Θουκυδίδης και Ξενοφών

:
δύο Αθηναίοι ιστορικοί της κλασικής
εποχής.
  
  
  
Αντώνης Τσακμάκης 
  
 
  
Συνοδευτικό Κείμενο 
  
Το  υλικό  που  έχετε  στα  χέρια  σας  συμπληρώνει  το  έντυπο  εκπαιδευτικό  υλικό 
και  διευκολύνει  την  κατανόησή  του  προσφέροντας  στους  φοιτητές  και  τις 
φοιτήτριες την ευκαιρία να γνωρίσουν μέσα από τις ίδιες τις πρωτότυπες πηγές 
τη  σκέψη  και  την  ιστορική  μέθοδο  των  δύο  ιστορικών.  Από  την  άποψη  αυτή 
προσφέρει  ευκαιρίες  κειμενοκεντρικών  προσεγγίσεων  στα  κείμενα, 
διευκολύνοντας την καλύτερη κατανόηση των γραμματολογικών στοιχείων που 
παραθέτει  το  διδακτικό  εγχειρίδιο,  εμβαθύνει  στη  σκέψη  και  τη  συγγραφική 
τέχνη  τους,  και  αναδεικνύει  κρίσιμες  λεπτομέρειες  με  ξεχωριστή  σημασία  στην 
εξέλιξη  του  είδους  της  ιστοριογραφίας,  του  σωκρατικού  διαλόγου,  της 
οικονομικής  γραμματείας.  Επιπλέον,  μέσα  από  το  σχολιασμό  των 
αποσπασμάτων  από  τις  πηγές  (πρωτότυπο  ή  αντλούμενο  από  την  πλούσια 
βιβλιογραφία για τους δύο συγγραφείς), το υλικό προσφέρει τα ερεθίσματα για 
εμβάθυνση  και  υποβάλλει  πρότυπα  φιλολογικής  και  ερμηνευτικής  μεθόδου.  Ο 
φοιτητής ή φοιτήτρια αναμένεται να εξοικειωθεί με παραδείγματα φιλολογικής 
ανάλυσης  των  κειμένων  (χρήση  ως  ιστορικής  πηγής  για  έναν  συγγραφέα, 
ερμηνεία  ενός  αποσπάσματος,  συστηματική  και  συνθετική  ανάπτυξη  ενός 
επιμέρους  ερμηνευτικού  ζητήματος,  κ.ο.κ.).  Η  γνώση  και  εμπειρία  αυτή 
αναμένεται  να  είναι  χρήσιμη  τόσο  κατά  την  εκπόνηση  περισσότερο 
κειμενοκεντρικών  εργασιών  όσο  και  στην  αντιμετώπιση  ανάλογων  θεμάτων 
στις εξετάσεις. 

  
Το πρώτο μέρος του υλικού αναφέρεται στον Θουκυδίδη. Θα βρείτε σημαντικά 
αποσπάσματα  του  έργου  που  επιτρέπουν  την  ανασύσταση  της  βιογραφίας  του 
συγγραφέα  μέσα  από  το  ίδιο  του  το  έργο  (της  μόνης  δηλαδή  αξιόπιστης  πηγής 
που διαθέτουμε), τη γένεση και τους στόχους του έργου, και βασικές πτυχές της 
σκέψης  και  της  μεθόδου  του  κατά  το  στάδιο  τόσο  της  έρευνας  όσο  και  της 
συγγραφής.  Δίνει  επίσης  την  ευκαιρία  για  συστηματικότερη  διερεύνηση 
θεμελιωδών  εννοιών  της  θουκυδίδειας  ιστοριογραφίας.  Διευκρινίζεται  τόσο  το 
περιεχόμενό  τους,  όσο  και  η  χρήση  τους  στα  συμφραζόμενα  του  έργου,  η 
ιδιάζουσα σημασία που αποκτούν στο συγκεκριμένο έργο.  

Σελίδα 1 από 60

  
Στη  συνέχεια,  το  έργο  του  Ξενοφώντα  χρησιμεύει  ακόμη  περισσότερο  ως  βάση 
για  την  εξοικείωση  των  φοιτητών  και  φοιτητριών  με  διαφορετικούς  τρόπους 
φιλολογικής  εργασίας.  Έτσι,  ένα  εκτενές  απόσπασμα  από  τα  Ελληνικά 
συζητείται  αυτοτελώς  και  ερμηνεύεται  με  φιλολογική  μέθοδο.  Με  αφορμή  τον 
Οικονομικό  εκτίθενται  βασικές  απόψεις  του  συγγραφέα  για  το  θέμα,  που 
αποτελούν  σταθμό  στην  εξέλιξη  της  οικονομικής  γραμματείας.  Στην  ενότητα 
που  αναφέρεται  στην  Κύρου  Παιδείαν  επιχειρείται  η  συνθετική  ανάπτυξη  ενός 
σημαντικού  θέματος  που  απασχόλησε  τη  σκέψη  του  συγγραφέα,  των 
χαρακτηριστικών  δηλαδή  του  ιδανικού  ηγέτη.  Το  θέμα  αναπτύσσεται  με  βάση 
αποσπάσματα  του  κειμένου,  με  παράλληλη  αναφορά  και  σε  χωρία  από  άλλα 
έργα  του  συγγραφέα.  Τέλος  με  αφορμή  τον  Ιέρωνα,  παρατίθεται  μια  συζήτηση 
από  σύγχρονο  μελέτημα  που  εγγράφει  την  προβληματική  του  έργου  στην 
ιστορία  των  ιδεών  με  αναφορές  και  σε  νεότερες  τάσεις,  και  με  έννοιες  από  την 
ιστορία της φιλοσοφίας.  

  
Το  υλικό  θα  πρέπει  να  μελετηθεί  παράλληλα  ή  σε  συνέχεια  των  οικείων 
ενοτήτων  του  εγχειριδίου  (13.3.  και  13.4  αντίστοιχα).  Το  υλικό  δεν  προσφέρεται 
για συνεχή ανάγνωση. Για την καλύτερη αφομοίωσή του, θα πρέπει να κείμενα 
να αναγνωσθούν αρκετές φορές τόσο στο πρωτότυπο (όπου διατίθεται) όσο και 
στη μετάφραση.  

  
Ο  χρόνος  μελέτης  υπολογίζεται  σε  6  ώρες  για  το  Θουκυδίδης  και  3  για  τον 
Ξενοφώντα.  

Σελίδα 2 από 60

4.1 KEIMENO ΥΠΟΔΟΧΗΣ
Το  Εναλλακτικό  Διδακτικό  Υλικό  που  έχετε  στα  χέρια  σας  θα  σας 
προσφέρει  την  ευκαιρία  να  γνωρίσετε  καλύτερα  τους  δύο  συγγραφείς 
μέσα από τα κείμενα τους.  
  
Σημαντικές  πτυχές  του  έργου  τους  θα  συζητηθούν  με  τη  βοήθεια 
επιλεγμένων  αποσπασμάτων.  Τα  αποσπάσματα  αυτά  θα  πρέπει  να  τα 
μελετήσετε  προσεκτικά.  Εκτός  από  τη  νεοελληνική  μετάφραση,  σας 
δίδεται συχνά η ευκαιρία να ρίξετε μια ματιά και στο πρωτότυπο κείμενο, 
που  είναι  η  μόνη  αυθεντική  έκφραση  της  σκέψης  και  της  τέχνης  του 
συγγραφέα. 
  
Τα  επιλεγμένα  σχόλια  που  συνδέονται  με  κάθε  απόσπασμα  σας  δίνουν 
την  ευκαιρία  να  ενημερωθείτε  για  τα  πορίσματα  της  έρευνας  σε  σημεία 
που  παρουσιάζουν  ξεχωριστό  ενδιαφέρον.  Επίσης  σας  εισάγουν  στο 
συναρπαστικό  κόσμο  των  ανοιχτών  επιστημονικών  ζητημάτων,  που 
περιμένουν  περαιτέρω  διερεύνηση.  Τα  αποσπάσματα  από  την 
βιβλιογραφία,  τέλος,  που  παρατίθενται  για  ορισμένα  ζητήματα,  θα  σας 
επιτρέψουν  να  εξοικειωθείτε  με  τον  ίδιο  τον  επιστημονικό  λόγο  και  να 
αντλήσετε, ως ένα βαθμό, πρότυπα μεθόδου και γραφής για τις δικές σας 
εργασίες. 

4.2 Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΞΕΝΟΦΩΝΤΑ
  
Το  έργο  του  Θουκυδίδη  αποτυπώνει  την  περίοδο  ακμής  της  ελληνικής 
πόλεως‐κράτους  κατά  τον  5ο  αι.  π.Χ.  Αποτελεί  παράλληλα  μαρτυρία  για 
την είσοδό της σε μια περίοδο κρίσης.  
  
Ανάμεσα  στις  ελληνικές  πόλεις‐κράτη  της  κλασικής  εποχής  ξεχωριστή 
θέση κατέχει η Αθήνα, κυρίως χάρη στην ανάπτυξη που γνώρισε μετά τη 
νίκη  στους  Περσικούς  πολέμους  και  στα  επιτεύγματα  των  πέντε 
δεκαετιών  ανάμεσα  στο  τέλος  των  πολέμων  αυτών  (490‐479)  και  την 
έκρηξη  του  Πελοποννησιακού  πολέμου  (431‐404).  Κυρίαρχες  μορφές  της 
υπήρξαν  ο  Θεμιστοκλής,  θεμελιωτής  της  Αθηναϊκής  ισχύος  και  νικητής 
της Σαλαμίνας, ο Αριστείδης, εμπνευστής της πολιτικής που ανέδειξε την 
Αθήνα ηγεμονεύουσα δύναμη στη συμμαχία των Ελληνικών πόλεων που 
ιδρύθηκε  για  να  εγγυηθεί  την  άμυνά  τους  έναντι  των  Περσών  (Α΄ 
Αθηναϊκή  Συμμαχία,  478/77),  ο  Κίμων,  πολιτικός  που  εξασφάλισε  με  τη 
μετριοπάθειά  του  την  αποδοχή  της  Αθήνας  από  τον  υπόλοιπο  Ελληνικό 
κόσμο, και ο Περικλής, στα χρόνια του οποίου η δημοκρατία έλαβε την πιο 

Σελίδα 3 από 60

εξελιγμένη  μορφή  της.  Στα  χρόνια  του  Περικλή  κορυφώνεται  μια 
οικονομική  και  πολιτιστική  πρόοδος  που  εξασφάλισε  στην  πόλη  τον 
διαχρονικό  θαυμασμό.  Η  Αθήνα  σε  μεγάλο  βαθμό  είναι  οικονομικά 
αυτάρκης (ιδανική κατάσταση σύμφωνα με τη διανόηση της εποχής), ενώ 
για την πνευματική της ζωή χαρακτηρίζεται Ελλάδος παίδευσις. Ιδιαίτερα 
η  ανάπτυξη  ισχυρού  ναυτικού  (πολιτική  που  τις  βάσεις  της  είχε  θέσει  ο 
Θεμιστοκλής) αποτελεί για τον Περικλή (και τον Θουκυδίδη) τη βάση της 
αθηναϊκής ισχύος. 
  
Ο  Περικλής  οδήγησε  την  Αθήνα  στη  μεγάλη  δοκιμασία  ενός  πολέμου, 
που,  όπως  πίστευε,  θα  εδραίωνε  την  ισχύ  της  και  θα  εξουδετέρωνε  κάθε 
πιθανή  αμφισβήτηση  από  μέρους  των  Ελλήνων  και  ειδικότερα  της 
Πελοποννησιακής  συμμαχίας,  που  είχε  επικεφαλής  τη  Σπάρτη,  και 
περιελάμβανε μια σημαντική εμπορική δύναμη, όπως η Κόρινθος.  
  
Δείτε  παρακάτω  (  με  πλάγια  γραφή  και  βιολετί  γραμματοσειρά)  τα 
γεγονότα  που  οδήγησαν  στον  πόλεμο,  καθώς  και  τις  επιχειρήσεις  που 
εξιστορεί στο έργο του ο Θουκυδίδης. 
 
 
Οι πόλεμοι του Θουκυδίδη 
  
Για  να  γεφυρώσει  το  κενό  μεταξύ  της  ηροδότειας  αφήγησης  και  της  δικής 
του  εξιστόρησης,  ο  Θουκυδίδης  αφιερώνει  μια  συνοπτική  αφήγηση  στα 
χρόνια της Πεντηκονταετίας.  
Αυτή καλύπτει:   
ƒ επιχειρήσεις  των  Ελλήνων  εναντίον  των  Περσών  ή  άλλων 
βαρβάρων, όπως η Αθηναϊκή εκστρατεία στην Αίγυπτο (460).  
ƒ συγκρούσεις  μεταξύ  των  Ελλήνων:  νίκη  των  Αθηναίων  επί  της 
Αίγινας  (456),   δεύτερος  Ιερός  Πόλεμος  (448),  μάχη  Κορώνειας 
(447).  
ƒ τις  επιχειρήσεις  των  Αθηναίων  εναντίον  των  συμμάχων  που 
αποστατούσαν δυσανασχετώντας για την ηγεμονική συμπεριφορά 
της πόλης: πρώτη αποστάτησε η Νάξος (469‐466;), ακολούθησαν η 
Θάσος (465‐463), η Εύβοια και τα Μέγαρα (446), η Σάμος (440‐439). 
Μετά  την  υποταγή  της  Εύβοιας  Αθηναίοι  και  Σπαρτιάτες 
συνάπτουν ειρήνη για 30 χρόνια (Τριακοντούτεις Σπονδαί), που θα 
διακοπεί το 431.  
  
Η άμεση προϊστορία του Πελοποννησιακού πολέμου 
  
Επεμβάσεις της Αθήνας στην Κέρκυρα ύστερα από πρόσκληση  των αρχών, 
που  βρισκόταν  σε  διένεξη  με  την  Κόρινθο  για  τον  έλεγχο  της  Επιδάμνου 
Σελίδα 4 από 60

(433),  και  στην  επαναστατημένη  πόλη  της  Χαλκιδικής  Ποτείδαια  (432).  Τα 
γεγονότα  αυτά  κατά  τον  ιστορικό  αποτέλεσαν  την  άμεση  αφορμή  του 
πολέμου (1.23.4‐6).  
  
Ο Πελοποννησιακός πόλεμος 
1. Αρχιδάμειος ή Δεκαετής πόλεμος (431‐421)  
Σημαντικότερα γεγονότα:  
ƒ Εισβολή  Θηβαίων  (συμμάχων  της  Σπάρτης)  στις  Πλαταιές, 
σύμμαχο της Αθήνας (431).  
ƒ Εισβολές  του  βασιλιά  της  Σπάρτης  Αρχίδαμου  στην  Αττική  (431, 
430, 428, 427, εισβολή με αρχηγό τον βασιλιά Άγη το 425).  
ƒ Λοιμός στην Αθήνα (430), θάνατος του Περικλή (429).  
ƒ Κατάληψη Ποτείδαιας από τους Αθηναίους και των Πλαταιών από 
Θηβαίους και Λακεδαιμονίους (429).  
ƒ Αποστασία Μυτιλήνης, αντίποινα Αθηναίων (427).  
ƒ Επιχειρήσεις  του  Αθηναίου  στρατηγού  Δημοσθένη  στην  Αιτωλία 
και Ακαρνανία (426).  
ƒ Κατάληψη  Σφακτηρίας  από  τον  Δημοσθένη,  σύλληψη  300 
Σπαρτιατών  και  άλλων  Πελοποννησίων  αιχμαλώτων  από  τον 
Κλέωνα.  
ƒ Εκστρατεία  του  Σπαρτιάτη  Βρασίδα  στη  Θράκη,  κατάληψη 
Αμφίπολης (αρχηγός των Αθηναίων ο Θουκυδίδης).  
ƒ Ήττα  των  Αθηναίων  από  τους  Βοιωτούς  στο  Δήλιο  (424), 
τερματισμός  συγκρούσεων  μεταξύ  πόλεων  της  Σικελίας, 
συμμαχία μπροστά στην αθηναϊκή απειλή (424).  
ƒ Πρώτες προτάσεις για ειρήνη (423), θάνατος του Βρασίδα και του 
Κλέωνα στην Αμφίπολη (422). Ανοίγει ο δρόμος για ειρήνη (421).   
  
2. Ειρήνη του Νικία (421‐415)  
Σημαντικότερα γεγονότα:  
ƒ Υπογραφή  ειρήνης  για  50  χρόνια,  επιστροφή  εδαφών  και 
αιχμαλώτων.  
ƒ 420:   Συμμαχία  Αθήνας  για  100  χρόνια  με  Άργος,  Μαντίνεια, 
Ήλιδα.  Οι Ηλείοι αποκλείουν τη Σπάρτη από τους Ολυμπιακούς 
αγώνες.  
ƒ 418:  Νίκη  Σπαρτιατών  σε  σύγκρουση  με  Αργείους  και  αθηναϊκές 
ενισχύσεις στη Μαντίνεια.  
ƒ 416: Εκστρατεία των Αθηναίων στη Μήλο.  
  
3. Σικελική εκστρατεία των Αθηναίων (415‐413).  
Σημαντικότερα γεγονότα: 
ƒ Απόπλους εκστρατευτικού σώματος 260 πλοίων και 25000 ανδρών 
με στρατηγούς τους Αλκιβιάδη, Νικία και Λάμαχο.  
Σελίδα 5 από 60

ƒ
ƒ
ƒ

Ανάκληση  του  Αλκιβιάδη,  που  κατηγορείται  για  ασέβεια,  αυτός 
καταφεύγει στη Σπάρτη.  
Πολιορκία  Συρακουσών  (414).  Σπαρτιατικές  ενισχύσεις  με 
επικεφαλής τον Γύλιππο.  
Παρά  την  άφιξη  αθηναϊκών  ενισχύσεων  με  επικεφαλής  τον 
Δημοσθένη,  οι  Αθηναίοι  το  413  ηττώνται  και  παραδίδονται.  Ο 
Νικίας  και  ο  Δημοσθένης  εκτελούνται,  7000  Αθηναίοι 
αιχμαλωτίζονται,  καταλήγουν  στα  λατομεία  και  αργοπεθαίνουν 
οικτρά σχεδόν όλοι.  

  
4. Δεκελεικός πόλεμος (413‐404):  
ƒ Ύστερα  από  προτροπή  του  Αλκιβιάδη  οι  Σπαρτιάτες  οχυρώνουν 
στη Δεκέλεια της Αττικής και εγκαθιστούν φρουρά, αποκλείοντας 
τις χερσαίες επικοινωνίες της Αθήνας. 20000 δούλοι δραπετεύουν.  
ƒ Γεγονότα  του  411  στην  Αθήνα:  Περίοδος  τρομοκρατίας, 
ολιγαρχικό  πραξικόπημα  με  πρωτοβουλία  του  Πείσανδρου,  του 
Θηραμένη και του Φρύνιχου, βραχύβιο καθεστώς με τις εξουσίες 
στα  χέρια  400  ολιγαρχικών,  αντικατάστασή  τους  από  μια 
μετριοπαθή ολιγαρχία 5000 πολιτών.  
  
‐‐‐ Αιφνίδιο τέλος του έργου του Θουκυδίδη ‐‐‐ 
 

  
 
Στο ιστορικό έργο του Ξενοφώντα, που ήταν μια γενιά νεότερος από τον 
Θουκυδίδη,  παρακολουθούμε  την  καταπόνηση  των  ελληνικών  πόλεων 
από τους συνεχείς πολέμους. Στα Ελληνικά του ο ιστορικός συνεχίζει την 
αφήγηση  του  Πελοποννησιακού  Πολέμου,  από  εκεί  που  διακόπτεται  το 
έργο  του  Θουκυδίδη,  ενώ  στη  συνέχεια  εξιστορεί  την  ταραγμένη  εποχή 
μέχρι  τη  μάχη  της  Μαντινείας  (362).  Σε  γεγονότα  των  χρόνων  401‐399 
αναφέρεται  και  ένα  άλλο,  αυτοτελές  έργο  του  συγγραφέα,  η  Κύρου 
Ανάβασις.  
  
Δείτε  παρακάτω  (  με  πλάγια  γραφή  και  βιολετί  γραμματοσειρά) 
αναλυτικά  τα  γεγονότα  που  σημάδεψαν  τη  ζωή  και  το  έργο  του 
Ξενοφώντα.  
Οι πόλεμοι του Ξενοφώντα  
  
Συνέχεια του Πελοποννησιακού πολέμου (Ελληνικά 1‐2.3.9) 
ƒ Ανάθεση της αρχηγίας του Αθηναϊκού στόλου στον Αλκιβιάδη, 
νίκη σε ναυμαχία στην Κύζικο επί των Σπαρτιατών (410).  
ƒ Η  Σπάρτη  προτείνει  ειρήνη,  στην  Αθήνα  απορρίπτει  την 
αίτηση ο Κλεοφών.  
Σελίδα 6 από 60

ƒ
ƒ
ƒ
ƒ
ƒ

Παλινόρθωση της δημοκρατίας.  
Νίκες  του  Αλκιβιάδη  (409‐408),  επιστροφή  του  στην  Αθήνα 
(408).  
Ναυμαχία  στο  Νότιον  με  επικράτηση  της  Σπάρτης  υπό  την 
αρχηγία του Λύσανδρου (407).  
Νίκη Αθηναίων στη ναυμαχία των Αργινουσών (406), καταδίκη 
των στρατηγών.  
Ο  Λύσανδρος  αναδιοργανώνει  το  σπαρτιατικό  στόλο  με 
περσικά  χρήματα  και  αποκλείει  τον  Ελλήσποντο. Τελική νίκη 
της Σπάρτης στους Αιγός Ποταμούς (405).  

  
Η  Αθήνα  συνθηκολογεί  με  επαχθείς  όρους  (404):  παράδοση  του 
στόλου,  γκρέμισμα  των  τειχών  της,  επιστροφή  εξόριστων 
ολιγαρχικών,  διάλυση  της  ναυτικής  συμμαχίας,  προσχώρησή  της 
στην Πελοποννησιακή συμμαχία.  
Η  εξουσία  περνά  στους  Τριάκοντα  τυράννους  με  επικεφαλής  τον 
Κριτία.  
Ακολουθεί  περίοδος  ταραχών  με  1500  εκτελέσεις  δημοκρατικών, 
κατάληψη  του  φρουρίου  της  Φυλής  από  τους  εξόριστους 
δημοκρατικούς  υπό  τον  Θρασύβουλο,  η  κατάσταση  οδηγείται  σε 
εμφύλιο πόλεμο, που τελειώνει με την πτώση των Τριάκοντα (403).  
  
Τα κυριότερα γεγονότα της περιόδου 403‐362: 
  
ƒ

ƒ
ƒ
ƒ

ƒ

Επιχειρήσεις  των  Σπαρτιατών  Θίβρωνα  και  Δερκυλλίδα  στη  Μ. 
Ασία  εναντίον  των  Περσών  σατραπών  Φαρνάβαζου  και 
Τισσαφέρνη.  
Ο Αθηναίος Κόνων αναλαμβάνει την αρχηγία του περσικού στόλου 
και καταλαμβάνει τη Ρόδο (396).  
Εκστρατεία του Σπαρτιάτη βασιλιά Αγησίλαου στη Μ. Ασία (396‐
394), νίκη κατά των Περσών στον Πακτωλό ποταμό.  
Κορινθιακός  πόλεμος  (395‐386):  Συμμαχία  Αθηνών,  Βοιωτίας, 
Κορίνθου,  Άργους,  Εύβοιας,  Λοκρίδας  και  Ακαρνανίας  εναντίον 
της  Σπάρτης  (395),  νίκη  Θηβαίων  επί  των  Σπαρτιατών  στην 
Αλίαρτο,  θάνατος  Λύσανδρου  (395),  καταστροφή  σπαρτιατικού 
στόλου στην Κνίδο (394), αναγκαστική εγκατάλειψη του μετώπου 
κατά  των  Περσών  και  επιστροφή  του  Αγησίλαου  στην  Ελλάδα 
(394),  νίκη  των  Σπαρτιατών  στη  Νεμέα.   Το  393  επιστρέφει  στην 
Αθήνα  ο  Κόνων  και  ανοικοδομεί  με  περσικά  χρήματα  τα  Μακρά 
Τείχη.  Επιτυχίες  Αθηναϊκού  στόλου  υπό  τον  Θρασύβουλο  (389‐
388).  
Σκληρή  ηγεμονική  πολιτική  Σπάρτης  (385‐374),  διάλυση  της 
πόλεως‐κράτους της Μαντίνειας.  
Σελίδα 7 από 60

ƒ
ƒ
ƒ
ƒ
ƒ

ƒ
ƒ
ƒ
ƒ
ƒ
ƒ

Επιχειρήσεις του Αθηναίου Ιφικράτη στη Θράκη (383).  
Ολυνθιακός  πόλεμος  (382‐379),  κατάληψη  της  πόλης  από  τη 
Σπάρτη και διάλυσή της.  
Κατάληψη της Ακρόπολης των Θηβών από τον Σπαρτιάτη Φοιβίδα 
(382).  
Κατάληψη  Φλειούντος  από  τον  Αγησίλαο,  εγκαθίδρυση 
ολιγαρχίας (379).  
Αναδιοργάνωση  Βοιωτικής  ομοσπονδίας  με  υποστήριξη  της 
Αθήνας  προς  τον  Πελοπίδα.  Ατελέσφορες  επιχειρήσεις  του 
Αγησίλαου εναντίον των Θηβών (378/77).  
Ενοποίηση  Θεσσαλίας  με  ταγό  τον  Φεραίο  τύραννο  Ιάσονα  (372;), 
ηγεμονικές βλέψεις. Δολοφονία Ιάσονα (371;).  
Βαριά  ήττα  της  Σπάρτης  στα  Λεύκτρα  χάρη  στην  τακτική 
υπεροχή του Θηβαίου Επαμεινώνδα, Θηβαϊκή ηγεμονία (371‐362).  
Ανοικοδόμηση  Μαντίνειας,  ίδρυση  Αρκαδικής  συμπολιτείας, 
ίδρυση της Μεγαλόπολης (370).  
Απελευθέρωση  Μεσσηνίας,  ίδρυση  Μεσσήνης  από  τον 
Επαμεινώνδα (369).  
Πόλεμος Αρκάδων‐Ηλείων (365‐363).  
Εκστρατεία  Επαμεινώνδα  στην  Πελοπόννησο,  ήττα  στη 
Μαντίνεια, θάνατος του Επαμεινώνδα (362).  

  

Σελίδα 8 από 60

4.3 ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ

4.3.1 Τι γνωρίζουμε πραγματικά για το Θουκυδίδη; Πληροφορίες από 
το έργο του ίδιου για το συγγραφέα
Ελάχιστες πληροφορίες δίνει ο ιστορικός σχετικά με τη ζωή του και με τη 
συγγραφή του έργου του: 
Ότι καταπιάστηκε με την έρευνα και τη συγγραφή ευθύς με το ξέσπασμα 
του πολέμου (1.1.1).  
 
 Το προοίμιο 
  
1  Θουκυδίδης  Ἀθηναῖος  ξυνέγραψε  τὸν  πόλεμον  τῶν  Πελοποννησίων  καὶ 
Ἀθηναίων ὡς  ἐπολέμησαν  πρὸς  ἀλλήλους, ἀρξάμενος εὐθὺς καθισταμένου 
καὶ  ἐλπίσας  μέγαν  τε  ἔσεσθαι  καὶ  ἀξιολογώτατον  τῶν  προγεγενημένων, 
τεκμαιρόμενος  ὅτι  ἀκμάζοντές  τε  ᾖσαν  ἐς  αὐτὸν  ἀμφότεροι  παρασκευῇ  τῇ 
πάσῃ καὶ  τὸ  ἄλλο  Ἑλληνικὸν  ὁρῶν  ξυνιστάμενον  πρὸς  ἑκατέρους,  τὸ  μὲν 
εὐθύς,  τὸ  δὲ  καὶ  διανοούμενον.  2κίνησις  γὰρ  αὕτη  μεγίστη  δὴ  τοῖς  Ἕλλησιν 
ἐγένετο  καὶ  μέρει  τινὶ  τῶν  βαρβάρων,  ὡς  δὲ  εἰπεῖν  καὶ  ἐπὶ  πλεῖστον 
ἀνθρώπων.  3τὰ γὰρ πρὸ αὐτῶν καὶ τὰ ἔτι παλαίτερα σαφῶς μὲν εὑρεῖν διὰ 
χρόνου πλῆθος ἀδύνατα ἦν, ἐκ δὲ τεκμηρίων ὧν ἐπὶ μακρότατον σκοποῦντί 
μοι  πιστεῦσαι  ξυμβαίνει  οὐ  μεγάλα  νομίζω  γενέσθαι  οὔτε  κατά  τούς 
πολέμους οὔτε ἐς τά ἄλλα.  
  
Μετάφραση  
  
«Θουκυδίδης,  ο  Αθηναίος,  έγραψε  την  ιστορίαν  του  πολέμου  μεταξύ  των 
Πελοποννησίων και των Αθηναίων. Την συγγραφήν αυτού ήρχισεν ευθύς εξ 
αρχής  της  εκρήξεώς  του,  διότι  προείδεν  ότι  θʹ  απέβαινε  μεγάλος  και 
περισσότερον  αξιομνημόνευτος  από  κάθε  προηγούμενον  πόλεμον,  και 
εσυμπέραινε τούτο από το γεγονός ότι αμφότερα τα Κράτη κατήρχοντο εις 
αυτόν,  ενώ  ευρίσκοντο  εις  την  ακμήν  της  παντός  είδους  στρατιωτικής 
δυνάμεώς  των,  και  ότι  έβλεπε  τους  λοιπούς  Έλληνας  είτε  τασσομένους 
αμέσως, είτε διανοουμένους τουλάχιστον να ταχθούν προς το εν ή το άλλο 
μέρος. Η κίνησις αύτη ετάραξε τωόντι βαθύτατα την Ελλάδα, και μέρος από 
τους βαρβάρους και σχεδόν τον κόσμον όλον. Τα προγενέστερα γεγονότα και 
τα  έτι  παλαιότερα  δεν  δύνανται  να  εξακριβωθούν  σαφώς,  ένεκα  της 
παρόδου  πολλού  χρόνου.  Αλλά  από  τεκμήρια,  τα  οποία,  ωθών την  έρευνάν 
μου  μέχρι  του  απωτάτου  παρελθόντος,  κρίνω  αξιόπιστα,  άγομαι  να 
πιστεύσω  ότι  δεν  υπήρξαν  μεγάλα,  ούτε  υπό  πολεμικήν,  ούτε  υπό  άλλην 
έποψιν.» (Μετάφραση Ελ. Βενιζέλου) 
  

Σελίδα 9 από 60

Το  προοίμιο  περιέχει  στοιχεία  για  τον  συγγραφέα,  για  το  έργο  και  για  τις 
συνθήκες της συγγραφής. Όπως και ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης επιλέγει να 
αναφερθεί  στους  λόγους  που  τον  οδήγησαν  στη  συγγραφή.  Ως  βασικό 
κίνητρο της συγγραφής προβάλλεται η έγκαιρη διάγνωση του μεγέθους της 
επαπειλούμενης  σύρραξης.  Ο  συγγραφέας  εμμέσως  διεκδικεί  τον  έπαινο 
του  αναγνώστη  για  την  προγνωστική  του  διορατικότητα.  Δευτερευόντως 
υποβάλλει αξιώσεις υπεροχής απέναντι στο έργο του Ηροδότου (που επίσης 
καταπιάστηκε  με  «έργα  μεγάλα  και  αξιοθαύμαστα»)  εφόσον  ο  δικός  του 
πόλεμος  παρουσιάζεται  ως  «αξιολογώτατος»,  αυτός  δηλαδή  που  αξίζει 
περισσότερο από κάθε άλλον να ιστορηθεί.  
  
Ακολουθώντας  την  παράδοση  των  Ιώνων  λογογράφων,  ο  Θουκυδίδης 
υπογράφει  το  έργο  του  με  το  εθνικό  του  επίθετο  (Αθηναίος)  και  όχι  όπως 
συνηθιζόταν  στην  Αθήνα  με  το  δημοτικό  (Αλιμούσιος,  δηλ.  από  το  δήμο 
Αλιμούντος, του Αλίμου). 
  
Ο  όρος  Πελοποννησιακός  πόλεμος  δεν  βρίσκεται  στο  έργο  του  Θουκυδίδη, 
ούτε εντοπίζεται σε κάποια άλλη, σύγχρονή του πηγή. Αντικατοπτρίζει την 
οπτική  γωνία  των  Αθηναίων,  κάτι  που  ο  ιστορικός  αποφεύγει  επιμελώς, 
κάνοντας λόγο για πόλεμο «των Πελοποννησίων και Αθηναίων» [κάποτε με 
την  προσθήκη:  «και  των  συμμάχων  τους»].  Η  τρέχουσα  αντίληψη  στην 
αρχαιότητα  ήταν  ότι  πρόκειται  για  τρεις  διαφορετικούς  πολέμους.  Ο 
Θουκυδίδης  είναι  εκείνος  που  τους  συνέλαβε  ως  ενιαίο  ιστορικό  γεγονός, 
αναδεικνύοντας  τη  συνέχεια  συγκεκριμένων  φαινομένων,  και 
δημιουργώντας  τις  προϋποθέσεις  για  μια  συνθετική  ερμηνεία  τους. 
Καθιστώντας τον πόλεμο αυτό μοναδικό θέμα του έργου του, ο Θουκυδίδης 
θεμελιώνει την κλασική πολιτικοστρατιωτική ιστοριογραφία. Ας σημειωθεί 
ότι ο όρος ιστορία δεν εμφανίζεται στο έργο.  
  
Η  πρώτη  ήδη  πληροφορία  (ἀρξάμενος  …)  υπογραμμίζει  μια  διαφορά  ως 
προς το εγχείρημα του Ηροδότου. Ο συγχρονισμός έναρξης του πολέμου και 
της  συγγραφικής  δραστηριότητας  δείχνει  ότι  ο  συγγραφέας  θα  αφηγηθεί 
γεγονότα σύγχρονα, που σε μεγάλο βαθμό έζησε ως αυτόπτης μάρτυς. Στο 
θέμα θα επανέλθει και στο λεγόμενο «δεύτερο προοίμιο». 
 
ƒ Ότι προσβλήθηκε από τον λοιμό, αλλά επέζησε (2.48.4).  
Ότι  υπήρξε  στρατηγός  το  424/23  και  εστάλη  στην  Αμφίπολη.  Οι 
επιχειρήσεις τους στην περιοχή περιγράφονται στα κεφάλαια  4.104‐108.     
 
 
 
 
 
Σελίδα 10 από 60

Η στρατηγία του Θουκυδίδη (4.103‐108) 
  
103. «Εναντίον λοιπόν της πόλεως αυτής [Αμφιπόλεως] εβάδιζεν ο Βρασίδας, 
ο  οποίος  εξεκίνησε  με  τον  στρατόν  του  από  τας  Άρνας  της  Χαλκιδικής  και 
περί  το  δειλινόν  έφθασεν  εις  τον  Αυλώνα  και  τον  Βορμίσκον,  όπου  η  λίμνη 
Βόλβη  εκχύνεται  εις  την  θάλασσαν,  και  αφού  εδείπνησεν,  εξηκολούθησε 
κατά  την  νύκτα  την  πορείαν  του.  Ένεκα  άλλωστε  της  κακοκαιρίας  και  της 
πιπτούσης  ελαφράς  χιόνος  επέσπευσε  το  βήμα,  διότι  επεδίωκε  να  μη  γίνη 
αντιληπτή  η  προσέγγισίς  του  από  τους  κατοίκους  της  Αμφιπόλεως,  εκτός 
εκείνων,  με  τους  οποίους  ευρίσκετο  εις  μυστικάς  συνεννοήσεις.  Εις  την 
Αμφίπολιν,  τωόντι,  ήσαν  εγκατεστημένοι  μερικοί   Αργίλιοι,  άποικοι  της 
Άνδρου,  οι  οποίοι  με  μερικούς  άλλους  ήσαν  μεμυημένοι,  άλλοι 
παρασυρόμενοι  από  τον  Περδίκκαν  και  άλλοι  από  τους  Χαλκιδείς.  Οι 
κάτοικοι  προ  πάντων  της  πλησίον  κειμένης  Αργίλου,  οι  οποίοι  ήσαν 
ανέκαθεν   ύποπτοι  εις  τους  Αθηναίους  και  είχαν  πάντοτε  βλέψεις  επί  της 
Αμφιπόλεως  από  αρκετόν  καιρόν,  αφού  η  άφιξις  του  Βρασίδα  εις  την 
Χαλκιδικήν  τους  παρέσχε  την  ευκαιρίαν,  είχαν  συνεννοηθή  με  τους  εντός 
της  Αμφιπόλεως  εγκατεστημένους  συμπολίτας  των  διά  την  παράδοσιν  της 
πόλεως. Και τότε, δεχθέντες τον Βρασίδαν εντός της Αργίλου, απεστάτησαν 
από τους Αθηναίους την ιδίαν εκείνην νύκτα, και ωδήγησαν τον στρατόν του 
εις  την γέφυραν του ποταμού,  όπου έφθασε πριν να εξημερώση. Η γέφυρα 
ευρίσκεται  εις  ικανήν  απόστασιν  από  την  πόλιν,  και  δεν  συνεδέετο  προς 
αυτήν  με  τείχος  όπως  τώρα,  αλλ΄  εφρουρείτο  από  ασήμαντον  απόσπασμα. 
Την  φρουράν  αυτήν  κατέβαλεν  ευκόλως  ο  Βρασίδας,  και  ένεκα  της 
προδοσίας  και  διότι  η  επίθεσίς  του  έγινεν  απροσδοκήτως  και  εις  ώραν 
κακοκαιρίας,  δίεβη  την  γέφυραν  και  έγινεν  ευθύς  κύριος  των  εκτός  των 
τειχών  ιδιοκτησιών,  διότι  οι  Αμφιπολίται  κατώκουν  διεσπαρμένοι  εις 
ολόκληρον το εκτός της πόλεως διαμέρισμα. 
104.  Η  διάβασις  του  ποταμού  εκ  μέρους  του  Βρασίδα  υπήρξεν  εντελώς 
απροσδόκητος  διά  τους  εντός  της  πόλεως.  Και  επειδή  από  τους  εκτός  του 
τείχους διαμένοντας πολλοί συνελαμβάνοντο, ενώ άλλοι κατέφευγαν εντός 
αυτού,  οι  Αμφιπολίται  περιήλθαν  εις  μεγάλην  σύγχυσιν,  τόσον  μάλλον, 
καθόσον αλληλοϋπωπτεύοντο. Λέγεται τωόντι, ότι επεκράτει τότε η γνώμη 
ότι  εάν  ο  Βρασίδας,  αντί  να  επιτρέψη  εις  τον  στρατόν  του  να  τραπή  εις 
λεηλασίαν, απεφάσιζε να βαδίση κατ΄ ευθείαν εναντίον της πόλεως, θα την 
εκυρίευεν.  Ενώ  ήδη,  αφού  επέδραμε  τα  έξω  της  πόλεως  και  αι  προσδοκίαι 
του ως προς την βοήθειαν των εντός αυτής διεψεύσθησαν, εστρατοπέδευσε 
και ανέμενεν, ησυχάζων. Εν τω μεταξύ, οι αντίθετοι προς τους συνωμότας, 
οι  οποίοι  ως  πολυαριθμότεροι  δεν  επέτρεψαν  να  ανοίξουν  εις  αυτόν  τας 
πύλας  αμέσως,  εκ  συνεννοήσεως  με  τον  στρατηγόν  Ευκλή,  ο  οποίος  είχεν 
έλθει από τας Αθήνας ως φρούραρχος, έστειλαν να ζητήσουν βοήθειαν από 
τον έτερον των διά την Χαλκιδικήν διωρισμένων στρατηγών, τον Θουκυδίδη, 
υιόν του Ολόρου, τον συγγραφέα της παρούσης ιστορίας, ο οποίος ευρίσκετο 
Σελίδα 11 από 60

εις την Θάσον, αποικίαν των Παρίων, απέχουσαν της Αμφιπόλεως ημισείας 
περίπου  ημέρας  πλούν.  Ο  Θουκυδίδης,  άμα  έλαβε  την  πρόσκλησιν, 
απέπλευσεν  εσπευσμένως  επί  κεφαλής  μοίρας  επτά  πλοίων,  τα  οποία 
έτυχαν  παρόντα,  επιδιώκων  προ  πάντων  να  προλάβη,  την  συνθηκολογίαν 
της Αμφιπόλεως, ειδεμή να σώση τουλάχιστον την Ηιόνα. 
105.  Εν  τω  μεταξύ,  επειδή  ο  Βρασίδας  εφοβείτο  αφ΄  ενός,  ότι  η  Αθηναική 
μοίρα  θα  ήρχετο  από  την  Θάσον  εις  βοήθειαν  της  πόλεως,  και  αφ΄  ετέρου 
εμάνθανεν,  ότι  ο  Θουκυδίδης  είχε  δικαίωμα  εκμεταλλεύσεως  επί  των 
μεταλλείων χρυσού, των κειμένων εις το μέρος τούτο της Θράκης, και ως εκ 
τούτου  είχε  μεγάλην  επιρροήν  εις  τους  προκρίτους  των  μερών  εκείνων, 
έσπευδε  να  καταλάβη  προηγουμένως  την  πόλιν,  εάν  θα  ημπορούσε.  Διότι 
εφοβείτο, ότι μετά την άφιξιν του Θουκυδίδου, το πλήθος των Αμφιπολιτών 
θ΄απέκρουεν  οριστικώς  κάθε  πρότασιν  συνθηκολογίας,  με  την  ελπίδα,  ότι 
ούτος  ήθελε  συγκεντρώσει  τας  συμμαχικάς  δυνάμεις  των  παρακειμένων 
νήσων και της απέναντι Θράκης, και τους σώσει. Ως εκ τούτου, επροκήρυξε 
διά  του  κύρηκος  τας  επόμενας  επιεικείς  προτάσεις  συνθηκολογίας.  Όσοι 
από  τους  Αμφιπολίτας  και  τους  παρεπιδημούντας  Αθηναίους  θέλουν 
ημπορούν  να  μείνουν  εις  την  πόλιν,  διατηρούντες  τας  ιδιοκτησίας  των  και 
πλήρη  ισότητα  δικαιωμάτων,  όσοι  δε  δεν  θέλουν  ημπορούν  ν΄  απέλθουν 
εντός πέντε ημερών, παραλαμβάνοντες ό,τι τους ανήκει. 
106.  Όταν  ήκουσαν  την  πρότασιν  αυτήν,  οι  περισσότεροι  εκλονίσθησαν, 
τόσον μάλλον, καθόσον ολίγοι μόνον από τους πολίτας ήσαν Αθηναίοι, ενώ οι 
περισσότεροι  ήσαν  ανάμικτος  πληθυσμός.  Πολλοί  συγχρόνως  από  τους 
κατοίκους  της  πόλεως  ήσαν  συγγενείς  εκείνων,  που  είχαν  συλληφθή  έξω. 
Και τέλος εύρισκαν τας προτάσεις επιεικείς, συγκρίνοντες αυτάς προς ό,τι 
είχαν  φοβηθή,  οι  μεν  Αθηναίοι,  διότι  ευχαρίστως  θ΄  ανεχώρουν,  αφού 
ενόμιζαν  ότι  ο  κίνδυνος  δι΄  αυτούς  ήτο  μεγαλύτερος παρά  διά  τους  άλλους 
και δεν επερίμεναν εξ άλλου ταχείαν βοήθειαν, οι δε λοιποί κάτοικοι, διότι 
διετήρουν  τα  πολιτικά  των  δικαιώματα  και  συγχρόνως  διέφευγαν 
ανελπίστως τον κίνδυνον. Ως εκ τούτου, επειδή οι ευρισκόμενοι εις μυστικήν 
συνεννόησιν με τον Βρασίδαν, βλέποντες, ότι και το πλήθος είχε μεταβάλει 
γνώμην και δεν ήκουε πλέον τον παρόντα Αθηναίον στρατηγόν, ήρχισαν να 
συνηγορούν  και  φανερά  πλέον  υπέρ  των  προτάσεων,  έγινε  συνθηκολογία 
και ηνοίχθησαν αι πύλαι της πόλεως εις τον Βρασίδαν, υπό τους όρους που 
είχε  προκηρύξει.  Οι  Αμφιπολίται,  επομένως,  παρέδωσαν  κατ΄  αυτόν  τον 
τρόπον  την  πόλιν,  ενώ  ο  Θουκυδίδης  με  την  μοίραν  των  πλοίων  του 
κατέπλευσεν  εις  την  Ηιόνα  περί  το  εσπέρας  της  ιδίας  ημέρας,  όταν  ο 
Βρασίδας  είχεν  ήδη  καταλάβει  προ  μικρού  την  Αμφίπολιν,  και  παρά  μίαν 
νύκτα, έλειψε να καταλάβη και την Ηιόνα. Διότι, εάν τα πλοία δεν έσπευδαν 
εις  βοήθειαν  ολοταχώς,  η  τελευταία  θα  κατελαμβάνετο  κατά  τα 
εξημερώματα της επιούσης. 
107. Μετά τούτο, ο Θουκυδίδης κατέγινε με την διευθέτησιν των πραγμάτων 
της  Ηιόνος,  εις  τρόπον  ώστε  να  εξασφαλίση  αυτήν  και  διά  το  παρόν, 
Σελίδα 12 από 60

εναντίον  ενδεχομένης  επιθέσεως  του  Βρασίδα,  και  διά  το  μέλλον,  και 
εδέχθη  όσους  επροτίμησαν,  κατά  τους  όρους  της  συνθηκολογίας,  να 
εγκαταλείψουν  την  Αμφίπολιν  και   εγκατασταθούν  εκεί.  Ο  Βρασίδας, 
εξάλλου,  κατέπλευσεν  αιφνιδίως  με  αρκετά  πλοία  διά  του  ποταμού  προς 
την  Ηιόνα,  με  την  ελπίδα,  ότι  θα  ημπορούσε  να  καταλάβη  το  ακρωτήριον 
που προεξέχει από το τείχος και γίνη τοιουτοτρόπως κύριος του στομίου του 
ποταμού. Συγχρόνως επετέθη και διά ξηράς, αλλά και αι δύο απόπειραί του 
απεκρούσθησαν.  Κατεγίνετο  επίσης  με  την  ρύθμισιν  των  πραγμάτων  της 
Αμφιπόλεως  και  της  περιφερείας  της.  Η  Μύρκινος,  εξ  άλλου,  πόλις 
Ηδωνική, προσεχώρησε προς αυτόν, αφού ο βασιλεύς των Ηδώνων Πιττακός 
εδολοφονήθη  υπό  των  υιών  του  Γοάξιος  και  της  συζύγου  του  Βραυρούς.  Το 
παράδειγμα  της  Μυρκίνου  ηκολούθησαν  μετ΄  ολίγον  η  Γαληψός  και  η 
Οισύμη, αποικίαι των Θασίων. Και ο Πέρδικκας, ο οποίος ήλθεν ευθύς μετά 
την άλωσιν, συνειργάσθη με τον Βρασίδαν εις την τακτοποίησιν των μερών 
αυτών. 
108.  Η  πτώσις  της  Αμφιπόλεως  κατετρόμαξε  τους  Αθηναίους,  τόσον 
μάλλον,  καθόσον  η  κατοχή  της  τους  ήτο  πολύ  χρήσιμος  και  διά  την 
ναυπηγήσιμον  ξυλείαν  και  διά  τα  εισοδήματα  που  τους  παρείχε.  Αλλά  και 
δι΄ άλλον ακόμη λόγον, διότι προηγουμένως οι Λακεδαιμόνιοι ημπορούσαν να 
εκστρατεύσουν  εναντίον  των  συμμάχων  των  Αθηναίων  έως  εις  τον 
Στρυμόνα, εφόσον οι Θεσσαλοί τους συνώδευαν, διά να διέλθουν ελευθέρως 
από  το  έδαφός  των.  Αλλ΄  εφόσον  δεν  ήσαν  κύριοι  της  γεφύρας,  δεν 
ημπορούσαν  να  προελάσουν  παραπέρα,  διότι  ο  ποταμός,  προς  βορράν  της 
Αμφιπόλεως  και  εις  αρκετόν  διάστημα,  σχηματίζει  μεγάλην  λίμνην,  και 
προς το μέρος της Ηιόνος εφυλάττετο από τον στόλον. Ενώ τώρα ενόμιζαν, 
ότι  τοιαύτη  προέλασις  έγινεν  εύκολος.  Εφοβούντο  συγχρόνως  μήπως  οι 
σύμμαχοί  των  αποστατήσουν.  Διότι  ο  Βρασίδας  όχι  μόνον  εις  όλας  του  τας 
πράξεις  εδεικνύετο  μετριοπαθής,  αλλά  και  οπουδήποτε  ελάμβανε  τον 
λόγον, δεν παρέλειπε να διακηρύττη, ότι είχε σταλή διά να ελευθερώση την 
Ελλάδα.  Αι  πόλεις,  εξ  άλλου,  όσαι  ήσαν  υπήκοοι  των  Αθηναίων,  όταν 
έμαθαν  την  άλωσιν  της  Αμφιπόλεως  και  τους  επιεικείς  όρους  της 
συνθηκολογίας,  ως  και  την  πραότητα  του  Βρασίδα,  κατελήφθησαν  από 
ζωηροτάτην  επιθυμίαν  ν΄  αποστατήσουν,  και  έστελλαν  μυστικούς  προς 
αυτόν  απεσταλμένους,  διά  να  τον  προσκαλέσουν  να  έλθη,  διότι  κάθε  μία 
από  αυτάς  ήθελε  ν΄  αποστατήση  πρώτη.  Επίστευαν,  τωόντι,  ότι  τίποτε  δεν 
είχαν  να  φοβηθούν,  καθόσον  έκαμαν  το  λάθος  να  νομίζουν  την  Αθηναϊκήν 
δύναμιν  πολύ  μικροτέραν  παρ΄  ό,τι  απεδείχθη  βραδύτερον  ότι  ήτο,  και 
έκριναν σύμφωνα με τας τυφλάς των επιθυμίας μάλλον, παρά σύμφωνα με 
τας  υπαγορεύσεις  ασφαλούς  προβλεπτικότητος.  Οι  άνθρωποι,  άλλωστε, 
συνειθίζουν  να  εμπιστεύωνται  εις  την  απερίσκεπτον  ελπίδα  εκείνο  που 
επιθυμούν  και  ν΄  αποκρούουν  δι΄  αυθαιρέτου  συλλογισμού  εκείνο  που 
αποστέργουν.  Εκτός  τούτου,  η  πρόσφατος  σοβαρά  ήττα  των  Αθηναίων  εις 
την Βοιωτίαν, και οι ελκυστικοί, αν και όχι αληθινοί, λόγοι του Βρασίδα, ότι 
Σελίδα 13 από 60

τάχα,  όταν  έσπευσεν  εις  βοήθειαν  της  Νισαίας  με  μόνον  τον  στρατόν  που 
είχεν, οι Αθηναίοι ηρνήθησαν να δεχθούν μάχην, τους ενεθάρρυναν και τους 
έκαμαν  να  πιστεύουν,  ότι  κανείς  δεν  θα  ήρχετο  να  τους  επιτεθή.  Προ 
πάντων  όμως  εδοκίμαζαν  το  άμεσον  θέλγητρον  της  ελευθερίας,  και  ήσαν 
έτοιμοι  να  εκτεθούν  εις  κάθε  κίνδυνον,  αφού  επρόκειτο  να  δοκιμάσουν  διά 
πρώτην φοράν τι ήσαν ικανοί να κάμουν οι Λακεδαιμόνιοι, όταν επεχείρουν 
κάτι  με  όλην  των  την  καρδίαν.  Οι  Αθηναίοι  εννόησαν  τας  διαθέσεις  αυτάς 
των  συμμάχων  των,  και  έστειλαν  εις  τας  διαφόρους  πόλεις  φρουράς,  όσον 
επέτρεπαν  εις  αυτούς  τούτο  το  απρόοπτον  του  πράγματος  και  η  χειμερινή 
εποχή  του  έτους.  Ο  Βρασίδας,  εξ  άλλου,  δι΄  αναφορών  του  προς  την 
Λακεδαίμονα,  εζήτει  την  αποστολήν  ενισχύσεων,  και  ο  ίδιος  ήρχισε  να 
κατασκευάζη τριήρεις εις τον Στρυμόνα. Αλλ΄ οι Λακεδαιμόνιοι ηρνήθησαν, 
εν  μέρει  διότι  επροτίμων  ν΄ανακτήσουν  τους  αιχμαλώτους  της  Σφακτηρίας 
και τερματίσουν τον πόλεμον». (μετάφραση Ελ. Βενιζέλου)» 
Η  προσπάθειά  του  να  φθάσει  στην  πόλη  πριν  από  τον  Σπαρτιάτη  Βρασίδα 
για να τη σώσει στάθηκε ανεπιτυχής και για το λόγο αυτό εξορίστηκε. Για 
να  εκλεγεί  στρατηγός  σημαίνει  ότι  είχε  ηλικία  τουλάχιστον  30  ετών.  Αν 
μάλιστα  υποθέσουμε  ότι  δεν  εξελέγη  στην  ελάχιστη  επιτρεπόμενη  ηλικία 
(αφού  για  τον  Αλκιβιάδη  παρατηρεί  ειδικά  ότι  εξελέγη  στο  αξίωμα  αυτό 
πολύ νέος, πρβλ. 6.12.2, 6.17.1), αυτό θα σήμαινε ότι γεννήθηκε γύρω στο 460 
ή λίγο μετά.  
Ότι  διέθετε  μεταλλεία  χρυσού  στη  Θράκη,  στην  περιοχή  του  Παγγαίου 
(4.105.1).  
 
 
Η στρατηγία του Θουκυδίδη (4.103‐108) 
  
103. «Εναντίον λοιπόν της πόλεως αυτής [Αμφιπόλεως] εβάδιζεν ο Βρασίδας, 
ο  οποίος  εξεκίνησε  με  τον  στρατόν  του  από  τας  Άρνας  της  Χαλκιδικής  και 
περί  το  δειλινόν  έφθασεν  εις  τον  Αυλώνα  και  τον  Βορμίσκον,  όπου  η  λίμνη 
Βόλβη  εκχύνεται  εις  την  θάλασσαν,  και  αφού  εδείπνησεν,  εξηκολούθησε 
κατά  την  νύκτα  την  πορείαν  του.  Ένεκα  άλλωστε  της  κακοκαιρίας  και  της 
πιπτούσης  ελαφράς  χιόνος  επέσπευσε  το  βήμα,  διότι  επεδίωκε  να  μη  γίνη 
αντιληπτή  η  προσέγγισίς  του  από  τους  κατοίκους  της  Αμφιπόλεως,  εκτός 
εκείνων,  με  τους  οποίους  ευρίσκετο  εις  μυστικάς  συνεννοήσεις.  Εις  την 
Αμφίπολιν,  τωόντι,  ήσαν  εγκατεστημένοι  μερικοί   Αργίλιοι,  άποικοι  της 
Άνδρου,  οι  οποίοι  με  μερικούς  άλλους  ήσαν  μεμυημένοι,  άλλοι 
παρασυρόμενοι  από  τον  Περδίκκαν  και  άλλοι  από  τους  Χαλκιδείς.  Οι 
κάτοικοι  προ  πάντων  της  πλησίον  κειμένης  Αργίλου,  οι  οποίοι  ήσαν 
ανέκαθεν   ύποπτοι  εις  τους  Αθηναίους  και  είχαν  πάντοτε  βλέψεις  επί  της 
Αμφιπόλεως  από  αρκετόν  καιρόν,  αφού  η  άφιξις  του  Βρασίδα  εις  την 
Χαλκιδικήν  τους  παρέσχε  την  ευκαιρίαν,  είχαν  συνεννοηθή  με  τους  εντός 
της  Αμφιπόλεως  εγκατεστημένους  συμπολίτας  των  διά  την  παράδοσιν  της 
Σελίδα 14 από 60

πόλεως. Και τότε, δεχθέντες τον Βρασίδαν εντός της Αργίλου, απεστάτησαν 
από τους Αθηναίους την ιδίαν εκείνην νύκτα, και ωδήγησαν τον στρατόν του 
εις  την γέφυραν του ποταμού,  όπου έφθασε πριν να εξημερώση. Η γέφυρα 
ευρίσκεται  εις  ικανήν  απόστασιν  από  την  πόλιν,  και  δεν  συνεδέετο  προς 
αυτήν  με  τείχος  όπως  τώρα,  αλλ΄  εφρουρείτο  από  ασήμαντον  απόσπασμα. 
Την  φρουράν  αυτήν  κατέβαλεν  ευκόλως  ο  Βρασίδας,  και  ένεκα  της 
προδοσίας  και  διότι  η  επίθεσίς  του  έγινεν  απροσδοκήτως  και  εις  ώραν 
κακοκαιρίας,  δίεβη  την  γέφυραν  και  έγινεν  ευθύς  κύριος  των  εκτός  των 
τειχών  ιδιοκτησιών,  διότι  οι  Αμφιπολίται  κατώκουν  διεσπαρμένοι  εις 
ολόκληρον το εκτός της πόλεως διαμέρισμα. 
104.  Η  διάβασις  του  ποταμού  εκ  μέρους  του  Βρασίδα  υπήρξεν  εντελώς 
απροσδόκητος  διά  τους  εντός  της  πόλεως.  Και  επειδή  από  τους  εκτός  του 
τείχους διαμένοντας πολλοί συνελαμβάνοντο, ενώ άλλοι κατέφευγαν εντός 
αυτού,  οι  Αμφιπολίται  περιήλθαν  εις  μεγάλην  σύγχυσιν,  τόσον  μάλλον, 
καθόσον αλληλοϋπωπτεύοντο. Λέγεται τωόντι, ότι επεκράτει τότε η γνώμη 
ότι  εάν  ο  Βρασίδας,  αντί  να  επιτρέψη  εις  τον  στρατόν  του  να  τραπή  εις 
λεηλασίαν, απεφάσιζε να βαδίση κατ΄ ευθείαν εναντίον της πόλεως, θα την 
εκυρίευεν.  Ενώ  ήδη,  αφού  επέδραμε  τα  έξω  της  πόλεως  και  αι  προσδοκίαι 
του ως προς την βοήθειαν των εντός αυτής διεψεύσθησαν, εστρατοπέδευσε 
και ανέμενεν, ησυχάζων. Εν τω μεταξύ, οι αντίθετοι προς τους συνωμότας, 
οι  οποίοι  ως  πολυαριθμότεροι  δεν  επέτρεψαν  να  ανοίξουν  εις  αυτόν  τας 
πύλας  αμέσως,  εκ  συνεννοήσεως  με  τον  στρατηγόν  Ευκλή,  ο  οποίος  είχεν 
έλθει από τας Αθήνας ως φρούραρχος, έστειλαν να ζητήσουν βοήθειαν από 
τον έτερον των διά την Χαλκιδικήν διωρισμένων στρατηγών, τον Θουκυδίδη, 
υιόν του Ολόρου, τον συγγραφέα της παρούσης ιστορίας, ο οποίος ευρίσκετο 
εις την Θάσον, αποικίαν των Παρίων, απέχουσαν της Αμφιπόλεως ημισείας 
περίπου  ημέρας  πλούν.  Ο  Θουκυδίδης,  άμα  έλαβε  την  πρόσκλησιν, 
απέπλευσεν  εσπευσμένως  επί  κεφαλής  μοίρας  επτά  πλοίων,  τα  οποία 
έτυχαν  παρόντα,  επιδιώκων  προ  πάντων  να  προλάβη,  την  συνθηκολογίαν 
της Αμφιπόλεως, ειδεμή να σώση τουλάχιστον την Ηιόνα. 
105.  Εν  τω  μεταξύ,  επειδή  ο  Βρασίδας  εφοβείτο  αφ΄  ενός,  ότι  η  Αθηναική 
μοίρα  θα  ήρχετο  από  την  Θάσον  εις  βοήθειαν  της  πόλεως,  και  αφ΄  ετέρου 
εμάνθανεν,  ότι  ο  Θουκυδίδης  είχε  δικαίωμα  εκμεταλλεύσεως  επί  των 
μεταλλείων χρυσού, των κειμένων εις το μέρος τούτο της Θράκης, και ως εκ 
τούτου  είχε  μεγάλην  επιρροήν  εις  τους  προκρίτους  των  μερών  εκείνων, 
έσπευδε  να  καταλάβη  προηγουμένως  την  πόλιν,  εάν  θα  ημπορούσε.  Διότι 
εφοβείτο, ότι μετά την άφιξιν του Θουκυδίδου, το πλήθος των Αμφιπολιτών 
θ΄απέκρουεν  οριστικώς  κάθε  πρότασιν  συνθηκολογίας,  με  την  ελπίδα,  ότι 
ούτος  ήθελε  συγκεντρώσει  τας  συμμαχικάς  δυνάμεις  των  παρακειμένων 
νήσων και της απέναντι Θράκης, και τους σώσει. Ως εκ τούτου, επροκήρυξε 
διά  του  κύρηκος  τας  επόμενας  επιεικείς  προτάσεις  συνθηκολογίας.  Όσοι 
από  τους  Αμφιπολίτας  και  τους  παρεπιδημούντας  Αθηναίους  θέλουν 
ημπορούν  να  μείνουν  εις  την  πόλιν,  διατηρούντες  τας  ιδιοκτησίας  των  και 
Σελίδα 15 από 60

πλήρη  ισότητα  δικαιωμάτων,  όσοι  δε  δεν  θέλουν  ημπορούν  ν΄  απέλθουν 
εντός πέντε ημερών, παραλαμβάνοντες ό,τι τους ανήκει. 
106.  Όταν  ήκουσαν  την  πρότασιν  αυτήν,  οι  περισσότεροι  εκλονίσθησαν, 
τόσον μάλλον, καθόσον ολίγοι μόνον από τους πολίτας ήσαν Αθηναίοι, ενώ οι 
περισσότεροι  ήσαν  ανάμικτος  πληθυσμός.  Πολλοί  συγχρόνως  από  τους 
κατοίκους  της  πόλεως  ήσαν  συγγενείς  εκείνων,  που  είχαν  συλληφθή  έξω. 
Και τέλος εύρισκαν τας προτάσεις επιεικείς, συγκρίνοντες αυτάς προς ό,τι 
είχαν  φοβηθή,  οι  μεν  Αθηναίοι,  διότι  ευχαρίστως  θ΄  ανεχώρουν,  αφού 
ενόμιζαν  ότι  ο  κίνδυνος  δι΄  αυτούς  ήτο  μεγαλύτερος παρά  διά  τους  άλλους 
και δεν επερίμεναν εξ άλλου ταχείαν βοήθειαν, οι δε λοιποί κάτοικοι, διότι 
διετήρουν  τα  πολιτικά  των  δικαιώματα  και  συγχρόνως  διέφευγαν 
ανελπίστως τον κίνδυνον. Ως εκ τούτου, επειδή οι ευρισκόμενοι εις μυστικήν 
συνεννόησιν με τον Βρασίδαν, βλέποντες, ότι και το πλήθος είχε μεταβάλει 
γνώμην και δεν ήκουε πλέον τον παρόντα Αθηναίον στρατηγόν, ήρχισαν να 
συνηγορούν  και  φανερά  πλέον  υπέρ  των  προτάσεων,  έγινε  συνθηκολογία 
και ηνοίχθησαν αι πύλαι της πόλεως εις τον Βρασίδαν, υπό τους όρους που 
είχε  προκηρύξει.  Οι  Αμφιπολίται,  επομένως,  παρέδωσαν  κατ΄  αυτόν  τον 
τρόπον  την  πόλιν,  ενώ  ο  Θουκυδίδης  με  την  μοίραν  των  πλοίων  του 
κατέπλευσεν  εις  την  Ηιόνα  περί  το  εσπέρας  της  ιδίας  ημέρας,  όταν  ο 
Βρασίδας  είχεν  ήδη  καταλάβει  προ  μικρού  την  Αμφίπολιν,  και  παρά  μίαν 
νύκτα, έλειψε να καταλάβη και την Ηιόνα. Διότι, εάν τα πλοία δεν έσπευδαν 
εις  βοήθειαν  ολοταχώς,  η  τελευταία  θα  κατελαμβάνετο  κατά  τα 
εξημερώματα της επιούσης. 
107. Μετά τούτο, ο Θουκυδίδης κατέγινε με την διευθέτησιν των πραγμάτων 
της  Ηιόνος,  εις  τρόπον  ώστε  να  εξασφαλίση  αυτήν  και  διά  το  παρόν, 
εναντίον  ενδεχομένης  επιθέσεως  του  Βρασίδα,  και  διά  το  μέλλον,  και 
εδέχθη  όσους  επροτίμησαν,  κατά  τους  όρους  της  συνθηκολογίας,  να 
εγκαταλείψουν  την  Αμφίπολιν  και   εγκατασταθούν  εκεί.  Ο  Βρασίδας, 
εξάλλου,  κατέπλευσεν  αιφνιδίως  με  αρκετά  πλοία  διά  του  ποταμού  προς 
την  Ηιόνα,  με  την  ελπίδα,  ότι  θα  ημπορούσε  να  καταλάβη  το  ακρωτήριον 
που προεξέχει από το τείχος και γίνη τοιουτοτρόπως κύριος του στομίου του 
ποταμού. Συγχρόνως επετέθη και διά ξηράς, αλλά και αι δύο απόπειραί του 
απεκρούσθησαν.  Κατεγίνετο  επίσης  με  την  ρύθμισιν  των  πραγμάτων  της 
Αμφιπόλεως  και  της  περιφερείας  της.  Η  Μύρκινος,  εξ  άλλου,  πόλις 
Ηδωνική, προσεχώρησε προς αυτόν, αφού ο βασιλεύς των Ηδώνων Πιττακός 
εδολοφονήθη  υπό  των  υιών  του  Γοάξιος  και  της  συζύγου  του  Βραυρούς.  Το 
παράδειγμα  της  Μυρκίνου  ηκολούθησαν  μετ΄  ολίγον  η  Γαληψός  και  η 
Οισύμη, αποικίαι των Θασίων. Και ο Πέρδικκας, ο οποίος ήλθεν ευθύς μετά 
την άλωσιν, συνειργάσθη με τον Βρασίδαν εις την τακτοποίησιν των μερών 
αυτών. 
108.  Η  πτώσις  της  Αμφιπόλεως  κατετρόμαξε  τους  Αθηναίους,  τόσον 
μάλλον,  καθόσον  η  κατοχή  της  τους  ήτο  πολύ  χρήσιμος  και  διά  την 
ναυπηγήσιμον  ξυλείαν  και  διά  τα  εισοδήματα  που  τους  παρείχε.  Αλλά  και 
Σελίδα 16 από 60

δι΄ άλλον ακόμη λόγον, διότι προηγουμένως οι Λακεδαιμόνιοι ημπορούσαν να 
εκστρατεύσουν  εναντίον  των  συμμάχων  των  Αθηναίων  έως  εις  τον 
Στρυμόνα, εφόσον οι Θεσσαλοί τους συνώδευαν, διά να διέλθουν ελευθέρως 
από  το  έδαφός  των.  Αλλ΄  εφόσον  δεν  ήσαν  κύριοι  της  γεφύρας,  δεν 
ημπορούσαν  να  προελάσουν  παραπέρα,  διότι  ο  ποταμός,  προς  βορράν  της 
Αμφιπόλεως  και  εις  αρκετόν  διάστημα,  σχηματίζει  μεγάλην  λίμνην,  και 
προς το μέρος της Ηιόνος εφυλάττετο από τον στόλον. Ενώ τώρα ενόμιζαν, 
ότι  τοιαύτη  προέλασις  έγινεν  εύκολος.  Εφοβούντο  συγχρόνως  μήπως  οι 
σύμμαχοί  των  αποστατήσουν.  Διότι  ο  Βρασίδας  όχι  μόνον  εις  όλας  του  τας 
πράξεις  εδεικνύετο  μετριοπαθής,  αλλά  και  οπουδήποτε  ελάμβανε  τον 
λόγον, δεν παρέλειπε να διακηρύττη, ότι είχε σταλή διά να ελευθερώση την 
Ελλάδα.  Αι  πόλεις,  εξ  άλλου,  όσαι  ήσαν  υπήκοοι  των  Αθηναίων,  όταν 
έμαθαν  την  άλωσιν  της  Αμφιπόλεως  και  τους  επιεικείς  όρους  της 
συνθηκολογίας,  ως  και  την  πραότητα  του  Βρασίδα,  κατελήφθησαν  από 
ζωηροτάτην  επιθυμίαν  ν΄  αποστατήσουν,  και  έστελλαν  μυστικούς  προς 
αυτόν  απεσταλμένους,  διά  να  τον  προσκαλέσουν  να  έλθη,  διότι  κάθε  μία 
από  αυτάς  ήθελε  ν΄  αποστατήση  πρώτη.  Επίστευαν,  τωόντι,  ότι  τίποτε  δεν 
είχαν  να  φοβηθούν,  καθόσον  έκαμαν  το  λάθος  να  νομίζουν  την  Αθηναϊκήν 
δύναμιν  πολύ  μικροτέραν  παρ΄  ό,τι  απεδείχθη  βραδύτερον  ότι  ήτο,  και 
έκριναν σύμφωνα με τας τυφλάς των επιθυμίας μάλλον, παρά σύμφωνα με 
τας  υπαγορεύσεις  ασφαλούς  προβλεπτικότητος.  Οι  άνθρωποι,  άλλωστε, 
συνειθίζουν  να  εμπιστεύωνται  εις  την  απερίσκεπτον  ελπίδα  εκείνο  που 
επιθυμούν  και  ν΄  αποκρούουν  δι΄  αυθαιρέτου  συλλογισμού  εκείνο  που 
αποστέργουν.  Εκτός  τούτου,  η  πρόσφατος  σοβαρά  ήττα  των  Αθηναίων  εις 
την Βοιωτίαν, και οι ελκυστικοί, αν και όχι αληθινοί, λόγοι του Βρασίδα, ότι 
τάχα,  όταν  έσπευσεν  εις  βοήθειαν  της  Νισαίας  με  μόνον  τον  στρατόν  που 
είχεν, οι Αθηναίοι ηρνήθησαν να δεχθούν μάχην, τους ενεθάρρυναν και τους 
έκαμαν  να  πιστεύουν,  ότι  κανείς  δεν  θα  ήρχετο  να  τους  επιτεθή.  Προ 
πάντων  όμως  εδοκίμαζαν  το  άμεσον  θέλγητρον  της  ελευθερίας,  και  ήσαν 
έτοιμοι  να  εκτεθούν  εις  κάθε  κίνδυνον,  αφού  επρόκειτο  να  δοκιμάσουν  διά 
πρώτην φοράν τι ήσαν ικανοί να κάμουν οι Λακεδαιμόνιοι, όταν επεχείρουν 
κάτι  με  όλην  των  την  καρδίαν.  Οι  Αθηναίοι  εννόησαν  τας  διαθέσεις  αυτάς 
των  συμμάχων  των,  και  έστειλαν  εις  τας  διαφόρους  πόλεις  φρουράς,  όσον 
επέτρεπαν  εις  αυτούς  τούτο  το  απρόοπτον  του  πράγματος  και  η  χειμερινή 
εποχή  του  έτους.  Ο  Βρασίδας,  εξ  άλλου,  δι΄  αναφορών  του  προς  την 
Λακεδαίμονα,  εζήτει  την  αποστολήν  ενισχύσεων,  και  ο  ίδιος  ήρχισε  να 
κατασκευάζη τριήρεις εις τον Στρυμόνα. Αλλ΄ οι Λακεδαιμόνιοι ηρνήθησαν, 
εν  μέρει  διότι  επροτίμων  ν΄ανακτήσουν  τους  αιχμαλώτους  της  Σφακτηρίας 
και τερματίσουν τον πόλεμον». (μετάφραση Ελ. Βενιζέλου) 
 
Ότι  κατά  το  διάστημα  της  εξορίας  του  είχε  την  ευχέρεια  να  επικοινωνεί 
και  με  τα  δύο  αντίπαλα  μέρη,  συγκεντρώνοντας  υλικό  και  πληροφορίες 
(πρβλ. το λεγόμενο δεύτερο προοίμιο, 5.26).  
Σελίδα 17 από 60

 
Το δεύτερο προοίμιο του έργου του Θουκυδίδη (5.26). 
  
«Ο  αυτός  Θουκυδίδης  ο  Αθηναίος  έγραψε  και  την  ιστορίαν  των  γεγονότων 
τούτων  κατά  την  σειράν  που  έλαβαν  ταύτα  χώραν  καθ΄  έκαστον  θέρος  και 
χειμώνα, μέχρις ότου οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοί των κατέλυσαν την 
Αθηναικήν  ηγεμονίαν  και  κατέλαβαν  τα  Μακρά  Τείχη  και  τον  Πειραιά. 
Μέχρι του γεγονότος τούτου, ο πόλεμος διήρκεσεν είκοσι επτά το όλον έτη. 
Και  εάν  τις  υποστηρίζη,  ότι  το  μεταξύ  διάστημα  της  ανακωχής  δεν  πρέπει 
να  θεωρήται  πόλεμος,  πλανάται.  Διότι,  αν  εξετάση  μετά  προσοχής  τα 
γεγονότα  της  περιόδου  ταύτης,  όπως  εκτίθενται,  θα  βεβαιωθή,  ότι 
δυσκόλως δύναται αυτή να χαρακτηρισθή ως ειρήνη, αφού κατ΄ αυτήν ούτε 
απέδωκαν, ούτε έλαβαν πάντα όσα διά της συνθήκης είχαν συμφωνηθή, και 
εκτός  τούτου,  κατά  τον  Μαντινειακόν  και  τον  Επιδαύριον  πόλεμον  και  εις 
άλλας  περιστάσεις,  έγιναν  παραβιάσεις  της  συνθήκης  εκ  μέρους  και  των 
δύο,  ενώ  η  στάσις  των  συμμάχων  της  Χαλκιδικής  ήτον  όχι  ολιγώτερον 
εχθρική  προς  τους  Αθηναίους,  και  μεταξύ  Βοιωτών  και  Αθηναίων  ίσχυεν 
ανακωχή, η οποία ανενεούτο κατά δεκαήμερον. Εις τρόπον ώστε, προσθέτων 
τις  τον  πρώτον  δεκαετή  πόλεμον  και  την  μετ΄  αυτόν  αμφίβολον  ανακωχήν 
και  την  επακολουθήσασαν  επανάληψιν  των  εχθροπραξιών,  θα  εύρη, 
υπολογίζων κατά την φυσικήν διαίρεσιν του χρόνου, τόσα ακριβώς έτη, όσα 
ανέφερα,  με  προσθήκην  ολίγων  ημερών.  Διότι,  εάν  εξετάση  τις  μετά 
προσοχής  πως  η  περίοδος  αυτή  διεκόπη  υπό  πολεμικών  επιχειρήσεων,  θα 
εύρη  συγχρόνως,  ότι  η  περίστασις  αυτή  είναι  η  μόνη,  κατά  την  οποίαν  οι 
υποστηρίζοντες  τας  προβλέψεις  των  χρησμών  επηλήθευσαν.  Διότι 
ενθυμούμαι, ότι απ΄ αρχής μέχρι τέλους του πολέμου ελέγετο πάντοτε υπό 
πολλών, ότι ούτος έμελλε να διαρκέση τρεις φοράς εννέα έτη. Επέζησα του 
πολέμου, και καθ΄ όλην την διάρκειαν αυτού ήμην, λόγω ηλικίας, ώριμος την 
κρίσιν,  καταβάλλων  πάσαν  προσπάθειαν  όπως  εξακριβώνω  την  αλήθειαν. 
Μου συνέβη να μείνω εξόριστος εκ της πατρίδος επί είκοσι έτη μετά την υπό 
την  αρχηγίαν  μου  εκστρατείαν  προς  σωτηρίαν  της  Αμφιπόλεως,  και 
γνωρίζων  τα  πράγματα  εξ  αμφοτέρων  των  μερών,  ιδίως  δε  τα  των 
Πελοποννησίων,  ένεκα  της  εξορίας  μου,  κατώρθωσα  να  παρακολουθήσω 
ησύχως  και  αντιληφθώ  καλλίτερον  την  πορείαν  των  γεγονότων.  Και  θέλω 
προβή  ήδη  εις  την  έκθεσιν  των  μετά  τα  πρώτα  δέκα  έτη  διαφορών  και  την 
εντεύθεν  διάρρηξιν  της  συνθήκης  και  τα  επακολουθήσαντα  γεγονότα  του 
πολέμου». 
(μετάφραση Ελ. Βενιζέλου). 
 
  
Θεωρείται  πιθανό  ότι  ανακλήθηκε  από  την  εξορία  μετά  την  πτώση  της 
Αθήνας και την κατάργηση της δημοκρατίας. Έχει όμως υποστηριχθεί και 
η  άποψη  ότι  βρισκόταν  στην  Αθήνα  την  εποχή  που  προηγήθηκε  του 
Σελίδα 18 από 60

ολιγαρχικού  πραξικοπήματος  του  411,  καθώς  οι  περιγραφές  των 
γεγονότων  είναι  λεπτομερείς  και  δείχνουν  γνώση  της  κατάστασης  από 
πρώτο χέρι (πρβλ. Λ. Κάνφορα, Το μυστήριο Θουκυδίδης, 27‐38). 
  
 
 
Λ.  Κάνφορα,  Το  μυστήριο  Θουκυδίδης,  Αθήνα  2001  (Σαββάλας)  27‐38 
(γαλλ. έκδοση Παρίσι 1997).  
  
ΤΙ ΓΝΩΡΙΖΕ Ο ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ 
  
Η  αφήγηση  της  προετοιμασίας,  της  διεξαγωγής,  των  συνεπειών  και  της 
αποτυχίας  του  ολιγαρχικού  πραξικοπήματος  του  411  είναι  ίσως  η  πιο 
πλούσια και η πιο λεπτομερής από όλες τις αφηγήσεις που περιλαμβάνει η 
ιστορία του Θουκυδίδη (8. 45‐98). 
  
Ο ιστορικός δεν κρύβει το θαυμασμό του για το εγχείρημα των συνωμοτών. 
Σκιαγραφώντας  το  πορτρέτο  των  πρωτεργατών  της  συνομωσίας, 
υπογραμμίζει  για  τον  καθένα  χωριστά  τα  εξαιρετικά  χαρίσματά  του.  
ʺΕπειδή   οργανώθηκε  από  πολλούς  και  συνετούς  άνδρες  (ἀπ΄  ἀνδρῶν 
πολλῶν και ξυνετῶν) –  αυτό είναι το συμπέρασμά του – η επιχείρηση αυτή 
είχε  πολλές  πιθανότητες  να  επιτύχειʺ  (68.4).  Να  σημειώσουμε  ότι  ξυνετοί 
σημαίνει  επίσης  ικανοί  και  σοφοί.  Ο  ιστορικός  τρέφει  έναν  ιδιαίτερο 
θαυμασμό για τον Αντιφώντα: ʺάνδρας που δεν υστερούσε κατά την αρετή 
από  κανέναν  από  τους  σύγχρονούς  του  Αθηναίους,  διακρινόταν  για  την 
πολιτική  του  οξυδέρκεια  και  για  τη  δύναμη  του  λόγου  τουʺ  (68.1)  Προς  το 
τέλος  του  1ου  βιβλίου  διακρίνουμε  μια  σχετική  ομοιότητα  ανάμεσα  στο 
πορτρέτο του Αντιφώντα και σε αυτό του Θεμιστοκλή. 
Όταν ο Θουκυδίδης παρουσιάζει τον Αντιφώντα, δίνει εκ των προτέρων μια 
πληροφορία  σχετικά  με  την  κατάληξη  της  ολιγαρχικής  εμπειρίας  και 
ιδιαίτερα  με  την  καταδίκη  του  Αντιφώντα.  Αναφέρει  τη  δίκη  που  έληξε  με 
την  ύστατη  και  τραγική  επιτυχία  του  Αντιφώντα:  ʺΌταν  αργότερα 
ανατράπηκαν  οι  Τετρακόσιοι  και  καταδιώκονταν  από  το  λαό,  στην 
κατηγορία που διατυπώθηκε εναντίον του, διότι συνέβαλε στην εγκαθίδρυση 
του  καθεστώτος,  απολογήθηκε  με  τον  καλύτερο  λόγο  που  έχει  μέχρι 
σήμερα  [κατά  λέξη:  μέχρι  τώρα  στη  ζωή  μου]  απαγγελθεί  σε περιπτώσεις 
θανατικής ποινήςʺ (68.2). 
Υπογραμμίζουμε  τις  λέξεις  με  τις  οποίες  ο  Θουκυδίδης  αναφέρεται  στο 
κατηγορητήριο κατά του Αντιφώντα: ʺδιότι συνέβαλε στην εγκαθίδρυση του 
καθεστώτοςʺ.  Ο  Θουκυδίδης  με  τις  λέξεις  αυτές  φαίνεται  πως  θέλει  να 
δείξει  την  άγνοια  των  κατηγόρων  του  Αντιφώντα.  Ο  ίδιος  γνωρίζει  ότι  ο 
μεγάλος  ρήτορας  δεν  είχε  μόνο  συμβάλει  στην  αντίδραση,  αλλά  αντίθετα, 
όπως  ρητά  διευκρινίζει,  ʺο  Αντιφώντας  ήταν  εκείνος  που  οργάνωσε  όλη 
Σελίδα 19 από 60

αυτή την κατάσταση  με σκοπό να την οδηγήσει στην κατάληξη που είχε και 
που, σε σχέση με όλους τους άλλους, ασχολήθηκε σθεναρά με αυτήνʺ (68.1). 
Ο  πρωταρχικός  ρόλος  του  Αντιφώντα  δεν  είναι  το  μοναδικό  μυστικό  που 
αποκαλύπτει  ο  Θουκυδίδης  σχετικά  με  το  πραξικόπημα.  Μια  άλλη 
αποκάλυψη,  ιδιαίτερα  ανησυχητική,  είναι  το  γεγονός  ότι  ο  κατάλογος  των 
Πέντε Χιλιάδων – του περιορισμένου πολιτικού ʺσώματοςʺ που προοριζόταν 
να παραγκωνίσει τη συνέλευση του δήμου  – δε σχεδιάστηκε ποτέ από τους 
ιθύνοντες των Τετρακοσίων, της ολιγαρχικής εκείνης Βουλής που πήρε την 
εξουσία  το  411.  ʺΟι  Τετρακόσιοι  δεν  επιθυμούσαν  στην  πραγματικότητα 
ούτε  να  υπάρχουν  οι  Πέντε  Χιλιάδες  ούτε  να  φαίνεται  ότι  δεν  υπάρχουνʺ 
(92.11)1. 
Μια  άλλη  αποκάλυψη  που  οφείλεται  στο  Θουκυδίδη  είναι  ότι  στη 
Συνωμοσία  συμμετείχαν  άνθρωποι  ʺυπεράνω  κάθε  υποψίαςʺ.  ʺΔιότι 
υπήρχαν  μεταξύ  των  συνωμοτών  και  άνθρωποι  για  τους  οποίους  ποτέ 
κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι έκλιναν προς την ολιγαρχίαʺ (66.5). 
Προσθέτει  ακόμη  πως  πίστευαν  ότι  οι  συνωμότες  ήταν  πολύ  περισσότεροι 
από ό,τι στην πραγματικότητα (66.3). 
Επιπλέον,  ο  Θουκυδίδης  είναι  σε  θέση  να  συσχετίσει  τις  μυστηριώδεις 
δολοφονίες  που  ουδέποτε  διαλευκάνθηκαν  και  που  έγιναν  πριν  από  το 
πραξικόπημα, κατά την προετοιμασία του (65‐66). Μας προκαλεί αμηχανία 
το  υπαινικτικό  ύφος  με  το  οποίο  ο  Θουκυδίδης  μιλάει  για  τον  ʺεπιτήδειο 
τρόποʺ με τον οποίο οι δολοφόνοι αφάνιζαν τα θύματά τους: ἐκ τρόπου τινὸς 
ἐπιτηδείου (66.2). Εξίσου εντυπωσιακός είναι ο χαρακτηρισμός για ορισμένα 
θύματα ως ʺδυσάρεστα υποκείμεναʺ (65.2: ἀνεπιτηδείους). 
Η  εξιστόρηση  του  Θουκυδίδη   πηγάζει,  προφανώς,  από  τη  Βουλή  των 
Τετρακοσίων.  Θα  τολμούσαμε  μάλιστα  να  πούμε  μέσα  από  την  αίθουσα 
συνεδριάσεων  της  Βουλής  (το  Βουλευτήριον).  Ο  Θουκυδίδης  μυεί  τον 
αναγνώστη  στα  απόκρυφα  της  πολιτικής  και  ο  άξονας  της  αφήγησής  του 
ταυτίζεται  σχεδόν  πάντα  με  τη  συζήτηση  που  διεξάγεται  στη  Βουλή.  Η 
οπτική  του  γωνία  είναι  αυτή  της  Βουλής,  και  τα  γεγονότα  παρουσιάζονται 
με βάση τον απόηχο που προκαλούν στους κόλπους αυτής της συνέλευσης. 
Οι  αντιδράσεις  μάλιστα  της  Βουλής  ως  προς  το  δράμα  που  εκτυλίσσεται 
έξω από αυτήν αποτελούν το βασικό μέρος των γεγονότων που αφηγείται. 
  
ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΕΝΟΣ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑΤΟΣ 
  
[69.2‐4]  ʺΤην  ημέρα  λοιπόν  εκείνη,  όσους  δε  συμμετείχαν  στη  συνωμοσία 
τους άφησαν να πάνε στην υπηρεσία τους, όπως συνήθιζαν∙ σε εκείνους που 
συμμετείχαν  στη  συνωμοσία  δόθηκε  εντολή  να  κάθονται  ήσυχα  και  να 
περιμένουν όχι στις θέσεις όπου είχαν τα όπλα τους αλλά σε απόσταση και, 
αν  κανείς  προσπαθούσε  να  αντισταθεί  σε  ό,τι  γινόταν,  να  πάρουν  τα  όπλα 
Σελίδα 20 από 60

και  να  τον  εμποδίσουν.  Βρίσκονται  άλλωστε  στην  Αθήνα  και  Άνδριοι  και 
Τήνιοι  και  τριακόσιοι  Καρύστιοι  και  μερικοί  από  τους  Αθηναίους  αποίκους 
της  Αίγινας,  οι  οποίοι  είχαν  έλθει  με  τα  όπλα  τους  για  το  σκοπό  αυτό  και 
είχαν  λάβει  τις  ίδιες  οδηγίες  (οἷς  ταὐτὰ  προείρητο)!  Αφού  πήραν  αυτά  τα 
μέτρα,  ήρθαν  οι  Τετρακόσιοι  κρατώντας  ο  καθένας  ένα  κρυμμένο  ξιφίδιο, 
συνοδευόμενοι από εκατόν είκοσι νέους τους οποίους χρησιμοποιούσαν κάθε 
φορά που υπήρχε ανάγκη εφαρμογής βίας (εἴ τι που δέοι χειρουργεῖν). 
Παρουσιάστηκαν  (ἐπέστησαν)  στους  εκλεγμένους  με  κλήρο  βουλευτές  [τα 
μέλη  της  παλαιάς  Βουλής  των  Πεντακοσίων  που  ήταν  εν  ενεργεία],  που 
βρίσκονταν  στο  Βουλευτήριο,  και  τους  διέταξαν  να  εξέλθουν,  αφού  πρώτα 
πάρουν  το  μισθό  τους.  Είχαν  φέρει  μαζί  τους  το  μισθό  όλου  του 
υπολειπόμενου  χρόνου  της  θητείας  τους  και  καθώς  έβγαιναν  τους  τον 
κατέβαλανʺ. 
Είναι η μοιραία στιγμή της ολιγαρχικής ʺΕπανάστασηςʺ, κατά την οποία οι 
συνωμότες  παραβιάζουν  τη  νομιμότητα.  Μέχρι  τότε  οι  αποφάσεις  της 
συνέλευσης  ψηφίζονταν,  όσο  παραπλανητικές2  και  καταστροφικές  κι  αν 
ήταν για τη δημοκρατική τάξη. 
Ο  Θουκυδίδης  υπογραμμίζει  τη  μη  αναστρέψιμη  κατάσταση  ʺεκείνης  της 
ημέραςʺ.  Ξετυλίγει  σαν  σε  ταινία  μπροστά  στα  μάτια  του  αναγνώστη  τα 
γεγονότα,  μέχρι  τις  πιο  κρυφές  και  απαίσιες  λεπτομέρειες,  μέχρι  τις 
εντολές που έδωσαν στους ʺανθρώπους του χεριού τουςʺ, τις υπηρεσίες των 
οποίων  ακύρωσαν  τελικά  –ας  το  προσέξουμε  καλά–  εκείνη  τη  φορά∙  την 
πρόσληψή  τους  γνώριζαν  μόνο  οι  αρχηγοί  της  συνωμοσίας.  Ο  Θουκυδίδης 
ξέρει  αυτό  που  όφειλαν  να  είχαν  κάνει  και  το  οποίο  απέφυγαν.  Σε  πολλά 
κρίσιμα σημεία, ο Θουκυδίδης γνωρίζει αυτό που οι άλλοι αγνοούν. Ο λόγος 
του,  όταν  αναφέρεται  στους  συνωμότες,  είναι  αδέξιος∙  έτσι  –για  να 
παραμείνουμε στο ποινικό μέρος– δηλώνει ότι, λίγο μετά την κατάληψη της 
αίθουσας  της  Βουλής  από  τους  συνωμότες,  αυτοί  ʺφόνευσαν  μερικούς,  όχι 
πολλούς  (ἄνδρας  τινάς,  οὐ  πολλούς),  οι  οποίοι  θεωρήθηκαν  άξιοι  να 
φονευθούν  (οἵ  ἐδόκουν  ἐπιτήδειοι  εἶναι  ἐπεξαιρεθῆναι:  70.2).  Τέτοιες 
εκφράσεις  παραπέμπουν  στους  αρχηγούς  της  συνωμοσίας,  στους 
εκλεκτούς,  θα  λέγαμε,  της  παράταξης,  σε  αυτούς  που  ʺγνωρίζουν  τα 
πράγματαʺ. Πώς εξηγείται διαφορετικά ότι είναι ενήμερος όχι μόνο για την 
ύπαρξη των ένοπλων ʺνέωνʺ από τους οποίους οι Τετρακόσιοι συνήθιζαν να 
περιβάλλονται,  αλλά  και  για  το  μυστικό  στρατό  που  είχε  συσταθεί  από 
άντρες  του  συμμαχικού  στρατεύματος  και  που  τελικά  δεν  ανέλαβε  δράση 
ʺεκείνη την ημέραʺ; 
Η  εξιστόρηση  των  γεγονότων  και  τα  πρακτικά  των  συνεδριάσεων  στην 
αίθουσα  της  Βουλής  διαπλέκονται.  Μερικές  φορές  η  ιστορική  αφήγηση 
θυμίζει  ημερολόγιο.  Στο  κεφάλαιο  89  ο  αναγνώστης  αντιλαμβάνεται 
ξαφνικά  ότι  η  συζήτηση  υπέρ  και  κατά  του  Θηραμένη  –ο  οποίος 
αναδεικνύεται  όλο  και  περισσότερο  ως  ο  εκπρόσωπος  της  αντιπολίτευσης 
απέναντι στον Αντιφώντα στους κόλπους των Τετρακοσίων– δεν είναι άλλη 
Σελίδα 21 από 60

από  τη  συζήτηση  που  διεξάγεται  στους  κόλπους  της  Βουλής.  Λέει  κάποια 
στιγμή  :  ʺ  Άρχισαν  να  σχηματίζουν  ομάδεςʺ  (89.2).  Πρόκειται  για 
αντιμαχόμενες  φατρίες  στο  εσωτερικό  του  μικρού  αυτού   ολιγαρχικού  και 
βαθύτατα  διχασμένου  κοινοβουλίου,  που  είναι  η  Βουλή.  Ο  αναγνώστης  το 
αντιλαμβάνεται αυτό όσο προχωρά η ανάγνωση. 
Στο κεφάλαιο 92 η αφήγηση περνά απότομα από την αναγγελία της άφιξης 
του  στόλου  των  Λακεδαιμονίων  στην  Εύβοια  –καταστροφικό  κτύπημα  για 
τους Αθηναίους– σε ʺαυτό που ο Θηραμένης δήλωνε στην περίσταση αυτήʺ. 
Και ο αναγνώστης καταλαβαίνει, χάρη στις αντιδράσεις που προκαλούν τα 
λόγια  του  Θηραμένη,  ότι  στο  σημείο  αυτό  πρόκειται  για  ένα  λόγο  του 
Θηραμένη  που  εκφωνήθηκε  σε  συνεδρίαση  της  Βουλής∙  λεπτομέρεια  που 
υπονοείται  για  τον  απλούστατο  λόγο  ότι  η  αφήγηση  εγγράφεται  άρρητα 
στην  αίθουσα  της  Βουλής  και  επιβεβαιώνεται  λίγο  αργότερα  (92.6)  με  τις 
λέξεις:  ʺσυνεδρίαζαν  τότε  στο  Βουλευτήριοʺ.  Συνήθεις  συνεδριάσεις,  όπως 
αφήνει  να  εννοηθεί  η  αμέσως  επόμενη  έκφραση,  στην  αρχή  του  κεφαλαίου 
που ακολουθεί: ʺΤην επομένη οι Τετρακόσιοι, παρόλο που ήταν θορυβημένοι, 
άρχιζαν  να  συναθροίζονταιʺ  (ὅμως  ξυνελέγοντο:  93.1,  όπου  ο  παρατατικός 
ξυνελέγοντο δείχνει ότι επρόκειτο για τη συνήθη συνεδρία τους). 
  
ʺSE AUDIENTEʺ
  
Η αποτυχία της δικτατορίας των Τετρακοσίων απασχολεί το Θουκυδίδη και 
από πολιτικής πλευράς. Οι ολιγαρχίες που γεννιούνται από την κρίση μιας 
δημοκρατίας  –δηλώνει–  είναι  αδύναμες  (89.3)∙  μια  άποψη  που  απασχόλησε 
ιδιαίτερα τον Αριστοτέλη (Πολιτικά, 1305b 22‐30). 
Η  παταγώδης  αποτυχία  του  καθεστώτος  γίνεται  το  αντικείμενο  μιας 
ζωηρής αφήγησης. Ο Θουκυδίδης παρακολουθεί την κρίση μέρα με τη μέρα, 
ιδιαίτερα  μάλιστα  την  τύχη  των  σημαντικότερων  ολιγαρχικών,  και  κυρίως 
του  Αντιφώντα.  Τονίζει  πως  από  συνταγματική  άποψη  το  καθεστώς  που 
εγκαθιδρύθηκε  τη  στιγμή  κατά  την  οποία  οι  ultras  (οι  ακραίοι,  οι 
εξτρεμιστές)  εκδιώχθηκαν,  δηλαδή  ʺτο  επονομαζόμενο  καθεστώς  των 
Πέντε  Χιλιάδωνʺ,  ήταν  ʺτο  καλύτερο  στις  μέρες  μου  (97.2:  ἐπί  γε  ἐμοῦ) 
πολίτευμα  που  είχαν  οι  Αθηναίοιʺ.  Απόσπασμα  αμφιλεγόμενο  και  πολύ 
συζητημένο,  που  ερμηνεύτηκε  κατά  χίλιους  τρόπους,  ώστε  να  αποφευχθεί 
τελικά να πει αυτό που λέει: ότι ο Θηραμένης είναι ανώτερος του Περικλή!–
ούτως ή άλλως γεγονός ακατανόητο, αν ο Θουκυδίδης δεν είχε γνωρίσει την 
εξαιρετική  αυτή  εμπειρία  της  διακυβέρνησης  των  Πέντε  Χιλιάδων  παρά 
μόνο εξ ακοής. 
Η  έκφραση  ʺστις  μέρες  μουʺ  (ἐπί  γε  ἐμοῦ)  δείχνει  ότι  ο  Θουκυδίδης  ήταν 
παρών,  γεγονός  που  του  επέτρεψε  να  εκτιμήσει  τα  θετικά  σημεία  της 
διακυβέρνησης  του  Θηραμένη.  Η  ίδια  σκέψη  επιβάλλεται  και  για  τον 
Σελίδα 22 από 60

ακριβώς  ανάλογο  τρόπο  με  τον  οποίο  εκφράζει  το  θαυμασμό  του  για  την 
απολογία  του  Αντιφώντα:  ʺαπολογήθηκε  με  τον  καλύτερο  λόγο  που  μέχρι 
σήμερα [κατά λέξη: μέχρι τώρα στη ζωή μου] έχει ακουστεί σε περιπτώσεις 
θανατικής  ποινήςʺ  (68.2:  ἄριστα  φαίνεται  τῶν  μέχρι  ἐμοῦ  θανάτου  δίκην 
ἀπολογησάμενος). 
Η ενθουσιώδης αυτή κρίση για ένα πρόσωπο θα ήταν σχεδόν ακατανόητη, αν 
αναφερόταν  σε  κάποιον  που  ο  Θουκυδίδης  είχε  πάψει  να  συναναστρέφεται 
από  το  424.  Η  ίδια  κρίση  επαναλήφθηκε  και  αξιοποιήθηκε  από  τον 
Αριστοτέλη  στο έργο του Τεχνών Συναγωγή, στο σημείο όπου ο φιλόσοφος 
αναφερόταν στον Αντιφώντα. Το κείμενο του Αριστοτέλη  έχει χαθεί, αλλά 
το  γνωρίζουμε  από  περίληψη  που  δίνει  ο  Κικέρωνας  στο  διάλογό  του 
Βροῦτος: ʺΟ Αντιφώντας, για τον οποίο γνωρίζουμε από το Θουκυδίδη, που 
τον άκουσε ο ίδιος, υπερασπίστηκε μόνος του τον εαυτό του τόσο καλά όσο 
κανείς  ποτέ  άλλοτε  σε  περίπτωση  θανατικής  ποινήςʺ  (47:  ʺquo  neminem 
unquam  melius  ullam  oravisse  capitis  causam  cum  se  ipse  defenderet,  se  audiente, 
locuples  auctor  scripsit  Thucydidesʺ).  Το  απόσπασμα  αυτό  του  Κικέρωνα, 
παρμένο  κατευθείαν  από  τον  Αριστοτέλη  (βλ.  §46),  το  συναντάμε  ξανά, 
ακριβώς το ίδιο, στη συλλογή αποσπασμάτων του τελευταίου3. 
Η μετάφραση που υιοθετήσαμε εδώ είναι του Jules Martha από τις εκδόσεις 
Budė,  προσθέσαμε  όμως  τις  λέξεις  ʺπου  τον  άκουσε  ο  ίδιοςʺ,  οι  οποίες 
έλειπαν  από  τη  μετάφραση  του  Martha,  και  επαναφέραμε  τις  λέξεις  ,  se 
audiente,  που  είχαν  περικοπεί  από  το  λατινικό  κείμενο,  επειδή  ενοχλούσαν. 
Η απάλειψη των λέξεων ʺse audienteʺ ανάγεται στη δογματική αυστηρότητα 
του  Johann  Christian  Friedrich  Campe,  διευθυντή   του  Griefenberg  στην 
Πομερανία, την οποία εισηγήθηκε το 1860 στο έργο του Beiträge zur Kritik des 
Cicero  πάντα  εν  ονόματι  του  ίδιου  επιχειρήματος  στο  οποίο  έχουν  έως 
σήμερα  υποκύψει  αρκετοί:  την  εποχή  εκείνη  ο  Θουκυδίδης  δεν  ήταν  στην 
Αθήνα αλλά στην εξορία! 
Για να ακριβολογούμε, οι σύγχρονοι μελετητές, συμφωνώντας ως προς το να 
εμποδίσουν  τον  Αριστοτέλη  να  πει  αυτό  που  λέει,  χωρίζονται  σε  δύο 
ρεύματα:  οι  πρώτοι  περικόπτουν  τελείως  τις  λέξεις  se  audiente  (χωρίς  να 
αναρωτηθούν μήπως υπάρχει μια λογική που κάποιος τις παρεμβάλλει)∙ οι 
δεύτεροι, πιο ανεκτικοί, θα ήταν διατεθειμένοι να δεχθούν τις ενοχλητικές 
λέξεις  του  Κικέρωνα  με  το  επιχείρημα  ότι  οφείλονται  σε  μια  ανακριβή 
ανάγνωση που έκανε ο Κικέρωνας στο πρωτότυπο του Αριστοτέλη.  
Οι  πρώτοι  είναι  αναξιόπιστοι,  εφόσον  δεν  προβάλλουν  κάποια  σοβαρή 
απάντηση στο ερώτημα της προέλευσης της υποτιθέμενης παρεμβολής.  Οι 
άλλοι  επικαλούνται  ένα  απόλυτα  φυσιολογικό  λάθος  του  Κικέρωνα4. 
Ωστόσο,  δε  γνωρίζουμε  γιατί  το  λάθος  αυτό  θα  ήταν  ʺφυσιολογικόʺ  εκ 
μέρους  του  Κικέρωνα.  Ξεχνάμε  ότι,  αναφερόμενος  στο  ίδιο  θέμα  χωρίς  να 
ανατρέξει  στον  Αριστοτέλη,  ο  Κικέρωνας  διαβεβαιώνει  πως  ο  Θουκυδίδης 
ήταν  εξόριστος  από  το  424  έως  το  404,  και  συνεπώς  ήταν  απών  από  την 
Αθήνα το 411 (Περί τοῦ Ῥήτορος, ΙΙ,56). Η αντίφαση αυτή θα αρκούσε για να 
Σελίδα 23 από 60

υποθέσουμε ότι στο απόσπασμα του Βρούτου η ίδια η πηγή του Κικέρωνα –
που δεν είναι άλλη από τον ίδιο τον Αριστοτέλη– τον υποχρέωσε να γράψει 
κάτι  αντίθετο  από  την  προσωπική  του  άποψη:  ʺse  audiente,  locuples  auctor 
scripsit Thucydidesʺ5. 
 
 
Το  όνομα  του  πατέρα  του,  Όλορος  (αναφέρεται  στο  4.104,  με  αφορμή  τη 
στρατηγία  του),  είναι  όνομα  που  φέρουν  βασιλείς  της  Θράκης.  Υπήρξε 
μάλλον εγγονός της Ηγησιπύλης, κόρης του βασιλιά της Θράκης Ολόρου 
και του Μιλτιάδη, νικητή του Μαραθώνα.  
 
Η στρατηγία του Θουκυδίδη (4.103‐108) 
  
103. «Εναντίον λοιπόν της πόλεως αυτής [Αμφιπόλεως] εβάδιζεν ο Βρασίδας, 
ο  οποίος  εξεκίνησε  με  τον  στρατόν  του  από  τας  Άρνας  της  Χαλκιδικής  και 
περί  το  δειλινόν  έφθασεν  εις  τον  Αυλώνα  και  τον  Βορμίσκον,  όπου  η  λίμνη 
Βόλβη  εκχύνεται  εις  την  θάλασσαν,  και  αφού  εδείπνησεν,  εξηκολούθησε 
κατά  την  νύκτα  την  πορείαν  του.  Ένεκα  άλλωστε  της  κακοκαιρίας  και  της 
πιπτούσης  ελαφράς  χιόνος  επέσπευσε  το  βήμα,  διότι  επεδίωκε  να  μη  γίνη 
αντιληπτή  η  προσέγγισίς  του  από  τους  κατοίκους  της  Αμφιπόλεως,  εκτός 
εκείνων,  με  τους  οποίους  ευρίσκετο  εις  μυστικάς  συνεννοήσεις.  Εις  την 
Αμφίπολιν,  τωόντι,  ήσαν  εγκατεστημένοι  μερικοί   Αργίλιοι,  άποικοι  της 
Άνδρου,  οι  οποίοι  με  μερικούς  άλλους  ήσαν  μεμυημένοι,  άλλοι 
παρασυρόμενοι  από  τον  Περδίκκαν  και  άλλοι  από  τους  Χαλκιδείς.  Οι 
κάτοικοι  προ  πάντων  της  πλησίον  κειμένης  Αργίλου,  οι  οποίοι  ήσαν 
ανέκαθεν   ύποπτοι  εις  τους  Αθηναίους  και  είχαν  πάντοτε  βλέψεις  επί  της 
Αμφιπόλεως  από  αρκετόν  καιρόν,  αφού  η  άφιξις  του  Βρασίδα  εις  την 
Χαλκιδικήν  τους  παρέσχε  την  ευκαιρίαν,  είχαν  συνεννοηθή  με  τους  εντός 
της  Αμφιπόλεως  εγκατεστημένους  συμπολίτας  των  διά  την  παράδοσιν  της 
πόλεως. Και τότε, δεχθέντες τον Βρασίδαν εντός της Αργίλου, απεστάτησαν 
από τους Αθηναίους την ιδίαν εκείνην νύκτα, και ωδήγησαν τον στρατόν του 
εις  την γέφυραν του ποταμού,  όπου έφθασε πριν να εξημερώση. Η γέφυρα 
ευρίσκεται  εις  ικανήν  απόστασιν  από  την  πόλιν,  και  δεν  συνεδέετο  προς 
αυτήν  με  τείχος  όπως  τώρα,  αλλ΄  εφρουρείτο  από  ασήμαντον  απόσπασμα. 
Την  φρουράν  αυτήν  κατέβαλεν  ευκόλως  ο  Βρασίδας,  και  ένεκα  της 
προδοσίας  και  διότι  η  επίθεσίς  του  έγινεν  απροσδοκήτως  και  εις  ώραν 
κακοκαιρίας,  δίεβη  την  γέφυραν  και  έγινεν  ευθύς  κύριος  των  εκτός  των 
τειχών  ιδιοκτησιών,  διότι  οι  Αμφιπολίται  κατώκουν  διεσπαρμένοι  εις 
ολόκληρον το εκτός της πόλεως διαμέρισμα. 
104.  Η  διάβασις  του  ποταμού  εκ  μέρους  του  Βρασίδα  υπήρξεν  εντελώς 
απροσδόκητος  διά  τους  εντός  της  πόλεως.  Και  επειδή  από  τους  εκτός  του 
τείχους διαμένοντας πολλοί συνελαμβάνοντο, ενώ άλλοι κατέφευγαν εντός 
αυτού,  οι  Αμφιπολίται  περιήλθαν  εις  μεγάλην  σύγχυσιν,  τόσον  μάλλον, 
Σελίδα 24 από 60

καθόσον αλληλοϋπωπτεύοντο. Λέγεται τωόντι, ότι επεκράτει τότε η γνώμη 
ότι  εάν  ο  Βρασίδας,  αντί  να  επιτρέψη  εις  τον  στρατόν  του  να  τραπή  εις 
λεηλασίαν, απεφάσιζε να βαδίση κατ΄ ευθείαν εναντίον της πόλεως, θα την 
εκυρίευεν.  Ενώ  ήδη,  αφού  επέδραμε  τα  έξω  της  πόλεως  και  αι  προσδοκίαι 
του ως προς την βοήθειαν των εντός αυτής διεψεύσθησαν, εστρατοπέδευσε 
και ανέμενεν, ησυχάζων. Εν τω μεταξύ, οι αντίθετοι προς τους συνωμότας, 
οι  οποίοι  ως  πολυαριθμότεροι  δεν  επέτρεψαν  να  ανοίξουν  εις  αυτόν  τας 
πύλας  αμέσως,  εκ  συνεννοήσεως  με  τον  στρατηγόν  Ευκλή,  ο  οποίος  είχεν 
έλθει από τας Αθήνας ως φρούραρχος, έστειλαν να ζητήσουν βοήθειαν από 
τον έτερον των διά την Χαλκιδικήν διωρισμένων στρατηγών, τον Θουκυδίδη, 
υιόν του Ολόρου, τον συγγραφέα της παρούσης ιστορίας, ο οποίος ευρίσκετο 
εις την Θάσον, αποικίαν των Παρίων, απέχουσαν της Αμφιπόλεως ημισείας 
περίπου  ημέρας  πλούν.  Ο  Θουκυδίδης,  άμα  έλαβε  την  πρόσκλησιν, 
απέπλευσεν  εσπευσμένως  επί  κεφαλής  μοίρας  επτά  πλοίων,  τα  οποία 
έτυχαν  παρόντα,  επιδιώκων  προ  πάντων  να  προλάβη,  την  συνθηκολογίαν 
της Αμφιπόλεως, ειδεμή να σώση τουλάχιστον την Ηιόνα. 
105.  Εν  τω  μεταξύ,  επειδή  ο  Βρασίδας  εφοβείτο  αφ΄  ενός,  ότι  η  Αθηναική 
μοίρα  θα  ήρχετο  από  την  Θάσον  εις  βοήθειαν  της  πόλεως,  και  αφ΄  ετέρου 
εμάνθανεν,  ότι  ο  Θουκυδίδης  είχε  δικαίωμα  εκμεταλλεύσεως  επί  των 
μεταλλείων χρυσού, των κειμένων εις το μέρος τούτο της Θράκης, και ως εκ 
τούτου  είχε  μεγάλην  επιρροήν  εις  τους  προκρίτους  των  μερών  εκείνων, 
έσπευδε  να  καταλάβη  προηγουμένως  την  πόλιν,  εάν  θα  ημπορούσε.  Διότι 
εφοβείτο, ότι μετά την άφιξιν του Θουκυδίδου, το πλήθος των Αμφιπολιτών 
θ΄απέκρουεν  οριστικώς  κάθε  πρότασιν  συνθηκολογίας,  με  την  ελπίδα,  ότι 
ούτος  ήθελε  συγκεντρώσει  τας  συμμαχικάς  δυνάμεις  των  παρακειμένων 
νήσων και της απέναντι Θράκης, και τους σώσει. Ως εκ τούτου, επροκήρυξε 
διά  του  κύρηκος  τας  επόμενας  επιεικείς  προτάσεις  συνθηκολογίας.  Όσοι 
από  τους  Αμφιπολίτας  και  τους  παρεπιδημούντας  Αθηναίους  θέλουν 
ημπορούν  να  μείνουν  εις  την  πόλιν,  διατηρούντες  τας  ιδιοκτησίας  των  και 
πλήρη  ισότητα  δικαιωμάτων,  όσοι  δε  δεν  θέλουν  ημπορούν  ν΄  απέλθουν 
εντός πέντε ημερών, παραλαμβάνοντες ό,τι τους ανήκει. 
106.  Όταν  ήκουσαν  την  πρότασιν  αυτήν,  οι  περισσότεροι  εκλονίσθησαν, 
τόσον μάλλον, καθόσον ολίγοι μόνον από τους πολίτας ήσαν Αθηναίοι, ενώ οι 
περισσότεροι  ήσαν  ανάμικτος  πληθυσμός.  Πολλοί  συγχρόνως  από  τους 
κατοίκους  της  πόλεως  ήσαν  συγγενείς  εκείνων,  που  είχαν  συλληφθή  έξω. 
Και τέλος εύρισκαν τας προτάσεις επιεικείς, συγκρίνοντες αυτάς προς ό,τι 
είχαν  φοβηθή,  οι  μεν  Αθηναίοι,  διότι  ευχαρίστως  θ΄  ανεχώρουν,  αφού 
ενόμιζαν  ότι  ο  κίνδυνος  δι΄  αυτούς  ήτο  μεγαλύτερος παρά  διά  τους  άλλους 
και δεν επερίμεναν εξ άλλου ταχείαν βοήθειαν, οι δε λοιποί κάτοικοι, διότι 
διετήρουν  τα  πολιτικά  των  δικαιώματα  και  συγχρόνως  διέφευγαν 
ανελπίστως τον κίνδυνον. Ως εκ τούτου, επειδή οι ευρισκόμενοι εις μυστικήν 
συνεννόησιν με τον Βρασίδαν, βλέποντες, ότι και το πλήθος είχε μεταβάλει 
γνώμην και δεν ήκουε πλέον τον παρόντα Αθηναίον στρατηγόν, ήρχισαν να 
Σελίδα 25 από 60

συνηγορούν  και  φανερά  πλέον  υπέρ  των  προτάσεων,  έγινε  συνθηκολογία 
και ηνοίχθησαν αι πύλαι της πόλεως εις τον Βρασίδαν, υπό τους όρους που 
είχε  προκηρύξει.  Οι  Αμφιπολίται,  επομένως,  παρέδωσαν  κατ΄  αυτόν  τον 
τρόπον  την  πόλιν,  ενώ  ο  Θουκυδίδης  με  την  μοίραν  των  πλοίων  του 
κατέπλευσεν  εις  την  Ηιόνα  περί  το  εσπέρας  της  ιδίας  ημέρας,  όταν  ο 
Βρασίδας  είχεν  ήδη  καταλάβει  προ  μικρού  την  Αμφίπολιν,  και  παρά  μίαν 
νύκτα, έλειψε να καταλάβη και την Ηιόνα. Διότι, εάν τα πλοία δεν έσπευδαν 
εις  βοήθειαν  ολοταχώς,  η  τελευταία  θα  κατελαμβάνετο  κατά  τα 
εξημερώματα της επιούσης. 
107. Μετά τούτο, ο Θουκυδίδης κατέγινε με την διευθέτησιν των πραγμάτων 
της  Ηιόνος,  εις  τρόπον  ώστε  να  εξασφαλίση  αυτήν  και  διά  το  παρόν, 
εναντίον  ενδεχομένης  επιθέσεως  του  Βρασίδα,  και  διά  το  μέλλον,  και 
εδέχθη  όσους  επροτίμησαν,  κατά  τους  όρους  της  συνθηκολογίας,  να 
εγκαταλείψουν  την  Αμφίπολιν  και   εγκατασταθούν  εκεί.  Ο  Βρασίδας, 
εξάλλου,  κατέπλευσεν  αιφνιδίως  με  αρκετά  πλοία  διά  του  ποταμού  προς 
την  Ηιόνα,  με  την  ελπίδα,  ότι  θα  ημπορούσε  να  καταλάβη  το  ακρωτήριον 
που προεξέχει από το τείχος και γίνη τοιουτοτρόπως κύριος του στομίου του 
ποταμού. Συγχρόνως επετέθη και διά ξηράς, αλλά και αι δύο απόπειραί του 
απεκρούσθησαν.  Κατεγίνετο  επίσης  με  την  ρύθμισιν  των  πραγμάτων  της 
Αμφιπόλεως  και  της  περιφερείας  της.  Η  Μύρκινος,  εξ  άλλου,  πόλις 
Ηδωνική, προσεχώρησε προς αυτόν, αφού ο βασιλεύς των Ηδώνων Πιττακός 
εδολοφονήθη  υπό  των  υιών  του  Γοάξιος  και  της  συζύγου  του  Βραυρούς.  Το 
παράδειγμα  της  Μυρκίνου  ηκολούθησαν  μετ΄  ολίγον  η  Γαληψός  και  η 
Οισύμη, αποικίαι των Θασίων. Και ο Πέρδικκας, ο οποίος ήλθεν ευθύς μετά 
την άλωσιν, συνειργάσθη με τον Βρασίδαν εις την τακτοποίησιν των μερών 
αυτών. 
108.  Η  πτώσις  της  Αμφιπόλεως  κατετρόμαξε  τους  Αθηναίους,  τόσον 
μάλλον,  καθόσον  η  κατοχή  της  τους  ήτο  πολύ  χρήσιμος  και  διά  την 
ναυπηγήσιμον  ξυλείαν  και  διά  τα  εισοδήματα  που  τους  παρείχε.  Αλλά  και 
δι΄ άλλον ακόμη λόγον, διότι προηγουμένως οι Λακεδαιμόνιοι ημπορούσαν να 
εκστρατεύσουν  εναντίον  των  συμμάχων  των  Αθηναίων  έως  εις  τον 
Στρυμόνα, εφόσον οι Θεσσαλοί τους συνώδευαν, διά να διέλθουν ελευθέρως 
από  το  έδαφός  των.  Αλλ΄  εφόσον  δεν  ήσαν  κύριοι  της  γεφύρας,  δεν 
ημπορούσαν  να  προελάσουν  παραπέρα,  διότι  ο  ποταμός,  προς  βορράν  της 
Αμφιπόλεως  και  εις  αρκετόν  διάστημα,  σχηματίζει  μεγάλην  λίμνην,  και 
προς το μέρος της Ηιόνος εφυλάττετο από τον στόλον. Ενώ τώρα ενόμιζαν, 
ότι  τοιαύτη  προέλασις  έγινεν  εύκολος.  Εφοβούντο  συγχρόνως  μήπως  οι 
σύμμαχοί  των  αποστατήσουν.  Διότι  ο  Βρασίδας  όχι  μόνον  εις  όλας  του  τας 
πράξεις  εδεικνύετο  μετριοπαθής,  αλλά  και  οπουδήποτε  ελάμβανε  τον 
λόγον, δεν παρέλειπε να διακηρύττη, ότι είχε σταλή διά να ελευθερώση την 
Ελλάδα.  Αι  πόλεις,  εξ  άλλου,  όσαι  ήσαν  υπήκοοι  των  Αθηναίων,  όταν 
έμαθαν  την  άλωσιν  της  Αμφιπόλεως  και  τους  επιεικείς  όρους  της 
συνθηκολογίας,  ως  και  την  πραότητα  του  Βρασίδα,  κατελήφθησαν  από 
Σελίδα 26 από 60

ζωηροτάτην  επιθυμίαν  ν΄  αποστατήσουν,  και  έστελλαν  μυστικούς  προς 
αυτόν  απεσταλμένους,  διά  να  τον  προσκαλέσουν  να  έλθη,  διότι  κάθε  μία 
από  αυτάς  ήθελε  ν΄  αποστατήση  πρώτη.  Επίστευαν,  τωόντι,  ότι  τίποτε  δεν 
είχαν  να  φοβηθούν,  καθόσον  έκαμαν  το  λάθος  να  νομίζουν  την  Αθηναϊκήν 
δύναμιν  πολύ  μικροτέραν  παρ΄  ό,τι  απεδείχθη  βραδύτερον  ότι  ήτο,  και 
έκριναν σύμφωνα με τας τυφλάς των επιθυμίας μάλλον, παρά σύμφωνα με 
τας  υπαγορεύσεις  ασφαλούς  προβλεπτικότητος.  Οι  άνθρωποι,  άλλωστε, 
συνειθίζουν  να  εμπιστεύωνται  εις  την  απερίσκεπτον  ελπίδα  εκείνο  που 
επιθυμούν  και  ν΄  αποκρούουν  δι΄  αυθαιρέτου  συλλογισμού  εκείνο  που 
αποστέργουν.  Εκτός  τούτου,  η  πρόσφατος  σοβαρά  ήττα  των  Αθηναίων  εις 
την Βοιωτίαν, και οι ελκυστικοί, αν και όχι αληθινοί, λόγοι του Βρασίδα, ότι 
τάχα,  όταν  έσπευσεν  εις  βοήθειαν  της  Νισαίας  με  μόνον  τον  στρατόν  που 
είχεν, οι Αθηναίοι ηρνήθησαν να δεχθούν μάχην, τους ενεθάρρυναν και τους 
έκαμαν  να  πιστεύουν,  ότι  κανείς  δεν  θα  ήρχετο  να  τους  επιτεθή.  Προ 
πάντων  όμως  εδοκίμαζαν  το  άμεσον  θέλγητρον  της  ελευθερίας,  και  ήσαν 
έτοιμοι  να  εκτεθούν  εις  κάθε  κίνδυνον,  αφού  επρόκειτο  να  δοκιμάσουν  διά 
πρώτην φοράν τι ήσαν ικανοί να κάμουν οι Λακεδαιμόνιοι, όταν επεχείρουν 
κάτι  με  όλην  των  την  καρδίαν.  Οι  Αθηναίοι  εννόησαν  τας  διαθέσεις  αυτάς 
των  συμμάχων  των,  και  έστειλαν  εις  τας  διαφόρους  πόλεις  φρουράς,  όσον 
επέτρεπαν  εις  αυτούς  τούτο  το  απρόοπτον  του  πράγματος  και  η  χειμερινή 
εποχή  του  έτους.  Ο  Βρασίδας,  εξ  άλλου,  δι΄  αναφορών  του  προς  την 
Λακεδαίμονα,  εζήτει  την  αποστολήν  ενισχύσεων,  και  ο  ίδιος  ήρχισε  να 
κατασκευάζη τριήρεις εις τον Στρυμόνα. Αλλ΄ οι Λακεδαιμόνιοι ηρνήθησαν, 
εν  μέρει  διότι  επροτίμων  ν΄ανακτήσουν  τους  αιχμαλώτους  της  Σφακτηρίας 
και τερματίσουν τον πόλεμον». (μετάφραση Ελ. Βενιζέλου) 
  
 
Για  τον  τόπο  και  τη  χρονολογία  του  θανάτου  του  μόνο  εικασίες  είναι 
δυνατές.  Από  εσωτερικές  ενδείξεις  πάντως  θεωρείται  πιθανόν  ότι  ζούσε 
τα πρώτα χρόνια του 4ου αιώνα.  
  
Στα χειρόγραφα του Θουκυδίδη διαβάζουμε και δύο Βίους, που είναι όμως 
αρκετά μεταγενέστεροι και στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό σε εικασίες της 
βιογραφικής παράδοσης που άνθησε από τον 3ο αιώνα π.Χ. και αρεσκόταν 
στην εξαγωγή συμπερασμάτων από το ίδιο το έργο για την συμπλήρωση 
διαφόρων  κενών.  Χαρακτηριστική  είναι  λ.χ.  η  λεπτομέρεια  ότι  ως  νέος 
άκουσε τον Ηρόδοτο να απαγγέλλει το έργο του και παρακινήθηκε να τον 
μιμηθεί  (πληροφορία  που  επαναλαμβάνεται  και  στο  βιογραφικό  λήμμα 
του λεξικού της Σούδας). Οι βίοι περιέχουν επίσης αρκετές κρίσεις για τη 
συγγραφική τέχνη του (με τα μέτρα των αρχαίων ρητορικών θεωριών) και 
για το ύφος του.   
  
Οι δύο αυτοί βίοι είναι: 
Σελίδα 27 από 60

ƒ

ƒ

Ο  βίος  που  αποδίδεται  σε  κάποιον  Μαρκελλίνο,  ο  οποίος  έζησε 
πιθανότατα τον 5ο αιώνα μ.Χ. Όπως έχει παρατηρηθεί «δεν είναι σε 
θέση να πει απολύτως τίποτε που να μην είναι αμφισβητήσιμο» (L. 
Piccirilli, Storie dello storico Tucidide, Genova 1985, xv).  
Ένας  συντομότερος  ανώνυμος  βίος  που  δεν  είναι  δυνατόν  να 
χρονολογηθεί  με  ακρίβεια  και  ακολουθεί  χρονολογική  σειρά 
ανάπτυξης  του  θέματος,  κατά  το  πρότυπο  των  Βίων  του 
Πλουτάρχου.  

4.3.2 Η μέθοδος του Θουκυδίδη
Ο  Θουκυδίδης  έχει  επαινεθεί  για  στοιχεία  που  παραπέμπουν  τόσο  στην 
επιστημονική όσο και στη λογοτεχνική ποιότητα του έργου του. Και οι δύο 
προσεγγίσεις  θεμελιώνονται  στην  εξέταση  του  τρόπου  με  τον  οποίο 
επιλέγει,  συγκεντρώνει  και  παρουσιάζει  το  υλικό  του,  δεν  είναι  όμως 
πάντοτε  συμβατές  μεταξύ  τους.  Πέρα  από  τη  διάγνωση  στο  έργο 
μεγαλύτερης  ή  μικρότερης  αντικειμενικότητας  ή  αυθαιρεσίας,  σημασία 
έχει να κατανοηθεί ο πραγματικός χαρακτήρας του έργου και η σημασία 
του  για  την  εποχή  του.  Αυτό  εξυπηρετούν  τα  αποσπάσματα  και  σχόλια 
που  θα  παρουσιαστούν  στην  ενότητα  αυτή.  Ιδιαίτερη  βαρύτητα  έχουν  οι 
δηλώσεις  του  ιστορικού  στο  λεγόμενο  μεθοδολογικό  κεφάλαιο  (1.22)  [Ο 
Θουκυδίδης εκθέτει τη μέθοδο και τους στόχους του έργου του 
  
Ο Θουκυδίδης επισημαίνει ότι η αλήθεια στα έργα των ποιητών (προπάντων 
του  Ομήρου)   παραμορφώνεται,  λόγω  του  εγγενούς  λογοτεχνικού 
χαρακτήρα της ποίησης, ενώ στα έργα προγενέστερών του συγγραφέων που 
τους  αποκαλεί  «λογογράφους»  (πεζογράφους)  διαπιστώνει  ελλιπή  κριτική 
των  πηγών.  Ο  ιστορικός  δεν  διστάζει  να  χρησιμοποιήσει   «τους  παλαιούς 
των  ποιητών»  ως  μάρτυρες  για  την  εξάπλωση  της  πειρατείας  (1.5.2)  ή  για 
τον  πλούτο  της  αρχαίας  Κορίνθου  (1.13.5)  και  θεωρεί  τον  Μίνωα  ιστορικό 
πρόσωπο.  Όπου  όμως  γίνεται  λόγος  για  το  πραγματικό  μέγεθος  των 
πραγμάτων,  διατηρεί  επιφυλάξεις  (λ.χ.  για  τη  σημασία  της  πόλης  των 
Μυκηνών, 1.10.3). 
  
Κλείνοντας  την  επισκόπηση  του  παρελθόντος  στην  Αρχαιολογία,  και  λίγο 
πριν περάσει στην έκθεση της δικής του μεθόδου  ο Θουκυδίδης παρατηρεί:  
  
21  1ἐκ δὲ τῶν εἰρημένων τεκμηρίων ὅμως τοιαῦτα ἄν τις νομίζων μάλιστα ἃ 
διῆλθον  οὐχ  ἁμαρτάνοι,  καὶ  οὔτε  ὡς  ποιηταὶ  ὑμνήκασι  περὶ  αὐτῶν  ἐπὶ  τὸ 
μεῖζον κοσμοῦντες μᾶλλον πιστεύων, οὔτε ὡς λογογράφοι ξυνέθεσαν ἐπὶ τὸ 
προσαγωγότερον  τῇ  ἀκροάσει  ἢ  ἀληθέστερον,  ὄντα  ἀνεξέλεγκτα  καὶ  τὰ 
πολλὰ ὑπὸ χρόνου αὐτῶν ἀπίστως ἐπὶ τὸ μυθῶδες ἐκνενικηκότα, ηὑρῆσθαι 

Σελίδα 28 από 60

δὲ  ἡγησάμενος  ἐκ  τῶν  ἐπιφανεστάτων  σημείων  ὡς  παλαιὰ  εἶναι 
ἀποχρώντως.  
  
Μετάφραση  
Εν  τούτοις,  δεν  θα  επλανάτο  κανείς,  εάν  επί  τη  βάσει  των  ανωτέρω 
τεκμηρίων  έκρινεν,  ότι  τα  του  παλαιού  καιρού  ήσαν  κατά  μεγάλην 
προσέγγισιν τοιαύτα, όπως τα εξέθεσα. Ούτε πρέπει να δώση μεγαλυτέραν 
πίστιν  εις  τας  υπερβολάς  της  φαντασίας  των  ποιητών,  ούτε  εις  τας 
διηγήσεις  των  χρονογράφων,  τας  οποίας  ούτοι  εσύνθεσαν  μάλλον  διά  να 
ευχαριστήσουν  τους  ακροατάς  των  παρά  διά  να  ειπούν  την  αλήθειαν.  Αι 
διηγήσεις αυταί είναι ανεξέλεγκτοι και κατά το πλείστον περιήλθαν ένεκα 
της  πολυκαιρίας  εις  την  χώραν  των  μύθων,  ώστε  να  καταστούν 
απίστευτοι. Προκειμένου  εν  τούτοις  περί  πραγμάτων  τόσον  παλαιών, 
πρέπει  να  θεωρήση  κανείς,  ότι  ταύτα  εξηκριβώθησαν  αποχρώντως,  επί  τη 
βάσει των πλέον αναμφισβήτητων τεκμηρίων». (μετάφραση Ελ. Βενιζέλου).  
  
Όσον  αφορά  λοιπόν  στην  εξακρίβωση  της  αλήθειας  (ἀληθέστερον),  ο 
συγγραφέας  διαφοροποιείται  σαφώς  από  το  σύνολο  της  προγενέστερης 
παράδοσης.  Εμμέσως  διεκδικεί  πρωτοποριακό  χαρακτήρα  για  το  έργο  του. 
Το αίτημα της αληθείας παρουσιάζεται ως ύψιστη προτεραιότητα. Η έρευνά 
του είναι στοχευμένη. Ο ιστορικός Θουκυδίδης ζητά να πάρει απαντήσεις σε 
συγκεκριμένα  ερωτήματα  που  έχει  θέσει,  και  δεν  αρκείται  σε  απλή 
αναδιήγηση (έστω και κριτική) όσων έτυχε να πληροφορηθεί.  
  
Δυσκολίες  αντιμετωπίζει  και  ο  ίδιος  με  τους  μάρτυρες  που  συναντά  για 
διάφορα γεγονότα, καθώς η πληροφόρηση που του δίνουν διαφέρει ανάλογα 
με  τις  προκαταλήψεις  τους  και  το  τι  έχουν  συγκρατήσει  στη  μνήμη  τους.  
Παρά  τις  δυσκολίες  όμως  αυτές,  ο  Θουκυδίδης  έχει  ως  απώτερο  στόχο  να 
κάνει τα ίδια τα «έργα» να μιλήσουν μέσα από την αφήγησή του. 
  
21  2καὶ  ὁ  πόλεμος  οὗτος,  καίπερ  τῶν  ἀνθρώπων  ἐν  ᾧ  μὲν  ἂν  πολεμῶσι  τὸν 
παρόντα  αἰεὶ  μέγιστον  κρινόντων,  παυσαμένων  δὲ  τὰ  ἀρχαῖα  μᾶλλον 
θαυμαζόντων,  ἀπ’  αὐτῶν  τῶν  ἔργων  σκοποῦσι  δηλώσει  ὅμως  μείζων 
γεγενημένος αὐτῶν.   
  
Μετάφραση  
«  Και  μολονότι  οι  άνθρωποι,  εφόσον  μεν  διεξάγουν  ένα  πόλεμον,  τον 
θεωρούν ως τον μέγιστον, ενώ όταν τελειώση θαυμάζουν περισσότερον τους 
παλαιούς, ο Πελοποννησιακός πόλεμος, διά τον κρίνοντα επί τη βάσει αυτών 
των  γεγονότων,  θέλει  αποδειχθή  ότι  υπήρξε  μεγαλύτερος  από  όλους  τους 
προηγουμένους.» (μετάφραση Ελ. Βενιζέλου).  
  
Στο επόμενο κεφάλαιο γίνεται όμως σαφές ότι: 
Σελίδα 29 από 60

ƒ

ƒ

Τα  γεγονότα  αυτά  (τα  «έργα»  της  προηγουμένης  παραγράφου) 
επιμερίζονται  σε  «λόγους»  (δημηγορίες)  και  καθεαυτό  «έργα» 
(πολεμική δράση), και ότι  
Υπάρχει κάποια διαβάθμιση στη μέθοδο έρευνας και αναπαράστασης 
των  μεν  και  των  δε,  με  άμεσο  αντίκτυπο  στην  πιστότητά  της 
απόδοσής τους.  

  
ΤΟ ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ  
  
22 Καὶ ὅσα μὲν λόγῳ εἶπον ἕκαστοι ἢ μέλλοντες πολεμήσειν ἢ ἐν αὐτῷ ἤδη 
ὄντες, χαλεπὸν τὴν ἀκρίβειαν αὐτὴν τῶν λεχθέντων διαμνημονεῦσαι ἦν ἐμοί 
τε ὧν αὐτὸς ἤκουσα καὶ τοῖς ἄλλοθέν ποθεν ἐμοὶ ἀπαγγέλλουσιν∙ ὡς δ’ ἂν 
ἐδόκουν  μοι  ἕκαστοι  περὶ  τῶν  αἰεὶ  παρόντων  τὰ  δέοντα  μάλιστ’  εἰπεῖν 
ἐχομένῳ  ὅτι  ἐγγύτατα  τῆς  ξυμπάσης  γνώμης  τῶν  ἀληθῶς  λεχθέντων, 
οὕτως  εἴρηται.  2τὰ  δ’  ἔργα  τῶν  πραχθέντων  ἐν  τῷ  πολέμῳ  οὐκ  ἐκ  τοῦ 
παρατυχόντος πυνθανόμενος ἠξίωσα γράφειν, οὐδ’ ὡς ἐμοὶ ἐδόκει, ἀλλ’ οἷς 
τε  αὐτὸς  παρῆ  καὶ  παρὰ  τῶν  ἄλλων  ὅσον  δυνατὸν  ἀκριβείᾳ  περὶ  ἑκάστου 
ἐπεξελθών.  3ἐπιπόνως δὲ ηὑρίσκετο, διότι οἱ παρόντες τοῖς ἔργοις ἑκάστοις 
οὐ  ταὐτὰ  περὶ  τῶν  αὐτῶν  ἔλεγον,  ἀλλ’  ὡς  ἑκατέρων  τις  εὐνοίας  ἢ  μνήμης 
ἔχοι.  4καὶ  ἐς  μὲν  ἀκρόασιν  ἴσως  τὸ  μὴ  μυθῶδες  αὐτῶν  ἀτερπέστερον 
φανεῖται∙ ὅσοι δὲ βουλήσονται τῶν τε γενομένων τὸ σαφὲς σκοπεῖν καὶ τῶν 
μελλόντων  ποτὲ  αὖθις  κατὰ  τὸ  ἀνθρώπειον  τοιούτων  καὶ  παραπλησίων 
ἔσεσθαι, ὠφέλιμα κρίνειν αὐτὰ ἀρκούντως ἕξει. κτῆμά τε ἐς αἰεὶ μᾶλλον ἢ 
ἀγώνισμα ἐς τὸ παραχρῆμα ἀκούειν ξύγκειται.  
  
Μετάφραση  
22. «Και ως προς μεν τους λόγους, τους απαγγελθέντας από διαφόρους, είτε 
κατά τας παραμονάς του πολέμου, είτε κατά την διάρκειαν αυτού, η ακριβής 
απομνημόνευσις  των λεχθέντων  ήτο  δύσκολος,  ή  μάλλον  αδύνατος,  και  εις 
εμέ,  διʹ  όσους  ο  ίδιος  ήκουσα,  και  εις  τους  άλλους,  όσοι  μου  ανεκοίνωσαν 
αυτούς  από  τα  διάφορα  μέρη  όπου  τους  ήκουσαν.  Διά  τούτο  τους  έγραψα 
όπως  ενόμισα,  ότι  έκαστος  των  ρητόρων  ηδύνατο  να  ομιλήση 
προσφορώτερον προς την εκάστοτε περίστασιν, προσηλούμενος συγχρόνως 
όσον  το  δυνατόν  περισσότερον  εις  την  γενικήν  έννοιαν  των  πραγματικώς 
λεχθέντων.  Τα  γεγονότα,  εξ  άλλου,  του  πολέμου  έκρινα  καθήκον  μου  να 
γράψω, όχι λαμβάνων τας πληροφορίας μου από τον πρώτον τυχόντα, ούτε 
όπως  τα  εφανταζόμην,  αλλʹ  αφού  υπέβαλα  εις  ακριβέστατον  έλεγχον  και 
εκείνα  των  οποίων  υπήρξα  αυτόπτης  μάρτυς  και  όσα  έμαθα  από  άλλους. 
Αλλʹ  η  εξακρίβωσίς  των  ήτο  έργον  δύσκολον,  διότι  οι  αυτόπται  μάρτυρες 
των  διαφόρων  γεγονότων  δεν  εξέθεταν  τα  ίδια  πράγματα  κατά  τον  ίδιον 
τρόπον,  αλλʹ  έκαστος  αναλόγως  της  μνήμης  του  ή  της  ευνοίας,  την  οποίαν 
είχε προς τον ένα η τον άλλον αντίπαλον. Ο αποκλεισμός του μυθώδους από 
την ιστορίαν μου ίσως την καταστήση ολιγώτερον τερπνήν ως ακρόαμα. Θα 
Σελίδα 30 από 60

μου είναι όμως αρκετόν, εάν το έργον μου κρίνουν ωφέλιμον όσοι θελήσουν 
να έχουν ακριβή αντίληψιν των γεγονότων, όσα έχουν ήδη λάβει χώραν, και 
εκείνων τα οποία κατά την ανθρωπίνην φύσιν μέλλουν να συμβούν περίπου 
όμοια. Διότι την ιστορίαν μου έγραψα ως θησαυρόν παντοτεινόν και όχι ως 
έργον  προωρισμένον  να  υποβληθή  εις  διαγωνισμόν  και  νʹ  αναγνωσθή  εις 
επήκοον  των  πολλών,  διά  να  λησμονηθή  μετʹ  ολίγον».  (μετάφραση  Ελ. 
Βενιζέλου).  
  
  
Οι  λόγοι  ακολουθούν  σε  μεγάλο  βαθμό  συνθετικές  αρχές  που  επέλεξε  ο 
ίδιος  ο  ιστορικός.  Αυθεντική  είναι  μόνο  η  ξύμπασα  γνώμη  κάθε  ομιλητή,  η 
γενική  τάση,  κατεύθυνση  προς  την  οποία  κινείται  ο  λόγος.  Φαίνεται  ότι 
περισσότερο από μια φωτογραφική απεικόνιση της πραγματικότητας (που ο 
Θουκυδίδης ξεκαθαρίζει ότι δεν την επιδιώκει) η εξιστόρηση στοχεύει στην 
ανάδειξη  αυτού  που  ο  ίδιος  αποκαλεί  «το  σαφές»,  και  είναι  κάτι  που 
προκύπτει  από  την  ακριβή  (κατά  το  δυνατόν)  παρουσίαση  των  συμβάντων 
(«το  ακριβές»), βρίσκεται όμως  πέρα από αυτή. Ο δικός του ρόλος κατά τη 
διαμόρφωση  των  λόγων,  έτσι  ώστε  να  εξυπηρετούν  τον  παραπάνω  στόχο, 
αποδίδεται  με  τον  όρο  «τα  δέοντα»,  αυτό  που,  κατά  τον  Θουκυδίδη,  θα 
όφειλε  λογικώς  κάθε  ρήτορας  να  πει.  Εδώ  θα  πρέπει  να  εννοήσουμε  τη 
ρητορική διαμόρφωση του λόγου (στην οποία θα πρέπει να περιλάβουμε και 
τα  επιχειρήματα).  Η  σημασία  του  όρου  έχει  συζητηθεί  ιδιαίτερα,  και  μια 
ενδιαφέρουσα τοποθέτηση θα βρείτε σε αυτόν το σύνδεσμο . (Τα δεόντα 
  
Σχετικά  με  τη  σημασία  του  όρου  «τα  δέοντα»  και  γενικότερα  με  τις  όψεις 
εκείνες των δημηγοριών που έχουν διαμορφωθεί σύμφωνα με την κρίση και 
την τέχνη του ίδιου του ιστορικού, ένας σημαντικός μελετητής, ο John Finley, 
παρατηρεί στο κλασικό του βιβλίο για τον ιστορικό: 
  
«[Τ]α  σοφιστικά  επιχειρήματα  από  την  πιθανότητα,  από  το  συμφέρον  και 
από  τους  φυσικούς  νόμους  ήταν  κάτι  περισσότερο  από  εργαλεία  πειθούς. 
Έδιναν την εντύπωση ότι παρείχαν τη δυνατότητα μιας βαθύτερης (κάποιος 
είχε  πει  σχεδόν,  επιστημονικής)  γνώσης  της  ανθρώπινης  φύσης.  Η  ισχυρή 
επίδραση των σοφιστών στη σκέψη του τέλους του 5ου αιώνα δύσκολα μπορεί 
να  εξηγηθεί  με  οποιαδήποτε  άλλη  υπόθεση.  Επιπλέον  τα  επιχειρήματα 
αυτά  φαίνονταν  ακόμη  πιο  πολύτιμα,  γιατί  εξυπηρετούσαν  άμεσα  τις 
πρακτικές ανάγκες της ρητορικής και κατά συνέπεια της διακυβέρνησης. Η 
σοφιστική  ρητορική  είχε  εμφανιστεί  και  αναπτυχθεί  γιατί,  στις  νέες 
συνθήκες  που  επικρατούσαν  εκείνο  τον  καιρό,  φαινόταν  να  εφοδιάζει  τους 
ομιλητές  με  τα  μέσα  να  εκτιμούν  την  ανθρώπινη  συμπεριφορά  και  να 
υπολογίζουν  την  πιθανή  πορεία  των  γεγονότων.  Η  ρητορική  λοιπόν  δεν 
ήταν,  όπως  έχουμε  την  τάση  να  νομίζουμε,  μια  τέχνη  διακοσμητική  του 
λόγου ασύνδετη με τη σκέψη˙ αφορούσε τόσο τη σκέψη όσο και την έκφραση 
Σελίδα 31 από 60

ενώνοντάς τα και τα δυό σε ένα αποτελεσματικό πρακτικό μέσο. Επομένως 
όταν  ο  Θουκυδίδης  λέει  ότι  έβαλε  τους  ομιλητές  των  δημηγοριών  του  να 
λένε  τα  δέοντα,  χρησιμοποιώντας  τον  όρο  με  μισο‐ρητορική  έννοια  για  να 
δηλώσει  τις  κύριες  γραμμές  συλλογισμού  που  είναι  δυνατές  σε  διάφορες 
περιστάσεις, τούτο δε σημαίνει ότι δε χρησιμοποιεί τις λέξεις αυτές και με 
την  πολιτική  έννοια  που  περιγράψαμε  παραπάνω.  Η  ρητορική  ήταν 
απόλυτα  ο  φορέας  της  πολιτικής  σκέψης.  Το  γεγονός  ότι  ο  όρος  τα  δέοντα 
είχε γι’ αυτόν μια μόνο σημασία ενώ εμείς βρίσκουμε δυό, δείχνει μάλλον ότι 
γι’   αυτόν  η  ρητορική  της  εποχής  του  φαινόταν  να  είναι  το  αποκλειστικό 
εργαλείο πολιτικής ανάλυσης. 
Αυτό το κύρος που ένιωθε ότι έχει αυτή η ρητορική μας δίνει το κλειδί για 
την  κατανόηση  των  δημηγοριών  του.  Μπορεί  να  πει  κανείς  ότι  ως  προς  το 
σκοπό  μοιάζουν  κάπως  με  τις  Τετραλογίες  του  Αντιφώντα:  δηλαδή  είναι 
συμπυκνωμένα  παραδείγματα  συλλογιστικής  πορείας  που  πρέπει  να 
ακολουθηθεί  κάτω  από  διαφορετικές  συνθήκες,  αν  και  ταυτόχρονα  είναι 
κάτι  περισσότερο  από  αυτό,  μια  και  μεταφέρουν  την  άποψη  των 
πραγματικών ομιλητών, αλλά είναι και το κύριο μέσο για να παρουσιαστούν 
οι ισχυρές δυνάμεις που διαμόρφωναν την ιστορία της εποχής. Είναι σαν να 
κάνει την ανάγκη φιλοτιμία ο Θουκυδίδης, όταν λέει ότι οι δημηγορίες του, 
αν  δεν  μπορούσαν  να  έχουν  την  αρετή  της  ακριβούς  αλήθειας,  τουλάχιστο 
θα  είχαν  την  αρετή  της  αποσαφήνισης  των  κύριων  αιτίων  των  γεγονότων. 
Και καθώς το όλο έργο του αποσκοπούσε στο να γνωρίσει στους ανθρώπους 
τις  επαναλαμβανόμενες  δυνάμεις  στην  ιστορία, οι δημηγορίες του φάνηκαν 
το  κύριο  μέσο  για  το  σκοπό  αυτό.  Μ΄  αυτό  τον  τρόπο  είναι  που 
πραγματοποιεί  την  ένωση  του  ειδικού  με  το  γενικό  […].  Τα  επιχειρήματα 
των  δημηγοριών,  ακριβώς  επειδή  ενσαρκώνουν  εκείνη  την  οξυδερκή  και 
ρεαλιστική εκτίμηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς που είχαν εισηγηθεί οι 
σοφιστές, πρέπει να ήταν για το Θουκυδίδη ο βασικός δεσμός ανάμεσα στην 
εξιστόρησή του και σε αυτά που θεωρούσε τα βαθύτερα διδάγματά της.  
Μπορούμε έτσι να διατυπώσουμε μερικά τελικά συμπεράσματα σχετικά με 
τις  δημηγορίες.  Πρώτ’  απ’  όλα,  μια  και  ενσαρκώνουν  επιχειρήματα 
θεμελιακού  χαρακτήρα  πρέπει  να  παίζουν  ένα  οργανικό,  ίσως  ακόμα  και 
συνδετικό ρόλο στο όλο έργο.  Θα  φανεί  στα  επόμενα  κεφάλαια  ότι  πολλές 
δημηγορίες  αντιστοιχούν  μεταξύ  τους  και  ότι  σε  μερικές  ο  Θουκυδίδης 
παραβιάζει  την  πραγματικότητα  αποδίδοντας  στον  ομιλητή  γνώση 
πραγμάτων  που  ένας  άλλος  ομιλητής  έλεγε  εκείνη  την  ώρα  κάπου  αλλού. 
Το  πράγμα  δεν  πρέπει  να  μας  εκπλήσσει,  γιατί  εξαιτίας  της  φύσης  των 
επιχειρημάτων  οι  δημηγορίες  είναι  φυσικό  να  έχουν  μια  σημασία  που 
υπερβαίνει  κατά  κάποιο  τρόπο  τις  άμεσες  περιστάσεις  στις  οποίες 
εμφανίζονται. Ταυτόχρονα πολλές δημηγορίες παρουσιάζονται κατά ζεύγη, 
εν  μέρει  επειδή  αντανακλούν  πραγματικές  συζητήσεις,  αλλά  και  επειδή  η 
ζευγαρωτή  παρουσίαση  των  επιχειρημάτων  αποκαλύπτει  σαφέστερα  τις 

Σελίδα 32 από 60

αντιτιθέμενες συνέπειές τους» (J. Finley, Θουκυδίδης, εκδ. Παπαδήμα Αθήνα 
1985, 105‐107, αγγλ. πρωτότυπη έκδοση Cambridge Mass. 1942).)  
 
  
Για περισσότερες πληροφορίες ως προς το τι αντιπροσωπεύουν οι λόγοι (Οι 
λόγοι του έργου … 
Στο  έργο  συναντάμε  41  δημηγορίες.  Με  μια  μοναδική  εξαίρεση  (τον 
Επιτάφιο  του  Περικλή),  όλες  βρίσκονται  σε  άμεση  συσχέτιση  με  τη  δράση 
που  πρόκειται  να  ακολουθήσει:  38  είναι  λόγοι  πολιτικού  περιεχομένου, 
δημόσιοι (συνήθως ενώπιον της συνέλευσης των πολιτών, όπως η αθηναϊκή 
Εκκλησία  του  δήμου),  με  συμβουλευτικό  κυρίως  περιεχόμενο.  Οι 
περισσότεροι  από  αυτούς  εντάσσονται  σε  αντιθετικά  ζεύγη  (αντιλογίες), 
μια  παράδοση  που  μας  είναι  γνωστή  από  τις  τετραλογίες  του  Αντιφώντα 
(εκεί ο κάθε αγορητής διαθέτει και μια δευτερολογία). Ο τίτλος Αντιλογίαι 
παραδίδεται και ανάμεσα στα έργα του σοφιστή Πρωταγόρα. 10 λόγοι είναι 
στρατιωτικές  παρακελεύσεις,  που  εκφωνούνται  από  στρατηγούς  πριν  από 
μια κρίσιμη μάχη. Και αυτές απηχούν συχνά η μια την άλλη, επειδή ανήκουν 
σε  ένα  μάλλον  στερεότυπο  είδος,  αλλά  επίσης  επειδή  ο  Θουκυδίδης 
επιθυμεί  ο  αναγνώστης  να  έχει  τη  δυνατότητα  άμεσης  σύγκρισης  των  δύο 
αντιπάλων.  2  ακόμη  λόγοι  έχουν  περισσότερο  δικανικό  χαρακτήρα. 
Πρόκειται  για  την  κατηγορία  των  Θηβαίων  κατά  των  Πλαταιέων  και  την 
υπεράσπιση των τελευταίων ενώπιον των Σπαρτιατών.   
Δεν  είναι  λίγες  οι  φορές  που  λόγοι  των  πρωταγωνιστών  αποδίδονται  σε 
πλάγιο λόγο. Φαίνεται ότι αυτό απαιτούσε η οικονομία του έργου, καθώς ο 
Θουκυδίδης  φρόντισε  να  αποφεύγει  ανούσιες  επαναλήψεις,  την  απόδοση 
πολλών  λόγων  στα  ίδια  πρόσωπα,  αλλά  και  την  παράθεση  λόγων  που  δεν 
συντείνουν  στον  προβληματισμό  του  αναγνώστη  για  τις  αιτίες  και  τις 
συνέπειες  των  γεγονότων.  Αν  συνυπολογιστούν  πάντως  και  οι  λόγοι  που 
συμπυκνώνονται  σε  έμμεσες  αναφορές,  ο  αριθμός  τους  ανέρχεται  σε  141. 
Ξεχωριστή θέση στο έργο κατέχει ο Διάλογος των Μηλίων, η διπλωματική 
συνομιλία  Αθηναίων  αξιωματούχων  με  τους  ολιγαρχικούς  κυβερνήτες  της 
Μήλου κεκλεισμένων των θυρών, σε συνθήκες πολιορκίας του νησιού.  
  
… και η απουσία λόγων (δημηγοριών) 
Ο διάλογος των Μηλίων κλείνει το πέμπτο βιβλίο (ο χωρισμός των βιβλίων 
πάντως δεν ανήκει στο Θουκυδίδη, αλλά στους αλεξανδρινούς φιλολόγους), 
και  ουσιαστικά την περίοδο εφαρμογής της Ειρήνης του Νικία (421‐416). Στο 
πέμπτο  βιβλίο  δεν  υπάρχουν  δημηγορίες,  κάτι  που  επαναλαμβάνεται  και 
στο όγδοο. Που οφείλεται όμως η ιδιαιτερότητα αυτή;   
Ορισμένοι επεχείρησαν να αποδώσουν την μορφή του διαλόγου των Μηλίων 
σε ελλιπή επεξεργασία, και υπέθεσαν μάλιστα ότι ο Θουκυδίδης συνέτασσε 
τις  αντιλογίες  του  με  βάση  σημειώσεις  που  μπορούσαν  να  έχουν  τη  μορφή 
διαλόγου,  όπου  αντικρούονταν μία  προς  μία  οι  απόψεις  κάθε  (συν)ομιλητή. 
Σελίδα 33 από 60

Αντίστοιχα η απουσία λόγων από το όγδοο βιβλίο αποδόθηκε στο γεγονός ότι 
είναι  ημιτελές.  Πραγματικά  στο  όγδοο  βιβλίο  υποχωρεί  η  θεματική 
οργάνωση  της  αφήγησης  σε  μακρές  ενότητες.  Κυριαρχούν  οι  σύντομες 
καταγραφές  των  γεγονότων,  που  κάποτε  μπορεί  να  θυμίζουν  σημειώσεις. 
Σύμφωνα όμως με τον W.R. Connor, αυτή η εικόνα είναι ίσως ηθελημένη.  
Στο βιβλίο εξιστορούνται γεγονότα που συνιστούν υποβάθμιση των θεσμών 
του  δημοκρατικού  πολιτεύματος  στην  Αθήνα  και  οδηγούν  στην  κατάργησή 
του.  Η  σημασία  επομένως  της  δημόσιας  διαβούλευσης  είναι  περιορισμένη. 
Παράλληλα, μεγάλο μέρος των εξελίξεων αποφασίζεται με παρασκηνιακές 
διεργασίες.  Μεγαλύτερη  επιρροή  στη  δημιουργία  πολιτικής  έχουν  οι 
τρομοκρατικές  συσπειρώσεις  παρά  τα  θεσμικά  σώματα.  Όσον  αφορά  τις 
στρατιωτικές  επιχειρήσεις,  τα  θέατρα  του  πολέμου  είναι  πολλά, 
διεσπαρμένα  στο  Βόρειο  και  Ανατολικό  κυρίως  Αιγαίο,  ενώ  και  εδώ  η 
μυστική  διπλωματία  (επαφές  μεταξύ  Αθηναίων  που  εκπροσωπούν 
διαφορετικά  μεταξύ  τους  συμφέροντα,  Σπαρτιατών  και  Περσών)  έχει 
μεγαλύτερη  σημασία  από  τις  φανερές  κινήσεις.  Η  ασυμφωνία  λόγων  και 
έργων είναι σχεδόν κανονικό φαινόμενο.  
Μια  τέτοια  άποψη  στηρίζεται  στην  προϋπόθεση  ύπαρξης  κάποιας 
αντιστοιχίας μεταξύ μορφής και περιεχομένου. Η μορφή κατά κάποιο τρόπο 
αντικατοπτρίζει,  αποτυπώνει  ανάγλυφα  την  ουσία  των  γεγονότων.  Αυτή  η 
σκέψη  φαίνεται  να  επιβεβαιώνεται  και  από  άλλα  σημεία  του  έργου.  Η 
αδιαμφισβήτητη  κυριαρχία  του  Περικλή  κωδικοποιείται  στο  κείμενο  μέσω 
της  απουσίας  αντιλόγου  στις  αγορεύσεις  του.  Πολύ  περισσότερο, 
παρατηρούμε  ότι  σε  όλη  τη  διάρκεια  της  δράσης  του  στο  έργο,  από  την 
έναρξη  του  πολέμου  ως  το  θάνατό  του,  κανένας  Αθηναίος  πολιτικός  δεν 
αναφέρεται  ονομαστικά,  με  εξαίρεση  φυσικά  τους  επικεφαλής 
εκστρατευτικών  σωμάτων.  Είναι  εξάλλου  χαρακτηριστικό,  ότι  ένας  από 
τους  σημαντικότερους  Αθηναίους  στρατηγούς,  ο  Δημοσθένης,  δεν  παίρνει 
ποτέ  το  λόγο  στο  έργο,  παρά  για  να  εκφωνήσει  μια  στρατιωτική 
παρακέλευση.  Ο  Δημοσθένης  φαίνεται  ότι  δεν  ήταν  πειστικός  ομιλητής,  κι 
αυτό γίνεται σαφές από τις αποτυχημένες προσπάθειές του στην αρχή του 
τέταρτου βιβλίου, να πείσει τόσο τους επικεφαλής όσο και τους στρατιώτες 
που συμμετείχαν στην ναυτική επιχείρηση του περίπλου της Πελοποννήσου 
να  τειχίσουν  το  ύψωμα  που  τους  εισηγήθηκε  στην  περιοχή  της  Πύλου.  Το 
σχέδιο  υλοποιήθηκε  ανεξάρτητα,  χάρη  σε  συγκυριακούς  παράγοντες  και 
στάθηκε  αφορμή  για  μια  από  τις  μεγαλύτερες  Αθηναϊκές  επιτυχίες,  τη 
σύλληψη  των  Πελοποννησίων  στη  Σφακτηρία.  Και  αλλού  ο  Δημοσθένης 
φαίνεται απρόθυμος να αντιμετωπίσει την αθηναϊκή εκκλησία.  Παρατείνει 
την παραμονή του στην Ακαρνανία, προκειμένου να αποφύγει συζήτηση για 
κάποιες προηγούμενες ατυχείς επιχειρήσεις στην περιοχή.  
Φαίνεται λοιπόν ότι το ρητορικό στοιχείο στο έργο του Θουκυδίδη: 
ƒ Προκύπτει από τη μεγάλη σημασία της ρητορικής στο δημόσιο βίο και 
αντανακλά, ως ένα σημείο, πραγματικές επιδόσεις των πολιτικών.  
Σελίδα 34 από 60

ƒ

Είναι  άμεσα  συνυφασμένο  με  την  ερμηνεία  των  γεγονότων,  όπως  τα 
αντιλαμβανόταν  ο  Θουκυδίδης.  Επιλέγει  αυστηρά  ποιους  λόγους  θα 
παραθέσει, ποιους ομιλητές θα προβάλει, ποια γεγονότα θα φωτίσει 
με τρόπο προνομιακό μέσω των διαλεκτικών αναλύσεων που αποδίδει 
στους ομιλητές. ) 

του  Θουκυδίδη  προχωρήστε  στο  σύνδεσμο.  Χρήσιμη  είναι  και  μια 
επισκόπηση  των  λόγων  στην  προγενέστερη  αφηγηματική  γραμματεία. 
(Σε  ποιο  βαθμό  πρωτοτυπεί  ο  Θουκυδίδης  παρεμβάλλοντας  λόγους 
στην ιστορική του αφήγηση;  
  
Η παράθεση λόγων σε ένα αφηγηματικού τύπου έργο δεν είναι επινόηση του 
Θουκυδίδη.  Ανάγεται  στις  αρχές  της  ελληνικής  λογοτεχνικής  παράδοσης, 
δηλαδή  στον  Όμηρο.  Οι  εκτενέστεροι  λόγοι  των  ομηρικών  ηρώων  έχουν 
συχνά  αυτοσυστατικό  χαρακτήρα  (περιέχοντας  γενεαλογικά  στοιχεία  και 
καλύπτοντας  αναδρομικά  γεγονότα  ενός  απώτερου  παρελθόντος)  ή 
συμβουλευτικό χαρακτήρα (συχνά μέσω παραδειγμάτων).  
Επιτρέπουν  να  διαγραφεί  εναργέστερα  το  ήθος  των  ηρώων,  συμβάλλουν 
στην  προώθηση  της  δράσης,  συνεργούν  όμως  και  στην  επιβεβαίωση  αξιών 
στις  οποίες  στηρίζεται  η  επιτυχής  επικοινωνία  του ποιητή  με  το  κοινό  του. 
Στην  πρώτη  μεγάλη  σκηνή  της  Ιλιάδας,  στη  ραψωδία  Α,  η  διαλογική 
αντιπαράθεση  Αγαμέμνονα  και  Αχιλλέα  προσφέρει  την  αφορμή  να  τεθούν 
ερωτήματα  που  αγγίζουν  την  ουσία  της  πολιτικής  και  της  διακυβέρνησης. 
Ποιος δικαιούται να άρχει; Ποιο είναι το καλύτερο σύστημα διακυβέρνησης; 
Ποια είναι τα επιθυμητά προσόντα του ηγέτη και ποιες οι υποχρεώσεις του; 
Ποια  είναι  η  πηγή  νομιμοποίησης  της  εξουσίας  του  και  ποια  τα  όρια  της 
άσκησής  της;  Με  ποια  κριτήρια  πρέπει  να  λαμβάνονται  οι  αποφάσεις  που 
αφορούν  το  σύνολο;  Τα  θέματα  θα  παραμείνουν  ανοιχτά  μέχρι  τη  δεύτερη 
ραψωδία, οπότε με αφορμή το επεισόδιο του Θερσίτη, η συζήτηση θα κλείσει 
με  την  κατάφαση  της  ισχύουσας  ιεραρχίας  και  τάξης  ανάμεσα  στο 
στράτευμα.  Όσα  όμως  έχουν  λεχθεί  ασφαλώς  λειτουργούν  ως  καταγραφή 
καίριων ζητημάτων και επηρεάζουν την πρόσληψη των συμβάντων εφεξής.  
Χαρακτηριστικό  για  τα  εκφραστικά  μέσα  του  έπους  είναι  ακόμα  και  το 
γεγονός  ότι  η  διαδικασία  εσωτερικού  προβληματισμού  για  τη  λήψη  μιας 
απόφασης συχνά παρουσιάζεται ως διάλογος ανάμεσα στον ήρωα και σε μια 
θεότητα  (αυτό  λ.χ.  συμβαίνει  με  το  δίλημμα  του  Αχιλλέα  αν  πρέπει  να 
τραβήξει το σπαθί του εναντίον του Αγαμέμνονα στη διάρκεια της διένεξης, 
κάτι  που  τελικά  αποτρέπει  η  Αθηνά  με  την  εμφάνιση  και  τη  φραστική  της 
παρέμβαση).  
Πιστεύεται ότι από τους συγγραφείς πεζού λόγου ήταν ο Ηρόδοτος από την 
Αλικαρνασσό  (συγγενής  του  επικού  ποιητή  Πανύασση,  ενός  από  τους  5 
σημαντικότερους  εκπροσώπους  του  είδους,  σύμφωνα  με  τον  αλεξανδρινό 
κανόνα)  αυτός  που  εμπνεύστηκε  από  την  ομηρική  παράδοση  και  ενέταξε 

Σελίδα 35 από 60

μακροσκελείς  λόγους  στο  έργο  του.  Ο  Ηρόδοτος  χρησιμοποιεί  το  διάλογο 
για  να  προετοιμάσει  πολιτικές  αποφάσεις.  Αυτό  συμβαίνει  λ.χ.  σε  δυό 
περίφημες ενότητες του έργου, στη συζήτηση των Περσών ευγενών σχετικά 
με  το  ιδανικό  πολίτευμα,  όπου  εκφωνούνται  τρεις  λόγοι,  ένας  υπέρ  κάθε 
πολιτεύματος και κατά του προηγουμένου (3.80‐82), ενώ στα κεφάλαια 5‐18 
του  έβδομου  βιβλίου  αποδίδεται  σε  ευθύ  λόγο  η  μακρά  συζήτηση  ανάμεσα 
στους  συμβούλους  του  βασιλιά  Ξέρξη  με  αφορμή  την  επιθυμία  του 
τελευταίου  να  εκστρατεύσει  στην  Ελλάδα.  Εκεί  μάλιστα  διατυπώνεται  με 
τρόπο προγραμματικό η αξία του διαλόγου από τον σοφό Αρτάβανο, θείο του 
μονάρχη:  «μὴ  λεχθεισέων  μὲν  γνωμέων  ἀντιέων  ἀλλήλῃσι  οὐκ  ἔστι  τὴν 
ἀμείνω αἱρεόμενον ἑλέσθαι, ἀλλὰ δεῖ τῇ εἰρημένῃ χρᾶσθαι,  λεχθεισέων  δὲ 
ἔστι,  ὥσπερ  τὸν  χρυσὸν  τὸν  ἀκήρατον  αὐτὸν  μὲν  ἐπ’  ἑωυτοῦ  οὐ 
διαγινώσκομεν,  ἐπεὰν  δὲ  παρατρίψωμεν  ἄλλῳ  χρυσῷ  διαγινώσκομεν  τὸν 
ἀμείνω». 
«Αν  δεν  λεχθούν  γνώμες  αντίθετες  μεταξύ  τους  δεν  είναι  δυνατόν  να 
διαλέξει  κανείς  και  να  ακολουθήσει  την  καλύτερη,  αλλά  είναι 
υποχρεωμένος να ακολουθήσει τη μόνη που έχει ειπωθεί. Αν όμως λεχθούν, 
τότε αυτό είναι δυνατόν, όπως το καθαρό χρυσάφι που από μόνο του δεν το 
καταλαβαίνουμε,  αν  όμως  το  τρίψουμε  πάνω  σε  άλλο  χρυσάφι,  αμέσως 
καταλαβαίνουμε το ανώτερο». 
Η  άποψη  αυτή  φαίνεται  να  απηχεί  το  κλίμα  της  σοφιστικής  του  5ου  αιώνα. 
Αίσθηση κάνει όμως ότι ο Ηρόδοτος αποφεύγει να παρουσιάσει δημηγορίες, 
λόγους  που  εκφωνήθηκαν  δημόσια,  ακόμα  κι  αν  αυτοί  είχαν  τεράστια 
σημασία. Έτσι, μνημονεύει (χωρίς να παραθέτει) δύο βαρυσήμαντους λόγους 
του  Θεμιστοκλή στην Εκκλησία του δήμου, που απέβησαν καθοριστικοί για 
την  έκβαση  των  Περσικών  πολέμων,  όπως  και  μια  στρατιωτική  του 
παρακεύλευση  (7.142‐144,  8.83).  Αντίθετα  οι  σημαντικότερες  πολιτικές 
αναλύσεις  διεξάγονται  σε  κατ’  ιδίαν  διπλωματικές  συναντήσεις  ή  σε 
διαβουλεύσεις σε κλειστό κύκλο. Την αιτία θα πρέπει να την αναζητήσουμε 
στη  δυσπιστία  του  ιστορικού  απέναντι  στην  ικανότητα  του  πλήθους  να 
κρίνει ορθά: Πολλοὺς γὰρ οἶκε εἶναι εὐπετέστερον διαβάλλειν ἢ ἕνα (γιατί 
φαίνεται  πως  ευκολότερο  είναι  να  παραπλανήσει  κανείς  πολλούς  παρά 
έναν, 5.97).  
Φαίνεται ότι ενώ ο Ηρόδοτος θεωρούσε ότι η δημοκρατία είναι το καλύτερο 
πολίτευμα  που  καθιστά  τον  πολίτη  υπεύθυνο  και  ενεργό,  πρόθυμο  να 
αγωνιστεί  για  την  άμυνα  του  κράτους,  θεωρεί  τη  συμβολή  της  μάζας  στη 
λήψη  αποφάσεων  επουσιώδη.  Περισσότερο  ενδιαφέρουν  οι  συσχετισμοί 
δυνάμεων και η προεργασία των πολιτικών. Η ρητορική τους δεινότητα δεν 
αποτελεί  καθοριστικό  προσόν.  Τι  αλλάζει  στην  περίπτωση  του  Θουκυδίδη; 
Συχνά  εδώ  οι  λόγοι  που  εκφωνούνται  πριν  τη  λήψη  μιας  απόφασης 
καταλαμβάνουν  πολύ  μεγαλύτερη  έκταση  από  ό,τι  η  αφήγηση  των 
γεγονότων  που  προκαλούνται  από  την  απόφαση  αυτή.  Όταν  οι  Κερκυραίοι 
και οι Κορίνθιοι τις παραμονές του πολέμου προσπαθούν να κερδίσουν με το 
Σελίδα 36 από 60

μέρος τους τους Αθηναίους στη μεταξύ τους σύγκρουση, οι δημηγορίες τους 
έχουν  την  ίδια  έκταση  με  την  αφήγηση  του  πολέμου  που  έρχεται  ως 
συνέπεια  της  στάσης  των  Αθηναίων.  Οι  αγορεύσεις  του  Κλέωνα  και  του 
Διοδότου σχετικά με την τύχη των ηττημένων Μυτιληναίων στο τρίτο βιβλίο 
είναι  από  τις  μεγαλύτερες  στο  έργο,  ενώ  η  εκτέλεση  της  απόφασης 
περιγράφεται  σε  μια  μόλις  σελίδα.  Οι  λόγοι  του  Περικλή  καταλαμβάνουν 
διπλάσια  έκταση  από  τα  αφηγηματικά  μέρη  στα  οποίο  εκείνος  αναφέρεται 
(συμπεριλαμβανομένου  και  του  κεφαλαίου  2.65  με  την  μετά  θάνατον 
αποτίμηση του έργου του). 
Προφανώς  η  εμπειρία  της  δημοκρατίας  των  δεκαετιών  που  μεσολάβησαν 
αναβάθμισαν τη σημασία της Εκκλησίας του δήμου στην Αθήνα. Αντίστοιχα, 
η ανάδειξη σημαντικών ρητόρων μεταξύ των πολιτικών δεν θα μπορούσε να 
περάσει  απαρατήρητη.  Στα  χρόνια  του  Πελοποννησιακού  πολέμου  ο  όρος 
ῥήτωρ  σημαίνει  αυτό  ακριβώς  που  σήμερα  ονομάζουμε  πολιτικός. 
Καταλυτική  όμως  πρέπει  να  υπήρξε  και  η  μορφή  του  Περικλή.  Αυτού  οι 
λόγοι  ήταν  ίσως  που  οδήγησαν  το  Θουκυδίδη  να  δώσει  στο  έργο  τη  μορφή 
που  τελικά  έχει.  Οι  δικοί  του  λόγοι  δίνουν  το  μέτρο  σύμφωνα  με  το  οποίο 
κρίνονται  οι  λόγοι,  αλλά  και  η  πολιτική  γενικότερα  των  υπολοίπων 
δημαγωγών.  
Αποφασίζοντας,  πολύ  περισσότερο,  να  γράψει  για  μελλοντικούς 
πολιτικούς,  η  σημασία  της  αρχής  του  διαλόγου  στο  έργο  του  δεν 
περιορίζεται στο αρχικό, δηλαδή το πραγματικό ακροατήριο των πολιτικών, 
τα πρόσωπα που καλούνται μέσα στο έργο να αποφασίσουν, αλλά και στους 
αποδέκτες  του  έργου,  τους  οποίους  εφοδιάζει  με  αναλυτική  γνώση  των 
θέσεων που υποστηρίχθηκαν, ώστε να είναι σε θέση να αξιολογήσουν ορθά 
τα  γεγονότα  που  περιγράφονται.  )]  αλλά  και  στα  κεφάλαια  που 
προηγούνται, και κυρίως στην Αρχαιολογία [Αρχαιολογία 
Οι προϋποθέσεις του πολέμου και η ιστορική του ερμηνεία 
Το  πρώτο  βιβλίο  του  Θουκυδίδη  είναι  αφιερωμένο  στην  προϊστορία  του 
πολέμου.  Στην  Αρχαιολογία  (1.2‐18)  μνημονεύονται  ειδικότερα  ο  Τρωικός 
πόλεμος  και  οι  Περσικοί  πόλεμοι.  Ο  Τρωικός  πόλεμος,  σύμφωνα  με  τον 
ιστορικό  υπήρξε  υποδεέστερος  της  φήμης  που  του  εξασφάλισε  η  ομηρική 
ποίηση. Σύμφωνα με τον ιστορικό, η Ελλάδα δεν ήταν σε θέση να αναλάβει 
επιχειρήσεις όπως η τωρινή, διότι δεν διέθετε περίσσεια πόρων (περιουσίαν 
χρημάτων).  Οι  Περσικοί  πόλεμοι  υστερούν  επίσης  έναντι  του 
Πελοποννησιακού  από  την  άποψη  της  διάρκειας  και  του  πλήθους  των 
επιχειρήσεων: ο Θουκυδίδης παρατηρεί ότι κρίθηκαν σε μόλις δύο χερσαίες 
και δύο ναυτικές συγκρούσεις.   
  
Η  ιστορική  σκέψη  του  Θουκυδίδη  μας  αποκαλύπτεται  όσο  πουθενά  στην 
απόπειρά του να ανακεφαλαιώσει την προγενέστερη Ελληνική ιστορία στην 
Αρχαιολογία. Ο Θουκυδίδης θα παρουσιάσει μια σχηματική πορεία διαρκούς 
προόδου του πολιτισμού, που είναι σύμφωνη με τις σοφιστικές θεωρίες της 
Σελίδα 37 από 60

εποχής  του.  Η  ανθρωπότητα  πέρασε  από  διαδοχικές  φάσεις  ανάπτυξης. 
Αρχικά οι άνθρωποι ζούσαν νομαδικά, σε ατείχιστους οικισμούς, το εμπόριο 
και  η  μεγάλη  συγκέντρωση  χρημάτων  δεν  ήταν  εφικτή.  Ο  βασιλιάς  της 
Κρήτης  Μίνως  (που  ο  Θουκυδίδης  θεωρεί  ιστορικό  πρόσωπο)  αποτελεί  ένα 
πρώτο παράδειγμα ισχύος στηριγμένης στην ολοκληρωτική επικράτηση στη 
θάλασσα,  εξασφαλίζοντας  ανοιχτούς  εμπορικούς  δρόμους  και  πόρους.  Με 
την  εξάλειψη  της  πειρατείας  οι  παραθαλάσσιες  περιοχές  απολάμβαναν 
ασφάλεια.  Έτσι  τέθηκαν  οι  προϋποθέσεις  για  την  ίδρυση  αποικιών.  Ο 
πλούτος  που  συγκεντρωνόταν  επέτρεψε  την  ανοικοδόμηση  τειχών  και  τη 
συγκέντρωση  ισχύος.  Η  ισχύς  με  την  σειρά  της  οδηγεί  στην  υποταγή  των 
ασθενεστέρων.  Με  αυτό  το  πνεύμα,  η  εκστρατεία  στην  Τροία  θα  θεωρηθεί 
εκδήλωση  της  επιβολής  του  ισχυροτέρου  πάνω  στους  συμμετέχοντες.  Ο 
πλούτος  θα  επιτρέψει  σε  κάποιους  ισχυρούς  άνδρες  να  εγκαθιδρύσουν 
τυραννίδες  στις  πόλεις,  η  ανάγκη  διατήρησης  όμως  της  εξουσίας  τους 
καθιστά  τους  τυράννους  εσωστρεφείς  και  απρόθυμους  για  κοινές 
επιχειρήσεις.  Η  οικονομική  δύναμη  σε  συνδυασμό  με  την  πρόοδο  της 
ναυπηγικής  θέτουν  τις  προϋποθέσεις  για  την  εμπορική  και  στρατιωτική 
κυριαρχία των Κορινθίων στη θάλασσα, για να φθάσει έτσι στην εποχή του 
και τη δημιουργία των δύο μεγάλων συμμαχιών που ανταγωνίζονται για την 
κυριαρχία. Η ιδέα της προόδου, η σημασία της οικονομικής ισχύος, και ειδικά 
του  διαθέσιμων  χρηματικών  αποθεμάτων  (κεφαλαίου)  αλλά  και  άλλων 
οικονομικών  πόρων,  οι  κοινές  επιχειρήσεις  ως  αποτέλεσμα  σχέσεων 
εξουσίας  και  εξάρτησης  στις  διεθνείς  σχέσεις  είναι  ερμηνευτικά  εργαλεία 
που για πρώτη φορά εφαρμόζονται από τον Θουκυδίδη με αυτή τη συνέπεια 
στην  ιστορική  ερμηνεία.],  μια  ιδιαίτερη  απόπειρα  ανασύνθεσης  του 
παρελθόντος με βάση στοιχεία από λογοτεχνικές πηγές, υλικά ευρήματα, 
πολιτιστικά στοιχεία και τη συλλογική μνήμη.  Αρκετά από τα ζητήματα 
που  θίγει  εκεί,  αποκαλύπτουν  τις  θεμελιώδεις  αρχές  στις  οποίες 
στηρίζεται η ιστορική του σκέψη [ το κεφάλαιο 4.3.3].  
  
Σημαντικό  ρόλο  σημασία  στην  ανάλυση  και  ερμηνεία  των  γεγονότων 
παίζει  η  ορθή  χρήση  και  αποτίμηση  των  αποδεικτικών  στοιχείων.  Ο 
αποδεικτικός  συλλογισμός  γίνεται  ουσιώδες  μέσο  προσέγγισης  της 
ιστορικής  αλήθειας.  Για  τα  στοιχεία  εκείνα  που  υποστηρίζουν  ένα 
συμπέρασμα  ο  Θουκυδίδης  χρησιμοποιεί  όρους  με  σημασία  που  κάποτε 
διαφέρει  τόσο  από  την  τρέχουσα  σημασία  τους,  όσο  όμως  και  από  αυτή 
που έχουν σε άλλους συγγραφείς ή στοχαστές, λ.χ. στους σοφιστές ή τους 
θεωρητικούς  της  ρητορικής:  Βασικοί  μεθοδολογικοί  όροι  του  Θουκυδίδη 
[Αλήθεια  
Ο όρος προέρχεται από το φιλοσοφικό λεξιλόγιο, αλλά είναι προσφιλής και 
στους  ρήτορες.  Στο  έργο  του  Θουκυδίδη  αποτελεί  συνήθως  ιδιότητα  που 
αποδίδεται  σε  αντιλήψεις,  γνώσεις,  λόγους  σχετικά  με  τα  πράγματα. 
Αποτελεί αντικείμενο αναζήτησης ή  επαλήθευσης.  
Σελίδα 38 από 60

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η χρήση του όρου σε συγκεκριμένα συμφραζόμενα. 
Παρατηρούμε  ότι  η  αλήθεια  δεν  παρουσιάζεται  να  εξαρτάται  από  την 
ύπαρξη  και  χρήση  αποδεικτικών  στοιχείων,  καθώς  διακρίνεται  από  την 
«ακρίβεια»  (πιστή  αποτύπωση  των  γεγονότων).  Έτσι,  η  αλήθεια  δεν 
απειλείται από την ενδεχόμενη έλλειψη της ακριβείας (βλ. 1.21.1).  
  
Το σαφές, το ανθρώπειον, η ακρίβεια 
Το σαφές αντιστοιχεί στο βαθύτερο νόημα των γεγονότων, τις αιτίες που τα 
προκάλεσαν,  τις  δυνάμεις  που  συνετέλεσαν  στη  διαμόρφωσή  τους,  στις 
ανθρώπινες  αποφάσεις  και  στους  συγκυριακούς  παράγοντες. 
Χαρακτηριστική είναι η προϊστορία του όρου σαφής, ειδικότερα η χρήση του 
στην  Ομηρική  ποίηση,  όπου  σαφή  γνώση  διαθέτουν  μόνο  οι  θεοί  ‐  
αναφερόμενος  σε  ανθρώπους,  ο  όρος  εμφανίζεται  μόνον  σε  ερωτήσεις  ή 
αρνητικά  συμφραζόμενα.  Στον  κόσμο  του  Θουκυδίδη,  όμως,  άνθρωποι  και 
θεοί δεν κινούνται στον ίδιο χώρο, δεν επικοινωνούν, καθώς απέναντι στους 
θεούς  ο  ιστορικός  υιοθετεί  μια  στάση  που  θα  χαρακτηρίζαμε  μάλλον 
αγνωστικιστική  (παρά  την  αντίληψη  ενός  αρχαίου  βιογράφου  του  που  τον 
ήθελε  μετριοπαθή  άθεο).  Για  το  Θουκυδίδη,  η  ανθρώπινη  εμπειρία   το 
«ανθρώπειον»  αποτελεί  το  μέτρο  της  αντίληψης  και  της  ερμηνείας  της 
ανθρώπινης δράσης, ατομικής και συλλογικής, και εν τέλει της γνώσης. Το 
σαφές, το έσχατο σημείο αναζήτησης και γνώσης, δεν αναφέρεται σε κάποια 
εξωτερική ποιότητα της αφήγησης των γεγονότων. Προκύπτει από τη γνώση 
και  την  αναπαράστασή  τους.  Υπερβαίνει  την  ακρίβεια,  την  απλή 
εγκυκλοπαιδική  γνώση,  τη  φωτογραφική  αποτύπωση  και  την  ταυτολογική 
αναπαράσταση.  Περιλαμβάνει  την  ερμηνεία,  τη  βαθύτερη  κατανόηση, 
αντιστοιχεί στον έσχατο στόχο της ιστορικής έρευνας.  
  
Τεκμήριον 
Είναι  τα  πρωτογενή  αποδεικτικά  στοιχεία  στα  οποία  θα  στηριχθεί  η 
ιστορική  έρευνα.  Πρόκειται  για  όρο  που  χρησιμοποιήθηκε  ευρέως  στο 
πλαίσιο  της  σοφιστικής  ρητορικής  θεωρίας,  και  ιδιαίτερα  στη  δικανική 
ρητορεία, από όπου ο Θουκυδίδης έχει αντλήσει και άλλους όρους (ζήτησις, 
αβασανίστως,  ευρίσκειν).  Κάποτε  το  τεκμήριον  εισάγεται  από  τον 
Θουκυδίδη,  αφού  προηγουμένως  έχει  διατυπωθεί  μια  θέση,  για  να  την 
ενισχύσει, με την προεξαγγελτική φράση «τεκμήριον δέ». Στο προοίμιο του 
έργου  του  ο  ιστορικός  εμφανίζεται  να  έχει  ο  ίδιος  στηρίξει  σε  εμπειρικά 
δεδομένα  (που  αξιολόγησε  ως  αναντίλεκτα  τεκμήρια)  την  πρόγνωσή  του 
σχετικά  με  το  μέγεθος  και  τη  σημασία  του  επερχόμενου  πολέμου: 
«Θουκυδίδης  Ἀθηναῖος  ξυνέγραψε  τὸν  πόλεμον  τῶν  Πελοποννησίων  καὶ 
Ἀθηναίων ὡς  ἐπολέμησαν  πρὸς  ἀλλήλους, ἀρξάμενος εὐθὺς καθισταμένου 
καὶ  ἐλπίσας  μέγαν  τε  ἔσεσθαι  καὶ  ἀξιολογώτατον  τῶν  προγεγενημένων, 
τεκμαιρόμενος  ὅτι  ἀκμάζοντές  τε  ᾖσαν  ἐς  αὐτὸν  ἀμφότεροι  παρασκευῇ  τῇ 

Σελίδα 39 από 60

πάσῃ καὶ  τὸ  ἄλλο  Ἑλληνικὸν  ὁρῶν  ξυνιστάμενον  πρὸς  ἑκατέρους,  τὸ  μὲν 
εὐθύς, τὸ δὲ καὶ διανοούμενον» (1.1) 
Άλλος  παραπλήσιος  όρος  είναι  ο  όρος  σημείον.  Συχνά  το  σημείον 
χρησιμοποιείται περισσότερο με τη σημασία της ένδειξης, του στοιχείου που 
αναμένει  την  κατάλληλη  χρήση  και  αξιοποίηση,  ώστε  να  θεμελιώσει  έναν 
ισχυρισμό.  Ωστόσο  δεν  στοιχειοθετείται  μια  συνεπής  και  συστηματική 
διάκριση στη χρήση των δύο όρων.  
  
Εικός  
Δεν χρησιμοποιείται ο όρος με την τεχνική σημασία  που έχει στη ρητορική 
θεωρία.  Είναι  περισσότερο  μια  έκφραση  του  καθημερινού  λόγου  που 
χρησιμοποιείται  για να  δηλώσει  κάτι  που θεωρείται φυσικό,  εύλογο,  κι  όχι 
για να προσδώσει εγκυρότητα σε ένα επιχείρημα.  
  
Δοκεί 
Χρησιμοποιείται  για  συμπέρασμα  στο  οποίο  καταλήγει  κανείς  ύστερα  από 
νοητική  επεξεργασία,  και  το  οποίο  προβάλλει  αξιώσεις  εγκυρότητας.  Δεν 
θα  πρέπει  να  θεωρηθεί  ένδειξη  υποκειμενισμού  ή  και  αυθαίρετου 
ισχυρισμού,  κυρίως  όταν  αναφέρεται  σε  συμπεράσματα  του  ίδιου  του 
Θουκυδίδη ή κάποιου αξιόπιστου ρήτορα στο έργο του. Θα πρέπει επομένως 
να  αντιδιασταλεί  από  την  «δόξαν»,  δηλαδή  τις  εντυπώσεις  που  μπορεί  να 
είναι απατηλές.]. 

4.3.3 Η σκέψη του Θουκυδίδη 
Ο  Θουκυδίδης  ήταν  άνθρωπος  με  διεισδυτικό,  αφαιρετικό  στοχασμό,  και, 
όπως  πριν  από  αυτόν  και  ο  Ηρόδοτος,  αναζητούσε  πίσω  από  τα 
φαινόμενα το νόημα της ιστορίας. Οι διαφορές [«Ο Θουκυδίδης προσπαθεί 
να  αποστάξει  το  γενικό  από  το  ειδικό  εξίσου  αποφασιστικά  όσο  και  ο 
Ηρόδοτος,  αλλά οι μέθοδοι τους στρέφονται  προς  αντίθετες  κατευθύνσεις. 
Αντί  να  αναδιοργανώσει  το  παρελθόν  έτσι  που  τα  δεδομένα  να 
αντικατοπτρίζουν  καλύτερα  τον  τρόπο  με  τον  οποίο  αντιλαμβάνεται  τον 
κόσμο,  ο  Θουκυδίδης  τονίζει  περισσότερο  την  αυστηρή  υποταγή  του  στα 
συμβάντα, για κάθε επιμέρους περίπτωση. Ο Θουκυδίδης αισθανόταν ότι αν 
έφερνε σε πέρας τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων, θα ήταν σε θέση 
να  προσφέρει  μια  ξεκάθαρη  και  καλά  χωνεμένη  περιγραφή  για  πολλά 
γεγονότα.  Ο  Θουκυδίδης  φαίνεται  να  έχει  εμπιστοσύνη  στη  μέθοδό  του. 
Ωστόσο,  η  μέθοδος  αυτή  δεν  επεκτείνεται  σε  ένα  ανώτερο  επίπεδο.  Σε  μια 
μακροσκοπική  προοπτική  η  ιστορία  του  ασφυκτιά  από  αντιφάσεις  και 
εντάσεις  που  δεν  επιλύονται.  Ο  κόσμος  του  Ηροδότου…  είναι  πολύ  πιο 
τακτοποιημένος  –σχεδόν  νευτώνειος  στην  προβλεψιμότητά  του–,  από  την 

Σελίδα 40 από 60

ακατάστατη εικόνα που βρίσκουμε στο Θουκυδίδη. Στον Θουκυδίδη ο λοιμός, 
η Μήλος και η Σικελική εκστρατεία υπονομεύουν το όραμα που καταθέτει ο 
Περικλής  στον  Επιτάφιο  λόγο.  Στον  Ηρόδοτο,  αντίθετα,  η  ανάλυση  του 
Σόλωνα  για  την  ευτυχία,  ενώ  δε  συμφωνεί  με  τα  φαινόμενα  του  παρόντος 
(την τύχη που απολαμβάνει ο Κροίσος) επικυρώνεται στην πορεία του έργου, 
καθώς  όχι  μόνο  ο  Κροίσος,  αλλά  και  ο  Κύρος,  ο  Καμβύσης,  ο  Δαρείος  και  ο 
Ξέρξης  –όλες  οι  μορφές  που  διαθέτουν  μεγάλη  εξουσία‐  σε  κάποιο  βαθμό 
ταιριάζουν  στο  σχήμα  της  καμπύλης  της  ανόδου  και  της  πτώσης  (πρβλ. 
1.5.4). … Η ακρίβεια και η λεπτομέρεια που ο Θουκυδίδης απαιτούσε έκανε 
για  το  έργο  του  αδύνατο  να  προσεγγίσει  την  πνευματική  και  ηθική 
κατάληξη της Ιστορίας του Ηροδότου». (G. Crane, Thucydides and  the Αncient 
Simplicity, Berkeley 1998, 47‐48, μετάφραση Α. Τσακμάκης).] τους όμως είναι 
σημαντικές, καθώς ο Ηρόδοτος (και αργότερα ο Ξενοφών) εμφορείται από 
ένα έντονο μεταφυσικό προβληματισμό, ενώ ο Θουκυδίδης αναζητά μόνο 
τους  ενδοκοσμικούς  νόμους  που  διέπουν  την  ανθρώπινη  κοινωνία  και 
οδηγούν σε κρίσεις όπως ο Πελοποννησιακός πόλεμος.   
  
Ο  πόλεμος  είναι  το  αποκλειστικό  αντικείμενο  του  έργου  του  Θουκυδίδη. 
Μαζί  με  την  εμπειρία  αυτής  της  μεγάλης  σύγκρουσης,  καθοριστικές  για 
τη διαμόρφωση του έργου του υπήρξαν οι θεωρίες της εποχής σχετικά με 
την  ανθρώπινη  συμπεριφορά  και  τις  διεθνείς  σχέσεις.  Κεντρική  ιδέα 
αυτών  των  θεωριών  είναι  ότι  η  ανθρώπινη  φύση  είναι  ιδιοτελής  και 
επιζητεί  την  ισχύ,  την  εξουσία  και  τον  πλούτο.  Υποκύπτοντας  σε  πάθη 
όπως  η  πλεονεξία  ή  ένας  υπέρμετρος  φόβος  η  ανθρώπινη  φύση  γίνεται 
ανεξέλεγκτη και αψηφά τις επιταγές του νόμου και της ηθικής.  
Οι  καταστροφές  που  επιφέρει  ένας  πόλεμος  προκαλούν  τον  σκεπτόμενο 
άνθρωπο  να  αντλήσει  χρήσιμα  διδάγματα  για  το  μέλλον.  Πιο  ειδικά,  οι 
αιτίες, οι αφορμές και οι συνέπειες του πολέμου απασχολούν έντονα τον 
Θουκυδίδη.  
Στις  πρώτες  καλείται  να  απαντήσει  η  ιστορική  έρευνα.  Τις  δεύτερες 
καλούνται  κυρίως  να  αναλογιστούν  αλλά  και  να  αντιμετωπίσουν  οι 
ήρωες  του  Θουκυδίδη,  οι  πολιτικοί  άνδρες.  Στο  έργο  του  Αθηναίου 
ιστορικού η πολεμική αριστεία θα παραχωρήσει τη θέση της στα ηγετικά 
προσόντα του πολιτικού, που οφείλει να είναι ταυτόχρονα άνθρωπος της 
θεωρίας  και  της  δράσης.  Το  έργο  του  απευθύνεται  σε  ανθρώπους  που 
χειρίζονται  τις  τύχες  της  πόλης  και  φιλοδοξεί  να  συμβάλει  στην 
καλλιέργειά τους μέσα από τη γνώση της ιστορίας. Η δική του έρευνα και 
η  δική  του  κριτική  απέναντι  στα  γεγονότα  του  παρελθόντος  και  του 
παρόντος αποτελεί ουσιαστικά πρότυπο για τον αναγνώστη, όπως και τα 
επιτεύγματα  συγκεκριμένων  ηρώων  που  επαινούνται  στο  έργο  με  τρόπο 
ξεχωριστό.  Ιδιαίτερη  σημασία  αποκτά  έτσι  η  επαινετική  κρίση  του 
ιστορικού  για  ανθρώπους  που  παρουσιάζουν  τα  επιθυμητά  γνωρίσματα 
ενός ηγέτη.  
Σελίδα 41 από 60

Ο Θουκυδίδης δεν επιχειρεί να σκιαγραφήσει ένα ιδανικό πολίτευμα, ούτε 
διατυπώνει θεωρητικές αρχές σχετικά με  τη χρηστή διακυβέρνηση, αλλά 
τοποθετείται  απέναντι  σε  συγκεκριμένους  τρόπους  άσκησης  της 
πολιτικής  εξουσίας  που  εμφανίστηκαν  στα  χρόνια  του.  Ο  έπαινός  του 
ανήκει  σε  δύο  κυρίως  περιόδους:  Στη  δημοκρατική  διακυβέρνηση  στα 
χρόνια του Περικλή και στη μετριοπαθή ολιγαρχία των 5000 πολιτών που 
χειρίστηκαν τις υποθέσεις της πόλης για οκτώ μήνες το έτος 411. Αυτό και 
μόνο  το  γεγονός  δείχνει  ότι  δεν  είναι  εφικτό  να  κατατάξουμε  το 
Θουκυδίδη  στους  υποστηρικτές  μιας  ορισμένης  παράταξης.  Κρίνει 
νηφάλια  την  άσκηση  της  πολιτικής  και  θεωρεί  ότι  πέρα  από  το  πολιτικό 
σύστημα  απαιτείται  η  ορθή  λειτουργία  του, και η τήρηση των αρχών της 
ανθρώπινης αξιοπρέπειας.  

Σελίδα 42 από 60

4.4.1 Ξενοφών Γρύλλου Ερχιεύς
Ο  Ξενοφών  γεννήθηκε  στην  Αθήνα  τα  πρώτα  χρόνια  του 
Πελοποννησιακού πολέμου. Ανήκε στην τάξη των Ιππέων που αριθμούσε 
την εποχή εκείνη 1200 πολίτες. Οι οπλίτες σε στρατεύσιμη ηλικία την ίδια 
εποχή  ανέρχονταν  σε  περίπου  30000,  ενώ  ακόμα  μεγαλύτερος  ήταν  ο 
αριθμός  των  κατώτερων  στρωμάτων  που  υπηρετούσαν  στο ναυτικό ή ως 
ελαφρά  οπλισμένοι  στρατιώτες.  Οι  άνθρωποι  της  τάξης  του  ήταν  γενικά 
αντίθετοι  στον  πόλεμο  που  τους  ζημίωνε  οικονομικά,  ενώ  έβλεπαν  με 
επιφύλαξη την ενίσχυση της επιρροής του δήμου. Η σημαντικότερη πηγή 
για  το  βίο  του  είναι  το  ίδιο  του  το  έργο.  Ο  βίος  του  Ξενοφώντα  που 
βρίσκουμε  στο  έργο  του  Διογένη  Λαέρτιου  (2.48‐49)  δεν  μπορεί  να 
θεωρηθεί  ιδιαίτερα  αξιόπιστος  (αρχές  3ου  αι.  μ.Χ.).  Σε  αρκετά  σημεία 
εξαρτάται  από  τα  κείμενα  του  συγγραφέα.  Εξάλλου,  καθώς  ο  Ξενοφών 
δεν  είχε  μαθητές  και  δεν  ίδρυσε  κάποια  σχολή,  δεν  είναι  πιθανόν  να 
διασώθηκαν  λεπτομερείς  πληροφορίες  για  τη  δράση  και  τη  διδασκαλία 
του σε άλλες αξιόπιστες πηγές.  
Στα  νεανικά  του  χρόνια  ο  Ξενοφών  πιθανότατα  συμμετέσχε  σε 
στρατιωτικές  επιχειρήσεις  και  παρακολούθησε  συνεδρίες  της  Εκκλησίας 
του  Δήμου.  Σύμφωνα  με  το  Φιλόστρατο  (Βίοι  Σοφιστών  1.12)  είχε 
συλληφθεί αιχμάλωτος από τους Θηβαίους το 406. Γεγονότα όπως η δίκη 
και καταδίκη των στρατηγών μετά τις Αργινούσες οπωσδήποτε ενίσχυσαν 
την  αγανάκτησή  του  για  τη  διαφθορά  των  πολιτικών  της  αθηναϊκής 
δημοκρατίας  (Ελληνικά,  1.7.1εξ).  Αλλά  και  ο  τρόπος  που  παρουσιάζει  τη 
σύλληψη και εκτέλεση του Θηραμένη  
[Η εκτέλεση του Θηραμένη 
  
Το  επεισόδιο  προέρχεται  από  την  εποχή  των  Τριάκοντα  τυράννων  και 
δείχνει την έκβαση της αντιζηλίας ανάμεσα σε δύο σημαντικούς άνδρες που 
είχαν πρωτοστατήσει στην κατάλυση της δημοκρατίας. Ο Ξενοφών εκθέτει 
αναλυτικά  όσα  διαδραματίστηκαν  κατά  την  συνεδρία  της  βουλής  όπου  ο 
Κριτίας  μεθοδεύει  την  καταδίκη  σε  θάνατο  του  Θηραμένη.  Κριτίας  και 
Θηραμένης,  οι  πρωταγωνιστές  του  επεισοδίου,  υπήρξαν  φίλοι  και 
συνεργάτες  ως  μέλη  του  σώματος  των  Τριάκοντα.  Τώρα  ο  Κριτίας 
κατηγορεί τον Θηραμένη για προδοσία, και ο Θηραμένης, που εναντιωνόταν 
στις ακρότητες του καθεστώτος, ανταποδίδει την κατηγορία. Το απόσπασμα 
που παρατίθεται ακολουθεί την υπεράσπιση του Θηραμένη.  
  
«Σαν τέλειωσε μ’ αυτά τα λόγια την αγόρευσή του η Βουλή τον επιδοκίμασε 
φανερά,  κι  ο  Κριτίας  κατάλαβε  ότι  αν  άφηνε  τη  Βουλή  ν΄  αποφασίσει  την 
τύχη του με την ψήφο της ο Θηραμένης θα γλίτωνε. Τέτοιο πράγμα όμως θα 
το  θεωρούσε  αβάσταχτο∙  σίμωσε  λοιπόν  τους  Τριάντα,  μίλησε  λίγο  μαζί 
τους  και  βγαίνοντας  πρόσταξε  τους  μαχαιροφόρους  να  πάνε  να  σταθούν 

Σελίδα 43 από 60

κοντά  στο  ξύλινο  κιγκλίδωμα  που  χωρίζει  το  ακροατήριο  από  τους 
βουλευτές,  έτσι  που  τούτοι  να  τους  βλέπουν  καθαρά.  Έπειτα  μπήκε  ξανά 
μέσα κι είπε: 
«Πιστεύω,  βουλευτές,  ότι  όταν  ένας  σωστός  ηγέτης  βλέπει  να  ξεγελάνε 
τους  φίλους  του  έχει  χρέος  να  το  εμποδίσει.  Αυτό  θα  κάνω  λοιπόν  κι  εγώ. 
Άλλωστε  αυτοί  που  στέκονται  εκεί  πέρα  δηλώνουν  ότι  δεν  θα  μας 
επιτρέψουν  ν’  αφήσουμε  ελεύθερο  έναν  άνθρωπο  που  βλάπτει  ολοφάνερα 
την  ολιγαρχία.  Τώρα,  σύμφωνα  με  την  καινούργια  νομοθεσία  κανένας  από 
τους Τρεις Χιλιάδες δεν μπορεί να θανατωθεί χωρίς τη δική σας ψήφο, ενώ 
οι  Τριάντα  έχουν  δικαίωμα  να  θανατώνουν  όσους  δεν  είναι  γραμμένοι  στον 
κατάλογο. Εγώ, λοιπόν, είπε, «διαγράφω αυτόν εδώ τον Θηραμένη από τον 
κατάλογο, με τη σύμφωνη γνώμη όλων μας. Και τον καταδικάζουμε εμείς»‐
πρόσθεσε‐ «σε θάνατο». 
Μόλις  τ’  άκουσε  αυτά  ο  Θηραμένης,  μ’  ένα  πήδημα  βρέθηκε  κοντά  στον 
βωμό και είπε: 
«Κι  εγώ,  άνδρες,  ικετεύω  στ’  όνομα  της  ίδιας  της  δικαιοσύνης  να  μη  δοθεί 
στον  Κριτία  το  δικαίωμα  να  διαγράφει  ούτε  εμένα,  ούτε  όποιον  από  σας 
θέλει, παρά να δικαζόμαστε κι εσείς κι εγώ σύμφωνα με τον νόμο που τούτοι 
έφτιαξαν  για  όσους  είναι  στον  κατάλογο.  Το  ξέρω  βέβαια,  μα  τους 
θεούς»,είπε, «ότι σε τίποτα δεν θα με βοηθήσει αυτός ο βωμός. Θέλω όμως 
να  δείξω  ακόμα  ότι  τούτοι  δω  δεν  είναι  μονάχα  φριχτά  άδικοι  με  τους 
ανθρώπους,  αλλά  και  ασεβέστατοι  προς  τους  θεούς.  Απορώ  όμως», 
πρόσθεσε,  «που  εσείς,  ευυπόληπτοι  άνθρωποι,  δεν  σκέφτεστε  να 
υπερασπίσετε τους εαυτούς σας‐κι ας ξέρετε ότι τ’ óνομα του καθενός σας 
μπορεί να σβηστεί εξίσου εύκολα με το δικό μου!» 
Τότε  ο  κήρυκας  των  Τριάντα  πρόσταξε  τους  Έντεκα  να  πιάσουν  τον 
Θηραμένη. Εκείνοι μπήκαν με τους βοηθούς τους κι επικεφαλής τον Σάτυρο, 
τον πιο θρασύ κι αδιάντροπο απ’ όλους. Ο Κριτίας είπε: «Σας παραδίνουμε 
τούτον δω τον Θηραμένη, που καταδικάστηκε σύμφωνα με τον νόμο. Πιάστε 
τον, πάρτε τον εκεί που πρέπει και κάνετε τα υπόλοιπα». 
Ύστερα  απ’  αυτά  τα  λόγια  ο  Σάτυρος  βάλθηκε  να  τραβάει  τον  Θηραμένη 
από  τον  βωμό,  κι  οι  βοηθοί  τραβούσαν  κι  εκείνοι.  Ο  Θηραμένης  πάλι,  όπως 
ήταν φυσικό, φώναζε θεούς κι ανθρώπους μάρτυρες των όσων γίνονταν. Οι 
βουλευτές ωστόσο δεν κουνήθηκαν, βλέποντας ότι αυτοί που στέκονταν στο 
κιγκλίδωμα  ήταν  του  ίδιου  ποιού  με  τον  Σάτυρο  και  ξέροντας  ότι  ήταν 
οπλισμένοι  μ’  εγχειρίδια∙  άλλωστε  ο  χώρος  μπροστά  από  το  βουλευτήριο 
ήταν  γεμάτος  φρουρούς.  Τράβηξαν  λοιπόν  μαζί  τους  τον  Θηραμένη  οι 
Έντεκα  μέσα  από  την  Αγορά,  ενώ  αυτός  διαμαρτυρόταν  με  πολύ  δυνατή 
φωνή για όσα του έκαναν. 
Διηγούνται και τούτη την κουβέντα του Θηραμένη: όταν του είπε ο Σάτυρος 
ότι  θα  μετανιώσει  αν  δεν  σιωπήσει,  ρώτησε:  «Ώστε  αν  σωπάσω  δεν  θα 
μετανιώσω;» Λένε ακόμα πως αφού τον ανάγκασαν να πιει το κώνειο για να 

Σελίδα 44 από 60

τον  θανατώσουν,  έχυσε  τις  τελευταίες  σταγόνες‐όπως  στον  «κότταβο»1  ‐ 
λέγοντας: «Στην υγεία του αγαπητού μου Κριτία!» 
Το  ξέρω  ότι  τέτοιες  κουβέντες  δεν  αξίζει  ν’  αναφέρονται∙  ωστόσο  βρίσκω 
αξιοθαύμαστο  σ’  αυτόν  τον  άνθρωπο  ότι  ακόμα  και  μπροστά  στον  θάνατο 
δεν έχασε μήτε την αυτοκυριαρχία, μήτε το χιούμορ του.» (Ελληνικά, 2.3.50‐
56, μετάφραση Ρόδη Ρούφου). 
  
Ποια  ιστορική  βαρύτητα  έχει  το  επεισόδιο  που  οδηγεί  στο  θάνατο  του 
Θηραμένη; Aν τα ιστορικά γεγονότα κρίνονται με μέτρο τις συνέπειές τους, 
άμεσες επιπτώσεις στις εξελίξεις η εκτέλεση του Θηραμένη δεν είχε. Όμως 
σύμφωνα με την ιστορική σκέψη του Ξενοφώντα, η ηθική εκτροπή, η ύβρις, η 
κατάλυση των θεσμών και του δικαίου οδηγούν νομοτελειακά στην παρακμή 
και  την  πτώση.  Η  πτώση  των  Τριάκοντα  που  εξιστορείται  στο  αμέσως 
επόμενο  κεφάλαιο  θα  μπορεί  να  ερμηνευθεί  στις  σωστές  της  διαστάσεις 
μόνο εφόσον θα έχει καταδειχθεί το μέγεθος της παρανομίας τους. Από την 
άποψη  της  επιλογής  του  υλικού  στο  οποίο  θα  επιμείνει  ο  συγγραφέας, 
αποτελεί  προσφιλή  πρακτική  όλων  των  Ελλήνων  ιστορικών  να 
παρουσιάζουν  ανάμεσα  σε  πολλά  αντίστοιχα  γεγονότα  ένα  ενδεικτικό  και 
ενδεχομένως ακραίο παράδειγμα που να αποδίδει ανάγλυφα το πνεύμα των 
γεγονότων, εν προκειμένω τη διαφθορά του καθεστώτος των Τριάκοντα. 
Η  αφήγηση  παρουσιάζει  δραματική  ένταση.  Ενώ  αρχικά  η  βουλή  έκανε 
εμφανή την επιδοκιμασία της προς τον Θηραμένη, στη συνέχεια με τη σιωπή 
της ανέχεται παθητικά την καταδίκη του. Η σιωπή αυτή γίνεται ακόμη πιο 
εύγλωττη καθώς ακούγονται οι φωνές του Θηραμένη κατά τη μεταγωγή του 
διαμέσου  της  αγοράς.  Αν  και  ο  Θηραμένης  έχει  απευθύνει  έκκληση  στους 
παρόντες, που βλέπουν με τα μάτια τους το έγκλημα, η συνείδηση του ορθού 
δεν  οδηγεί  σε  έμπρακτη  αντίδραση.  Η  χειραγώγηση  του  σώματος 
αποκαλύπτει την κρίση των θεσμών και την ηθική παρακμή. Η καταπάτηση 
θείων  και  ανθρώπινων  νόμων  οδηγεί  σε  μια  οδυνηρή  διάσταση  μεταξύ 
ιδανικών  και  πραγματικότητας  που  ο  ιστορικός  εκμεταλλεύεται  και 
αναδεικνύει  οδηγώντας  τον  αναγνώστη  να  συλλάβει  την  τραγικότητα  του 
πολέμου και γενικά της ιστορίας. 
Η  ανθρωποκεντρική  ανάλυση  προσφέρεται  για  δραστική  λογοτεχνική 
εκμετάλλευση  του  θέματος,  άλλη  μια  χαρακτηριστική  τάση  σε  μεγάλο 
μέρος της αρχαιοελληνικής ιστοριογραφίας. 
  
Αξιοσημείωτη είναι και η προσθήκη ενός προσωπικού σχολίου με αφορμή τα 
δύο  αποφθέγματα  του  Θηραμένη.  Η  πρωτοπρόσωπη  αποστροφή  του 
συγγραφέα  προς  τον  αναγνώστη  έχει  χαρακτήρα  κριτικολογοτεχνικό:  Ο 
Ξενοφών  απολογείται  στον  αναγνώστη,  επειδή  τα  δύο  αποφθέγματα  δεν 
είναι αξιόλογα.  
  

Σελίδα 45 από 60

Η παρατήρηση αυτή υποχρεώνει τον αναγνώστη να διερωτηθεί ποιος λόγος 
ώθησε  τον  Ξενοφώντα  στην  παράθεσή  τους.  Η  διάθεση  για  ιστορική 
ακρίβεια θα ήταν ασφαλώς μια πολύ επιφανειακή εξήγηση. Αντίθετα είναι 
δυνατή  μια  εξήγηση  σύμμετρη  προς  το  ιστοριογραφικό  ιδεώδες  του 
Ξενοφώντα.  Ο  Ξενοφών,  αντίθετα  με  τον  Ηρόδοτο  και  το  Θουκυδίδη, 
προβάλλει  τον  έπαινο  ή  τον  έλεγχο  της  ανθρώπινης  συμπεριφοράς  ως 
βασικό μέλημα της ιστοριογραφίας του. Ο Θηραμένης λοιπόν σκιαγραφείται 
εδώ ως άνθρωπος  καλλιεργημένος ψυχικά σε τέτοιο βαθμό, ώστε διατηρεί 
και  κατά  τη  στιγμή  του  άδικου  θανάτου  του  τις  θετικές  ιδιότητες  της 
προσωπικότητάς του. Πέρα από αυτό: ο Ξενοφών δεν αφήνει τον αναγνώστη 
με  τη  ζοφερή  εικόνα  ενός  άδικου  θανάτου  και  της  κατάλυσης  θείου  και 
ανθρώπινου  νόμου.  Η  τελική  εντύπωση  που  μένει  από  το  επεισόδιο  είναι  η 
αισιόδοξη πίστη στον άνθρωπο και στην αρετή.] δεν αφήνει αμφιβολίες και 
για  την  απέχθειά  του  προς  τους  αρχηγούς  του  φιλολακωνικού 
καθεστώτος  του  404.  Ωστόσο  δεν  φαίνεται  να  είναι  ανάμεσα  στους 
πολίτες (κυρίως δημοκρατικούς) που εγκατέλειψαν την πόλη στη διάρκεια 
της  εξουσίας  των  Τριάκοντα.  Όπως  και  άλλα  μέλη  του  κύκλου  του 
Σωκράτη,  ανήκε  μάλλον  στη  μερίδα  των  μετριοπαθών  ολιγαρχικών  που 
απέδιδαν  μεγάλη  σημασία  στην  τήρηση  της  νομιμότητας  και  στην 
καταδίκη  της  βίας.  Η  συμπάθειά  του  για  τον  Σωκράτη  αποτυπώνεται 
κυρίως  στην  Απολογία  και  τα  Απομνημονεύματα.  Στο  τελευταίο  έργο 
διαπιστώνουμε  περιστασιακά  και  τις  διαθέσεις  του  απέναντι  σε  άλλες 
προσωπικότητες της πολιτικής και πνευματικής ζωής της Αθήνας.  
Όπως  ο  ίδιος  παραδίδει,  ζήτησε  τη  συμβουλή  του  Σωκράτη  προκειμένου 
να  ενταχθεί  ως  μισθοφόρος  στο  στρατό  του  Κύρου  στη  Μικρά  Ασία 
(Ανάβαση  3.1.5).  Μετά  την  ήττα  του  Κύρου  στα  Κούναξα  (κοντά  στη 
Βαβυλώνα) και τη δολοφονία των Ελλήνων αρχηγών είναι ένας από τους 
αξιωματικούς  (ο  νεότερος)  που  τέθηκαν  επικεφαλής  του  Ελληνικού 
αποσπάσματος και το οδήγησαν στη Μαύρη Θάλασσα και από εκεί προς 
το  Βόσπορο.  Είχε  προτείνει  την  ίδρυση  από  τους  στρατιώτες  μιας  πόλης 
στη Μαύρη Θάλασσα, πρόταση που δεν βρήκε πρόθυμη ανταπόκριση από 
το  καταπονημένο  στράτευμα  (Ανάβαση  4.6.15).  Σε  κάθε  περίπτωση  η 
επιθυμία του ήταν να παραμείνει μακριά από την Αθήνα. Η απειθαρχία 
των  ανδρών του στη Θράκη προκάλεσε τη δυσαρέσκεια των Σπαρτιατών 
με  αποτέλεσμα  να  απειληθεί  και  η  ίδια  η  ζωή  του  (Ανάβαση  7.6.4,  7.6.43). 
Οι  σχέσεις  του  με  τους  Σπαρτιάτες  αναθερμαίνονται  οριστικά  μετά  τη 
συνάντησή του με τον βασιλιά Αγησίλαο και την ένταξή του στον κύκλο 
του (Ελληνικά 3.4.1). Ακολουθεί τον προστάτη του και κατά την επιστροφή 
του  στην  Ελλάδα,  ακόμη  και  στη  μάχη  της  Κορωνείας  κατά  των 
Αθηναίων, γεγονός που τον οδηγεί στην εξορία από τη πόλη του. 
Ο Αγησίλαος θα τον ανταμείψει για τις υπηρεσίες του παραχωρώντας του 
μια  έκταση  στον  Σκιλλούντα,  νότια  της  Ολυμπίας,  όπου  θα  ζήσει  για 
περίπου  δύο  δεκαετίες,  μέχρι  την  ήττα  της  Σπάρτης  στα  Λεύκτρα.  Δεν 
Σελίδα 46 από 60

επιστρέφει  στην  Αθήνα  μόνιμα  ούτε  αφού  αμνηστεύτηκε,  και  κατά  την 
περίοδο  της  αναστάτωσης  που  ακολούθησε  την  απώλεια  της  ηγεμονίας 
από  τη  Σπάρτη  παρέμεινε  στην  Κόρινθο.  Ο  Ξενοφών  αποδοκίμαζε  την 
επιθετική  πολιτική  της  Θήβας  έναντι  της  Πελοποννήσου  και  ως  μόνη 
διέξοδο έβλεπε τη δυναμική της αντιμετώπιση. Στη μάχη της Μαντινείας 
οι  γιοί  του  πολέμησαν  από  τις  τάξεις  του  Αθηναϊκού  ιππικού,  ο  ένας 
μάλιστα, ο Γρύλλος, σκοτώθηκε μαχόμενος ηρωικά. Ο ίδιος πιστεύεται ότι 
ίσως πέθανε εκεί ή στην Αθήνα το 356 ή λίγο μετά.  
Στην  περίοδο  της  εγκατάστασής  του  στον  Σκιλλούντα  τοποθετείται  η 
έναρξη  της  συγγραφικής  του  δραστηριότητας.  Στις  πολυάριθμες 
πραγματείες του φαίνεται η εξοικείωσή του τόσο με τη Σπάρτη όσο και με 
την Περσία, αλλά και το εύρος των ενδιαφερόντων του. Έχοντας γεννηθεί 
σε  έναν  αγροτικό  δήμο,  γνωρίζει  τα  θέματα  της  οικιακής  οικονομίας  και 
της  χρηστής  διαχείρισης  της  περιουσίας,  θέματα  που  κυριαρχούν  στον 
Οικονομικό  του.  Έχοντας  διοικήσει  ο  ίδιος  στρατιωτικά  σώματα  αλλά  και 
μέσα  από  τη  συναναστροφή  του  με  ηγέτες,  όπως  ο  Κύρος  και  ο 
Αγησίλαος,  αποδίδει  μεγάλη  σημασία  στην  εκπαίδευση  και  την 
καταλληλότητα  του  στρατιωτικού  και  πολιτικού  ηγέτη.  Τις  απόψεις  του, 
που  επανέρχονται  σταθερά  σε  όλα  του  τα  έργα,  τις  κωδικοποιεί  κυρίως 
στα  έργα  του  Κύρου  παιδεία  και  Ιέρων  (ή  Τυρρανικός).  Παράλληλα,  τον 
ενδιαφέρει  η  ιππική  τέχνη,  την  οποία  επίσης  γνωρίζει  από  προσωπική 
εμπειρία. Η ακριβής χρονολογία των έργων του και η σειρά με την οποία 
συντάχθηκαν δεν είναι γνωστή, αν και εσωτερικές ενδείξεις προσφέρουν 
ορισμένα στηρίγματα.  

4.4.2 Σωκράτης και Ξενοφών  
Η  φύση,  η  ένταση  και  η  διάρκεια  της  σχέσης  του  Ξενοφώντα  με  το 
Σωκράτη  είναι  δύσκολο  να  προσδιορισθούν.  Η  συγγραφή  πραγματειών 
και  διαλόγων  με  κεντρικό  πρόσωπο  τον  Σωκράτη  ακολουθεί  τα  βήματα 
άλλων  μαθητών  του  Σωκράτη,  που  είχαν  ήδη  δημιουργήσει  το  είδος  του 
σωκρατικού  διαλόγου.  Τα  μόνα  ακέραια  δείγματα  του  είδους  που 
σώζονται  είναι  τα  έργα  του  Πλάτωνα.  Οι  διαφορές  ανάμεσα  στη 
σωκρατική διδασκαλία, όπως αυτή παρουσιάζεται στα έργα του Πλάτωνα 
και  του  Ξενοφώντα,  έχουν  προκαλέσει  εκτεταμένες  φιλολογικές 
συζητήσεις.  Αρκετοί  μελετητές  στο  παρελθόν  επεχείρησαν  να  στηρίξουν 
απόψεις  υπέρ  της  υπεροχής  είτε  του  ενός  είτε  του  άλλου  συγγραφέα  ως 
προς  την  αυθεντική  αποτύπωση  μιας  γνήσιας  εικόνας  του  Σωκράτη.  Η 
άποψη που επικρατεί σήμερα είναι ότι κανένας από τους δύο συγγραφείς 
δε μπορεί  να θεωρηθεί απόλυτα αξιόπιστη πηγή για την διδασκαλία του 
Σωκράτη,  αλλά  από  την  εικόνα  που  παρουσιάζεται  στα  έργα  τους  είναι 

Σελίδα 47 από 60

δυνατόν  να  εξαχθούν  ορισμένα  συμπεράσματα  για  τη  διδασκαλία  αυτή. 
Αυτό  οφείλεται  σε  μεγάλο  βαθμό  και  στη  φύση  της  δραστηριότητας  του 
Σωκράτη  που  ήταν  παιδαγωγική,  επομένως  στόχευε  κάθε  φορά  στην 
πρόοδο και τον προβληματισμό του εκάστοτε συνομιλητή του και όχι τόσο 
στη  διατύπωση  τελεσίδικων  φιλοσοφικών  προτάσεων.  Εξάλλου,  τόσο  ο 
Σωκράτης,  όσο  επίσης  ο  Πλάτων  και  ο  Ξενοφών  είναι  φυσικό  (αλλά  και 
προφανές)  ότι  στη  διάρκεια  του  μακρού  βίου  τους  μετέβαλλαν  απόψεις 
και  ενδιαφέροντα,  έτσι  ώστε  το  εγχείρημα  της  αποκατάστασης  μιας 
φιλοσοφικής  διδασκαλίας  του  Σωκράτη  να  καθίσταται  ουτοπικό.  Κάθε 
κείμενο πρέπει να εξετάζεται αυτοτελώς και να κατανοείται στο πλαίσιο 
της  εξέλιξης  της  σκέψης  του  συγγραφέα,  και  σε  συσχετισμό  με  το  σώμα 
των  υπολοίπων  κειμένων,  ώστε  να  τεθούν  τα  κατάλληλα  κάθε  φορά, 
γόνιμα ερωτήματα.  
  
Η  συναναστροφή  με  νέους,  συχνά  από  τα  ανώτερα  οικονομικά  και 
κοινωνικά  στρώματα,   η  διεξαγωγή  εριστικών  συζητήσεων,  η  επιμονή 
στον  ορισμό  των  εννοιών  και  η  χρήση  επαγωγικών  συλλογισμών,  η 
εφαρμογή  της  ελεγκτικής  μεθόδου,  η  μαιευτική  διαδικασία  και  η  θεωρία 
της  ανάμνησης  της  γνώσης  αποτελούν  γνωρίσματα  του  πλατωνικού 
Σωκράτη  που  εμφανίζονται  και  στον  Οικονομικό  του  Ξενοφώντα,  το 
εκτενέστερο  «σωκρατικό»  του  έργο.  Και  οι  δύο  συγγραφείς  αναφέρονται 
στην  εγκράτεια  του  Σωκράτη  και  στην  προσπάθειά  του  για  έλεγχο  των 
παθών.  Κοινά  μοτίβα  επίσης  αποτελούν  το  χιούμορ,  η  ειρωνία,  το 
παράδοξο αλλά και η προσποιητή άγνοια (σωκρατική ειρωνεία). Βεβαίως 
ο  Σωκράτης  του  Ξενοφώντα  γίνεται  συχνότερα  φορέας  παραδοσιακών 
αντιλήψεων  και  πρακτικών  προσεγγίσεων  στα  θέματα  που  συζητούνται, 
ενώ  αντίστοιχα  ο  πλατωνικός  Σωκράτης  εξυπηρετεί  από  ένα  σημείο  και 
πέρα τις ανάγκες της εκάστοτε πλατωνικής θεωρίας.  
  
Στα  Απομνημονεύματα  ο  Σωκράτης  παρουσιάζεται  ως  χρηστός  πολίτης 
που με την κριτική και τις παραινέσεις του προσπαθεί να δώσει πρακτικές 
λύσεις  σε  ιδιωτικά  και  δημόσια  προβλήματα.  Στο  απόσπασμα  που 
ακολουθεί  φαίνεται  καθαρά  το  πρακτικό  του  πνεύμα.  Οι  απόψεις  που 
εκφράζει δείχνουν παράλληλα την επιφύλαξή του απέναντι στο σύστημα 
της  δημοκρατίας,  που  συνήθως  δεν  λειτουργεί  αξιοκρατικά.  Η  πολιτική 
είναι για τον Ξενοφώντα πάνω από όλα χρηστή διοίκηση που στηρίζεται 
στη  γνώση,  την  ορθολογική  ανάλυση  των  δεδομένων  και  την  αμοιβαία 
εμπιστοσύνη αρχόντων και αρχομένων.   
  
«Βασιλείς  δε  και  άρχοντες,  είπεν,  ότι  είναι  όχι  εκείνοι  που  έχουν  τα 
σκήπτρα,  ούτε  εκείνοι  που  εξελέγησαν  από  τους  τυχόντας,  ούτε  εκείνοι 
που βγήκαν με τον κλήρον, ούτε εκείνοι που μεταχειρίσθησαν βίαν, ούτε 
εκείνοι  που  εξηπάτησαν,  αλλ’  εκείνοι  που  ηξεύρουν  να  άρχουν.  Οσάκις 
Σελίδα 48 από 60

δηλαδή ήθελεν ομολογήσει κανείς εκ των ακροατών του ότι ίδιον μεν του 
άρχοντος  είναι  να  διατάζει  τι  πρέπει  να  κάμνουν  οι  άλλοι,  του  δε 
αρχομένου  ίδιον  το  να  πείθεται,  έφερεν  ως  παράδειγμα  το  ότι  και  εις  το 
πλοίον,  εκείνος  μεν  ο  οποίος  ηξεύρει  να  κυβερνά  είναι  κυβερνήτης,  ο  δε 
ιδιοκτήτης  του  πλοίου,  και  όλοι  οι  άλλοι,  που  είναι  μέσα  εις  το  πλοίον, 
πείθονται  εις  τον  γνωρίζοντα  να  κυβερνά,  και  εις  την  γεωργίαν  εκείνοι 
που  έχουν  αγρούς,  και  εις  την  ασθένειαν  εκείνοι  που  ασθενούν,  και  εις 
την  άσκησην  του  σώματος  εκείνοι  που  ασκούνται  σωματικώς  και  όλοι  οι 
άλλοι,  οι  οποίοι  φροντίζουν  διά  κάτι,  εάν  μεν  νομίζουν,  ότι  οι  ίδιοι 
ηξεύρουν  να  φροντίσουν,  φροντίζουν∙  ειδέ  μη  πείθονται  εις  τους 
γνωρίζοντας όχι μόνον όταν είναι παρόντες, αλλά και όταν απουσιάζουν 
στέλλουν  και  τους  προσκαλούν,  δια  να  κάμνουν  όσα  πρέπει,  πειθόμενοι 
εις  εκείνους∙  εις  δε  την  εριουργίαν  επεδείκνυεν,  ότι  αι  γυναίκες  άρχουν 
των ανδρών, δια το ότι αυταί μεν γνωρίζουν πώς να υφαίνουν τα μαλλιά, 
οι  δε  άνδρες  δεν  γνωρίζουν.  Εάν  δε  κανείς  εις  αυτά  απαντούσεν,  ότι  εις 
τον  τύραννον  είναι  επιτετραμμένον  να  μη  πείθεται  εις  εκείνους  που 
ομιλούν  σωστά,  ‐  Και  πώς,  είπε,  θα  ήτο  δυνατόν  να  μη  πείθεται,  αφού 
επικρέμαται  τιμωρία,  εάν  κανείς  δεν  πείθεται  εις  εκείνον  που  ομιλεί 
σωστά;  Διότι  με  το  να  μη  πείθεται  εις  εκείνον  που  ομιλεί  σωστά,  θα 
διαπράξει  βεβαιότατα  κανέν  σφάλμα,  εάν  δε  κάμει  σφάλμα,  θα 
τιμωρηθεί. Εάν δε κανείς έλεγεν, ότι εις τον τύραννον επιτρέπεται και να 
φονεύσει  εκείνον  που  σκέπτεται  σωστά∙  ‐  εκείνος  δε,  απήντα,  που 
σκοτώνει  τους  καλυτέρους  από  τους  συμμάχους  του,  νομίζεις  ότι  δεν 
τιμωρείται ή ότι τιμωρείται ελαφρώς, διότι ποίον από τα δύο παραδέχεσαι: 
εκείνος που κάμνει έτσι μάλλον θα σωθεί ή τάχιστα θα καταστραφεί;» 
(Ξενοφώντος, Απομνημονεύματα 3.9.10‐13, μετάφραση Κώστα Βάρναλη) 

4.4.3 Τα Ελληνικά  
Στα Ελληνικά συνεχίζεται η αφήγηση της Ελληνικής ιστορίας από το 411 
ως το 362.  
Διαπιστώνονται  δύο  φάσεις  συγγραφής  (σύμφωνα  με  ορισμένους  και 
περισσότερες),  μια  σχετικά  πρώιμη  (1‐2.3.9),  ενώ  το  δεύτερο  και 
εκτενέστερο  τμήμα  (2.3.10εξ.)  χρονολογείται  στα  τελευταία  χρόνια  της 
ζωής  του,  μάλλον  μετά  το  358/7.  Φαίνεται  να  ακολουθεί  τον  Αγησίλαο 
(έργο  που  γράφηκε  το  360  ή  359  με  αφορμή  το  θάνατο  του  βασιλιά)  και 
προηγείται  χρονικά  μόνο  των  Πόρων,  ενός  έργου  που  συζητά  τα 
δημοσιονομικά προβλήματα της Αθήνας.  
  
Το  πρώτο  μέρος  του  έργου  ακολουθεί  πιο  πιστά  το  πρότυπο  του 
Θουκυδίδη.  Υπάρχει  διαίρεση  των  ετών  σε  χειμώνες  και  καλοκαίρια, 
απουσιάζουν  οι  αναφορές  στις  θυσίες  που  προηγούνται  των  πολεμικών 

Σελίδα 49 από 60

επιχειρήσεων  (ενώ  αφθονούν  στα  επόμενα  βιβλία),  η  παράθεση 
αριθμητικών  στοιχείων  είναι  συχνότερη,  αν  και  όχι  πάντα  ακριβέστερη, 
ενώ τα δύο μέρη διαφοροποιούνται και από ορισμένα γλωσσικά στοιχεία.  
  
Στο  δεύτερο  μέρος  του  έργου,  στο  επίκεντρο  της  εξιστόρησης  δεν 
βρίσκεται  πια  η  Αθήνα,  αλλά  η  Σπάρτη.  Το  γεγονός  αυτό  αντανακλά  τη 
δυναμική  των  ιστορικών  εξελίξεων,  αντικατοπτρίζει  όμως  και  τη 
διαφορετική  οπτική  καθενός  συγγραφέα.  Χαρακτηριστικό  (πάντως  όχι 
δυσεξήγητο)  είναι  και  το  γεγονός  ορισμένων  οφθαλμοφανών 
παραλείψεων του Ξενοφώντα: δεν αναφέρει πουθενά τη συνθήκη ειρήνης 
μεταξύ  των  Σπαρτιατών  και  του  Πέρση  βασιλιά  (Ανταλκίδειος  Ειρήνη, 
386),  με  την  οποία  ο  έλεγχος  της  Μικράς  Ασίας  δινόταν  στους  Πέρσες 
(γεγονός  που  δημιούργησε  έναν  πολύ  αρνητικό  για  τη  Σπάρτη 
αντίκτυπο), αλλά ούτε την εξαιρετικά επιζήμια για τη Σπάρτη ίδρυση της 
Μεγαλόπολης  και  της  Μεσσήνης.  Όσον  αφορά  την  Αθήνα,  ο  Ξενοφών 
ασχολείται  ελάχιστα  με  τις  εσωτερικές  εξελίξεις,  ενώ  αποσιωπά  πλήρως 
την ίδρυση της Δεύτερης Αθηναϊκής Συμμαχίας (377).  
  
Είναι  άγνωστο  αν  ο  Ξενοφών  χρησιμοποίησε  γραπτές  πηγές,  καθώς  και 
σε  ποιο  βαθμό  ήταν  ο  ίδιος  παρών  στα  γεγονότα  ή  αυτήκοος  μάρτυς. 
Επίσης  δεν  γνωρίζουμε  σε  ποιο  βαθμό  υπέβαλλε  τις  πηγές  του  σε 
αντιπαραβολή και κριτική. Η αξιοπιστία του Ξενοφώντα είναι δύσκολο να 
ελεγχθεί,  καθώς  οι  κυριότερες  παράλληλες  πηγές  για  τα  γεγονότα  που 
διαθέτουμε  είναι  πολύ  μεταγενέστερες  (Διόδωρος,  Πλούταρχος)  και  δεν 
στηρίζονται  πάντα  σε  αξιόπιστες  πηγές.  Οι  σύγχρονοι  μελετητές 
διχάζονται ως προς το βαθμό της εγκυρότητας και της αντικειμενικότητάς 
του.  Όπως  έχει  εύστοχα  παρατηρηθεί,  «ο  Ξενοφών  ενδεχομένως  υπήρξε 
ειλικρινής, με την έννοια ότι πίστευε ότι έλεγε την αλήθεια, ακόμη κι όταν 
υποσυνείδητα παραποιούσε τα γεγονότα». (P. Krentz, Xenophon, Hellenika 1‐
II.3.10, 9).   
  
Ο  Ξενοφών  γράφει  για  ένα  πανελλήνιο  κοινό.  Το  έργο  του 
επικεντρώνεται  περισσότερο  στην  εξωτερική  πολιτική  και  λιγότερο  σε 
εσωτερικές πολιτικές διαμάχες. Δεν συνηθίζει να περιγράφει θεσμούς και 
πολιτεύματα.  Σε  αντίθεση  με  τον  Θουκυδίδη  δεν  τον  απασχολεί  τόσο  η 
πόλις όσο η συνεργασία μεταξύ πόλεων, σε συνθήκες όμως αυτονομίας.  
Με  το  έργο  του  ο  Ξενοφών  επιχειρεί  να  αντλήσει  πρακτικά  διδάγματα 
από την ιστορία. Αυτό που τον απασχολεί ιδιαίτερα είναι η πραγμάτωση 
της  αρετής  στη  διακυβέρνηση  του  κράτους  και  στις  διεθνείς  σχέσεις.  Η 
σκέψη του κυριαρχείται από δύο κεντρικές ιδέες:  
ƒ Ότι η αδικία προκαλεί αποτυχία και δυστυχία, και  
ƒ Ότι η συγχώρηση και η μεγαλοψυχία είναι θετικές ιδιότητες.  

Σελίδα 50 από 60

Οι  απόψεις  αυτές,  που  φέρνουν  την  αντίληψή  του  πιο  κοντά  σε  εκείνην 
του Ηροδότου παρά στον ορθολογισμό του Θουκυδίδη, πηγάζουν από την 
πίστη του στην καθοδήγηση της ιστορίας από τους θεούς.  
Χαρακτηριστικά  για  τη  σκέψη  και  τη  μέθοδο  του  Ξενοφώντα  είναι  τα 
αποσπάσματα  της  εκτέλεσης  του  Θηραμένη  και  το  σχόλιό  του  για  την 
τιμωρία  της  αδικίας  [«Πολλά  παραδείγματα  θα  μπορούσε  κανείς  ν’ 
αναφέρει από την ιστορία και των Ελλήνων και των βαρβάρων, για να δείξει 
ότι  οι  θεοί  δεν  αφήνουν  ατιμώρητη  την  ασέβεια  και  τις  ανόσιες  πράξεις˙ 
τώρα  ωστόσο  θα  μιλήσω  μόνο  για  την  ακόλουθη  περίπτωση.  Οι 
Λακεδαιμόνιοι,  που  είχαν  ορκιστεί  ν’  αφήσουν  τις  πόλεις  ανεξάρτητες  και 
μολοντούτο είχαν καταλάβει την ακρόπολη της Θήβας, τιμωρήθηκαν ‐αυτοί, 
που  ποτέ  πριν  δεν  είχαν  νικηθεί  από  κανέναν‐  από  μόνους  τους  ίδιους 
εκείνους  ανθρώπους  που  αδίκησαν˙  όσο  για  τους  Θηβαίους  που  τους  είχαν 
οδηγήσει  μέσα  στην  ακρόπολη  κι  είχαν  θελήσει  να  υποδηλώσουν  την  πόλη 
τους  στους  Λακεδαιμονίους  για  να  γίνουν  οι  ίδιοι  τύραννοι,  άρκεσαν  εφτά 
μόνο  εξόριστοι  για  ν’  ανατρέψουν  την  εξουσία  τους».  (Ξενοφώντος, 
Ελληνικά 5.4.1, μετάφραση Ρόδη Ρούφου). ].  
 
4.4.4 Οικονομικός
Ο  Οικονομικός  ακολουθεί  την  παράδοση  του  Σωκρατικού  διαλόγου,  το 
θέμα  του  όμως  (συνδυασμός  φιλοσοφικού  στοχασμού  με  οικονομικές 
θεωρίες)  είναι  μοναδικό  για  το  είδος.  Γενικά  πρόκειται  για  το  πρώτο 
σωζόμενο  κείμενο  με  ανάλογο  θέμα,  αν  και  έργο  με  τον  ίδιο  τίτλο 
αποδίδεται  και  στο  μαθητή  του  Σωκράτη  Αντισθένη.  Όπως  συμβαίνει 
συχνά με τους Σωκρατικούς διαλόγους (που καλλιεργήθηκαν επίσης από 
τον  Αισχίνη  τον  Σφήττιο,  τον  Αντισθένη,  τον  Πλάτωνα  και  άλλους 
μαθητές του Σωκράτη), η δραματική του χρονολογία είναι απροσδιόριστη. 
Πρόκειται  για  μια  συζήτηση  ανάμεσα  στον  Σωκράτη  και  τον  (αφηγητή) 
Κριτόβουλο, έναν ευκατάστατο Αθηναίο, στην οποία παρεμβάλλονται και 
αφηγήσεις  ή  συζητήσεις  με  άλλα  πρόσωπα.  Ως  πρότυπα  κυριαρχούν  ο 
Κύρος ο νεότερος και ο Ισχόμαχος, ένας επιτυχημένος οικογενειάρχης και 
«επιχειρηματίας»  στον  αγροτικό  τομέα.  Το  θέμα  είναι  η  διασφάλιση  της 
ευημερίας  του  οίκου  ως  οικονομικής  μονάδας  που  περιλαμβάνει  την 
οικογένεια  (με  όλους  τους  εξαρτημένους  συγγενείς  που  ζούν  σε  κοινή 
εγκατάσταση),  τους  δούλους,  τα  ζώα  που  τους  ανήκουν,  την  ακίνητη 
περιουσία,  δηλαδή  τα  κτίσματα  αλλά  και  τις  αγροτικές  εκτάσεις,  καθώς 
και τα προϊόντα, τα αποθέματα και γενικά τον πλούτο που παράγεται. 
Το  έργο  αποτελεί  πολύτιμη  πηγή  για  θέματα  όπως  η  οικογένεια,  οι 
οικονομικές  εξελίξεις  και  τα  κοινωνικά  ζητήματα  κατά  τον  4ο  αιώνα. 
Αναφέρεται  διεξοδικά  στις  σχέσεις  του  συζυγικού  ζευγαριού  και,  αν  και 
δεν ξεφεύγει από την πατριαρχική αντίληψη για τη θέση των δύο φύλων, 
ο  Ξενοφών  είναι  υπέρμαχος  της  συντροφικότητας  και  της 
Σελίδα 51 από 60

συμπληρωματικότητας  των  ρόλων  τους.  Σε  πολλά  σημεία  έχουν 
διαπιστωθεί  αναλογίες  στη  θεματική  και  τις  απόψεις  του  έργου  με  την 
πλατωνική  Πολιτεία  (βλ.  33‐40).  Το  έργο  ήταν  δημοφιλές  σε  αρκετές 
εποχές  και  ιδιαίτερα  το  θέμα  της  σχέσης  και  των  ρόλων  των  δύο  φύλων 
έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον πολλών μελετητών ως τις μέρες μας.   
 
 
4.4.5 Χρηστή διοίκηση και ηγεσία στη σκέψη του Ξενοφώντα 
Η Κύρου Παιδεία  
Τα γνωρίσματα του πολιτικού ηγέτη, όπως τον οραματιζόταν ο Ξενοφών, 
φαίνονται  ανάγλυφα  σε  πολλά  έργα  του.  Η  μυθοπλαστική  αφήγηση  με 
ιστορικό θέμα στην Κύρου παιδεία προσφέρεται ιδιαίτερα για την έκφραση 
των  αναζητήσεών  του.  Μερικά  παραδείγματα  της  εικόνας  του  ηγέτη 
αφορούν  χαρίσματα  που  τον  καθιστούν  αγαπητό  στους  στρατιώτες  και 
υπηκόους  του.  Γίνεται  ο  ίδιος  παράδειγμα,  ενώ  επιβραβεύει  τους  άξιους: 
οὐ γὰρ ᾤετο οἷόν τε εἶναι μὴ αὐτόν τινα ὄντα οἷον δεῖ ἄλλους παρορμᾶν ἐπὶ 
τὰ  καλὰ  καὶ  ἀγαθὰ  ἔργα  (Κύρου  Παιδεία  8.1.12).  Ένα  σύστημα 
επιβράβευσης  της  αφοσίωσης  και  της  αρετής  λειτουργεί  ως  κίνητρο  για 
χρηστή  συμπεριφορά:  πρὸς  δὲ  τούτῳ  καὶ  τῶν  ἄλλων  οὕστινας  μάλιστα 
ὁρῴῃ  τὰ  καλὰ  διώκοντας,  τούτους  καὶ  δώροις  καὶ  ἀρχαῖς  καὶ  ἕδραις  καὶ 
πάσαις τιμαῖς ἐγαίρερεν. (ΚΠ 8.1.39). Αλλά και για τους ομοτραπέζους του 
φρόντιζε  η  ιεραρχία  των  θέσεων  να  αντιστοιχεί  στη  συμπεριφορά  που 
είχαν επιδείξει κάθε φορά, ώστε να τους εμφυσήσει πνεύμα άμιλλας στην 
αρετή  και  την  αφοσίωση  προς  αυτόν  (ΚΠ  8.4.3εξ).  Φροντίζει  επίσης  να 
εξασφαλίζει ιατρική φροντίδα στους υπηκόους του (ΚΠ 8.2.25), όπως και ο 
Ιάσων  ο  Φεραίος  επιβράβευε  νόσων  θεραπείαις  όσους  στρατιώτες  του 
έδειχναν ζήλο. 
Σημαντικότερο  όμως  είναι  ένα  άλλο  γνώρισμα  του  Κύρου:  αποδίδει 
τεράστια  σημασία  στους  δεσμούς  εκτίμησης  και  φιλίας  με  τους 
αξιωματούχους που τον περιστοιχίζουν. Η αγάπη του περιβάλλοντός του 
είναι  η  ασφαλέστερη  ασπίδα  απέναντι  σε  επιβουλές.  Έτσι  κάνει  την 
επιλογή  των  φρουρών  του:  ἐνόμισε  δὲ  μὴ  ἂν  γενέσθαι  ποτὲ  πιστὸν 
ἄνθρωπον  ὅστις  ἄλλον  μᾶλλον  φιλήσοι  τοῦ  τῆς  φυλακῆς  δεομένου.  (ΚΠ 
7.5.59) και αντίστοιχα προσπαθεί να κερδίσει την αγάπη των σημαντικών 
αξιωματούχων του. Δεν πρέπει να υπηρετούν τον ηγέτη ἄκοντες, όπως οι 
δούλοι (ΚΠ 8.1.5), αλλά ἓν δὲ ἀντὶ πάντων τούτων ἔγνω καὶ κράτιστον εἶναι 
πρὸς  τὴν  αὑτοῦ  ἀσφάλειαν  καὶ  κάλλιστον,  εἰ  δύναιτο  ποιῆσαι  τοὺς 
κρατίστους  ἑαυτῷ  μᾶλλον  φίλους  ἤ  ἀλλήλοις  (ΚΠ  8.1.48).  Η  επιτυχία  της 
μεθόδου  περιγράφεται  στο  8.2.28:  καὶ  οἱ  πρωτεύειν  δὲ  βουλόμενοι  φιλίᾳ 
παρὰ  Κύρῳ,  ὥσπερ  ἄλλοι  ἐν  πόλεσι,  καὶ  οὗτοι  ἐπιφθόνως  πρὸς  ἀλλήλους 
εἶχον,  ὥσθ’  οἱ  πλείονες  ἐκποδὼν  ἐβούλοντο  ὁ  ἕτερος  τὸν  ἕτερον  γενέσθαι 
μᾶλλον ἤ συνέπραξαν ἄν τι ἀλλήλοις ἀγαθόν (ΚΠ 8.2.28). Έτσι και ο λόγος 
Σελίδα 52 από 60

που  ο  Ιάσων  δεν  εκστρατεύει  κατά  του  Πολυδάμαντα  εκτίθεται  με 
αφοπλιστική  ειλικρίνεια:  ὅτι  νὴ  Δία  τῷ  παντὶ  κρεῖττόν  μοι  δοκεῖ  εἶναι 
ἑκόντας ὑμᾶς μᾶλλον ἤ ἄκοντας προσαγαγέσθαι. βιασθέντες μὲν γὰρ ὑμεῖς 
τ’  ἄν  βουλεύοισθε  ὅ  τι  δύναισθε  ἀγαθὸν  ἐμοί,  ἐγώ  τ’  ἄν  ὑμᾶς  ὡς 
ἀσθενεστάτους  βουλοίμην  εἶναι  (Ελληνικά  6.1.7).  Πρόκειται  για  την 
ακριβώς  αντίθετη  κατάσταση  από  αυτή  που  βιώνει  ο  τύραννος,  όπως 
ομολογεί  δια  μακρών  ο  Ιέρων  στον  ομώνυμο  διάλογο  του  Ξενοφώντα:  οἱ 
δὲ  τύραννοι…  πανταχῇ  ὡς  διὰ  πολεμίας  πορεύονται  (Ιέρων  2.8)   και  ὁ  δὲ 
τύραννος  οὐδ’  ἐπειδὰν  εἴσω  τῆς  οἰκίας  παρέλθῃ  ἐν  ἀκινδύνῳ  ἐστίν,  ἀλλ’ 
ἐνταῦθα δὴ καὶ μάλιστα φυλακτέον οἴεται εἶναι (Ιέρων 2.10). 
  
Αναφερόμενος  στα  υλικά  αγαθά,  εξηγεί  στον  Κροίσο  τη  φιλοσοφία  του: 
ἐγὼ  δ’  ὑπηρετῶ  μὲν  τοῖς  θεοῖς  καὶ  ὀρέγομαι  ἀεὶ  πλειόνων˙  ἐπειδὰν  δὲ 
κτήσωμαι,  ἃ  ἂν  ἴδω  περιττὰ  ὄντα  τῶν  ἐμοὶ  ἀρκούντων,  τούτοις  τάς  τ’ 
ἐνδείας  τῶν  φίλων  ἐξακοῦμαι  καὶ  πλουτίζων  καὶ  εὐεργετῶν  ἀνθρώπους 
εὔνοιαν ἐξ αὐτῶν κτῶμαι καὶ φιλίαν, καὶ ἐκ τούτων καρποῦμαι  ἀσφάλειαν 
καὶ εὔκλειαν (ΚΠ 8.2.21‐22) . 
  
Η πλεονεξία επομένως δεν είναι ασύμβατη με την ευσέβεια και δεν είναι 
απορριπτέα. Πρέπει όμως να εκμεταλλεύεται τον εχθρό προς όφελος του 
φίλου, όχι το φίλο, και να μη στοχεύει μόνο σε ίδιον όφελος του άρχοντα.  
 
 
4.4.6 Ιέρων ή Τυραννικός
Ο  φανταστικός  αυτός  διάλογος  που  διεξάγεται  ανάμεσα  στον  τύραννο 
των  Συρακουσών  Ιέρωνα  και  στον  ποιητή  Σιμωνίδη  αφήνει  να  διαφανεί 
καθαρά  η  κριτική  του  Ξενοφώντα  στο  ανελεύθερο  τυραννικό  καθεστώς, 
στη  βία  και  στην  αλλοτρίωση  των  ανθρώπινων  σχέσεων  εξαιτίας  της 
εξουσίας.  Ο  ρεαλισμός  και  ο  κυνισμός  ενός  τυράννου  αποτελεί  για  το 
συγγραφέα  σύμπτωμα  ηθικής  παρακμής  και  επιφέρει  δεινά  τόσο  στην 
ίδιο τον τύραννο όσο και στο λαό του.  
 
 

Ο Ιέρων ή Τυραννικός  
Το  απόσπασμα  που  ακολουθεί  προέρχεται  από  το  μελέτημα  του 
Alexander Kojève “Τυραννία και Σοφία” (Περί Τυραννίας: Ξενοφών Ιέρων ή 
Τυραννικός,  Leo  Straus:   Περί  Τυραννίδος,  Alexander  Kojève  Τυραννία  και 
Σοφία,  εκδ.  Γνώση,  Αθήνα  1995)   και  σχολιάζει  από  φιλοσοφική  κυρίως 
άποψη τα τελευταία κεφάλαια του έργου.  
  

Σελίδα 53 από 60

Στο  αποκορύφωμα  του  Διαλόγου  (κεφ.  VII)  ο  Σιμωνίδης  εξηγεί  στον 
Ιέρωνα ότι τα παράπονά του εναντίον της τυραννίας δεν έχουν αξία, εφ’ 
όσον  ο  υπέρτατος  σκοπός  και  το  έσχατο  κίνητρο  των  ανθρώπων  είναι  η 
τιμή και εφ’ όσον, ως προς την τιμή, ο τύραννος βρίσκεται σε πλεονεκτική 
θέση απέναντι στους άλλους. 
Ας σταθούμε μια στιγμή σ’ αυτή την επιχειρηματολογία. Ο Σιμωνίδης, με 
πλήρη  αυτοσυνειδησία,  υιοθετεί  την  ʺπαγανιστικήʺ  είτε  ʺαριστοκρατικήʺ 
υπαρξιακή στάση, την οποία ο Hegel θα αποκαλέσει  αργότερα εκείνη του 
ʺΚυρίουʺ  (σε  αντίθεση  με  τη  στάση  του  ʺΔούλουʺ,  δηλαδή  εκείνη  του 
ʺιουδαιοχριστιανούʺ  είτε  ʺαστούʺ  ανθρώπου).  Και  ο  Σιμωνίδης  εκθέτει 
αυτή την άποψη με ακραίο ριζοσπαστισμό. Πράγματι, δεν αρκείται να πει 
ότι  «οι  τιμές  είναι  μεγάλο  πράγμα,  αφού  οι  άνθρωποι  επιδιώκοντάς  τες 
αναδέχονται κάθε μόχθο και υπομένουν κάθε κίνδυνο», κάνοντάς μας να 
πιστέψουμε  ότι  ο  άνθρωπος  μάχεται  και  εργάζεται  αποκλειστικά  και 
μόνον χάριν της δόξας. Πηγαίνει ακόμη πιο μακριά όταν αποφαίνεται ότι 
«ακριβώς  αυτή  η  επιθυμία  για  τιμή   αποτελεί  τη  διαφορά  του  ανθρώπου 
από  τα  άλλα  ζώα».  Όμως  όπως  όλοι  οι  συνεπείς  με  τον  εαυτό  τους 
ʺπαγανιστέςʺ,  ʺαριστοκράτεςʺ  ή  ʺΚύριοιʺ,  ο  Σιμωνίδης  δεν  πιστεύει  ότι  η 
αναζήτηση  της  δόξας  είναι  το  ιδιαίτερο  γνώρισμα  όλων  των 
δημιουργημάτων, όσα έχουν ανθρώπινη μορφή. Αυτή η αναζήτηση ανήκει 
αποκλειστικά  και  αναγκαστικά  μόνον  σε  όσους  γεννιούνται  Κύριοι,  ενώ 
λείπει  αθεράπευτα  από  ʺδουλοπρεπείςʺ  φύσεις,  οι  οποίες,  ακριβώς  γι’ 
αυτό  δεν  είναι  πραγματικά  ανθρώπινες  (και  συνεπώς  αξίζουν  ανάλογη 
αντιμετώπιση):  «Όσοι  έχουν  έμφυτο  μέσα  τους  τον  έρωτα  των  τιμών  και 
των  επαίνων,  εκείνοι  διαφέρουν  περισσότερο  από  τα  κτήνη,  και 
θεωρούνται  [αληθινοί] άνδρες κι όχι απλώς άνθρωποι  [κατά τη  μορφή]». 
Και αυτοί οι «αληθινοί» άνδρες, οι οποίοι ζουν προσβλέποντας στη δόξα, 
είναι, σε κάποιο βαθμό, όντα «θεïκά». Γιατί «καμιά ανθρώπινη ηδονή δεν 
μοιάζει να βρίσκεται κοντύτερα στο θείο από την ευφροσύνη που δίνουν 
οι τιμές». 
Βεβαίως αυτή η «αριστοκρατική» και «παγανιστική» ομολογία πίστεως θα 
σόκαρε  ίσως  τους  «αστούς»  οι  οποίοι  ζούσαν  (ή  ζουν)  μέσα  στον 
ιουδαιοχριστιανικό  κόσμο.  Στα  πλαίσια  αυτού  του  κόσμου  ούτε  οι 
φιλόσοφοι  ούτε  οι  ίδιοι  οι  τύραννοι  δε  θα  έλεγαν  τέτοια  πράγματα  και, 
στο  μέτρο  όπου  θα  ήθελαν  να  δικαιολογήσουν  την  τυραννία,  θα 
χρησιμοποιούσαν  άλλα  επιχειρήματα.  Θα  ήταν  μάταιο  να  τα 
απαριθμήσουμε όλα, γιατί, κατά τη γνώμη μου, ένα και μόνο απ’ όλα τους 
είναι  πραγματικά  έγκυρο.  Όμως  αυτό  αξίζει  όλη  την  προσοχή  μας. 
Νομίζω  ότι  θα  ήταν  εσφαλμένο  να  πούμε,  όπως  ο  Σιμωνίδης,  ότι  μόνον 
όσοι «επιδιώκουν τιμές» καθώς και «την ευφροσύνη που δίνουν οι τιμές», 
«αναδέχονται  κάθε  μόχθο  και  υπομένουν  κάθε  κίνδυνο».  Η  χαρά  που 
προκαλεί η ίδια η δουλεία και η επιθυμία να επιτύχεις ένα εγχείρημα από 
μόνες  τους  προτρέπουν  τον  άνθρωπο  να  αναλάβει  επικίνδυνες  και 
Σελίδα 54 από 60

κοπιώδεις  εργασίες  (όπως  ήδη  το  δείχνει  ο  αρχαίος  μύθος  του  Ηρακλή). 
Ένας άνθρωπος μπορεί να δουλεύει σκληρά, διακινδυνεύοντας ακόμη και 
τη  ζωή  του,  μόνο  και  μόνο  για  να  δοκιμάσει  τη  χαρά  που  πάντοτε  του 
προκαλεί  η  εκτέλεση  του  σχεδίου  του  ή,  πράγμα  που  είναι  το  ίδιο,  η 
μετατροπή  της  «ιδέας  του»,  δηλαδή  του  «ιδεώδους  του»,  σε 
πραγματικότητα προσδιορισμένη από τις ιδιαίτερες προσπάθειές του. Ένα 
παιδί,  μόνο  του  στην  ακροθαλασσιά,  κατασκευάζει  πύργους  στην  άμμο, 
τους  οποίους  ίσως  δεν  θα  δείξει  σε  κανέναν,  και  ένας  ζωγράφος 
ζωγραφίζει  τα  βράχια  ενός  έρημου  νησιού  ξέροντας  ότι  δεν  θα  το 
εγκαταλείψει  ποτέ.  Έτσι  (  αλλά  πρόκειται  για  οριακή  περίπτωση)  ο 
άνθρωπος  μπορεί  και  να  αποβλέπει  στην  τυραννία  όπως  ένας 
«ευσυνείδητος»  και  «ενθουσιώδης»  εργάτης  επιθυμεί  επαρκείς  συνθήκες 
για τη δουλειά του. Πράγματι, ένας «νόμιμος» μονάρχης, ο οποίος φτάνει 
και  παραμένει  στην  εξουσία  χωρίς  να  καταβάλει  προσπάθειες  και  δεν 
ενδιαφέρεται για τη δόξα, μπορεί να μη βυθιστεί στη ζωή της ηδονής και 
να  αφιερωθεί  ενεργά  στη  διακυβέρνηση  του  Κράτους.  Όμως  αυτός  ο 
μονάρχης,  και  γενικά  ο  «αστός»  πολιτικός,  ο  οποίος  αρνείται  κατ’  αρχήν 
τη  δόξα,  θα  ασκήσουν  το  σκληρό  τους  πολιτικό  «επάγγελμα»  μόνο  εάν 
έχουν  τη  νοοτροπία ενός «εργάτη». Και θα θελήσουν να δικαιολογήσουν 
την «τυραννία» τους μόνο ως απαραίτητη συνθήκη για να επιτύχουν στη 
«δουλειά» τους. 
Κατά τη γνώμη μου, αυτός ο «αστικός» τρόπος να βλέπουμε τα πράγματα 
και  να  δικαιολογούμε  την  τυραννία  (βιώσιμο,  σε  κάποιο  μέτρο  και  για 
ορισμένο  χρονικό  διάστημα,  κατέστησε  τούτον  τον  τρόπο  ο 
«ιουδαιοχριστιανικός»  πολιτικός  κόσμος,  όπου  οι  άνθρωποι  θεωρητικά 
καλούνταν  ν’  απαρνηθούν  τη  δόξα)  έρχεται  να  συμπληρώσει  την 
«αριστοκρατική»  θεωρία∙  φερέφωνο  της  τελευταίας  γίνεται  ο  Σιμωνίδης, 
εφ’  όσον  καταλαβαίνει  μόνο  τη  στάση  του  άπραγου  «αριστοκράτη»,  ο 
οποίος  αφιερώνει  τις  καλύτερές  του  δυνάμεις  στους  (ενδεχομένως 
αιματηρούς)  αγώνες  με  τους  άλλους  ανθρώπους  επιθυμώντας  την  τιμή 
που θα του αποφέρει η νίκη. 
Όμως δε θα έπρεπε να απομονώσουμε την «αστική» άποψη ξεχνώντας ή 
αρνούμενοι  την  «αριστοκρατική»  θεωρία.  Ξαναγυρίζοντας  στα 
παραδείγματά μας, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι «η επιθυμία της τιμής» και 
«η  ευφροσύνη  που  δίνουν  οι  τιμές»  μπαίνουν  στο  παιχνίδι  και  γίνονται 
καθοριστικές  αμέσως  μόλις  το  παιδί  κατασκευάσει  τους  πύργους  του 
ενώπιον  ενηλίκων  ή  των  συντρόφων  του,  αμέσως  μόλις  ο  ζωγράφος 
γυρίζει σπίτι του και εκθέτει τα αντίγραφα των σχεδίων που χάραξε πάνω 
στους  βράχους,  αμέσως  μόλις,  κατά  γενικό  τρόπο,  εμφανίζεται  αυτή  η 
άμιλλα  μεταξύ  των  ανθρώπων,  η  οποία  στην  πραγματικότητα  δε  λείπει 
ποτέ  και  σύμφωνα  με  τον  Σιμωνίδη  (κεφ.  IX)  είναι  αναγκαία  για  να 
ευδοκιμήσουν  πραγματικά  ακόμη  και  η  γεωργία,  η  βιομηχανία  και  το 
εμπόριο.  Όμως  για  να  ισχύει  αυτή  η  επισήμανση  και  για  τον  πολιτικό, 
Σελίδα 55 από 60

πρέπει  να  υπάρχει  αγώνας  για  την  εξουσία  και  άμιλλα  κατά  την 
εξάσκησή  τους,  με  την  κύρια  σημασία  των  όρων  αυτών.  Βεβαίως, 
θεωρητικώς, ο πολιτικός θα μπορούσε να παραμερίσει τους ανταγωνιστές 
του χωρίς να σκέφτεται τη δόξα, όπως ένας εργάτης απορροφημένος και 
αδιάφορος  για  ό,τι  τον  περιτριγυρίζει,  παραμερίζει  σχεδόν  ασυνείδητα 
όσα  πράγματα  τον  ενοχλούν  στη  δουλειά  του.  Όμως  πράγματι 
παραμερίζουμε  τους  ανταγωνιστές  γιατί  δε  θέλαμε  να  επιτευχθεί   ο 
σκοπός, να γίνει η εργασία από έναν άλλον, έστω κι αν αυτός ο άλλος θα 
την  έκανε  εξίσου  καλά∙  αυτό  ισχύει  ιδιαιτέρως  για  όσους  εποφθαλμιούν 
την  «τυραννία».  Όπου  υπάρχει  «άμιλλα»  ή  «ανταγωνισμός»  ενεργούμε 
πράγματι  σε  συνάρτηση  με  τη  δόξα,  και  μόνο  για  να  δικαιολογηθούμε 
από τη «χριστιανική» ή «αστική» σκοπιά πιστεύουμε ή διατεινόμαστε ότι 
το  κάνουμε  αποκλειστικά  επειδή  είμαστε  ή  φανταζόμαστε  ότι  είμαστε 
«ικανότεροι» ή «καλύτερα εξοπλισμένοι» από τους άλλους. 
Είτε  έτσι  είτε  αλλιώς,  ο  Ιέρων,  υπό  την  ιδιότητά  του  ως  αυθεντικού 
«παγανιστή  αριστοκράτη»,  δέχεται  την  άποψη  του  Σιμωνίδη  χωρίς 
επιφύλαξη.  Ωστόσο  απορρίπτει  το  επιχείρημα  του  τελευταίου  ως 
δικαιολόγηση της τυραννίας: μολονότι αποδέχεται ότι ο ανώτερος σκοπός 
του  ανθρώπου  είναι  η  τιμή,  βεβαιώνει  ότι  ο  τύραννος  δεν  φθάνει  ποτέ 
αυτόν τον σκοπό. 
Ο  Ιέρων  εξηγεί  στον  Σιμωνίδη  (κεφ.  VII,  δεύτερη  παράγραφος)   ότι  ο 
τύραννος  κυβερνά  μέσω  του  τρόμου  και  κατά  συνέπεια  οι  όποιες 
εκδηλώσεις  σεβασμού  δέχεται  εκ  μέρους  των  υπηκόων  που 
υπαγορεύονται μόνο και μόνο από το φόβο που τους εμπνέει. Αλλά «ούτε 
οι υπηρεσίες όσων μας φοβούνται αποτελούν τιμές∙ δικαίως θα θεωρούσε 
κανείς  τέτοιες  πράξεις  ως  δουλικές».  Και  οι  πράξεις  ενός  Δούλου  δεν 
δίνουν καμμία ικανοποίηση στον αριστοκράτη Κύριο, τέτοιος όπως είναι ο 
αρχαίος τύραννος. 
Όταν  εκθέτει  την  κατάστασή  του,  ο  Ιέρων  περιγράφει  την  τραγωδία  του 
Κυρίου,  την  οποία  ανέλυσε  ο  Hegel  στη  Φαινομενολογία  του  πνεύματος 
(κεφ.  IV,   μέρος  «Α»).  Ο  Κύριος  διεξάγει  μάχη  θανάσιμη,  έτσι  ώστε  να 
εξαναγκάσει  τον  αντίπαλό  του  να  αναγνωρίσει  την  αποκλειστική 
ανθρώπινη  αξιοπρέπειά  του.  Όμως,  εάν  ο  αντίπαλός  του  είναι  κι  αυτός 
Κύριος,  θα  εμπνέεται  από  την  ίδια  επιθυμία  της  «αναγνώρισης»  και  θα 
πολεμήσει μέχρι θανάτου: του δικού του ή του άλλου. Και αν ο αντίπαλος 
υποταχθεί  (από  φόβο  μπροστά  στον  θάνατο),  αποκαλύπτεται  Δούλος. 
Επομένως  η  «αναγνώρισή»  του  δεν  έχει  αξία  για  τον  νικητή  Κύριο,  στα 
μάτια  του  οποίου  ο  Δούλος  δεν  είναι  πραγματικά  ανθρώπινο  όν.  Άρα  ο 
νικητής  σ’  αυτή  την  αιματηρή  μάχη  καθαρού  γοήτρου  δεν  θα  είναι 
«ικανοποιημένος»  από  τη  νίκη  του.  ΄Ετσι   η  θέση  του  είναι  ουσιαστικά 
τραγική, εφόσον δεν έχει δυνατή διέξοδο. 
Για  να  πούμε  την  αλήθεια,  το  κείμενο  του  Ξενοφώντα  είναι  λιγότερο 
ακριβές από εκείνο του Hegel. Ο Ιέρων συγχέει τον «γενετήσιο έρωτα», ο 
Σελίδα 56 από 60

οποίος  παρέχεται  αυθόρμητα,  με  την  «αγάπη»  των  υπηκόων,  που  τον 
«αναγνωρίζουν».  Ο  Σιμωνίδης  τον  διορθώνει  δίνοντάς  του  να  καταλάβει 
ότι ο τύραννος ως τέτοιος δεν ενδιαφέρεται για τους «εραστές» του, αλλά 
για  τους  υπηκόους  του  θεωρούμενους  ως  πολίτες.  Όμως  ο  Σιμωνίδης 
κρατεί  την  ιδέα  της  «αγάπης»  (κεφ.  ΧΙ).  Επί  πλέον  ο  Ιέρων  θα  ήθελε  να 
είναι «ευτυχισμένος» με την τυραννία του και με τις «τιμές» γενικά, και ο 
Σιμωνίδης  λέει  επίσης  ότι  ο  Ιέρων  θα  είναι  «ευτυχισμένος»  (τελευταία 
φράση  του  Διαλόγου)  εάν  ακολουθήσει  τις  συμβουλές  του  και  κερδίσει 
έτσι  την  «αγάπη»  των  υπηκόων  του.  Αλλά  είναι  προφανέστατο  ότι  η 
τυραννία,  ή  η  πολιτική  πράξη  γενικά,  δεν  μπορούν  να  συνεπιφέρουν  ως 
τέτοιες  ούτε  τον  «έρωτα»,  ούτε  «την  αγάπη»,  ούτε  την  «ευτυχία»,  επειδή 
τα  τρία  αυτά  φαινόμενα  εμπεριέχουν  στοιχεία  τα  οποία  δεν  σχετίζονται 
καθόλου με την πολιτική: ένας μέτριος πολιτικός μπορεί να αποτελέσει το 
αντικείμενο  αυθεντικής  και  έντονης  «αγάπης»  από  μέρους  των  πολιτών 
του,  το  ίδιο  όπως  κι  ένας  μεγάλος  πολιτικός  μπορεί  να  θαυμάζεται  από 
όλους ανεξαιρέτως χωρίς να προκαλεί την οποιαδήποτε «αγάπη», ενώ και 
η  πληρέστερη  πολιτική  επιτυχία  συμβιβάζεται  εντελώς  με  μια  ζωή 
στερημένη  και  βαθιά  δυστυχισμένη.  Έτσι  είναι  προτιμότερο  να 
παραμείνουμε  στην  ακριβή   διατύπωση  του  Hegel,  ο  οποίος  δεν  μιλά  για 
«αγάπη» ή για «ευτυχία» αλλά για «αναγνώριση» και για «ικανοποίηση» 
που  δίνει  αυτή  η  τελευταία.  Γιατί  η  επιθυμία  να  «αναγνωριστεί»  κανείς 
(από όσους «αναγνωρίζει» με τη σειρά του) στην κατ΄ εξοχήν ανθρώπινη 
πραγματικότητα και αξιοπρέπειά του αποτελεί πράγματι, όπως πιστεύω, 
το  έσχατο  κίνητρο  κάθε  άμιλλας  μεταξύ  των  ανθρώπων,  άρα  και  κάθε 
πολιτικού  αγώνα,  συμπεριλαμβανομένου  και  εκείνου  που  οδηγεί  στην 
τυραννία. Και ο άνθρωπος, ο οποίος ικανοποίησε αυτή την επιθυμία μέσω 
της  πράξης  του,  είναι  απ’  αυτό  και  μόνο  «ικανοποιημένος»,  είτε  είναι 
ευτυχισμένος είτε όχι, είτε τον αγαπούν είτε όχι. 
Άρα μπορούμε να δεχτούμε ότι ο τύραννος (και ο ίδιος ο Ιέρων) πριν απ’ 
όλα  θα  αναζητήσει  την  εγελιανή  «αναγνώριση».  Μπορούμε  επίσης  να 
δεχτούμε ότι ο Ιέρων, μη έχοντας κερδίσει αυτή την αναγνώριση, δεν είναι 
πράγματι  «ικανοποιημένος»  με  την  πλήρη  έννοια  του  όρου. 
Καταλαβαίνουμε λοιπόν γιατί ακούει τις συμβουλές του Σοφού, ο οποίος 
του  υπόσχεται  την  «ικανοποίηση»  υποδεικνύοντάς  του  το  μέσο  για  να 
κερδίσει την «αναγνώριση». 
Εξάλλου, ο Ιέρων και ο Σιμωνίδης ξέρουν πολύ καλά περί τίνος πρόκειται. 
Ο πρώτος θα ήθελε οι υπήκοοί του «να παραμερίζουν στο δρόμο» (κεφ.VII, 
δεύτερη  παράγραφος)  και  ο  δεύτερος  του  υπόσχεται  πως,  εάν 
ακολουθήσει τις συμβουλές του, οι υπήκοοί του θα τον «υπακούουν με τη 
θέλησή  τους»  (κεφ.  ΧΙ,  δωδέκατη  παράγραφος).  Αυτό  σημαίνει  ότι  και  οι 
δύο  έχουν  υπ’  όψιν  τους  το  κύρος1.  Γιατί  το  να  κάνεις  κάποιον  να  σε 
αναγνωρίσει  χωρίς  να  του  εμπνέεις  ούτε  φόβο  (σε  τελευταία  ανάλυση: 
φόβο  του  βίαιου  θανάτου)  ούτε  έρωτα,  σημαίνει  ότι  στα  μάτια  του  έχεις 
Σελίδα 57 από 60

κύρος. Απαιτώ κύρος στα μάτια κάποιου σημαίνει κάνω να αναγνωριστεί 
αυτό το κύρος απ’ τη μεριά του. Όμως, το κύρος ενός ανθρώπου (δηλαδή, 
σε  τελευταία  ανάλυση,  η  κατ’  εξοχήν  ανθρώπινη  αξία  του,  αλλά  όχι 
απαραίτητα  η  υπεροχή  του)  αναγνωρίζεται  από  κάποιον  άλλο  όταν  οι 
συμβουλές του ή οι διαταγές του ακολουθούνται ή εκτελούνται απ’ αυτόν 
τον άλλον όχι γιατί δε μπορεί  να κάμει αλλιώς  (είτε για λόγους φυσικής 
κατάστασης είτε από φόβο είτε εξαιτίας οποιουδήποτε άλλου «πάθους»), 
αλλά γιατί αυθόρμητα τις θεωρεί αξίες να τις ακολουθήσει, και αυτό όχι 
γιατί  αναγνωρίζει  αυτός  ο  ίδιος  την  εσωτερική  τους  αξία,  αλλά 
αποκλειστικά  επειδή  τις  δίνει  ένας  τέτοιος  άνθρωπος  (λ.χ.  ως  μάντις), 
δηλαδή ακριβώς επειδή  αναγνωρίζει το «κύρος» εκείνου που του τις δίνει. 
Μπορούμε λοιπόν να δεχτούμε ότι ο Ιέρων, όπως κάθε πολιτικός άνδρας, 
επιδίωξε ενεργά την τυραννία επειδή ήθελε (συνειδητά ή όχι) να επιβάλει 
το αποκλειστικό κύρος του στους υπηκόους του. 
Άρα  μπορούμε  να  πιστέψουμε  τον  Ιέρωνα  όταν  λέει  ότι  δεν  είναι 
«ικανοποιημένος».  Απέτυχε  πράγματι  στο  εγχείρημά  του,  εφόσον 
ομολογεί ότι οφείλει να καταφύγει στη δύναμη, δηλαδή να εκμεταλλευθεί 
το  φόβο  (του  θανάτου)  που  νιώθουν  οι  υπήκοοί  του.  Όμως  ο  Ιέρων 
υπερβάλλει  σίγουρα  (και,  σύμφωνα  με  τον  Strauss,  ηθελημένα, 
προκειμένου  να  απομακρύνει  από  την  τυραννία  ενδεχόμενους 
ανταγωνιστές,  ιδιαιτέρως  τον  Σιμωνίδη)  όταν  λέει  ότι  η  «τυραννία»  δεν 
του προξενεί καμία «ικανοποίηση» επειδή δεν απολαμβάνει κανένα κύρος 
και  κυβερνά  αποκλειστικά  μέσω  του  τρόμου.  Γιατί,  αντίθετα  προς  μια 
αρκετά  διαδεδομένη   προκατάληψη,  μια  τέτοια  κατάσταση  είναι 
απολύτως  αδύνατη.  Ο  αμιγής  τρόμος  προϋποθέτει  την  αμιγή  δύναμη, 
δηλαδή,  σε  τελευταία  ανάλυση,  τη  φυσική  δύναμη.  Όμως,  μέσω  της 
φυσικής  δύναμής  του  και  μόνο,  ένας  άνθρωπος  μπορεί  να  κυριαρχήσει 
πάνω  σε  παιδιά,  ηλικιωμένους  και  κάμποσες  γυναίκες,  το  πολύ‐πολύ  σε 
δύο ή τρείς ενηλίκους, αλλά δεν μπορεί έτσι να επιβληθεί μακροπρόθεσμα 
πάνω σε μια ομάδα φυσιολογικών ανθρώπων, όσο μικρή κι αν είναι. Αυτό 
σημαίνει  ότι  ο  «δεσποτισμός»  με  την  κυριολεξία  του  όρου  είναι  δυνατός 
μόνο  στους  κόλπους  μιας  απομονωμένης  οικογένειας  και  ότι  ο  αρχηγός 
του  κράτους,  όποιος  κι  αν  είναι,  πάντοτε  καταφεύγει  και  σε  άλλα 
πράγματα  εκτός  από  τη  δύναμή  του.  Πράγματι,  ένας  πολιτικός  αρχηγός 
καταφεύγει πάντοτε στο κύρος του, και απ’ αυτό αντλεί τη δύναμή του. Το 
όλο ζήτημα είναι να ξέρει από ποιόν αναγνωρίζεται αυτό το κύρος, ποιος 
τον  «υπακούει  με  τη  θέλησή  του».  Πράγματι,  το  κύρος  ενός  αρχηγού 
κράτους  μπορεί  να  αναγνωριστεί  είτε  από  την  λιγότερο  ή  περισσότερο 
ευρεία  πλειοψηφία  των  πολιτών  είτε  από  μια  λίγο  ή  πολύ  περιορισμένη 
μειοψηφία. Ίσαμε την πολύ πρόσφατη ακόμα εποχή δεν θα πιστεύαμε ότι 
μπορούμε  να  μιλάμε  για  «τυραννία»  με  υποτιμητική  έννοια  παρά  μόνον 
εκεί  όπου  μια  μειοψηφία  (καθοδηγούμενη  από  μια  εξουσία  την  οποία 
μόνο  αυτή  αναγνωρίζει)  διοικεί  μέσω  της  δύναμης  ή  του  «τρόμου» 
Σελίδα 58 από 60

(δηλαδή  εκμεταλλευόμενη  το  φόβο  του  θανάτου)  την  πλειοψηφία  των 
πολιτών.  Εννοείται  ότι  εδώ  λαμβάνονται  υπ’  όψιν  μόνον  οι  πολίτες  τους 
οποίους  το  κράτος  είχε  αναγνωρίσει  ως  τέτοιους.  Γιατί,  ακόμη  και  στις 
μέρες μας, κανένας δεν επικρίνει το γεγονός ότι τα παιδία, οι εγκληματίες 
ή  οι  τρελοί  κυβερνιούνται  με  τη  δύναμη,  όπως  και  τότε  δεν  θα  επέκρινε 
μια  τέτοια  κυβέρνηση  αν  ασκούνταν  πάνω  σε  γυναίκες,  δούλους  ή 
«μέτοικους» για παράδειγμα. Όμως αυτός ο, δυνατός από λογική άποψη, 
τρόπος  να  βλέπουμε  τα  πράγματα  στην  πραγματικότητα  δεν 
ανταποκρίνεται  στις  φυσικές  αντιδράσεις  των  ανθρώπων.  Τελικά  το 
αντιληφθήκαμε,  και  οι  πρόσφατες  πολιτικές  εμπειρίες,  καθώς  και  η 
σύγχρονη  πολεμική  μεταξύ  «δυτικών»  και  «ανατολικών»  δημοκρατών 
επέτρεψαν  να  δοθεί  ένας  περισσότερο  επαρκής  ορισμός  της  «τυραννίας» 
(194‐201). 
 
Τίτλος: Θουκυδίδης και Ξενοφών: δύο Αθηναίοι
ιστορικοί της κλασικής εποχής
Συγγραφέας(-είς) Τσακμάκης, Αντώνης (Αναπληρωτής
-Δημιουργός(-οί): Καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας,
Πανεπιστήμιο Κύπρου)
Λέξεις-κλειδιά: αρχαιολογία, ιστορική μέθοδος ,
δημηγορίες, ακρίβεια, αλήθεια, οικονομία,
ηγέτης, τυραννίς, archaeology, historical
method, speeches, akribeia, aletheia,
economy, leader, tyranny
Επιτομή: Το υλικό αυτό παρέχει μια επισκόπηση των
γεγονότων στα οποία αναφέρονται οι δύο
ιστορικοί και αναπτύσσει βασικά θέματα
που σχετίζονται με το έργο τους
(Θουκυδίδης: μέθοδος, ιστορική σκέψη,
δημηγορίες, πολιτικές αναζητήσεις –
Ξενοφών: απόψεις για την ιστορία,
οικονομική σκέψη, σωκρατικά έργα, ο
ιδανικός ηγέτης και η τυραννίδα).
Τύπος: Hypertext
Πρόγραμμα ELP
Σπουδών:
Εκτιμώμενος χρόνος Ο χρόνος μελέτης υπολογίζεται σε 6 ώρες
μελέτης: για το Θουκυδίδης και 3 για τον
Ξενοφώντα. (65 Σελίδες + 9 Εικόνες)
Αντιστοίχηση με ΕΛΠ 21 Γράμματα Ι, Αρχαία Ελληνική και
τόμους του ΕΑΠ: Βυζαντινή Φιλολογία, Τόμος Α’: Αρχαϊκή
και Κλασική Περίοδος.Εναλλακτικό
διδακτικό υλικό για το Κεφάλαιο 13

Σελίδα 59 από 60

(Ιστοριογραφία)
Περιγραφή: Το υλικό που έχετε στα χέρια σας
συμπληρώνει το έντυπο εκπαιδευτικό υλικό
και διευκολύνει την κατανόησή του
προσφέροντας στους φοιτητές και τις
φοιτήτριες την ευκαιρία να γνωρίσουν μέσα
από τις ίδιες τις πρωτότυπες πηγές τη
σκέψη και την ιστορική μέθοδο των δύο
ιστορικών. Από την άποψη αυτή προσφέρει
ευκαιρίες κειμενοκεντρικών προσεγγίσεων
στα κείμενα, διευκολύνοντας την καλύτερη
κατανόηση των γραμματολογικών
στοιχείων που παραθέτει το διδακτικό
εγχειρίδιο, εμβαθύνει στη σκέψη και τη
συγγραφική τέχνη τους, και αναδεικνύει
κρίσιμες λεπτομέρειες με ξεχωριστή
σημασία στην εξέλιξη του είδους της
ιστοριογραφίας, του σωκρατικού διαλόγου,
της οικονομικής γραμματείας. Επιπλέον,
μέσα από το σχολιασμό των αποσπασμάτων
από τις πηγές (πρωτότυπο ή αντλούμενο
από την πλούσια βιβλιογραφία για τους δύο
συγγραφείς), το υλικό προσφέρει τα
ερεθίσματα για εμβάθυνση και υποβάλλει
πρότυπα φιλολογικής και ερμηνευτικής
μεθόδου. Ο φοιτητής ή φοιτήτρια
αναμένεται να εξοικειωθεί με παραδείγματα
φιλολογικής ανάλυσης των κειμένων
(χρήση ως ιστορικής πηγής για έναν
συγγραφέα, ερμηνεία ενός αποσπάσματος,
συστηματική και συνθετική ανάπτυξη ενός
επιμέρους ερμηνευτικού ζητήματος,
κ.ο.κ.). Η γνώση και εμπειρία αυτή
αναμένεται να είναι χρήσιμη τόσο κατά την
εκπόνηση περισσότερο κειμενοκεντρικών
εργασιών όσο και στην αντιμετώπιση
ανάλογων θεμάτων στις εξετάσεις.
 

Σελίδα 60 από 60

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful