διαδρομές

Ν ο ητ ι κ έ ς

διαδρομές

στόν

χῶρο

τῆς

πίστης

Μηνιαῖο φυλλάδιο τοῦ Ἱ.Ν. Ἁγίας Τριάδος Πετρουπόλεως | Σουλίου 167 - Τηλ.: 210 5013108 | Τεῦχος 5ο - Αὔγουστος 2014
ierosnaosagiastriadospetroupoleos.blogspot.gr - agiatriadapetroupoleos.gr - facebook: agiatriadapetroupolis

Δρόμος δέν ὑπάρχει...
τόν δρόμο
τόν ἀνοίγουμε...
προχωρώντας
καί συγχωρώντας...

Οἱ γεωργοί καί ἡ ἄμπελος.
Μικρογραφία εἰκονογραφημένου
χειρογράφου, 11ος αἰ. μ.Χ.,
Ἐθνική Βιβλιοθήκη Παρισίων.

Γραφή καί Παράδοση

Π

ρίν προχωρήσουμε,
σύν Θεῶ, στά «ἐνδότερα» τῆς πίστης
μας, δέν θά ἦταν ἄσκοπη
μιά μικρή ἀναφορά στίς
πηγές τῆς ἀλήθειας τοῦ
Χριστιανικοῦ δόγματος. Ἀπό πού ἀντλοῦμε
τίς ἀλήθειες πού ἀναφέρουμε στά 2000 καί
περισσότερα χρόνια ἐπίγειας ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας;
Ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία, ἡ Θεολογία τῶν
Πατέρων, πού εἶναι κατά κύριο λόγο Θεολογία
τοῦ βιώματος, ζῶσα Θεολογία, καρδιακή καί
ὄχι διανοητική, ἀντλεῖ καί διατυπώνει τίς
ἀλήθειες καί τά δόγματά της ἀπό τό ἀστείρευτο
πηγάδι τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως. Κάποιες φορές
ἴσως θά ἔχετε ἀκούσει νά λένε ὅτι πηγές τῆς
Χριστιανικῆς Θεολογίας εἶναι ἡ Ἁγία Γραφή καί
ἡ Ἱερά Παράδοση1. Ὁ διαχωρισμός αὐτός εἶναι
ἐσφαλμένος. Διότι Γραφή καί Παράδοση δέν
διαχωρίζονται ἀφοῦ ἡ Ἁγία Γραφή εἶναι μέρος
μόνο, τό γραπτό μέρος, τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως
ἡ ὁποία προϋπῆρχε πρίν διατυπωθεῖ στά Ἱερά
βιβλία. Πηγή τῶν ἀληθειῶν τῆς πίστης μας δηλαδή,
εἶναι ἡ γραπτή καί ἄγραφη Ἱερή Παράδοση. 1
Ὁ Μ. Βασίλειος, μάλιστα, στήν ἐπιστολή του
πρός τόν Ἀμφιλόχιον Περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος,
πού τό συμπεριλαμβάνει καί ὁ ἅγιος Νικόδημος
στό Πηδάλιο, ἀναφέρει: «Τῶν ἐν τῇ Ἐκκλησία
πεφυλαγμένων δογμάτων καί κηρυγμάτων, τά μέν
ἐκ τῆς ἐγγράφου διδασκαλίας ἔχομε, τά δέ ἐκ
τῆς Ἀποστόλων παραδόσεως διαδοθέντα ἡμῖν
ἐν μυστηρίω παραδεξάμεθα, ἅπερ ἀμφότερα
τήν αὐτήν ἰσχύν ἔχει πρός τήν εὐσέβειαν…»2.
Τό ἀπαράλλακτο μάλιστα τῆς γραπτῆς καί
ἄγραφης Ἱερῆς Παράδοσης ὁ Ἅγιος κατανοεῖ
ὡς ἀποστολική ἐντολή τήν ὁποία διατυπώνει

Ἡ μεταβίωση
τῆς Θεοτόκου
Τοῦ Μητροπολίτη Ναυπάκτου Ἱερόθεου

Κοίμηση τῆς Θεοτόκου
ὑπῆρξε ἔνδοξος καί
εὐκλεής καί ἦταν
ἀνάλογη μέ τήν ζωή της. Γιατί
ἀνάλογα μέ τήν δόξα τῆς
ἐπιγείου ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου,
θά εἶναι καί ἡ τελευτή του.
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στήν ἀρχή τοῦ
λόγου του γιά τήν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου λέγει ὅτι
περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλον χρωστᾶ καί ἀγαπᾶ
τό «μετ’ εὐφημίας ἐπ’ Ἐκκλησίας ἐκδιηγεῖσθαι τά

ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στήν Β΄ Πρός Κορινθίους
ἐπιστολή του: «Ἄρα οὔν, ἀδελφοί, στήκετε, καί
κρατεῖτε τάς παραδόσεις ἅς ἐδιδάχθητε εἴτε διά
λόγου εἴτε δί’ ἐπιστολῆς ἡμῶν.» (Β΄ Κορ., 2,15).
Γιά νά κατανοήσουμε πόσο θεμελιώδης εἶναι
ἡ Ἱερά Παράδοση στήν πίστη μας, ἀρκεῖ ἕνα
ἀκόμη μικρό ἀπόσπασμα ἀπό τήν ἴδια ἐπιστολή
τοῦ Μ. Βασιλείου: «Λόγου χάρη (γιά νά θυμηθῶ
τό πρῶτο καί πιό συνηθισμένο ἀπό ὅλα), ποιός
ἐδίδαξε γραπτῶς ὅτι ὅσοι ἐλπίζουν στό ὄνομα
τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ φανερώνουν
αὐτή τήν πίστη μέ τό νά κάνουν τό σημεῖο τοῦ
σταυροῦ; Τό νά στρεφόμαστε πρός ἀνατολάς
κατά τήν προσευχή, ποιό γραπτό κείμενο μᾶς
τό δίδαξε; Τούς λόγους τῆς Ἐκκλησίας κατά τόν
ἁγιασμό τοῦ ἄρτου τῆς θείας εὐχαριστίας καί
τοῦ ποτηρίου, ποιός ἀπό τούς ἁγίους μας τούς
ἄφησε γραπτῶς; Δέν ἀρκούμεθα ἀσφαλῶς σ' αὐτά
πού οἱ ἀπόστολοι ἤ τό εὐαγγέλιο μνημονεύουν,
ἀλλά πρό τῆς εὐχαριστίας καί μετά ἀπό αὐτήν
λέγομεν καί ἄλλα, γιατί διδαχθήκαμε ἀπό τήν
ἄγραφη διδασκαλία πώς ἔχουν μεγάλη δύναμη
στήν ἐπιτέλεση τοῦ μυστηρίου»3.
Τί εἶναι ὅμως Ἱερή Παράδοση; Γιά νά μήν
παρανοοῦμε καί συγχέουμε τήν Ἱερά Παράδοση
μέ τήν Παράδοση γενικῶς, μέ τά ἤθη καί τά
ἔθιμα καί μέ τίς κατά τόπους ἐκκλησιαστικές
παραδόσεις, ἀλλά καί μέ τούς λόγους ἤ τά λόγια
τῶν Ἁγίων καί τῶν Γερόντων οἱ ὁποῖοι μπορεῖ καί
νά λανθάνουν, παρά τήν ἁγιότητά τους, θά πρέπει
νά διευκρινίσουμε ὅτι Ἱερά Παράδοση εἶναι, κατά
τήν κλασική διατύπωση: «Ὅ,τι πάντοτε, πανταχοῦ
καί ὑπό πάντων ἐπιστεύθη»4. Αὐτή καί μόνη ἡ
φράση εἶναι ἀρκετή γιά νά μᾶς πεῖ ὅτι πηγή
τῶν ἀληθειῶν τῆς πίστης μας εἶναι ἡ Ἐκκλησία
στό σύνολό της, ὁ στύλος καί τό ἑδραίωμα τῆς

μεγαλεῖα τῆς ἀειπαρθένου καί Θεομήτορος». Καί
στήν συνέχεια ἐπισημαίνει ὅτι, ἐάν ὁ θάνατος τῶν
ὁσίων εἶναι τίμιος καί ἡ μνήμη τῶν δικαίων πρέπει
νά γίνεται μέ ἐγκώμια, πολύ περισσότερο αὐτό
πρέπει νά συμβαίνη μέ τήν Θεοτόκο, πού εἶναι
ἡ ἁγία τῶν ἁγίων καί διά τῆς ὁποίας ἔρχεται ὁ
ἁγιασμός στούς ἁγίους.
Μιλώντας ὅμως γιά τήν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου,
ὄχι μόνον τήν ὀνομάζει ἔνδοξη, ἀλλά συγχρόνως
τήν ὀνομάζει μεταβίωση. «....ἑορτάζοντες καί
τήν σήμερον γενομένην ταύτης ἁγίαν κοίμησιν ἡ
μεταβίωσιν». Ὁ θάνατός της εἶναι ζωηφόρος «εἰς
οὐράνιον καί ἀθάνατον μεταβιβάζων ζωήν».
Αὐτή ἡ λεγομένη μεταβίωση εἶναι ἡ ἀνάσταση
καί ἀνάληψη τοῦ σώματος τῆς Παναγίας. Κατά
τήν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ,
ὅπως καί ἄλλων ἁγίων, δέν ἑορτάζουμε μόνον τήν
ἄνοδο τῆς ψυχῆς τῆς Θεοτόκου στόν οὐρανό,

ἀλήθειας, ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική,
ὡς σῶμα Χριστοῦ, ἡ ὁποία, ἐν Ἁγίω Πνεύματι,
διαφυλάττει καί διδάσκει ἀκέραιά τά δόγματα καί
τά χορηγεῖ στόν ἄνθρωπο μέ σκοπό τήν σωτηρία
του. Ὅπως ἀναφέρει ὁ Μ. Ἀθανάσιος5: «Ἴδωμεν...
καί αὔτην τήν ἐξ ἀρχῆς παράδοσιν καί διδασκαλίαν
καί πίστιν τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἥν ὁ μέν
Κύριος ἔδωκεν, οἱ δέ Ἀπόστολοι ἐκήρυξαν καί
οἱ Πατέρες ἐφύλαξαν. Ἐν ταύτη γάρ ἡ Ἐκκλησία
τεθεμελίωται». Καί γιά νά θυμηθῶ τούς λόγους
τοῦ π. Ἀντωνίου Ἀλεβιζόπουλου6: «Ἡ ἱερή
παράδοση τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τό ὅλον καί αὐτή
δέν νοεῖται ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία. Πρόκειται
γιά τήν ἱερή μνήμη τῆς Ἐκκλησίας, γιά τήν κοινή
ἐμπειρία «πάντων των ἁγίων» ὄχι γιά ἐντάλματα
ἀνθρώπων. Εἶναι ἡ ἀποστολική διαδοχή, πού
συνδέεται ἄμεσα μέ τήν ἀποστολική διδαχή καί
ἐκφράζεται σάν κοινή συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας,
μέ «στόμα» τίς οἰκουμενικές συνόδους.»
Ὡς γραπτή ἀναφέρουμε τήν Ἁγία Γραφή – Παλαιά καί
Καινή Διαθήκη, τίς δογματικές ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν
Συνόδων, τίς ἀποφάσεις τῶν ἀρχαίων τοπικῶν Συνόδων
οἱ ὁποῖες ἔχουν ἐπικυρωθεῖ ἀπό Οἰκουμενικές, τήν Θεία
Λειτουργία, ἡ ὑμνογραφία, τά δογματικά καί συμβολικά
κείμενα καί τά συγγράμματα τῶν ἀρχαίων Πατέρων, γιά ὅσα
θέματα προκύπτει Συμφωνία Πατέρων, τό λεγόμενο δηλαδή
«Consensus Patrum» τό ὁποῖο ἀποτελεῖ προϋπόθεση ἰσχύος
τοῦ λόγου τους.
2
Μ. Βασιλείου, «Περί Ἅγιου Πνεύματος», 66. PG 32, 188A.
3
Τόσο ὁ λόγος τοῦ Βασιλείου, ὅσο καί τοῦ Παύλου,
ἀποτελοῦν ἐπιχείρημα πρός τούς Προτεστάντες οἱ ὁποῖοι
διδάσκουν τό: «Sola Scriptura», δηλαδή Μόνο ἡ Γραφή καί
ἐγκαλοῦν τήν Ὀρθοδοξία ἀλλά καί τήν Δυτική Ἐκκλησία ὅτι
πιστεύουν δόγματα τά ὁποῖα δέν ἀναφέρονται στήν Ἁγία
Γραφή.
4
Βικέντιος ἐκ Λειρίνου, 5ος αἱ. μ. Χ. «quod semper quod
ubique quod ab omnibus creditum est».
5
Μ. Ἀθανασίου, «Πρός Σεραπίωνα», 1, 28. PG 26, 593D-596A.
6
Ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο του «Ἡ Ὀρθοδοξία μας».
1

ἀλλά καί τοῦ σώματος. Γράφει ὅτι ἡ Θεοτόκος
μετέστη στόν οὐρανό εἰς τό «προσῆκον βασίλειον»
καί παρέστη ἐκ δεξιῶν τοῦ παμβασιλέως «ἐν
ἱματισμῶ διαχρύσω περιβεβλημένη πεποικιλμένη».
Τό «ἱματισμόν..... διαχρυσόν» σημαίνει «τό θεαυγές
ἐκείνης σῶμα», τό δέ «πεποικιλμένη» δείχνει τό
στολισμένο «ταῖς παντοδαπαῖς ἀρεταῖς». Ἔτσι,
μέ τό σῶμα της ἀνέβηκε στόν Οὐρανό, καί εἶναι
ἡ μόνη πού μέ τό σῶμα της μαζί μέ τόν Υἱό της
βρίσκεται στόν οὐράνιο χῶρο.
(Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ἱεροθέου,
«Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὡς Ἁγιορείτης»)

Συντακτική ὁμάδα

> Ὁμάδα Νεότητας
Ἁγίας Τριάδος Πετρουπόλεως
> π. Σπυρίδων Ἀργύρης

ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Μυτιληναῖος:

Κοίμησις, Ταφῆ, Ἀνάστασις, Ἀνάληψις τῆς Θεοτόκου.

θέσις, ἀγαπητοί μου, τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου,
μέσα εἰς τήν ἱστορία τῆς σωτηρίας μας, εἶναι
σημαντικοτάτη. Καί τοῦτο διότι ἐστάθη τό ὄργανον
τῆς σωτηρίας μας. Εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία ἔδωσε τόν ἑαυτόν
της, νά γίνει κλίμακα γιά νά κατέλθει ὁ Θεός στή γῆ, καί
ταυτοχρόνως γίνεται κλίμακα γιά νά ἀνέλθει ὁλόκληρη ἡ
ἀνθρωπότητα στόν οὐρανό.
Ἔτσι ὁ Θεός διά τῆς Θεοτόκου, γίνεται ἄνθρωπος καί οἱ
ἄνθρωποι διά τῆς Θεοτόκου γίνονται θεοί. Νά λοιπόν ὅτι
ἡ θέσις τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, εἶναι σημαντικοτάτη εἰς
τήν ἱστορία τῆς σωτηρίας. Εἰς ἐκεῖνο τό θαυμαστό ὅραμα
τοῦ Ἰακώβ μέ τήν κλίμακα πού ἐστηρίζετο ὁ Θεός εἰς τήν
κορυφήν, ἡ κλίμακα αὐτή δέν προϋποθέτει μόνον, τήν
κάθοδον τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί τήν ἄνοδο τοῦ Ἰακώβ, δηλαδή
τήν ἄνοδο τῶν ἀνθρώπων.
Ἔτσι ἀγαπητοί μου, ἡ Θεοτόκος κατέχει κεντρικοτάτη
θέση μέσα στήν σωτηρίαν μας καί συνεπῶς καί στήν λατρεία
μας. Ὁλόκληρος ὁ Αὔγουστος εἶναι ἀφιερωμένος εἰς τήν
Ὑπεραγίαν Θεοτόκον. Σημειώσατε ὅτι δέν ἔχουμε λίγες
Θεομητορικές ἑορτές μέσα εἰς τόν λειτουργικόν χρόνον.
Ἀλλά τήν κορυφή τῶν Θεομητορικῶν ἑορτῶν τήν κατέχει
ἑορτή τῆς Κοίμησις τῆς Θεοτόκου, αὐτή πού ἑορτάζουμε στίς
15 Αὐγούστου. Εἶναι μιά ἑορτή κατά τήν ὁποία ἑορτάζουμε
τήν Κοίμηση, τήν ταφή, τήν Ἀνάσταση καί τήν Μετάσταση
τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.
Αὐτά τά τέσσερα χαρακτηριστικά στοιχεῖα. Ὅταν ρίξουμε
μιά ματιά στήν ὀρθόδοξο εἰκονογραφία μας, θά δοῦμε κατά
ἕναν θαυμαστό τρόπο νά ἱστοροῦνται αὐτά τά τέσσερα
χαρακτηριστικά. Βεβαίως ἀφότου ἄρχισαν οἱ αἱρέσεις,
πότε νά στρέφονται ἐναντίον τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου
μας Ἰησοῦ, πότε ἐναντίον τῆς Θεοτόκου, ἡ Ἐκκλησίας μας
ἐπαγίωσε πλέον μέσα στίς εἰκόνες, πού μᾶς προσφέρει γιά νά
διδαχθοῦμε τό δόγμα ὅσο καί γιά νά τιμήσουμε τά πρόσωπα
αὐτά, τόν Κύριον Ἰησοῦν καί τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, οἱ
εἰκόνες ἐφεξῆς ἔχουν πλέον ὄχι μόνον ἱστορικόν χαρακτήρα,
ἱστορική διάσταση ἀλλά καί δογματική διάσταση.
Ἔτσι βλέποντας τήν εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως, βλέπουμε
τά ἑξῆς: Τήν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον νεκράν ἐπάνω εἰς ἕνα
κρεβάτι. Γύρω της εἶναι οἱ Ἀπόστολοι. Σέ μιά θεία δόξα πού
δέν ἀνήκει στόν παρόντα κόσμο, γι’ αὐτό καί οἱ ἁγιογράφοι,
ἁγιογραφοῦν αὐτό τό σημεῖον κατά ἕναν τρόπο πού νά
δίδεται ἡ ἐντύπωσις ὅτι πρόκειται γιά κάτι τό ἐξωκοσμικόν,
βρίσκεται ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Κρατάει στά χέρια του τήν ψυχή
τῆς μητέρας Του, τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, τήν ὁποία οἱ
ἁγιογράφοι πάρουσιαζουν ὡς ἕνα νήπιο.
Μέ αὐτό τό νήπιο θέλουν νά δείξουν τήν ψυχή τῆς
Παναγίας. Ἄγγελοι δορυφοροῦν τόν Χριστόν μέσα στήν θεία
Του δόξα, πού κρατᾶ στά χέρια του τήν ψυχή τῆς μητέρας
Του. Αὐτό ἀποτελεῖ τόν οὐρανόν.
Κάτω εἰς τήν γῆν οἱ Ἀπόστολοι, κλαίουν, ἀλλά τό κλάμα
τούς εἶναι συγκρατημένο. Εἶναι ἕνα κλάμα λύπης, γιατί ἔχασαν
τήν μητέρα τοῦ Κυρίου τους, ἀλλά καί χαρᾶς διότι εἶναι ὁ
πρῶτος ἄνθρωπος, ἀληθινά ἄνθρωπος, ὄχι θεάνθρωπος ὁ
ὁποῖος ἀνέρχεται δεδοξασμένος στόν οὐρανό.
Αὐτά βλέπουμε ἀγαπητοί μου τήν εἰκονογραφία τῆς
Κοιμήσεως. Ἀλλά πῶς ἔχουν τά πράγματα ἔτσι, καί πώς
βρέθηκαν οἱ Ἀπόστολοι στά Ἱεροσόλυμα, ἀφοῦ κατά τήν
παράδοση ἡ Θεοτόκος ἐκεῖ ἐκοιμήθη.
Ἔλαβε εἰδοποίησιν ἀπό τόν Υἱόν της, ὅτι θά ἀπέλθει μέσα
εἰς τρεῖς ἡμέρες. Σημειώσατε ὅτι αὐτά πού σᾶς λέγω, δέν τά
ἀναφέρει ἡ Ἁγία Γραφή, ἀλλά τά ἀναφέρουν Πατέρες τῆς
Ἐκκλησίας μας, ὅπως ὁ Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, ὁ ἅγιος
Μόδεστος Ἱεροσολύμων, ὁ ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης, ὁ ἅγιος
Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ὁ ἅγιος Γερμανός ἀρχιεπίσκοπος
Κων/πόλεως, καί ἄλλοι οἱ ὁποῖοι ὄχι ἁπλῶς τά σημείωνουν
ἀλλά πλέκουν καί τό ἐγκώμιον εἰς τήν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον.
Ἐγκώμια ἀγαπητοί, τά ὁποῖα εἶναι μέ βάθος μεγάλο
θεολογικό. Ἐκοιμήθη ἡ Θεοτόκος τήν τρίτη ἡμέραν καί τότε τό
Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἤρπασε τούς Ἀποστόλους, πού εὐρίσκοντο
στά διάφορα σημεῖα τῆς οἰκουμένης κηρύσσοντες τόν λόγο
τοῦ Θεοῦ καί εὑρέθησαν ὅλοι εἰς τά Ἱεροσόλυμα.
2

Μέσα εἰς τήν παράκλησιν τί λέμε;
Εἰδικά εἰς ἐκεῖνο τό ἐξαποστειλάριο
τό ὁποῖο ψάλλουμε εἰδικά τόν
δεκαπενταύγουστο: «Ἀπόστολοι ἐκ
περάτων, συναθροισθέντες ἐνθάδε»,
δηλαδή, ὤ! Ἀπόστολοι πού ἤρθατε ἀπό
τά πέρατα τῆς οἰκουμένης καί ἤρθατε
ἐδῶ εἰς τά Ἱεροσόλυμα, «κηδεύσατέ μου
τό σῶμα, ἐν χωρίω Γεθσημανή», δηλαδή,
εἰς τόν τόπον τῆς Γεθσημανῆς, κηδεύσατέ
μου τό σῶμα. Πλήν τοῦ Θωμά.
Ὁ Θεός οἰκονόμησε ὁ Θωμάς νά μήν εἶναι παρών, ὁ ὁποῖος
ἔφτασε τρεῖς ἡμέρες μετά τήν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου. Ἀλλά
ὅταν ὁ Θωμάς ἔφτασε, ἐλυπήθη πάρα πολύ, διότι δέν ἦταν
παρών διά νά ἴδει διά τελευταία φορά τήν μητέρα τοῦ Κυρίου
Του καί διδασκάλου Του. Γι’ αὐτό ἐπῆγαν εἰς τόν τάφον, νά
τόν ἀνοίξουν καί νά Τήν προσκυνήσει.
Ἀλλά τότε παρατηρήθη τό ἑξῆς: ὁ μέν τάφος δέν εἶχε
τό σῶμα ἀλλά εἶχε μόνο τά ἄμφια, τόν ἱματισμόν δηλαδή
τῆς Θεοτόκου καί ἐπίσης ἦταν γεμᾶτος ἀπό εὐωδία
καταπληκτική. Τότε κατενόησαν οἱ ἀπόστολοι ὅτι ἡ Ὑπεραγία
Θεοτόκος ἀνεστήθη καί ἀνελήφθη εἰς τόν οὐρανόν.
Πράγματι ἔχουμε τήν Κοίμησιν, τήν Ταφήν, τήν Ἀνάστασιν
καί τήν Μετάστασιν δηλ. τήν Ἀνάληψιν εἰς τούς οὐρανούς.
Αὐτό ἔχει πάρα πολύ σημασία καί θεολογική ἀξία διότι ἡ
Ὑπεραγία Θεοτόκος εἶναι ὁ πρῶτος ἄνθρωπος, ὅπως λέγει
σέ ἕνα ἐγκώμιό του ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ὁ ὁποῖος
μετά τοῦ σώματος θεοῦται καί ἀνέρχεται στήν βασιλεία τοῦ
Θεοῦ, πρό τῆς τελικῆς κρίσεως.
Διότι οὐδείς ἔχει εἰσέλθει ἀκόμη εἰς τήν βασιλεία τοῦ
Θεοῦ παρά μόνο ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱός τοῦ Θεοῦ. Κανένας
ἄνθρωπος δέν ὑπάρχει εἰς τήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Οὔτε
ὁ ληστής. Ὁ ληστής βρίσκεται στόν παράδεισον. Καί ὁ
παράδεισος εἶναι ὁ τόπος τῶν ψυχῶν πού ἀναμένουν τήν
ἀνάστασιν τῶν νεκρῶν.
Δέν εἶναι λοιπόν οὔτε ὁ ληστής, δέν εἶναι οὔτε ὁ ἀπόστολος
Πέτρος, οὔτε ὁ ἀπόστολος Παῦλος, οὔτε ὁ προφήτης Ἠλίας,
ὁ ὁποῖος δέν ἐδοκίμασε θάνατον καί θά ἐπανέλθει εἰς τήν γῆν.
Κανείς δέν ἔχει εἰσέλθει εἰς τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, πλήν
τῆς Θεοτόκου. Καί εἰσῆλθε μέ τό σῶμα της, ὅπως ἀκριβῶς
εἰσῆλθε καί ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Υἱός της.
Ἦταν δυνατό ποτέ ἡ Μητέρα τῆς Ζωῆς νά ἴδει φθοράν, νά
ἴδει διαφθοράν; Ὅπως ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ ἐνανθρωπήσας
Υἱός τοῦ Θεοῦ ἀπέθανεν καί ἐτάφη ἀλλά δέν εἶδε διαφθοράν,
δηλ. δέν ἕλιωσε μέσα εἰς τόν τάφον, ἀλλά ἀνεστήθη, ἔτσι
ἔδωσε καί τήν ἀνάσταση εἰς τήν μητέρα Του, ἀπό τήν ὁποία
ἐδανείσθη τήν ἀνθρωπίνη φύση, ὅλη τήν ἀνθρωπίνη φύση,
καί τό σῶμα καί τήν ψυχήν, καί αὐτά τά ἐθέωσε καί τά
ἀνέβασε εἰς αὐτήν τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Αὐτό γιά μᾶς
λέει πολλά πράγματα.
Ἡ Θεοτόκος εἶναι ὁ πρῶτος ἄνθρωπος πού ἀνέρχεται
εἰς τήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί συνεπῶς ἀποτελεῖ τό πιό
χαρούμενο γεγονός μετά ἀπό τό Πάσχα. Καί γι’ αὐτό
θεωρεῖται δεύτερο Πάσχα, κατά τό ὁποῖο ἑορτάζουμε, ὄχι
ἁπλῶς τήν Κοίμηση, ὅπως θά ἑορτάζαμε τήν ἐπέτειο τοῦ
θανάτου ἑνός προσώπου, ἀφαλῶς ὄχι μέ χαρά, ἀλλά τό
προβάδισμα ἑνός ἀνθρώπου στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Καί γι’ αὐτό, γιά μᾶς εἶναι ἕνα Πάσχα, ὄχι κενόν
περιεχομένου, ἀλλά ἕνα Πάσχα πού ἔρχεται νά μᾶς δώσει
τήν ἐγγύησιν, ὅτι πέρασε ἕνας ἄνθρωπος ἐκεῖνον τόν χῶρον
πού δέν θά μποροῦσε ποτέ ἀνθρωπίνη φύσις νά τόν περάσει.
Γιατί Πάσχα σημαίνει διάβασις, κι ὅταν οἱ Ἑβραῖοι πέρασαν
τήν Ἐρυθρά θάλασσα, γιόρταζαν τυπικῶς τό ἀληθές Πάσχα,
τό ὁποῖο εἶναι ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν ζωήν, ἐκ τοῦ φθαρτοῦ
κόσμου εἰς τήν ἀφθαρσίαν καί ἐκ τοῦ κτιστοῦ κόσμου εἰς
τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. Ποιός θά μποροῦσε νά περάσει;
Βεβαίως ὁ Χριστός. Ἀλλά ἀπό πίσω του ἔρχεται ὁ πρῶτος
ἄνθρωπος. Ἔτσι, δέν εἶναι ὑπερβολή νά ποῦμε, ὅ,τι θά
λέγαμε γιά τόν Ἰησοῦν Χριστόν τό ἴδιο θά λέγαμε καί γιά
τήν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον.
Ἀγαπητοί μου γιά μᾶς εἶναι μεγάλη ἐλπίδα ἡ Ὑπεραγία
Θεοτόκος. Εἶναι πολύ μεγάλη ἐλπίδα. Γι’ αὐτό ὁ λαός μας

τήν ἀγαπᾶ πολύ. Βλέπετε ὅτι δέν ὑπάρχει σπίτι πού νά μήν
ἔχει τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας.
Δέν ὑπάρχει χωριό, πόλη πού νά μήν ἔχει ἔστω ἕνα
ἐκκλησάκι ἤ παρεκκλήσι ἀφιερωμένο στήν Ὑπεραγία
Θεοτόκο. Ἄν θά ‘πρεπε νά καταγράψομε πόσες ἐκκλησιές
τῆς Παναγίας ὑπάρχουν σ’ ὅλη τήν Ἑλλάδα, γιά νά μιλήσουμε
μόνο γιά τόν ἑλληνικόν χῶρον καί ὄχι γιά ὅλον τόν ὀρθόδοξον
χῶρον, θά βλέπαμε ὅτι οἱ ἐκκλησίες πού ὑπάρχουν πρός τιμήν
τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου εἶναι πάρα πολλές.
Σέ μιά ἀνάγκη μας, τήν Παναγία φωνάζουμε. Εἶναι δέ τόσο
ζυμωμένο αὐτό μέ τήν ὕπαρξή μας, μέ τό κύτταρό μας, ἔτσι
ὥστε ὅπως λέμε «μάνα μου» σ’ ἕναν κίνδυνο, ἔτσι φωνάζουμε
αὐθορμήτως, χωρίς νά δουλέψει τό μυαλό μας, θά ἔλεγα
ἀπό μέσα ἀπό τά ἔγκατά μας, φωνάζουμε «Παναγιά μου».
Μέσα μας, μέσα στά βιώματά μας, ὑπάρχει τό πρόσωπό της.
Κι αὐτό δείχνει ὅτι ὁ ὀρθόδοξος κόσμος ἀγαπᾶ καί τιμᾶ,
τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Τήν θεωροῦμε ὅτι εἶναι τό ἐργαστήριο
τῆς σωτηρίας μας. Τήν θεωροῦμε ὅτι εἶναι ἡ πόλις τοῦ
μεγάλου βασιλέως. Δέν εἶναι ἁπλῶς ἡ ἐπίγειος Ἱερουσαλήμ
ἀλλά εἶναι ἡ αἰωνία Ἱερουσαλήμ.
Εἶναι ἡ δωδεκάτειχος πόλις πού ἔχει τά δώδεκα τείχη,
πού εἶναι οἱ Ἀπόστολοι, καί αὐτή εἶναι ἡ πόλις πού ἔχει
κάτοικό της τόν Υἱόν της, τόν Ἰησοῦν Χριστόν. Ὁ πρῶτος
πολίτης, ἀλλά καί ἐμεῖς ἀγαπητοί, καλούμεθα νά γίνουμε
πολίτες αὐτῆς τῆς πόλης.
Ἀλλά κατοικῶ τήν πόλιν, κατοικῶ τήν Θεοτόκον. Μπαίνω
μέσα εἰς τήν ζωήν τῆς Θεοτόκου καί αὐτό μέσα εἰς ἕνα
ἐγκώμιόν του ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός λέγει τά ἑξῆς:
Ἐλᾶτε ὅλοι νοερά νά συνεκδημήσουμε μ’ ἐκείνη ἡ ὁποία ἔχει
συνεκδημήσει. Ἐλᾶτε ὅλοι νά φύγουμε μαζί μ’ ἐκείνη ἡ ὁποία
ἔφυγε ἀπό τόν κόσμον αὐτόν.
Ὅπως λέμε εἰς τούς Χαιρετισμούς: «Ξένον τόκον
ἰδόντες ξενωθῶμεν τοῦ κόσμου», δηλαδή, ἀφοῦ εἴδαμε ἕναν
παράξενον τόκον, τόν Ἰησοῦν Χριστόν, πού Τόν ἐγέννησε
ἡ Θεοτόκος, ὅτι δηλαδή εἶναι ὁ Ἐμμανουήλ, ὁ «μαζί μας ὁ
Θεός», ἅς ἀποξενωθοῦμε ἀπό τόν κόσμο, ἀπό τόν ἁμαρτωλόν
κόσμον, ἀπό τήν ἁμαρτίαν. Γιά νά μπορέσουμε νά βρεθοῦμε
μέ τόν τόκον τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.
Ἦρθε, ὑπηρέτησε τό ἔργο τοῦ Θεοῦ, τό μέγα σχέδιο
τοῦ Θεοῦ, ὑπηρέτησε τό «σεσιγημένον μυστήριον χρόνοις
αἰωνίοις» κατά ἕναν θαυμαστόν τρόπον, καί ἔγινεν ἡ Κυρία
τῶν Οὐρανῶν. Μαζί της λοιπόν, ἅς ἀνέβουμε νοερά. Ἀκόμα
ἡ ὥρα μας δέν ἔχει ἔλθει νά φύγουμε. Θά φύγωμε ὅμως.
Ἐπειδή ὅταν θά φύγουμε θά ζητοῦν οἱ δαίμονες τήν ψυχήν
μας, γι’ αὐτό ἅς φύγωμε ἀπό τώρα, νοερῶς. Κι ἐκεῖνος ὁ
ὁποῖος θά φύγει νοερῶς μαζί της, ὅταν θά ἔρθει ἡ ὥρα τῆς
ὁριστικῆς ἀναχωρήσεως, τότε ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος θά τόν
ἀναμένει στόν οὐρανόν καί θά ἴδει τό πρόσωπό της.
Ἐκεῖνο τό πρόσωπο τό ὁποῖο εὐλαβοῦνται τά Χερουβείμ
καί τά Σεραφείμ καί ὑποκλίνονται μπροστά της. Εἶναι ἐκείνη
ἡ ὁποία φοράει τόν ἥλιο, ὅπως μᾶς ἀποκαλύπτει τό βιβλίο
τῆς Ἀποκαλύψεως, καί ἔχει κάτω ἀπό τά πόδια τῆς τήν
Σελήνη.
Πού σημαίνει ὅτι φοράει τήν μονιμότητα, γιατί ὁ δίσκος
τοῦ ἡλίου εἶναι πάντοτε στρογγυλός, καί ἔχει κάτω ἀπό τά
πόδια της τήν διαρκῶς ἀλλοιουμένη μέ τίς φάσεις τῆς σελήνη,
σύμβολο τοῦ κόσμου πού περνᾶ, πού ρέει, τοῦ κόσμου τοῦ
μεταβαλλομένου.
Ἔτσι κι ἐμεῖς ἀγαπητοί, ἅς βάλουμε κάτω ἀπό τά πόδια
μας τήν σελήνη τοῦ κόσμου τούτου, τόν μεταβαλλόμενον
κόσμον καί ἅς μένουμε μέσα εἰς τήν μονιμότητα τοῦ θείου
φωτός, τῆς θείας δόξης, μέσα εἰς τήν ὁποία εἰσῆλθε ἡ
Ὑπεραγία Θεοτόκος καί μᾶς ἀναμένει.

ἀπόψεις
Ἡ νηστεία τοῦ Δεκαπενταυγούστου
«εἰς τιμήν ἀποβλέπει τῆς τοῦ Θεοῦ Λόγου Μητρός»
ἀπό τόν Μητροπολίτη Ἀντινόης Παντελεήμονα

πό τήν 1η Αὐγούστου ἡ Ἐκκλησία εἰσέρχεται στήν
περίοδο τῆς νηστείας τοῦ Δεκαπενταυγούστου,
ἡ ὁποία διαρκεῖ ἕως τίς 14 Αὐγούστου. Ὁ Ἅγιος
Συμεών Θεσσαλονίκης ἀναφέρει ὅτι ἡ νηστεία αὐτή
«εἰς τιμήν ἀποβλέπει τῆς τοῦ Θεοῦ Λόγου Μητρός,
ἡ ὁποία προγνωρίζουσα τήν ἁγίαν της μετάστασιν
ἀπό τόν κόσμον, πάντοτε ἠγωνίζεται ὑπέρ ὑμῶν, καί
ἐνήστευεν, ἄν καί χρείαν δέν εἶχε νηστείας, ὡς καθαρά
καί πανάμωμος, ζῶσα δέ ἀγγελικῶς ἡ ὑψηλοτέρα καί
τῶν Ἀγγέλων καί προσευχομένη συνεχῶς καί πάντοτε
δί’ ἡμᾶς ἱκετεύουσα. Διά τοῦτο καί ἡμεῖς χρεωστοῦμεν
νά νηστεύσωμεν ἐκμιμούμενοι τόν βίον της».
Κατά τή περίοδο αὐτή νηστεύουμε ὅλες τίς μέρες τίς
ἑβδομάδας, ἐκτός Σαββάτου καί Κυριακῆς, πού γίνεται
κατάλυση μόνο οἴνου καί ἐλαίου. Ἀνήμερά της ἑορτῆς τῆς
Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος, στίς 6 Αὐγούστου, γίνεται
κατάλυση ἰχθύος. Ἐπίσης, προβλέπεται κατάλυση ἰχθύος
ἄν ἡ ἑορτή τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου (15 Αὐγούστου)
συμπέσει ἡμέρα Τετάρτη ἤ Παρασκευή.
Ἡ νηστεία κατά τούς ἱερούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.
Ὅπως γιά πολλά πράγματα τῆς Ἐκκλησίας,
προκειμένου νά τά νοήσουμε ὀρθά, καταφεύγουμε στή
διερμηνεία τῶν σοφότερων τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή
τῶν ἁγίων Πατέρων καί Διδασκάλων τῆς Οἰκουμένης,
ἔτσι καί στό ζήτημα τῆς νηστείας θά ζητήσουμε τή
συμβουλή τους, διότι αὐτοί, ὡς θεόπνευστοι φύλακες
τῆς Παραδόσεως, μεταλαμπαδεύουν σέ μᾶς ἀνόθευτη
τήν ἁγιοπνευματική ἐμπειρία τῶν μαθητῶν τοῦ Κυρίου
καί τῶν μεταποστολικῶν Πατέρων ἕως σήμερα, ἰδίως σέ
ὅ,τι ἀφορᾶ τά πράγματα πού σχετίζονται μέ τή σωτηρία
μας.Ὅσο ἀφορᾶ, λοιπόν, στή νηστεία, ἀπό τό πλούσιο
πνευματικό καταστάλαγμα τῶν Ἁγίων μαθαίνουμε ὅτι
εἶναι ἀναγκαία γιά ὅλους τούς Χριστιανούς, καί γι’
αὐτό ἡ Ἐκκλησία πολύ νωρίς καθόρισε τίς μέρες καί
τίς περιόδους νηστείας.
Ἡ τήρηση τῆς νηστείας, σύμφωνα μέ τούς ἁγίους
Πατέρες, εἶναι ἀγαθή νοουμένου ὅτι συμμετέχουμε στή
λειτουργική ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Κάθε ἀποσύνδεση τῆς
νηστείας ἀπό τή ζωή τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας μπορεῖ
νά ἔχει ἀπρόβλεπτες πνευματικές ἐπιπτώσεις.
Γιά παράδειγμα, παρόλο πού μπορεῖ νά
ἐκκλησιαζόμαστε, τηρώντας τή νηστεία χωρίς νά ἀσκοῦμε
τίς ἁγίες ἀρετές τῆς ταπείνωσης καί τῆς ἐλεημοσύνης
ἐνδέχεται νά ὁδηγηθοῦμε, σιγά-σιγά, στόν φαρισαϊσμό.
Στό σημεῖο, δηλαδή, πού νά νομίζουμε ὅτι μέ τό νά
ἀπέχουμε ἀπό ὁρισμένα φαγητά ἐκτελοῦμε τό "καθῆκον"
μας καί εἴμαστε ἄξιοι νά σταθοῦμε ἐνώπιόν τοῦ φοβεροῦ
βήματος τοῦ Χριστοῦ.
Ἐπίσης, ὅπως λένε οἱ Πατέρες, ὅταν ἁμαρτάνουμε
καί δέν ἐξομολογούμαστε, στό τέλος, κυριευόμαστε ἀπό
τήν ἀπελπισία, μέ ἀποτέλεσμα νά θεωροῦμε ἐσφαλμένα,
μεταξύ ἄλλων, πώς εἶναι μάταιο νά νηστεύουμε ἤ ὅτι ἡ
νηστεία δέν εἶναι σπουδαία καί σημαντική στή ζωή μας.
Ὡστόσο, αὐτό εἶναι πράγμα πού ὁ πιστός τό κανονίζει
σέ συνεννόηση μέ τόν πνευματικό του, ἀφοῦ ἡ νηστεία
δέν εἶναι σωματοκτόνος, ὅπως λένε οἱ ἱεροί Πατέρες,
ἀλλά μέσο μέ τό ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος ἀναμορφώνει τό
χαρακτήρα του, ἐργαλεῖο μέ τό ὁποῖο χαλκεύει τά πάθη
του, συμπαραστάτης στήν ἄσκηση τῶν ἁγίων ἀρετῶν
τοῦ Εὐαγγελίου καί ἀσπίδα πού ἀποκρούει τά πονηρά
βέλη τῶν διαβόλων.
Ὁ Μέγας Βασίλειος στόν Λόγο B΄, Περί Νηστείας,
τονίζει ὅτι αὐτοί πού δέν παλεύουν μέ αἷμα καί σάρκα,
ἀλλά μέ τίς ἀρχές, μέ τίς ἐξουσίες, μέ τούς κοσμοκράτορες
τοῦ σκότους τούτου, μέ τά πνευματικά τῆς πονηρίας,
«αὐτοί εἶναι ἀνάγκη νά ἀσκοῦνται γιά τόν πόλεμο αὐτόν,

Ἐπιμέλεια: Παναγιώτης Θεοδώρου, Θεολόγος
μέ τή νηστεία καί τήν ἐγκράτεια. Διότι, τό μέν λάδι
παχαίνει τόν ἀθλητή, ἡ δέ νηστεία ἰσχυροποιεῖ τόν
ἀσκητή τῆς εὐσεβείας. Ὥστε, ὅσον ἀφαιρεῖς ἀπό τή
σάρκα, τόσον θά κάμεις νά ἀπαστράπτει ἡ ψυχή ἀπό
τήν πνευματική λαμπρότητα. Διότι, ὄχι μέ σωματικές
δυνάμεις, ἀλλά μέ τήν καρτερία τῆς ψυχῆς καί τήν
ὑπομονή στίς θλίψεις ἐπιτυγχάνεται ἡ κυριαρχία πρός
τίς ἀόρατες δυνάμεις. Ἡ νηστεία, λοιπόν, εἶναι ὠφέλιμη
γιά ὅλο τό χρόνο γιά αὐτούς πού τήν προτιμοῦν, πολύ
δέ περισσότερο τώρα. Κανείς νά μήν ἐξαιρέσει τόν ἑαυτό
του ἀπό τόν κατάλογο τῶν νηστευτῶν.
Σέ αὐτόν συμπεριλαμβάνονται ὅλα τά γένη καί
κάθε ἡλικία καί ὅλες οἱ διαφορές τῶν ἀξιωμάτων. …
Εἶσαι πλούσιος; Μή βρίζεις τή νηστεία. Μήτε νά τήν
ἀποπέμψεις ἀπό τό σπίτι σου ἀτιμασμένη ἀπό τήν
ἡδονή, γιά νά μή σέ καταγγείλει κάποτε στό νομοθέτη
τῶν νηστειῶν καί σοῦ ἐπιφέρει πολλαπλάσια τήν
στέρηση ἀπό καταδίκη, ἤ σωματική ἀρρώστια, ἤ κάποια
ἄλλη δυσχερῆ περίσταση. O φτωχός νά μήν εἰρωνεύεται
τή νηστεία, διότι ἀπό πολύ παλαιά τήν ἔχει συγκάτοικο
καί ὁμοτράπεζο. Στίς γυναῖκες, δέ, ὅπως ἡ ἀναπνοή, ἔτσι
καί ἡ νηστεία εἶναι οἰκεία καί φυσιολογική.
Τά παιδιά, ὅπως τά θαλερά ἀπό τά φυτά, μέ τό νερό
τῆς νηστείας ἅς ποτίζονται. Στούς ὁδοιπόρους ἡ νηστεία
εἶναι καλός συνταξιδιώτης. Διότι, ὅπως ἀκριβῶς ἡ τρυφή
τούς ἀναγκάζει νά σηκώνουν βάρη, κουβαλώντας μαζί
τους τίς ἀπολαύσεις, ἔτσι ἡ νηστεία τούς κάνει ἐλαφρούς
καί εὐκίνητους. … νά ἀρκούμαστε σέ αὐτά τά ἀναγκαῖα,
σάν νά τρεφόμαστε σέ στρατόπεδο. Νά ἀθλεῖσαι σάν
καλός στρατιώτης τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Προκειμένου, λοιπόν, νά νηστεύσεις μή σκυθρωπάσεις
φαρισαϊκῶς, ἀλλ’ εὐαγγελικῶς λάμπρυνε τόν ἑαυτό σου,
δηλαδή, νά μήν πενθεῖς γιά τή στέρηση τῆς κοιλιᾶς,
ἀλλά νά χαίρεσαι ὁλόψυχα τίς πνευματικές ἀπολαύσεις.
Διότι, γνωρίζεις ὅτι «ἡ σάρκα ἐπιθυμεῖ ἐναντίον τοῦ
πνεύματος, τό δέ πνεῦμα ἐναντίον τῆς σάρκας». Ἐπειδή,
λοιπόν, αὐτά ἀντιτίθενται μεταξύ τους, ἅς μειώσουμε τήν
ἀδυναμία τῆς σάρκας, ἅς αὐξήσουμε δέ τή δύναμη τῶν
ψυχῶν, ὥστε μέ τή νηστεία, ἀφοῦ λάβουμε τά νικητήρια
κατά τῶν παθῶν, νά φορέσουμε καί τά στεφάνια τῆς
ἐγκράτειας. Ἡ νηστεία χωρίς οἰνοποσία, χωρίς μέθη.
Γι’ αὐτό στίς μέρες τῆς νηστείας δέν ἐπιτρέπεται
ἡ κατάλυση oἴνoυ καί ἐλαίου. Ἐμπρός, κάμε, λοιπόν,
τόν ἑαυτό σου ἄξιο γιά τήν τόσο σεμνή νηστεία, μή
διαφθείρεις μέ τή σημερινή μέθη τήν αὐριανή ἐγκράτεια.
Κακός ὁ συλλογισμός, πονηρή ἡ σκέψη. Κανείς, ἐνῶ
πρόκειται νά νυμφευθεῖ γυναίκα σεμνή σύμφωνα μέ τούς
νόμους τοῦ γάμου, δέν βάζει στό σπίτι του προηγουμένως
παλλακίδες καί πόρνες. Διότι, ἡ νόμιμος σύζυγος δέν
ἀνέχεται τή συνοίκηση μέ τίς διεφθαρμένες. Μή, λοιπόν,
καί σύ, ἐνῶ ἀναμένεται νηστεία, ὁδηγεῖς πρῶτα τή μέθη,
τή δημόσια πόρνη, τή μητέρα τῆς ἀναισχυντίας, τή
φίλη τοῦ γέλωτα, τή μανιακή, τήν εὔκολη σέ κάθε ἰδέα
ἀσχημοσύνης. Δέν θά μπεῖ ἡ νηστεία καί ἡ προσευχή
σέ ψυχή, πού λερώθηκε ἀπό τή μέθη. Τόν νηστευτή
μέσα στίς ἱερές αὐλές προσδέχεται ὁ Κύριος, τόν μέθυσο
σάν ἀκάθαρτο καί ἀνίερο δέν τόν δέχεται. Ἐάν ἔρχεσαι
μεθυσμένος στή νηστεία, ποιό εἶναι τό ὄφελός σου; Διότι,
ἐάν σέ ἀποκλείει ἡ μέθη ἀπό τή βασιλεία, ποῦ σου εἶναι,
λοιπόν, χρήσιμη ἡ νηστεία;».
Ἡ νηστεία προφυλάσσει τά νήπια, σωφρονίζει τό
νέο, κάνει σεβαστό τό γέροντα, διότι τά γεράματα εἶναι
πιό σεβαστά, ὅταν στολίζονται μέ τή νηστεία. Γιά τίς
γυναῖκες στολίδι ταιριαστό, φυλακτήριο τῆς συζυγικῆς
ζωῆς, τροφός τῆς παρθενίας. Τρυφερά γέλια καί πορνικά,
τραγούδια καί ἔξαλλοι χοροί ἀμέσως ἀπό τήν πόλη

ἀπομακρύνονται, σάν νά ἔχουν φυγαδευθεῖ ἀπό κάποιο
αὐστηρό δικαστή, τή νηστεία.
Ἡ νηστεία εἶναι ἡ βάση τῆς εἰρήνης τοῦ κόσμου. Ἐάν
δέ ὅλοι αὐτήν ἐδέχοντο ὡς σύμβουλο γιά αὐτά, πού
πρέπει νά πράττουμε, τίποτε δέν θά ἐμπόδιζε νά εἶναι
ἄκρα εἰρήνη σέ ὁλόκληρη τήν οἰκουμένη. Οὔτε τά ἔθνη
θά ἐπαναστατοῦσαν μεταξύ τους, οὔτε τά στρατεύματα
θά ἔρχονταν σέ σύρραξη. Δέν θά κατασκευάζονταν
ὅπλα, ἐάν ἐπικρατοῦσε ἡ νηστεία, δέν θά γίνονταν
δικαστήρια, οὔτε θά φυλακίζονταν μερικοί, οὔτε γενικῶς
θά φιλοξενοῦσαν οἱ ἐρημιές κακοποιούς ἤ οἱ πόλεις τούς
συκοφάντες ἤ ἡ θάλασσα τούς πειρατές.
Ἐάν ὅλοι ἦταν μαθητές τῆς νηστείας, δέν θά ἦταν
τόσον πολυστένακτη ἡ ζωή μας καί γεμάτη ἀπό
κατήφεια. Διότι, εἶναι φανερό ὅτι θά δίδασκε σέ ὅλους
ὄχι μόνον τήν ἐγκράτεια ἀπό τά φαγητά, ἀλλά καί
τῆς φιλαργυρίας καί πλεονεξίας καί κάθε κακίας τήν
ὁλοκληρωτική ἀποστροφή καί ἀποξένωση. Ἐάν αὐτά
εἶχαν ἀποβληθεῖ, τίποτε δέν θά ἐμπόδιζε μέ βαθειά
εἰρήνη καί ἀταραξία ψυχῶν τή ζωή μας νά περάσουμε.
Τί εἶναι ἡ νηστεία; Ἡ νηστεία, εἶναι ἡ ὁμοίωση τῶν
Ἀγγέλων, ἡ συγκάτοικος τῶν δικαίων, ἡ ἐγκράτεια τῆς
ζωῆς. Αὐτή τόν Μωϋσῆ ἔκαμε νομοθέτη. Ὁ, δέ, Σαμουήλ
εἶναι καρπός τῆς νηστείας. Αὐτή ἀνέθρεψε τόν μεγάλο
Σαμψῶν, καί ἕως τότε πού συντρόφευε τόν ἄνδρα, κατά
χιλιάδες φονεύονταν οἱ ἐχθροί, καί κατακρημνίζονταν
οἱ πύλες τῶν πόλεων, καί τά λιοντάρια δέν ἄντεχαν
τήν δύναμη τῶν χεριῶν του. Ὅταν, δέ, τόν κατέλαβε ἡ
πορνεία καί ἡ μέθη, αἰχμαλωτίσθηκε ἀπό τούς ἐχθρούς
του, καί ἀφοῦ τόν τύφλωσαν ἔγινε παιχνίδι στούς
δούλους τῶν ἀλλοφύλων. Ἀφοῦ νήστευσε ὁ Ἠλίας
σταμάτησε τόν οὐρανό ἐπί τρία χρόνια καί ἕξι μῆνες
γιά νά μή βρέξει.
Δεχθεῖτε αὐτήν, οἱ φτωχοί, τή συγκάτοικό σας
καί ὁμοτράπεζο. Οἱ δοῦλοι, τήν ἀνάπαυση ἀπό τούς
συνεχεῖς καμάτους τῆς ὑπηρεσίας. Οἱ πλούσιοι, αὐτήν
πού σᾶς γιατρεύει ἀπό τή βλάβη τοῦ χορτασμοῦ καί
μέ τή μεταβολή κάνει πιό τερπνά αὐτά, πού ἀπό τή
συνήθεια περιφρονοῦνται. Οἱ ἄρρωστοι, τή μητέρα τῆς
ὑγείας. Οἱ ὑγιεῖς, τό φυλακτήριο τῆς ὑγείας. Γιά τοῦτο
οἱ πιό ἔμπειροι μέ τή νηστεία ἀφαιροῦν τό πλεονάζον
πάχος, ὥστε νά μή συντριβεῖ ἡ δύναμη μέ τό βάρος τῆς
παχυσαρκίας. Ἔτσι σέ κάθε ἔργο καί σέ κάθε σωματική
ἰδιοσυγκρασία βρίσκεται ἡ ὠφέλεια τῆς νηστείας καί σέ
ὅλα ὁμοίως ἁρμόζει, στά σπίτια, στίς ἀγορές, στίς νύκτες,
στίς μέρες, στίς πόλεις, στίς ἐρημιές. Αὐτή, λοιπόν, πού
μέ τόσα μέσα χαρίζει σέ μᾶς τό καλό, ἅς ὑποδεχθοῦμε
μέ χαρά, κατά τό λόγο τοῦ Κυρίου, χωρίς νά εἴμαστε
κατηφεῖς, ὅπως οἱ ὑποκριτές, ἀλλά τό χαρωπό της ψυχῆς
χωρίς προσποίηση νά δείχνουμε.
Ἡ νηστεία εἶναι ἡ ἀρχή τῆς μετανοίας. Δέν ἀρκεῖ
βεβαίως μόνον ἡ ἀποχή ἀπό τίς τροφές, γιά τήν ἐπαινετή
νηστεία, ἀλλά ἅς νηστεύσουμε νηστεία δεκτή, εὐάρεστη
στόν Θεό. Ἀληθινή νηστεία εἶναι ἡ ἀποξένωση ἀπό τό
κακό, ἡ ἐγκράτεια τῆς γλώσσας, ἡ ἀποχή ἀπό τό θυμό, ὁ
χωρισμός ἀπό τίς ἐπιθυμίες, τήν καταλαλιά, τό ψεῦδος,
τήν ψευδορκία. H στέρηση ἀπό αὐτά εἶναι ἀληθινή
νηστεία…», προσθέτει ὁ Ἅγιος Βασίλειος ὁ Μέγας.
«Ἡ νηστεία προστατεύει κάθε ἀρετή. Εἶναι ἡ ἀρχή
τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα, τό στεφάνι αὐτῶν πού
ἐγκρατεύονται, τό κάλλος τῆς παρθενίας καί τοῦ
ἁγιασμοῦ, ἡ λαμπρότητα τῆς σωφροσύνης, ἡ ἀρχή τῆς
χριστιανικῆς ζωῆς, ἡ μητέρα τῆς προσευχῆς, ἡ πηγή τῆς
σωφροσύνης καί τῆς φρόνησης. Αὐτή διδάσκει τήν ἡσυχία
καί προηγεῖται ὅλων των καλῶν ἔργων», σημειώνει ὁ
Ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος.
3

Ἡ Μετάσταση
τῆς Παναγίας
κατά τόν
ἅγιο Ἰωάννη
τόν Δαμασκηνό
Ἀποσπάσματα τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρός ἡμῶν,
Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ

Τ

ά παρακάτω ἀποσπάσματα, τά πήραμε ἀπό τό
ἐξαιρετικό βιβλίο "Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ Ἡ
Θεοτόκος". Ἔκδοση Ἀποστολικῆς Διακονίας (Β΄
Ἔκδ. 1990). Τά ἀποσπάσματα αὐτά μεταγράφουμε ἐδῶ
μεταφρασμένα [1] σέ ἁπλή γλώσσα ἀπό τό βιβλίο αὐτό,
μιά ἔξοχη λογοτεχνική δουλειά πού ἀξίζει πιστεύουμε τά
συγχαρητήρια τοῦ κάθε ἀναγνώστη πρός τούς συντελεστές
αὐτοῦ τουῦ ἀξιόλογου ἔργου. Ἕνα βιβλίο πού συνιστοῦμε
νά τό διαβάσει κάθε Χριστιανός, γιά νά ἐκτιμήσει τό ρόλο
τῆς Παναγίας μας στό ἔργο τῆς σωτηρίας, καί στή ζωή
τῆς Ἐκκλησίας.
Ἐγκώμιον πρῶτον εἰς τήν κοίμησιν (ἀπόσπασμα)
10. Ὤ, πῶς ἡ πηγή τῆς ζωῆς πηγαίνει στή ζωή
περνώντας ἀπό τό θάνατο! Ὤ, πῶς αὐτή, πού ὅταν
γέννησε στάθηκε πάνω ἀπό τούς φυσικούς νόμους,
ὑπακούει τώρα στή φυσική τάξη καί τό ἀμόλυντο σῶμα
ὑποτάσεται στό θάνατο, γιατί πρέπει ν' ἀφήσει ὅ,τι εἶναι
θνητό καί νά ντυθεῖ τήν ἀφθαρσία, ἀφοῦ καί ὁ Κύριός της
δέν ἀρνήθηκε τή γεύση τοῦ θανάτου! Πέθανε σωματικά καί
μέ τό θάνατό Του καταργεῖ τό θάνατο, στή φθορά χαρίζει
τήν ἀφθαρσία καί κάνει τή νέκρωση πηγή ἀνάστασης.
Ὤ, πῶς τήν ἅγια ψυχή, καθώς ἐγκαταλείπει τό κορμί
πού δέχτηκε τό Θεό, τήν ὑποδέχεται μέ τά ἴδια Του τά
χέρια ὁ Δημιουργός τοῦ κόσμου τιμώντας νόμιμα ἐκείνη
πού, ἄν καί κατά τή φύση ἦταν δούλη, τήν ἔκανε μητέρα
Του, σύμφωνα μέ τό σχέδιο τῆς σωτηρίας μας, μέσα στ'
ἀνεξιχνίαστα πέλαγα τῆς φιλανθρωπίας Του, ὁ ἀληθινά
σαρκωμένος, Αὐτός πού δέν ψευτοενανθρώπησε! Γιατί
ἔβλεπαν, κατά τήν παράδοση, τ' ἀγγελικά τάγματα καί
περιμένανε τόν ἀποχωρισμό σου ἀπό τούς ἀνθρώπους.
Πόσο ὄμορφη ἀποδημία, ἀφοῦ χαρίζει τή συνάντηση
μέ τό Θεό! Γιατί, ἄν καί ὁ Θεός ἔχει χαρίσει σ' ὅλους τούς
ὑπάκουους ὑπηρέτες Του καί τούς θεοφόρους ἀνθρώπους
τό δῶρο τοῦτο - ἀληθινά το 'χει χαρίσει, τό πιστεύουμε
-, ἡ διαφορά ὅμως ἀνάμεσα στούς δούλους τοῦ Θεοῦ
καί τή Μητέρα Του εἶναι ἄπειρη. Τί ὄνομα λοιπόν νά
δώσουμε σέ τοῦτο τό μυστήριο πού σέ κυκλώνει: θάνατο;
Ὅμως, ἄν καί χωρίζεται σύμφωνα μέ τή φυσική τάξη ἡ
πανίερη καί μακάρια ψυχή του ἀπό τό τρισευτυχισμένο καί
ἄσπιλο σῶμα του, μ' ὅλο πού τό σῶμα παραδίνεται στόν
τάφο, δέ μένει στό χῶρο τοῦ θανάτου οὔτε τό ἀφανίζει ἡ
φθορά. Ὅταν γεννοῦσε, ἡ παρθενία της ἔμεινε ἀπείραχτη,
καί τώρα, στήν ὥρα τῆς μετάστασης, τό σῶμα της ἔχει
φυλαχτεῖ ἄφθαρτο καί ἀνεβαίνει σέ ὀμορφότερη καί
θεϊκότερη ζωή, πού δέν τήν κόβει ὁ θάνατος, ἀλλά κρατάει
στούς ἀτελεύτητους αἰῶνες τῶν αἰώνων.
Ἔτσι κι ὁ ὁλόλαμπρος καί πολύφωτος ἥλιος, ὅταν γιά
λίγο τόν κρύβει ὁ ὄγκος τῆς σελήνης, φαίνεται κάπως σά
νά χάνεται, σά νά τόν σκεπάζει σκοτεινιά καί τή θέση
τῆς λάμψης νά τήν παίρνει τό σκοτάδι. Κι ὅμως δέ χάνει
τό φῶς του, γιατί ἔχει δική του ἀστέρευτη πηγή λάμψης
ἤ, σωστότερα, ὁ ἴδιος εἶναι ἄσβηστη πηγή φωτός, ὅπως
ὅρισε ὁ Θεός πού τόν ἔκανε. Ὅμοια καί σύ, ἡ ἀσταμάτητη
πηγή τοῦ ἀληθινοῦ φωτός, ὁ ἀνεξάντλητος θησαυρός
Ἐκείνου, πού εἶναι ἡ ἴδια ἡ ζωή, τό πλούσιο ἀνάβρυσμα
τῆς εὐλογίας, ἐσύ, πού στάθηκες ἡ αἰτία καί μᾶς δόθηκαν
ὅλα τ' ἀγαθά, κι ἄν ἀκόμη σέ σκεπάζει σωματικά ὁ
θάνατος, ὅμως ἀφειδώλευτα κάνεις νά ποταμίσουνε γιά
μᾶς ἀσταμάτητα καί καθαρά νερά ἀπέραντου φωτός,
ἀθάνατης ζωῆς καί ἀληθινῆς μακαριότητας ἀτέλειωτα
καί διάφανα καί ἀνεξάντλητα ποτάμια, πλημμύρα χάρης,
νάματα γιατρειᾶς, ἀδιάκοπη εὐλογία. γιατί ἐσύ ἄνθισες

4

"ὡσάν μηλιά στά δέντρα τοῦ δρυμοῦ" καί ὁ καρπός σου
"γλύκα στό λαρύγγι" τῶν πιστῶν (Ἆσμα Ἀσμάτων[*] 2/β: 3).
Γιά τοῦτο δέ θά ὀνοματίσω θάνατο τήν ἱερή σου κοίμηση,
ἀλλά πιό ταιριαστό εἶναι μετάσταση ἤ ἀποδημία ἤ ἐνδημία
στούς κόλπους τοῦ Θεοῦ νά τήν πῶ. Ἀποδημώντας ἀπό
τό σῶμα πᾶς στή χώρα τοῦ Κυρίου. (Β΄ Κορ. 5/ε: 8).
11. Ἀπό τή γῆ σέ πέρασαν στόν οὐρανό Ἄγγελοι κι
Ἀρχάγγελοι. Μέ τ' ἀνέβασμά σου φρίξανε τ' ἀκάθαρτα
ἀερικά. Καθώς διαβαίνεις κάνεις εὐλογημένο τόν ἀέρα,
ὁ αἰθέρας ψηλά ἁγιάζεται. Χαρούμενος ὁ οὐρανός
ὑποδέχεται τήν ψυχή σου. Σέ προϋπαντοῦνε μέ ὕμνους
ἱερούς καί ὁλόφωτες λαμπάδες ὁλόχαρης γιορτῆς οἱ
ἀγγελικές δυνάμεις πού σχεδόν λένε: "Ποιά εἶναι τούτη πού
ἀνεβαίνει λευκανθισμένη", "πού προβαίνει σάν αὐγή, ὡραία
ὡσάν φεγγάρι, λαμπερή ὡσάν ἥλιος;". Πόσο ὀμόρφηνες καί
γλύκανες! Ἐσύ "ὡσάν ἄνθος τοῦ ἀγροῦ", "ὡσάν τό κρίνο
ἀνάμεσα στ' ἀγκάθια". "Γι' αὐτό σ' ἀγαποῦν οἱ κοπέλες".
"Τρέχουμε πίσω ἀπ' τ' ἄρωμά σου", "ὁ βασιλιάς σ' ἔφερε
στό θάλαμό Του" (Ἆσμα Ἀσμάτων 8/η: 5, στ/6: 10. 2/β: 1,2.
1/α: 3,4). Ἐκεῖ ἔχεις φρουρά τίς Ἐξουσίες, σ' ἐγκωμιάζουν
οἱ Ἀρχές, οἱ Θρόνοι σ' ἀνυμνοῦνε, τά Χερουβίμ εἶναι γεμάτα
ἔκπληχτη χαρά, τά Σεραφείμ δοξάζουν ἐκείνη πού στάθηκε
φυσική μητέρα τοῦ Κυρίου τους χάρη στό ἀληθινό ἔλεος
τοῦ Θεοῦ γιά μᾶς. Δέν ἦλθες μονάχα, καθώς ὁ Ἠλίας,
"ὡς τόν οὐρανό" (Δ΄ Βασ. 2/β: 11), οὔτε σ' ἀνέβασαν, ὡσάν
τόν Ἀπόστολο Παῦλο "ὡς τόν τρίτο οὐρανό" (Β΄ Κορ. 12/
ιβ: 2), παρά ἔφτασες ἴσαμε τόν ἴδιο τό βασιλικό θρόνο
τοῦ Γιοῦ σου, Τόν βλέπεις μέ τά μάτια σου, χαίρεσαι
καί στέκεις δίπλα Του μέ πολλή κι ἀνείπωτη σιγουριά
(Ψαλμός 44/μδ: 10). Ἄφατο σκίρτημα χαρᾶς γιά τούς
Ἀγγέλους καί ὅλες τίς ὑπερκόσμιες δυνάμεις, δίχως τέλος
εὐφροσύνη γιά τούς Πατριάρχες, ἀνεκλάλητη χαρά γιά
τούς Δίκαιους, ἀγαλλίαση ἀτέλειωτη γιά τούς Προφῆτες!
Εὐλογεῖς τόν κόσμο, ἁγιάζεις τήν πλάση ὅλη! Ἀνάσα γιά
τούς καταπονεμένους, γιά τούς πού πενθοῦνε παρηγόρια,
γιατρειά τῶν ἀρρώστων, λιμάνι στούς θαλασσοδαρμένους,
συγχώρεση γιά τούς ἁμαρτωλούς, τῶν λυπημένων
καλοσυνάτη παρηγορήτρα, γιά ὅλους τούς ἱκέτες σου
πρόθυμη βοήθεια.
12. Τί θαῦμα ἀληθινά ὑπερφυσικό! Τί πράγματα γεμάτα
θάμπος! Ἐγκωμιάζουμε καί καλοτυχίζουμε τό βδελυρό
καί ἀπό παλιά μισημένο θάνατο! Αὐτός πού πρῶτα μας
ἔφερνε τό πένθος καί τό συννεφιασμένο βλέμμα, τά
δάκρυα καί τή σκυθρωπή ὄψη, νά πού μᾶς δίνει τώρα τή
χαρά, διώχνει τά σύννεφα τῆς θλίψης καί εἶναι ὁλάκερος
ἕνα πανηγύρι. Γιά ὅλους τούς Θεοῦ τούς δούλους, πού
μακαρίζουμε τό θάνατό τους, τό τέλος τῆς ζωῆς δίνει τή
βεβαιότητα πώς εἶναι καλόδεχτοι ἀπό τό Θεό καί τοῦτο
κάνει μακαριστή τή θανή τους: Τούς ὁλοκληρώνει καί τούς
δείχνει εὐτυχισμένους, χαρίζοντάς τους τήν ἀναλλοίωτη
ἀρετή, ὅπως βεβαιώνει ὁ λόγος: "Μή καλοτυχίζεις ἄνθρωπο
πρίν πεθάνει" (Σόφ. Σειράχ 11/ἴα: 28). Ὅμως γιά σένα δέν
μποροῦμε νά ποῦμε τέτοιο λόγο: Δέν εἶναι μακαρισμός ὁ
θάνατος γιά σένα οὔτε ἡ μετάσταση ὁλοκλήρωση οὔτε ἡ
ἀποδημία σου χαρίζει τή σιγουριά τῆς σωτηρίας. Γιά ὅλα
σου τ' ἀγαθά πού ξεπερνᾶνε τόν ἀνθρώπινο νοῦ, ἀρχή,
μέση καί τέλος, ἀσφάλεια καί ἀληθινή βεβαίωση στάθηκε
ἡ ἄσπορη σύλληψη, ἡ ἐνοίκηση τοῦ Θεοῦ, ἡ δίχως φθορά
γέννησή Του. Γιά τοῦτο σωστά εἶπες πώς ὄχι ἀπό τήν
ὥρα τοῦ θανάτου, ἀλλ' ἀπό τή στιγμή τῆς σύλληψης θά
σέ μακαρίζουν ὅλες οἱ γενιές. (Λουκᾶς 1/α: 48). Ἔτσι δέ
σ' ἔκανε μακάρια ὁ θάνατος, παρά ἐσύ, σκορπώντας τή
μαυρίλα του καί ἀλλάζοντας τόν σέ χαρά, τόν ἔκανες νά
λάμψη ὁλάκερος.
Παραδίνες λοιπόν τό ἱερό καί ἀμόλυντο σῶμα στόν ἅγιό
σου τάφο καί οἱ ἄγγελοι τρέχανε μπροστά, σέ κυκλώνανε,
σ' ἀκολουθοῦσαν. Ἦταν τίποτε πού νά μήν ἔκαναν γιά νά
ὑπηρετήσουν τή Μητέρα τοῦ Κυρίου τους; Οἱ Ἀπόστολοι
καί ὅλο το πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας μεγαλόφωνα ψέλνανε
ὕμνους καί σκιρτούσανε χορευτικά, καθώς τούς κάτεχε τό
Ἅγιο Πνεῦμα. "Θά χορτάσουμε μέ τ' ἀγαθά τοῦ σπιτιοῦ
Σου, ἅγιος ὁ ναός Σου, θαυμαστή ἡ δικαιοσύνη Του" (Ψάλμ.
64/ξδ:5,6). Κι ἄλλον: "Ἅγιασε ὁ Ὕψιστος τό κατάλυμά Του"
(Ψαλμός 45/μέ: 5), "βουνό τοῦ Θεοῦ, πλούσιο βουνό, βουνό
ὅπου εὐδόκησε νά κατοικήσει ὁ Θεός" (Ψαλμός 66/ξστ:
16,17). Ἐσένα, τήν ἀληθινή κιβωτό τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ,
σήκωσε στούς ὤμους ἡ σύναξη τῶν ἀποστόλων, καθώς

κάποτε οἱ ἱερεῖς τήν κιβωτό, πού ἦταν ἡ προτύπωσή
σου (Ἰησ. Ναυή 3/γ: 1-17), σ' ἀκούμπησε στόν τάφο καί
σ' ἔστελνε μ' αὐτόν, σά νά 'ταν κάποιος Ἰορδάνης, στήν
ἀληθινή γῆ τῆς ἐπαγγελίας, ναί, τήν "πάνω Ἱερουσαλήμ",
τή "μητέρα ὅλων τῶν πιστῶν" (Γαλάτας 4/δ: 26), αὐτή
"πού τεχνούργησε καί ἔπλασε τό Θεός" (Ἑβρ. 11/ἴα: 10).
"Δέν κατέβηκε ἡ ψυχή σου στόν Ἅδη οὔτε ἡ σάρκα σου
ἀντίκρυσε τή φθορά" (Πράξ. 2/β: 31 - Ψάλμ. 15/ἰέ: 10).
Δέν ἀπόμεινε ἡ ψυχή σου οὔτε τ' ἀνέγγιχτο κι ὁλότελα
ἀπείραχτο σῶμα σου στή γῆ, μά μέ τή μετάστασή σου
κατοικεῖς τά οὐράνια, βασιλικά δώματα, βασίλισσα, Κυρά
μας καί Δέσποινα, Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ἀληθινή Θεοτόκε.
13. Ὤ, πῶς ὑποδέχτηκε ὁ οὐρανός αὐτήν, πού στάθηκε
πλατύτερη ἀπό τούς οὐρανούς! Πῶς δέχτηκε ὁ τάφος
αὐτήν, πού δέχτηκε τό Θεό! Ναί, τή δέχτηκε, ναί, τή
χώρεσε, γιατί δέν ἔγινε πλατύτερη ἀπό τόν οὐρανό μέ
τόν σωματικό της ὄγκο. Γιατί πῶς ἕνα σῶμα τρεῖς πῆχες,
πού ὅλο καί φυραίνει, θά παράβγαινε μέ τά πλάτια καί τά
μάκρη τ' οὐρανοῦ; Μέ τή χάρη ὅμως ξεπέρασε κάθε ὕψος
καί πλάτος, γιατί τό θεϊκό εἶναι πέρα ἀπό κάθε σύγκριση.
Ὤ, τί ἱερό καί θαυμαστό καί σεβάσμιο καί ἀξιοπροσκύνητο
μνῆμα! Καί τώρα τό φυλᾶνε οἱ Ἄγγελοι στέκοντας γύρω
γεμάτοι σεβασμό καί φόβο. Τρέμουνε τά δαιμόνια, μέ πίστη
προστρέχουν ἐκεῖ οἱ ἄνθρωποι, τό τιμοῦν, τό προσκυνοῦν,
τό ἀσπάζονται μέ τά μάτια, τά χείλια, τήν ὅλο πόθο ψυχή
τους κι ἀντλοῦνε ἄφθονα ἀγαθά.
Καθώς, ὅταν ἀποθέσει κανένας ἀκριβό μύρο σ' ἕνα
ροῦχο ἤ κάποιο μέρος καί μετά τό πάρει, ἀπομένει κάποια
εὐωδιά κι ὅταν ἐκεῖνο λείψει, ἔτσι καί τώρα τό ἅγιο σῶμα,
τό ἱερό, τό πεντακάθαρο, πού εὐωδιάζει θεϊκά ὁλόκληρο,
τό πλούσιο κεφαλάρι τῆς Χάρης, ἀφοῦ κατέβηκε στόν
τάφο κι ἁρπάχτηκε κατόπι σέ μέρη πιό ὄμορφα καί ψηλά,
δέν ἐγκατέλειψε τόν τάφο δίχως δῶρο, μά τοῦ ἄφησε κάτι
ἀπό τήν ἅγια μοσκοβολιά καί χάρη κι ἔκανε τό μνῆμα
βρύση γιατριᾶς καί κάθε ἀγαθοῦ γιά ἐκείνους πού τό
πλησιάζουνε μέ πίστη...
Ἐγκώμιον δεύτερον εἰς τήν κοίμησιν (ἀπόσπασμα)
3. Παλιά λοιπόν, Κύριος ὁ Θεός, κείνους πού κάναν
τήν ἀρχή στό γένος τῶν θνητῶν, κι ἤπιαν καί γέμισαν ἀπ'
τῆς παρακοῆς τό κρασί τό ἄκρατο, κι ἐνύσταξε τό βλέμμα
τῆς ψυχῆς μέσα στή μέθη ἀπ' τό ξεστράτισμα, κι ὕπνο
κοιμήθηκαν θανατερό, σά βάρυναν τοῦ πνεύματος τά μάτια
τούς μές στήν ἀκολασία τῆς ἁμαρτίας, τούς ἔβγαλε ἔξω
ἀπ' τόν ἐδεμικό παράδεισο, νά πορευτοῦν ἐξόριστοι. Καί
τώρα τούτην πού ἀποτίναξε τοῦ πάθους κάθε ἐπίθεση
κι αὔξησε τό φυντάνι τῆς ὑπακοῆς στό Θεό καί Πατέρα,
κι ἔκανε ἀρχή γιά τή ζωή σ' ὁλόκληρο τό γένος, γίνεται
νά μήν τήν δεχτεῖ παράδεισος; νά μήν ἀνοίξει διάπλατα
τίς πύλες του ἀπ' τή χαρά του ὁ οὐρανός; Τό δίχως ἄλλο.
Ἀφοῦ ἡ Εὕα, τοῦ φιδιοῦ τό μήνυμα ν' ἀκούσει πού ἔστερξε
καί πού τή συμβουλή τοῦ ὀχτροῦ ἐδέχτει, κι ἡ αἴσθηση
μαγεύτηκε ἀπ' τ' ἄγγιγμα τῆς ψεύτικης κι ἀπατηλῆς χαρᾶς,
κέρδισε τήν ἀπόφαση τοῦ πόνου καί τῆς θλίψης, γεννᾶ μ'
ὠδίνες τά παιδιά, καί καταδίκη παίρνει εἰς θάνατον μαζί
μέ τόν Ἀδάμ, καί μές στούς κόλπους τοῦ ἅδη κατοικεῖ. Κι
αὐτήν ἐδῶ, πού ἀλήθεια εἶναι μακαριστή, πού ἔκλινε μ'
ὑποταγή τό αὐτί στό λόγο τοῦ Θεοῦ, κι ἀπ' τίς ἐνέργειες
γέμισε τοῦ Πνεύματος, καί στήν κοιλιά της κράτησε μέ
τή φωνή τοῦ ἀγγέλου ἐκεῖνον πού εἶναι ἡ εὐδοκία τοῦ
Πατρός, αὐτήν πού δίχως ἡδονή κι ἀνέγγιχτη ἀπό ἄνδρα
συνέλαβε τοῦ Θεοῦ Λόγου τήν ὑπόσταση πού γεμίζει τά
πάντα, καί δίχως πόνους γέννησε ὡς ἔπρεπε, κι ἑνώθηκε
μέ τόν Θεόν ὁλάκερη, πῶς νά τήν καταπιεῖ ὁ θάνατος;
πῶς νά τήν πάρει μέσα του ὁ ἅδης; πῶς ἡ φθορά θά
τόλμαγε ν' ἀγγίξει τό σῶμα πού ἐδέχτει ἐντός του τή ζωή;
Ὁλωσδιόλου τοῦτα ξένα καί παράδοξα γιά τήν ψυχή καί
γιά τό σῶμα πού βαστάξαν τό Θεό.
Καί μόνο νά τή βλέπει ὁ θάνατος φοβήθηκε. Γιατί καί μέ
τό Γιό της τά 'βαλε, κι ἔμαθε ἀφοῦ ἔπαθε, κι ἡ πείρα τοῦ
τόν δίδαξε κι ἐσωφρονίστει. Κι ἔτσι γι' αὐτήν ἀδιάβατες οἱ
σκοτεινές κατηφοριές τοῦ ἅδη, μά ὁ δρόμος γιά τόν οὐρανό
ἴσιος κι ὁμαλός κι εὔκολος γιά κείνην ἑτοιμάστει. Γιατί
ἀφοῦ λέει ὁ Χριστός ποῦναι ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή "Ὅπου
εἶμαι ἐγώ, ἐκεῖ κι ὁ ὑπηρέτης ὁ δικός μου θάναι" (Ἰωάννης
12/ιβ: 26. 14/ιδ: 6), πόσο μᾶλλον αὐτή ποῦναι μητέρα του
κοντά του νά μή μείνει; Πρίν νά πονέσει γέννησε (Ἠσαΐας
66/ξστ: 7) καί δίχως πόνους ἦταν κι ἡ θανή της. "Κακό τό

5

5

ἀπόψεις
ξόδι τῶν ἁμαρτωλῶν" (Ψαλμός 33/λγ: 22). πῶς λοιπόν νά
τηνε ποῦμε αὐτήν πού μέσα της νεκρώθηκε ἡ ἁμαρτία,
τοῦ θανάτου τό κεντρί (Α΄ Κορ. 15/ἰέ: 56), πῶς ἀλλιῶς ἀπό
ἀρχή ζωῆς, ἀτέλειωτης καί πιό καλῆς; "Τίμιος" ἀλήθεια
"ὁ θάνατος τῶν ὅσιων" Κυρίου, τοῦ Θεοῦ τῶν δυνάμεων
(Ψαλμός 115/ριε: 6). καί τῆς μητέρας τοῦ Θεοῦ ἡ μετάσταση
ἀπάνω κι ἀπό τίμια.
Τώρα "οἱ οὐρανοί ἅς εὐφραίνονται", κι οἱ ἄγγελοι ἅς
χειροκροτοῦν. τώρα "ἅς ἀγάλλεται ἡ γῆ" (Ψάλμ. 95: 11) κι
οἱ ἄνθρωποι ἅς χορεύουν. τώρα τραγούδια ἅς ἀντηχεῖ μές
στή χαρά τοῦ ὁ ἀγέρας, κι ἅς βγάλει ἡ νύχτα ἡ ἄφεγγή το
ἀγέλαστό τό σκότος, τό θλιβερό, κι ἅς μιμηθεῖ γιορταστικά
της μέρας τή λαμπρότη μέ τίς μαρμαίρουσες φωτιές. Γιατί,
τοῦ Θεοῦ ἡ πόλη ἡ ζωντανή, τοῦ Κυρίου τῶν δυνάμεων,
πάνω ἀπ' τή γῆν ὑψώνεται, κι ἀπ' τοῦ Κυρίου τό ναό
τῆς ξακουστῆς Σιῶν, πρός τήν ἐλεύθερη Ἱερουσαλήμ τήν
ἄνω, βασιλιάδες οἱ ἀπόστολοι, πού ἄρχοντες γίνανε γιά τό
Χριστό πάνω σ' ὅλη τή γῆ, τή μάνα τούς φέρνουνε, δῶρο
πολύτιμο (Ψάλμ. 67/ξζ: 30. Γαλ. 4/δ: 26), τήν παντοτινή
παρθένα καί μητέρα τοῦ Θεοῦ.
14. Ἀπό δῶ ὡς τήν ἱερώτατη Γεθσημανή τή φέρνουν.
Πάλι ἀσπασμοί, ἀγκαλιάσματα, καί παινέματα, ὕμνοι ἱεροί,
χαιρετισμοί καί δάκρυα καί ποταμοί νά τρέχουν οἱ ἵδρωτες
καί τῆς ἀγωνίας καί τοῦ πόθου. Κι ἦταν νά βλέπεις
ἵδρωτες καί δάκρυα ν' ἀνταγωνίζονται στούς ποταμούς
πού ἐφτιάχναν. Κι ἔτσι τό σῶμα τό πανάγιο ἀποτίθεται
στό δοξασμένο καί στό θαυμαστό του μνῆμα, κι ἀπό κεῖ
τρεῖς μέρες μετά, ψηλά στά οὐράνια ἀνυψώνεται.
Γιατί ἐτούτη ἡ κατοικία ἡ ἀντάξια τοῦ Θεοῦ, ἡ πηγή
ἡ ἄσκαφτή τοῦ νεροῦ τῆς συγγνώμης, ἡ γῆ ἡ ἀνόργωτή
τοῦ ψωμιοῦ τοῦ οὐράνιου, τ' ἀμπέλι τ' ἀπότιστο πούδωσε
τῆς ἀθανασίας τό σταφύλι, ἡ πάντα πράσινη μέ τούς
ὡραίους καρπούς ἐλιά τῆς εὐσπλαχνίας τοῦ πατέρα, δέν
γίνονταν μέσα στῆς γῆς τά χάη νά κλειστεῖ. Ἀλλά καθώς
τό σῶμα πού ἀπ' αὐτήν ὁ Θεός Λόγος ἕνωσε μέ τήν
ὑπόστασή του, τό ἅγιο κι ἀμόλευτο, τήν τρίτη μέρα ἀνέστη
ἀπό τό μνῆμα, ἔτσι καί τούτη ἔπρεπε ἀπό τόν τάφο ν'
ἁρπαχτεῖ καί νάβρει ἄλλο λιμάνι, κοντά στό γιό ἡ μητέρα.
Κι ὅπως αὐτός σ' ἐκείνηνε κατέβηκε, ἔτσι κι ἐκείνη πρός
αὐτόν ἔπρεπε ν' ἀνέβει, πρός "τό ναό τό μεγαλύτερο καί
τελειότερο, στόν οὐρανό τόν ἴδιο" (Ἑβραίους 9/θ: 11,24).
Ἔπρεπε ἐκείνη πού τό Λόγο καί Θεό μές στήν κοιλιά
τῆς φιλοξένησε, νά κατοικήσει μές στοῦ Γιοῦ της τίς θεῖες
σκηνές. κι ὅπως εἶπεν ὁ Κύριος πώς ἔπρεπε στήν κατοικία
τοῦ Πατέρα του νά βρίσκεται (Λούκ 2/β: 49), ἔτσι κι ἡ
μάνα ἔπρεπε μές το βασίλειο τοῦ Γιοῦ νά κατοικεῖ, "στό
σπίτι τοῦ Κυρίου" καί "στίς αὐλές τοῦ Θεοῦ μας" (Ψάλμ.
133/ρλγ: 1. 134/ρλδ: 2). Γιατί ἄν βρίσκεται σ' αὐτόν "ὅλων
πού χαίρονται ἡ κατοικία" (Ψάλμ. 86/πστ: 7) ἄραγε ποῦ
νά κατοικήσει θά μποροῦσε ἡ αἰτία τῆς χαρᾶς;
Ἔπρεπε αὐτή πού φύλαξε τήν παρθενία καί μές στή
γέννα ἀπείραχτη, ἀδιάφθορο τό σῶμα της νά φυλαχτεῖ
κι ἀπό τό θάνατο ὕστερα.
Ἔπρεπε αὐτή πού στήν ἀγκάλη της βρέφος τόν Κτίστη
ἐκράτησε στά θεϊκά νά κατοικεῖ σκηνώματα.
Ἔπρεπε ἡ νύφη πού ὁ Πατέρας διάλεξε, στούς
νυφικούς θαλάμους τ' οὐρανοῦ νά μένει.
Ἔπρεπε αὐτή πού στό σταυρό τό Γιό τόν ἐδικό της
ἀναγνώρισε, καί δέχτηκε μές στήν καρδιά τή μαχαιριά τοῦ
πόνου (Λουκᾶς 2/β: 35), πού ἀπόφυγε στή γέννα της, νά
τόν θεωρεῖ μέ τόν Πατέρα του μαζί νά κάθεται.
Ἔπρεπε ἡ μάνα τοῦ Θεοῦ ὅλα τά πράγματα τοῦ Γιοῦ
καί ἐκείνη νά κατέχει, κι ἀπ' ὅλη νά προσκυνηθεῖ τήν
κτίση ὡς μάνα τοῦ Θεοῦ καί δούλη Του. Γιατί πάντα ἡ
κληρονομιά κατέρχεται ἀπ' τούς γονιούς στά τέκνα. Μά
τώρα, ὡς εἶπε ἕνας σοφός, πάνω οἱ πηγές τῶν ποταμῶν
τῶν ἱερῶν ἀνεβαίνουν. Γιατί ὁ Γιός ὑπόταξε στή μάνα
ὅλη τή χτίση.
18. Βλέπετε ἀγαπητοί πατέρες κι ἀδελφοί, μέ τί λόγια
μᾶς ἀπαντᾶ ὁ πολυδοξασμένος τάφος· καί πώς αὐτά εἴν'
ἀληθινά τό μαρτυροῦν ὅλα στήν ἱστορία τήν Εὐθυμιακή,
στόν τρίτο λόγο, τεσσαρακοστό κεφάλαιο ἔτσι αὐτολεξεί
εἶναι γραμμένα.
Εἴπαμε πρίν πώς στήν Κωνσταντινούπολη πολλές
ἔχτισεν ἐκκλησιές γιά τό Χριστό ἡ ἁγία Πουλχερία. Μία
ἀπ' αὐτές κι ἐκείνη, πού στίς Βλαχέρνες χτίστηκε ὅταν

πρωτοβασίλεψε ὁ Μαρκιανός, πού βρῆκε θεῖο θάνατο.
Αὐτοί λοιπόν σάν ἔχτισαν ἐκεῖ ναό σεβάσμιο γιά τήν
πολυτραγουδισμένη καί παναγία, Θεοτόκο Μαρία τήν
παρθένα τήν παντοτεινή, καί μ' ὅλα τα στολίδια τόν
στολίσανε, τό σῶμα τῆς ζητοῦσαν τό πανάγιο πού ἐδέχτει
τό Θεό. Στείλαν λοιπόν καί κάλεσαν τόν Ἰουβενάλη,
στά Ἱεροσόλυμα ἐπίσκοπο, καί τούς ἐπισκόπους τῆς
Παλαιστίνης, πού στή βασιλεύουσα βρισκόταν, τότε γιά
τή σύνοδο τῆς Χαλκηδόνας κεῖνον τόν καιρό, καί τούς
λένε: "Μάθαμε στήν Ἱερουσαλήμ πώς βρίσκεται τῆς
Παναγιᾶς ἡ πρώτη κι ἐξαιρετική ἐκκλησιά τῆς Θεοτόκου
κι ἀειπάρθενης Μαρίας, σ' ἕνα χωριό, Γεθσημανῆ
τό λένε, ὅπου το σῶμα της πού ἐκράτει τή ζωή, σέ
φέρετρο τ' ἀπόθεσαν. Λοιπόν αὐτό τό λείψανο θέλουμε
νά τό φέρουμε ἐδῶ γιά νά φυλάει αὐτή τήν πόλη τήν
πρωτεύουσα".
Πῆρε τό λόγο ὁ Ἰουβενάλης κι ἀποκρίθη: "Μές στή
θεόπνευστη Γραφή καί τήν ἁγία, δέν ἀναφέρεται τίποτα
γιά τό θάνατο τῆς Παναγίας Θεοτόκου Μαρίας. Ὅμως ἀπό
παράδοση ἀρχαία κι ἀληθινή πολύ, μάθαμε ὅτι τόν καιρό
πού ἔνδοξα κοιμήθηκε, ὅλοι οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι πού πάνω
- κάτω τρέχανε στήν οἰκουμένη ὁλόκληρη τά ἔθνη γιά
νά σώσουνε, σέ μιά στιγμή μαζεύτηκαν στά Ἱεροσόλυμα,
πετώντας πάνωθε ἀπ' τή γῆ, κι ὅπως κοντά της ἔφτασαν
ὅραμα ἀγγελικό τους φανερώνεται, καί ψαλμωδία θεϊκιά
ἀκούγονταν ἀπ' τίς καλύτερες δυνάμεις κι ἔτσι μέ δόξα
θεϊκή κι οὐράνια παρέθεσε μές στοῦ Θεοῦ τά χέρια τήν
ἅγια της ψυχή μέ τρόπον ἄρρητο. Κι ὡς γιά τό σῶμα
της πού ἐδέχθη τό Θεό μέ ὑμνωδία ἀγγελική κομίσθει
κι ἀποστολική, τό κήδεψαν καί τόθεσαν στόν τάφο στή
Γεθσημανή, ὅπου τρεῖς μέρες δέ σταμάτησαν οἱ ὑμνωδίες
τῶν ἀγγελικῶν χορῶν. Κι ἀπό τήν τρίτη μέρα κι ὕστερα, ἡ
ὑμνωδία ὅταν σταμάτησε ἡ ἀγγελική, οἱ ἀπόστολοι πούταν
ἐκεῖ ἀνοίξανε τό φέρετρο, νά προσκυνήσει τό θεοδόχο

σῶμα ὡς τό θέλησε, κι ἕνας ἀκόμα, πού ἔλειπε κι ἦρθε
μετά τήν τρίτη μέρα. Κι οὔτε πού διόλου μπόρεσαν νά
βροῦν τό σῶμα της τό πολυδοξασμένο, κι ἀφοῦ τά σάβανά
της βρήκανε πού κείτονταν μονάχα καί γέμισαν ἀπ' τήν
εὐωδιά πού χύναν τήν ἀνείπωτη, τό φέρετρο ξανάκλεισαν.
Κι ἔκπληχτοι μπρός στό θαυμαστό μυστήριο μονάχα
ἐτοῦτο νά σκεφτοῦν μποροῦσαν ὅτι αὐτός πού εὐδόκησε
νά σαρκωθεῖ προσωπικά κι ἄνθρωπος νά γενεῖ ἀπ' αὐτήν
καί μέ σάρκα νά γεννηθεῖ Θεός Λόγος καί Κύριος της
δόξας, αὐτός πού φύλαξε ἄβλαβη τήν παρθενία της καί
μετά τή γέννα, αὐτός ἐδέχτη τό ἄχραντο κι ἀμόλευτό της
σῶμα, ἀφοῦ ἀπ' τόν κόσμον τοῦτον ἔφυγε, νά τό τιμήσει
κάνοντάς το ἄφθαρτο καί μεταθέτοντάς το πρίν ἀπ' τήν
ἀνάσταση πού κοινή θάναι γιά ὅλους.
Καί βρέθηκαν ἐκεῖ μέ τούς ἀποστόλους τότε κι ὁ
τιμιώτατος Τιμόθεος ὁ ἀπόστολος καί πρῶτος μές στήν
Ἐκκλησία τῶν Ἐφεσίων ἐπίσκοπος, κι ὁ ἀρεοπαγίτης
Διονύσιος, καθώς τό μαρτυρεῖ ὁ ἴδιος Διονύσιος ὁ μέγας
μές στούς λόγους του πούγραψε στόν ἀπόστολο Τιμόθεο,
ἐκεῖνον πού ἀναφέραμε, μέ θέμα του τόν Ἰερόθεο τό
μακάριο, πού κι αὐτός τότε ἦταν ἐκεῖ, μ' αὐτά ἐδῶ τά
λόγια:
"Τό ἴδιο καί μεῖς κοντά στούς θεοφώτιστους ἱεράρχες
μας, ὅπως κι ἐσύ τό ξέρεις κι αὐτός καί πολλοί ἀπ' τούς
ἁγίους μας ἀδερφούς, συμμαζευτήκαμε τό ζωαρχικό καί
θεοδόχο νά δοῦμε σῶμα, κι ἦταν μπροστά κι ὁ ἀδελφόθεος
Ἰάκωβος, κι ὁ Πέτρος, ὁ κορυφαῖος καί γηραιότατος
μέσα στούς θεολόγους. Ὕστερα ἀποφασίσαμε, ἀφοῦ τό
σῶμα εἴδαμε, οἱ ἱεράρχες ὅλοι ν' ἀνυμνήσουμε, ὅπως
μποροῦσε ὁ καθείς, τήν καλοσύνη μέ τή δύναμη τήν
ἄπειρη τῆς θεαρχικῆς ἀδυναμίας. Μετά τούς θεολόγους,
ὅπως ξέρεις, ὅλους τούς ἄλλους ἱερομύστες ξεπερνοῦσε,
σάν κάπου ἀλλοῦ νά βρίσκονταν ὁλόκληρος, ὁλόκληρος σ'
ἔκσταση ἀπ' τόν ἑαυτό του, πάσχοντας ἀπ' τή σχέση του
μ' ἐκεῖνα πού ἀνυμνοῦσε, κι ὅλοι ἐκεῖ πού τόν ἄκουγαν,
τόν ἔβλεπαν, τόν γνώριζαν καί δέν τόν γνώριζαν, τόν
κρίναν γιά θεοφώτιστο καί ἱερό ὑμνολόγο. Ἀλλά γιατί νά
σοῦ μιλῶ γιά ὅσα ἐκεῖ θεολογικά εἰπωθήκανε; γιατί, ἐκτός
καί μ' ἀπατᾶ ἡ μνήμη μου, ξέρω πώς ἀπό σένα πολλές
φορές ἄκουσα κάποια κομμάτια ἀπό τίς ἐμπνευσμένες
ἐκεῖνες ὑμνωδίες".".
Κι οἱ βασιλιάδες ἀφοῦ τοῦτα τάκουσαν, γυρέψαν
ἀπ' τόν ἴδιον ἀρχιεπίσκοπο Ἰουβενάλη ἐκεῖνο τ' ἅγιο
φέρετρο μ' ὅσα εἶχε μέσα ροῦχα καί σεντόνια τῆς Μαρίας,
τῆς δοξασμένης Παναγίας Θεοτόκου, νά τούς τό στείλει
βουλλωμένο μ' ἀσφάλεια. Κι ὅταν τό λάβαν τ' ἀποθέσανε
στό σεβαστό ναό πού στίς Βλαχέρνες χτίστηκε τῆς
Παναγίας Θεοτόκου. Κι ὅσο γι' αὐτά ἔτσι ἔγιναν...
[1] Λογοτεχνική ἀπόδοση ὁμιλιῶν: Ἐλ. Μάινας, Ν.
Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Καίτη Χιωτέλλη, Δημήτρης
Σταθόπουλος.
[*] Ἡ ἀπόδοση τοῦ Ἄσματος Ἀσμάτων, ἔχει γίνει
σύμφωνα μέ τή μεταγραφή τοῦ Γ. Σεφέρη, Ἆσμα Ἀσμάτων,
σέλ. 21, δεύτερη ἔκδοση, Ἴκαρος 1966.

5

Γιά τήν ἑορτή τῆς Παναγίας...

Γ

τοῦ Ἀρχιμ.Ἰωακείμ Οἰκονομίκου,
Γενικοῦ Ἀρχιερατικοῦ Ἐπιτρόπου Ι.Μ. Κίτρους

ιά μία φορά ἀκόμα, ἡ χάρις καί ἡ εὐλογία τοῦ
Θεοῦ, μᾶς ἀξιώνει νά ἑορτάσουμε τό "Πάσχα τοῦ
καλοκαιριοῦ" κατά τόν "'ἅγιό" τῶν ἑλληνικῶν
γραμμάτων, Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Μέ τήν νηστεία,
ἀλλά καί μέ τίς παρακλήσεις πρός τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο,
ἑτοιμαζόμαστε νά ἑορτάσουμε τήν Κοίμησή της, καί τήν
εἰς Οὐρανούς Μετάστασή της.
Τιμοῦμε τήν Μητέρα τοῦ Θεοῦ μας, ἡ ὁποία μετά τήν
ἐπίσκεψη τοῦ Ἀρχαγγέλου Γαβριήλ στήν μικρή πόλη
τῆς Ναζαρέτ, καί ὕστερα ἀπό τήν ὑπακοή της στό
θέλημα τοῦ Θεοῦ, κατέστη τό σκεῦος τῆς ἐκλογῆς Του,
ἀναλαμβάνοντας αὐτήν τήν μεγάλη ἀποστολή.
Τιμοῦμε τήν "γέφυρα" τήν " μετάγουσα τούς ἐκ γῆς
πρός οὐρανόν" (ἀπό τούς χαιρετισμούς). Τιμοῦμε τήν
κλίμακα τήν ἐπουράνιον, διά τῆς ὁποίας κατέβη ὁ Θεός
εἰς τήν γῆ. Τιμοῦμε τήν Παναγία διά τῆς ὁποίας " ὁ λαός
ὁ καθήμενος ἐν σκότει καί σκιά θανάτου φῶς ἀνέτειλεν
αὐτοῖς" (Ματθ. 4, 16).
Διαβάζουμε στό βιβλίο τῆς Γενέσεως τῆς Παλαιᾶς
Διαθήκης, πῶς, ὅταν ὁ Θεός διώχνει τούς Πρωτοπλάστους
ἀπό τόν παράδεισο, δέν τούς ἀφήνει χωρίς ἐλπίδα.
Προαναγγέλλει ὁ Θεός, ὅτι ἡ σωτηρία θά ἔλθει ἀπό ἐκείνη
τήν Γυναίκα, ἡ ὁποία διά τοῦ Υἱοῦ της θά συντρίψει τήν
κεφαλή τοῦ ὄφεως: "Καί ἔχθραν θήσω ἀνά μέσον σου
καί ἀναμέσον τοῦ σπέρματός σου καί ἀνά μέσον τοῦ
σπέρματος αὐτῆς. Αὐτός σου τηρήσει κεφαλήν, καί σύ
τηρήσει αὐτοῦ πτέρναν" (Γέν. 3, 15).
Τιμοῦμε τήν Παναγία, τήν ὁποία ὁ Προφήτης Ἠσαΐας,
προφητεύει τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ ἀπό Παρθένο
Γυναίκα: "Ἰδού ἡ Παρθένος ἐν γαστρι ἔξει καί τέξεται
υἱόν καί καλέσεις τό ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ" (Ἡσ. 7, 14).
Τιμοῦμε τό πρόσωπο ἐκεῖνο, τό ὁποῖο εἶδε ὁ Πατριάρχης
Ἰακώβ ὡς κλίμακα νά ἑνώνει τόν οὐρανόν μέ τήν γῆ,
ὅταν ἐκεῖνος ἔφυγε ἀπό τήν πατρική του οἰκία: " Καί
ἐνυπνιάσθη καί ἰδού κλίμαξ ἐστηριγμένη ἐν τῇ γῆ, ἧς ἡ
κεφαλή ἀφικνεῖτο εἰς τόν οὐρανόν, καί οἱ ἄγγελοι τοῦ
Θεοῦ ἀνέβαινον καί κατέβαινον ἐπ' αὐτῆς" (Γέν. 28, 12).
Τιμοῦμε τήν Παναγία, τήν ὁποία εἶδε ὡς πυρίμορφον
βάτο ἐν τῷ ὄρει τῷ Σινά, ὁ Προφήτης Μωυσῆς, νά φλέγεται
χωρίς νά καίγεται. Ὅπως ἡ βάτος φλέγονταν χωρίς νά
καίγεται, ἔτσι καί ἡ Παναγία, δέχτηκε ὅλο τό Πῦρ τῆς
Θεότητος, χωρίς νά καταστραφεῖ ἡ παρθενία της. Γράφει
ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας Ἐπίσκοπος Κρήτης: "Μωσῆς πρῶτος
βάτον ἰδών σέ προέλεγε".
Τιμοῦμε " τήν μόνην ἁγνήν, τήν μόνην παρθένον" σέ ὅλη
τήν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος. Ἡ Θεοτόκος, ἄν καί μένει
ἔγκυος "ἐν Πνεύματι Ἁγίω" διατήρησε τήν Παρθενία της
καί πρίν καί κατά καί μετά τόν τόκον. Εἶναι αὐτό πού
ἀναφέρει ὁ Προφήτης Ἰεζεκιήλ μέ τήν Πύλη τήν βλεποῦσα
κατά Ἀνατολᾶς, ἡ ὁποία εἶναι κλειστή καί διά τῆς ὁποίας
θά περάσει ὁ Ἡγούμενος καί πάλι θά ξανακλείσει: "Καί
ἐπέστρεψεν μέ κατά τήν ὁδόν τῆς πύλης τῶν ἁγίων της
ἐξωτέρας τῆς βλεπούσης κατ' ἀνατολᾶς, καί αὕτη ἥν
κεκλεισμένη. Καί εἶπεν Κύριος πρός μέ. Ἡ πύλη αὕτη
κεκλεισμένη ἔσται, οὐκ ἀνοιχθήσεται καί οὐδείς μή διέλθη
δί' αὐτῆς καί ἔσται κεκλεισμένη. Διότι ὁ ἡγούμενος οὗτος
καθήσεται ἐν αὐτή τοῦ φαγεῖν ἄρτον ἐναντίον Κυρίου.
Κατά τήν ὁδόν τοῦ Αἰλάμ τῆς Πύλης εἰσελεύσεται καί
κατά τήν ὁδόν αὐτοῦ ἐξελεύσεται" (Ἰεζ. 44, 1 - 3).
Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀναφερόμενοι στό
Ἱερό Πρόσωπο τῆς Παναγίας, ἀναφέρουν πῶς, γιά τήν
ὑλοποίηση τοῦ σχεδίου τοῦ Θεοῦ γιά τήν σωτηρία τοῦ
ἀνθρώπου, ὁ Θεός ἔδωσε τόν Υἱόν Του τόν Μονογενῆ, καί
ἡ ἀνθρωπότης ἔδωσε τήν Παναγίαν. Ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος,
Ἐπίσκοπος Λουγδούνων, κάνοντας ἕνα παραλληλισμό
6

Λόγος
στήν Κοίμηση
τῆς Θεοτόκου
Ἁγίου Λουκᾶ Ἀρχιεπισκόπου Κριμαίας
ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΙΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Τ

τῆς Εὕας καί τῆς Παναγίας, γράφει: "Ἡ Εὕα, ἔπρεπε
νά ἀποκατασταθεῖ ἐν τῷ προσώπω τῆς Μαρίας, ἵνα μία
Παρθένος νά γίνει συνήγορος ἄλλης παρθένου, καί νά
ἐξαλείψει τήν ἀνυπακοήν τῆς πρώτης διά τῆς παρθενικῆς
ὑπακοῆς" (Εἰρηναίου 32, 33). Ὁ Ἅγιος Κύριλλος
Πατριάρχης Ἱεροσολύμων γιά τό ἴδιο θέμα γράφει: "Δία
τῆς Παρθένου Εὔας ἦλθεν ὁ θανάτος. Ἔδει διά Παρθένου,
μᾶλλον δέ ἐκ Παρθένου φάνηται τήν ζωήν" (Κυριλ. Ἱερ.
Κατηχ. 12, 15).
Τιμοῦμε ὅμως καί τό Πρόσωπο ἐκεῖνο, τό ὁποῖο εἶναι
ἄρρηκτα συνδεδεμένο καί μέ τό Γένος μας. Ὅλο το Γένος,
ὅλη Ρωμηοσύνη "μοσχοβολᾶ ἀπό τό εὐωδιαστόν σκήνωμα
τῆς Παναγίας, ποῦ εἶναι ἡ Μήτηρ τῶν ὀρφανεμένων, ἡ
ἐλπίδα τῶν ἀπελπισμένων, ἡ χαρά τῶν θλιμμένων, ἡ
ἄγκυρα τῶν θαλασσοδερμένων" (Φωτίου Κόντογλου. Ἡ
Παναγία καί ὁ λαός). Ἡ Παναγία, ἦταν αὐτή πού στάθηκε
καί στίς χαρές καί στίς λύπες τοῦ Γένους κοντά μας. Ἦταν
αὐτή στήν Ὁποία ἀφιέρωσε ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος τήν
Πόλη του καί τήν Πρωτεύουσα τῆς Αὐτοκρατορίας μας.
Τήν Κωνσταντινούπολη. Εἶναι αὐτή πού ἔκλαψε μέ ὅλο
τό πονεμένο Γένος, κατά τήν μαύρη ἐκείνη ἡμέρα τῆς
Ἁλώσεως τό 1453. Εἶναι αὐτή πού ἄκουσε τούς ἀλαλήτους
στεναγμούς ὅλου τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὅλης τῆς Ρωμηοσύνης,
καί ηὐδόκησε ἡ χάρις Της, νά ξαναλειτουργηθεῖ ὕστερα
ἀπό σιωπή 87 χρόνων τό ἱστορικό της Παλλάδιο, τό
ξακουστό της Μοναστήρι στό ὄρος Μελᾶ τῆς Τραπεζοῦντος
τοῦ Πόντου, μέ τήν παρουσία μάλιστα τοῦ Παναγιωτάτου
Οἰκουμενικοῦ μας Πατριάρχου κυρίου Βαρθολομαίου, τοῦ
Πρώτου Πατριάρχου, πού ἔχει τό ἰδιαίτερο προνόμιο ἀπό
τήν Παναγία νά λειτουργήσει στήν Σουμελά, σέ ὅλη τήν
μακραίωνη πορεία τῆς Μονῆς.
Ἅς τιμήσουμε λοιπόν τήν Παναγία, τήν Μητέρα τοῦ
Θεοῦ μας, τήν Προστάτιδα καί Ἔφορο τοῦ Γένους καί
τῆς Ρωμηοσύνης, Ἅς προσπέσουμε μέ πίστη στό εἰκόνισμά
της χύνοντας τά δάκρυα καί τούς καημούς μας, ὥστε
ἐνισχυμένοι νά προχωρήσουμε τόν δρόμο μας. Ἕνα δρόμο,
δύσκολο γεμάτο ἀπό ἐμπόδια καί σκοπέλους, ἀλλά μέ τήν
πίστη στόν Θεό καί στήν Παναγία μας, θά μπορέσουμε νά
ἀντιμετωπίσουμε καί νά βγοῦμε νικητές, γιατί πάνω ἀπό
ὅλους πού ἐπιβουλεύονται καί θέλουν τήν καταστροφή
μας, καί τήν ὑπόδουλωσή μας, ὑπάρχει ὁ Θεός καί ἡ Κυρία
Θεοτόκος, πού ποτέ δέν ἐγκατέλειψε τόν κόσμο.

όν καθένα ἀπό μᾶς τόν βασανίζει τό ἐρώτημα:
τί θά γίνει μέ μας καί τί μᾶς περιμένει μετά τό
θάνατο; Μία σαφῆ ἀπάντηση σ' αὐτό τό ἐρώτημα
μόνοι μας δέν μποροῦμε νά τήν βροῦμε. Ἀλλά ἡ Ἁγία
Γραφή καί πρῶτα ἀπ' ὅλα ὁ λόγος τοῦ Κυρίου μας
Ἰησοῦ Χριστοῦ μᾶς ἀποκαλύπτουν αὐτό τό μυστικό.
Μᾶς τό ἀποκαλύπτουν ἐπίσης τό ἀπολυτίκιο καί τό
κοντάκιο τῆς μεγάλης αὐτῆς γιορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς
Ὑπεραγίας Θεοτόκου καί οἱ ἐκκλησιαστικοί ὕμνοι πού
ψάλλονται σ' αὐτή τή γιορτή.
Θέλω ὅλοι σας νά καταλάβετε, γιατί ὁ θάνατος τῆς
Ὑπεραγίας Θεοτόκου καί Παρθένου Μαρίας λέγεται
Κοίμησή της. Ὁ μέγας ἀπόστολος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος
στό 20ο κεφάλαιο τῆς Ἀποκαλύψεως μιλάει γιά
τόν πρῶτο καί τό δεύτερο θάνατο. Ὁ πρῶτος μόνο
θάνατος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀναπόφευκτος γιά ὅλους τούς
ἀνθρώπους, περιμένει καί τούς ἁγίους καί τούς δικαίους.
Ἀλλά ὁ δεύτερος, ὁ φοβερός καί αἰώνιος θάνατος,
περιμένει τούς μεγάλους καί ἀμετανόητους ἁμαρτωλούς,
οἱ ὁποῖοι ἀρνήθηκαν τήν ἀγάπη καί τήν δικαιοσύνη τοῦ
Θεοῦ καί εἶναι καταδικασμένοι νά βρίσκονται αἰωνίως σέ
κοινωνία μέ τό διάβολο καί τούς ἀγγέλους του.
Στό Εὐαγγέλιο τοῦ ἴδιου μεγάλου ἀποστόλου καί
εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου διαβάζουμε
τά λόγια τοῦ Χριστοῦ, τά ὁποῖα εἶναι πολύ στενά
συνδεδεμένα μέ ὅσα γράφει ἡ Ἀποκάλυψη: «ἀμήν ἀμήν
λέγω ὑμίν ὅτι ὁ τόν λόγον μου ἀκούων καί πιστεύων
τῷ πέμψαντι μέ ἔχει ζωήν αἰώνιον καί εἰς κρίσιν οὐκ
ἔρχεται, ἀλλά μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν ζωήν»
(Ἰωαν. 5, 24).
Τό ἀκοῦτε, τό καταλαβαίνετε; Νομίζω ὅτι ἀκόμα καί
θά πρέπει νά σᾶς κινήσει τήν περιέργεια τό γεγονός
ὅτι ὅλοι ὅσοι ὑπακούουν στό λόγο τοῦ Χριστοῦ καί
πιστεύουν στόν Οὐράνιο Πατέρα του, ὁ ὁποῖος τόν
ἔστειλε, ἀμέσως μετά τό θάνατό τους θά περάσουν
στήν αἰώνια ζωή. Δέν ὑπάρχει λόγος νά δικαστοῦν αὐτοί
πού ἔχουν ζωντανή πίστη στό Θεό καί ὑπακούουν στίς
ἐντολές του.
Καί στούς μεγάλους δώδεκα ἀποστόλους εἶπε
ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός: «ἀμήν λέγω ὑμίν ὅτι
ὑμεῖς οἱ ἀκολουθήσαντες μοί, ἐν τῇ παλιγγενεσία, ὅταν
καθίση ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἐπί θρόνου δόξης αὐτοῦ,
καθίσεσθε καί ὑμεῖς ἐπί δώδεκα θρόνους κρίνοντες τάς
δώδεκα φυλᾶς τοῦ Ἰσραήλ» (Ματθ. 19, 28). Δικαστές καί
κατήγοροι θά εἶναι κατά τήν Φοβερά Κρίση τοῦ Θεοῦ
οἱ Ἀπόστολοι τοῦ Χριστοῦ καί, βεβαίως, εἶναι τελείως
ἀδύνατο νά φανταστοῦμε νά δικάζονται ἡ Ὑπεραγία
Θεοτόκος καί Ἀειπάρθενος Μαρία, ὁ Βαπτιστής τοῦ
Κυρίου Ἰωάννης, οἱ μεγάλοι προφῆτες τοῦ Θεοῦ, ὁ
Ἠλίας καί ὁ Ἐνώχ τούς ὁποίους ζωντανούς τους πῆρε
ὁ Θεός στόν Οὐρανό, ὅλο το ἀμέτρητο πλῆθος τῶν
μαρτύρων τοῦ Χριστοῦ, οἱ δοξασμένοι ἀπό τόν Θεό ἅγιοι
ἀρχιερεῖς καί θαυματουργοί μέ ἐπί κεφαλῆς τόν ἅγιο
Νικόλαο, ἀρχιεπίσκοπο Μύρων τῆς Λυκίας.
Εἶναι ἀδύνατον ἀκόμα καί νά περάσει ἀπό τό μυαλό
μας ἡ σκέψη πώς θά δικαστοῦν αὐτοί, οἱ ὁποῖοι
ἄκουσαν ἀπό τό στόμα τοῦ Χριστοῦ: «Ἡ βασιλεία τοῦ
Θεοῦ ἐντός ὑμῶν ἐστίν» (Λκ. 17, 21). Σ' αὐτούς τούς
μεγάλους ἀγωνιστές τοῦ Χριστοῦ, σάν σέ πολύτιμους
ναούς κατοικοῦσε τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ἀκόμα καί ζῶντας
στή γῆ, αὐτοί βρισκόταν στήν ἄμεση κοινωνία μέ τόν
Θεό, ἐπειδή ἔτσι εἶπε ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός:
«Ἐάν τίς ἀγαπήση μέ, τόν λόγον μου τηρήσει, καί ὁ
πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν, καί πρός αὐτόν ἐλευσόμεθα
καί μονήν παρ' αὐτῶ ποιήσομεν» (Ἴωαν. 14, 23).
Ἤ Ὑπεραγία Παρθένος Μαρία ὑπῆρξε ἄχραντος ναός
τοῦ Σωτῆρος καί σ' αὐτήν κατοίκησε τό Ἅγιο Πνεῦμα
καί ἀπό τήν ἁγιότατη μήτρα της ἔλαβε τό ἀνθρώπινο
σῶμα ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος κατέβηκε ἀπό τούς
Οὐρανούς. Γι' αὐτό ὁ σωματικός της θάνατος δέν ἦταν

7

7

Ὀντολογική πρόταση
ἤ νοσηρή θρησκευτικότητα;

Ε
θάνατος ἀλλά Κοίμηση, δηλαδή ἕνα ἄμεσο πέρασμα
ἀπό τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντός της στή Βασιλεία τῶν
Οὐρανῶν καί τήν αἰώνια ζωή.
Μοῦ ἦρθε τώρα στό μυαλό καί κάτι καινούριο. Σ'
ἕνα ἀπό τά προηγούμενα κηρύγματά μου σᾶς ἔλεγα,
ὅτι ἔχουμε κάθε λόγο νά πιστεύουμε, ὅτι καί τό σῶμα
τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου μέ τή δύναμη τοῦ Θεοῦ ἔγινε
ἄφθαρτο καί ἀνελήφθη στούς οὐρανούς. Αὐτό μας λέει
καί τό κοντάκιο τῆς μεγάλης γιορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς
Θεοτόκου: «Τήν ἐν πρεσβείαις ἀκοίμητον Θεοτόκον, καί
προστασίαις ἀμετάθετον ἐλπίδα, τάφος καί νέκρωσις
οὐκ ἐκράτησεν ὡς γάρ ζωῆς Μητέρα, πρός τήν ζωήν
μετέστησεν, ὁ μήτραν οἰκήσας ἀειπάρθενον».
Προσέξτε: «τάφος καί νέκρωσις οὐκ ἐκράτησεν».
Σκεπτόμενοι αὐτό, ἅς θυμηθοῦμε καί τί γράφει ἡ Ἁγία
Γραφή γιά τό θάνατο τοῦ μεγαλυτέρου προφήτη τῆς
Παλαιᾶς Διαθήκης, τοῦ Μωυσῆ στό 34ο κεφάλαιο τοῦ
βιβλίου τοῦ Δευτερονομίου, ὅτι πέθανε σύμφωνα μέ τό
λόγο τοῦ Θεοῦ στό ὄρος Νεβῶ καί τάφηκε στή γῆ Μωάβ.
Ὁ τάφος τοῦ μεγάλου αὐτοῦ προφήτη ἔπρεπε νά εἶναι
γιά πάντα τόπος προσκυνήματος γιά ὅλο τό λαό τοῦ
Ἰσραήλ. Ὅμως στή Βίβλο διαβάζουμε, ὅτι: «οὐκ οἶδεν
οὐδείς τήν ταφήν αὐτοῦ ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης» (Δεύτ.
34, 6). Ὅμως κατά τή Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου στό
ὄρος Θαβώρ ἐμφανίστηκε ὁ Μωυσῆς στόν Κύριο καί
Δεσπότη του τόν Ἰησοῦ μαζί μέ τόν προφήτη Ἠλία, ὁ
ὁποῖος ἁρπάχτηκε ζωντανός στούς οὐρανούς.
Νομίζω ὅτι δέν θά εἶναι ἁμαρτία ἄν θά ποῦμε, ὅτι
τό σῶμα τοῦ μεγάλου Μωυσῆ, ὅπως καί τό σῶμα τῆς
Ὑπεραγίας Θεοτόκου, μέ τή δύναμη τοῦ Θεοῦ, ἔμεινε
ἄφθαρτο. Γι' αὐτό καί ὁ τάφος του εἶναι ἄγνωστος.
Νά σκεφτόμαστε, ἀδελφοί καί ἀδελφές μου, τήν
μακάρια Κοίμηση τῆς Ὑπεραγίας Παρθένου Μαρίας
καί νά θυμόμαστε τά λόγια τοῦ Κυρίου μᾶας Ἰησοῦ
Χριστοῦ: «Ἀμήν ἀμήν λέγω ὑμῖν ὅτι ὁ τόν λόγον μου
ἀκούων καί πιστεύων τῷ πέμψαντι μέ ἔχει ζωήν αἰώνιον,
καί εἰς κρίσιν οὐκ ἔρχεται, ἀλλά μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ
θανάτου εἰς τήν ζωήν» (Ἰωαν. 5, 24). Νά μᾶς ἀξιώσει
ὁ Θεός νά γευθοῦμε καί ἐμεῖς οἱ ἁμαρτωλοί τή μεγάλη
αὐτή χαρά, μέ τή χάρη καί τή φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου
μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, οὗ ἡ δόξα καί τό κράτος σύν τῷ
ἀνάρχω αὐτοῦ Πατρί καί τῷ Παναγίω Αὐτοῦ Πνεύματι
εἰς τούς αἰώνας. Ἀμήν.
ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΡΙΜΑΙΑΣ
ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΟΜΙΛΙΕΣ ΤΟΜΟΣ Γ'
ΕΚΔΟΣΕΙΣ "ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ"

ἶναι γεγονός πώς μερικοί ἀπό μας, ἔχουμε ἀκούσει ἤ ζήσει
περιπτώσεις νοσηρῶν θρησκευτικῶν καταστάσεων, ἀκόμη
καί μέσα στά κατηχητικά σχολεῖα, κυρίως στό παρελθόν.
Δηλαδή ἐπιφανειακή εὐσέβεια φαρισαϊκοῦ τύπου, νομικισμός
καί ἀπαγορεύσεις. Σειρά ἐντολῶν καί μέσα ἀπό τήν τήρηση
αὐτῶν, ἕνας πόθος γιά μιά αὐτοδικαίωση ὡς σεσωσμένοι ἐδῶ
καί τώρα. Πίστη μέ μορφή συναλλαγῆς καί ἐπιτακτικός ἔλεγχος
ἄν τηρήθηκαν τά θρησκευτικά μας καθήκοντα.
Κρούσματα ἀκόμη καί φονταμενταλισμοῦ στά ἴδια τά παιδιά.
Προφητολαγνεία γιά τό ἄν ἦρθε ὁ ἀντίχριστος ὡς κεντρικό
ζήτημα ζωῆς καί ἀκόμη ἐρωτήματα ἄν ὁρισμένα παιχνίδια ἤ
συσκευές, ἔχουν μέσα τό διάβολο (ὑπῆρξαν σχετικές ἐρωτήσεις
ἀπό παιδιά γιά ὅλα τα προαναφερόμενα, γί αὐτό καί οἱ
προβληματισμοί γιά τό θέμα).
Καί ὅλα αὐτά βεβαίως προκαλοῦν δυσφορία, ὅμως εἶναι μιά
πραγματικότητα.
Ἡ προσέγγιση εἶναι σέ λανθασμένη βάση καί ἐπικεντρώνεται,
ὄχι στό πνευματικό μέρος ὅπως θά ἔπρεπε, ἀλλά στήν ἀνθρώπινη
περιέργεια. Αὐτές οἱ νοσηρές καταστάσεις θρησκευτικότητας
ἔχουν ὡς ἀποτέλεσμα, ἡ ζωντανή πίστη καί σχέση μετά τοῦ
Χριστοῦ, νά μετατρέπεται σέ μιά ἰδεολογία.
Καί εἶναι σαφές, ὅτι στήν ἰδεολογία ἀδρανοποιεῖται ἤ
καταργεῖται ἡ πραγματική ἀγαπητική σχέση καί ἐνεργοποιεῖται
τό ἐγωιστικό πεῖσμα ν ἀλλάξω τόν ἄλλον, κάτι πού ἀγγίζει τά
ὅρια τῆς μισανθρωπίας.
Κουραστήκαμε πιά μέ τίς ἀμετακίνητες βεβαιότητες τῶν
θρησκόληπτων, πού νομίζουν ὅτι θά ἀνοίξουν τό κεφάλι τοῦ
ἄλλου, νά τοποθετήσουν μέσα πίστη, ὡς ζηλωτές :
«οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν» (Ζῆλον Θεοῦ ἔχουσιν, ἀλλ'οὐ κατ'
ἐπίγνωσιν) (Ρωμ. ι', 2.)
Αὐτό μπορεῖ νά γίνεται ποτέ ἀπό ἀγάπη, ἤ ἀπό πάθος
γιά μισθαποδοσία;
Ἀπό τή στιγμή πού μπαίνουμε στή διαδικασία, νά βλέπουμε
μόνο τόν παράδεισο καί ὄχι τό Χριστό εἴμαστε ἄρρωστοι. Πότε
θά κατανοήσουμε ὅτι ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν χαρίζεται ἀπό
τό Χριστό καί δέν κερδίζεται, ὅπως ἀκοῦμε συνεχῶς; Εἶναι
προσφορά ἀγάπης ἡ ὁποία δίδεται δωρεάν καί προκλητικά καί
ἐξαρτᾶται ἀπό τήν δική μας συγκατάθεση καί δεκτικότητα, καί
φυσικά ἡ ἄρνηση εἶναι τό σκοτάδι καί ἡ ἀπομόνωση.
Εἶναι γεγονός πώς ὁτιδήποτε περιέχει συναλλαγή, τό παιδί
ἀπό ἕνα σημεῖο καί μετά, θά τό ἀποβάλει καί καλά θά κάνει.
Τό ζήτημα εἶναι, ποιά θά εἶναι ἡ συνέχεια τοῦ παιδιοῦ μετά
ἀπό αὐτό, ἔχοντας μιά ψευδῆ εἰκόνα τῆς Ἐκκλησίας, μόνο καί
μόνο ἐπειδή ἔτσι τοῦ τήν παρουσίασαν.
Τό ἐπίπλαστο στίς περισσότερες περιπτώσεις γίνεται
ἀντιληπτό.
Ἡ πρόταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ὄντως ζωή καί ἡ κατά χάριν
θέωση μέσα ἀπό τήν ἕνωση μαζί του, ἡ ὁποία δέν ἐπιβάλλεται
ἀντίθετα δίδεται καί προσφέρεται σέ ὅλους μας.
Σέ ἀντιδιαστολή μέ τίς θρησκευτικές τακτικές, πού ἐπιβάλουν
συνεχῶς ἀπαγορεύσεις μέ ἐπιμονή. Συνταγές σωτηρίας,
ἐξωτερικά πρέπει καί τήρηση ἐντολῶν χωρίς ὀντολογία σχέσης
καί ἐπιθυμίας.
Τί ΔΕΝ θά φορέσεις, πού ΔΕΝ θά πᾶς, τί ΔΕΝ θά κάνεις.
Γιά ἐλευθερία οὔτε λόγος καλουπώνουμε τήν ἐπιθυμία τοῦ
ἀνθρώπου σέ συνταγές ἀντί νά τήν διαπαιδαγωγήσουμε ἐν
Χριστῷ καί νά τίς δώσουμε τήν πρόσκληση γιά τήν κατά χάριν
Θέωση πού εἶναι προορισμένη μέσα ἀπό τήν προσωπική σχέση
μέ τόν ἴδιο τόν Θεό μέσα ἀπό τά μυστήρια τῆς Ὀρθοδόξου
Ἐκκλησίας.

νεότητα

Κι αὐτά ἔχουν ὡς συνέπεια, τήν κατάργηση τῆς ἐλευθερίας
τοῦ ἀνθρώπου.
Καί δέν ἐνοοῦμε φυσικά ὅτι θά πηγαίναμε ποτέ στήν Θεία
Λειτουργία μέ τά χειρότερα ροῦχα, ἀλλά ὅπως καί σέ μιά δεξίωση
ἄν πηγαίναμε, θά βάζαμε τά καλύτερα.
Αὐτό πού καυτηριάζουμε στό συγκεκριμένο παράδειγμα,
εἶναι ἡ ὑπερβολή τοῦ εὐσεβισμοῦ, μέ συγκεκριμένο τρόπο
ντυσίματος, πού συναντᾶμε πολλές φορές στούς αἱρετικούς καί
στούς ἀνθρώπους πού βρίσκονται στήν πλάνη τοῦ θρησκευτικοῦ
ναρκισσισμοῦ.
Τό ἐρώτημα πού μπορεῖ νά τεθεῖ, εἶναι τό ἑξῆς:
Τί σχέση μπορεῖ νά ἔχουν αὐτά, μέ τήν Ὀρθόδοξη πατερική
διδασκαλία καί τό μήνυμα τοῦ εὐαγγελίου; Ἡ ἀπάντηση εἶναι
πολύ ἁπλή. Ἀπολύτως καμία.
Εἶναι ἀπίστευτο τό γεγονός ὅλων αὐτῶν τῶν καταστάσεων.
Αὐτά πού δέν ἐπιβάλει ποτέ ὁ Θεός στόν ἄνθρωπο, νά τά
ἐπιβάλουν κάποιοι θρησκευτικοί ἄνθρωποι στούς συνανθρώπους
τους. Μόνος του ὁ πιστός, μέσα ἄπ τή σχέση του μέ τό Χριστό
θά καταλάβει τί ἔχει ἀνάγκη καί τί θά ἀποβάλει. Ἡ σχέση
μέ τόν ἀγαπημένο σέ ἀλλάζει καί ὄχι κάποιες ταμπέλες. Οἱ
ἐντολές εἶναι σημεῖα συνάντησης Θεοῦ καί ἀνθρώπου ἀλλά
προϋποθέτουν ἐπιθυμία ἄνοιγμα τῆς καρδιᾶς καί ταπείνωση
ὥστε νά μπορέσει ὁ ἄνθρωπος νά μπεῖ στήν σχέση ὀντολογικά
καί ὄχι ὑποκριτικά.
Καί εἶναι δεδομένο, ὅτι πρέπει νά διαγνώσουμε τά νοσήματα
γιά νά μποροῦμε νά τά θεραπεύσουμε, ὅσο κι ἄν αὐτό δέν
εἶναι εὐχάριστο.
Θά μπορούσαμε νά γράφουμε εὐχάριστα κείμενα γιά νά
γεμίζουμε τά ἔντυπα, ὅμως ἔτσι χάνεται ἡ οὐσία καί ὁ ρόλος
πού ἔχουμε ὡς κατηχητές. Τό ζητούμενο εἶναι νά βλέπεις
τά προβλήματα, ὅμως πάντοτε στό βάθος νά δείχνεις καί
τήν πραγματική ἐλπίδα, πού εἶναι ὁ Θεός. Χωρίς μιζέρια
καί μέ ἀγαπητική διάθεση καί πόνο γιά τά παιδιά μας, πού
δοκιμάζονται καθημερινά.
Ἡ νόσος σέ πρώιμο στάδιο εἶναι πιό εὔκολο νά θεραπευθεῖ.
Δηλαδή ὅσο τά παιδιά εἶναι μικρά. Ἡ ἀπρόσωπη τυπολατρία τοῦ
νομικισμοῦ καί τῆς αὐτοδικαίωσης, εἶναι καιρός νά ἀπομονωθεῖ,
ὅπως καί ὁτιδήποτε περιέχει φανατισμό, ἐπιφανειακή εὐσέβεια
κ.λ.π.
Μόνο ἔτσι θά ἐπιστρέψουν τά παιδιά μας, στούς κόλπους
τῆς Ἐκκλησίας.
Μέ τήν ἀληθινή εἰκόνα καί προοπτική, πού δυστυχῶς δέν
τούς ἔχει δοθεῖ καί αὐτό εἶναι ὁλοφάνερο. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες
τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, μποροῦν νά μᾶς βοηθήσουν σ αὐτή
τήν προσπάθεια, ἀρκεῖ νά τούς μελετᾶμε.
Ἅς προβληματιστοῦμε γόνιμα γιά τίς λύσεις πού ὑπάρχουν,
ἀρκεῖ νά ἔχουμε διάθεση νά τίς βροῦμε, μένοντας μακριά ἀπό
θρησκευτικούς φαρισαϊσμούς.
Θά προτιμούσαμε αὐτές τίς νοσηρές καταστάσεις, ἤ τό νέο
ὀντολογικό ὁρίζοντα ποῦ δείχνει ὁ Χριστιανισμός, ὡς πρόταση
ζωῆς;
Ἑπομένως ὁ δρόμος τῆς σωτηρίας, εἶναι ἡ πορεία πρός
τή Θέωση.
Αὐτό πραγματώνεται, μέσα στήν ἀγκαλιά τῆς Ἐκκλησίας
τοῦ Χριστοῦ.
Ἅς κατηχηθοῦμε λοιπόν σωστά, γιά νά μποροῦμε νά
κατηχήσουμε.
Γιῶργος Ἀραμπατζόγλου
Κατηχητής τῆς Ἐνορίας

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΙΛΙΟΥ, ΑΧΑΡΝΩΝ & ΠΕΤΡΟΥΠΟΛΕΩΣ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΠΕΤΡΟΥΠΟΛΕΩΣ

ΙΕΡΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΣ αγιου φανουριου
τριτη 26 Αὐγούστου 2014
ωρα 19:00 μ.μ. Μέγας Πανηγυρικός εσπερινός μετ’ αρτοκλασίας.

ΤΕΤΑΡΤΗ 27 Αὐγούστου 2014
ωρα 07.00 π.μ. ορθρος καί Θεία Λειτουργία.
ωρα 19.00 μ.μ. Μεθέορτος εσπερινός
καί εν συνεχεία λιτάνευσις τῆς ιερᾶς εικόνος τοῦ αγίου Φανουρίου.
ωρα 21.00 μ.μ. ιερά Παράκλησις εις τόν αγιο Φανούριο.
ΣΟΥΛΙΟΥ 167 - ΤΗΛ.: 210-5013108 agiatriadapetroupolis@yahoo.gr

7

Τό νέο πρόσωπο
του ἐνοριακοῦ Ἱεροῦ μας Ναοῦ...

Τ

ΣΥΝΤΟΜΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ
ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΠΕΤΡΟΥΠΟΛΕΩΣ

ὸ ἔτος 1958 στὴ εὐρύτερη βορειοδυτικὴ
περιοχὴ τῆς κοινότητας Πετρουπόλεως
στὰ πεῦκα Βέρδη ὁ Κοσμᾶς Εὐσταθίου
πρότεινε νὰ κτίσουν ἕνα Προσκυνητάρι στὸ
ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Τὸ 1965 ὁ Χρῆστος
Τωμαδάκης πρωτοστάτησε στὴν ἀνέγερση
τοῦ πρώτου Ἱεροῦ Ναοῦ. Οἱ τοῖχοι ἔγιναν μὲ
τσιμεντόλιθους καὶ ἡ σκεπή ἀπὸ τσίγκους. Οἱ
διαστάσεις 10Χ14 τ. μέτρα. Ἡ περιοχὴ ἐκτός
σχεδίου. Ἡ χωροφυλακὴ συχνὰ συλλάμβανε
τοὺς πρωτεργάτες. Στὰ κρατητήρια τακτικὰ ὁ
Χρῆστος Τωμαδάκης μὲ ἄλλους κατοίκους. Ἡ
πίστη μεγάλη. Ὁ φόβος μικρός. Ἡ Ἐκκλησία
λειτούργησε. Πρῶτος ἐφημέριος ὁ π. Γεώργιος
Φερεντῖνος. Δεκάδες παιδιὰ στὸ Κατηχητικὸ
Σχολεῖο. Πρώτη Κατηχήτρια ἡ κ. Θεοδώρα
Χρονοπούλου. Ὁ κόσμος αὐξήθηκε. Ἡ ἀνάγκη
γιὰ μεγαλύτερη Ἐκκλησία ἦταν ἐπιτακτική.
Τὸ 1974 ἔγινε Ἐνορία μὲ Προεδρικὸ Διάταγμα.
Τὸ 1978 ἐγκρίθηκε ἡ μελέτη τοῦ νέου Ἱεροῦ
Ναοῦ ἀπὸ τὸ Μητροπολιτικὸ Συμβούλιο τῆς
τότε Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἀττικῆς. Ξεκίνησε ὁ
Ναός. Στὸ ἐργοτάξιο ὅλοι οἱ ἐνορίτες ἔδωσαν
τὸ παρόν. Ὁ καθένας βοηθοῦσε ἀπὸ τὸ
ὑστέρημά του. Ὁ ἡμιυπόγειος Ναὸς τοῦ Ἁγίου
Φανουρίου λειτούργησε ὡς πρῶτος Ναὸς τῆς
ΙΕΡΕΥΣ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ  ΦΕΡΕΝΤΙΝΟΣ
ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΣΙΑΦΗΣ    
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΒΕΡΟΠΟΥΛΟΣ
ΚΑΝΕΛΛΟΣ ΑΔΑΜΟΠΟΠΟΥΛΟΣ
ΒΕΝΕΔΙΚΤΟΣ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ  
ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΠΑΠΑΡΟΥΠΑΣ
† ΣΤΑΜΑΤΙΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΔΕΣΤΟΥΝΗΣ
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΠΑΣΣΑΣ                 
ΙΩΣΗΦ ΕΚΕΡΤ
ΒΗΣΣΑΡΙΩΝ ΚΑΛΥΒΑΣ
ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΑΡΓΥΡΗΣ
ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΓΚΙΚΑΣ

Ἁγίας Τριάδος στὸ νέο οἰκοδόμημα. Ἐφημέριος
ὁ π. Θεόδωρος Σιάφης καὶ ἐν συνεχείᾳ ὁ π.
Κωνσταντῖνος Παπαδόπουλος. Συνεφημέριος
διετέλεσε ὁ π. Ἀναστάσιος Βερόπουλος, ἐν
συνεχείᾳ ὁ π. Κανέλλος Ἀδαμόπουλος καί
ὁ π. Βεδένικτος Ἀγγελόπουλος. Τὸν Ἰούλιο
τοῦ 1992 ὁ π. Κωνσταντῖνος Παπαδόπουλος
ἀποσπᾶται ἀπό τήν ἐνορία μας καί στήν θέση
του ὡς Προϊστάμενος τοῦ Ναοῦ διορίζεται ὁ
π. Πορφύριος Παπαρούπας. Στήν τριετία
πού διακόνισε τόν Ναό, ὁλοκληρώθηκε ἡ
μαρμαρόστρωση (1994) τοῦ Ναοῦ, ἄνοιξε τήν
αἴθουσα τοῦ Πνευματικοῦ Κέντρου, ὅπου
σήμερα γίνονται οἱ ἐκδηλώσεις μας, καθώς μέ
δωρεά τοῦ ἰδίου ἔφτιαξε τήν Ἁγία Τράπεζα,
ξεκίνησε τήν ἁγιογράφηση καί τοποθετήθηκε
τό τέμπλο τοῦ Ναοῦ μας. Ἐπίσης σημαντική
ἦταν ἡ προσφορά του στήν ἀναγέννηση τῆς
ἐνορίας μας, ἔχοντας προσφέρει ἕνα τεράστιο
ἔργο σ'αὐτήν. Διαχρονικὴ ἡ κατασκευὴ τοῦ
νέου περικαλοῦς Ἱεροῦ Ναοῦ.
Τὸ 1996 διορίστηκαν ἐφημέριοι οἱ π.
Σταμάτιος Παπαδόπουλος καὶ π. Δημήτριος
Δεστούνης. Ἔγινε ἐν συνεχείᾳ ἡ ἐξωτερικὴ
μαρμαρόστρωσις καὶ ἡ ὁλοκλήρωσις τοῦ
Πνευματικοῦ Κέντρου. Τὸ 1999 ἄρχισε τὸ

ΑΠΟ
ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1973
ΙΟΥΛΙΟΣ 1975
ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1979
ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 1985
ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 1988
ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1989
ΙΟΥΛΙΟΣ 1992
ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 1996
ΙΟΥΛΙΟΣ 1996
ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2006
ΜΑΡΤΙΟΣ 2011
ΜΑΪΟΣ 2011
ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2012
ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2013

ΕΩΣ
ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1975
ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 1979
ΙΟΥΛΙΟΣ 1992
ΜΑΪΟΣ 1986
ΜΑΪΟΣ 1989
ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 1995
ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 1995
ΙΟΥΝΙΟΣ 2004
ΙΟΥΝΙΟΣ 2013
ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2008
ΜΑΪΟΣ 2011
ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2012

συσσίτιο ἀπόρων μὲ σύγχρονη ὑποδομή. Ἡ
Θεία Χάρις φώτισε πολλοὺς ἐθελοντὲς καὶ
ἐθελόντριες νὰ διακονοῦν μὲ φόβο Θεοῦ. Τὸ
2006 ξεκίνησε ἡ ἁγιογράφησις τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ
καὶ ἐπερατώθη τὸν Δεκέμβριο τοῦ 2011. Τὰ
ἐγκαίνια ἔγιναν τὴν 6η Μαΐου 2012 ὑπὸ τοῦ
Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἰλίου, Ἀχαρνῶν
καὶ Πετρουπόλεως κ.κ. Ἀθηναγόρου.
Ἀπό τόν Σεπτέμβριο τοῦ 2012 ὁ π. Σπυρίδων
Ἀργύρης διατελεῖ ἐφημέριος τοῦ Ἱεροῦ μας
Ναοῦ καί Πρόεδρος τοῦ Φιλοπτώχου Ταμείου.
Ἀπό τόν Ἀπρίλιο τοῦ 2013 ὁ Ἀρχιμ. Γερμανός
Γκίκας εἶναι ὁ Ἱερατικός Προϊστάμενος καί
Πρόεδρος τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου.
Ἀπό κοινοῦ προχώρησαν στήν ἀνακαίνιση τοῦ
Πνευματικοῦ Κέντρου τοῦ Ναοῦ, δημιούργησαν
τό ἀρχονταρίκι, τό Παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου
Στυλιανοῦ καί τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους,
ἐπανίδρυσαν τά Κατηχητικά σχολεῖα καί
γενικότερα ἐνίσχυσαν τήν Ἐκκλησιαστική
Ἐνοριακή Δράση τοῦ Ναοῦ μέ πάρα πολλές
δραστηριότητες.
Εὐελπιστοῦμε μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ νά
ὁλοκληρωθοῦν οἱ ἐργασίες πρός ἀποπεράτωση
τῆς στέγης σέ ρυθμό τρίκλιτης βασιλικῆς, τῆς
κατασκευῆς τοῦ ἀριστεροῦ καμπαναριοῦ, τοῦ
βαπτιστηρίου καί ἄλλων λειτουργικῶν ἐργασιῶν
τοῦ ναοῦ καί τοῦ μετασχηματισμοῦ του σέ
βυζαντινοῦ ρυθμοῦ. Μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ καί
τή συμβολή τῶν εὐσεβῶν καί ἐναρέτων ἐνοριτῶν
τῆς Ἁγίας Τριάδος, εὐελπιστοῦμε σύντομα νά
ὁλοκληρωθεῖ. Μία προοπτική τοῦ ναοῦ στήν
τελική του μορφή εἶναι ἡ ὡς ἄνω εἰκόνα.
Ἐκ τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου