούσαν
λοστάρια, τα οποία προφανώς είχαν χρησιμοποιήσει σαν μοχλούς
για να σπρώξουν με δύναμη τ' αγκωνάρια από την κορυφή και ν'
αρχίσει η κατολίσθηση. Το αποτέλεσμα θα πρέπει να ήταν πολύ
πιο σπουδαίο απ' όσο είχαν αρχικά ελπίσει.
«Πισίδες», είπε ο Ξενοφώντας. «Μας έστησαν ενέδρα. Έπρε­
πε ν' ακούσουμε το παιδί. Περίμενε το θάνατο. Το δικό μας. Κοί­
τα!» και δείχνοντας προς το μέσο του λόφου είδαμε το ίδιο παιδί
να πηδάει με ζωντάνια και ν' ανεβαίνει βράχο βράχο, καθώς εί­
χε προφανώς προφυλαχτεί από την κατολίσθηση κάτω από τον
ογκόλιθο του κι έτσι εμφανίστηκε χωρίς να έχει πάθει το παρα­
μικρό. Πώς, αναρωτήθηκα, μπορεί να εξασκηθεί ένα παιδί να
κάνει κάτι τέτοιο;
Στο διάστημα αυτό, οι κακούργοι μάς είχαν δει από την κο­
ρυφογραμμή και ούρλιαζαν από λύσσα, επειδή απέτυχαν να μας
εξοντώσουν με την επίθεση τους. Η μισή συμμορία εξαφανίστη­
κε στη στιγμή, για ν' ακολουθήσει χωρίς αμφιβολία κάποιο από
τα κρυφά μονοπάτια που κατηφόριζαν την πλαγιά και να μας α­
ποτελειώσει εκεί που στεκόμαστε, ενώ οι υπόλοιποι άρχισαν να
μπήγουν έξαλλα τους μοχλούς τους στο έδαφος ξεθεμελιώνοντας
κι άλλους βράχους και χαλίκια και απειλώντας να στείλουν κι άλ­
λη βροχή από αγκωνάρια πάνω μας.
Ο Ξενοφώντας με προσπέρασε γρήγορα και σύρθηκε ξανά πί­
σω από τη γωνία όπου είχαμε βρει αρχικά καταφύγιο, για να δει

ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ

153

τι επιλογές είχαμε από εκείνη την κατεύθυνση. Το μονοπάτι πί­
σω μας, από το οποίο είχαμε έρθει, ήταν αδιάβατο. Αυτό προς τα
εμπρός αντηχούσε ήδη από τις φωνές των εξαγριωμένων αγοριών
που κατέβαιναν εκεί που βρισκόμαστε. Μια απειλητική βροχή α­
πό χαλίκια άρχισε να πέφτει πάνω στα κεφάλια μας. Ο Ξενοφώ­
ντας με κοίταξε μανιασμένα και χωρίς να πούμε λέξη αρχίσαμε
και οι δύο να πετάμε την πανοπλία μας, ενώ την ίδια ώρα πότε κα­
τεβαίνοντας, πότε κατρακυλώντας αρχίσαμε να γλιστράμε στην α­
πότομη πλαγιά από κάτω μας, ελπίζοντας σε μια εύκολη πρόσβα­
ση στο ποτάμι, πριν τσακιστούμε από μια ακόμα κατολίσθηση.
Η «εύκολη πρόσβαση» δεν ήταν αυτό ακριβώς που αποκαλύ­
φθηκε, μια και στο σημείο αυτό το ποτάμι κυλούσε μέσα από έ­
να στενό πέρασμα, με απότομα βράχια να προεξέχουν έξι μέτρα
πάνω από την επιφάνεια του αφρισμένου νερού. Σταματήσαμε
στιγμιαία στο χείλος και με μια γρήγορη προσευχή στους θεούς,
για να μας θυμίσουν τις κολυμβητικές μας ικανότητες που είχα­
με μάθει ως παιδιά στην Ερχιά, πηδήσαμε.

Οχτώ ώρες αργότερα, φτάσαμε κούτσα κούτσα στο στρατόπεδο,
προς μεγάλη έκπληξη των φρουρών, φορώντας μόνο τα σανδά­
λια μας, γεμάτοι βαθιά κοψίματα, μώλωπες και γρατσουνιές από
αγκάθια. Αφού παλεύαμε μισή ώρα, κινδυνεύοντας να πνιγούμε,
μέσα στο θολό νερό, είχαμε μεταφερθεί τέσσερα μίλια πίσω α­
κολουθώντας το ρεύμα, αλλά ασφαλώς χωρίς να μπορούν να μας
φτάσουν οι Πισίδες, απέχοντας, όμως, πολύ ακόμα από το στρα­
τόπεδο μας, στο οποίο δε φτάσαμε παρά το σούρουπο. Ο Πρό­
ξενος είχε ήδη ξεκινήσει τις νεκρώσιμες ετοιμασίες για μας, αφού
είχε πληροφορηθεί με λεπτομέρειες από τους δύο τρομοκρατη­
μένους Βοιωτούς συνοδούς για το φρικιαστικό μας θάνατο. Κα­
ταχάρηκε με την επιστροφή μας και μας τάιζε μέχρι αργά τη νύ­
χτα με κρέας συνοδευόμενο με ανέρωτο κρασί, ικετεύοντας μας
ξανά και ξανά να του εξιστορήσουμε πώς πέσαμε στο ποτάμι για
να ξεφύγουμε. Οι φήμες για την περιπέτεια μας έφτασαν εκείνο
το βράδυ ακόμα και μέχρι τον Κύρο, ο οποίος είχε πληροφορηθεί

154

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ

155

για τον άκαιρο θάνατο μας, και σταμάτησε στη σκηνή του Πρό­
ξενου για να μας συγχαρεί που αποφύγαμε το μοιραίο.
«Η επιστροφή σας αποτελεί καλό οιωνό για το στρατό!» είπε
με θαυμασμό. «Είπα στον υπεύθυνο για τα άλογα να σας δώσει
καινούρια ­ μπορείτε να το κανονίσετε το πρωί. Στο μεταξύ... μα
τον Δία, Θέο, κοίτα αυτή την πληγή!» Έτσι πέρασε το υπόλοιπο
βράδυ μαζί μας, συγκρίνοντας τις ουλές του με τις δικές μας και
γελώντας με την πιθανή αντίδραση των μικρών αγοριών, όταν θα
κατέβηκαν τη βουνοπλαγιά και θ' ανακάλυψαν ότι είχαμε εξαφα­
νιστεί.
Όσο για τον κακομοίρη τον Κλέωνα δεν ελέχθη τίποτα πε­
ρισσότερο, μια κι η απώλεια του δεν ήταν και σπουδαία, αφού ή­
ταν απλώς ένας διερμηνέας.

παλιούς μισθούς. Ο πρίγκιπας δεν επέτρεπε καμιά διαρπαγή καθ'
οδόν, ούτε λεηλασία, κι εφόσον δεν είχε πληρώσει κανένα μισθό
στους στρατιώτες από τότε που ξεκινήσαμε, οι άντρες αντιμετώ­
πιζαν δυσκολίες κάθε φορά που περνούσαν από την αγορά κά­
ποιας πόλης και δεν ήταν σε θέση ν' αγοράσουν ακόμα και βα­
σικά εφόδια, πολύ περισσότερο να προμηθευτούν μπιχλιμπίδια
ή να τζογάρουν. Αυτό δυσαρεστούσε πολύ τον Κύρο, μια και εί­
χε υπάρξει πάντα, και δικαίως, περήφανος για το ότι συμπερι­
φερόταν δίκαια στους άντρες του, και στήριζε πολλά στη διατή­
ρηση της υπακοής τους, ειδικά λόγω του μεγέθους του στρατού
του και της απομονωμένης του θέσης. Μόλις τα παράπονα άρχι­
σαν να προβληματίζουν τους αξιωματικούς, είδαμε μια μικρή πο­
μπή αμαξών να πλησιάζει από μακριά. Ο Κύρος δεν έδειξε κα­
θόλου έκπληκτος ­ στην πραγματικότητα φάνηκε ότι την περί­
μενε.

Αφού αφήσαμε τον Μαίανδρο, βαδίσαμε ήσυχα άλλα διακόσια πε­
νήντα χιλιόμετρα προς τα ανατολικά, με τον Κύρο να κάνει γιορ­
τές και να ψυχαγωγεί τους ντόπιους αξιωματούχους, ώσπου φτά­
σαμε στην απέραντη πεδιάδα του Καύστρου, όπου το στράτευμα
συγκεντρώθηκε σαν τεράστιο κοπάδι από φασαριόζικα κοράκια
που στριφογύριζαν, κορδώνονταν κι αντάλλαζαν φωναχτά εντο­
λές και προσβολές. Η στάση ήταν απαραίτητη για ξεκούραση κι
αναδιοργάνωση, μια και πορευόμαστε πάνω από τρεις μήνες τώ­
ρα και ο καιρός είχε γίνει αποπνικτικά ζεστός και τα ελληνικά
στρατεύματα προσαρμόζονταν στο κλίμα με αργό ρυθμό. Τα περ­
σικά τμήματα που βρίσκονταν στο στρατό μας ­οι στρατιώτες του
Αριαίου και η επίλεκτη προσωπική έφιππη φρουρά του Κύρου­
πείραζαν ανελέητα τους Έλληνες για τα παράπονα που έκαναν,
λέγοντας ότι εκείνοι προσωπικά ένιωθαν πολύ δροσερά, αφού
στο κάτω κάτω ταξιδεύαμε μέσα από τις σχετικά δροσερές ορο­
σειρές της Πισιδίας. «Τα καλύτερα δεν έχουν έρθει ακόμα», σάρ­
καζαν. «Εσείς οι καλομαθημένοι Έλληνες θα μαραθείτε σαν τους
πανσέδες στην έρημο της Συρίας!»

Τοποθέτησα το άλογό μου δίπλα στου Πρόξενου όταν έφτα­
σε η πομπή και την παρακολουθούσαμε και οι δύο με ενδιαφέ­
ρον. Οι άμαξες ήταν πλούσια εφοδιασμένες, με καλοντυμένα ά­
λογα και δυνατούς φρουρούς και υπηρέτες ντυμένους με εκλεκτά
μεταξωτά και χρυσές αλυσίδες. «Η πομπή ανήκει στη βασίλισσα
της Κιλικίας Επύαξα», είπε. Καθώς η γυναίκα βγήκε προσεκτικά
μπροστά στα μάτια του συγκεντρωμένου στρατού, είδα ότι είχε πε­
ράσει η πρώτη της νεότητα, αν και διατηρούσε ακόμα κάποια
λάμψη της ομορφιάς που κάποτε είχε.

Και το ηθικό, όμως, είχε αρχίσει να πέφτει επίσης. Οι άντρες
παραπονιόνταν αρκετές εβδομάδες τώρα ότι τους χρωστούσαν

«Είναι η γυναίκα του βασιλιά Συέννεση, ενός από τους συμ­
μάχους του Κύρου. Είναι ένας γέρος που υπήρξε σατράπης και
του πατέρα του πρίγκιπα».
«Πού είναι ο βασιλιάς;» ρώτησε ο Ξενοφώντας ερχόμενος προς
το μέρος μας. «Δεν μπορεί να έστειλε μόνη τη γυναίκα του να μας
συναντήσει, έτσι δεν είναι;»
«Χα! Είναι ολόκληρη ιστορία», απάντησε περιπαικτικά ο Πρό­
ξενος. «Αυτός ο βασιλιάς δεν έχει εγκαταλείψει το παλάτι του για
δέκα χρόνια, από ντροπή για τον τρόπο με τον οποίο τον μετα­
χειρίστηκαν οι Πισίδες, όταν τον έπιασαν αιχμάλωτο στη διάρ­
κεια ενός από τους ασήμαντους μικροπολέμους του. Ψίθυροι λέ­

156

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

νε ότι η μεταχείριση που δέχτηκε κατέληξε στην απώλεια του αν­
δρισμού του, αν και δεν μπορώ να πω με σιγουριά αν αυτό ήταν
κάτι σωματικό ή μια μορφή τρέλας που του επέβαλαν οι θεοί ως
τιμωρία για κάποιες πράξεις του». Ο Πρόξενος σταμάτησε και
κοίταξε γύρω προσεκτικά για να δει αν βρισκόταν κάποιος εκεί
κοντά. Ύστερα έσκασε ένα πλατύ χαμόγελο. «Αλλά αν ο ανδρι­
σμός του χάθηκε κάπου, λένε ότι από τότε η βασίλισσα δε χάνει
ευκαιρία να τον αναζητά ανάμεσα σε τυχερούς υποψήφιους».
, Πραγματικά, δεν ξέρω ακριβώς τι συνέβη στη σκηνή του Κύ­
ρου κατά τη διάρκεια της επίσκεψης της βασίλισσας, γιατί ήταν
μία από τις λίγες φορές που ο Πρόξενος δεν κλήθηκε να παρα­
στεί στην επίσημη υποδοχή. Ακόμα και οι αγαπημένες παλλακί­
δες του Κύρου βγήκαν έξω με συνοπτικές διαδικασίες, κάνοντας
τους Έλληνες αξιωματικούς να ευθυμήσουν, βλέποντας τις αγα­
νακτισμένες γκριμάτσες που έκαναν τα κορίτσια στη διάρκεια
της προσωρινής τους εξορίας σε μια γειτονική σκηνή.
Ξέρω, πάντως, ότι η βασίλισσα έφερε στον Κύρο ένα τεράστιο
ποσό χρημάτων, μερικές κασέλες γεμάτες ασήμι, μέρος του ο­
ποίου χρησιμοποίησε για να πληρώσει επί τόπου μισθούς τεσ­
σάρων μηνών στους στρατιώτες του και ένα επιπλέον επίδομα για
την υπομονή τους. Οι άντρες εκδήλωσαν δυνατά την εκτίμηση
τους για τη βασίλισσα, κάνοντας ευχή στο όνομα του θεού Πρία­
που και κουνώντας τα κερατόσχημα κύπελλα τους εις υγείαν του
απόντος συζύγου της. Η βασίλισσα, όντας πολύ αξιοπρεπής για
να δείξει προσβεβλημένη, κούνησε απλώς το κεφάλι και χαμο­
γέλασε στους άντρες σεμνά, όταν βγήκε από τα διαμερίσματα του
Κύρου ­ έπειτα χώθηκε πάλι στην ταξιδιωτική σκηνή της από
τριχωτό, ακατέργαστο δέρμα.

ΒΙΒΛΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

ΑΝΑΒΑΣΗ

Ω, κρίμα αλήθεια, οι άνθρωποι με τους θεούς να τα 'χουν,
γιατί θαρρούν πως από μας οι συμφορές τους βρίσκουν,
ενώ παθαίνουν μόνοι τους απ' ασυλλογισιά τους,
χωρίς να φταίει η μοίρα τους.
ΟΜΗΡΟΣ*

* Ομήρου, Οδύσσεια, ραψωδία α, στιχ. 32­35, μετάφραση: Ζήσιμος Σίδερης,
ΟΕΔΒ, Αθήνα. (Σ.τ.Ε.)

1

Η ΚΑΛΗ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ Επύαξα μάς συνόδευσε στην πορεία για με­
ρικές εβδομάδες και στο Τυρίαιο,* την πρώτη μεγάλη πόλη που
συναντήσαμε μετά την άφιξή της, ο στρατός κλήθηκε να σταμα­
τήσει για τρεις μέρες. Η βασίλισσα είχε γίνει ακόμα πιο παρά­
τολμη στις εκδηλώσεις αγάπης προς τον Κύρο και τον είχε πα­
ρακαλέσει να κανονίσει μια επίδειξη του στρατού του για χάρη
της. Πιστεύοντας ότι μπορούσε ν' αποτελέσει καλή ευκαιρία για
τον εντυπωσιασμό των κατοίκων της πόλης με τη στρατιωτική του
δύναμη κι ως εκ τούτου τη συνέχιση του εύκολου ανεφοδιασμού,
ο Κύρος δέχτηκε πρόθυμα.
Οι άντρες γκρίνιαξαν για την επιπλέον δουλειά που χρειαζό­
ταν για το γυάλισμα των ασπίδων, το πλύσιμο των ασπρόρουχων
αλλά και των σωμάτων τους και το χτένισμα των μαλλιών τους, αλ­
λά πιστεύω ότι γενικά χάρηκαν με την ευκαιρία να δώσουν πα­
ράσταση για το γεμάτο δέος πληθυσμό. Ήταν ένα ευπρόσδεκτο
διάλειμμα από τη ρουτίνα και τη χαμαλοδουλειά. Το Τυρίαιο δεν
ήταν από καμιά άποψη μεγάλη πόλη ­ μια κοινότητα από χαμη­
λά χαμόσπιτα, χτισμένα άτακτα, με μια σκονισμένη πλατεία στη
μέση, όπου έμενε ο τοπικός κυβερνήτης και μια μικρή στρατιω­
τική φρουρά, επικουρούμενη από μεγάλο πληθυσμό, άθλιων στην
όψη, αγροτών και δούλων. Το μέρος ήταν νοσηρό ­ ένας ανοιχτός
αγωγός με ακαθαρσίες περνούσε καταμεσής των σκονισμένων
δρόμων, ενώ οι άνθρωποι υπέφεραν από μύγες που τους τσι­
μπούσαν και η δυσωδία ήταν αποπνικτική. Ο Πρόξενος παρα­
* Τυρίαιο ή Τυραίο: πόλη της Λυκαονίας στα σύνορα με τη Φρυγία και την Πι­
σιδία. Η θέση της παραμένει άγνωστη. (Σ.τ.Μ.)

160

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

τήρησε, χωρίς να τον ακούει ο Κλέαρχος και οι άντρες του, ότι εί­
χε μεγάλη ομοιότητα με τη Σπάρτη και, πραγματικά, οι Σπαρ­
τιάτες εδώ έδειχναν περισσότερο εξοικειωμένοι, σαν στο σπίτι
χους, παρά με την ανατολίτικη λαμπρότητα των Σάρδεων ή το
μεγαλείο της Αθήνας.
Οι Έλληνες πήραν εντολή να παραταχθούν σε θέση μάχης, ο
καθένας ανάλογα με τα έθιμα της μονάδας και της χώρας του, και
κάθε αρχηγός ν' αναλάβει τους άντρες του. Έτσι βαδίσαμε σε πα­
ράταξη τεσσάρων ζυγών, δηλαδή βάθους τεσσάρων αντρών, με
τον Μένωνα το Θεσσαλό και τους χίλιους βαριά οπλισμένους πε­
ζούς του αλλά και τους πεντακόσιους ιπποτοξότες να κρατούν το
δεξιό κέρας, τον Κλέαρχο και τους τρομακτικά ανέκφραστους
Σπαρτιάτες το αριστερό, ενώ εμείς οι υπόλοιποι ήμαστε στο κέ­
ντρο. Οι άντρες είχαν γυαλίσει τα χάλκινα κράνη τους με ένα λού­
στρο που λαμποκοπούσε κάτω από το λαμπρό φως του ήλιου που
αναδείκνυε τις κνημίδες και τους πορφυρούς χιτώνες, ενώ είχαν
αφήσει ακάλυπτες τις αστραφτερές ασπίδες τους. Για όποιον τους
αντίκριζε έτσι όπως βάδιζαν αντίθετα στον ήλιο, η αντανάκλαση
ήταν σχεδόν ανυπόφορη. Ο Κύρος και η βασίλισσα επιθεώρη­
σαν πρώτα τα περσικά στρατεύματα που παρέλαυναν με βασιλι­
κή μεγαλοπρέπεια πάνω σε άλογα ή πεζά. Στη συνέχεια το βασι­
λικό ζευγάρι επιβιβάστηκε σε ένα άρμα και πέρασε αργά μπρο­
στά από την κεντρική παράταξη των Ελλήνων, όπου όλοι στεκό­
μαστε ακίνητοι σε στάση προσοχής, ενώ ένα χαμηλό σύννεφο
σκόνης κατακαθόταν στα πόδια μας και μια άχνα σηκωνόταν α­
πό τα ιδρωμένα καπούλια των αλόγων των αξιωματικών.
Καθώς ο Κύρος και η βασίλισσα περνούσαν μπροστά από τις
τελευταίες σειρές των Ελλήνων κι ήταν έτοιμοι να επιστρέψουν
στα ιθαγενή στρατεύματα του πρίγκιπα, ο πρίγκιπας έκανε ένα
βουβό σήμα πίσω από την πλάτη του στους Έλληνες. Και τότε,
πίσω από τις γραμμές μας ήχησε το πένθιμο πολεμιστήριο σάλ­
πισμα που έπαιζε η ελληνική σάλπιγγα, τον ηχηρό αντίλαλο της
οποίας αποδίδει ο Αριστοφάνης στο όμοιο με πρωκτό κουνου­
πιού σχήμα της. Τα δόρατα παρουσιάστηκαν με τις χάλκινες
αιχμές τους παραταγμένες σε μια θανατηφόρα, αιχμηρή κόψη.

ΑΝΑΒΑΣΗ

161

Οι μπροστινές σειρές των στρατιωτών έφεραν τα λεία κοντάρια
από ξύλο φλαμουριάς σε οριζόντια θέση διείσδυσης, ενώ αυτοί
που βάδιζαν από πίσω έφεραν τα δικά τους στην κάθετη θέση ε­
τοιμότητας, με σπαρτιάτικη ακρίβεια, και η ελληνική δύναμη
προχώρησε με μοναδική ενότητα προς τον Κύρο και τα ιθαγενή
στρατεύματα, επί τροχάδην, σαν να ετοίμαζαν επίθεση. Οι α­
παίσιες βοιωτικές μηχανές του Πρόξενου, ετοιμασμένες εκ των
προτέρων για μια αποτελεσματική επίδειξη, άρχισαν ξαφνικά να
ξερνούν φωτιά στο κενό κατά μήκος των πλευρών του· στρατεύ­
ματός μας και, όπως παρατήρησα, οι Πέρσες αξιωματικοί κο­
κάλωσαν και κοίταζαν ερωτηματικά ο ένας τον άλλο και οι ά­
ντρες τους άρχισαν να μετακινούνται νευρικά στις σειρές τους. Η
σάλπιγγα ήχησε και πάλι, το παροτρυντικό, τραχύ κάλεσμα για
επίθεση, και μέσα από δέκα χιλιάδες λαρύγγια βγήκε ένας εκκω­
φαντικός αλαλαγμός. Ύστερα σηκώνοντας ψηλά τις ασπίδες και
χτυπώντας μανιασμένα πάνω τους τα κοφτερά σαν λεπίδες δό­
ρατα, ακολουθώντας το ρυθμό του βηματισμού τους, οι Έλληνες
όρμησαν σε ένα έξαλ\ο τρέξιμο, καθώς ξεχύθηκαν σαν αιμάτινο,
πορφυρό κύμα κατευθείαν προς το κέντρο των εμβρόντητων ι­
θαγενών στρατευμάτων του Κύρου.
Οι Πέρσες έμειναν με γενναιότητα στη θέση τους για μια στιγ­
μή, καθώς οι αξιωματικοί τους κοίταζαν κατάπληκτοι τη φονική
επίθεση των Ελλήνων, κι ύστερα, λες και είχε δοθεί σήμα από το
διοικητή τους, όλοι, εκτός από τον πρίγκιπα, έκαναν μεταβολή
και άρχισαν να τρέχουν σαν λαγοί. Η τρομοκρατημένη βασίλισ­
σα πήδησε από το άρμα, σαν μουλαράς που τον καλούν να κο­
λατσίσει, κι όλος ο πληθυσμός της πόλης τράπηκε σε φυγή. Ο Κύ­
ρος έκανε σήμα στους Έλληνες να σταματήσουν, πράγμα που έ­
καναν αμέσως, σηκώνοντας ένα τεράστιο σύννεφο λεπτής σκόνης,
καθώς έσυραν τα πόδια τους για να σταματήσουν, χαμηλώνο­
ντας τα δόρατα τους στο έδαφος. Ο ήχος της τρομακτικής τους
κραυγής έσβησε σε μια μακρινή ηχώ κι ύστερα εξαφανίστηκε ε­
ντελώς. Ο μόνος ήχος που ακουγόταν, διαπερνώντας το πεδίο
και αντηχώντας στους σιωπηλούς, ανεμοδαρμένους δρόμους του
Τυρίαιου, ήταν το αποδοκιμαστικό γέλιο του Κύρου, καθώς στε­

162

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

ΑΝΑΒΑΣΗ

163

κόταν μόνος μες στο άρμα του με δάκρυα να κυλάνε από τα μά­
τια του.
«Μα τους θεούς», ψιθύρισα στον Ξενοφώντα με την άκρη των
χειλιών μου, καθώς στεκόμαστε ακίνητοι μέσα στη σκόνη με τα
μάτια καρφωμένα στον Κύρο. «Τους είδες πώς έτρεχαν;»
«Μην καμαρώνεις, Θέο. Να θυμάσαι πως υποτίθεται ότι είναι
με το μέρος μας».
«Ας ελπίσουμε ότι οι βάρβαροι ενάντια στους οποίους θα πο­
λεμήσουμε είναι ακριβώς το ίδιο δειλοί, αλλιώς δεν έχουμε καμιά
τύχη», είπα.
Ο Ξενοφώντας απλώς μούγκρισε, αλλά μπορούσα να διακρί­
νω ότι είχε πάρει κάποια μικρή ευχαρίστηση από την επίδειξη.

εντολές. Όταν μια ομάδα των αξιωματικών με επικεφαλής τον
Πρόξενο στάθηκαν μπροστά στο στράτευμα και επιχείρησαν να
τους πείσουν με λόγια, εισέπραξαν απλώς σάπια τρόφιμα.
Ο Ξενοφώντας επέστρεψε στη σκηνή μας συγχυσμένος κι έκ­
πληκτος, σκουπίζοντας αβγά από τα μαλλιά του. Δεν είχε καθό­
λου χρόνο να ξεκουραστεί ή να δώσει εξηγήσεις, όμως, μια και ο
Πρόξενος όρμησε βιαστικός, μέσα από τα παραπετάσματα της
σκηνής, ένα λεπτό αργότερα.
«Μη διανοηθείς να καθαριστείς!» διέταξε, με το πρόσωπο κόκ­
κινο και το σαγόνι σφιγμένο από τη μανία, ενώ ο χιτώνας του ή­
ταν γεμάτος σάπια φρούτα, «Θέλω να το δει αυτό ο Κλέαρχος!»
Αρπάζοντας τον Ξενοφώντα, προχώρησε ορμητικός προς την πε­
ριοχή του στρατηγού, συναντώντας στο δρόμο και άλλους αξιω­
ματικούς που ήταν παρόντες και εξίσου εξοργισμένοι.

Οι άντρες ήταν εξαγριωμένοι και η ένταση μες στο αποπνικτικά
ζεστό, σκονισμένο στρατόπεδο ήταν ολοφάνερη. Αφού αφήσαμε
την κουρασμένη πια βασίλισσα στην Ταρσό, όπου ο χρόνια πά­
σχων σύζυγος διατηρούσε το παλάτι του, ο στρατός είχε απει­
θαρχήσει κι αρνιόταν να προχωρήσει για τρεις εβδομάδες, προς
κοινή κατάπληξη του γέρου βασιλιά Συέννεση και του Κύρου. Οι
στρατιώτες είχαν ακούσει φήμες ότι πραγματικός σκοπός του πρί­
γκιπα ήταν να νικήσει τον αδερφό του, το βασιλιά της Περσίας
Αρταξέρξη, αλλά δεν τους είχε προσλάβει για κάτι τέτοιο, είπαν.
Η στάση ήταν επικείμενη και δυσαρεστημένοι ηγήτορες είχαν
προβάλει ανάμεσα στους άντρες. «Οι Έλληνες είναι θαλασσινός
λαός!» φώναζε ένας νεόκοπος ομιλητής. «Η θάλασσα! Ό σ ο βρι­
σκόμαστε κοντά στη θάλασσα βρισκόμαστε και κοντά στα σπίτια
μας! Τα ίδια νερά που γλείφουν τα πόδια μας σ' εχθρική περιο­
χή βρέχουν επίσης και τις αγαπημένες ακτές της γενέτειρας μας!»
Η σκέψη της αντιμετώπισης των τεράστιων δυνάμεων ενός ισχυ­
ρού βασιλιά εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από τη θάλασσα,
διασχίζοντας καυτές αμμώδεις ερήμους και κατάξερες οροσει­
ρές, ανάμεσα σε παράξενους θεούς και άντρες που αγνοούσαν τη
θάλασσα, ήταν ακατανόητη στους στρατιώτες και, με εξαίρεση
τους Σπαρτιάτες του Κλέαρχου, αρνούνταν να δεχτούν επιπλέον

Όταν άκουσε την αναφορά τους, ο Κλέαρχος κιτρίνισε και
πηγαινοερχόταν στη σκηνή μπροστά στους αξιωματικούς μουρ­
μουρίζοντας απειλές για θανάτωση των στασιαστών. Τελικά στα­
μάτησε ατενίζοντας τους αξιωματικούς και πήρε βαθιά ανάσα
που την κράτησε για μια στιγμή. Η ουλή στον κρόταφο του είχε
πεταχτεί από τη γύρω επιδερμίδα αγριεμένη και προκαλώντας
του πόνο. Ελευθέρωσε την ανάσα του που κατέληξε σε βαθύ α­
ναστεναγμό κι ύστερα αργά και συνειδητά ανασυγκρότησε το
πρόσωπο του με τον αέρα ήρεμου ηθοποιού που παίζει τον πρώ­
το ρόλο σε τραγωδία του Ευριπίδη στο μεγάλο θέατρο της Αθή­
νας. Παίρνοντας τον Πρόξενο σε μια άκρη, του ψιθύρισε για ένα
λεπτό, χειρονομώντας έντονα με τα χέρια του, με νευρικά μικρά
σπρωξίματα και χτυπήματα, καθώς ο Πρόξενος κουνούσε βλο­
συρά το κεφάλι του. Ύστερα βγαίνοντας ατάραχα από τη σκηνή
του, ο Κλέαρχος σκαρφάλωσε σε ένα μεγάλο αγκωνάρι, παρα­
γκωνίζοντας ένα θυμωμένο λοχία που καταφερόταν εναντίον του
Κύρου στις ολοένα αυξανόμενες γραμμές των επαναστατημένων
Ελλήνων. Ο λοχίας κοίταξε αρχικά πίσω του θυμωμένα για την α­
πότομη αυτή συμπεριφορά, αλλά όταν είδε τον Κλέαρχο να τον
καρφώνει με το βλέμμα, πάνιασε και βιαστικά πήρε τη θέση του
ανάμεσα στο πλήθος που παρακολουθούσε.

164

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

Ο Κλέαρχος ηρέμησε και καθάρισε το λαιμό του, καθώς οι ά­
ντρες άρχιζαν να ησυχάζουν για να τον ακούσουν. Ήταν ένας ά­
ντρας με κύρος, ένας Έλληνας όπως αυτοί, παρ' όλα αυτά κά­
ποιος που δεν ήταν σίγουροι ότι μπορούσαν να εμπιστεύονται.
Και τότε άρχισε να κλαίει.
«Σύντροφοι!» φώναξε με τα δάκρυα να τρέχουν στα μάγουλα
του. Οι στρατιώτες έμειναν σιωπηλοί σαν απολιθωμένοι από αυ­
τή την αναπάντεχη επίδειξη συναισθήματος. «Πολεμάμε και βα­
δίζουμε μαζί από τότε που πελεκήσαμε τους Θράκες μες στα χιό­
νια των βουνών τους πριν από ένα χρόνο. Ορισμένοι από εσάς εί­
ναι μαζί μου από πιο παλιά ακόμα, από τον πόλεμο Αθήνας­Σπάρ­
της· από τότε έχω το προνόμιο να ηγούμαι βετεράνων από κάθε
ελληνική πόλη, όντας στην υπηρεσία του ευεργέτη μου Κύρου. Ο
πρίγκιπας μου έδωσε δέκα χιλιάδες δαρεικούς για να με πείσει
να ενταχθώ στις δυνάμεις του ­ κι ούτε μια δεκάρα δεν ξόδεψα
για τον εαυτό μου! Τα έχω διαθέσει όλα για σας, για να στρατο­
λογήσω τους πιο ικανούς, τους πιο έμπειρους, τους πιο σκληρο­
τράχηλους παλιοκερατάδες που περπάτησαν ποτέ πάνω στη γη!»
Τη στιγμή εκείνη ακούστηκαν από διάφορα σημεία ζητω­
κραυγές, τις οποίες όμως αρνήθηκε ν' αποδεχτεί, με τα μάτια
καρφωμένα κάτω λες και ντρεπόταν. Τους είχε του χεριού του, κα­
θώς χαμήλωσε τη φωνή του για εντυπωσιασμό, και οι άντρες συ­
σπειρώθηκαν πιο κοντά για ν' ακούσουν τα τρεμάμενα λόγια του,
καθώς ο πορφυρός κουρελιασμένος χιτώνας του ανέμιζε γύρω του
μέσα στον καυτό λίβα της ερήμου.
«Ξέρω, το ίδιο καλά μ' εσάς, ότι ο πρίγκιπας δε μας φέρθηκε
τίμια», είπε ξανακοιτάζοντας τους άντρες. «Ο Κύρος φοβήθηκε ό­
τι θα αρνιόμαστε να πορευτούμε μαζί του στον Ευφράτη, μια κι
αυτή είναι η πρόθεσή του ­ όχι να πολεμήσει κατά του αδερφού
του, του βασιλιά, όπως ίσως να έχετε ακούσει, αλλά να συντρίψει
τον παλιό του εχθρό, τον Αβροκόμα.* Κι εγώ αισθάνομαι εξαπα­

* Αβροκόμας: σατράπης της Φοινίκης επί Αρταξέρξη, στον οποίο είχε ανατε­
θεί η φύλαξη της διάβασης του Ευφράτη και των στενών της Κιλικίας, όταν ο
Κύρος εξεστράτευσε εναντίον του. (Σ.τ.Μ.)

ΑΝΑΒΑΣΗ

165

τημένος. Παρ' όλα αυτά, εξακολουθώ να υπολογίζω στη φιλία του
πρίγκιπα. Γι' αυτό ακριβώς τώρα πιέζομαι τόσο πολύ για να σας
απαντήσω. Πρέπει να διαλέξω ανάμεσα στο να σας εγκαταλείψω
και να διατηρήσω τη φιλία του ή να τον προδώσω και να μείνω
μαζί σας».
Οι άντρες παρακολουθούσαν με προοδευτικά αυξανόμενη α­
γωνία, καθώς ο διοικητής τους στάθμιζε το δίλημμα του σε ένα
συναισθηματικό ξέσπασμα.
Ο Κλέαρχος αναστέναξε βαθιά και κοίταξε τους άντρες με μά­
τια κόκκινα και λαμπερά. «Έχετε καμιά αμφιβολία για το ποια θα
είναι η επιλογή μου; Δε θα επιτρέψω σε κανένα να πει ότι οδήγη­
σα τους άντρες μου ­τους Έλληνές μου!­ εναντίον βαρβάρων κι ύ­
στερα επέλεξα να τους εγκαταλείψω και να ενωθώ με τους βαρ­
βάρους. Είμαι πρώτα από όλα και πάνω από όλα Έλληνας και μό­
νο έτσι είμαι στρατηγός του Κύρου. Αν καταλήξω σε κάποια από­
φαση, θα ταυτίσω την τύχη μου με τη δική σας, ας πάνε στα κομ­
μάτια οι συνέπειες! Εσείς είστε η χώρα μου! Εσείς είστε οι φίλοι
και σύντροφοι' μου! Μαζί σας αποκτώ τιμή, χωρίς εσάς είμαι ένα
τίποτα, γιατί η φιλία ακόμα και με έναν άντρα τόσο σπουδαίο ό­
σο ο Κύρος είναι ανάξια, αν έχω προδώσει τους άντρες μου». Στο
σημείο αυτό οι άντρες ξέσπασαν σε μια δυνατή ζητωκραυγή. Ο
Κλέαρχος έμοιαζε χαμένος σε ονειροπόληση, με το βλέμμα καρ­
φωμένο κάτω στα πόδια του και τους ώμους να τραντάζονται λες
κι είχαν διαλυθεί από το συναίσθημα. Ύστερα από ένα λεπτό ξα­
νακοίταξε τους άντρες με μάτια καθαρά, ατενίζοντας τα πρόσωπα
αυτών που λίγα λεπτά πρωτύτερα ήταν έτοιμοι να τον λιντσάρουν,
αλλά που τώρα τον τιμούσαν με αλλεπάλληλα κύματα ζητωκραυ­
γών. Παρακολουθούσα τη σκηνή όπως ένας απλός μαθητής κά­
ποιου μεγάλου γλύπτη που μένει ενεός καθώς ο καλλιτέχνης κό­
βει ένα κομμάτι πηλό και αρχίζει να το πλάθει, μαλάσσοντάς το
για να το ζεστάνει και να το μαλακώσει κι ύστερα αρχίζει να το
φτιάχνει επιδέξια σύμφωνα με τα σχέδιο του.
Ο Κλέαρχος αναστέναξε και πάλι αξιολύπητα και μετά κατέ­
ληξε. «Οι ευχές των Ελλήνων στρατιωτών θερμαίνουν την καρδιά
μου όσο τίποτ' άλλο. Πάντως, αφού σπάσω τον όρκο υπακοής

166

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

προς τον Κύρο, μου είναι αδύνατο να παραμείνω στην αρχηγία.
Δεν μπορώ να παραμείνω στρατηγός, περιμένοντας να με ακο­
λουθήσουν άλλοι άντρες. Ακόμα και τώρα που στέκομαι εδώ, ο Κύ­
ρος με καλεί να του δώσω εξηγήσεις. Σας ικετεύω να εκλέξετε κά­
ποιον άξιο άντρα για να σας οδηγήσει κι εγώ θα πάρω τη θέση
μου στις γραμμές δίπλα στον ταπεινότερο γιδοβοσκό. Με τη βοή­
θεια των θεών, ο νέος ηγέτης σας θα σας οδηγήσει πίσω στην α­
γαπημένη μας πατρίδα, μέσα από τις εχθρικές χώρες των Κιλί­
κων και των Πισιδών».
Εχθρικές χώρες; Οι στασιαστές είχαν αποφύγει, ανεξήγητα, να
το αναφέρουν αυτό και οι άντρες άρχιζαν να μουρμουρίζουν. Τε­
λικά, κάποιος σηκώθηκε πάνω και φώναξε: «Ο Κλέαρχος έχει δί­
κιο! Θ' αγοράσουμε προμήθειες και θα επιστρέψουμε στην Ελλά­
δα, προτού ο Κύρος αποφασίσει να μας ξεπαστρέψει!» Κάποιος
άλλος φώναξε αντίθετα. «Όχι! Να ζητήσουμε από τον Κύρο πλοία
για να μας μεταφέρουν πίσω από τη θάλασσα ή τουλάχιστον να
μας δώσει κάποιο οδηγό!» Κάποιος ούρλιαξε ότι δε θα ανέβαιναν
ποτέ σε πλοίο του Κύρου, από το φόβο προδοσίας, ενώ άλλοι δια­
μαρτύρονταν ότι δε θα ακολουθούσαν ποτέ έναν από τους οδη­
γούς του. Η συγκέντρωση εκφυλίστηκε σε χάος, αλλά ο Κλέαρχος
στεκόταν σιωπηλός πάνω στο βράχο, με το κεφάλι κατεβασμένο
από ντροπή και κυρτωμένους τους δυνατούς του ώμους. Ξαφνι­
κά ο Πρόξενος προχώρησε και στάθηκε δίπλα του, χειρονομώ­
ντας στους άντρες να σωπάσουν. Κοίταξα τον Κλέαρχο και τον εί­
δα να λοξοκοιτάζει τον Πρόξενο με την άκρη του στεγνού τώρα
πια ματιού του, ενώ ένα μικρό χαμόγελο φάνηκε να σχηματίζε­
ται στην άκρη του στόματος του, αν βέβαια ο Κλέαρχος ήταν ι­
κανός να χαμογελάσει.
«Έλληνες!» φώναξε ο Πρόξενος και οι άντρες σώπασαν. «Τσα­
κωνόμαστε για την τύχη ενός στρατού δέκα χιλιάδων, αλλά α­
γνοούμε τα γεγονότα! Δεν έχουμε ιδέα για το ποια θα είναι η α­
ντίδραση του Κύρου, αν θα είναι εχθρική ή φιλική· γνωρίζουμε
μόνο ότι δε θα παραμείνει αδιάφορος. Ας στείλουμε τον Κλέαρ­
χο στον Κύρο για να τον ρωτήσει άμεσα τι σκοπεύει να κάνει. Ο
πρίγκιπας είναι έντιμος. Μπορεί είτε να μας πείσει να μείνουμε

ΑΝΑΒΑΣΗ

167

και να τον συνοδεύσουμε εναντίον του Αβροκόμα ή μπορούμε να
τον πείσουμε να μας αφήσει ν' αποχωρήσουμε έντιμα, ως φίλοι,
με την υπόσχεση μιας ασφαλούς συμφωνίας. Ύστερα μπορούμε
ν' αποφασίσουμε αν θα βασιστούμε στην απάντηση του».
Οι άντρες μουρμούρισαν συναινετικά και ο Κλέαρχος κατέ­
βηκε από το βάθρο του. Συνοδευόμενος από τον Μένωνα και τον
Πρόξενο, άφησε τους άντρες στο πεδίο ασκήσεων και κατευθύν­
θηκε αργά, διασχίζοντας το στρατόπεδο, προς το αρχηγείο του
Κύρου, όπου προσπέρασε τους φρουρούς και μπήκε στη σκηνή α­
πό καραβόπανο. Έμειναν εκεί δύο ώρες, ενώ οι φόβοι των αντρών
στη σκέψη ότι θα ξανάκαναν το δρόμο από τον οποίο είχαν έρθει
χωρίς τον Κύρο και τα ντόπια του στρατεύματα για να τους προ­
στατεύουν και να τους οδηγούν θέριευαν και δηλητηρίαζαν το νου
τους. Ο Ξενοφώντας παρέμενε σιωπηλός, χωριστά από τους υπό­
λοιπους. Αδιαφορούσε για τις προσπάθειες που έκαναν ορισμένοι
από αυτούς να εκμαιεύσουν τη γνώμη του, ενοχλημένος από το ό­
τι στρέφονταν τόσο πρόθυμα για συμβουλή σε κάποιον που λίγο
πριν τον είχαν περιλούσει με βρομιές. Οι σκιές μεγάλωναν και η
υπομονή των αντρών είχε τεντωθεί σε σημείο που κόντευε να σπά­
σει, όταν κάποιος τελικά φώναξε ότι επέστρεφαν οι αξιωματικοί
και είδαμε τον Κλέαρχο και τους άλλους να εμφανίζονται μέσα στο
φως του ήλιου, ν' αποχαιρετούν στη σκοτεινή είσοδο της σκηνής
και να κατευθύνονται αλύγιστοι διασχίζοντας το στρατόπεδο προς
τους άντρες που περίμεναν ανυπόμονοι.
Ο Κλέαρχος ξανασκαρφάλωσε στο βράχο του και κοίταξε τους
άντρες, αυτή τη φορά με τους ώμους τεντωμένους προς τα πίσω
και το πλατύ αρκουδίσιο του στέρνο προτεταμένο, με το παρα­
δοσιακό αλαζονικό σπαρτιάτικο κόρδωμά του. Δε χρειάστηκε κα­
θόλου να επιβάλει ησυχία στους άντρες με το χέρι του, εντούτοις
έμεινε σιωπηλός, απολαμβάνοντας τη γεμάτη προσδοκία σιωπή
τους, αρκετά λεπτά πριν ξεκινήσει.
«Άντρες!» ούρλιαξε. «Ο πρίγκιπας μου είπε ότι σκοπεύει να
βαδίσει μέχρι τον ποταμό Ευφράτη, δώδεκα στάδια μακριά, και
να δώσει μάχη με τον εχθρό του Αβροκόμα. Αν ο Αβροκόμας εί­
ναι εκεί όταν φτάσει, θα τον καταστρέψει και θα διαλύσει τον ε­

168

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

παναστατικό στρατό. Ο Κύρος μάς καλεί να πάμε μαζί του, αν ό­
μως αρνηθούμε, θα μας επιτρέψει ν' αποχωρήσουμε σαν φίλοι και
θα μας δώσει οδηγό για τη χερσαία πορεία μας. Για να γλυκάνει
την απόφαση μας, προσφέρει σε κάθε άντρα πενήντα τοις εκατό
αύξηση του προηγούμενου μισθού ­ αντί του ενός δαρεικού το
μήνα ανά άντρα, ενάμιση...»
Οι άντρες ξέσπασαν σε ζητωκραυγές, προτού καν τελειώσει,
και δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία για το ποια απόφαση θα έ­
παιρναν. Οι στρατιώτες διαλύθηκαν ευχαριστημένοι και ξανα­
γύρισαν στις μονάδες τους.
Το ίδιο απόγευμα, σε απάντηση των ερωτηματικών βλεμμά­
των του Ξενοφώντα, ο Πρόξενος γέλασε και μας είπε ότι ήταν δε­
σμευμένος με όρκο να μην κοινοποιήσει τη συζήτηση που πραγ­
ματοποιήθηκε στη σκηνή του Κύρου. Αργότερα ανακάλυψα, ό­
μως, ότι ο πρίγκιπας δεν ήταν καν παρών στη σκηνή ­ είχε φύγει
από το στρατόπεδο μια μέρα πριν σε κυνήγι αγριόχοιρου και δεν
είχε επιστρέψει παρά μετά το ηλιοβασίλεμα της επόμενης μέρας.

2
«ΟΛΑ ΑΡΧΙΣΑΝ όταν πέθανε ο παλιός μου κόκορας», είπε ο Νί­
καρχος, με θολά τα μάτια από τη φωτιά, αλλά με ένα πονηρό χα­
μόγελο απλωμένο σε όλο του το πρόσωπο.
Εκείνη τη νύχτα, ενώ είχα μείνει ξάγρυπνος από όλους αυτούς
τους ήχους από τα τραγούδια και τους πανηγυρισμούς γύρω μας,
ο Ξενοφώντας με φώναξε για παρέα. Όταν πλησίασε σε μια φω­
τιά που έκαιγε καλά, τον υποδέχτηκαν και τον χαιρέτησαν άντρες
που μας κάλεσαν να κάτσουμε μαζί τους και να πιούμε μια δυο
γερές γουλιές από το φλασκί τους ­ έμοιαζαν να έχουν ήδη ξοδέ­
ψει τους επιπλέον δαρεικούς που τους είχε υποσχεθεί ο Κύρος.
Ο Νίκαρχος ο Αρκάς, ένας από τους λοχίες του Πρόξενου, γε­
λούσε τόσο δυνατά με ένα αστείο, που νόμισα ότι θα έσκαγε η κοι­
λιά του. Όταν μας είδε να πλησιάζουμε, ξαναβρήκε την αυτοκυ­
ριαρχία του, χτύπησε στον ώμο τον Ξενοφώντα και με επισημό­
τητα ξεσκόνισε μια γωνιά σε κάποιο κούτσουρο για να καθίσου­
με. Κανονικά ήταν ένα συντηρητικό, ακόμα και δύσθυμο άτομο,
που μιλούσε αργά στο τοπικό του ιδίωμα, κόβοντας τα φωνήε­
ντα, αλλά τώρα τα μάτια του ήταν κόκκινα από το πολύ κρασί κι
αισθανόταν ιδιαίτερα φλύαρος εκείνο το βράδυ.
«Τι ευχαρίστηση που μπορείς να μας συντροφέψεις, καπ' τά­
νιε», είπε συρτά, υπερβάλλοντας σε επισημότητα για ν' αντισταθ­
μίσει την έλλειψη αυτοσυγκέντρωσης, και μου έδωσε το φλασκί
που έσταζε. Κοίταξα γύρω από την πυρά και είδα είκοσι πρόσω­
πα, σε διαφορετικές φάσεις μεθυσιού, να μου χαμογελούν πλατιά
κι αναρωτήθηκα αν θα ξόδευα καλύτερα το χρόνο μου εκείνη τη
νύχτα συνεχίζοντας να προσπαθώ να κοιμηθώ. «Τραγ'δούσαμε
κάτι παλιά τραγ'δάκια και μιλούσαμε για τη δοξασμέν' ιστορία

170

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

και τον πολιτισμό της αγαπημέν'ς μου ιδιαίτ'ρης πατρίδας». Έσκυ­
ψε μπροστά για να ζητήσει το κρασί.
«Μην τον ακούτε, κύριε», είπε ο Γέλλιος, ένας σκληροτράχη­
λος παλιός βετεράνος πολεμιστής, ο μόνος ανάμεσα στους άλ­
λους που έδειχνε να διατηρεί τη νηφαλιότητα του. «Λες και ο Νί­
καρχος είχε ποτέ συνεισφέρει στη δόξα της Αρκαδίας! Δεν είναι
παρά ένας μεθύστακας γερο­αγρότης τόσο χωμένος στο κρασο­
πότηρό του, που ούτε μια ιστορία δεν μπορεί να πει σωστά».
Ο Νίκαρχος σηκώθηκε προσβεβλημένος. «Ένας μεθύστακας
γερο­αγρότης είπες;» Τα μάτια του πάλευαν να συγκεντρωθούν.
«Θα πρέπει να ξέρεις ότι ήμουνα ο μεγαλύτ'ρος παραγωγός α­
βγών όλης της Αρκαδίας και θα εξακ'λουθούσα να ζω τη ζωούλα
μ' εκεί σήμερα, αντίς να στρών' εδώ τον κώλο μ' μ' εσάς τις ψω­
ροφαγωμένες γουρουνοκουράδες, αν δεν ήταν αυτός ο αναθεμα­
τισμένος κόκορας». Κοίταξε γύρω από την πυρά του στρατοπέδου
με αδημονία, περιμένοντας να τσιμπήσει κάποιος το δόλωμα. Εί­
δα κάποιους από τους άντρες να χαμογελούν και να κουνούν τα
κεφάλια τους εξοργισμένοι.
Ύστερα από δευτερόλεπτα σιωπής, η περιέργεια μου υπερί­
σχυσε και παρά τις επιφυλάξεις μου ρώτησα τον Νίκαρχο: «Ποιος
κόκορας;» Ορισμένοι από τους άντρες μούγκρισαν.
«Λοιπόν, κύριε μου», είπε σκεφτικά, «είναι ολόκλ'ρη ιστορία
και πολύ διδακτική, θα πρόσθετα». Άρχισα να σκέφτομαι ότι θα
καταλήγαμε να δούμε την ανατολή εδώ έξω, αλλά οι άντρες ήταν
χαρούμενοι, το φλασκί με το κρασί συνέχιζε να περνάει από χέ­
ρι σε χέρι κι έτσι κι εγώ βολεύτηκα.
«Π' λες, είχα ένα μεγάλο αγρόκτημα, με το μεγαλύτ'ρο κοτέ­
τσι σ' εκείν' τα μέρη ­ εκατόν ογδόντα καρπερές κότες είχα, και
τουλάχιστον ήταν καρπερές, ώσπου μια αλ'πού έφαγε τον κόκορα
μου. Στηριζόμουν ο' αυτά τ' αβγά για να βγάλω το ψωμάκι μ', βλέ­
π'ς, γι' αυτό κατεβαίνω στην πόλη σ' αυτόν που πουλούσε πουλε­
ρικά και του ζητάω τον καλύτερο κόκορα που έχει, επειδή έχω έ­
να σωρό κότες που χρειάζονται βάτεμα.
«Ο πωλητής μπαίνει μέσα στο κλουβί του και τραβάει έξω τον
μεγαλύτ'ρο κόκορα που είχα δει. Έχει ένα τεράστιο κόκκινο λει­

ΑΝΑΒΑΣΗ

171

ρί, φουσκωτά μπούτια και ένα σπαρτιάτικο λάμδα χαραγμένο
στον ώμο του που ήταν ξεπουπ'λιασμένος. Σκατά, αν ο Κλέαρχος
ήταν κόκορας, σίγουρα θα ήταν αυτός. "Το όνομά του είναι Λε­
ωνίδας", λέει ο πωλητής, "και θα σου στοιχίσει κάτι παρ'πάνω, αλ­
λά θα ικανοποιήσει τις κότες σου"».
Οι άντρες κάγχασαν κι ο Νίκαρχος έγειρε μπροστά για να
συνδαυλίσει τη φωτιά.
«Λοιπόν, παίρνω τον Λεωνίδα στο σπίτι και τον πετάω μέσα
στο κοτέτσι μαζί με τις κότες και, στα σίγουρα, περπατά κορδω­
τός, σαν υπερφυσικός διαγουμιστής, διαλέ'ει την κότα που θέλει,
π'δάει επάνω της και προτού καν εκείνη προλάβει να βγάλει φω­
νή τουμπάρει από πάνω της νεκρός. Τον σηκώνω από το λαιμό
και σκέφτομαι: "Τι στην ευχή μού πούλησ' ο μπάσταρδος; Αυτό
το βρομαρπακτικό δεν πρόλαβε καλά καλά να το κάνει κι έπεσε
κάτω παγωμένο".
»Το ίδιο απόγεμα παίρνω το πεθαμένο πουλί και πάω στον
πωλητή και του δείχνω τι συνέβη. Πρέπει να παραδεχτώ, βέβαια
ότι ο πωλητής ήταν αρκετά ευγενής για όλ' αυτά, μέχρι που ζή­
τησε συγνώμη για την αξιοθρήνητη παράσταση του Λεωνίδα, κι
άρχισα σχεδόν να αισθάνομαι λύπη για τον κακομοίρη. Κι έτσι
ξαναμπαίνει στο κλουβί κι βγάζει έναν άλλο κόκορα, ακόμα με­
γαλύτ'ρο από τον πρώτο. Αυτός έχει γυαλιστερό λειρί και γαλά­
ζια μάτια ­και μοιάζει με γαμημένο Σκύθη­ και να με πάρει αν
δε φοράει ένα αγκαθωτό δερμάτινο λουράκι στο λαιμό, σαν το
βρομόσκυλο τον Κέρβερο, και διώχνει ο μασκαράς με κλοτσιές
τους άλλους κόκορες μες στο κλουβί. Τον παίρνω, λοιπόν, στο σπί­
τι και τον πετάω μες στο κοτέτσι με τις κότες μου, να δω αν άξιζ'
τα λεφτά που έδωσα γι' αυτόν.
»Αυτός ο ξανθός κόκορας, το ορκίζομαι, δεν περπατάει καν
καμαρωτός. Απλώς πηδάει πάνω στην πρώτη κότα που βλέπει,
κάνει στα γρήγορα το καθήκον του, πηδάει πάνω στη δεύτερη και
τη στριμώχνει στον τοίχο, πάει για την τρίτη και δεν κοντανασαί­
νει καν, όταν εντελώς ξαφνικά αναπηδά και πεθαίνει κι αυτός σαν
τον Λεωνίδα. Αρχίζω να πιστεύω ότι κάτι συμβαίνει με τις κότες
μου».

172

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

Στο σημείο αυτό, ο Νίκαρχος αναστέναξε θλιμμένα και ά­
πλωσε το χέρι του για μία ακόμα γουλιά κρασί, λες κι ήθελε να
πνίξει τα βάσανα του.
«Λοιπόν», είπε μακρόσυρτα ο Νίκαρχος, «άρπαξα τον ξανθό
γίγαντα και τον έσυρα ξανά πίσω στον πωλητή και φώναξα: "Άκου
να δεις, βρομιάρη, η επιχείρηση μου πάει κατά διαόλου, μόνο
και μόνο επειδή δεν μπορείς να μου πουλήσεις ένα π'λί που να
μπορεί να κρατήσει ψηλά το πράμα του για δυο ώρες, προτού
μου πεθάνει! Δώσε μου ένα δουλευταρά κόκορα τώρα αμέσως,
παλιοπίθηκε, αλλιώς θα σου κάνω γυαλιά καρφιά το μαγαζί". Ο
τύπος αρχίζει να δείχνει κάπως ανήσυχος. Μπαίνει μες στο κλου­
βί και τραβάει το πιο αδύνατο και ζαρωμένο π'λί που είχα ποτέ
δει. Το λοφίο του είναι πεσμένο μες στο μάτι και δεν έχει πάνω
από δύο φτερά σ' όλο του το σώμα. Με δυσκολία στέκεται από τις
κλοτσιές που είχε φάει την προηγούμ'νη από το Σκύθη κόκορα.
Αλλά αυτός ο εξαθλιωμένος κόκορας έχει ακόμα λίγη ζωή στα
μάτια του και ο πωλητής λέει: "Δε θα ήθελα να φορτώσω σε κα­
νέναν τον παλιο­Πολυφάγο από εδώ, αλλά είσαι απελπισμένος
και είναι το τελευταίο μου π'λί, επομένως, πάρ' τον".
»Ο Πολυφάγος. Άθλιο όνομα και αξιολύπητο π'λί. Είμαι έξω
φρενών, μπορώ να πω, αλλά δεν έχω άλλη επιλογή, κι έτσι παίρ­
νω αυτό το άθλιο π'λί στο σπίτι και το βάζω μαζί με τα κοτόπ'λά
μου, χωρίς πολλές ελπίδες. Δεν πάω καν να σταθώ απέξω και να
δω ­δε νομίζω ότι μπορώ να το αντέξω­, αλλά τότε, καθώς κάνω
στροφή για να φύγω, βλέπω τον Πολυφάγο να στέκεται στητός
και ψηλός και σου λέω ότι με έκπληξη βλέπω το παλιοκτήνος να
τριγυρίζει σαν γαϊδούρι. Κοιτάζει γύρω του τις εκατόν ογδόντα κό­
τες μου, αποκτά ένα διαβολικό χαμόγελο στο ράμφος του και πέ­
φτει πάνω στην καθεμιά λες και δεν υπήρχε αύριο, και ύστερα ο
παλιομπάσταρδος πρέπει να έχασε το λογαριασμό, γιατί, να με
πάρει και να με σηκώσει αν δεν τις κανόνισε όλες τους και δεύ­
τερη φορά. Γύρω του υπήρχαν κότες ξαπλωμένες ανάσκελα με η­
λίθια χαμόγελα στο πρόσωπο τους και όταν στράφηκα να δω τον
Πολυφάγο τον βρήκα να τρυπάει τον τοίχο του κοτετσιού και να
προσπαθεί να απαυτώσει το σκύλο μου.

ΑΝΑΒΑΣΗ

173

«Λοιπόν, να είσαι σίγουρος ότι έμεινα κατάπληκτος. Τον άρ­
παξα από το λαιμό και τον κλείδωσα στην αποθήκη εκείνο το
βράδυ, για να ξαποστάσουν λιγάκι κι οι κότες, αλλά τ' άλλο πρωί
πάω και τον φέρνω και τον πετάω πάλι μέσα στο κοτέτσι. Ο πα­
λιο­Πολυφάγος στην πραγματικότητα είναι έξαλλος που είχε
μείνει απομονωμένος για... πόσο; Για δώδεκα ολόκληρες ώρες;
Και προτού καταφέρω να τον ξαναπιάσω, ξανακουτούπωσε ό­
λες τις κότες, το χοίρο μου, μια σπουδαία γουρούνα και δύο α­
πό τις 'γελάδες μου. Τελικά το έπιασα αυτό το πριαπικό τέρας,
του έδωσα δυο φάπες στο κεφάλι για να τον ηρεμήσω και τον ξα­
ναπέταξα στην αποθήκη για να μπορέσω να συνεφέρω τα ζώα
μου.
»Την άλλη μέρα το πρωί, όταν πήγα να ξαναπιάσω τον Πο­
λυφάγο, ανακάλυψα ότι ο παλιομπάσταρδος είχε τρυπήσει τον
τοίχο της αποθήκης και το είχε σκάσει. Το κοτέτσι παρουσιάζει
εικόνα καταστροφής, το κυνηγόσκυλο τρέμει σε μια γωνιά και η
γουρούνα μου κάθεται μέσα στη γούρνα με το νερό, προσπαθώ­
ντας να ηρεμήσει. Φοβάμαι ότι ο Πολυφάγος έχει πάει στο γει­
τονικό αγρόκτημα κι έτσι βουτάω το μ'λάρι μου, με τα στραβο­
πόδαρά του να τρεκλίζουν, και φεύγω για να πιάσω το π'λί πριν
κάνει κάποια μεγαλύτερη ζημιά.
»Να φανταστείς ότι τουλάχιστον δεν ήταν δύσκολο να βρω τα
ίχνη του. Που να πάρει, ο δρόμος ήταν γεμάτος με τραυματίες.
Κουτσές κατσίκες και παλουκωμένα πρόβατα. Μια χελώνα που
ξανάμπαινε τρέμοντας στο καβούκι της και τρία κουτσά ορτύκια.
Βρήκα ακόμα ένα μεγάλο τριχωτό αγριόχοιρο να προσπαθεί
σκληρά να πνίξει ένα χαμόγελο. Τελικά, στρίβω σε μια γωνιά και
να σου ο Πολυφάγος ξαπλωμένος ανάσκελα, ακίνητος, με τη
γλώσσα κρεμασμένη έξω, ενώ δύο γύπες κάνουν κύκλους χαμη­
λά πάνω από το κεφάλι του. Υπόθεσα ότι ο Πολυφάγος είχε τε­
λικά παραδώσει το πνεύμα και ο καλύτ'ρος κόκορας που είχα εί­
χε γίνει τώρα ένα με τους θεούς.
»"Πολυφάγε! Όχι!" ούρλιαξα και αφού κατέβηκα από το μ'λά­
ρι μου γονάτισα δίπλα του. Αλλά να μη σώσω αν αυτός ο παλιο­
κόκορας δεν άνοιξε το μπιρμπιλωτό του μάτι και με κοίταξε, δεί­

174

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

χνοντάς μου τα όρνια και ψιθυρίζοντας: "Σταμάτα να φωνάζεις!
Θα μου τα τρομάξεις και θα φύγουν!"»
Οι άντρες μούγκρισαν κι εγώ τεντώθηκα αναζητώντας και πά­
λι το φλασκί με το κρασί. Ο Ξενοφώντας μόλις είχε πιει μια ρου­
φηξιά, αλλά δυστυχώς συνέπεσε ακριβώς με το τέλος της ιστο­
ρίας και τώρα πότε γελούσε και πότε πνιγόταν, καθώς του έτρε­
χε κρασί από τη μύτη κι έπεφτε πάνω στα πόδια του διπλανού του.
«Ωραία ιστορία, φίλε μου», πέταξε βραχνά, ενώ δάκρυα έ­
τρεχαν από τα μάτια του. «Θα σε σκέφτομαι όποτε τρώγω αβγά!»
Οι άντρες ξέσπασαν και πάλι στα γέλια και την ώρα που σηκω­
θήκαμε να φύγουμε οι πρώτες ρόδινες ακτίνες της αυγής άρχιζαν
να αυλακώνουν τον ουρανό στην ανατολή.
Γυρνώντας με κόπο στη σκηνή μας, ο Ξενοφώντας στύλωσε
τα μάτια στην απέραντη έκταση του λαμπρού ουρανού· σταθή­
καμε σε ένα μικρό ύψωμα να δούμε σε όλη του την έκταση το στρα­
τόπεδο, τις χιλιάδες σκηνές που απλώνονταν σε τακτικές σειρές
σχεδόν μέχρι τον ορίζοντα, μια πόλη που ξεπήδησε από το που­
θενά, λες και διατάχτηκε η ύπαρξη της από το ίδιο το χέρι του Δία.
Άντρες είχαν αρχίσει να εμφανίζονται. Ξύνονταν και χασμουριό­
νταν, αναζωπυρώνοντας τις πυρές της προηγούμενης βραδιάς.
Καπνός παρασυρόταν νωθρά, τριγυρίζοντας σαν σκιά σε χαμη­
λές εσοχές ή σε μουντούς στρόβιλους, προτού ανέβει άθελά του
σχεδόν στο ύψος των δέντρων, όπου διαλυόταν από μια αύρα α­
νεπαίσθητη ακόμα από αυτούς που ήταν κάτω. Η αποπνικτική ζέ­
στα της προηγούμενης μέρας ήταν απλώς μια μακρινή ανάμνη­
ση ή μια αχνή ανησυχία για τις σκληρές ακτίνες που θα έπεφταν
επάνω μας εκείνο το απόγευμα. Η ζωηρή πρωινή ατμόσφαιρα, η
απαλή μυρουδιά του λαδιού που σιγοψήνεται στη φωτιά κι η α­
πόλυτη ομορφιά της απέραντης ερήμου που πρόβαλλε μέσα από
τη νύχτα μάς πλημμύρισαν με μια αίσθηση αγαλλίασης.
Στα διαμερίσματα του Κύρου στο πλάι του στρατοπέδου είδα
μερικές από τις γυναίκες να ξεπροβάλλουν από τη σκηνή του, τυ­
λιγμένες από την κορυφή ως τα νύχια με τα πέπλα που φορούν
από σεμνότητα όταν βρίσκονται μπροστά σε άντρες, ακόμα και
αυτή την πρωινή ώρα. Κουβέντιαζαν ζωηρά μεταξύ τους, καθώς

ΑΝΑΒΑΣΗ

175

πηγαινοέρχονταν φουριόζες στις δουλειές τους, αν και δεν μπο­
ρούσα να καταλάβω τα λόγια τους, και σε λίγο είδα την Αστερία,
την οποία αναγνώρισα από τη γεμάτη χάρη κίνηση της και τη
ραδινή της σιλουέτα, χωρίς καν να δω το πρόσωπο της. Όταν
πρόβαλε από τη σκηνή, στάθηκε ακίνητη μια στιγμή, κοιτάζοντας
προς το μέρος μας, αν και δεν μπορώ να πω με σιγουριά αν κοι­
τούσε εμάς ή καμάρωνε τις ρόδινες, φωτεινές λωρίδες που α­
πλώνονταν τοξωτά στον ουρανό πίσω μας. Της έγνεψα αδιόρατα
με το χέρι μου, όχι έντονα, για να μην προκαλέσω την προσοχή
των άλλων, αλλά αρκετά ώστε να το προσέξει αν κοιτούσε εμένα.
Κοίταξε έντονα μένοντας για λίγο ακόμα ακίνητη κι ύστερα γυρ­
νώντας απότομα έφυγε χαρούμενα προς τις μεγαλύτερες γυναίκες
που ήταν εκεί κοντά, από τις οποίες άκουσα ένα λεπτό αργότερα
ένα ξέσπασμα γέλιου.
Καθώς στράφηκα προς τον Ξενοφώντα, τον είδα να κοιτάζει
προς την ίδια κατεύθυνση, με τη σκέψη του συγκεντρωμένη στο
ίδιο θέαμα. Με κοίταξε και χαμογέλασε.
«Ωραίο θέαμα για να ξεκινήσεις τη μέρα σου», είπε. «Η αυγή
και η ακόλουθος θεά της».
Και με κατέβασε τρέχοντας από το λόφο, όπως ακριβώς κά­
ναμε κάτι τέτοιες καλοκαιριάτικες μέρες στην Αθήνα πολύ παλιά.

ΑΝΑΒΑΣΗ

3
Ο ΜΕΓΑΛΕΙΩΔΗΣ ΕΥΦΡΑΤΗΣ. Οι δυο αυτές λέξεις είναι αχώριστες,
σαν δίδυμοι με ενωμένα τα πλευρά, σαν το Μεγάλο Νείλο, σαν τον
Ολύμπιο Δία. Ακόμα κι εδώ, εννιακόσια περίπου χιλιόμετρα πέ­
ρα από το δέλτα του, το ποτάμι είχε φάρδος σχεδόν ογδόντα πέ­
ντε μέτρα, μεγαλύτερο από οποιαδήποτε άλλη εκροή είχαμε δει
στη ζωή μας. Ένας βασιλιάς των ποταμών. Οι πλημμυρισμένες
πεδιάδες εκτείνονταν ολόκληρα χιλιόμετρα πέρα από τις δύο ό­
χθες και μόνο τα αρδευτικά κανάλια, που είχαν κατασκευαστεί α­
πό προηγούμενες γενιές ανθρώπων, μπορούσαν, καθένα ξεχωρι­
στά, να εξυπηρετήσουν μια πόλη στο μέγεθος της Αθήνας. Από
πόσο μακριά πρέπει να έρχεται αυτός ο ποταμός, από ποιες μα­
κρινές βροχερές χώρες ή παγωμένες οροσειρές, για να κουβαλάει
τόσο μεγάλες ποσότητες νερού σ' αυτή την έρημο που σε οποια­
δήποτε άλλη περίπτωση θα ήταν στερημένη από οποιαδήποτε υ­
γρασία; Οι ντόπιοι μάς έδειξαν ψάρια που είχαν πιάσει, αρχαία
πλάσματα μακρύτερα κι από δύο άντρες μαζί, φοβερά πλάσμα­
τα με ρύγχη ερπετών, από τα οποία οι άνθρωποι αφαιρούσαν τα
αβγά για δική τους κατανάλωση κι ύστερα τα ξανάριχναν στο πο­
τάμι. Τέτοια τέρατα θα έβαζαν σε σκέψη τους ανθρώπους ακό­
μα κι αν βρίσκονταν στην απεραντοσύνη της θάλασσας. Εδώ, στο
γάργαρο νερό του ποταμού, η παρουσία τους ήταν τρομακτική.
Στο σημείο αυτό ο ποταμός ήταν διαβατός μόνο από μια μακριά
πλωτή γέφυρα, αλλά είδαμε ότι αυτή που υπήρχε κάποτε είχε
πυρποληθεί πρόσφατα. Τα δύο άκρα της εξακολουθούσαν να σι­
γοκαίνε από τη φωτιά που είχε ανάψει λίγες μέρες πριν. Ο Αβρο­
κόμας είχε αποφασίσει να μην τηρήσει το ραντεβού που είχε με
τον Κύρο στο συγκεκριμένο μέρος και το είχε βάλει στα πόδια,

177

περνώντας το ποτάμι με τους τριακόσιες χιλιάδες άντρες του για
να ενώσει τις δυνάμεις του με αυτές του βασιλιά Αρταξέρξη.
Ο στρατός στρατοπέδευσε εδώ για πέντε μέρες, ενώ ο Κύρος
μελετούσε την επόμενη κίνηση του, και το τέταρτο βράδυ ο πρί­
γκιπας συγκάλεσε τους Έλληνες αξιωματικούς στη σκηνή του για
συμπόσιο και πολεμικό συμβούλιο. Ο Ξενοφώντας με κάλεσε να
τον συνοδεύσω και δέχτηκα ευχαρίστως, ακόμα κι αν δε μου ε­
πιτρεπόταν τίποτα περισσότερο από το να σταθώ ήσυχα στη σκιά
κοντά στην πόρτα, μαζί με τους άλλους συνοδούς και φρουρούς.
Η τεράστια σκηνή είχε διακοσμηθεί εσωτερικά σαν μνημειώδες
τρόπαιο μάχης, μια εκπληκτική κίνηση από πλευράς Κύρου σχε­
διασμένη για να ενθαρρύνει και να εξωτερικεύσει το πολεμικό
πνεύμα των καλεσμένων του. Δεν είχαν καλά καλά καθίσει, όταν
σηκώθηκε επάνω ο Κύρος.
«Αρχηγοί», είπε, αποφεύγοντας τον περίτεχνο λόγο που οι Πέρ­
σες φυλάνε για τέτοιες επίσημες περιπτώσεις. «Θα μιλήσω απε­
ρίφραστα. Κανονικά, για ν' αποκτήσει δύναμη ο δεύτερος γιος ε­
νός μεγάλου βασιλιά, όπως εγώ, είτε περιορίζεται σε κάποια ε­
λάσσονα σατραπεία ή καταφεύγει στις ικανότητες ενός δολοφό­
νου. Η θέση του είναι ασαφής, παραμένει πάντοτε στο έλεος των
άλλων. Προτιμώ τον πόλεμο. Στον πόλεμο, είτε νικάς είτε χάνεις.
Η έκβαση είναι ξεκάθαρη. Το μολυσμένο μέλος κόβεται καθαρά
και το τραύμα δεν κακοφορμίζει.
»Ο Αβροκόμας το έσκασε από το φόβο του για εμάς, με την ου­
ρά στα σκέλια, παρόλο που οι δυνάμεις του υπερτερούν των δικών
μας, σε αναλογία ένας προς τρεις. Η ατυχία του είναι ότι ενώνο­
ντας το στρατό του με αυτόν του αδερφού μου, του βασιλιά, δεν
αυξάνει τη δύναμη του. Μια παρέα δειλών το μόνο που καταφέρ­
νει είναι να κάνει όσους βρίσκονται γύρω της ακόμα πιο δειλούς.
Τώρα έχουμε να κατατροπώσουμε ένα εκατομμύριο άντρες, αντί
για τριακόσιες ή εφτακόσιες χιλιάδες. Να πείτε στους άντρες σας
να ξεκουράσουν με περισσή φροντίδα το δεξί τους χέρι ­ η σφα­
γή που μας περιμένει είναι πολύ μεγαλύτερη απ' όσο ελπίζαμε».
Ο Κύρος κάθισε και πάλι στη θέση του και ήπιε ήρεμα από
το κύπελλό του. Οι πάντες στη σκηνή είχαν βυθιστεί σε μια τρο­

178

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

μακτική σιωπή από αυτή την επίδειξη παλικαρισμού. Με δυσκο­
λία κουνιόταν κάποιος, εκτός από τους δούλους που έτρεχαν αθό­
ρυβα ανάμεσα στους συνδαιτυμόνες γεμίζοντας τις κούπες τους.
Ο Ξενοφώντας μου έριξε ένα βλέμμα δυσπιστίας, εκεί που βρι­
σκόμουν στα σκοτεινά.
Ορισμένοι από τους αρχηγούς, συγκεκριμένα οι Σπαρτιάτες
του Κλέαρχου, κούνησαν τα κεφάλια τους κι άρχισαν να χτυπούν
με ενθουσιασμό τις γροθιές τους πάνω στο τραπέζι, δηλώνοντας
φωναχτά την επιδοκιμασία τους. Άλλοι, πάντως, μουρμούριζαν
μέσα από τα δόντια τους, απελπισμένα, για το πώς θ' ανακοίνω­
ναν τα νέα στους άντρες τους που είχαν ήδη πιεστεί σε οριακό ση­
μείο από τη μακριά πορεία και δεν έδειχναν διατεθειμένοι να α­
ποτολμήσουν ν' απομακρυνθούν από τη θάλασσα ακόμα περισ­
σότερο απ' όσο είχαν ήδη τολμήσει. Ύστερα από λίγα λεπτά ση­
κώθηκε ο Πρόξενος και στο χώρο απλώθηκε και πάλι σιωπή.
«Πρίγκιπα Κύρο, αν μου επιτρέπεις, θα μιλήσω ανοιχτά, προ­
βλέποντας τις αντιδράσεις των αντρών μας». Ο Κύρος έγνεψε συ­
ναινετικά.
«Σε ακολουθήσαμε υπάκουα ως εδώ, πρώτα πιστεύοντας ότι
επρόκειτο να τιμωρήσουμε τους Πισίδες, μετά τους Κίλικες και
τελικά τον Αβροκόμα εδώ στον Ευφράτη. Κάθε φορά ωθούσαμε
τους άντρες μας όλο και πιο μακριά από την Ιωνία. Αλλά το ν' α­
πομακρύνεις τους Έλληνες από τη θάλασσα είναι σαν ν' απομα­
κρύνεις γάτες από ένα πιάτο με ψάρια. Οι άντρες θα πουν ότι ο
πραγματικός σου σκοπός, από την αρχή, ήταν να συγκρουστείς
με το στρατό του βασιλιά και ότι τους το έκρυψες· ότι τους εμπό­
δισες ν' αποχωρήσουν πριν από εβδομάδες, όταν είχαμε στρατο­
πεδεύσει στην Κιλικία, και τώρα, που έχουμε προχωρήσει μέχρι
τον Ευφράτη, τους εξαπάτησες και πάλι, μια και είναι ακόμα πιο
δύσκολο να επιστρέψουν τώρα στην πατρίδα τους. Πρίγκιπα Κύ­
ρο, με όλο το σεβασμό, σε προειδοποιώ ότι κινδυνεύεις επιχει­
ρώντας να διασχίσεις τις συριακές έρημους και να πολεμήσεις το
βασιλιά με ελληνικό στρατό, εκτός και αποζημιώσεις τα ελληνι­
κά στρατεύματα και τα πείσεις ότι από αυτά εξαρτάται αν θα συ­
νεχίσουν να σε ακολουθούν».

ΑΝΑΒΑΣΗ

179

Μου κόπηκε η ανάσα με την τόλμη του Πρόξενου. Ο Κύρος,
φυσικά, δεν ήταν αφελής. Ο υπαινιγμός του Πρόξενου ήταν τό­
σο σαφής, ώστε να ισοδυναμεί με εκβιασμό, αλλά ο πρίγκιπας
δεν οπισθοχώρησε. Κοίταξε στα ίσια τον Πρόξενο, που παρέμε­
νε όρθιος και κοίταζε με τη σειρά του ατάραχα τον πρίγκιπα, ε­
νώ οι άλλοι αξιωματικοί μετακινούνταν ανήσυχα στις θέσεις τους.
Τελικά ο Κύρος χαμογέλασε και, αφού σηκώθηκε όρθιος, ύψω­
σε την κούπα του προς τον Πρόξενο.
«Νόμιζα ότι εγώ ήμουν αυτός που μιλάει σταράτα», είπε ο Κύ­
ρος καθώς οι άντρες κρυφογελούσαν τεταμένα, αν και με κάποια
ανακούφιση. «Πρόξενε, γνωρίζεις καλά, όπως και κάθε άλλος ά­
ντρας, ποιες είναι οι συνθήκες που αντιμετωπίζω. Για πρακτικούς
λόγους, δεν μπορώ να κουβαλάω σκευοφόρους γεμάτες χρυσό για
να το μοιράζω κάθε μήνα στους άντρες. Αναγνωρίζω όμως ότι οι
άντρες μπορεί να είχαν... άλλες προσδοκίες».
Οι αξιωματικοί κούνησαν συναινετικά τα κεφάλια τους κι ο Κύ­
ρος έκανε μια στιγμιαία παύση σαν να σκεφτόταν, με τα μάτια
καρφωμένα ακόμα στον Πρόξενο.
«Ας κάνουμε λοιπόν μια συμφωνία που μπορείτε να τη μετα­
φέρετε στους άντρες σας. Όταν φτάσουμε στη Βαβυλώνα, κάθε
άντρας θα δικαιούται πέντε μηνών μισθό σε ασήμι». Φοβερό βου­
ητό ξέσπασε ανάμεσα στους άντρες μέσα στη σκηνή, ακόμα κι οι
δούλοι σταμάτησαν τις δουλειές τους για ν' ακούσουν πιο προσε­
κτικά. Το ποσό ήταν υπέρογκο. «Και», συνέχισε, «θα διπλασιάσω
τους τρέχοντες μισθούς σε τρεις δαρεικούς το μήνα μέχρι να ε­
πιστρέψουν ασφαλείς στην Ιωνία».
Οι αξιωματικοί έμειναν με το στόμα ανοιχτό. Ο Πρόξενος, αι­
νιγματικός όπως πάντα, κοντοστάθηκε στιγμιαία, προτού σηκώ­
σει την κούπα του σε ανταπόκριση προς τον πρίγκιπα. «Γενναιό­
δωρη προσφορά, μεγαλειότατε. Θα τη μεταβιβάσω στους άντρες
μου και, μολονότι δεν μπορώ ακόμα να μιλήσω εξ ονόματος τους,
είμαι σίγουρος ότι κάτω από αυτές τις συνθήκες θα σας ακολου­
θούσαν ακόμα και στον Άδη».
Οι αξιωματικοί ξέσπασαν σε δυνατά επιφωνήματα, σηκώθη­
καν και ύψωναν τα κύπελλά τους προς τιμήν του πρίγκιπα, ενώ

180

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

χτυπούσαν χαϊδευτικά ο ένας τον ώμο του άλλου. Ο Ξενοφώντας,
όμως, άργησε να σηκώσει την κούπα του κι έμεινε ήσυχα στη θέ­
ση του, δίπλα στον Πρόξενο, χωρίς ν' αρθρώσει λέξη, ενώ γύρω
του οι άντρες κουβέντιαζαν μεταξύ τους με ενθουσιασμό. Αργό­
τερα θα μου έλεγε ότι εκείνη τη στιγμή φανταζόταν πώς η μά­
γισσα Κίρκη είχε απλώσει τα απόκοσμα μάγια της πάνω στους ά­
πληστους άντρες και τους είχε μεταμορφώσει σε χοίρους. Ανα­
ρωτήθηκα τι να έλεγε άραγε ο γερο­Γρύλλος, όταν θα μάθαινε
για τον πόλεμο που έκαναν οι Έλληνες όχι για τιμή ή αρχές, αλ­
λά για τρεις περσικούς δαρεικούς το μήνα.
Το συμπόσιο εξελίχθηκε ευχάριστα. Οι δούλοι του Κύρου μοί­
ρασαν άφθονες ποσότητες καλού ρετσινωμένου κρασιού από τη
Θάσο, που το είχαν μεταφέρει από την Ελλάδα, για την ευωχία
των καλεσμένων. Αχνιστές πυραμίδες από ψητά ψάρια προ­
σφέρθηκαν, ολόφρεσκα από το ποτάμι, βουτηγμένα σε σιρόπι
ροδιού και χυμό ροδάκινου και γαρνιρισμένα με σέλινα και άλ­
λα χορταρικά, συνοδευόμενα από τσίχλες σερβιρισμένες πάνω
σε αχνιστό στρώμα από σπαράγγια. Μόλις άνοιξε η όρεξη των κα­
λεσμένων, ήχησε ένα σύνολο αυλών και έξι άντρες μπήκαν τρε­
κλίζοντας στη σκηνή, κουβαλώντας έναν ψητό ταύρο περασμένο
σε σούβλα. Ακουμπώντας τον προσεκτικά πάνω σε ένα φαρδύ ε­
πίπεδο τραπέζι, ένας από αυτούς έβγαλε ένα καμπύλο ξίφος και
με τρία καταπληκτικά χτυπήματα άνοιξε την κοιλιά του ζώου α­
πό το στέρνο μέχρι τα αχαμνά. Οι ακόλουθοι του έβαλαν τα χέ­
ρια τους μέσα στην κοιλότητα μέχρι τους ώμους, κι εκεί που πε­
ριμέναμε να βγάλουν έξω τα σπλάχνα, πρόβαλε περήφανα ένα ψη­
τό αρνί, αχνίζοντας και στάζοντας με κρεμμύδια και μυρωδικά και
τις σάλτσες να τρέχουν από τα πλάγια. Ο άντρας με το καμπύλο
ξίφος το άνοιξε κι αυτό, με ένα χτύπημα, πιτσιλίζοντας τους κο­
ντινούς καλεσμένους με ευωδιαστά ζουμιά. Μέσα από αυτό το α­
νακάτεμα εμφανίστηκε ένας ψητός χοίρος, με την κοιλιά του ραμ­
μένη προσεκτικά. Ο άντρας άφησε έναν αναστεναγμό προσποι­
ητής απόγνωσης, προς ευχαρίστηση των συνδαιτυμόνων, και με
ένα ακόμα χτύπημα άνοιξε το χοίρο που ήταν παραγεμισμένος με
ένα κατσικάκι, ενώ τα κενά είχαν συμπληρωθεί με ψητά μήλα

ΑΝΑΒΑΣΗ

181

που είχαν σιγοψηθεί για ώρες μέσα σε όλο αυτό το παρασκεύα­
σμα, ποτίζοντας με το λεπτό τους άρωμα το κρέας όλων των ζώων
που τα περιέβαλλαν. Το θέαμα συνεχίστηκε. Κάθε ζώο περιείχε
κάποιο μικρότερο, μια παχιά χήνα, ένα κοτόπουλο, μια πέρδικα,
έναν ορτολάνο, ένα αηδόνι και μερικά ακόμα πουλιά, για να κα­
ταλήξει χωρίς αμφιβολία στο τέλος σε μια ακρίδα ή μια κάμπια,
παρόλο που ήμουν πολύ μακριά, στο βάθος της σκηνής, για να δω
τι ακριβώς παρουσίαζε ο μάγειρας. Οι υπηρέτες βεβαιώθηκαν
στα γρήγορα ότι κάθε καλεσμένος ροκάνιζε ευχαριστημένος το
κομμάτι που του άρεσε και παρακολουθούσαν προσεκτικά να
μην εμφανιστεί άδειος χώρος στο πιάτο τους χωρίς να ξαναγεμί­
σει από μία ακόμα φέτα αχνιστού κρέατος ή ένα μεγάλο κομμά­
τι φρυγανισμένου ζυμωτού ψωμιού.
Ένα συμπόσιο του Κύρου δεν μπορούσε να είναι πλήρες χω­
ρίς διασκέδαση, την οποία και πρόσφερε εν αφθονία με τα τα­
λέντα που είχε φέρει μαζί του ή που προσέλαβε αργότερα μέσα
από το μπουλούκι του στρατοπέδου. Οι Σπαρτιάτες κοιτούσαν
έκθαμβοι και αποσβολωμένοι αλλά και αρκετά θορυβημένοι, κα­
θώς σαλτιμπάγκοι και ακροβάτες, τις υπηρεσίες των οποίων πί­
στευαν ότι είχαν αποκλείσει εδώ και μήνες από το στρατό, μπή­
καν χοροπηδώντας στη σκηνή, εκτελώντας αμέσως ορισμένα νού­
μερα για διάφορες ομάδες των συνδαιτυμόνων. Ο Κλέαρχος, ε­
ξαιτίας του άγριου παρουσιαστικού του, ερχόταν σε μεγάλη α­
ντίθεση με τους γελωτοποιούς και τους ταχυδακτυλουργούς, αν και
περιέργως τους αντιμετώπισε με καλή διάθεση. Όμορφες, γυ­
μνές αυλήτριες από τη Συρία πρόσφεραν ακόμα πιο δραστήρια
ψυχαγωγία, χορεύοντας και συστρέφοντας τα λυγερά κορμιά τους
μέσα από στριφογυριστές σειρές στεφανιών που πετούσαν στον
αέρα, υπολογίζοντας ακριβώς πόσο ψηλά έπρεπε να τα ρίξουν,
ώστε να τα πιάσουν σε συγχρονισμό με τη μουσική, ή έκαναν τα­
χυδακτυλουργικά με μικρά κοφτερά ξίφη που λαμποκοπούσαν
στο φως των λύχνων. Ένα κορίτσι χόρευε και κουλουριαζόταν
στο έδαφος μαζί με ένα πελώριο εκπαιδευμένο φίδι κι ήταν α­
ξιοθαύμαστο πόσα πράγματα του είχε μάθει ή ίσως πόσο το είχε
ναρκώσει. Ξαφνικά, όμως, με ένα σήμα του Κύρου, όλοι οι δού­

182

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

λοι ταυτόχρονα έσβησαν τους λύχνους στους τοίχους, κάνοντας τον
μονίμως σε ένταση Κλέαρχο και τους αρχηγούς του να θορυβη­
θούν, ενώ οι καλλίπυγες καλλονές επιδόθηκαν σε άγριες χορευ­
τικές φιγούρες με αναμμένους δαυλούς, απειλώντας μονίμως να
βάλουν φωτιά στη σκηνή ή να κάψουν τα μακριά μαλλιά των
Σπαρτιατών, αλλά πετυχαίνοντας πάντα να ολοκληρώσουν τα πο­
λύπλοκα βήματα τους με απόλυτη ακρίβεια. Οι ζητωκραυγές για
την παράσταση τους ήταν εκκωφαντικές. Καθώς αποχωρούσαν,
περνούσαν με χάρη ανάμεσα στους συνδαιτυμόνες, ζητώντας ε­
πιπλέον νομίσματα, σταματώντας εδώ κι εκεί για να χτυπήσουν
καλοπροαίρετα κάποιο ιδιότροπο χέρι που είχε κατά τύχη προ­
χωρήσει πολύ ψηλά σε κάποιο λυγερό, μελαψό μηρό.
Εκπλήσσοντας τους πάντες, ο Κλέαρχος σηκώθηκε και με σο­
βαρή έκφραση χτύπησε το τραπέζι με την παλάμη του χεριού του
για προσοχή, ώσπου όλοι σώπασαν. Με υπόκωφη φωνή εξέφρα­
σε τα ευχαριστήρια του στον Κύρο και, λικνιζόμενος ελαφρά στα
πόδια του, προχώρησε ακάθεκτα σε αυτό που σύντομα αντιλη­
φθήκαμε με τρόμο ότι ήταν μια στρατιωτική αγόρευση.
«Σύντροφοι αξιωματικοί, αυτά τα κορίτσια απέδειξαν ότι δεν
έχουν λιγότερες φυσικές ικανότητες από τους άντρες, αλλά υστε­
ρούν μόνο σε κρίση και σωματική δύναμη. Κανείς από όσους πα­
ρακολούθησαν αυτά τα εκπληκτικά κατορθώματα με τα ξίφη και
τη φωτιά δεν μπορεί ν' αρνηθεί ότι το θάρρος είναι χαρακτηρι­
στικό που μπορεί να διδαχτεί, όταν αυτά τα εύθραυστα κορίτσια
ρίχτηκαν τόσο άφοβα πάνω στις κοφτερές λάμες. Ακριβώς έτσι κι
εμείς οι Σπαρτιάτες πρέπει να διδάξουμε τα στρατεύματα μας, πα­
παγαλιστί αν είναι ανάγκη, να δώσουν σημασία στο κάλεσμα των
όπλων και να επιδείξουν τέτοιο θάρρος ώστε...»
Ο Κύρος, απελπισμένος από αυτή την αναπάντεχη και απε­
ρίσκεπτη διακοπή της γιορτής του, πέταξε στον Κλέαρχο ένα με­
γάλο κομμάτι σκληρό ψωμί που τον βρήκε στο λαιμό και έκοψε
στη μέση την αγόρευση του. Ο Σπαρτιάτης σήκωσε τα μάτια ξαφ­
νιασμένος από αυτή την παραβίαση του πρωτοκόλλου και της
στρατιωτικής επισημότητας και κοίταξε οργισμένος μες στο σκο­
τάδι και τη θολούρα της σκηνής, σε μια προσπάθεια να εντοπίσει

ΑΝΑΒΑΣΗ

183

την πηγή της προσβολής. Η εύθυμη φωνή του Κύρου ήχησε μες
στη σιωπή.
«Κάθισε κάτω, Κλέαρχε, και πάψε. Απόψε δεκάρα δε δίνω αν
είσαι Σπαρτιάτης στρατηγός ή η γριά γιαγιά μου. Άλλη είναι η ώ­
ρα που θ' επιδείξουμε θάρρος κι άλλη η ώρα που θα χαρούμε. Κα­
νείς δεν αμφισβητεί την υπεροχή σου σε θέματα πολέμου. Αλλά
αν επιμένεις να κάνεις επίδειξη της κατωτερότητας σου σε θέ­
ματα κοινωνικότητας, δε θα διστάσω να σε πετάξω έξω από τη
σκηνή!» Πάνω σ' αυτό χτύπησε δύο φορές τα χέρια του και δύο
τεράστιοι Αιθίοπες στάθηκαν στο πλάι του ­αθέατοι στο σύνολο
τους μέσα στο ημίφως της σκηνής, εκτός από το ασπράδι του μα­
τιού τους και τα γυαλιστερά τους δόντια­ και στύλωσαν τα μάτια
άπληστα πάνω στον έκπληκτο Κλέαρχο. Οι άντρες μούγκρισαν α­
πό αυτό το ανήκουστο ράπισμα στον οργισμένο στρατηγό κι αυ­
τός κάθισε πάλι στη θέση του με μια σαστισμένη έκφραση. Οι
Σπαρτιάτες αρχηγοί, ασυνήθιστοι στην ποσότητα του κρασιού
που είχαν πιει, ξέσπασαν ταυτόχρονα σε ένα νικητήριο σπαρ­
τιατικό παιάνα, επιχειρώντας αδέξια ν' ανασκευάσουν την ά­
κομψη παρέμβαση του Κλέαρχου, ενώ οι μουσικοί τους συνόδευ­
σαν με κέφι, καθώς συμμετείχαν στο τραγούδι κι οι άλλοι αξιω­
ματικοί.
Ενώ οι χορεύτριες και οι αυλητρίδες αποχωρούσαν από την πί­
σω είσοδο, ο Κύρος άρχισε να κοιτάζει με αδημονία την μπρο­
στινή, καταφέρνοντας με δυσκολία να διατηρήσει την προσοχή
του. Η συζήτηση στο τραπέζι των αξιωματικών είχε ξαναρχίσει
και η σκηνή είχε ξαναγεμίσει από τα τραχιά γέλια, τους κομπα­
σμούς και τα πειράγματα των χαρούμενων αντρών. Τελικά, ο πρί­
γκιπας ανταμείφθηκε, καθώς το παραπέτασμα της σκηνής τρα­
βήχτηκε και μπήκε στο χώρο η Αστερία, ίδια κι απαράλλαχτη με
την Άρτεμη ή τη χρυσή Αφροδίτη, με τη μικρή της λύρα κάτω α­
πό τη μασχάλη, τα μάτια χαμηλωμένα σεμνά κι ένα ντροπαλό
χαμόγελο στο πρόσωπο της. Φορούσε ένα διάφανο μακρύ φόρε­
μα, που άφησε να φανούν φευγαλέα οι κοριτσίστικες γραμμές
της καθώς πέρασε μπροστά από τους λύχνους, και τα μακριά μέ­
χρι τη μέση μαύρα μαλλιά της ήταν χτενισμένα περίτεχνα και τυ­

184

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

λιγμένα γύρω από το κεφάλι της, με μια ποικιλία από πολύχρω­
μα φτερά περασμένα ανάμεσα στις μπούκλες, που δημιουργούσαν
ωραία αντίθεση με το γυμνό και αστόλιστο λαιμό και τα χέρια της.
Ήταν ξυπόλυτη και είχε βάλει ελάχιστο κοκκινάδι στα μάγουλα
της, μια κι η φυσική σταρένια επιδερμίδα της την έκανε ν' ακτι­
νοβολεί κάτω από το φως των λύχνων. Ήταν απελπιστικά νέα και
όμορφη, αν και το απαλό φούσκωμα και τρεμούλιασμα του στή­
θους της, ορατό μέσα από το λεπτό ύφασμα του φουστανιού της
που φωτιζόταν από πίσω, μαρτυρούσε το γεγονός ότι ήταν πια
μια σχηματισμένη γυναίκα και ότι είχε πλήρη συναίσθηση της α­
ποχαύνωσης που προκάλεσε στους συγκεντρωμένους.
Ένας ναζιάρης ευνούχος ακούμπησε μια χαμηλή καρέκλα στο
χαλί, στο κέντρο της σκηνής, που λαμποκοπούσε κάτω από το
φως των δαυλών με τις ψηφιδωτές σπείρες της από ασήμι και
φίλντισι. Ο τεχνίτης που την είχε φτιάξει για τους προγόνους του
Κύρου, αιώνες πριν, είχε προσθέσει ένα χαμηλό υποπόδιο, κάτω
από το κάθισμα, ενσωματωμένο στο σκελετό, ένα εκπληκτικό σχέ­
διο, για να ξεκουράζει το πόδι του κάποιος μουσικός όταν παίζει
τη λύρα του. Ήταν ντυμένο με βαριά προβιά για άνεση. Η Αστε­
ρία κάθισε απαλά στο εκπληκτικό κάθισμα και επικράτησε σιω­
πή στο χώρο.
Από το πρώτο κιόλας άγγιγμα των χορδών της λύρας αιχμα­
λώτισε τους άντρες και τους κράτησε σε αγωνία, γοητευμένους α­
πό την ομορφιά και τη γλυκιά, κρυστάλλινη καθαρότητα της φω­
νής της. Στην αρχή ακουμπούσε τις χορδές του οργάνου σχεδόν
τυχαία, σαν ν' αναζητούσε κάποιο σκοπό ή να επιχειρούσε να συ­
νταυτίσει διάθεση και μουσική, κι ύστερα, ξαφνικά, έδειξε να
την απορροφά απόλυτα η μουσική που έπαιζε. Τα δάχτυλα της
κυλούσαν πάνω στις χορδές σαν πλεούμενο που κατεβαίνει ένα
ορμητικό ρεύμα, σταματώντας εδώ κι εκεί για να εξερευνήσει υ­
δάτινους στροβίλους και ν' αποφύγει υφάλους, περνά με μεγάλη
ταχύτητα από τους καταρράκτες και στη συνέχεια λικνίζεται πά­
νω στα ακύμαντα νερά μιας ουράνιας λίμνης που λαμπυρίζει κά­
τω από το φεγγαρόφωτο. Το κορίτσι τραγουδούσε σε άπταιστα
ελληνικά μια ερωτική ωδή που είχε μελοποιηθεί αναμφίβολα α­

ΑΝΑΒΑΣΗ

185

πό την ίδια, μια και είχε στοιχεία από περσικά μουσικά διαστή­
ματα, εντελώς διαφορετικά από αυτά που μπορούσε ν' ακούσει
κανείς στην Αθήνα, και τα οποία βρίσκονταν σε χτυπητή αντί­
στιξη με τον τελείως ελληνικό τρόπο και τους στίχους του τρα­
γουδιού. Το πρόσωπο της πήρε μια έκφραση τόσο τέλειας αυτο­
συγκέντρωσης, σχεδόν αφόρητης, σαν αυτές τις διφορούμενες
μάσκες που χρησιμοποιούνται στο θέατρο για ερωτικές σκηνές,
πάνω στις οποίες συναντιούνται και συνυπάρχουν ανείπωτη α­
πόλαυση και οδυνηρός πόνος, μοιάζοντας να ξεσπούν το ένα πά­
νω στο άλλο εναλλακτικά σαν κύματα παλίρροιας. Η λύρα μού
φάνηκε ότι σίγησε, παρόλο που την άκουγα· με έκπληξη ανακά­
λυψα ή ίσως απλώς φαντάστηκα ότι, καθώς το βλέμμα της Αστε­
ρίας γυρνούσε απαλά σε όλο το χώρο, από άντρα σε άντρα, ενώ
τραγουδούσε, έμοιαζε να καθυστερεί πάνω μου κι έτσι ένιωσα
σαν να απευθυνόταν μόνο σ' εμένα. Χωρίς αμφιβολία κάθε ά­
ντρας ένιωθε το ίδιο, γιατί είχε μάθει με ποιους τρόπους να ευ­
χαριστεί το ακροατήριο της ­ και πραγματικά, υπήρχε καλύτε­
ρο μέτρο επιτυχίας από το να αισθάνεται κάθε άντρας ότι απο­
τελούσε τον αποδέκτη ιδιωτικής παράστασης; Κι όμως ήμουν σί­
γουρος ότι το βλέμμα της είχε σταθεί στο δικό μου περισσότερο
απ' όσο την είχαν διδάξει οι μουσικοδιδάσκαλοι των παιδικών της
χρόνων.
Υπάρχει μια αρχαία ελληνική λέξη, μια παράξενη και όμορ­
φη λέξη που σπάνια χρησιμοποιείται πια με την πρώτη της ση­
μασία, η οποία περιγράφει τη σταδιακή επαναφορά της παλλό­
μενης χορδής της λύρας στο σημείο ακινησίας και ισορροπίας,
αφού το έγχορδο έχει πάψει να ηχεί. Στις μέρες μας, μια πιο ά­
σχημη σημασία έχει επιβληθεί της πρωταρχικής. Καθώς η τε­
λευταία, γλυκιά νότα της Αστερίας έσβηνε αργά μες στη σιωπή,
ξαναφέρνοντας στο νου αυτή την αρχαία λέξη, κάθε άντρας, δού­
λος αλλά και στρατηγός, έμεινε με κομμένη την ανάσα. Ύστερα
κοιτώντας προς το μέρος μας χαμογέλασε δειλά, σηκώθηκε όρ­
θια, γνέφοντας με σεβασμό προς τον Κύρο και γλίστρησε από το
πίσω μέρος της σκηνής για να βρει την παρέα της. Οι κουβέντες
των αντρών άρχισαν και πάλι να γεμίζουν το δωμάτιο, αν και πιο

186

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

πνιχτές αυτή τη φορά, καθώς η τραχιά τους διάθεση είχε σπάσει,
έχοντας αντικατασταθεί από το ονειροπόλημα. Άπαξ και τον αγ­
γίξουν οι θεοί, είναι δύσκολο για ένα θνητό να επιστρέψει αμέ­
σως στους γήινους μόχθους. Το συμπόσιο άρχισε να διαλύεται έ­
πειτα από λίγο, καθώς ο καθένας έβρισκε μια δικαιολογία, ευ­
χαριστώντας τον πρίγκιπα και παρέχοντας εγγυήσεις για τη βοή­
θεια του στο μελλοντικό εγχείρημα. Ο Ξενοφώντας κι εγώ επι­
στρέφαμε αργά στο στρατόπεδο μας, βυθισμένοι στις σιωπηλές
σκέψεις μας ο καθένας, αναλογιζόμενοι, αναμφίβολα, το ίδιο
πράγμα.
Η λέξη, με κεντρίζουν οι Μούσες μου· ποια είναι η αρχαία
αυτή λέξη που ανέφερες με τη διπλή σημασία; Μια λέξη που υ­
ποδηλώνει όψεις τέχνης και βίας, ζωής και θανάτου, ομορφιάς και
τρόμου, μια παράξενη λέξη λόγω της ικανότητας της να συνται­
ριάζει ταυτόχρονα τέτοια πράγματα, μια λέξη τραγική λόγω της
απώλειας της γλυκιάς της έννοιας προς χάριν μιας περισσότερο
σκληρής. Μια τέτοια λέξη, τόσο ταιριαστή από πολλές απόψεις
με τη μικρή μου ιστορία. Αυτή τη λέξη τη σηκώνω προσεκτικά και
τη βγάζω από το μνήμα της για τελευταία φορά, με την ελπίδα ό­
τι η πρώτη της σημασία, αυτή της ειρηνικής απόθεσης μιας ελα­
φρά παλλόμενης χορδής, δε θα πρέπει να ξεχαστεί χωρίς ένα του­
λάχιστον νεκρικό ξενύχτι.
Η λέξη είναι καταστροφή.

4
Ο ΕΝΑΣ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΑΛΛΟ οι μάντεις που μουρμούριζαν και ταλα­
ντεύονταν σηκώθηκαν όρθιοι, εγκαταλείποντας τη σκυφτή στάση
τους, με τα χέρια βουτηγμένα ως τους αγκώνες στο αίμα, αφού τε­
λείωσαν την εξέταση των σπλάχνων των θυσιασμένων κατσικιών,
και συζητούσαν μεταξύ τους για τη σημασία τους. Ο πρίγκιπας
είχε συγκεντρώσει όλο το στράτευμα στο πρόχειρο πεδίο ασκή­
σεων δίπλα στην όχθη του ποταμού για να παρακολουθήσει την
έκβαση των οιωνών για τη διάβαση του τεράστιου ποταμού και
την προέλαση στη Βαβυλώνα. Οι άντρες τέντωναν το λαιμό τους,
κοιτώντας με περιέργεια τα μυστηριακά δρώμενα, με τις καρδιές
βαριές από τη σκέψη του όποιου αποτελέσματος. Οι μάντεις έ­
γνεψαν τελικά στον Κύρο να πλησιάσει και με σοβαρές και προ­
σεκτικές εκφράσεις τού εξήγησαν σε χαμηλούς τόνους τα αποτε­
λέσματα των οιωνών. Εκατό χιλιάδες ζευγάρια μάτια ήταν καρ­
φωμένα στο πρόσωπο του, καθώς ξέσπασε αργά σε ένα γέλιο και
σήκωσε θριαμβευτικά τα χέρια του.
«Οι θεοί είναι μαζί μας!» φώναξε. «Οι οιωνοί είναι καλοί, θα
περάσουμε το ποτάμι σήμερα!»
Μερικοί στρατιώτες ξέσπασαν σε ζητωκραυγές και όσοι βρί­
σκονταν στα άκρα άρχισαν να διασκορπίζονται, ορισμένοι χωρι­
σμένοι σε ομάδες που είχαν ήδη οργανωθεί και είχαν δουλέψει
αρκετές μέρες για να επισκευάσουν τη γέφυρα, ενώ άλλοι επέ­
στρεφαν στις ιδιαίτερες μονάδες τους για ν' αρχίσουν να διαλύουν
το στρατόπεδο. Οι πάντες όμως σταμάτησαν την αποχώρηση
τους, όταν αντιλήφθηκαν τι έκανε στη συνέχεια ο Κύρος.
Αφού συγκέντρωσε την εκλεκτή σωματοφυλακή του από εξα­
κόσιους ιππείς, ήρεμα και μελετημένα κατέβηκε στην όχθη του

188

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

ποταμού και χωρίς να σταματήσει σπιρούνισε το καθαρόαιμο ά­
λογο του, ακολουθούμενος στενά από τους στρατιώτες του. Μπή­
καν όλοι μαζί μέσα και καθώς το πλατύ ποτάμι βάθαινε σταδια­
κά, το νερό έφτασε στα γόνατα των αλόγων, στις κοιλιές και μέ­
χρι τους σβέρκους τους. Οι άντρες έστεκαν σιωπηλοί, ορισμένοι
μουρμούριζαν ερωτηματικά μόνοι τους, καθώς απορούσαν πώς
θα κατάφερνε ο πρίγκιπας να περάσει κολυμπώντας το άλογο του
μέσα από το ορμητικό ρεύμα και, αν τα κατάφερνε, πώς περίμε­
νε να τον ακολουθήσει ολόκληρο σώμα εκατό χιλιάδων στρατιω­
τών, οι περισσότεροι από τους οποίους δεν ήξεραν να κολυμπούν,
όντας φορτωμένοι με όπλα, πανοπλίες και τις τεράστιες σκευο­
φόρους.
Τα άλογα συνέχισαν να προχωρούν και τώρα είχαν φτάσει στο
μέσο του σκουρόχρωμου ποταμού, ενώ το νερό πιτσίλιζε τα κα­
πούλια τους. Ακόμα και από τόσο μακριά μπορούσαμε να δούμε
τα εκπαιδευμένα στην έρημο περσικά άλογα να διστάζουν, με τα
μάτια διάπλατα από τον τρόμο· οι πειθαρχημένοι ιππείς όμως που
κάθονταν αγέρωχα στητοί και κοίταζαν ίσια μπροστά τους την
απέναντι όχθη κρατούσαν σφιχτά τα γκέμια. Ξαφνικά, με τα μά­
τια όλων καρφωμένα στον Κύρο, είδαμε ότι είχε προβάλει από το
ρεύμα η κοιλιά του αλόγου του ­ ύστερα η ουρά του, ο ταρσός του,
ενώ με μια τελική κίνηση ο πρίγκιπας ανάγκασε το άλογο του να
καλπάσει. Και οι εξακόσιοι, όμως, βγήκαν στα ρηχά στην απέ­
ναντι μεριά, σκορπίζοντας ένα σύννεφο από σταγόνες και βγά­
ζοντας ουρανομήκη κραυγή που μπορέσαμε να την ακούσουμε
καθαρά πάνω από τον πάταγο του νερού που κυλούσε ορμητικά
μπροστά μας σε μήκος οχτακοσίων περίπου μέτρων.
Ανταποκριθήκαμε με ένα εκκωφαντικό ουρλιαχτό ­ σηκώνο­
ντας ο καθένας τις γροθιές του, το δόρυ, την περικεφαλαία, πα­
νηγυρίζοντας για τον πιο αξιόλογο οιωνό που είχαμε δει μέχρι
τότε από τους θεούς: ο ισχυρός Ευφράτης, που οι ντόπιοι θεω­
ρούσαν αδιάβατο χωρίς πλοία, είχε σημάνει ότι η αισχρή πυρ­
πόληση της γέφυρας από τον Αβροκόμα ήταν μια μάταιη προ­
σπάθεια. Ακόμα κι ο ίδιος ο ποταμός άνοιγε δρόμο για το στρα­
τό του πρίγκιπα.

ΑΝΑΒΑΣΗ

189

Καθώς προχωρούσαμε, είχαμε τον Ευφράτη στα δεξιά μας, αν
και κατά διαστήματα εξαιτίας της ανωμαλίας του εδάφους ήμα­
στε αναγκασμένοι ν' απομακρυνθούμε ολόκληρα χιλιόμετρα από
την κοίτη του. Ένα μήνα αφότου τον είχαμε διαβεί, επιλέγαμε
σιωπηλά το δρόμο μας μέσα στο καταραμένο αυτό έδαφος, όπου
ο περσικός θεός ήλιος Αχούρα Μάζντα βασάνιζε τη γη με εκτυ­
φλωτικό φως και τυραννική ζέστη τη μέρα, ενώ τη νύχτα έπαιρνε
τη θέση του κάποια διαβολική σεληνιακή θεότητα, η οποία επω­
φελούμενη από την προσωρινή απουσία του συναδέλφου της από
τον ουρανό έστελνε σκοτάδια τόσο παγερά, όσο η σκυθική βαρυ­
χειμωνιά, που βασάνιζαν στον ύπνο τους στρατιώτες. Τα ξύλα των
αμαξών ξεραίνονταν και ζάρωναν τόσο, ώστε οι σφήνες και οι ε­
νώσεις ξέφευγαν από τους αρμούς τους και οι ακτίνες των τροχών
κροτάλιζαν και γύριζαν παράταιρα στους στρόφαλούς τους, εκτός
και τις έδεναν με νωπά δέρματα ή τις στερέωναν με βότσαλα που
σφήνωναν μέσα στα κενά. Η γη ήταν τόσο επίπεδη και καυτή σαν
αμόνι σιδηρουργού και η ζέστη σηκωνόταν κατά κύματα στον ο­
ρίζοντα, εμποδίζοντας ακόμα και τα δέντρα να μεγαλώσουν, μια
και τίποτα δεν μπορούσε να επιβιώσει εκτός από παραμορφωμέ­
νους, κατσιασμένους μικρούς θάμνους, που δεν επαρκούσαν καν
για μικρές φωτιές για την προετοιμασία του φαγητού του στρατού,
και αξιοθρήνητα, κολλημένα στο έδαφος, χορταράκια.
Ακόμα και τριπλάσια να ήταν τα εκατόν εβδομήντα χιλιόμε­
τρα, αυτή η αραιή χορτονομή μάς ήταν απόλυτα ανεπαρκής κι έ­
τσι δεκάδες υποζύγια πέθαιναν από ασιτία. Το έδαφος ήταν γυ­
μνό και τα δημητριακά είχαν τελειώσει. Η αγορά που διατηρού­
σε το τσούρμο που ακολουθούσε το στρατόπεδο του Κύρου επέ­
βαλε εξωφρενικές τιμές ­ ορισμένοι από αυτούς είχαν εμπορικό
ταλέντο κι αποδείχτηκαν ικανότεροι σε τρόπους ανεφοδιασμού
απ' ό,τι οι επιτελάρχες μας. Έτσι με εξήντα δραχμές μόλις που
μπορούσες ν' αγοράσεις μια ξινισμένη γαϊδουροκεφαλή. Ζητια­
νεύαμε πολύ πριν βγούμε από την έρημο κι οι περισσότεροι εί­
χαν αναγκαστεί να ροκανίζουν το ισχνό, πετσιασμένο κρέας των
μουλαριών και των ταύρων που είχαν πεθάνει από πείνα ή δίψα
καθ' οδόν. Μόνο οι καμήλες της σκευοφόρου του Κύρου έδειχναν

190

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

ευχαριστημένες, αν μπορεί να λεχθεί κάτι τέτοιο για καμήλες,
μια κι είναι τόσο κακόβουλα πλάσματα.
Ο Ξενοφώντας φιλοσοφούσε την κατάσταση και κάποια στιγ­
μή τον έπιασα ακόμα και να χαμογελάει, καθώς άκουγε κάποιο
Σπαρτιάτη στρατηγό, τον Χειρίσοφο,* να παραπονιέται πικρά
για την τιμή στην οποία είχε αναγκαστεί να πληρώσει το στάρι.
«Γιατί γελάς;» τον ρώτησε παραξενεμένος ο αξιωματικός.
«Θυμήθηκα ένα φίλο μου στην Αθήνα, τον Χαρμίδη»,** απά­
ντησε ο Ξενοφώντας.
«Τον θυμάμαι», παρενέβη ο Μένωνας που περνούσε τυχαία
και σταμάτησε ν' ακούσει, «από τις συζητήσεις του Σωκράτη στην
αγορά. Ο άνθρωπος αυτός τελικά συνήθιζε να καυχιέται για τη
φτώχεια του ­ έλεγε ότι ήταν πολύ περήφανος που δεν ήταν πια
δούλος του πλούτου του».
«Ανόητος ήταν», είπε ο Χειρίσοφος. «Θα μπορούσε να σκεφτεί
κανείς ότι είναι καλύτερα να ζει σαν ζητιάνος παρά σαν πλούσιος;»
Ο Ξενοφώντας γέλασε. «Το έκανε στην πραγματικότητα, για
χάρη του επιχειρήματος». Το επιχείρημα για το επιχείρημα πόρ­
ρω απείχε των γνώσεων του ανυπόμονου Σπαρτιάτη. «Ο Σωκρά­
της επαινούσε την ιδέα της πενίας. "Μια σπουδαιότατη αξία", θα
έλεγε. "Δεν προκαλεί καθόλου ζήλια ή ανταγωνισμό, δεν απαιτεί
καμιά προστασία για να διατηρηθεί ασφαλής και προοδεύει μό­
νο από την αμέλεια"».
Ο Χειρίσοφος απλώς μας κοίταξε χωρίς να καταλαβαίνει.
«Ποιος στη ευχή είναι τέλος πάντων αυτός ο Σωκράτης;» ρώτησε
* Ο Χειρίσοφος είχε σταλεί από τη Σπάρτη προς βοήθεια του Κύρου εναντίον
του Αρταξέρξη με εφτακόσιους ή οχτακόσιους οπλίτες. Κατά τον Διόδωρο ο
Χειρίσοφος ανέλαβε, μετά τη δολοφονία των στρατηγών, την αρχηγία των Μυ­
ρίων μαζί με τον Ξενοφώντα για να τους οδηγήσει στην Ελλάδα. Δεν πρόλαβε
να ξαναδεί την πατρίδα του, γιατί πέθανε άρρωστος στο λιμάνι της Κάλπης,
στο Βυζάντιο. (Σ.τ.Μ.)
** Χαρμίδης: γόνος αριστοκρατικής οικογένειας της Αθήνας του 5ου αι. π.Χ.,
υπήρξε πιστός φίλος του Σωκράτη και διακρινόταν τόσο για την ωραιότητα του
όσο και για τα πνευματικά χαρίσματα και τη σεμνότητα του. Αποτελεί και το
κύριο πρόσωπο του ομώνυμου πλατωνικού διαλόγου που πραγματεύεται τη σω­
φροσύνη. (Σ.τ.Μ.)

ΑΝΑΒΑΣΗ

191

κι απομακρύνθηκε βαριά, κουνώντας το κεφάλι του για την α­
μάθεια μας.

Ήταν συνήθεια του Κύρου να συσκέπτεται με τον καθένα από
τους ανώτερους αξιωματικούς ξεχωριστά, όταν προέβλεπε κά­
ποια σοβαρή σύγκρουση, γνωρίζοντας ότι θα αισθάνονταν πιο ε­
λεύθεροι να εκφράσουν τις πραγματικές τους απόψεις μόνοι πα­
ρά ομαδικά. Όταν ο γραφέας του ήταν ανίκανος να εργαστεί κά­
ποια μέρα λόγω ασθένειας, ο Πρόξενος μου ζήτησε να τον συνο­
δεύσω σε μια συνάντηση που τον είχε καλέσει ο Κύρος. Μπαίνο­
ντας στη σκηνή του πρίγκιπα, με την οποία τώρα είχα εξοικειω­
θεί, περίμενα μερικά λεπτά για να συνηθίσουν τα μάτια μου στο
σκοτάδι κι ύστερα άρχισα να κοιτάζω γύρω μου άπληστα αλλά
διακριτικά, μήπως διακρίνω φευγαλέα την Αστερία. Αποζημιώ­
θηκα αμέσως από ένα γρήγορο χαμόγελο από τη γωνία, όπου την
είδα να κάθεται ήσυχα πάνω σε ένα μαξιλάρι, απασχολημένη με
το ράψιμο ενός λεπτού κομματιού κεντήματος. Ήταν σχεδόν α­
όρατη μέσα στις σκιές, αφού το σταρένιο δέρμα της ίσα που ξε­
χώριζε μέσα στο μαυρισμένο από την κάπνα καραβόπανο των
τοιχωμάτων της σκηνής. Μόνο το ασπράδι των μεγάλων, καθα­
ρών ματιών της μαρτυρούσε τυχαία την παρουσία της, καθώς κα­
τά καιρούς τα κάρφωνε σβέλτα στη συζήτηση που γινόταν στο
μπροστινό μέρος της σκηνής, προτού τα επαναφέρει και πάλι στη
δουλειά της.
«Καταλαβαίνω, Πρόξενε», είπε ο Κύρος ύστερα από κάποιο
προεισαγωγικό αστείο, «ότι είχες την ευκαιρία να πολεμήσεις ε­
ναντίον κάποιων Περσών μισθοφόρων σε μία από τις εκστρατεί­
ες σου στην Ιωνία. Έμαθες τίποτα που πιστεύεις ότι θα μπορού­
σε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του βασιλιά;»
Ο Πρόξενος σκέφτηκε μια στιγμή, καθώς κατέγραψα βιαστι­
κά σημειώσεις πάνω στις κερωμένες μου πλάκες και παράλληλα
έριχνα φευγαλέες ματιές στην Αστερία πίσω από τον πρίγκιπα.
«Με όλο τον απαιτούμενο σεβασμό, κύριε», είπε, «δεν πολέμησα
πραγματικά με Πέρσες, αλλά μάλλον ανέκρινα κάποιον που εί­

192

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

χαμε πιάσει αιχμάλωτο και ο οποίος έτυχε να είναι πρώην μέλος
της προσωπικής φρουράς του βασιλιά, ένας από τους Αθανάτους
του. Είχε πέσει σε δυσμένεια για κάποιο λόγο και παρείχε τις υ­
πηρεσίες του ως αξιωματικός. Γίναμε πραγματικά φίλοι, μέχρι ε­
νός σημείου».
Ο Κύρος τέντωσε το κορμί του από ενδιαφέρον.
«Όπως γνωρίζεις», συνέχισε ο Πρόξενος, «οι Αθάνατοι του βα­
σιλιά είναι εξαιρετικά εκπαιδευμένοι ­ πιθανόν οι καλύτερα εκ­
παιδευμένοι φυλακές και ιππείς σε όλο τον κόσμο. Αυτό αποτε­
λεί τη δύναμη αλλά και την αδυναμία τους ταυτόχρονα. Σύμφω­
να με αυτό το άτομο, οι Αθάνατοι είναι τόσο πειθαρχημένοι, ώστε
είναι άκαμπτοι. Παραλύουν χωρίς συγκεκριμένες εντολές από το
βασιλιά».
Ο Πρόξενος το άφησε αυτό κατά μέρος για ένα λεπτό. Ο Κύ­
ρος ήξερε καλά τους Αθανάτους, φυσικά, αφού κι ο ίδιος είχε εκ­
παιδευτεί και μεγαλώσει μαζί τους κι είχε και δική του τέτοια ο­
μάδα, ως σωματοφυλακή, αλλά αυτό ήταν μια άποψη που δεν
την είχε σκεφτεί.
«Ολόκληρος ο κόσμος τρομοκρατείται από τους Αθανάτους»,
είπε ο Πρόξενος, «και ο βασιλιάς Αρταξέρξης έχει έξι χιλιάδες α­
πό αυτούς ­ απόλυτα αφοσιωμένους στον κύριο τους, έτοιμους να
πεθάνουν γι' αυτόν μέσα σε μια στιγμή. Ο μόνος τρόπος για να
τους καταφέρεις είναι να σκοτώσεις την κεφαλή, τον ίδιο το βα­
σιλιά δηλαδή. Ένα θαρραλέο χτύπημα για να βγει από τη μέση
ο βασιλιάς ­ακόμα και με μικρότερη δύναμη, ίσως ένας μόνο που
θα φέρει σε πέρας μια αποστολή αυτοκτονίας­ και ολόκληρη η
ομάδα των Αθανάτων θ' ακινητοποιηθεί και, βλέποντας κάτι τέ­
τοιο, όλος ο περσικός στρατός θα τραπεί σε φυγή».
Ο Κύρος κάθισε αποσβολωμένος, βυθισμένος στις σκέψεις
του. Η βελόνα της Αστερίας δούλευε πιο αργά τώρα, ενώ τα μά­
τια της καρφώθηκαν διάπλατα πάνω στον πρίγκιπα, προκαλώντας
μου μεγάλο εκνευρισμό. Ο Πρόξενος, όμως, παρ' όλα αυτά δεν
είχε τελειώσει.
«Το ίδιο συμβαίνει και με το στρατηγό του βασιλιά, τον Τισ­
σαφέρνη», είπε. Ο Κύρος άρχισε να βγαίνει από το ονειροπόλη­

ΑΝΑΒΑΣΗ

193

μά του με την αναφορά του μισητού ονόματος. «Καταλαβαίνω ό­
τι παρά τους παλικαρισμούς του είναι βασικά δειλός. Του αρέσει
να καυχιέται, να φαίνεται καλός, αλλά όταν έρθει αντιμέτωπος με
μια αποφασισμένη δύναμη, ακόμα και μικρότερη, ζαρώνει σαν
παιδί που αντικρίζει το ζωστήρα του πατέρα του».
Μια ξαφνική κίνηση έγινε στη γωνία πίσω από τον Κύρο κι εί­
δα την Αστερία να πιπιλάει προσεκτικά το δάχτυλο της εκεί που
το είχε τρυπήσει με τη βελόνα. Η προσοχή της διασπάστηκε, αλ­
λά προτού ξαναγυρίσει στο ράψιμό της την είδα να καρφώνει έ­
να βλέμμα όχι σε μένα ή τον πρίγκιπα, αλλά αλάθητα στον Πρό­
ξενο που στεκόταν δίπλα στον Κύρο. Ακόμα και μέσα στο ημίφως
της σκηνής, μπορούσα να δω τα μάτια που έσταζαν δηλητήριο.
Ο πρίγκιπας εξακολούθησε να σκέφτεται για πολλή ώρα, χω­
ρίς να βγάλει κουβέντα. Η Αστερία, πάντως, δεν ξανασήκωσε τα
μάτια από το ράψιμό της κι ο Κύρος, τελικά, μας επέτρεψε να φύ­
γουμε.

ΑΝΑΒΑΣΗ

5
ΤΑ ΖΩΑ ΜΑΣ ΥΠΕΦΕΡΑΝ ΤΡΟΜΕΡΑ στην πορεία και πέθαιναν ομα­
δικά, παρόλο που η έρημος παρείχε κάποια τροφή σε χιλιάδες ά­
γρια πλάσματα. Θα μπορούσε να είναι παράδεισος για κάποιο κυ­
νηγό, αλλά ελάχιστοι από εμάς είχαν τη δύναμη να κυνηγήσουν
τα θηράματα. Μας παρακολουθούσαν συνέχεια, σχεδόν μας συ­
ντρόφευαν στρατιές ολόκληρες από ταχύποδες ονάγρους, αγριό­
γαλους και γαζέλες, όπως και στρουθοκαμήλους που οι άντρες
άρχισαν να τις αποφεύγουν, όταν κάποιος σκοτώθηκε από κλο­
τσιά που δέχτηκε στο κεφάλι. Οι ντόπιοι οδηγοί μάς έλεγαν ι­
στορίες για κάποιο μυστηριώδες χωριό στην έρημο με γουρονό­
μορφους κατοίκους, από το οποίο δε γύριζαν ποτέ στα καλά τους
όσοι ταξιδιώτες έχαναν το δρόμο τους. Αψηφούσα αυτού του εί­
δους τους χωριάτικους μύθους και μερικές φορές κυνηγούσα ο­
νάγρους που έδειχναν να είναι ο ευκολότερος στόχος απ' όλα τα
ντόπια ζωντανά. Έτρεχαν ταχύτερα από τα άλογα μας, πάντως,
αφήνοντας με τόσο πίσω, ώστε μπορούσαν να σταματήσουν ξαφ­
νικά και να σταθούν ακίνητα για ένα λεπτό, σαν να με κορόι­
δευαν και να με προκαλούσαν να τα πλησιάσω περισσότερο. Αλλά
μόλις το επιχειρούσα, έφευγαν και πάλι, παραμένοντας πάντα ε­
κτός βολής. Έπειτα από επίπονη προσπάθεια και λάθη, ανακαλύ­
ψαμε ότι μπορούσαμε να τα σκοτώσουμε αν ιππείς έπαιρναν θέ­
σεις κατά διαστήματα και τα κυνηγούσαν εναλλακτικά, ώσπου ο
όναγρος που είχαμε βάλει στο στόχαστρο έπεφτε κάτω απλώς α­
πό εξάντληση. Στο διάστημα, όμως, αυτό θα είχαμε εξαντλήσει
πέντε ή έξι από τα δικά μας άλογα και άντρες, άρα επρόκειτο για
έναν ελάχιστα αποτελεσματικό τρόπο προμήθειας κρέατος για
το στρατό.

195

Μια τέτοια καταδίωξη ενός κοπαδιού ονάγρων με οδήγησε χι­
λιόμετρα μακριά από το κύριο σώμα του στρατού, σε ένα τραχύ
έδαφος με ένα απότομο φαράγγι, όπου το άλογο μου παραπάτη­
σε σε μια τρύπα. Το πόδι του έσπασε σαν καλαμάκι και με πέ­
ταξε πάνω από το κεφάλι του σε κάτι κοφτερά βράχια. Πρέπει να
έμεινα αναίσθητος αρκετή ώρα, γιατί, όταν συνήλθα, ο ήλιος βρι­
σκόταν χαμηλά στον ορίζοντα και δεν υπήρχαν πουθενά οι σύ­
ντροφοι μου. Είχαμε παραταχθεί αραιά σύμφωνα με το περιοδι­
κό σύστημα καταδίωξης και πιθανόν να μην είχαν καταλάβει πα­
ρά ώρες αργότερα ότι δεν ήμουν πια μαζί τους. Το κεφάλι μου
με κοπανούσε σαν σφυρί σε αμόνι από την πτώση μου αλλά και
από τη ζέστη που με χτυπούσε όλο το απόγευμα και σε μια πολύ
απερίσκεπτη στιγμή άδειασα ολόκληρο το φλασκί με το νερό, πί­
νοντας λαίμαργα τη μια στιγμή και στη συνέχεια χύνοντας το υ­
πόλοιπο γλυφό νερό του Ευφράτη πάνω στο πονεμένο κεφάλι
μου, βρίσκοντας ελάχιστη ανακούφιση.
Το άλογο κειτόταν στο έδαφος λίγο πιο πέρα, ουρλιάζοντας σαν
παιδί και με σπασμούς από τη ζέστη και τον πόνο από το συντρι­
πτικό κάταγμα στο πόδι του. Έπρεπε να θανατωθεί, πράγμα που
έκανα με πόνο και κάποια δυσκολία, θρυμματίζοντας το κρανίο του
με ένα βράχο. Ύστερα σκαρφάλωσα ως την κορφή του γκρεμού
για να βρω τον προσανατολισμό μου και με το τελευταίο φως της
μέρας πίστεψα ότι διέκρινα το σύννεφο σκόνης που σήκωνε πέρα
μακριά ο στρατός, καθώς διέσχιζε την έρημο. Τράβηξα προς ε­
κείνη την κατεύθυνση, συνοδευόμενος από τον όλο και πιο μακρύ
μαύρο σωσία μου, και συνέχισα να βαδίζω με επιμονή το μεγαλύ­
τερο μέρος της νύχτας. Με καθοδηγούσαν τα αστέρια και σταμά­
τησα μόνο λίγο για να ξαποστάσω κοντά στους μισοθαμμένους
σκελετούς τριών μουλαριών από κάποιο προγενέστερο καραβάνι
ταξιδιωτών. Τα κόκαλα τους ήταν τόσο άσπρα και καθαρά, που έ­
μοιαζαν σχεδόν πυρακτωμένα κάτω από το φεγγαρόφωτο.
Το άλλο πρωί, καθώς ανέτειλε ο ήλιος, είδα ξανά το σύννεφο
της σκόνης ­ αλλά με φόβο συνειδητοποίησα ότι βρισκόταν στην
ίδια απόσταση όπως και το προηγούμενο βράδυ και ότι στην
πραγματικότητα δεν ήταν σε καμιά περίπτωση σκόνη, αλλά η συ­

196

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

νηθισμένη θολούρα του ορίζοντα, την οποία προκαλούσαν τα κύ­
ματα ζέστης που ανέβαιναν από την άμμο και τους βράχους. Φο­
βόμουν και διψούσα τρομερά, μια και παρά το ολονύκτιο τρέξι­
μο δεν είχα πιει ακόμα τίποτε, αφότου είχα στραγγίξει το τελευ­
ταίο μου νερό το προηγούμενο απόγευμα. Προς το μεσημέρι έ­
νιωσα ότι δεν μπορούσα να προχωρήσω παραπέρα και, βρίσκο­
ντας ένα υποτυπώδες καταφύγιο από τον ανελέητο ήλιο σε ένα μι­
κρό πέτρινο χαντάκι, βούλιαξα εκεί κάτω και περίμενα να πε­
θάνω.
Το πρωί ξύπνησα από τον αχνό ήχο κουδουνιών. Το στόμα
μου μύριζε απαίσια και το ένιωθα σαν μαλλιασμένο και το δέρ­
μα μου ζεστό κι ευαίσθητο στην αφή. Κατάλαβα αμυδρά ότι είχα
πυρετό και ότι θα πρέπει να τον είχα αρκετό χρόνο, ίσως ώρες,
γιατί στο παραλήρημα και την ανησυχία μου είχα σκίσει τα λιγο­
στά ρούχα που φορούσα και τώρα κείτονταν κομματιασμένα δί­
πλα μου, μέσα στη σκόνη. Κοίταξα κάμποσο τον απέραντο, στεί­
ρο ουρανό, προσπαθώντας να καθαρίσω το μυαλό μου, να βρω τον
προσανατολισμό μου, κι αναρωτιόμουν γιατί δεν είχα πεθάνει α­
κόμα, όταν ξανάκουσα τον ήχο, το μακρινό χτύπο κουδουνιών.
Στάθηκα τρέμοντας στα πόδια μου και κοίταξα γύρω, αλλά
δεν μπόρεσα να δω πολλά πράγματα έτσι στριμωγμένος που ή­
μουν στο χαντάκι. Τα γόνατα μου έτρεμαν, η τάση για εμετό γαρ­
γαλούσε και πάλι το λαιμό μου. Συνειδητά και προσεκτικά τοπο­
θέτησα τα πόδια μου σε φυσικές προεξοχές στον γκρεμό και
σπρώχνοντας έφτασα μέχρι την κορυφή. Η απόσταση ήταν ίση
με ένα ανθρώπινο κεφάλι, αλλά, εξαιτίας της αδυναμίας μου, μου
φάνηκε σαν την κορυφή του Ολύμπου. Σωριάστηκα με την κοι­
λιά, έμεινα εκεί για λίγα λεπτά, πασχίζοντας να εστιάσω τα μά­
τια μου, ώσπου κατάφερα να σταθώ στα πόδια μου και ν' ανι­
χνεύσω θολά το γύρω χώρο για ν' ανακαλύψω την πηγή του ήχου.
Δεν ήταν δύσκολο να τη βρω. Καμιά δεκαριά μέτρα πιο πέρα
τριγύριζε ένα μικρό κοπάδι γαριασμένα πρόβατα. Το βρόμικο
τρίχωμα τους είχε μια κρούστα από χώμα και αγκάθια της ερή­
μου και τα μάτια τους κοίταζαν κάτω από τις ακούρευτες μπού­
κλες της μάλλινης προβιάς τους που κάλυπτε τη μουσούδα τους,

ΑΝΑΒΑΣΗ

197

καθώς περιφέρονταν ήρεμα σε ένα ελάχιστα ορατό μονοπάτι α­
νάμεσα στα χαλίκια. Η έντονη, ταγκή μυρουδιά της άπλυτης προ­
βιάς τους παρασυρόταν προς το μέρος μου, δίνοντας μου μια πα­
ράξενη αίσθηση παρηγοριάς. Τα πρόβατα αγνοούσαν ή δεν εν­
διαφέρονταν για την παρουσία μου και συνέχισαν τα απαλά βε­
λάσματα και τα κουδουνίσματα τους, λες και δεν είχα μεγαλύτε­
ρη αξία από ένα κούτσουρο ή κάποιο μαραζωμένο θάμνο της ε­
ρήμου.
Δε συνέβη το ίδιο όμως με την κυρά τους. Το νεαρό κορίτσι,
που φορούσε ένα φαρδύ και βρόμικο ρούχο στο ίδιο χρώμα με
τα πρόβατα της κι ένα λεπτό λινό κουρέλι δεμένο χαλαρά στο κε­
φάλι της σαν αντήλιο, δεν μπορεί να ήταν πάνω από δώδεκα, δε­
κατριών χρόνων. Συνόδευε το κοπάδι της στο πλάι, παράλληλα με
το χαντάκι μου, και τώρα στεκόταν λιγότερο από τέσσερα μέτρα
μακριά μου, κοιτάζοντας με βουβή κατάπληξη τον τεράστιο γί­
γαντα με τα απλανή μάτια που είχε ξεφυτρώσει μπροστά της ο­
λόγυμνος, προφανώς μέσα από την ίδια τη γη. Δεν είχα καν την
ετοιμότητα να σκεπάσω τη γύμνια με τα χέρια μου ή να της ζη­
τήσω με μια κίνηση μια γουλιά νερό από το φλασκί που είδα κρε­
μασμένο από τον ώμο της, γιατί η σκοτοδίνη που με τύλιξε από­
τομα περιόρισε αμείλικτα την όραση μου σε μια μικρή τρύπα, έ­
να μικρό κύκλο, και επικεντρώθηκε στο μουσκεμένο φλασκί με
το νερό ακριβώς μπροστά μου. Προχώρησα βαριά προς το μέρος
της, με τεντωμένα τα χέρια, σαν τυφλός, ενώ άκουγα το λαχάνια­
σμα και τις στριγκλιές της λες κι έρχονταν από πολύ μακριά, κι
ύστερα ακόμα και η οξύτατη θέα του φλασκιού μαύρισε και χά­
θηκε.
Ξύπνησα λες και γύριζα από εκείνη την ίδια απίθανη από­
σταση, με το αγωνιώδες θρηνολόγημα του κοριτσιού να ηχεί α­
κόμα στ' αφτιά μου, κι έμεινα ακίνητος αρκετή ώρα, με τα μάτια
κλειστά, προσπαθώντας να εκτιμήσω τη θέση μου από την αί­
σθηση της ωμοπλάτης μου από κάτω και του βάρους του υφά­
σματος που με σκέπαζε από πάνω. Το στόμα μου μύριζε σαν πο­
ντικοφωλιά με ψόφια ποντίκια. Οι θρήνοι συνεχίζονταν κι άνοι­
ξα επιφυλακτικά τα θολά και κατακόκκινα μάτια μου.

198

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

Η λιγδιασμένη δερμάτινη σκηνή ήταν μικρή και άδεια και
μπόρεσα να δω από το ανοιχτό παραπέτασμα ότι είχε αρχίσει να
σουρουπώνει. Μια χαμηλή φωτιά από ξεραμένη κοπριά προβά­
των τρεμόπαιζε ακριβώς απέξω κι άκουσα τους ανακουφιστικούς
ήχους ανθρώπων που έσερναν τα πόδια τους και κουβέντιαζαν
καθώς έκαναν τις δουλειές τους. Το θρηνολόγημα δεν έμοιαζε να
προέρχεται από φόβο ή αγωνία, όπως είχα υποθέσει αρχικά, ό­
ταν ανέκτησα τις αισθήσεις μου, ενώ έκαιγα από πυρετό, αλλά ή­
ταν μάλλον το γαλήνιο μουρμούρισμα κάποιας που καθόταν ή­
συχα στην απέναντι γωνία της σκηνής κι έτριβε κάτι μέσα σ' ένα
πέτρινο γουδί. Την κοίταζα ακίνητος μέσα στο μισοσκόταδο, πα­
ρατηρώντας αυτή τη φορά τα μακριά μαύρα μαλλιά της πλεγμέ­
να με περίτεχνο τρόπο και πιασμένα γύρω από το κεφάλι της και
το φαρδύ φόρεμα της, το ίδιο που την είχα δει να φοράει πρω­
τύτερα. Το φόρεμα κάλυπτε εντελώς τους ώμους, την πλάτη και
τα πόδια της, εντελώς διαφορετικό από τον ελαφρύ και αέρινο χι­
τώνα που φορούν οι Αθηναίες τις καλοκαιρινές νύχτες.
Στο πρόσωπο του κοριτσιού είχαν αρχίσει να διαγράφονται
κάποια αμυδρά γυναικεία χαρακτηριστικά, αν και διατηρούσε α­
κόμα την απαλή, όλο εμπιστοσύνη αθωότητα ενός παιδιού. Η έκ­
φρασή της, καθώς έξυνε ελαφρά κι έτριβε, έδειχνε ότι ήταν από­
λυτα απορροφημένη από την απλή δουλειά που εκτελούσε και
ευχαριστημένη από την πρόοδο της. Μετακινήθηκα ελαφρά και
το μουρμουρητό της σταμάτησε, όταν κοίταξε προς το μέρος μου,
μένοντας ακίνητη προς στιγμήν, λες και τρόμαξε για δεύτερη φο­
ρά, την ίδια μέρα, αντικρίζοντας με. Αυτή τη φορά, όμως, το πρό­
σωπό της φωτίστηκε από ένα ευχαριστημένο χαμόγελο και ση­
κώθηκε γρήγορα για να έρθει κοντά μου, γονατίζοντας στο πλάι
μου. Σήκωσε το ασκί με το νερό που βρισκόταν πιο δίπλα κι α­
φού αφαίρεσε το πώμα έφερε το στόμιο στο στόμα μου για να
μου δώσει να πιω. Έπιασα το ασκί και κατέβασα άπληστα μεγά­
λες γουλιές, αλλά μου το τράβηξε μακριά γελώντας και βγάζο­
ντας μια απαλή κραυγή που έμοιαζε με διαμαρτυρία κι ύστερα
πήρε το ασκί μαζί της, καθώς γλίστρησε έξω από το άνοιγμα της
σκηνής.

ΑΝΑΒΑΣΗ

199

Άκουσα έκπληκτες φωνές απέξω και ύστερα τα παραπετά­
σματα της σκηνής άνοιξαν και μπήκαν μέσα στο μικρό δωμάτιο
αρκετοί άνθρωποι. Ήταν κοντοί και ισχνοί και όλοι τους, άντρες
και γυναίκες αδιακρίτως, φορούσαν ρούχα από το ίδιο άγριο,
βρόμικο ύφασμα. Το πιο περίεργο ήταν ότι τα χέρια και τα πρό­
σωπα τους ήταν τελείως καλυμμένα με λερωμένα κουρέλια, σαν
για να προστατεύονται από τη ζέστη και τη σκόνη της ερήμου.
Μόνο τα μαύρα διαπεραστικά τους μάτια ήταν ορατά μέσα από
τα πολύπλοκα καλύμματα. Κουβέντιαζαν ήρεμα με την ακατα­
νόητη, όλο λαρυγγισμούς γλώσσα τους, καθώς κοίταζαν το ξα­
πλωμένο κορμί μου κάτω από την κουβέρτα. Μια γριά γυναίκα
μπήκε, η μόνη με ακάλυπτο πρόσωπο, με μια μορφή τόσο ρυτι­
δωμένη εκ πρώτης όψεως και τόσο σταφιδιασμένη σαν της Πυ­
θίας. Όταν έσκυψε από πάνω μου στο μισοσκόταδο, όμως, και
την κοίταξα από πιο κοντά μέσα στη θολούρα του πυρετού μου,
το πρόσωπο της απέκτησε τρομακτικά χαρακτηριστικά: μαύρα
γυαλιστερά μάτια τοποθετημένα όχι πάνω από μια μύτη, αλλά
μάλλον πάνω από δύο ανοιχτά ρουθούνια, όπως το τελείωμα της
μουσούδας αγριογούρουνου, και δόντια που πρόβαλαν γυμνά μέ­
σα από ένα αποκρουστικό γέλιο, λες και προεξείχαν τόσο, που
τα λεπτά χείλη ήταν ανίκανα να τα καλύψουν. Έκλεισα σφιχτά
τα μάτια μου κι επέβαλα στον εαυτό μου να ξαναβρεί τη διαύ­
γειά του και να ξεφύγει από αυτό το όραμα των γουρουνάθρω­
πων, όπως κάνει κάποιος που ονειρεύεται, αλλά ξέρει ότι ονει­
ρεύεται και μέσα στο όνειρό του προστάζει τον εαυτό του να ξυ­
πνήσει.
Η γυναίκα πέρασε το χέρι της πάνω από το πρόσωπο και το
μέτωπό μου, πάνω ακριβώς από το δέρμα μου, αλλά χωρίς να το
αγγίζει ­ ψάχνοντας, υποθέτω για ενδείξεις πυρετού. Όταν, ό­
μως, άνοιξα ανήσυχος τα μάτια μου και πάλι, δεν είδα ένα γυ­
ναικείο χέρι, αλλά το στρογγυλεμένο, κοντόχοντρο πόδι ενός γου­
ρουνιού, ξεθωριασμένο και παραμορφωμένο, να περνά πέρα δώ­
θε μπροστά από το πρόσωπό μου. Προφανώς ανίχνευε τη ζέστη
του πυρετού που έβγαινε από το δέρμα μου, αφού στράφηκε στο
κορίτσι που ζυγιαζόταν πάνω από τον ώμο της και του είπε κάτι

200

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

σε έντονο τόνο, κάνοντάς το να φύγει τρέχοντας από τη σκηνή. Στη
συνέχεια η γριά γουρουνογυναίκα τράβηξε απαλά τη λεπτή κου­
βέρτα από το σώμα μου, αφήνοντας με και πάλι εκτεθειμένο σε
απόλυτη γύμνια, προκαλώντας την προφανή κατάπληξη των πα­
ρατηρητών μέσα στη σκηνή που τα μάτια τους διέτρεχαν από πά­
νω ως κάτω τα μέλη μου και οι φωνές τους περιορίστηκαν σε ψί­
θυρους. Ανακάθισα κι επιχείρησα αδύναμα να ξανασκεπαστώ με
την κουβέρτα, αλλά ένα ξαφνικό κύμα ζάλης και ναυτίας με κα­
τέκλυσε κι έγειρα και πάλι πίσω γρήγορα, καταλήγοντας απλά ό­
τι έπρεπε να υπομείνω τον εφιάλτη, ώσπου να έρθει το παρήγο­
ρο φως της αυγής.
Το κορίτσι επέστρεψε λίγα λεπτά αργότερα κρατώντας ένα
πήλινο βάζο με μια ουσία που μύριζε σαν ξίδι, αλλά με εντονότε­
ρη, πιο ταγκή οσμή, που θύμιζε τα βρόμικα πρόβατα τα οποία βο­
σκούσε πρωτύτερα. Στη συνέχεια έχυσε άφθονη από αυτή την ου­
σία πάνω σε μερικά φρεσκοπλυμμένα κουρέλια που πήρε από έ­
να καλάθι στη γωνία. Μη δίνοντας σημασία στις αδύναμες δια­
μαρτυρίες μου, το κορίτσι σφούγγισε απαλά όλο μου το σώμα μ'
αυτό το φάρμακο, ανασηκώνοντας τα μέλη μου και καθαρίζοντας
δίπλες και σχισμές, καθώς η γουρουνογυναίκα τις έδινε εντολές.
Η μυστηριώδης ιαματική ουσία δρόσισε και απάλυνε τα ερεθι­
σμένα μου εξανθήματα, όπως όταν βγαίνει κανείς από το μπάνιο
βρεγμένος και αισθάνεται μια δροσιστική ανατριχίλα πάνω στο
νωπό κορμί του. Κουβέντιαζαν ήρεμα μεταξύ τους, την ώρα που
εκτελούσαν το έργο τους, η γυναίκα υποδεικνύοντας σημεία που
είχε παραλείψει το κορίτσι και γελώντας τρυφερά με τις περίερ­
γες ερωτήσεις του, ενώ εγώ ανοιγόκλεινα εναλλάξ τα θαμπά, πρη­
σμένα μάτια μου, από φόβο και περιέργεια, προσπαθώντας απε­
γνωσμένα ν' ανακτήσω καθαρή όραση. Τελικά, κατέφυγα στις άλ­
λες αισθήσεις μου, ειδικά στα αφτιά μου, επιχειρώντας να μα­
ντέψω τι να έλεγαν τάχα οι δύο γυναίκες. Το κορίτσι επαναλάμ­
βανε συνέχεια μια λέξη όταν κοίταζε τη γριά, μια προσφώνηση
που θεώρησα ότι σημαίνει «γιαγιά» ή κάτι αντίστοιχο, ενώ η γριά
σε απάντηση επαναλάμβανε μια λέξη επίσης: το όνομα του κορι­
τσιού, Ναζίκ.

ΑΝΑΒΑΣΗ

201

Σ' αυτή την κατάσταση έμεινα δύο μέρες και δύο νύχτες, αν και
αυτό το ξέρω μόνο επειδή το πληροφορήθηκα αργότερα από τους
συντρόφους μου. Ο δικός μου υπολογισμός του χρόνου ήταν μπερ­
δεμένος, μια και παράπαια μεταξύ παραληρήματος και διαύγει­
ας, τρόμου και εξάντλησης. Η Ναζίκ ύγραινε υπάκουα το σώμα
μου με τη δροσιστική ουσία αρκετές φορές τη μέρα, ενώ δύο α­
πό τους άντρες, τους οποίους πέρασα για πατέρα και αδερφό της
Ναζίκ, έμπαιναν περιστασιακά για να δουν πώς τα πάω, μερικές
φορές με καλυμμένα τα πρόσωπα, άλλες πάλι με τις γουρουνί­
σιες μουσούδες τους εκτεθειμένες, υποβάλλοντας μου απευθείας
ερωτήσεις στη γλώσσα τους, στις οποίες δεν μπορούσα ν' απα­
ντήσω, και προσφέροντας μου κομμάτια καπνιστής σαύρας ή κα­
κοφτιαγμένες πίτες ψωμιού. Η γιαγιά τους έδιωχνε εκνευρισμέ­
νη με φωνές, επιβάλλοντας μου τη δική της δίαιτα από μικρές
δόσεις νερού που συμπλήρωναν μερικές κουταλιές από ένα είδος
κρεατόσουπας που είχε φτιάξει η Ναζίκ. Η καλή αλλά άγρια μέ­
θοδος θεραπείας της γιαγιάς, να με ταΐζει αλλά να μη με αγγίζει,
ερχόταν σε αντίθεση με τα παρατεταμένα βλέμματα και τα δρο­
σερά δάχτυλα του κοριτσιού που απέθετε απαλά στο μέτωπο μου
μετά το πλύσιμο. Ορισμένες φορές, πάντως, η γριά τής μιλούσε
έντονα, κάνοντας να τρέχουν δάκρυα από τα μάτια της, καθώς ση­
κωνόταν κι έφευγε από τη σκηνή για να κάνει το θέλημα της για­
γιάς της. Αδύναμος και μπερδεμένος καθώς ήμουν εκείνο το διά­
στημα, πιέζομαι πολύ τώρα για να καταλάβω πόσα από αυτά που
θυμάμαι είναι αλήθεια και πόσα είναι ένα απλό όνειρο του πυ­
ρετού.
Το απόγευμα της τρίτης μέρας ξύπνησα από βαριές πατημα­
σιές οπλών και φωνές αντρών. Αυτό το πρώτο κύμα αναστάτωσης
έξω από τη σκηνή, όμως, το ακολούθησαν λίγο αργότερα κι άλ­
λες φωνές, αυτή τη φορά αγωνίας, συνοδευόμενες από το σύρσι­
μο οπλών και τη γρήγορη αποχώρηση των αλόγων που είχαν μό­
λις φτάσει. Ο πυρετός μού είχε πέσειτώρα κι ένιωθα πολύ πιο ζω­
ηρός, αν και τρομερά αδύναμος, όταν νόμισα ότι άκουσα τη βα­
ριά φωνή του Πρόξενου που με καλούσε από μακριά και με με­
γάλη προσπάθεια ανασηκώθηκα, ακουμπώντας στον αγκώνα μου.

202

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

Το παραπέτασμα της σκηνής άνοιξε κι όρμησε μέσα η Ναζίκ με
ανήσυχη έκφραση στο πρόσωπό της. Ακούμπησε το μέτωπό μου
για να δει μήπως έχω πυρετό, με κοίταξε στα μάτια για να ελέγ­
ξει αν είχα ανακτήσει τις αισθήσεις μου και έδειξε ευχαριστημέ­
νη για μια στιγμή και με βοήθησε να πιω από το ασκί νερό. Έπει­
τα από αυτό, μιλώντας σιγά στη γλώσσα της, μου έκανε νόημα να
σηκωθώ, κάτι που έκανα πονώντας και τρέμοντας. Με έκπληξη
παρατήρησα, σαν να ήμουν ένας παρείσακτος που παρακολου­
θούσε αντικειμενικά τη σκηνή, ότι είχα χάσει κάθε ίχνος της ντρο­
πής που ένιωθα πριν να εμφανίζομαι γυμνός μπροστά στο νεαρό
κορίτσι. Εκείνη, πάντως, στύλωσε τα μάτια στο σώμα μου, λες
και το παρατηρούσε για πρώτη φορά, και χαχανίζοντας σαν να
ντράπηκε άρπαξε την κουβέρτα και την τύλιξε σεμνά γύρω από
το στήθος μου, κάτω από τις μασχάλες, στερεώνοντας τη με μια
οστέινη περόνη που τράβηξε από τα μαλλιά της. Ύστερα μου έ­
κανε νόημα να σκύψω και να βγω από τη σκηνή.
Βγήκα τρεκλίζοντας και στάθηκα τυφλωμένος κάτω από το
λαμπερό φως, ανήμπορος ακόμα να δω καθαρά με τα θολωμένα
από τον ήλιο μάτια μου. Η Ναζίκ με οδήγησε αργά σε ένα μικρό
αγκαθωτό δέντρο λίγα βήματα μακρύτερα και με στήριξε πάνω
του, καθώς ο κόσμος γύριζε ιλιγγιωδώς γύρω μου. Αυτή ήταν η
πρώτη φορά που έβγαινα έξω από τη σκηνή και καθώς εξέταζα
νωθρά το περιβάλλον με έκπληξη είδα ότι η σκηνή της Ναζίκ δεν
ήταν το μόνο τέτοιο καταφύγιο, αλλά μάλλον αποτελούσε μέρος
ενός μικρού νομαδικού χωριού από περίπου είκοσι σκηνές, όλες
φτιαγμένες από το ίδιο λιγδιασμένο δέρμα, με μικρές φωτιές να
καπνίζουν μπροστά από την καθεμιά. Δεν υπήρχε, όμως, κανένα
σημάδι άλλων κατοίκων, γουρουνανθρώπων ή άλλων.
Ξαφνικά εμφανίστηκε ένας άντρας από το πλάι, ένας άντρας
γνωστός μου, αν και παράξενα φοβισμένος και μαζεμένος. Ανα­
γνώρισα ότι ήταν ένας από τους ντόπιους διερμηνείς του Κύρου
που μας είχε βοηθήσει πολύ εκείνες τις μέρες, μια κι ήταν από ε­
κείνη την περιοχή της ερήμου και μιλούσε τις γλώσσες διαφόρων
φυλών της. Στάθηκε μακριά μου και μιλώντας γρήγορα διέταξε
έντονα τη Ναζίκ ν' απομακρυνθεί από κοντά μου, όπως και υπά­

ΑΝΑΒΑΣΗ

203

κουσε, απρόθυμα απ' ό,τι φάνηκε. Ύστερα απευθύνθηκε σε μέ­
να με σπαστά ελληνικά.
«Θέο, ο Πρόξενος είναι εδώ, σε βρήκαμε. Θα έρθεις τώρα;»
Το σαγόνι μου χαμήλωσε. Ήταν λοιπόν η φωνή του Πρόξε­
νου αυτή που είχα ακούσει να με καλεί λίγα λεπτά πριν. Κοίταξα
μπερδεμένος το διερμηνέα.
«Πού είναι; Δεν ξέρω αν μπορώ να περπατήσω», είπα έπειτα
από προσπάθεια. «Ζήτησε από τον Πρόξενο να έρθει εδώ, αλ­
λιώς πρέπει να με βοηθήσει ο πατέρας του κοριτσιού να πάω σ'
αυτόν».
Ο διερμηνέας με κοίταξε με μάτια διάπλατα κι άρχισε να κου­
νάει τα χέρια του, καθώς πάσχιζε να βρει λέξεις. «Ο Πρόξενος λέ­
ει να πας εσύ, αυτός δεν έρχεται, δεν πρέπει ν' αγγίξει αυτούς
τους ανθρώπους, αυτούς τους... άρρωστους ανθρώπους».
Έκανα οδυνηρή προσπάθεια να σταθώ στα πόδια μου, γδέρ­
νοντας την πλάτη μου στον τραχύ κορμό του δέντρου, κι ακολού­
θησα τρεκλίζοντας τον άντρα. Κοίταξα φευγαλέα τις άλλες σκη­
νές κι αναρωτήθηκα αόριστα γιατί δεν έβλεπα κανέναν, ενώ έ­
φερνα στο νου μου τους ήχους των παιδικών γέλιων και των δου­
λειών του νοικοκυριού έξω από τη σκηνή της Ναζίκ τις μέρες της
ανάρρωσης μου. Στρίβοντας στην τελευταία σκηνή της μικρής κοι­
νότητας, όμως, σταμάτησα άψυχος, τρέμοντας από εξάντληση.
Όλοι οι κάτοικοι του χωριού βρίσκονταν συγκεντρωμένοι γύρω α­
πό μια μικρή μυλόπετρα. Άντρες, γυναίκες και παιδιά που έκλαι­
γαν με λυγμούς στέκονταν σε ένα σφιχτό κύκλο, με παραμορφω­
μένα τα πρόσωπα και τα μέλη τους τυλιγμένα με διάφορους τρό­
πους. Τους φυλούσαν τρεις Έλληνες τοξότες με τα τόξα τους βγαλ­
μένα και τα βέλη τους να στοχεύουν κατευθείαν πάνω στην τρο­
μοκρατημένη ομάδα. Ο Πρόξενος επέβλεπε την επιχείρηση, ενώ
ο Νίκαρχος στεκόταν νευρικά πιο πέρα, κρατώντας τα γκέμια με­
ρικών αλόγων στα χέρια του και ρίχνοντας ματιές αδημονίας στο
χωριό απ' όπου είχα βγει σέρνοντας οικτρά τα πόδια μου.
«Θέο, είσαι ζωντανός ή μήπως είσαι φάντασμα;» φώναξε ο
Πρόξενος, αλλά δεν έτρεξε προς το μέρος μου για να με χαιρε­
τήσει, όπως περίμενα, ούτε έκανε κάποια κίνηση να με στηρίξει

204

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

στην πορεία μου. «Φύγε από τους λεπρούς όσο πιο γρήγορα μπο­
ρείς και πήγαινε σ' εκείνο το άλογο που είναι δεμένο στο θάμνο».
Λεπροί; Αναπήδησα από τρόμο, ενώ αναρωτιόμουν ποιον άρα­
γε να εννοούσε και τότε, αρχίζοντας να καταλαβαίνω περισσότε­
ρα, κοίταξα πιο προσεκτικά τους γουρουνάνθρωπους του χωρίου,
ορατούς καθαρά τώρα πια κάτω από το λαμπερό φως του ήλιου.
Η γιαγιά της Ναζίκ στεκόταν μπροστά από τη θλιβερή ομάδα των
ολοφυρόμενων γυναικών, μόνη αυτή σιωπηλή, σχεδόν προκλητι­
κή. Όπως και πριν, αρνήθηκε να κρύψει το πρόσωπό της, προ­
καλώντας με να κοιτάξω την απούσα μύτη της, τα σκασμένα και
κομμένα χείλη της που αρνούνταν να καλύψουν τα δόντια της, τα
ισχνά μαλλιά που έλειπαν κατά τούφες από το λεπιασμένο της
κρανίο. Κοιτάζοντας με κατάματα σήκωσε το χέρι της για να με
ευλογήσει ή να με καταραστεί κι εγώ οπισθοχώρησα μπροστά στα
στρογγυλεμένα, κολοβά χέρια της, από τα οποία απουσίαζαν όλα
τα δάχτυλα, με το ξεγδαρμένο και ματωμένο δέρμα.
«Προχώρα, Θέο!» μου φώναξε ο Πρόξενος, αιφνιδιάζοντας
με εκεί που είχα ριζώσει από αποστροφή. Προχώρησα τρεκλί­
ζοντας προς το άλογο που μου έδειξε ο Πρόξενος και ένας από
τους τοξότες έτρεξε γρήγορα κοντά μου, με διέταξε να βγάλω την
κουρελιασμένη κουβέρτα και τύλιξε στη μέση μου ένα καθαρό
πανί που έβγαλε από το σάκο του. Έβγαλα την κουβέρτα και φό­
ρεσα το καινούριο ρούχο, ενώ ολόκληρος ο πληθυσμός του χω­
ριού, σιωπηλός τώρα, με παρακολουθούσε. Ο στρατιώτης με βοή­
θησε κοπιάζοντας να σκαρφαλώσω στη ράχη του αλόγου, όπου
με στερέωσε μπρούμυτα, με το πρόσωπο να ακουμπάει πάνω στο
λαιμό του ζώου, για να μ' εμποδίσει λόγω της αδυναμίας μου να
πέσω κάτω. Ύστερα ξαναγύρισε στα υπόλοιπα άλογα.
Ο Πρόξενος έδωσε το πρόσταγμα και οι τοξότες χαλάρωσαν
την επιτήρησή τους, κάνοντας νόημα στους κατοίκους του χωριού
να επιστρέψουν στις σκηνές τους. Τον άκουσα να λέει απότομα
στο διερμηνέα να ευχαριστήσει τον πατέρα της Ναζίκ για τον κό­
πο του και τον είδα να πετάει στον άντρα ένα χρυσό δαρεικό που
προσγειώθηκε στο χώμα μπροστά στα πόδια του. Ο πατέρας της
Ναζίκ σήκωσε τα μάτια και κοίταξε τον Πρόξενο πάνω στο άλογό

ΑΝΑΒΑΣΗ

205

του κι ύστερα το νόμισμα κάτω στο έδαφος σαστισμένος και κα­
τάλαβα ότι ήταν ανίκανος να το σηκώσει με τα τυλιγμένα στα κου­
ρέλια κουτσουρεμένα χέρια του. Φώναξε ένα από τα παιδιά, το
οποίο, όπως η Ναζίκ, φαινόταν να μην έχει προσβληθεί από την
αρρώστια. Το παιδί ήρθε τρέχοντας και με εντολή του άντρα σή­
κωσε με επισημότητα το νόμισμα και το έβαλε στην τσέπη του.
Ύστερα έκαναν και οι δύο μεταβολή χωρίς επιπλέον λέξη ή βλέμ­
μα και προχώρησαν σιγά και με μεγάλη αξιοπρέπεια στον κα­
ταυλισμό.
Μόνο η Ναζίκ εξακολουθούσε να στέκεται εκεί, μοιάζοντας α­
ποσβολωμένη από τη θέα των Ελλήνων στρατιωτών, τα άλογα τους
και την ξαφνική μου αναχώρηση. Αφού εξέτασε προσεκτικά τους
τοξότες την ώρα που εκείνοι μάζευαν τα όπλα τους και ξανακα­
βαλίκευαν τα άλογά τους, προχώρησε ήρεμα προς το άλογο που
βρισκόμουν, ανοιγοκλείνοντας τα μάτια από το εκτυφλωτικό φως
του ήλιου, και έβαλε το χεράκι της μέσα στο πλατύ μου χέρι. Χτύ­
πησε απαλά το άτονο χέρι μου όπως θα έκανε ένα κοριτσάκι πα­
ρηγορώντας την κούκλα του, χαμογελώντας ευγενικά και κουβε­
ντιάζοντάς μου στη γλώσσα της, σίγουρη ότι την καταλάβαινα ή
ότι θα την καταλάβαινα κάποτε. Καθώς ο Νίκαρχος πλησίασε για
να δέσει το άλογό μου με το δικό του και να με οδηγήσει, η Να­
ζίκ άπλωσε το χέρι της να μου χαϊδέψει για μία ακόμα φορά το
μέτωπο. Αλλά ενώ το έκανε, παρατήρησα για πρώτη φορά το μι­
κρό λευκό εξάνθημα στο κατά τ' άλλα άψογο δέρμα του χεριού και
του μπράτσου της. Άθελα μου ρίγησα και τίναξα πέρα το κεφάλι
μου. Η Ναζίκ, ακολουθώντας το βλέμμα μου, τράβηξε στη στιγ­
μή το χέρι της και το έκρυψε στο φόρεμά της, με τα μάτια πλημ­
μυρισμένα από δάκρυα. Στάθηκε ακίνητη παρακολουθώντας το ά­
λογό μου ν' αποχωρεί με έναν οδυνηρό καλπασμό όλο κραδα­
σμούς. Δεν έκανα παραπάνω από δύο ώρες για να επιστρέψω στο
ελληνικό στρατόπεδο, όπου η άφιξή μου σε αυτή την εξευτελιστι­
κή στάση καλύφθηκε από τον ερχομό της νύχτας.
Ανάμεσα στους δικούς μου συνήλθα γρήγορα. Ο Κύρος έστειλε
συγχαρητήριο μήνυμα για τη σωτηρία μου και μια καλοπροαίρετη
απειλή ότι θα μου ξαναδώσει το μουλάρι μου, μια κι αυτό ήταν

206

Η ΚΑΘΟΔΟΣ TON ΜΥΡΙΩΝ

το δεύτερο από τα άλογά του που έχανα. Κανόνισε επίσης να πα­
ρακολουθεί την ανάρρωση μου ο προσωπικός του γιατρός, ένας
Πέρσης έμπειρος στους τρόπους θεραπείας ασθενειών της ερή­
μου. Ο γιατρός ήρθε να μ' επισκεφτεί συνοδευόμενος από την
Αστερία, η οποία πίσω από την πλάτη του κουνούσε το κεφάλι της,
αντιδρώντας σιωπηλά στη διάγνωση του σοφού γιατρού. Καθώς
ο γιατρός αποχωρούσε από τη σκηνή μου, εκείνη μένοντας λίγο
πίσω γλίστρησε στο χέρι μου ένα μικρό πήλινο βάζο με μια πι­
κρή ουσία από βότανα, σφραγισμένο με το δικό της κερί, και μου
έδωσε την πρώτη δόση που την είχε ανακατέψει σε ένα μεγάλο
κύπελλο με νερό, ενώ παράλληλα μου υπέδειξε ν' αγνοήσω την
προτεινόμενη από το γιατρό θεραπεία των καθημερινών αφαι­
μάξεων. Σε αντάλλαγμα, της δώρισα ένα μικρό φτερό στρουθο­
καμήλου που είχα βρει σε μία από τις παλιές εξόδους μου στην
έρημο και το οποίο είχα φυλάξει για την κατάλληλη περίσταση.
Από τότε δεν έχει περάσει μέρα που να μην έχω βρει κάποια
στιγμή για να ζητήσω από τους θεούς να ευλογούν την ευγενική
Ναζίκ, τη για πάντα παρθένα Ναζίκ, και να ζητήσω συγνώμη για
τη συμπεριφορά μου απέναντι της. Για σπονδή προσφέρω μια
κούπα αγνό, καθαρτήριο νερό, την ιερότερη γνωστή ουσία, έχο­
ντας την αίσθηση της άοσμης δροσιάς του, γοητευμένος με την
ιδέα του περιεχομένου του, σε άθλια ή αποσταγμένη μορφή, τα
αρχαία εκείνα συστατικά από τα οποία διαμορφώθηκε η γη, την
ιερή βροχή από τους ουρανούς, ίσως ακόμα και κάποια ελάχιστη
ουσία αθανασίας.

6
ήταν ήδη τεντωμένα όταν ξέσπασε η φα­
σαρία.
Μέρες ολόκληρες οι ανιχνευτές ανέφεραν σημάδια ότι οι δυ­
νάμεις του βασιλιά είχαν περάσει πρόσφατα το δρόμο πριν από
εμάς. Η εμπροσθοφυλακή προχωρούσε μέσα από τις ακαθαρ­
σίες αρκετών χιλιάδων αλόγων που ήταν τόσο φρέσκιες, ώστε δεν
είχαν καλυφθεί ακόμα από το στρώμα της λεπτής σκόνης που κα­
τακάθεται στα πάντα, από τις τροφές μέχρι τα πρόσωπα των κοι­
μισμένων αντρών, αν μείνουν εκτεθειμένα πάνω από λίγες ώρες.
Χωριά και λαχανόκηποι που συναντούσαμε στο δρόμο μας σιγό­
καιγαν ακόμα από την πρόσφατη πυρπόλησή τους, που σκοπό
είχε να εμποδίσει τον ανεφοδιασμό μας. Λιποτάκτες από τις δυ­
νάμεις του βασιλιά άρχισαν να εμφανίζονται σε αυξανόμενο α­
ριθμό, αλλά όταν ανακρίνονταν έδιναν αντιφατικές πληροφορίες.
Ο Κλέαρχος είχε τη γνώμη ότι μπορεί να είχαν σταλεί σκόπιμα
από το βασιλιά με εντολές να διογκώσουν αριθμητικά τη στρα­
τιωτική του δύναμη για να δημιουργήσουν αναστάτωση στα στρα­
τεύματα μας. Οι άντρες παρέμεναν σε κατάσταση υψίστης επι­
φυλακής, η οποία σε συνδυασμό με την αυξανόμενη ανησυχία
τους, επειδή βρίσκονταν χιλιόμετρα μακριά από τη θάλασσα, και
τη σωματική τους εξάντληση, ανέβασαν σε μεγάλο βαθμό το επί­
πεδο έντασης τους στρατεύματος.
ΤΑ ΝΕΥΡΑ ΤΩΝ ΑΝΤΡΩΝ

Όταν ξέσπασε καβγάς με γροθιές ανάμεσα σε μερικούς στρα­
τιώτες του Μένωνα και του Κλέαρχου, ο Κλέαρχος τον διέκοψε
κι αφού άκουσε τα επιχειρήματά τους κατέληξε ότι οι άντρες του
Μένωνα είχαν αρχίσει πρώτοι και έναν από αυτούς τον τιμώρη­
σε ραβδίζοντάς τον αμείλικτα. Αυτό δεν τους καλοφάνηκε κι αρ­

208

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

γότερα την ίδια μέρα, όταν ο Κλέαρχος κάλπαζε με το άλογο του
μέσα στο στρατόπεδο, ένας από τους άντρες του Μένωνα του πέ­
ταξε ένα μικρό τσεκούρι. Η κόψη του καρφώθηκε μέχρι τη μέση
στο καπούλι του αλόγου, κάνοντας το ν' ανασηκωθεί από τον πό­
νο και να ρίξει τον Κλέαρχο στο έδαφος. Αλώβητος αλλά μανια­
σμένος, σηκώθηκε απότομα και με κατάπληξη είδε ότι είχαν συ­
γκεντρωθεί και αρκετοί άλλοι από τους στρατιώτες του Μένωνα,
όχι για να τον βοηθήσουν, αλλά μάλλον για να τον πετροβολήσουν
ενώ ήταν πεσμένος κάτω. Ο Κλέαρχος μούγκρισε σαν ταύρος,
άρπαξε ένα πελώριο μπαστούνι που βρισκόταν εκεί κοντά και
στριφογυρνώντας το σαν ρόπαλο παραλίγο να σκοτώσει έναν α­
πό τους βασανιστές του με ένα τρομερό χτύπημα στο σβέρκο, ε­
ξαγριώνοντας ακόμα περισσότερο τους άντρες του Μένωνα.
Ευτυχώς για τον Κλέαρχο, ο οποίος, παρόλο που ήταν ασυνα­
γώνιστος μαχητής, δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα με τον α­
ριθμό των συγκεντρωμένων Θεσσαλών του Μένωνα, ένας από
τους αρχηγούς του που βρισκόταν εκεί κοντά άκουσε τη φασαρία
και νομίζοντας ότι είχε ξεσπάσει κάποια αψιμαχία με την ομά­
δα των στρατιωτών του βασιλιά συγκέντρωσε μια ταξιαρχία πε­
ζών Θρακών, οι οποίοι όρμησαν σε σχηματισμό μάχης, ενώνοντας
τις δρύινες ασπίδες τους σε φάλαγγα πίσω από τον Κλέαρχο, ε­
νώ σαράντα Σπαρτιάτες ιππείς εισέβαλαν στο στρατόπεδο του
Μένωνα ακριβώς από πίσω, στριμώχνοντας στον πέτρινο τοίχο
τους φοβισμένους τώρα Θεσσαλούς, με τις παλλόμενες νευρικά
λόγχες τους έτοιμες να τους σκοτώσουν.
Ο Πρόξενος, ο Ξενοφώντας κι εγώ, που βρισκόμαστε εκεί κο­
ντά, ήρθαμε τρέχοντας άοπλοι και έκπληκτοι, όπως και ο Μένω­
νας, που έγινε κάτωχρος από την οργή του βλέποντας σαράντα
στρατιώτες του να παρακαλούν γονατιστοί τους Σπαρτιάτες για
τη ζωή τους. Ο Κλέαρχος ήταν έξω φρενών.
«Τους είδες αυτούς τους τρελούς;» ούρλιαξε περπατώντας α­
γέρωχα μπρος πίσω, μπροστά από τον Πρόξενο κι εμένα, με τη
γενειάδα γεμάτη φτυσιές και μια πελώρια φουσκωμένη μπλε φλέ­
βα να πάλλεται ορατά στο μέτωπό του. «Αυτούς τους γαμημένους
προδότες! Μα τους άγιους θεούς, θα τους κόψω τα μπαλάκια τους

ΑΝΑΒΑΣΗ

209

σαν μήλα και θα τους στείλω πίσω μ' ένα σκουπιδάμαξο προτού
ξεπουλήσουν όλο το στρατό στον ύπνο του κάποια νύχτα!» Σή­
κωσε το ρόπαλό του σαν να επρόκειτο να χτυπήσει και οι σαρά­
ντα άοπλοι Θεσσαλοί του Μένωνα ζάρωσαν και μαζεύτηκαν από
το φόβο τους ταυτόχρονα.
Ο Πρόξενος, αν και κατώτερος από τον Κλέαρχο, πήρε επι­
τακτικό ύφος. «Πάμε στο αρχηγείο, Κλέαρχε, και ανακάλεσε τους
άντρες σου. Ας διευθετήσουμε το θέμα ιδιωτικά μεταξύ αξιωμα­
τικών κι όχι εδώ μπροστά στο τσούρμο του στρατοπέδου και στους
κεφαλοδεμένους Πέρσες». Έριξε μια ματιά στον αυξανόμενο α­
ριθμό των ντόπιων στρατιωτών που συγκεντρώνονταν στο πλάι,
παρατηρώντας με αδημονία, γοητευμένοι από την προσδοκία ό­
τι θα δουν τα ελληνικά στρατεύματα να χτυπιούνται μεταξύ τους
μέσα στη σκόνη.
Ο Κλέαρχος δεν είχε καμιά διάθεση για συζήτηση. «Στην πραγ­
ματικότητα λιθοβολήθηκα μέχρι θανάτου από αυτούς τους βρο­
μερούς, καμηλόχειλους μπάσταρδους!» πέταξε φτύνοντας. «Κού­
τσαναν το άλογό μου! Ήταν ακόμα στις φασκιές όταν σκότωνα
τους γιδοβοσκούς πατεράδες τους στη Θεσσαλία και καταραμένος
να 'μαι αν αφήσω να κόψουν τα λαρύγγια ολόκληρου του αναθε­
ματισμένου στρατού μες στη νύχτα εξαιτίας αυτών των φοβιτσιά­
ρικων σκυλιών που επιτίθενται σε άοπλους αξιωματικούς...»
Ακριβώς τότε ο Κύρος και οχτώ από τους σωματοφυλακές του
έφτασαν βροντώντας, σπρώχνοντας με τα άλογα τους βίαια στην
άκρη τους θεατές και σκουντώντας αποφασιστικά τους ακλόνη­
τους στρατιώτες του Κλέαρχου που εξακολουθούσαν να έχουν τις
λόγχες έτοιμες να κατακρεουργήσουν όλη την ομάδα του Μένω­
να, τη στιγμή που ο στρατηγός τους θα έδινε το σύνθημα. Το πρό­
σωπο του Κύρου ήταν ξαναμμένο από οργή, καθώς επιθεωρού­
σε σιωπηλά τη σκηνή. Ο Κλέαρχος κατέβασε αργά το ρόπαλο
του, αλλά διατήρησε την προκλητική του έκφραση.
Τελικά ο πρίγκιπας μίλησε, με φωνή σκληρή αλλά τόσο σι­
γανή, που οι άντρες σώπασαν και ενστικτωδώς έσκυψαν μπροστά
για ν' ακούσουν τι έλεγε. «Κλέαρχε και Πρόξενε, κι εσείς οι υπό­
λοιποι, δεν έχετε ιδέα τι προκαλείτε. Έχω υπό τις διαταγές μου

210

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

περισσότερους από εκατό χιλιάδες άντρες, αλλά αν χάσω τους
δέκα χιλιάδες Έλληνες μου δε θα έχω τίποτα. Αν υπάρχει διχό­
νοια στις γραμμές του στρατεύματος σας, απειλείται η ενότητα ο­
λόκληρου του στρατού μου. Θα δείτε τότε ότι η οργή του βασιλιά
δε θα είναι τίποτα σε σύγκριση με αυτή των αντρών που είναι γύ­
ρω σας». Σηκώσαμε τα μάτια κι είδαμε ότι χιλιάδες Πέρσες είχαν
συγκεντρωθεί και συνέχιζαν να μαζεύονται στον τόπο της φιλο­
νικίας, περιμένοντας να συμβεί κάτι τρομερό.
Στο σημείο αυτό τα μάτια του Κλέαρχου έχασαν την ξαναμ­
μένη τους λάμψη και ξαναβρήκε τον εαυτό του. Πρόσταξε βλο­
συρά τους άντρες του ν' ανασυνταχτούν και να επιστρέψουν στο
στρατόπεδο τους. Οι τρομοκρατημένοι Θεσσαλοί σηκώθηκαν όρ­
θιοι και ντροπιασμένοι ξαναγύρισαν στα καθήκοντα τους και το
πλήθος άρχισε να διαλύεται. Ο Κύρος κοίταξε τον Ξενοφώντα κι
εμένα και κούνησε επιφυλακτικά το κεφάλι του, λες και καθάρι­
ζε το μυαλό του από κάποιο τρομακτικό όνειρο. «Χαίρομαι που
οι Έλληνες είναι έτοιμοι να πολεμήσουν», μουρμούρισε καθώς α­
νέβαινε και πάλι στο άλογο του. «Πιστεύω ότι θα μπορέσουν να
χρησιμοποιήσουν κάμποσο από το πλεόνασμα της ενεργητικό­
τητας τους σε μια δυο μέρες».

7
ΗΤΑΝ ΚΑΤΙ ΠΑΡΑΠΑΝΩ από σκλάβα αλλά όχι ακριβώς ομότιμη,
κάτι παραπάνω από βασιλική σύζυγος αλλά κατώτερη από α­
δερφή, μορφωμένη σαν άντρας αν και σοφή από τις μεθόδους
του χαρεμιού. Ο ρόλος της στα ιδιαίτερα διαμερίσματα και την
καρδιά του Κύρου ήταν θολός και ακαθόριστος, πηγή μηχανορ­
ραφιών και περιέργειας για όσους ζούσαν εκτός, αλλά αποδεκτός
και ευχάριστος όπως αυτός ανάμεσα σε ξαδέρφια για όσους ζού­
σαν εντός. Έχει περάσει προ πολλού ο χρόνος που θα έπρεπε να
ξεκαθαρίσω τη θέση της Αστερίας, να την εισαγάγω επίσημα στη
διήγηση, αλλά έχω αντισταθεί ως τώρα είτε από έλλειψη ικανό­
τητας και αντικειμενικότητας είτε από καθαρή άγνοια ­ ας κρί­
νει ο αναγνώστης.

Τη γνώρισα καλύτερα στη διάρκεια μερικών μηνών και, μο­
λονότι έσπασα το κεφάλι μου, είμαι ανίκανος να εξακριβώσω πό­
τε ακριβώς ή σε ποια περίπτωση συνέβη αυτή η καθοριστική στιγ­
μή οικειότητας. Έχω ήδη διηγηθεί την πρώτη φορά που την εί­
δα στη σκηνή του Κύρου στις Σάρδεις, αν και όταν μίλησα μαζί
της αρκετά αργότερα μου ορκίστηκε ότι δεν μπορούσε να θυμη­
θεί εκείνη την εκπληκτική συνάντηση, προς μεγάλη μου απο­
γοήτευση. Το όραμα που είχα δημιουργήσει και πλάσει στο μυα­
λό μου, διυλίζοντας ώρες και μέρες αυτή τη μοναδική ανάμνηση,
σε σημείο που να λάμπει σαν πετράδι φρεσκογυαλισμένο από
αμμόλουτρο, δεν ήταν γι' αυτή παρά μια τυχαία συνάντηση, μια
στιγμιαία ματιά σε έναν από τους δεκάδες ανώνυμους επισκέπτες
που δεχόταν ο κύριός της στα διαμερίσματά του κάθε μέρα. Μια
λαμπρή ανάμνηση έπεφτε από τα ουράνια σαν αγριόπαπια χτυ­
πημένη από κάποια σφεντόνα, αφήνοντας πίσω της ένα μικρό

212

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

απομεινάρι από καταπληκτικά φτερά που κατέβαιναν αργά προς
τα κάτω, οριοθετώντας συνοπτικά και το ύψος στο οποίο είχε φτά­
σει το πουλί στους αιθέρες αλλά και το τελικό σημείο πρόσκρου­
σης με την ωμή πραγματικότητα.
Κι όμως, από την εποχή του καταστροφικού και κάπως τα­
πεινωτικού συναπαντήματός μου με το θάνατο στην έρημο, είχα­
με κατά κάποιο τρόπο γνωριστεί καλύτερα. Είμαι σίγουρος γι' αυ­
τό, επειδή στις δύο ή τρεις μέρες της ανάρρωσής μου ήταν αρκε­
τά τολμηρή ώστε να μ' επισκεφτεί πραγματικά στη σκηνή μου,
στολισμένη όπως όλες οι γυναίκες του χαρεμιού, τυλιγμένη με α­
ραχνούφαντα ρούχα και πέπλα από τα νύχια ως την κορυφή, και
να μου αφήσει ενθύμια της αγάπης της ­ ή τουλάχιστον έτσι εξέ­
λαβα εκείνα τα μεμονωμένα αγγίγματα, το περιττό αλλά καλοδε­
χούμενο ανεπαίσθητο άρωμα του γιασεμιού μέσα στο φαρμα­
κευτικό νερό που μου έδωσε, τα μακρόσυρτα, περισσότερο απ' ό­
σο χρειαζόταν, βλέμματα πίσω από την ανωνυμία των καλυμμά­
των του προσώπου. Πότε, όμως, αναπτύχθηκε αυτή η οικειότητα;
Για μένα, οι αναμνήσεις μου έχουν ήδη μοιραία αμφισβητη­
θεί από την απόλυτη αδυναμία της να θυμηθεί την πρώτη ματιά
που της έριξα και στην πραγματικότητα ήταν το ίδιο ανίκανη, ό­
πως κι εγώ, να θυμηθεί την ακριβή στιγμή που η στάση της απέ­
ναντι' μου άλλαξε από αδιαφορία ή, στην καλύτερη περίπτωση,
μέτρια περιέργεια σε κάτι περισσότερο. Αυτό που μπορώ να πω
είναι ότι στη διάρκεια αυτών των μηνών της πορείας στην έρημο
έγινα ενθουσιώδης μελετητής του κυνηγιού, όχι τόσο στρουθο­
καμήλων και ονάγρων, αλλά φτερών που πλέκονται περίπλοκα μέ­
σα σε σκούρες τούφες μαλλιών, υπογραμμισμένων με μαύρο μο­
λύβι ματιών με ελαφρά γυριστές βλεφαρίδες, μιας λεπτής κορι­
τσίστικης μορφής που αλαφροπατά όλο χάρη πάνω στο θαμπό
γρασίδι ή στους θάμνους του στρατοπέδου, ανίκανη να κρυφτεί
κάτω από τις πλούσιες πτυχές του χιτώνα και των πέπλων. Σαν πα­
γιδευτής, αναζητούσα το θήραμά μου εκεί που ήταν πιο πιθανό
να βόσκει, μακριά από την ασφαλή περιφρούρηση της σκηνής
της, με τους αγριωπούς Αιθίοπες τριγύρω: δηλαδή, στην περιοχή
των γιατρών στην άκρη του στρατιωτικού καταυλισμού, όπου περ­

ΑΝΑΒΑΣΗ

213

νούσε ώρες ολόκληρες συζητώντας περί ιατρικής τέχνης και συ­
γκρίνοντας τεχνικές με τους μορφωμένους γιατρούς· στις έρημες
άκρες του στρατοπέδου, όπου έκανε ήσυχα βόλτες με τις άλλες
τροφίμους του χαρεμιού· στους πάγκους των βιβλιοπωλείων, στις
αγορές των πόλεων από τις οποίες περνούσαμε, όπου καθυστε­
ρούσε κουβεντιάζοντας με τους πωλητές και τους γραφείς, ενώ οι
αμαθείς και αδαείς ακόλουθες της την τραβούσαν ανυπόμονα α­
πό το μανίκι. Το κυνήγι μου όμως ήταν κρυφό και περνούσε α­
παρατήρητο, πιστεύω, από αυτούς που παρακολουθούσαν. Είχα
ενστερνιστεί την αρχική προειδοποίηση του Πρόξενου γι' αυτή και
είχα αποφασίσει να κρατήσω ανέπαφο κάθε πολύτιμο κύτταρο της
ανατομίας μου εκεί κάτω.
Με δεδομένη τη μυστικότητά μου, με καταλάβαινε όταν την
κυνηγούσα; Προσωπικά δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι το κατα­
λάβαινε και πραγματικά κάποτε, σε μια στιγμή αδυναμίας από μέ­
ρους της, κατάφερα να επιτύχω ακόμα και την απρόθυμη απο­
δοχή της, αν και δεν άφησε τίποτα να φανεί γι' αυτό τότε. Ένας
αδέξιος, ονειροπαρμένος ξένος που περνά ένα ολόκληρο κεφάλι
τους γύρω του και μοιάζει να είναι παρών όποτε εκείνη προβάλ­
λει από τα διαμερίσματά της θα ήταν δύσκολο να της διαφύγει
και εδώ η μεταφορά του κυνηγού και του θηράματος καταρρί­
πτεται, γιατί αν πραγματικά εκείνη ήταν κάποιο είδος ανθρώπι­
νης λείας κι εγώ ο διώκτης, δε θα αργούσε πολύ να μάθει να με
αποφεύγει, να τοποθετεί φρουρούς που έμεναν άγρυπνοι και χα­
χάνιζαν ταυτόχρονα να παρακολουθούν το αγέρωχο πλησίασμα
μου κι επομένως ν' αποθαρρύνει παθητικά τις ανεπιθύμητες φι­
λοφρονήσεις μου. Όπως φάνηκε τελικά, δεν το έκανε κι έτσι δι­
καιωματικά έδωσε ώθηση στο κυνήγι μου, ρίχνοντας μου ακόμα
και κάποιο χαμογελαστό βλέμμα ενθάρρυνσης πότε πότε, όταν η
υπομονή μου έμοιαζε να εξαντλείται,
Ποιος ήταν επομένως ο κυνηγός και ποιος το θήραμα;
Ακόμα και σήμερα είναι ένα ερώτημα στο οποίο δεν μπορώ
ν' απαντήσω.

ΒΙΒΛΙΟ ΠΕΜΠΤΟ
ΚΟΥΝΑΞΑ

Ο αγώνας του νικητή είναι ευχάριστος στους θεούς,
αλλά τα κορίτσια προτιμούν τον ηττημένο...
ΑΓΝΩΣΤΟΥ

1
Ο ΠΕΡΣΗΣ ΑΝΙΧΝΕΥΤΗΣ κάλπασε δαιμονισμένα προς τον Κύρο
πάνω στο αφρισμένο του άλογο· το γένι του ήταν σκληρό και σκο­
νισμένο από την ταχύτητα του καλπασμού και η έκφραση των
ματιών του άγρια. Φώναξε σε περσικά και σε ελληνικά, μερικές
φορές ανακατεύοντας και τα δύο, ενώ η γλώσσα του μπερδευό­
ταν από τη βιασύνη του.
«Ο βασιλιάς... ο βασιλιάς βαδίζει εναντίον μας σε παράταξη
μάχης! Σήμερα είναι η μέρα, αφέντη Κύρο! Επίκειται η ώρα της
δόξας σου!»
Η πληροφορία απλώθηκε γρήγορα στις γραμμές, δημιουρ­
γώντας πανικό στο τσούρμο του στρατοπέδου και σύγχυση στους
άντρες. Αξιωματικοί που βάδιζαν στις πρώτες σειρές, κοντά στην
συνοδεία του Κύρου, έκαναν αμέσως μεταβολή κι άρχισαν να ε­
πιστρέφουν, τρέχοντας στις μονάδες τους, πέφτοντας πάνω στους
στρατιώτες που προέλαυναν. Ανήσυχος ότι ανά πάσα στιγμή μπο­
ρούσαμε να δεχτούμε επίθεση και σε δυσμενές έδαφος, ο πρίγκι­
πας έστειλε αξιωματικούς κατά μήκος της πορείας του στρατού
για ν' αρχίσουν να βάζουν σε τάξη το χάος και να εφοδιάσουν
τους στρατιώτες. Άλλους έφιππους τους έστειλε στους τριγύρω λό­
φους να παρατηρούν τις δυνάμεις τον βασιλιά και ν' ανιχνεύσουν
ευνοϊκό έδαφος για μάχη. Ο ίδιος ο Κύρος φόρεσε βιαστικά θώ­
ρακα και περικνημίδες.
Μέσα σε μισή ώρα το στράτευμα είχε συνταχθεί σε πλήρη
σχηματισμό μάχης κατά μήκος της κορυφογραμμής μιας χαμη­
λής σειράς λόφων που έφταναν ως το ποτάμι. Βρισκόμαστε έξω
ακριβώς από ένα μικρό χωριουδάκι, τα Κούναξα, έξι μήνες και
χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τις Σάρδεις, μόλις τρεις μέρες

218

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

δρόμο από τη Βαβυλώνα. Οι Σπαρτιάτες πήραν θέση στην κε­
ντρική δεξιά γραμμή προς τον Ευφράτη, με τη μεραρχία του
Πρόξενου δίπλα τους, μαζί με χίλιους Παφλαγόνες ιππείς από τα
ντόπια στρατεύματα του Κύρου, και όλοι αυτοί θα ήταν κάτω α­
πό τις διαταγές του Κλέαρχου. Ο Μένωνας κράτησε το αριστερό
κέρας, συνεχόμενο του Αριαίου, ενώ οι υπόλοιποι από τους ντό­
πιους στρατιώτες τοποθετήθηκαν στο κέντρο. Πίσω από τις μα­
κριές σειρές των στρατιωτών είχαν συγκεντρωθεί όπως όπως χι­
λιά,δες από το ετερόκλητο μπουλούκι που ακολουθούσε το στρα­
τό, με ξεδοντιασμένα χαμόγελα προσδοκίας και κρατώντας πρό­
χειρα όπλα που είχαν συναρμολογήσει από σπασμένα υπολείμ­
ματα στο πεδίο ασκήσεων. Όλοι κουβαλούσαν σάκους ή καλάθια,
γιατί δεν είχαν πρόθεση να επιστρέψουν με άδεια χέρια από το
έργο τους. Πίσω από αυτούς οι αξιωματικοί της διαχείρισης υλι­
κού εργάζονταν μανιωδώς, παρατάσσοντας τις άμαξες με τα ε­
φόδια σε μια συμπαγή, οργανωμένη σειρά, οδηγώντας τα τερά­
στια κοπάδια ζώων που χρησιμοποιούσαν για μεταφορές και σφά­
για σε προσωρινά μαντριά και στήνοντας υπαίθρεια νοσοκομεία
και στρατώνες για τους αξιωματικούς. Οι πεντακόσιοι Λυδοί φύ­
λακες του Κύρου που είχαν τοποθετηθεί πέρα από τις εγκατα­
στάσεις του στρατοπέδου, σε διαρκή τιμωρία για την αξιοθρήνητη
παράστασή τους μπροστά στη βασίλισσα Επύαξα, βάδιζαν ανή­
συχα μέσα στο χάος, εξαγριωμένοι αφού τους είχε ανατεθεί η φύ­
λαξη του στρατοπέδου. Ο Κύρος καθόταν ακίνητος πάνω στο ά­
λογό του στο μέσο των πρώτων γραμμών και διακρινόταν εύκο­
λα από το ακάλυπτο κεφάλι και τα κυματιστά μαλλιά του, περι­
τριγυρισμένος από τους εξακόσιους ιππείς του με τις γυαλισμέ­
νες πανοπλίες που άστραφταν κάτω από το εκτυφλωτικό φως του
ήλιου.
Στεκόμαστε παραταγμένοι σιωπηλά, αντικρίζοντας τους λό­
φους προς την ανατολή, απ' όπου θα έφταναν τα στρατεύματα
του βασιλιά. Σπάνια σάλευε κάποιος. Η μόνη κίνηση ήταν ο πε­
ριστασιακός καλπασμός κάποιου ιππέα αποστάσεων, από ή προς
το στρατό, που παρέδιδε μηνύματα από τις προφυλακές και με­
τέφερε διαταγές του Κύρου στις απομακρυσμένες πτέρυγες. Η

ΚΟΥΝΑΞΑ

219

στιγμή ήταν απόκοσμη και μυστηριακή ­δεκάδες χιλιάδες στρα­
τιώτες ακίνητοι και σιωπηλοί­, εκείνη η ελάχιστη στιγμή πριν α­
πό τη σύγκρουση, όταν οι γραμμές βρίσκονται τακτικά παραταγ­
μένες, οι στρατιώτες γεμάτοι πίστη, τα άλογα ήρεμα και η ομηρι­
κή δόξα της μάχης είναι πια προφανής και αναμενόμενη.
Οι μακρινοί αντικρινοί μας λόφοι άρχισαν να τρεμουλιάζουν
μέσα στην απογευματινή ζέστη, να φαίνονται θαμποί και ακα­
θόριστοι. Μυγάκια ζουζούνιζαν μπροστά στα πρόσωπα μας και
ιδρώτας έσταζε στα πλευρά μου κάτω από το θώρακα. Το κρα­
νίο μου είχε ανάψει και μ' έτρωγε κάτω από το κράνος, ενώ το τσό­
χινο σκουφάκι που έντυνε το κεφάλι μου από κάτω ήταν ήδη μού­
σκεμα από τον ιδρώτα. Η αρχική ένταση, ο σφιχτός κόμπος που
είχα αισθανθεί στο στομάχι ενώ έκανα τις προετοιμασίες μου, εί­
χε αντικατασταθεί από μια πνιχτή σουβλιά, ένα βάρος στο υπο­
γάστριο και τα γόνατα, μια διάχυτη υποβόσκουσα παρουσία προσ­
δοκίας και φόβου. Ορισμένοι στρατιώτες, ακόμα και αξιωματι­
κοί, έγιναν ανυπόμονοι μέσα στη ζέστη, έσερναν τα πόδια τους,
κατάπιναν βρομερό νερό από τα παγούρια τους και συζητούσαν
άσκοπα με τους συντρόφους τους. Λίγοι ακουμπούσαν τις βαριές
ασπίδες τους στο έδαφος γερμένες πάνω στα γόνατά τους, για να
ελευθερώσουν τα χέρια τους όσο στράγγιζαν τις κούπες τους.
Άλλοι απλώς κάθονταν κάτω, μέσα στη σκόνη, εκεί που βρίσκο­
νταν, βροντώντας δυνατά καθώς κάθονταν, αλλά καταλήγοντας ό­
τι οποιαδήποτε ανάπαυση ήταν σε θέση να προσφέρουν στα τε­
ταμένα μέλη τους άξιζε, παρά τη δυσκολία της επαναφοράς τους
στην όρθια θέση κάτω από το βάρος της θωράκισης τους.
Ο ήλιος μάς χτυπούσε ανελέητα, κάνοντας το εσωτερικό του
θώρακα και του κράνους μας καυτό σιην αφή και ζεματώντας τα
κορμιά μας εσωτερικά σαν φραντζόλες ψωμιού στο φούρνο. Η θο­
λούρα αυξήθηκε κι είχαμε αρχίσει σχεδόν να αμφιβάλλουμε αν
θα βλέπαμε κάποια δράση εκείνη τη μέρα, όταν παρατηρήσαμε
το σαφές περίγραμμα ενός καφετιού σύννεφου που σηκωνόταν α­
πό τον ορίζοντα. Στην αρχή ήταν τόσο μακρινό και αχνό, που ό­
ταν το έδειξα στον Ξενοφώντα απλός το αψήφησε ως αποτέλεσμα
θερμών κυμάτων πάνω στην άμμο, κοθώς ο ήλιος την έκανε πιο

220

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

καυτή. Ύστερα από λίγα λεπτά, όμως, είδαμε ότι το σύννεφο πα­
ρασυρόταν πιο κοντά και γινόταν πυκνότερο και απειλητικότερο
όσο πλησίαζε ­ η σκόνη που σηκωνόταν από ένα εκατομμύριο
πόδια του στρατού του Αρταξέρξη καθώς έτρεχαν.
Ο ορίζοντας στην κορυφογραμμή των μακρινών λόφων σκο­
τείνιασε μέχρι που μαύρισε κι ύστερα έγινε μια κυματιστή χο­
ντρή γραμμή που απλωνόταν, από την κατεύθυνση που κυλούσε
ο Ευφράτης στα δεξιά της παρούσας θέσης μας, σε ένα πλατύ τό­
ξο σχεδόν μέχρι το αριστερό άκρο του οπτικού μας πεδίου ­ και
ύστερα η γραμμή άρχισε ν' απλώνεται και να παχαίνει σαν τη
σκούρα σκιά ενός σύννεφου και να κινείται προς το μέρος μας,
αδυσώπητη και καταραμένη σαν πανούκλα, καθώς οι συμπαγείς
δυνάμεις από άντρες και άλογα πενταπλάσια των εκατό χιλιάδων
μας πλησίαζαν σε παράταξη μάχης. Σίγουρα, τίποτα απ' όσα εί­
χαν δει θνητοί, ούτε η άλωση των Θηβών ούτε η καταστροφή του
Ιλίου ούτε καν ο πόλεμος μεταξύ θεών και Τιτάνων, δεν μπορού­
σε να συγκριθεί με το θέαμα του τεράστιου στρατού του βασιλιά,
από την άποψη της καθαρά καταστροφικής λαμπρότητας του.
Εδώ κι εκεί άστραφταν λάμψεις φωτός, καθώς ο ήλιος αντανα­
κλούσε πάνω στους γυαλιστερούς θώρακες και τα στιλπνά χαλι­
νάρια, και μέσα σε λίγες στιγμές οι σποραδικοί ήχοι από τα προ­
στάγματα των αξιωματικών, τα χλιμιντρίσματα των αλόγων και το
βροντερό, ρυθμικό ποδοβολητό ­πάνω απ' όλα το ποδοβολητό­
παρασύρονταν και μεταφέρονταν στα αφτιά μας από σκόρπιες
ριπές ανέμου.
Πρωτύτερα την ίδια μέρα ο Κύρος μάς είχε προειδοποιήσει
να μην πτοηθούμε από τις πολεμικές κραυγές των βαρβάρων.
Πέρσης και ο ίδιος, ήταν αρκετά συνηθισμένος στην τεχνική που
εφάρμοζαν για να διασπάσουν την προσοχή των εχθρών τους
προτού καν συμπλακούν, βγάζοντας μια διαπεραστική κραυγή
που ακουγόταν μίλια μακριά, μελετημένη για να ενσπείρει τρό­
μο στις καρδιές όλων όσων την άκουγαν. Αυτή τη φορά, όμως, ο
πρίγκιπας έκανε λάθος: οι βάρβαροι έρχονταν βαδίζοντας σε α­
πόλυτη και τέλεια σιωπή, χωρίς να βγαίνει άλλος ήχος από τους
άντρες τους εκτός από το επίμονο ποδοβολητό. Από αυτή την ά­

ΚΟΥΝΑΞΑ

221

ποψη αυτό ήταν ακόμα πιο αποθαρρυντικό και τους έκανε να
μοιάζουν με σκιές ή θεούς μάλλον παρά με πλάσματα με σάρκα
και οστά.
Έριξα μια ματιά στον Ξενοφώντα που στεκόταν εμβρόντητος
από απόλυτο θαυμασμό βλέποντας μέσα σ' αυτό το γυμνό, άδειο
τοπίο το τεράστιο πλήθος αντρών και ζώων που ξαφνικά εμφα­
νίστηκαν από το πουθενά. Μόνο ο Κλέαρχος έμοιαζε ασυγκίνη­
τος από το θέαμα. Κάλπαζε αδιάκοπα πάνω κάτω στις γραμμές,
πάνω στο τεράστιο πολεμικό του άλογο που άφριζε, τελειοποιώ­
ντας κάποιους σχηματισμούς εδώ, επιπλήττοντας κάποιο αξιω­
ματικό εκεί, με τις μακριές, προσεκτικά χτενισμένες κοτσίδες του
να κυματίζουν πίσω του, κάτω από το σπαρτιατικό πολεμικό του
κράνος που κάλυπτε όλο του το πρόσωπο ­ ένα τρομακτικό θέα­
μα, αφού μόνο τα γυαλιστερά του μάτια και το φουντωτό του πι­
γούνι έβγαιναν κάτω από το στιλπνό μπρούντζο.
Ο Κύρος έτρεξε προς τις γραμμές μας, αναζητώντας τον Κλέ­
αρχο που ολοκλήρωνε ψύχραιμα αλλά ουρλιάζοντας κάποιες δια­
ταγές στους αρχηγούς του προτού στραφεί στον πρίγκιπα, ο ο­
ποίος περίμενε υπομονετικά πάνω στο αφρισμένο άλογό του.
«Υψηλότατε!» θριαμβολόγησε ο Κλέαρχος, ενώ άστραψε μια δο­
λοφονική λάμψη μέσα από τις βαθιές κόγχες των ματιών του
μπρούντζινου κράνους του. «Αυτό είναι το ελληνικό στράτευμά
σας! Αυτοί είναι οι άντρες που θα σας οδηγήσουν στη νίκη!»
Ο Κύρος αγνόησε τον κομπασμό του Κλέαρχου. «Νίκη! Νίκη
ίσως επί του βοηθητικού εχθρικού στρατεύματος. Ο ψεύτικος βα­
σιλιάς και οι Αθάνατοι του βαδίζουν εναντίον μας στο κέντρο των
δικών τους δυνάμεων ­ αν τους καταβάλουμε εκεί, έχουμε νική­
σει στη μάχη. Δεν είσαι στο σωστό άκρο της παράταξής μας,
στρατηγέ! Υποχώρησε και πέρασε με τους άντρες σου στο αρι­
στερό!»
Ο Κλέαρχος κοίταξε με το στόμα ανοιχτό από την έκπληξη τον
Κύρο, ύστερα ανίχνευσε πιο προσεκτικά τις επερχόμενες δυνάμεις
κι είδε ότι αυτό που είπε ο πρίγκιπας ήταν σωστό ­ ο εχθρός υ­
περείχε τόσο πολύ αριθμητικά, ώστε το κέντρο του βασιλιά στην
πραγματικότητα ήταν απέναντι από το αριστερό άκρο μας. Τό­

222

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

σο υπερκάλυπτε και εκτεινόταν πέρα από τη δική μας η παράταξη
του βασιλιά. Όμως, η σημασία της μεταφοράς του στρατεύματός
του στο άλλο άκρο της παράταξης αυτή την τελευταία στιγμή ή­
ταν αμφίβολη και η υπονοούμενη αμφισβήτηση της τακτικής του
από το βασιλιά ήταν ανυπόφορη. Έβγαλε απότομα το κράνος του
από οργή.
«Λάθος άκρο, που να πάρει! Ο πρώτος κανόνας της μάχης,
πρίγκιπα, είναι να τοποθετείς το ισχυρότερο στράτευμα σου στα
δεξιά. Αν λείψουμε εμείς, το ιππικό του βασιλιά θα διασπάσει το
δεξιό κέρας σαν βούτυρο και θ' αναδιπλωθεί πίσω σας. Με τις
δυνάμεις μας να κρατούν γερά το ποτάμι, δεν μπορούμε να υ­
περφαλαγγιστούμε σε αυτή τη μεριά τουλάχιστον. Πίστεψέ το ­
το έχω δοκιμάσει προτού ακόμα εσύ γεννηθείς. Όσο διοικώ εγώ,
το ελληνικό στράτευμα θα παραμείνει στο δεξιό κέρας».
Τώρα ήταν η σειρά του Κύρου να μείνει με το στόμα ανοιχτό
από την απευθείας πρόκληση του κατωτέρου του κι έπειτα από
μια παύση κατάπληξης επιτέθηκε στο Σπαρτιάτη με ένα χείμαρ­
ρο από βρισιές και προσβολές που έκαναν τις τρίχες μου να ση­
κωθούν, ακόμα και κάτω από το μουσκεμένο κράνος και το σκου­
φάκι μου. Ο Πρόξενος, ο Ξενοφώντας κι εγώ παγώσαμε όταν εί­
δαμε τον Κύρο και τον Κλέαρχο να κομπάζουν ο ένας στον άλλο,
με φωνές και χειρονομίες, ενώ οι απέραντες δυνάμεις του εχθρού
συνέχιζαν την αδυσώπητη πορεία τους εναντίον μας μέσα από
την πεδιάδα. Ο Αρταξέρξης δε θα περίμενε να λύσουμε τις δια­
φωνίες μας σε θέματα τακτικής για να ρίξει στη μάχη τα στρα­
τεύματά του. Απελπίστηκα όταν είδα τους δύο στρατηγούς έτοι­
μους να πιαστούν στα χέρια, αλλά ο Κλέαρχος παρέμενε αμετά­
πειστος. Λίγοι άντρες είναι πιο ξεροκέφαλοι από έναν παλιό στρα­
τιώτη και κανένας πιο ξεροκέφαλος από ένα Σπαρτιάτη. Ο Κύ­
ρος τελικά σήκωσε απότομα την παλάμη του χεριού του, κόβοντας
στη μέση το τσίριγμά του.
«Έχω στοιχηματίσει τη ζωή και την περιουσία μου ότι θα νι­
κήσω τον ψεύτικο βασιλιά σ' αυτή τη μάχη», είπε έξω φρενών, με
φωνή που ελάχιστα ακουγόταν σ' εμάς τους υπόλοιπους, «και δε
θα μ' εμποδίσει ένας μηδαμινός απολυταρχικός. Αντιτίθεσαι στις

ΚΟΥΝΑΞΑ

223

διαταγές μου, αλλά δεν έχω χρόνο να τις επιβάλλω διά της βίας.
Ο εχθρός μάς επιτίθεται! Αν δεν αναλάβεις το βασιλιά, μα τους
θεούς, θα το κάνω εγώ ο ίδιος! Και σε διαβεβαιώνω, Κλέαρχε, ό­
τι θα ξανασυζητήσουμε το θέμα μετά τη μάχη».
Και τραβώντας θυμωμένος τα γκέμια γύρισε το άλογό του κι
απομακρύνθηκε καλπάζοντας, με τα καστανά μαλλιά του ν' ανε­
μίζουν ελεύθερα πίσω του, ενώ ο Κλέαρχος σφήνωσε μανιασμέ­
να το κράνος στο κεφάλι του. Οι μακριές σπαρτιάτικες πλεξίδες
του, λαδωμένες και μαύρες, αν και γκριζαρισμένες κάπως απ' τα
χρόνια, κάλυψαν τους ώμους του σαν τα φίδια στο γοργόνειο.*
«Ανόητε, ματαιόδοξε μπάσταρδε, δε φοράς τουλάχιστον ένα
κράνος», πέταξε ο Κλέαρχος, χωρίς να νοιαστεί να χαμηλώσει τη
φωνή του για να εμποδίσει εμάς τους υπόλοιπους να γίνουμε μάρ­
τυρες της απείθειάς του. «Αν θέλει να νιώθει τον άνεμο να περνά
μέσα από τα μαλλιά του, καλά θα έκανε να καλπάζει χωρίς πα­
ντελόνια. Έτσι τουλάχιστον δε θα έβαζε σε κίνδυνο ολόκληρο το
στράτευμα, που να πάρει!»
Ο Πρόξενος μίλησε για πρώτη φορά, πλευρίζοντας με το ά­
λογό του το νευρικό άτι τού Κλέαρχου για να τον ηρεμήσει και κοι­
τάζοντας καταπρόσωπο το μαινόμενο Σπαρτιάτη.
«Κλέαρχε, η θέση σου είναι σωστή, αλλά δεν είναι ώρα τώρα
για να τσακωθείς με τον πρίγκιπα. Ανεξάρτητα αν ο Κύρος έχει δί­
κιο ή άδικο, απείθησες σε άμεση εντολή του και αυτό δεν πρόκειται
να το ανεχτεί ποτέ από εμάς. Για χάρη του στρατού και του μέλ­
λοντός μας, στείλε κλάδο ελαίας, προτού αρχίσει η μάχη».
Ο Κλέαρχος τον κοίταξε μανιασμένα και νόμισα ότι μπορού­
σε ακόμα και να χτυπήσει με το σπαθί του τον Πρόξενο, επειδή
τον κριτικάριζε, αλλά ύστερα από ώρα κοίταξε μακριά σιωπη­
λός, με τις φλέβες του λαιμού του να πάλλονται πυρετωδώς, κα­
θώς στράβωσε το σαγόνι του κι επιθεώρησε τον ταχύτατα επερ­
* Το ασώματο κεφάλι της Γοργώς (Μέδουσας) που το περιβάλλουν φίδια. Αυτή
η τρομερή στην όψη μορφή θεωρούνταν ότι είχε αποτρεπτική δύναμη εναντίον
κακοποιών δυνάμεων. Αυτό οδήγησε στη χρήση του γοργόνειου ως επίσημου
εμβλήματος ασπίδων. Γοργόνειο είχε και η ασπίδα της Αθηνάς Παρθένου του
Φειδία. (Σ.τ.Μ.)

224

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

χόμενο εχθρό. Έβηξε απότομα, καθαρίζοντας το λαρύγγι του α­
πό την παχιά, διαπεραστική σκόνη, κι ύστερα, στρέφοντας το κε­
φάλι του στο πλάι, έπιασε τη μύτη του ανάμεσα στον αντίχειρα
και το δείκτη και φύσηξε δυο μακρινάρια μύξας στο έδαφος, α­
ποφεύγοντας ελάχιστα το άλογο του Πρόξενου. Ύστερα γύρισε
από την άλλη μεριά στο κάθισμά του για να εντοπίσει τον πρί­
γκιπα που τώρα είχε πάρει θέση σε μια πιο ευνοϊκή από άποψη
θέας περιοχή, μερικές εκατοντάδες μέτρα πιο μακριά. «Εσύ», εί­
πε κοιτάζοντας τον Ξενοφώντα, «πήγαινε τρέχοντας ένα μήνυμα
στον Κύρο εκεί κάτω. Πες του ότι θα το φροντίσω και όλα θα πά­
νε καλά». Και πάνω εκεί έκανε μεταβολή περιφρονητικά και κάλ­
πασε με το άλογό του για να κάνει επιπλέον προετοιμασίες. Ο
Ξενοφώντας κι εγώ κάναμε αγώνα δρόμου για να φτάσουμε στη
θέση του Κύρου, έχοντας αγωνία να παραδώσουμε το μήνυμα και
να επιστρέψουμε στην παράταξη μας προτού αρχίσει η μάχη.

ΚΟΥΝΑΞΑ

225

Οι δυο αντίπαλοι δεν απείχαν τώρα περισσότερο από τετρα­
κόσια μέτρα και μπορούσαμε να διακρίνουμε τα διάφορα περ­
σικά τάγματα. Από το μαύρο σύννεφο της πορείας μπορούσες τώ­
ρα να διακρίνεις άτομα. Ιππείς με λευκούς, επενδυμένους με με­
τάξι φαρδιούς θώρακες υποστήριζαν το βαρύ πεζικό στην αρι­
στερή πτέρυγα του εχθρού απέναντι από εμάς και ο Κλέαρχος
διέδωσε στις γραμμές ότι επικεφαλής αυτών των ιππέων πρέπει
να ήταν ο ίδιος ο Τισσαφέρνης. Ένα λεπτό αργότερα βγήκε α­
ληθινός, όταν φάνηκε να φουσκώνει στον αέρα το προσωπικό λά­
βαρο του αρχηγού των εχθρών ­ ένα χρυσό, φτερωτό άλογο πά­
νω σε μαύρο τριγωνικό ύφασμα. «Ένα χρυσό δαρεικό στον άντρα
που θα σκοτώσει αυτό τον γαϊδουροκέφαλο μπάσταρδο!» ούρ­
λιαξε ο Κλέαρχος σε όλους όσοι βρίσκονταν σε απόσταση ακοής.
Η έξαψη των αντρών αυξήθηκε φανερά.

λυσίδες γιλέκα, τα λοφία στις ορειχάλκινες περικεφαλαίες και τα
μαυρισμένα, φουσκωμένα από μυς μπράτσα πρόσθεταν ένα δυ­
σοίωνο αποτέλεσμα στην κατά τ' άλλα λεπτεπίλεπτη εμφάνιση
τους, το οποίο αποσκοπούσε στο να σκορπίσει τον τρόμο σε λι­
γότερο πειθαρχημένες ομάδες, όπως προκαλεί το διφορούμενο
πρόσωπο ενός κλόουν σε κάποιο μικρό παιδί. Τους ακολουθού­
σαν στρατεύματα από τα δεκάδες έθνη στα οποία κυριαρχούσε
ο βασιλιάς της Περσίας και από τα οποία είχε στρατολογήσει διά
της βίας τις δυνάμεις του: Φρύγες, Ασσύριοι, Βακτριανοί, Άραβες,
Χαλδαίοι, Αρμένιοι, Κούρδοι ­ ο κατάλογος ήταν ατελείωτος και
ακόμα και οι πιο έμπειροι από τους στρατιώτες μας ήταν ανίκα­
νοι, στο τέλος, να διακρίνουν τον έναν από τον άλλο κι ακόμα λι­
γότερο να θυμηθούν τους ιδιαίτερους τρόπους πολέμου, τα όπλα
και τις ειδικές προτιμήσεις σφαγής. Το εκπληκτικότερο από όλα
ήταν η ποικιλία των όπλων και οι αμυντικές εφευρέσεις που εί­
χαν απλωθεί μπροστά μας ­ από τις ελαφρές, ψάθινες ασπίδες
που έφεραν οι Κίσσιοι* τοξότες, πολύ διαφορετικές από τις δικές
μας χοντρές δρύινες και χάλκινες σφαιροειδείς, μέχρι τα λεπτά,
σαν καλάμια δόρατα των Αιγυπτίων που ήταν θανατηφόρα όταν
ρίχνονταν σε μέση απόσταση, αλλά ήταν πολύ ελαφριά για μάχη
εκ του συστάδην. Ίσως το πιο αποθαρρυντικό για όλους, εκτός α­
πό τους Σπαρτιάτες, ήταν τα εξήντα δρεπανηφόρα που έσερναν
λευκά καθαρόαιμα άλογα, με τους ηνίοχους τους να γελούν δολο­
φονικά κάτω από το γείσο του κράνους τους, καθώς κατόπτευαν
τις γραμμές μας, περιμένοντας την ευκαιρία να επέμβουν στη
σύρραξη, με συναρμολογημένες λεπίδες στους άξονες, για να κό­
ψουν στη μέση ή να χτυπήσουν όποιους από τους στρατιώτες θα
βρίσκονταν στο δρόμο τους. Για τον Κλέαρχο η παράταξη των
αντρών και οι τεχνικές ήταν άνευ σημασίας. Αντιμετώπιζε όλες τις

Μέσα σε λίγα λεπτά, ήμαστε σε θέση να ξεχωρίσουμε την ε­
μπροσθοφυλακή του βασιλιά στα αριστερά μας, τους φοβερούς
Μήδους, να προελαύνουν σε πειθαρχημένη σιωπή με τα βαμμέ­
να τους πρόσωπα, τις έντονα πορφυρές παντελόνες τους και τους
γεμάτους κοσμήματα λαιμούς και αφτιά τους. Έμοιαζαν με τους
θηλυπρεπείς ευνούχους του Κύρου, αλλά τα θωρακισμένα με α­

* Κίσσιοι: κάτοικοι της Κισσίας, περιοχής της Ασίας για την ακριβή θέση της
οποίας δε συμφωνούν οι αρχαίες πηγές. Kατά τον Ηρόδοτο είναι η εβραϊκή
Ελάμ, κατά τον Διονύσιο τον Περιηγητή βρισκόταν πέρα από τη Βαβυλώνα, ε­
νώ οι νεότεροι ιστορικοί θεωρούν την Κισσία δεύτερη ονομασία της Σουσια­
νής. Οι Κίσσιοι αναφέρονται ως πολεμιστές με διαφορετική αμφίεση από τους
άλλους Πέρσες, ένα είδος χιτώνα, την «κυπάσσιν». (Σ.τ.Μ.)

226

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

εχθρικές δυνάμεις με την ίδια περιφρόνηση, πεπεισμένος ότι η
υπέρτερη σπαρτιατική πειθαρχία και η αντοχή των στρατευμά­
των του ήταν ικανές να υπερνικήσουν οποιονδήποτε αριθμό ε­
χθρικών δυνάμεων κι αν αντιμετώπιζε.
Καθώς ο εχθρός πλησίαζε σταθερά, ο Κλέαρχος κατέβηκε α­
πό το άλογο του και κατευθύνθηκε προς τους μάντεις που περί­
μεναν μπροστά από τις πρώτες γραμμές των στρατιωτών. Όπως
ο Ευριπίδης, πίστευε ότι οι σώφρονες αρχηγοί εξαπολύουν επί­
θεση μόνο με την εύνοια των θεών, ποτέ παρά τις επιθυμίες τους,
κι έτσι διέταξε να θυσιάσουν μια κατσίκα στον Δία και στη συνέ­
χεια στον Φόβο, θεό του τρόμου και της συντριβής, ζητώντας ν'
αποστρέψει τα μάτια του από τους άντρες μας και να τα στρέψει
στους Πέρσες. Ο ίδιος ο Κλέαρχος άρχισε την ιεροτελεστία και
παρά την αμείλικτη προέλαση του εχθρικού στρατεύματος ακο­
λούθησε την καθιερωμένη διαδικασία προσεκτικά και με επιμέ­
λεια, μπήγοντας την κόψη του μαχαιριού του στον εκτεθειμένο
λαιμό του ζώου και κάνοντας το αίμα να αναβλύζει και ν' αναπηδά
για να εξευμενίσει τους θεούς. Καθώς το αίμα χυνόταν, πότιζε
την καυτή ξεραμένη γη, αφήνοντας μια σκούρα, αχνιστή κηλίδα
που έσβηνε μέσα σε λίγα λεπτά από τη σκόνη που επικαθόταν, μια
και η γη επούλωνε μόνη της τα σημάδια και τις κηλίδες που της
προκαλούσαν οι άνθρωποι για τις ασήμαντες υποθέσεις τους.
Ο Κλέαρχος δεν είχε ζητήσει ακόμα από τους στρατιώτες του
να σταθούν προσοχή και, μολονότι παρακολουθούσαν προσεκτι­
κά τις προελαύνουσες ορδές και τις θυσίες, προσποιούνταν απά­
θεια, ρίχνοντας βιαστικά βλέμματα με τις άκρες των ματιών τους,
με τις ασπίδες τους ακουμπισμένες στα πόδια τους κοι τις λαβές
εκτεθειμένες, ενώ ορισμένοι εξακολουθούσαν να κάθονται κάτω.
Ο Ξενοφώντας κι εγώ είχαμε ειδοποιηθεί εκ των προτέρων από
τον Πρόξενο γι' αυτή τη συγκλονιστική συνήθεια των Σπαρτιατών,
μια υπολογισμένη ενέργεια σχεδιασμένη για να δείξει την περι­
φρόνησή τους για τον προελαύνοντα εχθρό. Και μόνο όταν οι
Πέρσες τοξότες, σε απόσταση διακοσίων μέτρων περίπου, άρχι­
σαν τελικά να μπαίνουν στη σειρά τους, οι άντρες σηκώθηκαν όρ­
θιοι και ύψωσαν τις ασπίδες τους.

ΚΟΥΝΑΞΑ

227

Με ένα σήμα από το σαλπιγκτή του Κλέαρχου οι Έλληνες φώ­
ναξαν το σύνθημα που είχαμε επινοήσει, «Δίας σωτήρας και Νί­
κη!», χτυπώντας τις ασπίδες τους και αυξάνοντας την ένταση της
μυριόστομης κραυγής σε κάθε επανάληψη, ώσπου ακόμα και η
γη έμοιαζε να σείεται. Ύστερα από ένα λεπτό, ο οξύς θρηνητικός
ήχος των πολεμικών αυλών κάλυψε τις φωνές μας, μια απόκοσμη
μουσική κορύφωση που υψώθηκε σε μια χωρίς ρυθμό αντίστιξη
με τις βαριές φωνές του καταχθόνιου ομαδικού μας τραγουδιού.
Ο επαναλαμβανόμενος χτύπος των τύμπανων που νιώθαμε σαν υ­
πόκωφο τρέμουλο στα σωθικά μας διαπέρασε τις γραμμές μας και
καθώς οι χτύποι της καρδιάς μας επιταχύνθηκαν ξαφνικά, αρχί­
σαμε όλοι μαζί με μια φωνή να τραγουδάμε τον πολεμικό ύμνο,
τον παιάνα στον Απόλλωνα. Η βροντή από τις δέκα χιλιάδες δυ­
νατές φωνές μας και η εκρηκτική κλαγγή των δοράτων πάνω στις
ασπίδες απλώθηκε κυματιστά στην πεδιάδα ανάμεσα στις αντί­
παλες δυνάμεις και φάνηκε να χτυπά τους Πέρσες σχεδόν πραγ­
ματικά σαν τείχος. Οι εχθρικές ομάδες ακριβώς απέναντι από το
δεξιό μας κέρας ταλαντεύτηκαν και οι πρώτοι φανερά τρεμού­
λιασαν, καθώς οι πίσω από αυτούς άρχισαν να στριμώχνονται κα­
τά ομάδες.
Ύστερα από ένα ακόμα εκκωφαντικό σάλπισμα ορμήσαμε με
βήμα ταχύ εναντίον του αριστερού τμήματος των Περσών, με
τους οπλίτες μας να διατηρούν άψογο, σφιχτό σχηματισμό φά­
λαγγας στην ελάχιστα κατηφορική πεδιάδα, ενώ το ελαφρύ πεζι­
κό ακολουθούσε από κοντά, ετοιμάζοντας κατά την πορεία τα τό­
ξα και τραγουδώντας πάντα τον αιμοχαρή παιάνα. Όταν πλη­
σιάσαμε στα πενήντα μέτρα περίπου τις εχθρικές γραμμές, το
βαριά οπλισμένο πεζικό διέκοψε το ρυθμό του πολεμικού παιά­
να και άρχισε ένα λαρυγγισμό, ένα ουρλιαχτό χωρίς λόγια, μια
κραυγή σαν συγκρατημένη οργή που καλούσε τον Άρη, τον αδυ­
σώπητο θεό του πολέμου, με την εκκωφαντική κραυγή «Ελελεύ!
Ελελεύ!». Κατέβασαν τα δόρατα κάτω με απόλυτο συγχρονισμό
σε πλήρη οριζόντια θέση διείσδυσης, με τις φρεσκοακονισμένες
αιχμές και άκρες τους ν' αντανακλούν κάτω από το εκτυφλωτικό
φως την υπόσχεσή τους για οδυνηρό θάνατο. Τα στόματα των

228

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

τρομοκρατημένων εχθρών απέναντι μας άνοιξαν άφωνα, συσπα­
σμένα από φόβο, και τα άλογα των αξιωματικών τους ανάστρε­
φαν άγρια τα μάτια και σήκωναν τα κεφάλια στο πλάι σε μια προ­
σπάθεια να ξεφύγουν από το βροντερό ανθρώπινο και μεταλλικό
τείχος που πλησίαζε αστραπιαία.
Η εχθρική παράταξη ταλαντεύτηκε, οι πρώτες σειρές σταμά­
τησαν απότομα. Οι Πέρσες που προχωρούσαν από πίσω, ανίκα­
νοι να δουν τι συνέβαινε στο ύψωμα πέρα από τους προπορευό­
μενους συντρόφους τους, συνέχιζαν να σπρώχνουν προς τα ε­
μπρός, σκοντάφτοντας πάνω σ' αυτούς που είχαν σταματήσει α­
πότομα μπροστά, και με τη σειρά τους σπρώχνονταν από τους
ερχόμενους από πίσω. Ενθαρρυμένοι από αυτή την ένδειξη δι­
σταγμού, οι βαριά οπλισμένοι Έλληνες πεζοί επιτάχυναν το βή­
μα τους κι άρχισαν να τρέχουν, με τις ασπίδες και τους θώρακες
να χτυπούν δαιμονισμένα. Τμήμα της γραμμής μας, οι γρηγορό­
τεροι δρομείς άρχισαν ν' απλώνονται, ανοίγοντας επικίνδυνα κα­
τά τόπους και κινδυνεύοντας να διασπαστούν, ενώ κάποιοι λιγό­
τερο πειθαρχημένοι στρατιώτες δημιουργούσαν κενά, επιζητώ­
ντας ασυναίσθητα την προστασία της ασπίδας που κρατούσε ο
σύντροφός τους από τα δεξιά. «Συμπτυχθείτε!» ούρλιαξε ο Πρό­
ξενος μέσα στη μάχη και ο Ξενοφώντας κι εγώ τρέχαμε πάνω κά­
τω στη γραμμή, ενώ βέλη περνούσαν ξυστά από τα κράνη μας,
σφυρίζοντας διαβολικά, και φωνάζαμε στους άντρες να προχω­
ρούν με τάξη ώστε να διατηρήσουν ένα συμπαγές τείχος από α­
σπίδες για ν' αποφύγουμε τυχόν εχθρικό ρήγμα ή και για να τους
εμποδίσουμε να διαπιστώσουν την έλλειψη βάθους της παράτα­
ξής μας. Ορισμένοι από τους στρατιώτες έπιασαν το μήνυμα κι
άρχισαν να επιπλήττουν τους υπερενθουσιώδεις συναγωνιστές
τους με φωνές όπως «Μην κάνετε αγώνα δρόμου!» και «Κρατήστε
τη γραμμή!», έτσι μέσα σε δευτερόλεπτα είχε αποκατασταθεί η ί­
σια γραμμή. Η πειθαρχία των ελληνικών δυνάμεων ήταν εκπλη­
κτική ­ άντρες σε πλήρη ετοιμότητα εναντίον απροετοίμαστων,
ευταξία εναντίον αταξίας, στρατιώτες που ορμούσαν μπροστά με
απόλυτη, φοβερή ακρίβεια, τόσο σφιχτοδεμένοι και τόσο ομοιό­
μορφοι σαν τις ασπίδες.

ΚΟΥΝΑΞΑ

229

Όσο για το τι συνέβη στη συνέχεια, είναι αδύνατο να πει κα­
νείς αν ήταν υπεύθυνοι οι θεοί ή αν κανένας εχθρός δεν μπορού­
σε ν' αντισταθεί σε ένα ρεύμα αντρών τόσο αποφασισμένων όσο
οι δικοί μας. Οι ραψωδοί τραγουδούν την ηρωική μάχη σαν να ε­
πρόκειτο για Τιτανομαχία, ποδιά την ποδιά, ασπίδα πάνω στην
ασπίδα, λοφίο το λοφίο, περικεφαλαία την περικεφαλαία, στή­
θος με στήθος, προσεγγίζουν τον εχθρό και πολεμούν για την κα­
ταστροφή. Η μάχη αυτή, πάντως, αν μπορείς να την ονομάσεις έ­
τσι, δεν ήταν πιο επική ή θεϊκή από το έργο των δούλων που πα­
ραδίδουν το αγριογούρουνο ύστερα από ένα επιτυχημένο κυνήγι.
Οι περσικές γραμμές κατέρρευσαν αμαχητί στη θέα της ελληνι­
κής διαβολικής θύελλας. Απουσίαζε ακόμα κι ο εκκωφαντικός θό­
ρυβος που συνήθως ακούει κανείς όταν οι επικεφαλής πολεμιστές
των αντίπαλων δυνάμεων συγκρούονται και συμπλέκονται μέσα σ'
ένα χάος από μέταλλο, σωματικά υγρά και κραυγές. Η πρώτη
γραμμή έσπασε κι εμείς τους ισοπεδώσαμε λες και ήταν ποντι­
κοφωλιές, αμελώντας ακόμα και να σκοτώσουμε όσους προσπερ­
νούσαμε, αλλά απλώς τους ποδοπατούσαμε και συνεχίζαμε στην
επόμενη σειρά, ένα ορμητικό, βροντερό τείχος από μέταλλο και
θάνατο. Το έξαλλο πλήθος που ακολουθούσε από πίσω αφαιρού­
σε από τους νεκρούς τα αντικείμενα αξίας και τα τρόφιμα, χρη­
σιμοποιώντας ρόπαλα και σπασμένες λόγχες για ν' αποτελειώσει
όποιον από τους στρατιώτες του εχθρού είχε την αποκοτιά να συ­
νεχίζει να σφαδάζει ή να θρηνολογεί, αφού τον θέρισε το κύμα των
οπλιτών. Οι Πέρσες στις πρώτες γραμμές προσπαθούσαν απε­
γνωσμένα να κάνουν μεταβολή και να τραπούν σε φυγή, αλ\ά οι
σύντροφοι τους από πίσω, σε βάθος δεκαπέντε ή είκοσι σειρών,
συνέχιζαν να προελαύνουν πειθήνια προς τα εμπρός σαν σκλάβοι
που ήταν, κάτω από τα μαστίγια και τις απειλές των επικεφαλής
τους, κλείνοντας το δρόμο στους πανικόβλητους των μπροστινών
σειρών και εμποδίζοντας τη φυγή τους. Ακολούθησε σφαγή, πα­
νικός τροφοδοτημένος από πανικό, και ακόμα κι αυτοί οι λίγοι
Πέρσες που αρχικά είχαν τη δύναμη να σταθούν και να πολεμή­
σουν λιποψύχησαν όταν είδαν ότι είχαν εγκαταλειφθεί απ' όλες τις
πλευρές κι ενώθηκαν κι αυτοί με το τρομοκρατημένο πλήθος.

230

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

Οι τοξότες μας έβαλαν στόχο τους οδηγούς των εχθρικών δρε­
πανηφόρων που είχαν παραμείνει ελάχιστα πίσω από το βαρύ
πεζικό τους, περιμένοντας να δημιουργηθεί κάποιο κενό στη σύρ­
ραξη, μέσα από το οποίο θα μπορούσαν να οδηγήσουν τα δρε­
πανηφόρα τους, χωρίς να κατακρεουργήσουν τους δικούς τους ά­
ντρες, και στη συνέχεια ν' αναδιπλωθούν και να κυκλώσουν από
πίσω τις γραμμές μας. Οι Σπαρτιάτες σιχαίνονταν τέτοιου είδους
μηχανές και δεν τις χρησιμοποιούσαν στις δικές τους δυνάμεις ε­
δώ,κι εκατό χρόνια. Τους άρεσε, όμως, η ιδέα να τις αντιμετωπί­
σουν, μια και κατείχαν απόλυτα την τεχνική ν' ανοίγουν ήσυχα κά­
ποια κενά ενδιάμεσα από τα οποία μπορούσαν να εφορμήσουν
οι οδηγοί ακίνδυνα, ενώ ένας ή δύο Σπαρτιάτες χυμούσαν από το
πλάι και μαχαίρωναν το άλογο ή τον οδηγό, πηδούσαν πάνω στο
άρμα και τελικά το σταματούσαν. Στα νιάτα του ο Κλέαρχος ή­
ταν γνωστό ότι πραγματοποιούσε με επιτυχία αυτό το κόλπο.
Εντούτοις εδώ οι Σπαρτιάτες έμελλε να απογοητευτούν, μια και
ούτε ένα περσικό δρεπανηφόρο δεν αποπειράθηκε καν να διεισ­
δύσει στις ελληνικές γραμμές. Οι τοξότες μας χτύπησαν αρκε­
τούς από τους οδηγούς και στο χάος που επακολούθησε κανείς α­
πό το περσικό πεζικό δεν μπήκε στον κόπο να πιάσει τα ηνία των
συναγωνιστών του. Τα πανικόβλητα άλογα έτρεχαν άσκοπα ανά­
μεσα στο στράτευμα με τις ακονισμένες λεπίδες των δρεπανοφό­
ρων να διαφθείρουν την ιερότητα και την παρθενικότητα του ευ­
αίσθητου δέρματος, κλαδεύοντας ένα χέρι εδώ, ένα κεφάλι εκεί,
κόβοντας πολεμικούς θώρακες και ανθρώπινα πλευρά λες κι ή­
ταν τυρί, αποκαλύπτοντας τα μυστικά των θεών στα μάτια των
βλοσυρών και τρομοκρατημένων θεατών. Παρακολούθησα δύο
Βοιωτούς από το τάγμα του Πρόξενου, αδέρφια όπως αποδεί­
χτηκε, που ο καθένας τους ανέλαβε από ένα αφηνιασμένο άρμα
και άρχισαν μεθοδικά και πειθαρχημένα να σκορπούν το θάνα­
το, στρέφοντας τα πιο τρομακτικά περσικά όπλα εναντίον των ί­
διων των Περσών με ολέθρια αποτελέσματα. Έκαναν ένα αιμα­
τηρό πέρασμα θερίζοντας την πιο πυκνή από τις εχθρικές φά­
λαγγες κι ύστερα οδήγησαν ήρεμα τα κατακτημένα τρόπαια τους
στον Πρόξενο γελώντας, ενώ κρέμονταν ακόμα από τα θανατη­

ΚΟΥΝΑΞΑ

231

φόρα δρεπάνια τους παράταιρα κομμάτια ματωμένης σάρκας
και μουσκεμένα στο αίμα πετσιά από κράνη. Ο Σωκράτης είπε
κάποτε πως για να δεις τα ενδότερα μιας ανθρώπινης ύπαρξης
πρέπει να την κάνεις να γελάσει ή να την παρατηρήσεις σε στιγ­
μές έρωτα. Παρέλειψε όμως να προσθέσει ότι μπορείς επίσης να
χρησιμοποιήσεις μια λάμα ή την αιχμή δόρατος. Αυτή η τελευ­
ταία μέθοδος αποδεικνύει αναμφίβολα ότι οι άνθρωποι μοιάζουν
πολύ περισσότερο εσωτερικά παρά εξωτερικά και στην πραγμα­
τικότητα ελάχιστα διαφέρουν από τους χοίρους ή τα γαϊδούρια.
Ο Ξενοφώντας κάλπαζε μπρος και πίσω κατά μήκος της γραμ­
μής μας, διαγράφοντας με το άλογό του μικρούς κύκλους στο τέ­
λος της παράταξής του και παρατηρώντας στενά τις δυνάμεις του
Τισσαφέρνη για τυχόν ένδειξη επίθεσης ή απόπειρας υπερφα­
λάγγισης του στρατεύματός μας. Η άσκηση αυτή όμως ήταν ά­
χρηστη, μια και το ιππικό του Τισσαφέρνη ήταν αβοήθητο μέσα
στο χάος και παρέμενε συγκεντρωμένο νευρικά στα μετόπισθεν
της μάχης, περιμένοντας την έκβαση. Έριξα μια ματιά στον Πρό­
ξενο που μπαινόβγαινε ορμητικά με το άλογό του στη σφαγή,
προσπαθώντας να διατηρήσει κάποια τάξη σε όλη αυτή την πα­
ραφροσύνη, και στον Κλέαρχο, ο οποίος, αφού οδήγησε τους ά­
ντρες του κατευθείαν εναντίον των εχθρικών γραμμών, είχε επι­
στρέψει πίσω για να εποπτεύει την όλη κατάσταση και τώρα κα­
θόταν ατάραχος πάνω στο άλογο του στην άκρη της σύρραξης, πα­
ρακολουθώντας ήρεμα τους άντρες του που έκοβαν τον εχθρό λες
και θέριζαν στάχυα σε κάποιο χωράφι.
Τελικά, οι επιζώντες στο κέντρο και την οπισθοφυλακή των
Περσών κατάφεραν ν' αντιστρέψουν την πορεία τους κι άρχισαν
γενική υποχώρηση. Οι Έλληνες τους κυνηγούσαν καθώς έφευ­
γαν σκοντάφτοντας πάνω στα σώματα όσων έπεφταν και βουλιά­
ζοντας μέσα στο πηχτό αίμα στο έδαφος, που είχε μεταβληθεί σ'
ένα μείγμα αραιής λάσπης και κάτουρου, πάχους τριάντα πό­
ντων, παστωμένο με σπασμένα όπλα και μέλη ετοιμοθανάτων.
Τα δόρατα των Ελλήνων, τόσο η αιχμή όσο και ο σαυρωτήρας,
το στέλεχος με τη χάλκινη προεξοχή, η «δολοφόνος σαύρα», που
το χρησιμοποιούσαν για να στηρίζεται το όπλο στο έδαφος όταν

232

Η ΚΑΘΟΛΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

δεν ήταν σε δράση, είχαν προ πολλού σπάσει και θρυμματιστεί
στις εύθραυστες ράχες και τα κρανία των Περσών και οι άντρες
μας περιορίζονταν τώρα σε ένα μανιασμένο, αιματηρό κομμά­
τιασμα με τα κοντά σπαθιά τους. Πλήθη Περσών πετούσαν τις α­
σπίδες και τα όπλα τους μέσα στον πανικό τους, αποποιούμενοι
οποιαδήποτε προστασία, λησμονώντας ακόμα και να πολεμή­
σουν και κάνοντας το παν για να διευκολύνουν τη σφαγή τους. Οι
νεκροί των εχθρών ανέρχονταν σε χιλιάδες, ενώ τα δικά μας στρα­
τεύματα μετά βίας είχαν χάσει έναν άντρα· υποφέραμε μόνο α­
πό το μούδιασμα των κουρασμένων μελών μας, λόγω της υπερέ­
ντασης από την ακατάπαυστη σφαγή.
Ο Κλέαρχος ξύπνησε τελικά από την προφανή πλήξη του φρι­
κτού μακελειού και διέταξε τον σαλπιγκτή να σημάνει παύση. Τί­
ποτα δε συνέβη, για ένα διάστημα που φάνηκε αιωνιότητα. Το
φρικιαστικό λουτρό αίματος συνεχίστηκε αμείωτο. Τελικά, όμως,
έπειτα από επιπλέον σαλπίσματα κι αφού αναγκάστηκε ο ίδιος ο
Κλέαρχος να μπει έφιππος μες στη σφαγή, κραδαίνοντας το σπα­
θί του και χτυπώντας τους δικούς του με το πίσω μέρος του σπα­
θιού για να τους αναχαιτίσει και να επιβάλει μια ανάπαυλα, η
μανιασμένη αιματοχυσία έπαψε και οι Έλληνες παραπαίοντας
και ξέπνοοι σταμάτησαν. Οι συντετριμμένοι άντρες κατέβασαν
αργά τα χέρια τους και στάθηκαν τρεκλίζοντας επιτόπου, πετώ­
ντας τα άρματά τους εξαντλημένοι. Ο τρομερός αχός της μάχης
έσβησε σε μια απλή ηχώ μες στα κεφάλια μας, που σταδιακά α­
ντικαταστάθηκε από τις οιμωγές των πληγωμένων και των ετοι­
μοθανάτων. Η όψη των στρατιωτών ήταν καταχθόνια, θεϊκή ­ τό­
σο αιματοβαμμένοι ήταν από το κράνος μέχρι τις περικνημίδες,
ώστε πρέπει να είχαν βουτηχτεί εκεί μέσα σαν τα σκυλιά, με τα
μάτια τους να λάμπουν διαβολικά κάτω από τη σκιά του γείσου
του κράνους τους και με τους μυώνες των ώμων και των μηρών τε­
ντωμένους και κάθιδρους. Τα στήθη τους ήταν φουσκωμένα, τα
τρεμάμενα πόδια τους έτοιμα να τους προδώσουν από εξάντλη­
ση, ορισμένοι μάλιστα κατέρρεαν επιτόπου μέσα στον αχνιστό,
βρομερό βόρβορο, κλοτσώντας στην άκρη κουφάρια και σκόρπια
σπλάχνα για να κάνουν χώρο για τους ίδιους. Οιμωγές αγωνίας

ΚΟΥΝΑΞΑ

233

γέμιζαν την ασάλευτη, βαριά ατμόσφαιρα, ο επιθανάτιος ρόγχος
πληγωμένων Περσών που δεν τους είχε ακόμα αποτελειώσει το
ανελέητο μπουλούκι που ακολουθούσε. Το έδαφος είχε κατα­
κοκκινίσει από το αίμα που κυλούσε σε ρυάκια μέσα σε λιμνού­
λες και λακκούβες και συγκεντρωνόταν σε κοιλώματα. Κουφάρια
κείτονταν ανακατεμένα το ένα πάνω στο άλλο. Ασπίδες κομμα­
τιασμένες, ακόντια σπασμένα, εγχειρίδια βγαλμένα από τα θη­
κάρια τους, μερικά στο χώμα, τα περισσότερα καρφωμένα σε
κορμιά, ορισμένα στα χέρια των νεκρών. Οι πιο σκληροί από τους
Έλληνες στρατιώτες πάσχιζαν να κρατηθούν στα πόδια τους, ε­
νώ τα χέρια τους έτρεμαν από την έκσταση της σφαγής και την
ένταση της προσπάθειάς τους, ενώ αναζητούσαν συναγωνιστές, α­
κόμα και ξένους, για να γείρουν πάνω τους εξαντλημένοι, αλλά
και για να αισθανθούν κάποιο ίχνος ανθρώπινης παρηγοριάς.
Μόνο εκείνη τη στιγμή οι άντρες συνειδητοποίησαν την έκτα­
ση του κατορθώματός τους και του κινδύνου που αντιμετώπισαν,
μια και, παρ' όλη την τρομερή μανία μας, η επίθεσή μας ήταν ε­
πισφαλής: οι άντρες είχαν κρατήσει τις ασπίδες τους σε ευθεία
γραμμή λόγω πλήρους πειθαρχίας, αλλά το απροσδόκητο αποτέ­
λεσμα ήταν να κρύψουν από τα μάτια των εχθρών τι βρισκόταν
πίσω από την πρώτη γραμμή μας. Στην πραγματικότητα είχαμε
απλωθεί τόσο πολύ, για να καλύψουμε σε όλο τους το μήκος τις
απέναντι μας συμπαγείς περσικές δυνάμεις, ώστε η φάλαγγά μας
είχε βάθος μόνο τέσσερις σειρές ­ τ ο μισό του κανονικού βάθους.
Είχαμε μόνο μια ευκαιρία να διασπάσουμε τις εχθρικές γραμμές
και παρ' όλες τις αντιξοότητες το είχαμε καταφέρει.
Ο Κλέαρχος ξεπέζεψε και προχώρησε επίσημα ανάμεσα στους
αποσβολωμένους άντρες, προσφέροντας τον ώμο του σε κάποιον
για ν' ακουμπήσει στιγμιαία, βοηθώντας κάποιον άλλο να σηκω­
θεί από το σημείο όπου είχε γονατίσει από την ένταση της σφα­
γής. Έκπληκτος τον είδα να προφέρει ήρεμα, ήσυχα, ενθαρρυ­
ντικά λόγια σε όλους όσους προσπερνούσε, γοητευμένος από την
εμφανή δύναμη που έδινε στον καθένα, καθώς διάβαινε ανάμε­
σα στις γραμμές, αφού οι άντρες από τους οποίους περνούσε στέ­
κονταν στα πόδια τους εμφανώς ψηλότεροι και πιο δυνατοί από

234

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

αυτούς που δεν είχε ακόμα αγγίξει τους ώμους τους. Αυτή, κατέ­
ληξα, ήταν η πηγή της δύναμης του Κλέαρχου, η αγριάδα του, αυ­
τό το τονωτικό και εμψυχωτικό αποτέλεσμα στους άντρες που εί­
χε κάτω από τις διαταγές του. Ύστερα από λίγα λεπτά, βρήκε έ­
να μικρό βράχο πάνω στον οποίο στάθηκε και, βγάζοντας την πε­
ρικεφαλαία και υψώνοντας το αιματοβαμμένο σπαθί του στον ου­
ρανό, έβγαλε μια τρομερή κραυγή προς τους θεούς: «Πατέρα των
θεών, προστάτη των στρατών, αυτοί οι άντρες ­ αυτοί οι άντρες
είναι Έλληνες! Δίας σωτήρας και Νίκη!»
Οι στρατιώτες χοροπήδησαν θριαμβευτικά, χτυπώντας τα ξί­
φη πάνω στις ασπίδες με εκκωφαντικό αποτέλεσμα, επαναλαμ­
βάνοντας τον τρομακτικό πολεμικό παιάνα. Ακούγοντας ένα πνι­
χτό «Ελελεύ, ελελεύ» να βγαίνει με μεγάλη προσπάθεια από κά­
που κοντά, κοίταξα πίσω μου και κατάλαβα ότι ερχόταν από το
ξεραμένο, κλεισμένο λαρύγγι του Ξενοφώντα, καθώς κοίταζε έ­
ντονα κι αυτός τον Κλέαρχο με μια έκφραση φονικού θριάμβου
στα μάτια.
Οι άντρες ξανακάθισαν να ξαποστάσουν μια στιγμή, σιωπη­
λοί από την εξάντληση αλλά και την ευγνωμοσύνη που ήταν ακόμα
ζωντανοί, καταπίνοντας λαίμαργα νερωμένο κρασί από τα πα­
γούρια τους. Με απαίτηση του Πρόξενου, κάλπασα μέχρι την κο­
ρυφή ενός μικρού υψώματος για να έχω καλύτερη ορατότητα και
προσπάθησα να διακρίνω μέσα από τα κύματα ζέστης που ση­
κώνονταν από τη γη εκεί που το ιππικό του Κύρου και το αρι­
στερό κέρας των Ελλήνων έστεκαν περιμένοντας την έκβαση της
αψιμαχίας μας. Η σκόνη ήταν ακόμα πυκνή στην ατμόσφαιρα,
αλλά καθώς κατακάθιζε αργά διέκρινα το περίγραμμα των άλλων
στρατευμάτων μας, περίπου ενάμισι χιλιόμετρο μακριά. Ύψωσα
το λάβαρο του Πρόξενου και το κούνησα ξέφρενα κι ύστερα εί­
δα τις δικές τους τριγωνικές σημαιούλες να σηκώνονται ψηλά α­
πό αγαλλίαση, στρατιώτες να υψώνουν τα όπλα τους πάνω από το
κεφάλι τους και ένα λεπτό αργότερα άκουσα την ιαχή τους να
φτάνει κυματιστή προς τη μεριά μου πάνω από την πεδιάδα. Κοί­
ταξα τον Πρόξενο. Τα μάτια του χαμογελούσαν κάτω από το α­
νασηκωμένο γείσο του κράνους του.

ΚΟΥΝΑΞΑ

235

Ο πιο άμεσος κίνδυνος ερχόταν από τη δεξιά πτέρυγα του βα­
σιλιά, που εκτεινόταν απέναντι μας όσο έπιανε το μάτι, υπερκα­
λύπτοντας κατά πολύ τη σχετικά κοντή αριστερή παράταξη του
Κύρου. Ο ίδιος ο βασιλιάς είχε κανονίσει να βρίσκεται αντιμέ­
τωπος με τον Κύρο και προφανώς είχε διατάξει κυκλωτική κίνη­
ση, μια και η υπερεκτεταμένη δεξιά πτέρυγα συμπτυσσόταν τώ­
ρα και κύκλωνε την αριστερή πλευρά του πρίγκιπα. Ακόμα και ο
πιο άσχετος πολεμικός ακόλουθος μπορούσε να δει ότι αν δεν α­
ναλάμβαναν αμέσως δράση, τα στρατεύματα του Κύρου μπο­
ρούσαν είτε να κυκλωθούν, αναγκασμένα να υποχωρήσουν αφή­
νοντας την ομάδα μας χωρισμένη και ευάλωτη, είτε να υποχρε­
ωθούν να οπισθοχωρήσουν δεξιά τους προς το ποτάμι, αφήνο­
ντας μας όλους εμάς στην τύχη μας, παγιδευμένους ανάμεσα σε
έναν τεράστιο στρατό από μπροστά και έναν αδιάβατο ποταμό α­
πό πίσω.
Βλέποντας το δίλημμα του πρίγκιπα, ο Κλέαρχος διέταξε τους
άντρες να σηκωθούν και να συνταχθούν για μάχη. Έτσι ξεκινή­
σαμε ένα αναγκαστικό τροχάδην κάτω από τον αποχαυνωτικό ή­
λιο, διασχίζοντας την πεδιάδα, για να ξαναγυρίσουμε εκεί απ' ό­
που είχαμε μόλις έρθει, για να υποστηρίξουμε τις δυνάμεις του
Κύρου. Το ιππικό του Τισσαφέρνη, όμως, δε φαινόταν πουθενά
κι όταν το επισήμανα στον Ξενοφώντα, κοίταξε ψηλά ξαφνια­
σμένος. Ο Πρόξενος τού είχε αναθέσει να παρακολουθεί τις κι­
νήσεις του, αλλά μέσα στην εξάντληοη και τον ενθουσιασμό της
συντριβής των αντιμέτωπών μας Περσών είχε παραμελήσει το
καθήκον του για αρκετά λεπτά.
Ο Κύρος δεν επρόκειτο να περιμένει εμάς να φτάσουμε ή να
κυκλωθούν οι δυνάμεις του για να επιτεθεί. Περιέργως, διέταξε να
ηχήσει η σάλπιγγα κι άρχισε να προελαύνει εναντίον των έξι χι­
λιάδων βαριά οπλισμένων πεζών του βασιλιά, με τους εξακόσιους
ιππείς του πίσω του σε σφιχτό σχηματισμό, που πάσχιζαν να συμ­
βαδίζουν με τον ορμητικό αρχηγό τους, ενώ κραύγαζαν την τρο­
μακτική, θρηνητική περσική πολεμική κραυγή καθώς έτρεχαν.
Οι άντρες του βασιλιά σταμάτησαν αμέσως την πορεία τους, μέ­
νοντας απολιθωμένοι από έκπληξη. Επρόκειτο όμως για καλο­

236

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

εκπαιδευμένα στρατεύματα που δεν είχαν σκοπό να το βάλουν
στα πόδια με την πρώτη προσέγγιση των αντιπάλων, όπως αυτοί
που είχαμε αντιμετωπίσει εμείς, αλλά δεν ήταν και τόσο απερί­
σκεπτοι για να συνεχίσουν να προελαύνουν κατά μέτωπο του ορ­
μητικού ιππικού του Κύρου.
Ο βασιλιάς φώναξε ένα παράγγελμα και οι τάξεις των τοξοτών
εξαπέλυσαν τα βέλη τους, σχηματίζοντας πυκνό σύννεφο, λες κι ή­
ταν απαίσια πουλιά που σφύριζαν και βούιζαν στον αέρα. Ορι­
σμένα προσγειώθηκαν ανάμεσα στα επικεφαλής άλογα του Κύρου,
κάνοντάς τα να τριποδίσουν, πετώντας κάτω τους αναβάτες τους
και δημιουργώντας χάος, καθώς αυτοί που έρχονταν από πίσω
σκόνταφταν πάνω στα σφαδάζοντα σώματα των πεσμένων. Άλλος
καταιγισμός τόξων εξαπολύθηκε και αυτή τη φορά τα περισσότε­
ρα βρήκαν το στόχο τους. Ο Κύρος, όμως, εξακολούθησε να τρέ­
χει ολοταχώς με τη μακριά χαίτη των μαλλιών του να κυματίζει πί­
σω από το άσκεπο κεφάλι του σαν δαυλός σε δυνατό άνεμο.
Με ένα μουγκρητό φρενιασμένων ανθρώπων και αλόγων και
μια ηχηρή σύγκρουση μετάλλου πάνω σε μέταλλο, το ιππικό του
πρίγκιπα χτύπησε τα θωρακισμένα στρατεύματα του βασιλιά κι
η σύγκρουση έμοιαζε με έκρηξη. Τρομερές κραυγές έβγαιναν α­
πό άντρες και ζώα, καθώς οι πρώτες σειρές των Περσών ποδο­
πατούνταν ανελέητα και τα επικεφαλής άλογα του Κύρου έτρε­
χαν με ακόντια καρφωμένα πάνω τους ή με τα πόδια σακατεμέ­
να από εχθρικά ξίφη, ανατρέποντας τους αναβάτες τους στο χώ­
μα. Τρέχαμε τώρα όσο γρήγορα μας επέτρεπε η κούρασή μας, α­
ποφασισμένοι να υποστηρίξουμε τον πρίγκιπα στην ανέφικτη ε­
πίθεσή του εναντίον των υπερβολικά ανώτερων δυνάμεων του βα­
σιλιά, αν και δεν τολμούσαμε σχεδόν να πιστέψουμε αυτό που
βλέπαμε, ότι δηλαδή κανένα από τα άλογα του Κύρου δεν οπι­
σθοχωρούσε από τον ανεμοστρόβιλο του σύννεφου της σκόνης
και ότι στην πραγματικότητα ένα σταθερό κύμα από διαλυμέ­
νους και τρομοκρατημένους στρατιώτες του εχθρού ορμούσαν
προς τα μετόπισθεν του βασιλιά, μετατοπίζοντας σταθερά το σύν­
νεφο προς τα πίσω και σκοτεινιάζοντας κι αυτό το λίγο που μπο­
ρούσαμε να διακρίνουμε από τη μάχη.

ΚΟΥΝΑΞΑ

237

Στο σημείο αυτό η όρασή μου με πρόδωσε εξαιτίας της σκό­
νης και των σκιών που άρχιζαν να μεγαλώνουν και θα πρέπει να
διηγηθώ αυτά που έμαθα μετά τη μάχη από τους συντρόφους του
Κύρου. Ακόμα και με το φως της μέρας είναι αδύνατο να δουν τα
πάντα αυτοί που δίνουν τη μάχη κι επιπλέον στη μάχη, όπως ως
επί το πλείστον και στη ζωή, κανείς δεν ξέρει πραγματικά πε­
ρισσότερα απ' όσα συμβαίνουν ακριβώς γύρω του. Όταν τελικά
φτάσαμε στο αρχικό σημείο σύγκρουσης του πρίγκιπα με τον ε­
χθρό, δεν υπήρχε πια κανένας ζωντανός. Οι μαχόμενες δυνάμεις
είχαν απομακρυνθεί, τρέχοντας σαν κυνηγόσκυλα που πέφτουν
φρενιασμένα το ένα πάνω στο άλλο μες στο δρόμο, και η αρχική
γραμμή των εξακοσίων ιππέων του Κύρου είχε διασπαστεί και
διαλυθεί μέσα στη σύγχυση σε μικρές ομάδες που κυνηγούσαν
τους Πέρσες κατά δεκάδες. Ο ίδιος ο πρίγκιπας είχε επιτεθεί στο
στρατηγό που διοικούσε τους έξι χιλιάδες Αθανάτους του βασιλιά,
λογχίζοντας το άλογο του αξιωματούχου στα καπούλια για να το
κάνει να παραπατήσει και να ρίξει κάτω τον αναβάτη του κι ύ­
στερα, χρησιμοποιώντας και πάλι τη λόγχη, την κάρφωσε πέρα
για πέρα στο λαιμό του, καθώς κειτόταν αβοήθητος καταγής.
Η θέα του λογχισμένου στρατηγού τους που συσπόταν και
σφάδαζε εξαιτίας της σπασμένης αιχμής έσπασε το ηθικό των ε­
λάχιστων εχθρικών δυνάμεων που παρέμεναν ακόμα σε τάξη κι
άρχισαν και αυτές να τρέπονται σε φυγή, μεμονωμένα ή σε μικρές
ομάδες, διασχίζοντας την ανοιχτή πεδιάδα διασκορπισμένοι για
ν' αποφύγουν την καταδίωξη από το ληστρικό ιππικό του Κύρου.
Η στρατηγική του απέδιδε, μια και, αφού κατατρόπωσε τις προ­
σωπικές δυνάμεις του βασιλιά, το δεξιό κέρας των Περσών στα­
μάτησε ν' αναπτύσσει την κυκλωτική του κίνηση, καθώς οι αξιω­
ματικοί προσπαθούσαν να διαβλέψουν την έκβαση της μάχης,
προτού εμπλακούν περισσότερο σε μια επίθεση εναντίον των δυ­
νάμεων του Αριαίου και του Μένωνα.
Ύστερα από μια ξέφρενη κούρσα ταχύτητας μερικών εκατο­
ντάδων μέτρων στην πεδιάδα, ο Κύρος τελικά διέκρινε το βασι­
λιά και τη σωματοφυλακή του που προσπαθούσαν να διατηρήσουν
κάποια μορφή τάξης κατά την υποχώρηση. «Να τος!» φώναξε ο

238

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

πρίγκιπας. «Θάνατος σε όποιον χτυπήσει το βασιλιά πριν από μέ­
να!» Καλπάζοντας κατά του Αρταξέρξη τον χτύπησε στο στήθος
με τη στομωμένη άκρη του σπασμένου ακοντίου του, ρίχνοντάς
τον κάτω από το άλογό του. Μόλις τον χτύπησε, όμως, ένας από
τους φρουρούς του βασιλιά, πετώντας το δικό του ακόντιο για ν'
αποτρέψει τον αιμοχαρή πρίγκιπα, χτύπησε τον Κύρο στο μά­
γουλο, κάτω από το μάτι, και τον έριξε αναίσθητο κάτω από το
άλογό του. Οι σωματοφύλακες του βασιλιά και οι ευγενείς του
Κύρου άρχισαν να χτυπιούνται λυσσασμένα μεταξύ τους για την
κατοχή των σεβαστών σωμάτων των αρχηγών τους, χωρίς να ξέ­
ρουν ούτε οι μεν ούτε οι δε αν ο βασιλιάς και ο πρίγκιπας ήταν
ακόμα ζωντανοί, μια και κείτονταν ακίνητοι σαν πετρωμένοι, α­
δέρφια που άγγιζαν σχεδόν ο ένας τον άλλο με τα απλωμένα τους
χέρια. Ύστερα από λίγα λεπτά, ο βασιλιάς σηκώθηκε αδύναμα
κι άρχισε να συμμετέχει πραγματικά και ο ίδιος στη μάχη, που
δεν ήταν πια μια υπόθεση αντάξια βασιλιάδων πάνω σε εξαίσια
άλογα, αλλά έμοιαζε μάλλον με μάχη μεταξύ κοινών στρατιωτών
στο έδαφος, μέσα στα κάτουρα και τη λάσπη, κι ο βασιλιάς μα­
χόταν πια για την ίδια του τη ζωή.
Οι άντρες του Αρταξέρξη κατάφεραν τελικά να έχουν το πά­
νω χέρι, σκοτώνοντας οχτώ από τους φρουρούς που υπερασπίζο­
νταν το αναίσθητο σώμα του πρίγκιπα. Ένας από αυτούς, ο Αρτα­
πάτης, ένας ρωμαλέος, σημαδεμένος Σκύθης που ήταν μαζί με τον
πρίγκιπα από την παιδική του ηλικία και ήταν ο πιο έμπιστος
προστάτης του Κύρου, κατέβηκε από το άλογό του και άπλωσε το
πελώριο σώμα του πάνω από τον πρίγκιπα καλύπτοντάς τον, με
αποτέλεσμα να δεχτεί είκοσι λόγχες στην πλάτη που προορίζονταν
για τον Κύρο. Ακόμα και τότε, όμως, ο άντρας εξακολουθούσε να
ζει και ν' αναπνέει και, όταν οι εναπομείναντες της φρουράς εί­
χαν εξολοθρευτεί και ο βασιλιάς έτρεξε στο σημείο που κειτόταν
ο Κύρος, πικράθηκε όταν βρήκε τον παλιό πολεμιστή να γρυλί­
ζει μέσα από τα σπασμένα δόντια του με άγριο μίσος εναντίον του,
σπασμένες αιχμές δοράτων να εξέχουν από την πλάτη του σαν
τρίχες αγριόχοιρου και από κάθε πόρο του να χύνεται αίμα. Γο­
νατιστός ο βασιλιάς θερμοπαρακαλούσε τον Αρταπάτη ν' αφή­

ΚΟΥΝΑΞΑ

239

σει το σώμα του πρίγκιπα, μια και ο βασιλιάς θα τον λυπόταν, α­
φού ο γέρος Σκύθης υπήρξε και δικός του δάσκαλος όπως και
του Κύρου, όταν ήταν παιδί. Ο πολεμιστής τον έφτυσε με μανία,
υπερβολικά εξαντλημένος και ετοιμοθάνατος για να τον κατα­
ραστεί με τα χείλη, αν και τα όλο και πιο γυάλινα μάτια του εξα­
κολούθησαν να αγριοκοιτάζουν το βασιλιά με δηλητηριώδη ορ­
γή. Με λύπη ο βασιλιάς τράβηξε από τη ζώνη του Αρταπάτη το
καμπυλωτό σπαθί του και μουρμούρισε μια γρήγορη προσευχή.
Ύστερα το κατέβασε δυνατά και με ένα γρήγορο χτύπημα απέ­
σπασε το δυνατό, κακοπαθημένο κεφάλι του τρομερού παλαίμα­
χου που τα μάτια του συνέχισαν να σπιθίζουν άγρια μέσα από τις
αόμματες κόγχες τους, μαζί με το μικρό, λείο, σχεδόν παιδικό κε­
φάλι του Κύρου που κύλησε μερικά μέτρα πιο πέρα ακολουθώ­
ντας την ίδια πορεία και καταλήγοντας στο γκριζόμαλλο σαγόνι
του Αρταπάτη, λες κι εξακολουθούσε ν' αναζητά το καταφύγιο
και την προστασία του παλιού του δάσκαλου στο θάνατο όπως και
στη ζωή ­ σαν δύο γύψινες μάσκες πεταμένες απρόσεκτα σε μια
γωνιά μετά το τέλος της παράστασης.

ΚΟΥΝΑΞΑ

2
ΟΙ ΕΛΠΙΔΕΣ ΤΩΝ ΠΕΡΣΩΝ ξαναζωντάνεψαν στη θέα του ζωντανού α­
κόμα βασιλιά τους και οι αξιωματικοί άρχισαν να τους ανασυντάσ­
σουν σε σχηματισμό μάχης. Ο βασιλιάς, που είχε συνέλθει τώρα α­
πό την πτώση του, οδήγησε προσωπικά ένα μεγάλο τμήμα στρατού
μέσα από την πεδιάδα, αναζητώντας το κύριο σώμα των επιτιθε­
μένων, που ήξερε ότι θα πρέπει να βρισκόταν εκεί κοντά, αλλά που
μέσα στο χάος της στιγμής το είχε χάσει από τα μάτια του.
Ο Πρόξενος είχε διατάξει τον Νίκαρχο κι εμένα να καλπά­
σουμε προς ένα μικρό ύψωμα που απείχε ένα δυο μίλια από τα
στρατεύματά μας, για να κατοπτεύσουμε συνολικά τη σκηνή των
συγκρούσεων και να προσπαθήσουμε να εξακριβώσουμε πού θα
μπορούσαμε να βοηθήσουμε περισσότερο, όταν μέσα από τον
κουρνιαχτό είδαμε μερικές εκατοντάδες Πέρσες ιππείς ν' απο­
σπώνται και ν' αρχίζουν να τρέχουν σαν αστραπή προς την κα­
τεύθυνση του στρατοπέδου μας. Η συνειδητοποίηση του γεγονό­
τος μάς χτύπησε και τους δύο ταυτόχρονα σαν ράπισμα στο πρό­
σωπο ­ ο Τισσαφέρνης! Οι Έλληνες είχαν αφήσει αφύλαχτο το
στρατόπεδο, μέσα στη βιασύνη της προπαρασκευής για μάχη,
θεωρώντας ότι οι εχθρικές δυνάμεις δε θα μπορούσαν ποτέ να
περάσουν απαρατήρητες πίσω από τις γραμμές μας και πως αν
υποχρεωνόμαστε σε υποχώρηση, θα γυρίζαμε απλώς κατευθείαν
στο στρατόπεδο που είχαμε αφήσει πίσω μας, για να προστατέ­
ψουμε τις προμήθειές μας και το τσούρμο που μας ακολουθού­
σε. Κάναμε μεταβολή με τα άλογά μας.
«Τρέξε στο στρατόπεδο!» ούρλιαξε ο Νίκαρχος, καθώς κατη­
φόρισε ορμητικά με το άλογό του την απότομη πλαγιά. «Συγκέ­
ντρωσε το πλήθος πίσω από τις σκευοφόρους! Βάλε τα δυνατά

241

σου να κρατήσετε!» Ύστερα όρμησε προς το στράτευμα του Κλέ­
αρχου, ελπίζοντας να τους συναντήσει πριν απομακρυνθούν πο­
λύ από το στρατόπεδο και να πει στον Κλέαρχο να κάνει μεταβολή
για να προστατεύσει τα πολύτιμα αποθέματά μας.
Ήταν ένας αγώνας που ήταν γραφτό μου να τον χάσω. Παρόλο
που οι Πέρσες κι εγώ τρέχαμε προς το στρατόπεδο από αντίθε­
τες πλευρές, το άγριο έδαφος που συνάντησα εμπόδιζε το άλογό
μου κι είχα καταλάβει πια ότι δεν υπήρχε περίπτωση να ειδο­
ποιήσω τους ανθρώπους του στρατοπέδου πριν από τις ορδές που
επρόκειτο να τους σαρώσουν. Το άλογό μου κατέβηκε μια ρηχή
ρεματιά και ακολούθησε την κοίτη ενός ξεροπόταμου για αρκε­
τές εκατοντάδες μέτρα, ενώ στο διάστημα αυτό έχασα από τα μά­
τια μου το στρατόπεδο. Όταν ανηφόρισα και πάλι, λίγα λεπτά
αργότερα, ήταν ήδη αργά ­ το σύννεφο της σκόνης είχε φτάσει
στην ακολουθία του Κύρου και στις σκευοφόρους και τώρα πλα­
νιόταν εκεί σαν σίφουνας σταματημένος στο σημείο εκείνο όπου
μοιραία προκαλεί τη μεγαλύτερη καταστροφή.
Μερικοί από τους ντόπιους στρατιώτες του Αριαίου, τοποθε­
τημένοι κοντά στον Κύρο, είχαν γυρίσει πίσω βιαστικά για να υ­
περασπιστούν το στρατόπεδο, όταν κατάλαβαν ότι οι Πέρσες το
είχαν βάλει στόχο, αλλά δεν ήταν αποφασισμένοι να πολεμήσουν
μέχρι θανάτου για τους συμπατριώτες τους κι έτσι αποκρούστη­
καν εύκολα, απωθούμενοι από τους πλιατσικολόγους του Τισσα­
φέρνη, σαν μπάλα που πετάει ένα παιδί σε πέτρινο τοίχο. Τρά­
πηκαν σε φυγή, δώδεκα μίλια πίσω, όσο απείχε το στρατόπεδο της
προηγούμενης μέρας, χωρίς να πάρουν τίποτα μαζί τους εκτός α­
πό εκείνα που κουβαλούσαν στην πλάτη τους.
Συνέχισα να καλπάζω, ελπίζοντας να βοηθήσω το άτυχο τσούρ­
μο του στρατοπέδου, κι όρμησα στα τυφλά μέσα στον κουρνια­
χτό και το χάος, μην ξέροντας καν αν μπήκα στη μάχη με το μέ­
ρος των Περσών ή το δικό μας. Όσοι βρίσκονταν στο στρατόπε­
δο τα κατάφερναν, πραγματικά, πολύ πιο γενναία από τους στρα­
τιώτες του Αριαίου. Είχαν παρατάξει βιαστικά τη φτωχική τους
άμυνα σε κύκλο γύρω από τις ελάχιστες προμήθειές τους και χρη­
σιμοποιούσαν όπως μπορούσαν τις βοιωτικές μηχανές, όπως εί­

242

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

χαν δει να κάνουν και οι στρατιώτες. Το ρακένδυτο πλήθος από
αρρώστους, πόρνες, μαγείρους και μουλαράδες, περιέργως, α­
πέκρουσε το επιτιθέμενο ιππικό του Τισσαφέρνη με τρομερή α­
ποτελεσματικότητα. Φλόγες εκτοξεύονταν προς κάθε κατεύθυν­
ση από τον τρομοκρατημένο όχλο που συνωστιζόταν πίσω από τις
μηχανές, ένα σφιχτοδεμένο ολοφυρόμενο πλήθος· ορισμένοι πε­
τούσαν άστοχα πέτρες στους Πέρσες, άλλοι αναζητούσαν απε­
γνωσμένα καταφύγιο ­κάτω από σκηνές, ζώα, ακόμα και κάτω
από,πεσμένα κορμιά­ από τις ριπές των βελών και των βλημάτων
που έπεφταν βροχηδόν πάνω τους από τους ιππείς. Πλήθη Περ­
σών και αφηνιασμένων αλόγων συνωθούνταν σφαδάζοντας μπρο­
στά στις μηχανές, πολλοί καρβουνιασμένοι από τη φωτιά, ορι­
σμένοι ψημένοι ζωντανοί μέσα στις βαριές πανοπλίες τους, κα­
θώς οι παχύρρευστες φλόγες χύνονταν πάνω στους μεταλλικούς
θώρακες και τα κράνη τους.
Ξεπέζεψα για να προχωρήσω καλύτερα μέσα στο χάος και τη
σφαγή και τότε είδα κάτι που έκανε το αίμα μου να παγώσει. Ο
ίδιος ο Τισσαφέρνης βρισκόταν ανάμεσα στους πλιατσικολόγους.
Είχε ξεπεζέψει κι αυτός και περπατώντας αγέρωχα ανάμεσα
στους αχαλίνωτους στρατιώτες του με τη βαριά πανοπλία του ιπ­
πέα είχε αρπάξει από τα μαλλιά την όμορφη ερωμένη του Κύρου,
τη Φωκαΐδα, καθώς έβγαινε τρομοκρατημένη από τη φλεγόμε­
νη σκηνή του Κύρου. Ο στρατηγός την παρέδωσε στα χέρια του
πολεμικού του ακολούθου για να την πάει πίσω από τις περσικές
γραμμές κι ύστερα διέταξε τρεις φρουρούς του να ορμήσουν μέ­
σα στους πηχτούς μαύρους καπνούς, να μπουν στο τμήμα εκεί­
νο της σκηνής του Κύρου που δεν είχε πιάσει ακόμα φωτιά και
ν' αρπάξουν ό,τι πολεμικά σχέδια ή άλλα είδη μπορούσαν να
βρουν.
Αυτό που βρήκαν ήταν το πιο πολύτιμο και το πιο τρομακτι­
κό ­ γιατί με το που ξεπρόβαλαν ένα λεπτό αργότερα, οι δύο α­
πό αυτούς κρατούσαν στα χέρια τους ρολά περγαμηνών και χάρ­
τες που είχαν αρπάξει στα τυφλά παλεύοντας με τις φλόγες, ενώ
ο τρίτος έσερνε την Αστερία από τη λαιμόκοψη του φουστανιού
της. Ο Τισσαφέρνης πάγωσε όταν την είδε να παλεύει σαν Ερι­

ΚΟΥΝΑΞΑ

243

νύα, βουλιάζοντας μέσα στη βρομιά με τα γυμνά της πόδια και
γρατσουνώντας με τα νύχια της το φρουρό. Τελικά έμπηξε τα
δόντια της τόσο βαθιά στον καρπό του, που τον έκανε να ουρ­
λιάξει από πόνο και οργή· αφήνοντας στιγμιαία τη λαιμόκοψη,
τη χτύπησε στο μάγουλο με την ανάστροφη του χεριού του, αρ­
κετά δυνατά ώστε να την κάνει να πεταχτεί στον αέρα, προτού
προσγειωθεί σβέλτα με τα τέσσερα, σαν γάτα, φτύνοντας αίμα α­
πό τα σκισμένα χείλη της και κοιτάζοντάς τον με μάτια γεμάτα
μίσος.
Ο Τισσαφέρνης αντέδρασε μανιασμένα. Τράβηξε το στολι­
σμένο με πολύτιμους λίθους γιαταγάνι του κι όρμησε εκεί που η
Αστερία είχε κουβαριαστεί γεμάτη τρόμο και οργή. Κοιτάζοντας
χαμηλά προς το μέρος της, με το πρόσωπο μαύρο και παραμορ­
φωμένο από οργή, σήκωσε το γυαλιστερό λεπίδι ψηλά πάνω α­
πό τον αριστερό του ώμο κι εγώ αισθάνθηκα τον κόσμο να στα­
ματά σιγά σιγά. Όλη η αναταραχή και το χάος γύρω μου έμοια­
ζε να παγώνει, λες κι ο χρόνος είχε σταματήσει. Τα ουρλιαχτά των
πληγωμένων αντρών και των τρομαγμένων αλόγων, που είχαν γί­
νει πια εκκωφαντικά, τώρα ηχούσαν μέσα σε σιωπή και η δυσω­
δία του πνιγηρού μαύρου καπνού και της φλεγόμενης σάρκας εί­
χε χωθεί σαν άοσμος αχνός στο βάθος του μυαλού μου. Τα δια­
στήματα ανάμεσα στις στιγμές έμοιαζαν να εκτείνονται, να πλα­
ταίνουν κι όλες μου οι αισθήσεις εστιάστηκαν, με απόλυτη αυτο­
συγκέντρωση, χωρίς καμιά εξαίρεση, στην ονειρικά αργή τροχιά
του φονικού εκείνου σπαθιού. Στο αποκορύφωμα της αψιδωτής
τροχιάς του δίστασε προς στιγμήν, ταλαντεύτηκε κι εγώ κράτη­
σα την αναπνοή μου, καθώς τα μάτια της Αστερίας, του φρουρού
και τα δικά μου σύγκλιναν όλα στην άκρη του, και ο καθένας α­
πό εμάς το οδηγούσαμε με όλη τη δύναμη τού είναι μας σε μια
κατεύθυνση που τελικά θ' αποφασιζόταν μόνο από τον Τισσα­
φέρνη και τους ίδιους τους θεούς. Ο κόσμος άρχισε να κινείται
αργά, σαν σε έκσταση, καθώς η Αστερία σήκωσε τα λεπτά της
χέρια με αγωνία για ν' αποφύγει το χτύπημα, κι εγώ άθελά μου
έκανα το ίδιο, αν και απείχα από το σπαθί πολλά μέτρα· μια ολό­
κληρη ζωή.

244

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

Ανέκτησα τις αισθήσεις μου, ουρλιάζοντας απότομα, η κο­
σμοχαλασιά γύρω μου κατέκλυσε εκρηκτικά τη συνείδηση μου
κι ο αχός της μάχης μου έκοψε σχεδόν τα πόδια με την ξαφνική
του αγριότητα. Δεν άφησα το σπαθί από τα μάτια μου κι ο Τισ­
σαφέρνης, στριφογυρνώντας γρήγορα, σπάθισε απαίσια τον αέ­
ρα, σχεδόν γρηγορότερα απ' όσο μπορούσε να δει το μάτι, κό­
βοντας στα δυο το κεφάλι του φρουρού που είχε χτυπήσει την
Αστερία, όπως ο κηπουρός κλαδεύει ένα παράταιρο κλαδί από
κάπριο οπωροφόρο δέντρο του. Δύο παχύρρευστα ποτάμια αί­
ματος ξεπήδησαν στριφογυρίζοντας σαν φίδια από τον κομμένο
λαιμό, τα οποία διασταυρώνονταν και μπλέκονταν μεταξύ τους
καθώς ενώνονταν σε μια ημικυκλική πορεία για να καταλήξουν
σταλάζοντας μέσα στη σκόνη μπροστά στα πόδια του Τισσα­
φέρνη. Ο νεκρός φρουρός στάθηκε όρθιος για μια στιγμή, ανα­
βρύζοντας αίμα από το ακέφαλο σώμα του, άκαμπτος και στη­
ριγμένος στη βαριά πανοπλία του ιππέα, προτού λυγίσουν τα γό­
νατά του και σωριαστεί σιγά σιγά στο χώμα, με το αίμα να πε­
τιέται σαν μέλανας ζωμός από την παλλόμενη ακόμα σάρκα του
κομμένου λαιμού του και ν' ανακατεύεται με τις μαύρες λίμνες
που σχηματίζονταν κάτω από τα πόδια του και μύριζαν ξινίλα.
Ο Τισσαφέρνης έριξε μια άγρια ματιά στο κεφάλι που κειτόταν
σαν προεξοχή μερικά μέτρα μακρύτερα, με την περικεφαλαία,
στραβοβαλμένη από την πρόσκρουση, ν' αποκαλύπτει τα μάτια
του άτυχου φρουρού και το στόμα του που έχασκε ορθάνοιχτο α­
πό αιώνια πια κατάπληξη.
Στη συνέχεια ο Τισσαφέρνης κατέβασε το οπλισμένο χέρι του
και χωρίς σχεδόν να κοιτάξει τη ζαρωμένη από το φόβο Αστερία
φώναξε κάτι σε κάποιον άλλο από τους φρουρούς του που στέ­
κονταν πιο πέρα κι ανέβηκε και πάλι στο άλογο του. Ο νέος φρου­
ρός άρπαξε άγρια το κορίτσι από τη λαιμόκοψη κι άρχισε να το
σέρνει και πάλι. Εκείνη τινάχτηκε σπασμωδικά σαν ψάρι που έ­
χει πιαστεί στο αγκίστρι, τραβώντας απελπισμένα το φόρεμα της
για ν' ανακουφιστεί από την πίεση στο λαιμό της και ν' αποφύγει
το στραγγαλισμό, καθώς τελικά αναγκαζόταν να πάει πίσω από
τις περσικές γραμμές.

ΚΟΥΝΑΞΑ

245

Κάτι μέσα μου σκίρτησε, εκείνο το ένστικτο της αυτοσυντή­
ρησης με το οποίο γεννιούνται όλοι οι άνθρωποι και το οποίο σε
μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό εξουσιάζει όλες τις δραστηριό­
τητες μας. Εκείνη τη στιγμή το ένστικτο αυτό πέθανε κι έκανα
πράγματα που κανένας λογικός άνθρωπος δε θα έκανε. Ανεβά­
ζοντας την ασπίδα μέχρι το πρόσωπο μου για να προφυλαχτώ α­
πό τις ρίψεις των ακοντίων, όρμησα στα τυφλά μέσα στις περσι­
κές γραμμές, πετσοκόβοντας κάθε ζωντανή ύπαρξη που συνα­
ντούσα, αποκρούοντας κι αντιδρώντας από απόγνωση, και ξαφ­
νικά ανακάλυψα, έκπληκτος, ότι δεν υπήρχε καμιά αντίσταση,
καθώς τα εχθρικά στρατεύματα παραμέριζαν απλώς για να με α­
φήσουν να περάσω, μια και ένας και μόνος παράφρονας Έλλη­
νας δεν είχε και τόση σημασία για τους Πέρσες που ήταν προ­
σηλωμένοι στο πώς θα ξεφύγουν από τη βοιωτική φωτιά και τα
πλήθη του στρατοπέδου που έσκουζαν. Κάθε Πέρσης στρατιώτης
θεωρούσε ότι κάποιος άλλος πίσω από αυτόν θα με ξεπάστρευε.
Δεν άφησα από τα μάτια μου την Αστερία και μολονότι από
τη στιγμή που την έσυραν έξω από τη σκηνή δεν μπορεί να είχε
περάσει περισσότερο από ένα λεπτό, εμένα το όλο διάστημα μου
φάνηκε σαν αιωνιότητα, καθώς άνοιγα δρόμο στο κατόπι της.
Όταν είχα προχωρήσει αρκετά μέτρα, τα μάτια της καρφώθηκαν
πάνω μου και παρόλο που ήταν αδύνατο ν' αναγνώρισε ποιος ή­
μουν μέσα από την περικεφαλαία και το υπόρρινο, και τα στρώ­
ματα φρέσκου και ξεραμένου αίματος που είχαν κολλήσει πάνω
στο θώρακα και τα μέλη μου, μια λάμψη αναγνώρισης έμοιαζε ν'
αστράφτει στα μάτια της, αναζωογονώντας την παρόλο που μι­
σοπνιγόταν. Ξαφνικά, συγκεντρώνοντας κάθε ίχνος δύναμης που
της απέμενε, με τα μάτια γουρλωμένα και το πρόσωπο κατακόκ­
κινο σαν να έχει πάθει αποπληξία, έχωσε τα πόδια της για άλλη
μια φορά στο έδαφος, άρπαξε το μεταξωτό ύφασμα που είχε σφι­
χτεί και τυλιχτεί γύρω από το λαιμό της από τη λαβή του φρου­
ρού και το τράβηξε με όλη της τη δύναμη, σκίζοντάς το από το
λαιμό ως τη μέση.
Η ξαφνική απαλλαγή από το βάρος της καθώς έπεσε στο έ­
δαφος με τα οπίσθιά της έκανε το φρουρό που πάσχιζε να κρα­

246

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

τήσει την ισορροπία του να τη χάσει κι έπεσε προς τα εμπρός με
τα μούτρα. Απείχα ακόμα αρκετά μέτρα κι ακριβώς τότε βρέθη­
κα αντιμέτωπος με έναν Πέρση καβαλάρη που έδειχνε, για πρώ­
τη φορά, να συνειδητοποιεί ότι ένας οπλισμένος Έλληνας έτρεχε
αχαλίνωτος καταμεσής των γραμμών του, λες και δεν είχε πάρει
είδηση ότι δεν περιστοιχιζόταν από τη φάλαγγα του. Ο άντρας
τράβηξε τα χαλινάρια του αλόγου του ακριβώς μπροστά μου και
με ένα διαβολικό γέλιο σήκωσε τον πολεμικό του πέλεκυ, έτοιμος
να μου κόψει το κεφάλι σαν πεπόνι. Δεν μπορούσα παρά να τρα­
βήξω τα μάτια μου από την Αστερία που καθόταν με κομμένη την
ανάσα στο έδαφος, τραβώντας τις λουρίδες από το μακρύ της φό­
ρεμα που είχαν μπερδευτεί στο λαιμό και στα πόδια της. Ο φρου­
ρός που την έσερνε πάσχιζε να ξανασταθεί στα πόδια του, τον ε­
μπόδιζαν, όμως, η άβολη πανοπλία του ιππέα που φορούσε και
τα ορμητικά πλήθη που τον περικύκλωναν και τον έριχναν κάτω.
Έστρεψα την προσοχή μου στο άλογο που στεκόταν μπροστά
μου σηκωμένο στα πισινά του πόδια και χαμηλώνοντας το κεφάλι
μου όρμησα με όλες μου τις δυνάμεις κατευθείαν πάνω στην κοι­
λιά του αλόγου, νιώθοντας τη μεταλλική άκρη του λοφίου της πε­
ρικεφαλαίας μου να μπήγεται βαθιά μέσα στο μαλακό ηλιακό
πλέγμα και μάλλον αισθάνθηκα παρά άκουσα το βαρύ αγκομα­
χητό του, καθώς ο αέρας ξεθύμαινε από το διάφραγμα και τα
πνευμόνια του. Πετάχτηκα πίσω μακριά από το άλογο που είχε
κλονιστεί από την πρόσκρουση και ο πέλεκυς του καβαλάρη θέ­
ρισε τον αέρα, κόβοντας το πορφυρό, από αλογότριχες, λοφίο της
περικεφαλαίας μου. Το άλογο παραπάτησε από τον πόνο, δι­
πλώθηκε στα δύο κι έπεσε σφαδάζοντας στο πλάι· βρόμικα σά­
λια έτρεχαν από το στόμα του, πιτσιλώντας το πρόσωπο και το λαι­
μό μου, ενώ τα μάτια του είχαν αναποδογυρίσει από τρόμο. Η
γλώσσα του αλόγου που αιμορραγούσε, αφού την είχε δαγκώσει
μέσα στον αιφνιδιασμό του χτυπήματος, κρεμόταν σακατεμένη α­
πό την άκρη του στόματός του.
Ο αναβάτης έπεσε ουρλιάζοντας κάτω από το ζώο, αλλά κι ε­
γώ παραπάτησα κι έπεσα και σπατάλησα πολύτιμα λεπτά πα­
σχίζοντας να σταθώ στα πόδια μου, προσπαθώντας απεγνωσμέ­

ΚΟΥΝΑΞΑ

247

να ν' αποφύγω τις οπλές που τινάζονταν ανεξέλεγκτα. Δε μου εί­
χε απομείνει σχεδόν καθόλου δύναμη στα χέρια και στα πόδια και
τρέκλισα σαν ταύρος που τον σφάζουν σε θυσία. Στράφηκα από­
τομα προς το σημείο που είχα δει για τελευταία φορά την Αστε­
ρία. Εκεί στεκόταν ο δεσμοφύλακάς της, έχοντας καταφέρει τε­
λικά να σταθεί στα πόδια του, ο οποίος εξακολουθούσε να σφίγ­
γει ένα μακρύ κομμάτι μεταξωτού υφάσματος στο χέρι σαν σκι­
σμένο λάβαρο, δείχνοντας αποβλακωμένος και ψάχνοντας να βρει
το κορίτσι στο σημείο που είχε ξεφύγει από τη λαβή του. Εκεί, ό­
μως, βρίσκονταν μόνο τα απομεινάρια του φορέματός της, το ο­
ποίο είχε τελικά ξεμπλέξει από τα χτυπημένα μέλη και το λαιμό
της. Και να, δέκα μέτρα μακριά, με την απόσταση να μεγαλώνει
από λεπτό σε λεπτό, βρισκόταν η ταχύποδη Αστερία που έτρεχε
ολόγυμνη ανάμεσα στους κατάπληκτους στρατιώτες του εχθρού,
φορώντας μόνο το ρουμπίνι της εταίρας στον αφαλό της και κρα­
τώντας μια τεράστια ψάθινη ασπίδα που είχε αρπάξει από κάποιο
νεκρό Πέρση, για να την προστατεύει από τα ξίφη αλλά και τα
έκλυτα βλέμματα.
Πήδησα πάνω από το άλογο που μόλις είχα ρίξει κάτω και
βαριανάσαινε, χτυπώντας στο πρόσωπο με τη σόλα των δερμάτι­
νων σανδαλιών μου τον αναβάτη του που εξακολουθούσε να πα­
λεύει, κι όρμησα πίσω της πασχίζοντας ν' ανοίξω δρόμο με το νε­
κρωμένο ήδη δεξί μου χέρι, ενώ εκείνη ορμούσε έξω από τις περ­
σικές γραμμές και περνούσε σβέλτα, σαν κατατρομαγμένο κου­
νέλι, μέσα από ένα κενό που άφηναν οι φλόγες των βοιωτικών
μηχανών. Εγώ, αντίθετα, δεν ήμουν τόσο γρήγορος και προτίμη­
σα να πάρω τη δοκιμασμένη και σίγουρη στάση, βάζοντας κάτω
το κεφάλι και κυλώντας μέσα από τις φλόγες, ελπίζοντας να τα κα­
ταφέρω. Ως εκ θαύματος, τα κατάφερα και βγήκα άθικτος από
τις φλόγες.
Με τις τελευταίες δυνάμεις που μου είχαν απομείνει, έτρεξα
μέσα στο πλήθος που γραπωνόταν πάνω μου λες κι ήμουν ο από
μηχανής θεός τους, καθώς έψαχνα απεγνωσμένα να βρω μέσα
στο χάος των αμυντικών κατασκευών προς τα πού μπορεί να έ­
τρεξε η Αστερία. Τελικά τη βρήκα, τελείως απροσδόκητα και χω­

248

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

ρίς να νοιάζεται για την καταρρακωμένη της σεμνότητα, να βοη­
θά μερικές γυναίκες που ενεργοποιούσαν μια από τις μηχανές με
τα φυσερά. Ήταν ένα θέαμα που κάτω από άλλες συνθήκες θα
μου άρεσε να το απολαύσω με την ησυχία μου. Αλλά τώρα όρ­
μησα, έριξα τον αιματοβαμμένο και φθαρμένο πορφυρό χιτώνα
μου πάνω στους ώμους της κι ύστερα πήρα τη θέση μου ανάμε­
σα στη γραμμή των αμυνομένων.

Ο βαρύς ήχος από τις οπλές του αλόγου του μοναχικού καβαλά­
ρη έκανε τους στρατιώτες του Κλέαρχου να βγουν τρομαγμένοι
από το μηχανικό ρυθμό πορείας στον οποίο είχαν πέσει εξα­
ντλημένοι μετά τη μάχη.
Βρίσκονταν μίλια μακριά από το στρατόπεδο, αναζητώντας τη
θέση της μάχης του Κύρου και πιστεύοντας ότι είχαν νικήσει σε
όλα τα μέτωπα. Οι περισσότεροι εύχονταν ν' αποφύγουν άλλη σύ­
γκρουση εκείνη τη μέρα, αφού η νίκη σε υπερβολικό βαθμό μπο­
ρεί να κάνει τα γόνατα ενός άντρα να τρέμουν όσο και η ήττα, και
το μόνο που επιθυμούσαν τώρα οι άντρες ήταν να γυρίσουν στο
στρατόπεδο, να ξαρματωθούν και να ξεκουραστούν. Κανείς δε
γνώριζε τη μοίρα του Κύρου, εκτός από εκείνους που υπήρξαν
αυτόπτες μάρτυρες, και οι Έλληνες συμπέραιναν απλώς ότι είχε
πετύχει στη γενική επίθεση και τώρα λεηλατούσε και πλιατσικο­
λογούσε στο έπακρο.
Ο καβαλάρης, αιματοβαμμένος και λερωμένος με χώμα και
βρομιές, έφτασε τρέχοντας στους άντρες και, από τη βιασύνη
του, έπεσε σχεδόν κάτω από το άλογό του, καθώς καλούσε δυνα­
τά τον Πρόξενο. Κατά τύχη, βρέθηκε αμέσως ο ακόλουθος του
Πρόξενου και ακόμα κι αυτός χρειάστηκε μερικά λεπτά για ν' α­
ναγνωρίσει, κάτω από τα στρώματα βρομιάς και αίματος, τον Νί­
καρχο.
«Οι Πέρσες!» είπε με κομμένη την ανάσα ο Νίκαρχος. «Οι
Πέρσες λεηλατούν το στρατόπεδό μας! Τρέξτε και φέρετε τον
Πρόξενο!» Ο ακόλουθος εμβρόντητος δεν μπορούσε να πιστέψει
στ' αφτιά του ­ ο βασιλιάς βρισκόταν στο στρατόπεδο μας; Είχαμε

ΚΟΥΝΑΞΑ

249

ηττηθεί τελικά; Και τι απέγινε ο Κύρος; Ο ακόλουθος διέσχισε τρέ­
χοντας τους χιλιάδες πεζούς, φωνάζοντας τους να συνεχίσουν την
πορεία, και βρήκε τον Πρόξενο και τον Κλέαρχο να προχωρούν
μαζί έφιπποι, συζητώντας ήρεμα αν έπρεπε να καταδιώξουν κι άλ­
λο τους Πέρσες ή να επιστρέψουν στο στρατόπεδο τη νύχτα. Ο
Νίκαρχος έφτασε τρέχοντας και είπε τραυλίζοντας τα νέα σχε­
δόν χωρίς να τους χαιρετήσει. Με τα μάτια διάπλατα από την αμ­
φιβολία, κάλπασαν προς τους στρατιώτες και τους βρήκαν να κα­
τευθύνονται ήδη προς το στρατόπεδο και να επιταχύνουν το βή­
μα τους σε τροχάδην προτού καν τους δοθεί διαταγή. Ο Κλέαρ­
χος έτρεχε πεζός στη κεφαλή των στρατιωτών του, ενώ σκεφτό­
ταν ανήσυχα τι μπορούσε να σημαίνει κάτι τέτοιο.
Όταν έφτασαν, το στρατόπεδο δεν ήταν παρά καπνισμένα ε­
ρείπια. Τα πλήθη που ακολουθούσαν το στρατό τριγυρνούσαν
σαν φαντάσματα, προσπαθώντας να διασώσουν ό,τι μπορούσαν
από είδη καταφυγίου και τρόφιμα. Τα στρατεύματα του βασιλιά
είχαν καταφέρει να κάψουν ή να λεηλατήσουν πάνω από τετρα­
κόσιες άμαξες με εφόδια, μέσα σ' αυτά και το μεγαλύτερο μέρος
από το κριθάρι και το κρασί που με τόσο κόπο είχαμε μεταφέρει
μέσα από την έρημο. Αντί για ζεστό φαγητό και ύπνο που οι κου­
ρασμένοι στρατιώτες προσδοκούσαν, συμβιβάστηκαν με βρομό­
νερα, με ελάχιστα απομεινάρια μπαγιάτικου ψωμιού που είχαν
διασωθεί από τη λεηλασία και ανάπαυση χωρίς σκεπάσματα πά­
νω στο σκληρό χώμα.
Το χειρότερο, όμως, δεν είχε έρθει ακόμα· αφού οι αναφορές
του Κλέαρχου επιβεβαίωσαν ότι ο Κύρος ­ο πραγματικός λόγος
της μακράς πορείας μας και η ελπίδα μας για εφόδια και συνο­
δούς κατά την επιστροφή μας στην Ελλάδα­ είχε σκοτωθεί. Μπο­
ρεί οι Έλληνες να μη χάσαμε σχεδόν κανένα άντρα στη μάχη, εί­
χαμε χάσει, όμως, τις πολύτιμες προμήθειές μας αλλά και τον η­
γέτη και ευεργέτη μας. Ήταν μια μακριά, παγωμένη νύχτα.

ΚΟΥΝΑΞΑ

3
ΠΡΩΤΑ ΕΙΔΑ ΤΗΝ ΑΧΝΗ κινούμενη σκιά που έπεφτε πάνω στον
τοίχο, πριν ακόμα δω από πού προερχόταν, καθώς ο παρείσα­
κτος γλίστρησε σιωπηλά μέσα στη σκηνή του Πρόξενου και κι­
νήθηκε με προφυλάξεις προς το στρώμα μου.
Επειδή πάρα πολλές σκηνές αξιωματικών είχαν καταστραφεί
κατά την επίθεση, ο Πρόξενος είχε καλέσει τον Ξενοφώντα κι ε­
μένα να μετακομίσουμε στο δικό του κατάλυμα, μέχρι να κανο­
νιστούν καλύτερα τα πράγματα. Παρόλο που η σκηνή του ξεχώ­
ριζε καθαρά από τα διακριτικά σήματα ότι είναι κατάλυμα α­
ξιωματικού, είχε διασωθεί άγνωστο πώς από τη βιαιοπραγία των
Περσών και έτσι ακόμα κι αυτό φάνηκε στους άντρες σαν θετικό
σημάδι από τους θεούς, σημάδι έσχατης ελπίδας και θριάμβου.
Αφού ο Πρόξενος θα περνούσε τη νύχτα με τους άλλους αξιωμα­
τικούς στο αυτοσχέδιο επιτελείο του Κλέαρχου, ξεδιαλύνοντας τα
γεγονότα της μέρας και σχεδιάζοντας τη στρατηγική τους για την
επομένη, ξάπλωσα μόνος, προσπαθώντας ν' αδειάσω το μυαλό
μου από τις μυριάδες σκέψεις και αναμνήσεις που συνέχιζαν να
συνωστίζονται εκεί μέσα. Υπέφερα πάντα απ' αυτή την αδυνα­
μία μου. Δεν ξέρω αν το βιώνουν αυτό κι άλλοι, μια κι ανέκαθεν
ντρεπόμουν υπερβολικά να ρωτήσω, κι αν συμβαίνει αυτό, δεν έ­
χω καμιά αμφιβολία ότι και αυτοί δε θα μπορούν να το αναφέρουν
από φόβο ότι έχουν τρελαθεί. Βρίσκω ότι ακριβώς αυτές τις στιγ­
μές, όταν ζητώ πάνω από όλα καθαρό κεφάλι ­καθώς συνειδητά
προσπαθώ να καθαρίσω τους ιστούς από τις αράχνες, όλες εκεί­
νες τις άσχετες και ασύνδετες εφήμερες ιδέες που παρεμβάλλο­
νται συνεχώς διασπώντας την προσοχή μου­, κι είναι ακριβώς σε
αυτό το διάστημα που λες και το σύνθημα κάποιου σκανταλιάρη

251

θεού μ' εμποδίζει να κάνω οποιαδήποτε λογική πράξη, που κά­
θε άσχετη σκέψη, κάθε φόβος, κάθε ανάμνηση ασήμαντης παι­
δικής αισχύνης, κάθε λύπη για παλιές χαμένες αγάπες, κάθε τύ­
ψη μεταμέλειας για πεθαμένους πια φίλους, κάθε απόσπασμα
τραγουδιού που αντηχεί τρελά, όλα εισβάλλουν πίσω στο κρανίο
μου σαν αέρας σε κενό, σπρώχνοντας το ένα το άλλο για να έρ­
θουν στο προσκήνιο των σκέψεών μου, όπου και πάλι παραμερί­
ζονται ή παραγκωνίζονται από κάποια άλλη σκέψη. Αυτό φτάνει
για να τρελαθεί κανείς, και μπορεί να διαπιστώσει κάποιος από
τις αποκλίσεις και την ταραγμένη μου σύνταξη ότι δεν μπορώ ού­
τε καν λογικά να εξηγήσω αυτό που βιώνω. Ήμουν ξαπλωμένος
εδώ, το μυαλό μου έκαιγε σε σημείο πανικού, όταν είδα μέσα α­
πό τις βλεφαρίδες των μισόκλειστων ματιών μου ότι το παραπέ­
το της σκηνής είχε ανοίξει ελάχιστα και κάποιος είχε μπει κρυ­
φά μέσα.
Στη στιγμή καθάρισε το κεφάλι μου. Όποιος έμπαινε σ' αυτή
τη σκηνή δεν μπορούσε παρά να ζητά τον Πρόξενο, μια και στο
απαλό τρεμάμενο φως του μικρού λύχνου που ήταν στερεωμένο
στο τραπέζι μου είδα ότι δεν ήταν ο Ξενοφώντας, όπως αρχικά
σκέφτηκα. Κοιτώντας πιο προσεκτικά, μου κόπηκε η ανάσα, κα­
θώς αναγνώρισα την παρείσακτη να στέκεται αποσβολωμένη, ε­
νώ διαγραφόταν η φιγούρα της σ' ένα μικρό χώρο στο μέσο της
σκηνής, με τα μάτια ασυνήθιστα ακόμα στο μισοσκόταδο. Τρά­
βηξα την κουβέρτα μου για ν' ανακαθίσω και η Αστερία, ξαφ­
νιασμένη, στριφογύρισε για να δει από πού ερχόταν ο ήχος. Έδει­
ξε ταραγμένη όταν με αναγνώρισε και στάθηκε ακίνητη για μια
στιγμή, κάρφωσε το βλέμμα της πάνω μου, προτού κατευθυνθεί
σιωπηλά προς το στρώμα μου. Φορούσε μόνο μια λεπτή πουκα­
μίσα και μια δερμάτινη ζώνη κι ήταν ξυπόλυτη, τρέμοντας από
το κρύο ή απ' όσα τρομερά είχε δει εκείνη τη μέρα ή από φόβο
για το τι θα πάθαινε τώρα που ο κύριός της είχε πεθάνει κι αυτή
είχε απομείνει μόνη. Διέκρινα τα στεγνά ίχνη από δάκρυα που εί­
χαν σχηματίσει λωρίδες μέσα από το στρώμα της σκόνης που ε­
ξακολουθούσε να καλύπτει να μάγουλά της, καθώς χωνόταν στην
αγκαλιά μου, πιέζοντας το σώμα της πάνω στο στήθος μου και χώ­

252

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

νοντας το πρόσωπό της στο λαιμό μου, ενώ έβγαζε έναν αναστε­
ναγμό ­ ένα μακρόσυρτο, τρεμάμενο, βασανιστικό αναστεναγμό
που έμοιαζε υπερβολικά βαθύς για το μικροσκοπικό της σώμα,
λες και ξεχείλιζε από μέσα της από κάποιο κρυφό μέρος, από κά­
ποια άλλη μακρινή εποχή.
Την κράτησα σφιχτά, τραβώντας την κουβέρτα πάνω από τους
δυο μας, κι αισθάνθηκα τα κρύα, τρεμάμενα μέλη της να χαλα­
ρώνουν απαλά και ν' ανταποκρίνονται στη ζεστασιά του κορμιού
μου. Ύστερα από κάμποση ώρα οι σπασμοί των λυγμών της στα­
διακά καταλάγιασαν κι έμεινε ήσυχα στην αγκαλιά μου, άγρυ­
πνη και βυθισμένη στις σκέψεις της, με τις μακριές βλεφαρίδες
να μου αγγίζουν το λαιμό, καθώς ανοιγόκλεινε τα μάτια, με το υ­
γρό, αχνό άρωμα της ανάσας και των μαλλιών της να φτάνει στο
πρόσωπό μου μέσα στη σιωπή. Σήκωσε το κεφάλι της. Το πρό­
σωπό της απείχε μερικά εκατοστά από το δικό μου μες στο μι­
σοσκόταδο και με κοίταξε έντονα στα μάτια, αναζητώντας τις
σκέψεις μου, αν και στο αμυδρό φως του λύχνου δεν μπορούσα
να δω τίποτα περισσότερο από τη σκούρα σιλουέτα και τα μακριά
μαλλιά της που φωτίζονταν από πίσω με ένα αχνό φωτοστέφανο,
ενώ η μυρουδιά καμένου ξύλου και λιωμένων λουλουδιών από το
δέρμα και τα μαλλιά της ήταν παράξενα ανακουφιστική. Έπια­
σα με τα χέρια μου το πρόσωπό της, έβαλα τα δάχτυλα μες στα
μαλλιά της, όπου ένιωσα το σπασμένο άξονα ενός μικρού φτε­
ρού σαν σπασμένη λόγχη που είχε μπλεχτεί μες στις τούφες των
μαλλιών, διαλεγμένο με κόπο από τις στάχτες των καμένων υ­
παρχόντων της σε μια προσπάθεια να διασώσει κάποιο τελευταίο
απομεινάρι στολιδιού. Μετατόπισα ελάχιστα το κορμί μου και
γύρισα το πρόσωπό της στο αμυδρό φως για να διακρίνω την έκ­
φρασή της. Τότε κοίταξα διαπεραστικά τις κυματιστές σκιές που
περνούσαν από μπροστά της αποκαλύπτοντάς την. Παρατηρού­
σα το σκιόφως που αποτραβιόταν από τα κοιλώματα ανάμεσα
στα φρύδια και τα μάγουλα, περιμένοντας να εμφανιστούν τα μά­
τια της μέσα από το σκοτάδι, σαν εκείνο το μάντη που παρατη­
ρεί γεμάτος φόβο την εμφάνιση της σελήνης μετά την έκλειψη και
νιώθοντας τις ίδιες δονήσεις και αβεβαιότητα όπως κι εκείνος κα­

ΚΟΥΝΑΞΑ

253

θώς μαντεύει τις προθέσεις των θεών. Μάτια σαν και τα δικά της
δεν έχουν ξαναϋπάρξει, τουλάχιστον όχι στον κόσμο αυτό, και
μέσα στο σκοτάδι το χρώμα τους, μπλε, γκρίζο ή πράσινο, ήταν
ακαθόριστο. Το πραγματικό χρώμα μπορεί να ήταν κάποιο από
όλα ή όλα μαζί, αλλά αυτό εξαρτιόταν από τα χαρακτηριστικά του
εξωτερικού φωτισμού ή τις εσώτερες σκέψεις που έκρυβαν. Αργό­
τερα, τις μέρες που επρόκειτο να έρθουν, έμελλε να τα δω να γί­
νονται τόσο μαύρα και ανεξιχνίαστα, όσο τα βάθη του ωκεανού
όταν κάποιος τα κοιτάζει από την κουπαστή του πλοίου, και στον
ύπνο της, όταν κάτω από τα μισόκλειστα βλέφαρα οι κόγχες ακτι­
νοβολούσαν ένα λαμπρό, ψυχρό άσπρο, σαν κομμάτι πάγου που
αστράφτει ζωογόνα αλλά και θανατηφόρα στον ήλιο.
Φάνηκε ν' αναρωτιέται σιωπηλά, μαντεύοντας το χρησμό, και
προφανώς έλαβε θετική απάντηση από τους θεούς, μια και εντε­
λώς αιφνιδιαστικά πίεσε το θερμό, γλυκό της στόμα απεγνωσμέ­
να στο δικό μου, εντονότερα απ' όσο μπορούσα να πιστέψω ότι
ήταν δυνατό για κάποια τόσο εύθραυστη φαινομενικά γυναίκα.
Και τότε ένιωσα τα υγρά, λουλουδένια χείλη της να γλιστρούν ε­
λαφρά αλλά με αυξανόμενη πίεση στο λαιμό και στο στήθος μου,
καθώς της έβγαζα το λεπτό της ρούχο που το συγκρατούσε μια
ζώνη με ένα τεράστιο στιλέτο βαλμένο σε θήκη· κι εγώ τύλιξα τα
χέρια μου γύρω της και δώσαμε μεγάλη παρηγοριά ο ένας στον
άλλο.
Έμεινα άγρυπνος το μεγαλύτερο μέρος εκείνης της νύχτας,
παρακολουθώντας το φόβο και την ανησυχία να εγκαταλείπουν
λίγο λίγο το γεμάτο ένταση πρόσωπο της και τα χαρακτηριστικά
της να χαλαρώνουν σε ένα ευτυχισμένο όνειρο ή μπορεί απλώς
στην ανυπαρξία, σε ένα κενό όπου η απουσία πόνου και φόβου,
ακόμα και της αγάπης, είναι η μεγαλύτερη ευτυχία. Χανόμουν
για λίγα λεπτά κάθε φορά, ξυπνώντας με τον παραμικρό θόρυβο,
όπως το διακριτικό βήξιμο ενός σκοπού που βημάτιζε απέξω, κι
ύστερα βυθιζόμουν και πάλι σ' ένα ταραγμένο όνειρο. Ήμουν
κοιμισμένος ή έτσι νόμιζε εκείνη, όταν σηκώθηκε τελικά μια ώ­
ρα πριν το πρώτο ίχνος της αυγής αρχίσει να φωτίζει τον ουρα­
νό στα ανατολικά. Την παρατηρούσα σαν σε όνειρο, αν και δεν

254

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

είχα ανοιχτά τα μάτια, καθώς πέρασε την πουκαμίσα στο λεπτό
της σώμα κι έσφιξε τη ζώνη στη μέση της. Μέχρι σήμερα, δεν εί­
μαι σίγουρος αν εξακολούθησα να παρακολουθώ ή είχα ξαναγυ­
ρίσει σε κάποιο όνειρο, όταν τράβηξε σιωπηλά το στιλέτο της, το
παρατήρησε από κοντά για μια στιγμή στο μισοσκόταδο και ύ­
στερα προσεκτικά κι αθόρυβα, μην τολμώντας να με αγγίξει με
το χέρι ή το μανίκι της, μήπως με ξυπνήσει, ακούμπησε τη μύτη
της αιχμηρής λεπίδας στην παλλόμενη μπλε φλέβα του λαιμού μου
ακριβώς κάτω από το σαγόνι. Είτε ήμουν πραγματικά ξύπνιος εί­
τε απλώς ονειρευόμουν, προσποιήθηκα ότι κοιμόμουν βαθιά, α­
πό φόβο ότι η παραμικρή χειρονομία, το παίξιμο του ματιού μου
ή το απαλότερο κράτημα της αναπνοής μου θα έκαναν το στιλέ­
το να βυθιστεί στο λαιμό μου. Εκείνη κράτησε τη μύτη του εκεί
για κάμποσα λεπτά απ' ό,τι μου φάνηκε, χωρίς να παίρνει ανά­
σα, σαν κάποιον που αντίκρισε το γοργόνειο, κοιτώντας επίμονα
τα σχεδόν κλειστά μάτια μου, προκαλώντας την παραμικρή α­
ντίδραση. Η ψυχή μου γλίστρησε έξω από το σώμα μου και πλα­
νήθηκε μέσα της, πίσω της, στο ταβάνι της σκηνής, και μπορού­
σα να τη βλέπω από πάνω, να γέρνει πάνω από το παγωμένο μου
σώμα, με τους τένοντες του καρπού της τεντωμένους και παλλό­
μενους από την έντονη προσπάθεια που κατέβαλε για να κρατή­
σει το μαχαίρι απόλυτα ακίνητο στο λαιμό μου.
Μια μικρή σταγόνα αίμα εμφανίστηκε πάνω στο δέρμα μου
ακριβώς κάτω από τη μύτη του στιλέτου, ατόφια και καθαρή,
παρθενική σε σύγκριση με το λερωμένο, πηγμένο αίμα που είχα
παρακολουθήσει ν' αναπηδά την προηγούμενη μέρα, και φάνη­
κε να έχει σκοπό να δημιουργήσει αργά το δικό του ρυάκι κατη­
φορίζοντας στο πλάι του λαιμού μου, όταν σταμάτησε, λες και
μελετούσε αν ήταν αυτός ο καλύτερος τρόπος δράσης, κι άρχισε
σιγά σιγά να κολλάει και να πήζει. Μπορούσα να το δω αυτό, μα
τους θεούς, ορκίζομαι ότι έβλεπα, λες κι ήμουν ένας τρίτος στο
δωμάτιο, παρακολουθώντας ανίσχυρος και άφωνος πίσω από την
πλάτη της. Η σταγόνα τρεμούλιασε και στάθηκε μετέωρη, σαν
χάντρα σε περιδέραιο, με το αυξανόμενο βάρος στο εσωτερικό της
να πιέζει την όλο και πυκνότερη επιφάνεια, ενώ τα μάτια μου α­

ΚΟΥΝΑΞΑ

255

πό ψηλά ήταν ανίκανα να συγκεντρωθούν σε κάτι άλλο εκτός α­
πό αυτή τη μικροσκοπική, σκληρή, κοκκινόμαυρη σφαίρα που α­
ντανακλούσε, ανάστροφα, την κυματιστή φλόγα του λύχνου και
το παράξενα παραμορφωμένο και μεγεθυσμένο πρόσωπο του κο­
ριτσιού. Από την αντανάκλαση έβλεπα ότι και τα δικά της μάτια
ήταν προσηλωμένα στη σταγόνα λες και βρισκόταν σε έκσταση,
εξετάζοντας όλες τις επιπτώσεις στη δική της ζωή αλλά και τη δι­
κή μου που παρουσιάζονταν μέσα σε αυτή τη σιωπηλά διογκού­
μενη μικρή μάζα, αυτό το μικροσκοπικό, γόνιμο βολβό που εμ­
φανιζόταν προικισμένος ν' αυξάνει τη ζωή μάλλον, παρά απλώς
ν' αντανακλά τη ζωή και το θάνατο.
Σηκώθηκε χωρίς προειδοποίηση, έφερε και πάλι το μαχαίρι
μπροστά στα μάτια της κι εξέτασε για μια στιγμή στο απαλό φως
του λύχνου την κοκκινισμένη του μύτη, προτού κουνήσει το κεφάλι
της, σαν κάποιος που ξυπνάει από βαθύ ύπνο, και το ξαναβάλει
γρήγορα στη θήκη της ζώνης της. Έσκυψε και πάλι, έγλειψε σιω­
πηλά τη μικροσκοπική κόκκινη σταγόνα από το λαιμό μου με την
καυτή της γλώσσα και το ίδιο σιωπηλά φίλησε τα στεγνά και τρε­
μάμενα χείλη μου. Ύστερα γλίστρησε και πάλι έξω στα κρύα κάρ­
βουνα της πυράς του στρατοπέδου, το ίδιο αέρινα όπως είχε μπει,
και η ψυχή μου ξαναγύρισε βιαστικά στο κορμί μου, αφήνοντας
με ξέπνοο και τρέμοντας από κρύο ιδρώτα να κάθομαι μόνος στο
στρώμα μου, λες και ξύπνησα από κάποιο εφιάλτη. Δεν είχαμε πει
τίποτα ο ένας στον άλλο όλη τη νύχτα, στην πραγματικότητα δεν
είχαμε ανταλλάξει ποτέ καμιά κουβέντα, αλλά ένιωσα ότι η μοί­
ρα μου βρισκόταν ολοκληρωτικά στα χέρια αυτής της γυναίκας
όπως και των θεών και συνειδητοποίησα πόσο εξαιρετικό και α­
παίσιο πράγμα μπορεί να είναι κάτι τέτοιο.

ΜΑΪΚΛ ΚΕΡΤΙΣ ΦΟΡΝΤ

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ
Β' ΤΟΜΟΣ
Μετάφραση από τα αγγλικά
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ

ΜΙΑ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ
ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ

ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΒΑΝΗ
ΑΘΗΝΑ 2007

Για τον Αίμονα, που βρέθηκε κάποτε πάνω στους ώμους κάποιου γίγαντα,
και για την Ισαβέλα, που της αρέσουν τα φτερά.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Β' ΤΟΜΟΣ
Βιβλίο έκτο: Κλέαρχος
Βιβλίο έβδομο: Όνειρα και πέτρες
Βιβλίο όγδοο: Βάρβαροι
Βιβλίο ένατο: Ο Ρόδιος ανιχνευτής
Βιβλίο δέκατο: Χειμώνας
Βιβλίο ενδέκατο: Ο τροχός της τύχης
Βιβλίο δωδέκατο: Θεός και άνθρωπος

257
313
353
399
427
475
511

Επίλογος

517

ΒΙΒΛΙΟ ΕΚΤΟ
ΚΛΕΑΡΧΟΣ

Γιατί δεν υπάρχει μεγαλύτερη ντροπή από αυτό,
ανάμεσα στους προμάχους να κείτεται νεκρός
άντρας παλαιός πιο μπροστά από τους νέους
και να έχει κατάλευκο κεφάλι και κατάλευκα γένεια
και ν' αφήνει τη γενναία ψυχή του μέσα στη σκόνη,
κρατώντας στα χέρια τα ματωμένα απόκρυφά του.
ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ *

* Λυκούργος, Άπαντα, Κατά Λεωκράτους, παράγραφος 107, εισαγωγή, μετάφραση,
σχόλια: Σαράντος Τ. Καργάκος, εκδ. «Κάκτος», Αθήνα, 1992. (Σ.τ.Ε.)

1
που τελικά μ' έβγαλε από τα ταραγμένα μου
όνειρα εκείνο το πρωί ­ μια καπνιστή, γλυκιά μυρουδιά όχι σαν
εκείνη του κρέατος που ψήνεται για θυσία, αλλά μια απροσ­
διόριστη ταγκίλα, σαν το κάψιμο μολυσμένης σάρκας, κρέατος
που του λείπει το λίπος για ν' απορροφήσει τη ζέστη και τη φλό­
γα και να επιτρέψει στη φωτιά να ψήσει σταδιακά το υλικό, πα­
ρά να το καρβουνιάσει γρήγορα. Σηκώθηκα τρεκλίζοντας από
το στρώμα μου, έριξα μια χούφτα νερό στο πρόσωπό μου από
το κρεμασμένο από ένα καρφί δίπλα στην πόρτα παγούρι και
βγήκα έξω.
Η Τ Α Ν Η ΔΥΣΩΔΙΑ

Ο πρωινός ουρανός, αντίθετα από το συνηθισμένο γαλαζωπό
του χρώμα που γεννά και συνοδεύει τη ζέστη της ερήμου, είχε
σήμερα ένα απειλητικό, απαίσιο κιτρινιάρικο γκρι. Ο αέρας ή­
ταν μπουκωμένος από έναν απαίσιο, βρομερό καπνό που κρεμό­
ταν χαμηλά πάνω από το έδαφος και παρασυρόταν σαν να είχε
ζωή, στριφογυρνώντας αργά σε μικρούς κύκλους, σκορπιζόταν κι
έπηζε, σερνόταν σαν φίδι σε μάταια μονοπάτια που άρχιζαν με
θάνατο και τελείωναν σε απρόθυμη λήθη. Η ανεμοδούρα έσβη­
νε τις ζωογόνες ακτίνες του ήλιου, προσδίδοντας τους ένα θαμπό,
ψωριάρικο κόκκινο χρώμα, κάνοντας τον ουρανό να μοιάζει α­
πίστευτα εχθρικός, λες κι ο ήλιος σιχαινόταν να κάνει κάποια με­
γαλύτερη προσπάθεια για να σηκωθεί πιο ψηλά ή να λάμψει. Χι­
λιόμετρα ολόκληρα προς όλες τις κατευθύνσεις απλωνόταν η ε­
πίπεδη, αχανής, πληκτική έκταση της ερήμου. Εκτεινόταν αδιά­
σπαστη μέχρι τον ορίζοντα, χωρίς σχεδόν ένα δέντρο ή μια σει­
ρά λόφων για να σπάει η μονοτονία. Δεν είχα παρατηρήσει πρω­
τύτερα την τρομερή απεραντοσύνη του τοπίου που ήταν εγκατα­

260

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

λειμμένο από τους θεούς και στερημένο από κάθε ενδιαφέρον, πα­
ρόλο που το είχα διασχίσει μόλις λίγες μέρες πριν.
Καθώς τα μάτια μου ταξίδεψαν από τον ορίζοντα σε μια πιο
κοντινή θέα, είδα πως, αντίθετα με την πρώτη μου εντύπωση, η
περιοχή είχε πολλά χαρακτηριστικά που δεν ήταν άμεσα εμφα­
νή, όπως οι πινελιές σε έναν πίνακα ή τα κύματα και τα ρεύματα
της θάλασσας όπως τα βλέπει ο ναύτης να στέκονται ανάγλυφα
πάνω από την ατέλειωτη, επίπεδη ομαλότητα του νερού. Η γη ή­
ταν σκασμένη και κατακερματισμένη, χωρισμένη σε περίεργα
σχήματα που διακλαδίζονταν και σύγκλιναν σαν δερματικό ε­
ξάνθημα, στρωμένα με χαντάκια και διαβρώσεις, ξεροπόταμα
και χαμηλούς ξεραμένους θάμνους, ένα ελεεινό τοπίο πόνου και
διάψευσης· έδαφος που είχε καθυστερήσει τη φρενιασμένη έ­
φιππη επιστροφή μου στο στρατόπεδο την προηγούμενη μέρα.
Κάπου στη μέση, ακριβώς πέρα από μια σειρά μικρών λόφων
που μετά βίας ξεχώριζαν από το γύρω χώρο, διέκρινα την απέ­
ραντη έκταση του περσικού στρατού, εκεί που είχε σταματήσει την
υποχώρησή του, μια συμπαγή μάζα σαν αποικία χιλιάδων μυρ­
μηγκιών, που απλωνόταν ως τον ορίζοντα, με τα περσικά πολε­
μικά λάβαρα να δίνουν χρώμα και λάμψη σε ελάχιστα σημεία
στο κατά τ' άλλα γκριζόμαυρο, ομοιόμορφο σύννεφο από άντρες
και ζώα. Κούνησα το κεφάλι μου για να συγκεντρώσω τις σκέ­
ψεις μου και εστίασα το βλέμμα μου σε συγκεκριμένα μέρη.
Χιλιόμετρα ολόκληρα γύρω μου κείτονταν τα συντρίμμια και
η καταστροφή της εκτεταμένης μάχης της προηγούμενης μέρας.
Αναποδογυρισμένες άμαξες που μισοκαίγονταν ακόμα στα πλά­
για, με το περιεχόμενό τους, σιτάρι και παστά ψάρια, σκορπι­
σμένο και πυρπολημένο, ορισμένες ξερνώντας ακόμα βρομερό,
πνιχτό καπνό. Κοντάρια δοράτων και ακόντια βρίσκονταν διε­
σπαρμένα στη σκληρή γη με παράλογες κλίσεις εκεί που είχαν
καρφωθεί, με τις άκρες τους να πάλλονται και να τρεμουλιάζουν
ελαφρά, λες και περίεργοι, αόρατοι θεοί της ερήμου μετρούσαν
το βάθος και τη στερεότητα των κονταριών. Το βλέμμα μου πλα­
νήθηκε στο ανοιχτό τοπίο, περνώντας φευγαλέα από το κατα­
κερματισμένο ύψωμα στη μαραμένη συστάδα χόρτων, ώσπου α­

ΚΛΕΑΡΧΟΣ

261

πρόθυμα, άθελά μου, του επέτρεψα να σταθεί στους μαυριδερούς
όγκους που ήταν σκορπισμένοι στην πεδιάδα, τόσοι πολλοί, που
ήταν αδύνατο να καταμετρηθούν: παραμορφωμένα σώματα α­
νάπηρων ή ποδοπατημένων αλόγων, βόδια και πρόβατα πετσο­
κομμένα βάναυσα στην κοιλιά ή το λαιμό ­για κανένα άλλο λόγο
παρά για να στερήσουν τους Έλληνες από την τροφή και την εκ­
δούλευσή τους­, και ίσως το πιο αναπάντεχο, αλλά και το πιο φρι­
κιαστικό, άντρες.
Ήταν χιλιάδες άντρες, ή πρώην άντρες, αν και πολλοί δεν ή­
ταν αναγνωρίσιμοι πια. Μία μόλις μέρα είχε περάσει αφότου έ­
πεσαν στη μάχη, αλλά το καμίνι της ζέστης τους είχε ψήσει εκεί
που βρίσκονταν μέσα στην καυτή άμμο και πολλοί είχαν διπλα­
σιαστεί σε όγκο, πρησμένοι από τα αέρια της κοιλιάς τους. Οι
περισσότεροι κείτονταν νεκρικά ακίνητοι, αδρανείς και σιωπηλοί
όπως τα βράχια και οι στραπατσαρισμένες άμαξες που απλώνο­
νταν στην πεδιάδα. Άλλοι, όμως, φύσαγαν και ξερνούσαν μέσα στη
ζέστη, κουνώντας και τινάζοντας κατά καιρούς τα μέλη τους, ε­
νώ η ηρεμία τους γινόταν ακόμα πιο δύσκολη από τα βραχνά
κρωξίματα των όρνεων που έκαναν κύκλους και συγκεντρώνο­
νταν από πάνω τους στον ουρανό, μαζεύοντας το κουράγιο τους
για επιδρομές στη γη, στοχεύοντας ειδικά εκείνους τους νεκρούς
που τα σπλάχνα τους ήταν πιο εκτεθειμένα τώρα στα επουράνια.
Κατάπια την αναγούλα που μου ερχόταν και πίεσα τον εαυτό μου
για να αφομοιώσω τη σκηνή, να πιάσω μόνο τις μεταβαλλόμενες
λεπτομέρειες, παρατηρώντας καθώς κοίταζα ότι δεν ήταν όλα τα
σώματα σε πρηνή στάση και νεκρά, αλλά υπήρχαν πολλές μαύ­
ρες φιγούρες από το μπουλούκι που ακολουθούσε το στρατό ή
στρατιώτες που περιδιάβαιναν άσκοπα ή γονάτιζαν ή κοιμούνταν
στο ύπαιθρο, δίπλα στα χυμένα σωθικά των πεθαμένων. Ένας ε­
ξαντλημένος Έλληνας, από αυτούς που ακολουθούσαν το στρά­
τευμα, σηκώθηκε από τον ύπνο του για να χτυπήσει ένα άπληστο
κοράκι που είχε δοκιμάσει να τον ραμφίσει στο μάτι και ένας αι­
μόφυρτος Σπαρτιάτης, φορώντας ακόμα τη στολή της μάχης, α­
νακάθισε βλαστημώντας και κλοτσώντας ένα αδέσποτο χοίρο που
είχε αρχίσει να του ανασκαλεύει το αχαμνά. Μια γυναίκα με βρό­

262

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ Μ Υ Ρ Ι Ω Ν

μικα ρούχα ταλαντευόταν μπρος πίσω στο έδαφος, γδέρνοντας με
τα χέρια το πρόσωπό της και τραβώντας τα μαλλιά της, καθώς ο­
λοφυρόταν και μοιρολογούσε βουβά μια αδιευκρίνιστη απώλεια.
Στα δεξιά μου καμιά εκατοστή στρατιώτες και ακόλουθοι του
στρατού είχαν οργανωθεί σε συνεργεία ενταφιασμού και είχαν
αρχίσει ν' ανάβουν πυρές και να συλλέγουν πτώματα για ταξινό­
μηση και κάψιμο. Πέρσες στρατιώτες, πολλοί από τους οποίους
ήταν ήδη μισοκαρβουνιασμένοι από τις βοιωτικές μηχανές, είχαν
απογυμνωθεί από κάθε χρηστικό αντικείμενο και είχαν μείνει γυ­
μνοί εκεί που έπεσαν, με τη σάρκα τους αιματοβαμμένη ή καμέ­
νη, στραγγιγμένη από αίμα, ενώ το δέρμα του προσώπου τους ή­
ταν σαν απαίσια γαλαζωπή μάσκα. Μερικά από τα πτώματα εί­
χαν περισυλλεγεί από το μπουλούκι του στρατού του Κύρου, είχαν
αναγνωριστεί στο μέτρο του δυνατού και οδηγούνταν έπειτα από
σύντομη τελετή στις πυρές που τριζοβολούσαν, από άντρες ντυ­
μένους από την κορυφή ως τα νύχια και κουκουλωμένους με χο­
ντρές κουβέρτες για να προφυλαχτούν από την έντονη ζέστη και
τη δυσωδία. Προς μεγάλη μου ανακούφιση δεν είδα πανοπλία
Έλληνα στρατιώτη στις σειρές των νεκρών.
Ξύλα για τις πυρές βρίσκονταν εύκολα από τα χιλιάδες περ­
σικά τόξα και τις βαριές αιγυπτιακές ασπίδες που υπήρχαν σε ό­
λο το γύρω χώρο, εγκαταλειμμένες κατά τη βιαστική αποχώρη­
ση των κατόχων τους. Άθικτες άμαξες και κάρα ήταν επίσης δια­
θέσιμα και παρά τη σφαγή που επιχείρησαν οι Πέρσες εκατο­
ντάδες βόδια και πρόβατα είχαν επιβιώσει, άγνωστο πώς, της
σφαγής των αδερφών τους και το είχαν σκάσει τη νύχτα και τώ­
ρα τριγύριζαν κοντά στο στρατόπεδο βελάζοντας για άρμεγμα
και περιποίηση. Παρόλο που δεν είχαμε αρκετές προμήθειες που
θα κρατούσαν για όλο το ταξίδι της επιστροφής στην πατρίδα, ή­
μαστε τουλάχιστον επαρκώς εφοδιασμένοι για να περάσουμε αρ­
κετές από τις επόμενες μέρες.
Τριγύριζα στο στρατόπεδο, κάνοντας επισκόπηση της κατά­
στασης κι αναζητώντας τον Ξενοφώντα και τον Πρόξενο. Ένα
σύννεφο σκόνης είχε ξεχωρίσει από το κύριο σώμα του εχθρικού
στρατεύματος πέρα μακριά, πολύ μικρό για να σημάνει συνα­

ΚΛΕΑΡΧΟΣ

263

γερμός, αλλά που άξιζε την προσοχή μου, μια κι εμποδίστηκε α­
πό τους Σπαρτιάτες ανιχνευτές που ο Κλέαρχος είχε θυμηθεί να
τοποθετήσει στις εισόδους του στρατοπέδου. Σύντομα μπόρεσα
να διακρίνω έναν ιππέα που έμπαινε από την εξωτερική περιφέ­
ρεια του πεδίου της μάχης, άοπλος, κρατώντας μόνο το κηρύκειο.
Μια και βρισκόμουν κοντά, τον περίμενα σιωπηλά, καθώς περ­
νούσε προσεκτικά μέσα από τα πρησμένα πτώματα των Περσών
ύστερα τον οδήγησα στη σκηνή του Πρόξενου που, λόγω έλλει­
ψης καλύτερου καταλύματος, είχε γίνει ο ανεπίσημος χώρος συ­
γκέντρωσης των αξιωματικών του στρατού.
Ο Κλέαρχος, που μόνο αυτός ανάμεσα στους Έλληνες είχε α­
νεξήγητα εύθυμη διάθεση, ήρθε να τον συναντήσει κι ανακάλυ­
ψε με έκπληξη ότι ήταν ο Φαλίνος, ένας μεγαλύτερος σκυθρωπός
Σπαρτιάτης που στα νιάτα του είχε υπηρετήσει υπό τις διαταγές
του, αλλά η εμπειρία τού είχε φανεί πολύ κουραστική κι είχε κα­
ταφέρει να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία κάπου αλλού.
Ο Φαλίνος θεωρούσε ανέκαθεν τον εαυτό του ειδικό στη στρα­
τιωτική στρατηγική μάλλον παρά αληθινό μαχητή και πριν από
αρκετά χρόνια είχε πείσει τον Τισσαφέρνη να τον προσλάβει γι'
αυτή του την ικανότητα. Έλεγαν ότι ακόμα και ο Αρταξέρξης τον
είχε σε μεγάλη υπόληψη για τις γνώσεις του σχετικά με τις σπαρ­
τιατικές στρατιωτικές τακτικές και μεθόδους. Ο Κλέαρχος τον
χτύπησε καλοπροαίρετα στον ώμο.
«Παλιόσκυλο! Πώς και δε σου είπε ακόμα ο βασιλιάς να τα μα­
ζεύεις μετά την απαίσια χτεσινή παράσταση! Μάλλον τον κάνεις
ό,τι θέλεις με τα παραμύθια σου για τις μεγάλες νίκες σου ενα­
ντίον της Αθήνας. Δεν του έχεις πει ακόμα ότι σε είχα για τα θε­
λήματα όταν είμαστε νεαροί ηβώντες* στη Σπάρτη;» κάγχασε ο
Κλέαρχος, αλλά ο Φαλίνος παρέμεινε ψυχρός και ανέκφραστος,
ενώ τα μάτια του ήταν κατακόκκινα και υδαρή από τον καπνό
των ταφικών πυρών, καθώς αρνήθηκε ν' ανταποδώσει στον πρώ­
ην συναγωνιστή του το φαιδρό χαιρετισμό.

* Έφηβοι. (Σ.τ.Μ.)

264

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

Ο Φαλίνος περίμενε σιωπηλά να φτάσουν όλοι οι Έλληνες αρ­
χηγοί κι ύστερα ζήτησε παγερά την προσοχή τους.
«Ο βασιλιάς», ανακοίνωσε με επίσημη φωνή, «αφού σκότω­
σε τον Κύρο και λεηλάτησε το στρατόπεδο των Ελλήνων, πέτυχε
μεγάλη νίκη. Σας διατάζει να καταθέσετε τα όπλα σας και να τον
ικετεύσετε για τον οίκτο που ίσως ευαρεστηθεί να σας δείξει».
Απόλυτη σιωπή. Οι Έλληνες έμειναν άφωνοι κι εγώ είδα τον
Κλέαρχο να φουντώνει αυτοστιγμεί και το σημάδι στο μάγουλό
του να ζωντανεύει. Έμεινε αμίλητος για λίγο, μέχρι να καταφέ­
ρει να ελέγξει το θυμό του.
«Δεν αρμόζει σε νικητές να καταθέτουν τα όπλα», είπε αργά
και ψυχρά, κάνοντας μια πλατιά χειρονομία με το στιβαρό, τρι­
χωτό χέρι του προς το απέραντο πεδίο, το σπαρμένο με κουφά­
ρια Περσών. Ύστερα βγήκε βαριά έξω για να ολοκληρώσει μια
θυσία που σκόπευε να εποπτεύσει, αφήνοντας τους άλλους αρ­
χηγούς συγκεντρωμένους γύρω από τον Φαλίνο να μουρμουρί­
ζουν μεταξύ τους.
Ο Πρόξενος τελικά έσπασε την ένταση. «Φαλίνε, κι εσύ ο ίδιος
είσαι Έλληνας. Μίλησέ μας ανοιχτά και τίμια. Απευθύνεται ο βα­
σιλιάς σ' εμάς ως κυρίαρχος ή μας ζητά απλώς να καταθέσουμε
τά όπλα ως χειρονομία καλής πίστης;» Στο σημείο αυτό, όλοι οι
αρχηγοί άρχισαν να μιλούν όλοι μαζί, είτε γιουχάροντας τον Πρό­
ξενο για την ευθύτητα του απέναντι στον Φαλίνο είτε επιχειρώ­
ντας να θέσουν τις δικές τους ερωτήσεις. Τελικά, ένας Αθηναίος
αρχηγός, ο Θεόπομπος, ένας κομψευόμενος που είχα δει μια δυο
φορές με τον Σωκράτη στην αγορά, κατάφερε να κερδίσει την
προσοχή των άλλων.
«Φαλίνε», είπε. «Έλα στη θέση μας. Τώρα που έχουμε λεη­
λατηθεί από το βασιλιά, δεν έχουμε τίποτ' άλλο εκτός από τα ό­
πλα και το θάρρος μας. Όσο έχουμε τα όπλα μας, μπορούμε να
χρησιμοποιήσουμε και το θάρρος μας. Αν όμως παραδώσουμε
τα όπλα μας, χάνουμε και τα δύο. Πώς μπορείς να μας κατηγο­
ρήσεις αν απορρίψουμε την απαίτηση του βασιλιά;» Χαμογέλα­
σε αυτάρεσκα με το μεστό του επιχείρημα και περίμενε την α­
ντίδραση του Φαλίνου. Όλοι τον κοιτάξαμε.

ΚΛΕΑΡΧΟΣ

265

Ο Φαλίνος γέλασε σφιγμένα. «Καλά τα είπες, μικρέ Σωκράτη!
Η λογική όμως δεν προωθεί την υπόθεσή σας, αν τα γεγονότα εί­
ναι εναντίον σας. Είτε έχετε είτε δεν έχετε θάρρος, ο βασιλιάς έ­
χει ακόμα μισό εκατομμύριο άντρες στην πεδιάδα και πολύ πε­
ρισσότερους στη Βαβυλώνα, λίγες ώρες μακριά από εδώ. Είστε α­
νόητοι αν νομίζετε ότι μπορείτε να καταφέρετε ν' αναχαιτίσετε τη
δύναμή του. Κι εγώ είμαι Έλληνας. Αν πίστευα ότι έχετε έστω
και μια πιθανότητα στις χίλιες να υπερισχύσετε του βασιλιά ή έ­
στω να ξεφύγετε και να επιστρέψετε σώοι στην πατρίδα, θα σας
έλεγα να το κάνετε. Μα τους θεούς, έχω κερδίσει ένα μικρό κο­
μπόδεμα από χρυσό υπηρετώντας τους Πέρσες όλα αυτά τα χρό­
νια ­ και θα αποφάσιζα ακόμα και να έρθω μαζί σας. Το ότι δεν
το κάνω τα λέει όλα. Ρωτήστε το μεγάλο σας φιλόσοφο τι θα έ­
κανε σε αυτή την περίσταση».
Μέχρι τότε ο Κλέαρχος είχε ολοκληρώσει τη θυσία και ξανα­
γύρισε με το πρόσωπο μαύρο από τη λύσσα που είχε φουσκώσει
μέσα του. «Πήγαινε και πες τούτο εδώ στο βασιλιά», πέταξε. «Αν
επιθυμεί φιλία μαζί μας, θα του είμαστε πιο πολύτιμοι με τα όπλα
παρά χωρίς αυτά. Αν επιθυμεί να κάνει πόλεμο εναντίον μας, α­
κόμα καλύτερα για μας να κρατήσουμε τα όπλα μας. Τα όπλα θα
τα κρατήσουμε και θα παραμείνουν ακονισμένα. Κι εσύ, Φαλίνε,
γελοίε μπάσταρδε, την επόμενη φορά που θα σε δω στο στρατό­
πεδό μου θα σου κόψω τα αρχίδια και θα τα φάω για πρωινό».
Ο Φαλίνος χαμογέλασε ανόητα. «Εγώ είμαι απλώς εκπρόσω­
πος του βασιλιά», είπε υποκριτικά. «Δεν μπορώ να σε αποτρέψω
από το να διαπράξεις ανοησία, Κλέαρχε. Αλλά έχω ένα ακόμα
μήνυμα από το βασιλιά. Παραχωρεί ανακωχή αν μείνετε εδώ
που βρίσκεστε, αλλά πόλεμο αν μετακινηθείτε από αυτό το μέ­
ρος, είτε προς τα εμπρός είτε προς τα πίσω. Δώσε μου μια απά­
ντηση να τη μεταφέρω στο βασιλιά: Θα υπάρξει ανακωχή ή πό­
λεμος;»
«Ναι», απάντησε ο Κλέαρχος.
Ο Φαλίνος τον κοίταξε μπερδεμένος κι ύστερα του έριξε ένα
άγριο βλέμμα. «Τι υποτίθεται ότι θα πω στο βασιλιά;» ρώτησε ε­
κνευρισμένος.

266

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

«Ότι για μία έστω φορά συμφωνούμε μαζί του. Θα υπάρξει α­
νακωχή αν μείνουμε και πόλεμος αν μετακινηθούμε».
Αλλά δεν είπε τι εννοούσε.

Το ίδιο απόγευμα ο Κλέαρχος μας διέταξε να διαλύσουμε το στρα­
τόπεδο αμέσως μετά το δείπνο. Όταν ο Ξενοφώντας μου μεταβί­
βασε την εντολή, δεν μπορούσα να πιστέψω στ' αφτιά μου.
«Καταλαβαίνεις ότι ο Κλέαρχος μόλις υπέγραψε τη θανατική
μας καταδίκη;» φώναξα. «Είμαστε μόνο δέκα χιλιάδες ­ ο βασι­
λιάς θα ρίξει ολόκληρο το στρατό του εναντίον μας μέχρι το ξη­
μέρωμα!»
Ο Ξενοφώντας δεν υπαναχώρησε. «Μπορεί να συμβεί και αυ­
τό, αλλά ο Κλέαρχος αναγκάστηκε να το κάνει από τους ίδιους
τους δικούς μας στρατιώτες. Το ήξερες; Τριακόσιοι Θράκες πε­
ζοί και σαράντα ιππείς λιποτάκτησαν στο βασιλιά το απόγευμα».
«Τριακόσιοι σαράντα; Δεν μπορούσαν να τους συγκρατήσουν
οι αξιωματικοί τους μέχρι ν' αποφασίσουμε όλοι μαζί;»
Ο Ξενοφώντας δίστασε και κοίταξε μακριά με μια έκφραση
πικρίας. «Οι ίδιοι οι αξιωματικοί τους οδήγησαν. Και μόλις δια­
δοθεί η είδηση περί λιποταξίας στο στράτευμα, θα υπάρξουν και
άλλοι».
Συλλογίστηκα τα λόγια του. Δεν μπορούσε να ξέρει κανείς πό­
σο ακόμα θα ήταν ικανός να κρατήσει ενωμένο το στρατό ο Κλέ­
αρχος, αφού έλειπε η κοινή ελπίδα λαφυραγώγησης από τον Κύ­
ρο. Μία κατά μέτωπο επίθεση εναντίον του Αρταξέρξη, με αριθ­
μητικά πολύ ανώτερο στρατό, ήταν αδιανόητη. Μένοντας εκεί
που βρισκόμαστε, χωρίς προμήθειες, ενώ ο βασιλιάς θα μας έ­
φθειρε με καθυστερήσεις, θα σήμαινε παθητική αυτοκτονία.
Απλά, δεν μπορούσαμε να κρατήσουμε τη θέση μας.
«Και πού σκοπεύει ο Κλέαρχος να μας οδηγήσει;» ρώτησα.
Ο Ξενοφώντας σήκωσε τους ώμους. «Δεν έχει καμιά άλλη ε­
πιλογή από το να ενωθούμε με τον Αριαίο και τα ντόπια στρα­
τεύματα και να ελπίζουμε ότι θα μείνουν πιστοί σ' εμάς μάλλον
παρά στο βασιλιά».

ΚΛΕΑΡΧΟΣ

267

Δεν ειπώθηκε, αν και υπονοούνταν, ότι η μετακίνηση μας α­
πό την παρούσα θέση σήμαινε κήρυξη πολέμου εναντίον όλης
της περσικής αυτοκρατορίας, όπως άλλωστε είχαν κηρύξει και
οι προπάτορές μας πόλεμο εναντίον των προγόνων του βασιλιά,
του Δαρείου και του Ξέρξη.
Ύστερα από μακρά πορεία μέσα στο σκοτάδι, φτάσαμε τα
μεσάνυχτα στο στρατόπεδο του Αριαίου. Οι αξιωματικοί μαζεύ­
τηκαν αμέσως γύρω από μια φωτιά για συμβούλιο και όλοι τους,
Πέρσες και Έλληνες, ορκίστηκαν να υπερασπιστούν μέχρι θα­
νάτου οι μεν τους δε. Έπειτα από επιμονή του Αριαίου, επι­
σφράγησαν τη συμφωνία βουτώντας τα δόρατα τους στο αίμα ε­
νός ταύρου που είχαν θυσιάσει πριν από λίγο, αλείφοντας ο κα­
θένας λίγο το στήθος του διπλανού του με την αιχμή σε ένδειξη
αμοιβαίας εμπιστοσύνης.
Ύστερα πήρε το λόγο, ανυπόμονα, ο Κλέαρχος.
«Τώρα που ορκιστήκαμε αμοιβαία πίστη με αυτό το σημάδι
από το αίμα του ταύρου και αναγνωρίσαμε ότι βρισκόμαστε κι ε­
μείς κι εσείς στην ίδια δυσάρεστη κατάσταση, τι προτείνεις, Αρι­
αίε; Γνωρίζεις καλά τη χώρα αυτή. Να γυρίσουμε λοιπόν από το
δρόμο που ήρθαμε;»
Ο Αριαίος στύλωσε τα μάτια στη φωτιά σκυθρωπός για λίγες
στιγμές προτού απαντήσει.
«Αν επιστρέψουμε από τον ίδιο δρόμο, είναι σίγουρο ότι θα λι­
μοκτονήσουμε. Κατά την ανάβαση μας ως εδώ το τοπίο ήταν μια
άγονη έρημος. Σε δεκαεφτά σταθμούς ήμαστε υποχρεωμένοι να
στηριχτούμε στις προμήθειες που κουβαλούσαμε μαζί μας και
τώρα δεν έχουμε τίποτα». Έκανε μια στιγμιαία παύση σκεφτικός.
«Η επιστροφή από το βορρά είναι μακρύτερη, αλλά τουλάχιστον
θα περάσουμε μέσα από εύφορη γη γεμάτη χωριά, απ' όπου μπο­
ρούμε να πάρουμε προμήθειες. Το μυστικό είναι να κινηθούμε
γρήγορα, ώστε να μεσολαβήσει ανάμεσα σ' εμάς και τον Αρτα­
ξέρξη όσο το δυνατό μεγαλύτερη απόσταση. Δε θα τολμήσει να
μας επιτεθεί με μικρή δύναμη, αλλά αν κινηθεί με όλο το στρα­
τό του θα πηγαίνει πολύ αργά για να μας προλάβει. Προτείνω να
κινηθούμε γρήγορα, όσο έχουμε τη δυνατότητα».

268

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

Αυτό έκανε τους αξιωματικούς να δυσφορήσουν, μια και φά­
νηκε σαν δειλία ­ σαν να κόβαμε απλώς λάσπη. Κανείς άλλος, ό­
μως, δεν είχε καμιά καλύτερη ιδέα κι έτσι αναγκαστικά οι αξιω­
ματικοί την ψήφισαν για σχέδιό τους, έκαναν θυσία στους θεούς
και ο καθένας αποχώρησε να κοιμηθεί έστω και λίγες ώρες, μέ­
χρι να ξυπνήσει το εξαντλημένο στράτευμα το άλλο πρωί και να
ξεκινήσει την αναγκαστική του πορεία.
Καθυστέρησα κάμποσο στη σκιά δίπλα στη φωτιά, απρόθυ­
μος να επιστρέψω στη σκηνή, με το μυαλό μου να στριφογυρίζει
και το σώμα μου τσιτωμένο και ανήσυχο. Παρά τη φρίκη αυτής
της μακριάς και πικρής μέρας ­το κάψιμο των νεκρών, την αντι­
μετώπιση του Φαλίνου, την εξαντλητική πορεία μες στο σκοτάδι
μέχρι το στρατόπεδο του Αριαίου­, δεν μπορούσα να σκεφτώ τί­
ποτ' άλλο εκτός από το συμβάν της προηγούμενης νύχτας. Οι σκέ­
ψεις μου συναγωνίζονταν σε ταχύτητα το εναργές όνειρο που είχα
ζήσει, την παραλίγο βεβαιότητα ότι επρόκειτο να πεθάνω στα χέ­
ρια της Αστερίας, επειδή είχα διαπράξει χωρίς να το ξέρω κάποιο
αδίκημα λαγνείας, όπως κάποιο από εκείνα τα αρσενικά έντομα
που είχα παρακολουθήσει κάποτε έντρομος, όταν ήμουν παιδί,
που κατά τη διάρκεια της ίδιας της ερωτικής πράξης καταβρο­
χθίζεται ήρεμα από το θηλυκό, αρχικά από το κεφάλι και στη συ­
νέχεια μέχρι κάτω το παλλόμενο ακόμα από οργασμό υπογάστριο.
Αφού τριγύρισα άσκοπα στο στρατόπεδο κάμποση ώρα, συνειδη­
τοποίησα με έκπληξη ότι τα πόδια μου με είχαν φέρει, σχεδόν εν­
στικτωδώς, στην περιοχή των ακολούθων του στρατοπέδου.
Ανοίγοντας δρόμο μέσα από τον κυκεώνα των σκευοφόρων
και των σκηνών στην περιοχή των γυναικών και νιώθοντας να βα­
ραίνουν πάνω μου θρηνητικά και επιτιμητικά βλέμματα πίσω α­
πό κάθε σκιά και καταφύγιο, τριγυρνούσα στα τυφλά και μάταια
για μία ώρα, σίγουρος ότι δε θα κατάφερνα να τη βρω ­ όταν
ξαφνικά, σαν από το πουθενά, αισθάνθηκα το απαλό της χέρι να
γλιστρά μέσα στο δικό μου και να με τραβάει από απαλά. Με ο­
δήγησε στην άκρη του στρατοπέδου και προσπάθησα να την τρα­
βήξω κοντά μου, αλλά μου αντιστάθηκε ψυχρά κι εξακολούθησε
να με οδηγεί μπροστά μες στο σκοτάδι, ώσπου αφήσαμε πίσω

ΚΛΕΑΡΧΟΣ

269

μας το θρήνο του στρατοπέδου και φτάσαμε σ' ένα μικρό βράχο
που προεξείχε προφυλαγμένος από ένα μοναχικό θάμνο. Εδώ τε­
λικά σταμάτησε και χωρίς να καθίσει κάτω στράφηκε προς το
μέρος μου, με το πρόσωπό της να σκιάζεται από το σκοτάδι και
το σώμα της σε υπερένταση.
«Θέο, χτες το βράδυ... χτες το βράδυ φοβόμουν τα πάντα κι αυ­
τό που κάναμε ήταν λάθος. Λυπάμαι».
Έμεινα σιωπηλός, περιμένοντας να συνεχίσει, αφού δεν είχα
τίποτα να προσθέσω σε μια δήλωση σαν κι αυτή.
«Με γνωρίζεις, αλλά δεν ξέρεις τίποτα για μένα», είπε. «Είμαι
γόνος της περσικής αυλής. Χρωστούσα ευγνωμοσύνη στον πρί­
γκιπα και πρωτύτερα στην οικογένεια του. Παρ' όλα αυτά εδώ
στην έρημο δεν έχω τίποτα. Το μόνο που μπορώ να σου προ­
σφέρω είναι δυστυχία».
«Αστερία, αν εννοείς κάποια προίκα, αυτό δεν είναι κάτι που
με απασχολεί. Κι εγώ δεν έχω τίποτα στην κατοχή μου. Κι είναι
αδύνατο προς το παρόν να παντρευτούμε κάτω από αυτές τις συν­
θήκες».
Έκανε μια στιγμιαία παύση, δείχνοντας μπερδεμένη, προτού
διακρίνω ένα αχνό, θλιμμένο χαμόγελο να σχηματίζεται φευγα­
λέα στο πρόσωπό της. «Δεν εννοούσα ακριβώς αυτό. Είναι θέμα
οικογενειακής τιμής. Ο πατέρας μου...»
Τη διέκοψα αγριοκοιτάζοντάς την. «Νοιάζεσαι για την τιμή και
τον πατέρα σου ­ γιατί; Επειδή δεν είμαι από ανώτερη κοινωνι­
κή τάξη; Είμαι Αθηναίος στρατιώτης, είμαι πολεμιστής. Δεν έχω
χρήματα, αλλά έχω δυνατό εξοπλισμό και την τεράστια κληρο­
νομιά της πόλης μου. Ποιος είναι ο πατέρας σου και τι έχει για
να περηφανεύεται;»
Αναστέναξε, «Θέο, δεν καταλαβαίνεις. Αν επρόκειτο απλώς
για την αποδοκιμασία του, θα μπορούσα να το αντέξω. Είναι κά­
τι πολύ περισσότερο, κάτι που φοβάμαι ότι δε θα μπορούσα να
ξεπεράσω. Πώς μπορώ να προδώσω τον πατέρα μου;»
«Να τον προδώσεις; Πού βρίσκεται τώρα ο πατέρας σου; Τι
απειλή θ' αποτελούσα πιθανόν γι' αυτόν ή αυτός για μένα;»
«Δεν είμαι καν σίγουρη κι εγώ η ίδια...»

270

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

«Αστερία ­ δες την κατάσταση μας, δες τη δική σου κατάστα­
ση. Μια γυναίκα πρέπει να δέχεται την προστασία που της πα­
ρουσιάζεται. Εγώ βρίσκομαι εδώ, ενώ αυτός όχι».
Έκανε παύση για αρκετή ώρα μες στο σκοτάδι, κοιτάζοντας ε­
ξεταστικά το πρόσωπό μου, δείχνοντας να με βλέπει καθαρά, λες
κι υπήρχε φως, σαν να επιχειρούσε και πάλι να μαντέψει την α­
πάντηση των θεών προτού δράσει. Μια στιγμή αργότερα κινήθη­
κε προς το μέρος μου κι αισθάνθηκα το θερμό, λεπτοκαμωμένο
κορμί της πάνω μου. Έσκυψα προς τα κάτω για ν' ανασάνω τη μυ­
ρουδιά της, το ίδιο δυνατό άρωμα καμένου ξύλου και λιωμένων
λουλουδιών που είχε μείνει για ώρα στα ρουθούνια μου μετά τη χτε­
σινοβραδινή της επίσκεψη. Καθώς είχαμε βολευτεί πάνω στο α­
ραιό, σκονισμένο γρασίδι, άρχισα να ψαχουλεύω αδέξια το χιτώ­
να της, προσπαθώντας να γλιστρήσω το χέρι μου από κάτω.
«Περίμενε», είπε, «δεν έχουμε χρόνο. Ο ήλιος αρχίζει ήδη να
ανατέλλει». Και πραγματικά ο ουρανός κατά τη μεριά της ανατο­
λής είχε αρχίσει να φωτίζεται και το στρατόπεδο είχε αρχίσει να
ξυπνάει με τους ήχους των πρωινών δραστηριοτήτων, αν και κα­
νείς δεν είχε καταφέρει να κοιμηθεί περισσότερο από λίγες ώρες.
Χαλάρωσα και μια σχεδόν ολοκληρωτική αίσθηση κούρασης
και παραίτησης με κατέκλυσε, κάνοντάς με να αισθάνομαι ευ­
γνωμοσύνη που είχα έστω την ευκαιρία να είμαι ακόμα ξαπλω­
μένος κρατώντας τη στην αγκαλιά μου. Κι εκείνη, όμως, έδειχνε
ευχαριστημένη, απέχοντας πολύ από την ένταση και την από­
γνωση της προηγούμενης νύχτας. Παρ' όλα αυτά οι τρομερές αμ­
φιβολίες που είχα νωρίτερα εξακολουθούσαν να με απασχολούν.
«Αστερία», άρχισα διστακτικά, «χτες τη νύχτα, την ώρα που έ­
φευγες, νομίζω ότι ονειρεύτηκα ­ σαν να ήσουν εσύ και με το μα­
χαίρι σου...» Δεν μπορούσα να βρω τις λέξεις, γιατί πώς να μιλή­
σεις σε κάποιον για μια τέτοια εμπειρία; Κοίταξα το πρόσωπό της
που είχε αρχίσει σιγά σιγά να διακρίνεται καθαρότερα στον γκρι­
ζωπό ουρανό, τα διάφανα μάτια της που έλαμπαν στο αιθέριο
φως της αυγής, αν και ακόμα άχρωμα σαν τις σκιές. Το πρόσω­
πό της ήταν ανέκφραστο, σχεδόν ειρωνικό, καθώς μου ανταπέ­
δωσε κι αυτή ήρεμα το βλέμμα.

ΚΛΕΑΡΧΟΣ

271

«Δεν ξέρουμε από πού έρχονται τα όνειρα», είπε, «ή γιατί ξε­
θωριάζουν. Δεν έχει σημασία. Ονειρεύτηκες θάνατο, αλλά δεν ή­
ταν παρά ένα όνειρο. Οι ζωές μας συνεχίζονται».
Για δεύτερη φορά στη ζωή μου άκουσα δύο λέξεις που με συ­
γκλόνισαν, αφήνοντας μου ένα ανεξίτηλο αποτύπωμα, σαν οικο­
γενειακό σημάδι σε μωρουδίστικο λαιμό. Την κράτησα σφιχτά και
κοίταξα την επιστροφή της Ηώς και ύστερα κοιμήθηκα για λίγο,
ευτυχώς χωρίς να δω περίεργα όνειρα.

Την επομένη ταξιδέψαμε χωρίς απρόοπτα, μέχρι που φτάσαμε
σε μια μικρή συστάδα χωριών χωρίς να δούμε καθόλου εχθρικές
δυνάμεις, αν και σε όλο το δρόμο μάς παρακολουθούσαν οι ανι­
χνευτές του ιππικού του Τισσαφέρνη, ένας ένας ή σε ομάδες α­
πό δυο τρεις, μένοντας σταθερά εκτός βολής των τόξων μας. Εκεί­
νη τη νύχτα, την πρώτη έπειτα από μια εβδομάδα που ο στρατός
είχε τη δυνατότητα να ξεκουραστεί από το σούρουπο ως την α­
νατολή του ήλιου, οι άντρες ήταν αλαφιασμένοι. Νιώθοντας την
ανησυχία τους, ο Ξενοφώντας μού ζήτησε να κάνω ήσυχα κά­
ποιες βόλτες και να προσπαθήσω να εξακριβώσω τους φόβους
τους.
«Δεν είναι ανάγκη, Ξενοφώντα», είπα, «ξέρω ακριβώς τι αι­
σθάνονται. Οι άντρες έχουν δει τόσα. Είναι τρομοκρατημένοι ε­
πειδή έχασαν τον πρίγκιπα και βρίσκονται μίλια μακριά από τη
θάλασσα και την πατρίδα. Φοβούνται ότι οι παλιοί τους Έλληνες
θεοί τους έχουν εγκαταλείψει κι αυτό τους σκοτίζει το μυαλό».
Ο Ξενοφώντας συλλογίστηκε τα λόγια μου, αλλά κατάλαβα α­
πό την έκφρασή του ότι παρέμενε προβληματισμένος.
«Αυτά είναι γενικοί προβληματισμοί», αντέτεινε, «αλλά οι ά­
ντρες αυτοί είναι ψημένοι πολεμιστές, βετεράνοι ­ έχουν δοκιμά­
σει ήττες αλλά και ισάριθμες νίκες. Δεν μπορεί ολόκληρο το στρα­
τόπεδο να βρίσκεται στα πρόθυρα πανικού, εξαιτίας κάποιου α­
καθόριστου αισθήματος εγκατάλειψης από τους θεούς!»
«Είναι και κάτι ακόμα», παραδέχτηκα καθώς με κοίταξε με α­
δημονία. «Οι Έλληνες στρατιώτες, αντίθετα από τους αξιωματι­

272

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

κούς, δεν έδωσαν όρκο υπακοής στους άντρες του Αριαίου. Δεν
τους εμπιστεύονται, ειδικά μετά την εγκατάλειψη του τσούρμου
του στρατοπέδου στα Κούναξα. Το στρατόπεδο των ντόπιων στρα­
τευμάτων απέχει μόνο ένα μίλι από εδώ και υπερέχουν αριθμη­
τικά σε αναλογία ένας προς δέκα. Οι άντρες μας δεν μπορούν ν'
απαλλαγούν από το συναίσθημα ότι μια μαύρη σκιά έχει πέσει κα­
τευθείαν πάνω τους».
Ο Ξενοφώντας κοίταξε με κατανόηση το στρατόπεδο κι άρχισε
να βαδίζει αργά προς τα καταλύματα του Κλέαρχου. Ο ουρανός
ήταν σκοτεινός και σύννεφα που προμηνούσαν θύελλα έκρυβαν
το φεγγάρι και τα άστρα και οι στρατιώτες στριμώχνονταν κοντά
στις φωτιές και μεταξύ τους για παρηγοριά. Κάθε δυνατός ήχος
από κάποια γειτονική παρέα, κάθε βλαστήμια από κάποιο στρα­
τιώτη που χτυπούσε το δάχτυλο του καθώς έσπαγε ένα ξύλο, κά­
θε μακρινό χλιμίντρισμα αλόγου έκανε τους άντρες ν' αναπηδούν
και να κοιτάζουν φοβισμένα μες στο σκοτάδι. Όλοι ήξεραν ή φα­
ντάζονταν ότι ήμαστε περικυκλωμένοι από κρυμμένους Πέρσες,
δολοφόνους του Τισσαφέρνη ή προδότες του Αριαίου που και­
ροφυλακτούσαν αθέατοι μες στο σκοτάδι, έτοιμοι να χτυπήσουν
όσους έμεναν πίσω, κόβοντας τους στα γρήγορα το λαιμό ή ξε­
κάνοντας ολόκληρες παρέες με έναν καταιγισμό από βέλη, έτσι
καθώς διαγράφονταν οι σιλουέτες μας την ώρα που περνούσαμε
μπροστά από τις πυρές.
Ακόμα και κατά τη δεύτερη περίπολο, κανένας από τους Έλλη­
νες δεν είχε πάει για ύπνο. Άρχισαν να μαζεύονται σε μεγαλύτε­
ρες ομάδες, καθώς οι άντρες αναζητούσαν όσους ήταν από το ί­
διο μέρος και μιλούσαν την ίδια διάλεκτο, για παρηγοριά. Δύο φο­
ρές ξέσπασαν τρομακτικές ταραχές, καθώς κάποιος φώναξε ότι
δέχονταν επίθεση και όλοι βιάστηκαν να πάρουν τα όπλα τους.
Ο στρατός δε θα έβγαζε καλά τη νύχτα ­ βρισκόταν στα πρόθυ­
ρα ταραχών και οι άντρες ήταν έτοιμοι είτε να σκοτώσουν τους
αρχηγούς τους από οργή επειδή ναυάγησαν τα όνειρα τους για
πλουτισμό είτε να το σκάσουν άγρια μέσα στη νύχτα, προσπα­
θώντας να σώσει ο καθένας το τομάρι του, εγκαταλείποντας ό,τι
πίστευε πως ήταν βέβαιος θάνατος για τους άλλους.

ΚΛΕΑΡΧΟΣ

273

Καθώς προχωρούσε η νύχτα και τρίτο κύμα πανικού κατέλα­
βε τους Έλληνες κι ύστερα όλο το στρατόπεδο κι επακολούθησε
οχλοβοή, όπως θα περίμενε κανείς έπειτα από αιφνίδια εχθρική
επιδρομή. Ο Κλέαρχος βρέθηκε σε απόγνωση μπροστά στο φό­
βο των στρατιωτών. Έβαλε τις σάλπιγγες να ηχήσουν και έστει­
λε το βετεράνο αγγελιοφόρο του, τον Τολμίδη τον Ηλείο, να γυ­
ρίσει το στρατόπεδο, αυτόν που είχε μια σκληρή, ενοχλητική φω­
νή, η οποία μπορούσε ν' ακουστεί σαν σπασμένη καμπάνα πάνω
από το σαματά. Με εντολή του Κλέαρχου ο Τολμίδης ούρλιαξε
να σωπάσουν κι ανακοίνωσε μια προκήρυξη του αρχηγείου:
«Ας μάθουν όλοι το εξής! Ο αρχηγός σας ο Κλέαρχος σας δια­
τάσσει να επιστρέψετε στις ομάδες σας και να παραμείνετε ήρε­
μοι, διαφορετικά θα τιμωρηθείτε με θάνατο αν εγκαταλείψετε τη
γραμμή και την παράταξή σας. Επιπλέον, προσφέρει αμοιβή ε­
νός ταλάντου, ή δεκαπέντε χρόνων μισθούς, για πληροφορίες που
θα οδηγήσουν στην εξακρίβωση της ταυτότητας του άντρα ο ο­
ποίος άφησε ελεύθερο μέσα στο στρατόπεδο το άγριο γαϊδούρι
και δημιούργησε αυτή την παράλογη αναστάτωση που διατα­
ράσσει τον ύπνο του αρχηγού».
Σε αυτούς που ήταν σίγουροι ότι επρόκειτο για εχθρική επί­
θεση, η είδηση ότι η φασαρία είχε προκληθεί απλώς από ένα α­
δέσποτο γαϊδούρι προκάλεσε μια ευπρόσδεκτη διασκεδαστική
ανακούφιση και τους καθησύχασε ότι μπορούσαν να ξεκουρα­
στούν την υπόλοιπη νύχτα. Οι πιο έξυπνοι, που γνώριζαν ότι δεν
είχε παρουσιαστεί εχθρός, αλλά φοβούνταν ακόμα περισσότερο
την πιθανότητα αυτοκαταστροφής του στρατού, ηρέμησαν με την
προνοητικότητα του Κλέαρχου να δηλώσει ότι αυτός, τουλάχι­
στον, κοιμόταν βαθιά. Ελάχιστοι τολμηροί μόνο πέρασαν τη νύ­
χτα κοιτάζοντας μέσα σε κάθε σκηνή και αναζητώντας το κατερ­
γάρικο γαϊδούρι.
Όσο για μένα, πέρασα την υπόλοιπη βραδιά αναλογιζόμενος
τι να σκέφτονταν οι θεοί κι είχαν βγάλει τόσο εκτός πορείας τους
άτυχους Έλληνές τους.

274

Η ΚΑΘΟΔΟΣ TΩN ΜΥΡΙΩΝ

Ο Πρόξενος ξύπνησε νωρίς την άλλη μέρα το πρωί, με εύθυμη
διάθεση.
«Φτάνουν οι πρέσβεις του Τισσαφέρνη! Ο Κλέαρχος μόλις πή­
ρε μήνυμα από την προφυλακή μας ότι ζήτησαν να μπουν στο
στρατόπεδο αγγελιοφόροι των Περσών!» Φόρεσα έναν καθαρό χι­
τώνα κι άρχισα να γυαλίζω με άμμο την πανοπλία του Ξενοφώ­
ντα και τη δική μου. Ο Κύρος ήταν νεκρός, αλλά ο βασιλιάς και
ο Τισσαφέρνης έδειχναν ν' ανησυχούν για τους Έλληνες όσο κι
εμείς γι' αυτούς, αλλιώς δε θα έστελναν πρεσβεία με σημαία α­
νακωχής για να διαπραγματευτούν μαζί μας.
Στο μεταξύ, ο Κλέαρχος δεν έχασε την ευκαιρία να κάνει τους
πρέσβεις του Τισσαφέρνη να αισθανθούν κάπως άβολα. Έστει­
λε μήνυμα στην προφυλακή να καθυστερήσουν την παρουσίαση
τους μέχρι να ετοιμαστεί ο ίδιος. Ύστερα κάλεσε τους αρχηγούς
του για να τους δώσει οδηγίες.
«Παρατάξτε το στράτευμα σε θέση μάχης μέχρι την κορυφή»,
είπε. «Τοποθετήστε τους βαριά οπλισμένους στο κέντρο μαζί με
τους ιπποτοξότες από τη μια μεριά και το ιππικό από την άλλη.
Βεβαιωθείτε ότι η παράταξη έχει βάθος τρεις τουλάχιστον σειρές
και κρατήστε τις σκευοφόρους και το μπουλούκι που ακολουθεί το
στρατό στην πεδιάδα. Δε χρειάζεται να υπενθυμίσουμε στο βασι­
λιά ότι μας ξεπερνάει αριθμητικά σε αναλογία έναν προς εκατό».
Όταν οι απεσταλμένοι έφτασαν λίγο αργότερα, έδωσε διατα­
γή ν' αφοπλιστούν και ν' αφιππεύσουν και να αποσυρθεί ακόμα
και η εθιμοτυπική λόγχη που έφερε το λάβαρο του Τισσαφέρνη
με το χρυσό φτερωτό άλογο. Τους συνόδευσαν μάλιστα οι πιο σω­
ματώδεις και βαριά οπλισμένοι Σπαρτιάτες και τους πέρασαν μέ­
σα από μια περιοχή όπου έξι βοιωτικές μηχανές του Πρόξενου
βρίσκονταν σκόπιμα σε λειτουργία, ασκώντας το τρομακτικό έρ­
γο τους, μέχρι το αρχηγείο του Κλέαρχου. Αυτό το είχε διαμορ­
φώσει κάπως σαν αίθουσα θρόνου φυλάρχου ­ακολουθώντας την
εμπειρία του από τα χρόνια που είχε περάσει στο Βυζάντιο­ μέ­
σα σε μια τεράστια σκηνή που είχε φτιάξει βιαστικά, ενώνοντας
μερικές άλλες. Το εσωτερικό ήταν μεγαλοπρεπές ­ πάνοπλοι α­
κόλουθοι, πεπλοφόρες κοπέλες του χαρεμιού ξαπλωμένες πάνω

ΚΛΕΑΡΧΟΣ

275

σε μαξιλάρες, ανεκτίμητα χαλιά στο δάπεδο και στους τοίχους
και πιστές σκλάβες που περίμεναν την οποιαδήποτε εντολή. Το
όλο σκηνικό ήταν τόσο ξένο σε όλους εμάς που, αντίθετα από τον
Κλέαρχο, δεν είχαμε καμιά εμπειρία των περσικών συνηθειών, ώ­
στε δεν μπορούσαμε να αποφύγουμε να βάλουμε τα γέλια, ειδι­
κά όταν είδαμε το λιτοδίαιτο Σπαρτιάτη αρχηγό μας εν μέσω τέ­
τοιας πολυτέλειας. Μας έριξε όμως ένα τόσο άγριο βλέμμα με το
τρομερό, σημαδεμένο του πρόσωπο και το μοναδικό, φουντωτό
του φρύδι που κάλυπτε όλο το μήκος του μετώπου του χωρίς δια­
κοπή, ώστε μας έκανε να σωπάσουμε ακαριαία στις γραμμές μας.
Ύστερα άλλαξε την έκφραση του, παίρνοντας ένα υπεροπτικό,
βλοσυρό ύφος για να υποδεχτεί τους καλεσμένους του.
Οι Πέρσες εντυπωσιάστηκαν από το σκηνικό, αφού αρχικά,
έξω από τη σκηνή, πέρασαν τον Πρόξενο για αρχηγό λόγω της
δεσποτικής του εμφάνισης και στη συνέχεια, αφού δέχτηκαν τη
δέουσα επίπληξη από κάποιο φρουρό για έλλειψη σεβασμού, ο­
δηγήθηκαν μέσα στη θολή, καπνισμένη παγερότητα «της αίθου­
σας του θρόνου». Ήταν τρεις ­ στρατηγοί όπως φάνηκε από την
υπεροπτική στρατιωτική συμπεριφορά τους, τα θαυμάσια μετα­
ξωτά ζωνάρια και τα ρούχα τους και τις προσεκτικά μυρωμένες
και κατσαρωμένες γενειάδες τους. Καθώς μπήκαν στη σκηνή πα­
τώντας περήφανα πάνω στα χαλιά, ο Κλέαρχος ανασηκώθηκε,
αργοπίνοντας μια κούπα κρασί, παίρνοντας πόζα υπέρτατης α­
διαφορίας, ενώ οι απεσταλμένοι άρχιζαν την προσεκτικά προε­
τοιμασμένη εισαγωγή και τις διατυπώσεις που προηγούνταν ό­
λων των περσικών αυλικών διαπραγματεύσεων, απαγγέλλοντας
όλο το κατεβατό των τιμητικών τίτλων που κοσμούσαν το όνομα
του Μεγάλου Βασιλιά σαν πετράδια σε στέμμα:
«Στρατηγέ Κλέαρχε: εκ μέρους του αφέντη Τισσαφέρνη, αρ­
χηγού του ιππικού του βασιλιά, ο οποίος εκπροσωπεί το μεγάλο
βασιλιά Αρταξέρξη, βασιλιά των βασιλέων και δικαστή των αν­
θρώπων, κυβερνήτη πλήθους χωρών και λαών, κατακτητή φυλών
που κατοικούν σε όλα τα πέρατα της γης, αδερφό του Ήλιου, πα­
ντοδύναμο ανάμεσα στους θνητούς, αήττητο και ανώτατο, Πέρση
και τέκνο Περσών...» Ο απεσταλμένος βιάστηκε να συνεχίσει.

276

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

Ο Κλέαρχος έσκυψε μπροστά και διέκοψε το χειμαρρώδη λό­
γο, κουνώντας το χέρι του βαριεστημένα και απορριπτικά.
«Δεν έχω χρόνο για τις γλοιώδεις εισαγωγές σας», σάρκασε με
την ενοχλητική φωνή του. «Σκορπίζετε άσκοπες φιλοφρονήσεις
σαν κουτσουλιές καμιάς γαμημένης κατσίκας». Παρακαλούσα να
είναι έξυπνος ο αντιπρόσωπος ή τουλάχιστον να μην καταλάβαι­
νε καλά τα ελληνικά. «Διέλυσα τα σαθρά σας στρατεύματα στο πε­
δίο της μάχης στα Κούναξα σαν να ήταν καμιά παρέα αυλητρί­
δων από τη Χίο. Το πλήθος που ακολουθεί το στρατό μου λιανί­
ζει τα κόκαλα τους και αδημονεί για ακόμα περισσότερα. Αν ο σχι­
στοπόδης βασιλιάς σας επιθυμεί ανακωχή για να προχωρήσουν
τα πράγματα, καλά θα έκανε να μη στείλει κοπροφάγους σφουγ­
γοκωλάριους σαν κι εσάς. Να πείτε στον Αρταξέρξη ότι ο στρα­
τός μου δεν έχει προγευματίσει ακόμα και ότι εμείς δεν κάνουμε
τις δουλειές μας με άδειο στομάχι. Οι Έλληνες δεν τρώνε σκυ­
λοκούραδα και αγκάθια, όπως έχω μάθει ότι συμβαίνει με τους
Πέρσες, γι' αυτό αν ο βασιλιάς είναι ανίκανος να μας προμηθεύ­
σει με τη θέλησή του κάποιες σωστές προμήθειες, ως ένδειξη κα­
λής θέλησης, θ' αναγκαστούμε να αποκτήσουμε εφόδια με τους
δικούς μας όρους». Στο σημείο αυτό ο Κλέαρχος, ο ασκητικός
Σπαρτιάτης, έγειρε πίσω στο σκοτάδι με ένα διαβολικό χαμόγε­
λο, γνέφοντας σε κάποια από τις κοπέλες που έτρεμαν να του ξα­
ναγεμίσει το ποτήρι.
Οι Πέρσες στρατηγοί έμειναν αποσβολωμένοι από τρόμο, συ­
γκρατώντας μετά βίας την οργή τους που αναψοκοκκίνιζε τα μά­
γουλά τους. Αναγκάστηκα να τσιμπήσω το χέρι μου μέχρι να το
μελανιάσω για να αποφύγω να καγχάσω επιτόπου και διέκρινα
τους μυς στο σαγόνι του Πρόξενου να τεντώνονται, καθώς πάσχι­
ζε να πνίξει το γέλιο του. Οι πρέσβεις βγήκαν σιωπηλοί ο ένας πί­
σω από τον άλλο και τότε είδαν ότι οι άντρες μας είχαν παρατα­
χτεί σε δυο μακριές σειρές έξω από την είσοδο της σκηνής, ανά­
μεσα από τις οποίες ήταν αναγκασμένοι να περάσουν για ένα διά­
στημα που τους φάνηκε αιώνας, ώσπου τελικά να φτάσουν στα ά­
λογά τους και να ξαναπάρουν τα όπλα τους. Την ώρα που ίππευ­
αν, οι στρατιώτες έπειτα από σύνθημα του Πρόξενου έβγαλαν μια

ΚΛΕΑΡΧΟΣ

277

εκκωφαντική κραυγή κι άρχισαν να χτυπούν δυνατά τα δόρατα
τους πάνω στα μεταλλικά στεφάνια των ασπίδων τους. Αυτός ο
αιφνίδιος θόρυβος τρόμαξε τόσο τα ήδη νευρικά άλογα των Περ­
σών, που σηκώθηκαν στα πισινά τους πόδια και το μόνο που μπο­
ρούσαν να κάνουν οι οργισμένοι στρατηγοί ήταν να πιαστούν και
με τα δυο τους χέρια από τη χαίτη των αλόγων τους για ν' απο­
φύγουν το πέσιμο, καθώς απομακρύνονταν ορμητικά προς την
κορυφογραμμή για να επιστρέψουν στο περσικό στρατόπεδο.
Το τέχνασμα του Κλέαρχου πέτυχε, μια και οι πρέσβεις επέ­
στρεψαν το ίδιο απόγευμα με περισσότερη ταπεινοφροσύνη και
λιγότερο τυπική συμπεριφορά. Αυτή τη φορά τους έκανε να πε­
ριμένουν σχεδόν δύο ώρες, προτού τους καλέσει να εμφανιστούν
ενώπιον της μεγαλειότητάς του. Χωρίς πρόσθετες εισαγωγές τον
πληροφόρησαν ότι ο Τισσαφέρνης θεωρούσε κάτι παραπάνω α­
πό λογικό το αίτημά του και ότι, ως ένδειξη καλής πίστης, θα τους
οδηγούσε σε ένα χωριό αρκετά μεγάλο, όπου θα μπορούσαν να
στρατοπεδεύσουν άνετα όσο καιρό ήθελαν, θα είχαν πρόσβαση
σε αγορά για τρόφιμα και για να κάνουν με την άνεση τους προ­
ετοιμασίες, ώστε να ολοκληρωθούν οι συμφωνίες μεταξύ του βα­
σιλιά και της ελληνικής ηγεσίας.
Ο Κλέαρχος ξαπόστειλε τους απεσταλμένους, παραθέτοντας
τους ένα φτωχικό δείπνο που είχε ετοιμάσει ειδικά γι' αυτούς (το­
ποθετώντας αβρά στο πιάτο του καθενός από ένα μάτσο αγκάθια
για να τους κάνει, όπως είπε, να νιώσουν σαν στο σπίτι τους), και
συσκέφθηκε με τους συμβούλους του. Φάνηκε προτιμότερο να μην
ενεργήσει παρακινδυνευμένα, αφού αργά ή γρήγορα ο Τισσα­
φέρνης θ' ανακάλυπτε την πραγματική δύναμη του ελληνικού
στρατού, και δε χρειαζόταν να τον προσβάλει περισσότερο μέχρι
να συμφωνηθεί κάποια κανονική ανακωχή. Ο Κλέαρχος περίμε­
νε να περάσει αρκετή ώρα, κάνοντας τους πρέσβεις να φοβηθούν
σε τέτοιο σημείο για την έκβαση, ώστε μόλις που άγγιξαν το φα­
γητό τους. Και όταν ακόμα και οι Έλληνες αξιωματικοί άρχισαν
να αναρωτιούνται μήπως είχε αλλάξει γνώμη, ξανακάλεσε τελικά
τους πρέσβεις και τους έδωσε εντολή να επιστρέψουν στο βασιλιά
και να κανονίσουν για οδηγούς με το πρώτο φως της μέρας.

ΚΛΕΑΡΧΟΣ

2
M E ΤΗΝ ΥΠΟΨΊΑ ενδεχόμενης προδοσίας εκ μέρους του βασιλιά,
ο Κλέαρχος έδωσε εντολή στο στράτευμα να βαδίζει παραταγ­
μένο για μάχη. Τα φυσικά εμπόδια που συναντούσαμε, περιέρ­
γως αρκετά, δεν ήταν εκ θεών, βουνά ή ποτάμια ή ακόμα και έ­
ρημοι, αλλά μάλλον ανθρώπινα κατασκευάσματα. Η γη ήταν κα­
τακερματισμένη από δεκάδες, ίσως και εκατοντάδες αυλάκια και
αρδευτικά κανάλια που δεν μπορούσαμε να διασχίσουμε αν δεν
κατασκευάζαμε πρώτα γέφυρες, τις οποίες φτιάχναμε κόβοντας
χουρμαδιές και δένοντάς τες σφιχτά. Ο ίδιος ο Κλέαρχος έδωσε
το παράδειγμα στην προσπάθεια αυτή, τσαλαβουτώντας μέσα
στη λάσπη μαζί με τους νεότερους και κουβαλώντας κορμούς
στους ώμους του. Σε κάποιο σημείο, βλέποντας κάποιον φυγό­
πονο να ξεκουράζεται μες στα καλάμια, μασουλώντας ένα κομ­
μάτι ψωμί που είχε φυλάξει από το πρωί, τον έσυρε από τα μαλ­
λιά, τον πέταξε μες στη λάσπη στην κοίτη του καναλιού και τον
έδειρε κτηνωδώς με ένα βαρύ ξύλινο λοστάρι που κουβαλούσε
για να χωρίζει τους σφηνωμένους κορμούς. Ο άντρας αιμορρα­
γούσε και είχε χάσει τις αισθήσεις του προτού τελικά ο Κλέαρχος
δώσει τέλος στην τιμωρία του. Οι στρατιώτες είχαν συγκεντρωθεί
τριγύρω σιωπηλοί και τώρα στέκονταν με τα μάτια στυλωμένα, ο­
ρισμένοι επιτιμητικά, άλλοι με φόβο και κατάπληξη από τη σκλη­
ρή αντιμετώπιση.
Ο Κλέαρχος σκαρφάλωσε πάνω στο στήριγμα της γέφυρας
και κοίταξε έντονα τους άντρες. «Τι στην ευχή χαζεύετε όλοι σας
εδώ πέρα;» φώναξε άγρια. «Ο Κύρος είναι νεκρός κι εσείς βαδί­
ζετε μόνοι σας μέσα σε εχθρικό έδαφος! Χάρη στο έλεος των θε­
ών, έχετε την τύχη, παλιομουλάρια, να έχετε για στρατηγό έναν

279

Σπαρτιάτη. Όταν οδηγώ άντρες, δεν περιμένω τίποτα περισσό­
τερο από τον εαυτό μου παρά να κάνουν αυτό που τους διατάσ­
σω. Και δεν περιμένω τίποτα λιγότερο από τους άντρες μου πα­
ρά τυφλή υπακοή! Όταν Σπαρτιάτης ηγείται ενός στρατεύματος,
το στράτευμα αυτό είναι σπαρτιατικό! Κι εσείς λοιπόν θα δου­
λεύετε σαν Σπαρτιάτες και θα συμπεριφέρεστε σαν Σπαρτιάτες ή,
μα τους θεούς, θα πεθάνετε σαν Σπαρτιάτες».
Οι άντρες διαλύθηκαν σκυθρωποί, αποφεύγοντας το σκληρό
βλέμμα του Κλέαρχου, αλλά δεν υπήρξε κανένα επιπλέον κρού­
σμα φυγοπονίας, μια και όλοι διπλασίασαν τις προσπάθειες τους
για τη μεταφορά του στρατού και των σκευοφόρων πάνω στους
κακοτράχαλους δρόμους. Ο Ξενοφώντας λοξοδρόμησε για να με
πλησιάσει καβάλα πάνω στο άλογό του, λίγα λεπτά μετά το επει­
σόδιο, με το πρόσωπο κόκκινο από οργή.
«Τον άκουσες, Θέο; Ο άνθρωπος είναι σκέτος τύραννος! "Θα
δουλέψετε σαν Σπαρτιάτες ή θα πεθάνετε σαν Σπαρτιάτες". Αυ­
τός ο σκυλιασμένος κόπανος θα κάνει τους άντρες να λιποτακτή­
σουν σαν τους Θράκες, αν δεν τους προσφέρει κάποιο καλύτερο
λόγο για να τον ακολουθήσουν εκτός από την απειλή του ξυλο­
δαρμού με ένα στυλιάρι μέσα στη λάσπη».
«Όπως ότι θα λιμοκτονήσουν μέσα στην έρημο, ίσως!» πρό­
τεινα ήρεμα. «Ή ότι θα τους πετσοκόψουν ύπουλα έφιπποι Πέρ­
σες; Αυτοί θα μπορούσαν να είναι καλοί λόγοι».
Με αγριοκοίταξε, αλλά εγώ αντιστάθηκα στο βλέμμα του κι έ­
τσι έκανε μεταβολή και απομακρύνθηκε καλπάζοντας με το ά­
λογο του.
Όταν φτάσαμε στο χωριό, τρεις μέρες αργότερα, ανακουφι­
στήκαμε όταν είδαμε ότι οι συνθήκες ήταν όπως ακριβώς είχαν
υποσχεθεί οι πρέσβεις του βασιλιά. Ήταν γεμάτο σιτάρι, φοίνικες
και χουρμαδιές και οι ντόπιοι είχαν γεμίσει δεξαμενές με ένα εί­
δος χουρμαδόκρασου, από το οποίο δοκίμασαν αμέσως οι στρα­
τιώτες, προς μεγάλη λύπη των αξιωματικών. Γιατί οι άντρες δεν
είχαν χάσει μόνο την ικανότητά τους να αντέχουν το ποτό, στη
διάρκεια της πορείας τους από τις Σάρδεις, αλλά αυτό ειδικά το
ποτό είχε την τάση να τους ακινητοποιεί με έναν εξοντωτικό πο­

280

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

νοκέφαλο αφού το είχαν πιει. Ο Κλέαρχος απαγόρευσε αμέσως
την κατανάλωσή του, αφού όμως το μισό στράτευμα είχε πέσει ξε­
ρό για μια μέρα, ενώ στο διάστημα αυτό ο Ξενοφώντας κι εγώ ευ­
χόμαστε να είναι αξιόπιστη η υπόσχεση του βασιλιά για ασφαλείς
συνθήκες.
Τελικά έφτασε κι ο Τισσαφέρνης με τη συνοδεία του, η οποία
περιλάμβανε τον αδερφό της βασίλισσας, τους τρεις πρέσβεις που
τους είχαμε ήδη γνωρίσει και μια μακριά πομπή από σκλάβους
που κουβαλούσαν δώρα και προμήθειες. Εκεί βρισκόταν κι ένας
άντρας πιο γερασμένος απ' όσο τον θυμόμουν, όταν τον είδα μέ­
σα στο χάος της μάχης, έξω από τη σκηνή του Κύρου, πολύ πε­
ρισσότερο απ' όσο θα περίμενε κανείς για ένα διοικητή ιππικού.
Ήταν ψηλός, πάντως, με μακριά και αεικίνητα μέλη, με δέρμα
πετσιασμένο και θυσανωτό γένι και κουνιόταν συνέχεια με μια
νευρική ενεργητικότητα αταίριαστη για την ηλικία του και με μια
δεσποτική συμπεριφορά που δήλωνε ότι δε θ' ανεχόταν καμιά
διαφωνία. Τα μάτια του ήταν διαπεραστικά και ξεθωριασμένα,
αχνογάλαζα ή γκρίζα, κι αφού μπήκε στη σκηνή με το γρήγορο,
αποφασιστικό βήμα του νικητή, σταμάτησε ξαφνικά και κοίταξε
ερευνητικά το χώρο, σαν να γύρευε κάποιον συγκεκριμένα. Είδα
την Αστερία, που στεκόταν πίσω από τον Κλέαρχο, στην ακο­
λουθία του, να ζαρώνει πίσω από τη διπλανή της σκλάβα, προ­
σπαθώντας ν' αποφύγει το ερευνητικό του βλέμμα.
Ο Τισσαφέρνης δε φάνηκε να τρομοκρατείται τόσο εύκολα
όσο οι προηγούμενοι εκπρόσωποι του βασιλιά, έχοντας δε προει­
δοποιηθεί για τη σκληρή αντιμετώπιση τους, θεώρησε πρωταρ­
χικό θέμα να καρφώσει με το αετίσιο βλέμμα του τον Κλέαρχο,
εξασφαλίζοντας έτσι ότι θα γίνει δεκτός ως ίσος ή ανώτερος, ώ­
σπου ο Σπαρτιάτης χαμήλωσε το δικό του. Αφού κανόνισε αυτό
το θέμα ιεραρχίας, χωρίς ν' αρθρώσει καν μια λέξη, διασφάλισε
ακόμα περισσότερο τη θέση του ανάμεσα στους Έλληνες αξιω­
ματικούς με μια επιτηδευμένη διανομή δώρων από χρυσούς κά­
λυκες και άλλα πολυτελή είδη. Στον Ξενοφώντα δόθηκε ένας ό­
μορφα διακοσμημένος περσικός χαλινός, φτιαγμένος από ασήμι
και ορείχαλκο, εξοργιστικά πολυτελής για έναν αξιωματικό της

ΚΛΕΑΡΧΟΣ

281

σειράς του ή για οποιονδήποτε αξιωματικό υπηρετούσε υπό σπαρ­
τιατική διοίκηση. Παίρνοντας το δώρο έγνεψε βλοσυρά τις ευ­
χαριστίες του στον επόπτη του Τισσαφέρνη κι ύστερα μου το έ­
δωσε, θέλοντας να το ξεφορτωθεί, προτού επιστρέψει στη θέση
του μαζί με τους άλλους Έλληνες αξιωματικούς που στέκονταν στο
βάθος της σκηνής.
Ύστερα από τις καθιερωμένες αρχικές δηλώσεις, στη διάρκεια
των οποίων ο Κλέαρχος χασμουριόταν επιδεικτικά, κάτι που ά­
φησε φανερά ασυγκίνητο τον Τισσαφέρνη, ο Πέρσης στράφηκε
και απευθύνθηκε όχι μόνο σ' αυτόν αλλά σε όλους τους αξιωμα­
τικούς. Χρησιμοποίησε μεταφραστή, αν και μιλούσε τέλεια τα
ελληνικά.
«Κύριοι», είπε με παράδοξα τσιριχτή και γλυκερή φωνή.
«Όπως ίσως γνωρίζετε, η πατρίδα μου γειτονεύει με τη δική σας·
έλαβα λοιπόν το θάρρος να προτείνω στο βασιλιά να σας συνο­
δεύσω εγώ ο ίδιος στην πατρίδα σας, με την ευκαιρία ενός ταξι­
διού που είχα ήδη προγραμματίσει για να επισκεφθώ τα κτήμα­
τά μου. Έχω την ελπίδα ότι αυτό θα μου αποφέρει την ευγνωμο­
σύνη τη δική σας και της πατρίδας σας κι επιπλέον θ' αποτελέ­
σει πλεονέκτημα για το βασιλιά, αφού θ' απαλλαγεί έτσι από ξέ­
νο στρατό που καταλαμβάνει το έδαφος του.
»Ο βασιλιάς υποσχέθηκε ότι θα μελετήσει το σχέδιο αυτό.
Πρώτα, όμως, μου ζήτησε να σας ρωτήσω γιατί ξεκινήσατε πό­
λεμο κατά της χώρας του. Ο στρατός σας είναι πολύ μικρός και
οι προμήθειες σας δεν είναι αρκετές για να εγκατασταθείτε μό­
νιμα εδώ. Παρ' όλα αυτά είστε αρκετά δυνατοί για να προκαλέ­
σετε σημαντική καταστροφή προτού εξολοθρευτείτε ολοκληρω­
τικά. Σας προτρέπω ν' αφήσετε κατά μέρος τη σκληρή αντιμε­
τώπιση που δείξατε στους Πέρσες πρέσβεις και ν' απαντήσετε
στην ερώτησή μου με όλη την πρέπουσα περίσκεψη, ώστε να δώ­
σω ικανοποιητική απάντηση στο βασιλιά κι ως εκ τούτου να σας
βοηθήσει να βγείτε από τη δύσκολη θέση στην οποία βρίσκεστε».
Το πρόσωπο του Κλέαρχου μαλάκωσε ελάχιστα, λες και ικα­
νοποιήθηκε αρκετά από τη λογική κρίση του στρατηγού. Αν και
ο Τισσαφέρνης δεν ήταν τόσο ταπεινόφρονας όσο ήλπιζε, του­

282

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

λάχιστον, δεν είχε τάση για άσκοπο κομπασμό με τον οποίο οι
προηγούμενοι πρέσβεις είχαν προσβάλει τους Έλληνες. Αφού συ­
σκέφθηκε για λίγο με τον Πρόξενο, ο Κλέαρχος απάντησε κάνο­
ντας προσπάθεια να φανεί ευγενικός:
«Άρχοντα Τισσαφέρνη, δεν είχαμε αρχικά την πρόθεση να ξε­
κινήσουμε πόλεμο κατά του βασιλιά, αλλά κατά των Πισιδών. Ο
Κύρος, όμως, μας έπεισε, υποσχόμενος δόξα και πλούτη, να τον
βοηθήσουμε στον πραγματικό του σκοπό κι εμείς δεχτήκαμε λό­
γω πίστης και φιλίας στο πρόσωπο του. Δεν έχουμε καμιά πρό­
θεση να εγκατασταθούμε στη χώρα σας, ούτε έχουμε κακή πρό­
θεση εναντίον σας. Ο Κύρος είναι νεκρός κι εμείς δεν έχουμε κα­
μιά δουλειά πια εδώ πέρα. Δεν επιθυμούμε τίποτα περισσότερο
από το να επιστρέψουμε ειρηνικά στην πατρίδα μας, με τον όρο
ότι δε θα παρενοχληθούμε στη διάρκεια της πορείας μας. Θα α­
ντικρούσουμε οποιαδήποτε επίθεση αμείλικτα».
Έπειτα από ολιγόλεπτη εθιμοτυπική κουβέντα, ο Τισσαφέρ­
νης και η ακολουθία του υποκλίθηκαν βαθιά κι αποσύρθηκαν
στις άμαξες τους, αυτή τη φορά περιτριγυρισμένοι από σιωπηλούς
Έλληνες. Μετέφερε το μήνυμα στο βασιλιά και επέστρεψε λίγες
μέρες αργότερα με μια πιο ολιγομελή, λιγότερο εθιμοτυπική συ­
νοδεία, και το σημαντικότερο απ' όλα μια θετική απάντηση. Ο
Τισσαφέρνης υποσχέθηκε να μας συνοδεύσει με το στρατό του στο
ταξίδι της επιστροφής, παρέχοντας μας αγορές σε όλη τη δια­
δρομή, αν οι Έλληνες συμφωνούσαν να συμπεριφέρονται σαν να
βρίσκονταν σε φιλικό έδαφος. Δε θα επικρατούσε κανενός είδους
βία από καμιά μεριά. Ο Τισσαφέρνης και ο Κλέαρχος σφράγι­
σαν τη συμφωνία με όρκο και χειραψία και οι αρχηγοί και αξιω­
ματικοί και από τις δυο πλευρές ήπιαν οι μεν στην υγειά των δε.
Στη συνέχεια, ο Τισσαφέρνης επέστρεψε στο στράτευμά του για
να κανονίσει τα του ταξιδιού και ο Πρόξενος, ο Ξενοφώντας κι ε­
γώ επιστρέψαμε στους Βοιωτούς μας για ν' ανακοινώσουμε το
σχέδιο και να περάσουμε όσο διάστημα έμενε μέχρι την αναχώ­
ρησή μας.

ΚΛΕΑΡΧΟΣ

283

Περιμέναμε εκεί, έξω από το χωριό, δίπλα από τα στρατεύματα
του Αριαίου, τρεις εβδομάδες και οι άντρες άρχισαν, ταυτόχρο­
να, να χάνουν τη συνοχή τους όλο και περισσότερο λόγω της α­
ναγκαστικής απραξίας και να γίνονται νευρικοί λόγω της στασι­
μότητας. Η τοποθεσία ελάχιστα πρόσφερε από άποψη ψυχαγω­
γίας ή άνεσης. Τα στρατεύματα είχαν στρατοπεδεύσει κοντά σε
μια σειρά από απέραντα χωράφια που τώρα ήταν ξερά και χέρ­
σα, άκαμπτα μέσα στην επίπεδη, καφετιά μονοτονία τους. Νερό
αντλούσαμε από ένα φαρδύ λασπερό αρδευτικό κανάλι που ο
Τισσαφέρνης είχε διατάξει τους χωρικούς ν' ανοίξουν για δική
μας χρήση. Τα μεταλλικά άλατα που περιείχε το νερό λέκιαζαν
τα πάντα, από τα κύπελλα μέχρι τα ρούχα μας ­ ένα είδος θολής
κιτρινίλας που λειτουργούσε σαν καταθλιπτική αντίστιξη στην α­
διάλειπτη λάμψη του ήλιου, η οποία δε διακοπτόταν από τη σκιά
κανενός δέντρου ή από κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του το­
πίου. Οι δερμάτινες και λινατσένιες σκηνές μας ελάχιστη ανα­
κούφιση πρόσφεραν στην ασφυκτική και αποπνικτική ζέστη και
για να είμαστε πιο ακριβείς ήταν αφόρητα κλειστές και αποπνι­
κτικές για να κοιμηθεί κανείς μέσα εκεί τη νύχτα. Οι περισσότε­
ροι έκοβαν απλώς τα σκέπαστρά τους κατά μήκος των ραφών και
τις μετέτρεπαν σε τέντες στηριγμένες σε κοντάρια δοράτων, πα­
ρά την αβάσταχτη αποδοκιμασία του Κλέαρχου που το θεωρού­
σε ως ένα επιπλέον εμπόδιο για την πολεμική ετοιμότητα. Παρ'
όλα αυτά, τελικά υποτάχτηκε στη λογική και συμμορφώθηκε με
την άποψη του Πρόξενου ότι έπρεπε να επιτραπεί στους άντρες
αυτή η μικρή παραχώρηση για περισσότερη άνεση.
Τρόφιμα και προμήθειες αποκτούσαμε καταβάλλοντος από
κοινού τις οικονομίες μας που έφθιναν συνεχώς και στέλνοντας
διάφορες ομάδες με υποζύγια στο άθλιο, βρομερό χωριό τις μέ­
ρες που είχε παζάρι για να τριγυρίσουν ανάμεσα στις πλινθόκτι­
στες καλύβες με τις αχυρένιες σκεπές και να προσπαθήσουν να
πετύχουν καλύτερες τιμές, αγοράζοντας μεγάλες ποσότητες από
τους πονηρούς χωριάτες. Η επιτυχία μας στην προσπάθεια αυτή
δεν ήταν πάντα επιτυχημένη και τα σκουληκιασμένα, μαραμένα
λαχανικά και το ταγκό αλογίσιο κρέας που μας έφερναν οι επι­

284

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

αιτιατικές ομάδες μάς έκαναν να λαχταράμε τα πλούσια, συχνά
γεύματα που είχαμε απολαύσει στη διάρκεια των πρώτων μηνών
της πορείας μας από τις Σάρδεις.
Στο διάστημα εκείνων των ζεστών, αποπνικτικών ημερών της
αναγκαστικής χωριάτικης ζωής μας, οι Έλληνες και οι ντόπιοι
στρατιώτες άρχισαν να γίνονται όλο και μαλθακότεροι, χάνοντας
κάθε αντίληψη για την πραγματική τους κατάσταση. Οι άντρες
του Αριαίου λιποτακτούσαν στον εχθρό ομαδικά κι εμείς φοβό­
μαστε ακόμα και για τον ίδιο τον Αριαίο, μια και δεχόταν κάθε
μέρα επισκέπτες από Πέρσες συγγενείς, φίλους, ακόμα και πρώ­
ην συμπολεμιστές από τις δυνάμεις του βασιλιά. Ορκιζόταν βέ­
βαια ότι όλα αυτά αποτελούσαν απλώς καθησυχαστικά μηνύμα­
τα εκ μέρους του βασιλιά, που είχε εγγυηθεί ότι δεν κρατούσε κα­
μιά κακία στον Αριαίο για την εκστρατεία του με τον Κύρο και υ­
ποσχόταν ότι θα τηρήσει την ανακωχή, αλλά οι υποψίες του Πρό­
ξενου αυξάνονταν καθημερινά.
«Γιατί χρονοτριβούμε;» ξέσπασε τελικά μια μέρα ο Πρόξενος
σε μένα, την ώρα που κάναμε για χιλιοστή φορά απογραφή στα
αποθέματα μας. «Τι περιμένουμε; Να συγκεντρώσει τα στρατεύ­
ματα του ο βασιλιάς ή να ενισχύσει τις θέσεις του; Βρισκόμαστε
σε εχθρικό έδαφος, χωρίς καθόλου εφόδια, εκτός από αυτά που
μας έχει δώσει ο φιλάνθρωπος Τισσαφέρνης, η δύναμη του ο­
ποίου αυξάνεται καθημερινά. Ποιος στρατός έχει καιρό για χά­
σιμο; Ο δικός τους ή ο δικός μας; Είναι πραγματικά διατεθειμέ­
νος ο βασιλιάς να μας αφήσει να επιστρέψουμε ανεμπόδιστα στην
Ελλάδα για να κοκορευόμαστε ότι κατατροπώσαμε τις καλύτε­
ρες από τις συμπαγείς δυνάμεις της Περσίας με δέκα χιλιάδες
μόνο άντρες μας και ότι παραχορτάσαμε από χουρμαδόκρασο;»
Έσβησε αηδιασμένος τους υπολογισμούς που έκανε πάνω στο
τραπέζι και βγήκε βαριά έξω από τη σκηνή για να συγκεντρώσει
τους άντρες για μία ακόμα επιθεώρηση των όπλων.
Συλλογίστηκα τη θέση μας. Μήπως ο Πρόξενος συνηγορούσε
να υποχωρήσουμε χωρίς την έγκριση του βασιλιά; Κάτι τέτοιο θα
ήταν σκέτη αυτοκτονία, γιατί, αν χάναμε την προστασία του Τισ­
σαφέρνη, δε θα είχαμε άλλες προμήθειες εκτός από εκείνες που

ΚΛΕΑΡΧΟΣ

285

θ' αρπάζαμε από τις γύρω περιοχές ­ μια πολύ λιγότερο σίγουρη
μέθοδος από το παζάρι που μας παρείχε το χωριό, χωρίς να υ­
πολογίζουμε και τα χρηματικά μας αποθέματα που λιγόστευαν συ­
νεχώς. Η διαρπαγή συνεπαγόταν παράβαση του επίσημου όρκου
προς τον Τισσαφέρνη για τήρηση της ανακωχής. Επιπλέον, δε
θα είχαμε οδηγούς για να μας φέρουν πίσω, αν κι ο Πρόξενος εί­
χε εκφράσει σοβαρές αμφιβολίες σχετικά με την αξιοπιστία των
οδηγών του βασιλιά έτσι κι αλλιώς. Η αναχώρηση μας θα μείω­
νε επίσης αισθητά τις δυνάμεις μας, μια και ήταν σίγουρο ότι ο
Αριαίος δε θα ερχόταν μαζί μας. Η κατάσταση μας ήταν ζοφερή,
αν και κάποιος τυχαίος παρατηρητής δε θα κατέληγε ποτέ στο συ­
μπέρασμα αυτό, εξαιτίας των γέλιων και των παιχνιδιών των α­
ντρών που περνούσαν έτσι τον καιρό τους στο στρατόπεδο.
Αν ο Κλέαρχος σκεφτόταν το ίδιο πράγμα, δεν εκδήλωσε κα­
μιά τέτοια ένδειξη, όταν τελικά ο Πρόξενος αποφάσισε να τον
προσεγγίσει και να του εκφράσει τις ανησυχίες του. Χωρίς σχε­
δόν να σηκώσει τα μάτια του από μια αναφορά με προμήθειες που
ξανακοίταζε εκνευρισμένος μαζί με έναν επισιτιστή που έτρεμε
και τραύλιζε, απέρριψε με απόλυτο τρόπο τις ανησυχίες του Πρό­
ξενου.
«Αν ο Αρταξέρξης ήθελε να μας επιτεθεί, δε θα είχε καμιά α­
νάγκη τους όρκους και τις εγγυήσεις που δώσαμε», είπε. «Ο βα­
σιλιάς και ο Τισσαφέρνης δεν έχουν σκατά στο κεφάλι τους. Ας
τους αφήσουμε να πατήσουν το λόγο τους μπροστά σ' όλο τον κό­
σμο. Μπορεί να πεθάνουμε όλοι, αλλά για καθέναν από μας θα
σκοτώσουμε πέντε δικούς τους, και δε θα κάνω την ατίμωση μας
μεγαλύτερη αθετώντας το λόγο μας στη συμφωνία».
Ο Πρόξενος επέστρεψε στη σκηνή οργισμένος από την άρ­
νηση του Κλέαρχου ν' αναλάβει δράση, αν και ο Ξενοφώντας τού
θύμισε ότι δε θα μπορούσε να περιμένει τίποτα διαφορετικό. Δεν
προφτάσαμε να υποφέρουμε περισσότερο, πάντως, γιατί την ε­
πομένη έφτασε ο Τισσαφέρνης με τις δυνάμεις του, οι οποίες πα­
ρά τους χειρότερους φόβους μας δεν ήταν σε σχηματισμό μάχης,
κι αμέσως έκανε τον Κλέαρχο και τον Πρόξενο να ησυχάσουν με
την πρόσχαρη συμπεριφορά του. Αυτή τη φορά τον συνόδευε η

286

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

γυναίκα του, η κόρη του βασιλιά, με ολόκληρη την ακολουθία της
και ο Ξενοφώντας κι εγώ παρακολουθούσαμε κατάπληκτοι και με
εύθυμη διάθεση τον Κλέαρχο που βγήκε έξω από το στρατόπεδο
για να τους χαιρετήσει.
«Είδες τις αποσκευές του Τισσαφέρνη;» ρώτησα δείχνοντας
στον Ξενοφώντα την ακολουθία των υπηρετών, τις άμαξες φορ­
τωμένες με δώρα και τις μεταξοστολισμένες σκλάβες που η γυ­
ναίκα του στρατηγού είχε στην ακολουθία της. Η πομπή αντα­
γωνιζόταν σε χλιδή αυτή του Κύρου όταν έφευγε από τις Σάρδεις.
Ο Ξενοφώντας άφησε να του ξεφύγει ένα σιγανό σφύριγμα.
«Φαίνεται σαν να σχεδιάζει ο Τισσαφέρνης να επιστρέψει στη
χώρα του με πολύ στιλ», είπε.
Κοίταξα προσεκτικά τις άμαξες. «Πιστεύεις ότι μπορεί κά­
ποια από αυτές να περιέχει όπλα; Μπορεί να σχεδιάζει κάποια
προδοσία;»
Ο Ξενοφώντας χαμογέλασε. «Πιστεύω ακριβώς το αντίθετο»,
απάντησε. «Δε νομίζω ότι ο φίλος μας ο Τισσαφέρνης έχει καμιά
πρόθεση να στραπατσάρει τα ρούχα του, μπλέκοντας σε τσακω­
μό με λίγους ιδιότροπους Έλληνες που τον συνοδεύουν στο ταξί­
δι του».
Οι δύο στρατοί ξεκίνησαν την επομένη. Ο Τισσαφέρνης πήγαι­
νε πρώτος κατά μήκος του Ευφράτη, συγκεντρώνοντας προμήθειες
και υπηρέτες, καθώς προχωρούσε, και συνεχίζοντας να μας προ­
μηθεύει εφόδια μέσω αγορών τρις την εβδομάδα, ενώ ο Αριαίος
τον συνόδευε οδηγώντας τα δικά του στρατεύματα. Οι Έλληνες α­
κολουθούσαν από πίσω, εξακολουθώντας να βρίσκονται σε πλή­
ρη παράταξη μάχης, συνεχίζοντας να είναι καχύποπτοι για τις
προθέσεις των Περσών και διατηρώντας μεγάλη απόσταση ανά­
μεσα σ' εμάς και στις δυνάμεις του Τισσαφέρνη. Κάθε νύχτα στρα­
τοπεδεύαμε αρκετά μίλια πίσω από την ομάδα του Τισσαφέρνη,
κάτι που έκανε τους άντρες να γκρινιάζουν, εξαιτίας του μπελά
που τους προκαλούσε στο να έχουν πρόσβαση στην αγορά και στις
σκλάβες, αλλά μια σφοδρή αγόρευση του Κλέαρχου περί διατή­
ρησης της στρατιωτικής πειθαρχίας καταλάγιασε για κάποιο διά­
στημα τα παράπονα τους. Αρκετές μέρες έπειτα από αυτή τη ρύθ­

ΚΛΕΑΡΧΟΣ

287

μίση, όμως, η παράνοια του φάνηκε ότι είχε βλαβερά αποτελέ­
σματα, καθώς αδικαιολόγητες υποψίες αύξησαν σταδιακά το επί­
πεδο έντασης ανάμεσα στους δύο στρατούς και ξέσπασαν ακόμα
και εχθροπραξίες μια δυο φορές ανάμεσα σε ομάδες Ελλήνων και
Περσών που συναντιούνταν τυχαία στο ύπαιθρο σε ανιχνευτικές
περιπολίες ρουτίνας ή μάζευαν προσανάμματα για τη φωτιά.
Τότε περίπου ήταν που οι δύο στρατοί πέρασαν ένα τεράστιο
αρδευτικό κανάλι, τόσο πλατύ και ορμητικό σαν ποτάμι, που ά­
φησε κατάπληκτους τους άντρες με το πλάτος και το βάθος του,
και την επομένη φτάσαμε στον Τίγρη, κοντά στην πόλη Σιττάκη,
δυόμισι χιλιόμετρα απόσταση στην απέναντι πλευρά του ποταμού.
Στρατοπεδεύσαμε σε μια ειδυλλιακή τοποθεσία που δέσποζε στην
περιοχή του ποταμού, καλυμμένη με απαλό χορτάρι και σκια­
σμένη από μεγάλα, ψηλά δέντρα. Οι δυνάμεις του Τισσαφέρνη
πέρασαν πρώτες το ποτάμι και στρατοπέδευσαν στην απέναντι ό­
χθη μαζί με τους άντρες του Αριαίου, έξω από το οπτικό μας πε­
δίο, σύμφωνα με τη συνήθεια που είχε αναπτυχθεί τις λίγες τε­
λευταίες μέρες. Εκείνο το βράδυ, καθώς τριγυρνούσα στο στρα­
τόπεδο μαζί με τον Πρόξενο και τον Ξενοφώντα, επιθεωρώντας
τις προετοιμασίες, μας πλησίασε ένας Πέρσης δρομέας, με κομ­
μένη την ανάσα και κατακόκκινο πρόσωπο, κουβαλώντας ένα μι­
κρό σημαιάκι που αποδείκνυε ότι ήταν μέλος της προσωπικής
συνοδείας του Τισσαφέρνη.
«Οι θεοί μαζί σας», είπε ασθμαίνοντας. «Γυρεύω ή τον Πρό­
ξενο ή τον Κλέαρχο. Φέρνω μήνυμα από τον Αριαίο».
«Εγώ είμαι αυτός που ζητάς», απάντησε ο Πρόξενος. «Μίλα χω­
ρίς περιστροφές». Σκέφτηκα ότι ήταν παράξενο που ο Αριαίος έ­
στελνε μήνυμα στον Πρόξενο κι όχι στον προσωπικό του φίλο τον
Μένωνα, ο οποίος ήταν Έλληνας αξιωματικός του ίδιου βαθμού
με τον Πρόξενο, αλλά παρέμεινα σιωπηλός και απλώς έσκυψα πιο
κοντά για ν' ακούω. Ο δρομέας με κοίταξε αβέβαια και ύστερα
συνέχισε.
«Ο Αριαίος μού ζήτησε να προλογίσω το μήνυμα μου με την
υπενθύμιση ότι, παρόλο που ταξιδεύει με την ακολουθία του Τισ­
σαφέρνη, ήταν πιστός στον Κύρο και παραμένει πιστός και στους

288

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

Έλληνες φίλους του. Ο Αριαίος με διέταξε να σας προειδοποιή­
σω να βρίσκεστε σε επιφυλακή απόψε για ν' αντικρούσετε κά­
ποια επίθεση. Ο Τισσαφέρνης έχει αναπτύξει μεγάλη δύναμη
στην απέναντι ακριβώς πλευρά της γέφυρας και είναι αποφασι­
σμένος να την καταστρέψει για να σας εμποδίσει να περάσετε κι
έτσι να σας παγιδέψει ανάμεσα στον ποταμό και το κανάλι».
Στύλωσα πάνω του τα μάτια με κατάπληξη. Ο Πρόξενος έ­
δρασε αστραπιαία. Γραπώνοντας τον άντρα από το σβέρκο, τον
οδήγησε σπρώχνοντας τον μισοπνιγμένο στο αρχηγείο του Κλέαρ­
χου που βρισκόταν λίγες εκατοντάδες μέτρα πιο πέρα, για να ε­
παναλάβει την ιστορία του. Στη διαδρομή ως εκεί πήρε το μάτι μου
την Αστερία καθώς ερχόταν τρεκλίζοντας από το ποτάμι προς την
περιοχή που στρατοπέδευε το μπουλούκι των άτακτων, κουβαλώ­
ντας δυο κουβάδες νερό με ένα ζυγό περασμένο στους λεπτούς ώ­
μους της, όντας τελείως ασυνήθιστη για τέτοια δουλειά. Η Αστε­
ρία δε με είδε αρχικά, γιατί είχε καρφωμένα τα μάτια της στον αγ­
γελιοφόρο και δεν πρόσεχε τίποτ' άλλο. Κοίταξα φευγαλέα το πρό­
σωπο του αγγελιοφόρου τη στιγμή ακριβώς που της ανταπέδιδε κι
εκείνος το βλέμμα, ενώ σε ένδειξη αναγνώρισης το στόμα του σφί­
χτηκε ελαφρά σε ένα βλοσυρό χαμόγελο και κούνησε σχεδόν α­
νεπαίσθητα το κεφάλι. Η Αστερία έγινε κάτασπρη σαν πανί, όχι
ροδοκόκκινη όπως θα γινόταν μια γυναίκα που θα συναντούσε
ξαφνικά μια κρυφή ή περασμένη της αγάπη, αλλά μάλλον πά­
νιασε από φόβο και γρήγορα απέστρεψε το βλέμμα της. Το όλο
επεισόδιο δεν κράτησε περισσότερο από λίγα δευτερόλεπτα, αλ­
λά ήταν κάτι που κουβαλούσα μέσα μου αρκετές εβδομάδες με­
τά, αν και αναρωτιόμουν μήπως το είχα απλώς φανταστεί.
Η αντίδραση του Κλέαρχου μόλις έλαβε τις ειδήσεις του αγγε­
λιοφόρου ήταν να ξεστομίσει μια σειρά από βρισιές που έκανε κά­
θε άντρα που βρισκόταν εκεί κοντά να τρέχει να κρυφτεί, ελπίζο­
ντας ότι η οργή του δεν απευθυνόταν κατά κάποιο τρόπο εναντίον
του. Ο αγγελιοφόρος έτρεμε, γιατί, αν μη τι άλλο, ο Κλέαρχος είχε
αποκτήσει μια ακόμα πιο τρομακτική φήμη μεταξύ των Περσών
παρά μεταξύ μας, αποτέλεσμα της απαίσιας αντιμετώπισης εκ μέ­
ρους του των πρέσβεων του βασιλιά. «Αφήστε τον να ζήσει», είπε

ΚΛΕΑΡΧΟΣ

289

απρόθυμα, γιατί από το φόβο του νεαρού φαινόταν ότι δεν ήταν κα­
νένας αργόσχολος φαρσέρ που αποφάσισε να βασανίσει τους
Έλληνες, αλλά μάλλον αυθεντικός αγγελιοφόρος του Αριαίου, που
έλεγε την αλήθεια. Ύστερα ο Κλέαρχος έστειλε τον Τολμίδη να
συγκαλέσει τους στρατηγούς σε συμβούλιο. Ο ήλιος είχε ήδη κα­
τέβει χαμηλά στη δύση κι έτσι το ζήτημα έπρεπε να τελειώνει.
Παρακολούθησα το συμβούλιο μαζί με τον Ξενοφώντα και
διέκρινα την ανησυχία χαραγμένη στο πρόσωπο του καθενός.
Έπειτα από πορεία αρκετών ημερών οι άντρες ήταν κουρασμέ­
νοι, αλλά και η θέση μας ήταν δύσκολη, περικυκλωμένοι καθώς
ήμαστε από τεράστιες ποσότητες νερού διαβατές μόνο με πλω­
τές γέφυρες. Θα ήταν δύσκολο να υπερασπιστούμε το «νησί»μας
­ το έδαφος ήταν σχεδόν απόλυτα επίπεδο, χωρίς φυσικά υψώ­
ματα ή προεξοχές πάνω στις οποίες θα μπορούσαμε να υψώσουμε
οχυρώματα και ήταν ιδανικό για εφόδους του ιππικού που θα έ­
στελνε κατά ομάδες ο βασιλιάς, ενώ εμείς θα περιοριζόμαστε στα
σαράντα περίπου υπάρχοντα άλογα μας. Ο Κλέαρχος έβριζε και
ξανάβριζε καθώς μελετούσε δυνατά την κατάσταση.
Το γεγονός πάντως ότι ο Αριαίος είχε στείλει το μήνυμά του
όχι σε κάποιο φίλο που γνώριζε καλά αλλά στον Πρόξενο είχε
προκαλέσει αμφιβολίες στο μυαλό του Ξενοφώντα και για πρώ­
τη φορά πήρε το λόγο παρουσία ανώτερων αξιωματικών χωρίς να
συζητήσει πρώτα το ζήτημα με τον Πρόξενο.
«Στρατηγοί, με την άδεια σας, ο ισχυρισμός του Αριαίου δεν
είναι λογικός. Γιατί οι Πέρσες να επιτεθούν σ' εμάς και να κατα­
στρέψουν ταυτόχρονα τη γέφυρα; Αν επιτεθούν, ή θα νικήσουν ή
θα νικηθούν. Αν νικήσουν, γιατί να καταστρέψουν ένα τέτοιο α­
πόκτημα; Θα το χρειάζονται κι αργότερα για να επιστρέψουν
στην πατρίδα τους, ενώ εμείς θα είμαστε καταδικασμένοι με γέ­
φυρα ή χωρίς γέφυρα. Αν χάσουν, θα χρειάζονται τη γέφυρα α­
κόμα περισσότερο, για ν' αποφύγουν το θάνατο από τα δικά μας
χέρια, παρά να παγιδευτούν στη νησίδα».
Ο Κλέαρχος τον άκουγε προσεκτικά, με ένα κάπως έκπληκτο
ύφος στο πρόσωπό του, που δεν ήξερα αν οφειλόταν στο ότι είχε
προσέξει τον Ξενοφώντα για πρώτη φορά στο στρατόπεδο του ή

290

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

στα αληθινά του λόγια. Το σκέφτηκε για μια στιγμή κι ύστερα
ρώτησε τον αγγελιοφόρο πόση γη παρεμβαλλόταν ανάμεσα στον
Τίγρη και στο κανάλι που είχαμε περάσει το προηγούμενο πρωί.
«Πάρα πολλή, άρχοντα μου, όπως και πολλά χωριά, ορισμέ­
νες πόλεις και εκτεταμένη εύφορη γη, όπως αυτή πάνω στην ο­
ποία έχετε στρατοπεδεύσει».
Οι άλλοι αξιωματικοί είδαν τότε τι εννοούσε ο Ξενοφώντας,
κάτι που ο Κλέαρχος είχε καταλάβει αμέσως. Οι Πέρσες είχαν
στείλει τον αγγελιοφόρο να μας προειδοποιήσει για επίθεση, α­
κριβώς για να μας αποτρέψουν να κόψουμε εμείς οι ίδιοι τη γέ­
φυρα πάνω από τον Τίγρη κι έτσι να μείνουμε επ' αόριστο σε μια
απόρθητη θέση, προστατευμένη από τη μια μεριά από τον ποταμό
και από την άλλη από το κανάλι, με πολλά εφόδια από τα ενδιά­
μεσα χωριά και τη γύρω περιοχή και ικανοί έτσι να αποσπάσου­
με επιπλέον παραχωρήσεις από τον Τισσαφέρνη. Από τη δική
μας σκοπιά ήταν για γέλια, μια κι αφότου πέθανε ο Κύρος δεν υ­
πήρχε ούτε ένας από τους δέκα χιλιάδες που να μη λαχταρούσε
να επιστρέψει στην πατρίδα όσο το δυνατό γρηγορότερα και να
φύγει από αυτή την ξένη χώρα με τα παράξενα έθιμα και το κρα­
σί που σκότιζε το νου. Ήταν αδιανόητο να επιχειρήσουμε ν' α­
ντισταθούμε στις δυνάμεις του βασιλιά και σε αυτές τις δυσκολίες.
Οι Πέρσες όμως εξακολουθούσαν να μας φοβούνται όσο τους φο­
βόμαστε κι εμείς και οι υποψίες για προδοσία ήταν κοινές και α­
πό τις δύο πλευρές. Γι' αυτό και ο Τισσαφέρνης έπαιζε μαζί μας
αυτό το περίπλοκο παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι, για να προ­
στατεύσει την οπισθοφυλακή του.
Ο Κλέαρχος δεν το διακινδύνευσε, πάντως, και τοποθέτησε ε­
κείνη τη νύχτα ισχυρή φρουρά και στις δύο άκρες της γέφυρας,
μαζί με εφεδρικούς έφιππους δρομείς για να τον πληροφορήσουν
μέσα σε λίγα λεπτά αν είχε ξεκινήσει κάποια επίθεση. Έδωσε
πάντως εντολή στους αρχηγούς να μην πουν λέξη για την υπόθε­
ση στους άντρες τους, παρά να τους αφήσουν να κοιμηθούν ήσυ­
χοι όλη τη νύχτα. Οποιαδήποτε αναταραχή σαν εκείνη που είχε
προκύψει μετά τη μάχη, την οποία είχε κατασιγάσει με την ι­
στορία του άγριου γαϊδουριού, θα είχε πολύ πιο σοβαρές επι­

ΚΛΕΑΡΧΟΣ

291

πτώσεις αυτή τη φορά, με τους Πέρσες να βρίσκονται πραγματι­
κά σε απόσταση βολής στην απέναντι πλευρά του ποταμού.

Το άλλο πρωί ο στρατός ξύπνησε πριν από το ξημέρωμα, για να
περάσει τα τριάντα εφτά πλοιάρια που σχημάτιζαν την πλωτή γέ­
φυρα, προτού καν οι Πέρσες τελειώσουν το πρόγευμα τους. Και
πάλι ο Κλέαρχος πήρε κάθε προφύλαξη, μετακινώντας πρώτους
όλους τους βαριά οπλισμένους για να εγκαταστήσει προγεφύρω­
μα και φρουρά ενάντια σε περσική επίθεση, την ώρα που θα ή­
μαστε ευάλωτοι πάνω στη στενή γέφυρα. Οι αποσκευές και οι πο­
λίτες που ακολουθούσαν το στρατό έρχονταν τελευταίοι κι όχι
προστατευμένοι στη μέση, όπως συμβαίνει συνήθως, αφού τα με­
τόπισθεν μας ήταν εξασφαλισμένα, προστατευμένα από τη θέση
μας πάνω στη νησίδα. Παρακολουθούσα τη διάβαση του ποτα­
μού μαζί με τον Ξενοφώντα από την κορυφή ενός κοντινού υψώ­
ματος, καθώς ο ήλιος που ανέτελλε αντανακλούσε πορτοκαλο­
ρόδινος πάνω στο αστραφτερό ποτάμι, σχηματίζοντας αργόσυρ­
τους μαιάνδρους προς τον ορίζοντα του νότου που διακόπτονταν
μόνο από τη λεπτή γραμμή της γέφυρας, σαν μια κλωστή που έ­
σφιγγε έναν κοιμισμένο Τιτάνα πάνω στη γη. Η γέφυρα λόξευε
προς τα έξω, καθώς το ρεύμα του ποταμού πίεζε τα μεσαία πλοία
κατά τη φορά του νερού, και ζοριζόταν μάταια, κατά τα φαινό­
μενα, από τους δεσμούς που την κρατούσαν σταθερή στις όχθες
και από τα δύο άκρα.
Παρά τη νωθρή ηρεμία του νερού, είναι δύσκολη υπόθεση να
καταφέρεις να περάσεις πάνω από μια στενή πλωτή γέφυρα σκευ­
οφόρους και υποζύγια. Κάθε σύνθετο σύστημα, όπως είναι ο στρα­
τός ή ο άνθρωπος, που φαίνεται σταθερό και συμπαγές από μα­
κριά, στην πραγματικότητα, αν το δεις από πιο κοντά, είναι ένα
σύνολο αποτελούμενο από πολλά ασύνδετα μεταξύ τους συστατι­
κά που το καθένα προκαλεί μυριάδες μικρές εξεγέρσεις κατά του
άλλου, συνεχείς διεκδικήσεις ανεξαρτησίας. Και μια σπονδυλω­
τή γέφυρα σαν κι αυτή δεν αποτελεί εξαίρεση. Τα πλοιάρια από
τα οποία ήταν κατασκευασμένη κουνιόνταν κι ανασηκώνονταν

292

Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ

και τα σκοινιά με τα οποία τα είχαν δέσει έτριζαν και τεντώνο­
νταν, και με κάθε ομάδα οπλιτών, με κάθε κοπάδι τρομαγμένους
χοίρους που σκλήριζαν, με κάθε βαρυφορτωμένο από σκεύη κου­
ζίνας και βαρύ εξοπλισμό κάρο που ταλαντευόμενο διέσχιζε ως
εκ θαύματος το στενό αυτό σημείο, ο Ξενοφώντας άφηνε να του
ξεφύγει ένας αχνός αναστεναγμός ανακούφισης και κουνούσε ε­
λάχιστα το κεφάλι σε ένδειξη ευχαριστίας προς τους θεούς, προ­
τού εστιάσει και πάλι έντονα το βλέμμα του στην επόμενη ομά­
δα που ετοιμαζόταν να περάσει.
Ενώ παρακολουθούσα τους πολίτες που ακολουθούσαν το
στρατό, κατάφερα να διακρίνω την Αστερία να περνά παλικαρί­
σια μαζί με πολλές άλλες γυναίκες, κουβαλώντας έναν μπόγο
στους ώμους της που έδειχνε πολύ πιο βαρύς απ' όσο θα μπο­
ρούσε να μεταφέρει. Επειδή ήμουν ανίκανος να κάνω κάτι πε­
ρισσότερο για να τη βοηθήσω, αίσθημα ντροπής με βασάνιζε πο­
λύ στη διάρκεια αυτής της μακριάς φάσης της πορείας· μετριά­
στηκε μόνο από τις χαμογελαστές της διαβεβαιώσεις ότι δε με
κατηγορούσε όταν τη ρώτησα γι' αυτό τη νύχτα.
«Οι γυναίκες είναι καλύτερες πεζοπόροι από τους άντρες», δή­
λωσε μισοπειρακτικά. «Παρατήρησε τους στρατιώτες σας όταν
φτιάχνουμε το στρατόπεδο. Οι άντρες ιδρώνουν και σωριάζονται
στο έδαφος σαν τα γουρούνια, φωνάζοντας τους συνοδούς να τους
βοηθήσουν να βγάλουν την πανοπλία τους. Εμείς οι γυναίκες δεν
κάνουμε καν παύση ­ αρχίζουμε αμέσως να μαζεύουμε προσα­
νάμματα και να μαγειρεύουμε. Ακόμα κι εγώ που δεν είχα μαζέ­