διαδρομές

Ν ο ητ ι κ έ ς

διαδρομές

στόν

χῶρο

τῆς

πίστης

Μηνιαῖο φυλλάδιο τοῦ Ἱ.Ν. Ἁγίας Τριάδος Πετρουπόλεως | Σουλίου 167 - Τηλ.: 210 5013108 | Τεῦχος 4ο - Ἰούλιος 2014
ierosnaosagiastriadospetroupoleos.blogspot.gr - agiatriadapetroupoleos.gr - facebook: agiatriadapetroupolis

Δρόμος δέν ὑπάρχει...
τόν δρόμο
τόν ἀνοίγουμε...
προχωρώντας
καί συγχωρώντας...

Οἱ γεωργοί καί ἡ ἄμπελος.
Μικρογραφία εἰκονογραφημένου
χειρογράφου, 11ος αἰ. μ.Χ.,
Ἐθνική Βιβλιοθήκη Παρισίων.

Ἡ γνωριμία μὲ τὸν Θεὸ

Τ

ὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως ἀπαντᾶ στὸ
«ποιὸς εἶναι ὁ Θεός
μας», ἂν ὅμως μᾶς ζητηθεῖ νὰ
ἀπαντήσουμε στὸ «τί εἶναι
ὁ Θεός μας», τί θὰ ποῦμε;
Πόσο γνωρίζουμε ἤ πόσο μποροῦμε νὰ γνωρίσουμε
τί εἶναι ὁ Θεός; Καὶ αὐτὴν τὴν γνώση, τὴν ἔστω
καὶ σχετική, ὅπως ἔχουμε γράψει παλαιότερα,
πῶς μποροῦμε νὰ τὴν ἀποκτήσουμε;
Τόσο ἀπὸ τὶς Γραφές, ἀλλὰ κυρίως ἀπὸ τὴν
διδασκαλία τῶν Πατέρων, γίνεται σαφὲς καὶ
ξεκάθαρο ὅτι ἡ μόνη ὁδὸς γνωριμίας μὲ τὸν Θεὸ
εἶναι ἡ πίστη. Ἡ πίστη προηγεῖται τῆς γνώσης
τοῦ Θεοῦ, εἶναι τὸ μέσο ποὺ ὁδηγεῖ στὴ γνώση
καὶ δὲν συμβαίνει τὸ ἀντίθετο. Γιὰ ποιὰ πίστη
ὅμως μιλᾶμε; Ὁ Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος μᾶς τὸ
διευκρινίζει: γιὰ «τὴν πίστιν τὴν ἐκ τοῦ φωτὸς
τῆς χάριτος ἀνατέλλουσαν ἐν τῇ ψυχῇ». Δηλαδὴ
ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ἐκείνη διὰ
τῆς ὁποίας ὁ ἄνθρωπος, πάντα μὲ ἐλεύθερη
βούληση, ἔρχεται στὴν πίστη ὥστε νὰ γνωρίσει
τὸν Θεό1. Μιὰ γνώση ὅμως ποὺ εἶναι καρδιακὴ
καὶ ὄχι νοητική. Εἶναι αὐτὸ ποὺ συνηθίσαμε νὰ
ὀνομάζουμε «βίωμα», δηλαδὴ ἐμπειρία. Ὅπως
ὅταν γνωρίζουμε ὅτι ἀγαπᾶμε κάποιον. Ἀγαπᾶμε
καὶ δὲν τὸ συμπεραίνει ὁ νοῦς μας ἐξαιτίας τῆς
ἑρμηνείας τῶν φαινομένων καὶ τῶν συμπεριφορῶν

Τὸ ὄφελος
τῆς νυχτερινῆς
προσευχῆς

λα τα ὑπόλοιπα ποὺ μπορεῖ νὰ ζοῦμε
δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ ἀληθινὴ πνευματικὴ
ζωὴ παρὰ μόνο ἐκφάνσεις αὐτῆς καὶ
ἴσως συνακόλουθα ἢ ἀπαραίτητες προϋποθέσεις
της. Τὸ σημαντικὸ δὲν εἶναι τό νὰ καταλάβουμε
ἀλλὰ νὰ ζοῦμε καὶ νὰ βιώνουμε αὐτὸ τὸ πνεῦμα.
Νὰ ἀναζητοῦμε, νὰ ἀγαπᾶμε τὸν τρόπο ἀγρυπνίας
καὶ βραδινῆς προσευχῆς, γιατί ἂν αὐτὴ τὴν
ἀγαπήσουμε πραγματικὰ τότε θὰ δοῦμε τὰ ὀφέλη
ποὺ φέρνει στὴ ζωή μας.
Ἐπειδὴ ὅμως ἡ προσευχὴ εἶναι δῶρο τοῦ
Παναγάθου Θεοῦ μας, μᾶς χορηγεῖται μόνο ἐντός
τῆς Ἐκκλησίας - Ἐνορίας - Ἐκκλησιαστικῆς
Κοινότητας. Χρειάζεται λοιπὸν ἡ νοοτροπία

μας, ἀγαπᾶμε καὶ ἁπλῶς τὸ γνωρίζει ἡ καρδιά
μας. Ἔχοντας λοιπὸν αὐτὴ τὴν καρδιακὴ γνώση,
ἀπαντᾶμε στὰ ἐρωτήματα περὶ Θεοῦ ἀναλόγως
τῆς πίστεώς μας, μιᾶς πίστεως ἡ ὁποία μᾶς κάνει
γαλήνιους μαχητὲς τῆς ἀλήθειας, μιᾶς πίστεως
ποὺ γνωρίζει, ἀπὸ προσωπικὴ ἐμπειρία, τὴν
ὑπομονὴ τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν φιλανθρωπία Του
ἡ ὁποία μᾶς δίνει χρόνο καὶ Χάρη ὥστε διὰ τῆς
πίστεως νὰ «γνωριστοῦμε» μαζί Του, ἐλεύθερα καὶ
ἀνυπόκριτα. Μιὰ φλογερὰ ἐρωτικὴ κατάσταση ἡ
ὁποία μᾶς ἀνταμώνει μὲ τὸ μυστήριό Του. Κι ἂν
μᾶς παραξενεύει ἡ λέξη «ἐρωτική», νὰ ἀναφέρουμε
ἐδῶ ὅτι:
Ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη
ἐκφράζεται μὲ τὸ ρῆμα ‫( יִדּﬠ‬γιαδὰ = γνωρίζω).
Δὲν δηλώνει ὅμως τὸ ρῆμα αὐτὸ γνώση γιὰ τὸν
Θεὸ ποὺ ἀποκτήθηκε θεωρητικά, ἀλλὰ γνώση
καρδιακή, λατρεία Θεοῦ. Σημαίνει ζωὴ μὲ τὸν Θεό,
ἀφοῦ καὶ τὴν ἕνωση τοῦ ἀνδρογύνου ἡ Παλαιὰ
Διαθήκη τὴν ἐκφράζει πάλι μὲ αὐτὸ τὸ ρῆμα
(Γεν. 4, 1)2. Ἐπίσης τὸ ρῆμα «γινώσκω = γνωρίζω»
χρησιμοποιεῖ ἡ Παρθένος Μαρία κατὰ τὸν Εὐαγγελισμὸ λέγοντας «ἄνδρα οὐ γινώσκω» (Λκ. 1, 34)
ὅταν ἀπαντᾶ στὸν Ἄγγελο ποὺ τῆς λέει ὅτι θὰ
γεννήσει γιό. Τὸ ἴδιο ποὺ χρησιμοποιοῦμε ὡς καὶ
σήμερα, σὲ κάποιες περιπτώσεις, ἀναφερόμενοι
στὴν σεξουαλικὴ σχέση ἀνδρὸς καὶ γυναικός.
Φυσικὰ νὰ ποῦμε ὅτι τὸν Θεὸ τὸν γνωρίζουμε

καὶ ἰδεολογία μας νὰ μᾶς ἑνώνει στὸ σῶμα τῆς
Ἐκκλησίας δηλαδὴ στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ.
Μὲ κοινὰ παλαίσματα, κοινὴ ἄσκηση, κοινὴ
ἀγωνιστικότητα, κοινὸ μόχθο, κοινὸ δάκρυ ὅλων
μαζὶ ἀλλὰ καὶ τοῦ καθενὸς χωριστά. Μέσα ἀπὸ
αὐτὸ θὰ ἔλθουν τὰ δωρήματα τὰ κοινά τοῦ Ἁγίου
Πνεύματος ποὺ ὅμως ἐκφράζονται ποικιλότροπα
καὶ διαφορετικὰ. Γιατί τὸ Πανάγιο Πνεῦμα, ἐνῶ
βλέπει καὶ ξέρει τὸν κοινὸ ἀγώνα χορηγεῖ στὸν
καθένα ξεχωριστὰ αὐτὸ ποὺ χρειάζεται στὴ ζωή
του. Αὐτὸ δίνει καθένα δώρημα κατὰ τὸ μέτρον
τῆς ἡλικίας καθενός, σύμφωνα μὲ τὴν πνευματικὴ
κατάσταση καὶ διάθεσή του.
Μέσα ἀπ' αὐτὴν τὴν κατάσταση, τὴν ἡσυχία,
φτάνουμε στὴν συναίσθηση καὶ δουλεύουμε
τὴ μετάνοια, ὁπότε μέσα σὲ αὐτὴ ἀφηνόμαστε
ὁλοκληρωτικὰ στὸ Θεό. Ἀσχέτως πόσο πολὺ ἢ
λίγο ἁμαρτωλὸς εἶναι κανείς, ἐγκληματίας ἢ ἅγιος,
διότι ὑπάρχουν ἄνθρωποι τῆς ἁμαρτίας ποὺ διὰ
τῆς μετανοίας ἔλαβαν ἐκπληκτικὰ χαρίσματα.
Τὸ πρῶτο καὶ βασικὸ χαρακτηριστικὸ ποὺ

ὄχι «δι’ ἀνακαλύψεως» ἀλλὰ «δι’ ἀποκαλύψεως».
Μᾶς ἀποκαλύπτει τὴν ὕπαρξή του εἴτε διὰ τῆς
φυσικῆς ἀποκαλύψεως, μὲ τὴν δημιουργία καὶ
τὴν διακυβέρνηση τοῦ Κόσμου, τὴν παρουσία Του
στὶς ἀνθρώπινες συνειδήσεις καὶ τὴν ἱστορία, εἴτε
μέσα στὸ χρόνο μὲ τὴν ὑπερφυσικὴ ἀποκάλυψη
τῆς δόξας Του ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ ὡς τὴν ἐν Χριστῷ
Θεία σάρκωση3. Καὶ βεβαίως νὰ σημειώσουμε ὅτι
αὐτὸ ποὺ μποροῦμε νὰ γνωρίσουμε ἀπὸ τὸν Θεὸ
δὲν εἶναι ἡ οὐσία, δηλαδὴ ἡ φύση Του, ἀλλὰ ἡ
ὕπαρξή Του, οἱ ἰδιότητες καὶ οἱ ἐνέργειές Του.
Διότι ὡς δημιούργημα ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ
νὰ γνωρίσει καὶ νὰ κατανοήσει τὴν φύση τοῦ
Δημιουργοῦ ἀφοῦ δὲν μετέχει σ’ αὐτήν, δηλαδὴ
δὲν τὴν μοιράζεται4.
Ἑλένη Λιντζαροπούλου
Θεολόγος

1. Οὔτε οὖν Πνεῦμα Ἅγιον λαμβάνει τις, μή ἀποκαλυπτόμενον καί ὁρώμενον νοερῶς, οὔτε ἀποκάλυψιν βλέπει,
εἰ μή ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι φωτισθῇ, οὔτε πιστός τελείως
δύναται λέγεσθαι, εἰ μή τό τοῦ Θεοῦ Πνεῦμα λάβῃ, καθώς
τῇ Σαμαρείτιδι ἔλεγεν ὁ Χριστός· «Ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος
οὗ ἐγώ δώσω αὐτῷ, οὐ μή διψήσῃ πώποτε, ἀλλά γενήσεται
ἐν αὐτῷ πηγή ὕδατος ἀλλομένου εἰς ζωήν αἰώνιον», Συμεὼν
ὁ Νέος Θεολόγος, Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος.
2. Σεβ. Ἱερεμίου Φούντα Μητρ. Γόρτυνος Μεγαλουπόλεως,
Διδασκαλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης περί Θεοῦ, τμ Β,
Καλαμάτα 2006.
3. Πολεμερῶς καὶ πολυτρόπως πάλαι ὁ Θεὸς λαλήσας
τοῖς πατράσιν ἐν τοῖς προφήταις, ἐπ᾿ ἐσχάτου τῶν ἡμερῶν
τούτων ἐλάλησεν ἡμῖν ἐν υἱῷ, (Εβρ. 1,1)
4. Ὡς πρός τούτο ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός λέγει:
«Ἄπειρον τό θεῖον καί ἀκατάληπτον· καί τοῦτο μόνον
αὐτοῦ καταληπτόν, ἡ ἀπειρία καί ἀκαταληψία».

πρέπει νὰ λάβουμε μέσα ἀπ' τὴ βραδινὴ προσευχὴ
καὶ ἀγρυπνία ὡς ὠφέλεια εἶναι ἡ γαλήνη καὶ ἡ
χαρά. Ἡ χαρὰ αὐτὴ ἔρχεται ὅταν βρισκόμαστε
ἐνώπιόν του Κυρίου μας, μέσα στὸ σκοτάδι τῆς
ἀγρυπνίας πρέπει νὰ ἀντικρίζουμε μόνον Ἐκεῖνον
καὶ αὐτὸ πραγματικὰ νὰ ἐπιθυμοῦμε καὶ νὰ
ἐπιδιώκουμε. Σκεφτεῖτε ὅταν Αὐτὸς ὁ Κύριος μας
θελήσει καὶ μᾶς ἀποκαλυφθεῖ, ὅπως Ἐκεῖνος
ξέρει, μὲ τὸ δικό του τρόπο ἥσυχα καὶ ἀθόρυβα,
τί χαρὰ θὰ νιώσουμε σ' ὅλο μας τὸ εἶναι. Τὸ
ἐπακόλουθο θὰ εἶναι νὰ τὸ ἐκφράσουμε μὲ τὴ
δική μας εὐγνωμοσύνη στὸ πρόσωπό Του γιὰ τὸ
δῶρο Του αὐτό.(συνεχίζεται).
Πρωτοπρ. π. Ἀντώνιος Μπαφαλοῦκος

Συντακτική ὁμάδα

> Ὁμάδα Νεότητας
Ἁγίας Τριάδος Πετρουπόλεως
> π. Σπυρίδων Ἀργύρης

ἐνοριακά
Γιά ὅλα
φταίει
ὁ ἱερέας...

να ἀπὸ τὰ πρῶτα μεταπτωτικὰ συναισθήματα ποὺ
γεννήθηκαν στὴν ἀνθρώπινη ψυχή, εὐθὺς μετὰ τὴν πτώση τῶν
πρωτοπλάστων, ἦταν καὶ εἶναι ἀκόμη ἡ συνήθης εὐχάριστη
ψυχικὴ τάση... νὰ ἐντοπίζουμε πάντα τὶς εὐθύνες στὸ πεδίο τοῦ ἄλλου.
Βέβαια ὅταν μιλᾶμε γιὰ δικαιώματα, αὐτὰ πάντα εἶναι δικά μας!
Ἔτσι εἶναι σύνηθες τό φαινόμενο τῆς ὕπαρξης τῶν λεγομένων
ἀνευθυνοϋπεύθυνων, δηλαδή αὐτῶν ποὺ λαμβάνουν ἀφ’ ἑαυτῶν τὸ
δικαίωμα νὰ ἀνακατεύονται ἐπὶ παντὸς ἐπιστητοῦ καὶ νὰ ὑποδεικνύουν
ἀνενδοιάστως λύσεις  γιὰ κάθε τί. Σὰν ὅμως ἔρθει ἡ ὥρα τῆς εὐθύνης ἐκεῖ
«τὴν κάνουν» μὲ γοργὰ πηδηματάκια καὶ γίνονται ἀόρατοι σὰν τὸν ἄνεμο.
Ἄς παραδεχτοῦμε ὅτι καὶ μέσα στὸν  θρησκευτικὸ χῶρο, ὡς συγκοινωνὸν
δοχεῖο τοῦ κόσμου τούτου, πληθαίνουν τέτοια φαινόμενα εἰς βάρος πάντα
ἀθώων καὶ ἁπλῶν Ἱερέων. Ὅπως γράφει καὶ ὁ σπουδαῖος  π. Φιλόθεος
Φάρος, τοὺς  κληρικοὺς τοὺς θέλει ἡ κοινωνία «νὰ τελοῦν ἀκολουθίες,
νὰ μοιράζουν δέματα σὲ ἀπόρους, νὰ χαμογελοῦν σεμνότυφα, νὰ μιλοῦν
ἁπαλὰ καὶ χαμηλόφωνα, νά μήν λένε κάτι ποὺ μπορεῖ νὰ ταράξει, νὰ
εἶναι ἀβλαβεῖς ὅσο πρωτοχρονιάτικος ἁγιοβασίλης καὶ ἐπίμαχοι ὅσο ὁ
ταχυδρόμος» (ΠΑΠΑΔΟΣΥΝΗΣ-ΜΟΡΦΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΜΟΡΦΩΣΗ ἔκδ.
Ἁρμός), μὲ λίγα λόγια τοὺς ἀξιώνουν κάποιοι οὐσιαστικὰ ὡς ἀμέτοχους
στὸ γίγνεσθαι τῆς ἱστορίας, δίχως δικαιώματα στὸ πῶς θὰ διαμορφώσουν
ἀκόμη καὶ δυναμικὰ καὶ ριζοσπαστικά τὸ ποιμαντικὸ καὶ ἐνοριακό τους
ἔργο, μὲ λίγα λόγια νὰ ἀποτελοῦν ἁπλὰ διακοσμητικὰ μπιμπελὸ στὴν
Θρησκευτικὴ βιτρίνα.
Τότε παράλληλα καὶ αὐτοβούλως, στὸ δημιουργηθὲν κενὸ, γίνονται
αὐτοδικαίως ὅλοι ρυθμιστὲς τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, ἀπὸ τοὺς
ἀνθρώπους τοῦ θρησκευτικοῦ ὑπόκοσμου καὶ τῶν μηχανορραφιῶν,
τὴν  κυρὰ-καντηλανάφτισσα τῆς ἐκκλησιᾶς ποὺ ἐκτελεῖ διὰ τῆς γλώσσης
καὶ χρέη νεκροθάφτου, τὸν ἀνεπίτρεπτο ἐπίτροπο ποὺ ἔρχεται στὸν Ναὸ
κάθε Πάσχα καὶ Λαμπρή, τὸν καφετζὴ τῆς γειτονιᾶς, μέχρι καὶ τὴν κυρία
μὲ τὰς καμελίας της ὅπου καταπιάνει «ἐλέω Θεοῦ» κάθε Κυριακὴ στὴν
λειτουργιὰ πρῶτο «τραπέζι» σολέα.
Ἐντούτοις στὸ πλαίσιο ὅμως τῶν ἐνοριακῶν εὐθυνῶν, ὁ καϋμένος ὁ
Ἱερέας, εἶναι πάντα ὁ νόμιμος ἐκπρόσωπος τῆς Ἐνορίας, ὡς Νομικὸ
Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου μὲ ὅλες τὶς ποινικὲς καὶ ἀστικὲς εὐθύνες ποὺ
αὐτὸ κομίζει στὶς πλάτες τοῦ ἁπλοῦ ποιμένους, ὁ ὁποῖος ὅταν τὸ φέρει
«ἡ στραβή», ὃ μὴ γένοιτο, μπορεῖ νὰ φτάσει ἀκόμη καὶ στὴν φυλακὴ,
παρατώντας τὴν Οἰκογένειά του στὸν δρόμο καὶ περνώντας μέσα ἀπὸ
τὸν Γολγοθὰ τῶν δικαστηρίων μὲ ὅλες τὶς ψυχοκτόνες διαμάχες «ἐν μέσῳ
δυὸ ληστῶν» γιὰ ὁποιαδήποτε παρατυπία.
Θέλεις ἡ φωτιὰ πού ἔπιασε στὸ τάδε ξωκκλήσι ἀπὸ ἕνα καντήλι πού
λησμονήθηκε ἀναμένο; ἀπὸ τὸ κεραμίδι ποὺ ἔπεσε ἀπὸ τὸν Ναὸ καὶ
χτύπησε ἕνα περαστικὸ; θέλεις ἡ καμπάνα ποὺ χτύπησε καὶ ἐνόχλησε
τοὺς μηνύοντες γειτόνους; θέλεις ἀπὸ τὴν ἀπλήρωτη ἐφορία, ἀφοῦ τὰ
παγκάρια  πλέον αἱμορραγοῦν κ.ἄ. Ὅλα αὐτὰ καὶ ἄλλα, μποροῦν νὰ
σύρουν στὰ δικαστήρια καὶ νὰ ἐξωντόσουν τὸν Ἱερέα, ἀμαυρώνοντας τὸ
ποινικό του μητρῶο, χάνοντας γιὰ πάντα τὴν Ἱερατική του ἀξιοπρέπεια καὶ
ὑστεροφημία καὶ τιμωρούμενος σὲ μία ἀπερίγραπτη ἄνευ προηγούμενου
ταλαιπωρία.
Τότε ὡς διὰ θαύματος ὅλοι οἱ ἀνευθυνοϋπεύθυνοι ἐξαφανίζονται
«ἀνακρούοντας πρύμναν» καὶ ρίχνοντας μὲ μανία τὸν λίθο τοῦ
ἀναθέματος στὸν ὑπεύθυνο-ἀνεύθυνο Ἱερέα γιὰ ἀδιαφορία, ἀβελτηρία
καὶ ἐπιπολαιότητα.
Καὶ ἡ ζωὴ συνεχίζεται εἰς δόξαν καὶ εὐτυχίαν πάντων τῶν εὐθυνόφοβων
ἀνευθυνοϋπευθύνων...
2

παπὰ-Λίβυος

Γράφει ὁ π.Διονύσιος Ταμπάκης

Ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ
δὲν δηλώνεις ἀλλὰ φαίνεσαι....

νθρωπος τοῦ Θεοῦ δὲν δηλώνεις ἀλλὰ φαίνεσαι. Ἔχουμε κουραστεῖ
ἀπὸ τοὺς δῆθεν. Ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ αὐτοπροβάλλονται ἔστω καὶ
«ταπεινῶ τῷ τρόπῳ». Αὐτοὺς ποὺ πίσω ἀπὸ τὸ χαμόγελο κρύβουν
ἀκονισμένα γιὰ κατάκριση καὶ «ἱερὲς» μάχες δόντια.
Ὅλους αὐτοὺς ποὺ χρησιμοποιοῦν τὴν ἐκκλησία γιὰ νὰ διαμορφώσουν
ἕνα προφὶλ πνευματικότητας ὥστε νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν αἴσθηση δύναμης
ποὺ δὲν βρῆκαν στὸ κόσμο.
Στὴν ἐκκλησία δὲν σώζεται ὁ ἰσχυρός, ὁ τέλειος, ὁ καπάτσος, ὁ
καταφερτζής, ἐκεῖνος ποὺ τὰ κατάφερε, ποὺ νίκησε, ποὺ ἐξυψώθηκε,
ἀλλὰ ἐκεῖνος ποὺ ταπεινώθηκε, ποὺ πόνεσε, ποὺ δυσκολεύτηκε, ποὺ
ταλαιπωρήθηκε, λαβώθηκε καὶ στὴν ἀγάπη ἀναστήθηκε.
Ἡ ἐκκλησία ἀνήκει στοὺς ταπεινοὺς αὐτοῦ τοῦ κόσμου, σὲ αὐτοὺς
ποὺ ζοῦν στὰ ἀζήτητα τῆς ἐξουσίας καὶ τῆς δύναμης. Τῶν ὑπαρξιακὰ
λαβωμένων, ψυχικὰ κουρελιασμένων, ἐκείνων ποὺ ἔγλειψαν τὰ πατώματα
τῆς προσωπικῆς τους μοναξιᾶς καὶ ὀδύνης καὶ αἰσθάνθηκαν τὴν ὁλικὴ
ἀπογύμνωση τῆς ὑπάρξεώς τους.
Κουραστήκαμε καὶ πολλὲς φορὲς λυγίσαμε, κλάψαμε καὶ πενθήσαμε
γιὰ μιὰ παραχάραξη καὶ παραμόρφωση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἤθους καὶ τῆς
χριστιανικῆς κατανόησης, ποὺ κρατᾶ τὸ περικάλυμμα τῆς παραδόσεως καὶ
χάνει μὲ ὑπαρξιακὰ ἐκκωφαντικὸ ἦχο τὴν οὐσία τῆς χριστιανικῆς ζωῆς.
Γιὰ ὅλους ἐκείνους ποὺ βαπτίζουν ἀρετὲς τὰ πάθη καὶ τὶς κακίες
τους. Αὐτοὺς ποὺ ζοῦν τὴν κατὰ Χριστῷ ζωὴ μὲ σκοπὸ καὶ στόχο, δίχως
ἀγάπη, ἔρωτα καὶ ἐλευθερία. Πού περιμένουν πάντα κάτι νὰ πάρουν,
ποὺ αἰσθάνονται ὅτι κάποιος πάντα τούς χρωστᾶ.
Δὲν εἶναι χριστιανικὰ στήθη αὐτὰ ποὺ μετροῦν τί δίνουν καὶ τί παίρνουν,
μὰ ἐκεῖνα ποὺ ἀγαποῦν δίχως νὰ περιμένουν.
Δὲν εἶναι χριστιανὴ ψυχὴ ἐκείνη ποὺ νιώθει αὐτοδικαιωμένη καὶ
ναρκισσιστικὰ ὁλοκληρωμένη στὴν ζάλη τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς θρησκευτικῆς
δικαίωσής της. Ὁ χριστιανὸς δὲν εἶναι δικαιωμένος, ἀλλὰ ἀγαπητικὰ
σωσμένος. Ἡ σωτηρία του, εἶναι καρπὸς ἀγάπης, καὶ ὄχι κατορθωμάτων.
Αἴσθηση καὶ ἐμπειρία ὅτι κάποιος μὲ ἀγαπάει πολὺ κι ἄς ἔχω τὰ χάλια
μου, κι ἄς εἶμαι ἀδύναμος καὶ ἄς μὴν ἔχω τίποτε νὰ καυχηθῶ πέρα τῆς
ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.
Ὁ παράδεισος δὲν εἶναι κατάκτηση ἀλλὰ δωρεά. Εἶναι καρπὸς σχέσης
καὶ ὄχι κατάκτηση ἰσχυρῶν καὶ ὑψηλῶν θρησκευτικῶν ἐπιδόσεων.
Δὲν σώζομαι ἐπειδὴ κάτι σπουδαῖο ἔκανα, ἀλλὰ ἐπειδὴ κάποιον
ἀγάπησα καὶ μὲ ἀγάπησε.
Ὅσο καὶ ἂν τὸ δηλώσεις ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, δὲν θὰ γίνεις, ἐὰν ἡ χαρὰ
καὶ ἡ εἰρήνη δὲν κατακλείσουν τὴν ὕπαρξή σου. Ἄς κάνουμε ὅσες νηστεῖες
θέλουμε, ἀγρυπνίες καὶ προσευχές, ἄς ἔχουμε Γέροντα τὸν πιὸ γνωστὸ
πνευματικό τῆς ὀρθοδοξίας, ἄς βγάλουμε ὅσες φωτογραφίες θέλουμε μὲ
στάρετς καὶ ὁσίους, ἡ χάρις δὲν θὰ ἔρθει ἐὰν δὲν σταματήσουμε νὰ τὴν
ζητοῦμε μὲ τὴν ἐσωτερικὴ ἀδιάγνωστη πολλὲς φορὲς σκοπιμότητα, νὰ
κτίσουμε τὴν εἰκόνα μας, τὸ αὐτοειδωλό μας, τὸ ἐγωιστικὸ θρησκευτικὸ
προφίλ μας. Γιὰ νὰ αἰσθανθοῦμε ὅτι κάτι καταφέραμε καὶ κάποιοι εἴμαστε.  
Ἡ χάρις δὲν ἐκβιάζεται, οὔτε ἐξαγοράζεται, δωρίζεται καὶ ἐκχέεται
ἀγαπητικὰ στοὺς ταπεινούς, ἀφανοῖς, πληγωμένους καὶ ἀγαπητικὰ
στραμμένους πρὸς τὸν Θεό. Ἐκείνους ποὺ ἀπογυμνώθηκαν καὶ
ξαρματώθηκαν ἀπό ὅλες τὶς αὐταπάτες τοῦ κόσμου, ὅλες τὶς δυνάμεις
καὶ ἐξουσίες, ἀπὸ ὅλα τά εἴδωλα ἀκόμη καὶ τὸ ἴδιου τους τοῦ ἑαυτοῦ.

3

3

ἀπόψεις

Οἱ θρῆσκοι ἄνθρωποι εἶναι
τὸ πιὸ ἐπικίνδυνο εἶδος μέσα στὴν ἐκκλησία 
Τοῦ Μητροπολίτη Λεμεσοῦ κ. Ἀθανασίου

Ἡ θεραπεία ἀπὸ τὴν ἀρρώστια τοῦ Φαρισαϊσμοῦ.
Ὁ Θεὸς νὰ σὲ φυλάει ἀπὸ τοὺς θρήσκους ἀνθρώπους...
Ἐπειδὴ εἴπαμε ἀπὸ χτὲς νὰ ποῦμε λίγα λόγια,
σήμερα ἔτσι λίγα θὰ σᾶς πῶ ἁπλῶς γιὰ νὰ μὴν
φανῶ ἀσυνεπής στὰ χθεσινά.
Σὰν συνέχεια ὅλων αὐτῶν τῶν πραγμάτων
διερωτᾶται κανεὶς ὅλα αὐτὰ γίνονται καὶ
ὅσα κάμνομε ,ἔτσι, τὰ προσκυνήματά μας, οἱ
λαμπάδες μας, οἱ ἀγρυπνίες μας, οἱ προσευχές
μας, οἱ νηστεῖες μας, οἱ ἐλεημοσύνες μας, ὅλα
ὅσα κάμνομε στὴν ζωὴ μας ποιὸ σκοπὸ ἔχουν
γιὰ ποιὸ λόγο τὰ κάνομε. Ἐδῶ ἡ ἀπάντηση σὲ
αὐτὸ τὸ ἐρώτημα εἶναι πολὺ σημαντικὴ γιατί
ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἀπάντηση ἐξαρτᾶται ἡ σωστὴ ἢ
ἡ μὴ σωστή πνευματική μας ζωή.
Νὰ σᾶς πῶ ἕνα παράδειγμα: Ρωτῶ τὰ παιδιὰ
στὶς κατασκηνώσεις ποὺ κάμνομε τώρα, ποιὰ
εἶναι ἡ πιὸ μεγάλη ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ. Ποιὰ εἶναι
ἡ πιὸ μεγάλη ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ παιδιά; Καὶ τὰ
παιδιὰ ὅλα, ὅλα, λένε διάφορες ἐντολές. Τὸ
νὰ μὴν κλέψεις, νὰ μὴν λὲς ψέματα, νὰ μὴν
ἀδικήσεις τὸν ἄλλο ἄνθρωπο, νὰ σέβεσαι τοὺς
γονεῖς σου, ξέρω ‘γω, νὰ ἀγαπᾶς τὸν πλησίον
σου ἀλλὰ κανένα παιδὶ δὲν ὑποπτεύθηκε ὅτι
καμία ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἐντολὲς δὲν εἶναι ἡ πρώτη
ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ.
Οἱ ἄνθρωποι νομίζουν ὅτι ἡ πρώτη ἐντολὴ
εἶναι τὸ νὰ ἀγαπᾶς τὸν πλησίον σου καὶ ὅταν
τοὺς ἔλεγα ὄχι παιδιὰ δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ πρώτη
ἐντολὴ τότε ἕνα παιδάκι λέει: Ναί, ναὶ ἐγὼ
τὴν ξέρω. Πoιά ἐντολὴ εἶναι; Τὸ αὐξάνεστε καὶ
πληθύνεστε. Οὔτε αὐτὴ βέβαια εἶναι ἡ ἐντολὴ
τοῦ Θεοῦ ἡ πρώτη, ἔτσι.
Ἡ πρώτη ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ μοναδικὴ
ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, ἔτσι, ἡ πρώτη καὶ ἡ μοναδική,
oἱ ἄλλες ὅλες εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἐντολῆς
αὐτῆς, εἶναι νὰ ἀγαπήσεις τὸν Θεὸ μὲ ὅλη σου
τὴν καρδιά. Ἐντολὴ πρώτη λέει ὁ Χριστὸς:
«Ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεό σου ἐξ ὅλης τῆς
ψυχῆς σου, ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου, ἐξ ὅλης
τῆς ἰσχύος σου καὶ  ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου».
Καὶ δεύτερη ἐντολή, δεύτερη ἐντολὴ ὅμοια
μὲ τὴν πρώτη, ἡ ὁποία βγαίνει μέσα ἀπὸ τὴν
πρώτη εἶναι τό νὰ ἀγαπήσεις τὸν πλησίον
σου. Τὰ ἄλλα ὅλα εἶναι ἀποτελέσματα. Ἂν
ἀγαπᾶς τὸν πλησίον σου δὲν τὸν κλέβεις, δὲν
τοῦ λὲς ψέματα, δὲν τὸν ἀδικεῖς, δὲν τοῦ πιάνεις
τὰ πράγματά του, δὲν ἐνοχλεῖς τὴν σύζυγό του,
δὲν ἐνοχλεῖς τὸ σπίτι του, δὲν τὸν κατακρίνεις,
ἔτσι, εἶναι ἀποτελέσματα τῆς πρώτης ἐντολῆς.
Καὶ τὸ νὰ ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου καὶ αὐτὸ
εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἐντολῆς τῆς πρώτης. Ἐὰν
ἀγαπᾶς τὸν Θεὸ δὲν εἶναι δυνατὸ  νὰ μὴν ἀγαπᾶς
τὸν πλησίον σου. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀγαπᾶ τὸν
Θεὸ ὡς φυσικὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀγάπης τοῦ
Θεοῦ ἔχει τὴν ἀγάπη εἰς τὸν ἀδελφό του.
Ἄρα, ἡ πρώτη καὶ μοναδικὴ ἐντολὴ τοῦ
Θεοῦ εἶναι τό νὰ ἀγαπήσουμε τὸν ἴδιο τὸν
Θεὸ μὲ ὅλη τὴν καρδιά μας. Ἑπομένως ὅ,τι
κάμνομε εἰς τὴν ἐκκλησία ἔχει αὐτὸ τὸ σκοπό.
Γιὰ αὐτὸ πήγαμε στὰ προσκυνήματα, γιὰ αὐτὸ
νηστεύομε, γιὰ αὐτὸ προσευχόμαστε, γιὰ αὐτὸ
ἐξομολογούμαστε, γιὰ αὐτὸ ἀνάβουμε κεριά,
γιὰ αὐτὸ διαβάζουμε τοὺς βίους τῶν ἁγίων, γιὰ

αὐτὸ κάμνομε τὰ πάντα. Γιὰ νὰ ἀγαπήσουμε
τὸν Χριστό.
Τώρα ποῦ εἶναι τὸ λάθος. Τὸ λάθος εἶναι
ὅτι δυστυχῶς λέμε ὅτι κάμνομε ὅλα αὐτὰ τὰ
πράγματα γιὰ νὰ γίνομε καλοὶ ἄνθρωποι, καὶ
καλύτεροι ἄνθρωποι, καὶ ἐδῶ εἶναι ἡ μεγάλη
ἀπάτη. Εἶναι τὸ σκαλὶ ποὺ σκοντάφτουμε
ὅλοι. Γιατί ἐὰν ἡ ἐκκλησία εἶχε σκοπὸ νὰ μᾶς
κάνει καλύτερους ἀνθρώπους τότε δὲν θὰ
ὑπῆρχε λόγος νὰ ἔχουμε προσωπικὴ σχέση μὲ
τὸν Χριστὸ οὔτε καὶ λόγος ὑπῆρχε νὰ ἔρθει
ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο. Γιὰ ποιὸ λόγο δὲν
μποροῦμε νὰ καταλάβουμε τοὺς ἁγίους νομίζετε.
Ἢ νὰ πῶ ἀκόμα πιὸ ἁπλὸ πρᾶγμα γιὰ ποιὸ λόγο
δὲν μποροῦμε νὰ καταλάβομε τοὺς ἀνθρώπους
ποὺ ἀγαποῦν τὸν Θεό.
Λέμε, καλὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ κάνεις αὐτὸ
τὸ πράγμα γιὰ νὰ σωθεῖς, γιὰ νὰ εἶσαι κοντὰ
στὸν Θεό. Εἶναι ἀνάγκη ξέρω ‘γω  νὰ πᾶς νὰ
βγεῖς στὰ βουνά; Νὰ πᾶς νὰ κάμεις ὅλα αὐτὰ
τὰ πράγματα. Ἀσφαλῶς ὄχι. Δὲν εἶναι ἀνάγκη.
Ὅμως ἐὰν καταλάβουμε ὅτι ἡ σχέση μας μὲ τὸ
Θεό, δὲν εἶναι σχέση ἁπλῶς [γιὰ] νὰ σωθοῦμε
ὅπως λέμε ἀλλὰ σχέση ἀγάπης τότε μόνο
μποροῦμε νὰ καταλάβουμε καὶ τοὺς ἁγίους γιὰ
ποιὸ λόγο ἔκαναν ὅλα αὐτὰ τά πράγματα, τὰ
ὁποῖα μὲ τὴν λογικὴ δὲν ἑρμηνεύονται. Διότι
ἡ ἀγάπη ὑπερβαίνει τὴν λογική. Ἀκόμα καὶ ἡ
κοσμικὴ ἀγάπη, ἔτσι [ὅπως] ἕνας ποὺ ἀγαπᾶ ἕνα
ἄλλο πρόσωπο, ἕνας ποὺ θέλει νὰ παντρευτεῖ
παραδείγματος χάριν καὶ ἀγαπᾶ τὴν σύζυγό
του, ἀγαπᾶ τὴν κοπέλα ποὺ θὰ πάρει ἢ ἡ
κοπέλα τὸν ἄνδρα κάνουν πράγματα τὰ ὁποῖα
δὲν στέκουν μεσ’ τὴν λογική. Ἐὰν τῆς πεῖς ἄς
ποῦμε ἢ ἂν τοῦ πεῖς ποιὰ εἶναι ἡ πιὸ ὄμορφη
κοπέλα τοῦ κόσμου μπορεῖ νὰ σοῦ πεῖ ὅτι εἶναι
ἡ κοπέλα ποὺ ἀγαπᾶ. Βέβαια τὴν βλέπει μὲ τὰ
δικά του μάτια. Τὰ δικά μας μάτια λένε ἄλλα
πράγματα ἢ ἂν τὴν ρωτήσεις ἐκείνη ποιὸς εἶναι ὁ
πιὸ καλὸς ἄνδρας θὰ σοῦ περιγράψει τὸν ἄντρα
ποὺ ἀγαπᾶ μὲ τὰ καλύτερα ἄς ποῦμε λόγια. Δὲν
βλέπει ἐλαττώματα δὲν βλέπει μειονεκτήματα
δὲν βλέπει ξέρω ‘γω τίποτα τὸ κακόν, γιατί ἡ
ἀγάπη ὑπερβαίνει αὐτὰ τὰ πράγματα.
Ἡ ἀγάπη δὲν μπαίνει μέσα στὰ καλούπια τῆς
λογικῆς. Ἡ ἀγάπη εἶναι πάνω ἀπὸ τὴν λογική.
Ἔτσι εἶναι καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀγάπη
τοῦ Θεοῦ ὑπερβαίνει τὴν λογική τῶν ἀνθρώπων.
Γιὰ αὐτὸ τὸ λόγο δὲν μποροῦμε νὰ κρίνουμε μὲ
λογικὰ κριτήρια τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἀγαποῦν
τὸν Θεό. Γιὰ αὐτὸ τὸ λόγο οἱ ἅγιοι κινοῦνταν μὲ
μιὰ δική τους λογική. Εἶχαν μίαν ἄλλη λογικὴ ὄχι
τὴν λογική τῶν ἀνθρώπων. Γιατί ἡ λογικὴ ἡ δική
τους ἦταν ἡ λογική τῆς ἀγάπης. Καὶ ἡ ἐκκλησία
δὲν μᾶς μαθαίνει νὰ γίνουμε καλοὶ ἄνθρωποι,
ὄχι, αὐτὸ εἶναι φυσικό, πρέπει νὰ γίνουμε, ἂν
δὲν γίνουμε καλοὶ ἄνθρωποι τί κάμαμε. Αὐτὰ
εἶναι τοῦ νηπιαγωγείου πράγματα. Ἡ ἐκκλησία
μᾶς μαθαίνει νὰ ἀγαποῦμε τὸν Χριστόν, δηλαδὴ
νὰ ἀγαποῦμε αὐτὸ τὸν πρόσωπο τοῦ Κυρίου
Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Μέσα στὴν ἐκκλησία ἀναπτύσσεται μία σχέση.

Προσωπικὴ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Χριστόν,
ὄχι μὲ τὴν διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, ἔτσι, ὄχι μὲ
τὸ Εὐαγγέλιο. Τὸ Εὐαγγέλιο εἶναι κάτι ποὺ
μᾶς βοηθᾶ νὰ φτάσουμε στὴν ἀγάπη τοῦ
Χριστοῦ. Ὅταν φτάσουμε στὴν ἀγάπη τοῦ
Χριστοῦ δὲν χρειάζεται τὸ Εὐαγγέλιο. Δὲν
χρειάζονται, τίποτα δὲν χρειάζονται. Αὐτὰ
σταματοῦν ὅλα. Μένει μόνο ἡ σχέση τοῦ
ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορὰ
τῆς ἐκκλησίας ἀπὸ τὴν θρησκεία.
Ἡ θρησκεία σὲ μαθαίνει νὰ κάνεις
τὰ καθήκοντά σου, ἔτσι, ὅπως ἦταν οἱ
εἰδωλολάτρες. Ἕνα παράδειγμα: ἐπήγαμε στὰ
προσκυνήματα, ἐπροσκυνήσαμε, ἐβάλαμε τὰ
λεφτά μας στὸ κουτί, ἀφήσαμε τὶς λαμπάδες
μας, τὰ λάδια μας, ξέρω ΄γῶ τὶς παρακλήσεις
μας, τὰ ὀνόματά μας, τὰ πρόσφορά μας,  τὰ
πάντα. Αὐτὰ εἶναι θρησκευτικὰ καθήκοντα.
Ἀλλὰ ἡ καρδιά μας δὲν ἄλλαξε καθόλου.
Τέλειωσε ἡ ὥρα τοῦ καθήκοντος εἴμαστε τὸ
ἴδιο ὅπως προηγουμένως. Ἕτοιμοι νὰ ἐπιτεθοῦμε
στὸν ἄλλο, ἕτοιμοι νὰ διαμαρτυρηθοῦμε ἐναντίον
τοῦ ἄλλου, ἕτοιμοι νὰ ΄μαστε ξινισμένοι πάλι
ὅπως προηγουμένως. Δὲν ἀλλάζει ἡ καρδιά
μας. Δὲν ἀποκτοῦμε τὴν σχέση μὲ τὸν Χριστό.
Γιατί ἁπλῶς ἀρκούμαστε στὰ καθήκοντα,
στὰ θρησκευτικὰ καθήκοντα.
Καὶ αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι νὰ ξέρετε, αὐτοὶ οἱ
ἄνθρωποι, οἱ θρῆσκοι ἄνθρωποι εἶναι τὸ πιὸ
ἐπικίνδυνο εἶδος μέσα στὴν ἐκκλησία. Αὐτοὶ
οἱ θρῆσκοι ἄνθρωποι εἶναι ἐπικίνδυνοι. Ὁ
Θεὸς νὰ μᾶς φυλάει ἀπ’αὐτούς. Ἔλεγε ἕνας
ἁγιορείτης ὅταν ἔκαμνα μιὰ φορὰ λειτουργία
καὶ λέγαμε: «Κύριε σῶσον τοὺς εὐσεβεῖς» λέει
ἀστειευόμενος «Κύριε σῶσον ἡμᾶς ἀπὸ τοὺς
εὐσεβεῖς» δηλαδὴ ὁ Θεὸς νὰ σὲ φυλάει ἀπὸ τοὺς
θρήσκους ἀνθρώπους, διότι θρῆσκος ἄνθρωπος
σημαίνει μιὰ προσωπικότης διεστραμμένη ἡ
ὁποία οὐδέποτε εἶχε προσωπικὴ σχέση μὲ τὸν
Θεό. Ἁπλῶς μόνον κάμνει τὰ καθήκοντά της
ἀπέναντί Του, ἀλλὰ καμιὰ σοβαρὴ σχέση δὲν
εἶχε γιὰ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς δὲν λέει αὐτὸν τὸν
ἄνθρωπο τίποτε. Καὶ σᾶς ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ ἀπὸ
τὴν πείρα μου ὅτι δὲν εἶδα χειρότερους ἐχθρούς
τῆς ἐκκλησίας ἀπὸ τοὺς θρήσκους ἀνθρώπους.
Ὅταν παιδιὰ θρήσκων ἀνθρώπων ποὺ μεσ’ τὴν
ἐκκλησία ἢ καὶ παπάδων ἀκόμα καὶ θεολόγων
καὶ ἀνθρώπων ποὺ κάνουν τοὺς θρήσκους καὶ
τοὺς πολλοὺς ἐδοκίμασαν τὰ παιδιά τους νὰ
γίνουν μοναχοὶ ἢ ἱερεῖς αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἔγιναν
χειρότεροι καὶ ἀπὸ δαίμονες. Ἐξανέστησαν
ἐναντίον τῶν πάντων. Ἔγιναν οἱ χειρότεροι
ἐχθροί τῶν ἀνθρώπων. Θυμᾶμαι γονεῖς ποὺ
ἔφερναν τὰ παιδιὰ τους εἰς τὶς ὁμιλίες καὶ ὅταν
τὸ παιδὶ τους κάποια στιγμὴ ἔκαμε ἕνα βῆμα
παραπάνω ἔγιναν οἱ χειρότεροι ἄνθρωποι ποὺ
ἔλεγαν τὰ χειρότερα λόγια. Καί ἐγὼ τοὺς λέω:
μὰ ἐσὺ ἔφερες τὸ παιδί σου στὴν ὁμιλία, δὲν τὸ
ἔφερα ἐγώ. Καὶ μιὰ φορά εἶπα σὲ ἕναν πατέρα
ὅταν ἔβλεπα ὅτι ἡ κόρη του, τέλος πάντων,
εἶχε ζῆλο στὴν ἐκκλησία τοῦ λέω: Κοίταξε μὴν
τὴν ξαναφέρεις στὴν ὁμιλία. Μὴν τὴν
3

ἀπόψεις
ξαναφέρεις νὰ τῆς μιλήσω διότι ἡ κόρη σου
θὰ γίνει μοναχὴ καὶ αὔριο θὰ σοῦ φταίω ἐγώ. 
Ὄχι πάτερ μου, ἀλοίμονο, ἐμεῖς σὲ λατρεύουμε.
Καὶ ἔγινε ἡ κόρη του μοναχὴ ἑφτὰ χρόνια καὶ
δὲν μοῦ μιλᾶ ἀκόμα. Ἄνθρωποι ποὺ δὲν ἔχαναν
ὁμιλία, ἔτσι,  δὲν ἔχαναν ὁμιλία. Ἦταν πάντοτε
οἱ πρῶτοι. Ὁμιλίες, ἀγρυπνίες, βιβλία, ξέρω ‘γῶ
τὰ πάντα. Καὶ ἔφερναν καὶ τὰ παιδιά τους καὶ
ὅταν ἦρθεν ἡ ὥρα ποὺ τὸ παιδὶ τους μέσα
στὴν ἐλευθερία του, τέλος πάντων, ἀποφάσισε
ἕναν δικό του δρόμο τότε οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ
ἔγιναν τελείως στὸ ἀντίθετο στρατόπεδο καὶ
ἀπέδειξαν ὅτι γιὰ αὐτοὺς ὁ Χριστὸς δὲν εἶχε
μιλήσει ποτὲ μὲς τὴν δική τους τὴν καρδιά.
Ἁπλῶς ἦταν θρῆσκοι ἄνθρωποι. Γιὰ αὐτὸ οἱ
θρῆσκοι ἄνθρωποι εἶναι τὸ πιὸ δύσκολο εἶδος
μεσ’ τὴν ἐκκλησία. Γιατί ξέρετε κάτι; Αὐτοὶ οἱ
ἄνθρωποι καμιὰ φορά δὲν θὰ θεραπευθοῦν.
Γιατί νομίζουν ὅτι εἶναι κοντὰ στὸν Θεό. Ἐνῶ
οἱ ἁμαρτωλοί, ξέρω ΄γῶ, οἱ χαμένοι ἄς ποῦμε,
ἔτσι, αὐτοὶ ξέρουν ὅτι εἶναι ἁμαρτωλοί. Γιὰ αὐτὸ
ὁ Χριστὸς εἶπε ὅτι οἱ τελῶνες καὶ οἱ πόρνες θὰ
πᾶν’ στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ εἶπε στοὺς
Φαρισαίους: Ἐσεῖς, ἐσεῖς ποὺ εἴσαστε θρῆσκοι
δὲν θὰ πᾶτε ποτὲ στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Γιατί οὐδέποτε ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἄλλαξε
τὴν καρδιά τους. Ἁπλῶς ἀρκοῦνταν στὴν
τήρηση τῶν θρησκευτικῶν τύπων.
Ἔτσι λοιπὸν ἐμεῖς ἄς προσέξουμε τὸν ἑαυτόν
μας νὰ καταλάβουμε ὅτι ἡ ἐκκλησία εἶναι ἕνα
νοσοκομεῖο ποὺ μᾶς θεραπεύει, μᾶς κάνει νὰ
ἀγαποῦμε τὸν Χριστόν καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ
εἶναι μιὰ φλόγα ποὺ ἀνάβει μεσ’ τὴν καρδιά μας
καὶ νὰ ἐξετάζομε τὸν ἑαυτὸ μας ἐὰν βρισκόμαστε
στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἐὰν βλέπομε μέσα μας
ὅλες αὐτὲς τὶς κακίες καὶ τὶς ἀνιδιοτέλειες καὶ
τὶς πονηρίες τότε πρέπει νὰ ἀνησυχοῦμε. Γιατί
δὲν εἶναι δυνατὸ ὁ Χριστὸς νὰ εἶναι μέσα
στὴν καρδιά μας καὶ νὰ ‘μαστε γεμάτοι ξύδι.
Πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ προσεύχεσαι καὶ
νὰ εἶσαι γεμάτος χολὴ ἐναντίον τοῦ ἄλλου
ἀνθρώπου. Πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ διαβάζεις
τὸ εὐαγγέλιο καὶ νὰ μὴν δέχεσαι τὸν ἀδερφό
σου. Πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ λὲς ἔχω τόσα χρόνια
στὴν ἐκκλησία, ἔχω τόσα χρόνια ποὺ ‘μαι μοναχὸς
κληρικὸς ἡ ὁτιδήποτε καὶ ὅμως τὸ ἄλφα τῆς
πνευματικῆς ζωῆς ποὺ ‘ναι ἡ ἀγάπη. Ποῦ ‘ναι
τὸ νὰ ὑπομένεις τὸν ἀδερφό σου, νὰ κάνεις λίγο
ὑπομονὴ μὲ τὸ νὰ μὴν τὸ δέχεσαι σημαίνει τίποτα
δὲν ἔκαμες. Τίποτα ἀπολύτως τίποτα. Τίποτα
ἀπολύτως. Ἐδῶ ὁ Χριστὸς ἔφτασε στὸ σημεῖο
νὰ πεῖ γιὰ τὶς παρθένες ἐκεῖνες ὅτι δὲν εἶχε
καμιὰ σχέση μαζί τους. Τοὺς πέταξε ἔξω ἀπὸ
τὸν νυμφώνα παρ’ ὅλα ποὺ ‘χαν ὅλες τὶς ἀρετὲς
γιατί δὲν εἶχαν τὴν ἀγάπη. Διότι ἤθελε νὰ τοὺς
πεῖ ὅτι μπορεῖ νὰ ἔχετε ἀρετὲς ἐξωτερικὲς,
μπορεῖ νὰ μείνατε παρθένες, μπορεῖ νὰ κάματε
χίλια πράματα ἀλλὰ δὲν κατορθώσατε τὴν οὐσία
αὐτοῦ ποὺ εἶχε σημασία ἀπ’ ὅλα. Ἐὰν αὐτὸ δὲν τὸ
καταφέρεις τί τὰ θέλεις τὰ ἄλλα ὅλα; Τί τὰ θέλω
ἐγὼ τώρα ἂν τρώω λάδι σήμερα καὶ δὲν τρώω
λάδι. Μπορεῖ νὰ μὴν τρώω λάδι, ἄς ποῦμε καὶ νὰ
τρώω τὸν ἀδερφό μου ἀπὸ τὸ πρωὶ ὡς τὴ νύχτα.
Ἔλεγαν εἰς τὸ Ἅγιο Ὄρος λέει μὴν ρωτᾶς ἂν
τρώω ψάρι. Τὸν ψαρὰ νὰ μὴν φαεῖς καὶ ψάρι
φάε. Ἢ τὸν λαδὰ νὰ μὴν φαεῖς καὶ φάε μιὰ
σταξιὰ λάδι. Τὸ νὰ φάεις τὸν ἄλλον ἀπὸ τὴν
γλώσσα εἶναι πολὺ χειρότερο ἀπὸ τὸ νὰ φᾶς
μιὰ κουταλιὰ λάδι. Καὶ ὅμως στέκομεν ἐκεῖ.
Τρῶμε λάδι, δὲν τρῶμε λάδι, τρῶμε ψάρι, δὲν τρῶμε
4

ψάρι. Ξέρω ‘γῶ βούτηξε τὸ κουτάλι στὸ ἄλλο φαγὶ
καὶ μπορεῖ νὰ τσακωθοῦμε ἐκεῖ, νὰ σκοτωθοῦμε
μὲ τὸν ἄλλον ἄνθρωπο γιατί ἐβούτηξε τὸ κουτάλι
προηγουμένως σὲ ἕναν ἄλλο φαΐ. Καταλαβαίνετε
πόσο γελοία εἶναι ἐτοῦτα τὰ πράγματα καὶ
μᾶς κοροϊδεύουν καὶ οἱ δαίμονες ἀλλὰ καὶ οἱ
ἄνθρωποι ποὺ εἶναι ἐκτὸς ἐκκλησίας. Καὶ ὅταν
μπαίνουν κοντά μας ἀντὶ νὰ βλέπουν τοὺς
ἀνθρώπους τῆς ἐκκλησίας μεταμορφωμένους
σὲ Χριστὸ Ἰησοῦ, νὰ ‘ναι γλυκὺς ἄνθρωποι
καὶ νὰ’ναὶ ὥριμοι ἄνθρωποι, ἰσορροπημένοι,
ὁλοκληρωμένοι ἄνθρωποι, ἄνθρωποι γεμάτοι
ἁρμονίας ἃς ποῦμε μέσα τους μᾶς βλέπουν
δυστυχῶς μὲ ὅλα αὐτὰ τὰ πάθη μας καὶ ὅλες
ἐκεῖνες τὶς ξινίλες μας καὶ λένε:  E, νὰ γίνω
ἔτσι;  Καλύτερα νὰ μοῦ λείπει.
Ἐσὺ πού πᾶς στὴν ἐκκλησία τί σὲ ὠφέλησε
ἡ ἐκκλησία; Ὅπως λέγαμε χτὲς πῆγες στὰ
προσκυνήματα, εἶδες τοὺς πατέρες, εἶδες τὰ
ἅγια λείψανα, εἶδες τὸ Ἅγιον Ὄρος, τὴν Παναγία
τῆς Τήνου ὅλα αὐτὰ πήγαμε, ἤρθαμε. Ποιὸ τὸ
ὄφελος τελικὰ ἀπὸ ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα;
Μεταμορφώθηκε ἡ καρδιά μας; Γίναμε πιὸ
ταπεινοὶ ἄνθρωποι; Γίναμε πιὸ γλυκὺς ἄνθρωποι;
Γίναμε πιὸ πραεῖς ἄνθρωποι εἰς τὸ σπίτι μας
εἰς τὴν οἰκογένειά μας στὸ μοναστήρι μας; Ξέρω
‘γῶ ἐκεῖ ποὺ ἐργαζόμαστε. Αὐτὸ ἔχει σημασία.
Ἐὰν δὲν τὰ καταφέραμε αὐτὰ τὰ πράγματα
τουλάχιστον ἄς γίνομεν ταπεινοί. Μέσα ἀπὸ τὴν
μετάνοια. Ἄς γίνομαι ταπεινοί. Ἐὰν οὔτε καὶ
αὐτὸ τὸ καταφέραμε τότε εἴμαστε ἄξιοι πολλῶν
δακρύων, ἔτσι. Εἴμαστε γιὰ κλάματα. Διότι
δυστυχῶς ὁ χρόνος περνᾶ καὶ χάνεται καὶ
ἐμεῖς μετροῦμε χρόνια.
Ἔλεγε ὁ γέρων Παΐσιος ὅταν τὸν ρωτοῦσαν:
Γέροντα πόσα χρόνια ἔχεις ἐσὺ στὸ Ἅγιο Ὄρος;
Λέει: Ἐγὼ ἦρθα τὴν ἴδια χρονιὰ ποὺ ἦρθε τὸ
μουλάρι τοῦ γείτονα. Ὁ γείτονάς του ὁ γερὸΖῆτος εἶχε ἕνα μουλάρι καὶ ξέρετε στὸ Ἅγιο
Ὄρος κάθε κελὶ ἔχει καὶ ἕνα ζῶο, ἕνα μουλάρι 
ποὺ κουβαλοῦν τὰ πράγματά τους. Ε, τὸ ζῶο
αὐτὸ ζεῖ πολλὰ χρόνια δὲν ἀγοράζεις κάθε μέρα
μουλάρια, εἶναι ἀκριβά. Λοιπόν, τὴν χρονιὰ
ποὺ ἦρθα ἐγὼ λέει στὸ Ἅγιο Ὄρος ἀγόρασε
καὶ ὁ γείτονας τὸ μουλάρι του. Ἔχομε τὰ ἴδια
χρόνια στὸ Ἅγιο Ὄρος, ἀλλὰ τὸ καημένο
ἐκεῖνο ἔμεινε μουλάρι καὶ ἐγὼ τὸ ἴδιο ἔμεινα.
Δὲν ἄλλαξα. Λοιπὸν λέμε πολλὲς φορὲς ἐγὼ
ἔχω σαράντα χρόνια καὶ τὸ λέμε ἐμεῖς οἱ
παπάδες καὶ οἱ καλόγεροι αὐτὰ τὰ πράγματα.
Ἔχω σαράντα χρόνια στὸ μοναστήρι. Μὰ τὰ
χρόνια εἶναι εἰς βάρος σου. Ὁ Θεὸς θὰ σοῦ
πεῖ: Σαράντα χρόνια καὶ ἀκόμα δὲν κατάφερες
νὰ γίνεις τίποτα; Ἔχεις σαράντα χρόνια ἀκόμα
θυμώνεις, ἀκόμα κατακρίνεις, ἀκόμα ἀντιλογεῖς,
ἀκόμα ἀντίστασαι, ἀκόμα δὲν ὑποτάσσεσαι; 
Ἔχεις σαράντα χρόνια καὶ δὲν ἔμαθες τὸ ἄλφα,
τὸ πρῶτο πράγματα τῆς μοναχικῆς ζωῆς τῆς
χριστιανικῆς ζωῆς; Τί νὰ κάμω τὰ χρόνια σου;
Τί νὰ σὲ κάμω ἂν ἔχεις πενήντα χρόνια μὲ
ψωμολογῆσε καὶ δὲν μπορεῖς νὰ ἀπαντήσεις
στὸν ἄλλον μὲ ἕναν καλό του λόγο. Τί νὰ κάμω
ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα.
Ὅλα αὐτὰ εἶναι εἰς βάρος μας. Ὅλα αὐτὰ τὰ
λέω πρῶτα ἀπὸ ὅλα γιὰ τὸν ἑαυτό μου. Γιατί
ἰσχύουν γιὰ τὸν ἑαυτό μου πρῶτα καὶ ἐπειδὴ
τὰ ξέρω ἀπὸ τὸν ἑαυτό μου γιὰ αὐτὸ σᾶς τὰ
λέω. Καὶ νομίζετε ὅτι τὰ λέω γιὰ τὸν καθένα
ἀπὸ ἐσᾶς. Λένε γιὰ μένα τὰ εἶπες. Δὲν εἶναι
γιὰ σένα ποὺ τὰ εἶπα. Γιὰ μένα ποὺ τὰ εἶπα.
Γιὰ μένα πρῶτα.
Ὅλα αὐτὰ λοιπὸν τὰ λέμε τουλάχιστον νὰ

ταπεινωνόμαστε. Γιὰ νὰ κλείνουμε τὸ στόμα
μας. Ὅταν κινοῦνται μέσα μας ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ
ἐγωισμοὶ καὶ ὅλα ἐκεῖνα τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα
δυστυχῶς μᾶς γελοιοποιοῦν καὶ μᾶς κάνουν νὰ
φαινόμαστε ἀνόητοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Καὶ
ἐὰν ταπεινωθοῦμε καὶ πάψουμε νὰ ἔχουμε ἰδέα
περὶ τοῦ ἑαυτοῦ μας τότε πράγματι μπορεῖ σιγὰ
σιγὰ ὁ ἄνθρωπος νὰ ἀρχίσει νὰ διορθώνει τὸν
ἑαυτὸ του μέσα ἀπὸ τὴν μετάνοια, ἡ ὁποία
γεννᾶται ὡς καρπὸς τῆς ταπεινώσεως. Αὐτὸς
ποὺ  δὲν δικαιολογεῖται μετανοεῖ. Αὐτὸς ποὺ
δικαιολογεῖται οὐδέποτε μετανοεῖ, οὐδέποτε
δὲν θὰ μάθει τί σημαίνει μετάνοια αὐτὸς ὁ
ἄνθρωπος ποὺ πάντοτε εἴτε ἐξωτερικά, εἴτε
ἐσωτερικὰ δικαιολογεῖ τὸν ἑαυτόν του. Γιὰ
αὐτὸ λοιπὸν νὰ ἐξετάζουμε τοὺς ἑαυτούς μας.
Δοκιμάζετε ἑαυτοὺς ἀδελφοί, λέει ὁ Ἀπόστολος.
Νὰ ἐξετάζεις τὸν ἑαυτό σου ἐὰν ἡ ἀγάπη τοῦ
Θεοῦ εἶναι μέσα σου. Καὶ ὄχι τόσο ἀκόμα ἐὰν
αὐτό, ἀλλὰ τουλάχιστον ἐὰν ζοῦμε μέσα στὸ
χῶρο τῆς μετανοίας, ὥστε νὰ θεραπεύσει ὁ Θεὸς
τὴν ὕπαρξή μας. Αὐτὴ ἡ σχέση μας μὲ τὴν
ἐκκλησία νὰ μᾶς θεραπεύσει. Νὰ γίνουμε
ἄνθρωποι θεραπευμένοι ἀπὸ τὰ πάθη καὶ
τὴν ἁμαρτία.
Λένε πολλοὶ ἄνθρωποι καὶ πὼς φτάνομε ἐκεῖ.
Πῶς φτάνομε ἐκεῖ; Ὅταν ἀφήσουμε τὸν ἑαυτὸ
μας εἰς τὰ χέρια τοῦ καλοῦ ἰατροῦ Θεοῦ. Ὅταν
ἀφήσουμε τὸν ἑαυτό μας μὲ ἐμπιστοσύνη στὰ
χέρια τοῦ Θεοῦ ὥστε μέσα ἀπὸ τὶς περιστάσεις
μας, μέσα ἀπὸ τὶς δυσκολίες μας. Ξέρει ὁ
Θεὸς γιὰ τὸν κάθε ἕνα τί χρειάζεται καὶ
θὰ μᾶς ὁδηγήσει μέσα ἀπὸ ἐκείνους τοὺς
δρόμους ποὺ σιγὰ σιγά, σιγὰ σιγὰ μέσα ἀπὸ
τὸ πέρασμα τῶν χρόνων ὁ ἄνθρωπος θὰ
τελειωθεῖ, θὰ τελειοποιηθεῖ. Φτάνει ἐμεῖς νὰ
δώσουμε τὸν ἑαυτό μας μὲ ἐμπιστοσύνη εἰς τὸν
Θεὸ ὅπως δίνουμε τὸν ἑαυτό μας μὲ ἐμπιστοσύνη
εἰς τὸν γιατρὸ ἢ ξέρω ΄γῶ τώρα μέσ’ τὸ πλοῖο
εἰς τὸν καπετάνιο. Ἔχομε ἐμπιστοσύνη. Μᾶς
πηγαίνει καὶ ἐμεῖς δὲν ἀνησυχοῦμε γιὰ τὸ ποὺ
πηγαίνουμε καὶ πότε θὰ φτάσουμε, γιατί ξέρουμε
ὅτι αὐτὸς ποὺ ὁδηγεῖ τὸ καράβι ἔχει τὸ νοῦ του,
εἶναι ἄγρυπνος ξέρει τὸν δρόμο καὶ προσέχει.
Κάποιο ἄλλο σημαντικὸ στοιχεῖο τὸ ὁποῖο
ἤθελα νὰ πῶ κάτι περισσότερο καὶ ἐπειδὴ
μερικοὶ μὲ παρεκάλεσαν εἶναι τὸ θέμα τοῦ
χρόνου.
Βλέπετε αὐτὲς τὶς μέρες ποὺ περάσαμε στὸ
πλοῖο, ποὺ δὲν εἴχαμε ἐξωτερικὲς προκλήσεις.
Δὲν εἴχαμε κάτι τὸ ὁποῖο νὰ μᾶς τραβὰ τὴν
προσοχὴ μας ὅπως ἔχομε στὸ σπίτι μας παραδείγματος χάρη τὴν τηλεόραση. Βλέπετε πόσον
χρόνο εἴχαμε; Καὶ κουβεντιάζαμε καὶ μεταξύ
μας. Κουβεντιάζατε ὅσοι εἴσαστε παντρεμένοι, οἱ
σύζυγοι μεταξύ τους, μὲ τὰ παιδιά σας. Τὰ παιδιὰ
μεταξύ τους παῖζαν, μιλοῦσαν καὶ εἴχαμε χρόνο
στὴν διάθεσή μας πολὺ καὶ ἐπικοινωνούσαμε καὶ
αὐτὸ ἦταν τὸ πιὸ σημαντικὸ ἀπὸ ὅλα. Τὸ ὅτι
μπορούσαμε νὰ ἐπικοινωνοῦμε. Τὸ πιὸ τραγικὸ
εἶναι μεσ’ τὸ σπίτι ὅταν ὅλοι κάθονται μπροστὰ
στὴν τηλεόραση καὶ δὲν μιλᾶ ὁ ἕνας μὲ τὸν
ἄλλο καὶ φεύγει ὁ χρόνος καὶ δὲν ἐπικοινωνοῦν
οἱ ἄνθρωποι. Καὶ τὸ χειρότερο ἀπὸ ὅλα; Εἶναι
τὸ τί βλέπομε στὴν τηλεόραση. Ἐκεῖ γίνεται
μεγάλη φθορὰ τῶν δικῶν μας, τῶν παιδιῶν μας
καὶ τῶν ψυχῶν μας. Ἔβλεπα αὐτὲς τὶς μέρες
κάποια στιγμὴ ποὺ ἤμασταν ἔξω. Εἶχαν ἐκεῖ
καὶ τὰ παιδιὰ ποὺ κερνοῦν πράγματα, ἐκεῖ
ποὺ σερβίρουν, εἶχαν μία τηλεόραση καὶ ἔτσι
ἔπαιζε καὶ κανεὶς δὲν παρακολουθοῦσε ἀλλὰ
ἦταν ἀνοικτή. Κοίταζα ἔτσι κάποια στιγμὴ νὰ

5

5

δῶ τί δείχνει καὶ ἔβλεπα, δὲν ξέρω τί ἔργο
ἦταν, τέλος πάντων, κάτι ἦταν τέλος πάντων.
Κάποιοι κυνηγοῦσαν κάποιους συνέχεια δηλαδὴ
ἕνα κυνηγητό, πιστόλια, σφαῖρες, αὐτοκίνητα,
ἐκρήξεις, πηδοῦσαν ἀπὸ τὸ ἕνα σπίτι στὸ ἄλλο.
Μὰ ἐκεῖνα τὰ πράγματα ὅλα ὅταν τὰ βλέπουν
τὰ παιδιὰ σας τὰ μικρὰ παιδιὰ ὅλη αὐτὴ τὴ βία.
Δὲν λέω γιὰ τὰ ἄλλα τὰ αἰσχρά τὰ ὁποῖα εἶναι
καὶ μὴ χειρότερα ἄς ποῦμε, ἔχουν καταστρέψει
καὶ γέρους, ἔτσι. Καὶ μὴν μοῦ πεῖ κανεὶς τώρα
ὅτι δὲν εἶναι ἔτσι γιατί τὰ ξέρω ἀπὸ πρῶτο
χέρι. Τὰ ἀκοῦμε στὶς ἐξομολογήσεις. Γέροι
ἄνθρωποι μεγάλης ἡλικίας σοβαροὶ ἄνθρωποι
καὶ νὰ καταστρέφονται ἀπὸ τὴν τηλεόραση.
Μέσα ἀπὸ αὐτὴ τὴν αἰσχρότητα ὅλη τὴν ὁποία
καθημερινὰ δείχνουν. Δὲν μιλάω γιὰ ἐκεῖνα. Λέω
γιὰ τὰ ἄλλα ὅλα. Γιὰ ἐκείνη ὅλη τὴ βία ποὺ
προβάλει ἡ τηλεόραση. Μετὰ πὼς τὰ παιδιὰ δὲν
θὰ ἐξοικειωθοῦν μὲ τὴν βία καὶ θὰ εἶναι ἄτακτα,
θὰ ‘ναὶ ἀνυπάκουα, θὰ κάνουν πράγματα
τελείως ἔξω ἀπὸ τὴν φύση τους.
Ξέρετε πόσο ἄσχημο πράγμα εἶναι ὅταν
βλέπεις παιδιὰ μικρὰ καὶ μιμοῦνται μεγάλους
ἀνθρώπους καὶ μιμοῦνται καὶ καταστρέφουν
τὴν παιδικότητά τους. Φέρνουν καμιὰ φορᾶ ἔτσι
ποὺ πηγαίνω σὲ καμιὰ ἐκδήλωση κάποια μωρὰ
νὰ χορέψουν. Καὶ βλέπεις μωρὰ κοριτσάκια ἢ
ἀγοράκια δέκα χρονῶν δώδεκα χρονῶν, γεμάτα
ἀθωότητα καὶ κάνουν τέτοιες κινήσεις ὅταν
χορεύουν ποὺ τὶς κάνουν μεγάλες γυναῖκες
ἐξαθλιωμένες τελείως, ἄς ποῦμε καὶ ἕνα ἄλλο
ἦθος τελείως. Βλέπεις πὼς καταστρέφονται
αὐτὰ τὰ παιδιὰ νὰ μιμοῦνται αὐτοὺς τοὺς
μεγαλύτερους ποὺ βλέπουν στὴν τηλεόραση.
Καὶ νὰ κάμουν πράγματα, νὰ διασκεδάσουν μὲ
πράγματα τὰ ὁποῖα εἶναι καταστροφικά. Γιὰ
αὐτὸ δὲν τὸ λέω ἀπὸ πνευματικῆς ἀπόψεως
μόνο, ἀλλὰ ἀπὸ πάσαν ἄποψη καὶ ψυχολογικὴ
καὶ κοινωνικὴ καὶ οἰκογενειακὴ καὶ πνευματικὴ
ὅσο μπορεῖτε μακριὰ ἀπὸ αὐτὰ τὰ πράγματα.
Βοηθῆστε τὰ παιδιά σας νὰ μὴν ἐξαρτῶνται
ἀπὸ τὶς τηλεοράσεις, γιατί γεμίζουν ἄσχημες
εἰκόνες καὶ ἐσεῖς τὸ ἴδιο. Ἐὰν δὲν ἐπιτρέπεις
στὸ παιδί σου νὰ δεῖ ἄσχημα ἔργα καὶ τὰ βλέπεις
ἐσὺ ὁ μεγαλύτερος τί νόημα ἔχει. Ἢ  ἐκεῖνα τὰ
ἀνόητα ποὺ γράφουν δὲν ἐπιτρέπεται πάνω ἀπὸ
δεκαοχτώ, ξέρω γῶ τί λέει κάτω ἀπὸ δώδεκα τί
λέει, κάτω ἀπὸ δώδεκα. Ἂν θὰ γίνεις δώδεκα
ἐπιτρέπεται ξέρω ‘γῶ ἃς ποῦμε. Καὶ βέβαια αὐτὸ
τὸ πράγμα καὶ μόνο τραβὰ τὴν περιέργεια τῶν
μικρῶν καὶ τὰ βλέπουν ὅλοι. Σοῦ λέει γιὰ νὰ μὴν
ἐπιτρέπεται κάτω ἀπὸ δώδεκα σημαίνει κάτι ἔχει
τὸ ὁποῖο εἶναι ἄξιο πάσης περιεργείας.
Νομίζω ὅτι ἡ καταστροφὴ ἡ ὁποία ἐπέρχεται
στὸν ψυχικὸ κόσμο τῶν ἀνθρώπων εἶναι
τεράστια. Γιατί ὅπως λέγαμε ἐχτὲς οἱ ἀγαθὲς
εἰκόνες, οἱ καλὲς εἰκόνες ποὺ παίρνει κανεὶς
τὸν βοηθοῦν πάρα πολὺ στὴν πνευματικὴ
ζωή. Τὸ ἴδιο καὶ ἀντίθετα οἱ κακὲς εἰκόνες
ποὺ βλέπει ὁ ἄνθρωπος, ὁ νέος ἄνθρωπος τοῦ
δημιουργοῦν τόσα κακὰ μεσ’ τὸν ψυχικό του
κόσμο καὶ τοῦ μαθαίνουν τόσα κακὰ πράγματα
ποὺ κυριολεκτικὰ ἡ ζημιὰ εἶναι ἀνυπολόγιστη
καὶ δὲν ξέρομε ἐὰν καμιὰ φορᾶ θεραπεύεται. Ἐὰν
ὅμως κανεὶς τὰ παρακολουθήσει τὰ πράγματα
καὶ τὰ ἐρευνήσει θὰ δεῖ ὅτι ὄντως ἡ τηλεόραση
φέρνει τεράστια καταστροφὴ στὸν ψυχισμὸ τοῦ
ἀνθρώπου καὶ ἰδιαίτερα τῶν νέων ἀνθρώπων.
Ἀλλὰ ὄχι μόνο αὐτό. Βλέπετε τὸ ἕνα κακὸ
φέρνει τὸ ἄλλο. Εἶναι ὁλόκληρη ἁλυσίδα. Γιατί
καταστρέφει τὴν ἐπικοινωνία, καταστρέφει τὸν
χρόνο, καταστρέφει τὴν ἁγνότητα τῆς ψυχῆς

τοῦ ἀνθρώπου καὶ μετὰ ὁ ἄνθρωπος κουράζεται
πλέον εἶναι κουρασμένος δὲν ἔχει καμιὰ διάθεση
νὰ κάμει τίποτα. Γιατί ἐγέμισε ἡ ψυχή του
ἀπὸ πράγματα ποὺ τὸν κούρασαν κι ὕστερα
διερωτᾶται γιατί κουράζεται καὶ δὲν μπορεῖ
νὰ  καταλάβει. Φροντίστε νὰ κάνετε ἕνα πείραμα
ἔτσι νὰ κόψετε ἢ νὰ μειώσετε ἄς ποῦμε τὴν
παρακολούθηση αὐτῶν τῶν πραγμάτων νὰ δεῖτε
πόση ξεκούραση θὰ αἰσθανθεῖτε καὶ πόσος
χρόνος θὰ μείνει στὴν διάθεσή σας ποὺ θὰ εἶναι
πολὺ πιὸ γόνιμος γιὰ ὁτιδήποτε ἄλλο κάμετε.
Καὶ αὐτὰ βέβαια τά πράγματα δὲν εἶναι
ἀσύνδετα μὲ τὴν πνευματική μας ζωὴ γιατί ἡ
πνευματικὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου βγαίνει μέσα
ἀπὸ ὅλες τὶς ἐνέργειες ποὺ κάνει ὁ ἄνθρωπος.
Βέβαια μὲ αὐτὸ δὲν θέλω νά πῶ νὰ σᾶς κόψω νὰ
μὴν βλέπετε τὴν τηλεόραση. Δὲν εἶμαι ἐναντίον
τῶν πραγμάτων αὐτῶν. Ἀλλὰ τελικὰ ὅλα αὐτὰ
τὰ πράγματα ἀντὶ  νὰ μᾶς εὐκολύνουν τὴν ζωή,
μας τὴν δυσκολεύουν καὶ μᾶς τὴν καταστρέφουν 
ὅπως ἐκάμαμε μὲ τὴν τεχνολογικὴ ἀνάπτυξη  ποὺ
βέβαια, ναὶ εἶναι πράγματι εὐκολία. Πιάνεις τὸ
ἀεροπλάνο, πάεις. Πιάνεις τὸ πλοῖο, πάεις δὲν
κάμνεις κουπιὰ ὅπως κάμναν παλιά, ἢ ἔχουμε
χίλιες εὐκολίες ἀλλὰ τελικὰ αὐτὴ ἡ μεγάλη
εὐκολία μᾶς ἐγκλώβισε σὲ μιὰ μεγάλη δυσκολία
καὶ χάσαμε τὸν ἑαυτό μας, χάσαμε τὴν ὀμορφιὰ
τῆς ζωῆς μας καὶ καταστρέψαμε καὶ τὸν κόσμο
στὸ τέλος καὶ τώρα θέλομε ἄλλες ἐπιστῆμες καὶ
ἄλλες ἀνακαλύψεις γιὰ νὰ δοῦμε ἐὰν μπορέσουμε
νὰ σώσουμε ὁτιδήποτε πλέον ἀπέμεινε.
Ε, βέβαια ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα καὶ ὅλα ὅσα
συνθέτουν τὴν τραγωδία τῆς πτώσης μας καὶ
αὐτὸ τὸ στραπατσάρισμα τῆς προσωπικότητάς
μας, ἐνῶ φαίνεται πράγματι ἀνθρωπίνως τόσο
δύσκολο ἐν τούτοις ἐὰν κανεὶς στραφεῖ στὸν
Θεό, τότε γίνεται αὐτὸ ποὺ ἔλεγε ὁ Χριστὸς τὰ
ἀδύνατα παρὰ ἀνθρώποις δυνατὰ παρὰ τὸν Θεό.
Αὐτὰ ποὺ εἶναι ἀδύνατα γιὰ τοὺς ἀνθρώπους
εἶναι δυνατὰ γιὰ τὸν Θεὸ καὶ βλέπει κανεὶς τὸ
θαῦμα τοῦ Θεοῦ τὸ ὁποῖο καὶ μὲς τὶς μέρες
μας καὶ μὲ ὅλα αὐτὰ τὰ δεδομένα καὶ μὲ ὅλες
αὐτὲς τὶς προκλήσεις ποὺ συμβαίνουν γύρω μας
καὶ τὴν εὐκολία τῆς ἁμαρτίας ἐν τούτοις ὅμως
ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ ἀγαποῦν τὸν Θεὸ καὶ
ἀπὸ τὰ ἀγκάθια βγαίνουν τριαντάφυλλα. Ἀπὸ
τὰ ἀγκάθια βγαίνουν τριαντάφυλλα καὶ γίνεται
πραγματικά το μεγάλο θαῦμα τῆς σωτηρίας
τοῦ ἀνθρώπου ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὶς ὑπόλοιπες
ἀνθρώπινες δικές μας ἀδυναμίες, τὰ χάλια μας,
τὰ προβλήματά μας, τὶς δυσκολίες τοῦ ἑαυτοῦ
μας, τῆς ἐκκλησίας μας, τῆς οἰκογένειάς μας,
τῆς κοινωνίας μας καὶ τῶν ὑπολοίπων ποὺ
δυστυχῶς βομβαρδίζουν τὸν κάθε ἄνθρωπο.
Γιὰ αὐτὸ ἐπιστρέφοντας ἀπὸ ὅλα αὐτὰ τὰ
πράγματα ἐπιστρέφουμε ἐκεῖ ποὺ ἀρχίσαμε
καὶ λέμε ὅτι τελικὰ ἡ λύση καὶ ἡ ἀπάντηση
σὲ ὅλα τά προβλήματα εἶναι ὁ ἄνθρωπος
νὰ στραφεῖ νὰ ἀγαπήσει τὸν Θεὸ καὶ ὅταν
ἀγαπήσει ὁ ἄνθρωπος τὸν Θεὸ τότε ὁ Θεὸς θὰ
τὸν θεραπεύσει, θὰ τὸν ἀναστήσει ὁ Θεός καὶ

ἀπόψεις
νεκρὸς νὰ εἶναι ὁ ἄνθρωπος καὶ γιὰ ἀποσύνθεση
νὰ εἶναι, ὁ Θεὸς θὰ τὸν ἀναστήσει φτάνει ὁ
ἄνθρωπος νὰ πετάξει ἀπὸ μέσα του ὅλα τά
ἄχρηστα καὶ νὰ βάλει μεσ’ τὴν καρδιὰ του τὴν
ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ γύρω ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ
Θεοῦ καὶ πάνω στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ νὰ χτίσει
τὴν ζωή του, νὰ χτίσει τὸν γάμο του, νὰ χτίσει
τὴν οἰκογένειά του, νὰ χτίσει τὸν δρόμο του, τὶς
σπουδές του, τὴν πορεία του. Ἐὰν τὸ κάνει αὐτὸ
ὁ ἄνθρωπος πραγματικὰ τότε θὰ χαίρεται τὴν
ζωή του καὶ ἡ ζωή του θὰ γίνει παράδεισος γιατί
ὁ παράδεισος δὲν εἶναι τίποτα ἄλλο παρὰ ἡ
ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ κόλασις δὲν εἶναι τίποτα
ἄλλο παρὰ ἡ ἀπουσία τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.
Ἔτσι λοιπὸν εὔχομαι σὰν τέρμα τῆς ἐκπομπῆς
μας αὐτὴ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ νὰ μᾶς συνοδεύει καὶ
νὰ μὴν ξεχνᾶμε ὅτι ὅλα ὅσα κάμνομε τὰ κάμνομε
γιὰ αὐτὸ καὶ μόνο τό λόγο καὶ νὰ μὴν γίνομε ἁπλῶς
θρῆσκοι ἄνθρωποι ἀλλὰ νὰ γίνομε ἄνθρωποι ποὺ
ἀγαποῦμε τὸν Θεὸ καὶ νὰ μεταβληθεῖ ἡ ζωὴ μας
σωστὰ καὶ νὰ μεταμορφωθοῦμε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ
τὸν Κύριον ἡμῶν.
Τελειώνοντας τελείως ἁπλῶς θέλω καὶ ἐγὼ νὰ
σᾶς εὐχαριστῶ ποὺ ἤρθατε στὴν ἐκδρομὴ τῆς
Μητροπόλεώς μας. Νὰ σᾶς εὐχαριστήσω γιατί
πράγματι περάσαμε πάρα πολὺ ὡραία, ὄμορφα,
ἥσυχα δὲν εἴχαμε μεγάλες, ἔτσι, δυσκολίες.
Ἐντάξει κάτι μικρὰ ποὺ συναντούσαμε αὐτὰ
δὲν εἶναι τίποτα. Πιστεύω ὅτι μᾶς ὠφέλησε
πνευματικὰ ὅλους μας αὐτὴ ἡ ἐκδρομή. Νὰ
εὐχαριστήσω τὸν Θεὸ πάνω ἀπὸ ὅλα ποὺ μᾶς
ἐσκέπασε καὶ μᾶς ἐφύλαξε ἀπὸ κάθε κακό.
Πήγαμε καὶ ἤρθαμε σῶοι καὶ ἀβλαβεῖς. Καὶ νὰ
εὐχαριστήσω ἐκτὸς ἀπὸ τὶς θερμὲς εὐχαριστίες
καὶ τὸν καπετάνιο καὶ τοὺς ὑπόλοιπους καὶ
τὴν Λένια τὴν Ὀρφανίδου ἡ ὁποία ἀνέλαβε
τὴν ὅλη διοργάνωση τῆς ἐκδρομῆς καὶ μᾶς
ἐβοήθησε ὅλους νὰ κυλήσουν τὰ πράγματα μὲ
τὴν ἀπαιτούμενη ὀρθότητα καὶ ἀκρίβεια γιατί
πρέπει νὰ ξέρετε ὅτι αὐτὴ ἡ ἐκδρομὴ δὲν γίνεται
σὲ μιὰ μέρα ἀλλὰ εἶναι ἀποτέλεσμα ἐργασίας
πολλῶν μηνῶν. Χρειάζεται πολὺς καιρὸς καὶ
πολὺ ἀγώνας νὰ ὀργανωθοῦν ἀκόμα καὶ τὸ τί θὰ
φᾶμε πρωὶ μεσημέρι νύχτα μὲ πάσαν ἀκρίβεια.
Εὔχομαι λοιπὸν νὰ ἔχομε ὅλοι μας τὴν σκέπη
καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ στὴν ζωή μας καὶ τὴν
ἐκ Θεοῦ ἀνταπόδοση σὲ ὅλους ὅσους ἐκοπίασαν
εἰς τὴν ἐκδρομὴ αὐτή.
Ὁ Θεὸς μαζί σας.

5

νεότητα

Σ

Κατηχητικό: Τὰ πρῶτα βήματα
γιὰ τὴν ἀναζήτηση τῆς ἀλήθειας

ύμφωνα μὲ τὴν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας
μας, ὁ ἄνθρωπος διαθέτει μιὰ ἐσωτερικὴ
δύναμη, τὴν ὁποία ἔχει τοποθετήσει ὁ
Θεὸς μέσα του, ὥστε νὰ ἔχει τὴν δυνατότητα
νὰ τὸν ἀναζητήσει. Αὐτὴ ἡ δύναμη στὴ
συνέχεια, μπορεῖ νὰ ἀδρανοποιήθει, ἀνάλογα
μὲ τὸ πῶς θὰ «κινηθεῖ» ἡ προαίρεσή του.
Εἶναι γεγονός, πὼς ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν
ἀναζητᾶ τὴν ἀλήθεια μὲ ἀγωνία, μπορεῖ νὰ
θεωρηθεῖ πνευματικὰ νεκρός. Δηλαδὴ ἡ νεκρὴ
πνευματικότητα, εἶναι ξεκάθαρα ἡ ἀπουσία
ἐρωτημάτων γιὰ τὸ ὑπαρξιακό του νόημα. Καὶ
αὐτὸ συμβαίνει, διότι ἀγνοεῖ τὸν πραγματικό
του προορισμό, ποὺ εἶναι ἡ κατὰ χάριν θέωση
ἐν Χριστῷ. Ἕνας ὑγιὴς πνευματικὰ ἄνθρωπος,
θέτει ἀμείλικτα ἐρωτήματα καὶ ἀναζητᾶ
μὲ ἀγωνία τὸ νόημα τῆς ὑπάρξεώς του.
Τὸ κατηχητικό, δύναται νὰ εἶναι σὲ πρῶτο
ἐπίπεδο, ἡ ἀφετηριακὴ βάση αὐτῆς τῆς
ἀναζήτησης περνώντας τὸ παιδί, μέσα ἀπὸ
διάφορες ὑπαρξιακὲς διαβαθμίσεις. Καὶ αὐτό,
μπορεῖ νὰ τὸ παρατηρήσει κανεὶς στὰ παιδιὰ
τῆς ἐφηβικῆς ἡλικίας, ἐνῶ γιγαντώνεται στὰ
φοιτητικὰ χρόνια. Ὅσο τὸ παιδὶ συμμετέχει
στὶς κατηχητικὲς συνάξεις, αὐτὴ ἡ ἀναζήτηση
σιγὰ-σιγὰ ἐνεργοποιεῖται.
Τὰ αἴτια ποὺ παραμένει ἀδρανοποιημένη
αὐτὴ ἡ ἐσωτερικὴ δύναμη, εἶναι ἀμέτρητα.

Ἔχουμε ταυτιστεῖ σὲ μιὰ πτωτικὴ
κατάσταση καὶ αὐτὸ ἔχει περάσει καὶ στὰ
παιδιά μας. Κάτω ἀπὸ αὐτὴ τὴν τάυτιση μὲ
τὸ ἐφήμερο καὶ μέσα στὴν αὐθυποβολὴ μέ
τό: «ἐδῶ τελειώνουν ὅλα», πόσο εὔκολο εἶναι
νὰ πιστέψεις στὸ ὑπερλόγο;
Ἡ πρόταση τοῦ Χριστιανισμοῦ μοιάζει
ἀνέφικτη καὶ ὑπάρχει μιὰ παλινδρόμηση
ὡς πρὸς τὴν ἀποδοχή της. Ὑπὸ αὐτὴν τὴν
ἔννοια, μᾶς φαίνεται ἀρκετὸ νὰ ἀναλωνόμαστε
σὲ ἠθικολογίες καὶ τὰ παιδιὰ συγχύζονται
περισσότερο.
Ἡ ἠθικολογία δὲν σχετίζεται μὲ τὴν
ὑπαρξιακὴ ἀλήθεια, στὴν ὁποία ἀλήθεια
μποροῦμε νὰ μετέχουμε, μέσα ἀπὸ τὴ
μυστηριακὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας.
Καὶ σήμερα πολλὰ ἀπὸ τὰ παιδιά μας,
δὲν εἶναι κοντὰ στὴν Ἐκκλησία ἀλλὰ στὰ
ναρκωτικά, γιατί ψάχνουν ἀνάπαυση στὸ
ψεύτικο, ἔχοντας ἔλλειψη προοπτικῆς.
Δηλαδὴ ἰχνηλατοῦν τὸ δρόμο γιὰ τὸν
παράδεισο καὶ τὸ κάνουν λανθασμένα,
ἀναλώνοντας τὴν ζωή τους, σὲ ὑποκατάστατα εὐχαρίστησης.
Συνεπῶς γιὰ νὰ ἔχεις προοπτική, πρέπει
νὰ τὴν ἀναζητήσεις.
Ἡ θεραπεία αὐτῶν τῶν καταστάσεων κατὰ
τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, εἶναι ἡ

μεταστροφὴ αὐτῶν τῶν δυνάμεων, πρὸς τὴ
σωστὴ κατεύθυνση.
Ὁ βασικὸς στόχος σὲ πρῶτο ἐπίπεδο,
εἶναι νὰ μπορεῖ τὸ παιδὶ βῆμα-βῆμα, νὰ
ἐνεργοποιήσει αὐτὴν τὴν ἀναζήτηση, ὥστε
νὰ νοηματοδοτήσει τὴν ὑπαρξιακή του
ὑπόσταση.
Ὅλο αὐτὸ γίνεται βέβαια σταδιακὰ
καὶ πολλὲς φορὲς χωρὶς τὸ παιδὶ νὰ τὸ
συνειδητοποιεῖ ἄμεσα.
Αὐτὸ ποὺ θὰ πρέπει νὰ τοῦ μεταδώσουμε,
εἶναι ὅτι δικαιοῦται νὰ ξέρει καὶ ἐμεῖς
ὀφείλουμε νὰ τοῦ δώσουμε ἀπαντήσεις, τὶς
ὁποῖες καὶ θὰ ἀξιολογήσει ἐλεύθερα.
Ἔτσι ἡ πραγματικὴ ἐλευθερία ποὺ
χρειάζεται ὁ ἄνθρωπος, συνδέεται ἄμεσα μὲ
τὴν ἀλήθεια γιὰ τὴν ὄντως ζωή.
Τὰ παιδιὰ σήμερα, αἰσθάνονται ὅτι ἔχουν
ἀνάγκη ἀπὸ ἄλλου εἴδους ἐλευθερίες. Αὐτὸ
ὅμως εἶναι ἀστοχία.
Ὁ Χριστὸς ἐξάλλου μᾶς δείχνει τὸ δρόμο:
Ἰω. η΄32 γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ
ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς.
Στὸ χέρι μας εἶναι νὰ ἐνεργοποιήσουμε αὐτὴ
τὴν ἀναζήτηση τῆς ἀλήθειας. Μὲ αὐτὸν τὸν
τρόπο θὰ ἀκολουθήσουν καὶ τὰ παιδιά μας.
Γιῶργος Ἀραμπατζόγλου
Κατηχητὴς τῆς Ἐνορίας

Του Σεβ. Μητροπολίτου Καισαριανής, Βύρωνος και Υμηττού κ. Δανιήλ

πολυεπίπεδη καί πολύμορφη κρίση πού
ταλανίζει τήν σύγχρονη κοινωνία καί τήν
ζωή μας πλήττει ἀνελέητα τούς νέους.
Ἡ γενιά τους θά φέρει διά βίου στίς ψυχές τους
καί τίς ζωές τους, τά στίγματα τῆς πνευματικῆς
πτωχείας τῆς γενιᾶς τῶν μεγαλυτέρων πού
προκάλεσε τήν οἰκονομική πτωχεία.
Ἡ γενιά πού διαχειρίσθηκε τήν ζωή καί
διαμόρφωσε τίς συνθῆκες πού ἐπικράτησαν στήν
κοινωνία εὐθύνεται γιά τόν εὐτελισμό τῆς ζωῆς
τῶν νέων ὡς ἑξῆς:
1ον Στέρησε ἀπό τά παιδιά της τήν ἀληθινή ζωή
περιοριζόμενη νά ἱκανοποιήσει ἀποκλειστικά καί
κατά προτεραιότητα τίς βιοτικές ἀνάγκες τους.
Τά ἔστρεψε στόν «βοσκηματώδη βίο» κατά τήν
ἔκφραση τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας
(Μεγάλου Βασιλείου, Ὁμιλίαι εἰς τήν Ἑξαήμερον
(Ὁμιλία ζ΄) PG 29, 157D).
Στήν προκειμένη περίπτωση ἰσχύει τό σχόλιο
τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ:
«Ταῦτα δὲ ἔδει ποιῆσαι κἀκεῖνα μὴ ἀφιέναι»
(Ματθαίου κγ΄ 23).
Δηλαδή: «Αὐτά ἔπρεπε νά κάνετε, χωρίς νά
παραμελήσετε κι ἐκεῖνα».
Ἔτσι ὤθησε τά παιδιά της στόν ὑλισμό, στόν
μηδενισμό, στόν ἡδονισμό μέ συνέπεια ὅταν
ἐξέλιπαν τά ὑλικά ἀγαθά καί οἱ ἡδονές τῶν
αἰσθήσεων οἱ νέοι νά βιώσουν τήν στέρηση καί
τήν πνευματική πτωχεία, ἐπειδή στερήθηκαν τόν
λόγο τῆς ζωῆς. Ὁ Κύριός μας καί Δημιουργός
ἐπισημαίνει, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ὡς διφυής γιά νά
ζήσει χρειάζεται τήν ὑλική τροφή γιά νά τραφεῖ
καί νά συντηρηθεῖ, ἀλλά καί τόν «ἄρτο τῆς ζωῆς»
(Ἰωάννου στ΄ 35) γιά νά τραφεῖ ἡ ψυχή του
«Οὐκ ἐπ' ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ὁ ἄνθρωπος, ἀλλ'
ἐπὶ παντὶ ῥήματι ἐκπορευομένῳ διὰ στόματος
Θεοῦ» (Ματθαίου δ΄ 4)

6

Δηλαδή: «Ὁ ἄνθρωπος λέει ἡ Γραφή δέ ζεῖ μέ
μόνο τό ψωμί, ἀλλά μέ κάθε λόγο πού βγαίνει ἀπό
τό στόμα τοῦ Θεοῦ».
2ον Περιόρισε τά παιδιά της στήν ματαιότητα,
στό ἐφήμερο, στό εὐτελές μέ συνέπεια νά
ἀδυνατοῦν νά ὑπερβοῦν τά ὑπαρξιακά τους
προβλήματα καί νά ἱκανοποιήσουν τίς ἀναζητήσεις
τῆς ζωῆς τους.
Περιόρισε τόν ὁρίζοντα τῆς ὕπαρξής τους
καί τούς ἀφήρεσε τήν ἐσχατολογική προοπτική
πού ἐλευθερώνει τόν ἄνθρωπο ἀπό τά γήϊνα καί
φθαρτά, ἐπεκτείνοντάς τον στόν ἐπέκεινα τοῦ
παρόντα κόσμου.
3ον Ἀπαξίωσε κάθε αἰώνια ἀξία καί ἀρετή.
Ἀρνήθηκε στήν ψυχή τους τήν ἀθανασία, τήν
ἁγιότητα, τήν ἁγνότητα, τήν ἐλευθερία, τήν
ἐντιμότητα, τήν αὐτοθυσία καί παρέδωσε τίς
ψυχές τῶν νέων κενές καί πτωχές βορά στά
πάθη τῆς ἁμαρτίας πού καταρρακώνουν τήν ζωή
τους, εὐτελίζουν τά ὄνειρά τους, ἀπαξιώνουν τούς
κόπους τους, ἀφανίζουν τίς ἐλπίδες τους, ὁδηγοῦν
στό ναυάγιο καί στόν ὄλεθρο.
4ον Τιμώρησε τά παιδιά της νά καταφεύγουν
στά ναρκωτικά καί τίς ποικίλες ἐξαρτήσεις γιά
νά ἐλευθερωθοῦν τάχα ἀπό τά ποικίλα ἀδιέξοδα
καί δέσμά τους καί τήν ὑπαρξιακή αἰχμαλωσία
τους. Τά ἀπώθησε στό περιθώριο τῆς κοινωνίας
ἀντί νά ἐμπνεύσει σ’ αὐτά νά ἀγωνίζονται γιά νά
ἀποκτήσουν τόν αὐτοσεβασμό, τήν ἀξιοπρέπεια,
τήν ἐντιμότητα, τήν χρηστότητα, τήν εὐγένεια τῆς
ψυχῆς τους καί τήν κοινωνική καταξίωσή τους.
5ον Σημάδεψε τά παιδιά της μέ τήν κενότητα
τοῦ κόσμου καί τά ἐγκατέλειψε νά μαραζώνουν
ἀπό τό ἄγχος, τήν ἀπελπισία, τήν ἀνασφάλεια,
τήν ἀστάθεια νά ὁμοιάζουν κατά τόν λόγο τοῦ
Κυρίου μας ὡς «κάλαμος ὑπό ἀνέμου σαλευόμενος»
(Ματθαίου ιβ΄ 17). Τά παρέδωσε χωρίς θεμέλια,
χωρίς στήριγμα, χωρίς ρίζες νά σαλεύονται ἀπό

τούς πνέοντες ἀνέμους τῆς ἐκκοσμικεύσεως
καί τῶν αὐτοαναιρούμενων καί ὑπ’ ἀλλήλων
ἀνατρεπόμενων νεωτερικῶν καί μετανεωτερικῶν
ἰδεολογιῶν.
Δέν ὑπερβάλλω διόλου στίς διαπιστώσεις μου,
ἀλλά γιά τούς τυχόν ἀμφιβάλλοντας θά ἤθελα νά
θέσω μερικά ἐρωτήματα πού θά μᾶς βοηθήσουν
νά συνειδητοποιήσουμε τίς εὐθύνες μας.
Ἀλήθεια ἐμεῖς δέν εἴμαστε ἐκεῖνοι πού στερήσαμε
τά παιδιά μας ἀπό τά πρότυπα ζωῆς πού μᾶς
παρέδωσε ἡ ἑλληνορθόδοξη παράδοσή μας;
Ἐμεῖς δέν προβάλλουμε μέσα ἀπό τά τηλεοπτικά
σήριαλς τούς τύπους τῶν ἐπιτυχημένων τάχα νέων
μέ τό ἐξεζητημένο ντύσιμό τους καί τήν ἐκκεντρική
ξενόφερτη μιμητική συμπεριφορά τους.
Ἐμεῖς δέν διδάσκουμε τελικά πώς ἡ ἀξία τοῦ
ἀνθρώπου κρίνεται ὄχι ἀπό τό τί εἶναι, ἀλλά ἀπό
τό τί ἔχει καί τό πῶς φαίνεται;
Ἐμεῖς δέν γκρεμίσαμε ἀπό τίς καρδιές τῶν νέων
μας τήν πίστη στό Θεό, σέ πνευματικές ἀξίες,
ἰδανικά καί ἀρχές;
Ἐμεῖς δέν μυκτηρίσαμε μέ λόγια καί μέ ἔργα τήν
θρησκεία, τήν πατρίδα, τήν οἰκογένεια, τό ἦθος,
τήν εὐπρέπεια καί τήν ἠθική;
Ἐμεῖς δέν χαρακτηρίζουμε καί μάλιστα δημόσια
ὑποτιμητικά καί χλευαστικά ὅποιο θρησκεύεται
«θεοῦσο» ἤ ὅποια ἐκκλησιάζεται «θεοῦσα».
Ἐμεῖς δέν υἱοθετήσαμε τά δῆθεν πολιτισμένα καί
προοδευτικά πρότυπα τῆς δυτικῆς παραδόσεως σέ
Εὐρώπη καί Ἀμερική καί δέν δεχθήκαμε κάτω ἀπό
τόν ὅρο τῆς προόδου τήν ἄκριτη ἀπόρριψη κάθε
γνήσιου ἑλληνικοῦ καί χριστιανικοῦ στοιχείου τῆς
παράδοσής μας, λές καί ἦταν αὐτή τόσο ἀπόβλητη,
συγκρινόμενη μέ τά πνευματικά μεγέθη τῆς
Ἑσπερίας, πού φάνταζαν στά μάτια μας σάν
τά λαμπιόνια τοῦ γιορταστικοῦ διάκοσμου τῶν
δρόμων;
Ἐμεῖς δέν ἀνταλλάξαμε καί μάλιστα ἀντί

7

7

Η ΔΑΣΚΑΛΑ

Κ

αθὼς στεκόταν μπρὸς στὴν τάξη της
τὴν Ε΄ δημοτικοῦ, τὴν πρώτη ἡμέρα τοῦ
σχολείου ἡ νέα Δασκάλα τοῦ σχολείου,
ἡ κυρία Τζοβάνα εἶπε στὰ παιδιὰ ἕνα ψέμα.
Ὅπως οἱ περισσότερες δασκάλες, κοίταξε
τοὺς μαθητές της καὶ εἶπε ὅτι τοὺς ἀγαποῦσε
ὅλους τό ἴδιο. Ὅτι ὅλοι τους ἦταν καλὰ παιδιά.
Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἦταν ἀλήθεια. Ἕνα παιδὶ ἦταν
διαφορετικὸ καὶ τῆς προξενοῦσε ἀπέχθεια.
Κάπου στὸ βάθος, μόνο του, μὲ χαμηλωμένο τὸ
κεφάλι. Ἦταν παραμελημένος μὲ τσαλακωμένα
πάντα ροῦχα. Ἀνέδιδε διάφορες ὀσμές, σημάδι
ὅτι χρειαζόταν μπάνιο. Δὲν μιλοῦσε ποτέ, δὲν
ἀπαντοῦσε στὶς ἐρωτήσεις.
Ἡ πρώτη σκέψη τῆς Δασκάλας ἦταν: «Τί
μπελάς μοῦ φορτώθηκε φέτος. Αὐτὸ τὸ χαζὸ
παιδί μοῦ χαλάει τὴν ἁρμονία τῆς τάξης. Τί
μοῦυ τὸ φέρανε ἐδῶ; Ἄντε τώρα, ἐγὼ πρέπει
νὰ κανονίζω νὰ πάει σὲ κανένα ἵδρυμα.»
Φερόταν ὅσο μποροῦσε καλύτερα στὸ Μανοῦσο
ἐπιστρατεύοντας τὸ ψεύτικο χαμόγελο καὶ τὴν
ὑπομονή της. Ἀλλὰ αὐτὸς ποτὲ δὲν μιλοῦσε. Ἡ
Τζοβάνα τὸ ἀποφάσισε, δὲν μποροῦσε νὰ γίνει
τίποτε ἄλλο. Ὁ Μανοῦσος ἔπρεπε νὰ φύγει
ἀπὸ τὴ τάξη της. Μὲ αὐτὸ τὸ σκοπὸ λοιπόν,
θὰ ἔπρεπε νὰ συντάξει τὰ ἀπαραίτητα ἔγγραφα
γιὰ τὸ μπελὰ ποὺ τὴν βρῆκε, γιὰ νὰ καλέσει τὴν
κοινωνικὴ ὑπηρεσία νὰ τὸν πάνε κάπου ἀλλοῦ.
Μία συγκεκριμένη παράγραφος τῆς ἀναφορᾶς
ζητοῦσε τὸ ἱστορικό τοῦ μαθητῆ. «Ὢ Θεέ μου,
πρέπει νὰ κοιτάξω καὶ τὸν ἀτομικὸ φάκελο καὶ
ὅλα τά χαρτιὰ αὐτοῦ τοῦ χαζοῦ. Αὐτὸ σημαίνει
ὅτι ἕνα ἀπόγευμα πρέπει νὰ τὸ χαραμίσω γιὰ
αὐτόν. Τί νὰ κάνω, ἀφοῦ εἶναι γιὰ τὸ καλό τῆς
τάξης καὶ τὴ δική μου ψυχικὴ ἠρεμία θὰ πρέπει
νὰ τὸ κάνω.»
Ἕνα ἀπόγευμα λοιπὸν ἀποφάσισε νὰ κάνει
αὐτὴ τὴν ἀγγαρεία. Σὲ ἕνα σκονισμένο ἀρχεῖο,
μπόρεσε καὶ βρῆκε τὴν πρώτη ἀναφορά.
Ἡ δασκάλα τῆς Α΄ δημοτικοῦ ἔγραφε: «Ὁ
Μανοῦσος εἶναι ἕνα φωτεινὸ παιδί, πανέξυπνο,
μὲ ἕτοιμο πάντα τό χαμόγελο. Κάνει τὶς
ἐργασίες του σωστὰ καὶ προσεγμένα, καὶ ἔχει
καλοὺς τρόπους. Εἶναι χαρὰ νὰ τὸν ἔχουμε
κοντά μας». Μὲ περιέργεια ἔψαχνε νὰ βρεῖ τὴ
δεύτερη ἀναφορά. Σὲ μία ντουλάπα βρέθηκε.
Ἡ δασκάλα τῆς Β’ δημοτικοῦ ἔγραφε: «Ὁ
Μανοῦσος εἶναι ἄριστος μαθητής. Ἀγαπητὸς
ἀπὸ τοὺς συμμαθητές του, ἀλλὰ φαίνεται
προβληματισμένος ἐξ αἰτίας τῆς μητέρας του,
ποὺ ἔχει μιὰ ἀνίατη ἀσθένεια, ἡ ζωὴ στὸ σπίτι
θὰ εἶναι δύσκολη». Μὲ ἀγωνία ἔψαχνε τὴ τρίτη

«πινακίου φακῆς» τά πνευματικά μας πρωτοτόκια
μεταλλάξαντες τά γηγενῆ τῆς παράδοσής μας μέ τήν
εἰσαγόμενη κουλτούρα τῆς βίας, τοῦ ἀμοραλισμοῦ,
τοῦ παρασιτισμοῦ καί τοῦ ἀβασάνιστου καί
δουλικοῦ μιμητισμοῦ;
Ἐμεῖς δέν διδάξαμε τά παιδιά μας νά ἐπιζητοῦν
κέρδη χωρίς μόχθο, νίκη χωρίς ἀγῶνα, πλοῦτο
χωρίς δουλειά, ἀπόλαυση χωρίς θυσία; Ἄς μή
συνεχίσω. ‘Ο Πλούταρχος εἶχε πεῖ: «Ὅπου γὰρ
γέροντές εἰσιν ἀναίσχυντοι, ἐνταῦθ' ἀνάγκη καὶ
νέους ἀναιδεστάτους εἶναι» (Περί παίδων ἀγωγῆς,
14Β)
Δηλαδή: «Ὅπου οἱ γέροντες εἶναι ξεδιάντροποι,
ἐκεῖ δέν γίνεται νά μήν εἶναι ἀναιδέστατα τά
παιδιά».
Αὐτό δέ, συμβαίνει σήμερα στήν κοινωνία μας.

ἀναφορά. Θὰ ὑπῆρχε ἄραγε; Σὲ ἕνα ἄσχετο
φάκελο, τελικὰ βρέθηκε. Ἡ δασκάλα τῆς Γ’
δημοτικοῦ ἔγραφε: «Ἡ μητέρα του δὲν ἔχει
ἐπαφὴ μὲ τὴ πραγματικότητα ἐδῶ καὶ μῆνες
στὸ νοσοκομεῖο, ὁ πατέρας του εἶναι χαμένος,
ὁ Μανοῦσος ὧρες - ὧρες κοιτάζει ἀπόμακρα τό
ταβάνι καὶ δὲν δείχνει τὸ ἴδιο ἐνδιαφέρον νὰ κάνει
τὶς σχολικές του ἐργασίες ὅπως καὶ παλαιότερα.
Τοῦ φέρομαι μὲ ἐπιείκεια καὶ προσπαθῶ νὰ
μὴν τὸν ζορίζω». Ἡ Τζοβάνα ἔψαχνε σὲ ὅλο τό
ἀρχεῖο γιὰ τὴ τέταρτη ἀναφορά, πέταγε τοὺς
φακέλους στὸ πάτωμα, δὲν τὴν ἐνδιέφερε πιὰ
νὰ κρατήσει καμία ταξινόμηση σὲ αὐτὸ τὸ
ἄθλιο ἀρχεῖο. Κάπου τελικὰ σὲ αὐτὸ τὸ χάος
βρέθηκε καὶ ἡ τέταρτη ἀναφορά. Ἡ δασκάλα
τῆς Δ’ δημοτικοῦ ἔγραφε: «Ὁ Μανοῦσος ἔχασε
τὴ μητέρα του καὶ ὁ πατέρας του πίνει. Ὁ
Μανοῦσος ἔκλαιγε συχνὰ καὶ ἔλεγε: «Ποῦ εἶναι
ἡ μανούλα μου; Ποῦ εἶναι ἡ μανούλα μου;»
συνεχῶς. Τοῦ ἐξηγήθηκε πῶς ἔχει ἡ κατάσταση
ἀλλὰ δὲν φαίνεται νὰ τὸ καταλαβαίνει. Δὲν
δείχνει πιὰ ἐνδιαφέρον γιὰ τὸ σχολεῖο.»
Ἡ κυρία Τζοβάνα τακτοποίησε ὅπως-ὅπως
(δηλαδὴ ὅπως ἀκριβῶς τὸ βρῆκε) τὸ ἀνάστατο
ἀρχεῖο καὶ πῆγε σπίτι της. Ἔσκισε τὰ χαρτιὰ
ἀποπομπῆς τοῦ Μανούσου ποὺ ἑτοίμαζε.
Ἐκεῖνο τὸ βράδυ αἰσθανόταν περισσότερο
ζωντανὴ ἀπὸ ὅτι συνήθως, ἀλλὰ καὶ πολὺ
μὰ πολὺ πιὸ μόνη. Ἀναρωτήθηκε τί ἀληθινὴ
χρησιμότητα εἶχε τό νὰ μαθαίνει γραφή,
ἀνάγνωση καὶ ἀριθμητικὴ στὰ παιδιά.
Τὴν ἑπόμενη μέρα, στὸ διαλλειμα, ὅλα τά
παιδιὰ βγῆκαν γιὰ νὰ παίξουν. Ὅλα ἐκτὸς ἀπὸ
τὸ διαφορετικὸ παιδί. «Μανοῦσο», τοῦ εἶπε, «ἡ
μανούλα σου πῆγε στὸν οὐρανό, ἀλλὰ ἄν σοῦ
λείπει, μπορεῖς νὰ θεωρεῖς ἐμένα σὰν μανούλα
σου ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα. Ἀγκάλιασε μὲ δύναμη
τὸ παιδί. Ὁ Μανοῦσος δὲν εἶπε τίποτα.
Ἀπὸ ἐκείνη τὴ μέρα ἡ κυρία Τζοβάνα
συνειδητά, δὲν ἀγαποῦσε τὸ ἴδιο ὅλα τά παιδιὰ
τῆς τάξης της. Ἕνα ἀπὸ τὰ παιδιὰ τὸ ἀγαποῦσε
περισσότερο, τὸ θεωροῦσε πιὰ δικό της καὶ δὲν
ἔχανε εὐκαιρία νὰ τὸ δείξει. Τοῦ μιλοῦσε πιὰ
ὅπως ἀκριβῶς καὶ στὰ ὑπόλοιπα, τὸ κράταγε
μία ὥρα παραπάνω γιὰ νὰ τοῦ μαθαίνει νέα
πράγματα, τοῦ ἀγόραζε πράγματα, τὸ πήγαινε
μὲ τὰ πόδια μέχρι τὸ σπίτι του, τοῦ ἔκανε
μπάνιο, τοῦ σιδέρωνε τὰ ροῦχα σὲ ἕνα σπίτι
ὅπου ὁ πατέρας ἔλειπε, καὶ οἱ γειτόνισσες πότε
ἡ μιά, πότε ἡ ἄλλη ἐφέρναν φαγητό. Σιγὰ-σιγὰ
τὸ παιδὶ ἀντιδροῦσε καὶ ξαναγινόταν ὁμιλητικὸ
καὶ ζωντανό. Ἐνδιαφερόταν καὶ πάλι γιὰ τὰ
μαθήματά του.
Στὸ τέλος τῆς χρονιᾶς ἦταν ἔθιμο οἱ γονεῖς
τῶν παιδιῶν νὰ δίνουν ἕνα δῶρο στὴ Δασκάλα.

Ὅλα ἦταν διπλωμένα σὲ πολύχρωμα χαρτιὰ
μὲ ὡραίους φιόγκους, καὶ ἡ Δασκάλα τὰ
ἄνοιγε μὲ εὐχαρίστηση καὶ ὅλα τα παιδιὰ
χειροκροτούσανε γιὰ τὸ κάθε δῶρο, τὸ ὁποῖο
τὸ κάθε ἕνα συναγωνιζότανε τὸ ἄλλο. Ἀφοῦ
τελείωσε ἡ γιορτή, ἡ κυρία Τζοβάνα πῆγε τὸν
Μανοῦσο στὸ σπίτι γιὰ τελευταία φορά. Ἕνας
θεῖος του θὰ τὸν ἔπαιρνε μακριά, γιὰ πάντα.
Ἡ κυρία Τζοβάνα φίλησε τὸ Μανοῦσο γιὰ
τελευταία φορά. Τὸ παιδί, δειλά, τῆς ἔδωσε κάτι
ποὺ εἶχε τυλιγμένο σὲ μία χαρτοσακούλα τοῦ
μανάβη. Ἀκολούθησαν οἱ ἀποχαιρετισμοὶ καὶ
οἱ εὐχαριστίες τῶν συγγενῶν. Ἡ κυρία Τζοβάνα
θυμήθηκε τὸ πακετάκι μόνο ἀφοῦ ἔφτασε σπίτι
της. Τὸ ἄνοιξε καὶ βρῆκε μέσα ἕνα βραχιόλι,
τίποτα ἰδιαίτερο, ἕνα φτηνὸ χιλιοφορεμένο
βραχιόλι ποὺ λείπανε μερικὲς χάντρες του καὶ
ἕνα χρησιμοποιημένο (εἶχε λιγότερο ἀπὸ τὸ
μισὸ) μπουκαλάκι παλιομοδίτικο ἄρωμα. Καὶ
μία καρτούλα ζωγραφισμένη. Ἦταν ἡ παιδικὴ
ζωγραφιὰ μιᾶς δασκάλας, ποὺ ἡ κυρία Τζοβάνα
ἀναγνώρισε τὰ χαρακτηριστικά της καὶ μία
ἐπιγραφή: «Ἡ μανούλα μου».
Ἀπὸ τότε κάθε χρόνο, στὸ τέλος τῆς χρονιᾶς,
ἡ κυρία Τζοβάνα λάμβανε μία κάρτα ἀπὸ τὸ
Μανοῦσο. Κάποιες φορὲς μὲ φωτογραφία,
μὲ τὰ νέα του νὰ τῆς λέει τοὺς βαθμούς του
στὸ Λύκειο, στὸ Πανεπιστήμιο. Ἄλλες φορὲς
νέα ἀπὸ τὰ ταξίδια του, καὶ δῶρα, γιατί
πιὰ ὁ Μανοῦσος εἶχε γίνει ἕνας σπουδαῖος
ἐπιστήμονας.
Μία χρονιὰ ὅμως, τὸ γράμμα ἦταν
διαφορετικό. Ἦταν προσκλητήριο γάμου
καὶ ἀεροπορικὰ εἰσιτήρια γιὰ ἕναν μακρινὸ
προορισμὸ στὸ ἐξωτερικό. Ἡ κυρία Τζοβάνα
μεγάλη πιὰ ἔφτασε στὴ πολυτελή δεξίωση τοῦ
γάμου. Ὁ σερβιτόρος ποὺ ἦταν στὴν εἴσοδο,
τῆς ἔκανε ἰδιαίτερες φιλοφρονήσεις. «Oh, Welcome Mrs. Johanna» καὶ τὴν ὁδήγησε στὸ πιὸ
ξεχωριστὸ τραπέζι. Ἡ κυρία Τζοβάνα ἔνιωσε
κάπως ἄβολα ἐκεῖ. Δὲν εἶχε καὶ κανέναν γνωστὸ
νὰ μιλήσει. Κάποια στιγμὴ μπῆκε ὁ γαμπρὸς
μὲ μία ἐπίσημη ἐνδυμασία. Ἦταν φανερὸ ὅτι
ὁ Μανοῦσος ἦταν πιὰ ἕνα σημαῖνον πρόσωπο
τῆς κοινωνίας ἐκεῖ. Ἀπὸ ὅλους τούς ἀνθρώπους
ποὺ τὸν περιτριγύριζαν αὐτὸς ξεχώρισε μὲ πολὺ
ἰδιαίτερο τρόπο τὴν κ. Τζοβάνα. Τὴν ἀποκάλεσε
μὲ σεβασμὸ μητέρα καὶ τὴν ἔπιασε ἀγκαζὲ γιὰ
νὰ προχωρήσουν γιὰ τὴ τελετή. «Ἐσὺ ἤσουν ἡ
πιὸ ξεχωριστή μου δασκάλα, γιατί μὲ ἔκανες
ἱκανὸ νὰ γίνω ἕνας καλὸς μαθητὴς». «Ἐσὺ ἤσουν
ὁ πιὸ ξεχωριστός μου μαθητής, γιατί μὲ ἔκανες
νὰ γίνω δασκάλα» τοῦ ἀπάντησε ἡ δασκάλα
ποὺ φοροῦσε ἕνα χιλιοφορεμένο φτηνὸ βραχιόλι
καὶ ἕνα ξεχασμένο πιά, παλιομοδίτικο ἄρωμα.

Ἄν οἱ νέοι μας θέλουν νά πλουτίσουν
πνευματικά καί ὑπαρξιακά ἄς πλησιάσουν
τόν Χριστό γιά νά τούς χαρίσει τά αἰώνια καί
ἀνεκτίμητα μαργαριτάρια τῆς βασιλείας Του. Ὅλοι
ἐμεῖς ἔχουμε καθῆκον νά τούς δείξουμε τοῦτο τόν
δρόμο πού ὁδηγεῖ στήν ἀνάσταση, στήν ἐλευθερία,
στήν δικαίωση τῆς ὕπαρξής τους. Ἄν τόν ἀρνηθοῦν,
ἄν τόν περιφρονήσουν θά μείνουν γιά πάντα
«ἐκλελυμένοι καὶ ἐρριμμένοι» (Ματθαίου θ΄ 36).
Ἄν τόν ἀκολουθήσουν καί τόν πιστεύσουν θά
ἔχουν ἀποκτήσει θησαυρό ἀνεξάλειπτο κατά τόν
λόγο τοῦ Κυρίου.
«Μὴ θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυροὺς ἐπὶ τῆς γῆς,
ὅπου σὴς καὶ βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται
διορύσσουσιν καὶ κλέπτουσιν· Θησαυρίζετε δὲ ὑμῖν
θησαυροὺς ἐν οὐρανῷ, ὅπου οὔτε σὴς οὔτε βρῶσις

ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται οὐ διορύσσουσιν οὐδὲ
κλέπτουσιν» (Ματθαίου στ΄ 19-20)
Δηλαδή: «Μή μαζεύετε θησαυρούς πάνω στή
γῆ, ὅπου τούς ἀφανίζει ὁ σκόρος καί ἡ σκουριά,
κι ὅπου οἱ κλέφτες κάνουν διαρρήξεις καί τούς
κλέβουν. Ἀντίθετα, νά μαζεύετε θησαυρούς στόν
οὐρανό, ὅπου δέν τούς ἀφανίζουν οὔτε ὁ σκόρος
οὔτε ἡ σκουριά, κι ὅπου οἱ κλέφτες δέν κάνουν
διαρρήξεις καί δέν τούς κλέβουν»
Ὁ Χριστός ἀνανεώνει, ἀνακαινίζει, πλουτίζει καί
στολίζει τήν ψυχή καί τήν ζωή τῶν νέων κατά τήν
ὑπόσχεσή Του «ἰδοὺ καινὰ ποιῶ τὰ πάντα» (Πρός
Κορινθίους Β΄ ε΄ 17).

Νέα ζωή, νέες ἐλπίδες,
νέα προοπτική, νέες σχέσεις.

7

Τό νέο πρόσωπο
του ἐνοριακοῦ Ἱεροῦ μας Ναοῦ...

Τ

ΣΥΝΤΟΜΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ
ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΠΕΤΡΟΥΠΟΛΕΩΣ

ὸ ἔτος 1958 στὴ εὐρύτερη βορειοδυτικὴ
περιοχὴ τῆς κοινότητας Πετρουπόλεως
στὰ πεῦκα Βερδη ὁ Κοσμᾶς Εὐσταθίου
πρότεινε νὰ κτίσουν ἕνα Προσκυνητάρι στὸ
ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Τὸ 1965 ὁ Χρῆστος
Τωμαδάκης πρωτοστάτησε στὴν ἀνέγερση
τοῦ πρώτου Ἱεροῦ Ναοῦ. Οἱ τοῖχοι ἔγιναν μὲ
τσιμεντόλιθους καὶ ἡ σκέπη ἀπὸ τσίγκους. Οἱ
διαστάσεις 10Χ14 τ. μέτρα. Ἡ περιοχὴ ἐκτός
σχεδίου. Ἡ χωροφυλακὴ συχνὰ συλάμβανε
τοὺς πρωτεργάτες. Στὰ κρατητήρια τακτικὰ ὁ
Χρῆστος Τωμαδάκης μὲ ἄλλους κατοίκους. Ἡ
πίστη μεγάλη. Ὁ φόβος μικρός. Ἡ Ἐκκλησία
λειτούργησε. Πρῶτος ἐφημέριος ὁ π. Γεώργιος
Φερεντῖνος. Δεκάδες παιδιὰ στὸ Κατηχητικὸ
Σχολεῖο. Πρώτη Κατηχήτρια ἡ κ. Θεοδώρα
Χρονοπούλου. Ὁ κόσμος αὐξήθηκε. Ἡ ἀνάγκη
γιὰ μεγαλύτερη Ἐκκλησία ἦταν ἐπιτακτική.
Τὸ 1974 ἔγινε Ἐνορία μὲ Προεδρικὸ Διάταγμα.
Τὸ 1978 ἐγκρίθηκε ἡ μελέτη τοῦ νέου Ἱεροῦ
Ναοῦ ἀπὸ τὸ Μητροπολιτικὸ Συμβούλιο τῆς
τότε Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἀττικῆς. Ξεκίνησε ὁ
Ναός. Στὸ ἐργοτάξιο ὅλοι οἱ ἐνορίτες ἔδωσαν
τὸ παρόν. Ὁ καθένας βοηθοῦσε ἀπὸ τὸ
ὑστέρημά του. Ὁ ἡμιυπόγειος Ναὸς τοῦ Ἁγίου
Φανουρίου λειτούργησε ὡς πρῶτος Ναὸς τῆς
ΙΕΡΕΥΣ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ  ΦΕΡΕΝΤΙΝΟΣ
ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΣΙΑΦΗΣ    
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΒΕΡΟΠΟΥΛΟΣ
ΚΑΝΕΛΛΟΣ ΑΔΑΜΟΠΟΠΟΥΛΟΣ
ΒΕΝΕΔΙΚΤΟΣ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ  
ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΠΑΠΑΡΟΥΠΑΣ
† ΣΤΑΜΑΤΙΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΔΕΣΤΟΥΝΗΣ
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΠΑΣΣΑΣ                 
ΙΩΣΗΦ ΕΚΕΡΤ
ΒΗΣΣΑΡΙΩΝ ΚΑΛΥΒΑΣ
ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΑΡΓΥΡΗΣ
ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΓΚΙΚΑΣ

Ἁγίας Τριάδος στὸ νέο οἰκοδόμημα. Ἐφημέριος
ὁ π. Θεόδωρος Σιάφης καὶ ἐν συνεχείᾳ ὁ π.
Κωνσταντῖνος Παπαδοπουλος. Συνεφημέριος
διετέλεσε ὁ π. Ἀναστάσιος Βερόπουλος, ἐν
συνεχείᾳ ὁ π. Κανέλλος Ἀδαμόπουλος καί
ὁ π. Βεδένικτος Ἀγγελόπουλος. Τὸν Ἰούλιο
τοῦ 1992 ὁ π. Κωνσταντῖνος Παπαδόπουλος
ἀποσπᾶται ἀπό τήν ἐνορία μας καί στήν θέση
του ὡς Προϊστάμενος τοῦ Ναοῦ διορίζεται ὁ
π. Πορφύριος Παπαρούπας. Στήν τριετία
πού διακόνισε τόν Ναό, ὁλοκληρώθηκε ἡ
μαρμαρόστρωση (1994) τοῦ Ναοῦ, ἄνοιξε τήν
αἴθουσα τοῦ Πνευματικοῦ Κέντρου, ὅπου
σήμερα γίνονται οἱ ἐκδηλώσεις μας, καθώς μέ
δωρεά τοῦ ἰδίου ἔφτιαξε τήν Ἁγία Τράπεζα,
ξεκίνησε τήν ἁγιογράφηση καί τοποθετήθηκε
τό τέμπλο τοῦ Ναοῦ μας. Ἐπίσης σημαντική
ἦταν ἡ προσφορά του στήν ἀναγέννηση τῆς
ἐνορίας μας, ἔχοντας προσφέρει ἕνα τεράστιο
ἔργο σ'αὐτήν. Διαχρονικὴ ἡ κατασκευὴ τοῦ
νέου περικαλοῦς Ἱεροῦ Ναοῦ.
Τὸ 1996 διορίστηκαν ἐφημέριοι οἱ π.
Σταματιος Παπαδόπουλος καὶ π. Δημήτριος
Δεστούνης. Ἔγινε ἐν συνεχείᾳ ἡ ἐξωτερικὴ
μαρμαρόστρωσις καὶ ἡ ὁλοκλήρωσις τοῦ
Πνευματικοῦ Κέντρου. Τὸ 1999 ἄρχισε τὸ

ΑΠΟ
ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1973
ΙΟΥΛΙΟΣ 1975
ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1979
ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 1985
ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 1988
ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1989
ΙΟΥΛΙΟΣ 1992
ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 1996
ΙΟΥΛΙΟΣ 1996
ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2006
ΜΑΡΤΙΟΣ 2011
ΜΑΪΟΣ 2011
ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2012
ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2013

ΕΩΣ
ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1975
ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 1979
ΙΟΥΛΙΟΣ 1992
ΜΑΪΟΣ 1986
ΜΑΪΟΣ 1989
ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 1995
ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 1995
ΙΟΥΝΙΟΣ 2004
ΙΟΥΝΙΟΣ 2013
ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2008
ΜΑΪΟΣ 2011
ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2012

σισσυτιο ἀπορῶν μὲ σύγχρονη ὑποδομή. Ἡ
Θεία Χάρις φώτισε πολλοὺς ἐθελοντὲς καὶ
ἐθελόντριες νὰ διακονοῦν μὲ φόβο Θεοῦ. Τὸ
2006 ξεκίνησε ἡ ἁγιογράφησις τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ
καὶ ἐπερατώθη τὸν Δεκέμβριο τοῦ 2011. Τὰ
ἐγκαίνια ἔγιναν τὴν 6 Μαΐου 2012 ὑπὸ τοῦ
Σεβασμιωτατου Μητροπολίτου Ἰλίου, Ἀχαρνῶν
καὶ Πετρουπόλεως κ.κ. Ἀθηναγόρου.
Ἀπό τόν Σεπτέμβριο τοῦ 2012 ὁ π. Σπυρίδων
Ἀργύρης διατελεῖ ἐφημέριος τοῦ Ἱεροῦ μας
Ναοῦ καί Πρόεδρος τοῦ Φιλοπτώχου Ταμείου.
Ἀπό τόν Ἀπρίλιο τοῦ 2013 ὁ Ἀρχιμ. Γερμανός
Γκίκας εἶναι ὁ Ἱερατικός Προϊστάμενος καί
Πρόεδρος τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου.
Μαζί, προχωρήσαμε στήν ἀνακαίνιση
τοῦ Πνευματικοῦ Κέντρου τοῦ Ναοῦ,
δημιουργήσαμε τό ἀρχονταρίκι, τό Παρεκκλήσιο
τοῦ Ἁγίου Στυλιανοῦ καί τοῦ Ἁγίου
Χαραλάμπους, ἐπανιδρύσαμε τά Κατηχητικά
σχολεῖα καί γενικότερα ἐνισχύσαμε τήν
Ἐκκλησιαστική Ἐνοριακή Δράση τοῦ Ναοῦ
μέ πάρα πολλές δραστηριότητες. Εὐελπιστοῦμε
μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ νά ὁλοκληρωθοῦν οἱ
ἐργασίες πρός αποπεράτωση τῆς στέγης σέ
ρυθμό τρίκλιτης βασιλικῆς, τῆς κατασκευῆς
τοῦ ἀριστεροῦ καμπαναριοῦ, τοῦ βαπτιστηρίου
καί ἄλλων λειτουργικῶν ἐργασιῶν τοῦ ναοῦ
καί τοῦ μετασχηματισμοῦ του σέ βυζαντινοῦ
ρυθμοῦ. Μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ καί τή
συμβολή τῶν εὐσεβῶν καί ἐναρέτων ἐνοριτῶν
τῆς Ἁγίας Τριάδος, εὐελπιστοῦμε σύντομα νά
ὁλοκληρωθεῖ. Μία προοπτική τοῦ ναοῦ στήν
τελική του μορφή εἶναι ἡ ὡς ἄνω εἰκόνα.
Ἐκ τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου