“ Τ ά ρ ή μ α ζα

,

“ ’& ρ ώ ε ϊ μ ι
ή
και ή

α έρώ ja jw

ό ό 'ό ς

κ α ι J e a n έ β ζ ι ,,

κ α ι ή J a m ,,
(Ί ΐ ω ύ ν .

ν μ ΐν ,

ω ν ε ν μ ά έσ ζι

α μ ή δ ε ια

(\3(θάν. Τ 63)

ιό ' 6 )

ΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΠΕΡΙΟ ΔΙΚΟ Ν ΟΡΓΑΝΟΝ Ο Μ Ω ΝΥΜ ΟΥ ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΟΣ ΘΕΟΛΟΓΩΝ

'μ ΰ ρ ν ζ ή ς : 'Μ ρ χ ίμ . Ε Υ Σ Ε Β ΙΟ Σ Μ Α Τ Θ Ο Π Ο Υ Λ Ο Σ t 192 9

”Eios104ov |’loLiflios - Αύγουστοθ 2014 | 4281

Σ Τ Η Ν Κ Ο ΙΜ Η Σ Η Τ Η Σ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

ΊούτΙιθ5 - A uyo uo ios

2014

Άς ξεπεράσουμε όμως τούς συμβολισμούς καί ας
πλησιάσουμε τήν Θεοτόκο. Κόρη άπλή τής Ναζαρέτ,
έμεινε άπλή καί όταν στά χέρια της κρατούσε τον
Κύριο, διατηρήθηκε στήν ϊδια θαυμαστή άπλότητα
καί μέχρι τήν στιγμή πού έκοιμήθη. Ή έμφάνισή της
δέν είχε τίποτα τό διαφορετικό άπό τήν εμφάνιση
τω ν γυναικών τής έποχής της. ’Άν κάτι τήν έκανε
νά ξεχωρίζει ήταν ή μεγάλη άρετή της.
Τό ίδιο καί στούς τρόπους. Μπροστά στον ίδιο
το ν Υιό τη ς δέν στάθηκε μέ άπαιτήσεις. Π όνεσε
ώ ς μάνα. Μ ά ύποκλίθηκε καί το ν σεβάστηκε ώς
μαθήτρια, ώς ή πιο άπλή καί ταπεινή μαθήτρια.
Ή άπλότης είναι
Κόρη άπήή ins Ναζα­
μια περιφρονημενη άρετή. Τήν θεω­
ρέτ, έμεινε άπήή καί
ρήσαμε μικρή. Δέν
όταν στά χέρια ins
τής δώσαμε σημα­
κρατούσε τον Κύριο,
σία. Κι όμως είναι
διατηρήθηκε στην ϊδια
μεγάλη. Φθάνουν
σ ’ αύτήν εκείνοι
θαυμαστή άπήότητα κα/
πού άνεβαίνουν σέ
μέχρι την στιγμή πού
ΰψη.Όσοι πλησιά­
έκοιμήθη."Αν κάτι τήν
ζου ν περισσότερο
τον Θεό, πού είναι
έκανε νά ξεχωρίζει ήταν
άπλός καί πηγή
ή μεγάήη άρετή ins.
τής άπλότητος.
Έ τσ ι έζησε ή Παναγία. Κυκλοφόρησε άνάμεσα
σέ κακότροπους Ναζαρηνούς καί άνάμεσα στούς
άλλους άνθρώπους τής Παλαιστίνης. Αντιμετώπισε
τούς θυμούς τώ ν Ναζαρηνών. Τά πικρά λόγια. Μ ά
αύτή σ ’ όλα αύτά άπάντησε μέ άγιο τρόπο. Ποτι­
σμένη άπό τό Πνεύμα τού Θεού, άγιασμένη στήν
καρδιά, σκόρπισε τήν εύωδία τής άγιότητος σέ κάθε
στιγμή. Αύτό ήταν πού τήν άνέβασε. Γι ’ αύτό τή
διάλεξε ό Κύριος νά τήν κάνει μητέρα του. Γι ’ αύτή
της τή χάρη τήν ονόμασε ό άγγελος Κεχαριτωμένη
καί τήν τίμησαν καί τήν τιμούν οί αιώνες.
Ή δημιουργία καί ή άγιότητα, στή γή μας γεν­
νιούνται καί στή γή ξεδιπλώνονται. Σ ’ αύτή τή γή,
πού ύπάρχουν ομαλοί δρόμοι, μά πού ύπάρχουν
καί εμπόδια καί χαντάκια καί μυτεροί βράχοι. Ά ν
έχουμε τή δύναμη νά άντιμετωπίζουμε τή ν κάθε
περίσταση μέ άγιο τρόπο, τότε μπορούμε νά έχουμε
τή συνείδηση ήρεμη, πώς είμαστε οί άγωνιστές τής
άγιότητος.
73

ZSH

ΜΕΓΑΛΗ μητέρα, ή Παναγία μητέρα έκοιμήθη.
Τό πέρασμά της στη γη μας ήταν μια μοναδική
τιμή και μια άφάνταστη εύλογία. Ή φυσιογνωμία
της άπλωσε φως. Ή αγκαλιά της έγινε θρόνος. Τά
χέρια της, χερουβικά φτερά.Ή καρδιά της, ίερό θυμιατήρι.Ήταν καί είναι ή μορφή μέ τήν προνομιακή
θέση. Ή άγία τω ν άγίων.
Τούτες τις μέρες ή Εκκλησία μας μας τοποθετεί
στο τέρμα τής γήινης τροχιάς της καί μάς δίνει τό
σήμα: Σταματήστε μπροστά στή μεγάλη μητέρα.Όχι
έπιπόλαια. Προσηλώστε τό βλέμμα στή μορφή της
μέ σεβασμό, μέ προσοχή, μέ άπλότητα. Μελετήστε
τό βάθος.Έμπνευσθήτε άπό τό παράδειγμα. Ή Πα­
ναγία μητέρα δέν σκεπάζει μόνο μέ τήν άγάπη της.
Ανοίγει καί δρόμους μέ τά βήματά της.
Ή Παναγία έχει στά χείλη τή σιωπή. Ή μεγαλύ­
τερη μορφή τής άνθρωπότητος είπε τά πιο λίγα άπό
όλους τούς άνθρώηους.ΈμεΤς κάνουμε θόρυβο. Φλυ­
αρούμε. Μιλάμε πολύ. Ή Παναγία μίλησε λίγο.Όχι
γιατί δέν είχε τί νά πει. Ή καρδιά της ήταν γεμάτη
άπό αισθήματα άγνά, άγια. Άλλά δέν ζήτησε ποτέ νά
προβάλει καί νά επιβάλει τό άτομό της. Προτίμησε
άπό τον κούφιο θόρυβο τή γεμάτη δύναμη σιωπή.
Είναι τό πρόσωπο πού, μετά τον Κύριο, έχει τήν
πρώτη θέση στήν Καινή Διαθήκη. Κι όμως γίνεται
τόσο λίγος λόγος γι ’ αύτήν. Καί είναι τόσο λίγα καί
τόσο άπέριττα τά λόγια της πού καταγράφηκαν.
Ξέρουμε μόνο τί άπάντηση έδωσε στον άγγελο, όταν
τής έφερε τό ούράνιο μήνυμα. Τή στιχομυθία της μέ
τήν Ελισάβετ. Τά λόγια, πού είπε στον Υιό της, όταν
τον ξαναβρήκε στο Ναό. Τήν παράκληση πού τού
άπηύθυνε στή χαρούμενη άτμόσφαιρα τού γάμου
τής Κανά. ’Ά ν αύτούς τούς λόγους τούς πάρουμε
καί τούς άναλύσουμε, δέν θά βρούμε καμία έπαρ­
ση, τίποτα τό εξεζητημένο, κανένα θόρυβο, καμιά
προσπάθεια γιά προβολή. Είναι λόγια σεμνά, πού
φανερώνουν περιεχόμενο καρδιάς καί δύναμη κα­
ταπληκτική χαρακτήρος. Αύτή ή σιωπή σέ κάνει νά
στέκεσαι εκστατικός. Σοΰ επιβάλλει τον σεβασμό.
Μαζί μέ τήν σιωπή, ή Παναγία μητέρα τού Κυρί­
ου έχει τήν άπλότητα στούς τρόπους. Οί είκονογράφοι μας τήν τοποθέτησαν σέ θρόνο. Τής φόρεσαν
βαρύτιμα ρούχα. Τής κρέμασαν χρυσά κρόσσια. Τ ί­
ποτα τό μεμπτό. Θέλπσαν νά δείξουν μέ αύτό τήν
εξαίρετη θέση της καί τό άστραφτερό μεγαλείο της.

Η

«Ει έπηρα ορφανέ) χεΐρα...»
(Ιώ β λ α ' 21)
>\Λ ν σήκωσα ιό χέρι μου, για νά χτυπήσω κάποιο
χ χ ό ρ φ α ν ό παιδί...
Μιλάει ό ’Ιώβ. Αναπολεί τη ζωή του. Ξαναθυμάται
τις παλιές ημέρες, τότε πού τά ειχε δλα. Φέρνει σχό
νοϋ του τά νεανικά του χρόνια. Ξαναβλέπει με τή
φαντασία τά χρόνια τής ωριμότητάς του. Κάνει έναν
ειλικρινή έλεγχο τής πορείας του, τής διαγωγής του
μέχρι τή στιγμή πού τον έπισκέφτηκαν οί άλλεπάλληλες συμφορές και τον έρριξαν άρρωστο, πληγια­
σμένο σ ’ ένα σωρό κοπριάς έξω άπό τήν πόλη. Ναί!
Είναι εντελώς βέβαιος ότι ποτέ, σέ καμιά περίπτω­
ση σέ όλα αύτά τά χρόνια δέν κακομεταχειρίστηκε
ένα ορφανό, έναν άνθρωπο άδύνατο, έναν πού βρι­
σκόταν σέ κατάσταση άνάγκης και θλίψεως. Είναι
,
■.
τόσο πεπεισμένος

γιά την άθ,ίιόιη.

Α ν υπαρχουν στον
κόσμο άνθρωποι πού

τά του, ώ σ τε νά

έχουν ανάγκη
oropyns,
npoo0fel:,άν σή
'
κωνα το χερι μου,
εύγενικήε συμπεριφοραε γιά νά χτυπ ήσω
καί περιμένουν διψασμέ- ένα ορφανό, νά
,

'

νοι τον καπό μαε ηογο,
αυτοί είναι οί ορφανοί.
-

,-

,

,

A s το us δείξουμε με τη
στάση μαε, ότι δέν είναι
μόνο, κα) έγκαταήεήεψμένοι.’Ά ν στερήθηκαν

νά συντρίβει άπό
τό ν άγκώνα. «Εΐ

έπ*ρα όρφανφ
χ ε ΐρ α ...

άπο-

*

της

κ λ ε ιδ ό ς ,

τόν πατέρα, ό θεόs τουε

6
56 Ρρ™ "?
μ ο υ α π ο του

στέΠνεί α ΠΠΟUS, για
νά w u s προστατεύσουν

άγκώ νος

Γ

καί νά διαφυΠάξουν
τό δίκαιό WUS.

17103

soionoAnv
- soipnoi.
74

μοϋ βγει αυτο το
χέρι άπό τόν ώμο,

Και τό πιο φοβερό είναι ότι τό εκμεταλλεύονται
ηθικά. Αυτή ή ήθική εκμετάλλευση τού ορφανού
παιδιού, προ παντός τού ορφανού κοριτσιού, είναι
ένα στίγμα γιά τις πολιτισμένες κ οινω νίες μας.
Είναι μιά βαρβαρότητα άσύγκριτα χειρότερη άπό
τό ν ξυλοδαρμό και μέ συνέπειες βαρύτατες.
«Εΐ έπηρα όρφανω χεΐρα...» Άντικρύζοντας
μέ αύτό τό εύρύτερο πρίσμα τό ν λόγο τού Ίώβ, άς
θέσουμε και πάλι ύπό κρίση τό παρελθόν και τό
παρόν μας.
Ασφαλώς δέν είναι λίγες οί περιπτώσεις πού
στάθηκε μπροστά μας ένα ορφανό. (Ενας άπροστάτευτος άνθρωπος, ένας άνίσχυρος). Π ώ ς τού
φερθήκαμε; Μ ή π ω ς τού είπαμε λόγια σκληρά
καί περιφρονητικά, μήπως παρασυρθήκαμε και
άφήσαμε νά ξεσπάσουν επάνω του τά νεύρα μας;
’Εκείνο ίσω ς κατέφυγε σέ μάς ζητώ ντα ς προστα­
σία, ζη τώ ντα ς ύποστηρικτή έναντι εκείνων πού
τό καταπ ίεζαν και τό τυραννοΰσαν. Και μείς τί
κάναμε; Μ ήπως συμμαχήσαμε μέ τούς άνθρώπους
πού τό άδικοΰσαν; Μ ήπ ω ς ύπήρξαμε χαλαροί καί
πλαδαροί στή διεκδίκηση καί άποκατάσταση τού
δικαίου; Μ ήπως κλείσαμε τά αύτιά μας στο κλάμα
τού ορφανού, διότι μάς ενοχλούσε;
Καί όλο αύτό τό θεωρούμε τίποτα καί ση κ ώ ­
νουμε τά χέρια μας άφελέστατα, γιά νά δηλώσουμε
ότι είμαστε άθώοι;

συ-

νχριβείη...»

* * *

Ε κ είνο ι πού
δ ια β ά ζ ο υ ν τ ις
γρα μ μ ές α ύ τές
θά κοιτάζουν αύθόρμητα τά χέρια τους.’Ίσ ω ς είναι
πολλοί, δέν άποκλείεται και όλοι, θά χαμογελάσουν
άρκετά ικανοποιημένοι: Εύτυχώς, κι έγώ μπορώ
νά πώ τό ϊδιο, θά ψιθυρίσουν ήσυχοι. Δ ιότι ποτέ
αύτό τό χέρι δέν σηκώθηκε, γιά νά χτυπήσει ένα
ορφανό. Δ έν «έπηρα όρφανω χεΐρα...»
Μ ή π ω ς όμως τό συμπέρασμά μας είναι πολύ
βιαστικό; Πολύ π ιθ α νόν νά μή χτυπήσαμε ένα
ορφανό μέ τό χέρι. ’Ά ν όμως τό χτυπήσαμε μέ τή
γλώσσα μας, μέ τά πικρά μας λόγια; Ά ν τό τραυ­
ματίσαμε μέ τή σκληρή, τή βάναυση συμπεριφορά
μας; Ά ν τό άδικήσαμε σ ’ ένα του δίκιο;
Άπό αύτά τά «ά ν » δέν γλυτώ νει κάνεις εύκο­
λα. Τό ορφανό παιδί συχνά, πολύ συχνά, γίνεται
τό θύμα. Μ π ο ρ εί νά μήν τό χτυπ ούν π άντα οί
άνθρωποι.Όμως τό κακομεταχειρίζονται, τό έκμεταλλεύονται.

*

*

«Ε ΐ έπηρα ό ρφ α νω χεΐρ α...» Κάτι τέτο ιο
είναι άνανδρο. Ή κακομεταχείρηση τού ορφανού,
ή όποιαδήποτε κακομεταχείρηση -μέ τά χέρια, τά
λόγια, τή συμπεριφορά- είναι άπαράδεκτη.
Ά ν ύπάρχουν στον κόσμο άνθρωποι πού έχουν
άνάγκη στοργής, εύγενικής συμπεριφοράς καί
περιμένουν διψασμένοι τό ν καλό μας λόγο, αύτοί
είναι οί ορφανοί. Δ έ ν άνήκουν σ τή ν τά ξη τ ώ ν
ισχυρών καί μεγάλων. Είναι άπροστάτευτοι.
Ά ς τούς δείξουμ ε μέ τή σ τά σ η μας, ότι δ έν
είναι μόνοι καί έγκαταλελειμμένοι. Ά ν στερήθη­
καν τό ν πατέρα, ό Θεός τούς στέλνει άλλους, γιά
νά τούς προστατεύσουν καί νά διαφυλάξουν τό
δίκαιό τους. Καί αύτοί οί άλλοι άς είμαστε εμείς
μέσα σ ’ έναν κόσμο τόσο βάναυσο, σέ μιά κοι­
ν ω νία πού δέν ξέρει παρά νά προσβάλλει καί νά
βασανίζει.
Άντί νά σηκώσουμε άπειλητικά τό χέρι, άς τούς
τό άπλώσουμε σέ μιά χειρονομία φιλική καί εγκάρ­
δια. Άντί νά τούς εξευτελίσουμε άς τούς μιλήσουμε
μέ εύγένεια καί τιμή. Είναι τά παιδιά τού Θεού,
στά όποια άξίζει κάθε τιμή.
Ά ς παρακαλέσουμε τό ν Π ατέρα τού Κυρίου
Ιη σο ύ Χριστού:
Κύριε, ά ξίω σέ μας νά τεθούμε στήν ύπηρεσία
τώ ν ορφανών. Τ ώ ν ορφανών πού θά στείλεις κον­
τά μας...

«Τό υπέρ παν όνομα»

*

*

*

Μ έ τό μεταμορφωμένο αύτό εσωτερικό βάθος
άντιλαμβανόμαστε τελείως διαφορετικά τόν εξω ­
τερικό, ύλικό κόσμο.
Ό τα ν ξεχνάμε τόν Ίησοΰ, ό φθαρτός κόσμος μάς
τρομάζει μέ τή ν ύλικότητά του καί τή φθαρτότητά του. Δ έ ν βρίσκουμε σ ’ αύτόν κανένα νόημα.
Αισθανόμαστε νά μάς κυριεύει ή άπογοήτευση καί
επαναλαμβάνουμε στερεότυπα τή ν άπαισιόδοξη
διαπίστωση τοϋ σοφοϋ Σολομώντος: «Ματαιότης
ματαιοτήτων, τά πάντα ματαιότης» (Εκκλησ.
α ' 2).
Ό τ α ν όμ ω ς ό Κύριος βρίσκεται θ ρονια σμ έ­
νος σ τή ν ψυχή μας κι ό τα ν μέ τά δικά του μά­
τια κοιτάμε τό ύλικό σύμπαν, τότε όλα άλλάζουν.
Άποκτοϋν ένα νόημα. Βλέπουμε τά διάφορα στοι­

χεία, πού άπαρτίζουν τόν κόσμο, όχι σάν τυχαία
κι άδέσποτα έξαρτήματα άλλά σάν δημιουργήματα
πού πλάστηκαν άπό τά χέρια τοϋ Δημιουργού.
Διακρίνουμε π ίσ ω άπό τό ν καθένα τό ν Πλάστη
πού τά φιλοτέχνησε καί πού τά συγκροτεί καί τά
άρμόζει σ ’ ένα πειθαρχικό σύνολο.
Τά καταστροφικά ξεσπάσματα τή ς ύλης δέν
μάς τρομάζουν.Έχουμε τό ν τρόπο καί τό κλειδί
νά τά εξηγήσουμε. Ξέρουμε π ώ ς καί ή φύση,
μέ τή ν π τώ σ η τοϋ άνθρώπου έχασε τή ν π ρώ τη
άρμονία καί ισορροπία της καί «συσχενάζει καί
συνω δίνει» (Ρωμ. η ' 22) καί μετέχει στή φθορά.
Είμαστε όμως καί άπόλυτα βέβαιοι π ώ ς θά έλθει
ή ημέρα κατά τή ν όποία «κ α ί αύ τή ή κχίσις
έλευθερωθήσεχαι άπό χής φθοράς εις χήν
έλευθερίαν χης δόξης χών χέκνων χοϋ Θεοΰ»
(Ρωμ. η ' 21) καί θά γίνου ν «χά πάνχα κ αινά»
(Άποκ. κ α ' 5) καί σ ’ όλα έπάνω θά δεσπόζει τό
άγιο όνομα τοϋ Ίησοϋ.
Ό μ ω ς δέν στεκόμαστε μονάχα στήν άλογη δη­
μιουργία μ ’ έναν τρόπο τελείως διαφορετικό, άλλά
καί μπροστά στο λογικό πλάσμα, στον άνθρωπο. Ό
άνθρωπος δέν είναι πιά γιά μάς άπλώς ή ζωντανή
ύπαρξη ή ή μονάδα, άλλά ή εικόνα τοϋ Ίησοϋ μας,
ό άδελφός του.
Ξέρουμε, τό μαθαίνουμε άπό τούς Εύαγγελιστές, ότι μετά τή ν Α νάσταση , φ α νερώ θηκε ό
Κύριος στούς μαθητές του «έ ν έχέρα μ ο ρ φ ή »
(Μάρκ. ισ τ ' 12). Παρουσιάστηκε σά ν ά γνω σ τος
τα ξιδ ιώ τη ς στο δρόμο προς Έμμαούς, σ ά ν κη­
π ουρός έ ξω άπό τό άδειο μνημείο, σ ά ν ξένο ς
στήν άκροθαλασσιά τής Γεννησαρέτ. Άραγε δέν
παρουσιάζεται καί σήμερα, μέ τή μορφή τοϋ κη­
πουρού ή τοϋ τα ξιδ ιώ τη ή τοϋ ξένου ή τοϋ πεινασμένου ή τοϋ όρφανοϋ; Ασφαλώ ς, ναί. Γιατί
μάς τό ειπε π ώς οί φτωχοί καί οί κατατρεγμένοι
είναι άδέλφια του καί ή παρουσία τους είναι πα­
ρουσία δική του.
Ό τ α ν μέ τήν προσευχή άναζητάμε τό ν Κύριό
μας, τά λέπια τής ιδιοτέλειας πέφτουν άπό τά μά­
τια μας καί μποροϋμε νά τό ν δοϋμε στο στεγνό
π ρόσω π ο, στά κλαμμένα μάτια, στή θλιμμένη
έκφραση τώ ν δυστυχισμένων άδελφών μας. Τούς
βλέπουμε δλους αύτούς όχι σάν ξένους ούτε σάν
άπλά κομμάτια τής άνθρώπινης μάζας, άλλά σάν
προσωπικότητες άναντικατάστατες, γιά τις όποιες
«Χρισχός άπέθανε» (Α ' Κορινθ. η ' 11). «Βλέπομεν χό πρόσωπόν χων ώς άν χις ΐδοι πρόσωπον Θεοϋ» (Γεν. λ γ ' 10). Καί τούς έκτιμοϋμε καί
τούς σεβόμαστε καί τούς ύπηρετοϋμε.
Ίη σ ο ϋ μου, τό όνομά σου πλάθει μέσα μου
έν τε λ ώ ς κ αινούργια ά ντίληψ η γιά τό ν κόσμο.
Μ οϋ δίνει καινούργια μάτια, καινούργια αύτιά,
καινούργια καρδιά. Σ ’ εύχαριστώ!

Ίούάιθ5 - A0youoios

ια ν άπευθυνόμαστε σ ιό θείο πρόσωπο τοϋ
Λυχρωιή μας Ίησοΰ, δέν ζοϋμε άπλώς στήν
άτμόσφαιρα τής νοσταλγίας. Τοϋ άνοίγουμε την
πόρτα τη ς καρδιάς μας καί. τό ν δεχόμαστε μέσα
μας. Τόν κάνουμε ένοικο τής ψυχής μας.
"Ενα όποιοδήποτε πρόσωπο είναι δυνατόν νά τό
νοσταλγείς, νά τό σκέπτεσαι κι όμως νά αισθάνε­
σαι πώς είναι μακριά σου. Σέ χωρίζουν άπό αύτό
άποστάσεις τόπου καί χρόνου, κατοικεί σέ κάποια
μακρινή χώρα. Κι ένώ τό άγαπάς, δέν μπορείς νά
τρέξεις κοντά του ή δέν μπορεί νά τρέξει έκεΐνο
κοντά σ ο υ .Ή είναι χρόνια πολλά άπό τό τε πού
έσβησε ή πνοή του στή γή, πέρασε τή ν πύλη τοϋ
τάφου καί τώ ρα ζεΐ σ ’ έναν κόσμο πού σοϋ είναι
άπρόσιτος.Έτσι ή ανάμνησή του μένει μέσα σου
άπλή άνάμνηση. Δ έν μπορεί νά γίνει επικοινωνία,
ζω ντανός σύνδεσμος καί ταύτιση έπ ιδιώ ξεω ν καί
ψυχών.
Δ έ ν συμβαίνει όμ ω ς τό ίδιο μέ τό π ρόσω π ο
τοϋ Κυρίου καί μέ τό όνομα τοϋ Κυρίου/Ό ταν
προσηλώνουμε τή σκέψη μας σ ’ Α ύ τόν κι όταν
κυκλοφορούμε στά χείλη μας τό λατρευτό όνομα
Ίησοΰς, μιά αύρα λεπτή πνέει στήν καρδιά μας.
Είναι ή αύρα τη ς παρουσίας του. Τόν αισθανό­
μαστε νά θρονιάζεται μέσα μας. Ν ά «θέτη την
σψ ραγϊδα του επί τή ν καρδίαν μ α ς» (Άσμα
η ' 6). Ν ά βάζει τή σφραγίδα του στήν ψυχή μας.
Καί νά ενώ νετα ι ή ψυχή μας μαζί του.
Φυσικά, ή κοινωνία αύτή καί ή ενότητα αύτή
είναι μυστηριώδης. Ούτε φ ω τογρ α φ ίζετα ι ούτε
μετριέται ούτε έρμηνεύεται μέ λογικούς συλλο­
γισμούς. Μ ό ν ο τή ζοϋμε. Τ ή ν άπολαμβάνουμε
εσωτερικά, βαθιά. Α ισθα νόμ α στε ότι ζοϋμε «έ ν
χψ Χριστώ» κι ότι ό Χριστός «ζη έν ή μ ΐν ».Έ τσ ι
άθόρυβα, δημιουργεϊται μέσα μας μιά μεταμόρφωση.Ήρεμα, άπαλά ή καρδιά μας άναπλάθεται.
Γίνεται θεοειδής καί θεοφόρος.

2014

5

Ζ&Η

L

75

Ε ίσ ε λ θ ό ν τι α ύ τ ώ

είς

Κ α π ερ να ούμ προσήλθεν

Κ Υ Ρ ΙΑ Κ Η 6 ΙΟ Υ Λ ΙΟ Υ
Δ ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ

α ύ τ ω εκ α τό ν τα ρ χ ο ς τταρ α κ α λ ώ ν α ύ τ ό ν κ α ί λέγ ω ν - Κύριε, ό π α ΐς μ ο υ

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ Μαχθ. η ' 5-15
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ Ρωμ. σ ι ' 18-25

μου, π ο ιη σ ο ν τ ο ύ τ ο , και
π οιεί. Α κ ο ύ σ α ς δέ ό ’Ιη ­
σ ο ύ ς έθαύ μ α σε κα ί είπ ε
τοϊς ά κ ο λ ο υ θ ο ΰ σ ιν α μ ή ν
λ έ γ ω ύ μ ϊν, ούδέ έν τ ω

β έβ λη τα ι εν τ η οικ ία π α ρ α λ υ τικ ό ς , δεινώ ς β α σ α ­

’Ισ ρ α ή λ τ ο σ α ύ τ η ν π ί σ τ ι ν ευρον. Λ έ γ ω

νιζό μ ενος. Κ α ί λέγει α ύ τ ω ό Ί η σ ο ΰ ς ε γ ώ ελθώ ν

δ τ ι π ο λ λ ο ί ά π ό ά ν α τ ο λ ώ ν κ α ί δ υ σ μ ώ ν ή ξο υ σ ι

δέ ύ μ ΐν

θ ε ρ α π ε ύ σ ω α ύ τ ό ν . Κ α ί άπ ο κ ριθ είς ό ε κ α τ ό ν τ α ρ ­

καί ά ν α κ λ ιθ ή σ ο ν τ α ι μ ε τά ’Α β ρ α ά μ καί ’Ισ α ά κ καί

χ ος έφη· Κύριε, ο ύ κ είμί ικ α ν ό ς ϊ ν α μ ο υ ύ π ό

Ι α κ ώ β έν τ ή β α σ ιλεία τ ω ν ο ύ ρ α ν ώ ν , οί δέ υιοί

τ ή ν σ τ έ γ η ν είσέλθης' ά λλα μ ό ν ο ν είπε λ ό γ ω , καί

τ ή ς β α σ ιλεία ς έ κ β λ η θ ή σ ο ν τ α ι είς τ ό σ κ ό τ ο ς τ ό

ία θ ή σ ε τ α ι ό π α ΐς μ ο υ . Κ α ί γ ά ρ ε γ ώ ά ν θ ρ ω π ό ς

ε ξώ τε ρ ο ν- έκεΐ έ σ τ α ι ό κ λ α υ θ μ ό ς κα ί ό β ρ υ γ μ ό ς

είμι ύ π ό εξουσίαν, έχ ω ν ύττ’ έ μ α υ τ ό ν σ τ ρ α τ ι ώ -

τ ω ν ό δ ό ν τ ω ν . Κ α ί εΐπ εν ό Ί η σ ο ΰ ς τ ω

τα ς , κα ί λ έ γ ω τ ο ύ τ ω π ο ρ ε ύ θ η τι, κα ί π ο ρ εύ ετα ι,

τ ά ρ χ ω - ύ π α γ ε καί ώ ς έ π ίσ τε υ σ α ς γ ε ν η θ ή τ ω σοι.

κ α ί ά λ λ ω , έρ χο υ , κ α ί έ ρ χ ε τα ι, κ α ί τ ω

Κ α ί ίάθη ό π α ΐς α ύ τ ο ΰ έν τ ή ώ ρ α εκείνη.

δουλω

έ κ α το ν -

0 VnHPeTHC

ΖΩΗ

’ioCiflios - Aljyouoios

2014

evd rremo

«Κ ύριε, ό π αΐς μ ου βέβλπται έν τη οικία παραλυτικός, δεινώ ς β α σ α ν ιζό μ ε ν ο ς ».

76

Σήμερα ύπάρχει τεράστια ζήτηση και άσήμαντη
προσφορά στο Θέμα αύτό.Ό ύπηρέτης η ή «ύπηρεσία»
είναι πρόσωπα πού έπίμονα άναζητοϋνται και δμως
δέν βρίσκονται. 01 άνθρωποι αύτοι μάς θέτουν ένα
θέμα πού τό κάνει επίκαιρο τό σημερινό Εύαγγέλιο,
καθώς μιλά για τήν εύγενική συμπεριφορά ένός ειδω­
λολάτρη κυρίου προς τον ύπηρέτη του.
Ε ΙΝ Α Ι ΑΔΕΛΦ ΟΣ Μ Α Σ
Δέν ήταν Χριστιανός βεβαίως ούτε και μέλος τού
’Ισραήλ ό ρωμαίος εκατόνταρχος τής Καπερναούμ.
Είχε κάθε δικαίωμα, όπως συνηθιζόταν τότε στήν
εΐδωλολατρική κοινωνία, νά φέρεται προς τον ύπηρέτη
του σάν σέ «όργανο και κτήμα έμψυχο», όχι σάν σέ
άνθρωπο άλλά σάν σέ «πράγμα». Και δμως ό άφέντης
διαγράφει αύτό τό δικαίωμα πού τού έδινε ό νόμος και
τού φέρεται μέ ένα τέτοιο τρόπο πού πολλοί σημερινοί
«Χριστιανοί» θά τον ζήλευαν. Άρρώστησε ό ύπηρέτης
και τό άφεντικό δέν άδιαφόρησε,Έτρεξε παντού σέ
γιατρούς και φάρμακα. Βλέπει δτι δέν γίνεται τίπο­
τα; Τρέχει στον Χριστό και γονατίζει εμπρός του και
τον παρακαλεϊ. Τού λέει: Κύριε ό ύπηρέτπς μου είναι
κατάκοιτος. Είναι στο σπίτι παράλυτος, βασανίζεται
τρομερά άπό πόνους. Θεράπευσέ τον. Αύτός ό άξιωματικός είναι γονατιστός μέσα στο δρόμο όχι γιά τό
«σπλάχνο» του, μά γιά τον δούλο του! Πώς νά μήν τον
θαυμάσει κάνεις δχι μόνο γιά τήν πίστπ πού έδειξε
στον Κύριο, μά γιά τήν φιλάνθρωπη στάση του προς
τον δούλο του;
Έ τσι ό έκατόνταρχος γίνεται δάσκαλός μας μέ τό
ενδιαφέρον του γιά τον ύπηρέτη του και ύπόδειγμα
ευγενικής συμπεριφοράς άπέναντι δλων τω ν συναν­
θρώπων μας. Αύτή τήν ειλικρινή άγάπη, τήν στοργή,
θά λέγαμε, τήν συναντάμε και στον άπόστολο Παύλο.
Ή προς Φιλήμονα έπιστολή του μάς τό λέει τόσο κα­
θαρά και θά έπρεπε νά διαβασθεϊ άπό δλους πολλές
φορές. Ό βοπθός π ή βοηθός πού εργάζονται στο σπί­
τι, άλλά και γενικότερα ό κάθε ύπάλληλος, δέν είναι
«δούλοι», γιά νά ξεσποΰν οί κύριοι και οί προϊστά­
μενοι επάνω τους. Είναι άνθρωποι πού «ήγοράσθησαν τιμής», πού έλυτρώθηκαν «τιμίω αϊματχ» είναι
«άδελφοι αγαπητοί». Γι ’ αύτό άξίζουν τής άγάππς,
τού σεβασμού και τής έκτιμήσεώς μας. Καί άδυναμίες
άν έχει, έφ ’ δσον άναγνωρίζει τά λάθη του καί δείχνει
διάθεση διορθώσεως, πρέπει νά άντιμετωπισθεΐ μέ
κατανόηση καί πολλή καλοσύνη.

Ε ΙΜ ΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΥΠΗΡΕΤΕΣ
Αύτή είναι μιά άλλη άλήθεια ή όποια προβάλλει
σήμερα εμπρός μας. Ό ρωμαίος άξιωματικός ήταν
βέβαια ό κύριος, ήταν δμως καί ό «ύπό έξουσίαν»
άνώτερός του άν καί ήταν ύπηρέτης ένός άλλου κυ­
ρίου, πού λεγόταν νόμος κρατικός. Συγχρόνως ήταν
έτσι μέ μιά γενική άποψη καί ύπηρέτης τού κοινωνι­
κού συνόλου. Λησμονούμε πολλές φορές δτι είμαστε
ύπηρέτες ό ένας τού άλλου μέσα στήν κοινωνία μας.
Είναι τόσο άναγκαΐο νά τό σκεπτόμαστε.
Ό έκατόνταρχος δμως μέ τήν δλη στάση του, άποδεικνύεται καί δούλος τού Ιησού Χριστού. «Κύριε,
τοΰ είπε, μήν ενοχλείσαι να έλθεις στο σπίτι μου,
γιατί έγώ δέν είμαι άξιος νά σέ δεχθώ κάτω
άπό τή στέγη μου» (Λουκ. ζ ' 6). Στο σημείο αύτό
προβάλλει ή βασική ιδιότητά μας ώς ύπηρετών τού
Κυρίου. Είμαστε οί «δούλοι τοΰ Θεού». Ό άπόστολος
Παύλος ονομάζει τον έαυτό του «δοΰλον Χριστού»
καί αύτή ή φράση μπορεί νά τεθεί στο στόμα όλων
τώ ν Χριστιανών. Αύτή τήν έννοια έχει καί ή ονομασία
ό «άφέντης Χριστός» πού ό λαός μας λέει γιά τον Κύριο.
Πράγματι άπό τότε πού ό Σωτήρας τού κόσμου μάς
έξαγόρασε «έκ της κατάρας τοΰ νόμον τω τιμίω τον αίματι» πάνω στον Γολγοθά, άπό τότε δέν άνήκουμε πιά
στον έαυτό μας. Είμαστε «δούλοι Χριστού». Θέλημά
μας «τό θέλημα τοΰ Κυρίου». Δέν μπορεί ό πιστός
νά ζεΐ όπως τοΰ άρέσει. Ό δούλος κάνει τό πρόσταγμα
τοΰ κυρίου του, ό ύπηρέτπς τού Χριστού ύπηρετεΐ
άποκλειστικά τον Κύριο καί Θεό του.
Τό νά είναι δμως ό Χριστιανός δούλος τού Χρι­
στού αύτό είναι μιά έλευθερία. Γιατί ό δούλος τοΰ
Χριστού είναι καί ό άπελεύθερος τοΰ Χριστού. Καί
όποιον έλευθερώσει ό Χριστός άπό τήν άμαρτία αύτός
είναι ό πραγματικά έλεύθερος, γιατί ή άμαρτία είναι
έκείνη πού κυρίως ύποδουλώνει τον άνθρωπο. «Μέγα
όντως άξίωμα» τό νά είναι κανείς δούλος Κυρίου. Αύτός
«ούδενός άλλον καταδέξεται δονλος γενέσθαι», τονίζει ό
ιερός Χρυσόστομος.
Ά ς ένθυμούμεθα πάντοτε τον λόγο τοΰ Κυρίου:
«Έγώ έν μέσω ύμών είμι ώς ό διακόνων» καί
«ό υιός τού άνθρώπου ούκ ηλθε διακονηθηναι
άλλα διακονήσαι καί δούναι χήν ψυχήν αύχοΰ
λύχρον άνχί πολλών» (Ματθ. κ ' 28) καί μέ αύτόν
άς ρυθμίζουμε τήν ζωή μας καί τις σχέσεις μας μέ
τούς συνανθρώπους μας.

νομον ή τους π ρ ο φ ή τα ς -

Ε ϊττ ε ν ό Κ ύ ρ ιο ς τ ο ΐς
έαυτοϋ
Ισ τε

μ α θ η τ α ΐ ς · υ μ είς

τό

φώς

τοϋ

κό­

σ μ ο υ . Ο υ δ υ ν α τ α ι π ό λ ις
κρυβήναι

επάνω

όρους

Κ Υ Ρ Ι Α Κ Η 13 Ι Ο Υ Λ Ι Ο Υ
ΑΓ. Π Α Τ Ε Ρ Ω Ν Δ ' ΣΥΝ Ο Δ Ο Υ
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ Μ ατθ. ε ' 14-19
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ Τίτ. γ / 8-15

οΰκ
άλλά
γάρ

ήλθον

κ α τ α λ ϋ σ α ι,

π λ η ρ ώ σ α ι.
λέγω

’Α μ ή ν

ύ μ ϊν , έ ω ς ά ν

π α ρ έ λ θ η ό ο υ ρ α ν ό ς κα ί ή
γ ή , ι ώ τ α έν ή μ ία κεραία

κ είμ ενη- ουδέ κ α ίο υ σ ι λ ύ ­
χ ν ο ν κα ί τ ιθ έ α σ ιν α υ τ ό ν υ π ό τ ό ν μό δ ιο ν , ά λ λ ’

ο υ μ ή π α ρ έ λ θ η ά π ό τ ο ϋ ν ό μ ο υ έω ς ά ν π ά ν τ α

ε π ί τ ή ν λ υ χ ν ία ν , κ α ί λ ά μ π ε ι π α σ ι τ ο ΐς έν τ η

γ έ ν η τ α ι. "Ο ς έάν ο ΰ ν λ ύ σ η μ ία ν τ ώ ν έ ν τ ο λ ώ ν

οικία. Ο ΰ τ ω λ α μ ψ ά τ ω τ ό φ ω ς υ μ ώ ν έ μ π ρ ο σ θ εν

τ ο ύ τ ω ν τ ώ ν έ λ α χ ίσ τ ω ν κα ί διδά ξη ο ίίτ ω τ ο ύ ς

καλά

ά νθ ρ ώ π ο υ ς, έλάχ ιστο ς κλη θ ή σ ετα ι έν τ ή βασιλεία

έρ γ α καί δ ο ξά σ ω σ ι τ ό ν π α τ έ ρ α υ μ ώ ν τ ό ν έν τοΐς

τ ώ ν ο ύ ρ α ν ώ ν - δς 8’ ά ν π ο ιή σ η καί διδάξη, ο ύ το ς

ούρανοΐς. Μ ή νο μ ίσ η τε ό τ ι ήλθον κ α τ α λ ϋ σ α ι τ ό ν

μ έ γ ο ς κ λ η θ ή σ ε τα ι έν τ ή β α σ ιλεία τ ώ ν ο ύ ρ α ν ώ ν .

τώ ν

ά ν θ ρ ώ π ω ν , ό π ω ς ϊδ ω σ ιν υ μ ώ ν τ ά

Φ4 Ρ0Ι
«Ύμεΐς έσχε χό φ ω ς χοΰ κ ό σ μ ο υ ».

blOZ
soionoAnv
- soiynoi,

H fZ

δμως «γέγονεν πάνχων ένοχος». Γιατί ό ίδιος ό
Θεός πού νομοθέτησε τόν εκκλησιασμό ή τήν πίστη,
ό ίδιος νομοθέτησε καί τήν άγάπη. Μπορεί νά λέει
δτι είναι καλός άνθρωπος, δτι «ζη έν χώ φωχί».Έν
τούτοις δμως άφοΰ τόν άδελφό του, τόν πλησίον του,
τόν γείτονά του, τόν συγγενή του, τόν μισεί καί τόν
φθονεί ή τού φέρεται μέ σκληρότητα καί κακία καί
δέν τοϋ λέει ούτε μιά καλημέρα, αύτός «έν τη σκοχία
έσχί». Γι ’ αύτό ό παντογνώστης Θεός επισημαίνει
τόν κίνδυνο καί βροντοφωνάζεί: προσέχετε νά μή
σβηστεΐ τό φώς σας, τό φώς τής π ίστεω ς καί τής
άγάπης σας. Γιατί άν «χό φώς χό έν σοί σκόχος
έσχί, χό σκόχος πόσον;» (Ματθ. σ τ ' 23).
ΤΟ Τ Ε Ρ Μ Α
Τά παιδιά τού φωτός, οί υιοί τής ήμέρας, πού
έχουν συνεχή επικοινωνία μέ τόν Θεό τώ ν φώτων,
κατευθύνονται σ ’ ένα όλοφώτεινο τέρμα. Άφοΰ πι­
στεύουν καί άγαποΰν μπορούν καί νά ελπίζουν τήν
«έλπίδα της σωτηρίας». Ό Θεός τά παιδιά Του πού
ζοΰν φωτεινά, δχι μόνο τά λυτρώνει άπό τήν όργή,
άλλά τά προορίζει «εις περιποίησιν σωτηρίας δια
τοϋ Κυρίου ή μ ώ ν Ίη σ ο ϋ Χρισχοΰ» (Α ' Θεσ. ε '
9). Ό κόσμος άς φεύγει, ό δρόμος άς λιγοστεύει. Ό
Χριστιανός, πού είναι παιδί φωτός, δέν άνησυχεΐ
δπως τόσοι καί τόσοι πού έζησαν τής νύχτας τή
ζωή. Αύτός γνωρίζει καλά δτι, δταν τελειώνει αύτός ό
επίγειος δρόμος, άνοίγεται μπροστά του ένας άλλος,
ό πιο σπουδαίος, ό δρόμος τής αίωνιότητος. Αύτό
τό τέρμα είναι ένας τόπος ολόφωτος πού τόν διψά
ή κάθε ψυχή. Γι ’ αύτό καί ή Εκκλησία εύχεται γιά
κάθε παιδί της νά φθάσει «έν τόπω φωτεινω». Είναι
μόχθος μέσα στή φοβερή νύχτα «τον αΐώνος τούτον τον
άπατεώνος» νά κρατάς τήν λαμπάδα σου άναμμένη,
νά ζεϊς χριστιανικά! Δίνει δμως κουράγιο ή έλπίδα
τής σωτηρίας. Ή σκέψη, πώς δλοι εκείνοι, πού είναι
τώ ρα στήν άνω Ιερουσαλήμ, στήν πόλη πού τήν
φωτίζει ή δόξα τού Θεού καί «ό λύχνος αύχης χό
άρνίον» (Άποκάλ. κα' 23), «διηλθον δια ηυρός καί
ΰδαχος», τονώνει στον καλό άγώνα. Ζεσταίνει τήν
καρδιά νά μή λυποψυχήσει. Τρέφει τήν έλπίδα πώς
ή δόξα τού Κυρίου θά άνατείλη καί σέ μάς.
Ναί, δσοι είναι φάροι Χριστού, δσοι μέ τήν ενά­
ρετη ζωή τους είναι «υιοί φωχός» καί «φωστήρες
έν κόσμω » αύτοί δέν θά σβήσουν ποτέ. Καί τότε
πού ό ήλιος θά σβήσει καί ή σελήνη θά έκλείψει
καί τά άστρα θά πέσουν καί τότε αύτοί θά λάμπουν
«ώς ό ήλιος έν χη βασιλεία χοϋ παχρός αύχών»
(Ματθ. ι γ ' 43).

0 IU3 JJPA3

Αποστολή τώ ν Χ ριστιανών είναι νά φωτίζουν.
01 πιστοί είναι οί φάροι «τών τον βίου πλωτήρων»,
δηλαδή τώ ν άνθρώπων μέσα στο πέλαγος τής ζωής.
Αύτό σημαίνει «ύμεΐς έσχε χό φως χοΰ κόσμου»
(Ματθ. ε ' 14).Ή ταν κάποτε σβηστοί, δίχως φώς,
χωρίς νά έκπέμπουν τά φωτεινά τους σήματα, πού
τόση χαρά δίνουν στους ταξιδιώτες τής ζωής. Ό κα­
θένας τους ψιθύριζε- «έν ννκή τόν βίον μου διήλθον άεί·
σκότος γάρ γέγονε και βαθέϊα μοι άχλύς ή ννξ τής αμαρ­
τίας». Δέν έχει δμως σημασία αύτό, άς ήταν παιδιά
τής νύχτας. Κάποτε ήλθε κοντά τους ένα φώς πού δέν
έμοιαζε μέ κανένα άλλο, ήλθε τό «Φώς χοΰ κόσμου».
Και τό δέχθηκαν, όπως τό δέχθηκε ό οδοιπόρος τής
Δαμασκού. Μετενόησαν, άνταποκρίθηκαν στήν κλή­
ση τής νέας ζωής.Έβαλαν τέρμα στο σκοτάδι. Είπαν:
Είμαστε «ποχέ σκόχος, νϋν δε φώς έν Κυρίω»
(Εφεσ. ε ' 8).Έτσι άρχισε τό άναμμα πολλών φάρων.
Καί μετά τό ξεκίνημα έρχεται
Η Π Ο ΡΕ ΙΑ
Σκοπός ενός Χριστιανού είναι νά περιπατεϊ μέσα
στο φώς. Ή φωτεινή αύτή πορεία είναι κάτι τό «κατεπεϊγον» (Ζιγαβηνός).Έάν θελήσουμε νά άναλύσουμε
αύτή τή φωτεινή δέσμη πού λέγεται ενάρετη ζωή,
θά είχαμε τά εξής στοιχεία:
Ό Χριστιανός είναι χό φώς τού κόσμου, είναι φω­
τεινός άνθρωπος, δταν πρώτον πιστεύει στο Φώς τό
μόνο καί μεγάλο, τόν Ίησού .Ό ταν άναγνωρίζουμε
ώ ς Κύριο καί Θεό μας τόν Χριστό, δλες τις ώρες
τής ζωής μας καί τήν Κυριακή, άλλά καί τήν Δευτέ­
ρα· δταν ύπακούουμε στο θέλημά Του καί τότε πού
δέν μάς κοστίζει, άλλά καί δταν άπαιτεϊ θυσία, τότε
κι έμεΐς γινόμαστε φωτεινοί. Είμαστε όλοφώτεινοι.
«Υιοί φωχός» (Ιωάν ιβ ' 36). Δεύτερο στοιχείο άπαραίτητο είναι ό φωτεινός έξοπλισμός, τά δπλα τού
φωτός (Ρωμ. ιγ '12).
"Ενας άνθρωπος δταν κρατά κάποιο λυχνάρι, τότε
φωτίζεται καί φωτίζει μέσα στή νύχτα. Καί ό Χρι­
στιανός χωρίς τά φωτεινά έργα ούτε φωτίζεται ούτε
φωτίζει άλλους. Ό άπόστολος Παύλος μάς άναφέρει
τρία φώτα πού μάς κάνουν φωτεινούς. Τό ένα είναι
ή πίστη, γιά τήν όποία μιλήσαμε, τό δεύτερο είναι ή
άγάπη καί τό τρίτο ή ελπίδα (Α ' Θεσ. ε ' 8). Μπορεί
νά λέει κάποιος δτι είναι καλός Χριστιανός. Γιατί
πηγαίνει στήν εκκλησία, άνάβει τό καντήλι του κα­
θημερινά, δέν παραλείπει τήν προσευχή του. Γιά τις
άρετές του είμαστε έτοιμοι νά τόν συγχαρούμε. Κόβε­
ται δμως ή χαρά μας γιατί αύτός ό καλός Χριστιανός,
δέν είναι «άρχιος», πταίει «έν ένί», δέν άγαπά.Έτσι

77

ΔΙΑΛΟΓΟΣ

με τονς αναγνώστες μας

Συγκρίνονται τα ασύγκριτα;
«Π ο λ λ ά άπό αύτά πού είπε και δίδαξε ό
Χριστός τα είπαν πιο μ π ρ οστά καί δ ιά φ ο ­
ροι σοφ οί της αρχαιότητας. Καί ό Χριστια­
νισμός δέν είναι παρά μια ώραία φιλοσοφία.
Μπορείτε να μοϋ πείτε ποια είναι ή διαφορά
άνάμεσα στη χριστιανική διδασκαλία καί στα
διάφορα φιλοσοφικό συστήματα;»

PIOZ

soaonoAnv - soiynoL Ι Ι Ι Ι 2

78

Μιλάμε γιά διαφορά, δταν συγκρίνουμε ιά άσύγκριτα; Τί σύγκριση νά γίνει άνάμεσα σ ιό άπειρο
καί ιό πεπερασμένο, στο θείο καί σ ιό άνθρώπινο,
στο ούράνιο καί σχό γήινο; Πώς νά συγκρίνουμε ιό
λόγο τοΰ Θεοϋ μέ τά φιλοσοφικά συστήματα τω ν
άνθρώπων, έστω καί τά πιο τέλεια; Ν ά μιλήσουμε
γιά διαφορά; Ή λέξη άστρονομική τίποτε δέν άποδίδει. Βεβαίως ύπάρχουν μερικές εξωτερικές ομοι­
ότητες. Ύπάρχουν δμως τόσες καί τέτοιες βασικές
διαφορές, ώ σ τε νά μή γίνεται σύγκριση.
Μ ιλάμε γιά το ν λόγο τοΰ Θεοϋ. Συχνά παρομ ο ιά ζετα ι μέ τό σπόρο. Είναι μιά εικόνα τόσο
εκφ ρα στική . «Ό
Τό Εύϋγγέήιο τοΰ Χ ρι­
σπορος εστιν ο
λόγος τοΰ Θεοϋ»
στού ύπήρξε ό σπόροΒ
(Λουκ. η '1 1 ) είπε
από τον όποιο θήάστησε ό Κύριος. Λοιπόν,
ό ποήιτισμόΒ. Ό o n o p o s ό ο σπόρος ό λόγος
τοΰ Θεοϋ. Σπόρος,
ζωντav o s, όχι ό «πήαστι- άς π οϋ μ ε καί ό
άνθρώπινος λόγος
K 0 s », πού μ π ο ρ εί κα'ι σή­
καί ό πιο φιλοσο­
μερα καί σέ κάθε έποχη
φημένος. Μεγάλη
εξωτερική ομοιό­
νά κάνει τό ϊδιο θαύμα.
τητα. Καί ή ε σ ω ­
τερική διαφορά; Ό ένας είναι ζωντανός. «Ζ ώ ν ό
λόγος τοΰ Θεοϋ καί ενεργής» (Εβρ. δ ' 12). Καί
ό άλλος; Ό άλλος είναι σπόρος κι έκεΐνος, άλλά...
πλαστικός. Ό ένας είναι ζω ντανός καί ενεργός καί
δτα ν πέσει σέ γόνιμ ο έδαφος ρίχνει ρίζες, άναμοχλεύει τό έδαφος, φ υ τρώ νει, γίνετα ι δέντρο,
άπλώνει κλάδους, γεμίζει φύλλωμα, δένει καρπούς.
Στις πυκνές φυλλωσιές του τραγουδούν τά πουλιά.
Στήν παχιά σκιά του ξαπ οσταίνουν οί διαβάτες.
’Ά ς σπείρουμε τώ ρ α τή γή μέ τούς πιο ώ ραίους
«πλαστικούς» σπόρους καί άς περιμένουμε μετά
καρπούς. Τότε θά δοΰμε άν ή διαφορά είναι μικρή
ή μεγάλη. Σπόρος ό ένας, σπόρος καί ό άλλος. Ή
διαφορά; Ό ένας είναι «πλαστικός»!
Ά ς έλθουμε τώ ρ α σ τή ν πραγματικότητα, τή ν
παλιά καί τή σύγχρονη. Προσπάθησαν κατά και­
ρούς νά καλλιεργήσουν το ν πνευματικό άγρό τής
άνθρωπότητας μέ «πλαστικούς» σπόρους. Καί πε-

ρίμεναν νά συλλέξουν καρπούς. Καί τή ν έποχή τής
συγκομιδής μ άζευαν άγκάθια. Οί ά νθρω π ισμ οί
γίνονταν τερατομορφισμοί. Οί ύπεράνθρωποι, κτη­
νάνθρωποι. Οι φιλοσοφίες, άερολογίες. Οί φιλόσο­
φοι έστελναν τούς άνθρώπους στά θηρία ή έκαναν
χρυσές δουλειές μέ τό δουλεμπόριο.
Τί μπόρεσαν νά κάνουν ή επιστήμη, ή τέχνη γιά
νά σώσουν τον άρχαϊο πολιτισμό; Σαρώθηκαν κάτω
άπό τό πέρασμα τοϋ βαρβαρισμοϋ. Άνάμεσα στά
καπνισμένα ερείπια πού σώ ριασαν οί Βάνδαλοι,
οί Γότθοι, οί Φράγκοι, ποιά ελπίδα έμενε γιά τό
ξαναχτίσιμο τοϋ παλιοϋ κόσμου; Ό βαρβαρισμός
μετέβαλε τότε τήν Εύρώπη σέ μιάν άπέραντη έρη­
μο. Ό ίδιος παγανιστικός νεοβαρβαρισμός άπειλεΐ
καί σήμερα τον δυτικό πολιτισμό μέ ολοκληρωτική
χρεοκοπία.
Ό μ ω ς σ ’ έκείνη τή ν έρημο περιφερόταν τότε
μυστικά τό πνεϋμα τοΰ θεοϋ, πού είχε φέρει ό Χρι­
στιανισμός στή γή. Μ έσα σ ’ αύτό τό χέρσο έδαφος
τοϋ σκοταδισμού ειχε σπαρεϊ ό πανσθενουργός
λόγος τοΰ Χριστοϋ καί περίμενε τις κατάλληλες
συνθήκες γιά νά φυτρώσει, νά βλαστήσει καί νά
δώ σει τούς ώριμους καρπούς του.
Π ίτα ν ποτέ δυνατόν οί όρδές αύτές τοΰ βαρβαρισμοϋ νά έκπολιτιστοϋν; Εύκολότερο φαινόταν
νά εξημ ερω θούν θηρία παρά έκεΐνοι. Π οιά επί­
δραση μπορούσαν νά άσκήσουν πάνω σ ’ αύτούς
οί καλογραμμένες, άλλά άψυχες πραγματείες τοΰ
Σενέκα, τοΰ Πετρώνιου, τοΰ Μάρκου Αύρήλιου ή
τοΰ Φίλωνα; Διδασκαλίες πού μποροΰν νά τέρψουν
καί νά μορφώσουν τό λογικό, δέν τρέφουν καί δέν
μεταμορφώνουν τήν ψυχή. Δέν προκαλοΰν εσωτερι­
κούς συγκλονισμούς καί δέν όδηγοΰν σέ μετάνοια.
Ή επιστροφή τοΰ άνθρώπ ου άπό τό σκότος τής
άγνοιας καί τής πλάνης στο φως, άπό τή σκληρό­
τητα στήν ήμερότητα, άπό τά άτιμωτικά πάθη στήν
άρετή καί τή ν άγιότητα, δέν πραγματοποιούνται
μέ άνθρώπινες προσταγές. Τέτοιες συγκλονιστικές
άλλαγές μονάχα ό λόγος τοΰ Οεοΰ, ό «χομώιερος
ύπέρ πάσαν μάχαιραν δίστομον» (Εβρ. δ ' 12)
κατορθώνει. Τό φωτεινό παράδειγμα τω ν μαρτύρων,
τ ω ν άγίων, τώ ν η ρ ώ ω ν τής πίστεως, πού έμπνέο ντα ν άπό τό λόγο τοΰ Οεοΰ καί τή ν άγάπη τοΰ
Χριστοϋ, μπορούσαν νά δημιουργήσουν πιο βαθεϊς
συγκλονισμούς άπό όσους όλα τά συγγράμματα τώ ν
φιλοσόφων τής εποχής εκείνης.
Τό Εύαγγέλιο τοΰ Χ ριστοϋ ύπήρξε ό σπόρος
άπό τον όποιο βλάστησε ό πολιτισμός μας, ό εύρωπαϊκός πολιτισμός. Ό σπόρος ό ζω ντανός, όχι ό
«πλαστικός», πού μπορεί καί σήμερα καί σέ κάθε
έποχή νά κάνει τό ίδιο θαΰμα.

ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ

Ή δόξα Τοϋ, δόξα μας
νά συλλάβει. Καί ό πρωτομάρτυρας Στέφανος, δταν
ύπόδικος μπροστά στο Συνέδριο άντίκρισε άνοιχτούς τούς ούρανούς καί «είδε δόξαν Θεοϋ καί
Ί η σ ο ϋ ν έστώτα έκ δεξιών τοϋ Θ εοϋ» (Πράξ.
ζ ' 55,56) άκτίνες μόνο τής θείας μεγαλειότητας
άντίκρισε.
Π όσο ύπέροχο καί άσύλληπτο γιά άγγέλους
καί άνθρώπ ους θά είναι τό θέαμα τού ένδοξου
Κυρίου μας, δταν συνοδευόμενος άπό δλους τούς
άγγέλους θά έλθει έν δλη «τη δόξη αύτοΰ» «έπί
θρόνου δόξης αύτοϋ»! Έ χει δίκιο ό άπόστολος
Παύλος νά μιλάει γιά τήν ύπερβάλλουσα δόξα καί
γιά τόν άσύλληπτο πλούτο τής δόξας τοϋ Χριστού.
Καί αύτή τή δόξα θέλει ό Κύριος τής δόξας νά
τή ν δώσει σέ μας τούς άδελφούς του. «Π ορεύο­
μαι έτοιμάσαι τόπον ύ μ ΐν » (Ιωάν. ι δ ' 2) έλε­
γε στο ύ ς μ αθητές
του. Καί σ ά ν τόπ ο
Π 0 0 0 υπέβΟ Χ Ο KQI

ά σ ύ ή ή η Π Ι Ο γ ΐΟ ά γ γ έ -

έ νν ο ο ύ σ ε τή δόξα
τη ς βασιλείας τ ώ ν
ούρανών. Θέλει νά

flo U S KOI O vQ p ch n O U S

μας έχει π ά ν το τε
κ οντά του, άγαπητούς του άδςίφούς

Q q £/Voi 1 0 Θ έ α μ α ΐ θ ϋ
ν ε
ά δ ο ξ ο υ K u p lO U μ05,

μέ τούς όποιους νά
σ υ μ μ ερ ίζετα ι τη ν
μακαριότητα και τη
δόξα τοΰ ούρανοΰ.

O W V O U VoSeU O pEVO S
^
^
^
ά

Σ το ν Π αράδεισο ό
Κύριος; Σ τή βασιλεία τού Θεού, έκ

(<τ^ 5θ£/7 ο ύ ΐ ο ϋ » « έ π ί

' '

f\O U S θ ά έ ή θ ε ΐ έ ν o f i n
*

*

,

6 p O V O U δ θ ξ π § O U IO U » !
Ιζ α )

ΓΓΪ δ ό ξ α θ έ β ε ί
, ,. „
_
c ,® Κ ύ β Ι © 5 W S 0 0 ζ θ 5 VQ

τ η ν δ ώ θ Ε ! θ έ p O S W LJS

απλούς θεατές, άλλά
( , δ ε β φ ο ύ β IO U .
σ υ μ μ έτοχ ο υ ς τη ς
r
δόξας του.
Άλλά δέν είναι αύτό μόνο. Τό άκόμη περισσό­
τερο καταπληκτικό είναι δτι αύτά τά θεία μεγα­
λεία θά είναι καί δικά μας. Θά διαποτιστοϋμε καί
έμεΐς άπό τή δόξα έκείνου καί θά είμαστε λαμπροί
καί άκτινοβόλοι δπως ’Εκείνος. «Αγαπητοί, λέει
ό εύαγγελιστής Ιω ά ννη ς, τώρα, όπως τό'Άγιον
Π νεϋμα καί ή συνείδησις μας πληροφορεί,
γνωρίζομε ότι εϊμεθα τέκνα τοϋ Θεοϋ. Άλλα
δέν έχει άκόμη φανερωθεί τί θά εϊμεθα εις
τό μέλλον, εις την αιωνιότητα. Τοΰτο όμως
γνωρίζομε καλά ότι, όταν ό Χριστός φ α νε­
ρωθεί εις όλην του την δόξαν, θά γίνομε καί
ήμεΐς όμοιοι μέ αύτόν ένδοξοι» ( Α ' Ίωάν. γ '
2. Βλέπε καί Ρ ω μ .η' 17, 18 καί εξής).
Σταματάει ή σκέψη μας μπροστά στήν άπερίγραπτη αύτή δόξα πού θά μάς χαρίσει ή άγάπη
τού Θεού.

2014

το ύ ς π ισ τού ς, όχι

, ,

Ίούδιοε - ACiyouoios

δεξιώ ν τοΰ Πατρός;
Έ κ εΐ θέλει νά έχει
-καί θά έχει- δλους

_

ΖΩΗ

9 " ρ ά ν δ έν χό επ ιβ εβ α ίω νε ό ίδ ιο ς ό Κ ύριος
. Ο σ ιο υ ς μαθητές του, εάν δέν χό μαρτυρούσε
χό Πνεύμα χό 'Άγιο μέσα σχά βιβλία της Καινής Δ ι­
αθήκης, θά ήταν άδυνατον νά τό πιστέψουμε, ούτε
καν καί νά τό φανταστοΟμε.Ότι δηλαδή έμεΤς οί
μικροί άνθρωποι θά μεταμορφωθούμε «έν δόξη»,
θά άξιωθοΰμε νά άπολαύσουμε καί νά κάνουμε
δική μας τή δόξα τού Χριστού.
«Ο ΐ δίκαιοι, είπε, έκλάμψουσιν ώς ό ήλιος
έν τη βασιλεία τοϋ πατρός αύτώ ν» (Ματθ. ι γ '
43). Μ έ τή ν άνυπέρβλητη άκτινοβολία τού ήλιου
παρομοιάζει ό Κύριος τή δόξα τώ ν δικαίων. Θά
λάμψουν όχι όσο ό ήλιος, άλλά σάν τό ν ήλιο. Θά
άποκτήσουν όμοια, άλλά πολύ μεγαλύτερη λαμ­
πρότητα. Ή δόξα τού Θεού θά τούς διαποτίσει, θά
γίνουν θεοειδείς καί θά λάμψουν λαμπρότερα άπό
τό ν ήλιο. Ά ν ύηήρχε κανένα άλλο φ ω τεινότερ ο
σώμα, μέ εκείνο θά παρέβαλε ό Κύριος τή θεία
λαμπρότητα τώ ν δικαίων, χωρίς καί έκεΐνο νά μπο­
ρεί νά τή ν παραστήσει σέ όλη τη ς τή ν έκταση.
Στο όρος τής Μ ετα μ ο ρ φ ώ σ εω ς έλαμψε τό πρό­
σωπο τού Κυρίου σάν τό ν ήλιο. Ά φ η σε νά φανεί
τό σ ο μόνο ή δόξα του ώ σ τε νά μήν ύπερβαίνει
τή ν άντοχή τώ ν μαθητών. Καί δμως οί μαθητές
μπροστά στο άρρητο μεγαλείο τού Διδασκάλου,
μπροστά στήν άπαστράπτουσα εκείνη λαμπρότητα
σκέπασαν τά μάτια τους καί έπεσαν κάτω.
Τρία περίπου χρόνια άργότερα, κάποιο μεσημέ­
ρι πού ό ήλιος πλημμύριζε μέ φώς καί φλόγιζε τά
πάντα, παρουσιάστηκε ό Κύριος λίγο έξω άπό τή
Δαμασκό στον Παύλο καί ή δόξα του ήταν άσυγκρίτως λαμπρότερη άπό τή λαμπρότητα τού ήλι­
ου, ώ σ τε ό Παύλος νά χάσει τό φώς του μπροστά
στο π ρω τοφ ανές εκείνο φώς. «Η μέρ ας μέσης,
διηγείται ό ίδιος, εΐδον... ούρανόθεν ύπέρ την
λαμπρότητα τοϋ ήλίου περιλάμψαν με φώς...
Καί ούκ ένέβλεπον άπό της δόξης τοϋ φωτός
έκείνου» (Πράξ. κ σ τ' 13, κβ' 11). Τό φώς εκείνο
ήταν αύτός ό Κύριος. Στο όρος τής Μ εταμορφ ώ­
σεως έλαμψε σάν τό ν ήλιο.Έ ξω άπό τή Δαμασκό
έλαμψε περισσότερο άπό τή λάμψη τοΰ ήλιου. Καί
δμως δέν παρουσιάστηκε μέ δλη του τή δόξα, διότι
θά ήταν τόσο συντριπτική μέσα στο άπειρο μεγα­
λείο της ή ένδοξη εμφάνισή του, ώ σ τε ό Παύλος
καί δλοι θά έπεφταν άμέσως νεκροί.
Καί στο όρος τής Μ εταμορφώσεως ή άκτινοβολία τής μορφής του, τά στίλβοντα ολόλευκα ένδύματά του, ή εύλαβής εμφάνιση τού Μ ωυσή καί τοΰ
Ήλία, ή φω νή τού Πατέρα, ή άσόλληπτη μυστική
παρουσία τώ ν άγγελικών ταγμάτων, δλα αύτά πού
εξέφραζαν τή δόξα τού Κυρίου, εκδηλώθηκαν έως
εκεί μόνο πού άντεχαν οί μαθητές. Ποιά είναι σέ
δλο τής τό βάθος καί πλάτος ή δόξα τού Χριστού,
κανέναν άνθρώπινο μάτι δέν μπορεί νά δει καί
καμιά άνθρώηινη διάνοια δέν θά μπορέσει ποτέ

79

Τώ

κ α ιρ ώ

Ικ ε ίν ω ,

έ μ β ά ? ό Ί η σ ο ΰ ? εις τ ό
τ τ λ ο ϊο ν

δ ιε ττέ ρ α σ ε

καί

ήλθεν εί? τ ή ν ιδ ίαν π ό -

γ ά ρ έσ τιν εύκ οπ ώ τερ ο ν.

Κ Υ Ρ ΙΑ Κ Η 20 ΙΟ Υ Λ ΙΟ Υ
Σ Τ ' Μ ΑΤΘΑΙΟΥ

είπεϊν, ά φ έ ω ν τ α ί σ ο ι αί
ά μ α ρ τ ία ι. ή είπεϊν, έγει­

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ Μ αιθ. θ ' 1-8
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ Ίακ. ε ' 10-20

ρε κ α ί π ε ρ ι π ά τ ε ι ; Ί ν α
δέ ε ίδ ή τε ό τ ι ε ξ ο υ σ ία ν

λιν. Κ α ί ίδού ττροσέφερον α ύ τ ω π α ρ α λ υ τ ι κ ό ν ε π ί κλίνη? β ε β λ η μ έ ν ο ν

έχει ό υίό? τ ο ϋ α ν θ ρ ώ π ο υ ε π ί τή ? γ ή ? ά φ ιέναι

κα ί ίδ ώ ν ό Ί η σ ο ΰ ? τ ή ν π ί σ τ ι ν α υ τ ώ ν είπ ε τ ώ

ά μ α ρ τ ία ? , τ ό τ ε λέγει τ ώ

π α ρ α λ υ τ ι κ ώ . θά ρσει, τ έ κ ν ο ν ' ά φ έ ω ν τ α ί σ ο ι α ί

ά ρ ό ν σ ο υ τ ή ν κ λ ίν η ν κ α ί ύ π α γ ε εί? τ ό ν ο ΐκ ό ν

π α ρ α λ υ τ ι κ ώ ' έγερθεί?

ά μ α ρ τ ί α ι σ ο υ . Κ α ί ίδού τινε? τ ώ ν γ ρ α μ μ α τ έ ω ν

σο υ . Κ α ί εγερΘεί? ά π ή λ θ ε ν εί? τ ό ν ο ικ ο ν α ύ τ ο ϋ .

ε ίπ ο ν εν εαυτοί? ' ο υ τ ο ? β λα σφ η μ εΐ. Κ α ί ίδ ώ ν ό

Ί δ ό ν τ ε ? δέ οί ό χ λ ο ι έ θ α ύ μ α σ α ν κ α ί ε δ ό ξ α σ α ν

Ίη σ ο ΰ ? τά ? ένθυμήσει? α υ τ ώ ν εΐπ εν' ϊν α τ ί ύμεϊ?

τόν

ένθυμεΐσθε π ο ν η ρ ά έν τα ϊ? κ α ρ δ ία ι? υ μ ώ ν ; Τ ί

ά ν θ ρ ώ π ο ι? .

0 mYAilOC

Θ εόν τ ό ν δ ό ν τα

ε ξ ο υ σ ία ν τ ο ι α ύ τ η ν το ΐ?

ΑΜΑΦΟΟ MAC

ΖΒΗ

’loijriios - A ljyouoios

2014

e v d r r e iis o

«Ε ξ ο υ σ ία ν εχει ό υιός ιο ΰ ά ν θ ρ ώ π ο υ έπί της γης ά φ ιέν α ι άμαρτχας».

80

Στήν Καπερναούμ βρισκόταν ό Ίησοΰς. Τοϋ φέρ­
νουν τότε έναν παραλυτικό γιά νά τόν θεραπεύσει.
Ό τα ν είδε ό Σωτήρας τήν πίστη τώ ν άνθρώπων εκεί­
νω ν πού τόν μετέφεραν είπε στον παραλυτικό: «Θάρσεχ τέκνον, άφέωνταί σοχ αχ άμαρτίαι σου». Μ ε­
ρικοί άπό τούς Γραμματείς πού ήσαν παρόντες, είπαν
μέσα τους· «ουτος βλασφημεΐ». Και ό Κύριος, πού
είδε στά βάθη τής καρδιάς τους τις πονηρές σκέψεις
τους, τούς έλεγξε γιά τήν άπιστία και τήν εμπάθειά
τους και πρόσθεσε: «Γιά νά μάθετε λοιπόν, ότι ό
υιός τοϋ άνθρώπου, ό Μεσσίας, έχει εξουσία νά
συγχωρεΐ άμαρτίες έπχ της γης, τότε στρέφεται
και διατάζει τόν παραλυτικό: Σήκω όρθιος, πάρε
τό κρεββάτι σου και πήγαινε στο σπίτι σου».
ΟΙ ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΤΟΥ
Έφ ’ δσον ό Ίησοΰς Χριστός, «ό υιός τοΰ άνθρώ­
που» ήταν συγχρόνως και «ό υιός τοΰ Θεοΰ», τέλειος
δηλαδή Θεός, είχε καί έχει κάθε εξουσία. Στο σημε­
ρινό θαΰμα βλέπουμε πρώτον δτι έχει εξουσία «έπί
της γης άφιέναι άμαρτίας». Μ όνον αύτός καί τότε
μέ τόν λόγο του καί σήμερα διά τοΰ Μυστηρίου τής
Μετανοίας καί Έξομολογήσεως χαρίζει γαλήνη καί
ήρεμία.’Εξαφανίζει έτσι τό βαρύ φορτίο τής άνομίας.
Κι ’ έμεϊς λοιπόν δταν νιώθουμε κάποιο μολυσμό
σαρκικό ή πνευματικό, καί αισθανόμαστε τό σώμα μας
ύποδουλωμένο σέ πάθη ή καί τό πνεΰμα μας παραδομένο στήν άπιστία καί στήν πνευματική στειρότητα,
άς τρέχουμε κοντά Του. Ό «υίός τοΰ άνθρώπου»,
ό Κύριος, έχει εξουσία ώς μοναδικός ιατρός νά θε­
ραπεύει.
Τό βλέπουμε καί αύτό στο σημερινό άνάγνωσμα.
Στήν άρρώστια σου φώναξε μαζί μέ τόν γιατρό καί
τόν Θεό. Τό ένα δέν άποκλείει τό άλλο, άφοΰ καί τόν
γιατρό «έκτισε Κύριος· παρά γάρ Ύψίστου έστιν
ΐασις» (Σοφ. Σειράχ λη ' 1). ’Άς μή λησμονούμε δμως
καί τό «πασαν τήν ζωήν ήμών Χριστώ τω Θεω
παραθώμεθα».’Έχουν πάντοτε έπικαιρότητα οί λόγοι
τού Αγίου Πνεύματος: «Τέκνον, έν άρρωστήματί
σου μή παράβλεπε, άλλ ’ ευξαι Κυρίω και αύτός
ίάσεταί σε». Καί συγχρόνως «και ΐατρω δός τόπον,
καί γάρ αύτόν έκτισε Κύριος, καί μή άποστήτω
σου, καί γάρ αύτοΰ χρεία» (Σοφ. Σειράχ λη ' 12).
Πάντα σκύβει «ό υίός τοΰ άνθρώπου» μέ στοργή
στήν πονεμένη άνθρώπινη φύση.
Θεραπεία λοιπόν πνευματική, ϊαση τής ψυχής.
Άλλά καί θεραπεία όχι σπανίως σωματική. Είναι ή
θεραπεία πού προσφέρει ό «υίός τοΰ άνθρώπου»,

ό Χριστός. Βρίσκονται στήν εξουσία του καί τά δυο
αύτά. Καί μάς τά προσφέρει δταν καταφεύγουμε μέ
πίστη καί ύπακοή.
Συγχρόνως δμως ό Σωτήρας μάς δίνει καί άλλο
άγαθό. Μ άς χαρίζει καί τήν πάνσοφη καθοδήγησή
του, ώς ούράνιος καθοδηγητής μας, στούς δρόμους
τής καινούργιας ζωής.
Η Κ Α Θ Ο ΔΗ ΓΗ ΣΗ
πού μάς προσφέρει ό «υίός τοΰ άνθρώπου» είναι
βασικά μία καθοδήγηση στο δρόμο τής ταπεινώσεως.
Αύτός πού είναι γεμάτος δόξα καί μεγαλείο άνέκφραστο, αύτός πού ή εξουσία του «ού παρελεύσεται» καί
ή βασιλεία του «ού διαφθαρήσεται» (Δαν. ζ ' 13) «δι ’
ημάς τούς άνθρώπους καί διά την ήμετέραν σωτηρίαν»
ταπεινώνεται καί «κενοΰται», δπως λέει ό άπόστολος
Παΰλος. Ό Κύριος μέ μορφή δούλου! Ό πλούσιος Θεός
τόσο πτωχός πού νά μήν έχει ποΰ νά κλίνει τήν άγία
κεφαλή Του! Ό τρέφων τά σύμπαντα νά τρέφεται άπό
τούς φίλους του!
Ίλιγγιά ό άνθρώπινος νοΰς μπρος στήν θεία τα­
πείνωση καί συγχρόνως μαθαίνει τήν «άρίστην οδόν».
Πράγματι ό διαιρεμένος σέ χίλια κομάτια κόσμος μας
άπό τόν εγωισμό, ή θρυμματισμένη κοινωνία μας άπό
τό «έμόν και τό σόν», δέν θά βρει τέρμα τώ ν δεινών της,
έφ ’ δσον μένει στήν άλαζονεία καί στήν εγωιστική
άπόλαυση τής ζωής. Θά μένουμε πάντα άνθρωποι
διχασμένοι,· άφοΰ θά άπορρίπτουμε μέ τήν μία ή τήν
άλλη πρόφαση τήν ταπείνωση.
Αύτή ή ταπείνωση τοΰ Κυρίου «ηνωσε την γην με
τόν ουρανόν». Αύτή ή ταπείνωση πού μεταφράζεται
στήν καθημερινή μας ζωή σάν άπάρνηση τής γνώμης
μας καί σάν άνοιγμα τής μιάς καρδιάς προς τήν άλλη.
Ό κόσμος μάς εξαπατά δταν τρέφει τόν άτομισμό,
τήν έγωλατρεία, τήν άλαζονική άντιμετώπιση τώ ν
άλλων. Ό Χριστός μάς οδηγεί σέ δρόμους ζωής, άγάπης, άλήθειας, άγιασμοΰ, δταν μάς καλεΐ σέ άπάρνηση
τοΰ έγώ, σέ αύτοθυσία, σέ βαθιά ταπείνωση. Γιατί
ή καθοδήγησή Του αύτή ενώνει καί άδελφώνει καί
σώζει καί τά άτομα καί τήν κοινωνία.
Ό Ίησοΰς, ό σαρκωθείς «εκ Πνεύματος Άγιον και
Μαρίας της Παρθένον» ήταν τέλειος Θεός, άλλά καί
τέλειος άνθρωπος, γνήσιος άδελφός μας.Όταν λοιπόν
στήν οϊκογένειά μας έχουμε ένα τέτοιο πρωτότοκο
άδελφό, δταν στο γένος μας ύπάρχει ένας τέτοιος
«υίός άνθρώπου», πώς έμεϊς, τά άδέλφια Του, νά
μήν αισθανόμαστε τήν βαριά κληρονομιά μας καί νά
ντροπιάζουμε τόν μεγάλο Άδελφό μας;

Τώ

κ α ιρ ώ

π αράγοντι

τώ

έ κ ε ίν ω
Ίησοΰ

ήκολούθησαν α ύ τώ

δύο

τυ φ λοί

και

κρ ά ζοντες

Κ Υ Ρ ΙΑ Κ Η 27 ΙΟ Υ Λ ΙΟ Υ
τ ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ Μαχθ. θ ' 27-35
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ Β ' ΊΊμ. β ' 1-10

λ έ γ ο ν τ ε ς ' έλέη σο ν ή μ α ς,

εκείνη. Α ύ τ ώ ν δέ εξερχο μ ένω ν ίδού π ρ ο σ ή νε γκα ν α ύ τώ άνθρω πον
κω φ ό ν δαιμο νιζό μ ενο ν"
καί έκβληθέντος το ΰ δαι­

υιέ Δ αυίδ. Έ λ θ ό ν τ ι δέ εί$ τ ή ν οικίαν π ρ ο σ ή λ θ ο ν

μόνιου έλάλησεν ό κωφός. Κ α ί εθαύμασαν οί όχλοι

α ύ τ ώ οί τυφλοί, καί λέγει αύτοϊξ ό Ίησοΰς' πιστεύε­

λέγοντες, ούδέποτε εφάνη ο ύ τω ς εν τ ώ Ισ ρ α ή λ , οί

τε δ τ ι δ ύ ν α μ α ι τ ο ϋ τ ο π ο ιή σ α ι; λέ γ ο υ σ ιν α ύ τ ώ '

δέ Φ αρισαίοι έ'λεγον έν τ ώ αρ χο ντι τ ώ ν δαιμόνιω ν

ναι, Κ ύριε. Τ ό τ ε ή ψ α τ ο τ ώ ν ο φ θ α λ μ ώ ν α ύ τ ώ ν

εκβάλλει τ ά δαιμόνια. Κ α ί π ερ ιή γ εν ό Ίη σ ο ΰ ς τά ς

λ έ γ ω ν κ α τά τ ή ν π ίσ τ ι ν ύ μ ώ ν γ εν η θ ή τω ύμΐν. Καί

π ό λεις π ά σ α ς καί τ ά ς κ ώ μα ς, δ ιδ ά σ κ ω ν έν τά ϊς

άνεώ χθησαν α ύ τ ώ ν οί οφθαλμοί' καί ένεβριμήσατο

σ υ ν α γ ω γ α ϊς α ύ τ ώ ν καί κ η ρ ύ σ σ ω ν τ ό εύ α γ γέλιο ν

α ύτοϊς ό Ίη σ ο ΰ ς λ έ γ ω ν ' όρατε μηδείς γ ιν ω σ κ έ τω .

τ ή ς βασιλείας καί Θ εραπ εύω ν π α σ α ν ν ό σ ο ν καί

Ο ί δέ έξελθόντες διεφήμισαν α ύ τ ό ν έν δλη τ ή γ ή

π ά σ α ν μ α λ α κ ία ν έν τ ώ λα ώ .

το m m n e io t h c

α φ α η β ϊα ο

2014
’loOrlios - Αύγουστος

καί μόνο άπό άγάπη, δταν επιδιώκει τόν θόρυβο
καί τήν επίδειξη. Τότε ή άγάπη πνίγεται μέσα στις
άναθυμιάσεις τής φιλοδοξίας.
Ή άγάπη ταπεινώνεται, κρύβεται. Υπηρετεί χωρίς
επίδειξη. Προσφέρει στοργή καί μόχθο καί υλικά
άγαθά χωρίς νά τά δημοσιοποιεί.
Ακούστε τί μας λέει ό Κύριος. Μιλάει σέ δεύτε­
ρο πρόσωπο. Χρησιμοποιεί ένα ύφος πολύ προσω­
πικό, γιά νά μάς κάνει νά τό αισθανθούμε. «Οταν
ποιης ελεημοσύνην, μη σαλπίσης έμπροσθέν
σου, ώσπερ οί ύποκριταί ποιοϋσιν έν ταϊς συναγωγαΐς και έν ταϊς ρύμαις, όπως δοξασθώσιν
ύπό τών άνθρώπων» (Ματθ. σ τ ' 2). Τό σάλπισμα
άποτελεϊ δεύτερο σκοπό, πού σκεπάζει τόν πρώτο καί
ιερό, τήν άγάπη. Κι’ δταν βαθιά στήν καρδιά ύπάρχει
ένα τέτοιο χαμηλό καί φτηνό ελατήριο καί κρύβεται
πίσω άπό μιά καλοσύνη, τότε αύτό δέν άποτελεϊ
πραγματική άγάπη, άλλά καθαρή ύποκρισία.
Αμείβεται ά π ’ τόν Θεό
Άλλωστε προς τί νά σαλπίσουμε; Γιά νά πάρουμε
άπό τούς άνθρώπους τόν έπαινο;Ή γιά νά άναζητήσουμε στο φτηνό θαυμασμό τους τό μισθό;Ένας
τέτοιος μισθός είναι άχνός, πού γρήγορα διαλύεται.
Ό τα ν κάνεις ελεημοσύνη, μάς συνιστά ό Κύριος,
κάνε την δσο μπορείς πιό μυστικά. «Οπως § σου
έλεημοσύνη έν τω κρύπτω, καί ό πατήρ σου
ό βλέπων έν τώ κρύπτω άποδώσει σοι έν τώ
φανερώ» (Ματθ. σ τ ' 4).
Δ έν έχει άνάγκη ό Πατέρας μας ό μεγάλος, ό
Θεός, άπό φώτα πολύχρωμα κι άπό δημοσιεύμα­
τα, γιά νά διακρίνει τό έργο τής άγάπης μας.Έχει
δλη τή δύναμη νά τό βλέπει καί δταν είναι κρυφό.
Βλέπει τό χέρι πού άπλώθηκε δειλά, χωρίς κανείς
νά τό πάρει είδηση, γιά νά άφήσει τό άντίτιμο τοΰ
φαρμάκου κάτω άπό τό μαξιλάρι. Διακρίνει τό δέμα,
πού έμεινε πίσω άπό τήν πόρτα τού φτωχού, χωρίς
νά καταχωρηθεΐ στις «δωρεές»! Μετράει τόν κόπο
τώ ν παιδιών, πού έτρεξαν νά φέρουν παρηγοριά καί
τούς παλμούς τής συμπόνιας.
Βλέπει, άκούει, γράφει. Καί «αποδώσει έν χφ
φανερώ».
Άντί λοιπόν νά παρουσιάζουμε έμπρός στούς
άνθρώπους μέ αύταρέσκεια τά έργα μας, άς τά άφήνουμε εύλαβικά καί ταπεινά στά χέρια τοΰ Θεού.
Χωρίς καμιά έπαρση -δέν χωράει έπαρση έμπρός
στον Κύριο- άς τού εμπιστευόμαστε δ,τι ή χάρη του
μάς άξίωσε νά κάνουμε.

m u

Ένα πραγματικό μεγαλείο. Ό Κύριος θαυματουργεί.
Και μέ τό θαϋμα εύεργετεϊ. Οί δύο τυφλοί άνθρωποι,
πού ψηλαφούσαν τό σκοτάδι, μέ τη στοργική καί παν­
τοδύναμη προσταγή του άνοιξαν τά μάτια, χάρηκαν
τό φως, κινήθηκαν ελεύθερα. Άπό τόν ενθουσιασμό
τους σκιρτούν. Νιώθουν τήν άνάγκη νά τό ποΰν, νά
τό φωνάξουν, νά τό σαλπίσουν. Γιά νά τό μάθουν οί
άνθρωποι καί νά έλθουν, νά γονατίσουν μπροστά στο
γεμάτο στοργή καί δύναμη θείο Διδάσκαλο.
’Εκείνος δμως, ό Εύεργέτης, ζήτησε νά σκεπάσει
μέ τή σιωπή τό θαύμα. «Όρατε μηδείς γινωσκέτω». Προσέξτε. ’Ά ς μή τό μάθει κανείς. Ά ς μείνει ή
ευεργεσία κρυμμένη, τυλιγμένη στήν άφάνεια.
Ή σ ιω π ή φ α ν ε ρ ώ ν ε ι σ ε β α σ μ ό προς τό ν
άνθρωπο.
’Επιστήμη ή διαφήμιση σήμερα. Καθεστώς ό θό­
ρυβος. Ή εφημερίδα, ή τηλεόραση, τό ραδιόφωνο
διευκολύνουν τό λανσάρισμα. Πράξεις μεγάλες ή καί
άπελπιστικά μικρές φωτίζονται άπό δλες τις μεριές,
γιά νά προβάλλουν έξιδανικευμένες. Αμάρτημα δμως
ή διαφήμιση, δταν συνοδεύει τήν εύεργεσία.
Μ έσα στον τόσο θόρυβο, έμεϊς οί Χριστιανοί
πρέπει -σύμφωνα μέ τό παράδειγμα τού Κυρίου- νά
επιδιώκουμε τήν άφάνεια, δταν κάνουμε τό καλό.
Απαραίτητο αύτό, άν σεβόμαστε τόν άδελφό μας,
τόν όποιο σκύβουμε νά εύεργετήσουμε.
Ό τα ν διαφημίσουμε τήν εύεργεσία μας, συντρί­
βουμε ψυχικά τόν εύεργετούμενο. Καί καταλήγει ή
«εύεργεσία», άντί νά άνορθώνει καί νά ενθαρρύνει,
νά εκμηδενίζει τόν άνθρωπο.
Ά ν μπεις σ ’ ένα σπίτι, πού τό έχει χτυπήσει
σκληρά ή φτώχεια καί άφήσεις κάτι καί μετά βγεις
καί τό σαλπίσεις καί τό δημοσιεύσεις, τότε, άντί νά
άνακουφίσεις τις πληγωμένες καρδιές, τις τραυμά­
τισες χειρότερα. «Σοϋ δέ ποιοϋντος ελεημοσύνην
μη γνώτω Α άριστερά σου τί ποιεί ή δεξιά σου»
(Ματθ. σ τ ' 3), είναι ή εντολή τού Κυρίου.Έτσι άποφεύγεις τήν κακομεταχείριση τού ψυχικού κόσμου
εκείνου πού πας νά εύεργετήσεις. Δείχνεις τό σεβα­
σμό σου στήν προσωπικότητά του. Καί τόν βοηθάς
νά προχωρήσει θαρρετά στή ζωή.
Αγάπη πραγματική.
Ή άδολη, ή ειλικρινής επιθυμία μας καί ό άγώνας
μας νά μή βγει στή δημοσιότητα ή εύεργεσία μας
είναι ή άπόδειξη πώς τό ελατήριο, πού τήν προκάλεσε, ήταν ή γνήσια κι άνεπιτήδευτη άγάπη.
Δύσκολο νά πει κανείς πώς ξεκινάει άπό άγάπη,

evdrreriio

«Ό ρατε μ ηδείς γ ιν ω σ κ έ τω ».

81

ΙΗΑΘον καλέσαι... αμαρτωλούς»
Ό π ο ιο ς θέλει νά δει ιό μέγε­
θος της θεϊκής άγάπης δέν έχει
παρά νά μελετήσει τή ν π αρα­
βολή τοϋ Ασώτου. Μ έσα σ ’ αύτή
ά π ο κ α λύ π τετα ι τό ά π έρ α ντο
βάθος τής άγάπης τοϋ Θεοϋ. Ό
ούράνιος Πατέρας δέχεται κάθε
παραστρατημένο παιδί Του μέ
άνοιχτή π άντοτε τή ν άγκαλιά.
Π α ρά λλη λα δ μ ω ς μέ τ ή ν
άγάπη τοϋ Θεοϋ προβάλλει ό
Κύριος και τή φαρισαϊκή σκλη­
ρ ό τη τα , ε ν σ α ρ κ ω μ έ ν η σ τ ο ν
πρεσβύτερο υίό.Έ τσι τονίζετα ι
άκόμα π ε ρ ισ σ ό τε ρ ο ή θεϊκή
άγάπη. Ό Πατέρας χαίρεται γιά
τή ν επιστροφή τοϋ παιδιοϋ του
και ό άδελφός λυπάται γιά τή ν
πολλή άγάπη τοϋ Π α τέρα γιά
τό ν άδελφό του!
Α ύ τή ε ίν α ι ή φ α ρ ισ α ϊκ ή
νοοτροπ ία. Και τή ν οο τρ οπ ία
αύτή δ έν έπαυσε ούτε στιγμή
νά έλέγχει ό Κύριος. Στενή και
μικρόψυχη, καθώς ήταν, ήθελε
νά βάλει στά περιορισμένα και
άπάνθρωπα πλαίσιά της και ιό ν
Θ εό.Ή θελαν τόν Θεό νά κρίνει
τούς άνθρώπους όχι μέ τό έλεός
Του, άλλά μέ τή δική τους φαρι­
σαϊκή δικαιοσύνη.
Γ ι’ α ύ τό ή π αραβολή το ΰ
Ασώτου ήταν γιά τούς Φαρισαί­
ους μιά πρόκληση. Α διανόη τα
και προκλητικά ήταν γ ι’ αύτούς
τά λόγια τοϋ Πατέρα στον μεγα­
λύτερο γιό του. Τί τοϋ ειχε πει;
Έπρεπε και αύτός νά χαίρει και
νά εύφραίνεται, γιατϊ ό άδελφός
του ήταν νεκρός και ξανάζησε,
ήταν χαμένος και ξαναβρέθηκε.
Ν ά για τϊ ή στάση αύτή τοϋ
Κυρίου, στάση άγάπης και φ ι­
λανθρωπίας προς τούς άμαρτωλούς, ήταν άφορμή άδιάκοπης
διαμάχης μέ τούς Φαρισαίους.
Δ έν θά συγχωρήσει ποτέ ό φα­
ρ ισ α ϊσ μ ό ς τό χ ω ρ ϊς π ερ ιο ρ ι­
σμούς ενδιαφέρον τοϋ Χριστοΰ
γιά τούς περιφρονημένους, γιά
τούς άμαρτωλούς. ’Οργανωμένη
ή φαρισαϊκή άντίδραση θά τόν
συνοδεύει σέ κάθε του βήμα.
Α ν τιδ ρ ά δ τα ν βλέπ ει τό ν
Κύριο, τό ν καλό Π οιμένα, νά
άνεβαίνει στά βουνά, νά κατε­

βαίνει σέ χαράδρες, γιά νά βρει
τό χαμένο πρόβατο, νά τό πάρει
μέ στοργή στούς ώμους του και
γεμ άτος χαρά νά τό έπαναφέρει σ το άσφαλές μαντρί. Α γα ­
νακτεί και άκονίζει τή ν πικρό­
χολη γλώσσα του, γιά νά χύσει
τό δηλητήριό του ένα ντίον τοϋ
Κυρίου, γιατ'ι είναι «χελωνών
φίλος και άμαρχωλών».
Ό τα ν ό Κύριος επισκέπτεται
τό ν Ζακχαίο, γιά νά φέρει τή
σω τηρία στο σπίτι του, μήπως
οί Φ αρισαίοι χαίρονται, για τϊ
ένα ς άδικ ος γ ίν ε τα ι δίκαιος,
ένας άμαρτωλός ενάρετος και
πανευτυχής; Μ ή π ω ς συγκλο­
νίζονται και αύτοι μπροστά στή
σ υ γκ λο νισ τικ ή μ ε τά νο ια τοϋ
άμαρτω λοϋ Ζακχαίου; Τ ίπ ο τε
άπό αύτά. Αύτοϊ μένουν μέ τήν
πίκρα σ τή ν ψυχή και τό δηλη­
τήριο στο στόμα και δέν παύ­
ουν νά γογγύζουν, γιατϊ «παρά
άμαρχωλω άνδρι εΐσηλθε καχαλΰσαι» (Λουκά ι θ ' 7).
Και δ τα ν άλλοτε έκεΐ σ τή ν
οίκία τοΰ Σίμωνος τοΰ Φαρισαί­
ου, ό Θεός τής άγάπης και τής
συγνώμης, θά συγχωρήσει τή ν
άμαρτωλή γυναίκα και θά τής
πλέξει μ ά λιστα μεγάλο έγκώμιο γιά τή ν ειλικρινή μετάνοιά
της, ό σ υ γκ εντρ ω μ ένος φ α ρι­
σαϊσμός θά σκανδαλίζεται και
θά κατη γορεί «Ίδ ώ ν ό Φ αρι­
σαίος ό καλέσας αύχόν ειπεν
έν έαυχώ λέγων· οΰχος εΐ ην
π ρ οφ ή χη ς, έ γ ίν ω σ κ ε ν ά ν
χίς και ποχαπη ή γυνή ήχις
άπχεχαι αύχοΰ, δχι άμαρχωλός έσχι» (Λουκά ζ ' 39). Είπε

Η

μέσα του ό Φαρισαίος, άν ό Κύ­
ριος ήταν προφήτης θά γνώριζε
τό κατάντημα τής γυναίκας και
θά τήν άποστρεφόταν. Και δμως
ό φιλάνθρωπος Κύριος γ ν ώ ρ ι­
ζε αύτό πού άγνοοΰσε ό άπάνθρωπος Φαρισαίος, τό έλεος τοϋ
Θεοϋ.
Ναί, ό Κύριος θά τοΰ τό πεΤ
καθαρά. Μ έ κατηγορείτε, γιατϊ
ά να σ τρ έφ ομ α ι το ύ ς ά μ α ρτω λούςΈ , λοιπόν, μάθετέ το καλά,
πώς γ ι’ αύτό άκριβώς ήλθα στον
κόσμο. «Ο ύ κ ηλθον καλέσαι
δικαίους, άλλά άμαρχωλούς
εις μ ε χ ά ν ο ια ν ». Δ έ ν ήλθα
γιά έκείνους πού θεω ροϋν τόν
εαυτό το υ ς δίκαιο, χ ω ρ ϊς και
νά είναι, άλλά γιά τούς άμαρ­
τωλούς.
Α ύ τή ή τα ν ή μεγάλη δ ια ­
φορά άνάμεσα σ τον Κύριο και
σ το ύ ς Φ α ρισα ίους. Οί Φ α ρ ι­
σαίοι δέν έκαναν τίπ οτε άλλο,
παρά νά «δεσμεύουν φορχία
βαρέα και δυσβάσχακχα» και
νά τά φορτώ νου ν στούς ώμους
τώ ν άνθρώπων, χωρϊς αύτοι νά
βάζουν τό δάχτυλό τους νά τά
κινήσουν. ’Ενώ ό Κύριος άπηύθηνε γενικό προσκλητήριο και
καλοϋσε τούς άνθρώπους, γιά
νά το ύ ς λυ τρ ώ σ ει άπό τά τ υ ­
ρ α ννικ ά δεσμά και τό βάρος
τή ς άμαρτίας: «Δ εΰ χ ε πρός
με πάνχες οί κοπιώνχες και
πεφ ορχισμένοι, κάγώ ά ν α παύσω ύμ άς» (Μ ατθ. ια ' 28).
Έ να ς τέτοιος ύμνητής και έφαρμ ο σ τή ς τή ς άγάπης ή τα ν και
είναι πρόκληση στήν πρόκληση
τοΰ φαρισαϊσμοϋ.

’Ορθόδοξον Χριστιανικόν Περιοδικόν.
Ό ργανον Αδελφότητος Θεολόγων ή «Ζ Ω Η »

Κυκλοφορεί κάθε μήνα.
’Εκδότης: Αδελφότης Θεολόγων ή «Ζ Ω Η » Σ.Α., Ίπποκράτους 189, 114 72 Άθηναι.
Τηλ.: 210 64 28 331, FAX: 210 64 63 606.
Διευθυντής Συντάξεως: Γεώργιος Β. Μελέτης, Ίπποκράτους 189,114 72 Άθηναι.
’Εκτύπωση: «Λυχνία Α.Ε.», Ανδραβίδας 7, 136 71 Χαμόμυλο - Άχαρνών.
Τηλ.: 210 3410436, FAX: 210 3425967, www.lyhnia.gr
ΚΩΔΙΚΟΣ: 01 1290

Ε Τ Η ΣΙΑ Σ Υ Ν Δ Ρ Ο Μ Η ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ: 10 €
Άποστέλεται μέ επιταγή η εις γραμματόσημα εις τό Γραφεΐον τοϋ Περιοδικού:
Ίπποκράτους 189, 114 72 Α Θ Η Ν Α Ι η καταβάλλεται είς τά Βιβλιοπωλεία μας.
ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ (ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΩΣ) Γιά όλες τις χώρες: 25 € Κόπρος: 15 €

2014
’loCifiios - Αύγουστο5

Τ

μέση τοϋ θόλου είναι, μέ μεγάλα γράμματα, τοϋτα
τα λόγια: Ό Αλλάχ είναι ό Θεός καί ό Μ ω ά μ εθ
ό προφήτης του. Οί άντιπρόσωποι τοΰ σκλάβου
Γένους κάθονται άντίκρυ άπό τό ν Σουλτάνο. Ό
τσαούμπασης (Διευθυντής τής Αστυνομίας) στέκει
καταμεσής περιτριγυρισμένος άπό Γενίτσαρους.
Οί Δεσποτάδες μιλοϋν μέ θάρρος καί σύνεση
σ το ν Μαχμούτ. Τόν καθησυχάζουν καί τό ν μα­
λακώνουν. Τοϋ ζη το ϋ ν μάλιστα να δια τά ξει να
σταμ ατήσουν τις σφαγές, πού είχαν άρχίσει οί
φανατισμένοι Γενίτσαροί του...
Σέ λίγη ώρα ή ελληνική ά ντιπ ρ ο σω π εία γ υ ­
ρίζει π ίσ ω στο Φανάρι. Ό λ ο ι τους ν ιώ θ ο υ ν μια
εσωτερική ικανοποίηση δτι έκαναν τό καθήκον
τους ώς λειτουργοί τοϋΎψίστου καί προστάτες τοϋ
λαοϋ. Κι ή χαρά τους μεγαλώνει δταν μαθαίνουν
δτι οί σφαγές περιορίζονται, οί λεηλασίες κάπως
σταματοΰν.
Άλλα ή άνάσα αύτή τώ ν άδούλωτων σκλάβων
τής Κ ωνσταντινουπόλεως βάστηξε λίγο. Μερικές
ήμέρες άργότερα τα πράγματα πάλι άγριεύουν.
Τα μ εσάνυχτα τής 30ής Μ α ρτίο υ φθάνει σ τή ν
Κωνσταντινούπολη ή φοβερή για τούς Τούρκους
είδηση δτι ό Μ ω ριάς έπαναστάτησε.Έτσι άπό τό
Δούναβη ώ ς τό Ταίναρο οί ραγιάδες σηκώνουν
κεφάλι ζη τώ ν τα ς ν ’ άποκτήσουν τό θείο δώ ρο
τής έλευθερίας.
«Είχαν ξνττνήσει άνέλπιστα
οί νεκρωμένοι δούλοι
κι άπό τό γέρο Δούναβη
ως τ ' άγριο Κακοσούλι
έβραζε γή και θάλασσα...
Σεισμός, φωτιά, τρομάρα,
σπαθί καί ψυχομάχημα
καί δάκρυ καί κατάρα...»
τραγουδάει ό Άρ. Βαλαωρίτης.
Τα επαναστατικό γεγονότα τοϋ Μ ω ρ ία άνησυχοΰν τό ν ’Εθνάρχη. ΣυγκαλεΤ έπανειλημμένες
συσκέψεις τώ ν Συνοδικών καί συζητάει μαζί τους
για τό μέλλον τοϋ Γένους. Τ ις π ρώτες μέρες τοϋ
Απριλίου, δπως άναφέρουν οί ιστορικοί Ν. Σπηλιάδης καί Mix. Οικονόμου, ό Δέρκων προτείνει
στον Οικουμενικό Πατριάρχη ένα τολμηρό σχέδιο:
Ν α κατεβοϋν στον Μ ωρία καί να πολεμήσουν τόν
βάρβαρο κατακτητή. «Μ ετά τήν ρήξιν τής έπαναστά­
σεως, γράφει ό Σπηλιάδης, ό Δέρκων θεωρών τόν
θάνατον τοϋ Πατριάρχου ώς καί τοϋ έαυτοϋ του καί
τών άλλων Αρχιερέων ώς άφευκτον, προβάλλει νά φύγωσιν άπό τήν Κωνσταντινούπολιν, νά μεταβώσι εις τήν
Πελοπόννησον, νά τεθώσιν έπί κεφαλής τών Ελλήνων
μέ τόν σταυρόν εις τάς χεϊρας, καί νά συντελέσωσιν
εις τήν καταστροφήν τοΰ Σουλτάνου...»
(Συνεχίζεται)

ΖΩΗ

Γ ' Α Π Ο Τ Ο Ν Θ ΡΟ Ν Ο Σ Τ Η Ν Α Γ Χ Ο Ν Η
ούς ιρ εΐς π ρώ του ς μήνες τοϋ Είκοσιένα τά
κακά μαντάτα φθάνουν τό ένα υστέρα άπό τό
άλλο σ τη ν Πύλη. Τήν 1η Μ αρτίου έρχεται στήν
Πόλη έκτακτος μυστικός ταχυδρόμος μέ τό μή­
νυμα δτι ό Ύψ ηλάντης κήρυξε τή ν επανάσταση
στις Ηγεμονίες. Συγχρόνως φθάνει στο Διβάνι ή
είδηση δτι στο Γαλάτσι σφάζουν οί επαναστάτες
Τούρκους καί δτι άπό στιγμή σέ στιγμή οί ραγιάδες
περιμένουν ρωσικές ενισχύσεις για να άνάψουν
τη φωτιά τής έπαναστάσεως σ ’ δλη τή Βαλκανική.
Τα ά π ρο σ δό κ η τα α ύ τό ν έα θορυβού ν τό ν
Σουλτάνο Μαχμούτ Β Π ρ ο α ισ θ ά ν ε τα ι δτι μεγά­
λο κακό περιμένει τή ν πανίσχυρη αύτοκρατορία
του. Μ έ τή ν τα χύ τη τα τή ς άστραπής φ θά νουν
άπό τούς έπίσημους στον τουρκικό δχλο οί δυ­
σάρεστες ειδήσεις. Θύελλα ξεση κώ νουν τό τε οί
φανατισμένοι Γενίτσαροι. Οί φωνές τους, γεμάτες
άπειλές φθάνουν ώ ς τό ν Βεζύρη. Γυρεύουν εκδί­
κηση, αιμα, θάνατο για τις σφαγές τοϋ Γαλατσίου.
Φ ω νάζουν για να καλύψουν τις δολοφονίες, πού
έχουν άρχίσει στα μισοσκότεινα καλντερίμια τής
Βασιλεύουσας.
Μ έσα στή γενική έκείνη άναστάτω ση ό Σουλ­
τάνος στέλνει φερμάνι στο Φανάρι καί ζητάει άπό
τό ν Πατριάρχη Γρηγόριο Ε ' να στείλει άμέσω ς
ά ντιπ ρ ο σω π εία σ τή ν Πύλη για να μελετήσουν
τή ν κατάσταση. Είναι 9 Μ αρτίου 1821. Ή καρδιά
το ΰ ’Εθνάρχη χτυπάει δυνατά, καθώς διαβάζει τή
σουλτανική διαταγή. Ν ιώ θ ει δτι τό χαρτί αύτό
είναι «άρχή ώ δ ίν ω ν καί π όνω ν». Τόν έαυτό του
δέν τό ν λογαριάζει. ΤόΈ θνος πονάει. Αύτός είναι
άποφασισμένος καί τή ζω ή του να θυσιάσει στο
βωμό τής Π ίστεω ς καί τής Πατρίδος. Θέλει δμως
να έξαντλήσει κάθε μέσο για να γλιτώσει τό Γένος
άπό τή θύελλα, πού δπου ναναι θα ξεσπάσει. Γι ’
αύτό μόλις διάβασε τό φερμάνι τοϋ Μαχμούτ, καλεΐ γύρω του τούς άφοσιωμένους συνεργάτες του
καί τούς διαβάζει τή διαταγή. Συζητοϋν για λίγο
π άνω στο θέμα καί ετοιμάζουν άμέσως τή ν άντιπροσωπεία τοϋ Γένους. Άνάμεσα στα πολυσέβαστα
ονόματα τώ ν άτρόμητων εκείνων κληρικών, είναι
καί τό όνομα τοϋ Γρηγορίου, τοϋ Μ ητροπολίτη
Δέρκων. Μέλη επίσης τής άντιπροσωπείας αύτής
είναι καί οί Μ ητροπολίτες’Εφέσου Διονύσιος, Ν ι­
κομήδειας Αθανάσιος, Θεσσαλονίκης Ιω σήφ, ΤυρνόβουΊω αννίκιος, Άδριανουπόλεως Δωρόθεος ό
Πρώιος καί Άγχιάλου Ευγένιος. Οί σεβάσμιοι αύτοί
κληρικοί μέ σφιγμένη καρδιά, ψιθυρίζοντας λόγια
ικεσίας σ τον Κύριο τώ ν Δυνάμεων, άνεβαίνουν
στα τουρκικό άνάκτορα. Μ π α ίνου ν στή μεγάλη
σάλα, πού κάθεται ό Σουλτάνος. Ό θρόνος είναι στο
βάθος κι επάνω θόλος χρυσός τό ν σκεπάζει. Στή

83

επι ton

γ ε γ

ΤΟ Μ Ε Λ Λ Ο Ν Τ Η Σ Ε Υ Ρ Ω Π Η Σ

Τ Α Ξ ΙΔ Ε Υ Ο Υ Μ Ε Σ Τ Ο ΙΔ ΙΟ Κ Α Ρ Α Β Ι

Η Α Ν Η Σ Υ Χ ΙΑ γιά ιό μέλλον τή ς Ευρώπης
άποδεικνύεται πραγματική. Τό έδειξαν άλλωστε
οί κάλπες άπό τήν εντυπωσιακή άνοδο τώ ν Εύρωσκεπτικιστών. Καί δυστυχώς δέν μπορούσε να γί­
νει διαφορετικά. Ή πεισματική άρνηση άναφοράς
στο ρόλο τοΰ Χριστιανισμού, ώ ς δημιουργού τής
Ευρώπης, τό άποδεικνύει περίτρανα. Οί ύλιστικές
καί άθεϊστικές δυνάμεις τοϋ συμφεροντολογισμοϋ,
νόμισαν πώς μπορούν να άντικαταστήσουν ή καί
νά καταργήσουν, άτιμωρητί, τις χριστιανικές ρίζες
τής Ευρώπης. Δ έν θέλησαν να άντιληφθοΰν, πώς
ή στάση τους αύτή άποτελοϋσε παραποίηση τής
ιστορικής άλήθειας καί άσέβεια στούς πρωτεργά­
τες τής Ε νω μ ένη ς Εύρώπης πού ύπήρξαν πνευ­
ματικές π ροσωπικότητες π ρώτου μεγέθους. Καί
ή κρίση ξέσπασε άπό μια πολιτική άκαρδη πού
χαράσσουν για τή ν Εύρώπη άλαζόνες γραφειο­
κράτες, χωρίς ανθρώπινο δραμα. Δ έν κατανόησαν,
δτι ή Εύρώπη δέν μπορεί να προχωρήσει χωρίς
πνευματικές καί ηθικές άρχές. Οί πολίτες της δέν
είναι άβουλα πιόνια, περιθωριοποιημένοι θεατές,
ώστε να ικανοποιούνται μέ ένα άπάνθρωπο σχέδιο
διαρκούς λιτότητας. Καί τώρα νά έλπίσει κανείς σέ
άλλαγή πορείας καί νοοτροπίας; Να ελπίσει πώς οί
ηγέτες τής Ε.Ε. θα καταλάβουν πώς δέν μπορούν
να θυσιάζουν τό μέλλον τής Εύρώπης στο βωμό
συμφερόντων καί μόνον;

«Δ εν ΒΛΕΠΕΤΕ όπου τό γένος μας αγρίευσε άπό
την άμάθειαν και έγίναμεν όλοι ωσάν άγρια θηρία;»
Ποιος θα πίστευε, π ώ ς τα λόγια αύτό πού είπε ό
άγιος Κοσμάς ό Αίτωλός, έδώ καί διακόσια τόσα
χρόνια, θα εξακολουθούσαν να ισχύουν καί σή ­
μερα υστέρα άπό τόσες επιδόσεις καί προόδους
στα γράμματα, στις επιστήμες, στήν τεχνολογία;
Τότε ειχε αγριέψει άπό τή ν άμάθεια. Τώρα άγριέψαμε άπό τήν «πολυμάθεια». Τώρα τα ξέρουμε δλα.
Τώρα χρησιμοποιούμε τις γνώ σ εις μας, δχι στήν
ύπηρεσία τού άνθρώπου, άλλα στήν εξόντωσή του.
Τώρα χωρίσαμε τή ν επιστήμη άπό τή ν άρετή καί
γ ι’ αύτό πάει να γίνει «πανουργία και ού σοφία».
Πράγματι, άγρίεψε τό γένος μας. Καί στρέφεται ό
ένας εναντίον τοΰ άλλου σαν να είμαστε εχθροί. Οί
κομματικές ιδίως διαφορές εξελίσσονται συχνό σέ
έξοντωτικές διαμάχες. Τοποθετούμε τούς άνθρώ ­
πους σέ άντιμαχόμενα στρατόπεδα μέ μοναδικό
σκοπό τό ν άφανισμό τού άντιπάλου. Καί αύτός
ό άντίπαλος μπορεί να είναι άδελφός μας, συνά­
δελφός μας, συγγενής, φίλος. Καί ξεχνάμε π ώ ς
ταξιδεύουμε στο ίδιο καράβι καί δέν πρέπει να
τό άφήσουμε να ναυαγήσει, διότι δέν θα ύπάρξει
δεύτερη κιβωτός τοΰ Ν ώ ε.

ΖΩΗ

Ιούλιοί - Αύγουσχο5

2014

Μ Ε Λ Λ Ο Ν Τ Ο Λ Ο ΓΟ Ι Κ Α Ι Ψ ΕΥΔΟΠΡΟΦΗΤΕΣ

84

Ο Ν Ο Τ Π Ν

Μ ε ΑΦΟΡΜΗ τήν οικονομική κρίση καί άλλες
αύξανόμενες καθημερινό κοινωνικές άναταραχές
κυκλοφορούν φυλλάδια καί δημοσιεύματα ψευδοπροφητισμοΰ καί μελλοντολογίας για έπερχόμενες
καταστροφές, πυρηνικούς πολέμους, έλευση τού
Αντίχριστου, πού σηματοδοτούν τό τέλος τού κό­
σμου. Μέχρι τώρα πρωτοστατούσαν κυρίως οί Χι­
λιοστές. ’Επειδή, δυστυχώς, μερικοί άδιαφώτιστοι
Χριστιανοί δίνουν πίστη σέ τέτοιους άνοητισμούς,
τούς ύπενθυμίζουμε τούς λόγους τοΰ Κυρίου. Είναι
τόσο ξεκάθαροι: «Ούχ ύμών έστι γνώναι χρόνους
η καιρούς ούς ό πατήρ έθετο έν τη ιδία εξου­
σ ία » (Πράξ. α ' 7). Δ έ ν είναι δουλειά δική σας να
περιεργαζόσασθε τα άπόρρητα τού Θεού. ’Άλλωστε
ό προκαθορισμός τού χρόνου, πού θα έλθει τό τέλος
τού κόσμου, άντίκειται καί σέ άλλους λόγους τοΰ
Κυρίου: «Περί τής ημέρας έκείνης ή τής ώρας
ούδείς οΐδεν, ούδέ οί άγγελοι έν ούρανω ούδέ
ό υιός, είμή ό πατήρ» (Μάρκ. ιγ ' 32). Τόν άκριβή
χρόνο πού θα συμβεί ή συντέλεια τοΰ κόσμου δέν
τόν γνωρίζουν ούτε οί άγγελοι καί τό ν γνωρίζουν
οί ψευδοπροφήτες; Τό χρέος τό δικό μας δέν είναι
να άνησυχοΰμε. Είναι να γρηγοροΰμε καί να άγωνιζόμεθα καί δχι να φοβούμεθα.

Ε Κ Π Α ΙΔ Ε Υ Τ ΙΚ Ο Ι Α Ξ ΙΟ Ι Τ Ι Μ Η Σ
Σ Υ Γ Κ ΙΝ Η Τ ΙΚ Η καί συγκλονιστική ή έπιστολή: «Και νά πού ύστερα άπό 10 χρόνια στην ιδιωτική
εκπαίδευση (16 χρόνια στην εκπαίδευση γενικότερα)
βρίσκεις ένα άπρόσωπο γράμμα άπό έναν άγνωστο δι­
καστικό επιμελητή τιον σοϋ γνωστοποιεί την άπόλυσή
σου. Εκείνη τή στιγμή περνούν πάρα πολλές σκέψεις
άπό τό μυαλό σου, εικόνες άπό τό σχολείο, τις τάξεις,
τούς μαθητές, τούς συναδέλφους... Σκέφτεσαι ότι έσύ
είχες πάντα πρόσωπο σέ ό,τι έκανες. Δέν λειτουργούσες
άπρόσωπα, ψυχρά. Πώς θά μπορούσες άλλωστε ώς
έκπαιδευτικός;Έμπαινες στις τάξεις μέ χαμόγελο, μέ
άνθρωπιά, μέ καλοσύνη. Αισθήματα πού δέν ορίζει τό
ωρολόγιο πρόγραμμα ούτε σέ υποχρεώνει τό υπουργείο
«Παιδείας». Προσπαθούσες νά διαφέρεις άπό τούς διεκπεραιωτές, νά καταγγέλλεις τή δολοφονία τοϋ Λόγου,
νά καταπολεμάς τήν άδιαφορία. Νά άποκτάς συνεχώς
περισσότερες γνώσεις, άποκτώντας μέχρι και διδακτο­
ρικό, γιά νά κάνεις ένα μάθημα πού θά τούς προσφέρει
γνώσεις και θά χτίζεις σιγά - σιγά τήν παιδεία τους, θά
διαμορφώνεις τις άξίες τους...» Μεγάλη άπογοήτευση,
δταν εκπαιδευτικοί άξιοι τής άποστολής τους, γ ι’
αύτό καί άξιοι τιμής καί άναγνωρίσεως, συναντούν
τήν άχαριστία, τήν άπαξίωση, τή σκληρή άπόρριψη.
Λησμονούμε, πώς τό πρόβλημα τής Παιδείας είναι
πρόβλημα έκπαιδευτικών;

Ο ,ο
L
λΙ % < ω
1

SU|
Ο
5 •οΡ-»
i
Ρ
5
*ί ο.
<
C
ΚΩΔΙΚΟΣ:
01 1290
σ\ ^

οο 2?
a

53 ^
α ■a ■
Ν
ο »
£ rt
Κ τ-η

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful