διαδρομές

Ν ο ητ ι κ έ ς

διαδρομές

στόν

χῶρο

τῆς

πίστης

Μηνιαῖο φυλλάδιο τοῦ Ἱ.Ν. Ἁγίας Τριάδος Πετρουπόλεως | Σουλίου 167 - Τηλ.: 210 5013108 | Τεῦχος 3ο - Ἰούνιος 2014
ierosnaosagiastriadospetroupoleos.blogspot.gr - agiatriadapetroupoleos.gr - facebook: agiatriadapetroupolis

Δρόμος δέν ὑπάρχει...
τόν δρόμο
τόν ἀνοίγουμε...
προχωρώντας
καί συγχωρώντας...

Οἱ γεωργοί καί ἡ ἄμπελος.
Μικρογραφία εἰκονογραφημένου
χειρογράφου, 11ος αἰ. μ.Χ.,
Ἐθνική Βιβλιοθήκη Παρισίων.

Πιστεύω…

Ὁμολογία πίστης σὲ ποιόν;

Τ

ὸ «Πιστεύω»,
ἐκτὸς ἀπὸ σαφῆ
διατύπωση τῶν
ἀπαράβατων δογμάτων
τῆς Χριστιανικῆς πίστης, ἀποτελεῖ
καὶ μιὰ ὁμολογία. Μιὰ προσωπικὴ
καὶ συλλογικὴ παραδοχὴ ὅτι εἴμαστε
Χριστιανοὶ καὶ ὅτι, ὡς Χριστιανοί,
πιστεύουμε ὅλοι στὸν ἴδιο Θεό.
Σὲ ποιὸν ὅμως Θεὸ πιστεύουμε; Τί
εἶναι ὁ Θεός μας; Εἶναι μιὰ δύναμη;
Εἶναι ἕνα πνεῦμα; Ἔχει σῶμα; Ἔχει
μορφή; Πῶς ξέρουμε ὅτι ὑπάρχει;
Στὰ 8 πρῶτα ἄρθρα τοῦ Συμβόλου
τῆς Πίστεως διατυπώνονται ἀπαντήσεις
σὲ κάποια ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἐρωτήματα.
Ἀπαντήσεις ὅμως ποὺ γεννοῦν, πιθανόν,
ἄλλα καὶ ἄλλα ἀτέλειωτα ἐρωτήματα….
Γιὰ κάθε ἀπάντηση μας περὶ Θεοῦ,
θὰ πρέπει νὰ γνωρίζουμε τὴν πρώτη καὶ
τὴν πιὸ εἰλικρινῆ καὶ ἀληθῆ: Ὁ Θεὸς

Τὸ ὄφελος
τῆς νυχτερινῆς
προσευχῆς

Σ

τὴν ἀγρυπνία λοιπὸν τελοῦμε μιὰ
πνευματικὴ κατὰ κύριο λόγο ἐνέργεια,
ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ μία ἐνέργεια
λατρευτική. Γιατί ὅταν προσευχόμαστε
βασικὰ λατρεύουμε τὸ Θεό, ἀναγνωρίζοντας
τὴ μεγαλοσύνη, τὴν παντοδυναμία ἀλλὰ
συγχρόνως καὶ τὴν πατρική Του ἀγάπη
καὶ φροντίδα. Ἔτσι ὅταν μέσα στὴ νυχτιὰ
προσευχόμαστε νὰ ἀνοίγουμε τὴν ψυχὴ
καὶ τὴν καρδιά μας πρὸς τὸν Πανάγαθο
Θεό μας καὶ νὰ χρησιμοποιοῦμε ὅλα τὰ
εἴδη προσευχῆς: τὴ δέηση, τὴν ἱκεσία,
τὴν εὐχαριστία, τὴν ἐξομολόγηση καὶ τὴ
δοξολογία πρὸς Αὐτόν.
Γιὰ νὰ τὸ ἐπιτύχουμε αὐτὸ πρέπει νὰ ζήσουμε,
γιὰ νὰ ἐπιζήσουμε, ὄχι ὁ καθένας μας ὅπως
θέλει ἢ νομίζει καὶ ἐπιθυμεῖ, ὄχι μὲ ἰδεολογίες

εἶναι μυστήριο. Ὡς μυστήριο λοιπὸν
προσεγγίζεται μὲ κλειστὰ μάτια. Μὲ
ὀξυμένες τὶς «αἰσθήσεις» τῆς καρδιᾶς
καὶ ὄχι τοῦ νοῦ, ἀφοῦ ἡ καταγωγὴ τῆς
λέξεως «μυστήριο» εἶναι ἀπὸ τὸ ρῆμα
μύω µ κλείνω (τὰ μάτια).
Ὅπως ἀναφέρει ὁ Κάλλιστος Γουέαρ,
Ἐπίσκοπος Διοκλείας, ὁ Θεὸς εἶναι «ὁ
τελείως Ἄλλος», ἀόρατος, ἀσύλληπτος,
τελείως ὑπερβατικός, πέρα ἀπ’ ὅλα
τά λόγια, πέρα ἀπὸ κάθε κατανόηση.
Στὴν ἴδια «γραμμὴ» ἀλλὰ δυὸ χιλιάδες
καὶ πλέον χρόνια πρίν, ὁ Ἀριστοτέλης
μᾶς λέει: «Ἀεὶ ἀπορούμενον καὶ ἀεὶ
ζητούμενον τί ἐστὶ τὸ ὅν», δηλαδὴ
θὰ εἶναι πάντα ἀπορία καὶ πάντα θὰ
θέλει ὁ ἄνθρωπος νὰ μάθει “Τί εἶναι
τὸ εἶναι”», ὅπου ὡς «εἶναι1» ὀνομάζεται
τὸ Θεῖον.
Πάντα θὰ ἀποροῦμε λοιπὸν γιὰ τὸ
«τί εἶναι ὁ Θεός», ἀφοῦ τὸ δημιούργημα
καὶ φαντασίες, ἀλλὰ μὲ αὐτὸ ποὺ θέλει ὁ
Θεός. Καὶ γιατί αὐτὸ; Γιατί αὐτὸ ποὺ θέλουμε
ἐμεῖς μπορεῖ νὰ εἶναι ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο
ἀπ’ αὐτὸ ποὺ θέλει Ἐκεῖνος. Νὰ νομίζουμε
ὅτι εἴμαστε στὴν Ἐκκλησία καὶ μάλιστα καλά,
ἐννοῶ σὲ καλὴ πνευματικὴ κατάσταση, γιὰ νὰ
μὴν πῶ σεσωσμένοι ἀλλὰ ἐντέλει νὰ εἴμαστε
κατὰ φαντασίαν χριστιανοί. Γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ
κατανοήσουμε καλῶς ὅτι ἐντός της Ἐκκλησίας
δὲν εἴμαστε ἄτομα ἢ πλήθη ἀλλὰ συγκεκριμένα
πρόσωπα - ψυχές, ποὺ ὅλοι μαζὶ ἑνωμένοι σὲ
ἕνα σῶμα τὴν Ἐκκλησία ὑπὸ τὸν ἐπίσκοπο
προσλαμβάνουμε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.
Πῶς γίνεται αὐτό; Αὐτὸ τὸ Θεῖο καὶ
Πανάγιο Πνεῦμα ἀποκαλύπτεται μέσα
στὴν ψυχὴ τοῦ καθενός, ἐκεῖ στὴν ἡσυχία
καὶ τὴ γαλήνη. Ὁ Θεὸς δὲν ἐμφανίζεται
στὴ φασαρία καὶ τὸν κόσμο, μέσα στὴν
πολυπραγμοσύνη τῶν ἡμερῶν μας, ἀλλ’ ὅταν
ἐπιδιώξουμε νὰ ζήσουμε γιὰ λίγο κάτι ἥσυχο,
γαλήνιο καὶ στὸ τέλος πραγματικὰ ἤρεμο
καὶ πολὺ γλυκό, τότε θὰ ἀντιληφθοῦμε ὅτι
ἐκεῖ εἶναι Ἐκεῖνος. Ὅλο αὐτὸ ὅμως ἡ θεία
καὶ πνευματικὴ ζωὴ δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει

ἀδυνατεῖ νὰ κατανοήσει τὸν δημιουργό.
Διότι ἕνας Θεὸς ποὺ ἀπαιτοῦμε νὰ τὸν
καταλαβαίνουμε ἐξονυχιστικὰ μὲ τὶς
δυνατότητες τοῦ μυαλοῦ μας, καταντάει
νὰ μὴν εἶναι τίποτε περισσότερο ἀπὸ
ἕνα κατασκεύασμα τοῦ νοῦ. Ἕνας
τέτοιος Θεὸς ὁπωσδήποτε δὲν εἶναι ὁ
ἀληθινὸς καὶ ζωντανὸς Θεὸς τῆς Βίβλου
καὶ τῆς Ἐκκλησίας, διότι ὁ ἄνθρωπος
εἶναι μὲν πλασμένος κατ’ εἰκόνα Θεοῦ,
ἀλλὰ ὁ Θεὸς δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι
«πλασμένος κατ’ εἰκόνα ἀνθρώπου».
Ἑλένη Λιντζαροπούλου
Θεολόγος

1. Καὶ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἡ λέξη
«Γιαχβέ», ποὺ εἶναι τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ,
ἀποδίδεται καὶ ὡς: «ὁ Ὧν», δηλαδὴ ὁ
Ὑπάρχων, ὁ «Εἶμαι αὐτὸς ποὺ Εἶμαι».
Μάλιστα ἀπὸ τὸν Γρηγόριο τὸν θεολόγο
ἀναφέρεται: «Ὁ Ὧν καὶ ὁ Θεὸς εἶναι τῆς
οὐσίας ὀνόματα» καὶ ὁ Μέγας Ἀθανάσιος
ἔγραψε, ὅτι ἡ «οὐσία», ὅταν ἀναφέρεται
στὸν Θεό, σημαίνει: «Αὐτὸς εἶναι ὁ Ὧν».
Ἄλλωστε οἱ λέξεις: Εἶναι, Ὧν καὶ οὐσία
εἶναι τύποι, οἱ δύο πρῶτες καὶ παράγωγο,
ἡ ἄλλη, τοῦ ἴδιου ρήματος, τοῦ Εἶμαι.

ἂν αὐτὴ δὲν εἶναι προσευχητικὴ ἀληθινὰ
ἑνωμένη μὲ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα.
Ὁ σίγουρος λοιπὸν τρόπος, ἡ δοκιμασμένη
ἐπιτυχῶς μέθοδος εἶναι ὁ μυστικός,
ἡσυχαστικὸς καὶ ἀσκητικὸς δρόμος.
Ἐὰν λοιπὸν δὲν ζοῦμε καὶ δὲν θέλουμε
νὰ ζοῦμε αὐτὸν τὸν τρόπο ζωῆς δηλαδὴ
τὴν παραδοσή μας τότε δὲν θὰ εἴμαστε
χωρητικοὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τὸ Ἅγιο
Πνεῦμα μπαίνει σὲ στομάχια νηστικὰ καὶ
σὲ μάτια ἄγρυπνα, δηλαδὴ ὅταν ἔχουμε μία
πιὸ ἔντονη πνευματικὴ δραστηριότητα καὶ
ζωὴ μᾶς λένε οἱ πατέρες μας. Δὲν μπορεῖ
γι' αὐτὸ νὰ ὑπάρχει ἐν Χριστῷ ζωὴ χωρὶς
ἀγρυπνία καὶ βραδυνὴ - νυχτερινὴ προσευχή.
Πρωτοπρεσβύτερος π. Ἀντώνιος Μπαφαλοῦκος.

Συντακτική ὁμάδα

> Ὁμάδα Νεότητας
Ἁγίας Τριάδος Πετρουπόλεως
> π. Σπυρίδων Ἀργύρης

Τὰ δῶρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

τοῦ Ἰωάννη Καραβιδόπουλου, Ὁμότ.Καθηγητὴ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ.

«Ἔ

αν τὶς διψὰ ἐρχέσθω πρὸς
μὲ καὶ πινέτω». Μὲ αὐτὰ τὰ
λόγια ἀρχίζει ὁ Ἰησοῦς τὴν
ὁμιλία του πού κατὰ τὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ
περικοπὴ ἀπηύθυνε πρὸς τοὺς Ἰουδαίους
τὴν τελευταία μέρα τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῆς
Πεντηκοστῆς. Κοντὰ στὶς ἄλλες σημασίες
πού εἶχε ἡ ἑορτὴ αὐτὴ στὸν ἰουδαϊκὸ κόσμο
ἦταν καὶ ἡ ἀνάμνηση τῆς Νομοδοσίας: ὁ
δεκάλογος δόθηκε στὸν Μωυσῆ, κατὰ τὴν
ἰουδαϊκὴ παράδοση, πενήντα μέρες μετὰ τὸ
Πάσχα. Στὸν Χριστιανισμὸ τὴν πεντηκοστὴ
ἡμέρα μετὰ τὸ Πάσχα ἑορτάζεται ἡ δωρεὰ
τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὸν κόσμο καὶ ἡ
ἵδρυση τῆς Ἐκκλησίας. Γι’ αὐτὸ λοιπὸν τὸ
Πνεῦμα ὁμιλεῖ ὁ Ἰησοῦς στὴν περικοπή μας
ὡς μελλοντικὸ καὶ ἐπικείμενο γεγονὸς πού
θὰ ἀκολουθήσει μετὰ τὴ δόξα τοῦ σταυροῦ
καὶ τῆς ἀναστάσεως. Ὁ Νόμος τοῦ Μωυσέως,
ἂν καὶ δόθηκε ἀπὸ ἀγάπη καὶ φροντίδα τοῦ
Θεοῦ γιὰ τὸ λαό του, στάθηκε ἀνήμπορος νὰ
συμπαρασταθεῖ στὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία. Τὸ
Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, πού ὑπόσχεται ὁ Ἰησοῦς
καὶ εἶναι τὸ τρίτο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας
Τριάδος, ἔρχεται τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς
γιὰ νὰ παραμείνει ὁ καθοδηγητὴς τῆς
Ἐκκλησίας. εἶναι «ὕδωρ ζῶν» πού ξεδιψᾶ
τὸν ἄνθρωπο καὶ τοῦ προσφέρει ζωή.
Τί εἶναι ὅμως τὸ Ἅγιο Πνεῦμα; Πῶς
μποροῦμε νὰ συνειδητοποιήσουμε τὴν
παρουσία του καὶ τὰ δῶρα του;
Πέρα ἀπὸ τοὺς ὕμνους πού ψάλλουμε στὴν
Ἐκκλησία καὶ ἀπὸ τὶς λεπτὲς τριαδολογικὲς

Βιαῖα
πνοὴ
τοῦ Ἀρχιμ. Γρηγορίου Κωνσταντίνου Δρ. Θ.

«Π

εντηκοστὴν ἑορτάζομεν καὶ
Πνεύματος ἐπιδημίαν, καὶ
προθεσμίαν ἐπαγγελίας καὶ
ἐλπίδος συμπλήρωσιν», ψάλλει ὁ ὑμνωδὸς
τῆς Ἐκκλησίας μας στὸ πρῶτο στιχηρὸ τοῦ
Ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς τῆς Πεντηκοστῆς.ñ
Ὁ λόγος αὐτὸς εἶναι κατὰ γράμμα
ἐπανάληψη φράσεως τοῦ ἁγίου Γρηγορίου
τοῦ Θεολόγου ἀπὸ τὸν λόγο του «Εἰς τὴν
Πεντηκοστήν».ñ
Ἡ ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, σύμφωνα μὲ ἕνα ἀπὸ
τὰ τροπάρια τῆς ἑορτῆς, ἀποτελεῖ «προθεσμίαν
ἐπαγγελίας καὶ ἐλπίδος συμπλήρωσιν».ñ
Εἶναι ὁ ὁρισμένος χρόνος κατὰ τὸν
ὁποῖον πραγματοποιεῖται ἡ ὑπόσχεση καὶ
ἐκπληρώνεται ἡ προσδοκία. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα
κατέρχεται στοὺς ἀποστόλους.
Σκηνώνει στὴν Ἐκκλησία. Ἐνοικεῖ στὶς
καρδιὲς τῶν πιστῶν. Ἦρθε, καθὼς μᾶς
ὑποσχέθηκε ὁ Κύριος. Τὸ γεγονὸς τῆς
καθόδου τοῦ Παναγίου Πνεύματος τὴν ἡμέρα
τῆς Πεντηκοστῆς ἀποτελεῖ γιὰ τὴν Ἐκκλησία
μας πρωταρχικὴ ἀφετηρία γιὰ τὴν μετέπειτα
πορεία Της στοὺς αἰῶνες. Ὁ Θεὸς Παράκλητος
εἶναι πιὰ ὁ κύριος της Ἐκκλησίας ἀπὸ ἐκείνη
τὴν εὐλογημένη ἡμέρα καὶ ὁδηγεῖ τὸ σωτήριο
σκάφος ἀσφαλῶς στὴ σωστική του πλεύση.
Αὐτὸς δίνει ζωὴ στοὺς πιστοὺς καὶ δύναμη νὰ
πορεύονται πρὸς τὴ σωτηρία.
Μὲ σεισμικὴ δόνηση ὁμοίαζε, ἀδελφοί μου,
τo φύσημα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατὰ τὴν
ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Ὁμοίαζε μὲ καταιγίδα
καὶ ἀνεμοθύελλα ποὺ ξέσπασε ἀπὸ ψηλὰ καὶ
χτύπησε τὴν γῆ.ñ
2

διατυπώσεις τῆς Δογματικῆς, πῶς μπορεῖ νὰ
νιώσει ὁ κάθε χριστιανὸς τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ;
Τὸ τρίτο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος δὲν
εἶναι μόνο ἀντικείμενο θεολογικῶν στοχασμῶν
ἀλλὰ κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχὴν ὑποκείμενο
ζωῆς· εἶναι «ὁ θησαυρὸς τῶν ἀγαθῶν καὶ
ζωῆς χορηγός», εἶναι «αὐτάγαθον καὶ πηγὴ
ἀγαθότητος», «ζωὴ καὶ ζωοποιοῦν», ὅπως
ψάλλει ἡ Ἐκκλησία μας σήμερα. Πάνω λοιπὸν
ἀπὸ τὶς λεπτολόγες δογματικὲς διατυπώσεις,
πού γιὰ τοὺς πολλοὺς χριστιανοὺς εἶναι
ἄγνωστες καὶ ἀπρόσιτες, βρίσκεται ἡ
ἀγαθοποιὸς καὶ ζωοποιὸς ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου
Πνεύματος, ἐφόσον μέσα στὴν ἀτμόσφαιρα
τῶν δωρεῶν του κινούμεθα καὶ ἀναπνέουμε
καὶ ζοῦμε. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἡ σφραγίδα
πού ξεχωρίζει τὸν χριστιανὸ ἀπὸ τὸν μὴ
χριστιανό, εἶναι ἡ ἐγγύηση τοῦ Θεοῦ γιὰ
τὸ ἐλπιδοφόρο μέλλον ποὺ ἀναμένει τὸν
κάθε πιστό, ἐφόσον αὐτὸ εἶναι ἡ ἀπαρχή,
ὁ πρῶτος καρπός, ἡ πρόγευση τῶν αἰωνίων
ἀγαθῶν.
Τοὺς καρποὺς τοῦ Πνεύματος ἀπαριθμώντας
ὁ Ἀπ. Παῦλος στὴν πρὸς Γαλάτας ἐπιστολὴ
του γράφει: «Ὁ καρπὸς τοῦ Πνεύματος ἐστιν
ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης,
ἀγαθωσύνη, πίστις, πραότης, ἐγκράτεια» (5,
22). Τὰ ἐκδηλώματα αὐτὰ ἀποτελοῦν τὴν
σφραγίδα τοῦ χριστιανοῦ, τὰ γνωρίσματα τοῦ
«πνευματικοῦ» ἀνθρώπου, τὰ χαρακτηριστικά
τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δὲν
εἶναι λοιπὸν θεωρία, ἀλλὰ κάτι πολὺ πιὸ
συγκεκριμένο καὶ ἁπτό, εἶναι ἡ καινούργια

ζωὴ ποὺ προσφέρει ὁ Χριστιανισμὸς στὴν
ἀνθρωπότητα. Ἡ ζωὴ αὐτὴ χαρακτηρίζεται
ὄχι ἀπὸ τὸ μίσος ποὺ σκοτώνει τοὺς
ἀνθρώπους ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἀγάπη ποὺ
ἐξυψώνει τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο· ὄχι ἀπὸ
τὴν κατήφεια καὶ τὸ φόβο τῆς μελλοντικῆς
τιμωρίας ἀλλὰ ἀπὸ τὴ χαρὰ τῆς τωρινῆς καὶ
ἀναμενομένης λυτρώσεως. Χαρακτηρίζεται
ἀκόμη ἀπὸ τὴν εἰρήνη πρὸς τὸν Θεό, πρὸς
τὸν ἄλλο ἄνθρωπο, πρὸς τὸν ἑαυτὸ μας· ἀπὸ
τὴ μακροθυμία ἔναντι τῶν ἀδυναμιῶν καὶ
τῶν προσβολῶν τοῦ συνανθρώπου, ἀπὸ τὴ
χρηστότητα καὶ ἀγαθωσύνη ποὺ ἐκφράζουν
θετικότερα τὴ στάση ἔναντι τοῦ ἀδελφοῦ,
ἀπὸ τὴν πίστη στὸ λυτρωτικὸ ἔργο τοῦ
Χριστοῦ ἐπὶ τοῦ σταυροῦ ποὺ ὁλοκληρώνεται
μὲ τὴν ἀνάσταση, ἀπὸ τὴν πραότητα καὶ τὴν
ἐγκράτεια ποὺ συμπληρώνουν τὸ πορτρέτο
τοῦ χριστιανοῦ ποὺ ζεῖ ἐν Πνεύματι Θεοῦ, ποῦ
ζεῖ δηλ. μέσα στὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας
καὶ παράγει τοὺς γλυκεῖς καρποὺς τῆς ζωῆς
τοῦ Πνεύματος.
Ὅπου κυριαρχεῖ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μὲ
τὶς παραπάνω ἐκδηλώσεις του, ἐκεῖ ὑπάρχει
καὶ ἡ πραγματικὴ ἐλευθερία, ἡ ἐν Χριστῷ
ἐλευθερία, ἡ ἐλευθερία ἀπὸ τὸ νεκρὸ τύπο
τοῦ νόμου, ἀπὸ τὴ φθορά, ἀπὸ τὸ θάνατο,
ἡ ἐλευθερία τοῦ Πνεύματος ποὺ εἶναι ζωή,
«ὕδωρ ζῶν» προσφερόμενο δωρεὰν καὶ κατὰ
χάρη στὸν διψασμένο γιὰ ζωὴ ἄνθρωπο.

Τὸ ἐπίκεντρο τοῦ μεγάλου θαύματος
ἦταν τὸ ὑπερῶο τῆς Ἱερουσαλὴμ μὲ τοὺς
συγκεντρωμένους Ἀποστόλους, ποὺ πρόσμεναν
τὴν ἐκπλήρωση τῆς ὑπόσχεσης τοῦ Κυρίου γιὰ
τὴν ἔλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ ὑπόσχεση
ἐκείνη ἔγινε πραγματικότητα καὶ αὐτὴ ἀκριβῶς
τὴν πραγματικότητα ἔζησαν οἱ μαθητὲς ἀλλὰ
καὶ οἱ χιλιάδες τοῦ συγκεντρωμένου λαοῦ.
Ὅμως γιατί τὸ Ἅγιο Πνεῦμα φανερώθηκε μὲ
πύρινες γλῶσσες; Τί νὰ σήμαιναν; Ἡ φωτιά,
ἔχει τρεῖς ἰδιότητες. Φωτίζει, θερμαίνει,
καθαρίζει. Καὶ τὰ τρία αὐτὰ στοιχεῖα-ἰδιότητες
μεταδίδονται καὶ στοὺς Ἀποστόλους.ñ
Καὶ πρῶτον μὲν τοὺς φωτίζει, τοὺς
διδάσκει. Τὸ μυαλὸ τοὺς διευρύνεται καὶ
πληροφοροῦνται ὅσα ὡς τώρα δὲν μπόρεσαν
νὰ κατανοήσουν. «Ἀγραμμάτους σοφίαν
ἐδίδαξεν, ἁλιεῖς θεολόγους ἀνέδειξεν». Πρὶν
ἀπὸ τὸ πάθος Του ὁ Κύριος εἶχε δώσει
ὑπόσχεση στοὺς μαθητές Του, προλέγοντας ὅτι
«ὁ Παράκλητος, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ὅ πέμψει
ὁ Πατὴρ ἐν τῷ ὀνόματί μου, Ἐκεῖνος ὑμᾶς
διδάξει πάντα καὶ ὑπομνήσει πάντα ἃ εἶπον
ὑμῖν (Ἰωάν. 14, 26) καὶ ἀμέσως μετὰ ἐπανέλαβε
ὅτι «τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας ὁδηγήσει ὑμᾶς
εἰς πάσαν τὴν ἀλήθεια». Οἱ προρρήσεις τοῦ
Ἰησοῦ ἐπαληθεύονται.
Οἱ ψαράδες τῆς Γεννησαρὲτ γίνονται ὄργανα
τῆς θείας χάριτος, ὄργανα τῆς θείας σοφίας,
γίνονται δάσκαλοι «καὶ εἰς πάσαν τὴν γῆν
ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος αὐτῶν καὶ εἰς τὰ πέρατα
τῆς οἰκουμένης τὰ ρήματα αὐτῶν». Ὁ φωτισμὸς
τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι τόσο ἰσχυρός, ὥστε
«ἤρξαντο λαλεῖν ἐτέραις γλώσσαις καθὼς τὸ
Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς ἀποφθέγγεσθαι». «Ὥστε
ἐξίσταντο πάντες καὶ ἐθαύμαζον» (Πρξ. 2, 4
7-8).ñ

Στὸ πρόσωπό τους ἐκπληρώθηκε ἡ
προφητεία τοῦ Ἰωὴλ «ἐκχεῶ ἀπὸ τοῦ
πνεύματός μου ἐπὶ πάσαν σάρκαν
προφητεύσουσιν οἱ υἱοὶ ὑμῶν». Ἔτσι λοιπὸν μὲ
τὸν θεῖο φωτισμὸ «πάντες ἤρξαντο φθέγγεσθαι
ξένοις ρήμασι, ξένοις δόγμασι, ξένοις διδάγμασι
τῆς Ἁγίας Τριάδος».
Ἡ φωτιὰ ὅμως, ἀδελφοί, δὲν φωτίζει μόνο,
ἀλλὰ καὶ φλογίζει. Καὶ οἱ ἔνδοξοι μαθητὲς
τοῦ Ἰησοῦ ἀπὸ δειλοὶ γίνονται ἀτρόμητοι,
ἀπὸ διστακτικοὶ ὁρμητικοί, ἀπὸ ράθυμοι καὶ
φοβισμένοι, ἄγρυπνοι καὶ ἄφοβοι. Ἐνθυμοῦνται
τώρα τὰ λόγια τοῦ Διδασκάλου «λήψεσθε
δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»,
(Πράξ. 1-8) καὶ ἀνακάλεσαν στὴ μνήμη τοὺς
τὸν προφήτη Ἠσαΐα ποὺ ὀνομάζει τὸ Πνεῦμα
τοῦ Θεοῦ «πνεῦμα βουλῆς καὶ ἰσχύος».ñ
Ἡ φωτιὰ ἔχει ἀκόμη φωτιστικὴ καὶ καυστικὴ
δύναμη ἀλλὰ καὶ καθαρτική. Πῶς ὁ ἀναμμένος
ἄνθρακας εἶχε καθαρίσει τὰ χείλη τοῦ προφήτη
Ἠσαΐα, ἔτσι καὶ οἱ πύρινες γλῶσσες καθάρισαν
καὶ ἁγίασαν τὶς καρδιὲς τῶν Ἀποστόλων.
Ἔγιναν «καινὴ κτίσις».
Ἀλλὰ πῶς ἐννοεῖται αὐτὴ ἡ φωτιὰ
ὡς ἐπιδημία; ποὺ ἔρχεται στὴν ζωὴ τῶν
χριστιανῶν;
Ἡ ἐμπειρία τοῦ ἁγίου Πνεύματος καὶ ἡ
μετοχὴ στὶς δωρεὲς Του (πρέπει νὰ) ἀποτελοῦν
στοιχεῖα ζωῆς ὅλων τῶν μελῶν τῆς ἐκκλησίας,
δηλ. στὴν πραγματικότητα τὸ κάθε μέλος της,
ἂν ὀρθὰ εἶναι μέλος, πρέπει νὰ βρίσκεται σὲ
μία συνεχῆ κατάσταση ἐκπλήξεως, σὲ μία
πορεία πνευματικῆς αὐξήσεως, ἀπὸ δόξης
εἰς δόξαν.
Διότι ἀκριβῶς εἶναι μέτοχος τοῦ ἀπείρου
Θεοῦ - ἁγίου Πνεύματος. Μὲ τὸν τρόπο αὐτό,
ὁ πιστὸς γίνεται ὡς μέλος τῆς ἐκκλησίας

3

3

Ἡ θαυμαστὴ ἐμφάνιση τῆς Ἁγίας Τριάδος στὸν Ρῶσο ἅγιο Ἀλέξανδρο τοῦ Σβὶρ

Τ

ὸ μέγα αὐτὸ θαῦμα ἔγινε ὡς ἑξῆς. Τὸ
ἔτος 1508 σὲ ἡλικία 60 ἐτῶν ἀφ’ ὅτου ὁ
ὅσιος Ἀλέξανδρος ἄρχισε τότε νὰ ἀσκεῖται
μὲ ἀγῶνες ποὺ ὑπερβαίνουν τὴν ἀνθρώπινη
δύναμη σὲ πείνα, δίψα καὶ στὴν ἀντοχὴ τοῦ
ψύχους, ἐλπίζοντας ὅτι μὲ τὸ πρόσκαιρο
αὐτὸ ψύχος τοῦ χειμώνα θὰ ἀποφύγει τὴ
μέλλουσα αἰώνια κόλαση. Οἱ δαίμονες ὅμως,
βλέποντας νὰ καταπολεμοῦνται ἀπ’ τὸν
Ὅσιο καὶ καταλαβαίνοντας ὅτι ἐπρόκειτο νὰ
ἐξοστρακιστοῦν ἀπ’ αὐτόν, προσπάθησαν ἀπ’
τὴν ἀρχὴ νὰ τὸν τρομοκρατήσουν. Ἐμφανίζονταν
ἄλλοτε μὲν σὰν θηρία καὶ ἄλλοτε σὰν φίδια
ποὺ ἔτρεχαν κατεπάνω του μὲ συριγμοὺς καὶ
θηριώδη ἀγριότητα καὶ τοῦ προκαλοῦσαν
πολλοὺς ἄλλους πειρασμούς.
Μιὰ νύχτα ὁ ὅσιος Ἀλέξανδρος πήγαινε πρὸς
τὸ μοναχικὸ ἐρημητήριό του ὅπου συνήθιζε
νὰ προσεύχεται μόνος του, ὅταν ξαφνικὰ
ἐμφανίστηκε μπροστά του ἕνα ἀναρίθμητο
πλῆθος δαιμόνων, σὰν νὰ ‘ταν στρατὸς πολύς,
καὶ ἄρχισαν νὰ πηδοῦν κατεπάνω του μὲ μανία,
νὰ τρίζουν τὰ δόντια τους, ἐνῶ ἀπ’ τὸ στόμα
τους φαινόταν ἔβγαινε μιὰ μεγάλη φλόγα καὶ μὲ
πνευματικός. Πνευματικὸς δὲν εἶναι αὐτὸς
ποὺ θεωρεῖται ἔτσι ἀπὸ τὸν πολὺ κόσμο: ὁ
ἄνθρωπος τῶν γραμμάτων καὶ τῶν τεχνῶν, ὁ
ἐπιστήμονας, ὁ ποιητής, ὁ ἠθοποιός.
Μᾶλλον μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ κι αὐτὸς
πνευματικός, ἀλλὰ ὄχι μὲ τὴ χριστιανικὴ
κατανόηση τοῦ ὅρου: ἀσχολεῖται μὲ τὸ
ἀνθρώπινο πνεῦμα καὶ ὄχι μὲ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα.
Γιὰ τοὺς χριστιανοὺς λοιπὸν ὁ πνευματικὸς
εἶναι αὐτὸς ποὺ ἔχει ἐμπειρία τοῦ ἁγίου
Πνεύματος, ποὺ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ κατοικεῖ
σὲ αὐτὸν
Ἀπὸ τὴν φωτιὰ καθαρίζεται, ὁ ἀκροατὴς
τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, ἡ σκουριὰ ἀπὸ τὴν
ἁμαρτία. Ἐμεῖς ὅμως ὅλοι οἱ χριστιανοί,
Πεντηκοστὴν ἑορτάζοντες καὶ Πνεύματος
ἐπιδημίαν, θὰ θέλαμε νὰ καθαρισθοῦμε καί,
νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὴν σκουριὰ τῆς ψυχῆς
μας; Τότε ἃς ἀφήσουμε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον
νὰ κατακάψει κάθε ρύπο καὶ κάθε πονηρία
τῆς ψυχή μας. Ἄς ἀνοίξουμε τὴν καρδιά μας,
γιὰ νὰ δεχθεῖ τὸν φωτισμό, τὴν φλόγα, τὴν
καθαρτικὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἔτσι
μόνο θὰ ἀναγεννηθοῦμε, θὰ δικαιωθοῦμε καὶ
ἡ προσευχή μας θὰ εἶναι θερμή.ñ
Ψελλίζοντας «Βασιλεῦ οὐράνιε Παράκλητε...
ἐλθὲ καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν καὶ καθάρισον ἡμᾶς
ἀπὸ πάσης κηλῖδος» «καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν!

λύσσα νὰ τοῦ φωνάζουν: Φύγε, φύγε ἀπ’ αὐτὸν
τὸν τόπο, ἀναχώρησε γρήγορα ἀπ’ ἐδῶ, γιὰ νὰ
μὴν πεθάνεις μὲ θάνατο κακό.
Ὁ Ὅσιος ὅμως, σὰν καλὸς μαχητὴς τοῦ
Ἰησοῦ Χριστοῦ ὁπλισμένος μὲ προσευχή, δὲν
τρομοκρατήθηκε καθόλου ἀπ’ αὐτούς, γιατί
γνώριζε τὴν ἀσθενικὴ δύναμή τους. Καὶ ἡ
προσευχή του ἔβγαινε ἀπὸ τὸ στόμα του σὰν
πύρινη φλόγα καὶ κατέκαψε καὶ ἀφάνισε ὅλες
τὶς ἀνίσχυρες λεγεῶνες τῶν δαιμόνων.
Ὁ ὅσιος Ἀλέξανδρος συνέχισε τότε τὸ
δρόμο του καὶ ἦρθε στὸ μοναχικὸ ἐρημητήριό
του ὅπου ἔκανε τὶς συνηθισμένες προσευχές
του στὸ Θεό, ὁπότε ξαφνικὰ ἕνας ἄγγελος μὲ
λαμπρὰ ἐνδύματα παρουσιάστηκε μπροστά του.
Βλέποντάς τον ὁ Ὅσιος αἰσθάνθηκε φόβο καὶ
τρόμο καὶ πέφτοντας στὸ ἔδαφος ἔμεινε ἐκεῖ
σὰν νεκρός. Ὁ ἄγγελος τὸν ἔπιασε ἀπὸ τὸ χέρι
καὶ τοῦ εἶπε: Εἶμαι ἄγγελος Κυρίου καὶ ὁ Θεὸς
μὲ ἔστειλε νὰ σὲ διαφυλάξω ἀπ` ὅλες τὶς ἀπάτες
τοῦ πονηροῦ διαβόλου καὶ νὰ σοῦ ὑπενθυμίσω
τὰ θεία ὁράματα ποὺ εἶχες δεῖ σ’ αὐτὸν τὸν τόπο
ποὺ ἔχεις ἐγκατασταθεῖ - γιατί οἱ ἐντολὲς Του
πρέπει νὰ ἐκτελεστοῦν - ὁ Κύριος σὲ ἐξέλεξε
νὰ γίνεις ὁδηγὸς σὲ πολλοὺς γιὰ τὴ σωτηρία
τους. Σοὺ δηλώνω ὅτι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι
νὰ χτίσεις σ’ αὐτὸν τὸν τόπο μιὰ ἐκκλησία στὸ
ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος, νὰ συγκεντρώσεις
ἀδελφοὺς καὶ νὰ ἱδρύσεις μοναστήρι.
Κι ἀφοῦ εἶπε αὐτὰ ὁ ἄγγελος ἔγινε ἄφαντος.
Ὁ ὅσιος Ἀλέξανδρος ὅμως ἀγαποῦσε τὴν
ἡσυχία καὶ ἤθελε νὰ ζήσει σ’ αὐτὴ ὅλες τὶς
μέρες τῆς ζωῆς του - γι’ αὐτὸ προσευχόταν ὅλο
καὶ περισσότερο στὸ Θεὸ νὰ τὸν ἐλευθερώσει
ἀπὸ κάθε ἀπάτη τοῦ ἐχθροῦ. Κάποτε ποὺ εἶχε
ἀπομακρυνθεῖ ἀπ’ τὴν καλύβα του καὶ ὅπως τὸ
συνήθιζε προσευχόταν μερικὲς ὧρες συνέχεια,
ξαφνικὰ ἐμφανίστηκε πάλι ὁ ἄγγελος Κυρίου
καὶ τοῦ εἶπε: Ἀλέξανδρε, ὅπως σοῦ εἶπα τὴν
προηγούμενη φορᾶ, φτιάξε μιὰ ἐκκλησία,
συγκέντρωσε ἀδελφοὺς καὶ ἵδρυσε μοναστήρι,
γιατί πολλοὶ ποὺ ἐπιζητοῦν νὰ σωθοῦν θὰ
ἔρθουν σὲ σένα καὶ πρέπει νὰ τοὺς ὁδηγήσεις
«εἰς ὁδὸν σωτηρίας». Καὶ λέγοντας αὐτὰ ὁ
ἄγγελος ἔγινε καὶ πάλι ἄφαντος.
Κατὰ τὸ 1508 πάλι, ποὺ ὁ Ὅσιος συμπλήρωνε
τὸν 23ο χρόνο σ’ αὐτὴ τὴν ἔρημο κι ἐνῶ ἦταν
στὸ ἐρημικὸ κελὶ του μιὰ νύχτα καὶ κατὰ τὴ
συνήθειά του προσευχόταν, ξαφνικὰ στὸ
σημεῖο ποὺ βρισκόταν ἔλαμψε ἕνα μεγάλο
φῶς. Ὁ Ὅσιος ξαφνιάστηκε καὶ σκέφτηκε:
«Τί νὰ σημαίνει αὐτό;» Καὶ ἀμέσως εἶδε τρεῖς
ἀνθρώπους νὰ ἔρχονται πρὸς αὐτὸν ντυμένοι
μὲ λαμπρά, λευκὰ ἐνδύματα. Ἦταν ὡραιότατοι
καὶ ἁγνοί, λάμποντας περισσότερο ἀπ’ τὸν ἥλιο
καὶ ἀστράφτοντας μὲ μιὰ ἀνέκφραστη οὐράνια
δόξα. Καθένας τους κρατοῦσε στὸ χέρι κι ἕνα
σκῆπτρο.
Ὅταν τοὺς εἶδε ὁ Ὅσιος ἔτρεμε ὁλόκληρος,
γιατί τὸν κατέλαβε φόβος καὶ τρόμος καὶ μόλις
συνῆλθε λίγο προσπάθησε νὰ τοὺς προσκυνήσει
μέχρι τὸ ἔδαφος. Ἐκεῖνοι ὅμως τὸν ἔπιασαν
ἀπ’ τὸ χέρι, τὸν σήκωσαν καὶ τοῦ εἶπαν: Ἔχε
ἐλπίδα, μακάριε, καὶ μὴ φοβᾶσαι.
Καὶ ὁ Ἅγιος εἶπε: Κύριοί μου, ἐὰν βρῆκα
κάποια χάρη ἐνώπιόν σας, πέστε μου ποιοὶ
εἶστε πού, ἐνῶ ἔχετε τόση δόξα καὶ λαμπρότητα,
καταδεχθήκατε νὰ ἔρθετε πρὸς τὸ δοῦλο σας,
γιατί ποτέ μου δὲν εἶδα κανένα μὲ τέτοια δόξα

ὅπως ἐσεῖς.
Ἐκεῖνοι τοῦ ἀπάντησαν: Μὴ φοβᾶσαι,
ἄνθρωπε θείων ἐπιθυμιῶν, γιατί τὸ Ἅγιο
Πνεῦμα εὐαρεστήθηκε νὰ κατοικήσει σὲ σένα
γιὰ τὴν ἁγνότητα τῆς καρδιᾶς σου καὶ ὅπως
σου προεῖπα πολλὲς φορὲς ἔτσι καὶ τώρα
σου λέω ὅτι πρέπει νὰ φτιάξεις ἐκκλησία, νὰ
συγκεντρώσεις ἀδελφοὺς καὶ νὰ δημιουργήσεις
μοναστήρι, γιατί μὲ σένα εὐδόκησα νὰ σώσω
πολλὲς ψυχὲς καὶ νὰ τοὺς φέρω στὴν ἐπίγνωση
τῆς ἀλήθειας.
Ἀκούγοντας αὐτὰ ὁ Ὅσιος γονάτισε καὶ
πλημμυρισμένος ἀπὸ δάκρυα εἶπε: Κύριέ μου,
ποιὸς εἶμαι ἐγὼ ὁ ἁμαρτωλός, ὁ χειρότερος ἀπ’
ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ θὰ ἤμουν ἄξιος
ν’ ἀναλάβω τέτοιες εὐθύνες, σὰν κι αὐτὲς γιὰ
τὶς ὁποῖες μου μίλησες; Εἶμαι ἀδύνατος γιὰ ν’
ἀποδεχτῶ τέτοια ἀποστολή. Γιατί ἐγὼ ὁ ἀνάξιος
δὲν ἦρθα σ’ αὐτὸν τὸν τόπο γιὰ νὰ κάνω αὐτὰ
ποὺ μὲ προστάζεις, ἀλλὰ μᾶλλον γιὰ νὰ κλάψω
τὶς ἁμαρτίες μου.
Μόλις εἶπε αὐτὰ ὁ Ὅσιος κειτόταν κάτω στὸ
ἔδαφος καὶ ὁ Κύριος τὸν ἔπιασε πάλι ἀπ’ τὸ
χέρι, τὸν σήκωσε καὶ τοῦ εἶπε: Σήκω ὄρθιος,
πάρε θάρρος καὶ δύναμη καὶ κᾶνε ὅλα ὅσα σὲ
πρόσταξα.
Ὁ Ὅσιος ἀπάντησε: Κύριέ μου, μὴ θυμώνεις
μαζί μου ποὺ τόλμησα νὰ σοῦ ἀντιμιλήσω πές μου, σὲ τίνος τὸ ὄνομα θέλεις νὰ τιμᾶται ἡ
ἐκκλησία ποὺ ἡ ἀγάπη Σου γιὰ τὸ ἀνθρώπινο
γένος θέλει νὰ χτιστεῖ σ’ αὐτὸν τὸν τόπο;
Καὶ ὁ Κύριος εἶπε στὸν Ὅσιο: Ὅπως βλέπεις
τὸν ἕνα νὰ σοῦ μιλάει μὲ τρία πρόσωπα, φτιάξε
τὴν ἐκκλησία στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ
Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τῆς Ἁγίας
Τριάδος «ἐν μιὰ τὴ οὐσία». Σοῦ ἀφήνω τὴν
εἰρήνη Μου καὶ ἡ εἰρήνη Μου πού σοῦ χαρίζω
θὰ εἶναι μαζί σου.
Καὶ ξαφνικὰ ὁ Ὅσιος εἶδε τὸν Κύριο μὲ
ἁπλωμένα φτερὰ νὰ βαδίζει στὸ ἔδαφος, σὰν
νὰ περπατοῦσε μὲ τὰ πόδια, καὶ μετὰ ἔγινε
ἄφαντος.
Ὁ ὅσιος Ἀλέξανδρος ἦταν συνεπαρμένος
ἀπὸ πολλὴ χαρὰ καὶ φόβο καὶ εὐχαρίστησε
θερμὰ γι’ αὐτὸ τὸ Θεό, ποὺ τόσο ἀγαπάει τὸ
ἀνθρώπινο γένος. Μετὰ ἄρχισε νὰ σκέπτεται
πῶς καὶ ποῦ θὰ χτίσει τὴν ἐκκλησία. Ἀφοῦ
σκέφτηκε πολὺ καὶ προσευχήθηκε γι’ αὐτὸ στὸ
Θεό, ἄκουσε ξαφνικὰ μιὰ μέρα μιὰ φωνὴ νὰ τοῦ
μιλάει ἀπὸ ψηλά. Κοιτάζοντας πρὸς τὰ πάνω ὁ
Ὅσιος εἶδε ἕναν ἄγγελο τοῦ Θεοῦ ποὺ φοροῦσε
μανδύα καὶ κουκούλια νὰ στέκεται στὸν ἀέρα
μὲ ἁπλωμένα φτερὰ καὶ μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ
ἄλλοτε ἐμφανίστηκε στὸ μεγάλο Παχώμιο, μὲ
τὰ χέρια του τεντωμένα πρὸς τὸν οὐρανὸ νὰ
λέει: «Εἷς Ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός,
εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός, Ἀμήν». Καὶ μετὰ εἶπε
στὸν Ὅσιο:
- Ἀλέξανδρε, ἄς χτιστεῖ ἡ ἐκκλησία σ’
αὐτὸν τὸν τόπο στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου ποὺ
ἐμφανίστηκε σὲ σένα μὲ τρία πρόσωπα, τοῦ
Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος,
τῆς ἀδιαιρέτου Τριάδος.
Καὶ λέγοντας αὐτὰ σημείωσε στὸν τόπο
ἐκεῖνο τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ μὲ τὸ χέρι του
καὶ ἔγινε ἄφαντος. Ὁ Ὅσιος εὐφράνθηκε πολὺ
μὲ τὸ ὅραμα αὐτό, δοξολόγησε τὸ Θεὸ ποὺ δὲν
παρεῖδε τὴ δέησή του καὶ στὸ σημεῖο αὐτὸ
τοποθέτησε ἕνα σταυρό.
3

ἀπόψεις

Ὁμοφυλοφιλία καὶ Ὀρθόδοξη Πνευματικὴ
Τοῦ Μητροπολίτη Λεμεσοῦ κ. Ἀθανασίου

Ποιὰ εἶναι ἡ στάση
τῆς Ἐκκλησίας ἀπέναντι στὴν ὁμοφυλοφιλία καὶ τὸν ὁμοφυλόφιλο;
Κατ’ ἀρχάς, πρέπει
νὰ ξεκαθαρίσουμε
κάτι: Ὁ ὁμοφυλόφιλος
ἄνθρωπος εἶναι
ἀπόλυτα ἀποδεκτὸς
ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὅσο καὶ κάθε
ἄλλος ἄνθρωπος. Δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος, ποὺ
κάποια ἰδιότητά του ἢ προτίμηση ἢ πράξη
του νὰ κάνει τὴν Ἐκκλησία νὰ τὸν ἀπορρίψει·
ὑπάρχουν μόνο ἄνθρωποι ποὺ οἱ ἴδιοι ἔχουν
ἀπορρίψει τὴν Ἐκκλησία καὶ πορεύονται πρὸς
τὸ Θεὸ ἀπ’ τὸ δρόμο ποὺ νομίζουν αὐτοί, ὁ
ὁποῖος ὅμως συνήθως εἶναι λάθος δρόμος.
Ἂν ἕνας δολοφόνος εἶναι ἀποδεκτὸς ἀπὸ τὴν
Ἐκκλησία, γιατί δὲν εἶναι ἕνας ὁμοφυλόφιλος;
Ἂν ἐγώ, μὲ τὴ χλιαρὴ καὶ συχνὰ ὑποκριτικὴ
πίστη καὶ ἀγάπη, εἶμαι ἀποδεκτὸς ἀπὸ τὴν
Ἐκκλησία, γιατί δὲν εἶναι ἕνας ὁμοφυλόφιλος;
Ἐκεῖνος μάλιστα μπορεῖ νὰ ἔχει πολὺ πιὸ
θερμὴ πίστη καὶ ἀγάπη ἀπὸ τὴ δική μου.
Καμιὰ ρατσιστικὴ διάθεση δὲν ὑπάρχει στὴν
Ἐκκλησία ἀπέναντι σὲ κανένα ἄνθρωπο ἢ ὁμάδα
ἀνθρώπων. Ρατσιστὲς γίνονται οἱ ἄνθρωποι
ποὺ δὲν ἔχουν καταλάβει καθόλου τί εἶναι ὁ
ὀρθόδοξος χριστιανισμὸς ἢ ποὺ δὲ μποροῦν νὰ
κάνουν ἔστω ἕνα βῆμα γιὰ ν’ ἀπομακρυνθοῦν
ἀπὸ τὶς φοβίες καὶ τὰ πάθη τους. Κι αὐτοὺς
ἀκόμη τοὺς ἀνθρώπους [τοὺς ρατσιστές], ἡ
Ἐκκλησία τοὺς ἀποδέχεται, γιατί ἡ Ἐκκλησία
ὑπάρχει γιὰ νὰ θεραπεύει τὸν κόσμο ἀπὸ τὰ
πάθη καὶ τὶς φοβίες (μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Ἰατροῦ
Ἰησοῦ Χριστοῦ φυσικά), ὄχι γιὰ νὰ κρίνει τοὺς
ἀνθρώπους. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἡ ὁμοφυλοφιλία δὲ
μπορεῖ νὰ γίνει ἀποδεκτὴ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ὡς
σωστὸς δρόμος ποὺ ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὸ Θεό.
Ἀκριβῶς ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν ὁμοφυλόφιλο καὶ
ἀνησυχία γιὰ τὴ σωτηρία του στὴν αἰωνιότητα, ἡ
Ἐκκλησία δὲ μπορεῖ νὰ ἀποκρύψει ὅτι ὁ γάμος
ἄντρα καὶ γυναίκας εἶναι ἕνας δρόμος ποὺ
ὁδηγεῖ στὸ Θεό, ἐνῶ ἡ ὁμοφυλοφιλία δὲν εἶναι
τέτοιος δρόμος. Στὴ ζωὴ μας τὶς πιὸ πολλὲς
φορὲς διαπράττουμε ἁμαρτίες, ὑπακούοντας στὰ
πάθη μας κι ὄχι στὸ Θεὸ - ἡ Ἐκκλησία ὅμως,
ἀκριβῶς ἐπειδὴ νοιάζεται γιὰ μᾶς, δὲν πρέπει
νὰ μᾶς ξεγελάσει λέγοντάς μας ὅτι εἶναι ἐντάξει
νὰ κάνουμε ὅ,τι μᾶς ὑπαγορεύουν τὰ πάθη μας
(γιὰ τοὺς μὴ ὀρθόδοξους χριστιανοὺς ποὺ ἴσως
διαβάσουν αὐτὸ τὸ κείμενο, ἐξηγοῦμε ἁπλὰ ὅτι
«πάθη» ὀνομάζονται οἱ σωματικὲς καὶ ψυχικὲς
ἐξαρτήσεις ποὺ παρεμποδίζουν τὸν ἄνθρωπο
ἀπὸ τὴν ἑνότητά του μὲ τὸ Θεό, στρέφοντάς
τον πρὸς ἄλλες κατευθύνσεις· ὁλόκληρη ἡ
ἠθικὴ καὶ ἀσκητικὴ προσπάθεια τοῦ χριστιανοῦ
ἀποσκοπεῖ στὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς του ἀπὸ
τὰ πάθη). Ἔχουμε τὴ δυνατότητα νὰ κάνουμε
ὅ,τι θέλουμε. Ἁπλά, δὲν ὁδηγοῦν ὅλοι οἱ δρόμοι
στὸ Θεό.
Αὐτὸ δὲν εἶπε κι ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Α΄
Κορινθ. 6, 12); Ἂν μιλᾶμε μὲ ἕναν ἄθεο, δὲν
ἔχει νόημα ν’ ἀναφερθοῦμε σὲ Θεό, ἁμαρτία καὶ
σωτηρία. Ἐκεῖνος τοποθετεῖ ὑποκειμενικά, ὅπου
4

ὁ ἴδιος θέλει, τὸ ὅριο ἀνάμεσα στὸ «καλὸ» καὶ τὸ
«κακὸ» καὶ τὸ κρίνει μὲ τὰ δικά του κριτήρια. Ἂν
ὅμως συζητᾶμε μὲ χριστιανούς, καὶ μάλιστα τῆς
ἀρχαίας παράδοσης, τῆς Ὀρθοδοξίας, πρέπει μὲ
ἀγάπη νὰ μοιραστοῦμε μαζί τους τὰ παρακάτω:
Ὁ Χριστός, στὰ καταγεγραμμένα λόγια Του, δὲν
καταδικάζει ρητὰ τὴν ὁμοφυλοφιλία, ὅμως οὔτε
γιὰ τὴν πολυγαμία ἢ τὴν αἱμομιξία κάνει κάτι
τέτοιο.
Κι ὅμως οἱ χριστιανοί, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ καὶ μέχρι
σήμερα, θεωροῦμε αὐτονόητο πὼς αὐτὲς οἱ δύο
πρακτικὲς δὲν ὑπάρχουν στὸ χριστιανισμὸ (ἐκτὸς
ἴσως ἀπὸ ἀκραῖες παρανοήσεις του, τέτοιες
ποὺ ἔχουν ξεφυτρώσει σὰν μανιτάρια μετὰ τὴν
προτεσταντικὴ Μεταρρύθμιση). Εἶναι σαφὲς
στὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ ὅτι, ὅποτε μιλάει γιὰ
γάμο, ἀναφέρεται σὲ ζεῦγος ἄντρα καὶ γυναίκας
(π.χ. Ματθ. 19, 3-12). Πῶς θὰ μποροῦσε νὰ
εἶναι ἀλλιῶς, ἀφοῦ ὁ Θεὸς δημιούργησε ὡς
πρωταρχικὸ ζεῦγος ἕναν ἄντρα καὶ μιὰ γυναίκα
(Ματθ. 19, 4-5)· σ’ αὐτοὺς ἔδωσε τὴν εὐλογία
τοῦ γάμου καὶ δὲν ὑπάρχει ἄλλος γάμος. Οἱ
ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ ὅμως βασιζόμαστε ὄχι μόνο
σ’ αὐτὰ ποὺ εἶπε ὁ Χριστός, ἀλλὰ καὶ σ’ αὐτὰ
ποὺ εἶπε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μέσω τῶν μαθητῶν τοῦ
Χριστοῦ καὶ τῶν ἁγίων Πατέρων καὶ διδασκάλων
τοῦ χριστιανικοῦ ἀγώνα σὲ ὅλες τὶς ἐποχές.
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἦταν ἕνας ἀπ’ αὐτούς,
τὰ λόγια τοῦ εἶναι γιὰ μᾶς ἱερὲς γραφές, καὶ ὁ
ἅγιος αὐτὸς ἄνδρας γράφει πὼς ἡ ὁμοφυλοφιλία
εἶναι συνέπεια τῆς διαστροφῆς ποὺ ὑπέστη τὸ
ἀνθρώπινο γένος μὲ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα·
προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀπομάκρυνση τῆς θείας
χάρης ἀπ’ τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, ἀφοῦ οἱ
ἄνθρωποι τὴν ἔχει διώξει ξεμακραίνοντας ἀπὸ
τὸ Θεὸ (Ρωμ. 1, 27, καὶ γενικῶς 1, 18-32).
Βεβαίως, καὶ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἀκόμα
ταλαντεύονται στὴν πίστη τους, τὸ γεγονὸς ὅτι
«εἶπε κάτι ὁ Θεὸς» ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς
ὁμοφυλοφιλίας, ἴσως θὰ μποροῦσαν νὰ τὸ
ἀναγνωρίζουν καὶ μέσα ἀπὸ τὸ ἔργο τῆς φύσης.
Συχνὰ μιλᾶμε γιὰ τὴ σοφία τῆς φύσης. Τὸ ἀκοῦμε
ἀκόμη καὶ ἀπὸ ἄθεους ἢ ἀγνωστικιστὲς αὐτό.
Στὰ πλαίσια μιᾶς τέτοιας σκέψης θὰ μπορούσαμε
νὰ ἀναγνωρίσουμε τὴν καταλυτικὴ μαρτυρία τῆς
ἀνατομίας. Ὡς βιολογικὰ ὄντα ὀφείλουμε τίμια νὰ
ἀναγνωρίσουμε τὴν μορφολογία τῶν γεννητικῶν
μας ὀργάνων. Ἡ θέση καὶ ἡ μορφὴ τῶν ἀνδρικῶν
γεννητικῶν ὀργάνων, καὶ ἡ ἀντίστοιχη θέση καὶ
μορφὴ τῶν γεννητικῶν ὀργάνων τῆς γυναίκας,
μποροῦν νὰ μᾶς βεβαιώσουν ὡς πρὸς τὴν
ἐπιλογὴ τῆς ἑτεροφυλοφιλίας. Οἱ ἐξαιρέσεις
ὁμοφυλοφιλικῶν ἐπαφῶν στὴ φύση, ποὺ κάποιοι
ἐπικαλοῦνται, ἐκτός του ὅτι εἶναι ἐλάχιστες καὶ
ἁπλὰ ἐπιβεβαιώνουν τὸν κανόνα, ταυτόχρονα
δὲν ἀλλάζουν τίποτα σχετικὰ μὲ τὴ μαρτυρία
τῆς ἀνατομίας.
Καὶ πάλι, ὡς βιολογικὰ ὄντα μποροῦμε νὰ
διακρίνουμε ἕναν βασικὸ σκοπὸ στὴν ὕπαρξη
τῶν γεννητικῶν ὀργάνων ποὺ εἶναι ἡ δημιουργία
νέων ἀνθρώπων. Ἀκόμα καὶ ἂν λόγω ἀσθενείας
ἡ γέννηση δὲν μπορεῖ νὰ πραγματοποιηθεῖ,
ἐντούτοις, αὐτὸ δὲν ἀλλάζει σὲ τίποτα τὴ
βιολογικὴ μαρτυρία. Καὶ εὔκολα ἴσως θὰ
μπορούσαμε νὰ ἀντιστρέψουμε τὸν ἰσχυρισμὸ ὅτι
τὰ γεννητικὰ ὄργανα φτιάχτηκαν ἀποκλειστικὰ

γιὰ τὴν ἡδονή, διακρίνοντας πὼς ἡ φύση ὡς
λειτουργικὸ σῶμα ἔχει σκοποὺς ὑπέρτερούς του
μεμονωμένου συμφέροντος τοῦ κάθε ὄντος.
Κάθε τί ποὺ ἔχει σχέση μὲ τὴν ἡδονὴ τῶν
γεννητικῶν ὀργάνων ἐξηγεῖται λογικὰ ὡς ἕνα
μέσο μὲ τὸ ὁποῖο θὰ ἐπιθυμῶ νὰ συνευρεθῶ
μὲ τὸ ἄλλο φύλο ὥστε νὰ δημιουργήσω
νέους ἀνθρώπους. Ἂν ἡ συνεύρεση ἦταν κάτι
ἀποκρουστικό, φριχτὸ καὶ ἐπίπονο, οἱ ἄνθρωποι
θὰ τὸ ἀπέφευγαν.
Ἡ ἀναμενόμενη ἐρώτηση ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα,
θὰ ἀφορᾶ τὸ ζήτημα τοῦ «δικαιώματος» στὴν
συνεύρεση μὲ ὅποιον ἄνθρωπο ἐπιθυμοῦμε.
Ἀκόμα ὅμως καὶ τὸ ζήτημα τοῦ δικαιώματος,
δὲν ἀντιστρέφει τὴν λογικὴ ποὺ προαναφέραμε.
Γιὰ παράδειγμα, ἂν κάποιος τὸ θέλει καὶ ἔτσι
εὐχαριστιέται, μπορεῖ νὰ περπατᾶ στὸν δρόμο
μὲ τὰ χέρια καὶ ὄχι μὲ τὰ πόδια. Τότε ὅμως,
εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ ἀναγνωρίσουμε ὅτι ἡ
ἀνατομικὴ μαρτυρία ὑποδεικνύει ὅτι πρόκειται
γιὰ παρέκκλιση, μὲ τὴν ὁποία δὲν εἴμαστε
ἀναγκασμένοι νὰ συμφωνήσουμε. Ἡ μαρτυρία
τῆς ζωῆς μᾶς ὑποδεικνύει ὅτι περπατᾶμε μὲ τὰ
πόδια καὶ ὄχι μὲ τὰ χέρια. Ἀντίστοιχα ἰσχύουν
καὶ γιὰ τὴν ἐπιλογὴ τῆς ὁμοφυλοφιλίας.
Ἂν πάλι τίθεται ζήτημα λειτουργικότητας, μὲ
τὴν ἔννοια ὅτι ὁ ὁμοφυλόφιλος βλέπει ὅτι τὰ
γεννητικά του ὄργανά του δὲν εἶναι λειτουργικὰ
μὲ τὸν τρόπο ποὺ μαρτυρᾶ ὁ κανόνας στὴ
φύση, τότε θὰ μπορούσαμε μὲ τιμιότητα νὰ
ἀποδεχτοῦμε ὅτι ὑπάρχει ζήτημα ὀργανικῆς
διαταραχῆς ὅπου το σῶμα ἀσθενεῖ σὲ κάτι. Ἴσως
νὰ πρόκειται γιὰ ἐκ γενετῆς διαταραχή, ὅμως,
ὅπως στὴν περίπτωση ποὺ κάποιος ζεῖ χωρὶς
χέρια ἢ πόδια, ὀφείλουμε νὰ ἀποδεχτοῦμε τὴν
καταλυτικὴ μαρτυρία τῆς ἀνατομίας γύρω μας.
Ἀσφαλῶς, ἡ ἐξέταση τοῦ ἔργου τῆς φύσης, γιὰ
τὸν πιστὸ ἄνθρωπο παραμένει πάντα ἐπικουρικὴ
γιὰ τὴν πίστη του.
Μιὰ ὁλόκληρη κοινωνία, ὅπου ἡ πλειοψηφία
τῶν ἀνθρώπων δὲν ἔχει μπεῖ σὲ θεραπευτικὸ
δρόμο πρὸς τὸ Θεό, μπορεῖ νὰ καλλιεργήσει
τὴν ὁμοφυλοφιλία στὰ νέα μέλη της ποὺ δὲν
εὐθύνονται, φυσικά, γι’ αὐτό, ἀλλὰ αὐτὸ δὲ
σημαίνει ὅτι εἶναι ὅλα ἐντάξει. Ἱστορικά, ἔχουν
ὑπάρξει καὶ ὑπάρχουν ἀκόμη πάρα πολλὲς
κοινωνίες ποὺ τὸ θρησκευτικὸ καὶ ἀξιακὸ
τοὺς σύστημα ἀπομακρύνει τοὺς ἀνθρώπους
ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ τὴ σωτηρία, ὅπως τὰ δίδαξε
ὁ Χριστὸς καὶ τὰ γνώρισαν οἱ ἅγιοι ὅλων των
ἐποχῶν στὴν ἑνότητά τους μὲ τὸ Θεὸ ἐν Χριστῷ.
Γιὰ τὴν ἀκρίβεια, κάθε κοινωνία ἔχει ἀνάγκη νὰ
κεντριστεῖ στὴν ἥμερη ἐλιά, τὸν Ἰησοῦ Χριστό,
γιὰ νὰ θεραπευτεῖ τὸ θρησκευτικὸ καὶ ἀξιακὸ
της σύστημα ἀπὸ τὰ στοιχεῖα ποὺ τῆς φόρτωσε
ἡ πτωτικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ ἴδιο
καὶ κάθε ἄνθρωπος, ἀκόμη καὶ ὁ ὀρθόδοξος
χριστιανός. Ἀλλιῶς στὴν καρδιὰ τῶν ἀνθρώπων
κυριαρχοῦν τὰ πάθη καὶ ἀποδιώχνεται ἡ θεία
χάρη.
Σὲ σχέση μὲ τὴν ὁμοφυλοφιλία, ἴσως εἶναι
χρήσιμο νὰ θυμηθοῦμε ὅτι αὐτὴ ἦταν ἡ ἁμαρτία
τῶν Σοδόμων. Ἐπειδὴ ἡ ὁμοφυλοφιλία, κατὰ
τὴν ὀρθόδοξη πνευματικὴ κληρονομιά, ὅπως
ἐκφράζεται στὴν Καινὴ Διαθήκη (Παῦλος) καὶ
στὴ διδασκαλία τῶν ἁγίων, συνιστᾶ πάθος,

5

5

ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἄρχισε τὴ ζωή του ὡς
ὁμοφυλόφιλος ἢ στράφηκε στὴν ὁμοφυλοφιλία
κάποια στιγμή, ὅταν προοδεύει στὴν ἁγιότητα
καθαρίζοντας τὴν καρδιά του ἀπὸ τὰ πάθη,
παύει νὰ εἶναι ὁμοφυλόφιλος.
Δὲν ἔχουμε ὁμοφυλόφιλους ἁγίους. Ἂν
ὑπῆρχαν ἅγιοι ὁμοφυλόφιλοι ποὺ ἁγίασαν
μέσῳ τῆς ὁμοφυλοφιλίας (ὅπως οἱ ἔγγαμοι ἅγιοι
ἁγιάζονται μέσω τοῦ γάμου), οἱ ἅγιοι Πατέρες
δὲ θὰ τὸ ἔκρυβαν, οὔτε θὰ θεωροῦσαν -μαζὶ μὲ
τὸν ἀπόστολο Παῦλο- τὴν ὁμοφυλοφιλία πάθος
ποὺ χωρίζει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸ Θεό, γιατί ἡ
Ἐκκλησία δὲν ἐνδιαφέρεται νὰ συντηρήσει τὸν
κοινωνικὸ ἠθικισμό, ἀλλὰ ἀντίθετα γκρεμίζει τὰ
ἠθικὰ στερεότυπα (ταμποὺ) γιὰ νὰ θεραπεύσει
τὸν ἄνθρωπο. Ἀσφαλῶς ἔχουμε ἁγίους ποὺ
ὑπῆρξαν κάποτε ὁμοφυλόφιλοι (ὅπως καὶ
ἁγίους ποὺ ὑπῆρξαν πόρνοι, ἔκφυλοι ἢ δέσμιοι
διαφόρων ἄλλων παθῶν, μὴ σαρκικῶν), ἀλλὰ
ἀνέλαβαν τιτάνιο ἀγώνα ἐνάντια στὰ πάθη τους
καὶ μὲ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τὰ νίκησαν,
γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι ἅγιοι.
Οἱ ἅγιοι Πρωτᾶς καὶ Ὑάκινθος, εὐνοῦχοι
τῆς ἁγίας Εὐγενίας ποὺ τὴν ἀκολούθησαν
στὸ μοναχικὸ βίο καὶ στὸ μαρτύριο, ὁ ἅγιος
Ἀζάτ, εὐνοῦχος τοῦ Πέρση βασιλιὰ Σαπώρ,
ποὺ τὸ μαρτύριό του προκάλεσε τόση θλίψη
στὸ βασιλιά, ὥστε σταμάτησε τοὺς διωγμούς,
ἴσως εἶναι μερικὰ παραδείγματα. Ἀπὸ τὸ
Γεροντικὸ ξέρουμε τὴν περίπτωση ἑνὸς ἀσκητὴ
ποὺ ἐξομολογήθηκε τὸν ἔρωτά του στὸν ὅσιο
Ἀχιλλά· στὴ συνέχεια ὅμως ἔφυγε ἀμέσως,
προφασιζόμενος ὅτι ντράπηκε ἕνα γέρο ἀσκητή,
τυφλὸ καὶ παράλυτο, ποὺ ζοῦσε ἐκεῖ. Τότε ὁ
ἅγιος, ἐγκρίνοντας τὴ φυγὴ τοῦ μακριὰ ἀπὸ τὸ
πάθος, τὸν ἐπαίνεσε ὡς ἀγωνιστῆ, λέγοντας:
«Αὐτὸ δὲν εἶναι πορνεία, ἀλλὰ πόλεμος μὲ τοὺς
δαίμονες».
Ἀπὸ τὴ σύγχρονη ἐποχή, ξέρουμε τὴν
περίπτωση τοῦ ἁγίου Ἀμερικανοῦ ἱερομόναχου
π. Σεραφεὶμ Ρόουζ, ποὺ πρὶν μεταστραφεῖ στὴν
Ὀρθοδοξία ἦταν ὁμοφυλόφιλος, ἔπαψε ὅμως νὰ
ἀσκεῖ τὴν ὁμοφυλοφιλία καὶ τὴν ἀπέρριψε ὡς
πάθος ὅταν ἔγινε ὀρθόδοξος χριστιανός.
Ξέρουμε ἐπίσης τὴν ἀνάλογη περίπτωση
τοῦ μοναχοῦ Κοσμᾶ ἀπὸ τὸ Ρέθυμνο τῆς
Κρήτης, ποὺ ἐγκατέλειψε τὴν ὁμοφυλοφιλία
καὶ ἀσκήτεψε κοντὰ σ’ ἕνα ἐκκλησάκι νότια
της πόλης, ὅπου καὶ κοιμήθηκε γύρω στὸ 1990.
Ἀσφαλῶς ὑπάρχουν πολλὲς ἀκόμη παρόμοιες
περιπτώσεις.
Εἶναι ἄνθρωποι ποὺ «εὐνούχισαν τὸν ἑαυτό
τους γιὰ τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθ.
19, 12). Ἕνα ἁμαρτωλὸ πάθος δὲ συνδέεται
ὁπωσδήποτε μὲ τὴν κακία ἐνάντια στὸ
συνάνθρωπο. Ἡ λαγνεία καὶ ἡ πορνεία, εἶναι
ὁπωσδήποτε ἁμαρτωλὰ πάθη, χωρὶς νὰ ἔχει
σημασία ἂν ὁ ἄνθρωπος, ποὺ εἶναι αἰχμάλωτός
τους, εἶναι καλὸς ἢ κακός.
Ἡ αὐτοκτονία, συνέπεια τοῦ πάθους τῆς
ἀπελπισίας, ἀποκόπτει τὸν ἄνθρωπο ἀπ’ τὸ
Θεό, ἄσχετα ἂν ὁ αὐτόχειρας εἶναι καλὸς ἢ
κακὸς ἄνθρωπος.
Συχνά, ἐπηρεασμένοι ἀπὸ μιὰ βιαστικὴ
ἀνθρωπιστικὴ ἠθική, θεωροῦμε ἁμαρτία μόνο
κάτι ποὺ στρέφεται ἐνάντια στοὺς ἀνθρώπους·
ὅμως οἱ ἅγιοι Πατέρες δὲ διδάσκουν αὐτό·
ἁμαρτία εἶναι κάτι ποὺ μὲ δεσμεύει καὶ ἐμποδίζει
τὴ θεία χάρη νὰ μὲ μεταμορφώσει σὲ αὐτὸ ποὺ
θέλει ὁ Θεὸς γιὰ μένα (σὲ ἅγιο).

Ἁμαρτωλὸς δὲν εἶναι ὁ «κακὸς» ἄνθρωπος,
ἀλλὰ ὁ παγιδευμένος καὶ ἀνελεύθερος
ἄνθρωπος. Ὁ «κακὸς» ἢ ὁ ἄπληστος, ὁ ἐγωιστὴς
κ.τ.λ. εἶναι ἁπλὰ ἕνας τέτοιος παγιδευμένος καὶ
ἀνελεύθερος ἀδελφός μας. Ἔτσι ὁ χριστιανὸς
εἶναι καλεσμένος νὰ ἀναλάβει ἀγώνα ἐνάντια στὰ
πάθη του καί, ὅπως ἡ λαγνεία, ἡ σκληρότητα,
ἡ ἀπληστία, ὁ ἐγωισμὸς κ.λπ., ἀλλὰ καὶ ὁ
ἀλκοολισμός, ὁ τζόγος κ.π.ἄ. (καὶ ὁ σαδισμός,
ὁ μαζοχισμός, ἡ κτηνοβασία, ἡ νεκροφιλία κ.λπ. –
γιὰ ν’ ἀναφερθοῦμε σὲ πάθη σχετικὰ μὲ τὸ σέξ).
Ἂν ἡ ὁμοφυλοφιλία προέρχεται ἀπὸ βιολογικὲς
αἰτίες καὶ δὲ γεννιέται ἀπὸ τὴν κοινωνία εἶναι
συζητήσιμο. Ἀκόμη κι ἂν συμβαίνει αὐτὸ ὅμως,
δὲν μετατρέπεται σὲ μιὰ μὴ ἐμπαθῆ κατάσταση.
Κάποιος μπορεῖ νὰ εἶναι βίαιος ἀπὸ βιολογικὴ
αἰτία (π.χ. ἐπειδὴ τὸ σῶμα του παράγει
περισσότερη ἀδρεναλίνη), ἀλλὰ αὐτὸ δὲ σημαίνει
πὼς γι’ αὐτὸν «εἶναι ἐντάξει» ἡ ἐπιθετικότητά
του καὶ πὼς δὲν πρέπει ν’ ἀγωνιστεῖ γιὰ νὰ
θεραπευτεῖ ἀπὸ τὸ πάθος του.
Φυσικά, δὲν ἀγωνίζεται μόνος του. Ἔχει
βοηθὸ στὸν οὐρανὸ τὶς πρεσβεῖες τῶν ἁγίων
καὶ στὴ γῆ τὸν πνευματικό του πατέρα καὶ τὴν
ἐκκλησιαστικὴ ζωή· μ’ αὐτὰ θὰ προσελκύσει
τὴ θεία χάρη καὶ ἐκείνη εἶναι ποὺ θὰ τὸν
θεραπεύσει (συγχωρέστε μου τὴ λέξη) ἀπὸ τὸ
πάθος τοῦ – αὐτὸ ἰσχύει γιὰ ὅλα τὰ πάθη, γιὰ
τὸν ἐγωισμό, τὴν ἀπληστία, τὴ λαγνεία, τὸ θυμό,
τὸ μίσος κ.τ.λ. καὶ γιὰ τὴν ὁμοφυλοφιλία. Ἕνας
ὁμοφυλόφιλος μπορεῖ νὰ σωθεῖ, παραμένοντας
ὁμοφυλόφιλος; Δὲ μποροῦμε, οὔτε καὶ εἶναι
δουλειά μας, νὰ κρίνουμε ποιὸς θὰ σωθεῖ καὶ
ποιὸς ὄχι, πράγμα ποὺ εἶναι δουλειὰ τοῦ Κυρίου
μᾶς Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ἐπιθυμία κάθε χριστιανοῦ εἶναι νὰ σωθοῦν
ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καὶ δὲν κρίνει τοὺς ἄλλους –
ἁπλῶς ἐπισημαίνει ὅτι μία ἐπιλογή, ἢ μία ἄλλη,
βλάπτει τὴ σωτηρία σύμφωνα μὲ τὴν Ἁγία Γραφὴ
καὶ τοὺς ἁγίους Πατέρες, τοὺς γνῶστες ὅλων
τῶν δρόμων τῆς σωτηρίας. Ὅλοι ἐλπίζουμε στὴ
σωτηρία μας, ἂν καὶ ἡ συντριπτικὴ πλειοψηφία
τῶν χριστιανῶν εἴμαστε ἀκόμη δέσμιοι σὲ κάποια
πάθη, ὅπως αὐτὰ ποὺ κατονομάσαμε πρὶν (τὴν
ἀπληστία, τὸ θυμό, τὴ λαγνεία κ.τ.λ.).
Ἐλπίζουμε νὰ σωθοῦμε ὄχι λόγῳ τῆς «ἀρετῆς»
μας, ἀλλὰ λόγω τῆς ἀγάπης καὶ τοῦ ἐλέους
τοῦ Θεοῦ, τὸ ὁποῖο ἀποζητᾶμε κάθε μέρα στὶς
προσευχές μας, μετανοώντας καὶ ἀγωνιζόμενοι
μὲ τὴ βοήθειά Του ἐνάντια στὰ πάθη μας.
Ἂν ὅμως, ἀντὶ γι’ αὐτό, προσπαθοῦμε νὰ
πείσουμε τοὺς ἄλλους (καὶ τὸν ἑαυτό μας) ὅτι
τὰ πάθη μας «εἶναι ἐντάξει» καὶ δὲν ἀποτελοῦν
ἁμαρτωλὰ πάθη, τότε μᾶλλον εἴμαστε
ὑποκριτὲς καὶ ἡ σωτηρία μας κινδυνεύει ἀκόμη
περισσότερο.
Πῶς μπορεῖ κάποιος νὰ δώσει τὸ δύσκολο
ἀγώνα γιὰ τὴν ἀποδέσμευσή του ἀπὸ τὰ πάθη
του; Αὐτὸ δὲ μποροῦμε νὰ τὸ διδάξουμε σὲ
κανέναν ἐμεῖς.
Γνῶστες καὶ ἁρμόδιοι γιὰ κάτι τέτοιο εἶναι
οἱ ἅγιοι Πατέρες ὅλων τῶν ἐποχῶν (ποὺ ἡ ζωὴ
καὶ ἡ διδασκαλία τους εἶναι καταγεγραμμένες
σὲ βιβλία ἐξαιρετικῆς σπουδαιότητας) καὶ οἱ
θεοφόροι Γέροντες τῆς ἐποχῆς μας, ἄντρες
καὶ γυναῖκες. Σ’ αὐτοὺς πρέπει νὰ καταφύγει
ὅποιος νοιάζεται εἰλικρινὰ νὰ βεβαιωθεῖ ἂν ὁ
δρόμος ποὺ βαδίζει τὸν ὁδηγεῖ πράγματι στὴν
πνευματικὴ πρόοδο, δηλαδὴ στὴν ἑνότητα μὲ
τὸν Τριαδικὸ Θεὸ ἐν Χριστῷ. Πρέπει βέβαια νὰ

ἀπόψεις
προσέξει, γιατί συχνὰ πέφτουμε στὴν παγίδα
νὰ ἀπορρίψουμε τὶς συμβουλὲς ἑνὸς θεοφόρου
ὀρθόδοξου πνευματικοῦ διδασκάλου, ἐπειδὴ
τραυματίζει τὸν ἐγωισμὸ καὶ τὴν πνευματική
μας ὀκνηρία καὶ μᾶς προκαλεῖ συνειδησιακοὺς
κραδασμούς.
Εἶναι ἐντελῶς διαφορετικὸ νὰ παραδεχτοῦμε
ταπεινὰ πὼς εἴμαστε ἀδύναμοι ἢ ἀπρόθυμοι
νὰ ἐφαρμόσουμε τὶς δύσκολες συμβουλὲς
ἑνὸς Γέροντα ἀπὸ τὸ νὰ ὑψώσουμε ἐγωιστικὰ
τὸν ἑαυτὸ μας πάνω ἀπὸ τὴ δική του πείρα,
σοφία καὶ ἁγιότητα καὶ νὰ ἰσχυριζόμαστε στὴ
συνείδησή μας καὶ στοὺς ἄλλους πὼς ἐκεῖνος
ἔχει ἄδικο ἢ βρίσκεται σὲ λάθος δρόμο, ἢ ἀκόμη
πὼς οἱ ἅγιοι τῶν ἀρχαίων χρόνων ἔχουν πιὰ
σκουριάσει καὶ οἱ θεραπευτικές τους ὁδηγίες
εἶναι «ξεπερασμένες» γιὰ τὴν ἐποχή μας.
Ἡ παγίδα αὐτὴ εἶναι καλοστημένη μπροστὰ
στὸν καθένα, πολλοὶ ἔχουμε πέσει μέσα
περισσότερες ἀπὸ μιὰ φορὲς κι αὐτὸ προκαλεῖ
πρόσθετα ἐμπόδια στὴν ἠθικὴ καὶ πνευματική
μας καλλιέργεια. Διευκρινίζουμε ὅτι ὅλοι
ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ μετάνοια, ὁ καθένας γιὰ
διαφορετικοὺς λόγους· ὁ καθένας ἔχει νὰ
ἀντιμετωπίσει τὰ δικά του πάθη, ὄχι νὰ τ’
ἀποδεχτεῖ, ἀλλὰ νὰ τὰ πολεμήσει σκληρά.
Ἕνας ἑτεροφυλόφιλος ἐνδεχομένως ἔχει νὰ
ἀντιμετωπίσει πολλὰ πάθη ποὺ σχετίζονται μὲ
τὸ σὲξ – καὶ ὁ γάμος δὲ μπορεῖ πάντα νὰ τὸν
θεραπεύσει, γιατί μπορεῖ νὰ αἰσθάνεται τὴν
ἀνάγκη τῆς μοιχείας, ἢ ἀκόμη καὶ συνεύρεσης
μὲ πολλοὺς ἐρωτικοὺς συντρόφους ἢ τῆς
παιδεραστίας, τῆς αἱμομιξίας, τῆς κτηνοβασίας
καὶ ἄλλα πολλά, ποὺ «αἰσχρόν ἐστι καὶ λέγειν»
(Ἐφεσίους 5, 12). Ὅλα αὐτὰ τὰ πάθη δὲν εἶναι
«ἐντάξει» καὶ ὁ ἑτεροφυλόφιλος δὲν εἶναι
ὁπωσδήποτε πιὸ ἐνάρετος ἢ πιὸ κοντὰ στὸ Θεὸ
ἀπὸ τὸν ὁμοφυλόφιλο. Καὶ οἱ δύο μποροῦν νὰ
σωθοῦν λόγῳ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, μὲ τὸν
ἀγώνα ποὺ θὰ δώσουν μὲ τὴ βοήθεια τῆς θείας
χάριτος.
Κλείνοντας μὲ ἀγάπη αὐτὸ τὸ ἄρθρο θὰ
θέλαμε νὰ μεταφέρουμε τὸ διάλογο τοῦ ἁγίου
Γέροντα Παΐσιου (1924-1994) μὲ ἕνα νεαρὸ
ὁμοφυλόφιλο, ποὺ ἀγωνιζόταν ἐνάντια στὴν
ὁμοφυλοφιλία ἀλλὰ ἔνιωθε ἀδύναμος γι’ αὐτὸ
τὸν ἀγώνα (φυσικὰ ἕνας ἄθεος θὰ θεωρήσει
πὼς ἕνας τέτοιος ἀγώνας ἰσοδυναμεῖ μὲ
ἀκρωτηριασμὸ τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἀλλὰ τώρα δὲν
ἀπευθυνόμαστε σὲ ἄθεους, ἀλλὰ σὲ ὀρθόδοξους
χριστιανοὺς ἀδελφούς μας).
Ὁ νέος εἶπε στὸ Γέροντα ὅτι δὲ μποροῦσε
νὰ σταματήσει νὰ ζεῖ ὡς ὁμοφυλόφιλος. Καὶ ὁ
Γέροντας, ἀφοῦ τοῦ εἶπε νὰ ἐξομολογηθεῖ, τὸν
ρώτησε: «Μπορεῖς νὰ διαβάζεις ἕνα κεφάλαιο
ἀπὸ τὴν Ἁγ. Γραφή;». «Μπορῶ». «Μπορεῖς νὰ
πηγαίνεις κάθε Κυριακὴ στὴν Ἐκκλησία;».«
Μπορῶ». «Μπορεῖς νὰ νηστεύεις Τετάρτη καὶ
Παρασκευή;». «Μπορῶ». «Μπορεῖς ἕνα μικρὸ
ποσὸ νὰ τὸ δίνεις ἐλεημοσύνη;». «Μπορῶ».
«Μπορεῖς…». «Μπορῶ…» (πολλὰ ἀκόμα).
Στὸ τέλος τοῦ λέει: «Βλέπεις ὅτι μπορεῖς νὰ
κάνεις χίλια πράγματα καὶ δὲ μπορεῖς ἕνα. Κᾶνε
ἐσὺ τὰ χίλια καὶ ἄφησε στὸ Θεὸ τὸ ἕνα!!!».
Μὲ ἐκτίμηση καὶ θερμὲς προσευχὲς γιὰ κάθε
«συναθλητὴ» ἀγωνιζόμενο χριστιανό.
5

ἐνοριακά
Ὁ ἀληθινὸς προορισμὸς τοῦ ἀνθρώπου
εἶναι ν’ ἀποκτήσουμε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα
( Ἁγ.Σεραφεὶμ Σάρωφ)

τανε μία συννεφιασμένη μέρα.
Χιόνι πολὺ εἶχε σκεπάσει τὴ γῆ,
καὶ πέφτανε πυκνὲς οἱ ἄσπρες
μπαμπακοῦρες. Ὁ πάτερ Σεραφεὶμ μ’ ἔβαλε
νὰ καθίσω δίπλα του, ἀπάνω σ ἕνα κομμένο
δέντρο, σ’ ἕνα ξέφωτο μέσα στὸ δάσος.
Ὕστερά μου εἶπε: «Ὁ Θεός μου φανέρωσε
πῶς στὰ παιδικὰ χρόνια σου ἤθελες νὰ
μάθηςñποιος εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς χριστιανικῆς
ζωῆς.ñ
Σὲ συμβουλεύανε νὰ πηγαίνης στὴν
ἐκκλησία, νὰ κάνης τὴν προσευχή σου στὸ
σπίτι, νὰ δίνης ἐλεημοσύνη καὶ νὰ κάνης ὅλα
τα καλά τα ἔργα, γιατί σ αὐτὰ βρίσκεται
ὁ σκοπὸς τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Μὰ δὲν
σὲ ἱκανοποιούσανε αὐτὰ μοναχά. Λοιπόν
σου λέγω πῶς ἡ προσευχή, ἡ νηστεία, οἱ
ἀγρυπνίες καὶ κάθε ἄλλο χριστιανικὸ ἔργο
εἶναι πολὺ καλά. Ἀλλὰ ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς
μας δὲν εἶναι νὰ κάνουμε μοναχὰ αὐτὰ
τὰ ἔργα, ἐπειδὴ αὐτὰ εἶναι τὰ μέσα ποῦ
χρειάζονται γιὰ νὰ φθάσουμε στὸ σκοπὸ
τῆς χριστιανικῆς ζωῆς.
Ὁ ἀληθινὸς προορισμὸς τοῦ χριστιανοῦ
ε ἶ να ι ν ὰ ἀ π ο κ τ ή σ ο υ μ ε τ ὸ Ἅ γ ι ο ν
Πνεῦμα.ñΓνώριζε πῶς κανένα καλὸ ἔργο
δὲν φέρνει τοὺς καρποὺς τοῦ Ἁγίου
Πνεύματος, ἂν δὲν γίνεται γιὰ τὴν ἀγάπη
τοῦ Χριστοῦ. Σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι
μοναχὰ ἡ ἀπόκτηση τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου
Πνεύματος».
Ἐγὼ τότε τὸν ρώτησα:ñ«Τί ἐννοεῖς, πάτερ,
λέγοντας ἀπόκτηση; Δὲν καταλαβαίνω
καθαρά».ñ Ο Ἅγιος μου εἶπε:ñ «Ἀποκτῶ
εἶναι τὸ ἴδιο μὲ τὸ κερδίζω. Ξέρεις τί θὰ
πῆ κερδίζω χρήματα. Ἀποκτῶ τὸ Ἅγιον
Πνεῦμα εἶναι τὸ ἴδιο πράγμα. Στὴ ζωή,
οἱ συνηθισμένοι ἄνθρωποι ἔχουνε γιὰ
σκοπὸ νὰ κερδίσουνε χρήματα, καὶ κεῖνοι
ποῦ στέκουνται πιὸ ψηλὰ στὴν κοινωνία,
θέλουνε νὰ κερδίσουνε τιμὲς καὶ δόξα. Τὸ
νὰ ἀποκτήση κανένας τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου
Πνεύματος εἶναι σὰν νὰ κερδίζη ἕνα αἰώνιο
ἀπόκτημα, τὴν αἰώνια ζωή, ἕνα θησαυρὸ
ποῦ δὲν καταστρέφεται κι οὔτε χάνεται
ποτέ. Κάθε καλὸ ἔργο, ποῦ κάνουμε γιὰ τὴν
ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, μᾶς δίνει τὴ χάρη τοῦ
6

Ἁγίου Πνεύματος. Ἀλλὰ περισσότερο ἂπ
ὅλα μας δίνει αὐτὴ τὴ χάρη ἡ προσευχή,
γιατί ὁ καθένας μπορεῖ νὰ προσευχηθῆ,
πλούσιος ἢ φτωχός, ἄρχοντας ἢ χωριάτης,
δυνατὸς ἢ ἀδύνατος, γερὸς ἢ ἄρρωστος,
ἐνάρετος ἢ ἁμαρτωλός.
Λοιπὸν ἄς συνάξουμε τὸ θησαυρὸ τῆς
θεϊκῆς εὐσπλαχνίας.ñΈνας ἄνθρωπος ποῦ
ζητᾶ νάβρη τὴ σωτηρία του καὶ ποῦ μετανοεῖ
γιὰ τὶς ἁμαρτίες του, μπορεῖ μὲ τὶς καλὲς
πράξεις νὰ ἀποκτήση τὸ Ἅγιον Πνεῦμα,
ποῦ ἐργάζεται μέσα μας καὶ μᾶς εἰσάγει
στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Μ’ ὅλα τὰ πεσίματά
μας, μ’ ὅλο τὸ σκοτάδι ποῦ περιζώνει τὴν
ψυχή μας, ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος,
ποὺ μᾶς δόθηκε μὲ τὸ βάπτισμα, δὲν παύει
νὰ λάμπη μέσα στὴν καρδιά μας μὲ τὸ φῶς
τῆς μετανοίας. Αὐτὸ τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ
σβήνει ὅλα τὰ σημάδια ποῦ ἀφήσανε τὰ
παλιὰ ἁμαρτήματά μας καὶ μᾶς ντύνει μ’
ἕνα μανδύα ἄφθαρτον ποῦ εἶναι καμωμένος
ἀπὸ τὴ χάρη».
Τοῦ λέγω:ñ «Πάτερ μου, μοῦ μιλᾶς γιὰ
τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλὰ πῶς
μπορῶ νὰ τὴ δῶ; Τὰ καλά τα ἔργα τὰ
βλέπουμε, μὰ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα πῶς μπορεῖ
νὰ τὸ δὴ κανένας; Πῶς μπορῶ νὰ γνωρίσω
ἂν βρίσκεται ἢ δὲν βρίσκεται μέσα μου;» Ὁ
Ἅγιος μου ἀποκρίθηκε: «Ὅταν κατεβαίνη
τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐπάνω στὸν ἄνθρωπο καὶ
εἰσχωρεῖ μέσα του, ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου
γεμίζει ἀπὸ μία χαρὰ ἀνέκφραστη, γιατί τὸ
Ἅγιον Πνεῦμα μεταμορφώνει σὲ χαρὰ ὅ,τι
ἀγγίξει. Φανερώνεται σὰν ἕνα ἀνιστόρητο
φῶς σ’ ἐκείνους ποῦ ἐκδηλώνεται ἡ θεϊκὴ
ἐνέργεια. Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι γνωρίσανε μὲ
τὶς αἰσθήσεις τοὺς τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου
Πνεύματος».
Τότε τὸν ρώτησα:ñ«Πῶς θὰ μπορέσω νὰ
τὸ δῶ κι ἐγὼ μὲ τὰ μάτια μου;».ñἈπάνω σ’
αὐτά, ὁ πάτερ Σεραφεὶμ ἔβαλε τὰ χέρια του
στοὺς ὤμους μου καὶ μοῦ εἶπε: «Τέκνον μου,
βρισκόμαστε κι οἱ δυό μας μέσα στὸ Ἅγιον
Πνεῦμα… Γιατί δὲν θέλεις νὰ μὲ κοιτάξης;».
«Πάτερ μου, τοῦ εἶπα, δὲν μπορῶ νὰ σὲ
κοιτάξω. Τὰ μάτια σου βγάζουνε ἀστραπές.
Τὸ πρόσωπό σου ἔχει γίνει πιὸ ἀστραφτερὸ
ἀπὸ τὸν ἥλιο, καὶ τὰ μάτια μου θαμπώσανε
ἀπὸ τὸ φῶς». «Μὴ φοβᾶσαι, τέκνο τοῦ Θεοῦ,
εἶπε ὁ γέροντας. Κ ἐσὺ εἶσαι ὁλόφωτος
ὅπως εἶμ’ ἐγώ. Γιατί βρίσκεσαι μέσα στὸ
Ἅγιον Πνεῦμα. Ἀλλιῶς δὲν θὰ μποροῦσες νὰ
μὲ δῆς μὲ τὴν ὄψη ποὺ μὲ βλέπεις».
Ἔσκυψε ἀπάνω μου καὶ μοῦ εἶπε
σιγανὰ στὸ αὐτί:ñ «Εὐχαρίστησε τὸν
Ὕψιστο γιὰ τὴν ἄπειρη καλοσύνη του.
Προσευχήθηκα μυστικὰ στὸν Κύριο καὶ
εἶπα μέσα μου: Κύριε, ἀξίωσέ τον νὰ ἰδῆ
καθαρὰ μὲ τὰ σωματικὰ μάτια του τὴν

Γιατί νὰ πάω
στὸ κατηχητικό;

χουμε σκεφθεῖ ποτὲ ἂν μᾶς ἔθεταν
τὸ ἐρώτημα: γιατί τὰ παιδιὰ μας
πηγαίνουν στὸ κατηχητικό; τί θὰ
ἀπαντούσαμε;
Καὶ ἂν τὰ στέλνουμε ἐπιτακτικὰ κουνώντας
τὸ δάχτυλο, ὅπως κάποιοι θρησκόληπτοι
γονεῖς, τότε ἀσφαλῶς θὰ μιλούσαμε γιὰ ἕναν
ἀνελεύθερο καταναγκασμό. Καὶ γιὰ νὰ μὴν
παρεξηγηθοῦμε ὀφείλουμε νὰ τονίσουμε πὼς
ἡ συμμετοχὴ στὰ κατηχητικὰ σχολεῖα, εἶναι
ἐλεύθερη καὶ προαιρετική.
Καὶ στὶς πολὺ μικρὲς ἡλικίες, σίγουρα μιὰ
προτροπὴ θὰ βοηθοῦσε.
Τὰ μεγαλύτερα παιδιὰ ὅμως, εἶναι
φρονιμότερο νὰ ἐπιλέγουν μόνα τους ἑκουσίως
νὰ πηγαίνουν στὸ κατηχητικό.
Μὴν ξεχνᾶμε ὅτι στὴν Ὀρθόδοξη πίστη δὲν
ὑπάρχει ποτὲ καταναγκασμός. Ὑπάρχουν
περιπτώσεις ποὺ κάποιοι ἐσφαλμένα
ἐγκλημάτησαν, ἀναγκάζοντας ἀνθρώπους
ἐπιτακτικὰ νὰ δεχθοῦν τὴν πίστη καὶ αὐτὸ
εἶχε ὀλέθρια ἀποτελέσματα. Μὴν ξεχνᾶμε
ποτὲ τὸ «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν»
(Μάρκ. η΄ 34).
Ὁ Χριστὸς μᾶς καλεῖ ἀγαπητικὰ σὲ μιὰ
προσωπικὴ σχέση μαζί του. Σὲ ἕνα ἐλεύθερο
ἄνοιγμα ἀγάπης.
Μποροῦμε λοιπὸν νὰ ἐπισημάνουμε μερικὰ
ἀπὸ τὰ κίνητρα, ποὺ μπορεῖ νὰ ἔχει ἕνα παιδὶ
γιὰ νὰ πάει στὸ κατηχητικό.
Τὸ κατηχητικὸ προετοιμάζει τὰ παιδιά μας
νὰ εἰσαχθοῦν στὰ μυστήρια τῆς ἐκκλησίας καὶ
νὰ γνωρίσουν τὴν πίστη τοὺς καλύτερα. Διότι
δυστυχῶς θέλουμε νὰ λεγόμαστε Ὀρθόδοξοι
καὶ ἀγνοοῦμε τὴν Ὀρθόδοξη παράδοσή μας.
Νὰ δοῦν τὴν προοπτική της ὄντως ζωῆς,
ποὺ μᾶς καλεῖ ὁ Χριστὸς νὰ ἀκολουθήσουμε
γιὰ νὰ ἑνωθοῦμε μαζί του.
Νὰ καταλάβουν τὰ παιδιά μας ὅτι ἡ ζωή
τους δὲν εἶναι ἁπλὰ μιὰ βιολογικὴ πορεία
ποὺ θὰ καταλήξει στὸ σκοτάδι, ἀλλὰ μιὰ
προετοιμασία μὲ προορισμὸ νὰ γίνουμε Θεοὶ
κατὰ χάριν, μὲ μιὰ προσωπικὴ σχέση μαζί
ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματός Σου,
ποὺ τὴ φανερώνεις στοὺς δούλους σου
ὅποτε καταδέχεσαι νὰ παρουσιασθῆς
μέσα στὸ μεγαλοπρεπὲς φῶς τῆς δόξης
Σου. Κι ὅπως βλέπεις, ὁ Κύριος ἀμέσως
δέχθηκε τὴν προσευχὴ τοῦ τιποτένιου
Σεραφείμ. Πόση εὐγνωμοσύνη πρέπει νὰ
χρωστοῦμε στὸ Θεὸ γιὰ τοῦτο τὸ ἀνείπωτο
δῶρο ποὺ μᾶς ἔδωσε! Μήτε οἱ Πατέρες τῆς
ἐρήμου δὲν ἀξιώνονταν πάντα νὰ δοῦνε
τέτοια φανερώματα τῆς ἀγαθότητός Του.
Λοιπόν, τέκνον μου, κοίταξέ μεñελεύθερα.
Μὴ φοβᾶσαι, ὁ Κύριος εἶναι μαζί μας».
Φώτης Κόντογλου,
Ὁ Πολυαγαπημένος
Ἅγιος Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ

7

7

του, ὅπου ὁ θάνατος δὲν ἔχει καμία δύναμη.
Νὰ κρατήσουν τὴ διαφορετικότητά τους καὶ
τὴ μοναδικότητά τους ὡς Θεοειδῆς ὑπάρξεις
καὶ νὰ μὴν αἰσθάνονται ἀγελοποιημένα
ἄτομα, ὅπως τὰ θέλουν διάφορα πολιτικὰ
καὶ θρησκευτικὰ μορφώματα τῆς νέας ἐποχῆς.
Νὰ θεραπευτοῦν σιγὰ -σιγὰ ἀπὸ τὴν
ἐγωκεντρικότητά τους καὶ τὸ ναρκισσισμό
τους, ποὺ ἐμεῖς συνεχῶς μὲ τὴν ἀνεπάρκειά
μας τοὺς ἐνισχύουμε μὲ ἀποτέλεσμα νὰ
τροφοδοτοῦμε τὸν ἐγκλεισμὸ στὸν ἑαυτό τους
καὶ ὄχι τὸ ἄνοιγμα.
Νὰ συναντηθοῦν μὲ ἄλλα παιδιὰ σὲ μιὰ
κοινωνία ἀγάπης καὶ συνεργασίας, μέσα στὴν
ἀγκαλιὰ τῆς Ἐκκλησίας. Διότι τὸ θέμα δὲν
εἶναι ἁπλὰ νὰ δίνουμε ἀγάπη στὰ παιδιά,
ἀλλὰ νὰ τὰ μάθουμε νὰ ἀγαποῦν καὶ νὰ εἶναι
προσφερόμενα. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἄνοιγμα τῆς
Ἐκκλησίας.
Νὰ γνωρίσουν τὴν ἀνθρωπολογία μέσα ἀπὸ
τὴν καταγεγραμμένη παράδοση τῆς Ἐκκλησίας
καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων τεκμηριωμένα,
βλέποντας τὸ πόσο πολὺ συμφωνοῦν τὰ
νεότερα ἐπιστημονικὰ στοιχεῖα, μὲ αὐτὰ
ποὺ μᾶς παραδίδει ἡ Ἐκκλησία χιλιάδες
χρόνια τώρα (Καὶ παρατηρεῖται ὅτι αὐτὸ τὰ
ἐκπλήσει).
Νὰ γνωρίσουν τὴν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ
ἔστω καὶ ἂν τὴν ἀπορρίψουν στὴ συνέχεια,
μέσα ἀπὸ τὴν χρήση τῆς δικῆς τους ἐλευθερίας
ποὺ ὁ ἴδιος τους ἔδωσε.
Μὴν ξεχνᾶμε ὅτι εἶναι ἐλεύθεροι ἄνθρωποι.
Νὰ περπατήσουν σ΄ ἕνα μονοπάτι
ὠφέλιμο καὶ πλούσιο σὲ θέματα κοινωνικοῦ
ἐνδιαφέροντος καὶ ἀγωγῆς.
Νὰ προετοιμαστοῦν γιὰ νὰ βγοῦν στὴν
κοινωνία μὲ ἦθος, τὸ ὁποῖο βέβαια ἔρχεται
ὡς ἀποτέλεσμα τῆς σχέσης τους μὲ τὸ Χριστὸ
καὶ ὄχι ὡς αὐτοσκοπός, ὅπως ἔχουμε ξαναπεῖ.
Ἑτοιμάζονται ἔτσι τὰ παιδιά μας μὲ γερὲς
βάσεις, νὰ ἔχουν κριτήρια ἰσχυρὰ καὶ νὰ μὴν
γίνονται θύματα διαφόρων ἰδεολογιῶν ποὺ
τὰ δηλητηριάζουν.
Καὶ μὴν ξεχνᾶμε τὴν μοναδικὴ ἐμπειρία τῆς
κατασκήνωσης, ποὺ χαράσει ἀνεξίτηλα στὶς
καρδιὲς τῶν παιδιῶν ἐκπληκτικὲς εἰκόνες.
Νὰ νιώσουν τὴν αἴσθηση τῆς πληρότητας,
μέσα στὴν ἐν Χριστῷ ζωή.
Θὰ πρέπει τέλος νὰ γνωρίζουμε, ὅτι τὸ
κατηχητικὸ δὲν εἶναι παιδότοπος, οὔτε
ποδοσφαιρικὴ ἀκαδημία, ὅπως δυστυχῶς
παρατηροῦμε τὰ τελευταῖα χρόνια, σύμφωνα
μὲ τὰ δυτικὰ μοντέλα ἐκκοσμίκευσης.
Τὸ παιχνίδι εἶναι σημαντικὸ καὶ ὠφέλιμο
ἀφοῦ μιλᾶμε γιὰ παιδιά, στὰ πλαίσια μίας
συλλογικῆς συνέκφρασης, ὅμως πρέπει
νὰ ἔρχεται ἐπικουρικά. Σήμερα παίζει
ἀναμφισβήτητα δεσπόζοντα ρόλο. Τὸ παιχνίδι
εἶναι μέσο καὶ ὄχι σκοπὸς ὄχι μόνο στὴν
Ἐκκλησία ἀλλὰ καὶ γενικὰ στὴν ζωή.
Καὶ αὐτὸ συμβαίνει διότι ἡ οἰκογένεια
ἀπὸ τὴν ὁποία προέρχεται τὸ παιδί,
στὶς περισσότερες περιπτώσεις δὲν εἶναι
ὀντολογικὰ προσανατολισμένη πρὸς τὸ
Χριστό.
Ἔχει παρατηρηθεῖ ὅτι ἡ πλειονότητα τῶν
παιδιῶν δυστυχῶς, βλέπει τὸ κατηχητικὸ

ἀποκλειστικὰ ὡς παιχνίδι.
Δὲν θὰ ἦταν βέβαια λογικὸ νὰ περιμέναμε
κάτι διαφορετικό, εἰδικὰ στὶς μικρότερες
ἡλικίες.
Θὰ μποροῦσε ὅμως νὰ ὑπῆρχε γόνιμο
ἔδαφος ἀπὸ τὴν οἰκογένεια καὶ οἱ συνθῆκες
νὰ ἦταν εὐνοϊκότερες γιὰ τὸ ἔργο τῆς
κατήχησης.
Ἑπομένως, ἂν γίνεται μιὰ προετοιμασία ἂπ΄
τὴν οἰκογένεια, αὐτὸ παίζει καθοριστικὸ ρόλο
γιὰ νὰ ριζώνουν καλύτερα οἱ «σπόροι» τῆς
κατήχησης καὶ νὰ θεμελιώνεται ἔτσι τὸ ἔργο
τῆς Ἐνορίας ποὺ εἶναι ἰδιαίτερα σημαντικὸ
σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα.
Ἐπίσης, ὡς κατηχητὴς μὲ χαροποιεῖ
ἰδιαίτερα ἡ παρουσία τῶν γονέων, ἔστω
στὸ βαθμὸ ποὺ ὑπάρχει. Ἃς ἐλπίσουμε νὰ
γίνει περισσότερο αἰσθητὴ στὸ μέλλον. Μὴν
ξεχνᾶμε πὼς ἔχουμε κοινοὺς στόχους μὲ τοὺς
γονεῖς γιὰ τὸ ὄφελος τῶν παιδιῶν, δηλαδὴ
ὑπάρχει κοινὸς παρανομαστής, ὅμως ἔχουμε
διαφορετικοὺς ρόλους.
Ὁ κατηχητὴς γιὰ παράδειγμα, δὲν
ὑποκαθιστᾶ τὸν πατέρα, οὔτε γενικότερα
τὴν διαπαιδαγώγηση ποὺ λαμβάνει ἀπὸ τὸ
σπιτικὸ περιβάλλον.
Αὐτὸ εἶναι ὅμως μεγάλο θέμα καὶ θὰ τὸ
ἀναπτύξουμε στὸ ἄμεσο μέλλον.
Ἡ λίστα αὐτῶν τῶν λόγων, γιὰ τοὺς
ὁποίους ἀξίζει τὰ παιδιά μας νὰ βρίσκονται
στὸ κατηχητικό, θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι
πραγματικὰ ἀτελείωτη.
Ἀναφέραμε μόνο κάποια σημεῖα ἐνδεικτικά.
Ἐν ὄψη τῆς νέας κατηχητικῆς χρονιᾶς ποὺ
ξεκινάει τὸ φθινόπωρο, ἃς θέσουμε αὐτὸ τὸ
ἐρώτημα, τὸ ὁποῖο κατὰ τὴν ἄποψή μου εἶναι
ζωτικῆς σημασίας:
Θὰ προτιμούσαμε λοιπὸν τὰ παιδιά μας νὰ
συμμετέχουν στὸ κατηχητικὸ ἢ νὰ ἀπέχουν
ἀπ΄ αὐτὸ καὶ μὲ ποιὰ προοπτικὴ ζωῆς θὰ
πορευτοῦν;
Ὅπως ἔλεγε ὁ π. Παΐσιος θὰ΄ρθεῖ μιὰ
ἐποχή, ποὺ θὰ σὲ τραβοῦν ἀπ΄ τὸ χέρι νὰ
τοὺς μιλήσεις γιὰ τὸ Χριστό. Αὐτὴ εἶναι ἡ
πραγματικὴ κατήχηση. Νὰ σὲ τραβοῦν γιὰ νὰ
μάθουν γιὰ τὸ Χριστό.
Ἄς ἐλπίσουμε αὐτὴ ἡ ἐποχὴ νὰ ἔρθει
σύντομα γιὰ νὰ τὴ ζήσουμε.
Γιῶργος Ἀραμπατζόγλου
Κατηχητὴς τῆς Ἐνορίας

νεότητα
Ὅταν οἱ φροντίδες
τῆς καθημερινότητας
σᾶς "πνίγουν"

νας καθηγητὴς στάθηκε μπροστὰ
στοὺς φοιτητὲς τῆς τάξης του, στὴ
Φιλοσοφικὴ Σχολή, ἔχοντας πάνω
στὴν ἕδρα κάποια ἀντικείμενα.
Μόλις ξεκίνησε τὸ μάθημα, ὁ καθηγητής,
χωρὶς νὰ πεῖ τίποτα, πῆρε ἕνα μεγάλο γυάλινο
βάζο καὶ τὸ γέμισε μὲ μπαλάκια τοῦ τένις.
Ὅταν πλέον τὸ βάζο δὲν χωροῦσε ἄλλα
μπαλάκια, ρώτησε τοὺς μαθητές του, ἂν τὸ
βάζο ἦταν γεμάτο καὶ ἐκεῖνοι εἶπαν, ὅλοι μαζί:
«Ναί».
Τότε ὁ καθηγητὴς πῆρε μικρὰ χαλίκια καὶ
ἄρχισε νὰ τὰ ρίχνει στὸ βάζο, κουνώντας
το, καὶ αὐτὰ γέμισαν τὰ κενὰ ἀνάμεσα στὰ
μπαλάκια τοῦ τένις. Ρώτησε τότε πάλι τοὺς
φοιτητὲς του ἂν τὸ βάζο ἦταν γεμάτο καὶ
αὐτοί, κάπως σαστισμένοι, εἶπαν πῶς εἶναι.
Ὁ καθηγητὴς στὴ συνέχεια ἔριξε στὸ βάζο
ἄμμο, ἡ ὁποία γέμισε ὅλα τὰ κενὰ ἀνάμεσα στὰ
χαλίκια. Οἱ μαθητὲς ρωτήθηκαν γιὰ μιὰ ἀκόμη
φορᾶ ἂν τὸ βάζο ἦταν γεμάτο καὶ ἀπάντησαν
ὅλοι καταφατικά. Τότε ὁ καθηγητὴς ἔσκυψε
καὶ πῆρε κάτω ἀπὸ τὴν ἕδρα δύο κοῦπες
καφὲ καὶ τὶς ἄδειασε στὸ βάζο, ἐνῶ οἱ μαθητὲς
πλέον γελοῦσαν ἀπορημένοι.
«Τώρα», εἶπε ὁ καθηγητής, «θέλω νὰ
θεωρήσετε ὅτι τὸ βάζο ἀντιπροσωπεύει τὴ
ζωή σας. Τὰ μπαλάκια τοῦ τένις εἶναι τὰ πιὸ
σπουδαῖα πράγματα στὴ ζωή σας, οἱ μεγάλες
ἀξίες, ἡ πίστη, ἡ θρησκεία, ἡ πατρίδα, ἡ
οἰκογένεια, τὰ ἀγαπημένα σας πρόσωπα·
αὐτὰ ποὺ -ἀκόμα καὶ ἂν ὅλα τὰ ἄλλα
χαθοῦν- θὰ γεμίζουν τὴ ζωή σας. Τὰ χαλίκια
ἀντιπροσωπεύουν πράγματα σημαντικά,
ὅπως εἶναι ἡ δουλειά σας, ἕνα σπίτι, ἄλλα
περιουσιακὰ στοιχεῖα, ἀγαπημένες ἀσχολίες
σας. Ἡ ἄμμος εἶναι ὅλα τὰ ἄλλα, τὰ μικρότερα,
λιγότερο σημαντικὰ πράγματα. Ἂν γεμίσετε τὸ
βάζο πρῶτα μὲ ἄμμο, δὲν θὰ ὑπάρχει χῶρος
γιὰ νὰ βάλετε τὰ χαλίκια καὶ τὰ μπαλάκια τοῦ
τένις. Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὴ ζωή σας: Ἂν
ξοδέψετε τὸ χρόνο σας καὶ τὴν ἐνέργειά σας
γιὰ μικρά, ὄχι πολὺ σημαντικὰ πράγματα, δὲν
θὰ ἔχετε χρόνο καὶ δύναμη γιὰ τὰ μεγαλύτερα
καὶ σημαντικότερα πράγματα. Φροντίστε γιὰ
τὰ “μπαλάκια τοῦ τένις”, λοιπόν, πρῶτα καὶ
μετὰ γιὰ τὰ “χαλίκια”. Τὰ ὑπόλοιπα εἶναι
ἄμμος».
Ὅταν τέλειωσε τὸ πρωτότυπο αὐτὸ
«πείραμα»/μάθημα ἕνας φοιτητὴς σήκωσε τὸ
χέρι καὶ ρώτησε τί ἀντιπροσώπευε ὁ καφές.
Ὁ καθηγητὴς χαμογέλασε καὶ εἶπε: «Ὁ καφὲς
εἶναι γιὰ νὰ σᾶς δείξει πώς, ὅσο γεμάτη καὶ
νὰ εἶναι ἡ ζωή σας, πάντα θὰ ὑπάρχει χῶρος
γιὰ νὰ χαρεῖς ἕναν καφὲ μὲ κάποιο φίλο…».
Σωκράτης Δέλγας
Κατηχητὴς τῆς Ἐνορίας
7

Ðåôñïýðïëç
ÌÜñêïõ Ìðüôóáñç 17,
Ôçë.: 2102628516
ÐåñéóôÝñé
Èçâþí 206, Ôçë.: 2105777472
Êáìáôåñü
Áñá÷þâçò 13, Ôçë.: 2105013935
ºëéïí
ÐáðáíäñÝïõ ÁíäñÝá 248

Ἀπογευματινή προσκυνηματική ἐκδρομή
τήν Κυριακή 29 Ἰουνίου 2014 καί ὥρα 2.00 μ.μ. στήν Ἱ.Μ. Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Μακρυμάλλη στά Ψαχνά Εὐβοίας,
γιά προσκύνηση τῆς τιμίας κάρας καί τῶν ἱερῶν λειψωάνων τοῦ Ἁγίου Παρθενίου, προστάτου τῶν καρκινοπαθῶν.