You are on page 1of 48

ΠΟΛΛΑΠΛΑ ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΗ ΠΕΡΙΟΔΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΑ ΜΑΣΤΟΡΕΜΑΤΑ

Εκφυλίζοντας τις σελίδες
και ξεφυλλίζοντας τα
δρώμενα

Πουλιά
λόγια ανδρών επι-φανών
______________________________ 4
φυγή
_____________________________________________5
και έτσι τελείωσε αυτή η ιστορία
______________________________6
απόπειρα σε νoτισμένο κράσπεδο
______________________________7
όταν αλλάζουν οι εποχές _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ 10
ανελευθερία και ελευθερία: η εικόνα ως κόσμος στον
κινηματογράφο του Bela Tarr
_ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ 11
κουνούπια & ασημαντότητες
_ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _17
άτιτλο
_ _ _ 1_ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ 18
the
_ _clash
_ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _19
λαϊκή
_ _ενότητα
_ _ _ _ _(κόμικ)
_ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ 24
ο βρικόλακας μέσα απο την ελληνική λαϊκή παράδοση
και τη νεοελληνική_λογοτεχνία
_ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ 26
Α_ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ 34
η κραυγή της πόλης
_ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ 35
συνειρμοί_ αφορισμοί
_ _ _ _ _ _και
_ _φράουλες
_ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ 38
ο μόνος δρόμος
_ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ 41
χιπστερισμός - το ανώτατο στάδιο του
μεταμοντερνισμού
_ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ 42
άτιτλο
_ _ _ 2_ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ 46

Έκφυλλον

| C

Προς τους αναγνώστες τούτης της εκφυλλάδας,
χτές βράδυ σε κάποιο μπάρ που έπαιζε clash συνάντησα έναν τύπο που έπινε διπλό jameson άνευ πάγου. Μου φάνηκε παράξενο, όχι
μόνο γιατί ήταν ο μόνος ανάμεσα στα βαμπίρ του μπάρ που έπινε ουίσκυ, αλλά είχε στα μάτια του μια παράξενη λάμψη. Έμοιαζε να
ακούει τους στίχους, να χτυπάει το πόδι του στο ρυθμό και να ψιλογουστάρει ενώ όλοι γύρω του ήταν απορροφημένοι στο προσωπικό
κυνηγητό μιας εφήμερης αθανασίας. Πήγα και κάθισα στο σκαμπό δίπλα του και τον ρώτησα “τί δουλειά έχεις εσύ εδώ μ’ αυτούς;”
“δε μπορώ άλλο να πηγαίνω στα στέκια τα γνωστά και να περιμένω αυτά να λιγοστέψουν και να σβήσουν. Ήθελα να έρθω εδώ. Να
ανοιχτώ σ’ αυτούς που ζούν το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου. Να δώ κι εγώ πού στέκομαι και αν καταλαβαίνω.”
“Και οι άλλοι από τα στέκια τα γνωστά; Τί απόγιναν εκείνοι;”
“Κάποιοι έψαξαν για άλλα στέκια. Άλλοι έμειναν εκεί και τους τρομάζει να αλλάξουν τα στέκια τους. Και κάποιοι άλλοι χάθηκαν από
βίτσιο.”
“Και δε νοιώθεις μόνος;”, τον ρώτησα.
“Ναί. Όμως όλοι αυτοί εδώ μέσα είναι σίγουροι ότι δεν είναι.”
“Είναι βέβαια καταθλιπτικός περίγυρος. Δεν τους λυπάσαι;”
“Το να λυπάσαι τους ανθρώπους αντιστοιχεί σε πνεύμα βοδιού.”
“Μα αυτοί είναι βαμπίρ.”
Στράβωσε λιγάκι τα χείλη του στο πλάι και κατέβασε μια γουλιά από το ποτό του. Μετά γύρισε και κουνώντας το δάχτυλό του προς το
μέρος μου είπε “βλέπεις, αυτό το λάθος κάνουν οι περισσότεροι. Τα βαμπίρ είναι αυτοί που ομνύουν στην ελπίδα ζώντας χωρίς ελπίδα.”
“ναί, μα τί δουλειά έχουμε εμείς μ’ αυτούς; δεν καταλαβαίνω”, ξέσπασα.
Χαμογέλασε. “να κάτι για το οποίο αξίζει να υποφέρεις. Ακόμα και να πεθάνεις. Μια κοινωνία μεταξύ των ανθρώπων, για κείνη την
ειρήνη ανάμεσα στους ηττημένους. Ένας μόνος πύργος, ναί, αλλά αστραφτερός και άφθαρτος. Αν υποθέσουμε λοιπόν, τον άνθρωπο
ως άνθρωπο, και τη σχέση του προς τον κόσμο ανθρώπινη, τότε μπορείς να ανταλλάξεις αγάπη μόνο με αγάπη, εμπιστοσύνη μόνο με
εμπιστοσύνη. Άλλη μια βραδυά κακοπέρασης, λοιπόν, δεν είναι κάτι το σπουδαίο. Η μουσική ούτως η άλλως είναι καλή. Έχουμε κάτι.”
“μπερδεμένα μου τα λές αλλά γουστάρω”, του γυρίζω και κάνω νόημα στο μπάρμαν που καμακώνει δύο θηλυκά βαμπίρ στην άλλη άκρη
της μπάρας. “ένα από αυτό που πίνει και ο φίλος μου”.
“κάποτε διάβασα τη Βίβλο. Μου καρφώθηκε, λοιπόν, εκείνο το χωρίο του Λουκά που λέει ‘το βασίλειο του Θεού είναι στον άνθρωπο’.”
“ακριβώς”, συμφωνεί.”όχι σε έναν άνθρωπο. Σε όλους μας. Οι άνθρωποι είχαν τη δύναμη και σκάρωσαν τις μηχανές. Τ αεροπλάνο και το
ραδιόφωνο μας έφεραν κοντά. Η φύση αυτών των εφευρέσεων αξιώνει την καλοσύνη, και την παγκόσμια αδελφοσύνη.”
“δεν είναι αντιφατικό από τη μία να ορίζουμε την ταχύτητα και από την άλλη να κλεινόμαστε ολοένα και περισσότερο στον εαυτό μας;”.
Τον αιφνιδίασα και για μια στιγμή στάθηκε αμίλητος.
“η επιδεξιότητα απαιτεί καλοσύνη. Δεν είμαστε ούτε μηχανές ούτε αγέλες. Το μίσος και η τωρινή δυστυχία προήλθε από την πλεονεξία
και τη σκληρότητα αυτών πoυ φοβούνται την πρόοδο. Αυτοί, ενωμένοι, διακηρύσσουν την αγάπη και τη δικαιοσύνη και έχουν σκοτώσει
και τα δύο. Κι έχουν φέρει και τους φίλους τους και διασκεδάζουν. Μας έχουν κλέψει τη δυνατότητα να ονειρευόμαστε. Ονειρεύονται
εκείνοι για εμάς και νομοθετούν όνειρα από τον πιο διεστραμένο υποθάλαμο του μυαλό τους. Μας υποχρεώνουν να ατενίζουμε τις πόλεις
μας και να καταλαβαίνουμε μονάχα το γκρίζο. Να κοιτάμε τη θάλασσα, τα βουνά, τους κάμπους και αντί να σκεφτόμαστε ζωγραφική
και ποίηση να βλέπουμε λευκά κελιά και άγραφες σελίδες. Υπαγορεύουν τις σκέψεις και τις πράξεις μας. Φορτώνουν στην πλάτη μας
τις αυτοκτονίες και όλους εκείνους τους θανάτους από φυσικά αίτια και εξοστρακισμούς και μας αναγκάζουν να τα δεχόμαστε. Να
χαιρόμαστε με τη δυστυχία των άλλων κι όχι με την ευτυχία τους – ή ακόμα και να μισούμε την ευτυχία τους. Εκφυλισμένα βαμπίρ –
οβίδες έτοιμες για τα κανόνια τους. Δεν είμαστε εμείς αυτό.”
“να καταστρέψουμε, λοιπόν, τον εαυτό που μας επιβάλλουν”.
“Ακριβώς. Η καταστροφή είναι δημιουργία.”
“Και ο θάνατος;”, ρώτησα.
Χαμογέλασε και έβγαλε ένα βέλος από τη φαρέτρα του. “το κοινό στοιχείο. Μόνο που, τα ομορφότερα λουλούδια φυτρώνουν στους
τάφους εκείνων που πολέμησαν για έναν κόσμο της λογικής και της ελευθερίας. Της πραγματικής προόδου. Της ανθρωπιάς. Αυτό πρέπει
να το καταλάβουμε. Πρέπει όλοι να το καταλάβουν”.
Το βλέμμα του ήταν καθαρό και ωραίο και μου άρεσε που τον είχα βρεί και τα λέγαμε.
Κι εκείνος ήσουν εσύ που διαβάζεις τώρα αυτές τις γραμμές. Είχαμε κάτι. Έχουμε κάτι.

Έκφυλλον τεύχος 1ο
Άνοιξη 2014
Γράφουν οι: Δάρνακας, Terest, Προμηθέας, Ωμέγας Ακρυλικός,
Σαφ, Νίκος Γεωργαντώνης, Yata Carasu, Bilahortas, Θαμώνας
Εξωτερικοί Συνεργάτες: Έλενα Ψυχάρη, Χρήστος Κολτσίδας
Φωτογραφίες: Τσατσαμάρω (σελίδα 7), Γιώργος Κονδυλάκης
(σελίδα 36-37)
Στα Πλήκτρα: xειριστής Αμοιβάδα
email: ekfyllon@therapist.net
κυκλοφορεί και ηλεκτρονικά στο http://ekfillon.blogspot.gr

D | Έκφυλλον

λόγια ανδρών
επι-φανών

«Οι Έλληνες (με κεφαλαίο) άντρες είναι πιο σέξι και είναι
καλύτεροι σύντροφοι»

Ηλίας Κασιδιάρης [πρώην πρώτος

χορευτής των μπαλέτων Μπαλσόι, με εξαιρετική ιδιοδεκτικότητα, φημισμένος για την ‘ον
ντεντάν’ πιρουέτα ‘χαστούκι’ (να μην συγχέεται με τη στριφογυριστή κλωτσιά του Τσακ
Νόρις). Αποχώρησε μετά την αποκάλυψη του παράνομου δεσμού που διατηρούσε με το χορογράφο
του μπαλέτου. Πλέον, διαπρέπει και πάλι (όπως πριν γίνει γνωστός) στο ‘μπαλέτο του πεζοδρομίου’
(γκάτερ μπαλέ).]

«Η ‘εξ οφίτσιο’ κριτική δεν σημαίνει τίποτε. Αποτελεί σκέτο
κόμπλεξ. Το ίδιο και η ερμηνεία καταστάσεων με μόνιμα αρνητικό
πρόσημο μπροστά. Το ίδιο και όλοι αυτοί που ξεκινάνε τις φράσεις τους
με το εγώ. Συλλογική διάθεση, αλλά σόλο υπερπροσπάθεια, ίσως αυτό
είναι το μονοπάτι της διαχωριστικής γραμμής που πρέπει να πατήσουμε.
Ερωτηματικό»

Ντόρα Μπακογιάννη [γνωστό μοντέλο

κι
επιχειρηματίας, σύμβολο του σεξ τη δεκαετία του 80 (με το τότε καλλιτεχνικό της ψευδώνυμο ‘Ντόπα
Μπακοτζών’). «Χωρίς αυτή δε μπορούμε να μιλάμε για τη Βάνα Μπάρμπα» όπως έχει δηλώσει γνωστός
πολιτικός ανήρ. Εισήγαγε το ‘ανδρικό κουλ’ πολύ πριν την Κέιτ Μος. Το απόσπασμα πάρθηκε από το
μπεστ σέλερ βιβλίο της ‘Η ιδεολογία του καπιτονέ καναπέ (Μέσα στα κόλπα αλλά έξω από το κουτί)’]

«Κάθε φορά που με πιάνω διαθέσιμο να αποπλανηθώ , αναρωτιέμαι ποια παγίδα
πάω πάλι να μου στήσω»

Σταύρος Θεοδωράκης [τηλεοπτικός αστέρας, μέγας τηλεπλυντηριάρχης,

συγκεντρώνει της αρετές του Λάρυ Κινγκ και της Όπρα Γουίνφρεϊ στην ανώδυνη δημοσιογραφία. Υπήρξε φίλος, ντρίνκιν μπάντυ
και συνεργάτης του Πέτρου Κωστόπουλου στα πολιτικά περιοδικά μόδας ‘Νιτροποιητικά Βακτήρια’ και ‘Ντάουν δε τόιλετ’]

«Θέλω να νιώθω ότι υπηρετώ μια τέχνη με κοινωνικό ρόλο, που διαμορφώνει
συνειδήσεις. Η δική μου ακεραιότητα θα δώσει νόημα στο πέρασμά μου από τον κόσμο»

Άδωνις Γεωργιάδης [σελέμπριτυ, εξαιρετικός υψίφωνος με διεθνή καριέρα
που περιλαμβάνει εμφανίσεις στη Σκάλα του Μιλάνου, στην Κακιά Σκάλα και σε άλλες σκάλες. Οι τηλεοπτικές συνεντεύξεις του
είναι ελάχιστες, δηλώνει λάτρης του μεταμοντέρνου στυλ και οικολόγος κόκκινος. Έχει ιδρύσει τη διεπιστημονική ομάδα ‘Έγερση
του Κεκοιμημένου Βυζαντινού μας Βασιλέως’(Ε.ΚΕ.ΒΥ.ΒΑ) για την αποκατάσταση της νοητικής και ψυχολογικής υγείας και την
ανακύκλωση διαστημικών ανταλλακτικών.]

«Σκεφτείτε τι φοβερό θα ήταν να μην μπορούμε να επαναλαμβάνουμε άπειρες φορές
όσο ζούμε εκείνο το ζωτικό ρήμα, ‘σ’ αγαπώ’, αυτό που μας εξασφαλίζει την ωραία ψυχική
αιχμαλωσία μας σε άνθρωπο και όνειρο»

Κική Δημουλά [ποιήτρια]

*Μια από τις παραπάνω δηλώσεις είναι αυθεντική [δηλαδή πιο αυθεντική από τις (αυθεντικές) υπόλοιπες..!].
Όποιος την εντοπίσει να στείλει mail ή γράμμα στη διεύθυνση του περιοδικού. Οι 5 πρώτοι/τες θα κερδίσουν
συμπαραστατικά χτυπήματα στην πλάτη, ρουφηχτά φιλιά (από σύσσωμο το πλήρωμα του περιοδικού) και από 1
εισιτήριο διαρκείας για τους αγώνες του Α.Ο. Χανίων, έπαθλα που θα παραλάβουν από τα γραφεία του περιοδικού.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η όμορφη αυθεντική δήλωση παρατίθεται όχι ως μομφή μόνο για το άτομο στο οποίο ανήκει αλλά σε
όλους τους διανοούμενους που επιλέγουν (ενσυνείδητα ή ασυνείδητα) στη συγκυρία που ζούμε, να ενθαρρύνουν
την αποξένωση, τον ακρωτηριασμένο ατομικισμό, το φασισμό και να θεωρητικολογούν και ηθικολογούν με όρους
συλλογικής ευθύνης για την ανάγκη της βαρβαρότητας που μας επιβάλλεται από τους πάνω.

“Φυγή”

Έκφυλλον

(αφιερωμένο στη μνήμη του Κλείτου Κύρου)

| E

Η αρχή μιας αγάπης μοιάζει πάντοτε με ταξίδι.
Μοιάζει με τις αυτοδύναμες σκέψεις
μιας μελλούμενης ηρεμίας
όπου παθιασμένα αφήνουμε τη βαρύτητα
και γλιστράμε ανηφορικά στα σκαλοπάτια της νύχτας
σε μια παρατεταμένη στιγμιότητα
κάθε φορά και μία νέα φορά
και ανασταίνονται μνήμες όμορφες (γιατί, λοιπόν, χαμένες;)
Παράθυρα φωτίζουν τη νύχτα με πάθος
και γνέφουν υποσχόμενα μια νέα μαγεία.
Διασχίζετε την προσμονή σας
και φτάνετε σε μία φοιτητική παραλία ζευγαριών.
Εκεί γδύνεστε την πρώτη αμηχανία σας
και ξημερώνεστε σε ένα ανοιξιάτικο λιβάδι.
Εσύ σιγοσφυρίζεις, εκείνη χαμογελάει.
Σας εξηγούν πως κάποια στιγμή θα βρέξει.
Μα στις ματιές σας φωλιάζει ένα πυρακτωμένο καλοκαίρι.
Νιώθετε πανάλαφροι και πυρετώδεις καθώς το φεγγάρι χαμογελάει.
Σκέφτεστε να μην χωριστείτε την αυγή όπως το προστάζει η καθημερινότητα.
Κάθε άνθρωπος αξίζει αυτή την ευτυχία έστω και για μια φορά στη ζωή του.
Ένα ταξίδι αρχίζει
τώρα
εδώ
στο βυθό της πιο ανταριασμένης θάλασσας
στο τέλος αυτών των γραμμών
συναντήθηκαν οι ματιές μας
και όλο το βράδυ σχεδιάζαμε
εκείνες τις αυτοδύναμες σκέψεις.

Προμηθέας

F | Έκφυλλον

Και έτσι τελείωσε
αυτή η ιστορία

Κ

αι έτσι τελείωσε αυτή η ιστορία. Γιατί όλες οι ιστορίες τελειώνουν και πρέπει να
τελειώνουν. Αλλά καλύτερα να μη μιλάμε για πράγματα που ούτως ή άλλως ξέρεις.
Ας μιλήσουμε για κάτι που δεν ξέρεις ακόμα όπως και εγώ. Ας ξεκινήσουμε μιαν άλλη
ιστορία. Θα μας πάρει κάποιο καιρό αυτή η διαδικασία, αλλά ο χρόνος δεν είναι κάτι που
τελειώνει. Δεν είναι σαν τις ιστορίες.
Πρώτα πρέπει να βρούμε έναν ξένο αλλά δε θα του δώσουμε κανένα όνομα. Θα τον
λένε εκείνο. Ένας άνθρωπος ακόμη. Εκείνος.
Πολλές φορές εκείνος παραληρούσε. Η ζωή ήταν τόσο δύσκολη όταν τη σκεφτόταν.
Το χάος. Καμία λογική. Και αυτός προσπαθούσε τόσο πολύ να είναι λογικός, να σκεφτεί.
Όταν όμως δεν προλάβαινε να σκεφτεί μπορούσε να ζήσει. Απλά να ζήσει. Ακόμα και αν
δεν το έκανε όπως θα ήθελε, τελικά δεν ήταν δυστυχισμένος. Αλλά όταν σκεφτόταν…
Και από μικρός μάθαινε πώς να σκέφτεται. Πόσο τυχερός ήταν που δεν ήταν ζώο και
μπορούσε να σκεφτεί… Είχε λογική βλέπεις. Αυτά μάθαινε. Ο άνθρωπος, ο λόγος! Πόσο
σπουδαία πράγματα…
Όταν ξυπνούσε δεν μπορούσε να καταλάβει και πολλά. Δεν είχε χρόνο να σκεφτεί
πολλά ούτως ή άλλως. Έπρεπε να ξεκινήσει να κάνει αυτά που έπρεπε να κάνει. Όχι
αυτά που ήθελε, αλλά αυτά που έπρεπε. Δεν έπρεπε να τα κάνει όμως επειδή κάποιος τον
έβαλε. Όχι! Έπρεπε γιατί ο ίδιος το επέλεξε. Διάλεξε να κάνει όλα αυτά που δεν ήθελε.
Και όλα αυτά που ήθελε; Απλά προσπαθούσε. Δεν ήταν πως τα είχε παρατήσει, αλλά
ότι απλά προσπαθούσε. Δεν τα έκανε ποτέ… Τουλάχιστον όχι όσο ήθελε. Προσπαθούσε
όμως τόσο πολύ. Και τον πείραζε αυτό. Τον πείραζε τόσο πολύ. Γιατί όταν πια ήταν βράδυ
και η μέρα είχε τελειώσει και δεν του είχε μείνει τίποτα άλλο να κάνει, καταλάβαινε. Τότε
μπορούσε να τα σκεφτεί όλα. Μπορούσε να σκεφτεί όλα όσα ήθελε να κάνει. Δεν ήταν
πολλά, ήταν απλά όσα ίσως να ήθελε και μάλλον είχε ανάγκη.
Αλίμονο κι αν ήξερε. Τι μπορεί να ήθελε, τι μπορεί να είχε ανάγκη, πώς έπρεπε να ζει,
τι έπρεπε να ζει… Αν πρέπει. Αν δεν πρέπει τίποτα. Και προσπαθούσε τόσο πολύ. Να τα
καταλάβει όλα. Να μάθει. Και όταν πια δεν μπορούσε άλλο, όταν βράδιαζε έπινε. Έπινε
και μετά παραληρούσε.
Κάπως έτσι ξεκίναγε και κάπως έτσι τελείωνε.

Σαφ

απόπειρα σε
νoτισμένο κράσπεδο

Έκφυλλον

| G

Δώδεκα και μισή. Πίσσα σκοτάδι και βρέχει. Μπαίνω σ ένα μπαρ να βρώ τον εαυτό μου.
Βγάζω το σκληρό πλαστικό καπέλο μου χρώματος λαδί και τινάζω από πάνω του τις κρύες
βρόχινες σταγόνες ενώ ρίχνω μια ματιά στα γεμάτα τραπέζια και στο γύρω χόρο.
Κάθεται στη μπάρα. Μόνη. Τα μάτια μου την καρφώνουν και εκείνη γυρνάει στιγμιαία
το βλέμμα της καταπάνω μου και δαγκώνει τα χείλη της. Καυλιάρικα χείλια, σκέφτομαι. Τα
μάτια της λάμπουν ένα σκοτάδι σκέτη μελαγχολία, ενώ το βλέμμα της κεντράρει με γεωμετρική
ακρίβεια στον πάτο του ποτηριού της ζουμάροντας στην απόγνωση. Τα μαλλιά της είναι μαύρα
και κατσαρά και νομίζω πως διακρίνω το άρωμα που προσφέρει η ελαφριά περιποίηση λίγης
λάκ.
Βγάζω το παλτό μου αργά, φανταστείτε πώς κολλάνε οι κάμερες σε μια αντίστοιχη σκηνή
στον κινηματογράφο στη φιγούρα του πρωταγωνιστή ο οποίος σκάει αμήχανα ένα γελάκι και
οι κόρες του αλληθωρίζουν.
Εκείνη ρουφά παιδιάστικα και έκφυλα το τσιγάρο με κείνα τα χείλια της και φυσά τον
καπνό προς το μέρος μου με στυλ. Το κόκκινο φόρεμά της έχει σηκωθεί λιγάκι και τα μπούτια
της τρεμουλιάζουν στο φώς μια λάμπας που είναι φτιαγμένη από παλιές κασέτες. Από τα ηχεία
ο tom κλαψουρίζει “you’re innocent when you dream”, αυτό το μαγευτικό τραγούδι με το
ακορντεόν που σε κάνει να σκέφτεσαι ξύλινα αλογάκια στο λούνα πάρκ και καραμελωμένα μήλα.
Ένα άδειο σκαμπό δίπλα της. Σιγουρεύω το κλειστό μπουκάλι μου με το λιγοστό κοκκινέλι και
την ετικέτα με την αλεπού και τα σταφύλια στη μυστική σκισμένη φόδρα τύπου καβάτζα κάπου
εσωτερικά στο παλτό μου.
Όχι άλλος χρόνος χαμένος.
Πάω και κάθομαι ένα σκαμπό πιο δίπλα. Κάπου είχα διαβάσει κάτι σχετικό. Ο μπάρμαν με
ξέρει και το ξέρει.
“Γειά σου Γιώργο. Το γνωστό;”
“Ναι.”, του λέω και μου βάζει το γνωστό διπλό Jameson χωρίς πάγο. Αμολάω ένα πακέτο
Καρέλια Χρυσή Κασετίνα με υψηλή περιεκτικότητα σε μονοξείδιο στο τραπέζι ενώ αφήνω το
φαιοκίτρινο υγρό να μου κάψει ωραία το λαρύγγι. Ανοίγω το πακέτο και κολλάω ένα τσιγάρο
στο στόμα μου, το ανάβω και την κόβω λοξά. Έχει κάτι χέρια λευκά σα λείο ελεφαντόδοντο

H | Έκφυλλον
και μακριά με μικρά, γυναικεία δάχτυλα. Τα βυζιά της λές και θα σκάσουν μέσα στο στενό
ντεκολτέ. μερικές γυναίκες ξέρουν πως να καυλώνουν έναν άντρα. Στα δεξιά της αράζει ένα
κολωνάτο ποτήρι με κόκκινο δηλητήριο και παραδίπλα ένα πακέτο Davidoff Slims με χαμηλή
περιεκτικότητα σε όλα. Ποια είναι η ιστορία σου; γιατί είσαι εδώ; Μερικές φορές η εικόνα
έχει τόση ένταση που παγιδεύει το λόγο.
Ξαφνικά η πόρτα του μπάρ ανοίγει κι ένας ψηλός με μαύρη καμπαρντίνα έρχεται γκαζωμένος
προς το μέρος μας και αρπάζει τη δικιά σου από τη μέση και τη φιλάει. Κάθεται ανάμεσά μας
λαχανιασμένος, η ανάσα του βρωμάει τσίχλα καρπούζι, και παραγγέλνει ένα καινούριο γύρο
ψηλά κολωνάτα ποτήρια κοκκινέλι και τότε μου φάνηκε ότι κάτι άλλαξε στο πρόσωπο εκείνης
της γυναίκας. Χαμογελούσε. Αυτό ήταν το μυστικό. Και έχει πολύ ωραίο χαμόγελο μα την
αλήθεια. Θα ήθελα να το αντικρύσω από σένα αφού σου διηγηθώ την ιστορία μου, σκέφτηκα. Μα
αν καθίσεις πολλή ώρα μ αυτό τον σοβαρό κλόουν με το βαθύ μπλέ πουκάμισο δε θα τη βγάλεις
καθαρή. Η νύχτα αναστατώνει έναν άντρα. Δεν περιμένω να το καταλάβεις αυτό. Μακρινοί
περίπατοι στο λιμάνι κι ένα μπουκάλι κρασί. Έχω καταδικάσει την ανθρώπινη συντροφιά. Έχω
ορκιστεί πολλές φορές ότι θα σταματήσω τις μαλακίες. Θα σοβαρευτώ και τα σχετικά. Εκτός
από το ποτό. Γι αυτό δεν είμαι πολύ βέβαιος. Αν είμαστε τυχεροί μπορεί να τη βγάλουμε
και μέχρι το πρωί μωρό μου.
Ο μπάρμαν όλη εκείνη την ώρα με κοίταζε περίεργα. Τόσο καιρό και ακόμα δεν έχει
αποφασίσει αν είμαι σωστή φάτσα ή απατεώνας. Καθαρίζει τα ποτήρια και πίνει κόκα κόλα.
Ποτέ δε ρέει το αλκοόλ γι αυτό το φτωχό μπάσταρδό. Από τον καιρό του lucky luke δεν έχουν
αλλάξει και πολλά πράγματα για τα παιδιά πίσω από τη μπάρα. Και εγώ δεν είμαι παρά ένας
φτωχός καουμπόυ που καπνίζει στάχυα.
Πνιγμένος στις χαομένες σκέψεις μου, γυρίζω μια στιγμή να σε κοιτάξω. Έχεις το βλέμμα
σου καρφωμένο στο ποτήρι. Αγριεμένη και σαλταρισμένη. Τρέμουν τα δάχτυλά σου όσο το
κρατάς. μουρμουρίζεις κάτι ακαταλαβίστικες βρισιές. Το σκαμπό δίπλα σου είναι αδειανό.
“Έ, είσαι καλά;”
“Συγγνώμη. Πρέπει να φύγω.”
Πετά κάτι κέρματα στον πάγκο, χώνει βιαστικά τα davidoff slims στη ζακέτα της που
ήταν κρυμμένη κάτω από τη μπάρα, τυλίγεται και ορμά προς την έξοδο φουρκισμένη. τα μαύρα
μποτάκια της σκαλώνουν στο πάτωμα σκέτη ανατριχίλα και τα βλέμματα κολλάνε πάνω της καθώς
αυτή βροντάει την πόρτα πίσω της και βγαίνει στη βροχή. Την είχα ερωτευτεί.
“Μη σκας και πολύ”, είπε ο μπάρμαν. “Είναι τρελή.”
“Μπορεί να είναι πολλά. Όχι, όμως, τρελή.”, είπα. “Βάλε τώρα μια απ τα ίδια.”
Πήρα το ποτήρι με διπλό jameson χωρίς πάγο και έχωσα το δάχτυλο μου μέσα στο διάφανο
κολλώδες υγρό και έπιασα τον πάτο. Κυριολεκτικά.
Φορούσα το πιο μπλε πουκάμισό μου και έπινα το σωστό κι έψαχνα το μέρος όπου, όπως λέει
το τραγούδι, βρίσκεται η καρδιά της σαββατιάτικης νύχτας. Γύρω μου οι θαμώνες έπαιζαν
χαρτιά και μπαρμπούτι και έπιναν κι εκείνοι. Κάποιοι από αυτούς είχαν και τις γυναίκες
τους και χαμουρεύονταν και τους άνοιγαν όλη την ώρα μπουκάλια χωρίς να νοιάζονται για
τα καφετιά και έδειχναν πολύ κυριλέ με τα μαύρα σακάκια τους και τα παχιά τους πούρα.
Κι οι γυναίκες τους έκρωζαν μπογιατισμένα φρόκαλα με φτηνιάρικα σκουλαρίκια και έσπαζαν
επιτηδευμένα τον καρπό προς τα πίσω κάθε φορά που γελούσαν, κίνηση που μου προκαλεί αηδία
κάθε φορά που τη βλέπω. Παραδίπλα, κάτι άλλοι μυστήριοι είχαν αναποδογυρίσει ένα τραπέζι.
δύο άντρες πλακώνονταν για την καρδιά μιας γυναίκας που σ αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να
τ αξίζει ενώ κάποιοι άλλοι έστηναν στοιχήματα κι έψαχναν για κορόιδα. Στη δεξιά άκρη της
μπάρας δύο πιτσιρίκια δεκατετράχρονα παζαρεύουν ένα ποτήρι αλκοόλ. Στον τοίχο γλιστρώντας
τα χέρια του ζαλισμένος ένας γέρος κουρελιάρης πάνω από ένα παλιό juke box ξερνάει μέσα
στο μεγάφωνο και το ποτήρι του φιγουράρει χίλια κομμάτια πάνω στο αστραφτερό κιτρινισμένο
πάτωμα. Ένα άλλο ραμολιμέντο βγαίνει από την τουαλέτα με τα μάτια και το χαμόγελο της
εκσπερμάτισης. Η γριά πουτάνα που τον τραβά από το παντελόνι σκουπίζει τα ρυτιδιασμένα
χείλη της πασαλείβοντας τριγύρω το τοπίο της ασχήμιας με κόκκινο κραγιόν και καυχιέται
για τις ικανότητές της στο ρούφηγμα. “Έχουμε πάρτι εδώ! Κύριοι σαλιώστε τις παλάμες σας
και χτυπήστε το. Κυρίες μου, σηκώστε τα φουστάνια σας και υποκλειθείτε, μπαίνουμε στην
κόλαση”, ούρλιαζε ο μπάρμαν η πορνόφατσα και είχε μεταμορφωθεί σε έναν κόκκινο μεγάλο
φαλακρό διάβολο και τα μάτια του ξερνάγανε φωτιά.
Πλήρωσα αηδιασμένος και βγήκα στον κρύο αέρα. Η βροχή σταμάτησε χωρίς να τα ξεπλύνει
όλα, σκέφτηκα. Ξέθαψα το μπουκάλι από την μυστική φόδρα και το ήπια με τη μία. Οι δρόμοι

Έκφυλλον

| I

άδειοι. Κοίταξα το κινητό μου μάρκας νόκια παντόφλα. δύο παρά δέκα. δεν ήθελα να πάω
ακόμα σπίτι. Θα αγόραζα ένα καινούριο μπουκάλι κρασί και θα πήγαινα να το πιώ κάπου ήσυχα.
Αυτό θα έκανα. Πολύ σωστή σκέψη μάγκα μου. Η αλεπού στο μπουκάλι συμφώνησε και μου έκλεισε
το μάτι. Βγήκα από τη Σκουφών στην Ζαμπελίου και από ένα στενό στην Κανεβάρω. Βρήκα εκεί
την κάβα και μπήκα. Μελέτησα τα ράφια σχολαστικά σα διψασμένο κουνούπι και τελικά βρήκα
μια αλεπού γεμάτη. Τή βούτηξα από την ουρά και πήγα στο ταμείο.
“τρία και ενενήντα”, είπε μια κοντόχοντρη λάμια που καθόταν από πίσω και που όπως
φάνηκε η εμφάνισή μου είχε χαλάσει τη βόλεψη του τεράστιου κώλου της. Με κοιτούσε με
κάτι ποντίκια στα μάτια και έψαχνε για κάτι με το ένα χέρι κάτω απ τον πάγκο. Να αμολήσω
την αλεπού μου να δούνε τα ποντίκια σου, σκέφτηκα. Τελικά έβγαλε ένα ανοιχτήρι. Ξετύλιξε
το κομματάκι το πλαστικό γύρω από το στόμιο σε ύφος άντε και χάρη σου κάνω μαλάκα, να
τελειώνουμε με σένα και μου το άνοιξε. Έκανε να πιάσει μια σακούλα δίπλα της.
“άσε δε θέλω”, είπα.
Άφησα τέσσερα και βγήκα κλείνοντας την πόρτα να μη μ ακολουθήσουν τα ποντίκια. Το
έχωσα στη μυστική φόδρα και έστριψα δεξιά όπου ξεπρόβαλλε το μεγάλο συντριβάνι της Ακτής
Τομπάζη. Οι ταβέρνες έκλειναν και τα γκαρσόνια πετούσαν τα αποφάγια στα σκυλιά του
λιμανιού που πλησιάζαν λαίμαργα όλα με κάτι παραφουσκωμένες κοιλιές. Πιο δίπλα μερικά
ξενυχτάδικα που αρμέγουν τουρίστες και οι σχετικοί πορτιέρηδες με τα μαλλιά γλυμμένα στο
πλάι ξεμύτιζαν ύποπτα με το σταμάτημα της βροχής. Παραπέρα κάτι ψαράδες κάθονταν στα
παγκάκια και φουμάριζαν με συντροφιά ένα ραδιόφωνο, από κείνα που παίρνουν μπαταρίες, με
το βλέμμα γεμάτο αγωνία για το μεροκάματο της επόμενης. Δίπλα στο καλάμι τους μια γάτα
καταβροχθίζει λαίμαργα τα δολώματα. Ένας σηκώνεται και την κλωτσά μακριά, βρίζοντας.
Σκέφτηκα τον Καββαδία και τις γάτες των ναυτικών. Γυαλί τζαμίσι, παλάς, χάλκινα, προβλήτες,
νεώρια. Αριστερά μου τα γυαλιστερά σκάφη των λεφτάδων και αλλού ψαρότρατες. Κάθε προβλήτα
είναι διαμορφωμένη ταξικά. δύο μετανάστες κάπου εκεί είχαν ανέβει σ έναν από εκείνους τους
ακριβούς σκυλοπνίχτες και έπαιζαν τάβλι σ ένα μικρό ξύλινο τραπέζι, πίνοντας και γελώντας
με κίτρινα βρώμικα δόντια και μικρά λαμπερά μάτια. Είπα να πλησιάσω μια προβλήτα. Την
είχαν κλείσει με μια αλυσίδα και μια πινακίδα που έγραφε : “είσοδος ή απαγορεύεται είς
έχοντας τους μή ιδιοκτησίαν”
έ; όλο μαλακίες γράφουν αυτοί οι πούστηδες, σκέφτηκα. Ξεκρέμασα την αλυσίδα και την
πέταξα στο πλάι. Κατέβηκα τα ξύλινα σκαλοπάτια και πάτησα στο σανίδι κι εκείνο άρχισε να
τραμπαλίζεται κι εγώ την είδα μεθυσμένος πειρατής και πολύ το γούσταρα και τραγουδούσα
“γιοχοχο, έχω μια μικρή αλεπού που μ αγαπάει στ αλήθεια” και προχωρούσα πανέτοιμος να
αντιμετωπίσω τη σκοτεινή θάλασσα. Έφτασα στην άκρη και ξάπλωσα. Το παλτό μου μούσκεψε
από την υγρασία και η μυρωδιά του νοτισμένου ξύλου ήταν αυτό που έψαχνα. Ο ουρανός από
πάνω μου μαύρος με λίγα λευκά σύννεφα σαν πάχνη που σε άφηναν να κλέψεις λίγο για να δείς
τα αστέρια. Ο ταξιδιάρικος ήχος της θάλασσας κάτω από το ξύλο και πίσω τα λάστιχα των
αυτοκινήτων πάνω στο βρεγμένο κράσπεδο. Μισοκαυλιάρικο χαμόγελο της νύχτας που βουλιάζει
και πεθαίνει μέσα στην πόλη. Κρίμα που όλοι οι καλοί ποιητές είναι νεκροί, σκέφτηκα.
Άνοιξα το μπουκάλι και το κόλλησα στα χείλη μου. Μια γάτα που με είχε ακολουθήσει χωρίς
να την πάρω πρέφα στέκεται δίπλα μου και κοιτάζει λαίμαργα ένα ψάρι και της φαίνεται τόσο
κοντά η αντανάκλασή του και καρτερά να το πιάσει. Όταν όμως καταλαβαίνει το λάθος της
είναι μέσα στα νερά και πολεμά να λυτρωθεί από τον πνιγμό.
Έβγαλα ένα ακόμα χρυσό Καρέλι. Το άναψα κι έκλεισα τα μάτια.
Το απόγευμα είχα δεί ένα παιδί να κοιτάζει τη θάλασσα. Τα αδέρφια του έπαιζαν παραπέρα
με κάτι βότσαλα και η μάνα τους σε ένα βράχο ρουφούσε το τσιγάρο της και τα πρόσεχε. Το
παιδί όμως δεν έπαιζε. Όταν ήμουν μικρός μου την έδινε η θάλασσα γιατί στεκόταν εκεί πάντα
το ίδιο ήρεμη και γαλήνια και αμέτοχη και πετούσα μέσα πέτρες και μου άρεσαν οι κύκλοι
που σχηματίζονταν και περίμενα ότι θα γίνει κάτι.
Τώρα που την κοιτάζω πάλι, βλέπω τη γυναίκα με κατσαρά μαλλιά. Με κοιτάζει και μου
χαμογελά και ανοίγει το στόμα της. Πιάνω το μπουκάλι και της χύνω λίγο μέσα στα χείλη. Η
αλεπού στο μπουκάλι είχε φάει τα σταφύλια κι έτριβε την κοιλιά της ικανοποιημένη.
Το πρωί με ξύπνησε ο θόρυβος από τα αυτοκίνητα, οι φωνές των ψαράδων και μιας γυναίκας
που πουλούσε κουλούρια και ντόνατ. Τα κουλούρια είναι για σπουργίτια και περιστέρια και
τα ντόνατ για τα στρουμφ με το ρέιμπαν γυαλί. Άρα εγώ μένω νηστικός. Σηκώθηκα και κοίταξα
τον ήλιο που είχε βγεί για τα καλά, στεγνώνοντας τα χτεσινά, και στεκόταν στον ουρανό
μεγάλος και ωραίος.
Του γύρισα την πλάτη και πήγα να πάρω καφέ.
Θαμώνας

1 | Έκφυλλον

Όταν αλλάζουν οι εποχές

Είπες ότι θέλεις να ξεκουραστείς, ότι θέλεις να ξαποστάσεις.
Κουράστηκες, λες, έπειτα από τόση δουλειά κι ένιωθες ότι
δικαιούσουν λίγο ελεύθερο χρόνο για τέρψη και αναψυχή.
Μα κάτι δεν καταλάβαμε σωστά, Αντίνοε.
Κάτι παρερμηνεύσαμε, κάτι δεν εννοήσαμε ορθά... Γιατί
εμείς αλλιώς σε νομίζαμε, αλλιώς ελπίζαμε ότι ήταν η ζωή σου.
Είχαμε την εντύπωση ότι είχες πάρει πια την απόφασή σου
και μ’ όλη σου τη καρδιά και το μυαλό σου, πάλευες να σηκώσεις
κάθε βασανισμένο αυτής της γης. Δεν μπορούσαμε να εννοήσουμε ότι
εσύ θα ξαπόσταινες... Δεν τολμούσαμε να σκεφτούμε (τόσο βέβαιοι
ήμασταν!) ότι εσύ... θα είχες χρόνο δικό σου και θά ‘βαζες τό ‘να πόδι
πάνω στ’ άλλο, νωθρός και βαριεστημένος.
Για μας ήσουν ένα πρότυπο. Η εικόνα ενός ανθρώπου που θέλαμε
να φτάσουμε...
Και τώρα, νά...
που όλα τα γκρεμίζεις... και τα ρίχνεις και τα ρημάζεις και τα σβήνεις
σαν να μην ήταν τίποτα.
Έτσι απλά.
Επειδή κουράστηκες.
Νίκος Γεωργαντώνης

ΑΝΕΛΕΥΘΕΡΙΑ KAI ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
Η εικόνα ως κόσμος στον κινηματογράφο
του Bela Tarr

Σε πολλές περιπτώσεις ο τρόπος με τον οποίο
αντιλαμβανόμαστε μια ταινία ή γενικότερα ένα
έργο τέχνης εξαρτάται από το τι βλέπουμε μέσα
σε αυτό, από τις προσδοκίες και από τις ιδέες
που κουβαλάμε ήδη μέσα μας. Κατά κάποιο
τρόπο επιδιώκουμε να δούμε τον εαυτό μας μέσα
στην τέχνη. Εφόσον όμως κάθε είδος τέχνης
χρησιμοποιεί τα δικά του μέσα για να μιλήσει
για την πραγματικότητα και κάθε καλλιτέχνης
στοχάζεται πάνω στα δικά του εργαλεία, είναι
το ύφος και η ίδια η υφή του έργου στο οποίο
πρέπει να προσηλωθούμε και όχι ένα σύνολο
αφηρημένων ιδεών που εμείς βλέπουμε μέσα στα
έργα.
Στην
περίπτωση
του
κινηματογράφου
η κινηματογραφική φόρμα, ο τρόπος που
ο σκηνοθέτης επιλέγει να καταγράψει την
«πραγματικότητα», δίνει στην ταινία τον ιδιαίτερο
χαρακτήρα της. Αν μάλιστα ο σκηνοθέτης είναι
στοχαστικός ή ιδιαίτερα καλλιεργημένος ως
προς την ικανότητά του να παρατηρεί, η υφή
της κινηματογράφησής τους αφήνει στο θεατή
την εντύπωση όχι μόνο μιας καλλιτεχνικής και
αισθητικής, αλλά και μιας ηθικής δήλωσης.
Από την άλλη είναι και η ίδια η φύση της
κινηματογραφικής εικόνας που με την αμεσότητά
της δεν δηλώνει κάτι αλλά το παρουσιάζει,
εμπερικλείει μέσα της ένα σύνολο αντιθετικών
στοιχείων της πραγματικής ζωής μετουσιωμένων
σε κινηματογραφική ζωή. Έτσι, όπως η ζωή
δεν είναι φτιαγμένη από ιδέες αλλά από ύλη, η
κινηματογραφική κάμερα καταγράφει την ύλη και
την παρουσιάζει μετουσιωμένη σε τέχνη.
Στις ταινίες του Bela Tarr η εικόνα γίνεται ένας

Έκφυλλον

| 1A

ιδιαίτερος φορέας ζωής χάρη στην πληρότητά της
και η κινηματογράφηση καθίσταται πρωταρχικά
στοχασμός για το προφανές- δηλαδή για το υλικό
και την υφή της «πραγματικότητας».
Ο Bela Tarr προσπαθεί να προσεγγίσει με τη
γλώσσα του κινηματογράφου την υφή
των όντων που αυτή η ίδια έχει πλάσει. Αυτό το
καταφέρνει περνώντας από διαδοχικές
καταστάσεις πίστης.
Πίστη όχι σε κάτι σταθερό και αμετάβλητο,
όχι σε κάποια Αλήθεια, σε κάποια πολιτική και
κοινωνική σταθερά ή σε κάποια ιδεολογία, αλλά
σε κάτι πανανθρώπινο που, εφόσον κινδυνεύει
να χαθεί, αξίζει να γίνει αντικείμενο ενδελεχούς
πραγμάτευσης σαν να πιστεύαμε ότι είναι αιώνιο
και πραγματικό. Αν όμως είναι πλέον κοινός τόπος
ότι δεν υπάρχει μια Αλήθεια που να διαπερνά
τα πάντα, ο καλλιτέχνης θα κατασκευάσει μια
αλήθεια, κάτι που μοιάζει αιώνιο και σταθερό
μέσα στο ιδιαίτερο σύμπαν των εικόνων της
τέχνης του. Για τον Tarr, τέτοιο χαρακτήρα έχει η
ανάγκη διάσωσης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας,
η μοναξιά και η απουσία επικοινωνίας.
Ένα ακόμη πολύ σημαντικό στοιχείο που
θα χρησιμεύσει στην πορεία είναι ο ιδιαίτερος
τρόπος μεταχείρισης του χώρου και του χρόνου
από τον σκηνοθέτη. Ο χώρος γίνεται ο φορέας
μιας συλλογικής ψυχολογίας, είναι ο καθρέφτης
του εσωτερικού των ανθρώπων στο βαθμό που
οι χαρακτήρες του Tarr είναι περισσότερο τύποι
ανθρώπων που ταιριάζουν απόλυτα στο χώρο
στον οποίο ζούνε και έχουν την ίδια αισθητική
αξία με τα αντικείμενα, τη λάσπη και τη βροχή της
Μεγάλης Ουγγρικής πεδιάδας.

1B | Έκφυλλον
Από την άλλη, ο χρόνος εκκενώνεται συστηματικά
και εξαφανίζεται -οι ταινίες μετά το Φθινοπωρινό
Αλμανάκ δύσκολα προσδιορίζονται χρονικά/
ιστορικά και εντός των ταινιών είναι δύσκολο να
γίνει αντιληπτή η χρονική ροή. Ο χρόνος γίνεται
σταθερός ή ακίνητος (η ακινησία είναι παρούσα
μέσα στο πέρασμα του χρόνου).
ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΗ
Πέρα από τα προβλήματα χρηματοδότησης και
διαθεσιμότητας των ταινιών του στην αγορά, αλλά
και την άρνηση του να χρησιμοποιήσει τη «νέα»
τεχνολογία, ο Bela Tarr έχει αποκτήσει μετά την
τριλογία του Κολαστήριο, Sátántangó και Αρμονίες
του Βερκμάιστερ, διεθνές κύρος ως ανανεωτής
της κινηματογραφικής γλώσσας και ως ένας
«παλαιάς κοπής» σκηνοθέτης με προσωπικό
όραμα μέσα σε συνθήκες μετα-νεωτερικές. Μετά
το Ο Άνθρωπος από το Λονδίνο, ο Ούγγρος κλείνει
την κινηματογραφική του πορεία με το εξαιρετικό
και ιδιαίτερα αφαιρετικό Άλογο του Τορίνο. Οι
γνώμες για το έργο του, τις προεκτάσεις του και
τον ενίοτε πολιτικό, φιλοσοφικό - μεταφυσικό
προσανατολισμό που παρουσιάζουν, ποικίλλουν
και συνοδεύονται από αναλύσεις των ιδιαίτερων
τεχνικών κινηματογράφησης και αφήγησης που
χρησιμοποιεί1.
Από τις πρώτες του ταινίες (Ο Αουτσάιντερ,
Οικογενειακή
φωλιά,
Προκατασκευασμένες
σχέσεις) οι οποίες κινούνται στο πνεύμα του
«σοσιαλιστικού ρεαλισμού», και το μεταβατικό
φορμαλιστικά Φθινοπωρινό Αλμανάκ, έως την
εποχή των πέντε τελευταίων ταινιών «μεγάλης
αφήγησης», ο θεατής θα έρθει αντιμέτωπος με ένα
συνεχώς μεταβαλλόμενο και στοχαστικό τρόπο
κινηματογράφησης
της
«πραγματικότητας».
Η κάμερα του Tarr παρακολουθεί στις πρώτες
ταινίες τις ζωές περιθωριακών ανθρώπων,
οικογενειών που βιώνουν την ανία στην ακμή μιας
νέας καταναλωτικής εποχής, ενορχηστρώνει μια
πρωτοφανή απουσία ανθρώπινης επικοινωνίας
μέσα σε αστικά τοπία, επιμένοντας στην
αποκάλυψη της υποκρισίας των σχέσεων μεταξύ
των ανθρώπων. Παρ’ ολ’ αυτά, αποφεύγει την
κοινωνική κριτική και μένει προσηλωμένος στο
ζήτημα της επικοινωνίας, το οποίο παίρνει, από
το Φθινοπωρινό Αλμανάκ και έπειτα μια βαθιά
πανανθρώπινη υφή, γίνεται μια δήλωση της
αέναης επαναληπτικότητας, στασιμότητας και
οντολογικής μοναξιάς.
Στις επόμενες ταινίες τα αστικά τοπία
αντικαθιστά ο
ακαθόριστος, ανοιχτός χώρος
της Ουγγρικής πεδιάδας, οι ζοφερές βιομηχανικές
εκτάσεις, τα χωριά-οικισμοί στη μέση του πουθενά
και η λασπερή γη που μαστίζεται από τον αέρα

και τη βροχή. Τα κοντινά πλάνα στα πρόσωπα
από μια κάμερα στον ώμο αντικαθίστανται από
τα μακρόσυρτα τράβελλινγκ και τις χορευτικές
κινήσεις μιας κάμερας που καταγράφει τα πάντα.
Από εδώ και πέρα αυτό που έχει τα πρωτεία
είναι ο χώρος, το σύνολο του πραγματικού και
φυσικά η ίδια η κινηματογράφηση. Αντί για
μια σφιχτοδεμένη πλοκή, για ένα σενάριο που
διεισδύει στο εσωτερικό των χαρακτήρων, για
μια γραμμική αφήγηση, οι ταινίες του Tarr είναι
πολύ πιο κοντά στη ζωή. Είναι κοντά στη ζωή με
αυτό που δείχνουν, αλλά και με τον τρόπο που
το δείχνουν: η κινηματογράφηση είναι ρυθμική,
κυκλωτική και παρατηρεί τα πάντα.
Η ουσία της σκηνοθεσίας είναι η εμμονή με την
«πραγματικότητα» και την παρατήρηση. Θα ήταν
λάθος να δούμε μέσα σε αυτό τον κινηματογράφο
αλληγορίες, πολιτικές, θεολογικές και φιλοσοφικές
προεκτάσεις σε τόσο μεγάλο βαθμό ώστε να
παραβλέπουμε τον βασικό πυρήνα της φόρμας
των ταινιών. Ο Tarr προσπαθεί να δείξει αυτό
που ο ίδιος πιστεύει πως είναι μια ανθρωπολογική
αλήθεια και την τοποθετεί μέσα σε δραματουργικά
πλαίσια, την προβάλλει μέσω κινηματογραφικών
χώρων και χαρακτήρων που όμως είναι βαθιά
«πραγματικοί». Αισθητικοποιεί με δικούς του
όρους το πραγματικό.
Εδώ θα μπορούσαμε να παραθέσουμε τα λόγια
του άλλου μεγάλου σκηνοθέτη της ανατολικής
Ευρώπης:

Σημασία έχει να μην παρακάμπτει κανείς τις
δυσκολίες και να μην απλουστεύει τα πάντα· οπότε
είναι βασικό για τη σκηνοθεσία να μην απεικονίζει
κάποια ιδέα, παρά να ακολουθεί τη ζωή, την
προσωπικότητα των ηρώων και την ψυχική τους
κατάσταση. Φιλοδοξία της δεν πρέπει να είναι
πώς θα επεξεργαστεί το νόημα μιας συζήτησης
ή μιας πράξης. Πρέπει να μας αιφνιδιάζει με την
αυθεντικότητα των πράξεων, με την ομορφιά και
το βάθος των καλλιτεχνικών εικόνων, και όχι με τη
φορτική επεξήγηση του νοήματός τους.

Έκφυλλον
Ο σκηνοθέτης αρχίζει να γίνεται καλλιτέχνης τη
στιγμή που αρχίζει να μορφοποιείται, στο μυαλό
του ή στην ταινία, το αυστηρά δικό του σύστημα
εικόνων, το δικό του υπόδειγμα σκέψεων για τον
εξωτερικό κόσμο 2
Στον κινηματογράφο του Tarr δεν δίνεται
βάρος στην ιστορία ή την πλοκή, αλλά στην
καταγραφή του κόσμου από την κάμερα-μάτι, έτσι
ώστε αυτή η καταγραφή να έχει αξιώσεις πλήρους
αποσαφήνισης των νοημάτων και των συνθηκών
της ανθρώπινης ύπαρξης.
Οι άνθρωποι στις ταινίες του Tarr είναι μόνοι,
παραπαίουν, είναι κλεισμένοι σε ένα δικό τους
κόσμο και η δύναμη της εικόνας μπορεί να τον
προσδιορίσει ως έχει, αντανακλώντας τον βασικό
πυρήνα της ζωής όλων. Έτσι, το συμπέρασμα
είναι ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι εγκλωβισμένοι
σε ένα κύκλο μοναξιάς και απομόνωσης από τον
οποίο δεν μπορούν να ξεφύγουν και η μόνη ηθική
που τους μένει είναι μια ηθική της συμπάθειας.
Συμπάθεια όμως που δεν φαίνεται τόσο μέσα
στις ίδιες τις ταινίες, στην αλληλεπίδραση των
χαρακτήρων, αλλά είναι η στάση του σκηνοθέτη
(και θα μπορούσε του θεατή) απέναντι στα όντα
που αντανακλώνται στην οθόνη ως το μέσαέξω του δικού μας κόσμου. Κανείς δεν κρίνεται
στην κινηματογραφική αυτή «πραγματικότητα»,
απλά παρουσιάζεται- και αυτή είναι η ουσία της
«φόρμας».

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΑΙ ΑΝΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ή ΒΑR
TΙΤΑΝΙΚΟΣ
Σε τι συνίσταται η ελευθερία και η ανελευθερία;
Στις ταινίες του Tarr, και ειδικότερα στις πέντε
τελευταίες, η ελευθερία και η ανελευθερία
βρίσκονται σε μια διαρκή εναλλαγή δύο τύπων. Η
σχέση του κινηματογραφικού φαινομένου και της
παρακολούθησής του από το θεατή και η σχέση
των ανελεύθερων κινηματογραφικών χαρακτήρων
σε αντιδιαστολή με αυτό που επιδιώκεται, δηλαδή
την απελευθέρωσή τους. Αυτοί οι άνθρωποι είναι
μια όψη της Ανθρωπότητας που ξεγυμνώνεται
ανίκανη να περισώσει κάτι ή να αλλάξει τον

| 1C

εαυτό της, κάνει λάθη και δοκιμάζει επαίσχυντα
όρια καταστροφής, ψεύδους και ανικανότητας
επικοινωνίας. Μια ανθρωπότητα που ο λόγος
της έχει χάσει την αξία του και πρέπει να
απελευθερωθεί.
Χωρικοί και μίζεροι αστυνομικοί μιλούν ποιητικά
και στοχαστικά σαν να μην τους ανήκουν οι λέξεις
τους, σαν οι λέξεις να είναι κενά δοχεία ή τόποι
όπου πλέον δεν γεννάται κανέναν νόημα πέρα
από την αίσθηση ενός απροκάλυπτα αταίριαστου
και παράλογου σκηνικού. Νιτσεϊκοί χαρακτήρες
μεθούν και αποδέχονται την άγνοιά τους εν μέσω
παραληρηματικών μονολόγων. Ζοφερές γυναίκες
διαβάζουν «σκοτεινά» αποσπάσματα της
Παλαιάς Διαθήκης σε φτωχούς κομπιναδόρους
και χορεύουν στο υγρό δάπεδο ενός μπαρ που
είναι χτισμένο σε μια άχρονη πόλη και λέγεται “Bar
Τιτανικός”. Ταχυδρόμοι διδάσκουν την κίνηση του
ηλιακού συστήματος σε μεθυσμένους θαμώνες
μπαρ, εξηγούν και ελπίζουν πως η Έκλειψη δεν θα
είναι το τελικό φαινόμενο που θα δει ο κόσμος3.
Αυτή η φιλμική ανθρωπότητα δεν βιώνει το
Κακό. Σχεδόν κανένα κακό δεν τη βρίσκει, παρά
μόνο η κυκλική επανάληψη ενός φόβου για τον
ερχομό ενός κακού που δεν θα εμφανιστεί ποτέ
ή που εμφανίστηκε κάποτε και τώρα άφησε τον
κόσμο να γυρνάει γύρω από τον εαυτό του, πάντα
στο άχρονο παρόν, πέρα από κάθε προσδιορισμό.
Την ανθρωπότητα αυτή την ελευθερώνει όχι ο
Θεός, αλλά το μάτι του δημιουργού, το μάτι του
θεατή και η επίγνωση πως η τέχνη δεν μπορεί,
αν θέλει να καταλάβει, να ασκήσει κριτική, αλλά
πρωτίστως να δείξει. Εν ολίγοις, ο κινηματογράφος
αυτός είναι απελευθερωτικός. Συνδέει τον θεατή
με τα παθήματα του ήρωα ο οποίος έχει γίνει
πανανθρώπινος χαρακτήρας.
Από την άλλη μια απελευθέρωση αφορά και
την ίδια την εμπειρία του θεατή. Η εικόνα γίνεται
ο κόσμος. Και ο σκηνοθέτης, στην προσπάθειά
του να μας βυθίσει μέσα στον κόσμο αυτό, μας
απομακρύνει υπενθυμίζοντάς μας την ίδια τη ζωή.
Η κάμερα επιλέγει τι θα τραβήξει, άρα η σχέση της
τέχνης με τον κόσμο, η σχέση της με το αντικείμενό
της, είναι μια σχέση ατελής ή μια σχέση πλήρους
αναλογίας εφόσον δεν τίθεται καν το δίλλημα.
Αν η γλώσσα του κινηματογράφου είναι η
γλώσσα των εικόνων κι αν αυτές οι εικόνες
έχουν φτάσει στο έπακρο των δυνατοτήτων τους
τότε δημιουργούν κάτι το οποίο μας μεταθέτει
άμεσα εκτός τους ενώ είχαμε προηγουμένως
βυθιστεί εντός τους. Από τη «φύση» τους έχουν
κάτι το μη «πραγματικό», το αποπεμπτικό. Το
κινηματογραφικό σύμπαν του Tarr είναι τόσο
κοντά στη ζωή, ώστε τελικά μας υπενθυμίζει ότι
δεν είναι ζωή, αλλά εν τέλει κινηματογραφικό
σύμπαν, το κατασκεύασμα ενός ανθρώπου που
σκέφτεται υποκειμενικά και μέσα στο πλαίσιο της
εποχής του. Μας απελευθερώνει από την έλξη που

1D | Έκφυλλον
μας ασκεί και μας επιτρέπει να στοχαστούμε έξω από αυτό.
Ο Andre Μalraux είπε για το πλεονέκτημα του μυθιστορήματος έναντι του κινηματογράφου:
«Ωστόσο φαίνεται πως το μυθιστόρημα διατηρεί απέναντι στο φιλμ ένα πλεονέκτημα: τη δυνατότητα
να περνά στο εσωτερικό των χαρακτήρων4». Αυτή είναι, πράγματι, μια σωστή παρατήρηση, αλλά όχι
εντελώς σωστή. Το σημαντικό δεν είναι η διεισδυτική ή αναπαραστατική δύναμη κάθε τέχνης, ώστε να
συγκρίνεται η αποτελεσματικότητα της μιας απέναντι στην άλλη, αλλά η μορφοποιητική τους δράση
και η ικανότητά τους να κατασκευάζουν ένα κόσμο με εργαλείο την δική τους γλώσσα.
Το ντεκουπάζ, η ροή των πλάνων και το βάθος των εικόνων επιτρέπουν την αποκάλυψη της
εσωτερικότητας των χαρακτήρων ή ακόμη καλύτερα τη δημιουργία αυτής της εσωτερικότητας.
Στον στοχαστικό κινηματογράφο, όπου είναι εμφανής η αγάπη για την παρατήρηση και τη ζωή η
εικόνα γίνεται ο κόσμος πέρα από το καλό και το κακό, από το προφανές των εννοιών που έχουν
διαχρονικά επικαθοριστεί ή μετασχηματιστεί γλωσσικά. Η φόρμα γίνεται έτσι καιμια μάχη με τις λέξεις
και το προφανές, με το υλικό του κόσμου - κι εφόσον η εικόνα είναι γλώσσα, διεκδικεί την αληθοφάνεια
της δικής της δημιουργίας.
Η φιλμική εικόνα είναι μια διαυγής εικόνα.
Χρήστος Κολτσίδας
1.Η μόνη έκδοση στα ελληνικά είναι αυτή του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, με αφορμή ένα αφιέρωμα στον
σκηνοθέτη το Νοέμβριο του 2002 (43ο Φεστιβάλ). Περιλαμβάνει θεωρητικά κείμενα, αναλύσεις, παρουσιάσεις των ταινιών
του και δύο συνεντεύξεις του σκηνοθέτη. Επιμέλεια: Α. Τσαγγάρη. Επιλογή κειμένων: Α. Τσαγγάρη, Μ. Δημόπουλος.
2. Tarkovsky, Α. (1987). Σμιλεύοντας το χρόνο. Μτφρ. Σ. Βελέντζας. Αθήνα: Νεφέλη. σ. 32-33, 82.
3. Βλ. αντίστοιχα Sátántangó (1994), To Άλογο του Τορίνο (2011), Κολαστήριο (1987) και Οι Αρμονίες του Βερκμάιστερ
(2000).

Πως έγινε ένας
κακός άνθρωπος

Έκφυλλον

| 1E

Θα σας πω πώς έγινε
Έτσι είναι η σειρά
Ένας μικρός καλός άνθρωπος αντάμωσε στο
δρόμο του έναν χτυπημένο
Τόσο δα μακριά από κείνον ήτανε πεσμένος και λυπήθηκε
Τόσο πολύ λυπήθηκε
που ύστερα φοβήθηκε
Πριν κοντά του να πλησιάσει για να σκύψει να
τον πιάσει,σκέφτηκε καλύτερα
Τι τα θες τι τα γυρεύεις
Κάποιος άλλος θα βρεθεί από τόσους εδώ γύρω,
να ψυχοπονέσει τον καημένο
Και καλύτερα να πούμε
Ούτε πως τον έχω δει
Και επειδή φοβήθηκε
Έτσι συλλογίστηκε
Τάχα δεν θα είναι φταίχτης,ποιον χτυπούν χωρίς να φταίξει;
Και καλά του κάνουνε αφού ήθελε να παίξει με τους άρχοντες
Άρχισε λοιπόν και κείνος
Από πάνω να χτυπά
Αρχή του παραμυθιού καλημέρα σας

*Της Ελένης Βακαλό

1F | Έκφυλλον

πώς είναι η κατάσταση
Πρώτα δοκιμάζουν να σε τσακίσουν με την ανυπόφορη
φτώχεια
κι ύστερα δοκιμάζουν να σε τσακίσουν με τη μάταιη φήμη.
Κι αν δεν σπάσεις με κανένα από τα δύο, υπάρχουν
οι φυσιολογικές μέθοδοι όπως οι κοινές ασθένειες που
ακολουθούνται από έναν ανεπιθύμητο θάνατο.
Οι περισσότεροι από μας ωστόσο, σπάμε πολύ πριν απ’ αυτό
όπως ήταν κανονισμένο εξάλλου,
από σεισμό, κατακλυσμό, πείνα, οργή, αυτοκτονία, απελπισία
ή απλά από σοβαρό έγκαυμα στη μύτη την ώρα που
ανάβεις το τσιγάρο σου.

*του Charles Bukowski

κουνούπια &
ασυμαντότητες

Έκφυλλον

| 1G

Φ

αίνοταν πλέον φως στον ουρανό, όταν είδα σε ένα παγκάκι τον παλιό γνωστό κύριο Κ. «Ξέκουρδισες το
βιολογικό σου ρολόϊ;» του λέω,καθώς αυτός ανόρεχτα με χαιρετούσε. «Μπα, μου λέει, απλά είχα πολυ καιρό να
δω ξημέρωμα». Φαινόταν και στο τσακίρ κέφι όμως είχα καιρό να τον δω και είχα πλάκα να φάει λίγο παίδεμα.
Η αλήθεια είναι τώρα που το σκέφτομαι, οτι ήμασταν φίλοι παιδιά, όμως τελικά είχαμε πάρε δώσε σε όλα τα
στάδια της ζωής μας, αλλαγμένοι όπως διατάζουν η εφηβια, η ενηλικίωση, η ωρίμανση και τώρα τα γεράματα.
«Δε φαίνεσαι και πολύ ορεξάτος» μια ακόμα επιχείρηση κατασκοπείας αποτυγχάνει με ένα ακόμα
«Μπαα» . Ο καριόλης με τσάτισε. «Πες ρε μαλάκα,τί έπαθες;»
«Τίποτα μωρέ,δε με πιάνει ύπνος και είπαν να φύγω απ’ το σπίτι» Πήραν φόρα τα μοτόρια. «Είχα
ανοιχτό το φως και τα κουνούπια με κάναν άδεια κονσέρβα ντοματοπελτέ. Το ξέρεις ότι μόνο τα θηλυκά
τσιμπάνε;» Ενώ τα αρενικά σου κάνουν μασάζ με ελαφρόπετρες,μου ρθε. «Σκεφτόμουν δίαφορα,είχε
κίνηση στην συλλογιστική λεωφόρο»Τι λέει ρε ο ποιητής,σε λίγο θα ανέβει σε βάθρο να τα απαγγέλει.
«Αλλά τίποτα από αυτά δεν ήταν κάτι σπουδαίο. Αυτή λοιπόν ήταν η νύχτα μου, κουνούπια και
ασημαντότητες». Κάτι σκεφτότανε. «Έχεις τσιγάρο;».Βάζω το χέρι στην τσέπη,του λέω «Έχω,αλλά δεν
σου δίνω»Πήρε από το πακέτο ένα και το άναψε.Πάλι ήταν κάπου αλλού. Συνειδητοποίουσα ότι όπου
και να πήγαινα,αυτός κάποια στιγμή θα εμφανίζονταν μπροστά. «Αρκετά έκατσα,πάω να με γιατρέψει
ο ύπνος» και έτσι, φυσώντας τον καπνό,μου λέει «Τα ξαναλέμε φιλαράκο» Καθώς του λέω αντίο,με
ρωτά αν θυμάμαι τις μαλακίες που κάναμε στο σχολείο. «Φυσικά» του λέω «όμως τις περισσότερες τις
έκανες εσύ» «Πλέον δεν μπορώ να ξεχωρίσω τι έκανα εγώ και τι έκανες εσύ,στην τελική όλα μαζί τα
κάναμε...Αντίο» είπε κι έφυγε.
Πόσο βαθία μπορεί να ριζώσει μια ανάμνηση σου.χωρίς να χει σημασία πόσο σπουδαία είναι. Με
αυτόν λέγαμε γελώντας ότι ένας άνθρωπος είναι πολλοί μαζί ανακατεμένοι.Αλλά τί θα λέγατε εσείς
άμα τύχαινε να συναντήσετε τον εαυτό σας κακόκεφο σε ένα παγκάκι;Χτύπησαν κάτι καμπάνες,δεν
ήθελα να κάτσω.Και έσβησα το τσιγάρο και έφυγα.

Δάρνακας

1H | Έκφυλλον

άτιτλο 1

είδα στα μάτια σου
όλες εκείνες τις κηδείες που δεν έπαιξε η τηλεόραση
άκουσα στην ανάσα σου
να πεθαίνουν τα γέλια της παιδικής μας ηλικίας
η μυρωδιά σου ήταν αυτή
της ασφυξίας των μεγάλων αστικών κέντρων
της αλήθειας που χάνεται, θαμμένη
κάτω από τεράστιους όγκους κενής πληροφορίας -αστεία με δέντρα
που δε μπορείς να δεις στο δάσος της πίσω αυλής σουμια λέξη να καίει όλες τις λέξεις
μια σιωπή να φιμώνει όλες τις σιωπές
και το είναι σου όλο
μια ρευστοποίηση που καταλήγει στους υπονόμους μετά από ανώφελα ξενύχτια
πόσες συγκρατημένες ενέργειες ακόμα
θα ξοδεύουν την ενέργειά σου
πως νιώθεις που σε σταυρώνουν ξανά και ξανά σε κάθε γωνία
ενώ τίποτα δε σου υπόσχεται τίποτα μια ανάσταση
πως νιώθεις με το πνεύμα σου τεντωμένο να προσπαθεί να καλύψει την πόλη
και να μην αρκεί
και να σχίζεται κάτω από τα αφόρητα σιωπηλά αστέρια
σε πόσα κομμάτια έχεις κοπεί που νομίζεις πως ακόμα μπορείς να θεωρείσαι άτομο
ονειρεύεσαι ένα απείρως μικρό και ζεστό
απείρως ευγενικό και ήρεμο ήλιο
να τον κλείνεις στην παλάμη σου
Άνοιξε την παλάμη σου
οδήγησέ τη να πιάσει μια άλλη παλάμη
και άσε τον μικρό σου ήλιο.
Τι να τα κάνεις τα μικρά, συνετά αστεράκια
όταν μπορείς να κρατήσεις έναν άνθρωπο.

Προμηθέας

The Clash

Έκφυλλον

| 1I

Aγριος, κομψός, αλητάμπουρας, επαναστάτης,

ρυθμικός, ροκαμπιλάς , λόρδος του διεθνούς punk
προλεταριάτου.
Για ποίον μιλάμε;

Μα φυσικά για τον John Graham Mellor ή αλλιώς
Joe Strummer τον βασικό τραγουδιστή και frontman των Clash.
Στην αρχή ήθελε να τον φωνάζουν Γούντι, επειδή
αγαπημένος του τραγουδιστής δεν ήταν άλλος
από τον Γούντι Γκάρθι -ήταν τότε που μολις είχε
ιδρύσει τους «101ers» .
Γεννημένος στην ‘Αγκυρα της Τουρκίας, με
διπλωμάτη πατέρα, μεγαλωμένος όμως στις
φτωχογειτονιές του Λονδίνου, ενέπνευσε και
εμπνέει εκατοντάδες νέους με τη μουσική και
τους στίχους του -ακόμα και μετά το θάνατό
του- παρασύροντας τους σε ενα αχαλίνωτο πάρτι
αλητείας, μπύρας , και rock ‘n’ roll όπου το μέσο
γίνεται ο χορός και προορισμός η επανάσταση .
Punk- Η αρχή
Μέσα δεκαετίας ‘70 , η Βρετανία ζεί την μεγάλη οικονομική κρίση - η ανεργία καλπάζει.
Η νεοφιλελεύθερη πολιτική της Θάτσερ έχει ισοπεδώσει κάθε κοινωνικό και ανθρώπινο δικαίωμα, η
εργατική τάξη ασφυκτιά και η νεολαία που βρισκόταν στο περιθώριο ψάχνει χαραμάδες οξυγόνου
για να επιβιώσει. Η άγρια, ασπρόμαυρη αισθητική τoυ Xerox-art, σαν φωτοτυπία επηρεάζει τα παντα
τέχνη, λογοτεχνία, μόδα. Οι νέοι είναι και πάλι θυμωμένοι, απορρίπτουν τη mod κουλτούρα των 60s και
απαντάνε- κανένα «καλό» ντύσιμο! Κανένας «επιτυχημένος και κομψός». Παρ’ όλη τη χαώδη νοσηρή
κατάσταση η κοινωνία κυοφορεί το πιο σκληροπυρηνικό μουσικό κίνημα που έχει υπάρξει, τη punk.
Σκληροί ήχοι από ξεκούρδιστες κιθάρες, μπάσο και ρυθμικά drums ,σηκωμένες πολύχρωμες μοϊκάνες,
στρας- καρφιά και σκισμένα τζιν ήταν η απάντηση της νεολαίας στο συντηρητισμό.
Την αρχή έκαναν οι Sex pistols όπου τραγούδια όπως το “Anarchy in UK” και “God save the Queen”
δίνουν πολιτικό στίγμα εκείνη την εποχή. Παρ’ όλα αυτά σχεδόν όλα τα συγκροτήματα θα αναλωθούν
σε ενα άσκοπο και ατέρμονο μηδενισμό. Μέχρι την στιγμή που θα εμφανιστούν οι Clash, ίσως το πιο
πολιτικοποιημένο συγκρότημα της punk σκηνής, ξεφεύγουν από το μηδενιστικό στίχο των Sex Pistols
του Ιggy Pop και των Ramones, φτιάχνουν το δικό τους ήχο με πρωτεργάτη το Joe Strummer βάζοντάς
τους αυτόματα στο Hall of Fame των ιστορικών ροκ συγκροτημάτων.
Τhe Clash- H Γέννηση
Κατά κύρια βάση το συγκρότημα αποτελούνταν από τον Strummer φωνητικά, τον Paul Simonon
μπάσο, Mick Jones κιθάρα και τον Nick Topper ντραμς- κρουστά, ο οποίος βέβαια την έκανε γρήγορα.
Ο Strummer ακόμη έπαιζε στους 101ers ( πρώτο του συγκρότημα ηταν οι “Vultures” που πήγαν όμως
άπατοι) , όταν τον επισκέφτηκε ο Ρόουντς ( μετέπειτα manager των Clash) και του πρότεινε να αφήσει
τους 101 και να έρθει σε ένα νέο συγκρότημα, το οποίο “θα ανταγωνίζεται τους Sex Pistols”, “Eίσαι
μέσα;” τον ρώτησε “‘Έχεις 48 ώρες να αποφασίσεις!”.

2 | Έκφυλλον
Ο Ρόουντς τον είχε συναντήσει άλλες δύο φορές - μια στην ουρά της ανεργίας και άλλη μια τυχαία στο
Portobello Road, όπου τον πληροφόρησε ότι οι 101 “είναι απαίσιοι!” Ο Strummer τελικά δέχτηκε και
συνάντησε την επόμενη μέρα τα υπόλοιπα μέλη του γκρούπ. Το μόνο που έμενε ήταν το όνομα, -“The
Clash” αναφωνεί μια μερα ο Simonon εμπνευσμένος από μια εφημερίδα στην οποία η λέξη αναφερόταν
πάρα πολλές φορές στο πρωτοσέλιδο.
Τα πρώτα χρόνια – Δισκογραφική δουλειά
Οι Clash ξεκίνησαν πάμφτωχοι ο Strummer ζούσε σε μια κατάληψη στο Λονδίνο, -“κάνεις δεν είχε
λεφτά στην παμπ” ελεγε Simonon, ο όποιος είχε φτάσει σε τόσο απεγνωσμένη ανάγκη για χρήμα, που
μια φορα αφού κόλλησε κάτι αφίσες έφαγε την αλευρόκολλα. Οι πρόβες ξεκίνησαν στις 4 Ιουλίου
του ‘76, πραγματοποιούν την πρώτη τους ζωντανή εμφάνιση παίζοντας ως support των Sex Pistols,
βγαίνουν στη σκηνή με τα πλέον γνωστά πιτσιλισμένα με μπογιά μπλουζάκια- και τα σπάνε!
‘Έπειτα από εκείνο το live το συγκρότημα δεν εμφανίστηκε ξανά καθώς θεωρήθηκε αναγκαίο να
δέσουν πρώτα τα μέλη του. Μετά από καιρό ο τότε ντράμερ Levene διώχνεται απο το γκρουπ μιας και
του “είχε μειωθεί το ενδιαφέρον
για τη φάση” (ο βασικός λόγος βεβαία ήταν η εξάρτηση του από
τα
ναρκωτικά- speed).

Το ΄77 βγαίνει το πρώτο άλμπουμ Give ‘Em Enough Rope και το
white riot φτάνει στο No.5 των charts.
Το τραγούδι γράφτηκε όταν σε ένα φεστιβάλ τζαμαϊκανής
μουσικής - οι αστυνομία ξεκίνησε να χτυπάει το πλήθος- ενώ οι
Clash βρίσκονται μέσα σε αυτό. Ξεχωρίζουν σαν τη μύγα μες στο
γαλα (μιας και ήταν μια παρέα λευκών ανάμεσα σε έγχρωμους
Rastafari) – αποφασίζουν να διαλέξουν πλευρά, πιάνουν μια
πέτρα . και την πετάνε στους αστυνομικούς. Γι’ αυτούς το ζήτημα
δεν ειναι φυλετικό άλλα βαθύτατα ταξικό.
“Black people gotta lot a problems
But they don’t mind throwing a brick
White people go to school
Where they teach you how to be thick “
Συνεχίζουν να παράγουν μουσική βγάζοντας ακόμη τρία άλμπουμ
το 1979-1982 (London Calling, Sadinista!, Combat Rock)
To London Calling αμέσως γίνεται ένα απο τα δημοφιλέστερα punk άλμπουμ, ενώ η εικόνα στο
εξώφυλλο με το Simonon να σπάει το μπάσο του έχει χαρακτηριστεί ως η καλύτερη ροκ φωτογραφία
όλων των εποχών.

Έκφυλλον

| 2A

Στο Sadinistas! οι Clash αλλάζουν τελείως τον ήχο τους -έξι πλευρές, 36 κομμάτια, 144 λεπτά από
ένα πειραματικό ανακάτεμα funk, punk,rap, rock’n’roll, soul, jazz, gospel ,reggae κ.α. Αφιερώνεται στο
επαναστατικό κίνημα των sadinistas στη Νικαράγουα εναντίων του δικτάτορα Σαμοσα.
Οι φανατικοί οπαδοί των clash τους κατηγορούν οτι ξεπουλήθηκαν μόλις μάθουν οτι το 3πλο cd βγαίνει
απο την πολυεθνική CBS, παρ’ όλα αυτά ο Strummer και η παρέα αφοσιωμένη στα πιστεύω τους
βάζουν λεφτά από την τσέπη τους ώστε το τριπλό άλμπουμ να βγει στην τιμή του ενός.
Οι Clash είχαν πάρει απόφαση ότι θα πρέπει να βγεί τριπλό cd είτε έχουν τραγούδια είτε όχι, αποτέλεσμα
αυτού ήταν να μένουν μέρες ολόκληρες στο στούντιο ηχογραφώντας ασταμάτητα. Ο Strummer είχε
φτιάξει το δικό του ησυχαστήριο μέσα στο στούντιο – δίπλα στη κονσόλα - “Το καταφύγιο της φούντας
“ όπως το έλεγε, εκεί αποσυρόταν με ένα τσιγαριλίκι για να γράψει τους στίχους του.
Η πολιτική χροιά των Clash
-“Τα αποθέματα πετρελαίου που διαθέτουμε επαρκούν για 10.000 μέρες “ έλεγε με τη χαρακτηριστική
βραχνή φωνή του.
-¨Τι σημαίνει δηλαδή αυτο Joe;” “Οτι έχουμε 10.000 μέρες να ανακαλύψουμε εναλλακτική πηγή
ενέργειας;”
”Μπαά..σημαίνει οτι μας μένουν μόνο 10.000 μέρες για να παίξουμε rock’n’roll”
Σε αυτό το άρθρο δεν μας ενδιέφερε να αναφερθούμε τόσο στη μουσική διαδρομή του Joe ή των
Clash, επικεντρωθήκαμε κυρίως σε μικρές ιστορίες του πιο πολιτικοποιημένου συγκροτήματος της
Bρετανικής punk σκηνής . Ιστορίες όπως εκείνη του Xαραζ Μαν ενός Βρετανού πολίτη , ινδικής
καταγωγής ο οποίος συλλαμβάνεται το 2006 γιατί σιγοτραγουδούσε κάποια στιχάκια από το London
Calling ενώ κατευθύνεται με ένα ταξί στο σπίτι του, -παρεμπιπτόντως οι Clash είχαν εκφράσει ανοιχτά
τα αντιτρομοκρατικά τους πιστεύω με το τραγούδι “Tommy Gun” - παρ’ όλα αυτά ο οδηγός του ταξί
δεν έδωσε και μεγάλη σημασία και με περίσσειο κυνισμό κάρφωσε το όλο περιστατικό στην αστυνομία.
Λίγα λεπτά αργότερα ο Χαράς βρίσκεται στα γραφεία της Scotland Yard, με κατηγορίες περί
τρομοκρατίας και πολλών άλλων. Και γιατί συνέβη αυτό; Ίσως φταίει το χρώμα του, ίσως το κράτος
μεγάλος αδερφός που έχει φτιαχτεί με μαεστρία στο Ηνωμένο Βασίλειο, ίσως βέβαια φταίνε και οι
πολιτικοι-αντικαπιταλιστικοί στίχοι του Joe που τρομάζουν ακόμα την εκάστοτε εξουσία παρά το
θάνατό του.
Οι Clash ήταν συνηθισμένοι στα μποϋκοτάζ των τραγουδιών από μεγάλους σταθμούς, μετά την 11η
Σεπτεμβρίου σύσσωμοι οι ραδιοφωνικοί σταθμοί στο Λονδίνο απαγόρευσαν στους παραγωγούς να
παίζουν τραγούδια των Clash, παλιότερα το ίδιο είχε συμβεί και με το τραγούδι “White Riot” το οποίο
απαγορεύτηκε στην Αμερική ως βίαιο και επικίνδυνο.
Μια άλλη χαρακτηριστική ιστορία είναι όταν ο κιθαρίστας Μick jones παρουσίασε στο Joe ένα κομμάτι
που είχε γράψει για την κοπέλα του, με τίτλο “I’m so bored with you”, ο Strummer το πήρε αμέσως
αλλάζοντας το όμως λίγο, μεταμορφώνοντας το στο πλέον γνωστό “Ι’m so bored with USA” ένα δριμύ
κατηγορώ ενάντιων του πόλεμου στο Βιετνάμ, το Νίξον και το σκάνδαλο Watergate.

2B | Έκφυλλον
Ενδιαφέρον παρουσιάζει ακόμα η ιστορία με το τραγούδι “Guns of Brixton”, το τραγούδι γράφτηκε
απο τον μπασίστα του συγκροτήματος Simonon γύρω στο ‘79. Αφορμή στάθηκαν οι συνεχόμενες
διαδηλώσεις εκείνη την περίοδο στο Brixton, από φτωχούς - κυρίως μετανάστες - οι οποίοι μετα βίας
επιβίωναν, το τραγούδι ουσιαστικά προέβλεψε τις ταραχές και τις συγκρούσεις που θα ξεσπούσαν
λίγους μήνες αργότερα με την αστυνομία , φτάνοντας στο σημείο να θρηνήσουμε νεκρούς.
“When they kick out your front door
How you gonna come?
With your hands on your head
Or on the trigger of your gun”
Κονκλούζιον
O Strummer και οι Clash έσκασαν στη μουσική σκηνή της Βρετανίας ως βόμβα μεγατόνων, τάραξαν
τα νερά της μουσική βιομηχανίας , δίνοντας ελπίδα στους νέους και χαράζοντας δρόμους για ένα
μέλλον καλύτερο, οταν πανκ συγκροτήματα τραγουδούσαν τραγούδια όπως το “I want to sniff some
glue – θέλω να σνιφάρω λίγη κολλά” ή το “No Future” οι Clash έγραφαν τραγούδια για τον Ισπανικό
εμφύλιο,τους Σαντινίστας, το σύστημα παιδείας αλλά και τον πόλεμο του Βιετνάμ εμπνέοντας εκείνη
την εποχή μέχρι και τον γερογρουσούζη Bon Dylan , που έφτασε στο σημείο να πει “αυτό το γκρουπ
μου έφτιαξε τη επιθυμία να ξαναγράψω ρόκ”
Αυτή ήταν η πολιτική πλευρά των Clash.
Πηγες
Αρης Χατζηστεφάνου-infowar
Η ιστορία του Punk, εκδ. Μεταιχμιο
περιοδικό Rolling Stone
movie : the future is unwritten- Joe Strummer (2007)
movie :Westway to the World (2000)

Yata carasu

Έκφυλλον

| 2C

Θαμώνας

2D | Έκφυλλον

Έκφυλλον

αρχική ιδέα - concept: Jimmis Kook
σκίτσα - lettering: Ωμέγας Ακρυλικός

| 2E

2F | Έκφυλλον

Ο Βρικόλακας μέσα απο την
ελληνική λαϊκή παράδοση και
τη νεοελληνική λογοτεχνία

Ο θρύλος του βρικόλακα έχει τις ρίζες του πολύ βαθιά στο
ανθρώπινο παρελθόν.
Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, οι απαρχές του θρύλου
εντοπίζονται από την αρχαιότητα. Η αρχική αφόρμηση
για τη δημιουργία ενός θρύλου που σχετίζεται με την
επιστροφή των νεκρών, ήταν το αναπάντητο ανθρώπινο
ερώτημα που αφορά τη μετά θάνατον ζωή. Όπως σε
όλα τα ερωτήματα ο άνθρωπος επιχείρησε να απαντήσει
αρχικά με τη δαιμονοποίηση ή τη θεοποίηση όσων των
προβλημάτιζαν, έτσι έγινε και στο θέμα του θανάτου. Μύθοι
και θρύλοι, παραδόσεις αλλά και θρησκείες, επιχείρησαν να
απαντήσουν στο ερώτημα «Υπάρχει ζωή μετά το θάνατο;»,
τροφοδοτώντας έτσι το ανθρώπινο γένος με πληθώρα
απαντήσεων. Και, αν και πολλές από αυτές τις απαντήσεις
θεωρήθηκαν με τον καιρό παρωχημένες, κάποιες άλλες,
όπως ο θρύλος του βρικόλακα, δεν κλείστηκαν σε
χρονοντούλαπα και βλέπουμε τη συνέχειά τους μέσα από
τους αιώνες, απασχολώντας το ανθρώπινο γένος ακόμα
και σήμερα έστω και σε φιλολογικό ή ερευνητικό επίπεδο,
ενώ δεν εκλείπουν οι περιπτώσεις ανθρώπων που πιστεύουν
ακόμα σε αυτούς.
Δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το γεγονός, πως ο
θρύλος του βρικόλακα προέκυψε από κοινωνίες στις οποίες
οι επιστήμες δεν είχαν ακόμα αναπτυχθεί σε τέτοιο βαθμό
ώστε να προσφέρουν ορθολογικές εξηγήσεις για διάφορα
φαινόμενα που αφορούν το θέμα του θανάτου, κάτι που
οδήγησε στη δημιουργία προλήψεων και δεισιδαιμονιών.
Μπορεί για τις αρχαίες κοινωνίες να θεωρείται αυτό λογικό,
καθώς ο άνθρωπος είχε πολύ λίγα μέσα στη διάθεσή του
για να εξηγήσει τον κόσμο, ωστόσο γιατί ο θρύλος επέζησε
μέσα από τους αιώνες, φτάνοντας μέχρι και τις μέρες μας;
Στις πρώιμες αγροτικές και φεουδαρχικές κοινωνίες,
παρόλο που η ανθρώπινη εφευρετικότητα είχε προχωρήσει
σε μεγάλο βαθμό όσον αφορούσε πρακτικά ζητήματα της
καθημερινότητας, η εκπαίδευση και η επιστήμη δεν είχαν
και πάλι αναπτυχθεί τόσο ώστε να μπορούν να εξηγήσουν
το θάνατο και όσα σχετίζονται με αυτόν. Αυτό οδήγησε
τους ανθρώπους να υιοθετούν τις ερμηνείες που έδινε η
θρησκεία γι’ αυτόν, η οποία κατείχε κυρίαρχη θέση στην
ανθρώπινη καθημερινότητα. Η χριστιανική διδασκαλία
ειδικότερα, έπαιξε καθώς φαίνεται έναν αρκετά σημαντικό
ρόλο στην έξαρση των προλήψεων και των δεισιδαιμονιών

για βρικόλακες. Σύμφωνα με τον Ν. Γιαννόπουλο (2005),
μέχρι το Σχίσμα του 1054, η Εκκλησία δεν είχε καταλήξει
σε μία συγκεκριμένη άποψη για το ζήτημα αυτό. Τελικά
και τα δύο δόγματα κατέληξαν πως ο βρικόλακας είναι
όργανο του Σατανά και μπορεί να αντιμετωπιστεί με τον
Αγιασμό, το Αντίδωρο και τον Εσταυρωμένο. Έτσι όμως,
αντί να καταπολεμηθούν οι δεισιδαιμονίες, εξαπλώθηκαν
σε ολόκληρη την Ευρώπη. Εκατοντάδες κληρικοί
αναπαρήγαγαν το μύθο με μελέτες και συγγράμματα για
την καταπολέμηση των βρικολάκων προκαλώντας μαζική
υστερία κυρίως κατά το διάστημα 1600-1800, με μαζικές
εκταφές, πυρπολήσεις και ανασκολοπισμούς πτωμάτων.
Παρ’ όλα αυτά, η Εκκλησία δεν ήταν πάντοτε πρόθυμη να
παραδεχτεί την ύπαρξη βρικολάκων:
Γιατί είναι αυτός ο δαίμονας τόσο διαδεδομένος μεταξύ
των χωρικών; Γιατί είναι πάντοτε χωρικοί, αμαξάδες,
τσαγκάρηδες και ξενοδόχοι; Γιατί ποτέ ο δαίμονας δεν έχει
πάρει τη μορφή ενός ανθρώπου με υψηλότερο επίπεδο, ενός
λόγιου, ενός φιλοσόφου, ενός θεολόγου, ενός φεουδάρχη
ή επισκόπου; Θα σας πω γιατί. Γιατί οι άνθρωποι με
μόρφωση κι επίπεδο δεν εξαπατώνται τόσο εύκολα όσο οι
ανόητοι ταπεινής καταγωγής και γι’ αυτό δεν επιτρέπουν
τόσο εύκολα στους εαυτούς τους να ξεγελαστούν από
εμφανίσεις1.
Αρχιεπίσκοπος Giuseppe Davansati, Dissertazione sopra I
Vampiri, 1744
Όπως φαίνεται και από το παραπάνω απόσπασμα,
δεν είναι τυχαίο ότι οι θρύλοι που σώζονται μέχρι σήμερα
προέρχονται κυρίως από τα χαμηλότερα κοινωνικά
στρώματα, από ανθρώπους αγράμματους και εύπιστους,
άτομα δηλαδή χωρίς πρόσβαση στη μόρφωση. Ο ανθρώπινος
νους μπορεί εύκολα να εξαπατηθεί, ειδικότερα όταν το
άτομο δεν κατέχει ούτε τις βασικές γνώσεις. Επιπλέον,
μέσω των προλήψεων τα άτομα διατηρούσαν την ενότητα
της κοινότητας και οι εξηγήσεις που δίνονταν για διάφορα
φαινόμενα ικανοποιούσαν τον κοινό νου. Γι’ αυτό εξάλλου
βλέπουμε μέσα στις παραδόσεις ότι τόσο οι φερόμενοι ως
βρικόλακες όσο και τα θύματα των βρικολάκων προέρχονται
από τις χαμηλότερες τάξεις.
Φυσικά, από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα δεν
έχουμε τόσο έντονα δείγματα πίστης στους βρικόλακες και
σε παρεμφερείς προλήψεις.
Ο «ευγενής» βρικόλακας εισήχθη μόλις το 18ο αιώνα,
μέσω της λογοτεχνίας, η οποία και απευθυνόταν στις
ανώτερες τάξεις –σε αυτούς δηλαδή που είχαν πρόσβαση
στην εκπαίδευση και άρα όχι μόνο ήξεραν να διαβάζουν,
αλλά διάβαζαν και για ψυχαγωγία. Παρατηρούμε λοιπόν
πώς από τις καταβολές του θρύλου και την εξέλιξή του
αντικατοπτρίζεται η ταξική πάλη. Μάλιστα ο Μαρξ
στο Κεφάλαιο, δανείζεται τη λέξη από τον Ένγκελς και
χρησιμοποιώντας τη μεταφορικά, μιλάει για τη βιομηχανία
στην Αγγλία ως εξής:
Tο κεφάλαιο είναι η νεκρή εργασία, που σαν βρικόλακας,
ζει μόνο ρουφώντας το αίμα της ζωντανής εργασίας και όσο
πιο πολύ ζει, τόσο πιο πολύ αίμα ρουφάει2, ενώ παρουσιάζει
το σύστημα στη Γαλλία ως ένα βαμπίρ που ρουφάει το αίμα
και το μυαλό των προλετάριων και τους ρίχνει στο καζάνι
του κεφαλαίου3.
Αν και κατά κοινή αποδοχή οι βρικόλακες είναι
αποκύημα της ανθρώπινης φαντασίας και η ύπαρξή τους
βασίζεται στις φοβίες των ανθρώπων για το θάνατο και το
σκοτάδι, δεν παύουμε ωστόσο να μιλάμε για θρύλο. Αυτό
σημαίνει πως, όπως όλοι οι θρύλοι ξεκινούν από πραγματικά
γεγονότα για να εξελιχθούν μέσα από τη λαϊκή φαντασία,

Έκφυλλον
έτσι και ο θρύλος των βρικολάκων οφείλει την ύπαρξή του σε
κάποια αληθινά περιστατικά, τα οποία ο μέσος άνθρωπος
των προηγούμενων αιώνων δεν μπορούσε να ερμηνεύσει
διαφορετικά και έτσι κατέφευγε στην επινόηση δαιμονικών
υπάρξεων για να τα εξηγήσει.
1 Bereshford (2008: 16)
2 Marx K. Το Κεφάλαιο (2002), Τόμος πρώτος
[Ηλεκτρονική Έκδοση]
3 Marx K. Το Κεφάλαιο (2002), Τόμος πρώτος
[Ηλεκτρονική Έκδοση]
2. Ο βρικόλακας στην Ελλάδα
2.1. Ο βρικόλακας μέσα από την ελληνική λαϊκή παράδοση
Βρικόλακας,
βουρδούλακας,
βρουκόλακας
και
καταχανάς, είναι μερικά από τα ονόματα με τα οποία
συναντάμε τους νεκροζώντανους δαίμονες μέσα στις
λαϊκές παραδόσεις και αφηγήσεις της χώρας μας. Ο
φόβος απέναντι στο μυστήριο του θανάτου ήταν αυτό που
ανακίνησε τη δημιουργία θρύλων σχετικά με την ύπαρξη
πλασμάτων της νύχτας, ανθρώπινων ψυχών που εξαιτίας
κάποιου τερατώδους συμβάντος κατά τη διάρκεια του
θανάτου τους, δεν μπόρεσαν έκτοτε να βρουν ησυχία. Έτσι
περιπλανώνται ανάμεσα στους ζωντανούς παίρνοντας από
αυτούς εκδίκηση για όσα υποφέρουν. Προς ενίσχυση των
λαϊκών δοξασιών για τους βρικόλακες λειτούργησε επίσης
και ο έμφυτος στους ανθρώπους φόβος για το σκοτάδι
καθώς και, έστω ακούσια, η χριστιανική διδασκαλία.
Στο τεράστιας σημασίας έργο του Ν. Πολίτη Παραδόσεις
(1904), συναντάμε 44 αφηγήσεις αποκλειστικά για τους
βρικόλακες από διάφορες περιοχές ανά την Ελλάδα, ενώ μία
ιστορία προέρχεται από την Κύπρο. Στον παρακάτω πίνακα
φαίνεται η κατανομή των αφηγήσεων ανά περιοχή:
Περιοχή
Αριθμός Αφηγήσεων
Αθήνα
1
Αιτωλία
1
Αμοργός
2
Γιαννιτσά
1
Γύθειο
1
Εύβοια
1
Ζάκυνθος
2
Θεσπρωτία
1
Καλάβρυτα
1
Καρδίτσα
1
Κάρυστος
1
Κρήτη
4
Κύπρος
1
1
Λιβαδειά
Μάνη
1
Μήλος
1
Μύκονος
3
Σάμος
9
Σαντορίνη
5
Σύμη
6
Όπως παρατηρούμε, οι περισσότερες αφηγήσεις
προέρχονται από τη Σάμο, τη Σύμη, τη Σαντορίνη, την Κρήτη
και τη Μύκονο. Ανεξαρτήτως περιοχής ωστόσο, συναντάμε
κοινές αντιλήψεις που αφορούν τόσο τη γένεση (δημιουργία),
τις συνήθειες αλλά και την αντιμετώπιση των βρικολάκων.
Κατά την παράδοση, για να γίνει κανείς βρικόλακας
πρέπει να εμφανιστεί ο διάολος, ο οποίος «μπαίνει μέσα στο
νεκρό», έχοντας πάρει τη μορφή γάτας ή ποντικού, ή αν μια
γάτα περάσει πάνω από τον άνθρωπο όταν έχει πεθάνει.
«Αν πηδήσει τον πεθαμένον η γάτα, βρικολακιάζει…»

| 2G

Ν. Πολίτης, Παραδόσεις § 944
Φυσικά, υιοθετείται και η γνωστή σε εμάς εκδοχή του
μολυσμένου από βρικόλακα ατόμου, ο οποίος είτε πεθαίνει,
είτε «βρικολακιάζει», γίνεται δηλαδή και αυτός βρικόλακας.
Υπάρχουν επίσης και τα τελώνια, παιδιά που πεθαίνουν
αβάφτιστα ή τα «πετάνε» οι μητέρες τους και γι αυτό γίνονται
βρικόλακες. Διαπιστωνόταν μάλιστα ότι κάποιος είχε γίνει
βρικόλακας, όταν κατά την εκταφή του νεκρού, το σώμα
του παρέμενε άλιωτο.
«….και πήγανε τη μέρα και τον ξεχώσανε, και τον
βρήκανε άλιωτο.»
Ν. Πολίτης, Παραδόσεις § 944
Η άποψη αυτή συντηρήθηκε μέσω της χριστιανικής
παράδοσης, προσφέροντάς μας έτσι μια ακόμα ερμηνεία
σχετικά με την προέλευση που απέδιδαν στους βρικόλακες.
Σύμφωνα με τη διδασκαλία της εκκλησίας τα σώματα που δε
λιώνουν είναι μόνο αυτά των πολύ αμαρτωλών ανθρώπων
(ξεχωρίζουν τα σώματα των Αγίων της Εκκλησίας), έτσι
υπήρχε η αντίληψη ότι ένας μη ενάρετος άνθρωπος μόνο θα
μπορούσε να γίνει βρικόλακας. Στο βιβλίο του Κ. Σιμόπουλου,
Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα 333 μ. Χ. -1700 μ. Χ. Τόμος Α,
υπάρχει ένα ολόκληρο κεφάλαιο από το χρονικό του Γάλλου
ιερωμένου Francois Richard, πρωτοπόρου στην εκστρατεία
προσηλυτισμού υπέρ του καθολικισμού στο Αιγαίο, το
οποίο αναφέρεται αποκλειστικά στους βρικόλακες και
στις δοξασίες που κυριαρχούσαν γι’ αυτούς. Ο Ιησουίτης
ιεραπόστολος όχι μόνο δεν αμφισβητεί την ύπαρξη των
βρικολάκων, αλλά γράφει χαρακτηριστικά στο χρονικό του:
Ήθελα να έλθουν εδώ μερικοί από τους δικούς μας τους
άθεους της Γαλλίας, όχι για να ακούσουν αλλά να δουν με
τα μάτια τους στο φως της ημέρας και να βεβαιωθούν ποσό
άδικο έχουν που πιστεύουν ότι σαν πεθαίνει ο άνθρωπος
όλα πεθαίνουν μαζί του. Ο Richard παραθέτει στο χρονικό
του και ένα κείμενο αυθεντικό σχετικά με τα χαρακτηριστικά
των βρικολάκων και τις αιτίες που προκαλούν τη δημιουργία
τους, το οποίο αντέγραψε από παλιό χειρόγραφο που βρήκε
στο ναό της Αγ. Σοφίας της Θεσσαλονίκης:
Όποιος έχει κατάραν, κρατούσιν μόνον τα έμπροσθεν
του σώματός του. 

2H | Έκφυλλον
Εκείνος όπου έχει ανάθεμα, φαίνεται κίτρινος και
ζαρωμένα τα δάχτυλά του. 
Εκείνος όπου φαίνεται άσπρος
είναι αφορισμένος
παρά των Θείων Νόμων. 
Εκείνος όπου φαίνεται μαύρος είναι αφορισμένος υπό
αρχιερέως.
Ο Τ. Νατσούλης αναφέρει πως
Βρικόλακες
είναι οι νεκροί που είχαν κάνει μεγάλα αμαρτήματα στη
ζωή τους κι είναι καταραμένοι την ημέρα να βρίσκονται στον
τάφο τους και τη νύχτα να βγαίνουν και να πίνουν το αίμα
των ανθρώπων (Προλήψεις και δεισιδαιμονίες, Λαογραφικά
σημειώματα, Αθήνα 1974). Η ίδια
άποψη διαφαίνεται και μέσα από
τις αφηγήσεις που διασώζονται
από το Ν. Πολίτη:
«Όσοι έκαμαν πολλές αμαρτίες
στη ζωή τους, σαν πεθάνουν δεν
αναπαύονται, αλλά βγαίνουν
από τον τάφο και γυρίζουν στα
μέρη που σύχναζαν όταν ήσαν
ζωντανοί.»
Ν. Πολίτης, Παραδόσεις § 933
Αυτός ο οποίος δεν μπορεί να
βρει ηρεμία στη μεταθανάτια ζωή
γίνεται βρικόλακας και τιμωρείται
από το Θεό για τις αμαρτίες που
διέπραξε όσο ήταν ζωντανός.
Όσο μεγαλύτερο μάλιστα ήταν το
κακό που έκανε, τόσο μεγαλύτερη
ήταν και η τιμωρία του. Η εκκλησία
συνέβαλε στο να πάρουν έκταση
οι λαϊκοί θρύλοι με την παραδοχή
αυτή, ειδικότερα σε μια εποχή που
το θρησκευτικό στοιχείο κατείχε
κεντρικό ρόλο στην καθημερινή
ζωή των ανθρώπων.
«…Τούτος ο άνθρωπος που
έγινε βρικόλακας, εζούσε εδώ
και χίλια χρόνια, και ακόμα τον
τιμωρεί ο Θεός, γιατί έκαμε καρτέρι μια νύχτα και έδωκε
ένα σπάρο σε ένα καλό άνθρωπο και τον άφησε στον τόπο.
Έπειτα από λίγο έπεσε ένα αστροπελέκι και του επήρε το
φως και εμουρλάθηκε. Σε λίγο απέθανε και τον έθαψαν
στην ίδια θέση που σκότωσε τον άνθρωπο. Και ο Θεός τονε
εδίκασε να μαρτουριέται πάντα και να πειράζει και τσου
κακούς ανθρώπους, και να τονε φυλάνε οι διαόλοι εκεί που
έδωσε το σπάρο, και εκεί να τονε τυραννούνε».
Ν. Πολίτης, Παραδόσεις § 939
Ακόμα, σε μία αφήγηση από τη Μήλο που σώζεται
στις Παραδόσεις του Ν. Πολίτη, αναφέρεται πως «Όταν
ένας ψυχομαχά, αν βλαστημήσει τον εαυτό του ή ο άλλος
οχτρός του τον βλαστημήσει εκείνη την ώρα, αυτός ο
βλαστημισμένος σαν πεθάνει βρουκολακιάζει.»
Οι βρικόλακες εμφανίζονται ενσώματοι, αλλά
παραμορφωμένοι αποκρουστικά (κουρελήδες, γεμάτοι αίμα
κλπ), και επιδίδονται σε κάθε λογής βανδαλισμούς […πήγαινε
το βράδυ σ’ όλα τα σπίτια και χτύπαγε τους ανθρώπους με
τις πέτρες, και δεν άφηνε κανένα να βγει έξω (Ν. Πολίτης,
Παραδόσεις § 944)] και παράνομες πράξεις, ενώ η εμφάνισή
τους συχνά προμηνύει αρρώστιες και κακή τύχη « …Έπεσε

και στο χωριό ιλερή, στην αρχή αλαφριά, ύστερα όμως
βαριά, και πολλοί πέθαναν». (Ν. Πολίτης, Παραδόσεις §
942). Προκαλούν κακό στα σπίτια και στα χωριά, κάνοντας
ζημιές και τρομάζουν ή σκοτώνουν τους ανθρώπους. Τις
περισσότερες φορές ξεκινάνε τις καταστροφές από το
δικό τους σπίτι και τα πρώτα θύματά τους είναι οι ίδιοι
τους οι συγγενείς. Στη συνέχεια η «κατάρα» τους περνάει
στο υπόλοιπο χωριό. Πλάσματα εκδικητικά, οι βρικόλακες
προτιμούν να διαπράττουν τις ανομίες τους στο σκοτάδι
και μακριά από ανθρώπινα μάτια. Εάν κάποιος άνθρωπος
τους δει και αναγνωρίσει ότι είναι βρικόλακες, του ζητάνε
να μην τους «μαρτυρήσει», να μην ομολογήσει δηλαδή στην
υπόλοιπη κοινότητα την ύπαρξή τους, διαφορετικά θα
γυρέψουν εκδίκηση από αυτόν και είτε θα του προξενήσουν
κάποιο μεγάλο κακό ή σωματική
βλάβη, είτε θα τον σκοτώσουν.
Χαρακτηριστική είναι μια αφήγηση
από τη Μάνη, στην οποία ο
βρικόλακας όταν «φτύνει» τον
νέο που του υποδεικνύουν ότι τον
«μαρτύρησε», αυτός από υγιής και
εύρωστος ξαφνικά αρρωσταίνει
πάρα πολύ βαριά. Ακόμη, στην
αφήγηση από το Γύθειο, την
ώρα που ανοίγουν τον τάφο του
φερόμενου ως βρικόλακα, εκείνος
φωνάζει «ποιος με μαρτύρησε;».
Επίσης, σε μία παράδοση που
σώζεται από τα Χανιά της
Κρήτης, ο βρικόλακας εκδικείται
εκείνον που ομολόγησε την
ύπαρξή του στους συγχωριανούς
του με τον «φτύσει», κόβοντάς
του έτσι το πόδι. Σύμφωνα με
τις περισσότερες αφηγήσεις,
οι βρικόλακες μπορούν να
βρίσκονται έξω από τους τάφους
τους όλες τις μέρες της εβδομάδας
πλην του Σαββάτου, οπότε και
χάνουν τις δυνάμεις τους και είναι
υποχρεωμένοι να επιστρέψουν
στο μνήμα. Στις περισσότερες
αφηγήσεις κάνουν την εμφάνισή
τους κατά τη διάρκεια της
νύχτας, αρκετές είναι κι εκείνες
οι παραδόσεις όμως που θέλουν τους βρικόλακες να μην
επηρεάζονται από το φως του ήλιου και να κυκλοφορούν
και κατά τη διάρκεια της μέρας.
«Οι βρουκολάκοι δε βγαίνουν τη νύχτα, αλλά καμιά φορά
και την ημέρα…»
Ν. Πολίτης, Παραδόσεις § 934
Σε πολλές αφηγήσεις, οι βρικόλακες συνεχίζουν να
έχουν ανθρώπινες συνήθειες και μετά το «νεκρανάστημά»
τους. Ειδικότερα οι τσαγκάρηδες, συνεχίζουν να εξασκούν
το επάγγελμά τους όντας βρικόλακες, ενώ πολλές είναι οι
περιπτώσεις που ο νεκραναστημένος παντρεύεται και ζει
κανονικά μέχρι να τον υποψιαστούν οι συντοπίτες του, ή
κάνει παιδιά, είτε με τη γυναίκα του, είτε με κάποια άλλη
γυναίκα, την οποία εξαπατά παίρνοντας τη μορφή του
άντρα της. Ο Τ. Νατσούλης επισημαίνει ότι οι βρικόλακες
μπορούν να εμφανιστούν και με μορφή ζώου, συνήθως
σκύλου, γάτας ή νυχτερίδας, κάτι που συναντάμε και σε
πολλές από τις αφηγήσεις στις Παραδόσεις του Ν. Πολίτη.
Οι πιο εξωφρενικές μαρτυρίες για βρικόλακες έρχονται
από τις Κυκλάδες, όπου ο φόβος γι’ αυτούς υπήρχε μέχρι και

Έκφυλλον
πολύ πρόσφατα χρόνια. Οι δεισιδαιμονίες για βρικόλακες
έπαιρναν εξωφρενικές διαστάσεις λαϊκού πανικού ιδιαίτερα
έπειτα από θανατηφόρες επιδημίες, όπως η ευλογιά που
αποδεκάτισε τη Νάξο το 1823, οπότε και άρχισαν στο
νησί τα «ομαδικά βρικολακιάσματα» πεθαμένων. Και στα
Επτάνησα όμως, η πανώλη ήταν η ασθένεια που οδήγησε
στην εξάπλωση θρύλων για βρικόλακες, κάτι που μπορεί
κυρίως να οφείλεται στον ανορθόδοξο τρόπο ταφής των
νεκρών: σε ομαδικούς τάφους και χωρίς να διαβαστούν
ευχές από κάποιον ιερέα. Ανήκουστο είναι επίσης αυτό που
συνέβη το 1893 στο χωριό Βουρκιώτη της Άνδρου, όταν ο
σύζυγος μιας γυναίκας που υπέφερε από επιλόχειο πυρετό
πίστεψε πως υπεύθυνη γι αυτό ήταν η μητέρα του που είχε
πεθάνει λίγες μέρες πριν και είχε βρικολακιάσει:
«Το επίμονον της συζύγου του πάθος απέδωκεν ο
σύζυγος εις την πρότινων ημερών θανούσαν μητέρα του
ητις κατά την κρίσιν του, επειδή ζώσα δεν ηυτύχησε να ιδή
εγγονόν, ηδη νύκτωρ επεφοίτα επί της κλίνης της ασθενούς
και τεκούσης νύμφης της και παρενώχλει αυτήν. Και ο
αλιτήριος, χωρίς να διστάσει, εξέθαψε το πτώμα της ιδίας
μητρός και, φρικτόν ειπείν, διαμέλισεν αυτό εις τεμάχια,
ατινα εδώ κι εκεί κατέρριψε».
Κ. Σιμόπουλος1,
Χαρακτηριστική είναι επίσης και η παρακάτω μαρτυρία
που παρατίθεται από το βιβλίο του Κυριάκου Σιμόπουλου,
Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα 333 μ. Χ. – 1700 μ. Χ.2:
«Σκότωσαν ένα χωριάτη Μυκονιάτη, από φυσικού του
δύστροπο και φιλόνικο. Κανείς δεν ήξερε πως και γιατί.
Δύο μέρες μετά τον ενταφιασμό του διαδόθηκε ότι τον
είδαν να περπατάει τη νύχτα με βαριά βήματα, να μπαίνει
στα σπίτια, να αναποδογυρίζει τα έπιπλα, να σβήνει τα
λυχνάρια, να αγκαλιάζει ξαφνικά τους ανθρώπους και
γενικά να κάνει χίλιες δυο κατεργαριές. Στην αρχή γέλασαν
όλοι. Μα όταν άρχισαν να παραπονούνται και σοβαροί
άνθρωποι η υπόθεση πήρε διαστάσεις. Οι παππάδες έκαναν
εξορκισμούς. Τίποτα, ο Μυκονιάτης συνέχιζε αδιόρθωτος
τις πανουργίες του. Τη δέκατη μέρα έγινε λειτουργία για
να εκδιωχθεί ο δαίμονας. Αποφασίστηκε να ξεθάψουν
το κουφάρι και να του ξεριζώσουν την καρδιά μέσα στην
εκκλησία. Ο χασάπης της Μυκόνου, γέρος και αδέξιος, αντί
να ανοίξει το στέρνο, άνοιξε την κοιλιά. Έψαξε, έψαξε αλλά
δεν εύρισκε αυτό που ζητούσε. Κάποιος του είπε να ανοίξει
το διάφραγμα. Έτσι έβγαλα την καρδιά. Για να καλυφθεί η
μπόχα του πτώματος έκαιγαν λιβάνια. Αλλά το θύμιαμα,
καθώς ανακατευόταν με τις αναθυμιάσεις του κουφαριού
προκαλούσε φοβερότερη μπόχα.  Οι φτωχοί άνθρωποι
τρελάθηκαν. Πάθαιναν παραισθήσεις, έβλεπαν εφιαλτικά
οράματα. Φώναζαν πως από το ανοιγμένο κουφάρι έβγαινε
πηχτός καπνός. 
Που να τολμήσουμε να τους πούμε πως ήταν από το
λιβάνι. 
Μέσα στην εκκλησία αντηχούσε μονάχα η
κραυγή  «ΒΡΥΚΟΛΑΚΑΣ!!!» «ΒΡΥΚΟΛΑΚΑΣ!!!», Από το
θόρυβο θαρρούσες πως θα γκρεμισθεί ο θόλος του ναού. 
Ο χασάπης έβανε όρκο πως το πτώμα ήταν ολόζεστο.
Μερικοί έλεγαν πως το αίμα ήταν κατακόκκινο. 
Το φοβερό νέο απλώθηκε από σοκάκι σε σοκάκι σε
όλη την πολιτεία. Και σε λίγο όρμησαν στην εκκλησία ένα
πλήθος νησιώτες που βεβαίωναν πως όταν έφεραν το
πτώμα από τα χωράφια ήταν ακόμα ζεστό. Σίγουρα λοιπόν
είχε βρικολακιάσει. 
Βρισκόμουν πλάι στο κουφάρι για να βλέπω καλύτερα.
Παραλίγο να λιποθυμήσω από την δυσωδία. Αλλά οι
ζαλισμένοι νησιώτες ξέφρενοι από την τρομάρα, νόμιζαν
πως είχε ακόμα ζωή. Ζήτησαν τη γνώμη μου και τους είπα
ότι είναι 100 τοις εκατό πεθαμένος. Τους εξήγησα ήρεμα όλα

| 2I

τα περίεργα φαινόμενα και τις παραισθήσεις. Ποιος να με
ακούσει; 
Πήραν την καρδιά στην ακρογιαλιά και την έκαψαν.
Με όλα αυτά ο βρικόλακας δεν εννοούσε να ησυχάσει.
Έγινε περισσότερο επιθετικός . Άνοιγε πόρτες και δωμάτια,
ξυλοκοπούσε ανθρώπους τη νύχτα, έσπαζε παράθυρα,
έσκιζε φορέματα, άδειαζε τις κυψέλες των μελισσιών και τα
κρασοβάρελα. Μονάχα στο σπίτι του προξένου όπου είχαμε
εγκατασταθεί δεν τόλμησε να τρυπώσει. 
Όλο το νησί είχε υποστεί ομαδική παράκρουση. Ακόμα
και οι έξυπνοι και οι μορφωμένοι είχαν παρασυρθεί. Ήταν
μια αρρώστια του εγκεφάλου, επικίνδυνη όπως η μανία ή η
λύσσα. 
Οικογένειες εγκατέλειπαν τα σπίτια τους και έστηναν τα
κρεβάτια τους καταμεσής στην πλατεία για να περάσουν
τη νύχτα τους.  Δεν υπήρχε άνθρωπος που να μην είχε
διαπιστώσει την παρουσία του βρικόλακα. Όλη τη νύχτα
άκουγες θρήνους. Πολλοί βγήκαν οικογενειακώς στα
χωράφια.
Κάποιος είπε πως το κακό οφείλεται σε μια παράλειψη
κατά την τελετή του εξορκισμού. Η λειτουργία έπρεπε να
γίνει μετά την αφαίρεση της καρδιάς. Έτσι ξαναβρεθήκαμε
στην αναστάτωση της πρώτης μέρας.  Γενική σύναξη
πρωί και βράδυ, λιτανείες τρεις ημέρες και τρεις νύχτες. Οι
παππάδες υποχρεωθήκαν να νηστέψουν αυστηρά. Τους
έβλεπες να τρέχουν από σπίτι σε σπίτι με την αγιαστούρα

3 | Έκφυλλον

Konrad Adenauer
στο χέρι. Είπαμε στους προεστούς να στήσουν ενέδρες τη
νύχτα και να παρατηρούν τι συμβαίνει στην πολιτεία. Έτσι
έπιασαν μερικούς βαγαπόντηδες που είχαν προκαλέσει όλη
την αναστάτωση.  Δεν ήταν βεβαία οι πρώτοι δράστες και
τους άφησαν ελεύθερους. Για να αναπληρώσουν τη νηστεία
της φυλακής άρχισαν να αδειάζουν τη νύχτα τα σπίτια
των κατοίκων που είχαν εγκαταλείψει το βιος τους. Έτσι
ξανάρχισαν οι λιτανείες. 
Μια μέρα, αφού κάρφωσαν κι εγώ δεν ξέρω ποσά γυμνά
σπαθιά επάνω στο μνήμα του βρικόλακα (ξέθαφταν το
πτώμα τρεις ή τέσσερις φορές την ημέρα ανάλογα με τις
εμπνεύσεις του καθενός) Ένας Αρβανίτης που βρέθηκε στη
Μύκονο είπε με ύφος μεγάλου σοφού ότι είναι γελοίο να
καρφώνουν τον βρικόλακα με σπαθιά χριστιανικά. 
–Δεν βλέπετε χαζοί, ότι η λαβή αυτών των σπαθιών έχει
το σχήμα του σταυρού κι εμποδίζει τον σατανά να βγει
από το κουφάρι; Χρειάζονται τουρκικά σπαθιά. Αλλά και η
συνταγή του Αρβανίτη δεν ωφέλησε. Ο βρικόλακας φαινόταν
άτρωτος. Δεν ήξεραν πια σε ποιον άγιο να προσευχηθούν.
Ξαφνικά μια φωνή υψώθηκε από όλη την πόλη: πρέπει
να κάψουμε ολόκληρο τον βρικόλακα. Ξέθαψαν πάλι το
κουφάρι και το κουβάλησαν στην πούντα του Άη Γιώργη,
άναψαν δυνατή πυρά με πίσσα (όχι ξύλο, από φόβο μήπως
ο βρικόλακας σβήσει την φωτιά) και το αποτέφρωσαν. Ο
διάβολος είχε παγιδευτεί και εξοντώθηκε.  Ήταν καιρός.

Γιατί οι περισσότερες οικογένειες ετοιμάζονταν να
μεταναστεύσουν στην Τήνο ή τη Σύρο.»
Όπως φαίνεται από το παραπάνω απόσπασμα, δεν
ήταν όλοι οι άνθρωποι παραδομένοι στο φόβο για τους
βρικόλακες. Πολλοί, έχοντας αποβάλλει την προκατάληψη
από μέσα τους, διέδιδαν φήμες για την ύπαρξη βρικολάκων,
εκδιώκοντας έτσι τους ανθρώπους από τα σπίτια τους
με σκοπό να τα λεηλατήσουν ή να πάρουν εκδίκηση3.
Μια ακραία έκφραση αυτού του φαινομένου είναι και
η τυμβωρυχία, η οποία ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη στο
παρελθόν, όπως σημειώνει ο Μ. Γ. Μερακλής (2009).
Βέβαια, ακόμα και να μην είχε εξαλείψει κανείς τη σκιά
της δεισιδαιμονίας και της πρόληψης, ο βρικόλακας δεν
είναι ένα πλάσμα ανίκητο για την παράδοση. Μέσα από
τις παραδόσεις, αφηγήσεις και μαρτυρίες που σώζονται,
περιγράφονται ποικίλα τελετουργικά με τα οποία μπορούν
να αντιμετωπιστούν οι νεκροζώντανοι δαίμονες της νύχτας.
Οι πιο συνηθισμένοι από αυτούς είναι οι ακόλουθοι:
Οι άνθρωποι ξεθάβουν τον φερόμενο ως βρικόλακα
νεκρό και καίνε το σώμα του.
Ο βρικόλακας ξεθάβεται και ξεριζώνεται η καρδιά του,
την οποία και καίνε (σε μία εκδοχή τη ρίχνουν σε καζάνι με
ξύδι που βράζει). Σε έναν θρύλο της Μάνης παρατηρείται
και φαινόμενο κανιβαλισμού, καθώς η καρδιά του νεκρού
κόβεται σε κομμάτια και τρώγεται από τους συγχωριανούς
του.
Το «διάβασμα», η προσευχή από ιερωμένο πάνω από τον
τάφο του νεκρού. Σε έναν θρύλο αναφέρεται πως πρέπει να
γίνει εξορκισμός από 12 ιερείς και δεσπότη.
Η αποπομπή του σώματος του νεκρού σε άλλο μέρος.
Η κατασκευή και χρήση φυλαχτών ή σκόρδου.
Σε περίπτωση που ο βρικόλακας φαίνεται να ζει κανονικά
ως άνθρωπος (όπως αναφέρθηκε και παραπάνω), εάν
οι συγχωριανοί του τον καταλάβουν, τότε πρέπει να τον
κλείσουν σε μία εκκλησία την ώρα της λειτουργίας μέχρι
να ακουστεί το «Πιστεύω» ή να βγουν τα Άγια, κάτι που
λειτουργεί σαν φωτιά για το βρικόλακα.
Ένας βρικόλακας μπορεί να αφανιστεί εάν μπηχτεί στην
καρδιά του μία ξύλινη σφήνα.
Φυσικά όμως, η πρόληψη είναι καλύτερη από την
αντιμετώπιση, γι αυτό και έχουμε διάφορα νεκρικά έθιμα, τα
οποία αποσκοπούν στην αποφυγή του «βρικολακιάσματος»
του νεκρού. Ως τέτοια φέρονται τα ακόλουθα:
Το ολονύχτιο «φύλαγμα» του νεκρού από τους συγγενείς
(για να μην τον δρασκελίσει γάτα ή τον βλαστημήσει
κάποιος).
Το κλείσιμο του στόματος με βαμβάκι ή σταυρό (ξύλινο
ή από κερί) και η τοποθέτηση στη μέση ενός μικρού σβόλου
από λιβάνι.
Το χάραγμα των λέξεων ΙΣ-ΧΡ-ΝΙΚΑ σε ένα κεραμίδι
από τη στέγη του σπιτιού. Το πλύσιμο των πληγών του
νεκρού. Το κλείσιμο με βαμβάκι
όλων των σημείων από τα οποία θα μπορούσε να εισέλθει
ο διάβολος και να «πάρει» την ψυχή του νεκρού.
Μελετώντας τις παραδόσεις, θα διαπιστώσουμε, πως
πέρα από τις ξεκάθαρες αναφορές σε βρικόλακες, υπάρχουν
και παραδόσεις που σχετίζονται με δαιμόνια, πολλά από
τα οποία έχουν πολλές από τις ιδιότητες που αποδίδονται
στους βρικόλακες.». Από τα πιο γνωστά δαιμόνια είναι το
Ντελεσίμι που συναντάμε στην Κωνσταντινούπολη, το οποίο
είναι στοιχειό που βγαίνει τα μεσάνυχτα, ανακατώνει τον
κήπο και τα δέντρα και ο κόσμος καίει λιβάνι ή λέει διάφορα
ξόρκια ώστε να το αντιμετωπίσει. Εξίσου χαρακτηριστικό
είναι το στοιχειό της Κορίνθου, το οποίο πίνει αίμα και ζει
στο κάστρο της Κορίνθου. Και στη Σάμο ωστόσο, πέρα
από τους πολλούς θρύλους που ήδη υπάρχουν για τους
βρικόλακες, συναντάμε ένα ανθρωπόμορφο στοιχειό που
εμφανίζεται μόνο τη νύχτα.

Έκφυλλον
2.2. Ο Βρικόλακας στη Νεοελληνική Λογοτεχνία
Απήχηση των λαϊκών δεισιδαιμονιών για τους βρικόλακες
αποτελούν πάρα πολλά λογοτεχνικά έργα, καθώς η
παραλογή «Του νεκρού αδερφού». Στο γνωστό αυτό δημοτικό
τραγούδι, ο αδερφός που έχει πεθάνει επιστρέφει στον κόσμο
των ζωντανών προκειμένου να τηρήσει τον όρκο που έδωσε
στη μητέρα του, να φέρει πίσω την αδερφή του η οποία
έχει παντρευτεί και ζει στο εξωτερικό. Μπορεί κυρίαρχο
στοιχείο του τραγουδιού να είναι η βαρύτητα που έχει ο
όρκος, ωστόσο παρατηρούμε την επιστροφή του αδερφού
από τους νεκρούς προκειμένου να τον εκπληρώσει, μία
επιστροφή που του έχει προσδώσει πολλά χαρακτηριστικά
όμοια με αυτά που αποδίδονται στους βρικόλακες. Το
συγκεκριμένο δημοτικό τραγούδι μάλιστα αποτέλεσε πηγή
έμπνευσης για πολλά μεταγενέστερα λογοτεχνικά έργα
και θεατρικές διασκευές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα
είναι οι θεατρικές διασκευες Ο Βουρκόλακας του Αργύρη
Εφταλιώτη (γράφτηκε στα 1900), καθώς και του Ζαχαρία
Παπαντωνίου, Ο όρκος του πεθαμένου (1929), ενώ επιρροή
έχει ασκήσει και σε πιο πρόσφατα έργα, όπως η θεατρική
διασκευή του Σωτήρη Χατζάκη Του νεκρού αδερφού (2006)
και Ο όρκος του Φώτη Γ. Κατσιμπούρη (2011), που αποτελεί
μια μυθιστορική απόδοση-αναδημιουργία του δημοτικού
τραγουδιού. Ακόμη, μια παραλλαγή της παραλογής «Του
νεκρού αδερφού», η Μπαλάντα της υπόσχεσης, που
αποτελεί την πιο φημισμένη αλβανική μπαλάντα, έγινε πηγή
έμπνευσης για το έργο του υποψήφιου για Νόμπελ, Ισμαήλ
Κανταρέ, Ποιος έφερε τη Ντορουντίν; (2001).
Επιστρέφοντας όμως στα πρώιμα έργα αυτού του
είδους λογοτεχνίας, έχουμε να αναφέρουμε το διήγημα του
Σκιαθίτη πεζογράφου Αλέξανδρου Μωραϊτίδη Η Κουκίτσα,
το οποίο αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της έκτασης
που είχαν πάρει στο Αιγαίο οι δοξασίες για τους βρικόλακες.
Και στο ηθογραφικό έργο, όμως, του Ανδρέα Καρκαβίτσα,
Ο Ζητιάνος (1897), η ιστορία του οποίου εκτυλίσσεται σ’ ένα
χωριό της Θεσσαλίας, κυριαρχεί η παρουσία εξόκοσμων
πλασμάτων και φυσικά και του βρικόλακα. Ο συγγραφέας
σατιρίζει τη δεισιδαιμονία των Καραγκούνηδων και δίνει
ιδιαίτερη έμφαση στις προλήψεις εκείνης της εποχής που
έκαναν τους ανθρώπους αγαθούς και εύπιστους, σε
αντίθεση με τον έξυπνο ζητιάνο που όχι μόνο δεν πιστεύει
σε αυτές, αλλά εκμεταλλεύεται και την ευπιστία τους:
«Ὁ ζητιάνος ὅμως οὔτε τὰ μάγια του ἐπίστευεν, ἀλλ᾿
οὔτε καὶ τὸ βρυκολάκιασμα τοῦ παραγιοῦ του. Ποτὲ τέτοιες
προλήψεις δὲν ἐκόλλησαν στὸ θετικὸ ἐκεῖνο πνεῦμα. (…)Ἀφοῦ
ἡ τύχη τοῦ ἔδινεν μέσον νὰ ἐκδικηθῇ, γιατί αὐτὸς νὰ τὸ διώξῃ;
Δὲν ἦταν τόσον ἀνεξίκακος, ὄχι! Τοὐναντίον μάλιστα, ὅταν
εἶδε τὸν τελωνοφύλακα στὴ διάθεσή του, ὅλο τὸ μῖσος ποὺ
αἰσθανόταν ἀπὸ προχθὲς λουφασμένο στὰ βάθη τῆς ψυχῆς του,
ἀνέβηκε μεγαλοδύναμο στὴν ἐπιφάνεια. Τὰ γρονθοκοπήματα
καὶ ὁ ἐξευτελισμός, ποὺ ἔπαθεν ἐμπρὸς στοὺς χωριάτες δίχως
δικαιολόγημα, οὔρλιαζαν καὶ ἀλυχτοῦσαν τώρα μέσα του
κι ἐζητοῦσαν σκληρὴ ἐκδίκηση. Καὶ γιὰ νὰ τὴν ἐπιτύχῃ δὲν
ἐχρειάζονταν καὶ πολλὰ πράγματα. Ἔφθανε μόνον νὰ μεγαλώσῃ
τὸν φόβο τῶν χωριάτων καὶ νὰ κεντήσῃ τὴ δεισιδαιμονία τους».
Ο Καρκαβίτσας, χρησιμοποιεί κάθε λαϊκή πεποίθηση για την
εκδίωξη των βρικολάκων:
1. Τον εξορκισμό:
«(…) Ἔπεισε τὸν Παπαρρίζο νὰ φορέση τὸ μισοτριμμένο
πετραχῆλι του, νὰ πάρῃ τὸ Μέγα Ἁγιασματάριο στὸ χέρι καὶ
κάτω ἀπὸ τ᾿ ὁλότρεμο φῶς ἑνὸς κεριοῦ ν᾿ ἀρχίση τὴν ἀπαγγελία
τῶν ἐξορκισμῶν:
– Ἐξορκίζω σε τὸν ἀρχέκακον τῆς βλασφημίας· τὸν ἀρχηγὸν
τῆς ἀνταρσίας καὶ αὐτουργὸν τῆς πονηρίας!... Ἐξορκίζω σὲ
τὸν ἐκριφθέντα ἐκ τῆς ἄνω φωτοφορίας καὶ σκότει βυθοῦ
κατενεχθέντα διὰ τὴν ἔπαρσιν!... Ὁρκίζω σε πνεῦμ᾿ ἀκάθαρτον
κατὰ τοῦ Θεοῦ, Ἀδωναΐ, Ἐλοΐ, Θεοῦ Παντοκράτορος!...(…)».

| 3A

2. Τη μαγεία: «(…)Ἐβούτησε τὰ δάχτυλά του στὸ μέλι κι
ἐσταύρωσε κάθε κούφωμα, τὴ σκάλα, τὰ παράθυρα, τὴν πόρτα,
τὶς ξυλοδεσιές· ἔχρισεν ἐδῶ κι ἐκεῖ τὸν τοῖχο καὶ τὶς γωνίες,
πάντοτε μὲ προφύλαξη καὶ σκέψη νὰ μὴ λαθέψη τίποτε, οὔτε
μία τρίχα στὴν ἀπόσταση· νὰ μὴν ξεχάσῃ κανένα σταυρὸ
στὸ μέτρημα· νὰ μὴ λησμονήση κανένα χεροκίνημα ἀπ᾿ ὅσα
ἐχρειάζονταν γιὰ νὰ γίνουν ἀπαραβίαστα τὰ μάγια του.(…)
– Ζουπχανὲμ γιαμαλή! Μπεϊντοὺρ φικουλί!... ἐφώναξεν
ἀγριοκοιτάζοντας τὸ σπίτι.».
3. Τη φωτιά: «– Φωτιά, παιδιά, γιατί θὰ φύγη! ἐφώναξε μὲ
χασκογέλασμ᾿ ἀπαίσιον ὁ ζητιάνος.
Καί, φοβερός, ἔτρεξε πρῶτος στὸν σωρό, ἅρπαξε δαυλὶ
ἀναμμένο καὶ τὸ ἐτίναξεν ἐπάνω ἀπὸ τὴ σκεπὴ τοῦ σπιτιοῦ.
– Φωτιά, παιδιά!... ἐφώναξαν ἀμέσως καὶ οἱ χωριάτες
ἀγριεμένοι ἀπὸ τὸν ἐνθουσιασμὸ καὶ τὸν τρόμο τους.»
Πριν τον Καρκαβίτσα, ο επικός ποιητής του αρματολισμού
και ένας από τους πιο διακεκριμένους του 19ου αιώνα,
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, γράφει το 1867 το ποίημα
«Θανάσης Βάγιας» ή «Ο Βρικόλακας», το οποίο ας σημειωθεί
ότι είναι το πρώτο λογοτεχνικό δημιούργημα με θέμα το
βρικόλακα στην Ελλάδα. Αξίζει επομένως να σταθούμε
παραπάνω στο συγκεκριμένο ποίημα και να αναλύσουμε
περισσότερο το ιστορικό πλαίσιο που αποτέλεσε την
αφόρμηση του Βαλαωρίτη για τη συγγραφή του ποιήματος.
Ο Θανάσης Βάγιας ήταν Ηπειρώτης, αυλικός του Αλή
πασά, σύμβουλος του και αρχηγός της αλβανικής φρουράς
του. Γεννήθηκε στο χωριό Λέκλι της Βόρειας Ηπείρου, κοντά
στο Χόρμοβο περί το 1765. Η υψηλή θέση που κατείχε στην
αυλή του Αλή και η εμπιστοσύνη με την οποία τον περιέβαλε
ο πασάς της Ηπείρου έγιναν αφορμή να δημιουργηθεί η
φήμη ότι υπήρξε σκληρός και απάνθρωπος, τυφλό όργανο
του προστάτη του. Η φήμη αυτή οφείλεται κυρίως στον
Pouqueville, πρόξενο της Γαλλίας στα Ιωάννινα κατά
την προεπαναστατική περίοδο, που αναφέρει ότι αυτός
πραγματοποίησε τη φοβερή σφαγή των κατοίκων του
Γαρδικιού, που είχαν παραδοθεί στα στρατεύματα του Αλή,
όταν ο πασάς της Ηπείρου το 1812 εκστράτευσε εναντίον
τους για να εκδικηθεί παλαιά προσβολή των Γαρδικιωτών
εναντίον της μητέρας του και της αδελφής του. Την άποψη
αυτή υιοθέτησε ο ιστορικός της Ηπείρου Παναγιώτης
Αραβαντινός, καθώς και ο Βαλαωρίτης μέσω του ποιήματός
του, όπου τον παρουσιάζει ως αιμοσταγή δολοφόνο και
δήμιο.
Το ποίημα αυτό είναι ένα αντιπροσωπευτικό παράδειγμα
των λαϊκών δοξασιών για βρικόλακες, καθώς μέσα
από αυτό διαφαίνονται πολλά από τα χαρακτηριστικά
που ο λαός είχε αποδώσει στους βρικόλακες, καθώς
και οι επικρατούσες απόψεις για τη δημιουργία και την
αντιμετώπιση των βρικολάκων. Ο Θανάσης Βάγιας, ένας
άνθρωπος αμαρτωλός καθώς είχε διαπράξει σύμφωνα με
την παράδοση στυγερά εγκλήματα, όπως η δολοφονία των
Γαρδικιωτών (υπάρχουν βέβαια και πηγές που αναφέρουν
ότι δε συμμετείχε στην εν λόγω επιδρομή) και προδότης
καθώς ήταν στο πλευρό του Αλή Πασά αντί των Ελλήνων,
γίνεται βρικόλακας μετά το θάνατό του, ως τιμωρία για
όσα είχε διαπράξει εν ζωή. Τρομοκρατεί τη γυναίκα του
εμφανιζόμενος μπροστά της και προσπαθεί να τη βλάψει
βιάζοντάς την. Τον σταματά όμως το φυλαχτό της συζύγου
του, ένα σταυρό από Τίμιο Ξύλο, ο οποίος είναι και αυτός
που τον κάνει να εξαφανιστεί και να φύγει.

3B | Έκφυλλον
Παρακάτω παρατίθεται ολόκληρο το ποίημα:
Ο Βρικόλακας
-”Πες μου τι στέκεσαι Θανάση, ορθός,
βουβός σα λείψανο, στα μάτια μπρος;
Γιατί Θανάση μου, βγαίνεις το βράδυ;
Ύπνος για σένανε δεν είν’ στον ‘Αδη;
Τώρα περάσανε χρόνοι πολλοί...
Βαθιά σε ρίξανε μέσα στη γη...
Φεύγα, σπλαχνίσου με. Θα κοιμηθώ.
‘Ασε με ήσυχη ν’ αναπαυθώ.
Το κρίμα που ‘καμες με συνεπήρε.
Βλέπεις πως έγινα; Θανάση σύρε.
Όλοι με φεύγουνε, κανείς δε δίνει,
στην έρμη χήρα σου, ελεημοσύνη.
Στάσου μακρύτερα... Γιατί με σκιάζεις;
Θανάση τι έκαμα και με τρομάζεις;
Πως είσαι πράσινος; Μυρίζεις χώμα...
Πες μου... δεν έλυωσες, Θανάση, ακόμα;
Λίγο συμάζωξε το σάβανό σου...
Σκουλήκια βόσκουνε στο πρόσωπό σου.
Θεοκατάρατε, για δες... πετάνε
κι έρχονται πάνω μου για να με φάνε.
Πες μου πουθ’ έρχεσαι με τέτοια αντάρα;
Ακούς τι γίνεται; Είναι λαχτάρα.
Μες απ’ το μνήμα σου γιατί να βγεις;
Πες μου πουθ’ έρχεσαι; Τι ‘λθες να δεις”;
Ε’
-”Μέσα στου τάφου μου τη σκοτεινιά
κλεισμένος ήμουνα, τέτοια νυχτιά
κι εκεί οπού ‘στεκα σαβανωμένος,
βαθιά στο μνήμα μου συμαζωμένος,
έξαφνα πάνω μου, μια κουκουβάγια
ακούω που φώναξε: -Θ α ν ά σ η Β ά γ ι α
σήκω και πλάκωσαν χίλιοι νεκροί
και θα σε πάρουνε να πάτε κει-.
Τα λόγια τ’ άκουσα και τ’ όνομά μου.
Σκάνε και τρίβονται τα κόκαλά μου.
Κρύβομαι, χώνομαι όσο μπορώ
βαθιά στο λάκο μου, να μη τους δω.
-Έβγα και πρόβαλε Θανάση Βάγια,

έλα να τρέξωμε πέρα στα πλάγια.
Έβγα μη σκιάζεσαι, δεν είναι λύκοι.
Το δρόμο δείξε μας για το Γαρδίκι-.
Έτσι φωνάζοντας σα λυσσασμένοι
πέφτουν επάνω μου οι πεθαμένοι.
Και με τα νύχια τους και με το στόμα
πετάνε, σκάφτουνε το μαύρο χώμα.
Και σα με βρήκανε όλοι με μια
έξω απ’ του τάφου μου την ερημιά,
γελώντας, σκούζοντας, άγρια με σέρνουν
κι εκεί που είπανε με συνεπαίρνουν.
Πετάμε, τρέχομε, φυσομανάει,
το πέρασμά μας κόσμο χαλάει.
Το μαύρο σύγνεφο, όθε διαβεί,
οι βράχοι τρέμουνε, ανάφτ’ η γη.
Φουσκώνει ο άνεμος τα σάβανά μας
σα ν’ αρμενίζουμε με τα πανιά μας.
Πέφτουν στο δρόμο μας και ξεκολάνε
τα κούφια κόκαλα, στη γη σκορπάνε.
Εμπρός μας έσερνε η κουκουβάγια
πάντα φωνάζοντας: -Θ α ν ά σ η Β ά γ ι α-.
Έτσι εφτάσαμε σ’ εκειά τα μέρη,
που τόσους έσφαξα μ’ αυτό το χέρι.
Ω τι μαρτύρια! Ω τι τρομάρες!
Πόσες μου ρίξανε σκληρές κατάρες!
Μου ‘δωκαν κι έπια αίμα πηγμένο.
Για δες το στόμα μου, το ‘χω βαμένο.
Κι ενώ με σέρνουνε και με πατούνε
κάποιος εφώναξε... στέκουν κι ακούνε.
-Καλώς σε βρήκαμε Βιζίρη Αλή-.
Εδώθε μπαίνουνε μες την αυλή.
Πέφτουν επάνω του οι πεθαμένοι.
παρατήσανε… Κανείς δε μένει..
Κρυφά τους έφυγα και τρέχω ‘δω,
με σε γυναίκα μου να κοιμηθώ
ΣΤ΄
-”Θανάση σ’ άκουσα, τραβήξου τώρα.
Μέσα στο μνήμα σου να πας είν’ ώρα”.
-”Μέσα στο μνήμα μου για συντροφιά,
θέλω απ’ το στόμα σου τρία φιλιά”.

Έκφυλλον

| 3C

-”Όταν σου ρίξανε λάδι και χώμα
ήλθα, σε φίλησα κρυφά στο στόμα”.
-”Τώρα περάσανε χρόνοι πολλοί...
Μου πήρ’ η κόλαση κειό το φιλί”.
-”Φέυγα και σκιάζομαι τ’ άγρια σου
μάτια.
Το σάπιο κρέας σου, πέφτει κομάτια.
Τραβήξου, κρύψε τα, κείνα τα χέρια.
Απ την αχάμνια τους λες κι είν’
μαχαίρια”.
-”Έλα γυναίκα μου, δεν είμαι ‘γω
κείνος π’ αγάπησες, ένα καιρό;
Μη με σιχαίνεσαι, είμ’ ο Θανάσης”.
-”Φεύγ’ απ’ τα μάτια μου, θα με
κολάσεις”.
Ρίχνεται πάνω της και τήνε πιάνει,
μέσα στο στόμα της τα χείλη βάνει.
Στα έρμα στήθια της τα ρούχ’ αρχίζει,
που τη σκεπάζουνε, να τα ξεσχίζει.
Τήνε ξεγύμνωσε... το χέρι απλώνει...
Μέσα στο κόρφο της άγρια το χώνει...
Μένει σα μάρμαρο. Κρύος σα φίδι
τρίζει απ’ το φόβο του, στο κατακλείδι.
Σα λύκος ρυάζεται, τρέμει σα φύλλο...
Στα δάχτυλα έπιασε το Τίμιο Ξύλο.
Τη μαύρη γλύτωσε, το φυλαχτό της,
καπνός, εσβήστηκεν απ’ το πλευρό της.
Τότε ακούστηκε κι η κουκουβάγια
έξω, που φώναζε: -Θ α ν ά σ η Β ά γ ι α-!

1 Σιμόπουλος Κ. (1970-1975) Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα 333 μ. Χ- 1700 μ. Χ. , Τόμος Α, [Ηλεκτρονική Έκδοση].
Αντλήθηκε από http://www.phorum.gr/viewtopic.php?f=13&t=130787
2Σιμόπουλος Κ. (1970-1975) Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα 333 μ. Χ- 1700 μ. Χ. , Τόμος Α, [Ηλεκτρονική Έκδοση]. Αντλήθηκε
από http://www.phorum.gr/viewtopic.php?f=13&t=130787
3 Μερακλής Μ. (2009:201)
4 Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 1987. Τόμος Β’, σελ. 119-120.

*Το παραπάνω απόσπασμα είναι κείμενο από την πτυχιακή εργασία “Εξέλιξη του θρύλου

του βρικόλακα μέσα απο την λαϊκή παράδοση: σύγχρονες διασκευές στη λογοτεχνία και
τον κινηματογράφο” της φίλης Ελένης Ψυχάρη

3D | Έκφυλλον

Έκφυλλον

| 3E

3F | Έκφυλλον

Έκφυλλον

| 3G

3H | Έκφυλλον

ΣΥΝΕΙΡΜΟΙ
ΑΦΟΡΙΣΜΟΙ και φράουλες

Πρόθυμε αναγνώστη, χωρίς να ορκιστώ, παρακαλώ
να με πιστέψεις πως θα ήθελα αυτό το άρθρο να ήταν το
πιο ωραίο, το πιο χαριτωμένο και το πιο έξυπνο που θα
μπορούσε να φανταστεί ένας νέος φέρελπις αρθρογράφος
καθώς και μια σεβαστή μερίδα του αναγνωστικού κοινού στο
οποίο αυτός απευθύνεται. Ωστόσο, μάλλον δεν θα μπορέσω
να πάω αντίθετα στο φυσικό νόμο που ορίζει πως κάθε
πράγμα γεννά όμοιό του. Τι άλλο ,λοιπόν, θα μπορούσε να
γεννήσει το άγονο κι ακαλλιέργητο πνεύμα μου παρά ένα
μέτριο(άντε) συνονθύλευμα αλλόκοτων αλλά και mainstream συλλογισμών? Με την παράφραση αυτή των πρώτων
αράδων της εισαγωγής του Θερβάντες για το “Δον Κιχώτη”
ελπίζω να προδιαθέσω θετικά, να απόσπασω ίσως κάποιο
σκαστό χαμογελάκι και να εξασφαλίσω την επιεική σου
στάση. Συνεχίζοντας απολογητικά, δεν θα προσποιηθώ οτι τα
συνειρμικά μονοπάτια που θα ξετυλιχθούν -μάλλον άκομψαπαρακάτω, βρίσκονται σε αυστηρή χρονική -με κριτήριο την
έμπνευσή τους- σειρά ή οτι ακόμα και αυτή η σειρά προέκυψε
εντελώς αυθόρμητα. Η ομολογία μου βέβαια αυτή επουδενί
δεν υπαινίσσεται την ύπαρξη πολυεπίπεδων και “ύπουλων”
συμβολισμών και νοημάτων(οι περίοδοι αυτοί λειτουργούν
σαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία, είναι αυταπόδεικτες
και προδίδουν απερίφραστα και “στεγνά” το μηχανισμό και
την πορεία συγγραφής του άρθρου). Χμμ...κι εδώ πιάνω τον
εαυτό μου να προσπαθεί ατυχώς(τουλάχιστον) να μιμηθεί τον
αποστασιοποιητικό κι αυτοελεγχόμενο λόγο του Τόμας Μαν,
με τον οποίο έχω ελαφρώς “κολλήσει” τώρα τελευταία. Βλέπεις,
το “Μαγικό Βουνό” έθεσε τέλος σε μια σχετικά μεγάλη περίοδο
“ξηρασίας” όσον αφορά στο διάβασμα λογοτεχνίας ενώ
αυτό το διάστημα(αρκετά μικρότερο του”τώρα τελευταία”)
αναμετρώμαι με το “Δόκτωρ Φάουστους”, μια ιδιόμορφη
παραλλαγή στο μεσαιωνικό θέμα του Φάουστ.
Ένας εξαιρετικά ταλαντούχος ,ιδιοφυής όσο και φιλόδοξος
μουσικός, ο Άντριαν Λέβερκυν, κάνει συμφωνία με τον
διάβολο, κερδίζοντας 24 χρόνια φλογοβόλου έμπνευσης,
εκρηκτικής δημιουργίας , δαφνοστεφούς αναγνώρισης αλλά
και ψυχρής, στερημένης από τη ζεστασιά της αγάπης, ζωής.
Για τον Μαν, από τη στιγμή που το πνεύμα ή η διάνοια γίνεται
δεκτή ως ιδιότητα παρακμιακή και καλλιτεχνική, ενώ η ζωή ή
το ένστικτο ως δράση θετικής και ισορροπημένης σχέσης με
την καθημερινή εμπειρία, υφίσταται η αντιπαράθεση της
πνευματικής με τη βιοτική ανθρώπινη διάσταση. Αυτή η
αντιπαράθεση ίσως και να αποτυπώνει την εσωτερική
προσπάθεια του συγγραφέα να ελέγξει και να παγώσει το
νότιο, θερμό αίμα από τη μεριά της βραζιλιάνας μητέρας του
-κάτι που μάλλον κατάφερε- μιας κι όπως φαίνεται στο βιβλίο,
το συναισθηματικό ψύχος είναι αυτό που κρατά δυνατή τη
φλόγα της δημιουργίας, τη μόνη θαλπωρή που επιτρέπεται
στον καλλιτέχνη. Η “δαιμονοποίηση” του καλλιτέχνη, η κίνησή
του σε ολισθηρά κι εκτός νόμου και κανόνων μονοπάτια, η
ασκητική της τέχνης(και της επιστήμης βέβαια) δε σε
τρομάζουν? Που απευθύνεται -ή πρέπει να απευθύνεται- ένας
καλλιτέχνης και ποια τελικά ανάγκη τον γεννά σε κάθε εποχή?
Τι ενοχλητικός ο (αυτο)περιορισμός του χώρου κι ακόμα
χειρότερα η γνωστική μου επάρκεια....τέλος πάντων...
Υπόσχομαι ότι δεν θα επαναλάβω στο υπόλοιπο κείμενο
καμία τέτοιου είδους αυτολογοκρισία και καμία ανάλογη
προσπάθεια προσχηματικής δικαιολόγησης του συγκεκριμένου
τέρατος -τα είπαμε κι από την αρχή αυτα- και συνεχίζω...Η
άλλη σημαντική πτυχή του έργου είναι ότι λειτουργεί ως
αλληγορία της μεσοπολεμικής Γερμανίας η οποία εκπόρνευσε
την ελπίδα με το φασισμό και διολίσθησε στη βαρβαρότητα. Ο
Μαν κι εδώ, όπως και στο Μαγικό Βουνό αλλά και σε άλλα

έργα του, προσπαθεί να ανιχνεύσει τα προεόρτια και τις ρίζες
του ναζισμού στη γερμανική πολιτιστική παράδοση και αυτή
του η προσπάθεια είναι κάτι πολύ παραπάνω από αξιόλογη,
αναδεικνύοντας συγκεκρίμενα τον Φάουστους στο καλύτερο
μυθιστόρημα που έχει γραφεί για τη γερμανική ενοχή. Τα
αποτελέσματα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο παραλογισμός
τους, η πρωτοφανής ανθρώπινη σκληρότητα και
ιδιοτέλεια(ιδιαίτερα ορισμένων εκλεκτών..), η απειλή ενός
πηρυνικού ολέθρου και η ανησυχία που γεννά η δυνατότητα
της δημιουργίας μηχανών μαζικής καταστροφής προκαλούν
σύγχυση στον άνθρωπο(ιδιαίτερα στον σκεπτόμενο). Ένα
άλλο αριστούργημα, αυτη τη φορά κινηματογραφικό, αποτελεί
την ηχώ της μεταπολεμικής πλέον Ευρώπης, η “Έβδομη
Σφραγίδα”, μια από τις πιο ενδοσκοπικές κι αλληγορικές
ταινίες του Κινηματογράφου, μια σαρκαστική ιλαροτραγωδία
που αιφνιδιάζει καθώς σε μια εποχή που απασχολεί η φλυαρία
των ανθρώπων, ο Ίγκμαρ Μπέργκμαν αφουγκράζεται τη
σιωπή του Θεού με μία προβληματική που επικεντρώνεται
στην αναγκαιότητα εύρεσης βεβαιώσεων κι εχέγγυων για την
ύπαρξή Του. Ο κουρασμένος κι απογοητευμένος ιππότης
Αντόνιους Μπλοκ γυρίζει μαζί με τον αγνωστικιστή, κυνικό
ιπποκόμο του από της Σταυροφορίες σε μια Ευρώπη (Σουηδία)
βασανιζόμενη από την πανούκλα, τις δεισιδαιμονίες και την
έκπτωση πνεύματος. Όταν ο Θάνατος τους επισκέπτεται, ο
ιππότης τον προκαλεί σε μια παρτίδα σκάκι προκειμένου να

αναβάλλει το αναπόφευκτο μέχρι να βρει απαντήσεις στη
μεταφυσική του αγωνία. Το έργο πραγματεύεται την εναγώνια
υπαρξιακή αναζήτηση, την αμφιβολία, την αμφισβήτηση και
όχι την πίστη. Αναζήτηση και αμφισβήτηση...και η πίστη είναι
ένα πολύ βαρύ φορτίο. Αυτά όμως ενίοτε φαίνονται μη
πραγματικά κι ασήμαντα μπροστά σε πράγματα μικρά, όπως
οι αγριοφράουλες και το γάλα που προσφέρουν ο Γιοφ και η
Μία, οι δύο πλανόδιοι ερμηνευτές, στον ιππότη, η γαλήνη και
το σούρουπο, τα πρόσωπα των παρόντων σε αυτή την ταπεινή
συνάθροιση, πράγματα που όμως συνθέτουν αρχέτυπες,
“καθολικές” στιγμές που αξίζουν να μνημονεύονται και που

Έκφυλλον

ανατροφοδοτούν τον αγώνα για τα “μη πραγματικά”. Και
τελικά, ο Θάνατος κάνει ρουά ματ και αποκαλύπτει στον
ιππότη οτι είναι ανεπίγνωστος και δεν κρύβει μυστικά. Η
παρτίδα όμως και η αναζήτηση δεν ήταν μάταιες κι ο χρόνος
αυτός αποδείχτηκε εξόχως εποικοδομητικός. “Δύστυχοι!Οι
διαστροφές σας, τα πάθη σας και οι αδυναμίες σας σας
κάνουν θύματά μου. Ήρωες στην ενοχή σας μα δειλοί στην
απελπισία σας , θα γονατίζατε στα πόδια μου για να γίνετε
τόσο άτρωτοι όσο εγώ τη στιγμή που περνώ ανάμεσά σας.Φεύγω καταραμένος από κάθε ανθρώπινη καρδιά, μα
ανέγγιχτος από ανθρώπινο χέρι!” αναφωνεί ο Μέλμοθ ο
Περιπλανώμενος, ο καταραμένος αντι-ήρωας του ομότιτλου
επικού μυθιστορήματος του Τσαρλς Ρόμπερτ Μάτσουριν, και
μια από τις ισχυρότερες συμβολικές μορφές της ευρωπαϊκής
σκέψης. Ένας ακόμη σύγχρονος Φάουστ, ένα ακόμα
“ανήσυχο” έργο ειλικρινούς αναζήτησης κι ενδοσκόπησης,
πνευματικής περιπλάνησης και καταγγελίας της αναλγησίας
και της υποκρισίας των αρχόντων,των κρατούντων, της
Καθολικής Εκκλησίας.
Μέσα από δαιδαλώδεις,
εγκιβωτισμένες, ενίοτε φρενήρεις και πάντα δραματικές
αφηγήσεις ξεδιπλώνεται η τραγική ιστορία του Μέλμοθ, ενός
άλλοτε ανθρώπινου όντος που έκανε συμφωνία με το Διάβολο
προκειμένου να κερδίσει μια αφύσικη παράταση ζωής,
πράγμα που μετάνιωσε πικρά, και κυρίως των υποψήφιων
θυμάτων που συνάντησε στο διάβα της πορείας του σε ένα
δυσανάγνωστο και διασπασμένο κόσμο για να βρει κάποιον
πρόθυμο να πάρει τη θέση του. Εκατό χρόνια πριν οι
Ευρωπαίοι αλλά κι ένα μεγάλο μέρος του υπόλοιπου κόσμου
συνειδητοποιήσουν μέσα από δύο φρικιαστικούς πολέμους
πως ο θάνατος μπορεί να είναι και βάλσαμο μπροστά σε μια
εντελώς γκροτέσκα και κτηνώδη ζωή, ο Ματσούριν
αποτυπώνει με τον πιο γλαφυρό τρόπο τον διαλυμένο,
απελπισμένο κι αποπροσανατολισμένο άνθρωπο του
εικοστού(κι όπως γίνεται καταφανές, και των αρχών του
εικοστού πρώτου)αιώνα. Κανείς όμως δε βρίσκεται να

| 3I

αποδεχτεί την προσφορά του Μέλμοθ, αυτού του “ψυχικού
βαμπίρ”, που καταλήγει να περιφέρεται, να τυραννά και να
τυραννάται, ανήμπορος να βρει το θάνατο σε έναν κόσμο που
τόσο απλόχερα τον μοιράζει. Οι άνθρωποι αποδέχονται το
“κακό” ως μια δοκιμασία για το μελλοντικό “καλό”. Νομίζεις,
ακούραστε αναγνώστη ότι ξέρεις που το πάω?χα..Ορίστε
λοιπόν μια ενδιαφέρουσα παραλλαγή-αντιστροφή της
προφανούς λογικής: γιατί, ηρωικέ αναγνώστη, κάποιος να
αγνοήσει μια μελλοντική, σίγουρη ή όχι και τόσο σίγουρη(ή
προφανή)ελπιδοφόρα προοπτική κάνοντας το σφάλμα να
θεωρήσει το τώρα στατικό, αιώνιο, αμετάβλητο? Γιατί να
δεχτεί τον αισχρό συμβιβασμό αυτού του βαμπίρ?- κι εδώ
ξαναχρησιμοποιώ τον όρο αυτό του Γιώργου Μπλανά,
φέρνοντας στο μυαλό μου πρόσφατο άρθρο για το γκροτέσκο
ως πολιτική κατηγορία και το βαμπίρ- βρικόλακα ως μια
αλληγορία του μεγάλου κεφαλαιοκράτη που “στο εσωτερικό
της φιλελεύθερης δημοκρατίας, δεσμευόμενος (εν μέρει, να
προσθέσω)από ένα σαφές σύστημα περιορισμών, δημιουργεί
σχέσεις ελέγχου και σκοτεινής, ιερής απόλαυσης”. Κατ’
αντιστοιχία, έχουμε και τους ζωντανούς-νεκρούς της μεσαίας
τάξης, να πλανώνται αποπροσανατολισμένοι, τρεκλίζοντας
και θρηνώντας -με την ανάμνηση του απωλεσθέντος
ευδαιμονισμού να τους στοιχειώνει- παρουσιάζοντας ένα
αποτρόπαιο κι αισχρό θέαμα. Κι εσύ, θεατής, νιώθεις
ανήμπορος, η βάρβαρη πραγματικότητα σε υπερβαίνει και
προσπαθείς να βρεις καταφύγιο σε αφοριστικές σκέψεις,
ναρκωτικές και “καθησυχαστικές”:”και το σκουλήκι θα
πεθάνει”. Αυτές οι σκέψεις ίσως να αποτελούν κατασκευές,
νόθα τέκνα αθλίων ιδεολογημάτων που κατοικοεδρεύουν στο
φαντασιακό σου(και στο δικό μου)και να προβάλλουν
ακαριαία. Ακαριαία προβάλλουν όμως μα δίχως να αποτελούν
κατασκευές με διαφορετική έννοια αυτή τη φορά- οι Greguerias. Ναι, Γκρεγκερία ήταν αυτή που εμφανίστηκε ως
παράδειγμα καθησυχαστικής σκέψης. Κι αυτές ξέρεις, σκέψεις
είναι, μα όχι καθησυχαστικές, αντιπροσωπεύουν μια θέση
σκόπευσης του κόσμου όχι εκ του ασφαλούς, με διεισδυτική
ματιά κι εξαιρετική τόλμη, “τόλμη να κάνεις συγκεκριμένο
αυτό που δεν μπορεί να συγκεκριμενοποιηθεί, να αιχμαλωτίσεις
το φευγαλέο, να μαντέψεις ή να μη μαντέψεις αυτό που μπορεί
να μην υπάρχει σε κανέναν ή να υπάρχει σε όλους” όπως λέει
κι ο εμπνευστής τους, Ραμόν Γκόμεθ ντε λα Σέρνα. Αποτελούν
παράδοξα συγκερασμού χιούμορ και μεταφοράς που
παρουσιάζονται ως χιουμοριστικά αποφθέγματα (“ Ο κύριος
Ι... πήγαινε τόσο ήσυχος, όταν του όρμησαν οι κλέφτες κι έγινε
ο κύριος Υ) ή ειρωνικά (“ Αυτοί που περιμένουν ότι από ένα
μυθιστόρημα θα βγάλουν λαγό είναι που παίρνουν τη
λογοτεχνία για κυνήγι”), ευφυολογήματα (“ Η ωραία φτέρνα
προκαλεί τον πόθο, μα την ίδια ώρα τον πατάει”), λογοπαίγνια
(“ Εκείνος ο τύπος είχε ένα τικ μα του έλειπε ένα τακ: γι’ αυτό
δεν ήταν ρολόι”), ποιητικοί στίχοι (“Στο βογκητό του αέρα
βρίσκεται ο λυγμός του χρόνου που πεθαίνει”). Ας μου
επιτραπεί εδώ να συνθέσω- συνδέσω για να είμαι ακριβήςμερικές Γκρεγκερίας προκειμένου να δημιουργήσω μια
παραίνεση για σένα, να σε σκουντήξω βρε αδερφέ, γιατί αν
θυμάμαι καλά σε φαντάστηκα απαθή και καταβεβλημένο: “Το
να ζούμε σ’ έναν αιώνα είναι σα να ζούμε σ’όλους, αν
γνωρίζουμε να παρατηρούμε με ηρεμία τις πέτρες / Διάβαζε
και σκέψου, γιατί για να μη σκέφτεσαι έχεις αιώνες / Το πιο
ανθρώπινο που έχει ο δρόμος είναι η στροφή / Υπάρχει μια
ποσότητα θαύματος προορισμένη για κάθε εποχή και την
κλέβει αυτός που μπορεί”. Ελπίζω να σε άγγιξε. Να προσθέσω
με τον ίδιο τρόπο κι ένα υστερόγραφο ή αν θες ένα μικρό αλλά
σημαντικό μέρος του επιμύθιου?..”Μην απελπιζόμαστε να

4 | Έκφυλλον
ελπίζουμε, η ελπίδα μεγαλώνει το χρόνο”. Τί ευεργετικές
ιδιότητες που έχει η ελπίδα! Η ελπίδα όμως η ειλικρινής, η
ζωογόνος, η ενεργοποιητική, του αναστοχασμού και της
δράσης, όχι η παραμορφωτική, η ψεύτικη, η εξαρτησιογόνος,
η πολιτικά ύποπτη, αυτή που υποτάσσεται στους νόμους του
“εμπορίου” και της εξουσιαστικής τακτικής του μαστίγιου και
του καρότου. “Τί δύναμη θα είχε η Κόλαση αν οι φυλακισμένοι
σ’ αυτήν δε μπορούσαν να ονειρευτούν τον Παράδεισο?”
ρωτά ο Μορφέας, ο βασιλιάς τον ονείρων, τους άρχοντες της
Κόλασης σε ένα από τα πρώτα τεύχη της μαγευτικής και
επικής σειράς κόμικ “the Sandman”, αποκυήματος της
απέραντα δημιουργικής φαντασίας του Νηλ Γκάιμαν.Όχι, η
ελπίδα η οποία μεγαλώνει στην προοπτική ή δίνει προοπτική
κι αισιοδοξία είναι αυτή που μετράει. Είναι η ελπίδα την οποία
επικαλείται ο άρχοντας των Ονείρων για να νικήσει στο τελικό
στάδιο της μονομαχίας του με τον δαίμονα-σφαιτεριστή της
μαγικής του κάσκας, ο οποίος είχε ενδυθεί την αντί-ζωή, το
τέρας της Κρίσης, το σκοτάδι στο τέλος των πάντων. Αυτό το
μετα-αποκαλυπτικό σκοτάδι που “εισβάλλει” στο περιβάλλον
αλλά και στο βλέμμα του “Γίγαντα” του Γκόγια και φαίνεται
μόνο να υποχωρεί στα σημεία που φωτίζονται από το
φεγγαρόφως και την απόκοσμη φωτεινή “πάχνη” που μοιάζει
να προέρχεται από το αρχέγονο τοπίο που απλώνεται κάτω
από τη γιγαντιαία, τραγική μορφή ή και πέρα από αυτό. Πού
είναι η ελπίδα εδώ? Μοιάζει να έχει καταποντιστεί στη
σκοτεινή, απεγνωσμένη και δύσπιστη ματιά του γίγαντα ο
οποίος δίνει την εντύπωση ότι κάθεται στις εσχατιές του
κόσμου, ενός κόσμου σκοτεινού κι επίπεδου, όπως επέβαλλε
να πιστέυεται αιώνες πριν η σκοταδιστική, μικρόνοη,
κοντόφθαλμη θεώρηση και τα συμφέροντα των κρατούντων.
Οι δυνάμεις της αντίδρασης, της ανοησίας, της βίας και της
καταπίεσης καταγγέλονται από τον Γκόγια, καταγγέλονται
στο τότε, καταγγέλονται στο τώρα καταγγέλονται στο αύριο.

H διαμαρτυρία όμως γίνεται με τρόπο ρηξικέλευθο σε όλα τα
επίπεδα καθώς ο καλλιτέχνης αποτυπώνει στο “χαρτί”
πράγματα που μέχρι τότε ενέπιπταν στη δημιουργική
“δικαιοδοσία” των ποιητών. Στοχάσου κι εσύ:σε τί έχει
γυρισμένη την πλάτη του ο γίγαντας και τί είναι αυτό που τον
κάνει να στρέψει το βλέμμα του διακόπτοντας την περισυλλογή
ή τον θρήνο του? Γιατί μου φαίνεται πως θρηνεί. “Αφού ο
κόσμος είναι αναξιόπιστος, κάθομαι και θρηνώ” μοιάζει να
μονολογεί, επαναλαμβάνοντας τη φράση που κοσμεί το κάτω
μέρος του πίνακα του Πήτερ Μπρήγκελ του Πρεσβύτερου, “ο
Μισάνθρωπος”. Ο μοναχός διανοούμενος μοιάζοντας
αρκούντως εύπορος για να μην τον απασχολεί το βιοποριστικό,
απομονώνεται αλαζονικά από τον υπόλοιπο κόσμο τον οποίο
και κατακρίνει . Ο μικρόσωμος ληστής, κλεισμένος στη σφαίρα
που παραπέμπει στη χριστιανική στέρηση κι οδύνη με στόχο
την τελική λύτρωση, προβάλλοντας σαν ένας σαρκασμός
απέναντι στην στάση του εύπορου υποκριτή Μισάνθρωπου
που θα στερηθεί αναγκαστικά το κομπόδεμά του με την κλοπή.
Μόνο όμως ο κατηφής κουκουλοφόρος είναι υποκριτής και
αντικοινωνικός? Κι όμως, ενθουσιώδη και πιστέ αναγνώστη,
διαφωνώ με αυτούς που επικροτούν την “συνετή” ,”καρτερική”
στάση του βοσκού στο βάθος της σύνθεσης και τον κατηγορώ
ως απαθή και συμμέτοχο στο “έγκλημα”. Και οι τρεις
χαρακτήρες στο τέλος αποδεικνύονται μισάνθρωποι,
ενσαρκώνοντας ποικίλες εκφάνσεις της ανθρώπινης
αναλγησίας και μωρίας. Παρ’ όλα αυτά, αξιέπαινε φίλε
(νομίζω πως μετά από όλον αυτό τον δρόμο έχω δικαίως
κατακτήσει αυτό το βαθμό οικειότητας μαζί σου)μετά την
αμφισβήτηση, την περισυλλογή, την απογοήτευση και τη
συναισθηματική κατάπτωση ξεπροβάλλει το ζεστό φως της
ελπίδας (της “καλής” είπαμε) γιατί κάπου εδώ λέω να κλείσω
αυτή τη νοερή περιπλάνηση. Γιατί περί περιπλάνησης
πρόκειται, ελπίζω να μην το ξέχασες, όπως ελπίζω κι ο τόνος
της απεύθυνσής μου σε σένα να μην παρεξηγήθηκε – να μην
τον θεώρησες “διδακτικό”. Στην ίδια θέση με σένα βρίσκομαι κι
εγώ: του ταπεινού οδοιπόρου. Δεδομένης λοιπόν της
κατάστασής μας, να μια πολύ εύστοχη κι όμορφη παραίνεση
παρμένη από την “ πνευματική διαθήκη”(“Πριν το τέλος”) του
δικαίως ή αδίκως παρεξηγημένου από αρκετούς, Ερνέστο
Σάμπατο: “Δε μπορούμε να πέσουμε στην κατάθλιψη, γιατί
κατά κάποιο τρόπο είναι και αυτή μια πολυτέλεια που δε
μπορούν να προσφέρουν οι πατεράδες στα παιδιά τους που
πεθαίνουν από την πείνα. Και δεν είναι δυνατόν να
αμπαρωνόμαστε κάθε φορά με όλο και περισσότερη σιγουριά
στα σπίτια μας. Οφείλουμε ν’ ανοιχτούμε στον κόσμο. Να
πάψουμε να θεωρούμε ότι η καταστροφή βρίσκεται εκεί έξω,
αλλά να καταλάβουμε ότι καίει σαν μια καλοταϊσμένη φωτιά
μέσα στην ίδια την εστία των σπιτιών μας. Είναι η ζωή μας και
η γη μας που βρίσκονται σε κίνδυνο...”

Ωμέγας Ακρυλικός

Έκφυλλον

| 4A

Bilahortas

4B | Έκφυλλον

Χιπστερισμός - το ανώτατο
στάδιο του μεταμοντερνισμού

‘Οχι τυχαία και τα δυο μεγάλα έργα της ωριμότητας του
Μαρξ, που επιχειρούν να παρουσιάσουν την καπιταλιστική
κοινωνία στο σύνολο της και να δείξουν το βαθύτερο
χαρακτήρα της, αρχίζουν με την ανάλυση του εμπορεύματος.
Πράγματι, δεν υπάρχει πρόβλημα σ’αυτή τη βαθμίδα
ανάπτυξης της ανθρωπότητας που να μην παραπέμπει, σε
τελευταία ανάλυση, σ’αυτό το ζήτημα και η λύση του να μην
πρέπει να αναζητηθεί στη λύση του αινίγματος της δομής
του εμπορεύματος.[...]
πράγματι, μπορεί να ανακαλυφθεί στη δομή της
εμπορευματικής σχέσης το μοντέλο όλων των μορφών
αντικειμενοποίησης και όλων των αντίστοιχων σ’αυτές
μορφών της υποκειμενικότητας στην αστική κοινωνία”
Γκ. Λούκατς, Ιστορία και ταξική συνείδηση
Εκ πρώτης όψεως, κοιτώντας και τον τίτλο, είναι πιθανόν
κάποιος να θεωρήσει πως το κείμενο είναι μια μεγάλη τρολλία
απέναντι σε κάτι που λατρεύουμε να μισούμε. Αλλά όχι! Δεν
είναι τρολλιά, είναι μια διαλεκτικο-υλιστική ανάλυση αυτού
που το αναγνωρίζουμε όταν το δούμε, το αντιπαθούμε
αλλά μας είναι αρκετά δύσκολο να περιγράψουμε και να
συγκεκριμενοποιήσουμε τι ακριβώς είναι. Αλλά αυτή μας
η αντιπάθεια δεν μπορεί να είναι αδικαιολόγητη. Είμαστε
σίγουροι ότι κάτι δεν πάει καλά, κάτι είναι σάπιο, κάτι μας
βρωμάει και μας προκαλεί ενστικτωδώς μια αποστροφή.
Αυτό δεν έχει να κάνει με διαφορετικά αισθητικά γούστα
(αντιθέτως, ενίοτε μπορεί και να συμβαδίζουν) αλλά με κάτι
βαθύτερο το οποίο μας ταλανίζει. Ας προσπαθήσουμε να
ξορκίσουμε λοιπόν αυτό το φάντασμα που πλανιέται γύρω
μας. Τα φαντάσματα φεύγουν όταν μάθεις τι θέλουν. Τι
θέλει λοιπόν το Χίπστερ; Che vuoi? Ποιο είναι το νόημα του,
το περιεχόμενο του; Ο γρίφος του Χιπστερ, είναι ο γρίφος
του εμπορεύματος.
Αυτό που μπορούμε εύκολα να παρατηρήσουμε είναι ότι
το Χίπστερ δεν έχει δικό του περιεχόμενο. Όλη του η αισθητική
καταβροχθίζει αισθητικά στοιχεία από κουλτούρες άλλου
χρόνου και τόπου. Μουσική, ντύσιμο, τέχνη, αποχρώσεις
φωτογραφιών, σύμβολα κινημάτων και ιδεολογίες από όλες
τις δεκαετίες του 20ου αλλα και του 19ου αιώνα συνθέτουν
την συνεχώς κινούμενη αισθητική αυτή εμπειρία. Μπορεί
να οικιοποιηθεί, να κάνει δικό του, οτιδήποτε. Τιποτα
δεν είναι ταμπού, τίποτα δεν μπορεί να ξεφύγει από το
χίπστερ, τίποτα δεν υπάρχει από το οποίο να μην μπορεί να
αντληθεί αισθητική απόλαυση και διασκέδαση. Μέχρι και το
σύμβολο του κομμουνισμού, τον οποίο συνήθως οι χίπστερ
απεχθάνονται σαν ο διάολος το λιβάνι, δεν γλίτωσε από
το να γίνει ένα από τα πιο must t-shirt την δεκαετία 2000
(για να μην αναφέρθουμε και στην λατρεία του σοβιετικού
agit-prop, ίσως του πιο ευρέως χρησιμοποιημένου είδους
γραφικού σχεδιασμού απο τους Χίπστερ).
Ας μην εκλάβουμε εδώ τον χιπστερισμό μόνο σαν κάποια
παιδιά με μεγάλα γυαλιά και instagram αλλά σαν κάτι

πολύ ευρύτερο: μια κουλτούρα, μια κυρίαρχη πολιτισμική
”λογική” που στην Ελλάδα έχει σαν βασικούς φορείς, μεταξύ
άλλων: την Athens voice, την lifo, την Καθημερινή, το
αξιαγάπητο Protagon, το ”Βερολίνο” και την ”Βαρκελώνη”
(σαν σημαίνοντα-κλειδία μέσα στο φαντασιακό του
Έλληνα χίπστερ), την Δημουλά και τους Ατενίστας, τον
φιλελεύθερο ή την ”υπεύθυνη αριστερά” και τον Καμίνη.
Επίδοξοι αντιγραφείς αυτών στην Κύπρο είναι τα free-press
όπως ”Avant-Garde”, ”City”, ”Cyprus Dossiers” (οι οργανικοί
διανοούμενοι), ”Infonistas”.
Αυτή η μορφή συνείδησης μπορεί να γίνει κατανοητή
μόνο με βάση τις αντιφάσεις της υλικης της βάσης. Είναι
η ανώτερη έκφραση της μεταμοντέρνας κουλτούρας,
και ως τέτοια πηγάζει μέσα από την βαθύτερη ουσία του
προτσες του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και έχει
την αντιστοιχία του στο ανάλογο βαθμό της ”πραγματικής
υπαγωγής” των κοινωνικών σχέσεων στο κεφάλαιο. Είναι η
υλοποιημένη ιδεολογία των κυρίαρχων κοινωνικών μορφών:
του εμπορεύματος και του χρήματος. [1]
Το Χιπστερ, μέρος του θεάματος, ”αν γίνει κατανοητό
στην ολοτητα του, ειναι το αποτέλεσμα και συναμα το
σχεδιο του υπάρχοντος τρόπου παραγωγής…..ειναι η
πανταχού παρούσα επιβεβαίωση της επιλογής που ήδη εγινε
μες την παραγωγή, και η κατανάλωση που της αντιστοιχεί.”
(Κοινωνία του θεάματος)
Δεν μπορούμε λοιπόν παρά να βασιστούμε στο
εμπόρευμα. Το εμπόρευμα, όπως αναλυτικά εξήγησε ο
Μαρξ, διάγει μια διπλή ζωή, έχει μια εγγενώς αντιφατική

Έκφυλλον
φύση. Είναι παράλληλα αξία χρήσης και αξία ανταλλαγής.
Αξία χρήσης έχουν όλα τα παραγόμενα αγαθά. Είναι η
‘ουσία’ τους, ο λόγος για τον οποίο έχουν φτιαχτεί. Δεν είναι
μια ποσοτική αξία (πόσο κοστίζει) αλλά ποιοτική: η αξία
χρήσης ενός παπουτσιού είναι το ότι φοριέται, το μαχαίρι
χρησιμεύει για να κόβεις κ.ο.κ. Αν ένα αγαθό πουλιέται
τότε αποκτάει και μια αξία-ανταλλαγής. Αυτή η αξία είναι
ποσοτική και είναι κάτι σαν την τιμή, πόσο κοστίζει ένα
αντικέιμενο για να ανταλλαχθεί, να αγοραστεί. Π.χ. Η αξία
ανταλλαγής ενός παντελονιού ισοδυναμεί με 5 ψωμιά και
βασίζεται στην ποσότητα κοινωνικά αναγκαίας εργασίας
που περιέχει ένα εμπόρευμα. Στον καπιταλισμό, η αξίαανταλλαγής είναι κυρίαρχη και παραμερίζει σε δεύτερη
μοίρα την αξία-χρήσης. Αυτό που ενδιαφέρει την αγορά
είναι το πόσο κέρδος θα βγάλει από το αγαθό και όχι για
το τι θα χρησιμεύσει και οι άνθρωποι συναντούν ο ένας τον
άλλο σαν ανταλλαγείς εμπορευμάτων. Το χρήμα είναι το
εμπόρευμα-μεσολαβητής (που έχει μόνο αξία-ανταλλαγής
και όχι αξία-χρήσης) που εκφράζει την αξία ανάμεσα στα
εμπορεύματα. Ο κύκλος του εμπορεύματος είναι Χ-Ε-Χ’.
Χρήμα-εμπόρευμα-χρήμα με κέρδος. Ο καπιταλιστής βάζει
χρήμα για να πάρει εμπόρευμα, πουλάει το εμπορεύμα με
στόχο να πάρει πιο πολύ χρήμα από όσο έδωσε. Ο κύκλος
ξεκινάει από το χρήμα και καταλήγει στο περισσότερο
χρήμα. Ο καπιταλιστής θέλει να πουλήσει και να βγάλει
π.χ. 1 εκατ. Ευρώ. Δεν τον ενδιαφέρει εάν αυτό θα γίνει με
παπούτσια, όπλα ή μαραπέλλες (το ”συγκεκριμένο”), τον
ενδιαφέρει η ”αφαίρεση”’, ο αριθμός των ευρώ.
Το χρήμα (εμπόρευμα κι αυτό) διάγει έναν ασταμάτητο
κύκλο επιστρέφοντας αυξανόμενο (Χ-Χ’). Έίναι ένα
εμπόρευμα που δεν έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο (ενώ π.χ.
το εμπόρευμα-παπούτσι διατηρεί έστω και σαν δυνατότητα
την αξία χρήσης του, το συγκεκριμένο του περιεχόμενο,
το πρωταρχικό του νόημα, δηλαδή: το να φορεθεί) γιατί
αντιπροσωπεύει μόνο αφηρημένη εργασία και χρησιμεύει
στο να μετατρέπει τα αντικείμενα στην δική του αφαίρεση.
Δηλαδή στο να ποσοτικοποιηθούν οι διαφορετικές ποιότητες
των αντικειμένων, μετατρέποντας τα στον εαυτό του για να
εκφραστούν σε αφηρημένους αριθμούς (π.χ. 10 ευρώ) ούτως
ώστε να μπορέσουν να ανταλλαχθούν. Διάγει έναν κύκλο
ξεκινώντας από τον εαυτό του σαν κάτι αφηρημένο (Χ-10
ευρώ) παίρνει κάτι συγκεκριμένο (Ε-παπούτσια) με σκοπό
να έρθει ξανά πίσω και πάλι σαν χρήμα (Χ’-15 ευρώ). Το
χρήμα είναι μια απόλυτη αφαίρεση που είναι αυτοσκοπός
γιατί δεν έχει σκοπό άλλο από την αέναη επιστροφή στον
εαυτό του μέσω μιας κυκλικής διαδικασίας που σκλαβώνει
τα πάντα. ‘Είναι η αυτόνομη κίνηση του μη-ζωντανού”, της
νεκρής, συσσωρευμένης δηλαδή, εργασίας.
Αυτή η διαδικασία οδηγεί στην κυριαρχία της αξίας
ανταλλαγής επί της αξίας χρήσης, την κυριαρχία ενός
αφηρημένου αριθμού (χΕυρώ) επί του συγκεκριμένου
αποτελέσματος που φτιάχνει η συγκεκριμένη εργασία, την
κυριαρχία της νεκρής εργασίας (κεφάλαιο) πάνω στην
ζωντανή εργασία (εργάτες).
Έτσι παράγει τον περίφημο ”φετιχισμό του εμπορεύματος”

| 4C

που συγκαλύπτει όχι μόνο τον αλλοτροιωμένο χαρακτήρα
της εργασίας (το εμπόρευμα ανήκει στον καπιταλιστή
ενώ είναι ο εργάτης αυτός που το παράγει) αλλά πολλές
φορές και την εργασία την ίδια (τόσο χαρακτηριστικό
στην χιπστεροκουλτούρα που αδυνατεί και αδιαφορεί

Οεθνικός ποιητής Κ. Μπογδάνος με ΕΣΣΔ φανελάκι
να δει την εργασία, τον μόχθο που φτιάχνει τον κόσμο
της), πραγμοποιεί το κεφάλαιο (και τον ”Επιχειρηματία”)
κάνοντας το να φαίνεται σαν αντικείμενο με αυτούσιες
δημιουργικές ικανότητες, μια ανεξάρτητη πηγή πλούτου
υποκρύπτωντας το γεγονός ότι είναι μια κοινωνική σχέση
με περιεχόμενο την εργασία αυτό που παράγει τον πλούτο.
Η εμπορευματική μορφή έχει γίνει η καθολική μορφή
ανθρώπινης διάδρασης. Τα πάντα εμπορευματικοποιούνται:
οι άνθρωποι, η παιδεία, οι ιδέες, η τέχνη. Ο καπιταλισμός
μετατρέπει σχεδόν τα πάντα σε εμπορεύματα για να βγάλει
κέρδος. Πόσα ρεύματα τέχνης ξεκίνησαν ριζοσπαστικά και
ενσωματώθηκαν και αυτά στην αγορά; Το σύστημα πλέον
παράγει τους ανθρώπους, την παιδεία, την τέχνη με στόχο
να είναι εξαρχής ελκυστικά εμπορεύματα.
Αυτός ο υλικός και πνευματικός μεταβολισμός , η
ασταμάτητα επεκτεινόμενη διαδικασία της χρηματικήςεμπορευματικής σχέσης πλέον, όχι απλώς κατακυριεύει την
κουλτούρα, αλλά την παράγει.
Το Χιπστερ είναι πολιτιστικό παιδί του νεοφιλελευθερισμού
(όπως και με τον νεοφιλελευθερισμό, πολύ σπάνια κάποιος
παραδεχέται ότι είναι τέτοιος ή ότι υπάρχει κάν κάτι
τέτοιο). Όλα τα σοβαρά counter-cultures πέρασαν από την
δαιμονοποίηση τους και την σχέση τους με κάποια κοινωνικά
κινήματα στην ενσωμάτωση τους και την κατάκτηση
τους από τις δυνάμεις της αγοράς και μετατράπηκαν σε
εμπορεύματα. Αλλά ο χιπστερισμός δεν ήταν ποτέ ενα counter-culture. Αυτή η μοναδική ικανότητα του καπιταλισμούνα υπαγάγει, να ”αγκαλιάζει” δηλαδή τα πάντα, να τα γδύνει
από την αξία-χρήσης τους (το αυθεντικό τους νόημα), να
τα μετατρέπει σε μια αφαίρεση και να τους προσδίδει αξίαανταλλαγής- αυτό είναι το Χίπστερ. Είναι αυτή η ίδια η
τρομερή ικανότητα αφαίρεσης και ποσοτικοποίησης που
έφτασε σε τέτοιο βάθμο συσσώρευσης που έγινε κουλτούρα

4D | Έκφυλλον
από μόνη της, ένα αυτούσιο life-style. Παίρνει το υλικό
της από εναλλακτικές κουλτούρες διαφορετικού χρόνου
και χώρου και τα γδύνει από το νόημα τους για την δική
του απόλαυση-no strings attached (όπως προστάζει ο
νεοφιλελευθερισμός/μεταμοντερνισμός). Είναι ένα κενό,
δεν έχει κανένα νόημα εκτός από το να επιτελεί αυτή την
διαδικασία: ”Ότι είναι στέρεο, λιώνει στον αέρα”. Μπορεί
να πάρει τα πάντα: από παλαιστινιακά φουλάρια μέχρι
σφυροδρέπανα και σοβιετικό agit-prop. Με το να αφαιρεί το
νόημα, το περιεχόμενο, αφήνει σε αυτά μόνο την αισθητική.

κουλτούρα. Ενός τρόπου παραγωγής που βασιζεται στην
αφηρημένη-αλλοτριωμένη εργασία.
Η αφέλεια του Χίπστερ είναι πραγματική και όπως και
το χρήμα δεν έχει νόρμα. Όντως, όταν φοράει το cccp δεν
σκέφτεται την ιστορική του σημασία, όταν παίζει με το
Αουσβιτς δεν είναι τόσο συνειδητά ναζιστικό. Το νόημα
που φέρουν αυτά τα σύμβολα, το σημασιολογικό τους
βάρος, η ιστοριά που κουβαλούν, το αυθεντικό τους είναι,
η ”αξία χρήσης” τους δηλαδή, έχει αφαιρεθεί. Το Χίπστερ
είναι η γλώσσα-έκφραση της πλήρης κυριαρχίας της αξίας
ανταλλαγής, μια αφαίρεση που είναι αυτοσκοπός γιατί δεν
έχει σκοπό άλλο από την αέναη επιστροφή και την αέναη
αναφορά στον εαυτό της. Αφού έχουν αποστερηθεί το
περιεχόμενο τους, αυτό που μένει σε αυτά τα πολιτισμικά
προιόντα είναι το φαίνεσθαι τους, μια ”καθαρή” αισθητική
αξία που μπορεί πλέον άφοβα να καταναλωθεί χωρίς τύψεις.
Η ουσία που θα βάρυνε την ανάλαφρη, την απαθή και
”χαρούμενη συνείδηση” του Χίπστερ, έχει πλεόν αφαιρεθεί.
Χωρίς τύψεις μπορεί πλεόν και να στηρίξει τις πιο άγριες
και απάνθρωπες πολιτικές εναντίον της εργατικής τάξης
(βλ. Athens voice, Protagon), τους πολέμους των πιο
απροκάλυπτα ιμπεριαλιστικών συμφερόντων (βλ. Συρία,
Ιράκ κτλ).
To Tanz macht frei δεν είναι καθόλου ένα αντίθετο του
ναζιστικού arbeit macht frei. Αν οι χιπστερο- μπουρζουάδες
αναλάμβαναν μεταμοντέρνα στρατόπεδα εξολόθρευσης θα
επέβαλλαν στα θύματα να χορεύουν μέχρι θανάτου στους
ήχους του Yann Tiersen.

Αποπολιτικοποιεί τα πάντα με το να αισθητικοποιεί τα
πάντα. Έχει την κατεξοχήν ιδιότητα που έχει το χρήμα:
μετατρέπει τα πάντα στην δική του αφαίρεση. Το Χίπστερ
είναι μια κουλτούρα και μια αισθητική με συγκεκριμένο
περιεχόμενο το μηδέν, και επειδή είναι μηδέν μπορεί να
”πιάσει” οτιδήποτε.
Ούτε το ίδιο το βίβλιο-ανάλυση αυτής της κατάστασης
μπόρεσε να ξεφύγει. Το ότι δεν μπορεί κάποιος να καταλάβει
κάτι από την ”Κοινωνία του θεάματος” του Ντεμπόρ αν δεν
έχει βαθιά γνώση του μαρξισμού και η ρητή μες το κείμενο
προλεταριακή του στράτευση δεν φαίνεται να ενοχλεί
ιδιαίτερα τους χιπστεροδιανοούμενους που έχουν ανάγει
αυτόν και το βιβλίο του σε ένα χιπστερ-φετίχ.
Έιναι η νεκρή κουλτούρα που κυριεύει την ζωντανή.
(Είναι σχετικό ότι η φωτογραφία, μια αφαίρεση, έχει γίνει το
κατεξοχήν αισθητο, το αγαπημένο φετίχ των Χίπστερ)
Είδαμε λοιπόν ότι το Χίπστερ ειναι η θεμελιώδης οικονομική
διαδικασία του καπιταλισμού που εχει αντικειμενοποιηθεί σε

Το παλιό εξέφραζε μια περίοδο του καπιταλισμού όπου
επιβαλλότανε στους εργαζόμενους μια πιο ”προτεσταντική
ηθική”, της ταπεινότητας και της σκληρής δουλειάς. Στην
σημερινή όμως νεοφιλελεύθερη ηθική του καπιταλισμού η
προσταγή είναι ”απόλαυσε”.
Ουσιαστικά για αυτό παραπονιούνται οι αστοί ιδεολογοί
π.χ. του Protagon: ”μα γιατί δεν απολαμβάνετε; γιατί
δεν αποδέχεστε με θετική ενέργεια την αθωότητα του
γίγνεσθαι; (Νίτσε κανείς; δικαίως ο αγαπημένος φιλόσοφος
του Χίπστερ) γιατί τόση κατσούφια, τόση μιζέρια; πολύ
νταουνίλα οι απεργίες”κ.ο.κ. Και όσο η κρίση στην Ελλάδα
σκλήραινε, μαζί της και η εξουσία, τόσο ο ”ευγενής”
χίπστερ προσαρμοζόταν στις ανάγκες των καιρών:
Οι χιπστεροφασίστες είναι πλέον καθημερινότητα στις
στήλες του Προταγκον και της Athens Voice, και κάποιων
ανερχόμενων αρθρογράφων στο Cyprusnews.
Οπως και το χρήμα δεν έχει δικές του απόψεις για το
τίποτα, ακολουθεί τον μεγαλύτερο πλειοδότη. Οπως και ο
καπιταλισμός που θέλει να πουλαέι τα εμπορεύματα παντού,
δεν του αρέσουν οι ”ιδεολογικές αγκυλώσεις”, ”παρωπίδες”.
Αποδέχεται θετικά την ”αθωότητα του γίγνεσθαι”
αδιαφορώντας για το βάσανο και τους από κάτω. Έχει
μια ευδιαθεσία απέναντι σε ότι συμβεί (Troika macht frei),
θέλει μόνο μια θετικότητα, θετική ενέργεια. Το θετικό είναι
κατάφαση, αποδοχή. Το αντίθετο είναι αυτοί που θέλουν

Έκφυλλον
την αλλαγή, που ψάχνουν το αρνητικό μέσα στον κόσμο.
Αυτή ιδεολογία ”ανήκει σε ένα τύπο κοινωνικής
οργάνωσης όπου η διαδικασία της παραγωγής είναι ο
κύριος της ανθρωπότητας, και στην οποία η ανθρωπότητα
δεν έχει ακόμη γίνει ο κύριος της παραγωγής” (Κεφάλαιο)
Δεν είναι ότι το χίπστερ υποτάσσει τα πάντα στην
κερδοφορία (μάλιστα πολλές φορές μπορεί και να αδιαφορεί
για το κέρδος), ούτε ότι μετατρέπει τα πάντα σε εμπόρευμα.
Είναι αυτή η ίδια η λογική της διαδικασίας του κύκλου του
εμπορεύματος και του χρήματος, που αντικειμενοποιήθηκε
σε κουλτούρα. Μια κουλτουρα που, όπως και το χρήμα,
η ζωή της είναι ναρκισσιστική και αδιαφορεί για ό,τι άλλο
πέρα από τον εαυτό της: το χρήμα για το χρήμα, η αισθητική
για την αισθητική, η τέχνη για την τέχνη.
Τι κι αν η κοινωνία τα τελευταία χρόνια βιώνει μια
τεράστια καταστροφή; ”Η αλλοτροίωση της έχει φτάσει σε
τέτοιο σημείο που την κάνει να βιώνει την καταστροφή της
σαν αισθητική απόλαυση πρώτου μεγέθους. Έτσι έχουν
τα πράματα με την αισθητικοποίηση της πολιτικής που
καλλιεργεί ο φασισμός. Ο κομμουνισμός του απαντά με την
πολιτικοποίηση της τέχνης”. W. Benjamin
[1] ”Στην ουσιωδη αυτη κινηση του θεάματος, στο ότι
ξαναπαίρνει μέσα του όλα όσα υπήρχαν στην ανθρώπινη
δραστηριότητα σε ρευστή κατάσταση προκειμένου να τα
κατέχει σε κατάσταση πήγματος, σαν πράγματα που έγιναν
η αποκλειστική αξία διαμέσου της διαμόρφωσης τους σε
αρνητικό της βιωμένης αξίας, αναγνωρίζουμε τον παλιό μας
εχθρό, που ξέρει τόσο καλά να παρουσιάζεται σε πρώτη
ματιά σαν κάτι κοινότοπο κι αυτονόητο, ενώ απεναντίας
είναι τόσο πολύπλοκο και τόσο γεμάτο από μεταφυσικές
λεπτομέρειες: το εμπόρευμα” (Κοινωνία του Θεάματος)
*Το παραπάνω κείμενο είναι του Profuso απο το agkarra.com

| 4E

4F | Έκφυλλον

άτιτλο 2

Είμαστε αιχμάλωτοι.
Οι φράχτες που ορίζουν
τα σχήματα
τη μορφή
τούτης της σκληράδας
ενταφιάζουν ακόμα και τη νύχτα
φυλακισμένη
μέσα μας.
Ο τελευταίος μας καθρέφτης
ήταν οι πληγές που λαξεύαμε
ο ένας στον άλλο
ο καθένας μέσα του
οι πτυχές του χάθηκαν
είχαμε μάθει να κινούμαστε με σύνεση σε αυτές
είχαμε μάθει να χανόμαστε
υψώναμε
κάγκελα
φράχτες
αυλακώναμε ασυλλόγιστα το χρόνο και τη μνήμη
χωρίς μια σύσπαση του προσώπου
σκάβαμε στο χιόνι για να παραχώσουμε
το πτώμα της άνοιξης
και κάπως έτσι θεωρούσαμε
πως άλλο ένα
τώρα
εκπληρώθηκε και- χωρίς ιδιαίτερη αναμονήδρασκελίζαμε την απαραίτητη απόσταση
και το εναποθέταμε στο
παρελθόν
υφαίναμε σιωπές
να ενσαρκώσουν
υποσχέσεις, υπολογισμούς
χτενίζαμε τα μαλλιά της δεσποινίδος Δυστυχίας
ποτίζαμε άγονα χωράφια στάχτης
φυτεύαμε τα κομμάτια σπασμένων δεσμίδων φωτός και σκιάς
προσδοκώντας μια κάποια μετουσίωση
το βλέμμα μας βασανίστηκε
να ψάχνει τη σημασία ξαγρύπνησε
με την προσμονή μιας ερεθιστικής αυγής
ενώ τα ωχρά αστέρια- με την ήρεμη αναλαμπή τους- δεν ήταν παρά άλλη μια πόρτα
στη θλίψη
και ο φλύαρος τρόπος μας
μας δυνάστευε.
Είμαστε αιχμάλωτοι.
Στις επάλξεις τριγυρίζουν λιποτάκτες. Έχουμε προδοθεί όπως αδιάφορα προβλέφθηκε.

Έκφυλλον
Από μακριά
ακούγεται αχνά
σαν βόμβος προσυμπαντικός
ένα νέο βήμα.
Είναι το δικό μας βήμα.
Είναι το βήμα μας που μας πλησιάζει.
Το φέρνει στα αυτιά μας ένας άνεμος νέος.
Ένας άνεμος που κουβαλάει υποσχέσεις και θυμίζει επιστροφές
αλλά έρχεται από το μέλλον.
Τσακίζει τα σύνορα των ημερών
που πρόβαλαν σαν μια εφήμερη προέκταση.
Φοράει τις σκέψεις μας
Αντηχεί φρεσκάδα και φωτιά
γιατί αναβλύζει από τις φλέβες μας.
Κουβαλάει μέσα του φωνές και ονόματα
προσώπων που δεν γίνεται να πεθάνουν
όσο και αν σκοτώνονται.
Και εμείς
με τις ουλές της κατανόησης σημαδεμένοι
γνωρίζουμε πια
πως είναι το βήμα μας που κάνει τον άνεμο
και είναι ο άνεμός μας που φέρνει το βήμα
τώρα πια το μάθαμε
ο δρόμος μας είναι το βήμα μας
ο δρόμος μας είναι ο άνεμός μας.

| 4G

Προμηθέας