You are on page 1of 428

ο Αμερικανός συγγραφέας

και νατουραλιοτης φιλόσοφος
Χένρι Ντέιβιντ Θορώ γεννήθηκε
στο Κόνκορντ της Μασαχουσέτης
το 1817. Σπούδασε στο Χάρβαρντ.
Το διάστημα 1838-1841 διδάσκει
στην Ακαδημία του Κόνκορντ.
Εκτός από το κορυφαίο του έργο
Walden ή Η ζωή στο δάσος (1854),
έχει γράφει μεταξύ άλλων: Α Week
on the Concord and Merrimack Rivers
(Μια εβδομάδα στους ποταμούς
Κόνκορντ και Μέριμακ, 1849), CMI
Disobedience (Πολιτική Ανυπακοή,
m9)Jhe Maine Woods
(ΤαδάσητουΜέιν, 1864).
Πέθανε από φυματίωση το 1862.

W A L D Ε Ν
η

Η ζωη στο δάσος

HENRY D. THOREAU

W A L D Ε Ν
η

Η ζωή στο δάσος

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ

ΔΕΥΤΕΡΗ

ΕΚΔΟΣΗ

ΚΕΔΡΟΣ

ISBN 978-960-04-3433^

Τίτλος πρωτοτύπου:
Henry David Thoreau: «Walden»
Μετάφραση: ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ
Υπεύθυνη διορθώσεων: ΜΑΡΙΑ ΣΠΑΝΑΚΗ
Επιμέλεια-Διόρθωση: ΘΕΟΔΩΡΑ ΘΕΟΔΩΡΙΔΗ
Ηλεκτρονική διόρθωση: ΓΕΩΡΓΙΑ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΙΟΥ
Τυπογραφική επιμέλεια: ΜΑΡΙΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ
Ηλεκτρονική σελιδοποίηση: ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΜΤΣΙΚΙΩΤΗ
© Για την έκδοση στα ελληνικά, Εκδόσεις Κέδρος, Α.Ε., 2007
www.kedros.gr
e-mail: booL·@kedros.gr

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Λίγες σελίδες πριν από το τέλος του βιβλίου Ονόλντεν ή Η ζωή στο
δάσος, ο Χένρι Ντέιβιντ Θορώ γράφει: «Έτσι λοιπόν ολοκληρώθηκε
ο πρώτος μου χρόνος στο δάσος* και ο δεύτερος κύλησε με παρόμοιο τρόπο». Ο αναγνώστης που (ρτάνει στο συγκεκριμένο σημείο
αυτού του τόσο πρωτότυπου και γεμάτου εκφραστικό πλούτο βιβλίου, δεν μπορεί παρά να αιφνιδιαστεί από την παραπάνω πρόταση. Η
αποφώνηση αυτή μοιάζει να προέρχεται από ένα βιβλίο άλλο από
εκείνο που κρατά στα χέρια του. Και αυτό γιατί απουσιάζει η αίσθηση πως στο Ονόλντεν ο Θορώ περιγράφει έναν ολόκληρο χρόνο από
τη ζωή του. Η λέξη «λοιπόν» φαντάζει εδώ ολότελα παράταιρη. Αν
επιχειρήσουμε να πάρουμε κατά γράμμα την πρόταση αυτή του Θορώ, θα πρέπει να έχουμε κατά νου πως ο πρώτος του χρόνος στο δάσος ξεκίνησε στις 4 Ιουλίου 1845. Οι εμπειρίες και οι σκέψεις του
στο διάστημα αυτό έγιναν το θέμα του βιβλίου που εκδόθηκε αρκετά
αργότερα και αποτέλεσε ένα είδος παγκόσμιας διαθήκης του συγγραφέα. Ο δεύτερος χρόνος όμως, ο οποίος έληξε με την αποχώρηση του Θορώ από τη λίμνη στις 6 Σεπτεμβρίου 1847, παραμένει ένα
μυστήριο κρυμμένο σε κάποια σκοτεινή γωνιά του κειμένου, ένας
προσωπικός τόπος, που το μονοπάτι που οδηγεί σε αυτόν μόνο ο
ίδιος ο Θορώ το γνώριζε. Το μόνο που είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε εμείς από τα προφανή στοιχεία που μας προσφέρει το κείμενο
σχετικά με το δεύτερο χρόνο του Θορώ στη λίμνη Ουόλντεν είναι
πως ήταν παρόμοιος με τον πρώτο, ό,τι και αν σημαίνει αυτό. Έχου-

8

WALDEN

με συνηθίσει να αφουγκραζόμαστε κάθε ιστορία περιμένοντας την
κατάληξη της, όμως η παραπάνω πρόταση - ακόμα και σε συνδυασμό με την «Κατακλείδα» που ακολουθεί - δεν αποπνέει την αίσθηση μιας «σωστής» κατάληξης.
Ξεκινώ από το σημείο αυτό του βιβλίου, γιατί πρόκειται για μια
πρόταση - και σχεδόν σε κάθε βιβλίο υπάρχει μια παρόμοια - η
οποία δίνει την αίσθηση ενός αρμοΰ, μιας «ραφής» στο υλικό του κειμένου. Ο συγγραφέας μοιάζει να έχει ράψει με προσεκτικές βελονιές
το σημείο αυτό, σαν να ήθελε να κρύψει ένα σκίσιμο που απειλεί να
διαλύσει ολόκληρο το συνεκτικό ιστό του έργου. «Ο δεύτερος χρόνος», μας λέει ο Θορώ, «κύλησε με τρόπο παρόμοιο με τον προατο».
Κι όμως, για τη συγγραφή του βιβλίου χρησιμοποίησε υλικό από τις
σημειώσεις που κρατούσε τόσο κατά το δεύτερο χρόνο της διαμονής
του στο δάσος όσο και κατά τον προηγούμενο, όταν ακόμη συνέτασσε τις διαλέξεις του και δούλευε πάνω στο χειρόγραφο του πρώτου
του βιβλίου, με τίτλο Μια εβδομάδα στους ποταμούς Κόνκορντ και
Μέριμακ. Το Ουάλντεν περιέχει επίσης υλικό από τις καταχωρίσεις
του Θορώ στο ημερολόγιό του, μερικές από τις οποίες χρονολογούνται ήδη από το 1839, ενώ άλλες από το 1854, τη χρονιά που πρωτοδημοσιεύτηκε το Ονόλντεν από τον εκδοτικό οίκο Ticknor and Fields.
Με άλλα λόγια, ο αποσιωπημένος εκείνος «δεύτερος χρόνος» που
αναφέρεται στην καταληκτική πρόταση βρίσκεται στη σφαίρα της
φαντασίας, ταυτόχρονα όμως είναι ήδη παρών στο κείμενο.
«Ο σκοπός για τον οποίο πήγα στη λίμνη Ουόλντεν», γράφει ο
Θορώ, «δεν ήταν για να βρω έναν τόπο στον οποίο θα μπορούσα να
ζήσω είτε φθηνά είτε πλουσιοπάροχα, αλλά για να καταπιαστώ με
κάποιες προσωπικές εργασίες μου έχοντας να αντιμετωπίσω τα λιγότερα δυνατά εμπόδια». Ο λόγος που το Ουόλντεν ηχεί τόσο αρμονικά στη φαντασία των Αμερικανών είναι η απλότητα των εργασιών
εκείνων που περιγράφει ο Θορώ. Ένας νεαρός άνδρας, απόφοιτος
του Χάρβαρντ, που ακόμη δεν έχει συμπληρώσει το εικοστό όγδοο
έτος της ηλικίας του, μεταβαίνει στις όχθες μιας κοντινής μικρής λίμνης. Εκεί χτίζει μια μικρή καλύβα, μόλις τριάμισι επί τεσσεράμισι

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

9

μέτρα, με ξυλεία της περιοχής και άχρηστα σανίδια, πάνω σε δανεική γη? χρησιμοποιώντας ένα δανεικό τσεκούρι. Σκάβει ένα κελάρι
στο μαλακό χώμα. Φυτεύει ένα χωράφι με φασολιές. Χτίζει μόνος
του την καμινάδα, φτιάχνει ασβέστη, σοβαντίζει ο ίδιος το σπίτι του.
Τρέφεται κατά κΰριο λόγο με φρούτα και λαχανικά. Το κελάρι του
περιέχει κυρίως ρΰζι, μελάσα, κριθάλευρο και καλαμποκάλευρο, το
λεγόμενο «ινδιάνικο αλεύρι». Δεν έχει επαγγελματικές υποχρεώσεις, ή τουλάχιστον υποχρεώσεις τέτοιες που οι γείτονές του θα αναγνώριζαν ως επαγγελματικές. Διαβάζει, γράφει, στοχάζεται, συζητά
σχεδόν με όποιον συναντά. Κρατάει ημερολόγιο. Η εργασία του,
συμφωνά με τα ίδια του τα λόγια, είναι η εργασία του «αυτόκλητου
επιθεωρητή της χιονοθύελλας και της καταιγίδας [...] ενός τοπογράφου όχι των δημόσιων δρόμων, αλλά των μονοπατιών του δάσους
και όλων εκείνων των μονοπατιών που διασχίζουν τα χωράφια».
Ήταν μια ζωή εξαιρετικά λιτή. Κι όμως, ένα μεγάλο ποσοστό των
συμπατριωτών του Θορώ ζοΰσε σε συνθήκες ακόμη πιο ταπεινές και
φτωχικές, με πολΰ λιγότερες ανέσεις. Όμως ο Θορώ δε φιλοδοξούσε
απλά να ζήσει μια ζωή όσο το δυνατόν πιο λιτή. Αυτό που επιθυμούσε
ήταν μια ζωή που να συνδυάζει στο μέγιστο δυνατό βαθμό τη λιτότητα
με τη συνέπεια απέναντι σε μια αίσθηση οικιακής ζωής που να επιτρέπει την πνευματική εργασία, στα μέτρα της κοινωνίας της Νέας
Αγγλίας αλλά και της ίδιας του της ανατροφής. «Είναι τάχα αδύνατο», ρωτά, «να συνδυάσει κανείς την ευρωστία των αγρίων με την
πνευματικότητα του πολιτισμένου ανθρώπου;» Αυτό που κάνει τον
Θορώ τόσο οξυδερκή κριτικό της ζωής των πιο συνηθισμένων ανθρώπων δεν είναι η απομόνωσή του στη λίμνη και η απομάκρυνση του
από τον τρόπο ζωής των υπολοίπων, αλλά η συνεχής επαφή του με
αυτόν: η απόφασή του να χτίσει το συνηθισμένο αν και μικροσκοπικό
του σπίτι αντί να περιπλανηθεί, οι συχνές του συναναστροφές με τους
κατοίκους της μικρής πόλης του Κόνκορντ. Ο Θορώ δεν ξεκίνησε για
ένα ταξίδι γεμάτο περιπέτειες, όπως ο Χακ Φιν, ο ήρωας του Μαρκ
Τουαίην, ούτε μπάρκαρε σε φαλαινοθηρικό, όπως ο Ισμαήλ, ο ήρωας
του Μέλβιλ. Η απλότητα του βίου του τα δύο εκείνα χρόνια στην το-

10

WALDEN

ποθεσία Ουόλντεν δε μοιάζει τόσο με αντίδοτο προς κάποιο δηλητήριο που προσιδιάζει στην αμερικανική ζωή, όσο με ένα είδος μεγεθυντικού φακοΰ που του επιτρέπει να διακρίνει καλύτερα τη χώρα στην
οποία ζει και στην οποία επέλεξε να παραμείνει.
Παρ' όλα αυτά, η απλότητα του βιβλίου Ουόλντεν είναι περισσότερο εμφανής στον τρόπο με τον οποίο φανταζόμαστε το όλο εγχείρημα του Θορώ, παρά στο ίδιο το έργο, που ήρθε ως αποτέλεσμα
του εγχειρήματος αυτοΰ. Έ χ ω την αίσθηση πως οι περισσότεροι από
τους αναγνώστες που έρχονται για πρώτη φορά σε επαφή με το βιβλίο αυτό νιώθουν ένα είδος σύγχυσης από τις πρώτες κιόλας σελίδες. Ο αναγνώστης ανακαλύπτει γρήγορα πως το Ουόλντεν οπωσδήποτε δεν αποτελεί μια αφήγηση της ζωής του συγγραφέα στις όχθες
της λίμνης. Το αφηγηματικό στοιχείο είναι ελάχιστο, η πλοκή μηδαμινή. (Γι' αυτό άλλωστε και το κλείσιμο εκείνο στο προτελευταίο κεφάλαιο - «Έτσι λοιπόν ολοκληρώθηκε ο πρώτος μου χρόνος στο δάσος» - ηχεί τόσο παράξενο.) Και δεν είναι μόνο αυτό. Έχουμε εκπαιδευτεί, ως αναγνώστες, να περιμένουμε από τη σύγχρονη δοκιμιογραφία ένα είδος ομαλότητας, αν όχι στην αφήγηση, τουλάχιστον
στο ρυθμό και στο ρητορικό τόνο. Όμως και στον τομέα αυτό, το
Ουόλντεν μας επιφυλάσσει εκπλήξεις. Η γραφή του κινείται σε έδα-.
φος πιο πολύπλοκο - και αναφέρομαι αποκλειστικά στην πρωτογενή
εικόνα, στην επιφάνεια του λόγου του - σχεδόν από κάθε άλλο μείζον λογοτεχνικό έργο Αμερικανού συγγραφέα του δέκατου ένατου
αιώνα, με εξαίρεση το Μόμπι Ντικ.
Έ ν α μεγάλο μέρος της πολυπλοκότητας του Ουόλντεν πηγάζει
από τον τρόπο με τον οποίο συνετέθη. Η ευρέως επικρατούσα άποψη είναι πως το βιβλίο γράςττηκε στο διάστημα των δύο ετών της παραμονής του Θορώ στην παράγκα στις όχθες της λίμνης, ένας μύθος
που βοήθησε και ο ίδιος να καλλιεργηθεί. «Όταν έγραψα τις παρακάτω σελίδες, ή μάλλον το μεγαλύτερο μέρος τους», μας πληροφορεί
από την πρώτη κιόλας πρόταση του βιβλίου, «ζούσα μόνος στο δάσος, σε απόσταση ενός μιλίου από τον πλησιέστερο γείτονά μου, σ'
ένα σπίτι που είχα χτίσει ολομόναχος στις όχθες τις λίμνης Ουόλ-

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

11

ντεν, κοντά στο Κόνκορντ της Μασαχουσέτης, και ως μοναδικό μέσο
βιοπορισμού είχα τα χέρια μου». Αυτό που δείχνει να έχει εδώ κατά
νου ο Θορώ είναι ένα πρότυπο απόλυτης αυτάρκειας, ακόμα και σε
ό,τι αφορά το χρόνο: φαίνεται πράγματι να ταιριάζει απόλυτα η συγγραφή ενός τέτοιου βιβλίου στο μεγαλύτερο μέρος του κατά τη διάρκεια των μηνών που πέρασε στη λίμνη. Η αλήθεια όμως της πρότασης αυτής ανήκει στη σφαίρα της φαντασίας: το πρώτο χειρόγραφο
του Ουόλντεν, που ο Θορώ ολοκλήρωσε ενώ ακόμη ζοΰσε στην καλύβα κοντά στη λίμνη, είχε όγκο μικρότερο από το μισό της τελικής
μορφής του. Να λοιπόν άλλη μια ευκαιρία για τον προσεκτικό αναγνώστη να αναλογιστεί τους παράδοξους ισχυρισμούς του Θορώ
σχετικά με το κείμενό του και να αναρωτηθεί σε ποιο λογοτεχνικό
είδος ανήκει τελικά το Ουόλντεν: στο δοκιμιακό ή, όπως ισχυρίζεται
η Τζόις Κάρολ Όουτς, στο «είδος εκείνο των πιο αριστοτεχνικά
γραμμένων πεζογραφημάτων»;
Στην πραγματικότητα ο Θορώ συνδύαζε δύο διαφορετικά συγγραφικά πρόσωπα. Στο ογκώδες ημερολόγιό του, το οποίο ξεκίνησε
σης 22 Οκτωβρίου 1837 και διέκοψε έξι μόνο μήνες πριν από το θάνατό του από φυματίωση στις 9 Μαΐου 1862, συχνά το γράψιμό του
ήταν γοργό και αυθόρμητο. Αντλούσε απλόχερα από τις σκέψεις του
και τις παρατηρήσεις του κόσμου γύρω του, αν και πολλές από τις
καταχωρίσεις του έχουν τη μορφή σημειώσεων σχετικά με τα διαβάσματά του. Τα έργα όμως που έγραφε με σκοπό να δημοσιεύσει
αποτελούσαν για εκείνον πάντοτε αντικείμενα διεξοδικής επεξεργασίας και συχνών αναθεωρήσεων. Κάθε βιβλίο του Θορώ θυμίζει ζωντανό οργανισμό στην ανάπτυξή του και αποτελεί καθρέφτη του ιδιαίτερου τρόπου με τον οποίο λειτουργούσε η μνήμη του συγγραφέα
του. Γράφει το 1857 στο ημερολόγιό του: «Συχνά μπορώ να δώσω
την πιο αληθινή και ενδιαφέρουσα περιγραφή των περιπετειών μου
μονάχα αφού έχουν περάσει αρκετά χρόνια, γιατί τότε πια έχει χαθεί κάθε σύγχυση και μόνο τα πιο αξιόλογα γεγονότα παραμένουν
ζωντανά στη μνήμη μου. Αν λοιπόν κάτι εξακολουθεί ακόμη να μου
κεντρίζει το ενδιαφέρον για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα από τη

12

WALDEN

στιγμή που συνέβη, σημαίνει πως είναι πέρα από κάθε αμφιβολία
σημαντικό και μπορώ άφοβα να το καταγράψω με όσες λεπτομέρειες θυμάμαι». Ο Θορώ δεν υπερβάλλει: πράγματι μεσολαβούσαν
πολλά χρόνια ανάμεσα στις «περιπέτειές» του και στη δημοσίευση
των βιβλίων του. Το βιβλίο Μια εβδομάδα στους ποταμούς Κόνκορντ
και Μέριμακ κυκλοφόρησε το 1849, δέκα χρόνια μετά το ταξίδι που
αποτέλεσε την αφορμή για να γρα(ρτεί. Το Ονόλντεν δημοσιεύτηκε
εννέα χρόνια κι ένα μήνα αφότου ο Θορώ εγκαταστάθηκε για πρώτη φορά στην ομώνυμη τοποθεσία.
Δεν έχει νόημα να εξετάσουμε με κάθε λεπτομέρεια όλες τις
αναθεωρήσεις που υπέστη το Ονόλντεν ώσπου να πάρει την τελική
του μορφή. Αρκεί να επισημάνουμε πως ανάμεσα στο 1847 και το
1854 ο Θορώ έγραψε οκτώ διαφορετικές εκδοχές του βιβλίου πριν
κρίνει ότι ήταν έτοιμο για το τυπογραφείο. Η τοποθεσία γύρω από
τη λίμνη Ουόλντεν, την οποία ο Θορώ είχε αντικρίσει για πρώτη φορά όταν ήταν πέντε ετών, για πολύ καιρό αποτελούσε για εκείνον οικείο τόπο, κομμάτι της ψυχής του. Όταν λοιπόν πήγε να ζήσει εκεί
το 1845, σκοπός του ήταν να γράψει για τον τόπο εκείνο. Αυτό όμως
που τον ώθησε να ξεκινήσει το γράψιμο φτάνοντας εκεί ήταν η δικαιολογημένη περιέργεια των γειτόνων του, που είναι και ένας από
τους λόγους για τους οποίους διαβάζουμε το βιβλίο αυτό ακόμη και
σήμερα. «Δε θα γινόμουν ποτέ τόσο φορτικός στους αναγνώστες
μου, σκοτίζοντάς τους με τις υποθέσεις μου», γράφει ο Θορώ στη
δεύτερη παράγραφο του Ουόλντεν, «αν δεν είχαν τεθεί κάποια συγκεκριμένα ερωτήματα εκ μέρους των συμπολιτών μου σχετικά με
τον τρόπο ζωής μου». Η πιο πρώιμη μορφή του βιβλίου ήταν μια διάλεξη με τίτλο «Η ιστορία του εαυτού μου», που ο Θορώ έδωσε στον
φιλολογικό και πολιτιστικό σύλλογο Concord Lyceum το Φεβρουάριο του 1847, όταν ήδη ζούσε στη λίμνη Ουόλντεν για επτά μήνες, με
σκοπό να ικανοποιήσει την περιέργεια των συμπολιτών του. Πρόκειται για μια διάλεξη που θύμιζε ίσως περισσότερο κήρυγμα ενός ανέστιου περιπλανώμενου, παρά ενός ανθρώπου με μόνιμη στέγη.
Καθώς περνούσαν τα χρόνια ο Θορώ εισήγαγε νέο υλικό, ενώ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

13

ποτέ δεν έπαψε να αναπλάθει και να εμπλουτίζει το παλιό. Επισκέφθηκε ξανά τη λίμνη, ενώ επέστρεφε διαρκώς στα ημερολόγιά του,
σε αναζήτηση νέου υλικοΰ. Η ανάπτυξη του βιβλίου ήταν δαιδαλώδης και ακολουθούσε διαδρομές που πολλοί μελετητές προσπάθησαν να αναπαραστήσουν, ξοδεύοντας αρκετό χρόνο και ενέργεια.
Καθώς δούλευε πάνω στο χειρόγραφό του, αντιγράφοντας σημεία
του ξανά και ξανά με το δυσανάγνωστο γραφικό του χαρακτήρα, ο
Θορώ αποκάλυπτε σταδιακά μια υποβόσκουσα δομή που ακολουθούσε τις εποχές στο Ονόλντεν, η οποία στις πρώτες εκδοχές του βιβλίου βρισκόταν ακόμα κρυμμένη. Κάποια από τα σημαντικότερα
σημεία το έργου - μεγάλα κομμάτια των κεφαλαίων «Άγριοι γείτονες», «Σπιτική θαλπωρή», «Χειμωνιάτικοι επισκέπτες», «Τα ζώα του
χειμώνα» και «Η λίμνη το χειμώνα» - προστέθηκαν μετά το 1851.
Πρόκειται για κομμάτια που βοηθούν να ισορροπήσει η αφήγηση
καθώς προχωρά προς την «Άνοιξη», το τελευταίο κεφάλαιο πριν
από τη γλαφυρή «Κατακλείδα» του Ονόλντεν.
Κι όμως, παρά τους εύλογους ισχυρισμούς για την ύπαρξη μιας
«δομικής ολότητας στο Ονόλντεν», όπως την αποκαλεί ο μεγάλος
μελετητής της αμερικανικής λογοτεχνίας Μάθιεσεν* - ισχυρισμοί
που βασίζονται στην αφηγηματική εξέλιξη του βιβλίου, η οποία
φαίνεται να ακολουθεί την εναλλαγή των εποχών - ο αναγνώστης
που έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με το Ονόλντεν είναι πιθανότερο να αντιληφθεί το έργο ως μια συρραφή ετερόκλητων στοιχείων παρά ως ενιαίο, αρμονικό σύνολο. Ως εικόνα αυτή καθαυτή,
η λίμνη αποτελεί ένα μοναδικό και αδιαίρετο στοιχείο, την ουσία
του ενός: ένας παρθένος υδάτινος όγκος κοντά στη μικρή πόλη
Κόνκορντ, που περιζώνεται από απόκρημνες όχθες. Ταυτόχρονα
όμως αποτελεί και αστείρευτη πηγή αναλογιών, με τα μονοπάτια
της να οδηγούν μακριά από το νερό κι έπειτα να επιστρέφουν ελι-

* «The structural wholeness» (Η δομική ολότητα): F.O. Matthiessen, AmeHcan
Renaissance (Αμερικανική αναγέννηση), Oxford University Press, Νέα Υόρκη,
1968, σελ. 173.

14

WALDEN

κοειδώς. Ένα στοιχείο που συγκρατεί το βιβλίο αυτό από το να
διαλυθεί εις τα εξ ων συνετέθη - μια και ο Θορώ ακολουθεί σχεδόν
το καθένα από τα μονοπάτια εκείνα ως το τέρμα του - είναι απλά
και μόνο η εικόνα της ίδιας της λίμνης και της μικρής καλύβας του
συγγραφέα σης όχθες της. Πρόκειται για μια εικόνα που προσφέρει στον αναγνώστη μια αίσθηση του τόπου, σ' ένα βιβλίο που το
θέμα του δεν είναι άλλο από ένα νεαρό άνδρα ο οποίος αναζητά
ένα σπίτι, έναν τόπο, και ο οποίος, στην αρχή τουλάχιστον, δε δείχνει να βιάζεται να φτάσει σης όχθες της λίμνης. «Είμαι ευγνώμων», γράφει ο Θορώ, «που η λίμνη αυτή φτιάχτηκε τόσο βαθιά και
τόσο παρθένα, έτσι που να λειτουργεί σαν σύμβολο». Και ένα από
τα πράγματα τα οποία τελικά φτάνει να συμβολίζει, είναι ακριβώς
η ενότητα του βιβλίου αυτοΰ.
Η ετερόκλητη φΰση του ΟνοΑντεν γίνεται ιδιαίτερα αισθητή
στο επίπεδο της πρόζας. Όσο σπουδαίες και αν είναι οι ιδέες που
υπάρχουν μέσα του, όσο σπουδαία και αν ήταν τα πρακτικά και
ηθικά εγχειρήματα του Θορώ, ο κύριος λόγος για τον οποίο επιβιώνει το βιβλίο δεν είναι άλλος από το υψηλό επίπεδο της γραφής του, ακόμη και αν αυτό δε διατηρείται σταθερό σε όλη τη
διάρκεια του βιβλίου. Το Ουόλντεν αποτελεί μια σύνοψη διαφόρων υφολογικών τεχνικών που κυριαρχούσαν στα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα. Κάποιες από αυτές προμηνύουν τη λιτότητα της
γραφής που επικράτησε στην αμερικανική λογοτεχνία στο δεύτερο
μισό του εικοστού αιώνα, άλλες κοιτούν προς τα πίσω, σε κάποια
πολύ πιο περίτεχνα πρότυπα της αγγλικής πεζογραφίας του δέκατου έβδομου αιώνα, άλλες πάλι καθρεςττίζουν τις ιδιαίτερες και
από καιρό χαμένες λογοτεχνικές τάσεις της εποχής του Θορώ. Το
καθένα από τα υφολογικά αυτά μοντέλα που συνυπάρχουν στο
Ουόλντεν δείχνει να απευθύνεται σε διαφορετικό κοινό: τη μια ο
Θορώ μοιάζει να μιλά σε μια μικρή ομάδα γειτόνων του που
έχουν συγκεντρωθεί στην έδρα του φιλολογικού συλλόγου
Concord Lyceum, την άλλη είναι σαν να απευθύνεται στις επερχόμενες γενιές. Κάποιες φορές δείχνει να γράφει για μια σύναξη

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

15

ψυχρών και κάπως υπεροπτικών λογοτεχνικών κριτικών, κάποιες
άλλες μονάχα για τον εαυτό του.
«Όσο για το ΰφος της γραφής», γράφει κάπου ο Θορώ, «αν κάποιος έχει κάτι να πει, τότε αυτό θα βγει από μέσα του με τρόπο φυσικό και άμεσο, όπως πέφτει μια πέτρα στη γη αμέσως μόλις την
ελευθερώσουμε από τη χοΰςρτα μας».* Παρ' όλο που η παραπάνω
πρόταση ακούγεται σαν περιγραφή της δημιουργικής διαδικασίας
του συγγραφέα, στην ουσία αποτελεί περιγραφή της εντύπωσης που
δίνει ένα καλογραμμένο κείμενο στον αναγνώστη - ειδικά στην περίπτωση του Θορώ, ο οποίος, ως γνωστόν, δούλευε και ξαναδούλευε
με ιδιαίτερη φροντίδα τα χειρόγραφά του. Έτσι, για τον αναγνώστη
οι λέξεις φαίνονται να έχουν μπει «με τρόπο ςρυσικό» στη σωστή
τους θέση, χωρίς ο συγγραφέας να έχει καταβάλει κάποια ιδιαίτερη
προσπάθεια. Στο απόγειο των ικανοτήτων του, ο Θορώ δημιουργεί
διαρκώς τούτη την εντύπωση, αν και δεν είναι πάντοτε αυτό το αποτέλεσμα για το οποίο πασχίζει. Διαθέτει την ικανότητα να χειρίζεται
τον πεζό λόγο με τέτοιον τρόπο ώστε να δημιουργεί μια γλώσσα που
ακούγεται οικεία όπως η καθημερινή, αλλά πιο λακωνική και ισορροπημένη.
Αυτό στο οποίο επιμένει ο Θορώ στο συγκεκριμένο παράθεμα,
από τη σκοπιά του συγγραφέα, είναι το να έχει κανείς κάτι να πει
και όχι τόσο το να διαθέτει λιτό ύφος. Ο Θορώ πάντοτε είχε κάτι να
πει και συνήθως το έλεγε με τρόπο που έμενε για πάντα χαραγμένος
στη μνήμη του αναγνώστη. Αυτό εννοούσε και ο Γουάιτ (Ε.Β. White)
στο δοκίμιο με τίτλο Ένας ανεπαίσθητος βραδινός ήχος (Α Slight
Sound At Evening), που έγραψε με αφορμή τον εορτασμό των εκατό
χρόνων από την πρώτη δημοσίευση του Ονόλντεν. «Ο Θορώ», γράφει ο Γουάιτ, «είχε την τάση να χρησιμοποιεί αποφθεγματική γλώσσα, μια ικανότητα για την οποία δεν μπορούν να παινευτούν όλοι οι
συγγραφείς. Το Ονόλντεν αποτελεί, από ρητορική άποψη, ένα σύνολο από έγκυρες προτάσεις, μερικές από τις οποίες, όπως γίνεται φα* «As for style of writing» (Όσο για το ΰφος της γραφής): ό.π., σελ. 155.

16

WALDEN

νερό σήμερα, είναι τόσο άφθαρτες όσο και ξεπερασμένες».* Οι
προτάσεις του Θορώ - ή τουλάχιστον όσες από αυτές μένουν στη
μνήμη - είναι γεμάτες από το ζήλο ενός ανθρώπου που μιλά κατευθείαν στο κοινό του, δείχνουν πως πρόκειται για κάποιον που έχει
συναίσθηση των δυνατοτήτων του να πείθει τον ακροατή του, που
γνωρίζει την αλήθεια των όσων λέει. Ιδοΰ ένα παράδειγμα:
Έχουμε ανάγκη το τονωτικό της άγριας (ρύσης - να τσαλαβουτήσουμε κάποιες φορές σε βάλτους όπου παραμονεύει ο νυχτοκόρακας και η αγριόκοτα, να ακούσουμε το βροντερό κρώξιμο της βαλτομπεκάτσας· να μυρίσουμε
το σπαθόχορτο που θροΐζει στον άνεμο, στα μέρη όπου μονάχα τα πιο άγρια
και μοναχικά πουλιά χτίζουν τις φωλιές τους, εκεί όπου το κουνάβι σέρνεται
με την κοιλιά στο έδαφος. Ενώ επιθυμούμε με όλη μας την ψυχή να εξερευνήσουμε και να μάθουμε τα πάντα, την ίδια στιγμή απαιτούμε να μείνουν τα
πάντα μυστηριώδη και ανεξερεύνητα, να είναι απείρως άγριες η στεριά και
η θάλασσα, αχαρτογράφητες και ακατανόητες και οι δυο τους, αφού δεν είναι σε θέση ο άνθρωπος να τις εξιχνιάσει. Τη Φύση δεν τη χορταίνουμε ποτέ μας.

Ο αναγνώστης του παραπάνω αποσπάσματος τείνει αυτόματα να
προσέξει τις αξιωματικές επισημάνσεις που εκφράζονται σε αυτό:
έχουμε ανάγκη το τονωτικό της άγριας φύσης - τη Φύση δεν τη χορταίνουμε ποτέ μας. Αυτές οι προτάσεις αποτελούν χαρακτηριστικά
δείγματα του είδους των προτάσεων με τις οποίες επιθυμούσε να εκφράζεται ο Θορώ, που μοιάζουν με πέτρες που αφήνονται να πέσουν στη γη - απλές, άμεσες, αναπότρεπτες, εύκολα παραθέσιμες.
Όμως το είδος εκείνο της πρόζας του Ονόλντεν που προετοιμάζει
τον αναγνώστη για να δεχτεί την επίδραση τέτοιων προτάσεων είναι
αρκετά διαφορετικό: πιο εκτενές, πιο περιγραφικό, με λιγότερο πο-

* «Thoreau tended to write» (Ο Θορώ είχε κλίση στη συγγραφή): Ε.Β. White,
Essays of Ε.Β. White (Δοκίμια του Ε.Β. White), Harper and Row, Νέα Υόρκη,
1977, σελ. 239.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

17

μιπώδεις ρυθμούς. Είναι ένας λόγος στον οποίο ο Θορώ αποχωρεί
για λίγο από το κέντρο της σκηνής, αφήνει κατά μέρος τους φλογερούς τόνους και μας επιτρέπει να ακοΰσουμε «το βροντερό κρώξιμο
της βαλτομπεκάτσας», να μυρίσουμε «το σπαθόχορτο που θροΐζει
στον άνεμο».
Να για παράδειγμα μια παράγραφος από το πρώτο κεφάλαιο του
Ονόλντεν με τίτλο «Οικονομία», όπου η γραφή του Θορώ βρίσκεται
στο απόγειο της απλότητας και της αμεσότητάς της:
Ως τα μέσα του Απρίλη, μια και δε βιαζόμουν καθόλου να αποτελειώσω τη
δουλειά μου αλλά απεναντίας προσπαθούσα να την κάνω όσο καλύτερα γινόταν, είχα έτοιμο το σκελετό του σπιτιού μου. Τώρα πια μπορούσαν να
μπουν τα σανίδια. Είχα ήδη αγοράσει την παράγκα του Τζέιμς Κόλινς, ενός
Ιρλανδού που δούλευε στο Σιδηρόδρομο του Φίτσμπουργκ, με σκοπό να
χρησιμοποιήσω τα σανίδια της. Είχα ακούσει τα καλύτερα λόγια για την παράγκα αυτή. Όταν πέρασα για να τη δω, ο Τζέιμς Κόλινς έλειπε. Την περιεργάστηκα απ' έξω, χωρίς να γίνω στην αρχή αντιληπτός από την οικογένεια που ζούσε μέσα, τόσο ψηλό ήταν το παράθυρο. Οι διαστάσεις της παράγκας ήταν μικρές και είχε επικλινή στέγη, σαν εξοχική κατοικία. Δεν
υπήρχαν και πολλά άλλα για να δω, μια και ολόγυρά της τα σκουπίδια είχαν
σχηματίσει ένα τείχος με ύψος γύρω στο ενάμισι μέτρο, σαν σωρός από κοπριά. Το πιο γερό μέρος ήταν η στέγη, αν και τα ξύλα είχαν σκεβρώσει αρκετά και είχαν γίνει τραχιά από τον ήλιο.

Επιφανειακά, το παραπάνω απόσπασμα μπορεί να μη δημιουργεί σπουδαία εντύπωση. Λείπουν τα γλωσσικά πυροτεχνήματα που
συναντά κανείς στα πιο γνωστά αποσπάσματα των έργων του Θορώ.
Λείπει ακόμη το επιτακτικό ύφος και ο αφοριστικός τόνος των αποφθεγματικών του ρήσεων. Όμως πρόκειται για ένα δείγμα πεζού λόγου από τους καθαρότερους της αμερικανικής λογοτεχνίας των μέσων του δέκατου ένατου αιώνα, που ακόμη και σήμερα ακούγεται
φρέσκος και, κατά κάποιον τρόπο, αυθεντικά αμερικανικός. Αποτελεί το ευρύτερο θεμέλιο πάνω στο οποίο έχει δομηθεί το Ονόλντεν -

18

WALDEN

αλλά και ολόκληρη η απλότητα του ΰφους της αμερικανικής λογοτεχνίας. Μια πρόζα απλή, απέριττη, που επιτρέπει στον αναγνώστη να
δει καθαρά το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εντάσσεται το
Ονόλντεν. Στα επόμενα κεφάλαια η γλώσσα αυτή αναδεικνύεται κυρίαρχη σε κάθε παρατήρηση του φυσικοΰ περιβάλλοντος. Παρατηρήσεις αυτοΰ του είδους αφθονούν στα κεφάλαια «Τα ζώα του χειμώνα» και «Η λίμνη το χειμώνα».
Τι θα μπορούσαμε όμως να ποΰμε για το ΰφος που κυριαρχεί στο
παρακάτω απόσπασμα;
Τα έθνη κατατρύχονται από την παράλογη επιθυμία να διαιωνίσουν τη μνήμη του εαυτοΰ τους μέσα από τις ποσότητες πελεκημένης πέτρας που αφήνουν πίσω τους. Τι θα γινόταν άραγε αν κατέβαλλαν την ίδια προσπάθεια
για να διαμορφώσουν και να γυαλίσουν όχι την πέτρα, αλλά τους τρόπους
τους; Έ ν α μονάχα κομμάτι κοινής λογικής θα ήταν πιο αξιοσημείωτο και
από ένα μνημείο ψηλό όσο το φεγγάρι. Προτιμώ να βλέπω τις πέτρες στη
θέση τους. Το μεγαλείο των Θηβών της αρχαίας Αιγΰπτου ήταν ένα μεγαλείο γεμάτο ευτέλεια. Περισσότερη λογική έχουν τα πέντε μέτρα του πέτρινου τοίχου που φράσσουν το χωράφι ενός τίμιου ανθρώπου παρά οι Θήβες
με τις εκατό πΰλες, μνημείο που έχει ξεστρατίσει από το αληθινό νόημα της
ζωής.

Σ' αυτό το μάλλον ασυνεχές απόσπασμα μπορεί κανείς να διακρίνει στη γραφή του Θορώ μια ξεροκέφαλη άρνηση συμβιβασμού.
Αφήνει τις σχέσεις ανάμεσα στις προτάσεις να διευθετηθούν όπως
μπορούν μόνες τους και δεν μπαίνει στον κόπο να ξεκαθαρίσει τα
όρια μεταξύ μεταφοράς και πραγματικότητας. Στο απόσπασμα αυτό
δείχνει να κατευθύνεται προς την ασυνέχεια της λυρικής ποίησης,
ακόμη και αν το θέμα του δεν είναι καθόλου λυρικό. Για ένα συγγραφέα σαν τον Θορώ, το διάστημα ανάμεσα στις σύντομες προτάσεις μπορεί να γίνει πολύ μεγάλο - ο αναγνώστης υποχρεώνεται να
αντιμετωπίσει τα άλματα αυτά της φαντασίας του συγγραφέα με δικά του αντίστοιχα «άλματα πίστης». Έχει κανείς την αίσθηση ότι ο

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

19

Θορώ μπορεί να φτάσει σε οποιοδήποτε θέμα, όσο βαθυστόχαστο ή
κοινότοπο και αν είναι, από τη μία πρόταση στην άλλη.
Όμως ο συγγραφέας Θορώ έχει ένα ακόμη πρόσωπο. Πρόκειται
για ένα πρόσωπο που ο αναγνώστης συχνά παραμερίζει, καθώς αναζητά τις πιο ηχηρές προτάσεις, εκείνες που εντυπώνονται στο μυαλό,
όπως για παράδειγμα αυτή εδώ: «Μεγάλωνα, τις ώρες εκείνες, όπως
μεγαλώνει το καλαμπόκι μέσα στη νύχτα». Το τρίτο αυτό συγγραφικό πρόσωπο του Θορώ ανήκει απόλυτα στην εποχή του. Γράφει με
ΰφος που σήμερα μας φαίνεται απαρχαιωμένο, με ένα είδος επιχρυσωμένης, πύρινης γλώσσας, που χαρακτηρίζει μεγάλο μέρος της
αμερικανικής ποίησης και λογοτεχνίας των μέσων του δέκατου ένατου αιώνα. Είναι μια πρόζα πομπώδης, με βεβιασμένο χιούμορ, συμβατική και ξεπερασμένη από καιρό. Με την επιτήδευση της δείχνει
να επιζητά αναγνώριση, ως δείγμα κάποιας κλασικής εποχής. Κΰριο
χαρακτηριστικό της είναι ένα είδος ακραίας υπερβολής, η οποία
προσπαθεί να κλείσει συνωμοτικά το μάτι στον αναγνώστη. Ιδοΰ, για
παράδειγμα, ο Θορώ στο πιο ροκοκό του ΰφος, καθώς περιγράφει
τον ήχο των φρΰνων μέσα στη νΰχτα:
Εν τω μεταξύ όλη η όχθη αντηχούσε από τα κοάσματα των φρΰνων, τα ανήσυχα πνεύματα των παλιών γλεντζέδων που προσπαθούν να τραγουδήσουν
ένα σκοπό μέσα στα νερά της λίμνης τους, όμοια με τα νερά της Στυγός και ας μου συγχωρήσουν οι νύμφες της λίμνης Ουόλντεν τη σύγκριση αυτή,
αφού, παρ' όλο που δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου ςρύκια εκεί, βατράχια σίγουρα υπάρχουν - οι πότες που πασχίζουν να κρατήσουν ζωντανή την εύθυμη ατμόσφαιρα των παλιών γιορταστικών τους συμποσίων, παρ' όλο που οι
φωνές τους έχουν πια βραχνιάσει και ακούγονται σπασμένες και βαριές σε
μια παρωδία κεφιού, το κρασί έχει χάσει πια τη γεύση του και έχει γίνει ένα
ζουμί που δε χρησιμεύει παρά για να φουσκώσει τις κοιλιές τους και η γλυκιά μέθη δεν έρχεται ποτέ να πνίξει τις παλιές αναμνήσεις, μόνο ο κορεσμός, το μούλιασμα και το φούσκωμα.

Αυτό που κάνει το παραπάνω απόσπασμα προβληματικό για το

20

WALDEN

σύγχρονο αναγνώστη δεν είναι τόσο η προσωποποίηση των φρΰνων,
αλλά η κοινοτοπία της μυθοποίησης τους. Σε ολόκληρο το απόσπασμα υπάρχει μία μόνο στιγμή πραγματικής παρατήρησης. Όλα τα
υπόλοιπα δεν είναι παρά αέρας. Η πρόταση - γιατί για μία πρόταση
πρόκειται - έχει φουσκώσει σαν τις κοιλιές των βατράχων. Ο ρυθμός της είναι ασταθής. Στο τέλος της μένουμε με την εντύπωση πως η
σύνταξη έχει ξεπεράσει κατά πολΰ την πολυπλοκότητα της ιδέας την
οποία σκόπευε να περιγράψει.
Κάτι που συχνά σκιάζει την καθαρότητα του ΰφους του Θορώ είναι η συχνή χρήση μεταφορών και παρομοιώσεων. Όπως οι περισσότεροι συγγραφείς, έτσι και ο Θορώ πίστευε στην παντοδύναμη μαγεία των μεταφορών και τις χρησιμοποιούσε όσο απλόχερα χρησιμοποιούσε ο Σαίξπηρ τα λογοπαίγνια. Η πληθώρα των μεταφορών στο
Ουόλντεν μας δείχνει τον Θορώ να δοκιμάζει κάθε δυνατή παρομοίωση, κάθε δυνατή σύγκριση, στοιβάζοντάς τες τη μία πάνω στην άλλη, αναζητώντας μια αλήθεια που η έκφρασή της βρίσκεται πέρα
από τη δύναμη των λέξεων. Κάποιες φορές οι παρομοιώσεις του είναι πεζές και ελαφρώς κωμικές, όπως η παρακάτω, από το κεφάλαιο
«Επισκέπτες»: «Το βόλι της σκέψης σου πρέπει να έχει σημαδέψει
καλά το στόχο, να έχει ξεπεράσει κάθε εμπόδιο που θα μπορούσε
να το κάνει να εξοστρακιστεί και να έχει μπει στην τελική και σταθερή πορεία του πριν q)τάσει στο αυτί του ακροατή, αλλιώς υπάρχει
ο κίνδυνος να ξαναβγεί από το πλάι του κεφαλιού του». Πολύ συχνά
όμως οι μεταφορές που χρησιμοποιεί ο Θορώ μεταπηδούν με μεγάλη ευκολία από το συγκεκριμένο στο αφηρημένο, έτσι που ο αναγνώστης μένει μετέωρος ανάμεσα στα δύο, σαν να βαδίζει σε δύο
διαφορετικά μονοπάτια ταυτόχρονα. Είναι μια κατάσταση που μπορεί να τον κάνει να σαστίσει, ενώ την ίδια στιγμή του ανοίγει τα μάτια. Πάρτε για παράδειγμα την παρακάτω πρόταση, από το κεφάλαιο «Μοναξιά»: «Ήταν φανερό πως στη λίμνη Ουόλντεν ψάρευαν
πολύ περισσότερα, πράγματα από την ίδια τους τη φύση, και δόλωναν τα αγκίστρια τους με σκοτάδι». Τι σημαίνει να δολώνει κανείς
το αγκίστρι του με σκοτάδι; Πρόκειται για μια μεταφορά που δεν

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

21

μπορεί να ερμηνευτεί με τη βοήθεια της κοινής λογικής. Μέσα σε
μια στιγμή, το γνώριμο τοπίο της λίμνης Ουόλντεν γίνεται αφορμή
για να ξεφυτρώσει κάποιο ηθικολογικό δίδαγμα το οποίο δεν μπορεί ποτέ να αποδοθεί ικανοποιητικά από τον κοινό λόγο - κι αυτό
είναι κάτι που συμβαίνει αρκετά συχνά καθώς προχωρά η αφήγηση.
Κάθε εικόνα της πραγματικότητας μέσα στο Ουόλντεν εκπέμπει ένα
μεταφυσικό ιριδισμό* και το μέσο για να γίνει αντιληπτός είναι σχεδόν πάντοτε η μεταφορά.
Όταν η υπερβολή των μεταφορών του Θορώ υποχωρεί έστω και
λίγο, όταν οι μεταφορές του έχουν τις ρίζες τους σε μια περισσότερο
προσεκτική και λιγότερο ηθικολογική παρατήρηση της φΰσης απ'
ό,τι συμβαίνει στα παραπάνω παραδείγματα, τότε μας χαρίζει τα
κομμάτια εκείνα που εδραιώνουν τη φήμη του ως δεινού παρατηρητή του φυσικοΰ περιβάλλοντος. «Την πρώτη εβδομάδα», γράφει,
«όποτε κοιτούσα πέρα, τη λίμνη, μου έδινε την εντύπωση πως ήταν
μια από εκείνες τις μικρές λιμνούλες που συναντά κανείς ψηλά στα
βουνά, που ο πυθμένας τους βρίσκεται πολΰ πιο πάνω από την επιφάνεια των άλλων, και καθώς ψήλωνε ο ήλιος την έβλεπα να πετά
από πάνω της το πέπλο της ομίχλης και σιγά σιγά εδώ κι εκεί να εμφανίζονται τα απαλά κυματάκια ή η λεία επιφάνειά της, καθώς τα
σύννεφα της ομίχλης υποχωρούσαν σαν φαντάσματα προς όλες τις
κατευθύνσεις και χάνονταν στο δάσος, λες και διαλυόταν κάποια μυστική νυχτερινή σύναξη». Και όποτε ο λόγος γίνεται ακόμη πιο ήρεμος, όποτε οι μεταφορές υποκύπτουν ακόμη περισσότερο στον κύριο
σκοπό της πρότασης, τότε οι περιγραφές της φύσης αποκτούν εξαιρετική ποιότητα. «Μια εβδομάδα ολόκληρη», λέει στο κεφάλαιο
«Άνοιξη», «άκουγα μέσα στην πρωινή ομίχλη τον παραπονεμένο,
κυκλωτικό κρωγμό κάποιας μοναχικής αγριόχηνας που γύρευε το
ταίρι της, κάνοντας ολόκληρο το δάσος να αντηχεί μ' έναν ήχο πολύ
μεγαλύτερο θαρρείς από οποιοδήποτε ζώο θα μπορούσε να κατοικήσει ποτέ μέσα σ' αυτό». Μια φράση τόσο σπάνιας ομορφιάς και ηχητικής περιγραφικότητας, ο «παραπονεμένος, κυκλωτικός κρωγμός
κάποιας μοναχικής αγριόχηνας», εντυπώνεται στο μυαλό του ανα-

22

WALDEN

γνώστη για πολύ καιρό αφοΰ έχει πια αφήσει στην άκρη το Ονόλντεν
και έχει πιάσει κάποιο άλλο βιβλίο.
Καθοας βυθίζεται στο Ονόλντεν, ο αναγνώστης πρέπει να φροντίζει να προσαρμόζει τους ρυθμούς του στο μονοπάτι το οποίο
διασχίζει, να σταματά όπου είναι απαραίτητο και να συνεχίζει την
πορεία του όποτε πρέπει. Άλλωστε, το Ονόλντεν δεν παρέχει επιχειρηματολογία, δε συνθέτει κάποια λογική αλυσίδα που ο κάθε
κρίκος της χρήζει ιδιαίτερης προσοχής. Είναι ένα μανιφέστο που
περιέχει καυστική γλώσσα και αναλυτική παρουσίαση σε ίσες ποσότητες. Τα ισχυρότερα συγγραφικά εργαλεία που διαθέτει ο Θορώ είναι ο ενθουσιασμός και η ικανότητά του να χαρίζει στις συχνά παράδοξες απόψεις του μια όψη φυσική, να τις κάνει να φαντάζουν σχεδόν αυτονόητες, έτσι που να νιώθουμε στο πετσί μας το
βάρος των ιδεών του, όσο ξένες κι αν μας φαίνονται. Έχει την ικανότητα να μας εμφανίζει μια ιδέα με τρόπο τέτοιο, ώστε όλα όσα
αυτή υπονοεί μοιάζει να ηχοΰν πεντακάθαρα, χωρίς να υπάρχει
ανάγκη να εξηγηθούν, ακόμα και αν στην πραγματικότητα φαίνονται ανεξήγητα. «Και το κυνήγι της πέρδικας και της βαλτομπεκάτσας μπορεί να προσφέρει σπάνια ψυχαγωγία», γράφει. «Πιστεύω
όμως ότι ακόμα πιο ευγενές θήραμα για τον κυνηγό θα ήταν ο
ίδιος του ο εαυτός». Ελάχιστη σημασία έχει αν ο ισχυρισμός που
εκφράζεται στην πρόταση αυτή είναι ευλογοφανής ή όχι. Αυτό που
έχει σημασία είναι ο τρόπος με τον οποίο ταρακουνάει τον αναγνώστη. «Οποιαδήποτε αλήθεια είναι προτιμότερη από την αυταπάτη», γράφει κάπου αλλού. «Ρώτησαν τον Τομ Χάιντ το γανωτή
λίγο πριν τον κρεμάσουν αν είχε τίποτε να πει. "Να πείτε στους
ραφτάδες", είπε, "να μην ξεχνάνε να δένουν έναν κόμπο στην κλωστή τους πριν κάνουν την πρώτη βελονιά"». Ο Θορώ μας αφήνει να
στοχαστούμε την παραβολή αυτή με την ησυχία μας, μια ησυχία την
οποία αποφεύγει να ταράξει με κάποιο δικό του σχόλιο πάνω στη
μικρή αυτή ιστορία.
Ακόμα και έπειτα από σχεδόν ενάμιση αιώνα, το Ονόλντεν εξακολουθεί να έχει τη δύναμη να αναστατώνει τον αναγνώστη. (Ας μην

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

23

ξεχνάμε, άλλωστε, πως πρόκειται για ένα βιβλίο που ως μόνιμη επωδό του έχει την απουσία στέγης.) Ένα μέρος της δύναμης αυτής προέρχεται από τον χαρακτήρα του ίδιου του Θορώ, ο οποίος κάποιες
φορές είναι τόσο ανοιχτός όσο και η ίδια η επιφάνεια της λίμνης, αν
και με έντονα φανερή τη χαρακτηριστική επιτηδειότητα των Γιάνκηδων. Άλλες φορές πάλι φαντάζει μυσταγωγικός, σχεδόν απροσπέλαστος, και φαίνεται να μιλά για πράγματα φανερά μονάχα στον ίδιο.
Είναι κι αυτός ένας από εκείνους τους «άγριους ανθρώπους», οι
οποίοι «από ένστικτο ασπάζονται άλλα ήθη και εμπιστεύονται άλλες
αρχές από εκείνες των συγχωριανών τους, που με τα πέρα δώθε τους
μπαλώνουν τη στόφα των χωριών τους σε σημεία που αλλιώς θα έχασκαν ξηλωμένα». Αρνείται να ζήσει μια στρωτή ζωή, να αποδεχτεί
τις κοινές αντιλήψεις, αλλά παρ' όλα αυτά κρατάει ανοιχτό το διάλογο με εκείνους που ζουν ζωές πιο συνηθισμένες από τη δική του. Το
Ονόλντεν ποτέ δεν ξεπέφτει στη διεκτραγώδηση των δεινών του συγγραφέα του.
Η δύναμη που διαθέτει το βιβλίο να ταρακουνά τον αναγνώστη
προέρχεται και από ένα ακόμη γεγονός: πηγαίνοντας στην όχθη της
λίμνης για να ζήσει σ' ένα σπίτι που έχτισε ο ίδιος, ο Θορώ επαναλαμβάνει μια από τις πράξεις που κατέχουν κυρίαρχη θέση στη συλλογική αμερικανική φαντασία: την πράξη της απόβασης σε έναν
άγριο τόπο, της εγκατάστασης σε μια δασώδη περιοχή, της δημιουργίας ενός ξέφωτου εκεί όπου δεν υπήρχε πριν, της απόρριψης των
περίτεχνων στολιδιών της πολιτισμένης ευρωπαϊκής ζωής, του ξεκινήματος μιας ζωής με σχετική αυτάρκεια. Ο Θορώ αποδίδει με πιστότητα το ριζοσπαστισμό του πρότυπου αμερικανικού εγχειρήματος
και μάλιστα το κάνει χωρίς τον παραμικρό συναισθηματισμό, χωρίς
ίχνος της ευλάβειας που έχει αναπτυχθεί γύρω από το μύθο της γέννησης της Αμερικής. Ο Μπρόνσον Άλκοτ, σύγχρονός του, άγγιξε την
αλήθεια γύρω από το ριζοσπαστισμό του Θορώ δηλώνοντας τρία
χρόνια πριν από τη δημοσίευση του Ονόλντεν: «Ο άνθρωπος αυτός
είναι η προσωποποίηση της ανεξαρτησίας - είναι στ' αλήθεια ο μοναδικός υπογράφων της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας και αποτελεί

24

WALDEN

από μόνος του μια επανάσταση, μεγαλύτερη από εκείνη του 1776,
αφοΰ έκανε κάτι περισσότερο από το να βάλει απλά την υπογραφή
του: έκανε τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας πράξη».*
Κι όμως υπάρχει κάτι υπερβολικά γνώριμο στη δοκιμασία στην
οποία υπέβαλε τον εαυτό του ο Θορώ πηγαίνοντας στη λίμνη. Δεν
είναι κάτι που εκφράζεται με γλώσσα παιδική, παρ' όλο που κατά
μία έννοια πρόκειται για ένα παιδικό εγχείρημα: το είδος εκείνο της
ιδέας που έρχεται σ' ένα παιδί μια ζεστή καλοκαιρινή ημέρα, όταν η
ζωή στις όχθες μιας δροσερής λίμνης φαντάζει ιδεατή. Σε κάθε τέτοια παιδική φαντασίωση υπάρχει ένας εγγενής ριζοσπαστισμός, ο
οποίος εμφανίζεται ως ένα είδος βαθιάς έκπληξης απέναντι στον κόσμο που έχουν φτιάξει οι ενήλικες. Ο Θορώ συλλαμβάνει τέλεια το
συναίσθημα αυτό. Όταν λέει ότι «εκείνο που οι γέροι σου λένε πως
δεν μπορείς να κάνεις, μόλις προσπαθήσεις, ανακαλύπτεις πως μπορείς», τότε μιλά ο έμφυτος ριζοσπαστισμός, η αναρχική φαντασία
ενός παιδιού. Κι αν εμείς με τη σειρά μας τον διαβάζουμε σωστά, τότε τον ακούμε κι εμείς με τα αυτιά ενός παιδιού. Ο Θορώ είναι ένα
παιδί που διαθέτει τις συλλογιστικές και συγγραφικές ικανότητες
ενός προικισμένου ενήλικα.
Όμως, πριν προλάβει το παιδί μέσα στον καλοκαιρινό του ενθουσιασμό να απομακρυνθεί πολΰ από το σπίτι του, οι σκέψεις του
ξαναγυρνούν πίσω, αρχίζει να νιώθει αυτό που πιστεύω ότι ένιωθε
συχνά και ο ίδιος ο Θορώ κατά μια μεταφορική έννοια: νοσταλγία
για τον τόπο του. Διαβάζοντας το ΟυόΑντεν ως ένα βιβλίο που αφορά κάποιον που πήγε να ζήσει στις όχθες μιας λίμνης, συχνά ξεχνάμε πως αφορά επίσης κάποιον που έχτισε ένα σπίτι. Η οικιακή
ζωή αποτελεί τον πυρήνα του έργου αυτοΰ. Ο Θορώ εγκαθίσταται
νοητικά σε κάθε τόπο που βρίσκει μπροστά του, τον δοκιμάζει για
να δει αν του κάνει. «Όπου κι αν τύχαινε να καθίσω», γράφει,
«εκεί θα μπορούσα και να ζήσω, γινόμουν το κέντρο του τοπίου
* «This man is the independent» (Ο άνδρας αυτός είναι η προσωποποίηση της
ανεξαρτησίας): Matthiessen, βλ. σημ. 1, σελ. 79.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

25

που με περιέβαλλε. Τι άλλο είναι ένα σπίτι αν όχι ένα sedes, ένα
κάθισμα, μια έδρα;» Πριν από την καλύβα στη λίμνη, το μόνο σπίτι
που είχε ποτέ του ήταν ένα αντίσκηνο, «αν εξαιρέσω μια βάρκα».
Το σπίτι, είτε πρόκειται για τη δική του, λιτή καλύβα (χτισμένη, ας
μην το ξεχνάμε, σε δανεική γη) είτε για τις παράγκες των φτωχών
Ιρλανδών είτε για τα στολισμένα σπίτια των ευκατάστατων πολιτών του Κόνκορντ, μέσα στο Ονόλντεν μετατρέπεται σε διδαχή
σχετικά με την τυπικότητα, με το πώς να κρατάμε σε απόσταση
τους γείτονές μας, με την αρμονία που αναπτύσσεται ανάμεσα στην
κατοικία μας και στον τρόπο ζωής μας. «Από μια ζωή μέσα στην
πολυτέλεια», λέει ο Θορώ, «ο καρπός είναι η πολυτέλεια».
Προς το τέλος του Ονόλντεν, στο κεφάλαιο που τιτλοφορείται
«Σπιτική θαλπωρή», υπάρχει μια εντυπωσιακή εικόνα ενός φανταστικού σπιτιού, μια ιδέα για ένα σπίτι πιο μεγαλόπρεπο από εκείνο
που μπόρεσε να χτίσει ο Θορώ με τα περιορισμένα του μέσα. Πρόκειται για ένα «μεγαλύτερο σπίτι με περισσότερους ανθρώπους, που
ορθώνεται σε μια χρυσή εποχή, χτισμένο από ανθεκτικά υλικά και
χωρίς κακόγουστα στολίδια, το οποίο θα αποτελείται από ένα μόνο
δωμάτιο, μια τεράστια, λιτή και πρωτόγονη σάλα». Στο σπίτι αυτό
όλες οι εργασίες εκτελούνται σε κοινή θέα. Κάποιες φορές ζητείται
από τους μουσαφίρηδες να κάνουν ένα βήμα πιο εκεί, ώστε να μπορέσει η μαγείρισσα να σηκώσει την καταπακτή για να κατέβει στο
κελάρι. Είναι ένα μέρος όπου «η μπουγάδα δεν απλώνεται έξω, η
φωτιά δε σβήνει ποτέ και η κυρά του σπιτιού δεν μπαίνει σε πολλούς
μπελάδες», ένα σπίτι «που το εσωτερικό του είναι ορθάνοιχτο και
πρόδηλο σαν φωλιά πουλιού». Πρόκειται για μια κατοικία που δε
διαχωρίζει τους άνδρες από τις γυναίκες, ούτε και τους άνδρες μεταξύ τους ή τις δουλειές τους. «Η ζωή μας», γράφει ο Θορώ, «έχει
απομακρυνθεί πολύ από τα σύμβολά της». Όμως σε ένα σπίτι σαν κι
αυτό που φαντάζεται, σε μια τέτοια χρυσή εποχή, ζωές και σύμβολα
θα είναι ένα και το αυτό.
Θα υποψιαζόταν κανείς ότι η κατοικία αυτή δεν είναι παρά μία
ακόμη εικόνα της φύσης, ότι αυτό που δημιούργησε εδώ ο Θορώ εί-

26

WALDEN

ναι απλά άλλη μια περίπλοκη μεταφορά για το φυσικό κόσμο. Κι
όμως, δε συμβαίνει κάτι τέτοιο. Παρ' όλη την αγάπη που ένιωθε
για την ύπαιθρο, ο Θορώ αντιλαμβανόταν ότι ακόμη και «σ' αυτή
την πρωτόγονη, καινούργια χώρα», «δε βρισκόμαστε σε απόλυτη
αρμονία με τη Φΰση». Από ιδιοσυγκρασία είμαστε χτίστες κατοικιών, αναζητητές της οικιακής ζωής. «Αλίμονο!» λέει ο Θορώ. «Οι
άνθρωποι έγιναν εργαλεία των εργαλείων τους. Ο άνθρωπος που
μάζευε μόνος του φρούτα όποτε πεινούσε, έγινε γεωργός· κι εκείνος που στεκόταν κάτω από ένα δέντρο για να προφυλαχτεί από
τον καιρό, έγινε νοικοκύρης. Τώρα πια δεν κατασκηνώνουμε για
να περάσουμε τη νύχτα, αλλά ριζώσαμε στη γη και ξεχάσαμε τα
ουράνια».
Αυτή είναι η ουσία του ριζοσπαστισμού του Θορώ. Τον αποκαλώ παιδικό ριζοσπαστισμό όχι με σκοπό να τον μειώσω, αλλά θέλοντας να τονίσω τη φρεσκάδα του, την πληθωρικότητά του, την αίσθηση του πλάτους και της ομορφιάς του κόσμου που αποπνέει.
Όταν ο Θορώ πήγε να ζήσει στο δάσος, δεν ένιωθε νοσταλγία για
κάποιον τόπο, ούτε για κάποιο σπίτι, αλλά για την ουσία της ύπαρξής του. Είναι το είδος εκείνο της νοσταλγίας που μας προειδοποιεί ότι αυτή τη φορά επιτέλους φτάσαμε στ' αλήθεια σε μια καινούργια χώρα, όπου οι παλιές, γνώριμες αντιλήψεις έχουν παραμεριστεί, όπου πρέπει να γίνουμε καινούργιοι άνθρωποι. Ο Θορώ
έβλεπε ολόγυρα τους γείτονές του, πλούσιους και φτωχούς, ριζωμένους σε ζωές που δεν τους χάριζαν την ευτυχία, «πασχίζοντας να
λύσουν το πρόβλημα του βιοπορισμού με συνταγές πιο περίπλοκες
από το ίδιο το πρόβλημα». Εμείς εξακολουθούμε φυσικά να είμαστε οι γείτονές του και οι ζωές μας έχουν γίνει, αν μη τι άλλο, ακόμη πιο προβληματικές, οι συνταγές για την επίλυση των προβλημάτων μας ακόμη πιο πολύπλοκες. Όμως, όπως ανήγγειλε ο Θορώ
στους γείτονές του, υπάρχει εναλλακτική λύση και αυτή δεν είναι
άλλη από το «να ξεκινήσουμε για την περιπέτεια της ζωής τώρα».
Σε μια από τις τελευταίες και καλύτερες μεταφορές του, λέει τα
εξής: «Η ζωή μέσα μας μοιάζει με το νερό του ποταμού. Μπορεί

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

27

φέτος να φουσκώσει περισσότερο από κάθε άλλη φορά και να
πλημμυρίσει τα υψίπεδα που εχει ξεράνει ο ήλιος* μπορεί αυτή να
είναι η πολυτάραχη χρονιά μας, η χρονιά εκείνη που θα πνίξει
όλους μας τους νεροπόντικες».
Verlyn Klinkenborg

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ
ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ

ΓΕΓΟΝΟΤΑ-ΣΤΑΘΜΟΙ
ΣΤΗ ΖΩΗ
ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΕΡΓΑ

1817

Γέννηση του Θορώ
στο Κόνκορντ
της Μασαχουσέτης

Ώστεν: Το αββαείο τον Νορθάνγκερ
Κητς: Ενδνμιων
Νηλ: Η μάχη τον Νιαγάρα
Σκοτ: Η καρδιά τον Μιντλόθιαν
Μπάιρον: Δον Ζονάν I, II (1819)

1821

Η οικογένεια του Θορώ
μετακομίζει στη Βοστόνη

1823-1827 Η οικογένεια του Θορώ
επιστρέφει
στο Κόνκορντ. Ο Θορώ
ξεκινά την εξερεύνηση
της υπαίθρου γΰρω
από το Κόνκορντ
1828
Εγγράφεται στην
Ακαδημία του Κόνκορντ

1833

Εγγράφεται
στο Χάρβαρντ

Ντρέικ: //ενοχτ; νεράιδα (1819)
Ίρβινγκ: Βιβλίο με σκίτσα
Ααμπ: Δοκίμια του Ελάια (1820)
Σκοτ: Ιβανόης (1820)
Μπράιαντ: Ποιήματα
Κοΰπερ; Ο κατάσκοπος
Ντε Κουίνσυ: Εξομολογήσεις
ενάςΆγγλον
οπιομανούς
Σάουθεϊ: Το όραμα της κρίσης
Κοΰπερ: Οι πιονιέροι (1822)
Ίρβινγκ: Μπρέισμπριτζ Χολ (1822)
Σέτζγουικ: Μια Νέα Αγγλία (1822)
Ποΰσκιν: Μπόρις Γκοντοννόφ (1825)

Ίρβινγκ: Κολόμβος
Κοΰπερ: //έννοία των Αμερικανών
Ν. Tovi\m(nzQ\ Αμερικανικό λεξικό
Δουμάς: Οι τρεις σωματοφύλακες
Ίρβινγκ: Η κατάκτηση τον Καναδά
Ο Τζέιμς Ωντυμπόν ξεκινά το
εικονογραφημένο igyo Πονλιά της Αμερικής
Χολμς: Ο Σιδερόφρακτος
Γουέμπστερ: Ομιλίες
Ξεκινά η έκδοση του γυναικείου περιοδικοΰ
Godey's Lady's Book
Στεντάλ: To κόκκινο και το μαύρο
Γουίτιερ: Θρύλοι της Νέας Αγγλίας (1831)
Ο Γουίλιαμ Λόιντ Γκάρισον, υπέρμαχος
της κατάργησης της δουλείας και της
απελευθέρωσης των σκλάβων, εκδίδει
την
Liberator {Ελενθερωτής) (1831)
Έμερσον: Φύση (1836)

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Καθορίζονται τα σύνορα μεταξύ ΗΠΑ και Καναδά στον 49ο παράλληλο (1818).
Γέννηση του Τουργκένιεφ, του Τζέιμς Ράσελ Λόουελ, του Μέλβιλ, του Χουιτμαν,
του Έλιοτ, του Φοντάνε, του Ράσκιν και της βασίλισσας Βικτωρίας (1819).

Γέννηση του Μπωντλαίρ, του Ντοστογιέφσκι, του Φλωμπέρ.
Θάνατος του Κητς.
Γέννηση του Γιουλίσες Σ. Γκραντ (1822).
Γέννηση του Λουί Παστέρ (1822).
Θάνατος του Σέλεϋ (1822).
Δόγμα Μονρόε (1823).
Τελειώνει η κατασκευή του καναλιού της λίμνης Ίρι, που ενώνει τις μεγάλες λίμνες
με τον ποταμό Χάντσον και τον Ατλαντικό Ωκεανό (1824).
Θάνατος του Μπάιρον (1824).
Ο Τζέφερσον ιδρα3ει το Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια (1825).
Θάνατος του Τζέφερσον και του Μπετόβεν (1827).
Κατασκευάζεται ο σιδηρόδρομος Βαλτιμόρης-Οχάιο, ο πρώτος αμερικανικός
σιδηρόδρομος που μεταφέρει επιβάτες και φορτία.
Γέννηση του Ίψεν, του Τολστόι και του Ιουλίου Βερν.

Ο Άντριου Τζάκσον αναλαμβάνει το προεδρικό αξίωμα.
Οι Νταγκέρ και Νιεπς εξελίσσουν τη φωτογραφική τεχνική με τις εφευρέσεις τους.
Πρώτη αμερικανική πατέντα γραφομηχανής.
Γέννηση της Έμιλι Ντίκινσον και της Κριστίνα Ροσέτι.
Ιδρύεται η «Αμερικανική Οργάνωση Ενάντια στη Δουλεία» (1831).
Ξεσηκωμός των σκλάβων με πρωτοστάτη τον Νατ Τέρνερ (1831).

WALDEN

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ

ΓΕΓΟΝΟΤΑ-ΣΤΑΘΜΟΙ
ΣΤΗ ΖΩΗ
ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΕΡΓΑ

1837

Αποφοιτά από το
Χάρβαρντ. Γίνεται μέλος
των Υπερβατιστών
της Νέας Αγγλίας
(New England
Transcendentalists), μιας
ανεπίσημης λογοτεχνικής
ομάδας που
περιλαμβάνει τους Ραλφ
Γουόλντο Έμερσον,
Ορέστη Μπράουνσον,
Μάργκαρετ Φούλερ
και Μπρόνσον Άλκοτ.
Ξεκινά τη συγγραφή
των ημερολογίων του
στις 22 Οκτωβρίου.
Πρώτη διάλεξη
στο φιλολογικό σύλλογο
Concord Lyceum,
με θέμα «Κοινωνία».
Διδάσκει στην Ακαδημία
του Κόνκορντ.

Έμερσον: Ο Αμερικανός λόγιος
Καρλάιλ: Ιστορία της Γαλλικής Επανάστασης
Ντίκενς: Όλφερ Τουίστ
Μπαλζάκ: Χαμένα όνειρα

1838

1839

Ταξιδεύει για δυο
εβδομάδες στους
ποταμούς Κόνκορντ
και Μέριμακ μαζί με
τον αδελφό του, Τζον.

1841

Κλείνει η Ακαδημία
του Κόνκορντ. Ο Θορώ
φιλοξενείται από
τον Έμερσον για
τα επόμενα δυο χρόνια.

1842

Ο αδελφός του πεθαίνει
από τέτανο. Γνωρίζεται
με τον Ναθάνιελ Χόθορν.

Το έργο του Ντε Τοκβίλ Η δημοκρατία
στην Αμερική (1835) μεταφράζεται στα
αγγλικά και εκδίδεται στις ΗΠΑ.
Κοΰπερ: Ο Αμερικανός δημοκράτης
Πόε: Η αφήγηση τον Αρθουρ Γκόρντον Πυμ
Ε.Μ. Μπράουνιγκ: Τα Σεραφείμ και άλλα
ποιήματα
Λόνγκφελοου: Υπερίων - Φωνές της νύχτας
Υ\όζ\ Αλλόκοτες ιστορίες
Καρλάιλ: Το κίνημα του χαρτισμού
Ντίκενς.· Νικόλας Νίκλεμπυ
Στεντάλ: Το μοναστήρι της Πάρμας
Κούπερ: Ο ιχνηλάτης (ρεκόρ πωλήσεων)
Ντάνα: Δύο χρόνια μπροστά στο κατάρτι
Εκδίδεται το The Dial, το λογοτεχνικό
περιοδικό των υπερβατιστών.
Ρ. Μπράουνινγκ: Σορντέλο
Ντίκενς: Το παλαιοπωλείο
Δοκίμια (1841)
Κοΰπερ: Ο ελαφοκυνηγός (1841)
Γκρίσγουολντ: Ποιητές και ποίηση της
Αμερικής
Λόνγκφελοου: Ποιήματα για τη δουλεία
Ρ. MnQdovvivyn: Δραματικοί στίχοι
Ντίκενς: Αμερικάνικες Σημειώσεις
Τένισον: Ποιήματα
'Έμζ^οοψ. Δοκίμια (δεύτερος τόμος, 1844)
Μ. Φούλερ: Οι γυναίκες στο δέκατο ένατο
αιώνα (1844)

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΚΟΣ

ΠΙΝΑΚΑΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Οι αντιπαραθέσεις στο Κογκρέσο σχετικά με το ζήτημα της δουλείας εντείνονται.
Οικονομικός πανικός.
Η βασίλισσα Βικτωρία ανεβαίνει στο θρόνο της Αγγλίας.
Γέννηση του Γ.Ν. Χάουελς και του Σουίνμπερν.
Θάνατος του Ποΰσκιν.

Ατμοπλοϊκή σύνδεση ΗΠΑ - Βρετανίας.
Κίνημα των χαρτιστών (chartists), οι οποίοι ζητούν κοινωνικές και πολιτικές
μεταρρυθμίσεις.

Ίδρυση του Κόμματος της Ελευθερίας (Liberty Party), με κΰριο αίτημα
την κατάργηση της δουλείας.
Ο Τσαρλς Γκοΰντγιαρ ανακαλύπτει τη μέθοδο του βουλκανισμοΰ του καουτσούκ.
Κατασκευάζεται το πρώτο ηλεκτρικό ρολόι.

Οι Ουίγοι της Αμερικής ξεκινούν την πολιτική καμπάνια των «ανθρώπων του λαού»
για τους μετέπειτα προέδρους Χάρισον και Τάιλερ.
Γέννηση του Χάρντι και του Ζολά.

Συνθήκη Γουέμπστερ - Ασμπερτον για την οριοθέτηση των συνόρων μεταξύ ΗΠΑ
και Καναδά.
Γέννηση του Άμπροουζ Μπιρς, του Γουίλιαμ Τζέιμς και του Στεφάν Μαλαρμέ.

31 W A L D E N

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ

ΓΕΓΟΝΟΤΑ-ΣΤΑΘΜΟΙ
ΣΤΗ ΖΩΗ
ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΕΡΓΑ

1845

Εγκαθίσταται στη λίμνη
Ουόλντεν στις 4 Ιουλίου.
Ξεκινά να γράφει
το Ονόλντεν.
Συλλαμβάνεται
και φυλακίζεται για
μια νΰχτα επειδή δεν
πλήρωσε το φόρο
που του αναλογούσε.
Εγκαταλείπει τη λίμνη
Ουόλντεν
το Σεπτέμβριο.
Φιλοξενείται στο σπίτι
του Έμερσον για δέκα
μήνες.
Εκδίδεται το βιβλίο
Μια εβδομάδα στους
ποταμούς Κόνκορντ και
Μέριμακ. Δημοσιεύεται
το δοκίμιο «Αντίσταση
στην πολιτική
κυβέρνηση» (Resistance
to Civil Government),
πιο γνωστό με τον τίτλο
«Πολιτική ανυπακοή»
(Civil Disobedience).
Επισκέπτεται
το Κέιπ Κοντ.
Δεύτερο ταξίδι
στο Κέιπ Κοντ.
Ταξιδεύει στο Μόντρεαλ
και το Κεμπέκ μαζί
με τον Έλερι Τσάνινγκ.

Ντάγκλας: Διήγηση της ζωής
Πόε: Το κοράκι και άλλα ποιήματα
Μέλβιλ: Ταϊπί
Μπαλζάκ: Η εξαδέλφη Μπέτι
Ντοστογιέφσκι: Ο φτωχόκοσμος

1846

1847

1849

1850

1854

Εκδίδεται το Ουόλντεν.

1857

Γνωρίζεται με
το ριζοσπάστη αγωνιστή
για την κατάργηση της
δούλε ίας Τζον Μπράουν.

Έμερσον: Ποιήματα
Λόνγκφελοου: Εβάντζελιν
Μέλβιλ: Ομού
Σ. Μπροντέ: Τζέιν Έιρ
Ε. Mkqoyiz'. Ανεμοδαρμένα ύψη
Θάκερυ: Το πανηγύρι της ματαιοδοξίας
Ίρβινγκ: Η ζωή του Γκόλντσμιθ
Μέλβιλ: Μαρντ/
Πάρκμαν: Ο δρόμος για το Όρεγκον.
Ντίκενς: Ντέιβιντ Κόπερφιλντ

Ε.Μ. Μπράουνινγκ: Σονέτα από τα πορτογαλικά
Έμερσον: Οι εκπρόσωποι
Τουργκένιεφ: Ένας μήνας στην εξοχή
Μέλβιλ: Μόμπι Ντικ (1851)
Ράσκιν: Οι πέτρες της Βενετίας (1851)
Τένισον: «Η επέλαση της ελαφράς
ταξιαρχίας»
Θάκερυ: Το ρόδο και το δαχτυλίδι
Χουίτμαν: Φύλλα στο γρασίδι
Χολμς: Ο άρχοντας του πρωινού τραπεζιού

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΚΟΣ

ΠΙΝΑΚΑΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Προσάρτηση της πολιτείας του Τέξας.
Επινοείται ο νεολογισμός «πρόδηλο πεπρωμένο» (Manifest Destiny).*
To ζήτημα των συνόρων μεταξύ της πολιτείας του Όρεγκον και του Καναδά διευθετείται με μια συνθήκη με τη Βρετανία.
Ξεσπά ο αμερικανομεξικανικός πόλεμος. Οι ΗΠΑ προσαρτούν την πολιτεία του Νιου
Μεξικό τον Αύγουστο.

Τα αμερικανικά στρατεύματα καταλαμβάνουν την πόλη του Μεξικού.
Το Κογκρέσο προσπαθεί να προωθήσει τη Ρήτρα Γουίλμοτ, που ζητά να κηρυχθεί παράνομη η δουλεία.
Με τη Συνθήκη της Γρενάδας οι ΗΠΑ αποκτούν πρόσβαση στον ισθμό του Παναμά.
Ίδρυση της Σολτ Αέικ Σίτι από τους μορμόνους.
Ιδρύεται το Υπουργείο Εσωτερικών των ΗΠΑ.
Τα μέλη του Κογκρέσου από τις νότιες πολιτείες διαμαρτύρονται για «επιθετικές
πράξεις» εκ μέρους των Βορείων, οι οποίες θίγουν τα δικαιώματα των Νοτίων.
Πυρετός του χρυσού.
Θάνατος του Έντγκαρ Άλαν Πόε.

Η Καλιφόρνια γίνεται πολιτεία των ΗΠΑ.
Γέννηση του Ρ. Α. Στίβενσον και του Γκι ντε Μοπασάν.
Θάνατος του Γουόρντσγουορθ και του Μπαλζάκ.
Ίδρυση της εφημερίδας «Τάιμς της Νέας Υόρκης» (1851).

Οι ΗΠΑ αποκτούν τμήματα του Νιου Μέξικο και της Αριζόνα με την αγορά
Γκάντστεν.
Ιδρύεται το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.
Γέννηση του Ρεμπώ.
Η Μινεσότα γίνεται πολιτεία των ΗΠΑ (1858).

* Πρόκειται για ένα δόγμα που γνώρισε μεγάλη δημοτικότητα στις Ηνωμένες Πολιτείες τη δεκαετία του 1840 και υποστήριζε ότι η κατάκτηση της βόρειας Αμερικής
ήταν αποτέλεσμα θεϊκής επιταγής. (Σ.τ.Μ.)

33 W A L D E N

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ

ΓΕΓΟΝΟΤΑ-ΣΤΑΘΜΟΙ
ΣΤΗ ΖΩΗ
ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΕΡΓΑ

1859

Θάνατος του πατέρα
του Θορώ. Ο Τζον
Μπράουν καταλαμβάνει
το οπλοαττάσιο Harper's
Ferry με σκοπό να
εξοπλίσει τους σκλάβους
για τον ξεσηκωμό τους,
αλλά συλλαμβάνεται. Ο
Θορώ διαβάζει δημόσια
το κείμενό του «Μια
έκκληση υπέρ του Τζον
Μπράουν» στο Κόνκορντ
και στη Βοστόνη.
Ταξιδεύει στη Μινεσότα
μαζί με τον Χόρας Μαν.
Τελειώνει τα ημερολόγιά
του στις 3 Νοεμβρίου.
Πεθαίνει από (ρυματίωση
στις 6 Μαΐου.

Δαρβίνος: Η προέλευση των ειδών
Ντίκενς: Ιστορία δύο πόλεων
Έλιοτ: Άνταμ Μπιντ
Γεωργία Σάνδη: Εκείνη κι εκείνος
Γκοντσαρόφ: Ομπλόμοφ.

1861

1862

1864
1865

Εκδίδεται το βιβλίο
Τα δάση του Μέιν.
Εκδίδεται το βιβλίο
Κέιπ Κοντ.

Ντίκενς: Μεγάλες προσδοκίες
Έλιοτ: Σίλας Μάρνερ
Ντοστογιέφσκι: Αναμνήσεις από το σπίτι
των πεθαμένων
Φλωμπέρ: Σαλαμπό
Ουγκώ: Οι άθλιοι

Ντίκενς; Ο κοινός μας φίλος
Τολστόι: Πόλεμος και ειρήνη
Γουίτμαν: «Οι ήχοι του ταμπούρλου».
Λιούις Κάρολ: Η Αλίκη στη χώρα
των θαυμάτων

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΚΟΣ

ΠΙΝΑΚΑΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Ιδρύεται η Αμερικανική Ομοσπονδία Μπέιζμπολ (1858).
Το Όρεγκον γίνεται πολιτεία των ΗΠΑ.
Ο Τσαρλς Μπλόντιν περνά πάνω από τους καταρράχτες του Νιαγάρα βαδίζοντας σε
τεντωμένο σχοινί.
Πρώτη γεώτρηση πετρελαιοπηγής στο Τίτουσβιλ της Πενσυλβάνια.
Θάνατος του Ουάσιγκτον Ίρβινγκ και του ντε Κουίνσι.

Ο Αβραάμ Αίνκολν εκλέγεται πρόεδρος.
Η Νότια Καρολίνα αποσχίζεται από την Ένωση σε ένδειξη διαμαρτυρίας.
Σχηματίζεται η Ομοσπονδία των Νότιων Πολιτειών.
Ξεσπά ο αμερικανικός εμφύλιος πόλεμος.
Θάνατος του Ε.Μ. Μπράουνινγκ.
Διακήρυξη της απελευθέρωσης των σκλάβων, η οποία τίθεται σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 1863.
Γέννηση της Ίντιθ Χουόρτον.
Ο ναύαρχος Φάραγκουτ εκστομίζει την περίφημη ρήση «στο διάολο οι τορπίλες!
Πρόσω ολοταχώς!» κατά την επίθεση ενάντια σε στρατεύματα των Νοτίων στο Μόμπιλ Μπει της Αλαμπάμα.
Σφαγή των Ινδιάνων Τσεγιέν και Αράπαχο στο Σαντ Κρικ του Κολοράντο.
Η Ομοσπονδία των Νότιων Πολιτειών παραδίδεται επίσημα στο Απαμάτοξ στις 9
Απριλίου.
Με την προσθήκη του δέκατου τρίτου άρθρου στο Σύνταγμα των ΗΠΑ καταργείται η
δουλεία.
Ολοκληρώνεται η κατασκευή του υπερατλαντικού τηλεγραφικού καλωδίου.
Ο Τ. Αόου εφευρίσκει την παγομηχανή.

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Όταν έγραψα τις παρακάτω σελίδες, ή μάλλον το μεγαλύτερο μέρος
τους, ζοΰσα μόνος στο δάσος, σε απόσταση ενός μιλίου από τον πλησιέστερο γείτονά μου, σ' ένα σπίτι που είχα χτίσει ολομόναχος στις
όχθες τις λίμνης Ουόλντεν, κοντά στο Κόνκορντ της Μασαχουσέτης,
και ως μοναδικό μέσο βιοπορισμού είχα τα χέρια μου. Έζησα εκεί
δυο χρόνια και δυο μήνες. Τώρα βρίσκομαι γι' άλλη μια φορά να παρεπιδημώ στον πολιτισμό.
Δε θα γινόμουν ποτέ τόσο φορτικός στους αναγνώστες μου, σκοτίζοντάς τους με τις υποθέσεις μου, αν δεν είχαν τεθεί κάποια συγκεκριμένα ερωτήματα εκ μέρους των συμπολιτών μου σχετικά με
τον τρόπο ζωής μου, ερωτήματα τα οποία κάποιοι θα χαρακτήριζαν
άπρεπα. Εγώ από τη μεριά μου κάθε άλλο παρά άπρεπες θεωρώ τις
απορίες τους αυτές, αντίθετα μάλιστα, δεδομένων των συνθηκών,
μου φαίνονται πέρα για πέρα ευπρεπείς και εύλογες. Κάποιοι με
ρώτησαν τι έτρωγα, κάποιοι άλλοι εάν ένιωσα μοναξιά, αν φοβήθηκα και οΰτω καθεξής. Άλλοι πάλι ήθελαν να μάθουν πόσο από το εισόδημά μου αφιέρωσα σε φιλανθρωπικούς σκοπούς, ενώ κάποιοι
που έχουν μεγάλες οικογένειες εξέφρασαν την απορία πόσα φτωχά
παιδιά συντηρούσα. Γι' αυτό λοιπόν θα ήθελα να ζητήσω από τους
αναγνώστες εκείνους που δεν τους ενδιαφέρει ιδιαίτερα η προσωπική μου ζωή να με συγχωρέσουν αν δουν ότι επιχειρώ να απαντήσω
σε κάποια από τα παραπάνω ερωτήματα μέσα από τις σελίδες του
βιβλίου αυτοΰ. Στα περισσότερα βιβλία το εγώ, το πρώτο πρόσωπο.

38

WALDEN

παραλείπεται. Σ' αυτό εδώ, όμως, θα το βρείτε να εμφανίζεται πολΰ
συχνά. Αυτό είναι και το μόνο δείγμα εγωκεντρισμού εκ μέρους του
συγκεκριμένου συγγραφέα. Συνήθως ξεχνάμε πως οΰτως ή άλλως το
πρώτο πρόσωπο, δηλαδή ο συγγραφέας, είναι πάντοτε εκείνος που
μιλά μέσα από τα βιβλία. Δε θα μιλούσα τόσο πολΰ για τον εαυτό
μου, εάν υπήρχε κάποιος άλλος που να τον γνωρίζω εξίσου καλά.
Δυστυχώς, όμως, η λιγοστή μου εμπειρία με αναγκάζει να περιοριστώ στο συγκεκριμένο πρόσωπο. Εκτός αυτοΰ, εγώ από τη μεριά μου
απαιτώ από κάθε συγγραφέα πρώτα απ' όλα μια απλή και ειλικρινή
διήγηση της δικής του ζωής και όχι μόνο των όσων έχει ακούσει σχετικά με τις ζωές των άλλων: κάτι σαν εκείνα που θα έγραφε σ' ένα
γράμμα προς την οικογένειά του από μια μακρινή χώρα. Διότι, εάν
είχε διάγει το βίο του με ειλικρίνεια, σ' εμένα θα φάνταζε σαν να είχε πράγματι ζήσει σε μια μακρινή χώρα. Ίσως οι πιο κατάλληλοι
αναγνώστες των σελίδων αυτών να είναι οι φτωχοί φοιτητές. Όσο
για τους υπόλοιπους, ας δεχτούν όσα κομμάτια του βιβλίου τους ταιριάζουν. Ευελπιστώ πως, όσοι το διαβάσουν, θα το μεταχειριστούν
σαν ένα πανωφόρι που φορώντας το θα προσέξουν να μην ξηλώσουν τις ραφές του* αν τελικά αποδειχτεί ότι τους κάνει, είμαι σίγουρος πως θα τους φανεί πολύ χρήσιμο.
Θα χαιρόμουν αν αυτά που έχω να πω παρουσίαζαν ενδιαφέρον
όχι τόσο για τους Κινέζους ή τους κατοίκους των νησιών Σάντουιτς,
αλλά περισσότερο για εσάς, που ζείτε στην περιοχή της Νέας Αγγλίας, όπως την αποκαλούν. Θα χαιρόμουν αν τα όσα διαβάσετε
έχουν να σας πουν κάτι σχετικά με την κατάστασή σας, ειδικά με την
υλική σας κατάσταση ή με τις συνθήκες ζωής στον κόσμο σας, στην
πόλη σας: τι είναι η ζωή αυτή, εάν είναι απαραίτητο να είναι τόσο
άσχημη, εάν μπορεί να βελτιωθεί ή όχι. Έ χ ω κάνει μεγάλα και μακρινά ταξίδια μέσα και γύρω από τη μικρή πόλη Κόνκορντ. Όπου κι
αν πήγα, στα μαγαζιά, στα γραφεία, στα χωράφια, οι κάτοικοι μου
φάνηκαν να πληρώνουν για τις αμαρτίες τους, να επιδίδονται σε έργα μετάνοιας με χίλιους δυο εντυπωσιακούς τρόπους. Όλα όσα έχω
ακούσει για τους βραχμάνους, ότι κάθονται έκθετοι σε τέσσερις φω-

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

39

τιές κοιτάζοντας τον ήλιο κατάματα, ότι κρέμονται από τα πόδια πάνω από τις φλόγες, ότι κοιτάζουν τα ουράνια πάνω από τον ώμο τους
ώσπου τους γίνεται αδύνατο να ξαναπάρουν τη φυσική τους στάση,
ενώ από το στρεβλωμένο τους λαιμό δεν μπορεί να περάσει πια τροφή προς το στομάχι, παρά μόνο υγρά, ότι αλυσοδένονται για όλη
τους τη ζωή στη ρίζα ενός δέντρου, ότι μετρούν με το κορμί τους, σαν
κάμπιες, την έκταση απέραντων αυτοκρατοριών, ότι στέκονται με το
ένα πόδι στην κορυφή ενός στύλου - όλες αυτές οι μορφές συνειδητής μετάνοιας δεν είναι πολΰ περισσότερο απίστευτες και εκπληκτικές από τις σκηνές τις οποίες αντικρίζω καθημερινά. Οι δώδεκα
άθλοι του Ηρακλή ήταν ασήμαντοι σε σύγκριση με εκείνους που
έχουν αναλάβει να φέρουν εις πέρας οι γείτονές μου. Κι αυτό γιατί
οι άθλοι του ημίθεου ήταν μονάχα δώδεκα, είχαν ένα τέλος. Δεν είδα όμως ποτέ τους συνανθρώπους μου να σφάζουν ή να αιχμαλωτίζουν κανένα τέρας, ούτε και είδα να τελειώνουν ποτέ τα βάσανά
τους. Εκείνοι δεν έχουν κανέναν φίλο σαν τον πιστό Ιόλαο, να κάψει
με πυρωμένο σίδερο τις ρίζες των κεφαλιών της δικής τους Λερναίας Ύδρας, γι' αυτό και μόλις κόβουν το ένα, δυο φυτρώνουν στη θέση του.
Βλέπω νεαρούς άνδρες, συχωριανοΰς μου, που είχαν την ατυχία
να κληρονομήσουν αγροκτήματα, σπίτια, αποθήκες, ζωντανά και γεωργικά εργαλεία. Και λέω ατυχία, γιατί τα πράγματα αυτά πιο εύκολα τα αποκτά κανείς παρά τα ξεφορτώνεται. Καλύτερα όλοι αυτοί
να είχαν γεννηθεί σε απέραντα βοσκοτόπια και να τους είχε βυζάξει
λΰκαινα· τότε θα έβλεπαν πιο καθαρά σε τι λογής χωράφι τους είχε
πέσει ο κλήρος να μοχθούν για την υπόλοιπη ζωή τους. Ποιος τους
έκανε σκλάβους της γης; Γιατί θα πρέπει να ταλαιπωρούνται καθημερινά με τα διακόσια στρέμματά τους, αφού στο τέλος αυτό που
αναλογεί στον καθένα μας δεν είναι παρά το κομματάκι γης στο
οποίο θα τον θάψουν; Γιατί θα πρέπει να ξεκινούν να σκάβουν το
λάκκο τους από τη στιγμή που έρχονται σ' αυτό τον κόσμο; Πρέπει,
λέει, να ζούμε τη ζωή μας αντρίκεια, να κουβαλάμε όλα εκείνα που
έχουμε φορτωθεί, να τα βγάζουμε πέρα όσο καλύτερα μπορούμε.

40

WALDEN

Πόσες και πόσες δυστυχές αθάνατες ψυχές δεν έχω συναντήσει,
ανήμπορες σχεδόν να ανασάνουν, πλακωμένες από το αβάσταχτο
φορτίο τους, να αργοσέρνονται στο μονοπάτι της ζωής κουβαλώντας
στις πλάτες τους μια ολόκληρη αποθήκη είκοσι μέτρα επί δέκα, ένα
στάβλο του Αυγεία που ποτέ δεν καθαρίζεται, και μαζί τετρακόσια
στρέμματα γης, χωράφια, βοσκοτόπια και δάση! Οι άκληροι, εκείνοι
που αγωνίζονται χωρίς όλα αυτά τα άχρηστα κληρονομημένα βάρη,
μήπως κι αυτοί δεν κοπιάζουν, και με το παραπάνω, κι ας μην έχουν
να φροντίσουν τίποτα άλλο πέρα από τα λίγα κυβικά εκατοστά της
σάρκας τους;
Αλλά οι άνθρωποι μοχθούν παρασυρμένοι από μια πλάνη. Το μεγαλύτερο κομμάτι τους σύντομα θα λιώσει και θα ανακατευτεί με το
χώμα, θα γίνει λίπασμα. Εξαιτίας μιας τάχα μοίρας, που οι πολλοί
την αποκαλούν ανάγκη, δουλεύουν, όπως λέει ένα παλιό βιβλίο, για
να μαζέψουν πλούτη που θα τους τα φάει το σαράκι και η σκουριά,
που θα τους τα κλέψουν οι ληστές. Είναι μια ζωή που μόνο στους
ανόητους ταιριάζει, και θα το καταλάβουν κι οι ίδιοι μόλις φτάσουν
στο τέλος της, αν τυχόν και δεν προλάβουν να το μάθουν πριν. Ο μύθος λέει πως ο Δευκαλίων και η Πΰρρα δημιούργησαν το γένος των
ανθρώπων πετώντας πέτρες πίσω τους:
«Inde genus durum sumus, experiensque laborum,
Et documenta damus qua simus origine nati»*

Ή αλλιώς, όπως το αποδίδει πολΰ όμορφα ο Ράλεϊ**:
«Κι από τότε η γενιά μας σκληρή σαν πέτρα έχει καρδιά,
πόνους και βάσανα υπομένει,
δείχνοντας πως και η σάρκα μας είναι από πέτρα γεννημένη».

* Ο^ίί^νος, Μεταμορφώσεις. (Σ.τ.Μ.)
** Sir Walter Raleigh (1552-1618): Άγγλος εξερευνητής, τυχοδιώκτης, ποιητής
και ουγγραφέας. (Σ.τ.Μ.)

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

41

Αυτά λοιπόν παθαίνει όποιος δείχνει τυφλή υπακοή στους ανεύθυνους χρησμούς των μαντείων και αρχίζει να πετά πίσω του πέτρες
χωρίς να γυρίσει να δει που πέςρτουν.
Οι περισσότεροι άνθρωποι, ακόμα και σε αυτή τη σχετικά ελεύθερη χώρα, εξαιτίας της άγνοιάς τους ή από κάποιο μοιραίο λάθος, τόσο πολύ βουλιάζουν στις πλασματικές τους έγνοιες και στη σκληρή κι
όμως περιττή χειρωνακτική εργασία, που γίνονται ανίκανοι να τρυγήσουν τους εκλεκτούς καρπούς της ζωής. Τα δάχτυλά τους έχουν γίνει αδέξια και τρέμουν από την πολλή δουλειά, έτσι που τους είναι
άχρηστα για οτιδήποτε άλλο. Η αλήθεια είναι πως στον εργαζόμενο
δεν απομένει καθόλου χρόνος για κοινωνική αξιοπρέπεια. Δεν έχει
την πολυτέλεια να διατηρεί ούτε τις απολύτως απαραίτητες σχέσεις
με τους συνανθρώπους του, από φόβο μήπως ο χρόνος που θα χάσει
γίνει αιτία να υποτιμηθεί η εργασία του στην αγορά. Δεν του μένει
καιρός για να είναι τίποτε παραπάνω από μια μηχανή. Πώς μπορεί
να αναρωτηθεί για την άγνοιά του - πράγμα απαραίτητο για να μπορέσει να αναπτυχθεί - εκείνος που τόσο συχνά βρίσκεται αναγκασμένος να χρησιμοποιεί τις γνώσεις του; Κανονικά θα έπρεπε πού
και πού να τον ταΐζουμε και να τον ντύνουμε δωρεάν, καθώς και να
τον σκλαβώνουμε με τις φιλοφρονήσεις μας, αντί να τον κρίνουμε.
Όπως τα άνθη των οπωροφόρων, έτσι και τα εκλεκτότερα από τα χαρίσματα της ανθρώπινης φύσης μας δεν αντέχουν παρά μόνο στο πιο
απαλό άγγιγμα. Κι όμως, ούτε στους εαυτούς μας ούτε στους συνανθρώπους μας φερόμαστε με την τρυφερότητα που πρέπει.
Κάποιοι από εσάς, το ξέρουμε όλοι, είστε φτωχοί, η ζωή σας είναι δύσκολη, κάποιες φορές νιώθετε σαν να πνίγεστε. Δεν έχω αμφιβολία πως ορισμένοι από εσάς που διαβάζετε το βιβλίο αυτό αδυνατείτε να πληρώσετε όλα εκείνα τα γεύματα που έχετε ήδη καταναλώσει ή να αντικαταστήσετε τα πανωφόρια και τα παπούτσια σας
που φθείρονται μέρα με τη μέρα, αν δηλαδή δεν έχουν ήδη φθαρεί.
Έχετε cpτάσει ως τη σελίδα αυτή θέλοντας να σκοτώσετε λίγο από το
δανεισμένο ή κλεμμένο χρόνο σας, να ξεκλέψετε άλλη μια ώρα από
τους πιστωτές σας. Χάρη στις δικές μου εμπειρίες μπορώ και βλέπω

42

WALDEN

ολοκάθαρα πόσο ταπεινές, πόσο λαθραίες είναι οι ζωές πολλών από
εσάς: πάντα στα όρια, πάντα να πασχίζετε να μπείτε στην παραγωγή
και να βγείτε από τα χρέη. Είναι ο ίδιος εκείνος πανάρχαιος ζυγός
που οι Λατίνοι αποκαλούσαν oes alienum, δηλαδή «ο χαλκός των άλλων», μια και κάποια από τα νομίσματά τους ήταν φτιαγμένα από
χαλκό. Διαρκώς υπόσχεστε να πληρώσετε αΰριο, πάντοτε αΰριο, ενώ
σήμερα πεθαίνετε στην ψάθα. Διαρκώς ψάχνετε τρόπους να κερδίσετε την εύνοια των άλλων μήπως και αρπάξετε κάποιον πελάτη, με
οποιονδήποτε τρόπο, ορτάνει να μην αποτελεί ποινικό αδίκημα: λέτε
ψέματα, κολακεύετε, ψηφίζετε. Συρρικνώνετε τον εαυτό σας ώσπου
να γίνει ένα μικρό κουκούτσι από καθαρή αβροφροσυνη ή τον φουσκώνετε μέχρι να γίνει αραιός αιθέρας γενναιοδωρίας, μήπως και
καταφέρετε και πείσετε το γείτονά σας να σας επιτρέψει να του
(ρτιάξετε τα παπούτσια, το καπέλο, το παλτό, την άμαξα ή να εισαγάγετε τα τρόφιμά του. Αρρωσταίνετε προσπαθώντας να εξοικονομήσετε μερικά χρήματα για την ημέρα που θα αρρωστήσετε. Λίγα νομίσματα για να τα κρύψετε σ' ένα παλιό μπαούλο, σε μια τρύπα στον
τοίχο τυλιγμένα μέσα σε μια κάλτσα ή, για ακόμα μεγαλύτερη ασφάλεια, πίσω από τα τείχη της τράπεζας. Δεν έχει σημασία πού θα τα
παραχώσετε, δεν έχει σημασία αν θα είναι πολλά ή λίγα.
Μερικές φορές απορώ με την επιπολαιότητά μας, και ας μου επιτραπεί η έκφραση, που μας κάνει να ασχολούμαστε τόσο πολύ με
την απεχθή αλλά κάπως ξένη σε εμάς μορφή σκλαβιάς που ονομάζεται Δουλεία των Νέγρων, τη στιγμή που όχι μόνο στο Νότο, αλλά και
στο Βορρά υπάρχουν τόσο πολλοί άλλοι ικανοί και πονηροί δουλέμποροι. Είναι σκληρό να έχεις από πάνω σου έναν επιστάτη Νότιο.
Ακόμη πιο δύσκολο γίνεται αν είναι Βόρειος. Το χειρότερο όμως είναι να είσαι εσύ ο ίδιος ο μαστιγωτής του εαυτού σου. Κι έπειτα καθόμαστε και μιλάμε για τη θεϊκή υπόσταση του ανθρώπου! Κοιτάξτε
τον αγωγιάτη στο δημόσιο δρόμο, που μέρα νύχτα πηγαινοέρχεται
στην αγορά με το κάρο του. Βλέπετε να σαλεύει μέσα του καμιά
θεία πνοή; Αυτός που υψηλότερο καθήκον του δε θεωρεί άλλο από
το τάισμα και το πότισμα των αλόγων του! Τι σημασία έχει γι' αυτόν

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

43

το πεπρωμένο του μπροστά στα χρήματα που παίρνει για να μεταφέρει τα εμπορεύματα; Ή μήπως τάχα δε δουλεύει κι ο ίδιος, όπως και
ο επιστάτης των δούλων, για κάποιον αφέντη τσιφλικά; Είναι άραγε
πλασμένος κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση του Θεοΰ, είναι η ψυχή του
αθάνατη; Δέστε τον πώς ζαρώνει και πώς πορεύεται στα μουλωχτά,
πόσο τον κατατρέχει ολημερίς ένας αόριστος φόβος. Οΰτε αθάνατος
είναι οΰτε θείος, μόνο σκλάβος και αιχμάλωτος της εικόνας που ο
ίδιος έχει φτιάξει για τον εαυτό του, της φήμης που απέκτησε με τις
ίδιες του τις πράξεις. Η γνώμη των άλλων είναι πολΰ αδύναμος τύραννος σε σύγκριση με το πώς βλέπουμε εμείς οι ίδιοι τον εαυτό
μας. Ό,τι πιστεύει κανείς για τον εαυτό του, αυτό είναι που καθορίζει ή, πιο σωστά, προμηνύει τη μοίρα του. Ποιος Γουίλμπερφορς* θα
βρεθεί να εισηγηθεί τη χειραφέτηση του εαυτοΰ, την ελευθερία των
δυτικοϊνδικών επαρχιών του οράματος και της φαντασίας; Σκεφτείτε
ακόμα τις κυράδες της χώρας, που υφαίνουν μαξιλαράκια για το κάθισμα της τουαλέτας ώστε να τα έχουν για τα γεράματά τους, μην τυχόν και φανεί πως δε νοιάζονται αρκετά για το πεπρωμένο τους!
Λες και μπορεί κανείς να σκοτώσει το χρόνο του χωρίς να τραυματίσει την αιωνιότητα!
Οι περισσότεροι άνθρωποι ζουν τη ζωή τους μέσα σε μια σιωπηλή απόγνωση. Αυτό που άλλοι ονομάζουν αποδοχή των συνθηκών,
στην πραγματικότητα δεν είναι παρά ένα είδος επιβεβαιωμένης
απελπισίας. Από την απόγνωση της πόλης φεύγεις και πας στην απόγνωση της εξοχής, και μένεις εκεί να παρηγοριέσαι με την παλικαριά των τρωκτικών του δάσους. Ακόμα και κάτω από αυτά που ο άνθρωπος ονομάζει παιχνίδια και διασκεδάσεις κρύβεται μια στερεότυπη, αν και ασυνείδητη, απελπισία. Δεν υπάρχει τίποτε το παιχνιδιάρικο σ' αυτά, αφοΰ το παιχνίδι είναι κάτι που έπεται της δου-

* William Wilberforce (1759-1833): Άγγλος πολιτικός, υπέρμαχος της κατάργησης της δουλείας. Οι μακροχρόνιοι αγώνες του είχαν ως αποτέλεσμα ένα μήνα
μετά το θάνατο του, το 1833, να ψηφιστεί νόμος που απαγόρευε τη δουλεία στις
βρετανικές αποικίες. (Σ.τ.Μ)

44

WALDΕ Ν

λειάς. Ένα από τα γνωρίσματα όμως της σοφίας είναι και το να μην
επιδίδεται κανείς σε απελπισμένες πράξεις.
Αν αναλογιστούμε ποιος - για να χρησιμοποιήσω τα λόγια της Ιεράς Σύνοψης* - είναι ο βασικός προορισμός του ανθρώπου, ποια είναι στ' αλήθεια αναγκαία και απαραίτητα στη ζωή, φαίνεται σαν να
διάλεξαν εσκεμμένα οι άνθρωποι τον κοινό τρόπο ζωής επειδή τον
προτιμούσαν από οποιονδήποτε άλλο. Και μάλιστα πιστεύουν με όλη
τους την καρδιά ότι δεν έχουν άλλη επιλογή έξω από αυτήν. Αλλά
όσοι έχουν άγρυπνη και υγιή ψυχή, θυμούνται πως κάθε μέρα ο
ήλιος ανατέλλει καθάριος.
Ποτέ δεν είναι αργά για να αποτινάξουμε τις προκαταλήψεις
μας. Κανένας τρόπος σκέψης ή πράξης, όσο αρχαίος κι αν είναι, δεν
μπορεί να είναι αξιόπιστος χωρίς αποδείξεις. Εκείνα που σήμερα
όλοι παπαγαλίζουν ή σιωπηλά προσπερνούν νομίζοντάς τα αλήθειες, αύριο μπορεί να αποδειχτεί ότι δεν είναι παρά ψέματα, ένας καπνός φτιαγμένος μονάχα από γνώμες, που κάποιοι είχαν περάσει
για σύννεφο που θα ράντιζε με γόνιμη βροχή τα χωράφια τους.
Εκείνο που οι γέροι σου λένε πως δεν μπορείς να κάνεις, μόλις προσπαθήσεις, ανακαλύπτεις πως μπορείς. Οι παλιές πράξεις για τους
παλιούς και οι νέες για τους νέους. Μπορεί κάποτε οι παλιοί να μην
ήξεραν ούτε καν πώς να βρουν καύσιμο για να κρατήσουν τη φωτιά
τους αναμμένη. Οι καινούργιοι όμως μαζεύουν ξερόκλαδα για προσάναμμα, κι όχι μόνο αυτό, αλλά κάνουν το γύρο της γης με την ταχύτητα των πουλιών, τόσο γρήγορα που οι γέροι θα έμεναν στον τόπο, όπως λέει ο λαός. Τα γηρατειά δεν έχουν περισσότερα προσόντα από τα νιάτα για να παριστάνουν το δάσκαλο, μάλλον λιγότερα,
αφού πιο πολλά έχασαν παρά κέρδισαν στη ζωή. Δε θα είχε άδικο

* Ιερά Σύνοψη του Γουέστμινίκερ (Westminster Catechism): ένα από τα σημαντικότερα κείμενα της αγγλικής θρησκευτικής μεταρρύθμισης, γραμμένο γύρω
στο 1640 από Άγγλους και Σκωτσέζους ιερωμένους υπό μορφή ερωταποκρισεων.
Η πιο γνωστή από τις ερωταποκρισεις αυτές είναι η εξής: «Ποιος είναι ο βασικός προορισμός του ανθρώπου; Να δοξάζει το Θεό αιώνια». (Σ.τ.Μ.)

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

45

κανείς να αμφιβάλλει εάν ο πιο σοφός άνθρωπος έχει μάθει κάτι
πραγματικά πολύτιμο από τη ζωή του. Πρακτικά, οι ηλικιωμένοι δεν
έχουν καμιά πολΰ σημαντική συμβουλή να δώσουν στους νέους,
αφοΰ οι δικές τους εμπειρίες ήταν υποκειμενικές και οι ζωές τους
σκέτες αποτυχίες, για προσωπικούς λόγους, όπως σίγουρα πιστεύουν οι ίδιοι. Μπορεί και να τους έχει μείνει λίγη πίστη που να διαψεύδει όλη την εμπειρία τους, πάντως μόνο ένα μπορεί να πει κανείς γι' αυτούς: είναι λιγότερο νέοι απ' όσο ήταν κάποτε. Προσωπικά έχω ζήσει περίπου τριάντα χρόνια πάνω στον πλανήτη αυτό κι
ακόμα δεν έχω ακούσει ούτε μια συλλαβή πολύτιμης, ή έστω σοβαρής, συμβουλής από τους μεγαλυτέρους μου. Δε μου έχουν πει τίποτε που να έχει κάποια αξία και, απ' ό,τι φαίνεται, δεν μπορούν και
να μου πουν. Ιδού λοιπόν η ζωή, ένα πείραμα που, εγώ τουλάχιστον,
στο μεγαλύτερο μέρος του δεν το έχω ακόμα δοκιμάσει. Σε τίποτε δε
με ωφελεί το ότι το έχουν δοκιμάσει εκείνοι. Όποτε τύχει να έχω
κάποια εμπειρία που να τη θεωρώ πολύτιμη, το πρώτο πράγμα που
μου έρχεται στο μυαλό είναι ότι οι μέντορές μου δε μου είχαν πει τίποτε γι' αυτήν.
Ένας αγρότης μου λέει: «Δεν μπορείς να ζεις μονάχα με φυτική
τροφή, γιατί έτσι το σώμα σου δεν παίρνει τις ουσίες που χρειάζεται
για να δυναμώσουν τα κόκαλα». Κι έτσι αφιερώνει με θρησκευτική
ευλάβεια ένα κομμάτι της ημέρας του στην τροφοδοσία του οργανισμού του με την πρώτη ύλη που φτιάχνει τάχα τα κόκαλα. Κι όσο μου
δίνει την πολύτιμη συμβουλή του προχωράει πίσω από τα βόδια του,
τα οποία, με κόκαλα φτιαγμένα από τη φυτική διατροφή, τον τραβάνε ακούραστα μαζί με το αλέτρι του, πάνω από κάθε εμπόδιο που
συναντούν στο δρόμο τους. Κάποια πράγματα είναι στ' αλήθεια αναγκαία σε κάποιους ανθρώπους, όπως για παράδειγμα στους ανήμπορους και στους αρρώστους, τα ίδια όμως πράγματα για κάποιους άλλους δεν είναι παρά πολυτέλεια, ενώ σε άλλους πάλι είναι εντελώς
άγνωστα.
Φαίνεται πως οι πρόγονοι μας κάλυψαν όλο το πεδίο της ανθρώπινης ζωής, όλα τα ύψη και τα βάθη της, και φρόντισαν για τα πάντα.

46

WALDΕΝ

Συμφωνά με τον Έβελυν*, «ο σοφός Σολομώντας ειχε εκδώσει διατάγματα ακόμα και για τις αποστάσεις των δέντρων μεταξύ τους.
Και οι Ρωμαίοι πραίτορες είχαν αποφασίσει πόσο συχνά μπορούσε
να μπαίνει κάποιος στη γη του γείτονά του για να μαζέψει τα βελανίδια που πέφτουν από τα δέντρα του χωρίς να θεωρηθεί ότι μπαίνει
παράνομα, καθώς και πόσα από αυτά ανήκουν στο γείτονα». Ο
Ιπποκράτης μας άφησε ακόμα και οδηγίες για το πώς πρέπει να κόβουμε τα νΰχια μας: στο ίδιο ΰψος με τα ακροδάχτυλα, ούτε πιο κοντά ούτε πιο μακριά. Δίχως αμφιβολία, η μονοτονία και η πλήξη, που
λέγεται ότι έχουν εξαντλήσει την ποικιλία και τις χαρές της ζωής,
υπάρχουν από τον καιρό του Αδάμ. Όμως οι ικανότητες του ανθρώπου δεν έχουν μετρηθεί ποτέ, ούτε μας φτάνουν τα προηγούμενα για
να μπορέσουμε να κρίνουμε τι είναι ικανός να κάνει, αφού είναι πολύ λίγα αυτά που έχουν δοκιμαστεί ως σήμερα. Όποιες και να 'ναι
οι αποτυχίες σου μέχρι τώρα, «μη θλίβεσαι, παιδί μου. Γιατί ποιος
θα σου αναθέσει ποτέ να κάνεις τα όσα έχεις αμελήσει μέχρι τώρα;»**
Θα μπορούσαμε να δοκιμάσουμε τις ζωές μας με χίλιες δυο
απλές ασκήσεις· όπως, για παράδειγμα, το γεγονός ότι ο ίδιος ήλιος
που κάνει τα φασόλια μου να ωριμάζουν, την ίδια στιγμή φωτίζει
ένα σύστημα από πλανήτες παρόμοιους με τον δικό μας. Αν το είχα
θυμηθεί αυτό, θα είχα προλάβει κάποια λάθη μου. Όταν σκάλιζα το
χωράφι με τις φασολιές μου δε φώτιζε αυτή η σκέψη το μυαλό μου.
Πόσων θαυμαστών τριγώνων τις κορυφές δεν αποτελούν τα αστέρια! Πόσα μακρινά και διαφορετικά όντα στις διάφορες κατοικίες
του σύμπαντος δε θωρούν το ίδιο αστέρι την ίδια στιγμή! Η φύση και
η ανθρώπινη ζωή διαθέτουν τόση ποικιλία όση και οι ιδιοσυγκρασίες μας. Ποιος μπορεί να πει τι είδους προοπτικές προσφέρει η ζωή
σε κάποιον άλλο; Υπάρχει τάχα μεγαλύτερο θαύμα από το να γινόταν να δούμε ο ένας μέσα από τα μάτια του άλλου, έστω και μόνο
* John Evelyn (1620-1706): Άγγλος συγγραφέας και κηπουρός. (Σ.τ.Μ.)
** Από τψΠονράνα του Βισνοΰ, ιερό ινδουιστικό κείμενο. (Σ.τ.Μ.)

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

47

για μια στιγμή; Θα ζούσαμε τότε σε όλες τις εποχες του κόσμου μέσα σε μια ώρα, ναι, σε όλους τους κόσμους όλων των εποχών. Ιστορία, Ποίηση, Μυθολογία! Δεν μπορώ να φανταστώ καμία ανάγνωση
των εμπειριών κάποιου άλλου τόσο συναρπαστική και με τέτοιο
πλούτο πληροφοριών όσο θα ήταν αυτή.
Το μεγαλύτερο μέρος από εκείνα που οι γείτονές μου αποκαλούν
καλά, εγώ από τα βάθη της ψυχής μου πιστεύω πως είναι κακά* και
αν μετανιώνω για κάτι, το πιο πιθανό είναι να μετανιώνω για την καλή μου συμπεριφορά. Ποιος δαίμονας με έσπρωξε να συμπεριφερθώ
τόσο καλά; Μπορείς να πεις το πιο σοφό πράγμα που δΰνασαι, γέρο
- εσυ, που έχεις ζήσει εβδομήντα χρόνια και δε σου έχει λείψει ο σεβασμός των άλλων - εγώ όμως ακοΰω μια ακαταμάχητη φωνή που
με παρασέρνει μακριά απ' όλα αυτά. Η μια γενιά παρατάει τα εγχειρήματα της προηγουμένης σαν άχρηστα σκαριά, τραβηγμένα στη
στεριά.
Πιστεύω πως μπορούμε άφοβα να δείξουμε εμπιστοσύνη σε πολΰ
περισσότερα απ' όσα τολμάμε. Μπορούμε να απαρνηθούμε τόση
φροντίδα για τον εαυτό μας, όση είμαστε πρόθυμοι να παραχωρήσουμε με κάθε ειλικρίνεια κάπου αλλοΰ. Η Φυση είναι καλά προσαρμοσμένη τόσο στην αδυναμία μας όσο και στη δΰναμή μας. Το
αδιάκοπο άγχος και η ακατάπαυστη πίεση που νιώθουν κάποιοι άνθρωποι αποτελούν σχεδόν ανίατη ασθένεια. Παρασυρόμαστε και
θεωρούμε την εργασία που κάνουμε πιο σημαντική απ' ό,τι είναι στ'
αλήθεια. Κι όμως, πόσες εργασίες δεν εκτελούνται από άλλους, πόσα πράγματα αςρήνουμε χωρίς να τα κάνουμε! Κι αν αρρωστήσουμε;
Τι γίνεται τότε; Πόσο άγρυπνα πλάσματα είμαστε! Αποφασισμένοι
να μη ζούμε με τις επιταγές της πίστης, τουλάχιστον στο βαθμό που
μπορούμε να το αποφύγουμε. Όλη μέρα σε επαγρύπνηση, τη νύχτα
λέμε με το ζόρι την προσευχή μας και αφηνόμαστε στην αβεβαιότητα. Η ζωή μας είναι ένας ψυχαναγκασμός, ένα αντικείμενο λατρείας, η πιθανότητα για αλλαγή κάτι που αρνιόμαστε σθεναρά. «Αυτός
είναι ο μόνος τρόπος», λέμε. Όμως η αλήθεια είναι πως υπάρχουν
τόσοι τρόποι όσες και οι ακτίνες που ξεκινούν από το κέντρο ενός

48

WALDEN

κύκλου. Η κάθε αλλαγή ισοδυναμεί με θαύμα, μ' ένα χάρμα οφθαλμών πρόκειται όμως για ένα θαύμα που συντελείται κάθε στιγμή. Ο
Κομφούκιος ειπε: «Το να γνωρίζουμε ότι γνωρίζουμε εκεί^να που
γνωρίζουμε, καθώς και ότι δε γνωρίζουμε εκείνα που δε γνωρίζουμε, αυτή εί!ναι η αληθινή γνώση». Αν ένας μονάχα άνθρωπος καταφέρει να κάνει ένα κομμάτι της φαντασί^ας του πραγματικότητα,
προβλέπω ότι πολύ σύντομα όλοι οι άνθρωποι θα θεμελιώσουν τις
ζωές τους πάνω σ' αυτή τη βάση.
Ας αναλογιστούμε για λί^γο με τι έχουν να κάνουν τα περισσότερα προβλήματα και το άγχος που ανέφερα πιο πριν, καθώς και κατά
πόσο είναι απαραίτητο να βασανιζόμαστε, ή έστω να επαγρυπνούμε.
Θα μας ωφελούσε να ζήσουμε μια πρωτόγονη ζωή, σαν εκείνους
που βρίσκονται στα σύνορα του πολιτισμού, χωρί^ς όμως να φύγουμε
μακριά από τις πολιτισμένες μας κοινωνίες. Έτσι θα μαθαίναμε
ποια είναι τα απολύτως απαραίτητα για τη ζωή και με ποιες μεθόδους μπορούν να αποκτηθούν. Ένας άλλος τρόπος θα ήταν να μελετήσουμε τα παλιά βιβλία των εμπόρων, για να δούμε ποια ήταν τα είδη εκείνα που αγόραζαν πιο συχνά οι άνθρωποι στα καταστήματα, τι
έβαζαν στα κελάρια τους, ποια είναι με άλλα λόγια τα απαραίτητα
τρόφιμα. Διότι οι βελτιώσεις που έρχονται με την πάροδο του χρόνου ελάχιστα επηρεάζουν τους βασικούς νόμους της ανθρώπινης
ύπαρξης: όπως ακριβώς και οι δικοί μας σκελετοί πιθανότατα είναι
πανομοιότυποι με τους σκελετούς των προγόνων μας.
Με τον όρο απαραίτητα για τη ζωή εννοώ όσα από το σύνολο των
αγαθών που αποκτά ο άνθρωπος με τους κόπους του είναι ήδη από
την αρχή του ανθρώπινου γένους, ή έχουν γίνει εξαιτίας της μακρόχρονης χρήσης, τόσο σημαντικά για τη ζωή του ανθρώπου, ώστε ελάχιστοι, για να μην πω κανείς, μπορούν να τα στερηθούν, είτε λόγω
πρωτογονισμού είτε λόγω ανέχειας είτε λόγω φιλοσοφίας. Κατ' αυτή
την έννοια, για τα περισσότερα πλάσματα δεν υπάρχει παρά μόνο
ένα και μοναδικό απαραίτητο πράγμα στη ζωή: η τροφή. Για το βίσονα των απέραντων λιβαδιών είναι μερικά εκατοστά από εύγευστο

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

49

γρασίδι και νερό, μαζι με τη δυνατότητα να καταφεύγει στο δάσος ή
στη σκιά των βουνών. Κανένα πλάσμα της άγριας φΰσης δε χρειάζεται κάτι περισσότερο από τροφή και καταφύγιο. Για τον άνθρωπο,
από την άλλη, τα απαραίτητα είναι η τροφή, το καταφύγιο, ο ρουχισμός και τα καύσιμα. Μόνο όταν τα έχουμε εξασφαλίσει είμαστε
έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε τα πραγματικά προβλήματα της ζωής με
ελευθερία και με κάποια προοπτική επιτυχίας. Ο άνθρωπος επινόησε όχι μόνο την κατοικία, αλλά και τα ρούχα και τη μαγειρεμένη
τροφή. Και ίσως μετά την τυχαία ανακάλυψη της ζεστασιάς που χαρίζει η φωτιά και τη μετέπειτα χρήση της, εκείνο το οποίο αρχικά
αποτελούσε πολυτέλεια εξελίχθηκε σε αναγκαιότητα: το να κάθεται
κανείς κοντά της. Παρατηρούμε τους σκύλους και τις γάτες να αποκτούν κι εκείνοι τη δεύτερη αυτή φύση. Με τη βοήθεια του κατάλληλου καταφύγιου και ρουχισμού καταφέρνουμε και διατηρούμε τη δική μας, εσωτερική ζέστη. Η αφθονία των καυσίμων, το γεγονός ότι η
εξωτερική ζέστη έγινε μεγαλύτερη από τη θερμοκρασία του ανθρώπινου σώματος, αποτέλεσε την απαρχή του μαγειρέματος της τροφής. Ο Δαρβίνος αναφέρει το εξής περιστατικό σχετικά με τους κατοίκους της Γης του Πυρός: ενώ οι άνθρωποι της δικής του ομάδας,
ντυμένοι καλά και καθισμένοι κοντά στη φωτιά, μόλις που κατάφερναν να ζεσταθούν, παρατήρησαν με έκπληξη πως οι γυμνοί εκείνοι
άγριοι, που κάθονταν πολύ πιο μακριά, «ίδρωναν ασταμάτητα, σαν
να μην μπορούσαν να αντέξουν την αφόρητη ζέστη». Το ίδιο ισχύει,
απ' ό,τι λένε, και για τους κατοίκους της Νέας Ολλανδίας,* οι οποίοι
κυκλοφορούν άφοβα γυμνοί, την ίδια στιγμή που οι Ευρωπαίοι τουρτουρίζουν ντυμένοι. Είναι τάχα αδύνατο να συνδυάσει κανείς την
ευρωστία των αγρίων αυτών με την πνευματικότητα του πολιτισμένου ανθρώπου; Σύμφωνα με τον Λίμπεγκ**, το κορμί του ανθρώπου
είναι μια σόμπα και η τροφή αποτελεί το καύσιμο που συντηρεί τη
φλόγα στους πνεύμονες. ^Οταν κάνει κρύο τρώμε περισσότερο, όταν
* Ονομασία των Αβορίγινων της Αυστραλίας. (Σ.τ.Μ)
** Justus von Liebeg (1803-1873): Γερμανός χημικός και καθηγητής. (Σ.τ.Μ)

50

WALDEN

κάνει ζέστη λιγότερο. Η ζωική θερμότητα είναι το αποτέλεσμα μιας
αργής καύσης, η οποία όταν γίνεται πολΰ γρήγορα έχει ως συνέπεια
την ασθένεια και το θάνατο. Επίσης, όταν τα καύσιμα δεν επαρκούν
ή όταν δεν τραβάει η καμινάδα, πάλι η φωτιά σβήνει. Φυσικά, όταν
περιγράφω ως φωτιά την απαραίτητη για τη ζωή ζεστασιά δε μιλώ
κυριολεκτικά, απλά κάνω μια παρομοίωση. Από τα παραπάνω πάντως φαίνεται πως θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ζωή ισούται σχεδόν με τη ζωική θερμότητα. Κι αυτό γιατί, ενώ μπορούμε να θεωρήσουμε την τροφή το καύσιμο που κρατά τη φωτιά μέσα μας αναμμένη - και το καύσιμο δε χρησιμεύει παρά μόνο στο να ετοιμάσει την
τροφή αυτή ή να αυξήσει τη ζεστασιά του σώματός μας, προσθέτοντας θερμότητα απ' έξω - το καταφύγιο και ο ρουχισμός επίσης χρησιμεύουν στο να διατηρήσουν τη θερμότητα η οποία δημιουργείται
και απορροφάται με τον τρόπο αυτό.
Η μεγαλύτερη λοιπόν ανάγκη του σώματός μας είναι να κρατιέται ζεστό, να διατηρεί τη ζωική θερμότητα μέσα του. Πόσο κόπο δεν
κάνουμε για να το καταφέρουμε αυτό, όχι μονάχα με την τροφή, τα
ρούχα και τις κατοικίες μας, αλλά και με τα κρεβάτια και τα σκεπάσματά μας, δηλαδή με τα νυχτερινά μας ρούχα! Κλέβουμε λοιπόν τα
πούπουλα από τις φωλιές και από τα στήθη των πουλιών για να φτιάξουμε τα παπλώματα και τα μαξιλάρια μας, το καταφύγιο αυτό μέσα
στο καταφύγιό μας, όπως ο τυφλοπόντικας φτιάχνει το κρεβάτι του
από χορτάρι και φύλλα στο βάθος του λαγουμιού του. Οι φτωχοί συνηθίζουν να παραπονιούνται ότι ο κόσμος μας είναι ψυχρός. Και
όλοι μας γενικά θεωρούμε αιτία για ένα μεγάλο μέρος των βασάνων
μας την ψυχρότητα, όχι μόνο του καιρού, αλλά και των ανθρώπινων
σχέσεων. Το καλοκαίρι, σε κάποια κλίματα, χαρίζει στον άνθρωπο
μια ζωή μακάρια: δε χρησιμοποιεί καύσιμα παρά μόνο για να μαγειρέψει την τροφή του* ο ήλιος είναι η φωτιά του, που με τις ακτίνες
του ωριμάζει, μαγειρεύει θα λέγαμε, τους καρπούς της γης· η τροφή
γενικά παρουσιάζει μεγαλύτερη ποικιλία και βρίσκεται πιο εύκολα,
ενώ ο ρουχισμός και το καταφύγιο είναι εντελώς ή περίπου άχρηστα. Την σήμερον ημέραν και στη χώρα αυτή, όπως ανακάλυψα από

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

51

πρώτο χέρι, μερικά σύνεργα, όπως ένα μαχαίρι, ένα τσεκούρι, ένα
φτυάρι, μια χειράμαξα και για τους μελετηρούς μια λάμπα, χαρτί,
μολύβι και πρόσβαση σε μερικά βιβλία, έρχονται αμέσως μετά τα
απολύτως απαραίτητα για τη ζωή και το κόστος τους είναι μηδαμινό.
Παρ' όλα αυτά κάποιοι, όχι και τόσο σοφοί, φτάνουν ως την άλλη
άκρη της γης, σε περιοχές βάρβαρες, με ανθυγιεινά κλίματα, όπου
αφιερώνουν δέκα ή είκοσι χρόνια από τη ζωή τους στο εμπόριο και για ποιο σκοπό παρακαλώ; Για να ζήσουν - με άλλα λόγια, για
να κρατηθούν ζεστοί - και για να επιστρέψουν τελικά και να πεθάνουν στα πάτρια εδάφη της Νέας Αγγλίας. Οι πάμπλουτοι άνθρωποι
που ζουν μες στην πολυτέλεια δεν κρατούν τους εαυτούς τους απλά
ζεστούς, αλλά τους θερμαίνουν σε σημείο αφύσικο. Όπως έχω ήδη
υπαινιχθεί προηγουμένως, πρόκειται για ανθρώπους που μαγειρεύονται, σαν να λέμε, και σερβίρονται σύμφωνα με την τελευταία λέξη
της υψηλής μαγειρικής.
Οι περισσότερες από τις πολυτέλειες και πολλές από τις λεγόμενες ανέσεις όχι μόνο δεν είναι αναντικατάστατες, αλλά αποτελούν
και εμπόδια στην εξύψωση του ανθρώπου. Σε όλη την ιστορία του
ανθρώπου, η ζωή των σοφότερων ήταν πάντα πιο απλή και πιο λιτή
ακόμα κι από τους πιο φτωχούς. Οι αρχαίοι φιλόσοφοι, οι Κινέζοι,
οι Ινδοί, οι Πέρσες και οι Έλληνες, αποτελούσαν μια τάξη που φτωχότερή της δεν υπήρξε ποτέ σε εξωτερικά πλούτη, ούτε και πλουσιότερή της σε εσωτερικά. Δεν ξέρουμε πολλά γι' αυτούς. Πάλι καλά
που γνωρίζουμε όσα γνωρίζουμε. Το ίδιο ισχύει και για τους πιο
σύγχρονους μεταρρυθμιστές και ευεργέτες της ανθρώπινης φυλής.
Κανείς δεν μπορεί να γίνει αντικειμενικός και σοφός στοχαστής της
ανθρώπινης ζωής παρά μόνο από το παρατηρητήριο το οποίο θα
μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «εθελούσια ένδεια». Ο καρπός της
πολυτελούς ζωής δεν είναι άλλος από την ίδια την πολυτέλεια, τόσο
στη γεωργία και στο εμπόριο όσο και στη λογοτεχνία ή στην τέχνη.
Μπορεί να υπάρχουν σήμερα καθηγητές φιλοσοφίας, όμως δεν
υπάρχουν φιλόσοφοι. Το επάγγελμα του καθηγητή είναι από τα πιο
σεβαστά στις μέρες μας, κι ας μην κάνει τίποτε άλλο παρά να ανα-

52

WALDEN

μασά τα διδάγματα ανθρώπων που κάποτε μπορεί να μην ασκούσαν
σεβαστά επαγγελματα, αλλά διήγαν σεβαστούς βίους. Για να αποκαλείται κανείς φιλόσοφος δεν αρκεί μονάχα να διαθέτει οξυδέρκεια,
οΰτε και να ιδρύσει μια σχολή, αλλά να αγαπά τη σοφία και να ζει
συμφωνά με τις επιταγές της: μια ζωή απλή, ανεξάρτητη, γεμάτη μεγαλοψυχία και πίστη. Να μπορεί να λΰσει μερικά από τα προβλήματα της ζωής, όχι μόνο θεωρητικά, αλλά και πρακτικά. Η επιτυχία των
σπουδαίων λόγιων και διανοητών είναι συνήθως μια επιτυχία μέτρια, που δε συγκρίνεται μ' εκείνη των βασιλιάδων και των ηρώων.
Μόλις που τα φέρνουν βόλτα στη ζωή τους, μια ζωή που δε διαφέρει
πολΰ από εκείνη των πατεράδων τους. Ποτέ δε γίνονται γεννήτορες
μιας νέας, ευγενέστερης ράτσας ανθρώπων. Γιατί όμως ο άνθρωπος
εκφυλίζεται; Τι είναι εκείνο που κάνει τις οικογένειες να φθίνουν;
Ποια είναι η φΰση της πολυτέλειας εκείνης που αποδυναμώνει και
καταστρέφει έθνη ολόκληρα; Μπορούμε να είμαστε ποτέ βέβαιοι ότι
δεν πρόκειται για κάποιο σαράκι που ροκανίζει και τις δικές μας
ζωές; Ο φιλόσοφος προηγείται της εποχής του, ακόμη και σε ό,τι
αφορά την εξωτερική όψη της ζωής του. Δεν τρέφεται, δεν κατοικεί,
δεν ντύνεται, δε ζεσταίνεται με τον ίδιο τρόπο που τα κάνουν όλα
αυτά οι συγχρονοί του. Πώς μπορεί κάποιος που αποκαλεί τον εαυτό
του φιλόσοφο να μην μπορεί να διατηρεί τη ζωική του θερμότητα με
μεθόδους καλύτερες από εκείνες των υπόλοιπων ανθρώπων;
Αφοΰ ο άνθρωπος καταφέρει και ζεσταθεί με τους διάφορους
τρόπους που περιέγραψα, ποια είναι η επόμενη επιθυμία του; Οπωσδήποτε όχι μεγαλύτερη ποσότητα από την ίδια αυτή ζέστη, δηλαδή
άφθονη και εκλεκτότερη τροφή, μεγαλύτερα και πιο πολυτελή σπίτια,
περισσότερα και πλουσιότερα ροΰχα, καλύτερη θέρμανση και τα λοιπά. Μόλις λοιπόν αποκτήσει όλα εκείνα που του είναι απαραίτητα
για τη ζωή, έχει μπροστά του κι άλλες επιλογές εκτός από τον αγώνα
να αποκτήσει πράγματα περιττά: να ζήσει μια ζωή γεμάτη περιπέτεια, μια και δε θα είναι πλέον αναγκασμένος να μοχθεί ολημερίς για
τα βασικά. Ξέρουμε ότι το χώμα κάνει καλό στο σπόρο, όταν τον βλέπουμε να στέλνει τα ριζίδιά του προς τα κάτω και με το ίδιο σθένος

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

53

να υψώνει τα βλαστάρια του προς τον ουρανό. Για ποιον άλλο λόγο
έχει ριζώσει τόσο στέρεα ο άνθρωπος στη γη, παρά για να μπορέσει
να ανυψωθεί κατά το ίδιο ποσοστό προς τα ουράνια; Διότι τα ευγενέστερα ορυτά θεωρούνται πολύτιμα εξαιτίας του καρπού τους, που ωριμάζει στον αέρα και στο φως, μακριά από το έδαφος, και δεν εξομοιώνονται με τα πιο ταπεινά εδώδιμα, τα οποία, παρ' ότι διετή, καλλιεργούνται μονάχα ώσπου να τελειοποιηθεί η ρίζα τους και συχνά
κλαδεύονται γι' αυτόν ακριβώς το λόγο, έτσι που οι περισσότεροι δε
θα τα αναγνώριζαν την εποχή της ανθοφορίας τους.
Δεν έχω σκοπό να υπαγορεύσω κανόνες στους δυνατούς και
στους γενναίους, σ' εκείνους που κοιτάζουν πάντα τη δουλειά τους,
είτε στην κόλαση βρεθούν είτε στον παράδεισο, σ' εκείνους που
μπορούν να χτίζουν παλάτια και να ξοδεύουν περισσότερα κι από
τους πιο πλούσιους χωρίς ποτέ να φτωχαίνουν, χωρίς να δίνουν σημασία στο πώς ζουν - αν δηλαδή υπάρχουν τέτοιοι, όπως πολλοί
ονειρεύτηκαν. Ούτε και θέλω να δώσω οδηγίες σε όσους βρίσκουν
έμπνευση και θάρρος στην παρούσα κατάσταση των πραγμάτων, την
οποία περιβάλλουν με τη στοργή και τον ενθουσιασμό του εραστή και, ως ένα σημείο, θεωρώ τον εαυτό μου μέλος της ομάδας αυτής.
Δε μιλώ σ' εκείνους που έχουν καλή δουλειά, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό, και το γνωρίζουν. Απευθύνομαι κυρίως στη μεγάλη μάζα των δυσαρεστημένων ανθρώπων, εκείνων που παραπονιούνται μοιρολατρικά για το σκληρό τους ριζικό ή για τους δύσκολους καιρούς, τη στιγμή που είναι στο χέρι τους να τα αλλάξουν όλα αυτά. Υπάρχουν κάποιοι ανάμεσα σ' αυτούς που παραπονιούνται πιο δυνατά απ' όλους
και δε βρίσκουν καμία παρηγοριά, επειδή, όπως λένε, κάνουν το καθήκον τους. Σκέφτομαι ακόμα εκείνη την τάξη τη φαινομενικά πλούσια, που όμως στην πραγματικότητα είναι η πιο (ρτωχή απ' όλες: την
τάξη που την αποτελούν οι άνθρωποι εκείνοι που έχουν συσσωρεύσει άχρηστα πράγματα, που όμως δεν ξέρουν πώς να τα χρησιμοποιήσουν, ούτε και μπορούν να τα ξεφορτωθούν, και με τον τρόπο αυτό
σφυρηλατούν οι ίδιοι σιγά σιγά τους κρίκους της χρυσής ή ασημένιας αλυσίδας που τους κρατά δεμένους.

54

WALDEN

Αν επιχειρούσα να διηγηθώ πώς είχα επιθυμήσει να ζω τα προηγούμενα χρόνια, το πιο πιθανό είναι να εξέπληττα όσους από τους
αναγνώστες μου γνωρίζουν πάνω κάτω την πραγματική μου ιστορία.
Όσο για εκείνους που έχουν πλήρη άγνοια, είναι σίγουρο πως θα έμεναν με το στόμα ανοιχτό. ΕπιτρέχΙττε μου, λοιπόν, να περιγράψω εν τάχει κάποια εγχειρήματα της ζωής μου που αγάπησα πραγματικά.
Κάτω από οποιεσδήποτε καιρικές συνθήκες, οποιαδήποτε ώρα
της ημέρας ή της νύχτας, πάντοτε με γέμιζε η επιθυμία να αξιοποιώ
όσο μπορώ το χρόνο μου και να καταγράφω το πέρασμά του* να στέκομαι στο σημείο όπου συναντιούνται δυο αιωνιότητες, το παρελθόν
και το μέλλον, με άλλα λόγια στο σημείο του παρόντος, της κάθε
στιγμής, να βαδίζω πάνω στη λεπτή αυτή γραμμή. Συγχωρήστε μου
τις όποιες ασάφειες. Η δουλειά μου έχει πιο πολλά μυστικά από
εκείνες των περισσότερων ανθρώπων, που όμως δεν τα κρατώ μυστικά με τη θέλησή μου, αλλά είναι αδύνατο να διαχωριστούν από
την ίδια τη φύση της δουλειάς μου. Με μεγάλη μου χαρά θα διηγηθώ
όλα όσα γνωρίζω, χωρίς ποτέ να γράψω πάνω στην εξώπορτά μου
«Απαγορεύεται η είσοδος».
Πάει πολύς καιρός που έχασα ένα σκύλο, ένα κανελί άλογο και
μια τρυγόνα, κι εξακολουθώ να τα αναζητώ. Πολλούς ταξιδιώτες συνάντησα στο δρόμο μου και τους μίλησα γι' αυτά, περιγράφοντας τα
ίχνη τους και τα καλέσματα που είχαν συνηθίσει να ακούνε. Κάνα
δυο από εκείνους που συνάντησα μου είπαν πως είχαν ακούσει το
σκυλί και τον καλπασμό του αλόγου μου, κάποιοι μάλιστα είχαν δει
και την τρυγόνα μου να χάνεται πίσω από ένα σύννεφο, και έδειξαν
πως ήθελαν πολύ να τα ξαναβρώ, λες και τα είχαν χάσει οι ίδιοι.
Φανταστείτε να αδημονεί κανείς όχι μόνο να έρθει το χάραμα
της μέρας αλλά, αν κάτι τέτοιο είναι δυνατόν, να λαχταρά τη Φύση
την ίδια! Πόσα πρωινά, χειμώνα καλοκαίρι, πριν ακόμα οποιοσδήποτε από τους γείτονές μου ξεκινήσει για τη δουλειά του, εγώ είχα
ήδη αρχίσει τη δική μου! Πολλοί συχωριανοί μου με έβλεπαν καθώς
επέστρεφα το σούρουπο, αγρότες που ξεκινούσαν για τη Βοστόνη ή

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

55

ξυλοκόποι που πήγαιναν στη δική τους δουλειά. Είναι αλήθεια πως
δε βοήθησα ποτέ τον ήλιο να ανατείλει, μου ςρτάνει όμως που ήμουν
παρών όταν το έκανε.
Πόσες φθινοπωρινές και χειμωνιάτικες μέρες δεν πέρασα στην
εξοχή, προσπαθώντας να ακούσω τι έλεγε ο άνεμος κι έπειτα να το
πω στον κόσμο! Ξόδεψα σχεδόν όλη μου την περιουσία στην προσπάθεια αυτή, και μαζί και την ανάσα μου, έτσι όπως έτρεχα κόντρα
στον άνεμο. Αν το εγχείρημά μου αυτό είχε σχέση με κάποιο από τα
δυο πολιτικά κόμματα, να είστε σίγουροι ότι με την πρώτη ευκαιρία
θα το είχαν γράψει όλες οι εφημερίδες. Άλλες φορές πάλι παρακολουθούσα από το παρατηρητήριό μου, που είχα στήσει σε κάποιο
βράχο ή δέντρο, για να προλάβω να ειδοποιήσω μόλις έβλεπα κάποια νέα άφιξη· ή περίμενα το σούρουπο στις κορυφές των λόφων
να ανοίξουν οι ουρανοί, μήπως και κατόρθωνα να πιάσω λίγο μάννα, αν και ποτέ δεν έπιασα κάτι ιδιαίτερο και ό,τι ερχόταν στα χέρια
μου διαλυόταν αμέσως στο φως του ήλιου.
Για πολύ καιρό δούλευα ως δημοσιογράφος σε μια εφημερίδα μικρής κυκλοφορίας, ο εκδότης της οποίας μέχρι σήμερα δεν εδέησε
να δημοσιεύσει παρά ένα μέρος μόνο των γραπτών που του έδωσα.
Όπως συμβαίνει συχνά με τους συγγραφείς, μοναδικό κέρδος για
τους κόπους μου ήταν η ίδια μου η εργασία. Όμως στην περίπτωση
αυτή, η εργασία μου αποτελούσε και για εκείνους κέρδος.
Για πολλά χρόνια διετέλεσα αυτόκλητος επιθεωρητής της χιονοθύελλας και της καταιγίδας και ποτέ δεν παρέλειπα να εκτελώ το
καθήκον μου με ζήλο και προσήλωση. Ήμουν ένας τοπογράφος όχι
των δημόσιων δρόμων, αλλά των μονοπατιών του δάσους και όλων
εκείνων των μονοπατιών που διασχίζουν τα χωράφια. Δουλειά μου
ήταν να τα κρατώ ανοιχτά, να φροντίζω ώστε να βρίσκονται σε καλή
κατάσταση όλο το χρόνο οι γέφυρες πάνω από τα φαράγγια, των
οποίων την αξία διατράνωνε η συχνή χρήση από τους ανθρώπους.
Φρόντιζα τα άγρια ζωντανά της μικρής μας πόλης, που ταλαιπωρούν συχνά τους καλούς κτηνοτρόφους όταν πηδούν τους φράχτες.
Επίσης τριγυρνούσα στις λιγότερο πολυσύχναστες γωνιές των αγρο-

56

WALDEN

κτημάτων, παρ' όλο που δεν ήξερα ποιος τύχαινε να δουλεύει σε
ποιο χωράφι τη συγκεκριμένη μέρα, ο Ιωνάς ή ο Σολομών - αυτό
δεν ήταν δική μου δουλειά. Πότιζα τα κόκκινα μΰρτιλλα, τις αγριοκερασιές και τις τσουκνίδες, τα πεΰκα, τις φλαμουριές, τα ξανθά
σταφύλια και τις κίτρινες βιολέτες, που αλλιώς μπορεί να μαραίνονταν την εποχή της ξηρασίας.
Εν ολίγοις, τα έκανα όλα αυτά για πολΰ καιρό, εκτελούσα τα καθήκοντά μου με αφοσίωση, και μη νομίσετε πως καυχιέμαι γι' αυτό.
Ώσπου σιγά σιγά άρχισε να γίνεται φανερό ότι οι συμπολίτες μου
δεν είχαν σκοπό να προσθέσουν το όνομά μου στον κατάλογο των
αξιωματούχων του δήμου, ούτε να με διορίσουν δημόσιο υπάλληλο
για τη δουλειά μου αυτή, δίνοντάς μου κι ένα μικρό μισθό. Και μολονότι είμαι σε θέση να ορκιστώ ότι έχω κρατήσει λεπτομερέστατους
λογαριασμούς για όλες μου τις εργασίες, ποτέ δεν ήρθε κανείς να
τους ελέγξει, ούτε να τους παραλάβει, και βέβαια ακόμα λιγότερο να
τους εξοφλήσει. Ωστόσο, δε χαλάω και την καρδιά μου γι' αυτό.
Δεν πάει πολύς καιρός που ένας περιπλανώμενος Ινδιάνος πήγε
να πουλήσει καλάθια στο σπίτι ενός γνωστού δικηγόρου που μένει
στη γειτονιά μου. «Θέλετε να αγοράσετε καλάθια;» ρώτησε. «Όχι,
δε θέλουμε», ήταν η απάντηση. «Τι!» φώναξε ο Ινδιάνος βγαίνοντας
από την αυλόπορτα. «Θέλετε λοιπόν να πεθάνουμε της πείνας;» Βλέποντας τους εργατικούς λευκούς γείτονές του σε τόσο καλή οικονομική κατάσταση - ο δικηγόρος, φέρ' ειπείν, το μόνο που έκανε ήταν
να παρατάσσει επιχειρήματα, και ως διά μαγείας βρισκόταν να απολαμβάνει πλούτη και αξιώματα - ο Ινδιάνος είχε συλλογιστεί: «Θα
αρχίσω να πλέκω καλάθια. Είναι κάτι που ξέρω να κάνω καλά», νομίζοντας ότι με το να πλέξει απλώς τα καλάθια, θα είχε εκπληρώσει
το δικό του καθήκον και στη συνέχεια θα ήταν η σειρά του λευκού
να τα αγοράσει. Δεν ήξερε ότι έπρεπε να διασφαλίσει το γεγονός
ότι ο άλλος θα ωφελούνταν από την αγορά των καλαθιών ή ότι έπρεπε τουλάχιστον με κάποιον τρόπο να τον κάνει να πιστέψει ότι θα
ωφελούνταν, ή αλλιώς ότι έπρεπε ίσως να (ρτιάξει κάτι άλλο, που θα
ήταν χρήσιμο στον αγοραστή. Έτσι κι εγώ είχα πλέξει ένα είδος κα-

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

57

λαθιών εξαιρετικής ποιότητας, αλλά δεν είχα σκεφτεί να εξασφαλίσω από πριν αγοραστές. Αντίθετα, θεώρησα ότι η κατασκευή των
καλαθιών αυτών ήταν πρώτα απ' όλα προς όφελος δικό μου κι έτσι,
αντί να σπάω το κεφάλι μου ψάχνοντας να βρω έναν τρόπο να δείξω
στους άλλους πόσο θα ωφελούνταν από την αγορά τους, έψαξα να
βρω τρόπους να αποφύγω την ανάγκη να τα πουλήσω. Η ζωή την
οποία ο κόσμος επαινεί και θεωρεί επιτυχημένη δεν είναι παρά ένα
μόνο είδος ζωής ανάμεσα σε πολλά. Γιατί να υπερβάλλουμε δίνοντας τα πρωτεία σε ένα μονάχα τρόπο ζωής, ζημιώνοντας όλους τους
υπόλοιπους;
Συνειδητοποιώντας ότι οι συμπολίτες μου μάλλον δεν είχαν σκοπό να μου προσφέρουν κάποιο δωμάτιο στο δημαρχείο, μια δημόσια
θέση ή άλλη κατοικία, αλλά ότι θα έπρεπε να τα βολέψω μόνος μου,
επέστρεψα κι εγώ στο δάσος, όπου στο κάτω κάτω έχαιρα μεγαλύτερης εκτίμησης. Αποφάσισα να ανοίξω την επιχείρησή μου αμέσως,
χωρίς να περιμένω να συγκεντρώσω πρώτα το απαιτούμενο κεφάλαιο, αλλά να χρησιμοποιήσω τα ελάχιστα μέσα που είχα στη διάθεσή μου. Ο σκοπός για τον οποίο πήγα στη λίμνη Ουόλντεν δεν ήταν
για να βρω έναν τόπο στον οποίο θα μπορούσα να ζήσω είτε φθηνά
είτε πλουσιοπάροχα, αλλά για να καταπιαστώ με κάποιες προσωπικές εργασίες μου έχοντας να αντιμετωπίσω τα λιγότερα δυνατά
εμπόδια. Γιατί είναι αλήθεια πως το να εμποδίζομαι να φέρω εις πέρας τις συγκεκριμένες εργασίες μου επειδή τάχα μου έλειπε λίγη
κοινή λογική, λίγη επιχειρηματικότητα και κάποιο εμπορικό ταλέντο
μου φαινόταν αν όχι κακό, πάντως σίγουρα ανόητο.
Πάντοτε έκανα προσπάθειες να τηρώ αυστηρές επιχειρηματικές
συνήθειες· πρόκειται για κάτι απαραίτητο στον καθένα. Αν έχεις
εμπορικές συναλλαγές με την Ουράνια Αυτοκρατορία*, τότε ένα μικρό γραφείο δίπλα στη θάλασσα σε κάποιο από τα λιμάνια του Σάλεμ σου (ρτάνει και σου περισσεύει. Θα εξάγεις τα αγαθά που παράγει ο τόπος, αποκλειστικά εγχώρια προϊόντα, όπως είναι ο πάγος, η
* Παλαιά ονομασία της Κίνας. (Σ.τ.Μ.)

58

WALDEN

ξυλεία, ο γρανίτης, που βρίσκονται σε αφθονία στην ενδοχώρα. Αυτές είναι καλές δουλειές. Να επιβλέπεις όλες τις λεπτομέρειες προσωπικά* να είσαι ταυτόχρονα πιλότος και καπετάνιος, ιδιοκτήτης και
εγγυητής· να αγοράζεις, να πουλάς και να κρατάς τα λογιστικά βιβλία* να διαβάζεις κάθε γράμμα που έρχεται, να γράφεις και να ξαναδιαβάζεις κάθε γράμμα που στέλνεται* να επιτηρείς το ξεφόρτωμα των εισαγόμενων εμπορευμάτων μέρα νΰχτα* να βρίσκεσαι σε
πολλά διαφορετικά σημεία της ακτής την ίδια σχεδόν στιγμή, μια και
συχνά τα πιο πλούσια εμπορεύματα τα ξεφορτώνουν στα πιο ασήμαντα λιμάνια* να είσαι ο ίδιος ο τηλέγραφος του εαυτοΰ σου, να σαρώνεις ακάματα τον ορίζοντα, να μιλάς με όλα τα πλεούμενα που
πλησιάζουν την ακτή* να διατηρείς σταθερή την αποστολή των αγαθών σε μια τόσο μακρινή και τεράστια αγορά* να ενημερώνεσαι
διαρκώς για την κατάσταση των αγορών, για τις προοπτικές πολέμου
και ειρήνης παντού, να προβλέπεις τις τάσεις του εμπορίου και του
πολιτισμού, εκμεταλλευόμενος τις ανακαλύψεις όλων των εξερευνητικών αποστολών, ακολουθώντας νέες θαλάσσιες οδούς και εφαρμόζοντας όλες τις καινοτομίες στην πλοήγηση* να μελετάς χάρτες ναυτικούς, να επιβεβαιώνεις τις θέσεις των υφάλων, των καινούργιων
φάρων και των σημαντήρων και πάντοτε, μα πάντοτε, να διορθώνεις
τους λογαριθμικούς πίνακες, μια και φτάνει ένα μόνο λάθος για να
πέσει το καράβι πάνω σ' ένα βράχο και να ανοίξει στα δύο, αντί να
φτάσει σώο και αβλαβές στο λιμάνι - αυτή ήταν η άγνωστη για τόσο
πολλά χρόνια τύχη του Λα Περούζ** να ενημερώνεσαι για τις εξελίξεις στην επιστήμη παγκοσμίως, να διαβάζεις τους βίους όλων των
μεγάλων εξερευνητών και θαλασσοπόρων, των φοβερών τυχοδιωκτών και εμπόρων, από τον Άννωνα τον Καρχηδόνιο και τους Φοίνικες ως τους ναυτικούς του καιρού μας* και, τέλος, να κάνεις απογρα-

* Jean Frangois de Galaup, comte de La Perouse (1741-1788): Γάλλος θαλασσοπόρος και εξερευνητής. Εξαφανίστηκε μαζί με το πλήρωμα του στη διάρκεια
μιας αποστολής στον Ειρηνικό Ωκεανό. Τριάντα οχτώ χρόνια αργότερα, το 1826,
ανακαλύφθηκε ότι τα δυο πλοία του είχαν προσκρούσει σε ξέρες. (Σ,τ.Μ.)

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

59

φή της περιουσίας σου που και που, για να βλεπεις που βρίσκεσαι.
Δεν είναι και λίγο να απαιτούνται τόσο πολλές ικανότητες από ένα
μονάχα άνθρωπο - είναι τόσο πολλοί οι υπολογισμοί που αφορούν
τα κέρδη και τις ζημιές, τους τόκους, το καθαρό βάρος και τη φΰρα,
και τόσο πολλές οι μετρήσεις, μετρήσεις διαφόρων ειδών, που όλα
αυτά μαζί απαιτούν πλούσιες και σφαιρικές γνώσεις.
Έκρινα λοιπόν ότι η λίμνη Ουόλντεν θα αποτελούσε πρώτης τάξεως έδρα για τις επιχειρήσεις μου, και όχι μόνο λόγω του σιδηροδρόμου που περνά από εκεί και του εμπορίου πάγου που ανθεί στην
περιοχή. Διαθέτει κάποια παραπάνω πλεονεκτήματα, τα οποία ίσως
είναι καλύτερα να μην αποκαλύψω. Είναι ένα καλό πόστο, ένα γερό
θεμέλιο. Δεν έχει βάλτους που πρέπει να αποξηρανθούν, όπως εκείνοι του ποταμού Νέβα στη Ρωσία, αν και πρέπει να μεταφέρεις μόνος σου τους πασσάλους στους οποίους θέλεις να χτίσεις. Λένε πως
αρκεί μια πλημμυρίδα, σε συνδυασμό με ένα δυτικό άνεμο και παγετό στο Νέβα για να σβηστεί από το χάρτη ολόκληρη η Αγία Πετρούπολη.
Καθώς επρόκειτο για μια επιχείρηση που θα ξεκινούσε δίχως τα
κεφάλαια τα οποία συνηθίζεται να χρησιμοποιούνται για αυτό το
σκοπό, εύκολα μπορεί να αναρωτηθεί κανείς με ποιον τρόπο θα
έβρισκα όλα εκείνα που είναι απαραίτητα για ένα εγχείρημα τέτοιου είδους. Ας αρχίσω λοιπόν με το πιο πρακτικό απ' όλα: τα ρούχα. Πιστεύω πως η στάση μας απέναντι σ' αυτά καθορίζεται συχνότερα από την αγάπη μας γχα το καινούργιο και από τη γνώμη των άλλων παρά από την πραγματική χρησιμότητά τους. Όσοι εργάζονται,
ας αναλογιστούν πως σκοπός των ρούχων είναι, πρώτον, να μας
κρατούν ζεστούς και, δεύτερον, στη σημερινή κοινωνία τουλάχιστον,
να καλύπτουν τη γύμνια μας. Έπειτα ας κρίνουν οι ίδιοι αν για να
φέρουν εις πέρας τις δουλειές τους πρέπει να προσθέσουν κάτι στην
γκαρνταρόμπα τους. Οι βασιλιάδες και οι βασίλισσες που φορούν
την κάθε ενδυμασία τους από μια φορά μονάχα, όλες τους ςρτιαγμένες από τον προσωπικό τους ράφτη ειδικά για τη μεγαλειότητά τους.

60

WALDEN

δεν έχουν μεγάλη διαφορά από τις κρεμάστρες που έχουμε για τα
καθαρά μας ροΰχα: δεν ξέρουν την απόλαυση του να γλιστράς μέσα
σε μια ενδυμασία πολυφορεμένη, που σου ταιριάζει γάντι. Κάθε μέρα που περνά τα ροΰχα μας εφαρμόζουν όλο και καλύτερα πάνω
μας. Σ' αυτά αποτυπώνεται όχι μόνο το σχήμα του κορμιού μας, αλλά
και ο χαρακτήρας μας, ώσπου φτάνει μια στιγμή που διστάζουμε να
τα αποχωριστούμε, λες κι έχουν γίνει ένα με το πετσί μας. Κανείς
δεν έπεσε ποτέ στην εκτίμησή μου επειδή έτυχε να φορά μπαλωμένα
ροΰχα. Κι όμως, είμαι σίγουρος ότι ο πολΰς κόσμος νοιάζεται περισσότερο να έχει ροΰχα της μόδας, ή τουλάχιστον καθαρά και αμπάλωτα, παρά να έχει καθαρή συνείδηση. Ακόμα όμως κι αν το σκίσιμο στο ροΰχο κάποιου δεν έχει μανταριστεί, το χειρότερο ελάττωμα
που μπορεί κανείς να του προσάψει είναι η αμέλεια. Μερικές φορές
δοκιμάζω τους γνωοτοΰς μου με ερωτήσεις σαν κι αυτήν: ποιος από
σας μπορεί, τους λέω, να κυκλοφορήσει δημοσίως με ένα μπάλωμα
στο παντελόνι, στο σημείο ακριβώς πάνω από το γόνατο; Οι περισσότεροι αντιδροΰν σαν να είναι σίγουροι πως η ζωή τους θα καταστραφεί αν τολμήσουν ποτέ να κάνουν κάτι τέτοιο. Θα το έβρισκαν
πιο εΰκολο να βγουν στο δρόμο κουτσαίνοντας, με κάταγμα στο πόδι, παρά με σκισμένο παντελόνι. Αν το πόδι κάποιου κυρίου σπάσει
σε ένα ατΰχημα, τις περισσότερες φορές διορθώνεται. Αν όμως πάθει κάτι ανάλογο το παντελόνι του, τότε πάει, τελείωσε. Κι αυτό γιατί ο κΰριος δίνει σημασία σ' εκείνα που ο κόσμος θεωρεί άξια σεβασμοΰ κι όχι σ' αυτά που πραγματικά είναι. Πιο μεγάλη σημασία δίνουμε στο κοστοΰμι, παρά στον άνθρωπο που το φοράει. Αν ντΰσετε
ένα σκιάχτρο με τα πιο καινοΰργια ροΰχα σας κι εσείς σταθείτε δίπλα του γυμνός, όλοι θα χαιρετήσουν το σκιάχτρο. Τις προάλλες, καθώς περνοΰσα από ένα χωράφι με καλαμπόκι, δίπλα από έναν πάσσαλο μπηγμένο στη γη με καπέλο κι ένα παλιό παλτό, αναγνώρισα
τον ιδιοκτήτη του. Φαινόταν απλώς λίγο πιο ανεμοδαρμένος από την
τελευταία φορά που τον είχα δει. Έχω ακοΰσει για ένα σκΰλο που
γάβγιζε σε κάθε ξένο που πλησίαζε το σπίτι του αφεντικοΰ του, αρκεί να φοροΰσε ροΰχα. Όταν όμως μια νΰχτα ήρθε ένας κλέφτης γυ-

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

61

μνός, τον άφησε να μπει χωρίς την παραμικρή φασαρία. Έχει ενδιαφέρον το ερώτημα πόσα από τα αξιώματα τους θα κρατούσαν οι άνθρωποι αν τους αφαιρούσαν τα ρούχα. Θα μπορούσατε ποτέ εσείς
σε μια τέτοια περίπτωση να πείτε με σιγουριά ποιοι ανήκουν στις
ανώτερες κοινωνικές τάξεις; Όταν η μαντάμ Πφάιφερ* σε ένα από
τα περιπετειώδη ταξίδια της σε όλο τον κόσμο, σε ανατολή και δύση,
έψχαοε στην Ασιατική Ρωσία, σχετικά κοντά στην πατρίδα της, πηγαίνοντας να επισκεφτεί τις αρχές της χώρας λέει πως ένιωσε την
ανάγκη να φορέσει κάτι άλλο από τα ταξιδιωτικά της ρούχα, γιατί
τώρα πια βρισκόταν σε «μια πολιτισμένη χώρα, στην οποία οι άνθρωποι κρίνονται από τα ρούχα τους». Ακόμη και στις δικές μας δημοκρατικές πόλεις της Νέας Αγγλίας, ο τυχαία αποκτηθείς πλούτος
και η έκφρασή του αποκλειστικά μέσα από το ρουχισμό και τα αξεσουάρ χαρίζουν στον άνθρωπο το σεβασμό σχεδόν όλων των συνανθρώπων του. Εκείνοι όμως που απολαύουν τέτοιου είδους σεβασμού, και είναι πολλοί, είναι τόσο ανήθικοι που χρειάζονται επειγόντως κάποιον ιεραπόστολο να τους φέρει στον ίσιο δρόμο. Εκτός
όμως απ' όλα αυτά, τα ρούχα έφεραν μαζί τους κι άλλο ένα κακό: το
ράψιμο, μια δουλειά που θα μπορούσαμε να πούμε ότι δεν έχει τέλος. Τα γυναικεία φορέματα, τουλάχιστον, μοιάζουν να μην τελειώνουν ποτέ.
Κάποιος που επιτέλους βρήκε κάτι αξιόλογο να κάνει, δε χρειάζεται καινούργιο κοστούμι για να το κάνει. Και το παλιό του, εκείνο
που κρέμεται σκονισμένο στο πατάρι κι εγώ δεν ξέρω για πόσο καιρό, τον εξυπηρετεί μια χαρά. Ο ήρωας χρησιμοποιεί τα παλιά παπούτσια περισσότερο καιρό απ' ό,τι ο υπηρέτης του - αν δηλαδή
υπάρχει κανένας ήρωας που να έχει υπηρέτη - ενώ η ξυπολυσιά είναι ακόμα πιο αρχαία από τα παλιωμένα παπούτσια και ο ήρωας θα
τα καταφέρει και μ' αυτήν, αν χρειαστεί. Μονάχα εκείνοι που πηγαίνουν σε βεγγέρες και μπαινοβγαίνουν στις νομοθετικές αίθουσες
πρέπει να έχουν καινούργια πανωφόρια, τόσο πολλά ώστε να μπο* Ida Laura Pfeiffer (1797-1858): Αυστριακή ταξιδιώτρια και συγγραφέας. (Σ.τ.Μ.)

62

WALDEN

ρουν να τα αλλάζουν κάθε φορά που αλλάζουν κι οι ίδιοι χαρακτήρα και ουμπεριφορά. Αν όμως το δικό μου σακάκι και παντελόνι, το
καπέλο και τα παπούτσια μου είναι κατάλληλα για να τα φοράω
όταν προσεύχομαι στο Θεό, τότε είναι κατάλληλα και για όλα τα άλλα, δε συμφωνείτε; Ποιος είδε ποτέ ένα παλιό του ρούχο, το παλιό
του παλτό ας πούμε, στ' αλήθεια λιωμένο, διαλυμένο σχεδόν, έτσι
που το να το χαρίσει σ' ένα φτωχό παιδί μόνο φιλανθρωπική πράξη
δε θα αποτελούσε, μια και το παιδί αυτό δε θα αργούσε καθόλου να
χαρίσει το κουρέλι σε κάποιον άλλο, ακόμα πιο φτωχό, ή μάλλον πιο
πλούσιο, εφόσον αυτός θα μπορούσε να περάσει και με λιγότερα;
Δυσπιστείτε, λέω, απέναντι σε κάθε εγχείρημα που απαιτεί καινούργια ρούχα αντί για καινούργιους ανθρώπους. Αν δεν είναι ανανεωμένος ο άνθρωπος, τότε πώς μπορούν να του ταιριάζουν τα καινούργια ρούχα; Αν έχετε να κάνετε μια νέα δουλειά, δοκιμάστε να την
κάνετε φορώντας παλιά ρούχα. Αυτό που επιθυμεί ο άνθρωπος δεν
είναι να κάνει κάτι με κάποιο υλικό, αλλά απλά να κάνει κάτι ή, πιο
σωστά, να γίνει κάτι. Ισως δε θα έπρεπε ποτέ να αγοράζουμε καινούργιο κοστούμι, όσο κουρελιασμένο και βρώμικο κι αν είναι το
παλιό μας, αν πρώτα δε συμπεριφερόμασταν, δε δουλεύαμε ή δεν
ταξιδεύαμε με τρόπο που να μας κάνει να νιώθουμε ανανεωμένοι
μέσα στα παλιά μας ρούχα, ώσπου να φτάσουμε στο σημείο να αισθανθούμε ότι το να κρατάμε το παλιό μας κοστούμι είναι τόσο
ανόητο όσο το να φυλάμε καινούργιο κρασί σε παλιά μπουκάλια. Η
εποχή της πτερόρροιάς μας, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τα πουλιά, δεν μπορεί παρά να αποτελεί περίοδο κρίσιμη στη ζωή μας. Η
βουτηχτάρα αποσύρεται σε απομονωμένες λίμνες μέχρι να αλλάξει
φτέρωμα. Το φίδι χάνει το δέρμα του και η κάμπια το κουκούλι της,
και τα δυο χάρη σε μια εσωτερική διεργασία και σε μια διαστολή
του σώματός τους. Έτσι και για μας, τα ρούχα δεν είναι παρά το
εξωτερικό, απονεκρωμένο στρώμα της επιδερμίδας μας, το πιο ασήμαντο κομμάτι του θνητού μας κορμιού. Αν δεν τα ξεφορτωθούμε,
αν εξακολουθούμε να φοράμε στολές που δεν είναι δικές μας, κάποια στιγμή είναι αναπόφευκτο η απάτη μας να αποκαλυφθεί και τα

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

63

ψεύτικα παράσημα μας να ξηλωθούν, μια και θα εχουμε πέσει στην
υπόληψη όχι μόνο των συνανθρώπων μας, αλλά και του εαυτού μας.
Φοράμε το ένα ρούχο πάνω από το άλλο, σαν να είμαστε αγκινάρες. Τα ρούχα που φοράμε πάνω από τα υπόλοιπα, που είναι συχνά
λεπτά και φανταχτερά, είναι η επιδερμίδα μας, το φιδοπουκάμισο, η
οποία δεν είναι ζωτικής σημασίας για μας και μπορεί να σκιστεί σε
διάφορα σημεία χωρίς να τραυματιστούμε θανάσιμα. Τα πιο χοντρά
μας ρούχα, που τα φοράμε συνέχεια, είναι η κυτταρική μας μεμβράνη μας, ο φλοιός μας. Η φανέλα μας όμως είναι το συκώτι, ο πυρήνας του κορμού, το οποίο δεν μπορεί να αφαιρεθεί παρά μόνο με τομή, πράγμα που θα επιφέρει το θάνατό μας. Πιστεύω πως κάθε φυλή
φορά ενίοτε κάτι ανάλογο με τη φανέλα. Καλό είναι ο άνθρωπος να
είναι ντυμένος τόσο απλά ώστε να μπορεί να ψηλαφήσει το κορμί
του στο σκοτάδι, καθώς και να ζει από κάθε άποψη με τρόπο τόσο
συνετό και προνοητικό ώστε, αν τυχόν καταλάβει κάποιος εχθρός
την πόλη του, να μπορεί, σαν τον παλιό φιλόσοφο, να την εγκαταλείψει με άδεια χέρια και χωρίς καμιά ανησυχία. Ένα χοντρό ρούχο,
είναι, τις περισσότερες φορές, ισοδύναμο με τρία λεπτά ρούχα. Επίσης υπάρχουν φθηνά ενδύματα που μπορεί κανείς να αγοράσει σε
πραγματικά συμφέρουσες τιμές - ένα χοντρό παλτό κοστίζει πέντε
δολάρια, όσα και τα χρόνια που θα κρατήσει, ένα παντελόνι από χοντρό ύφασμα κοστίζει δύο δολάρια, ένα ζευγάρι μπότες από δέρμα
αγελάδας ενάμισι δολάριο, ένα καλοκαιρινό καπέλο είκοσι πέντε
σεντς και ένας σκούφος εξήντα δυόμισι σεντς (κι ακόμα πιο φθηνά
έρχεται αν τον φτιάξει κανείς μόνος του, οπότε και η ποιότητά του
θα είναι καλύτερη από εκείνη του εμπορίου). Συνεπώς, αν κάποιος
ντύνεται με τέτοιου είδους ρούχα, που τα έχει αγοράσει με τους κόπους του, δε θα βρει σοφούς ανθρώπους να τον εκτιμήσουν γι' αυτό;
Καμιά φορά, όταν ζητάω από τη ράqρτρα μου κάποιο ρούχο
φτιαγμένο με ένα συγκεκριμένο τρόπο, μου απαντά με βλοσυρό
ύφος: «Δεν τα φτιάχνουν πια έτσι». Δεν αναφέρει ποτέ ποιοι είναι
αυτοί που «δεν τα φτιάχνουν πια έτσι», λες και πρόκειται για κάποιες θεότητες απρόσωπες, όπως οι Μοίρες. Κι έτσι δυσκολεύομαι

64

WALDEN

να βρω αυτό που θέλω, να μου (ρτιάξει το ροΰχο που επιθυμώ, μόνο
και μόνο επειδή δεν μπορεί να πιστέψει ότι εννοώ στ' αλήθεια αυτό
που της λέω, το βρίσκει αδιανόητο ότι θα μπορούσα να είμαι τόσο
άξεστος. Όποτε ακοΰω την απάντησή της αυτή, όμοια με χρησμό,
προς στιγμή βυθίζομαι σε σκέψεις. Επαναλαμβάνω μία μία τις λέξεις
της μέσα μου, τονίζοντας την καθεμία ξεχωριστά, μήπως και μπορέσω να βγάλω κάποιο νόημα, μήπως μπορέσω να καταλάβω ποιος
βαθμός συγγένειας συνδέει αυτούς που «δεν τα φτιάχνουν πια έτσι»
με Εμένα και ποια εξουσία έχουν επάνω μου ώστε να καθορίζουν
μια τόσο προσωπική μου υπόθεση. Τελικά, της απαντάω το ίδιο μυστηριωδώς και χωρίς να αναφερθώ οΰτε κι εγώ στην ταυτότητα αντών: «Πράγματι, μέχρι πρόσφατα δεν τα έφτιαχναν έτσι, τώρα όμως
τα φτιάχνουν». Σε τι ωφελεί να μου παίρνει τα μέτρα αν δε μετρά το
χαρακτήρα μου αλλά μόνο το φάρδος των ώμων μου, λες και δεν είμαι τίποτε άλλο από ένα κρεμαστάρι για να ακουμπήσει το σακάκι
που θα μου ράψει; Δεν πιστεύουμε πια ούτε στις τρεις Χάριτες ούτε
στις τρεις Μοίρες, παρά μόνο στη θεά Μόδα. Εκείνη είναι που γνέθει και υφαίνει, που κόβει και ράβει και έχει όλη την εξουσία πάνω
στις ζωές μας. Η αρχιμαιμού στο Παρίσι φοράει ένα ταξιδιωτικό καπέλο και όλες οι άλλες μαϊμούδες στην Αμερική κάνουν το ίδιο. Μερικές φορές με πιάνει απελπισία και σκέφτομαι ότι τίποτε απλό και
τίμιο δεν μπορεί να γίνει στον κόσμο αυτό από τους ανθρώπους.
Πρώτα θα πρέπει να τους περάσουμε από μια ισχυρή πρέσα που θα
συνθλίψει όλες τις παλιές τους ιδέες, έτσι που να αργήσουν να σταθούν ξανά στα πόδια τους, αλλά ακόμα και τότε, σίγουρα θα βρεθεί
κάποιος ανάμεσά τους με ένα σκουλήκι στο μυαλό του, που ξεπήδησε από κάποιο αυγό που ένας θεός ξέρει πώς βρέθηκε εκεί - γιατί
αυτά τα πράγματα δε σκοτώνονται με τίποτα, ούτε και με τη φωτιά
ακόμα - και όλοι μας οι κόποι θα έχουν πάει χαμένοι. Παρ' όλα αυτά, ας μην ξεχνάμε ότι χάρη σε μια μούμια έφτασε ως τις μέρες μας
λίγο στάρι από την αρχαία Αίγυπτο.
Γενικά, πιστεύω ότι δεν μπορεί να ισχυριστεί κανείς πως η ένδυση, ούτε στη χώρα αυτή αλλά ούτε και σε καμία άλλη, έχει ανέλθει

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

65

στο επίπεδο της τέχνης. Στην εποχή μας οι άνθρωποι φορούν ό,τι
μπορούν να αγοράσουν. Σαν ναυαγοί, φορούν ό,τι βρίσκουν στην
ακτή και μόλις απομακρυνθούν λιγάκι, είτε χρονικά είτε τοπικά, γελούν ο ένας με τα μασκαραλίκια του άλλου. Κάθε γενιά κοροϊδεύει
την παλιά μόδα, ακολουθώντας ταυτόχρονα με θρησκευτική προσήλωση την καινούργια. Μας διασκεδάζουν οι εικόνες των κοστουμιών
του Ερρίκου Η' ή της βασίλισσας Ελισάβετ, λες και βλέπουμε την
αμφίεση του βασιλιά και της βασίλισσας κάποιου νησιού ανθρωποφάγων. Κάθε ανθρώπινη αμφίεση είτε θλιβερή είναι είτε γκροτέσκα.
Μονάχα η σοβαρή ματιά και η ειλικρίνεια της ζωής εκείνου που τη
φοράει συγκρατεί το γέλιο του θεατή και εξυψώνει τη στολή οποιουδήποτε λαού. Αν πιάσει τον Αρλεκίνο κρίση κολικού, η στολή του θα
πρέπει να ανταποκριθεί και σ' αυτήν του τη στιγμή. Αν ένας στρατιώτης χτυπηθεί από βλήμα κανονιού, είτε κουρέλια φοράει είτε την
επίσημη στολή του θα είναι ένα και το αυτό.
Η παιδιάστικη και πρωτόγονη επιθυμία ανδρών και γυναικών για
καινούργια σχέδια υποχρεώνει κι εγώ δεν ξέρω πόσο κόσμο να κοιτάζει μέσα σε καλειδοσκόπια μήπως και ανακαλύψει το μοτίβο που
απαιτεί η σύγχρονη γενιά. Οι σχεδιαστές ενδυμάτων ξέρουν πια καλά ότι η μόδα και το γούστο στα ρούχα δεν είναι παρά ένα καπρίτσιο. Από δύο ρούχα που διαφέρουν μεταξύ τους μονάχα σε μερικές
κλωστές ενός συγκεκριμένου χρώματος, το ένα μπορεί να πουλιέται
κατά κόρον, ενώ το άλλο να μένει στο ράφι. Βέβαια, συχνά παρατηρείται το φαινόμενο με τη νέα σεζόν να γίνεται της μόδας το δεύτερο. Με τον ίδιο τρόπο θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι το τατουάζ δεν είναι αποτρόπαιη συνήθεια, όπως λένε. Το γεγονός ότι φτάνει ως το βάθος της επιδερμίδας και δεν μπορεί να αφαιρεθεί δεν το
κάνει βάρβαρο έθιμο.
Δεν μπορώ να πιστέψω ότι το εργοστασιακό μας σύστημα αποτελεί τον καλύτερο τρόπο για να αποκτά ο άνθρωπος το ρουχισμό του.
Η κατάσταση των επιχειρήσεων μοιάζει κάθε μέρα όλο και περισσότερο μ' εκείνη των Άγγλων κι αυτό δεν πρέπει να μας εκπλήσσει, μια
και, απ' όσα έχω ακούσει και παρατηρήσει, ο κύριος στόχος της βιο-

66

WALDEN

μηχανιας αναμφισβήτητα δεν είναι να ντυθεί καλά και απλά η ανθρωπότητα, αλλά να πλουτίσουν οι εταιρίες. Μακροπρόθεσμα, ο άνθρωπος δεν πετυχαίνει παρά εκείνο το οποίο έχει στοχεύσει. Καλά
θα έκανε, επομένως, να στοχεύσει κάτι που βρίσκεται ψηλά, ακόμα
και αν με την πρώτη αποτύχει.
Όσο για το καταφύγιο, δεν μπορώ βέβαια να αρνηθώ ότι είναι κι
αυτό απαραίτητο για τη ζωή, αν και υπάρχουν παραδείγματα ανθρώπων που το στερήθηκαν για μεγάλες περιόδους και σε χώρες πιο
ψυχρές από τη δική μας. Ο Σάμιουελ Λάινγκ* αναφέρει: «Οι Λάπωνες, με τα δερμάτινα ροΰχα τους και με ένα δερμάτινο σάκο με τον
οποίο σκεπάζουν το κεφάλι και τους ώμους τους, κοιμούνται για
πολλές νύχτες έξω στο χιόνι, σε μια θερμοκρασία που θα σκότωνε
οποιονδήποτε εξετίθετο σ' αυτήν ντυμένος με μάλλινα ροΰχα». Τους
είχε δει με τα ίδια του τα μάτια να κοιμούνται με τον τρόπο αυτό.
«Κι όμως», προσθέτει, «δεν είναι περισσότερο σκληραγωγημένοι
από άλλους». Όμως ο άνθρωπος, πιθανότατα πριν περάσει πολΰς
καιρός από τότε που πρωτοεμφανίστηκε στη γη, ανακάλυψε τις ανέσεις του σπιτιού και τη θαλπωρή της οικογενειακής εστίας. Η τελευταία αυτή φράση αρχικά αναφερόταν μάλλον περισσότερο στις απολαύσεις της εστίας και λιγότερο σ' εκείνες της οικογένειας. Πρόκειται για απολαύσεις περιστασιακές στα κλίματα με τα οποία έχουμε
συνδέσει στο μυαλό μας τη χρήση του σπιτιού, κυρίως το χειμώνα ή
τις περιόδους των βροχών, εκεί όπου τα δύο τρίτα του έτους κανενός
είδους καταφύγιο δεν είναι απαραίτητο, εκτός ίσως από μια ομπρέλα για τον ήλιο. Στη δική μας κλιματική ζώνη, την καλοκαιρινή περίοδο το σπίτι ισοδυναμούσε παλιότερα σχεδόν αποκλειστικά με νυχτερινό κατάλυμα. Στα αρχεία των Ινδιάνων, το σημάδι ενός «ουίγκουαμ», ενός ινδιάνικου αντίσκηνου, χαραγμένο ή ζωγραφισμένο
στο φλοιό ενός δέντρου συμβόλιζε τη διαδρομή μιας ημέρας, ενώ μια
* Samuel Laing (1780-1868): Σκοτσέζος συγγραφέας ταξιδιωτικών βιβλίων.
(Στ.Μ)

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

67

σειρά από αντίσκηνα δήλωνε τις φορές που είχαν στρατοπεδεύσει.
Ο άνθρωπος δε φτιάχτηκε τόσο εύρωστος και με τόσο μεγάλα άκρα
για άλλο λόγο από το να αναζητά διαρκώς τρόπους για να φέρει στα
μέτρα του το περιβάλλον και να χτίζει τείχη ανάλογα με τις ανάγκες
του. Στην αρχή ήταν γυμνός και^ζοΰσε έξω, στη φΰση. Όμως, παρ'
όλο που η διαμονή του αυτή ήταν αρκετά ευχάριστη όσο ο καιρός
ήταν ήπιος και ζεστός, οι βροχές και οι χειμώνες, για να μην ποΰμε
για τον καυτό ήλιο, θα είχαν εξοντώσει την ανθρώπινη cpυλή εν τη
γενέσει της αν δεν είχε βιαστεί να προφυλαχθεί σε ένα καταφύγιο.
Ο Αδάμ και η Εύα, σύμφωνα με το μύθο, είχαν ςρτιάξει καταφύγιο
πολύ πριν φορέσουν ρούχα. Ο άνθρωπος επιθυμούσε ένα σπίτι, ένα
μέρος όπου θα έβρισκε ζεστασιά και άνεση, πρώτα ζεστασιά στο
κορμί κι έπειτα στην ψυχή.
Μπορούμε να φανταστούμε την εποχή, όταν ακόμη η ανθρώπινη
φυλή βρισκόταν στη βρεφική της ηλικία, που κάποιος τολμηρός και
ρηξικέλευθος θνητός μπουσούλησε για πρώτη φορά κάτω από ένα
βράχο, αναζητώντας καταφύγιο. Κάθε παιδί γεννά ξανά τον κόσμο,
ως ένα σημείο, και λατρεύει να παίζει έξω από το σπίτι, ακόμη και
όταν βρέχει ή κάνει κρύο. Στο παιχνίδι του κάνει πόλεμο, αλλά
φτιάχνει και σπίτι, γιατί έτσι του υπαγορεύει το ένστικτό του. Ποιος δε θυμάται με πόσο ενδιαφέρον αντίκριζε τα κοιλώματα στα
βράχια και τις σπηλιές όταν ήταν παιδί; Ήταν μια φυσική λαχτάρα
του πιο πρωτόγονου κομματιού μας, του προγόνου που ζούσε ακόμα μέσα μας. Από τη σπηλιά προχωρήσαμε στις φτιαγμένες από μεγάλα φύλλα στέγες, στις κατασκευές από φλοιό και κλωνάρια δέντρων, στο υφασμένο και τεντωμένο λινάρι, στο χόρτο και στην ψάθα, στα μαδέρια και στα κεραμίδια, στην πέτρα και στο τούβλο.
Επιτέλους, ξεχάσαμε πώς είναι να ζει κανείς στην ύπαιθρο και οι
ζωές μας έχουν ως κέντρο το σπίτι με περισσότερους τρόπους απ'
όσους αντιλαμβανόμαστε. Η απόσταση που χωρίζει την εστία από
το χωράφι είναι μεγάλη. Ίσως θα ήταν καλύτερα αν περνούσαμε
περισσότερες από τις μέρες και τις νύχτες μας χωρίς κανένα εμπόδιο ανάμεσα σ' εμάς και στα ουράνια σώματα, αν οι ποιητές δε στέ-

68

WALDΕΝ

κονταν τόσο πολΰ κάτω από μια στέγη για να μιλήσουν, αν οι άγιοι
δεν κατοικούσαν τόσον καιρό σε οικοδομήματα. Τα πουλιά δεν
τραγουδούν στις σπηλιές, οΰτε τα περιστέρια φυλάνε την αθωότητά
τους στους περιστερώνες.
Αν, ωστόσο, κάποιος σκέορτεται να κατασκευάσει μια κατοικία,
επιβάλλεται να επιδείξει λιγη από την καπατσοσυνη των Γιάνκηδων,
αλλιώς κινδυνεύει αντί για σπίτι να αποκτήσει εργαστήριο, λαβύρινθο χωρίς μίτο, μουσείο, οίκο απόρων ή περίτεχνο μαυσωλείο. Πρώτα
απ' όλα πρέπει να σκεορτεί τι του είναι απολύτως απαραίτητο. Έχω
δει Ινδιάνους Πένομπσκοτ εδώ, σ' αυτή την πόλη, να ζουν σε σκηνές
από λεπτό βαμβακερό ύφασμα, ενώ το χιόνι γύρω τους είχε ύψος
σχεδόν σαράντα εκατοστά, και σκεφτόμουν ότι θα χαίρονταν αν είχε
ακόμα μεγαλύτερο ύψος, αφού έτσι θα τους προστάτευε περισσότερο
από τον άνεμο. Παλιότερα, όταν το ερώτημα πώς θα μπορέσω να
εξασφαλίσω με τίμιο τρόπο τα μέσα επιβίωσης, διατηρώντας ταυτόχρονα και την ελευθερία να επιδίδομαι σης κανονικές μου ασχολίες,
με βασάνιζε ακόμα περισσότερο απ' ό,τι τώρα - γιατί, δυστυχώς, εν
τω μεταξύ έχω γίνει κάπως χοντρόπετσος - θυμάμαι που έβλεπα ένα
μεγάλο κουτί δίπλα στις γραμμές του τρένου, δύο μέτρα επί ένα, στο
οποίο κλείδωναν οι εργάτες τα εργαλεία τους τη νύχτα. Σκεφτόμουν
λοιπόν ότι οποιοσδήποτε βρεθεί σε δύσκολη θέση θα μπορούσε να
αποκτήσει ένα τέτοιο κουτί για ένα δολάριο και, αφού ανοίξει μερικές τρύπες ώστε να μπορεί να παίρνει αέρα, να μπαίνει μέσα όποτε
βρέχει, ενώ τη νύχτα θα μπ:ορούσε να κατεβάζει το καπάκι και να
έχει έτσι την ελευθερία να κάνει αυτό που αγαπά χωρίς να αλυσοδένει την ψυχή του. Η εναλλακτική αυτή λύση δε μου φαινόταν η χειρότερη, ούτε και με κάποιον τρόπο αξιόμεμπτη. Ο κάτοικος ενός τέτοιου κουτιού θα μπορούσε να μένει ξύπνιος όσο αργά επιθυμούσε
και όποτε ξυπνούσε θα είχε την ελευθερία να πάει όπου ήθελε, χωρίς
να έχει κανέναν σπιτονοικοκύρη πάνω από κεφάλι του να τον πιέζει
για την πληρωμή του ενοικίου. Πολλοί καταδιώκονται αμείλικτα και
μέχρι θανάτου από τους σπιτονοικοκύρηδές τους για να πληρώσουν
νοίκι για κουτιά πιο μεγάλα και πιο πολυτελή, τη στιγμή που δεν πρό-

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

69

κείται ποτέ να πέθαιναν από το κρΰο σ' ένα κουτί σαν κι αυτό που
περιέγραψα. Πιστέψτε με, δεν αστειεύομαι καθόλου. Η οικονομία είναι ζήτημα που επιτρέπει να το αντιμετωπίζουμε με ελαφρότητα,
εντούτοις είναι αδύνατο να το αγνοήσουμε παντελώς. Κάποτε σ' αυτήν εδώ τη χώρα, μια τραχιά και σκληροτράχηλη (ρυλή που ζοΰσε τον
περισσότερο καιρό στην ύπαιθρο κατασκεύαζε άνετα σπίτια, χρησιμοποιώντας σχεδόν αποκλειστικά υλικά που της προμήθευε έτοιμα η
Φυση. Ο Γκοΰκιν, επιθεωρητής των Ινδιάνων υπηκόων της Αποικίας
της Μασαχουσέτης, γράφει το 1674: «Τα καλύτερα σπίτια τους είναι
ζεστά και άνετα, καλυμμένα επιμελώς με φλοιούς δέντρων που τους
αφαιρούν από τον κορμό όσο είναι ακόμα πράσινοι, όταν οι χυμοί
ανεβαίνουν, και τους μετατρέπουν σε μεγάλα επίπεδα κομμάτια πιέζοντάς τους με βαριά ξΰλα [...] Τα πιο φτωχικά είναι καλυμμένα με
ένα είδος βοΰρλου, που και αυτά είναι ζεστά και άνετα, όχι όμως όσο
τα πρώτα [...] Έχω δει κάποια που έχουν μήκος από είκοσι έως τριάντα πέντε μέτρα και φάρδος δέκα [...] Συχνά κατέλυσα στα "ουίγκουάμ" τους, τα οποία μου φάνηκαν το ίδιο ζεστά με τα καλύτερα αγγλικά σπίτια». Προσθέτει παρακάτω ότι συνήθως στο εσωτερικό, στο
δάπεδο και στους τοίχους, είχαν καλοφτιαγμένα κεντητά καλύμματα,
καθώς και διάφορα μαγειρικά σκεΰη. Οι Ινδιάνοι είχαν βρει μάλιστα
ένα σύστημα για να ρυθμίζουν την είσοδο του αέρα με τη βοήθεια
ενός καλύμματος στερεωμένου πάνω από μια τρΰπα στην οροφή, το
οποίο μετακινούσαν με ένα σχοινί. Ένα τέτοιο κατάλυμα αρχικά κατασκευαζόταν σε μία, το πολΰ δυο ημέρες και μπορούσε να λυθεί και
να στηθεί μέσα σε λίγες ώρες. Κάθε οικογένεια είχε κι από ένα, ή
τουλάχιστον ένα δωμάτιο σε κάποιο απ' αυτά.
Στις πρωτόγονες κοινωνίες κάθε οικογένεια έχει στην ιδιοκτησία
της ένα καταφύγιο καλό, που καλύπτει τις βασικές ανάγκες της. Δε
θεωρώ ότι υπερβάλλω λέγοντας πως, ενώ τα πουλιά έχουν τις φωλιές τους, οι αλεπούδες τις τρύπες τους και οι άγριοι τα «ουίγκουάμ»
τους, μόνο οι μισές οικογένειες της πολιτισμένης κοινωνίας μας
έχουν δική τους στέγη. Στις κωμοπόλεις και στις μεγαλουπόλεις,
εκεί όπου κατά κΰριο λόγο συναντά κανείς τον πολιτισμό, ο αριθμός

70

WALDEN

των ανθρώπων που έχουν δική τους στέγη δεν αποτελεί παρά ένα μικρό κομμάτι του συνόλου. Οι υπόλοιποι, για να μπορούν να έχουν
ένα καταφύγιο, από το οποίο μάλιστα είναι εξαρτημένοι χειμώνα
καλοκαίρι, πληρώνουν ετησίως ένα ποσό το οποίο θα έφτανε για να
αγοράσουν ένα ολόκληρο χωριό από ινδιάνικα «ουιγκουαμ», ποσό
που τους κάνει να παραμένουν φτωχοί για όλη τους τη ζωή. Δε θέλω
να επεκταθώ εδώ στα μειονεκτήματα του να μένει κανείς στο ενοίκιο σε σύγκριση με το να έχει δικό του σπίτι. Είναι όμως φανερό ότι
οι άγριοι είναι ιδιοκτήτες της στέγης τους επειδή αυτή κοστίζει τόσο
λίγο, ενώ οι πολιτισμένοι συνήθως νοικιάζουν τη δική τους επειδή
δεν έχουν τα μέσα για να την αγοράσουν, οΰτε και μπορούν μακροπρόθεσμα να νοικιάσουν κάτι καλύτερο. Μα, θα μου πείτε, πληρώνοντας μόνο το ενοίκιο, ο (ρτωχός πολιτισμένος άνθρωπος εξασφαλίζει μια κατοικία που, σε σύγκριση μ' εκείνη του αγρίου, είναι αληθινό παλάτι. Ένα ετήσιο ενοίκιο που κυμαίνεται μεταξύ είκοσι πέντε
και εκατό δολαρίων - τόσο είναι στη χώρα μας - του παρέχει τα
οφέλη όλων των συγχρόνων ανέσεων: μεγάλους χώρους, καθαρούς,
σοβαντισμένους και βαμμένους τοίχους, ταπετσαρίες, τζάκια «Ράμφορντ», περσίδες, μπρούτζινες βρύσες, κλειδαριές ασφαλείας, ευρύχωρα κελάρια και πολλά άλλα. Πώς γίνεται όμως εκείνος που τα
απολαμβάνει όλα αυτά να είναι φτωχός ως πολιτισμένος, ενώ ο
άγριος, που δεν τα έχει, να είναι πλούσιος ως άγριος; Αν υποθέσουμε ότι ο πολιτισμός αποτελεί πραγματική πρόοδο για τον άνθρωπο
- και προσωπικά συμμερίζομαι την άποψη αυτή, αν και πιστεύω πως
^ ν ά χ α οι σοφοί συνεισφέρουν διαρκώς προς αυτή την κατεύθυνση - πρέπει και να μπορεί να παράγει καλύτερες κατοικίες, χωρίς
όμως να τις κάνει πιο ακριβές. Και το κόστος ενός αντικειμένου δεν
είναι παρά αυτό που εγώ ονομάζω «ποσό της ζωής» το οποίο απαιτείται ως αντάλλαγμα για το αντικείμενο αυτό, είτε άμεσα είτε μακροπρόθεσμα. Έ ν α μέτριο σπίτι στη γειτονιά μου κοστίζει γύρω στα
οκτακόσια δολάρια. Για να μαζέψει ένας εργάτης το ποσό αυτό
χρειάζεται δέκα έως δεκαπέντε χρόνια από τη ζωή του, χωρίς να
έχει στις πλάτες του το βάρος μιας οικογένειας - υπολογίζοντας τη

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

71

χρηματική αξια της ανθρώπινης εργασίας κατά μέσο όρο σε ένα δολάριο την ημέρα, μια και άλλοι βγάζουν περισσότερα και άλλοι λιγότερα. Θα πρέπει λοιπόν να ξοδέψει παραπάνω από τη μισή του
ζωή για να μπορέσει να αποκτήσει το δικό του «ουιγκουαμ». Αν αντι
γι' αυτό υποθέσουμε ότι πληρώνει ενοίκιο, τότε απλώς επιλέγει μεταξύ δυο κακών. Ποιο είναι το χειρότερο από τα δυο; Θα ήταν άραγε συνετό εκ μέρους του αγρίου να ανταλλάξει το «ουίγκουάμ» του
με ένα παλάτι υπό αυτοΰς τους όρους;
Μπορεί να σας φαίνεται ότι υποβιβάζω σχεδόν όλα τα πλεονεκτήματα της άχρηστης αυτής περιουσίας, θεωρώντας τα ένα απλό
κεφάλαιο που αποταμιεύει κανείς για το μέλλον, με κΰριο σκοπό να
πληρώσει τα έξοδα της κηδείας του. Όμως δεν απαιτείται από κανέναν να θάψει ο ίδιος τον εαυτό του. Παρ' όλα αυτά, η σκέψη αυτή
μας οδηγεί στη συνειδητοποίηση μιας σημαντικής διαφοράς μεταξύ
του πολιτισμένου ανθρώπου και του αγρίου. Δεν υπάρχει αμφιβολία
πως κάποιοι έχουν σχέδια για μας, για το όφελός μας, σχέδια να μετατρέψουν τη ζωή των πολιτισμένων ανθρώπων σε ένα Θεσμό, ο
οποίος θα απορροφά κατά ένα μεγάλο μέρος τη ζωή του ατόμου,
έτσι ώστε να μπορέσει να διατηρηθεί και να τελειοποιηθεί η ζωή του
συνόλου. Θα ήθελα όμως να δείξω με ποιες θυσίες κερδίζουμε, προς
το παρόν τουλάχιστον, το όφελος αυτό, καθώς και να επισημάνω ότι
ίσως είναι εφικτό να ζοΰμε με τέτοιον τρόπο ώστε να εξασφαλίζουμε όλα τα πλεονεκτήματα του πολιτισμού χωρίς να υποφέρουμε από
τα μειονεκτήματα. Τι εννοούν οι Γραφές που λένε «τους πτωχούς
γαρ πάντοτε έχετε μεθ' εαυτών»* ή «οι πατέρες έφαγον όμφακα και
οι οδόντες των τέκνων εγομφίασαν»;
«Ζω εγώ, λέγει Κύριος, εάν γέννηται ότι λεγομένη η παραβολή
αυτή εν τω Ισραήλ: ότι πάσαι αι ψυχαί εμαί εισίν, ον τρόπον η ψυχή
του πατρός, οΰτως και η ψυχή του υιοΰ, εμαί εισίν, η ψυχή η αμαρτάνουσα, αυτή αποθανείται».**
* Καινή Διαθήκη, Κατά Ματθαίον 26-11. {Σ.τ.Μ.)
Παλαιά Διαθήκη, Ιεζεκιήλ 18: 2-4. {Σ.τ.Μ.)

72

WALDEN

Όταν συλλογίζομαι τους γείτονες μου, τους αγρότες του Κόνκορντ,
οι οποίοι βρίσκονται σε χειρότερη οικονομική κατάσταση από κάποιες άλλες τάξεις πολιτών, βλέπω πως οι περισσότεροι από αυτοΰς
δουλεύουν είκοσι, τριάντα, σαράντα χρόνια για να μπορέσουν να γίνουν πραγματικοί ιδιοκτήτες των αγροκτημάτων τους, τα οποία συνήθως έχουν κληρονομήσει μαζί με τα νομικά και οικονομικά βάρη τους
ή τα έχουν αγοράσει με δανεικά χρήματα - και μπορούμε με σιγουριά να ποΰμε πως το ένα τρίτο της δουλειάς τους πηγαίνει για να καλύψει το κόστος των σπιτιών τους. Οι περισσότεροι, πάντως, δεν τα
έχουν εξοφλήσει ακόμη. Είναι αλήθεια ότι κάποιες φορές τα βάρη
του αγροκτήματος υπερβαίνουν την αξία του, έτσι που το ίδιο το
αγρόκτημα γίνεται στο τέλος ένα ασήκωτο φορτίο. Παρ' όλα αυτά
βρίσκεται πάντοτε κάποιος πρόθυμος να το κληρονομήσει, μια και,
όπως λέει ο ίδιος, γνωρίζει καλά τα προβλήματά του. Ρωτώντας τους
εμπειρογνώμονες, διαπίστωσα προς μεγάλη μου έκπληξη ότι κανείς
τους δεν μπορούσε να αναφέρει μια δωδεκάδα αγροτών της περιοχής
που να έχουν στα χέρια τους τίτλους κυριότητας για τα αγροκτήματά
τους. Αν θέλει κανείς να μάθει την ιστορία των περιουσιών αυτών,
καλύτερα να ρωτήσει στην τράπεζα στην οποία είναι υποθηκευμένα.
Ο άνθρωπος που έχει εξοφλήσει το αγρόκτημά του με την εργασία
του είναι ένα φαινόμενο τόσο σπάνιο, ώστε αποτελεί είδηση για τους
γείτονές του. Αμφιβάλλω αν υπάρχουν τρεις τέτοιοι άνθρωποι σε όλο
το Κόνκορντ. Αυτό που λένε για τους εμπόρους, ότι η μεγάλη πλειονότητα - κάποιοι μιλούν για ενενήντα επτά τοις εκατό - είναι σίγουρο πως θα αποτύχει, ισχύει και για τους αγρότες. Όσον αφορά τους
εμπόρους όμως, όπως πολύ σωστά επισημαίνει κάποιος από αυτοΰς,
ένα μεγάλο μέρος της αποτυχίας τους δεν οφείλεται σε αμιγώς οικονομικές αιτίες, αλλά στη δυσκολία τους να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους, επειδή κάτι τέτοιο είναι σχεδόν αδύνατο - με άλλα λόγια,
αυτό που καταστρέφεται είναι ο ηθικός χαρακτήρας του ανθρώπου.
Το γεγονός αυτό, όμως, κάνει τα πράγματα απείρως χειρότερα.
Εκτός αυτοΰ, μας γεννά την υποψία ότι ακόμη και οι υπόλοιποι τρεις,
που πέτυχαν στις δουλειές τους, μάλλον απέτυχαν να σώσουν τις ψυ-

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

73

χές τους και βρίσκονται σε ένα είδος χρεοκοπίας χειρότερο από εκείνο που ταλανίζει τους άλλους, που απέτυχαν με τρόπο τίμιο. Η χρεοκοπία και η άρνηση κάθε ευθύνης αποτελούν τους βατήρες από τους
οποίους ένα μεγάλο κομμάτι του πολιτισμού μας παίρνει ώθηση και
εκτινάσσεται στον αέρα για να εκτελέσει τις τούμπες του. Ο άγριος,
από την άλλη, στέκεται διαρκώς στην άκρη του κάθε άλλο παρά ελαστικού βατήρα του λιμού. Παρ' όλα αυτά, το ετήσιο Παζάρι Γελαδιών
του Μίντλσεξ γνωρίζει λαμπρή επιτυχία κάθε χρόνο, λες και όλα τα
γρανάζια της γεωργικής και κτηνοτροφικής μηχανής λειτουργούν
ομαλά.
Ο αγρότης επιδιώκει να λύσει το πρόβλημα του βιοπορισμού με
μια συνταγή πιο περμτλοκη από το ίδιο το πρόβλημα. Για να αγοράσει τα κορδόνια για τα παπούτσια του επενδύει στην αγορά γελαδιών. Με αριστοτεχνική δεξιότητα στήνει μια παγίδα για να πιάσει
την άνετη ζωή και την ανεξαρτησία κι έπειτα, καθώς κάνει να φύγει,
βλέπει ότι στην παγίδα έχει πιάσει το ίδιο του το πόδι. Αυτός είναι ο
λόγος που παραμένει φτωχός* και για παρόμοιο λόγο είμαστε όλοι
μας (ρτωχοί σε σχέση με τις χίλιες ανέσεις των αγρίων, κι ας ζούμε
μέσα στην πολυτέλεια. Όπως τραγουδά ο Τσάπμαν*,
«Του ανθρώπου η ψεύτικη κοινωνία
για χάρη της γήινης μεγαλοσύνης
κάθε δώρο του παραδείσου εξανεμίζει».

Κι όταν επιτέλους ο αγρότης αποκτά το σπίτι του, δε γίνεται ούτε
πλουσιότερος ούτε φτωχότερος, γιατί στην πραγματικότητα δεν κατέχει εκείνος το σπίτι του, αλλά το αντίστροφο: το σπίτι του είναι
που τον εξουσιάζει. Όπως το αντιλαμβάνομαι, αυτή ήταν και η εύλογη αντίρρηση του Μώμου για το σπίτι που είχε ορτιάξει η Αθηνά, ότι
«δεν το είχε κατασκευάσει έτσι ώστε να υπάρχει η δυνατότητα να
μετακινείται, για να μπορεί κανείς, αν θέλει, να φύγει από μια κακή
* George Chapman (1559 -1634): Άγγλος ποιητής. (Σ.τΜ)

74

WALDEN

γειτονιά». Πρόκειται για επιχείρημα που ισχύει και σήμερα ακόμα,
μια και τα σπίτια μας αποτελούν δύσχρηστα περιουσιακά στοιχεία,
έτσι που συχνά είναι περισσότερο φυλακές παρά κατοικίες. Κι όσο
για την κακή γειτονιά, αυτή δεν είναι άλλη από τους ίδιους μας τους
μίζερους εαυτούς. Γνωρίζω τουλάχιστον δυο οικογένειες που εδώ
και μια γενιά σχεδόν επιθυμούν να πουλήσουν τα σπίτια τους στην
άκρη της πόλης και να μετακομίσουν στο χωριό, αλλά δεν τα έχουν
καταφέρει ακόμα* κι απ' ό,τι φαίνεται, μόνο ο θάνατος θα τους ελευθερώσει.
Συμφωνώ πως στην πλειονότητά τους οι άνθρωποι έχουν τη δυνατότητα, αν όχι να αγοράσουν, τουλάχιστον να νοικιάσουν ένα σπίτι
με όλες τις σύγχρονες ανέσεις. Όμως, ενώ ο πολιτισμός βελτιώνει
συνεχώς τα σπίτια, δε βελτιώνει παράλληλα και τους ανθρώπους που
κατοικούν σ' αυτά. Έχει καταφέρει να δημιουργήσει παλάτια, αλλά
ήταν δύσκολο να δημιουργήσει ευγενείς και βασιλιάδες. Όμως, αν
οι βλέψεις τον πολιτισμένου ανθρώπου δεν έχουν μεγαλύτερη αξία
από εκείνες του αγρίου και αφιερώνει το μεγαλύτερο κομμάτι της
ζωής του στην απόκτηση των απολύτως αναγκαίων για τη ζωή, τότε
γιατί να έχει καλύτερη κατοικία από εκείνον;
Πώς όμως διάγει το βίο της η φτωχή μειονότητα; Ισως να ισχύει
το γεγονός ότι, όπως κάποιοι βρίσκονται ως προς τα υλικά αγαθά σε
πλεονεκτικότερη θέση από εκείνη του αγρίου, κάποιοι άλλοι βρίσκονται σε υποδεέστερη θέση. Η πολυτέλεια της μιας τάξης εξισορροπείται από την ένδεια της άλλης. Από τη μια μεριά έχουμε το παλάτι,
από την άλλη τον οίκο απόρων και τους «σιωπηλούς φτωχούς»*. Οι
χιλιάδες εργάτες που έχτισαν τις πυραμίδες, τους μεγαλόπρεπους
εκείνους τάφους των Φαραώ, έτρωγαν σκόρδο και το πιθανότερο είναι ότι οι ίδιοι δεν είχαν ούτε καν έναν τάφο της προκοπής. Ο τεχνίτης που κατασκευάζει τη μαρκίζα του παλατιού, το βράδυ, μόλις τελειώσει τη δουλειά του, επιστρέφει σε μια καλύβα χειρότερη από
ένα «ουίγκουαμ». Είναι λάθος να υποθέτουμε ότι, σε μια χώρα που
* Ταμείο βοήθειας της εκκλησίας του Κόνκορντ. (Σ.τ.Μ.)

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

75

παρουσιάζει τα συνηθισμένα δείγματα πολιτισμού, οι συνθήκες ζωής
ενός πολΰ μεγάλου κομματιού του πληθυσμού είναι λιγότερο ευξευτελιστικές από εκείνες των αγρίων. Αναφέρομαι εδώ στους εξευτελισμένους (ρτωχοΰς και όχι στους ευτελείς πλουσίους. Για να επιβεβαιώσετε τον παραπάνω ισχυρισμό μου αρκεί να ρίξετε μια ματιά στις
καλύβες που βρίσκονται δίπλα στις σιδηροδρομικές μας γραμμές, δίπλα στο πιο πρόσφατο επίτευγμα του πολιτισμού μας. Εκεί όπου
στους καθημερινούς μου περιπάτους αντικρίζω ανθρώπους να ζουν
σε οικήματα σαν χοιροστάσια, να περνούν όλο το χειμώνα με ανοικτή πόρτα για να μπορεί να μπαίνει το φως, χωρίς να έχουν οΰτε καν
ξΰλα για να ανάψουν φωτιά να ζεσταθούν. Εκεί όπου οι φιγούρες
νέων και γέρων είναι μόνιμα συρρικνωμένες από το κρΰο και τη μιζέρια, με την ανάπτυξη του σώματος και του μυαλού τους να έχει
ανασταλεί από τις κακουχίες. Είναι καθήκον μας να ρίξουμε μια ματιά στην τάξη αυτή των ανθρώπων, με το μόχθο της οποίας έχουν επιτευχθεί όλα εκείνα τα έργα για τα οποία διακρίνεται ο σύγχρονος
πολιτισμός μας. Παρόμοιες λίγο πολΰ είναι και οι συνθήκες ζωής των
εργατών κάθε είδους στην Αγγλία, η οποία αποτελεί το μεγάλο παγκόσμιο εργοστάσιο. Μπορώ επίσης να σας αναφέρω την Ιρλανδία*,
που θεωρείται μία από τις λαμπρές, δηλαδή πεφωτισμένες, περιοχές
του κόσμου. Συγκρίνετε τις συνθήκες ζωής των Ιρλανδών με εκείνες
των Ινδιάνων της βόρειας Αμερικής ή των κατοίκων που ζουν στα
νησιά των Νότιων Θαλασσών, ή οποιασδήποτε άλλης φυλής αγρίων,
πριν υποβαθμιστεί από την επαφή με τον πολιτισμένο άνθρωπο.
Παρ' όλα αυτά, δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι οι ηγέτες αυτών των
λαών είναι το ίδιο σοφοί με το μέσο όρο των ηγετών του πολιτισμένου κόσμου. Η κατάστασή τους απλώς αποδεικνύει περίτρανα την
αθλιότητα η οποία είναι δυνατόν να ενυπάρχει στον πολιτισμό. Δε

* Αναφορά στο λιμό που έπληξε την Ιρλανδία όταν καταστράφηκε η σοδειά της
πατάτας τη χρονική περίοδο 1845-1847 και ο οποίος αποτέλεσε το σημαντικότερο λόγο που οδήγησε σε μαζική μετανάστευση από τη χώρα αυτή στα τέλη της
δεκαετίας του 1840. {Σ.τ.Μ.)

76

WALDEN

χρειάζεται βέβαια να αναφέρω τους μαΰρους εργάτες των Νότιων
Πολιτειών, οι οποίοι παράγουν τα βασικά εξαγώγιμα προϊόντα της
χώρας μας, ενώ αποτελούν και οι ίδιοι βασικό προϊόν του Νότου. Ας
περιοριστώ σε εκείνους που λέγεται πως ζουν σε μέτριες συνθήκες.
Οι περισσότεροι άνθρωποι δείχνουν να μην έχουν συλλογιστεί
ποτέ τους τι ακριβώς σημαίνει σπίτι. Παραμένουν χωρίς λόγο φτωχοί για όλη τους τη ζωή, επειδή πιστεύουν ότι πρέπει να έχουν ένα
σπίτι σαν κι εκείνο του γείτονά τους. Είναι σαν να φορά κάποιος
οποιοδήποτε παλτό έτυχε να του φτιάξει ο ράφτης ή να πετάει το καπέλο του από φύλλα φοινικόδεντρου και το γούνινο σκούφο και μετά να παραπονιέται ότι περνά δύσκολα επειδή δεν έχει τα μέσα για
να αγοράσει ένα βασιλικό στέμμα! Είναι δυνατό να εφεύρει κανείς
ένα σπίτι ακόμα πιο πολυτελές και με περισσότερες ανέσεις από αυτά που έχουμε σήμερα, που όμως κανείς δε θα μπορούσε να το αγοράσει. Άραγε θα επιδιώκουμε πάντοτε να αποκτήσουμε περισσότερα πράγματα και ποτέ δε θα είμαστε ικανοποιημένοι με λιγότερα;
Θα εξακολουθεί ο αξιοσέβαστος πολίτης να διδάσκει τους νέους με
κάθε σοβαρότητα, και θέτοντας ως πρότυπο τη δική του διαγωγή, ότι
πρώτη τους ανάγκη είναι να προμηθευτούν έναν ορισμένο αριθμό
από άχρηστες γαλότσες και ομπρέλες και πριν πεθάνουν να προλάβουν να μεριμνήσουν ώστε να (ρτιάξουν αρκετά κενά δωμάτια για
τους κενούς ξένους τους; Γιατί η επίπλωσή μας να μην είναι τόσο
απλή όσο των Αράβων ή των Ινδών; Όταν συλλογίζομαι τους ευεργέτες της φυλής μας, τους οποίους αποθεώνουμε ως αγγελιαφόρους
εξ ουρανού, ως φέροντες θεία δώρα στους ανθρώπους, με το μάτι
της φαντασίας μου δε βλέπω να τους ακολουθεί κάποια κουστωδία
από παρατρεχάμενους, ούτε και κάποια άμαξα γεμάτη έπιπλα της
μόδας. Έστω όμως ότι δέχομαι - αν και πρόκειται για εξαιρετικά
ασυνήθιστη παραδοχή - ότι αρμόζει να είναι τα έπιπλά μας πιο πολυτελή από εκείνα των Αράβων, στο βαθμό που είμαστε ανώτεροί
τους από ηθική και πνευματική άποψη! Μα σήμερα τα σπίτια μας είναι ασφυκτικά γεμάτα με άχρηστα έπιπλα, σε σημείο που μια καλή
νοικοκυρά δε θα δίσταζε να πετάξει τα περισσότερα από αυτά στα

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

77

σκουπίδια, αφοΰ θα την εμπόδιζαν να κάνει τις πρωινές δουλειές
της. Πρωινές δουλειές! Μα το φέγγος της Ηοΰς και το τραγούδι του
Μέμνονα,* ποια θα έπρεπε να είναι η πρωινή δουλειά του ανθρώπου
στον κόσμο αυτό; Είχα τρία κομμάτια ασβεστόλιθου στο γραφείο
μου, αλλά τρομοκρατήθηκα μόλις ανακάλυψα ότι ήθελαν ξεσκόνισμα καθημερινά, κάτι που έπρεπε να κάνω πριν ακόμη πιάσω να ξεσκονίσω την επίπλωση του μυαλού μου, κι έτσι τα πέταξα από το παράθυρο αηδιασμένος. Πώς λοιπόν να μπορέσω εγώ να επιπλώσω
ένα σπίτι; Προτιμώ να κάθομαι έξω, στον καθαρό αέρα, αφού το
γρασίδι δε μαζεύει σκόνη, εκτός από τα σημεία εκείνα όπου έχει κατασκευάσει κάτι ο άνθρωπος.
Οι άσωτοι και όσοι ζουν μέσα στην πολυτέλεια είναι εκείνοι που
καθορίζουν τις μόδες, τις οποίες ακολουθεί με τόση επιμέλεια το κοπάδι. Ο ταξιδιώτης που σταματά στα καλύτερα τάχα πανδοχεία σύν%μα ανακαλύπτει την πικρή αυτή αλήθεια, αφού ο κάθε πανδοχέας
δείχνει να τον περνάει για σαρδανάπαλο. Κι αν τυχόν ο άμοιρος
οδοιπόρος κάνει το λάθος να αφεθεί στις φροντίδες κάποιου τέτοιου
πανδοχέα, σύντομα θα αποχαυνωθεί πέρα για πέρα από την κραιπάλη. Μου φαίνεται επίσης πως, όταν ταξιδεύουμε με το σιδηρόδρομο,
έχουμε την τάση να ξοδεύουμε περισσότερα για πολυτέλειες απ' ό,τι
για την ασφάλεια και την άνεση του ταξιδιού. Τα βαγόνια σύντομα
θα είναι ίδια κι απαράλλαχτα με σύγχρονα σαλόνια, με τα ντιβάνια,
τους καναπέδες, τα στόρια και τα άπειρα ανατολίτικα αντικείμενα
που παίρνουμε μαζί μας στη Δύση, πράγματα επινοημένα για τις κυρίες των χαρεμιών και τους θηλυπρεπείς ιθαγενείς της Ουράνιας
Αυτοκρατορίας, αντικείμενα που θα έκαναν τον Τζόναθαν** να
ντρέπεται αν ήξερε το όνομά τους. Προσωπικά, προτιμώ να κάθομαι
σε μια κολοκύθα και να την έχω ολόκληρη για τον εαυτό μου, παρά

* Οι κολοσσοί του Μέμνονα στην αρχαία Αίγυπτο λέγεται ότι τραγουδούσαν
την αυγή. (Σ.τ.Μ.)
** Χαρακτήρας σε θεατρικές επιθεωρήσεις της εποχής, προσωποποίηση του μέσου Αμερικανού. (Σ.τ.Μ.)

78

WALDEN

να στριμώχνομαι μαζί με άλλους σε βελούδινα μαξιλάρια. Προτιμώ
να ταξιδεύω στη γη με βοϊδάμαξα και να αναπνέω τον καθαρό αέρα,
παρά να πηγαίνω στον παράδεισο με τη φανταχτερή αμαξοστοιχία
ενός εκδρομικού τρένου και να εισπνέω την μπόχα του σε όλη τη
διαδρομή.
Η απλότητα και η γύμνια της ζωής του πρωτόγονου ανθρώπου
μας επιτρέπουν να συμπεράνουμε ότι ένα τουλάχιστον πλεονέκτημα
που του χάρισαν ήταν να τον κάνουν ταξιδιώτη από τη φΰση του.
Μόλις αναζωογονούνταν από το φαγητό και τον ΰπνο ξανάπιανε να
σκέφτεται το ταξίδι του. Ζοΰσε, σαν να λέμε, μόνιμα σε ένα αντίσκηνο κάπου στη γη, είτε κατέβαινε στις κοιλάδες είτε διέσχιζε τις πεδιάδες είτε σκαρφάλωνε στις βουνοκορφές. Αλίμονο όμως! Οι άνθρωποι έγιναν εργαλεία των εργαλείων τους. Ο άνθρωπος που μάζευε μόνος του τα φρούτα όποτε πεινούσε, έγινε γεωργός· κι εκείνος
που στεκόταν κάτω από ένα δέντρο για να προφυλαχτεί από τον καιρό, έγινε νοικοκύρης. Τώρα πια δεν κατασκηνώνουμε για να περάσουμε τη νΰχτα, αλλά ριζώσαμε στη γη και ξεχάσαμε τα ουράνια. Υιοθετήσαμε το χριστιανισμό απλά και μόνο ως μια βελτιωμένη μέθοδο αγρο-καλλιέργειας. Χτίσαμε για αυτό τον κόσμο ένα οικογενειακό αρχοντικό και για τον άλλο κόσμο έναν οικογενειακό τάφο. Τα
σπουδαιότερα έργα τέχνης αποτελούν έκφραση της προσπάθειας
του ανθρώπου να ελευθερωθεί από την κατάσταση αυτή, όμως ο
στόχος τους περιορίζεται στο να μας κάνουν να νιώσουμε πιο άνετα
στη χαμηλή αυτή θέση μας και να ξεχάσουμε τα υψηλά ιδανικά. Αν
υποθέσουμε πως είχαμε κληρονομήσει κάποιο έργο τέχνης στο χωριό αυτό, δε θα είχαμε που να το βάλουμε, αφού οι ζωές μας, τα σπίτια και οι δρόμοι μας δεν προσφέρουν κανένα κατάλληλο βάθρο για
να το δεχτούν. Δεν έχουμε οΰτε ένα καρφί για να κρεμάσουμε έναν
πίνακα ζωγραφικής, οΰτε ένα ράφι για να τοποθετήσουμε την προτομή ενός ήρωα ή ενός αγίου. Όταν σκέορτομαι πώς χτίζονται τα σπίτια μας και πώς πληρώνονται, ή πώς δεν πληρώνονται, όταν συλλογίζομαι πώς διευθύνονται και συντηρούνται τα νοικοκυριά, απορώ
πώς δεν υποχωρεί το πάτωμα κάτω από τα πόδια του επισκέπτη την

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

79

ώρα που θαυμάζει τα μπιχλιμπίδια πάνω από το τζάκι, πώς δεν ανοίγει διάπλατα, για να τον ρίξει στο κελάρι, πάνω σε γερά και τίμια,
αν και χωμάτινα, θεμελια. Δεν μπορώ παρά να πιστέψω ότι αυτός ο
λεγόμενος πολυτελής και άνετος βίος είναι κάτι που χρειάζεται άλμα για να τον (ρτάσεις και συνεπώς μου είναι αδύνατο να απολαύσω
τις τέχνες που τον στολίζουν, αφοΰ όλη μου η προσοχή είναι στραμμένη στο άλμα· διότι γνωρίζω ότι το μεγαλύτερο άλμα που έχει γίνει
ποτέ αποκλειστικά με την ώθηση των ανθρώπινων μυών και έχει καταγραφεί το κατάφεραν κάποιοι νομάδες Άραβες, οι οποίοι, απ' ό,τι
λένε, πήδηξαν οκτώ μέτρα σε μήκος σε επίπεδο έδαφος. Χωρίς κάποιο είδος μηχανικής υποστήριξης, είναι βέβαιο ότι ο άνθρωπος θα
επιστρέψει στο έδαφος πριν ξεπεράσει την απόσταση αυτή. Η πρώτη
ερώτηση που μπαίνω στον πειρασμό να κάνω στον κάτοχο τέτοιων
θησαυρών είναι η εξής: ποιος σου δίνει ώθηση; Είσαι ένας από τους
ενενήντα επτά που αποτυγχάνουν ή ένας από τους τρεις που πετυχαίνουν; Απάντησε στα ερωτήματά μου αυτά κι έπειτα ίσως κοιτάξω
τα στολίδια σου και τα βρω κι εγώ αξιόλογα. Το να έχει κάποιος την
άμαξα δεμένη μπροστά από το άλογο είναι μια πράξη που δεν μπορεί να χαρακτηριστεί οΰτε χρήσιμη οΰτε καλαίσθητη. Προτού στολίσουμε τα σπίτια μας με όμορφα αντικείμενα πρέπει πρώτα να γυμνώσουμε τους τοίχους και τις ζωές μας. Πρέπει να βάλουμε νέα θεμέλια: νοικοκυροσυνη και ωραία ζωή. Προς το παρόν, το γούστο για
το ωραίο καλλιεργείται πιο καλά στην ύπαιθρο, εκεί που δεν υπάρχει οΰτε σπίτι οΰτε νοικοκύρης.
Ο γερο-Τζόνσον, στο βιβλίο του Θαυμαστή Θεία Πρόνοια* μιλώντας για τους πρώτους αποίκους της πόλης αυτής, οι οποίοι ήταν
συγχρονοί του, μας λέει ότι «έσκαψαν στην πλαγιά κάποιου λόφου
για να q)τιάξoυv το πρώτο τους κατα(ρυγιο και, συγκρατώντας το χώμα με ξΰλα, άναβαν φωτιές μέσα στη γη, στην ψηλότερη πλευρά».
Και συνεχίζει: «Δεν έχτισαν σπίτια, ώσπου η γη, με την ευχή του Θεού, τους έδωσε ψωμί να φάνε». Η σοδειά της πρώτης χρονιάς ήταν
* Edward Johnson (1598-1672): Αμερικανός ιστορικός. (Σ.τ.Μ.)

80

WALDEN

τόσο μικρή που «αναγκάζονταν να κόβουν το ψωμί σε πολΰ λεπτες
φέτες για πολΰ καιρό». Ο γραμματέας της επαρχίας της Νέας Ολλανδίας, σε μια επιστολή του στα ολλανδικά το 1650 προς όσους επιθυμούσαν να πάρουν γη στην περιοχή αυτή, προσφέρει περισσότερες λεπτομέρειες: «Όσοι κάτοικοι της Νέας Ολλανδίας, και ειδικά
της Νέας Αγγλίας, δεν έχουν στην αρχή τα μέσα για να χτίσουν ένα
αγροτόσπιτο έτσι όπως το επιθυμούν, σκάβουν έναν τετράγωνο λάκκο στο χώμα, σαν κελάρι, με βάθος δύο με δυόμισι μέτρα και με μήκος και πλάτος κατά την κρίση τους. Μετά καλύπτουν τα χωμάτινα
τοιχώματα με ξύλα, τα οποία σκεπάζουν με φλοιό δέντρων ή με κάτι
άλλο, έτσι ώστε να εμποδίσουν την υποχώρηση του χώματος. Στο δάπεδο τοποθετούν σανίδες και φτιάχνουν μια οροφή υψώνοντας ξύλινα κοντάρια, τα οποία καλύπτουν με φλοιό ή γρασίδι. Σ' αυτά τα
σπίτια ζουν οι άποικοι με τις οικογένειές τους για δύο, τρία ή και
τέσσερα χρόνια, τοποθετώντας διαχωριστικά στα κελάρια αυτά
ώστε να τα προσαρμόσουν στις ανάγκες της κάθε οικογένειας. Οι
πλούσιοι και εξέχοντες άνδρες της Νέας Αγγλίας στο ξεκίνημα των
αποικιών έχτισαν τις πρώτες τους κατοικίες με τον τρόπο αυτό για
δύο λόγους: πρώτον, για να μη σπαταλήσουν χρόνο με το χτίσιμο και
δεν προλάβουν να ασχοληθούν με τις καλλιέργειές τους, πράγμα
που θα τους άφηνε χωρίς τροφή την επόμενη χρονιά, και δεύτερον
για να μην αποθαρρύνουν τους φτωχούς εργάτες, τους οποίους είχαν
φέρει σε μεγάλες ομάδες από την πατρίδα. Μέσα σε τρία με τέσσερα χρόνια, όταν είχαν πια εξοικειωθεί με την καλλιέργεια της γης,
έχτισαν πανέμορφα σπίτια, για την κατασκευή των οποίων ξόδεψαν
αρκετές χιλιάδες».
Στις πράξεις εκείνες των προγόνων μας υπήρχε τουλάχιστον ένα
δείγμα σύνεσης, σαν να είχαν ως αρχή τους να ικανοποιήσουν πρώτα τις πιο επιτακτικές τους ανάγκες. Σήμερα όμως; Ικανοποιούνται
οι πιο επιτακτικές μας ανάγκες; Όποτε αναρωτιέμαι αν θα πρέπει
να αποκτήσω κι εγώ μια από τις πολυτελείς κατοικίες των καιρών
μας, αποθαρρύνομαι. Κι αυτό γιατί δεν έχουμε ακόμη εξοικειωθεί
τρόπον τινά με την ανθρώπινη καλλιέργεια και εξακολουθούμε να

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

81

είμαστε αναγκασμένοι να κόβουμε το πνευματικό μας ψωμι σε πολΰ
λεπτότερες φέτες απ' ό,τι έκοβαν οι πρόγονοι μας το δικό τους σταρένιο. Δε λέω ότι πρέπει να αρνιόμαστε κάθε αρχιτεκτονικό διάκοσμο, ακόμη και σης πιο δύσκολες περιόδους. Ας επενδύσουμε όμως
τα σπίτια μας με ομορφιά πρώτα απ' όλα, στα σημεία που έρχονται
σε επαφή με τις ζωές μας, όπως συμβαίνει με τις κατοικίες των
οστρακοφόρων, και ας μην τα παραφορτώνουμε με άχρηστα στολίδια. Αλίμονο όμως! Μου έχει τΰχει να βρεθώ μέσα σε κάνα δυο από
αυτά και ξέρω καλά με τι είναι επενδυμένα.
Μολονότι δεν έχουμε εκφυλιστεί τόσο πολΰ ώστε να ζοΰμε σε
σπηλιές ή σε «ουίγκουαμ» ή να φοράμε ακατέργαστα δέρματα ζώων, ωστόσο πριν σκεΓρτοΰμε να κάνουμε κάτι τέτοιο είναι σίγουρα
καλύτερο να δεχτούμε τα πλεονεκτήματα που μας προσφέρει η ανθρώπινη επινοητικότητα και εργατικότητα, κι ας τα πληρώνουμε πανάκριβα. Σε μια γειτονιά σαν τη δική μου, τα σανίδια και τα χαλίκια,
ο ασβέστης και τα τούβλα είναι φθηνότερα και πιο εύκολο να βρεθούν απ' ό,τι μια κατοικήσιμη σπηλιά, κορμοί δέντρων, φλοιός σε
ικανοποιητικές ποσότητες, ακόμα και καλοψημένος πηλός ή επίπεδες πέτρες. Γνωρίζω για τι πράγμα μιλάω, αφού έχω ασχοληθεί με
το ζήτημα τόσο από θεωρητική όσο και από πρακτική άποψη. Με λίγο περισσότερη εξυπνάδα θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε τα
υλικά αυτά με τέτοιον τρόπο ώστε να γίνουμε πιο πλούσιοι κι από
τους πλουσιότερους συμπολίτες μας και να μετατρέψουμε τον πολιτισμό μας σε θείο δώρο. Ο πολιτισμένος άνθρωπος δεν είναι παρά
ένας πιο έμπειρος και πιο σοφός άγριος. Ας προχωρήσω όμως στην
εξιστόρηση του δικού μου πειράματος.
Γύρω στα τέλη Μαρτίου του 1845 δανείστηκα ένα τσεκούρι και
κατέβηκα στο δάσος κοντά στη λίμνη Ουόλντεν, εκεί όπου σκόπευα
να χτίσω το σπίτι μου. Αρχισα να κόβω μερικά ψηλόλιγνα λευκά
πεύκα, νέα ακόμα, για ξυλεία. Είναι δύσκολο να ξεκινάς οτιδήποτε
χωρίς να δανείζεσαι κάτι, ίσως όμως αυτός να είναι και ο τρόπος με
τον οποίο δείχνεις μεγαλύτερη γενναιοδωρία προς το συνάνθρωπό

82

WALDEN

σου, αφοΰ έτσι του επιτρέπεις να έχει κι εκείνος μια συμμετοχή στο
εγχείρημα σου. Ο ιδιοκτήτης του τσεκουριοΰ εκείνου, όταν μου το
εμπιστεύτηκε, μου ειπε να το προσέχω σαν τα μάτια μου* κι εγώ με
τη σειρά μου του το επέστρεψα ακόμη πιο κοςρτερό απ' ό,τι το είχα
πάρει. Δούλευα σε μια όμορφη, πευκόφυτη λοφοπλαγιά, με ένα μικρό ξέφωτο στο οποίο μόλις είχαν αρχίσει να ξεπετάγονται πεΰκα
και καρυές. Από εκεί είχα πρώτης τάξεως θέα στη λίμνη. Οι πάγοι
της δεν είχαν λιώσει ακόμα τελείως, αν και υπήρχαν κάποια ανοιχτά
σημεία, και όλα τριγύρω ήταν σκουρόχρωμα και νοτισμένα. Κάποιες
φορές έβλεπα λεπτές νιφάδες χιονιού κατά τη διάρκεια της μέρας,
αλλά τον περισσότερο καιρό, όποτε έφτανα στις γραμμές του τρένου
επιστρέφοντας στο σπίτι μου, έβλεπα την κίτρινη αμμουδιά της να
στραφταλίζει καθώς χανόταν στο βάθος της θολής ατμόσφαιρας,
έβλεπα τις ράγες να λάμπουν στον ανοιξιάτικο ήλιο και άκουγα τον
κορυδαλλό, την κίσσα και τα άλλα πουλιά που είχαν ήδη καταφθάσει για να περάσουν άλλη μια χρονιά μαζί μας. Ήταν ευχάριστες
εκείνες οι ανοιξιάτικες μέρες. Ο χειμώνας της δυσαρέσκειας* έλιωνε σαν τον πάγο πάνω στη γη και η ζωή, που ως τότε βρισκόταν σε
λήθαργο, άρχιζε να ξυπνά και να ανακλαδίζεται. Μια μέρα που η
λεπίδα του τσεκουριού μου είχε βγει από το στειλιάρι, έκοψα ένα
κομμάτι ξύλου από μια καρυά και το σφήνωσα στην οπή χτυπώντας
το με μια πέτρα. Όταν πήγα να βάλω το τσεκούρι σε μια τρύπα με
νερό για να φουσκώσει το ξύλο, είδα ένα φίδι με ραβδώσεις να ορμάει μέσα στη λίμνη. Έμεινε ξαπλωμένο στον πάτο, χωρίς να δείχνει
να ενοχλείται όση ώρα στεκόμουν εκεί, πάνω από δεκαπέντε λεπτά,
ίσως επειδή δεν είχε ξυπνήσει ακόμη τελείως από τη νάρκη του.
Σκέφτηκα τότε ότι και οι άνθρωποι παραμένουν στην παρούσα πρωτόγονη κατάστασή τους για παρόμοιους λόγους· αν όμως μπορούσαν
να νιώσουν την άνοιξη τριγύρω τους, αμέσως θα ξυπνούσαν και δε
θα μπορούσαν να κάνουν αλλιώς από το να οδηγήσουν τη ζωή τους
* «Τώρα είναι ο χειμώνας της δυσαρέσκειας μας», απόσπασμα από το έργο Ριχάρδος Γ'του Σαίξπηρ. (Σ.τ.Μ)

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

83

σε ανώτερα και πιο αιθέρια μονοπάτια. Είχα δει και πρωτύτερα, κάποια παγωμένα πρωινά, στο δρόμο μου φίδια που ήταν ακόμη μουδιασμένα και αλύγιστα, περιμένοντας τον ήλιο να τα ξεπαγώσει. Την
πρώτη του Απρίλη έβρεξε κι έτσι έλιωσε ο πάγος. Νωρίς το πρωί της
ίδιας μέρας είχε αρκετή ομίχλη και άκουσα μια αγριόχηνα να ψάχνει να βρει το δρόμο της πάνω από τη λίμνη κρώζοντας σαν χαμένη
ή σαν να ήταν κάποιο πνεύμα της ομίχλης.
Κι έτσι πέρασα μερικές μέρες ακόμα κόβοντας και πελεκώντας
ξΰλα και cpτιάχvovτας ξυλόκαρφα και καδρονάκια, κι όλα αυτά με το
μικρό μου τσεκούρι. Δε μου περνούσαν και πολλές αξιομνημόνευτες
ή φιλοσοφημένες σκέψεις από το μυαλό, μόνο καμιά φορά τραγουδούσα μονάχος μου:
«Ο άνθρωπος λέει πως ξέρει πολλά*
δέστε όμως: έβγαλε φτερά τέχνη, επιστήμη και χίλιες συσκευές.
Κι όμως το μόνο που γνωρίζει τελικά
είναι τον άνεμο που φυσά».

Πελέκησα τα βασικά ξύλα στα δεκαπέντε εκατοστά, ενώ τα περισσότερα από τα ξυλόκαρφα τα λάξεψα μόνο στις δυο τους πλευρές. Επίσης, τα καδρονάκια και τα ξύλα για το πάτωμα τα πελέκησα
μόνο στη μία τους πλευρά και άφησα την υπόλοιπη φλούδα, έτσι που
έγιναν ίσια όπως τα πριονισμένα, αλλά πολύ πιο γερά. Κάθε ξύλο το
ένωνα με το άλλο στις άκρες τους πολύ προσεκτικά, δημιουργώντας
εγκοπές και προεξοχές για να εφαρμόζουν, μια και τώρα πια είχα
δανειστεί κι άλλα εργαλεία. Δεν περνούσα πάρα πολλές ώρες της
ημέρας στο δάσος. Παρ' όλα αυτά, συνήθως έπαιρνα μαζί το φαγητό
μου, ψωμί με βούτυρο, και στο μεσημεριανό μου διάλειμμα διάβαζα
την εφημερίδα στην οποία το είχα τυλίξει. Καθόμουν καταμεσής στα
πράσινα κλωνάρια των πεύκων που είχα κόψει και το ψωμί μου
έπαιρνε λίγη από την ευωδιά τους, μια και τα χέρια μου ήταν καλυμμένα με ένα παχύ στρώμα από ρετσίνι. Πριν ολοκληρώσω τις εργα-

84

WALDEN

σίες μου είχα καταφέρει να γνωριστώ καλύτερα με τα πεΰκα κι έτσι
έγινα περισσότερο φίλος παρά εχθρός τους, κι ας είχα κόψει μερικά. Μερικές φορές κάποιοι περιπατητές στο δάσος άκουγαν τον ήχο
από το τσεκούρι μου και πλησίαζαν για να μου κάνουν παρέα. Κουβεντιάζαμε ευχάριστα, ενώ συνέχιζα τη δουλειά μου.
Ως τα μέσα του Απρίλη, μια και δε βιαζόμουν καθόλου να αποτελειώσω τη δουλειά μου αλλά απεναντίας προσπαθούσα να την κάνω
όσο καλύτερα γινόταν, είχα έτοιμο το σκελετό του σπιτιού μου. Τώρα πια μπορούσαν να μπουν τα σανίδια. Είχα ήδη αγοράσει την παράγκα του Τζέιμς Κόλινς, ενός Ιρλανδού που δοΰλευε στο Σιδηρόδρομο του Φίτσμπουργκ, με σκοπό να χρησιμοποιήσω τα σανίδια
της. Είχα ακούσει τα καλύτερα λόγια για την παράγκα αυτή. Όταν
πέρασα για να τη δω, ο Τζέιμς Κόλινς έλειπε. Την περιεργάστηκα
απ' έξω, χωρίς να γίνω στην αρχή αντιληπτός από την οικογένεια
που ζοΰσε μέσα, τόσο ψηλό ήταν το παράθυρο. Οι διαστάσεις της
παράγκας ήταν μικρές και είχε επικλινή στέγη, σαν εξοχική κατοικία. Δεν υπήρχαν και πολλά άλλα για να δω, μια και ολόγυρά της τα
σκουπίδια είχαν σχηματίσει ένα τείχος με ΰψος γΰρω στο ενάμισι
μέτρο, σαν βουνό από κοπριά. Το πιο γερό μέρος ήταν η στέγη, αν
και τα ξΰλα είχαν σκεβρώσει αρκετά και είχαν γίνει τραχιά από τον
ήλιο. Δεν υπήρχε κατώφλι, μόνο ένα άνοιγμα κάτω από τα σανίδια
της πόρτας για να μπαινοβγαίνουν οι κότες. Η κυρία Κόλινς ήρθε
στην πόρτα και με προσκάλεσε να δω το εσωτερικό. Οι κότες μπήκαν μέσα τρέχοντας μόλις πλησίασα. Το εσωτερικό ήταν σκοτεινό
και το δάπεδο στο μεγαλύτερο μέρος του χωμάτινο, υγρό και γλιτσερό, αν και σε κάποια σημεία υπήρχαν μερικά σανίδια που δεν μπορούσαν να αφαιρεθούν. Η κυρία άναψε μια λάμπα για να μου δείξει
το εσωτερικό της σκεπής και τους τοίχους, καθώς και ότι το μέρος
του πατώματος που ήταν από σανίδια έφτανε ως κάτω από το κρεβάτι. Με προειδοποίησε να προσέξω να μην πέσω στο κελάρι, μια τρύπα με βάθος γύρω στα εβδομήντα εκατοστά. Όπως μου είπε, υπήρχαν «καλά σανίδια από πάνω, καλά σανίδια ολόγυρα κι ένα καλό
παράθυρο». Αυτό το τελευταίο κανονικά είχε δύο ολόκληρα τζάμια,

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

85

μόνο που η γάτα ειχε περάσει πρόσφατα μέσα από το ένα από αυτά.
Υπήρχε μια σόμπα, ένα κρεβάτι κι ένα μέρος όπου μπορούσες να
καθίσεις. Υπήρχε ακόμα ένα βρέφος που είχε γεννηθεί μέσα σ' αυτό
το σπίτι, ένα μεταξωτό παρασόλι, ένας καθρέφτης με επίχρυση κορνίζα, ένας καινούργιος μΰλος για καφέ κρεμασμένος σ' ένα κομμάτι
ξΰλο βελανιδιάς και αυτά ήταν όλα. Η συναλλαγή ολοκληρώθηκε σύντομα, μια και εν τω μεταξύ είχε επιστρέψει ο Τζέιμς. Εγώ του υποσχέθηκα να του πληρώσω τέσσερα δολάρια και είκοσι πέντε σεντς το
ίδιο βράδυ κι εκείνος να εγκαταλείψει το καλύβι στις πέντε η ώρα το
επόμενο πρωί και να μην το πουλήσει σε κανέναν άλλο εν τω μεταξύ. Εγώ θα αναλάμβανα ως νέος ιδιοκτήτης στις έξι. Αν δε μου έκανε κόπο, μου είπε, ας ερχόμουν λίγο πιο νωρίς, για να αντικρούσω
κάποιους αόριστους και απολύτως άδικους ισχυρισμούς του ιδιοκτήτη του οικοπέδου σχετικά με τα ενοίκια και τα καυσόξυλα. Με διαβεβαίωσε πως αυτό ήταν και το μοναδικό πρόβλημα. Στις έξι το
πρωί συνάντησα αυτόν και την οικογένειά του στο δρόμο καθώς
έφευγαν. Σε ένα μεγάλο μπόγο είχαν όλο τους το βιος - κρεβάτι, μύλο του καφέ, καθρέορτη, κότες - όλα εκτός από τη γάτα. Εκείνη έφυγε στο δάσος και έγινε αγριόγατα και, όπως έμαθα αργότερα, πιάστηκε σε μια παγίδα για μαρμότες που είχε στήσει κάποιος κι αυτό
ήταν το άδοξο τέλος της.
Το ίδιο πρωί αποσυναρμολόγησα την καλύβα βγάζοντας τα καρφιά ένα ένα και μετέφερα τα ξΰλα στην άκρη της λίμνης με ένα καρότσι. Εκεί τα άπλωσα στο γρασίδι για να τα ξασπρίσει και να τα
ισιώσει ο ήλιος. Μια τσίχλα που είχε ξυπνήσει πρωί με χαιρέτησε με
μια δυο νότες καθώς οδηγούσα το καρότσι μου στο μονοπάτι του δάσους. Ένας νεαρός Ιρλανδός μου μαρτύρησε ότι ένας γείτονας.
Ιρλανδός κι αυτός, ο Σίλι, όσο εγώ μετέφερα τα ξΰλα είχε αφαιρέσει
από τα απομεινάρια της καλύβας όσα καρφιά, πρόκες και ξυλόκαρφα ήταν ίσια και μπορούσαν ακόμη να χρησιμοποιηθούν και τα είχε
χώσει στις τσέπες του. Έπειτα, όταν επέστρεψα, τον βρήκα να στέκεται εκεί, να παρατηρεί με βλέμμα καθάριο και γαλήνιο και με το
μυαλό του γεμάτο ανοιξιάτικες σκέψεις το γκρέμισμα της καλύβας.

86

WALDEN

θέλοντας να σκοτώσει την ώρα του, μια και, όπως μου ειπε, δεν
υπήρχε δουλειά την εποχή αυτή. Εκπροσωπούσε την τάξη των θεατών, που σκοπός της είναι να εξομοιώνει τέτοια φαινομενικά ασήμαντα συμβάντα, όπως ήταν η διάλυση της καλύβας, με την απομάκρυνση των αγαλμάτων των θεών από την Τροία.
Έσκαψα το κελάρι μου στη λοφοπλαγιά που έβλεπε προς το νότο, εκεί που πριν είχε ανοίξει το λαγούμι της μια μαρμότα. Έσκαψα
δυόμισι μέτρα βαθιά, ως τις ρίζες των βάτων, κάνοντας μια τετράγωνη τρΰπα με πλευρά δυο μέτρα. Στο βάθος εκείνο η άμμος ήταν ψιλή
και οι πατάτες δε θα πάγωναν, όσο βαρύς κι αν ήταν ο χειμώνας.
Άφησα τις πλευρές επικλινείς, χωρίς να τις ενισχύσω με πέτρες.
Αφού ο ήλιος δεν έχει λάμψει ποτέ πάνω τους, δεν υπήρχε φόβος να
υποχωρήσουν. Δε μου πήρε παρά δύο ώρες για να τελειώσω τη δουλειά αυτή. Ευχαριστήθηκα ιδιαίτερα το σκάψιμο. Σε όλα σχεδόν τα
γεωγραφικά μήκη και πλάτη ο άνθρωπος σκάβει τη γη για να βρει
μια πιο σταθερή θερμοκρασία. Κάτω από το πιο μεγαλόπρεπο σπίτι
σε οποιαδήποτε πόλη πάντα υπάρχει ένα κελάρι, όπου οι ένοικοι
από αρχαιοτάτων χρόνων αποθηκεύουν τα τρόφιμά τους. Και για
πολύ καιρό αφότου τα επίγεια κτίρια έχουν εξαφανιστεί από προσώπου γης, τα σκάμματα παραμένουν για να τα ανακαλύψουν οι
επόμενες γενιές. Το σπίτι αποτελεί ακόμη και σήμερα ένα είδος βεράντας στην είσοδο ενός λαγούμιού.
Τελικά, στις αρχές του Μάη, με τη βοήθεια κάποιων γνωστών
μου που έσπευσαν να με βοηθήσουν όχι επειδή μου το χρωστούσαν,
αλλά για να επιδείξουν με την ευκαιρία αυτή την πρόθεσή τους για
σχέσεις καλής γειτονίας, το σπίτι μου άρχισε να παίρνει μορφή. Μου
φάνηκε πως σε κανέναν άλλο δεν είχε γίνει ποτέ τέτοια τιμή όπως
αυτή που έγινε σε μένα, τόση ήταν η καλοσύνη των ανθρώπων που
με βοήθησαν. Είμαι σίγουρος πως είναι γρα(ρτό τους κάποια μέρα
να βοηθήσουν στην ανοικοδόμηση πολύ πιο μεγαλόπρεπων κτιρίων
από τη δική μου καλύβα. Εγκαταστάθηκα στο σπίτι μου την 4η Ιουλίου, μόλις τέλειωσε η τοποθέτηση των σανιδιών και της σκεπής. Είχα
ενώσει τα σανίδια πολύ προσεκτικά μεταξύ τους, έτσι που το οικο-

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

87

δόμημα να είναι απόλυτα αδιαπέραστο από τη βροχή. Πριν όμως τα
βάλω, ξεκίνησα να χτίζω την καμινάδα, την οποία θα τελείωνα μετά
το φθινοπωρινό τσάπισμα, πριν αρχίσει να κρυώνει ο καιρός τόσο
ώστε να είναι απαραίτητη η φωτιά για ζεστασιά. Ως τότε μαγείρευα
έξω, στο έδαφος, νωρίς το πρωί. Αυτός ο τρόπος μαγειρέματος εξακολουθεί να μου φαίνεται πιο σωστός και ευχάριστος από τον συνηθισμένο. Αν τυχόν κι έπιανε βροχή πριν τελειώσω το ψήσιμο του ψωμιού μου, έφτιαχνα ένα πρόχειρο σκέπαστρο από σανίδια πάνω από
τη φωτιά και καθόμουν από κάτω, να παρακολουθώ το καρβέλι μου
να ψήνεται. Με αυτό τον τρόπο πέρασα αρκετές ευχάριστες ώρες.
Εκείνες τις μέρες που τα χέρια μου ήταν τόσο απασχολημένα με τις
διάφορες δουλειές διάβαζα ελάχιστα. Παρ' όλα αυτά, ακόμα και το
πιο μικρό κομμάτι εφημερίδας που έβρισκα στο έδαφος, χαρτί που
χρησιμοποιούσα για να τυλίγω πράγματα ή για τραπεζομάντιλο, με
ψυχαγωγούσε λες και ήταν η Ιλιάδα.
Θα άξιζε ίσως τον κόπο να χτίσει κανείς ένα σπίτι με ακόμη περισσότερο μεράκι απ' ό,τι εγώ. Να σκεφτεί, για παράδειγμα, πώς
συνδέεται μια πόρτα, ένα παράθυρο, ένα κελάρι ή μια σοφίτα με τη
φύση του ανθρώπου και να μη σηκώσει τοίχους και οροφή παρά μόνο αφού θα έχει βρει έναν καλύτερο λόγο από τις εφήμερες ανάγκες
του για να το κάνει. Ο άνθρωπος που χτίζει το δικό του σπίτι έχει
πολλά κοινά με το πουλί που φτιάχνει τη φωλιά του. Ποιος ξέρει, αν
οι άνθρωποι κατασκεύαζαν τις κατοικίες τους με τα ίδια τους τα χέρια και αν έβρισκαν απλούς και τίμιους τρόπους για να εξασφαλίσουν τροφή για τους εαυτούς τους και για τις οικογένειές τους, ίσως
η ποιητική ικανότητα να αναπτυσσόταν παγκοσμίως, όπως συμβαίνει με τα πουλιά, που όλα τους τραγουδούν όντας απασχολημένα με
το χτίσιμο της φωλιάς και την εξεύρεση της τροφής. Αλίμονο όμως!
Εμείς μοιάζουμε με τον κούκο, που αφήνει τα αυγά του σε φωλιές
που έχουν χτίσει άλλα πουλιά, που οι ενοχλητικές και άμουσες
κραυγές του μόνο ευφορία δεν προκαλούν στους οδοιπόρους. Θα
πρέπει άραγε να αφήσουμε για πάντα την απόλαυση της κατασκευής

88

WALDΕΝ

στον ξυλουργό; Τι σημαίνει αρχιτεκτονική για την πλειονότητα των
ανθρώπων; Τι είδους εμπειρία έχουν σχετικά μ' αυτή; Σε κανέναν
από τους περιπάτους μου δε συνάντησα κάποιον άνθρωπο που να είναι απασχολημένος με μια τόσο απλή και φυσική εργασία όπως το
χτίσιμο του δικοΰ του σπιτιού. Ανήκουμε στην κοινότητα. Δεν είναι
μόνο ο ρά(ρτης που αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του κοινωνικοα3
ανθρώπου. Είναι και ο παπάς, ο έμπορος, ο γεωργός. Που θα σταματήσει αυτός ο καταμερισμός της εργασίας; Και, σε τελική ανάλυση, τι σκοπό εξυπηρετεί; Δεν αμφιβάλλω πως είναι πιθανό κάποτε
να υπάρξει ακόμα και κάποιος που θα σκέορτεται για λογαριασμό
μου. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι εγώ θα πρέπει να σταματήσω να
σκέφτομαι.
Είναι αλήθεια πως και στη χώρα αυτή υπάρχουν οι λεγόμενοι αρχιτέκτονες. Έχω ακούσει τουλάχιστον για έναν από αυτοΰς ότι τον
έχει κυριέψει η ιδέα να κάνει τον αρχιτεκτονικό του διάκοσμο να
εμπεριέχει έναν πυρήνα αλήθειας, μια αναγκαιότητα και επομένως
ομορφιά. Κι από τον τρόπο που εκφράζει την ιδέα του αυτή, φαίνεται σαν να τη θεωρεί καμιά σπουδαία αποκάλυψη. Από τη δική του
σκοπιά μπορεί να έχει δίκιο, όμως η αλήθεια είναι ότι η στάση του
ελάχιστα διαφέρει από τον κοινό ερασιτεχνισμό: ένας ρομαντικός
αναμορφωτής της αρχιτεκτονικής, που ξεκινά από το περβάζι και
όχι από τα θεμέλια. Το μόνο που τον απασχολεί είναι να βάλει έναν
πυρήνα αλήθειας στο διάκοσμο, φροντίζει σαν να λέμε κάθε ζαχαρωμένο δαμάσκηνο να έχει μέσα του ένα αμύγδαλο ή λίγο κύμινο αν και προσωπικά είμαι της άποψης ότι τα αμύγδαλα είναι πιο υγιεινά χωρίς ζάχαρη. Δεν τον νοιάζει πώς θα μπορούσε ο ένοικος του
κτιρίου να διαμορφώσει αληθινά, εσωτερικά και εξωτερικά, το χώρο
του και να αφήσει το διάκοσμο να εξελιχθεί μόνος του. Ποιος λογικός άνθρωπος θα υπέθετε ποτέ ότι ο διάκοσμος αφορά μόνο εξωτερικά και επιδερμικά γνωρίσματα - ότι η χελώνα απέκτησε το όμορφο κηλιδωτό καβούκι της ή τα οστρακοφόρα τα μαργαριτάρια τους
με παρόμοιο τρόπο με αυτόν που οι κάτοικοι του Μπρόντγουεϊ απέκτησαν την εκκλησία τους της Αγίας Τριάδας; Όμως ο άνθρωπος δε

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

89

θα έπρεπε να έχει περισσότερο λόγο πάνω στην αρχιτεκτονική του
σπιτιού του απ' ό,τι η χελώνα στο καβούκι της. Ούτε και ο στρατιώτης πρέπει να είναι τόσο επιπόλαιος ώστε να βάψει το λάβαρό του
με το ακριβές χρώμα της αρετής του. Ο εχθρός θα το δει, και όταν
έρθει η κρίσιμη στιγμή ο στρατιώτης μπορεί να το μετανιώσει. Ο άνθρωπος που προανέφερα, λοιπόν, μου δίνει την εντύπωση ότι γέρνει
πάνω από την περίτεχνη μαρκίζα του και ψιθυρίζει διστακτικά τη μισή αυτή αλήθεια στους αμόρφωτους ενοίκους του κτιρίου, οι οποίοι
όμως τη γνωρίζουν καλύτερα από τον ίδιο. Ξέρω πως όποιον αρχιτεκτονικό διάκοσμο θαυμάζω γύρω μου έχει αναπτυχθεί σταδιακά
από μέσα, από τις ανάγκες και το χαρακτήρα του ενοίκου, ο οποίος
είναι και ο αληθινός κατασκευαστής. Έχει διαμορφωθεί από κάποια ασυνείδητη ακεραιότητα και ευγένεια, χωρίς την παραμικρή
σκέψη για την εμφάνιση. Και οποιοδήποτε όμορφο έργο τέτοιου είδους και να κατασκευαστεί, πάντα θα προηγείται ένα παρόμοιο,
ασυνείδητο, όμορφο έργο της ζωής. Οι πιο ενδιαφέρουσες κατοικίες
στη χώρα μας, πράγμα που άλλωστε γνωρίζουν πολύ καλά οι ζωγράφοι, είναι οι λιγότερο φανταχτερές, οι ταπεινές και χωρίς ίχνος προσποίησης ξύλινες καλύβες και τα χωριατόσπιτα των φτωχών. Είναι
οι ζωές των ενοίκων τους και όχι κάποια ιδιαιτερότητα στο περίβλημα τούτων των καβουκιών αυτό που τα κάνει γραφικά. Το ίδιο ενδιαφέροντα θα γίνουν και τα κουτιά που έχουν για σπίτια οι κάτοικοι της πόλης, όταν οι ζωές τους γίνουν απλές και πρόσφορες για να
αναπτυχθεί η φαντασία, όταν οι ίδιοι πάψουν πια να βασανίζονται
προσπαθώντας να κάνουν την κατοικία τους να δείχνει όμορφη εξωτερικά. Πολλά στοιχεία του αρχιτεκτονικού διάκοσμου είναι κυριολεκτικά κούφια και μια ριπή φθινοπωρινού αέρα θα τα πετάξει αμέσως μακριά σαν δανεικό (ρτέρωμα, χωρίς όμως να καταστρέψει τα
ουσιώδη της κατοικίας. Όσων τα κελάρια είναι άδεια από ελιές και
κρασί, το τελευταίο που τους απασχολεί είναι η αρχιτεκτονική. Φανταστείτε να δινόταν η ίδια σημασία και στον εκφραστικό διάκοσμο
της λογοτεχνίας μας και οι αρχιτέκτονες των βιβλίων μας να ξόδευαν όσο χρόνο ξοδεύουν δουλεύοντας πάνω στις μαρκίζες τους οι αρ-

90

WALDΕΝ

χιτέκτονες των εκκλησιών μας. Έτσι αναπτύσσονται τα γράμματα
και οι καλές τέχνες, έτσι γίνονται οι καθηγητές. Δυστυχώς, όμως, τη
σκέψη του ανθρώπου απασχολούν περισσότερο η κλίση κάποιων ξύλων στην οροφή ή στο πάτωμά του και τα χρώματα με τα οποία είναι
βαμμένο το κουτί του. Να τα έφτιαχνε και να τα έβαφε τουλάχιστον
μόνος του, με τα ίδια του τα χέρια! Όμως, αφοΰ ο ένοικος έχει χάσει
πια το πνεύμα του, είναι σαν να κατοικεί πια μέσα σ' ένα φέρετρο η αρχιτεκτονική του είναι αυτή του τάφου και το επάγγελμα του ξυλουργού γίνεται συνώνυμο μ' εκείνο του κατασκευαστή φέρετρων.
Λέει κάποιος, είτε από απελπισία είτε από αδιαφορία για τη ζωή:
«Μάζεψε μια χούφτα χώμα από κάτω και βάψε το σπίτι σου σ' αυτό
το χρώμα». Μήπως τάχα έχει στο μυαλό του την τελευταία, στενόμακρη κατοικία του; Και δε ρίχνει καλύτερα ένα νόμισμα στον αέρα
για να επιλέξει; Τόση άνεση χρόνου έχει πια; Και γιατί παρακαλώ
πρέπει να μαζέψω μια χούςρτα χώμα; Γιατί να μη βάψω το σπίτι μου
στο χρώμα του προσώπου μου, έτσι που να μπορεί να χλωμιάζει και
να κοκκινίζει εκείνο αντί για μένα; Να μια επιχείρηση για να βελτιωθεί η αρχιτεκτονική των κατοικιών. Ετοίμασέ μου τα στολίδια κι
εγώ θα τα φορέσω.
Πριν μπει ο χειμώνας είχα χτίσει την καμινάδα μου και είχα
επενδύσει το εξωτερικό μέρος του σπιτιού μου, το οποίο ήταν ήδη
υδατοστεγές, με τις χλωρές φλούδες που είχα πάρει από το πρώτο
κόψιμο των κορμών, τις άκρες των οποίων αναγκάστηκα να ισιώσω
πρώτα με μια πλάνη.
Έτσι λοιπόν έφτιαξα ένα καλά προστατευμένο και σοβαντισμένο
σπίτι, τρία μέτρα επί τεσσεράμισι και ύψος δυόμισι, με μια μικρή σοφίτα και μια ντουλάπα, ένα μεγάλο παράθυρο στην κάθε του πλευρά, δύο καταπακτές, μια πόρτα στη μια άκρη κι ένα τζάκι από τούβλα στην άλλη. Το ακριβές κόστος του σπιτιού μου, πληρώνοντας τις
συνηθισμένες τιμές για τα υλικά που χρησιμοποίησα, χωρίς όμως να
συνυπολογίσω το κόστος της εργασίας, που την έκανα όλη μόνος
μου, το αναφέρω αναλυτικά παρακάτω. Ο λόγος που δίνω όλες τις
λεπτομέρειες είναι ότι ελάχιστοι είναι σε θέση να πουν πόσο ακρι-

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

91

βώς κοστίζουν τα σπίτια τους και ακόμα λιγότεροι - αν δηλαδή
υπάρχει κανείς - εκείνοι που γνωρίζουν το κόστος του κάθε υλικού
ξεχωριστά.
Σανίδες

8,03 ί/2 Οι περισσότερες ήταν σανίδες
από την καλύβα που αγόρασα
και διέλυσα.

Φλούδες ξύλου για τη σκεπή
και τα τοιχώματα
Πηχάκια

4,00
1,25

Δύο μεταχειρισμένα
παράθυρα με τζάμι

2,43

Χίλια παλιά τούβλα

4,00

Δύο βαρελάκια ασβέστη

2,40

Αυτό μου στοίχισε ακριβά.

Τρίχες για το σοβά

0^1

Ήταν περισσότερες

Σιδερένιο πλέγμα για το τζάκι

0,15

απ' όσες χρειάστηκα.

Καρφιά

3,90

Μεντεσέδες και βίδες

0,14

Μάνταλο

0,10

Κιμωλία

0,01

Μεταφορά υλικών

1,40

Έ ν α μεγάλο μέρος το μετέφερα ο ίδιος στην πλάτη μου.

Συνολικά

$ 28,12

Αυτά είναι όλα κι όλα τα υλικά, εκτός από την ξυλεία, τις πέτρες
και την άμμο, τα οποία απέκτησα δωρεάν, εφαρμόζοντας το δίκαιο
της χρησικτησίας. Έφτιαξα επίσης μια μικρή ξύλινη αποθήκη κολλητά στο σπίτι, χρησιμοποιώντας κυρίως υλικά που μου είχαν περισσέψει.

92

WALDEN

Έχω κάθε διάθεση να χτίσω ενα σπίτι που θα ξεπερνά σε μεγαλοπρέπεια και πολυτέλεια οποιοδήποτε από αυτά που βρίσκονται
στον κεντρικό δρόμο του Κόνκορντ, αρκεί να μου δώσει την ίδια ευχαρίστηση και να μη μου κοστίσει περισσότερο από αυτό εδώ.
Ανακάλυψα έτσι ότι ο σπουδαστής που αναζητάει στέγη μπορεί
να αποκτήσει μία που θα την απολαμβάνει για όλη του τη ζωή, με
κόστος όχι μεγαλύτερο από το ετήσιο ενοίκιό του στη φοιτητική
εστία. Αν φαίνεται ότι κομπορρημονώ περισσότερο από το πρέπον,
η δικαιολογία μου είναι ότι καυχιέμαι περισσότερο για την ανθρωπότητα και λιγότερο για τον εαυτό μου. Κι όσο για τα ελαττώματα
και τις ασυνέπειές μου, αυτά δεν επηρεάζουν την αλήθεια των δηλώσεών μου. Παρά το φαρισαϊσμό και την υποκρισία που συναντά κανείς κατά κόρον στην κοινωνία μας - σκΰβαλα που δυσκολεύομαι να
τα χωρίσω από το σιτάρι μου, πράγμα για το οποίο λυπάμαι όσο και
ο καθένας - στο συγκεκριμένο ζήτημα θα επιτρέψω στον εαυτό μου
να αναπνεύσει ελευθέρα και να τεντωθεί, τρόπον τινά, καθώς είναι
μεγάλη η ανακούφιση που αισθάνονται τόσο η ψυχή όσο και το σώμα. Και είμαι αποφασισμένος να μη γίνω ο δικηγόρος του διαβόλου
από την πολλή ταπεινοφροσύνη. Θα επιχειρήσω, λοιπόν, να υπερασπιστώ την αλήθεια. Στο Κολέγιο του Κέιμπριτζ το ενοίκιο μονάχα
ενός φοιτητικού δωματίου, το οποίο είναι ελάχιστα μεγαλύτερο από
το δικό μου, είναι τριάντα δολάρια το χρόνο. Κι αυτό, παρ' όλο που
το πανεπιστήμιο είχε το πλεονέκτημα να μπορεί να χτίσει τριάντα
δύο τέτοια δωμάτια το ένα δίπλα και πάνω στο άλλο και όλα κάτω
από την ίδια στέγη, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα ο ένοικος να
υποφέρει από τους πολλούς θορυβώδεις γείτονες και ίσως και από
το γεγονός ότι είναι αναγκασμένος να μένει στον τέταρτο όροφο.
Δεν μπορώ παρά να οκεψιώ ότι, αν διαθέταμε περισσότερη σοφία
στα ζητήματα αυτά, όχι μόνο θα είχαμε ανάγκη από λιγότερη παιδεία, διότι θα είχαμε ήδη αποκτήσει περισσότερη από αυτήν που
έχουμε σήμερα, αλλά και το χρηματικό κόστος απόκτησης της θα
μειωνόταν δραματικά. Οι ανέσεις που απαιτεί ο φοιτητής στο Κέιμπριτζ ή άλλού κοστίζουν σε αυτόν ή στην οικογένειά του δέκα φο-

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

93

ρες περισσότερο απ' όσο θα του κόστιζαν αν τα πράγματα ήταν πιο
σωστά διευθετημένα και από τις δυο πλευρές. Τα πράγματα που
απαιτούν τα περισσότερα χρήματα ποτέ δεν είναι εκείνα που πραγματικά έχει περισσότερη ανάγκη ο φοιτητής. Τα δίδακτρα, για παράδειγμα, κατέχουν μια σημαντική θέση στην απόδειξη δαπανών
του φοιτητή για κάθε εξάμηνο, ενώ για την πολύ πιο χρήσιμη παιδεία που λαμβάνει από τη συναναστροφή του με τους καλλιεργημένους συμφοιτητές του δεν υπάρχει καμία χρέωση. Ο τρόπος με τον
οποίο ιδρύεται ένα κολέγιο είναι συνήθως ο εξής: πρώτα συγκεντρώνονται τα απαραίτητα χρήματα κι έπειτα, ακολουθώντας τυφλά
το σύστημα του καταμερισμού της εργασίας στο έπακρό του - ένα
σύστημα που πάντοτε θα πρέπει να εφαρμόζεται με μεγάλη επιφυλακτικότητα - καλείται ένας εργολάβος, για τον οποίο το όλο εγχείρημα δεν είναι παρά μια επένδυση, ο οποίος προσλαμβάνει Ιρλανδούς ή άλλους εργάτες για να ρίξουν τα θεμέλια, ενώ οι μέλλοντες
φοιτητές προετοιμάζονται για να γίνουν δεκτοί στο κολέγιο όταν θα
είναι έτοιμο. Και για όλο αυτό το εγχείρημα είναι αναγκασμένες να
πληρώνουν πολλές γενιές. Πιστεύω ότι θα ήταν πολν καλύτερο αν
έβαζαν τα θεμέλια του κολεγίου οι ίδιοι οι φοιτητές, ή όσοι τέλος
πάντων επιθυμούν να ωφεληθούν από αυτό. Ο σπουδαστής που εξασφαλίζει τον ελεύθερο χρόνο και την άνεση που τόσο λαχταρά με το
να αποφεύγει συστηματικά κάθε είδους χειρωνακτική εργασία απαραίτητη στον άνθρωπο, τελικά αποκτά έναν ελεύθερο χρόνο ανέντιμο και ασύμφορο, αφού στερεί από τον εαυτό του τη μοναδική
εμπειρία που θα μπορούσε να κάνει γόνιμο αυτό το χρόνο. «Μα τι
εννοείς;» θα μου πείτε. «Ότι οι φοιτητές θα πρέπει τάχα να πάνε να
δουλέψουν με τα χέρια τους και όχι με το μυαλό τους;» Δεν εννοώ
ακριβώς αυτό. Εκείνο που θέλω να πω είναι, σε γενικές γραμμές, ότι
οι φοιτητές δεν πρέπει να παίζουν τη ζωή ή απλά να τη μελετούν,
ενώ τους στηρίζει οικονομικά η οικογένειά τους στο ακριβό τους αυτό παιχνίδι, αλλά να τη tpvv με όλες τους τις δυνάμεις, από την αρχή
ως το τέλος. Πώς αλλιώς θα μπορούσαν να μάθουν οι νέοι να ζουν,
παρά με το να δοκιμάσουν άμεσα το πείραμα της ζωής; Νομίζω πως

94

WALDEN

αυτό θα αποτελούσε εξάσκηση για το μυαλό τους το ίδιο καλή με τα
μαθηματικά. Αν ήθελα, για παράδειγμα, να μάθει ο γιος μου κάποια
πράγματα για τις τέχνες και τις επιστήμες, δε θα ακολουθούσα τη
συνηθισμένη οδό, να τον στείλω δηλαδή σε κάποιον καθηγητή που θα
δίδασκε και θα εξασκούσε τα πάντα εκτός από την τέχνη της ζωής σε έναν καθηγητή που θα του μάθαινε να παρατηρεί τον κόσμο μέσα
από το τηλεσκόπιο ή το μικροσκόπιο, αλλά ποτέ με το γυμνό του μάτι* που θα του δίδασκε χημεία, αλλά όχι πώς φτιάχνεται το ψωμί που
τρώει κάθε μέρα, ή μηχανική, αλλά όχι πώς μπορεί να κερδίσει κανείς το ψωμί του· που θα τον βοηθούσε να ανακαλύψει καινούργιους
δορυφόρους γύρω από τον πλανήτη Ποσειδώνα, αλλά όχι να αντιληφθεί το κάρφος στον οφθαλμό του* ή να μάθει τίνος παλιάνθρωπου
δορυφόρος είναι ο ίδιος· για να τον καταβροχθίσουν τελικά τα τέρατα που βρίσκονται πλήθος ολόγυρά του, την ώρα που ο ίδιος θα μελετάει στο μικροσκόπιο τα άλλα τέρατα, που κρύβονται σε μια σταγόνα ξύδι. Ποιος από τους δύο λέτε ότι θα είχε προοδεύσει περισσότερο στο τέλος του μήνα: το αγόρι που θα είχε κατασκευάσει το ίδιο
το σουγιά του από το σίδερο που θα είχε εξορύξει και λιώσει μόνο
του, διαβάζοντας όσα είναι απαραίτητα για να μπορέσει να τα καταφέρει, ή το αγόρι που θα είχε παρακολουθήσει μαθήματα μεταλλουργίας στο πανεπιστήμιο, του οποίου ο πατέρας θα του είχε χαρίσει έναν ακριβό σουγιά «Ρότζερς»; Ποιο από τα δύο θα είχε μεγαλύτερες πιθανότητες να κόψει το δάχτυλό του; Όταν τέλειωσα το κολέγιο, προς μεγάλη μου έκπληξη πληροφορήθηκα ότι είχα σπουδάσει
ναυσιπλοΐα! Μα, μια βόλτα στο λιμάνι να είχα κάνει, θα ήξερα πολύ
περισσότερα πάνω στο αντικείμενο αυτό. Ακόμη και ο φτωχός σπουδαστής δε μελετά και δε διδάσκεται παρά μόνο πολιτική οικονομία,
ενώ η οικονομία της ζωής, που είναι συνώνυμη με τη φιλοσοφία, δεν
υπάρχει σαν μάθημα στα πανεπιστήμιά μας. Και το αποτέλεσμα είναι από τη μία να μελετά τον Άνταμ Σμιθ, τον Ρικάρντο και τον Σάι,
* «Τι δε βλέπεις το κάρφος το εν τω οφθαλμοο του αδελφού σου τη δε δοκόν την
εν τω ιδίω οφθαλμώ ου κατανοείς». Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο, 6:41. (Σ.τ.Μ)

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

95

και από την άλλη να οδηγεί τον πατέρα του σε χρεοκοπία.
Ό,τι ισχύει για τα κολέγια μας, το ίδιο ισχύει και για τις αμέτρητες «προόδους» μας: υπάρχει μια ψευδαίσθηση γΰρω από αυτές. Δεν
αποτελούν πάντα θετικά στοιχεία. Ο διάβολος εξακολουθεί να εισπράττει τόκους από όλες τις αρχικές του μετοχές, καθώς και από
αναρίθμητες μετέπειτα επενδύσεις. Οι εφευρέσεις μας πολΰ συχνά
δεν είναι παρά όμορφα παιχνίδια που αποσπούν την προσοχή μας
από τα σοβαρά ζητήματα. Αποτελούν απλώς βελτιωμένα μέσα για
ένα μη βελτιωμένο σκοπό, ένα σκοπό που οΰτως ή άλλως ήταν εύκολο να τον πετύχουμε και χωρίς αυτά - όπως οι σιδηρόδρομοι που
φτάνουν στη Βοστόνη ή στη Νέα Υόρκη. Βιαζόμαστε να κατασκευάσουμε ένα μαγνητικό τηλέγραφο που να συνδέει το Τέξας με το
Μέιν. Όμως το Μέιν μπορεί να μην έχει να πει τίποτε σημαντικό στο
Τέξας - και αντιστρόφως. Οι δύο αυτές πολιτείες βρίσκονται στη
θέση εκείνου του ανθρώπου που επιθυμούσε διακαώς να τον συστήσουν σε μια επιφανή βαρήκοη γυναίκα και που, όταν τελικά τα κατάφερε κι εκείνη έστρεψε προς το μέρος του την άκρη του ακουστικού
της, ανακάλυψε πως δεν ήξερε τι να της πει. Λες και το θέμα είναι να
μιλάμε γρήγορα και όχι να μιλάμε λογικά. Ανυπομονούμε να σκάψουμε μια σήραγγα κάτω από τον Ατλαντικό για να φέρουμε τον Παλαιό Κόσμο λίγο πιο κοντά στον Νέο. Όμως δεν είναι διόλου απίθανο η πρώτη είδηση που θα ςρτάσει στα μεγάλα, ανυπόμονα, αμερικανικά αυτιά να είναι πως η πριγκίπισσα Αδελαΐδα είναι άρρωστη με
κοκίτη. Στο κάτω κάτω, ο άνθρωπος που το άλογό του τρέχει ένα μίλι
το λεπτό δεν είναι εκείνος που μεταφέρει τα πιο σημαντικά μηνύματα: δεν είναι κανένας ευαγγελιστής, δεν τρέφεται με ακρίδες και
άγριο μέλι. Αμφιβάλλω αν κανένα καθαρόαιμο άλογο αγώνων έχει
μεταφέρει ποτέ του έστω και ένα σπυρί καλαμπόκι στο μύλο.
Μου λέει ένας φίλος: «Απορώ, εσύ που αγαπάς τόσο τα ταξίδια,
πώς και δε μαζεύεις μερικά χρήματα να πάρεις το τρένο και να πας
ως το Φίτσμπουργκ, να δεις την περιοχή». Όμως εγώ είμαι πιο σοφός. Έχω μάθει ότι ο πιο γρήγορος ταξιδιώτης είναι εκείνος που πηγαίνει με τα πόδια. Λέω λοιπόν στο φίλο μου: «Ας πούμε ότι δοκιμά-

96

WALDEN

ζούμε να δοΰμε ποιος θα (ρτασει πρώτος εκει. Η απόσταση είναι
τριάντα μίλια, τα ναύλα ενενήντα σεντς. Σχεδόν όσο ένα μεροκάματο. Θυμάμαι τότε που το μεροκάματο ήταν μόλις εξήντα σεντς για
τους εργάτες που δούλευαν για να (ρτιάξουν τις γραμμές του ίδιου
αυτοΰ σιδηροδρόμου. Λοιπόν: εγώ ξεκινάω τώρα με τα πόδια και θα
έχω ορτάσει εκει πριν νυχτώσει. Ξέρεις ότι μπορώ να ταξιδέψω με το
ρυθμό αυτό. Εν τω μεταξύ, εσυ θα μείνεις εδώ για να δουλέψεις και
να κερδίσεις τα ναΰλα σου και θα φτάσεις στον κοινό προορισμό μας
κάποια στιγμή αΰριο ή ίσως και απόψε το βράδυ, αν δηλαδή είσαι τυχερός και βρεις δουλειά. Αντί λοιπόν να πας στο Φίτσμπουργκ, το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας θα το περάσεις εδώ, δουλεύοντας. Κι
έτσι, ακόμη και το γΰρο του κόσμου να έκανε το τρένο, νομίζω ότι
εγώ με τα πόδια θα έορτανα πάντοτε πριν από σένα. Κι αν νομίζεις
ότι αξίζει να βλέπει κανείς τον κόσμο και να μαζεύει εμπειρίες με
τέτοιον τρόπο, τότε ίσως θα έπρεπε να σταματήσουμε να κάνουμε
παρέα».
Πρόκειται για φυσικό νόμο, που κανένας άνθρωπος δε θα μπορέσει να ανατρέψει ποτέ* κι όσο για το τρένο, θα μπορούσαμε να πούμε ότι απ' όποια πλευρά και να το εξετάσουμε, το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο. Η κατασκευή ενός σιδηροδρόμου που θα διασχίζει τον
κόσμο και θα είναι διαθέσιμος σε όλη την ανθρωπότητα ισοδυναμεί
με προσπάθεια διευθέτησης ολόκληρης της επιφάνειας του πλανήτη.
Οι άνθρωποι έχουν την πεποίθηση ότι, αν εξακολουθήσουν να φτιάχνουν σιδηροδρομικές γραμμές, κάποτε θα μπορέσουν να q)τάσoυv
κάπου σε χρόνο μηδέν και με μηδέν κόστος. Μπορεί το πλήθος να
τρέχει στο σταθμό και ο ελεγκτής να φωνάζει «επιβιβαστείτε!»,
όμως όταν κατακαθίσει η σκόνη και διαλυθεί ο καπνός θα δούμε ότι
λίγοι είναι εκείνοι που θα βρίσκονται πάνω στο τρένο και θα ταξιδεύουν. Οι υπόλοιποι θα έχουν τσαλαπατηθεί - και όλοι θα πουν ότι
πρόκειται για ένα «θλιβερό ατύχημα», και θα έχουν δίκιο. Είναι σίγουρο πως, τελικά, όσοι έχουν δουλέψει και έχουν κερδίσει τα ναύλα τους θα είναι σε θέση να ταξιδέψουν, αν δηλαδή καταφέρουν και
επιζήσουν, το πιθανότερο όμως είναι ότι ως τότε θα έχουν χάσει την

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

97

ευελιξία τους και τη διάθεση τους για ταξίδια. Αυτή η τάση του ανθρώπου να ξοδεύει τα καλΰτερά του χρόνια για να μπορέσει να απολαύσει μια αμφιβόλου ποιότητας ελευθερία την τελευταία πολύτιμη
περίοδο της ζωής του, μου θυμίζει εκείνο τον Άγγλο που πήγε στην
Ινδία για να κάνει περιουσία, έτσι ώστε να μπορέσει κάποια μέρα
να επιστρέψει στην Αγγλία και να ζήσει ως ποιητής. Αφοΰ ήθελε να
γίνει ποιητής, γιατί δεν πήγαινε κατευθείαν να ζήσει σε μια σοφίτα;
«Τι!» αναφωνούν ένα εκατομμύριο Ιρλανδοί, από όλα τα (ρτωχοκάλυβα της χώρας. «Δεν είναι λοιπόν καλό πράγμα ο σιδηρόδρομος
που φτιάξαμε;» Ναι, τους απαντώ, πρόκειται για ένα σχετικά καλό
έργο - εννοώ ότι θα μπορούσατε να είχατε φτιάξει και χειρότερα
πράγματα. Όμως εύχομαι, αδέρφια μου, να είχατε διαθέσει καλύτερα το χρόνο σας από το να σκάβετε το χώμα.
Πριν τελειώσω το χτίσιμο του σπιτιού μου, επειδή ήθελα να κερδίσω λίγα δολάρια με τρόπο τίμιο και ευχάριστο ώστε να μπορέσω
να ανταποκριθώ στα συνηθισμένα μου έξοδα, χρησιμοποίησα περίπου δέκα στρέμματα από ένα χωράφι με ελαφρύ και αμμώδες χώμα
εκεί κοντά και φύτεψα κυρίως φασόλια, αλλά επίσης και λίγες πατάτες, καλαμπόκι, μπιζέλια και γογγΰλια. Ολόκληρη η έκταση είναι
σαράντα τέσσερα στρέμματα, στο μεγαλύτερο μέρος της κατάφυτη
από πεΰκα και καρυές, και είχε πουληθεί την προηγουμένη χρονιά
για δυο δολάρια και δυο σεντς το στρέμμα. Ένας γεωργός αποφάνθηκε ότι η γη αυτή «δεν κάνει για τίποτα, μόνο για εκτροφή σκίουρων». Δεν έβαλα καθόλου κοπριά στο χωράφι αυτό, μια και δεν
ήμουν ο ιδιοκτήτης του αλλά απλά το χρησιμοποιούσα, καθώς επίσης
και επειδή δεν είχα σκοπό να καλλιεργήσω άλλη φορά τόσο πολλά.
Δε σκάλισα όλη τη γη μονομιάς. Έβγαλα αρκετά απομεινάρια από
ρίζες δέντρων, τα οποία μου χρησίμευσαν για καυσόξυλα, ενώ στα
σημεία που τα ξέθαψα έμεινε κι από ένας μικρός κύκλος με παρθένο χώμα. Αυτά ξεχώριζαν εύκολα το καλοκαίρι, μια και οι φασολιές
που φύτεψα εκεί αναπτύχθηκαν πιο γρήγορα από τις υπόλοιπες. Τα
ξερά ξΰλα πίσω από το σπίτι μου, τα οποία δεν μπορούσαν να που-

98

WALDEN

ληθοΰν, καθώς και αυτά που ξέβραζε η λίμνη και τα μάζευα από τις
όχθες της, συμπλήρωσαν το απόθεμά μου σε καυσόξυλα. Για το όργωμα χρειάστηκε να πληρώσω ένα γεωργό με ένα ζευγάρι βόδια, αν
και το αλέτρι το κρατούσα ο ίδιος. Τα έξοδα του αγροκτήματός μου
την πρώτη χρονιά για εργαλεία, σπόρο, εργατικά και τα συναφή
ήταν δεκατέσσερα δολάρια και εβδομήντα δυόμισι σεντς. Το σπόρο
του καλαμποκιού μου τον χάρισαν. Ούτως ή άλλως αυτός ο σπόρος
δεν κοστίζει σχεδόν τίποτε, εκτός κι αν σκοπεύει κανείς να φυτέψει
υπέρ το δέον. Έβγαλα δώδεκα μεδίμνους* φασόλια και δεκαοχτώ
μεδίμνους πατάτες, καθώς επίσης και κάμποσα μπιζέλια και λίγο
γλυκό καλαμπόκι. Το κίτρινο καλαμπόκι και τα γογγΰλια τα φύτεψα
πολΰ αργά κι έτσι δεν απέδωσαν. Τα συνολικά μου έσοδα από το
χωράφι έχουν ως εξής:
Έσοδα

23,44

Α ν αφαιρέσω τα έξοδα

14,72 ί/2

Μου έμειναν

$ 8,711/2

Σε αυτά δεν περιέλαβα τα προϊόντα που κατανάλωσα ο ίδιος, την
αγοραστική αξία των οποίων υπολογίζω στα τεσσεράμισι δολάρια,
που είναι όμως μεγαλύτερη από την πραγματική. Αν λοιπόν λάβουμε
υπόψη μας όλους τους παράγοντες, δηλαδή τη σημασία της ψυχής
του ανθρώπου και της σημερινής ζωής, καθώς επίσης και το λίγο
χρόνο που χρειάστηκε να αφιερώσω στο πείραμά μου - πράγμα που
εν μέρει οφείλεται στον παροδικό του χαρακτήρα - πιστεύω ότι τη
χρονιά εκείνη τα πήγα καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο γεωργό
του Κόνκορντ.
Την επόμενη χρονιά τα πήγα ακόμα πιο καλά, όχι μόνο γιατί
τσάπισα μόνος μου καλά όση έκταση γης μου χρειαζόταν για τις
καλλιέργειές μου, αλλά και γιατί χρησιμοποίησα την προηγούμενη
* Παλαιά μονάδα μέτρησης όγκου των δημητριακών, ίση με πενήντα δυο λίτρα
περίπου. {Σ.τ.Μ.)

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

99

εμπειρία μου. Κανένα δέος δε μου ενέπνεαν τα πολυάριθμα και
ονομαστά έργα σχετικά με την αγροτική οικονομία, ανάμεσά τους
και τα βιβλία του Άρθουρ Γιανγκ*, που μας λένε ότι, αν κάποιος ζει
απλά και τρέφεται μόνο με τα προϊόντα που ο ίδιος καλλιεργεί, χωρίς να τα ανταλλάσσει με ανεπαρκείς ποσότητες πιο πολυτελών και
ακριβών πραγμάτων, δε θα έχει ανάγκη να καλλιεργεί παρά μόνο
μια μικρή έκταση γης. Επίσης είναι, λέει, πιο φθηνό να τσαπίζει κανείς ο ίδιος τη γη παρά να την οργώνει με βόδια, καθώς και να καλλιεργεί κατά καιρούς ένα φρέσκο κομμάτι γης παρά να κοπρίζει τα
κομμάτια που έχει ήδη χρησιμοποιήσει. Έτσι θατ μπορεί τρόπον τινά να κάνει όλη τη δουλειά με το ένα χέρι, σε ώρες που τον βολεύουν, το καλοκαίρι. Και δε θα εξαρτιέται από βόδια, άλογα, αγελάδες ή γουρούνια, όπως συμβαίνει τώρα. Πάνω στο ζήτημα αυτό θα
ήθελα να μιλήσω αμερόληπτα, ως κάποιος που δεν ενδιαφέρεται
για την επιτυχία ή την αποτυχία της παρούσας κατάστασης της οικονομίας και της κοινωνίας. Ήμουν ο πιο ανεξάρτητος απ' όλους τους
αγρότες του Κόνκορντ, αφού δεν ήμουν δεμένος με κάποιο σπίτι ή
χωράφι, αλλά μπορούσα ανά πάσα στιγμή να ακολουθήσω το δρόμο
που μου υπαγόρευε κάθε φορά το πνεύμα μου, ένα δρόμο που πρέπει να παραδεχτώ πως συνήθως είναι γεμάτος στροφές και διακλαδώσεις. Επίσης, ήμουν ήδη σε καλύτερη μοίρα από κάθε άλλο αγρότη, γιατί αν το σπίτι μου έπιανε φωτιά κι αν αποτύχαινα στις καλλιέργειές μου θα βρισκόμουν σχεδόν στην ίδια κατάσταση που
ήμουν πριν ξεκινήσω το εγχείρημα αυτό.
Καμιά φορά μου φαίνεται ότι ο άνθρωπος δεν είναι ιδιοκτήτης,
αλλά κτήμα των κοπαδιών του. Τα ζωντανά του είναι πολύ πιο ελεύθερα από τον ίδιο. Ο άνθρωπος και τα βόδια εργάζονται ο ένας για
τον άλλο· αν όμως εξετάσουμε ποια είναι η απαραίτητη εργασία, θα
δούμε ότι τα βόδια βρίσκονται σε πλεονεκτικότερη θέση, μια και η
εργασία τους είναι πολύ πιο αποδοτική. Ο άνθρωπος εργάζεται βέ* Arthur Young (1741-1820): Άγγλος συγγραφέας βιβλίων που πραγματεύονται
θέματα σχετικά με τη γεωργία και την πολιτική οικονομία. (Σ.τ.Μ )

100

WALDEN

βαια κι αυτός ως αντάλλαγμα για την εργασία που του προσφέρουν
τα βόδια του, κυρίως τις έξι εβδομάδες του θερισμοΰ και της ξήρανσης του άχυρου για το σανό με τον οποίο θα τα ταΐσει, που δεν είναι κι εύκολη δουλειά. Είμαι βέβαιος πως ένα έθνος που θα ζοΰσε
απλά από όλες τις απόψεις - ένα έθνος φιλοσόφων, με άλλα λόγια δε θα υπέπιπτε σε ένα τόσο μεγάλο σφάλμα όπως είναι η εκμετάλλευση της εργασίας των ζώων. Είναι αλήθεια πως ποτέ δεν υπήρξε,
και οΰτε είναι πιθανό να υπάρξει, ένα έθνος φιλοσόφων, οΰτε και
είμαι σίγουρος πως κάτι τέτοιο θα ήταν επιθυμητό. Ωστόσο, εγώ
τουλάχιστον ποτέ μου δε θα εκπαίδευα ένα άλογο ή ένα βόδι για να
το βάλω να μου κάνει δουλειές, από φόβο μήπως καταντούσα να
μην είμαι τίποτε άλλο από ιππο-τρόφος ή βου-τρόφος. Και αν τα
πράγματα δείχνουν πως η κοινωνία κερδίζει από την εκμετάλλευση
αυτή των ζώων, πώς μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι το κέρδος
ενός ανθρώπου δεν αποτελεί ταυτόχρονα ζημιά του άλλου ή ότι το
παιδί του στάβλου έχει τους ίδιους λόγους με το αφεντικό του να
νιώθει ικανοποιημένο; Σύμφωνοι, κάποια δημόσια έργα δε θα μπορούσαν να έχουν κατασκευαστεί χωρίς τη βοήθεια των βοδιών και
των αλόγων, οπότε ας αφήσουμε τους ανθρώπους να μοιραστούν τη
δόξα του επιτεύγματος με τα συγκεκριμένα ζώα. Συνεπάγεται όμως
αυτό ότι ο άνθρωπος δε θα μπορούσε μόνος του να φέρει εις πέρας
έργα ακόμη πιο αξιόλογα; Όταν οι άνθρωποι αρχίζουν να καταπιάνονται με έργα όχι μόνο άχρηστα ή καλλιτεχνικά, αλλά και πολυτελή ή ματαιόδοξα με τη βοήθεια των υποζυγίων τους, είναι αναπόφευκτο κάποιοι να επιβαρύνονται με τη φροντίδα των ζώων, δηλαδή με όλες εκείνες τις εργασίες που πρέπει να γίνουν ως αντάλλαγμα για την εργασία των υποζυγίων. Με άλλα λόγια γίνονται σκλάβοι κάποιου ισχυρότερου από τους ίδιους. Κι έτσι ο άνθρωπος δεν
εργάζεται μονάχα για το ζώο μέσα του, αλλά θα λέγαμε ότι εργάζεται και για το ζώο που βρίσκεται έξω από αυτόν. Όσο μεγάλο και
ευρύχωρο κι αν είναι το σπίτι του αγρότη, ο πλούτος του μετριέται
με βάση το μέγεθος του στάβλου του. Λέγεται ότι η πόλη μας έχει
τους μεγαλύτερους στάβλους με βόδια, αγελάδες και άλογα στην

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

101

περιοχή, που δεν υστερούν σε τίποτα από τα δημόσια κτίρια της.
Όμως σε ολόκληρη την κομητεία μας δεν υπάρχουν παρά ελάχιστοι
χώροι ελεύθερης λατρείας και έκφρασης. Γιατί τα έθνη να επιζητούν να μνημονεύονται για την αρχιτεκτονική τους και όχι για τη
δύναμη της αφηρημένης σκέψης τους; Πόσο πιο θαυμαστό είναι το
Μπαγκαβάτ-Γκίτα* από όλα μαζί τα ερείπια της Ανατολής! Οι πύργοι και οι ναοί δεν είναι παρά πολυτέλειες για τους πρίγκιπες.
Ένας άνθρωπος με απλό και ανεξάρτητο νου δε μοχθεί για λογαριασμό κανενός πρίγκιπα. Το πνεύμα δεν είναι υπηρέτης κανενός
αυτοκράτορα, ούτε και χρησιμοποιεί ως πρώτη ύλη το ασήμι, το
χρυσό ή το μάρμαρο, παρά μόνο ίσως σε ελάχιστο βαθμό. Ποιο
σκοπό εξυπηρετεί να λαξεύονται τόσες και τόσες πέτρες; Όταν
ήμουν κι εγώ στην Αρκαδία** δεν είδα πουθενά κάποιον να πελεκάει πέτρες. Τα έθνη κατατρύχονται από την παράλογη επιθυμία να
διαιωνίσουν τη μνήμη του εαυτού τους μέσα από τις ποσότητες πελεκημένης πέτρας που αφήνουν πίσω τους. Τι θα γινόταν άραγε αν
κατέβαλλαν την ίδια προσπάθεια για να διαμορφώσουν και να γυαλίσουν όχι την πέτρα, αλλά τους τρόπους τους; Έ ν α μονάχα κομμάτι κοινής λογικής θα ήταν πιο αξιοσημείωτο και από ένα μνημείο
ψηλό όσο το φεγγάρι. Προτιμώ να βλέπω τις πέτρες στη θέση τους.
Το μεγαλείο των Θηβών της αρχαίας Αιγύπτου ήταν ένα μεγαλείο
γεμάτο ευτέλεια. Περισσότερη λογική έχουν τα πέντε μέτρα του πέτρινου τοίχου που φράσσουν το χωράφι ενός τίμιου ανθρώπου παρά
οι Θήβες με τις εκατό πύλες, μνημείο που έχει ξεστρατίσει από το
αληθινό νόημα της ζωής. Οι παγανιστικές θρησκείες και οι βάρβα* Μπαγκαβάτ-Γκίτα (Τραγούδι του Αγαπημένου): ενα από τα σημαντικότερα
ιερά κείμενα του ινδουισμού. Αποτελεί μέρος των Ονπανισάντ (Ουπανισάδων),
του τελευταίου τμήματος των Βεδών. Γράορτηκε κάπου ανάμεσα στο 2ο και στον
5ο αιώνα π.Χ. στη σανσκριτική γλώσσα. (Σ.τ.Μ.)
** Ειρωνική αναφορά του Θορώ στην περίφημη λατινική φράση Et in Arcadia
ego «ήμουν κι εγώ στην Αρκαδία», όπου με τον όρο «Αρκαδία» εννοείται ο εξιδανικευμένος βουκολικός τόπος της αρχαιότητας, κατοικία του θεού Πάνα, μοτίβο που δανείστηκαν από τους αρχαίους βουκολικούς ποιητές οι καλλιτέχνες της
Αναγέννησης. (Σ.τ.Μ.)

102

WALDEN

ροι πολιτισμοί χτίζουν μεγαλόπρεπους ναοΰς, σε αντίθεση με τα
έθνη που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε χριστιανικά. Το μεγαλύτερο μέρος των λαξευμένων λίθων ενός έθνους προορίζεται για
τον τάφο του. Θάβεται μόνο του ζωντανό. Όσο για τις πυραμίδες,
δε θα έλεγα ότι υπάρχει τίποτε το θαυμαστό σ' αυτές, εκτός από το
γεγονός ότι τόσο πολλοί άνθρωποι έπεσαν τόσο χαμηλά ώστε να
χαραμίσουν όλη τους τη ζωή για να χτίσουν έναν τάφο για κάποιο
φιλόδοξο ζωντόβολο, που και πιο συνετό και πιο αντρίκειο θα ήταν
να το είχαν πνίξει στο Νείλο κι έπειτα να ρίξουν το σώμα του να το
φάνε τα σκυλιά. Πολΰ πιθανό, αν έψαχνα, να έβρισκα κάποια δικαιολογία και για αυτοΰς και για εκείνον, αλλά δε μου περισσεύει
χρόνος. Και όσο για τη θρησκεία και την αγάπη των κατασκευαστών προς την τέχνη, αυτές είναι ίδιες σχεδόν σε όλο τον κόσμο, είτε πρόκειται για κάποιον αιγυπτιακό ναό είτε για το κτίριο της
Τράπεζας των Ηνωμένων Πολιτειών. Όλα αυτά κοστίζουν περισσότερο απ' όσο αξίζουν. Κινητήρια δύναμη είναι πρώτα η ματαιοδοξία κι έπειτα η αγάπη προς το φαγητό, είτε είναι σκόρδο είτε ψωμί
με βούτυρο. Ο κύριος Μπάλκομ, πολλά υποσχόμενος νεαρός αρχιτέκτων, σχεδιάζει το κτίριό του στο οπισθόφυλλο του βιβλίου του
Βιτρούβιου* με σκληρό μολύβι και χάρακα, και η δουλειά ανατίθεται στην εταιρία λιθοξόων Ντόμπσον&Υιοί. Μόλις περάσουν τριάντα αιώνες, η ανθρωπότητα αρχίζει να το θωρεί με δέος. Και όσο
για τους ψηλούς πύργους και τα μνημεία σας, να σας πω πως κάποτε στο χωριό μας είχαμε έναν τρελό που ξεκίνησε να σκάβει μια σήραγγα με σκοπό να φτάσει στην Κίνα. Έφτασε μάλιστα τόσο μακριά που, απ' ό,τι έλεγε ο ίδιος, μπορούσε να ακούσει τον θόρυβο
που έκαναν τα τσουκάλια και τα τηγάνια στις κουζίνες των Κινέζων. Δε νομίζω όμως ότι θα διαθέσω χρόνο για να θαυμάσω την
τρύπα που έσκαψε. Πολλοί είναι εκείνοι που δείχνουν ενδιαφέρον
για τα διάφορα μνημεία σε Ανατολή και Δύση, που ζητούν να μά* Marcus Vitruvius Pollio, 1ος αιώνας π.Χ.: Ρωμαίος αρχιτέκτονας. Τα έργα του
θεωρούνταν για πολλούς αιώνες πρότυπα της κλασικής αρχιτεκτονικής. (Σ.τ.Μ.)

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

103

θουν ποιοι τα έχτισαν. Εγώ, από τη μεριά μου, θα προτιμούσα να
μάθω ποιοι δεν τα έχτισαν - ποιοι απαξιούσαν να ασχοληθούν με
τέτοια ασήμαντα πράγματα τις εποχές εκείνες. Ας προχωρήσω
όμως με την καταγραφή των εσόδων και εξόδων μου.
Από την τοπογραφία, την ξυλουργική και διάφορες άλλες εργασίες που έκανα στο χωριό - διότι οι τέχνες που κατέχω είναι όσες
και τα δάχτυλά μου - είχα εν τω μεταξύ κερδίσει δεκατρία δολάρια
και τριάντα τέσσερα σεντς από μεροκάματα. Τα έξοδα διατροφής
μου για οκτο5 μήνες - συγκεκριμένα, από την 4η Ιουλίου ως την 1η
Μαρτίου - που είναι ο καιρός για τον οποίο έκανα τους υπολογισμούς αυτούς, παρ' όλο που έζησα εκεί για παραπάνω από δύο χρόνια - χωρίς να υπολογίσω τις πατάτες, λίγο καλαμπόκι και λίγα μπιζέλια που είχα καλλιεργήσει ο ίδιος και χωρίς να λάβω υπόψη μου
την αξία των τροφίμων που είχαν απομείνει στο τέλος της περιόδου
αυτής, ήταν τα εξής:
Ρύζι

1,73 1/2

Μελάσα

1,73

Κριθάλευρο

1,04 τ

Η πιο φθηνή μορφή ζάχαρης.

Ινδιάνικο αλεύρι
(καλαμποκάλευρο)

0,99 τ Πιο φθηνό από το κριθάλευρο.

Χοιρινό

0,22

Σιτάλευρο

0,88

Κοστίζει περισσότερο από
το καλαμποκάλευρο, τόσο
σε χρήμα όσο και σε μπελά.

Ζάχαρη

0,80

Ααρδί

0,65

Μήλα

0,25

Ξερά μήλα

0,22

Γλυκοπατάτες....

0,10

Μία κολοκύθα

0,06

Έ ν α καρπούζι

0,02

Αλάτι

0,03

1-:

>8 Ρ

104

WALDEN

Ναι, συνολικά έφαγα οκτώ δολάρια και εβδομήντα τέσσερα
σεντς. Δε θα δημοσίευα όμως ποτέ την ενοχή μου αυτή χωρίς να
κοκκινίσω από ντροπή, αν δεν ήξερα ότι και οι περισσότεροι από
τους αναγνώστες μου είναι το ίδιο ένοχοι με μένα στον τομέα αυτό
και ότι και τα δικά τους κατορθώματα δε θα έδειχναν καλύτερα τυπωμένα στο χαρτί. Την επόμενη χρονιά έπιανα που και που από μια
αρμαθιά ψάρια για το βραδινό μου γεΰμα, ενώ μία φορά έορτασα ως
το σημείο να σφάξω και να καταβροχθίσω μια μαρμότα που μου είχε
ρημάξει το χωράφι με τις φασολιές - ή αλλιώς, όπως θα έλεγε κι
ένας Τάταρος, να επισπεύσω τη μετενσάρκωσή της - εν μέρει ως
πείραμα. Μολονότι το γεΰμα αυτό μου χάρισε μια στιγμιαία απόλαυση, παρ' όλη την έντονα αρωματική γεΰση του κρέατός της συνειδητοποίησα ότι δεν ήταν μια συνήθεια που θα με ενδιέφερε να διατηρήσω για καιρό. Στο κάτω κάτω, αλλιώς είναι να σου γδέρνει τις
μαρμότες ο χασάπης του χωρίου.
Ο ρουχισμός και κάποια άλλα περιστασιακά έξοδα κατά την ίδια
χρονική περίοδο, αν και δεν μπορεί κανείς να βγάλει ασφαλή συμπεράσματα από αυτά, μου κόστισαν το εξής ποσό:
8,40
Πετρέλαιο και κάποια οικιακά σκεΰη

τ

2,00

Επομένως, όλα τα έξοδά μου, εκτός από το πλύσιμο και το μαντάρισμα των ρούχων, υπηρεσίες που κατά το μεγαλύτερο μέρος τους τις
ανέθετα εκτός σπιτιού και τους λογαριασμούς των οποίων δεν έχω
λάβει ακόμα - και αυτές είναι όλες κι όλες οι προσωπικές ανάγκες
που απαιτούν χρήμα σ' αυτή τη γωνιά του κόσμου - ήταν τα εξής:
Σπίτι

28,12 ^

Κτήμα, για ένα χρόνο

14,72

Τρόφιμα για οκτώ μήνες

8,74

Ρουχισμός κ.λπ. για οκτώ μήνες

8,40 τ

Πετρέλαιο κ.λπ. για οκτώ μήνες

2,00

Συνολικά

$61,99 τ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

105

Θα ήθελα τώρα να απευθυνθώ ειδικά σε όσους από τους αναγνώστες μου είναι αναγκασμένοι να δουλεύουν για να κερδίζουν τα
προς το ζην. Εγώ για να τα κερδίσω πούλησα τα προϊόντα του κτήματός μου στην εξής τιμή:
23,44
Από μεροκάματα κέρδισα
Συνολικά

13,34
$36,78

Αυτά, αν τα αφαιρέσουμε από το σύνολο των εξόδων αφήνουν ένα
υπόλοιπο εξόδων είκοσι πέντε δολάρια και είκοσι ένα και τρία τέταρτα σεντς. Αυτό είναι σχεδόν όλο το ποσό που είχα όταν ξεκίνησα
και το μέτρο των συνολικών μου εξόδων. Το κέρδος, από την άλλη,
εκτός από την ελευθερία, την ανεξαρτησία και την υγιεινή ζωή που
εξασφάλισα με το παραπάνω ποσό, ήταν ένα άνετο σπίτι, στο οποίο
μπορούσα να κατοικώ όσο καιρό επιθυμούσα.
Τα παραπάνω στοιχεία, όσο τυχαία και επομένως ασήμαντα κι
αν φαίνονται, είναι παρ' όλα αυτά ακριβή και έχουν αξία. Τίποτε
απ' όσα απέκτησα δεν παρέλειψα να το καταγράψω. Από τα παραπάνω φαίνεται ότι το φαγητό μονάχα μου κόστιζε περίπου είκοσι
επτά σεντς την εβδομάδα. Για δύο χρόνια σχεδόν τα γεύματά μου
αποτελούνταν από ψωμί (ρτιαγμένο από κριθάλευρο και καλαμποκάλευρο χωρίς προζύμι, πατάτες, ρύζι, λίγο παστό χοιρινό, μελάσα και
αλάτι. Και όσο για το ποτό μου, αυτό περιοριζόταν στο νερό. Το γεγονός ότι ζούσα κυρίως με ρύζι ταίριαζε σε κάποιον που αγαπά την
ινδική φιλοσοφία όσο εγώ. Ας δηλώσω ακόμη, για να προλάβω τις
ενστάσεις που σίγουρα θα προβάλουν κάποιοι αδιόρθωτοι γκρινιάρηδες, ότι τις λίγες φορές που γευμάτισα έξω, πράγμα που έκανα
πάντα και που ελπίζω να έχω ευκαιρίες να κάνω και στο μέλλον, τις
περισσότερες φορές ζημίωνα την οικιακή μου οικονομία. Όμως,
αφού τα περιστασιακά γεύματα εκτός οικίας, όπως ήδη ανέφερα,
αποτελούν μόνιμο στοιχείο της ζωής μου, δεν επηρεάζουν ούτε στο
ελάχιστο τους παραπάνω λογαριασμούς.

106

WALDEN

Από τη δίχρονη πείρα μου έμαθα ότι μπορεί κανείς να εξασφαλίσει την τροφή του με απίστευτα λίγο κόπο, ακόμη και σε αυτό το γεωγραφικό πλάτος, και ότι μπορεί να ακολουθήσει ένα διαιτολόγιο
λιτό όσο των ζώων και παρ' όλα αυτά να διατηρήσει την υγεία και
την ευρωστία του. Ένα από τα πιο ικανοποιητικά μου γεύματα
- ικανοποιητικά από διάφορες απόψεις - ήταν ένα απλό πιάτο γλιστρίδα (Portulaca oleracea) βρασμένη και αλατισμένη, την οποία μάζευα από το χωράφι μου με τα καλαμπόκια. Ο λόγος που παραθέτω
τη λατινική ονομασία του χόρτου είναι για να μπορέσετε να τη συγκρίνετε με τη γλαφυρότατη κοινή ονομασία του. Και σας ρωτώ: τι
παραπάνω μπορεί να ζητήσει ένας άνθρωπος σε καιρούς ειρηνικούς, ένα συνηθισμένο μεσημέρι, πέρα από μια επαρκή ποσότητα
γλυκού, βραστού καλαμποκιού με λίγο αλάτι; Ακόμη κι όταν έβαζα
λίγη ποικιλία πού και πού στη διατροφή μου, αυτό γινόταν ως υποχώρηση στις απαιτήσεις της όρεξης και όχι της υγείας. Κι όμως, οι
άνθρωποι έχουν ορτάσει σε σημείο τέτοιο που συχνά λιμοκτονούν όχι
επειδή τους λείπουν τα απαραίτητα, αλλά επειδή τους λείπει η πολυτέλεια. Γνωρίζω επίσης μια καλή γυναίκα που πιστεύει ότι ο γιος της
έχασε τη ζωή του επειδή αποφάσισε να πίνει μόνο νερό.
Ο αναγνώστης θα έχει οπωσδήποτε αντιληφθεί ότι εξετάζω το
όλο ζήτημα από οικονομική μάλλον, παρά από διαιτητική άποψη κι
έτσι πιστεύω να μη δοκιμάσει να εφαρμόσει στην πράξη τη λιτοδίαιτη ζωή μου, εκτός και αν η αποθήκη τροφίμων του είναι γεμάτη.
Το ψωμί μου στην αρχή το έφτιαχνα από σκέτο ινδιάνικο αλεύρι
και αλάτι. Έφτιαχνα μικρές πίτες, τις οποίες έψηνα στη φωτιά που
άναβα έξω, καθισμένος σ' ένα σανίδι ή στην άκρη ενός ξύλου που
είχε απομείνει από το χτίσιμο του σπιτιού μου. Όμως τις περισσότερες φορές καπνιζόταν και έπαιρνε μια έντονη μυρωδιά πεύκου. Δοκίμασα επίσης το σιτάλευρο. Τελικά, όμως, βρήκα ένα μείγμα από
κριθάλευρο και καλαμποκάλευρο εξαιρετικά εύγευστο και εύκολο
στην παρασκευή. Τις κρύες μέρες δεν ήταν για μένα διόλου ευκαταφρόνητη ψυχαγωγία να κάθομαι και να ψήνω αρκετά μικρά καρβέ-

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

107

λια που είχα ζυμώσει με το μείγμα αυτό, το ενα μετά το άλλο, προσέχοντας και γυρνώντας τα όπως ο Αιγύπτιος τα αυγά του που είναι
έτοιμα να σκάσουν. Ήταν αληθινοί καρποί δημητριακών, τους οποίους φρόντιζα μέχρι να ωριμάσουν, και η ευωδιά τους ήταν ισάξια με
αυτή ενός εξωτικού φρούτου. Το άρωμα αυτό το διατηρούσα όσο το
δυνατόν περισσότερο, τυλίγοντας τα καρβέλια με πανιά. Μελέτησα
ενδελεχώς την αρχαία και αναντικατάστατη τέχνη παρασκευής ψωμιού, συμβουλευόμενος όσες πηγές μπόρεσα να βρω, ξεκινώντας
από τους πρωτόγονους καιρούς, τότε που ο άνθρωπος πρωτοανακάλυψε το άζυμο ψωμί, τότε που από την άγρια φάση της καρποσυλλογής και κρεατοφαγίας πέρασε για πρώτη φορά στη φάση που παρασκεύαζε την ελαφριά και εκλεπτυσμένη αυτή τροφή. Στη συνέχεια οι
μελέτες μου με ταξίδεψαν στο τυχαίο ξίνισμα της ζύμης, το οποίο,
όπως υποθέτουν, δίδαξε στον άνθρωπο το προζύμι και τις διάφορες
μετέπειτα ζυμώσεις, μέχρι που έφτασα ως το «καλό, γλυκό και θρεπτικό ψωμί», τον «άρτο τον επιούσιον». Το προζύμι, τη μαγιά δηλαδή, κάποιοι το θεωρούν ψυχή του ψωμιού, το πνεύμα {spiHtus) που
γεμίζει τον κυτταρικό του ιστό και φυλάσσεται με θρησκευτική ευλάβεια, σαν τη φωτιά της θεάς Εστίας - και που ένα πολύτιμο βάζο γεμάτο με την ουσία αυτή υποθέτω πως πρωτόφεραν στην Αμερική κάποιοι από τους πρώτους αποίκους, που έφτασαν εδώ με το πλοίο
Μέιφλαονερ, την επίδραση της οποίας βλέπουμε ακόμη και ως τις
μέρες μας να γιγαντώνεται, να φουσκώνει και να απλώνεται σε τεράστια κύματα δημητριακών σε ολόκληρη τη χώρα. Τη μαγιά λοιπόν,
το πολύτιμο αυτό υλικό, την προμηθευόμουν κι εγώ τακτικά και
ανελλιπώς από το χωριό, ώσπου κάποιο πρωινό ξέχασα τους κανόνες και έκανα το λάθος να την παραζεστάνω. Το ατύχημα αυτό με
οδήγησε στην ανακάλυψη ότι ούτε κι αυτή είναι αναντικατάστατη βλέπετε, όλες μου οι ανακαλύψεις γίνονταν με βάση όχι τη συνθετική, αλλά την αναλυτική διαδικασία - και από τότε την παραλείπω
χωρίς κανέναν ενδοιασμό, παρ' όλο που οι περισσότερες νοικοκυρές με διαβεβαίωσαν με μεγάλη σοβαρότητα ότι δε νοείται υγιεινό
ψωμί χωρίς μαγιά και πολλοί ηλικιωμένοι προφήτεψαν ότι η κατανά-

108

WALDΕΝ

λωση άζυμου ψωμιού θα οδηγούσε γρήγορα σε κάμψη των δυνάμεων μου. Κι όμως, κατάλαβα ότι τελικά η μαγιά δεν αποτελεί απαραίτητο συστατικό και μετά την αποχή μου από αυτή για ένα χρόνο εξακολουθώ να βρίσκομαι ανάμεσα στους ζωντανούς. Και είμαι ιδιαίτερα χαρούμενος που γλίτωσα από το βάσανο να πρέπει να κουβαλάω
ένα βάζο γεμάτο μαγιά στην τσέπη μου, με τον κίνδυνο να ανοίξει όπως συνέβη μερικές φορές - και να αδειάσει όλο το περιεχόμενό
του, προς μεγάλη μου ενόχληση. Μου φάνηκε πιο απλό και παστρικό
να παραλείψω τελείως το συστατικό αυτό. Ο άνθρωπος είναι ένα
ζώο που μπορεί να προσαρμοστεί σε όλα τα κλίματα και τις συνθήκες καλύτερα από όλα τα άλλα ζώα. Ούτε έβαλα ποτέ στο ψωμί μου
αλάτι, σόδα ή κάποιο άλλο οξύ ή αλκάλιο. Θα μπορούσε κανείς να
πει ότι ακολουθούσα τη συνταγή του Μάρκου Πόρκιου Κάτωνα, ο
οποίος, περίπου δύο αιώνες πριν από τη γέννηση του Χριστού έγραφε: «Panem depsticium sic facito. Manus mortariumque bene lavato.
Farinam in mortarium indito, aquae paulatim addito, subigitoque
pulchre. Ubi bene subegeris, defingito, coquitoque sub testu», τα
οποία μεταφράζω ως εξής: «Φτιάξτε ζυμωτό ψωμί με τον παρακάτω
τρόπο: πλύνετε καλά τα χέρια σας και τη σκάφη. Βάλτε το αλεύρι
στη σκάφη, προσθέστε σιγά σιγά νερό και ζυμώστε πολύ καλά. Μετά
πλάστε το ψωμί και ψήστε το σκεπασμένο», δηλαδή σε κλειστό
σκεύος. Ούτε λέξη για προζύμι. Όμως δεν απολάμβανα πάντοτε αυτό τον «άρτο τον επιούσιον». Μια φορά, εξαιτίας του άδειου μου
πορτοφολιού, τον στερήθηκα για περισσότερο από ένα μήνα.
Κάθε κάτοικος της Νέας Αγγλίας μπορεί πολύ εύκολα να φτιάξει
το δικό του αλεύρι φυτεύοντας ο ίδιος τα δημητριακά του, αφού ο
τόπος προσφέρεται για την καλλιέργεια κριθαριού και καλαμποκιού, και να μην έχει ανάγκη τις μακρινές και άστατες αγορές. Κι
όμως, τόσο πολύ έχουμε απομακρυνθεί από την απλότητα και την
αυτάρκεια, ώστε στα μαγαζιά του Κόνκορντ, για παράδειγμα, σπάνια βρίσκει κανείς να αγοράσει φρέσκο και γλυκό πλιγούρι, ενώ το
χοντροαλεσμένο καλαμπόκι ή το καλαμπόκι σε ακόμη πιο τραχιά
μορφή δεν καταναλώνονται σχεδόν από κανέναν. Το μεγαλύτερο

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

109

μέρος των δημητριακών που καλλιεργούν οι αγρότες το δίνουν στα
γελάδια και στα γουρούνια τους, ενώ αγοράζουν το αλεύρι για το
ψωμί τους, που δεν είναι καλύτερης ποιότητας, από τα μαγαζιά πολύ
πιο ακριβά. Είδα ότι μπορούσα πολύ εύκολα να βγάλω κάνα δυο μεδίμνους κριθάρι και καλαμπόκι, αφού το πρώτο φυτρώνει ακόμα και
στην πιο άγονη γη, ενώ το δεύτερο δεν απαιτεί και το καλύτερο χώμα. Τα άλεθα λοιπόν σε ένα χειροκίνητο μύλο κι έτσι δεν είχα ανάγκη το ρύζι και το χοιρινό. Κι όσο για γλυκό, ανακάλυψα έπειτα από
πειράματα ότι μπορούσα να φτιάξω πολύ καλή μελάσα από κολοκύθες ή από τεύτλα. Ήξερα επίσης ότι, αν φύτευα μερικά παντζάρια ή
κολοκύθες, θα έπαιρνα μελάσα ακόμα πιο εύκολα. Και ενώ αυτά θα
μεγάλωναν, θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω διάφορα υποκατάστατα, εκτός από εκείνα που αναφέρω παραπάνω. Διότι, όπως τραγουδούσαν οι πατέρες μας:
«Πολλά μπορούμε να (ρτιάξουμε για να γλυκάνει το χείλι μας
από κολοκύθες, δαύκους και βελανίδια».

Τέλος, όσον αφορά το αλάτι, το πιο ευτελές απ' όλα τα τρόφιμα,
η απόκτησή του θα ήταν μια καλή ευκαιρία για μια επίσκεψη στην
παραλία. Από την άλλη, αν το στερούμουν εντελώς, το μόνο που θα
γινόταν θα ήταν να πίνω λιγότερο νερό. Πάντως, απ' όσο ξέρω, οι
Ινδιάνοι δεν μπήκαν ποτέ στον κόπο να το αναζητήσουν.
Με τον τρόπο αυτό μπόρεσα να αποφύγω κάθε εμπορική ή
ανταλλακτική συναλλαγή όσον αφορά τα τρόφιμά μου και, αφού είχα ήδη μια στέγη, το μόνο που έμενε ήταν να βρω ρούχα και καύσιμα. Το παντελόνι που φορώ είναι από ύφασμα που έςρτιαξε η οικογένεια ενός αγρότη - δόξα τω Θεώ που υπάρχει ακόμη τόση αρετή
στους ανθρώπους* διότι την πτώση από την τάξη του αγρότη σ' εκείνη του εργάτη τη θεωρώ το ίδιο μεγάλη και αξιομνημόνευτη με την
πτώση από την τάξη του ανθρώπου σ' εκείνη του αγρότη. Κι όσο για
τα καύσιμα, αυτά σε μια καινούργια χώρα αποτελούν αρκετή επιβάρυνση. Για την κατοικία μου τώρα: αν δε μου είχε επιτραπεί να κάνω

110

WALDEN

χρήση του οικοπέδου στο οποίο έχτισα το σπίτι μου*, θα μπορούσα
να είχα αγοράσει τέσσερα στρέμματα στην ίδια τιμή που πουλιόταν
η γη την οποία καλλιεργούσα, δηλαδή οκτώ δολάρια και οκτοα σεντς.
Αφοΰ όμως μου παραχωρήθηκε προσωρινά η γη αυτή, θεωρώ ότι με
το να εγκατασταθώ σ' αυτήν και να τη χρησιμοποιήσω ανέβασα την
αξία της.
Υπάρχει μια ορισμένη κατηγορία δύσπιστων, οι οποίοι μερικές
φορές μου κάνουν ερωτήσεις όπως, για παράδειγμα, εάν πιστεύω
ότι μπορώ να ζήσω αποκλειστικά με φυτική τροφή. Για να χτυπήσω
λοιπόν το κακό κατευθείαν στη ρίζα του - και η ρίζα αυτή δεν είναι
άλλη από την πίστη - συνήθως τους απαντώ ότι μπορώ να ζήσω ακόμα και τρώγοντας ταβανόπροκες. Αν δεν μπορούν να καταλάβουν
την απάντησή μου, δεν μπορούν να καταλάβουν πολλά από αυτά που
έχω να πω. Από τη μεριά μου, χαίρομαι να μαθαίνω για πειράματα
τέτοιου είδους. Όπως για τον νέο εκείνο που δοκίμασε να ζήσει για
δυο εβδομάδες τρώγοντας αποκλειστικά ωμό καλαμπόκι και χρησιμοποιώντας ως μοναδική αλεστική μηχανή τα δόντια του. Οι σκίουροι δοκίμασαν το ίδιο πείραμα με επιτυχία. Τέτοια εγχειρήματα παρουσιάζουν ενδιαφέρον για την ανθρωπότητα, με εξαίρεση ίσως κάποιες γριές, που δεν είναι πια σε θέση να τα εφαρμόσουν ή έχουν
κληρονομήσει από το μακαρίτη τον άντρα τους το ένα τρίτο ενός
αλευρόμυλου.
Η οικοσκευή μου, της οποίας ένα μέρος κατασκεύασα ο ίδιος
ενώ η υπόλοιπη δε μου στοίχισε ουσιαστικά τίποτε, αποτελούνταν
από ένα κρεβάτι, ένα τραπέζι, ένα γραφείο, τρεις καρέκλες, έναν
καθρέ(ρτη με διάμετρο οκτώ εκατοστά, μια λαβίδα και μια πυροστιά,
ένα τσουκάλι, μια κατσαρόλα, ένα τηγάνι, μια κουτάλα, ένα λαβομάνο, δυο μαχαίρια και δυο πιρουνιά, τρία πιάτα, μια κοΰπα, ένα δο-

* Το κτήμα στο Ουόλντεν, στο οποίο κατοίκησε ο Θορώ τα δυο αυτά χρόνια,
ανήκε στο φίλο και μέντορά του, συγγραφέα Ραλφ Ουάλντο Έμερσον (18031882). (Χτ.Μ.)

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

111

χείο για πετρελαιο, ένα δοχείο για μελάσα και μια λακαρισμένη λάμπα. Κανείς δεν είναι τόσο ορτωχός (όστε να μην μπορεί να βρει καλύτερο κάθισμα από μια κολοκυθά. Αυτό είναι τεμπελιά. Υπάρχουν
αμέτρητες καρέκλες σαν κι αυτές που μου αρέσουν στις σοφίτες των
σπιτιών του χωριού, οι οποίες δε στοιχίζουν τίποτε: οι ιδιοκτήτες
τους δε θέλουν άλλο από να τις ξεφορτωθούν. Έπιπλα! Δόξα τω
Θεώ, μπορώ να καθίσω και να σταθώ χωρίς τη βοήθεια των εργοστασίων επίπλων. Ποιος άνθρωπος, εκτός ίσως από ένα φιλόσοφο,
δε θα ντρεπόταν να βλέπει τα έπιπλά του φορτωμένα σε μια καρότσα να περιφέρονται στους δρόμους, έκθετα στο φως του ήλιου και
στα μάτια των ανθρώπων, άδεια κουτιά, σαν το βιος ενός φτωχού;
Διότι αυτό ακριβώς είναι τα έπιπλα μαζικής παραγωγής. Ποτέ μου
δεν μπόρεσα να πω, βλέποντας ένα τέτοιο φορτίο, αν ανήκε σε κάποιον από τους λεγόμενους πλουσίους ή σε φτωχό. Ο ιδιοκτήτης
τους πάντα φάνταζε ενδεής στα μάτια μου. Πράγματι, όσο πιο πολλά
έχει κανείς από αυτά τα πράγματα, τόσο πιο ςρτωχός είναι. Κάθε τέτοιο φορτίο μοιάζει να περιέχει την οικοσκευή μιας ντουζίνας φτωχοκάλυβων. Και αν μία από αυτές τις καλύβες φαντάζει ορτωχική, τότε αυτό το φορτίο που περιέχει μια ντουζίνα τέτοιες είναι δώδεκα
φορές πιο φτωχό. Για ποιο λόγο, ερωτώ, μετακομίζουμε, αν όχι για
να ξεφορτωθούμε τα έπιπλά μας, τα exuvioe* μας, για να φύγουμε
τελικά από τον κόσμο αυτό και να μεταβούμε σ' έναν άλλο, με νέα
επίπλωση, αφήνοντας την παλιά μας να καεί; Είναι σαν να έχουν οι
άνθρωποι όλο αυτό το φορτίο δεμένο στη ζώνη τους, έτσι που τους
είναι αδύνατο να βαδίσουν στο κακοτράχαλο μονοπάτι που τους
επεφύλαξε η μοίρα χωρίς να τα σέρνουν πίσω τους - χωρίς να κουβαλάνε, με άλλα λόγια, την ίδια τους την παγίδα. Μοιάζουν με τις
τυχερές εκείνες αλεπούδες που καταφέρνουν και δραπετεύουν από
την παγίδα, αφήνοντας όμως πίσω την ουρά τους. Όταν το μοσχοπόντικο πιαστεί σε παγίδα, συχνά κόβει με τα ίδια του τα δόντια το ένα
του πόδι για να ελευθερωθεί. Δεν είναι λοιπόν διόλου αξιοπερίεργο
* Λατινικά: δέρμα φιδιού. (Σ.τ.Μ.)

112

WALDEN

που ο άνθρωπος έχει χάσει την ευλυγισία του. Πόσο συχνά βρίσκεται πιασμένος σε παγίδα! «Κΰριε», θα ρωτήσει κάποιος, «αν μου
επιτρέπετε, τι εννοείτε λέγοντας "πιασμένος σε παγίδα";>> Αν έχετε
μάτια ανοιχτά, όποτε βλέπετε κάποιον θα διακρίνετε και όλα όσα
του ανήκουν, καθώς επίσης και πολλά από εκείνα που τάχα έχει
αποκηρύξει, να τον ακολουθούν κατά πόδας. Τα έπιπλά του, τα κουζινικά του, όλα εκείνα τα άχρηστα πράγματα που φυλάει και αρνείται να κάψει. Θα δείτε τότε πως είναι δεμένος πάνω τους όπως το
άλογο στο κάρο και πως προχωρά με δυσκολία. Είμαι της άποψης
πως ο άνθρωπος είναι πιασμένος σε παγίδα όταν διαβαίνει μια δίοδο, είτε τρΰπα είναι είτε πΰλη, από την οποία δε χωράει να περάσει
το φορτίο με τα έπιπλα που σέρνει ξοπίσω του. Δεν μπορώ παρά να
νιώσω συμπόνια όποτε ακοΰω κάποιον άνθρωπο που έχει όψη καθαρή και σθεναρή, που μοιάζει ελεύθερος, ανασκουμπωμένος κι
έτοιμος για δράση, να μιλά για τα «έπιπλά» του, για το αν είναι
ασφαλισμένα ή όχι. «Μα τι θα κάνω με τα έπιπλά μου;» Μόλις
ακοΰω κάτι τέτοιο, αμέσως η χαρωπή μου πεταλούδα πιάνεται στον
ιστό της αράχνης. Ακόμα κι εκείνοι που δείχνουν να μην έχουν κανενός είδους έπιπλα, αν ψάξετε και ρωτήσετε, θα δείτε ότι θα έχουν
αφημένα μερικά στην αποθήκη κάποιου φίλου ή συγγενή. Έτσι βλέπω και τη σημερινή Αγγλία: σαν έναν ηλικιωμένο κΰριο που ταξιδεύει με περιττές αποσκευές, άχρηστα πράγματα που έχει συγκεντρώσει όλα αυτά τα χρόνια και δεν έχει το κουράγιο να τα κάψει:
μεγάλο μπαούλο, μικρό μπαούλο, βαλίτσα, μπόγος. Το καλύτερο που
έχει να κάνει είναι να πετάξει τουλάχιστον τα τρία πρώτα. Το να
ακολουθήσει τη σήμερον ημέρα κάποιος φυσιολογικός άνθρωπος
την εντολή «άρον τον κράβατόν σου και περιπάτει» σίγουρα είναι
κάτι που ξεπερνά τις μυϊκές δυνάμεις του, δε θα δίσταζα όμως οΰτε
στιγμή να συμβουλέψω κάποιον άρρωστο να αφήσει το δικό του
κρεβάτι και να τρέξει μακριά. Όποτε τυχαίνει να συναντήσω κάποιον φτωχό μετανάστη να τρεκλίζει κάτω από το βάρος του μπόγου
του, που περιέχει όλο του το βιος - σαν πελώριος όγκος που έχει φυτρώσει στο σβέρκο του - τον λυπάμαι όχι επειδή αυτή είναι όλη του

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

113

η περιουσία, αλλά επειδή έχει όλο αυτό το βάρος να κουβαλήσει. Αν
πρέπει οπωσδήποτε να σέρνω την παγίδα μου, θα φροντίσω τουλάχιστον να είναι ελαφριά και να μην επιβαρύνει κάποιο ζωτικό κομμάτι
μου. Ισως, όμως, το πιο συνετό είναι να μη βάλω καν το ποδάρι μου
μέσα της.
Θα ήθελα με την ευκαιρία να σημειώσω ότι δεν ξόδεψα ούτε δεκάρα για κουρτίνες, αφού δε θέλω να εμποδίσω κανένα να κοιτάζει
μέσα στο σπίτι μου, εκτός από τον ήλιο και το φεγγάρι, που κι αυτοί
δε με πειράζουν. Το φεγγάρι δεν πρόκειται να μου ξινίσει το γάλα ή
να μου μαγαρίσει το κρέας, ούτε ο ήλιος θα μου καταστρέψει τα έπιπλα ή θα μου ξεβάψει το χαλί. Και αν καμιά φορά η φιλία του δεύτερου γίνεται υπερβολικά θερμή, το βρίσκω πιο οικονομικό να αποσύρομαι πίσω από κάποια κουρτίνα που μου διαθέτει η φύση, παρά να
προσθέσω ακόμα έναν μπελά στο νοικοκυριό μου. Κάποτε μια κυρία
μου πρόσφερε ένα χαλάκι, αλλά μια και δεν είχα χώρο να του διαθέσω μέσα στο σπίτι, ούτε και χρόνο για να το τινάζω μέσα ή έξω από
αυτό, αρνήθηκα την προσφορά της, προτιμώντας να σκουπίζω τα πόδια μου στο γρασίδι μπροστά στην πόρτα μου. Καλύτερα να χτυπάμε
το κακό εν τη γενέσει του.
Δεν πάει πολύς καιρός που παραβρέθηκα στη δημοπρασία για τα
περιουσιακά στοιχεία ενός διακόνου, ο οποίος εν ζωή είχε υπάρξει
ένα διόλου ασήμαντο πρόσωπο:
«Το κακό που κάνει ο άνθρωπος ζει και μετά το θάνατο του».*

Ως συνήθως, ένα μεγάλο μέρος το αποτελούσαν άχρηστα αντικείμενα, που είχαν αρχίσει να συσσωρεύονται από τον καιρό που
ζούσε ακόμη ο πατέρας του αποθανόντος. Ανάμεσα στα υπόλοιπα
υπήρχε και ένας ξεραμένος κεστοειδής σκώληξ, μια ταινία δηλαδή.
Και τώρα, ύστερα από μισό αιώνα που κείτονταν στη σοφίτα του
και σε άλλους τέτοιους σκουπιδότοπους, τα πράγματα αυτά δεν πα* Ουίλιαμ Σαίξπηρ, Ιούλιος Καίσαρ. (Σ.τ.Μ.)

114

WALDEN

ραδόθηκαν στην πυρά: αντί να αναςρτεί μια ωραία φωτιά στην
οποία θα καταστρέφονταν εξαγνιζόμενα, οργανώθηκε μια δημοπρασία,
με άλλα λόγια μια ευκαιρία για να πάρουν αξία. Οι γείτονες συγκεντρώθηκαν ενθουσιασμένοι για να τα δουν, τα αγόρασαν
όλα και τα μετέφεραν με μεγάλη προσοχή στις σοφίτες και στους
δικούς τους σκουπιδότοπους, για να τα φυλάξουν μέχρι την ώρα
που θα ερχόταν η δική τους η σειρά να δημοπρατήσει κάποιος τις
περιουσίες τους - και πάλι από την αρχή. ^Οταν πεθαίνει ο άνθρωπος, σηκώνει σκόνη.
"Ισως θα ήταν προς όφελός μας να μιμηθούμε τα έθιμα κάποιων
απολίτιστων λαών, μια και αυτοί τουλάχιστον κάνουν κάτι που μοιάζει με ετήσια αλλαγή φιδοπουκάμισου. Φαίνεται ότι αυτοί κατέχουν
την ιδέα της πράξης, είτε κατέχουν την αλήθεια της είτε όχι. Δε θα
ήταν ωραίο να είχαμε κι εμείς ένα έθιμο σαν τη «γιορτή των πρώτων
καρπών» των Ινδιάνων Μουκλασέ που περιγράφει ο Μπάρτραμ*;
«Στη γιορτή αυτή», γράφει, «οι κάτοικοι του χωρίου, αφοΰ προηγουμένως έχουν προμηθευτεί καινούργια ρούχα, καινούργια τσουκάλια
και άλλα οικιακά σκεύη και έπιπλα, συγκεντρώνουν όλα τα αποφόρια τους και ό,τι άλλο έχουν για πέταμα, σκουπίζουν και καθαρίζουν
τα σπίτια τους και ολόκληρο το χωριό, και μετά, τη βρώμα που μαζεύουν, μαζί με όσα σιτηρά απέμειναν, καθώς και με όλα τα άλλα
παλιά τους αποθέματα, τα ρίχνουν σε ένα μεγάλο σωρό, στον οποίο
βάζουν φωτιά. Έπειτα παίρνουν κάποιο ναρκωτικό και νηστεύουν
για τρεις ημέρες, ενώ όλες οι φωτιές στο χωριό σβήνουν. Κατά τη
διάρκεια της νηστείας απέχουν από την ικανοποίηση οποιασδήποτε
όρεξης και οποιουδήποτε πάθους. Αναγγέλλεται γενική αμνηστία
και επιτρέπεται σε όλα τα κακοποιά στοιχεία να επιστρέψουν στο
χωριό τους. Το πρωί της τέταρτης ημέρας, ο αρχιερέας, τρίβοντας
δύο ξύλα μεταξύ τους, ανάβει μια καινούργια φωτιά στην πλατεία
του χωριού, από την οποία κάθε κατοικία παίρνει μια νέα και αγνή
φλόγα».
* John Bartram (1699-1777): Αμερικανός βοτανολόγος. (Σ.τ.Μ.)

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

115

Έπειτα γευματίζουν με το καινούργιο καλαμπόκι και τους καρπούς της νέας σοδειάς και χορεύουν και τραγουδούν για άλλες τρεις
ημέρες, ενώ «τις επόμενες τέσσερις ημέρες δέχονται επισκέψεις από
τους φίλους τους από τα γειτονικά χωριά, οι οποίοι έχουν και εκείνοι εξαγνιστεί και προετοιμαστεί με παρόμοιο τρόπο, με τους οποίους συνεχίζουν τη γιορτή».
Οι Μεξικάνοι έκαναν μια παρόμοια τελετή εξαγνισμού κάθε πενήντα δύο χρόνια, πιστεύοντας ότι έπειτα από κάθε τέτοια περίοδο
ερχόταν η ώρα που θα έcpταvε ο κόσμος στο τέλος του.
Δε νομίζω να έχω ακούσει ποτέ για κάποιο μυστήριο ή, σύμφωνα
με τον ορισμό του λεξικού, για κάποιο «εμφανές σημάδι πνευματικής χάριτος» πιο αληθινό από το παραπάνω, και δεν έχω αμφιβολία
ότι οι άνθρωποι αυτοί άντλησαν έμπνευση για τις πράξεις τους κατευθείαν από τον Ουρανό, κι ας μη διαθέτουν κάποια βιβλική καταγραφή της αποκάλυψης.
Για περισσότερο από πέντε χρόνια έζησα αποκλειστικά από την
χειρωνακτική εργασία μου και ανακάλυψα πως με το να εργάζομαι
περίπου έξι εβδομάδες το χρόνο μπορούσα να αντεπεξέλθω σε όλα
τα έξοδα διαβίωσής μου. Όλους τους χειμώνες μου τους είχα ελεύθερους για μελέτη, το ίδιο και το μεγαλύτερο μέρος των καλοκαιριών μου. Δοκίμασα να ασχοληθώ με τη διδασκαλία, αλλά είδα πως
τα έξοδά μου ήταν ανάλογα με το εισόδημα που μου απέφερε, για
να μην πω πολύ περισσότερα, αφού ήμουν υποχρεωμένος να ντύνομαι και να συμπεριφέρομαι, αν όχι να σκέφτομαι και να πιστεύω,
αναλόγως. Έτσι συνειδητοποίησα ότι το όλο εγχείρημα ήταν μάλλον
χάσιμο χρόνου. Επίσης, καθώς δε δίδασκα με σκοπό το καλό των
συνανθρώπων μου αλλά απλά για βιοπορισμό, η ενασχόλησή μου
αυτή ήταν καταδικασμένη να αποτύχει. Δοκίμασα επίσης την τύχη
μου στο εμπόριο, αλλά ανακάλυψα πως θα μου έπαιρνε δέκα χρόνια
μέχρι να μπω σε καλό δρόμο στον τομέα αυτό, και ως τότε το πιθανότερο ήταν να είχα πάρει ταυτόχρονα το δρόμο που οδηγεί κατευθείαν στο διάβολο. Φοβήθηκα στ' αλήθεια μήπως κατάφερνα τελικά

116

WALDEN

να γίνω αυτό που λένε «καλός έμπορος». Παλαιότερα, όταν έψαχνα
να βρω τι θα μπορούσα να κάνω για να ζήσω, και με την εφευρετικότητα μου να δοκιμάζεται από κάποια θλιβερή εμπειρία συμμόρφωσης προς τις επιθυμίες των φίλων μου που ήταν φρέσκια στο νου
μου, συχνά μου περνούσε στα σοβαρά από το μυαλό η σκέψη να ξεκινήσω να μαζεύω άγρια μΰρτιλλα. Αυτό ήταν σίγουρα κάτι που θα
μπορούσα να κάνω. Τα μικρά κέρδη που θα μου απέφερε μια τέτοια
επιχείρηση θα μου αρκούσαν - μια και η σπουδαιότερη δεξιότητα
που διαθέτω είναι να ζω λιτοδίαιτα. Έλεγα λοιπόν, ανόητα σκεπτόμενος, ότι αυτή η δουλειά απαιτεί ελάχιστο κεφάλαιο, ενώ συν τοις
άλλοις δε θα με αποσπούσε σχεδόν καθόλου από τις αγαπημένες
μου ενασχολήσεις. Κι ενώ οι γνωστοί μου ξεκινούσαν χωρίς κανένα
δισταγμό τα επαγγέλματά τους ή έμπαιναν στο εμπόριο, εγώ φανταζόμουν την παραπάνω ενασχόληση ως παρόμοια με τις δικές τους.
Θα όργωνα τους λόφους όλο το καλοκαίρι μαζεύοντας όσα μύρτιλλα
θα έβρισκα στο δρόμο μου κι έπειτα θα τα πουλούσα χωρίς καμία
έγνοια. Θα ήμουν σαν τον Απόλλωνα, που φυλούσε τα κοπάδια του
Αδμήτου.* Ονειρευόμουν ακόμα να μαζεύω άγρια χόρτα, βότανα
και να πουλάω φορτία ολόκληρα από αειθαλή φυτά στους χωρικούς
που επιθυμούσαν να έχουν κάτι που θα τους θύμιζε το άγριο δάσος,
ή να τα πουλάω ακόμη και στην πόλη. Από τότε, όμως, έχω μάθει ότι
το εμπόριο καταστρέφει οτιδήποτε πιάσει στα χέρια του* ακόμα και
αν εμπορεύεται κανείς μηνύματα από τους θεούς, δε γλιτώνει από
την κατάρα του εμπορίου.
Με δεδομένο ότι προτιμούσα κάποια πράγματα από κάποια άλλα
και έδινα ιδιαίτερη αξία στην προσωπική μου ελευθερία, εφόσον
μπορούσα να περνάω δύσκολα και παρ' όλα αυτά να αισθάνομαι
καλά, δεν επιθυμούσα να σπαταλήσω το χρόνο μου επιδιώκοντας να
αποκτήσω πολυτελή χαλιά, εκλεκτά εδέσματα ή ένα σπίτι ελληνικού
ή γοτθικού ρυθμού, προς το παρόν τουλάχιστον. Αν υπάρχει κανείς
* Άδμητος: μυθικός βασιλιάς των Φεροον, γνωστός για τη φιλοξενία και τη δικαιοσύνη του, προστατευόμενος του θεού Απόλλωνα. (Σ.τ.Μ)

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

117

για τον οποίο η απόκτηση τέτοιων πραγμάτων δεν αποτελεί μπελά
και ξέρει πώς να τα χρησιμοποιήσει αφοΰ τα αποκτήσει, τότε αφήνω
το κυνήγι τους σ' αυτόν. Κάποιοι είναι αυτό που λέμε «εργατικοί»
και δείχνουν να αγαπούν τη δουλειά για τη δουλειά.
'Ισως πάλι να την αγαπούν επειδή τους εμποδίζει να κάνουν χειρότερες κουταμάρες. Σ' αυτοΰς δεν έχω να πω τίποτε προς το παρόν.
Εκείνους που δε θα ήξεραν τι να κάνουν αν είχαν περισσότερο
ελεύθερο χρόνο απ' όσο έχουν τώρα, θα τους συμβούλευα να δουλεύουν δυο φορές πιο σκληρά - να δουλεύουν μέχρι που να μαζέψουν αρκετά χρήματα για να μπορέσουν να εξαγοράσουν την ελευθερία τους. Εγώ από τη δική μου πλευρά ανακάλυψα ότι η δουλειά
του μεροκαματιάρη χειρώνακτα είναι η πιο ανεξάρτητη απ' όλες, ειδικά αφού με τον τρόπο αυτό δεν απαιτούνται παρά τριάντα με σαράντα μέρες εργασίας το χρόνο για να συντηρήσει κάποιος τον εαυτό του. Η δουλειά του μεροκαματιάρη τελειώνει με τη δύση του ήλιου κι από κει και πέρα είναι ελεύθερος να αφοσιωθεί στις αγαπημένες του ασχολίες, που είναι ανεξάρτητες από την εργασία του. Ο εργοδότης του, αντίθετα, ο οποίος μήνας μπαίνει μήνας βγαίνει έχει το
μυαλό του στην κερδοσκοπία, δεν απολαμβάνει καμία ανάπαυλα
όλο το χρόνο.
Εν ολίγοις, είμαι πεπεισμένος, τόσο λόγω πίστης όσο και λόγω
εμπειρίας, ότι το να συντηρεί κανείς τον εαυτό του στον κόσμο αυτό
δεν αποτελεί βάσανο, αλλά ψυχαγωγία, φτάνει να ζει απλά και συνετά. Εξάλλου, οι κόποι του απλοϊκού είναι η διασκέδαση του καπάτσου. Καθόλου απαραίτητο δεν είναι για τον άνθρωπο να βγάζει το
ψωμί του με τον ιδρώτα του προσώπου του, εκτός πια και αν από τη
φύση του ιδρώνει περισσότερο απ' όσο εγώ.
Ένας νεαρός άνδρας, γνωστός μου, ο οποίος κληρονόμησε μερικά κτήματα, μου είπε κάποτε ότι θα ήθελε να ζει όπως εγώ, αρκεί να
είχε τα μέσα για να το κάνει. Δε θα ήθελα ποτέ και σε καμία περίπτωση να υιοθετήσει κάποιος το δικό μου τρόπο ζωής. Διότι, εκτός
από το γεγονός ότι πριν καταφέρει να τον μάθει καλά εγώ μπορεί να
είχα βρει κάποιον άλλο, επιθυμώ να υπάρχουν στον κόσμο όσο το

118

WALDEN

δυνατόν περισσότεροι διαφορετικοί μεταξύ τους άνθρωποι. Αντίθετα, θα ήθελα ο καθένας να ψάξει με μεγάλη προσοχή και να βρει
τον τρόπο με τον οποίο θα ήθελε να ζήσει εκείνος και όχι ο πατέρας
του, η μητέρα του ή ο γείτονάς του. Ο νέος εκείνος μπορεί, αν θέλει,
να γίνει χτίστης, γεωργός ή ναυτικός, ςρτάνει μόνο να μην τον εμποδίσει τίποτε να κάνει αυτό που μου λέει ότι θέλει. Έ ν α αφηρημένο
μαθηματικό σημείο είναι όλο κι όλο εκείνο που μας κάνει σοφούς,
όπως ο ναυτικός ή ο φυγάς σκλάβος κρατούν το βλέμμα τους καρφωμένο στον πολικό αστέρα* αυτό όμως αρκεί για να μας οδηγεί σε
ολόκληρη τη ζωή μας. Μπορεί να μην είναι δυνατό να υπολογίσουμε
πότε ακριβώς θα φτάσουμε στο λιμάνι μας, πάντα όμως πρέπει να
κρατάμε τη σωστή πορεία.
Δε χωρά καμία αμφιβολία πως, στην περίπτωση αυτή, εκείνο που
ισχύει για έναν ισχύει ακόμη περισσότερο για χίλιους. Ένα μεγάλο
σπίτι δεν είναι κατ' αναλογία ακριβότερο από ένα μικρό, αφοΰ κάθε
στέγη προστατεύει, κάθε κελάρι βρίσκεται κάτω από τα πόδια μας
και κάθε τοίχος χωρίζει τα διαμερίσματα. Προσωπικά, προτιμώ τη
μονοκατοικία. Εκτός απ' όλα τα άλλα, συνήθως είναι οικονομικότερο να χτίσει κανείς όλο το σπίτι μόνος του, παρά να πείσει κάποιον
άλλο για τα πλεονεκτήματα που προσφέρει ένας κοινός τοίχος. Κι
αφού το καταφέρει αυτό, ο κοινός διαχωριστικός τοίχος θα πρέπει
να είναι πολύ λεπτός για να συμφέρει οικονομικά, αφήστε που ο άλλος μπορεί να αποδειχτεί κακός γείτονας και να μην είναι συνεπής
προς τις υποχρεώσεις του όσον αφορά τις επισκευές. Η μοναδική
δυνατή συνεργασία μεταξύ δύο ανθρώπων που γειτονεύουν κατ' αυτό τον τρόπο είναι εξαιρετικά περιορισμένη και επιφανειακή. Και
όσα ψήγματα αληθινής συνεργασίας τυχαίνει να υπάρχουν, είναι
σαν να μην υπάρχουν, αφού πρόκειται για μια αρμονία που ο άνθρωπος δεν είναι σε θέση να ακούσει. Αν κάποιος διαθέτει πίστη,
θα συνεργαστεί παντού με αυτήν. Αν δεν την έχει, θα εξακολουθεί
να ζει σαν τον υπόλοιπο κόσμο, όποιες κι αν είναι οι κοινωνικές του
συναναστροφές. Συνεργασία, νοούμενη τόσο στο ανώτατο όσο και
στο κατώτατο επίπεδο, σημαίνει συμβίωση. Πρόσφατα άκουσα για

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

119

δυο νέους που σκόπευαν να γυρίσουν μαζί τον κόσμο, ο ένας τους
χωρίς χρήματα, να βγάζει τα έξοδα του δουλεύοντας καθώς ταξιδεύει, μπαρκάροντας σε πλοία και οργώνοντας χωράφια, ο άλλος με γεμάτο πορτοφόλι. Είναι πολΰ εύκολο να αντιληφθεί κανείς ότι δεν
πρόκειται να παραμείνουν σύντροφοι για πολΰ, οΰτε και να συν-εργαστοΰν, αφοΰ ο ένας από τους δυο δεν επρόκειτο να εργαστεί καθόλου. Οι δρόμοι τους θα χωρίσουν στην πρώτη σημαντική κρίση
που θα συναντήσουν. Πάνω απ' όλα, όπως υπαινίχθηκα και πρωτύτερα, εκείνος που πηγαίνει μόνος μπορεί να ξεκινήσει σήμερα κιόλας. Εκείνος όμως που ταξιδεύει μαζί με άλλον πρέπει να περιμένει
μέχρι να ετοιμαστεί ο άλλος και μπορεί να περάσει πολύς χρόνος
πριν καταφέρουν επιτέλους να αναχωρήσουν.
«Όλα αυτά, όμως, είναι πολύ εγωιστικά», ακούω να λένε κάποιοι
από τους συχωριανούς μου. Ομολογώ ότι μέχρι σήμερα ελάχιστα
έχω ασχοληθεί με φιλανθρωπικά έργα. Μια αίσθηση καθήκοντος με
σπρώχνει να κάνω κάποιες θυσίες στη ζωή μου και μία από αυτές είναι η αποχή από τη συγκεκριμένη ευχαρίστηση. Υπάρχουν κάποιοι
που έχουν χρησιμοποιήσει όλη τους την τέχνη για να με πείσουν να
στηρίξω κάποια φτωχή οικογένεια της μικρής μας πόλης. Κι αν δεν
είχα τίποτε άλλο να κάνω - αφού ο διάβολος πάντα βρίσκει απασχόληση για τους αργόσχολους - μπορεί και να δοκίμαζα αυτή την ψυχαγωγία. Όποτε όμως αποπειράθηκα να κάνω ένα βήμα προς αυτή
την κατεύθυνση, προτείνοντας σε κάποιους φτωχούς να υποχρεωθούν σε μένα και υποσχόμενος ότι θα τους εξασφάλιζα από κάθε
άποψη όσες ανέσεις εξασφαλίζω και στον εαυτό μου, όλοι τους ανεξαιρέτως και χωρίς να το πολυσκεφτούν δήλωσαν πως προτιμούσαν
να παραμείνουν φτωχοί. Αφού υπάρχουν τόσο πολλοί συχωριανοί
μου, άνδρες και γυναίκες, που έχουν αφιερώσει μεγάλο μέρος της
ζωής τους στο να βοηθούν τους συνανθρώπους τους, νομίζω πως δεν
είναι δα και τόσο τρομερό να υπάρχει ανάμεσά τους ένας τουλάχιστον που ασχολείται με άλλα, λιγότερο φιλάνθρωπα πράγματα.
Όπως και για το καθετί, έτσι και για τη φιλανθρωπία πρέπει να διαθέτει κανείς το απαραίτητο ταλέντο. Όσον αφορά το να κάνει κά-

120

WALDΕΝ

ποιος καλές πράξεις, αυτό είναι ένα από τα επαγγέλματα που έχουν
πια κορεοτει. Το δοκίμασα και τοΰτο και, όσο κι αν σας φαίνεται
παράξενο, πείστηκα πως οΰτε αυτό συμφωνεί με την ιδιοσυγκρασία μου. Μάλλον δε θα παρατούσα ποτέ συνειδητά και με τη θέληση μου όλα εκείνα που μου επιβάλλει η προσωπική μου κλίση για
να κάνω κάποιο καλό που θα απαιτούσε από μένα η κοινωνία, οΰτε ακόμα και αν επρόκειτο να σώσω ολόκληρο το σύμπαν από την
καταστροφή. Πιστεύω ότι κάποιοι άλλοι, τους οποίους διακρίνει
ένα πείσμα παρόμοιο με το δικό μου αλλά απείρως ισχυρότερο,
φροντίζουν για τη διατήρηση του σΰμπαντός μας. Δε θα στεκόμουν
όμως ποτέ ανάμεσα σε κάποιον άνθρωπο και σ' εκείνα που του
υπαγορεύει το πνεύμα του να κάνει. Και σ' εκείνον που θα έκανε
με όλη του την καρδιά και την ψυχή τη δουλειά την οποία αρνούμαι
να κάνω εγώ και αφιέρωνε και τη ζωή του ακόμα σ' αυτή, θα έλεγα: «Μην κάνεις πίσω, ακόμα και αν όλος ο κόσμος σου πει πως
αυτό που κάνεις είναι κακό, πράγμα που κατά πάσα πιθανότητα θα
συμβεί».
Ούτε κατά διάνοια δεν υποθέτω ότι η περίπτωσή μου είναι μοναδική. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι πολλοί από τους αναγνώστες μου
θα έχουν παρόμοια πράγματα να πουν για τους εαυτούς τους. Όταν
είναι να κάνω κάτι - ανεξάρτητα από το αν οι γείτονές μου αποφαίνονται πως πρόκειται για καλή πράξη ή όχι - δε διστάζω να δηλώσω
στον εργοδότη μου ότι θα κερδίσει πολλά αν με πάρει στη δούλεψή
του. Όμως τι ακριβώς είναι αυτό που θα κάνω, αυτό πρέπει να το
ανακαλύψει μόνος του. Οτιδήποτε καλό κάνω, με τη συνηθισμένη
σημασία της λέξης, σίγουρα βρίσκεται έξω από το βασικό μου μονοπάτι και στο μεγαλύτερο μέρος του δεν είναι καθόλου μα καθόλου
εσκεμμένο. Στην ουσία, ο κόσμος λέει: «Ξεκίνα από εκεί που βρίσκεσαι, όπως κι αν είσαι, χωρίς να έχεις ως κύριο στόχο να γίνεις
πιο άξιος· έχε ως μέλημά σου την καλοσύνη και κάνε το καλό». Εγώ
θα έλεγα: «Ξεκίνα να είσαι καλός». Λες και θα σταματούσε ποτέ ο
ήλιος μόλις το φως του έφτανε τη λαμπρότητα του φεγγαριού ή κάποιου αστέρα έκτου μεγέθους και θα άρχιζε να γυρνά εδώ κι εκεί

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

121

σαν κανένας Ρόμπιν Γκοΰντφελοου*, να κοιτάζει κρυφά από τα παράθυρα κάθε αγροτόσπιτου, να κάνει τους ανθρώπους να σεληνιάζονται, τα κρέατα να σαπίζουν και τη νΰχτα γεμάτη παγίδες, αντί να
αυξάνει σταθερά τη θερμοκρασία και την ευεργετική δράση του,
ώσπου να γίνει τόσο λαμπρός ώστε κανένας θνητός να μην μπορεί
να τον κοιτάξει κατάματα, κι εν τω μεταξύ να διαγράφει την τροχιά
του γΰρω από τον κόσμο και να τον ωφελεί, ή μάλλον, όπως έχει
ανακαλύψει μια πιο αληθινή φιλοσοφία, ο κόσμος να γυρνά γΰρω
του και να ωφελείται. Όταν ο Φαέθων, θέλοντας να αποδείξει τη
θεϊκή του καταγωγή, προσπάθησε να ευεργετήσει τους ανθρώπους,
πήρε το άρμα του Ήλιου για μια μέρα μονάχα και το οδήγησε έξω
από τη συνηθισμένη του πορεία. Με αυτή του την πράξη έκανε στάχτη αρκετά οικοδομικά τετράγωνα των περιοχών κάτω από την κατοικία των θεών, έκαψε την επιφάνεια της γης, έκανε τα νερά των
πηγών να εξατμιστούν και δημιούργησε την έρημο Σαχάρα, ώσπου
με τα πολλά ο Δίας του έδωσε μία και τον εκσφενδόνισε στη γη με
έναν κεραυνό και τότε ο Ήλιος, θρηνώντας το θάνατό του, δε βγήκε
για ένα χρόνο.
Δεν υπάρχει χειρότερη δυσοσμία από εκείνη που βγάζει η καλοσύνη όταν σαπίσει. Είναι η μπόχα του ανθρώπινου και του θεϊκού
πτώματος. Αν ήξερα με σιγουριά πως κάποιος βρισκόταν καθ' οδόν
για το σπίτι μου με τη συνειδητή πρόθεση να μου κάνει καλό, θα
έτρεχα να σωθώ - όπως τρέχουν οι άνθρωποι να σωθούν από εκείνο
τον στεγνό και καυτό άνεμο των αφρικανικών ερήμων που ονομάζεται σιμοΰν, που σου γεμίζει το στόμα, τη μύτη, τα αυτιά και τα μάτια
με σκόνη μέχρι που πνίγεσαι - από φόβο μήπως όντως καταφέρει
και μου κάνει κάποιο καλό, μήπως καταφέρει να βάλει λίγη από την
αρρώστια του στο αίμα μου. Όχι - στην περίπτωση αυτή θα προτιμούσα να υπομείνω το κακό. Ένας άνθρωπος δεν είναι καλός για
μένα επειδή μπορεί να με ταΐσει όταν πεθαίνω της πείνας ή επειδή
* Ξωτικό των αγγλικών παραδοσιακών διηγήσεων, που ονομάζεται αλλιώς Χόμπγκομπλιν. (Σ.τ.Μ.)

122

WALDEN

μπορεί να με ζεστάνει όταν παγώνω, οΰτε επειδή μπορεί να με τραβήξει αν τύχει και πέσω σε κανένα χαντάκι. Αυτά τα κάνει κι ένας
σκύλος Λαμπραντόρ. Φιλανθρωπία με την πιο ευρεία έννοια δε σημαίνει αγάπη για το συνάνθρωπο. Ο Χάουαρντ* ήταν χωρίς αμφιβολία ένας εξαιρετικά καλός και άξιος άνθρωπος με τον τρόπο του και
εισέπραξε την ανταμοιβή του γι' αυτό. Όμως, συγκριτικά μιλώντας,
τι ωφελούν εμάς εκατό άνθρωποι σαν τον Χάουαρντ, αν η φιλανθρωπία τους δε μας βοηθά όταν βρισκόμαστε στην καλΰτερή μας φάση, τότε που αξίζουμε τη βοήθειά τους πιο πολΰ από ποτέ; Δεν έχω
ακούσει ποτέ μου για κάποια φιλανθρωπική συγκέντρωση στην
οποία να προτάθηκε να κάνουν μια ευεργεσία προς το άτομό μου ή
προς άτομα παρόμοια με μένα.
Οι ιησουίτες είδαν τα σχέδιά τους να ματαιώνονται όταν ήρθαν
αντιμέτωποι με τους Ινδιάνους εκείνους που, καθώς καίγονταν στην
πυρά, πρότειναν στους βασανιστές τους νέες μεθόδους βασανιστηρίων. Βρισκόμενοι υπεράνω του σωματικού πόνου, μερικές φορές
τύχαινε να βρίσκονται και υπεράνω οποιασδήποτε παρηγοριάς που
θα μπορούσαν να τους προσφέρουν οι ιεραπόστολοι. Και η επιταγή
«κάνε στους άλλους αυτό που θέλεις να σου κάνουν» δεν ακουγόταν
καθόλου πειστική στα αυτιά εκείνων που, από τη μεριά τους, δε νοιάζονταν πώς τους μεταχειρίζονταν οι άλλοι, που αγαπούσαν τους
εχθρούς τους με έναν πρωτόγνωρο τρόπο και τους συγχωρούσαν
σχεδόν τα πάντα.
Φροντίζετε πάντα να δίνετε στους φτωχούς τη βοήθεια που έχουν
πιο πολΰ ανάγκη και μην ξεχνάτε πόσο μεγάλη σημασία έχει όχι μόνο
η βοήθεια, αλλά και το παράδειγμά σας. Αν τους δώσετε χρήματα,
δώστε μαζί κι ένα κομμάτι από τον εαυτό σας, μην τους τα πετάτε κι
έπειτα γυρνάτε από την άλλη. Καμιά φορά κάνουμε περίεργα λάθη.
Συχνά οι φτωχοί υποφέρουν λιγότερο από το κρΰο και την πείνα και
περισσότερο από τη βρωμιά, την αθλιότητα και την αμορφωσιά. Η κα* John Howard (1726-1790): Αγγλος μεταρρυθμιστής του ποινικού συστήματος.
(ΖΓ.Μ)

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

123

τάντια τους δεν οφείλεται μόνο στην κακοτυχία τους, αλλά εν μέρει
και οχο πώς έχουν μάθει. Αν τους δώσετε χρήματα, ισως τα χρησιμοποιήσουν για να αγοράσουν κι άλλα κουρέλια. Για καιρό λυπόμουν
τους αδέξιους Ιρλανδούς εργάτες που έρχονταν στη λίμνη μες στο καταχείμωνο και έσπαγαν τον πάγο. Τους έβλεπα με τα (ρτωχικά, κουρελιασμένα ροΰχα τους, την ώρα που εγώ τουρτοΰριζα μέσα στα δικά
μου, πιο περιποιημένα και κάπως πιο μοντέρνα, και στενοχωριόμουν,
ώσπου μια μέρα που έκανε απίστευτο κρΰο ένας τους, που είχε γλιστρήσει και είχε πέσει στο νερό, ήρθε στο σπίτι μου για να ζεσταθεί.
Τότε τον είδα να βγάζει τα τρία παντελόνια και τα δυο ζευγάρια κάλτσες που φορούσε, βρώμικα και κουρελιασμένα είναι η αλήθεια, αλλά
πάντως περισσότερα απ' όσα φορούσα εγώ. Όταν προσφέρθηκα να
του χαρίσω κάποια παλιά μου ροΰχα, αρνήθηκε, μια και δεν του χρειάζονταν. Αυτό που του χρειαζόταν ήταν το μπάνιο που μόλις είχε κάνει. Τότε άρχισα να λυπάμαι τον εαυτό μου και σκέφτηκα ότι θα ήταν
μεγαλύτερη φιλανθρωπία αν μου έδινε εμένα κάποιος ένα φανελένιο
πουκάμισο παρά αν έδινα εγώ σ' αυτόν ένα ολόκληρο μαγαζί με ροΰχα. Σε καθέναν που χτυπά το κακό στη ρίζα του αντιστοιχοΰν άλλοι
χίλιοι που πριονίζουν ανώφελα τα κλαδιά του. Τσως εκείνοι που διαθέτουν τον περισσότερο χρόνο και το περισσότερο χρήμα τους στους
άπορους τελικά συμβάλλουν με το χειρότερο τρόπο στη διαιώνιση
εκείνης ακριβώς της αθλιότητας που μάταια προσπαθοΰν να ανακουφίσουν. Μοιάζουν με ευσεβείς δουλεμπόρους που διαθέτουν τα έσοδα που αποκόμισαν από την πώληση ενός από τους δέκα σκλάβους
τους για να προσφέρουν μια ελεΰθερη Κυριακή στους υπόλοιπους.
Κάποιοι δείχνουν την καλοσύνη τους στους φτωχοΰς προσφέροντάς
τους δουλειά στην κουζίνα τους. Δε θα ήταν άραγε μεγαλΰτερη καλοσύνη αν δοΰλευαν οι ίδιοι εκεί; Καυχιέστε ότι ξοδεΰετε το ένα δέκατο
του εισοδήματός σας σε φιλανθρωπίες· δε θα ήταν προτιμότερο να δίνατε τα εννέα δέκατα και να τέλειωνε πια αυτή η ιστορία; Η κοινωνία
καρπώνεται μόνο το ένα δέκατο αυτοΰ του πλοΰτου. Ποΰ οφείλεται
άραγε η κατάσταση αυτή; Στη γενναιοδωρία του εισοδηματία ή μήπως στην ασυνέπεια των δικαστικών μας λειτουργών;

124

WALDEN

Η φιλανθρωπία αποτελεί ίσως τη μοναδική αρετή που εκτιμά η
ανθρωπότητα. Μα τι λέω, την υπερεκτιμά, και πολΰ μάλιστα. Και γι'
αυτό ορταίει ο εγωισμός μας. Μια ηλιόλουστη μέρα, εδώ, στο Κόνκορντ, ένας εύρωστος αλλά φτωχός άνδρας μου έπλεξε το εγκώμιο
ενός συχωριανοΰ, επειδή, όπως έλεγε, ήταν καλός με τους φτωχούς εννοώντας τον εαυτό του. Οι καλοί θείοι και θείες της φυλής μας
χαίρουν μεγαλύτερης εκτίμησης από τους αληθινούς πνευματικούς
πατέρες και μητέρες. Μια φορά άκουσα έναν αξιοσέβαστο ομιλητή,
έναν άνδρα σπουδασμένο και βαθυστόχαστο, να δίνει μια διάλεξη
με θέμα την Αγγλία. Αφοΰ απαρίθμησε τις μεγάλες μορφές της επιστήμης, της λογοτεχνίας και της πολιτικής, το Σαίξπηρ, τον Μπέικον,
τον Κρόμγουελ, το Μίλτον, το Νεύτωνα και άλλους, έπιασε να μιλά
για τους χριστιανούς ήρωες της χώρας, τους οποίους τοποθέτησε
στην κορυφή, πιο ψηλά από όλους τους υπόλοιπους, λες και ήταν
υποχρεωμένος να κάνει κάτι τέτοιο λόγω επαγγέλματος. Τα ονόματα αυτών των τελευταίων ήταν Πεν*, Χάουαρντ και Ελίζαμπεθ
Φράι**. Δε νομίζω ότι υπάρχει άνθρωπος που να μη νιώθει την ψευτιά και την υποκρισία ενός τέτοιου ισχυρισμού. Αυτοί οι άνθρωποι
δεν ήταν βέβαια οι πιο αξιόλογοι που έβγαλε η Αγγλία, αλλά μονάχα οι πιο φιλάνθρωποι.
Σκοπός μου δεν είναι να μειώσω ούτε στο ελάχιστο τον έπαινο
που δικαιούται να λάβει η φιλανθρωπία. Το μόνο που απαιτώ είναι
να αναγνωριστεί το έργο όλων εκείνων που με τις ζωές και τις πράξεις τους δοξάζουν αληθινά την ανθρωπότητα. Δε δίνω τόσο μεγάλη
αξία στην εντιμότητα και την αγαθή προαίρεση, ιδιότητες που αποτελούν, τρόπον τινά, τον κορμό και τα φύλλα του ανθρώπου. Με αυτά, αφού τα ξεράνουμε, φτιάχνουμε αφεψήματα για τους αρρώστους. Η χρησιμότητά τους είναι πολύ μικρή και αποτελούν κυρίως

* William Penn (1644-1718): Άγγλος κουάκερος, ιδρυτής τριών επαρχιών των
αμερικανικών αποικιών. (Σ.τ.Μ.)
** Elizabeth Fry (1780-1845): Αγγλίδα φιλάνθρωπος και κοινωνική μεταρρυθμιστρια. (Σ.τ.Μ.)

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

125

φάρμακο που συστήνουν οι κομπογιαννίτες. Αυτά που θέλω εγώ είναι το άνθος και ο καρπός του ανθρώπου. Θέλω κάποιο άρωμα να
φτάσει από εκείνον σε μένα, θέλω η συναλλαγή μας να έχει γεΰση
γλυκιά και πλούσια. Η καλοσύνη του δεν πρέπει να αποτελεί υστερόβουλη και παροδική πράξη αλλά μόνιμο περίσσευμα, που να μην
του κοστίζει τίποτε και την ΰπαρξή του να μην τη συνειδητοποιεί
καν. Πολλές φορές οι φιλανθρωπίες κρύβουν πίσω τους ένα πλήθος
αμαρτιών. Πολΰ συχνά ο φιλάνθρωπος περιβάλλει την ανθρωπότητα
με την αΰρα των δικών του αποδιωγμένων θλίψεων κι αυτό το αποκαλεί συμπόνια. Πρέπει να μεταδίδουμε το θάρρος μας και όχι την
απελπισία μας, την υγεία και την ευρωστία μας και όχι την αρρώστια
μας και να προσέχουμε να μην εξαπλωθεί η τελευταία σαν λοιμός.
Από ποιες πεδιάδες του Νότου έρχονται οι θρήνοι; Σε ποια γεωγραφικά μήκη κατοικούν οι άπιστοι στους οποίους θέλουμε να στείλουμε το φως; Ποιος είναι εκείνος ο άξεστος και αμαρτωλός που θέλουμε να σώσουμε; Αν ένας άνθρωπος πάσχει από κάτι τόσο ώστε να
υπολειτουργούν ζωτικά του όργανα, αν έχει ας ποΰμε έναν πόνο στα
έντερα - γιατί εκεί βρίσκεται η έδρα της συμπόνιας - δε χάνει στιγμή και αμέσως ξεκινά να αναμορφώσει τον κόσμο ολόκληρο. Μια
και ο ίδιος δεν είναι παρά ένας μικρόκοσμος, κάποτε ανακαλύπτει και πρόκειται για μια πολΰ ορθή ανακάλυψη, την οποία εκείνος είναι ο πιο κατάλληλος να κάνει - ότι ο κόσμος τόσο καιρό έτρωγε
άγουρα μήλα. Μάλιστα, στα μάτια του, ολόκληρος ο πλανήτης φαντάζει σαν ένα πελώριο άγουρο μήλο, το οποίο κινδυνεύουν να καταβροχθίσουν τα παιδιά της ανθρωπότητας πριν προλάβει να ωριμάσει. Κι αμέσως, το αφυπνισμένο φιλανθρωπικό αίσθημά του ψάχνει
και βρίσκει τον Εσκιμώο και τον κάτοικο της Παταγονίας, αγκαλιάζει τα πολυπληθή ινδικά και κινέζικα χωριά. Κι έτσι, ύστερα από μερικά χρόνια φιλανθρωπικής δραστηριότητας, στη διάρκεια των οποίων οι δυνάμεις της εξουσίας τον χρησιμοποιούν χωρίς αμφιβολία για
τους δικούς τους σκοπούς, θεραπεύεται από τη δυσπεψία του, ενώ ο
πλανήτης αποκτά ένα ελαφρύ κοκκίνισμα στο ένα ή και στα δύο μάγουλά του, σαν να αρχίζει να ωριμάζει, και η ζωή χάνει τη σκληρό-

126

WALDEN

τητά της και ξαναγίνεται γλυκιά και ευχάριστη. Προσωπικά, ποτέ
μου δεν ονειρεύτηκα κάποια αχρειότητα μεγαλύτερη από εκείνες
που διέπραξα εγώ. Ποτέ μου δε γνώρισα, οΰτε και πρόκειται να
γνωρίσω, κάποιον άνθρωπο χειρότερο από μένα.
Πιστεύω ότι αυτό που τόσο στενοχωρεί τον αναμορφωτή δεν είναι η συμπόνια που νιώθει για το συνάνθρωπό του που βρίσκεται σε
δύσκολη θέση, αλλά - και δεν πα να 'ναι κι ο πιο άγιος από όλα τα
παιδιά του Θεοΰ - το προσωπικό του βάσανο. Ας θεραπευτεί από
αυτό, ας έρθει η άνοιξη, ας ξημερώσει ο ήλιος πάνω από το κρεβάτι
του και θα τον δείτε να εγκαταλείπει τους γενναιόδωρους συντρόφους του χωρίς δεύτερη σκέψη. Η δικαιολογία που έχω για το ότι
δεν κάνω κηρύγματα ενάντια στις βλαβερές συνέπειες του καπνού
είναι το γεγονός ότι δεν τον έχω μασήσει ποτέ μου. Αφήνω την τιμωρία αυτή στους μετανιωμένους χρήστες του καπνού - αν και έχω μασήσει αρκετά άλλα πράγματα, ενάντια στα οποία θα μπορούσα να
κάνω ένα σωρό κηρύγματα. Αν ποτέ παρασυρθείτε σε κάποια τέτοια
φιλανθρωπία, μην αφήσετε το αριστερό σας χέρι να γνωρίζει τι κάνει το δεξί σας. Δεν αξίζει να το γνωρίζει. Σώστε όποιον δείτε να
πνίγεται. Δώστε χρόνο στον εαυτό σας και ξεκινήστε κάποια εθελοντική εργασία.
Η επικοινωνία με τους αγίους μας έχει διαφθείρει. Τα βιβλία με
τους θρησκευτικούς μας ύμνους είναι γεμάτα μελωδικούς όρκους
και υποσχέσεις ότι θα ανεχόμαστε αιώνια το Θεό. Θα έλεγε κανείς
πως ακόμα και οι προφήτες και οι οσιομάρτυρες μάλλον παρηγορούν τους φόβους του ανθρώπου, παρά επιβεβαιώνουν τις ελπίδες
του. Πουθενά δεν υπάρχει καταγραμμένη κάποια απλή και ολοκληρωτική ικανοποίηση με το δώρο της ζωής, κάποια αξιομνημόνευτη
εξύμνηση του Θεού. Η υγεία και κάθε επιτυχία μου κάνουν καλό,
όσο μακρινές, όσο ξένες κι αν φαίνονται* κάθε αρρώστια και κάθε
αποτυχία με θλίβουν και μου κάνουν κακό, όση συμπόνια κι αν μου
δείχνουν, όση συμπόνια κι αν τους δείχνω. Αν, επομένως, θέλουμε
πράγματι να βοηθήσουμε την ανθρωπότητα με ινδιάνικα, φυτικά,
μαγνητικά ή φυσικά μέσα, ας γίνουμε πρώτα οι ίδιοι απλοί και υγι-

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

127

εις όπως η φΰση, ας διώξουμε πρώτα τα σύννεφα που κρέμονται πάνω από τα δικά μας μέτωπα και ας αφήσουμε τη ζωή να εισχωρήσει
στον κάθε πόρο μας. Μην παραμένετε επιστάτες των φτωχών, αλλά
αγωνιστείτε να γίνετε ένας από τους αξιόλογους ανθρώπους του κόσμου αυτοΰ.
Στο Γκονλίοτάν, ή Ανθόκηπο, το ποίημα του σεΐχη Σααντί από το
Σιράζ*, διάβασα τα εξής: «Ρώτησαν κάποτε ένα σοφό: "Από τα πολλά και ονομαστά δέντρα με τον ψηλό κορμό και τις πλούσιες φυλλωσιές που δημιούργησε ο Ένας, Μοναδικός και Ύψιστος Θεός, κανένα δεν αποκαλούν αζάντ, δηλαδή ελεύθερο, παρεκτός το κυπαρίσσι, που δε δίνει καρπούς. Ποιο είναι το μυστήριο σ' αυτό;" Κι εκείνος απάντησε: "Κάθε δέντρο δίνει τους κατάλληλους καρπούς κι
έχει τη δική του εποχή, κατά την οποία είναι φρέσκο και ολάνθιστο,
ενώ τις άλλες εποχές ξεραίνεται και μαραζώνει. Το κυπαρίσσι δε
βρίσκεται ποτέ σε καμία από τις δυο αυτές καταστάσεις, αλλά είναι
πάντοτε θαλερό* αυτή είναι η φΰση των αζάντ, των θρησκευτικά ανεξάρτητων. Μη δένετε την καρδιά σας σε ό,τι είναι παροδικό* γιατί ο
Τίγρης θα συνεχίσει να κυλάει μέσα από τη Βαγδάτη και αφοΰ θα
έχει σβήσει η τελευταία γενιά των χαλίφηδων. Αν τα χέρια σας είναι
γεμάτα, προσφέρετε απλόχερα, όπως η χουρμαδιά. Αν όμως δεν
έχετε τίποτε να προσφέρετε, γίνετε αζάντ, ελεύθεροι σαν το κυπαρίσσι"».

* Πέρσης ποιητής του 12ου αιώνα. (Σ.τ.Μ.)

ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΟΙ

ΣΤΙΧΟΙ

0 1 ΦΙΛΟΔΟΞΙΕΣ ΤΗΣ ΕΝΔΕΓΑΣ
«Πολλές φιλοδοξίες έχεις, δύσμοιρε άνθρωπε,
για ν α ζητάς κι εσυ μια θέση στο στερέωμα,
επειδή τάχα το ταπεινό σου σπίτι ή το καλύβι σου
τρέφει κάποια οκνηρή ή δασκαλίστικη αρετή,
στο φτηνό φως του ήλιου ή κάτω απ' τη σκιά
με ρίζες και με βότανα* εκεί όπου το δεξί σου χέρι,
ξεριζώνοντας τα ανθρώπινα αυτά πάθη α π ό το νου,
που πάνω τους ανθίζουν οι όμορφες αρετές,
τη φύση υποβιβάζει και τη λογική νεκρώνει,
και, σαν τη Μέδουσα, τους δραστήριους άνδρες κάνει πέτρα.
Δ ε μας χρειάζεται η βαρετή π α ρ έ α
της αναγκαστικής εγκράτειάς σου,
ούτε η αφύσικη εκείνη ά ν ο ι α
που δε γνωρίζει θλίψη, ούτε χαρά· ούτε κι η ζορισμένη,
ψεύτικα διογκωμένη καρτερία σου,
που τάχα απαξιοί τη δράση. Αυτή η κατώτερη και άθλια ράτσα,
που μες στη μετριότητα στεριώνει,
γίνεται ράτσα δ ο ύ λ ω ν όμως εμείς προάγουμε
μόνο τις αρετές εκείνες που έχουν μέσα τους υπερβολή,
γενναίες κι α π λ ό χ ε ρ α καμωμένες πράξεις, μεγαλοπρέπεια βασιλική
και σωφροσύνη, μεγαλοψυχία
που όρια δε γνωρίζει, κι εκείνη την ηρωική αρετή
που το όνομά της δεν το έχει διασώσει η αρχαιότητα,
π α ρ ά μόνο πρότυπα, με ονόματα όπως Ηρακλής,
Αχιλλέας και Θησέας. Πίσω, λοιπόν, στο μισητό σου το κελί*
κι άμα αντικρίσεις την καινούργια, λαμπρή σφαίρα,
μελέτα για ν α μάθεις ποιοι ήταν όλοι εκείνοι οι μεγάλοι άνδρες.

Τόμας Κάρεϊ*

* Thomas Carew (1595;-1645): Άγγλος ποιητής. {Σ.τ.Μ.)

ΠΟΥ ΕΖΗΣΑ ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ

Κάποια στιγμή της ζωής μας όλοι αποκτούμε τη συνήθεια να ψάχνουμε μια κατάλληλη τοποθεσία για να χτίσουμε το σπίτι μας. Έτσι κι
εγώ, όταν ήρθε εκείνη η ώρα, ερεύνησα την περιοχή σε ακτίνα δώδεκα μιλίων γΰρω από το μέρος όπου ζω. Στη φαντασία μου αγόρασα
όλα τα κτήματα, το ένα μετά το άλλο, αφοΰ όλα ήταν προς πώληση
και γνώριζα τις τιμές του καθενός. Έβλεπα τον εαυτό μου να πηγαίνει στο σπίτι κάθε αγρότη, να δοκιμάζει τα άγρια μήλα του, να συζητά μαζί του για τα χωράφια και τα ζωντανά κι έπειτα να αγοράζει τη
φάρμα του στην τιμή που ζητούσε, όποια κι αν ήταν, και μετά να μεταβιβάζει τους τίτλους ιδιοκτησίας πίσω στον ίδιο. Στη φαντασία μου
πλήρωνα ακόμα και παραπάνω απ' όσα ζητούσε, έπαιρνα τα πάντα
εκτός από τους τίτλους κυριότητας - για τίτλους έπαιρνα τα λόγια
του, μια και μ' αρέσει τόσο πολΰ η κουβέντα - καλλιεργούσα τα κτήματά του, κι εκείνον τον ίδιο ως ένα σημείο, έτσι τουλάχιστον ήθελα
να πιστεύω, και όταν είχα απολαύσει την περιουσία του αρκετά τον
άφηνα να συνεχίσει μόνος. Η εμπειρία μου αυτή έκανε τους φίλους
μου να με βλέπουν σαν ένα είδος κτηματομεσίτη. Όπου κι αν τύχαινε
να καθίσω, εκεί θα μπορούσα και να ζήσω, γινόμουν το κέντρο του
τοπίου που με περιέβαλλε. Τι άλλο είναι ένα σπίτι από ένα sedes,
ένα κάθισμα, μια έδρα; Καλύτερα λοιπόν η έδρα αυτή να βρίσκεται
στην εξοχή. Ανακάλυψα πολλές τοποθεσίες κατάλληλες για σπίτι, τις
οποίες, απ' ό,τι έδειχναν, δεν επρόκειτο να εκμεταλλευτεί κάποιος
σύντομα, μια και πολλοί τις θεωρούσαν πολΰ απομακρυσμένες από

ΠΟΥ Ε Ζ Η Σ Α ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ

131

το χωριό. Εγώ όμως το έβλεπα ανάποδα: το χωριό ήταν απομακρυσμένο από αυτές. Ε, λοιπόν, εδώ μπορώ να ζήσω, έλεγα. Και πράγματι εκει ζοΰσα, για μια ώρα, κι ήταν σαν να περνούσα εκει ένα χειμώνα ολάκερο κι ένα καλοκαίρι. Έβλεπα τον εαυτό μου να αφήνει
τα χρόνια να περνούν, σχεδίαζα τρόπους για να προφυλαχτώ από το
χειμώνα και να υποδεχτώ την άνοιξη. Οι μελλοντικοί κάτοικοι της περιοχής αυτής, όπου κι αν αποφασίσουν να χτίσουν τα σπίτια τους,
μπορούν να είναι σίγουροι ότι κάποιος βρέθηκε εκεί πριν απ' αυτοΰς.
Ένα απόγευμα μου αρκούσε για να κατανείμω τη γη σε οπωρώνες,
δασική έκταση και βοσκοτόπια, να αποφασίσω ποιες ήταν οι καλύτερες βελανιδιές ή τα καλύτερα πεύκα για να μην τα κόψω, να τα αφήσω να φυτρώνουν μπροστά στην πόρτα μου, και από πού θα είχα την
καλύτερη θέα προς τα δέντρα τα χτυπημένα από τον κεραυνό. Έπειτα άφηνα τη γη στην ησυχία της, στην αγρανάπαυση σαν να λέμε, μια
και ο πλούτος του ανθρώπου μετριέται από τον αριθμό των πραγμάτων που έχει την πολυτέλεια να αφήνει απείραχτα.
Έίρτασα μάλιστα σε τέτοιο σημείο, ώστε φαντάστηκα ότι κάποιες
από τις φάρμες αρνήθηκαν να μου τις πουλήσουν - κι αυτή η άρνηση
ήταν το μόνο που ήθελα. Ποτέ όμως δεν υπέκυψα στον πειρασμό να
αποκτήσω στ' αλήθεια δική μου γη. Η μόνη περίπτωση που έφτασα
κοντά στο να γίνω πραγματικός ιδιοκτήτης ήταν όταν αγόρασα τη
φάρμα του Χόλογουελ. Είχα αρχίσει να ταξινομώ κατά είδος τους
σπόρους μου και είχα συλλέξει υλικά με τα οποία θα έφτιαχνα μια
χειράμαξα για να τους μεταφέρω. Πριν όμως προλάβει ο ιδιοκτήτης
να μου μεταβιβάσει τους τίτλους κυριότητας, η γυναίκα του - κάθε
άνδρας έχει μια τέτοια γυναίκα - το μετάνιωσε και ήθελε να κρατήσουν τη φάρμα. Έτσι ο ιδιοκτήτης μου πρόσφερε δέκα δολάρια για
να παραιτηθώ από τις απαιτήσεις μου. Τώρα, για να πω την αλήθεια,
όλη κι όλη μου η περιουσία τότε ήταν δέκα σεντς και το τι ακριβώς
ήταν δικό μου, τα δέκα σεντς, η φάρμα, τα δέκα δολάρια ή όλα μαζί,
ήταν ερωτήματα που ξεπερνούσαν τις μαθηματικές μου ικανότητες.
Του άφησα λοιπόν τα δέκα δολάρια μαζί με τη φάρμα, γιατί θεώρησα ότι αρκετά την είχα βάρος στην πλάτη μου. Ή μάλλον, για να φα-

132

WALDEN

νώ γενναιόδωρος, του πούλησα τη φάρμα στην τιμή που την ειχα
αγοράσει και, μια κι εκείνος δεν ήταν κανένας πλούσιος, του έκανα
δώρο τα δέκα δολάρια. Κι έτσι έμεινα με τα δέκα μου σεντς, με τους
σπόρους μου και με τα υλικά για τη χειράμαξα. Κατάλαβα λοιπόν
ότι είχα υπάρξει πλούσιος, χωρίς αυτό να βλάψει στο ελάχιστο τη
cpτώχεια μου. Παρ' όλα αυτά είχα κρατήσει στο νου μου την τοποθεσία κι από τότε κάθε χρόνο μαζεύω τρόπον τινά τη σοδειά της, ακόμα και χωρίς χειράμαξα. Όσον αφορά τις τοποθεσίες:
«Είμαι ο μονάρχης όλων όσα βλέπω γΰρω μου.
Κανείς δεν μπορεί ν α μου αμφισβητήσει αυτό το δικαίωμα».*

Συχνά βλέπω ποιητές να αποσύρονται αφοΰ έχουν απολαύσει το
πιο πολύτιμο κομμάτι μιας φάρμας, την ώρα που ο οξύθυμος αγρότης νομίζει ότι το μόνο που κέρδισαν ήταν λίγα άγρια μήλα. Ο ιδιοκτήτης δε μαθαίνει παρά ύστερα από πολλά χρόνια ότι ο ποιητής
έχει κάνει τη φάρμα του ποίημα, της έχει χτίσει αυτή τη θαυμαστή
και αόρατη περίφραξη, έχει συλλέξει τους καρπούς της, την έχει αρμέξει, έχει μαζέψει την κρέμα κι έχει αφήσει στον αγρότη μονάχα το
άπαχο γάλα.
Αυτά που με γοήτευσαν στη φάρμα του Χόλογουελ ήταν τα εξής:
η πλήρης απομόνωσή της, μια και βρίσκεται περίπου δυο μίλια από
το χωριό και μισό μίλι από τον πιο κοντινό γείτονα, από τον οποίο τη
χωρίζει ένα φαρδύ χωράφι* το γεγονός ότι συνορεύει με το ποτάμι,
που η ομίχλη του, όπως με πληροφόρησε ο ιδιοκτήτης της, την προστατεύει από τον παγετό την άνοιξη, αν και αυτό μου ήταν εντελώς
αδιάφορο· το γκρίζο χρώμα και η ερειπωμένη κατάσταση του σπιτιού και του στάβλου, καθώς και οι μισογκρεμισμένοι φράχτες, τα
οποία έκαναν την απόσταση μεταξύ εμού και του τελευταίου ενοίκου της να φαντάζει τεράστια* οι γεμάτες λειχήνες και κουφάλες μηλιές, ροκανισμένες από τα αγριοκούνελα, που μου φανέρωναν ποιοι
* William Cowper (1731-1880): Άγγλος ποιητής και υμνογράφος. (Σ.τ.Μ)

ΠΟΥ Ε Ζ Η Σ Α ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ

133

θα ήταν οι γείτονες μου* πάνω απ' όλα, όμως, η ανάμνηση που είχα
από τα πρώτα μου ταξίδια στο ποτάμι, τότε που ειχα δει το αγροτόσπιτο μισοκρυμμένο πισω από μια πυκνή συστάδα κόκκινων σφενδαμιών, μέσα από την οποία άκουγα το γάβγισμα του σκύλου του
σπιτιού. Βιαζόμουν να αγοράσω το μέρος, πριν ο ιδιοκτήτης προλάβει να το καθαρίσει από τις πέτρες, πριν κόψει τις μηλιές με τις κουφάλες και ξεριζώσει μερικές νεαρές σημύδες που είχαν φυτρώσει
στο βοσκοτόπι, εν ολίγοις πριν προλάβει να προβεί σε ό,τι εκείνος
θεωρούσε βελτιώσεις. Για να απολαύσω όλα τα πλεονεκτήματα του
μέρους εκείνου ήμουν έτοιμος να το αναλάβω αμέσως, να πάρω τον
κόσμο στους ώμους μου σαν άλλος Άτλαντας - αν και ποτέ δεν έμαθα ποια ήταν η ανταμοιβή του ήρωα εκείνου για τη δουλειά αυτή και να κάνω όλα εκείνα τα οποία δεν είχαν άλλο κίνητρο ή δικαιολογία πέρα από την επιθυμία μου μείνω μόνος με τη νέα μου ιδιοκτησία. Διότι ήξερα πολύ καλά ότι θα μου έδινε την πιο πλούσια σοδειά από εκείνο ακριβώς το είδος που επιθυμούσα, αρκεί να την
άφηνα στην ησυχία της. Όμως τελικά τα πράγματα εξελίχτηκαν
όπως τα περιέγραψα παραπάνω.
Το μόνο που είχα και σχετιζόταν με την καλλιέργεια της γης σε
μεγάλη κλίμακα (πάντοτε ασχολιόμουν με τις καλλιέργειες σε μικρή
κλίμακα, πάντοτε είχα έναν κήπο να φροντίζω) ήταν ο σπόρος μου.
Πολλοί πιστεύουν ότι ο σπόρος βελτιώνεται με την πάροδο του χρόνου. Εγώ, από τη μεριά μου, δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι ο χρόνος
μας βοηθά να διαχωρίσουμε τον καλό σπόρο από τον κακό. Κι έτσι,
όταν τελικά σπείρω, θα έχω λιγότερες πιθανότητες να απογοητευτώ.
Αυτό όμως που θα είχα να πω στους συνανθρώπους μου, μια για πάντα, είναι ένα: ζήστε ελεύθεροι και αδέσμευτοι για όσο περισσότερο
μπορείτε. Το να είστε δεσμευμένοι σε μια φάρμα δεν έχει και πολύ
μεγάλη διαφορά από το να είστε δέσμιοι στη φυλακή.
Ο Κάτων ο Πρεσβύτερος, του οποίου το έργο De Re Rustica αποτελεί για μένα πραγματικό «οδηγό» για την αγροτική ζωή, λέει τα
εξής (και η μοναδική μετάφραση που έχω δει κάνει την παρακάτω
παράγραφο να μην έχει κανένα απολύτως νόημα): «Όταν θελήσετε

134

WALDEN

να αγοράσετε ένα αγρόκτημα, έχετε κατά νου να μη βιαστείτε να το
κάνετε, οΰτε να τσιγκουνευτείτε τον κόπο να το εξετάσετε πολΰ καλά. Μη νομίζετε πως αρκεί να πάτε να το δείτε μόνο μία φορά. Όσο
πιο συχνά το επισκέπτεστε, τόσο περισσότερη ευχαρίστηση θα σας
δίνει, αν είναι καλό». Έτσι κι εγώ λέω να μη βιαστώ να αγοράσω το
κτήμα, αλλά να πηγαίνω να το βλέπω ξανά και ξανά, για όσο ζω, και
να με θάψουν μάλιστα σ' αυτό, έτσι ώστε να το ευχαριστηθώ ακόμα
πιο πολΰ.
Τα όσα περιλαμβάνονται στο παρόν βιβλίο αποτέλεσαν το επόμενο πείραμά μου, το οποίο και επιθυμώ να περιγράψω με περισσότερες λεπτομέρειες. Χάριν ευκολίας, θα συμπτύξω τις εμπειρίες δυο
χρόνων σε έναν. Όπως έχω ξαναπεί, πρόθεση μου δεν είναι να γράψω μια ωδή στην αποκαρδίωση, αλλά να καυχηθώ όσο μπορώ περισσότερο, όπως ο πετεινός την αυγή στη στέγη του κοτετσιοΰ, κι ας είναι μόνο για να ξυπνήσω τους γείτονές μου.
Όταν εγκαταστάθηκα για πρώτη φορά στο δάσος, όταν δηλαδή
άρχισα να περνώ εκεί όχι μόνο τις μέρες αλλά και τις νύχτες μου, μέρα η οποία έτυχε να συμπέσει με την επέτειο της Ανεξαρτησίας, δηλαδή στις 4 Ιουλίου 1845, το σπίτι μου δεν ήταν έτοιμο για το χειμώνα. Ουσιαστικά δεν ήταν τίποτε παραπάνω από ένα καταφύγιο για
τη βροχή. Δεν είχε σοβάδες, οΰτε καμινάδα και οι τοίχοι ήταν από
τραχιά, πολυκαιρισμένα σανίδια με μεγάλες χαραμάδες, έτσι που τη
νΰχτα έμπαζε κρΰο. Τα κάθετα, λευκά δοκάρια και η πρόσφατα πλαναρισμένη πόρτα και οι κάσες των παραθΰρων του έδιναν μια καθαρή και ευάερη όψη, ειδικά το πρωί, όταν τα ξΰλα ήταν ακόμα ποτισμένα από το αγιάζι, έτσι που μου φαινόταν ότι μέχρι το μεσημέρι
θα ανέβλυζε από μέσα τους γλυκό ρετσίνι. Στα μάτια μου διατηροΰσε καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας ένα μέρος από τον εωθινό του
αυτό χαρακτήρα, θυμίζοντάς μου ένα σπίτι πάνω σ' ένα βουνό που
είχα επισκεφτεί την προηγοΰμενη χρονιά. Ήταν λοιπόν μια ευάερη,
ασοβάντιστη καλΰβα, κατάλληλη για να φιλοξενήσει έναν ταξιδευτή
θεό, ή μια θεά, με το μακρΰ μανδΰα της να σέρνεται ξοπίσω της. Οι

Π Ο Υ Ε Ζ Η Σ Α ΚΑΙ Γ Ι Α Τ Ι

135

άνεμοι που διαπερνούσαν την κατοικία μου έμοιαζαν μ' εκείνους
που σαρώνουν τις βουνοκορφές, φέρνοντας μαζι τους μουσικούς
φθόγγους, ή μάλλον τα ουράνια μέρη κάποιας γήινης μελωδίας. Ο
πρωινός άνεμος φυσά αιώνια, το ποίημα της δημιουργίας δε διακόπτεται ποτέ· όμως λίγα είναι τα αυτιά που το ακούνε. Ο Όλυμπος
δεν αποτελεί παρά τον εξωτερικό μανδύα της γης, σε όποιο σημείο
της κι αν βρεθεί κανείς.
Το μοναδικό καταςρύγιο που είχα ποτέ στην κατοχή μου πριν από
αυτό, αν εξαιρέσω μια βάρκα, ήταν ένα αντίσκηνο που χρησιμοποιούσα περιστασιακά το καλοκαίρι, το οποίο βρίσκεται ακόμη τυλιγμένο
στη σοφίτα μου. Η βάρκα όμως, αφού πέρασε από χέρι σε χέρι, χάθηκε στο ρυάκι του χρόνου. Τώρα, με το πιο γερό αυτό καταφύγιο είχα
κάνει κάποια πρόοδο ως προς το ζήτημα της εγκατάστασης μου στον
κόσμο αυτό. Τούτη η λιτή κατασκευή αποτελούσε ένα είδος αποκρυστάλλωσης γύρω από τον ιδιοκτήτη της και ασκούσε μεγάλη επίδραση
πάνω του. Έμοιαζε λίγο με το περίγραμμα μιας εικόνας. Δε χρειαζόταν να βγω έξω για να πάρω αέρα, γιατί η ατμόσφαιρα στο εσοατερικό
δεν είχε χάσει τίποτε από τη φρεσκάδα της. Ακόμα και με τον πιο
βροχερό καιρό, δεν είχα την αίσθηση ότι καθόμουν «μέσα», αλλά
απλά πίσω από μια πόρτα. Λέει κάπου η Χαρφάνσα"^: «Μια κατοικία
χωρίς πουλιά είναι σαν κρέας χωρίς καρυκεύματα». Η δική μου κατοικία δεν ήταν τέτοια, γιατί είχα ξαφνικά γίνει γείτονας των πουλιών
κι αυτό όχι επειδή είχα πιάσει κάποιο και το είχα κλείσει σε κλουβί,
αλλά επειδή είχα χτίσει το δικό μου κλουβί δίπλα τους. Βρισκόμουν
κοντά όχι μόνο σε κάποια από εκείνα που συχνάζουν στους ανθόκηπους και στα περιβόλια, αλλά και σ' εκείνους τους πιο άγριους και συναρπαστικούς τραγουδιστές, οι οποίοι πολύ σπάνια κάνουν καντάδα
στους χωρικούς, όπως ο δενδροκότσυφας, η κιτρινότσιχλα, ο κοκκινοπετρίτης, το χελιδόνι του αγρού, η κελαηδότσιχλα και πολλοί άλλοι.
Είχα εγκατασταθεί κοντά στην όχθη μιας μικρής λίμνης, περίπου
* Κομμάτι του ινδικού έπους Μαχαμπαράτα, που γρά(ρτηκε τον 5ο αιώνα και
εξιστορεί τη γενεαλογία του θεοΰ Βισνού ή Χάρι. (Σ.τ.Μ.)

136

WALDEN

ενάμισι μιλι νοτιότερα από το χωριό Κόνκορντ και λίγο ψηλότερα,
καταμεσής σε μια μεγάλη δασική έκταση ανάμεσα σ' αυτό και στο
χωριό Λίνκολν και περίπου δυο μίλια νοτιότερα από το μοναδικό
μέρος της περιοχής που έχει καταγραφεί στην ιστορία, το πεδίο μάχης του Κόνκορντ. Ήμουν όμως τόσο χαμηλά μέσα στο δάσος που η
αντίπερα όχθη της λίμνης, μισό μίλι μακριά, καλυμμένη με δέντρα,
αποτελούσε το μοναδικό μου ορίζοντα. Την πρώτη εβδομάδα, όποτε
κοιτούσα πέρα, τη λίμνη, μου έδινε την εντύπωση πως ήταν μια από
εκείνες τις μικρές λιμνούλες που συναντά κανείς ψηλά στα βουνά,
που ο πυθμένας τους βρίσκεται πολΰ πιο πάνω από την επιφάνεια
των άλλων, και καθώς ψήλωνε ο ήλιος την έβλεπα να πετά από πάνω
της το πέπλο της ομίχλης και σιγά σιγά εδώ κι εκεί να εμφανίζονται
τα απαλά κυματάκια ή η λεία επιφάνειά της, καθώς τα σύννεφα της
ομίχλης υποχωρούσαν σαν φαντάσματα προς όλες τις κατευθύνσεις
και χάνονταν στο δάσος, λες και διαλυόταν κάποια μυστική νυχτερινή σύναξη. Ακόμα και η πάχνη φαινόταν να μένει πάνω στα δέντρα
πιο πολλή ώρα από τη συνηθισμένη αφότου είχε βγει ο ήλιος, όπως
συμβαίνει στις βουνοπλαγιές.
Η μικρή λίμνη γινόταν ένας ανεκτίμητος γείτονας στα διαλείμματα ανάμεσα στις ήπιες αυγουστιάτικες μπόρες, τότε που ο αέρας και
το νερό έμεναν τελείως ακίνητα και τα σύννεφα κρέμονταν βαριά
στον ουρανό, τότε που το απομεσήμερο είχε τη γαλήνη της νύχτας και
το τραγούδι του δενδροκότσυφα ακουγόταν ολόγυρα, από τη μια
όχθη της λίμνης ως την άλλη. Η επιφάνεια μιας λίμνης δεν είναι ποτέ
άλλοτε πιο γυάλινη* και η απόσταση που τη χωρίζει από τον ουρανό
μοιάζει να μικραίνει έτσι όπως σκοτεινιάζει από τα σύννεφα, ενώ το
ίδιο το νερό, γεμάτο φως και αντανακλάσεις, μεταμορφώνεται σε ουρανό επί της γης που φαντάζει πιο αληθινός κι από τον πραγματικό.
Από την κορυφή ενός λόφου εκεί κοντά, όπου είχαν κόψει πρόσφατα
τα δέντρα, υπήρχε μια πανοραμική θέα προς τα νότια, ως την άλλη
μεριά της λίμνης, μέσα από ένα φαρδύ άνοιγμα ανάμεσα στους λόφους που σχηματίζουν την πέρα όχθη. Έτσι όπως σμίγουν οι δυο
πλαγιές τους μοιάζει σαν να περνά από εκεί ένα ρέμα που διασχίζει

Π Ο Υ Ε Ζ Η Σ Α ΚΑΙ Γ Ι Α Τ Ι

137

μια δασωμένη κοιλάδα, χωρίς όμως να υπάρχει στ' αλήθεια ρέμα.
Έτσι αγνάντευα ανάμεσα και πάνω από τους κοντινούς πράσινους
λόφους κάποιους άλλους, γαλάζιους, μακρινούς και ψηλότερους, πέρα στον ορίζοντα. Αν μάλιστα σηκωνόμουν στις μύτες των ποδιών
μου, μπορούσα να δω και μερικές από τις ακόμα πιο γαλάζιες και μακρινές βουνοκορφές στα βορειοδυτικά, όμοιες με κέρματα που βγήκαν θαρρείς από το νομισματοκοπείο του ουρανού, καθώς και ένα
κομμάτι του χωριού. Προς άλλες κατευθύνσεις όμως, ακόμα και από
το σημείο εκείνο, δεν μπορούσα να δω πάνω ή πέρα από το δάσος
που με περιέβαλλε. Είναι ωραία να κατοικεί κανείς κοντά στο νερό,
γιατί έτσι αποκτά την αίσθηση ότι όλη η γη επιπλέει, κινείται. Η αξία
ακόμα και της πιο μικρής πηγής έγκειται στο γεγονός πως, όταν κοιτάς μέσα της, καταλαβαίνεις ότι η γη δεν είναι ήπειρος αλλά νησί.
Όταν κοιτούσα από το ύψωμα αυτό προς την πέρα μεριά της λίμνης,
προς τα λιβάδια του Σάντμπερι, τα οποία με τις πλημμύρες μου φαίνονταν υπερυψωμένα, μια οφθαλμαπάτη ίσως που δημιουργούσαν οι
υδρατμοί που ανέβαιναν από τη ζεστή κοιλάδα - όπως μας φαίνεται
ότι συμβαίνει με τα νομίσματα στον πυθμένα μιας γούρνας - όλη η γη
πέρα από τη λίμνη μου φαινόταν σαν μια λεπτή κρούστα, που ακόμα
και αυτό το κομμάτι νερού που παρεμβαλλόταν την έκανε να μοιάζει
με νησί, με κάτι που επιπλέει. Και τότε θυμόμουν ότι το μέρος αυτό
στο οποίο κατοικοέδρευα δεν ήταν παρά μια στεριά.
Παρ' όλο που η θέα από το παράθυρό μου ήταν ακόμα πιο περιορισμένη, δεν ένιωθα ούτε στο ελάχιστο στριμωγμένος ή πιεσμένος. Υπήρχαν αρκετά βοσκοτόπια στη φαντασία μου. Το οροπέδιο
με τους χαμηλούς θάμνους στο οποίο κατέληγε η απέναντι όχθη το
φανταζόμουν να εκτείνεται ως τα απέραντα λιβάδια της Δύσης και
τη γη των Τατάρων, παρέχοντας άφθονο χώρο για να ζήσουν όλες
οι φυλές των ανθρώπων. «Δεν υπάρχει πιο ευτυχισμένο πλάσμα
στον κόσμο από εκείνο που απολαμβάνει ελεύθερα τη θέα ενός μακρινού ορίζοντα», είπε ο Νταμοντάρα* όταν τα κοπάδια του χρειά* Έ ν α από τα ονόματα της ινδουιστικής θεότητας Κρίσνα. (Σ.τ.Μ.)

138

WALDEN

στηκε να πάνε σε καινούργια και μεγαλύτερα βοσκοτόπια.
Ο τόπος και ο χρόνος είχαν αλλάξει. Ήταν σαν να ζοΰσα πιο κοντά στα μέρη εκείνα του σύμπαντος και στις ιστορικές εποχές που με
γοήτευαν πιο πολΰ. Το μέρος που ζοΰσα ήταν τόσο μακρινό όσο οι
περιοχές που παρατηρούν κάθε νΰχτα οι αστρονόμοι. Μας αρέσει
να φανταζόμαστε μακρινές και τερπνές για τη σκέψη μας τοποθεσίες σε απόμερες γωνιές του αστρικού συστήματος ή πισω από τον
αστερισμό του Θρόνου της Κασσιόπης, μακριά από κάθε θόρυβο και
ενόχληση. Ανακάλυψα πως το σπίτι μου στην πραγματικότητα βρισκόταν σε ένα τέτοιο, απόμακρο αλλά αιώνια νέο και αμόλυντο κομμάτι του σύμπαντος. Αν πράγματι αξίζει τον κόπο να εγκατασταθεί
κανείς στα μέρη εκείνα που βρίσκονται κοντά στις Πλειάδες ή τις
Υάδες, στον Αλντεμπαράν ή τον Αλτάιρ, τότε εγώ ήμουν στ' αλήθεια
εκεί, ή τουλάχιστον σε ανάλογη απόσταση από τη ζωή που είχα αφήσει πίσω μου. Έμοιαζα στα μάτια των γειτόνων μου με μια αχνή και
μακρινή μαρμαρυγή που φαίνεται μονάχα τις νΰχτες χωρίς φεγγάρι.
Τέτοιο ήταν το κομμάτι της δημιουργίας όπου είχα έρθει να μείνω:·
« Ή τ α ν ένας βοσκός που τις σκέψεις του κρατούσε τόσο ψηλά
Σαν τα βουνά όπου έβοσκαν τα κοπάδια του καθημερνά».

Τι γνώμη θα έπρεπε άραγε να σχηματίσουμε για τη ζωή του βοσκού αν τα κοπάδια του πάντα ανέβαιναν σε πιο ψηλά βοσκοτόπια
απ' ό,τι οι σκέψεις του;
Κάθε πρωί αποτελούσε για μένα μια ενθουσιώδη πρόσκληση να
δώσω στη ζωή μου τόση απλότητα, και αθωότητα θα μπορούσα να
πω, όσο έχει και η ίδια η Φύση. Πάντοτε λάτρευα τη ροδοδάχτυλη
Ηώ με τον τρόπο που το έκαναν οι αρχαίοι Έλληνες. Ξυπνούσα νωρίς και έκανα το μπάνιο μου στη λίμνη: αυτό ήταν κάτι σαν θρησκευτική τελετή, ένα από τα καλύτερα πράγματα που έκανα. Ο Κομφούκιος λέει πως στην μπανιέρα του βασιλιά Τσινγκ Τανγκ υπήρχαν χαραγμένα σύμβολα που έλεγαν το εξής: «Να ανανεώνεις εντελώς τον
εαυτό σου κάθε μέρα. Να το κάνεις ξανά και ξανά, αιώνια». Αυτό

ΠΟΥ Ε Ζ Η Σ Α ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ

139

είναι κάτι που μπορώ να καταλάβω πολΰ καλά. Το πρωί μας φέρνει
πίσω στους ηρωικούς χρόνους. Το ανεπαίσθητο μουρμουρητό ενός
κουνουπιοΰ που έκανε την αόρατη και μυστηριώδη περιοδεία του
στο σπίτι μου νωρίς την αυγή, όταν καθόμουν με την πόρτα και τα
παράθυρα ανοιχτά, είχε πάνω μου την ίδια επίδραση που θα ασκούσε μια σάλπιγγα που τραγουδούσε τη δόξα κάποιου επιφανούς προσώπου. Ήταν το ρέκβιεμ του Ομήρου* Ιλιάδα και Οδύσσεια μαζί
αντηχούσαν ολόγυρα, τραγούδια για την μήνιν και τις περιπλανήσεις. Ο ήχος αυτός είχε κάτι το συμπαντικό πάνω του* έμοιαζε με μόνιμη διαφήμιση της αιώνιας ζωντάνιας και γονιμότητας του κόσμου.
Το πρωί, η ώρα της ημέρας που μένει περισσότερο απ' όλες τις άλλες χαραγμένη στη μνήμη μας, είναι η στιγμή της αφύπνισης. Τότε
είναι που νιώθουμε τη λιγότερη νύστα. Και για μία ώρα τουλάχιστον
ξυπνάει ένα κομμάτι του εαυτού μας που μένει κοιμισμένο όλη την
υπόλοιπη ημέρα και νύχτα. Ελάχιστα μπορούμε να περιμένουμε από
την ημέρα εκείνη - αν δηλαδή μπορούμε να την αποκαλέσουμε ημέρα - κατά την οποία δε μας ξυπνά το πνεύμα μας, αλλά τα μηχανικά
τσιγκλίσματα κάποιου υπηρέτη. Αν δε μας ξυπνά η ίδια μας η ανανεωμένη δύναμη και οι εσωτερικές μας προσδοκίες, συνοδευόμενες
από τους ήχους κάποιας ουράνιας μουσικής στη θέση της καμπάνας
του εργοστασίου, και μια ευωδιά που γεμίζει τον αέρα - αν, με λίγα
λόγια, η ζωή μας όταν ξυπνάμε δε βρίσκεται πιο ψηλά από εκεί που
την είχαμε αφήσει πριν πέσουμε για ύπνο. Κι έτσι το σκοτάδι αποδίδει κι αυτό τους δικούς του καρπούς και αποδεικνύεται ωφέλιμο και
καθόλου κατώτερο από το φως. Ο άνθρωπος που δεν πιστεύει ότι η
κάθε ημέρα περιέχει μια ώρα πιο αρχαία, πιο ιερή και πιο εωθινή,
που ακόμα ο ίδιος δεν την έχει βεβηλώσει, έχει απελπιστεί από τη
ζωή και ο δρόμος του είναι κατηφορικός και σκοτεινός. Ύστερα
από την προσωρινή σιωπή της ζωής των αισθήσεων, η ψυχή του ανθρώπου, ή μάλλον τα όργανά του, αναζωογονούνται κάθε μέρα και
το πνεύμα του προσπαθεί πάλι να ξεκινήσει μια όσο πιο ευγενή ζωή
μπορεί. Θα έλεγα ότι όλα τα αξιομνημόνευτα γεγονότα λαμβάνουν
χώρα τις πρωινές ώρες και σε μια πρωινή ατμόσφαιρα. Οι Βέδες λέ-

140

WALDEN

νε: «Όλη η νοημοσύνη ξυπνά το πρωί». Η ποίηση, η τέχνη, οι πιο λαμπρές και αξιομνημόνευτες πράξεις των ανθρώπων προέρχονται
από τις ώρες αυτές. Όλοι οι ποιητές και οι ήρωες, όπως ο Μέμνων,
είναι παιδιά της Ηοΰς και παίζουν τη μουσική τους με το πρώτο φως
της αυγής. Για εκείνον που η ευστροφία και η οξύτητα της σκέψης
συμβαδίζουν με το ρυθμό του ήλιου, όλη η μέρα αποτελεί ένα διαρκές πρωινό. Δεν έχει σημασία τι λένε τα ρολόγια ή η στάση και τα
έργα των ανθρώπων. Πρωί είναι όταν είμαι ξύπνιος και μέσα μου
ροδίζει η αυγή. Η ηθική αναμόρφωση είναι μια προσπάθεια να αποτινάξεις τον ύπνο. Για ποιον άλλο λόγο οι άνθρωποι δίνουν μια τόσο
(ρτωχή αναφορά για τη μέρα τους, αν όχι επειδή κοιμούνται όλη μέρα; Απ' ό,τι φαίνεται από άλλες δραστηριότητές τους, δεν τα πάνε
και τόσο άσχημα με τους υπολογισμούς. Αν δεν τους κατέβαλλε η
υπνηλία, κάτι θα είχαν να παρουσιάσουν. Εκατομμύρια είναι αρκούντως ξύπνιοι ώστε να εκτελούν χειρωνακτικές εργασίες. Όμως μονάχα ένας στο εκατομμύριο είναι αρκετά ξύπνιος ώστε να εργαστεί
αποτελεσματικά με το πνεύμα του και μονάχα ένας στα εκατό εκατομμύρια τόσο ώστε να ζήσει μια ζωή ποιητική ή θεϊκή. Το να είσαι
ξύπνιος σημαίνει να είσαι ζωντανός. Ποτέ ως τώρα δε συνάντησα
κάποιον που να είναι εντελώς ξύπνιος. Πώς θα μπορούσα να τον
κοιτάξω ποτέ καταπρόσωπο;
Πρέπει να μάθουμε να ξυπνάμε και να κρατάμε τους εαυτούς μας
σε εγρήγορση όχι με μηχανικά μέσα, αλλά με μια απέραντη προσμονή της αυγής, η οποία ποτέ δε μας απαρνιέται, ούτε ακόμα και στον
πιο βαθύ μας ύπνο. Δε γνωρίζω άλλο γεγονός που να δίνει μεγαλύτερη ελπίδα από την αδιαμφισβήτητη ικανότητα του ανθρώπου να
εξυψώνει τη ζωή του με συνειδητή προσπάθεια. Οπωσδήποτε είναι
σημαντικό να μπορεί κανείς να ζωγραφίζει μια συγκεκριμένη εικόνα ή να σμιλεύει ένα άγαλμα, ομορφαίνοντας έτσι τα αντικείμενα*
πολύ πιο ένδοξο όμως είναι να μπορεί να λαξεύει και να ζωγραφίζει
την ίδια την ατμόσφαιρα, το μέσο που μας επιτρέπει να βλέπουμε* κι
αυτό είναι κάτι που από ηθική άποψη είμαστε ικανοί να κάνουμε.
Το να μπορεί να επηρεάζει κανείς την ποιότητα της ημέρας - αυτή

ΠΟΥ Ε Ζ Η Σ Α ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ

141

είναι η υψηλότερη μορφή τέχνης. Ο καθένας είναι επιφορτισμένος
με το καθήκον να κάνει τη ζωή του, στην κάθε της λεπτομέρεια, άξια
να αποτελεί αντικείμενο μελέτης κατά τις πιο μεγαλειώδεις και κρίσιμες περιόδους του. Αν αρνιόμασταν, ή μάλλον αν εξαντλούσαμε,
όσες πληροφορίες λαμβάνουμε, όσο ασήμαντες κι αν είναι, τα μαντεία θα μας βοηθούσαν στη στιγμή να μάθουμε πώς γίνεται αυτό.
Πήγα στο δάσος επειδή επιθυμούσα να ζήσω συνειδητά, να αντιμετωπίσω μονάχα τα ουσιώδη της ζωής και να δω αν θα μπορούσα
να μάθω όσα είχε να μου διδάξει, έτσι ώστε, όταν θα ερχόταν η ώρα
μου να πεθάνω, να μην ανακάλυπτα ξαφνικά ότι δεν είχα ζήσει ποτέ. Δεν ήθελα να ζήσω οτιδήποτε δεν ήταν ζωή - το να ζει κανείς είναι τόσο πολύτιμο - οΰτε ήθελα να παραιτηθώ, εκτός πια κι αν ήταν
απολύτως απαραίτητο. Ήθελα να γευτώ μια ζωή γεμάτη και να ρουφήξω όλο της το μεδούλι, να ζήσω με τρόπο τόσο αυστηρό και σπαρτιάτικο ώστε να τρέψω σε άτακτη φυγή οτιδήποτε δεν ήταν ζωή, να
ανοίξω ένα φαρδύ διάδρομο ανάμεσα στα στάχυα της με το δρεπάνι
μου, να τη στριμώξω σε μια γωνιά, να τη ρίξω όσο πιο χαμηλά γίνεται και, αν τότε αποδεικνυόταν ευτελής, να καταγράψω όλη αυτή την
αυθεντική ευτέλεια και να τη δείξω στον κόσμο* ή, αν ήταν θεσπέσια, να τη γνωρίσω από πρώτο χέρι, έτσι ώστε στο επόμενο ταξίδι
μου να είμαι σε θέση να δώσω μια πιστή περιγραφή της. Γιατί έχω
την αίσθηση πως οι περισσότεροι άνθρωποι νιώθουν μια παράξενη
αβεβαιότητα σχετικά με τη ζωή, για το αν είναι δώρο του Θεού ή του
διαβόλου, και καταλήγουν στο κάπως βιαστικό συμπέρασμα ότι ο
βασικός προορισμός του ανθρώπου πάνω στη γη είναι «να δοξάζει
το Θεό και να Τον απολαμβάνει αιώνια»;
Παρ' όλα αυτά ζούμε ταπεινά, σαν τα μυρμήγκια, κι ας λέει ο
μύθος ότι μεταμορφωθήκαμε σε ανθρώπους πολύ καιρό πριν. Είμαστε σαν τους πυγμαίους που πολεμούν με τα λελέκια* το ένα λάθος
πάνω στο άλλο, το ένα πλήγμα μετά το άλλο. Ακόμα και οι υψηλότερες αρετές μας προέρχονται από μια άχρηστη και καθόλου αναπόφευκτη αθλιότητα. Οι ζωές μας χαραμίζονται στις λεπτομέρειες.
Ένας τίμιος άνθρωπος δε χρειάζεται να ξέρει να μετράει παραπά-

142

WALDEN

νω από τα δέκα του δάχτυλα. Άντε, σε ειδικές περιπτώσεις μπορεί
να προσθέσει και τα δέκα δάχτυλα των ποδιών του, κι αυτό του
ορτάνει. Απλότητα, απλότητα, απλότητα! Φροντίστε, λέω, να είναι οι
υποθέσεις σας δυο, το πολΰ τρεις, και όχι εκατό ή χίλιες. Αντί για
ένα εκατομμύριο μετρήστε μισή ντουζίνα και περιορίστε τους λογαριασμούς σας. Καταμεσής σ' αυτό το φουρτουνιασμένο πέλαγο της
πολιτισμένης ζωής, τόσα πολλά είναι τα σύννεφα και οι καταιγίδες,
οι ξέρες και τα χίλια μΰρια πράγματα που έχει να σκες)τεί ο άνθρωπος, ώστε πρέπει να ζει - αν δηλαδή δεν καταποντιστεί, αν δε βρεθεί στον πάτο χωρίς να καταφέρει να πιάσει λιμάνι - με διαρκείς
υπολογισμούς κι εκείνος που τελικά θα τα καταφέρνει δεν μπορεί
παρά να είναι δεινός λογιστής. Απλουστεύετε, απλουστεύετε. Αντί
για τρία γεύματα την ημέρα, αν μπορείτε τρώτε μόνο ένα* αντί για
εκατό πιάτα, πέντε* και μειώστε ανάλογα και όλα τα άλλα. Η ζωή
μας μοιάζει με τη Γερμανική Συνομοσπονδία, που αποτελείται από
πολλά μικρά κρατίδια, με τα σύνορά της διαρκώς να αλλάζουν, έτσι
που ούτε και οι ίδιοι οι Γερμανοί δεν μπορούν να πουν πού βρίσκονται κάθε στιγμή. Ακόμα και το ίδιο το έθνος, με όλες τις λεγόμενες
εσωτερικές βελτιώσεις του, οι οποίες παρεμπιπτόντως είναι όλες
επιφανειακές, αποτελεί ένα δυσκίνητο και ογκώδη θεσμό, που είναι
στοιβαγμένος με κάθε λογής άχρηστα έπιπλα και πιασμένος στις
ίδιες του τις παγίδες, φθαρμένος από την πολυτέλεια και τα άσκοπα
έξοδα, από την έλλειψη υπολογισμού και αξιόλογων στόχων, όπως
ακριβώς συμβαίνει με τα εκατομμύρια νοικοκυριά της χώρας. Και
το μοναδικό γιατρικό για την κατάσταση αυτή είναι η σταθερή οικονομία, η αυστηρή, παραπάνω από σπαρτιάτικη απλότητα της ζωής
και η εξεύρεση υψηλών στόχων. Ο σύγχρονος άνθρωπος ζει πολύ
γρήγορα. Θεωρεί ουσιώδες και αδιαμφισβήτητο να έχει το έθνος
αναπτυγμένο εμπόριο, να εξάγει πάγο, να μιλά μέσα από τον τηλέγραφο και να τρέχει με τριάντα μίλια την ώρα, ακόμα και αν ο ίδιος
δεν τα έχει όλα αυτά. Όμως για το αν θα πρέπει να ζούμε σαν μπαμπουίνοι ή σαν άνθρωποι, γι' αυτό δεν είναι και τόσο βέβαιος. Αν
δεν τοποθετήσουμε τραβέρσες, αν δε φτιάξουμε σιδηροτροχιές, αν

Π Ο Υ Ε Ζ Η Σ Α ΚΑΙ Γ Ι Α Τ Ι

143

δεν αφιερώσουμε μερόνυχτα ατέλειωτα στην εργασία αυτή, αλλά
πιάσουμε να ασχοληθούμε με τις ζωές μας με σκοπό να τις βελτιώσουμε, τότε ποιος θα κατασκευάσει τους σιδηροδρόμους; Και αν δε
φτιαχτούν οι σιδηρόδρομοι, τότε πώς θα προλάβουμε να φτάσουμε
έγκαιρα στον παράδεισο; Αν όμως μείνουμε στο σπίτι μας και κοιτάξουμε τις δουλειές μας, τότε ποιος θα έχει ανάγκη το σιδηρόδρομο; Δεν ταξιδεύουμε με το τρένο, το τρένο ταξιδεύει πάνω μας.
Σκεφτήκατε ποτέ τι μπορεί να 'ναι εκείνες οι ξύλινες τραβέρσες
που ενώνουν τις σιδηροτροχιές; Η καθεμιά από αυτές είναι κι ένας
άνθρωπος, ένας Ιρλανδός ή Γιάνκης. Πάνω τους τοποθετούν τις ράγες κι έπειτα τις σκεπάζουν με άμμο, έτσι που να μπορούν να τρέχουν όμορφα και καλά τα βαγόνια. Κι εν τω μεταξύ, οι τραβέρσες,
οι άνθρωποι, κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου. Και κάθε λίγα χρόνια κατασκευάζεται κι από μια καινούργια γραμμή, που πάνω της
ταξιδεύει άλλο ένα τρένο, έτσι που κάποιοι απολαμβάνουν το ταξίδι πάνω στις ράγες, ενώ άλλοι έχουν την ατυχία να ταξιδεύουν πάνω τους τα τρένα. Κι όταν πατήσουν κάποιον άνθρωπο που υπνοβατεί, μια τραβέρσα δηλαδή που περισσεύει ή μπήκε σε λάθος θέση,
και τον ξυπνήσουν, ξαφνικά σταματούν τα βαγόνια και γίνεται ολόκληρος ντόρος, λες και κάτι τέτοιο αποτελεί εξαίρεση. Χαίρομαι
που για κάθε πέντε μίλια σιδηροτροχιάς χρειάζεται μια ομάδα εργατών για να φροντίζει να μένουν οι τραβέρσες, οι άνθρωποι, στη
θέση τους στο έδαφος, γιατί αυτό αποτελεί σημάδι ότι κάποτε μπορεί να ξανασηκωθούν.*
Γιατί θα πρέπει να ζούμε τις ζωές μας τόσο βιαστικά και τόσο
σπάταλα; Είναι λες και είμαστε αποφασισμένοι να λιμοκτονήσουμε
πριν καν πεινάσουμε. Ο λαός λέει πως μια βελονιά, αν γίνει έγκαιρα, κάνει για εννιά, κι έτσι κάνει χίλιες βελονιές σήμερα για να γλιτώσει εννιά αύριο. Κι όσο για δουλειά, από αυτή δεν έχουμε καμία
που να αποδίδει κάτι. Αυτό που έχουμε είναι μια νόσο γνωστή ως
* Αμετάφραστο λογοπαίγνιο του Θορώ με τη λεξη sleeper, που εκτός από «κοιμώμενος» σημαίνει και «τραβέρσα σιδηροτροχιάς». (Σ.τ.Μ.)

144

WALDEN

Χορός του Αγιου Βιτου*: δεν μπορούμε να κρατήσουμε ακίνητα ούτε τα κορμιά οΰτε τα κεφάλια μας. Αν τυχόν κι έκανα πως τραβούσα
λιγάκι το σκοινί της καμπάνας της εκκλησίας, σαν να επρόκειτο να
σημάνω συναγερμό για φωτιά, πριν καν προλάβω να χτυπήσω την
ίδια την καμπάνα, αμφιβάλλω αν θα βρισκόταν έστω και ένας αγρότης στην ευρύτερη περιοχή του Κόνκορντ που δε θα παρατούσε τις
δουλειές του, που κανονικά τις έχει σαν πρώτη δικαιολογία, ή ένα
παιδί ή μια γυναίκα που να μην άφηναν κατά μέρος τα πάντα και να
μην έτρεχαν, όχι τόσο για να σώσουν τις περιουσίες από τη φωτιά,
αλλά, για να ποΰμε την αλήθεια, πιο πολύ για να τις δουν να καίγονται, μια και έτσι το 'φερε η μοίρα. Και ο πρώτος τους σκοπός θα
ήταν να δηλώσουν σε όλους με την παρουσία τους ότι δεν είχαν βάλει οι ίδιοι τη φωτιά, παρά ότι επιθυμούσαν να τη δουν να σβήνει
και να βάλουν κι οι ίδιοι το χεράκι τους να βοηθήσουν σ' αυτό, αν
τους πρόσφερε ένα εξίσου συναρπαστικό θέαμα. Σχεδόν κανείς δεν
ξυπνά από τον ημίωρο υπνάκο του μετά το φαγητό χωρίς να σηκώσει
το κεφάλι και να ρωτήσει: «Τι νέα;» Λες και όλος ο κόσμος φυλούσε
σκοπιά την ώρα που αυτός κοιμόταν. Υπάρχουν άνθρωποι που δίνουν οδηγίες να τους ξυπνάνε κάθε μισή ώρα, για τον ίδιο λόγο, χωρίς αμφιβολία· κι έπειτα, για αντάλλαγμα, διηγούνται τα όνειρά
τους. Μετά τον ύπνο που διήρκεσε μια ολόκληρη νύχτα, τα νέα είναι
τόσο απαραίτητα όσο και το πρόγευμα. «Σας παρακαλώ, πείτε μου
οτιδήποτε νέο συνέβη σε οποιονδήποτε άνθρωπο, οπουδήποτε πάνω
στη γη», λέει κι έπειτα διαβάζει, πίνοντας καφέ και τρώγοντας κρουασάν, για κάποιον που του έβγαλαν τα μάτια στον ποταμό Γουατσίτο, χωρίς να του περνά από το μυαλό ότι κι ο ίδιος ζει στην πιο βαθιά και σκοτεινή σπηλιά του κόσμου σχεδόν τυφλός.
Προσωπικά, θα ζούσα μια χαρά χωρίς το ταχυδρομείο. Πιστεύω
πως είναι ελάχιστες οι χρήσιμες επικοινωνίες που διεκπεραιώνει.
Μπορεί να σας φανεί υπερβολικό, αλλά σε όλη μου τη ζωή δεν έχω
* St Vitus' Dance ή χορεία: νευρολογική διαταραχή που επιφερει μυϊκοΰς σπασμούς και ανεξέλεγκτη κίνηση των άκρων. (Σ.τ.Μ.)

Π Ο Υ Ε Ζ Η Σ Α ΚΑΙ Γ Ι Α Τ Ι

145

λάβει παραπάνω από ένα δυο γράμματα που να άξιζαν τα λεςπά του
γραμματοσήμου τους* - κι αυτό είναι κάτι που το έχω ξαναγράψει
πριν από μερικά χρόνια. Το ταχυδρομείο είναι ένας θεσμός διά μέσου του οποίου προσφέρεις στα αλήθεια σε κάποιον μια πεντάρα
για τις σκέψεις του, πράγμα που κάνουμε συχνά αστειευόμενοι. Επίσης μπορώ να πω με σιγουριά ότι δεν έχω διαβάσει ποτέ κάποια
αξιομνημόνευτη είδηση στην εφημερίδα. Αν διαβάσεις μια φορά για
κάποιον που λήστεψε, δολοφόνησε ή σκοτώθηκε σε ατύχημα, για
ένα σπίτι που κάηκε, για ένα σκαρί που βούλιαξε, για ένα ατμόπλοιο
που ανατινάχτηκε, για μια αγελάδα που την πάτησε ο Δυτικός Σιδηρόδρομος, για ένα λυσσασμένο σκυλί που το πυροβόλησαν ή για μια
έφοδο από ακρίδες μες στο καταχείμωνο, δε σου χρειάζεται να ξαναδιαβάσεις για κάτι παρόμοιο. Μια φορά φτάνει. Αν γνωρίζεις τη
γενεσιουργό αιτία, τι σε νοιάζουν τα μυριάδες παραδείγματα και τα
αποτελέσματά της; Για ένα φιλόσοφο, όλες οι ειδήσεις, όπως τις
αποκαλούν, δεν είναι παρά κουτσομπολιά και όσοι τις γράφουν και
τις διαβάζουν δεν είναι παρά γριές που κουτσομπολεΰουν καθώς πίνουν το απογευματινό τσάι τους. Κι όμως, υπάρχει πολΰς κόσμος
που όλα αυτά τα κουτσομπολιά τα καταβροχθίζει με ακόρεστη λαιμαργία. Τις προάλλες, απ' ό,τι άκουσα, μαζεύτηκε τόσο πολΰς κόσμος στα γραφεία κάποιας εφημερίδας για να μάθει τα τελευταία
νέα από το εξωτερικό, ώστε πολλά μεγάλα τζάμια του κτιρίου έσπασαν από την πίεση του πλήθους. Κι όλα αυτά για κάποιες ειδήσεις,
που κατά την άποψή μου - και δεν αστειεύομαι καθόλου - ένας εύστροφος άνθρωπος θα μπορούσε να τις έχει προβλέψει με αρκετή
ακρίβεια δώδεκα μήνες ή και δώδεκα χρόνια πριν συμβούν. Πάρτε
για παράδειγμα την Ισπανία: αν γνωρίζετε αρκετά ώστε να αναφέρετε πότε πότε και στις σωστές δόσεις τον Δον Κάρλος και την ινφάντα, τον Δον Πέδρο, τη Σεβίλλη και τη Γρανάδα - αν και μπορεί τα
ονόματα να έχουν αλλάξει λιγάκι από την τελευταία φορά που έτυχε
να ξεφυλλίσω εφημερίδα - και αν μπορείτε να ρίξετε μέσα και κα* Τον καιρό εκείνο, τα ταχυδρομικά τέλη βάρυναν τον παραλήπτη. (Σ.τ.Μ.)

146

WALDEN

μιά ταυρομαχία ελλείψει άλλων μορφών ψυχαγωγίας, τότε οι ειδήσεις σας θα είναι απόλυτα ακριβείς και θα μας έχετε δώσει μια πιστή περιγραφή της κατάστασης - καλής ή κακής - των πραγμάτων
στην Ισπανία, τόσο καλή από άποψη σαφήνειας και περιεκτικότητας
όσο και κάθε άρθρο εφημερίδας με παρόμοιο θέμα. Όσο για την
Αγγλία, η τελευταία σημαντική είδηση που μας ήρθε από εκεί ήταν η
επανάσταση του 1649. Και αν γνωρίζετε, ας ποΰμε, τη γεωργική παραγωγή της χώρας για μια ενδεικτική χρονιά, τότε δε χρειάζεται να
ασχοληθείτε ποτέ ξανά με το θέμα, εκτός κι αν το ενδιαφέρον σας
έχει καθαρά οικονομικό χαρακτήρα. Για κάποιον που σπάνια διαβάζει εφημερίδες, τίποτε καινούργιο δε συμβαίνει ποτέ σης μακρινές χώρες, μη εξαιρουμένης και της Γαλλικής Επανάστασης.
Νέα, σου λέει! Πόσο πιο σημαντικό είναι να γνωρίζουμε εκείνα
που ποτέ δεν ήταν παλιά! «Ο Κιέου-χε-γιου (υψηλός αξιωματούχος
της πολιτείας Γουέι) έστειλε έναν άνδρα στον Κουνγκ-τσέου για να
μάθει τα νέα του. Ο Κουνγκ-τσέου προσκάλεσε τον αγγελιαφόρο να
καθίσει κοντά του και τον ρώτησε το εξής: "Τι κάνει ο αφέντης
σου;" Ο αγγελιαφόρος του απάντησε με σεβασμό: "Ο αφέντης μου
επιθυμεί να μειώσει τον αριθμό των ελαττωμάτων του, αλλά του φαίνονται αμέτρητα". Αφοΰ έφυγε ο αγγελιαφόρος, ο φιλόσοφος αναφώνησε: "Τι άξιος αγγελιαφόρος!"»* Γι' αυτό λοιπόν και οι ιερείς,
αντί να ζαλίζουν τα αυτιά των μισοκοιμισμένων αγροτών την ημέρα
της ξεκοΰρασής τους στο τέλος της εβδομάδας - διότι η Κυριακή
αποτελεί την ταιριαστή κατάληξη της ανούσιας εβδομάδας που πέρασε και όχι το καινούργιο και όλο ενθουσιασμό ξεκίνημα της νέας
- με τις φλυαρίες των κηρυγμάτων τους, θα έπρεπε να βροντοφωνάζουν: «Σταματήστε! Κράτει! Γιατί κάνετε πως τρέχετε τόσο γρήγορα, ενώ στην πραγματικότητα σέρνεστε πιο αργά κι από τα σαλιγκάρια;»
Τα ψεΰδη και οι αυταπάτες περνιούνται για τις πιο ατράνταχτες
αλήθειες, ενώ η πραγματικότητα αντιμετωπίζεται σαν παραμύθι. Αν
* Κομφούκιος, Ανάλεκτα.

(Σ.τ.Μ.)

Π Ο Υ Ε Ζ Η Σ Α ΚΑΙ Γ Ι Α Τ Ι

147

01 άνθρωποι ασχολούνταν σταθερά με ό,τι είναι πραγματικό και δεν
επέτρεπαν στους εαυτούς τους να παρασύρονται σε πλάνες, η ζωή,
για να τη συγκρίνουμε με κάτι που γνωρίζουμε, θα έμοιαζε με παραμύθι, με διήγηση μέσα από τις Χίλιες και μια νύχτες. Αν δείχναμε σεβασμό μονάχα σε ό,τι είναι αναπόφευκτο και του αναγνωρίζαμε το
δικαίωμα να υπάρχει, οι δρόμοι θ' αντηχούσαν από μουσική και ποίηση. Σε στιγμές ανάπαυλας και σύνεσης αντιλαμβανόμαστε πως μονάχα τα μεγάλα και αξιέπαινα πράγματα έχουν μόνιμη και απόλυτη
ταυτότητα - πως οι ασήμαντοι φόβοι και οι ασήμαντες ηδονές δεν
είναι παρά σκιές της πραγματικότητας. Αυτή είναι μια συνειδητοποίηση που πάντοτε μας ενθουσιάζει και μας εξυψώνει. Κλείνοντας τα
μάτια και βυθιζόμενοι στον ύπνο, και επιτρέποντας στους εαυτούς
τους να ξεγελιούνται από τις εντυποασεις, οι άνθρωποι σε όλο τον
κόσμο χτίζουν την καθημερινή, μονότονη ζωή τους πάνω σε θεμέλια
ψευδαισθήσεων. Τα παιδιά, που στα παιχνίδια τους παίζουν τη ζωή,
μπορούν και διακρίνουν τους αληθινούς νόμους και συσχετισμούς
της πιο καθαρά από τους μεγάλους, οι οποίοι, ενώ αποτυγχάνουν να
ζήσουν άξια τη ζωή τους, νομίζουν ότι τους κάνει πιο σοφούς η
εμπειρία τους - δηλαδή η αποτυχία τους. Σ' ένα ινδουιστικό βιβλίο
διάβασα ότι «ήταν κάποτε ο γιος ενός βασιλιά, ο οποίος, έχοντας εκδιωχθεί σε βρεφική ηλικία από την πόλη του, ανατράφηκε από ένα
δασοκόμο. Έως ότου ενηλικιώθηκε, πίστευε ότι ανήκε στη βάρβαρη
φυλή με την οποία είχε περάσει όλα αυτά τα χρόνια της ζωής του.
Όταν όμως ένας από τους υπουργούς του πατέρα του τον βρήκε και
του αποκάλυψε την πραγματική του ταυτότητα, ο τρόπος που αντιλαμβανόταν τον εαυτό του άλλαξε και κατάλαβε ότι ήταν πρίγκιπας.
Έτσι και η ψυχή», συνεχίζει ο Ινδός φιλόσοφος, «εξαιτίας των περιστάσεων στις οποίες τυχαίνει να βρίσκεται, παρεξηγεί τον ίδιο της
το χαρακτήρα, ώσπου κάποιος άγιος δάσκαλος της αποκαλύπτει την
αλήθεια και τότε αντιλαμβάνεται πως είναι η ίδια Βράχμα*».
Πιστεύω πως ο λόγος που εμείς, οι κάτοικοι της Νέας Αγγλίας,
* Ο θεός της δημιουργίας συμφωνά με τον ινδουισμό. (Σ.τ.Μ)

148

WALDEN

ζοΰμε μια τόσο ευτελή ζωή είναι ότι η αντίληψή μας δε φτάνει κάτω
από την επιφάνεια των πραγμάτων. Νομίζουμε πως ό,τι φαίνεται,
αυτό είναι. Αν έκανε κάποιος έναν περίπατο μέσα στην πόλη και το
βλέμμα του εστιαζόταν μονάχα στην πραγματικότητα, πώς νομίζετε
ότι θα του φαινόταν το εμπορικό μας κέντρο; Αν τυχόν μας παρουσίαζε τα όσα πραγματικά είχε αντικρίσει, αποκλείεται από την περιγραφή του να αναγνωρίζαμε το μέρος για το οποίο μας μιλούσε.
Κοιτάξτε ένα δημαρχείο, ένα δικαστήριο, μια φυλακή, ένα κατάστημα ή μια κατοικία και πείτε τι είναι το καθένα από αυτά αν το αντικρίσει κανείς με το βλέμμα της αλήθειας: όλα τους θα διαλυθούν στα
εξ ων συνετέθησαν αμέσως μόλις ξεκινήσετε την περιγραφή σας. Οι
άνθρωποι θεωρούν ότι η αλήθεια είναι απόμακρη, ότι βρίσκεται στις
παρυφές του ηλιακού συστήματος, πίσω από το πιο μακρινό αστέρι,
πριν από τον Αδάμ και μετά τον τελευταίο άνθρωπο. Πράγματι,
υπάρχει κάτι αληθινό και υψηλό στην αιωνιότητα. Όμως όλες αυτές
οι στιγμές, οι τόποι και οι περιστάσεις βρίσκονται στο εδώ και στο
τώρα. Ο ίδιος ο Θεός πραγματώνεται σε κάθε παρούσα στιγμή και
δεν πρόκειται να γίνει περισσότερο θεϊκός, όσοι αιώνες κι αν περάσουν. Όσο για εμάς, γινόμαστε ικανοί να κατανοήσουμε όλα όσα είναι υψηλά και ευγενή μονάχα αν εμπνεόμαστε διαρκώς από την
πραγματικότητα που μας περιβάλλει, αν αφήνουμε την πραγματικότητα να μας διαπερνά. Το σύμπαν ανταποκρίνεται ανελλιπώς και
υπάκουα στις ιδέες μας· είτε ταξιδεύουμε γρήγορα είτε αργά, ο δρόμος μας είναι στρωμένος. Ας αφιερώσουμε λοιπόν τις ζωές μας στη
δημιουργία ιδεών. Ο ποιητής και ο καλλιτέχνης ποτέ ως τώρα δε
διακατέχονταν από έναν τόσο ευγενή σκοπό και ίσως κάποιοι από
τις επόμενες γενιές καταφέρουν να τον πραγματοποιήσουν.
Ας περάσουμε μια μέρα με τρόπο τόσο απλό και άμεσο όσο η
ίδια η Φύση κι ας μην αφήσουμε το κάθε καρυδότσουφλο ή κουνούπι που έτυχε να βρεθεί μπροστά μας να μας βγάλει από την πορεία
μας. Ας σηκωθούμε νωρίς και γρήγορα, ας πάρουμε το πρωινό μας
ήρεμα, ατάραχα. Ας έρθουν παρέες κι ας φύγουν, ας χτυπήσουν οι
καμπάνες κι ας κλάψουν τα παιδιά - ας αποφασίσουμε να ζήσουμε

ΠΟΥ Ε Ζ Η Σ Α ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ

149

μια μέρα, να ζήσουμε στ' αλήθεια. Γιατί δηλαδή θα πρέπει να αφεθούμε να μας παρασύρει το ρέμα; Ας μην πανικοβληθούμε, ας μην
αφήσουμε να μας καταπιεί η τρομερή αυτή δίνη που ονομάζεται
«γεύμα» και εντοπίζεται στις ξέρες του μεσημεριού. Προσπεράστε
τον κίνδυνο αυτό και θα έχετε σωθεί, αφού η διαδρομή από εκεί και
πέρα θα είναι κατηφορική. Πλεύστε γύρω από τον κίνδυνο, με τις αισθήσεις σας σε εγρήγορση, με τη ζωντάνια του πρωινού, κοιτάζοντας από την άλλη, καθώς είστε δεμένοι στο κατάρτι σαν τον Οδυσσέα. Αν σφυρίξει η μηχανή, αφήστε τη να σφυρίζει μέχρι να βραχνιάσει. Αν χτυπήσει η καμπάνα, γιατί πρέπει σώνει και καλά να
τρέξουμε αμέσως; Ας καθίσουμε πρώτα να στοχαστούμε πάνω στη
μουσική που βγάζει. Ας βρούμε πρώτα γερό πάτημα, ας βυθίσουμε
τα πόδια μας μέσα στη λάσπη της κοινής γνώμης, της προκατάληψης,
της παράδοσης, της ψευδαίσθησης και της επίφασης, μέσα σ' αυτές
τις προσχώσεις που σκεπάζουν ολόκληρο τον πλανήτη, από το Παρίσι και το Λονδίνο ως τη Νέα Υόρκη, τη Βοστόνη και το Κόνκορντ,
που σκεπάζουν εκκλησία και κράτος, ποίηση, φιλοσοφία και θρησκεία, ώσπου να βρούμε το στέρεο πυθμένα, το πετρώδες έδαφος
που θα μπορούμε να αποκαλέσουμε πραγματικότητα και να πούμε:
αυτή είναι, δε χωράει καμία αμφιβολία. Κι έπειτα ας ξεκινήσουμε,
αφού θα έχουμε ένα point d' appui που θα βρίσκεται πέρα από πλημμύρα, παγετό ή φωτιά, έναν τόπο όπου θα μπορεί κανείς να χτίσει
έναν τοίχο, να ιδρύσει ένα κράτος ή τουλάχιστον να στηρίξει με
ασφάλεια το στύλο μιας λάμπας, ή ίσως ένα εργαλείο μέτρησης, όχι
το νειλόμετρο των αρχαίων Αιγυπτίων αλλά ένα «πραγματικόμετρο», έτσι που οι μελλοντικές γενιές να μάθουν πόσο μεγάλες ήταν
κάποιες εποχές οι πλημμύρες από ψεύδη και επιφάσεις. Αν σταθείτε
μπροστά από ένα γεγονός και το κοιτάξετε καταπρόσωπο, θα δείτε
τον ήλιο να αστράφτει και στις δύο του επιφάνειες, σαν να 'ταν γιαταγάνι* και θα νιώσετε τη γλυκιά του κόψη να σας διαπερνά την
καρδιά και το μεδούλι, έτσι που θα μπορείτε να τελευτήσετε ευτυχισμένοι το θνητό σας βίο. Στη ζωή ή στο θάνατο, αυτό που λαχταράμε
είναι μονάχα η πραγματικότητα. Αν στ' αλήθεια πεθαίνουμε, ας

150

WALDEN

ακούσουμε λοιπόν τον επιθανάτιο ρόγχο στα λαρύγγια μας κι ας
νιώσουμε το κρΰο να μουδιάζει τα άκρα μας. Αν ζοΰμε, ας κάνουμε
αυτό που πρέπει να κάνουμε.
Ο χρόνος δεν είναι παρά ένα ρυάκι στο οποίο πηγαίνω να ψαρέψω. Πίνω το νερό του* καθώς όμως πίνω, βλέπω την άμμο στο βυθό
και διαπιστώνω πόσο ρηχό είναι. Τα λιγοστά του νερά περνούν και
φεύγουν, όμως η αιωνιότητα μένει. Θέλω να πιω κι άλλο* θέλω να
ψαρέψω στον ουρανό, με το χαλικοστρωμένο του βυθό γεμάτο αστέρια. Δεν ξέρω να μετράω μέχρι το ένα. Δεν ξέρω ποιο είναι το πρώτο γράμμα του αλφάβητου. Όλη μου τη ζωή μετανιώνω που δεν
ήμουν ποτέ τόσο σοφός όσο τη μέρα που γεννήθηκα. Η διάνοια μοιάζει με νυστέρι: ανοίγει δρόμο και φτάνει στην καρδιά των πραγμάτων. Δεν επιθυμώ να εργαστώ περισσότερο με τα χέρια μου απ' όσο
είναι απαραίτητο. Το κεφάλι μου είναι χέρια μαζί και πόδια. Νιώθω
πως ό,τι καλύτερο έχω βρίσκεται συγκεντρωμένο εκεί. Το ένστικτο
μου λέει πως το κεφάλι μου είναι ένα όργανο για να σκάβω λαγούμια, όπως κάποια πλάσματα χρησιμοποιούν το μουσούδι και τα
μπροστινά τους πόδια. Έτσι κι εγώ με το κεφάλι μου θα σκάψω λαγούμι, θα ανοίξω δρόμο μέσα από αυτούς τους λόφους. Έχω την αίσθηση ότι η πιο πλούσια φλέβα βρίσκεται κάπου εδώ γύρω* σ' αυτό
το συμπέρασμα με οδηγεί το μαγικό μου ραβδί και οι αναθυμιάσεις
που βλέπω να υψώνονται. Εδώ, λοιπόν, θα αρχίσω να σκάβω.

ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Δείχνοντας λίγο περισσότερη περίσκεψη στην επιλογή των ασχολιών
τους, όλοι οι άνθρωποι ίσως κατάφερναν να γίνουν κατά κΰριο λόγο
σπουδαστές και παρατηρητές, εφόσον και η φΰση και ο προορισμός
τους είναι ζητήματα που οπωσδήποτε ενδιαφέρουν τον καθένα. Στη
συγκέντρωση υλικών αγαθών για εμάς ή για τους απογόνους μας,
στη δημιουργία μιας οικογένειας ή ενός κράτους, ακόμα και στην
επιδίωξη της δόξας, είμαστε όλοι μας θνητοί. Όμως στην ενασχόληση με την αλήθεια είμαστε αθάνατοι κι εκεί δε χρειάζεται να φοβόμαστε οΰτε τις αλλαγές οΰτε τις ατυχίες. Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι και
Ινδοί φιλόσοφοι κατάφεραν να ανασηκώσουν μια γωνία του πέπλου
που καλύπτει το άγαλμα της θεότητας· και μέχρι σήμερα ο τρεμάμενος αυτός μανδύας παραμένει ανασηκωμένος. Έτσι μπορώ κι εγώ
να ατενίσω την ίδια πρωτόγνωρη λάμψη που αντίκρισαν κι εκείνοι,
αφοΰ ήταν το κομμάτι μου μέσα τους που φέρθηκε τότε με τόση τόλμη κι είναι το κομμάτι τους μέσα μου σήμερα που ξαναβλέπει το
υπέροχο αυτό όραμα. Οΰτε ένας κόκκος σκόνης δεν έχει κατακαθίσει στο μανδύα αυτό, οΰτε δευτερόλεπτο δεν έχει περάσει από τότε
που αποκαλύφτηκε η θεότητα. Ο χρόνος τον οποίο κατανοούμε στ'
αλήθεια, ο χρόνος που πραγματικά μπορεί να κατανοηθεί, δεν είναι
οΰτε παρελθόν οΰτε παρόν οΰτε μέλλον.
Η κατοικία μου ήταν φιλικά διακείμενη όχι μόνο προς τη σκέψη
αλλά και προς τη μελέτη, περισσότερο κι από ένα πανεπιστήμιο. Και
παρ' όλο που βρισκόμουν έξω από την εμβέλεια των συνηθισμένων

152

WALDEN

δανειστικών βιβλιοθηκών και των συγγραμμάτων που κυκλοφορούν
σ' αυτές, είχα μπει περισσότερο από κάθε άλλη φορά στη σφαίρα
επιρροής των βιβλίων εκείνων που κυκλοφορούν διαρκώς ανά τον
κόσμο, που οι προτάσεις τους γράφτηκαν για πρώτη φορά πάνω σε
κομμάτια από φλοιό δέντρων κι από τότε απλά αντιγράφονται από
καιρού εις καιρόν σε λινάρι ή χαρτί. Λέει ο ποιητής Μιρ Καμάρ Ουντίν Μαστ*: «Καθιστός περιδιαβάζω στο χώρο του πνεύματος* αυτό
είναι το πλεονέκτημα που μου δίνουν τα βιβλία. Μεθώ με ένα μονάχα ποτήρι κρασί* αυτή την απόλαυση βίωσα όταν ήπια το νέκταρ των
απόκρυφων δογμάτων». Όλο το καλοκαίρι είχα στο τραπέζι μου την
Ιλιάδα του Ομήρου, αν και το μόνο που έκανα είναι να ρίχνω πού
και πού μια ματιά σε κάποια σελίδα της. Στην αρχή, η αδιάκοπη χειρωνακτική εργασία δε μου άφηνε χρόνο για μελέτη, αφού είχα να
τελειώσω το σπίτι μου ενώ ταυτόχρονα έπρεπε να σπείρω τα φασόλια μου. Όμως έπαιρνα κουράγιο από την προσμονή της μελέτης
που ήξερα ότι θα έκανα αργότερα, όταν θα είχα την ευκαιρία. Στα
διαλείμματα από τη δουλειά μου διάβασα ένα δυο ευτελή ταξιδιωτικά βιβλία, ώσπου η ενασχόληση αυτή με έκανε να ντρέπομαι για τον
εαυτό μου και αναρωτήθηκα πού ζούσα τέλος πάντων εγώ.
Ο σπουδαστής μπορεί να προσπαθήσει να διαβάσει τον Όμηρο ή
τον Αισχύλο στα αρχαία ελληνικά χωρίς τον κίνδυνο να θεωρηθεί
σπατάλη χρόνου ή πολυτέλεια η πράξη του αυτή, διότι με τούτο υποδηλώνει ότι μιμείται ως ένα βαθμό τους ήρωες των συγγραφέων αυτών και αφιερώνει τις πρωινές του ώρες στον ιερό βωμό των σελίδων τους. Τα έπη, ακόμα και αν είναι τυπωμένα στη μητρική μας
γλώσσα, πάντοτε θα αποτελούν γλώσσα νεκρή σε καιρούς εκφυλισμού. Και πρέπει να αναζητούμε με ζήλο την έννοια κάθε λέξης και
κάθε αράδας, εκμαιεύοντας ένα νόημα μεγαλύτερο από εκείνο που
μας επιτρέπει η κοινή χρήση και επιστρατεύοντας όση σοφία, ανδρεία και γενναιοδωρία τυχαίνει να έχουμε. Η σύγχρονη φθηνή και
παραγωγικότατη τυπογραφία με όλες της τις μεταφράσεις δεν έχει
* Πέρσης ποιητής του 18ου αιώνα. (Σ.τ.Μ.)

ΔΙΑΒΑΣΜΑ

153

καταφέρει να μας φέρει περισσότερο κοντά στους επικούς ποιητές
της αρχαιότητας. Μοιάζουν το ιδιο μοναχικοί και η γλώσσα τους το
ιδιο σπάνια και παράξενη, όπως πάντα. Αξίζει τον κόπο να ξοδέψετε τις νεανικές σας ημέρες και τις πολύτιμες ώρες σας μόνο και μόνο
για να μάθετε λίγες λέξεις μιας αρχαίας γλώσσας, λέξεις που υψώνονται πάνω από την ευτέλεια της καθημερινότητας και γίνονται μόνιμες προκλήσεις και τροφή για σκέψεις. Δεν είναι καθόλου μάταιο
που ο αγρότης θυμάται και επαναλαμβάνει τις ελάχιστες λατινικές
λέξεις που έχει ακούσει. Μερικές φορές οι άνθρωποι μιλούν σαν να
επρόκειτο η μελέτη των κλασικών συγγραφέων κάποια στιγμή να
δώσει τη θέση της σε πιο σύγχρονες και πρακτικές σπουδές* όμως ο
πρωτοπόρος σπουδαστής πάντοτε θα μελετά τους κλασικούς συγγραφείς, σε όποια γλώσσα κι αν είναι γραμμένοι και όσο αρχαία κι
αν είναι τα κείμενά τους. Διότι, τι άλλο είναι τα κλασικά κείμενα, αν
όχι οι πιο ευγενείς σκέψεις του ανθρώπου; Είναι τα μόνα μαντεία
που δεν έχουν παρακμάσει και μέσα τους υπάρχουν απαντήσεις
ακόμα και για τα πιο σύγχρονα ερωτήματα, που όμοιές τους δεν
έδωσαν ποτέ ούτε οι Δελφοί ούτε η Δωδώνη. Τι κι αν πρόκειται για
κείμενα αρχαία; Αν ήταν έτσι, θα έπρεπε να σταματήσουμε να μελετάμε τη Φύση, αφού κι εκείνη είναι τόσο παλιά. Το καλό διάβασμα με άλλα λόγια, το διάβασμα βιβλίων με διάθεση και πνεύμα αλήθειας - αποτελεί ευγενή άσκηση, η οποία απαιτεί από τον αναγνώστη περισσότερο κόπο απ' οποιαδήποτε άλλη υπαγορεύεται από τις
σύγχρονες συνήθειες. Απαιτεί εξάσκηση σαν κι εκείνη των αθλητών
και σταθερή προσήλωση στο αντικείμενο για σχεδόν όλη τη διάρκεια της ζωής. Τα βιβλία πρέπει να διαβάζονται με την ίδια περίσκεψη και αυτοσυγκράτηση με την οποία γράορτηκαν. Δεν αρκεί μονάχα
να μπορεί κάποιος να μιλά τη γλώσσα του έθνους από το οποίο προέρχονται, αφού υπάρχει σημαντική διαφορά μεταξύ της προφορικής
και της γραπτής γλώσσας, μεταξύ της γλώσσας που ακούγεται και
εκείνης που διαβάζεται. Η πρώτη είναι συνήθως εφήμερη - τίποτε
άλλο παρά ένας απλός ήχος, μια ομιλία, μια διάλεκτος, σχεδόν βάρβαρη, την οποία μαθαίνουμε ασυνείδητα, όπως οι βάρβαροι, όπως

154

WALDEN

τα παιδιά από τη μητέρα τους. Η δεύτερη αποτελεί την ώριμη φάση
της πρώτης, το απόσταγμα της εμπειρίας της: αν η πρώτη είναι η μητρική μας γλώσσα, η δεύτερη είναι η πατρική μας, ένα σπάνιο και
πολύτιμο εκφραστικό μέσο, τόσο σπουδαία ώστε το αυτί να μην μπορεί να την αντιληφθεί ολόκληρη, που για να τη μιλήσουμε πρέπει να
ξαναγεννηθούμε. Τα πλήθη των ανθρώπων που τα χρόνια του Μεσαίωνα απλώς μιλούσαν την ελληνική και τη λατινική γλώσσα δεν
αποκτούσαν καμιά κληρονομική ικανότητα να διαβάζουν τα έργα
αυτών των ιδιοφυών συγγραφέων μόνο και μόνο επειδή είχε τΰχει
να γεννηθούν με τις γλώσσες αυτές ως μητρικές. Κι αυτό γιατί τα έργα εκείνα δεν είχαν γραφτεί στα ελληνικά ή στα λατινικά τα οποία
γνώριζαν, αλλά στη σπάνια και ξεχωριστή γλώσσα της λογοτεχνίας.
Τα πλήθη δεν είχαν μάθει τις ευγενείς διαλέκτους της Ελλάδας και
της Ρώμης. Ακόμα και τα υλικά πάνω στα οποία είχαν γρα(ρτεί τα
αθάνατα έργα της αρχαιότητας γι' αυτοΰς δεν ήταν παρά σπατάλη
χαρτιού κι αντί γι' αυτά αποθέωναν τη φθηνή σύγχρονή τους λογοτεχνία. Μόλις όμως τα διάφορα ευρωπαϊκά έθνη απέκτησαν ξεχωριστές, αν και ακατέργαστες, δικές τους γραπτές γλώσσες, οι οποίες
επαρκούσαν για τη λογοτεχνία τους που τότε αναπτυσσόταν, τότε
σημειώθηκε μια αναζωπύρωση της δίψας για μάθηση και οι λόγιοι
μπόρεσαν να διακρίνουν τους μακρινούς θησαυρούς της αρχαιότητας. Εκείνα που οι πλειονότητα των Ρωμαίων και των Ελλήνων δεν
μπορούσε να ακούσει, με την πάροδο μερικών αιώνων ένας περιορισμένος αριθμός λογίων μπορούσαν να τα διαβάσουν, κι ακόμα και
σήμερα ελάχιστοι είναι οι μορφωμένοι άνθρωποι που έχουν αυτή
την ικανότητα.
Όσο και αν θαυμάζουμε τα περιστασιακά ξεσπάσματα ευγλωττίας των ρητόρων, οι πιο ευγενείς γραπτές λέξεις απέχουν τόσο πολύ
από το φευγαλέο προφορικό λόγο όσο τα αστέρια του στερεώματος
από τη γη. Εκεί είναι τα αστέρια. Όποιος μπορεί, ας τα διαβάσει. Οι
αστρονόμοι τα παρατηρούν και καταγράφουν τα σχόλιά τους αδιάκοπα, Αυτά δεν είναι απλές εκπνοές, όπως είναι οι καθημερινές μας
συνομιλίες και τα χνότα μας. Ό,τι στο βήμα του ομιλητή περνιέται

ΔΙΑΒΑΣΜΑ

155

για ευγλωττία, στο χώρο της μελετης αποκαλύπτεται ως απλή ρητορεία. Ο ρήτορας αντλεί την έμπνευσή του από ενα παροδικό περιστατικό και μιλά στον όχλο που βρίσκεται αντίκρυ του, σε εκείνους
που μπορούν να τον ακούσουν ο συγγραφέας όμως, ο οποίος βρίσκει έμπνευση στην ίδια τη γαλήνια ζωή του και για τον οποίο το περιστατικό και το πλήθος που εμπνέουν το ρήτορα δε θα ήταν παρά
περισπασμοί, μιλά κατευθείαν στη διάνοια και στην καρδιά της ανθρωπότητας, σε όλους όσοι είναι σε θέση να τον καταλάβουν, σε κάθε εποχή.
Δεν είναι λοιπόν να απορεί κανείς που ο Μέγας Αλέξανδρος
κουβαλούσε μαζί του σε όλες του τις εκστρατείες την Ιλιάδα σε μια
πολύτιμη κοσμηματοθήκη. Ο γραπτός λόγος είναι το πιο διαλεχτό
κατάλοιπο του παρελθόντος. Είναι το πιο προσωπικό και ταυτόχρονα το πιο παγκόσμιο απ' όλα τα έργα τέχνης. Είναι το έργο τέχνης
που βρίσκεται πιο κοντά στην ίδια τη ζωή. Μπορεί να μεταφραστεί
σε όλες τις γλώσσες της γης και όχι μόνο να διαβαστεί, αλλά και να
γίνει ανάσα για όλα τα ανθρώπινα χείλη. Δεν αποτυπώνεται μονάχα
στο μάρμαρο ή στο πανί, αλλά σμιλεύεται από την ίδια την πνοή της
ζωής. Το σύμβολο της σκέψης ενός ανθρώπου της αρχαιότητας γίνεται λόγος του σύγχρονου ανθρώπου. Δυο χιλιάδες καλοκαίρια δεν
κατάφεραν να φθείρουν τα μνημεία της κλασικής ελληνικής λογοτεχνίας* απεναντίας, τους προσέδωσαν μια μεστή, χρυσή φθινοπωρινή
απόχρωση, όπως έκαναν και στα αρχαία ελληνικά μάρμαρα. Κι αυτό
διότι μεταφέρουν τη δική τους γαλήνια και ουράνια αύρα σε κάθε
γωνιά της γης, μια αύρα που τα προστατεύει από τη διάβρωση του
χρόνου. Τα βιβλία αποτελούν το θησαυρό του κόσμου και την πιο
πολύτιμη κληρονομιά όλων των γενεών και των εθνών. Τα πιο παλιά
και τα πιο καλά βιβλία στέκονται δικαιωματικά στα ράφια κάθε σπιτιού. Δεν έχουν καμιά ανάγκη να υπερασπιστούν τον εαυτό τους.
Όσο φωτίζουν τον αναγνώστη και του δίνουν δύναμη, η κοινή του
λογική θα τον εμποδίσει να τα απαρνηθεί. Οι συγγραφείς τους αποτελούν τη φυσική και αδιαμφισβήτητη αριστοκρατία κάθε κοινωνίας
και η επίδρασή τους πάνω στην ανθρωπότητα είναι ισχυρότερη από

156

WALDEN

κάθε βασιλιά και κάθε αυτοκράτορα. Όταν ο αγράμματος έμπορος,
που συχνά τρέφει αισθήματα περιφρόνησης προς τα βιβλία, κερδίσει με την εργατικότητα και την επιχειρηματικότητά του τον ελεύθερο χρόνο και την ανεξαρτησία που τόσο επιθυμούσε και επιτέλους
του επιτραπεί η είσοδος στους κοινωνικούς κύκλους του πλούτου και
της μόδας, αναπόφευκτα θα έρθει η στιγμή που θα στραφεί προς
τους ακόμα υψηλότερα ιστάμενους, αλλά απρόσιτους γι' αυτόν, κύκλους της διανόησης και του πνεύματος. Τότε αντιλαμβάνεται πόσο
ελλιπής είναι η πνευματική του καλλιέργεια και πόσο μάταια και
ανεπαρκή όλα του τα πλούτη, και αποδεικνύει γι' άλλη μια φορά την
καπατσοσύνη του με τη φροντίδα που δείχνει στα παιδιά του ώστε
να διασφαλίσει την καλλιέργεια του πνεύματός τους, την έλλειψη της
οποίας τόσο έντονα νιώθει ο ίδιος. Κι έτσι κάνει οικογένεια.
Όσοι δεν έχουν μάθει να διαβάζουν τους αρχαίους κλασικούς
συγγραφείς στη γλώσσα τους πρέπει να έχουν εξαιρετικά ελλιπείς
γνώσεις γύρω από την ιστορία της ανθρωπότητας. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι καμία μεταφορά των έργων αυτών δεν έχει γίνει
σε κάποια σύγχρονη γλώσσα, εκτός και αν θεωρήσουμε ότι ο πολιτισμός μας μεταφέρει στοιχεία από εκείνη την εποχή. Ο Όμηρος δεν
έχει ακόμη μεταφραστεί στην αγγλική γλώσσα, ούτε ο Αισχύλος ή ο
Βιργίλιος* - έργα που διαπνέονται από τόσο υψηλά αισθήματα και
είναι τόσο όμορφα, σχεδόν όσο κι ένα ανοιξιάτικο πρωινό. Οι μεταγενέστεροι συγγραφείς, ό,τι κι αν πούμε για την ευφυΐα τους, σπάνια, για να μην πω ποτέ, (ρτάνουν τη λεπτή ομορφιά και τη δεξιοτεχνία των αρχαίων ή την πνευματική οξύτητα και τη διά βίου αφοσίωσή τους στο έργο. Μόνο εκείνοι που δε γνώρισαν ποτέ τα έργα αυτά
μπορούν να ισχυρίζονται ότι κάποτε θα ξεχαστούν. Για να μπορέσουμε να τα ξεχάσουμε, πρέπει πρώτα να διαθέτουμε την παιδεία
και το πνεύμα που θα μας επιτρέψουν να τα πλησιάσουμε και να τα
εκτιμήσουμε. Πόσο πλούσια θα είναι η εποχή εκείνη κατά την οποία
* Ο Θορώ απεχθανόταν τις μεταφράσεις των αρχαίων κλασικών συγγραφέων
που υπήρχαν διαθέσιμες στην εποχή του. (Σ.τ.Μ.)

ΔΙΑΒΑΣΜΑ

157

τα κατάλοιπα του παρελθόντος που ονομάζουμε κλασικά εργα, καθώς και οι ακόμα πιο παλιές και κλασικές αλλά παρ' όλα αυτά λιγότερο γνωστές Γραφές των εθνών θα έχουν συγκεντρωθεί και το κάθε
Βατικανό θα έχει γεμίσει με Βέδες, Ζεδαβέστες και Βίβλους, με τα
έργα του Ομήρου, του Δάντη και του Σαίξπηρ, και όλες οι επόμενες
γενιές θα έχουν εναποθέσει με τη σειρά τους τα τρόπαιά τους στις
αγορές του κόσμου! Με μια τέτοια περιουσία, θα μπορούμε να ελπίζουμε πως θα (ρτάσουμε επιτέλους τον ουρανό.
Τα έργα των μεγάλων ποιητών δεν τα έχει ακόμη οικειοποιηθεί η
ανθρωπότητα, απλούστατα διότι μόνο οι μεγάλοι ποιητές είναι σε
θέση να το κάνουν. Έχουν διαβαστεί μόνο όπως διαβάζει η πλειονότητα των ανθρώπων τα αστέρια, στην καλύτερη περίπτωση με τον
τρόπο της αστρολογίας και όχι μ' εκείνον της αστρονομίας. Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν μάθει να διαβάζουν μόνο και μόνο για
να λένε ότι χαλαρώνουν, όπως έχουν μάθει να μετρούν μόνο και μόνο για να μπορούν να κρατούν τους λογαριασμούς τους ώστε να μην
τους κοροϊδεύουν στο εμπόριο. Όμως για την ανάγνωση ως ευγενή
διανοητική άσκηση γνωρίζουν ελάχιστα ή τίποτε. Κι όμως, αυτή μόνο είναι ανάγνωση με την υψηλή έννοια: όχι εκείνη που μας νανουρίζει όπως κάθε πολυτέλεια, βυθίζοντας σε ύπνο μακάριο τις πιο ευγενείς μας ικανότητες, αλλά εκείνη που για να την πετύχουμε πρέπει
να σταθούμε στα ακροδάχτυλά μας και να της αφιερώσουμε τις πιο
δραστήριες και φωτισμένες ώρες μας.
Πιστεύω ότι, αφού πια μάθουμε το αλφάβητο, θα πρέπει να διαβάζουμε ό,τι καλύτερο διαθέτει η λογοτεχνία και όχι να επαναλαμβάνουμε αιωνίως το άλφα, το βήτα και τις μονοσύλλαβες λέξεις.
Πρέπει να προχωράμε τάξεις και όχι να μένουμε όλη μας τη ζωή
στάσιμοι στην πρώτη. Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι ευχαριστημένοι αν είναι σε θέση να διαβάσουν ή να ακούσουν κάποιον να τους
διαβάζει ένα καλό βιβλίο, τη Βίβλο, η σοφία του οποίου τους έχει
καταδικάσει. Την υπόλοιπη ζωή τους φυτοζωούν και χαραμίζουν τις
πνευματικές τους ικανότητες σε αυτό που αποκαλείται «εύκολο διάβασμα». Υπάρχει στη δανειστική μας βιβλιοθήκη ένα πολύτομο έργο

158

WALDEN

το ojtoio φέρει τον τίτλο Μικρή Ανάγνωση, που στην αρχή πίστευα
ότι αναφερόταν σε κάποια μικρή πόλη με το όνομα αυτό, την οποία
δεν είχε τΰχει να επισκε(ρτώ. Υπάρχουν πολλοί που, σαν τους κορμοράνους και τις στρουθοκαμήλους, μπορούν να χωνέψουν τα πάντα, ακόμα και έπειτα από ένα πλσΰσιο γεΰμα όλο κρέατα και λαχανικά, γιατί δεν αντέχουν να βλέπουν τίποτε να πηγαίνει χαμένο. Αν
κάποιοι άλλοι είναι οι μηχανές που παρέχουν αυτοΰ του είδους την
τροφή, εκείνοι είναι οι μηχανές που την καταναλώνουν. Διαβάζουν
για χιλιοστή φορά την ιστορία του Ζαβουλών και της Σεφρονίάς, ότι
αγαπιόνταν όσο κανείς δεν είχε αγαπήσει ποτέ πριν και πόσα εμπόδια έπρεπε να συναντήσει στο δρόμο της η αληθινή τους αγάπη πώς έτρεξε, πώς σκόνταψε και πώς ξανασηκώθηκε, και πάλι από την
αρχή. Ή την ιστορία κάποιου κακομοίρη που ανέβηκε στην κορυφή
ενός καμπαναριού, ενώ δεν είχε καμιά δουλειά εκεί. Κι έπειτα,
αφοΰ τον ανέβασε χωρίς λόγο ως εκεί πάνω, ο περιχαρής μυθιστοριογράφος χτυπά την καμπάνα για να τρέξει όλος ο κόσμος και να
μάθει - ω. Θεέ μου! - πώς κατάφερε να ξανακατέβει. Προσωπικά
πιστεύω ότι όλους αυτοΰς τους επίδοξους ήρωες του παγκόσμιου μυθιστορήματος θα έπρεπε κάποιος να τους μεταμορφώσει σε ανεμοδείκτες, όπως παλιά έβαζαν τους ήρωες ψηλά στους αστερισμούς,
και να τους αφήσει εκεί πάνω να περιστρέφονται μέχρι να σκουριάσουν, αντί να κατεβαίνουν και να ενοχλούν τους τίμιους ανθρώπους
με τα καμώματά τους. Την επόμενη φορά που κάποιος μυθιστοριογράφος χτυπήσει την καμπάνα δεν πρόκειται να το κουνήσω από τη
θέση μου και δεν πα να καεί το δημαρχείο. «Το χοροπήδημα του Τιπ
Τόου Χοπ, ένα μεσαιωνικό ρομάντζο από τον ξακουστό συγγραφέα
του Τιτλ Τολ Ταν, σε μηνιαίες συνέχειες· προβλέπεται να γίνει ανάρπαστο! Προλάβετε! Μη στριμώχνεστε!» Και όλα αυτά τα διαβάζουν
με μάτια και στόματα ορθάνοιχτα, με μια ακόρεστη, πρωτόγονη περιέργεια και με ακούραστα στομάχια, που χωνεύουν τα πάντα στη
στιγμή χωρίς ποτέ να παθαίνουν δυσπεψία, όπως ένα τετράχρονο πιτσιρίκι διαβάζει τη Σταχτοπούτα του με το επίχρυσο εξώφυλλο που
του την αγόρασαν για δύο σεντς. Και δε βλέπω να έχουν οι μεν κα-

ΔΙΑΒΑΣΜΑ

159

μια διαφορά από το δε, οΰτε στην προφορά, οΰτε στο ρυθμό, οΰτε
στον τονισμό των λέξεων, οΰτε καν στην ικανότητα διαπίστωσης του
ηθικού διδάγματος. Το αποτέλεσμα είναι διαταραχές της όρασης,
τελμάτωση των ζωτικών λειτουργιών και μια γενική αναισθησία και
ατροφία όλων των διανοητικών ικανοτήτων. Αυτό το είδος του γλυκίσματος ψήνεται καθημερινά και με μεγαλύτερη επιμέλεια από το
απλό σταρένιο ή καλαμποκένιο ψωμί σχεδόν σε κάθε φούρνο και
πάντοτε υπάρχει μια μεγάλη αγορά γι' αυτό.
Τα καλύτερα βιβλία δε διαβάζονται οΰτε από εκείνους που αποκαλούνται καλοί αναγνώστες. Ποιο είναι το επίπεδο του πολιτισμού
μας εδώ στο Κόνκορντ; Στη μικρή αυτή πόλη, εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων, δεν υπάρχει κανείς που να ενδιαφέρεται για τα καλύτερα
βιβλία, ή έστω για τα πολύ καλά, ακόμη κι αν είναι γραμμένα στην
αγγλική γλώσσα, που τις λέξεις τους μπορούν εν πάση περιπτώσει
να τις διαβάσουν όλοι. Ακόμη και οι απόφοιτοι κολεγίων και οι άνθρωποι που έχουν αποκτήσει τη λεγόμενη «φιλελεύθερη παιδεία»,
τόσο εδώ όσο και αλλού, στην πραγματικότητα ελάχιστη έως καθόλου επαφή έχουν με τους Άγγλους κλασικούς συγγραφείς. Κι όσο
για την καταγραμμένη σοφία της ανθρωπότητας, τους αρχαίους κλασικούς συγγραφείς και τις Βίβλους, έργα προσιτά σε όλους όσοι ενδιαφέρονται γι' αυτά, οι προσπάθειες που κάνουν οι άνθρωποι για
να τα γνωρίσουν είναι ισχνότατες. Ξέρω ένα μεσήλικα ξυλοκόπο*
που αγοράζει μια γαλλική εφημερίδα, απ' ό,τι λέει όχι για να μάθει
τα νέα, γιατί αυτά τον αφήνουν αδιάφορο, αλλά για να «διατηρήσει
την επαφή του με τη γλώσσα», μια και είναι από τον Καναδά. Και
όταν τον ρωτώ ποιο θεωρεί το καλύτερο που μπορεί να κάνει στον
κόσμο αυτό, απαντά ότι, εκτός από αυτό που ήδη κάνει, θεωρεί χρήσιμο να διατηρεί και να εμπλουτίζει τις γνώσεις του πάνω στην αγγλική γλώσσα. Οι περισσότεροι απόφοιτοι κολεγίου δεν κάνουν τίποτε παραπάνω από αυτό, ούτε και φιλοδοξούν να κάνουν τίποτε
* Πρόκειται για το φίλο του Θοροό Άλεξ Θεριέν, στον οποίο αναφέρεται εκτενέστερα στο κεφάλαιο «Επισκέπτες». (Σ.τ.Μ.)

160

WALDEN

παραπάνω, και για το σκοπό αυτό διαβάζουν αγγλόφωνες εφημερίδες. Κάποιος που μόλις τέλειωσε το διάβασμα ενός από τα καλύτερα
βιβλία που έχουν γραφτεί στην αγγλική γλώσσα, πόσους θα βρει
άραγε με τους οποίους θα μπορέσει να συζητήσει πάνω σ' αυτό; Ή ,
ας υποθέσουμε ότι μόλις τέλειωσε το διάβασμα ενός αρχαιοελληνικού ή λατινικού κλασικού έργου στο πρωτότυπο, που ακόμα και οι
λεγόμενοι αγράμματοι έχουν ακούσει να το επαινούν. Δε θα βρει
ούτε έναν που να μπορεί να του μιλήσει γι' αυτό, αλλά θα είναι αναγκασμένος να παραμείνει βουβός. Ακόμη και στα κολέγιά μας είναι
σπάνιο να βρει κανείς κάποιον καθηγητή που, ενώ έχει καταφέρει
να αποκτήσει επαρκή γνώση της γλώσσας, να έχει καταφέρει αναλόγως να κατανοήσει το πνεύμα και την ποίηση ενός αρχαίου Έλληνα
κλασικού ποιητή ή έστω να τρέφει κάποια συμπάθεια προς τον επιμελή και ηρωικό αναγνώστη. Κι όσο για τις ιερές Γραφές, τις Βίβλους της ανθρωπότητας, ποιος υπάρχει στην πόλη αυτήν που είναι
ικανός να μου πει έστω και τους τίτλους τους; Οι περισσότεροι νομίζουν ότι το μόνο έθνος που είχε ποτέ Αγία Γραφή ήταν οι Εβραίοι.
Οι περισσότεροι δε θα διστάσουν να παρατήσουν τις δουλειές τους
και να ξεστρατίσουν από το δρόμο τους αν είναι να μαζέψουν ένα
ασημένιο δολάριο* όμως εδώ μπροστά μας βρίσκονται οι ολόχρυσες
λέξεις, που γράφτηκαν από τους σοφότερους ανθρώπους της αρχαιότητας και την αξία των οποίων δεν παύουν να μας επιβεβαιώνουν
οι σοφοί κάθε εποχής από τότε μέχρι σήμερα. Κι όμως, εμείς το μόνο που μαθαίνουμε να κάνουμε είναι «εύκολες αναγνώσεις», να διαβάζουμε τα αλφαβητάρια και τα αναγνωστικά μας και, μόλις τελειώνουμε το σχολείο, τις σειρές όπως η Μικρή Ανάγνωση και τα βιβλία
με τα παραμύθια, που είναι για μικρά παιδιά και αρχάριους. Οι ικανότητές μας στην ανάγνωση, στη συζήτηση και στη σκέψη βρίσκονται όλες σε θλιβερά χαμηλό επίπεδο, σαν να είμαστε πυγμαίοι ή ανθρωπάρια.
Φιλοδοξώ να γνωριστώ με ανθρώπους σοφότερους από αυτούς
που έχει γεννήσει η γη του Κόνκορντ, που τα ονόματά τους είναι
σχεδόν άγνωστα εδώ. Ή μήπως θα ήταν σωστό να έχω ακούσει το

ΔΙΑΒΑΣΜΑ

161

όνομα του Πλάτωνα και να μην έχω διαβάσει ποτέ κάποιο βιβλίο
του; Σαν να ήταν ο Πλάτωνας συχωριανός μου και να μην τον είχα
αντικρίσει ποτέ μου - σαν να ήταν γειτονάς μου και να μην τον είχα
ακούσει ποτέ μου να μιλά, να μην είχα απολαύσει ποτέ μου τη σοφία
των λόγων του. Πώς γίνεται κάτι τέτοιο; Οι Διάλογοί του, που περιέχουν όλα όσα ήταν αθάνατα μέσα του, βρίσκονται στο διπλανό ράφι
κι όμως δεν τους έχω διαβάσει ποτέ μου. Είμαστε άξεστοι, αστοιχείωτοι και αγράμματοι. Και ομολογώ ότι, στην περίπτωση αυτή, δεν
κάνω μεγάλη διάκριση ανάμεσα στην αγραμματοσυνη των συχωριανών μου, που δεν έμαθαν ποτέ τους να διαβάζουν, και σ' εκείνη
όσων έχουν μάθει να διαβάζουν μονάχα βιβλία για παιδιά και ηλίθιους. Πρέπει να γίνουμε ισάξιοι των σημαντικών ανθρώπων της αρχαιότητας, πρώτα όμως πρέπει να μάθουμε πόσο άξιοι ήταν εκείνοι.
Είμαστε μια φυλή μικρών ανθρώπων και οι διανοητικές μας πτήσεις
δεν ξεπερνούν κατά πολΰ το ΰψος που έχουν οι στήλες των πρωινών
μας εφημερίδων.
Δεν είναι όλα τα βιβλία τόσο βαρετά όσο οι αναγνώστες τους.
Πιθανότατα υπάρχουν λόγια που απευθύνονται στον καθένα μας
προσωπικά, έχουν να κάνουν ακριβώς με την κατάσταση στην οποία
βρισκόμαστε, τα οποία, αν μπορούσαμε πραγματικά να τα αφουγκραστούμε και να τα κατανοήσουμε, θα ήταν πιο ευεργετικά για τη
ζωή μας απ' ό,τι ένα πρωινό ή η άνοιξη και θα μας έκαναν να δούμε
τα πράγματα με άλλα μάτια. Πόσοι άνθρωποι δεν έκαναν μια νέα
αρχή στη ζωή τους με αφορμή την ανάγνωση ενός βιβλίου! Το πιθανότερο είναι να υπάρχει κάπου το βιβλίο που θα εξηγήσει τα θαύματά μας και θα μας αποκαλύψει καινούργια. Τα πράγματα που παραμένουν ανείπωτα ίσως κάπου να τα βρούμε ειπωμένα. Τα ίδια ερωτήματα που μας βασανίζουν, μας σαστίζουν και μας προκαλούν σύγχυση έχουν περάσει όλα από το νου των σοφών ανθρώπων. Ούτε
ένα δεν έχει παραλειφθεί. Και όλοι τους απάντησαν σ' αυτά, ανάλογα με την ικανότητά τους, με τις λέξεις και με τα έργα τους. Και κάτι
ακόμα: μαζί με τη σοφία διδασκόμαστε και την ελευθεροφροσύνη. Ο
μοναχικός εργάτης που δουλεύει στη φάρμα έξω από το Κόνκορντ, ο

162

WALDEN

οποίος ξαναγεννήθηκε υστέρα από μια παράξενη θρησκευτική
εμπειρία και που η πίστη του τον αναγκάζει, όπως πιστεύει ο ίδιος,
να είναι σιωπηλός, βλοσυρός και απόλυτος, μπορεί να νομίζει ότι ο
παραπάνω ισχυρισμός δεν είναι αληθής. Όμως ο Ζωροάστρης, πριν
από χιλιάδες χρόνια, ταξίδεψε στον ίδιο δρόμο και είχε την ίδια
εμπειρία. Εκείνος όμως, μια και ήταν σοφός, ήξερε πως η εμπειρία
του ήταν κάτι παγκόσμιο, κάτι που ίσχυε για όλους, και γι' αυτό συμπεριφέρθηκε στους γείτονες του αναλόγως. Λένε, μάλιστα, ότι
εκείνος ήταν που επινόησε και καθιέρωσε τη λατρεία μεταξύ των
ανθρώπων. Ας έρθει λοιπόν και ο σημερινός άνθρωπος πρώτα σε
κοινωνία με τον Ζωροάστρη, κρατώντας την ταπεινή στάση που του
αρμόζει, κι έπειτα, διαμέσου της απελευθερωτικής επιρροής όλων
των μεγάλων προσωπικοτήτων του παρελθόντος, με τον ίδιο τον Ιησού Χριστό, ας αφήσει κατά μέρος την «εκκλησία μας».
Καυχιόμαστε ότι είμαστε παιδιά του δέκατου ένατου αιώνα, ότι
προχωράμε πιο γρήγορα από κάθε άλλο έθνος στον κόσμο. Σκεςπείτε, όμως, πόσο λίγα κάνει αυτό εδώ το χωριό για τον ίδιο του τον πολιτισμό. Δεν επιθυμώ καθόλου να κολακέψω τους συχωριανοΰς μου,
ούτε και να κολακευτώ από εκείνους, γιατί κάτι τέτοιο δε θα βοηθούσε ούτε εκείνους οΰτε εμένα. Έχουμε ανάγκη να μας προκαλούν
- να μας τσιγκλούν, όπως κάνουν στα βόδια για να πηγαίνουν πιο
γρήγορα. Διαθέτουμε ένα σχετικά ικανοποιητικό σύστημα δημόσιας
εκπαίδευσης, μόνο για τα βρέφη όμως. Αν εξαιρέσουμε τον φιλολογικό και πολιτιστικό μας σύλλογο, που λιμοκτονεί το χειμώνα, και
τώρα τελευταία κάποιες αδύναμες προσπάθειες της πολιτείας για
την ίδρυση μιας βιβλιοθήκης, δε διαθέτουμε κανενός είδους σχολείο
για εμάς τους ίδιους. Ξοδεύουμε περισσότερα για να εξασφαλίσουμε τροφή για το σώμα μας - τόσο πολλά ώστε συχνά φτάνουμε στο
σημείο να αρρωστήσουμε - απ' ό,τι για το πνεύμα μας. Πρέπει επιτέλους να φτιάξουμε σχολεία διαφορετικά, τέτοια που να μη μας
αναγκάζουν να διακόπτουμε την παιδεία μας μόλις αρχίζουμε να γινόμαστε άνδρες ή γυναίκες. Πρέπει επιτέλους τα χωριά να γίνουν
πανεπιστήμια και οι γηραιότεροι χωριανοί πρυτάνεις, αφού έχουν

ΔΙΑΒΑΣΜΑ

163

την άνεση χρόνου - αν πράγματι την έχουν - να αφιερώσουν την
υπόλοιπη ζωή τους στη μελέτη. Γιατί θα πρέπει ο κόσμος να μείνει
για πάντα περιορισμένος σε ένα Παρίσι και σε μια Οξφόρδη; Γιατί
να μην μπορούν να έρθουν φοιτητές εδώ, στο Κόνκορντ, να μείνουν
και να σπουδάσουν; Γιατί να μην μπορούμε να προσλάβουμε κάποιον σαν τον Αβελάρδο* για να μας διδάξει; Αλίμονο! Με το τάισμα
των γελαδιών και τη δουλειά στο μαγαζί δε μας μένει χρόνος για
σχολείο κι έτσι παραμελούμε την εκπαίδευση μας σε απελπιστικό
βαθμό. Στον τόπο αυτό, τα χωριά θα έπρεπε να πάρουν τρόπον τινά
τη θέση που έχουν οι ευγενείς στην Ευρώπη: να γίνουν προστάτες
των καλών τεχνών. Στο κάτω κάτω, είναι αρκούντως ευκατάστατα.
Το μόνο που τους λείπει είναι η μεγαλοψυχία και ο εξευγενισμός.
Ξοδεΰουν πολλά χρήματα σε πράγματα που οι αγρότες και οι έμποροι τα νομίζουν σημαντικά, αλλά θεωρούν ουτοπική οποιαδήποτε
πρόταση να διαθέσουν χρήματα για πράγματα που οι πιο σοφοί άνθρωποι ξέρουν ότι έχουν πολΰ μεγαλύτερη αξία. Η μικρή αυτή πόλη
ξόδεψε δεκαεπτά χιλιάδες δολάρια για να χτίσει ένα δημαρχείο - ας
είναι καλά ο πλούτος και η πολιτική - αλλά το πιο πιθανό είναι να
μην ξοδέψει ούτε σε εκατό χρόνια ένα τέτοιο ποσό για να γεμίσει με
δημιουργικό πνεύμα το κέλυφος αυτό που κατασκεύασε. Τα εκατόν
είκοσι πέντε δολάρια που δίνονται κάθε χρόνο στον πολιτιστικό σύλλογο είναι το μοναδικό ποσό που ξοδεύεται με τον καλύτερο τρόπο
στην πόλη αυτή. Αφού ζούμε στο δέκατο ένατο αιώνα, γιατί να μην
απολαμβάνουμε τα πλεονεκτήματα που μας προσφέρει; Γιατί να είναι η ζωή μας επαρχιώτικη από κάθε έποψη; Αφού θέλουμε να διαβάζουμε εφημερίδες, γιατί να μην προσπεράσουμε τα κουτσομπολιά
της Βοστόνης και να μην πάρουμε κατευθείαν την καλύτερη εφημερίδα του κόσμου; Ας σταματήσουμε επιτέλους να ρουφάμε τις κοινοτοπίες των «οικογενειακών» περιοδικών ή να ξεφυλλίζουμε τους
«Κλάδους Ελαίων»** εδώ στη Νέα Αγγλία. Ας έρθουν σε μας όλες
* Peter Abelard (1079-1142): Γάλλος φιλόσοφος και θεολόγος. (Χ.τ.Μ)
** «Olive Branches»: εφημερίδα των μεθοδιστών. (Σ.τ.Μ.)

164

WALDEN

οι δημοσιεύσεις των πνευματικών συλλόγων και θα δοΰμε αν ξέρουν
στ' αλήθεια τίποτε. Γιατί να αφήνουμε την επιλογή των αναγνωσμάτων μας στους εκδοτικούς οίκους των Αδελφών Χάρπερ ή στους Ρέντινγκ και Σία; Όπως ο ευγενής με το εκλεπτυσμένο γούστο περιβάλλεται από όλα όσα συντελούν στην περαιτέρω πνευματική του
καλλιέργεια - εξυπνάδα, εκπαίδευση, ευστροφία, βιβλία, πίνακες
ζωγραφικής, αγάλματα, μουσική, εγχειρίδια φιλοσοφίας και τα λοιπά - έτσι ας κάνει και το χωριό. Ας μη σταματήσει στον έναν παιδαγωγό, στον έναν εφημέριο, στον ένα νεωκόρο, στη βιβλιοθήκη της
ενορίας και στους τρεις επίλεκτους άνδρες μόνο και μόνο επειδή οι
προσκυνητές πρόγονοί μας κάποτε, έναν παγωμένο χειμώνα πάνω σ'
έναν αφιλόξενο βράχο τα έβγαλαν πέρα μονάχα με αυτούς. Η συλλογική δράση είναι σύμφωνη προς το πνεύμα των θεσμών μας· και
είμαι βέβαιος πως, όσο περισσότερο ευημερούμε, τόσο πιο επαρκή
γίνονται τα μέσα μας από εκείνα των Ευρωπαίων ευγενών. Η Νέα
Αγγλία έχει τα μέσα να προσλάβει όλους τους σοφούς του κόσμου
να έρθουν και να τη διδάξουν, να τους φιλοξενήσει χειμώνα καλοκαίρι και να πάψει επιτέλους να αποτελεί επαρχία. Αυτό είναι το
διαφορετικό σχολείο που μας λείπεL Αντί για την τάξη των ευγενών,
ας έχουμε εμείς ευγενή χωριά ανθρώπων. Αν είναι ανάγκη, ας μη
χτίσουμε μια γέφυρα πάνω από το ποτάμι, ας κάνουμε λίγο μεγαλύτερη διαδρομή και, αντί γι' αυτό, ας υψώσουμε επιτέλους μια άλλη
γέφυρα, μια αψίδα πάνω από τον σκοτεινό κόλπο της άγνοιας που
μας περιβάλλει.

ΦΩΝΕΣ

Μένοντας όμως περιορισμένοι στα βιβλία, κι ας είναι τα πιο διαλεχτά και τα πιο κλασικά, και διαβάζοντας λίγες μόνο γλώσσες, οι
οποίες δεν είναι παρά επαρχιακές διάλεκτοι, κινδυνεύουμε να ξεχάσουμε τη γλώσσα που μιλούν όλα τα πράγματα και τα γεγονότα χωρίς
ίχνος μεταφοράς, η οποία είναι η πιο χρησιμοποιημένη και επίσημη
στον κόσμο. Πολλά δημοσιοποιούνται στη γλώσσα αυτή, ελάχιστα
όμως τυπώνονται. Οι ακτίνες του ήλιου που χύνονται μέσα από τις
γρίλιες του παραθυρόφυλλου, με την αφαίρεση του παραθυρόφυλλου
θα ξεχαστούν. Καμία μέθοδος, καμία επιστήμη δεν μπορεί να υπερβεί την ανάγκη να βρίσκεται κανείς αιωνίως σε εγρήγορση. Τι αξία
έχει ένα μάθημα ιστορίας, φιλοσοφίας ή και ποίησης ακόμα, όσο καλό και αν είναι, οι καλύτερες συναναστροφές ή η πιο θαυμαστή ενασχόληση, σε σύγκριση με την επιστήμη του να βλέπει κανείς πάντοτε
όλα όσα υπάρχουν; Θα παραμείνετε απλοί αναγνώστες, απλοί σπουδαστές, ή θα αρχίσετε να βλέπετε; Διαβάστε τη μοίρα σας, δείτε αυτά
που βρίσκονται μπροστά σας και βαδίστε στο μέλλον.
Το πρώτο καλοκαίρι δε διάβασα βιβλία· σκάλιζα το χωράφι μου
για να φυτέψω φασολιές. Ή , μάλλον, συχνά έκανα Μ η καλύτερο
από αυτό. Υπήρχαν φορές που δεν μπορούσα να θυσιάσω το μεγαλείο κάποιας συγκεκριμένης στιγμής για χάρη οποιασδήποτε δουλειάς, είτε χειρωνακτικής είτε πνευματικής. Μου αρέσει να έχω μεγάλα
περιθώρια στη ζωή μου. Κάποιες φορές, τα πρωινά του καλοκαιριού, μετά το συνηθισμένο μπάνιο μου, καθόμουν στο ηλιόλουστο

166

WALDEN

κατώφλι μου από την αυγή ως το μεσημέρι, βυθισμένος στην έκσταση της ονειροπόλησης, ανάμεσα στα πεΰκα, τις καρυές και τα σουμάκια, μέσα σε μια μοναξιά και μια ησυχία που τίποτε δε διέκοπτε,
ενώ τριγύρω τα πουλιά τραγουδούσαν ή φτερούγιζαν αθόρυβα καθώς περνούσαν μέσα από το σπίτι. Ώσπου ο ήλιος που άρχιζε να πέφτει από το δυτικό μου παράθυρο ή ο θόρυβος που έκανε το κάρο
κάποιου ταξιδιώτη στη μακρινή δημοσιά μου θύμιζε το πέρασμα του
χρόνου. Μεγάλωνα τις ώρες εκείνες, όπως μεγαλώνει το καλαμπόκι
μέσα στη νύχτα - και αυτό ήταν για μένα κάτι πολύ πιο ευεργετικό
από οποιαδήποτε χειρωνακτική εργασία. Δεν ήταν χρόνος που
αφαιρούνταν από τη ζωή μου αλλά, αντίθετα, χρόνος που προσετίθετο σ' εκείνον που μου είχε ορίσει η μοίρα. Συνειδητοποίησα τι ακριβώς εννοούν οι Ανατολίτες όταν αναφέρονται στο διαλογισμό και
στην εγκατάλειψη των εργασιών. Τον περισσότερο καιρό δεν ασχολιόμουν με το πώς περνούσαν οι ώρες. Η ημέρα προχωρούσε σαν να
είχε μοναδικό σκοπό να φωτίσει κάποια δική μου εργασία* τη μια
στιγμή ήταν πρωί και ορίστε, έπειτα από λίγο ήταν βράδυ, χωρίς να
έχω καταφέρει τίποτε το αξιομνημόνευτο. Αντί να τραγουδώ κι εγώ
σαν τα πουλιά, χαμογελούσα σιωπηλά με την αδιάκοπη καλή μου τύχη. Όπως εγώ άκουγα το τιτίβισμα του σπουργίτη που καθόταν στην
καρυά μπροστά στην πόρτα μου, έτσι κι εκείνος μπορεί να άκουγε
να βγαίνει μέσα από τη φωλιά μου το πνιχτό μου γελάκι και το υπόκωφο τραγούδισμά μου. Οι ημέρες μου δεν ήταν οι ημέρες της εβδομάδας, δεν έπαιρναν το όνομά τους από παγανιστικές θεότητες, δεν
ψιλοκόβονταν σε ώρες, ούτε τις ροκάνιζαν οι χτύποι του ρολογιού.
Γιατί ζούσα όπως οι Ινδιάνοι Πούρι, για τους οποίους λένε ότι «για
το χθες, το σήμερα και το αύριο δεν έχουν παρά μόνο μία λέξη και
τη διαφορά στο νόημα την εκφράζουν δείχνοντας πίσω για το χθες,
μπροστά για το αύριο και προς τα πάνω για το σήμερα».* Δεν αμφιβάλλω ότι για τους συχωριανούς μου δεν ήμουν παρά ένας αργόσχολος* αν όμως με είχαν κρίνει τα πουλιά και τα λουλούδια με τα δικά
* Ida Laura Pfeiffer (1797-1858): Αυστριακή ταξιδιοότρια και συγγραφέας. (Σ.τ.Μ.)

ΦΩΝΕΣ

167

τους μέτρα και σταθμά, δε θα με είχαν βρει κατώτερο τους. Είναι
αλήθεια πως ο άνθρωπος πρέπει να αναζητά τα ενδιαφέροντά του
μέσα του. Η ημέρα από τη φΰση της είναι πολΰ ήρεμη και δεν πρόκειται να τον κακολογήσει για την οκνηρία του.
Αυτός ο τρόπος ζωής είχε τουλάχιστον ένα πλεονέκτημα σε σύγκριση με τις ζωές όσων ήταν υποχρεωμένοι να ψάχνουν αλλοΰ για
ψυχαγωγία, στις παρέες και στα θέατρα: η ίδια η ζωή μου είχε γίνει
η ψυχαγωγία μου και ποτέ δεν έπαυε να μου χαρίζει κι από κάτι καινούργιο. Ήταν ένα θεατρικό έργο με πολλές πράξεις και χωρίς τέλος. Αν ζούσαμε πάντοτε πραγματικά και αν ρυθμίζαμε τις ζωές μας
συμφωνά με τον καλύτερο τρόπο που είχαμε μάθει, ποτέ δε θα υποφέραμε από ανία. Αν ακολουθείς το πνεύμα σου προσεκτικά, δε θα
πάψει να σου δείχνει κι από μια νέα προοπτική κάθε ώρα που περνά. Οι δουλειές του σπιτιού ήταν κι αυτές μια ευχάριστη ενασχόληση. Όποτε έβλεπα το πάτωμά μου βρώμικο ξυπνούσα νωρίς και,
αφού έβγαζα έξω στο γρασίδι όλα μου τα έπιπλα, το στρώμα και τη
βάση του κρεβατιού, κατάβρεχα το πάτωμα, το πασπάλιζα με ψιλή
λευκή άμμο από τη λίμνη κι έπειτα το έτριβα με μια σκούπα ώσπου
να γίνει ολόλευκο και πεντακάθαρο. Και ως την ώρα που οι χωρικοί
έπαιρναν το πρωινό τους ο ήλιος είχε στεγνώσει το σπίτι μου αρκετά
ώστε να μπορώ να ξαναβάλω τα πράγματά μου μέσα κι έτσι η μελέτη
μου δε διακοπτόταν σχεδόν καθόλου. Τα έπιπλα και τα αντικείμενα
του νοικοκυριού μου συνέθεταν μια ευχάριστη εικόνα έτσι όπως
ήταν σωριασμένα στο γρασίδι, σαν την πραμάτεια των γύφτων, με το
τραπέζι μου με τα τρία πόδια, από το οποίο δεν είχα κατεβάσει τα
βιβλία, την πένα και το μελανοδοχείο, να στέκεται καταμεσής στα
πεύκα και τις καρυές. Μου φαινόταν σαν να χαίρονταν και τα ίδια
που έβγαιναν από το σπίτι, και σαν να δυσανασχετούσαν όταν άρχιζα να τα κουβαλάω ξανά μέσα. Ώρες ώρες έμπαινα στον πειρασμό
να φτιάξω μια τέντα και να καθίσω εκεί έξω. Αξιζε τον κόπο και με
το παραπάνω να βλέπω τον ήλιο να καθρεφτίζεται πάνω στα πράγματα αυτά και να ακούω τον άνεμο ελεύθερο να φυσάει γύρω τους.
Τα πιο οικεία μας αντικείμενα δείχνουν πολύ πιο ενδιαφέροντα έξω

168

WALDΕΝ

από το σπίτι παρά μέσα σ' αυτό. Ένα πουλί κάθεται σ' ένα κλαρί
εκεί κοντά, βότανα φυτρώνουν κάτω από το τραπέζι και οι κλήματσίδες μιας βατομουριάς τυλίγουν τα πόδια του* πευκοβελόνες,
αγκάθια από κάστανα και φΰλλα από αγριοφραουλιές βρίσκονται
σκορπισμένα ολόγυρα. Μοιάζει σαν να είναι αυτός ο λόγος που τα
μοτίβα αυτά από τη φΰση άρχισαν να σκαλίζονται πάνω στα έπιπλά
μας, στα τραπέζια, στις καρέκλες και στα κρεβάτια μας - το γεγονός
ότι κάποτε όλα αυτά τα έπιπλα είχαν σταθεί καταμεσής στη φΰση.
Το σπίτι μου βρισκόταν στην πλαγιά ενός λόφου, στην άκρη ενός
μεγάλου δάσους, μέσα σε μια συστάδα από νεαρά πεΰκα και καρυές, περίπου τριάντα μέτρα από τη λίμνη, στην οποία οδηγούσε ένα
στενό, κατηφορικό μονοπάτι. Στην μπροστινή αυλή μου φύτρωναν
αγριοφραουλιές, βατομουριές και αμάραντοι, βαλσαμόχορτα και
χρυσόβεργες, θαμνώδεις δρΰες και αμμοκερασιές, φραγκοσταφυλιές και αγριοφιστικιές. Κοντά στα τέλη του Μάη, οι αμμοκερασιές
{Cerasus pumila) στόλιζαν τις δυο πλευρές του μονοπατιού, με τα λεπτά τους άνθη κατανεμημένα σε σκιάδια γΰρω από τα κοντά κλαδιά
τους, τα οποία το φθινόπωρο βάραιναν με μεγάλους και όμορφους
καρπούς κι έπεφταν σαν πλεξούδες σε όλες τις πλευρές. Δοκίμασα
τους καρπούς εκείνους από ευγένεια προς τη Φυση, παρ' όλο που
βρήκα τη γεΰση τους μάλλον απωθητική. Τα σουμάκια {Rhus glabra)
φύτρωναν σε αφθονία γΰρω από το σπίτι. Υψώνονταν από το ανάχωμα που είχα φτιάξει ολόγυρα και τον πρώτο χρόνο έφτασαν ίσαμε
δΰο μέτρα ΰψος. Τα πλατιά, πτεροειδή φΰλλα τους παρουσίαζαν μια
ευχάριστη, αν και παράξενη, εικόνα. Τα μεγάλα βλαστάρια, που ξεπετάγονταν αργά την άνοιξη από ξερά κλωνάρια που έμοιαζαν νεκρά, μεταμορφώνονταν ως διά μαγείας σε πράσινα, τρυφερά κλαριά
όλο χάρη, με διάμετρο δΰο εκατοστά. Και μερικές φορές, καθισμένος στο παράθυρο, άκουγα ένα φρέσκο και τρυφερό κλαρί να πέφτει μ' έναν απαλό γδοΰπο στο έδαφος, παρ' όλο που δε φυσοΰσε το
παραμικρό αεράκι, έχοντας σπάσει από το ίδιο του το βάρος· τόσο
γρήγορα μεγάλωναν και βάραιναν τα αδΰναμα μέλη τους. Τον Αΰγουστο, οι αμέτρητοι καρποί τους, που την εποχή της ανθοφορίας

ΦΩΝΕΣ

169

προσέλκυαν πλήθη από άγριες μέλισσες, έπαιρναν σιγά σιγά το φωτεινό, βελούδινο πορφυρό τους χρο5μα και με το βάρος τους λύγιζαν
πάλι κι έσπαγαν τα λεπτά κλαδιά.
Καθισμένος στο παράθυρό μου το καλοκαιρινό αυτό απομεσήμερο βλέπω γεράκια να κάνουν κύκλους πάνω από το ξέφωτό μου. Το
γουργουρητό των αγριοπερίστερων που πετούν κατά ζεΰγη ή κατά
τριάδες λοξά από εκεί που κάθομαι ή κουρνιάζουν νευρικά στα κλαριά της λευκής πεΰκης πίσω από το σπίτι μου γεμίζει τον αέρα.
Ένας ψαραετός αναταράζει τη γυάλινη επιφάνεια της λίμνης και
σηκώνεται μ' ένα ψάρι στο ράμφος του. Ένα κουνάβι βγαίνει στα
κλεφτά από το βάλτο και πιάνει ένα βατράχι στην όχθη της λίμνης.
Το σπαθόχορτο λυγάει από το βάρος των καλαμοποταμίδων που
φτερουγίζουν πέρα δώθε. Και εδώ και μισή ώρα ακοΰω το θόρυβο
που κάνουν τα βαγόνια του τρένου καθώς μεταφέρουν επιβάτες από
τη Βοστόνη στην εξοχή, ο οποίος άλλοτε χάνεται και άλλοτε ξαναδυναμώνει, σαν το φτερούγισμα της πέρδικας. Γιατί εγώ δεν έζησα τόσο απομακρυσμένος από τον κόσμο όσο εκείνο το αγόρι, που απ'
ό,τι άκουσα κάποτε το πήρε στη δοΰλεψή του ένας γεωργός στα ανατολικά του χωρίου, αλλά πριν περάσει πολΰς καιρός το 'σκάσε και
γύρισε σπίτι του, αποκαμωμένο και μην αντέχοντας άλλο μακριά.
Δεν είχε ξαναδεί, λέει, ποτέ του ένα μέρος τόσο βαρετό και απομονωμένο* οι άνθρωποι του αγροκτήματος πάντα έλειπαν φαντάσου,
ούτε το σφύριγμα του τρένου δεν ακουγόταν από εκεί! Αμφιβάλλω
αν υπάρχει σήμερα ένα τέτοιο μέρος σε ολόκληρη τη Μασαχουσέτη:
«Μα την αλήθεια, το χωριό μας έχει γίνει πια το άκρο
ενός άξονα απ' τα φευγάτα εκείνα τρένα
και πάνω απ' τη γαλήνια πεδιάδα μας
ακούγεται και μας παρηγορεί ο ήχος του: Κόνκορντ».*

* Στίχοι του Έλερι Τσάνινγκ (1818-1901), Αμερικάνου ποιητή και οπαδού του
υπερβατισμού, που ήταν στενός φίλος και πρώτος βιογράφος του Θορώ. (Σ.τ.Μ)

170

WALDEN

Η σιδηροδρομική γραμμή του Φίτσμπουργκ αγγίζει την όχθη της
λίμνης περίπου πεντακόσια μέτρα πιο νότια από εκεί που μένω. Συνήθως πηγαίνω στο χωριό παίρνοντας το δρόμο δίπλα στις γραμμές.
Αυτός είναι, σαν να λέμε, ο κρίκος που με συνδέει με την κοινωνία.
Οι άνθρωποι στα φορτηγά τρένα που περνούν μου υποκλίνονται σαν
να είμαστε παλιοί γνωστοί, μ' έχουν συνηθίσει πια τόσο συχνά που
με προσπερνούν. Προφανώς με περνάνε για κάποιον εργαζόμενο
στο σιδηρόδρομο και δεν έχουν άδικο: τέτοιος είμαι. Θα μου άρεσε
κι εμένα να δουλεύω επισκευάζοντας τις γραμμές κάπου στην τροχιά της γης.
Το σφύριγμα της ατμομηχανής ακούγεται στο δάσος μου χειμώνα καλοκαίρι. Μοιάζει με την κραυγή του γερακιού που πετά πάνω
από την αυλή κάποιου αγρότη. Με πληροφορεί πως καταφθάνουν
πολλοί αεικίνητοι έμποροι από την πόλη στα περίχωρα του χωριού
ή εργατικοί επαρχιώτες από την άλλη μεριά. Πλησιάζοντας από τον
ορίζοντα, οι φωνές τους, καθώς προειδοποιούν ο ένας τον άλλο να
κατέβουν από τις γραμμές, μερικές φορές ακούγονται και στα δύο
χωριά. Έ(ρτασαν τα τρόφιμά σας, χωρικοί! Ορίστε τα συσσίτιά σας!
Και δεν υπάρχει κανένας αγρότης τόσο ανεξάρτητος ώστε να μπορεί να τους πει όχι. Και να η πληρωμή σας! Ουρλιάζει η σφυρίχτρα
των χωρικών. Κορμοί δέντρων σαν πολιορκητικοί κριοί ορμούν με
ταχύτητα είκοσι μιλίων την ώρα στα τείχη της πόλης, με προορισμό
να γίνουν καρέκλες για να ξεκουράσουν όλους τους κατάκοπους
και αποκαμωμένους πολίτες. Με τέτοια πελώρια και ατσούμπαλη
ευγένεια προσφέρει η επαρχία ένα κάθισμα στην πόλη. Όλοι οι λόφοι με τα ινδιάνικα μύρτιλλα απογυμνώνονται, όλα τα χωράφια με
θαμνόμουρα αποψιλώνονται και η ξυλεία μεταφέρεται στην πόλη.
Ανεβαίνει το βαμβάκι, κατεβαίνει το ύφασμα* ανεβαίνει το μετάξι,
κατεβαίνει το μαλλί* ανεβαίνουν τα βιβλία, κατεβαίνει το πνεύμα
που τα γράφει.
Όποτε βλέπω την ατμομηχανή με τα βαγόνια της να φεύγουν με
μια κίνηση που μοιάζει με τις τροχιές των πλανητών - ή μάλλον με
μια κίνηση που μοιάζει μ' εκείνη του κομήτη, αφού ο παρατηρητής

ΦΩΝΕΣ

171

δεν ξέρει αν με την ταχύτητα και την κατεύθυνση που έχει θα επισκεφτεί ποτέ ξανά το σύστημα αυτό, μια και η τροχιά του δε μοιάζει
με καμπύλη ώστε να επιστρέψει - με τον ατμό να ανεμίζει πισω του
σαν λάβαρο από χρυσές και ασημένιες τολύπες, μοιάζοντας με αληθινό, πουπουλένιο σύννεφο, από αυτά που έχω δει συχνά ψηλά στα
ουράνια να ξεδιπλώνουν τα μηνύματά τους στο φως - σαν ο ημίθεος
αυτός ταξιδιώτης, ο συννεφοσυνάχτης, να επρόκειτο σε λίγο να φορέσει τον ουρανό του ηλιοβασιλέματος για στολή. Όποτε ακούω αυτό το σιδερένιο άλογο να κάνει τους λόφους να αντηχούν από το
βροντερό του χλιμίντρισμα, να τραντάζει με τα πόδια του τη γη και
να βγάζει από τα ρουθούνια του φωτιά και καπνό (δεν ξέρω τι είδους φτερωτό άλογο ή δράκοντα θα βάλουν στη νέα μυθολογία)
θαρρώ πως βρήκε πια η γη μια ράτσα άξια να κατοικήσει πάνω της.
Μακάρι να ήταν όλα όπως φαίνονται και οι άνθρωποι να έκαναν τα
στοιχεία της Φύσης υπηρέτες τους για ευγενείς σκοπούς! Αν το σύννεφο που κρέμεται πάνω από την ατμομηχανή ήταν ο ιδρώτας που
προήλθε από ηρωικές πράξεις, ή αν ήταν τόσο ευεργετικό όσο εκείνο που αρμενίζει πάνω από τα χωράφια του αγρότη, τότε η Φύση μαζί με όλα της τα στοιχεία θα γινόταν ο ακούραστος συνοδός του ανθρώπου στις εργασίες του.
Παρακολουθώ το πέρασμα του πρωινού τρένου με το ίδιο συναίσθημα που παρακολουθώ την ανατολή του ήλιου, η οποία δεν υπερβαίνει κατά πολύ το πρωινό τρένο σε περιοδικότητα. Βλέπω τα σύννεφα να απλώνονται μακριά στο βάθος και να ανεβαίνουν όλο και
πιο ψηλά, να απομακρύνονται προς τα ουράνια καθώς το τρένο κατευθύνεται προς τη Βοστόνη, να καλύπτουν για λίγο τον ήλιο και να
σκιάζουν το οπτικό μου πεδίο, ένα ουράνιο τρένο, που δίπλα του το
ταπεινό τρένο με τα βαγόνια του κολλημένα στη γη δεν αποτελεί
παρά την αιχμή μιας μακριάς λόγχης. Ο σταβλίτης του σιδερένιου
αλόγου ξύπνησε πολύ νωρίς το χειμωνιάτικο αυτό πρωινό, πριν
ακόμα σβήσουν τα αστέρια ανάμεσα στα βουνά, για να ταΐσει και
να ζέψει το άτι του. Και η φωτιά ξύπνησε κι αυτή το ίδιο νωρίς, για
να του δώσει ζωική θερμότητα και να το κάνει να ξεκινήσει. Μακά-

172

WALDEN

ρι όλη αυτή η δουλειά να ήταν τόσο αθώα όσο φαίνεται! Όταν έχει
πέσει πολΰ χιόνι, του φοράνε το χιονοπέδιλό του, ένα γιγάντιο αλέτρι με το οποίο οργώνει ένα πελώριο αυλάκι, ενώ τα βαγόνια που
ακολουθούν, όμοια με φυτευτική μηχανή, πασπαλίζουν όσους ταξιδιώτες και όσα εμπορεύματα βρεθούν στον δρόμο τους με το σπόρο
του χιονιού. Όλη μέρα το άτι της φωτιάς τρέχει, πετώντας θαρρείς
πάνω από όλη τη χώρα, και σταματάει μονάχα για να ξεκουραστεί ο
αφέντης του. Καμιά φορά το διαπεραστικό και όλο περιφρόνηση
ρουθούνισμά του με ξυπνά τα μεσάνυχτα, τότε που σε κάποια απόμακρη ρεματιά αντιμετωπίζει τα παγωμένα και χιονισμένα στοιχεία
της Φΰσης. Και δε φτάνει πίσω στο στάβλο του παρά μόνο με τον
αυγερινό, για να ξεκινήσει γι' άλλη μια φορά το ταξίδι του χωρίς ξεκούραση ή ΰπνο. Άλλες φορές πάλι το ακοΰω το βράδυ στο στάβλο
του να φυσά για να διώξει την παραπανίσια ενέργεια που συγκέντρωσε όλη μέρα, για να ηρεμήσουν τα νεΰρα, το συκώτι και το μυαλό του, για να χαρεί λίγες ώρες σιδερένιου ΰπνου. Μακάρι όλη αυτή
η δουλειά να ήταν τόσο ηρωική και επιβλητική όσο είναι επίμονη
και παρατεταμένη!
Μέσα από ερημικά δάση, μακριά από τα χωριά, εκεί όπου κάποτε έμπαινε μόνο ο κυνηγός κι αυτός μονάχα την ημέρα, τώρα περνούν τα φωτισμένα αυτά σαλόνια, χωρίς οι επιβάτες τους να γνωρίζουν καν που βρίσκονται. Τη μια στιγμή κάνουν στάση σε κάποιον
ολόφωτο σταθμό στο χωριό ή στην πόλη, όπου περιμένει μαζεμένο
το πλήθος, την άλλη στο Ζοφερό Βάλτο*, τρομάζοντας τις κουκουβάγιες και τις αλεπούδες. Οι αναχωρήσεις και οι αφίξεις των αμαξοστοιχιών αποτελούν τώρα πια τις ώρες της ημέρας στα χωριά. Φεύγουν κι έρχονται με τόση ακρίβεια και η σφυρίχτρα τους ακούγεται
τόσο μακριά που οι αγρότες ρυθμίζουν τα ρολόγια τους μ' αυτήν, κι
έτσι ένας καλολαδωμένος θεσμός καθορίζει ολόκληρη τη χώρα. Δεν
έχει άραγε βελτιωθεί κάπως η ακρίβεια των ανθρώπων από τότε
που εφευρέθηκε ο σιδηρόδρομος; Δε μιλούν και δε σκέορτονται πιο
* Βαλτοόδεις εκτάσεις στις πολιτείες Βιρτζίνια και Βόρεια Καρολίνα. (Σ.τ.Μ.)

ΦΩΝΕΣ

173

γρήγορα στο σιδηροδρομικό σταθμό απ' ό,τι μιλούσαν και σκέορτονταν στο σταθμό της ταχυδρομικής άμαξας; Υπάρχει κάτι το ηλεκτρισμένο στην ατμόσφαιρα του πρώτου. Έ χ ω μείνει έκθαμβος με
κάποια από τα θαύματα που έχει καταφέρει ο σιδηρόδρομος. Ορισμένοι από τους γειτονές μου, για τους οποίους ήμουν σίγουρος ότι
ποτέ δε θα κατάφερναν να φτάσουν στη Βοστόνη με ένα μέσο που
απαιτεί να είναι κάποιος τόσο ακριβής στην ώρα του, είναι πάντοτε
παρόντες μόλις σημαίνει το καμπανάκι της αναχώρησης. Το να κάνουμε τα πάντα «όπως το τρένο» αποτελεί το μότο των καιρών μας.
Και οπωσδήποτε είναι σημαντικό να σε προειδοποιεί τόσο συχνά
και με τόση ειλικρίνεια μια τόσο ισχυρή δύναμη να κάνεις στην
άκρη. Δε γίνεται καμία παΰση για να ειδοποιηθεί το πλήθος να διαλυθεί, καμία προειδοποιητική βολή πάνω από τα κεφάλια τους στην
περίπτωση αυτή. Έχουμε κατασκευάσει μια μοίρα, μιαν Λτροπο,
που ποτέ δεν κάνει στην άκρη. (Ας είναι αυτό το όνομα της ατμομηχανής σας.) Ανακοινώνεται ότι μια συγκεκριμένη ώρα και ένα συγκεκριμένο λεπτό αυτοί οι κεραυνοί θα εκτοξευτούν προς κάποια
συγκεκριμένα σημεία του ορίζοντα κι εντούτοις αυτό δεν παρεμβαίνει στις εργασίες των ανθρώπων, ενώ από την άλλη μεριά της σιδηροδρομικής γραμμής βλέπεις τα παιδιά να πηγαίνουν κανονικά στο
σχολείο τους. Ίσα ίσα που οι ζωές μας γίνονται πιο σταθερές. Εκπαιδευόμαστε έτσι όλοι μας να γίνουμε γιοι του Γουλιέλμου Τέλλου.
Ο τόπος είναι γε;μάτος από αόρατους κεραυνούς. Κάθε μονοπάτι
εκτός από το δικό σας είναι το μονοπάτι της μοίρας. Γι' αυτό, λοιπόν, τα μάτια σας δεκατέσσερα.
Αυτό που βρίσκω αξιέπαινο στο εμπόριο είναι η επινοητικότητα
και η τόλμη του. Δε σταυρώνει τα χέρια, δεν προσεύχεται στο Δία.
Βλέπω κάθε μέρα τους ανθρώπους αυτούς να ξεκινούν τις δουλειές
τους γεμάτοι κουράγιο και ικανοποίηση, άλλος περισσότερο άλλος
λιγότερο, να κάνουν πιο πολλά απ' όσα υποψιάζονται ακόμα και οι
ίδιοι, και ίσως ακόμα να εργάζονται σε καλύτερο πόστο απ' αυτό
που θα αναλάμβαναν ποτέ αν το επεδίωκαν συνειδητά. Λιγότερο
θαυμάζω την ηρωισμό εκείνων που βρέθηκαν για μισή ώρα στην

174

WALDEN

πρώτη γραμμή της μάχης της Μπουένα Βίστα*, απ' ό,τι το όλο σταθερότητα και αισιοδοξία κουράγιο των ανδρών που για χειμερινή
τους κατοικία έχουν το τρένο. Αυτοί οι άνθρωποι δε διαθέτουν
απλώς το λεγόμενο «μεταμοσονΰκτιο» θάρρος, το οποίο συμφωνά με
το Βοναπάρτη είναι το πιο σπάνιο. Το δικό τους θάρρος δεν πάει τόσο νωρίς για ΰπνο, γιατί και οι ίδιοι δεν πάνε για ΰπνο παρά μόνο
όταν η θύελλα κοπάσει ή όταν παγώσουν οι τένοντες του σιδερένιου
τους αλόγου. Αυτό το πρωινό του μεγάλου χιονιά, όταν μαίνεται μια
χιονοθύελλα τόσο άγρια που για πολύ καιρό ακόμα θα παγώνει τα
κόκαλα των ανθρώπων, ακοΰω τον πνιχτό ήχο του κουδουνιού της
μηχανής τους να διαπερνά την ομίχλη που σχηματίζουν θαρρείς τα
χνότα τους και να αναγγέλλει πως τα βαγόνια έρχονται, χωρίς μεγάλη καθυστέρηση, παρά το βέτο που τους πρόβαλε η χιονοθύελλα που
κατέφθασε από τα βορειοανατολικά. Και βλέπω τους ζευγάδες αυτούς σκεπασμένους με χιόνι και πάχνη, με τα κεφάλια τους να προβάλλουν από ένα αλέτρι που δεν πετά στην άκρη μαργαρίτες και δεν
καταστρέφει φωλιές ποντικών του αγρού, σαν βράχους της Σιέρα
Νεβάντα, που βρίσκονται θαρρείς σε κάποιο εξοατερο μέρος του σύμπαντος.
Το εμπόριο διαθέτει απρόσμενη αυτοπεποίθηση και μαζί αυτοκυριαρχία, βρίσκεται πάντα σε εγρήγορση, αγαπά την περιπέτεια, είναι ακούραστο. Οι μέθοδοί του σε γενικές γραμμές είναι πολύ ανεπιτήδευτες, πολύ περισσότερο από πολλά φανταστικά εγχειρήματα
και συναισθηματικά πειράματα, εξ ου και η μοναδική του επιτυχία.
Νιώθω να αναζωογονούμαι και να ανοίγουν οι ορίζοντές μου όποτε
ακούω το θόρυβο του φορτηγού τρένου που περνάει από κοντά μου
και οσφραίνομαι τις μυρωδιές του φορτίου του, οι οποίες απλώνονται σε όλη την απόσταση από το λιμάνι της Βοστόνης ως τη λίμνη
Τσάμπλεϊν, φέρνοντας στο νου μου μακρινά μέρη, κοραλλιογενείς
υφάλους. Ινδικούς Ωκεανούς, τροπικά κλίματα και όλη την έκταση
της γης. Νιώθω σαν να 'μαι πολίτης του κόσμου όταν βλέπω τα φοι* Πεδίο μάχης του αμερικανομεξικανικοΰ πολέμου (1847). (Σ.τ.Μ.)

ΦΩΝΕΣ

175

νικόφυλλα που θα σκεπάσουν τόσα και τόσα ξανθά κεφάλια των ανθρώπων της Νέας Αγγλίας το επόμενο καλοκαίρι, όταν βλέπω την
κάνναβη από τη Μανίλα και τα κελύφη από τους σπόρους του κακάο, τις παλιατσαρίες, τα τσουβάλια, τα παλιοσιδερα και τα σκουριασμένα καρφιά. Εκείνο το φορτίο από σκισμένα πανιά πλοίων είναι πιο ευανάγνωστο και πιο ενδιαφέρον τώρα απ' ό,τι θα 'ναι όταν
όλα αυτά τα πανιά γίνουν χαρτί και βιβλία. Ποιος άλλος είναι σε θέση να περιγράψει με τόση γλαφυρότητα τις καταιγίδες που πέρασαν
απ' ό,τι τα ίδια τους τα σκισίματα; Είναι τυπογραφικά δοκίμια που
δεν έχουν ανάγκη από διόρθωση. Να, τώρα περνάει η ξυλεία από τα
δάση του Μέιν, που γλίτωσε, που δεν την παρέσυρε στη θάλασσα η
τελευταία πλημμυρά του ποταμού, που η τιμή της ανέβηκε τέσσερα
δολάρια η χιλιάδα εξαιτίας των ξΰλων που χάθηκαν ή έσπασαν: πεύκο, έλατο, κέδρος - πρώτης, δεύτερης, τρίτης και τέταρτης ποιότητας* δεν πάει πολΰς καιρός που όλα είχαν μία ποιότητα, τότε που ορθώνονταν περήφανα κρατώντας συντροφιά στις αρκούδες, στις άλκες και στα καριμπού. Έπειτα έρχεται ένα φορτίο ασβέστη από το
Τόμαστον, πρώτης διαλογής, που θα ταξιδέψει μακριά πριν τον
«σβήσουν». Κι αυτές οι μπάλες από κουρέλια κάθε χρώματος και
ποιότητας, ο απόλυτος ξεπεσμός του βαμβακιού και του λιναριού, η
κατάληξη κάθε ρούχου. Σχέδια που δεν είναι πια πουθενά της μόδας, εκτός ίσως από το Μιλγουόκι, μαζί με όλα εκείνα τα εξαίσια
υφάσματα, αγγλικά, γαλλικά ή αμερικανικά εμπριμέ, βαμβακερά,
μουσελίνες και τα λοιπά. Μαζεμένα από τις τέσσερις γωνιές της μόδας και της φτώχειας, που προορίζονται να γίνουν χαρτί ενός χρώματος ή λίγων μονάχα αποχρώσεων, πάνω στο οποίο, μα την αλήθεια, θα γραφτούν ιστορίες από την αληθινή ζωή, ευτελείς και ποιοτικές, βασισμένες σε πραγματικά γεγονότα! Αυτό εδώ το κλειστό
βαγόνι μυρίζει παστό ψάρι: αυτή η δυνατή, εμπορική μυρωδιά της
Νέας Αγγλίας, που μου φέρνει στο νου το Γκραντ Μπανκς* και τα
ψαράδικα. Ποιος δεν έχει δει ποτέ του παστό ψάρι, καλά αλατισμέ* Τόπος αλιείας στο βόρειο Ατλαντικό Ωκεανό. (Σ.τ.Μ.)

176

WALDEN

vo, έτσι που να αντέχει τον σκληρό αυτό κόσμο, έτσι που τίποτε να
μην μπορεί να το χαλάσει, με μια καρτερικότητα που κάνει ακόμα
και τους αγίους να κοκκινίζουν από ντροπή; Έχοντας αυτό ως μοναδική τροφή μπορείτε να σκουπίσετε ή να στρώσετε τους δρόμους, να
κόψετε ξΰλα για προσάναμμα κι ο αγωγιάτης με το ζωντανό του
μπορεί με αυτό να αντιμετωπίσει ήλιο, αέρα και βροχή. Και ο μαγαζάτορας, όπως έκανε πράγματι κάποτε ένας στο Κόνκορντ, μπορεί
να το κρεμάσει στην πόρτα του σαν σημάδι ότι το κατάστημά του είναι ανοιχτό, ώσπου στο τέλος ο πιο ηλικιωμένος του πελάτης να μην
μπορεί να πει αν είναι ζώο, φυτό ή μέταλλο, και παρ' όλα αυτά να
έχει παραμείνει τόσο αγνό όσο μια χιονονιφάδα κι αν το βάλεις στη
χύτρα και το βράσεις να μεταμορφωθεί σ' ένα εξαίρετο σαββατιάτικο γεΰμα. Μετά έρχονται ισπανικά δέρματα, με τις ουρές να διατηρούν ακόμα το στριφογυριστό τους σχήμα και τη γωνία απόκλισης
που είχαν όταν τα γελάδια στα οποία ανήκαν αλώνιζαν στις πεδιάδες των ισπανικών αποικιών. Οι ουρές αυτές αποτελούν πρότυπο
πείσματος, το οποίο μαρτυρά πόσο λίγη δύναμη έχουν τελικά όλες οι
φαυλότητες των ανθρώπινων θεσμών. Ομολογώ, πρακτικά μιλώντας,
ότι μόλις μάθω την αληθινή διάθεση ενός ανθρώπου δεν έχω καμιά
ελπίδα να την αλλάξω προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο, σ' αυτή τη ζωή τουλάχιστον. Όπως λένε οι Ανατολίτες: «Την ουρά ενός
σκύλου μπορείς να τη ζεστάνεις, να τη σιδερώσεις και να τη δέσεις
σφιχτά, κι όμως, έπειτα από χρήση δώδεκα ετών θα εξακολουθεί να
διατηρεί το φυσικό της σχήμα». Η μοναδική αποτελεσματική θεραπεία για ένα θράσος σαν κι αυτό που επιδεικνύουν τέτοιες ουρές είναι να τις κάνουν κόλλα, πράγμα που νομίζω ότι γίνεται συνήθως.
Μόνο έτσι μπορούν να μείνουν στη θέση τους. Να κι ένα βαρέλι μελάσα ή μπράντι που προορίζεται για τον Τζον Σμιθ από το Κάτινγκσβιλ του Βερμόντ, έναν έμπορο στα Πράσινα Όρη, ο οποίος εξυπηρετεί τους αγρότες της περιοχής και αυτή τη στιγμή πιθανόν να
στέκεται στο κεφαλόσκαλό του με το μυαλό του στις τελευταίες αφίξεις στο λιμάνι, υπολογίζοντας πώς μπορεί να επηρεάσουν τις τιμές
του ή λέγοντας στους πελάτες του, όπως τους έχει ήδη πει είκοσι φο-

ΦΩΝΕΣ

177

ρές από το πρωι, ότι περίμενε ι ενα βαρέλι μελασα ή μπράντι εξαίρετης ποιότητας με το επόμενο τρένο. Στο κάτω κάτω, το έχει ανακοινώσει και η τοπική εφημερίδα.
Ενώ όλα αυτά πάνε βόρεια, άλλα έρχονται νότια. Ένας συριστικός ήχος με κάνει να σηκώσω τα μάτια από το βιβλίο μου. Βλέπω
τον κορμό ενός πανύψηλου πεΰκου, κομμένο από τους μακρινούς λόφους του βορρά, να έρχεται πετώντας θαρρείς πάνω από τα Πράσινα Όρη και το Κονέκτικατ, σαν βέλος, να διασχίζει σε δέκα λεπτά
το χωριό και τα περίχωρα κι έπειτα να χάνεται για πάντα από τα μάτια μας, τρέχοντας ολοταχώς
«να γίνει κατάρτι
κάποιου μεγάλου ναΰαρχου».*

Ακούστε! Να το τρένο με τα ζωντανά, που μεταφέρει τα κοπάδια
χίλιων λόφων σκίζοντας τον αέρα, μαζί με παχνιά, στάβλους και μαντριά, τους βοσκούς με τις γκλίτσες τους και τα βοσκόπουλα καταμεσής στα κοπάδια τους, όλα εκτός από τα ορεινά βοσκοτόπια, τα παρασέρνει σαν φύλλα που φέρνει από τα βουνά ο άνεμος του Σεπτέμβρη. Ο αέρας γεμίζει με τα βελάσματα των μοσχαριών και των προβάτων και με τα μουγκρητά των βοδιών, λες και περνά από μπροστά
μας μια ολόκληρη κοιλάδα μαζί με τα βοσκοτόπια της. Όταν ο γέρικος τράγος, ο αρχηγός του κοπαδιού, τραντάζει το κουδούνι του, τα
βουνά χοροπηδούν σαν τραγιά και οι λόφοι σαν αρνάκια. Να κι ένα
βαγόνι μες στη μέση, γεμάτο βοσκούς, που το λειτούργημά τους έχει
πέσει σε αχρηστία, που έχουν γίνει ένα με το ποίμνιό τους, εξακολουθώντας όμως να κρατούν σφιχτά τις γκλίτσες τους, τα μοναδικά
σκήπτρα του αξιώματός τους. Όμως πού είναι τα σκυλιά τους; Τρελάθηκαν με όλη αυτή την οχλοβοή, έχασαν την όσφρησή τους. Μου
φαίνεται πως τα ακούω να γαβγίζουν πίσω από τους λόφους του Πίτερμπορο ή να ανηφορίζουν βαριανασαίνοντας τη δυτική πλαγιά
* John Milton (1608-1674): Άγγλος ποιητής - από το Χαμένο παράδεισο.

(Σ.τ.Μ.)

178

WALDEN

των Πράσινων Ορέων. Δε θα καθίσουν να περιμένουν τον Χάρο.
Και το δικό τους λειτούργημα έχει πέσει σε αχρηστία. Η πίστη και η
εξυπνάδα τους έχουν χάσει την αίγλη τους. Θα γυρίσουν στα σκυλόσπιτά τους με την ουρά στα σκέλια ή μπορεί να γίνουν άγρια και να
κάνουν κολιγιά με τις αλεπούδες και τους λΰκους. Έτσι περνάει και
χάνεται η βουκολική ζωή μας. Όμως το κουδούνι αντηχεί και πρέπει
να κάνω στην άκρη, να κατέβω από τις ράγες και ν' αφήσω να περάσουν τα βαγόνια.
«Τι με νοιάζει εμένα το τρένο;
Ποτέ δεν πάω να δω που τελειώνουν οι γραμμές του.
Γεμίζει μερικές τρύπες,
Φτιάχνει αναχώματα για τα χελιδόνια,
Σηκώνει χώμα και σκόνη
Και κάνει τα βατόμουρα να μεγαλώνουν».

Όμως διασχίζω τις ράγες του σαν να ήταν καρόδρομος στο δάσος. Δε θα καθίσω να τσοΰξουν τα μάτια μου και να τρυπήσουν τα
αυτιά μου από τον καπνό, τον ατμό και τη φασαρία του.
Τώρα που πέρασαν τα βαγόνια, και μαζί τους όλος εκείνος ο αεικίνητος κόσμος, και τα ψάρια στη λίμνη σταμάτησαν να νιώθουν το
τράνταγμά τους, είμαι πιο μόνος από ποτέ. Για το υπόλοιπο του μεγάλου αυτοΰ απογεύματος το διαλογισμό μου διακόπτει μονάχα ο
μακρινός ήχος των κάρων και των υποζυγίων που περνούν από το
δημόσιο δρόμο.
Κάποιες Κυριακές, όταν ο αέρας φυσούσε προς τα εδώ, άκουγα
τις καμπάνες από τις εκκλησιές του Λίνκολν, του Άκτον, του Μπέντφορντ ή του Κόνκορντ: μια απαλή, γλυκιά και κατά κάποιον τρόπο
(ρυσική μελωδία, άξια να αντηχεί στις ερημιές. Αν βρίσκεσαι σε αρκετή απόσταση μέσα στο δάσος, στον ήχο αυτό προστίθεται μια παράξενη δόνηση, ένα βουητό, σαν να 'ναι τα πευκοβέλονα που φαίνονται στον ορίζοντα οι χορδές μιας άρπας που τις σαρώνει ο χτύπος

ΦΩΝΕΣ

179

της καμπάνας. Κάθε ήχος που ακούγεται, ακόμα κι από τη μέγιστη
δυνατή απόσταση, παράγει το ίδιο αποτέλεσμα, μια δόνηση της συμπαντικής λΰρας, όπως η ατμόσφαιρα κάνει τις μακρινές βουνοκορφές να φαντάζουν όμορφες στα μάτια μας χαριζοντάς τους τη γαλάζια τους απόχρωση. Η μελωδία που έφτανε ως τα αυτιά μου ήταν
τραγουδισμένη απ' τον αέρα, ειχε συνομιλήσει με κάθε φύλλο και
κάθε πευκοβελόνα του δάσους, ήταν το κομμάτι εκείνο του ήχου που
είχαν πάρει τα στοιχεία της Φΰσης, το είχαν μεταλλάξει και το είχαν
στείλει να αντηχήσει από τη μια ρεματιά στην άλλη. Η ηχώ αποτελεί,
ως ένα σημείο, ήχο πρωτότυπο κι εκεί βρίσκεται η μαγεία και η γοητεία της. Δεν είναι απλά η επανάληψη των στοιχείων εκείνων στον
ήχο της καμπάνας που αξίζει να επαναληφθούν, αλλά αποτελεί εν
μέρει τη φωνή του δάσους. Είναι οι ίδιες αρχαίες λέξεις και οι ίδιες
νότες που τραγουδούσαν κάποτε οι νύμφες.
Όταν έπεφτε το βράδυ, το μακρινό μουγκρητό κάποιας αγελάδας
που ερχόταν από τον ορίζοντα, πέρα από το δάσος, ακουγόταν στ'
αυτιά μου γλυκό και μελωδικό και στην αρχή το περνούσα για τη
φωνή κάποιων τροβαδούρων που καμιά φορά μου έκαναν καντάδα
καθώς περιπλανιόνταν σε λόφους και κοιλάδες. Σύντομα όμως καταλάβαινα - χωρίς μεγάλη απογοήτευση - ότι επρόκειτο απλώς για
τη φθηνή μουσική των αγελάδων. Δεν έχω πρόθεση να σατιρίσω το
τραγούδισμα εκείνων των νέων αλλά αντίθετα να εκφράσω τον θαυμασμό μου γι' αυτό, λέγοντας πως αντιλαμβανόμουν ότι συγγένευε
με τη μουσική της αγελάδας, μια και τα δύο αποτελούν τελικά εκφράσεις της Φύσης.
Κάθε βράδυ στις επτά και μισή, για μια συγκεκριμένη εποχή του
καλοκαιριού, αφού είχε περάσει το βραδινό τρένο, τα νυχτοπούλια
έψελναν για μισή ώρα τον εσπερινό τους, καθισμένα σ' έναν κορμό
κοντά στην πόρτα μου ή πάνω στο οριζόντιο δοκάρι\ης στέγης του
σπιτιού μου. Ξεκινούσαν το τραγούδι τους λες και είχαν ρολόι, μέσα
σε διάστημα πέντε λεπτών από τη συγκεκριμένη ώρα, ανάλογα με τη
δύση του ήλιου. Έτσι μου δόθηκε η σπάνια ευκαιρία να γνωρίσω
από κοντά τις συνήθειές τους. Μερικές φορές άκουγα τέσσερα ή πέ-

180

WALDEN

ντε σε διάφορα μέρη του δάσους, που το ένα τύχαινε να ακολουθεί
το άλλο στο ρυθμό κατά ένα μέτρο, λες και διάβαζαν από παρτιτούρα. Ήταν τόσο κοντά σε μένα που διέκρινα όχι μόνο το πλατάγισμά
τους έπειτα από κάθε νότα αλλά συχνά κι εκείνο το μοναδικό βουητό που είχε το κελάηδισμά τους, που έμοιαζε με μΰγα πιασμένη σε
ιστό αράχνης, μόνο που ήταν πιο δυνατό. Κάποιες φορές, όταν βρισκόμουν στο δάσος, έβλεπα ένα τους να κάνει κΰκλους γΰρω μου
σαν να ήταν δεμένο με σκοινί* μάλλον είχα πλησιάσει πολΰ κοντά
στα αυγά του. Τραγουδούσαν με διαλείμματα όλη νΰχτα, ενώ ιδιαίτερη μουσικότητα έδειχναν μόλις ανέτελλε ο ήλιος και λίγο πριν.
Όταν τα άλλα πουλιά σωπαίνουν, οι γκιόνηδες αρχινούν το δικό
τους τραγούδι, που είναι σαν τον αρχαίο ολολυγμό της μοιρολογίστρας. Τα θλιβερά ουρλιαχτά τους είναι στ' αλήθεια αντάξια ενός
Μπεν Τζόνσον*. Αχ, τα σοφά αυτά ξωτικά του μεσονυχτίου! Δεν είναι το τραγούδι τους το ειλικρινές και ευθύ τραλαλά των ποιητών
αλλά, χωρίς αστεία, πρόκειται για μια σοβαρότατη επικήδεια μελωδία, σαν ν' ακοΰς αυτόχειρες εραστές να παρηγορεί ο ένας τον άλλο
στα περιβόλια του κάτω κόσμου, καθώς θυμούνται τα βάσανα και τις
χαρές του ουράνιου έρωτα. Παρ' όλα αυτά λατρεύω να ακούω το
μοιρολόι τους, τις μελαγχολικές ερωταπαντήσεις τους που αντηχούν
σης παρυφές του δάσους. Ώρες ώρες μου θυμίζουν μουσική και γλυκόλαλα αηδόνια* λες και το τραγούδισμά τους συμβολίζει τη σκοτεινή και δακρύβρεχτη πλευρά της μουσικής, τις λύπες και τους στεναγμούς που κι αυτοί πρέπει να τραγουδηθούν. Είναι πνεύματα, τα υπόγεια πνεύματα και τα μελαγχολικά προμηνύματα των έκπτωτων ψυχών που κάποτε, έχοντας ανθρώπινες μορφές, περπατούσαν κάθε
νύχτα πάνω στη γη κι επιδίδονταν σε πράξεις σκοτεινές και τώρα ξεπληρώνουν τις αμαρτίες τους υμνολογώντας πένθιμα και θρηνώντας
στα μέρη όπου αμάρτησαν. Μου δίνουν μια καινούργια αίσθηση της
ποικιλίας και των δυνατοτήτων της Φύσης, που αποτελεί την κοινή
μας κατοικία. Ω-ω-ω-ω, πον να μην είχα γεννηθεί ποτέ-ε-ε-ε! αναστε* Ben Jonson (1573;-1637): Άγγλος δραματουργός. (Σ.τ.Μ.)

ΦΩΝΕΣ

181

νάζει ενας από αυτή την πλευρά της λίμνης κι έπειτα, με τη νευρικότητα της απόγνωσης, σηκώνεται, κάνει έναν κΰκλο στον αέρα και
κουρνιάζει σε άλλο σημείο μέσα στις γκρίζες βελανιδιές. Που να μην
είχα γεννηθεί ποτέ-ε-ε-ε! απαντά τότε ένας άλλος από την αντίπερα
όχθη με τρεμουλιαστή ειλικρίνεια και η τελευταία συλλαβή αντηχεί
απαλά από πέρα μακριά, από το δάσος του Λίνκολν.
Επίσης μου έκανε καντάδα μια κουκουβάγια. Από κοντά, το χουχοΰτισμά της μπορεί να φανεί ο πιο μελαγχολικός ήχος σε ολόκληρη
τη Φΰση, σαν να το προόριζε για απόλυτο στερεότυπο, σαν να ήθελε
να αποτυπώσει για πάντα με τη φωνή της το επιθανάτιο κλάμα ενός
ανθρώπου - κάποιου φτωχού, αδύναμου θνητού κατάλοιπου, που
έχει αφήσει πίσω του κάθε ελπίδα και ουρλιάζει σαν ζώο, αλλά με
λυγμούς ανθρώπινους, καθώς εισέρχεται στη σκοτεινή κοιλάδα. Η
παράξενη, κελαρυστή μελωδικότητά του κάνει τον ήχο αυτό ακόμα
πιο αβάσταχτο - όποτε προσπαθώ να τον μιμηθώ, ο πρώτος φθόγγος
που μου έρχεται στο μυαλό είναι το «γκλ» - σαν να αποτελεί την έκφραση ενός νου που έχει φτάσει στο απώτατο στάδιο μιας κολλώδους, μουχλιασμένης απονέκρωσης κάθε υγιούς και θαρραλέας σκέψης. Μου έφερνε στο μυαλό βρικόλακες, ανθρώπους που είχαν χάσει τα λογικά τους, ουρλιαχτά παραφρόνων. Να όμως που τώρα ένα
άλλο πουλί απαντά από πιο μακριά μέσα στο δάσος, με ένα τραγούδι που η απόσταση το κάνει στ' αλήθεια μελωδικό: χον-χον-χον-χονρα-χον και πράγματι, οι συνειρμοί που μου φέρνει είναι κατά το μεγαλύτερο μέρος τους ευχάριστοι, είτε μέρα το ακούω είτε νύχτα, καλοκαίρι ή χειμώνα.
Ευχαριστώ την πλάση που υπάρχουν οι κουκουβάγιες, κι ας νομίζουν οι άνθρωποι πως το μόνο που βγάζουν είναι ηλίθιες και μανιακές κραυγές. Πρόκειται για έναν ήχο θαυμαστά ταιριαστό με τους
βάλτους και τα μισοσκότεινα δάση που ποτέ δεν τα φωτίζει καλά η
μέρα: μια αχανής και ανεκμετάλλευτη Φύση που ο άνθρωπος δεν
έχει αναγνωρίσει. Εκφράζουν το απόλυτο λυκόφως και τις ανικανοποίητες σκέψεις που έχουμε όλοι μέσα μας. Όλη μέρα ο ήλιος έριχνε τις ακτίνες του στην επιφάνεια κάποιου άγριου βάλτου, εκεί

182

WALDEN

όπου στέκεται μονάχο ένα έλατο με βρΰα να κρέμονται στα κλαδιά
του· μικρά γεράκια κάνουν κύκλους στον αέρα, η παπαδιτσα ψευδιζει ανάμεσα στα αειθαλή κι από κάτω παραμονεύει η πέρδικα και ο
λαγός. Τώρα όμως ξεκινά μια πιο θλιβερή και σκοτεινή μέρα και μια
διαφορετική ράτσα πλασμάτων ξυπνά για να εκφράσει το νόημα της
Φύσης στο μέρος εκείνο.
Αργά το βράδυ άκουγα το μακρινό θόρυβο που έκαναν οι άμαξες
καθώς περνούσαν πάνω από γέφυρες - ένας ήχος που τη νΰχτα
ακούγεται σε απόσταση μεγαλύτερη σχεδόν απ' οποιονδήποτε άλλο
- τα γαβγίσματα σκυλιών και κάποιες φορές ξανά το μουγκρητό
μιας απαρηγόρητης αγελάδας σε κάποιο μακρινό στάβλο. Εν τω μεταξύ, όλη η όχθη αντηχούσε από τα κοάσματα των φρύνων, τα ανήσυχα πνεύματα των παλιών γλεντζέδων που προσπαθούν να τραγουδήσουν ένα σκοπό μέσα στα νερά της λίμνης τους, όμοια με τα νερά
της Στυγός - και ας μου συγχωρήσουν οι νύμφες της λίμνης Ουόλντεν τη σύγκριση αυτή, αφού παρ' όλο που δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου φύκια εκεί, βατράχια σίγουρα υπάρχουν - οι πότες που πασχίζουν να κρατήσουν ζωντανή την εύθυμη ατμόσφαιρα των παλιών
γιορταστικών τους συμποσίων, παρ' όλο που οι φωνές τους έχουν
πια βραχνιάσει και ακούγονται σπασμένες και βαριές σε μια παρωδία κεφιού, το κρασί έχει χάσει πια τη γεύση του και έχει γίνει ένα
ζουμί που δε χρησιμεύει παρά για να φουσκώσει τις κοιλιές τους και
η γλυκιά μέθη δεν έρχεται ποτέ να πνίξει τις παλιές αναμνήσεις, μόνο ο κορεσμός, το μούλιασμα και το φούσκωμα. Ο πιο γηραιός και
σεβάσμιος απ' όλους, με το πιγούνι του ακουμπισμένο πάνω σ' ένα
νούφαρο, σαν πετσέτα για να συγκρατεί τα σάλια του, εδώ, σ' αυτή
τη βόρεια ακτή, κατεβάζει μια μεγάλη γουλιά από το νερό που κάποτε περιφρονούσε και περνά στους συντρόφους του μια κούπα, κραυγάζοντας: xQ-Q-Q-Q-ooovKy
TQ-Q-Q-Q-ooovKy
TQ-Q-Q-Q-ooovx!
Κι αμέσως έρχεται από κάποιο μακρινό όρμο, από εκεί όπου ο δεύτερος σε
σειρά γήρατος έχει αδειάσει τη δική του κούπα, η επανάληψη του
ίδιου συνθήματος. Και όταν η παρατήρηση αυτή έχει κάνει τον κύκλο όλων των ακτών, τότε πια αναφωνεί και ο τελετάρχης όλο ικανό-

ΦΩΝΕΣ

183

ποίηση: τρ-ρ-ρ-ρ-οοονκ! Και ο καθένας με τη σειρά του, από τον πιο
χοντρό ως τον λιγότερο φουσκωμένο, με την πιο άδεια κοιλιά, το
επαναλαμβάνει, μην τύχει και γίνει κανένα λάθος και δεν το καταλάβει κανείς. Κι έπειτα η κοΰπα κάνει το γΰρο ξανά και ξανά,
ώσπου έρχεται ο ήλιος και διαλύει την πρωινή ομίχλη. Ο μόνος που
έχει μείνει χωρίς να βουτήξει στα βάθη της λίμνης είναι ο πατριάρχης, που εξακολουθεί να κρώζει που και που, σταματώντας ενδιάμεσα να αφουγκραστεί για κάποια απάντηση, μάταια όμως.
Δεν είμαι σίγουρος αν άκουσα ποτέ τη φωνή του κόκορα από το
ξέφωτό μου. Σκεφτόμουν καμιά φορά ότι θα άξιζε τον κόπο να
έπαιρνα ένα πετεινάρι μόνο και μόνο για τη μουσική του, να το έχω
σαν ωδικό πτηνό. Το τραγούδι αυτοΰ του πρώην άγριου ινδικού φασιανού είναι οπωσδήποτε το πιο εντυπωσιακό από όλων των άλλων
πουλιών, κι αν γινόταν να έρθει στη χώρα μας χωρίς να έχει πρώτα
εξημερωθεί, σύντομα η λαλιά του θα είχε γίνει ο πιο δημοφιλής ήχος
των δασών μας, ξεπερνώντας την κραυγή της αγριόχηνας και το χουχούτισμα της κουκουβάγιας. Φανταστείτε έπειτα τι κακαρίσματα θα
αρχινούσαν οι κότες για να γεμίσουν τα κενά ανάμεσα στα λαλήματα του κύρη τους! Δεν είναι ν' απορεί κανείς για το λόγο που πρόσθεσε ο άνθρωπος το πουλί αυτό στη στρατιά των κατοικίδιών του εκτός βέβαια από τα αυγά και το κρέας του. Να κάνατε έναν περίπατο, ένα χειμωνιάτικο πρωινό, σ' ένα δάσος όπου θα αφθονούσαν
τα πουλιά αυτά και να ακούγατε τα άγρια κοκόρια να κρώζουν πάνω στα δέντρα, με καθάριες και στριγκιές φωνές πάνω από τη γη
που θ' αντηχούσε, πνίγοντας τις πιο αδύναμες μελωδίες των άλλων
πουλιών - για φανταστείτε το! Θα ξυπνούσαν έθνη ολάκερα. Ποιος
δε θα ξυπνούσε νωρίς, όλο και πιο νωρίς κάθε μέρα, ώσπου στο τέλος θα γινόταν απίστευτα υγιής, πλούσιος και σοφός; Οι ποιητές
όλων των χωρών του κόσμου, μαζί με τα κελαηδίσματα των ντόπιων
τραγουδιστών τους επαινούν και τη φωνή του ξένου αυτού πουλιού.
Κανένα κλίμα δεν είναι αφιλόξενο για το γενναίο κόκορα. Είναι πιο
ιθαγενής κι από τους ντόπιους ακόμα. Η υγεία του είναι άριστη, τα
πνευμόνια του γερά, το φρόνημά του πάντοτε υψηλό. Ακόμα και οι

184

WALDEN

ναυτικοί στον Ατλαντικό και στον Ειρηνικό Ωκεανό ξυπνούν από τη
φωνή του. Όμως εμενα ποτέ δε με ξύπνησε το στριγκό του τραγούδι.
Δεν ειχα σκύλο, γάτα, αγελάδα, γουρούνι ή κότες. Θα μπορούσε να
πει λοιπόν κάνεις ότι στην κατοικία μου υπήρχε έλλειψη σπιτικών
ήχων: δεν ακουγόταν ούτε ο ήχος από το ανακάτεμα του γάλακτος
στην καρδάρα, ούτε το τραγούδι της χύτρας, ούτε το σφύριγμα από
το σαμοβάρι, ούτε το κλάμα των παιδιών, ήχοι καθησυχαστικοί και
παρηγορητικοί. Κάποιος με πεπαλαιωμένες αντιλήψεις σίγουρα θα
έχανε τα λογικά του ή θα πέθαινε από ανία. Δεν υπήρχαν ούτε καν
αρουραίοι στους τοίχους, γιατί αυτοί είχαν πεθάνει της πείνας - ή
μάλλον δεν είχαν βρει ποτέ κανένα λόγο, κανένα δόλωμα για να έρθουν σε μένα - μονάχα σκίουροι στη στέγη και κάτω από το πάτωμα,
ένα νυχτοπούλι στο οριζόντιο δοκάρι, μια κίσσα να ουρλιάζει κάτω
από το παράθυρο, ένας λαγός ή μια μαρμότα κάτω από το ίδιο το
σπίτι, ένας γκιόνης ή μια κουκουβάγια από πίσω, ένα κοπάδι αγριόχηνες ή το γέλιο μιας βουτηχτάρας από τη λίμνη και μια αλεπού να
αλυχτάει μες στη νύχτα. Ούτε καν ένας κορυδαλλός, ούτε ένας φλώρος, κάποιο από αυτά τα ήρεμα πουλιά των φυτειών, δεν επισκέςπηκαν ποτέ το ξέφωτό μου. Ούτε πετεινοί να κρώζουν ούτε κότες να
κακαρίζουν στην αυλή. Ούτε αυλή! Μόνο άφρακτη Φύση να φτάνει
ως το περβάζι σας. Έ ν α νεαρό δάσος να μεγαλώνει κάτω από τα
παράθυρά σας, άγρια σουμάκια και βατομουριές να φυτρώνουν στο
κελάρι σας και να τρυπούν το πάτωμά σας. Ρωμαλέα πεύκα να τρίζουν καθώς τρίβονται πάνω στους τοίχους σας από έλλειψη χώρου,
με τις ρίζες τους να (ρτάνουν βαθιά κάτω από το σπίτι. Αντί για το
σούσουρο του ανέμου ή το ξεχαρβαλωμένο παντζούρι - ένα πεύκο
τσακισμένο ή ξεριζωμένο πίσω από το σπίτι σας, που θα χρησιμεύσει για καυσόξυλα. Αντί για μονοπάτι ανοιγμένο μες στο χιόνι την
εποχή του μεγάλου χιονιά που να φτάνει ως την πόρτα της αυλής ούτε πόρτα ούτε αυλή ούτε κανένα μονοπάτι που να οδηγεί στον πολιτισμένο κόσμο!

ΜΟΝΑΞΙΑ

Είναι ένα πανέμορφο σούρουπο, από εκείνα που το σώμα ολόκληρο
αποκτά μια μόνο αίσθηση και ρουφά θαρρείς την απόλαυση από κάθε πόρο. Πηγαινοέρχομαι στη Φΰση με μια παράξενη ελευθερία,
αποτελώ κι εγώ μέρος της. Καθώς περπατώ στην πετρώδη όχθη της
λίμνης φορώντας μονάχα το πουκάμισό μου, παρ' όλο που φυσά
ένας ψυχρός αέρας και ο ουρανός είναι συννεφιασμένος, δε βλέπω
τίποτα το ασυνήθιστο που θα μπορούσε να τραβήξει την προσοχή
μου - όλα τα στοιχεία της Φΰσης είναι ιδιαίτερα ευγενικά μαζί μου.
Οι φρΰνοι σαλπίζουν τον ερχομό της νύχτας και ο άνεμος φέρνει το
τραγούδι ενός νυχτοπουλιού πάνω από τη λίμνη, σηκώνοντας μικρά
κυματάκια στην επιφάνειά της. Ο θαυμασμός που νιώθω για τα φύλλα της σημύδας και της λεύκας που τρέμουν στον άνεμο σχεδόν μου
κόβει την ανάσα. Παρ' όλα αυτά, όπως το νερό της λίμνης, έτσι και η
γαλήνη μου κυματίζει ελαφρά, χωρίς να αναταράσσεται. Τα μικρά
αυτά κύματα που σηκώνει ο βραδινός άνεμος απέχουν πολύ από το
να θυμίσουν τρικυμία* η επιφάνεια του νερού είναι σχετικά ήρεμη
και αστραφτερή. Έχει πια πέσει το σκοτάδι κι όμως ο άνεμος εξακολουθεί να φυσά και να μουγκρίζει στο δάσος, η επιφάνεια της λίμνης εξακολουθεί να κυματίζει και κάποια πλάσματα νανουρίζουν
τα υπόλοιπα με το τραγούδι τους. Ποτέ δεν υπάρχει απόλυτη ησυχία.
Τα πιο άγρια ζώα δεν ησυχάζουν, αλλά αναζητούν τη λεία τους την
ώρα αυτή: η αλεπού, το κουνάβι, ο λαγός αλωνίζουν τα λιβάδια χωρίς κανένα φόβο. Είναι οι φύλακες της Φύσης - οι κρίκοι που συνδέουν τη μια μέρα με την άλλη.

186

WALDEN

Μόλις επιστρέφω στο σπίτι μου βλέπω ότι πέρασαν κάποιοι και
μου άφησαν τις επισκεπτήριες κάρτες τους: ένα μπουκέτο λουλούδια, ένα κλαδάκι κάποιου αειθαλούς φυτού, ένα όνομα γραμμένο με
μολύβι σ' ένα κίτρινο φύλλο καρυδιάς ή σ' ένα κομματάκι ξύλο.
Όσοι έρχονται σπάνια στο δάσος πιάνουν κι από ένα κομματάκι του
για να παίζουν όση ώρα βρίσκονται εδώ κι όταν φεύγουν το αφήνουν, είτε σκόπιμα είτε κατά λάθος. Ένας έχει ξεφλουδίσει τη βέργα μιας ιτιάς, έχει φτιάξει ένα δαχτυλίδι και το έχει αφήσει στο τραπέζι μου. Πάντοτε ήξερα πότε είχαν περάσει επισκέπτες κατά την
απουσία μου, από τα λυγισμένα κλαριά και το πατημένο χορτάρι,
από τις πατημασιές τους* πάντοτε μπορούσα να καταλάβω το φύλο,
την ηλικία ή και το χαρακτήρα τους από κάποιο μικρό ίχνος που
άφηναν πίσω τους: ένα πεσμένο λουλούδι, ένα μάτσο χορτάρι μαδημένο και πεταμένο, ακόμα κι αν το έβρισκα μακριά, για παράδειγμα
στις γραμμές του τρένου, μισό μίλι πιο πέρα, ή η μυρωδιά ενός πούρου ή ενός τσιμπουκιού που πλανιόταν ακόμα στον αέρα. Συχνά μάλιστα η οσμή της πίπας κάποιου οδοιπόρου με ειδοποιούσε για το
πέρασμά του ακόμα κι αν ήταν τριακόσια μέτρα παρακάτω.
Συνήθως έχουμε αρκετό χώρο γύρω μας. Ο ορίζοντάς μας ποτέ
δεν πλησιάζει τόσο ώστε να μας αγγίξει. Το πυκνό δάσος και η λίμνη δε φτάνουν ποτέ ως το κατώφλι μας, πάντοτε υπάρχει ένα ξέφωτο γύρω μας, κάτι οικείο, κάτι πολυφορεμένο, που το έχουμε υποτάξει και περιφράξει με κάποιον τρόπο, το οποίο η Φύση κάποια στιγμή αναπόφευκτα διεκδικεί ξανά για τον εαυτό της. Για ποιο λόγο
άφησαν οι άνθρωποι την τεράστια αυτή έκταση, τόσα τετραγωνικά
μίλια απάτητου δάσους, για μένα μόνο; Ο πλησιέστερος γείτονάς
μου βρίσκεται ένα μίλι μακριά και από πουθενά εδώ γύρω δε φαίνεται ούτε ένα σπίτι, παρά μόνο αν ανέβεις στους λόφους μισό μίλι πιο
πέρα από το σπίτι μου. Έ χ ω τον καταδικό μου ορίζοντα, που διαγράφεται από τις κορφές των δέντρων έχω τη μακρινή θέα της σιδηροδρομικής γραμμής, εκεί όπου αγγίζει την όχθη της λίμνης από τη
μία και το φράχτη που ακολουθεί τον επαρχιακό δρόμο από την άλλη. Σε γενικές γραμμές, όμως, ο τόπος που ζω είναι τόσο μοναχικός

ΜΟΝΑΞΙΑ

187

όσο θα ήταν κι αν ζοΰσα σε μέρη τελείως γυμνά από βλάστηση. Είναι στον ιδιο βαθμό Ασια ή Αφρική όσο και Νέα Αγγλία. Έχω ακόμα και το δικό μου ήλιο, κατά κάποιον τρόπο, το δικό μου φεγγάρι,
τα δικά μου αστέρια, ένα μικρό κόσμο μόνο για μένα. Κανένας οδοιπόρος δεν πέρασε ποτέ νΰχτα από το σπίτι μου, οΰτε μου χτύπησε
την πόρτα - σαν να ήμουν ο πρώτος ή ο τελευταίος άνθρωπος στον
κόσμο - εκτός κι αν ήταν άνοιξη. Τότε περνούσαν αραιά και που κάποιοι χωριανοί για να ψαρέψουν γάδους - ήταν φανερό πως στη λίμνη Ουόλντεν ψάρευαν πολΰ περισσότερα, πράγματα από την ίδια
τους τη φΰση, και δόλωναν τα αγκίστρια τους με σκοτάδι - όμως αυτοί σύντομα αποχωρούσαν, συνήθως με ελαφριά καλάθια, αφήνοντας «τον κόσμο στο σκοτάδι και σε μένα».* Κι έτσι η μαΰρη καρδιά
της νύχτας δε βεβηλώθηκε ποτέ από κάποια ανθρώπινη γειτνίαση.
Πιστεύω ότι οι άνθρωποι γενικά εξακολουθούν να φοβούνται λίγο
το σκοτάδι, κι ας έχουν κρεμάσει όλες τις μάγισσες, κι ας έχουν
εφεύρει τα κεριά και το χριστιανισμό.
Κι όμως, μερικές φορές ένιωσα ότι η πιο γλυκιά και τρυφερή, η
πιο αθώα και ενθαρρυντική παρέα μπορεί να βρεθεί σε οποιοδήποτε αντικείμενο της Φύσης, ακόμα και για τον πιο αξιοθρήνητο μισάνθρωπο, ακόμα και για την πιο μελαγχολική ψυχή. Όποιος ζει
μέσα στη Φύση είναι αδύνατο να βυθιστεί στην πιο μαύρη μελαγχολία, (ρτάνει να μην έχει χάσει όλες του τις αισθήσεις. Δεν υπάρχει
καταιγίδα, όσο άγρια κι αν είναι, που να μην ακούγεται σαν μουσική του Αιόλου στα υγιή και αθώα αυτιά. Τίποτε δεν έχει τη δύναμη
να παρασύρει έναν απλό και θαρραλέο άνθρωπο στην ελεεινή θλίψη. Όσο απολαμβάνω τη φιλία των εποχών του έτους έχω πίστη
πως τίποτε δεν μπορεί να με κάνει να νιώσω τη ζωή σαν βάρος. Η
απαλή βροχή που σήμερα ποτίζει τις φασολιές μου και με αναγκάζει να μείνω μέσα δε μου φέρνει θλίψη και μελαγχολία, αλλά μου
κάνει κι εμένα καλό. Παρ' όλο που με εμποδίζει να σκαλίσω το χωράφι μου, το ευεργετεί πολύ περισσότερο απ' το σκάλισμα. Αν τυ* Thomas Gray (1716-1771): Άγγλος ποιητής, διανοούμενος και ιστορικός. (Σ.τ.Μ.)

188

WALDEN

χόν συνεχιζόταν τόσο ώστε να σαπίσει τους σπόρους στο έδαφος
και να καταστρέψει τις πατάτες στην πεδιάδα, και πάλι θα έκανε
καλό στο γρασίδι στους λόφους, κι αφοΰ θα έκανε καλό στο γρασίδι, θα έκανε καλό και σε μένα. Ώρες ώρες, όταν συγκρίνω τον εαυτό μου με άλλους ανθρώπους, μου φαίνεται σαν να 'μαι περισσότερο ευνοημένος από τους θεοΰς απ' ό,τι εκείνοι, σε όποια ερημιά κι
αν βρεθώ - σαν να έχω μια εγγύηση και μια σιγουριά που λείπουν
από τους συνανθρώπους μου, σαν να με προσέχει κάποιος ιδιαίτερα και να με οδηγεί. Δεν κολακεύω τον εαυτό μου, αλλά μάλλον, αν
κάτι τέτοιο είναι δυνατόν, οι θεοί κολακεύουν εμένα. Ποτέ μου δεν
ένιωσα να με πλακώνει οΰτε στο ελάχιστο η μοναξιά, εκτός από μία
φορά, λίγες εβδομάδες αφότου πρωτοήρθα στο δάσος, κι αυτό για
μια ώρα μονάχα. Με έπιασαν αμφιβολίες, σκεφτόμουν μήπως η ανθρώπινη συντροφιά ήταν τελικά απαραίτητη για μια γαλήνια και
υγιή ζωή. Η μοναξιά μου φαινόταν δυσάρεστη. Ταυτόχρονα όμως
είχα συνείδηση μιας ελαφριάς παράνοιας στη διάθεσή μου εκείνη,
από την οποία προέβλεπα ότι θα ανάρρωνα σύντομα. Άρχισε να πέφτει μια απαλή βροχή, κι ενώ οι σκέψεις αυτές συνέχιζαν να με βασανίζουν, ξαφνικά ένιωσα τόσο έντονα τη γλυκιά και ευεργετική
παρέα της Φΰσης, στον ήχο που έκαναν οι στάλες της βροχής, σε
κάθε ήχο και κάθε εικόνα γΰρω από το σπίτι μου, μια άπειρη και
ανεξήγητη φιλικότητα παντού, λες και η ίδια η ατμόσφαιρα μου έδινε ζωή, ώστε τα φανταστικά πλεονεκτήματα της ανθρώπινης γειτνίασης έγιναν ευθύς ασήμαντα κι από τότε ούτε που έχουν απασχολήσει καθόλου τη σκέψη μου. Κάθε πευκοβελόνα ξεχείλιζε θαρρείς
από συμπάθεια, από φιλία προς το άτομό μου. Τόσο έντονη ήταν η
αίσθηση μιας φιλικής και οικείας παρουσίας ολόγυρά μου, ακόμα
και σε ένα περιβάλλον που συνηθίζουμε να ονομάζουμε άγριο και
καταθλιπτικό, καθώς και η σκέψη ότι τα πλάσματα με τα οποία είχα
τη στενότερη συγγένεια, τα πιο ανθρώπινα, δεν ήταν ούτε οι άνθρωποι ούτε οι χωρικοί, ώστε είπα μέσα μου ότι κανένα μέρος δε
θα μου είναι ποτέ πια ξένο.

ΜΟΝΑΞΙΑ

189

«Το πένθος τρώει τους πενθοΰντες πριν την ώρα τους·
λίγες μέρες τους απομένουν οτκ] χώρα των ζωντανών,
όμορφη κόρη του Τοσκάρ».*

Μερικές από τις πιο ευχάριστες ώρες μου τις πέρασα στις μεγάλες μπόρες της άνοιξης και του φθινοπώρου, που αναγκαζόμουν να
μένω στο σπίτι λίγο πριν από το μεσημέρι ως το απόγευμα και να
ακοΰω το αδιάκοπο και καταπραϋντικό μουγκρητό του ανέμου και
της βροχής. Τότε το λυκόφως ερχόταν πιο νωρίς απ' ό,τι συνήθως,
αναγγέλλοντας μια μεγάλη νΰχτα, στη διάρκεια της οποίας πολλές
σκέψεις θα έβρισκαν άφθονο χρόνο για να ριζώσουν και να ξεδιπλωθούν. Στις δυνατές αυτές βορειοανατολικές βροχές που τόσο ταλαιπωρούσαν τα σπίτια του χωριού, όταν οι υπηρέτριες στέκονταν
πανέτοιμες με σφουγγαρίστρα και κουβά στις εισόδους για να κρατήσουν έξω τον κατακλυσμό, εγώ καθόμουν πίσω από την πόρτα του
μικρού σπιτιού μου, που ήταν και η μοναδική του είσοδος, και απολάμβανα στο έπακρο την προστασία που μου πρόσφερε. Μια φορά,
στη διάρκεια μιας δυνατής καταιγίδας, ένας κεραυνός χτύπησε ένα
μεγάλο πεύκο στην άλλη μεριά της λίμνης, χαράσσοντας στον κορμό
του ένα εμφανέστατο και απόλυτα συμμετρικό ζικζακωτό αυλάκι,
από την κορυφή ως τη ρίζα, με βάθος δυόμισι εκατοστά ή περισσότερο και πλάτος έξι-επτά, σαν σκάλισμα σε μπαστούνι περιπάτου. Πέρασα ξανά από εκεί τις προάλλες και ένιωσα δέος όταν σήκωσα το
κεφάλι και αντίκρισα το σημάδι εκείνο, που σήμερα φαίνεται πιο
καθαρά από ποτέ, εκεί όπου ο τρομερός και πανίσχυρος κεραυνός
είχε πέσει από τον αθώο ουρανό πριν από οκτώ χρόνια. Πολλοί μου
λένε συχνά: «Σίγουρα θα νιώθεις μοναξιά εκεί κάτω, σίγουρα θα
θες να βρεθείς πιο κοντά στους ανθρώπους, ειδικά τις μέρες και τις
νύχτες που βρέχει και χιονίζει». Μπαίνω στον πειρασμό να τους
απαντήσω ως εξής: ολόκληρη η γη που πάνω της κατοικούμε δεν είναι παρά μια κουκκίδα στο διάστημα. Πόσο μακριά ο ένας από τον
** James Macpherson (1736-1796): Σκοτσέζος ποιητής. (Σ.τ.Μ.)

190

WA LD Ε Ν

άλλο λέτε να βρίσκονται οι πιο απομακρυσμένοι κάτοικοι εκείνου
εκει του αστεριού, που τη διάμετρο του τα όργανά μας αδυνατούν να
υπολογίσουν; Και γιατί να νιώθω μοναξιά; Μήπως ο πλανήτης μας
δε βρίσκεται μέσα στο Γαλαξία; Η ερώτηση που μου κάνετε δε μου
φαίνεται να είναι η πιο σημαντική. Τι διάστημα είναι αυτό που χωρίζει τον άνθρωπο από τους συνανθρώπους του και τον αφήνει μόνο;
Ανακάλυψα ότι όσο και να κουράσει κανείς τα πόδια του, δεν πρόκειται να έρθει πιο κοντά στον άλλο στο μυαλό. Σε τι επιθυμούμε να
κατοικούμε πιο κοντά; Οπωσδήποτε όχι στους πολλούς ανθρώπους,
ούτε στο σταθμό του τρένου, στο ταχυδρομείο, ούτε στο καπηλειό,
στο δημαρχείο, το σχολείο ή το μπακάλικο, ούτε στο Μπήκον Χιλ* ή
στο Φάιβ Πόιντς**, εκεί όπου συναθροίζεται ο περισσότερος κόσμος, αλλά στην αιώνια πηγή της ζωής μας, την οποία μας έχουν δείξει όλες μας οι εμπειρίες, όπως η ιτιά στέκεται δίπλα στο νερό και
στέλνει τις ρίζες της προς την κατεύθυνσή του. Ο τόπος αυτός διαφέρει ανάλογα με το χαρακτήρα του κάθε ανθρώπου, πάντοτε όμως
αποτελεί το σημείο όπου ο συνετός θα σκάψει το κελάρι του... Ένα
βράδυ, στο δρόμο του Ουόλντεν, πρόφτασα ένα συχωριανό μου που
οδηγούσε ένα ζευγάρι γελάδια στην αγορά. Ήταν ένας από εκείνους που είχαν φτιάξει αυτό που λένε «καλή περιουσία» - αν και
δεν κατάλαβα ποτέ με ποια έννοια ήταν «καλή». Με ρώτησε πώς
άντεξα να παρατήσω τόσο πολλές από τις ανέσεις της ζωής. Τον βεβαίωσα, χωρίς να αστειεύομαι, ότι ήμουν αρκούντως ικανοποιημένος από τη ζωή που έκανα. Κι έτσι γύρισα εγώ σπίτι, στο ζεστό μου
κρεβάτι, και τον άφησα να συνεχίσει κουτσά στραβά το δρόμο του
μέσα στο σκοτάδι και τη λάσπη ως το Μπράιτον - τη φωτεινή πόλη*** όπου θα έφτανε το επόμενο πρωί.
Η προοπτική και μόνο για κάποιον νεκρό να ξυπνήσει, να επα-

* Beacon Hill: κοσμική συνοικία της Βοστόνης. (Σ.τ.Μ)
** Five Points: παλιά κακόφημη συνοικία της Νέας Υόρκης. (Σ.τ.Μ.)
*** Το τοπωνύμιο Brighton προέρχεται από τις λέξεις Bright Town (φωτεινή πόλη). (Σ,τ.Μ.)

ΜΟΝΑΞΙΑ

191

νέλθει στη ζωή, τον κάνει να αδιαφορεί για τον τόπο και το χρόνο
που θα συντελεστεί αυτό. Ο τόπος αυτός είναι πάντοτε ο ίδιος και
πάντοτε απερίγραπτα ευχάριστος για όλες μας τις αισθήσεις. Τις περισσότερες φορές αφήνουμε να μας καθορίζουν μονάχα επιφανειακές και παροδικές περιστάσεις. Αυτές είναι στην πραγματικότητα η
αιτία του περισπασμοΰ μας. Δίπλα στα πάντα βρίσκεται η δύναμη
εκείνη που τα δημιουργεί. Δίπλα μας εφαρμόζονται αδιάκοπα οι πιο
θεμελιώδεις νόμοι. Δίπλα μας δε βρίσκεται ο εργάτης που έχουμε
προσλάβει, με τον οποίο μας αρέσει τόσο πολΰ να κουβεντιάζουμε,
αλλά ο εργάτης του οποίου τη δουλειά αποτελούμε εμείς οι ίδιοι.
«Πόσο πελώρια και βαθιά είναι η επιρροή των σοφών δυνάμεων
του Ουρανοΰ και της Γης!»
«Ζητάμε να τις γνωρίσουμε, όμως δεν τις βλέπουμε* ζητάμε να τις
ακούσουμε, αλλά δεν τις ακούμε* ταυτίζονται με την ουσία των
πραγμάτων και δεν μπορούν να διαχωριστούν από αυτά».
«Κάνουν τους ανθρώπους σε ολόκληρο το σύμπαν να εξαγνίζουν
και να αγιάζουν τις καρδιές τους, να ντύνονται στα γιορτινά τους και
να προσφέρουν θυσίες και αναθήματα στους προγόνους τους. Είναι
ένας ωκεανός από δημιουργικές διάνοιες. Βρίσκονται ολόγυρα, από
πάνω μας, στα δεξιά και στα αριστερά μας* μας περιβάλλουν από
παντού».*
Αποτελούμε υποκείμενα ενός πειράματος που για μένα προσωπικά παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Δεν μπορούμε άραγε να
κάνουμε για λίγο χωρίς την κοινωνία των κουτσομπολιών μας - δεν
έχουμε τις δικές μας σκέψεις να μας ψυχαγωγούν; Πόση αλήθεια περιέχει πράγματι η ρήση του Κομφούκιου: «Η αρετή δεν παραμένει
εγκαταλειμμένο ορφανό* έχει ανάγκη από γείτονες».
Με τη δύναμη της σκέψης μας μπορούμε να βρεθούμε «εκτός
εαυτού» με μια υγιή έννοια. Με συνειδητή προσπάθεια του νου μπορούμε να αποστασιοποιηθούμε από τις πράξεις και τις συνέπειές
τους· και τα πάντα, καλά και κακά, θα μας προσπερνούν σαν χεί* Κομφούκιος (551-479 π.Χ.). {Σ.τ.Μ.)

192

WALDEN

μαρρος. Δεν είμαστε απόλυτα δεμένοι με τη Φυση. Μπορεί να είμαι
ένα ξΰλο παρασυρμένο από το ρέμα ή ο Ιντρα* ψηλά στον ουρανό,
που το κοιτάζει. Μπορεί από τη μια να με επηρεάσει μια θεατρική
παράσταση κι από την άλλη μπορεί να μη με επηρεάσει καθόλου κάποιο γεγονός που μοιάζει να με αφορά πολύ περισσότερο. Γνωρίζω
τον εαυτό μου μονάχα ως ανθρώπινη οντότητα* ως το σκηνικό, ας
πούμε, των σκέψεων και των συναισθημάτων. Και αισθάνομαι μια
διπλή υπόσταση, η οποία μου επιτρέπει να στέκομαι σε τόση απόσταση από τον εαυτό μου όση και από οποιονδήποτε άλλο. Όσο
έντονη κι αν είναι η εμπειρία μου, πάντοτε νιώθω την παρουσία και
την κριτική κάποιου μέρους του εαυτού μου, το οποίο κατά κάποιον
τρόπο δεν αποτελεί κομμάτι δικό μου, αλλά παραμένει θεατής. Δε
μοιράζεται την εμπειρία μου, αλλά τη σημειώνει. Κι αυτό δεν είναι
περισσότερο «εγώ» απ' ό,τι «εσύ». Όταν πια τελειώσει το έργο, ή
ίσως η τραγωδία της ζωής, ο θεατής αποχωρεί. Γι' αυτόν δεν ήταν
παρά μια επινοημένη ιστορία, ένα έργο της φαντασίας. Αυτή η διπλή
υπόσταση μερικές φορές μπορεί εύκολα να μας κάνει κακούς φίλους
και γείτονες.
Το βρίσκω υγιές να μένω μόνος τον περισσότερο καιρό. Ακόμη
και η καλύτερη παρέα σύντομα κουράζει και αποδυναμώνει. Αγαπώ
τη μοναξιά. Δε βρήκα ποτέ καλύτερο σύντροφο από αυτήν. Τις περισσότερες φορές νιώθουμε πιο μόνοι όταν βγαίνουμε έξω και βρισκόμαστε ανάμεσα σε ανθρώπους, παρά όταν μένουμε στο δωμάτιό
μας. Κάποιος που σκέφτεται ή δουλεύει είναι πάντα μόνος, όπου κι
αν βρίσκεται. Η μοναξιά δε μετριέται από την απόσταση ανάμεσα
σε έναν άνθρωπο και τους συνανθρώπους του. Ο πραγματικά φιλόπονος σπουδαστής σε κάποιο από τα πολύβουα μελίσσια του κολεγίου του Κέιμπριτζ είναι τόσο μόνος, όσο κι ένας δερβίσης στην έρημο. Ο αγρότης μπορεί να δουλεύει όλη μέρα ολομόναχος στο χωράφι ή στο δάσος, οργώνοντας ή κόβοντας ξύλα, χωρίς να νιώσει μοναξιά, γιατί ασχολείται με κάτι. Όταν όμως γυρίζει σπίτι του τη νύχτα
* Θεός της βροντής και της βροχής στον ινδουισμό. (Σ.τ.Μ.)

ΜΟΝΑΞΙΑ

193

δεν μπορεί να καθίσει μόνος στο δωμάτιο, στο έλεος των σκέψεων
του, αλλά πρέπει να πάει κάπου όπου θα μπορεί να «δει κόσμο», να
ψυχαγωγηθεί και, όπως πιστεύει, να ανταμειφθεί για τη μοναξιά της
ημέρας. Κι έτσι απορεί που ο φοιτητής μπορεί και κάθεται ολομόναχος στο σπίτι όλη νΰχτα και το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας χωρίς
να νιώθει πλήξη και μελαγχολία. Δεν μπορεί να καταλάβει πως ο
φοιτητής, παρ' όλο που είναι κλεισμένος στους τέσσερις τοίχους,
εξακολουθεί να δουλεΰει στο δικό του χωράφι και να κόβει ξΰλα
στο δικό τον δάσος, όπως ακριβώς έκανε και ο αγρότης, κι επομένως αναζητά κι εκείνος την ίδια ψυχαγωγία και την ίδια παρέα, αν
και η δική του μπορεί να έχει πιο συμπυκνωμένη μορφή.
Συνήθως οι παρέες των ανθρώπων είναι πολΰ ευτελείς. Τα διαλείμματα μεταξύ των συναντήσεών μας είναι πολΰ σύντομα κι έτσι
δεν έχουμε αρκετό χρόνο ώστε να αποκτήσει ο ένας κάποια καινούργια αξία για τον άλλο. Συναντιόμαστε στα γεύματα, τρεις φορές
την ημέρα, και προσφέρουμε ο ένας στον άλλο μια καινούργια γεύση του μουχλιασμένου τυριού που είναι ο καθένας μας. Έχουμε
αναγκαστεί να συμφωνήσουμε σε κάποιους κανόνες ευγένειας, τους
λεγόμενους «τρόπους καλής συμπεριφοράς», έτσι ώστε να γίνουν
ανεκτές οι συχνές αυτές συναντήσεις και να αποφευχθούν οι ανοιχτές συγκρούσεις. Συναντιόμαστε στο ταχυδρομείο, στις κοινωνικές
συναθροίσεις, κάθε βράδυ μπροστά στο τζάκι. Ζούμε σε ένα ασφυκτικό περιβάλλον, εμποδίζουμε, σκοντάορτουμε ο ένας πάνω στον
άλλο και πιστεύω ότι έτσι χάνουμε κάτι από το σεβασμό μας για τον
άλλο. Οπωσδήποτε, οι λιγότερο συχνές συναντήσεις θα επαρκούσαν
για κάθε σημαντική και εγκάρδια επικοινωνία. Αναλογιστείτε τα κορίτσια που δουλεύουν στο εργοστάσιο - ποτέ δε μένουν μόνα, ίσως
ούτε ακόμα και στα όνειρά τους. Θα ήταν καλύτερα αν υπήρχε παντού ένας μόνο κάτοικος ανά τετραγωνικό μίλι, όπως συμβαίνει εδώ
που ζω εγώ. Η αξία του ανθρώπου δε βρίσκεται στην επιδερμίδα
του, ώστε να πρέπει διαρκώς να τον αγγίζουμε.
Άκουσα για έναν άνδρα που είχε χαθεί στο δάσος, ο οποίος,
ετοιμοθάνατος σχεδόν από την πείνα και την εξάντληση, κάθισε στη

194

WALDEN

ρίζα ενός δέντρου. Η μοναξιά του μετριάστηκε από τα αλλόκοτα
οράματα με τα οποία τον περιέβαλλε η φαντασία του ως αποτέλεσμα της σωματικής του αδυναμίας και τα οποία νόμιζε αληθινά. Κατά τον ίδιο τρόπο, η σωματική και πνευματική μας υγεία και ευρωστία μπορεί να μας ψυχαγωγεί διαρκώς με μια παρόμοια αλλά πιο
φυσιολογική και (ρυσική συντροφιά, κι έτσι να καταλάβουμε ότι ποτέ
δεν είμαστε στ' αλήθεια μόνοι.
Εγώ, πάντως, έχω μεγάλη παρέα στο σπίτι μου. Ειδικά τα πρωινά, όταν δεν έρχεται κανείς. Επιτρέψτε μου να κάνω μερικές συγκρίσεις, μήπως και κάποια από αυτές σας δώσει μια ιδέα της κατάστασης μου. Δε νιώθω μεγαλύτερη μοναξιά απ' το νυχτοπούλι της λίμνης που γελά τόσο δυνατά, ή από την ίδια τη λίμνη Ουόλντεν. Πείτε
μου παρακαλώ, τι είδους συντροφιά έχει η λίμνη; Καμία. Κι όμως, τα
βαθυγάλανα νερά της δεν κρύβουν μέσα τους γαλάζιους διαβόλους,
αλλά γαλάζιους αγγέλους. Ο ήλιος είναι κι αυτός μόνος, εκτός από
τις μέρες με πολλή υγρασία, τότε που φαίνεται διπλός, ο ένας όμως
από τους δύο είναι ψεύτικος, οφθαλμαπάτη. Ο Θεός είναι μόνος - ο
διάβολος, όμως, κάθε άλλο. Εκείνος έχει μπόλικη συντροφιά: τις λεγεώνες των δαιμόνων του.* Δε νιώθω περισσότερη μοναξιά από ένα
μοναχικό φλόμο ή από ένα άγριο ραδίκι στο βοσκότοπο, από ένα
φύλλο φασολιάς, από ένα λάπαθο, μια αλογόμυγα ή μια ταπεινή μέλισσα. Δε νιώθω περισσότερη μοναξιά από το μύλο του Κόνκορντ,
από έναν ανεμοδείκτη, από το αστέρι του βορρά, από το νοτιά, από
μια απριλιάτικη μπόρα ή από το λιώσιμο των πάγων το Γενάρη, από
την πρώτη αράχνη σ' ένα καινούργιο σπίτι.
Τα ατέλειωτα βράδια του χειμώνα, όταν το χιόνι πέορτει πυκνό
και ο άνεμος ουρλιάζει ανάμεσα στα δέντρα, δέχομαι καμιά φορά
την επίσκεψη του παλιού εποίκου και αρχικού ιδιοκτήτη της περιοχής, που απ' ό,τι λένε έσκαψε τη λίμνη Ουόλντεν, την έστρωσε με πέτρες και φύτεψε τα πεύκα που την περιζώνουν. Μου διηγείται ιστο* «Και επηρώτα αυτόν τι όνομα σοι; Και απεκριθη λέγων λεγεών όνομα μοι, ότι
πολλοί εσμέν». Κατά Μάρκον 5:9. (Σ.τ.Μ)

ΜΟΝΑΞΙΑ

195

ρίες από τον παλιό καιρό και από τη νέα αιωνιότητα. Έτσι οι δυο
μας καταφέρνουμε να περάσουμε ένα ευχάριστο βράδυ, όλο ευθυμία και χαρούμενες κουβέντες, ακόμα και χωρίς μήλα ή μηλίτη. Είναι ένας εξαιρετικά σοφός και αστείος φίλος και τον αγαπώ πολΰ.
Κρύβεται καλύτερα ακόμα κι από τον Γκόφι με τον Γουάλει παλιά*
και, παρ' όλο που πιστεύεται πως είναι νεκρός, κανείς δεν ξέρει πού
ακριβώς βρίσκεται θαμμένος. Μια ηλικιωμένη κυρά, αόρατη για τον
περισσότερο κόσμο, κατοικεί επίσης στη γειτονιά μου. Συχνά απολαμβάνω έναν περίπατο στο ευωδιαστό περιβόλι της, μαζεύοντας
φαρμακοβότανα και ακούγοντας τις ιστορίες της. Διαθέτει ένα πνεύμα απαράμιλλης επινοητικότητας και η μνήμη της φτάνει ακόμα πιο
παλιά και από τη μυθολογία. Ξέρει την πρωτότυπη μορφή κάθε μύθου, καθώς και το γεγονός στο οποίο βασίστηκε ο καθένας, γιατί
όλα αυτά τα περιστατικά συνέβησαν όταν η ίδια ήταν νέα. Είναι μια
ρωμαλέα γηραιά κυρία με ροδοκόκκινα μάγουλα, που ευχαριστιέται
όλες τις εποχές, ό,τι καιρό κι αν κάνει, η οποία δεν αποκλείεται να
ζήσει παραπάνω απ' όλα τα παιδιά της.
Η απερίγραπτη αθωότητα και ευεργετικότητα της Φύσης - του
ήλιου, του ανέμου και της βροχής, του καλοκαιριού και του χειμώνα
- τόση υγεία, τόσο κέφι μας δίνουν, χωρίς να σταματούν! Και τόσο
πολύ αγαπούν τη φυλή μας, ώστε όλη η Φύση θα επηρεαζόταν - ο
ήλιος θα θόλωνε, οι άνεμοι θα έβγαζαν στεναγμό ανθρώπινο, τα
σύννεφα θα έβρεχαν δάκρυα, τα δέντρα θα έριχναν τα φύλλα τους
και θα έβαζαν τα πένθιμά τους μες στο κατακαλόκαιρο - αν τύχαινε
ποτέ και κάποιος άνθρωπος πενθούσε δικαίως. Πώς μπορώ να μη
νιώθω ότι ανήκω στη γη; Μήπως δεν αποτελούμαι τάχα κι εγώ ο
ίδιος κατά ένα μέρος από φύλλα και καστανόχωμα;
Ποιο είναι το φάρμακο εκείνο που θα μας κρατήσει υγιείς, γαλήνιους, ικανοποιημένους; Όχι τα φάρμακα του προπάππου μου ή του

* William Goffe, Edward Whalley: Άγγλοι στρατιωτικοί που κατηγορήθηκαν για
τη δολοφονία του βασιλιά Καρόλου Α' της Αγγλίας (1649) και κατέφυγαν στην
Αμερική. (Σ.τ.Μ.)

196

WALDEN

δικοΰ σας, αλλά τα φυτά και τα βότανα της Φύσης, που χαρίζουν και
στην ίδια αιώνια νεότητα. Με τη βοήθειά τους έχει ξεπεράσει σε
ηλικία πολλούς σαν τον Παρ*, αποκτώντας περισσότερο σφρίγος
καθώς τρέφεται με το αποσυντεθειμένο δικό τους πάχος. Αντί για
ένα από εκείνα τα μπουκαλάκια των κομπογιαννιτών με νερό του
Αχέροντα και της Νεκράς Θάλασσας, που βγαίνουν από εκείνα τα
ρηχά, μαΰρα, μακρόστενα βαγόνια που μοιάζουν με σκοΰνες, τα
οποία βλέπουμε καμιά φορά να κουβαλούν μπουκάλια, δώστε μου
μια ρουφηξιά καθαρού πρωινού αέρα. Αχ, ο πρωινός αέρας! Αν οι
άνθρωποι δεν εννοούν να πίνουν από αυτόν στην πηγή της ημέρας,
ε, τότε πια πρέπει να εμφιαλώσουμε κάμποσο και να τον πουλάμε
στα μαγαζιά, για όλους εκείνους που έχουν χάσει την απόδειξη συνδρομής τους για την ώρα της αυγής. Μην ξεχνάτε, όμως, ότι δεν πρόκειται να διατηρηθεί για πολΰ, ακόμα και στο πιο δροσερό κελάρι
να τον αποθηκεύσετε. Θα τινάξει μακριά τους φελλούς και πολύ
πριν ορτάσει το μεσημέρι θα φύγει για τη δύση, ακολουθώντας τα βήματα της Ηούς. Δεν είμαι από τους πιστούς της Υγείας, της κόρης
εκείνου του γερο-φαρμακοτρίφτη του Ασκληπιού, που απεικονίζεται
στα μνημεία να κρατάει ένα φίδι στο ένα χέρι και μια κούπα στο άλλο, από την οποία καμιά φορά το φίδι φαίνεται να πίνει. Όχι, εγώ
λατρεύω την Ήβη, οινοχόο του Αία, που ήταν κόρη της Ήρας και
του άγριου μαρουλιού**, και είχε τη δύναμη να χαρίζει ξανά το σθένος της νιότης σε θεούς και ανθρώπους. Ήταν μάλλον η μόνη πραγματικά υγιής, εύρωστη και γυμνασμένη κοπέλα που περπάτησε ποτέ
στη γη και όπου πήγαινε, έφερνε μαζί της την άνοιξη.

* Thomas Parr: Άγγλος που λέγεται ότι έζησε 152 χρόνια. (Σ.τ.Μ)
** Σύμφωνα με μια εκδοχή του μΰθου, η Ή ρ α έφαγε άγρια μαρούλια ο' ένα γεύμα του Απόλλωνα και έμεινε έγκυος απ' αυτό.

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ

Θεωρώ ότι αγαπώ την ανθρώπινη συντροφιά όσο και ο περισσότερος κόσμος. Πάντοτε είμαι πρόθυμος να κολλήσω για λιγο σαν
βδέλλα σε όποιον γλυκοαίματο άνθρωπο βρεθεί στο δρόμο μου.
Δεν είμαι από φυσικοΰ μου ερημίτης, θα ελεγα μάλιστα ότι μπορώ
να παραβγώ σε κοινωνικότητα ακόμα και τους πιο φανατικούς θαμώνες των καπηλειών, αν τΰχει και οι δουλειές μου με φέρουν
εκεί.
Στο σπίτι μου είχα τρεις καρέκλες: μία για τη μοναξιά, δυο για
τη φιλία, τρεις για τη συντροφιά. Όποτε τύχαινε να έχω απρόσμενες επισκέψεις άνω των τριών ατόμων, δεν υπήρχε άλλο μέρος να
καθίσουν, γενικώς όμως βολεύονταν και όρθιοι. Είναι απίστευτο
πόσους σπουδαίους άνδρες και πόσες σπουδαίες γυναίκες μπορεί
να χωρέσει ένα μικρό σπίτι. Κάποιες φορές μαζεύονταν κάτω από
τη στέγη μου ίσαμε είκοσι πέντε ή τριάντα ψυχές, μαζί με τα σώματά τους, κι όμως όταν χωρίζαμε δε μας έμενε καμία αίσθηση ότι είχαμε στριμωχτεί. Πολλά από τα οικήματα των ανθρώπων, δημόσια
και ιδιωτικά, με τα αμέτρητα θαρρείς δωμάτιά τους, με τους τεράστιους προθαλάμους και με τα κελάρια τους για την αποθήκευση
κρασιών και άλλων πολεμοφοδίων της ειρήνης, μου φαίνονται εξωφρενικά μεγάλα για τους ενοίκους τους. Είναι τόσο απέραντα και
λαμπρά, ώστε οι τελευταίοι μοιάζουν με ποντίκια μέσα τους. Πάντοτε εκπλήσσομαι όταν κάνω να δω ποιον αναγγέλλει ο πορτιέρης
μπροστά στην είσοδο κάποιου Τρέμοντ, κάποιου Αστόρια ή Μί-

198

WALDEN

ντλσεξ* και αντικρίζω να έρχεται τρέχοντας από την πλατεία ένα
γελοίο ποντικάκι, που αμέσως εξαφανίζεται σε κάποια τρΰπα του
πεζοδρομίου.
Ένα πρόβλημα που αντιμετώπισα κάποιες φορές κατοικώντας σε
ένα τόσο μικρό σπίτι ήταν η δυσκολία να διατηρήσω την κατάλληλη
απόσταση από τον καλεσμένο μου όταν αρχίζαμε να εκφράζουμε
μεγάλες σκέψεις με μεγάλα λόγια. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη από
χώρο για να σηκώσουν πανιά οι σκέψεις του και να κάνουν ένα δυο
γΰρους πριν μπουν στο λιμάνι. Το βόλι της σκέψης σου πρέπει να
έχει σημαδέψει καλά το στόχο, να έχει ξεπεράσει κάθε εμπόδιο που
θα μπορούσε να το κάνει να εξοστρακεί και να έχει μπει στην τελική
και σταθερή πορεία του πριν φτάσει στο αυτί του ακροατή, αλλιώς
υπάρχει ο κίνδυνος να ξαναβγεί από το πλάι του κεφαλιού του. Επίσης, οι προτάσεις μας χρειάζονται χώρο για να ξεδιπλωθούν και να
σχηματίσουν τις στήλες τους στα διαλείμματα της κουβέντας. Τα
άτομα, όπως και τα έθνη, πρέπει να έχουν επαρκή σύνορα ανάμεσά
τους, καθώς και μια αρκετά φαρδιά ουδέτερη ζώνη. Πόσο μεγάλη
πολυτέλεια μου φαινόταν η κουβέντα με κάποιο φίλο που στεκόταν
στην αντίπερα όχθη της λίμνης! Στο σπίτι μου ήμασταν τόσο κοντά ο
ένας στον άλλο που δεν ακούγαμε - δε γινόταν να μιλάμε αρκετά σιγά ώστε να ακούει ο ένας τον άλλον. Είναι όπως όταν πετάς δυο πέτρες στο ήρεμο νερό τόσο κοντά τη μια με την άλλη, ώστε η δεύτερη
διασπά τα κύματα που έχει δημιουργήσει στην επιφάνεια η πρώτη.
Αν δεν είμαστε παρά φλύαροι ομιλητές με δυνατές φωνές, τότε δε
μας πειράζει να στεκόμαστε πολΰ κοντά ο ένας στον άλλο, με τα μάγουλα μας να αγγίζονται σχεδόν, και να νιώθουμε ο ένας το χνότο
του άλλου. Αν όμως μιλάμε συγκρατημένα και έπειτα από σκέψη,
θέλουμε να έχουμε κάποια απόσταση μεταξύ μας, έτσι ώστε η υγρασία των κορμιών μας να έχει χώρο να εξατμιστεί. Αν επιθυμούμε να
απολαύσουμε μια πιο στενή επικοινωνία με εκείνο το κομμάτι του
* Ξενοδοχεία της Βοστόνης, της Νέας Υόρκης και του Κόνκορντ, αντίστοιχα.
{Σ,τΜ.)

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ

199

άλλου που δεν έχει ανάγκη από λόγια ή βρίσκεται υπεράνω αυτών,
τότε πρέπει να παραμείνουμε όχι μόνο σιωπηλοί αλλά και σε τόση
απόσταση από αυτόν ώστε να μην μπορούμε να ακούσουμε τη φωνή
του, ούτε κι εκείνος τη δική μας. Με βάση τα παραπάνω, ο λόγος
ύπαρξης της ομιλίας δεν είναι παρά για τη διευκόλυνση των βαρήκοων. Υπάρχουν όμως πολλά εκλεκτά πράγματα που δεν μπορούμε να
τα πούμε, όσο δυνατά κι αν φωνάζουμε. Καθώς η κουβέντα με τους
επισκέπτες μου άρχιζε σιγά σιγά να παίρνει έναν τόνο πιο μεγαλόπρεπο και ευγενή, σπρώχναμε τις καρέκλες μας όλο και πιο μακριά
τη μία από την άλλη, ώσπου έςρταναν να αγγίζουν τους δυο απέναντι
τοίχους· κι ακόμα και τότε, τις περισσότερες φορές ο χώρος δε μας
έφτανε.
Ωστόσο, το «καλό» μου δωμάτιο - το δωμάτιο στο οποίο αποσυρόμουν - που πάντα ήταν έτοιμο να δεχτεί παρέα, που το χαλί του
σπάνια το έβλεπε ο ήλιος, ήταν το πευκοδάσος πίσω από το σπίτι
μου. Εκεί οδηγούσα τους μουσαφίρηδες τις καλοκαιρινές ημέρες,
στο δωμάτιο αυτό, όπου μια ανεκτίμητη οικιακή βοηθός σκούπιζε το
πάτωμα, ξεσκόνιζε τα έπιπλα και κρατούσε τα πάντα σε τάξη.
Μερικές φορές, όταν περνούσε κάποιος επισκέπτης, μοιραζόμουν μαζί του το λιτό μου γεύμα και η συζήτησή μας δε ζημιωνόταν
ούτε στο ελάχιστο από το γεγονός ότι έπρεπε να ανακατεύω κάθε
τόσο τη «βιαστική πουτίγκα»* στη χύτρα ή να προσέχω το καρβέλι
που είχα βάλει να ψήνεται στη χόβολη. Αν όμως περνούσαν από το
σπίτι μου,καμιά εικοσαριά επισκέπτες, τότε δε γινόταν κουβέντα για
φαγητό - παρ' όλο που μπορεί να υπήρχε ψωμί αρκετό για να φάνε
δύο - σαν να 'ταν το φαγητό μια συνήθεια που είχαμε όλοι μας αποβάλει. Όμως η αποχή αυτή μας φαινόταν απόλυτα φυσική* ούτε και
το ένιωσε κανείς ποτέ αυτό σαν προσβολή ενάντια στο έθιμο της φιλοξενίας, αλλά αντίθετα έδειχνε να είναι η πιο ενδεδειγμένη και
αβρή συμπεριφορά. Η εξάντληση και η φθορά του σώματος, το
* Χυλός από καλαμποκάλευρο* γρήγορο και εύκολο γεύμα, οτυνηθισμένο την
εποχή εκείνη στη Νέα Αγγλία. (Ζτ.Μ)

200

WA LD Ε Ν

οποίο τόσο συχνά χρήζει συντήρησης, φαίνονταν ως εκ θαύματος να
έχουν υποχωρήσει στις περιπτώσεις εκείνες και το πνευματικό σθένος όλων έμοιαζε ακάθεκτο. Μ' αυτές τις συνθήκες θα μπορούσα να
δεχτού όχι είκοσι μουσαφίρηδες, αλλά χίλιους. Κι αν ποτέ ήρθε κανείς να με επισκεφτεί και με βρήκε στο σπίτι κι έπειτα έφυγε απογοητευμένος ή πεινασμένος, μπορεί να είναι σίγουρος ότι, αν μη τι
άλλο, τον συμπονοα. Τόσο εύκολο είναι να αντικαταστήσει κανείς τα
παλιά έθιμα με καινούργια και καλύτερα, αν και ξέρω ότι πολλές
νοικοκυρές θα διαφωνήσουν. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να εξαρτάται η καλή σας φήμη από τα γεύματα που παραθέτετε. Από τη μεριά μου, ο μοναδικός Κέρβερος που στάθηκε ποτέ ικανός να με αποθαρρύνει από το να επισκε(ρτώ το σπίτι κάποιου ήταν όλες εκείνες
οι τσιριμόνιες που έκανε ο σπιτονοικοκύρης για να με ταΐσει, σαν να
μου λέει με εξαιρετικά ευγενικό και πλάγιο τρόπο να μην τολμήσω
και τον ενοχλήσω ξανά στο μέλλον. Δε νομίζω ότι αντέχω να παρευρεθώ σε άλλες τέτοιες σκηνές. Θα ήμουν υπερήφανος αν χάραζα
στην είσοδο της καλύβας μου τα παρακάτω λόγια του Σπένσερ, που
κάποιος επισκέπτης μου έγραψε σε ένα κίτρινο φΰλλο καρυδιάς δίκην επισκεπτήριας κάρτας:
«Φτάνοντας στο σπίτι το μικρό,
ψυχαγωγία δε ζήτησα εκεί που δεν υπήρχε*
γιορτή τους η ανάπαυση κι όλα κατά το θέλημα τους:
τα πιο ευγενή πνεύματα χαίρονται πιο πολύ».

Όταν ο Γουίνσλοου, ο δεύτερος κυβερνήτης της αποικίας του
Πλίμουθ, κι ένας συντροφός του, αφού διέσχισαν με τα πόδια το δάσος για να κάνουν μια επίσημη επίσκεψη στον Μασασόιτ*, έφτασαν
κατάκοποι και πεινασμένοι στο σπίτι του φύλαρχου, εκείνος τους
καλοδέχτηκε, χωρίς όμως να τους προσφέρει φαγητό όλη εκείνη την
* Massasoit (1585;-1660): Ινδιάνος φύλαρχος που διατηρούσε φιλικές σχέσεις με
τους αποίκους της περιοχής. (Σ.τ.Μ.)

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ

201

ημέρα. Όταν έπεσε η νΰχτα, κατά τα λεγόμενα του, «μας έβαλε να
ξαπλώσουμε σ' ένα κρεβάτι όπου ξάπλωσε και ο ίδιος με τη γυναίκα
του, εκείνοι στη μια άκρη κι εμείς στην άλλη. Το κρεβάτι δεν ήταν
παρά μια σανίδα, περίπου τριάντα εκατοστά από το έδαφος, με ένα
λεπτό χαλί στρωμένο πάνω της. Δυο ακόμη από τα πρωτοπαλίκαρά
του ήρθαν και στριμώχτηκαν δίπλα μας, έτσι που ο ΰπνος μας κούρασε περισσότερο από το ταξίδι». Την επομένη, στη μία η ώρα το μεσημέρι, ο Μασασόιτ «έφερε δύο ψάρια που είχε πιάσει ο ίδιος», με
μέγεθος περίπου τρεις φορές όσο ένας σπάρος. «Αφοΰ τα έβρασαν,
είδαμε ότι υπήρχαν τουλάχιστον σαράντα άνθρωποι που περίμεναν
μερίδιο από αυτά. Οι περισσότεροι έφαγαν από ένα κομμάτι. Αυτό
ήταν και το μοναδικό γεΰμα μας για δυο νύχτες και μία ημέρα. Και
αν δεν αγοράζαμε μια πέρδικα, θα περνούσαμε όλο το ταξίδι μας
νηστικοί». Φοβούμενοι ότι θα αρρώσταιναν από την έλλειψη φαγητού και ύπνου, εξαιτίας «των βάρβαρων τραγουδιών των αγρίων
(γιατί είχαν τη συνήθεια να τραγουδούν πριν πέσουν για ύπνο)», πήραν το δρόμο της επιστροφής, για να γυρίσουν όσο ακόμα θα είχαν
δυνάμεις. Σχετικά με το κατάλυμα που τους πρόσφερε ο αρχηγός, η
αλήθεια είναι ότι ήταν μάλλον ανεπαρκές, παρ' όλο που αυτό που σ'
εκείνους είχε φανεί ταλαιπωρία, αναμφίβολα από την πλευρά του
οικοδεσπότη αποτελούσε ένδειξη τιμής και σεβασμού. Όσο για το
φαγητό, δε βλέπω τι καλύτερο θα μπορούσαν να είχαν κάνει οι
Ινδιάνοι. Ούτε και οι ίδιοι είχαν να φάνε, κι έπειτα δεν ήταν τόσο
ανόητοι ώστε να πιστέψουν πως οι συγγνώμες θα μπορούσαν να
αντικαταστήσουν την προσφορά φαγητού στους καλεσμένους τους.
Έσφιξαν λοιπόν τα ζωνάρια τους και δεν είπαν τίποτα. Μια άλλη
φορά που τους επισκέφθηκε ο Γουίνσλοου, που έτυχε να συμπέσει
με εποχή αφθονίας για τη φυλή, δεν υπήρξε η παραμικρή έλλειψη
στο συγκεκριμένο τομέα.
Γενικά, οι επισκέπτες αποτελούν είδος κάθε άλλο παρά σπάνιο.
Όσο ζούσα στο δάσος είχα περισσότερες επισκέψεις από οποιαδήποτε άλλη περίοδο της ζωής μου. Θέλω να πω μ' αυτό ότι δε μου
έλειψαν καθόλου. Εκεί συναντήθηκα με αρκετούς ανθρώπους, σε

202

WALDEN

συνθήκες πολΰ πιο ευνοϊκές απ' οπουδήποτε αλλοΰ. Πολΰ λιγότεροι
όμως έρχονταν να με δουν για ασήμαντες υποθέσεις. Η απόστασή
μου από την πόλη έφτανε για να τους αποθαρρύνει. Είχα αποσυρθεί
τόσο βαθιά στον ωκεανό της μοναξιάς στον οποίο χύνονται τα ποτάμια της κοινωνίας, ώστε κατά το μεγαλύτερο μέρος της παραμονής
μου εκεί, όσον αφορά τις ανάγκες μου, μονάχα ένα λεπτό στρώμα
ιζήματος είχε εναποτεθεί γύρω μου. Εκτός αυτοΰ, είχαν κολλήσει
πάνω μου οι μυρωδιές των άγνωστων και ανεξερεύνητων ηπείρων
που βρίσκονταν στην άλλη πλευρά του ωκεανού μου.
Ποιος ήρθε τάχα να με δει το πρωί αυτό; Κάποιος άντρας βγαλμένος από τα ομηρικά έπη ή κάποιος Παφλαγόνιος* - το όνομά του
ήταν τόσο ταιριαστό και ποιητικό, που το γεγονός ότι δεν μπορώ να
το αναφέρω εδώ με λυπεί αφάνταστα - ένας Καναδός, ένας ξυλοκόπος και κατασκευαστής στύλων, που μπορούσε να στήσει πενήντα
στύλους σε μια μέρα και του οποίου το τελευταίο γεύμα ήταν μια
μαρμότα που είχε πιάσει ο σκύλος του.** Γνωρίζει τον Όμηρο και,
όπως λέει ο ίδιος, «αν δεν υπήρχαν τα βιβλία δε θα ήξερα τι να κάνω τις βροχερές μέρες», αν και μάλλον έχουν περάσει πολλές βροχερές εποχές από την τελευταία φορά που τέλειωσε ένα ολόκληρο βιβλίο. Κάποιος παπάς, στη μακρινή του ενορία, που ήξερε να προφέρει το ελληνικό κείμενο, του είχε μάθει να διαβάζει την Αγία Γραφή.
Και τώρα, καθώς αυτός κρατάει το βιβλίο, του μεταφράζω το σημείο
όπου ο Αχιλλέας επιπλήττει τον Πάτροκλο για τη θλίψη του:
«Ω Πάτροκλε, τι κλαίεις;
Κοράσι ομοιάζεις τρυφερό που οπίσω απ' τη μητέρα
τρέχει και την παρακαλεί στον κόρφο ν α το πάρει {...]

* Παφλαγονία: αρχαία χώρα στη Μαύρη Θάλασσα, ρωμαϊκή αποικία. (Σ.τ.Μ.)
** Πρόκειται για τον Άλεξ Θεριέν, τον οποίο ο Θορώ συμπαθούσε ιδιαίτερα για
την απλότητα και τους ανεπιτήδευτους τρόπους του και στον οποίο αναφέρεται
τρεις φορές στο βιβλίο. (Σ.τ.Μ.)

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ

203

Ή κάποιο μήνυμα κρυφό σου έφθασε απ' την Φθιαν;
Ζη ακόμη ο Μενοίτιος, του Άκτορος, ως λέγουν,
ζη και ο Πηλεΰς του Αιακού, στην γην των Μυρμιδόνων,
που άκουσμα θα 'ταν θλιβερό σ' εμάς ο θάνατός των».*

«Αυτό είναι καλό», λέει. Κάτω από τη μασχάλη του κουβαλάει
ένα μεγάλο δεμάτι ξΰλα από ασπροβαλανιδιά, που μάζεψε για κάποιον άρρωστο το πρωι της Κυριακής. «Φαντάζομαι πως δεν πειράζει να κάνω μια τέτοια δουλειά τη μέρα αυτή», λέει. Θεωρεί τον
Όμηρο μεγάλο συγγραφέα, αν και δεν έχει ιδέα περί τίνος έγραφε.
Δύσκολο να βρει κανείς κάποιον άνθρωπο πιο απλό και ανεπιτήδευτο. Η φαυλότητα και οι ασθένειες, που τόσο σκιάζουν την ηθική ολόκληρου του κόσμου, έδειχναν να είναι σχεδόν ανύπαρκτες για αυτόν. Ήταν περίπου είκοσι οκτώ ετών και είχε φΰγει από τον Καναδά
κι από το πατρικό του σπίτι δώδεκα χρόνια πριν για να έρθει να
δουλέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ήθελε να βγάλει χρήματα για
να αγοράσει κάποτε τη δική του φάρμα, ίσως στην πατρίδα του. Το
παρουσιαστικό του ήταν τραχΰ: γεροδεμένο αλλά νωθρό κορμί, που
παρ' όλα αυτά το κινούσε με χάρη, χοντρός, ηλιοκαμένος σβέρκος,
καστανά, φουντωτά μαλλιά και νωθρά, κοιμισμένα, γαλανά μάτια,
που κάποιες φορές σπινθήριζαν όλο εκφραστικότητα.
Φορούσε μια γκρίζα πάνινη τραγιάσκα, ένα παλιό, μακρΰ παλτό
στο χρώμα του μαλλιού και μπότες από γελαδίσιο δέρμα. Ήταν φανατικός κρεατοφάγος και συνήθως κουβαλούσε το φαγητό του μαζί
στη δουλειά, που ήταν κάνα δυο μίλια πιο πέρα από το σπίτι μου
(αφού όλο το καλοκαίρι έκοβε ξύλα), σε μια τσίγκινη καραβάνα:
κρύο κρέας - συχνά κρέας μαρμότας - και ένα πήλινο παγούρι γεμάτο καφέ, που τό είχε κρεμασμένο στη ζώνη του με ένα σπάγκο,
από το οποίο με κερνούσε καμιά φορά μια κούπα. Περνούσε νωρίς
το πρωί μέσα από το φασολοχώραφό μου, χωρίς ίχνος άγχους και
βιασύνης να φτάσει στη δουλειά του, όπως το συνηθίζουν οι Γιάνκη* Ιλίάόα, ραψωδία Π (μετάφραση Ιακώβου Πολυλά). (Σ.τ.Μ.)

204

WALDEN

δες. Δεν το είχε σκοπό να παρακουράζεται. Δεν τον ένοιαζε κι αν
έβγαζε μονάχα το ενοίκιο του. Συχνά, όταν ο σκύλος του έπιανε καμιά μαρμότα, άφηνε το φαγητό του στους θάμνους και περπατούσε
ενάμισι μίλι πίσω, ως το σπίτι που νοίκιαζε, για να τη γδάρει και να
την αποθηκεύσει στο κελάρι, αφοΰ πρώτα σκεφτόταν για κάνα μισάωρο μήπως θα 'ταν καλύτερα αν την άφηνε βυθισμένη στη λίμνη ως
το βράδυ - πόσο του άρεσε να σκέφτεται και να αναλύει τα ζητήματα αυτά! Καμιά φορά, όταν περνούσε να με δει το πρωί, έλεγε: «Πόσο παχιά είναι τα περιστέρια! Αν δεν ήμουν αναγκασμένος να δουλεύω κάθε μέρα, θα μπορούσα να τρώω όσο κρέας ήθελα μόνο με το
κυνήγι - περιστέρια, μαρμότες, λαγούς, πέρδικες - μα το Θεό! Θα
έπιανα όλο το φαΐ της εβδομάδας μέσα σε μια μέρα».
Ήταν ικανότατος ξυλοκόπος και του άρεσε να διανθίζει την τέχνη του με κάποια μικρά ποικίλματα που έδειχναν τη μαστοριά του:
έκοβε πάντοτε τα δέντρα οριζόντια και πολύ κοντά στο έδαφος, έτσι
ώστε τα βλαστάρια που θα ξεπετάγονταν μετά να γίνονταν πιο δυνατά, και όταν έπε(ρτε χιόνι να μπορούν τα έλκηθρα να περνούν εύκολα πάνω από τον κομμένο κορμό. Επίσης, αντί να αφήνει ένα ξεραμένο δέντρο όρθιο, κόβοντας όσα καυσόξυλα χρειαζόταν κάθε φορά, το ξάκριζε καλά, ώσπου να γίνει μικρά κομματάκια που εύκολα
μπορούσες να τα κόψεις με το χέρι.
Μου κινούσε το ενδιαφέρον έτσι ήσυχος και μοναχικός που
ήταν. Απέπνεε ολόκληρος χαρά, σαν να είχε μέσα του μια αστείρευτη πηγή καλής διάθεσης και ικανοποίησης από τη ζωή, που φαινόταν να ξεχειλίζει από τα μάτια του. Μερικές φορές πήγαινα και
τον έβρισκα εκεί που δούλευε κόβοντας δέντρα στο δάσος. Με υποδεχόταν μ' ένα γέλιο απερίγραπτης ικανοποίησης και μ' ένα χαιρετισμό στα καναδέζικα γαλλικά, παρ' όλο που μιλούσε καλά αγγλικά. Μόλις πλησίαζα, σταματούσε τη δουλειά του και, με μια ευθυμία την οποία ήταν φανερό ότι δυσκολευόταν να συγκρατήσει, ξάπλωνε δίπλα στον κορμό του πεύκου που μόλις είχε κόψει, ξεφλούδιζε ένα κομμάτι, το έκανε μπαλάκι και το έβαζε στο στόμα του, μασώντας το όση ώρα μιλούσε και γελούσε. Τόση ήταν η πληθωρικό-

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ

205

τητα της ζωώδους ψυχικής του ευφορίας, ώστε κάποιες φορές έκανε τούμπες και κυλιόταν στο έδαφος από τα γέλια, όποτε κάτι τον
ερέθιζε και τον έκανε να σκεφτεί. Κοίταζε τα δέντρα τριγύρω και
αναφωνούσε: «Μα τον Αϊ-Γιώργη! Τι καλά που περνάω εδώ κόβοντας ξΰλα! Δεν έχω καλύτερη διασκέδαση». Άλλοτε, όταν δεν είχε
δουλειά, διασκέδαζε όλη μέρα στο δάσος μ' ένα μικρό πιστόλι τσέπης, πυροβολώντας ανά τακτικά διαστήματα στον αέρα καθώς περπατούσε, σαν να 'δινε χαιρετιστήριες βολές στον εαυτό του. Το χειμώνα άναβε μια φωτιά για να ζεστάνει το μεσημέρι τον καφέ του σ'
ένα κατσαρολάκι. Μερικές φορές, εκεί που καθόταν σ' έναν κορμό
κι έτρωγε το μεσημεριανό του, έρχονταν παπαδίτσες και κάθονταν
στο μπράτσο του για να τσιμπολογήσουν την πατάτα που κρατούσε
στα δάχτυλά του. Συχνά μου έλεγε πόσο του άρεσε η παρέα των μικρών αυτών πουλιών.
Ο άνθρωπος αυτός ήταν γεμάτος με όλα τα θετικά γνωρίσματα
του ζώου. Από άποψη φυσικής αντοχής και αυτάρκειας ήταν εξάδελφος του πεύκου και του βράχου. Μια φορά, όταν τον ρώτησα αν
ένιωθε κούραση μετά την ολοήμερη δουλειά, μου απάντησε μ' ένα
βλέμμα όλο ειλικρίνεια και σοβαρότητα: «Μα τον Άγιο, ποτέ σ' όλη
μου τη ζωή δεν έχω νιώσει κουρασμένος». Όμως, ο διανοούμενος ή,
όπως αποκαλείται, πνευματικός άνθρωπος μέσα του κοιμόταν ύπνο
βαθύ, με τον ίδιο τρόπο που κοιμάται στα βρέφη. Ό,τι είχε διδαχτεί,
είχε γίνει μονάχα μ' εκείνο τον αθώο και αναποτελεσματικό τρόπο
που χρησιμοποιούν οι καθολικοί ιερείς για να διδάξουν τους ιθαγενείς, που δε βοηθά τον μαθητή να αποκτήσει συνείδηση, παρά μόνο
πίστη και σεβασμό ως ένα βαθμό, ούτε το παιδί να ενηλικιωθεί, αλλά το κρατά διαρκώς στο επίπεδο του παιδιού. Όταν τον έ(ρτιαξε η
Φύση, του έδωσε σώμα δυνατό και το προσόν να νιώθει ικανοποίηση με τη μοίρα του. Του έδωσε σεβασμό και πίστη για να τον στηρίζουν απ' όλες τις πλευρές, έτσι που να μπορέσει να ζήσει σαν παιδί
όλη του τη ζωή. Ήταν τόσο αυθεντικός και αγνός ώστε δεν υπήρχε
τρόπος να τον παρουσιάσεις, να τον συστήσεις σε κάποιον άλλο. Θα
ήταν σαν να συστήνεις στο γείτονά σου μια μαρμότα. Έπρεπε να τον

206

WALDEN

ανακαλύψει μόνος του, όπως το είχες κάνει κι εσυ. Ο ίδιος δεν
επρόκειτο ποτέ να βοηθήσει α' αυτό. Οι άνθρωποι τον πλήρωναν για
τη δουλειά του, βοηθώντας τον έτσι να τρώει και να ντύνεται, ποτέ
του όμως δεν εξέφραζε τη γνώμη του σ' αυτοΰς. Ήταν τόσο απλά
και φυσικά ταπεινός - αν μπορούμε να αποκαλέσουμε ταπεινό κάποιον που δεν εποφθαλμιά τίποτε - ώστε η ταπεινότητα δεν αποτελούσε κάποιο διακριτό χαρακτηριστικό του, οΰτε ήταν κάτι που ο
ίδιος θα μπορούσε ποτέ να συλλάβει. Οι σοφότεροι από τον ίδιο
ήταν γι' αυτόν κάτι σαν ημίθεοι. Αν τυχόν του έλεγες ότι κάποιος τέτοιος επρόκειτο να έρθει στην περιοχή, το φέρσιμο και τα λόγια του
φανέρωναν πως πίστευε ότι κάποιος τόσο σπουδαίος δε θα περίμενε
ποτέ τίποτε από τον ίδιο* εντούτοις θα αναλάμβανε εκείνος όλη την
ευθύνη για τα πάντα χωρίς να περιμένει κανενός είδους επιβράβευση. Ποτέ του δεν αφουγκραζόταν τους επαίνους. Λάτρευε ιδιαίτερα
τους συγγραφείς και τους ιεροκήρυκες. Στα μάτια του, οι πράξεις
τους ισοδυναμούσαν με θαύματα. Όταν του είπα ότι κι εγώ έγραφα
αρκετά, για πολύ καιρό νόμιζε ότι αναφερόμουν μονάχα στη γραφή
ως γραφικό χαρακτήρα, μια και ο γραφικός χαρακτήρας του ίδιου
ήταν απρόσμενα καλός. Πού και πού έβρισκα το όνομα της ενορίας
της ιδιαίτερης πατρίδας του όμορφα γραμμένο στο χιόνι δίπλα στο
δημόσιο δρόμο, με ολόσωστη γαλλική ορθογραφία, και τότε ήξερα
ότι είχε περάσει από εκεί. Τον ρώτησα αν είχε νιώσει ποτέ του την
επιθυμία να καταγράψει τις σκέψεις του. Μου απάντησε ότι είχε
διαβάσει και γράψει γράμματα για λογαριασμό άλλων, που δεν ήξεραν γραφή και ανάγνωση, αλλά ποτέ δεν είχε προσπαθήσει να γράψει τις δικές του σκέψεις - όχι, δε θα μπορούσε ποτέ να το κάνει, δε
θα ήξερε από πού να ξεκινήσει, κάτι τέτοιο θα τον σκότωνε, κι έπειτα θα έπρεπε να έχει ταυτόχρονα το μυαλό του στην ορθογραφία!
Άκουσα πως κάποιος διακεκριμένος σοφός άνδρας, μεταρρυθμιστής, τον ρώτησε κάποτε αν επιθυμούσε να αλλάξει ο κόσμος. Εκείνος απάντησε μ' ένα γελάκι έκπληξης, με εκείνη την καναδική του
προφορά, σαν να επρόκειτο για ένα ερώτημα που το έθετε κάποιος
για πρώτη φορά: «Όχι, είναι μια χαρά έτσι». Ένας φιλόσοφος θα

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ

207

μπορούσε να αποκομίσει πολλά από τη συναναστροφή μαζί του. Σε
κάποιον που τον πρωτογνώριζε, φαινόταν σαν να μην είχε καμία
απολύτως γνώση για οτιδήποτε. Κι όμως, κάποιες φορές έβλεπα μέσα του έναν άνδρα που δεν είχα ξαναδεί και αναρωτιόμουν αν ήταν
σοφός σαν τον Σαίξπηρ ή ανίδεος σαν παιδί - αν αυτό που έκρυβε
μέσα του ήταν μια λεπτή ποιητική συνείδηση ή απλή ηλιθιότητα.
Ένας χωρικός μου είπε κάποτε πως, όποτε τον συναντούσε να περιδιαβάζει σφυρίζοντας στο χωριό, με τη μικρή, στενή τραγιάσκα του,
του έφερνε στο μυαλό κάποιον μεταμφιεσμένο πρίγκιπα.
Τα μοναδικά του βιβλία ήταν ένα αλμανάκ κι ένα βιβλίο αριθμητικής, στην οποία επιδείκνυε αρκετή ικανότητα. Το πρώτο από τα
δυο αυτά βιβλία ήταν γι' αυτόν κάτι σαν εγκυκλοπαίδεια* υπέθετε
ότι περιείχε ένα απαύγασμα της ανθρώπινης γνώσης, πράγμα που
ισχύει άλλωστε ως ένα βαθμό. Απολάμβανα να τον βολιδοσκοπώ
σχετικά με τις διάφορες σύγχρονες εξελίξεις, τις οποίες πάντοτε
έβλεπε με την πιο απλή και πρακτική ματιά. Δεν είχε ακούσει ποτέ
του πριν για τέτοια πράγματα. Θα μπορούσε να ζήσει χωρίς εργοστάσια; τον ρώτησα. Φορούσε τα χειροποίητα γκρίζα ρούχα από το
Βερμόντ, μου απάντησε, κι αυτά τα έβρισκε μια χαρά. Θα μπορούσε
να απαρνηθεί το τσάι και τον καφέ; τον ρώτησα μετά. Προσφέρει
άραγε η χώρα αυτή κάποιο άλλο ρόφημα εκτός από το νερό; Μου είπε πως είχε μουσκέψει φύλλα από κώνειο σε νερό κι έπειτα το ήπιε.
Κατά την άποψή του το αφέψημα αυτό ξεδιψούσε καλύτερα από το
νερό όταν ο καιρός ήταν ζεστός. Όταν τον ρώτησα αν θα μπορούσε
να κάνει χωρίς χρήματα, μου παρουσίασε την πρακτικότητα του χρήματος με ένα παράδειγμα που συνέπιπτε με τις περισσότερες αναφορές των φιλοσόφων σχετικά με την προέλευση του θεσμού αυτού,
καθώς και με την ίδια την ετυμολογία της λατινικής λέξης για το χριί\μα,ρβαηηία,
η οποία έχει τη ρίζα της στη λατινική λέξη για τα γελάδια. Αν η περιουσία του ήταν ένα βόδι, είπε, και ήθελε να αγοράσει
βελόνες και κλωστή από το μαγαζί, δε θα το έβρισκε καθόλου πρακτικό να υποθηκεύσει ένα κομμάτι του ζώου για το σκοπό αυτό, ούτε
και να κάνει το ίδιο κάθε φορά που θα είχε ανάγκη από κάτι. Ήταν

208

WALDEN

σε θέση να υπερασπιστεί πολλούς θεσμούς καλύτερα από κάθε φιλόσοφο, διότι περιγράφοντας τον τρόπο με τον οποίο ο καθένας από
αυτοΰς τους θεσμούς αφορούσε τον ιδιο, παρουσίαζε τον αληθινό
λόγο για τον οποίο ειχε τελικά επικρατήσει. Δεν έκανε εικασίες σχετικά με εναλλακτικές λύσεις. Δεν τον απασχολούσαν. Μια άλλη φορά, όταν του διηγήθηκα το περιστατικό σχετικά με τον ορισμό που
ειχε δώσει ο Πλάτωνας για τον άνθρωπο - ένα άπτερο δίποδο - και
πως κάποιος είχε δείξει ένα μαδημένο κόκορα, λέγοντας «ιδού ο άνθρωπος του Πλάτωνα», του φάνηκε πολύ σημαντική διαφορά το γεγονός ότι τα γόνατα του πτηνού λυγίζουν ανάποδα απ' ό,τι του ανθρώπου. Ενίοτε αναφωνούσε: «Αχ, πόσο μ' αρέσει να μιλάω! Μα
τον Αϊ-Γιώργη, θα μπορούσα να κάθομαι και να μιλάω όλη μέρα».
Κάποτε, όταν είχα πολλούς μήνες να τον δω, τον ρώτησα αν του είχε
έρθει καμιά καινούργια ιδέα το καλοκαίρι αυτό. «Θεέ και Κύριε!»
απάντησε. «Ένας άνθρωπος που έχει τόση δουλειά να κάνει, αν δεν
ξεχάσει τις ιδέες που είχε στο παρελθόν, πάλι τυχερός θα είναι.
Μπορεί, ας πούμε, ο άνθρωπος που τσαπίζετε μαζί το χωράφι να
βιάζεται. Ε, τότε, μα τον Άγιο, το μυαλό σου πρέπει να το 'χεις εκεί*
πρέπει να σκέφτεσαι τα αγριόχορτα». Κάποιες φορές που συναντιόμασταν ξανά ύστερα από καιρό, με ρωτούσε εκείνος πρώτος αν είχα
κάνει καμιά πρόοδο. Μια χειμωνιάτικη μέρα τον ρώτησα αν ήταν
πάντα ευχαριστημένος με τον εαυτό του, θέλοντας να του προτείνω
κάποια εναλλακτική λύση μέσα του για τον παπά απ' έξω του και
κάποιο υψηλότερο κίνητρο για τη ζωή. «Ευχαριστημένος!» μου είπε.
«Κάποιοι είναι ευχαριστημένοι με το ένα, άλλοι με το άλλο. Ένας,
ας πούμε, αν έχει αρκετά, μπορεί να είναι ευχαριστημένος αν κάθεται όλη μέρα με την πλάτη στη φωτιά και την κοιλιά στο τραπέζι, ναι
σου λέω, μα τον Αϊ-Γιώργη!» Ποτέ όμως, παρ' όλες τις προσπάθειες
και τους ελιγμούς μου, δεν κατόρθωσα να τον κάνω να δει τα πράγματα από την πνευματική τους σκοπιά. Το πιο υψηλό επίπεδο που
έδειχνε να είναι σε θέση να συλλάβει, ήταν η απλή σκοπιμότητα των
πραγμάτων, αυτό που θα περίμενε κανείς να εκτιμήσει ένα ζώο.
Πρακτικά, αυτό ισχύει για τους περισσότερους ανθρώπους. Αν τυ-

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ

209

χόν πρότεινα κάποια βελτίωση στον τρόπο ζωής του, μου απαντούσε, χωρίς την παραμικρή θλίψη, ότι τώρα πια ήταν πολΰ αργά. Παρ'
όλα αυτά πίστευε εκ βαθέων στην εντιμότητα, καθώς και σε όλες τις
σχετικές αρετές.
Διέκρινα μέσα του κάποια θετική πρωτοτυπία, όσο ανεπαίσθητη
κι αν ήταν, και αρκετές φορές τον παρατήρησα να σκέφτεται μόνος
του και να εκφράζει τη γνώμη του - φαινόμενο τόσο σπάνιο γενικώς,
που οποιαδήποτε στιγμή θα ήμουν πρόθυμος να περπατήσω δέκα μίλια για να το παρατηρήσω από πρώτο χέρι. Και οι παρατηρήσεις του
αυτές συνήθως οδηγούσαν σε έναν επαναπροσδιορισμό της προέλευσης πολλών από τους θεσμούς της ανθρώπινης κοινωνίας. Παρ'
όλο που δίσταζε, και κάποιες φορές δεν κατάφερνε να εκφράζει με
κατανοητό τρόπο αυτά που ήθελε να πει, πάντοτε τα λεγόμενά του
είχαν κάποια συγκεκριμένη σκέψη πίσω τους. Όμως η λογική του
ήταν τόσο πρωτόγονη και βυθισμένη στη ζωώδη ΰπαρξή του ώστε,
παρ' όλο που υποσχόταν περισσότερα από τη λογική ενός απλά διαβασμένου ανθρώπου, σπάνια ωρίμαζε σε οτιδήποτε άξιο να αναφερθεί. Ο άντρας αυτός δημιουργούσε την ελπίδα ότι ίσως να υπάρχουν
ιδιοφυείς άνθρωποι στα χαμηλότερα στρώματα της ζωής, όσο αμετακίνητα ταπεινοί και αγράμματοι κι αν είναι, που πάντοτε έχουν τη
δική τους άποψη ή δεν προσποιούνται καν ότι έχουν άποψη - άνθρωποι τόσο απύθμενοι όσο απύθμενη πίστευαν κάποτε πως είναι
και η ίδια η λίμνη Ουόλντεν και ταυτόχρονα σκοτεινοί και λασπεροί
όπως αυτή.
Πολλοί οδοιπόροι ξεμάκραιναν από το δρόμο τους για να περάσουν να δουν εμένα και το εσωτερικό του σπιτιού μου, και σαν δικαιολογία για την επίσκεψή τους μου ζητούσαν ένα ποτήρι νερό.
Τους έλεγα ότι έπινα από τη λίμνη, δείχνοντάς τους το δρόμο, και
προσφερόμουν να τους δανείσω μια κούπα. Μολονότι ζούσα μακριά
από τον πολιτισμό, δεν εξαιρούμουν από τις ετήσιες εκείνες επισκέψεις που λαμβάνουν χώρα, μου φαίνεται, γύρω στην πρωταπριλιά,
τότε που όλος ο κόσμος βρίσκεται σε κίνηση. Είχα κι εγώ το μερτικό
μου σε προσηνείς επισκέπτες, αλλά είχα και κάποιους που ήταν μάλ-

210

WALDEN

λον παράξενοι. Μισότρελοι από τον οίκο απόρων και από αλλοΰ
περνούσαν να με δουν. Εγώ όμως πάντοτε τους παρακινούσα να
εξασκήσουν όσο μυαλό τους είχε απομείνει και να μου εξομολογηθούν ό,τι ήθελαν. Σε τέτοιες περιπτώσεις, θέμα της συζήτησής μας
γινόταν η ίδια η ευφυΐα. Η αλήθεια είναι ότι κάποιοι από εκείνους
ξεπερνούσαν σε ευφυΐα τους λεγόμενους επιστάτες των φτωχών και
τους επίλεκτους άνδρες του χωριού, πράγμα που με οδήγησε στη
σκέψη ότι ίσως είχε έρθει η ώρα να αντιστραφούν οι ρόλοι. Σχετικά
με τα λογικά του ανθρώπου, έμαθα ότι δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά
ανάμεσα σ' αυτούς που τα διατηρούν στο ακέραιο και σ' εκείνους
που τα έχουν μισοχάσει. Μια μέρα ειδικά, ένας άκακος, χαζούλης
άπορος, τον οποίο είχα δει συχνά να χρησιμοποιείται μαζί με άλλους
ως ζωντανή περίφραξη, να στέκεται ή να κάθεται δηλαδή στην άκρη
ενός χωραφιού για να εμποδίζει κάποια αγελάδα - ή μήπως τον εαυτό του; - να ξεστρατίσει από το κοπάδι, με επισκέφτηκε και εξέφρασε την επιθυμία να ζήσει όπως εγώ. Με αφοπλιστική απλότητα και
ειλικρίνεια, με τρόπο που έδειχνε πως διέθετε κάτι αρκετά ανώτερο,
ή μάλλον κατώτερο, από εκείνο που αποκαλούμε ταπεινοφροσύνη,
μου είπε ότι ήταν «ανεπαρκούς νοημοσύνης». Αυτές ακριβώς ήταν οι
λέξεις που χρησιμοποίησε. Ο Θεός τον είχε κάνει έτσι, έλεγε, και
παρ' όλα αυτά υπέθετε ότι ο Θεός τον αγαπούσε όπως οποιονδήποτε
άλλο. «Πάντα έτσι ήμουν», μου είπε, «από τότε που ήμουν παιδί. Ποτέ δεν είχα πολύ μυαλό. Δεν ήμουν σαν τα άλλα παιδιά. Το κεφάλι
μου είναι αδύναμο. Τι να κάνουμε, ήταν θέλημα Θεού». Και να τος,
μπροστά μου, ζωντανή απόδειξη των λόγων του. Αποτελούσε για μένα ένα μεταφυσικό γρίφο. Σπάνια έχω συναντήσει κάποιο συνάνθρωπό μου σε τόσο γόνιμες συνθήκες - όλα όσα έλεγε ήταν απλά
και γεμάτα ειλικρίνεια, υπερβολικά αληθινά. Και η αλήθεια είναι
ότι, όσο περισσότερο φαινόταν να ταπεινώνει τον εαυτό του, τόσο
περισσότερο εξυψωνόταν στα μάτια μου. Δεν το αντιλήφθηκα στην
αρχή, αλλά η συμπεριφορά του αυτή ήταν αποτέλεσμα μιας συνετής
τακτικής. Από μια τέτοια βάση ειλικρίνειας και αλήθειας σαν και
αυτή που είχε θέσει ο καημένος εκείνος διανοητικά καθυστερημένος

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ

211

άνθρωπος, η επικοινωνία μας θα μπορούσε ίσως να προχωρήσει σε
επίπεδο ανώτερο και από εκείνο που παρατηρείται μεταξύ σοφών.
Είχα κάποιους επισκέπτες από αυτούς που δε θεωρείται ότι ανήκουν στις τάξεις των ορτωχών της μικρής μας πόλης, που όμως κανονικά θα έπρεπε - ή τουλάχιστον θα έπρεπε να ανήκουν στις τάξεις
των φτωχών του κόσμου αυτού. Επισκέπτες που δεν αποζητούν τη
φιλοξενία ενός σπιτιού, αλλά μάλλον μιας κλινικής. Που επιθυμούν
διακαώς τη βοήθειά σου και ως εισαγωγή για την έκκλησή τους σου
προσφέρουν την πληροφορία ότι είναι τουλάχιστον αποφασισμένοι
να μην κουνήσουν ούτε το μικρό τους δαχτυλάκι για να βοηθήσουν
οι ίδιοι τον εαυτό τους. Θέλω οι επισκέπτες μου να μη λιμοκτονούν
δε με νοιάζει πόση όρεξη έχουν και πού τη βρήκαν. Τα αντικείμενα
φιλανθρωπίας δεν αποτελούν μουσαφίρηδες. Έρχονταν άνθρωποι
που δεν καταλάβαιναν πότε είχε λήξει ο χρόνος της επίσκεψής τους,
παρ' όλο που ξανάπιανα τις δουλειές μου, απαντώντας στις ερωτήσεις τους από όλο και πιο μακριά. Άνθρωποι σχεδόν όλων των βαθμών ευφυΐας περνούσαν να με δουν την εποχή εκείνη της μετανάστευσης. Κάποιοι είχαν περισσότερη ευφυΐα απ' όση μπορούσαν να
χρησιμοποιήσουν - δραπέτες σκλάβοι*, με τους τρόπους των νότιων
φυτειών, που ανά τακτά χρονικά διαστήματα έστηναν αυτί, όμοια με
την αλεπού του μύθου, σαν να άκουγαν τα γαβγίσματα των σκυλιών
που ακολουθούσαν τα ίχνη τους και με κοιτούσαν ικετευτικά, σαν να
μου έλεγαν:
«Ω Χριστιανέ, θα με στείλεις πίσω;>χ

Θυμάμαι ειδικά έναν τους, τον οποίο βοήθησα να διαq)ύγει προς
την κατεύθυνση του άστρου του βορρά. Έπειτα ήταν οι άνθρωποι με
μια μονάχα ιδέα, σαν κλώσες με ένα μονάχα νεογνό, κι αυτό παπά-

* Η οικογένεια του Θορώ συμμετείχε στο δίκτυο των υπέρμαχων της κατάργησης της δουλείας με την ονομασία «Underground Railroad», που φυγάδευε στον
Καναδά σκλάβους που είχαν δραπετεύσει. (Σ.τ.Μ.)

212

WALDΕΝ

κι. Μετά ήταν οι άνθρωποι με χίλιες ιδέες και ατημέλητα κεφάλια,
σαν εκείνες τις κλώσες που τις αναγκάζουν να φροντίσουν εκατό νεογνά, που όλα τους κυνηγούν το ίδιο σκαθάρι και αρκετά χάνονται
στα νοτισμένα από την πάχνη χόρτα - με αποτέλεσμα τα ποΰπουλά
τους να μπερδεύονται και να βρωμίζουν. "Υστερα υπήρχαν άνθρωποι με ιδέες αντί για πόδια, ένα είδος διανοούμενης σαρανταποδαρούσας που η όψη της σ' έκανε να ανατριχιάζεις. Κάποιος μου πρότεινε να διατηρώ ένα βιβλίο στο οποίο θα υπέγραφαν οι επισκέπτες,
όπως γίνεται στα Λευκά Όρη. Αλίμονο όμως! Η μνήμη μου παραείναι καλή ώστε να έχω ανάγκη από κάτι τέτοιο.
Δεν μπορούσα να μην προσέξω κάποιες από τις ιδιοτροπίες των
επισκεπτών μου. Τα αγόρια, τα κορίτσια και οι νεαρές γυναίκες γενικά έδειχναν χαρά που βρίσκονταν στο δάσος. Παρατηρούσαν τη
λίμνη και τα λουλούδια και περνούσαν ευχάριστα την ώρα τους. Οι
έμποροι, ακόμα και οι αγρότες, το μόνο που σκέφτονταν ήταν η μοναξιά, η εργασία και η μεγάλη απόσταση της κατοικίας μου από
εκείνο ή το άλλο. Και παρ' όλο που έλεγαν ότι τους άρεσε πού και
πού να κάνουν τον περίπατό τους στο δάσος, ήταν ολοφάνερο ότι
δεν έλεγαν την αλήθεια. Αεικίνητοι, δεσμευμένοι άνθρωποι, που
όλο τους το χρόνο τον ξόδευαν στο να κερδίζουν τα προς το ζην ή
στο να διατηρούν όσα είχαν κερδίσει. Πάστορες που μιλούσαν για
το Θεό λες και είχαν εξασφαλίσει κάποιου είδους μονοπώλιο πάνω
στο θέμα, που δεν ανέχονταν άλλες γνώμες εκτός από τη δική τους.
Γιατροί, δικηγόροι, ανήσυχες νοικοκυρές που έψαχναν τα ντουλάπια μου και το κρεβάτι μου όταν έλειπα - πώς αλλιώς ήξερε άραγε
η κυρία Τάδε ότι τα σεντόνια μου δεν ήταν τόσο καθαρά όσο τα δικά της; Νεαροί που είχαν πάψει να είναι νέοι και είχαν καταλήξει
στο συμπέρασμα ότι η πιο ασφαλής πορεία θα ήταν να ακολουθήσουν την πεπατημένη των επαγγελμάτων τους. Όλοι αυτοί σε γενικές γραμμές έλεγαν ότι δεν ήταν δυνατό να κάνει και πολύ καλό
κάποιος άνθρωπος στη δική μου θέση. Α! Ώστε αυτό ήταν το ζήτημα! Οι γέροι, οι αδύναμοι και οι συνεσταλμένοι, όποια κι αν ήταν η
ηλικία, όποιο κι αν ήταν το φύλο τους, σκέφτονταν πιο πολύ τις αρ-

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ

213

ρώστιες, τα ξαφνικά ατυχήματα, το θάνατο. Γι' αυτούς η ζωή έμοιαζε γεμάτη κινδύνους - μα τι κίνδυνος υπάρχει αν δε οκέφχεοαι τον
κίνδυνο; Σκέφτονταν επίσης ότι ένας συνετός άνθρωπος θα διάλεγε
την πιο ασφαλή τοποθεσία, όπου ο γιατρός του χωριού θα μπορούσε να έρθει αμέσως μόλις παρίστατο η ανάγκη. Γι' αυτούς το χωριό
ήταν ένας συνασπισμός, μια λέσχη με σκοπό την αμοιβαία άμυνα,
σε βαθμό που σε έκαναν να υποθέτεις ότι ούτε για να μαζέψουν βατόμουρα δε θα πήγαιναν χωρίς το φορητό τους φαρμακείο. Το ζήτημα είναι πως, αν ένας ζωντανός άνθρωπος είναι πράγματι ζωντανός, υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος να πεθάνει, αν και θα πρέπει να
δεχτούμε ότι ο κίνδυνος αυτός μειώνεται ανάλογα με το πόσο «νεκροζώντανος» είναι. Όποιος κάθεται, διατρέχει τους ίδιους κινδύνους μ' εκείνον που τρέχει. Τέλος, υπήρχαν και οι αυτόκλητοι μεταρρυθμιστές, οι πιο βαρετοί απ' όλους, εκείνοι που νόμιζαν ότι
τραγουδούσα αδιάκοπα:
«Αυτό είναι το σπίτι που έχτισα·
Αυτός είναι ο άνθρωπος που ζει στο σπίτι που έχτισα».

Δεν ήξεραν όμως ότι ο τρίτος στίχος ήταν:
«Αυτοί είναι οι τύποι που ενοχλούν τον άνθρωπο
που ζει στο σπίτι που έχτισα».

Δε φοβόμουν τα αρπακτικά που απειλούν το κοτέτσι, αφού δεν είχα
κότες· εκείνοι που φοβόμουν ήταν οι άνθρωποι-αρπακτικά.
Είχα βέβαια και επισκέπτες πολύ πιο ευχάριστους από αυτούς
τους τελευταίους. Παιδιά που έρχονταν να μαζέψουν βατόμουρα,
εργαζόμενοι στο σιδηρόδρομο που έκαναν τον περίπατό τους το
πρωί της Κυριακής φορώντας τα καθαρά τους πουκάμισα, ψαράδες
και κυνηγούς, ποιητές και φιλοσόφους, με λίγα λόγια όλους τους τίμιους προσκυνητές, που έρχονταν στο δάσος για να βρουν την ελευθερία και άφηναν στ' αλήθεια πίσω τους το χωριό. Όλους αυτούς

214

WALDEN

ήμουν έτοιμος να τους καλωοορισω με τις λέξεις «καλώς ήλθατε,
Άγγλοι! Καλώς ήλθατε, Άγγλοι!»*, καθώς επρόκειτο για μια φυλή
με την οποία ειχα στ' αλήθεια επικοινωνία.

* Ο χαιρετισμός που απηύθυνε ένας Ινδιάνος στους προάτους αποίκους-προσκυνητε'ς στο Πλίμουθ, το 1620. (Σ.τ.Μ.)

TO ΧΩΡΑΦΙ ME ΤΙΣ ΦΑΣΟΛΙΕΣ

Εν τω μεταξύ, οι ήδη ορυτεμένες φασολιές μου, που οι σειρές τους,
αν τις προσθέσουμε όλες μαζί, είχαν μήκος επτά μίλια, ανυπομονούσαν να τις τσαπισω, αφοΰ εκείνες που είχα φυτέψει πρώτες είχαν
ήδη μεγαλώσει αρκετά πριν ακόμα σπείρω τις τελευταίες. Ήταν κάτι που δε θα μπορούσα να αναβάλω για πολύ ακόμα. Τι νόημα είχε
αυτή η τόσο σταθερή και τόσο σεβαστή εργασία, αυτός ο μικρός
ηράκλειος άθλος; Πραγματικά δεν ξέρω. Αγάπησα τις φασολιές
μου, κι ας ήταν πολύ περισσότερες απ' όσες χρειαζόμουν. Μου παρείχαν ένα δεσμό με τη γη κι έτσι η δύναμή μου μεγάλωνε, σαν του
Ανταίου. Για ποιο λόγο όμως τις καλλιέργησα; Ένας θεός ξέρει.
Αυτή ήταν η ασυνήθιστη εργασία μου όλο το καλοκαίρι: να κάνω το
κομμάτι εκείνο της γης - το οποίο ως τότε δεν παρήγαγε παρά ποτεντίλλα, βατόμουρα, βαλσαμόχορτο και άλλα παρόμοια, γλυκούς
άγριους καρπούς και όμορφα λουλούδια - να παράγει το όσπριο αυτό. Τι θα μπορούσα να μάθω ποτέ από τα φασόλια; Τι θα μπορούσαν να μάθουν ποτέ τα φασόλια από μένα; Τα φροντίζω, τα καθαρίζω από τα ζιζάνια, νωρίς και αργά τους ρίχνω κι από μια ματιά: αυτή
είναι η δουλειά της ημέρας μου. Τα πλατιά φύλλα τους έχουν όμορφη όψη. Βοηθοί μου είναι η πρωινή δροσιά και η βροχή, που ποτίζουν το στεγνό αυτό χώμα, καθώς και όποια γονιμότητα υπάρχει στο
ίδιο το χώμα, το οποίο στο μεγαλύτερο μέρος του είναι λεπτό και
αδύναμο. Εχθροί μου είναι τα σκουλήκια, οι ψυχρές ημέρες και κυρίως οι μαρμότες. Αυτές οι τελευταίες μου ρήμαξαν ένα ολόκληρο

216

WALDEN

στρέμμα. Με ποιο δικαίωμα όμως κι εγώ ξερίζωσα το βαλσαμόχορτο και όλα τ' άλλα, καταστρέφοντας το αρχαίο τους περιβόλι; Σύντομα όμως οι υπόλοιπες φασολιές θα έχουν γίνει πολύ σκληρές για τα
δόντια τους και τότε θα έρθει η ώρα να αντιμετωπίσουν καινούργιους εχθρούς.
Θυμάμαι πολύ καλά, όταν ήμουν τεσσάρων ετών, που με έφεραν
από τη Βοστόνη στο χωριό, στην ιδιαίτερη πατρίδα μου, εδώ, στο ίδιο
αυτό δάσος και σ' αυτό το χωράφι, σ' αυτή τη λίμνη. Είναι μια από τις
πιο παλιές εικόνες που έχουν μείνει χαραγμένες στη μνήμη μου. Και
τώρα, απόψε, να που η φλογέρα μου ξυπνά την ηχώ πάνω από την
ίδια αυτή υδάτινη επιφάνεια. Τα πεύκα, με ηλικία μεγαλύτερη από τη
δική μου, στέκονται ακόμα. Αν κάποια τους έπεσαν, μαγείρεψα το
φαγητό μου με τα φρύγανά τους. Νέα φυτά μεγαλώνουν παντού τριγύρω, προετοιμάζοντας μια νέα εικόνα για τα μάτια ενός νέου βρέφους. Το ίδιο σχεδόν βαλσαμόχορτο φυτρώνει από την ίδια πολυετή
ρίζα στο βοσκότοπο αυτό. Ακόμα κι εγώ ο ίδιος βοήθησα να περιβληθεί με νέα ενδυμασία το μυθικό αυτό τοπίο των βρεφικών μου ονείρων και τα αποτελέσματα της παρουσίας μου και της επιρροής μου
είναι αυτές εδώ οι φασολιές, τα καλαμπόκια και οι πατάτες.
Φύτεψα περίπου δέκα στρέμματα, σ' ένα χωράφι λίγο πιο πάνω
από το σπίτι μου. Και καθώς δεν είχαν περάσει παρά μόνο περίπου
δεκαπέντε χρόνια από τότε που είχε αποψιλωθεί η γη αυτή κι εγώ ο
ίδιος είχα βγάλει δυο τρία απομεινάρια από παλιούς κορμούς δέντρων, πράγμα που ελευθέρωσε το παρθένο χώμα από κάτω τους,
δεν έβαλα καθόλου κοπριά. Καθώς όμως περνούσε το καλοκαίρι,
από τις αιχμές βελών που ξέθαβα στο τσάπισμα, φάνηκε πως κάποιο
χαμένο πια έθνος είχε κατοικήσει εδώ πριν από πολύ καιρό και είχε
φυτέψει καλαμπόκι και φασόλια πολύ πριν φτάσουν οι λευκοί, εξαντλώντας ως ένα βαθμό το χώμα για τις συγκεκριμένες καλλιέργειες.
Πριν ακόμα διασχίσει το δρόμο καμιά μαρμότα ή κανένας σκίουρος, πριν ακόμα φανεί ο ήλιος πάνω από τις κορυφές των δέντρων,
με την πρωινή πάχνη να σκεπάζει ακόμα τα πάντα, αν και οι γεωργοί με είχαν προειδοποιήσει να μην το κάνω - εγώ πάντως από τη

TO Χ Ω Ρ Α Φ Ι ME ΤΙΣ Φ Α Σ Ο Λ Ι Ε Σ

217

μεριά μου θα σας συμβούλευα, αν μπορείτε, να κάνετε όση δουλειά
έχετε να κάνετε με την πρωινή πάχνη - ξεκινούσα να ξεριζώνω τα
θρασΰτατα αγριόχορτα και να τα καλύπτω με σκόνη. Νωρίς το πρωί
δούλευα ξυπόλυτος, τσαλαβουτώντας σαν καλλιτέχνης στο νοτισμένο
και θρυμματισμένο χώμα, όσο περνούσε όμως η μέρα, ο ήλιος άρχιζε να μου καίει τα πόδια. Εκεί λοιπόν, με το φως του ήλιου να μου
δείχνει το δρόμο, σκάλιζα το χωράφι μου, βηματίζοντας αργά πάνω
κάτω στο κίτρινο, πετρώδες έδαφος, ανάμεσα στις μακριές σειρές
από πράσινες φασολιές, εβδομήντα πέντε μέτρα μήκος, με τη μια
άκρη του χωραφιού να τελειώνει σε μια συστάδα από χαμηλές βελανιδιές, στη σκιά των οποίων μπορούσα να ξαποστάσω, και την άλλη
σ' έναν αγρό με βατομουριές, όπου έβλεπα τα πράσινα βατόμουρα
να σκουραίνουν κάθε φορά που έκανα ένα γύρο κι επέστρεφα. Απομάκρυνα τα αγριόχορτα, έβαζα φρέσκο χώμα γύρω από τις φασολιές, ενθάρρυνα τα φυτά αυτά που είχα σπείρει ο ίδιος, έκανα το κίτρινο χώμα να εκφράζει τις καλοκαιρινές του σκέψεις με φύλλα και
άνθη φασολιάς αντί με χηνοπόδια, αγριαψιθιές και άλλα τέτοια ζιζάνια, έκανα τη γη να λέει «φασόλια» αντί για «χορτάρια» - αυτή
ήταν η καθημερινή δουλειά μου. Καθώς είχα ελάχιστη βοήθεια από
άλογα ή βόδια, από μισθωμένους άνδρες ή αγόρια, από εξελιγμένα
σύνεργα αγροκαλλιεργειών, ήμουν πολύ πιο αργός απ' ό,τι συνηθίζεται κι έτσι απέκτησα πολύ πιο στενή σχέση με τις φασολιές μου
απ' ό,τι θα αποκτούσα αλλιώς. Όμως η χειρωνακτική εργασία, ακόμη και αν αγγίζει τα όρια της ειλωτείας, δεν είναι ποτέ η χειρότερη
μορφή απασχόλησης. Διαθέτει μια σταθερή και άφθαρτη ηθική, ενώ
για τον διανοούμενο τα αποτελέσματά της είναι μοναδικά. Στα μάτια των ταξιδιωτών που κατευθύνονταν προς τα δυτικά, περνώντας
από το Λίνκολν και το Γουέιλαντ και πηγαίνοντας ένας θεός ξέρει
πού, ήμουν ένας πρώτης τάξεως agncola labonosus* Εκείνοι κάθονταν όμορφα και καλά στα αμαξάκια τους, με τους αγκώνες ακουμπισμένους στα γόνατα και με τα γκέμια να κρέμονται χαλαρά, σαν
* Λατινικά: εργατικός γεωργός. (Σ.τ.Μ.)

218

WALDEN

γιρλάντες, και έβλεπαν τον ιθαγενή να δουλεύει ακούραστος στο
χωράφι του. Σύντομα όμως το κτήμα μου χανόταν από τα μάτια και
από το νου τους. Ήταν το μοναδικό ανοιχτό και καλλιεργημένο χωράφι σε μεγάλη απόσταση εκει γύρω, και από τις δύο πλευρές του
δρόμου, κι έτσι δεν μπορούσαν παρά να του δώσουν σημασία, αφού
δεν είχαν να ασχοληθούν με τίποτ' άλλο. Και κάποιες φορές, ο άνθρωπος που δούλευε σ' αυτό άκουγε περισσότερα από τα κουτσομπολιά και τα σχόλια των περαστικών ταξιδιωτών απ' όσα προορίζονταν για τα δικά του αυτιά: «Φασόλια τόσο αργά! Και μπιζέλια!» γιατί εγώ συνέχιζα να φυτεύω όταν οι άλλοι είχαν πια αρχίσει να
σκαλίζουν, πράγμα που έκανε μεγάλη εντύπωση στους πολύξερους
νοικοκύρηδες. «Καλαμπόκι, αγόρι μου, για ζωοτροφή. Καλαμπόκι
για ζωοτροφή». - «Μα καλά, ζει εδώ;» ρωτάει η κυρία με το μαύρο
καπέλο τον κύριο με το γκρίζο σακάκι. Και ο γεροδεμένος γεωργός
τραβάει τα γκέμια του αλόγου του, που σταματάει γεμάτο ευγνωμοσύνη, για να ρωτήσει τι κάνω, αφού δε βλέπει ίχνος κοπριάς στα αυλάκια και με συμβουλεύει να ρίξω λίγο καστανόχωμα ή οτιδήποτε
απόρριμμα για λίπασμα, ή έστω στάχτη, ή σοβά. Όμως τα αυλάκια
ήταν δέκα στρέμματα, δεν υπήρχε καρότσι, μονάχα μια τσάπα και
δυο χέρια - μια που ο καλλιεργητής του εν λόγω χωραφιού έτρεφε
κάποια απέχθεια απέναντι στα καρότσια και τα άλογα - και το καστανόχωμα βρισκόταν πολύ μακριά. Άλλοι ταξιδιώτες, μέσα στη φασαρία που έκαναν τα κάρα τους καθώς περνούσαν, σύγκριναν το
χωράφι φωναχτά με άλλα από τα οποία είχαν περάσει, έτσι που μάθαινα κι εγώ ποια θέση κατείχα στην κλίμακα της γεωργίας. Αυτό
ήταν ένα χωράφι που δε θα το συναντούσε κανείς στην έκθεση του
κυρίου Κόλμαν*. Και, παρεμπιπτόντως, ποιος καθορίζει την αξία
της σοδειάς που δίνει η Φύση στα ακόμα πιο άγρια χωράφια, αυτά
που ο άνθρωπος δεν έχει ακόμη καταφέρει να βελτιώσει; Το εγγλέζικο άχυρο ζυγίζεται προσεκτικά, μετριούνται η υγρασία, τα πυριτικά άλατα, το ποτάσιο. Όμως σε όλες τις ρεματιές, στις λίμνες, στα
* Henry Coleman (1785-1848): υπουργός Γεωργίας της Μασαχουσέτης. (Σ.τ.Μ.)

TO Χ Ω Ρ Α Φ Ι ME ΤΙΣ Φ Α Σ Ο Λ Ι Ε Σ

219

δάση, στους βάλτους και στα βοσκοτόπια μεγαλώνει μια πλούσια και
γεμάτη ποικιλία σοδειά, που ο άνθρωπος δεν την έχει ακόμη θερίσει. Το χωράφι μου αποτελούσε, κατά κάποιον τρόπο, το συνδετικό
κρίκο μεταξύ των άγριων και των καλλιεργημένων αγρών. Όπως
κάποια κράτη είναι πολιτισμένα, άλλα ημι-πολιτισμένα και άλλα
άγρια ή βάρβαρα, έτσι και το χωράφι μου ήταν ημι-πολιτισμένο, αν
και όχι με την κακή έννοια. Οι φασολιές που καλλιεργούσα επέστρεφαν περιχαρείς στην άγρια και πρωτόγονη κατάστασή τους και
η τσάπα μου τους έπαιζε το Runs de Vaches. *
Πολΰ κοντά, στην κορυφή μιας σημύδας, τραγουδά η καστανότσιχλα - ή, όπως την αποκαλούν κάποιοι άλλοι, η κοκκινότσιχλα. Τραγουδά όλο το πρωινό, χαρούμενη που έχει παρέα* αν δεν ήμουν εγώ
εδώ, θα πήγαινε να βρει έναν άλλο γεωργό σε κάποιο άλλο χωράφι.
Όσο σπέρνω τους σπόρους, φωνάζει: «Πέτα το, πέτα το - σκέπασ'
το, σκέπασ' το - τράβα το, τράβα το, τράβα το». Όμως αυτό που φύτευα δεν ήταν καλαμπόκι κι έτσι ήταν ασφαλές από εχθρούς σαν κι
αυτήν. Απορούσα τι δουλειά είχε όλη αυτή η φασαρία της, αυτή η
παράστασή της, σαν κάποιου ερασιτέχνη Παγκανίνι που παίζει σε
μία χορδή ή σε είκοσι, με τη σπορά μου, κι όμως την προτιμούσα από
τη στάχτη ή την κοπριά. Ήταν ένα είδος φθηνού λιπάσματος στο
οποίο είχα απόλυτη εμπιστοσύνη.
Καθώς έβγαζα φρέσκο χώμα με την τσάπα μου, ανάδευα τη στάχτη εθνών που δεν έχουν ακόμη καταγραφεί, που ζούσαν κάτω από
τον ίδιο αυτό ουρανό τους παλιούς καιρούς, κι έφερνα στο φως τα
μικρά σύνεργά τους του πολέμου και του κυνηγιού. Ήταν ανακατεμένα με τραχιές πέτρες, που είχαν πάνω τους σημάδια από ινδιάνικες φωτιές ή από τον ήλιο, καθώς και με κομμάτια κεραμικών και
γυαλιού που είχαν φέρει ως εδώ οι πρόσφατοι καλλιεργητές αυτής
της γης. Όποτε η τσάπα μου χτυπούσε κάποια πέτρα, το κουδούνισμα αντηχούσε στο δάσος και στον ουρανό, η μουσική συνοδεία του
μόχθου μου, η σοδειά της οποίας ήταν άμεση και ανυπολόγιστη. Δεν
* Ελβετικό τραγούδι των γελαδάρηδων, στο Γουλιέλμο Τέλλο του Σίλερ. (Σ.τ.Μ.)

220

WALDΕΝ

τσάπιζα πια φασολιές, ειχα πάψει πια να είμαι εγώ εκείνος που τσάπιζε* και θυμόμουν με οίκτο μαζι και περηφάνια, αν δηλαδή τους θυμόμουν καν, όλους εκείνους τους γνωστούς μου που είχαν ταξιδεψει
στην πόλη για να ακούσουν τα ορατόρια. Το γεράκι έκανε κύκλους
ψηλά πάνω απ' το κεφάλι μου τα ηλιόλουστα απογεύματα - αφού μερικές φορές δούλευα όλη μέρα στο χωράφι - όμοιο με κάρφος στον
οφθαλμό μου, ή στον οφθαλμό του ουρανού. Πού και πού βουτούσε
απότομα, μ' έναν ήχο σαν να σκίζονταν οι ουρανοί, σαν να γίνονταν
κουρέλια, παρ' όλα αυτά όμως ο πέπλος τους παρέμενε ανέπαφος,
χωρίς κανένα ίχνος σκισίματος ή ραφής πουθενά. Μικρά ξωτικά που
γεμίζουν τον αέρα και αφήνουν τα αυγά τους στο έδαφος, στη γυμνή
άμμο ή στα βράχια στις κορφές των λόφων, όπου ελάχιστοι τα βρίσκουν, όλο χάρη και λυγεράδα, σαν τα κυματάκια της λίμνης, σαν
φύλλα που τα σηκώνει ο άνεμος να ταξιδέψουν στα ουράνια: τέτοια
είναι η συγγένεια των πλασμάτων της Φύσης. Το γεράκι είναι ο εναέριος αδελφός του κύματος, πάνω από το οποίο αιωρείται και το
οποίο επιβλέπει, με τα τέλεια, φουσκωμένα από τον αέρα ςττερά του
να απαντούν στα αρχέγονα, άπτερα πλάσματα του νερού. Κάποιες
φορές στεκόμουν και παρατηρούσα ένα ζευγάρι γεράκια να κάνουν
κύκλους ψηλά στον ουρανό, άλλοτε να ζυγιάζονται και άλλοτε να
κατεβαίνουν, να πλησιάζουν το ένα το άλλο κι έπειτα να απομακρύνονται, σαν να ήταν η ενσάρκωση των ίδιων μου των σκέψεων.
Άλλες φορές πάλι, η προσοχή μου στρεφόταν στα αγριοπερίστερα,
που περνούσαν από το ένα δάσος στο άλλο μ' έναν ελαφρύ, συριστικό ήχο και με μεγάλη βιασύνη* ή με την τσάπα μου έβγαζα κάτω από
κάποιο σάπιο απομεινάρι δέντρου μια νωθρή, εξωτική σαλαμάνδρα
με σοβαροφανές ύφος, ένα απομεινάρι της Αιγύπτου και του Νείλου, παρ' όλα αυτά όμως σύγχρονή μας. Τέτοιους ήχους άκουγα και
τέτοιες εικόνες έβλεπα όποτε σταματούσα για λίγο κι έγερνα να
στηριχτώ στην τσάπα μου: ένα κομμάτι της ατέλειωτης ψυχαγωγίας
που προσφέρει η εξοχή.
Τις ημέρες των εορταστικών εκδηλώσεων το χωριό πυροβολεί με
τα κανόνια του, που στο δάσος αυτό αντηχούν σαν παιδικά πιστολά-

TO Χ Ω Ρ Α Φ Ι ME ΤΙΣ Φ Α Σ Ο Λ Ι Ε Σ

221

κια, και μερικές σκόρπιες, αδέσποτες νότες από εμβατήρια φτάνουν
που και που ως εδώ. Στα δικά μου αυτιά, εκεί μακριά στο χωράφι
μου με τις φασολιές από την άλλη μεριά του χωρίου, τα μεγάλα κανόνια ακούγονταν σαν σαπουνόφουσκες που σκάνε. Και όποτε γινόταν καμιά στρατιωτική άσκηση την ύπαρξη της οποίας αγνοούσα,
κάποιες φορές είχα όλη μέρα μια αόριστη αίσθηση, σαν φαγούρα
και σαν αρρώστια που ερχόταν από τον ορίζοντα, σαν να επρόκειτο
σύντομα να ξεσπάσει επιδημία - οστρακιά ή πανώλη - ώσπου τελικά
ένα φύσημα του ανέμου που ερχόταν από τα χωράφια και το δρόμο
του Γουέιλαντ μου έφερνε τα νέα της «άσκησης». Ο μακρινός βόμβος ακουγόταν σαν να το είχαν σκάσει οι μέλισσες κάποιου χωρικού
και να προσπαθούσαν οι γείτονες να τις καλέσουν ξανά στο μελίσσι,
με ένα αμυδρό tintin-nabulum*, χτυπώντας τα πιο εύηχα από τα οικιακά τους σκεύη, ακολουθώντας τη συμβουλή του Βιργιλίου. Και
όταν ο ήχος χανόταν και ο βόμβος κόπαζε, όταν το φύσημα του αέρα
δε μαρτυρούσε πια τίποτε, τότε ήξερα ότι και ο τελευταίος κηφήνας
είχε ασφαλιστεί στο μελίσσι του Μίντλσεξ και ότι τώρα το μυαλό
των γειτόνων βρισκόταν στο μέλι με το οποίο ήταν αλειμμένοι οι τοίχοι του.
Αισθανόμουν υπερήφανος που ήξερα ότι η ελευθερία της Μασαχουσέτης και της πατρίδας μας ολόκληρης βρισκόταν σε τόσο καλά χέρια* και τότε με κατέκλυζε μια ανείπωτη αίσθηση ασφάλειας και ξανάπιανα τη δουλειά μου όλο χαρά, με ηρεμία και πίστη για το μέλλον.
Όποτε τύχαινε να έχουν έρθει πολλές μπάντες, όλο το χωριό
έμοιαζε με γιγάντιο φυσερό και ήταν σαν όλα τα κτίρια να διαστέλλονταν και να συστέλλονταν εναλλάξ, ανάλογα με το θόρυβο. Κάποιες φορές όμως έφτανε ως εδώ μια ιδιαίτερα εμπνευσμένη και ευγενής μελωδία, που έδινε φτερά στη ψυχή, μια σάλπιγγα που υμνούσε τη δόξα, έτσι που μου 'ρχόταν να σουβλίσω κανέναν Μεξικάνο**

* Λατινικά: ήχος από καμπανάκι. (Σ.τ.Μ.)
** Σαρκαστική αναφορά στον αμερικανομεξικανικό πόλεμο, τον οποίο ο Θορώ
καταδίκαζε. (Σ.τ.Μ.)

222

WALDEN

- διότι ποιος ο λόγος να ασχολούμαστε διαρκώς με μικροπράγματα;
Και αφοΰ δεν υπήρχαν Μεξικάνοι εκεί γΰρω, έψαχνα για καμιά
μαρμότα ή για κανέναν ασβό ώστε να μπορέσω να εξασκήσω πάνω
του την ιπποσύνη μου. Οι πολεμικές αυτές μελωδίες έμοιαζαν μακρινές σαν την Παλαιστίνη και οι τρεμάμενες κορυφές των ςρτελιών γΰρω από το χωριό μου 'φερναν στο νου μια στρατιά από σταυροφόρους να προελαύνει στον ορίζοντα. Αυτή υποτίθεται πως ήταν μια
από τις σπουδαίες ημέρες, παρ' όλο που από το ξέφωτό μου ο ουρανός παρουσίαζε την ίδια κι απαράλλαχτη σπουδαία όψη που έχει κάθε μέρα.
Αυτή η μακρόχρονη σχέση μου με τα φασόλια αποτέλεσε μοναδική εμπειρία: το φύτεμα, το σκάλισμα, η συγκομιδή, το αλώνισμα, το
ξεδιάλεγμα, το πούλημα - αυτό το τελευταίο αποδείχτηκε το πιο δύσκολο απ' όλα. Εδώ θα πρέπει να προσθέσω και το φάγωμα, αφοΰ
δεν παρέλειψα να τα δοκιμάσω. Ήμουν αποφασισμένος να γνωρίσω
καλά τα φασόλια.* Όσο μεγάλωναν οι φασολιές, τις καθάριζα από
τα αγριόχορτα από τις πέντε το πρωί ως το μεσημέρι και συνήθως
περνοΰσα την υπόλοιπη μέρα κάνοντας άλλες δουλειές. Σκεφτείτε
για λίγο τη στενή και παράξενη σχέση που αναπτΰσσει κανείς με τα
διάφορα είδη των ζιζανίων - θα μου συγχωρήσετε την επανάληψη
της αναφοράς σ' αυτά, μια και η εργασία του ξεχορταριάσματος είναι και η ίδια γεμάτη επανάληψη. Κατέστρεφα άπονα τις λεπτές ρίζες των αγριόχορτων, έκανα ταπεινωτικές διακρίσεις με την τσάπα
μου, ισοπέδωνα εκτάσεις ολόκληρες από το ένα είδος για να καλλιεργήσω με μεγάλη επιμέλεια ένα άλλο. Αυτό είναι χηνοπόδιο, αυτό άγριο βλίτο, αυτό λάπαθο - δώσ' του, κομμάτιασέ το, γΰρνα τις ρίζες του ανάποδα, στον ήλιο, μην αφήσεις οΰτε ένα κομματάκι του
στη σκιά. Αλλιώς θα ξαναφυτρώσει και σε δυο μέρες θα είναι και
πάλι καταπράσινο σαν πράσο. Ένας μακροχρόνιος πόλεμος, όχι με
τους γερανοΰς αλλά με τα αγριόχορτα, αυτοΰς τους Τρώες που είχαν
* Η έκφραση «δεν ξέρει οΰτε τα φασόλια», «he doesn't know beans», σήμαινε
ότι κάποιος είχε πλήρη άγνοια. (Σ.τ.Μ.)

TO Χ Ω Ρ Α Φ Ι ME ΤΙΣ Φ Α Σ Ο Λ Ι Ε Σ

223

για συμμάχους τους τον ήλιο, τη βροχή και την πρωινή δροσιά. Καθημερινά οι φασολιές με έβλεπαν να ορμώ να τις υπερασπιστώ και
οπλισμένος με την τσάπα μου να κατατροπώνω τις τάξεις των
εχθρών τους, γεμίζοντας τα χαρακώματα ως πάνω με χόρτινους νεκρούς. Πόσοι και πόσοι ρωμαλέοι Έκτορες, με τα λοφία της περικεφαλαίας τους να ανεμίζουν τριάντα ολόκληρα εκατοστά ψηλότερα
από τα πλήθη των συντρόφων τους, δεν έπεσαν κάτω από το τρομερό μου όπλο!
Τις καλοκαιρινές εκείνες ημέρες, τις οποίες κάποιοι από τους
γνωστούς μου τις αφιέρωναν στην ενασχόληση με τις καλές τέχνες
στη Βοστόνη ή στη Ρώμη, άλλοι στο διαλογισμό στην Ινδία και άλλοι
πάλι στο εμπόριο στο Λονδίνο ή στη Νέα Υόρκη, εγώ τις αφιέρωνα
στην καλλιέργεια της γης. Όχι ότι ήθελα τη σοδειά μου για προσωπική κατανάλωση, διότι όσον αφορά τα φασόλια είμαι από φυσικοΰ
μου πυθαγόρειος*, είτε χρησιμοποιούνται για τη φασολάδα είτε για
την ψηφοφορία· γι' αυτό και τα αντάλλαξα με ρΰζι.
Πιστεύω όμως ότι είναι καλό κάποιοι άνθρωποι να δουλεύουν
στο χωράφι, κι ας είναι μόνο για να πλουτίσουν τη συλλογή τους από
μεταφορές και άλλα εκφραστικά μέσα, τα οποία θα χρησιμοποιήσουν έπειτα για να (ρτιάξουν τις παραβολές τους. Σε γενικές γραμμές, η ενασχόλησή μου αυτή αποτέλεσε σπάνια ψυχαγωγία, η οποία
όμως, αν συνεχιζόταν για πολύ καιρό, μπορεί να καταντούσε βάσανο και περισπασμός. Παρ' όλο που δεν έβαλα κοπριά στις φασολιές
μου και δεν τσάπισα όλο το χωράφι αμέσως, στο σκάλισμα τα πήγα
απρόσμενα καλά και τελικά ανταμείφθηκα γι' αυτό. Διότι, όπως λέει
ο Έβελιν**, «στ' αλήθεια δεν υπάρχει κανένα είδος λιπάσματος ή
κοπριάς που να μπορεί να συγκριθεί με αυτή τη διαρκή κίνηση, το
ανακάτεμα και το σκάλισμα του χώματος με την τσάπα». Και κάπου
αλλού προσθέτει: «Το χώμα, ειδικά αν είναι φρέσκο, έχει ένα είδος
μαγνητισμού, με τη βοήθεια του οποίου προσελκύει το άλας, τη δύ* Ο Πυθαγόρας απαγόρευε στους μαθητές του να τρώνε φασόλια. (Σ.τ.Μ.)
* * John Evelyn (1620-1706): Άγγλος συγγραφέας και κηπουρός. (Σ.τ.Μ.)

224

WALDEN

ναμη ή την αρετή (πείτε το όπως θέλετε), που του δίνει ζωή και αποτελεί την αιτία όλου του μόχθου και της φροντίδας που του παρέχουμε, ώστε να μας δώσει κι εκείνο με τη σειρά του ζωή* κάθε είδος κοπρίσματος ή οποιαδήποτε άλλη ρυπαρή ενασχόληση δεν αποτελεί
παρά υποκατάστατο της παραπάνω βελτίωσης». Επιπλέον, μια και
το συγκεκριμένο χωράφι ήταν ένα από εκείνα τα «εξαντλημένα χωράφια που απολαμβάνουν την ημέρα της σχόλης τους», είχε ίσως
προσελκύσει «ζωογόνα πνεύματα» από τον αέρα, όπως το θεωρεί
πιθανό ο κύριος Κένελμ Ντίγκμπι*. Τελικά μου απέδωσε δώδεκα
μεδίμνους φασόλια.
Ας γίνω όμως πιο συγκεκριμένος, γιατί πολλοί παραπονιούνται
πως ο κύριος Κόλμαν αναφέρει ότι οι ερασιτέχνες αγρότες επιδίδονται σε ακριβά πειράματα. Τα έξοδά μου λοιπόν ήταν τα εξής:
Μία τσάπα

0,54

Ό ρ γ ω μ α , σβάρνισμα, αυλακωμα

7,50 (πάρα πολλά)

Φασόλια για σπόρο

3,12

Πατάτες για σπόρο

1,33

Μπιζέλια για σπόρο

0,40

Σπόρος για γογγΰλια

0,06

Λευκός σπάγκος για φράχτη ενάντια σης κάργιες

0,02

Άλογο και αγόρι για τρεις ώρες

1,00

Ά λ ο γ ο και καρότσι για μεταφορά σοδειάς

0,75

Συνολικά

$14,72 1/2

Τα έσοδά μου από την πώληση των προϊόντων μου (patrem
familias vendacem, non emacem esse oportet)** ήταν τα εξής:

* Sir Kenelm Digby (1603-1665): Άγγλος διοικητής του ναυτικοΰ, διπλωμάτης,
φυσικός και συγγραφέας. (Σ.τ.Μ.)
** «Ο νοικοκύρης πρέπει να είναι πωλητής, όχι αγοραστής» (Μάρκος Πόρκιος
Κάτων). (Xr.M)

TO Χ Ω Ρ Α Φ Ι ME ΤΙΣ Φ Α Σ Ο Λ Ι Ε Σ

Εννέα μέδιμνοι και δώδεκα τέταρτα του γαλονιοΰ φασόλια

225

16,94

Πέντε μέδιμνοι μεγάλες πατάτες

2,50

Εννέα μέδιμνοι μικρές

2,25

Χόρτο

1,00

Μίσχοι

0,75

Συνολικά

$23,46

Αφήνοντάς μου χρηματικό κέρδος, το οποίο, όπως αναφέρω και αλλοΰ,
ανήλθε στα $ 8,71

Αυτό είναι το απόσταγμα των εμπειριών μου από την καλλιέργεια των φασολιών: φυτέχ|π:ε το κοινό, μικρό, λευκό φασόλι γΰρω
στις αρχές Ιουνίου, σε σειρές που να απέχουν μεταξύ τους από ενενήντα έως σαράντα πέντε εκατοστά. Φροντίστε να διαλέξετε σπόρο
φρέσκο, στρογγυλό, χωρίς προσμείξεις. Πρώτα αντιμετωπίστε τα
σκουλήκια και αντικαταστήστε όσα νεαρά ψυχά χρειαστεί. Έπειτα
αντιμετωπίστε τις μαρμότες, αν το χωράφι σας είναι ανοιχτό, γιατί
τα τρωκτικά αυτά μασουλοΰν τα προατα τρυφερά φύλλα αμέσως μόλις βγουν, χωρίς να αφήνουν οΰτε ένα. Και αργότερα, όταν κάνουν
την εμφάνισή τους τα νεαρά ακροβλάσταρα, κάθονται όρθιες στα πίσω πόδια, σαν σκίουροι, και τα καταβροχθίζουν μαζί με τα μπουμπούκια και τους νεαρούς κάλυκες. Πάνω απ' όλα, όμως, κάντε τη
συγκομιδή όσο νωρίτερα γίνεται, αν θέλετε να προλάβετε τους παγετούς και να είναι η σοδειά σας ικανοποιητική και εύκολο να πουληθεί. Έτσι μπορείτε να αποφύγετε πολλές απώλειες.
Άλλη μια εμπειρία που απέκτησα ήταν η εξής: αποφάσισα ότι δε
θα φύτευα ξανά φασόλια και καλαμπόκι το καλοκαίρι, αλλά σπόρους - αν δε χάνονταν τέτοιοι σπόροι - όπως είναι ο σπόρος της ειλικρίνειας, της αλήθειας, της απλότητας, της πίστης, της αθωότητας
και άλλοι παρόμοιοι. Και θα έβλεπα αν θα μεγάλωναν στο χώμα αυτό, ακόμα και με λιγότερο μόχθο και λίπασμα, και αν θα απέδιδαν
καρπούς που θα με κρατούσαν στη ζωή. Γιατί δεν μπορώ να πιστέψω
ότι το χώμα έχει εξαντληθεί για αυτές τις καλλιέργειες. Αλίμονο!

226

WALDEN

Αυτά έλεγα στον εαυτό μου. Όμως άλλο ένα καλοκαίρι πέρασε, κι
ύστερα άλλο ένα, και μετά ένα τρίτο, και σήμερα αισθάνομαι υποχρεωμένος να σε πληροφορήσω, αγαπητέ αναγνώστη, ότι οι σπόροι
που (ρΰτεψα, αν δηλαδή ήταν πράγματι οι σπόροι των αρετών αυτών,
φαγώθηκαν από τα σκουλήκια ή έχασαν τη ζωική τους δύναμη κι
έτσι δε βλάστησαν. Συνήθως οι άνθρωποι δεν ξεπερνούν τη γενναιότητα ή τη δείλια των πατέρων τους. Η γενιά αυτή φυτεΰει καλαμπόκι
και φασόλια κάθε χρονιά, ακριβώς όπως έκαναν οι Ινδιάνοι αιώνες
πριν και όπως δίδαξαν τους προοτους αποίκους, λες και αυτή είναι η
μοίρα μας. Τις προάλλες είδα ένα γέρο να ανοίγει τρύπες με την
τσάπα στο χωράφι του τουλάχιστον για εβδομηκοστή φορά στη ζωή
του, αντί να σκάψει μια τρΰπα για τον εαυτό του! Γιατί όμως ο κάτοικος της Νέας Αγγλίας να μη δοκιμάζει νέες περιπέτειες, γιατί να
επιμένει τόσο πολύ να καλλιεργεί σιτάρι, πατάτες, τρκρυλλι, οπωρικά - γιατί να μην ασχοληθεί και με άλλες καλλιέργειες; Γιατί να μας
απασχολούν τόσο πολύ τα φασόλια που θα σπείρουμε και καθόλου η
νέα γενιά των ανθρώπων; Οπωσδήποτε θα έπρεπε να μας δυναμώσει και να μας χαροποιήσει η συνάντηση μας με έναν άνθρωπο στον
οποίο θα διακρίναμε ριζωμένες κάποιες από τις αρετές που αναφέρω πιο πάνω, αρετές που κατά το μεγαλύτερο μέρος τους πλανιόνται
στον αέρα και τις οποίες όλοι μας θεωρούμε περισσότερο αξιόλογες
από τα προϊόντα της γης. Να, για παράδειγμα, μια τέτοια ευγενής
και ακόρεστη αρετή, όπως είναι η αλήθεια ή η δικαιοσύνη, έστω και
λιγοστή, έστω και υπό μορφή μιας νέας ποικιλίας, που 'ρχεται κατά
δω. Θα έπρεπε να δίνονται εντολές στους πρεσβευτές μας να στέλνουν στην πατρίδα όποιον τέτοιο σπόρο βρίσκουν και το Κογκρέσο
θα έπρεπε να τους μοιράζει δωρεάν σε όλη τη χώρα. Δεν πρέπει ποτέ να ταυτίζουμε τους τύπους με την ουσία. Δεν πρέπει ποτέ να κοροϊδεύουμε, να προσβάλλουμε και να εξορίζουμε ο ένας τον άλλο με
την κακία μας, εάν υπάρχει έστω και ένας σπόρος αξίας και φιλίας
κάπου εκεί κοντά μας. Δεν πρέπει να συναντιόμαστε βιαστικά. Οι
περισσότεροι άνθρωποι δε συναντιούνται ποτέ, αφού, απ' ό,τι φαίνεται, δεν τους περισσεύει χρόνος. Είναι πολύ απασχολημένοι με τα

TO Χ Ω Ρ Α Φ Ι ME ΤΙΣ Φ Α Σ Ο Λ Ι Ε Σ

227

φασόλια τους. Δε θα μας άρεσε και πολΰ η συναναστροφή με κάποιον άνθρωπο που θα δοΰλευε χωρίς σταματημό στο χωράφι του,
που θα στηριζόταν πάνω στην τσάπα ή στο φτυάρι του, σαν να 'ταν
μπαστούνι, στα διαλείμματα της δουλειάς του* θα θέλαμε κάποιον
που δε θα έμοιαζε με μανιτάρι αλλά με κάτι άλλο, που έχει σηκωθεί
εν μέρει από τη γη, που είναι κάτι περισσότερο από erectus, σαν χελιδόνια που κούρνιασαν και περπατούν στη γη,
«κι όπως μιλούσε, τα φτερά του άνοιγαν που και που,
σαν να 'χε σκοπό ν α πετάξει, κι έπειτα έκλειναν ξανά»*

έτσι που να μας μπει η υποψία ότι μιλάμε μ' έναν άγγελο. Το ψωμί
μπορεί να μη μας τρέφει πάντοτε, αλλά πάντοτε μας κάνει καλό* η
συνειδητοποίηση της αρετής που κρύβει ο άνθρωπος ή η Φυση, το
μοίρασμα της καθάριας και γνήσιας χαράς διοοχνουν το μούδιασμα
από τις κλειδώσεις μας, μας κάνουν λυγερούς και κεφάτους, μας θεραπεύουν από την ασθένεια που μας ταλαιπωρούσε χωρίς να ξέρουμε τι είναι.
Στην αρχαία ποίηση και τη μυθολογία βρίσκουμε πολλές ενδείξεις ότι η καλλιέργεια της γης κάποτε αποτελούσε τέχνη ιερή. Ο
σύγχρονος άνθρωπος όμως την εξασκεί με ασεβή βιασύνη και αδιαφορία, μια και ο στόχος του είναι μονάχα τα μεγάλα κτήματα και οι
πλούσιες σοδειές. Δεν έχουμε καμιά γιορτή, καμιά παρέλαση, καμία
τελετή με τις οποίες ο γεωργός να εκφράζει κάποια αίσθηση της ιερότητας του λειτουργήματός του ή να του υπενθυμίζει την ιερή προέλευσή του· τα γελαδοπάζαρά μας, όπως και οι λεγόμενες Ημέρες
των Ευχαριστιών μας, με κανένα τρόπο δεν αποτελούν τέτοιες ιερές
τελετές. Ο σύγχρονος αγρότης δε οηέψτεχαι άλλο από την αμοιβή
και την κατανάλωση. Δε θυσιάζει στη θεά Δήμητρα και στο Χθόνιο
Δία, αλλά μάλλον στο θεό Πλούτο. Με την πλεονεξία και τον εγωισμό, με την ποταπή συνήθεια να θεωρούμε τη γη περιουσία, συνή* Francis Quarles (1592-1644): Άγγλος ποιητής, (Σ.τ.Μ.)

228

WALDEN

θεια από την οποία δε γλιτώνει κανείς μας, παραμορφώνουμε το περιβάλλον, υποβαθμίζουμε τη γεωργία μαζί με τους εαυτούς μας και ο
αγρότης καταλήγει να ζει την πιο άθλια ζωή. Δε γνωρίζει τη Φυση
παρά μόνο ως ληοτής. Ο Κάτων λέει ότι τα κέρδη που προέρχονται
από τη γεωργία είναι ιδιαίτερα ηθικά και δίκαια (maximeque pius
quoestus), ενώ συμφωνά με τον Βάρρωνα οι αρχαίοι Ρωμαίοι «ταύτιζαν τη Μητέρα Γη με τη θεά Δήμητρα και πίστευαν ότι, όσοι καλλιεργούν τη γη, ζουν ενάρετη και χρήσιμη ζωή, καθώς και ότι ήταν οι
μοναδικοί που είχαν απομείνει από τη φυλή του βασιλιά Κρόνου».
Εύκολα ξεχνάμε ότι ο ήλιος λάμπει πάνω από τα καλλιεργημένα
χωράφια μας, από τα λιβάδια και τα δάση μας, χωρίς να κάνει καμία διάκριση. Όλα αντανακλούν και απορροφούν τις ακτίνες του με
τον ίδιο τρόπο και δεν αποτελούν παρά ένα μικρό κομμάτι της λαμπρής εικόνας που αντικρίζει στην καθημερινή του διαδρομή. Στα
δικά του μάτια, ολόκληρη η γη είναι καλλιεργημένη, όλη είναι ένας
κήπος. Γι' αυτό λοιπόν θα έπρεπε να δεχόμαστε το δώρο του φωτός
και της ζεστασιάς του με την ανάλογη πίστη και μεγαλοψυχία. Τι κι
αν θεωρώ πολύτιμο το σπόρο των φασολιών αυτών, τι κι αν μαζεύω
τη σοδειά μου στο τέλος της χρονιάς; Αυτό το πλατύ χωράφι που τόσο πολΰ καιρό φροντίζω δε βλέπει εμένα ως το σημαντικότερο καλλιεργητή του, αλλά δίνει μεγαλύτερη αξία σε κάποιες άλλες δυνάμεις, πιο κοντά στη φυση του, που το ποτίζουν και το κάνουν καταπράσινο. Αυτά τα φασόλια έχουν άλλες χρησιμότητες, που εγώ δεν
τις σοδιάζω. Μήπως τάχα δε (ρυτρώνουν και για τις μαρμότες; Το
στάχυ του σιταριού (στα λατινικά spica, παλαιότερα speca, από το
spe, που σημαίνει «ελπίδα») δε θα πρέπει να αποτελεί τη μοναδική
ελπίδα του γεωργού. Κουβαλά πάνω του περισσότερα από το σπόρο του μονάχα (granum, από το gerendo, που σημαίνει «φέρω»).
Πώς λοιπόν μπορεί να αποτύχει ο θερισμός μας; Δεν πρέπει τάχα
να χαρώ και με την αφθονία των αγριόχορτων, που οι σπόροι τους
αποτελούν το σιτοβολώνα των πουλιών; Ελάχιστη σημασία έχει το
αν η σοδειά από τα χωράφια του γεωργού μπορεί να γεμίσει τη σιταποθήκη του. Ο αληθινός νοικοκύρης γεωργός θα πρέπει να απέ-

TO ΧΩΡΑΦΙ ME ΤΙΣ Φ Α Σ Ο Λ Ι Ε Σ

229

χει από το άγχος, όπως οι σκίουροι δε νοιάζονται αν τα δέντρα θα
έχουν φουντουκιά φέτος ή όχι. Θα τελειώνει την εργασία του με το
τέλος της κάθε μέρας και θα αρνείται κάθε δικαίωμα πάνω στα
προϊόντα των αγρών του, θυσιάζοντας μέσα του όχι μόνο την πρώτη
αλλά και την τελευταία σοδειά του.

TO ΧΩΡΙΟ

Μετά το τσάπισμα ή, αναλόγως, μετά το διάβασμα και το γράψιμο,
λιγο πριν από το μεσημέρι, συνήθως έκανα άλλο ένα μπάνιο στη λίμνη. Κολυμπούσα σε έναν από τους ορμίσκους της για να γυμναστώ,
ξέπλενα τη σκόνη της δουλειάς από το σώμα μου ή ίσιωνα την πιο
πρόσφατη ρυτίδα που είχε αφήσει στο πρόσωπό μου η μελέτη κι
έπειτα είχα το απόγευμά μου εντελώς ελεύθερο. Περίπου κάθε δυο
μέρες έκανα μια βόλτα ως το χωριό για να ακούσω λίγα από τα κουτσομπολιά που κυκλοφορούν ακατάπαυστα εκεί, είτε από στόμα σε
στόμα είτε από εφημερίδα σε εφημερίδα, τα οποία, λαμβανόμενα σε
μικρές δόσεις, με τον τρόπο της ομοιοπαθητικής, ήταν κι αυτά με τον
τρόπο τους τόσο αναζωογονητικά όσο και το θρόισμα των (ρύλλων ή
το κρώξιμο των βατράχων. Όπως έκανα τον περίπατό μου στο δάσος για να δω τα πουλιά και τους σκίουρους, έτσι έκανα και τη βόλτα μου στο χωριό για να δω τους άνδρες και τα παιδιά. Αντί για τον
άνεμο που (ρυσούσε ανάμεσα στα πεύκα, άκουγα το θόρυβο των κάρων. Από τη μια μεριά του σπιτιού μου, σ' ένα λιβάδι κοντά στο ποτάμι, υπήρχε μια αποικία από μοσχοπόντικες. Από την αντίθετη κατεύθυνση, μετά το δασύλλιο από λεύκες και ριζοφόρα, υπήρχε ένα
χωριό με πολυάσχολους ανθρώπους, που για μένα είχαν το ίδιο ενδιαφέρον με τους κυνόμυς, ο καθένας τους καθισμένος μπροστά
στην είσοδο της φωλιάς του ή να τρέχει στη φωλιά του γείτονά του
για λίγο κουτσομπολιό. Πήγαινα συχνά εκεί και παρατηρούσα τις
συνήθειές τους. Το χωριό μου φαινόταν σαν μεγάλο γραφείο εφημε-

TO Χ Ω Ρ Ι Ο

231

ριδας. Και για να συντηρείται, (ρυλοΰσε στην άκρη, όπως εκανε κάποτε το κατάστημα Ρεντινγκ και Σία στην οδό Στέιτ, σταφίδες και
άλλους ξηρούς καρπούς ή αλάτι, αλεύρι και άλλα τρόφιμα. Κάποιων
ανθρώπων η όρεξη για το συγκεκριμένο αγαθό - εννοώ τις ειδήσεις
- είναι τόσο ακόρεστη και τα όργανα της πέ\|)ης τους τόσο γερά,
ώστε μπορούν να κάθονται όλη τους τη ζωή ακίνητοι στους δημόσιους δρόμους, αφήνοντας τα νέα να τους κυκλώνουν και να τους ψιθυρίζουν στ' αυτιά, σαν τους καλοκαιρινούς ανέμους της Μεσογείου
ή σαν να εισπνέουν αιθέρα, μόνο που ο αιθέρας αυτός φέρνει μονάχα μούδιασμα και αναισθησία στον πόνο - γιατί αλλιώς πολλά από
τα νέα που θα άκουγαν θα τους ήταν οδυνηρά - χωρίς όμως να τους
κάνει να χάνουν τις αισθήσεις τους. Σπάνια έκανα μια βόλτα στο χωριό χωρίς να δω αρκετούς από αυτοΰς τους σπουδαίους πολίτες να
κάθονται σε μια σκάλα και να λιάζονται, με τα κορμιά τους γερμένα
μπροστά και τα μάτια τους να κοιτάζουν από δω κι από κει με μια
φιλήδονη έκφραση ή αλλιώς να ακουμπούν στον τοίχο μιας αποθήκης με τα χέρια στις τσέπες, σαν καρυάτιδες, λες και στήριζαν το κτίριο. Άκουγαν οτιδήποτε έφερνε ο άνεμος, αφού περνούσαν τις περισσότερες ώρες τους έξω από το σπίτι. Οι άνθρωποι αυτοί μοιάζουν με τραχιές μυλόπετρες, που σπάζουν ή χωνεύουν πρώτες τους
σπόρους των κουτσομπολιών πριν τους αδειάσουν στις χοάνες των
πιο προηγμένων μύλων που βρίσκονται στο εσωτερικό των σπιτιών
των συχωριανών τους. Παρατήρησα ότι τα ζωτικά όργανα του χωριού ήταν το παντοπωλείο, το καπηλειό, το ταχυδρομείο και η τράπεζα. Άλλα απαραίτητα κομμάτια του όλου οργανισμού ήταν η καμπάνα, το μεγάλο κανόνι και η πυροσβεστική άμαξα, όλα τους σε βολικά
σημεία. Τα δε σπίτια ήταν έτσι χτισμένα ώστε να επιτρέπουν την όσο
το δυνατόν μεγαλύτερη επαφή των ανθρώπων μεταξύ τους: σχημάτιζαν δρόμους και έβλεπαν το ένα το άλλο, έτσι ώστε ο κάθε ταξιδιώτης που θα περνούσε από εκεί να μπορεί να δεχτεί τη γενική επίθεση των κατοίκων και κάθε άνδρας, γυναίκα και παιδί του χωριού να
έχει τη δυνατότητα να του ρίξει κι από μία. Όπως ήταν ορυσικό, όσοι
κατοικούσαν πιο κοντά στην πρώτη γραμμή του μετώπου, εκείνοι

232

WALDEN

που εβλεπαν καλύτερα απ' όλους και ήταν και οι ίδιοι πιο ορατοί,
εκείνοι που θα έριχναν το πρώτο χτύπημα στον ανυποψίαστο διαβάτη, πλήρωναν και τα περισσότερα για τις κατοικίες τους· ενώ οι λίγοι, ενδεείς κάτοικοι στα περίχωρα, εκεί όπου άρχισαν να παρουσιάζονται μεγάλα κενά στις γραμμές των σπιτιών, εκεί όπου ο καταδιωκόμενος οδοιπόρος θα μπορούσε άνετα να πηδήξει το τοιχάκι ή
να στρίψει σε κάποιο μονοπάτι για τα γελάδια και με τον τρόπο αυτό να ξεφύγει, πλήρωναν πολΰ μικρό ενοίκιο και φόρο. Σε πολλά σημεία υπήρχαν κρεμασμένες πινακίδες για να τον δελεάσουν: κάποιες είχαν στόχο την όρεξή του, όπως εκείνες της ταβέρνας και του
κελαριοΰ με τα τρόφιμα* άλλες πάλι είχαν στόχο το γούστο του,
όπως εκείνες του καταστήματος νεωτερισμών και του κοσμηματοπωλείου* άλλες πάλι τα μαλλιά, τα πόδια ή το σώμα του, όπως εκείνες
του μπαρμπέρη, του τσαγκάρη και του ράφτη. Επιπλέον, υπήρχε η
ακόμα πιο τρομακτική μόνιμη πρόσκληση να επισκεφτεί κανείς το
καθένα από αυτά τα σπίτια και να αναμειχθεί με τη συντροφιά που
κάτι τέτοιο συνεπαγόταν. Συνήθως κατόρθωνα να διαφεύγω από
τους κινδύνους αυτούς, είτε προχωρώντας ακάθεκτος και κατευθείαν προς το στόχο μου, όπως πρέπει να κάνουν όσοι βάλλονται πανταχόθεν, είτε κρατώντας τις σκέψεις μου ψηλά, όπως ο Ορφέας, ο
οποίος «τραγουδώντας δυνατά ύμνους προς τους θεούς με τη συνοδεία της λύρας του, έπνιξε τις φωνές των Σειρήνων κι έτσι διέφυγαν
από τον κίνδυνο». Μερικές φορές έδινα ξαφνικά μία και χανόμουν
πριν μπορέσει να με δει κανείς, αφού δε νοιαζόμουν ιδιαίτερα να
δείχνει το βάδισμά μου χαριτωμένο και δε δίσταζα ποτέ να ορμήσω
σε κάποιο άνοιγμα του φράχτη που έβλεπα καθώς περνούσα κι έτσι
να γλιτώσω. Πού και πού, ωστόσο, έκανα κι από μια επιδρομή σε
κάποιο σπίτι, όπου απολάμβανα την εξαιρετική παρέα των οικοδεσποτών* και αφού μάθαινα κάθε σπόρο είδησης, ως και τον τελευταίο, ό,τι είχε συμβεί, όλες τις προοπτικές για πόλεμο και ειρήνη,
καθώς και τις πιθανότητες που είχε ο κόσμος να μείνει για λίγο ακόμα καιρό χωρίς να διαλυθεί στα εξ ων συνετέθη, με άφηναν να φύγω
από τους πίσω δρόμους κι έτσι δραπέτευα ξανά στο δάσος.

TO Χ Ω Ρ Ι Ο

233

To έβρισκα πολΰ ευχάριστο, όποτε έμενα στο χωριό μέχρι αργά,
να αρμενίζω έξω στη νύχτα, ειδικά αν ήταν σκοτεινή και θυελλώδης,
και να ανοίγω πανιά από το ολόφωτο σαλόνι κάποιου σπιτιού ή από
την αίθουσα διαλέξεων, με ένα τσουβάλι κριθάλευρο ή καλαμποκάλευρο στον ώμο, για τη θαλπωρή του λιμάνιου μου στο δάσος. Είχα
ασφαλίσει όλες μου τις μπουκαπόρτες και είχα αποσυρθεί στο αμπάρι με το χαρούμενο πλήρωμα των σκέψεών μου, αφήνοντας μόνο τον
πλοηγό μου - τις μηχανικές μου κινήσεις - στο τιμόνι, ή οΰτε κι αυτόν αν ο καιρός ήταν πρίμος, αλλά δένοντας το τιμόνι έτσι ώστε να
ακολουθεί την προδιαγεγραμμένη πορεία. Πόσες ωραίες σκέψεις
δεν ειχα «αρμενίζοντας» έτσι. Ποτέ δεν εξόκειλα, με κανέναν καιρό, οΰτε και βρέθηκα σε κίνδυνο, αν και συνάντησα μερικές πολΰ
άγριες καταιγίδες. Ακόμα και η πιο συνηθισμένη νΰχτα στο δάσος
είναι πιο σκοτεινή απ' όσο νομίζει ο περισσότερος κόσμος. Συχνά
αναγκαζόμουν να κοιτάζω ψηλά, στο άνοιγμα που άφηναν τα δέντρα
πάνω από το μονοπάτι, για να σιγουρευτώ για την πορεία μου.
Όπου δεν υπήρχε καρόδρομος, έπρεπε να αναζητώ με τα πόδια μου
το ανεπαίσθητο μονοπάτι που είχα ανοίξει με το περπάτημά μου ή
αλλιώς να κατευθΰνομαι με τη βοήθεια κάποιων συγκεκριμένων δέντρων που ήξερα, τα οποία έβρισκα ψηλαφιστά, όπως για παράδειγμα δΰο πεΰκα στη μέση του δάσους, που σχημάτιζαν ένα άνοιγμα όχι
μεγαλΰτερο από σαράντα πέντε εκατοστά, μέσα από το οποίο περνοΰσα κάθε φορά ανεξαιρέτως, ακόμα και τις πιο σκοτεινές νΰχτες.
Κάποιες φορές, μετά την επιστροφή μου αργά κάποια θεοσκότεινη
και πνιγηρή νΰχτα, όταν τα πόδια μου αναζητοΰσαν το μονοπάτι που
τα μάτια μου δεν μποροΰσαν να δουν, ονειροπολώντας και με το
μυαλό μου αλλοΰ σε όλη τη διαδρομή, ώσπου με ξυπνοΰσε η ανάγκη
να απλώσω το χέρι μου για να σηκώσω το μάνταλο, δεν μποροΰσα
να θυμηθώ οΰτε ένα βήμα της διαδρομής που με είχε φέρει ως εκεί.
Σκεςττόμουν τότε ότι ίσως το σώμα μου να έβρισκε το δρόμο για το
σπίτι ακόμα και αν το εγκατέλειπε ο κΰριός του, όπως το χέρι βρίσκει το δρόμο για το στόμα χωρίς βοήθεια. Αρκετές φορές, όποτε
τύχαινε κάποιος επισκέπτης να μείνει ως αργά και η νΰχτα ήταν

234

WALDEN

σκοτεινή, ήμουν υποχρεωμένος να τον οδηγήσω ως τον καρόδρομο
στο πίσω μέρος του σπιτιού κι έπειτα να του δείξω την κατεύθυνση
που έπρεπε να ακολουθήσει, που για να μείνει σταθερός σ' αυτή θα
τον βοηθούσαν περισσότερο τα πόδια παρά τα μάτια του. Έτσι, μια
ιδιαίτερα σκοτεινή νΰχτα, οδήγησα δυο νεαρούς που είχαν έρθει στη
λίμνη για ψάρεμα. Έμεναν περίπου ένα μίλι πιο κάτω, από την άλλη
μεριά του δάσους, και ήξεραν πολΰ καλά τη διαδρομή. Ύστερα από
μια δυο μέρες, ο ένας τους μου διηγήθηκε ότι σχεδόν όλη νύχτα περιπλανιόνταν πέρα δώθε, μην μπορώντας να βρουν το σπίτι τους, κι
ας βρίσκονταν πολύ κοντά, και δεν το βρήκαν παρά μόνο όταν πλησίαζε το ξημέρωμα. Μια και ως την ώρα εκείνη είχαν σημειωθεί αρκετές νεροποντές και τα ψύλλα των δέντρων ήταν βρεγμένα, ώσπου
να καταφέρουν τελικά να φτάσουν στο σπίτι τους είχαν γίνει μούσκεμα. Άκουσα πολλές φορές για ανθρώπους που χάθηκαν ακόμα
και στους δρόμους του χωριού, κάποιες νύχτες που το σκοτάδι ήταν
τόσο πυκνό ώστε μπορούσες να το κόψεις με μαχαίρι, όπως λένε.
Κάποιοι που κατοικούν στα περίχωρα και είχαν έρθει για ψώνια με
τα κάρα τους αναγκάστηκαν να φιλοξενηθούν, μην μπορώντας να
γυρίσουν σπίτια τους. Κάποιες κυρίες και κάποιοι κύριοι που είχαν
πάει επίσκεψη έχασαν το δρόμο τους κι έκαναν κύκλο μισό μίλι,
αφού δεν έβλεπαν το μονοπάτι αλλά μόνο το αισθάνονταν με τα πόδια τους και δεν ήξεραν πού έπρεπε να στρίψουν. Το να χαθείς στο
δάσος, οποιαδήποτε ώρα της μέρας ή της νύχτας, με οποιονδήποτε
καιρό, αποτελεί εκπληκτική, αξέχαστη και πολύτιμη εμπειρία. Συχνά
σε μια χιονοθύελλα, ακόμα και μέρα να είναι, βγαίνει κανείς σε κάποιο γνώριμο δρόμο κι όμως είναι αδύνατο να πει προς ποια κατεύθυνση βρίσκεται το χωριό. Αν και ξέρει ότι έχει ταξιδέψει σ' αυτόν
χιλιάδες φορές, δεν μπορεί να αναγνωρίσει κανένα σημάδι πάνω
του, του είναι όσο ξένος θα του ήταν ένας δρόμος καταμεσής στη Σιβηρία. Τη νύχτα (ρυσικά το ζήτημα γίνεται απείρως πιο πολύπλοκο.
Στους καθημερινούς, απλούς μας περιπάτους καθοδηγούμαστε διαρκώς, αν και ασυνείδητα, όπως οι πλοηγοί, από ορισμένους γνώριμους φάρους και ακτές και, αν ξεςρύγουμε από τη συνηθισμένη μας

TO ΧΩΡΙΟ

234

πορεία, εξακολουθούμε να κρατάμε στο μυαλό μας το σχήμα κάποιου γειτονικού όρμου. Και μόνο όταν χαθούμε για τα καλά ή όταν
μας γυρίσουν από την άλλη - γιατί ορτάνει να γυρίσουν τον άνθρωπο
από την άλλη με κλειστά τα μάτια για να χαθεί - μόνο τότε, λοιπόν,
εκτιμούμε πραγματικά την απεραντοσύνη και την παραξενιά της Φύσης. Ο καθένας μας αναγκάζεται να μαθαίνει εκ νέου τα σημεία του
ορίζοντα κάθε φορά που ξυπνά, είτε από τον ύπνο είτε από κάποιον
περισπασμό. Μόνο όταν χαθούμε - με άλλα λόγια, μόνο όταν έχουμε χάσει τον κόσμο - αρχίζουμε να ανακαλύπτουμε τον εαυτό μας,
να συνειδητοποιούμε πού βρισκόμαστε και πόσο απέραντη είναι η
έκταση των συσχετισμο5ν μας.
Ένα απόγευμα, στο τέλος του πρώτου καλοκαιριού, όταν πήγα
στο χωριό για να πάρω ένα παπούτσι που είχα δώσει για επισκευή
στον τσαγκάρη, με συνέλαβαν και με έκλεισαν στη (ρυλακή διότι,
όπως έχω αναφέρει και αλλού*, αρνιόμουν να πληρώσω φόρο σε
ένα κράτος που αγοράζει και πουλάει άνδρες, γυναίκες και παιδιά
μπροστά στην πόρτα του μεγάρου της Γερουσίας του, σαν να ήταν
γελάδια, ούτε και αναγνώριζα την εξουσία του κράτους αυτού. Δεν
ήταν αυτός ο λόγος για τον οποίο είχα πάει στο δάσος. Όπου κι αν
πάει όμως ο άνθρωπος, οι άλλοι τον καταδιώκουν και τον παρενοχλούν με τους βρωμερούς θεσμούς τους και, αν μπορούν, τον περιορίζουν, για να τον αναγκάσουν να γίνει μέλος της απεγνωσμένης
αδελφότητας της κοινωνίας τους. Η αλήθεια είναι ότι θα μπορούσα
να είχα προβάλει βίαιη αντίσταση, πράγμα που μπορεί να έφερνε
αποτέλεσμα, μπορεί και όχι* θα μπορούσε να με είχε πιάσει αμόκ
ενάντια στην κοινωνία* προτίμησα όμως να αφήσω να πιάσει την
κοινωνία αμόκ ενάντια σε μένα, μια που εκείνη ήταν η πιο απεγνωσμένη από τους δυο μας. Όπως και να 'χει, την επομένη με άφησαν
ελεύθερο. Αφού λοι^τόν πήγα και πήρα το επισκευασμένο μου παπούτσι, επέστρεψα στο δάσος έγκαιρα ώστε να προλάβω να μαζέψω
* Ο Θορώ αναφέρεται εκτενεστερα στο περιστατικό αυτό στο δοκίμιό του Civil
Disobedience (Πολιτική Ανυπακοή) που δημοσιεύτηκε το 1849. {Σ.χ.Μ.)

236

WALDEN

βατόμουρα για το μεσημεριανό μου γεΰμα από το λόφο του Φερ Χέιβεν. Οι μόνοι άνθρωποι που με παρενόχλησαν ποτε ήταν οι εκπρόσωποι του κράτος. Δεν ειχα κλειδαριά, οΰτε αμπάρες, παρά μόνο
μία, στο συρτάρι όπου qρυλoύσα τα χαρτιά μου, οΰτε καν ένα καρφί
για να ασφαλίζω το μάνταλο ή τα παράθυρά μου. Ποτέ δεν κλείδωνα την πόρτα μου, οΰτε μέρα οΰτε νΰχτα, παρ' όλο που τύχαινε να
λείπω για αρκετές ημέρες, οΰτε καν το επόμενο φθινόπωρο, τότε
που πέρασα δυο εβδομάδες στα δάση του Μέιν. Κι όμως, το σπίτι
μου ήταν πιο ασφαλές απ' ό,τι αν το φυλοΰσε ένα τάγμα από στρατιώτες. Ο κουρασμένος οδοιπόρος μποροΰσε να ξαποστάσει και να
ζεσταθεί στη φωτιά μου, ο βιβλιόφιλος ή ο περίεργος να ψυχαγωγηθεί με τα λίγα βιβλία που θα έβρισκε πάνω στο τραπέζι μου. Μποροΰσε να ανοίξει το ντουλάπι μου και να δει τι είχε απομείνει από
το μεσημεριανό μου γεΰμα, καθώς και τι προοπτικές υπήρχαν για
δείπνο. Παρ' όλο που πολλοί άνθρωποι, όλων των κοινωνικών στρωμάτων, πέρασαν από εκεί πηγαίνοντας στη λίμνη, δε μου δημιοΰργησαν καμία σοβαρή αναστάτωση και ποτέ δε μου έλειψε τίποτε, εκτός
από ένα μικρό βιβλίο, ένας τόμος του Ομήρου με μάλλον αταίριαστο
επίχρυσο εξώςτυλλο. Πιστεΰω ότι κάποιος στρατιοατης θα το έχει
βρει ως τώρα, πεταμένο στο δάσος. Είμαι πεπεισμένος πως, αν όλοι
οι άνθρωποι ζοΰσαν όσο απλά ζοΰσα εγώ τότε, η κλεψιά και η ληστεία θα ήταν άγνωστες. Πρόκειται για πράξεις που συμβαίνουν
στις κοινωνίες στις οποίες κάποιοι έχουν περισσότερα απ' όσα τους
είναι απαραίτητα, ενώ κάποιοι άλλοι δεν έχουν αρκετά. Ο μεταφρασμένος από τον Πόουπ* Όμηρος σύντομα θα έβρισκε τον κατάλληλο
παραλήπτη:
«Nec bella fuerunt,
Faginus astabat dum scyphus ante dapes».

* Alexander Pope (1688-1744): Αγγλος ποιητής, μεταφραστής της Ιλιάδας και της
Οδύσσειας. (Σ.τ.Μ.)

TO ΧΩΡΙΟ

237

«Οΰτε οι πόλεμοι ταλαιπωρούσαν τους ανθρώπους,
Όταν το μόνο που ζητούσαν ήταν κούπες απ' το ξύλο της οξιάς».

«Εσείς που διαχειρίζεστε τις δημόσιες υποθέσεις, τι ανάγκη έχετε να χρησιμοποιείτε την τιμωρία; Αγαπάτε την αρετή και ο κόσμος
θα είναι ενάρετος. Οι αρετές του ανώτερου ανθρώπου είναι σαν τον
άνεμο· οι αρετές του κοινού ανθρώπου είναι σαν το χορτάρι. Το
χορτάρι λυγίζει όταν περνά από πάνω του ο άνεμος».*

* Κομφούκιος (551-479 π.Χ.),Ανάλεκτα. (Χτ.Μ)

0 1 ΛΙΜΝΕΣ

Μερικές φορές, όταν είχα χορτάσει ανθρώπινη συντροφιά και κουτσομπολιό και είχα εξαντλήσει όλους μου τους φίλους στο χωριό, περιπλανιόμουν ακόμα πιο δυτικά απ' όσο πήγαινα συνήθως, σε μέρη
της κοινότητας που δεν επισκεπτόμουν συχνά, «σε απάτητα δάση και
καινούργια βοσκοτόπια»*, ή με τη δΰση του ήλιου έπαιρνα το βραδινό μου γεΰμα από βατόμουρα και φραγκοστάφυλα στο λόφο Φερ
Χέιβεν, μαζεύοντας ταυτόχρονα αρκετούς καρπούς ώστε να έχω για
μερικές μέρες. Τα φρούτα δε φανερώνουν την αληθινή τους γεΰση σ'
εκείνον που τα αγοράζει, ούτε και σ' εκείνον που τα καλλιεργεί για
να τα πουλήσει στην αγορά. Μόνο ένας τρόπος υπάρχει για να γνωρίσει κανείς τη γεΰση αυτή, λίγοι όμως τον ακολουθούν. Αν θέλετε
να μάθετε τι γεύση έχουν τα βατόμουρα, ρωτήστε τον καουμπόη ή
την πέρδικα. Είναι οικτρό λάθος να νομίζετε ότι έχετε γευτεί βατόμουρα αν δεν τα έχετε μαζέψει οι ίδιοι. Ούτε ένα βατόμουρο δε φτάνει ποτέ ως τη Βοστόνη· αυτό το φρούτο είναι άγνωστο εκεί, από την
εποχή που φύτρωνε στους τρεις λόφους της πόλης. Το ουσιώδες κομμάτι του καρπού, η αμβροσία του, χάνεται μαζί με τη φρεσκάδα του
καθώς τρίβεται στο καρότσι της αγοράς κι έτσι καταντά απλή τροφή.
Όσο κυβερνά η Αιώνια Δικαιοσύνη, ούτε ένα αθώο βατόμουρο δεν
είναι δυνατόν να μεταφερθεί εκεί από τους λόφους της εξοχής.
Ενίοτε, αφού είχα τελειώσει με το σκάλισμα του χωραφιού μου,
* John Milton (1608-1674): Αγγλος ποιητής. {Σ.τ.Μ.)

ΟΙ Λ Ι Μ Ν Ε Σ

239

πήγαινα κι έβρισκα κάποιον ανυπόμονο σύντροφο που από το πρωί
ψάρευε στη λίμνη, σιωπηλός και ακίνητος σαν πάπια πάνω σε φύλλο
που επιπλέει, ο οποίος, αφοΰ στη διάρκεια της ημέρας είχε δοκιμάσει διάφορες φιλοσοφίες, συνήθως κατέληγε στο συμπέρασμα ότι
τελικά μάλλον ανήκε στην αρχαία σέχτα των γκαντέμηδων ψαράδων. Υπήρχε ένας ηλικιωμένος κύριος, δεινός ψαράς και ικανότατος
σε όλα τα είδη της ξυλουργικής, ο οποίος ευχαριστιόταν να θεωρεί
το σπίτι μου κτίσμα που είχε ανεγερθεί για τη διευκόλυνση των ψαράδων. Κι εγώ από τη μεριά μου χαιρόμουν το ίδιο να τον βλέπω να
κάθεται στο κατώφλι μου και να ξεμπλέκει τις πετονιές του. Μια στο
τόσο ξανοιγόμασταν μαζί στη λίμνη. Εκείνος καθόταν στη μια άκρη
της βάρκας κι εγώ στην άλλη, όμως δεν ανταλλάσσαμε παρά ελάχιστες λέξεις, γιατί με τα γερατειά είχε γίνει βαρήκοος. Που και που
μόνο σιγομουρμοΰριζε έναν ψαλμό, ο οποίος εναρμονιζόταν μια χαρά με τη δική μου φιλοσοφία. Κι έτσι οι επαφές μας χαρακτηρίζονταν σε γενικές γραμμές από μια αδιάσπαστη αρμονία και αποτελούν για μένα αναμνήσεις πολΰ πιο ευχάριστες απ' ό,τι θα ήταν αν
κυριαρχούνταν από το λόγο. Όποτε δεν είχα κανέναν για να συζητήσω, πράγμα που ήταν και το πιο συνηθισμένο, ξυπνούσα την ηχώ
της λίμνης χτυπώντας με το ένα κουπί το πλευρό της βάρκας μου. Τότε τα δάση ολόγυρα γέμιζαν μ' έναν κυκλωτικό ήχο που ολοένα
απλωνόταν ήταν σαν να τα τσίγκλιζα, όπως κάνει ο αφέντης του θηριοτροφείου στα άγρια ζώα του, ώσπου να καταφέρω να αποσπάσω
ένα γρύλισμα από κάθε δασωμένη κοιλάδα και λοφοπλαγιά.
Τα ζεστά βράδια καθόμουν συχνά στη βάρκα κι έπαιζα τη φλογέρα μου, παρατηρώντας τις πέρκες που μαζεύονταν γύρω μου σαν να
τις είχα γητέψει με τη μουσική μου και το φεγγάρι να αρμενίζει πάνω από τον αυλακαπό βυθό της λίμνης, τον στρωμένο με τα ναυάγια
του δάσους. Είχα ξανάρθει αρκετές φορές τις σκοτεινές νύχτες του
καλοκαιριού στη λίμνη αυτή, με διάθεση για περιπέτεια, μαζί με κάποιο σύντροφο. Ανάβαμε φωτιά στην άκρη του νερού, γιατί νομίζαμε πως προσέλκυε τα ψάρια, και πράγματι πιάναμε γάδους με μια
χούφτα σκουλήκια που τα είχαμε περάσει σε πετονιές. Όταν τελειώ-

240

WALDEN

ναμε, αργά τη νΰχτα, πετούσαμε τα αναμμένα δαυλιά ψηλά οτον αέρα σαν πυροτεχνήματα κι αυτά προσγειώνονταν στη λίμνη, όπου
έσβηναν μ' ένα δυνατό συριστικό ήχο και ξα(ρνικά βυθιζόμασταν στο
απόλυτο σκοτάδι. Μέσα σ' αυτό επιστρέφαμε ξανά στα λημέρια των
ανθρώπων, σφυρίζοντας ένα σκοπό. Και τώρα ειχα χτίσει το σπίτι
μου στην ίδια αυτή ακτή.
Μερικές φορές, αφοΰ είχα μείνει στο σαλόνι κάποιου σπιτιού στο
χωριό ώσπου είχε έρθει η ώρα να αποσυρθεί η οικογένεια για ΰπνο,
επέστρεφα στο δάσος και, θέλοντας εν μέρει να εξασφαλίσω το μεσημεριανό γεΰμα της επομένης, περνούσα τις ώρες γΰρω στα μεσάνυχτα ψαρεύοντας από τη βάρκα μου με το φως του φεγγαριού, με
τις κουκουβάγιες και τις αλεπούδες να μου κάνουν καντάδα, ακούγοντας πού και πού την τσιριχτή φωνή κάποιου άγνωστου πουλιού
σε πολύ κοντινή απόσταση. Οι στιγμές αυτές θα μου μείνουν αξέχαστες, μια και αποτελούν μερικές από τις πολυτιμότερες αναμνήσεις
μου: αγκυροβολημένος καταμεσής στη λίμνη, εκεί όπου το βάθος της
(ρτάνει τα δεκατέσσερα μέτρα, σε απόσταση εκατό με εκατόν πενήντα μέτρα από την ακτή, περικυκλωμένος κάποιες φορές από χιλιάδες μικρές πέρκες και κυπρίνους που ανάδευαν με τις ουρές τους
την επιφάνεια, κάνοντάς τη ν' αστράφτει στο φως του φεγγαριού, να
επικοινωνώ μέσω μιας μακριάς, αχνής γραμμής φοπός με τα μυστηριώδη νυκτόβια ψάρια που ζούσαν δεκατέσσερα μέτρα βαθύτερα.
Άλλες φορές πάλι έσερνα πίσω μου μια πετονιά μήκους είκοσι μέτρων καθώς η απαλή, νυχτερινή αύρα παρέσερνε τη βάρκα μου εδώ
κι εκεί πάνω στη λίμνη και μια στο τόσο ένιωθα μια ελαφριά δόνηση
κατά μήκος της πετονιάς μου, που σήμαινε πως κάποια μορφή ζωής
γυρόφερνε τη βυθισμένη άκρη της, αργή και αναποφάσιστη σχετικά
με το αν θα έπρεπε να τσιμπήσει ή όχι. Τελικά την τραβούσα αργά
και προσεκτικά με τα δύο χέρια και με τα πολλά έβγαζα ένα γατόψαρο που σκλήριζε και σφάδαζε καθώς αναδυόταν στον αέρα.
Ήταν εξαιρετικά παράξενη η αίσθηση, ειδικά τις πολύ σκοτεινές νύχτες, όταν οι σκέψεις μου περιπλανιόνταν στην απεραντοσύνη άλλων σφαιρών, σε ζητήματα κοσμολογικά, να αισθάνομαι ξαφνικά το

ΟΙ Λ Ι Μ Ν Ε Σ

241

απαλό εκείνο τράβηγμα, που διέκοπτε τις ονειροπολήσεις μου και
αποκαθιστούσε την επαφή μου με τη Φυση. Μου φαινόταν πως την
επόμενη φορά η πετονιά μου θα μπορούσε να στοχεύσει κάλλιστα
προς τα πάνω, στον αέρα, την ίδια ώρα που θα την έριχνα προς τα
κάτω, στο στοιχείο εκείνο που η πυκνότητά του δεν είναι και πολΰ
μεγαλύτερη. Έτσι έπιανα, τρόπον τινά, δυο ψάρια με ένα μονάχα
αγκίστρι.
Το τοπίο γΰρω από τη λίμνη Ουόλντεν είναι μάλλον ταπεινό και,
παρ' όλο που η περιοχή είναι πολΰ όμορφη, δεν έχει τίποτε το μεγαλοπρεπές, οΰτε παρουσιάζει κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον για όποιον δεν έχει έρθει σε επαφή μαζί του για μεγάλο χρονικό διάστημα ή
δεν έχει ζήσει στις όχθες της λίμνης. Παρ' όλα αυτά, η ίδια η λίμνη
είναι τόσο ιδιαίτερη, λόγω του βάθους της και της καθαρότητάς της,
ώστε αξίζει να την περιγράψω με περισσότερες λεπτομέρειες. Είναι
μια πεντακάθαρη και βαθιά πράσινη γούρνα, με μήκος ένα μίλι και
περίμετρο δυο μίλια παρά κάτι και η επιφάνειά της έχει εμβαδόν περίπου διακόσια πενήντα στρέμματα. Μια αστείρευτη πηγή καταμεσής στα δάση από πεΰκα και βελανιδιές, χωρίς κανέναν ορατό πόρο
εισόδου ή εξόδου υδάτων, πέρα από τα σύννεφα και την εξάτμιση.
Οι λόφοι που την περιβάλλουν ορθώνονται απότομα από την άκρη
του νεροΰ και το ΰψος τους φτάνει τα δεκαπέντε με τριάντα μέτρα,
αν και στη νοτιοανατολική πλευρά της φτάνουν τα τριάντα με εξήντα
μέτρα, σε απόσταση πεντακοσίων μέτρων από την ακτή. Όλη η περιοχή είναι δασώδης. Κάθε υδάτινος όγκος στην περιοχή του Κόνκορντ έχει τουλάχιστον δυο χρώματα, ένα το οποίο φαίνεται να αποκτά όταν τον κοιτάζει κανείς από απόσταση κι ένα άλλο, πιο φυσικό,
όταν τον κοιτάζει από πολΰ κοντά. Το πρώτο εξαρτάται περισσότερο από το φως και ακολουθεί τις αποχρώσεις του ουρανοΰ. Το καλοκαίρι, όταν η ατμόσφαιρα είναι καθαρή, τα νερά από κοντά φαίνονται γαλανά, ιδιαίτερα αν είναι ταραγμένα, ενώ από μακρινή απόσταση η απόχρωση είναι παρόμοια. Στην καταιγίδα μερικές φορές
το χρώμα τους αλλάζει και γίνεται σκοΰρο σαν του σχιστόλιθου. Η

242

WALDEN

θάλασσα, αντίθετα, τη μια μέρα, απ' ό,τι λένε, φαίνεται γαλάζια και
την άλλη πράσινη, ακόμα κι αν δεν υπάρχει καμιά αισθητή διαφορά
στην ατμόσφαιρα. Έχει τύχει να δω το νερό και τον πάγο του ποταμού μας πράσινο σαν το γρασίδι σχεδόν, κάποιες φορές που το τοπίο ήταν σκεπασμένο με χιόνι. Κάποιοι θεωρούν το μπλε «το χρώμα
του καθαρού νεροΰ, είτε σε υγρή μορφή είτε σε στερεά». Κοιτάζοντας όμως τα νερά της λίμνης μας από μια βάρκα, βλέπουμε ότι τα
χρώματά τους είναι πολύ διαφορετικά. Η λίμνη Ουόλντεν φαίνεται
μπλε τη μία και πράσινη την άλλη, ακόμα και από το ίδιο σημείο.
Έτσι όπως βρίσκεται μεταξύ γης και ουρανού, παίρνει κάτι από το
χρώμα και των δύο. Αν τη δει κανείς από την κορυφή ενός λόφου
καθρεφτίζει το χρώμα του ουρανού, από κοντά όμως αποκτά την κιτρινωπή απόχρωση της άμμου κοντά στην όχθη, ενώ πιο βαθιά έχει
ένα χρώμα ανοιχτοπράσινο που σταδιακά σκουραίνει. Ανάλογα με
το φως, το νερό κοντά στην ακτή μπορεί να φαίνεται έντονο πράσινο, ακόμα και από την κορυφή του λόφου. Κάποιοι αναφέρουν ότι η
απόχρωση αυτή οφείλεται στην αντανάκλαση του πράσινου της
χλόης και των δέντρων ωστόσο είναι το ίδιο πράσινο και κοντά στην
άμμο, στην άκρη της σιδηροδρομικής γραμμής, καθώς και νωρίς την
άνοιξη, πριν ακόμα πρασινίσουν τα φύλλα. Ίσως λοιπόν το πράσινο
αυτό χρώμα να είναι απλά το αποτέλεσμα του κυρίαρχου μπλε που
αναμειγνύεται με το κίτρινο της άμμου. Το χρώμα της ίριδάς του,
σαν να λέμε. Εκείνο είναι το σημείο στο οποίο λιώνει πρώτα πρώτα
ο πάγος την άνοιξη, από τη θερμότητα του ήλιου που αντανακλάται
από το βυθό και μεταδίδεται μέσω του εδάφους, σχηματίζοντας ένα
στενό κανάλι γύρω από το παγωμένο ακόμα κέντρο της λίμνης.
Όπως και οι υπόλοιποι υδάτινοι όγκοι μας, όταν είναι πολύ ταραγμένοι και η ατμόσφαιρα καθαρή, έτσι που η επιφάνεια των κυμάτων
να αντανακλά τον ουρανό σε κατάλληλη γωνία, ή ίσως επειδή δέχεται περισσότερο φως, ιδωμένοι από μικρή απόσταση αποκτούν ένα
μπλε πιο σκούρο κι από τον ίδιο τον ουρανό. Κάτι τέτοιες στιγμές,
καθώς βρισκόμουν στη βάρκα και κοίταζα χωρίς να εστιάζω κατευθείαν το βλέμμα μου στο νερό, ούτως ώστε να μπορέσω να διακρίνω

ΟΙ Λ Ι Μ Ν Ε Σ

243

την αντανάκλαση, έβλεπα ένα ασύγκριτο και απερίγραπτο ανοιχτό
μπλε, όπως εκείνο που παίρνουν κάποια είδη μεταξιού ή κάποιες
λάμες σπαθιών, πιο κυανό και από τον ίδιο τον ουρανό, που δημιουργούσε αντίθεση με το σκούρο πράσινο στις αντίθετες πλευρές
των κυμάτων, κάνοντάς το σε σύγκριση να μοιάζει λασπωμένο.
Όπως το θυμάμαι, είναι ένα υαλώδες γαλαζοπράσινο, σαν το χρώμα
που έχουν τα κομμάτια του χειμωνιάτικου ουρανού που φαίνονται
μέσα από τα σύννεφα στη δύση, πριν από το ηλιοβασίλεμα. Κι όμως,
αν κρατήσεις ένα ποτήρι γεμάτο νερό στο φως, είναι τόσο άχρωμο
όσο και ο αέρας. Είναι γνωστό ότι μια μεγάλη πλάκα από γυαλί έχει
μια πρασινωπή απόχρωση, που οφείλεται, όπως λένε οι κατασκευαστές του υλικού, στο «σώμα» του, τη στιγμή που ένα μικρό κομμάτι
από το ίδιο γυαλί είναι άχρωμο. Δεν έχω πειραματιστεί ποτέ για να
εξακριβώσω πόσος όγκος νερού από τη λίμνη Ουόλντεν θα χρειαζόταν ώστε να γίνει αισθητή μια παρόμοια πράσινη απόχρωση. Το νερό του ποταμού μας φαίνεται μαύρο ή πολύ σκούρο καφετί αν το
κοιτάξουμε από πολύ κοντά και, όπως το νερό των περισσότερων λιμνών, δίνει μια κιτρινωπή απόχρωση στο σώμα όσων κολυμπούν σ'
αυτό. Όμως το νερό της λίμνης εδώ είναι τόσο κρυστάλλινο ώστε το
σώμα του κολυμβητή αποκτά μια αλαβάστρινη λευκότητα, η οποία
γίνεται ακόμη πιο ας)ύσικη καθώς τα άκρα του μεγεθύνονται και παραμορφώνονται με τη διάθλαση, δίνοντας μια εικόνα τερατώδη, κάτι
που θα άξιζε να μελετηθεί από τον ίδιο τον Μιχαήλ Άγγελο.
Το νερό είναι τόσο διάφανο ώστε εύκολα διακρίνει κανείς τον
πυθμένα στα σημεία όπου η λίμνη έχει βάθος οκτώ με δέκα μέτρα.
Από μια βάρκα μπορείς να δεις σε βάθος αρκετών μέτρων τα κοπάδια από μικρές πέρκες και κυπρίνους, που το μήκος τους δεν ξεπερνά τα τρία εκατοστά - ιδιαίτερα οι πρώτες ξεχωρίζουν πολύ εύκολα,
από τις εγκάρσιες ραβδώσεις τους. Και μπορεί να συλλογιστείς ότι
θα πρέπει να πρόκειται για εξαιρετικά ασκητικά ψάρια, αφού μπορούν και επιβιώνουν εδώ. Μια φορά, το χειμώνα, πριν από πολλά
χρόνια, όταν άνοιγα τρύπες στον πάγο για να πιάσω μικρούς λούτσους, καθώς έβγαινα στην ακτή έριξα το τσεκούρι μου πίσω, στην

244

WALDEN

παγωμένη λίμνη. Σαν να το είχε κατευθύνει κάποιο σατανικό πνεύμα, γλίστρησε μερικά μέτρα πάνω στον πάγο κι έπειτα έπεσε κατευθείαν μέσα σε μία από τις τρύπες που είχα ανοίξει, σε σημείο όπου
το βάθος είναι οκτώ μέτρα. Από περιέργεια, ξάπλωσα στον πάγο και
κοίταξα μέσα από την τρύπα, ώσπου είδα το τσεκούρι λίγο πιο πέρα,
να στέκεται σε κατακόρυφη θέση με το στειλιάρι του προς τα πάνω
και να λικνίζεται απαλά πέρα δώθε με τον παλμό της λίμνης. Και
μπορεί να είχε μείνει εκεί, όρθιο και λικνιζόμενο, ώσπου με το πέρασμα του χρόνου η λαβή να σάπιζε και να διαλυόταν, αν δεν το είχα ενοχλήσει. Άνοιξα άλλη μια τρύπα ακριβώς από πάνω του με ένα
σκαρπέλο για τον πάγο που είχα μαζί μου και, αφού έκοψα με το
μαχαίρι μου την πιο μακριά βίτσα που μπόρεσα να βρω εκεί γύρω,
έκανα μια θηλιά, την οποία στερέωσα στην άκρη της, τη βύθισα προσεκτικά στο νερό, πέρασα τη θηλιά στη λαβή του τσεκουριού και
τράβηξα το σπάγκο κατά μήκος της βίτσας για να σφίξει. Έτσι κατάφερα και έβγαλα το τσεκούρι.
Την όχθη της λίμνης περιβάλλει μια ζώνη από λείες, στρογγυλές,
λευκές πέτρες, παρόμοιες μ' εκείνες που χρησιμοποιούνται στην
πλακόστρωση, εκτός από ένα δύο σημεία με άμμο. Τόσο απότομη είναι η όχθη, ώστε σε πολλά σημεία μ' ένα μόνο πήδημα μπορείς να
βρεθείς στα άπατα. Κι αν το νερό δεν ήταν τόσο διαφανές, αυτό θα
ήταν και το τελευταίο πράγμα που θα έβλεπε κανείς μέχρι να αναδυθεί στην απέναντι όχθη της λίμνης. Σε κανένα σημείο της δεν είναι
λασπερή και ένας επιπόλαιος παρατηρητής θα έλεγε πως δεν υπάρχουν πουθενά φύκια. Κι όσο για άλλου είδους φυτά, εκτός από τα μικρά λιβάδια που πρόσφατα πλημμύρισαν, τα οποία κανονικά δεν
ανήκουν στην όχθη της λίμνης, μια πιο προσεκτική έρευνα δε φανερώνει ούτε ίριδες, ούτε βούρλα, ούτε καν ένα κρίνο, κίτρινο ή
άσπρο, αλλά μόνο μερικά μικρά φιλόδενδρα και άλλα φυτά του γλυκού νερού, ίσως και ένα δυο νούφαρα, που όλα τους εύκολα θα μπορούσαν να περάσουν εντελώς απαρατήρητα σε έναν κολυμβητή. Πάντως όλα αυτά τα ςρυτά είναι καθαρά και λαμπερά, σαν το στοιχείο
στο οποίο ζουν. Οι πέτρες συνεχίζονται για πέντε με δέκα μέτρα

ΟΙ Λ Ι Μ Ν Ε Σ

245

από την όχθη κι έπειτα ο πυθμένας γίνεται καθαρή άμμος, εκτός από
τα πιο βαθιά σημεία, όπου συνήθως υπάρχει ένα κατακάθι, μάλλον
προϊόν της αποσύνθεσης των φύλλων που έχουν πέσει όλα αυτά τα
αμέτρητα φθινόπωρα. Και μαζι με τις άγκυρες ανεβαίνει από το βυθό ένα χορτάρι σε φωτεινό πράσινο χρώμα, ακόμα και στα μέσα του
χειμώνα.
Έχουμε άλλη μια λίμνη που μοιάζει πολΰ μ' αυτήν - τη Λευκή Λίμνη στο Νάιν Έικρ Κόρνερ, περίπου δυόμισι μίλια πιο δυτικά.
Όμως, παρ' όλο που έχω επισκεορτει τις περισσότερες λίμνες σε
ακτίνα δώδεκα μιλίων, δε γνωρίζω κάποια άλλη που να έχει τον καθαρό και ήπιο χαρακτήρα αυτών των δυο. Πολλά έθνη πρέπει να
έχουν πιει από το νερό της λίμνης Ουόλντεν και, αφοΰ τη θαύμασαν
και την εξερεύνησαν αρκετά, έπειτα χάθηκαν κι όμως τα νερά της
είναι ακόμη πράσινα και διαυγή, όπως ήταν πάντα. Μια πηγή που δε
στέρεψε ποτέ! "Ισως η λίμνη Ουόλντεν να υπήρχε ήδη εκείνο το
ανοιξιάτικο πρωινό που ο Αδάμ και η Εΰα διώχτηκαν από την Εδέμ,
ίσως να ξέσπασε μια ελαφριά ανοιξιάτικη μπόρα, με ομίχλη και νοτιά* και ίσως στην επιφάνειά της να γλιστρούσαν εκατοντάδες
αγριόπαπιες και αγριόχηνες, οι οποίες δεν είχαν ακούσει ποτέ τους
για το προπατορικό αμάρτημα εκείνη την εποχή, που υπήρχαν αρκετές τέτοιες καθάριες λίμνες για όλους. Από τότε ήδη πρέπει να είχε
ξεκινήσει να φουσκώνει και να υποχωρεί, να καθαρίζει τα νερά της
και να τα χρωματίζει με τις αποχρώσεις που φορούν ακόμη και σήμερα, έχοντας αποκτήσει από τον παράδεισο το αποκλειστικό δικαίωμα να είναι η μοναδική λίμνη με το όνομα Ουόλντεν σε όλο τον κόσμο, αποστακτήριο ουράνιων δροσοσταλίδων. Σε πόσες παραδόσεις
και μυθολογίες λαών που έχουν πια ξεχαστεί η λίμνη αυτή να αποτελούσε άραγε το ισοδύναμο της Πηγής της Κασταλίας; Ποιες νύμφες
να τη διαφέντευαν κατά τη διάρκεια του Χρυσού Αιώνα; Αποτελεί
ένα πετράδι q)τιαγμέvo από τα αρχέγονα νερά, στολίδι της κορόνας
στο κεφάλι του Κόνκορντ.
Οι πρώτοι άνθρωποι που έφτασαν εδώ έχουν αφήσει κάποιο
ίχνος της παρουσίας τους. Με έκπληξή μου ανακάλυψα ότι η λίμνη

246

WALDEN

περιβάλλεται από ένα στενό μονοπάτι το οποίο δε διακόπτεται πουθενά, αλλά είναι ορατό ακόμα και στα σημεία όπου μόλις έχει κοπεί
ένας χοντρός κορμός και έχει πέσει στην όχθη. Μοιάζει με πεζούλα
και βρίσκεται ψηλά στην απότομη όχθη* υψώνεται και χαμηλοονει,
πλησιάζει και απομακρύνεται από την άκρη του νεροΰ. Χρονολογείται πιθανότατα από την εποχή της πρώτης παρουσίας των ανθρώπων
εδώ και έχει σχηματιστεί από τα πόδια των παλαιών ιθαγενών κυνηγών. Οι σύγχρονοι κάτοικοι της περιοχής εξακολουθούν να το διαβαίνουν, ανυποψίαστοι για την αρχαία του καταγωγή. Το μονοπάτι
αυτό διακρίνεται ιδιαίτερα αν σταθείς στη μέση της λίμνης το χειμώνα, αφοΰ έχει πέσει λίγο χιόνι. Εμφανίζεται σαν μια καθαρή, κυματιστή γραμμή, χωρίς να κρύβεται από τη βλάστηση και τα κλαδιά,
ορατή ακόμα και από απόσταση τετρακοσίων μέτρων σε πολλά σημεία, στα οποία το καλοκαίρι δύσκολα διακρίνεται, κι ας είσαι πολΰ
κοντά. Το χιόνι το αποτυπώνει δίνοντάς του μια καθαρή, λευκή, ανάγλυφη εικόνα. Οι περιποιημένοι κήποι των αρχοντικών που μια μέρα
θα χτιστούν εδώ μπορεί να διατηρούν ακόμα κάποιο ίχνος του μονοπατιού αυτοΰ.
Τα νερά της λίμνης φουσκώνουν και χαμηλώνουν, κανείς όμως
δεν ξέρει αν αυτό συμβαίνει σε τακτά χρονικά διαστήματα, οΰτε
ποια είναι η περίοδος ανόδου και υποχώρησης της στάθμης, αν και,
όπως συνήθως, πολλοί ισχυρίζονται πως ξέρουν. Σε γενικές γραμμές
η στάθμη είναι υψηλότερη το χειμώνα και χαμηλότερη το καλοκαίρι,
παρ' όλο που οι διακυμάνσεις αυτές δεν ανταποκρίνονται στη γενική
υγρασία και ξηρασία της περιοχής. Θυμάμαι φορές που η στάθμη
της λίμνης ήταν τριάντα με εξήντα πόντους χαμηλότερη και άλλες
που ήταν τουλάχιστον ενάμισι μέτρο ψηλότερη από την εποχή που
ζοΰσα στην όχθη της. Μια στενή συρτή εισχωρεί μέσα στη λίμνη, που
στη μία της πλευρά το νερό έχει πολΰ μεγάλο βάθος. Πάνω σ' αυτήν,
το έτος 1824 βοήθησα να βράσει ένα καζάνι ψαρόσουπα. Τότε η
συρτή αυτή έφτανε περίπου τριάντα μέτρα μακριά από την όχθη,
ενώ σήμερα έχει μήκος πολΰ μικρότερο. Από την άλλη, οι φίλοι μου
δε με πίστευαν όταν τους έλεγε πως μερικά χρόνια αργότερα ψά-

ΟΙ Λ Ι Μ Ν Ε Σ

247

ρευα από μια βάρκα σ' έναν κρυφό ορμίσκο, καλυμμένο από δέντρα,
εβδομήντα με ογδόντα μέτρα από τη μοναδική όχθη που ήξεραν, ένα
μέρος που εδώ και πολΰ καιρό έχει γίνει λιβάδι. Όμως η στάθμη της
λίμνης ανεβαίνει σταθερά τα δυο τελευταία χρόνια και τώρα, το καλοκαίρι του 1852, είναι μόνο ενάμισι μέτρο πιο ψηλή από τότε που
ζοΰσα εδώ, ή αλλιώς έχει το ίδιο ΰψος όπως πριν από τριάντα χρόνια και το λιβάδι εκείνο έχει γίνει ξανά ψαρότοπος. Αυτό μας κάνει
διαφορά ΰψους δυο έως δυόμισι μέτρα. Κι όμως ο όγκος του νεροΰ
που κατεβαίνει από τους γΰρω λόφους είναι ασήμαντος. Επομένως η
άνοδος της στάθμης της λίμνης δεν μπορεί παρά να οφείλεται σε
υπόγειες πηγές. Το ίδιο αυτό καλοκαίρι, τα νερά έχουν αρχίσει ξανά
να υποχωρούν. Είναι αξιοπρόσεκτο το γεγονός ότι η διακύμανση
αυτή, είτε είναι περιοδική είτε όχι, δείχνει να απαιτεί πολλά χρόνια
έως ότου κάνει τον κΰκλο της. Έχω υπάρξει μάρτυρας μιας ανόδου
στάθμης και μέρους δυο πτώσεων και πιστεύω ότι δώδεκα με δεκαπέντε χρόνια από σήμερα τα νερά θα είναι ξανά όσο χαμηλά τα είχα
πρωτογνωρίσει. Η λίμνη του Φλιντ, ένα μίλι ανατολικά από εδώ, αλλά και οι πιο μικρές λίμνες που βρίσκονται πολΰ κοντά, εξαιτίας των
εισροών και εκροών τους, ακολουθούν τις διακυμάνσεις της λίμνης
Ουόλντεν και πρόσφατα η στάθμες τους έφτασαν στο υψηλότερο σημείο τους ταυτόχρονα με τη στάθμη της τελευταίας. Το ίδιο ισχύει,
απ' όσο έχω παρατηρήσει, και για τη Λευκή Λίμνη.
Η άνοδος και η πτώση της στάθμης στη λίμνη Ουόλντεν ανά μεγάλα χρονικά διαστήματα εξυπηρετεί τουλάχιστον ένα σκοπό: το νερό που βρίσκεται σε τόσο μεγάλο ΰψος για ένα χρόνο ή και παραπάνω, αν και δυσκολεύει τη μετακίνηση γύρω από τη λίμνη, σκοτώνει
τους θάμνους και τα δέντρα - πεύκα, σημύδες, σκλήθρες, λεύκες και
άλλα - που έχουν ξεφυτρώσει στην άκρη της από την τελευταία φορά που ανέβηκαν τα νερά, με συνέπεια, όταν χαμηλώνει ξανά, η
όχθη να εμφανίζεται πεντακάθαρη και χωρίς κανένα εμπόδιο. Διότι,
σε αντίθεση με τις άλλες λίμνες, τα νερά των οποίων ανεβοκατεβαίνουν καθημερινά, η όχθη της είναι πιο καθαρή όταν τα νερά της βρίσκονται στη πιο χαμηλή τους στάθμη. Στην όχθη κοντά στο σπίτι μου

248

WALDEN

τα νερά γκρέμισαν μια σειρά από πεΰκα ΰψους τεσσεράμισι μέτρων
- μοιάζουν σαν να τα έριξε κανείς με τσεκούρι - βάζοντας έτσι ένα
τέλος στην καταπάτηση της όχθης. Το μέγεθος των δέντρων δείχνει
πόσα χρόνια πέρασαν από την τελευταία φορά που τα νερά έορτασαν
σε τέτοιο ύψος. Μέσω αυτών των διακυμάνσεων της στάθμης της, η
λίμνη διεκδικεί τα δικαιώματά της πάνω στις όχθες της. Τις καθαρίζει μόνη της και απαγορεύει στα δέντρα να τις καταπατήσουν. Αυτά
είναι τα χείλη της λίμνης, στα οποία δε φυτρώνουν γένια. Που και
που βγάζει τη γλώσσα της και τα γλείφει. Όταν το νερό βρίσκεται
στο μεγαλύτερο ΰψος του, ολόγυρα από τους κορμούς των σκλήθρων, των ιτιών και των σφενταμιών και ένα με ενάμισι μέτρο από
το έδαφος ξεςρυτρώνουν μάζες από ινώδεις, κόκκινες ρίζες, μήκους
αρκετών εκατοστών, που βυθίζονται στο νερό. Με τον τρόπο αυτό τα
δέντρα προσπαθούν να κρατηθούν στη θέση τους. Κι έχω δει τα βάτα που βρίσκονται ψηλά στις όχθες, τα οποία συνήθως δε βγάζουν
καρπό, να δίνουν άφθονα βατόμουρα κάτω από τέτοιες συνθήκες.
Κάποιοι απορούν πώς γίνεται να είναι τόσο ομαλά στρωμένη με
πέτρες η όχθη. Όλοι οι συχωριανοί μου έχουν ακούσει την παραδοσιακή ιστορία - οι πιο ηλικιωμένοι μου έχουν πει ότι την πρωτοάκουσαν όταν ακόμα ήταν νέοι - ότι πριν από πολλά χρόνια μια φυλή
Ινδιάνων έκανε μια μεγάλη γιορτή πάνω σ' ένα λόφο εδώ γΰρω, ο
οποίος ήταν τόσο ψηλός όσο βαθιά είναι η λίμνη σήμερα. Επειδή στη
διάρκεια της γιορτής εκστόμισαν πολλές βωμολοχίες και ασεβείς εκφράσεις - έτσι λέει η ιστορία, παρ' όλο που πρόκειται για αμαρτίες
τις οποίες οι Ινδιάνοι ουδέποτε διαπράττουν - ο λόφος σείστηκε και
βυθίστηκε ξαφνικά και η μοναδική επιζήσασα ήταν μια γριά Ινδιάνα
ονόματι Ουόλντεν, από την οποία πήρε το όνομά της η λίμνη. Εικάζεται πως, όταν ο λόφος σείστηκε, οι πέτρες αυτές κύλησαν από τις
πλαγιές του και σχημάτισαν την όχθη της. Το μόνο σίγουρο, πάντως,
είναι ότι κάποτε εδώ δεν υπήρχε λίμνη, ενώ τώρα υπάρχει. Και ο παραπάνω ινδιάνικος μύθος δεν έρχεται σε καμία αντίθεση με την
ιστορία του παλαιού εκείνου αποίκου που ανέφερα ξανά, ο οποίος
θυμάται ότι, την πρώτη φορά που ήρθε εδώ κι έκανε ραβδοσκοπία

ΟΙ ΛΙΜΝΕΣ

249

ψάχνοντας για νερό, ειδε αραιό ατμό να υψώνεται από το γρασίδι
και η ράβδος του έδειχνε σταθερά προς ένα σημείο, κι έτσι κατάλαβε πως έπρεπε να σκάψει εκει ένα πηγάδι. Όσο για τις πέτρες, πολλοί πιστεύουν ότι η ομοιομορφία τους δεν μπ;ορεί να εξηγηθεί από
τη δράση των κυμάτων. Εγώ όμως έχω παρατηρήσει ότι και οι γΰρω
λόφοι είναι γεμάτοι από παρόμοιες πέτρες. Μάλιστα, στο σημείο
όπου άνοιξαν για να περάσει η γραμμή του τρένου που βρίσκεται
πιο κοντά στην όχθη, αναγκάστηκαν να τις κάνουν δυο ψηλές στοίβες από κάθε πλευρά της γραμμής. Επιπλέον, οι περισσότερες πέτρες βρίσκονται εκεί όπου η όχθη είναι πιο απότομη* επομένως η
ΰπαρξή τους δεν αποτελεί πια μυστήριο για μένα. Ξέρω ποιος είναι
ο υπαίτιος της χαλικόστρωσης. Αν το όνομα της λίμνης δεν προήλθε
από κάποιο αγγλικό τοπωνύμιο - το Σάφρον Ουόλντεν, για παράδειγμα - θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι η αρχική της ονομασία ήταν Εντοιχισμένη λίμνη.*
Η λίμνη ήταν το έτοιμο πηγάδι μου. Τέσσερις μήνες το χρόνο το
νερό της είναι κρύο και πεντακάθαρο, ισάξιο κατά την άποψή μου,
αν όχι καλύτερο, με τα νερά όλων των πηγαδιών του χωριού. Το χειμώνα, το νερό που βρίσκεται εκτεθειμένο στον αέρα είναι πιο κρύο
από εκείνο των πηγών και των πηγαδιών, που προστατεύεται από
αυτόν. Η θερμοκρασία του νερού της λίμνης που είχα στο δωμάτιό
μου από τις πέντε το απόγευμα ως το μεσημέρι της επομένης, την 6η
Μαΐου 1846, όταν κάποιες ώρες η εξωτερική θερμοκρασία έορτανε
τους 33 ως 38 βαθμούς, πράγμα που ως ένα βαθμό οφειλόταν στον
ήλιο που χτυπούσε τη σκεπή, ήταν 10 βαθμοί, δηλαδή ένα βαθμό χαμηλότερη από το νερό των πιο δροσερών πηγαδιών του χωριού. Την
ίδια μέρα, η θερμοκρασία της πηγής Μπόιλινγκ Σπριγκ ήταν 13 βαθμοί, η πιο υψηλή από κάθε άλλου νερού που δοκίμασα, παρ' όλο που
συνήθως είναι η πηγή με το πιο δροσερό νερό το καλοκαίρι, όταν
δεν αναμειγνύεται με τα στάσιμα ρηχά νερά. Επιπλέον, λόγω του με* Παιχνίδι με τις λέξεις: Το επίθετο walled in (εντοιχισμένος) αποτελεί παρήχηση της ονομασίας Walden (Ουόλντεν). (Σ.τ.Μ.)

250

WALDEN

γάλου βάθους της, το καλοκαίρι η λίμνη Ουόλντεν δε ζεσταίνεται
όσο τα περισσότερα νερά που εκτίθενται στον ήλιο. Όταν έκανε
πολλή ζέστη, συνήθως έβαζα έναν κουβά νερό από τη λίμνη στο κελάρι μου, όπου κρύωνε στη διάρκεια της νύχτας και παρέμενε στην
ίδια θερμοκρασία και όλη την επόμενη μέρα, αν και έπαιρνα επίσης
νερό από μια πηγή εκεί κοντά. Όμως το νερό της λίμνης ήταν το ίδιο
καλό ακόμα κι αν είχε μείνει μια εβδομάδα - και βέβαια του έλειπε
η μεταλλική γεΰση της αντλίας. Όποιος κατασκηνοονει το καλοκαίρι
για μια εβδομάδα στην όχθη μιας λίμνης αρκεί να ανοίξει ένα λάκκο
στη σκιά και να βάλει μέσα έναν κουβά νερό, για να το διατηρεί
διαρκώς δροσερό.
Στη λίμνη Ουόλντεν έχουν πιαστεί λοΰτσοι που το βάρος τους
έφτανε τα τριάμισι κιλά, για να μην πω για τον άλλον, που ξέφυγε
τραβώντας μαζί του πετονιά και καλάμι, το βάρος του οποίου ο ψαράς υπολόγισε με σιγουριά στα τέσσερα κιλά χωρίς να τον έχει δει
καν. Επίσης έχουν πιαστεί πέρκες και γάδοι, κάποιοι από τους οποίους ζύγιζαν πάνω από κιλό, κυπρίνοι και τσιρόνια {Lewciscus
pulchellus), λίγοι σπάροι του γλυκοΰ νερού και κάνα δυο χέλια, που
το ένα ζύγιζε δυο κιλά. Επιμένω τόσο στο βάρος των ψαριών επειδή
συνήθως αυτό αποτελεί τη μοναδική ευκαιρία που έχουν για να κερδίσουν κάποια δόξα. Επίσης δεν έχω ξανακούσει για χέλια στη λίμνη αυτή. Τέλος, έχω μια αμυδρή ανάμνηση κάποιου μικρού ψαριού,
μήκους περίπου δώδεκα εκατοστών, με ασημένια πλευρά και πρασινωπή πλάτη, που η ιδιοσυγκρασία του έμοιαζε κάπως μ' εκείνη του
ασπρόψαρου. Ο λόγος που το αναφέρω είναι για να συνδέσω τα δεδομένα μου με το μΰθο. Όπως και να 'χει, η λίμνη αυτή δεν είναι ιδιαίτερα γόνιμος ψαρότοπος. Το σημαντικότερο καΰχημά της είναι οι
λοΰτσοι, αν κι αυτοί δε βρίσκονται σε αφθονία. Μια φορά, ξαπλωμένος στον πάγο, είδα λοΰτσους τουλάχιστον τριών διαφορετικών ειδών: ο ένας ήταν μακρόστενος, στο χρώμα του ατσαλιού, και έμοιαζε πολΰ μ' εκείνους που ψαρεύονται στα ποτάμια. Ένας άλλος ήταν
χρυσαφής με πρασινωπές ανταύγειες και ιδιαίτερα πλατύς* αυτός είναι και ο πιο συνηθισμένος εδώ. Ο τρίτος ήταν κι αυτός χρυσαφής

ΟΙ Λ Ι Μ Ν Ε Σ

251

και είχε το ίδιο σχήμα με τον προηγούμενο, αλλά στα πλευρά του είχε μικρές σκούρες καστανές ή μαύρες κηλίδες, ανάμεικτες με μερικές πιο αμυδρές, στο χρώμα του αίματος, και έμοιαζε πολΰ με πέστροφα. Η ονομασία reticulatus δε θα ταίριαζε σ' αυτόν πιο σωστό
θα ήταν το guttatus. Όλα αυτά τα ψάρια διαθέτουν εξαιρετικά σφιχτή σάρκα και ζυγίζουν περισσότερο απ' όσο υπονοεί το μέγεθός
τους. Οι κυπρίνοι, οι γάδοι, οι πέρκες και όλα τα ψάρια που κατοικούν στη λίμνη αυτή είναι πολΰ πιο καθαρά, πιο όμορφα και με πιο
σφιχτή σάρκα από εκείνα που ψαρεύονται στο ποτάμι και στις περισσότερες άλλες λίμνες, μια και το νερό εδώ είναι καθαρότερο, κι
έτσι εύκολα καταλαβαίνει κανείς από που ψαρεύτηκαν. Είναι πολΰ
πιθανό ένας ιχθυολόγος να ανακάλυπτε νέα είδη στη λίμνη αυτή.
Υπάρχουν επίσης βατράχια και νεροχελώνες, καθώς και μερικά μΰδια. Οι μοσχοπόντικες και τα κουνάβια αφήνουν τα ίχνη τους στις
όχθες και ποΰ και ποΰ τις επισκέπτεται κάποια ταξιδιάρικη λασποχελώνα. Κάποια πρωινά, όταν έριχνα τη βάρκα μου, ξυπνοΰσα μια
μεγάλη χελώνα που είχε κρυφτεί από κάτω για να περάσει τη νΰχτα.
Αγριόπαπιες και αγριόχηνες συχνάζουν στη λίμνη την άνοιξη και το
φθινόπωρο, τα χελιδόνια με την άσπρη τους κοιλιά (Hirundo hicolor)
πετοΰν περνώντας ξυστά από την επιφάνειά της και τα σκοινοποΰλια
{Totanus maculaHus) λαλοΰν στις πετρώδεις όχθες της όλο το καλοκαίρι. Κάποιες φορές τρόμαξα έναν ψαραετό που καθόταν σε μια
λευκή πεΰκη που είχε απλωμένα τα κλαδιά της πάνω από το νερό.
Αμφιβάλλω όμως αν η λίμνη Ουόλντεν έχει ποτέ βεβηλωθεί από τα
φτερά κάποιου γλάρου, όπως συμβαίνει με το Φερ Χέιβεν. Το περισσότερο που ανέχεται είναι μια βουτηχτάρα, που επιστρέφει κάθε
χρόνο. Αυτά είναι τα ζώα που συχνάζουν εδώ και τα οποία αξίζει να
αναφέρει κανείς.
Όταν ο καιρός είναι ήπιος, μπορεί κανείς να δει, κοιτάζοντας
από τη βάρκα στο βυθό, κοντά στην αμμώδη ανατολική όχθη, εκεί
όπου το νερό έχει βάθος δυόμισι με τρία μέτρα, αλλά και σε κάποια
άλλα σημεία της λίμνης, μερικοΰς κυκλικοΰς σωροΰς με διάμετρο
δΰο μέτρα και ΰψος τριάντα πόντους, που αποτελούνται από μικρές

252

WALDEN

πέτρες, μικρότερες από αυγό κότας, ενώ ολόγυρα τους υπάρχει μόνο
άμμος. Στην αρχή μπορεί να αναρωτηθεί μήπως τους είχαν ςττιάξει
οι Ινδιάνοι πάνω στον πάγο για κάποιον ειδικό λόγο και μόλις έλιωσαν οι πάγοι βυθίστηκαν στον πάτο. Όμως πρόκειται για πολΰ τακτικούς σχηματισμούς, ενώ κάποιοι από αυτοΰς είναι φανερό ότι κατασκευάστηκαν πρόσφατα. Είναι παρόμοιοι με κάποιους που βρίσκονται στα ποτάμια, αλλά μια και εδώ δεν υπάρχουν μυξίνες ή λάμπραινες, δεν ξέρω τι είδους ψάρι θα μπορούσε να τους είχε φτιάξει. 'Ισως είναι οι φωλιές της κοκκινοπέστροφας. Πάντως προσθέτουν ένα ευχάριστο μυστήριο στο βυθό της λίμνης.
Οι όχθες είναι όσο πρέπει ακανόνιστες ώστε να μη γίνονται μονότονες. Με τα μάτια της φαντασίας μου βλέπω ακόμα τη δυτική
όχθη με τους πολλούς της βαθείς κολπίσκους, την πιο άγρια βόρεια
όχθη και την πανέμορφα σχηματισμένη δυτική, με τα πολλά ακρωτήρια το ένα μετά το άλλο, που υπαινίσσονται ανεξερεύνητους όρμους
ανάμεσά τους. Το δάσος δεν έχει ποτέ καλύτερο φόντο, οΰτε και
φαίνεται ποτέ πιο όμορφο απ' όταν το βλέπεις από το κέντρο μιας
μικρής λίμνης ανάμεσα σε λόφους που ορθώνονται από την άκρη του
νεροΰ. Διότι όχι μόνο το νερό στο οποίο καθρεορτίζεται αποτελεί το
καλύτερο δυνατό πρώτο πλάνο της εικόνας, αλλά και η δαντελωτή
όχθη μοιάζει να είναι το πιο φυσικό και ταιριαστό σύνορο του δάσους. Δεν υπάρχει καμία αγριάδα και καμία ατέλεια στις παρυφές
του εδώ, όπως συμβαίνει στα σημεία όπου το τσεκούρι έχει καθαρίσει ένα μέρος του ή το αγγίζει ένα καλλιεργημένο χωράφι. Τα δέντρα έχουν άφθονο χώρο να απλωθούν προς την πλευρά του νεροΰ
και το καθένα τους στέλνει το πιο εύρωστο κλαδί του προς την κατεύθυνση αυτή. Εκεί η Φύση έχει υφάνει ένα φυσικό ρέλι γύρω από
το τοπίο και το μάτι ατενίζει τη συμμετρία του, από τους χαμηλούς
θάμνους στην όχθη ως τα πιο ψηλά δέντρα. Ελάχιστα ίχνη ανθρώπινης επέμβασης είναι ορατά. Το νερό εξακολουθεί να γλείφει την
όχθη, όπως έκανε και πριν από χιλιάδες χρόνια.
Η λίμνη αποτελεί το πιο όμορφο και εκφραστικό χαρακτηριστικό
του τοπίου. Είναι το μάτι της γης, μέσα στο οποίο κοιτάζει ο άνθρω-

ΟΙ Λ Ι Μ Ν Ε Σ

253

πος για να μετρήσει το βάθος της ίδιας του της φΰσης. Τα υδρόβια
δέντρα κοντά στις όχθες είναι οι βλεφαρίδες της, ενώ οι δασωμένοι
λόφοι και τα βράχια γΰρω της είναι τα πυκνά της φρύδια.
Όρθιος στο αμμώδες τμήμα της ανατολικής όχθης της λίμνης ένα
ήσυχο απόγευμα του Σεπτέμβρη, με μια απαλή ομίχλη να θολώνει
την απέναντι όχθη, κατάλαβα πραγματικά από που προήλθε η έκφραση «η γυάλινη επιφάνεια της λίμνης». Σκύβοντας και κοιτάζοντάς την ανάποδα, μοιάζει με αραχνοΰφαντο πέπλο απλωμένο πάνω
στην κοιλάδα, έτσι όπως αστράφτει μπροστά από τα πεΰκα που διαγράφονται σε απόσταση, σαν να χωρίζει το ένα στρώμα της ατμόσφαιρας από το άλλο. Θαρρείς πως μπορείς να περπατήσεις πάνω
της ως τους αντίπερα λόφους χωρίς να βραχείς και ότι τα χελιδόνια
που περνούν ξυστά θα μπορούσαν, αν ήθελαν, να σταθούν και να
κουρνιάσουν στην επιφάνειά της. Πράγματι, σε κάποια από τα χαμηλά πετάγματά τους βουτούν για λίγο κάτω από την επιφάνεια, σαν
να το κάνουν κατά λάθος, ένα λάθος που σπεύδουν να διορθώσουν.
Καθώς κοιτάζετε προς τα δυτικά πάνω από τη λίμνη, θα αναγκαστείτε να σκιάσετε τα μάτια σας και με τα δύο χέρια, για να τα προστατέψετε τόσο από τον ήλιο όσο και από την αντανάκλασή του, που είναι το ίδιο εκτυφλωτική. Κι αν παρατηρήσετε προσεκτικά την επιφάνεια ανάμεσα στις δύο αυτές πηγές φωτός, μοιάζει κυριολεκτικά
λεία σαν γυαλί, εκτός από τα σημεία όπου τα υδρόβια έντομα, διάσπαρτα ανά τακτικά διαστήματα σε όλη την έκταση της επιφάνειας,
δημιουργούν με τις κινήσεις τους ένα ανεπαίσθητο στραφτάλισμα, ή
εκεί όπου μια αγριόπαπια έτυχε να στρώνει με το ράμφος το φτέρωμά της, ή πάλι εκεί όπου, όπως είπα και πριν, ένα χελιδόνι περνά τόσο χαμηλά ώστε να αγγίξει την επιφάνεια. Ίσως δείτε πέρα μακριά
ένα ψάρι να διαγράφει ένα τόξο ένα με ενάμισι μέτρο στον αέρα, με
μια φωτεινή λάμψη στο σημείο απ' όπου αναδύεται κι άλλη μία εκεί
όπου βυθίζεται ξανά στο νερό. Μερικές φορές φαίνεται ολόκληρο
το ασημένιο τόξο, από τις ακτίνες του ήλιου που διαθλώνται στο νερό που σηκώνει το ψάρι στο άλμα του. Ή ίσως εδώ κι εκεί μερικά
ψάρια να ορμούν πάνω σε χνούδια γαϊδουράγκαθου που επιπλέουν

254

WALDEN

στο νερό κι έτσι ρυτιδώνουν ξανά τη γυάλινη επιφάνεια. Μοιάζει με
λιωμένο γυαλί που έχει κρυώσει χωρίς όμως να στερεοποιηθεί και οι
λίγοι κόκκοι σκόνης πάνω της είναι καθαροί και όμορφοι, σαν τις μικρές ατέλειες στο εσωτερικό του γυαλιού. Συχνά μπορείτε να διακρίνετε ένα ακόμη πιο λείο και σκούρο νερό, χωρισμένο από το υπόλοιπο σαν από κάποιον αόρατο ιστό αράχνης, το φράγμα των νυμφών του νερού, να απλώνεται πάνω του. Από την κορφή ενός λόφου
μπορείτε να δείτε ψάρια να εμφανίζονται σχεδόν σε κάθε σημείο,
γιατί κανένας λούτσος και κανένας κυπρίνος δεν αρπάζει κάποιο
έντομο από τη λεία επιφάνεια χωρίς να διαταράξει εμφανώς την
ισορροπία ολόκληρης της λίμνης. Είναι θαυμαστό με πόση επιμονή
προβάλλεται το απλό αυτό γεγονός - πόσο γρήγορα βγαίνουν στη
φόρα οι εγκληματικές ενέργειες των ψαριών. Από το μακρινό παρατηρητηριό μου διακρίνω τους κυματιστούς κύκλους στην επιφάνεια
ακόμα και όταν η διάμετρός τους φτάσει τα τριάντα μέτρα. Μπορείτε να δείτε ακόμα και ένα γυρίνο να προχωρά ακούραστος στην
αδιατάραχτη επιφάνεια τετρακόσια μέτρα μακριά. Κι αυτό γιατί τα
συγκεκριμένα έντομα δημιουργούν αμυδρά αυλάκια στο νερό, σχηματίζοντας ένα ορατό κυματάκι που ορίζεται από δύο αποκλίνουσες
γραμμές. Αντίθετα, κάποια υδρόβια έντομα γλιστρούν πάνω στο νερό χωρίς να δημιουργούν το παραμικρό ορατό από το ανθρώπινο
μάτι κύμα. Όταν η επιφάνεια είναι αρκούντως ταραγμένη, δε διακρίνονται πουθενά πάνω της τέτοιου είδους έντομα* απ' ό,τι φαίνεται, όμως, τις μέρες που έχει άπνοια βγαίνουν από τις κρυψώνες
τους και γλιστρούν όλο τόλμη από τις όχθες στην επιφάνεια με μικρές δρασκελιές, ώσπου τη γεμίζουν ολότελα. Γαληνεύει κανείς να
κάθεται σ' ένα κούτσουρο από αυτό το ύψος μια τέτοια όμορφη μέρα του φθινοπώρου, τότε που μπορεί να νιώσει απόλυτα τη ζέστη
του ήλιου, και να κοιτάζει τη λίμνη, μελετώντας τους αέναους εκείνους κύκλους που ρυτιδώνουν την επιφάνειά της, επιφάνεια που αλλιώς θα ήταν ολότελα αόρατη έτσι όπως καθρεςρτίζει τον ουρανό και
τα δέντρα. Κάθε μικρή αναταραχή στη μεγάλη αυτή έκταση κατασιγάζει αμέσως και η επιφάνεια γίνεται ξανά λεία και ομοιόμορφη.

ΟΙ Λ Ι Μ Ν Ε Σ

255

όπως όταν αναταράσσουμε ένα δοχείο με νερό και τα κύματα φτάνουν ως τις άκρες κι επειτα χάνονται και το νερό ηρεμεί ξανά. Οΰτε
ένα ψάρι δεν πηδά, οΰτε ένα έντομο δεν πέφτει στη λίμνη χωρίς να
δηλώσει την παρουσία του με κυματιστούς κύκλους, με γραμμές
ομορφιάς, σαν να επρόκειτο για τη διαρκή ροή της πηγής της, τον
απαλό σ(ρυγμό της ζωής της, το φούσκωμα του στήθους της. Οι δονήσεις της χαράς είναι ίδιες κι απαράλλαχτες με τις δονήσεις του πόνου. Πόση γαλήνη διέπει τα φαινόμενα της λίμνης! Γι' άλλη μια φορά τα σύνεργα του ανθρώπου λάμπουν όπως η άνοιξη - ναι, κάθε
φύλλο, κάθε κλαδί, κάθε πέτρα και κάθε ιστός αράχνης αστράφτει
το απομεσήμερο, όπως τα πρωινά της άνοιξης, όταν τα σκεπάζει η
πάχνη. Κάθε κίνηση κουπιού ή εντόμου γεννά μια λάμψη φωτός. Και
όταν πέψϊζι το κουπί στο νερό, πόσο γλυκός ακούγεται ο αντίλαλος!
Κάτι τέτοιες μέρες του Σεπτέμβρη ή του Οκτώβρη, η λίμνη Ουόλντεν γίνεται ο τέλειος καθρέορτης του δάσους, έχοντας γύρω της μια
κορνίζα από πέτρες, που για μένα είναι το ίδιο πολύτιμες με σπάνια
πετράδια. Ισως να μην υπάρχει τίποτε πιο λαμπρό, πιο καθάριο και
συγχρόνως πιο μεγάλο από μια λίμνη στην επιφάνεια της γης. Είναι
το νερό του ουρανού. Δεν έχει ανάγκη από φράχτες. Έθνη έρχονται
και φεύγουν χωρίς να τη βεβηλώσουν. Είναι ένας καθρέφτης που
καμιά πέτρα δεν μπορεί να ραγίσει, που ο υδράργυρός του δε θα
φθαρεί ποτέ, που την κορνίζα του επιχρυσώνει διαρκώς η Φύση. Ούτε οι καταιγίδες ούτε η σκόνη μπορούν να θολώσουν την αιώνια καθάρια επιφάνειά του. Ένας καθρέφτης που ρουφά κι εξαφανίζει
κάθε ρύπο μπροστά του, που τον ξεσκονίζει και τον γυαλίζει το λαμπερό χέρι του ήλιου, το ίδιο το φως, που δε θολώνει από κανένα
χνότο που φυσιέται πάνω του, αλλά στέλνει τη δική του ανάσα να γίνει σύννεφα, να πλανιούνται ψηλά πάνω από την επιφάνειά του και
να καθρε(ρτίζονται στον κόρφο του.
Ο υδάτινος αγρός προδίδει το πνεύμα που πλανιέται στον αέρα.
Δέχεται αδιάκοπα νέα ζωή και νέα κίνηση από ψηλά. Είναι από τη
φύση του ο ενδιάμεσος κρίκος μεταξύ ουρανού και γης. Στη γη μονάχα το χορτάρι και τα δέντρα κυματίζουν, όμως το νερό αναδεύε-

256

WALDEN

ται από τον άνεμο. Οι γραμμές και οι λάμψεις του φωτός μου δείχνουν που τρέχει πάνω του η αύρα. Πόσο θαυμαοτό είναι που μπορούμε να κοιτάζουμε την αέρινη επιφάνειά του από ψηλά και να
διακρίνουμε ακόμα και το πιο λεπτό πνεύμα που τη σαρώνει.
Τα υδρόβια έντομα και οι γυρίνοι τελικά εξαφανίζονται γύρω
στα τέλη του Οκτώβρη, όταν έρχονται οι παγετοί. Κι έπειτα, τις μέρες του Νοέμβρη όπου υπάρχει άπνοια, δεν υπάρχει απολύτως τίποτε που να αναταράσσει την επιφάνεια της λίμνης. Έ ν α απόγευμα
του Νοέμβρη, μέσα στη γαλήνη που ακολούθησε μια καταιγίδα η
οποία είχε διαρκέσει αρκετές ημέρες, με τον ουρανό ακόμα ολότελα σκεπασμένο με σύννεφα και την ατμόσφαιρα γεμάτη υγρασία,
παρατήρησα πως η λίμνη ήταν τόσο ήρεμη ώστε δυσκολευόμουν να
διακρίνω την επιφάνειά της, κι ας μην καθρέφτιζε πια τα φωτεινά
χρώματα του Οκτώβρη αλλά τις βλοσυρές αποχρώσεις που έδινε ο
Νοέμβρης στους γύρω λόφους. Παρ' όλο που γλίστρησα με τη βάρκα μου πάνω της όσο πιο απαλά μπορούσα, τα ελαφριά κύματα που
σήκωσα έψζαοαν ως εκεί που μπορούσα να δω, αυλακώνοντας τους
αντικατοπτρισμούς. Καθώς όμως κοιτούσα την επιφάνειά της, διέκρινα εδώ κι εκεί, σε κάποια απόσταση, ένα αμυδρό στραφτάλισμα,
σαν να είχαν μαζευτεί εκεί μερικά υδρόβια έντομα που είχαν γλιτώσει από τους παγετούς ή σαν η ακίνητη επιφάνεια να αποκάλυπτε
τα σημεία όπου ανάβλυζαν πηγές από τον πυθμένα της λίμνης. Κωπηλατώντας απαλά, πλησίασα ένα από αυτά τα σημεία και προς
μεγάλη μου έκπληξη βρέθηκα περικυκλωμένος από μυριάδες μικρές πέρκες, μήκους δέκα με δώδεκα εκατοστά, με το πλούσιο
μπρούντζινο χρώμα τους να λάμπει μέσα στο πράσινο νερό, που
έπαιζαν ανεβαίνοντας ως την επιφάνεια, δημιουργώντας μικρά κύματα κι αφήνοντας κάποιες φορές φυσαλίδες πάνω της. Μέσα σ'
εκείνο το διάφανο και φαινομενικά άπατο νερό που καθρέφτιζε τα
σύννεφα, μου φαινόταν σαν να αιωρούμουν στον αέρα σαν μπαλόνι, ενώ τα ψάρια μου έδιναν την εντύπωση ότι πετούσαν ή ότι ζυγιάζονταν στον αέρα, λες και ήταν ένα πυκνό κοπάδι πουλιά που περνούσαν ακριβώς από κάτω μου, δεξιά ή αριστερά, με τα πτερύγιά

ΟΙ Λ Ι Μ Ν Ε Σ

257

τους σαν πανιά τεντωμένα. Υπήρχαν πολλά τέτοια κοπάδια ψαριών
στη λίμνη, που έδιναν στην επιφάνειά της μια εικόνα σαν να την άγγιζε μια απαλή αΰρα ή σαν να έπεφταν λίγες σταγόνες βροχής στο
σημείο αυτό. Προφανώς προσπαθούσαν να εκμεταλλευτούν τις τελευταίες ημέρες καλοκαιρίας πριν ο χειμώνας κατεβάσει τα παντζούρια του πάγου στην κατοικία τους και κλείσει έξω το φως του
ήλιου. Τρομάζοντας με το απρόσεκτο πλησίασμά μου, βούτηξαν
ξαφνικά με θόρυβο, αναδεύοντας το νερό με τις ουρές τους, σαν να
το χτύπησε κάποιος μ' ένα φουντωτό κλαδί, και χάθηκαν μεμιάς στα
βάθη. Σε λίγο σηκώθηκε άνεμος, η ομίχλη πύκνωσε, το νερό άρχισε
να κυματίζει και οι πέρκες άρχισαν να πηδούν πολύ πιο ψηλά από
πριν, όλες μαζί, βγαίνοντας οι μισές έξω από το νερό, εκατό μαύρες
πιτσιλιές μήκους επτά πόντων. Μια χρονιά, ήταν κιόλας πέντε του
Δεκέμβρη, είδα κάποια κυματάκια στην επιφάνεια και, πιστεύοντας
ότι θα έπιανε αμέσως δυνατή βροχή, αφού η ατμόσφαιρα ήταν
υγρή, βιάστηκα να πιάσω τα κουπιά και άρχισα να κωπηλατώ προς
την όχθη. Παρ' όλο που δεν ένιωθα καμιά σταγόνα στο μάγουλό
μου, μου φάνηκε ότι η βροχή δε θα αργούσε και περίμενα να γίνω
μούσκεμα. Ξαφνικά, όμως, τα κύματα σταμάτησαν. Και πάλι υπαίτιες γι' αυτά ήταν οι πέρκες, που ο θόρυβος από τα κουπιά μου τις
είχε τρομάξει και εξαφανίστηκαν στα βάθη. Πρόλαβα να δω τα κοπάδια τους να χάνονται. Κι έτσι τελικά πέρασα το απόγευμά μου
χωρίς να βραχώ.
Ένας γέρος που σύχναζε στη λίμνη σχεδόν εξήντα χρόνια πριν,
τότε που ήταν ολοσκότεινη από τα πυκνά δάση που την περιέβαλλαν, μου είπε ότι τον καιρό εκείνο την έβλεπε κάποιες φορές να ζωντανεύει από τις πολλές αγριόπαπιες και τα άλλα νεροπούλια, καθώς και ότι τριγύρω ζούσαν πολλοί αετοί. Ερχόταν για ψάρεμα με
μια παλιά πιρόγα που είχε βρει στην όχθη. Ήταν φτιαγμένη από δύο
κορμούς λευκής πεύκης, πελεκημένους, ενωμένους και κομμένους
ίσια στις άκρες. Ήταν πολύ πρωτόγονη, αλλά άντεξε για πολλά χρόνια, ώσπου γέμισε νερά και μάλλον βούλιαξε. Δεν ήξερε σε ποιον
ανήκε* ήταν ιδιοκτησία της λίμνης. Έκοβε λωρίδες από το φλοιό των

258

WALDEN

καρύων κι έφτιαχνε σχοινί για την άγκυρα του. Ένας άλλος γέρος,
ένας αγγειοπλάστης που ζοΰσε κοντά στη λίμνη πριν από την επανάσταση, του ειχε πει μια φορά ότι είχε δει ένα σιδερένιο σεντούκι
στον πάτο της λίμνης. Κάποιες φορές το νερό το ξέβραζε στην όχθη.
Αν όμως έκανες να το πλησιάσεις, οπισθοχωρούσε στα βαθιά κι
εξαφανιζόταν. Χάρηκα με την ιστορία της παλιάς, ξύλινης πιρόγας που είχε πάρει τη θέση μιας ινδιάνικης, (ρτιαγμένης από το ίδιο υλικό αλλά με πιο όμορφο τρόπο - η οποία ίσως είχε υπάρξει στην αρχή ένα δέντρο στην όχθη κι έπειτα ρίχτηκε στο νερό για να πλέει
εκεί για διάστημα μιας γενιάς, το πιο ταιριαστό σκάφος για τη λίμνη.
Θυμάμαι, όταν κοίταξα για πρώτη φορά στα βάθη αυτά, ότι είδα το
περίγραμμα πολλών μεγάλων κορμών που κείτονταν στον πυθμένα.
Είτε ήταν παλιά δέντρα που τα είχε ρίξει ο αέρας είτε τους είχαν
παρατήσει πάνω στον πάγο οι ξυλοκόποι, τότε που το ξΰλο ήταν πιο
φθηνό. Όμως τώρα πια έχουν εξαφανιστεί όλοι.
Όταν ξανοίχτηκα για προίπη φορά με βάρκα στη λίμνη Ουόλντεν,
περιβαλλόταν ολότελα από πυκνά και ψηλά πεΰκα και δρυς και σε
κάποιους από τους όρμους της άγριες κληματσίδες είχαν τυλίξει τα
δέντρα που (ρυτρωναν κοντά στο νερό, σχηματίζοντας κρεβατίνες
κάτω από τις οποίες μπορούσε να περάσει η βάρκα. Οι λόφοι που
σχηματίζουν τις όχθες της είναι τόσο απόκρημνοι και η βλάστηση
πάνω τους τόσο πυκνή τον καιρό εκείνο, που κοιτάζοντας από τη δυτική άκρη προς τα κάτω είχες μπροστά σου την εικόνα ενός αμφιθεάτρου, όπου θαρρείς θα λάβαινε χώρα κάποια παράσταση που η
υπόθεση της εκτυλισσόταν μέσα στο δάσος. Πέρασα πολλά καλοκαιριάτικα πρωινά, όταν ήμουν πιο νέος, με τη βάρκα μου ακυβέρνητη,
να πλέει κατά πώς ήθελε ο Ζέφυρος, έχοντας κωπηλατήσει ως τη μέση της λίμνης, ξαπλωμένος ανάσκελα πάνω στα καθίσματα, ονειροπολώντας, ώσπου με ξυπνούσε το τράνταγμα της βάρκας που άγγιζε
την άμμο και σηκωνόμουν για να δω σε ποια όχθη με είχε ρίξει η
μοίρα. Εκείνες τις μέρες η αργία ήταν για μένα η πιο ελκυστική και
παραγωγική μορφή εργασίας. Πολλά ήταν τα πρωινά που εξαφανιζόμουν, προτιμώντας να περνώ με τον τρόπο αυτό τις πιο πολύτιμες

ΟΙ ΛΙΜΝΕΣ

259

ώρες της ημέρας. Ήμουν πλούσιος τότε, όχι σε χρήμα αλλά σε ηλιόλουστες ώρες και καλοκαιριάτικες ημέρες και τις ξόδευα απλόχερα.
Και δε μετανιώνω που δε σπατάλησα περισσότερο καιρό στο εργαστήρι ή στην έδρα του δασκάλου. Όμως από τότε που έ(ρυγα μακριά
από τις όχθες αυτές, οι ξυλοκόποι ενέτειναν το καταστροφικό τους
έργο κι έτσι για πολλά χρόνια δε θα μπορώ πλέον να περιπλανιέμαι
μέσα στα πυκνά δάση που υπήρχαν κάποτε εδώ, σταματώντας που
και που στα λιγοστά ξέφωτα από τα οποία μπορούσες να διακρίνεις
την επιφάνεια της λίμνης. Η Μοΰσα μου δικαιολογείται να σωπαίνει
από εδώ και πέρα. Πώς να περιμένεις από τα πουλιά να τραγουδήσουν όταν έχουν χαθεί τα περιβόλια τους;
Τώρα δεν υπάρχουν πια οι κορμοί των δέντρων στον πάτο της λίμνης, η παλιά πιρόγα και τα σκοτεινά δάση τριγύρω, ενώ οι χωριανοί, που δεν ξέρουν καλά καλά που βρίσκεται η λίμνη, αντί να έρχονται σ' αυτή για να κολυμπήσουν ή να πιουν, σκέορτονται να φέρουν
το νερό της - που θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τουλάχιστον σεβασμό τον οποίο τρέφουν οι Ινδοί για το νερό του ποταμού
Γάγγη - μέσω ενός σωλήνα στο χωριό, για να πλένουν μ' αυτό τα
πιάτα τους! Να παίρνουν το μερίδιό τους από τη λίμνη Ουόλντεν
ανοίγοντας μια βρύση ή τραβώντας ένα πώμα! Εκείνο το σατανικό
Σιδερένιο Άλογο, που το εκκωφαντικό χλιμίντρισμά του ακούγεται
σε όλη την περιοχή, έχει λασπώσει με τις οπλές του την πηγή Μπόιλινγκ Σπριγκ κι έχει κόψει όλα τα δέντρα στην όχθη της λίμνης
Ουόλντεν. Εκείνος ο Δούρειος Ίππος, με τους χίλιους άνδρες στη
κοιλιά του, που τον έφεραν εδώ οι δαιμόνιοι Έλληνες! Πού είναι ο
ήρωας του τόπου, πού είναι ο Μουρ του Μουρ Χολ,* που θα συναντήσει το πρησμένο εκείνο τέρας στο Βαθύ Φαράγγι και θα του καρφώσει στα πλευρά το δόρυ της εκδίκησης;
Παρ' όλα αυτά, από όλους αυτούς που έχω γνωρίσει, η λίμνη
Ουόλντεν δείχνει και διαφυλάττει την αγνότητά της με τον καλύτερο
τρόπο. Πολλοί άνθρωποι έχουν παρομοιαστεί μ' αυτή, σε λίγους
* Δρακοκτόνος, ήρωας μιας παλιάς αγγλικής μπαλάντας. (Ζτ.Μ)

260

WALDEN

όμως αξίζει πραγματικά μια τέτοια τιμή. Ακόμα κι αν οι ξυλοκόποι
γύμνωσαν πρώτα τη μια όχθη κι έπειτα την άλλη, ακόμα κι αν οι
Ιρλανδοί έχτισαν τα μαντριά τους δίπλα της, ακόμα κι αν ο σιδηρόδρομος παραβίασε τα συνορά της, ακόμα κι αν οι άνθρωποι της βιομηχανίας πάγου την ξάφρισαν μια φορά, η ίδια παρέμεινε αναλλοίωτη. Τα νερά της είναι ίδια μ' εκείνα που πρωταντίκρισαν τα παιδικά μου μάτια· δεν άλλαξε εκείνη, αλλά εγώ. Ουτε μια μόνιμη ρυτίδα
δεν έχει αποκτήσει έπειτα από όλα αυτά τα κύματα που ταράζουν
την επιφάνειά της. Η νεότητά της είναι μόνιμη. Στέκομαι και βλέπω
ένα χελιδόνι να χαμηλώνει στην επιφάνειά της για να αρπάξει κάποιο έντομο, μια εικόνα ίδια κι απαράλλαχτη με τις εικόνες αλλοτινών καιρών. Απόψε ήρθε ξανά στη σκέψη μου, ξαφνικά, σαν να μην
την έβλεπα σχεδόν κάθε μέρα για περισσότερο από είκοσι χρόνια:
μα ναι, να η λίμνη Ουόλντεν, η ίδια εκείνη λίμνη καταμεσής στο δάσος που είχα ανακαλύψει τόσο πολλά χρόνια πριν! Εκεί όπου καταστράφηκε από τους ξυλοκόπους ένα δάσος τον περασμένο χειμώνα,
ένα καινούργιο ξεφυτρώνει στην όχθη της, εύρωστο όπως το παλιό*
το ίδιο πνεύμα αναδύεται από την επιφάνειά της, όπως και τότε* είναι η ίδια υγρή χαρά και ευτυχία που νιώθει για τον εαυτό της και
για το Δημιουργό της και ναι, ίσως ακόμα και για μένα. Δεν μπορεί
παρά να πρόκειται για το έργο κάποιου γενναίου και άδολου ανθρώπου! Στρογγύλεψε τα νερά αυτά με το χέρι του, τα βάθυνε, τα
έκανε καθάρια με τη σκέψη του και φεύγοντας από τον κόσμο αυτό
τα κληροδότησε στο Κόνκορντ. Στο πρόσωπο της λίμνης βλέπω το
ίδιο καθρέφτισμα, την ίδια μορφή και μέσα μου ρωτάω: Ουόλντεν,
εσυ είσαι;
«Δεν είναι όνειρο δικό μου
για να στολίσω μια γραμμή*
πιο κοντά δεν μπορώ να 'ρθω στο Θεό και τον Παράδεισο
από το να ζω στη λίμνη Ουόλντεν.
Εγώ είμαι η πετρώδης όχθη της
και η αΰρα που από πάνω της περνά*

ΟΙ ΛΙΜΝΕΣ

261

μέσα στη χοΰςττα μου κρατώ
το νερό της και την άμμο
και η πιο βαθιά της η κρυψώνα
πάντα ψηλά στη σκέψη μου πετά».

Τα τρένα δε σταματούν ποτέ για να της ρίξουν μια ματιά. Φαντάζομαι όμως ότι οι μηχανοδηγοί, οι θερμαστές, οι υπεύθυνοι για την
τροχοπέδηση και όσοι από τους επιβάτες έχουν εισιτήριο διαρκείας
και τη βλέπουν συχνά, γίνονται καλύτεροι άνθρωποι μόνο με τη θέα
της. Τη νύχτα ο μηχανοδηγός δεν ξεχνά, ή μάλλον η φύση του δεν το
ξεχνά, ότι αντίκρισε για μια φορά τουλάχιστον στη διάρκεια της
ημέρας αυτή την οπτασία της γαλήνης και της αγνότητας. Και μια
μονάχα ματιά φτάνει για να ξεπλύνει από πάνω τους τη Στέιτ Στριτ*
και την καπνιά της μηχανής. Κάποιος μάλιστα πρότεινε να μετονομαστεί η λίμνη σε «Γιατρικό του Θεού».**
Είπα και πιο πριν ότι η λίμνη Ουόλντεν δεν έχει κανέναν ορατό
πόρο εισροής ή εκροής ι)δάτων. Όμως από τη μία συνδέεται έμμεσα με τη λίμνη του Φλιντ, η οποία βρίσκεται σε μεγαλύτερο υψόμετρο, με μια σειρά από μικρές λίμνες, ενώ από την άλλη, άμεσα
και πιο φανερά, με τον ποταμό Κόνκορντ, ο οποίος βρίσκεται χαμηλότερα, με μια παρόμοια σειρά από λίμνες, μέσα από τις οποίες
ίσως να κυλούσε σε κάποιες παλαιότερες γεωλογικές περιόδους.
Με λίγο σκάψιμο - ο Θεός να φυλάει - θα μπορούσε να ξαναρχίσει να κυλά προς τα εκεί. Αν με την αυστηρή και γεμάτη εγκράτεια ζωή της, σαν του ερημίτη στο δάσος, έχει καταφέρει να αποκτήσει τέτοια θαυμαστή αγνότητα, ποιος δε θα λυπόταν αν ποτέ
ανακατεύονταν μαζί της τα σχετικά ακάθαρτα νερά της λίμνης του
Φλιντ ή αν χάνονταν η ίδια και τα γλυκά της νερά στα κύματα του
ωκεανού;

* Εμπορική συνοικία της Βοστόνης. (Σ.τ.Μ.)
Αυτός ο «κάποιος» δεν είναι άλλος από τον Έμερσον. (Σ.τ.Μ.)

262

WALDEN

Η λίμνη του Φλιντ, ή αλλιώς Αμμώδης Λίμνη, η μεγαλύτερη της
περιοχής, βρίσκεται στο Λίνκολν, περίπου ένα μίλι ανατολικά της λίμνης Ουόλντεν. Είναι πολΰ μεγαλύτερη από αυτή: λένε ότι η έκταση
της φτάνει τα οκτακόσια στρέμματα. Έχει περισσότερα ψάρια και
δεν είναι ιδιαίτερα καθαρή. Συχνά είχα σαν ψυχαγωγία μου έναν περίπατο μέσα από το δάσος ως εκεί. Άξιζε τον κόπο, κι ας ήταν μόνο
για να νιώσω το φρέσκο αέρα να φυσά στο πρόσωπό μου και να φέρω στο νου μου τη ζωή των ναυτικών. Το φθινόπωρο πήγαινα εκεί
για να μαζέψω κάστανα, τις μέρες που είχε τόσο αέρα που τα κάστανα έπεφταν στο νερό και ξεβράζονταν στα πόδια μου. Μια μέρα, καθώς περπατούσα αργά σης κατάφυτες από σπαθόχορτο όχθες της, με
τον υγρό αέρα να μου ψεκάζει το πρόσωπο, είδα μπροστά μου το σαπισμένο κουφάρι μιας βάρκας. Οι πλευρές της είχαν λιώσει, τίποτα
σχεδόν δεν είχε απομείνει εκτός από το αποτύπωμα του επίπεδου πάτου της ανάμεσα στα βούρλα. Κι όμως, το σχήμα της διαγραφόταν
καθαρά, σαν γιγάντια πατημασιά. Ήταν ένα ναυάγιο το ίδιο εντυπωσιακό και με εξίσου σημαντικό ηθικό δίδαγμα με εκείνα που συναντά
κανείς στις ακτές της θάλασσας. Τώρα πια δε θα 'ναι παρά ψυχικό λίπασμα, θα έχει γίνει ένα με την όχθη και τα βούρλα και οι ίριδες θα
έχουν φυτρώσει πάνω του. Θαύμαζα τα σημάδια που είχαν αφήσει τα
κύματα στην άμμο του βυθού στο βόρειο άκρο εκείνης της λίμνης,
ένιωθα στα πόδια μου την άμμο, που η πίεση του νερού την είχε κάνει
σκληρή και ξερή στην επιφάνεια, και χάζευα τα βούρλα που (ρύτρωναν σε κυματιστές σειρές που ακολουθούσαν πιστά τα σημάδια εκείνα, η μια φάλαγγα μετά την άλλη, λες και τις είχαν φυτέψει τα ίδια τα
κύματα. Εκεί βρήκα επίσης μεγάλες ποσότητες από κάτι παράξενες
μπάλες, που αποτελούνταν από λεπτό χορτάρι ή ρίζες, βετονική ίσως,
με διάμετρο ένα έως δέκα εκατοστά και τέλεια σφαιρικό σχήμα. Αυτές τις σπρώχνει πέρα δώθε το κύμα στα ρηχά, πάνω στην άμμο, και
μερικές φορές τις πετά στην όχθη. Κάποιες αποτελούνται εξ ολοκλήρου από χόρτο, κάποιες άλλες έχουν άμμο στο κέντρο τους. Θα έλεγε
κανείς ότι σχηματίστηκαν από τη δράση των κυμάτων, όπως διαμορφώνονται τα βότσαλα. Όμως και οι πιο μικρές, που έχουν διάμετρο

ΟΙ ΛΙΜΝΕΣ

263

ένα εκατοστό, είναι (ρτιαγμένες από το ίδιο υλικό και εμφανίζονται
μονάχα μια φορά το χρόνο. Επιπλέον, υποθέτω ότι τα κύματα δε δημιουργούν, αλλά λειαίνουν ένα υλικό το οποίο έχει ήδη αποκτήσει
κάποια σκληράδα. Οι μπάλες εκείνες διατηρούν το σχήμα τους και
αφοΰ στεγνώσουν, για αόριστο χρόνο.
Η λίμνη του Φλιντ! Πόσο φτωχή είναι η ονοματοθεσία μας!* Με
ποιο δικαίωμα έδωσε το όνομά του σ' αυτό τον ουράνιο υδάτινο
όγκο ο ακάθαρτος και ηλίθιος εκείνος αγρότης, που τα κτήματά του
συνορεύουν με τις όχθες που δε δίστασε να γυμνώσει, χωρίς ίχνος
ντροπής; Ένας πλεονέκτης, που πιο πολύ αγαπούσε την επιφάνεια
των νομισμάτων στα οποία έβλεπε να καθρε(ρτίζεται το ξεδιάντροπο
πρόσωπό του παρά τον καθρέqρτη της λίμνης* που έβλεπε ακόμα και
τις αγριόπαπιες που έφτιαχναν τις φωλιές τους εκεί σαν καταπατητές της ιδιοκτησίας του* που τα δάχτυλά του είχαν γίνει κυρτά και
σκληρά σαν γαμψώνυχες, από τη συνήθειά του να αρπάζει. Για μένα, η λίμνη αυτή δεν έχει όνομα. Δεν πηγαίνω εκεί για να τον δω,
ούτε για να μάθω τίποτε γι' αυτόν, που ούτε είδε ποτέ τη λίμνη ούτε
κολύμπησε στα νερά της, που δεν την αγάπησε ούτε την προστάτεψε
ποτέ, που δεν είπε ποτέ του μια καλή λέξη γι' αυτήν, που δεν ευχαρίστησε ποτέ το Θεό που την έφτιαξε. Καλύτερα να πάρει το όνομά
της από τα ψάρια που κολυμπούν μέσα της, από τα άγρια πτηνά ή τα
τετράποδα που συχνάζουν σ' αυτήν, από τα αγριολούλουδα που φυτρώνουν στις όχθες της ή από κάποιον άγριο άνδρα ή κάποιο παιδί
που το νήμα της ζωής του είναι πλεγμένο με αυτό της λίμνης· όχι από
εκείνον, που δεν έχει κανέναν τίτλο ιδιοκτησίας ο οποίος να πιστοποιεί ότι του ανήκει, εκτός από αυτόν που του έδωσε κάποιος γείτονας ή νομοθέτης με μυαλά ίδια σαν τα δικά του* εκείνον που ενδιαφέρεται μονάχα για την αξία της σε χρήμα* εκείνον που η παρουσία
του είναι κατάρα για τις όχθες της* εκείνον που εξάντλησε τα νερά
της και λυπάται που είναι λίμνη και όχι χωράφι με αγγλικό τριφύλλι
* Ο Φλιντ είχε αρνηθεί να δώσει άδεια στον Θορώ να χτίσει μια καλύβα στην
όχθη της λίμνης που έφερε το όνομά του. (Σ.τ.Μ.)

264

WALDEN

ή λιβάδι με μΰρτιλλα και που, αν μπορούσε, θα την ειχε ξεράνει και
θα είχε πουλήσει τη λάσπη στο βυθό της - γιατί, κατά τη γνώμη του,
τίποτε δεν υπάρχει σ' αυτήν που αξίζει. Δε δίνει κίνηση στο μΰλο του
και η θέα της δεν αποτελεί προνόμιο για εκείνον. Δε σέβομαι τους
κόπους και την εργασία ενός τέτοιου αγρότη, οΰτε και το αγρόκτημά
του, όπου όλα έχουν την τιμή τους. Αν μπορούσε, θα φόρτωνε στο
κάρο του όλη την περιοχή και θα πήγαινε να την πουλήσει στην αγορά, θα κουβαλούσε στην αγορά ακόμα και τον ίδιο του το Θεό, αν
πίστευε ότι θα μπορούσε να βγάλει κάτι από αυτόν. Θεός του είναι η
αγορά, στα κτήματά του τίποτε δε μεγαλώνει ελεύθερο, τα χωράφια
του δε δίνουν σοδειά, στα λιβάδια του δε (ρυτρώνουν λουλούδια, στα
δέντρα του δεν κρέμονται καρποί, παρά μόνο δολάρια. Δεν αγαπά
την ομορφιά των καρπών του, δε θεωρεί ότι οι καρποί έχουν ωριμάσει παρά μόνο όταν μεταμορφωθούν σε δολάρια. Προτιμώ χίλιες
φορές τη φτώχεια, που απολαμβάνει τον πραγματικό πλούτο. Οι
αγρότες είναι για μένα σεβαστοί και ενδιαφέροντες ανάλογα με το
πόσο ςττωχοί είναι. Υπόδειγμα αγροκτήματος θεωρώ εκείνο στο
οποίο το οίκημα ορθώνεται σαν μανιτάρι καταμεσής σε μια στοίβα
κοπριάς, με διαμερίσματα για ανθρώπους, άλογα, βόδια και γουρούνια, καθαρά ή όχι, όλα εφαπτόμενα το ένα στο άλλο! Εκείνο που οι
αποθήκες του δεν είναι γεμάτες με πλούσιες σοδειές, αλλά με ανθρώπους! Ένας μεγάλος λεκές, που αποπνέει κοπριά και ξινόγαλο!
Εκεί όπου οι καλλιέργειες έχουν qpτάσει σε ανοοτερο επίπεδο, μια
και για λίπασμά τους έχουν τις καρδιές και τα μυαλά των ανθρώπων! Σαν να καλλιεργείς πατάτες στο προαύλιο της εκκλησιάς! Αυτό
είναι το ιδανικό αγρόκτημα.
Όχι, όχι. Αν πρέπει τα πιο όμορφα τοπία να παίρνουν το όνομά
τους από ανθρώπους, ας είναι τουλάχιστον αυτοί οι πιο ευγενείς και
αξιόλογοι. Ας πάρουν οι λίμνες μας τα αληθινά τους ονόματα, ακολουθώντας το παράδειγμα του Ικάριου Πελάγους, όπου «ακόμα στις
ακτές η γενναία προσπάθεια αντηχεί».*
• William Drummond of Hawthomden (1585-1649): Σκαπσέζος ποιητής. (Σ.τ.Μ.)

ΟΙ ΛΙΜΝΕΣ

265

Η λίμνη της Αγριόχηνας, μικρότερης έκτασης, βρίσκεται στο δρόμο γιςχ τη λίμνη του Φλιντ. Το Φερ Χέιβεν, που αποτελεί προέκταση
του ποταμού Κόνκορντ και, απ' ό,τι λένε, έχει έκταση περίπου τριακόσια στρέμματα, βρίσκεται ένα μίλι νοτιοδυτικά από εκεί. Και η
Λευκή Λίμνη, γΰρω στα εκατόν εξήντα στρέμματα, είναι ενάμισι μίλι
μετά το Φερ Χέιβεν. Αυτή είναι η δική μου περιοχή των λιμνών.*
Αυτές, μαζί με τον ποταμό Κόνκορντ, αποτελούν το πνευματικό δίκτυο ύδρευσής μου. Μέρα νύχτα, χρόνο με το χρόνο, αλέθουν ό,τι σιτάρι κι αν τους πηγαίνω.
Μια και οι ξυλοκόποι, ο σιδηρόδρομος, αλλά κι εγώ ο ίδιος βεβηλώσαμε τη λίμνη Ουόλντεν, ίσως η πιο ελκυστική, αν όχι η πιο όμορφη από όλες τις λίμνες μας, το στολίδι των δασών μας, είναι η Λευκή
Λίμνη - όνομα κοινό και ανεπαρκές, που οφείλεται είτε στην εξαιρετική καθαρότητα των νερών της είτε στο χρώμα της άμμου της.
Αυτά τα χαρακτηριστικά της, μαζί με πολλά άλλα, την κάνουν να
μοιάζει με μικρόσωμη δίδυμη αδελφή της λίμνης Ουόλντεν. Οι δυο
τους μοιάζουν τόσο πολύ, ώστε θα 'λεγε κανείς ότι συνδέονται υπογείως μεταξύ τους. Έχει τις ίδιες πετρώδεις όχθες και τα νερά της
έχουν την ίδια απόχρωση. Όπως συμβαίνει και με τη λίμνη Ουόλντεν, το χρώμα των νερών της τις μέρες που η ατμόσφαιρα είναι βαριά και πνιγηρή είναι ένα θολό γλαυκοπράσινο - αν το παρατηρήσει
κανείς από το δάσος πάνω από κάποιους από τους όρμους της, οι
οποίοι είναι αρκετά ρηχοί ώστε να χρωματίζεται το νερό από την
αντανάκλαση του βυθού. Πολλά χρόνια πριν πήγαινα εκεί και φόρτωνα κάρα με άμμο για γυαλόχαρτο** και εξακολουθώ να την επισκέπτομαι τακτικά. Κάποιος που συχνάζει εκεί, έχει προτείνει να
αλλάξει η ονομασία της σε «Χλοερή Λίμνη». Ίσως να της ταίριαζε
και η ονομασία «Λίμνη του Κιτρινόπευκου», όπως φαίνεται από το

* Αναφορά στην περιοχή των λιμνών στην Αγγλία, καταφύγιο πολλών ρομαντικών ποιητών, όπως του Γουόρντσουορθ και του Κόουλριτζ. (Σ.τ.Μ.)
** Η οικογένεια του Θορώ είχε μια βιοτεχνία μολυβιών και γυαλόχαρτου. (^.τ.Μ.)

266

WALDEN

ακόλουθο περιστατικό: πριν από περίπου δεκαπεντε χρόνια φαινόταν να προεξέχει από την επιφάνεια, σε σημείο όπου το νερό ήταν
βαθΰ και σε αρκετή απόσταση από την όχθη, η κορυφή ενός πεΰκου, από αυτά που εδώ γΰρω αποκαλούν κιτρινόπευκα, αν και δεν
αποτελούν κάποιο ξεχωριστό είδος. Κάποιοι μάλιστα υπέθεταν ότι
παλιά τα νερά της λίμνης είχαν υποχωρήσει και ότι το δέντρο αυτό
αποτελούσε υπόλειμμα κάποιοι προϊστορικού δάσους στο σημείο
εκείνο. Ήδη το 1792, όπως διάβασα στην Τοπογραφική περιγραφή
της κωμόπολης τον Κόνκορντ που υπάρχει στη συλλογή της Εταιρίας Ιστορικών Ερευνών της Μασαχουσέτης, ο συγγραφέας, ένας
κάτοικος της περιοχής, αφού αναφέρεται στη λίμνη Ουόλντεν και
στη Λευκή Λίμνη, προσθέτει: «Στο κέντρο της δεύτερης, όταν η
στάθμη του νερού είναι αρκετά χαμηλή, φαίνεται ένα δέντρο που
μοιάζει να φύτρωσε ακριβώς στο σημείο εκείνο, παρ' όλο που οι ρίζες του βρίσκονται δεκαπέντε μέτρα κάτω από την επιφάνεια του
νερού. Η κορυφή του δέντρου έχει σπάσει και η διάμετρος του κορμού στο σημείο εκείνο είναι τριάντα πέντε εκατοστά». Την άνοιξη
του 1849 μίλησα με κάποιον που ζούσε στο Σάντμπερι, πολύ κοντά
στη λίμνη, ο οποίος μου είπε ότι είχε βγάλει ο ίδιος το δέντρο εκείνο δέκα με δεκαπέντε χρόνια πριν. Απ' όσο μπορούσε να θυμηθεί,
απείχε εξήντα ή εβδομήντα μέτρα από την όχθη, σε σημείο όπου το
νερό είχε βάθος δέκα με δώδεκα μέτρα. Ήταν χειμώνας και είχε
περάσει όλο το πρωί κόβοντας πάγο. Είχε αποφασίσει να βγάλει το
γέρικο πεύκο το απόγευμα, με τη βοήθεια κάποιων γειτόνων του.
Άνοιξε ένα κανάλι στον πάγο προς την όχθη και χρησιμοποίησε ένα
ζευγάρι βόδια για να το τραβήξει έξω. Πριν όμως το βγάλει ως την
όχθη, είδε προς μεγάλη του έκπληξη ότι ήταν ανάποδα, με τα κλαδιά να κοιτούν προς τα κάτω και τη στενή κορυφή του χωμένη στην
άμμο του βυθού. Η φαρδιά άκρη του κορμιού είχε διάμετρο περίπου τριάντα εκατοστά. Ήλπιζε να πάρει καλό ξύλο από τον κορμό,
όμως ήταν τόσο σάπιος ώστε μόνο για καυσόξυλα μπορούσε να
χρησιμεύσει, και ίσως ούτε καν γι' αυτό. Έ ν α κομμάτι του το είχε
κρατήσει στην αποθήκη του. Στην άκρη του κορμού υπήρχαν σημά-

ΟΙ Λ Ι Μ Ν Ε Σ

267

δια από τσεκούρι και από δρυοκολάπτες. Ο ίδιος υπέθετε ότι κάποτε ήταν ένα νεκρό δέντρο στην όχθη, που κάποια στιγμή ο αέρας το
έσπρωξε μέσα στη λίμνη και, αφοΰ το νερό μούσκεψε την κορυφή
του, ενώ η βάση του παρέμενε στεγνή και ελαφριά, τελικά ειχε βουλιάξει ανάποδα. Ο πατέρας του, ηλικίας ογδόντα χρόνων, το θυμόταν να βρίσκεται εκεί από τότε που ο ίδιος ήταν μικρό παιδί. Ακόμη
και σήμερα μπορεί κανείς να δει μερικούς ευμεγέθεις κορμούς που
κείτονται στον πυθμένα. Οι κυματισμοί στην επιφάνεια της λίμνης
τους κάνουν να μοιάζουν με πελώρια νερόφιδα που κουνιούνται πέρα δώθε.
Ελάχιστες βάρκες έχουν βεβηλώσει ποτέ τη λίμνη αυτή, αφού δεν
υπάρχουν και πολλά για να προσελκύσουν κάποιον ψαρά. Αντί για
τα λευκά νούφαρα, που χρειάζονται λάσπη, και την κοινή γλυκιά ίριδα, στα καθάρια αυτά νερά φυτρώνει σε μικρές ποσότητες η γαλάζια
ίριδα (/π5 versicolor). Υψώνεται από τον πετρώδη βυθό ολόγυρα κοντά σης όχθες και τον Ιούνιο δέχεται τις επισκέψεις των κολιμπρί.
Το γαλαζωπό χρώμα των qρύλλωv της και των ανθών της εναρμονίζεται μοναδικά με το γλαυκοπράσινο νερό.
Η Λευκή Λίμνη και η λίμνη Ουόλντεν μοιάζουν με μεγάλα, καθάρια κρύσταλλα στο πρόσωπο της γης, είναι οι Λίμνες του Φωτός. Αν
στερεοποιούνταν και μίκραιναν τόσο ώστε να μπορεί κανείς να τις
πιάσει στα χέρια του, ίσως να τις έπαιρναν κάποιοι σκλάβοι, σαν πολύτιμα πετράδια, για να στολίσουν τις κόμες αυτοκρατόρων. Αφού
όμως είναι υγρές και ευμεγέθεις και τις έχουμε διασφαλίσει για
εμάς και για τους απογόνους μας εις τους αιώνες των αιώνων, τις
παραμελούμε και τρέχουμε πίσω από άλλα διαμάντια, σαν το Κοχ-ινουρ. Αυτές οι λίμνες είναι πολύ αγνές για να έχουν κάποια αγοραστική αξία* δεν περιέχουν ίχνος βρωμιάς. Πόσο πιο όμορφες είναι
από τις ζωές μας, πόσο πιο διάφανες από τους χαρακτήρες μας! Ποτέ δεν είδαμε κακία από αυτές. Πόσο πιο όμορφες είναι από τις λιμνούλες των αγροκτημάτων, όπου κολυμπούν οι πάπιες! Οι πάπιες
που έρχονται εδώ είναι καθαρές και άγριες. Η Φύση δεν έχει κανέναν ανθρώπινο κάτοικο που νά την εκτιμά στ' αλήθεια. Τα πουλιά με

268

WALDEN

το φτέρωμά τους και με τις μελωδίες τους βρίσκονται σε αρμονία με
τα λουλούδια, όμως ποιος νέος και ποια κοπελιά εναρμονίζονται με
την άγρια, λαμπρή ομορφιά της Φύσης; Γιατί η δεύτερη ευημερεί μόνο όταν είναι μονάχη, μακριά από τα χωριά και τις πόλεις όπου κατοικούν οι άνθρωποι. Μιλάτε για τον παράδεισο, όμως ντροπιάζετε
τη γη.

TO ΑΓΡΟΚΤΗΜΑ ΜΠΕΙΚΕΡ

Κάποιες φορές περιπλανιόμουν στα πευκοδάση, που στέκονταν σαν
ναοι ή σαν περήφανοι στόλοι καταμεσής στη θάλασσα, με πλήρη αρματωσιά, με τα κλαριά τους να κυματίζουν στο φως, απαλά, καταπράσινα και σκιερά, έτσι που, αν τα έβλεπαν οι δρυιδες, σίγουρα θα
απαρνούνταν τις βελανιδιές τους και θα άρχιζαν να λατρεύουν αυτά.
Ή στο δάσος με τους κέδρους πέρα από τη λίμνη του Φλιντ, όπου τα
γεμάτα με λευκοΰς καρπούς δέντρα, που ορθώνονται πανύψηλα, θα
άξιζε να στέκονται μπροστά στην είσοδο της Βαλχάλα και όπου οι
θάμνοι του άγριου γιουνίπερου σκεπάζουν το έδαφος με κλαριά γεμάτα καρπούς. Ή στους βάλτους όπου η λειχήνα η γενειοφόρος κρέμεται σε πλεξούδες από τις λευκές πικέες και όπου τα μεγάλα μανιτάρια, οι στρογγυλές τράπεζες των θεών του βάλτου, ορθώνονται
παντού, ενώ ακόμα πιο όμορφα μανιτάρια στολίζουν τις ρίζες των
δέντρων, σαν πεταλούδες ή όστρακα, σαν φυτικές πεταλίδες. Εκεί
όπου φυτρώνουν οι βετουλίδες και η κρανιά, εκεί όπου οι κόκκινοι
καρποί του ράμνου λάμπουν σαν μάτια ξωτικών, εκεί όπου ο αναρριχώμενος κέλαστρος αυλακώνει και σπάζει ακόμα και τα πιο σκληρά ξύλα με τον εναγκαλισμό του. Οι καρποί των λιόπρινων κάνουν
τον επισκέπτη να ξεχάσει πατρίδα και οικογένεια με την ομορφιά
τους και άλλοι, ανώνυμοι και απαγορευμένοι άγριοι καρποί, υπερβολικά όμορφοι για τα γούστα των θνητών, τον ζαλίζουν και τον γητεύουν. Αντί να πάω να βρω κάποιο σοφό, επισκεπτόμουν συχνά κάποια συγκεκριμένα δέντρα, που το είδος τους είναι σπάνιο στην πε-

270

WALDEN

ριοχή και στέκονται απόμακρα στη μέση κάποιου βοσκότοπου ή στα
βάθη ενός δάσους ή ενός έλους, ή ακόμα και στην κορφή κάποιου
λόφου: τις πανέμορφες μαύρες σημύδες, που η διάμετρος του κορμού τους φτάνει τους εξήντα πόντους* τα ξαδέρφια τους, τις κίτρινες
σημύδες, με τις φαρδιές τους, χρυσαφιές φορεσιές και το άρωμά
τους, ολόιδιο μ' εκείνο των πρώτων τις οξιές, με τους καλοσχηματισμένους και όμορφα ζωγραφισμένους από τις λειχήνες κορμούς, τέλειες σε κάθε λεπτομέρεια, από τις οποίες, αν εξαιρέσουμε κάποια
μεμονωμένα δείγματα, γνωρίζω μονάχα μία συστάδα που έχει απομείνει στην περιοχή μας. Κάποιοι υποθέτουν ότι τις φύτεψαν τα περιστέρια, που κάποτε τα κυνηγούσαν χρησιμοποιώντας για δόλωμα
τους καρπούς της οξιάς. Αξίζει να αντικρίσει κανείς το μοναδικό,
ασημένιο στραφτάλισμα των νερών του ξύλου όταν το κόβει. Επίσης
τις φλαμουριές, τις οστρυές και το δέντρο γνωστό με την ονομασία
celtis occidentalism που λέγεται και ψευτολεύκα, που μονάχα ένα ανεπτυγμένο δείγμα του υπάρχει εδώ γύρω. Ακόμα, μερικά πεύκα ψηλότερα από τα συνηθισμένα, που ξεχωρίζουν σαν ξάρτια ή σαν παγόδες έτσι όπως ορθώνονται καταμεσής στο δάσος, καθώς και πολλά άλλα που θα άξιζε να αναφέρω. Αυτοί ήταν οι βωμοί που επισκεπτόμουν χειμώνα καλοκαίρι.
Μια φορά έτυχε να σταθώ ακριβώς στο σημείο όπου ξεκινούσε
ένα ουράνιο τόξο, το οποίο γέμιζε το χαμηλότερο στρώμα της ατμόσφαιρας, χρωματίζοντας το χορτάρι και τα φύλλα τριγύρω* με ζάλιζε, σαν να κοιτούσα μέσα από πολύχρωμο κρύσταλλο. Ήταν μια λίμνη φασματικού φωτός, μέσα στην οποία έζησα για πολύ λίγο, σαν
δελφίνι. Αν είχε διαρκέσει περισσότερο, μπορεί και να είχε χρωματίσει όλες τις ασχολίες μου, όλη τη ζωή μου. Θυμάμαι που βάδιζα
στο μονοπάτι που πήγαινε παράλληλα με τις ράγες του τρένου και
απορούσα με το φωτοστέφανο που έβλεπα γύρω από τη σκιά μου,
μέχρι που φανταζόμουν ότι ήμουν, λέει, ένας από τους εκλεκτούς.
Ένας επισκέπτης μου επέμενε ότι είχε δει τις σκιές κάποιων Ιρλανδών που βάδιζαν μπροστά του να μην έχουν γύρω τους τέτοια φωτοστέφανα, ότι μονάχα στους ντόπιους γινόταν αυτή η τιμητική διάκρι-

TO ΑΓΡΟΚΤΗΜΑ ΜΠΕΪΚΕΡ

271

ση. ο Μπενβενοΰτο Τσελινι* διηγείται στα απομνημονεύματα του
ότι, υστέρα από ένα τρομακτικό όνειρο ή μια οπτασία που είδε όταν
ήταν αιχμάλοατος στο κάστρο του Σαν Άντζελο, ένα ολόλαμπρο φως
άρχισε να εμφανίζεται πάνω από τη σκιά του κεφαλιού του το πρωί
και το βράδυ, είτε βρισκόταν στην Ιταλία είτε στη Γαλλία, και γινόταν ιδιαίτερα ορατό όταν το χορτάρι ήταν νοτισμένο από τη δροσιά.
Πρόκειται πιθανόν για το ίδιο φαινόμενο που αναφέρω παραπάνω,
το οποίο παρατηρείται κυρίως το πρωί, αλλά και άλλες ώρες της
ημέρας, ακόμα και στο φως του φεγγαριού. Αν και αποτελεί συνηθισμένο φαινόμενο, σπάνια το προσέχει ο κόσμος και στην περίπτωση
μιας ζωηρής φαντασίας, όπως ήταν του Τσελίνι, θα αρκούσε για να
αποτελέσει τη βάση πολλοον δεισιδαιμονιών. Ο ίδιος γράφει ότι το
έδειξε σε πολύ λίγους. Όμως, μήπως τάχα δεν είναι εκλεκτοί οι άνθρωποι εκείνοι που έχουν συνείδηση του γεγονότος ότι μπορεί να είναι ιδιαίτεροι με κάποιον τρόπο;
Ένα απόγευμα ξεκίνησα να πάω για ψάρεμα στο Φερ Χέιβεν,
διασχίζοντας το δάσος, θέλοντας να εμπλουτίσω κάπως το ορτωχικό
μου γεύμα, που αποτελούνταν κυρίως από λαχανικά. Ο δρόμος μου
περνούσε μέσα από το Πλέζαντ Μέντοου, έναν αγρό που ανήκε στο
αγρόκτημα Μπέικερ, το καταςρύγιο εκείνο που ο ποιητής ύμνησε αργότερα με στίχους** που ξεκινούν ως εξής:
«Η πόρτα του ένας όμορφος αγρός,
που πάνω του φυτρώνουν λίγα οπωροφόρα,
μ' ένα μικρό ρυάκι,
όπου πηδάνε οι μοσχοπόντικες
και χιμάνε οι αεικίνητες πέστροφες».

Πριν αποφασίσω να πάω στη λίμνη Ουόλντεν, μου είχε περάσει

* Benvenuto Cellini (1500-1571): Ιταλός χρυσοχόος και γλύπτης. (Σ.τ.Μ)
** Όλοι οι στίχοι αντον του κεφαλαίου είναι παρμένοι από το ποίημα του Έλερι
Τσάνινγκ με τίτλο Το αγρόκτημα Μπέικερ. (Σ.τ.Μ.)

272

WALDEN

από το μυαλό η σκέψη να έρθω να μείνω εδώ. Ξάφριζα τα μήλα, πηδούσα πάνω από το ρυάκι και τρόμαζα τους μοσχοπόντικες και τις
πέστροφες. Το συγκεκριμένο απόγευμα ήταν ένα από εκείνα που
φαντάζουν ατέλειωτα έτσι όπως απλώνονται μπροστά μας, ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής μας που στη διάρκειά του θα μπορούσαν να
συμβοΰν ένα σωρό πράγματα, κι ας είχε ήδη περάσει το μισό όταν
ξεκίνησα. Στο δρόμο με βρήκε μια νεροποντή κι έτσι αναγκάστηκα
να σταθώ για μισή ώρα κάτω από ένα πεΰκο, κρατώντας κλαδιά πάνω από το κεφάλι μου και (ρτιάχνοντας μια σκεπή με το μαντίλι μου.
Κι όταν αργότερα έριξα την πετονιά μου πάνω από τα φύκια, με το
νερό να μου φτάνει ως τη μέση, ξαφνικά ένα σύννεφο σκέπασε τον
ουρανό και άρχισε να βροντά τόσο δυνατά, ώστε το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να μείνω εκεί και να ακοΰω. Οι θεοί πρέπει να
είναι πολΰ υπερήφανοι, σκεφτόμουν, που εξαπολύουν τους διχαλωτούς κεραυνούς τους πάνω σ' έναν καημένο άοπλο ψαρά σαν κι εμένα. Έτρεξα λοιπόν να βρω καταqρυγιo στην πιο κοντινή καλύβα, η
οποία έστεκε μισό μίλι μακριά από το δρόμο αλλά πολΰ κοντά στη
λίμνη και για πολΰ καιρό ήταν ακατοίκητη:
«Κι εδώ ο ποιητής έχτισε,
πριν χρόνια πολλά,
μια φτωχική καλύβα,
που τώρα στέκει ερειπωμένη».

Έτσι τραγουδά η Μούσα. Όμως, όπως ανακάλυψα, τώρα έμενε
εκεί ο Τζον Φιλντ, ένας Ιρλανδός, μαζί με τη γυναίκα του και τα
πολλά παιδιά τους. Το μεγαλύτερο ήταν ένα αγόρι με πλατύ πρόσωπο, που βοηθούσε τον πατέρα του στη δουλειά και τώρα τον ακολουθούσε τρέχοντας από τη μεριά του βάλτου, καθώς έρχονταν να προφυλαχτούν από τη βροχή. Το μικρότερο ήταν ένα βρέφος με ρυτιδιασμένο πρόσωπο και μυτερό κρανίο, που είχε μια σιβυλλική έκφραση
έτσι όπως καθόταν στα γόνατα του πατέρα του, καταμεσής στο υγρό
σπιτικό του που το θέριζε η πείνα, λες και καθόταν σε βασιλικό πα-

TO Α Γ Ρ Ο Κ Τ Η Μ Α Μ Π Ε Ϊ Κ Ε Ρ

273

λατι, παρατηρώντας τον ξένο με το προνόμιο της άγνοιας που του
έδινε η βρεφική του ηλικία. Δεν ήξερε ότι ήταν ο τελευταίος απόγονος μιας γενιάς ευγενών, η ελπίδα και το επίκεντρο ολόκληρου του
κόσμου, αντί το φτωχό και πειναλέο κουτσοΰβελο του Τζον Φιλντ.
Καθίσαμε λοιπόν όλοι μαζί κάτω από το κομμάτι της στέγης που
έσταζε λιγότερο, ενώ έξω έβρεχε και μπουμποΰνιζε. Είχα καθίσει
πολλές φορές στο ίδιο σημείο στο παρελθόν, πριν ακόμα κατασκευαστεί το πλοίο που είχε μεταφέρει την οικογένεια αυτή στην Αμερική. Ο Τζον Φιλντ ήταν ένας άνδρας τίμιος, δουλευταράς, αλλά όσον
αφορά τη στάση ζωής του, μάλλον νωθρός. Κι όσο για τη γυναίκα
του, ήταν πράγματι μια ηρωίδα, αφοΰ κατάφερνε να μαγειρεύει τόσα γεύματα, το ένα μετά το άλλο, σ' εκείνη τη σόμπα. Είχε στρογγυλό, λιπαρό πρόσωπο, ξέσκεπο στήθος και έδειχνε να μην έχει ακόμα
εγκαταλείψει την ελπίδα ότι η ζωή της κάποτε θα καλυτέρευε. Κρατούσε μόνιμα μια πατσαβοΰρα στο ένα χέρι, κι όμως πουθενά τριγύρω δε φαίνονταν τα αποτελέσματά της. Οι κότες, που είχαν καταφύγει κι αυτές στο σπίτι για να προορυλαχτοΰν από τη βροχή, τριγύριζαν στο δωμάτιο σαν μέλη της οικογένειας. Σκεφτόμουν ότι παραήταν εξανθρωπισμένες και γι' αυτό γλίτωναν το ψήσιμο. Στέκονταν
και με κοιτούσαν κατάματα ή τσιμπολογούσαν το παπούτσι μου με
νόημα. Εν τω μεταξύ, ο οικοδεσπότης μου μου διηγιόταν την ιστορία
του, πόσο σκληρά δοΰλευε για το γείτονά του τον αγρότη, «ξεβαλτώνοντας», σκάβοντας δηλαδή ένα λιβάδι με φτυάρι ή τσάπα για να το
μετατρέψει σε καλλιεργήσιμη γη. Η πληρωμή του ήταν δέκα δολάρια
τα τέσσερα στρέμματα, συν τη χρήση της γης για ένα χρόνο, και η
κοπριά δωρεάν. Ο μικρός, πλατυπρόσωπος γιος του δοΰλευε κι εκείνος όλο κέφι στο πλευρό του, αγνοώντας το πόσο κακή συμφωνία είχε κλείσει ο πατέρας του. Προσπάθησα να τον βοηθήσω με την πείρα μου, λέγοντάς του ότι ήταν ένας από τους πιο κοντινούς μου γείτονες και ότι κι εγώ, που ερχόμουν εδώ για ψάρεμα και έμοιαζα με
χασομέρη, δούλευα για να ζήσω, όπως κι εκείνος. Ότι ζούσα σ' ένα
λιτό, φωτεινό και καθαρό σπίτι, το οποίο κόστιζε ελάχιστα παραπάνω από το ετήσιο ενοίκιο που ζητούν συνήθως για ένα ερείπιο σαν

274

WALDEN

το δικό του* και ότι, αν ήθελε, θα μπορούσε και ο ίδιος να χτίσει ένα
δικό του παλάτι μέσα σε ένα δυο μήνες. Του ειπα επίσης ότι δεν έπινα τσάι ή καφέ, οΰτε γάλα, οΰτε έτρωγα βοΰτυρο ή φρέσκο κρέας κι
έτσι δεν ήμουν αναγκασμένος να δουλεΰω για να τα αγοράζω όλα
αυτά. Έπειτα, αφοΰ δε δοΰλευα σκληρά, δε χρειαζόταν οΰτε να
τρώω πολΰ, με συνέπεια να ξοδεύω ελάχιστα για το φαγητό μου.
Εκείνος όμως ήθελε τσάι, καφέ, βούτυρο, γάλα και βοδινό κρέας,
άρα έπρεπε να δουλεύει σκληρά για να τα πληρώνει και, αφού δούλευε τόσο σκληρά, έπρεπε να τρώει πολύ για να αναπληρώνει τη χαμένη του ενέργεια. Κι έτσι του ερχόταν μία η άλλη - ή μάλλον έβγαινε και χαμένος, αφού όχι μόνο παρέμενε δυσαρεστημένος, αλλά χαράμιζε και τη ζωή του. Κι όμως, το θεωρούσε ευτύχημα που είχε καταφέρει να έρθει στην Αμερική, μια κι εδώ μπορούσε κανείς να βρίσκει τσάι, καφέ και κρέας κάθε μέρα. Όμως η μόνη αληθινή Αμερική είναι η χώρα στην οποία έχεις την ελευθερία να διάγεις το βίο
σου με τρόπο που να μην τα έχεις ανάγκη όλα αυτά, η χώρα που η
κυβέρνησή της δεν προσπαθεί να σε πείσει να υποστηρίξεις τη σκλαβιά, τον πόλεμο και άλλα περιττά έξοδα τα οποία, άμεσα ή έμμεσα,
προκύπτουν από την κατανάλωση των παραπάνω αγαθών. Επίτηδες
του μίλησα σαν να ήταν φιλόσοφος ή σαν να επιθυμούσε να γίνει.
Μακάρι να αφεθούν όλα τα λιβάδια της γης σε άγρια κατάσταση,
μακάρι να μη γίνουν ποτέ καλλιεργήσιμα χωράφια, αν είναι αυτό το
αντάλλαγμα για να αρχίζουν οι άνθρωποι να εξιλεώνονται. Δε χρειάζεται να μελετήσει κανείς ιστορία για να καταλάβει τι είναι καλύτερο για τη δική του καλλιέργεια. Αλίμονο όμως! Η πνευματική καλλιέργεια ενός Ιρλανδού είναι δουλειά που πρέπει να γίνει με ένα είδος ηθικής τσάπας. Του είπα ότι, μια και δούλευε τόσο σκληρά στο
χωράφι, χρειαζόταν χοντρές μπότες και ρούχα, τα οποία όμως σύντομα βρώμιζαν και φθείρονταν. Εγώ όμως φορούσα ελαφριά παπούτσια και λεπτά ρούχα, τα οποία κόστιζαν λιγότερο από τα μισά
κι ας του φαινόταν ότι ήμουν ντυμένος σαν κύριος (πράγμα που
ωστόσο δεν ίσχυε), και σε μια δυο ώρες, χωρίς κόπο αλλά ως ψυχαγωγία, μπορούσα, αν ήθελα, να πιάσω ψάρια για να περάσω δυο μέ-

TO Α Γ Ρ Ο Κ Τ Η Μ Α Μ Π Ε Ϊ Κ Ε Ρ

275

ρες ή να βγάλω αρκετά χρήματα για να περάσω μια εβδομάδα. Αν ο
ίδιος και η οικογένειά του αποφάσιζαν να ζήσουν απλά, θα μπορούσαν, για παράδειγμα τα καλοκαίρια, να πηγαίνουν όλοι μαζί να μαζεύουν βατόμουρα, μια εργασία που ταυτόχρονα ήταν και ψυχαγωγία. Ο Τζον έβγαλε ενα στεναγμό μόλις το άκουσε αυτό και η γυναίκα του στάθηκε όρθια, με τα χέρια στη μέση. Και οι δυο έδειχναν να
αναρωτιούνται αν είχαν το απαιτούμενο κεφάλαιο για να ξεκινήσουν μια τέτοια ζωή ή αν ήξεραν αρκετή αριθμητική για να τη συνεχίσουν, αν υποθέσουμε πως την ξεκινούσαν. Γι' αυτούς ένα τέτοιο
ενδεχόμενο έμοιαζε σαν να επρόκειτο να οδηγήσουν ένα πλοίο χωρίς πυξίδα, χωρίς να βλέπουν στεριά και λιμάνι. Κι έτσι υποθέτω ότι
εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τη ζωή γενναία, με τον τρόπο που
το έκαναν πάντα, με νύχια και με δόντια, αφού δεν έχουν τη δεξιότητα που απαιτείται ώστε να σπάσουν τις γιγάντιες κολόνες της,
καρφώνοντας πρώτα κάποια μικρή σφήνα κι ανοίγοντάς τες έπειτα
σιγά σιγά. Θεωρούν ότι πρέπει να αντιμετωπίζουν τη ζωή με σκληράδα, όπως κόβει κανείς τα γαϊδουράγκαθα. Όμως πολεμούν έχοντας ένα μεγάλο μειονέκτημα. Καημένε Τζον Φιλντ! Ζεις χωρίς ικανότητες στην αριθμητική, γι' αυτό και αποτυγχάνεις.
«Ψαρεύεις καμιά φορά;» τον ρώτησα. «Α, βέβαια, πιάνω πού και
πού μερικά, όποτε πάω. Πιάνω πρώτης τάξεως πέρκες». «Τι βάζεις
για δόλωμα;» «Πιάνω κυπρίνους με δόλωμα σκουλήκια και μ' αυτούς δολώνω τις πετονιές για τις πέρκες». «Αντε, ώρα να φύγεις,
Τζον», του είπε τότε η γυναίκα του, με πρόσωπο λαμπερό και γεμάτο ελπίδα. Όμως ο Τζον δεν ήθελε.
Η νεροποντή είχε πια σταματήσει και το ουράνιο τόξο που είχε
φανεί στα ανατολικά, πάνω από το δάσος, υποσχόταν ένα βράδυ χωρίς άλλη κακοκαιρία. Αποφάσισα λοιπόν να αποχαιρετήσω κι εγώ
την οικογένεια. Μόλις βγήκα από το καλύβι ζήτησα να μου δώσουν
ένα τάσι για να πιω νερό, ελπίζοντας να δω και το πηγάδι, ολοκληρώνοντας έτσι τον έλεγχο του αρχοντικού των Φιλντ. Αλίμονο! Το
πηγάδι ήταν σχεδόν άδειο και γεμάτο άμμο, το σκοινί είχε σπάσει
και ο κουβάς είχε μείνει στον πάτο - αδύνατο να ξανανέβει. Εν τω

276

WALDEN

μεταξύ διάλεξαν ένα δοχείο, έβρασαν λιγο νερό και έπειτα από συμβούλιο και αρκετή καθυστέρηση το έδωσαν στο διψασμένο μουσαφίρη - χωρίς να περιμένουν να κρυώσει ή να κατακαθίσει το ίζημα. Αυτός ο χυλός τους κρατά στη ζωή εδώ, είπα μέσα μου. Κλείνοντας τα
μάτια και εμποδίζοντας τους κόκκους που αιωρούνταν στο νερό να
μπουν στο στόμα μου με ένα δεξιοτεχνικό χειρισμό της κούπας, ήπια
όσο χρειαζόταν για να μη δείξω ασέβεια προς τη φιλοξενία τους. Σε
ό,τι έχει να κάνει με καλούς τρόπους δεν είμαι καθόλου σιχασιάρης.
Καθώς έφευγα από το σπίτι του Ιρλανδού μετά τη βροχή, βαδίζοντας ξανά προς τη λίμνη, η λαχτάρα μου να πιάσω ψάρια, να περπατήσω σε χωράφια, έλη και βαλτότρυπες, σε μέρη παντέρημα και
άγρια, μου φάνηκε για μια στιγμή ασήμαντη για έναν άνθρωπο σαν
εμένα, που τον είχαν στείλει στο σχολείο, που είχε βγάλει το κολέγιο. Κατηφορίζοντας όμως το λόφο προς τη δύση, όπου κοκκίνιζε ο
ουρανός, με το ουράνιο τόξο πάνω από τον ώμο μου και με κάποιους
απόμακρους ήχους σαν κουδούνισμα να φτάνουν στα αυτιά μου μέσα από τον εξαγνισμένο από τη βροχή αέρα, κι εγώ δεν ξέρω από
πού, μου φάνηκε πως άκουσα το Καλό Πνεύμα μου να μου λέει: πήγαινε ψάρεψε και κυνήγησε, μακριά, κάθε μέρα όλο και μακρύτερα.
Ξεκουράσου στις όχθες πολλών ρεμάτων και δίπλα σε πολλά παραγώνια χωρίς φόβο και αμφιβολίες. Και ενθυμού τον Πλάστην σου εν
ταις ημέραις της νεώτητός σου.* Ξύπνα ελεύθερος από ανησυχίες
την αυγή και βγες σε αναζήτηση περιπετειών. Άφησε το μεσημέρι να
σε βρει σε άλλες λίμνες και τη νύχτα να σε προλάβει στο σπίτι σου,
όπου κι αν τύχει να βρεθείς. Δεν υπάρχουν μεγαλύτερα λιβάδια από
αυτά εδώ, δεν υπάρχουν πιο αξιόλογα παιχνίδια από αυτά που μπορούν να παιχτούν εδώ. Γίνε άγριος, ανάλογα με τη φύση σου, όπως
αυτό το σπαθόχορτο και αυτά τα χαμόκλαδα, που ποτέ δεν πρόκειται να γίνουν αγγλικό τριφύλλι. Ας βροντά όσο θέλει ο κεραυνός. Τι
κι αν απειλεί να καταστρέψει τη σοδειά του γεωργού; Δεν είναι δική
σου υπόθεση. Βρες καταφύγιο κάτω από τα σύννεφα, την ώρα που οι
λησιαστής, 12:1. {Σ.τ.Μ.)

άλλοι
τρέχουν

TO ΑΓΡΟΚΤΗΜΑ ΜΠΕΪΚΕΡ

277

να κρυ(ρτοΰν κάτω από τα κάρα και τις σκεπές. Μην αφήσεις το βιοπορισμό να γίνει δουλειά, αλλά φρόντισε να είναι για σένα πάντα
διασκέδαση. Απολάμβανε τη γη, χωρίς να την κατέχεις. Οι άνθρωποι είναι αυτό που είναι επειδή τους λείπουν η τόλμη και η πίστη:
πουλάνε κι αγοράζουν και περνούν τις ζωές τους σαν είλωτες.
Ω, αγρόκτημα Μπέικερ!
«Ένα τοπίο όπου το πιο πλούσιο στοιχείο
είναι το αθώο φως του ήλιου»

«Κανείς δεν τρέχει να γλεντήσει
στο λειμώνα σου, που περιφράσσει
η σιδηροτροχιά»

«Τίποτα δεν έχεις να χωρίσεις με κανέναν,
κανένα ερώτημα δε σε μπερδεύει
και είσαι ήμερος στο πρώτο αντίκρισμα όπως τώρα,
ντυμένος με το απλό σου, καστανέρυθρο πανωφόρι»

«Ελάτε όσοι αγαπάτε
κι εσείς οι άλλοι που μισείτε,
παιδιά του Ιερού Περιστεριού
και όλοι εσείς οι Γκάι Φοξ* του κράτους,
και κρεμάστε τις συνωμοσίες
από των δέντρων τα γερά κλαδιά!»

Οι άνθρωποι γυρίζουν πειθήνια στο σπίτι τους το βράδυ από το
διπλανό χωράφι ή από τον παρακάτω δρόμο, εκεί που τους στοιχειώνουν οι αντίλαλοι του σπιτικού τους, και η ζωή τους μαραζώνει,
αφού εισπνέει ξανά και ξανά την ίδια της την ανάσα. Οι σκιές τους,
* Guy Fawkes (1570-1606): Άγγλος καθολικός που εκτελέστηκε έπειτα από απόπειρα βομβιστικής επίθεσης στο κοινοβούλιο. (Σ.τ.Μ)

278

WALDEN

πρωί και βράδυ, φτάνουν πιο μακριά από εκει όπου τους οδηγούν
καθημερινά τα βήματά τους. Κάθε μέρα θα έπρεπε να γυρίζουμε
σπίτια μας από μακριά, από περιπέτειες και κινδύνους και νέες ανακαλύψεις, με νέες εμπειρίες και νέο χαρακτήρα.
Πριν προλάβω να φτάσω στη λίμνη, μια παρόρμηση είχε κάνει
τον Τζον Φιλντ να αλλάξει γνώμη και να τρέξει κοντά μου, εγκαταλείποντας τη δουλειά του για το υπόλοιπο του απογεύματος. Όμως ο
κακομοίρης το μόνο που κατάφερε ήταν να ενοχλήσει μερικά ψαράκια, ενώ εγώ έπιασα αρκετά. Η τυχη του έφταιγε, είπε. "Οταν όμως
αλλάξαμε θέσεις στη βάρκα, φάνηκε να αλλάζει και η τυχη του.
Καημένε Τζον Φιλντ - ελπίζω να μη διαβάζει αυτές τις γραμμές,
εκτός κι αν πρόκειται να τον βοηθήσουν να βελτιωθεί - που νόμιζες
ότι μπορείς να ζήσεις με τον τρόπο του παλιού κόσμου σ' αυτό τον
πρωτόγονο νέο κόσμο, πιάνοντας πέρκες με δόλωμα κυπρίνους! Κάποιες φορές, το παραδέχομαι, είναι καλό δόλωμα. Με τους ορίζοντές του κατάδικους του, αλλά παρ' όλα αυτά άνθρωπος φτωχός,
γεννημένος για να είναι φτωχός, με την κληρονομημένη ιρλανδική
του ένδεια ή την ενδεή του ζωή, με τους απαρχαιωμένους και άξεστους τρόπους των βάλτων, καταδικασμένος να μην ανυψωθεί ποτέ
στον κόσμο αυτό, οΰτε αυτός οΰτε οι απόγονοί του, ώσπου τα αργόσυρτα, βαριά και αδέξια πόδια τους να βγάλουν ορτερά στις φτέρνες.

ΥΨΗΛΟΤΕΡΟΙ ΝΟΜΟΙ

Καθώς γυρνούσα σπίτι μέσα από το δάσος, με την αρμαθιά τα ψάρια
μου στο χέρι και με το καλάμι μου στον ώμο, διέκρινα μέσα στο σκοτάδι μια μαρμότα να διασχίζει στα κλεφτά το μονοπάτι μου. Ένιωσα
μια ξαφνική, παράξενη και άγρια χαρά, μου ήρθε να αρπάξω το ζώο
και να το καταβροχθίσω ζωντανό. Δεν πεινούσα, η μόνη πείνα που
ένιωθα ήταν για την αγριότητα που εκπροσωπούσε. Μια δυο φορές
ωστόσο, τον καιρό που ζοΰσα στη λίμνη, θυμάμαι τον εαυτό μου να
τριγυρίζει στο δάσος με μια παράξενη αποχαλίνωση, σαν λιμασμένο
σκυλί, και να ψάχνει κάποιο κυνήγι για να καταβροχθίσει. Τις στιγμές εκείνες δεν υπήρχε τίποτε που να το έβρισκα υπερβολικά άγριο
για φάγωμα. Οι πιο πρωτόγονες σκηνές μου είχαν γίνει κατά ανεξήγητο τρόπο οικείες. Όπως οι περισσότεροι άνθρωποι, έβρισκα, και
εξακολουθώ να βρίσκω, μέσα μου ένα ένστικτο που με σπρώχνει
προς μια υψηλότερη ή, όπως την ονομάζουν, πνευματική ζωή και ένα
άλλο που με σπρώχνει προς μια ζωή πρωτόγονη, οργιαστική και
άγρια. Τα αντικρίζω και τα δυο με ευλάβεια. Δεν αγαπώ το άγριο λιγότερο από το καλό. Η αγριάδα και η περιπέτεια του ψαρέματος,
για παράδειγμα, εξακολουθούν να με κάνουν να έχω σε υπόληψη το
πρώτο. Κάποιες φορές μου αρέσει να ζω τη ζωή με ακραίο τρόπο
και να περνώ μια μέρα όπως την περνά ένα ζώο. Τσως αυτό να οφείλεται στο ότι πολύ νέος ασχολήθηκα με το ψάρεμα και το κυνήγι,
που ήταν και η πιο στενή επαφή που είχα ποτέ με τη Φύση. Και οι
δύο αυτές δραστηριότητες μας φέρνουν από νωρίς σε επαςρή με ένα

280

WALDEN

περιβάλλον το οποίο αλλιώς θα γνωρίζαμε ελάχιστα στην ηλικία αυτή. Οι ψαράδες, οι κυνηγοί, οι ξυλοκόποι και όσοι άλλοι περνούν τη
ζωή τους στα λιβάδια και στα δάση, που κατά έναν ιδιαίτερο τρόπο
αποτελούν και οι ίδιοι κομμάτι της Φύσης, συχνά βρίσκονται σε πιο
ευνοϊκή θέση να την παρατηρήσουν, στα διαλείμματα της εργασίας
τους, απ' ό,τι οι φιλόσοφοι ή οι ποιητές ακόμα, οι οποίοι την πλησιάζουν γεμάτοι προσδοκίες. Η ίδια δε φοβάται να εκτεθεί απέναντι σε
κανέναν. Ο ταξιδιώτης γίνεται με φυσικό τρόπο κυνηγός όταν περνάει από τα λιβάδια, παγιδευτής θηραμάτων όταν (ρτάνει στα μεγάλα ποτάμια του Μισοΰρι και της Κολούμπια και ψαράς στους καταρράχτες της Σάντα Μαρία. Εκείνος που είναι μονάχα ταξιδιώτης και
τίποτε άλλο μαθαίνει τα πάντα μισά και από δεύτερο χέρι και δε γίνεται ποτέ ειδικός. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν για μας
όλα αυτά που αναφέρει η επιστήμη, τα οποία οι άνθρωποι εκείνοι
γνωρίζουν ήδη πρακτικά ή ενστικτωδώς, διότι αυτό μονάχα είναι
πραγματικά ανθρώπινο, μια και προέρχεται από την ανθρώπινη
εμπειρία.
Κάνουν λάθος όσοι λένε ότι οι Γιάνκηδες έχουν λίγες ευκαιρίες
ψυχαγωγίας επειδή δεν έχουν πολλές γιορτές και αργίες. Ο λόγος
που οι άνδρες και τα αγόρια δεν παίζουν τόσο πολλά παιχνίδια,
όπως κάνουν στην Αγγλία, είναι ότι εδώ οι πιο πρωτόγονες αλλά
και μοναχικές διασκεδάσεις όπως το κυνήγι, το ψάρεμα και άλλες
παρόμοιες δεν έχουν ακόμη δώσει τη θέση τους στα ομαδικά παιχνίδια. Σχεδόν όλα τα συνομήλικά μου αγόρια σε ολόκληρη τη Νέα
Αγγλία μεταξύ δέκα και δεκατεσσάρων ετών είχαν κρατήσει κι
από ένα όπλο κι είχαν πάει να κυνηγήσουν πουλιά. Και ο κυνηγότοπος ή ο ψαρότοπός τους δεν είναι περιορισμένοι, όπως τα καταφύγια θηραμάτων των Αγγλων ευγενών, αλλά πιο ανοιχτοί ακόμα
και από εκείνους του άγριου ιθαγενούς. Δεν είναι λοιπόν ν' απορεί
κανείς που δε μένουν πιο συχνά στα χωριά τους να παίξουν. Όμως
ήδη έχει αρχίσει να σημειώνετ