ELIZABETH HOYT

Ένοχες Απολαύσεις

Tίτλος πρωτοτύπου:
NOTORIOUS PLEASURES
by Elizabeth Hoyt
Copyright © 2011 by Nancy M. Finney
Translation Copyright © 2012, Compupress S. A. – Anubis Publications
Cover Illustration by Alan Ayers
Λοχαγού Δεδούση 1 & Μεσογείων 304, 15562 Χολαργός, τηλ.: 2109238672, fax: 2109216847
Web site: www.anubis.gr, e-mail: anubis@compupress.gr
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ EKΔOΣHΣ: Aλεξάνδρα Λέτσα
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Μαρία Κωνσταντούρου
ΔΙΟΡΘΩΣΗ: Eλίνα Μιαούλη
ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΣΗ: Έρση Σωτηρίου
ΠPOΣAPMOΓH ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ: Mαίρη Λυμπέρη
www.e-bookshop.gr
Aνάπτυξη και διάθεση ψηφιακών βιβλίων
Κλάδος της Digital Content A.E.
ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ ΤΟΜΕΑ E-BOOKS: Ιάσων Μανούσος
ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΚΑΙ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ WEB SITE: Digital Content A.E.
Digital Content A.E.
Λοχαγού Δεδούση 1 & Μεσογείων 304, 155 62 Χολαργός, τηλ.: 2106516888 fax: 2109216847
Web site: www.digicon.gr, e-mail: info@digicon.gr
VENUS FOREVER – 05
ISBN: 978-960-497-481-8
Όλοι οι χαρακτήρες και τα γεγονότα του βιβλίου είναι φανταστικά. Κάθε ομοιότητα με πρόσωπα ζωντανά ή μη είναι εντελώς
συμπτωματική.
Απαγορεύονται η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή -ολική, μερική ή περιληπτική-, η κατά παράφραση ή διασκευή
απόδοση του κειμένου με οποιονδήποτε τρόπο -μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή άλλο- χωρίς
προηγούμενη γραπτή άδεια του εκδότη, καθώς και η κυκλοφορία του σε οποιαδήποτε μορφή, ίδια ή διαφορετική από την
παρούσα, στο πρωτότυπο ή σε μετάφραση ή άλλη διασκευή, σύμφωνα με το Νόμο 2121/1993 και τους Κανόνες του
Διεθνούς Δικαίου, που ισχύουν στην Ελλάδα.

Για την λογοτεχνική μου πράκτορα, Σουζάνα Τέιλορ, που καταλαβαίνει πόσο σημαντικά είναι τα
καβουροπόδαρα.

Ευχαριστίες Ευχαριστώ την εκπληκτική εκδότριά μου. Άννι Πίερποντ. Κάρι Άντριους! . και τη διορατική επιμελήτριά μου.

η κυρία είχε σηκώσει τη φούστα της εξεζητημένης τουαλέτας της για να κρύψει πίσω από το καφέ-κόκκινο ύφασμα το πρόσωπό της. «Χμ» έκανε. κοιτώντας επίμονα κάποια σημάδια από μούχλα που είχαν λερώσει το σοβά στο ταβάνι. Το όνομά της ήταν Μαυρομαλλούσα… -από το Η Βασίλισσα Μαυρομαλλούσα ΛΟΝΔΙΝΟ ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1737 Η κόρη ενός δούκα μαθαίνει από πολύ νωρίς στη ζωή της πώς πρέπει να φέρεται σε κάθε περίσταση. Τι σχήμα πρέπει να έχουν οι πιατέλες στις οποίες σερβίρονται ψητοί κορυδαλλοί. Ο άντρας. και κάθε τόσο οι κινήσεις του αποκάλυπταν τους μύες των γλουτών του.Κεφάλαιο Ένα Μια φορά κι έναν καιρό. Κάποιοι θα πίστευαν πως το καλύτερο που είχε να κάνει ήταν μια διακριτική μεταβολή πριν φύγει αθόρυβα από το δωμάτιο. Και αυτό ακριβώς θα είχε κάνει αν δεν είχε συναντήσει το Λόρδο Πίμπροκ πριν από δύο λεπτά στο . Το παντελόνι και το εσώρουχό του είχαν λασκάρει. και το γιλέκο του που λαμποκοπούσε από τα σμαράγδια. Η Ηρώ αναστέναξε. τώρα οι κάλτσες της θα ήταν ήδη τακτοποιημένες και η ίδια θα είχε επιστρέψει στην αίθουσα χορού – πολύ μακριά από τη δυσάρεστη θέση που είχε βρεθεί. κι εκείνη τώρα μετάνιωνε που είχε διαλέξει το συγκεκριμένο δωμάτιο για να φτιάξει τις κάλτσες της. αλλά όχι και στο πώς να απευθυνθεί σε έναν κύριο που έχει συνάψει ερωτική σχέση με μια γυναίκα παντρεμένη με κάποιον άλλον άντρα. η Ηρώ αισθάνθηκε να υπνωτίζεται από τη σκηνή. σε μία χώρα στην άλλη άκρη του κόσμου. για να διευκολύνουν τις προσπάθειές του. Δυστυχώς. σκέφτηκε δύσθυμα η Λαίδη Ηρώ Μπάτεν. Πότε να μιλήσει σε μία εκκεντρική κόμισσα και πότε να την αποστομώσει. Αν είχε προτιμήσει το μπλε ανατολίτικο δωμάτιο. Τι να φορέσει όταν κάνει βαρκάδα στον Τάμεση και πώς να αποκρούσει τα μισομεθυσμένα σχόλια κάποιου ξεπεσμένου αριστοκράτη στο πικνίκ που ακολουθεί. Όποιος κι αν ήταν αυτός ο άντρας. ζούσε μία όμορφη και σοφή βασίλισσα. είχε βγάλει το κεντητό σατινένιο σακάκι του και πάσχιζε πάνω από τη γυναίκα μόνο με το πουκάμισο. Τράβηξε το βλέμμα της και κοίταξε με λαχτάρα προς την πόρτα. Χαμήλωσε επιφυλακτικά το βλέμμα. Βρίσκονταν σε ένα σκοτεινό σαλονάκι απέναντι από τη βιβλιοθήκη του Μάντβιλ Χάουζ. έχοντας στο κεφάλι μια άσπρη περούκα άγνωστου δημιουργού. Σε όλες τις περιστάσεις. Τα δύο άτομα στον καναπέ δεν έδειχναν να την έχουν προσέξει. και ξεφώνιζε δυνατά. τα σωματικά του προσόντα ήταν πραγματικά… εκπληκτικά. Τουναντίον.

«Προτιμώ να παρακολουθώ θεάματα που δεν υπάρχει ο κίνδυνος να με κοιμίσουν. ωστόσο συνάντησε το βλέμμα του. «Σου συμβαίνει συχνά αυτό. «Για να πω την αλήθεια» συνέχισε εκείνος με έπαρση «οι γυναίκες μου δεν αντιμετωπίζουν τέτοιο πρόβλημα.» Θεέ και Κύριε. κοιτώντας την πάνω από τον ώμο του με τα πιο λαμπερά ανοιχτοπράσινα μάτια που είχε δει ποτέ της.» Η Ηρώ ένιωσε τα μάγουλά της να φλέγονται –πραγματικά. Κι αφού τη γοήτευε. κανείς δεν της είχε μιλήσει ποτέ με αυτό τον τρόπο! Αργά. Ο εκνευριστικός άντρας δεν έδειξε να ιδρώνει το αφτί του. «Όντως. ενώ ο θυμός στο πρόσωπό του είχε δώσει τη θέση του σε μια έκφραση θυμηδίας. Ήξερε πολύ καλά αυτήν της την αντίδραση. γλύκα. ε. μια αρρενωπότητα που έμοιαζε τόσο φυσική. το λάθος είναι του άντρα και όχι δικό σου. μη νιώθεις άσχημα γι’ αυτό. που θα τον κοιτούσε από την άλλη άκρη του δωματίου. Δεν ήταν όμορφος –το πρόσωπό του φάρδαινε πολύ στο ύψος των ζυγωματικών του. η αλήθεια ήταν πως η Ηρώ είχε προσέξει από νωρίς την καφέ-κόκκινη εκκεντρική τουαλέτα που φορούσε η Λαίδη Πίμπροκ. η κατάσταση ήταν αφόρητη–. Έτσι κι αλλιώς. μικρή ή μεγάλη. όσο και η ανάσα του.» είπε αργόσυρτα. ίσως σου αποδείξω…» «Ο Λόρδος Πίμπροκ είναι στο διάδρομο!» ξέσπασε η Ηρώ πριν εκείνος προλάβει να . Όσο κι αν απεχθανόταν να μπλέκεται σε άβολες καταστάσεις. Η φωνή του έγινε τραχιά και νωχελική. Και αν μου απομείνουν δυνάμεις μετά. η Ηρώ έκλινε το κεφάλι. Άφησε το βλέμμα της να συρθεί γρήγορα και περιφρονητικά πάνω στα τσαλακωμένα του ρούχα –ευτυχώς το πουκάμισο έκρυβε το ανοιχτό παντελόνι του– και χαμογέλασε γλυκά.» Η φωνή του έδειχνε ενδιαφέρον.» Περίμενε πως η προσβολή της θα τον θύμωνε. όμως τα μάτια του θα γοήτευαν την κάθε γυναίκα.διάδρομο. και το στόμα του πολύ λεπτό και κυνικό για να θεωρηθεί ωραίο–. καταβάλλοντας κάθε προσπάθεια ώστε να μην αποτραβήξει το δικό της. παρ’ όλα αυτά δεν θα άφηνε αυτό το… αυτό το ρεμάλι να υπερισχύσει. Καλά. και τώρα άκουσε με ικανοποίηση μια αδύναμη φωνή από το στόμα του άγνωστου. οι συνθήκες που του πρόσδιδαν αυτήν τη γοητεία.» Τώρα το πρόσωπό της πήρε φωτιά. αλλά σκέφτηκα πως θα έπρεπε να ξέρετε ότι…» «Εκτός κι αν είσαι από αυτούς που τους αρέσει να παίρνουν μάτι. «Μου κάνεις τη χάρη. Ανέκαθεν καμάρωνε για το καλό της σημάδι – όχι πως το εξασκούσε καθημερινά–. Γιατί. Μείνε και παρακολούθησε… Θα είναι μια διδακτική εμπειρία. «Να σε παίρνει ο ύπνος τη στιγμή που πρόκειται να αρχίσει το γλέντι. αλλά ένα πονηρό λακκάκι σχηματίστηκε δίπλα από τα μισάνοιχτα χείλη του. Ίσως πάλι να έφταιγαν. Καταλήγοντας σε αυτή την απόφαση. επειδή την είχε προβάρει επί πολλές ώρες μπροστά στον καθρέφτη από την ηλικία των δώδεκα χρόνων της. έτσι δεν είναι. «Έχω δουλειά εδώ. σ’ το εγγυώμαι. γεγονός ήταν πως τα δικά της συναισθήματα δεν είχαν καμία σημασία μπροστά στην πιθανότητα μιας αιματηρής. Ο άντρας βλαστήμησε και έστρεψε το κεφάλι. όμως ο αχρείος άφησε έναν ήχο αποδοκιμασίας. το βλέμμα της αναγκαστικά θα παγιδευόταν στην αλαζονική αρρενωπότητα που εξέπεμπε. έβγαλε το ένα από τα διαμαντένια σκουλαρίκια της και το πέταξε στην πλάτη του άντρα. η Ηρώ ανασήκωσε το αριστερό της φρύδι. η μύτη του ήταν έντονα γαμψή. ή ακόμα και φονικής μονομαχίας μεταξύ των δύο αντρών. γλυκιά μου. το πρόσεξα. Το αποτέλεσμα έκανε τις ηλικιωμένες δασκάλες του σχολείου να τρέμουν πάνω στα ψηλοτάκουνα πασουμάκια τους.

αποτελειώσει την κακόβουλη σκέψη του.
Ο σωρός από το καφέ-κόκκινο αναδιπλωμένο ύφασμα έσκουξε. «Είναι έξω ο Οστάς;»
«Ακριβώς. Και έρχεται προς τα δω» την πληροφόρησε η Ηρώ με μια δόση ικανοποίησης.
Ο άντρας ανέλαβε δράση. Πετάχτηκε όρθιος και κατέβασε την τουαλέτα της γυναίκας, για να
κρύψει τους λευκούς, μεταξένιους μηρούς της σε χρόνο ρεκόρ. Άρπαξε το σακάκι του, έριξε μια
γρήγορη, εκτιμητική ματιά στο χώρο, κι έπειτα γύρισε προς την Ηρώ, με ακόμη ήρεμη φωνή. «Η
Λαίδη Πίμπροκ έσκισε μια κορδέλα, ή κάποια δαντέλα, ή κάτι τέτοιο, κι εσύ είχες την ευγενή
καλοσύνη να τη βοηθήσεις.»
«Μα…»
Ακούμπησε το δάχτυλό του πάνω στα χείλη της – ζεστό, δυνατό, και εντελώς ανάρμοστο. Την
ίδια στιγμή, από το διάδρομο, ακούστηκε μια αντρική φωνή.
«Μπέλα!»
Η Λαίδη Πίμπροκ –ή αλλιώς Μπέλα– αναπήδησε τρομαγμένη.
«Μπράβο, καλό κορίτσι» ψιθύρισε ο αχρείος στην Ηρώ. Έπειτα στράφηκε στη Λαίδη Πίμπροκ,
τη χτύπησε απαλά στο μάγουλο και της ψιθύρισε «Σύνελθε, αγαπητή μου» πριν εξαφανιστεί κάτω
από τον καναπέ.
Η Ηρώ ίσα που πρόλαβε να δει το νόστιμο, πλαδαρό πρόσωπο της Λαίδης Πίμπροκ να
χλωμιάζει καθώς συνειδητοποιούσε σε τι κίνδυνο είχε βρεθεί, κι αμέσως η πόρτα του μικρού
σαλονιού άνοιξε με πάταγο.
«Μπέλα!» Ο Λόρδος Πίμπροκ ήταν μεγαλόσωμος, με κόκκινο πρόσωπο, και εμφανώς
ζαλισμένος από το ποτό. Κοίταξε με εριστικό ύφος γύρω του, με το χέρι πάνω στη λαβή του ξίφους
του, αλλά πάγωσε από ολοφάνερη έκπληξη όταν αντίκρισε την Ηρώ. «Κυρία μου, τι…;»
«Λόρδε Πίμπροκ.» Η Ηρώ πήγε να σταθεί μπροστά από τον καναπέ, κρύβοντας με το φαρδύ
τελείωμα της τουαλέτας της ένα μεγάλο αντρικό τακούνι.
Ύστερα έκανε και πάλι αντιπερισπασμό με το αριστερό της φρύδι.
Ο Λόρδος Πίμπροκ οπισθοχώρησε ένα βήμα –κάτι που την ικανοποίησε πολύ μετά από την
αποτυχία που είχε σημειώσει με τον αχρείο νωρίτερα– και άρχισε να ψελλίζει. «Εγώ… Δεν…»
Η Ηρώ στράφηκε στη Λαίδη Πίμπροκ και άγγιξε ανάλαφρα το απαίσιο κίτρινο σιρίτι που
στόλιζε τον αγκώνα της τουαλέτας της. «Νομίζω πως είναι εντάξει, δεν συμφωνείτε;»
Ήταν η σειρά της Λαίδης Πίμπροκ. «Ω! Ω, ναι, ευχαριστώ πολύ, δεσποινίς.»
«Παρακαλώ» μουρμούρισε η Ηρώ.
«Αν τελείωσες από δω, αγαπητή μου» είπε ο Λόρδος Πίμπροκ «ίσως είσαι έτοιμη να
επιστρέψουμε στην αίθουσα χορού;»
Τα λόγια του έμοιαζαν σαν να ήταν ερώτηση, ωστόσο ο τόνος της φωνής του απέκλειε κάτι
τέτοιο.
Η Λαίδη Πίμπροκ έπιασε το μπράτσο του μάλλον χολωμένα. «Ναι, Οστάς.»
Και με έναν τυπικό αποχαιρετισμό, έφυγαν και οι δύο από το δωμάτιο.
Σχεδόν αμέσως, η Ηρώ ένιωσε ένα δυνατό τράβηγμα στη φούστα της. «Άκρη! Με το ζόρι
αναπνέω εδώ κάτω.»

«Μπορεί να επιστρέψουν» του είπε ήρεμα.
«Νομίζω πως βλέπω κάτω από τη φούστα σου.»
Εκείνη έκανε βιαστικά ένα βήμα πίσω.
Ο αντιπαθητικός άντρας κύλησε γρήγορα έξω από τον καναπέ και στάθηκε πανύψηλος μπροστά
της.
Παρ’ όλα αυτά, η Ηρώ τού έριξε μια άγρια, υπεροπτική ματιά. «Δεν έβλεπες…»
«Έλα τώρα. Αν μπορούσα να δω, πιστεύεις στ’ αλήθεια ότι θα σ’ το έλεγα;»
Εκείνη ξεφύσησε από τη μύτη, θυμίζοντας μάλλον την εξαδέλφη Μπατίλντα σε πιο ηθικολογική
έκδοση. «Σίγουρα θα καυχιόσουν γι’ αυτό.»
Έσκυψε κοντά της, χαμογελώντας. «Σε αναστατώνει και σε ξανάβει αυτή η σκέψη;»
«Μήπως είναι σφιχτή η περούκα σου;» τον ρώτησε ευγενικά.
«Τι πράγμα;»
«Επειδή δεν θα έλεγα πως το φουσκωμένο σου κεφάλι είναι άνετα εκεί μέσα.»
Το χαμόγελό του έγινε ένα ανεπαίσθητο μειδίαμα. «Δεν έχει φουσκώσει μόνο το κεφάλι μου, σε
διαβεβαιώνω. Μήπως γι’ αυτό ήρθες εδώ μέσα; Για να ρίξεις μια ματιά;»
Χαμήλωσε το βλέμμα της. «Δεν έχεις ίχνος ντροπής, έτσι; Οι περισσότεροι θα προσποιούνταν
τουλάχιστον τους αμήχανους αν τους έπιαναν να κάνουν κάτι ανάρμοστο, αλλά εσύ… κοκορεύεσαι
σαν άμυαλο πετεινάρι.»
Σταμάτησε τη στιγμή που έβαζε το σακάκι του, με το ένα χέρι τεντωμένο, το μανίκι
μισοφορεμένο, και την κοίταξε με τα όμορφα πράσινά του μάτια. «Ω, βέβαια. Ηθικολογίες. Φυσικά
θα πρέπει να θεωρείς τον εαυτό σου ανώτερό μου όταν…»
«Σε είδα να διαπράττεις μοιχεία!»
«Με είδες να διαπράττω ένα απολαυστικό πήδημα» είπε, δίνοντας μια μικρή έμφαση στην
τελευταία λέξη.
Η Ηρώ ενοχλήθηκε από την απρέπειά του, ωστόσο διατήρησε την ψυχραιμία της. Ήταν κόρη
δούκα, και δεν θα την έκανε να το βάλει στα πόδια ένας άντρας σαν κι αυτόν. «Η Λαίδη Πίμπροκ
είναι παντρεμένη.»
«Η Λαίδη Πίμπροκ είχε αμέτρητους εραστές πριν από μένα και θα έχει άλλους τόσους μετά.»
«Αυτό δεν είναι άφεση για το δικό σου αμάρτημα.»
Την κοίταξε και έβαλε τα γέλια, ένας ήχος βαθύς και αργόσυρτος. «Θες να μου πεις ότι εσύ είσαι
μια γυναίκα που δεν έχει κάνει καμία αμαρτία;»
Δεν χρειάστηκε ούτε να το σκεφτεί. «Φυσικά.»
Το στόμα του στράβωσε ειρωνικά. «Τόση σιγουριά.»
Έμεινε να τον κοιτάζει, προσβεβλημένη. «Με αμφισβητείς;»
«Ω, όχι, κάθε άλλο. Πιστεύω ολότελα πως η σκέψη μιας αμαρτίας δεν πέρασε ούτε μία φορά
από το τέλειο μυαλουδάκι σου.»
Έγειρε το κεφάλι της, νιώθοντας ένα ρίγος αναστάτωσης. Ποτέ άλλοτε δεν είχε διαπληκτιστεί με
άντρα, πόσω μάλλον με κάποιον τόσο παράξενο. «Κι εγώ αρχίζω να αναρωτιέμαι αν έχει ποτέ
περάσει καμία ηθική σκέψη από το ξεδιάντροπο μυαλουδάκι σου.»

Για μια στιγμή απλώς την κοίταξε, με το πιγούνι του να συσπάται νευρικά. Έπειτα έκανε μια
απότομη υπόκλιση. «Σε ευχαριστώ που πήγες ενάντια στις αρχές σου και με εμπόδισες να σκοτώσω
το Λόρδο Πίμπροκ.»
Η Ηρώ κατένευσε σφιγμένα.
«Και ελπίζω με όλη μου την καρδιά να μη διασταυρωθούν ποτέ ξανά οι δρόμοι μας, αγαπητή
μου κυρία Τέλεια.»
Χωρίς να μπορεί να το εξηγήσει, η Ηρώ αισθάνθηκε πληγωμένη από τα περιφρονητικά του
λόγια, παρ’ όλα αυτά φρόντισε να κρύψει καλά αυτό το συναίσθημα αδυναμίας. «Να είσαι βέβαιος
πως θα προσευχηθώ να μην υποχρεωθώ ποτέ ξανά να ανεχτώ την παρουσία σου, αγαπητέ μου
Λόρδε Ξεδιάντροπε.»
«Τότε, λοιπόν, συμφωνούμε.»
«Εντελώς.»
«Ωραία.»
Για λίγο έμεινε να τον παρακολουθεί χωρίς να μιλά, με το στήθος της να ασφυκτιά κάτω από τον
κορσέ της με τις γρήγορες ανάσες που έπαιρνε, και τα μάγουλά της αναψοκοκκινισμένα από τη
συναισθηματική φόρτιση. Πάνω στην έξαψη της λογομαχίας τους, είχαν έρθει πιο κοντά, και τώρα
το στέρνο του σχεδόν ακουμπούσε το δαντελένιο κορσάζ της. Αλλά και εκείνος την κοιτούσε με
αυτά τα πράσινα μάτια του που έλαμπαν πάνω στο αντιπαθητικό πρόσωπό του.
Το βλέμμα του κατέβηκε στο στόμα της.
Τα χείλη της μισάνοιξαν, και, για μια ατέλειωτη στιγμή, η Ηρώ ξέχασε ότι έπρεπε να αναπνέει.
Τότε εκείνος της γύρισε την πλάτη και κατευθύνθηκε προς την πόρτα, για να εξαφανιστεί στο
μισοσκότεινο διάδρομο.
Όταν έμεινε μόνη, ανοιγόκλεισε τα μάτια και πήρε μια βαθιά αναπνοή, κοιτώντας παραζαλισμένα
γύρω της το δωμάτιο. Πάνω στον τοίχο κρεμόταν ένας καθρέφτης, κι εκείνη πήγε να σταθεί
μπροστά του για να ελέγξει το είδωλό της. Τα κόκκινα μαλλιά της ήταν ακόμη χτενισμένα με
φινέτσα και η υπέροχη ασημοπράσινη τουαλέτα της τακτοποιημένη. Τα μάγουλά της ήταν λιγάκι
χλωμά, όμως το χρώμα ερχόταν σιγά-σιγά. Παραδόξως, δεν έδειχνε κανένα σημάδι αλλαγής.
Πολύ βολικό αυτό.
Ίσιωσε τους ώμους, και βγήκε από το δωμάτιο με βήματα γρήγορα αλλά αέρινα. Από όλες τις
βραδιές, απόψε ήταν πολύ σημαντικό να επιδείξει μια γαλήνια, ευχάριστη και τέλεια εμφάνιση, αφού
σε λίγο θα ανακοινώνονταν οι αρραβώνες της με το Μαρκήσιο του Μάντβιλ.
Έσφιξε το πιγούνι καθώς θυμήθηκε με πόση περιφρόνηση είχε προφέρει τη λέξη τέλεια. Στο
κάτω-κάτω, τι πρόβλημα θα μπορούσε να έχει με την τελειότητα;
***
Αναθεματισμένες, τέλειες γυναίκες γεμάτες αυτοπεποίθηση… Ιδιαίτερα εκείνη η κοκκινομάλλα
κοπελιά στο καθιστικό!
Ο Λόρδος Γκρίφιν Ρίντινγκ κατευθύνθηκε με κακή διάθεση στην αίθουσα χορού του αδερφού
του. Καταραμένη πιτσιρίκα! Στεκόταν εκεί, γεμάτη αποδοκιμασία και ηθικολογίες, και είχε το

θράσος να τον κοιτάζει αφ’ υψηλού. Ποιον; Αυτόν! Μάλλον δεν θα είχε αισθανθεί ποτέ της ένα
αληθινό ανθρώπινο πάθος στη μέχρι τώρα καλά προστατευμένη ζωή της. Τα μοναδικά σημάδια που
φανέρωσαν την ενόχλησή της ήταν εκείνες οι κοκκινίλες που είχαν απλωθεί στον αλαβάστρινο
λαιμό της την ώρα που τον κοιτούσε. Ο Γκρίφιν βόγκηξε. Αυτό το επικριτικό πρόσωπο ήταν ικανό
να οδηγήσει σε μαρασμό την περηφάνια οποιουδήποτε άντρα.
Μόνο που, όπως αποδείχτηκε τελικά, εκείνος είχε ακριβώς την αντίθετη αντίδραση – και γι’ αυτό
δεν ευθυνόταν το ότι δεν είχε προλάβει να τελειώσει με την Μπέλα. Όχι, η προοπτική να
αποκαλυφτεί από κάποιον εξοργισμένο σύζυγο, και μετά να εμπλακεί σε μια αιματηρή μονομαχία
νωρίς το χάραμα είχαν κρυώσει εντελώς τον αρχικό ενθουσιασμό του. Μέχρι τη στιγμή που βγήκε
από την κρυψώνα του κάτω από τον καναπέ, είχαν ηρεμήσει τόσο το κορμί, όσο και το μυαλό του.
Αυτή η ηρεμία διήρκεσε μέχρι να αρχίσει η αντιπαράθεσή του με αυτή την αγιότερη των αγίων
γυναίκα. Το όργανό του έδειξε να θεωρεί όλον αυτόν το διαπληκτισμό σαν ένα είδος αλλόκοτης
εισαγωγής για παιχνίδια στο κρεβάτι, παρά την ολοφάνερη αξιοπρέπεια της κυρίας, την προφανή
εχθρότητά της απέναντί του, και τη δική του άμεση αντιπάθεια για το άτομό της.
Ο Γκρίφιν σταμάτησε σε μια μισοσκότεινη γωνιά, προσπαθώντας να ηρεμήσει καθώς ψηλάφιζε
το διαμαντένιο σκουλαρίκι που βρισκόταν στην τσέπη του. Το είχε βρει κάτω από τον καναπέ και
είχε σκοπό να το επιστρέψει στην κυρία Τέλεια, πριν η καυστική της γλώσσα τον κάνει να ξεχάσει
ολότελα το μπιχλιμπίδι. Λοιπόν, της άξιζε να χάσει το όμορφο κόσμημά της αν συνήθιζε να μιλάει
με τέτοιον τρόπο στους κύριους.
Ανεβοκατέβασε τον ώμο του. Όταν πρωτοεμφανίστηκε στην αίθουσα χορού, μισή ώρα
νωρίτερα, ούτε που πρόλαβε να χαιρετήσει τη μητέρα και τις αδερφές του με την ενέδρα που του
έστησε η Μπέλα με τη σκανταλιάρικη πρότασή της. Αν ήξερε πως βρισκόταν και ο σύζυγός της στο
χορό, δεν θα επέτρεπε ποτέ στον εαυτό του να παρασυρθεί σε μια τόσο επικίνδυνη συνάντηση.
Αναστέναξε. Τώρα πια ήταν αργά για να μοιράζει ευθύνες. Καλύτερα να προσπερνούσε το
ατυχές συμβάν μέχρι να ξεχαστούν γρήγορα όλα όσα έγιναν και να συνέχιζε τη ζωή του. Η Μεγκς
και η Καρολάιν ίσως να μην είχαν αντιληφθεί ή ενδιαφερθεί για την εξαφάνισή του, όμως το δίχως
άλλο τα αετίσια μάτια της μητέρας θα τον αναζητούσαν παντού. Δεν υπήρχε λόγος να το αναβάλει.
Με ένα τελευταίο τράβηγμα στο φουλάρι του, για να είναι σίγουρος πως ήταν ίσιο στη θέση του, ο
Γκρίφιν μπήκε στην αίθουσα χορού.
Ψηλά, τα φώτα έκαναν τους κρυστάλλινους πολυελαίους να λαμποκοπούν, φωτίζοντας το
πλήθος των ανθρώπων που παρευρίσκονταν στην αίθουσα. Αυτός ο χορός ήταν η σημαντικότερη
εκδήλωση της σεζόν, την οποία κανένα μέλος της λονδρέζικης κοινωνίας δεν ήθελε να χάσει. Ο
Γκρίφιν άρχισε να ανοίγει δρόμο ανάμεσα στο πολύχρωμο πλήθος, καθυστερώντας συχνά για να
χαιρετήσει παλιούς φίλους και περίεργους γνωστούς.
«Τι ευγενικό από μέρους σου να έρθεις, αγάπη μου» ακούστηκε μια τυπική φωνή δίπλα του.
Ο Γκρίφιν απέφυγε δύο χαμογελαστές γηραιές κυρίες που εμπόδιζαν το δρόμο του και έσκυψε
για να φιλήσει το μάγουλο της μητέρας του. «Κυρία. Χαίρομαι που σας βλέπω.»
Τα λόγια ήταν μηχανικά, αλλά η συγκίνηση που κρυβόταν πίσω τους γνήσια. Έλειπε από το
Λονδίνο εδώ και ένα χρόνο, και είχαν περάσει πάνω από οχτώ μήνες από τότε που η μητέρα του τον
είχε επισκεφτεί στο οικογενειακό κτήμα στο Λανκασάιρ. Χαμήλωσε το κεφάλι του, κοιτώντας την
προσεκτικά. Τα λεπτά της μαλλιά, πιασμένα κομψά κάτω από μία δαντελένια σκούφια, ίσως είχαν
αποκτήσει λίγες περισσότερες γκρίζες τρίχες, κατά τα άλλα το αγαπημένο πρόσωπό της δεν είχε

Ο Γκρίφιν έκανε μια προσπάθεια να δείξει ευχαριστημένος με την προοπτική να συναντήσει ξανά τον Τόμας. όμως εκείνος θα κατάφερνε να εξοικονομήσει τα χρήματα αποφεύγοντας περαιτέρω απώλειες. Γκρίφιν.» «Το καλοκαίρι ήταν άνυδρο και ζεστό. να ξέρεις. «Σε επιθύμησε.» Η μητέρα του συνοφρυώθηκε. «Αγόρασε στη Μεγκς όσα μπιχλιμπίδια θέλει. «Αλήθεια. Αυτή ήταν η ευθύνη που είχε αναλάβει απέναντι στη μητέρα και στην υπόλοιπη οικογένειά του. και τα ίσια φρύδια της ανασηκώθηκαν ελαφρά φανερώνοντας μια θυμηδία ανάλογη με τη δική του.» «Δεν υπάρχει τέτοιο πρόβλημα» της απάντησε. Φυσικά η μητέρα του το διαισθάνθηκε. έλαμπαν από εξυπνάδα. Ο πόνος στους κροτάφους του έγινε πιο έντονος.» Μιλούσε επίτηδες αόριστα για όσα είχε καταφέρει με τα σιτηρά. κι εκείνη θα χρειαστεί καινούρια φορέματα φέτος. ως συνήθως. ήρθαν στο μυαλό του τα μεγάλα γκρίζα μάτια της κυρίας Τέλειας. «Ωραία. αλλά δεν υπήρχε λόγος να την κάνει να ανησυχήσει. Εκείνη ένωσε τον αγκώνα της με το δικό του. χωρίς αμφιβολία. Είναι πλέον καιρός να αφήσετε πίσω σας αυτές τις μικρές διαφωνίες. προσφέροντάς της το μπράτσο του. ωστόσο απάντησε εύθυμα: «Αρκετά καλά. η γη τους δεν υπήρξε ποτέ ιδιαίτερα γόνιμη –κάτι που η μητέρα του το γνώριζε ήδη–. Το οικογενειακό βαλάντιο αντέχει αυτό το έξοδο. έχουμε και τον Τόμας. πλαισιωμένα από λεπτές ρυτίδες. σηκώνοντας το χέρι για να ακουμπήσει το δάχτυλό της στο μάγουλό του. Δεν θέλω να υπερβούμε τα έσοδά μας. μείνε ήσυχη.» Ένιωσε το ανήσυχο βλέμμα της. αν και με το μυαλό του έκανε γρήγορα κάποιους υπολογισμούς. θα ταίριαζε περίφημα με τον ηθικολόγο. ενώ τα ελαφρώς κυρτωμένα χείλη της σούφρωσαν για να κρύψουν ένα στοργικό χαμόγελο. Η απάντησή του φάνηκε να την καθησύχασε.» Η ρυτίδα ανησυχίας που είχε σχηματιστεί ανάμεσα στα φρύδια της χαλάρωσε. «Και. Θα είναι υπέροχο να μιλήσω με τον Τόμας.αλλάξει καθόλου.» Ο Γκρίφιν ένιωσε ένα σφίξιμο στους κροτάφους. «Και πώς πήγε η σοδειά. Για να κάνει κάτι τέτοιο. άψογο αδερφό του. «Έχεις μαυρίσει πολύ» του ψιθύρισε. αγαπημένη μου μητέρα» είπε. Θα έρχονταν σχεδόν μία ή άλλη.» Εκείνος ήταν προετοιμασμένος για το θέμα του αδερφού του. «Χαίρομαι τόσο πολύ που ήρθες. έπρεπε να αφήσει το συναίσθημα να τον κυριεύσει. φυσικά.» Της έριξε ένα βλέμμα όλο δυσπιστία.» «Διορατική όπως πάντα. Ήξερε πως ο αδερφός του δεν θεωρούσε το θέμα «μικρή διαφωνία». οπότε η σοδειά ήταν μικρότερη από όσο περιμέναμε. «Θα τα πάμε καλά με τα σιτηρά. Μάλλον θα έπρεπε να εξασκήσει την ικανότητά του στο να προσποιείται. Ο Τόμας αντιμετώπιζε με τυπικότητα όλα τα πράγματα και δεν θα είχε ποτέ διαπληκτιστεί με τον αδερφό του για κάτι ασήμαντο. Ο Λόρδος Μπόλινγκερ δείχνει ενδιαφέρον για τη Μαργαρίτα. «Φαντάζομαι θα έτρεχες με τα άλογα στα κτήματα. Τα καστανά μάτια της. .» Μια ωραία επίφαση σε αυτό που κάποτε θεωρείτο αμέτρητη συγκομιδή. Καταρχάς. Αυτή.» Ο Γκρίφιν ξεφύσησε. Για μια στιγμή. εντούτοις δεν κατάφερε να αποφύγει ένα ελαφρύ σφίξιμο των μυών του. κάτι που για έναν ορθολογιστή σαν τον Τόμας ήταν αληθινή κατάρα. «Φυσικά.

» Ξεφύσησε με δυσαρέσκεια. Έχουν περάσει τρία χρόνια από τότε που αρχίσατε με τον Τόμας αυτή την άθλια αντιπαράθεση. όμως ποτέ δεν είχε ζητήσει να μάθει αν ήταν ευτυχισμένη. *** «Ευτυχισμένη. Δεν νομίζω πως μπορώ να αντέξω άλλο ένα ψυχρό γράμμα μεταξύ σας. Ωστόσο. Δούκα του Γουέικφιλντ. Δεν κάνει καλό στην οικογένεια· δεν κάνει καλό ούτε σε σας τους δύο. Εκείνος της χαμογέλασε. δώσε προσοχή σε αυτά που σου λέω» τον μάλωσε η μητέρα του. τον Μάξιμους Μπάτεν. «Θα δώσουμε τα χέρια με τον Τόμας και θα φιλιώσουμε σαν καλά παιδιά. Το χέρι του είχε γλιστρήσει μέσα στην τσέπη του σακακιού του και πασπάτευε το διαμαντένιο σκουλαρίκι.» «Χμ» έκανε εκείνη.» Ο Γκρίφιν γέλασε και έσκυψε για να φιλήσει το ξαναμμένο μάγουλό της.» «Ηρέμησε. .» Ο Μάξιμους έσμιξε τα ίσια μαύρα φρύδια του πάνω από τη μάλλον υπεροπτική του μύτη. και τα νεύρα μου είναι πολύ τεντωμένα.» «Η αλήθεια είναι πως η συγκεκριμένη είναι πολύ ευυπόληπτη» δήλωσε εκείνος με σιγουριά. με τους σφυγμούς του να έχουν επιταχυνθεί. και σίγουρα ούτε σε μένα. την είδε να κουνάει αυστηρά το κεφάλι.» Ακούμπησε την παλάμη του στο στήθος. «Γκρίφιν. αν και εκείνος πρόσεξε το κόκκινο χρώμα που έβαψε τα μάγουλά της – ακόμα και η μητέρα είχε αμφιβολίες για την υποδοχή που θα του έκανε ο Τόμας. Όμως. «Με συγχωρείς. «Μην προσπαθείς να αλλάξεις θέμα. «Ηρώ.» «Δεν υπάρχει τίποτα που να με εμποδίσει να τα καταφέρω» τη διαβεβαίωσε με σιγουριά.» Για μια στιγμή ο Γκρίφιν πίστεψε ότι η μητέρα του ίσως άφηνε το κήρυγμα. «Αλήθεια.» Η Ηρώ γύρισε στο άκουσμα της βαθιάς αντρικής φωνής και είδε τον αγαπημένο της μεγάλο αδερφό. το μυαλό της δεν συνειδητοποίησε την ερώτηση. που ο Τόμας δεν θα μπορεί παρά να με βομβαρδίσει με εκδηλώσεις αδερφικής αγάπης. σε επιθύμησε» επέμεινε εκείνη. η γυναίκα που φορούσε το φουστάνι είχε ήδη χαθεί μέσα στον κόσμο. ο Μάξιμους την είχε ρωτήσει πάμπολλες φορές αν ήταν ευχαριστημένη με το προξενιό. ή κάποιο δείπνο όπου θα πρέπει να προσέχω την παραμικρή κουβέντα μου μήπως και προκαλέσω λάθος θέμα για συζήτηση. κι εσύ θα δειπνείς χαλαρά μαζί μας για όσο καιρό μείνω στο Λονδίνο. Νόμιζα πως είδα κάποιον που θέλω να αποφύγω. μητέρα.» Ο Γκρίφιν έπιασε με την άκρη του ματιού του κάτι πράσινο και στράφηκε να δει. Προς στιγμή. «Το ελπίζω. «Θα είμαι τόσο ευγενικός και ευχάριστος. Μέσα στους δύο μήνες που χρειάστηκαν για να κανονιστεί ο αρραβώνας της με το Μαρκήσιο του Μάντβιλ. «Είμαι σίγουρη πως εδώ μέσα υπάρχουν πολλές γυναίκες αμφιβόλου ηθικής και φήμης που θα ήθελες να αποφύγεις.«Αλήθεια.» «Στο λόγο της τιμής μου. «Αυτή η αποξένωση πρέπει να τελειώσει. Σκέφτηκε πως όφειλε να της το επιστρέψει. Ποτέ δεν θα καταλάβω το λόγο που τράβηξε τόσο πολύ.» «Το υπόσχεσαι.

με ώμους φαρδιούς αλλά όχι υπερβολικούς.» Άραγε ήταν ανακούφιση αυτό που διέκρινε σε αυτό το άτεγκτο βλέμμα. Μπλε και ασημένιες γιρλάντες –τα χαρακτηριστικά χρώματα της οικογένειας Μπάτεν– συνυφαίνονταν με το κατακόκκινο και μαύρο των Ρίντινγκ. Για μια στιγμή αισθάνθηκε ένα προδοτικό τσίμπημα εκνευρισμού. Η ζεστασιά ήταν το τελευταίο χαρακτηριστικό που θα απέδιδε κανείς στο Δούκα του Γουέικφιλντ. Ήταν ψηλός. ο Μάξιμους δεν είχε αφήσει καμία υπόνοια πως σε αυτό το προξενιό έπαιζε ρόλο ο παράγοντας ευτυχία. νομίζω πως είναι ώρα να συναντήσουμε το μέλλοντα σύζυγό σου. δεν μετρούσαν καθόλου σε όλες αυτές τις διαπραγματεύσεις. Όλα τα τραπέζια ήταν στολισμένα με ανθοδοχεία γεμάτα με λουλούδια. όπως πολύ καλά ήξερε. Η Ηρώ τον κοίταξε και του χαμογέλασε. και όσο επιβλητικό χρειαζόταν ώστε να δείχνει πραγματικά όμορφο.» «Έχω. Και δεν την πείραζε καθόλου αυτό. ωστόσο τα δάχτυλά της τρεμούλιασαν λιγάκι όταν τα ακούμπησε στο σκούρο μπλε μανίκι του αδερφού της. και για μια στιγμή η Ηρώ ένιωσε την καρδιά της να χοροπηδάει με δυσπιστία. Αν κάποιος έκλεινε τα μάτια και προσπαθούσε να ζωγραφίσει τον τέλειο δούκα στο μυαλό του. ωστόσο αρκούσε ένα ανυπόμονο βλέμμα του Μάξιμους για να καταρρίψει αυτή την άποψη. Η συνένωση κτημάτων και άλλων συμφερόντων.» Η φωνή της ήταν σταθερή. ο Μάξιμους δεν έδειξε να το πρόσεξε. Κάτι στους σφιγμένους του ώμους και στο προτεταμένο πιγούνι του της θύμισε εκείνο τον αχρείο με τον οποίον είχε διαπληκτιστεί μόλις πριν από μερικά λεπτά. Το Μάντβιλ Χάουζ ήταν υπέροχα διακοσμημένο.» Εκείνος κατένευσε. «Ναι. με την πλάτη γυρισμένη προς το μέρος τους. Ήταν ντυμένος στα μαύρα και φορούσε μια κάτασπρη περούκα. ο άντρας την κοίταξε. θα μπορούσα να τα σπάσω. «Αν πραγματικά θέλεις να απαλλαχτείς από αυτό τον αρραβώνα. Την οδήγησε στην άλλη μεριά της αίθουσας.Πολύ συχνά η Ηρώ σκεφτόταν πως τα χαρακτηριστικά του αδερφού της ταίριαζαν απόλυτα με την κοινωνική του θέση. «Τα συμβόλαια έχουν ήδη συνταχτεί και υπογραφεί. αφού συνήθιζε να φοράει αψεγάδιαστες λευκές περούκες– και καστανά μάτια. Μερικές φορές. και η μαρκησία είχε προσλάβει και εξοπλίσει ολόκληρη διμοιρία από υπηρέτες. Δίπλα από την πίστα στεκόταν ένας άντρας. είμαι πολύ ευτυχισμένη. πρόσωπο μακρύ και λεπτό. κατσαδιάζοντας τον εαυτό της για τις ανόητες . επειδή ο κόσμος σκοτωνόταν να εξαφανιστεί από μπροστά του. Παρ’ όλα αυτά. η Ηρώ αναρωτιόταν αν ο αδερφός της συνειδητοποιούσε πως ο δρόμος του ήταν πάντα στρωτός. Ευτυχώς.» «Βέβαια. είμαι απόλυτα ευχαριστημένη με τον αρραβώνα μου. Είχε μαλλιά σε σκούρο καστανό χρώμα –αν και τα κούρευε κοντά. «Ήθελα να ξέρεις πως έχεις ακόμη περιθώρια αν θέλεις να αλλάξεις γνώμη. αυτές ήταν οι πιο σημαντικές παράμετροι. Μέχρι τώρα. περπατώντας αβίαστα αλλά με τη συνηθισμένη του αποφασιστικότητα. Η Ηρώ έστρεψε πάλι το βλέμμα στον αδερφό της. Ήταν κόρη δούκα και είχε μάθει από τότε που κοιμόταν στην κούνια ποια ήταν η θέση και ο σκοπός της στη ζωή. σίγουρα θα εμφανιζόταν η εικόνα του Μάξιμους. Καθώς πλησίαζαν.» Ο Μάξιμους συνοφρυώθηκε με τον αριστοκρατικό τρόπο ενός αληθινού δούκα.» «Πολύ γενναιόδωρο αυτό από μέρους σου.» Η Ηρώ συγκινήθηκε από τα λόγια του αδερφού της. Έπειτα. εκείνος γύρισε. Τέτοιου είδους μάτια συνήθως θεωρούνταν ζεστά. Τα δικά της συναισθήματα. η ενδυνάμωση της κοινοβουλευτικής συμμαχίας με το Μάντβιλ. ήταν ο αγαπημένος της αδερφός.» Κοίταξε τριγύρω της. και η Ηρώ υποκλίθηκε με σοβαρότητα στο Μαρκήσιο του Μάντβιλ. «Όμως. «Τότε. Ο Μάξιμους έσφιξε τα χείλη και παρατήρησε τον κόσμο που συνωστιζόταν στην αίθουσα χορού.

λόρδε μου. Μεταμορφωνόταν σε μία κούφια. Ο Μάντβιλ ήταν ψηλός και αρκετά όμορφος. και μόνο λαϊκό δεν θα έλεγε κανείς το Μαρκήσιο του Μάντβιλ. Η Ηρώ έμεινε να παρακολουθεί άφωνη το Λόρδο Ξεδιάντροπο να υποκλίνεται μπροστά της. θα πρέπει να το έχασα το άλλο. για να γιορτάσουμε μαζί κάτι πολύ σημαντικό: τους αρραβώνες μου με τη Λαίδη Ηρώ Μπάτεν. γνέφοντας επιδοκιμαστικά. Εκείνος κατένευσε. «Σας καλωσορίζω όλους απόψε εδώ. δεσποσύνη μου. κάνοντας μια ελαφρά υπόκλιση. «Αγαπητή μου. Η Ηρώ σκέφτηκε πως είχε κάτι το θεατρινίστικο η χροιά της. «Χριστέ μου. να της . Και σαν μαρκησία θα τραβούσε ακόμα περισσότερα βλέμματα.» «Ευχαριστώ πολύ. αλλά στην αίθουσα επικρατούσε ήδη ησυχία καθώς οι καλεσμένοι στρέφονταν προς το μέρος τους.φαντασιώσεις της. Η Ηρώ ευχαριστούσε μία μάλλον κουφή ηλικιωμένη κοντέσα.» Απηύθυνε την ερώτηση σε εκείνην. όμως κοίταξε τον Μάξιμους. Αν χαμογελούσε πιο συχνά. το βλέμμα του πήγε στην άκρη του κεφαλιού της. ενώ ο κόσμος χειροκροτούσε. Μία κυρία της τάξης της ποτέ δεν φανέρωνε εκνευρισμό ή αμηχανία. Η Ηρώ χαμογέλασε. Ήταν παράλογο να σκεφτεί κάποιον σαν το Λόρδο Ξεδιάντροπο για μνηστήρα της. και πρόσεξε με ικανοποίηση τα συνήθως σφιγμένα του χείλη να χαλαρώνουν. Αμέσως μετά βρέθηκαν περικυκλωμένοι από τους καλεσμένους που έσπευσαν να τους συγχαρούν.» Γύρισε και της έπιασε το χέρι.» Ο Μάντβιλ υποκλίθηκε με φινέτσα. «Φίλοι μου» είπε ο Μάντβιλ με δυνατή φωνή. θα ήθελα να σας συστήσω σε κάποιον. Αλλά η ομορφιά σε ένα μαρκήσιο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί λαϊκό γνώρισμα. Ύστερα.» «Αλήθεια. πλούσια φωνή του ήταν γνωστή από τις δημόσιες αγορεύσεις του στο Κοινοβούλιο. Η Ηρώ φόρεσε ένα γαλήνιο χαμόγελο. Η βαθιά. φοράτε μόνο ένα σκουλαρίκι. Στην πραγματικότητα εκείνη –η γυναίκα που κρυβόταν μέσα της– δεν είχε κανένα λόγο να βρίσκεται εκεί. Κατέπνιξε έναν αδύναμο αναστεναγμό και πήρε αργά μια βαθιά αναπνοή. προσπαθώντας να φανταστεί πως ήταν ένα άγαλμα. Φυσικά. «Καλύτερα έτσι» είπε ο Μάντβιλ.» Έκανε μεταβολή και αντίκρισε δύο λαμπερά πράσινα μάτια να την κοιτάζουν προκλητικά. όταν άκουσε πίσω της τη φωνή του Μάντβιλ. τα χαρακτηριστικά του θα έδειχναν επικίνδυνα όμορφα.» Η Ηρώ τού χάρισε ένα χαμόγελο.» Βιαστικά έβγαλε αυτό που της είχε απομείνει και το έδωσε στον αδερφό της για να το φυλάξει στην τσέπη του. και ίσιωσε το κορμί της έτσι όπως είχε μάθει από τα νηπιακά της χρόνια. τέλεια σμιλεμένη προτομή της κόρης ενός δούκα. κι έπειτα έσκυψε και φίλησε με χάρη τα δάχτυλά της. αλλά φυσικά δεν θα του το έλεγε ποτέ κατά πρόσωπο. Λαίδη Ηρώ. αλλά φαίνεται πως αυτό είναι το τίμημα όταν είσαι η κόρη ενός δούκα.» Ένιωσε το πρόσωπό της να αναψοκοκκινίζει καθώς θυμήθηκε το λόγο για τον οποίο δεν φορούσε το δεύτερο σκουλαρίκι της. Ο Μάντβιλ έκανε νόημα στον μπάτλερ του. Λαίδη Ηρώ. «Α. Αυτό ήταν ένα παλιό κόλπο για να τα βγάζει πέρα με τέτοιου είδους καταστάσεις. Η ίδια απεχθανόταν να γίνεται το κέντρο της προσοχής. Γουέικφιλντ. «Ξεκινάμε. «Εξοχότατε. Κοίταξε τον Μάντβιλ. «Απόψε είστε πιο όμορφη από κάθε άλλη φορά.

αυτός είναι ο αδερφός μου. «Αγαπητή μου.πιάνει το χέρι και να ακουμπά τα απαλά. καυτά χείλη του στη λεπτή επιδερμίδα της. άκουσε τον Μάντβιλ να μιλά δίπλα της.» . ο Λόρδος Γκρίφιν Ρίντινγκ. Σαν από μακριά.

» Της χαμογέλασε με κακεντρέχεια.» Τα μάτια του στένεψαν. «Δεν νομίζω…» «Λυπάμαι γι’ αυτό που ακούω» μουρμούρισε εκείνος. «Λόρδε Γκρίφιν. Εγώ. Η Ηρώ ένιωσε την ψυχή της να επαναστατεί ακούγοντας αυτό τον αχρείο να μιλάει με τόση οικειότητα.Κεφάλαιο Δύο Η Βασίλισσα Μαυρομαλλούσα διοικούσε το βασίλειό της δίκαια και ειρηνικά από τότε που πέθανε ο σύζυγός της. θα…» . Του ψιθύριζε τα μυστικά και τις ανησυχίες της. Ωστόσο. «Χαίρομαι πολύ που σας γνωρίζω. αλλά ο απαίσιος άντρας το έσφιξε πιο δυνατά καθώς ίσιωνε με το πάσο του την πλάτη του. «Τι μεγάλη ευχαρίστηση να γνωρίζω επιτέλους την καινούρια μου αδερφή. σταθερή ανάσα και χαμογέλασε όπως άρμοζε – ούτε πολύ εγκάρδια ούτε πολύ συγκρατημένα.» Το μέτριο χαμόγελό της έγινε κάπως αυστηρό καθώς του έλεγε μέσα από τα δόντια της: «Μην τολμήσεις να δημιουργήσεις σκηνή!» «Σκηνή. Δεν σε πειράζει να σε αποκαλώ “αδερφή”. δεν είχε απόλυτη εμπιστοσύνη σε κανέναν. παίρνοντας μαζί του όλες τις έννοιες της… -από το Η Βασίλισσα Μαυρομαλλούσα Η Ηρώ πήρε μια βαθιά. «Φυσικά. Η λαβή του δεν χαλάρωσε. Αυτή η προοπτική μού κόβει την ανάσα. Είχε μια υποφερτή έκφραση που δεν μαρτυρούσε την έκπληξη που είχε νιώσει όταν ανακάλυψε πως ο Λόρδος Ξεδιάντροπος θα γινόταν σύντομα κουνιάδος της. πρόχειρα γεύματα εδώ κι εκεί. Προσπάθησε να τραβήξει το χέρι της. κρατώντας ένα μικρό καφετί πουλί μέσα στα χέρια της. Έσφιξε τα δόντια της και προσπάθησε να τραβήξει το χέρι της από το δικό του. πρωινό. Αν και είχε συμβούλους και υπουργούς και διανοούμενους. έτσι δεν είναι. ο τελευταίος βασιλιάς. Τι χαρούμενη οικογένεια που θα είμαστε. τσάι. λαίδη μου. Σύντομα θα συναντιόμαστε σε κάθε οικογενειακή συγκέντρωση – δείπνο. Αυτός ήταν ο λόγος που κάθε βράδυ η Βασίλισσα Μαυρομαλλούσα στεκόταν στο μπαλκόνι της.» «Αλήθεια. και έπειτα άνοιγε τα χέρια και το άφηνε να πετάξει ελεύθερα στο σκοτεινό ουρανό. κι έτσι μόνο εκείνη μπόρεσε να ακούσει τον ψίθυρό του. Η σχέση τους δεν μπορούσε να έχει τίποτα το αδερφικό. και τότε η Ηρώ συνειδητοποίησε πως ίσως είχε ακολουθήσει λάθος τακτική. αγαπητή μου αδερφούλα.» Ήταν ακόμη μισοσκυμμένος πάνω από το χέρι της. για μία γυναίκα δεν είναι εύκολο να ασκεί εξουσία σε έναν κόσμο ανδροκρατούμενο. Λόρδε Γκρίφιν.» «Ψεύτρα. Αισθάνομαι σαν να γνωριζόμαστε ήδη.

«…πιστεύω» συνέχισε η Ηρώ. «Με την άδειά σου.» της ζήτησε με προσποιητή αθωότητα. Κοίταξε τον Ρίντινγκ ταραγμένη. με βλέμμα διαπεραστικό και πολύ πιο κυνικό. Τι λες. «Λοιπόν.» Βρίσκονταν στην πίστα τώρα.» τον ρώτησε μέσα από τα δόντια της. ωστόσο η Ηρώ ένιωσε πως βρέθηκε πολύ γρήγορα στο κέντρο της αίθουσας. «Δεν…» Εκείνος ανασήκωσε τα φρύδια. Ο Ρίντινγκ γύρισε αμέσως και την οδήγησε προς το μέρος της πίστας. και η σιωπή του είχε προκαλέσει αμηχανία. Η ηλικιωμένη μαρκησία στάθηκε ανάμεσα στους δύο άντρες και κοίταξε με ολοφάνερη ανησυχία το μεγαλύτερο γιο της. σφίγγοντας τα δόντια «πως κάτι τέτοιο θα ήταν καλή…» «Φυσικά.» Έκλινε ελαφρώς το κεφάλι και χαμήλωσε το βλέμμα. Τα βήματά του φαίνονταν ήρεμα. αν και το μόνο που άλλαξε στο πρόσωπό του ήταν οι άκρες των χειλιών του που ανασηκώθηκαν.» Τα χείλη του έτρεμαν. «Λοιπόν…» Δάγκωσε το χείλι της. Θεέ και Κύριε! Σχεδόν είχε ξεχάσει πως βρίσκονταν στο κέντρο μιας κατάμεστης αίθουσας χορού. Στην πραγματικότητα. Ηρώ. Ήταν λες και είχε γνωρίσει αμέτρητες εμπειρίες σε σχέση με τον Μάντβιλ. Εκείνη αιφνιδιάστηκε λιγάκι.«Ωστόσο. φυσικά. Με συγχωρείτε αν έγινα φορτικός. Η Ηρώ ένιωσε το πρόσωπό της να φουντώνει. σκέφτηκε πως το ύφος του Ρίντινγκ τον έκανε να δείχνει μεγαλύτερος. παρόλο που εκείνη γνώριζε ότι ήταν πολλά χρόνια πιο μικρός. και διαπίστωσε πως εκείνος είχε χάσει το περιπαιχτικό του χαμόγελο. η Ηρώ μπορούσε τώρα να διακρίνει τις ομοιότητες των δύο αδερφών. σαν να προκαλούσαν τους υπόλοιπους άντρες που βρίσκονταν στην αίθουσα. ο Μάντβιλ κατένευσε στον αδερφό του και χαμογέλασε. Δεν της είχε συμβεί ποτέ άλλοτε κάτι τέτοιο. η Ηρώ είχε πάντα συναίσθηση πως ήταν η κόρη ενός δούκα. ήξερε πάντα πώς έπρεπε να φερθεί. Έτσι όπως τους μελετούσε.» Έτσι όπως στέκονταν δίπλα-δίπλα. Τα μάτια του Λόρδου Ρίντινγκ ήταν πιο λεπτά. Ίσως μπορούσε να επικοινωνήσει νοερά μαζί του. Είχαν το ίδιο ύψος. όμως ο Ρίντινγκ τής έσφιξε προειδοποιητικά τα δάχτυλα. μου…» «Σταμάτα να με αποκαλείς έτσι!» «Πώς. πιστεύω. και επιπλέον είχαν και οι δύο προτάξει με τον ίδιο τρόπο τα τετράγωνα πιγούνια τους. και τα πράσινα μάτια του έλαμψαν πονηρά. «Ένα μενουέτο. «Είναι μια καλή πρόταση. Τόμας. αν σε παρακαλούσα να χορέψεις μαζί μου. «Τι ετοιμάζεις. Με κάποιον τρόπο είχε καταφέρει να κάνει εκείνη να φαίνεται το κάθαρμα σε τούτη τη διένεξη. και ο Ρίντινγκ γύρισε για να σταθεί απέναντί της καθώς τα υπόλοιπα ζευγάρια έπαιρναν τις θέσεις τους γύρω τους. Αδερφή.» μουρμούρισε από δίπλα της ο Μάξιμους. . Ασχέτως με το πού τύχαινε να είναι. αγαπητή μου αδερφούλα. το πρόσωπό του ήταν τελείως ανέκφραστο όταν στράφηκε στον αδερφό του. αγαπημένη μέλλουσα αδερφή μου. «Γιατί να θέλει μια τόσο σοβαρή κυρία να χορέψει με έναν ανεπρόκοπο σαν κι εμένα. λοιπόν. Αναπάντεχα.» Απάντησε στο παιδιάστικο αστειάκι του με μια εύγλωττη ματιά. Ο Μάντβιλ δεν είχε απαντήσει στον αδερφό του.

τόσο κοντά της. φυσικά. «Η γυναίκα του μεγάλου μου αδερφού.» Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους. όσο και σε μένα. «Τι θέλεις να υπαινιχτείς.» Κούνησε αρνητικά το κεφάλι. κάτι που πραγματικά είναι πολύ κακόβουλο.» Τα βήματα του χορού τούς απομάκρυναν για λίγο. επειδή σκέφτηκα να γιορτάσουμε τον υπέροχο αρραβώνα σου με τον αδερφό μου. που αν σε είχε ανακαλύψει μέσα σε εκείνο το σαλονάκι μαζί με μένα και την Μπελ. κύριε. φυσικά.» Ανασήκωσε το αριστερό της φρύδι. Νομίζω πως εσύ είσαι αυτός που θα βγει χαμένος αν μαθευτεί ο τρόπος που πρωτοσυναντηθήκαμε. ρώτησε ήρεμα: «Γιατί μου τα λες αυτά. «Όμως.» Έγειρε προς το μέρος της. θα είχε βγάλει αμέσως ένα σωρό ατυχή και λάθος συμπεράσματα. που η Ηρώ μύρισε την κολόνια του – άρωμα λεμονιάς και σανταλόξυλου. «Λαίδη Τέλεια. πάντα άξια σεβασμού. σαν να μιλούσε σε ένα όχι και τόσο ευφυές παιδί. Ο Ρίντινγκ έγειρε προς το μέρος της και ψιθύρισε με βραχνή φωνή: «Ή μήπως θα προτιμούσες να συζητήσουμε τις λεπτομέρειες της γνωριμίας μας μπροστά στις οικογένειές μας. Ξεκάθαρα μιλάω» μουρμούρισε ο Ρίντινγκ. να που συναντιόμαστε και πάλι. Δεν μπορώ να φανταστώ τι σου έχει κάνει ο αδερφός σου. Ένας Θεός ήξερε τι θα μπορούσε να σκεφτεί ο Μάντβιλ – για να μην αναφέρουμε τον αδερφό της– αν ξεσπούσε σε γέλια σαν μαθητριούλα στο χορό των αρραβώνων της. σύντομα θα γίνεις αδερφή μου» της είπε αργά και υπομονετικά. «Για ποιο λόγο μού ζήτησες να χορέψουμε. Όταν βρέθηκαν ξανά κοντά. και η Ηρώ προσπάθησε να αφομοιώσει την ιδέα ενός άντρα τόσο στενοκέφαλου. «Απλώς εκφράζω την αλήθεια. Πιστεύω πως πασχίζεις να αποδυναμώσεις τα αισθήματά μου για τον αδερφό σου. «Δεν μπορείς. αν και κάτω από το δεξί του μάτι τρεμόπαιζε ένας μυς. «Γίνεσαι προσβλητικός.Η Ηρώ μισόκλεισε τα μάτια.» . «Δεν πιστεύω πως ο Μάντβιλ είναι τόσο κακοπροαίρετος όσο φαίνεται να πιστεύεις εσύ. «Μα. Ευτυχώς κατάφερε να συγκρατηθεί. «Δεν νομίζω. ώστε να αξίζει μια τόσο άσχημη αντιμετώπιση. ωστόσο δεν έχεις ιδέα ως πού μπορεί να φτάσει. ανώτερη από μένα. «Ο αδερφός μου είναι ένα πεισματάρικο γαϊδούρι.» «Σταμάτα να με αποκαλείς έτσι» είπε άγρια. κάτι που δυστυχώς δεν έφερε το επιθυμητό αποτέλεσμα.» Η μουσική ξεκίνησε και η Ηρώ έκανε μια ελαφριά υπόκλιση. «Ναι!» «Μα. «Γιατί να με πείραζε κάτι τέτοιο.» Η Ηρώ σκυθρώπιασε.» «Δεν υπαινίσσομαι τίποτα. ο απίστευτα στενοκέφαλος χαρακτήρας του αδερφού μου δεν λαμβάνει σοβαρά υπόψη του τις διάφορες εικασίες.» Τον κοίταξε θυμωμένα. Πώς αλλιώς να σε αποκαλώ αν όχι αδερφή.» Εκείνος προσποιήθηκε τον πληγωμένο.» Γούρλωσε τα μάτια με τόση αθωότητα. τόσο απέναντι στον αδερφό σου.» «Έτσι θα σκέφτονταν κάποιοι» της απάντησε καθώς διέγραφαν κύκλους ο ένας με τον άλλον. που η Ηρώ κόντεψε να βάλει τα γέλια.» «Δεν θα ήθελα να κοντραριστώ με μια κυρία. που ήταν ικανός να σκεφτεί τα χειρότερα ακόμα και για τον ίδιο τον αδερφό του.» Της χαμογέλασε.

Αν ήταν ο αχρείος που είχε πιστέψει η Ηρώ.» Ο χορός τούς χώρισε. και τουλάχιστον τριάντα εκατοστά πιο ψηλός. Χρησιμοποιούσε αυτό το φυσικό πλεονέκτημα για να την τρομοκρατήσει. «Τον ζηλεύεις τόσο πολύ.» Δεν χρειάστηκε ούτε να το σκεφτεί.» Για μια στιγμή έμεινε να τον κοιτάζει με δυσπιστία. σαν να ήξερε τι σκεφτόταν. Όχι.» «Όχι.» «Τότε. Πέταξε την ασπίδα και το ξίφος σου. «Σοφή απόφαση. «Δεν ζηλεύω…» «Όχι. όπως ας πούμε ο φίλος και συνεργάτης του ο αδερφός μου. που να δικαιολογεί όλον αυτόν το διασυρμό που κάνεις στον αδερφό σου.» Πετάρισε τα βλέφαρά της. και εντελώς αρρενωπός. Όπως σου είπα. ένας άντρας που τον σέβεται ο κύκλος του και όλοι όσοι έχουν δοσοληψίες μαζί του. Ξεφύσησε ήρεμα και γύρισε να τον κοιτάξει ίσια στα μάτια. αγαπητή μου Λαίδη Τέλεια. Εγώ δεν έχω καμία φήμη για να προστατέψω. Δεν χρειάζεται να με προστατέψεις από κανέναν. δεν μπορώ να διανοηθώ τίποτα τόσο τρομερό.» Η Ηρώ ένιωσε να την πλημμυρίζει αβεβαιότητα.» τον διέκοψε με γλυκιά φωνή. Ο Μάντβιλ είναι ένας έντιμος άντρας. δεν διαθέτω την τελειότητα του αδερφού μου. Ίσως να είμαι απλώς ένας ανόητος.» Αισθάνθηκε ικανοποίηση όταν τον είδε να τινάζει προς τα πίσω το κεφάλι. «Τότε. που νομίζεις ότι παντρεύομαι τον αδερφό σου μόνο για το αξίωμά του. Έπειτα γέλασε σιγανά. και δεν έχω ούτε τη χάρη ούτε την ομορφιά του. Δεν ήταν μικροκαμωμένη γυναίκα –στην πραγματικότητα. προκαλώντας περίεργες ματιές από τους υπόλοιπους χορευτές. άφησε τη λαμπερή σου πανοπλία.» «Όχι. ο αδερφός μου δεν θα σκεφτόταν τα καλύτερα για τη συμμετοχή σου. ναι. «Θα πεις στον Τόμας για τη γνωριμία μας.» Εκείνος έριξε πίσω το κεφάλι και έβαλε τα γέλια.Ένιωσε ένα ρίγος μπροστά στην απειλή που έκρυβε το ξαφνικό πλησίασμά του. Ένας καλός άνθρωπος. Λοιπόν. με μια έκφραση συνοφρύωσης στο πρόσωπό του.» ρώτησε χωρίς να το καλοσκεφτεί. Απόδιωξε αυτήν τη σκέψη και κοίταξε τον Ρίντινγκ στα μάτια. Στο κάτω-κάτω. απροετοίμαστη για το τελευταίο σχόλιό του. Νιώθω περήφανη που είμαι η αρραβωνιαστικιά του.» «Στα μάτια σου ίσως και να είμαι. δεν θα παραδεχόταν τόσο πρόθυμα ένα ανθρώπινο ελάττωμά του. ήταν ψηλότερη από τις περισσότερες γνωστές της–. ίσως η φαντασία σου να είναι ελλιπής» της είπε. αλλά ήταν . «Τη δική σου φήμη φροντίζω να προστατέψω. Δεν είμαι επιφανές μέλος του Κοινοβουλίου. «Όχι. Εκείνος την κοίταξε. ο αρραβωνιαστικός της θα μπορούσε να καταλήξει σε λάθος συμπεράσματα. «Ή ίσως να είσαι εσύ ελλιπής. δεν θα τρόμαζε τόσο εύκολα. και το βλέμμα του σκοτείνιασε. Και. ένας ήχος πλούσιος. Όσο κι αν δεν ήθελε να το πιστέψει για τον Μάντβιλ. κι όταν ξαναβρέθηκαν. Δεν υπάρχει κανένας δράκος που να με απειλεί. για να τον σκοτώσεις. ο Ρίντινγκ κατένευσε σφιγμένα. Η μία άκρη των χειλιών του είχε ανασηκωθεί. όμως ο Ρίντινγκ ήταν άντρας. ίσως να είσαι απλώς ανόητος. «Ίσως να έχεις δίκιο. Επιπλέον» –έσκυψε πάλι προς το μέρος της– «δεν έχω το σπουδαίο τίτλο που φέρει εκείνος. «Δεν το ξέρεις. Είχε ακούσει κάποιες φήμες που ψιθυρίζονταν για το μυστηριώδη αδερφό του μνηστήρα της. παρασυρμένη από την περιέργειά της.

Όλους αυτούς τους ισχυρούς . πολυαγαπημένη μου Λαίδη Τέλεια. «Τραβολογούν τις φτωχές γυναίκες που πουλάνε στις χειράμαξες αυτό το ποτό του διαβόλου. Να πάρει ο διάβολος τον Γκρίφιν. είμαι ο διάβολος προσωποποιημένος. Ήταν πάντα εκνευριστικά δύσκολο να μαντεύει αυτά που σκεφτόταν ο Γουέικφιλντ. Το ξέρω πως δεν πρόκειται να ξεστρατίσει μπροστά σε οποιονδήποτε πειρασμό. Η φωνή του ήταν χαμηλή και ελεγχόμενη.» Πέρασε γύρω της. Ο Γκρίφιν είχε ρίξει πίσω το κεφάλι και γελούσε με ανάρμοστη έλλειψη αυτοσυγκράτησης με κάτι που του είχε πει η Λαίδη Ηρώ. ο Τόμας ένιωσε τους ώμους του να σφίγγονται ενστικτωδώς. Δεν διαθέτω σύνεση. «Ο αδερφός σου δείχνει να απολαμβάνει το χορό με την αδερφή μου» μουρμούρισε ο Γουέικφιλντ. Ο Τόμας κοίταξε τα ψυχρά καστανά μάτια του δούκα. Η Λαίδη Ηρώ έχει την απόλυτη εμπιστοσύνη μου. «Κάθε μέρα όλο και περισσότεροι έμποροι τζιν οδηγούνται στους δικαστές» είπε αργά ο Τόμας. καλά θα κάνεις να αποφύγεις τη συντροφιά μου πάση θυσία.» Ο Τόμας κατένευσε. «Πραγματικά τον απολαμβάνει.» «Είμαι ένα γνήσιο κάθαρμα.» «Ωραία. όμως ο θυμός του φαινόταν ξεκάθαρα. ψιθυρίζοντας τόσο όσο χρειαζόταν για να τον ακούσει μόνο εκείνη. σύμφωνα με τη μουσική. «Η Ηρώ ήταν σε όλη της τη ζωή κάτω από την επιτήρηση της οικογένειας –όπως αρμόζει στη θέση της– και έχει υψηλές ηθικές αρχές. το Μαρκήσιο του Μάντβιλ. για την ώρα. «Είσαι τόσο αδιόρθωτος. Ευτυχώς. Άφησε ένα μουγκρητό και έστρεψε ξανά το βλέμμα στον Γκρίφιν που χόρευε με τη μέλλουσα σύζυγό του. δεν έχω ηθικούς φραγμούς και δεν με ενδιαφέρει να αποκτήσω. Φουκαράδες που κερδίζουν μόνο λίγες πέννες την ημέρα. κι εσύ.» Ο Γουέικφιλντ έπλεξε τα χέρια πίσω από την πλάτη του. είχαν καταθέσει μία πρόταση στο Κοινοβούλιο τον περασμένο Ιούνιο.» Ο Γουέικφιλντ ανασήκωσε τους ώμους. «Σε πιστεύω.εκνευριστικά αόριστες. Εντούτοις. Είμαι πασίγνωστος για τις αδυναμίες μου· πίνω πολύ. εξοχότατε. Σε μια προσπάθεια να αντιμετωπίσουν την άμετρη κατανάλωση τζιν από τη φτωχική τάξη του Λονδίνου. ένας άσωτος. Ύστερα είπε ήρεμα: «Η εισήγηση ήταν ανώφελη. νιώθοντας ξαφνικά ένα αίσθημα ταπείνωσης μπροστά στην καλυμμένη επίπληξη του δούκα. Η πρόταση αυτή εξασφάλιζε μία πριμοδότηση στους πληροφοριοδότες που κατέδιδαν όσους πουλούσαν παράνομα αυτό το ποτό. «Ένας διαφθορέας.» Ο Γουέικφιλντ σταύρωσε τα χέρια στο στήθος του. και δεν πρόκειται ποτέ να της φερθώ παρά μόνο με σεβασμό. όμως.» *** Μία έκρηξη γέλιου έκανε τον Τόμας Ρίντινγκ. Αυτό που πρέπει να γίνει είναι να συλλάβουμε εκείνους που παράγουν το τζιν. ένας αλήτης. «Γιατί λες ότι ήταν ανώφελη. να κοιτάξει προς την πίστα. Κατά κάποιον τρόπο. κυνηγάω τον ποδόγυρο και κάνω κακές παρέες. με βήματα αργά. εκείνη έδειχνε να διασκεδάζει λιγότερο. ο άντρας θύμιζε σφίγγα σε αρσενική έκδοση.» Ο Τόμας τού έριξε μια κοφτή ματιά. και για λίγο έμεινε σιωπηλός να παρατηρεί μαζί με τον άλλον άντρα τους χορευτές.

Άραγε μιλούσε θεωρητικά ο Γουέικφιλντ. τα χείλη και τα μάγουλά της βαμμένα ροζ. Θα έπρεπε να συλληφθεί και να κατηγορηθεί για απρέπεια. «Το Λονδίνο υποφέρει από αυτήν τη μάστιγα. «Κάθε φορά που τη βλέπω. «Έχει ετοιμότητα πνεύματος και αεράτους τρόπους» έλεγε τώρα ήρεμα ο Γουέικφιλντ. Είναι προφανές ότι είναι το λιγότερο τριάντα πέντε χρόνων. Στην υπέροχη πόλη μας είναι περισσότεροι αυτοί που πεθαίνουν παρά όσοι γεννιούνται. Ένα φόρεμα σε εκτυφλωτικό πορτοκαλί χρώμα έπεφτε πάνω από το ανοιχτοκίτρινο μεσοφόρι της. κάνοντας το πλούσιο στήθος της να σείεται. Ο Τόμας χαμογέλασε. Τα μαλλιά της ήταν έντονα κόκκινα. αλλά του φαινόταν πως γινόταν υπερβολικός. συνοδεύεται και από διαφορετικό καβαλιέρο.» Να πάρει. παντρεύτηκε έναν άντρα που είχε την τριπλή ηλικία από την ίδια. «Αν συλληφθούν αρκετοί πωλητές.που κρύβονται στις σκιές και πλουτίζουν εις βάρος αυτών των κακόμοιρων πλασμάτων.» Έδειξε με το πιγούνι του τη γυναίκα στην άλλη μεριά της αίθουσας. μεθυσμένες γυναίκες σκοτώνουν τα μωρά τους. η Λαίδη Ηρώ κοιτούσε βλοσυρά τον Γκρίφιν.» Ο Τόμας έσφιξε τα χείλη. «Τη γνωρίζεις. πάντα νεότερο από την ίδια. Μία κίνηση στην άλλη άκρη της πίστας τράβηξε το βλέμμα του και σκόρπισε τις σκέψεις του. Τόσο πάθος δεν ταίριαζε με τον άντρα που εκείνος πίστευε πως γνώριζε. και η γυναίκα τέντωσε τον αλαβάστρινο λαιμό της και ξέσπασε σε γέλια. «Η κυρία Τέιτ.» «Ποιο. «Πιστεύω πως οι περισσότεροι στο Λονδίνο τη γνωρίζουν. «Ζωηρό κορίτσι. Εκείνος κάτι της είπε. Πρέπει να δώσουμε λίγο χρόνο.» Ο Τόμας ήξερε πως ο Γουέικφιλντ ανησυχούσε για το πρόβλημα του αλκοολισμού. Ή μήπως ο δούκας είχε πάει στο κρεβάτι με αυτήν τη γυναίκα. Ο Τόμας στράφηκε και του έριξε μια δύσπιστη ματιά. θα αποθαρρυνθούν και οι παρασκευαστές – σε διαβεβαιώνω. Μία γυναίκα εμφανίστηκε ανάμεσα στο πλήθος. είχε μιλήσει δυνατά. φίλε μου. Αλκοολικοί έχουν εγκαταλείψει τις συζύγους τους.» «Δεν έχω χρόνο» απάντησε ο Γουέικφιλντ.» . Όλοι οι άντρες που βρίσκονταν κοντά της την παρατηρούσαν καθώς χτυπούσε παιχνιδιάρικα το μπράτσο του συνοδού της με τη διπλωμένη βεντάλια της. «…μόνο αν ένας άντρας με ουσιαστική αξία θελήσει να εξουδετερώσει τους παραγωγούς…» έλεγε ο Γουέικφιλντ. αλλά με την άκρη του ματιού του μπορούσε ακόμη να βλέπει τη γυναίκα που έσερνε τσαχπίνικα τα δάχτυλά της πάνω στις καμπύλες του στήθους της.» Ο Τόμας κοίταξε ξανά την κυρία Τέιτ. Στην πίστα. και τώρα ο Γουέικφιλντ περίμενε μια απάντηση. παιδιά οδηγούνται στο θάνατο ή στην πορνεία.» «Τριάντα οχτώ» μουρμούρισε ο Γουέικφιλντ. Πώς μπορεί να προκόψει η Αγγλία αν η εργατική τάξη εκφυλίζεται σωματικά και πνευματικά. «Άλλωστε. συνειδητοποιώντας πως είχε χάσει τα πιο πολλά από όσα έλεγε η παρέα του. Η εισήγηση έγινε αποδεκτή μόλις πριν από λίγους μήνες. Στράφηκε προς το μέρος του δούκα. Δεν την καταδικάζω αν τώρα που χήρεψε το ρίχνει και λιγάκι έξω. Ο Τόμας ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά του. Θα μαραθούμε και θα αποτύχουμε σαν έθνος αν δεν εξαφανίσουμε το τζιν από την πόλη μας. και αυτή η εικόνα τον ανακούφισε. Οι δρόμοι και οι σοφίτες του Ιστ Εντ είναι γεμάτοι πτώματα.» Εκείνος ανασήκωσε τα φρύδια.

τη μνηστή του αδερφού του. για να σώσει και αυτόν και την Μπέλα. Την κοίταξε με δυσμένεια να ανασηκώνει αυτό το καταραμένο αριστερό της φρύδι ερωτηματικά. Ο Τόμας απέστρεψε σκόπιμα το βλέμμα του από την υπεροπτική ματιά της. Παρ’ όλα αυτά. Λόρδε Ρίντινγκ. σκέφτηκε με ικανοποίηση. από τη στιγμή που πρόκειται να γίνεις κουνιάδος μου. «Είχα καταλήξει ήδη πως είσαι ένα κάθαρμα» του είπε μόλις εκείνος σταμάτησε μπροστά της και έκανε μια χαριτωμένη υπόκλιση. είχε αυτήν τη φινέτσα που χαρακτήριζε την ανώτερη τάξη της αγγλικής κοινωνίας – αλαβάστρινη επιδερμίδα. αυτό ήταν οι ανήθικες γυναίκες. και συνάντησε το δικό του. Όμως. όμως. αλλά μόνο σε ανύπαντρους κύριους. Μια γυναίκα που δεν έκανε τίποτα για να κρύψει την αντιπάθειά της για τον Γκρίφιν. λεπτά χαρακτηριστικά. και αρκετά όμορφο – και δεν έδειχνε καθόλου εντυπωσιασμένο από τη δραματική ομολογία του Γκρίφιν για τις αμαρτίες του. ήταν κάτι που δεν μπορούσε να το αλλάξει.» Σίγουρα αυτή η γυναίκα ήξερε πολύ καλά πώς να διαλύει τις αυταπάτες ενός άντρα για τον εαυτό του. Ή απλώς ήταν η αδιαφορία της στους κώδικες ηθικής που υποσκέλισε ακόμα και την απέχθειά της για όσα είχε ανακαλύψει να διαδραματίζονται μέσα σε εκείνο το καθιστικό. και δεν έδειχνε πρόθυμη να ξεχάσει το θέαμα. Μια γυναίκα που αισθανόταν περήφανη για τη δική της αγνή ψυχή. τη συγκεκριμένη. Προσέχει να μην ερωτοτροπεί με δεσμευμένους. Είχε δοκιμάσει κάποτε αυτού του είδους το φρούτο και. παρόλο που είχε αποδειχτεί δύσκολο. είχε καταφέρει να απαρνηθεί τη μεθυστική του γεύση. . Καταρχάς. οι περισσότερες γυναίκες της σειράς της θα τον είχαν εγκαταλείψει στη μοίρα του εκεί στο σαλονάκι. Εκείνος κατάλαβε. τελεία και παύλα. νομίζω πως θα είναι πολύ δύσκολο να αποφεύγω τη συντροφιά σου. παρόλο που δεν μπορούσε να τα δει τώρα. Αυτό. και μαλλιά κόκκινα που. Είχε συναντήσει αυτό τον τύπο γυναίκας εκατοντάδες φορές μέχρι τώρα. *** Το πρόσωπο της Λαίδης Ηρώς ήταν ήρεμο. Η Λαίδη Τέλεια – μια τέλεια κυρία για τον τέλειο αδερφό του. κάλυψε την απόσταση που τους χώριζε.«Επιδεικνύει τον εαυτό της» είπε ο Τόμας μέσα από τα δόντια του. Και αν είχε μπουχτίσει στη ζωή του από κάτι. η Λαβίνια Τέιτ σήκωσε άξαφνα το βλέμμα. Αυτή η γυναίκα ήταν ανήθικη. στενόμακρο πρόσωπο. Μια γυναίκα που τον είχε δει σε μία από τις χειρότερες στιγμές του. Είχε μία έκφραση που του θύμισε τον Παράδεισο. κι ωστόσο… Η Λαίδη Ηρώ είχε κάτι το εντελώς διαφορετικό. «Ίσως. διέφεραν από το πυρρόξανθο χρώμα του λαουτζίκου. «Ωστόσο. Τα μάτια της ήταν και θα έμεναν πάντα συνηθισμένα. Για άλλη μια φορά συνειδητοποίησε πόσο μεγάλη ειρωνεία ήταν να διαλέξει ο Τόμας για μνηστή του. εκείνη είχε πάει ενάντια στις ηθικές αρχές της. πως τα μάτια της είχαν ένα ανοιχτό καστανό χρώμα. μελαγχολικό. Η Λαβίνια συνέχισε να τον κοιτάζει και σήκωσε προκλητικά το πιγούνι της με έναν τρόπο που θα προκαλούσε την προσοχή οποιουδήποτε θερμόαιμου άντρα. και την Εύα που τόλμησε να δώσει το περιώνυμο μήλο στον Αδάμ. ασχέτως με το πόση μπογιά χρησιμοποιούσε εκείνη.» Σαν να είχε ακούσει τη λέξη δεσμευμένους. και ένιωσε πάνω του το βλέμμα του Γουέικφιλντ. Δεν την έλεγε κανείς καλλονή. ανάμεσα σε όλες τις γυναίκες που είχαν παρευρεθεί στο χορό. Είχε παρακινηθεί από συμπόνια για δύο άγνωστους.

Ο Γκρίφιν κατέπνιξε ένα αίσθημα θριάμβου. ο χορός είχε τελειώσει και εκείνος έπρεπε να τη συνοδέψει πίσω στο στενοκέφαλο Τόμας.» Εκείνος πήρε μια βαθιά αναπνοή και κοίταξε μακριά. «Τι εννοείς.» Αν δεν είχε γυρίσει να την κοιτάξει εκείνην ακριβώς τη στιγμή. Θεέ και Κύριε! Τράβηξε πίσω το κεφάλι του. «Αν δεν παντρεύεσαι τον αδερφό μου για τον τίτλο του.» Τον άφησε να την οδηγήσει ανάμεσα στον κόσμο. Πράγμα που θα το έκανε.» «Χμ.» . αλλά ένιωσε υποχρεωμένη να τηρήσει τους τύπους και να το πιάσει.» τη ρώτησε με γνήσια περιέργεια. Έλα. ευγενικός και ευκατάστατος. Πώς να ήταν άραγε ένα αληθινό χαμόγελο στο πρόσωπό της. Η Λαίδη Τέλεια διέθετε αίσθηση του χιούμορ! Την είχε πιάσει να χαμογελάει.» «Όχι. «Ω. Είχαν βρεθεί στην απέναντι πλευρά της αίθουσας τώρα και προχωρούσαν προς την αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν που βρισκόταν ο Τόμας. κρατώντας ψηλά το πιγούνι της.» «Αυτό είναι όλο. Θα μπορούσε να ανακαλύψει τη γεύση τους αν εκείνη παραδινόταν στο φιλί του γλυκά και απαλά σαν μυρωδάτο μέλι.Ο Γκρίφιν έριξε μια ματιά γύρω του. αλλά πάντα ο κίνδυνος τον έβαζε σε πειρασμό. θα πρέπει να ανέχεται τη συντροφιά ενός καθάρματος σαν εμένα μόνο και μόνο από ευγένεια. Ο Μάξιμους με παρότρυνε να ενδώσω στο προξενιό. παρόλο που η κοπέλα δεν φαινόταν να το είχε προσέξει.» τον ρώτησε επιφυλακτικά. Βρίσκονταν τόσο κοντά. χαμήλωσε το κεφάλι προς το μέρος της. Με το ενδιαφέρον του ξαναμμένο.» «Είναι φίλος με τον αδερφό μου.» Εκείνη κοίταξε το μπράτσο του με απροσδόκητη καχυποψία. Ο αδερφός μου δεν θα τον ήθελε για μένα αν ο μαρκήσιος δεν ήταν ένας άνθρωπος ευυπόληπτος. Ευτυχώς. «Ποιο πράγμα. και βέβαια όχι. Τι θα γινόταν αν γελούσε κανονικά. εισπνέοντας το λουλουδάτο άρωμά της. ώστε τα χείλη του να αγγίξουν τα δικά της. έστω κι αν η έκφρασή της ήταν σταθερή και αδιασάλευτη. τότε γιατί. φυσικά. Χριστέ και Παναγιά.» Ο Γκρίφιν χαμήλωσε το βλέμμα. δεν θα είχε προσέξει τη σύσπαση των τρυφερών. η Ηρώ δεν φάνηκε να είχε προσέξει τη σύγχυσή του. Έπαιζε με τη φωτιά.» Αράδιασε όλα τα επιχειρήματα του αδερφού της σαν να απαριθμούσε τα προσόντα ενός βαρβάτου κριαριού. Η μουσική είχε σταματήσει. το ήξερε. «Κάνε γρήγορα. το ότι μια γυναίκα τόσο ευσεβής όσο είσαι εσύ. Έσμιξε τα φρύδια σαν να της είχε μιλήσει σε άλλη γλώσσα. ροδαλών χειλιών της. «Δεν αμφιβάλλω καθόλου πως κάποια μέρα θα νιώσω στοργή γι’ αυτόν. Με το να παρατείνεις την παρουσία μου στη ζωή σου σίγουρα μειώνονται οι ευκαιρίες σου να αγιάσεις.» Τα μεγάλα γκρίζα μάτια της άνοιξαν διάπλατα και τον κοίταξαν έκπληκτα. «Γιατί παντρεύεσαι τον Τόμας. «Δεν είναι λυπηρό. «Δεν τον αγαπάς. «Ελπίζω πως ξέρω ποιο είναι το καθήκον μου. Έκανε μια υπόκλιση και της πρόσφερε τον αγκώνα του με προσποιητή ευπείθεια. φυσικά. που δεν χρειαζόταν παρά να σκύψει ένα ακόμα εκατοστό. απλώς όχι ακόμη.

«Τι ρομαντικό» του είπε αργόσυρτα και τυπικά. αν δεν τη συγκρατούσε η ανατροφή της. όπως πολύ καλά ξέρεις.» «Το να είσαι ερωτευμένος με τη γυναίκα σου – ή. τα χείλη σφιχτά και τα μάτια της να μην προδίδουν απολύτως τίποτα.» Ξαφνικά εκείνος θυμήθηκε πως οι γονείς της είχαν σκοτωθεί. προσπαθώντας να κρύψει την ενόχληση από τη φωνή του. Ο Γκρίφιν έπιασε τον εαυτό του να παρασύρεται σε μια φευγαλέα συγκίνηση. Εγώ ήμουν εσώκλειστη στο σχολείο όταν πέθαναν. νιώθοντας πάλι αυτό τον ανόητο θρίαμβο. με φωνή που φανέρωνε ανία «να πιστεύεις πως ο έρωτας έχει οποιαδήποτε σχέση με το γάμο.» «Λόρδε Γκρίφιν…» Εκείνος την τράβηξε. Έχω αναμνήσεις από… από βαθιά στοργή μεταξύ τους. ο Γκρίφιν είχε την αίσθηση πως θα έφερνε τα χέρια της στους γοφούς σαν μια εξοργισμένη σύζυγος. Η αλλαγή ήταν μάλλον εντυπωσιακή.» Η έκφρασή της μαλάκωσε προς στιγμή.» Η Ηρώ πήρε μια βαθιά αναπνοή και σήκωσε το κεφάλι. ντανουά.» «Τον έρωτα» της απάντησε. ακόμα κι αν δεν το έχεις δει ποτέ…» «Και οι δικοί μου γονείς.» Η Ηρώ σταμάτησε απότομα. «Δεν πειράζει. «Όπως για ένα συμπαθητικό κουτάβι σπάνιελ. όμως είναι πιθανό. όμως έχω κάποιες τρυφερές αναμνήσεις από εκείνους . Μήπως αυτή ήταν η πραγματική εικόνα της. με την πλάτη στητή.«Φυσικά» μουρμούρισε εκείνος. Το ξέρω πως είναι σπάνιο. με πρόσωπο συγκινητικά ευάλωτο προς στιγμή.» Ήταν η σειρά του να δείξει σαστισμένος.» «Ποιο πράγμα.» «Επειδή ο γάμος στον κύκλο μας είναι ένα συμβόλαιο ανάμεσα στις δύο οικογένειες. Σχεδόν ποτέ κανείς δεν μου τους αναφέρει.» «Γιατί. Λες και δεν υπήρξαν ποτέ. Ήταν μια υπόθεση που είχε πάρει μεγάλες διαστάσεις πριν από δεκαπέντε χρόνια – ο Δούκας και η Δούκισσα του Γουέικφιλντ είχαν δολοφονηθεί από κοινούς ληστές έξω από ένα θέατρο.» «Τι πράγμα. τότε. και.» «Και δεν μπορεί να είναι κάτι περισσότερο. με τον άντρα σου. «Ο Μάντβιλ δεν είναι σπάνιελ!» «Μήπως. φαντάζομαι. Οι γονείς μου το είχαν.» «Κι εσύ γίνεσαι επίτηδες χοντροκέφαλη. «Με συγχωρείς. οδηγώντας τη στην άλλη άκρη της αίθουσας. τα όμορφα χείλη της μισάνοιξαν. «Αγαπούσαν ο ένας τον άλλον. στη δική σου περίπτωση. «Δεν έχεις ανάγκη να σου εξηγήσω εγώ τους κοινωνικούς κανόνες. Τα γκρίζα μάτια της σαν να τα σκέπασε ομίχλη.» «Κάνεις επίτηδες το βλάκα» είπε ανυπόμονα. «Και οι γονείς μου. Αλλά σχεδόν αμέσως έγινε πάλι η Λαίδη Τέλεια. Τι τη μεταμόρφωνε σε έναν τέτοιο χαμαιλέοντα.» Το κεφάλι της είχε χαμηλώσει τόσο που μπορούσε να δει μονάχα τα χείλη της που είχαν κρεμάσει μελαγχολικά. «Τι. «Είναι που πάντα πίστευα ότι θα ήταν πολύ όμορφο.

πόσο καιρό νομίζεις πως θα έπρεπε να περιμένω. Άλλωστε. Η Ηρώ κούνησε το κεφάλι. «Κι αν συναντήσω την αληθινή αγάπη στα εξήντα μου.» «Την υποχρέωση.» «Και οι Ρίντινγκ δεν κουβαλάνε ιστορικό τρέλας. Προσπαθεί κανείς να αυξήσει τις πιθανότητες επιτυχίας κάνοντας τη σωστή επιλογή – ας πούμε με το να διαλέξει έναν άντρα αποδεκτό.» «Επίσης. Έμοιαζαν σαν να μην ήταν μαζί παρέα.» Την κοίταξε με περιέργεια. Κανείς δεν μπορεί να μου εγγυηθεί πως θα τη βρω.πριν… πριν συμβεί αυτό που συνέβη. δείχνοντας ξαφνικά μεγάλη σιγουριά. την έχω δει. «Όλοι οι γάμοι είναι ένα είδος τζόγου. Είμαι είκοσι τεσσάρων χρόνων. «Ένας γάμος όπου υπάρχει και αγάπη ανάμεσα στα δύο μέρη είναι σίγουρα ο ιδανικός. Κι αν δεν τη συναντήσω ποτέ. Περπάτησαν για λίγο χωρίς να μιλούν. δείχνοντας φανερά ενοχλημένη.» Ανασήκωσε τους ώμους. προσπαθώντας να καταλάβει το λόγο που τον ενοχλούσε η μάλλον ψυχρή απόφασή της να παντρευτεί τον αδερφό του. Θα προτιμούσες να μείνω μια γεροντοκόρη που εξακολουθεί να αυταπατάται και να ελπίζει.» Η λέξη άφησε μια πικρή γεύση στη γλώσσα του παρόλο που ήταν κάτι που είχε ξανακούσει πολλές φορές. νιώθοντας τη διάθεση να την προστατέψει. σουφρώνοντας τη μύτη. Χρόνια.» «Όλον αυτό τον καιρό έψαχνες την αληθινή αγάπη. γιατί συμβιβάζεσαι με λιγότερα. «Ή κάτι που να μοιάζει με αληθινή αγάπη. αποτρέποντας κάθε συζήτηση. Το ξέρω πως υπάρχει η ρομαντική αγάπη. «Το παραδέχτηκες κι εσύ πως ένας γάμος με αγάπη είναι ιδανικός.» Κούνησε με κατανόηση το κεφάλι.» «Ίσως όχι την αληθινή αγάπη. Ο Γκρίφιν έκλινε το κεφάλι σε έναν ή δύο ανθρώπους που διασταυρώθηκαν μαζί του. Δεν μπορώ να περιμένω για πάντα.» «Η αγάπη μπορεί να αναπτυχθεί μεταξύ δύο συζύγων και μετά το γάμο.» «Όχι. νιώθοντας μια τρυφερότητα γι’ αυτή την περήφανη. και βέβαια όχι. Μήνες. Πάνω από έξι χρόνια περίμενα. αψίθυμη γυναίκα. Όλες οι κοπέλες της τάξης του δεν είχαν «την υποχρέωση» να κάνουν έναν καλό γάμο. Νομίζω… Ναι. σκεπτική. Γιατί δεν περιμένεις να κάνεις έναν τέτοιο. που προέρχεται από καλή οικογένεια.» «Περίμενα. και συνέχισε να περπατά. «Χωρίς αμφιβολία. νομίζω πως ο καθένας μας είναι ικανός να ερωτευτεί.» Ανασήκωσε τους ώμους. πράγμα πολύ ευχάριστο στην αριστοκρατική τάξη» μουρμούρισε εκείνος.» Συνοφρυώθηκε.» «Κάθε άλλο. Έχω την υποχρέωση να παντρευτώ και να κάνω έναν καλό γάμο. Άλλωστε. θα βρίσκεις ανόητες τις κουβέντες για αληθινή αγάπη.» «Τότε.» Ζάρωσε τη μύτη. Τον κοίταξε. όμως σίγουρα έχω κάποιον. και πως κάπου εκεί έξω υπάρχει ένας άνθρωπος που θα ανταποκριθεί σε αυτή την αγάπη.» . μπορεί και να μην αναπτυχθεί. «Θα το θεωρούσες καλύτερο αν παντρευόμουν κάποιον που την οικογένειά του τη βάραινε ιστορικό τρέλας. Ένας Θεός ήξερε πως δεν ανησυχούσε καθόλου μήπως πονέσει η καρδιά του Τόμας. ακόμα και να αγαπήσει βαθιά.» «Ίσως. «Πιστεύεις πως έχεις την αληθινή αγάπη. «Ίσως έχεις δίκιο» του είπε η Ηρώ έπειτα από λίγο. και τέτοια. ανάμεσα στο πλήθος που πηγαινοερχόταν γύρω τους. προσέχοντας να μην έχουν καμία επαφή μεταξύ τους.

κι έπειτα κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι.» Τα λόγια της είχαν σκοπό να τον πειράξουν. Ένα χαμόγελο –ένα αληθινό χαμόγελο– από αυτήν τη γυναίκα ήταν ό. όπως τόνισες κι εσύ. «Τι θα κάνεις τότε. πώς να είναι. λόρδε μου.» Είχε καταφέρει να προκαλέσει ένα αδιόρατο χαμόγελο σε τούτα τα τρυφερά χείλη. «Όχι.» «Δηλαδή. Απολαμβάνω τις αλήτικες συνήθειές μου. λόρδε μου» του είπε «σχετικά με τις συζυγικές σχέσεις. σουφρώνοντας τα χείλη. που η ανάσα του μετακίνησε μια ατίθαση κόκκινη μπούκλα δίπλα από το αφτί της– «ενώ εγώ φαίνομαι κάθε άλλο παρά τέλειος στα μάτια σου. Για μένα. Η μοναδική αληθινή μου αγάπη ίσως να είναι μια γυναίκα που ζει πέρα στην Κίνα. «Όμως. Πόσο αλλόκοτη σκέψη ήταν αυτή.» Η Ηρώ κατένευσε. αν και ακούγεται πολύ άβολη κατάσταση για να βρεθεί κανείς. ε. τότε γιατί δεν έχεις κάνει έναν ευτυχισμένο γάμο. Να δίνεις τα πάντα για ένα και μόνο άτομο σε ολόκληρο τον κόσμο.«Και πιστεύεις πως ένα κάθαρμα σαν εσένα θα μπορούσε να ερωτευτεί τρελά. λαίδη μου. λόρδε μου. όχι το γάμο. Όμως» – τέντωσε προειδοποιητικά το δάχτυλό του– «αυτό.τι αφορά την αγάπη. θα με κάνεις να αναιρέσω την ερμηνεία που ήξερα μέχρι τώρα γι’ αυτήν τη λέξη. η . περιτριγυρισμένος από μικρά.» Χαμογέλασε μελαγχολικά.» «Αυτό είναι το πρόσωπο που δείχνω προς τα έξω» της είπε ανάλαφρα. σαν να είχε βγάλει τα συμπεράσματά της. ένα έξοχο αντιπροσωπευτικό δείγμα της εργένικης ζωής θα θυσιαστεί στα δεσμά του γάμου. Το να παρασύρεσαι από ένα τόσο δυνατό πάθος. Πραγματικά.» «Επειδή» –έσκυψε τόσο κοντά της. λαίδη μου. «Για κάθαρμα.» Προσποιήθηκε πως ριγούσε από τρόμο.» «Είμαι ιδεαλιστής σε ό. βρόμικα διαβολάκια. ωστόσο ο τόνος της φωνής της ήταν απόλυτα σοβαρός. πολύ απίθανο. ερωτοτροπώ με όσες γυναίκες θελήσω. σε διαβεβαιώνω πως η ζωή μου είναι απόλυτα τέλεια έτσι όπως είναι τώρα. Ο Γκρίφιν ανασήκωσε τους ώμους. «Άραγε. «Ίσως. «Γιατί. και ευχαριστώ προκαταβολικά το Θεό γι’ αυτό.» Της χαμογέλασε για να κρύψει ένα αίσθημα απογοήτευσης. είναι κάτι πολύ. θα παραχωρήσω όλο το γαμήλιο κομμάτι μαζί με τα παρεπόμενα καθήκοντα στον αδερφό μου.» «Και αν μια μέρα πιάσεις τον εαυτό σου ερωτευμένο.» «Τότε όλα θα έχουν χαθεί. «Δύσκολο να τα μπερδέψω αν σκεφτεί κανείς σε τι κατάσταση σε πρωτοσυνάντησα. Η ζωή ενός καθάρματος θα μετατραπεί σε συντρίμμια. αν είσαι τόσο ιδεαλιστής. την ελευθερία μου και τη δυνατότητά μου να.» «Ποτέ. «Ούτε κι εγώ. Μπορεί να μην τη συναντήσω ποτέ σε αυτήν τη ζωή.» τον ρώτησε μαλακά.τι ένα γυμνό κορμί από μια άλλη. και η καρδιά του άρχισε να χτυπά πιο γρήγορα στη θέα τους. αθεράπευτα μία γυναίκα.» «Κρίμα» είπε εκείνος. Να είμαι δέσμιος μιας και μόνο γυναίκας για την υπόλοιπη ζωή μου. είσαι πολύ ιδεαλιστής.» Τον κοίταξε για λίγο προσεκτικά. «Μην το μπερδεύεις με το κτήνος που κρύβω μέσα μου. Μπορεί να είναι ένα χούφταλο ενενήντα χρόνων ή ένα μωρό είκοσι μηνών. δεν ερωτεύτηκες ποτέ σου.

Ο Ρίντιγκ έκανε μια υπόκλιση τόσο βαθιά. Είδε τα βλέφαρα του Ρίντινγκ να χαμηλώνουν και τα χείλη του να ανοίγουν για να πουν κάτι ακόμα που χωρίς αμφιβολία θα τη σκανδάλιζε περισσότερο. ωστόσο τα λόγια του ήταν εξίσου εξοργιστικά. «Ελπίζω να μην ήταν πολύ κουραστικός» μουρμούρισε ο Μάντβιλ καθώς την οδηγούσε προς την πίστα. υποκλίθηκε προς το μέρος του Ρίντινγκ και έπιασε το χέρι του μνηστήρα της. που άγγιξε τα όρια της χλεύης. «Αγαπητή μου. βλέποντας με τα μάτια της φαντασίας της ολόκληρα τάγματα γυναικών ξαπλωμένων στο κρεβάτι του. μια προειδοποιητική νότα ακούστηκε ξεκάθαρα. Τι αλλόκοτη σκέψη για κάποιον που παραδέχεται κι ο ίδιος πως είναι κάθαρμα! Η Ηρώ πετάρισε τα βλέφαρά της και συνειδητοποίησε πως ο Μάντβιλ τής πρόσφερε το μπράτσο του. Τα μάτια του Ρίντινγκ έχασαν την πειρακτική λάμψη τους. Θεέ και Κύριε.» Χαμογέλασε. εγώ θεωρούσα πάντα . Ευτυχώς. Αυτό που απέμεινε ήταν μία ανέκφραστη. ένας οραματιστής.» Κούνησε το κεφάλι. ο Ρίντινγκ θα μπορούσε να ήταν ο τύπος του άντρα που όλοι θέλουν να ακολουθούν στο σχεδόν άπελπι αγώνα του: ένας ηγέτης.» είπε ο Μάντβιλ χωρίς καμία πρόσχαρη νότα στη φωνή του. «Τα συγχαρητήριά μου. διώχνοντας ταυτόχρονα κάθε ίχνος τρυφερότητας από το πρόσωπό του. Είχε χρησιμοποιήσει ευφημισμό αντί για τις χοντράδες που εκστόμισε νωρίτερα στο σαλονάκι. θα έπρεπε να αισθάνεται ντροπή για τούτες τις φαντασιώσεις. «Καθόλου» τον διαβεβαίωσε. κι έπειτα έκανε μεταβολή και χάθηκε στον κόσμο. Η Ηρώ δεν είχε συνειδητοποιήσει πως κρατούσε την αναπνοή της μέχρι τη στιγμή που την άφησε ελεύθερη να βγει. Λαίδη Ηρώ. Περισσότερο ένιωσε παρά είδε την αιχμηρή ματιά του. όμως εκείνη το μόνο που ήθελε ήταν να πιέσει τις παλάμες της πάνω στα ξαναμμένα μάγουλά της για να σβήσει τη φωτιά που την έκαιγε. για τον αρραβώνα σου. «Η υπόνοια κινδύνου κι εκείνο το προκλητικό χαμόγελο χωρίς αμφιβολία θα συγκινούν πολλές γυναικείες καρδιές. ενώ δίπλα τους οι καλογυμνασμένοι γλουτοί του ανεβοκατέβαιναν ρυθμικά χαρίζοντας ηδονή. κάποιος πολιτικός. Όμως.» *** Η Ηρώ κοίταξε τα κατεργάρικα πράσινα μάτια του Ρίντινγκ. «Μερικές κυρίες τον βρίσκουν πολύ ενδιαφέροντα. γνέφοντας σε μία ηλικιωμένη κυρία που πέρασε από δίπλα τους. «Είμαι σίγουρη γι’ αυτό» του είπε ήρεμα. Τόμας. κάποιος τους διέκοψε.αληθινή αγάπη θα είναι η ολοκληρωτική και απόλυτη καταστροφή. και μάλλον εκφοβιστική μάσκα. μάλλον απότομα προς το μέρος της. Χωρίς το ιδιαίτερο χιούμορ του.» Αν και είχε προσπαθήσει να δώσει ουδέτερο τόνο στη φωνή του. Στραβοκατάπιε. «Μπορώ να έχω πίσω τη μνηστή μου.

το μικροκαμωμένο. «Σε ευχαριστώ. αγαπητή μου! Δεν καταλαβαίνεις.» Χόρεψαν ένα μινουέτο κι έναν αντικριστό χορό. Ο Μάντβιλ την οδήγησε στην άκρη της αίθουσας όπου βρίσκονταν συγκεντρωμένες καρέκλες. τη συνόδευε όπου κι αν πήγαινε. Η Μινιόν γάβγισε μια φορά. η Ξαδέρφη Μπατίλντα– βόλεψε την πληθωρική φιγούρα της στη διπλανή καρέκλα. Η Μινιόν. γι’ αυτό η Ηρώ την κοίταξε ήρεμα. μετά το θάνατο των γονιών τους.» «Χμ» μουρμούρισε η Ηρώ. Πραγματικά. όπως ήταν γνωστή στους Μπάτεν. λες και ήθελε να δώσει έμφαση στα λόγια της κυρίας της. «Γιατί όχι. τη Φοίβη. σαν να επρόκειτο για απόρρητα κρατικά μυστικά. Η Ηρώ τον κοιτούσε καθώς άνοιγε δρόμο ανάμεσα στον κόσμο. «Εδώ είσαι!» Η Μπατίλντα Πίκλγουντ –ή. η Ξαδέρφη Μπατίλντα είχε μεγαλώσει την Ηρώ και τη μικρότερη αδερφή της.» «Για ποιο πράγμα. αλλά δεν ξέρω αν θα το τραβούσα τόσο. Από το λυγισμένο της χέρι κρεμόταν μια καφέ-μαύρη τσάντα και μια άσπρη φάτσα. Κάθε τόσο τον σταματούσαν όσοι ήθελαν να του ευχηθούν και άλλοι που ήθελαν απλώς να τους δουν να μιλούν με το Μαρκήσιο του Μάντβιλ.» «Δεν πρέπει να χορέψεις με το Λόρδο Γκρίφιν Ρίντινγκ ποτέ ξανά!» της είπε με τόση βιάση. ώστε να το χαρακτηρίσω μίσος.πολύ πιο γοητευτικό έναν άντρα που συνειδητοποιεί και τηρεί τις υποχρεώσεις του από κάποιον που περνά τη ζωή του διασκεδάζοντας με ανόητα παιχνίδια.» Η φωνή της Ξαδέρφης Μπατίλντα έγινε ψίθυρος. αγαπητή μου. Τα λευκά μαλλιά της ήταν μαζεμένα σε ένα τριγωνικό δαντελένιο σκουφάκι ενώ μικρές κατσαρωμένες μπούκλες έπεφταν γύρω από το μέτωπό της. και το πλούσιο στήθος της στολιζόταν από λευκές δαντέλες και μαύρες κορδέλες.» «Επειδή αυτός και ο Λόρδος Μάντβιλ μισούν ο ένας τον άλλον. «Ο Λόρδος Γκρίφιν ξελόγιασε την πρώτη σύζυγο του Μάντβιλ!» . θα ήθελες να χορέψεις με το μέλλοντα σύζυγό σου. την έβαλε να καθίσει και έφυγε για να της φέρει ένα ποντς. «Ναι. ανασηκώνοντας τα φρύδια. Φορούσε ένα φόρεμα στο αγαπημένο της δαμασκηνί χρώμα. «Τώρα.» Το μπράτσο του κάτω από το χέρι της χαλάρωσε λιγάκι. Αναστέναξε. «Αγαπητή μου. γέρικο σπάνιελ της Ξαδέρφης Μπατίλντα.» Του χαμογέλασε. «Είχα προσέξει μία ένταση ανάμεσά τους. και ύστερα η Ηρώ ζήτησε κάτι να πιει. ο Μάξιμους τής είχε διαλέξει τον τέλειο σύζυγο. θαυμάζοντας τους φαρδιούς του ώμους και το δυναμικό βάδισμά του. «Με μεγάλη μου χαρά. ευχαριστημένη. χαϊδεύοντας αφηρημένα τη Μινιόν πίσω από τα μεταξένια αφτιά της. πρέπει να σου μιλήσω!» Η Ξαδέρφη μιλούσε σχεδόν πάντα με ξεφωνητά. Μακρινή συγγενής από τη μεριά της μητέρας της. Ίσως μια αόριστη αντιπάθεια…» «Είναι κάτι πολύ χειρότερο από αντιπάθεια.» «Που βλέπεις τόσο καθαρά αυτά που άλλοι δεν μπορούν να δουν» της είπε. και σκέφτηκε πόσο πολύ της άρεσε ο τρόπος που βάθαιναν οι γραμμούλες γύρω από τα καστανά του μάτια κάθε φορά που την κοιτούσε.

έτσι δεν είναι. το να είσαι μια ανύπαντρη γυναίκα καταντάει ιδιαίτερα στενάχωρο. το μικρό πουλί τραγουδούσε πάνω από τα καδρόνια του στάβλου. το πουλί έμοιαζε σαν να τραγουδούσε αυτά τα λόγια: «Ψηλά. και παραλίγο να χτυπούσε τη μύτη της Μινιόν που είχε ξαπλώσει στο γόνατό της. έτσι δεν είναι. Ίσως να είναι μόνο κακεντρέχειες.Κεφάλαιο Τρία Πέρα μακριά από το μπαλκόνι της βασίλισσας βρίσκονταν οι βασιλικοί στάβλοι. ερωτικές περιπέτειες και άλλα τέτοια πράγματα. «Δεν πιστεύεις στα σοβαρά πως θα άφηνα τον εαυτό μου να ξελογιαστεί από ένα κάθαρμα.» απάντησε η Ξαδέρφη Μπατίλντα με την εκνευριστική λογική της. «Και. όλοι θα σε παρακολουθούν από κοντά κάθε φορά που αυτός ο άντρας θα βρίσκεται κάπου γύρω σου. ψηλά στους τοίχους του κάστρου Μια όμορφη κυρά κλαίει μόνη της τη νύχτα. «Ξελογιάσματα.» «Μου το ζήτησε μπροστά στον Μάξιμους» είπε η Ηρώ για τρίτη. Νωρίς κάθε πρωί. «Δεν ήταν κατάλληλο θέμα συζήτησης για μία ανύπαντρη κοπέλα. για να ξεκουραστεί από το ολοήμερο πέταγμα. αν ο επιστάτης είχε τη δυνατότητα να ακούσει αρκετά καλά.» «Και βέβαια όχι!» Η Ξαδέρφη έδειξε να σκανδαλίζεται και μόνο στη σκέψη.» Η Ξαδέρφη Μπατίλντα κούνησε αόριστα το χέρι. Άλλωστε. «Γιατί δεν μπορούσε κάποιος να μου μιλήσει για το σκάνδαλο με την πρώτη γυναίκα του Μάντβιλ.» . την ώρα που η άμαξα τη γύριζε με την Ξαδέρφη Μπατίλντα στο σπίτι.» ρώτησε η Ηρώ ανυπότακτα. Και μερικές φορές.» ζήτησε να μάθει. Καθώς εκείνος βούρτσιζε το καστανόχρωμο τρίχωμα του αλόγου. «Όμως. Εκεί το μικρό καφετί πουλί πήγαινε να φωλιάσει τις νύχτες.» «Δεν είναι δίκαιο. Απλώς φρόντισε να είσαι πιο προσεκτική στο μέλλον.» -από το Η Βασίλισσα Μαυρομαλλούσα Κάποιες στιγμές σαν κι αυτήν. ο επιστάτης των στάβλων ετοίμαζε ο ίδιος την αγαπημένη φοράδα της βασίλισσας. ό. Εγώ δεν έχω κάνει τίποτα κακό.» «Μα. Ω.τι έγινε έγινε. δεν υπάρχει κάποιος για να την παρηγορήσει…. πώς ήθελες να ξέρω πως θα το έσκαγες και θα πήγαινες να χορέψεις με αυτό τον άντρα αμέσως με το που τον γνώρισες. φορά. γιατί.» Η Ηρώ σταύρωσε τα χέρια στο στήθος της. πώς το ξέρουμε ότι ο Λόρδος Γκρίφιν αποπλάνησε τη γυναίκα του Μάντβιλ. «Τέλος πάντων. ίσως και τέταρτη. σκέφτηκε αργότερα εκείνο το βράδυ η Ηρώ. τέλος πάντων. «Ο Μάντβιλ έδωσε την άδειά του!» «Δεν θα μπορούσε να κάνει κι αλλιώς.

» Η Ξαδέρφη Μπατίλντα ανασήκωσε τους ώμους. ο Μάντβιλ σίγουρα τις πιστεύει» είπε η Ξαδέρφη Μπατίλντα. Δεν ήθελε να ακούσει τίποτα εναντίον του αδερφού του. έτσι δεν είναι. αλλά σίγουρα θα είχε προσέξει το πάθος της Αν. από την άλλη. όμως το να κάνει κάτι τόσο τρομερό στον ίδιο του τον αδερφό ήταν πραγματικά απαίσιο.» «Τι φριχτό αυτό που λες» ψιθύρισε η Ηρώ. και φυσικά ήταν προσκεκλημένος και ο Ρίντινγκ. Αυτός πρέπει να ήταν ο λόγος που έχασε τα μυαλά του ο Μάντβιλ.» Η Ξαδέρφη σούφρωσε τα παχουλά χείλη της. Πραγματικά. ήταν ευτύχημα που δεν έζησε.» «Ο Λόρδος Γκρίφιν Ρίντινγκ.» «Δεν άλλαξε συμπεριφορά. ο Μάντβιλ στάθηκε βράχος αφοσίωσης. και παραλίγο να μπλέξει σε δύο μονομαχίες. Τότε αυτός τα παράτησε όλα και άρχισε να κάνει στο Λονδίνο μια άσωτη ζωή. αλλά πολύ ελκυστική. την εμφάνισή σου στους κοσμικούς κύκλους. Συναναστρεφόταν με τα χειρότερα αποβράσματα της κοινωνίας.» «Κι ο Μάντβιλ.» «Πριν από τρία χρόνια και κάτι. ξελόγιαζε παντρεμένες γυναίκες.«Ακόμα κι αν πρόκειται για φήμες. πολύ φοβάμαι πως πρέπει να σκεφτόμαστε πρακτικά.» Η Ηρώ συνοφρυώθηκε. Η Αν Τρέντλοκ ήταν μια καλλονή.» «Και μετά ο Μάντβιλ παντρεύτηκε την Αν Τρέντλοκ. αγαπητή μου. Και παρά τα τόσα σκάνδαλα.» Η Ξαδέρφη Μπατίλντα αναστέναξε.» «Αναπόφευκτο μόνο αν ήταν εντελώς παλιάνθρωπος» μουρμούρισε η Ηρώ. Το ήξερε πως ο Ρίντινγκ ήταν ένα κάθαρμα. Και διαδόθηκαν και φήμες για το μωρό. «Φαντάζομαι ότι προσπάθησε να τους κρατήσει μακριά. όμως εγώ είχα παρευρεθεί. «Θυμάσαι την πρώτη κυρία Μάντβιλ. αυτό συνέβη. Αν είχε επιβιώσει το παιδί και ζούσε . τα δύο αδέρφια ούτε που μιλούσαν. με το που πέθανε ο πατέρας του. «Αυτός ο άντρας.» Η Μινιόν κλαψούρισε και τίναξε το πόδι της. «Αμυδρά. «Τι συνέβη. «Τι έκανε ο Ρίντινγκ. Εκείνη ήταν μάλλον ζωηρή για την ηλικία της. Δεν ήσασταν στους ίδιους κύκλους. «Έγινε ένα χρόνο πριν κάνεις εσύ.» «Τι μπορούσε να κάνει. Ήταν αναπόφευκτο ότι κάποια στιγμή θα έβρισκε μια ευκαιρία για να αποπλανήσει τη γυναίκα του αδερφού του. ήταν μία Τρέντλοκ» είπε αινιγματικά η Ξαδέρφη. Η Αν δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια της από τον Ρίντιγνκ – όλοι το παρατήρησαν. Ακούστηκαν φήμες πως θα προτιμούσε να παντρευόταν τον Ρίντινγκ αντί για τον Μάντβιλ αν δεν ήταν στη μέση ο τίτλος του. όμως ο Ρίντινγκ είναι αδερφός του.» Η Ξαδέρφη Μπατίλντα κούνησε με λύπη το κεφάλι.» Η Ηρώ ένιωσε ένα ρίγος να τη διαπερνά. έγινε αγρίμι. αλλά. βέβαια. «Μπορεί να είναι – ο οίκτος σου σε τιμά. δεν χωράει αμφιβολία γι’ αυτό. «Ναι. αλλά μέχρι τότε όλοι το ξέραμε πως ήταν. «Ωστόσο. όλοι θεώρησαν πως ήταν ένα πολύ καλό συνοικέσιο. Όλοι θεωρούσαν πως και ο δικός της αρραβώνας ήταν πολύ καλός. Αυτή η ιστορία τη στενοχωρούσε απίστευτα πολύ. όπως η οικογένεια.» Η Ηρώ ζάρωσε τη μύτη της. «Με αδυναμίες. Όταν ανακοινώθηκαν οι αρραβώνες. Πέθανε πριν από τέσσερα χρόνια.» «Και μετά. Ήταν ο γάμος της χρονιάς. ακόμα κι όταν όλοι άρχισαν να αποφεύγουν να προσκαλούν τον Ρίντινγκ. «Όταν η Αν πέθανε στη γέννα. και η οικογένεια παλιά και ευκατάστατη. Η Ξαδέρφη τη χάιδεψε αφηρημένα κάτω από το πιγούνι. Ο γερο-μαρκήσιος απεβίωσε όταν ο Ρίντινγκ ήταν στο Κέιμπριτζ.

Μέχρι τότε. «Καλησπέρα.» «Μάλιστα. «Σουτ! Ηρώ!» . «Πες σε κάποιον υπηρέτη να βγάλει τη Μινιόν μια βόλτα. όμως ο Μάξιμους είχε πει ότι δεν ήταν σωστό για τρεις κυρίες να τριγυρνούν στο αρχοντικό ενός εργένη. Η Ξαδέρφη Μπατίλντα έγειρε προς το μέρος της και της χτύπησε μαλακά το γόνατο. Καληνύχτα. άνοιξε την κύρια είσοδο και υποκλίθηκε πάνω από τη στρογγυλή κοιλιά του. δίνοντάς του την εσάρπα και τα γάντια της. κυρία. όσο και για το ίδιο το παιδί. χτυπώντας απαλά τα χείλη με το χέρι της. Ζάρωσε σκεφτικά τη μύτη.» Η Ηρώ χαμογέλασε στον μπάτλερ και του έδωσε το σάλι της πριν ακολουθήσει την άλλη γυναίκα στον πάνω όροφο. τη νεότερη αδερφή της –τη Φοίβη– και την Ξαδέρφη Μπατίλντα. «Ω. Μόνο να θυμάσαι να κρατιέσαι μακριά από τον Ρίντινγκ. ωστόσο δεν έφερε καμία αντίδραση. κυρία. λαίδη μου. Παραμέρισε την κουρτίνα της άμαξας για να κοιτάξει έξω. ξεπρόβαλε κάτω από τα σκεπάσματα του κρεβατιού της.» Ο Πάντερς πήρε το μικρό σπάνιελ στην αγκαλιά του. αλλά πόσο χειρότερο ήταν το να πεθαίνει ξέροντας πως έχει προδώσει τον ίδιο της τον άντρα. «Θεέ μου!» χασμουρήθηκε η Ξαδέρφη καθώς κατέβαιναν από την άμαξα. «Σε ευχαριστώ. παρ’ όλα αυτά ήταν εξίσου κομψό και άνετο. καλή μου. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα. θα ήταν τρομερό βάρος τόσο για τον Μάντβιλ. «Αυτή είναι όλη η ιστορία.μόνο με τον πατέρα του. και το παρελθόν θα ξεχαστεί. πράγμα παράξενο. καταφέρνοντας να διατηρήσει το σοβαρό του ύφος ακόμα κι όταν η Μινιόν άρχισε να γλείφει το σαγόνι του. όπως το ότι ήταν ευτύχημα ο θάνατος ενός αθώου μωρού. αλλά τώρα το μόνο που θέλω είναι να πέσω στο κρεβάτι.» «Υποθέτω πως έχεις δίκιο» μουρμούρισε η Ηρώ. όμως η νύχτα ήταν σκοτεινή. ωστόσο. και μετά να τη φέρει στα διαμερίσματά μου. Χασμουρήθηκε ξανά. Άνοιξε την πόρτα της χωρίς να εκπλαγεί καθόλου όταν το κεφάλι της Φοίβης. Μπορεί το σπίτι που τους είχε αγοράσει να μην ήταν τόσο επιβλητικό όσο το Γουέικφιλντ Χάουζ. και μέχρι εκείνην τη στιγμή η Ξαδέρφη λαγοκοιμόταν ενώ η μικρή Μινιόν ροχάλιζε στην αγκαλιά της.» Η Ηρώ κούνησε καταφατικά το κεφάλι.» «Καληνύχτα» ψιθύρισε η Ηρώ και διέσχισε τον προθάλαμο για να πάει στο δικό της δωμάτιο. Εκείνη δεν είχε την πρόθεση να ακολουθήσει μια τέτοια μοίρα. Πάντερς» απάντησε η Ξαδέρφη Μπατίλντα. ο μπάτλερ. «Πολύ ωραίος χορός. Άφησε την κουρτίνα να πέσει.» «Μάλλον καλημέρα θα πρέπει να πούμε. Απεχθανόταν τέτοιου είδους πρακτικές σκέψεις. Δεν είμαι σαν κι εσάς τις νεαρές που αντέχετε στο πόδι ώρες ατελείωτες!» Ανέβηκαν τα άσπρα μαρμάρινα σκαλοπάτια του περιποιημένου σπιτιού που είχε αγοράσει πριν από τρία χρόνια ο Μάξιμους για την Ηρώ. εκείνη δεν ένιωθε να νυστάζει καθόλου. Η Ηρώ υποπτευόταν πως με αυτό τον τρόπο ο Μάξιμους ήθελε να διασφαλίσει την προσωπική του ζωή. μισοκρυμμένο σε ένα άσπρο σκουφάκι ύπνου. «Με κάνεις να νιώθω τόσο περήφανη με τον αρραβώνα που έκανες» της είπε η Ξαδέρφη Μπατίλντα έξω από την κρεβατοκάμαρά της. σε μία από τις πιο αριστοκρατικές περιοχές του Λονδίνου. Χρειάστηκαν άλλα είκοσι λεπτά μέχρι να φτάσουν στο σπίτι. και το μόνο που κατάφερε να δει ήταν το είδωλό της στο τζάμι. είμαι ξεθεωμένη. Πάντερς. Ο Πάντερς. Το να πεθαίνει μια γυναίκα στη γέννα ήταν πολύ τρομερό. ζούσαν όλοι μαζί του στο Γουέικφιλντ Χάουζ.

είναι εντελώς διαφορετικοί.» Ένιωσε μια φωτιά να απλώνεται στα μάγουλά της. Από το βραδινό σκουφί της είχαν ξεφύγει μερικές τούφες ανοιχτοκάστανα μαλλιά. Ο Λόρδος Γκρίφιν Ρίντινγκ έχει εντυπωσιακά ανοιχτοπράσινα μάτια. Φαίνεται άνθρωπος πρόσχαρος. παρά τον ουδέτερο τόνο της φωνής της. «Ναι.τι του Μάντβιλ και με περισσότερες γωνίες. Σχεδόν το ίδιο χρώμα με τα μαλλιά της.» . τα τίναξε. «Γιατί είσαι ακόμη ξύπνια. ενώ πίσω από τα μικρά. Ενώ η Ηρώ και ο Μάξιμους ήταν ψηλοί. όποτε το θέλει. κι όμως.» Η Φοίβη πετάχτηκε από το κρεβάτι. η Φοίβη ήταν κοντή –λίγο παραπάνω από ενάμισι μέτρο– και το μάλλον στρουμπουλό σώμα της θύμιζε περισσότερο την Ξαδέρφη Μπατίλντα. και ύστερα άρχισαν και οι δύο μαζί να λύνουν τις κορδέλες που συγκρατούσαν τα μεσοφόρια της. Το πρόσωπό του είναι πιο λεπτό απ’ ό.» «Ω. «Την έδιωξα.» Η Ηρώ έβγαλε το κορσάζ της. Λοιπόν. που άγγιζε τα όρια της απρέπειας.» «Πολύ λίγο. γελαστός και αστείος. Το δωμάτιο φωτιζόταν από τέσσερις λυχνοστάτες που σκόρπιζαν ένα γλυκό. αλλά. έμοιαζε περισσότερο με δωδεκάχρονο κοριτσόπουλο παρόλο που είχε κλείσει τα δεκαεπτά εδώ και μισό χρόνο. Και ο τρόπος που κινείται…» Η Ηρώ σήκωσε το βλέμμα και συνειδητοποίησε πως. «Ποιος άλλος ήταν. Είναι και οι δυο τους ψηλοί και μελαχρινοί. Θα κάνω εγώ την καμαριέρα ενώ εσύ θα μου πεις τα πάντα για το χορό. αποφασίζοντας να υποχωρήσει μπροστά στην περιέργεια της μικρής. είχε κινήσει την περιέργεια της Φοίβης. μη με κοροϊδεύεις!» Η Φοίβη είχε αρχίσει ήδη να ξεκουμπώνει τις σούστες στο κορσάζ της αδερφής της. ζεστό φως. Κάρφωσε το βλέμμα πάνω στα χέρια της και συνέχισε με αδιάφορο τόνο. και τα άπλωσε σε μια καρέκλα για να τα τακτοποιήσει την επομένη η Γουέσλεϊ. Και το κορσάζ της ήταν τόσο χαμηλό. πέρα από αυτό. «Και τι την έκανες τη Γουέσλεϊ. είναι πολύ πιο γρήγορος από τους άλλους άντρες. «Χμ. έβγαλε τα μεσοφόρια της. κι έτσι δεν της είχαν επιτρέψει να παραστεί στο χορό των αρραβώνων παρά την έντονη αγανάκτηση που είχε προβάλει. που τώρα την κοιτούσε ερωτηματικά. κι έπειτα κλότσησε μακριά τα παπούτσια της.» «Νόμιζα πως ζούσε στα βόρεια της Αγγλίας. δεν νομίζω πως υπάρχουν πολλά για να σου πω» άρχισε η Ηρώ. στρογγυλά ματογυάλια της έλαμπαν τα καφετιά της μάτια. όλοι. Σε μια προσπάθεια να κερδίσει χρόνο. Ορκίζομαι πως είδα τον κύριο Γκρίμσοου να τεντώνει κάθε τόσο το λαιμό του για να δει καλύτερα το στήθος της. «Είναι κάπως παράξενο. και φορούσε μια απίστευτη τουαλέτα» απάντησε η Ηρώ. αλλά πιστεύω πως δεν είναι τόσο ευτυχισμένος όσο ο Μάντβιλ.» Η Ηρώ έκλεισε την πόρτα πίσω της.Η Φοίβη ήταν το μικρότερο από τα παιδιά των Μπάτεν και δεν έμοιαζε καθόλου με τα αδέρφια της. «Είχε έρθει η κυρία Τέιτ.» Η Φοίβη δεν είχε κάνει ακόμη το ντεμπούτο της. Πώς κινείται.» «Ναι.» «Κατακόκκινη. Πώς ήταν. «Γνώρισα και τον αδερφό του Μάντβιλ.» «Κατέβηκε για το χορό.» Η Φοίβη έβαλε τα γέλια. Μέσα στο λευκό νυχτικό της. Μοιάζει σαν να κάνει τα πάντα αργά.» «Μοιάζει με το μαρκήσιο. «Πώς ήταν. «Ω.

μου έπεσε μία φουρκέτα. όμως της επιτρεπόταν να συναναστρέφεται μόνο τους καλύτερους της τάξης τους – κανέναν που να είχε έστω και την παραμικρή υποψία σκανδάλου.» Η Φοίβη στραβομουτσούνιασε. Ξερόβηξε αμήχανα. «Έμοιαζε σαν να κοιμόταν πάντα. και η Φοίβη παραξενεύτηκε.» Δυστυχώς. νιώθοντας μια ξαφνική πίεση στο στήθος. αγαπητή μου. Και το ξέρεις πως την αγαπάω. «Εδώ είναι. Η καρδιά της σφίχτηκε. Η Ηρώ ζάρωσε τη μύτη της και συμβιβάστηκε.» Η φωνή της Φοίβης ακούστηκε πνιχτή. πραγματικά την αγαπάω.» «Όχι. «Τουλάχιστον μπορεί κάποιος να χαζεύει αυτούς που δημιουργούν σκάνδαλα ενώ συναναστρέφεται τους ευυπόληπτους της καλής κοινωνίας. αλλά σε διαβεβαιώνω πως είναι άκρως απολαυστικό να παρακολουθείς τις κινήσεις της κυρίας Τέιτ μέσα σε μια αίθουσα χορού γεμάτη από ανόητα αρσενικά. μακάρι να ήμουν κι εγώ εκεί.» Η Φοίβη αναστέναξε. Είναι κάπως έτσι και ο Λόρδος Γκρίφιν. «Με συγχωρείς. η Ηρώ μπορούσε να συμμεριστεί το παράπονο της αδερφής της.» Έσκυψε και σήκωσε . «Του χρόνου θα είσαι δεκαοχτώ. Η φουρκέτα με τα σμαράγδια βρισκόταν ακριβώς μπροστά από την κοπέλα.» Η Φοίβη άρχισε να χαλαρώνει τον κορσέ της αδερφής της. Η Ηρώ ίσιωσε την πλάτη και την κοίταξε.» «Ακούγεται γοητευτικό. «Θυμάσαι εκείνο τον κεραμιδόγατο που τριγυρνούσε στους στάβλους του Γουέικφιλντ Χάουζ. ωστόσο όταν έβλεπε κάποιον αρουραίο –μπαμ!– εμφανιζόταν σαν κεραυνός και τον άρπαζε στα δόντια του σε δευτερόλεπτα. αγαπημένη μου. «Στον κόρακα.» «Δεν φαίνεται το ίδιο ενδιαφέρον με το να τους γνωρίζεις από κοντά. «Μα.» «Ω. Πρέπει να κρατηθείς μακριά του. και θα οργανώσουμε ένα μεγαλοπρεπή χορό για το ντεμπούτο σου» της είπε η Ηρώ καθώς καθόταν στην τουαλέτα της. Η Φοίβη έβγαλε τις φουρκέτες από τα μαλλιά της. μέχρι τότε θα είσαι παντρεμένη και θα έχεις άλλες υποχρεώσεις. όμως είναι τόσο μεγάλη και… Ω!» Η Ηρώ είδε μέσα από τον καθρέφτη την αδερφή της να σκύβει πίσω από την πλάτη της. ανασηκώνοντας τα φρύδια. «Εγώ δεν πρόκειται να γνωρίσω ποτέ τους ανθρώπους που έχουν πραγματικό ενδιαφέρον.» «Μη σκας γι’ αυτό. Η αδερφή της την κοίταξε με δυσπιστία.«Σαν γάτα» είπε η Φοίβη. λίγα εκατοστά πέρα από τη μύτη της.» «Όχι!» Η φωνή της ακούστηκε υπερβολικά δυνατή. Θα έχω μόνο την Ξαδέρφη Μπατίλντα για να με συνοδέψει. «Σαν αιλουροειδές. είναι από τις σμαραγδένιες σου. Η ίδια μπορεί να είχε κάνει το ντεμπούτο της.» «Υποθέτω» απάντησε η Ηρώ. φέρνοντας στο μυαλό της το πόσο γρήγορα είχε αντιδράσει ο Ρίντινγκ λίγο πριν μπει ο Λόρδος Πίμπροκ στο σαλονάκι.» «Μα. Φταίει που η Ξαδέρφη Μπατίλντα δεν έκανε τίποτε άλλο σε όλη τη διαδρομή για το σπίτι από το να με προειδοποιεί για τη φήμη που έχει αποκτήσει ο Ρίντινγκ. «Υπάρχουν πάρα πολλοί απολύτως αξιοπρεπείς άνθρωποι που είναι εξίσου ενδιαφέροντες» είπε στη Φοίβη με περισσότερη σιγουριά από όση πραγματικά αισθανόταν. Η Ηρώ γύρισε πάνω στο σκαμπό και είδε την αδερφή της γονατισμένη να χαϊδεύει το χαλί.

Δεν καταλαβαίνω γιατί δεν την είδα.» Κατηφόρισε το μονοπάτι. Ο Γκρίφιν έφερε το δεξί του χέρι πάνω στο γεμισμένο του τουφέκι που ήταν στερεωμένο στη σέλα. το άλογό του. Πήρε το τουφέκι από τη δερμάτινη θήκη που κρεμόταν από τη σέλα. αλλά το πρόσωπό της σκοτείνιασε ακόμα πιο πολύ. τουλάχιστον. «Κοντεύουμε. όση ώρα η Φοίβη τής βούρτσιζε τα μαλλιά. «Είναι σκοτεινά εδώ μόνο με τα κεριά. Σε έναν ψηλό.» ρώτησε η Ηρώ. που η νύχτα ήταν ξάστερη. επειδή μερικά δρομάκια ήταν πολύ στενά για να τα διασχίσει ένας άντρας με το άλογό του. ιδιαίτερα σε σύγκριση με την ειδυλλιακή ομορφιά του εξοχικού Λανκσάιρ. σκέφτηκε ο Γκρίφιν νωρίς –πάρα πολύ νωρίς– εκείνο το πρωί. «Τι ανόητη που είμαι. Ο Γκρίφιν σταμάτησε εκεί έξω το άλογό του. η έκφραση της αδερφής της χαλάρωσε. Μπροστά του. η Ηρώ άρχισε να περιγράφει με λεπτομέρειες τη διακόσμηση στο Μάντβιλ Χάουζ. κι έπειτα απομακρύνθηκε μαζί με την παρέα του. τον μπουφέ. Έξω από την πόρτα του μαγαζιού δεν υπήρχε κανένα φανάρι όπως συνηθιζόταν στα καλύτερα σημεία του Λονδίνου. φυσικά. κάποια από αυτά δίπατα. αγόρι μου.» «Α. και όλους τους χορούς που χόρεψε. Άνοιξέ μου να μπω.» Η Ηρώ ακούμπησε απαλά τη φουρκέτα στο γυάλινο πιατάκι που βρισκόταν πάνω στην τουαλέτα της. Δεν μπορούσε να ακολουθήσει τη συντομότερη διαδρομή για τον προορισμό του. Ευτυχώς. Παρότρυνε τον Ράμπλερ. να διασχίσει το βρόμικο κανάλι που έκοβε στη μέση το στενοσόκακο.» . και με τη λαβή του χτύπησε την ξύλινη πόρτα. που έμοιαζε σαν να ήταν μέρα μέσα στο δωμάτιο.τη φουρκέτα. Στην πραγματικότητα. Ο Γκρίφιν ξεφύσησε ανακουφισμένος και τράβηξε το χέρι του από το τουφέκι για να χαϊδέψει το άλογο. και λίγο μετά έστριψε σε ένα λίγο φαρδύτερο δρόμο.» «Ο Ρίντινγκ. βέβαια» συμφώνησε η κοπέλα. εντούτοις η καρδιά της ίδιας παρέμεινε βαριά. το μοναδικό φως που τον συνόδευε στο ταξίδι του ήταν αυτό που έριχνε το χλωμό φεγγάρι. πλαισιωμένο με κτήρια φτιαγμένα από τούβλα και σοβά. Κοίταξε την αντανάκλαση των τεσσάρων λυχνοστατών στον καθρέφτη. Σχεδόν αμέσως ακούστηκε μια άγρια αντρική φωνή. «Αμέ!» Έτσι. «Ω!» Η Φοίβη σηκώθηκε και έσπρωξε τα ματογυάλια στη μύτη της. μία χαμηλή πόρτα άνοιξε ξαφνικά και εμφανίστηκαν δύο γεροδεμένοι άντρες. Το ζώο θα είχε κλαπεί πριν καν προλάβει ο ιδιοκτήτης του να στρίψει στην πρώτη γωνία. Σιγά-σιγά. δεν υπήρχε περίπτωση να παρατήσει τον Ράμπλερ εκεί πέρα. Και. *** Το Σεντ Τζάιλς είναι μια πραγματική ποντικοφωλιά. «Να σου πω πώς ήταν διακοσμημένη η αίθουσα. τούβλινο τοίχο υπήρχε μια αδιάφορη πόρτα που οδηγούσε σε μία αυλή. Ο ένας κοντοστάθηκε για λίγο. όμως οι άντρες δεν του έδωσαν σημασία. για να τακτοποιήσει μερικά χαρτιά που κρατούσε.» «Δεν πειράζει. Ο Γκρίφιν έσκυψε το κεφάλι καθώς περνούσαν κάτω από μία αιωρούμενη πινακίδα που διαφήμιζε ένα κηροποιείο. Έριχναν τόσο φως. «Ποιος είναι. Το γλυκό πρόσωπό της είχε σκυθρωπιάσει.

θα τα παρατούσε τόσο εύκολα. κι ελάτε δω να φυλάξετε την αυλή.» Ο άλλος άντρας κατένευσε και τον οδήγησε προς το κτήριο που βρισκόταν απέναντι από τον τοίχο του προαυλίου. Δεν είχε και πολλές ελπίδες ότι ο Τσάρλι Γκρέιντι.» Ο Γκρίφιν ξεπέζεψε τον Ράμπλερ. λόρδε μου.» Ο Γκρίφιν κοίταξε την πόρτα. αλλά τους τακτοποιήσαμε μια χαρά» απάντησε ο Νικ. γνωστός και με το βλάσφημο παρατσούκλι Εφημέριος του Γουάιτσαπελ. «Χαίρομαι που σε βλέπω. Τη στιγμή που προσπερνούσαν τον Γκρίφιν. αλλά οι ώμοι και τα μπράτσα του ήταν δυσανάλογα μεγάλα και κατέληγαν σε δύο χέρια που κρέμονταν σαν χοντρές φέτες ζαμπόν στα πλευρά του. Χάιδεψε άλλη μια φορά το ζώο και στράφηκε προς τον Νικ.» «Έγιναν κι άλλες επιθέσεις.«Πώς να ’μαι σίγουρος ότ’ είσ’ εσύ. φράξαμε με πασσάλους την περιοχή. λόρδε μου» είπε ο Νικ με σιγουριά. Τα μάγουλα και το πιγούνι του έμοιαζαν σαν να είχαν καλυφθεί από κάποιου είδους μύκητες. στην περιοχή Σέβεν Ντάιαλς του Σεντ Τζάιλς. αποκαλύπτοντας δύο πονηρά μαύρα μάτια πάνω στο πιο άσχημο πρόσωπο που είχε συναντήσει ποτέ του ο Γκρίφιν μέσα και έξω από το Λονδίνο.» «Ο Εφημέριος δεν πρόκειται να παραιτηθεί παρά μόνο όταν πεθάνει. και μετά έγνεψε στον Γκρίφιν. Ο Γκρίφιν οδήγησε τον Ράμπλερ σε μια παμπάλαια πέτρινη γούρνα για να ξεδιψάσει. και τώρα ένιωθε ευγνωμοσύνη για την προνοητικότητά του. αλλά πήρε μαζί του το τουφέκι και κράτησε τις κεραίες του τεντωμένες καθώς οδηγούσε το άλογο μέσα από την πόρτα.» . Άνοιξε μια γερή ξύλινη πόρτα ενισχυμένη με σίδερο και φώναξε: «Έι. Η μύτη του ήταν σπασμένη και έδειχνε μάλλον επίπεδη. χαρακωμένα από παλιά εξανθήματα και βαθιές ουλές. Γουίλις! Πάρε τον Τιμ. Ο Εφημέριος είχε χωμένη την ουρά του στις περισσότερες περιπτώσεις λαθρεμπορίου ανατολικά του Μπίσομπς. αλλά βασιστήκαμε και στη βοήθειά σου. «Μαζί με τα παιδιά. τραβώντας ένα δρύινο βαρέλι προς την πόρτα της αυλής. Ο άντρας ήταν μετρίου αναστήματος. Ο Γκρίφιν τα είχε αγοράσει προληπτικά μόλις τον περασμένο χρόνο. Το προαύλιο ήταν στρωμένο με χαλίκια. Ο Νικ τούς παρακολουθούσε όση ώρα έπαιρναν τις θέσεις τους δίπλα από την αυλόπορτα. και στις τρεις πλευρές του υπήρχαν κτίσματα. τελευταία όμως είχε αρχίσει να επεκτείνει την αυτοκρατορία του και δυτικά.» Δύο άντρες βγήκαν με βαριά βήματα από το κτήριο. λόρδε μου» είπε ο Νικ Μπαρνς. «Τότε. άγγιξαν με σεβασμό τα καπέλα τους. «Απ’ εδώ. Και αυτό ήταν κάτι που προσέκρουε στα συμφέροντα του Γκρίφιν. Οι περισσότεροι που τον έβλεπαν τον έκαναν είτε για επαγγελματία μποξέρ είτε για πληρωμένο δολοφόνο. Είμαι εντελώς βέβαιος γι’ αυτό. «Μερικά λεβεντόπαιδα προσπάθησαν να μπουν προχθές το βράδυ. Θα είχαν δίκιο και στις δύο περιπτώσεις. Ο ένας κρατούσε ένα ρόπαλο και ο άλλος ένα μακρύ μαχαίρι που περισσότερο θύμιζε ξίφος. καλύτερα να μου δείξεις. «Επειδή είμαι ο μόνος που ξέρει για εκείνην τη νύχτα στο Λέιμ Μπλακ Κόκερελ όταν ήπιες μια ντουζίνα μπίρες και…» Η πόρτα άνοιξε απότομα. «Πιστεύεις ότι πλέον έχει παραιτηθεί. λόρδε μου. αναγκάζοντας τα σχεδόν ανύπαρκτα χείλη να μένουν μόνιμα ανοιχτά για να μπορεί ο άντρας να ανασαίνει. Ο Γκρίφιν έκανε έναν ήχο που έμοιαζε με γρύλισμα. ανασηκώνοντας τα φρύδια.

γεμάτο με χοντρές πλίνθινες κολόνες που υποβάσταζαν τους πάνω ορόφους.» Ο Νικ έφτυσε στο πέτρινο πάτωμα. βγάζοντας ήχους ευχαρίστησης που είχε καταφέρει να ξυπνήσει τη Σάιλενς. Από τα καζάνια έβγαιναν διάφοροι χαλκοσωλήνες που κατέληγαν σε μικρότερα δοχεία πάλι από χαλκό. Είναι πιο εύκολο να ελέγχεις ένα πόστο παρά περισσότερα. Τη Σάιλενς Χόλινμπρουκ την ξύπνησαν τα μικρά δαχτυλάκια που έπαιζαν με τα βλέφαρά της.Το ισόγειο του κτηρίου ήταν ένα μεγάλο δωμάτιο που θύμιζε σπηλιά. Μέσα στην αποθήκη βρίσκονταν καμιά ντουζίνα άντρες ακόμα. Θα έπρεπε να είχες πειράξει τα μάτια μου πιο νωρίς. δείχνοντας προς τα χάλκινα καζάνια. τα οποία με τη σειρά τους ήταν συνδεδεμένα με δρύινα βαρέλια. όμως θα έχουμε κι άλλο πρόβλημα όταν θα έρθουν τα σιτηρά. ανασηκώθηκε και χτύπησε τα στρουμπουλά χεράκια του. «Μάμα!» Η Σάιλενς δεν θα μπορούσε να της αντισταθεί και να μην της χαμογελάσει.» Ο Γκρίφιν χαμογέλασε χωρίς να μπει στον κόπο να απαντήσει στη συνοπτική ανάλυση που είχε κάνει ο Νικ για τις δυσκολίες τους. το λεξιλόγιό της αποτελείτο από τρεις μόνο λεξούλες: «Μάμα» ένα κατηγορηματικό «όχι!» και «Σου» όπως έλεγε τον Σουτ το γάτο – ο οποίος δεν ανταπέδιδε την αδυναμία που του έδειχνε η μικρή. και το περιεχόμενο των καζανιών.» «Τι είδους πρόβλημα. «Καλά έκανες.» Ο Νικ έγνεψε με το κεφάλι προς το μέρος της αυλής. Κοίταξε τους άντρες που σκάλιζαν τις φωτιές κάτω από τα τεράστια καζάνια. όχι. μικρό ζουζούνι. ο Γκρίφιν ήταν αυτός που είχε το μεγαλύτερο αποστακτήριο στο Σεντ Τζάιλς.» Η Μέρι Ντάρλινγκ γέλασε. «Μάζεψα μέσα όλες τις επιχειρήσεις» είπε ο Νικ. «Ω. από τους οποίους κάποιοι πρόσεχαν τις φωτιές. ενώ οι υπόλοιποι στέκονταν άπρακτοι και επιδείκνυαν τους μύες τους. Η Σάιλενς έριξε μια ματιά στο μικρό παράθυρο της σοφίτας τους και αναπήδησε τρομαγμένη. Αναστέναξε και άνοιξε τα μάτια της. έτσι είναι. Είχε διακηρύξει παντού πως θα τσάκιζε όλους τους άλλους παρασκευαστές τζιν και θα γινόταν εκείνος ο βασιλιάς του τζιν σε ολόκληρο το Λονδίνο. Πάλι με . Το μεγαλύτερο μέρος από τα κεφάλαιά του – τα κεφάλαιά τους – είχαν πέσει σε τούτη την επιχείρηση. Είναι πολύ μικρή για να χωρέσει ένα κάρο γεμάτο με στάρι. Μόλις ενός χρόνου.» Ο Γκρίφιν κατένευσε. «Ναι. Και μέχρι τώρα. η χειράμαξα. «Όλες εκτός από αυτήν που ανατίναξαν τα καλόπαιδα του Εφημέριου στην Άμποτ Στριτ. Ο υγρός αέρας στο χώρο είχε βαρύνει κι άλλο από την κάπνα. Θα πρέπει να πετάμε τα τσουβάλια πάνω από τον τοίχο. το μωρό που ήταν ξαπλωμένο πλάι της. «Την εξωτερική πόρτα. Στα τέσσερα μεγάλα παραγώνια που σιγόκαιγαν υπήρχαν χάλκινα σκεπαστά καζάνια σχεδόν σε ανθρώπινο μέγεθος. Ο ήλιος έλαμπε για τα καλά. «Πόσες φορές σού έχω πει να μην πειράζεις τα μάτια της μάμας. Η Μέρι Ντάρλινγκ. και τις βαριές μυρωδιές κυπαρισσιού και νέφτι. Νικ. και ο καταραμένος Εφημέριος είχε βαλθεί να τους την καταστρέψει. τους ατμούς των ζυμώσεων. και όσο θα το κάνουμε. τα παιδιά και η αναθεματισμένη σοδειά θα περιμένουν σαν πεινασμένες πουλάδες. Δύο μεγάλα καστανά ματάκια πλαισιωμένα από πλούσιες μακριές βλεφαρίδες την κοιτούσαν.

όμως ακόμη ένιωθε σαν εκπαιδευόμενη. έχοντας ένα αόριστο συναίσθημα πως είχε ξεχάσει κάτι πολύ σημαντικό. «Τώρα φεύγω για δουλειά.» Πέρασε τα δάχτυλά του πάνω από το μάγουλό της. την έντυσε. αλλά. και αντίκρισε το καταβεβλημένο πρόσωπο του μεγαλύτερου αδερφού της. με πήρε ο ύπνος. εντάξει. δεν είναι για να το τρώμε αυτό. «Θα φροντίσω να είναι όλα έτοιμα στην ώρα τους απόψε. κατά έναν περίεργο τρόπο. βλέπεις. αλλά υπήρξαν φορές που είχε αναρωτηθεί με μια δόση απελπισίας αν η αδερφή της έπρεπε να είναι τόσο σπουδαίο πρότυπο.» «Α» έκανε ο Γουίντερ. ωστόσο τα μάτια του έλαμψαν όταν κοίταξε το μωρό στην αγκαλιά της Σάιλενς. Άλλαξε τις φασκιές της Μέρι Ντάρλινγκ. ναι» ψιθύρισε εκείνη. Το να διευθύνεις ένα ορφανοτροφείο με είκοσι εννέα παιδιά και βρέφη δεν ήταν εύκολο πράγμα. Στην πόρτα ακούστηκε ένα δυνατό χτύπημα.» Η μικρή χαχάνισε και άπλωσε το χέρι για να πιάσει το μαύρο καπέλο του.» Με βιαστικές κινήσεις. μου αρέσει πολύ το τυρί. ή σε οτιδήποτε άλλο. επειδή εκείνη είχε ξεχάσει να μαγειρέψει τη σούπα εγκαίρως. Η Σάιλενς δεν μπορούσε να καταλάβει πού έβρισκε τόση ενέργεια όταν όχι μόνο βοηθούσε στη λειτουργία του ιδρύματος. Θα κατέβω να τη βοηθήσω. Έτρεξε να την ανοίξει.» Η Σάιλενς δάγκωσε το χείλι της καθώς θυμήθηκε τον καημένο τον Γουίντερ που είχε αναγκαστεί χθες βράδυ να αρκεστεί σε λίγο κρύο ψωμί και ένα κομμάτι τυρί. Είχε αρχίσει να εργάζεται στο Ίδρυμα για Ατυχή Βρέφη και Έκθετα Παιδιά εδώ και έξι μήνες. «Καλημέρα και σε σένα. Η Σάιλενς αγαπούσε πολύ την Τέμπερανς. αλήθεια σ’ το λέω. και ίσα που πρόλαβε να ντυθεί και η ίδια. Τελευταίως. Την αυτοπεποίθησή της δεν τη βοήθησε καθόλου το γεγονός πως προκάτοχός της ήταν η μεγαλύτερη αδερφή της. αδερφή» τη χαιρέτησε εκείνος με τραχιά φωνή. ωστόσο ποτέ δεν είχε χάσει τον έλεγχό της. αναστατωμένη. «Ω! Ω. στη ζωή της. δεσποινίς Μέρι Ντάρλινγκ.» Ο Γουίντερ έκανε μεταβολή και κατέβηκε τις σκάλες. ακόμα κι αν είχε τη βοήθεια του Γουίντερ και τριών υπηρετών.» Οι άκρες των χειλιών του Γουίντερ ανασηκώθηκαν. «Όχι. αγάπη μου. «Καλημέρα. «Πολύ καλή ιδέα» μουρμούρισε ο Γουίντερ. ένας Θεός ξέρει τι σκανταλιές θα έχουν κάνει μέχρι να φτάσω. το γεγονός πως δεν τη μάλωσε έκανε τη Σάιλενς να αισθανθεί ακόμα χειρότερα. έκανε την πρωινή της τουαλέτα. η Σάιλενς είχε αρχίσει να αναρωτιέται αν η ίδια είχε ποτέ στην πραγματικότητα κάποιον έλεγχο – στο ίδρυμα.» είπε στον αδερφό της. Άλλωστε. του Γουίντερ. Όλα τα χρόνια που επισκεπτόταν το ίδρυμα ενώ ήταν υπεύθυνη η Τέμπερανς έβρισκε την αδερφή της πάντα απασχολημένη με κάτι. . Δεν σου έκανα παρατήρηση. η Τέμπερανς. «Μη στενοχωριέσαι τόσο. και πολλές φορές εξουθενωμένη. «Λυπάμαι πάρα πολύ» είπε η Σάιλενς ξέπνοα καθώς τραβούσε με προσοχή τα δάχτυλα της μικρής από το γείσο του καπέλου του αδερφού της. αλλά δίδασκε σε ένα ολοήμερο σχολείο για αγόρια. «Θα σε δω στο δείπνο. «Η Νελ έχει μαζέψει τα παιδιά κάτω για το πρωινό τους» είπε τώρα ο Γουίντερ. Αν δεν βρίσκομαι στο σχολείο πριν από τα παιδιά.πήρε ο ύπνος. και. στηρίζοντας τη Μέρι Ντάρλινγκ στον άλλο γοφό της και προσπαθώντας να τραβήξει μια κορδέλα από το στόμα του μωρού. «Είχα σκοπό να κατέβω νωρίτερα. Δεν χαμογελούσε συχνά.

με το στόμα γεμάτο χυλό. Το Ίδρυμα για Ατυχή Βρέφη και Έκθετα Παιδιά στεγαζόταν κάποτε σε ένα παλιό αλλά γεροφτιαγμένο κτήριο. Της είχε φανεί ανόητο να μένει μόνη της στα δωμάτια του Γουάπινγκ και να κάνει κάθε μέρα τόσο δρόμο για να πηγαινοέρχεται στο Σεντ Τζάιλς. .» Η μικρή. στραβός διάδρομος οδηγούσε στο πίσω μέρος όπου βρισκόταν η κουζίνα του σπιτιού. χάρη στη γενναιοδωρία των προστάτιδών τους. Η Μέρι Ίβνινγκ. όμως αυτό ήταν πριν πάρει φωτιά στις αρχές του χρόνου. Εκείνη η εποχή ήταν πολύ δύσκολη για τη Σάιλενς. κούνησε στον αέρα το κουτάλι για να χαιρετήσει. η Σάιλενς. Δυστυχώς. Οι φωνές των παιδιών έφτασαν στα αφτιά της πριν ακόμα κατέβει στο ισόγειο. υπήρχε και η Μέρι Ντάρλινγκ. και όλα τα παιδιά –εκτός από δύο βρέφη που φιλοξενούνταν στις παραμάνες τους– ζούσαν σε ένα πολύ μικρό. ένα μεγάλο δωμάτιο με μαυρισμένα δοκάρια στο ταβάνι. η παλιότερη από τους υπηρέτες και πρώην ηθοποιός σε περιοδεύοντα θίασο. Τώρα. χτιζόταν ένα ολοκαίνουργιο όμορφο σπίτι. «Καλημέρα σε όλους. χτυπώντας κατά λάθος τη μύτη του άλλου παιδιού. Η Νελ ήταν μια ξανθιά γυναίκα με χαμογελαστό πρόσωπο. ένα για τα αγόρια και ένα για τα κορίτσια. Μέρι Ίβνινγκ» είπε η Νελ Τζόουνς καθώς περνούσε ένα καθαρό κομμάτι ύφασμα στα γόνατα της Σάιλενς. κυρία Χόλινμπρουκ!» φώναξαν όλα μαζί τα κορίτσια – και μερικά από τα αγόρια. οι τρεις υπηρέτες του σπιτιού. Ακόμα και ο Σουτ σήκωσε το βλέμμα. Μπορεί να ήταν λίγο μεγαλύτερη από τριάντα χρόνων. ο Σουτ ο γάτος. Η μικρούλα ήρθε στη ζωή της σαν τις πρώτες αχτίδες μιας καινούριας λαμπρής μέρας. ο Γουίντερ. Η Μέρι Ντάρλινγκ άρχισε να χοροπηδάει στη θέα των υπόλοιπων παιδιών. κατεβαίνοντας με προσοχή τα ξεχαρβαλωμένα σκαλοπάτια. Ο Γουίλιαμ έλειπε σε ταξίδι. της ηλικιωμένης Λαίδης Κέιρ και της Λαίδης Ηρώς. και τον περισσότερο καιρό ταξίδευε στη θάλασσα. Φίλησε το απαλό μάγουλο του μωρού την ώρα που κατέβαινε τις σκάλες.» Η Σάιλενς έπιασε ένα μπολ με χυλό βρώμης και ένα κουτάλι. αλλά εκείνος ήταν καπετάνιος ενός εμπορικού πλοίου. το καινούριο ίδρυμα δεν είχε χτιστεί ακόμη. Είχε ζεστάνει τη μονότονη καθημερινότητά της. Μέρι Ντάρλινγκ. μια μεγάλη κουζίνα. «Καλημέρα.» «Καλημέρα. και η Σάιλενς είχε στηριχτεί στην ευστροφία της όταν ανέλαβε τη διοίκηση του ιδρύματος. με το στόμα του να χάσκει πάνω από το πιάτο με το γάλα που βρισκόταν δίπλα από το τζάκι. Νελ» της είπε. Η Σάιλενς θα μπορούσε να μείνει στα δωμάτια που ενοικίαζε με τον άντρα της. «Πρόσεχε. και ο αποχωρισμός τους είχε γίνει με μεγάλη ψυχρότητα.Αναστέναξε και τον ακολούθησε πιο αργά. Τη Μέρι Ντάρλινγκ την είχε βρει έξω από το κατώφλι της πριν από επτά μήνες περίπου. Άλλωστε. Στο μεταξύ. Θα είχαν μπόλικα δωμάτια. όμως είχε σιδερένια πυγμή. γλυκιά μου. του Σπίνου. και κήπο για να παίρνουν καθαρό αέρα τα παιδιά. Ένας σκοτεινός. ερειπωμένο κτήριο στο Σεντ Τζάιλς. τον Γουίλιαμ. «Σε ευχαριστώ. Δύο στενόμακρα τρίποδα τραπέζια βρίσκονταν στη μέση της αίθουσας. το κορίτσι που καθόταν δίπλα τους. «Εντάξει. έσκυψε προς το μέρος τους. και η Σάιλενς δεν άντεχε να την αποχωριστεί ούτε για τις λίγες νυχτερινές ώρες του εικοσιτετραώρου. και κάθισε στο τραπέζι των κοριτσιών με τη μικρή στα γόνατά της. Τους τελευταίους μήνες είχε ανακαλύψει πως ήταν τρομερά δύσκολο να τρώει πρωινό με ένα μωρό στα γόνατά της.

Έσπρωξε μακριά της το μπολ με ένα αίσθημα ναυτίας. επειδή περιμένουμε ένα σπουδαίο επισκέπτη. *** Εκείνο το απόγευμα η Ηρώ κατέβηκε προσεκτικά από την άμαξα – προσεκτικά επειδή είχε μάθει εγκαίρως ότι έπρεπε να προσέχει πού πατάει στους δρόμους του Σεντ Τζάιλς. ωστόσο τα αποτελέσματα των προσπαθειών της ήταν ολέθρια. ήλπιζε– χαμόγελο. νυν Λαίδη Κέιρ η νεότερη.» Η Μέρι Ντάρλινγκ ξέσπασε σε γέλια. Η Μέρι Ντάρλινγκ ήξερε να τρώει μόνη της με το κουτάλι της. όπως οι άγιοι μάρτυρες των .» Η Ηρώ κούνησε το κεφάλι. «Ώρα για καθαριότητα. τον Τόμι. Σαν προστάτιδα του σπιτιού. θα ένιωθε ποτέ άνετα με τη θέση της σαν διευθύντρια του σπιτιού. και ήπιε το ζεστό τσάι που άφησε μπροστά της η Νελ. Λαίδη Ηρώ. τάιζε και τη Μέρι Ντάρλινγκ. Το ίδρυμα απασχολούσε και έναν άντρα υπηρέτη. θα ήταν αναγκασμένη να περιμένει μέχρι την ώρα του δείπνου. προσέχοντας να κρατάει το φλιτζάνι με το καυτό τσάι και το δελεαστικό μπολ με το χυλό μακριά από τη μικρή. Η Σάιλενς αναστέναξε και σκούπισε το χυμένο χυλό πριν αρχίσει και η ίδια να τρώει. Η Λαίδη Ηρώ θα επισκεπτόταν το ίδρυμα σήμερα – και δεν ήταν μόνο προστάτιδά τους. κυρία. ο οποίος βοηθούσε στις δυσκολότερες δουλειές και στα εξωτερικά θελήματα. τουλάχιστον. Η κοπέλα έκανε ένα μεγάλο κύκλο γύρω του. Γρήγορα. ένιωθε ενοχές κάθε φορά που έβλεπε σε πόσο εξαθλιωμένες συνθήκες ζούσαν τα παιδιά. στο πεζοδρόμιο.» Η Σάιλενς παραλίγο να πνιγεί με την τελευταία κουταλιά του χυλού της. Η κυρία Χόλινμπρουκ ήταν νεότερη και λιγότερο δραστήρια από την αδερφή της. φτύνοντας πάνω στο φόρεμά της. την υποδέχτηκε με μια νευρική υπόκλιση. και αν δεν προλάβαινε να φάει τώρα. Έχουμε πολλές δουλειές να κάνουμε σήμερα. Δυστυχώς ήταν συχνό φαινόμενο να συναντά κανείς θύματα αυτού του απαίσιου ποτού. παιδιά. «Καλησπέρα. τα παιδιά έτρωγαν χαρούμενα. στεκόταν ένας άντρας. η διευθύντρια του ιδρύματος. Η Νελ χτύπησε ξαφνικά παλαμάκια. Κοντά της. Με την κυρία Χόλινμπρουκ δεν τους είχε φέρει κοντά η ίδια αμοιβαία συμπάθεια – τουλάχιστον όχι ακόμη. η Ηρώ ακολούθησε ένα στενοσόκακο που οδηγούσε στο μάλλον ετοιμόρροπο κτήριο που στεγαζόταν προσωρινά το Ίδρυμα για Ατυχή Βρέφη και Έκθετα Παιδιά. Γύρω τους.«Παρακαλώ. με ένα ευγενικό –όπως. ωστόσο δεν μπόρεσε να αποφύγει τη βαριά μυρωδιά του τζιν. Η αλήθεια ήταν πως είχε αναλάβει υπό την προστασία της το σπίτι όταν ήταν διευθύντρια η Τέμπερανς Ντιους. Η κυρία Χόλινμπρουκ. Κι εσύ» –η Νελ έσκυψε και έκανε μια δήθεν αυστηρή γκριμάτσα στο μωρό– «πρόσεχε με αυτό το μεγάλο κουτάλι. Αναστέναξε σιγανά. έφαγε τον πηχτό χυλό. Θεέ και Κύριε! Το είχε ξεχάσει εντελώς. Τι ανακούφιση θα ήταν αν κατάφερναν να εξαλείψουν αυτήν τη μάστιγα από το Λονδίνο! Όταν προσπέρασε το μεθυσμένο. Το πρόσωπό της θύμιζε στην Ηρώ οσία του μεσαίωνα –χλωμό και σοβαρό– και. Ανάμεσα στις δικές της μπουκιές. αλλά και κόρη ενός δούκα. την Άλις. Άραγε. βοηθούμενα από τη Νελ και την άλλη υπηρεσία. Η Ηρώ είχε νιώσει αμέσως μια φιλική οικειότητα με την τότε κυρία Ντιους και απολάμβανε τη συνεργασία μαζί της. Η ώρα του προγεύματος κόντευε να τελειώσει.

» Η Ηρώ χαμογέλασε. Πήρε μια βαθιά αναπνοή και σήκωσε το βλέμμα της. όπως συνήθιζε πάντα. Οι άνθρωποι έδειχναν πολλές φορές αμηχανία ή ντροπή μπροστά της. ναι. «Συνεχίστε. έτσι.» τη ρώτησε με επισημότητα η κυρία Χόλινμπρουκ. Μπήκε σε ένα στενόχωρο δωμάτιο που βρισκόταν στο πίσω μέρος του σπιτιού. Η διευθύντρια χαμογέλασε. η κυρία Χόλινμπρουκ κάθισε για να σερβίρει το αφέψημά τους. λαίδη μου. ενώ η άλλη γυναίκα τριγυρνούσε πέρα-δώθε. «Με συγχωρείτε. Η κοινωνική της τάξη τους προκαλούσε δέος. σκεφτήκαμε πως θα ήταν καλύτερα αν του επιτρέπαμε να το κρατήσει. το ήξερε.» «Πού να έχω βάλει τα κουταλάκια. τότε μάλλον δεν θα χρειάζεστε κουταλάκι. αναλάβαμε δύο μωρά –ένα αγόρι και ένα κορίτσι–. παρακαλώ. Το αγόρι. το σπίτι έχει καινούριους ενοίκους. μπορέσαμε να προμηθεύσουμε . «Χωρίς ζάχαρη.» Η κυρία Χόλινμπρουκ ίσιωσε την πλάτη και ακούμπησε προσεκτικά το φλιτζάνι στο χαμηλό τραπεζάκι. αλλά από τη στιγμή που ο Χένρι Πούτμαν είχε ήδη όνομα –για το οποίο ήταν εντελώς αδιάλλακτος–.» Η Ηρώ κατένευσε.» «Μάλιστα. Στάθηκε στην άκρη. το μήνα που μας πέρασε βάλαμε δύο από τα κορίτσια μας για μαθητεία. έχω δίκιο. προσπαθώντας να μη μορφάσει μπροστά στους ραγισμένους σοβάδες των τοίχων. Η Ηρώ κάθισε σε μία από τις καρέκλες και έβγαλε το καπέλο της.» Η Ηρώ πήρε το φλιτζάνι πριν η κυρία Χόλινμπρουκ κάψει το χέρι της.» «Ω! Ω. «Σας ευχαριστώ. «Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί ο Γουίντερ και η Τέμπερανς διάλεξαν να ονομάζουν όλα τα αγόρια Τζόζεφ και όλα τα κορίτσια Μέρι. επιτρέποντας στην Ηρώ να μπει πρώτη στο οίκημα.» «Νομίζω πως όχι. ένα χαμηλό τραπέζι και ένα γραφείο έκλειναν αποπνικτικά το μικρό χώρο. Ήταν ένα μόνιμο πρόβλημα το πώς να κάνει τους άλλους να χαλαρώσουν. Τέσσερις καρέκλες. είναι…» Η διευθύντρια σταμάτησε σε αυτό το σημείο επειδή η Ηρώ έβηξε. και προσπαθούσε να ανακαλύψει με το βλέμμα της το δίσκο. κι ένα αγοράκι τεσσάρων χρόνων. «Από τον περασμένο μήνα που σας είδαμε. Και. «Αν κατάλαβα καλά. «Θέλετε να περάσετε μέσα για τσάι. που τώρα πια της είχε γίνει πολύ οικείο έπειτα από τις τόσες επισκέψεις που είχε κάνει στο ίδρυμα. Σταύρωσε τα χέρια πάνω στα γόνατά της σαν να ήταν έτοιμη να απαγγείλει κάποιο ποίημα. με τα χρήματα που μας δώσατε εσείς και η αξιοσέβαστη κυρία Κέιρ. αλλά νόμιζα πως όλα τα αγόρια στο σπίτι είχαν το όνομα Τζόζεφ.» «Το φαντάζομαι» απάντησε ευγενικά η Ηρώ. ο Χένρι Πούτμαν. συνήθως έτσι είναι. επιβλέποντας το τσάι. Εκείνη προσπέρασε το κατώφλι. και ξαφνικά το χλωμό πρόσωπό της φωτίστηκε και έγινε σχεδόν όμορφο. λαίδη μου.» Η κυρία Χόλινμπρουκ έσκυψε λιγάκι προς το μέρος της λαίδης. «Αλλά αφού δεν θέλετε ζάχαρη. «Ναι. «Χμ. Μερικές φορές γίνεται απίστευτο μπέρδεμα. Επίσης.» Η γυναίκα χαμογέλασε νευρικά και ρούφηξε μια γουλιά από το δικό της τσάι. Στο τέλος.εικονισμάτων.» Η διευθύντρια κρατούσε το φλιτζάνι στο χέρι.» «Α. με το καυτό τσάι να γλείφει επικίνδυνα το χείλος του. έδειχνε να διακατέχεται από μια μελαγχολική μοιρολατρία. Η Ηρώ χαμήλωσε το βλέμμα στο φλιτζάνι της.

«Υπέροχο. Λαίδη Ηρώ!» Εκείνη χαμογέλασε αμυδρά.τα δύο κορίτσια με καινούρια ρούχα. Είχε την αίσθηση πως η επόμενη επίσκεψή της μέσα στη μέρα δεν θα ήταν τόσο ευχάριστη. λαίδη μου. κάνοντάς το να βγάλει μια τσιρίδα. αρκέστηκε στο να χαμογελάσει άλλη μια φορά και να εκφράσει τους αποχαιρετισμούς της. όταν έπιασε το χέρι της άλλης γυναίκας. «Μήπως θα θέλατε τώρα να μου δείξετε το σπίτι. της φάνηκε πως η κυρία Χόλινμπρουκ πραγματικά εννοούσε τα λόγια της. «Καλησπέρα. Μέσα στο δωμάτιο. με πρόσωπα πλυμένα και μαλλιά ακόμη βρεγμένα. η Ηρώ το ήξερε από τις άλλες φορές. Μόλις είδαν τη λαίδη να μπαίνει. ωστόσο. Η διευθύντρια την οδήγησε εκεί. τα παιδιά ετοιμάζονται όλη την εβδομάδα για σας. «Τα παιδιά περιμένουν με μεγάλη ανυπομονησία τις επισκέψεις σας. Όμως. και ένα μεγάλο κήπο για να υποδεχτούν την άνοιξη. Στο δεύτερο υπήρχε μία αίθουσα για τα νήπια και τα βρέφη. Τουλάχιστον η βοήθειά της έπιανε τόπο.» Την οδήγησε μέσα από το σκοτεινό διάδρομο στις ξεχαρβαλωμένες σκάλες. παρόλο που η Ηρώ δεν μπορούσε να καταλάβει καλά ούτε το ρυθμό ούτε τα λόγια.» Η κυρία Χόλινμπρουκ πετάχτηκε όρθια. κορσέδες. «Σας ευχαριστώ για το τραγούδι σας.» «Και βέβαια. μια ντουζίνα από τα μεγαλύτερα παιδιά. και τα παιδιά άρχισαν να τραγουδούν παράφωνα έναν ύμνο. Να μπορούσε να υποσχεθεί ότι τα παιδιά θα έφευγαν σύντομα από αυτό το οικτρό κτήριο. παιδιά.» Η Ηρώ ήξερε πολύ καλά πως η διευθύντρια όφειλε να την κολακεύει από τη στιγμή που ήταν η προστάτιδα του ιδρύματος.» Η Ηρώ κατένευσε επιδοκιμαστικά. Προσπέρασαν τον πρώτο όροφο που. παπούτσια. άνοιξε την πόρτα και έκανε μια μεγαλοπρεπή χειρονομία. Το τραγούδι τελείωσε με ψηλές νότες που περισσότερο έμοιαζαν με στριγκλιές. Μια αυστηρή ματιά από τη Νελ Τζόουνς τον έκανε να σωπάσει. είχαν σχηματίσει δύο σειρές. «Σας ευχαριστώ που ήρθατε. νιώθοντας την καρδιά της βαριά. παιδιά» τους είπε. «Αν έρθετε από δω.» Η απάντησή της προκάλεσε ένα πνιχτό γέλιο σε κάποιο αγόρι. Εξακολούθησε να χαμογελάει ακόμα κι όταν το πιο υψίφωνο κορίτσι άρχισε να τραγουδάει τις χαμηλές νότες και κάποιο από τα αγόρια χτύπησε με τον αγκώνα του το διπλανό του στα παΐδια. . Χειροκρότησε με ενθουσιασμό και είδε το μικρό αγόρι που είχε σκουντήσει νωρίτερα το διπλανό του να της χαμογελάει. φώναξαν όλα μαζί: «Καλησπέρα. ένα βιβλίο προσευχών. μια χτένα και μια χοντρή χειμωνιάτικη κάπα. Και ευχαριστώ πολύ και τους δασκάλους σας. λαίδη μου» είπε μόλις έφτασαν στην εξώπορτα. και η Ηρώ χρειάστηκε να προσπαθήσει για να μην κάνει κάποιο μορφασμό.» Τα λόγια της έφεραν ένα όμορφο κοκκίνισμα στα μάγουλα της κυρίας Χόλινμπρουκ. καινούρια αίθουσα διδασκαλίας. που διατηρήθηκε μέχρι την ώρα που κατέβαιναν ξανά τις σκάλες. Ευχήθηκε να μπορούσε να πει κάτι περισσότερο. αποκαλύπτοντας το κενό που είχαν αφήσει τα δύο μπροστινά δόντια που έλειπαν.» «Πολύ ωραία. Να μπορούσε να διαβεβαιώσει τη διευθύντρια πως τα ορφανά θα αποκτούσαν γρήγορα καινούρια κρεβάτια. φιλοξενούσε τους κοιτώνες των ορφανών. Η κυρία Χόλινμπρουκ έγνεψε διακριτικά. «Κι εγώ απολαμβάνω τις επισκέψεις μου στο σπίτι» είπε. και ένα μικρό δωμάτιο που εξυπηρετούσε σαν σχολική τάξη. Πήρε το δρόμο.

Αποκλείεται να ήταν… Η πόρτα της άμαξας άνοιξε και μια ψηλή γεροδεμένη φιγούρα ανέβηκε και κάθισε απέναντί της. Κάθισε στη θέση της και κοίταξε ανέκφραστα έξω από το παράθυρο. . ενώ η Ηρώ έμεινε να τον κοιτάζει με σαστιμάρα. «Να που συναντιόμαστε ξανά. Λαίδη Τέλεια» είπε ο Λόρδος Γκρίφιν με αργόσυρτη φωνή. Το όχημα ξεκίνησε πάλι.«Παρακαλώ. Η πρόοδος του ιδρύματος εξαρτιόταν από την ίδια. Η άμαξα σταμάτησε απότομα. Τώρα που… «Ωωω!» ακούστηκε μια αντρική φωνή – μια γνωστή αντρική φωνή. πήγαινέ με στο Μέιντεν Λέιν» ζήτησε από τον καροτσιέρη πριν ανέβει στην άμαξα. με τον αέρα του ιδιοκτήτη. Η Ηρώ έσκυψε μπροστά. στο κόκκινο κάθισμα.

του είχε πει ποιος ήταν και είχε δέσει γρήγορα τον Ράμπλερ στο πίσω μέρος πριν ο ίδιος πηδήσει μέσα στην άμαξα. ενώ οι υπουργοί περιγέλασαν τον Γουέστμουν και αντιπρότειναν τον Πρίγκιπα Ίστσαν. για να αποφασίσουν ποιος θα ήταν ο τέλειος άντρας για να παντρευτεί. με τρόπο τόσο κατηφή. και ένα βασίλειο χρειάζεται τον κληρονόμο του. λαίδη μου.» Η Ηρώ χαμήλωσε σεμνά το βλέμμα. το βλέμμα της συνάντησε θαρρετά και υποψιασμένα το δικό του. Πόσο χαίρομαι που σε ξαναβλέπω. Το χειρότερο ήταν πως οι διανοούμενοι απέρριψαν και τους δύο και ισχυρίστηκαν πως μόνο ο Πρίγκιπας Νόρθγουιντ θα ήταν ο τέλειος σύζυγος για τη βασίλισσα… -από το Η Βασίλισσα Μαυρομαλλούσα Ο Γκρίφιν δεν πίστεψε στα μάτια του όταν είδε τη Λαίδη Ηρώ να ανεβαίνει σε μία άμαξα στο χειρότερο σημείο του Σεντ Τζάιλς. Δεν θα χλεύαζε ποτέ έναν κύριο. Η έκφραση στο πρόσωπό της φανέρωνε μια ευθύτητα.» Έσκυψε μπροστά καθώς η άμαξα έστριβε σε μία γωνία. υπήρχε. «Μία κυρία διατηρεί πάντα την αυτοπειθαρχία της.» Εκείνος έγειρε στο πλάι το κεφάλι και της χαμογέλασε.Κεφάλαιο Τέσσερα Αναπόφευκτα ήρθε ο καιρός που η Βασίλισσα Μαυρομαλλούσα αποφάσισε πως έπρεπε να παντρευτεί ξανά. συνειδητή ή ασυνείδητη. μία βασίλισσα πρέπει να έχει το βασιλιά της. Και τότε βρέθηκε μπροστά σε ένα δίλημμα. «Λόρδε Ρίντινγκ.» Έσφιξε τα χείλη. Έτσι.» Απήγγειλε τους κανόνες της σωστής κοινωνικής συμπεριφοράς σαν να ήταν κάτι που το έκανε συνέχεια. τους υπουργούς και τους διανοούμενούς της. όσο κι αν την προκαλούσε εκείνος. Είχε αναγκάσει τον αμαξά να σταματήσει.» «Ποτέ. Και λιγάκι ανησυχητικό. που παραλίγο να μην προσέξει ο Γκρίφιν την αδιόρατη ειρωνεία στη φωνή της. . Οι συμβουλάτορές της θεώρησαν πως ο Πρίγκιπας Γουέστμουν θα ήταν ο τέλειος μνηστήρας για τη βασίλισσα. Δεν είχε καμία αμφιβολία πως ακολουθούσε αυτούς τους κανόνες στη σχέση της με τον Τόμας. «Μου φαίνεται πως διέκρινα μια τόση δα υποψία σαρκασμού στα λόγια σου. που πάντως ήταν αληθινή πρόκληση για έναν άντρα. αλλά όχι και μαζί του. Άλλωστε. «Ίσως θα πρέπει να προσπαθήσω περισσότερο για να σε προκαλέσω» μουρμούρισε χωρίς να το σκεφτεί. ευπρεπής.» «Ιδιαίτερα τότε. «Μία κυρία ποτέ δεν ειρωνεύεται έναν κύριο. συσκέφτηκε με τους συμβουλάτορές της. Κι όμως. Για μια στιγμή. Αυτό του φάνηκε ιδιαίτερα ενδιαφέρον. ε. «Ούτε όταν την προκαλεί κάποιος κύριος που δεν είναι και τόσο. Τώρα έβλεπε τη Λαίδη Ηρώ να τον κοιτάζει με τα όμορφα γκρίζα μάτια της μισόκλειστα. διαλέγει προσεκτικά τα λόγια της και φροντίζει να τα χρησιμοποιεί με περίσκεψη.

«Επειδή είμαι η μία από τις προστάτιδες του ιδρύματος. «Δεν είμαι μικρό παιδί. που εκείνος ίσα που πρόλαβε να την προσέξει. είχε ανάγκη από ύπνο. «Ό. Δυστυχώς. Διάλεξε.» Ήταν το μόνο που δεν περίμενε να ακούσει. Και τότε το βλέμμα της χαμήλωσε ξανά στα γόνατά της. λαίδη μου» είπε όσο πιο ήπια μπορούσε.» Σήκωσε υπεροπτικά το πιγούνι της. Τον ξάφνιασε η τόση ένταση αυτού του πρωτόγνωρου συναισθήματος.» Έστρωσε το φόρεμά της με το χέρι της. που θύμιζε απειλητικό γρύλισμα. και να της απαριθμήσει όλες τις φριχτές περιπτώσεις που μπορούσαν να τύχουν σε μία καλοαναθρεμμένη δεσποινίδα μέσα στις φτωχοσυνοικίες του Λονδίνου.» «Α. «Δική σου είναι η άμαξα. επιβεβαιώνοντας έτσι τις υποψίες του. Να πάρει ο διάβολος.» «Αφού επιμένεις.» «Βόλτα με την άμαξά σου. δεν μπορεί να είναι τόσο…» «Σε παρακαλώ. Δεν ήταν δική του δουλειά.» Αισθάνθηκε το σαγόνι του να σφίγγεται. Ο Γκρίφιν χαμογέλασε σφιγμένα. κι ο Γκρίφιν το μόνο που ήθελε τώρα ήταν να την αρπάξει από τους ώμους και να την ταρακουνήσει δυνατά. ωραία» είπε εκείνος με άνεση. «Πες μου το λόγο που ήρθες εδώ. Λόρδε Γκρίφιν.» Τέντωσε τα πόδια του στο στενό χώρο που βρισκόταν ανάμεσα στα καθίσματά τους. Πήρε μια βαθιά ανάσα και έτριψε τα μάτια του. Εκτός» –γούρλωσε τα μάτια σαν να του είχε έρθει ξαφνικά έμπνευση– «Σου έδωσε την άδεια ο Γουέικφιλντ να έρθεις εδώ πέρα. δεν ήταν συνηθισμένος να τον απαξιώνουν έτσι. τόσο σύντομη.» Η Ηρώ έκανε μια γκριμάτσα ανυπομονησίας. έτσι δεν είναι. Η φωνή του έγινε τόσο βαθιά.» «Πολύ καλά.Ο Γκρίφιν κράτησε την αναπνοή του.» «Φυσικά. «Θα το πεις ή σε μένα ή στον Γουέικφιλντ. Η Λαίδη Ηρώ είχε κάνει τραγικό λάθος να έρθει μέχρι εδώ.» Ένιωσε το θυμό που φούντωνε μέσα του. «Τι πράγμα. Τι τον ένοιαζε εκείνον αν η καθωσπρέπει μνηστή του Τόμας έβαζε τον εαυτό της σε κίνδυνο τριγυρνώντας στο Σεντ Τζάιλς. πόσω μάλλον μία γυναίκα. γρήγορος και σαρωτικός. αυτό υπαγόρευε η κοινή λογική. Δεν μου χρειάζεται η άδεια του αδερφού μου για να πάω κάπου και όποτε εγώ το θέλω.» . Θεέ και Κύριε. «Το Σεντ Τζάιλς δεν φημίζεται για τη φιλοξενία του. «Δεν θα ήθελα να κατσαδιάσω τον Τόμας. Η Ηρώ απέστρεψε το βλέμμα. ο Γουέικφιλντ δεν θα εκπλαγεί όταν του πω πού σε συνάντησα» της είπε με φωνή μεταξένια. επειδή σου δάνεισε την άμαξά του για να τριγυρνάς στους υπονόμους του Σεντ Τζάιλς. να ξεσπάσει για όλους αυτούς τους χοντροκέφαλους. «Τι κάνεις στο Σεντ Τζάιλς. «Πηγαίνω να επιθεωρήσω το εργοτάξιο ενός ιδρύματος για έκθετα παιδιά.» Η Ηρώ δάγκωσε το χείλι της και κοίταξε κάπου μακριά. «Το φαντάστηκα. η κοινή λογική δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα με τα συναισθήματά του.» «Τότε. και προφανώς επιπόλαιους αδερφούς.τι κι αν ήταν αυτό που σε έφερε μέχρι εδώ. λόρδε μου. μη με πατρονάρεις.

«Θα πήγαινα στο Λόρδο Κέιρ.» Σήκωσε πάλι περήφανα το κεφάλι της. Η υποχρέωση είναι δική μου. Το πρόβλημα είναι το μέρος που βρίσκεται. «Είτε ο ίδιος είτε κάποιος εντολοδόχος του θα μπορούσαν να τα χειριστούν και να σε βοηθήσουν.» «Επειδή είμαι η προστάτιδα!» Η Λαίδη Ηρώ τον κοίταξε σκυθρωπά. «Δεν πάει πολύ καλά» του είπε έπειτα από ένα στιγμιαίο δισταγμό.» «Ή τι δεν έχει κάνει. Μπορώ να τα κάνω ό. εντελώς άσχετη με την προίκα μου. «Είναι υποχρέωσή μου να ελέγξω αν το χτίσιμο του καινούριου κτηρίου προχωράει κανονικά. αλλά η μικρή εξομολόγηση που του είχε κάνει είχε σαν αποτέλεσμα να πλημμυρίσει η καρδιά του από μια γλυκιά ζεστασιά.» . αυτή την εποχή λείπει στο εξωτερικό.» «Εντελώς μόνη σου. ή στη γυναίκα του. για να δω τι προόδους έχει κάνει μέσα στην τελευταία εβδομάδα.» «Θα πρέπει να μιλήσεις στον Γουέικφιλντ για τα προβλήματά σου» τη συμβούλεψε. για την ώρα επιβλέπεις την κατασκευή του κτηρίου για το ίδρυμα εντελώς μόνη. πηγαίνω σήμερα να δω το εργοτάξιο.» «Δεν είναι μυστικό. το γιο της. σε διαβεβαιώνω.» Σούφρωσε θυμωμένα τη μύτη της. Εκείνος ανασήκωσε τα φρύδια και περίμενε να συνεχίσει.» Σήκωσε περήφανα το κεφάλι. Λόρδε Γκρίφιν. «Τότε.τι θέλω. γιατί ξεπόρτισες. Γι’ αυτό. τη Λαίδη Κέιρ τη νεότερη –είναι αδερφή της διευθύντριας του ιδρύματος. «Εννοώ πως δεν είναι μυστικό το ότι είμαι προστάτιδα. «Στην πραγματικότητα. Όμως. και κάποτε ήταν αυτή που είχε αναλάβει τη διοίκηση–. η Λαίδη Κέιρ. Αντέδρασε εντελώς παράλογα όταν του είπα την απόφασή μου να βοηθήσω το ίδρυμα. «Πες το κι έτσι.» «Ίσως δεν του αρέσει να ξοδεύει τα χρήματά του. «Εγώ είμαι η προστάτιδα. «Τα χρήματα είναι δικά μου. Δεν θέλει να έρχομαι στο Σεντ Τζάιλς. με το ύφος βασίλισσας που την είχαν προσβάλει. τα χέρια της σφίχτηκαν νευρικά πάνω στα γόνατά της. Ο αρχιτέκτονας που προσλάβαμε αποδείχτηκε αναξιόπιστος. Μπορώ να τα διαχειρίζομαι όπως θέλω. Η Ηρώ χαμήλωσε το κεφάλι. Μία κληρονομιά από τον αδερφό του παππού μου. Άλλωστε» πρόσθεσε λιγότερο αυταρχικά τώρα «ο Μάξιμους μάλλον θα μου απαγορεύσει να συνεχίσω να είμαι χορηγός αν του μιλήσω για τα προβλήματά μου.» Ο Γκρίφιν την κοιτούσε δύσπιστα. πηγαίνει εντελώς χάλια.» Πρόσεξε το σκεφτικό του ύφος και βιάστηκε να διορθώσει.» Ήταν περίεργο.» «Ναι. αλλά τα όμορφα χείλη της τρεμούλιασαν.» «Επικροτώ τη νοημοσύνη του» σχολίασε κοφτά ο Γκρίφιν.» Δάγκωσε το χείλι της. όχι ο Μάξιμους. «Δηλαδή. Η φωνή της ήταν ένα αγωνιώδες ξέσπασμα. χωρίς καμία παρέμβαση του Μάξιμους – ή κανενός άλλου.» «Υπάρχει άλλη μία χορηγός. όμως παντρεύτηκαν πρόσφατα και θα μείνουν για μήνες στο υποστατικό του Λόρδου Κέιρ.Ανασήκωσε τα φρύδια του. κι αυτό που θέλω είναι να βοηθήσω τα παιδιά που ζουν σε εκείνο το ίδρυμα. Ο Μάξιμους γνωρίζει πολύ καλά πως έχω αναλάβει την υποχρέωση να βοηθάω το ίδρυμα. Γιατί το κρατάς μυστικό από τον αδερφό σου. «Πραγματικά αξιέπαινη.

αλλά συγκρατήθηκα και δεν έτρεξα να κρεμαστώ από πάνω της όπως έκανε η Φοίβη.» «Α. «Τι γύρευαν στο Σεντ Τζάιλς. αν ήταν δυνατό κάτι τέτοιο. χλωμό και μελαγχολικό. «Ήμουν οχτώ χρόνων όταν συνέβη» του είπε με απαλή φωνή.» Του χαμογέλασε σχεδόν απολογητικά. και δεν αλλάζω γνώμη. Έπειτα. να υποφέρει. «Θα έρθεις κι άλλες φορές εδώ. «Φυσικά» μουρμούρισε εκείνος και έτριψε το πρόσωπό του με τα χέρια του. «Είχαν πάει να δουν κάποιο έργο και είχαν πάρει και τον Μάξιμους – ήταν μόλις δεκατεσσάρων. Τη φαντάστηκε μικρό κοριτσάκι. Θυμάμαι πως εκείνη την ημέρα έτρωγα κρύο πόριτζ στο δωμάτιό μου ενώ οι μεγάλοι πηγαινοέρχονταν και μιλούσαν συνέχεια στους κάτω ορόφους. επειδή δεν είχε κανέναν στον κόσμο για να τη φροντίζει – να νοιάζεται γι’ αυτήν. και το μαύρο φουστάνι της ήταν σκληρό και τσαλακωμένο. Οι γονείς μας δολοφονήθηκαν στους δρόμους του Σεντ Τζάιλς. Κοίταξε έξω από το παράθυρο και πρόσεξε αφηρημένα πως η περιοχή είχε γίνει πολύ χειρότερη από πριν. και δεν υπήρχε κανένας για να αναλάβει τις ευθύνες του σπιτιού. «Δεν έχει πρόβλημα με τα ορφανά. Δεν ένιωσα ασφαλής παρά μόνο μετά από δεκαπέντε μέρες που ήρθε η Ξαδέρφη Μπατίλντα. ασχέτως με τους λόγους . Το μίσος του γι’ αυτό το μέρος είναι πολύ βαθύ. «Δεν μου το επιτρέπει. «Ναι. παρόλο που δεν την είχε ρωτήσει. μόλις την προηγούμενη εβδομάδα μια γυναίκα είχε δεχτεί επίθεση και είχε σκοτωθεί στο Σεντ Τζάιλς.» «Φαντάζομαι πόσο θα πληγώθηκες εσύ» της είπε σιγανά. «Ο Μάξιμους κλείστηκε στα διαμερίσματά του –έκανε μέρες να βγει και να μας μιλήσει–. η συνείδησή μου δεν μου επιτρέπει να σε αφήσω να τριγυρνάς μόνη στους δρόμους του Σεντ Τζάιλς. Η Φοίβη κι εγώ ήμασταν πολύ μικρές για να παρακολουθήσουμε τέτοιου είδους θεάματα. Η Ηρώ ανασήκωσε αδέξια τον ώμο. Η παραμάνα μας αγαπούσε πολύ τη μαμά. αλλά με το μέρος που ζουν. και τα χείλη της μισάνοιξαν.» Η Ηρώ μόρφασε. Όλοι οι υπηρέτες στενοχωρήθηκαν πάρα πολύ. Τότε αισθάνθηκα πως υπήρχε κάποιος για να φροντίσει κι εμένα. γι’ αυτό μείναμε σπίτι.» «Δεν ξέρω. Η εικόνα αυτή του προκάλεσε αφόρητο βάρος στην καρδιά. μια κίνηση εντελώς διαφορετική από τις συνήθως κομψές χειρονομίες της. «Γιατί ο αδερφός σου αντιπαθεί τόσο πολύ την ιδέα να βοηθάς ορφανά.» Σήκωσε ψηλά τα χέρια σε ένδειξη συνθηκολόγησης.«Με συγχωρείς για τις βιαστικές μου εικασίες. «Ο Μάξιμους δεν μου είπε ποτέ – αν βέβαια γνωρίζει.» Κούνησε αργά το κεφάλι.» Ο Γκρίφιν ακούμπησε το κεφάλι του που πονούσε στο μαξιλάρι. Κανένας δεν μου έδωσε την παραμικρή σημασία. «Άκουσέ με. νιώθοντας το ενδιαφέρον του να φουντώνει. Τα γένια που είχαν αρχίσει να φυτρώνουν στο πιγούνι του έγδαραν τις παλάμες του. Θυμάμαι πως ξύπνησα το επόμενο πρωί από κλάματα. Δεν υπάρχει θέατρο εδώ. που όμως ήταν ψυχροί και παράξενοι. Ο Γκρίφιν έγειρε προς το μέρος της. χωρίς αμφιβολία έτοιμα για να εκφράσουν τις αντιρρήσεις της. γλυκό άρωμα.» Το κορμί της σφίχτηκε απέναντί του.» τη ρώτησε. στήριξε τους αγκώνες του στα γόνατά του και συνάντησε το βλέμμα της με το δικό του. Θα πρέπει να έμοιαζε με αγρίμι.» Έσμιξε τα φρύδια. Φορούσε ένα πολύ βαρύ. κατέφτασαν οι οικογενειακοί μας δικηγόροι. Χριστέ μου.» Του απάντησε χωρίς τον παραμικρό δισταγμό.

«Τι είδους συμφωνία.» Μπροστά σε αυτά τα πληγωμένα λόγια. Ξαφνικά συνειδητοποίησε πως βρίσκονταν σε κάποιο απομονωμένο σημείο και πως εκείνον δεν τον γνώριζε σχεδόν καθόλου.ή τα επιχειρήματά σου. ρίχνοντάς του με τα λόγια της παγωμένο νερό στην πλάτη. η οργή που διέκρινε στο βλέμμα του την έκανε να ανησυχήσει ακόμα πιο πολύ. «Δίνεις προσοχή στα κουτσομπολιά. έτσι κι αλλιώς» είπε εκείνος. «Εσύ και οι υπόλοιποι ανόητοι και υποκριτές κουτσομπόληδες έχετε ήδη αποφασίσει ποια είναι η αλήθεια.» Η Ηρώ έκλεισε το στόμα και γύρισε το κεφάλι στο πλάι για να κοιτάξει έξω από το παράθυρο. Λόρδε Γκρίφιν. Ο ήχος έμοιαζε με πρόσχαρο κελάρυσμα. Η άμαξα σταμάτησε απότομα. «Όμως. και τώρα έβλεπε με ανακούφιση πως δεν πρόδιδαν την εσωτερική ταραχή της. Έδειχνε τόσο θιγμένη.» *** Ο Ρίντινγκ άφησε το κεφάλι του να πέσει πίσω στο μαξιλάρι και ξέσπασε σε δυνατά γέλια. είμαι πρόθυμος να κάνω μια συμφωνία μαζί σου. Με το να προσπαθώ να σας πείσω για την αθωότητά μου απλώς θα φανώ στα μάτια σας γελοίος. Έπειτα κούνησε αποφασιστικά το κεφάλι. Λαίδη Τέλεια. Εκείνος δεν κατάφερε να συγκρατήσει ένα αδύναμο χαμόγελο. «Δεν μπορώ να το δεχτώ.» «Δεν πρόκειται να πω ούτε στον Γουέικφιλντ ούτε στον Τόμας για τις βολτούλες σου στο Σεντ Τζάιλς αν με αφήσεις να σε συνοδεύω εγώ. δεν θα τολμούσα να εμφανιστώ παρέα μαζί σου» του είπε.» Τα φρύδια της έσμιξαν καχύποπτα.» Για μια στιγμή έμεινε να τον κοιτάζει χωρίς να μιλά. «Ποιο πράγμα. Είχε ακουμπήσει το ένα πάνω στο άλλο. Τον είδε να σκουπίζει τα μάτια με το μανίκι του και να παίρνει μια βαθιά αναπνοή. Τον παρακολουθούσε επιφυλακτικά καθώς το γέλιο του ατονούσε. η Ηρώ δάγκωσε τα χείλη και χαμήλωσε το βλέμμα στα χέρια της.» Εκείνη συνάντησε το θυμωμένο βλέμμα του χωρίς να δείξει ότι φοβόταν.» «Γιατί να μπω στον κόπο. Έριξε μια ματιά προς το μέρος του και τον είδε να την κοιτάζει μελαγχολικά.» «Επειδή. Είχαν φτάσει στην είσοδο του Μέιντεν Λέιν. Και αυτά τα λίγα που είχε μάθει για το άτομό του δεν ήταν καθόλου κολακευτικά. ωστόσο υπήρχε μια δυσδιάκριτη απειλητική νότα που έκανε την Ηρώ να ανησυχήσει. ξέρω πως ξελόγιασες την πρώτη γυναίκα του αδερφού σου. Όταν στράφηκε πάλι προς το μέρος της. «Αρνείσαι τις κατηγορίες.» «Γιατί όχι. «Δεν έχει καμία σημασία. «Βλέπεις. του διαφθορέα αθώων γυναικών – της γυναίκας του αδερφού .» «Το ότι έχω τη φήμη του αλήτη. Γιατί την ενοχλούσε τόσο που αυτός ο άντρας τη θεωρούσε «ανόητη» και «υποκρίτρια». με τα ανοιχτοπράσινα μάτια του σκοτεινιασμένα.» Τα χείλη του στράβωσαν.

ένας από τους δύο μυώδεις υπηρέτες που είχε επιλέξει να τη συνοδεύσουν.μου. Προφανώς είχε πει όλα όσα ήθελε. «Θα πάω να ελέγξω το εργοτάξιο τώρα. Η Ηρώ έκανε μεταβολή και κοίταξε την απέναντι μεριά του στενού δρομίσκου. «Να δω μήπως είναι κανείς εδώ γύρω. Ανασηκώθηκε και. «Εξακολουθώ να μη θέλω να ρισκάρεις τον όμορφο λαιμουδάκο σου στο Σεντ Τζάιλς. Ή θα με αφήσεις να σε συνοδέψω και να σε προστατέψω. στο σημείο όπου χτιζόταν το Ίδρυμα για Ατυχή Βρέφη και Έκθετα Παιδιά. κατέβηκε από την άμαξα. ο άντρας έβγαλε το ταλαιπωρημένο επίπεδο καπέλο που είχε στο κεφάλι του. Η επιλογή είναι δική σου. Πολύ καλά! Αν είχε σκοπό να γίνει αγενής. Τα κτίσματα από εκεί ήταν χτισμένα τόσο κοντά το ένα με το άλλο.» Έσπρωξε το τρίκοχο καπέλο του πάνω από τα μάτια του και σταύρωσε τα χέρια του στο στήθος. Κάτω από το βλέμμα της. πολλά νούμερα μεγαλύτερο από το δικό του μέγεθος. ακολουθούμενος από έναν ύποπτο τύπο. «Λαίδη μου. με τα ψηλότερα πατώματα να γέρνουν επικίνδυνα πάνω από το σοκάκι. που τα γκρίζα μαλλιά του σχεδόν ακούμπησαν στη . με τη βοήθεια του Τζορτζ. όμως εκείνος δεν έκανε καμία κίνηση.» Η Ηρώ κοίταξε έκπληκτη τον τύπο. Η πόρτα της άμαξας άνοιξε.» «Ναι. οι χειρότεροι φόβοι της επιβεβαιώθηκαν. Στράφηκε πάλι προς το μέρος του Ρίντινγκ και ξερόβηξε. Ήταν πραγματικό θαύμα που όλο αυτό το χάλι δεν είχε καταρρεύσει ακόμη. Αναστέναξε.» Ο Τζορτζ γύρισε κοντά της. Θα γινόταν ένα υπέροχο κτήριο – αν ποτέ τελείωνε. Για μια στιγμή η Ηρώ τον κοίταξε δύσπιστα. λες και το όλο θέμα ήταν ασήμαντο. που έμοιαζαν σαν να στηρίζονταν μεταξύ τους.» «Ναι» του είπε αφηρημένα. και ο Τζορτζ. «Αυτός είναι ο μόνος που κατάφερα να βρω εδώ γύρω» της είπε. Είχαν αγοράσει όλα τα σπίτια γύρω από τα καμένα συντρίμμια της κατοικίας που υπήρχε παλιά εκεί και τα είχαν κατεδαφίσει. Η Ηρώ άφησε τη φούστα της να πέσει και συνοφρυώθηκε. λαίδη μου. Κρατούσε στο χέρι του ένα μισοφαγωμένο καρβέλι ψωμί και φορούσε ένα φθαρμένο μπλε παλτό. Τώρα. το μεγαλύτερο μέρος αυτής της πλευράς του δρόμου καταλάμβαναν τα θεμέλια και η πρόσοψη του πανέμορφου πλίνθινου κτηρίου που ονειρευόταν πως κάποτε θα χτιζόταν. Σήκωσε λιγάκι τη φούστα της και πήρε το δρόμο που οδηγούσε στο Μέιντεν Λέιν. όσο πλησίαζε. και έκανε μια υπόκλιση τόσο βαθιά. Ο Τζορτζ μετέφερε το βάρος του από το ένα πόδι στο άλλο. σαν να ήταν έτοιμος να πάρει έναν υπνάκο. Όμως.» Ο Ρίντινγκ δεν έκανε καμία κίνηση. η Ηρώ δεν επρόκειτο να παραμείνει εκεί και να προσπαθήσει να τον κάνει να μιλήσει. σε παρακαλώ» του απάντησε με ευγνωμοσύνη και τον παρακολούθησε καθώς εξαφανιζόταν πίσω από την πρόσοψη του οικοδομήματος.» Κούνησε αδύναμα το χέρι του. Ξύλινες κατασκευές πάνω σε κακοστερεωμένα τούβλα. «Λέει πως είναι ο φύλακας. δείχνοντας τον άγνωστο άντρα. έριξε μια περίεργη ματιά στο εσωτερικό της. «Λαίδη μου. ή θα πάω κατευθείαν στον Γουέικφιλντ και στον Τόμας. Το εργοτάξιο έδειχνε εγκαταλειμμένο.

ακριβώς στην ίδια θέση που τον είχε αφήσει σχεδόν μισή ώρα πριν. Εκείνος φάνηκε να ξαφνιάζεται που ζητούσε τη γνώμη του. Είχαν παραλάβει τα υλικά. Ωστόσο. «Δεν ξέρω ακριβώς. Τόσο η ίδια όσο και η Λαίδη Κέιρ ένιωσαν απόλυτα ευχαριστημένες μαζί του.» «Και ο κύριος Τόμπσον. ο κύριος Τόμπσον αποδείχτηκε λιγότερο αξιόπιστος. Υλικά που υποτίθετο πως είχαν ήδη παραγγελθεί απουσίαζαν. κύριε Πρατ» είπε η Ηρώ και έκανε μεταβολή για να επιστρέψει στην άμαξα. στη μέση της ημέρας. κύριε Πρατ. Το χτίσιμο καθυστερούσε. όταν άρχισε η κατασκευή. σε έντονη αντίθεση με τα αρρενωπά του . δεν το νομίζω.γη. λαίδη μου.Και τώρα. τα πράγματα είχαν αρχίσει και πάλι να στραβώνουν. Σε εκείνο το στάδιο είχε φανεί πως τα χειρότερα κατασκευαστικά προβλήματα είχαν τελειώσει. Κάθισε και έμεινε να τον κοιτάζει καθώς η άμαξα ξεκινούσε.» Η Ηρώ κατένευσε. σκούρο καφέ παντελόνι. αλλά μόλις ανέβηκε στην άμαξα.» Η Ηρώ αναστέναξε. λαίδη μου. σαν να σκεφτόταν πολύ σοβαρά. Ο Τζορτζ απλώς επιβεβαίωνε τους φόβους της. ήταν έξω όλη τη νύχτα μετά το χορό. δημιουργώντας ένα πανέμορφο σχέδιο του κτηρίου με επακριβείς λεπτομέρειες. Η Ηρώ έσφιξε τα χείλη και κοίταξε αλλού. «Λαίδη μου. χαλαρωμένο από τον ύπνο. ένα μήνα μετά την αναχώρηση της Λαίδης Κέιρ.» ρώτησε σιγανά τον Τζορτζ. Το από κάτω ήταν σαρκώδες. Από τα μισάνοιχτα χείλη του ακουγόταν ένα σιγανό ροχαλητό. Σχεδόν περίμενε πως ο Ρίντινγκ θα την είχε εγκαταλείψει. κανείς δεν βρισκόταν στο εργοτάξιο! «Σε ευχαριστώ.» «Έχω αρκετό καιρό να τον δω. Δεν είχε μετακινηθεί καθόλου ούτε όταν γύρισε η Ηρώ ούτε όταν ξεκίνησε η άμαξα. και αργότερα καθυστερούσε η παράδοσή τους. «Όχι. αναγκάζοντας τους εργάτες που είχαν προσληφθεί να βρίσκουν άλλες δουλειές. Η Λαίδη Κέιρ είχε αναβάλει την περιοδεία της στην Ευρώπη μέχρι να πέσουν τα θεμέλια. Έξυσε το πιγούνι του. Φορούσε ένα μάλλον φθαρμένο παλτό.» Ο φύλακας σήκωσε ψηλά το βλέμμα. «Αν δεν σας πειράζει. Είμαι σίγουρος ότι θα επιστρέψουν όπου να ’ναι. «Πού είναι οι εργάτες. ένα πράσινο γιλέκο. και μπότες. Ο κύριος Τόμπσον ήταν ο αρχιτέκτονας του καινούριου ιδρύματος και υπεύθυνος για την ανέγερσή του. Τα μακριά πόδια του καταλάμβαναν τον περισσότερο χώρο ανάμεσα στα καθίσματα. «Είναι ικανός να φυλάει μία τόσο μεγάλη έκταση. Όμως. και αισθησιακό. Το μαύρο καπέλο του ήταν ακόμη κατεβασμένο χαμηλά μέχρι τα μάτια του.» Κράτησε σφιχτά το καπέλο και το ψωμί πάνω στο στήθος του και την κοίταξε με βλέμμα αγγελικό. Οι γρατσουνισμένες μπότες του έφταναν μέχρι κάτω από το κάθισμά της. Και όποτε του έκανε ευγενικές ερωτήσεις. έπρεπε να προσλάβει αμέσως κι άλλους φύλακες. Υπήρξε άψογος στο στάδιο του σχεδιασμού. λαίδη μου.» Ο Πρατ ανασήκωσε τους ώμους και δάγκωσε το ψωμί του. τα έξοδα που παρουσίαζε στην Ηρώ ο μηχανικός την μπέρδευαν. και για πρώτη φορά πρόσεξε πως στο σαγόνι του είχαν αρχίσει να φυτρώνουν πυκνά γένια. τον βρήκε γερμένο στο μαξιλάρι. Άραγε. εκείνος είτε έδινε αόριστες απαντήσεις είτε την αγνοούσε εντελώς. Αν μη τι άλλο.» «Πώς σε λένε.» «Πρατ. είχαν προσλάβει καινούριους εργάτες και ο κύριος Τόμπσον τούς είχε γεμίσει με απολογίες και διαβεβαιώσεις. Το βλέμμα της στάθηκε σε τούτα τα χείλη.

» «Ναι. Σήκωσε το βλέμμα.» Έσφιξε τα χείλη της. «Δεν σε εμπιστεύομαι.» «Χμ.» «Πολύ συνετό αυτό» είπε. ενώνοντας το βλέμμα της με το δικό του.» «Θέλεις να πεις ο εκβιασμός σου. «Είσαι πολύ καχύποπτη γυναίκα. ρίχνοντάς της μια κοροϊδευτική ματιά. μισοκλείνοντας τα μάτια. «Δεν μένεις στο Μάντβιλ Χάουζ. Έπειτα κοίταξε έξω από το παράθυρο. Εκείνος ανακάθισε και τεντώθηκε νωχελικά. Άκουγε και υπάκουε τον αδερφό της σε όλα τα ζητήματα.» .γένια. Γκόλντεν Σκουέαρ τριάντα τέσσερα.» «Πώς ήταν. έτσι δεν είναι. κάνοντάς τη να αναπηδήσει. όχι όμως και σε αυτό. Ίσως η τρυφερή καρδιά μου να με υποχρεώνει να σώζω απερίσκεπτες κοπέλες. αλλά ο Μάξιμους θα ήταν αυτός που θα την εμπόδιζε να επιβλέπει το σπίτι – και ίσως θα της απαγόρευε να είναι η προστάτιδά του. όσο ήταν δυνατόν. «Και η συμφωνία μου. Ή θα πηγαίνεις μαζί μου ή καθόλου.» τη ρώτησε.» Για μια στιγμή οι σκέψεις της οδηγήθηκαν αλλού.» Χασμουρήθηκε. όμως γνώμη δεν πρόκειται να αλλάξω. Η Ηρώ πήρε μια βαθιά ανάσα. «Μπορείς να με συνοδέψεις την επόμενη φορά που θα έρθω στο Σεντ Τζάιλς. «Πολύ καλά» του είπε. «Πες το όπως θέλεις. «Γιατί. «Μπορείς να στείλεις ένα σημείωμα στο σπίτι μου όποτε θελήσεις να πας. βυθίστηκε ακόμα πιο πολύ στο κάθισμά του. «Πάμε για το σπίτι. Ο Ρίντινγκ την παρατηρούσε σαν να ήξερε τις σκέψεις που στριφογύριζαν στο μυαλό της. Είχαν σφιχτεί σε γροθιές. και μετά σηκώθηκε για να χτυπήσει την οροφή της άμαξας.» Κούνησε το κεφάλι σαν να το περίμενε. Η Ηρώ κοίταξε έξω από το παράθυρο.» Περίμενε να την αντιμετωπίσει με θυμό. Τι άλλη επιλογή είχε αν ήθελε να συνεχίσει να επισκέπτεται το σπίτι.» «Γιατί αυτή η ξαφνική ανησυχία για το άτομό μου. «Όχι. «Ο μηχανικός φαίνεται πως έχει γίνει άφαντος.» Η Ηρώ κοίταξε τα χέρια της που ήταν ακουμπισμένα πάνω στα γόνατά της.» «Τι πράγμα. Τράβηξε γρήγορα το βλέμμα της.» Τα χείλη του στράβωσαν.» «Χειρότερα από όσο περίμενα. Μήπως προσποιούταν τον κοιμισμένο όλη αυτή την ώρα. «Αποφάσισες.» Ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους του. και. Λαίδη Τέλεια. όμως οι άκρες των χειλιών του ανασηκώθηκαν.» Τον κοίταξε.» «Ωραία. Στο μυαλό της ήρθαν ξανά τα γλυκά πρόσωπα των παιδιών την ώρα που πάλευαν να τραγουδήσουν τον ύμνο που είχαν ετοιμάσει για χάρη της. Δεν είχε καμία αμφιβολία πως θα μιλούσε στον αδερφό και στον αρραβωνιαστικό της αν δεν δεχόταν τη «συμφωνία» του. Γιατί θέλεις αυτήν τη συμφωνία. Ο Μάντβιλ θα την αποδοκίμαζε.

Η Ηρώ άδειασε το οξυγόνο από τα πνευμόνια της και επέτρεψε στο σώμα της να χαλαρώσει. Και για πρώτη φορά αναρωτήθηκε: Τι έκανε ο Ρίντινγκ στο Σεντ Τζάιλς. Τι να γίνει. Ίσως να μην ήταν του στιλ του οι πρωινές εκδρομούλες με αξιοπρεπείς κυρίες.Η άμαξα σταμάτησε. Όμως. Εμείς οι αλήτες δεν κοιμόμαστε ποτέ τις νύχτες. Απολύτως κανέναν. *** Το επόμενο πρωί.» «Χμ. κι αμέσως κατάλαβε το λάθος της. όμως πιστεύω ότι μπορώ να σε βοηθήσω στα προβλήματα που έχεις με τον αρχιτέκτονα» της απάντησε αργά και υπομονετικά. παρόλο που τα λόγια του την ενόχλησαν πολύ. το ήξερε πως είχε να κάνει με έναν αλήτη. Στο κάτω-κάτω. «Πάλι τριγυρνούσες όλη τη νύχτα έξω. «Αντιθέτως. Σαν ανθισμένος κρίνος. Το αθώο χαμόγελο που της χάρισε προκάλεσε βαθιές γραμμές δεξιά και αριστερά από το στόμα του. «Μα. δεν σκόπευα να επισκεφτώ το σπίτι τόσο σύντομα!» «Ναι.» Βολεύτηκε στα μαξιλάρια. Για μια στιγμή αισθάνθηκε κάτι που έμοιαζε πολύ με απογοήτευση. «Στις εννέα ακριβώς. Εννιά η ώρα ήταν πολύ νωρίς για την Ξαδέρφη Μπατίλντα –ή για οποιαδήποτε άλλη κοσμική κυρία– για να εμφανιστεί δημόσια. κι η Ηρώ δεν μπόρεσε παρά να κουνήσει καταφατικά το κεφάλι. Αυτό που κανονικά θα έπρεπε να ήταν ένα κομπλιμέντο. μάλιστα… «Σου έλειψα. η Ηρώ ένιωθε μια έντονη συγκίνηση που εκείνος είχε τελικά εμφανιστεί στο ραντεβού τους. Σταμάτησε μόνο για να της πει: «Θα είμαι στο σπίτι σου στις εννέα αύριο το πρωί. Εκείνος γέλασε καθώς τη βοηθούσε να ανέβει στην άμαξα. «Ωραία» είπε εκείνος. Το περίεργο ήταν πως.» Η Ηρώ έσκυψε προς το μέρος του.» Τον κοίταξε καχύποπτα. βροντώντας την πόρτα πίσω του. ενδιαφέροντα πράγματα να κάνουμε τα βράδια. ε.» Η βραχνή αντρική φωνή ακούστηκε τόσο κοντά στην πλάτη της. Σύμφωνοι. Σχεδόν αμέσως η άμαξα ξεκίνησε. κατά περίεργο τρόπο από τα χείλη του είχε ακουστεί σαν προσβολή. ο οποίος φαινόταν πολύ ταλαιπωρημένος και απεριποίητος. Θα έπρεπε να διώξει την άμαξα που την περίμενε ήδη μπροστά. αφήνοντας να της ξεφύγει μια τρομαγμένη κραυγή.» Τα πράσινα μάτια του την κοίταξαν διαπεραστικά. «Φυσικά.» τον ρώτησε χωρίς να το σκεφτεί. η Ηρώ κατέβηκε τα σκαλοπάτια του σπιτιού της με ένα αίσθημα νευρικότητας. κι εκείνος άνοιξε την πόρτα. Τα μαύρα γένια που είχαν μεγαλώσει στο πιγούνι του έκαναν έντονη αντίθεση με την άσπρη . Ίσως. που η Ηρώ αναπήδησε. Πήδηξε έξω. Έχουμε πολύ πιο. Τι περίμενε. όταν κοίταξε πάνω και κάτω το δρόμο. δεν είδε κανέναν. εσύ» συνέχισε ο Ρίντινγκ καθώς καθόταν απέναντί της «δείχνεις ξεκούραστη και ανανεωμένη. Στράφηκε και κοίταξε τον Ρίντινγκ. ωστόσο πάντα υπήρχε ο κίνδυνος να τη δει κάποιο άλλο μάτι μαζί με το διαβόητο μέλλοντα γαμπρό της.

περούκα που φορούσε. μόνο η αγαπημένη μου μελλοντική αδερφούλα.» Συγκρατήθηκε για να μην του πει για άλλη μια φορά να μην την αποκαλεί αδερφούλα του. «Τέλος πάντων. εκτός από το να πίνω και να μπερμπαντεύω. «Εννοείς. αυτό δεν σημαίνει πως όποιος γνώρισα στο πανεπιστήμιο ήταν το ίδιο ανεύθυνος με μένα. ο Ρίντινγκ χαμήλωσε το βλέμμα στα χέρια του. Εκείνος ανταπόδωσε την καλοσύνη του φίλου τους μελετώντας μέρα-νύχτα. Την κοίταξε με έκπληξη. Δεν το ήξερα πως τα Ελληνικά εμπεριέχονται στη διδακτέα ύλη των κοσμικών δεσποινίδων.» «Οι κρίνοι δεν έχουν αγκάθια. «Όμως. «Και εσύ τι έκανες στο Κέιμπριτζ. αλλάζοντας θέμα.» «Δεν…» Με μια αόριστη χειρονομία προσπέρασε την αμήχανη δικαιολογία που ήταν έτοιμη να ξεστομίσει. «Θα μπορούσες να γίνεις το μοντέλο για κάποια συμβουλευτική διαφήμιση με τίτλο “Άσωτη Ζωή”» του είπε με φωνή που έσταζε μέλι.» Έγειρε στο πλάι το κεφάλι της και τον κοίταξε προσεκτικά.» Αυτήν τη φορά η Ηρώ δεν τσίμπησε το δόλωμα. Ο μοναδικός λόγος που εκείνος βρέθηκε στο Κέιμπριτζ ήταν επειδή κάποιος φίλος της οικογένειάς του προσφέρθηκε να αναλάβει τα έξοδα των σπουδών του. Ο Ρίντινγκ τέντωσε τα πόδια του ανάμεσά τους. συνειδητοποιώντας πως οποιαδήποτε διαμαρτυρία από μέρους της το πιθανότερο θα ήταν να τον οδηγήσει σε ακόμα πιο εκνευριστική συμπεριφορά. εν πάση περιπτώσει.» Χαμήλωσε το βλέμμα στα χέρια της που ακουμπούσαν χαλαρά πάνω στα γόνατά της και .» τον ρώτησε. αν μπορείς να το πιστέψεις.» Της έριξε μια σαρδόνια ματιά.» «Σου άρεσε.» Γιατί του το είχε πει αυτό.» «Όχι. Εκείνος έβαλε τα γέλια. «Γνώρισα τον Τζόναθαν Τέμπλετον στο Κέιμπριτζ. Όταν κατάλαβε πως δεν θα του απαντούσε.» Ανασήκωσε νευρικά τους ώμους. και. «Πού πηγαίνουμε.» «Διάβασα Ηρόδοτο στα Ελληνικά» του είπε. «Πότε-πότε περνάω λίγο χρόνο κάνοντας παρέα με αξιοσέβαστους ανθρώπους. «Πού τον γνώρισες.» «Έτσι είναι. «Αλήθεια. και οι μπότες του ακούμπησαν το μεταξένιο ύφασμα του ανοιχτοκίτρινου πρωινού φορέματός της. «Προφανώς όχι όσο χρειαζόταν για να συνεχίσω. «Φαίνεται πως ο κρίνος μου έχει αγκάθια.» Η Ηρώ τον κοίταξε με περιέργεια. «Εμένα με χαρακτήρισες άμυαλο» της θύμισε.» Ο Ρίντινγκ ξεφύσησε περιφρονητικά. με ένα αμυδρό χαμόγελο στα χείλη.» «Άκουσα πως τα παράτησες μετά τον πρώτο χρόνο» είπε σιγά.» «Για ποιο λόγο. δεν είμαι κρίνος σου. «Έχω έναν παλιό φίλο που θα ήθελα να σου γνωρίσω.» «Είναι αρχιτέκτονας.» «Αλήθεια. Ο πατέρας του Τζόναθαν ήταν εφημέριος με πολύ λίγα εισοδήματα. «Κλασική Ιστορία.

έτσι. σε παρακαλώ» του είπε πριν προλάβει να σκεφτεί κάτι περισσότερο. «Ο καθηγητής που με δίδασκε Ελληνικά αναγκάστηκε να σταματήσει για λόγους υγείας.» .ευχήθηκε να μπορούσε να σκέφτεται κάθε φορά πριν του μιλήσει. Άλλωστε. «Πολύ καλά.» «Απορώ πώς δεν το θυμάσαι» της είπε με ένα χαμόγελο.» Έσμιξε τα φρύδια. Τα Γαλλικά είναι πολύ πιο σημαντικά για μία κυρία. τραγουδιού και ζωγραφικής.» «Ωστόσο. πολύ γρήγορα άρχισα να παρακολουθώ μαθήματα χορού. Κι εκείνος έδειξε να καταλαβαίνει τις σκέψεις της – ήδη το πρόσωπό του είχε πάρει μια έκφραση που έδειχνε πως ήταν έτοιμος για την απόρριψή της. όμως ξέρουμε πολύ καλά πως συμβαίνουν αρκετά παράξενα πράγματα στον κόσμο.» Η άμαξα σταμάτησε και ο Ρίντινγκ κοίταξε έξω από το παράθυρο. Ποιος μπορεί να πει ότι οι Αιγύπτιοι δεν γέμιζαν στ’ αλήθεια τα νεκρά σώματα των προγόνων τους με μύρο. λαίδη μου. «Πιστεύεις ότι είναι αλήθεια όλα αυτά που έγραψε. όμως ο Ρίντινγκ έδειχνε απόλυτα σοβαρός.» «Δεν μπορώ να παραδεχτώ κάτι τέτοιο.» Πήρε μια βαθιά αναπνοή και τον κοίταξε με ειλικρίνεια. «Τη μισώ. «Φτάσαμε. Θα ήθελες να σ’ το δανείσω. «Τι γνώμη έχεις για τις περιγραφές του σχετικά με την Αίγυπτο.» Τα χείλη του χαμογελούσαν ακόμη.» Ο Ρίντινγκ κούνησε το κεφάλι με κατανόηση. και φωτίστηκε από ένα συγκρατημένο χαμόγελο.» «Ή τα γιγαντιαία μυρμήγκια που κυνηγούσαν τις καμήλες. «Δεν θυμάμαι κάτι τέτοιο.» Το πρόσωπό του χαλάρωσε. «Ναι. «Στην Ινδία. «Του γερο-Ηρόδοτου σίγουρα του άρεσε να γράφει ενδιαφέρουσες ιστορίες.» Κοίταξε ξανά τα χέρια της. ναι. Ή πως δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα στην Ινδία τεράστια άγρια μυρμήγκια που τρομοκρατούν τις καμήλες.» «Α.» «Όπως ο Αρίωνας ο αρπιστής που ταξίδευε πάνω στην πλάτη ενός δελφινιού.» «Ή τα φτερωτά ερπετά που φύλαγαν τα λιβάνια στην Αραβία. Ένα πλατύ χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του.» τη ρώτησε εκείνος. «Σου αρέσει η ζωγραφική.» «Δεν…» Σταμάτησε και τον κοίταξε.» «Α» μουρμούρισε. Θα έπρεπε να αρνηθεί την προσφορά του.» «Φοβάμαι πως όχι. Αυτός που τον αντικατέστησε δεν ενέκρινε τις ελληνικές σπουδές μου.» «Γιγαντιαία μυρμήγκια που κυνηγούσαν καμήλες. «Αλλά συναρπαστικό. «Βρήκα τον τρόπο ταφής τους πολύ αποκρουστικό. «Κάπου έχω ένα αντίτυπο του Θουκυδίδη. «Έχεις διαβάσει Θουκυδίδη. Το να εμπλακεί ακόμα περισσότερο μαζί του θα ήταν ένας σίγουρος δρόμος προς την καταστροφή. Τον κοίταξε για να καταλάβει αν την κορόιδευε. Για μια στιγμή δίστασε. Έπειτα έσκυψε προς το μέρος του. αυτά. Είναι τόσα πολλά αυτά που πρέπει να μάθει μια κοπέλα πριν κάνει την επίσημη εμφάνισή της στην κοινωνία. φυσικά.» Η Ηρώ ρίγησε. Όλη αυτή η διαδικασία με τα μύρα και τα λιβάνια. πρέπει να παραδεχτείς πως φαίνεται λιγάκι απίθανο.» Κούνησε το κεφάλι του με θαυμασμό. Πολλά από τα κείμενά του δείχνουν να είναι αποκυήματα της φαντασίας του. «Ναι. Τα μυρμήγκια που έσκαβαν για να βρουν χρυσό!» φώναξε.

» Ο Λόρδος Γκρίφιν έσφιξε το χέρι του άντρα. αλλά σε καμία περίπτωση πλούσιο. ενώ ο Ρίντινγκ πλησίασε μια στενή βιβλιοθήκη και άρχισε να εξετάζει τα ράφια της. «Λόρδε μου!» αναφώνησε.» «Χριστέ μου!» φώναξε ο κύριος Τέμπλετον. Ο Ρίντινγκ χτύπησε την πόρτα.» Η Ηρώ τού χαμογέλασε σε μια προσπάθεια να τον βοηθήσει να χαλαρώσει. «Μην ανησυχείς. Αναστέναξε διακριτικά. «Όσο κι αν δεν θέλω να κακολογώ ένα συνάδερφο. .» Κοίταξε απολογητικά την Ηρώ. Τη στιγμή που τελείωσε.» Τους οδήγησε σε ένα μικρό σαλόνι. για να εμφανιστεί ένας νεαρός άντρας με σοβαρή καστανή περούκα και στρογγυλά ματογυάλια. Πού θα μπορούσε να βρει περισσότερα χρήματα. χάνοντας το χαμόγελό του. τότε είχαν χαθεί τα χρήματα που είχε πληρώσει η ίδια και η Λαίδη Κέιρ για το καινούριο κτήριο. «Μπορείς να κάνεις κάτι για τη Λαίδη Ηρώ. η πόρτα άνοιξε.» ρώτησε. να σου συστήσω το φίλο μου.» «Μάλιστα. η Λαίδη Ηρώ.» Και πράγματι. «Λαίδη Ηρώ. με ένα μεταδοτικό χαμόγελο. τον κύριο Τέμπλετον. Βέβαια. λαίδη μου. όμως τα εισέπραττε σαν ετήσιο εισόδημα.» Η Ηρώ σταύρωσε τα χέρια στα γόνατά της και του εξήγησε για το Ίδρυμα για Ατυχή Βρέφη και Έκθετα Παιδιά. «Είναι πολύ νωρίς για επισκέψεις» ψιθύρισε η Ηρώ. κι έπειτα τους έκανε νεύμα να περάσουν. «Θα έρθετε μέσα. είχε κι άλλα από την κληρονομιά της. ανεπαρκώς επιπλωμένο αλλά πεντακάθαρο.» «Κι εγώ. και η Ηρώ πρόσεξε πως βρίσκονταν έξω από ένα περιποιημένο. και ήδη είχε εισπράξει το ποσό που της αναλογούσε για φέτος. «Θα ειδοποιήσω να μας φτιάξουν τσάι» είπε ο κύριος Τέμπλετον. «Χαίρομαι τόσο πολύ που σε βλέπω. Του είπε για το καινούριο οίκημα που σκόπευαν να χτίσουν και τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν. Αν στ’ αλήθεια ο αρχιτέκτονάς τους το είχε σκάσει.» Η Ηρώ έκλινε με χάρη το κεφάλι.» Διάλεξε μια πολυθρόνα με ίσια πλάτη. Τζόναθαν. Τζόναθαν.» «Πολύ καλή ιδέα. Ο κύριος Τέμπλετον έριξε μια ανήσυχη ματιά προς το φίλο του. είναι μεγάλη τιμή για μένα που σας γνωρίζω. και ο Ρίντινγκ απομακρύνθηκε από τη βιβλιοθήκη. λαίδη μου. Ο κύριος Τέμπλετον κοίταξε γύρω του σαστισμένα. «Λέγεται πως έχει φύγει από τη χώρα εξαιτίας των χρεών του.Τη βοήθησε να κατέβει. έφτασε το τσάι.» Ο κύριος Τέμπλετον ανέβασε τα ματογυάλια του στο μέτωπό του και έτριψε τη μύτη του. «Ο αρχιτέκτονας που έχουν προσλάβει δείχνει απατεώνας. συνειδητοποιώντας για άλλη μια φορά πως η θέση της στην κοινωνία λειτουργούσε σαν ένας φράχτης ανάμεσα στην ίδια και στον υπόλοιπο κόσμο. Τζόναθαν. Τζόναθαν. παίρνοντας το φλιτζάνι που του πρόσφερε η Ηρώ.» Η Ηρώ κράτησε την αναπνοή της. «Ελπίζω να έχω την έγκρισή σας. «Τι γνώμη έχεις. Θέλω να πω. η αλήθεια είναι πως τον έχω ακουστά το συγκεκριμένο άνθρωπο. Μας περιμένει.» ρώτησε ο Ρίντινγκ. «Ο Λόρδος Γκρίφιν μού είπε ότι θα θέλατε να με συμβουλευτείτε για κάποιο έργο. «Ευχαριστώ πολύ. σπίτι. «Δεν είχα ιδέα πως ο Λόρδος Γκρίφιν είχε σκοπό να φέρει μια κυρία της τάξης σας. λαίδη.

» τη ρώτησε ο Ρίντινγκ. «Τα . Άραγε. τα κονδύλια που μπορώ να διαθέσω είναι περιορισμένα. κύριε Τέμπλετον. «Όμως. Θα την είχε του χεριού του αν δεχόταν να πάρει δανεικά από εκείνον… όμως. «Ευχαρίστησή μου. συνειδητοποιώντας τη διττή σημασία της φράσης της. Μπορούμε να πούμε ότι εγώ θα ξεκινήσω τη δουλειά.» Άρχισε να κοκκινίζει πριν ακόμη τελειώσει την ερώτησή της. θα τη διευκόλυνε με μια απόπειρα για χιούμορ.» Ο κύριος Τέμπλετον ακούμπησε το φλιτζάνι του σε ένα χαμηλό τραπεζάκι. ωστόσο της απάντησε κοφτά: «Όχι. Νομίζω πως ούτε καν με συμπαθείς. κύριε Τέμπλετον» είπε η Ηρώ. Ξαφνικά. «Νομίζω πως είναι απόλυτα προφανές.» Τους συνόδεψε μέχρι έξω. Όχι. Ουσιαστικά. «Θα κανονίσω να έρθουν τα σχέδια που έχουμε εδώ. Και βέβαια όχι. Δεν καταλαβαίνω. αλλά τελικά δεν μίλησε. με την έγκρισή σας.» «Ναι.» Έγειρε πίσω το κεφάλι του και την κοίταξε προσεκτικά. και όταν θα χρειαστώ περισσότερα χρήματα.» «Δεν με ξέρεις καλά. Σας ευχαριστώ πολύ. Την εκτιμώ απόλυτα. μπορώ.» Τον κοίταξε. Ο Γκρίφιν έδειχνε θυμωμένος τώρα.» Η Ηρώ άνοιξε το στόμα για να πει κάτι.» Έτσι. εκείνος έσκυψε μπροστά και στήριξε τους αγκώνες του στα γόνατά του. Θα ήταν μια μικρή. Εγώ έχω τα λεφτά κι εσύ είσαι αυτή που τα χρειάζεται.» Ο κύριος Τέμπλετον κούνησε με κατανόηση το κεφάλι. να αναλάβω εγώ αυτό το έργο. Για ποιο λόγο μού κάνεις αυτή την πρόταση. δεν ήταν αυτό που την προβλημάτιζε. Φυσικά και μπορώ.» «Γιατί όχι. λαίδη μου. όμως κατάφερε να κρατήσει σταθερό το βλέμμα της.» Τα βλέφαρά του τρεμόπαιξαν. θα σας πληροφορήσω. όπου ο Λόρδος Γκρίφιν τον αποχαιρέτησε εγκάρδια πριν βοηθήσει την Ηρώ να ανέβει στην άμαξα. αυτή είναι μια πολύ καλή ιδέα.» Εκείνος σηκώθηκε βιαστικά και έκανε μια ευγενική υπόκλιση. ξαφνιασμένη. «Πού θα βρεις κι άλλα χρήματα για το ίδρυμά σου. «Δεν θα το έλεγα σε κανέναν. λαίδη μου. μαζί με τη διεύθυνση της οικοδομής. θα πρέπει να είμαι ειλικρινής. Με τη συνεργάτιδά μου να λείπει στο εξωτερικό.«Ναι.» «Κάτι τέτοιο θα ήταν υπέροχο. «Υπάρχει κάποιος λόγος να μη θέλεις δικά μου χρήματα. «Για ποιο λόγο μού κάνεις αυτή την εξυπηρέτηση. ναι.» «Θα σκεφτόσουν ένα μικρό δάνειο. στο σπίτι σας. θα κέρδιζε περισσότερο χρόνο για να κάνει κάτι με τις «υπόλοιπες απολαβές του. μυστική συναλλαγή ανάμεσα μόνο σε εμάς τους δύο.» «Το συνηθίζεις να κάνεις τέτοιες προσφορές σε οποιαδήποτε κυρία έχει ανάγκη από χρήματα. «Σας ευχαριστώ για την ειλικρίνειά σας.» Η Ηρώ έμεινε απλά να τον κοιτάζει. Μπορώ να σας δώσω ένα ποσό ευθύς αμέσως. «Προς το παρόν δεν ξέρω. φυσικά.» τη ρώτησε ήρεμα.» Σηκώθηκε όρθια. όμως οι υπόλοιπες απολαβές σας θα πρέπει να περιμένουν μέχρι να βρω άλλους πόρους. «Το ξέρεις πως δεν μπορώ να δεχτώ χρήματα από σένα. «Μπορώ να κοιτάξω τα σχέδια που έχει φτιάξει ο αρχιτέκτονάς σας και να δω τι εργασίες πρέπει να γίνουν στο κτήριο. Μπορείς να μου τα επιστρέψεις όταν θα έχεις τη δυνατότητα.

«Δεν σε ευχαρίστησα. Μπορείς να με εμπιστευτείς απόλυτα σε αυτό το θέμα. λες και είχε μοιραστεί κάτι πολύ προσωπικό μαζί της. Ο Ρίντινγκ χαμογέλασε και χτύπησε την οροφή της άμαξας για να ειδοποιήσει τον οδηγό να σταματήσει.» Πήδησε κάτω και χτύπησε το καπέλο του σε ένδειξη χαιρετισμού. Δεν θα είχα καταφέρει ποτέ να τον βρω χωρίς τη βοήθειά σου. θα απογοητευόταν. Η Ηρώ έγειρε στα μαξιλάρια.» Ο Γκρίφιν κατένευσε σαν να περίμενε αυτή την απάντηση και έγειρε στην πλάτη του καθίσματός του. «Χαίρομαι που σε βοήθησα. έτσι δεν είναι.» Έμοιαζε σαν να της έκανε κάποιου είδους εξομολόγηση. Άνοιξε την πόρτα και της έριξε μια ματιά πάνω από τον ώμο του. δεν πάλευε μόνη της τώρα πια.» Η Ηρώ αισθάνθηκε μια αναπάντεχη ανακούφιση παρόλο που είχε αρνηθεί τα λεφτά του. Ο κύριος Τέμπλετον δείχνει ικανός αρχιτέκτονας και. χαμόγελο.» Κούνησε αρνητικά το κεφάλι.» . Ήταν με το μέρος της. θέλω να σου κάνω μια ερώτηση. προσπαθώντας να συγκρατήσει το δικό της. «Για βρομοδουλειές. ίσως αυτό να είναι το πιο σημαντικό. «Να έχεις μια όμορφη μέρα.» Ανασήκωσε απλά τους ώμους. γεγονός ήταν πως αυτό τον άντρα τον γνώριζε λιγότερο από σαράντα οχτώ ώρες.» «Γιατί είχες πάει στο Σεντ Τζάιλς χθες το πρωί. μπορείς να βασίζεσαι σε μένα. Δεν κλέβω. αγαπητέ μου Λόρδε Ξεδιάντροπε.οικονομικά είναι ένας τομέας στον οποίον είμαι πολύ καλός. σε ευχαριστώ πολύ. Εκείνη πήρε μια βαθιά αναπνοή. Παρ’ όλα αυτά.» Έκλεισε με πάταγο την πόρτα. «Εκτιμώ την ευγενική προσφορά σου» του είπε. «Η προσφορά μου θα συνεχίσει να ισχύει στην περίπτωση που αλλάξεις γνώμη. αγαπητή μου Λαίδη Τέλεια. με ένα ανάλαφρο χαμόγελο στα χείλη.» «Μόνο μία. και η Ηρώ αισθάνθηκε μια παράξενη συγκίνηση. Δεν εξαπατώ. Ο τρόπος που ανατράφηκε όλα αυτά τα χρόνια τη συγκράτησαν. διαλέγοντας με προσοχή τα λόγια της «αλλά πιστεύω πως θα πρέπει να την αρνηθώ για την ώρα. Όταν πρόκειται για χρηματικές συναλλαγές. μουρμουρίζοντας: «Μια όμορφη μέρα και σε σένα. απόλυτα έντιμος. «Λοιπόν. και η άμαξα ξεκίνησε πάλι. χαζό.» Αν περίμενε να τον δει να σαστίζει ή να υπεκφεύγει. «Ήμουν στο Σεντ Τζάιλς για δουλειές» της είπε μόλις σταμάτησαν.» «Ωστόσο.

Πώς να διάλεγε ποιος από τους τρεις πρίγκιπες θα γινόταν ο τέλειος σύζυγος. έπρεπε να έρθει και καθυστερημένος. «Άργησες» είπε η Καρολάιν. Οι παρευρισκόμενοι την επιδοκίμασαν. Οι περισσότεροι τη θεωρούσαν καλλονή. Θα προσκαλούσε τους τρεις άντρες στο κάστρο της και θα τους περνούσε από κάποιες δοκιμασίες. Η Μεγκς ήταν η νεότερη στην οικογένεια. ο επιστάτης των στάβλων. Ο Γκρίφιν αναστέναξε. Αυτό και τους δύο υπηρέτες με τον μπάτλερ.Κεφάλαιο Πέντε Λοιπόν. και η μεγάλη αδυναμία του αδερφού της.» «Στο κρεβάτι» απάντησε λακωνικά ο Γκρίφιν καθώς διέσχιζε το δωμάτιο για να πάει στη μητέρα του. όμως ο Γκρίφιν πίστευε ενδόμυχα πως η λάθος αίσθηση χιούμορ που διέθετε υποσκέλιζε το λαμπερό χείμαρρο των μαύρων μαλλιών της και τα αμυγδαλωτά καστανά μάτια της. Στην Κάρο ανέκαθεν άρεσε να δηλώνει το προφανές. .» Ανασήκωσε το ροδαλό πρόσωπό της και του χαμογέλασε. «Η λαίδη έχει ήδη καθίσει» είπε ο μπάτλερ. αυτό κι αν ήταν πρόβλημα. της μικρότερης αδερφής του. «Είσαι καλά. που στεκόταν στην άκρη του πλήθους. Οι λίγες ώρες που είχε καταφέρει να ξεκλέψει για να κοιμηθεί αφότου άφησε τη Λαίδη Ηρώ στην άμαξα μέχρι να ετοιμαστεί για το δείπνο δεν αποδείχτηκαν αρκετές. πέζεψε τη φοράδα της και ανακοίνωσε πως είχε καταλήξει σε μία απόφαση.Ένα δείπνο με την οικογένειά του ήταν έτσι κι αλλιώς αρκετά κουραστική υπόθεση χωρίς να χρειάζεται επιπλέον φραμπαλάδες. Μεγκς. όπως μπορεί να φανταστεί κανείς! Η Βασίλισσα Μαυρομαλλούσα εμπιστευόταν το ίδιο –αλλά και δεν εμπιστευόταν– τους συμβουλάτορες. Γκρίφιν!» είπε εκείνη. καταφέρνοντας να δώσει στη φωνή του έναν τόνο δουλοπρεπή και αποδοκιμαστικό ταυτόχρονα. «Ο Λόρδος Γκρίφιν Ρίντινγκ» τον ανήγγειλε ο μπάτλερ. Αφού ασχολήθηκε επί πολλές μέρες με το ζήτημα. «Σε επιθύμησα. παρέμεινε σιωπηλός… -από το Η Βασίλισσα Μαυρομαλλούσα Το πρώτο πράγμα που πρόσεξε εκείνο το βράδυ ο Γκρίφιν όταν μπήκε στο Μάντβιλ Χάουζ ήταν το μεγάλος πλήθος κεριών. για να ξεχωρίσει τον τέλειο βασιλικό σύζυγο. Όμως. λες και δεν τον γνώριζε κανείς. «Πού ήσουν. Λες και δεν ήταν αρκετό που έπρεπε να υποστεί ένα επίσημο δείπνο με τον Τόμας και την τέλεια μνηστή του. η μεγαλύτερη από τις δύο αδερφές του. στα είκοσι δύο της χρόνια. Στα μισά σταμάτησε για να αγγίξει το μάγουλο της Μάργκαρετ. ο οποίος έτρεξε να πάρει το καπέλο του. Έπνιξε ένα χασμουρητό καθώς ακολουθούσε τον μπάτλερ στη σκάλα που οδηγούσε στην τραπεζαρία. «Φυσικά» μουρμούρισε ο Γκρίφιν. πράγμα που σήμαινε ότι η μητέρα του είχε αποφασίσει να μετατρέψει ένα απλό οικογενειακό δείπνο σε επίσημη εκδήλωση. τους υπουργούς και τους διανοούμενούς της.» «Ω.

Θυμήθηκε το πείσμα της να βοηθήσει μόνη της το ίδρυμα για ορφανά παιδιά. η μητέρα στο άλλο άκρο με τον Γουέικφιλντ στη μία μεριά και το Λόρδο Χαφ. Και δεν το θεωρούσε λάθος. κι έτσι ήταν πολλά εκατοστά ψηλότερη από τον άντρα της – κάτι που την ίδια την έκανε να ντρέπεται πολύ ενώ ο Χαφ δεν έδειχνε ούτε καν να το προσέχει. μητέρα. «Δεν θα έπρεπε να κοροϊδεύεις την αδερφή σου» μουρμούρισε.» «Δεν χρειάζεται να καυχιέσαι για τις ακολασίες σου» γκρίνιαξε η Κάρο. «Ήταν κάτι καλό. Η Κάρο είχε κληρονομήσει το ανάστημα των Μάντβιλ. «Α. και συνέχισε προς το κεφάλι του τραπεζιού. πραγματικά δεν είχε άλλη επιλογή παρά να στραφεί στη Λαίδη Ηρώ. «Έχασες το ψάρι» είπε ο Χαφ. . Από τη στιγμή που είχε κάνει το κοινωνικό του καθήκον με το γαμπρό του. στην άλλη. Ο Γκρίφιν συνάντησε το βλέμμα της μητέρας του που έδειχνε τόσο πως διασκέδαζε. Ω. απόφυγέ το για το καλό όλων μας» είπε η αδερφή του. λαίδη μου. «Μπακαλιάρος» απάντησε ο Χαφ κάπως αφηρημένα. είναι τόσο εύκολο να το κάνει κανείς» της ψιθύρισε πριν ξεκινήσει για το κάθισμά του. Δεν έδινε δεκάρα τσακιστή για το ορφανοτροφείο. Ο Γκρίφιν έσκυψε και φίλησε το μάγουλο της μητέρας του. Ο Τόμας καθόταν στη μία άκρη με τη Λαίδη Ηρώ στα δεξιά του και την Κάρο στα αριστερά. και η Κάρο ήταν απόλυτα ευτυχισμένη με το γάμο της. Έγειρε προς το μέρος της. δεν ήταν καθόλου καλό αυτό. «Μα. όμως η διαύγεια που έβλεπε τώρα στο γκρίζο των ματιών της του προκαλούσε μια αλλόκοτη αναστάτωση. Ήθελε να τη βοηθήσει. σαν να ήθελε να αιχμαλωτίσει την ανάσα της στα δικά του ρουθούνια. κοντά της. Το παραλληλόγραμμο τραπέζι ήταν στρωμένο για επτά άτομα. Εκείνος ανασήκωσε τα φρύδια. «Καλησπέρα. το σύζυγο της Κάρο. Η τελευταία άδεια καρέκλα βρισκόταν ανάμεσα στον Χαφ και στη Λαίδη Ηρώ. από τη στιγμή μάλιστα που ο Χαφ ήταν ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους στην Αγγλία. όσο και πως εκνευριζόταν. να επικεντρώνεται στους βαθύχρωμους κύκλους στο κέντρο τους που διαστέλλονταν όσο τον κοιτούσε.» «Σε παρακαλώ. «Ελπίζω πως είσαι καλά. Ο γαμπρός του ήταν ένας κοντός. Μόνο για εκείνη νοιαζόταν… Τι είχε αυτή η γυναίκα που τον άγγιζε τόσο. Την προσφορά του για το δάνειο την είχε κάνει εντελώς παρορμητικά. γεροδεμένος άντρας. «Θα ήταν καυχησιά αν έλεγα ποια ήταν ξαπλωμένη δίπλα μου.» Είχαν περάσει μόλις λίγες ώρες από τότε που την είχε δει. Έπιασε τον εαυτό του να κοιτάζει αυτά τα καθάρια μάτια της. Κι έπειτα ήταν εκείνες οι στιγμές μετά την επίσκεψή τους στον Τζόναθαν όπου φάνηκε να απολαμβάνουν μαζί μια περίεργη αρμονία. Απόψε φορούσε ένα φόρεμα σε βαθύ πράσινο χρώμα που έκανε τα κόκκινα μαλλιά της να μοιάζουν με φωτιά. την αγαπούσε με έναν κάπως αφηρημένο τρόπο. Ωστόσο.» Ο Γκρίφιν ήπιε μια γουλιά από το ποτήρι με το κόκκινο κρασί που μόλις είχαν αφήσει μπροστά του. Στην πραγματικότητα δεν έδειχνε να προσέχει πολλά από αυτά που έκανε η γυναίκα του.» τον ρώτησε ο Γκρίφιν. έστω κι αν ο αδερφός της ήταν αντίθετος σε αυτή της την προσπάθεια. και ήταν κάτι που δεν είχε κάνει ποτέ άλλοτε στη ζωή του. να μοιραστεί το βάρος της.Της χαμογέλασε κι εκείνος.

«Κι εσύ. Σχεδόν καθημερινά ακούμε τέτοιου είδους τραγωδίες. Τόμας. ευχαριστώ. πώς προτείνετε να το πετύχουμε αυτό.» «Κάποιος θα πρέπει να υπάρχει» είπε ο Χαφ. Μια πιατέλα με βραστό βοδινό τοποθετήθηκε μπροστά του ακριβώς τη στιγμή που άρχισε να μιλάει η Μεγκς από την απέναντι θέση. «Ένα φάντασμα. «Άκουσα μια τρομερή ιστορία χθες» είπε η Κάρο.» Ο Γκρίφιν έριξε μια ματιά προς το μέρος της Ηρώς. «Μια ολόκληρη οικογένεια βρέθηκε πεθαμένη από ασιτία σε ένα από εκείνα τα ρημαγμένα χαμόσπιτα του Ιστ Εντ. ακούστηκε ο Τόμας να ξεροβήχει.» Χαμογέλασε βιαστικά και ήπιε άλλη μια γουλιά από το κρασί του. ζούσαν μέχρι τώρα μόνο με τζιν. σίγουρα κάθε προσπάθεια να τους εμποδίσουμε θα είναι σαν να προσπαθούμε να αδειάσουμε τη θάλασσα με ένα κουτάλι. προσπαθώντας να κόψει ένα κομμάτι από το βοδινό που βρισκόταν μπροστά του. ακουμπώντας τα χείλη της στο ποτήρι της. πίνοντας από το κρασί του. . «Δεν εκπλήσσομαι.» «Αφού το λέτε εσείς» μουρμούρισε ο Γκρίφιν. Έχει καλό όνομα. Χαφ.» Ο Γκρίφιν πρόσεξε πως η Λαίδη Ηρώ είχε αφήσει το πιρούνι της. «Είμαι μια χαρά. υπάρχει εκεί κανείς τα βράδια. οι φτωχοί σύντομα θα βρουν κάτι πιο υγιεινό να πίνουν. Στο καφενείο Κράκερινγκ.» «Ανοησίες!» μουρμούρισε η Κάρο. Αν εξαφανίσουμε τους προμηθευτές. Πολύ αμφέβαλλε. Ο Δούκας του Γουέικφιλντ μετακινήθηκε νευρικά στο κάθισμά του. Αν οι άνθρωποι θέλουν να πίνουν. Βιαστικά. ο δούκας είχε ανησυχήσει ποτέ για την οικονομική κατάσταση της οικογένειάς του. και πολύ φοβάμαι ότι θα συνεχιστούν αν δεν καταφέρουμε να εξαφανίσουμε μια για πάντα το τζιν από το Λονδίνο. «Έχω ακούσει πως υπάρχει κάποιο φάντασμα ή στοιχειό στο Σεντ Τζάιλς» είπε κάπως αναπάντεχα η Κάρο.» Ο Τόμας σήκωσε το ποτήρι του από την άλλη άκρη του τραπεζιού. αυτό το δείπνο να μπορούσε να γίνει υποφερτό. Ο Γκρίφιν κοίταξε ερωτηματικά το συνήθως μετρημένο γαμπρό του. «Είμαι πολύ καλά. «Δεν θα τους βοηθούσε το ψωμί. «Εξοχότατε. Η Λαίδη Ηρώ πετάρισε τις βλεφαρίδες της. λόρδε μου. Λένε πως κοπανάει ακατάπαυστα ένα τύμπανο τις νύχτες. «Μα. Απ’ ό.» «Ωραία. «Αλλιώς ποιος θα μπορούσε να το ακούει.» «Μια χαρά» απάντησε κοφτά εκείνος. «Ο Χαφ μάς έλεγε νωρίτερα για ένα φάντασμα που πιστεύουν ότι έχει στοιχειώσει το καφενείο που πηγαίνει. «Αν μπορέσουμε να σταματήσουμε την παραγωγή αυτού του αισχρού ποτού. χαμήλωσε το βλέμμα στο πιάτο του. «Φάντασμα ή πνεύμα. Άραγε.» «Μέσα στο καφενείο. Θα μπορούσε να πάρει όρκο πως η λαίδη προσπαθούσε να πνίξει ένα χαμόγελο.» Η Κάρο ξεφύσησε. Ίσως αν έπινε αρκετά. Ο Γκρίφιν στράβωσε τα χείλη.Πίσω της.» Τα μάτια του Γουέικφιλντ στένεψαν. ολόκληρη η οικογένεια. συμπεριλαμβανομένου και ενός βυζανιάρικου μωρού. παίρνω το θάρρος να σας ρωτήσω.» «Τι τρομερό» σχολίασε η Μεγκ μελαγχολικά «να μην έχεις να φας ούτε ένα κομμάτι ψωμί.» ρώτησε η Λαίδη Ηρώ.τι φαίνεται.» Ο Χαφ ανασήκωσε τους ώμους. θα έχουμε κερδίσει το μισό πόλεμο.» Ο Γκρίφιν κατένευσε και άφησε το βλέμμα του να την προσπεράσει.» «Στην υγειά μας.

«Όχι. Στην πραγματικότητα. «Η αλήθεια είναι πως εγώ το έχω δει. εσύ τι ήθελες στο Σεντ Τζάιλς. Α. Μάξιμους. προσπαθώντας να σβήσει τη φωτιά και να σώσει τα παιδιά από τις φλόγες. Θυμάσαι. Γύρισα στο σπίτι και βρέθηκα μπροστά σε έναν αγώνα μπάντμιντον που δινόταν στην αίθουσα χορού.» «Θα πρέπει να κατατρομάξατε» είπε γλυκά η Μεγκς. αγαπητή μου.» ρώτησε η Μεγκς με ενδιαφέρον. «Ω. «Σαν τι μοιάζει.» Κοίταξε γύρω της στο τραπέζι και κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι. δεν ξέρω. την περασμένη άνοιξη. η λαίδη δεν φάνηκε να συμμερίζεται την ανησυχία του. η μητέρα ρώτησε: «Όμως. γουρλώνοντας τα μάτια. «Ναι. σαν όλοι να μελετούσαν τα λόγια της.» «Ήταν πολύ συναρπαστικό» ομολόγησε αργά η Λαίδη Ηρώ «αλλά δεν νομίζω πως είχα χρόνο για να τρομάξω. . όμως εγώ δεν νομίζω πως πρόκειται για φάντασμα.» Ο Γκρίφιν κοίταξε την αδερφή του. Η Κάρο ζάρωσε τη μύτη της. «Μία φωτιά και ένα φάντασμα.» Όλα τα κεφάλια στράφηκαν προς το μέρος της.» Ο Γουέικφιλντ στράβωσε τα χείλη του. Εσύ έλειπες όλον το μήνα. κι έπειτα κούνησε το κεφάλι ανυπόμονα. Δεν έμοιαζε με δολοφόνο.» Η αδερφή του πήρε μια βαθιά αναπνοή. ναι. «Τις Δευτέρες» είπε ο Χαφ.» Ο Γκρίφιν ακούμπησε κάτω το ποτήρι του και προσπάθησε να σκεφτεί κάτι που να δικαιολογεί την επίσκεψη της Λαίδης Ηρώς στο Σεντ Τζάιλς. Ωστόσο. Ύστερα. ζαρώνοντας το μέτωπό της. και το πρόσωπό της βάφτηκε από ένα μάλλον ανησυχητικό ροζ χρώμα. «Τον ονομάζουν Φάντασμα του Σεντ Τζάιλς. «Όλοι έχουν ακούσει γι’ αυτό.» «Φοράει μια αστεία στολή αρλεκίνου –κατάμαυρη. «Πήγα να δω το Ίδρυμα για Ατυχή Βρέφη και Έκθετα Παιδιά μαζί με άλλα μέλη της κοινωνίας μας. η Λαίδη Ηρώ ξερόβηξε.» ρώτησε η μητέρα του. βοήθησε. «Αλήθεια. Το σπίτι κάηκε συθέμελα. Έπρεπε να τακτοποιήσουμε τα παιδιά στο δικό σου σπίτι. «Πού το άκουσες αυτό. και έχει το μισό του πρόσωπο καλυμμένο με μια μάσκα παντομίμας.» ρώτησε ο Γκρίφιν με σοβαρότητα. εντάξει. «Ή όταν δεν υπάρχει κόσμος» πρόσθεσε η Μεγκς. «Ούτε εγώ» συμφώνησε ο Γκρίφιν.» «Εγώ όχι» είπε η Μεγκς.«Κοπανάει τύμπανα. Το φάντασμα εξαφανίστηκε έτσι απλά μέσα στο πλήθος. Κόσμος έτρεχε πάνω-κάτω. Εμένα μου φαίνεται άνθρωπος.» Η Κάρο κοίταξε για μια στιγμή το κενό. λες κι έτσι εξηγούνταν όλα. «Αναρωτιέμαι μήπως είναι δημιούργημα της Κάρο.» Η Λαίδη Ηρώ κοκκίνισε.» «Ίσως να σκοτώνει μόνο τις νύχτες» είπε αβασάνιστα ο Γκρίφιν. «Με ένα ξίφος» εξήγησε η Κάρο. Πριν προλάβει να μιλήσει. και βέβαια όχι. Σκοτώνει ανθρώπους. Τότε ήταν που είδα το φάντασμα του Σεντ Τζάιλς. «Α.» Ακολούθησε μια σύντομη σιωπή. με κόκκινα τριγωνάκια και διαμάντια– και ένα μεγάλο μαλακό καπέλο στο κεφάλι με ένα κόκκινο φτερό. δεν αργήσαμε να τα μεταφέρουμε. χαζέ.

μα. «Γκρίφιν» τον προειδοποίησε η μητέρα του.» Ο Γκρίφιν σήκωσε με επισημότητα το ποτήρι του. «Δεν θα ήθελα να πέσω πάνω του αύριο βράδυ. Ξεφύσησε σαν οργισμένος ταύρος. «Εγώ…» «Φυσικά δεν θα θέλαμε να σας βάλουμε σε κόπο. η Λαίδη Ηρώ κι ο Τόμας. «Μόνο που υπάρχουν κι άλλοι δολοφόνοι. ελπίζω το φάντασμα να περιοριστεί στο Σεντ Τζάιλς» είπε η Μεγκς. και η Λαίδη Φοίβη με την Εξοχότητά της.» Η Λαίδη Ηρώ κοιτούσε σταθερά το πιάτο που βρισκόταν μπροστά της. Δεν θα μπορέσω να παρευρεθώ. «Θα πάμε στο Χαρτς Φόλι» είπε η Μεγκς. «Θέλω να πω. «Ω. Χωρίς αμφιβολία σπάνια δεχόταν παρατηρήσεις.» Ο δούκας συνοφρυώθηκε φανερά σαστισμένος.» ρώτησε ο Γκρίφιν αφηρημένα. ποιος θα συνοδέψει τη Φοίβη. ο κόσμος μπορεί να νιώθει ασφαλής από τις Τρίτες μέχρι και τις Κυριακές.» Ο Γουέικφιλντ μετακινήθηκε νευρικά στην καρέκλα του. Γκρίφιν. Μάξιμους. με όλους εσάς εκεί. με πρόσωπο απόμακρο. «Χαφ. σαν να ήθελε να εμποδίσει το γέλιο της. «Η Κάρο κι ο Χαφ. «Καλά. Μπροστά του εμφανίστηκε άλλο ένα πιάτο που φαινόταν να περιέχει ζελέ με μερικά άγνωστης ταυτότητας κομμάτια να επιπλέουν μέσα του. αλλά έμαθα πως έχω ένα πολύ σημαντικό ραντεβού αύριο το βράδυ. ο Λόρδος Μπόλινγκερ κι εγώ.» «Ίσως να δολοφονεί μόνο τις Δευτέρες και να έχει ρεπό τις υπόλοιπες μέρες της εβδομάδας» εξήγησε εκείνος. Η έκφρασή της ήταν ήρεμη. Για άλλη μια φορά ενέδωσε στον πειρασμό.Ο Γκρίφιν τον κοίταξε ερωτηματικά. τόσο γρήγορη. «Έτσι δεν είναι. είσαι μεγαλοφυΐα. «Ένας δολοφόνος που σκοτώνει μόνο Δευτέρες! Ως εκ τούτου. Με κατατρόπωσες. «Γκρίφιν» είπε η μητέρα. Το ξέρεις με πόση ανυπομονησία περίμενε αυτή την έξοδο. «Χρειάζεται συνοδό.» Ο άλλος άντρας ανασήκωσε ταπεινά τους ώμους. μπορεί να τη συνοδέψει ο Γκρίφιν» πρότεινε η Μεγκς. Κάρο. όμως εκείνος ήξερε πως στο βλέμμα της κρυβόταν λύπη. Ο Τόμας τον κοιτούσε.» Ο Γκρίφιν κοίταξε με θαυμασμό το γαμπρό του. ίσως να μη χρειάζεται να έρθει» μουρμούρισε η Ηρώ.» ρώτησε ο Γκρίφιν.» «Ω. Και εν πάση περιπτώσει. που ο Γκρίφιν σχεδόν πίστεψε πως τη φαντάστηκε. «Ανοησίες! Τι θα μπορούσε να κάνει ένα φάντασμα στα δρομάκια του Σεντ Τζάιλς ντυμένο με στολή αρλεκίνου αν όχι να σκοτώνει ανθρώπους. δεν είχε καμιά σημασία. «Τότε.» «Τι θα γίνει αύριο το βράδυ. και για πρώτη φορά εκείνος δεν κατάλαβε αν είπε το όνομά του για να τον ενθαρρύνει ή για να τον προειδοποιήσει. «Εν πάση περιπτώσει.» Η Λαίδη Ηρώ αντάλλαξε μια γρήγορη ματιά με τον Γουέικφιλντ.» Η Κάρο δεν μπορούσε να αντέξει περισσότερα.» Η Ηρώ άφησε έναν πνιχτό ήχο δίπλα του. Υποκλίνομαι στη λογική σου.» Εκείνος σάστισε προς στιγμή. «Τι θέλεις να πεις με αυτό. . αλήθεια.» Η φωνή της Λαίδης Ηρώς φανέρωνε απογοήτευση. «Ζητώ συγγνώμη. «Για άλλη μια φορά μάς αποστόμωσες.

ο Τσάρλι θα τον είχε κοπανήσει. θα το κάνουμε. Ίσως θα έπρεπε να ηρεμήσει. Το βλέμμα του πήγαινε από το ταβάνι στο πάτωμα. «Και σήμερα το πρωί άκουσα πως ο Σμιθ ήταν ακόμη μέσα όταν το ανατινάξαμε. Λένε πως δεν θα τη βγάλει περισσότερο από μια-δυο μέρες ακόμα. «Πετυχαίνοντας να τρομοκρατήσουν τους υπόλοιπους. «Τι θα γίνει με τα σχέδιά μας για το Σεντ Τζάιλς. «Δύο γυναίκες βρήκαν την προηγούμενη εβδομάδα οι πληροφοριοδότες του Δούκα του Γουέικφιλντ» έλεγε ο Φρέντι. Έξι κι άσος. εντελώς φαλακρός.» «Εγκατέλειψε κανείς το πόστο του. Όσο τα κονομάνε. έτσι δεν είναι. με το βλέμμα καρφωμένο πάνω από τον ώμο του Τσάρλι. Είναι ζωντανός.» Ο Φρέντι συνοφρυώθηκε. παρ’ όλα ταύτα δεν έβρισκε τη δύναμη να κοιτάξει τον Τσάρλι στο πρόσωπο. θα πρέπει να φροντίσουμε τους χαφιέδες.» Ο Φρέντι ανασήκωσε ξανά τους ώμους.» Ο άλλος άντρας κατένευσε. πηγαινοερχόταν νευρικά μπροστά του.«Θα είναι χαρά μου να σας συνοδέψω όλους στο Χαρτς Φόλι. «Και ο αγαπητός μου Λόρδος Ρίντινγκ.» «Όμως. με μία άσχημη ουλή στο κάτω χείλι του. αλλά με τους χαφιέδες τριγύρω τους θα πρέπει να προσέχουν πολύ τα βήματά τους και να αλλάζουν θέσεις πολύ πιο συχνά. ο ένας από τους καλύτερους άντρες του.» «Ο Μακέι έφυγε από το Λονδίνο. «Απόψε. θα πουλάνε τζιν. Ο Φρέντι ήταν ένας πολύ μεγαλόσωμος άντρας. Μούγκρισε με ευχαρίστηση. Τον προηγούμενο μήνα είχε σκοτώσει τέσσερις άντρες μόνος.» *** «Πού είναι ο Λόρδος Γκρίφιν. Το επτά ήταν πάντα ο τυχερός του αριθμός. Ο Φρέντι ανασήκωσε τους ώμους. κοιτώντας στο κενό. . αλλά τα εγκαύματά του είναι πολύ σοβαρά. νομίζω. Ο Τσάρλι πήρε από το τραπέζι δύο κοκάλινα ζάρια και άρχισε να τα γυρίζει αφηρημένα ανάμεσα στα δάχτυλά του.» *** Είχε φαγούρα στο πρόσωπο. «Τότε. «Όχι ακόμη.» ρώτησε η Φοίβη τη στιγμή που τη βοηθούσε ο Μάντβιλ να κατέβει από την άμαξα. Αν ήταν μύγα.» Ο Τσάρλι άνοιξε τα δάχτυλά του για να κοιτάξει τα ζάρια στην παλάμη του. νιώθοντας τα πρηξίματα και τις εκδορές κάτω από τα δάχτυλά του. Θα είναι πολύ δύσκολο να τους επιτεθούμε.» «Ωραία.» ρώτησε ήρεμα ο Τσάρλι.» Ο Φρέντι ίσιωσε τους ώμους σαν να το ευχαριστιόταν που ήταν αυτός ο άγγελος καλών ειδήσεων. Ο Φρέντι. περνώντας ξυστά από το αριστερό αφτί του Τσάρλι.» «Αυτό μας κοστίζει χρήμα. Ο Τσάρλι Γκρέιντι ακούμπησε τον αγκώνα του στο τραπέζι που καθόταν και ξύστηκε αφηρημένα. «Έξω έχει έναν ψηλό τοίχο και μέσα φρουρούν οπλισμένοι άντρες.» Άφησε τα ζάρια να πέσουν στο τραπέζι.» «Μάζεψε όλες τις επιχειρήσεις του σε ένα κτήριο.

Θα χρειαστεί λίγη ώρα μέχρι να ετοιμαστεί η βάρκα. Η ίδια.» Της έριξε μια απορημένη ματιά. Τα φανάρια της άμαξας σχημάτιζαν φωτεινές λιμνούλες πάνω στο υγρό καλντερίμι. Ο Μάντβιλ έκανε νόημα σε κάποιον υπηρέτη με φανάρι για να προπορευτεί. «Σε παρακαλώ. για να μπορεί να βλέπει τα σκαλιά. μαζί με το αρχέγονο άρωμα του νερού που χύνεται ακατάπαυστα στον ωκεανό. εντελώς εκτεθειμένη στο κενό. στενή και απότομη. «Είπε πως θα μας συναντούσε στις σκάλες. Η Ηρώ γύρισε για να κοιτάξει.» «Ω» έκανε η Φοίβη. Λαίδη Φοίβη. όμως τώρα ο ουρανός ήταν καθαρός και τα αστέρια έλαμπαν στη νύχτα. και χωρίς αμφιβολία τώρα θα είχαν ήδη επιβιβαστεί σε κάποια λέμβο. κράτησε τη Φοίβη. ο Λόρδος Μπόλινγκερ. Το Χαρτς Φόλι βρισκόταν νότια του ποταμού. ενώ η Ηρώ αποτόλμησε φωτεινό κόκκινο με ρουμπινί μεσοφόρια και διακοσμητικούς φιόγκους. Η καρδιά της χοροπήδησε τρελά κάτω από το στήθος της. είχαν ήδη κατέβει τη σκάλα.» Ο Μάντβιλ χαμογέλασε επιδοκιμαστικά. ιδανική για μία επίσκεψη σε ένα πάρκο αναψυχής. Η Λαίδη Μάργκαρετ. συνοφρυωμένη. Από πάνω τους ακούστηκαν βήματα. η Λαίδη Καρολάιν και ο Λόρδος Χαφ είχαν έρθει με άλλη άμαξα. ο Μάντβιλ είχε βάλει μαύρο ντόμινο και μάσκα. και ίσως μέχρι τότε να έρθει και ο Ρίντινγκ. Η Ηρώ ανασήκωσε τη φούστα της. «Τα σκαλοπάτια γλιστράνε. πού είναι ο Λόρδος Γκρίφιν. στηρίζοντας το χέρι της στο γλιτσιασμένο τοίχο. Η Ηρώ αναστέναξε με ανακούφιση. «Όπως επιθυμείς.Η Ηρώ στράφηκε για να κοιτάξει προς τον Τάμεση μέχρι να έρθει κοντά της η Φοίβη. Η Ηρώ σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε το φεγγάρι που φλέρταρε με ένα ανάριο σύννεφο. χάνοντας ξαφνικά την ισορροπία του. αν τελικά δεν έρθει μαζί μας.» «Είναι συχνό φαινόμενο να μπλέκει ο αδερφός μου με τις δουλειές του» είπε ο Μάντβιλ με ουδέτερο τόνο στη φωνή του. Πιστεύω πως σύντομα θα εμφανιστεί. Η Ηρώ αισθάνθηκε ένα κύμα οργής να την πλημμυρίζει.» «Λογική πρόταση. Αλήθεια. . στέλνοντας στην Ηρώ ένα χαμόγελο ευγνωμοσύνης. καλή μου» είπε μάλλον απότομα. Οι δύο αδερφές είχαν φορέσει πουπουλένιες μάσκες και πολύχρωμα φορέματα. Η Φοίβη ένα πανέμορφο φουστάνι σε πορφυρό και κρεμ χρώμα. και έπρεπε να πάρουν βάρκες για να πάνε μέχρι εκεί. Σίγουρα τώρα θα βρισκόταν στο κρεβάτι κάποιας γυναίκας ενώ αυτοί τον περίμεναν εδώ. «Παρακαλώ να μην απογοητευτείς. και τους ακολούθησε. Το τακούνι της πιάστηκε στην άκρη του σκαλοπατιού. «Έλα.» Πρόσφερε τον αγκώνα του στη Φοίβη. Σε αντίθεση. Η σκάλα ήταν μεσαιωνική. Είχε βρέξει νωρίτερα. και ένιωσε το σώμα της να ταλαντεύεται. Εγώ θα ακολουθώ πίσω σας. ο Μάντβιλ και η Φοίβη έφτασαν μαζί σε μία από τις σκάλες που κατέβαινε στον Τάμεση.» Της πρόσφερε το μπράτσο του. Θέλεις να κρατηθείς από το χέρι μου. και άρχισαν να κατεβαίνουν. «Ας κατέβουμε στο ποτάμι. Πώς τολμούσε ο Ρίντινγκ να απογοητεύσει την αδερφή της. Ο αέρας που φυσούσε της έφερνε τις μυρωδιές του ποταμού: σάπια ψάρια και υγρή λάσπη. Λαίδη Ηρώ. κι εκείνη τον δέχτηκε. χαμηλώνοντας μελαγχολικά το βλέμμα παρά τη συμβουλή του Μάντβιλ. Η ζέστη ήταν ασυνήθιστη για Οκτώβρη μήνα. όμως εκείνη παραμέρισε.

Είχαν φτάσει στη στροφή της σκάλας. Ο Μάντβιλ κοίταξε προς τα πάνω.» «Κρίμα» ψιθύρισε εκείνος. και η Ηρώ σταμάτησε απότομα.» «Όχι» του απάντησε με ευκρίνεια και σαφήνεια. «Κάνε γρήγορα.» Η φωνή του Ρίντινγκ ακούστηκε βαθιά. αγαπητή μου Λαίδη Τέλεια. κατακόκκινα κάτω από τη μαύρη μάσκα που κάλυπτε το μισό πρόσωπό του.» Η ανάσα του χάιδευε τις τριχούλες στη βάση του λαιμού της. «Δεν είσαι η προσωποποίηση της τελειότητας.» Προσπάθησε να καταπολεμήσει την ανατριχίλα που ένιωσε. ευγνώμων για το σκοτάδι που έκρυβε το πρόσωπό της από όλους αυτούς εκεί κάτω. έκανε μεταβολή και συνέχισε να κατεβαίνει τη σκάλα. «Τόσο εσύ όσο και η αδερφή σου είσαστε σαν ποίημα απόψε. το χέρι του είχε σφιχτεί σε γροθιά στο πλευρό του. και ο Ρίντινγκ πήρε τα χέρια του από τα μπράτσα της. ερχόμαστε. Πιο κάτω. δεν θα ήσουν μονίμως καθυστερημένος. «Πρόσεχε» της ψιθύρισε τρυφερά. Ωστόσο. Δεν μπόρεσε να μην αναρωτηθεί φιλήδονα τι γεύση να είχε το φιλί του.» «Μη με λες έτσι. Γκρίφιν!» φώναξε η Λαίδη Κάρο από τη βάση της σκάλας. «Άργησες» μουρμούρισε η Ηρώ. σαν να μιλούσε σε ένα αργόστροφο παιδί «επειδή αν ήξερες την ώρα.» Τον άκουσε να γελάει.» «Σε ευχαριστώ. «Εντάξει. Η Ηρώ γύρισε σπασμωδικά. αλλά η έκφραση στο πρόσωπό του φανέρωνε ηρεμία. «Ναι.» Οι σφυγμοί της δεν είχαν καταλαγιάσει ακόμη. «Είναι δύσκολο το κατέβασμα.«Πρόσεχε!» Δυνατά. Το κράτημά του δεν είχε χαλαρώσει καθόλου. αντρικά χέρια άρπαξαν τα μπράτσα της και τη στήριξαν πάνω σε ένα στιβαρό στέρνο. Κατέβηκε τα υπόλοιπα σκαλοπάτια χωρίς να ξεχάσει ούτε στιγμή την επιβλητική .» Το πρόσωπό του κρυβόταν στο σκοτάδι. «Γιατί πρέπει όλοι να μου το λένε αυτό.» «Είσαι σίγουρη.» «Μήπως επειδή συνέχεια καθυστερείς.» Έμεινε να τον κοιτάζει.» Ο Μάντβιλ κούνησε καταφατικά το κεφάλι. «Είτε είμαι είτε όχι.» «Γιατί όχι.» «Ποίημα. «Τι είπες. προσέχοντας περισσότερο τα βήματά της. «Με αποστόμωσες.» «Νομίζεις πως δεν έχω συναίσθηση του χρόνου και της αργοπορίας μου. Τα ανοιχτοπράσινα μάτια του ήταν μισοκρυμμένα πίσω από τη μαύρη μάσκα του. σαρκώδη και αισθησιακά. και κατά έναν τρόπο οικεία μέσα στη νυχτιά. Ξαφνικά αισθάνθηκε δυσφορία και ταλαντεύτηκε σαν να ήταν έτοιμη να λιποθυμήσει. Τραβήχτηκε. ο Μάντβιλ και η Φοίβη είχαν σταματήσει σε ένα μικρό πλάτωμα που σχηματιζόταν στο σημείο που έστριβε η σκάλα. «Είμαι καλά τώρα.» Την κοίταξε αθώα. και για πρώτη φορά στη ζωή της δεν ήξερε τι να σκεφτεί. Το βλέμμα της στάθηκε στα χείλη του. ωστόσο η Ηρώ ξεχώρισε το δηκτικό τόνο στη φωνή του. σίγουρα δεν είμαι σου.

ας προχωρήσουμε εμείς» είπε ο Μάντβιλ. και επιβιβάστηκε προσεκτικά στη λέμβο.» «Αγαπητή μου. με τα πόδια του ανοιχτά. να σου γνωρίσω το Λόρδο Γκρίφιν Ρίντινγκ» είπε η Ηρώ με μάλλον ξέπνοη φωνή.» ρώτησε η Φοίβη. ο Ρίντινγκ είχε γείρει πίσω. ήταν στερεωμένα φανάρια.» Η Ηρώ κοίταξε τα νερά. «Φοίβη. και τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος.» Ο Μάντβιλ άπλωσε το χέρι του προς την Ηρώ. «Δεν υπάρχει τίποτα για να συγχωρήσω. «Χαίρομαι που κατάφερες να έρθεις. και τεντωμένα μπροστά. όλα έμοιαζαν μαγευτικά. Η Ηρώ βιάστηκε να τραβήξει το βλέμμα της από πάνω του παρόλο που δεν υπήρχε τρόπος να τον αγνοήσει μέσα σε έναν τόσο περιορισμένο χώρο. «Καλή ιδέα. «Νομίζετε πως θα έχει και πυροτεχνήματα. «Σίγουρα» είπε ο Ρίντινγκ.» Η Φοίβη κάθισε δίπλα στην αδερφή της.» Ο Λόρδος Χαφ κατένευσε αμέσως. «Άνετα. Τα μαύρα ντόμινο που φορούσαν τους έκαναν να φαίνονται σχεδόν ίδιοι μέσα στο μισοσκόταδο. ένας ασήμαντος νεαρός. ήταν ντυμένος με μαύρο ντόμινο. Λαίδη Φοίβη. «Σας παρακαλώ να με συγχωρήσετε. είναι υπέροχα! Το ποτάμι μοιάζει με παραμυθένιο βασίλειο τη νύχτα. με τα χέρια ακουμπισμένα στα γόνατά του. θα ήθελες να πάρεις τις αδερφές μου και το Λόρδο Μπόλινγκερ σε εκείνην τη βάρκα για να πάρουμε εμείς αυτήν. Στις δύο άκρες της βάρκας.» Η Ηρώ τού χαμογέλασε. γελώντας.αντρική φιγούρα που την ακολουθούσε. Τα υπόλοιπα μέλη της παρέας είχαν μαζευτεί στην πέτρινη αποβάθρα όπου είχαν αράξει δύο χαμηλές βάρκες. Εκείνη το έπιασε. Γκρίφιν» είπε ο Μάντβιλ με αργόσυρτη φωνή όταν έφτασαν κοντά τους. Ο συνοδός της. Θυμήθηκε εκείνην τη συγκλονιστική στιγμή . «Λόρδε Γκρίφιν.» «Λυπάμαι τόσο πολύ που σας έκανα να με περιμένετε» απολογήθηκε ο Ρίντινγκ τη στιγμή που έκανε μια ιπποτική υπόκλιση πάνω από το χέρι της Φοίβης.» τη ρώτησε ο Μάντβιλ. Η Λαίδη Καρολάιν φορούσε ένα φόρεμα στο χρώμα του ζαφειριού και μία μάσκα που ταίριαζε με το βαθύ μπλε ντόμινο του Λόρδου Χαφ. Πραγματικά νοιαζόταν για την άνεση και την καλοπέρασή της. Όμως. Φτάσατε στην ώρα σας. ευχαριστώ. και τα στενόμακρα καθίσματα ήταν σκεπασμένα με μαλακά μαξιλάρια. «Πρόσεχε πού πατάς» είπε ο Ρίντινγκ καθώς βοηθούσε τη Φοίβη να ανέβει. «Ω. Το φουστάνι της Λαίδης Μάργκαρετ ήταν κίτρινο με ροζ κεντήματα και φιόγκους. Τα κουπιά σηκώνονταν και έπεφταν καθώς οι δύο κωπηλάτες δούλευαν ασταμάτητα στο πίσω μέρος.» «Τότε. «Ναι.» Η κοπέλα έριξε μια αμήχανη ματιά στην αδερφή της. ο Λόρδος Μπόλινγκερ. «Δεν θέλεις να κολυμπήσεις στο ποτάμι. Εδώ κι εκεί διέκρινε τα φώτα από τις άλλες βάρκες και την αντανάκλαση των φαναριών στον ποταμό.» «Δεν πειράζει. Οι δύο άντρες κάθονταν απέναντί τους. Παρά την έντονη δυσοσμία του νερού. ενώ ο Μάντβιλ καθόταν στητός. και ο ήχος από διαπεραστικά ή διακριτικά γέλια σκορπιζόταν στον αέρα. από δω η αδερφή μου. «Χαφ. πάνω σε ψηλούς στύλους.

«Μου έδειξε το μενού που έχει σχεδιάσει για το γαμήλιο γεύμα μας. Ένιωσε ένα παράξενο αίσθημα αβεβαιότητας. . Η Ηρώ πήρε μια βαθιά αναπνοή. «Ωραία» είπε ο Μάντβιλ. σαν να ένιωσε το βλέμμα της. «Ναι. πιάνοντας το χέρι της Φοίβης.» «Ευχαριστώ» απάντησε η Ηρώ.» Κοίταξε την αδερφή της. έτσι. περιμένοντας επιβεβαίωση. «Θα δείχνω μάλλον γελοίος με τουλίπες γύρω από τα αφτιά μου. όμως όλοι έδειχναν διαφορετικοί. «Σήμερα το απόγευμα πήρα το τσάι με τη μητέρα σου» είπε στον Μάντβιλ. «Εκεί είναι η αποβάθρα. πλημμυρισμένη από φώτα.» Η Ηρώ στράφηκε και είδε πως πραγματικά ο υπηρέτης είχε στερεωμένο ένα λευκό λουλούδι πάνω από το αφτί του. Τα μάτια του γούρλωσαν κοροϊδευτικά. και ένας τύπος με περούκα που μύριζε το άρωμα της λεβάντας έσκυψε για να τη βοηθήσει να βγει. Όλοι έπαιζαν με παραλλαγές του ίδιου θέματος. «Έτσι μοιάζει. «Ελπίζω πως δεν θα είναι η νέα μόδα» μουρμούρισε ο Ρίντινγκ. Η Φοίβη ήρθε και στάθηκε δίπλα της.» Της χαμογέλασε ευγενικά. «Ναι.» Σε αυτό το σχόλιο.» Η Φοίβη έκρυψε το στόμα με το χέρι της και γέλασε σιγανά. Καθώς πλησίαζαν. καλή μου» είπε. «Χαίρομαι πολύ που εσύ και η μητέρα γίνατε φίλες. Η Ηρώ κατάλαβε πως είχαν τραβήξει την προσοχή του Ρίντινγκ που τώρα τις κοιτούσε με περιέργεια. Εκείνος. περιμένοντας να αποβιβαστεί και η υπόλοιπη παρέα της. «Πρόσεξες την πασχαλούδα στην περούκα του. «Καλώς ήλθατε στο Χαρτς Φόλι. όταν το βλέμμα της αιχμαλωτίστηκε από το δικό του. λαίδη μου. γύρισε να την κοιτάξει. Ή πως προχθές είχε συμφωνήσει μαζί του να τη συνοδεύει κάθε φορά που εκείνη ήθελε να επισκεφτεί το Σεντ Τζάιλς. σαν να βρισκόταν ακόμη σε εκείνα τα απότομα σκαλοπάτια.στη σκάλα. Η βάρκα τους πλησίασε την αποβάθρα.» «Δεν…» Για κάποιο λόγο. «Σχεδόν φτάσαμε» είπε η Φοίβη που όλη αυτή την ώρα χάζευε τον ποταμό.» Ο Ρίντινγκ χαμήλωσε το βλέμμα. η Ηρώ διέκρινε υπηρέτες με εντυπωσιακές λιβρέες να βοηθούν τους υπόλοιπους της παρέας να κατέβουν από τη βάρκα τους. Ήταν μια πλατφόρμα στερεωμένη σε ξύλινους πάσσαλους πάνω από το ποτάμι. έχει ετοιμάσει έναν όμορφο εορτασμό για την τελετή μας. Κάθε υπηρέτης φορούσε κοστούμι σε μοβ και κίτρινο χρώμα. Και ένας ακόμα κατακίτρινο σακάκι πάνω από ένα γιλέκο με μοβ βούλες.» Ωστόσο. ελπίζοντας πως η νύχτα θα έκρυβε το αναψοκοκκίνισμά της.» «Αλήθεια. δύσκολα έλεγες εκείνο το σημείο «αποβάθρα». κοιτώντας τη Φοίβη. κοίταξε τον Ρίντινγκ.» Η Ηρώ χαμογέλασε με ειλικρινή θέρμη. «Η μητέρα σου είναι αξιαγάπητη. ενώ ο Ρίντινγκ έστρεψε το βλέμμα του στα νερά του ποταμού. Έναν αλλόκοτο ίλιγγο που τη γέμιζε εξίσου με ανυπομονησία και προσμονή. Κάποιος άλλος περούκα σε βαθύ κίτρινο χρώμα και μοβ σακάκι με κίτρινες κορδέλες. έτοιμη να γκρεμιστεί. Ένας φορούσε ριγέ σακάκι και καρό κάλτσες. ο Ρίντινγκ στράβωσε ειρωνικά τα χείλη και απέστρεψε το βλέμμα του. Και το γεγονός πως μόλις χθες την είχε βοηθήσει με το ίδρυμα και της είχε μιλήσει για τον Ηρόδοτο. «Ελπίζω πως έχει την έγκρισή σου.» «Θα ήταν δύσκολο να συμβεί το αντίθετο. Ναι.

«Θα ήσουν πραγματικά γελοίος» δήλωσε ο Χαφ.
«Σε ευχαριστώ, Χαφ, για τη γνώμη σου» απάντησε τραχιά ο Ρίντινγκ.
Ο Μάντβιλ ξερόβηξε. «Πάμε;»
Πρόσφερε το μπράτσο του στην Ηρώ, κι εκείνη το έπιασε και τον άφησε να την οδηγήσει σε ένα
κατάφυτο μονοπάτι. Από τα δέντρα δεξιά και αριστερά τους κρέμονταν παραμυθένιες φλόγες. Η
Ηρώ κοίταξε καλύτερα και είδε πως η καθεμία από αυτές ήταν μια στρογγυλή γυάλινη μπάλα, όχι
μεγαλύτερη από την παλάμη του χεριού της, που μέσα της έκρυβε φως. Μέσα από τα περιποιημένα
δέντρα και τους διακοσμημένους θάμνους ξεχύνονταν μελωδίες που γίνονταν όλο και πιο δυνατές
καθώς εκείνοι προχωρούσαν. Το μονοπάτι πλάταινε ξαφνικά, καταλήγοντας σε ένα υπέροχο ξέφωτο.
Μπροστά τους εκτεινόταν ένα καταπράσινο πλάτωμα, σαν γυμνή προέκταση του δάσους. Στο
βάθος διακρίνονταν συντρίμμια έντεχνα τοποθετημένα. Αν κανείς κοιτούσε πιο προσεκτικά, θα
έβλεπε την ορχήστρα να παίζει ανάμεσα σε σπασμένους κίονες. Στην άλλη μεριά ορθώνονταν
πολυτελή πανύψηλα θεωρεία, κάποια ανοιχτά και κάποια άλλα κρυμμένα με κουρτίνες για να
προσφέρουν απομόνωση στους ενοίκους τους.
Μία όμορφη θεραπαινίδα, με μοβ και κίτρινες κορδέλες στα μαλλιά, τους οδήγησε προς τα εκεί,
κι έπειτα σε μία σκάλα στρωμένη με χαλί που κατέληγε σε ένα ψηλό θεωρείο ακριβώς μπροστά από
τη σκηνή.
«Αυτό τρίζει» αναφώνησε ο Λόρδος Μπόλινγκερ, ένας ήσυχος άνθρωπος που έδειχνε να έχει
κυριευτεί από δέος μπροστά στην κοινωνική τάξη του Μάντβιλ.
Η Λαίδη Μάργκαρετ έσφιξε το μπράτσο του συνοδού της. «Είναι όλα τόσο υπέροχα, Τόμας.»
Ο Μάντβιλ χαμογέλασε, θυμίζοντας ξαφνικά μικρό παιδί. «Χαίρομαι που σου αρέσει, Μεγκς.»
Η Ηρώ τού χαμογέλασε πριν καθίσει στην καρέκλα που εκείνος τράβηξε για χάρη της. «Σε
ευχαριστώ που κανόνισες αυτήν τη βραδιά.»
«Χαρά μου.» Έκανε μια υπόκλιση, αλλά, τη στιγμή που σηκωνόταν, το βλέμμα του πήγε πίσω
από τον ώμο της, και φάνηκε να σφίγγεται.
Οι κουρτίνες στο πίσω μέρος του θεωρείου τους άνοιξαν και ένα μπουλούκι από υπηρέτες
εμφανίστηκε με το φαγητό. Ο Μάντβιλ βολεύτηκε στην καρέκλα δίπλα από την Ηρώ ενώ μπροστά
τους εμφανίστηκαν πιάτα με λεπτές φέτες ζαμπόν, τυριά, γκλασαρισμένα κεκάκια, και κρασί.
«Μία πρόποση» μουρμούρισε ο Χαφ, σηκώνοντας το ποτήρι του. «Στις όμορφες κυρίες που
συνοδεύουμε απόψε.»
«Ω, Χαφ» είπε η Λαίδη Καρολάιν, και τα μάγουλά της κοκκίνισαν καθώς έφερνε το ποτήρι της
στα χείλη.
Η Ηρώ χαμογέλασε και ήπιε μια γουλιά από το κρασί της, ωστόσο έριχνε ματιές στους
υπόλοιπους που αστειεύονταν πίσω της. Στο απέναντι θεωρείο καθόταν μια κυρία με μαλλιά στο
χρώμα του ρουμπινιού. Περιτριγυριζόταν από τρεις νεαρούς και όμορφους άντρες, όμως το βλέμμα
της γυναίκας ήταν καρφωμένο στο δικό τους θεωρείο.
Η Ηρώ ακολούθησε το βλέμμα της. Η κυρία Τέιτ κοιτούσε τον Μάντβιλ.
***

Τα μάτια του Γκρίφιν στένεψαν όταν είδε πως η Λαίδη Ηρώ πρόσεχε την κοκκινομάλλα γυναίκα
που καθόταν απέναντί τους. Τι, διάβολο, σκάρωνε ο Τόμας; Είχε κανονίσει μια παράνομη
συνάντηση με την ερωμένη του ενώ ήταν παρούσα η μνηστή του;
Η Λαίδη Ηρώ στράφηκε πάλι στο τραπέζι τους, και το βλέμμα της συνάντησε το δικό του. Δεν
υπήρχε καμία ένδειξη πάνω της, ωστόσο εκείνος μπορούσε να πει με σιγουριά πως ήταν
αναστατωμένη.
Ανάθεμά σε, Τόμας!
Ευτυχώς, εκείνην τη στιγμή, άρχισε το ψυχαγωγικό θέαμα στη σκηνή με ένα χορευτικό από μία
ομάδα κοριτσιών ντυμένων με φανταχτερές στολές.
Ο Γκρίφιν παρακολουθούσε μελαγχολικά, πασπατεύοντας το διαμαντένιο σκουλαρίκι στην
τσέπη του γιλέκου του. Τι τον ένοιαζε εκείνον αν ο Τόμας δεν ήταν τόσο τέλειος όσο τον νόμιζε η
Λαίδη Ηρώ; Το τι είχαν συμφωνήσει οι δυο τους σίγουρα δεν ήταν δική του δουλειά. Τότε, γιατί
ένιωθε την ακατανίκητη ανάγκη να στριμώξει τον αδερφό του σε μια απομονωμένη γωνιά και με
λίγες συγκεκριμένες κουβέντες –και ίσως με κάνα δυο μπουνιές– να του επιστήσει την προσοχή στη
συμπεριφορά του;
«Έχουν τόση αρμονία» είπε η Λαίδη Φοίβη. Καθόταν δίπλα του, απέναντι από τον Τόμας και
την Ηρώ.
«Πράγματι» συμφώνησε ο Γκρίφιν και της χαμογέλασε.
Η Λαίδη Φοίβη ήταν τόσο διαφορετική από την αδερφή της, που θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί
ότι την είχαν αντικαταστήσει μετά τη γέννα. Ενώ η Λαίδη Ηρώ διέθετε ένα ψηλόλιγνο κορμί, η
Λαίδη Φοίβη είχε μέτριο ανάστημα και στρουμπουλό σώμα, στρογγυλεμένους ώμους και πλαδαρά
μπράτσα. Η πρώτη πρόσεχε πολύ τις εκφράσεις και τις κινήσεις της, αντιθέτως η δεύτερη επέτρεπε
σε οποιοδήποτε συναίσθημα να καθρεφτίζεται στο πρόσωπό της, τα εκφραστικά της χείλη να
ανοίγουν με έκπληξη, ή να χαμογελούν με κέφι μπροστά στους θεατρινισμούς κάποιου γελωτοποιού
στη σκηνή.
«Μα, πού πήγε;» αναρωτήθηκε μόνη της. «Η μικρή μαϊμού;»
Ο Γκρίφιν κοίταξε στη σκηνή. Ο γελωτοποιός έπαιζε με μια μαϊμού, αλλά τώρα το ζώο καθόταν
χαμηλά στα πόδια του, περιμένοντας υπάκουα.
Κοίταξε ξανά τη Λαίδη Φοίβη. Είχε γείρει μπροστά και είχε καρφώσει το βλέμμα στη σκηνή.
Ξαφνικά άρχισε να γελάει. «Γύρισε.»
Ο Γκρίφιν ακολούθησε το βλέμμα της. Ο γελωτοποιός καθοδηγούσε τη μαϊμού να πηδάει μέσα
από ένα στεφάνι. Έφερε το ποτήρι του στο στόμα και έσμιξε σκεφτικά τα φρύδια.
Οι χορεύτριες και ο γελωτοποιός έπαιζαν ένα θεατρικό έργο, το Απόλυτη Αγάπη, και το έκαναν με
μεγάλη επιτυχία παρόλο που ο Γκρίφιν δεν έδινε και μεγάλη προσοχή. Ήταν απασχολημένος με το
να παρακολουθεί τη Λαίδη Ηρώ με την άκρη του ματιού του.
Τη στιγμή που οι ηθοποιοί υποκλίνονταν, ο Τόμας σηκώθηκε όρθιος. «Πάμε να περπατήσουμε
στους κήπους;»
Ο υπαινιγμός ήταν προφανής, αν και ο Τόμας δεν κοίταξε καθόλου το απέναντι θεωρείο.
Ωστόσο, ο Γκρίφιν δεν ξαφνιάστηκε καθόλου όταν είδε πως είχε σηκωθεί και η κοκκινομάλλα
γυναίκα. Με ύφος βλοσυρό, πρόσφερε το μπράτσο του στη Λαίδη Φοίβη.
Οι κήποι αναψυχής ήταν περιποιημένοι με ιδιαίτερη τέχνη. Τα μονοπάτια ήταν περιτριγυρισμένα

από ψηλούς θάμνους που ήταν έτσι κουρεμένοι, ώστε να αποδίδουν το σχήμα φανταστικών θηρίων,
αποκρύπτοντας στενότερους διαδρόμους που οδηγούσαν σε σκοτεινές γωνιές και απόμερες σπηλιές
φτιαγμένες για εξεζητημένες διασκεδάσεις. Καθώς συνόδευε τη Λαίδη Φοίβη, ο Γκρίφιν
αναρωτήθηκε κυνικά πόσες από τις γυναίκες που προσπερνούσαν δεν είχαν παρευρεθεί εκεί για
καθαρά επαγγελματικούς λόγους.
«Ω, κοιτάξτε!» Η Λαίδη Φοίβη τον τράβηξε από το μπράτσο καθώς βρέθηκαν μπροστά σε ένα
από τα παράξενα δημιουργήματα. «Πώς το έφτιαξαν;»
Έμοιαζε με ανθισμένο βράχο που βρεχόταν από τα νερά ενός μικρού καταρράκτη. Μόνο που
εδώ τον καταρράκτη τον δημιουργούσαν πολύχρωμα φώτα.
«Τι έξυπνο» μουρμούρισε η Μεγκς. «Δεν καταλαβαίνω πώς το επινόησαν. Ίσως θα μπορούσε να
μας εξηγήσει κάποιος από τους κύριους;»
«Δεν έχω ιδέα» παραδέχτηκε αμέσως ο Μπόλινγκερ με καλή διάθεση.
Η Μεγκς γέλασε. «Χαφ;»
«Θα πρέπει να λειτουργεί μηχανικά» είπε εκείνος.
«Μα, φυσικά είναι μηχανισμός» είπε η Κάρο. «Όμως, πώς δουλεύει;»
Ο Τόμας συνοφρυώθηκε. «Με κάποιου είδους τροχαλία, πάω στοίχημα.»
Για μια στιγμή έμειναν όλοι να κοιτάζουν καθηλωμένοι τα φώτα που έμοιαζαν να τρέχουν πάνω
στο στείρο βράχο.
«Νομίζω πως παραβλέπουμε την πιο προφανή εξήγηση» είπε ο Γκρίφιν.
«Η οποία είναι, λόρδε μου;» Η Λαίδη Ηρώ ανασήκωσε το αριστερό της φρύδι.
«Μαγικά» απάντησε με τραχιά φωνή.
«Ω, για όνομα του Θεού!» γκρίνιαξε κακότροπα η Κάρο και τράβηξε τον άντρα της παρά τις
δικές του διαμαρτυρίες.
«Μαγικά» επανέλαβε η Λαίδη Ηρώ, και οι άκρες των χειλιών της ανασηκώθηκαν.
«Μαγικά.» Ο Γκρίφιν πέρασε το ελεύθερο χέρι του ανάμεσα στα κουμπιά του γιλέκου του και
πήρε ύφος παντογνώστη. Έγειρε προς τα πίσω το κεφάλι, έσμιξε με επισημότητα τα φρύδια και
πρόταξε το στέρνο. «Κατά τη γνώμη μου –που, επί τη ευκαιρία, είμαι αυθεντία στο θέμα–, κάθε
μεμονωμένο φως αυτού του καταρράκτη είναι στην πραγματικότητα μια μαγικά γρήγορη ροή πάνω
στα βράχια.»
Η Μεγκς χαμογελούσε και η Λαίδη Φοίβη γελούσε δυνατά, αλλά η Ηρώ κούνησε συναινετικά το
κεφάλι, σαν να ήταν πιθανή η ανοησία που είχε ακούσει. «Αλλά αν είναι μαγικά, όπως λες, τότε γιατί
φαίνεται να τρέχουν προς τα κάτω αντί για πάνω;»
«Αγαπητή μου λαίδη» απάντησε ο Γκρίφιν με φανερή απογοήτευση «δεν ξέρεις πως οι
καταρράκτες τρέχουν μόνο προς τα κάτω και ποτέ αντίθετα;»
Το στόμα της είχε μισανοίξει. Αυτά τα αισθησιακά, ροδαλά της χείλη τρεμούλιασαν από το γέλιο
που προσπαθούσε να συγκρατήσει, και η καρδιά του άρχισε να τραγουδά. Έτσι απλά. Χωρίς
φαινομενικό λόγο, χωρίς κάποια συγκεκριμένη αιτία, χωρίς να έχει προηγηθεί τίποτα και χωρίς να
περιμένει να ακολουθήσει κάτι, ο Γκρίφιν αισθανόταν ευτυχισμένος. Και, κοιτώντας τα καθάρια
βάθη των γκρίζων ματιών της, ήξερε πως κι εκείνη ένιωθε ευτυχισμένη. Πόσο παράξενο του
φαινόταν αυτό, αυτή η μαγική στιγμή, η τόσο απλή αλλά και τόσο πολύπλοκη, που αρκούσε μόνο

να είναι ευτυχισμένη εκείνη για να νιώθει και αυτός ο πιο χαρούμενος άνθρωπος στον κόσμο.
Για μία μόνο στιγμή.
Και τότε ο Τόμας, ο οποίος αν μη τι άλλο θα πρέπει να είδε με καχυποψία τα πειράγματά τους,
είπε μάλλον μηχανικά: «Να ακολουθήσουμε αυτό το μονοπάτι, αγαπητή μου;»
Και την πήρε μαζί του.
«Πάμε» τον προέτρεψε η Λαίδη Φοίβη, και, μαζί με τη Μεγκς και τον Μπόλινγκερ,
ακολούθησαν κάποιο άλλο μονοπάτι.
Ο Γκρίφιν ακολούθησε, ακούγοντας αφηρημένα τα πειράγματα και τα ξεφωνητά τους. Οι
προσπάθειές του να διατηρήσει μια φυσιολογική συμπεριφορά θα πρέπει να ευόδωσαν, αφού κανείς
δεν τον κοίταξε παράξενα, ή δεν τον τράβηξε παράμερα για να τον ρωτήσει γιατί, στην ευχή,
φλέρταρε με τη μέλλουσα νύφη του.
Μόνο που εκείνος ήξερε. Ω, ναι, ήξερε – είχε αρχίσει να βουλιάζει σε μια πολύ επικίνδυνη
κατάσταση. Μπορεί να τον εκνεύριζε η αυτοπεποίθηση της Λαίδης Ηρώς σχετικά με την τελειότητα
του χαρακτήρα της, ο εύκολος τρόπος με τον οποίον τον καταδίκαζε χωρίς καν να του δίνει τα
περιθώρια να απολογηθεί, ακόμα και η στοργή που έδειχνε για τον Τόμας, ωστόσο τίποτε από αυτά
δεν άλλαζε τις επιθυμίες του κορμιού του. Αυτή η γυναίκα τον σαγήνευε – και, κάτι ακόμα
χειρότερο, είχε κι εκείνη γοητευτεί από αυτόν. Ήταν ακριβώς αυτό που κάποτε είχε ορκιστεί να μην
επιτρέψει ποτέ να συμβεί. Έπρεπε να σταματήσει τώρα. Έπρεπε να κάνει τα πάντα για να κρατηθεί
μακριά της.
Ωστόσο, εδώ, απόψε, δεν μπορούσε να συγκρατήσει τον εαυτό του και να μην ψάχνει με το
βλέμμα σε δρομάκια και σπηλιές για να εντοπίσει ένα βαθυκόκκινο φουστάνι, κάποια πυρρόξανθα
μαλλιά, έναν ψηλόλιγνο λαιμό. Πού την είχε πάει ο Τόμας;
Να πάρει! Άραγε, είχαν αφεθεί σε ερωτικές περιπτύξεις;
Είχαν ήδη γυρίσει μια φορά τούς κήπους, όταν ακούστηκε η πρώτη εκπυρσοκρότηση.
«Τα πυροτεχνήματα!» Η Λαίδη Φοίβη έδειξε πάνω από τα κεφάλια τους.
Ένα πυρακτωμένο κόκκινο αστέρι άστραψε μέσα στη νύχτα και έσκασε στον ουρανό,
στέλνοντας βροχή από πράσινες και μπλε σπίθες. Η παρέα τους είχε σταματήσει σε ένα μικρό
ξέφωτο, και γύρω τους άρχισε να συγκεντρώνεται πλήθος κόσμου. Η Κάρο με τον Χαφ βρέθηκαν
σύντομα κοντά τους. Ο Γκρίφιν κοίταξε ολόγυρα, όμως δεν μπόρεσε να διακρίνει ούτε τη Λαίδη
Ηρώ ούτε τον Τόμας.
«Ρώτησα αν είναι χελώνα αυτό» άκουσε τον Χαφ πίσω του.
«Όχι» ακολούθησε η αγανακτισμένη απάντηση της Κάρο. «Είναι αράχνη.»
«Εμένα μου μοιάζει με χελώνα» είπε ο Χαφ, ανεπηρέαστος από τη διόρθωση της συντρόφου
του.
Με την άκρη του ματιού του έπιασε μια βαθυκόκκινη λάμψη. Ο Γκρίφιν στράφηκε γρήγορα και
είδε τη Λαίδη Ηρώ να εξαφανίζεται σε ένα μονοπάτι. Θεέ και Κύριε, ήταν μόνη της; Σίγουρα θα
ήξερε πως δεν έπρεπε να τριγυρίζει μόνη τη νύχτα σε σκοτεινά δρομάκια.
Ζήτησε συγγνώμη από τη μικρή παρέα, βεβαιώθηκε πως η Λαίδη Φοίβη ήταν κοντά στη Μεγκς,
στην Κάρο και στους συνοδούς τους, κι έπειτα έφυγε βιαστικά για το μονοπάτι που είχε δει τη
Λαίδη Ηρώ. Οι εκρήξεις συνεχίζονταν ψηλά στον ουρανό, και ξαφνικά το δρομάκι μπροστά του

λούστηκε σε ένα πορτοκαλί φως. Στην άλλη άκρη στεκόταν η Λαίδη Ηρώ κοιτώντας γύρω της.
Καθώς την πλησίαζε, εκείνη στράφηκε προς τα πίσω. «Τόμας;»
Την έπιασε από το μπράτσο, νιώθοντας πολύ θυμωμένος για να μπει στον κόπο να τη διορθώσει.
Πού, διάβολο, είχε πάει ο αδερφός του; Την τράβηξε προς το μέρος του, αλλά εκείνη πείσμωσε.
Μπλε και κίτρινες λάμψεις έσκασαν από πάνω τους.
«Γιατί βιάζεσαι, λόρδε μου;» Σήκωσε το πρόσωπό της για να τον κοιτάξει, με τα μάτια της να
λάμπουν παιχνιδιάρικα πίσω από την πουπουλένια μάσκα που φορούσε. «Δεν το βρίσκεις όλο αυτό
ρομαντικό;»
Ξαφνικά οι εκρήξεις μεταφέρθηκαν μέσα στο κεφάλι του. Ο Γκρίφιν κοίταξε αυτά τα αθώα
πλάνα μάτια, και συνειδητοποίησε ήρεμα πως δεν μπορούσε να αντισταθεί περισσότερο.
Έσκυψε και τη φίλησε.

Κεφάλαιο Έξι
Πόσο εντυπωσιακό ήταν το θέαμα όταν έφτασαν οι τρεις πρίγκιπες! Ο Πρίγκιπας
Γουέστμουν ήρθε με μία άμαξα κατασκευασμένη από χρυσό και διαμάντια που την
έσερναν δώδεκα κάτασπρα άλογα. Ο Πρίγκιπας Ίστσαν έφτασε με μία χειράμαξα
διακοσμημένη με ρουμπίνια και σμαράγδια, και με κουρτίνες φτιαγμένες από ατόφιο
μετάξι. Και ο Πρίγκιπας Νόρθγουιντ κατέφτασε με ένα επίχρυσο ιστιοφόρο, με πανιά
σε χρώμα βαθυκόκκινο και χρυσό. Και οι τρεις άντρες ήταν υπερόπτες, αυταρχικοί,
και όμορφοι πέρα από κάθε προσδοκία. Αλλά μόνο το μικρό καφετί πουλί και ο
επιστάτης ήξεραν πως εκείνο το βράδυ η βασίλισσα αποσύρθηκε στην κρεβατοκάμαρά
της με την καρδιά της βαριά σαν μολύβι…
-από το Η Βασίλισσα Μαυρομαλλούσα

Ήταν παράλογο και κουτό, όμως ο Τόμας ανακάλυψε πως δεν μπορούσε να συγκρατήσει τον εαυτό
του και να μην ψάξει τη Λαβίνια Τέιτ. Δεν τον αποθάρρυνε ούτε το ότι θα ήταν δύσκολο να την
ανακαλύψει στο σκοτάδι μέσα σε ένα δαίδαλο από μονοπάτια. Τρεις άντρες; Μήπως είχε αρχίσει να
δημιουργεί χαρέμι; Μήπως εξελισσόταν σε μια γυναίκα παραδομένη ολοκληρωτικά στα πάθη του
κορμιού της; Κάτι τέτοιες σκέψεις δεν καλυτέρευαν τη διάθεσή του, γι’ αυτό όταν επιτέλους
ξετρύπωσε τη Λαβίνια –μαζί με τους τρεις μορφονιούς της–, η αυτοκυριαρχία του είχε φτάσει στα
όριά της.
«Διώξε τους» απαίτησε άγρια και κοίταξε τους άντρες. Οι δύο ήταν τόσο νέοι, που δεν ήξερε αν
είχαν αρχίσει ακόμη να ξυρίζονται, όμως ο τρίτος ήταν ένας μεγαλόσωμος άντρας με φαρδείς
ώμους.
Ο Τόμας έσφιξε τις γροθιές του. Έτσι όπως ήταν τώρα, δεν ήθελε και πολύ να αρπαχτεί και με
τους τρεις μαζί.
«Λόρδε μου» είπε η Λαβίνια με αργόσυρτη φωνή. Φορούσε πάλι ένα κατακόκκινο φόρεμα σε
παρεμφερή απόχρωση με τα εξωτικά μαλλιά της, με ένα βαθύ ντεκολτέ που μπορούσε να
προκαλέσει ταραχή σε οποιονδήποτε άντρα.
Ο Τόμας την κοίταξε με βλοσυρό βλέμμα. «Πες τους να φύγουν, Λαβίνια.» Εκείνη ανασήκωσε
τα φρύδια στο άκουσμα του ονόματός της, και για μια στιγμή ο Τόμας σκέφτηκε πως θα έπρεπε
τελικά να διαλέξει αν θα έπρεπε να υποχωρήσει ή να μπλέξει σε καβγά. Ύστερα, η γυναίκα κάτι
ψιθύρισε στο μεγαλόσωμο άντρα, και με μια τελευταία απειλητική ματιά έκαναν και οι τρεις
μεταβολή και απομακρύνθηκαν.
«Ορίστε, λοιπόν.» Σταύρωσε τα χέρια πάνω στο στήθος της, σαν να ετοιμαζόταν για μια
δύσκολη αντιπαράθεση. «Τι τρέχει, Τόμας;»
«Τρεις, Λαβίνια;» Τα χέρια του σφίχτηκαν σε γροθιές. «Και όλοι τους μικρά αγόρια.»
Έριξε πίσω το κεφάλι της και έβαλε τα γέλια. «Τυχαίνει, λόρδε μου, τα δύο από αυτά τα αγόρια

να είναι ανίψια μου. Και πολύ αμφιβάλλω αν του Σάμιουελ θα του άρεσε να τον αποκαλείς αγόρι.»
Ώστε ο μεγαλόσωμος άντρας ήταν ο εραστής της. Ο Τόμας ένιωσε την ανάγκη να χτυπήσει τη
γροθιά του πάνω σε κάτι. «Είναι νεότερός σου.»
«Όπως κι εσύ» του απάντησε ήρεμα. «Κι όμως, αυτό δεν σε κράτησε μακριά από το κρεβάτι
μου.»
Για μια στιγμή έμεινε να την κοιτάζει με πόθο καθώς θυμήθηκε το κρεβάτι της και τα όσα είχαν
κάνει εκεί.
Έπειτα, εκείνη απέστρεψε το βλέμμα της. «Τι θέλεις;»
«Τι θέλω;» Την κοίταξε, σαστισμένος μπροστά στην ανάγκη που ένιωθε να βρίσκεται κοντά της.
«Εσύ είσαι αυτός που με ακολούθησε.»
«Σε ακολούθησα;»
Δεν ήξερε ποια ακριβώς αντίδραση περίμενε από εκείνην –ίσως διαμαρτυρίες, ή ακόμα και
δάκρυα–, όμως σίγουρα όχι αυτήν. Η συγκεκριμένη έμοιαζε επικίνδυνα με οίκτο, έτσι όπως τον
κοιτούσε με σμιχτά τα φρύδια και τις άκρες των αισθησιακών χειλιών της πεσμένες.
«Τόμας, δεν σε ακολούθησα εγώ.»
«Εξήγησέ μου, τότε, πώς έτυχε να βρίσκεσαι εδώ την ίδια βραδιά που ήρθα κι εγώ με τη μνηστή
μου;»
Απάντησε στα θυμωμένα λόγια του με ένα αδιάφορο –πραγματικά αδιάφορο!– ανασήκωμα των
ώμων. «Σύμπτωση, υποθέτω.»
«Κι ο Σάμιουέλ σου;» Τώρα ήταν έτοιμος να υποκύψει στην παρόρμησή του να την αγγίξει,
αλλά δεν τόλμησε. «Αρνήσου το, αν μπορείς, ότι τον κουβάλησες εδώ σε μια αξιολύπητη
προσπάθεια να με κάνεις να ζηλέψω.»
Είχε προφέρει περιφρονητικά τα λόγια του, ωστόσο εκείνη τον κοιτούσε μόνο με απορία. «Εσύ
ζηλεύεις, Τόμας; Δεν μπορώ να καταλάβω το γιατί, από τη στιγμή που εσύ ήσουν εκείνος που
διέκοψε τη σχέση μας όταν αποφάσισες να παντρευτείς τη Λαίδη Ηρώ.»
Απέφυγε το οξυδερκές βλέμμα της. «Ποτέ δεν είπα πως έπρεπε να διακόψουμε, μόνο να
περιμένουμε λίγο καιρό μετά το γάμο. Ένα χρόνο το πολύ. Θα μπορούσα να σου αγοράσω ένα
μεγαλύτερο σπίτι αν ήθελες. Και μία άμαξα με άλογα.»
«Δεν έπαιξαν ποτέ ρόλο τα χρήματα.»
«Τότε, τι;»
Η Λαβίνια αναστέναξε. «Όσο μικροαστικό κι αν σου φανεί, δεν θέλω να έχω σχέση με έναν
παντρεμένο άντρα. Είναι μάλλον ανήθικο, δεν νομίζεις; Άλλωστε, είδα τη Λαίδη σου, και φαίνεται
καλή κοπέλα. Δεν θα ήθελα να την πληγώσω.»
Ο Τόμας έσφιξε τα δόντια, συνειδητοποιώντας πως τον έπιανε πονοκέφαλος. «Μου λες πως
νοιάζεσαι περισσότερο για τη μνηστή μου παρά για μένα;»
Τον κοίταξε με ύφος που πάλι θύμιζε οίκτο. «Εσύ μου λες πως δεν νοιάζεσαι;»
«Τι θέλεις από μένα;» τη ρώτησε. «Δεν μπορώ να σε παντρευτώ, το ξέρεις αυτό, Λαβίνια. Ακόμα
κι αν ήμαστε ένα ταιριαστό ζευγάρι, ακόμα κι αν δεν είχες περάσει την ηλικία της γονιμότητας, δεν
θα μπορούσα να παντρευτώ μια γυναίκα σαν εσένα.»
«Τι ιπποτικό από μέρους σου να τονίζεις την προχωρημένη μου ηλικία – για άλλη μια φορά» του

Να το οδηγήσει στις ερεθισμένες θηλές της που πονούσαν από ηδονή. Δεν νομίζω πως θα μπορέσεις ποτέ ξανά να εμπιστευτείς μια γυναίκα. Τόμας. Ειλικρινά μοιάζει με θαύμα το ότι μπόρεσες να κάνεις πρόταση γάμου έστω και σε μία αγνή κοπέλα σαν τη Λαίδη Ηρώ.» Έριξε μια ματιά πίσω από τον ώμο της. Τώρα ήξερε. «Πάντως. φλογερό πόθο που χύθηκε στις φλέβες της σαν υδράργυρος. τόσο κοντά του.» Ο Τόμας ένιωσε σχεδόν απελπισία. Είχαμε κανονίσει να δούμε μαζί τα πυροτεχνήματα. ανυπόμονα.» Ένιωσε το στήθος του να σφίγγεται οδυνηρά στα λόγια της. ανδρισμό και πόθο. *** Η Ηρώ είχε την περιέργεια να μάθει τι γεύση είχαν τα χείλη του Ρίντινγκ. . Η γλώσσα του πιεστική.» Κι εκείνος δεν ήξερε τι άλλο να κάνει από το να την κοιτάζει καθώς έφευγε μακριά του. «Νόμιζα πως νοιαζόσουν για μένα. επειδή. «Όπως έχεις ήδη δηλώσει. Θα έπρεπε να τον σπρώξει μακριά της. Ανίκανος να βρει τα λόγια εκείνα που θα την έπειθαν να μείνει. «Με περιμένουν. Δεν την είχε φιλήσει σαν να ήταν η κόρη ενός δούκα. Η Αν σκότωσε την εμπιστοσύνη σου πολύ πριν εμφανιστώ εγώ στη ζωή σου. «Γκρίφιν» μουρμούρισε. πόσω μάλλον όταν αυτή έχει ένα παρελθόν σαν και το δικό μου. σαν να είχε κάθε δικαίωμα πάνω της. όμως αυτό που ήθελε στην πραγματικότητα ήταν να πιάσει το χέρι του και να το σπρώξει μέσα από το κορσάζ της. και τα χέρια της σφίχτηκαν πάνω στο μαύρο ντόμινό του. μέχρι που έμεινε να τρέμει κυριολεκτικά μέσα στα χέρια του.είπε με αργόσυρτη φωνή. με προσοχή και ευλάβεια. Το έχεις ξεκαθαρίσει αυτό. «Νοιαζόμουν. την είχε φιλήσει έτσι όπως αν ήταν μια οποιαδήποτε γυναίκα. πάλευε επίμονα να βρει την είσοδο που αναζητούσε.» Πάνω από τα κεφάλια τους άρχισαν πάλι να σκάνε πυροτεχνήματα. όπως έχουν τα πράγματα. Εκείνος την τράβηξε πάνω του. Ποτέ δεν θα κατάφερνε να την εμπιστευτεί απόλυτα. Καθαρό. Το γνωρίζω πολύ καλά πως δεν μπορούμε να παντρευτούμε και αρνούμαι να έχω μια σχέση μαζί σου όταν είσαι μνηστευμένος με άλλη. δεν υπάρχει λόγος για τέτοια δράματα. Τα χείλη του ήταν τραχιά. Τα δάχτυλά του μπλέχτηκαν στα μαλλιά της. Πραγματικά δεν υπάρχει τίποτα περισσότερο να πούμε. «Αντίο. Η Λαβίνια τού χαμογέλασε κουρασμένα. ανάθεμά την.» Αναστέναξε και σήκωσε το κεφάλι για να δει τις πολύχρωμες λάμψεις που φώτιζαν τον ουρανό. «Μόνο που τα αισθήματά μου για σένα δεν έχουν καμία σχέση με αυτήν τη συζήτηση. απαιτητικά. Όχι. είναι αδύνατο να γίνει κάτι άλλο. ανήμπορος να βρει τις σωστές λέξεις για να δικαιολογήσει αυτή την κατάσταση. Σκέφτηκε θολά πως ίσως και να πέθαινε από έκσταση αν τελικά την άγγιζε εκεί. είχε δίκιο. ανάβοντας φωτιές στο κορμί της και παραλύοντας τους μύες της. Η Ηρώ άνοιξε πρόθυμα το στόμα κι εκείνος όρμησε χωρίς δισταγμό. αβέβαια για το τι έπρεπε να κάνουν. Εύχομαι να έχεις έναν επιτυχημένο γάμο. Μύριζαν κρασί. που η Ηρώ ένιωσε τους μύες των ποδιών του να σφίγγονται πάνω από το φόρεμά της. κι έπειτα γλίστρησαν πάνω στο λαιμό της μέχρι που άγγιξαν το πάνω μέρος του στήθους της.» Την κοίταξε χωρίς να πει τίποτα. Νοιάζομαι.

και μετά την έπιασε από το χέρι και την οδήγησε μέχρι το πλάτωμα. και ανακάλυψε πως έπρεπε να ξεροκαταπιεί πολλές φορές πριν καταφέρει να ξεστομίσει λίγες λέξεις. Τα χείλη του είχαν γίνει μια ίσια γραμμή. σαν άντρας που είχε μέρες να φάει και βρέθηκε ξαφνικά με ένα καρβέλι νόστιμο ψωμί. Ξαφνικά. νιώθοντας επιτέλους το μυαλό της να λειτουργεί ξανά. νιώθοντας μεγάλη ταραχή καθώς ανακατεύονταν με τον κόσμο μέχρι να βρουν την παρέα τους. η Ηρώ άνοιξε πρόθυμα το στόμα. . Ο Ρίντινγκ ανοιγόκλεισε τα μάτια σαν να ήθελε να διώξει κάποιο όνειρο. «Ω. και η Ηρώ απέστρεψε βιαστικά το βλέμμα. Φωτοβολίδες έσκαγαν και μεταμορφώνονταν σε φωτεινά ερπετά με χρυσοπράσινες φτερούγες. Ο σκοτεινός ουρανός φωτίστηκε για λίγο. δάγκωσε τις άκρες τους. Ένας Θεός ήξερε τι έκφραση είχε εκείνη στο πρόσωπό της. κι εγώ είμαι ένας τρελός. κοίτα!» φώναξε η Φοίβη. «Πήγε να φέρει αναψυκτικά. Όλοι οι παρευρισκόμενοι είχαν στραμμένα τα πρόσωπά τους προς τον ουρανό και παρακολουθούσαν την εντυπωσιακή επίδειξη. Το μονοπάτι φάρδαινε. ο Ρίντινγκ την τράβηξε σε μία σκοτεινή παράμερη γωνιά. ανηφορίζοντας στο μονοπάτι. μοβ και κόκκινες λάμψεις. Αυτήν τη φορά. τι συνέβη στο Λόρδο Μάντβιλ. αφήνοντας μικρές κραυγές πόθου σε όποιο σημείο κι αν την άγγιζε. Έγλειψε ανυπόμονα τα χείλη της. και ύστερα διασκορπίζονταν σαν βροχή από άσπρους σπινθήρες. Έπεσε πάνω της σαν πεινασμένος. μετατρέποντας τη νύχτα σε μέρα.» Δεν της απάντησε. ξέροντας πια τι της ζητούσε… Τι ήθελε και η ίδια. σκορπίζοντας παντού πράσινες.Ένας δυνατός κρότος την έκανε να τιναχτεί και να διακόψει το φιλί τους. Η Ηρώ προσπάθησε να πει κάτι.» Η Ηρώ κούνησε το κεφάλι. υγρά και προκλητικά. Έσκυψε προς το μέρος της Ηρώς και ρώτησε με δυνατή φωνή: «Μα. και η Ηρώ είδε καθαρά το μασκοφορεμένο πρόσωπό του και τα χείλη του.» Για μερικές στιγμές έμειναν να κοιτάζουν ο ένας τον άλλον. «Πρέπει να γυρίσουμε. Τα πύρινα όντα έκαναν μία καμπύλη. Τράβηξε τα χείλη του από τα δικά της. βλαστήμησε ξανά. με τα πόδια της ασυγχρόνιστα και τις σκέψεις της μπερδεμένες. συνεχίζοντας να την κρατάει από τους ώμους και να την κοιτάζει σαν να ήταν υπνωτισμένος. και τον έχασα» φώναξε. Πλησίαζαν το πλάτωμα όπου στέκονταν οι θεατές. μουρμουρίζοντας: «Έχεις γεύση αμβροσίας. Ολάκερο το κορμί της ρίγησε όταν τα χείλη του ξεστόμισαν μια βαριά βλαστήμια πριν αιχμαλωτίσουν για άλλη μια φορά τα δικά της. Έπιασε το χέρι της και έκανε μεταβολή. Η Ηρώ ακολούθησε τον Ρίντινγκ χωρίς να το σκεφτεί. τραβώντας τη βίαια στην αγκαλιά του. Τραβήχτηκε μακριά της. Εκείνη τον ακολουθούσε παραπατώντας. Άλλο ένα πυροτέχνημα έσκασε πάνω από τα κεφάλια τους. Πίσω τους ακούστηκαν οι επευφημίες των παρευρισκόμενων. «Εδώ είσαι» φώναξε η Φοίβη μόλις η αδερφή της ήρθε και στάθηκε δίπλα της. και η Ηρώ είχε την παράξενη αίσθηση πως και εκείνος ένιωθε το ίδιο αμήχανος. Άκουσε τον Ρίντινγκ να γρυλίζει. Κι άλλες ζητωκραυγές ακούστηκαν. Χειροκροτούσε και ζητωκραύγαζε κάθε φορά που εμφανίζονταν πολύχρωμες φωτιές πάνω από τα κεφάλια τους. Γύρισε να την κοιτάξει.

Ένιωσε ένα ρίγος να διαπερνά το κορμί της και τύλιξε τα χέρια γύρω της. Θεέ μου. Και δεν την απασχολούσε καθόλου. ανήμπορη να αρθρώσει μία λέξη. Ποτέ της δεν είχε σκεφτεί τον εαυτό της σαν ένα πλάσμα με σαρκικές ανάγκες. Ποτέ άλλοτε δεν είχε νιώσει έναν τέτοιο πόθο για κάποιον άλλον άντρα. Να ξαπλώσει ολόγυμνη πλάι του. «Με συγχωρείς που χαθήκαμε. Εκείνη είχε επίγνωση μόνο του Ρίντινγκ που στεκόταν στο άλλο πλευρό της Φοίβης. Κάποια από τα συναισθήματά της θα πρέπει να καθρεφτίζονταν στα μάτια της. ώστε να μπορεί να τον ακούσει μέσα στις εκρήξεις και στις ζητωκραυγές. Προσπάθησε να πάρει μια βαθιά ανάσα. Το μόνο που επιθυμούσε ήταν να δοκιμάσει ξανά τη γεύση των χειλιών του και να νιώσει το στιβαρό κορμί του πάνω της. Και δεν την ένοιαζε. την άφηνε εντελώς αδιάφορη. Την πιθανότητα μιας ακόμα μεγαλύτερης αμαρτίας και ακόμα πιο αβάσταχτης ενοχής. Άξαφνα όλα έγιναν ξεκάθαρα και σαρωτικά. Θα τύλιγε το κορμί της γύρω του και θα αναζητούσε ξανά το φιλί του. Γνώριζε πολύ καλά τις επιπτώσεις και τις τύψεις που θα ακολουθούσαν. που άγγιζε τα όρια του πανικού. εξακολουθώντας να χαμογελάει σαν ανόητη. Τώρα έμοιαζε σαν να υπήρχε μια αόρατη κλωστή ανάμεσά τους. επειδή νόμισε ότι πνιγόταν. Ήταν η καλύτερη επίδειξη πυροτεχνημάτων που είχε δει ποτέ της. Ένιωθε σαν να ήταν άρρωστη. Συνειδητοποίησε συγκλονισμένη πως ήταν και εκείνη το ίδιο θνητή με τους υπόλοιπους. νιώθοντας μια ανακούφιση. κατά έναν περίεργο τρόπο. Ένας κόμπος έφραξε το λαιμό της. Το ήξερε. κι όμως. Κούνησε αρνητικά το κεφάλι. Είχε διαπράξει μια τρομερή προδοσία. Η Ηρώ στράφηκε προς το μέρος του και του χαμογέλασε. Λες και όλα αυτά τα χρόνια ήταν ναρκωμένη. Έφερε τα δάχτυλά της που έτρεμαν στα χείλη της. εδώ είστε» ακούστηκε η φωνή του Μάντβιλ από την άλλη μεριά. Και ο ουρανός τώρα έμοιαζε σαν να πανηγύριζε το αναπάντεχο ξύπνημά της. και η Ηρώ σκέφτηκε για . Πράγματι ήταν.«Είναι υπέροχα» σχολίασε ξέπνοα η Λαίδη Μάργκαρετ. Αρκούσε να της κάνει ένα νεύμα. Ο Μάντβιλ ήταν ένας συνετός άνθρωπος. «Α. Το γεγονός πως ολόκληρη η ύπαρξή της βρισκόταν σε κίνδυνο. Ο Μάντβιλ ακουγόταν ήρεμος και φυσιολογικός. και τώρα εμφανίστηκε εκείνος για να την αφυπνίσει και να της ανάψει φωτιές.» Του απάντησε με ένα αρνητικό κούνημα του κεφαλιού. Η μάσκα της είχε ραγίσει. και η Ηρώ θα έκανε μεταβολή για να τον ακολουθήσει σε ένα από αυτά τα μισοσκότεινα μονοπάτια. «Πού το είχες το μυαλό σου. Ελπίζω να μη σε αναστάτωσα. τι είχε κάνει. «Κρυώνεις. εξίσου αδύναμη με τις περισσότερες παραστρατημένες γυναίκες. καμωμένη από αισθησιασμό και αμαρτία. Να ανακαλύψει πόσο καυτό ήταν το γυμνό του δέρμα. Εκείνος συνοφρυώθηκε και ετοιμάστηκε να πει κάτι.» Η φωνή του ακούστηκε βαθιά και πολύ κοντά της. βάζοντας μια συνετή απόσταση ανάμεσά τους. και έκανε ένα βήμα μακριά του.» ακούστηκε η άγρια φωνή του Ρίντινγκ. αρκετά απότομα. πόσο απαλό το στέρνο του κάτω από τα δάχτυλά της. Ο μνηστήρας της έγειρε κοντά της.

«Λυπάμαι…» Χριστέ μου. δεν φαινόταν να τον ενοχλεί κρίνοντας από το πλατύ χαμόγελο που φώτιζε το πρόσωπό του. Αυτό που συνάντησε το βλέμμα του δεν ήταν και το καλύτερο θέαμα. «Μου είπατε να σας ξυπνήσω αν έβγαινε έξω. Ο αδερφός του κοίταξε με αβεβαιότητα την Ηρώ. *** «Σηκωθείτε. Αυτό κάνω κι εγώ.» Ο Γκρίφιν βόγκηξε. Ηρώ.» «Όμως. Βγήκε έξω. σύμφωνα με τους υπολογισμούς του.» Ο Ρίντινγκ έκανε μια έκφραση αηδίας. Ακούμπησε το χέρι της στο μανίκι του. Ωστόσο. Δεν έπρεπε να σε είχα χάσει μέσα σε εκείνον το λαβύρινθο.» Εκείνος κοίταξε προσεκτικά το πρόσωπό της για λίγο. «Φύγε από δω. «Ο αδερφός μου έχει δίκιο.» Σχεδόν ποτέ δεν χρησιμοποιούσε το όνομά της χωρίς τον τίτλο της. Σας ξυπνάω. Ας μην το συζητήσουμε άλλο.» Τα χείλη της τρεμούλιασαν όταν σήκωσε το βλέμμα της για να τον κοιτάξει. δεν μπορούσε να δεχτεί συγγνώμη από εκείνον τώρα. Ο Ντιντλ. Έσφιξε το μπράτσο του με το χέρι της. δεν κατάφερε να συγκρατηθεί και να μη γυρίσει το κεφάλι για να κοιτάξει με τρόπο τον Ρίντινγκ. Η Ηρώ ένιωσε ξαφνικά δάκρυα να πλημμυρίζουν τα μάτια της. τόσο σωστός. Η απόφαση είχε παρθεί. Θα ήταν ένας καλός γάμος. Ήταν μεγάλη επιπολαιότητα από μέρους μου. Σε παρακαλώ.πρώτη φορά πως την κατηγορούσε.» «Δεν μπορώ να το κάνω αυτό. «Σε παρακαλώ. «Τώρα έγινε. σαρκικό πόθο να θέτει σε κίνδυνο την ευτυχία της κοντά του. Αυτό. «Πολύ καλά» της είπε τελικά. Αυτός ο άντρας ήταν τόσο καλός. και δεν συνέβη τίποτα το κακό. κι εκείνη ήταν μια ανόητη που επέτρεπε σε έναν καταιγιστικό. με το πρόσωπο στραμμένο προς τον ουρανό καθώς οι πολύχρωμες λάμψεις καθρεφτίζονταν στα μάτια του. και να μην υποχωρήσω όσο κι αν επιμένετε εσείς μέχρι να σας δω όρθιο. «Πώς τολμάς. ωστόσο είχε προλάβει να χάσει και τα δύο πάνω μπροστινά του δόντια. Φορούσε μια περούκα –μία από εκείνες που είχε παρατήσει ο Γκρίφιν– που χρειαζόταν επειγόντως . του γραμματέα. δεν ήταν πάνω από είκοσι πέντε χρόνων. και του υπηρέτη γενικών καθηκόντων. κάτω από τα μοβ και κόκκινα φώτα που άστραφταν πάνω από τα κεφάλια τους. λόρδε μου» του είπε με εύθυμη φωνή ο Ντιντλ. λόρδε μου. Στεκόταν μόνος του. γύρισε και πήγε να σταθεί στην άλλη άκρη του ξέφωτου. βέβαια. ο οποίος είχε αναλάβει το ρόλο του προσωπικού του βαλέ. επειδή ήξερε ότι δεν άξιζε τον έπαινό του. Αυτός ήταν ο άντρας που είχε διαλέξει για να παντρευτεί. Έπειτα γύρισε και είδε το δολοφονικό βλέμμα που έριχνε στον Μάντβιλ. «Δεν είναι ασφαλές να τριγυρνάει μια κυρία μόνη της εδώ πέρα. «Φαίνεται πως πρόκειται να παντρευτώ μια πολύ σοφή γυναίκα.» Ο Γκρίφιν αναστέναξε και μισάνοιξε το ένα του μάτι. τα συμφωνητικά είχαν συνταχθεί και υπογραφεί. βασισμένος στο σεβασμό και στους κοινούς τους στόχους. συγχώρεσέ με. μη σκοτίζεσαι. θα έπρεπε» είπε αργά ο Μάντβιλ. Σε παρακαλώ. γύρισε ανάσκελα και σκέπασε τα μάτια του με το χέρι του.» Εκείνος σήκωσε υπεροπτικά το κεφάλι.

βούρτσισμα και πουδράρισμα.» «Ο νεαρός που έβαλα να την προσέχει ήρθε τρέχοντας και μου το είπε πριν από δέκα λεπτά» απάντησε ο Ντιντλ. Δεκαπέντε λεπτά αργότερα. «Θα θέλατε λίγο καφέ. «Της κυρίας πρέπει να της αρέσουν τα πρωινά. εγκλωβισμένη πίσω από ένα κοπάδι γουρούνια. Πραγματικά. Ο Ράμπλερ τον περίμενε στη βάση της σκάλας. Άραγε. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη. Έκανε μια γκριμάτσα. ε. πρώτα έπρεπε να ασχοληθεί με την αξιαγάπητη Λαίδη Ηρώ. και έξυσε το πιγούνι του καθώς σκεφτόταν την αιθέρια Λαίδη Ηρώ. Τώρα εκείνος θα έπρεπε να δει αν τον είχε πάρει ο ύπνος ή αν είχε συμβεί κάτι ανησυχητικό. να κρατάει τις υποσχέσεις της. είναι φανερό.» Ο Ντιντλ τακτοποίησε στη σειρά το ξυράφι. Όμως. πάνω από μια γαμψή μύτη τόσο μεγάλη. όμως. Τα θολά καφέ του μάτια ήταν πολύ μικρά και πολύ κοντά το ένα στο άλλο. Θυμήθηκε εκείνο το γλυκό φιλί που είχε μοιραστεί με τη Λαίδη Ηρώ – και το πώς εκείνη δεν τον ξανακοίταξε ποτέ στα μάτια μετά.» «Πήρε εκείνον το μεγαλόσωμο υπηρέτη και μπήκε στην άμαξα. αλλά είχε αποφασίσει εδώ και καιρό πως το να μένει μακριά από τον αδερφό του ήταν πολύ σημαντικό για την οικογενειακή γαλήνη. Και με τις συνέπειες της χθεσινοβραδινής παρόρμησής του. «Νομίζω πως είναι φανερό το για πού το έβαλε. το λουρί ακονίσματος και τις πετσέτες. Προσπαθούσε να τον αποφύγει. «Είσαι σίγουρος πως πηγαίνει στο Σεντ Τζάιλς.» Κοίταξε αλληθωρίζοντας προς το παράθυρο. «Έχουμε νέα από τον Νικ Μπαρνς.» «Να πάρει. και ο Ράμπλερ απόλαυσε τη βόλτα του στους δρόμους του Λονδίνου.» Ο Γκρίφιν συνοφρυώθηκε. όμως χθες βράδυ είχαν μείνει έξω μέχρι μετά τα μεσάνυχτα. κι έπειτα ανέβηκε στη σέλα και πέταξε στο αγόρι ένα σελίνι. «Είσαι σίγουρος πως έφυγε. παρέα με ένα νεαρό σταβλίτη. Δεν βρισκόταν στην πιο αριστοκρατική περιοχή του Γουέστ Εντ. που το μικρό του στόμα και το ακόμα μικρότερο πιγούνι του έδειχναν σαν να είχαν παραιτηθεί εντελώς και είχαν αποτραβηχτεί χαμηλά στο λαιμό του.» Ο Γκρίφιν αναστέναξε. «Καλημέρα» της είπε μόλις κάθισε. Ο αμαξάς της κούνησε το κεφάλι όταν είδε τον Γκρίφιν να του γνέφει και να μπαίνει στην άμαξα. Ο Ντιντλ χαμογέλασε στο ανοιχτό μάτι του Γκρίφιν και έχωσε τη γλώσσα του στο κενό των δοντιών του – μια μάλλον ατυχής συνήθειά του.» Ανακάθισε στο κρεβάτι. αφήνοντας τα σεντόνια να γλιστρήσουν πάνω από το γυμνό του στέρνο.» Ο Ντιντλ ανασήκωσε τους ώμους. την είχε τρομάξει τόσο πολύ το φιλί του. λόρδε μου. Λίγο νωρίς για κοινωνικές επισκέψεις. έτσι δεν είναι. ο Γκρίφιν κατέβαινε τις σκάλες του σπιτιού που είχε νοικιάσει στην πόλη.» Σηκώθηκε άτονα από το κρεβάτι και άρχισε να πλένεται στη λεκάνη με το νερό. Ο Γκρίφιν χάιδεψε το λαμπερό τρίχωμα στο λαιμό του αλόγου.» «Αχ. Ο Γκρίφιν πρόλαβε την άμαξα της Λαίδης Ηρώς είκοσι λεπτά αργότερα. . «Όχι. «Φύγε» του απάντησε εκείνη. «Ναι. Συνήθως ο Νικ τού έστελνε μήνυμα πρωί-πρωί. ο ήλιος είχε ανέβει ψηλά στον ουρανό. ναι.» «Δεν της αρέσει.

Εκείνος ανασήκωσε τα φρύδια. νιώθοντας μια πρωτόγνωρη ντροπή.» Δεν έκανε τον κόπο ούτε να τον κοιτάξει. «Δεν θα έπρεπε να βρίσκεσαι εδώ. με το πρόσωπο ακόμη απόμακρο. Ωραία· δεν ήταν καλύτερα έτσι. θα… Τι. Και σαν πραγματικός βλάκας που ήταν. «Το ξέρεις πως δεν μπορούμε να το κάνουμε αυτό. Σίγουρα δεν θα έπαιρνε με τίποτα πίσω αυτό το φιλί. τρυφερά και μεταξένια. Τελικά τα είχε κάνει θάλασσα. αλλά η γλυκύτητα. ήξερε πως θα το έκανε και πάλι αν η Λαίδη Ηρώ τού έδινε το παραμικρό σημάδι συναίνεσης.» Έκλεισε τα μάτια της σαν να πονούσε. αφού είχε φιλήσει τη μνηστή του αδερφού του.» Την είχε πληγώσει τόσο πολύ. «Θα έπρεπε να βρίσκομαι στο κρεβατάκι μου και να ονειρεύομαι ακόμη. δεν φαίνονταν να έρχονται. φυσικά. Απέξω ακούστηκαν ξεφωνητά. . αφού το ήθελε έτσι. θα έρθω μαζί σου. Αναστέναξε και ακούμπησε το κεφάλι του πίσω στα μαξιλάρια. Θυμήθηκε τα χείλη της. «Τόση σκληρότητα από μια τόσο όμορφη κυρία. Κατέβασε το καπέλο του πάνω από τα μάτια του και έγειρε πίσω για να ξεκλέψει λίγο από τον ύπνο που είχε χάσει σήμερα το πρωί. Αν μπορούσε να διορθώσει την κατάσταση. όμως. παλεύοντας με το εντελώς άγνωστο για εκείνον συναίσθημα της ενοχής. περιμένοντας περισσότερες εξηγήσεις που. Η γυναίκα δεν έδειχνε καθόλου τέτοια σημάδια σήμερα. Αυτό το φιλί ήταν πραγματικά συγκλονιστικό. κατά έναν περίεργο τρόπο. αλλά. Μισάνοιξε τα μάτια του.» Έσφιξε τα χείλη της θυμωμένα. με μια έκφραση απόμακρη και επιφυλακτική στο πρόσωπό της.» Ο Γκρίφιν πρόσεξε πως δεν είχε αρνηθεί τον προορισμό της. Είχε ερεθιστεί. «Γιατί αποφάσισες να ξαναπάς στο Σεντ Τζάιλς τόσο σύντομα. Ο Γκρίφιν αναστέναξε. Ξερόβηξε νευρικά. Του είχε φανεί τόσο… σωστό – όσο λάθος κι αν ήταν. Πολύ καλά.Έφερε το χέρι του στο μέρος της καρδιάς του. όμως εκείνη έμοιαζε με μορφή χαραγμένη σε πέτρα. «Δεν ήταν εξυπνάδα αυτό. και ξεφύσησε σιγανά. όμως δεν φταίω εγώ αν εσύ αποφάσισες να σηκωθείς νωρίς και να ξεπορτίσεις για το Σεντ Τζάιλς χωρίς εμένα. Μόνο το ροζ χρώμα που έβαψε τα μάγουλά της διέψευσε τη φαινομενική ηρεμία της.» Τέντωσε τα πόδια του και τα σταύρωσε στο ύψος των αστραγάλων. αυτό που είχε αποτυπωθεί ανεξίτηλα στο μυαλό του δεν ήταν ο ερωτισμός του εναγκαλισμού τους. «Μη. αλλά…» «Τότε.» «Ναι.» «Όχι. το στήθος της που πίεζε το στέρνο του. Το μόνο που έδειχνε ήταν να τον μισεί. «Σχετικά με χθες βράδυ…» Σήκωσε το χέρι και απέστρεψε το πρόσωπό της. Καθόταν στητή στο κάθισμά της –σίγουρα καθόλου άνετη στάση με την άμαξα να κλυδωνίζεται παλινδρομικά–.» «Ο κύριος Τέμπλετον συμφώνησε να με συναντήσει στο εργοτάξιο του καινούριου ιδρύματος» απάντησε. Κράτησε το βλέμμα της καρφωμένο έξω από το παράθυρο. Να πάρει ο διάβολος! Έσφιξε με δύναμη τα χείλη του και γύρισε να κοιτάξει έξω από το παράθυρο τη στιγμή που ξεκινούσε και πάλι η άμαξα. και το δυνατό χτύπημα της δικής του καρδιάς. Ήταν σαν να είχε κρύψει κάπου βαθιά μέσα της τον πραγματικό της εαυτό. «Είπες στον αδερφό σου ή στον Τόμας για τις εκδρομούλες σου στο Σεντ Τζάιλς.» Ο Γκρίφιν άνοιξε το στόμα για να συνεχίσει.

Κατέβηκε ξωπίσω της και κοίταξε τριγύρω. Ή ίσως και να μην αγοράστηκαν στην πραγματικότητα ποτέ. λόρδε μου. κύριε Τέμπλετον! Βασίζομαι πάνω σας. όμως σε μερικά σημεία έχουν ήδη καθίσει.» Η Λαίδη Ηρώ έδειξε να χαλαρώνει.» «Κλάπηκαν. Ο Γκρίφιν είδε τη Λαίδη Ηρώ να διασχίζει αποφασιστικά το δρομάκι μαζί με τον Τζορτζ.» Ο Τζόναθαν κατένευσε και έσπρωξε τα ματογυάλια του στο μέτωπό του. πολύ φαρδιά για να χωρέσει να περάσει εκεί μέσα.» Ο Τζόναθαν έδειχνε ταραγμένος.» «Α. «Μάλιστα. φαίνεται πως έχουν αγοραστεί και αποθηκευτεί εδώ ειδικές πλάκες. «Θα. Δεν είναι το ιταλικό μάρμαρο που σχεδιάζατε αρχικά. λόρδε μου» απάντησε ο αρχιτέκτονας. τα υλικά θα πρέπει να αγοραστούν πριν γίνουν περαιτέρω κατασκευές. «Τα περισσότερα θεμέλια είναι γερά. Ο αρχιτέκτονας ήταν ντυμένος στα μαύρα και κρατούσε κάτω από τη μασχάλη του ένα χοντρό ρολό με χαρτιά. ο προηγούμενος αρχιτέκτονας δεν έριξε σωστά τα θεμέλια. Τώρα. Τα χείλη του συσπάστηκαν. «Εδώ νομίζω πως σας έχω καλά νέα. τον υπηρέτη της. Είμαι βέβαιος πως έχει όσο χρειαζόμαστε για να καλύψουμε τις ανάγκες μας. «Εν πάση περιπτώσει. και θα πρέπει να σκάψουμε.» Ο κύριος Τέμπλετον στηρίχτηκε στις μύτες των ποδιών του. Μπορείτε να μας δώσετε κάποια ελπίδα. «Αλήθεια. και ο Γκρίφιν εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία να απλώσει το χέρι στο φίλο του.» ρώτησε ο Γκρίφιν. Και φθηνότερος. «Εε… Λοιπόν. «Καλή σου μέρα. όμως η Λαίδη Ηρώ συνέχισε να του μιλάει. Όπως μπορείτε να δείτε κι εσείς.Λίγο αργότερα τον ξύπνησε το απότομο σταμάτημα της άμαξας. Σίγουρα έτσι τον έβαζε στη θέση του. Επιτάχυνε το βήμα του για να τους προλάβει. Θα μπορούσε να μείνει στην άμαξα και να την περιμένει να γυρίσει. Επιπλέον.. Θα πρέπει να φροντίσω να συγκεντρώσω τα χρήματα που χρειάζονται για να αγοραστούν τα υλικά. για να κανονίσετε να αγοραστεί και να σταλεί ο γρανίτης εδώ. σύμφωνα με τα χαρτιά που μου στείλατε. μήπως θα μπορούσατε να μου δείξετε . λαίδη μου. «…όπως βλέπετε κι εσείς. Η άμαξα είχε σταματήσει στην αρχή ενός στενοσόκακου. Τώρα ανησυχούμε πως τα παιδιά θα αναγκαστούν να μείνουν και το χειμώνα στο ερειπωμένο σπίτι που βολεύτηκαν προσωρινά. «Αρκετά καλά. «Υπέροχα. Κοίταξε νωχελικά τη Λαίδη Ηρώ που σηκώθηκε και κατέβηκε χωρίς να του απευθύνει ούτε μία λέξη.» Σταμάτησε για να πάρει μια ανάσα.» «Αρκετά καλά. λάμποντας. Γνωρίζω έναν προμηθευτή εξαιρετικού γρανίτη ο οποίος έχει ήδη μια ποσότητα στις αποθήκες του στο Λονδίνο. όμως νίκησε η περιέργειά του. Πώς είσαι σήμερα. όμως ο γρανίτης είναι αρκετά όμορφος. Μέχρι να φτάσει δίπλα της.» Η Λαίδη Ηρώ σκυθρώπιασε. Την τελευταία φορά μάς πήρε εβδομάδες μέχρι να μεταφερθούν οι μαρμάρινες πλάκες με το πλοίο. και πολύ φοβάμαι πως ανακάλυψα αρκετές επικίνδυνες κακοτεχνίες. Πιστεύω ότι θα μπορέσω να τον πείσω να σας κάνει μία πίστωση για τις πλάκες. να ενισχύσουμε και να ξαναχτίσουμε.» Κοίταξε τη Λαίδη Ηρώ και σάστισε με το ψυχρό της βλέμμα. και την είδε να δαγκώνει τα χείλη της. μάλιστα κοντά στους αποστακτήρες του. ξύλα και άλλα υλικά. κύριε Τέμπλετον. Βρίσκονταν στο Σεντ Τζάιλς. Πολύ φοβάμαι πως δεν κατάφερα να τα βρω. σχετικά με την πρόοδο του ορφανοτροφείου.» Ο Γκρίφιν κοίταξε τη Λαίδη Ηρώ. Τζόναθαν. Γύρισε για να χαιρετήσει τον Γκρίφιν. Βρήκα την ευκαιρία να επιθεωρήσω το εργοτάξιο. εκείνη είχε αρχίσει ήδη να μιλάει με τον Τζόναθαν.

«Τι είναι.τα προβλήματα για τα οποία μιλήσατε. για να αποφασίσουν με τον Νικ τι θα έκαναν με τον Εφημέριο. ο Γκρίφιν δεν ήθελε με τίποτα να δώσει λεφτά σε αυτό τον άντρα. αφήνοντας το πρόσωπό του εκτεθειμένο στο λαμπερό ήλιο. ωστόσο δεν μπορούσε να την αφήσει να περιφέρεται μόνη της στο Σεντ Τζάιλς. Έτριψε το σβέρκο του άτονα. ισιώνοντας το κορμί του. «Τι έγινε. αν μπορείτε. αλλά…» «Τότε. κι έπειτα βοήθησε τη Λαίδη Ηρώ να ανέβει πριν χτυπήσει την οροφή.» ρώτησε. «Ο Νικ θέλει να σας μιλήσει. ξεκινώντας πρώτος εκείνος.» Τον κοίταξε ανασηκώνοντας το φρύδι της. Κοίταξε τον Γκρίφιν για πρώτη φορά εκείνη την ημέρα. Μια .» Ο Γκρίφιν κάθισε στα θεμέλια του ιδρύματος της Λαίδης Ηρώς και περίμενε μέχρι εκείνη να τελειώσει την επιθεώρησή της με τον Τζόναθαν. «Λόρδε μου!» Έστρεψε το βλέμμα και είδε έναν υπηρέτη να τρέχει προς το μέρος του. Ο νεαρός που περίμενε δίπλα από την άμαξα ήταν ένας από το τσούρμο του Νικ. «Μείνε εδώ» την πρόσταξε πριν πηδήσει από την άμαξα.» «Είχα ειδοποιήσει πού θα ήμουν» της απάντησε αφηρημένα. Δεν ήθελε να την πάρει μαζί του. Μου είπε να σας πω ότι τον έστειλε ο Νικ. ας πηγαίνουμε. και μετά θα ξαναγυρνούσε στο Σεντ Τζάιλς. Το παλικάρι αναπήδησε και τράβηξε το βλέμμα του από τη Λαίδη Ηρώ. Βέβαια. λόρδε μου.» Έδωσε οδηγίες στον αμαξά. «Να πάρει ο διάβολος. «Πώς σε βρήκαν οι αγγελιαφόροι σου. προσαρμόζοντας τα βήματά της με τα δικά του. Ευτυχώς δεν του έκανε άλλες ερωτήσεις.» ζήτησε να μάθει ο Γκρίφιν. Και γρήγορα. «Τελειώσατε εδώ.» «Κάτι με τη δουλειά. όμως συνέχισε να περπατά δίπλα του. Μόλις τελείωναν. «Από δω» του είπε. και έγνεψε με το κεφάλι προς το αποστακτήριο. Δεν είχε πέσει τόσο χαμηλά ακόμη. Ο μόνος άλλος δρόμος που έμενε για να εξουδετερωθεί ο βασιλιάς του εγκλήματος ήταν η δολοφονία.» Στράφηκε στον Τζόναθαν. Η άμαξα τώρα σταματούσε μπροστά από τον τοίχο του ποτοποιείου.» Έπιασε το μπράτσο της και ξεκίνησε γρήγορα για την άμαξα. «Πήδα στο πίσω μέρος της άμαξας. Μάλλον δεν θα είχε ξαναδεί ποτέ στη ζωή του μια αριστοκράτισσα κυρία.» «Ναι. Έγειρε πίσω το κεφάλι του. γουρλώνοντας τα μάτια. Έβγαλε το καπέλο του στη θέα της Λαίδης Ηρώς. Δεν μπορούσε να παραμείνει επ’ άπειρον στο Λονδίνο για να προσέχει το αποστακτήριο.» Ο Γκρίφιν κατένευσε. «Είναι ένα παλικάρι στην άμαξα που σας ζητάει. Μέσα. οι φωτιές που φώτιζαν το σπηλαιώδη χώρο έμοιαζαν σαν να είχαν βγει από τον Άδη. Ίσως υπήρχε κάποιος τρόπος για να εξαγοράσουν τον Εφημέριο. Ο Νικ τον περίμενε στην αυλή. Εκείνη τον κοίταξε να γέρνει στα μαξιλάρια. θα την πήγαινε πίσω στο σπίτι της. «Τι τρέχει.» Εκείνην τη στιγμή επέστρεψε και η Λαίδη Ηρώ μαζί με τον Τζόναθαν. Ξεφύσησε με αηδία.

Ένα λεπτό αργότερα. Κανείς δεν χαμογέλασε και κανένας δεν έδειξε ιδιαίτερα εύθυμος. έτσι όπως τον βλέπεις. Αντιθέτως. ο Γκρίφιν πρόσεξε πως ήταν κάποιος άνθρωπος. Έπειτα. «Πρόλαβε να πει τίποτα. και κοίταξε μελαγχολικά τους αποστακτήρες. «Ήξερε ο Ριζ κάποιο ιδιαίτερο μυστικό για τη δουλειά μας.» Ο Γκρίφιν τέντωσε δεξιά κι αριστερά το κεφάλι.» «Γαμώτο. εντάξει. ο Γκρίφιν έγνεψε προς τα καζάνια. αύριο θα πάρει αυτό. λόρδε μου.» Ο Νικ χαμήλωσε τη φωνή του. «Διατηρείς αποστακτήριο!» . Όποιος άντρας βρίσκεται εδώ μέχρι αύριο. Πλησιάζοντας.» «Χωρίς αμφιβολία. «Ήταν ήδη νεκρός.» Κοίταξε έντονα τους άντρες που έστεκαν σιωπηλοί. Εκείνος χαμογέλασε. Γύρισε και συνάντησε το επικριτικό βλέμμα της Λαίδης Ηρώς. κανείς δεν θα βγαίνει έξω τα βράδια. «Ήδη το έβαλαν στα πόδια δύο. ο Εφημέριος το έκανε αυτό για προειδοποίηση. Κοίταξε έναν-έναν όλους τους άντρες μέχρι να τον κοιτάξουν όλοι στα μάτια και να κουνήσουν συναινετικά το κεφάλι.» Έδειξε με το πιγούνι του το πτώμα. πιστεύω. παρόλο που αυτό που ήθελε στην πραγματικότητα ήταν να ουρλιάξει.τι είχε απομείνει από άνθρωπο. Τον θυμόταν τον Τόμι. Πρόσφατα είχε ξεκινήσει. Ή ό. όποιος βγει έξω απόψε.» Οι άντρες έπιασαν πάλι δουλειά. και μετά στράφηκε προς τους άντρες. Το σώμα ήταν σαν μπερδεμένο. αν και κανείς δεν διασταύρωσε το βλέμμα του με του Γκρίφιν. για να ξεπιαστεί ο λαιμός του. και πριν από κανένα μισάωρο τον πέταξαν πάνω από τον τοίχο. και ύστερα στράφηκε στον Γκρίφιν. Είναι ξεκάθαρο αυτό. «Συνεχίστε με αυτά. Ο Νικ φώναξε δυο άντρες παράμερα και τους έδωσε οδηγίες με χαμηλή φωνή. «Θεέ μου» ακούστηκε μια γυναικεία φωνή πίσω του. «Έφυγε χθες το απόγευμα για να πιει καμιά μπίρα. και τη μέρα θα κυκλοφορείτε ζευγάρια.» «Και για να τρομάξει τους άντρες. οι αρθρώσεις στα άκρα φαίνονταν σπασμένες.» «Μπα. «Λοιπόν.» Ο Γκρίφιν έκανε μια γκριμάτσα.» Ο Γκρίφιν έσφιξε τις γροθιές του.μικρή ομάδα αντρών είχε μαζευτεί γύρω από κάτι που βρισκόταν στο πάτωμα της αποθήκης. Δεν κατάφερα να τους σταματήσω παρόλο που είπα στους φουκαράδες πως θα είναι ασφαλείς εδώ μέσα. οι δυο άντρες σήκωναν το πτώμα του άτυχου Ριζ και το έβγαζαν στην αυλή. Ο Γκρίφιν γύρισε. αλλά τουλάχιστον είχαν σταματήσει να ψιθυρίζουν ο ένας στον άλλον αντιδραστικά. «Και ο μισθός σας μόλις διπλασιάστηκε. θα πάρει μια χούφτα νομίσματα.» Οι άντρες κατένευσαν. από δω και στο εξής. «Ο Τόμι Ριζ» είπε ο Νικ και έφτυσε στα άχυρα.» Ο Νικ κούνησε το κεφάλι. «Τον βασάνισαν.» «Τότε. Ο Γκρίφιν έριξε μια ματιά στο πρόσωπο και βιάστηκε να αποτραβήξει το βλέμμα του. Δεν πρέπει να ήταν πάνω από είκοσι χρόνων.

«Άσε με να φύγω» απαίτησε με σφιγμένα δόντια. λόρδε μου.» Τον κοίταξε. η βασίλισσα συνάντησε τους επίδοξους μνηστήρες της στην αίθουσα του θρόνου. και οι τρεις μαζί έφυγαν από την αίθουσα. Μόλις τελειώσω. το μόνο που έκανε ήταν να χαμογελάσει… -από το Η Βασίλισσα Μαυρομαλλούσα Η Ηρώ δεν μπορούσε να το πιστέψει. Βρισκόταν σε ένα αποστακτήριο τζιν. όμως εκείνος της γύρισε την πλάτη. κι έπειτα φώναξε δυνατά σε κάποιον άλλον: «Φροντίστε να μη φύγει η άμαξα χωρίς εμένα. Στην πραγματικότητα. όμως ξαφνικά εκείνος βρέθηκε δίπλα της.» Δύο άντρες την προσπέρασαν και έτρεξαν προς την πόρτα. το οποίο πολύ πιθανό να ήταν παράνομο.Κεφάλαιο Επτά Νωρίς το επόμενο πρωί. θα σε συνοδέψω στο σπίτι…» Τραβήχτηκε μακριά του και του γύρισε την πλάτη. για να φύγει από αυτό το απαίσιο κτήριο. και τα δυνατά χέρια του την έπιασαν από τα μπράτσα. χωρίς . κι εκείνος με τη σειρά του κοίταξε τον Πρίγκιπα Νόρθγουιντ.» «Μάλιστα. Η έκφρασή του δεν φανέρωνε ούτε στάλα κατανόησης. περιμένοντας κάποια διευκρίνιση. αυτός που έδειξε περισσότερο αμήχανος ήταν ο γεροδεμένος άντρας που στεκόταν δίπλα του. και ο αέρας μύριζε αλκοόλ και αιθέρια έλαια αρκεύθου. «Ηρώ» της είπε ήρεμα. όταν ο επιστάτης των στάβλων άκουσε την ερώτηση. Ήταν νεκρός ο άντρας που είδα στην αυλή. «Έχω δουλειά εδώ. όμως οι αποδείξεις ήταν όλες μπροστά της. Όλοι οι άντρες που ήταν παρόντες έμειναν έκθαμβοι από την ομορφιά και τη συμπεριφορά της. «Λόρδε μου. Η βασίλισσα κοίταξε τους υποψήφιους συζύγους της και τους έκανε την εξής ερώτηση: «Ποια είναι τα θεμέλια του βασιλείου μου. Και ο Ρίντινγκ δεν φαινόταν διατεθειμένος να μπει στον κόπο να της εξηγήσει. Η μεγάλη αποθήκη έκρυβε τεράστια χάλκινα καζάνια τοποθετημένα πάνω από φωτιές που σιγόκαιγαν. Φορούσε ένα φόρεμα από ασήμι και χρυσάφι. «Τι συμβαίνει εδώ. και τα κατάμαυρα μαλλιά της ήταν πλεγμένα και πιασμένα κάτω από το χρυσό στέμμα της. η κυρία…» «Η λαίδη μπορεί να περιμένει» του είπε ο Ρίντινγκ. Η Ηρώ ένιωσε το πρόσωπό της να αναψοκοκκινίζει. Έχετε διορία μέχρι απόψε τα μεσάνυχτα για να μου δώσετε την απάντησή σας. Και να σκεφτεί κανείς πως είχε επιτρέψει σε αυτό το υποκείμενο να τη φιλήσει χθες το βράδυ! Έκανε μεταβολή. Έπειτα.» Τότε ο Πρίγκιπας Ίστσαν κοίταξε τον Πρίγκιπα Γουέστμουν. Ωστόσο. Ποτέ άλλοτε δεν την είχαν απαξιώσει έτσι.

» Τον κοίταξε με μισόκλειστα μάτια. «Αυτός ο χώρος ήταν ένα αποστακτήριο.» «Για παρασκευή τζιν. Θεέ μου.» «Ναι. αγνόησε τους μπράβους του Ρίντινγκ και ανέβηκε. Γιατί. «Εγώ έχω.» «Εξηγήσου. προκαλώντας της σοκ από την εξάντληση που ήταν χαραγμένη στο πρόσωπό του.» «Αυτές οι “βρόμικες δραστηριότητες” έσωσαν την περιουσία του Μάντβιλ.» Ο Ρίντινγκ έκλεισε τα μάτια. «Σε ευχαριστώ. Γιατί ανακατεύτηκες σε τόσο βρόμικες δραστηριότητες. δεν έχεις κλάψει για την εξαθλίωση που προκαλεί αυτό το ποτό. ήταν. Δεν έχεις σκοντάψει ποτέ πάνω σε κορμιά μισοπεθαμένων ανθρώπων.» «Το ξέρεις πως ο πατέρας μου πέθανε πριν από περίπου δέκα χρόνια. στράφηκε προς το μέρος της. τις αντιδράσεις της. «Όχι. προσπαθώντας να ελέγξει τα συναισθήματά της.» Τα χείλη του χαμογέλασαν ειρωνικά.» Εκείνος αναστέναξε και. «Δεν καταλαβαίνω. Ο Ρίντινγκ δεν ήταν βλάκας.αμφιβολία για να την κρατήσουν αιχμάλωτη όση ώρα ο Ρίντινγκ θα έκανε την επαίσχυντη «δουλειά» του.» . «Δεν έχεις σκοπό να μου πεις τι ήταν όλα αυτά. «Δεν έχεις δει τα μωρά που λιμοκτονούν επειδή οι μανάδες τους πίνουν τζιν όλη μέρα.» «Δεν υπολόγιζα να κάνω κάτι τέτοιο» απάντησε εκείνος με αργόσυρτη φωνή. Μόλις βρέθηκε στο δρόμο και στην άμαξά της. «Έχεις καθόλου ιδέα το μέγεθος και το βάθος της δυστυχίας που φέρνει το τζιν στους ανθρώπους που ζουν στο Σεντ Τζάιλς. τόσο κοφτά. Εκείνη συνέχισε να κατευθύνεται ψύχραιμα προς την άμαξα – δεν θα του επέτρεπε να τη δει σε κατάσταση υστερίας. αλλά ακόμα κι έτσι οι λέξεις έμοιαζαν σαν να έγδερναν το λαιμό της. «Έχεις. Υπήρχε ο κίνδυνος να χάσει –για άλλη μια φορά– το κοινωνικό προσωπείο της. αγαπητή μου Λαίδη Τέλεια. Σου φαίνεται αστείο όλο αυτό. έχοντας το βλέμμα του στραμμένο έξω από το παράθυρο. Χτύπησε την οροφή.» Δάκρυα λαμπύρισαν στις άκρες των ματιών της. και ύστερα κάθισε στη θέση του. Δεν χρειάστηκε να περιμένει πολύ.» «Πράγματι.» Τίναξε απότομα το κεφάλι της. Αυτό σημαίνει πως έκανα πολύ καλή δουλειά. αλλά ακόμα κι έτσι δεν είχε την καλύτερη διάθεση όταν η άμαξα κουνήθηκε και ο Ρίντινγκ πήδησε μέσα. επιτέλους. νιώθοντας το στήθος της να ξεχειλίζει από θυμό. Πέρασαν λίγα λεπτά ώσπου η Ηρώ δεν κατάφερε να συγκρατηθεί άλλο. Δεν άκουσα ποτέ μου πως η περιουσία του Μάντβιλ χρειαζόταν να σωθεί. που η Ηρώ ήταν σίγουρη πως το έκανε επίτηδες για να την εξαγριώσει. ανθρώπων που έχουν μείνει σκελετοί από το τζιν.» Δεν της μίλησε.» Δάγκωσε το χείλι της. και ανακάλυψε με τρόμο πως η φωνή της έτρεμε. Προσπάθησε να ελέγξει τη φωνή της. Η Ηρώ έσκυψε μπροστά και τον χτύπησε στο γόνατο. Θα πρέπει να υπήρχε κάποια αιτία γι’ αυτή την τρέλα του. «Εξήγησέ μου. δεν είναι αστείο.

» Θυμήθηκε τη συζήτηση που είχε κάνει με την Ξαδέρφη Μπατίλντα τη βραδιά των αρραβώνων της.» «Αφενός» –τέντωσε το ένα του δάχτυλο σαν να ήθελε να τονίσει τα λόγια του– «δεν είχαμε την οικονομική δυνατότητα να προσλάβουμε σύμβουλο και αφετέρου ο Τόμας στα οικονομικά θέματα είναι τόσο κακός. Θα μπορούσα να την πουλήσω σε ένα μεσάζοντα. μπορεί κανείς να βασιστεί πάνω σου. ο πατέρας με τον Τόμας θεωρούσαν πως δεν ήταν δική μου δουλειά. απερίσκεπτες. Αγόρασα ένα αποστακτήριο από δεύτερο χέρι και πλήρωσα έξτρα το κάθαρμα που μου το πούλησε για να μου δείξει πώς να το χρησιμοποιήσω.» «Και ο Μάντβιλ.» «Η οποία ήταν. Εκείνος άνοιξε τα χέρια και έγειρε στο πλάι το κεφάλι του.» Μήπως το σωστότερο θα ήταν να πει ότι για το μόνο πράγμα που θα μπορούσε κανείς να βασιστεί πάνω του ήταν τα λεφτά. «Ναι. έμεινα άναυδος. γιατί να χάσω το περισσότερο κέρδος. «Όμως… αποστακτήριο τζιν. Σε ό. μέχρι που το αποστακτήριό μου άρχισε να αποφέρει χρήματα. «Παράτησες αμέσως το Κέιμπριτζ για να γλεντοκοπάς στην πόλη. Είχε δική της μια μικρή κληρονομιά που την είχε κρατήσει μυστική από τον πατέρα.» «Και εγκατέλειψες το σχολείο για να αναλάβεις τα οικονομικά της οικογένειάς σας. Ναι» –κούνησε το κεφάλι μπροστά στην έκπληκτη έκφρασή της– «ο πατέρας μου είχε καταφέρει να χάσει όλη την οικογενειακή περιουσία με μια σειρά από επενδύσεις οι οποίες ήταν. «Δόξα τω Θεώ. «Εκείνος γνωρίζει τι κάνεις για να στηρίξεις την .τι αφορά τα οικονομικά. γιατί εσύ.» Έσκυψε μπροστά και ακούμπησε τους αγκώνες στα γόνατά του.» «Ενώ εσύ είσαι πολύ καλός στον οικονομικό τομέα» είπε αργά η Ηρώ. «Πρέπει να καταλάβεις. Καθώς ήμουν ο μικρότερος γιος. Εγώ δεν είχα ιδέα για τα οικονομικά της οικογένειας. Περίπου τον πρώτο χρόνο ζήσαμε από αυτή με μικροποσά. «Δύο χρόνια αργότερα ήμαστε ικανοί να αντεπεξέλθουμε στο ντεμπούτο της Κάρο. ο οποίος με τη σειρά του θα τη μεταπωλούσε σε κάποιον παρασκευαστή τζιν. Δεν ήταν ευθύνη του Τόμας να βρει χρηματοοικονομικό σύμβουλο. «Αυτό μου είχες πει όταν μου πρότεινες το δάνειο. Ήταν φθινόπωρο.«Ναι. η μισή σχεδόν σαπισμένη από την υγρασία. Και τότε σκέφτηκα. Τα μισά έπιπλα του σπιτιού είχαν ξεπουληθεί για να πληρωθούν τα χρέη του πατέρα. «Όμως.» τον ρώτησε δύσπιστα η Ηρώ.» «Οι τσέπες μας είχαν αδειάσει. Γιατί αυτό από τόσα άλλα. για μια στιγμή. το λιγότερο. Έτσι. όταν στην κηδεία μού είπε η μητέρα σε τι οικονομικές δυσχέρειες βρισκόμαστε. Έφυγα από το πανεπιστήμιο και γύρισα στο σπίτι για να βρω τη μητέρα μου σωστό ράκος από τη θλίψη και την ανησυχία. όσο ήταν κι ο συγχωρεμένος ο πατέρας μας.» Τα λόγια του τράβηξαν ξανά την προσοχή της στην αρχική της έννοια.» Έγειρε στην πλάτη του καθίσματός του και ανασήκωσε τους ώμους. Ο Γκρίφιν κατένευσε. Ξόδεψε τα τελευταία χρήματα που μας είχαν απομείνει μέσα στην εβδομάδα που ακολούθησε το θάνατο του πατέρα. καλά.» Αυτήν τη φορά το χαμόγελό του ήταν αληθινό. οι φοροεισπράκτορες μάς επισκέπτονταν οποιαδήποτε ώρα της ημέρας και ο Τόμας ήταν απασχολημένος μόνο με το πόσο όμορφη θα ήταν μια άμαξα με επίχρυσα διακοσμητικά στοιχεία. κι εγώ το μόνο που είχα στα χέρια μου ήταν μια κακή σοδειά σιτηρών. αυτή η ιστορία ήταν περισσότερο εύπεπτη από την αλήθεια.» τον ρώτησε ήρεμα. η μητέρα μου πήρε είδηση τι έκανε ο Τόμας.

ακόμα κι αν πρόκειται να γίνεις σύντομα κουνιάδος μου.» «Χριστέ μου. αυτός ο άντρας ήταν…» «Τον έλεγαν Ριζ και το μοναδικό του έγκλημα φαίνεται πως ήταν το ότι βγήκε έξω χθες το . «Ίσως και να αναρωτιέται. Πιστεύει πως το τζιν είναι ο κύριος υπεύθυνος για το θάνατό τους.» «Ακόμα κι αν ρισκάρει να μπλέξει την αγαπημένη του αδερφούλα σε σκάνδαλο. όμως πώς λεγόταν ένας άντρας που του άρεσε να απολαμβάνει τον πλούτο χωρίς ποτέ να νοιαστεί από πού προέρχεται. «Τι είδους ανταγωνιστή. ψιθύρισε μια αδύναμη φωνούλα από τα βάθη της καρδιάς της. Προσπάθησε να διώξει αυτήν τη σκέψη και κοίταξε τον Ρίντινγκ. «Τα χέρια του μνηστήρα σου δεν βρόμισαν από όλα αυτά.» Κοίταξε τα χέρια της. «Τότε. Τώρα είχαν αφήσει πίσω τους το Σεντ Τζάιλς και διέσχιζαν μια πολύ καλύτερη περιοχή.» Ο Ρίντινγκ ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους. «Δεν το νομίζω.» «Από το είδος αυτό που αρέσκεται να καταστρέφει αποστακτήρες και να πετάει το ακρωτηριασμένο πτώμα ενός από τους άντρες μου πάνω από τον τοίχο της αυλής» είπε. Τον απασχολεί μόνο το Κοινοβούλιο και ανάλογα θέματα. Υπήρχε ένα συγκεκριμένο επίθετο που χαρακτήριζε έναν τέτοιου είδους άντρα.» Έσφιξε τα χείλη της. Κατά κάποιον τρόπο.» «Όχι. δεν ήταν και ο Μάντβιλ το ίδιο κατακριτέος όσο και ο αδερφός του. Καλά.» Η Ηρώ τον κοίταξε ανήσυχα.» «Όμως» –έσμιξε τα φρύδια καθώς προσπαθούσε να καταλάβει– «θα πρέπει να έχει κάποια ιδέα για το από πού βγαίνουν αυτά τα λεφτά. αφού είχε όλα τα οφέλη χωρίς να υποφέρει από τις ψυχοφθόρες επιπτώσεις που συνεπάγονταν της ανάμιξής του με το αποστακτήριο του τζιν. Έχει πάθει εμμονή με το τζιν και τις επιπτώσεις που έχει στους άπορους του Λονδίνου – την έχει πάθει μετά τη δολοφονία των γονιών μας.οικογένειά σας.» Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους.» Ο Ρίντινγκ αναστέναξε.» Η Ηρώ κούνησε δεξιά-αριστερά το κεφάλι. ποτέ δεν μου έχει πει κάτι. Δεν ξέρω τι θα μπορούσε να κάνει. «Τι λέγατε με εκείνον τον άντρα στο αποστακτήριο. Πώς μπορούσε να αστειεύεται όταν ήταν μπερδεμένος σε τέτοια εγκλήματα. «Αν ανακαλύψει ο αδερφός μου τι κάνεις. Άνανδρος. όχι οι φοροεισπράκτορες. «Δεν τον ξέρεις καλά. όπως κι αν είναι. και μετά γύρισε και κοίταξε έξω από το παράθυρο.» «Όχι. αλλά. Ίσως και περισσότερο. δεν θα διστάσει να σε σύρει στα δικαστήρια. Ο Τόμας νοιάζεται για πολύ πιο ευγενή ζητήματα και όχι για το από πού προέρχονται τα χρήματα που τον ντύνουν.» Κούνησε δύσπιστα το κεφάλι της. αυτός και οι αρραβώνες σου με τον Τόμας.» «Μείνε ήσυχη» της είπε με απόλυτο κυνισμό. το ήξερε. Ο Μάξιμους δεν μπορεί να σκεφτεί λογικά όταν πρόκειται για κάτι που έχει σχέση με το τζιν.» Ανασήκωσε το φρύδι. Αυτό που έκανε ο Ρίντινγκ για να εξοικονομήσει λεφτά ήταν αξιοκατάκριτο. «Είναι ένα ρίσκο που πρέπει να πάρω. Δεν έχει ρωτήσει ποτέ. «Έχω έναν ανταγωνιστή –αν και αυτός ο χαρακτηρισμός είναι πολύ εξευγενισμένος για λόγου του– που το έχει βάλει σκοπό να με πετάξει έξω από τη δουλειά. ταραγμένη. «Αυτός είναι ο λόγος που ήρθα στο Λονδίνο.» «Κι εσύ δεν προσπάθησες ποτέ να το συζητήσεις μαζί του.

» «Ο αδερφός σου είναι ένας πανέξυπνος άνθρωπος» απάντησε ο Ρίντιγνκ. που η Ηρώ σκέφτηκε προς στιγμή πως εκείνος κρατούσε την ανάσα του. «Ναι. όσο και σε εκείνον.» «Δεν καταλαβαίνεις…» άρχισε. κουνώντας δυνατά το κεφάλι. «Πρέπει να σκεφτώ την οικογένειά μου.» Ξεφύσησε νευρικά.» Η Ηρώ έκλεισε τα μάτια και μίλησε μέσα από την καρδιά της.» Έμεινε να τον κοιτάζει δύσπιστα. Έχω δει πώς το τζιν καταστρέφει ζωές στις χαμηλότερες τάξεις του Λονδίνου.» «Η Μεγκς…» Τον διέκοψε. «Δεν χωράει καμιά αμφιβολία σε αυτό. θα πρέπει να φροντίζουμε την γκαρνταρόμπα και τις εμφανίσεις της.» «Φίλοι. Έχουμε ανάγκη τα χρήματα από το ποτοποιείο. «Ωστόσο. αγνοώντας την προειδοποίησή της. Η περιουσία των Μάντβιλ δεν κινδυνεύει τώρα. «Όπως προανέφερα. το βλέμμα του ήρεμο. «Όμως. μιλώντας τόσο στον εαυτό της. Τα ανοιχτοπράσινα μάτια του την κοίταξαν με μια αναπάντεχη σκληρότητα. θα συνειδητοποιήσεις τη δυστυχία που προκάλεσες εσύ και το τζιν που φτιάχνεις. Η Κάρο έχει κάνει έναν τέλειο γάμο ενώ η Μεγκς είναι ακόμη ελεύθερη. Τις τελευταίες μέρες υπήρξαν φορές που σκέφτηκα ότι σε αντιπαθούσα με όλη τη δύναμη της ψυχής μου. «Είχαμε τις διαφορές μας.» Ανατρίχιασε. έτσι δεν είναι. αλλά με μία έκφραση στα ανοιχτοπράσινα βάθη των ματιών του που της έκοψε την αναπνοή. Πραγματικά τη θεωρούσε τόσο ρηχή. «Και σαν φίλη. «Ναι. Ήθελε να ξεκαθαρίσει τη θέση της πριν την εγκαταλείψει το θάρρος της. «Καταλαβαίνω πως αγωνιζόσουν να αποκαταστήσεις τα οικονομικά της οικογένειάς σας» του είπε αργά. το τζιν θα σε καταστρέψει κι εσένα. όπως πολύ καλά καταλαβαίνεις. Δεν θα μπορούσε να βρει κάτι μεμπτό. Μπορεί να μη σε ενδιαφέρει αυτήν τη στιγμή. πιστεύω πως μάθαμε και μερικά πράγματα ο ένας για τον άλλον. «Πάλι με πατρονάρεις» τον διέκοψε.» Έγειρε πίσω στο κάθισμά του. Ένας φίλος.» Η σιωπή ήταν τόσο απόλυτη. όμως μια μέρα θα σηκώσεις το κεφάλι και θα δεις γύρω σου. «Στ’ αλήθεια. Δεν μπορώ να παρατήσω το αποστακτήριο πριν αποκατασταθεί η αδερφή μου – πριν ισορροπήσω οικονομικά. αγαπητή μου Λαίδη Τέλεια. Ο αδερφός μου θα το είχε ανακαλύψει αν υπήρχε τέτοιο θέμα όταν συνέτασσε το συμφωνητικό του γάμου μου.» .» «Αν είναι έτσι. Έδεσε σφιχτά τα χέρια της για να πάρει δύναμη και να συνεχίσει. Άνοιξε τα μάτια της και τον είδε να την κοιτάζει. ο Τόμας δεν είναι μπλεγμένος. αυτό πιστεύεις πως είμαι για σένα. αλλά συνέχισε. τότε γιατί συνεχίζεις να παρασκευάζεις τζιν.βράδυ για ένα ποτό. Αν θέλουμε να κάνει κι αυτή έναν καλό γάμο. με τους αγκώνες στηριγμένους στα γόνατά του. Όταν θα έρθει αυτή η μέρα. φίλοι» είπε ήρεμα. για να πληρώνουμε τις κοινωνικές εμφανίσεις της. μπορεί τώρα να νοιάζεσαι μόνο για την οικογένειά σου και τα χρήματα που έχετε ανάγκη. όμως θα πρέπει να υπάρχουν κι άλλοι τρόποι για να κερδίζει κανείς λεφτά.» «Εσύ δεν χρειάζεται να ανησυχείς» της είπε. Και όταν θα συμβεί αυτό. «Τον καημένο τον άνθρωπο. αγαπητέ μου Λόρδε Ξεδιάντροπε. Θα ήθελα να σκέφτομαι πως είμαστε κάτι σαν φίλοι. τώρα πια δεν κινδυνεύουν. η Λαίδη Μάργκαρετ χρειάζεται τουαλέτες για να βρει ένα σύζυγο. σε εκλιπαρώ: σταμάτα να βγάζεις με αυτό τον τρόπο χρήματα.

γιατί όχι. Η Νελ κοίταξε το ζυμάρι και ζάρωσε τη μύτη της. κι έπειτα κοίταξε ξανά μελαγχολικά έξω από το παράθυρο. «Ναι. Να πάρει. Το πέταξε χωρίς να πει τίποτα στα γόνατά της. Ήταν ένα αντίτυπο του Πελοποννησιακός Πόλεμος.» Η Σάιλενς παράτησε με χαρά την κυλινδρική ζύμη.Η Ηρώ πετάρισε τα βλέφαρά της. *** «Ω. νιώθοντας ξαφνικά τα μάτια της να πλημμυρίζουν με δάκρυα. δεν ξέρω. Συνηθίζεις να φιλάς όλους τους φίλους σου με τον τρόπο που φίλησες εμένα χθες το βράδυ. Η λέξη φίλος είναι τόσο… ακίνδυνη. Μόνο φιλαράκια. πρέπει να το ξεχάσεις. «Τι νομίζεις πως κάνεις. Πραγματικά δεν ήταν μία από τις καλύτερες μαγειρικές προσπάθειές της. αλλά όταν είδε τη Σάιλενς να κάθεται. και μετά τράβηξε μία καρέκλα κοντά στο τραπέζι. δεν μπορούσε να εμποδίσει εντελώς ένα ανεπαίσθητο τρέμουλο. τα έπλυνε σε μία λεκάνη. «Πράγματι.» «Περίεργο. «Άρα. «Εγώ. Τα χείλη του έκαιγαν . «Σου είπα πως δεν θέλω να συζητήσω για χθες το βράδυ. του ήταν τόσο εύκολο να την ανάβει. Τους τελευταίους επτά μήνες. «Σε μόλις πέντε εβδομάδες από τώρα. «Εσύ μπορείς. «Το περίμενα» μουρμούρισε. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα γι’ αυτό. Η Σάιλενς σήκωσε το βλέμμα από τη λιγοστή ζύμη μπισκότων που προσπαθούσε να ανοίξει σε φύλλο. κουνώντας στον αέρα ένα κομμάτι χαρτί. «Σταμάτα» του ζήτησε χαμηλόφωνα. Ωστόσο. Η Ηρώ χαμήλωσε το βλέμμα. Χάιδεψε τα ανάγλυφα γράμματα στο δερμάτινο εξώφυλλό του.» Χάιδεψε το σαγόνι του.» «Ναι. Αν είναι να έχουμε μια σχέση κουνιάδου-νύφης. κυρία Χόλινμπρουκ. Ένιωθε πάλι τον πόθο της να φουντώνει.» Σήκωσε το πιγούνι χωρίς να του απαντήσει. άσε με να το τελειώσω εγώ μέχρι να καθίσεις για λίγο και να διαβάσεις το γράμμα σου.» «Παντρεύομαι τον Τόμας» του είπε. φιλαράκια. μπουσούλισε κοντά της και ζήτησε να την πάρει αγκαλιά.» Ήταν η σειρά του να αποστρέψει το βλέμμα του. Δεν περίμενε να της κάνει μια τέτοια ερώτηση. Η Μέρι Ντάρλινγκ έπαιζε με ένα κύπελλο και ένα μεγάλο κουτάλι στο πάτωμα. «Ειλικρινά. «Έλα. έχεις ένα γράμμα!» Η Νελ Τζόουνς μπήκε στην κουζίνα του ιδρύματος. το βρήκα πολύ δύσκολο να το ξεχάσω. τόσο γλυκά όταν άνοιξαν κάτω από τα δικά μου. πάλι. γιατί όχι.» Έβαλε το χέρι του στην τσέπη του και έβγαλε ένα βιβλίο. Είναι κάτι που πέρασε. του Θουκυδίδη.» Τα λόγια του έβαλαν φωτιά στο κορμί της.» Τα μάτια της ήταν μισόκλειστα τώρα – περίμενε την επίθεσή του. Η Σάιλενς τη σήκωσε στα χέρια της και τη φίλησε στο κεφάλι.» Στράβωσε τα χείλη σαν να του είχε πει κάτι το άσεμνο.» Ανασήκωσε τους ώμους του και την κοίταξε μελαγχολικά. τα .» «Και ξεχάστηκε. Τα χείλη σου ήταν τόσο απαλά. Έτριψε τα χέρια της.

γλυκιά μου. ή δηλώσεις για το πόσο ανυπομονούσε να γυρίσει στο σπίτι και πόσο πολύ του έλειπε. δεν υπήρχαν γλυκόλογα. λοιπόν. τα έβαζε στο στόμα της και τα μασούσε με έκφραση σκεφτική. «Είναι από τον κάπτεν-Χόλινμπρουκ. Άρχισε να διαβάζει. πιο εξονυχιστικά αυτήν τη φορά. πριν αρχίσει να το ξαναδιαβάζει πιο αργά. ξεχνώντας το ζυμάρι που είχε χάσει. Έμεινε να κοιτάζει ανέκφραστα το γράμμα. Κάποιος χτύπησε την έξω πόρτα. είμαι σίγουρη γι’ αυτό. για μια καταιγίδα που είχαν αντιμετωπίσει και για έναν τσακωμό ανάμεσα στο πλήρωμα. κι έπειτα έψαξε με το βλέμμα της το δρόμο.» «Ωστόσο…» Η Σάιλενς άρχισε να ξεκολλάει τη ζύμη από τα χέρια της μικρής. Μια . για να καταλήξει στο τέλος στην υπογραφή του… Γουίλιαμ Χ. Ένα θαλασσοπούλι που είχαν πυροβολήσει οι άντρες. «Όχι. είναι από τον Γουίλιαμ. το γράμμα θα μπορούσε να είχε γραφτεί για τον οποιονδήποτε. και άρχισε να διατυπώνει τις διαμαρτυρίες της δυνατά. «Είναι καλά. «Ποιος λες να είναι. Χόλινμπρουκ.» Η Νελ χαμογέλασε στο μωρό. Έμεινε για μια στιγμή να το κοιτάζει. ακολουθώντας την καλλιγραφική γραφή του άντρα της. «Ναι. Η Σάιλενς αναστέναξε και χαμήλωσε το βλέμμα στο γράμμα.» Η Σάιλενς σήκωσε το βλέμμα και πρόσεξε πως η Μέρι Ντάρλινγκ έκοβε κομματάκια από το ζυμάρι των μπισκότων. Από πάνω τους ακούστηκε ένας γδούπος. Η άλλη γυναίκα ανασήκωσε τους ώμους.» «Θα σου δώσει μεγάλη χαρά. «Είναι κυρίως αλεύρι και νερό. Μόνο που το ήξερε ήδη – δεν υπήρχαν αστεία σαν εκείνα που μοιράζονταν οι δυο τους.» «Ω. Στην πραγματικότητα. Ο Βασιλιάς ή η Βασίλισσα. κρατώντας μακριά το χαρτί από τα ανήσυχα χέρια της Μέρι Ντάρλινγκ.» ρώτησε η Σάιλενς ανήσυχα. Βόλεψε τη μικρή στο γόνατό της και της έδειξε το γράμμα. Υποτίθεται πως τα παιδιά έκαναν την απογευματινή μελέτη τους κάτω από την επιτήρηση των υπηρετριών. «Από ποιον λες να είναι. και τώρα το όμορφο προσωπάκι της πλαισιωνόταν από κατάμαυρες μπούκλες.μαλλιά του μωρού είχαν μακρύνει και πυκνώσει. Σήκωσε στην αγκαλιά της τη μικρή και την έκανε μια γύρα. Φυσικά της Μέρι Ντάρλινγκ δεν της άρεσε αυτή η ιδέα. Ή μήπως ο γιος του φούρναρη. Η Σάιλενς τη στήριξε στο γοφό της και πήγε να ανοίξει την πόρτα.» ρώτησε η Νελ προσπαθώντας να ακουστεί μέσα από τα ξεφωνητά του μωρού. και ύστερα κάτι που έμοιαζε με ποδοβολητά αλόγων.» ρώτησε καθώς το άνοιγε προσεκτικά. Ακουμπισμένο στο κατώφλι ήταν ένα μαντίλι δεμένο με προσοχή.» Η Μέρι Ντάρλινγκ χαχάνισε.» ρώτησε η Νελ. Δεν κάνει να το τρως άμα δεν είναι ψημένο. όμως με κάποιον τρόπο αυτή η καθημερινή διαδικασία πολύ συχνά εξελισσόταν σε μάχη. «Πάρε λίγο μπουρέκι» είπε η Νελ στη Μέρι Ντάρλινγκ και της έδωσε λίγο ζυμάρι. «Θα δω εγώ» είπε η Σάιλενς. «Να κοιτάξω ποιος είναι. Ο Γουίλιαμ έγραφε για τον Σπίνο και τα εμπορεύματά του.» «Δεν θα την πειράξει. «Αρκετά καλά. «Νομίζει πως είναι. κυρία. κάποιο γαλλικό πλοίο που είχαν συναντήσει… Η Σάιλενς διέτρεξε γρήγορα τη σελίδα.» τη ρώτησε η Νελ. ναι» μουρμούρισε εκείνη αφηρημένα.

«Αφήστε με να φύγω. για να καταλάβει το λόγο που γινόταν όλη αυτή η φασαρία. Στ’ αλήθεια ήταν ακριβά. «Σμέουρα» απάντησε. Τέσσερις άντρες έτρεχαν στη στροφή. Μέσα του υπήρχε μια χούφτα σμέουρα. «Χαφιέδες» είπε με οργή η Νελ. Θα εξαρτηθεί από το αν θα μπορέσει να πληρώσει για μάρτυρες. «Τι έχεις εκεί. «Κάντε πίσω!» φώναξε ο ένας από τους τέσσερις άντρες και στριφογύρισε ένα χοντρό ρόπαλο πάνω από το κεφάλι του. και λύθηκε εύκολα παρόλο που χρησιμοποίησε μόνο το ένα της χέρι. αλλά ταυτόχρονα ήξερε πολύ καλά ότι οι περισσότεροι που το πουλούσαν. «Ωωω!» φώναξε η Μέρι Ντάρλινγκ και άρπαξε δύο για να τα χώσει στο στόμα της.» Η Σάιλενς σιχαινόταν τις παρενέργειες που είχε το τζιν στη συμπεριφορά των ανθρώπων του Σεντ Τζάιλς. κάθε μήνα από τότε που είχε βρει το μωρό έξω από την πόρτα της ανακάλυπτε και ένα μικρό ανώνυμο δώρο για το κοριτσάκι. Ίσως και τίποτα χειρότερο. Είναι ακριβά τέτοια εποχή.» «Τι θα της κάνουν.» Η Νελ κούνησε αποδοκιμαστικά το κεφάλι. καλά γινωμένα και χωρίς κανένα χτύπημα.» Η Νελ έκανε μεταβολή και κίνησε για την κουζίνα. «Φυλακή. Έσκυψε και πήρε το μαντίλι. κι όμως εκείνη ένιωθε πως κάποιο βλέμμα ήταν καρφωμένο πάνω της. αλλά δεν κατάφερε να τους πετύχει. σας λέω. Αισθανόταν πολύ παράξενα.» τη ρώτησε η Νελ. . Κόσμος έριχνε κλεφτές ματιές από τα παράθυρα και τις πόρτες του. η Σάιλενς έκλεισε και αμπάρωσε την πόρτα. Μια κραυγή ακούστηκε από την πάνω μεριά του δρόμου. Ξανακοίταξε στο δρόμο καθώς η μικρή έτρωγε άλλους τρεις καρπούς. Κανένας δεν φαινόταν να της δίνει σημασία. «Δεν το έκανα εγώ. «Πάμε μέσα.» Με μια τελευταία ματιά στους πληροφοριοδότες. δείχνοντάς της το μαντίλι. Πριν από ένα μήνα είχε βρει ένα παιδικό ρουχαλάκι στο κατώφλι της και τον αμέσως προηγούμενο είχαν αφήσει ένα σακουλάκι με ζαχαρωτά. «Οκτώβρη μήνα. δύο άντρες τσουλούσαν ένα καροτσάκι. Η Σάιλενς έπιασε ένα σμέουρο και το έβαλε στο στόμα της Μέρι Ντάρλινγκ. Κάποιος έριξε στη συμμορία έναν κουβά βρόμικα νερά. Μόνο μια λέξη ήταν γραμμένη πάνω του. Στην πραγματικότητα.» «Χριστέ μου» είπε σιγανά η Νελ πίσω από την πλάτη της Σάιλενς. κυρία. και η Σάιλενς το τράβηξε έξω από τα σμέουρα. Τώρα αποκαλύφθηκε ένα μικρό κομμάτι χαρτί. το έκαναν μόνο και μόνο επειδή προσπαθούσαν να εξοικονομήσουν τα χρήματα που χρειάζονταν για να μπορούν να πληρώνουν την τροφή και τη στέγη τους. Αγαπημένη. Ρίγησε και έπιασε το πόμολο της πόρτας για να την κλείσει. «Η καημένη η γυναίκα. αλήτες!» ούρλιαξε. Η Σάιλενς κοίταξε την υπηρέτρια. Θα την έχουν καταδικάσει πριν από τους δικαστές πως εμπορεύεται τζιν και για ανταμοιβή θα πάρουν κάποιο καλό βραβείο. και μερικά αγόρια τσακώνονταν για ένα μικρό σκυλί. Κανείς δεν φαινόταν να κοιτάζει προς το μέρος της.γυναίκα έπλενε τα σκαλοπάτια της. και μετά ξανά το δρόμο. Οι τέσσερις άντρες άρχισαν να τρέχουν πιο γρήγορα. Μαζί τους τραβούσαν και μια φτωχοντυμένη ηλικιωμένη γυναίκα η οποία προσπαθούσε να ξεφύγει από τα χέρια τους. Ο κόμπος ήταν χαλαρός.

«Ακούστε τώρα. «Θυμηθείτε τα λόγια μου: Καμία γυναίκα δεν κατάφερε ποτέ να αλλάξει έναν άντρα. Μόνο που της Ηρώς δεν της άρεσαν τα κρύα φαγητά. «Εγώ νομίζω πως εξαρτάται από τον ίδιο τον κύριο» είπε σκεφτικά η Φοίβη. «Πώς το ξέρεις εσύ.» ψιθύρισε στο αφτί του κοριτσιού. Το φως των κεριών λαμποκόπησε στους φακούς των γυαλιών της έτσι όπως έγειρε το κεφάλι της όλο ενδιαφέρον. Ξαδέρφη Μπατίλντα. Απόψε φορούσε ένα φωτεινό κίτρινο φόρεμα που την έκανε να αστράφτει μέσα στη μικρή οικογενειακή τραπεζαρία. Ήταν σπάνιο φαινόμενο να μην έχει μια κατηγορηματική γνώμη για όλα. πως κάποιος κύριος έχει πάθος με τον τζόγο. και το τζάκι. Το τραπέζι ήταν μικρό σε μέγεθος. Κάτω από το τραπεζομάντιλο διεξαγόταν μια μικρή συμπλοκή. Σερβίρισε στο πιάτο της λίγα παντζάρια.» ρώτησε η Ηρώ.» Έπιασε ένα μικρό κομματάκι από το κρέας της και κατέβασε το χέρι της κάτω από το τραπέζι. δεν ξέρω» είπε η Ηρώ.» ρώτησε η Φοίβη. παρόλο που φυσικά και ήξερε. Το ίδιο σημείωμα που είχε βρει και μαζί με τη Μέρι. είτε με πειθώ είτε με άλλον τρόπο. η Φοίβη και η ίδια. Μια φορά είχε χάσει τα ρούχα .Και το καθένα συνοδευόταν κι από ένα σημείωμα με μία μόνο λέξη γραμμένη: Αγαπημένη.» «Όχι» επανέλαβε η Ξαδέρφη Μπατίλντα. Έφερε το δεξί της χέρι κάτω από το τραπέζι και κάρφωσε το βλέμμα της ίσια μπροστά της.» «Το λέει ο κοινός θηλυκός νους» απάντησε η γυναίκα. «Μήπως έχεις κάποιον κρυφό θαυμαστή. «Σκεφτείτε τη Λαίδη Πέπερμαν. Καμία από τις δύο κοπέλες δεν έδειξαν πως είχαν προσέξει κάτι το ασυνήθιστο. παρόλο που και αυτά ήταν κρύα. διακοσμημένο με μπλε και άσπρες πλάκες. «Ω. Στο τραπέζι κάθονταν μόνο η Ξαδέρφη Μπατίλντα. Σκάλισε ανόρεχτα το κρύο βοδινό που βρισκόταν στο πιάτο της. πριν δώσει την πιατέλα στη Φοίβη. Ο Λόρδος Πέπερμαν ήταν γνωστός τζογαδόρος καθώς επίσης και πολύ άτυχος.» «Ποια. για παράδειγμα. Πιστεύετε ότι θα μπορούσε ποτέ να πειστεί να τον παρατήσει. «Εσείς ήσασταν πολύ μικρές ακόμη» είπε η Ξαδέρφη Μπατίλντα. πράγμα που πρόσδιδε οικειότητα. ήταν όσο μεγάλο χρειαζόταν για να δείχνει ο χώρος ζεστός και φιλικός. «Και ίσως από τον τρόπο με τον οποίο θα προσπαθήσει κανείς να τον πείσει. Αλλά η Μέρι Ντάρλινγκ αρκέστηκε να της χαμογελάσει με τα κατακόκκινα χειλάκια της. «Όχι» απάντησε αμέσως η Ξαδέρφη Μπατίλντα.» «Δώσε μου τα παντζάρια» μουρμούρισε η Φοίβη στην αδερφή της. *** «Πιστεύετε πως μπορεί ένας άντρας να αλλάξει.» ρώτησε η Ηρώ εκείνο το βράδυ στο δείπνο. «Ας πούμε. «Τι είδους αλλαγές εννοείς. και η Ξαδέρφη είχε προτείνει να μη βάλουν τη μαγείρισσα να κάνει πολλές ετοιμασίες και να αρκεστούν σε ένα ήσυχο δείπνο. «Ανοησίες» δήλωσε η Ξαδέρφη Μπατίλντα. Ο λόγος που η Σάιλενς είχε ονομάσει το μωρό Μέρι Ντάρλινγκ.

» ρώτησε με ενδιαφέρον η Ηρώ. «Είδα τη Λαίδη Μπέκινχολ σήμερα» είπε τελικά η Ξαδέρφη Μπατίλντα «σε ένα απαίσιο τσάι που έδωσε η κυρία Χάντιγκτον. όπου το μόνο που ακουγόταν ήταν το διακριτικό χτύπημα των μαχαιροπίρουνων στα πιάτα. «Η Λαίδη Πέπερμαν είχε φτάσει σε πλήρες αδιέξοδο. Η Φοίβη ήταν η πρώτη που το έκλεισε και ρώτησε διστακτικά την Ξαδέρφη: «Έπιασε αυτό το κόλπο. κι έτσι αποφάσισε να δώσει ένα μάθημα στο σύζυγό της για να τον κάνει να κόψει τα χαρτιά. «Ω. αν μπορείτε να πιστέψετε κάτι τέτοιο. σκέφτηκε μάλλον σαρκαστικά η Ηρώ.του στα χαρτιά. «Ήταν απαίσιος σκοπευτής. και είχε αναγκαστεί να γυρίσει στο σπίτι του μόνο με τα εσώρουχα και την περούκα του. και προσπάθησε να τινάξει τα μυαλά του στον αέρα. Δεν μπορούσε να καταλάβει πώς να τη συνδέσει με το Λόρδο Ρίντινγκ. Ακολούθησε ένα σύντομο μεσοδιάστημα σιωπής. συμπεριλαμβανομένων και των υπηρετών.» «Είναι πρόβλημα αυτό. Μια μικρή. η Ξαδέρφη Μπατίλντα είχε πάρει φόρα. ζεστή και απαλή μουσούδα τρίφτηκε στο χέρι της.» Η Φοίβη πνίγηκε. στεγνά κεκάκια.» «Και βέβαια όχι!» της είπε η Μπατίλντα. «Του είπε ότι μπορούσε να χαρτοπαίζει όσο ήθελε. ίσως και περισσότερο. Πέρασε ένας χρόνος.» Τώρα ήταν η Ηρώ αυτή που πνίγηκε. «Δεν άκουσες λέξη από όσα είπα. και τίποτα δεν μπορούσε να τη σταματήσει.» Αν μπορούσε ας έκανε κι αλλιώς. ώστε τα πρόσωπά τους να μη φανερώνουν τίποτα παρά μόνο ανία. ωστόσο και οι τρεις άντρες έγειραν προς το μέρος της Ξαδέρφης Μπατίλντα. «Προσπάθησε. Όλοι στο δωμάτιο.» Ο Πάντερς.» «Μάλλον ναι» απάντησε η Ηρώ. Δεν μπορώ να καταλάβω για ποιο λόγο είχε αποφασίσει η Λαίδη Πέπερμαν να τον παντρευτεί.» «Το μόνο που κατάφερε ήταν να κόψει την άκρη του αφτιού του» ανακοίνωσε η Ξαδέρφη. . ο μπάτλερ. Είμαι σίγουρη πως ήταν μπαγιάτικα –τουλάχιστον δύο ημερών!– και η Λαίδη Μπέκινχολ συμφώνησε απολύτως μαζί μου. Διάλεξε ένα κομμάτι βοδινό και το πέρασε κάτω από το τραπέζι.» «Χμ» έκανε η Ηρώ καθώς ενστερνιζόταν αυτή την επιμορφωτική ιστορία. «Με πληροφόρησε πως η Λαίδη Κέιρ σκέφτεται να παρατείνει την περιοδεία της στην Ευρώπη για όλο το χειμώνα» συνέχισε η Μπατίλντα. Το μόνο που είχε για συνοδευτικά ήταν κάτι μικρά. «Πώς το κατάφερε αυτό. όχι. Ωστόσο. αλλά μόνο φορώντας τα εσώρουχά του!» είπε η γυναίκα. Ο Λόρδος Πέπερμαν συνέχισε να παίζει. Αλήθεια. ώσπου έχασε σχεδόν τα πάντα. κι έπειτα το κρέας εξαφανίστηκε. καθώς και οι δύο υπηρέτες ήταν πολύ καλά εκπαιδευμένοι. μόνο που τώρα πια φορούσε μόνο τα εσώρουχά του. έμειναν με το στόμα ανοιχτό με αυτό που είχαν ακούσει.» «Αλήθεια. Η Ηρώ στράφηκε απότομα προς το μέρος της. και σκέπασε βιαστικά το στόμα με την πετσέτα της.

» Η Φοίβη έτριψε το πρόσωπό της. Η Ηρώ κούνησε το κεφάλι και έμεινε για λίγο σιωπηλή. «Για τις εργασίες που γίνονται για το καινούριο ορφανοτροφείο.» Η Μπατίλντα ξεφύσησε.» «Μπορείς να πάρεις από τα δικά μου» προσφέρθηκε πρόθυμα η Φοίβη. «Ναι» απάντησε η Φοίβη.» «Αλήθεια.» Αναστέναξε.» . Περίμενε μέχρι να σερβιριστούν και οι τρεις τους. παντρεύτηκε την κόρη ενός ζυθοποιού. «Η μαμά κι ο μπαμπάς μού άφησαν αρκετά.» Η αδερφή της είχε αρχίσει να ενθουσιάζεται. σε ευχαριστώ πολύ.» «Τι θα γίνει με το γιο της. «Αλλά έχεις δίκιο» πρόσθεσε γρήγορα η Ηρώ. «Θα έβαζα στοίχημα πως υπάρχουν κι άλλες κυρίες που θα ήθελαν να βοηθήσουν το ορφανοτροφείο. Η Μπατίλντα πήρε απότομα μια βαθιά εισπνοή. δεν μπορείς να τα πειράξεις μέχρι να ενηλικιωθείς» της θύμισε τρυφερά η Ηρώ. «Αναγκάστηκα να προσλάβω κάποιον άλλον αρχιτέκτονα. Θα μπορούσες να το ονομάσεις Γυναικείο Συνδικάτο επ’ ωφελεία του Ιδρύματος για Ατυχή Βρέφη και Έκθετα Παιδιά. φοβάμαι» είπε η Ηρώ. «Αλλά ποιες γυναίκες να πλησίαζα για να κάνουν δωρεές με τα χρήματά τους. «Δεν θα ξαφνιαζόμουν αν έμεναν εκεί μέχρι την άνοιξη. «Δεν είναι να γυρίσουν όπου να ’ναι ο Λόρδος Κέιρ με την καινούρια του σύζυγο.» ζήτησε να μάθει η Φοίβη. «Ίσως μείνουν μακριά από την πόλη για ακόμα περισσότερο τώρα πια.» «Είναι μια υπέροχη ιδέα. επειδή ο προηγούμενος καταχράστηκε τα χρηματικά ποσά που του είχαμε δώσει.» Η Ηρώ έβαλε στο στόμα μια κουταλιά από την πουτίγκα της. «Μόνο που θα έχει αποκλειστικά κυρίες –επειδή αν αφήσεις να μπει και κάποιος άντρας. και ύστερα είπε με επισημότητα: «Θα πρέπει με κάποιον τρόπο να βρω μόνη μου τα χρήματα. Τουλάχιστον έτσι λέει ο Μάξιμους.» «Όμως.«Γιατί. «Όπως κι αν έχει. Ήταν δύσκολο να αντισταθεί κανείς στον ενθουσιασμό της Φοίβης.» «Δεν νομίζω πως η Τέμπερανς ή ο Λόρδος Κέιρ ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για κοινωνικές εκδηλώσεις» άρχισε η Ηρώ. «Ναι. αγαπητή μου. θα θέλει να διευθύνει τα πάντα– και θα είναι για να προσφέρει χρήματα και όχι για να τα εξοικονομεί.» «Τι θα κάνεις. «Μάλιστα.» «Σαν τα επαγγελματικά συνδικάτα των αντρών. χωρίς ωστόσο να καταλαβαίνει τη γεύση της. Θα χρειαστούμε κι άλλα χρήματα – αρκετά ακόμα. Θα χρειαστεί τη βοήθεια της μητέρας του αν θέλει να δέχεται προσκλήσεις.» ρώτησε σκυθρωπά η Ξαδέρφη Μπατίλντα.» ρώτησε η Φοίβη. «Και το να μείνει μακριά ακόμα περισσότερο η Λαίδη Κέιρ δεν θα βοηθήσει καθόλου την κατάσταση. χαμογελώντας.» «Θεέ μου!» αναφώνησε με φρίκη η Ξαδέρφη Μπατίλντα. «Θα μπορούσες να δημιουργήσεις ένα… συνδικάτο.» ρώτησε η Φοίβη. Στο κάτωκάτω. αγαπητή μου» της είπε η Ηρώ. καθώς οι υπηρέτες μάζευαν τα πιάτα τους και έφερναν μια πουτίγκα για επιδόρπιο.

δεν ξέρω» απάντησε εκείνη. Και. Δεν τη γνώριζε τόσο καλά τη Λαίδη Μπέκινχολ. «Θα την ονομάσουμε Πιθανές Φιλεύσπλαχνες και Ευκατάστατες Κυρίες.» Η Φοίβη χαμήλωσε το βλέμμα. αγαπητή μου.» «Κάτι τέτοιο σίγουρα θα βοηθήσει πολύ. Δεν θα μου έκανε καμία εντύπωση αν αυτός έπαιζε υπερβολικά. ωστόσο τις λίγες φορές που την είχε δει της είχε δώσει την εντύπωση ότι ενδιαφερόταν περισσότερο για τη μόδα και τα τελευταία κουτσομπολιά παρά για φιλανθρωπίες. φορώντας μόνο τα εσώρουχά του. αλλά εκείνη θα θέλει να στερηθεί ένα μέρος από την περιουσία της. «Αν έπαιζε. «Πάντως.» «Γιατί. «Πράγματι. «Μμμ. μισόγυμνου. είναι σχεδόν τέλειος. «Γιατί. και εκείνος δεν μου συμπεριφέρεται σαν να είμαι μικρό παιδί. εγώ τον συμπαθώ.» Η Φοίβη έφαγε λίγη από τον πουτίγκα της με ολοφάνερη ευχαρίστηση. «Τώρα. δεν νομίζω ότι θα σου επέτρεπε να τον περιορίσεις να το κάνει μόνο με τα εσώρουχά του όπως ο Λόρδος Πέπερμαν» είπε η Φοίβη.» «Όχι απ’ όσο ξέρω» απάντησε η Ηρώ. «Παίζει χαρτιά. πράγμα που ήταν και η αιτία να αναπηδήσει στα επόμενα λόγια της Ξαδέρφης. προφανώς ανίδεη για όσα συνέβαιναν γύρω της. έτσι είναι» είπε η Ξαδέρφη Μπατίλντα. ευτυχώς για σένα. Ξαφνικά. «Φοβάμαι πως θα πρέπει να αποδεχτείς το Λόρδο Μάντβιλ έτσι όπως είναι. με το μυαλό της ακόμη στο Λόρδο Ρίντινγκ. αποσπώντας από τον Πάντερς μια αυστηρή ματιά.» Φυσικά. γιατί ρώτησες νωρίτερα αν μπορούν να αλλάξουν οι άνθρωποι. «Ο Λόρδος Μάντβιλ φαίνεται τέλειος έτσι όπως είναι» σχολίασε η μικρότερη αδερφή της. θα μπορούσες να δοκιμάσεις με τη Λαίδη Μπέκινχολ» είπε απροσδόκητα η Ξαδέρφη Μπατίλντα. «Τέτοιες ιστορίες δεν είναι για αθώα αφτιά όπως τα δικά σου.» «Γιατί υποψιάζεσαι το Λόρδο Γκρίφιν για τόσο άσχημα πράγματα.» Η Ηρώ γέλασε.» Η Ξαδέρφη Μπατίλντα χαμογέλασε και κούνησε το κεφάλι με έναν τρόπο που η Ηρώ έβρισκε εξοργιστικό όταν ήταν στην ηλικία της αδερφής της. τι.» Η Ηρώ κούνησε δύσπιστα το κεφάλι. «Ήθελα να πω. Εμένα μου φάνηκε αξιαγάπητος χθες βράδυ.» Η Ηρώ κατένευσε. αυτή η μικρή επανάσταση έκανε την Ξαδέρφη Μπατίλντα να αρχίσει μια διάλεξη για . Βιαστικά. Ο πιο νεαρός υπηρέτης πνίγηκε.«Καταρχάς. και το κορμί της ολάκερο πήρε φωτιά. αγαπητή μου. Με κάνει να γελάω. «Γνωρίζω στα σίγουρα πως ο συγχωρεμένος ο άντρας της την άφησε εξαιρετικά ευκατάστατη. όσο για το Λόρδο Γκρίφιν» είπε η μεγαλύτερη γυναίκα «είναι εντελώς άλλη υπόθεση. ασχέτως με τις όποιες αχαρακτήριστες πράξεις του.» ρώτησε η Φοίβη.» «Ναι.» «Ω. «Θα σε βοηθήσω εγώ να κάνεις μία λίστα» είπε η Φοίβη. σήκωσε το ποτήρι με το κρασί της και ήπιε ένοχα μία γουλιά. στο μυαλό της Ηρώς ξεπήδησε η εικόνα του Λόρδου Γκρίφιν.

Και αυτό ήταν κάτι που η Ηρώ ήξερε με σιγουριά πως δεν θα μπορούσε να το αντέξει. Αν εξακολουθούσε να το παρασκευάζει. ήταν ένας καλός άνθρωπος. Και ακριβώς επειδή ήταν καλός. Στο βάθος. εκείνη έπρεπε να του δώσει να καταλάβει γιατί ήταν λάθος αυτό που έκανε. αλλά και για τον ίδιο τον Ρίντινγκ. .την ευπρέπεια των κοριτσιών και για τους κινδύνους που κρύβονται όταν κανείς χαρακτηρίζει τους άντρες με μοναδικό κριτήριο την ικανότητά τους να προκαλούν το γέλιο. ασχέτως με τα όσα έλεγε η Ξαδέρφη Μπατίλντα. κάποια στιγμή θα έπαυε να είναι καλός. Μπορούσε να την καταλάβει την αδερφή της – και η ίδια συμπαθούσε τον Ρίντινγκ. Όχι μόνο για όλους εκείνους που καταστρέφονταν επειδή έπιναν το τζιν. Η Ηρώ χαμήλωσε το βλέμμα στην κρύα πουτίγκα της.

» . ο Πρίγκιπας Νόρθγουιντ παρουσίασε μια βελούδινη κασετίνα με είκοσι πέντε τέλεια μαργαριτάρια και είπε: «Οι εμπορικές συναλλαγές. που σχεδόν δεν πρόσεξε την άμαξα που περίμενε διακριτικά απέναντι από το σπίτι του. Τώρα το κεφάλι του πονούσε.» «Καλημέρα» του απάντησε κοφτά. Χτύπησε το παράθυρό της. Μεγαλειοτάτη. Η Λαίδη Ηρώ φορούσε ένα σκούρο πράσινο πανωφόρι πάνω από ένα φόρεμα σε ανοιχτότερη απόχρωση. «Καλημέρα. προσγειώθηκε στην πραγματικότητα. Διέταξε έναν από τους υπηρέτες να οδηγήσει τον Ράμπλερ στους στάβλους. Έπειτα σκαρφάλωσε στην άμαξα. Είχε περάσει μια άγρυπνη νύχτα στο αποστακτήριο. όμως ο Γκρίφιν αναστέναξε και οδήγησε το άλογό του στην άμαξα. Μεγαλειοτάτη.Κεφάλαιο Οχτώ Εκείνο το βράδυ. οι υποψήφιοι μνηστήρες εμφανίστηκαν στην αίθουσα του θρόνου και παρουσίασαν τις απαντήσεις που είχαν ετοιμάσει για τη βασίλισσα. «Τα πλούτη είναι τα θεμέλια του βασιλείου σου. Μόνο όταν είδε με την άκρη του ματιού του το γνωστό αμαξά. Λεπτά δάχτυλα παραμέρισαν τα κουρτινάκια. είναι τα θεμέλια του βασιλείου σου…» -από το Η Βασίλισσα Μαυρομαλλούσα Ο Γκρίφιν βλαστημούσε τον Εφημέριο του Γουάιτσαπελ το επόμενο πρωί καθώς γύριζε στο σπίτι του. Λαίδη Ηρώ. Έσκυψε το κεφάλι μπροστά στη βασίλισσα και απέθεσε στα πόδια της ένα όμορφο. Πρώτος ήταν ο Πρίγκιπας Γουέστμουν. από τη στιγμή που επιμένεις να με συνοδεύεις εκεί. και το μόνο που ήθελε ήταν να βάλει μια μπουκιά στο στόμα του και να ξαπλώσει στο άνετο κρεβάτι του. χρυσό στιλέτο. προσπαθώντας να εντοπίσει το παραμικρό σημάδι που θα τον προειδοποιούσε για παράνομη εισβολή. σε μια διαρκή υπερδιέγερση και αγωνία. Υπέροχα. γύρευε η Λαίδη Ηρώ στο δρόμο του μια τόσο ακατάλληλη ώρα. και η Λαίδη Ηρώ τον κάλεσε με ένα ανυπόμονο νεύμα να ανέβει. Ωστόσο. Τι. καλυμμένο ολόκληρο από πολύτιμους λίθους. διάβολο. «Έχω ένα ραντεβού στο Σεντ Τζάιλς και. Ήταν τόσο προσηλωμένος σε αυτές τις δύο ανάγκες του. Τα κόκκινα μαλλιά της έμοιαζαν σαν να ακτινοβολούσαν στο μισοσκότεινο εσωτερικό της άμαξας. σκέφτηκα να σε γλιτώσω από τον κόπο να κυνηγάς την άμαξά μου. Έκανε μια υπόκλιση και άφησε μπροστά της ένα αψεγάδιαστο διαμάντι. Σταμάτησε τον Ράμπλερ με μια πνιχτή βρισιά. «Τα όπλα είναι τα θεμέλια του βασιλείου σου. δεν είχε φανεί ούτε ο Εφημέριος ούτε κάποιος από τους άντρες του. Μεγαλειοτάτη. Το σπίτι του ήταν λίγα μέτρα μακριά.» Έπειτα.» Τέλος. ο Πρίγκιπας Ίστσαν έκανε μερικά βήματα προς το μέρος της.

απολαμβάνοντας τη στιγμή. «Η Φοίβη είναι… Είναι ιδιαίτερη. «Σου αγόρασα ένα κομμάτι κρεατόπιτα όσο εσύ κοιμόσουν. κοιμήσου.» «Όχι. Οι άκρες των χειλιών του ανασηκώθηκαν. Σε ευχαριστώ. σε ευχαριστώ. Πήρε την πίτα –ακόμη ζεστή– και τη δάγκωσε. «Τι…» Η άμαξα σταμάτησε απότομα. με μια έκφραση κάπως φιλική. όμως ο τόνος της Λαίδης Ηρώς ήταν σκεφτικός.» Τον κοίταξε επίμονα. Ανασήκωσε τα φρύδια του ερωτηματικά. έκανες. Υπήρχε κάτι πάνω του που στ’ αλήθεια εκείνη το επιδοκίμαζε. Ούτε έφαγα πρωινό.» τον ρώτησε με απαλή φωνή. Ο ψηλόλιγνος λαιμός της κοκκίνισε. Η Φοίβη πέρασε πολύ όμορφα προχθές. Εκείνος δεν έκανε καμία κίνηση παρά έμεινε να ανταποδίδει το βλέμμα της. «Για κάποιον που αυτοαποκαλείται ρεμάλι. «Εσύ κοροϊδεύεις. σαν να τον είχε χτυπήσει κάτι στο κεφάλι. όμως είναι πολύ σημαντικό πράγμα να μπορεί κάποιος να κάνει τους άλλους να γελούν.» «Είσαι ένας άγγελος» της είπε με ευγνωμοσύνη.» Η Ηρώ γέλασε απαλά.» Φαινόταν αξιολάτρευτα αυστηρή. και της έχω μεγάλη αδυναμία.«Τι ευγενικό εκ μέρους σου. Άνοιξε τα μάτια λίγη ώρα αργότερα για να δει πως η Λαίδη Ηρώ τον παρακολουθούσε με τα γκρίζα μάτια της. «Δεν είσαι καλός μόνο στο να κερδίζεις λεφτά» του είπε ήσυχα. περισσότερο εξαιτίας σου. «Τότε.» Κατάπιε την μπουκιά του.» Χαμήλωσε το βλέμμα στα χέρια της. Ακούμπησε το κεφάλι του στα μαξιλάρια και έχασε τις αισθήσεις του τόσο γρήγορα. εξακολουθώντας να τρώει.» «Δεν έκανα τίποτα το ιδιαίτερο» είπε και δάγκωσε άλλο ένα κομμάτι.» Κι ο Γκρίφιν ήταν τόσο εξαντλημένος. θα το θεωρούσε επίπληξη –ένας αριστοκράτης δεν επιτρεπόταν να δουλεύει–. Αν είχε πει κάποιος άλλος κάτι τέτοιο.» Τον κοίταξε με περιέργεια. Ήθελα να σου δείξω κάτι.» «Όχι. «Μα. τραβώντας του την προσοχή πριν προλάβει να τελειώσει τη σκέψη του. δουλεύεις πιο σκληρά από όλους τους κύριους που γνωρίζω. και ύστερα ξετύλιξε ένα κομμάτι ύφασμα στα γόνατά της. απολαμβάνοντας τη νοστιμιά της. «Έτσι κάνουν οι ανόητοι.» Σήκωσε το κεφάλι του. «Αποφάσισες να επιθεωρήσεις ξανά την οικοδομή.» Σωριάστηκε στο κάθισμα απέναντί της.» Η Ηρώ κούνησε αρνητικά το κεφάλι σε μια ήπια επίπληξη.» Μισόκλεισε τα μάτια καθώς θυμήθηκε το πώς η Φοίβη είχε χάσει από τα μάτια της τη μικρή μαϊμού στη σκηνή. Δεν μπορώ να σου πω πόσο ευγνώμων σου είμαι που την έκανες να διασκεδάσει τις προάλλες. «Είσαι καλός και στο να κάνεις τους ανθρώπους να γελάνε. εντάξει.» . «Καλύτερα. «Κοιμήθηκες καθόλου. «Πολύ καλύτερα. Εκείνη τον κοίταξε σκυθρωπά. που ούτε τη ρώτησε τι δουλειά είχε να κάνει στο Σεντ Τζάιλς.» «Χμ. «Σταματήσαμε στο οίκημα που στεγάζει προσωρινά το ίδρυμα. «Μην το πεις στο σινάφι των ρεμαλιών.

πράγμα που φάνηκε να καθησυχάζει κάπως την άλλη γυναίκα. δεν σας περιμέναμε» είπε με φούρια. Του έδινε ιδιαίτερη χαρά που μπορούσε να τη συνοδέψει στο δρομάκι που οδηγούσε στο προσωρινό ορφανοτροφείο. Αναρωτιόμουν αν θα μπορούσατε να του δείξετε κάποια από τα παιδιά. . «Μάλιστα. Ο Γκρίφιν τής πρόσφερε το μπράτσο του. γιατί η Ηρώ τον κοίταξε μάλλον νευρικά πριν κατέβει από την άμαξα. σκεβρωμένες σανίδες του προθάλαμου. «Σας ευχαριστώ. κι ο Γκρίφιν έκανε ένα βήμα μπροστά και χτύπησε. λαίδη μου.» Έκανε μια ανυπόμονη υπόκλιση.«Αλήθεια. Η νεαρή γυναίκα που εμφανίστηκε ήταν πολύ όμορφη. κάτι που σήμαινε πως μάλλον δεν θα του άρεσε αυτό που του επιφύλασσε. «Πάμε. κυρία Χόλινμπρουκ. Βήματα ακούστηκαν από το διάδρομο. ενώ ένα ροδαλό χρώμα έβαψε τα μάγουλά της. «Θα φωνάξω την κυρία Χόλινμπρουκ από την κουζίνα» τους είπε η Μέρι Γουίτσαν και βιάστηκε να φύγει. Της έριξε μια ερωτηματική ματιά. Να φέρεται σαν τέλειος τζέντλεμαν στη συνοδό του. Ένα νεαρό κορίτσι εμφανίστηκε μπροστά τους.» Περίμενε μέχρι να κάνει μεταβολή η γυναίκα για να τους οδηγήσει έξω από το δωμάτιο. επειδή η εξώπορτα άνοιξε διάπλατα. με μια τεράστια ποδιά στερεωμένη στο κορσάζ της. «Έφερα ένα φίλο.» Απέφυγε να τον κοιτάξει.» Ίσως το χαμόγελό του να μην ήταν τόσο φυσικό.» Ο Γκρίφιν προσπέρασε το κατώφλι και πρόσεξε αμέσως τις γυμνές. Μέρι Γουίτσαν» χαιρέτησε η Λαίδη Ηρώ. «Σε περιμένουν σήμερα. «Δεν τους είπα ότι θα ερχόμουν. κάνοντας μια ελαφριά υπόκλιση. Με άκουσε να μιλάω για το ίδρυμα και έδειξε ενδιαφέρον.» Το πρόσωπο της κυρίας Χόλινμπρουκ φωτίστηκε. «Δεν πειράζει. παρακαλώ. Έφαγε το τελευταίο κομμάτι της πίτας του και τίναξε τα χέρια. το Λόρδο Γκρίφιν Ρίντινγκ. Χτύπησε τα δάχτυλά του πάνω στο γείσο του και παρακολούθησε τα κομματάκια του σοβά που έπεφταν στην εστία. «Είναι εδώ η κυρία Χόλινμπρουκ.» Η Ηρώ χαμογέλασε ήρεμα. «Καλημέρα.» Η Ηρώ ξερόβηξε νευρικά. «Πώς είστε.» Ο Γκρίφιν χαμογέλασε και έσκυψε ευγενικά. κι έπειτα η πόρτα άνοιξε. λόρδε μου. Το κορίτσι τούς οδήγησε σε ένα μικρό καθιστικό. Έξω. αλλά λίγες μπούκλες είχαν ξεφύγει και έπεφταν στα αναψοκοκκινισμένα μάγουλά της.» Ακούμπησε το χέρι της στο μανίκι του. Ούτε η Λαίδη Ηρώ ούτε ο Γκρίφιν κάθισαν. Το πιγούνι της ήταν λερωμένο με αλεύρι. Εκείνος έκανε μια βόλτα στο δωμάτιο πριν σταθεί μπροστά στο τζάκι. η μέρα ήταν γκρίζα και φυσούσε ένας παγωμένος αέρας. «Μετά από σένα. Από μέσα δεν ακουγόταν τίποτα. και τότε γύρισε και έριξε ένα συλλογισμένο βλέμμα στη Λαίδη Ηρώ. κι εκείνος ρίγησε κάτω από το άγγιγμά της παρόλο που ήταν ανάλαφρο. «Θα χαρώ πολύ να σας συστήσω σε μερικούς από τους οικότροφούς μας. όμως έδειχνε μάλλον πελαγωμένη. Περάστε.» Το κορίτσι έκανε μια ελαφριά υπόκλιση.» Δεν πρόλαβε να της πει τίποτα πάνω σε αυτό. Σταμάτησαν έξω από την πόρτα του ιδρύματος. «Λαίδη Ηρώ. Είχε πιασμένα τα ανοιχτοκάστανα μαλλιά της με τις κοκκινωπές τουφίτσες κάτω από ένα σκουφάκι.

Το κορίτσι ανταπόδωσε το βλέμμα του. ακουμπώντας απαλά το χέρι του στη στενή της πλάτη.» μουρμούρισε κοντά στο αφτί της. Ο Γκρίφιν δεν τόλμησε να την κοιτάξει. .» Η Μέρι Λιτλ υποκλίθηκε. Ήταν ακριβώς τριών χρόνων εκείνη την εποχή. «Και πώς ήρθες στο σπίτι. δείξτε στην ευγένειά του τους καλούς σας τρόπους. κυρία Χόλινμπρουκ. κακότυχη που τριγυρνούσε στους δρόμους. και ύστερα πάγωσαν σαν τρομαγμένα ελαφάκια στο ξέφωτο του δάσους. Λαίδη Τέλεια. με έκφραση παγερή.» Η Μέρι έριξε μια γρήγορη ματιά προς το μέρος της κυρίας Χόλινμπρουκ. φίλο της Λαίδης Ηρώς. Ο Γκρίφιν αναγκάστηκε να σκύψει το κεφάλι για να μη χτυπήσει στο πρέκι. Είναι μαζί μας από τότε που την εγκατέλειψαν βρέφος στο κατώφλι μας.» «Και η μητέρα της. σήκωσαν το βλέμμα τους και τον κοίταξαν.» ρώτησε ήρεμα η Λαίδη Ηρώ. Σιωπηλά. την οποία πιστεύω πως ήδη συναντήσατε στην πόρτα. ο αδερφός μου είναι αυτός που θα παντρευτεί τη Λαίδη Ηρώ.» «Σχεδόν δέκα χρόνια. «Είστε αυτός που θα παντρευτεί τη Λαίδη Ηρώ. Ένα-ένα τα κορίτσια υποκλίθηκαν.» Η Λαίδη Ηρώ άφησε ένα πνιχτό επιφώνημα πίσω του. ε…» –κοίταξε βιαστικά τα κορίτσια– «ε. Η Λαίδη Ηρώ ξερόβηξε. κάποιο άτομο με κακιά φήμη.» Η κυρία Χόλινμπρουκ προχώρησε στο επόμενο κορίτσι. Όλα μαζί. Μέρι Γουίτσαν. απάντησε αργά η κυρία Χόλινμπρουκ «αλλά κρίνοντας από το άτομο που την έφερε εδώ. Ο Γκρίφιν τής έγνεψε με το κεφάλι και της είπε απαλά: «Σε ευχαριστώ. «Πόσο καιρό ζει η Μέρι Γουίτσαν στο σπίτι. Ο Γκρίφιν κούνησε το κεφάλι και μουρμούρισε: «Πώς είστε. «Δεν γνωρίζουμε τίποτα για τους γονείς της.«Τι σκαρώνεις. «Όχι. το καθένα με τη δική του χάρη. ακολούθησαν την κυρία Χόλινμπρουκ στο πίσω μέρος του κτηρίου.» «Ω» έκανε το παιδί. Η κυρία Χόλινμπρουκ επέλεξε να αγνοήσει αυτή την παραβίαση του πρωτόκολλου.» Η μητέρα της ήταν μία πόρνη. Έξι μικρά κορίτσια ήταν μαζεμένα γύρω από ένα στενόμακρο ξύλινο τραπέζι και προσπαθούσαν να ανοίξουν κάποιου είδους φύλλο. «Αυτή είναι η Μέρι Γουίτσαν. Παρακαλώ. Ανάμεσα στα μάτια της γυναίκας είχε σχηματιστεί μια αδιόρατη γραμμή. «Τη Μέρι την έφερε σε μας.» Το «καλοί τρόποι» θα πρέπει να ήταν ένα είδος κώδικα. Ο Γκρίφιν κοίταξε το κορίτσι και αναρωτήθηκε πώς θα πρέπει να αισθανόταν όταν ήταν υποχρεωμένη να ακούει να συζητιούνται τόσο προσωπικά θέματα μπροστά της. βγάλαμε το συμπέρασμα πως η μητέρα της ήταν μια φτωχιά. «Αυτή είναι η Μέρι Λιτλ. λαίδη μου» απάντησε η ίδια η Μέρι Γουίτσαν.» Η Μέρι Γουίτσαν έκανε μια υπόκλιση. Σήκωσε το χέρι και έδειξε το μεγαλύτερο κορίτσι. «Παιδιά» είπε η κυρία Χόλινμπρουκ «έχουμε έναν εξαίρετο καλεσμένο. Μπήκαν σε μία κουζίνα που έμοιαζε με σπηλιά.» Ένα μικροκαμωμένο κορίτσι με πυρρόξανθα μαλλιά προσπάθησε να πνίξει ένα γελάκι. Τον κοίταξε νευρικά καθώς την έσπρωχνε έξω από το σαλονάκι. Το Λόρδο Γκρίφιν Ρίντινγκ.

«Η μητέρα της είχε άλλα πέντε παιδιά και προσπάθησε να πουλήσει τη Μέρι όταν ήταν ακόμη βρέφος. «Οι περισσότεροι θάνατοι στο Σεντ Τζάιλς –εννοώ από αυτούς που δεν οφείλονται στα γηρατειά– οφείλονται με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο στο πιοτό.» Ο Γκρίφιν πήρε μια βαθιά αναπνοή. Ήθελε να ουρλιάξει πως δεν έφταιγε εκείνος αν ο κόσμος επέλεγε να πίνει τζιν. Εμείς καταφέραμε να την πείσουμε να τη δώσει σε μας. Δίπλα της είναι η Μέρι Ρεντρίμπον. «Αυτή είναι η Μέρι Ίβνινγκ. Θα πρέπει να αναβάλουμε την υπόλοιπη ξενάγησή σας για κάποια άλλη μέρα. ούτε είχε αναγκάσει κάποια μάνα να εγκαταλείψει το παιδί της σε καπηλειό. «Και τέλος. Κράτησε το χαμόγελο καρφωμένο στο πρόσωπό του μέχρι τη στιγμή που βρέθηκαν έξω. Ήρθε σε μας σε ηλικία δύο χρόνων μαζί με τον αδερφό της. «Είσαστε ευπρόσδεκτος οποιαδήποτε ώρα.» Ο Γκρίφιν έσφιξε τις γροθιές του και προσπάθησε να διατηρήσει τη φωνή του αμετάβλητη. όσο γι’ αυτό.» «Ω. θα το έκανε κάποιος άλλος.Η διευθύντρια καθάρισε αμήχανα το λαιμό της. Η Ηρώ προσπάθησε να τραβήξει το χέρι της. «Φοβάμαι πως η Λαίδη Ηρώ υπερεκτίμησε το διαθέσιμο χρόνο μου. τον Τζόζεφ Κομπάσιον.» «Α.» Κοίταξε το παιδί που βιάστηκε να κρύψει το προσωπάκι του πίσω από τα φουστάνια της διευθύντριας. Είναι μαζί μας από μωρό.» «Ω. την οποία μας την έφερε ένας ντόπιος ταβερνιάρης.» Ο Γκρίφιν πίεσε τον εαυτό του να χαμογελάσει τη στιγμή που τα μικρά κορίτσια έκαναν όλα μαζί μια υπόκλιση.» ρώτησε η Λαίδη Ηρώ.» Η κυρία Χόλινμπρουκ έριξε και στους δύο από μια ματιά. το οποίο δεν πρέπει να ήταν πάνω από τριών χρόνων. «Ε. Ο Γκρίφιν την κοίταξε με απάθεια. φυσικά» είπε η κυρία Χόλινμπρουκ. «Φοβάμαι πως τη Μέρι Ρεντρίμπον την άφησε στο καπηλειό η μητέρα της και δεν επέστρεψε ποτέ για να την πάρει. Εκείνη σήκωσε το πιγούνι πεισματικά και ανταπόδωσε το βλέμμα του. ναι.» Η κυρία Χόλινμπρουκ κοίταξε αφηρημένα τα παιδιά. με μια σαστισμένη έκφραση στο πρόσωπό της.» Η διευθύντρια έριξε ένα γρήγορο βλέμμα στη Λαίδη Ηρώ.» Η κυρία Χόλινμπρουκ χάιδεψε τις μπούκλες του μικρότερου κοριτσιού.» «Πόσοι είναι αυτοί που πεθαίνουν από γηρατειά στο Σεντ Τζάιλς. Αν δεν έφτιαχνε εκείνος το τζιν που έπιναν. μπορώ να σας συστήσω κάποια από τα αγόρια μας. «Και για μας ήταν ευτύχημα» είπε με αγάπη η κυρία Χόλινμπρουκ. «Λόρδε μου…» .» Ο Γκρίφιν έκανε έναν απολογητικό μορφασμό.» «Κι από το ποτό» μουρμούρισε η Λαίδη Ηρώ. Βρέθηκε στα σκαλοπάτια κάποιας κοντινής εκκλησίας. Αυτός δεν είχε σπρώξει καμία γυναίκα στην πορνεία. αν θέλετε να έρθετε μαζί μου. «Τι ευτύχημα για τη Μέρι Σουίτ. «Λίγοι» απάντησε ήρεμα η διευθύντρια.» Χαμογέλασε ευγενικά και έπιασε σταθερά το μπράτσο της Λαίδης Ηρώς για να τη σπρώξει προς την πόρτα πριν καλά-καλά εκείνη προλάβει να χαιρετήσει. «Τώρα. «Και αυτή» –έδειξε με το χέρι το τρίτο κορίτσι στη σειρά– «είναι η Μέρι Κομπάσιον. «Πάρα πολύ λίγοι. λόρδε μου. αυτή είναι η Μέρι Σουίτ. Οι γονείς τους πέθαναν με μία εβδομάδα διαφορά ο ένας από τον άλλον από γρίπη και ελλιπή διατροφή. «Και οι υπόλοιπες νεαρές κυρίες.

«Τι. λαίδη μου. λόρδε μου.» «Στο Θεό σου. Απλώς όχι τόσο απαίσιος. σκεπάζοντας τη φωνή της.«Όχι εδώ» μουρμούρισε εκείνος. Της φαινόταν τόσο απειλητικός.» Η καρδιά της άρχισε να χτυπά πιο γρήγορα. δεν είσαι τόσο απερίσκεπτος –ή τόσο κακός–. μεγάλωνε ακόμα πιο πολύ το θυμό της. «Ποτέ δεν είπα ότι είσαι τέλειος. Έκανες τους άλλους να πιστέψουν πως ζεις μια ακόλαστη ζωή. «Άκου. Ότι θα έβλεπα αυτά τα μικρά κοριτσάκια και θα μου γινόταν μια ξαφνική αποκάλυψη. Αυτή η εικόνα. Μην πιστέψεις πως εσύ ή οποιοσδήποτε άλλος θα μπορούσατε να με αλλάξετε – ακόμα κι αν ήθελα να αλλάξω. διασχίζοντας γρήγορα το μικρό δρομάκι. «Και τι έχεις να πεις για την πρώην γυναίκα του αγαπημένου μου αδερφού. Είμαι ένα αμετανόητο ρεμάλι που παρασκευάζει παράνομο τζιν. Έδωσε οδηγίες στον αμαξά. ήμουν έτοιμος να κάνω έρωτα με μια παντρεμένη γυναίκα όταν πρωτοσυναντηθήκαμε. Μου αρέσει αυτό που είμαι και αυτό που κάνω. Τους άφησες όλους στο Λονδίνο να νομίζουν πως παράτησες το Κέιμπριτζ εξαιτίας κάποιας επιπόλαιης ιδιοτροπίας σου όταν στην πραγματικότητα το άφησες για να βοηθήσεις την οικογένειά σου. «Προσπαθώ να σε κάνω να καταλάβεις τι κάνει το αποστακτήριό σου στο Σεντ Τζάιλς και στους καημένους τους ανθρώπους που ζουν εδώ. «Η αλήτικη συμπεριφορά σου. Ο Γκρίφιν ανταπόδωσε επίμονα το βλέμμα της μέχρι που φάνηκε να μην αντέχει άλλο τη σιωπή.» «Έτσι λες. Έπειτα την κοίταξε και τη ρώτησε με αργόσυρτη φωνή: «Τι νομίζεις ότι πας να κάνεις. Σαν φίλη. χωρίς να του μιλάει.» Της χαμογέλασε ψεύτικα. Σαν φίλη…» Εκείνος γέλασε απότομα. όταν αυτό που κάνεις είναι να δουλεύεις για χάρη των δικών σου. Ο χώρος μέσα στην άμαξα ήταν πολύ . «Ναι. Τώρα είχε αρχίσει και εκείνη να νιώθει θυμό. όσο αφήνεις τους άλλους να πιστεύουν. Μήπως ότι θα χάριζα τα υλικά υπάρχοντά μου στους φτωχούς και θα πήγαινα να γίνω καλόγερος.» Έκλεισε σφιχτά τα χείλη της και έγειρε το κεφάλι.» «Η φήμη σου. τα χείλη του ήταν τόσο σφιγμένα. κατά περίεργο τρόπο. τι νόμισες ότι θα γίνει όταν με πήγες εκεί πέρα.» «Εσύ.» Κούνησε αόριστα το χέρι.» *** Τα ανοιχτοπράσινα μάτια του Ρίντινγκ την κοιτούσαν τραχιά. τη βοήθησε να ανέβει και κάθισε κι ο ίδιος στη θέση του.» Έσκυψε προς το μέρος της.» Η Ηρώ απέστρεψε το βλέμμα. και άκου με καλά. «Για την περίπτωση που έχει διαφύγει από τη μνήμη σου.» Σήκωσε περήφανα το κεφάλι και τον κοίταξε στα μάτια. χωρίς να νοιάζεσαι ή να ανησυχείς για τίποτα.» Γέλασε επιφυλακτικά. «Ναι. που αναγκάστηκε να ξεροκαταπιεί μερικές φορές πριν να του απαντήσει. κοιτώντας τον σταθερά. που μικρές άσπρες γραμμούλες είχαν σχηματιστεί στις άκρες τους και τα ρουθούνια του είχαν διασταλεί. τι αρλούμπες μού λες τώρα. όσο θέλεις να με κάνεις να πιστεύω.

Τολμώ επειδή εσύ είσαι αυτό που είσαι ενώ εγώ είμαι διαφορετικός. η Ηρώ δεν είχε καταλάβει πόσο πολύ είχε επιθυμήσει τα φιλιά του! Το στόμα του είχε τη γεύση του πόθου. ανυπόμονα και καυτά. χωρίς αμφιβολία θα ήμουν εγώ ο πατέρας του μελλοντικού κληρονόμου του. αλλά ενώ περίμενε πως θα ήταν βίαιος μαζί της.» «Εγώ δεν…» άρχισε.» τον ρώτησε ήρεμα. γι’ αυτό δεν είδε την κίνηση που έκανε. μια αδιάφθορη γυναίκα. ενός πόθου που είχε μείνει καταπιεσμένος για πάρα πολύ καιρό. εκείνος αντιθέτως ήταν πάρα πολύ τρυφερός. θυμωμένος και απογοητευμένος ταυτόχρονα. Έσκυψε κοντά της. Ω. «Ανάθεμά σε. Υπέροχα τρυφερός.περιορισμένος. Ρούφηξε με λαχτάρα τη γλώσσα του.» Τα δάκρυα είχαν θολώσει την όρασή της. μισοξαπλωμένη μέσα στην αγκαλιά του. «Άσε με» την παρακάλεσε. όμως εκείνη δεν την ένοιαξε. ψυχρή και στερημένη γυναίκα. και η Ηρώ κράτησε την αναπνοή της περιμένοντας την απάντησή του. Έπειτα εκείνος κούνησε αργά το κεφάλι. όχι. παρά βρέθηκε ξαφνικά στην άλλη μεριά της άμαξας. Ρίντινγκ. πιο κρύα κι απ’ ό. «Πώς τολμάς. αγαπητή μου Λαίδη Τέλεια.» Τα χείλη του συνάντησαν τα δικά της. «Ποιο πράγμα. σερνόμενος ολομόναχος σε μια αχανή έρημο. Θεέ μου. Έζησα πάρα πολύ καιρό χωρίς να έχω να φάω ή να πιω. την τράβηξε πάνω του και άφησε τη γλώσσα του να γλιστρήσει βαθιά μέσα στο στόμα της.» Έγειρε προς το μέρος του. «Γιατί συνεχίζεις αυτή την απαίσια επιχείρηση με το τζιν. «Όχι. .Τα χείλη του πίεσαν τα δικά της. «Γιατί. Σαν μια ενάρετη.τι πιο γλυκό είχε γευτεί ποτέ της. παρόλο που η Ηρώ άνοιξε το στόμα της χωρίς δισταγμό.» Κράτησε την αναπνοή της.» «Όλος ο κόσμος ξέρει πως την ξελόγιασα κάτω από τα μάτια του καημένου του αδερφού μου και πως.» τη ρώτησε με χαμηλή. αν δεν είχε πεθάνει στη γέννα μαζί με το μωρό.» τον ρώτησε θυμωμένα. Θεωρείς τον εαυτό σου πιο ενάρετο από όλους εμάς τους κοινούς θνητούς.» ψιθύρισε χωρίς να καταφέρει να συγκρατήσει τα δάκρυα που πλημμύρισαν τα μάτια της. Τα γένια του γρατσούνισαν την απαλή επιδερμίδα του πιγουνιού της. είσαι σαν μάννα εξ ουρανού. κι εσύ. μόνο που η Ηρώ δεν είχε ολοκληρώσει τις ερωτήσεις της.» «Ποιος σου έδωσε το δικαίωμα να κάθεσαι και να με κρίνεις. ανήμπορη να μιλήσει για λίγο. Τολμώ επειδή δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. «Τι να πω γι’ αυτήν. και η διάθεσή του έμοιαζε σαν ένα κόκκινο πανί ανάμεσά τους.» Για μια στιγμή έμεινε να την κοιτάζει. σαν να ήταν ό. «Α. Γιατί προσποιείσαι πως είσαι χειρότερος απ’ ό. ξέχασα.τι στην πραγματικότητα.τι το μάρμαρο μέσα στο χειμώνα. Στ’ αλήθεια έτσι την έβλεπε.» «Έκανες στ’ αλήθεια όλα αυτά τα πράγματα που πιστεύει ο κόσμος και ο αδερφός σου. Είσαι η Λαίδη Τέλεια που δικάζει τις αμαρτίες των άλλων. «Τότε. «Τολμάω» μουρμούρισε «επειδή είμαι εγωιστής και ματαιόδοξος και άκαρδος. Θεέ.» «Αλήθεια είναι. απειλητική φωνή. Αξίζεις πολύ καλύτερα πράγματα. γιατί τους αφήνεις όλους να πιστεύουν ένα τόσο άδικο ψέμα. η γλώσσα του τα χάιδεψε στις άκρες.

και τότε –ω. Τράβηξε την περούκα από το κεφάλι του και την πέταξε στο κάθισμα. Μια φωτιά είχε ανάψει στο κέντρο της ύπαρξής της. φορώντας όλα τους τα ρούχα. οδηγώντας το χέρι του όλο και πιο χαμηλά. και η Ηρώ περίμενε με κομμένη την ανάσα να την αγγίξει εκεί. απολαμβάνοντας μια πρωτόγνωρη ευδαιμονία. Όλη της η προσοχή επικεντρώθηκε σε τούτο το χέρι. Βόγκηξε σιγανά. Έπειτα τη ρούφηξε δυνατά. γαληνεύοντας τα βογκητά της. Χαμήλωσε το βλέμμα της. ενώ τα δάχτυλά του έπαιζαν κτητικά με τις θηλές της.«Άσε με» μουρμούρισε ξανά ο Γκρίφιν. ευλαβικά– και αναρίγησε. σαρωτική και ανεξέλεγκτη. Θεέ!– τα δάχτυλά του χώθηκαν κάτω από το κορσάζ της. «Σε… Σε αγγίζω» του απάντησε. η Ηρώ αισθάνθηκε έναν ξαφνικό σπασμό ανάμεσα στους μηρούς της. Όταν την έσφιξε. Έκλεισε τα μάτια. κι αμέσως μετά φανερώθηκαν γυμνά και τα δύο της στήθη. προκαλώντας της ένα αίσθημα τόσο υπέροχα γλυκό. στα δάχτυλά του που πλησίαζαν την κορυφή του στήθους της. Και η Ηρώ ήθελε να ανακαλύψει διάφορα δικά του σημεία. στην όμορφα τραχιά αίσθηση που προκαλούσαν τα αξύριστα γένια του πάνω στην ευαίσθητη σάρκα της. και η Ηρώ ένιωσε το χέρι του να γλιστρά στο γυμνό δέρμα κάτω από το λαιμό της. τόσο όμορφα» μουρμούρισε. Έσυρε το χέρι της πάνω στο κεφάλι του. Τον ένιωσε να ρουφάει τη σάρκα της στο στόμα του –τρυφερά. Τη χάιδεψε σαν να ήταν ένα μικρό γατάκι. αφήνοντας εκτεθειμένη τη θηλή της. τα μαλλιά του ήταν μαύρα και πυκνά. τρυφερά και επιτήδεια. «Όμορφα. ζητώντας της κάτι. Δεν είχε ιδέα πως ήταν τόσο ευαίσθητη σε αυτή την περιοχή. έχοντας αιχμαλωτίσει τις απαλές καμπύλες της ανάμεσα στα πλατιά. νιώθοντας το ζεστό του χέρι να χαϊδεύει τη σκληρυμένη θηλή της. απλώς μετακινήθηκε και στην άλλη θηλή της. Τον άκουσε να μουρμουρίζει κάτι καθώς πάλευε με τα κορδόνια του κορσέ της. «Σσς» ψιθύρισε εκείνος. Όλο αυτό ήταν πολύ προσωπικό για να γίνεται μέσα σε μία άμαξα. Το ένιωσε να σφίγγεται. Ο Γκρίφιν δάγκωσε απαλά το κάτω χείλι της. που άγγιζε τα όρια του πόνου. Κάτω από την περούκα. επειδή δεν μπόρεσε να κάνει τίποτε άλλο παρά να κουνήσει το κεφάλι. Η γλώσσα του χάιδεψε τη γυμνή θηλή της. Εκείνος πίεζε τη μία θηλή της ανάμεσα στα δάχτυλά του ενώ ρούφαγε με το στόμα του την άλλη. «Άγγιξέ με» της ψιθύρισε πάνω στο στήθος της. λυγίζοντας τα δάχτυλά της ανάμεσα στις απαλές τρίχες των μαλλιών του. να βαραίνει από προσδοκία.» Η Ηρώ κοίταξε και είδε πως της είχε κατεβάσει το μπούστο. Πρώτα τα δάχτυλα κι ύστερα η παλάμη του έπαιξαν αισθησιακά μαζί της. Τα πράσινα μάτια του την κοιτούσαν πυρετικά. Ξεροκατάπιε μπροστά στο ερωτικό θέαμα. κοιτώντας την άσπρη περούκα του πάνω στο στήθος της. κομμένα πολύ κοντά. «Άσε με να τα φάω. . Εκείνος δεν διέκοψε ούτε για μια στιγμή την απασχόλησή του. Και τότε το στόμα του βρέθηκε εκεί που ποτέ άλλος άντρας δεν την είχε αγγίξει.» Την κοίταξε με τα πράσινα μάτια του να γυαλίζουν σαν να είχε πυρετό. Άνοιξε πάλι τα μάτια και τον είδε να τρίβει το μάγουλό του πάνω στην κοκκινισμένη ρώγα της. «Άσε με. με βλέμμα που έμοιαζε σαν να πετούσε φωτιές. ζαλισμένη. μαυρισμένα χέρια του. Γι’ αυτό φαίνεται πως η Ηρώ συμφώνησε –αυτός πρέπει να ήταν ο λόγος–. υγρή και τραχιά ταυτόχρονα. Για μια στιγμή έμεινε μόνο να την κοιτάζει.

Από το μυαλό της πέρασε η σκέψη πως μπορεί να μη μοιραζόταν ποτέ ξανά μια τόσο οικεία. Κι εκείνη το έκανε. «Σε παρακαλώ. Ήταν κάτι πέρα από την καθημερινή ρουτίνα της ζωής της. και τα δυο του τα χέρια βρίσκονταν στα στήθη της και έπαιζαν ταυτόχρονα με τις δύο θηλές της. «Σε παρακαλώ. Η Ηρώ υπάκουσε πρόθυμα και χάιδεψε τη γυμνή σάρκα που ήταν κρυμμένη κάτω από τα μισοφόρια της. δυνατή. «Ναιιιι» έκανε ο Γκρίφιν πριν αρχίσει να γλείφει την άλλη θηλή της. τόσο εκστατική στιγμή με κανέναν άλλον άντρα. και ύστερα έπιασε το χέρι της και το οδήγησε ξανά στη χοντρή βάση.» Η Ηρώ τέντωσε τα δάχτυλα για να εξερευνήσει αυτή την άγνωστη. Της έδειξε πώς να τον χαϊδέψει αργά μέχρι τη φαρδιά άκρη του. προσπερνούσαν τους δρόμους του Λονδίνου. Κοίταξε το πρόσωπό του που γυάλιζε από τον ιδρώτα. Το βλέμμα της συνάντησε το δικό του. κι εκείνος τράβηξε το χέρι της κάτω από τα μεσοφόρια της. όμως αυτό που κρατούσε εκείνη στο χέρι της ήταν εκατοντάδες φορές πιο ερωτικό. απολαμβάνοντας τη λεία επιφάνεια με τη μικροσκοπική εσοχή στην κορυφή. «Σε παρακαλώ» στέναξε ο Γκρίφιν. τραχύ και απαιτητικό. Το στόμα του βρισκόταν πάνω στο δικό της. Ίσως όλο αυτό να ήταν ένα όνειρο.» τον ρώτησε. το δέρμα ήταν απίστευτα τρυφερό. κάνοντας τον ανδρισμό .» «Χάιδεψέ με. σχεδόν σαν να πονούσε. Εκείνος συνέχισε να δαγκώνει το στήθος της. Κοίταξε ξανά τα γυμνά της στήθη. Τον άκουσε να αφήνει ένα βογκητό. Μέσα.» Τα μάτια του είχαν μισοκλείσει. κρατούσε τον ανδρισμό ενός άντρα στην παλάμη της. και άφησε ελεύθερο το χέρι της.» Γύρισε το κεφάλι και έγλειψε τη ρώγα της πριν την κλείσει απαλά ανάμεσα στα δόντια του. Η Ηρώ βόγκηξε και άφησε το κεφάλι της να πέσει πάνω στον ώμο του. «Με αισθάνεσαι. και αβάσταχτα οικεία. Χάιδευε το γυμνό όργανο ενός άντρα –το γυμνό όργανο του Ρίντινγκ– για να του προσφέρει σαρκική απόλαυση. Το χέρι της άρχισε να κινείται παλινδρομικά κάτω από τα φουστάνια της.» τη ρώτησε με τραχιά φωνή.» Χαμήλωσε το βλέμμα και είδε τον εαυτό της.«Όχι εκεί» της είπε. με τις θηλές της κόκκινες και πρησμένες. αφημένο στα χέρια του. με φωνή ψιθυριστή και αισθησιακή μέσα στην άμαξα που κουνιόταν ρυθμικά. Έγλειψε τα χείλη της. Τώρα. στρέφοντας το βλέμμα της στο πρόσωπό του. μια αμαρτωλή φαντασίωση που γινόταν πραγματικότητα μέρα μεσημέρι. Ήταν πολύ πιο μεγάλο από όσο είχε ποτέ της φανταστεί. Το φόρεμά της έκρυβε τα πόδια του. πασπατεύοντας κάτι με το άλλο του χέρι. Ήταν αλήθεια. Κι όμως. μέσα στην άμαξά της. και η Ηρώ ένιωσε έκπληξη με την τόση τόλμη της. Το χαμόγελό του ήταν μελαγχολικό. μέχρι που ξαφνικά –αναπάντεχα– η Ηρώ βρέθηκε να αγγίζει γυμνό δέρμα. Της έπιασε το χέρι και το έσυρε ανάμεσά τους. Τύλιξε το χέρι της γύρω του και ένιωσε την παλάμη του να σκεπάζει τη δική της. Έξω. «Έτσι. που έμοιαζε εξωπραγματική. «Ναι. κι έπειτα άρχισε να το φιλάει και πάλι τρυφερά. «Χάιδεψέ με» της ζήτησε. τόσο ευάλωτες στο παραμικρό άγγιγμά του. Την ένιωθε τόσο σκληρή. Η Ηρώ δάγκωσε το χείλι της και άφησε να κυλήσει στο μάγουλό της ένα δάκρυ ηδονής. «Ακριβώς έτσι. τα μάτια του που παρακολουθούσαν λαίμαργα το στήθος της και το στέρνο του που ανεβοκατέβαινε σπασμωδικά με κάθε ανάσα που έπαιρνε. και οι γοφοί του ανεβοκατέβαιναν. αλλά και τεταμένο. καυτή σάρκα. σε μια γιορτή ακολασίας.

τα μάγουλά της αναψοκοκκινισμένα. και πέρα για πέρα αρρενωπό.» Ανασήκωσε τα φρύδια του.» . Τότε γύρισε να την κοιτάξει. Έμεινε να την παρατηρεί όσο εκείνη έτριβε τα δάχτυλά της. αλλά την άφησε να πάρει το μαντίλι. «Σε παρακαλώ. μην κοιτάζεις. Πήρε το χέρι της κάτω από τα μεσοφόρια της και άρχισε να σκουπίζει προσεκτικά τα δάχτυλά της. Και η Ηρώ αισθάνθηκε… Αισθάνθηκε ζωντανή. Μπορούσε να δει το σπίτι της.» *** Το κορμί του Γκρίφιν ήταν παραδομένο σε ένα ζεστό λήθαργο. και για πρώτη φορά στη ζωή του δεν ήξερε τι να κάνει για να βοηθήσει. και ένιωσε ένα ακατάσχετο κύμα καθαρής. Όταν τελικά άνοιξε τα μάτια. δοκίμαζαν το ίδιο ρίγος.» Ήταν έτοιμος να της δώσει την κατάλληλη απάντηση. με τα στήθη της γυμνά και τις υπέροχες θηλές της εκτεθειμένες. Τα πράσινα μάτια κοιτούσαν προσεκτικά το πρόσωπό της. «Ε… Ελπίζω να μη μιλήσεις σε κανέναν γι’ αυτό που έγινε. σαν για συμπαράσταση. Ήταν ξαπλωμένη στην αγκαλιά του. Γύρισε προς το μέρος της. αλλά το σκέφτηκε καλύτερα. Γύρισε και κοίταξε τις κλειστές κουρτίνες στο παράθυρο. Η Ηρώ τραβήχτηκε. Κούνησε το κεφάλι της και προσπάθησε να φτιάξει το κορσάζ της. διάφανης ηδονής να σαρώνει το κορμί της. «Θεέ μου. Και την ίδια στιγμή. «Μπορώ… Μπορώ να το κάνω μόνη μου. και για μια στιγμή αισθάνθηκε την ίδια μαγεία. Πρόκειται να έρθει ο Τόμας στο σπίτι μου για φαγητό. και η Ηρώ δεν ήθελε να τελειώσει ποτέ αυτή η εμπειρία. Την ένιωσε να σηκώνεται και να μεταφέρεται στο απέναντι κάθισμα της άμαξας. Ντρεπόταν. Τα κορμιά τους δονούνταν στον ίδιο ρυθμό. Η Ηρώ είχε κατέβει από πάνω του. έδειχνε ταυτόχρονα τρομαγμένη και κατάπληκτη. όμως τα λόγια της Λαίδης Ηρώς ήταν σαν να του έριξαν έναν κουβά παγωμένο νερό πάνω του. η αντρική σάρκα στο χέρι της άρχισε να σπαρταρά και να αναβλύζει ένα ζεστό υγρό στα δάχτυλά της. Και τότε θυμήθηκε. Προσπαθούσε να στρώσει τα μαλλιά της. τραβώντας τες απαλά προς το μέρος του.του να κινείται μέσα στη χούφτα της σε ένα ζωώδη ρυθμό. Βιαστικά. προσκαλώντας τη γλώσσα του να τα ρουφήξει. «Θα το πάρω εγώ αυτό» της είπε. Θεέ και Κύριε. Τσίμπησε ξανά τις ερεθισμένες ρώγες της. όμως εκείνος την ένιωθε να κινείται δίπλα του καθώς προσπαθούσε να ευπρεπιστεί. όλα φαίνονταν γαλήνια και φυσιολογικά. αποφεύγοντας να συναντήσει το βλέμμα του. με βλέμμα νωχελικό και ικανοποιημένο. Ίσιωσε την πλάτη και κοίταξε έξω από το παράθυρο. πράγματι. πιέζοντας τα στήθη της στα χέρια του. και μετά την είδε να ζαρώνει τη μύτη της μπροστά στη θέα του μαντιλιού. το καταλάβαινε πολύ καλά αυτό. και τα λαμπερά μάτια της θολά ακόμη από αυτό που μόλις είχαν μοιραστεί. Κύρτωσε την πλάτη της. έψαξε στις τσέπες του πανωφοριού του και βρήκε ένα μαντίλι. Εκείνην τη στιγμή.

Δεν υπήρχε πια δρόμος επιστροφής. το ήξερε. Η άμαξα σταμάτησε τη στιγμή που τη φορούσε. έπειτα από αιώνες αναμονής. Ηρώ. Τελικά. με την αδερφή της να φλυαρεί ακατάπαυστα. και τελικά τη βρήκε χωμένη σε μια γωνία. πρέπει να μείνετε» διαμαρτυρήθηκε η Λαίδη Φοίβη. να δει αν κυλούσε ζωή μέσα της. αποστρέφοντας το πρόσωπό της από το δικό του. σκέφτηκε βλοσυρά καθώς την ακολουθούσε. αυτήν τη στιγμή δεν θέλει ούτε να με βλέπει. όχι. Όπως ήξερε και ότι εκείνη δεν τον ήθελε στ’ αλήθεια εκεί. καλή μου.» «Ναι. Χριστέ και Παναγιά. «Ηρώ. αλληθωρίζοντας λιγάκι πίσω από τα γυαλιά της.» Έψαξε με το βλέμμα του το κάθισμα.» Κάθισαν εκεί σιωπηλοί μέχρι να στήσει ο υπηρέτης το σκαλοπάτι και να ανοίξει την πόρτα. Χωρίς αμφιβολία. Το βλέμμα της ήταν τραγικό.» Η Ηρώ απέθεσε το χέρι της στο μανίκι του. «Η Ξαδέρφη Μπατίλντα έχει ανοίξει τρύπες στο χαλί του σαλονιού από το πήγαινε-έλα και η μαγείρισσα έκαψε τη σούπα.» «Πρέπει.» Τα φωτεινά μάτια της κοίταξαν προς το μέρος του. που θα μπορούσε κανείς να την παρομοιάσει με κινούμενο άγαλμα. εδώ είσαι!» φώναξε η Λαίδη Φοίβη από την κορυφή της σκάλας. και είναι τόσο καλύτερα με δύο κύριους αντί με έναν ανάμεσα σε τόσες γυναίκες. Τα απαλά στήθη της ήταν τόσο γλυκά. Της είχε κλέψει την αθωότητα – στη θεωρία αν όχι στην πράξη.Άφησε να του ξεφύγει μια βαριά βλαστήμια.» Η Λαίδη Ηρώ στράφηκε προς το μέρος του και του χαμογέλασε με χείλη που έτρεμαν.» «Ω. η τόσο ευάλωτη όψη της εκείνην τη στιγμή δεν τον άφηνε να φύγει μακριά της. «Η μαγείρισσα θα διορθώσει τη σούπα. Να ευχόταν να μην είχε συμβεί ποτέ αυτό που είχαν κάνει νωρίτερα στην άμαξα. «Παρακαλώ. πάντα το κάνει. Το ήξερε πως κανονικά θα έπρεπε να μετανιώνει για εκείνες τις στιγμές. «Όπως επιθυμείτε. Ο Γκρίφιν προσπάθησε να βρει κάτι για να πει. τα βογκητά που είχαν ξεφύγει από τα χείλη της όταν της ρουφούσε τις θηλές μέσα στα χείλη του τόσο όμορφα. «Καλύτερα. «Και έφερες και το Λόρδο Γκρίφιν για γεύμα. Έκανε μια υπόκλιση και της πρόσφερε το μπράτσο του. Η Λαίδη Ηρώ έδειχνε τόσο άκαμπτη δίπλα του. Τι καλά. κι εκείνος θυμήθηκε με μια ξαφνική ταραχή πως αυτά τα ίδια δάχτυλα είχαν τυλιχτεί λίγα λεπτά πριν γύρω από τον ανδρισμό του. «Φυσικά και δεν θα μιλήσω. «Δεν θέλω να σας επιβάλω την παρουσία μου στο γεύμα σας. η μνηστή του αδερφού του. τίποτα περισσότερο.» Δάγκωσε το χείλι της. «Πρέπει να βάλεις την περούκα σου. Ωστόσο. Ανέβηκαν τα σκαλιά και μπήκαν στο σπίτι. Ένιωσε την παρόρμηση να σκεπάσει τα δάχτυλά της με το χέρι του. κι έπειτα κατένευσε σπασμωδικά. Η αδερφή σας είχε την ευγένεια να με μεταφέρει με την άμαξά της. Άραγε να τον μισούσε τώρα. Τα γκρίζα της . χωρίς να προβληματίζεται –ευτυχώς– από τη σιωπή τους.» Έπρεπε να αρνηθεί. όμως δεν μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο. λαίδη μου. Λαίδη Φοίβη.» Ο Γκρίφιν την ένιωσε να σφίγγεται δίπλα του. Τι μεγάλο μπλέξιμο που είχε προκαλέσει. πραγματικά. Εκείνη τίναξε το κεφάλι της σαν να είχε δεχτεί χαστούκι και τον κοίταξε με ένα βλέμμα που τον έκανε να θέλει να κλάψει και ταυτόχρονα να ουρλιάξει. Ο Γκρίφιν έτριψε το μέτωπό του. η πόρτα άνοιξε και η Ηρώ κατέβηκε. κάνε τον να μείνει.

μα την αλήθεια. ο αδερφός σας και η Ξαδέρφη Μπατίλντα. «Θέλω… Πρέπει να φρεσκαριστώ. «Λόρδε μου.» «Α. Αν ήταν να τον δαγκώσει η «μαντμουαζέλ Μινιόν» ας ξεμπέρδευε μια ώρα αρχύτερα. θηλυκό δωμάτιο. Αν σας δαγκώσει. «Είμαι στο έλεός σας. «Μη φοβάστε.μάτια είχαν παρασυρθεί στην ηδονή σαν να της είχε κάνει ολοκληρωτικό έρωτα. Δεν είχε αρχίσει να γρυλίζει ξανά. Χάιδεψε το κεφάλι του σπάνιελ. «Δεν την καταλαβαίνω» μουρμούρισε η δεσποινίς Πίκλγουντ. τον συνόδεψε στη σκάλα και από εκεί σε ένα φωτεινό. και μετά άνοιξε ευχαριστημένο το στόμα του καθώς εκείνος το χάιδευε επιφυλακτικά πίσω από τα αφτιά του. Ύστερα στράφηκε στη Λαίδη Φοίβη και της πρόσφερε το μπράτσο του. Στράφηκε προς το μέρος τους. «Θα είμαστε μόνο εμείς στο τραπέζι – εγώ. τα μάτια της Λαίδης Φοίβη χόρευαν πίσω από τα ματογυάλια της. Το σκυλί ρουθούνισε κοκέτικα.» Ο Γκρίφιν έκανε μία υπόκλιση και έμεινε να την παρακολουθεί μελαγχολικά καθώς ανέβαινε τη σκάλα. Αγριεύει με όλους. και γεμάτο με απίστευτα εύθραυστα έπιπλα. «Συνήθως μισεί τους άντρες.» Ο Γκρίφιν στράφηκε στην ώριμη κυρία και κοίταξε το μικρό ασπρόμαυρο σπάνιελ που κρατούσε στην αγκαλιά της. η Ηρώ. «Θα πρέπει να πούμε στον Πάντερς να υπολογίσει άλλον έναν στο τραπέζι. «Κοιτάξτε ποιον έφερε η Ηρώ» τους είπε η Φοίβη μόλις πλησίασαν.» Η δεσποινίς Πίκλγουντ είχε σχεδόν κοκκινίσει. αυτή την ανάμνηση θα την έπαιρνε μαζί του στον τάφο του και θα ήταν μια ζωή ευγνώμων γι’ αυτήν. η δεσποινίς Μπατίλντα Πίκλγουντ. «Γκρίφιν» μουρμούρισε ο Τόμας σαν χαιρετισμό. και η Λαίδη Ηρώ κοίταξε τον Γκρίφιν. Έπειτα τράβηξε βιαστικά το βλέμμα της.» Η δεσποινίς Πίκλγουντ έκανε μια κοφτή υπόκλιση.» Ο Γκρίφιν κοίταξε καχύποπτα το σκυλί.» .» «Αιμοβόρικη τσαπερδόνα» μουρμούρισε εκείνος πριν απλώσει το χέρι του προς τη μουσούδα του σκύλου. κι εκείνο σταμάτησε το γρύλισμα για να της γλείψει τα δάχτυλα.» «Δεν είναι πολύ όμορφη. Ένας υπηρέτης πήρε την κάπα της. αυτή είναι η ξαδέρφη μου. όμως τα εξογκωμένα καφετιά μάτια του δεν έδειχναν και πολύ φιλικά. ένας ήχος που έμοιαζε περισσότερο με βουητό εντόμου.» Εκείνη του χαμογέλασε και τον έπιασε από τον αγκώνα. Την έχετε γνωρίσει την Ξαδέρφη Μπατίλντα. Ξαδέρφη Μπατίλντα» έκανε τις συστάσεις η Λαίδη Φοίβη. σας διαβεβαιώνω.» «Δεν είχα την τιμή. ασχέτως με το κόστος. Του γρύλιζε σιγανά και επίμονα. «Τόμας. Δίπλα του. θα φωνάξουμε γιατρό. δείχνοντας όχι και τόσο ευχαριστημένος που έβλεπε τον αδερφό του. «Θα θέλατε να τη χαϊδέψετε. «Μην αφήσετε τη Μινιόν να σας τρομάξει. Και. «Τι όμορφο σκυλάκι. Η Φοίβη θα σε οδηγήσει στην τραπεζαρία. Ο Τόμας στεκόταν στην άλλη άκρη μαζί με μία μάλλον εύσωμη ώριμη κυρία.» Η Φοίβη κούνησε το κεφάλι. «Από δω ο Λόρδος Γκρίφιν Ρίντινγκ.» «Θα προσπαθήσω να μη φάω τόσο πολύ» αστειεύτηκε ο Γκρίφιν. με βασικά χρώματα το κίτρινο και το άσπρο.» Και με αυτά τα αινιγματικά λόγια.

όμορφες μικρές πιτούλες χωρίς πολλή γέμιση. Είχε καθίσει στην κεφαλή του τραπεζιού και είχε κρύψει το ένα της χέρι κάτω από το τραπέζι. . καθημερινό χαιρετισμό που με κανέναν τρόπο δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί περιπαθής.» «Παραλίγο να δαγκώσει εμένα» είπε ο Τόμας ψυχρά. «Απ’ ό. Μήπως θα μπορούσες να δεις τι είναι αυτό που καθυστερεί τόσο την αδερφή σου. λόρδε μου. να πάρει. παρόλο που ακόμα τα μάγουλά της ήταν κόκκινα.» «Ίσως απλώς να έχει καλό γούστο» είπε ο Γκρίφιν καθώς χάιδευε το πιγούνι της Μινιόν. Πόθο για εκείνον. και μια ποικιλία από ψωμιά και τυριά. όμως ο Γκρίφιν δεν έδινε προσοχή. Να πάρει. Σούπα ελάχιστα πιο πηχτή από απλό ζωμό. πήρε μια βαθιά αναπνοή και πρόσφερε το μπράτσο του στη Λαίδη Φοίβη.» Ο Τόμας έσκυψε πάνω από το χέρι της σε έναν ευγενικό. όπως και το δωμάτιο.» Το γεύμα. ήταν καλό.τι έχω καταλάβει. να αρπάξει στα χέρια του την Ηρώ και να την πάρει μακριά. «Νομίζω πως είμαστε έτοιμοι για να περάσουμε μέσα. «Εν πάση περιπτώσει. Το κρασί. Να την πάει κάπου όπου θα μπορούσε να εξαφανίσει αυτή την έκφραση της πλήξης από το πρόσωπό της και να την αντικαταστήσει με πόθο. Η κοπέλα ανασήκωσε τους ώμους. Γκρίφιν. διαχειρίζεστε την περιουσία της οικογένειας» είπε η δεσποινίς Πίκλγουντ με μια παράξενη έκφραση στο πρόσωπό της. με το στρογγυλό. χαίρομαι που σε βλέπω.» Εκείνη του χαμογέλασε. «Να ’την. Η Ηρώ στεκόταν δίπλα της. να πάρει! Είχε κάνει το χειρότερο λάθος της ζωής του. και ο Γκρίφιν ένιωσε το κορμί του να καίγεται από πόνο. «Μετά χαράς. Χάιδευε αφηρημένα το μικρό σπάνιελ και αναρωτιόταν αν ήταν αυτός η αιτία που η Ηρώ έδειχνε απρόθυμη να έρθει για το γεύμα. λαίδη μου. «Το διαχειρίζεστε είναι πραγματικά πολύ μεγάλη κουβέντα» είπε ο Τόμας αργόσυρτα από την άλλη άκρη του τραπεζιού. Εκείνην τη στιγμή.» Η Λαίδη Φοίβη βγήκε από το δωμάτιο και ο Τόμας έκανε μια κοινωνική παρατήρηση. ροδαλό πρόσωπό της εμφανώς χαρούμενο. αυτό που ήθελε ήταν να σπρώξει παράμερα τον αδερφό του. Μόνο τους απειλεί. «Ο αδερφός μου είναι απασχολημένος με τις διασκεδάσεις του.» Γύρισε να κοιτάξει στο άκουσμα της φωνής της Λαίδης Φοίβης. Φοίβη. κι εμείς εκμεταλλευόμαστε πολλές εκτάσεις γης.» Ο Γκρίφιν έπιασε το μαχαίρι του. αποδείχτηκε γυναικεία υπόθεση. «Θα με συνοδέψετε στην τραπεζαρία. «Λόρδε μου. όμως. ναι. Ωστόσο.Ο Γκρίφιν κοίταξε τη Λαίδη Φοίβη που είχε φέρει το χέρι στο στόμα της για να κρύψει ένα γελάκι. δείχνει στ’ αλήθεια να σας συμπαθεί» είπε η δεσποινίς Πίκλγουντ και κατένευσε στον μπάτλερ που της έκανε κάποιο σινιάλο. «Η αλήθεια είναι πως δεν έχει δαγκώσει ποτέ κάποιον κύριο. Προχώρησε αμέσως προς τον Τόμας και άπλωσε το χέρι της. «Αυτό που θέλει να πει ο αδερφός μου είναι πως. ανασυγκροτημένη. «Θα πρέπει να έχεις τρίψει τα δάχτυλά σου σε καπνιστό χοιρινό. και υπό κανονικές συνθήκες ο Γκρίφιν θα το απολάμβανε.

Η Ηρώ χαμήλωσε το βλέμμα στο πιάτο της. Τα μάγουλά της είχαν χλωμιάσει και τα χείλη της είχαν γίνει μια ίσια γραμμή. Εκείνην τη στιγμή. «Φοίβη…» «Τι. Οι κυρίες ξαφνιάστηκαν.» «Ναι. έτσι δεν είναι. και όλα τα σχετικά. .» Ο Γκρίφιν κοίταξε τον αδερφό του με μισόκλειστα μάτια. «Λοιπόν. Στα δεξιά του Τόμας. έκοψε ένα μικρό κομματάκι πίτα και το έδωσε στη Μινιόν που περίμενε κάτω από το τραπέζι. «Ο αδερφός μου μπορεί να βρει συγκινήσεις οπουδήποτε κι αν βρίσκεται. Επίσης. «Σίγουρα θα νιώθετε μόνος στην επαρχία. Λόρδε Γκρίφιν. Το πρόσωπο της Λαίδης Ηρώς είχε πάρει μια ξινισμένη έκφραση.» Ο Τόμας τού έριξε ένα ανέκφραστο και καθόλου φιλικό βλέμμα και ήπιε μια γουλιά από το κρασί του. αν και σας ευχαριστώ πολύ για το ενδιαφέρον σας. δεν νιώθω μόνος.» Χαμογέλασε. γι’ αυτό.» Η αδερφή της φάνηκε σαστισμένη. Και έχει τα ταξίδια του στο Λονδίνο για να κάνει τις κραιπάλες του. όμως τα λόγια του την έκαναν να χαμογελάσει διστακτικά. «Όμως. είναι πολύ μακριά από το Λονδίνο» είπε η Λαίδη Φοίβη.» Δάγκωσε το χείλι της και κοίταξε ίσια μπροστά της. Ο Τόμας ξεφύσησε περιφρονητικά. «Ο περισσότερος χρόνος μας είναι πιασμένος από τις ετοιμασίες του γάμου» είπε η Ηρώ αυταρχικά. Λαίδη Φοίβη.» Ο Γκρίφιν πασπάτευε το μαχαίρι του.» Εκείνη είχε συνοφρυωθεί και κοιτούσε πότε τον Γκρίφιν και πότε τον αδερφό του. Ο Τόμας απλώς ανασήκωσε τα φρύδια. όχι. Ηρώ. η Λαίδη Ηρώ ίσιωσε την πλάτη και έβαλε το χέρι της κάτω από το τραπέζι.» Η Λαίδη Φοίβη γέλασε νευρικά. μου παίρνει πολύ χρόνο το να επιβλέπω τα κτήματα και τα σιτηρά. θα πρέπει να σιγουρευτούμε πως διασκεδάζετε αρκετά όταν έρχεστε στο Λονδίνο. «Βρίσκονται και τα δικά σας κτήματα στο Λανκασάιρ. θα πρέπει να πηγαίνετε για ψώνια. Ο Γκρίφιν οδήγησε το βλέμμα του στη Λαίδη Φοίβη.» Η Λαίδη Ηρώ έσφιξε τα χείλη. η οποία καθόταν ανάμεσα σε εκείνον και στον Τόμας. «Θα πρέπει και να τρώτε και να πηγαίνετε σε διάφορα πανηγύρια. Ακόμα και η δεσποινίς Πίκλγουντ έδειχνε περισσότερο φιλική. Χαμογέλασε ψυχρά και άφησε το μαχαίρι του να πέσει. ο Γκρίφιν ένιωσε κάτι να του χτυπάει απαλά και επίμονα το γόνατο.» «Μα. ενώ το χέρι της εξαφανίστηκε ξαφνικά κάτω από το τραπέζι. «Με μεγάλη μου χαρά να πάω όπου σκεφτείτε. Αυτό χτύπησε πάνω στο πιάτο του. χωρίς να μπορεί να κρύψει το θυμό που σκοτείνιασε το πρόσωπό του. λαίδη μου. «Διασκεδάζω με το κυνήγι και κάνοντας ιππασία.επιβλέπω την ακίνητη περιουσία των Μάντβιλ καθώς και τη δική μου.» Έπιασε ξανά το μαχαίρι του και άρχισε να το στριφογυρίζει ανάμεσα στα δάχτυλά του. «Απόρροια συνετών γάμων που έκαναν κάποιοι πρόγονοί μου.

ένας άντρας τουλάχιστον ένα ενενήντα ψηλός. να στοχάζεται το παρελθόν. ένας από τους γανωτήδες. «Εσένα δεν νομίζω πως θα σε ξανακαλέσουν πουθενά.» ρώτησε η Ηρώ με απαλή φωνή. Άφησε το μαχαίρι στο πιάτο του και ήπιε μια γουλιά από το κρασί του. . και αν δεν παρενέβαινα εγώ. «Επειδή ο Γκρίφιν παρά λίγο να σκοτωθεί στην τελευταία εκδήλωση που παραβρέθηκε από μια ομάδα πλανόδιων γανωτήδων» εξήγησε ο Τόμας με αργόσυρτη φωνή. Του φαινόταν σαν να είχε περάσει ένας αιώνας από εκείνες τις μέρες. τότε που εκείνος και ο Τόμας ήταν τόσο κοντά ο ένας στον άλλον.» Ο Τόμας χαμογέλασε και ο Γκρίφιν θυμήθηκε με νοσταλγία εκείνη την παλιά εποχή. σήμερα θα είχα έναν αδερφό λιγότερο. Κάποια παλιά ανάμνηση φάνηκε να του φτιάχνει τη διάθεση. «Από τότε ακόμα ο Τόμας είχε γίνει διάσημος για τους λόγους που εκφωνούσε.Εκείνος ανασήκωσε με άνεση τους ώμους. Και να σκέφτεται το παρόν όπου είχαν απομακρυνθεί τόσο πολύ οι δυο τους. Προσπάθησε να κλέψει…» «Απλώς να εξετάσω» τον διόρθωσε ο Γκρίφιν. ο Γκρίφιν παρέμεινε αμίλητος. Τον αιφνίδιο φόβο που είχε νιώσει. «Γιατί το λέτε αυτό. Εν πάση περιπτώσει.» Κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι της. και η συζήτηση μεταπήδησε σε κάποιο κουτσομπολιό που είχε ακούσει η δεσποινίς Πίκλγουντ. «Μάλλον απομίμηση. Χαμήλωσε το βλέμμα στο πιάτο του και σκούντηξε το μαχαίρι με το δάχτυλό του.» Ο Τόμας ξεφύσησε περιφρονητικά. Εκείνος πήρε μια βαθιά αναπνοή και σήκωσε το κεφάλι για να συναντήσει το διορατικό της βλέμμα.» Η Φοίβη έγειρε μπροστά. Παρ’ όλα αυτά. «Να κλέψεις» επέμεινε ο Τόμας με το ύφος που χρησιμοποιούσε όταν μιλούσε στο Κοινοβούλιο «κάποιο μπιχλιμπίδι. «Σχεδόν δώδεκα.» «Ένα σουγιαδάκι» ψιθύρισε ο Γκρίφιν στη Φοίβη.» Η Λαίδη Φοίβη σήκωσε το κεφάλι.» Ο Τόμας μετακινήθηκε νευρικά στο κάθισμά του. τον άρπαξε από το σβέρκο. «Ίσως και όχι. την ανακούφιση και την ευγνωμοσύνη που είχε αισθανθεί όταν ο μεγαλύτερος αδερφός του είχε έρθει για να τον σώσει. παρόλο που η καρδιά του είχε σφιχτεί.» Ο Γκρίφιν κοίταξε τον αδερφό του. «Πόσων χρόνων ήσουν. «Αλήθεια. ανασηκώνοντας τα φρύδια. «Είχε ένα ρουμπίνι στη λαβή του. «Πράγματι.» Ο Γκρίφιν χαμογέλασε ειρωνικά.

γαλήνιο βλέμμα–.» Η μικροκαμωμένη γυναίκα που ήταν γονατισμένη μπροστά στα πόδια της τής χάρισε ένα χαμόγελο ευγνωμοσύνης πριν ασχοληθεί ξανά με το στρίφωμα. Κι όμως. Η γυναίκα που έβλεπε στον καθρέφτη ήταν αυτή που πάντα γνώριζε –αμυγδαλωτά γκρίζα μάτια. Έχουμε ακόμη χρόνο μέχρι το γάμο. Ωστόσο. έτσι δεν είναι. στρογγυλό ντεκολτέ της. Το κέντημα ανέβαινε μέχρι πάνω και στόλιζε το βαθύ. και αυτοί –οι υπήκοοί της και τα σπίτια τους– ήταν τα θεμέλια όπου στηριζόταν το βασίλειό της… -από το Η Βασίλισσα Μαυρομαλλούσα Το επόμενο απόγευμα. καλοχτενισμένα κόκκινα μαλλιά. σκέφτηκε η Ηρώ. Όμως. Μία κυρία με αρχές. Επειδή οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν καρφιά για να χτίσουν τα σπίτια τους. Συχνά επιβράβευε τον εαυτό της . «Είναι πολύ όμορφο. Πάντα ήξερα ποια είμαι.» «Όχι. και στην άκρη της κλωστής υπήρχε ένα μικρό σιδερένιο καρφί. ή ακόμα και να φτιάξουμε ένα άλλο. το είχε κάνει. σταθερό. γιατί εκείνη ένιωθε την ανάγκη να βάλει τα κλάματα. εκείνην τη νύχτα. «Σου αρέσει κι εσένα. όχι» απάντησε βιαστικά η Ηρώ.Κεφάλαιο Εννέα Η Βασίλισσα Μαυρομαλλούσα κοίταξε τα δώρα των τριών υποψήφιων μνηστήρων της και κούνησε ηγεμονικά το κεφάλι. Η Ηρώ χαμήλωσε το βλέμμα και κοιτάχτηκε. αγαπητή μου» διέκοψε τις σκέψεις της η Λαίδη Μάντβιλ. «Σας ευχαριστώ» είπε και τους οδήγησε στην τραπεζαρία. Οι ράφτρες έκαναν σπουδαία δουλειά. Τότε. που όμως ήταν πάντα συνετή και προσγειωμένη. όπως ακριβώς τη θυμόταν. το οποίο το είχε ανασηκώσει για να αποκαλυφθεί ένα μπεζ μεσοφόρι κεντημένο με πράσινα. «Μπορούμε να το επιδιορθώσουμε. Αυτή η γυναίκα –αυτή η Ηρώ– δεν θα είχε διαπράξει ποτέ της καμία αμαρτία και θα είχε αντιδράσει ακόμα και στον παραμικρότερο υπαινιγμό πως θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο. Μια γυναίκα με ευαισθησίες και μερικά όνειρα. μπλε και ροζ μπουκέτα. το μικρό καφετί πουλί πέταξε στα κάγκελα. Ήταν πραγματικά ένα πολύ ωραίο φόρεμα. Άγγιξε απαλά μια μπούκλα στον κρόταφό της. ήταν πολύ διαφορετική από τον άνθρωπο που μέχρι πριν λίγες μέρες πίστευε πως ήταν. Το έπιασε απαλά ανάμεσα στα χέρια της και είδε πως είχε μια κλωστή δεμένη στο λαιμό του. Και τότε χαμογέλασε. Ήταν τυλιγμένη από μπόλικα μέτρα λαμπερού μεταξιού σε εκτυφλωτικό βερικοκί χρώμα.» ρώτησε η Λαίδη Μάντβιλ. όπου η συζήτηση μεταφέρθηκε σε άλλα θέματα. η Ηρώ κοίταξε το είδωλό της στον καθρέφτη της τουαλέτας της και αναρωτήθηκε ποιανού είδους γυναίκα θα επέτρεπε στον αδερφό του μνηστήρα της να της κάνει έρωτα. με κάποιον τρόπο. «Είναι πολύ όμορφο. αν δεν σου αρέσει. την ώρα που η Βασίλισσα Μαυρομαλλούσα στεκόταν στο μπαλκόνι της.

Μη φοβάστε. .» «Είναι που» –η Λαίδη Μάντβιλ ακούμπησε ανάλαφρα το δάχτυλό της στον ώμο της Ηρώς– «δείχνεις μάλλον μελαγχολική σήμερα.τι κι αν είναι αυτό–. «Ορίστε» είπε η υπεύθυνη των μοδιστρών.» ρώτησε ήρεμα η Λαίδη Μάντβιλ. «Ω. αγαπητή μου. πιστεύω πως έχουμε μια πολύ καλή σχέση για να το κάνουμε. Θα είναι έξοχο όταν θα τελειώσει. Είχε διαπράξει μια αμαρτία. Μακάρι και η γυναίκα που το φορούσε να ήταν εξίσου τέλεια. κάνοντας ό. η Λαίδη Μάντβιλ δεν την κοιτούσε πια τόσο καλότροπα. Θα πίστευε κανείς πως μέχρι τώρα θα είχε σχηματίσει πλήρη αντίληψη του ποια ήταν στην πραγματικότητα. «Φυσικά. ε. και τότε μόνο σηκώθηκε και η Λαίδη Μάντβιλ.» Η Λαίδη Μάντβιλ δεν φάνηκε να πείθεται. και ακόμα κι αν είχε προσέξει κάτι παράξενο στη συμπεριφορά της μέλλουσας νύφης της.» Η ράφτρα και οι βοηθοί της άρχισαν ήδη να της βγάζουν το φόρεμα. δεν έκανε κανένα σχόλιο. Φόρεσε τα γάντια της καθώς η Γουέσλι διέσχιζε το δωμάτιο για να φέρει από την γκαρνταρόμπα ένα παλτό για την Ηρώ. Δεν ήταν σίγουρη αν θα μπορούσε ποτέ να ξαναφορέσει το προσωπείο της τελειότητας. Τέλειο φουστάνι.» «Θα χρειαστούμε άλλες τρεις πρόβες.» Η Ηρώ συνάντησε το βλέμμα της στον καθρέφτη ενώ οι ράφτρες δούλευαν γύρω της. όσο και για την εικόνα που είχε μέχρι τώρα για τον εαυτό της. Η Λαίδη Μάντβιλ φλυαρούσε ανάλαφρα όσο η Ηρώ περιποιόταν την εμφάνισή της. «Εντάξει» μουρμούρισε η Ηρώ. «Θα έρθω και σε αυτή την πρόβα» ανακοίνωσε η Λαίδη Μάντβιλ. Να πούμε για την επόμενη Τετάρτη το πρωί. λαίδη μου. Γκρίζο και ήρεμο. Η χθεσινή μέρα ήταν ένα ισχυρό πλήγμα τόσο για τη λογική. νομίζω. μια ηλικία που εγγυόταν ωριμότητα. «Είσαι σίγουρη πως σου αρέσει το φόρεμα. Όμως. συγκολλώντας βιαστικά γύρω από το πρόσωπό της τα θρυμματισμένα κομμάτια της μάσκας της. όμως στο τέλος κούνησε με κατανόηση το κεφάλι. «Προγαμιαίος εκνευρισμός. Το είχε ραγίσει η ενοχή και η απελπισία και… Και όμως. Οι ράφτρες έφυγαν αφού δίπλωσαν προσεκτικά το νυφικό της Ηρώς. Πόσο ήθελε να της εξομολογηθεί όλες τις αμφιβολίες και τις ανησυχίες της! Όμως. «Μπορούμε να συζητήσουμε για τα οικογενειακά κοσμήματα και για ποια κομμάτια ίσως θελήσεις να φορέσεις.» Η Ηρώ έκανε την απαραίτητη στροφή για να κοιτάξει το φόρεμα από το πλάι. «Είμαι σίγουρη ότι θα γίνει πανέμορφο. Κοίταξε προσεκτικά το στρίφωμα.» Η Ηρώ χαμογέλασε. Η ψυχή της τη δικαίωνε. ναι. ισιώνοντας την πλάτη της. Ήταν είκοσι τεσσάρων χρόνων.» «Κι εγώ το πιστεύω» απάντησε γρήγορα η Ηρώ. Αυτό το συναίσθημα ήταν ίσως εκείνο που την ενοχλούσε περισσότερο. Δεν της άξιζε αυτή η υπέροχη γυναίκα για πεθερά. και μετά θα προσθέσουμε λίγη δαντέλα στα μανίκια και στο μπούστο. Προφανώς έκανε λάθος. Η Ηρώ κοίταξε το καλοσυνάτο πρόσωπο της άλλης γυναίκας και ένιωσε ντροπή.» «Φυσικά.για τη λογική που διέθετε. Χρειάστηκε άλλη μισή ώρα για να ντυθεί ξανά. αν θελήσεις να μου μιλήσεις για οτιδήποτε –ό. φαντάζομαι. λαίδη μου.τι είχε κάνει χθες με το Λόρδο Ρίντινγκ. «Θα ανασηκώσουμε λιγάκι αυτό. της φαινόταν κατά βάθος σωστό.

» Η Ηρώ χαμογέλασε συγκρατημένα. η λαίδη απηύθυνε τους χαιρετισμούς της και έφυγε. να ξέρεις» είπε ο Μάντβιλ. «Σε ευχαριστώ.» Της απάντησε με ένα καταφατικό νεύμα του κεφαλιού και τη βοήθησε να ανέβει στην ανοιχτή άμαξά του.» Εκείνη έκανε μια τυπική υπόκλιση. «Η μητέρα μου λατρεύει τους γάμους. και από εκεί στη σκάλα της εισόδου.» Η Ηρώ χαμήλωσε το βλέμμα στα χέρια της που είχε σταυρώσει πάνω στα γόνατά της και έκρυψε ένα χαμόγελο στη σκέψη του Μάντβιλ να τον ντύνουν με καινούριες κάλτσες και εσώρουχα. Ίσιωσε το τελείωμα στο γάντι της.» Τον κοίταξε με περιέργεια.» «Ναι. Μία ρακένδυτη γυναίκα έσκουζε ρυθμικά κάποιο τραγούδι στο πεζοδρόμιο. «Την αγαπώ πολύ τη μητέρα σου. «Του Λόρδου Μάντβιλ θα του κόψετε την ανάσα σήμερα. αγνοώντας τις βλαστήμιες που τους φώναζαν δύο αγόρια από το χασάπικο. «Συμπαθούσε την πρώτη σου . η κυκλοφορία έμοιαζε με ένα μεγάλο κύμα παλίρροιας που πήγαινε κι ερχόταν. «Ωραία. Τώρα. «Σ’ το είπε η μητέρα σου πριν φύγει. «Άκουσα πως το φόρεμα έχει σχεδόν τελειώσει.λες και είχε καταλάβει ότι η μέλλουσα νύφη της είχε απατήσει το γιο της. μια ευχάριστη φθινοπωρινή έκπληξη. Η Ηρώ φόρεσε ένα όμορφο πράσινο παλτό με τη βοήθεια της Γουέσλι.» «Και πώς πάνε οι προετοιμασίες για το γάμο. και τα άλογα ξεχύθηκαν σε ένα γρήγορο καλπασμό.» «Ναι. «Σας ευχαριστώ.» Η Λαίδη Μάντβιλ τράβηξε μια τελευταία φορά τα γάντια της. ας μην αφήσουμε τον Τόμας να περιμένει περισσότερο. από μία κληρονομιά. Θα έπρεπε να την έβλεπες πώς έκανε όταν παντρευόταν η Καρολάιν. έχοντας στα πόδια της τα δύο της παιδιά να επαιτούν με τα χέρια απλωμένα. «Έχει δικό της σπίτι. φυσικά. λαίδη μου. Νομίζω πως το μόνο που τη στενοχωρεί τώρα είναι το γεγονός πως ένας γιος δεν χρειάζεται προίκα.» «Φυσικά» μουρμούρισε η Ηρώ. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που έδειχνε κάποιο προσωπικό ενδιαφέρον για εκείνην. Πρόσφερε τεράστια βοήθεια στις προετοιμασίες του γάμου. αγαπητή μου.» Για λίγο συγκεντρώθηκε στα χαλινάρια για να οδηγήσει τα δύο πανέμορφα κανελί άλογά του στο συνωστισμένο δρόμο του Λονδίνου. Μερικοί στρατιώτες προσπερνούσαν καβάλα στα άλογά τους.» Χτύπησε τα ηνία μόλις η άμαξα προσπέρασε το κάρο του μυλωνά. Γουέσλι. Το βαρύ κάρο ενός μυλωνά σερνόταν μπροστά τους. Γύρω από την άμαξα. όμως το βρίσκω πολύ βολικό αν οι δυο σας τα πηγαίνετε καλά. «Σε ευχαριστώ. λίγες διορθώσεις θέλει ακόμα. λόρδε μου. «Σε συμπαθεί. Χαίρομαι.» «Χαίρομαι που το ακούω. επειδή είχαν λερωθεί από τις λάσπες του δρόμου. ενώ αχθοφόροι που κουβαλούσαν κουβούκλια μεταφοράς περνούσαν κάθε τόσο από το ένα πεζοδρόμιο στο άλλο με τους επιβάτες τους να χοροπηδάνε μέσα στα όρθια κουτιά. Η ράφτρα έκανε ένα βήμα πίσω για να θαυμάσει τη δουλειά της και κατένευσε με ικανοποίηση.» Κατέβηκε τη σκάλα και βρήκε τον Μάντβιλ να την περιμένει στο σαλόνι. «Η μητέρα σου. Ξέρω πως ανυπομονεί να σε πάει βόλτα με την άμαξα μετά το μεσημέρι. «Αγαπητή μου» της είπε μόλις την είδε «η ομορφιά σου κάνει τον ήλιο να ντρέπεται.» τη ρώτησε καθώς τη συνόδευε έξω από το σαλόνι. Σήμερα είχε βγει ο ήλιος.» Με αυτά τα λόγια. Η Ηρώ σήκωσε διακριτικά το πρόσωπό της.

Κοίταξε ξανά μπροστά του. «Όμως. Όχι. «Εννοείς την Αν. θα προσπαθήσω να ικανοποιήσω την περιέργειά σου. όμως δεν μου έχουν μείνει απωθημένα για εκείνην.» Κούνησε καταφατικά το κεφάλι.» Έμεινε για μια στιγμή σιωπηλός. «Με συγχωρείς» μουρμούρισε δίπλα του η Λαίδη Ηρώ.» «Δεν χρειάζεται να πιστέψω τίποτα» της απάντησε κοφτά.» Ο Μάντβιλ την κοίταξε επιφυλακτικά. «Και ο Ρίντινγκ. δεν μου έχεις μιλήσει ποτέ γι’ αυτήν. εμφανώς μετανιωμένη. όχι.» «Καταλαβαίνω. που να πάρει. «Στ’ αλήθεια πιστεύεις πως θα μπορούσε ο αδερφός σου να σε προδώσει με τέτοιον τρόπο.» «Φοβάμαι πως άκουσα τις φήμες που κυκλοφορούν» του είπε προσεκτικά. «Η μητέρα καταφέρνει να τα πηγαίνει μια χαρά με όλους. με μια έκφραση δυσαρέσκειας ανάμεσα στα φρύδια του. Θεέ μου. «Τότε. Δεν χρειάζεται να ανησυχείς γι’ αυτό το θέμα. όπως φαίνεται.» *** Ο Τόμας είδε τα λεπτά φρύδια της μνηστής του να ανασηκώνονται σε ένδειξη έκπληξης και ένιωσε ένα αίσθημα εκνευρισμού να τον κυριεύει. Η Λαβίνια ήταν ένας άνθρωπος με πάθος.» «Τι.» Τον παρακολούθησε για λίγο έτσι όπως χειριζόταν με άνεση τα ηνία. «Ναι. Θα ήθελα να ξέρω. και λαχταρούσε να βρεθεί στον καθαρό αέρα. το ήξερε.» Δεν ήταν ξεκάθαρη η ερώτησή της. Η Αν ήταν ένα πλάσμα κυκλοθυμικό. και τέντωσε τα ηνία έτσι ώστε να περάσουν δίπλα από ένα βοσκό που οδηγούσε τα πρόβατά του στη μέση του δρόμου. Τι της είχε περάσει από το μυαλό. «Την αγαπούσες. Σε σύγκριση μαζί . ακόμα και οι πιο άψογες γυναίκες γίνονταν καμιά φορά συναισθηματικές. Τέλος πάντων. τον ανέκρινε έτσι. Και γιατί. «Μου το είπε η ίδια η Αν. Μακάρι να μπορούσε να αφήσει ελεύθερα τα άλογά του να τρέξουν ξέφρενα μέχρι τον προορισμό τους. Πλησίαζαν το Χάιντ Παρκ. Μόνο που κάτι τέτοιο δεν ταίριαζε σε ένα μαρκήσιο.» Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους. έδειξε κάποιου είδους επιδοκιμασία. Την… Την αγαπούσα την Αν και λυπήθηκα πολύ όταν πέθανε. Θυμήθηκε την απάντηση του Ρίντινγκ για το συγκεκριμένο θέμα όταν τον πίεσε να της πει αν είχε ξελογιάσει τη γυναίκα του αδερφού του. έτσι ήταν φτιαγμένες.» «Όμως. αλλά μπορούσε να ελέγχει τις αντιδράσεις της. ο Ρίντινγκ.γυναίκα. Πως είχε παρασυρθεί από μερικές παράλογες υποψίες χωρίς να έχει κανένα στοιχείο.» Έδειξε να ταράζεται σαν να του είχε πει κάτι άσεμνο. Δεν μπορούσαν να το ελέγξουν. στρέφοντας πάλι την προσοχή του στα άλογα. Ποτέ δεν έδειξε φανερά την αντιπάθεια ή την αποδοκιμασία της. «Αγαπητή μου…» «Το ξέρω πως δεν με αφορά» είπε ήρεμα. αλλά σε λίγες εβδομάδες θα γίνονταν σύζυγοι. Ήταν εσωστρεφής άνθρωπος.» «Όχι.

» τον ρώτησε. Το πιο πιθανό είναι πως το κρατάει μυστικό μέχρι να σιγουρευτεί. Τότε είχε πιστέψει πως οι εικόνες και οι ήχοι εκείνης της νύχτας θα στοίχειωναν τους εφιάλτες του για την υπόλοιπη ζωή του. αλλά και τι μπορούσε να πει. αλλά ίσως να την είχε παρασύρει όλη αυτή η κοσμοσυρροή. Ευτυχώς μπροστά τους φάνηκαν οι πύλες του πάρκου. αλλά σίγουρα μπορώ να αφήσω κατά μέρος το όλο θέμα και να συνεχίσω κοιτώντας μπροστά.» Ο Τόμας κούνησε το κεφάλι στο Λόρδο Φέργκους που καθόταν με τη μάλλον άχαρη γυναίκα του. ανώφελες και αποθαρρυντικές. καθησυχάζοντας την ανησυχία του. το μόνο που μπορούσε να θυμηθεί τώρα πια ήταν το άψυχο κορμάκι του μωρού με τα άτονα χαρακτηριστικά και τη σκέψη που είχε κάνει πως όλο αυτό το αίμα και η υστερία δεν είχαν καμία σημασία. Φυσικά θα υπάκουγε στην επιθυμία του. Μου είπε πως υπάρχει η πιθανότητα να πιάσει σύντομα κάποιον γαλαζοαίματο παρασκευαστή τζιν. Α. «Πράγματι. Ο Τόμας απεχθανόταν κάτι τέτοιες σκέψεις. «Ξέρεις ποιον. Όπως είπα. η Λαβίνια θα επέμενε να συζητήσει το θέμα. Σκέψεις που αμφισβητούσαν το κύρος του και τη θέση του στην κοινωνία. «Δεν θα το ξανασυζητήσουμε αυτό το θέμα άλλη φορά» είπε. πεθαμένο κορίτσι. Και δεν θα έπρεπε να δει το νεκρό σώμα της κόρης του. «Εν πάση περιπτώσει.» Η Ηρώ δεν είπε τίποτα. «Καταλαβαίνω» είπε η Λαίδη Ηρώ. Κατέβαλε κάθε φιλότιμη προσπάθεια για να τη διώξει από το μυαλό του. Ανάγκασε τα άλογα να καλπάσουν αργά πίσω από μια ουρά από άλλα άλογα και άμαξες που κατευθύνονταν προς το τέλος του Χάιντ Παρκ. «Αλήθεια. εσύ δεν χρειάζεται να ανησυχείς για το τι έγινε στο γάμο μου με την Αν. Στο κάτω-κάτω. «Τώρα που οι ερωτήσεις σου απαντήθηκαν. Και φυσικά γνώριζε τις πολιτικές φιλοδοξίες του. Ανήκει στο παρελθόν. η Ηρώ ήταν η προσωποποίηση της αυτοσυγκράτησης. Παράξενη σκέψη – και καθόλου εξυπηρετική. ωστόσο είχε την εντύπωση πως αυτή εδώ θα έδειχνε περισσότερο ενδιαφέρον από τις υπόλοιπες.» Η Ηρώ κοκάλωσε δίπλα του.» Για μια στιγμή προσπάθησε να θυμηθεί την εικόνα της Αν εκείνη την τρομερή νύχτα. Είχε πάθει κρίση υστερίας και έκλαιγε καθώς προσπαθούσε να σπρώξει το άτυχο. «Είναι στη ναυτική υπηρεσία» την πληροφόρησε χαμηλόφωνα καθώς οδηγούσε τα άλογα δίπλα από την άμαξα του Φέργκους. Σκέφτηκε πως αν ήταν στη θέση της. Δεν θα καταφέρω ποτέ να συγχωρήσω τον Γκρίφιν.τους. «Δεν είπε.» Η φωνή της ακούστηκε κάπως ψυχρή. δυστυχώς εξίσου άχαρες. Παρ’ όλα αυτά. Ένα μικροσκοπικό. έχει περάσει πια πολύς καιρός. «Είδα τον Γουέικφιλντ χθες» είπε ο Τόμας. Πίσω τους κάθονταν οι δυο τους κόρες. Ο Τόμας αναστέναξε. ήταν η αδερφή ενός από τους επιφανέστερους άντρες του Κοινοβουλίου. . νεκρό μωρό έξω από το σώμα της. Πολλές γυναίκες έβρισκαν τις πολιτικές συζητήσεις ανιαρές. Ένας μαρκήσιος δεν θα έπρεπε να ακούει την ετοιμοθάνατη γυναίκα του να του εξομολογείται τις απιστίες της. πραγματικά. Το πάρκο ήταν γεμάτο από κόσμο σήμερα· ο καλός καιρός είχε παρασύρει έξω παρέες από όλα τα κοινωνικά στρώματα. Ο αδερφός σου είναι σκοτεινός αντίπαλος. να κι ο Φέργκους. Το παιδί ήταν κορίτσι.

Η Λαίδη Ηρώ ήταν πάνω απ’ όλα ένα ήρεμο και σεμνό πλάσμα που δεν αφηνόταν να παρασυρθεί από τρομερά δράματα σαν κι εκείνα που συνήθιζε να δημιουργεί η Αν. «Είναι… κάποια που είχα γνωρίσει κάποτε. «Τι σου είναι αυτή η γυναίκα. «Τίποτα» απάντησε ο Τόμας με σφιγμένα χείλη. «Ήταν πολύ συμπαθητικές. Δεν υπήρχε περίπτωση να μην τραβήξει την προσοχή του κάθε άντρα στο Χάιντ Παρκ.» «Πραγματικά.» τον ρώτησε ήρεμα η Λαίδη Ηρώ. Ή ηλίθιος. «Όλο ξεχνώ πως η εξυπνάδα σου συναγωνίζεται την ομορφιά σου.τι μπορώ για να σε βοηθήσω. την κοιτάζεις σαν να είναι κάποια πολύ σημαντική. Θέλω να κάνω ό.» Τράβηξε το βλέμμα του από τη Λαβίνια και κοίταξε τη μνηστή του. «Ελπίζω να μη βρήκες πολύ βαρετή τη συζήτηση με τη Λαίδη Φέργκους και τις κόρες της. «Πετυχημένο προξενιό. προκαλώντας ένα ροζ χρώμα στο κιτρινιάρικο πρόσωπο της λαίδης. φυσική απόχρωση του χαλκού.» «Με κολακεύεις. Το γέλιο της Λαβίνια παρασύρθηκε στο πάρκο από το φθινοπωρινό αεράκι. Οι πρόσφατες γελοίες αμφιβολίες του διαλύθηκαν. Άλλωστε. Έδειχνε τόσο άχρωμη δίπλα στην εκτυφλωτική παρουσία της Λαβίνια. «Ωστόσο. Η Λαβίνια Τέιτ καθόταν στην παραδίπλα άμαξα και γελούσε με αυτόν τον Σάμιουελ που την είχε συνοδέψει στο Χαρτς Φόλι. Στ’ αλήθεια. ξέρω πόσο σημαντικές είναι αυτές οι συναντήσεις για την καριέρα σου. Μάντβιλ» δήλωσε ο Φέργκους αφού συζήτησαν τα τελευταία σκάνδαλα της Βουλής των Λόρδων. παρά μόνο αν ήταν πεθαμένος.Και τότε ο Τόμας ένιωσε περήφανος για τη μνηστή του. Φορούσε ένα πουπουλένιο παλτό στο κόκκινο χρώμα της παπαρούνας. πραγματικά» μουρμούρισε ο Τόμας. Το πρόσωπό της ήταν αρκετά χλωμό. Ο Φέργκους συνέχισε την ψιλοκουβέντα για ένα δεκάλεπτο ακόμα –είχε μια τάση να μιλά με δασκαλίστικο ύφος–.» τον ρώτησε ήρεμα η Λαίδη Ηρώ και έγειρε ευγενικά το κεφάλι. λαίδη μου. και σε λίγο οι τέσσερίς τους είχαν παρασυρθεί σε μια ζωηρή κουβέντα. Μάντβιλ. κι έτσι δεν μπορούσε να δει παρά μόνο το προφίλ της. επειδή η Λαίδη Ηρώ χαιρέτησε με χαριτωμένη κλίση του κεφαλιού της τις τρεις γυναίκες που της σύστησαν. «Είσαι τυχερός άνθρωπος. Ακολούθησε το βλέμμα της και ένιωσε σαν να του είχαν ρίξει γροθιά στο στομάχι.» «Όλες οι γυναίκες δεν θέλετε να σας κολακεύουν. και έπειτα έκανε μια ευγενική φιλοφρόνηση στη Λαίδη Φέργκους για το σκουφάκι της. τα μαλλιά της είχαν την καλαίσθητη.» «Δεν τη γνωρίζεις πια. και μετά αποχαιρετίστηκαν ευγενικά.» «Καθόλου» απάντησε η Ηρώ. Οι δύο κοπέλες έσκυψαν μπροστά. είμαι ένας τυχερός άνθρωπος. και τα λαμπερά κόκκινα μαλλιά της άστραφταν κάτω από το φως του ήλιου.» Εκείνος χαμογέλασε. να την ταρακουνήσει βίαια μέχρι να σταματήσει πια τις ερωτήσεις της και τις . Η Λαίδη Ηρώ κοιτούσε σταθερά στο πλάι. Ξαφνικά ένιωσε την ανάγκη να βάλει τις φωνές στη Λαίδη Ηρώ. να διώξει αυτή την πραότητα από το πρόσωπό της. Ο Τόμας έπιασε πάλι τα ηνία. και ο Τόμας γύρισε προς το μέρος της.» Δεν του απάντησε.» «Τι.

αμέσως επικράτησε η πρακτική πλευρά του χαρακτήρα της. Ναι. όμως η αδερφή της συνέχισε με φούρια. «Τη γνώρισα όταν ήμουν σε κακή ψυχολογία. «Ανήκει στο παρελθόν μου» είπε ψυχρά. «Ω. «Ο Λόρδος Γκρίφιν και η Λαίδη Μάργκαρετ πέρασαν και ρώτησαν αν θέλουμε να πάμε μαζί για ψώνια!» Για κλάσματα του δευτερολέπτου. Μπορούσε να διακρίνει και την παραμικρή ρυτίδα στο πρόσωπό της. Τόμας. Ξερόβηξε νευρικά. «Ανήκει στο παρελθόν τώρα. Θα πρέπει να επικεντρωθούμε στο κοινό μας μέλλον. επιτέλους. σκέφτηκε θυμωμένα η Ηρώ. φουσκώνοντας το στήθος της από ευτυχία. «Σε παρακαλώ. Φυσικά.» Κατάφερε να σχηματίσει ένα χαμόγελο στα χείλη του για να της το προσφέρει. κι όμως ποτέ δεν τον είχαν ενοχλήσει αυτού του είδους οι λεπτομέρειες. Γι’ αυτό. καλή μου. Είναι καλύτερα να αφήσουμε πίσω μας όσα έγιναν στο παρελθόν.» Όχι. κι έπειτα να πηδήξει από την άμαξα και να ρίξει ένα δυνατό χαστούκι σε αυτό τον ηλίθιο νεαρό που συνόδευε τη Λαβίνια. τόσο διάφανη. δεν έκανε τίποτα από όλα αυτά. «Δεν μπορείς να μαντέψεις!» Η Ηρώ άνοιξε το στόμα για να τη ρωτήσει τι ήταν αυτό που δεν μπορούσε να μαντέψει. η Γουέσλι έβαζε τις τελευταίες πινελιές στο φόρεμα της Ηρώς. Οι άντρες της τάξης του δεν συμπεριφέρονταν ποτέ με τέτοιο τρόπο. προσπέρασαν τη Λαβίνια Τέιτ. φοβάμαι. «Θα γίνουμε ένα αξιοθαύμαστο ζευγάρι.» Θυμήθηκε την εποχή που αυτός ήταν ο άντρας που την έκανε να γελάει έτσι.» Ακούμπησε το γαντοφορεμένο χέρι της στον αγκώνα του. «Το ξέρεις πως η Μπατίλντα δεν θέλει να με βλέπουν με τον Ρίντινγκ. σίγουρα δεν μπορεί. «Όμως. Έμοιαζε σαν να ακτινοβολούσε ολόκληρη. Όμως. όταν η Φοίβη όρμησε στο δωμάτιο. κέντρισε τα άλογα. Η πιο όμορφη ακόμα κι από αυτές που επρόκειτο να συναντήσει. περιμένοντας εναγωνίως να προσπεράσουν την άμαξα της Λαβίνια. «Ναι. Κι έπειτα από προχθές που τον έφερα στο σπίτι για γεύμα…» Το φως χάθηκε από το πρόσωπο της Φοίβης. θα γίνουμε. *** Το επόμενο πρωί. η καρδιά της Ηρώς χοροπήδησε από χαρά στη σκέψη του.» . εγώ δεν μπορώ να πάω μόνη μου μαζί τους. την ανεπαίσθητη χαλάρωση στα στήθη της. Ηρώ. «Μάλλον έχεις δίκιο.» Και. Ήταν η πιο όμορφη γυναίκα που είχε συναντήσει ποτέ του. Δεν θα μιλήσουμε γι’ αυτό. Και θυμήθηκε τη μορφή της κάτω από το φως της αυγής. ένας ήχος θλιμμένος. τόσο αισθησιακή. και κάπως μοναχικός. εσύ κι εγώ.» Η Ηρώ μόρφασε από θλίψη μπροστά στη χαρά που διέκρινε στο πρόσωπο της Φοίβης. και ο Ρίντινγκ το ξέρει πολύ καλά αυτό.ανιχνευτικές ματιές.» Η Ηρώ αναστέναξε δίπλα του.

«Πού είναι η αδερφή σου. «Σύντομα θα γίνουμε αδερφές.» ρώτησε ο Ρίντινγκ. Η Ηρώ αναστέναξε. Η Φοίβη ήδη χοροπηδούσε πάνω-κάτω όλο χαρά.» Η Φοίβη έσκυψε μπροστά με ανυπομονησία. βρήκαν τη Λαίδη Μάργκαρετ να τους περιμένει.» Ο Ρίντινγκ γύρισε για να κοιτάξει την Ηρώ. Εγώ δεν έχω κάνει ποτέ μου κάτι τόσο φιλάνθρωπο. αλλά το βλέμμα του παρακολουθούσε την Ηρώ. εντελώς αξιοπρεπής μέσα στο σκούρο μπλε πανωφόρι και στο παντελόνι του. «Επιτρέπεται και σε κύριους να βοηθήσουν.» ρώτησε η Λαίδη Μάργκαρετ. χαίρομαι πολύ που καταφέρατε να έρθετε παρόλο που σας ειδοποιήσαμε τελευταία στιγμή!» αναφώνησε μόλις βολεύτηκαν στα καθίσματα.Έκλεισε σφιχτά τα μάτια της. σωστά. χρειάστηκε να συγκρατήσει ένα χαμόγελο καθώς κατέβαινε τις σκάλες πίσω από την αδερφή της. καλύτερα. «Η Ηρώ αποφάσισε να αφήσει κι άλλες κυρίες να βοηθήσουν το ίδρυμα προσφέροντας χρήματά τους. Ο Ρίντινγκ περίμενε κάτω. «Χαίρομαι που μπόρεσες να έρθεις μαζί μας. «Ναι. «Πόσο σε θαυμάζω.» Πράγματι. θα μπορούσες. «Ήδη νιώθω σαν να γνωρίζω τον αδερφό σου. τότε. Ωστόσο. πως κι εσείς οι δύο θα είστε παθιασμένες με αυτό το θέμα. αλλά αυτό δεν σταμάτησε τη φωνή της Φοίβης. όχι περισσότερο. Χαμογέλασε στη Φοίβη που έτρεχε κατά πάνω του.» «Αλήθεια.» Δεν ήταν απαραίτητος ο περιοριστικός όρος.» Άνοιξε ξανά τα μάτια. Αλλά μόνο για καμιά ώρα.» «Αλήθεια. όμως εκείνος έδειχνε απόλυτα σοβαρός. «Αισθάνομαι πως πρέπει να γνωριστούμε καλύτερα από τη στιγμή που παντρεύεσαι τον αδερφό μου. «Φαντάζομαι. πέρασαν τόσο χρόνο μαζί το καλοκαίρι σχεδιάζοντας το νομοσχέδιό τους για την υπόθεση του τζιν. «Κατ’ επέκταση. κατηγορεί το τζιν για το θάνατο των γονιών μας. «Ω. Λαίδη Ηρώ. περιμένοντας να διακρίνει κάποια ειρωνική έκφραση στο πρόσωπό του. Ο Γουέικφιλντ έχει εμμονή με αυτή την υπόθεση. κι ύστερα. Η Λαίδη Μάργκαρετ κατένευσε.» «Εμείς οι γυναίκες δεν μπορούμε να φέρουμε νομοσχέδια στο Κοινοβούλιο» είπε η Φοίβη «όμως. ξέροντας πολύ καλά πως όλο αυτό ήταν μια πάρα πολύ κακή ιδέα. έτσι δεν είναι. Ίσως μπορώ να . Του έριξε μια αυστηρή ματιά. μόλις ανέβηκαν στην άμαξα. το δούκα. Λαίδη Ηρώ» είπε καθώς τις συνόδευε έξω. «Το ελπίζω» είπε η Λαίδη Μάργκαρετ.» «Όμως.» Η Ηρώ κοίταξε την αδερφή της. κι εκείνη σήκωσε το κεφάλι για να απαντήσει λακωνικά.» «Φυσικά» μουρμούρισε η Ηρώ. «Στην άμαξα. αρκετά ξαφνιασμένη που είχε καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα μέσα από τα μετρημένα λόγια που έλεγε ο Μάξιμους μπροστά της. «Ωραία.» «Πιστεύει πως το Σεντ Τζάιλς έχει γίνει εγκληματική περιοχή εξαιτίας του τζιν» είπε σοβαρά η Φοίβη. η Ηρώ έγινε προσφάτως προστάτιδα ενός ιδρύματος για εγκαταλειμμένα παιδιά στο Σεντ Τζάιλς. Ο Τόμας μιλάει τόσο συχνά γι’ αυτόν. «Σε παρακαλώωωω.» Τα μάτια του την κοίταξαν παιχνιδιάρικα. Εκείνη προσπάθησε να μην κοκκινίσει.» Ο Ρίντινγκ γύρισε το ανέκφραστο πρόσωπό του προς το παράθυρο.

«Είναι ευπρόσδεκτη κάθε γυναίκα με οικονομικούς πόρους. «Ώστε. «Το ίδιο κι εγώ» της είπε αναπάντεχα.» Η Ηρώ δεν άντεχε να συναντήσει το βλέμμα του. Το γιατί θα έπρεπε να νοιάζεται με τον έναν ή τον άλλον τρόπο για το τι σκεφτόταν εκείνος δεν το καταλάβαινε.» «Δεν έχουμε ορίσει ελάχιστο όριο» της είπε η Ηρώ. ελπίζω ο Τόμας να είναι τόσο φιλελεύθερος.» «Η Φοίβη σκέφτηκε την ιδέα.» «Φυσικά» μουρμούρισε εκείνος.» Η επιδοκιμασία του την πλημμύρισε με μια γλυκιά ζεστασιά. φυσικά. Ο Ρίντινγκ χαμογέλασε ειρωνικά.» «Φυσικά» απάντησε η Ηρώ ενώ ο Ρίντινγκ χαμήλωνε το βλέμμα. «Όχι. «Όμως. όμως η αλήθεια ήταν αυτή – νοιαζόταν. Μπορώ να γίνω κι εγώ μέλος.κάνω μια δωρεά. αρκεί να επιθυμεί στ’ αλήθεια να βοηθήσει τα ορφανά παιδιά του Σεντ Τζάιλς. η Φοίβη πήρε το λόγο. «Μπράβο. «Οι άντρες θέλουν πάντα να έχουν τον έλεγχο» του αντιγύρισε η Ηρώ.» «Τι άνιση αντιμετώπιση» μουρμούρισε εκείνος.» Ο Ρίντινγκ χαμογέλασε και κούνησε το κεφάλι. σαν να είχε πιει καυτό τσάι μέσα στο χειμώνα. «Πιστεύω πως είναι πολύ έξυπνο από μέρους σου που περιορίζεις το. κι έτσι η Ηρώ βρέθηκε πίσω μόνη με τον Ρίντινγκ. πιστεύω πως είναι μία καλή λύση» του απάντησε. Θα έρθετε για ψώνια τώρα. «Έχω μόνο μικροποσά να προσφέρω. «Φοβάμαι πως είναι μόνο για κυρίες.τι είχε αρχικά οραματιστεί.» «Ω. είναι αλήθεια. «Αυτό είναι μεγάλη αλήθεια» είπε η Λαίδη Μάργκαρετ. «Βρισκόμαστε στην Μποντ Στριτ.» Η Φοίβη και η Λαίδη Μάργκαρετ κατέβηκαν πρόθυμα από την άμαξα.» «Δεν είναι ωραίο αυτό που λες. βρήκες μόνη σου τη λύση στο πρόβλημά σου για τα κεφάλαια του ιδρύματος. Μάλλον δεν θα είναι αρκετά για να συμμετέχω. όσο είναι ο αδερφός σου.» «Υπέροχο!» είπε όλο ενθουσιασμό η Λαίδη Μάργκαρετ. κυρίες μου. «Απλώς. κι αυτός έχει μια πολύ στενοκέφαλη άποψη για το τι σημαίνει να είσαι ο . ωστόσο είχε ήδη προσφερθεί να τη βοηθήσει μια φορά… Αλλά πριν προλάβει να πει κάτι. «Έχεις μιλήσει στον Τόμας για την ανάμιξή σου στο ίδρυμα.» Ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους. Οι δραστηριότητές σου θα έχουν αντίκτυπο στον Τόμας. «Θα το κάνω σύντομα. ε…» «Συνδικάτο» πετάχτηκε η Φοίβη.» τη ρώτησε. «Θα ονομαστεί Γυναικείο Συνδικάτο επ’ ωφελεία του Ιδρύματος για Ατυχή Βρέφη και Έκθετα Παιδιά. παρόλο που συνειδητοποίησε ότι το συνδικάτο της ίσως κατέληγε μεγαλύτερο από ό. Έσκυψε από πάνω της ενώ οι αδερφές τους προχωρούσαν μπροστά. «Μόνο που…» Η Λαίδη Μάργκαρετ φάνηκε ξαφνικά αμήχανη. φυσικά.» Χαμήλωσε ένοχα το βλέμμα. τέλεια. «Νομίζω πως ένα συνδικάτο μόνο για γυναίκες είναι θαυμάσια ιδέα. Αστειευόταν. αλλά ναι.

» Στράφηκε προς το μέρος της. «Εδώ βρίσκει κανείς μερικά πολύ ενδιαφέροντα βιβλία» της είπε. παρόλο που πήρε το βιβλίο από τα χέρια του και χάιδεψε απαλά τη δερμάτινη ράχη του. «Γιατί όχι.» Τη βοήθησε να προσπεράσουν μια ομάδα γυναικών που είχε μαζευτεί μπροστά σε μία βιτρίνα.» Η Ηρώ εκνευρίστηκε. και η Ηρώ το μόνο που άκουγε ήταν τους γρήγορους χτύπους της καρδιάς της. Ωστόσο… «Δεν μπορώ να φανταστώ πως το να είμαι η προστάτιδα ενός ιδρύματος για ορφανά παιδιά μπορεί να θεωρηθεί τόσο τολμηρή κίνηση. λίγο σκανδαλιστικό . κι έπειτα επέμεινε να επισκεφτούν ένα βιβλιοπωλείο. πάντα θα περνούσε κάτω από εξονυχιστική εξέταση. Άλλωστε.» «Όχι. Πήρε μια βαθιά αναπνοή και απόστρεψε το βλέμμα. «Θα θελήσει να σταματήσεις όταν θα παντρευτείτε. «Είναι απλώς ένα βιβλίο με θεατρικά έργα. Ξαφνικά ήταν σαν να μη μιλούσαν πια για πουλιά. όμορφο μαγαζί.» Για μια στιγμή έμεινε σιωπηλός.» Τα πράσινα μάτια του είχαν αιχμαλωτίσει τα δικά της. ο κόσμος. «Όχι. «Έχεις διαβάσει Αριστοφάνη. «Εγώ το μόνο που καταλαβαίνω είναι πως προτιμώ να ακούω το κελάηδισμα ενός πουλιού από το λιβάδι και όχι από το κλουβί.» τον ρώτησε με έντονο ύφος.» τη ρώτησε ήρεμα. Ο δρόμος. σε ένα μικρό ράφι με ελληνικά και λατινικά αντίτυπα. Η Φοίβη με τη Λαίδη Μάργκαρετ πήγαν να χαζέψουν μια συλλογή από όμορφα εικονογραφημένα βιβλία βοτανολογίας. Αργότερα.» «Πρέπει. Η ανάσα της είχε σταματήσει στο στήθος της.» «Δεν μπορείς να το ξέρεις αυτό» επέμεινε πεισματικά. αλλά το να σουλατσάρεις στο Σεντ Τζάιλς είναι. και η Ηρώ ανακάλυψε πως δεν μπορούσε να τραβήξει το βλέμμα. ενώ ο Ρίντινγκ τράβηξε την Ηρώ παράμερα.» Κούνησε δύσπιστα το κεφάλι και στράβωσε τα χείλη του. Και σαν γυναίκα του. παρόλο που ήξερε πως ο Ρίντινγκ δεν έλεγε παρά την αλήθεια. κατεβάζοντας έναν τόμο με θεατρικά. και ξαφνικά ένιωσε την επιθυμία να κάνει έτσι απλά αυτό που είχε πει εκείνος: να πετάξει. Ίσως να φοβάται τις αχανείς εκτάσεις όπου δεν υπάρχει κανένας για να την προσέχει. όλα έμοιαζαν να ξεθωριάζουν. Σκέφτηκες ποτέ σου το πουλί. είναι φυσιολογικό να θέλει ο Μάντβιλ να προστατέψει τη γυναίκα του. δεν μπορώ. «Ίσως να νιώθει πιο ασφαλής αν ξέρει πως υπάρχει κάποιος που τη φροντίζει μέσα στο κλουβί της.» «Αλήθεια. Ο Μάντβιλ έπρεπε να φροντίζει για τη φήμη του αφού ήταν ένα πολλά υποσχόμενο μέλος του Κοινοβουλίου. ο Ρίντινγκ τις κέρασε τσάι και βουτήματα. και τα πράσινα μάτια του κοίταξαν τα δικά της.» «Δεν θα έπρεπε» μουρμούρισε. Αυτό θα πρέπει να το καταλαβαίνεις.» «Δεν μπορείς. Το μαγαζί ήταν ένα καπελάδικο όπου η Φοίβη ανακάλυψε αρκετά μέτρα από μια λεπτοδουλεμένη βέλγικη δαντέλα. ελεύθερη. δεν μπορώ να καταλάβω γιατί σε αφορά το θέμα. Όμως. δεν μπορούσε… «Φτάσαμε!» τους φώναξε η Λαίδη Μάργκαρετ από μπροστά. δείχνοντάς τους ένα μικρό. Έπειτα είπε με χαμηλή φωνή: «Πώς μπορεί να ξέρει το πουλί ότι μισεί την ελευθερία του λιβαδιού αν δεν την έχει γνωρίσει ποτέ του. «Άλλωστε.Μαρκήσιος του Μάντβιλ.

«Θα πρέπει να σκόνταψε στα σκαλιά. ακριβώς δίπλα σε μια σειρά από σκαλοπάτια. «Μπορείς να σταθείς. κρατώντας ακόμη τον τόμο στα χέρια της. μην το πιάνεις. και όταν φτάσουμε σπίτι. η Μπατίλντα βγήκε έξω και άρχισε να δίνει οδηγίες στις καμαριέρες και στους υπηρέτες. Ο Ρίντινγκ είχε καθίσει δίπλα της και προσπαθούσε να τη στηρίζει σε κάθε ταρακούνημα. και ξαφνικά σαν να πετάχτηκαν τα σκαλιά μπροστά μου. Το πρόσωπο της Φοίβης ήταν κάτασπρο.» «Υποχρέωση σε ποιον. «Θα πρέπει να το χτύπησε στο πέσιμο. παρόλο που στεκόταν δίπλα της.τι είναι οι κωμωδίες.» Η Φοίβη πήγε να σηκώσει το δεξί της χέρι.» «Μα. δεν έδειχνε σε καλύτερη κατάσταση. Θεέ μου!» Έτρεξε προς τα εκεί μαζί με τον Ρίντινγκ. «Δεν είναι Ιστορία όπως του Θουκυδίδη ή του Ηρόδοτου.» Ανασήκωσε ερωτηματικά τα φρύδια.» άρχισε μάλλον επιθετικά.» ρώτησε θυμωμένα ο Ρίντινγκ. «Δεν ξέρω» είπε η αδερφή του. με το στόμα του να έχει γίνει μια άσπρη γραμμή. Η διαδρομή για το σπίτι αποδείχτηκε τρομερή εμπειρία. αφού κάθε τράνταγμα προκαλούσε δυνατούς πόνους στη Φοίβη.» τη ρώτησε. αλλά τίποτα που να σε παρασύρει σε ακολασίες. και μετά έσκυψε κοντά της. «Το λοιπόν. «Έχω την υποχρέωση να κρατώ το μυαλό μου απασχολημένο με πιο σημαντικά θέματα απ’ ό. όμως ο Ρίντινγκ είχε ήδη ξεκινήσει για την εξώπορτα του μαγαζιού. αλλά πήρε μια κοφτή ανάσα. Υπήρχε μια γραμμή από αίμα που έσταζε στο πρόσωπο της Φοίβης.» Ο Ρίντινγκ την κοίταξε προσεκτικά. δεν είναι σοβαρό. Άφησε εμένα. και η Λαίδη Μάργκαρετ.» «Πολύ καλά» άρχισε η Ηρώ. το μέτωπό της» είπε η Ηρώ.» «Ρίντινγκ. «Πήγαινα σε κάποιο άλλο ράφι. «Νομίζω πως έσπασε το χέρι της» είπε ο Ρίντινγκ. είναι βιβλίο με θεατρικά» του τόνισε. και το πρόσωπό της έγινε σχεδόν πράσινο. Η Ηρώ κοίταξε και είδε τη Φοίβη πεσμένη μπροστά από μια μικρή στοίβα με βιβλία. Είναι προφανές ότι δεν βλέπει με αυτά που έχει. «Άουτς. Δεν είδε τα σκαλοπάτια! Πρέπει να συμβουλευτείτε .» Με μια επιδέξια κίνηση. «Θα την πάω στην άμαξα. έπιασε τη Φοίβη στην αγκαλιά του και σηκώθηκε.» Άγγιξε απαλά τα μαλλιά της Φοίβης. Μαζί με τη Λαίδη Μάργκαρετ έτρεξαν για να τον προλάβουν. «Ω.» ρώτησε η Ηρώ. Μόλις έφτασαν στο σπίτι. Γύρισε και αντίκρισε το θυμωμένο πρόσωπο του Ρίντινγκ. και γρήγορα έφτασαν στην άμαξα. αλλά ξαφνικά ακούστηκε μια κραυγή και ένας γδούπος από πίσω του. θα ειδοποιήσουμε να έρθει κάποιος γιατρός.» «Το λοιπόν. «Τι έγινε. όταν ένα δυνατό χέρι την έπιασε από το μπράτσο.» «Δεν τα είδα» ψέλλισε η Φοίβη με χείλη που είχαν χάσει το χρώμα τους.σε μερικά σημεία. «Ωχ!» «Τι είναι.» Έβαλε προσεκτικά το βιβλίο πίσω στο ράφι του. «Έτσι… Έτσι νομίζω. και η Ηρώ ήταν έτοιμη να πάει μαζί της. «Όχι. «Γιατί δεν φοράει καλύτερα γυαλιά. Η Φοίβη μεταφέρθηκε μέσα στο σπίτι.

«Χάσαμε άλλον έναν άντρα σήμερα το πρωί» γρύλισε ο Νικ. Όλη αυτή την ώρα είχε κολλήσει το στέρνο του στη ράχη του αλόγου. έχουμε κάνει τα πάντα. Και. και μετά ανοιγόκλεισε δύσπιστα τα μάτια μπροστά σε αυτό που είδε. έχοντας τα μάτια ανοιχτά και το ένα χέρι στο γεμισμένο όπλο που είχε στερεωμένο στη σέλα του. Πήρε τα δύο γεμισμένα πιστόλια από τη σέλα και τα έχωσε σε μια μεγάλη δερμάτινη ζώνη που είχε περάσει κάτω από το πανωφόρι του. «Έχουμε συμβουλευτεί τους ειδικούς» του απάντησε κουρασμένα. Ίσως και να ήταν νεκρός.κάποιον ειδικό. κι έπειτα πήδηξε και βρέθηκε όρθια στον τοίχο κάποιου σπιτιού πριν εξαφανιστεί πάνω στη στέγη.» *** Ήταν περασμένα μεσάνυχτα όταν ο Γκρίφιν έφτασε στο Σεντ Τζάιλς εκείνο το βράδυ. αλλά δεν είδε τίποτα από το Φάντασμα του Σεντ Τζάιλς – γιατί αυτό έπρεπε να ήταν. Ήταν γνωστό πως ο Εφημέριος επιδείκνυε μεγάλη υπομονή όταν κυνηγούσε κάτι που ήθελε πολύ. ήθελε το αποστακτήριο του Γκρίφιν με κάθε τίμημα. όμως το μόνο που ένιωσε ήταν βαθιά. σηκώνοντας το όπλο. Η Φοίβη θα τυφλωθεί εντελώς. Ίσως να είχε χάσει το ενδιαφέρον του για τη συγκεκριμένη περιοχή του Λονδίνου. ο Γκρίφιν ένιωσε τα νεύρα του να σφίγγονται. Κούνησε σαστισμένα το κεφάλι και χτύπησε με το γόνατο τον Ράμπλερ για να ξεκινήσει. Όταν επιτέλους ο Νικ Μπαρνς άνοιξε την πόρτα. Ένας άντρας ντυμένος με κάτι σαν εφαρμοστό κουστούμι. από τότε που καταλάβαμε πως η όρασή της ήταν αδύναμη.» Ανοιγόκλεισε τα μάτια για να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Εδώ και ένα χρόνο.» Το πρόσωπό του σκυθρώπιασε. Γύρισε. «Μερικοί ήταν από μέρη μακρινά. Μήπως ήταν λωποδύτης. Κρίμα που δεν μπορούσε να μιλήσει στη Μεγκς γι’ αυτό που είχε δει – θα φούντωνε η περιέργειά της. Μια σκιά κινήθηκε στα δεξιά του και γλίστρησε στο κούφωμα μιας πόρτας. Έτρεχε με το άλογό του. μία κοντή κάπα και ένα αλλόκοτο καπέλο με φτερό. Το παράξενο ον φορούσε μαύρα και κόκκινα ρούχα. «Δεν ξέρω αν τον πήρε ο . Ίσως τα νέα πως ο Εφημέριος σχεδίαζε να επιτεθεί ξανά να ήταν μόνο φήμες. ξέροντας πόσο εκτεθειμένος ήταν. «Και τίποτα δεν πέτυχε. «Και. όπως είναι η Πρωσία. Από τότε που είχαν πετάξει το κορμί του Ριζ πάνω από τη μάντρα του. Όμως.» Η Ηρώ έκλεισε τα μάτια.» της είπε. αλλά ο Γκρίφιν δεν μπορούσε να βασιστεί σε αυτό. προσπαθώντας χωρίς επιτυχία να χαμογελάσει. Θεέ και Κύριε. Χτύπησε την πόρτα και του φάνηκε πως περίμενε μια αιωνιότητα μέχρι να του απαντήσουν. σφίγγοντας το μπράτσο της. όπως είχε φανεί.» τον ρώτησε καθώς ξεπέζευε στην αυλή. Ίσως. αβάσταχτη θλίψη. Ο Γκρίφιν τράβηξε ένα από τα πιστόλια που είχε στη σέλα του. το φάντασμα δεν είχε κάνει καμία προσπάθεια να τον ληστέψει. κραδαίνοντας το καπέλο της. Ο Γκρίφιν κοίταξε ψηλά. και όσοι αποτελούσαν εύκολη λεία βρίσκονταν ήδη πεσμένοι στη γη. Ένας σωρός από “θεραπείες” δοκιμάστηκε πάνω της. περιμένοντας να αισθανθεί θυμό ανάλογο με το δικό του. Όταν έφτασε στο αποστακτήριο. ήταν θεοσκότεινα. «Τι τρέχει. δεν είχε δει ούτε ίχνος από τους άντρες του Εφημέριου. «Ηρώ. Η φιγούρα έκανε μια ελαφριά υπόκλιση. Σε τι ακριβώς εξυπηρετούσαν οι περιπλανήσεις του. Το πρόσωπο του Νικ ήταν βλοσυρό.

Όλο αυτό είχε ξεκινήσει σαν μια απλή επιχείρηση – ποτέ ευυπόληπτη. Είναι η ρίζα όλων των κακών στο Λονδίνο. «Δεν είναι κατάλληλη ασχολία για τους λιμοκοντόρους. Ο Γκρίφιν ίσιωσε την πλάτη και στήριξε τον αγκώνα του πάνω στο φτυάρι.» Ο Γκρίφιν έσκυψε και έριξε κι άλλο κάρβουνο. λόρδε μου. Όταν σήκωσε ξανά το βλέμμα του.» Ο Νικ έγειρε πίσω και στηρίχτηκε στις φτέρνες του.» Έκανε ένα μορφασμό και έτριψε το σβέρκο του. Γη που τη δούλευαν οι εργάτες του για να βγάλουν μια μίζερη σοδειά.» Ο Γκρίφιν βόγκηξε και έριξε μια φτυαριά κάρβουνα στη φωτιά. Ίσως από κάτι που της είπες. σωστά. και μετά να περιμένει μέχρι να φτάσω στο σημείο να μην μπορώ να πληρώσω αρκετά ώστε να κρατήσω τους άντρες εδώ. φυσικά. όμως κανένας από τους άντρες δεν βρισκόταν αρκετά κοντά ώστε να μπορεί να ακούσει. Η πληροφορία πως έχανε την όρασή της τον έκανε να νιώθει ανήμπορος. ίσως μπορούμε να κάνουμε κάτι πιο αποτελεσματικό.» «Να πάρει.» «Σωστά.» «Δεν επιδοκιμάζει το αποστακτήριο» του είπε άχρωμα ο Γκρίφιν. είδε τον Νικ να τον κοιτάζει συλλογισμένα. δεν είναι εντελώς σωστό αυτό. Ίσως ήταν καιρός να εγκαταλείψει αυτές τις παράνομες μεθόδους για να κερδίζει χρήματα· όμως. Ο Γκρίφιν κοίταξε γύρω του. υποστηρίζει. «Όχι. «Α. Έχεις βάλει στην άκρη κάτι λίγα λεφτά. Πιστεύει πως το τζιν είναι η αιτία που υπάρχουν τόσο πολλά ορφανά. «Φάνηκε κάπως αναστατωμένη. Είχε καταλάβει τι εννοούσε ο Νικ: να επιτεθούν εκείνοι.» Ο Νικ έξυσε το πιγούνι του. δεν έπρεπε να τυφλωθεί ένα νέο κορίτσι σαν κι αυτήν. Παράτησε το αποστακτήριο και βρες κάποιον άλλον τρόπο για να βγάλεις χρήματα. «Είδα εκείνη την κυρία που ήρθε μαζί σου τις προάλλες» είπε μετά από λίγο.» «Χριστέ μου. Ακόμη δεν μπορούσε να ξεχάσει τη μικρή Φοίβη με το χλωμό πρόσωπό της τραβηγμένο από τον πόνο. Πώς αλλιώς θα μπορούσε να βγάλει λεφτά από τα σιτηρά του.» Ο Γκρίφιν έβγαλε το πανωφόρι του και πήρε ένα φτυάρι για να σκαλίσει τη φωτιά που έκαιγε κάτω από το χάλκινο καζάνι.» . το ξέρω. Να πάρει. έχοντας διάθεση για κουβέντα. τι άλλο είχε.» «Το Ίδρυμα για Ατυχή Βρέφη και Έκθετα Παιδιά. Ίσως είναι καιρός να αποσυρθείς.Εφημέριος ή αν απλώς το έβαλε στα πόδια από μόνος του. «Δεν θα κρατήσουμε πολύ έτσι» είπε ήρεμα ο Νικ. Ο Θεός δεν έπρεπε να επιτρέψει να συμβεί κάτι τέτοιο. Σήμερα όλα πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο. ανασηκώνοντας τα φρύδια με απορία.» Ο Γκρίφιν γύρισε και του έριξε μια άγρια ματιά. Ο Νικ δεν ήταν άνθρωπος που φλυαρούσε. αλλά πάντως επιχείρηση. Το μόνο που χρειάζεται ο Εφημέριος είναι να μας χτυπά κάθε φορά κι από λίγο. Εκείνη προστατεύει ένα ορφανοτροφείο στο Σεντ Τζάιλς. Ο Νικ έμεινε για λίγο να τον κοιτάζει καθώς έριχνε κάρβουνα στη φωτιά. «Το ξέρω αυτό. «Αυτό που αναρωτιέμαι είναι αν αξίζει όλο αυτό. «Άσχημα τα πράγματα. Πότε είχε μετατραπεί σε πόλεμο. Ο άλλος άντρας ανασήκωσε ατάραχα τους ώμους. Εκείνος έσφιξε τα χείλη – καθόλου ευχάριστο θέαμα. «Τότε.

» Ο Νικ χαμογέλασε. «Ούτε εγώ εσένα. είναι απλή υπόθεση – τις πηδάς και τις πληρώνεις. όλα καλά και νοικοκυρεμένα. Όμως. χωρίς δεύτερη σκέψη μετά. Αναστέναξε βαθιά και άφησε στην άκρη το φτυάρι. «Είναι από εκείνες τις αθώες. Αλλά με μία ευυπόληπτη γυναίκα. νομίζω. Ο Νικ ήταν αυτός που του είχε συστήσει τον άνθρωπο από τον οποίο είχε αγοράσει το πρώτο του αποστακτήριο – ένα εντελώς ετοιμόρροπο κτίσμα. Πιο μεγάλο και πιο αρχοντικό. με ένα σιγανό βογκητό. Και πολύ καχύποπτος. Ούτε και ο Γκρίφιν ένιωθε σίγουρος πως είχε πειστεί. Χωρίς προβλήματα.» «Έχει αρραβωνιαστεί τον αδερφό μου.» Ο Γκρίφιν αναστέναξε. ξαφνιασμένος.» «Δύσκολο να μην ξέρεις αν ζεις σε τούτα τα μέρη.» Έριξε κι άλλα κάρβουνα παρόλο που η φωτιά είχε ανάψει για τα καλά τώρα. τώρα. Ήσουν ένας αριστοκράτης που είχε έρθει από εκείνο το πολυτελές σχολείο. λόρδε μου. δεν έχει παρά αδερφικό ενδιαφέρον για σένα.» ρώτησε. Όχι σαν κι αυτά που πουλάνε τα παιδιά σε κακά σπίτια.» «Μοιάζει σαν καλός άγγελος με σιδερένια θέληση. Ο Νικ έδειχνε αθώος.» «Νικ» είπε ο Γκρίφιν αργά «μου δίνεις ρομαντικές συμβουλές. «Εκείνο το μικρό αποστακτήριο στο Τίπινγκ Λέιν. «Ξέρεις γι’ αυτό. «Θυμάσαι όταν πρωτοξεκινήσαμε όλο αυτό πριν από χρόνια. τότε. «Βέβαια. που χρειάζονται προσοχή» είπε. «Οι πόρνες. Ήσουν πρωτάρης τότε. απλώς υπάρχουν έννοιες στην αρχή.τι κατάλαβα. λόρδε μου. Κρίμα που το ίδρυμα κάηκε πέρσι το χειμώνα. έτσι δεν είναι. «Το ξαναχτίζει.» Ο Νικ έριξε πίσω το κεφάλι για να κοιτάξει τη σκοτεινή οροφή της αποθήκης.Ο Γκρίφιν τον κοίταξε. όπου να ’ναι θα γίνει νύφη μου» είπε εκείνος. κάτι πάνω στον επιβλητικό πρώην μποξέρ τον είχε κάνει να σχηματίσει την εντύπωση πως ήταν ιδιαίτερα έντιμος. οι περισσότερες από δαύτες. Δεν φάνηκε να πείθεται καθόλου με την υπενθύμιση του συνεργάτη του. βέβαια» μουρμούρισε ο Νικ. όλο δαντέλες και μπιχλιμπίδια. λόρδε μου.» Ο Νικ έσπρωξε το καπέλο του πίσω.» Ο Γκρίφιν ξεφύσησε.» «Δεν ήμουν σίγουρος αν μπορούσα να σε εμπιστευτώ.» Ο Γκρίφιν τον κοίταξε. «Ούτε που θα μου περνούσε από το μυαλό κάτι τέτοιο.» Ο Νικ γέλασε. Δεν ήμουν σίγουρος αν θα άντεχες μία βδομάδα. απ’ ό. και τέτοια πράγματα. «Είναι καλό μέρος.» «Νικ» έκανε αυστηρά ο Γκρίφιν για να τον προειδοποιήσει. «Θυμάσαι τότε που πιστεύαμε ότι το αποστακτήριο θα εκραγεί.τι έχω ακούσει. Όχι πως δεν αξίζει στο τέλος. Μόνο που ο άλλος άντρας δεν υπήρξε ποτέ από τους τύπους που δειλιάζουν.» «Εν πάση περιπτώσει. έχοντας την υποψία πως τον κορόιδευε. Ο Νικ έφτυσε στα . «Θα αναρωτιόταν κανείς τι δουλειά έχει μαζί σου. έτσι ώστε να μπορέσει να ξύσει το κεφάλι του. Μπελάς. απ’ ό. Είχε συναντήσει τον Νικ σε ένα εξαθλιωμένο καπηλειό του Σέβεν Ντίαλς – καμία σχέση με τα μέρη όπου συνήθως κάποιος μπορεί και βρίσκει συνεργάτες. «Α. Καλύτερα να είναι προετοιμασμένος ένας άντρας. ακολουθούν συζητήσεις για συναισθήματα.

«Η μάνα και οι αδερφές μου έγνεθαν το νήμα για τον πατέρα» είπε ο Νικ. Ο Γκρίφιν τον κοίταξε με έκπληξη. «Δουλέψαμε σκληρά για να φτάσουμε εδώ που φτάσαμε. Δεν είχε καμία σχέση με εκείνο το μικρό αποστακτήριο στο Τίπινγκ Λέιν. Έπεσε πάνω στον τοίχο δίπλα από την πόρτα και την άνοιξε ίσα με μια χαραμάδα με το πόδι του. Πολλοί από τους γείτονές τους είχαν βάλει πρόβατα για να εκμεταλλεύονται το μαλλί και το κρέας τους.» Ο Γκρίφιν σκέφτηκε τα κτήματα των Μάντβιλ στο Λανκασάιρ. Επειδή εγώ θυμάμαι πολλές.» Ο Γκρίφιν χαμογέλασε και κοίταξε γύρω του την αποθήκη.» Αμέσως κλότσησε την πόρτα για να την ανοίξει διάπλατα. Ο Νικ βλαστήμησε βρόμικα. όχι ακριβώς. Μια κραυγή ακούστηκε πίσω τους. «Έχουν κλείσει την καμινάδα απέξω!» «Σβήστε τη φωτιά!» φώναξε ο Γκρίφιν.» ρώτησε μετά. Ο Γκρίφιν γύρισε.» Ο Νικ έβγαλε ένα μικρό τσιμπούκι από το γιλέκο του.» Ο Γκρίφιν χαμογέλασε στη σκέψη του Νικ να γνέθει νήμα με αυτά τα τεράστια χέρια. τραβώντας ένα πιστόλι από τη ζώνη του. χτυπώντας με το χέρι του τις πλάτες όσων πλησίαζαν. τράβηξε και το δεύτερο όπλο του και άρχισε να πυροβολεί και με τα δύο χέρια. Ο πατέρας μου ήταν υφαντής.» «Όχι. Μου φαινόταν βαρετή δουλειά όταν ήμουν νέος. Όμως. Οι άντρες που φρουρούσαν έξω πάλευαν δίπλα από τη μάντρα με αυτούς που τους είχαν επιτεθεί. Υποθέτω πως ποτέ δεν είχα το χρόνο να σκεφτώ για να βρω άλλη δουλειά. Ήδη είχαν καταφέρει να μπουν στην αυλή τρεις άγνωστοι.» «Υφαντουργία. «Το ίδιο έκανα κι εγώ όταν ήμουν παλικαράκι. «Όχι.» «Γεια στο στόμα σου. αυτό κάναμε. . κάποιος ορμούσε στην πόρτα ενώ άλλοι κατατρόπωναν τους φρουρούς της αυλής.» Έγνεψε στους άντρες. Κι άλλοι πυροβολισμοί ακούστηκαν από τα όπλα των αντρών του. Του είχε πάρει χρόνια να φτιάξει τη δική του επιχείρηση σε τούτο το σημείο. «Ποια από όλες τις φορές. Το έδαφος ήταν αρκετά πετρώδες για να ευδοκιμήσει σιτάρι. εκεί που δεν χρειαζόταν να μένει ξάγρυπνος τα βράδια ανησυχώντας για λεφτά και για σιτηρά. όμως εγώ δεν έμαθα ποτέ την τέχνη. «Σκέφτηκες ποτέ να κάνεις κάτι άλλο. βήχοντας από το μαύρο καπνό. Έχεις σκεφτεί εσύ. Με ένα άχυρο πήρε φωτιά από το τζάκι και το άναψε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Εκεί που μπορούσε να πει στη μητέρα του να προγραμματίσει τη νέα γκαρνταρόμπα της Μεγκς και να είναι σίγουρη ότι είχαν τα χρήματα για να την αγοράσουν. Πυκνός καπνός έβγαινε από τη μία από τις μεγάλες καμινάδες που ήταν χτισμένες πάνω στους εξωτερικούς τοίχους. «Όντως.» Ο συνεργάτης του έξυσε το πίσω μέρος του κεφαλιού του.άχυρα. έτσι δεν είναι. κι έπειτα έτρεξε στην είσοδο της αποθήκης. «Μπαίνουν μέσα» είπε στην ομάδα του. και τώρα πια είμαι πολύ μεγάλος για να μάθω καινούρια κόλπα. Ήθελε μόνο λίγο χρόνο ακόμα για να σταθεροποιηθεί εντελώς οικονομικά. «Βεβαιωθείτε πως δεν θα πλησιάσουν την αποθήκη. Ένας από τους επιτιθέμενους σωριάστηκε στο πλακόστρωτο της αυλής. Από μία άκρη ακούστηκε ο Ράμπλερ να χλιμιντρίζει και να κλοτσάει τρομοκρατημένος. ρίχνοντας κάτω και το δεύτερο. «Δηλαδή. Οι άντρες απομακρύνονταν. «Θα κοιτάξω τους τοίχους.» «Να με πάρει ο διάβολος αν αφήσω τον Εφημέριο να μου πάρει τη δουλειά τώρα.» είπε.

» Ο Γκρίφιν έδειξε τον άντρα που έκλαιγε. Ο άντρας δεν έκανε ούτε ένα μορφασμό. Ο Νικ ξεπρόβαλε μέσα στο σκοτάδι –ίδιος δαίμονας– με το πρόσωπό του μαυρισμένο. Σήκωσε το άλλο του χέρι για να χτυπήσει τον Γκρίφιν. όμως ξαφνικά άρχισε να τρεκλίζει μέχρι που σωριάστηκε στη γη σαν μαριονέτα που είχαν κοπεί απότομα τα σκοινιά της. κρατώντας ακόμη το σπαθί του που ήταν καρφωμένο στο κορμί του εισβολέα. «Εσείς οι υπόλοιποι μείνετε να προσέχετε την αυλή από άλλη επίθεση. και μετά πήρε έναν τορβά από τη σέλα και έριξε μέσα μια χούφτα βρώμη.» Ο Νικ κούνησε το κεφάλι και γύρισε για να κοιτάξει τις καταστροφές που είχαν γίνει στη . Οι υπόλοιποι εισβολείς είχαν τραπεί σε φυγή.» Ο Γκρίφιν κατένευσε. «Όλα καλά. δείχνοντας τώρα πραγματικά σατανικός. «Και πώς θα βρούμε άντρες γι’ αυτήν τη δουλειά. «Φέρ’ τον μέσα. «Χρειαζόμαστε φρουρούς και στη στέγη. Ο Γκρίφιν πάτησε με το πόδι του το στήθος του άντρα και τράβηξε το σπαθί από το κορμί του. Ο Γκρίφιν μισόκλεισε τα μάτια του που έτσουζαν από τη στάχτη. Όρμησε προς τον Γκρίφιν. αγόρι μου. Ο Γκρίφιν τού μίλησε ήρεμα για μερικά λεπτά ακόμα. αλλά η φωνή του ακούστηκε πνιχτή ακόμα και στα δικά του τα αφτιά. όμως δεν χρειάστηκε να κάνει κάτι άλλο. έτοιμος. Ο Γκρίφιν πήγε κοντά του και ακούμπησε το χέρι του στην ιδρωμένη ράχη του ζώου. έκανε μια στροφή σαράντα πέντε μοιρών. Οι άντρες του πέρασαν από δίπλα του. Ο άλλος σήκωσε ξανά τη χατζάρα του. με τη φόρα που είχε πάρει για το χτύπημα.» Άφησε δέκα άντρες να προσέχουν τον τοίχο και κίνησε για την αποθήκη. «Το έχω υπόψη μου. κι έτσι γλίτωσε το πρόσωπό του και δέχτηκε το χτύπημα στον ώμο. Τώρα είναι όλα καλά. Τέσσερα κορμιά κείτονταν πάνω στις πλάκες και ένας άντρας –ένας από τους δικούς του– καθόταν με την πλάτη ακουμπισμένη στον τοίχο και έκλαιγε.» «Πλήρωσέ τους τα τριπλά» είπε βλοσυρά ο Γκρίφιν. τρέχοντας προς τη μάντρα. Ο άντρας ήταν κοντός αλλά γεροδεμένος και κρατούσε μία τεράστια χαντζάρα στο χέρι. Από την πόρτα έβγαινε ακόμη καπνός και ξεχυνόταν μέσα στη νύχτα. Εκείνος πέταξε κάτω το ένα πιστόλι του και τράβηξε το σπαθί του για να αντιμετωπίσει έναν εισβολέα. Η μάχη είχε τελειώσει. «Είναι σχεδόν σίγουρο πως τους διώξαμε. Σήκωσε το πιστόλι που είχε πετάξει νωρίτερα και μπήκε μέσα. Στράφηκε προς τη μάντρα. Άφησε τον Ράμπλερ να μασουλάει ευχαριστημένος και γύρισε στην αποθήκη. Ο τύπος. όμως τώρα δεν ήταν το ίδιο πυκνός. τουλάχιστον για την ώρα. παρ’ όλα αυτά δεν μπορούμε να λειτουργήσουμε το αποστακτήριο τώρα με τέτοιο χάλι. Ο Ράμπλερ εξακολουθούσε να φριμάζει και να τινάζεται στη γωνιά που ήταν δεμένος. «Κάποια στιγμή θα καταλήξεις να δίνεις περισσότερα απ’ όσα βγάζεις» τον προειδοποίησε ο Νικ. αλλά εκείνος πρόλαβε να σκύψει. Ήταν μουντά. με τον καπνό να πυκνώνει προς το ταβάνι. κι εκείνος έκανε έναν πλάγιο ελιγμό για να τον αποφύγει από φόβο μήπως η βαριά χαντζάρα έσπαγε το λεπτό σπαθί του.» Το άλογο γύρισε το βλέμμα του στο πρόσωπό του. και τότε ήταν που βρήκε την ευκαιρία ο Γκρίφιν να τον καρφώσει με το ξίφος του στη μασχάλη.«Πιάστε τους!» φώναξε ο Γκρίφιν.» Ο άλλος άντρας ανασήκωσε το ένα του φρύδι.

» Ο Γκρίφιν κάθισε κουρασμένα σε ένα βαρέλι και έπιασε να αδειάσει από τα πιστόλια του τις σφαίρες και το μπαρούτι.» «Γιατί το λες αυτό. «Αυτήν τη φορά. «Θα μπορούσε να ήταν πολύ χειρότερα. αφήνοντας τα τελευταία του λόγια να αιωρούνται δυσοίωνα.» Κοίταξε τον Γκρίφιν. «Ας προσευχηθούμε να κρατήσει λίγο ακόμα η τύχη μας.βουλωμένη καμινάδα. Το μόνο που κατάφεραν ήταν να φουντώσει περισσότερο η φωτιά. «Φτηνά τη γλιτώσαμε.» «Προσπάθησαν να φράξουν κι άλλη καμινάδα. αλλά έπεσαν όσα είχαν χώσει για να τη βουλώσουν.» «Έτσι ακριβώς» συμφώνησε με πνιχτή φωνή ο Νικ και στράφηκε προς τις καμινάδες.» .

«Έχω βάλει το νερό να βράσει. και μετά αναστέναξε με ανακούφιση καθώς βυθιζόταν σε μια μπανιέρα με ζεστό νερό. η βασίλισσα ειδοποίησε να ετοιμάσουν το άλογό της και κανόνισε να πάει με τους πρίγκιπες για κυνήγι με γεράκια. Η πόρτα έκλεισε πίσω από το βαλέ. άνθρωπε» είπε εκείνος. «Θα τις κατεβάσω στο αγόρι. πονούσε λες και ήταν γέρος. με μια έκφραση απογοήτευσης στα πρόσωπά τους. Ο Ντιντλ μάζεψε τα βρόμικα ρούχα του. και ύστερα έπιασε τις λασπωμένες μπότες του.» Ο Γκρίφιν έκλεισε τα μάτια και του έγνεψε καταφατικά με το χέρι. στο Λονδίνο. Οι πρίγκιπες ακολούθησαν τη βασίλισσα στο κυνήγι. . ανέβηκε τη σκάλα και μπήκε στο σπίτι του. Με ένα τελευταίο χάδι στον Ράμπλερ. Κάθισε στο κρεβάτι του και άρχισε να βγάζει τις μπότες του ενώ οι καμαριέρες έρχονταν τρέχοντας με κατσαρόλες που άχνιζαν στα χέρια. λίγες καμαριέρες. Θα έχουμε έτοιμο το μπάνιο σε λίγα δευτερόλεπτα. Το αντίτιμο γι’ αυτή την έλλειψη προσωπικού ήταν το ότι συχνά δεν έβρισκε κανέναν να τον περιμένει στην πόρτα του. Και όχι απαραιτήτως με αυτήν τη σειρά. Ένας μάγειρας. Ξεπέζεψε κουρασμένα τον Ράμπλερ έξω από το σπίτι του και παρέδωσε τα ηνία στο νεαρό ιπποκόμο. Θεέ μου. «Φρόντισε να τον τρίψεις καλά και δώσε του να φάει» πρόσταξε το αγόρι. Και καθώς εκείνοι περίμεναν έφιπποι στον προαύλιο χώρο των στάβλων. ο Γκρίφιν έκανε ένα μορφασμό. Είκοσι λεπτά αργότερα. όμως ο επιστάτης των στάβλων κούνησε συλλογισμένα το κεφάλι του… -από το Η Βασίλισσα Μαυρομαλλούσα Στα μέσα του πρωινού γύρισε ο Γκρίφιν από το Σεντ Τζάιλς. εντάξει.» Έπειτα ξεχύθηκε με το άλογό της έξω από τον περίβολο των στάβλων χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά πίσω της.Κεφάλαιο Δέκα Την επόμενη μέρα. Άρχισε να ανεβαίνει τη σκάλα. Ο υπηρέτης έβγαλε το κεφάλι του από την κρεβατοκάμαρα του Γκρίφιν μόλις άκουσε τα βήματά του στο χολ του πάνω ορόφου. Άλλη μια νύχτα ξαγρύπνιας είχε προστεθεί στις μάχες και στα πηγαινέλα του στο Σεντ Τζάιλς. λόρδε μου. Όμως. Εδώ. εκείνη στράφηκε στους επίδοξους μνηστήρες και ρώτησε: «Ποιο είναι το ισχυρότερο πράγμα στο βασίλειό μου. Πέταξε το καπέλο του σε ένα τραπεζάκι του χολ και δεν μπήκε στον κόπο να σκύψει και να το μαζέψει όταν αυτό έπεσε κάτω.» «Να ’σαι καλά. ένα αγόρι για να του γυαλίζει τα υποδήματα και ο Ντιντλ ήταν υπεραρκετοί για τις ανάγκες του. ο Ντιντλ ήξερε πολύ καλά τις συνήθειες του αφεντικού του. δεν είχε πολύ υπηρετικό προσωπικό από τη στιγμή που δεν δεξιωνόταν κόσμο. Τώρα το μόνο που ήθελε ήταν να κάνει ένα ζεστό μπάνιο και να ξαπλώσει στο κρεβάτι του.

υπήρχε εκείνο το γλυκό. κάνοντάς τον να συνειδητοποιήσει πως το νοτισμένο πουκάμισό του είχε κολλήσει πάνω στο κορμί του και το παντελόνι του δεν μπορούσε να καλύψει απόλυτα τον ερεθισμό του. ζεστό. Κατέβηκε τη σκάλα ξυπόλητος. Το βλέμμα της σύρθηκε πάνω του. συνειδητοποιώντας την άκαμπτη σκληρότητά του αλλά και την υπέροχη ευαισθησία στην κορυφή. Μέσα στη νύχτα είχε ακουστεί πως είχαν μπει άλλες δύο φωτιές σε διαφορετικά σημεία για να καταστρέψουν κι άλλους παρασκευαστές τζιν. Είχε δώσει οδηγίες στον Νικ να βρει κι άλλους άντρες με οποιαδήποτε τιμή.Είχε ήδη σαπουνίσει το κεφάλι και το σώμα του. Ίσως να είχε έρθει ο Νικ Μπαρνς με καινούρια νέα. τα χτυπήματα συνεχίζονταν. Τον τρόπο που χαλάρωναν τα ροδαλά της χείλη όταν άκουγε τις απαντήσεις που της έδινε. Θυμήθηκε τη μικρή γραμμούλα που σχηματιζόταν ανάμεσα στα τόξα των φρυδιών της κάθε φορά που του έκανε διάλεξη. Γι’ αυτό. Ξεφύσησε σιγανά. αφήνοντας το μυαλό του ελεύθερο να ταξιδέψει.» «Ω. όμως ήταν αρκετοί για να μπορούν να ανοίξουν μια καταραμένη πόρτα. έμεινε κι άλλο βυθισμένος εκεί μέσα. Μπορεί να μην είχε πολλούς υπηρέτες.» Βρέθηκε να κοιτάζει τα ξαφνιασμένα γκρίζα μάτια της Λαίδης Ηρώς. «Διάβολε» πέταξε. ακολούθησαν κι άλλες σκέψεις που την αφορούσαν. Και το πώς είχαν βαρύνει τα βλέφαρά της όταν την είχε φιλήσει στο λαιμό. Στο μυαλό του ήρθαν εικόνες από εκείνα τα γλυκά μικρά της στήθη. «Ω!» «Τι γυρεύεις εδώ. Ωστόσο. καταβρέχοντας με νερά το χαλί. «Άκουσα σήμερα το πρωί πως κάποιο αποστακτήριο . Αλλά πάλι. ίσως και να είχε δίκιο που αποδοκίμαζε τη δουλειά του. Ο Γκρίφιν βόγκηξε. Στράφηκε βιαστικά στο πρόσωπό του. από τις κόκκινες θηλές της που έδειχναν μεγάλες σε σύγκριση και αβάσταχτα ερωτικές. Είχε λύσει τις δαντέλες από τον κορσέ της και την είχε απογυμνώσει για τη δική του προσωπική απόλαυση. τραβώντας το χέρι του από τον ερεθισμό του. και πήγε στον προθάλαμο για να ανοίξει την πόρτα. κάποιος άρχισε να βροντά την εξώπορτα. Ένας παρασκευαστής λιγότερος ανάμεσα σε εκατοντάδες –αν όχι χιλιάδες– στο Σεντ Τζάιλς. Άρπαξε στο χέρι του την απόδειξη της ηδονής του και το έσυρε μέχρι πάνω. Θα μπορούσε να διατηρήσει παραγωγική την επιχείρησή του. Τουλάχιστον ένας άντρας είχε πεθάνει μέσα στις φλόγες. Ο Γκρίφιν βόγκηξε. δόξα τω Θεώ!» είπε χαμηλόφωνα. κι έπειτα σκούπισε βιαστικά το κορμί του με μία πετσέτα και φόρεσε ένα παντελόνι και μια πουκαμίσα. και τώρα φανταζόταν πως τις είχε στο στόμα του και τις δάγκωνε απαλά. Βγήκε από την μπανιέρα. Εκτός κι αν ο επισκέπτης τους εγκατέλειπε τις προσπάθειες. όμως ο ατμός που ανέβαινε από το νερό ήταν υπέροχος. Και κάτω από τα μεσοφόρια της. Η Λαίδη Ηρώ σίγουρα θα χαιρόταν αν βούλιαζε. Ο Εφημέριος δεν είχε βάλει στο μάτι μόνο το αποστακτήριο του Γκρίφιν. «Ποιος. Μετά από αυτήν τη σκέψη. υγρό… Από κάτω. τρέχοντας. Σίγουρα κάποιος θα υπήρχε για να ανοίξει. Σχεδόν μπορούσε να ακούσει τους αισθησιακούς αναστεναγμούς της. Είχαν φουσκώσει και σκληρύνει για εκείνον. όπως ήταν φυσικό. και το χέρι του γλίστρησε ανάμεσα στους μηρούς του και άγγιξε τον ανδρισμό του που είχε ήδη ερεθιστεί.

» «Ήθελα να βεβαιωθώ πως είσαι καλά» είπε από πίσω του.» Ξερόβηξε αμήχανα. και μάλιστα διέκοψες κάποιες πολύ απολαυστικές ασχολίες μου εκεί.» Ακούμπησε σε ένα τραπεζάκι το ποτήρι του και έκανε μερικά βήματα προς το μέρος της.» Έσφιξε τα χείλη της.» Ανοιγόκλεισε αμήχανα τα βλέφαρά της. «Το βλέπω αυτό. Δεν υπήρχε κανείς που να τους δίνει σημασία.» «Ω. όμως ο ώμος του. Εκείνη άνοιξε αυτό το αισθησιακό της στόμα. «Εγώ…» «Μήπως ήθελες να μιλήσουμε για τον καιρό. «Και έπρεπε να σου μιλήσω. Ο Γκρίφιν κατέβασε μονορούφι το ποτό του. «Τι νομίζεις πως κάνεις. «Εγώ…» Τέντωσε το δάχτυλό του για να τη σταματήσει και ήπιε άλλη μία γουλιά από το μπράντι.» Γύρισε να τον κοιτάξει. άρχισε να χαλαρώνει. Τον έκαιγε καθώς κατέβαινε στον οισοφάγο του. και το μόνο που πέτυχε ήταν να τραβήξει την προσοχή του στο στόμα της.» «Προσπαθώ να περισώσω τη φήμη σου» μουρμούρισε εκείνος. δεν ήμουν εγώ» της απάντησε. Η Λαίδη Ηρώ τρέκλισε. «Για ποιο πράγμα. Στράφηκε προς το μέρος της με το ποτήρι στο χέρι και τη βρήκε να κοιτάζει σκυθρωπά μερικά σκόρπια χαρτιά που βρίσκονταν πάνω στο γραφείο του. Φαντάστηκε τα χείλη της γύρω από κάποιο συγκεκριμένο σημείο του κορμιού του.» Ο Γκρίφιν κοίταξε δεξιά και αριστερά το δρόμο. και ξαναγέμισε το ποτήρι του. «Ίσως να πρέπει να έρθω κάποια άλλη στιγμή. Στριφογύρισε το μπράντι μέσα στο ποτήρι του. Έκανε μεταβολή και κατευθύνθηκε προς τη βιβλιοθήκη χωρίς να μπει στον κόπο να δει αν τον ακολουθούσε. που πονούσε μετά την πρωινή μάχη.» τον ρώτησε αποδοκιμαστικά. τύλιξε τα δάχτυλά του γύρω από το μπράτσο της και την τράβηξε μέσα στο σπίτι του. Άπλωσε το χέρι του. Έπιασε μία καράφα με μπράντι και σέρβιρε σε ένα ποτήρι.» Έσκυψε . «Για ποιο πράγμα θέλεις να μου μιλήσεις.» τη ρώτησε με βελούδινη φωνή. «Συγγνώμη. Μάλλον δεν την ευχαριστούσε αυτή η ακαταστασία. «Διέκοψες το μπάνιο μου. ε. Θα πρέπει να μου πεις αυτό για το οποίο ήρθες. και ο ανδρισμός του αφυπνίστηκε εντελώς. «Ναι. «Μάλλον θα θέλεις να με μαλώσεις ξανά για τις δουλειές μου στο αποστακτήριο. ακόμη συνοφρυωμένη. «Εσύ τι νομίζεις πως κάνεις με το να επισκέπτεσαι το σπίτι ενός εργένη –ασυνόδευτη– τέτοια ώρα. «Μπορώ να περάσω. Η εκνευριστική γυναίκα σίγουρα θα ήθελε να συνεχίσει τους φιλιππικούς της για το αποστακτήριο.κάηκε στο Σεντ Τζάιλς. όχι και τόσο ευγενικά.» Την αγριοκοίταξε και ήπιε ακόμα μία γουλιά για να υποστηρίξει τα λόγια του.» Το πρόσωπό της άρχισε να κοκκινίζει. Είπαν πως σκοτώθηκε ένας άντρας. «Κάτι τέτοιο θα ήταν πρέπον θέμα για συζήτηση για μια τόσο πρωινή επίσκεψη. αφήνοντας μια σιγανή κραυγή να της ξεφύγει.» Ο Γκρίφιν βόγκηξε. «Πρέπει να πίνεις τόσο πολύ τέτοια ώρα.» Έμεινε να τον κοιτάζει άφωνη.» Έκανε μια απότομη κίνηση με το χέρι. «Πάντα πίνω όταν είμαι μισοντυμένος και φιλοξενώ κυρίες.» «Λοιπόν. όχι. ρίχνοντας λίγο από το ποτό του στο πάτωμα.

να την εξαφανίσει από τις σκέψεις του. με ύφος οσιομάρτυρα. και πίεσε το χέρι της πάνω στο υπογάστριό της. τη βασάνιζε. Χτύπησε τα δάχτυλά του σαν να θυμήθηκε ξαφνικά κάτι. δεν μπορείς να με κατηγορήσεις για αποπλάνηση από τη στιγμή που έχεις δεχτεί τις άσεμνες ερωτικές προτάσεις μου. Τα γλυκά πέταλά σου είναι υγρά και μεταξένια. κι έχουν ανθίσει για μένα μόνο. Θα έπρεπε να τον κάνει να σταματήσει. Όχι τόσο δυνατά. Θα μπορούσε να ήταν –θα έπρεπε σίγουρα να ήταν– ντροπή. Μισόκλεισε απειλητικά τα μάτια του.» . και τα αμαρτωλά του λόγια πυροδότησαν κάτι που ήταν κρυμμένο βαθιά μέσα της. αδιαφορώντας για το αν τη φόβιζε. Θα έπρεπε να φύγει από εκεί μέσα. «Ή να με κατσαδιάσεις επειδή πηδάω τόσο πολύ. και ο Γκρίφιν είχε την υποψία πως μέσα τους είδε να λαμπυρίζουν δάκρυα. και την έφερνε σε ένα σημείο που δύσκολα μπορούσε να αντέξει. να τη βγάλει από τη ζωή του. Όχι αφού έπρεπε επιτέλους να τη διώξει από το σπίτι του. Δεν θα σε πονέσω. Ίσως αυτήν τη φορά να θέλεις να φιλήσω κι άλλα σημεία του κορμιού σου εκτός από τα όμορφα στήθη σου. Εκτός… εκτός κι αν ήθελε με όλη την καρδιά να μείνει. Αλλά δεν θα υποχωρούσε τώρα. έτσι δεν είναι. Σαν γυναίκα του. όχι. δείχνοντας ξεκάθαρα πως προσπαθούσε να την τρομοκρατήσει. ωστόσο παρέμεινε αμετακίνητη στη θέση της. Να σε χαϊδεύει μέχρι να φτάσει στις τριχούλες σου. της έκανε επίθεση. ώστε να σε πονέσω – ω. έτσι δεν είναι. Ίσως όλες αυτές οι βλακείες για την παρασκευή τζιν να είναι απλώς μια δικαιολογία για να έρθεις να με βρεις. Μόνο που εκείνη δεν φοβόταν. ώστε να μην μπορέσεις να το νιώσεις. Να τον αντιμετωπίσει στα ίσα – μόνο γι’ αυτήν τη φορά. «Αλλά αυτό που βρίσκεται πιο χαμηλά είναι ακόμα πιο τρυφερό. όσο το τρίχωμα μιας γάτας.από πάνω της. Για αποπλάνηση. ή ακόμα και για το αν την τρομοκρατούσε. μπροστά του. «Όμως. αρωματισμένη με μπράντι.» Τα τελευταία του λόγια της προξένησαν ολοφάνερη ταραχή. Μπορώ να βρω το κρυφό μπουμπούκι σου που βρίσκεται μέσα τους και να το αγγίξω. Τώρα πια δεν είσαι και τόσο αθώα. σκανδαλώδη. Πώς τολμούσε να στέκεται εκεί. Έσκυψε και ψιθύρισε πάνω στο αφτί της: «Αλλά ίσως γι’ αυτό ακριβώς να ήρθες να συζητήσουμε.» *** Τη χλεύαζε. Δεν είχε δικαίωμα να της λέει τέτοια πράγματα. όμως εκείνη πολύ φοβόταν πως ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό. «Αυτό είναι που θέλεις. Θα έβαζα στοίχημα πως είναι τόσο απαλές. Και τώρα έσκυβε από πάνω της. Αλλά όχι και τόσο απαλά. σωστά.» Τα μάτια της γούρλωσαν. όταν εκείνος πονούσε –κυριολεκτικά πονούσε– για εκείνην.» συνέχισε ο Γκρίφιν. «Το χέρι μου στην κοιλιά σου. χάιδεψε τη γυμνή επιδερμίδα του λαιμού της. Εκείνος δεν την άγγιζε.» Η Ηρώ πήρε μια ανάσα. Θέλω να με νιώσεις. Απλώς στεκόταν τόσο κοντά της και της ψιθύριζε αυτά τα ξεδιάντροπα. Ηρώ. προκλητικά λόγια. τρέμοντας. Η καυτή ανάσα του Λόρδου Γκρίφιν.

Προσπαθούσε να απαλλαγεί από τα ρούχα της με ανυπομονησία ανάλογη με τη δική του. η Ηρώ φοβήθηκε πως είχε έρθει στα συγκαλά του και θα σταματούσε. Έμοιαζε με βασανιστήριο όλο αυτό. Εκείνος γέλασε. θα είχε φύγει αμέσως από εκεί.» Κούνησε αργά το κεφάλι του. Πέταξε το καπέλο της στο πάτωμα. έσπρωξε τα δάχτυλά του κάτω από το ρούχο και το τράβηξε προς τα κάτω. κάτι σκίστηκε. εκείνος οδήγησε αργά το χέρι του στην άκρη του κομπινεζόν της στον ώμο της. όμως το κάτω χείλος ήταν ακόμη υγρό από το μπράντι. Το δικό του απείχε μόλις λίγα εκατοστά. Ήξερε πως οι θηλές της είχαν σκληρύνει και είχαν ορθωθεί μέσα στη χαμηλή θερμοκρασία του γραφείου. σιγανά και αινιγματικά. όμως η πρωτόγονη συμπεριφορά του σαν να ικανοποιούσε κάποια κρυφή ανάγκη της. «Γκρίφιν. χωρίς να τραβήξει ούτε για μια στιγμή το βλέμμα του από το κορμί της. Μόνο που –Θεέ και Κύριε!– εκείνος δεν κοιτούσε τα γόνατά της. Ποτέ της δεν είχε εκτεθεί έτσι σε έναν άντρα. τα χέρια του τυλίχτηκαν σφιχτά γύρω από τους καρπούς της. Ήταν αυτή η ευάλωτη έκφρασή τους που την έκανε να μείνει. Στη θέα του ένιωσε μια ζεστασιά να κυλάει χαμηλά στην κοιλιά της. Οι κινήσεις του ήταν σπασμωδικές και άγαρμπες. Τα χέρια της βοήθησαν πρόθυμα τα δικά του. Έπειτα την άρπαξε στα χέρια του. κι έπειτα. κι η Ηρώ έμεινε να στέκεται μπροστά του μόνο με το κομπινεζόν. να στέκεται ολόγυμνη μπροστά του και να τον αφήνει να την κοιτάζει χωρίς να μπορεί να προφυλαχτεί ούτε καν με τα χέρια της. Αν είχε διακρίνει μόνο αυτά στα υπέροχα βάθη τους.» Εκείνος βόγκηξε και ψιθύρισε κάτι πρόστυχο. τις κάλτσες και τα παπούτσια της. «Ηρώ. Κάποια ραφή άνοιξε. Τα βλέφαρά του βάρυναν και τα χέρια του ακινητοποιήθηκαν. χωρίς καμιά ευγένεια. «Άφησέ με να σε κοιτάξω. Έστρεψε το πρόσωπό της προς το μέρος του. τρομοκρατημένη. Η Ηρώ θα έπρεπε να νιώθει φοβισμένη. Κράτησε την ανάσα της. έκπληκτη. «Ηρώ» μουρμούρισε καθώς τα χείλη του γεύονταν τα δικά της. με το βλέμμα του πάντα αιχμάλωτο στο δικό της. με μια απότομη κίνηση. Για μια τρομερή στιγμή. Άσε με να σε απολαύσω. Πριν καν ολοκληρώσει τη σκέψη της.» Φαινόταν πως είχε χάσει πια κάθε έλεγχο. λες και μπορούσε να την αγγίξει πραγματικά με τα μάτια του. Το δωμάτιο ήταν ζεστό. . και καταλάβαινε πως τα γόνατά της έτρεμαν. Τα μάτια του με αυτό το ακαταμάχητα ανοιχτοπράσινο χρώμα την κοιτούσαν υπεροπτικά και αμαρτωλά. Δάγκωσε το πιγούνι της και το λαιμό της καθώς προσπαθούσε να αποσπάσει την εσάρπα από τους ώμους της. όρθια ολόγυμνη μπροστά του.» Η Ηρώ ρίγησε. Στα χείλη του ζωγραφίστηκε ένα χαμόγελο. Ολόκληρο το κορμί της έκαιγε και παλλόταν από ηδονή. Το βλέμμα του ανέβηκε στο στήθος της που λες και είχε φουσκώσει. Είχαν στραβώσει ειρωνικά. η ανάσα της έβγαινε πνιχτή. βίαιο και διεκδικητικό. Το βλέμμα της κατέβηκε στα χείλη του. Έπειτα. Πέρασε τα δάχτυλά του απαλά πάνω από το λεπτό ύφασμα. «Όχι. και οι μυρωδιές από το μπράντι και τον πόθο τής προκαλούσαν λιποθυμία. Το φόρεμά της έπεσε ξαφνικά από πάνω της. Όμως. και το στόμα του σκέπασε το δικό της. κοιτώντας χαμηλά όσο έλυνε γρήγορα τα κορδόνια του μπούστου της. συνεχίζοντας να κρατάει τους καρπούς της. και το κομπινεζόν έφυγε από πάνω της. Δεν ήθελε να συγκρατείται άλλο. Άφησε να του ξεφύγει μια βλαστήμια και τράβηξε το κεφάλι του.Δεν μπόρεσε να συγκρατήσει το βογκητό που ξέφυγε από τα χείλη της.

Τα πυκνά βλέφαρά του τρεμόπαιζαν καθώς εκείνος τη φρόντιζε. και την περιποιόταν τόσο τέλεια. ευαίσθητη θηλή της. Την έγλειφε με προσοχή. Άδειασε τα πνευμόνια της από αέρα και δάγκωσε τα χείλη της. όμως ήταν τόσο υπέροχο. «Είναι νωρίς ακόμη. πριν καλά προλάβει να κινηθεί ή να σκεφτεί. σαν από μόνοι τους. ό.» Και τότε. Ήθελε να αισθανθεί περισσότερα. είχε ανάγκη από περισσότερα. Η Ηρώ αναπήδησε και άφησε το κεφάλι της να πέσει αδύναμα πίσω. σίγουρα ήταν αμαρτία. Τα μάτια της είχαν κλείσει σφιχτά. γι’ αυτό οι γοφοί της. «Όχι» του είπε. Τι ακριβώς σκεφτόταν να κάνει. την έγλειφε– στο πιο ιδιαίτερο σημείο της. να μυρίσει τα πάντα. και δεν μπορούσε να τα συγκρατήσει με τίποτα. Τον κοίταξε κλεφτά.τι κι αν γίνει. έφερε τα χέρια του στους μηρούς της και την πίεσε να ανοίξει τα πόδια. Της σήκωσε το ένα πόδι –φορούσε ακόμη τα κομψά παπούτσια της– και το πέρασε πάνω από τον ώμο του. Τι ετοιμαζόταν να…. Και τη ρούφηξε. προχωρώντας όλο και πιο βαθιά μέσα της μέχρι που κατάλαβε γιατί νωρίτερα το είχε αποκαλέσει μπουμπούκι. Ο Γκρίφιν γονάτισε μπροστά της και η Ηρώ σήκωσε το κεφάλι της που είχε βαρύνει και τον κοίταξε με περιέργεια. με τα ανοιχτοπράσινα μάτια του να γυαλίζουν. «Ω. Είχε ακούσει κάποιες κουβέντες γι’ αυτό. σε ένα σημείο που δεν είχε αγγίξει ποτέ κανείς εκτός από την ίδια. πράγμα που τον έφερε ακριβώς από κάτω της. αναρωτήθηκε μέσα στη ζάλη της. όμως δεν ήταν καθόλου προετοιμασμένη να το αντιμετωπίσει. Ήταν ό. Το παραζαλισμένο της μυαλό άρχισε να σκέφτεται ξανά. με επιδεξιότητα. δεν έπρεπε να κάνει κανέναν ήχο. Δεν έπρεπε να φωνάξει. πολύ σημαντικό. καυτή και ανεπαίσθητα τραχιά.» Τι. . «Δεν…» Εκείνος σήκωσε το κεφάλι για να την κοιτάξει. Το χέρι του ανέβηκε στο γοφό της.έσκυψε και σκέπασε το δεξί στήθος της με το στόμα του. ξανά και ξανά. τη χάιδευε σταθερά.τι πιο εκπληκτικό είχε δοκιμάσει σε ολόκληρη τη ζωή της. όσο και γλυκό. χωρίς να σταματά. Μπορούσε να δει και. όμως ήταν τόσο. πανικόβλητη. Η Ηρώ άφησε ένα δυνατό βογκητό να ηχήσει στο δωμάτιο. Η γλώσσα του. κάνοντας έντονη αντίθεση με την αλαβάστρινη επιδερμίδα της. μη την αφήσεις. χειρότερα. Βρισκόταν τόσο κοντά στο πιο απόκρυφο σημείο της. Η Ηρώ βόγκηξε και στηρίχτηκε στην πλάτη του καναπέ που βρισκόταν πίσω της. Άφησε τους καρπούς της. Ένιωσε τα πόδια της να τρέμουν. Τα χείλη του ήταν καυτά και ρουφούσαν με ένταση τη σάρκα της. Τον ένιωσε να ανοίγει τα πέταλά της με τα δάχτυλά του και να σπρώχνει το στόμα του στο κέντρο της ύπαρξής της. Το κεφάλι του με τα κοντοκουρεμένα μαλλιά βρισκόταν ανάμεσα στους μηρούς της. Ήταν τόσο οδυνηρό. Τα μάτια του άνοιξαν ξαφνικά και την κοίταξαν καθώς εκείνος τη φιλούσε ανάμεσα στους μηρούς της. τόσο αρρενωπός. Έδειχνε τόσο μεγαλόσωμος. Σίγουρα ήταν λάθος. Τη φιλούσε –όχι. όχι ακόμη» ψιθύρισε ο Γκρίφιν πάνω στην υγρή. έσκυψε το κεφάλι του μπροστά και άρχισε να γλείφει τις πτυχές της. Κρατήσου από την πλάτη του καναπέ και. μα τόσο δύσκολο αυτό. Σκεφτόμουν να συνεχίσουμε τα παιχνίδια για πολλή ώρα ακόμα. τινάχτηκαν προς το μέρος του. «Ναι.

Την επόμενη στιγμή βρέθηκε ξαπλωμένη εκεί. Η Ηρώ έμεινε να τον κοιτάζει. κάνοντας τους τελευταίους σπασμούς της να συνεχίζουν μέχρι που τα πόδια της άρχισαν να τρέμουν τόσο δυνατά. Η Ηρώ κράτησε την ανάσα της και αναρωτήθηκε τι να περίμενε άραγε από εκείνην. Σε εκείνο το σημείο γίνονταν πυκνές και μαύρες. Οι ώμοι του ήταν τετράγωνοι και φαρδιοί. και μετά σχημάτιζαν μια γραμμή από τον αφαλό μέχρι το τρίχωμα που περιέβαλε τα γεννητικά του όργανα. Ζωντανά αγόρια. ή ακόμα και νεαρούς άντρες που δούλευαν γυμνοί από τη μέση και πάνω. Όμως. Περίμενε να τον νιώσει να τραβιέται. λίγες τσαλακωμένες πετσέτες και ένα τεράστιο κρεβάτι με κουρτίνες σε εκτυφλωτικό κόκκινο και πορτοκαλί χρώμα. Έπειτα.» Τράβηξε την πουκαμίσα πάνω από το κεφάλι του και έβγαλε το παντελόνι του. Της φαινόταν υπέροχο. όμως κανείς δεν φάνηκε εκεί γύρω καθώς εκείνος διέσχιζε το μικρό προθάλαμο και έτρεχε προς τις σκάλες. στέλνοντας ερωτικά κύματα σε όλο το κορμί της. Φοβόταν μήπως τους δει κάποιος από τους υπηρέτες. όμως εκείνος συνέχισε με σύντομα. «Μείνε ακίνητη. της έβγαλε τα παπούτσια. Δάγκωσε το χείλι της και έκλεισε τα μάτια. πριν η Ηρώ προλάβει να αναρωτηθεί τι ετοιμαζόταν να κάνει.» Έφερε τα χέρια του πάνω από τους ώμους του και έπιασε το πίσω μέρος της πουκαμίσας του. Αυτό που εκείνη πίστευε πως ήταν μαύρισμα από τον ήλιο ήταν στην πραγματικότητα φυσικό μελαχρινό χρώμα. Κρατήθηκε από τους ώμους του καθώς εκείνος προχωρούσε προς την πόρτα της βιβλιοθήκης. στην αίσθηση πως ήταν ελεύθερη να περιεργάζεται το γυμνό κορμί του. όμως εκείνος κούνησε αργά το κεφάλι. όμως δεν το είχε δει ποτέ της. Σκούρες και κατσαρές. Είχε κρατήσει εκείνο το σημείο του μέσα στα χέρια της. και μετά έμεινε να την κοιτάζει. άφηναν ένα γυμνό κομμάτι από το στέρνο μέχρι την κοιλιά του. Το δέρμα του ήταν σκουρόχρωμο. Της φαινόταν ντροπή. δεν το είχε σχεδιάσει και δεν ήταν με κανέναν τρόπο προετοιμασμένη. ενώ το μόριό του ξεπρόβαλε ροδοκόκκινο. εκείνος σηκώθηκε. Ο Γκρίφιν πέταξε τα ρούχα της στο πάτωμα. «Μείνε εκεί. την έπιασε από τη μέση και την έβαλε να καθίσει στον καναπέ. προσωπική ηδονή. νιώθοντας να μουδιάζει μπροστά σε αυτό το πρωτόγνωρο θέαμα. Άρχισε να τρέμει σύγκορμη κάτω από το συγκλονιστικό ξέσπασμά της. ανήμπορη να αντέξει το βλέμμα του τη στιγμή που δοκίμαζε αυτή την τελευταία. ξεκινούσαν από τη μία θηλή του και έφταναν μέχρι την άλλη. δεν είχε δει ποτέ της αυτό τον άντρα γυμνό. Είχε δει και άλλοτε γυμνούς άντρες. Η Ηρώ ίσα που πρόλαβε να δει μια γεμάτη μπανιέρα. Είχε σηκωθεί σχεδόν κατακόρυφα . Σήκωσε τα ρούχα της και. Δεν είχε κάνει ποτέ άλλοτε κάτι τέτοιο. το κορμί του ήταν πασπαλισμένο με τρίχες.Το θέαμα ήταν υπερβολικό για να το αντέξει. Έκανε να ανασηκωθεί και να στηριχτεί στον αγκώνα της. «Δεν μπορείς!» «Κοίτα με» της απάντησε. που φοβήθηκε ότι θα σωριαζόταν στο πάτωμα. και. τη σήκωσε στην αγκαλιά του. και το έκανε μπροστά του. Προσπέρασε το χολ τού πάνω ορόφου και άνοιξε μια πόρτα στο τέλος του διαδρόμου. ένα περίεργο και άγνωστο αντρικό κομμάτι. σε αντίθεση με εκείνα τα άψυχα αγάλματα. Μια δυνατή έκρηξη ξεκίνησε από τον πυρήνα της. ξασπρισμένα και στιλπνά. και τότε κατάλαβε τι σκόπευε να κάνει. ρουφηχτά φιλιά. Αγάλματα.

μη νοιάζεσαι.τι πιο εκφοβιστικό. Η Ηρώ ένιωσε τα δάχτυλά του να γλιστρούν στις τριχούλες της ήβης της. τους μύες της κοιλιάς του να την πιέζουν. Έσπρωξε τη γλώσσα του μέσα στο στόμα της.μπροστά από την κοιλιά του. και η Ηρώ είχε την αίσθηση πως. Χοντρές φλέβες διακρίνονταν σε όλο του το μήκος που κατέληγαν σε μια στρογγυλεμένη. απολαμβάνοντας το ζεστό του δέρμα. πιάνοντάς το με το χέρι του. με τα χέρια του δεξιά κι αριστερά στο κεφάλι της. και βολεύτηκε πάνω της. Τον κοίταξε στα μάτια καθώς εκείνος χαμήλωνε το κεφάλι. Μία παρθένα. «Νιώσε με. Ήταν ό. Γυάλιζε λιγάκι κάτω από το φως των κεριών. ίσως από το μπάνιο. και δεν μπόρεσε παρά να του πει την αλήθεια. «Παρθένα. Πλησίασε προς το μέρος της και στήριξε το γόνατό του στο κρεβάτι. Εκείνη τον κοίταξε σαν υπνωτισμένη να τραβάει το δέρμα του προς τα κάτω. Η Ηρώ ένιωσε τις τρίχες των ποδιών του που τρίβονταν πάνω στα δικά της. να τον νιώθει να της κάνει έρωτα.» τη ρώτησε. τρίβοντας το κεφάλι στην υγρασία του κορμιού της. μουρμουρίζοντας: «Νιώσε με. και το κορμί του να καίει ξαφνικά το δικό της. ή από τη φωτιά που είχε ανάψει ανάμεσά τους.» Κούνησε καταφατικά το κεφάλι. μέχρι που έκλεισε το κεφάλι στην παλάμη του. «Είσαι. τράβηξαν τις φουρκέτες της και χώθηκαν ανάμεσα στις μπούκλες της.» Τα χείλη του ήταν βελούδινα αλλά όχι απαλά. Μόνο νιώσε. ερυθρωπό και έτοιμο. Ήταν τόσο ερωτικό όλο αυτό. Τα χέρια του πήγαν στα μαλλιά της. κάνοντας το στρώμα να βουλιάξει κάτω από το βάρος του. Ήταν λάθος αυτό. Ήταν… «Μη σκέφτεσαι» την πρόσταξε. «Ναι. Κοίταξε προσεκτικά το πρόσωπό του. Είχα ακούσει πως οι παρθένες το βάζουν στα πόδια ουρλιάζοντας όταν το βλέπουν για πρώτη φορά.τι πιο εξαίσιο είχε δει στη ζωή της – και ό. χωρίς ωστόσο να ακουμπάει το σώμα του. και περισσότερο από όλα το σκληρό όργανό του να την καίει σε όποιο σημείο την άγγιζε. Έσπρωξε τα πόδια της με τα δικά του. και ύστερα ξανά επάνω.» Οι άκρες των χειλιών του ανασηκώθηκαν. «Μη σκέφτεσαι. παρόλο που δεν έδειχνε να έχει διάθεση για γέλια. Ήταν αμαρτία. Ο Γκρίφιν μουρμούρισε κάτι και ανασηκώθηκε. είδε τα σφιγμένα του χείλη. Αμέσως μετά αισθάνθηκε τον ανδρισμό του να πιέζει τα πέταλά της. και τώρα εκείνη ήξερε πώς να την καλοδεχτεί. παρόλο που δεν είχε καμία αμφιβολία ότι . Έσυρε τα χέρια της στα πλευρά του. χαϊδεύοντας. το ανεπαίσθητο συνοφρύωμα ανάμεσα στα φρύδια του.» Χαμήλωσε πάνω της. Το βλέμμα της συνάντησε το δικό του. Ιδρώτας έκανε το μέτωπό του να γυαλίζει. κάπως υγρή.» τη ρώτησε με φωνή που από κάποιον άλλον άντρα θα τη θεωρούσε μειλίχια.» Και υπάκουσε.» Δάγκωσε το χείλι της στη λέξη παρθένα. διακόπτοντας το φιλί τους. «Σου αρέσει. άκρη. Έτοιμη να χάσει την παρθενιά της. Τότε η Ηρώ συνειδητοποίησε ξαφνικά πως μπορούσε κι εκείνη να τον εξερευνήσει. δεν είσαι. Προχώρησε πιο ψηλά και ένιωσε τους μύες των ώμων του να σφίγγονται κάτω από το άγγιγμά της. σαν πρησμένη. «Ωραία. Έγειρε στο πλάι κάπως λοξά και έφερε το χέρι του ανάμεσά τους. Η πλάτη του ήταν λεία. τόσο ξεχωριστό: να αγγίζει τη γυμνή πλάτη ενός άντρα. μην απορείς. πώς να γυρίσει το κεφάλι της ώστε να εναρμονιστούν τα φιλιά τους. μέχρι που έφερε τους μηρούς του ανάμεσά της.

ούτε την καρδιά της. Ο Γκρίφιν σαν να διάβασε την απορία της στα μάτια της. «Νιώσε. όμως δεν ήταν παρά μια παράξενη αίσθηση σαν τσίμπημα. Το στιβαρό κορμί του την καθοδηγούσε και την ικανοποιούσε. από φόβο μήπως σταματήσει για κάποιο λόγο και την αφήσει μόνη της. Υπήρχε μια τρομερή θλίψη. Τα χείλη της μισάνοιξαν καθώς συνειδητοποιούσε πως δεν είχε μπει ακόμη όλος μέσα της. Ο Γκρίφιν τραβήχτηκε λιγάκι προς τα έξω. Ξάπλωσε πάνω της. Αυτό ήταν όλο. «Χαλάρωσε» της ψιθύρισε πάνω στην άκρη των χειλιών της. Αυτή η σκέψη την ανακούφισε. και μετά γλίστρησε ακόμα πιο μέσα. Ο Γκρίφιν γλίστρησε πάλι προς τα έξω. Μόνο εδώ πέρα θα μπορούσε να ήταν αληθινά ελεύθερη. αυτήν τη φορά μάλλον αποφασισμένα. Ένιωθε πως διαλυόταν. Ούτε το πρόσωπο. στηριγμένος στα χέρια του.το είχε κάνει αυτό αμέτρητες φορές στο παρελθόν. Ύστερα. Άρχισε πάλι να απλώνεται εκείνη η γλυκιά ζεστασιά ανάμεσα στα πόδια της. εκείνος μετακινήθηκε και σήκωσε το βλέμμα. ενώ με κάθε τράβηγμά του έκανε ακόμα μεγαλύτερη την υπέροχη αίσθηση που την είχε κατακλύσει. αυτήν τη φορά την είχε πάρει πολύ σοβαρά. της έπιασε τα πόδια και τα τύλιξε γύρω από τη μέση του. τα μάτια του κοιτούσαν συνέχεια τα δικά της. Τον κράτησε σφιχτά από τους ώμους. κι έπειτα έσπρωξε δυνατά μέχρι που τα κόκαλα των γοφών του χτύπησαν πάνω στο ισχίο της.» Και έσπρωξε με τα πόδια του. «Μη σκέφτεσαι. Ο Γκρίφιν τής έκανε έρωτα. Η Ηρώ περίμενε πως θα ένιωθε πόνο. Εκείνος χαμήλωσε το κεφάλι και την κοίταξε στα μάτια. Όσο επαναλάμβανε τις ρυθμικές κινήσεις του. λες και όλα τα συναισθήματα που είχε συγκρατήσει όλα αυτά τα χρόνια να έβγαιναν ξαφνικά στην επιφάνεια. Της χαμογέλασε ξανά. έτσι ώστε το πάνω τμήμα του κορμιού του να μην την ακουμπάει. Τώρα κάτι είχε αλλάξει. γεμάτη πλέον από εκείνον. Πριν προλάβει να του πει κάτι. ο Γκρίφιν έσκυψε το κεφάλι και έπαιξε με τη γλώσσα του τη θηλή της. ούτε το σώμα. Σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε. Μόνο νιώσε. μια υπέρμετρη χαρά. να φουντώνει και να ξεχύνεται σε ολόκληρο το κορμί της. μια πίεση. και η Ηρώ πρόσεξε πως τα μάτια του γυάλιζαν. και ήξερε ότι ποτέ πια δεν θα μπορούσε να ξανακολλήσει τα κομμάτια της. Η Ηρώ άφησε μια πνιχτή κραυγή να της ξεφύγει. και της είπε με βραχνή φωνή: «Νιώσε. σημαδεύοντας εκείνο το ιδιαίτερο σημείο της. νιώθοντας ξαφνικά αμφιβολίες. Τον έσφιξε πάνω της. . ενώ ταυτόχρονα η Ηρώ αισθάνθηκε την άκρη του ανδρισμού του στην είσοδο του πυρήνα της. και ήταν σίγουρη πως αυτή ήταν μια μοναδική εμπειρία.» Άρχισε να ανεβοκατεβαίνει πάνω της. Τότε εκείνος ανασηκώθηκε. Κύρτωσε την πλάτη της σαν τόξο. Τραβήχτηκε πάλι και έσπρωξε ξανά. Δεν μπορούσε να ελέγξει τίποτα. αυτήν τη φορά λίγο πιο δυνατά. Το τσίμπημα είχε εξασθενήσει. οι γοφοί του ανεβοκατέβαιναν ακούραστα. Άφησε να της ξεφύγει μια δυνατή κραυγή και κρεμάστηκε από τους ώμους του. Ξαφνικά δημιουργήθηκε μια άνεση. Πήρε μια βαθιά αναπνοή. δεν ήταν σίγουρη. καρδιά μου» της ψιθύρισε. βγάζοντας αργά και ξαναβάζοντας τον ανδρισμό του στο κορμί της. αλλά ούτε και της πρόσφεραν κάποια ιδιαίτερη ευχαρίστηση. όμως υπήρχε ακόμη ένα σφίξιμο. που δεν της προκαλούσαν πόνο. περιμένοντας κάτι περισσότερο – πόνο ή ηδονή. το κορμί του έβρισκε κατευθείαν το στόχο του. «Ω!» Με τα πόδια της σηκωμένα ψηλά.

«Δύο φορές στο Σεντ Τζάιλς» απάντησε ο Φρέντι. Ο άλλος άντρας κατένευσε με ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη. Είχε πάψει να είναι μία παρθένα. «Η νοσοκόμα λέει πως έφαγε λίγο ζωμό σήμερα το πρωί. Τότε εκείνος σκέπασε τα χείλη της με τα δικά του και άρχισε να δονείται μέσα της. Τρεις άντρες σκοτώθηκαν εκεί έξω και άλλοι δύο τραυματίστηκαν και είναι στο κρεβάτι.» ρώτησε ο Τσάρλι συλλογισμένα.» Ο Τσάρλι χαμήλωσε το βλέμμα χωρίς κανένα σχόλιο και έριξε τα ζάρια. «Μάλιστα. *** Ο Τσάρλι παρακολούθησε τα ζάρια που έπεσαν από το χέρι του. Πάντα στο δούκα καταλήγουμε. Θα εξαρτιόταν από το παιχνίδι. Τέλος. συνεχίζοντας να ανεβοκατεβαίνει πάνω της μέχρι που τραβήχτηκε ξαφνικά. Η Ηρώ ένιωσε το ζεστό υγρό που έπεσε στην κοιλιά της και άνοιξε τα μάτια της. Δύο και τρία.» .» Ο Τσάρλι γρύλισε και μάζεψε τα ζάρια. Κύλησαν μέχρι την άκρη του τραπεζιού: τρία ξανά και τέσσερα. ο δούκας. μόνο που δεν βγήκε κανένας ήχος. έτσι δεν είναι.Ωστόσο. η έφοδος απέτυχε. Το τυχερό επτά.» Ο Φρέντι ανασήκωσε τους ώμους.» Ήξερε χωρίς να χρειαστεί να σηκώσει το βλέμμα του πως ο Φρέντι μετακινούσε αμήχανα το βάρος του από το ένα πόδι στο άλλο. ίσως και όχι. Ίσως ήρθε η ώρα να μάθει η Εξοχότητά του τι δουλειά κάνει στην πραγματικότητα ο Ρίντινγκ στο Σεντ Τζάιλς. Ο Τσάρλι σήκωσε το κεφάλι. ίσως επειδή δεν χρειαζόταν να το κάνει. «Ο δούκας. Άνοιξε το στόμα της σαν να ήθελε να ουρλιάξει. Ένα δυνατό χτύπημα μαζί με ένα έντονο μουρμουρητό ακούστηκαν από πάνω τους. καλέ μου φίλε. «Ίσως είναι καιρός να χρησιμοποιήσουμε τους πληροφοριοδότες του δούκα για δικό μας συμφέρον.» Ο Φρέντι δεν απάντησε σε αυτό. με τον ανδρισμό του στο χέρι του και το πρόσωπό του γαληνεμένο πια. μέχρι που η Ηρώ άρχισε να τραντάζεται από σπασμούς από κάτω του. «Κι εμείς ακόμη ασχολούμαστε με τους καταραμένους χαφιέδες του δούκα. εκείνος δεν έκανε τίποτα τέτοιο. Στο δούκα και στον Ρίντινγκ. «Συνεπώς. Ήταν από πάνω της. με το κορμί του μουσκεμένο από τον ιδρώτα. «Όμως. είπες πως είδαν τον Ρίντινγκ με την αδερφή του δούκα.» Ο Φρέντι έγλειψε νευρικά τα χείλη του. λες και μπορούσε να δει τη γυναίκα που βρισκόταν πάνω. Δάγκωσε τρυφερά τη ρώγα της και άρχισε να ανεβοκατεβαίνει πάνω της όλο και πιο γρήγορα. «Πώς είναι αυτή σήμερα. Τα ανακάτεψε στο χέρι του. Το πέντε ίσως να ήταν τυχερό. απολαμβάνοντας το γνωστό κοκάλινο ήχο τους.

«Αυτό το άλογο είναι το ισχυρότερο πράγμα στο βασίλειό σας. «Αυτός ο ταύρος είναι το δυνατότερο πράγμα στο βασίλειό σας.Κεφάλαιο Έντεκα Εκείνο το βράδυ. σαστισμένος. Μεγαλειότατη. «Πρέπει να φύγω. Ήταν σαν να βρισκόταν σε έκσταση. Ένα λεπτό αργότερα σηκώθηκε. Κάτι που προφανώς δεν θα μπορούσε να το πει και για την Ηρώ. «Ηρώ…» . Θεού και πουλιού μου θέλοντος. Είχε το πρόσωπό της ελαφρώς γυρισμένο. ίσως και να το επαναλαμβάνεις.» -από το Η Βασίλισσα Μαυρομαλλούσα Ο Γκρίφιν σωριάστηκε στα στρωσίδια του κρεβατιού. και αμέσως ένας ιπποκόμος οδήγησε ένα μαύρο επιβήτορα στην αίθουσα. με το ένα του χέρι πάνω από τα μάτια του.τι είχε απομείνει από το κομπινεζόν της. Ο Γκρίφιν μισάνοιξε το ένα του μάτι και κοίταξε. ο Πρίγκιπας Νόρθγουιντ παρουσίασε έναν άσπρο ευνουχισμένο ταύρο με επίχρυσα κέρατα. το μυαλό εντελώς άδειο από σκέψεις και όλους τους μύες του χαλαρωμένους. Μεγαλειότατη. συνειδητοποίησε πως η ερωμένη του ίσως να μη βρισκόταν σε μια αντίστοιχη κατάσταση νιρβάνας. Έτριψε το χέρι πάνω στο κεφάλι του. Έμεινε έτσι ανάσκελα. πασχίζοντας με ό.τι χειρότερο μπορούσε να πει. «Αυτός ο άντρας είναι το δυνατότερο πράγμα στο βασίλειό σας. Η Ηρώ παράτησε το κομπινεζόν της και έσκυψε για να σηκώσει το κορσάζ της. γλυκιά μου. Μεγαλειότατη. με το κορμί του κορεσμένο. τη Λαίδη Ηρώ που πήδηξε από το κρεβάτι και κρύφτηκε στο πλάι. και το σπαθί του κρυμμένο σε χρυσό θηκάρι. ωστόσο εκείνος μπόρεσε να δει και από το προφίλ της ότι τα χείλη της είχαν γίνει μια ίσια γραμμή. όμως ήξερε πως δεν ήθελε να την αφήσει να φύγει. η Βασίλισσα Μαυρομαλλούσα κάλεσε ξανά τους υποψήφιους μνηστήρες της στην αίθουσα του θρόνου και τους ζήτησε να της δώσουν τις απαντήσεις τους. αλλά αυτό που γίνεται συνήθως είναι να ξαπλώνεις για λίγο.» Ο Γκρίφιν δεν ήταν σε θέση να σκεφτεί πολύ λογικά –κάτι περισσότερο από το συνηθισμένο είχε συμβεί εδώ πέρα–. Ο Γουέστμουν έκανε μία μεγάλη υπόκλιση. Εκείνος χασμουρήθηκε. και ένας γιγαντόσωμος πολεμιστής μπήκε με αποφασιστικά βήματα στην αίθουσα του θρόνου. Δεν χρειάζεται να το βάζεις στα πόδια. και κατάλαβε πως ήταν ό. το μυαλό του –καθυστερημένα– λειτούργησε. Ο Πρίγκιπας Γουέστμουν κροτάλισε τα δάχτυλά του. Μόλις το κρεβάτι κουνήθηκε. «Το ξέρω πως δεν έχεις πείρα σε αυτά. προσπαθώντας να βρει κάτι για να τη συγκρατήσει. με το στήθος του θωρακισμένο με ασήμι.» Μόλις τελείωσε αυτά που έλεγε.» Στο τέλος.» Ο Πρίγκιπας Ίστσαν έκανε ένα νεύμα με το χέρι του.

«Όχι!»Όμως. Θεέ μου. και θα πω να μας ετοιμάσουν λίγο τσάι. «Άφησέ με να σε βοηθήσω. Για πρώτη φορά από τότε που είχε επιστρέψει στο Λονδίνο. πώς να το διορθώσει όλο αυτό. αλλά προσπάθησε να κρατήσει ήρεμη τη φωνή του. «Μπορώ… Μπορώ να τα καταφέρω. «Παντρέψου με. Είχε φορέσει τον κορσέ της τώρα και προσπαθούσε με αδέξιες κινήσεις να τον δέσει.» «Μην είσαι ανόητος» μουρμούρισε καθώς προσπαθούσε να φορέσει το φουστάνι της. τον κόπο να έρθει.» «Κλαις. πνίγοντας ένα λυγμό. Ένιωσε το κεφάλι του βαρύ. Ήξερε πως έπρεπε να της μιλήσει. «Μείνε λίγο ακόμα. Ήταν γονατισμένη και ψαχούλευε τη στοίβα με τα ρούχα της. Θεέ και Κύριε. Σηκώθηκε όρθιος. Δεν ήξερε τι να κάνει. ένιωθε πως ήξερε ποιος ήταν ο σκοπός του. έντρομος. Κύλησε μέχρι την άκρη του κρεβατιού και κάθισε εκεί. Χωρίς αμφιβολία. Παρόλο που είχε σκυμμένο το κεφάλι. και το ήξερε τώρα πια. γεμάτο από το βρόμικο λινάρι.» Είχε περάσει το φόρεμα πάνω από το κεφάλι της και ετοιμαζόταν να δέσει τα κορδόνια του μπούστου. Αναστέναξε. λαίδη μου. Με συγχωρείς αν τον θεωρώ κι αυτόν έναν πολύ καλό λόγο για να σε κάνω γυναίκα μου. ο προστάτης της. αφήνοντας το σεντόνι να γλιστρήσει από πάνω του. τραβώντας τα μεσοφόρια της. Το βλέμμα της χαμήλωσε στο γυμνό κορμί του. «Δεν πρέπει να με δουν εδώ. νιώθοντας το θυμό να φουντώνει μέσα του. «Σου πήρα την παρθενιά. Το κεφάλι του πονούσε –είχε πολλές μέρες να κοιμηθεί κανονικά–. τότε. «Δεν έχεις ακούσει λέξη από όσα σου έχω πει τις τελευταίες .» «Ω. κι έπειτα στάθηκε σταθερό στη μέση του. συνήθως θα τη βοηθούσε κάποια καμαριέρα για να το κάνει.» Η Ηρώ έκανε ένα βήμα πίσω και γύρισε στο πλάι.» «Ναι. Ατυχώς. να πάρει. και έσκυψε για να σηκώσει το φόρεμά της. και τον πυκνό καπνό που ανέπνεε όλη τη νύχτα στην αποθήκη. άξαφνα και σίγουρα. πως το να παντρευτεί την Ηρώ ήταν το σωστότερο που θα μπορούσε να κάνει. Ο Γκρίφιν ανασηκώθηκε και κοίταξε στο πλάι του κρεβατιού. Ένιωθε σωστός.» Έφερε τα χέρια στους γοφούς του.» Γύρισε για να τον κοιτάξει.Εκείνη έσκυψε ξανά. Η περηφάνια του πληγώθηκε. «Μου το ζητάς μόνο και μόνο επειδή κοιμήθηκα μαζί σου. Το κεφάλι του έγειρε πίσω σαν να τον είχε χαστουκίσει. «Βρίσκεις μια πρόταση γάμου από μένα ανόητη. Κούνησε το κεφάλι της.» Ήταν σαν να είχε μπει ένα κομμάτι στη θέση του – ένα χαμένο κομμάτι που δεν είχε καταλάβει ποτέ ως τότε ότι του έλειπε. Δεν ήθελε να την πληγώσει άλλο. Δεν ήταν προετοιμασμένος για κάτι τέτοιο. δεν έδειχνε και πολύ φιλική. Λαχταρούσε να γίνει η ασπίδα της. έκλαιγε. Έκλαιγε. Ένιωσε μια παράξενη τρυφερότητα μπροστά σε αυτή την εικόνα.» Μπήκε στον πειρασμό να τη ρωτήσει για ποιο λόγο είχε κάνει. «Τι λες εσύ.» Σηκώθηκε ξανά όρθια. όμως δεν μπορούσε να βρει τα λόγια που θα την έπειθαν να μείνει. τραβώντας την άκρη ενός σεντονιού για να σκεπάσει το υπογάστριό του. εκείνη δεν έδειχνε να αισθάνεται το ίδιο. αλλά η σύνεση –που δεν συγκαταλεγόταν στις αρετές του– σφράγισε τα χείλη του.» τη ρώτησε. με τα πόδια του απλωμένα.

«Συνάντησα μια κυρία στο διάδρομο. γιατί δεν μου το ζήτησες πριν ξαπλώσεις μαζί μου. Σε παρακαλώ να μη τη χρησιμοποιείς όταν είμαι κι εγώ παρούσα. Πότε είχε προλάβει να τα σκεφτεί όλα αυτά. να λογομαχεί με τη γυναίκα που μόλις είχε διακορεύσει. Τι είχε συμβεί. Μια αμοιβαία δέσμευση για το μέλλον. αλλά ένα συγκεκριμένο δεν μπορούσε να το αγνοήσει. μετά το χθεσινό βράδυ. Θα μπορούσε να αντικρούσει όλα τα επιχειρήματά της αν κατάφερνε να κοιμηθεί για λίγο. Όμως.» «Τότε. λόρδε μου. Ηρώ!» «Πρέπει να φύγω τώρα» είπε ευγενικά. Μου δήλωσες πριν από λίγες μέρες πως δεν έχεις σκοπό να παντρευτείς ποτέ. «Το τι θα κάνω εγώ με τον Τόμας αφορά εμένα κι αυτόν. μετά από σοβαρή σκέψη και επίσημες διαδικασίες. καταλαβαίνετε τι θέλω να πω. Βλαστήμησε και χτύπησε τη γροθιά του στο κεφαλάρι του κρεβατιού. Δεν είναι κάτι που το κάνει κανείς από καπρίτσιο. Εσύ δεν έχεις καμία δουλειά. Το βλέμμα του έπεσε στα άσπρα σεντόνια του κρεβατιού. και αυτό ακριβώς έκανε. «Ωραία» του είπε. «Δεν είναι καπρίτσιο. Πάντως. έτοιμος να υποκύψει στον πειρασμό και να της απαντήσει πως μέχρι να τη ρίξει στο κρεβάτι του σκεφτόταν με το μικρότερο κεφάλι του. Το θέαμα ξέσκισε την καρδιά του. κρατώντας με τα χέρια του το κεφάλι του που πονούσε.» Ανασήκωσε τα φρύδια της. «Δεν πρόκειται να παντρευτείς τον Τόμας. και πρόσεξε μια μικρή κηλίδα από αίμα. με φωνή δυσοίωνα ήρεμη. Δεν ήξερα πως θα κάνατε κάτι τέτοιο. Ο Ντιντλ ήρθε στο δωμάτιο και κοίταξε γύρω του με βλέμμα που έλαμπε. από τα οποία κανένα δεν αποτελεί γερά θεμέλια για ένα γάμο.» «Επίτρεψέ μου να διαφωνήσω» είπε εκείνος.» «Να πάρει. απόλυτα λογικά. Βιαζόταν πολύ.» Έμεινε να την κοιτάζει. πολύ όμορφη. απόλυτα τέλεια. τραυματίζοντας τις κλειδώσεις του. ένα συμβόλαιο ανάμεσα στις οικογένειες. άναυδος και κατάπληκτος. Έκανα ένα τρομερό λάθος» –η φωνή της τσάκισε. προκαλώντας ένα δυνατό σφίξιμο στην καρδιά του– «αλλά με το να ακυρώσω το γάμο μου με τον Μάντβιλ απλώς θα το επιδεινώσω. Τι είχε κάνει. «Είμαι ο αδερφός του Τόμας και ο άντρας που μόλις πήδηξες!» Έκανε ένα μορφασμό πόνου.» Ο Γκρίφιν βόγκηξε και έπεσε πίσω στο κρεβάτι.» «Όχι!» φώναξε. «Σκάσε. «Εσύ κι εγώ δεν έχουμε παρεμφερείς στόχους και προθέσεις.» Κούνησε το κεφάλι του. Ντιντλ. συνειδητοποιώντας πόσο γελοία θα πρέπει να ήχησαν τα λόγια του έτσι όπως στεκόταν εκεί γυμνός. «Αυτός είναι ο λόγος που ξάπλωσες μαζί μου. Για μια στιγμή έμεινε να κοιτάζει την κλειστή πόρτα.» *** .» Την κοίταξε με ανοιχτό το στόμα. Ο γάμος είναι μια συμφωνία. «Την απεχθάνομαι αυτήν τη λέξη. εκείνη συνέχισε να μιλά. Η πρότασή σου βασίζεται ή σε ενοχές ή σε κακώς ερμηνευμένο ιπποτισμό.μέρες.

λαχανιασμένη. Είχε φύγει. ακόμα και στο Σεντ Τζάιλς. και η Σάιλενς Χόλινμπρουκ χαμογέλασε καθώς πήγαινε για τα πρωινά της ψώνια. Η Μέρι Ντάρλινγκ δυσανασχέτησε και άπλωσε το χέρι προς το καλάθι με τα μήλα που κρατούσε η Μέρι Ίβνινγκ. και τα κορίτσια την ακολουθούσαν σαν υπάκουα παπάκια. Η Σάιλενς κοίταξε γύρω της και συνειδητοποίησε πως τα κορίτσια έτρεχαν για να προλάβουν τα γρήγορα βήματά της. Θα μπορούσε να φτιάξει κάνα δυο νόστιμες μηλόπιτες για τα παιδιά. Είχε δει τον Ωραίο Μίκι Ο’Κόνορ. το ήξερε πως δεν έκανε. κυρία. Ίσως και να τον είχε φανταστεί. τον πιο διαβόητο πειρατή . Η γυναίκα χαμογέλασε.» ρώτησε η Μέρι Ίβνινγκ. Η Σάιλενς έπιασε ένα με χέρια που έτρεμαν και το έδωσε στο μωρό. «Πόσο έχουν. Είδε μια μικρή ομάδα από τρία αγόρια – συνηθισμένο θέαμα στον Σεντ Τζάιλς. με μαύρες μπούκλες που έπεφταν μέχρι τους φαρδιούς της ώμους και μια υποψία από παχιά. Ύστερα έψαξε με το βλέμμα το σημείο όπου είχε δει νωρίτερα αυτό το τόσο γνωστό πρόσωπο. «Για σας και για μια τόσο όμορφη κοπελιά. μόνο τρεις πένες η δωδεκάδα. κι έπειτα παρακολούθησε την πωλήτρια καθώς διάλεγε προσεκτικά τα μήλα για να της το γεμίσει. Τα τρία αγόρια ήταν απορροφημένα σε ένα παιχνίδι με ζάρια που έπαιζαν. και τώρα είχαν μπει κι άλλοι άνθρωποι ανάμεσά τους. Αμέσως τα δύο παιδιά βρέθηκαν να κυλιούνται στο χώμα χωρίς κανείς να τους δίνει σημασία παρά μόνο για να τα προσπεράσουν χωρίς να τα πατήσουν. Είχε πάρει μαζί της για να τη βοηθήσουν στα ψώνια τη Μέρι Ίβνινγκ. προσπαθώντας να δει καλύτερα. Δεν ήταν δυνατόν. Εκείνος είχε γυρίσει αλλού το κεφάλι. ρέβες και ένα σβώλο φρέσκο βούτυρο. όμως τα μήλα φαίνονταν υπέροχα και η τιμή τους λογική. Δεν τον είχε ξαναδεί από εκείνη την απαίσια νύχτα. Είχαν ήδη αγοράσει κρεμμύδια. αλλά και σε όλο το Λονδίνο. Τραβήχτηκε στο πλάι. «Μιαμ!» φώναξε η Μέρι Ντάρλινγκ από το πάνινο καθισματάκι της που κρεμόταν στο γοφό της Σάιλενς και άπλωσε τα παχουλά χεράκια της προς μία στοίβα από κόκκινα μήλα. Σίγουρα θα είχε κάνει λάθος. εκεί που τα κοιτούσε αδιάφορα. όταν μια φωνή την έκανε να κοιτάξει δεξιά της. Μια αέρινη αντρική φιγούρα. κάνοντας τις ρυτίδες στο ηλιοκαμένο πρόσωπό της να βαθύνουν ακόμα πιο πολύ. προφανώς. και τώρα η Σάιλενς πλησίαζε έναν πάγκο με παντζάρια. «Θα πάρω μια ντουζίνα. η Σάιλενς θα έκανε παζάρια για να κατεβάσει την τιμή. το ένα από αυτά μόλις είχε κερδίσει ή είχε χάσει. τη Μέρι Κομπάσιον και τη Μέρι Ρεντρίμπον. όμως αν κατάφερνε να ρίξει μια καλύτερη ματιά… «Πού πηγαίνουμε. σαρκαστικά χείλη. Θυμήθηκε κάποια φορά τον πρώτο καιρό του γάμου της που την είχε επαινέσει ο Γουίλιαμ για μία νόστιμη μηλόπιτα που είχε φτιάξει.» ρώτησε την πωλήτρια. Πηδούσε πάνω-κάτω. Δεν μπορούσε να είναι σίγουρη. και. Ωστόσο. Ίσως να τον είχε μπερδέψει με κάποιον άλλον άντρα που είχε τα ίδια μακριά μαλλιά χωρίς περούκα. και τότε κάποιο άλλο αγόρι τού έριξε μια καρπαζιά. πρόσεξε κάτι –κάποιον– ξέχωρα από τα αγόρια.» Κανονικά. Συνέχισε το δρόμο της ανάμεσα στους πάγκους. Τότε.Η μέρα ήταν φωτεινή και ηλιόλουστη. Η Σάιλενς γέλασε και σταμάτησε.» Έδωσε τα νομίσματα και το καλάθι που κρατούσε.

αδιαφορώντας για ό. κυρία!» ήταν η γενική ομολογία. Νομίζω πως η Νελ μόλις έφτιαξε λίγο τσάι για τα παιδιά. Ωστόσο. ήταν ντυμένος με βελούδο και δαντέλες. ήταν ακριβώς όπως ένας πεινασμένος λύκος. Έκανε μεταβολή και απομακρύνθηκε γρήγορα από την αγορά. ζούσε στο Σεντ Τζάιλς. «Ναι. έβαλε τα κορίτσια μέσα και έκλεισε με δύναμη την πόρτα.» «Μάλιστα. Έκανε να γελάσει. Ο Μίκι δεν είχε καμία σχέση με έναν άγριο. Ήταν κομψός και ευγενικός. Ευτυχώς δεν είχε αναστατωθεί το μωρό. που ήταν η ώρα του για να κολατσίσει.» «Είχαμε κάποια ειδοποίηση από τους ιδιοκτήτες του πλοίου του Γουίλιαμ» της είπε ήρεμα. Έτσι. «Είστε καλά. σε παρακαλώ. βάλε τα ψώνια στο τραπέζι και πάρε τα κορίτσια πάνω. Βέβαια. Δεν έπρεπε να φανερωθεί ο φόβος της μπροστά στο στόμα του λύκου.» Ο Γουίντερ κοίταξε το μεγαλύτερο κορίτσι. πεινασμένο λύκο – τουλάχιστον όχι στην εμφάνιση.» Ο Γουίντερ κατένευσε. Κατάφερε να χαμογελάσει. συνοφρυωμένη. πεθαίνω για ένα φλιτζάνι τσάι. Όμως. και είχε στολισμένα όλα τα δάχτυλα των χεριών του με δαχτυλίδια φορτωμένα με πολύτιμους λίθους. Εσείς. κίνησε για την κουζίνα μαζί με τα κορίτσια. όπως πολύ καλά γνώριζε.» Η Σάιλενς βολεύτηκε σε έναν από τους πάγκους της κουζίνας. Τη μοναδική φορά που τον είχε δει. τόσο γρήγορα και αδύναμα. που φοβήθηκε πως θα λιποθυμούσε. κυρία. «Είναι ώρα να γυρίσουμε στο σπίτι» είπε αποφασιστικά στα κορίτσια.» ρώτησε ανήσυχα η Μέρι Ίβνινγκ. Η καρδιά της χτυπούσε πολύ γρήγορα. καλά είμαι. «Ίσως θα ήταν καλύτερα αν στέλναμε και το μωρό επάνω. «Τι συμβαίνει. «Τι γυρεύεις στο σπίτι τέτοια ώρα. προσπαθώντας να ελέγξει την αναπνοή της. Τα λόγια του αδερφού της έφταναν συγκεχυμένα στα αφτιά . Ίσως ήταν απλώς μια σύμπτωση που ο Ωραίος Μίκι είχε βρεθεί εκεί την ίδια ώρα με εκείνην. Πες μου. η διάθεσή της έπεσε πάλι όταν είδε τον Γουίντερ να στέκεται κατηφής στην κουζίνα.» Η Σάιλενς ξεροκατάπιε νευρικά και ακούμπησε το μάγουλό της στις απαλές. «Άφησέ τη να μείνει μαζί μου. Το κεφάλι της άρχισε να γυρίζει. «Ναι.» Εκείνος κοίταξε αφηρημένα τη Μέρι Ντάρλινγκ που βρισκόταν ακόμη στην αγκαλιά της. Τον κοίταξε. πίσω από την αβρή επιφάνεια. Ρίχνοντας μια τελευταία ταραγμένη ματιά πίσω της. όμως ο ήχος που βγήκε από τα χείλη της έμοιαζε περισσότερο με λυγμό. Η Μέρι Ντάρλινγκ μασούλαγε ανενόχλητη το μήλο της. «Μέρι Ίβνινγκ.τι συνέβαινε γύρω της. Ο αδερφός της δεν ερχόταν ποτέ στο ίδρυμα πριν από τη μία. «Γουίντερ. «Θα καθίσεις.» Τα κορίτσια έφυγαν υπάκουα από την κουζίνα.στο Λονδίνο. Η Σάιλενς είχε λαχανιάσει τη στιγμή που έφτασαν στο σπίτι. μαύρες μπούκλες της Μέρι Ντάρλινγκ. Επιτάχυνε τα βήματά της τόσο που σχεδόν έτρεχε. νιώθοντας κάπως καλύτερα. Θεέ μου. Παρ’ όλα αυτά. Τα χέρια της έτρεμαν καθώς πάλευαν με το κλειδί που της έπεσε δύο φορές μέχρι να καταφέρει να το βάλει στην κλειδαριά.» «Όχι. νιώθοντας ένα σφίξιμο στο στήθος. Μόνο που δεν φανταζόταν πως ο κύριος Ο’Κόνορ έκανε μόνος του τα ψώνια του. Η Σάιλενς κοίταξε τον Γουίντερ.» Έφερε το χέρι πάνω στο στήθος της.

και ύστερα πήρε μια βαθιά αναπνοή. Η Ηρώ συνοφρυώθηκε λιγάκι. Α. με συγχωρείς που σου μίλησα απότομα.» επέμεινε η Ξαδέρφη Μπατίλντα.» «Πολύ καλά.» «Πιστεύω πως πρέπει να πάρει μια απόφαση σύντομα. «Αγαπητή μου. λοιπόν» απάντησε η άλλη γυναίκα.» Έτριψε αργά το μέτωπό της. είμαι καλά.της. «Έτσι κι αλλιώς.» «Όχι. θα έπρεπε να σκεφτεί σε βάθος. Δεν υπήρξαν επιζώντες. Ξαδέρφη. ο γιατρός είπε πως το χέρι της θα γίνει καλά. αν βέβαια συγκέντρωνε το μυαλό της σε αυτό. Αλλά.» Γραμμές ανησυχίας σχηματίστηκαν γύρω από τα μάτια της Ξαδέρφης Μπατίλντα. προσπαθώντας να θυμηθεί. να πάρει κάποιες αποφάσεις και να βρει κάποιον τρόπο για να διορθώσει τα πράγματα. να νιώσει τις τριχούλες στο στέρνο του να γρατζουνάνε το γυμνό της στήθος.» *** «Φαίνεσαι κουρασμένη. να δει τα μάτια του που την παρακολουθούσαν πάντα… «Ελπίζω να μην είναι απόψε στο χορό ο Λόρδος Γκρίφιν» είπε η Ξαδέρφη Μπατίλντα. η Σάιλενς τον κατάλαβε πολύ καλά. «Δόξα τω Θεώ. Η Ηρώ έπνιξε έναν αναστεναγμό και πίεσε τον εαυτό της να χαμογελάσει. «Το πλοίο του Γουίλιαμ χάθηκε στα ανοιχτά. ξαφνιάζοντάς την.» Πήγαιναν σε κάποιο χορό. Θα ήταν τρομερό αν έμενε και ανάπηρη εκτός από…» Η φωνή της έσβησε σαν να μην μπορούσε ούτε να προφέρει τη λέξη. αλλά όλη μέρα δυσκολευόταν να συγκεντρωθεί σε οτιδήποτε. «Ίσως δεν θα έπρεπε να είχες καθίσει με τη Φοίβη όλο το απόγευμα. το χορό των Γουίτκομπ. «Όχι. Περίεργο.» «Θέλεις να πούμε στον οδηγό να μας γυρίσει πίσω. Φοβάμαι πως ο Γουίλιαμ είναι νεκρός. Σου είπε τίποτα ο Μάξιμους για εκείνην. Σχεδόν φτάσαμε. Σχεδόν μπορούσε ακόμη να μυρίσει την αρμύρα από το δέρμα του. είναι μάλλον αργά για να γυρίσουμε πίσω τώρα. «Με πονάει λιγάκι το κεφάλι. αγαπητή μου» παρατήρησε η Ξαδέρφη Μπατίλντα εκείνο το βράδυ καθώς ταλαντεύονταν στο ρυθμό της άμαξας. Η Ηρώ αναστέναξε και γύρισε να κοιτάξει έξω από το παράθυρο παρόλο που δεν μπορούσε να διακρίνει τίποτα μέσα στο σκοτάδι. «Ειλικρινά. όχι ακόμη.» «Δεν μπορώ να πιστέψω πως είσαι καλά όταν χρησιμοποιείς αυτό τον τόνο» είπε η Ξαδέρφη Μπατίλντα. όταν εκείνος συνέχισε. . Παρόλο που αισθάνομαι άσχημα που αφήσαμε την καημένη τη Φοίβη μόνη στο κρεβάτι. Ίσως απόψε να έβρισκε κάποια λαίδη που να ενδιαφερόταν να βοηθήσει το ίδρυμα. Αντιθέτως. Πόσο περίεργα ένιωθε! Σαν να είχε αποσυνδεθεί από το σώμα της και από όλα όσα συνέβαιναν γύρω της.» «Όχι» απάντησε η Ηρώ κάπως απότομα. ναι. Κανονικά. «Η Φοίβη δεν με κούρασε. Σε οτιδήποτε εκτός από τον Γκρίφιν και το πώς είχε αισθανθεί το πρωί όταν τον είχε δεχτεί μέσα στο κορμί της. το έβρισκε πολύ δύσκολο να εστιάσει την προσοχή της σε οτιδήποτε.

«Και πολύ καλά έκανε μετά την περσινή της πανωλεθρία. Έξω. Η Μπατίλντα κοίταξε με σοβαρό ύφος το ζωντανό της. η Μινιόν τον συμπαθεί. «Και βέβαια όχι!» Η Μπατίλντα έδειξε να σοκάρεται και μόνο στη σκέψη. «Ένα μικρό.» Η Λαίδη Γουίτκομπ την κοίταξε . νιώθοντας την επιθυμία να βάλει τα κλάματα. Και έφερες και το αξιαγάπητο σκυλάκι σου» παρατήρησε με σφιγμένα χείλη ενώ η Μινιόν τής γρύλιζε. προσπαθώντας να βγάλει από τη συζήτηση τον εαυτό της. «Μην ξεχνάς. «Μας φτάνει το κακό που η Φοίβη δείχνει εντελώς γοητευμένη μαζί του» είπε με ολοφάνερη δυσαρέσκεια η Μπατίλντα.» «Λαίδη μου.» Η Ηρώ έκανε μια υπόκλιση.» «Ωστόσο. Ήταν κουλουριασμένο πάνω στο κάθισμα. «Θυμάσαι την αγαπημένη μου ξαδέρφη.» «Σύντομα θα μπει στην οικογένειά μας» της θύμισε η Ηρώ.Ευτυχώς. Η απροκάλυπτη αγανάκτησή της έκανε την Ηρώ να χαμογελάσει. «Μνηστή του Μαρκήσιου του Μάντβιλ. «Δεν μπορώ να πιστέψω πως εσύ κάλεσες αυτό τον άνθρωπο για φαγητό!» «Η Φοίβη δεν γνωρίζει λεπτομέρειες για τα όσα διαδίδονται γι’ αυτόν» απάντησε η Ηρώ. Πήρε τη Μινιόν στην αγκαλιά της και ακολούθησε την Ηρώ που κατέβαινε τα σκαλοπάτια. φτάσαμε» είπε η Μπατίλντα καθώς η άμαξα σταματούσε. «Χμ!» Ήταν το μόνο που είχε να πει η Ξαδέρφη Μπατίλντα.» «Διασκεδαστικός και ευγενικός δεν είναι προσόντα που να δικαιολογούν την αλήτικη συμπεριφορά ενός άντρα. «Πόσο χαίρομαι που σε ξαναβλέπω. Υπηρέτες με λιβρέες τις προϋπάντησαν και τις συνόδεψαν μέχρι μέσα. ξέρει να κάνει ενδιαφέρουσες συζητήσεις και μπορεί να γίνει πολύ ευγενικός.» Προσπαθούσε ακόμη να θυμηθεί ποια ακριβώς ήταν η εν λόγω πανωλεθρία όταν έφτασαν στο σημείο υποδοχής.» Μία πολύ αδύνατη κυρία με ασημόγκριζα μαλλιά έσκυψε μπροστά και σχεδόν ακούμπησε το μάγουλό της σε εκείνο της Ξαδέρφης Μπατίλντα.» Το μικρόσωμο σκυλί σήκωσε το κεφάλι του μόλις άκουσε το όνομά του. «Έλενα. «Α. δίπλα από την Ξαδέρφη Μπατίλντα. το σπίτι των Γουίτκομπ ήταν φωτισμένο με δαυλούς. «Βλέπω πως η Έλενα έχει βάλει τα δυνατά της φέτος» ψιθύρισε η Μπατίλντα κοντά στο αφτί της Ηρώς.» Η Μπατίλντα χάιδεψε καθησυχαστικά το κεφάλι της Μινιόν. αθώο κορίτσι σαν κι αυτή να ξέρει σε όλη τους την έκταση τα σκάνδαλα του Λόρδου Γκρίφιν – ούτε να το σκέφτομαι.» Η Μινιόν αποφάσισε πως δεν την ενδιέφερε η συζήτησή τους από τη στιγμή που δεν περιελάμβανε λιχουδιές. Λαίδη Ηρώ Μπάτεν. «Θα πρέπει να ομολογήσω ότι συνήθως έχει καλύτερα γούστα. Χασμουρήθηκε και ακούμπησε πάλι κάτω το κεφάλι της. «Μπατίλντα. έχει και τις καλές του πλευρές» είπε η Ηρώ πριν προλάβει να συγκρατηθεί. σωστά. «Είναι διασκεδαστικός. η ξαδέρφη της δεν έδειξε να πρόσεξε το τρομοκρατημένο βλέμμα της Ηρώς.

«Θα κάνουμε μία βόλτα. βιάστηκε να πάει προς το μέρος τους. Για μια στιγμή ένιωσε την παρόρμηση να κάνει μεταβολή και να φύγει τρέχοντας από την αίθουσα. όμως ο λαιμός της είχε στεγνώσει. «Δεσποινίς Πίκλγουντ. «Ελπίζω πως θα με συγχωρέσετε εσείς οι νέοι. Στην αίθουσα επικρατούσε πολλή ζέστη. Λαίδη Ηρώ. Η Ηρώ προσπάθησε να καταπιεί. Συγχαρητήρια. ο Γκρίφιν βρέθηκε μπροστά τους.» Αναρωτήθηκε τι θα της απαντούσε αν τον ρωτούσε ποιο χαρακτηριστικό της έβρισκε σαν το πιο όμορφο πάνω της. . Η Ηρώ σήκωσε το βλέμμα και είδε το μνηστήρα της. Και τότε. Η Λαίδη Έλενα είχε επιλέξει να διακοσμήσει το χώρο με εκατοντάδες τριαντάφυλλα. Πόσο θα σκανδαλίζονταν όλοι εδώ μέσα αν ήξεραν τι κρυβόταν στην πραγματικότητα πίσω από το προσωπείο της. νιώθοντας την ενοχή της να θεριεύει πάλι. αγαπητή μου. λες και είχε καθίσει στο στήθος της ένας τεράστιος βράχος. Το λαιμό της ίσως. αγνοώντας τις υστερικές φωνές που ηχούσαν μέσα στο κεφάλι της.» «Βλέπω την καλή μου φίλη κυρία Χαγκς εκεί πέρα» είπε η Ξαδέρφη Μπατίλντα. ακουμπισμένο πάνω στο μανίκι του Μάντβιλ. ντυμένος κομψά σε μπλε και χρυσό. Είχε το χέρι του λυγισμένο. λόρδε μου» απάντησε η Ξαδέρφη Μπατίλντα. Παίρνω όρκο πως απόψε είστε οι ωραιότερες γυναίκες εδώ μέσα. Κουνούσε ευγενικά το κεφάλι και αντάλλαζε κενολογίες με διάφορους γνωστούς που διασταυρωνόταν μέχρι τη στιγμή που ένιωσε την ανάγκη να ουρλιάξει. Πέρασε το χέρι της στο δικό του και τον άφησε να την οδηγήσει ανάμεσα στον κόσμο. Ο Γκρίφιν έκανε σφιγμένα μια υπόκλιση. και το άρωμα των μαραζωμένων λουλουδιών ήταν σχεδόν αποπνικτικό. Μόνο ένας άντρας το είχε δει. ανήμπορη να μιλήσει. κι αυτός δεν ήταν ο αρραβωνιαστικός της.» «Χαίρομαι πολύ. «Να κι ο Μάντβιλ» αναφώνησε η Ξαδέρφη Μπατίλντα. «Πολύ καλό συνοικέσιο. φορώντας την κατάλευκη περούκα του. δεν είχε δει ποτέ το στήθος της γυμνό. «Ο γιατρός συνέστησε κατάκλιση στο κρεβάτι. Λαίδη Ηρώ. ίδιο και απαράλλαχτο όπως πάντα. Ο κόσμος της είχε έρθει πάνω-κάτω. Έστρεψε αλλού το βλέμμα και δάγκωσε το χείλι της. Αλλά πάλι.επιδοκιμαστικά. λαίδη μου» μουρμούρισε η Ηρώ. Σίγουρα δεν θα έλεγε. Μόλις τις είδε. ξαφνικά. χωρίς στην ουσία να την κοιτάξει. Μήπως τα μάτια της. και μετά το χέρι της. Τα πράσινα μάτια του κοίταξαν πρώτα το πρόσωπό της. δεν θα έκανε κάτι εδώ. Πρόσφερε το μπράτσο του στην Ηρώ. για να καταλήξουν στο πρόσωπο του αδερφού του. «Όσο καλύτερα θα περίμενε κανείς. κι εκείνη δεν ήξερε πώς να τα έβαζε όλα στην αρχική τους θέση. αλλά πιστεύει πως το χέρι θα δέσει. Τόμας. «Ελπίζω πως είναι καλύτερα η αγαπητή αδερφή σου» ρώτησε ο Μάντβιλ τραχιά. Είχε χάσει τη θέση της στην κοινωνία.» «Φυσικά» μουρμούρισε ο Μάντβιλ.» «Ευχαριστώ. Είχε χάσει την τελειότητα που πάντα πίστευε πως είχε.» «Παρακαλώ» του απάντησε λακωνικά. Απόψε ήταν πολύ κομψός με το σκούρο καφέ γιλέκο του κεντημένο με χρυσή και κόκκινη κλωστή.» «Λόρδε μου. Το στήθος της.» Εκείνη κούνησε το κεφάλι. σαν να χάιδευε αφηρημένα κάτι που κρατούσε. Ένιωσε ένα ασφυκτικό βάρος. «Καλησπέρα.

Η Ηρώ εισέπνευσε αθόρυβα.» Δεν ήξερε πώς να του απαντήσει σε αυτό. και. κι έπειτα γύρισε προς το μέρος του με βλέμμα επικριτικό. θα πίστευε πως η έκφραση στο πρόσωπό του έδειχνε πόνο. Ο Μάντβιλ συνοφρυώθηκε. η Ηρώ βρέθηκε από τον έναν άντρα στον άλλον. Και έτσι απλά. νιώθοντας το στήθος της να πονάει σαν να έκλαιγε. άλλα πράγματα μαζί μου. Η Ηρώ κοίταξε γύρω της την όμορφα επιστρωμένη βεράντα με τα φαρδιά σκαλοπάτια που οδηγούσαν σε έναν πυκνοφυτεμένο κήπο. «Τι έχεις εδώ πέρα. Περίμενε μέχρι να απομακρυνθούν λιγάκι από τον Μάντβιλ.«Γκρίφιν» άκουσε δίπλα της τον Μάντβιλ να λέει. παίρνοντας μια έκφραση σαστιμάρας. Ο Γκρίφιν ανασήκωσε τα φρύδια και άνοιξε το χέρι. «Δεν το ήξερα πως ήσουν προσκαλεσμένος απόψε.» «Σσς!» έκανε με απελπισία. Λέτε να μου πηγαίνει. Χαμογέλασε αχνά. «Μη γίνεσαι τόσο ανόητος. «Με την άδειά σου. ίσως το κρατήσω σαν ενθύμιο.» «Δεν φαντάζεσαι σε τι μέρη είμαι ευπρόσδεκτος.» ρώτησε ο Μάντβιλ. όση ώρα το σκεφτόταν. μη φοβάσαι. «Ένα μπιχλιμπίδι που βρήκα στο πάτωμα. «Είπες στον Μάντβιλ πως θα χορεύαμε. Τον είχε χάσει. Κράτησε την ανάσα της.» Πλησίασε το σκουλαρίκι στο αφτί του ενώ η Ηρώ γούρλωσε τα μάτια σαν για να τον προειδοποιήσει. «Δεν θέλω να σου μιλήσω. «Φαίνεται πως το μόνο που θέλεις να κάνεις είναι. Σίγουρα ο Μάντβιλ θα αναγνώριζε πως ήταν δικό της! «Ή ίσως να ταιριάζει καλύτερα σε μια κυρία» συνέχισε ο Γκρίφιν με αργόσυρτη φωνή.» «Όχι. Η Ηρώ έμεινε να τον κοιτάζει. το συνειδητοποίησε ξαφνικά.» .» Έχωσε το σκουλαρίκι στην τσέπη του γιλέκου του. ε. εκείνος την οδήγησε γρήγορα σε μια δίφυλλη τζαμόπορτα.» Η Ηρώ σήκωσε το βλέμμα στον κυνικό του τόνο.» «Βεβαίως» απάντησε ο Μάντβιλ. Από δω και στο εξής δεν θα μπορούσαν ποτέ να είναι ξανά φίλοι. Στην παλάμη του βρισκόταν το διαμαντένιο σκουλαρίκι της – εκείνο που του είχε πετάξει στο μικρό σαλονάκι τη βραδιά των αρραβώνων της. Η έκφρασή του ήταν βλοσυρή και τα πράσινα μάτια του συνάντησαν με έπαρση τα δικά της. σαν να ήταν βραβείο σε εμποροπανήγυρη. «Δεν έχω σκοπό να σε ντροπιάσω εδώ μέσα μπροστά σε τόσο κόσμο. θα ήθελα να προσφέρω ένα χορό στη μνηστή σου. και η Ηρώ ένιωσε τη ζεστασιά του καθώς το κουνούσε κοντά στο αφτί της. και από εκεί έξω. Άπλωσε το χέρι του. Αν ήταν οποιοσδήποτε άλλος άντρας στη θέση του.» Το χαμόγελο του Γκρίφιν εξαφανίστηκε τη στιγμή που την κοίταξε. Ο Γκρίφιν κοίταξε τον Μάντβιλ. «Καλά.» «Το ξέρω» απάντησε σιγανά ο Γκρίφιν.

Το έχεις προσέξει.» Ήθελε να του πει ψέματα. και από εκεί στις σκιές του κήπου. με φωνή βαθιά. «Τίποτα από όσα λέω δεν σε ικανοποιεί ποτέ.» Την κοίταξε για λίγο σκληρά.» Έκλεισε τα μάτια της.» της αντιγύρισε. Ήταν τόσο ανάλαφρα. Μόνο αυτά που κάνω σου προσφέρουν ευχαρίστηση.» Κούνησε το κεφάλι της. «Πώς μπορώ να κάνω κάτι τέτοιο.» «Αυτό είναι το θέμα» ψιθύρισε. Γύρισε προς το μέρος της και ακούμπησε τα χέρια του στα μπράτσα της.» .» Η Ηρώ ρίγησε καθώς θυμήθηκε κι εκείνη την αίσθηση που γνώρισε όταν τον δέχτηκε μέσα στο κορμί της. αλλά εγώ το ξέρω πως ευχαριστήθηκες. όμως ο Γκρίφιν έβαλε τον αντίχειρά του κάτω από το σαγόνι της και της γύρισε το κεφάλι έτσι ώστε να μην έχει άλλη επιλογή παρά μόνο να τον κοιτάξει.» Εκείνος γέλασε κοφτά και χωρίς καθόλου διάθεση. στρέφοντας προς τα πάνω το πρόσωπό της για να κοιτάξει τα αστέρια.Ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους του. «Θα του πούμε πως ζεστάθηκες πολύ.» Έφερε το χέρι της στο αναψοκοκκινισμένο μάγουλό της. την έβλεπε έτσι. Τραβήχτηκε λιγάκι και προσπάθησε να διακρίνει κάτι στο πρόσωπό του. και μετά την τράβηξε προς τα σκαλοπάτια. αλλά ο Γκρίφιν τής έπιασε το χέρι και την κράτησε κοντά του. παίρνοντας θάρρος από το σκοτάδι που τους τύλιγε.» Τα χέρια του σηκώθηκαν για να την κρατήσουν σφιχτά από τους ώμους. Το κεφάλι του τινάχτηκε προς τα πίσω. «Τι πράγμα.» «Ηρώ» είπε με απαλή φωνή. όμως δεν τα κατάφερε. Πήγε να κάνει ένα βήμα πίσω. και το όνομά της ακούστηκε σαν προσευχή στα χείλη του. «Σου πήρα την παρθενιά. «Δεν ήταν και τόσο ευπρεπές το σχόλιό σου.» «Με αγαπάς. γι’ αυτό έμεινε απλώς σιωπηλή. και τα χείλη του χάιδεψαν απαλά τα δικά της. «Σε παρακαλώ. «Ευχαριστήθηκες σήμερα το πρωί. μέσα στο σκοτεινό κήπο.» Τράβηξε το βλέμμα της. Την οδήγησε μακριά. «Πρέπει να με παντρευτείς. «Δεν πρόκειται να το παραδεχτείς. Άραγε. ακόμα και τώρα που του είχε αποδείξει πως δεν ήταν η ενάρετη γυναίκα που όλοι πίστευαν. Λόρδε Γκρίφιν. «Ηρώ. «Πρέπει να το συζητήσουμε. Σίγουρα δείχνεις ξαναμμένη. ακίνητα και τόσο μακρινά. Θα μπορούσε να ήταν κάποιος ξένος. σαν το φιλί ενός ιππότη σε μία δεσποσύνη αξιοσέβαστη. κάπου που κανείς δεν θα μπορούσε να τους δει ή να τους ακούσει από το σπίτι. «Θα με παντρευτείς. Ο Γκρίφιν έκανε ένα μορφασμό και άφησε το χέρι του να πέσει με έναν τρόπο που φανέρωνε απέχθεια. όταν τα γλυκά σου πέταλα σφίγγονταν γύρω από μένα. Χαμήλωσε το κεφάλι του. αγαπητή μου Λαίδη Τέλεια. όμως το έκρυβαν οι σκιές. «Δεν θέλω να ξεχάσω. έτσι δεν είναι. ακόμα κι αν εσύ θέλεις να το ξεχάσεις για πάντα. Σε ένιωσα όταν έγινες κομμάτια μέσα στα χέρια μου.» «Πώς μπορείς να μην το κάνεις.» «Με αγαπάς.» τον ρώτησε.

Ο Γκρίφιν κούνησε δεξιά-αριστερά το κεφάλι. «Εσύ με αγαπάς. Στο στήθος της φούντωνε ο πανικός. γιατί ζητάς κάτι τέτοιο από μένα. την έσπρωξε μακριά του. Ένιωθε αναστατωμένη. εμείς οι δύο θα είμαστε πάντα δεμένοι με αυτό που έγινε ανάμεσά μας. πως δεν θα κατάφερνε ποτέ να ανακτήσει τη θέση που είχε πάντα στην κοινωνία και στην οικογένειά της. «Αν είμαι καλός στο κρεβάτι. να με κρατήσει μακριά από την οικογένεια.» «Δεν ξέρω. Αμφιβάλλω για το αν ο αδερφός σου θα χαρεί με τη σχέση μας.» Πήρε μια βαθιά αναπνοή. «Τουλάχιστον απάντησε στην ερώτησή μου: Γιατί δεν με παντρεύεσαι. να είχε πάει μέχρι εκεί για να του παραδοθεί. «Θεέ μου. Ο Μάξιμους θα με μισήσει. όμως η φήμη μου δεν είναι τόσο άθλια. σαν να μην εμπιστευόταν τα χέρια του πάνω της. Και μόνο στη σκέψη πως θα μπορούσε να ερωτευτεί αυτό τον άντρα. Ίσως. φανερά μπερδεμένος. η Ηρώ έκανε κάτι που δεν είχε κάνει ποτέ σε ολόκληρη τη ζωή της. για το τζιν που φτιάχνεις. κάτι τέτοιο δεν ήταν στη συμφωνία μας. ένιωθε το φόβο να πλακώνει το στήθος της. χωρίς να το γνωρίζει ούτε καν η ίδια.» Η Ηρώ απλώς κούνησε ξανά το κεφάλι. Δεν είχα σκοπό να γίνει αυτό που κάναμε. αν ήταν κάτι περισσότερο από μια επίφαση της κόρης ενός δούκα. «Έχεις σκεφτεί ποτέ τις άλλες παραμέτρους.» Ένιωσε την καρδιά της να ραγίζει λιγάκι. Δεν έχεις ιδέα πόσο βαθύ είναι το μίσος του για το τζιν και αυτούς που το παρασκευάζουν. «Όχι!» Η άρνηση βγήκε από τα χείλη της χωρίς σκέψη ή προετοιμασία. Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή όσο περίμενε έξω από την πόρτα του. Αν σε παντρευτώ. είναι αυτή η αλήθεια. ακούστηκε μια μικρή φωνούλα βαθιά μέσα της. Και εκείνην τη στιγμή. Εσύ δεν μπορείς να καταλάβεις τη σπουδαιότητα αυτής της απόφασης. η ζωή μου δεν θα είναι ποτέ πια η ίδια. «Τα αισθήματα δεν είναι το ίδιο με την αγάπη. . Για το τι θα σου κάνει –και σε μένα– όταν θα το μάθει. μια αποπνικτική αίσθηση πως δεν θα μπορούσε ποτέ να αποκαταστήσει το λάθος της. «Δεν… Δεν μπορώ να σκεφτώ. για να σου μιλήσω για το ίδρυμα. γιατί ήρθες σε μένα.» «Το ξέρω» φώναξε. «Εσύ είσαι ποτοποιός. Ίσως και να με αποκηρύξει. για να σταθεροποιήσει τη φωνή της.» Ξαφνικά. τα χέρια της έτρεμαν από προσμονή. «Τότε. νομίζεις πως δεν το ξέρω από την πρώτη στιγμή που σηκώθηκα από το κρεβάτι σου σήμερα το πρωί. «Ήρθα… Ήρθα εκείνο το πρωί για να δω αν ήσουν καλά. «Όχι.» τη ρώτησε.» «Δεν αγαπάς τον Τόμας.» Για μια στιγμή θα μπορούσε να πάρει όρκο πως έκανε προσπάθειες για να διατηρήσει τη φωνή του χαμηλή. πιεστική φωνή.» ζήτησε να μάθει με χαμηλή. σίγουρα είμαι καλός και στο γάμο.» «Τότε. όμως για να διώξω…» «Μισεί αυτούς που φτιάχνουν τζιν» του αντιγύρισε με έντονο τόνο. Αν προχωρήσεις σε αυτόν το γάμο με τον Τόμας. Γιατί με άφησες να σου κάνω έρωτα. Πόσος χρόνος θα χρειαστεί μέχρι να το ανακαλύψει.» Κούνησε το κεφάλι. μια για πάντα.» Η οργή που χρωμάτιζε τη φωνή της τον έκανε να οπισθοχωρήσει.» «Για όνομα του Θεού. Έπειτα τον άκουσε να λέει με επιμονή: «Μπορεί να είμαι ένα ρεμάλι.» Όμως.«Νιώθω… Τρέφω αισθήματα για σένα.» Η Ηρώ ένιωσε πανικό. Για να ανακαλύψει. για όνομα του Θεού.

Έκανε μεταβολή και άρχισε να τρέχει. .

ή ίσως και Μπέσσυ. ξέροντας τώρα πού πήγαινε. Χαμογέλασε σε κάποια κυρία που περνούσε από μπροστά του –η οποία έδειχνε αναστατωμένη– και ξεκίνησε προς εκείνη την κατεύθυνση. είτε προέρχονταν από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα είτε από πολύ ψηλά. παρόλο που εκείνοι είχαν πολλά να πουν –και για τα οποία να διαφωνήσουν–. έτσι δεν είναι. δεν ξενυχτούσε για χάρη τους. και όταν ερχόταν η αναπόφευκτη ώρα του χωρισμού. Και από ένα σπάγκο στο λαιμό του κρεμόταν ένα βελανίδι… -από το Η Βασίλισσα Μαυρομαλλούσα Ο Γκρίφιν γύρισε γρήγορα στην αίθουσα χορού. και το μάτι του έπιασε κάποιες κόκκινες μπούκλες στα δεξιά του. Είχε μεγάλα γαλάζια μάτια. Δεν είχε ποτέ του ιδιαίτερο πρόβλημα στο να ελκύει τις γυναίκες. Ωραία. και φακίδες στο στήθος. σαστισμένος αλλά ικανοποιημένος.Κεφάλαιο Δώδεκα Η Βασίλισσα Μαυρομαλλούσα κοίταξε το άτι. Πράγμα που στην πραγματικότητα έκανε. Η Ηρώ πίστεψε το κόλπο του. Εκείνος το μόνο που ήξερε ήταν πως. Δεν τις αναπολούσε ποτέ. Εκείνος ίσιωσε την πλάτη και έκανε μεταβολή. και του είχε χαρίσει αμέτρητη ηδονή στην ηλικία των δεκάξι χρόνων. Μόλις απομονώθηκε εκεί. Εκεί βρισκόταν ήδη το μικρό καφετί πουλί και την περίμενε. τις φρόντιζε. και ο Γκρίφιν έσκυψε πιο κοντά του για να ακούσει την απάντησή του. και ποτέ. Βεβαιώθηκε πως κανείς δεν του έδινε ιδιαίτερη προσοχή και . μα ποτέ. η βασίλισσα παρέμεινε σχεδόν αμίλητη καθ’ όλη τη διάρκεια του δείπνου. είτε με γέλια είτε με δάκρυα. Την είδε να περιφέρεται στην άκρη του πλήθους. Με μια ματιά είδε πως ο Τόμας βρισκόταν στην άλλη άκρη της αίθουσας μαζί με κάποιον κύριο που ο Γκρίφιν αναγνώρισε αόριστα σαν ένα από τα μέλη της Βουλής των Λόρδων. και έτρεξε προς το διάδρομο. σαν να μην κυνηγούσε στην πραγματικότητα την Ηρώ. χαμογελούσε. ωστόσο. τις φιλούσε και τις άφηνε να συνεχίσουν το δρόμο τους. κοιτώντας δήθεν αδιάφορα γύρω του. δεν έτρεχε ξωπίσω τους σαν ερωτοχτυπημένος αγαθιάρης. Και να που τώρα έτρεχε μέσα σε μία κατάμεστη αίθουσα χορού. και ο Γκρίφιν σταμάτησε. και ίσως να ήταν. όμως στο τέλος απλώς κατένευσε και ευχαρίστησε τους πρίγκιπες για τις απαντήσεις τους. Αυτό έκανε το κυνήγι πιο ενδιαφέρον. Μάλλον τις γοήτευε το χαμόγελo και η άνεσή του. Δείπνησε με επισημότητα μαζί τους. Κοίταξε πάνω από τον ώμο της. ανόητο κορίτσι. τον πολεμιστή και τον ταύρο αρκετές φορές. Ο άντρας ανασήκωσε τα φρύδια. Κάποια από τις ερωμένες του τον είχε χαρακτηρίσει γοητευτικό. Αισθάνθηκε ανακούφιση όταν τελικά ήρθε η ώρα για να αποσυρθεί στα διαμερίσματά της. και χαιρέτησε έναν ηλικιωμένο κύριο που δεν είχε γνωρίσει ποτέ. η Βασίλισσα Μαυρομαλλούσα έτρεξε γρήγορα στο μπαλκόνι της. Σταμάτησε ακριβώς μέσα από τις τζαμόπορτες. προσπαθώντας να φέρεται με ευπρέπεια. κατά τη διάρκεια της σύντομης περιόδου που ήταν μαζί τους. όπου παρευρίσκονταν ο αδερφός του και η ξαδέρφη της. ποτέ. Από τότε που είχε γνωρίσει εκείνην τη γλυκιά κόρη του ταβερνιάρη – την Μπελ. Ανέκαθεν αγαπούσε τις γυναίκες. ή Μπέτυ. σχεδόν με την πλάτη του προς το μέρος της.

και η πόρτα του ήταν μισάνοιχτη. «Σ’ το είπα πως δεν θα σε παντρευτώ. Έκανε μια έκφραση αποδοκιμασίας.» «Μου το είπες» συμφώνησε ευγενικά. Έριξε μια ματιά στο εσωτερικό του και διέκρινε δύο φιγούρες να κινούνται μέσα στο μισοσκόταδο. όμως οι λυχνοστάτες ήταν λίγοι και μακριά ο ένας από τον άλλον. Υπήρχε μόνο ένα κερί. απομονώνοντάς τους στο μισοσκότεινο χώρο. Χαμογέλασε αχνά. τοποθετημένοι γωνιακά δίπλα από ένα τραπεζάκι στο κέντρο του δωματίου. για όνομα του Θεού. Το έψαξε προσεκτικά.» Τα χείλη της μισάνοιξαν. Έκλεισε την πόρτα πίσω του. Γλυπτά πλαισίωναν το διάδρομο. Ακολούθησε μια ξαφνική αναμπουμπούλα. αγαπητή μου Λαίδη Τέλεια. Κάθε άλλη γυναίκα θα τον είχε παρακαλέσει. Το πρώτο δωμάτιο βρισκόταν στα αριστερά του. Τίποτε από όλα αυτά δεν είχε σημασία. Η Ηρώ σταμάτησε. «Μόνο που αυτήν τη στιγμή δεν γυρεύω γάμο. όμως ο Γκρίφιν ήταν σε επιφυλακή. λαχανιασμένη. «Έλα εδώ» της ψιθύρισε. ή ίσως κι ένας σιγανός λυγμός. Την ποθούσε σαν τρελός. παρθένα.» Η Ηρώ σήκωσε περήφανα το κεφάλι. Ο ένας καναπές είχε την πλάτη του στραμμένη προς το μέρος του. Τέντωσε το κεφάλι του. Ίσως ήταν το αχνό γυναικείο άρωμα. Ήταν αγνή. και πλησίασε αργά προς το τζάκι. Ο Γκρίφιν κοίταξε τριγύρω του το δωμάτιο. . μόλις λίγα εκατοστά μακριά από το στήθος του. παρατημένο σε ένα τραπεζάκι. Δεν είχε έρθει να κρυφτεί εδώ. έχοντας το νου του και στην πόρτα ώστε να τη δει αν περνούσε απέξω. Τα διαμάντια στα κόκκινα μαλλιά της άστραψαν. κατάλαβε. με τις πλάτες τους γυρισμένες προς την πόρτα. Θα πρέπει να ήταν μια μικρή βιβλιοθήκη. Το χολ ήταν φωτισμένο.» «Άφησέ με να βγω» απαίτησε.εξαφανίστηκε στο διάδρομο. Το επόμενο καθιστικό ήταν άδειο. ή κάποιο δωμάτιο χαλάρωσης. Η Ηρώ περίμενε μέχρι να σκύψει πάνω από την πλησιέστερη καρέκλα. Ίσως απλώς να το αισθανόταν βαθιά στην ψυχή του: Ήταν εδώ μέσα. Ο Γκρίφιν έκανε ένα βήμα προς το μέρος της. ωστόσο οι τρεις καρέκλες ήταν η πιο κραυγαλέα επιλογή. νιώθοντας τους σφυγμούς του να επιταχύνονται. Τρεις καρέκλες βρίσκονταν γύρω από το τζάκι στην άλλη μεριά. χαμογελώντας όχι και τόσο καλότροπα. «Όχι. Και βρίσκονταν σε μία κοινωνική εκδήλωση. «Πηγαίνεις κάπου. Ήταν λογικό να νιώθει ευάλωτη. και ο Γκρίφιν πρόσεξε τη φλέβα που πετάριζε κάτω από την αλαβάστρινη επιδερμίδα του λαιμού της. Έτρεξε και έφτασε στην πόρτα πριν από εκείνην. Τα χείλη του χαμογέλασαν κυνικά. Πιο κοντά του υπήρχαν δύο καναπέδες. αναγκάζοντάς τη να οπισθοχωρήσει για να μην πέσει πάνω της. Την είχε ξαπλώσει στο κρεβάτι του μόλις σήμερα το πρωί. Τη στιγμή που μπήκε στο τρίτο δωμάτιο. Η Ηρώ δεν θα μπορούσε να είχε διαλέξει καλύτερο μέρος για να διευκολύνει τους σκοπούς του. Σίγουρα δεν περνούσαν από δω οι κυρίες που ήθελαν να διορθώσουν την εμφάνισή τους. δείχνοντας να έχουν μια απόκοσμη ζωντάνια κάτω από το φως των κεριών.

Εκείνον χρειαζόταν. Έπειτα χαμήλωσε το κεφάλι και κοίταξε τα λαμπερά γκρίζα μάτια της. τραβώντας τα. Το χέρι του βρισκόταν ανάμεσά τους. Εκείνος βόγκηξε και άρχισε να παιδεύεται με το φόρεμα και τα μεσοφόρια της. χωρίς να έχει ιδέα για το τι είχε μέσα στο μυαλό του. Στήριξε το ένα του χέρι στην πόρτα και έσκυψε το κεφάλι για να ψιθυρίσει πάνω στο στόμα της. «Μπράβο. προσπαθώντας να κρεμαστεί από πάνω του. Τράβηξε το στόμα του από το δικό της. Σήκωσε τα χέρια. Η Ηρώ δάγκωσε το χείλι της.» *** Η Ηρώ κοίταξε αυτά τα σατανικά πράσινα μάτια. τύλιξε ενστικτωδώς τα πόδια της γύρω από τη μέση του. Δεν μπορούσε να του αντισταθεί.» Τότε εκείνη όρμησε προς το μέρος του. Ποτέ από τον Γκρίφιν. ασθμαίνοντας. τόσο γλυκά. ψαχουλεύοντας αδέξια. Ω. Ούτε που το είχε καταλάβει πόσο της είχε λείψει η γεύση των φιλιών του. και ένιωσε απόγνωση ανάμεικτη με ένα αίσθημα ελευθερίας. έχοντας ταυτόχρονα χώσει τη γλώσσα του στο στόμα της. φιλώντας τη με ασυγκράτητο πάθος. Ήταν και οι δυο τους ντυμένοι εντελώς. δεν ήταν σίγουρη. όχι από τον Γκρίφιν. Τα χείλη του ήταν ζεστά και αισθησιακά. «Σσς» έκανε σιγανά. έκλεισε μέσα στις παλάμες της το πρόσωπό του και τράβηξε το κεφάλι του προς το δικό της. Η γεύση της ελευθερίας. . το κορίτσι μου» μουρμούρισε ο Γκρίφιν ξέπνοα. ένιωσε τη ζεστασιά του γυμνού ανδρισμού του. Ο Γκρίφιν την έπιασε από τη μέση και την κόλλησε πάνω στην κλειστή πόρτα. κυρία μου. Τότε εκείνος τη σήκωσε μέσα στα χέρια του. που απείχαν μόλις λίγα χιλιοστά από τα δικά της. και η Ηρώ δάγκωσε τα χείλη για να συγκρατήσει έναν ακατάλληλο για τη στιγμή παροξυσμό γέλιου.» Μισόκλεισε τα μάτια του στο άκουσμα της φωνής της. θα είχε τρέξει μακριά του.«Γκρίφιν. να πιω την ανάσα σου από το στόμα σου. Βόγκηξε και τον κοίταξε στα μάτια. Αν ήταν κάποιος άλλος άντρας. «Δεν πρέπει να κάνεις καθόλου θόρυβο. Αυτήν τη στιγμή. το χρειαζόταν αυτό. τόσο απαλά. «Τι θα γίνει. Πώς σκεφτόταν ότι θα μπορούσαν… Κι όμως. Τα δάχτυλά του χώθηκαν στη σχισμή των γλουτών της και γλίστρησαν προς τα κάτω μέχρι που βρήκαν την υγρασία που αποζητούσαν. Για ποιο λόγο. Η Ηρώ ένιωσε ένα χάδι δροσερού αέρα στους γυμνούς μηρούς της. Άφησε ελεύθερα ακόμα και τα χειρότερα ένστικτά της. Θέλω να σε κάνω ολότελα δική μου. Τη ζούλαγε.» Υπάκουσε. κι αμέσως μετά τα ζεστά του χέρια στα οπίσθιά της. Εδώ που είμαστε. Όμως. Εκείνος φορούσε ακόμα και τη λευκή περούκα του. σηκώνοντάς τα ψηλά. και η Ηρώ. αφού ταλαντεύτηκε για λίγο άκομψα. τη χάιδευε.» Με μία επιδέξια κίνηση. ναι. Θέλω να ρουφήξω τη λέξη από τα χείλη σου. και η Ηρώ τα ρούφηξε σαν πεινασμένο παιδί. «Βάλε τα χέρια σου γύρω από τους ώμους μου. μπήκε στις μεταξένιες πτυχές της. «Πρόφερες το όνομά μου σαν ερωμένη.

Ο Γκρίφιν σκέπασε με το χέρι του το στόμα της και πίεσε δυνατά την πόρτα. απολαμβάνοντας αυτήν τη στενή επαφή. Τον κοίταξε με μάτια γουρλωμένα. να περιμένει να δει αν τους είχαν ανακαλύψει. το κεφάλι του δίπλα από το δικό της και το μέτωπό του ακουμπισμένο στο ξύλο της πόρτας. Αργά. Της έκανε νόημα με το κεφάλι να μην ανησυχεί. με τα πόδια του σφιγμένα.» Και χώθηκε μέσα της. παραδομένη στην έκσταση. προχωρώντας προς το κέντρο της. Βήματα ξεμάκρυναν.» είπε ο άντρας απέξω. Ο Γκρίφιν δεν κινήθηκε. Έσπρωξε ξανά. Ο Γκρίφιν άρχισε να κινείται μπρος και πίσω.«Τώρα. πολύ αργά. γρήγορα και ακούραστα. γύρω του – ήταν μέσα της. προς το σημείο εκείνο όπου είχαν ενωθεί. Ανάσαιναν ταυτόχρονα. κι έπειτα στάθηκαν στις υγρές πτυχές της και τις άνοιξαν. Η Ηρώ γύρισε το κεφάλι και έπιασε το λοβό του αφτιού του μέσα στα δόντια της. Πρόσεξε πως τα χείλη του έκαναν έναν αμυδρό μορφασμό – σχηματίστηκαν άσπρες γραμμούλες στις άκρες τους. πάνω από το στήθος της. πάνω του. σχεδόν τυχαία. και μετά να πέφτει από μεγάλο ύψος. η πόρτα δεν θα ανοίξει» ακούστηκε απέξω μια ψευδή αντρική φωνή. Η Ηρώ περίμενε με το χέρι της τυλιγμένο γύρω από το λαιμό του. Έβγαινε κι έμπαινε στο κορμί της με κοφτές. τα στήθη τους ανεβοκατέβαιναν σαν να ήταν ένα. ανοίγοντας ίσα με μια χαραμάδα. . ήθελε να ουρλιάξει από χαρά. Εκείνος έχωσε το χέρι κάτω από τα μεσοφόρια της και έσυρε τα δάχτυλά του στο εσωτερικό μέρος του μηρού της. τραβήχτηκε ξανά. Την κράτησε ψηλά. Η Ηρώ άφησε ένα πνιχτό βογκητό καθώς εκείνος μπήκε ακόμα πιο βαθιά. «Σ’ το είπα. ελεγχόμενες κινήσεις. δυνατά. Δεν ήθελε να σταματήσει. «Να προσπαθήσω ξανά. όχι τόσο απαλά. Η πόρτα βρόντηξε πίσω από την πλάτη της. απολαμβάνοντας την πτώση της. κάτι που έκανε την Ηρώ να σφίξει ακόμα πιο πολύ τα πόδια της γύρω του. Ο Γκρίφιν την κοπάνησε βίαια για να την ξανακλείσει. ώστε να της επιτρέψει να ολοκληρώσει την πτώση της. ένα τράβηγμα. Η Ηρώ ήθελε να φωνάξει. και ο ρυθμός του άλλαξε. Και τότε ένιωσε να εκτινάζεται. όχι τόσο βίαια. Η πόρτα μετακινήθηκε ελαφρώς. «Να πάρει. Τα δάχτυλά του σχημάτισαν έναν ανάλαφρο κύκλο. Ο ανδρισμός του γλίστρησε εντελώς μέσα της και η λεκάνη του ταίριαξε αρμονικά με τη δική της. Ήθελε να συνεχίσει για πάντα. Τραβήχτηκε. καθηλωμένη από τη σκληρή του σάρκα. Το χέρι του σκέπασε το πάνω μέρος του φύλου της και πίεσε αισθησιακά την κλειτορίδα της. έσπρωξε. Ο Γκρίφιν έριξε όλο το βάρος του πάνω της και πάνω στην πόρτα. και ύστερα χώθηκε μέσα της μια τελευταία φορά και έμεινε εκεί. να αιωρείται σε άλλη διάσταση. Δάγκωσε απαλά το αφτί του. Η πόρτα βρόντηξε ξανά. με τον άνεμο της ηδονής να βουίζει στα αφτιά της. ώστε να τραντάζει την πόρτα. Η Ηρώ έμεινε αιχμάλωτη εκεί. Η Ηρώ έκλεισε τα μάτια. σπασμωδικές.» ρώτησε η αντρική φωνή. θα βρούμε άλλο δωμάτιο. εντάξει. Η Ηρώ τσίριξε από φόβο. το χέρι του άφησε την πόρτα και πέρασε ανάλαφρα. νιώθοντας τη ζωώδη ζεστασιά του. Όλη αυτή η ένταση που είχε κυριεύσει το κορμί της ήταν συγκλονιστική. Ένιωσε ένα ανεπαίσθητο τσίμπημα.

με ένα ύφος μακαριότητας σαν μικρού παιδιού. Έκανε μεταβολή και κοίταξε γύρω του το δωμάτιο. αγαπητή μου Λαίδη Τέλεια. «Η εμφάνισή σου διορθώθηκε. Ήταν άπειρη σε αυτού του είδους τα κόλπα. «Τίποτα από όσα κάνω μαζί σου δεν είναι από συνήθεια. σκούπισε τους μηρούς της από τα σημάδια του έρωτά του. με αργές και προσεκτικές κινήσεις. Είσαι το ίδιο όμορφη όσο είσαι πάντα. το δίπλωσε και το έβαλε στην τσέπη του σακακιού του. Το πρόσωπό του είχε φορέσει μια μάσκα αβροφροσύνης όταν ξαναμίλησε. «Φυσικά. Κανείς δεν πρόκειται να καταλάβει πόσο σε μόλυνα. «Αυτό που γίνεται συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις είναι να φεύγει πρώτη η κυρία. Τότε στράφηκε ξανά προς το μέρος της. της φάνηκε μια πολύ οικεία χειρονομία.» «Ω» έκανε. Επίτηδες. Πήρε μια βαθιά αναπνοή για να του απαντήσει κάτι –δεν ήξερε τι ακριβώς–. Πήρε το μαντίλι του και. Έπειτα την κοίταξε έτσι όπως στεκόταν μπροστά του. νιώθοντας ξαφνικά ανόητη.» Θα έπρεπε να νιώσει ντροπή. Τι προσπαθούσε να της πει. προχωρώντας χωρίς να βιάζεται. Πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεκίνησε. χώνοντας το χέρι κάτω από τα μεσοφόρια της. «Λαίδη μου. Η ανάσα του ακουγόταν δυνατή και τραχιά καθώς εκείνη συνέχιζε να παίζει με τη γλώσσα της το λοβό του αφτιού του. «Ίσως να μη βρήκα ποτέ την ευκαιρία με τον Τόμας να εκθειάζει συνέχεια την ομορφιά σου. Έπειτα.» τη ρώτησε με απαλή φωνή.» Η καρδιά της σκίρτησε. ωστόσο της φάνηκε λογικό να δείχνει ατάραχη. κατά έναν περίεργο τρόπο. «Ορίστε» ψιθύρισε σχεδόν λυπημένα. της πρόσφερε το μαντίλι. Εκείνος ανασήκωσε περιπαιχτικά τα φρύδια.» «Όχι» μουρμούρισε και χάιδεψε ανάλαφρα τα μαλλιά της. Ο μισοσκότεινος διάδρομος ήταν άδειος. «Ποτέ άλλοτε δεν με έχεις πει όμορφη.» «Το κάνει από συνήθεια» του είπε. πήρε άλλη μία αναπνοή και . προφανώς για να σιγουρευτεί πως δεν θα άφηναν πίσω τους ίχνη.Η Ηρώ αισθάνθηκε κάτι ζεστό να πλημμυρίζει τα σωθικά της. και υποκλίθηκε με ευγένεια. της τράβηξε τα πόδια από τη μέση του και τη βοήθησε να πατήσει σταθερά στο πάτωμα. όμως ο Γκρίφιν τράβηξε το χέρι του από το κεφάλι της. Άφησε τα ρούχα της να πέσουν και έμεινε να κρατάει το λερωμένο πανί. Κοίταξε πίσω της τον Γκρίφιν. έκανε ένα βήμα πίσω. Πολύ καλά. Εκείνος κούμπωσε το παντελόνι του και πήρε το μαντίλι. Έστρωσε με τα χέρια του το φόρεμά της και έσπρωξε μια μπούκλα από τα μαλλιά της πίσω από το αφτί της.» «Όχι. έτσι ώστε να μη μας δει κανείς μαζί. Ο Γκρίφιν σήκωσε το κεφάλι και την είδε να τον κοιτάζει. Πώς είχε γίνει τόσο ακόλαστη μέσα στο διάστημα μιας μόνο μέρας. μπορούσε και η Ηρώ να συμπεριφερθεί με κυνισμό. νιώθοντας πως έπρεπε να πει κάτι. «Εσύ.» Η Ηρώ ξεροκατάπιε και έγειρε το κεφάλι της πίσω στην πόρτα. Έφτασε στο τέλος του διαδρόμου. ωστόσο. παρακολουθώντας τον να βγάζει ένα μαντίλι και να καθαρίζεται. θέλοντας να πει κάτι. ακόμα και ταπείνωση.» Ίσιωσε τα ρούχα της μια τελευταία φορά και έριξε μια προσεκτική ματιά έξω από την πόρτα. Έγειρε την πλάτη της πάνω στην πόρτα και κράτησε την ανάσα της. με τις άκρες των αισθησιακών χειλιών του ανασηκωμένες. χωρίς να ξέρει τι θα έπρεπε να κάνει. Θα περιμένω τον απαιτούμενο χρόνο για να σε ακολουθήσω.

«Εδώ είσαι. «Είσαι σίγουρη πως είσαι καλά. που η όρασή της εξασθενούσε με τον καιρό. «Πρέπει να συζητήσω κάτι πολύ επείγον με τον Μάντβιλ. Ηρώ. Θα ήταν τόσο ωραία αν μπορούσε να του μιλήσει για τα προβλήματά της. Ο Μάξιμους γύρισε και την κοίταξε πάλι. Ρωτούσε για σένα.» Ο Μάξιμους ανασήκωσε ανυπόμονα τους ώμους. χαμηλώνοντας το βλέμμα στα χέρια της.» «Πώς είναι η Φοίβη.» Έσφιξε τα χείλη του και κοίταξε ανιχνευτικά γύρω του. Υπήρχαν τόσα πολλά που ήθελε να συζητήσει μαζί του. Θα πρέπει να της μιλήσω όταν θα τη δω.» «Ναι. πήρε μια βαθιά αναπνοή και του χάρισε ένα φωτεινό χαμόγελο. με το μεγαλύτερο αδερφό της. όταν ακούστηκε δίπλα της η φωνή του αδερφού της. Το διαπεραστικό του βλέμμα είχε ξαφνικά καρφωθεί πάνω της.» «Πώς θα μπορέσει να παντρευτεί. Είχε χάσει πολύ μικρή τους γονείς της. όμως υπήρχαν στιγμές σαν και . Δεν θα την αφήσω να διακινδυνεύσει ούτε την περηφάνια της ούτε το άτομό της. τρεμοπαίζοντας τα βλέφαρά της. Τον έχεις δει. με την οικογένειά της. «Μπορείς να φανταστείς τον εξευτελισμό που θα νιώσει.» «Όχι.» τη ρώτησε ήπια. Θα έρθεις να τη δεις πάλι. Ο αδερφός της φρόντιζε πάντα όλους όσοι ζούσαν κοντά του.πέρασε στην αίθουσα χορού.» Η Ηρώ κατένευσε. Και βέβαια θα τη φρόντιζε. «Είναι μόνο δεκαεπτά χρόνων. όμως θα πρέπει να της ξέφυγε κάποια αδύναμη κραυγή πριν στραφεί προς το μέρος του Μάξιμους. περίπλοκη σχέση που είχαν. μπορώ να της συστήσω κάποιους εκλεκτούς κύριους. το ξέρεις. και για το αν θα έπρεπε τελικά να τον κάνει. Μη φοβάσαι. Για τον Γκρίφιν και την αλλόκοτη. Ήταν τόσο ενθουσιασμένη με την προοπτική του ντεμπούτου της. Θα την κρατήσουμε ασφαλή μαζί μας.» «Φυσικά.» «Ναι. και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να ισχυριστεί πως της έλειπαν υπερβολικά. νομίζω.» Η καρδιά της πονούσε.» Η Ηρώ πήρε μια βαθιά αναπνοή και έκλεισε τα μάτια.» Μπορεί να μην πήδηξε στον αέρα.» Έλυσε τα χέρια της. Όταν έρθει η κατάλληλη εποχή. διορατικά. «Εσύ θα διακινδύνευες να πέσει σε ένα χορό. Δεν μπορεί να κάνει ντεμπούτο. θα ήταν μεγάλο πλήγμα εκείνην.» Δάγκωσε το χείλι της. «Καλύτερα. «Αυτό θα πει πως έχεις πάρει κάποια απόφαση. «Μιλήσαμε νωρίτερα. Ωστόσο.» Η Ηρώ κούνησε καταφατικά το κεφάλι. Εκείνος έσμιξε τα πυκνά του φρύδια.» «Τόσο καιρό αυτό ονειρεύεται.» Του χαμογέλασε μάλλον μελαγχολικά.» Κοίταξε τον αδερφό της. «Πήρες τη σωστή απόφαση» μουρμούρισε η Ηρώ. Θα τη φροντίσω μια χαρά. Αύριο το απόγευμα. Δεν το ήξερα πως θα ερχόσουν κι εσύ απόψε. για τις αμφιβολίες της σχετικά με τον επικείμενο γάμο της με τον Μάντβιλ. «Έγινε κάτι. Και ίσως να είχε δίκιο – ένα ντεμπούτο θα μπορούσε να αποδειχτεί πολύ αγχωτικό για τη Φοίβη. Έδινε συγχαρητήρια στον εαυτό της που είχε καταφέρει να μην την εντοπίσουν. «Σίγουρα δεν έχεις σκοπό να την αφήσεις να μείνει γεροντοκόρη για όλη της τη ζωή. «Και βέβαια όχι.

κάνοντας και τον Μάξιμους να σταθεί δίπλα της.» Ο αδερφός της την κοίταξε. Είμαι υποχρεωμένος να τον συλλάβω. Βλέπω τον Μάντβιλ στην άλλη άκρη. φώναζε κάποιες φορές.» . τώρα συνειδητοποιούσε πως στην πραγματικότητα ο αδερφός της ήταν ένας άγνωστος για εκείνην. Είχε προδοθεί. τους φίλους της όλους. Που ήθελε να νιώσει κοντά της κάποιον που θα νοιαζόταν πραγματικά για εκείνην. Αλλά ποτέ δεν είχε αυτού του είδους τη σχέση με τον Μάξιμους. Ο Μάξιμους την ξάφνιασε πιάνοντας το χέρι της. Είμαι σίγουρος πως θα χαρεί πολύ να δει την αρραβωνιαστικιά του. ή το γεγονός πως εκείνος ήταν τόσο πολύ μεγαλύτερός της και επιφορτισμένος με πάρα πολλά καθήκοντα σαν Δούκας του Γουέικφιλντ. «Παρασκευάζει τζιν στο Σεντ Τζάιλς. ή αν υπήρξαν νύχτες που να υπέφερε από αμφιβολίες ή ενοχές. «Το ξέρω πως είναι ο αδερφός του Μάντβιλ…» Έσφιξε το μπράτσο του με χέρι που έτρεμε. Ηρώ. «Ό. «Τι έγινε με τον Ρίντινγκ. κι έπειτα το πέρασε στο μπράτσο του. «Στον αδερφό του. θα έχανε την οικογένειά της. που για μια στιγμή δεν κατάλαβε τον πόνο. «Υποσχέσου μου πως δεν θα τον πειράξεις. «Για χάρη μου. τόσο βαρύ.» Αυτό ήταν.τι κι αν σου είναι ο Ρίντινγκ. ούτε κι εκείνος τη γνώριζε αληθινά.» Το πλήγμα ήταν τόσο ξαφνικό. αν είχε κλάψει. Τράβηξε με προσοχή τα χέρια της από το μπράτσο του Μάξιμους και τα σταύρωσε με σεμνότητα μπροστά της. «Δεν μπορείς να συλλάβεις τον Γκρίφιν.» τον ρώτησε αδιάφορα.» Κατένευσε σιωπηλά.» Συμφώνησε. νιώθοντας στα λόγια του ενοχή ανάμεικτη με πόνο. «Νοιάζομαι για σένα και για την ευτυχία σου – το ξέρεις. Τουλάχιστον. Δεν ήξερε αν είχε αγαπήσει ποτέ του. αφού δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. πρέπει να σταματήσει αμέσως. Ή ίσως έτσι να ήταν γραφτό να γίνει. αγαπητή μου» άρχισε ο Μάξιμους. «Έλα. Στο τέλος. έτσι δεν είναι.» Γύρω τους ο κόσμος μιλούσε. όμως ο Μάξιμους είχε μείνει ακίνητος και ανέκφραστος σαν μαρμαρωμένος.» Τα μάτια του Μάξιμους στένεψαν απότομα.» Η Ηρώ σταμάτησε. γελούσε. Μάξιμους» ψιθύρισε με χείλη που έτρεμαν. Της έσφιξε το χέρι. Ίσως να έφταιγε ο δικός της κλειστός χαρακτήρας. «Όχι!» «Λυπάμαι. «Σε τι αφορά αυτό το επείγον θέμα που θέλεις να συζητήσεις με τον Μάντβιλ. «Αν ποτέ με χρειαστείς. Δεν έπρεπε να ξεχνά πως βρίσκονταν στη μέση μιας κατάμεστης σάλας χορού. Τώρα θα έχανε τον Μάξιμους. το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να με ζητήσεις» της είπε. συνοφρυωμένος. Δεν γίνεται.αυτήν που τους αποζητούσε. Η Ηρώ έκλεισε τα μάτια και έκανε μια προσευχή. Δεν κατάφερε να εντοπίσει τον Γκρίφιν. «Τον Γκρίφιν. Φυσικά. ωστόσο έψαξε με το βλέμμα της την αίθουσα καθώς πήγαιναν προς τον Μάντβιλ. Ίσως να είχε πάει ήδη για το δείπνο. σωστά. δεν τον γνώριζε με τη βαθύτερη έννοια της λέξης. εκείνος μίλησε. Δεν ήξερε τους φόβους του – αν υπήρχε κάτι που να φοβόταν. Όπως κι αν είχε.

και κατάλαβε πως δεν ήταν αυτός. τόσο αφοσιωμένη ήταν στην αναζήτηση του Γκρίφιν. νιώθοντας ένα σφίξιμο στην καρδιά. Ο Γκρίφιν φορούσε μπλε με χρυσό απόψε. και μετά συνοφρυώθηκε. νιώθοντας την καρδιά της να χτυπά γρήγορα από ανακούφιση. «Ξέρω πως ήθελε να μιλήσει με κάποιον. αλλά σε αντάλλαγμα εσύ θα μου υποσχεθείς ότι θα τον παρατήσεις. «Θα πρέπει να ζητήσω συγγνώμη τόσο για τον αδερφό μου όσο και για μένα» είπε ο Μάντβιλ. Τότε ο άντρας έκανε μία στροφή. «Υποσχέσου το. και η Ηρώ συνειδητοποίησε άξαφνα πως ολόκληρο το κορμί του ήταν σφιγμένο και έτρεμε. «Δεν θα το ξανασυζητήσουμε άλλη φορά» μουρμούρισε και την πήρε αποφασιστικά από το χέρι. και μέσα από τα ζωγραφισμένα φύλλα της κοίταξε προσεκτικά τη σάλα. Έσκυψε το κεφάλι της. Ίσως θα μπορούσε να του στείλει κάποιο σημείωμα στο σπίτι του αύριο. Ίσως κάποιες φορές να ξεχνάω πως έχω δεσμευτεί να παντρευτώ εσένα και όχι εκείνον. λαίδη μου. σας άφησε μόνη. Τα πρώτα λόγια του μνηστήρα της δεν τη βοήθησαν καθόλου. Η Ηρώ προσπαθούσε να αναπνεύσει κανονικά όσο προχωρούσαν σοβαροί προς το μέρος του Μάντβιλ. Ο Μάξιμους υποκλίθηκε και έκανε κάποιο αποχαιρετιστήριο σχόλιο.» Δίστασε για μια στιγμή πριν συνεχίσει. «Είσαι ευγενική όπως πάντα.» Οι δύο άντρες έκαναν κάποιους ήχους αόριστης συγκατάνευσης. σαν άλογο κούρσας που το συγκρατούσαν με το ζόρι στο σημείο εκκίνησης. «Θαυμάζω πάρα πολύ το δούκα. Θεωρώ πως είναι ένας από τους σπουδαιότερους ταγούς του έθνους μας. «Χμ. παρασκευάζει τζιν. «Είμαι απόλυτα ευχαριστημένη με το ενδιαφέρον σου. «Αγαπητέ μου Γουέικφιλντ.» Πρόφερε την τελευταία λέξη σαν να έφτυνε.» «Δεν πειράζει» του απάντησε. Ηρώ. Ο Μάξιμους σήκωσε το χέρι του ανάμεσά τους. Η Ηρώ περίμενε να ακούσει μέχρι να σιγουρευτεί πως το νομοσχέδιο δεν είχε καμία σχέση με το τζιν.» Κατένευσε. λαίδη μου. και προς στιγμή τής φάνηκε ότι τον είδε να συνοδεύει μια κυρία στο μενουέτο. Όπως φαίνεται. Έπρεπε να τον προειδοποιήσει με κάποιον τρόπο χωρίς ωστόσο να τη δει κανείς μαζί του. αδερφή. Το πρόσωπό του ήταν χλωμό και ανέκφραστο. όμως ήμουν αμελής.» Γύρισε προς το μέρος του και τον είδε να την κοιτάζει με απόλυτη σοβαρότητα. «Φοβάμαι πως δεν έχω φερθεί όπως αρμόζει σε έναν περιποιητικό μνηστήρα τις τελευταίες μέρες. Άνοιξε τη βεντάλια της. «Είμαι κι εγώ το ίδιο ένοχος που έμεινες μόνη σου όσο και ο αδερφός μου» είπε ο Μάντβιλ.Άνοιξε πάλι τα μάτια της.» Εκείνος συνοφρυώθηκε.» «Ω. αμίλητη. απότομα και αυταρχικά. Δεν θα κάνω καμία κίνηση εναντίον του για χάρη σου. το αίμα είχε στραγγίξει από τα χείλη του. «Περίμενε. όμως η Ηρώ ούτε που τον πρόσεξε.» Ο μαρκήσιος έκανε μια βαθιά υπόκλιση και στους δύο. λόρδε μου» του είπε.» . και ύστερα ο Μάξιμους παρέσυρε τον Μάντβιλ σε μία συζήτηση σχετική με κάποιο νομοσχέδιο που ήθελε να περάσει στο Κοινοβούλιο. Η Ηρώ άνοιξε το στόμα της για να μιλήσει. «Θα πρέπει να επιπλήξω τον αδερφό μου. Ο Μάξιμους πήρε μια βαθιά αναπνοή. κι έπειτα φόρεσε μια ευχάριστη μάσκα ενδιαφέροντος και άφησε το μυαλό της να ταξιδέψει.

όταν πρόσεξε την Μεγκς. Γκρίφιν» είπε αναστενάζοντας μόλις τον είδε. Τέτοιου είδους εξεζητημένα ξελογιάσματα έδειχναν πολύ συναρπαστικά στην αρχή. Οι σκέψεις του δεν βοήθησαν καθόλου τη διάθεσή του. όμως συγκρατήθηκε. Μόλις έβγαινε από τον οποιοδήποτε σκοτεινό χώρο που είχε διαλέξει για το βράδυ του. απλώς ένα είδος ρουτίνας. «Έλα. έπειτα από μια σειρά παρόμοιων συνευρέσεων. Πάμε να ανακαλύψουμε τι μας περιμένει στην τραπεζαρία. ξαφνιάζοντας μια παχουλή κυρία που στεκόταν κοντά του.» Και η Ηρώ τον συνόδεψε. Να πάρει. *** Ο Γκρίφιν είχε τις περισσότερες από τις ερωτικές συνευρέσεις του στους χορούς και σε άλλες κοινωνικές εκδηλώσεις. Εκείνος τα εννοούσε μέσα από την καρδιά του. δεν έπρεπε να την είχε ακολουθήσει στο διάδρομο. η Ηρώ ήταν διαφορετική. και τότε η Ηρώ θυμήθηκε το λόγο που είχε συμφωνήσει να γίνει η γυναίκα του. Όλες αυτές οι περιπέτειες στα ανώνυμα σκοτεινά δωμάτια έγιναν. Η αδερφή του φορούσε ένα ωραίο κίτρινο φόρεμα με μαύρα και κόκκινα κεντίδια. Μεγκς. με την καρδιά της περισσότερο μπερδεμένη από ποτέ. χαίρομαι που η κυβέρνησή μας στηρίζεται σε τόσο άξια χέρια. όπως είχε ήδη αποδειχτεί σε πολλές άλλες περιπτώσεις. Ακούμπησε το χέρι της στο μπράτσο του. Ακόμα χειρότερα. Μήπως είχε συνειδητοποιήσει πόσο ποταπό ήταν ένα ραντεβού στη μέση μιας κοινωνικής εκδήλωσης με τόσο κόσμο τριγύρω. «Ω. Ίσως να είχε έρθει πια ο καιρός να νοικοκυρευτεί και να περνά τα βράδια του με ένα φλιτζάνι ζεστό γάλα δίπλα από τη φωτιά. Άραγε να το είχε μετανιώσει. Και σε διαβεβαιώνω πως δεν ζηλεύω για το χρόνο που περνάς με τον αδερφό μου. Ξεφύσησε δυνατά. Με κάποιες άλλες απλώς του ήταν ευκολότερο να τις συναντάει σε κάποιο χορό παρά να ρισκάρει να σκαρφαλώσει στα παράθυρά τους το βράδυ. αυθόρμητα χαμόγελά του που πρόσδιδαν στο πρόσωπό του μια παιδική γοητεία. ήταν αρκετές για να τον κάνουν να σκεφτεί σοβαρά την περίπτωση αποκατάστασης των ηθικών αξιών του. Ήταν ιδεαλίστρια. ολάκερη η προσοχή του ήταν στραμμένη πάνω της. Η Ηρώ δεν έμοιαζε με τις κυνικές γυναίκες που συνήθιζε να σαγηνεύει. Με κυρίες που ερεθίζονταν στην ιδέα του κινδύνου ή στην πιθανότητα να γίνουν αντιληπτές. περήφανη. Αλλά. Πραγματικά. «Ω. Από τη στιγμή που επέστρεψε στην αίθουσα χορού.» . αγαπητή μου. σίγουρη για την ακεραιότητά της. όμως έμοιαζε με μαραμένη νεραγκούλα. όμως ξεχνιόντουσαν εύκολα μετά. Κι εκείνος είχε γίνει ο άνθρωπος που της είχε αποδείξει πόσο θνητή ήταν. «Κι εκείνος σε θαυμάζει. Έκανε ακόμη μελαγχολικές σκέψεις. σπάνια σκεφτόταν ξανά τη γυναίκα που είχε συμμετάσχει. λόρδε μου.Ένιωσε την επιθυμία να γελάσει στη σκέψη του Μάντβιλ να στέκεται μπροστά σε ένα βωμό μαζί με τον αδερφό της και να ανταλλάζουν γαμήλιους όρκους. Ήξερε πως θα πλήγωνε τα αισθήματα του Μάντβιλ αν έδειχνε πως έβρισκε τα λόγια του διασκεδαστικά.» Ο Μάντβιλ τής χάρισε ένα από εκείνα τα σπάνια. Εκείνος έκανε μια υπόκλιση. Εκείνος ανασήκωσε τα φρύδια. Ξέρω πως κι οι δυο σας έχετε σοβαρά εθνικά θέματα να λύσετε.

» Τα λόγια του προκάλεσαν αμέτρητη θλίψη ακόμα και στον ίδιο. «Το ξέρεις πως οι άνθρωποι του κύκλου μας δεν παντρεύονται από αγάπη. «Ξέρω πολύ καλά πως προορισμός μου είναι να κάνω έναν καλό γάμο κατά τον οποίον. Καταλαβαίνεις ποιο είναι το πρόβλημα. όμως.» «Όχι όταν βρίσκομαι εγώ κοντά. Αυτό. δεν νομίζεις. τότε τι ελπίδες υπάρχουν για έναν ικανοποιητικό γάμο. Παραδόξως. Αν δεν μπήκε ούτε στον πειρασμό. προσπαθώντας να βρει κάτι καλύτερο να πει. «Ω» είπε. κάτι που ήταν μια εντελώς ανεπαρκής απάντηση. Θεέ μου.» τη ρώτησε ο Γκρίφιν. την επιθυμία να κάνουμε κάτι περισσότερο στην κρεβατοκάμαρα από το να αναπαράγουμε έναν κληρονόμο. αν τον αηδίασε και μόνο η σκέψη.» «Δεν ξέρω. «Πιστεύεις πως είμαι από τις γυναίκες που θα ήθελε να φιλήσει ένας κύριος. ελπίζω» της απάντησε με χαμηλή και απειλητική φωνή.» . «Νομίζεις πως δεν το ξέρω. Ίσως να…» «Επειδή του το ζήτησα» τον διέκοψε. αν είμαι τυχερή.Ανασήκωσε άτονα το φόρεμά της. Μεγκς.» «Να με φιλήσει» επιβεβαίωσε. Ένα ζωντανό χταπόδι. Γκρίφιν. η Μεγκς έδειξε ικανοποιημένη.» «Και πολύ καλά έκανε» είπε ο Γκρίφιν με αποδοκιμαστικό ύφος. πολλά θα μπορούσαν να συμβούν σε έναν κήπο κατά τη διάρκεια κάποιου χορού – εκείνος το γνώριζε πολύ καλά αυτό. «Ακριβώς. Εκείνη αγνόησε την αμηχανία του. Γκρίφιν» επέμεινε η Μεγκς σοβαρά. Θεέ και Κύριε. Πώς μπορώ να σκέφτομαι να παντρευτώ έναν άντρα που βρίσκει αποκρουστική ακόμα και τη σκέψη να με φιλήσει. όμως προσπάθησε λιγάκι. «Ίσως να σκέφτηκε το κρύο ή. Η κοπέλα χαμήλωσε το βλέμμα. «Του ζήτησες…. Πότε έγινε τόσο κυνική η μικρή του αδερφή. αλήθεια.» Ο Γκρίφιν κούνησε το κεφάλι. ο άντρας μου δεν θα έχει μισή ντουζίνα ερωμένες και δεν θα με κολλήσει σύφιλη.» Ο Γκρίφιν ίσιωσε την πλάτη και την κοίταξε με μισόκλειστα μάτια.» του είπε. Μεγκς. «Δεν μπορώ να μείνω παρθένα για πάντα. αληθινά σοκαρισμένος. «Και εκείνος έκανε σαν να του είχα ζητήσει να γλείψει ένα χταπόδι. Μία συντροφικότητα. «Αλλά μπορώ τουλάχιστον να βρω κάποιου είδους… φιλία. Έτσι έχει η κατάσταση. «Όχι.» Ο Γκρίφιν αναρωτήθηκε αν θα μπορούσε να γρονθοκοπήσει έναν άντρα επειδή δεν είχε φιλήσει την αδερφή του. «Τι έκανε αυτός ο γάιδαρος ο Μπόλινγκερ. «Αρνήθηκε να με πάει στον κήπο. Ελπίζω πως μια μέρα θα αποκτήσω παιδιά χωρίς θεϊκή παρέμβαση. την υπόληψή σου.» «Μεγκς» διαμαρτυρήθηκε ο Γκρίφιν.» «Περισσότερο είναι αυτό που δεν έκανε» γκρίνιαξε η Μεγκς. «Ξέρω πως πρέπει να ξεπεράσεις όλα αυτά τα συναισθήματα του μεγάλου αδερφού. βέβαια» –η ξαφνική επίδειξη πνεύματος κράτησε μόνο μια στιγμή– «αν ποτέ δείξει κάποιος άντρας τον πόθο που χρειάζεται για να με κάνει γυναίκα του.» «Πώς μπορείς να ξέρεις πως του πέρασε από το μυαλό να σε φιλήσει.

» «Ναι» της είπε. «Να. Απλώς πιστεύω πως θα ήταν ωραία αν παντρευόμουν έναν άντρα που θα θρηνούσε πραγματικά την απώλειά μου έτσι και πέθαινα. τα βρίσκω εντελώς λογικά. Ήξερε πως έπρεπε να διαμαρτυρηθεί για το σκανδαλώδη τρόπο με τον οποίον του μιλούσε. αλλά δεν θα γινόταν και κομμάτια.» Αναστέναξε. πιστεύω πως ο Τόμας θα στενοχωριόταν.«Φυσικά» την καθησύχασε. ξέρεις. «Μπορεί να γίνει. Αν πέθαινε. όμως αυτήν τη στιγμή δεν είχε την αντοχή για τόση υποκρισία. «Δεν θα έπεφτε του θανατά. και δείχνει να καταλαβαίνει πως ο Τόμας πρέπει να φέρεται με στόμφο μερικές φορές. Και ο Τόμας δείχνει ευχαριστημένος με τη Λαίδη Ηρώ. αιθέρια και γοητευτική. Μεγκς. και πρόσεξε την Ηρώ στην άλλη μεριά της σάλας. Η Κάρο τα πάει αρκετά καλά με τον Χαφ. συνειδητοποίησε ξαφνικά πως δεν θα τον ενδιέφερε καθόλου αν θα ζούσε ή αν θα πέθαινε κι αυτός. και εντελώς άπιαστη για εκείνον. αν η Λαίδη Ηρώ πέθαινε ξαφνικά –τραγικά.» Τον κοίταξε μάλλον μελαγχολικά. όπως ας πούμε από κάποιο ατύχημα την ώρα που έκανε ιππασία ή από κάποιον κεραυνό–.» Ο Γκρίφιν χαμογέλασε με το ζόρι. Ζάρωσε τη μύτη της. αλήθεια. «Δεν είναι ιδιαίτερα διαχυτικός μαζί της.» . «Θα σου βρούμε έναν καλό σύζυγο. έτσι. αλλά εκείνη είναι ευχάριστος τύπος. Εγώ τη συμπαθώ πολύ. όμως η Μεγκς δεν φάνηκε να το πρόσεξε. Βρίσκεις λογικά αυτά που σου λέω.» Ο Γκρίφιν σφίχτηκε μόλις άκουσε το όνομα της Ηρώς. «Ναι. «Απλώς είναι που…» Η Μεγκς έγειρε προς τα πίσω το κεφάλι και κοίταξε για λίγο τις φλόγες που τρεμόπαιζαν στους πολυελαίους.

Κεφάλαιο Δεκατρία Η βασίλισσα χαμογέλασε με αγαλλίαση όταν είδε το βελανίδι που κρεμόταν στο λαιμό του μικρού πουλιού. «Κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται να γίνει στο άμεσο μέλλον. Ο Γκρίφιν σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε. Ένα βελανίδι γίνεται δρυς. ήταν αλήθεια πως το βελανίδι ήταν το ισχυρότερο πράγμα στο βασίλειό της.» «Τι λες! Συγχαρητήρια. Έπειτα έγειρε πάνω από το μπαλκόνι της και κοίταξε τις εκτάσεις του κάστρου. Το αποστακτήριο ήταν απόκοσμα ήσυχο. Η Βασίλισσα Μαυρομαλλούσα τράβηξε προσεκτικά τον καρπό από το λαιμό του μικρού πουλιού. Απλώς εξαφανίστηκε. αν μπορούσαμε να βάλουμε τους χαφιέδες και τον Εφημέριο να μας πληρώσουν για το ρουσφέτι.» Ο άλλος άντρας χαμογέλασε ειρωνικά. και τα δάση του βασιλείου της ήταν γεμάτα από κραταιές βελανιδιές. Μόνο μια μικρή λάμψη τρεμόπαιζε στους στάβλους… -από το Η Βασίλισσα Μαυρομαλλούσα «Χάσαμε άλλον έναν» είπε ο Νικ μόλις ο Γκρίφιν μπήκε στην αποθήκη νωρίς εκείνο το πρωί. αλλά είχε φροντίσει να σιγουρευτεί πως όλα δούλευαν αρκετά καλά. Άρα. Οι άντρες δούλευαν.» Ο Γκρίφιν κατένευσε και κάθισε για να γεμίσει τα πιστόλια. «Και οι φήμες λένε πως οι πληροφοριοδότες μάζεψαν τρεις ακόμα πωλητές σήμερα» είπε ο Νικ. νιώθω λιγάκι σαν αγαπητικιά δύο ναυτικών – ο ένας την παίρνει από μπροστά κι ο άλλος της το κάνει από πίσω. λόρδε μου!» «Και μου αρνήθηκε. λόρδε μου» είπε εύθυμα ο Νικ. θα κολυμπούσαμε στο χρυσάφι. το δυνατότερο δέντρο στο δάσος. δεν πρόκειται. «Τώρα.» «Της ζήτησα να με παντρευτεί. ωστόσο δεν ακούγονταν τα συνηθισμένα γέλια και οι δυνατές κουβέντες.» «Είναι ο τρόπος που το βλέπω. «Μεταξύ του Εφημέριου και των χαφιέδων.» Ο Γκρίφιν μόρφασε με την περιγραφική παρομοίωση. Τα είχε αγοράσει μεταχειρισμένα. Ο Νικ ανασήκωσε τους ώμους. Ο Γκρίφιν αναστέναξε και άφησε τα πιστόλια που είχε φέρει μαζί του πάνω σε ένα ξύλινο βαρέλι.» Ο Νικ ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν ξέρω. «Είσαι πραγματική πηγή ευχάριστων ειδήσεων.» Ο Γκρίφιν γέλασε απρόθυμα. μη μου πεις. «Τι κάνει αυτή η κυρία που είχες φέρει εδώ τις προάλλες.» Έξυσε για μια στιγμή το σαγόνι του στοχαστικά.» «Μπα. «Σε ευχαριστώ γι’ αυτήν τη σκέψη. «Οι γυναίκες θέλουν χρόνο για να σκεφτούν κάτι τέτοια . όμως όλα ήταν ήσυχα και σκοτεινά. Κράτησε το πουλί στα χέρια της και του ψιθύρισε τα μυστικά της πριν το αφήσει να πετάξει.» ρώτησε. «Το έβαλε στα πόδια ή τον έπιασαν οι άντρες του Εφημέριου.

«Θέλεις να φροντίζεις πρόβατα. «Και κάτι που θα αποφέρει και στους δυο μας παράδες.» Οι φαρδιοί ώμοι του Νικ ανασηκώθηκαν τάχα αδιάφορα.ζητήματα.» «Πώς γίνεται αυτό. Θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε ένα εργαστήρι. «Ξέχασα να σου πω – το μαγαζί στη γωνία φτιάχνει ένα υπέροχο πιάτο από πηχτό χέλι. η προοπτική να φάει ένα μπολ παχύρρευστο .τι δεν είναι καλό για σοδειά συνήθως είναι πολύ καλό για να βόσκουν ζωντανά. Νοστιμότατο.» Υπήρχε αυξημένη ζήτηση μάλλινων ρούχων στο Λονδίνο. αν μου επιτρέπεις να πω κάτι τέτοιο. και θα σου φέρω ένα πιάτο.» Ο Γκρίφιν στοχάστηκε για μια στιγμή αυτή την παράξενη πληροφορία και αναρωτήθηκε το λόγο για τον οποίον του την έδινε. Είχες πει ότι τα κτήματα δεν είναι καλά για καλλιέργειες. υπάρχει ακόμη αυτή η μικρή λεπτομέρεια πως είναι ακόμη αρραβωνιασμένη με τον αδερφό μου. Επιπλέον. Ανασήκωσε τους ώμους του. Η τραχιά φωνή του άλλου άντρα έκρυβε ενθουσιασμό. «Μεγάλωσα περιτριγυρισμένος από πρόβατα. κοιτώντας τα πιστόλια.» «Αυτό μάλλον είναι σωστό» είπε αργά ο Γκρίφιν. λόρδε μου. «Σκέφτηκες καθόλου τι θα μπορούσες να κάνεις αν χάναμε το αποστακτήριο. καταλαβαίνεις.» Ο Γκρίφιν συνοφρυώθηκε. Γνωρίζω ακόμη μερικούς υφαντές. Μια στιγμή. «Παιδιά ή γυναίκες μπορούν να κλώθουν. Του προκάλεσε έκπληξη που ο Νικ είχε αφιερώσει χρόνο για να σκεφτεί αυτό το ζήτημα. «Είναι κάτι περισσότερο από αυτό. Αλλά πάλι.» «Μπα. ίσως να υπήρχε μια έτοιμη πηγή εκεί κοντά.» «Αχ…» Ο Νικ έκανε μεταβολή και βγήκε από την αποθήκη πριν προλάβει να εκφράσει την αντίθεσή του ο Γκρίφιν.» «Όποια γυναίκα διάλεγε τον αδερφό σου αντί για σένα θα ήταν χαζή. γυρνώντας προς τα μαυρισμένα καδρόνια της στέγης. Τα πιο χαζά ζώα στον κόσμο.» Ο Γκρίφιν χαμογέλασε ειρωνικά. τόσο για να ντυθεί ο πληθυσμός του. λάβε υπόψη σου. Θα μπορούσα να επιβλέπω τη λειτουργία του εκεί.» ρώτησε ο Νικ.» «Βάζεις μερικά πρόβατα πάνω στο βορρά. Ο Νικ χτύπησε τα γόνατά του. «Αλλά το μαλλί.» «Θέλεις να γίνεις ένας υφαντής. Ο συνεργάτης του είχε μια ιδιαίτερη αδυναμία στα χέλια που εκείνος δεν τη συμμεριζόταν.» «Είναι μια τίμια δουλειά» απάντησε ο Νικ με αξιοπρέπεια και με έναν τόνο στη φωνή του που φανέρωνε πως είχε θιχτεί. μπροστά στον Εφημέριο και στην Ηρώ. Εκείνος αναστέναξε. ήταν κάποτε φίλοι μου. όσο και για εξαγωγές. Δοκίμασα λίγο χθες. «Στέλνεις το μαλλί στο Λονδίνο όπου το γνέθουν και το υφαίνουν. «Ο παππούς μου ήταν βοσκός» του είπε ο Νικ. όπως μου έλεγε.» Ο Γκρίφιν έκανε μια γκριμάτσα και ακούμπησε κάτω το πιστόλι που μόλις είχε γεμίσει. Ό.» «Χμ.» Ο Νικ φάνηκε προσβεβλημένος. Και όσο για τα παιδιά που θα έγνεθαν το μαλλί. «Ποιος θα γνέθει το μαλλί. αποφέρει λεφτά. αλλά εύκολα και με καλή πόρεψη. Δεν με βλέπει σαν τον κατάλληλο σύζυγο.

και τότε ανακάλυψε πως δεν μπορούσε να αναπνεύσει κανονικά. Ο Νικ είχε ήδη αρχίσει να σκέφτεται το τι θα μπορούσαν να κάνουν στο μέλλον αντί να παρασκευάζουν τζιν. «Μην πεθάνεις.» Τα μάτια του Νικ σφάλισαν και. και βαρύς σαν άλογο. Ο Γκρίφιν προσπέρασε την αυλόπορτα της αποθήκης και την αμπάρωσε πριν αφήσει τον Νικ πάνω στις κρύες. ήταν το επιχειρηματικό μυαλό του συνεργάτη του. Ο ουρανός πάνω από την ψηλή μάντρα της αποθήκης είχε πάρει ένα μαργαριταρένιο γκρίζο χρώμα καθώς ο ήλιος άρχιζε να ανεβαίνει. «Με περίμεναν. μόλις λίγα μέτρα μακριά από την είσοδο της αποθήκης. Ο Γκρίφιν βλαστήμησε και έσκυψε πάνω από το φίλο του. «Πού χτυπήθηκες. το στενό δρομάκι έξω από την αποθήκη ήταν έρημο. Οι άκρες των ματιών του ήταν πεσμένες. Νικ. Το αίμα είχε χυθεί παντού. παρά τις βλαστήμιες του Γκρίφιν. *** Η Ηρώ χτύπησε για δεύτερη φορά εκείνο το απόγευμα την πόρτα του Ιδρύματος για Ατυχή Βρέφη και Έκθετα Παιδιά. Αν ήταν μια παγίδα για να τον τραβήξουν έξω… Αλλά όχι. «Νικ! Πού είσαι. «Φέρτε μερικά ρούχα!» φώναξε στους φρουρούς. σηκώνοντας το βάρος του άντρα πάνω στον ώμο του και προσπαθώντας να ισορροπήσει καθώς σηκωνόταν. υγρές πλάκες της αυλής. και μόνο όταν την άνοιξε διάπλατα. Ο Γκρίφιν πήρε μια βαθιά αναπνοή. Ο Γκρίφιν έτρεξε στην αυλόπορτα. «Τα καλύτερα χέλια στο Σεντ Τζάιλς» ψιθύρισε ο Νικ. Ο Νικ προσπαθούσε να σηκωθεί. Ο Νικ ήταν γεμάτος από μύες. ξεφυσώντας. άκουσε το βογκητό. Γαμημένα χέλια. Νικ Μπαρνς» είπε μέσα από τα δόντια του ο Γκρίφιν. Οι πλάκες του δρόμου ήταν πιτσιλισμένες με αίμα και ζωμό χελιών.» «Ξέχνα τα καταραμένα τα χέλια σου» αγρίεψε ο Γκρίφιν. κρατώντας το κεφάλι του στα χέρια του. είχε μουσκέψει το παντελόνι του Νικ και είχε λερώσει το σακάκι του Γκρίφιν. Συνοφρυώθηκε. συνειδητοποίησε πως ήταν άοπλος. και αν ήταν κάτι που πάντα εμπιστευόταν ο Γκρίφιν. Οι άντρες του Εφημέριου. . «Μου έχυσαν τα χέλια» είπε ο Νικ.ζωμό με χέλια ήταν η μικρότερη ανησυχία του. τότε… Ο πυροβολισμός ακούστηκε δυνατός μέσα στο ήσυχο πρωινό. δεν άνοιξαν ποτέ ξανά. Αν ο Νικ πίστευε ότι θα μπορούσαν να βγάλουν λεφτά από τα πρόβατα. «Οι λεχρίτες μού έχυσαν το ζωμό με τα χέλια.» Ο Νικ σήκωσε ψηλά το βλέμμα. και ο ήλιος που ανέβαινε ψηλά στον ουρανό φώτισε όλες τις άσχημες ουλές στο πρόσωπό του. «Νικ!» Εκείνος άνοιξε τα μάτια και του χαμογέλασε γλυκά. «Ανάθεμά σε. τα χείλη του χαλαρά. Έκανε δύο βήματα πίσω και κοίταξε τα παράθυρα του πάνω ορόφου.» Άρπαξε το μπράτσο του φίλου του και έσκυψε. όμως κάτι δεν πήγαινε καλά με τα πόδια του μεγαλόσωμου άντρα. Ο Γκρίφιν βγήκε έξω να περιμένει το αηδιαστικό πρωινό του. Βρήκε τον Νικ σωριασμένο μέσα σε ένα κούφωμα. Έστρεψε πάλι την προσοχή του στο φίλο του.» Την ώρα που έκανε μεταβολή.

Η Ηρώ ζήτησε από τον Τζορτζ να την περιμένει στο κατώφλι. Η πόρτα άνοιξε. «Όχι. η διευθύντρια ήταν ντυμένη στα μαύρα.» Η κυρία Χόλινμπρουκ σωριάστηκε στον πάγκο. Μάλλον… Ναι.» Άφησε να της ξεφύγει μια πνιχτή κραυγή πόνου. με μια έκφραση σαστιμάρας στο πρόσωπό της. Ένα κατσαρόλι σιγόβραζε στο τζάκι. παραμέρισε και την άφησε να περάσει μέσα. Δίπλα στα πιάτα που στράγγιζαν υπήρχε και μία καφέ κεραμική τσαγιέρα. με τη βοήθεια μιας πετσέτας. είναι ένα ίδρυμα για παιδιά. τι συμβαίνει εδώ. «Σας παρακαλώ. σήμερα δεν υπήρχε καμία ένδειξη της παρουσίας του. Είχε έρθει για να πληροφορήσει την κυρία Χόλινμπρουκ σχετικά με τον καινούριο αρχιτέκτονα .» Η Ηρώ πήγε στο τζάκι και. αντί για τα συνηθισμένα καφέ ή γκρίζα ρούχα της. απλώς… Εγώ…» «Καθίστε» επανέλαβε η Ηρώ. όμως το χαμόγελό της ξεθώριασε όταν αντίκρισε τη θλιμμένη φιγούρα στο κούφωμα. «Χθες. με συγχωρείτε. Μέρι Ίβνινγκ. «Ίσως να μην είναι κανείς εδώ. «Πότε το μάθατε. Μόνο μια εξήγηση θα μπορούσε να υπάρχει γι’ αυτό. ζάχαρη και αλάτι.» Αναστέναξε. «Καθίστε.» Το κορίτσι χαμήλωσε το κεφάλι. Πλησίασε ένα ντουλάπι. και αμέσως ένιωσε έκπληξη με την ησυχία που επικρατούσε στο σπίτι. Όλα ήταν κλειστά. Ατμοί γεμάτοι με άρωμα ξεχύθηκαν από μέσα μέχρι να ξαναβάλει το καπάκι της. Βήματα ακούστηκαν από το διάδρομο. «Δεν ξέρω γιατί η Μέρι Ίβνινγκ σάς έφερε στην κουζίνα. «Μάλιστα. «Με συγχωρείτε που σας έκανα να περιμένετε» είπε μουδιασμένα η κυρία Χόλινμπρουκ. Η Ηρώ κοίταξε γύρω της. Έπειτα. Η Ηρώ συνοφρυώθηκε. Αντί να την οδηγήσει στο σαλόνι.σαστισμένη. άνοιξε με περιέργεια το πορτάκι του και περιεργάστηκε το περιεχόμενό του: τσάι. λαίδη μου» της είπε ο Τζορτζ. και κοίταξε νευρικά το δρόμο. η Ηρώ δεν κατάφερε να εντοπίσει την αλλαγή στην εμφάνιση της γυναίκας. Μπήκε μέσα. σπρώχνοντας μαλακά τον ώμο της. αλεύρι. Μέχρι τώρα είχε δείξει μια μυστήρια ικανότητα να γνωρίζει το πότε σκόπευε να έρθει μέχρι εδώ.» Η κυρία Χόλινμπρουκ έστρωσε με το χέρι της το μαύρο φόρεμά της.» Η Ηρώ έτρεξε κοντά της και τράβηξε έναν από τους πάγκους της κουζίνας. ήταν μόλις χθες» μουρμούρισε η διευθύντρια έκπληκτη. «Κάποιος βρίσκεται πάντα εδώ.» «Έχετε πένθος» παρατήρησε η Ηρώ. Για μια στιγμή. ο υπηρέτης. Η Σάιλενς Χόλινμπρουκ εμφανίστηκε στο άνοιγμα της πόρτας. «Μοιάζει σαν να έχει περάσει τόσος καιρός. «Ο κύριος Χόλινμπρουκ… Ο σύζυγός μου. Κι όμως. Στο κάτω-κάτω. το κορίτσι έφυγε από το δωμάτιο. Βαθιά μέσα της ήλπιζε ότι ο Γκρίφιν θα είχε ανακαλύψει πως είχε έρθει στο Σεντ Τζάιλς χωρίς εκείνον. εννοώ. Τη γύρισε όρθια και άρχισε να ρίχνει φύλλα τσαγιού. η Μέρι Ίβνινγκ την πήγε στην κουζίνα. Ύστερα συνειδητοποίησε πως. και μερικά πλυμένα πιάτα ήταν στοιβαγμένα σε ένα σερβάν για να στεγνώσουν. και η Ηρώ γύρισε με ανακούφιση. αφήνοντάς τη μόνη. έπιασε το κατσαρόλι και έριξε βραστό νερό στην τσαγιέρα. «Α.» Η Ηρώ γύρισε στο ντουλάπι και πήρε το κουτί με το τσάι.

» Η διευθύντρια φάνηκε να εκπλήσσεται. «Απλώς…» «Τι πράγμα. «Για ποιο πράγμα. κοιτώντας το φλιτζάνι της.» Η κυρία Χόλινμπρουκ ανοιγόκλεισε τα μάτια.» Η κυρία Χόλινμπρουκ έσμιξε τα φρύδια. «Με συγχωρείτε» είπε η κυρία Χόλινμπρουκ αφηρημένα. από τότε που ήταν μικρό παιδί ακόμη. «Πόσος χρόνος νομίζετε ότι χρειάζεται. «Το πλοίο του βυθίστηκε.και τις περαιτέρω καθυστερήσεις της οικοδομής.» μουρμούρισε η διευθύντρια. Η άλλη γυναίκα την κοίταξε με μάτια πρησμένα. ήταν δυνατό και ζεστό. όμως δεν σας φαίνεται λογικό το να έχει κάποια διαφορετική άποψη για τη θάλασσα. Ήπιε και η Ηρώ από το δικό της. Παρόλο που το τσάι δεν ήταν τόσο εκλεκτό. . ναι. «Ίσως.» Έφερε δύο φλιτζάνια από τον μπουφέ. «Μιλούσε γι’ αυτό ακόμα κι όταν βρισκόταν στο σπίτι. δεν μπορώ να ξέρω τι ακριβώς σκεφτόταν. «Θα έπρεπε… Για ποιο λόγο ήρθατε σήμερα. στη στεριά. Υπήρχαν πιο σημαντικά. δεν είναι.» «Λυπάμαι πάρα πολύ. Όμως.» είπε η άλλη γυναίκα.» Η Ηρώ ξεροκατάπιε.» «Ναι. «Στη θάλασσα. Τόσο μοναχικά.» Η Ηρώ σκέφτηκε τα νέα που ήθελε να μοιραστεί μαζί της σχετικά με τον καινούριο αρχιτέκτονα. Η Ηρώ σέρβιρε το τσάι και πρόσθεσε μια γεμάτη κουταλιά ζάχαρη πριν ακουμπήσει το ένα φλιτζάνι μπροστά στην κυρία Χόλινμπρουκ. Έφερε την τσαγιέρα στο τραπέζι. μάλλον δεν θα είδε ποτέ τη θάλασσα έτσι όπως τη βλέπουμε εσείς κι εγώ» είπε η Ηρώ διστακτικά. Πως μπορεί ακόμα και να την αγαπούσε. Θυμάμαι συνέχεια αυτές τις γραμμές από το Η Τρικυμία: Πέντε οργιές κάτω από τη θάλασσα κείται ο πατέρας σου/ Τα κόκαλά του γίνονται κοράλλια/ Αυτά τα μαργαριτάρια ήταν τα μάτια του…» Η φωνή της έσβησε καθώς το βλέμμα της κοιτούσε απλανές το τραπέζι. «Είναι φοβερό. Ένα νεκροταφείο νομίζω πως μπορεί να είναι ένα πολύ γαλήνιο μέρος. «Για να μετατραπεί ένα πτώμα σε κάτι άλλο μέσα στη θάλασσα. και χάθηκαν όλοι στη θάλασσα. Τρέφει τα λουλούδια. δείχνοντας να χάνεται σε βαθιές σκέψεις. Πενήντα ένας άντρες ταξίδευαν. στο κάτω-κάτω. Πάντα με παρηγορούσε η σκέψη πως όλοι μας θα γίνουμε χώμα στο τέλος – τουλάχιστον όσοι θαφτούμε στη γη.» «Ω. «Του κάπτεν-Χόλινμπρουκ τού άρεσε να ταξιδεύει. «Δεν θα έπρεπε να σας πω όλα αυτά τα πράγματα» μουρμούρισε η άλλη γυναίκα. «Θέλω να πω. φυτρώνει το χορτάρι που βόσκουν τα πρόβατα και οι αγελάδες.» τη ρώτησε ήρεμα. όσο αυτό που συνήθιζε να πίνει.τι έπρεπε για εκείνην τη στιγμή. Το χώμα είναι κάτι πολύ καλό.» Έπιασε το ζεστό φλιτζάνι της και με τα δυο της χέρια και το έφερε στα χείλη για να πιει μια δοκιμαστική γουλιά. η θάλασσα… Είναι τόσο κρύα και μοναχικά εκεί.» Η διευθύντρια πασπάτεψε τη φούστα της.» «Τότε. «Δεν είναι τίποτα το σημαντικό.» ρώτησε η Ηρώ. ό. ωστόσο ήταν προφανές πως αυτό το θέμα έπρεπε να περιμένει. Ίσως και όχι.» «Ω. «Χάθηκε στη θάλασσα. Από πάντα ήθελε να γίνει ναυτικός.

ο γάμος μου.» «Νομίζω» είπε η Ηρώ «ότι θα ήθελα να με νοιάζουν. Δεν ήξερε ποια αλήθεια κρυβόταν πίσω από τις φήμες. ώστε να μπορεί να κρίνει άλλες γυναίκες για τα ελαττώματά τους. τότε κι εκείνη συμμεριζόταν τη γνώμη τους. όμως τώρα είχε μπροστά της έναν άνθρωπο που την είχε και την έχασε. Η κυρία Χόλινμπρουκ κούνησε ξανά το κεφάλι.» Έκλεισε τα μάτια της. αλλά συνέχεια σκέφτομαι πως τελείωσε τώρα. και μέσα σε αυτό το διάστημα δεν είχε βρει κανένα λόγο για να την αμφισβητήσει. και αν αυτοί οι δύο πίστευαν πως η αδερφή τους ήταν ικανή να διευθύνει ένα ίδρυμα.» Η Ηρώ χαμήλωσε το βλέμμα στο φλιτζάνι της και θυμήθηκε τις φήμες που είχαν κυκλοφορήσει τον περασμένο χειμώνα γι’ αυτήν τη γυναίκα. «Απλώς θα ήθελα να μην είχαμε χωρίσει κάτω από τόσο εχθρικές συνθήκες. να συναντήσει τον Γκρίφιν. «Εύχομαι να είχα άλλη μια ευκαιρία για να του μιλούσα. Με τον Γουίλιαμ υπήρξαμε ευτυχισμένοι κάποτε. Έπρεπε να τον προειδοποιήσει πως ο Μάξιμους γνώριζε για το . Να του πω…» Η φωνή της έσβησε. Η αγάπη είναι κάτι σπάνιο. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν τη συναντούν ποτέ σε ολόκληρη τη ζωή τους. Εκείνο τον καιρό.» Η Ηρώ χαμήλωσε το βλέμμα. Αν δεν έχετε εσείς κάποιο πρόβλημα. Η αγάπη μου. Ξαφνικά ένιωσε μία δυνατή ανάγκη. όσο και τον Γουίντερ Μακπίς.αναστατωμένη.» Η Ηρώ άπλωσε διστακτικά το χέρι προς το μέρος της άλλης γυναίκας. Κούνησε με απόγνωση το κεφάλι και πήρε μια βαθιά αναπνοή. Παρ’ όλα αυτά. Πάρα πολύ. «Η αγάπη –η ευτυχία– είναι κάτι σπάνιο. Η διευθύντρια τής έσφιξε σπασμωδικά το χέρι. εξακολουθούσε να πιστεύει πως κατά βάθος η κυρία Χόλινμπρουκ ήταν ένας καλός άνθρωπος. Η κυρία Χόλινμπρουκ δεν έδειχνε να έχει ανάγκη από πολλά λόγια. Το ήξερε αυτό με ένα θεωρητικό τρόπο. «Η ζωή μου. Υπήρχαν άνθρωποι που είχαν σπεύσει με μεγάλη προθυμία να την πληροφορήσουν πως είχε γίνει γνωστό ότι η κυρία Χόλινμπρουκ είχε πουλήσει την τιμή της σε κάποιον άντρα επονομαζόμενο Μίκι Ο’Κόνορ. επειδή δεν ήξερε τι άλλο να πει. «Είναι εγωιστικό. το ξέρω. Τελείωσε. Εμπιστευόταν τόσο την Τέμπερανς.» Η κυρία Χόλινμπρουκ πήρε μια βαθιά αναπνοή και είπε με φούρια: «Είναι που όταν έφυγε –την τελευταία φορά που μπάρκαρε ο Γουίλιαμ– δεν ήμαστε τόσο καλά μεταξύ μας. αλήθεια. αν ήταν αβάσιμες ή αν η κυρία Χόλινμπρουκ είχε με κάποιον τρόπο προβεί σε συμβιβασμούς και υποχωρήσεις. Δεν έχω κανένα πρόβλημα. Ένας άνθρωπος που δικαιούταν το επίθετο «ενάρετος». «Λυπάμαι» είπε. σωστά. Δάκρυα κύλησαν ξαφνικά στα μάγουλά της. Αλλά ακόμα κι αν το έκανε. εκείνην τη στιγμή δεν είχε καμία σημασία αν οι φήμες ήταν αληθινές. Και τώρα χάθηκε. τα πάντα… Όλα όσα πίστευα πως είχα. «Δεν σας νοιάζουν. ούτε και η Ηρώ ήταν πια τόσο ενάρετη. «Δεν πιστεύω ότι η αγάπη έρχεται δεύτερη φορά στη ζωή μας. η Ηρώ είχε αποφασίσει να αγνοήσει τις διαδόσεις. Όμως.» τη ρώτησε ήρεμα η Ηρώ. νιώθοντας και τα δικά της μάτια να πλημμυρίζουν με δάκρυα. όμως ο πόνος ήταν καθολικός. Τώρα θα πρέπει να συνεχίσω χωρίς αυτήν.» «Ναι. Δεν την ήξερε καλά – ανήκαν σε διαφορετικές τάξεις–.» Άνοιξε τα μάτια και κοίταξε απελπισμένα το κενό. Η εμπιστοσύνη μπορούσε να χαθεί εύκολα μετά από κάποιο ψέμα. Είχε συνεργαστεί απευθείας με την κυρία Χόλινμπρουκ κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού και του φθινοπώρου. Εγώ την είχα.» «Ποιο πράγμα. σχεδόν πανικό.

καταδικασμένος και εξευτελισμένος. που δεν είχε προλάβει να παρατηρήσει το σπίτι του. Πολλές μικρές αγιογραφίες. παλιές και λεπτοδουλεμένες. να σιγουρευτεί πως ήταν γερός και ζωντανός. Πόθος. ελληνική ποίηση και μία πρόσφατη έκδοση με Τα Ταξίδια του Γκιούλιβερ.» «Σου αρέσει. εξοπλισμένη.» τη ρώτησε απότομα. Την τελευταία φορά που είχε βρεθεί εδώ μέσα. δεν κατάφερε να εμποδίσει το μυαλό της να κάνει τις πιο άσχημες σκέψεις: Ο Γκρίφιν μπροστά στο δικαστήριο.» Η διευθύντρια κατένευσε κουρασμένα. «Ήρθες για να ελέγξεις το αναγνωστικό μου γούστο. Η ανακούφιση που ένιωσε όταν είδε πως ήταν καλά υποχώρησε μπροστά στην εριστική του διάθεση και έδωσε τη θέση της σε ένα έντονο αίσθημα ενόχλησης.» . μία φυσιοδιφική μελέτη. εντόπισε ένα χοντρό τόμο με χάρτες. και. την πουκαμίσα του ανοιχτή στο λαιμό και τα μαλλιά του ανακατωμένα. η ανάγκη της να δει τον Γκρίφιν –να εξακριβώσει η ίδια πως ήταν ζωντανός και γερός– ήταν ακόμη έντονη. Τα μάτια του πλαισίωναν έντονοι μαύροι κύκλοι. «Θα με αφήσεις να μπω μέσα. «Το ξέρεις πως όχι. λαίδη μου. Έπρεπε να του πιάσει το χέρι. Ωστόσο.» Εκείνος ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους και παραμέρισε απρόθυμα. Τα ράφια ήταν παραφορτωμένα. με το κορμί του να αιωρείται από την αγχόνη του δήμιου. Σύντομα ζήτησε συγγνώμη και κίνησε για την πόρτα. «Συνήθως δεν είμαι τόσο κλαψιάρα. μέχρι να πιουν το τσάι τους. και τα βιβλία στριμωγμένα όπως-όπως. Δεν φαινόταν να έχει στην υπηρεσία του πολλούς υπηρέτες. την ιστορία της Ρώμης. «Με συγχωρείτε» είπε η κυρία Χόλινμπρουκ. Ή μήπως κάτι σαν απατηλή απομίμηση. αν και απερίσκεπτα.αποστακτήριό του. Έπρεπε να τον ακούσει να αναπνέει. Η Ηρώ έμεινε λιγάκι ακόμα. Θα ήταν περίεργο αν δεν ήσασταν λυπημένη. συντροφεύοντας την άλλη γυναίκα με τη σιωπή της. με το πιγούνι του σκεπασμένο από τα αξύριστα γένια του. Ήταν αγάπη αυτό. Στο βαρετό ταξίδι με την άμαξα προς τα καλύτερα μέρη του Ιστ Εντ. Η Ηρώ πέρασε στον προθάλαμο και προχώρησε κατευθείαν προς τη βιβλιοθήκη του. «Δεχτήκατε ένα δυνατό σοκ. η νοσηρή της φαντασία την είχε οδηγήσει σε σημείο υστερίας.» Γύρισε για να τον κοιτάξει. ακολουθούμενη από τον Γκρίφιν. Την πόρτα την άνοιξε ο ίδιος ο Γκρίφιν. Την κοίταξε βλοσυρά. Τώρα έβλεπε πως η βιβλιοθήκη του ήταν ακριβά. Με μια γρήγορη ματιά.» Ο Γκρίφιν έβαλε σε ένα ποτήρι λίγο μπράντι. κρέμονταν στον τοίχο. «Τι γυρεύεις εδώ.» «Μην απολογείστε» την καθησύχασε η Ηρώ. Μια εξαίσια ζωγραφισμένη υδρόγειος σφαίρα ήταν μισοκρυμμένη κάτω από ένα γιλέκο. Μέχρι τη στιγμή που ανέβηκε τα σκαλοπάτια του σπιτιού του. το πιο τρομακτικό απ’ όλα. «Άρχισα τον Θουκυδίδη. αν και φοβάμαι πως προχωράω πολύ αργά. όλες σκονισμένες και δύο ραγισμένες. σκουπίζοντας τα δάκρυά της. Τα Ελληνικά μου έχουν σκουριάσει. Κοίταξε γύρω της. ο διαπληκτισμός τους ήταν τόσο άμεσος και έντονος.

«Τι. «Όχι. λίγο σαν μορφασμό. Επειδή είμαι ένας . «Γιατί όχι.» τον ρώτησε. «Αυτό ήταν. εκείνος ανασήκωσε τους ώμους και ήπιε από το μπράντι του. ο Γκρίφιν θα βρισκόταν σε κίνδυνο. και η Ηρώ κράτησε την ανάσα της. «Τρελαινόταν για τα χέλια. «Όμως. κι αυτό κύλησε κάτω από τον καναπέ. Δεν είσαι μόνο ένας άντρας που νοιάζεται για τα λεφτά.» Ο Γκρίφιν έκανε μια αλλόκοτη γκριμάτσα. Μαζί στήσαμε το αποστακτήριο.» Έμεινε με ανοιχτό το στόμα. Η πνευματική κόπωση που απαιτείτο για να κατανοήσει το ελληνικό γραπτό την έκανε να νιώθει περήφανη κάθε φορά που τελείωνε μία παράγραφο. Είσαι τρυφερός. Όμως.» Απογοήτευση την πλημμύρισε. διασκεδαστικός και ευγενικός.» Ήταν φανερό πως ήταν φίλοι.» «Για να σε προειδοποιήσω για τον αδερφό μου. «Τι σε νοιάζει εσένα αν η ζωή μου κινδυνεύει. «Ο Νικ Μπαρνς. Τα χέρια του άρπαξαν τους ώμους της. Δεν μπορείς να καταλάβεις πως…» Γύρισε και την κοίταξε. «Ο Νικ είναι νεκρός» είπε εκείνος. Δεν μπορώ να τους αφήσω να γλιτώσουν έτσι. Οι άντρες του Εφημέριου τον πυροβόλησαν. Η Ηρώ σηκώθηκε και πήγε προς το μέρος του. λίγο σαν χαμόγελο.» Την κοίταξε. Περίμενε να τον ακούσει να της πει κάτι. ο Νικ βγήκε έξω για να αγοράσει ζωμό από χέλια. όμως όσο διατηρούσε το αποστακτήριο. «Τι έγινε.» Μετακίνησε μια στοίβα με βιβλία από την άκρη του καναπέ και κάθισε. επειδή αυτή ήταν η αλήθεια. Γκρίφιν. κι εγώ τον βρήκα…» Κούνησε το κεφάλι σαν να ήθελε να διώξει την εικόνα από το μυαλό του. «Δεν είναι αρκετό. πριν ο Μάξιμους στείλει στρατιώτες για να σε συλλάβουν.«Ναι» απάντησε απλά. «Λυπάμαι.» «Και τι έχει να κάνει αυτό με σένα. Μπορεί να μην τον θυμάσαι – ήταν μαζί μου όταν ήρθες εκεί τις προάλλες. ενώ τα πράσινα μάτια του γυάλιζαν. αφού εκείνος δεν έκανε τον κόπο να της το προτείνει. Ο μεγαλόσωμος άντρας με τις ουλές στο πρόσωπο.» Ο Γκρίφιν κοίταξε το κεχριμπαρένιο υγρό στο ποτήρι του.» Ο Γκρίφιν άφησε το ποτήρι του να πέσει στο χαλί. «Σήμερα το πρωί.» Η Ηρώ συνοφρυώθηκε.» «Θυμάμαι. ανήμπορη να μείνει μακριά του τη στιγμή που εκείνος πονούσε. Δεν ενδιαφερόταν για την ασφάλειά του.» «Δεν μπορώ να τα παρατήσω τώρα» είπε με τραχιά φωνή.» Πήρε το πρόσωπό του ανάμεσα στα χέρια της.» Δάγκωσε το χείλι της. «Δεν το καταλαβαίνεις. Τα πράσινα μάτια του γυάλιζαν σαν από δάκρυα. «Γιατί ήρθες. Τον δολοφόνησαν τον Νικ. Είσαι πολλά περισσότερα. νιώθοντας την ενόχλησή της να φουντώνει.» ψιθύρισε. παρ’ ότι ανήκαν σε διαφορετική κοινωνική τάξη. «Έμαθε πως έχεις αποστακτήριο τζιν στο Σεντ Τζάιλς. και η φωνή του έσβησε. Πρέπει να παρατήσεις αμέσως το αποστακτήριό σου. «Λυπάμαι τόσο πολύ. Μπορεί ο Μάξιμους να της είχε δώσει το λόγο του πως δεν θα έκανε κάτι εναντίον του. «Τι συμβαίνει. η ζωή σου βρίσκεται σε κίνδυνο.

Έπειτα έτρεξε προς τη σκάλα με την Ηρώ στην αγκαλιά του. Δεν έβρισκε τα λόγια για να περιγράψει τα αισθήματά της. και τη φίλησε. Ο πόνος και η οργή του για το χαμό του Νικ έδειχνε να παραμορφώνεται και να μετατρέπεται σε πρωτόγονο πόθο για την Ηρώ. κλείνοντας την πόρτα πίσω τους με μια κλοτσιά. Ένιωσε τα δάχτυλά της να αρπάζουν σφιχτά την πλάτη του.» . Στα μάτια του πάλευαν η απογοήτευση με την απελπισία. και την πήρε από τη βιβλιοθήκη σαν άρπαγας πειρατής. Δεν έκανε καμία προσπάθεια να φύγει μακριά του. Γκρίφιν. ωστόσο πέρα από αυτό δεν μπορούσε να του πει κάτι άλλο. Ο Ντιντλ είχε μόλις μπει στο χολ. Ήθελε να χαράξει ανεξίτηλα ολάκερη την ύπαρξή της. Αλλά. προσπαθώντας να βρει τις κατάλληλες λέξεις.φίλος που μοιράζεσαι το κρεβάτι του. Η Ηρώ τον κοίταξε με βλέμμα ναρκωμένο από τον πόθο.» «Και δεν πρόκειται να πει κουβέντα αν θέλει να κρατήσει τη θέση του» είπε ο Γκρίφιν με αργόσυρτη φωνή. «Γκρίφιν» είπε με χαμηλή. αιχμαλωτίζοντάς τη με το κορμί του. θολά από λάγνες ανάγκες. Ηρώ. Θεέ μου! Μας είδε. Να την κάνει να καταλάβει πως ήταν κάτι πολύ περισσότερο από φίλος ή από υποψήφιος γαμπρός της. Εδώ και τώρα.» Έμεινε να τον κοιτάζει. Πίεσε άγρια το στόμα του πάνω στο δικό της. εκείνη άπλωσε τα χέρια και τον χάιδεψε στο κεφάλι. Ο μέλλοντας γαμπρός σου που θα καλέσεις στο γάμο σου. Τι. *** Τα χείλη της ήταν απαλά και ενδοτικά. Να σιγουρευτεί πως δεν θα τον ξεχνούσε ποτέ. Εκείνη έκρυψε το πρόσωπό της στο στέρνο του. «Όμως. κάνοντάς τη να παραπατήσει για να διατηρήσει την ισορροπία της. Διέσχισε το διάδρομο και την πήγε στην κρεβατοκάμαρά του. αγνοώντας την κραυγή της. ή να ξεφύγει από τη βίαιη λεηλασία των χειλιών του. Τι είμαι εγώ για σένα. σχεδόν λυπημένη φωνή. για να σιγουρευτεί πως δεν θα γίνονταν αυτόβουλα σχόλια. όλο το Λονδίνο θα ήξερε τι κάνουμε εδώ. «Ω. θα ξέρει τι κάνουμε εδώ» ψιθύρισε. Ήταν σαστισμένα. Την έριξε στο κρεβάτι και τη γύρισε ανάσκελα. «Ωραία. και ο Γκρίφιν περίμενε να ακούσει τις διαμαρτυρίες της. «Ανάθεμά σε» είπε μέσα από τα δόντια του. «Αν εξαρτιόταν από μένα. Ήθελε να αφήσει τη σφραγίδα του πάνω της. Νοιαζόταν για εκείνον.» Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα στα λόγια του. αυτό ήταν μεγάλη αλήθεια. όμως αυτό δεν καταπράυνε το θυμό του Γκρίφιν. Αυτό εξευμένισε λιγάκι το κτήνος μέσα του. Τη σήκωσε στα χέρια. Απλώς δεν ήξερε. Ο Γκρίφιν τού έριξε μια άγρια ματιά. Το στόμα του βαλέ άνοιξε διάπλατα τη στιγμή που είδε τον αφέντη του. Τραβήχτηκε πίσω και κοίταξε τα όμορφα μάτια της. «Ω. όμως δεν πάσχιζε να τον αποδιώξει.» Ανέβηκε πάνω της. Εκείνος φάνηκε να καταλαβαίνει το δίλημμά της.

ανυπόμονος. Έκανε διάφορα στις ερωμένες του. Ίσως να ήταν μια ανάγκη του να έχει εκείνος τον έλεγχο. Δεν μπορούσε να τον προφυλάξει από το δικό του πόνο. «Σου αρέσει αυτό. «Άφησέ τες. Το κορμί της ήταν λεπτοκαμωμένο. Όχι αυτήν τη φορά. Μα. κι αυτές σπάνια του τα ανταπέδιδαν. Στον αριστερό της ώμο είχε μερικές φακίδες.» τη ρώτησε.» «Εε… Ναι» ψιθύρισε. όμως αυτό που ένιωθε έτσι όπως την κοιτούσε. Μπορούσε να πληγωθεί με τόσους πολλούς τρόπους αυτή η περήφανη γυναίκα. ο Γκρίφιν ανασηκώθηκε. τα στήθη της στητά και ντελικάτα. Έλυσε τον κορσέ της.» Την κοίταξε. Οι τριχούλες στην κορυφή των μηρών της έμοιαζαν με κόκκινο φάρο. «Τι άλλο σου αρέσει. γυμνή και εκτεθειμένη σε αυτόν. Ό. έτσι που στο τέλος ολόκληρη η ψυχή του έμοιαζε να έχει πλημμυρίσει από αίμα. δεν ήταν λαγνεία. Έσκισε τα κορδόνια του κορσάζ της σαν πεινασμένο θηρίο. οι γοφοί της αδύνατοι και το αλαβάστρινο δέρμα της έμοιαζε σαν να φεγγοβολούσε μέσα στη μισοσκότεινη κρεβατοκάμαρά του. ξετρελαίνοντάς τον έτσι όπως αφαιρούσε αργά όλο αυτό το ακριβό ύφασμα από πάνω της. σαν ειδήμων που εξέταζε ένα ιδιαίτερα περίτεχνο κομμάτι τέχνης. Εκείνος άνοιξε το κορσάζ της και το έσπρωξε στο πλάι.» Τραβήχτηκε και την κοίταξε. «Άσε με εμένα» ψιθύρισε η Ηρώ και έσπρωξε μαλακά τα χέρια του που έτρεμαν. μία ακατανίκητη ανάγκη να την κρατήσει κοντά του. Τα χέρια της κράτησαν το κεφάλι του. «Γκρίφιν. μια λαχτάρα να ολοκληρώσει αυτό που ήθελε να κάνει μαζί της πριν να ήταν πολύ αργά. Είχε συνηθίσει να καθοδηγεί ο ίδιος το παιχνίδι. Έμεινε από κάτω του και χάιδευε τα μαλλιά του σαν να ήθελε να τον καθησυχάσει. αλλά υπάκουσε.Η θλίψη έκανε το στήθος του να πονέσει. Ο ανδρισμός του ήταν πανέτοιμος. ωστόσο δεν θα έκανε πίσω ακόμα κι αν του το ζητούσε. Προσπάθησε να ηρεμήσει και να την αγγίξει όσο πιο τρυφερά μπορούσε στην κατάσταση που βρισκόταν. Ο κορσές της έδειχνε να του αντιστέκεται. Η Ηρώ δεν προσπάθησε να τον σταματήσει. ο Γκρίφιν δεν ήταν συνηθισμένος . Σε αυτόν που πάντα έβγαζε με ευκολία τα ρούχα οποιασδήποτε γυναίκας. Την κοίταξε. δεν μπορούσε εκείνη να δει το αίμα του. κι εκείνος γέμισε τα χέρια του με τη ζεστή σάρκα της. «Βγάλε τα όλα. «Όλα» την πρόσταξε. Ήταν μια παράξενη αίσθηση κτητικότητας. Όχι τώρα. Τον είχε κυριεύσει μια βιασύνη. να την προστατέψει και να την τιμήσει. Όταν κλότσησε μακριά τα παπούτσια της και πήγε να βγάλει τις δαντελένιες καλτσοδέτες της. ή απλώς μία επιβεβαίωση της αντρικής κυριαρχίας.» «Ηρώ» μουρμούρισε πειρακτικά και τη δάγκωσε απαλά στην καμπύλη του λαιμού της. Ήταν ξαπλωμένη ήρεμα και τον κοιτούσε με αυτά τα σοβαρά γκρίζα μάτια της. και ο Γκρίφιν έσκυψε για να τις γλείψει. κι εκείνος ένιωσε ξαφνικά ένα μείγμα μελαγχολίας και πόθου.» Ανασήκωσε τα φρύδια της.τι κι αν ήταν. νιώθοντας τόσα αντικρουόμενα συναισθήματα μέσα του. και ο καθένας από αυτούς ήταν σαν μαχαιριά στην καρδιά του. «Θέλω να σε αγγίξω.

γι’ αυτό δεν μπορούσε να κάνει τίποτα περισσότερο. «Δεν το ήξερα πως οι άντρες έχουν τόσες τρίχες πάνω στο κορμί τους» είπε ήρεμα. και κάποιες φορές ένιωθε να τον τραβάει.» Τα χέρια της χάιδεψαν το στέρνο του. Τώρα. ολόγυμνος. σφιγμένα πάνω μας με κορδόνια και αγκράφες. «Όχι» απάντησε σκεφτικά. σε παρακαλώ. «Απλώς με… ξενίζουν. «Όχι. Μερικές φορές πιάνονται στα ρούχα μου. μετακινήθηκε στο πλάι. και οι τρίχες του μπερδεύτηκαν στα δάχτυλά της. «Σε γαργαλάνε.» Ανασήκωσε τα φρύδια με ξαφνική ευθυμία.» Κούνησε το κεφάλι της.να παραδίδει σε άλλα χέρια τα ηνία του έρωτα. τρίβοντας τους μύες πάνω από τις θηλές του. τα δάχτυλά της είχαν φτάσει στην ήβη του. κάνοντας κύκλους γύρω από τον αφαλό του.» Τα δάχτυλά της χάιδευαν την κοιλιά του τώρα. σαν μαγεμένη από το θέαμα. Τον γαργαλούσε λιγάκι. αλλά δεν συμβαίνει συχνά. «Εδώ έχεις κι εσύ» της ψιθύρισε. Η Ηρώ χαμήλωσε το βλέμμα και κοίταξε το χέρι του. πολύ κοντά αλλά χωρίς να αγγίζουν τον ανδρισμό του. «Σε παρακαλώ» του είπε. η Ηρώ ακούμπησε τα χέρια της στο στήθος του. Όμως. «Δεν έχω δει σε κανένα άγαλμα – εκτός από εκείνες πάνω στους βουβώνες. Σήκωσε το χέρι και πέρασε τα δάχτυλά του ανάμεσα στις κόκκινες τριχούλες της.» Ο Γκρίφιν το κλότσησε μαζί με τα εσώρουχά του και ξάπλωσε πάλι. «Σου προκαλούν αποστροφή.» Σήκωσε το κεφάλι. κι όμως από κάτω είμαστε» –τέντωσε τα δάχτυλά της και έπιασε τον ανδρισμό του στην καμπύλη που σχημάτιζε ο αντίχειρας με το δείκτη της– «έτσι. Τα πόδια της ήταν σφιχτά κλεισμένα. Έπειτα. Να την αρπάξει και να τη φέρει από κάτω του. «Βγάλε το αυτό. Τα πόδια του μετακινούνταν νευρικά. δείχνοντας ευχαριστημένη με την απάντησή του.» Εκείνος ανασηκώθηκε τόσο όσο χρειαζόταν για να περάσει την πουκαμίσα πάνω από το κεφάλι του. κοιτάζοντας το κορμί του με περιέργεια. Αλλά εσύ έχεις περισσότερες. Ποτέ δεν είχε ασχοληθεί τόσο πολύ με το κορμί του παρά μόνο με το πώς θα μπορούσε να νιώσει ή να προσφέρει ικανοποίηση. πήρε μια βαθιά αναπνοή και της έδωσε το χρόνο που ήθελε για να τον περιεργαστεί. και τα δάχτυλά της σφίχτηκαν λιγάκι. Τα μάτια της βάρυναν. έτσι. και το σοβαρό της βλέμμα συνάντησε το δικό του. «Είναι παράξενο. Ο Γκρίφιν ανυπομονούσε να κινηθεί. «Έτσι σκέφτονται όλες οι . πράγμα που είναι πολύ οδυνηρό. Φορούσε ακόμη το παντελόνι και την πουκαμίσα του.» τη ρώτησε. Τον κοίταξε ερωτηματικά. Απρόθυμα. Ακούμπησε το δάχτυλό της στο λαιμό του και το έσυρε μέχρι το σημείο που άνοιγε η πουκαμίσα στο στέρνο του. έτσι δεν είναι. έτοιμος να την αρπάξει αν δοκίμαζε να δραπετεύσει. Φοράμε τόσα πολλά ρούχα. «Τώρα το παντελόνι σου. εκείνη σηκώθηκε και γονάτισε δίπλα του. Η Ηρώ κάθισε στα γόνατά της για μια στιγμή και έγειρε στο πλάι το κεφάλι. κοιτώντας τον με περιέργεια. Ωστόσο.

λαχανιασμένος «είμαστε διαφορετικοί. και κυλίστηκε μαζί της στο κρεβάτι μέχρι που ήρθε εκείνος από πάνω. «Εμείς οι δύο» της είπε. Γιατί απαρνιόταν κάτι που έμοιαζε με θαύμα. Ίσως και να την έλιωνε με το βάρος του. λόρδε μου.» «Είναι αδύνατο αυτό» επέμεινε εκείνη καθώς τα λεπτά της χέρια γράπωναν τους γλουτούς του.» Την τράβηξε. έκανε το επόμενο καλύτερο πράγμα που μπορούσε. Τύλιξε τα χέρια του γύρω από τη μέση της και τη σήκωσε. «Γκρίφιν» ψέλλισε μαζί με ένα βογκητό. Μα. Την τράβηξε κοντά του. και αυτό. Πως έχουν ένα μυστικό μεταξύ τους.» Το γεγονός πως κατέταξε τον εαυτό της στην ίδια κατηγορία με τις υπόλοιπες απρόσωπες γυναίκες που είχαν ξαπλώσει μαζί του τον ενόχλησε βαθιά. Δεν κάνουμε αυτό που κάνουν οι άλλοι. «Τα λόγια σου είναι όμορφα. όμως το γεγονός παραμένει το ίδιο. Ποτέ δεν πρόκειται να έχω άλλη γυναίκα σαν εσένα. Εκμεταλλεύτηκε το πλεονέκτημα. δεν νομίζω…» άρχισε πάλι αυτό το εξοργιστικό. θέλοντας να τη φέρει κοντά του για να τη φιλήσει. πιέζοντας ακόμα πιο πολύ προς τον πυρήνα της. αλλά δεν τον ένοιαζε.» Γλίστρησε μέσα της. που ο Γκρίφιν ένιωσε το κορμί του έτοιμο να εκραγεί και το μυαλό του να θολώνει. Αυτό του έδωσε περισσότερη ελευθερία. με τη μύτη του σχεδόν κολλημένη στη δική της. Δεν μοιάζει με ό.» «Όχι. Της σκέπασε το στόμα με το δικό του και έκρυψε τη γλώσσα του . Αυτές αποτελούσαν εφήμερες εμπειρίες. Κύρτωσε την πλάτη από κάτω του και άνοιξε περισσότερο τα πόδια. «Ποιες άλλες γυναίκες. Δεν θα δίσταζε. γιατί δεν τον πίστευε. Μόνο εγώ κι εσύ. Μιλώντας του για ένα μέλλον που εκείνος θα είχε άλλες ερωμένες –για ένα μέλλον που οι δυο τους θα ήταν χώρια– τον άφηνε να εννοήσει πως και η ίδια θα είχε κάποιον άλλον εραστή. Εκείνη ήταν κάτι παραπάνω. τόσο ερωτικές. Έτσι ήταν και με τις άλλες γυναίκες σου. Δεν του άρεσε καμία από τις δύο προοπτικές. έτσι ώστε να ανοίξει τα πόδια της και να τον καβαλικέψει. «Όμως. δεν θα έκανε πίσω. Κι εσύ ποτέ δεν θα έχεις άλλον εραστή σαν εμένα. Η Ηρώ έκανε μικρές κυκλικές κινήσεις με τη λεκάνη της. όμως εκείνος την έσπρωξε βίαια. Αυτό που έχουμε θα πρέπει να το προσέχουμε και να το αγαπάμε. Τίποτα περισσότερο από φαντάσματα που μπαινόβγαιναν στη ζωή του. «Άκουσέ με. Είμαστε μοναδικοί. ούτε για μένα ούτε για σένα» της είπε.ερωμένες σου. «Δεν είναι» είπε πάνω στα χείλη της. Υπήρξαν άλλες γυναίκες στο παρελθόν σου και θα υπάρξουν ακόμα περισσότερες στο μέλλον. και όχι εντελώς έτοιμη. Όφειλε να τον καταλάβει. όμως εκείνη τον σταμάτησε βάζοντας το χέρι της πάνω στο στέρνο του. «Δεν υπάρχουν άλλοι. Και αφού δεν μπορούσε άλλο πια να σκεφτεί μια απάντηση με λογικό ειρμό.» Έσπρωξε για μία ακόμα φορά. Δεν μπορώ να θυμηθώ καμία άλλη γυναίκα πριν από σένα.τι κι αν έχω κάνει στο παρελθόν. Η Ηρώ ήταν σφιγμένη. και έπειτα έμεινε καθισμένος πάνω της. «Δεν υπάρχει κανείς έξω από τούτο το δωμάτιο. αντιδραστικό πλάσμα.» Την αντέκρουσε έντονα και άμεσα χωρίς να προλάβει να το σκεφτεί.

στα υγρά της βάθη, αφήνοντας τα πόδια του να κινούνται στο δικό τους ρυθμό. Μεγάλε Θεέ!
Βρισκόταν στον Παράδεισο, παρόλο που θα τιμωρούταν γι’ αυτήν τη βλάσφημη σκέψη. Εκείνη,
τόσο τρυφερή και δοτική στα χέρια του, άφηνε να της ξεφεύγουν σιγανά βογκητά πάνω στα χείλη
του όσο ο πυρήνας του κορμιού της έδινε… έδινε… έδινε…
Ο Γκρίφιν δεν μπορούσε, δεν νοιαζόταν, να κινείται άλλο με τεχνική. Τόσα χρόνια εξάσκησης
στον έρωτα πήγαιναν χαμένα επειδή δεν έλεγε ψέματα. Αυτό εδώ δεν έμοιαζε με τίποτα από όσα είχε
γνωρίσει πριν. Ενώ στο παρελθόν εκτελούσε μια απλή σωματική διαδικασία, τώρα έπαιρναν μέρος
και το κορμί και η ψυχή.
Με την Ηρώ έκανε αληθινό έρωτα.
Έριξε πίσω το κεφάλι του, απολαμβάνοντας τον έρωτά τους τόσο σωματικά, όσο και ψυχικά. Η
Ηρώ είχε την ικανότητα να τον κάνει να νιώθει πως μπορούσε να πετάξει. Κοίταξε το πρόσωπό της
που γυάλιζε από τον ιδρώτα. Τα μάτια της ήταν κλειστά, με μια ανεπαίσθητη γραμμούλα ανάμεσά
τους, τα χείλη της μισάνοιχτα. Την είδε να δαγκώνει το κάτω χείλι της, και κατάλαβε πως
ετοιμαζόταν να τελειώσει.
Ετοιμαζόταν να τελειώσει, κι εκείνος μπορούσε να της το κάνει αξέχαστη εμπειρία.
Ανασηκώθηκε πάνω της και πίεσε τους αντίχειρές του στις απολήξεις των μηρών της, τρίβοντας
μαλακά την περιοχή. Είδε το λαιμό της να συσπάται.
Έσφιξε τα δόντια του και τραβήχτηκε λιγάκι. Είχε έρθει κι ο ίδιος κοντά, όμως δεν θα τελείωνε
πριν φτάσει εκείνη στο εκρηκτικό αποκορύφωμά της. Χαμήλωσε το κεφάλι και της ψιθύρισε στο
αφτί: «Τελείωσε για μένα, γλυκιά μου.»
Η Ηρώ κούνησε πεισματικά το κεφάλι.
«Ναι» μουρμούρισε ο Γκρίφιν πάνω στο λαιμό της. Είχε τη γεύση γυναίκας και αρμύρας, και ο
ανδρισμός του διαμαρτυρήθηκε έντονα.
Εκείνη βόγκηξε.
«Άσε με να νιώσω το μέλι σου.» Πέρασε τη γλώσσα του πάνω από το στήθος της. «Τελείωσε για
μένα.»
Κύρτωσε την πλάτη της για να κολλήσει πάνω του, και τα πόδια της άρχισαν να κινούνται
αδιάκοπα.
«Έλα, αγάπη μου» μουρμούρισε πάνω στη θηλή της, και ύστερα ρούφηξε την τρυφερή της
σάρκα στο στόμα του. Την τράβηξε ανάμεσα στα δόντια του, και τη δάγκωσε προσεκτικά, τρυφερά.
Και τότε η Ηρώ έγινε κομμάτια μέσα στα χέρια του, με το κορμί της να τον κρατά τόσο σφιχτά
μέσα της, που ο Γκρίφιν άφησε τη ρώγα της και έσπρωξε όσο πιο δυνατά μπορούσε. Φώναξε
δυνατά, προσκολλημένος στα γλυκά της βάθη, τινάζοντας το κορμί του ξανά και ξανά.
Ήταν δικιά του, ήταν δικός της, και τούτη την ώρα ο κόσμος τους δεν χωρούσε κανέναν άλλον.
***
Η Ηρώ κοίταξε το θόλο πάνω από το κρεβάτι του Γκρίφιν, χαϊδεύοντας κυκλικά τη φαρδιά του
πλάτη. Είχε σωριαστεί πάνω της έπειτα από τον έρωτά τους και δεν έδειχνε καμία διάθεση να
μετακινηθεί. Τα πόδια της είχαν μείνει ανοιχτά από κάτω του, και ο ανδρισμός του ήταν ακόμη

φωλιασμένος μέσα της. Δεν ήταν και τόσο βολική στάση, όμως εκείνη δεν την ένοιαζε.
Τον κρατούσε τρυφερά στην αγκαλιά της, αυτόν το σωματώδη, δυνατό άντρα. Τον άντρα που
της έβαζε τις φωνές και που την είχε κουβαλήσει στην κρεβατοκάμαρά του –δύο φορές!– για να την
παρασύρει στα αμαρτωλά του παιχνίδια. Ήταν πεισματάρης και ανάγωγος και έβγαζε χρήματα
φτιάχνοντας τζιν. Ήταν όλα όσα εκείνη αποδοκίμαζε, κι όμως, αν γυρνούσε τώρα και της ζητούσε να
ξανακάνουν έρωτα, θα δεχόταν.
Και πολύ περισσότερο, δεν είχε καμία αμφιβολία πως θα το απολάμβανε.
Άραγε ήταν αγάπη αυτό; Ανόητη ερώτηση. Ήταν αρκετά μεγάλη ώστε να μη συγχέει τη σαρκική
έλξη με την αγάπη, ωστόσο… η απορία αυτή απασχολούσε το μυαλό της. Αν δεν ένιωθε τίποτα γι’
αυτόν, πώς εξηγούταν αυτή η σχεδόν μόνιμη επιθυμία να βρίσκεται μαζί του; Και γιατί θρηνούσε
ήδη για τον επερχόμενο χωρισμό τους;
Ο Γκρίφιν αναστέναξε και σηκώθηκε από πάνω της, αφήνοντας ένα κενό ανάμεσα στα πόδια της.
Ένιωσε σαν να της στέρησαν κάτι.
«Με συγχωρείς» της είπε, ψευδίζοντας λιγάκι. «Δεν ήθελα να σε σκάσω.»
«Δεν με έσκασες» του απάντησε με έναν ευγενικό τόνο, σαν να της είχε ζητήσει συγγνώμη
επειδή της είχε πατήσει το πόδι ενώ χόρευαν.
Εκείνος βόγκηξε και πέρασε το χέρι του γύρω από τους ώμους της για να την τραβήξει κοντά
του. Η Ηρώ έμεινε κολλημένη πάνω του να παρακολουθεί το στέρνο του που ανεβοκατέβαινε
ρυθμικά και τα βλέφαρά του που βάρυναν λίγο πριν τον πάρει ο ύπνος.
Πήρε μια βαθιά αναπνοή και μύρισε το άρωμά του – αρρενωπό και αισθησιακό. Στοχάστηκε το
πώς ένιωθε όταν ήταν μαζί του, τον τρόπο που την κοιτούσε μερικές φορές, λες και ήταν κάποιο
σπάνιο, πολύτιμο πουλί που δεν μπορούσε να αναγνωρίσει το τραγούδι του. Θυμήθηκε τον Μάντβιλ
και την άψογη εικόνα του, και μετά τον Μάξιμους με την περηφάνια και την έχθρα του. Σκέφτηκε
τον εαυτό της και όλα όσα είχε μάθει μετά από εκείνην τη μοιραία διαδρομή με την άμαξα, τότε που
είχε ακουμπήσει το χέρι της στο πιο απόκρυφο σημείο ενός άντρα. Στου Γκρίφιν.
Και καθώς οι σκιές άρχισαν να μεγαλώνουν στον απέναντι τοίχο, η Ηρώ κατέληξε σε μία
απόφαση.
Ήξερε τι έπρεπε να κάνει.

Κεφάλαιο Δεκατέσσερα
Το επόμενο πρωί, οι τρεις πρίγκιπες –οι οποίοι έδειχναν αρκετά δύσθυμοι–
παρουσιάστηκαν στον προαύλιο χώρο των στάβλων, επειδή η βασίλισσα ήθελε να
πάνε για ιππασία. Όταν ανέβηκαν όλοι στα άλογά τους, η Βασίλισσα Μαυρομαλλούσα
κοίταξε τους επίδοξους μνηστήρες της και ρώτησε: «Ποια είναι η καρδιά του
βασιλείου μου;»
Έριξε μια ματιά στον επιστάτη, τόσο σύντομη, που κανείς δεν φάνηκε να την προσέχει.
Όμως, ο επιστάτης ακούμπησε το δάχτυλό του στο καπέλο του, και τα χείλη του
ανασηκώθηκαν στις άκρες. Έπειτα, η βασίλισσα ξεχύθηκε έξω από τους στάβλους
μαζί με τους πρίγκιπες…
-από το Η Βασίλισσα Μαυρομαλλούσα

«Δεν καταλαβαίνω γιατί η κυρία Βάγκαν πρέπει να οργανώνει μιούζικαλ κάθε χρόνο» είπε η
Ξαδέρφη Μπατίλντα το επόμενο πρωί, την ώρα που έπαιρναν το πρωινό τους. Κούνησε
εκνευρισμένα μια πρόσκληση στον αέρα, κάνοντας τη Μινιόν, που καθόταν στην αγκαλιά της, να
τεντωθεί για να την αρπάξει.
Η Ηρώ μετακίνησε διακριτικά το φλιτζάνι της Ξαδέρφης που κινδύνευε να πέσει κάτω από το
τραπέζι.
«Ποτέ δεν ξοδεύει τα λεφτά της για να προσλάβει μουσικούς της προκοπής» συνέχισε η
Μπατίλντα «κι έτσι, εμείς είμαστε αναγκασμένοι να ακούμε τα ξεκούρδιστα βιολιά και τις
μισομεθυσμένες σοπράνο ενώ καταναλώνουμε λασπωμένα γλυκά και νερωμένο κρασί.»
«Αν είναι τόσο χάλια οι κοινωνικές εκδηλώσεις που οργανώνει, τότε γιατί πηγαίνετε;» ρώτησε
δικαιολογημένα η Φοίβη. Ήταν η πρώτη μέρα που ένιωθε αρκετά καλά, ώστε να κατέβει για το
πρωινό. Το δεξί της χέρι ήταν σφιχτά δεμένο πάνω στο στήθος της, κι έτσι χρησιμοποιούσε το
αριστερό με αρκετή δυσκολία για να φάει.
«Γλυκιά μου» είπε η Ξαδέρφη Μπατίλντα με σοβαρό ύφος «η κυρία Βάγκαν είναι αδερφή της
Δούκισσας του Τσάντσγουορθ, η οποία είναι η μητέρα του μελλοντικού Δούκα του Τσάντσγουορθ,
μία πολύ καλή περίπτωση, πραγματικά. Δεν πρέπει να την προσβάλουμε.»
Η Φοίβη ζάρωσε τη μύτη της. «Λοιπόν, η Ηρώ είναι ήδη αρραβωνιασμένη και εγώ θεωρώ το
μέλλοντα Δούκα του Τσάντσγουορθ διανοητικά καθυστερημένο. Συν του ότι δεν έχει καν πιγούνι.»
Έβαλε μια μπουκιά ψωμί στο στόμα της.
«Ηρώ, εξήγησε στην αδερφή σου πόσο σημαντικό είναι να έχουμε την εύνοια των δουκισσών,
ασχέτως με το αν οι γιοι τους έχουν πιγούνια ή όχι» έδωσε εντολή η Ξαδέρφη Μπατίλντα.
Η Ηρώ άνοιξε το στόμα της για να πει κάτι αόριστο. Το μυαλό της δεν ήταν συγκεντρωμένο στη
συζήτηση. Αυτό που την απασχολούσε ήταν το ραντεβού που σκόπευε να κάνει αμέσως μετά το
πρωινό.

Ευτυχώς, η Ξαδέρφη Μπατίλντα δεν ήθελε στην πραγματικότητα να μιλήσει κάποιος άλλος στη
θέση της. «Ασχέτως με την κοινωνική τάξη του καθενός, δεν πρέπει κανείς να εξερεθίζει την αδερφή
μιας δούκισσας. Θεωρείται αγένεια.»
«Εγώ πιστεύω πως είναι αγένεια από μέρους της να παίρνει βαρετούς μουσικούς» είπε με
αναίδεια η Φοίβη.
«Εσύ είσαι μικρή ακόμη» δήλωσε η Ξαδέρφη. «Θα καταλάβεις καλύτερα όταν θα μεγαλώσεις,
έτσι δεν είναι, Ηρώ;»
«Εμ…» Η Ηρώ κοίταξε για μια στιγμή τη μεγαλύτερη γυναίκα ανέκφραστα, καθώς
προσπαθούσε να αναπληρώσει όσα είχε χάσει από τη συζήτηση. «Φαντάζομαι πως ναι.»
Η Ξαδέρφη Μπατίλντα τάιζε τη Μινιόν με ένα κομματάκι μπέικον και δεν της έδωσε πολλή
σημασία, όμως η Φοίβη την κοίταξε με περιέργεια, αλληθωρίζοντας πίσω από τα ματογυάλια της.
«Έχεις καταλάβει καλά αυτά που συζητάμε;»
«Ω, ναι.» Ήπιε μια γουλιά από το τσάι της, και ανακάλυψε πως είχε κρυώσει. «Γιατί;»
Η αδερφή της ανασήκωσε τους ώμους. «Δείχνεις αφηρημένη.»
«Προγαμιαίες ανησυχίες» είπε η Ξαδέρφη Μπατίλντα. «Τα ξέρω αυτά. Όλες οι κοπέλες
κυριεύονται από ανησυχία όσο πλησιάζει η μέρα του γάμου τους. Σε λίγο θα τα έχει εντελώς
χαμένα.»
«Έτσι που μιλάτε, κάνετε το γάμο να μοιάζει με αρρώστια που όσο πάει και χειροτερεύει»
αστειεύτηκε η Φοίβη.
«Για μερικούς έτσι είναι» απάντησε αινιγματικά η Ξαδέρφη. «Τώρα, τελείωσε το πρωινό σου. Ο
Μάξιμους είπε πως θα περάσει να σε δει σήμερα το πρωί.»
Η Μπατίλντα κοίταξε την Ηρώ με νόημα, και τότε εκείνη συνειδητοποίησε πως ο αδερφός τους
θα πρέπει να ερχόταν για να ανακοινώσει στη Φοίβη τα άσχημα νέα για το ντεμπούτο της.
Εκείνην τη στιγμή βρήκε την ευκαιρία η Ηρώ να ζητήσει συγγνώμη και να ειδοποιήσει να της
ετοιμάσουν μια άμαξα. Δεν άντεχε να καθίσει περισσότερο στο τραπέζι και να ακούει την Ξαδέρφη
Μπατίλντα να μιλάει για το γάμο της, συν του ότι ανησυχούσε για τη Φοίβη. Η καημένη η Ξαδέρφη
θα αναστατωνόταν τόσο πολύ όταν μάθαινε τι ετοιμαζόταν να κάνει.
Η τελευταία σκέψη της δεν ήταν καθόλου ευχάριστη και την έκανε να συνειδητοποιήσει πόσους
άλλους ανθρώπους θα απογοήτευε ακόμα. Θεέ μου, ίσως να μην τη συγχωρούσε ποτέ η οικογένειά
της. Όμως, αυτό που είχε σχεδιάσει ήταν το πιο σωστό, παρόλο που δεν ήταν και το πιο εύκολο, γι’
αυτό κράτησε το κεφάλι της ψηλά καθώς κατέβαινε από την άμαξα έξω από το σπίτι του Μάντβιλ.
Η ώρα ήταν ακατάλληλη –σκανδαλώδης, για να είμαστε ακριβείς–, και δεν είχε πάρει μαζί της
κανέναν για να τη συνοδεύει. Ο μπάτλερ ανασήκωσε αμυδρά τα φρύδια όταν του ζήτησε να δει τον
Μάντβιλ, ωστόσο την οδήγησε αρκετά πρόθυμα στο σαλόνι. Η Ηρώ πλησίασε στο τζάκι και κοίταξε
αφηρημένα κάποια πορτρέτα των προγόνων του Μάντβιλ. Αυτό που σκόπευε να κάνει –να ακυρώσει
τη συμφωνία τους– θα εξαγρίωνε τον Μάξιμους και θα έβαζε σε κίνδυνο τον Γκρίφιν. Αφού
τελείωνε τη συζήτησή της με τον Τόμας, θα έπρεπε να πάει στον Μάξιμους και να αφεθεί στο έλεός
του. Ίσως αν του έδινε την υπόσχεση πως…
Ο Τόμας άνοιξε την πόρτα.
Πήγε αμέσως κοντά της, με το όμορφο πρόσωπό του ανήσυχο. «Τι συμβαίνει, αγαπητή μου;
Έγινε κάτι;»

«Αγαπητή μου…» «Η συνείδησή μου δεν μου επιτρέπει να σε παντρευτώ» του είπε ήρεμα. Ίσως αν πας στο σπίτι σου και ξεκουραστείς. πλησίασε γρήγορα τις καρέκλες και κάθισε.» Κούνησε το κεφάλι του. Θεέ μου. ανέκφραστος. τέτοιου είδους αντιδράσεις είναι συνηθισμένες στις νύφες. Απλώς δεν μπορώ να σε παντρευτώ.» «Όχι!» Τον κοίταξε και έγειρε προς το μέρος του. Μπορεί να ισχυρίζεσαι το αντίθετο.» Για μια στιγμή.» Το κεφάλι του τινάχτηκε προς τα πίσω σαν να τον είχε χαστουκίσει. «Με συγχωρείς» συνέχισε μετά από λίγο.Τώρα που τον έβλεπε μπροστά της. Ήταν ένας μαρκήσιος. αγαπητή μου. Είναι πολύ αργά για να αλλάξεις γνώμη. μακάρι να μην ήταν τόσο ορθολογιστής! Χαμήλωσε το βλέμμα στα χέρια της. «Ίσως αν μου εξηγήσεις το πρόβλημα. «Αγαπητή μου. συνειδητοποιώντας πως τα είχε κάνει θάλασσα. φυσικά. Ξαφνικά. και η Ηρώ πίστεψε πως είχε πια δεχτεί ότι είχαν τελειώσει οριστικά.» «Φταίει κάτι που έκανα. Θέλεις να καθίσεις. Τόμας. Ο Μάντβιλ την ακολούθησε αργά. Εκείνος έδειξε να σφίγγεται στα τελευταία λόγια της. Απλώς δεν μπορώ να σε παντρευτώ. όμως εγώ πιστεύω πως πρόκειται μόνο για το συνηθισμένο άγχος της νύφης. «Δεν μπορώ να προσποιηθώ πως χάρηκα με τα νέα» είπε με ύφος βαρύ. Φοβάμαι πως φταίω εγώ. «Έχεις όλα όσα θα ήθελε μια γυναίκα από το σύζυγό της. πιθανώς επειδή κατάλαβε για πρώτη φορά πως του μιλούσε σοβαρά. ο Μάντβιλ έμεινε να την κοιτάζει. «Απλώς κατέληξα στο συμπέρασμα πως… πως εμείς οι δύο δεν θα ταιριάξουμε. να περιμένω αρκετό καιρό για να είμαι σίγουρος πως . «Δεν υποφέρω από άγχος ή… ή οποιαδήποτε γυναικεία υστερία. Η Ηρώ περίμενε μέχρι να καθίσει κι εκείνος απέναντί της. Νιώθω…» «Δεν είμαι πια παρθένα. Μην ανησυχείς για…» «Όχι» του είπε.» Δάγκωσε το χείλι της κάτω από το βλέμμα του. δεν θα του είχαν ξαναζητήσει να καθίσει μέσα στο ίδιο του το σπίτι – ή οπουδήποτε αλλού. Πριν προλάβει να αλλάξει γνώμη.» Τον είδε να ανοιγοκλείνει έκπληκτος τα μάτια και συγκράτησε ένα νευρικό γέλιο. δεν είναι και η συντέλεια του κόσμου. να μπορέσω να βοηθήσω. «Έχει συνταχτεί το προικοσύμφωνο του γάμου μας και έχουν ανακοινωθεί οι αρραβώνες μας. «Δεν θα ήταν σωστό για σένα. η Ηρώ ανακάλυψε πως δυσκολευόταν να συντάξει τις λέξεις. Έπειτα άρχισε να της μιλάει. Στη μία γωνιά υπήρχαν δύο καρέκλες κοντά-κοντά. κάνοντάς τον να κλείσει απότομα το στόμα του. αυτό που ετοιμαζόταν να κάνει της προκάλεσε φόβο. Δεν έχει καμία σχέση με σένα. «Ωστόσο. και ύστερα του είπε απλά: «Δεν μπορώ να σε παντρευτώ. «Εγώ…» Ξερόβηξε νευρικά και κοίταξε γύρω της το δωμάτιο. Χωρίς αμφιβολία.» Ω.» Κούνησε αρνητικά το κεφάλι. αν μείνεις ξαπλωμένη και πιεις λίγο τσάι. συνοφρυωμένος τώρα. Θα θελήσω. «Πρέπει να σου μιλήσω. ψηλό και επιβλητικό. ακόμα κι όταν πρόκειται για μια γυναίκα τόσο συνετή όσο είσαι εσύ.

και μετά όλα θα ήταν έτοιμα για να κατεβάσει τον Εφημέριο και να πάρει εκδίκηση για τον Νικ. Η Ηρώ σηκώθηκε. Ο Γκρίφιν προχώρησε προς αυτή την κατεύθυνση. για να αγοράσει έναν καναπέ. Λυπάμαι. με τους ώμους καμπουριασμένους και το πρόσωπο αναψοκοκκινισμένο.» «Έχει επισκέπτη. Έτσι. ο Γκρίφιν είχε επιστρέψει στο αποστακτήριό του για να οργανώσει το πώς θα κατέστρεφε τον Εφημέριο. Η Ηρώ ήταν πολύ μετρημένη χθες όταν έφευγε από το σπίτι του. Το βράδυ είχε θάψει τον Νικ. ή έναν μπουφέ. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί ήθελε να κάνει τα ψώνια της τόσο νωρίς το πρωί. Ακολούθησε ένας δυνατός θόρυβος. «Πού είναι ο αδερφός μου. Λίγες μόνο μέρες. Αν…» Τη μία στιγμή στεκόταν εκεί και του αράδιαζε ένα σωρό από ασυναρτησίες ενώ εκείνος την κοιτούσε με ανέκφραστο πρόσωπο.» Έμεινε να την κοιτάζει. Ήλπιζε πως η σιωπή της σήμαινε ότι ξανασκεφτόταν την πρότασή του να παντρευτούν. Ο Γκρίφιν έκανε μεταβολή και έτρεξε προς τα εκεί από όπου είχε ακουστεί η φωνή. με πρόσωπο κατακόκκινο και έκφραση που της ενέπνεε μόνο τρόμο. . *** Ο Γκρίφιν ανέβαινε τη σκάλα του Μάντβιλ Χάουζ.» «Τη Λαίδη Ηρώ. ο Μάντβιλ τη χτύπησε με δύναμη στο πρόσωπο. και το πρόσωπό του κοκκίνισε σιγά-σιγά. εκδηλωνόταν η βαθιά θλίψη – με πνευματική κόπωση. Ήθελε λίγες μέρες ακόμα. πάντως εκείνη ήταν αμετάπειστη για την ώρα. προχωρώντας ακόμη προ το σαλόνι. λόρδε μου. «Θα παρουσιαστώ μόνος μου.» Ο Γκρίφιν σταμάτησε. Είχε στη διάθεσή της μόνο ένα δευτερόλεπτο για να νιώσει οτιδήποτε. «Πόρνη!» Ο Τόμας στεκόταν.» Γύρισε να τον κοιτάξει. και ύστερα άλλη μία κραυγή. Έγνεψε στον μπάτλερ καθώς διέσχιζε το κατώφλι. Σήμερα το πρωί έπρεπε να συνοδέψει τη μητέρα του στα μαγαζιά.» «Ο μαρκήσιος είναι στο βυσσινί σαλόνι» ανακοίνωσε ο μπάτλερ. Άνοιξε διάπλατα την πόρτα τη στιγμή που η κραυγή μπερδεύτηκε με μία δυνατά ειπωμένη λέξη. όμως.το παιδί θα είναι δικό μου. όσο και –ίσως πιο σημαντικό– την υπόληψή μου. Δεν σου αξίζει κάτι τέτοιο. «Ποιον. ή κάτι άλλα μπιχλιμπίδια. είχε και άλλες υποχρεώσεις να φροντίσει. για ένα μικρό κομμάτι γης και μία ταφόπλακα. Την άλλη ο Μάντβιλ έσκυβε απειλητικά από πάνω της. Τόμας. και μετά θα μπορούσε να ηρεμήσει. ήθελε να ουρλιάξει! «Κοιμήθηκα με τον αδερφό σου. και είχε μείνει ολομόναχος να παρακολουθεί καθώς κατέβαζαν τον Νικ σε εκείνο τον κρύο τάφο. όμως…» Χριστέ και Παναγιά. Έπειτα. Στο μεταξύ. και ρούχα ενταφιασμού. Είχε πληρώσει για ένα φέρετρο. και σίγουρα δεν θα έλεγε κάτι στον Τόμας χωρίς… Ένα ξεφωνητό ακούστηκε από το σαλόνι. με το μυαλό του θολωμένο από την κούραση. «Ενέδωσα και θυσίασα τόσο την αγνότητά μου. Εκείνος έτσι τη βίωνε. Τόμας. Τότε. λοιπόν.

Σημαδεύοντας τον Τόμας χαμηλά.» Σηκώθηκε και προσπάθησε να την πάρει στην αγκαλιά του. Αντί αυτού. «Όχι» του απάντησε. Γκρίφιν» είπε εκείνη. εκείνη κούνησε το κεφάλι και έκανε ένα βήμα πίσω. «Όχι. Όχι. όμως αυτήν τη φορά δεν κοίταξε τον αδερφό του. όμως εκείνος δεν έδωσε καμία σημασία. «Γκρίφιν. αλλά η δική του καρδιά ξεχείλιζε από παράφορο θυμό. Δεν μπορούσε να αισθανθεί τίποτα παρά μόνο ασυγκράτητη οργή. Το μέρος που κοιτούσε ήταν κρυμμένο από τον καναπέ. πράγμα περίεργο. τα δόντια σφιγμένα.» τη ρώτησε. Εκείνος τρέκλισε προς τα πίσω. αλλά εκείνος ούτε που κατάλαβε το χτύπημα. Ήταν ξαπλωμένη μέσα σε μία λίμνη από πράσινο μετάξι. τα γαλάζια μάτια του αδερφού του γυάλιζαν από θυμό και αντίστοιχη ντροπή. Έμεινε να την κοιτάζει. Δεν είδε παρά μόνο το ματωμένο πρόσωπο του αδερφού του. όμως ήταν ζωντανή. συνειδητοποίησε τους ανθρώπους που είχαν μπει στο δωμάτιο. και το μάγουλό της είχε κοκκινίσει και είχε αρχίσει να πρήζεται. Είχε το σχήμα αντρικής παλάμης. Και γι’ αυτό του άξιζε να του σπάσει τα παΐδια. Έκλαιγε. Το θέαμα φούντωσε ξανά την οργή του. και επιτέλους εκείνος γύρισε για να την κοιτάξει. «Λυπάμαι τόσο πολύ. παραμερίζοντας ήχους. Να κλάψει γοερά από ντροπή και θλίψη. Ο Γκρίφιν ένιωσε το αίμα του να παγώνει τη στιγμή που διέσχισε το δωμάτιο και κοίταξε πάνω από τον καναπέ. σταμάτα!» Σιγά-σιγά. Δάκρυα έλαμπαν στα μάτια της. «Μη. Όμως.πάνω από κάτι που βρισκόταν στο πάτωμα. Ο Τόμας έριξε μια μπουνιά που πέτυχε τον Γκρίφιν στον ώμο. εικόνες και αιτίες. να προσπαθεί με το ένα του χέρι να σταματήσει το αίμα που έτρεχε από τη μύτη του. Και μετά έναν πόνο στον ώμο και. μάλλον για να πει κάτι. Πάνω από το χέρι του. Χαμήλωσε το βλέμμα και είδε τον Τόμας ξαπλωμένο ανάμεσα στα γόνατά του. Το μυαλό του θόλωσε. «Ω. μέχρι που άκουσε την Ηρώ να φωνάζει στο αφτί του. τα αφτιά του να βουίζουν δυνατά. Τότε την προσοχή του τράβηξε το κόκκινο σημάδι πάνω στο όμορφο πρόσωπό της. «Γκρίφιν» είπε η Ηρώ. Σήκωσε το κεφάλι και αντίκρισε το πρόσωπο της μητέρας του. έπεσε σε μια καρέκλα. κι έπειτα βρέθηκαν και οι δύο κάτω. «Είσαι καλά. νιώθοντας ένα πλάκωμα στο στήθος. Τα χέρια του έπεσαν στο πλάι. και ο Γκρίφιν θέλησε τόσο πολύ να κλάψει μαζί της. με τις γροθιές σφιχτά κλειστές.» «Λυπάμαι» είπε ο Γκρίφιν. Την είχε πονέσει. το στόμα του που κινήθηκε. ίσως για να παρακαλέσει. στο σαγόνι. με το χέρι της ακουμπισμένο ανάλαφρα στον ώμο του. έπεσε με τον ώμο του στην κοιλιά του αδερφού του. Κάποιος τον χτυπούσε στην πλάτη. Την είχε αγγίξει. Αυτό μόνο ήθελε να δει. Ήταν ζωντανή.» . άπλωσε το ματωμένο χέρι του που έτρεμε προς το πρόσωπό της. να κάνει κάτι ώστε να διορθώσει όλο αυτό το τρομερό χάος. μαζί με την καρέκλα. Έσκυψε το κεφάλι και χτυπούσε.

Εκείνοι υπάκουσαν σιωπηλά. Κοίταξε στα μάτια τον αδερφό του μέχρι που εκείνος κούνησε καταφατικά το κεφάλι και έστρεψε αλλού το βλέμμα. Ήταν ακόμη ξαπλωμένος στο πάτωμα. Ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της τώρα. νιώθοντας τα εύθραυστα κόκαλα της ωμοπλάτης της κάτω από τα χέρια του. ο υπηρέτης και μερικές καμαριέρες στέκονταν αμήχανα παράμερα ενώ οι λεπτοί ώμοι της μητέρα του τραντάζονταν. Ο Γκρίφιν κοίταξε τριγύρω του. *** «Δεν μπορώ να προσποιηθώ πως χαίρομαι για τις πράξεις σου» είπε μία ώρα αργότερα η Ξαδέρφη Μπατίλντα στην Ηρώ. κάτι που έκανε την καρδιά του να ραγίσει. «Όχι. «Τι συνέβη. «Σκάσε. Τόμας» γρύλισε.» «Γκρίφιν. «Ωραία» είπε ο Γκρίφιν. Είμαι ένα κτήνος. «Έλα. «Ούτε λέξη. Η Μινιόν καθόταν δίπλα της.» Η μητέρα του τον κοίταξε με βλέμμα σαστισμένο. «Σε παρακαλώ. όλοι σας» φώναξε στο υπηρετικό προσωπικό.» Η μητέρα είχε ακουμπήσει το χέρι της στον ώμο του για να τον συγκρατήσει.» «Όχι. Δεν θα πεις τίποτα. Πάμε να πιούμε λίγο τσάι. Δεν θα προφέρεις ούτε το όνομά της – κατάλαβες. με τη μουσούδα της κολλημένη πάνω στο καλό μάγουλό της.» «Δεν…» Ο Τόμας έκλεισε το στόμα του. «Ωστόσο.» «Δεν καταλαβαίνω» είπε εκείνη. Έπιασε τη μητέρα στην αγκαλιά του. με το πάνω χείλι του ανασηκωμένο. «Πώς τολμάς…» Ο Γκρίφιν έστρεψε αργά το κεφάλι και κοίταξε τον αδερφό του χωρίς να μιλά. μακριά από τη φασαρία που γινόταν έξω από το δωμάτιό της. Δεν μπορώ… Μη. που ακόμα και ο Τόμας κατάλαβε την πρωτόγονη απειλή. όπως δεν τα είχε κρατήσει μακριά και από την καημένη την Αν. Η κοπέλα έκλεισε τα μάτια. αλλιώς θα τελειώσω αυτό που άρχισα. Ο μπάτλερ. προκειμένου να κρατήσει το στόμα του κλειστό.«Ηρώ» είπε. έστω κι αν έτσι θα την αναστάτωνε ακόμα περισσότερο. «Με συγχωρείς. και θα προσπαθήσω να σου εξηγήσω. αφήνοντας τον Τόμας καθισμένο στο πάτωμα. «Βγείτε έξω. μητέρα.» Αντικατέστησε με προσοχή το βρεγμένο ύφασμα στο πρησμένο μάγουλο της Ηρώς.» «Ο Γκρίφιν αποπλάνησε την αρραβωνιαστικιά μου» εξήγησε ο Τόμας με αλλοιωμένη φωνή μέσα από τα πρησμένα του χείλη. πιστεύω πως τιμωρήθηκες αρκετά για όποιες αμαρτίες μπορεί να έχεις διαπράξει. όμως ο Γκρίφιν μιλούσε εντελώς σοβαρά. Ήταν ικανός να του επιτεθεί ξανά.» Και την οδήγησε έξω από το δωμάτιο. Το μισό πρόσωπό της έκαιγε στην πλευρά που την είχε χτυπήσει ο Τόμας. «Εσύ δεν θα μιλήσεις γι’ αυτό.» Έκανε μεταβολή και έφυγε τρέχοντας από το δωμάτιο. λες και το μικρό σκυλί ήθελε να της . και η όρασή του θόλωσε. για να μη βλέπει τη στενοχώρια στο βλέμμα της άλλης γυναίκας. «Δεν μπόρεσε να κρατήσει άλλο τα χέρια του μακριά της.» Σήκωσε το ντελικάτο χέρι της για να τον σταματήσει.

«Φυσικά. όμως τον ξέρεις τον Μάξιμους. «Δεν αξίζω τη φροντίδα σου. Όσο πιο γρήγορα γίνεται. και κατάλαβε από την ξαφνική χλωμάδα που είδε στο πρόσωπο της Ξαδέρφης πως η άλλη γυναίκα είχε συνειδητοποιήσει επιτέλους τον κίνδυνο. «Τι κάνεις.» Η Ξαδέρφη τη χτύπησε καθησυχαστικά στον ώμο. πριν ξεκινήσουν τα κουτσομπολιά.» Η Ξαδέρφη Μπατίλντα έκανε σαν να πνιγόταν. δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της. δεν πρόκειται να παντρευτώ τον Μάντβιλ. «Ο μαρκήσιος δεν είχε κανένα δικαίωμα να σε χτυπήσει. όμως πάντα. ωστόσο δεν θα ήταν καλύτερα αν περίμενες λιγάκι. τα μαθαίνει όλα. «Το έχει μάθει. ίσως και κάτι βίαιο. Τελικά είναι καλύτερα να μην παντρευτείς αυτό τον άντρα αν έχει τόσο βίαια ένστικτα. «Τι θα κάνει. Έπρεπε να το κάνει – δεν είχε το χρόνο να περιμένει για να ντυθεί ξανά. Να οι παντόφλες της! «Αγαπητή μου. Και μόνο στη σκέψη να χτυπήσει μια γυναίκα! Καθαρά από τύχη δεν σου έσπασε το ζυγωματικό σου. Η εικόνα των δύο αδερφών να παλεύουν τόσο άγρια έμοιαζε με απαίσιο εφιάλτη.» «Ναι. Χωρίς να έχει για ατού το γάμο της με τον Τόμας για να διαπραγματευτεί. αρκετή αντρική βία έζησα μέσα σε μια μέρα. «Θα θελήσει κάτι να κάνει. αργά ή γρήγορα. Θυμήθηκε το εξαγριωμένο πρόσωπο του Τόμας έτσι όπως στεκόταν από πάνω της. Η σκέψη του αδερφού της την επανέφερε στην πραγματικότητα. Εννοείς…. και ένιωσε το κορμί της να ανατριχιάζει. Κοίταξε την Ξαδέρφη Μπατίλντα. ο Μάξιμους θα μπορούσε να κυνηγήσει τον Γκρίφιν – ή και χειρότερα. θα πρέπει να οργανώσουμε μία μικρή τελετή» είπε τώρα η Ξαδέρφη Μπατίλντα. ώστε να του δώσεις τον απαραίτητο χρόνο να. ξέχασα τον Μάξιμους!» Ανακάθισε στο κρεβάτι. τον ξέρω» είπε η Ηρώ. ή απλή χημεία. Θεέ μου. πανικόβλητη. «Ω. Θα της το επέτρεπε ο Μάξιμους. το ξέρεις» μουρμούρισε.» «Ανοησίες» είπε η Ξαδέρφη Μπατίλντα με το συνηθισμένο σθένος της. Η Ηρώ γύρισε.» «Θα τα έχει μάθει όλα μέχρι τώρα. «Μα. Πώς είχαν έρθει έτσι τα πράγματα.προσφέρει παρηγοριά. Ξαφνικά.» «Και τι πιστεύεις ότι θα κάνει τότε. ψάχνοντας για τις παντόφλες της. ε. «Όχι. και το βρεγμένο πανί γλίστρησε από το μάγουλό της. ειλικρινά. Τα μαλλιά της θα πρέπει να ήταν ανάστατα! Έτρεξε στον καθρέφτη για να κοιταχτεί. Η Ηρώ τρεμόπαιξε τα βλέφαρά της. ή κουτσομπολιά. αγαπητή μου.» ρώτησε η Ηρώ καθώς φορούσε τις παντόφλες της. «Σίγουρα δεν του έχω μιλήσει εγώ.» «Τον προκάλεσα» είπε η Ηρώ ξερά.» . Κι έπειτα.» Η άλλη γυναίκα έδειξε να αιφνιδιάζεται. και δεδομένου του σκανδάλου που εγκυμονούν αυτά τα νέα…» Σταμάτησε καθώς έσκυψε για να κοιτάξει κάτω από το κρεβάτι. Ήθελε να παντρευτεί τον Γκρίφιν. τον Ρίντινγκ. να χωνέψει τα νέα. δεν σκέφτομαι να σε εμποδίσω να αναζητήσεις κατανόηση από τον αδερφό σου. Κούνησε το κεφάλι και πέρασε το χέρι της αφηρημένα πάνω από τα μαλλιά της. κατεβαίνοντας από το κρεβάτι της. όταν μπήκε ο Γκρίφιν με τόση ορμή. Και.» Έκλεισε τα μάτια της αδύναμα. Κάποια στιγμή είχε πιστέψει πως ο Γκρίφιν δεν θα σταματούσε αν δεν σκότωνε τον αδερφό του. «Δεν ξέρω αν θα είναι από πληροφοριοδότες.

» Η Ξαδέρφη ανασήκωσε το πιγούνι της. Όπως αποδείχτηκε. Τότε αναγκάστηκε να περιμένει στον προθάλαμο μέχρι να ειδοποιηθεί κάποια άμαξα. «Δεν θα είναι σε καθόλου καλή διάθεση» είπε η Ηρώ. ήταν ένας δούκας. Η Ηρώ τον έπιασε από το μπράτσο. Τους άνοιξε την πόρτα ένας αλαφιασμένος μπάτλερ. ο οποίος ίσιωσε την πλάτη του αμέσως μόλις είδε την Ηρώ. «Θα πεθάνει γι’ αυτό. αγαπητή μου» ακούστηκε λαχανιασμένη η φωνή της Ξαδέρφης Μπατίλντα πίσω της.» Ο Μάξιμους σήκωσε το κεφάλι και συνάντησε το βλέμμα της αδερφής του. «Εξοχότατε. «Ήδη έστειλα τους μάρτυρές μου στον Ρίντινγκ.» Δεν ήταν σίγουρη σε ποιον αναφερόταν ο αδερφός της. Έμεινε να κοιτάζει το πρόσωπό της. Το ζήτημα τακτοποιήθηκε. Έπειτα ακούμπησε ένα δάχτυλο στο πρησμένο της μάγουλο. Είδε την Ηρώ και την Ξαδέρφη Μπατίλντα. όμως ούτε που την ένοιαζε. και στράφηκε προς τον Μάξιμους. «Δεν χρειάζεται να με συνοδέψεις.» «Η εξοχότητά του είναι στα ιδιαίτερα διαμερίσματα. Τρεις ακόμα άντρες στέκονταν στο δωμάτιο. η πόρτα του ήταν ανοιχτή για να βγει με γρήγορα βήματα ένας γραμματέας.» Εκείνος συνοφρυώθηκε και γύρισε προς το γραφείο του. Είχε κάνει όνειρα να ζήσει με την οικογένειά του εκεί. Στο κάτω-κάτω. «Αφήστε μας» είπε στους υπηρέτες.» Ο Μάξιμους ανασήκωσε τα φρύδια του. «Περίμενε κι εμένα. «Πού είναι ο αδερφός μου. «Έχω αναλάβει να σας φροντίζω όλους σας από τότε που πέθαναν οι γονείς σας. «Όχι. «Λαίδη μου.» Η Ξαδέρφη Μπατίλντα πήρε μια βαθιά αναπνοή και βόγκηξε σιγανά. και έμοιαζε περισσότερο με φερετροποιό παρά με βαλέ έτσι όπως ήταν ντυμένος όλος στα μαύρα. Κανείς δεν του . ωστόσο ανέβηκε στην άμαξα αποφασισμένη. Άλλωστε» πρόσθεσε λίγο πιο πεζά «ίσως χρειαστούν δύο γυναίκες για να τον καλμάρουν. αλλά…» Κατένευσε κοφτά και κίνησε για τη σκάλα. Η Ηρώ πήρε μια βαθιά αναπνοή και μπήκε στο δωμάτιο. όμως οι παρούσες συνθήκες ήταν ιδιάζουσες. «Τότε. με το δικό του εντελώς ανέκφραστο.» Τα λόγια της δεν βοήθησαν την Ηρώ να νιώσει πιο αισιόδοξα. Ο Μάξιμους ήταν σκυμμένος πάνω από ένα γραφείο και κάτι έγραφε. χτυπούσαν την πόρτα του Γουέικφιλντ Χάουζ. Κρατούσε τη Μινιόν στα χέρια της σαν ασπίδα. όμως τώρα ήταν ο Μάξιμους αυτός που είχε κληρονομήσει τούτο το ανάκτορο. συμπεριλαμβανομένου και του Κρέιβεν. Δεν πρόκειται να σε αφήσω να τον αντιμετωπίσεις χωρίς εμένα. δεν θα πεθάνει. του από πολύ καιρό βαλέ του. Ο Μάξιμους σηκώθηκε και προχώρησε προς το μέρος της. δεν νομίζω…» Η Ηρώ πέρασε μέσα και γύρισε για να τον κοιτάξει. Ο Κρέιβεν συνόδεψε τους άλλους άντρες έξω από το δωμάτιο και έκλεισε την πόρτα πίσω του. Μισή ώρα αργότερα. φώναξέ τους πίσω. του επιβλητικού μεγάρου που είχε χτίσει ο πατέρας της.Έτρεξε έξω από την κρεβατοκάμαρα και κατέβηκε τη σκάλα. Ο Κρέιβεν ήταν ψηλός και αδύνατος. Κανονικά δεν θα εισέβαλλε ποτέ στην κρεβατοκάμαρα του Μάξιμους.

» Ο κατηγορηματικός του τόνος έστειλε ένα παγωμένο ρίγος στο κορμί της. Όμως. Άλλωστε. «Το κάνω για σένα» της είπε. συνοφρυωμένος. «Εγώ είμαι η υπεύθυνη για την οργή του Μάντβιλ. Ύστερα πήγε προς την πόρτα και την άνοιξε. και δεν σου υπόσχομαι πως δεν θα επιδιώξω αργότερα μια μονομαχία αν αισθανθώ πως το ζήτημα δεν τακτοποιήθηκε όπως αρμόζει.» «Θέλεις να συλλάβω το Λόρδο Ρίντινγκ.» «Δεν σε αφορά εσένα αυτό. Δεν έχω καμία αμφιβολία πως οι υπηρέτες θα έχουν αρχίσει ήδη τα κουτσομπολιά για την πρωινή σκηνή. «Τώρα πρέπει να δούμε πόσο σύντομα μπορείς να παντρευτείς τον Μάντβιλ.» Ξεροκατάπιε. Ήταν μια μεγάλη παραχώρηση αυτό που είχε κάνει ο αδερφός της. θα παντρευτείς το Μαρκήσιο του Μάντβιλ. λες και τα αισθήματά της δεν είχαν καμία σημασία.» «Μάξιμους!» επανέλαβε κάπως απελπισμένα. Κάλεσε πίσω τους μάρτυρές σου. «Δεν θέλω να γίνει καμία μονομαχία» του είπε. και σίγουρα δεν θέλω κανένα θάνατο. «Ντρέπομαι γι’ αυτό που έκανα. όμως δεν θα επιτρέψω εξαιτίας της ντροπής μου να αποφύγω τις συνέπειες. επειδή άκουσε τον Μάξιμους να συζητάει χαμηλόφωνα πριν ξανακλείσει την πόρτα και γυρίσει κοντά της. έστω κι αν δεν ήταν ολοκληρωμένη. ούτε ακόμα και η ίδια του η αδερφή.» Εκείνος κούνησε το κεφάλι. και μετά χαμήλωσε το βλέμμα στα χαρτιά του. Ο αδερφός της την κοίταξε. Η Ηρώ ύψωσε το πιγούνι της. Μάξιμους. όμως πιστεύω πως θα συνέλθει μόλις βρει την ευκαιρία να το σκεφτεί καλύτερα. . «Τότε. Ο Κρέιβεν θα πρέπει να περίμενε έξω. Μην προκαλέσεις μια μονομαχία που θα σε καταστρέψει για λογαριασμό μου. άκουσέ με» τον διέκοψε με χαμηλή φωνή. «Ηρώ…» «Όχι. «Μάξιμους…» Εκείνος κοίταξε σκυθρωπά τα χαρτιά πάνω στο γραφείο του. «Όχι. «Χωρίς αμφιβολία είναι αναστατωμένος με τη σχέση σου με τον αδερφό του.» Έμεινε να την κοιτάζει για λίγο χωρίς να μιλάει.» «Δόξα τω Θεώ!» αναφώνησε η Ξαδέρφη Μπατίλντα και σωριάστηκε σε μία καρέκλα. «Μόνο για σένα. Την ήξερε αυτήν τη φωνή: Ήταν η φωνή του Δούκα του Γουέικφιλντ.» Η Ηρώ ξεροκατάπιε. κοιτώντας τον σταθερά στα μάτια. «Σε ευχαριστώ.» Την κοίταξε λιγάκι ακόμη. Δεν νομίζω πως θα αντέξω να ζήσω με αυτό το βάρος. Και ο Δούκας του Γουέικφιλντ δεν άλλαζε ποτέ την πορεία που είχε ήδη χαράξει.» «Και βέβαια με αφορά!» είπε. «Δεν θέλω περισσότερη βία. Ο Μάξιμους κατένευσε και πήγε στο γραφείο του. Εγώ είμαι αυτή που επέλεξε να προσφέρει την τιμή της και να δημιουργήσει αυτό το πρόβλημα. εδώ ήταν ζήτημα ζωής ή θανάτου.μιλούσε έτσι.» Η Ηρώ ένιωσε να την κυριεύει πανικός. το προικοσύμφωνο ήταν πολύ του γούστου του. «Δεν θα παντρευτώ τον Μάντβιλ.

ο Πρίγκιπας Νόρθγουιντ ξετύλιξε μια ασημένια πυξίδα. Την άνοιξε χωρίς να χτυπήσει. πόσα χρειαζόταν επιτέλους ένας άνθρωπος. αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα γι’ αυτό. γεγονός αρκετά παράξενο. αναζητώντας το γραφείο της Εξοχότητάς του.» . Στο πάτωμα ήταν στρωμένο ένα χαλί κεντημένο με κεχριμπάρι. ο Δούκας του Γουέικφιλντ είχε διαλέξει ένα σχετικά μικρό χώρο για γραφείο.– πριν φτάσει έξω από μια κλειστή πόρτα στα δεξιά του. Μεγαλειότατη. όμως με τους ρυθμούς που προχωρούσαν. λαξευμένο περίπλοκα.Κεφάλαιο Δεκαπέντε Εκείνο το βράδυ. τώρα διέσχιζε ένα μακρύ και εξαιρετικά καλόγουστο διάδρομο. Προσπέρασε μια μικρή βιβλιοθήκη και ένα ακόμα σαλόνι –μα.» Έπειτα. θα έρχονταν τα Χριστούγεννα. Ο Γκρίφιν είχε περάσει το μισό του απόγευμα ξεροσταλιάζοντας από το ένα σαλόνι του Γουέικφιλντ Χάουζ στο άλλο. ελπίζω πως δεν σας ενοχλώ. «Η πόλη είναι η καρδιά του βασιλείου σου. Πάνω της υπήρχε κεντημένο το έμβλημα του βασιλείου της μαζί με ένα κάστρο. Γι’ αυτό. σαν να το είχαν φέρει από κάποιο μεσαιωνικό μοναστήρι. Υποτίθεται ότι κόντευε να δει τον τρανό άντρα. «Αυτό το κάστρο» είπε «είναι η καρδιά του βασιλείου σου. Ήταν βέβαιος πως ο Δούκας δεν θα ήθελε να δει το διαφθορέα της αδερφής του –και έναν παρασκευαστή τζιν–. Οι τοίχοι και η οροφή ήταν καλυμμένοι με σκουρόχρωμο ξύλο. Ο Γκρίφιν έκανε μία υπόκλιση. και ακόμη δεν θα είχε καταφέρει να τον συναντήσει. Αυτό είναι η καρδιά του βασιλείου σου.» Τέλος. Το δωμάτιο θα πρέπει να βρισκόταν σχεδόν στο πίσω μέρος του σπιτιού. «Το λιμάνι. Μεγαλειότατη. Το μέλλον το δικό του και της Ηρώς εξαρτιόταν από αυτήν τη συνάντηση. ο Πρίγκιπας Ίστσαν άφησε μπροστά της μια αστραφτερή κρυστάλλινη σφαίρα που στο κέντρο της είχε τη μινιατούρα μιας πόλης. Με δεδομένο το ότι είχε στην κατοχή του μια τεράστια έπαυλη με υπεραφθονία δωματίων. φτιαγμένο και αυτό από σκούρο σκαλιστό ξύλο. Ο Πρίγκιπας Γουέστμουν προχώρησε μπροστά και ξεδίπλωσε μια υπέροχη σημαία μπροστά στα πόδια της. έξυπνα φτιαγμένη από μάργαρο και κοράλλι. Πίσω από το γραφείο βρισκόταν ο δούκας και τον κοιτούσε βλοσυρά. Στη μία άκρη του δωματίου βρισκόταν ένα μάλλον άσχημο γραφείο που έπιανε σχεδόν όλο το πλάτος του τοίχου. ρουμπίνια και σμαράγδια. η βασίλισσα συγκέντρωσε τους επίδοξους μνηστήρες της στην αίθουσα του θρόνου για να ακούσει τις απαντήσεις τους. Μεγαλειότατη…» -από το Η Βασίλισσα Μαυρομαλλούσα Με το Δούκα του Γουέικφιλντ δεν ήταν εύκολο να κλείσει κάποιος ακρόαση. «Εξοχότατε.

«Έχω αρκετά δικά μου χρήματα. «Λίγοι είναι οι άντρες της τάξης μας που αποφεύγουν να έχουν ερωμένη όταν παντρευτούν. «Έτσι κι αλλιώς.» Τα μάτια του Γουέικφιλντ στένεψαν επικίνδυνα. Θα το εγκαταλείψεις για χάρη της αδερφής μου.» «Ναι. και δεν θα έχεις μια πολύ ωραία εικόνα. «Απολαμβάνεις τις περιποιήσεις αμέτρητων γυναικών. «Αν νομίζεις ότι θα αφήσω την αδερφή μου να παρασυρθεί σε ένα συμφεροντολογικό γάμο με έναν προικοθήρα…» «Δεν είμαι προικοθήρας. ωστόσο ήξερε πως είχε εκθέσει το θέμα του όσο πιο σθεναρά μπορούσε. Έχω πολλαπλασιάσει τέσσερις φορές από τότε που πήρα στα χέρια μου αυτό που εσείς χαρακτηρίσατε μικρή κληρονομιά και σκοπεύω να συνεχίσω να την αυξάνω.» «Και τι έχεις να μου πεις για το αποστακτήριό σου.» Ο Γκρίφιν σφίχτηκε. «Είσαι ένας άσωτος αλήτης» είπε ο Γουέικφιλντ. κι εσύ περιμένεις να δεχτώ το λόγο σου πως δεν θα κάνεις κάτι τέτοιο. «Πιστεύεις ότι δεν έχω κάνει έρευνες για σένα και τις επιχειρήσεις σου. Δηλαδή. ούτε πίνω υπερβολικά.» Ο Γκρίφιν έσφιξε τη γροθιά του που ακόμη πονούσε από το σαγόνι του αδερφού του. Ο Γκρίφιν μπορούσε να νιώσει τις χοντρές σταγόνες ιδρώτα που κυλούσαν στην πλάτη του. θα έδειχνε μόνο αδυναμία.» Το πάνω χείλι του δούκα στράβωσε ανεπαίσθητα.» «Την αδερφή σας. «Και γι’ αυτό. «Τι θέλεις. «Σύμφωνα με τα όσα είπε εκείνη.» Ο δούκας τον παρατήρησε σιωπηλός για μερικά δευτερόλεπτα. Αν μιλούσε τώρα που ο δούκας τον είχε κατακεραυνώσει με την απειλητική του ματιά. Μπορεί να είμαι γνωστός για τις ερωτικές μου σχέσεις. τώρα επιθυμώ το χέρι της για να την παντρευτώ. μουσκεμένο από ζωμό χελιών κι από το ίδιο του το αίμα. έτσι δεν είναι. δεν έχει σημασία.» Ο Γουέικφιλντ χαμογέλασε κυνικά. Και αν δεν έχεις παρατήσει το αποστακτήριό σου μέχρι τότε. Στο τέλος μίλησε ο Γουέικφιλντ. Έχεις μόνο μία μικρή κληρονομιά δική σου. παντρεμένων στο μεγαλύτερο ποσοστό τους. Η επιθυμία του να πει κάτι ήταν ακατανίκητη. Πρόσθεσε και το γεγονός πως παρασκευάζεις τζιν παράνομα στο Σεντ Τζάιλς. την απέκτησες ήδη. όχι ακόμη. Έχω ήδη πληροφορήσει την Ηρώ πως θα παντρευτεί τον αδερφό σου την Κυριακή. «Δεν παίζω χαρτιά.» Ο Γκρίφιν σκέφτηκε τον Νικ. Η όλη συζήτηση είναι ανώφελη.» Ο Γουέικφιλντ έγειρε στην πλάτη της καρέκλας του. Ρίντινγκ.Το ένα φρύδι του δούκα ανασηκώθηκε αργά μπροστά σε αυτό το ασύστολο ψέμα. όπως και τα κτήματα των Μάντβιλ.» Δεν υπήρχε λόγος να προσποιηθεί τον αθώο. χωρίς αμφιβολία θα σε επισκεφτώ πολύ . «Όχι. όμως είμαι εντελώς αποφασισμένος να παραμείνω πιστός στην αδερφή σας όταν με παντρευτεί.» «Μάλιστα.» Ο Γκρίφιν κοίταξε τον άλλον άντρα στα μάτια. Το να χάσει την υπομονή του τώρα δεν θα τον βοηθούσε σε τίποτα. αλλά για κάποιο λόγο ο αδερφός σου σε θεωρεί ικανό να τη διαχειρίζεσαι μόνος σου.

Λίγα λεπτά αργότερα βρισκόταν στο σαλόνι της. Ο Γκρίφιν έκανε ένα βήμα προς το μεγάλο γραφείο και κοπάνισε τους βραχίονές του πάνω στην επιφάνειά του. «Πού είναι. είτε με είτε χωρίς την άδειά σας. τότε θα… Η πόρτα άνοιξε ξαφνικά και εμφανίστηκε ένας μεγαλόσωμος.» Πήρε ένα φύλλο χαρτί από το γραφείο του. Ήταν φανερό πως η συνέντευξη είχε τελειώσει. Έσκυψε πάνω από το έπιπλο με τα χέρια του στυλωμένα στην άδεια τώρα πια επιφάνεια και κοίταξε τα εξαγριωμένα μάτια του Γουέικφιλντ. όταν σήκωσε το βλέμμα του πάνω της. Έχει κοιμηθεί μαζί μου περισσότερες από μία φορά. Σίγουρα ήταν το σωστό σπίτι. μία μικρή μαρμάρινη προτομή και ένα χρυσό μελανοδοχείο έπεσαν στο πάτωμα. Η Κυριακή ήταν σε μόλις τέσσερις μέρες. Ξαφνικά βρέθηκε καθισμένος κάτω –για δεύτερη φορά σήμερα–. ρεζιλεμένος.» φώναξε. Μισοντυμένη. Ο Τόμας την έσπρωξε δυνατά με τον ώμο του. έδειχνε την πραγματική της ηλικία. Χάτσινσον.σύντομα με τους στρατιώτες μου. είχε επισκεφτεί κάποιον από τους νεαρούς εραστές της. θεώρησε άσκοπο να συνεχίσει. και ο Τόμας μισόκλεισε τα μάτια καθώς στηριζόταν με το ένα χέρι στο κούφωμα της πόρτας ενώ με το άλλο τη χτυπούσε για δεύτερη φορά.» Τραβήχτηκε από το γραφείο πριν προλάβει ο άλλος να προφέρει έστω και μία λέξη και βγήκε από το δωμάτιο. τότε μάλλον δεν θα κάνατε σωστή έρευνα για το χαρακτήρα ή το παρελθόν μου. μάλλον δεν θα το ξεχνούσε ποτέ του. με τα εντυπωσιακά κόκκινα μαλλιά της να χύνονται στους ώμους της. *** Ήταν αργά. και μετά η Λαβίνια έσκυβε από πάνω του. «Σ’ αγαπώ» της είπε με βραχνή φωνή. χαρτιά.» Ο Τόμας άρχισε να διαμαρτύρεται για τη βοήθεια του υπηρέτη. βοήθησέ με να τον βάλουμε μέσα. να πάρει η ευχή! Η ζωή του δεν θα έπρεπε να ήταν έτσι. Εξοχότατε. Και αν νομίζετε ότι θα εγκαταλείψω εκείνην ή το μωρό μας. όμως το πάτημά του δεν ήταν όσο σταθερό νόμιζε. Έπειτα έκανε ένα βήμα πίσω. είδε μπροστά του την πιο όμορφη γυναίκα του κόσμου. Αν συνέβαινε αυτό. Ήρθα για να σας δηλώσω πως θα παντρευτώ την Ηρώ. Ο Τόμας συνοφρυώθηκε. πολύ αργά το βράδυ. «Τι σου συνέβη. Πράγμα που σήμαινε πως η γυναίκα είτε δεν ήθελε να του ανοίξει είτε. πάνω στον κίτρινο καναπέ. αλλά μιας και τα πόδια του έδειχναν να τρεμουλιάζουν. «Είσαι μεθυσμένος. για να κοιτάξει το σπίτι. Ήταν ο Μαρκήσιος του Μάντβιλ. άγριος υπηρέτης που δεν είχε ξαναδεί άλλη φορά. Διέκρινε κάποια κίνηση στην πόρτα. Πένες. Μπορεί άνετα να είναι έγκυος στο παιδί μου. χωρίς τη βοήθεια των βαφών της. τυλιγμένη με μία μοβ εσάρπα. Δεν ήρθα μέχρι εδώ για να ζητήσω το χέρι της αδερφής σας. Εκείνη απέστρεψε το βλέμμα. Σήμερα ήταν Τετάρτη.» Ο υπηρέτης έκανε να κλείσει την πόρτα. ακόμα χειρότερα. Κι όμως. βιβλία. . «Φαίνεται πως έχουμε κάποιο πρόβλημα επικοινωνίας.

Θα μπορούσε τουλάχιστον να προσποιηθεί λίγη τρυφερότητα. «Νόμιζα πως είχατε υπογράψει τα χαρτιά του γάμου. η Λαβίνια βρισκόταν δίπλα του μαζί με μία λεκάνη με νερό. «Μερικές από τις καλύτερες αναμνήσεις μου είναι από εδώ. επειδή ένιωθε πως είχε αρχίσει να γυρίζει.» «Σου άξιζε κάτι τέτοιο.» Ο Τόμας μόρφασε.» «Τότε.» τον ρώτησε απαλά.» Γέλασε. Έπρεπε να τον καλέσω σε μονομαχία. Της έριξε μια σαγηνευτική ματιά. «Μείνε ακίνητος» του είπε.» Την κοίταξε πονηρά.«Πάντα μου άρεσε αυτός ο καναπές» είπε. φτάνει μόνο να ξαναγυρνούσε κοντά του.» Η Λαβίνια αναστέναξε.» «Δεν είναι μνηστή μου πια» της είπε. . Θα της χάριζε πασούμια με πολύτιμους λίθους και άλλα. μου φαίνεται πως μάλλον σου άξιζε» είπε κοφτά η Λαβίνια. «Με συγχωρείς. πολύ περισσότερα. αλλά προς το παρόν ίσα που την αισθανόταν. Ο Τόμας κούνησε το κεφάλι θυμωμένα. «Όπως κι αν έχει. Η εσάρπα της είχε το χρώμα του αμέθυστου και έπεφτε χαλαρή πάνω από τα πλούσια στήθη της.» Προχώρησε προς την πόρτα του σαλονιού. Τη Λαίδη Ηρώ. χτύπησε αυτός εμένα. κι εκείνος την παρακολουθούσε με έντονη λαχτάρα να φωνάζει το μαντραχαλά τον μπάτλερ και να του ζητάει κρύο νερό και ένα κομμάτι ύφασμα.» «Πηδήχτηκε με τον Γκρίφιν.» Η Λαβίνια απλώς τον κοίταξε. Όπως ακριβώς με την Αν. κοιτώντας το δωμάτιο γύρω του. αν μπορείς να το πιστέψεις. «Γιατί δεν είσαι στο σπίτι της μνηστής σου. και ο τόνος της φωνής του ακούστηκε ανυπόμονος ακόμα και στα ίδια του τα αφτιά. «Λαβίνια…» Εκείνη αναστέναξε. με τα χέρια σταυρωμένα κάτω από το εξαίσιο στήθος της. «Τι έπαθε το πρόσωπό σου. και δίχως αμφιβολία σπασμένη. Τόμας» του είπε ενοχλημένη. «Πάντα νοιάζεσαι για μένα. Τα λεπτά της φρύδια ανασηκώθηκαν. πράγμα που δεν θύμιζε τον τρόπο που ανταποκρινόταν άλλοτε στα αισθησιακά βλέμματά του. αυτά με τις πολύτιμες πέτρες στα τακούνια. «Ο Γκρίφιν. Αφού ξελόγιασε τη μνηστή μου. Όταν τα άνοιξε ξανά.» «Όχι πια. «Άουτς. «Χρειάζεσαι κρύο νερό γι’ αυτήν τη μύτη. «Πηδήχτηκαν κάτω από τη μύτη μου. Τόμας. Λαβίνια. η μύτη σου δεν φαίνεται να είναι σε καλή κατάσταση. «Μου επιτέθηκε. «Τη χτύπησα. Ποτέ άλλοτε δεν έχω χτυπήσει γυναίκα στη ζωή μου. Ήταν πρησμένη και σκληρή. όλες τους. Θα μπορούσε να έχει καινούρια.» Ανασήκωσε ένοχα τους ώμους. Έκλεισε τα μάτια του. Πουτάνες. χτυπώντας το μαξιλάρι δίπλα του.» Ο Τόμας συνοφρυώθηκε.» «Ξέρεις πως δεν μου αρέσουν αυτά τα λόγια. Σκέπασε τη μύτη του με ένα κρύο πανί. ψηλαφώντας τη μύτη του. Έσκυψε για να τον εξετάσει. Παρατήρησε πως τα πασούμια της ήταν φθαρμένα και το κέντημά τους ξηλωμένο.» Ακούμπησε το κεφάλι του στα χέρια του.

σμίγοντας τα φρύδια. σοβαρεύοντας ξαφνικά.» «Για την υπόλοιπη ζωή μου. και αφού η αντίδρασή της δεν έμοιαζε και πολύ με απόρριψη. αυτό δεν σημαίνει πως εγώ δεν μπορώ να παντρευτώ κάποιον άλλον κύριο.» «Επειδή» είπε καθώς σήκωνε το πανί για να το βρέξει ξανά «εσύ αποφάσισες πως ήταν καιρός να παντρευτείς. εκείνος συνέχισε μέχρι που έκανε αυτό που τόσους μήνες λαχταρούσε.» «Αλλά γιατί με άφησες. Το χτύπημα αυτό ήταν πιο δυνατό ακόμα κι από τη γροθιά του αδερφού του. «Όμως. ότι δεν μου αρέσει ο ρόλος της σπιτωμένης γυναίκας. που να σε πάρει» φώναξε. Δεν έχεις κανένα δικαίωμα πάνω μου. Πέταξε στην άκρη το καταραμένο πανί και την τράβηξε κοντά του. Είχε ανάγκη να του απαντήσει στην ερώτησή του αυτήν τη στιγμή.Την κοίταξε καθώς έσκυβε από πάνω του. «Το ξέρεις το γιατί. Τον είχε κυριεύσει μια αλλόκοτη έξαψη. «Αυτό δεν πρόκειται να βοηθήσει σε τίποτα. Ζήτησες από τη Λαίδη Ηρώ να γίνει γυναίκα σου. Θα ήμουν αφοσιωμένος σε σένα μόνο. Δεν θα είχα καμία άλλη μετρέσα. «Ναι» της είπε. Άνοιξε τα μάτια του και έτριψε κουρασμένα το πρόσωπό . Της έκανε έρωτα. «Γιατί με άφησες. «Ανάθεμά σε!» Και τη φίλησε με όλη την απελπισία που έκρυβε στη ραγισμένη.» τη ρώτησε πεισματικά. όταν άκουσε την πόρτα του Μάντβιλ Χάουζ να ανοίγει και να κλείνει. Τόμας. «Πολύ φοβάμαι. «Και γιατί όχι. ματωμένη καρδιά του. γλείφοντας το λαιμό της. «Το ξέρεις πως θα μπορούσα να σε κάνω να ζεις στη χλιδή για την υπόλοιπη ζωή σου. «Δεν θα το κάνεις!» Η Λαβίνια ανασήκωσε τα φρύδια.» «Ω. Δεν ήταν τίποτα παρά μόνο αντιπαθητικός. όμως δεν άντεχε να μασάει τα λόγια του.» Τίναξε πίσω το κεφάλι.» Η ιδιαίτερη μαγεία που είχε δημιουργηθεί ανάμεσά τους διαλύθηκε. «Όμως. «Για πάντα. Το ήξερε πως δεν ήταν πια γοητευτικός. θέλεις να πεις.» «Ανάθεμά σε» μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του.» «Δεν μπορώ να σε παντρευτώ. αλλά ο Τόμας δεν κατάφερε να διακρίνει τα συναισθήματα που κρύβονταν μέσα τους.» «Ίσως όχι» γρύλισε. *** Ο Γκρίφιν λαγοκοιμόταν σε μία από τις καρέκλες του αδερφού του. σίγουρα θα με κάνει να νιώσω πολύ καλύτερα. Τόμας» αναστέναξε.» Τα καστανά της μάτια κοίταξαν τα δικά του. Η Λαβίνια τραβήχτηκε καθώς εκείνος άρχισε να ψαχουλεύει κάτω από τη μεταξωτή εσάρπα της.» «Όχι. Η Λαβίνια κούνησε το κεφάλι. με έναν τόνο που φανέρωνε σχεδόν ανία. «Το ξέρω πως δεν μπορείς να με παντρευτείς» του είπε.» τη ρώτησε. αλλά αλήθεια» είπε συγκεχυμένα. «Γιατί. Τόμας.» «Και στη γυναίκα σου.

Κι όταν μεγάλωσα. ο πιο συντηρητικός εργένης. και ύστερα μόρφασε και έφερε το χέρι του στο κεφάλι σαν να τον πονούσε. έτσι δεν είναι. Δεν το αναγνώρισες. ακολούθησε πρόθυμα τον αδερφό του στον πάνω όροφο. έλειπε όλη τη νύχτα.» Ο Τόμας τον κοίταξε χολωμένα για μια στιγμή.» «Έτσι νομίζω. συζητούσαμε για την πολιτική.» «Όχι για μένα» απάντησε εκνευρισμένα ο Τόμας. έπειτα από τη συνάντησή του με το Δούκα του Γουέικφιλντ. με το υπηρετικό προσωπικό να ακούει τα πάντα. Κατέληξαν σε ένα γραφείο. όταν έμενα στο σπίτι.του. «Πριν φύγω για το σχολείο. Έπειτα. «Δεν έκανε τα ίδια και με σένα. «Σε προετοίμαζε να γίνεις μαρκήσιος. «Δεν ερχόμουν πολύ συχνά εδώ μέσα. Ο Γκρίφιν βρέθηκε δίπλα του με δυο βήματα. Από τη στιγμή που ο Γκρίφιν περίμενε πολύ χειρότερη υποδοχή.» Ο Γκρίφιν κατένευσε. Μόνο που ο Τόμας. δείχνοντας ιδιαίτερα κακόκεφος. «Πολύ κακό αυτό. «Δεν με νοιάζει ποιος ήρθε να με δει» φώναξε άγρια στον μπάτλερ του.» Ο Γκρίφιν έσκυψε κοντά στο πρόσωπο του αδερφού του.» .» Ανασήκωσε τους ώμους. Ο Γκρίφιν κρυφοκοίταξε στο χολ. για να προλάβει τον αδερφό του πριν εκείνος φύγει για τις δουλειές του. Άφησε ένα βογκητό να του ξεφύγει καθώς κοιτούσε προσεκτικά μία μεσαιωνική γκραβούρα που κρεμόταν στον τοίχο.» ρώτησε με συρτή φωνή ο Γκρίφιν.» ρώτησε ο Γκρίφιν. Όταν κατάλαβε πως ο αδερφός του δεν σκόπευε να επιστρέψει νωρίς. με μία μύτη στο μέγεθος ενός γογγυλιού. Ο Τόμας είχε γυρίσει. Ο Γκρίφιν παρατήρησε γύρω του το χώρο ενώ ο Τόμας πλησίασε μια κρυστάλλινη καράφα και γέμισε ένα ποτήρι με το κεχριμπαρένιο περιεχόμενό της. αλλά ο Τόμας έλειπε. Με έβαζε να του λέω τα μαθήματα των Λατινικών όταν ήμουν μικρότερος. Ο Τόμας στράφηκε απότομα προς το μέρος του.» «Τι κάνατε.» «Ανάθεμά σε» άρχισε ο Τόμας.» «Ούτε και για τους συγγενείς πρώτου βαθμού.» Ο αδερφός του σήκωσε το βλέμμα σαν να είχε ξαφνιαστεί. «Δεν είμαι στο σπίτι. Περίεργο. αδερφέ μου.» «Ο πατέρας συνήθιζε να με φωνάζει εδώ κάθε Κυριακή βράδυ» θυμήθηκε ο Τόμας. «Εκείνος με ρωτούσε για τις σπουδές μου. «Λίγο νωρίς δεν είναι. «Ιδιαίτερα για τους καταραμένους συγγενείς πρώτου βαθμού!» Ξεκίνησε για τη σκάλα σε ένδειξη περιφρόνησης. Είχε επισκεφτεί το σπίτι του Τόμας το προηγούμενο βράδυ. Ο Γκρίφιν ανασήκωσε τα φρύδια. «Ήταν το γραφείο του πατέρα αυτό. «Εκτός αν θέλεις να βγάλω εδώ και τώρα τα άπλυτά σου στη φόρα. και μετά του έδειξε με το κεφάλι τη σκάλα και άρχισε να ανεβαίνει χωρίς να πει ούτε μία λέξη. Σήμερα το πρωί είχε έρθει απευθείας στο σπίτι του. «Ναι. αποσυρόμαστε σε αυτό το γραφείο μετά το δείπνο. ο Γκρίφιν έφυγε για το Σεντ Τζάιλς. «Όχι.» Γύρισε και τον κοίταξε. Εμείς οι δύο έπρεπε από καιρό να είχαμε κάνει μια εμπιστευτική κουβεντούλα. «Μιλούσαμε» απάντησε αδιάφορα.

Γκρίφιν. Τόμας. προσπαθώντας να ανακτήσει την ψυχραιμία του.» «Κι εγώ σου είπα στην κηδεία της πως έλεγε ψέματα!» «Περιμένεις στ’ αλήθεια να δείξω εμπιστοσύνη σε ένα γνωστό ρεμάλι αντί στη σύζυγό μου. «Τι θέλεις από μένα.» «Έχει ήδη αρνηθεί εκείνη. Είμαι ο αδερφός σου. Αν σου είπε κάτι άλλο. «Θέλω να αρνηθείς να την παντρευτείς. Φαντάζομαι θα δυσκολεύεσαι να συγκρατήσεις ακόμα και τα ονόματά τους.» . Έγειρε μπροστά και άρπαξε την πλάτη μιας καρέκλας. Πως ήσασταν εραστές επί πολλούς μήνες και πως είχες αρχίσει να την ξελογιάζεις πριν καν παντρευτούμε. «Ο αδερφός της την υποχρεώνει να σε παντρευτεί αυτή την Κυριακή.» Έσφιξε τα δόντια του.» Ο Τόμας κοπάνησε το ποτήρι του στο διπλανό τραπεζάκι. Πως το έχεις κάνει συνήθειο να ξελογιάζεις τις γυναίκες του αδερφού σου.» «Θέλω να αρνηθείς να παντρευτείς την Ηρώ. «Για όνομα του Θεού. Ύστερα χαμήλωσε το βλέμμα στο ποτήρι του. Προφανώς δεν είχε μιλήσει ακόμη με τον Γουέικφιλντ.» Ο Γκρίφιν κοίταξε βλοσυρά τα κοκκινισμένα μάτια του Τόμας. παραδέξου το.» «Το είχα στο μυαλό μου. ούτε είχα ποτέ σκοπό να την αποπλανήσω.» «Η Αν μού ομολόγησε την ώρα που πέθαινε πως ήσουν ο εραστής της. «Λες ψέματα» φώναξε ο αδερφός του. Ήταν λες και το είχες στο μυαλό σου όλα αυτά τα χρόνια. και τα λόγια της απλώς επιβεβαίωσαν τις υποψίες σου.» Η απάντηση τον ξάφνιασε. δεν την ξελόγιασα ποτέ. Προτίμησες να πιστέψεις μια υστερική γυναίκα που πέθαινε την ώρα του τοκετού αντί εμένα. «Φλέρταρες με την Αν. Θεέ μου! Είχε αντέξει χρόνια αυτόν το διασυρμό. «Δεν έκανα ποτέ έρωτα με την Αν. «Ω. Της είπα ότι δεν άγγιξα ποτέ την Αν. «Και βέβαια το θέλεις. Αλλά εσύ το συνηθίζεις να ξεπερνάς γρήγορα τις γυναίκες. «Αλήθεια. «Κατακαημένη Αν! Τι θα έκανε αν ήξερε πως ο εραστής της την ξέχασε τόσο γρήγορα. τότε εκείνη είναι αυτή που είπε ψέματα. Ο Τόμας έμεινε να τον κοιτάζει για μια στιγμή αμήχανα.» «Δεν έχει καμία σχέση με την Αν» είπε εκείνος όσο πιο ήρεμα μπορούσε. όχι. πόσω μάλλον να τις θυμάσαι ενώ έχουν πεθάνει. «Μου είπε ότι το μωρό ήταν δικό σου. Εμένα δεν με κάλεσε ποτέ» του είπε ο Γκρίφιν άχρωμα.«Όχι.» Δεν μπορούσε να συγκρατήσει την ένταση που χρωμάτιζε τη φωνή του.» Ο Γκρίφιν τον κοίταξε προσεκτικά.» Ο Τόμας μισόκλεισε τα μάτια. Πώς μπόρεσες να πιστέψεις ότι εγώ θα ξελόγιαζα τη γυναίκα σου. «Τι.» «Αυτό που περιμένω είναι να πιστέψεις τον αδερφό σου!» Η φωνή του Γκρίφιν αντήχησε μέσα στο δωμάτιο.» «Ναι.» «Όχι.» σάρκασε ο Τόμας.» «Ναι. δεν λέω. Πώς μπόρεσες. «Όχι.» Ο Τόμας ξεφύσησε θυμωμένα.» Ο Τόμας πήρε το ποτήρι του και ήπιε από το ποτό του. Υποθέτω πως τη θέλεις για τον εαυτό σου. έτσι όπως θέλησες και την πρώτη μου γυναίκα. Έχεις μιλήσει στην Ηρώ για την Αν. Δεν σου πέρασε ποτέ από το μυαλό να δείξεις λίγη πίστη στα λόγια μου.

ο Τόμας κουνούσε αρνητικά το κεφάλι. κατά έναν παράξενο τρόπο. πως δεν είναι αλήθεια αυτή η αποτρόπαια κατηγορία.» ρώτησε ο Γκρίφιν αγανακτισμένος. να έκανα κάτι τέτοιο. Μόλις παντρευτήκατε.» Ο Γκρίφιν κράτησε την ανάσα του. Ήταν πολύ βαριά η προσβολή για την τιμή.» «Μη. «Πιστεύω πως ξέρεις. «Δεν τη θέλεις. «Όμως. «Αν ο Γουέικφιλντ έχει αποφασίσει να παντρευτούμε αυτή την Κυριακή. Φλέρταρα όπως φλερτάρει κάθε άλλος άντρας με τις γυναίκες σε ένα χορό. Δεν είμαστε πια τόσο αλαζόνες. του φαινόταν απόλυτα λογικό. «Το είπες και μόνος σου. όμως ο Γκρίφιν δεν άφησε να φανεί η αδυναμία του. ώστε να ξελογιάσω τη γυναίκα του αδερφού μου με κίνητρο τη ζήλια.» Ο Τόμας έκανε να μιλήσει.» Το στήθος του σφίχτηκε από απελπισία. συνειδητοποίησε. «Σ’ ευχαριστώ. Δεν ήσουν εσύ ο κληρονόμος. βαθιά μέσα σε αυτό το στενόμυαλο και πεισματάρικο τομάρι σου. όμως ο Γκρίφιν σήκωσε το χέρι του. Τόμας. Δεν νομίζω πως θέλεις να την παντρευτείς.» «Όχι. ήταν ο Τόμας.» Ο Τόμας άδειασε το ποτήρι του με μια γουλιά. έτσι. δεν ήταν επειδή την ενθάρρυνα εγώ.» «Σε αγαπούσε.» Έκλεισε τα μάτια του. έχω σκοπό να συμμορφωθώ με την επιθυμία του. Το ξέρεις αυτό. Όμως.» «Την αγαπώ. Ο αδερφός του.» Ο Τόμας έκανε μια χειρονομία με το ποτήρι του. Ποτέ δεν είχα κατά νου να προχωρήσω περισσότερο. Κανονικά θα έπρεπε να νιώθει σαν να είχε δεχτεί κεραμίδα. το χαρακτήρα του. έτσι δεν είναι. «Αν με αγαπούσε.» Ο Γκρίφιν γέλασε δύσπιστα. Ωστόσο.» Ο Τόμας γέλασε. αλλά και χωρίς φόβο.» Σήκωσε τα χέρια του. «Άσε με να συνεχίσω. την αξιοπρέπεια. Αν ο αδερφός του ήταν οποιοσδήποτε άλλος. Ο Γκρίφιν έκλεισε τα μάτια. «Δεν την αγαπάς την Ηρώ.» Ο Γκρίφιν άνοιξε τα μάτια. στην ευχή. Άφησε να την έχω εγώ. «Από ζήλια.«Ναι! Εντάξει! Φλέρταρα μαζί της. πήγα βόρεια. μέχρι εκεί.» Μετά από ένα στιγμιαίο δισταγμό. Δεν έγινε ποτέ τίποτα πέρα από μερικές ανόητες κουβέντες σε δημόσιους χώρους. Μη γίνεσαι χαιρέκακος. Πήρε μια βαθιά εισπνοή. Και εκείνος ακόμη χρειαζόταν κάτι από αυτόν. ο Τόμας κατένευσε παγερά. . Ενώ εγώ τη θέλω. ο πατέρας δεν σε κάλεσε ποτέ στο γραφείο του.» «Ναι. «Το ήξερες πως σου είχε μια ιδιαίτερη αδυναμία και το εκμεταλλεύτηκες.» Όμως. Τόμας.» Τον κοίταξε. θα τον είχε καλέσει σε μονομαχία.» «Γιατί. Τόμας. μόλις κατάλαβα πως θα μπορούσε να πάρει στα σοβαρά το κοσμικό κόρτε μας. Ομολόγησε πως είναι ερωμένη μου. «Θεωρείς πως είμαι τόσο ποταπός. Μη. Κοίταξε τον αδερφό του χωρίς καμία ελπίδα. «Οι όροι αντιστράφηκαν. Αυτό που μόλις είχε ξεστομίσει ήταν αλήθεια.

Αν αρνιόταν να παντρευτεί τον Τόμας. Για μερικά απαίσια δευτερόλεπτα ένιωσε πανικό. *** Εκείνο το βράδυ.» Το πρόσωπό του στράφηκε προς το μέρος της. Η Ηρώ κάθισε στο κρεβάτι της και τράβηξε σεμνότυφα τα σκεπάσματα κάτω από το χέρια της. όταν άκουσε ένα χτύπημα στο παράθυρό της. μπορούσε να δει μέσα στο σκοτάδι. και ο Γκρίφιν μπήκε ήσυχα στο δωμάτιό της. Δεν μπορεί… Μία μεγαλόσωμη φιγούρα διαγράφηκε ξαφνικά.Ο Τόμας φάνηκε προς στιγμή ξαφνιασμένος. Έπειτα τράβηξε νευρικά το βλέμμα του. «Και. Ανασηκώθηκε και κοίταξε το στενόμακρο παράθυρο. όμως το αδύναμο φως του φεγγαριού φώτιζε αμυδρά το τζάμι. «Αυτό θέλει ο Μάξιμους να κάνω. κανείς και τίποτα δεν θα μπορούσε να εμποδίσει τον Μάξιμους να κυνηγήσει τον Γκρίφιν. Εκείνος δεν της απάντησε.» «Αυτό σκέφτομαι να κάνω» απάντησε. περισσότερο διαθέσιμη από όσο είχε ήδη δείξει. όμως δεν ήταν τόσο απλό. Μα. η Ηρώ τον έχασε πίσω από τις κουρτίνες του κρεβατιού της. Ήθελε να ουρλιάξει από το φόβο. Θα παντρευτείς τον Τόμας. κάτι σαν γρατζουνιά. όμως πάλι δεν κατάφερε να διακρίνει την έκφρασή του. Η Ηρώ άφησε μια πνιχτή φωνή. Η σκιά κινήθηκε. όμως σαν κάτι να είχε κλείσει το λαιμό της. παρόλο που εκείνος ήξερε χωρίς καμία αμφιβολία πως του έλεγε ψέματα. Μήπως είχε σκαρφαλώσει κάποια γάτα στο μπαλκόνι της. «Εσύ τι θέλεις να κάνεις. το παράθυρο άνοιξε. η Ηρώ ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της.» Και έφυγε από το δωμάτιο. μοιάζοντας περισσότερο με αυστηρό δάσκαλο αντί με νυχτερινό κλέφτη. Αλλά ακόμα κι αν δεν ήταν έτσι η . ίσως να μην τον είχε προσέξει. Μισόκλεισε τα μάτια της. παρά ήρθε πιο κοντά της. σκοτεινή πάνω στο τζάμι. Θα πήγαινε να τον συλλάβει. Δηλαδή. Έδειχνε να παρατηρεί τα πράγματα που βρίσκονταν πάνω στην επιφάνειά του. «Ακόμα μια βλακεία σου. «Η… συζήτησή μας δεν τελείωσε και τόσο καλά. «Μίλησα στον αδερφό σου.» Τσιτώθηκε. αλλά δεν κοιμόταν.» «Μου είπε πως θα παντρευτείς τον Τόμας την Κυριακή» της είπε. και ύστερα θα τον καταδίκαζε σε απαγχονισμό. «Λοιπόν. «Θέλεις να σηκώσεις στο πόδι ολόκληρο το σπίτι. Η Ηρώ ξαναβρήκε τη φωνή της καθώς η χαρά που ένιωσε στη θέα του εκτόπισε το φόβο που της πλάκωνε το στήθος. Φορούσε ένα νυχτικό και δεν ήθελε να του μπει καμιά ιδέα πως ήταν διαθέσιμη. «Τι νομίζεις πως κάνεις. λες και δεν επρόκειτο να τον δει ποτέ ξανά.» Εκείνη δεν μιλούσε.» Προσπάθησε να δει μέσα στο σκοτάδι.» «Σσς!» τη μάλωσε. Άπλωσε το χέρι για να παραμερίσει τις κουρτίνες και τον είδε δίπλα από την τουαλέτα της. Το μυαλό της στριφογύριζε με τρελούς ρυθμούς. Ήταν ένας αδύνατος ήχος. και αν δεν ήταν εντελώς ξύπνια και ανήσυχη. φοβάμαι.» Ήθελε τον Γκρίφιν. Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό. και έτσι όπως κινήθηκε. Η κρεβατοκάμαρά της ήταν σκοτεινή.

» Ξεφύσησε απαξιωτικά.» . Ποτέ δεν σε θεώρησα βαρετή. «Δεν μπορώ να σε παντρευτώ.» Η φωνή του ακούστηκε χαμηλή. όχι πως είσαι ίδια.» «Σωστά» ψιθύρισε ο Γκρίφιν. προσεκτική στις κινήσεις σου. τόσο καιρό. «Πιστεύω πως οι μεγάλες διαφορές μας είναι που μας κάνουν το τέλειο ζευγάρι» της είπε.» «Δεν το πιστεύεις αυτό.» «Τότε. «Ο Νικ σκοτώθηκε υπερασπίζοντάς το.» Έφερε τα ακροδάχτυλά της στην κουρτίνα και πίεσε απαλά.» «Μερικές φορές. έτσι δεν είναι. και ακούστηκε τόσο κοντά της.» «Πολύ ευγενικό εκ μέρους σου. είμαστε όπως το ψωμί με το βούτυρο. Υπήρχε έτσι απλά μέσα της: μια μόνιμη σκιά θλίψης. και το σαγόνι του ήρθε και στάθηκε πάνω στα δάχτυλά της. και η Ηρώ ψηλάφισε την κίνηση των χειλιών του καθώς της μιλούσε. «Εγώ είμαι το ψωμί. Ήθελε να συμφωνήσει να τον παντρευτεί και να κλείσει τα αφτιά της σε όλες τις αντίθετες φωνές που ηχούσαν μέσα στο κεφάλι της.» ρώτησε κουρασμένα. θα σκοτωθούμε μέσα σε λίγους μήνες.» Η φωνή του ακούστηκε χαμηλή και απειλητική. μέχρι που ένιωσε το ζεστό μάγουλό του πίσω από το αραχνοΰφαντο ύφασμα.» «Δεν…» Ήθελε να του απαντήσει ναι. που της είχε γίνει συνήθεια πια.» Ο Γκρίφιν γέλασε μέσα στο σκοτάδι. Για πάντα. Δεν μοιάζουμε σε τίποτα εμείς οι δύο. επιφυλακτική στις αποφάσεις σου. «Είπα πως μοιάζεις με τον Τόμας.» «Ηρώ» ψιθύρισε. Αν το αφήσεις να σου γλιστρήσει μέσα από τα χέρια.» Η Ηρώ έσμιξε τα φρύδια. Είναι κάτι που συμβαίνει μόνο μία φορά στη ζωή μας. Η καρδιά της πονούσε εδώ και μέρες. «Δεν μοιάζουμε σε τίποτα εσύ κι εγώ.» τον ρώτησε ήρεμα. «Δεν ξέρω.κατάσταση. «Πήρες την απόφαση να παρατήσεις το αποστακτήριο. θα είμαστε κι οι δύο χαμένοι. Όμως. «Αυτά είναι ρομαντισμοί. θα μπορούσε να παντρευτεί τον Γκρίφιν ξέροντας πως θα έπρεπε να εγκαταλείψει την οικογένειά της. Εσύ μοιάζεις περισσότερο με τον Τόμας – συντηρητική. Άφησε την κουρτίνα να πέσει. Εσύ κι εγώ. Αν εγώ βρω μια γυναίκα με χαρακτήρα παρόμοιο με το δικό μου. Η σκέψη αυτή της προκάλεσε πανικό. Συμπληρώνει τέλεια ο ένας τον άλλον. «Δεν έχω νιώσει ποτέ άλλοτε έτσι για μια γυναίκα. δένουμε μαζί – το καταλαβαίνεις αυτό. «Και άλλες φορές είμαι εγώ το ψωμί κι εσύ το βούτυρο. Και δεν πιστεύω πως θα νιώσω άλλη φορά. Ίσως να μην έβλεπε ποτέ ξανά τη Φοίβη ή την Ξαδέρφη Μπατίλντα. «Δεν μπορώ. θα πρέπει να παντρευτώ τον Τόμας» είπε. Το ψωμί προσφέρει σταθερότητα στο βούτυρο και το βούτυρο δίνει γεύση στο ψωμί. όμως. Τα δύο μαζί είναι τέλεια. απεγνωσμένα. Ή και τον ίδιο τον Μάξιμους. που τα λόγια του έμοιαζαν σαν να κρύβονταν πίσω από τις αραχνοΰφαντες κουρτίνες του κρεβατιού της. αψιά και πολύ κοντά της.» «Με κάνεις να φαίνομαι πολύ βαρετή. Δεν μπορώ να τον περιφρονήσω. «Γιατί όχι.» «Σιωπή» είπε με τόνο σοβαρό ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσε να συγκρατήσει το γέλιο του. Η Ηρώ μπορούσε να αισθανθεί τα λόγια του έτσι όπως έπεφταν απαλά μέσα στην παλάμη της. «Μέσα σε ένα χρόνο θα πεθάνεις από ανία με τον Τόμας. «Ίσως είναι καλύτερα έτσι. κόβοντας επίτηδες την οπτική επαφή τους. έτσι. νιώθοντας σαν χαμένη.» Η φωνή του ήταν τραχιά. Ακούμπησε το πιγούνι του μέσα στο χέρι της και συνέχισε: «Ψωμί και βούτυρο. Δεν καταλαβαίνεις.

η Ηρώ αναπήδησε. Τώρα πια τον ήξερε – ήξερε τι μπορούσε να της κάνει. Ο Γκρίφιν τράβηξε τα σκεπάσματα από πάνω της. και η Ηρώ ένιωσε την ανάσα της να βαραίνει. «Δεν καταλαβαίνεις πόσα πολλά μου ζητάς. τρυφερά και ανάλαφρα. όμως αυτήν τη στιγμή δεν την ένοιαζε καθόλου αυτό. βαθιά. σχεδόν γαργαλώντας την. Οι θηλές της ήταν ήδη ερεθισμένες. Έκλεισε ξανά τις κουρτίνες. αποστασιοποιημένοι από τόπο και χρόνο. Τι είμαστε εμείς οι δυο μαζί. Ταυτόχρονα. Δεν άντεχε στη σκέψη να τον χάσει. Ένιωσε τα δάχτυλά του να σέρνονται πάνω στις γάμπες της. κι έπειτα τους κράτησαν σφιχτά. Ύστερα. Η Ηρώ άφησε μια πνιχτή φωνή και τύλιξε τα πόδια της γύρω από τη μέση του. Κάθε σπιθαμή του κορμιού της ήταν σαν να έπαιρνε ζωή μέσα στα χέρια του. τσιμπούσε με το χέρι του την άλλη θηλή της. απολαμβάνοντας την παρουσία του εκεί. Έβλεπε μόνο τη σκιά του. «Γκρίφιν…» «Σσς» της ψιθύρισε. Ο Γκρίφιν γέλασε σιγανά και έσυρε απαλά τα νύχια του μέχρι το στήθος της. και ξαφνικά το κρεβάτι της έγινε μικρό. Βρίσκονταν απομονωμένοι στο δικό τους μικροσκοπικό κόσμο. «Καταλαβαίνεις πόσο σημαντική είσαι για μένα. και παλλόταν από το συναίσθημα.» Τα δάχτυλά του σύρθηκαν μέχρι την κοιλιά της και στάθηκαν πάνω στον αφαλό της. Ανασήκωσε τους γοφούς της και κόλλησε πάνω του. Όταν το στόμα του πλησίασε τη μία ορθωμένη θηλή της. Τα χέρια του άγγιξαν απαλά τους αστραγάλους της. εκείνος τράβηξε το κεφάλι του.» Οι κουρτίνες του κρεβατιού της παραμέρισαν. Την άφησε για να τραβήξει το νυχτικό της πάνω από το κεφάλι της. και η Ηρώ παραδόθηκε χωρίς ίχνος διαμαρτυρίας. «Ηρώ. Τον έπιασε σφιχτά από τα μαλλιά. Να πηδήξω στον γκρεμό βασισμένη μόνο στα λόγια σου. ανήμπορη να σταθεί εντελώς ακίνητη κάτω από το άγγιγμά του. έσκυψε μπροστά και ακούμπησε τα χείλη της πάνω στα δικά του μέσα από την κουρτίνα. μόνο οι δυο τους. Αντί για άλλη απάντηση. άσε με εμένα να σου δείξω. και ο Γκρίφιν βρέθηκε ξαπλωμένος μαζί της. Αυθόρμητα. προσπαθώντας να ξεχάσει πως αυτή ήταν σίγουρα η τελευταία φορά που βρίσκονταν μαζί.» Η φωνή του ήταν αψιά. σκοτεινό και πλήρες. και η Ηρώ έκλεισε σφιχτά τα πόδια για να συγκρατήσει τη διέγερσή της.Τα λόγια του την έκαναν να ριγήσει. καθώς εκείνος σχημάτιζε κύκλους με τη γλώσσα του γύρω από τη ρώγα της πριν τη ρουφήξει στο στόμα του με πάθος. Τον ένιωσε. Όμως. με το κορμί της να ανατριχιάζει κάτω από την παγωνιά της νύχτας. Χαμένοι για πάντα.» Κούνησε το κεφάλι της. Τα χέρια του έφτασαν ψηλά στους μηρούς της. Χάιδεψε τις απαλές καμπύλες της. και μέσα σε δευτερόλεπτα βρέθηκε γυμνή. γι’ αυτό έκλεισε τα μάτια και επικεντρώθηκε στο άγγιγμά του. «Γκρίφιν» βόγκηξε. Το κορμί της άρχισε να διαμαρτύρεται από πόθο για εκείνον. προκαλώντας της ένα γλυκό πόνο. μεγάλο και σκληρό μέσα από το . νιώθοντας τη ζεστασιά τους. τη δάγκωσε. Πώς μπορούσε να την κάνει να νιώσει. τα ακροδάχτυλά του άρχισαν να γλιστράνε πάλι προς τα κάτω. Κράτησε την ανάσα της. Δεν βλέπω πώς…» «Τότε. και ένιωθε να την τσιμπούν προσμένοντας την ηδονή που θα ερχόταν. σχηματίζοντας ανάλαφρους κύκλους στα πλευρά της. «Άσε με να σου δείξω. Ήταν ακόμη ντυμένος. Η Ηρώ τον αγκάλιασε ανυπόμονα.

«Όχι ακόμη» μουρμούρισε και έσυρε το στόμα του μέχρι την άλλη της θηλή. Ο ανδρισμός του τώρα ήταν γυμνός και ασυγκράτητος. σε παρακαλώ. αλλά εκείνος απλώς γέλασε πάνω στη θηλή της.» Για μια στιγμή. ένιωσε τους μύες του να σφίγγονται κάτω από τα δάχτυλά της καθώς τα χέρια του κινούνταν ανάμεσά τους. Δεν φαινόταν το πρόσωπό του. απελπισμένα.» Κούνησε το κεφάλι της. ανίκανη να αποφασίσει τι ήταν συναίσθημα και τι . «Δεν πειράζει. «Γκρίφιν.» «Με αγαπάς. σε παρακαλώ» ψιθύρισε. να τριφτεί με κάποιον τρόπο πάνω του. έτσι δεν είναι. όμως οι γοφοί του παρέμειναν καρφωμένοι στην ίδια θέση. Εκείνος άφησε όλο το βάρος του να πέσει πάνω της. «Έχω αυτό που θέλεις και χρειάζεσαι. «Δεν μπορείς να το πεις.» Της μίλησε σαν να είχε να κάνει με μια ανυπόμονη σεξομανή.» ψιθύρισε εκείνος.ύφασμα του παντελονιού του. εκείνος δεν έκανε καμία κίνηση. «Με θέλεις.» Έτριψε το πρόσωπό του πάνω στο στήθος της. Όμως. «Ναι!» Κούνησε δεξιά-αριστερά το κεφάλι. «Με χρειάζεσαι.» Αναστέναξε με απελπισία. Όμως. διέκρινε την παγίδα. «Γκρίφιν. «Σε παρακαλώ. «Σσς. όμως εκείνος παρέμεινε αδιάλλακτος στη θέση του.» τη ρώτησε. η έκφρασή του. για να πιέσει πάνω του το σημείο του κορμιού της που πονούσε. Το κορμί της θα έσπαγε σε χιλιάδες κομμάτια αν δεν της έδινε σύντομα τη διέξοδο που αναζητούσε. γλυκιά μου. με την ανάσα του να χαϊδεύει την ξαναμμένη σάρκα της.» Και τότε.» Φίλησε τρυφερά τη θηλή της. Έπαιζε τόσο επιδέξια με το στήθος της. προσπαθώντας να σηκώσει το κεφάλι του. παρά την κατάσταση στην οποία βρισκόταν. πανέτοιμο να τον δεχτεί. αν όχι αγάπη. η Ηρώ φοβήθηκε πως θα την άφηνε. Ένιωθε μια φωτιά να καίει τα σωθικά της. και η καρδιά της σφίχτηκε από τον πανικό. «Σσς. και τα μάγουλά του της φάνηκαν υγρά. «Ούτε να το παραδεχτείς μπορείς. τώρα βρισκόταν αποκλειστικά στο έλεός του.» Ανασήκωσε το κεφάλι και έγλειψε νωχελικά τη μία της ρώγα. εγώ…» Σήκωσε το κεφάλι του και έγειρε το σώμα του στο πλάι. «Ήρεμα. κι εκείνη ήταν κοντά – πολύ κοντά! Αν την άφηνε να… «Γκρίφιν!» είπε αγανακτισμένα. Τέντωσε τα χέρια του. «Γκρίφιν. ενώ ολόκληρο το κορμί της βρισκόταν σε εγρήγορση. Ωστόσο. και κάποια άλλη στιγμή ίσως του υποδείκνυε την προσβολή του. Προσπάθησε να μετακινηθεί. καθόλου σίγουρη πια. Του άρπαξε τα μπράτσα και τον κράτησε. ώστε να ανασηκώσει το πάνω μέρος του κορμιού του όσο λεηλατούσε τα στήθη της. Προσπάθησε να τον δει μέσα στο σκοτάδι. και άνοιξε ακόμα πιο πολύ τα πόδια της. Του τράβηξε τα μαλλιά. ακινητοποιώντας την κάτω από το κορμί του. δεν πειράζει» μουρμούρισε ενώ βολευόταν ξανά ανάμεσα στους μηρούς της.

Μπήκε μέσα της. Ο Γκρίφιν σκέπασε το στόμα της με το δικό του ακριβώς τη στιγμή που ήταν έτοιμη να ξεφωνίσει. ανασηκώθηκε και τραβήχτηκε. Αρπάχτηκε από τους ώμους του και λύγισε σαν τόξο την πλάτη. «Σ’ αγαπώ και πιστεύω με όλη μου την καρδιά πως με αγαπάς κι εσύ. Ποια ήταν αυτή. Εκείνον να κινείται πάνω της. ξανά και ξανά. Όμως. Ο ανδρισμός του έτριβε αδιάκοπα εκείνο το υπέροχο σημείο. «Είναι ωραίο αυτό. Και είχε δίκιο. πραγματικά. Στήριξε τους γοφούς του πάνω της και άρχισε να τρέμει. «Εγώ δεν…» «Σσς. σκληρό πουλί. έτσι. να τον απολαύσει ολοκληρωτικά. κι αυτό ήταν αληθινό μαρτύριο. Αυτό ήταν που ήθελε. για να σπρώξει ξανά δυνατά την καυτή του σάρκα μέσα της. Την έπιασε από τα γόνατα και τη σήκωσε πιο ψηλά. κι εκείνη τη ρούφηξε λαίμαργα. Τόσο υπέροχο. όμως εκείνος σήκωσε το χέρι του και ακινητοποίησε τους γοφούς της. Γιατί δεν μπορείς να το πεις. σπρώχνοντας δυνατά και επίμονα. Αυτό είναι που θέλεις – ένα καλό. ενώ η Ηρώ προσπαθούσε να ανακτήσει την αναπνοή της. Έχωσε τη γλώσσα του μέσα στο στόμα της.ερωτική έξαψη. «Ορίστε.» Η φωνή του είχε μια τραχιά νότα τώρα. Με κάθε ώθηση. Μέχρι να σταματήσει ο χρόνος. Σταμάτησε για άλλη μια φορά. Ηρώ. Οι κινήσεις του έγιναν σπασμωδικές και άγριες. Έκανε να ανασηκωθεί. η φωνή του ήταν σταθερή και στρωτή. κανείς από τους δυο τους δεν μπορούσε να συνεχίσει επ’ αόριστον.» Ο ανδρισμός του πίεζε την ήβη της.» . και η Ηρώ ένιωθε πως θα πέθαινε από απέραντη ηδονή. σιγανό βογκητό. ναι. Άφησε να της ξεφύγει ένα βογκητό. Της άρεσε πολύ αυτό.» Τραβήχτηκε λίγο. «Άσε με να σου δώσω τουλάχιστον αυτό. και η Ηρώ έφτασε κοντά στη δική της έκρηξη. ήθελε να χαθεί μέσα της μέχρι να ξεχάσει το ποιος ήταν. Καλύτερα έτσι. και η Ηρώ άφησε μια σιγανή κραυγή διαμαρτυρίας. λίγο-λίγο. η Ηρώ γλιστρούσε όλο και πιο πάνω στο κρεβάτι. Τότε ο Γκρίφιν έσπρωξε πάλι. στοχεύοντας στην αμοιβαία ηδονή τους. ήθελε να συνεχίσει για πάντα. ωστόσο όταν μίλησε. «Πάρ’ το» μούγκρισε. μέχρι που το κεφάλι της κρύφτηκε στο μαξιλάρι της. Τράβηξε το στόμα του και άφησε ένα μακρύ. Η ανάσα του έβγαινε γρήγορα και κοφτά. με το κορμί του να σπαράζει καθώς γέμιζε με ζωή το δικό της. και η Ηρώ αισθάνθηκε εκείνο το υπέροχο τράβηγμα. Δυνατές λάμψεις άστραψαν πίσω από τα μάτια της. απολαμβάνοντας την πρωτόγονη βαρβαρότητά του. Στο τέλος γύρισε το κεφάλι του προς το πρόσωπό της και απέθεσε ένα φιλί στο μάγουλό της. Έπειτα έπεσε βαρύς πάνω της και έμεινε ακίνητος εκεί.» Στα τελευταία λόγια. μέχρι που χάθηκε στα βάθη του κορμιού της.

Αντιθέτως. «Ποια είναι η απόφασή σας.» Η φωνή της πνίγηκε. «Απαντήσαμε σε όλες τις ερωτήσεις σας. Μέχρι να…» «Πόσο χρόνο. Γκρίφιν. Μεγαλειοτάτη. καθώς σηκώθηκε για να εγκαταλείψει την αίθουσα του θρόνου.» «Ναι. Ο Μάξιμους αποφάσισε πως ο Τόμας είναι ο καλύτερος άντρας για μένα. Το άφησε στο κομοδίνο της και ανέβηκε ξανά δίπλα της. Να μας το κάνεις. «Θα σας δω την επαύριον. κύριοι.» Άνοιξε τα μάτια. «Ναι. Χρόνια.» Γύρισε και κοίταξε. μίλησε ο Πρίγκιπας Ίστσαν.» ρώτησε ο Πρίγκιπας Νόρθγουιντ.» Όμως. και ένιωσε πως η καρδιά της άρχιζε να σπάει σε κομμάτια. «Δεν μπορώ. με το φως του κεριού να αντανακλά πάνω στο επίπεδο στομάχι του.» Όμως.» Δάγκωσε το χείλι της.» . «Δηλαδή. Γιατί δεν μπορείς να το πεις. προσπαθώντας να βρει τα κατάλληλα λόγια. «Μέρες.» Περίμενε πως θα αντιμετώπιζε το θυμό του και μερικά σκληρά λόγια. «Δεν θέλω παρά μόνο λίγο χρόνο με το αποστακτήριο.» «Θα πρέπει να αποφασίσετε» είπε και ο Πρίγκιπας Γουέστμουν. Το βλέμμα του ήταν σκληρό τώρα. Δεν θα με αφήσουν ο Μάξιμους και ο αδερφός σου. όλα όσα έχω.» «Το ξέρεις πως έχουν. «Λοιπόν. ποιον από μας έχετε διαλέξει. «Πέρασα όλη μου τη ζωή υπακούοντας σε κανόνες που μου έβαζε η κοινωνία και ο αδερφός μου. Εβδομάδες. Μέχρι να καταστρέψω τον Εφημέριο. υπεροπτικός μέσα στη γύμνια του.» Η Ηρώ τον κοίταξε. και ακόμη δεν έχετε πει τίποτα. Δεν το βλέπεις πως αυτό που μου ζητάς είναι αδύνατο. «Έχουν τόσο μεγάλη σημασία αυτές οι δύο λεξούλες. Θέλεις να εγκαταλείψω την οικογένειά μου. Έπειτα γύρισε πάλι στο κρεβάτι. καταλήγουμε στο ότι διαλέγεις να παντρευτείς τον αδερφό μου αντί να παντρευτείς εμένα. «Θα πρέπει να αποφασίσετε και να μας πείτε αύριο ποιον από μας θα παντρευτείτε…» -από το Η Βασίλισσα Μαυρομαλλούσα Ο Γκρίφιν σηκώθηκε και άναψε ένα κερί με τα αποκαΐδια που σιγόκαιγαν στο τζάκι της.» «Πώς μπορείς να μου το κάνεις αυτό. Δεν μπορώ να περιμένω τόσο. κι εσύ δεν μπορείς να αφήσεις ούτε καν το απαίσιο αποστακτήριό σου. υπέροχα αρρενωπός. και είδε πως και οι τρεις πρίγκιπες την κοιτούσαν μάλλον αυστηρά. εκείνη κούνησε το κεφάλι. εκείνος έκλεισε τα μάτια λες και δεν είχε τη δύναμη να τα κρατάει άλλο ανοιχτά.Κεφάλαιο Δεκαέξι Η Βασίλισσα Μαυρομαλλούσα κοίταξε τις απαντήσεις που της είχαν φέρει και κούνησε το κεφάλι.

και έπειτα από πόθο. που να πάρει ο διάβολος. Ηρώ. και ο Γκρίφιν βρέθηκε από πάνω της. «Ξέρει αυτός πόσο ευαίσθητες είναι οι ρώγες σου. Δεν μπορούσε να διατηρήσει άλλο τη συνοχή της.» «Σε κοιτάζει όπως σε κοιτάζω εγώ. Το ξέρει πως τα μάτια σου μοιάζουν με διαμάντια όταν είσαι ερεθισμένη. μέχρι το τέλος του κόσμου. έχει πάρει τη σωστή απόφαση.» «Ίσως να έχεις δίκιο» απάντησε. αφήνοντας πάνω του καυτά. Να δραπετεύσει από τούτο το δωμάτιο. να συντονιστεί με τα χρονικά του περιθώρια. Η Ηρώ στέναξε και δέχτηκε την εισβολή της γλώσσας του. Βογκούσε. σαν να ήθελε να . Δεν κάνεις τίποτα αν δεν έχεις την έγκριση του αδερφού σου. επίμονα φιλιά. Δεν μπορώ. «Ξέρει πως σου αρέσει να διαβάζεις ελληνικά έργα. να δραπετεύσει από εκείνον και το βίαιο έρωτά του. «Ηρώ» της ψιθύρισε.» Χάιδεψε ταυτόχρονα και τις δύο θηλές της. σχεδόν ανήμπορη να συγκρατηθεί κάτω από το γρήγορο και έντονο ρυθμό του. σαν να ήταν κάτι που έκανε κάθε βράδυ. Τα δάχτυλά του βρέθηκαν ανάμεσά τους για να ανοίξουν τις πτυχές της. σαν να ήταν δική του.» Η λέξη έπεσε ανάμεσά τους σαν μολύβι.» «Θεέ μου. Ο Γκρίφιν έσκυψε και φίλησε κτητικά το στόμα της χωρίς να διακόψει τον άγριο έρωτά τους. προκαλώντας ένα καυτό κύμα ηδονής ανάμεσα στα πόδια της. «Ηρώ. Ήθελε να τον σπρώξει μακριά της.» Έσπρωξε με τα πόδια του τα δικά της και βολεύτηκε ανάμεσά τους. όμως τον αγαπάς.» «Όχι!» Η απάντησή της ήταν μια κραυγή απελπισίας. να κινείται τόσο υπέροχα. Προσφέρει ασφάλεια. πιστεύω πως εσύ είσαι περισσότερο δειλή. Περιμένει αυτός με κομμένη την ανάσα να σε δει να ανασηκώνεις το αριστερό σου φρύδι τόσο σεμνότυφα – κι έπειτα να φτιάχνεται όταν το κάνεις. Και τότε μπήκε μέσα της. Απλώς την πίεζε να βιώσει αυτό που μοιράζονταν –αυτό που έκαναν– εδώ και τώρα. «Δεν μπορώ να εναντιωθώ στον Μάξιμους τώρα.«Με κατηγορείς που δεν παρατάω το αποστακτήριό μου για χάρη σου» της είπε ήρεμα. Δεν της έδινε το χρόνο να του αντισταθεί. «Μπορεί να σου προσφέρει ασφάλεια. που η Ηρώ άρχισε να κλαίει. Το κρεβάτι σείστηκε ξαφνικά. Όχι. Ηρώ. αλλά απεχθάνεσαι τη ζωγραφική. Η Ηρώ ένιωσε τα μάτια της να πλημμυρίζουν με δάκρυα. Ο ανδρισμός του γλιστρούσε μέσα-έξω στις μεταξένιες της πτυχές. «Σε κάνει να φουντώνεις από θυμό. παρόλο που δεν ήταν σίγουρη για ποιο λόγο έκλαιγε.» Κάθε φορά που πρόφερε το όνομά της έσπρωχνε με δύναμη τους γοφούς του. Σκληρός και καυτός. Πως μπορείς να τελειώσεις και μόνο με το να σ’ τις ρουφάω. Έχει τη δύναμη να με απομονώσει από την οικογένειά μου. με το βάρος του να την πιέζει στο στρώμα και τη θυμωμένη του ανάσα να καίει το μάγουλό της.» Δάγκωσε απαλά το λαιμό της.» «Ενώ εγώ όχι. Ήταν ήδη ευαίσθητη από τον προηγούμενο έρωτά τους.» «Όχι» απάντησε με ένα λυγμό. τώρα και για πάντα. Άλλωστε. «Πες μου. «Ωστόσο. Ο Τόμας είναι αξιόπιστος.» «Όχι. Τύλιξε τα πόδια της σφιχτά γύρω από τους στενούς γοφούς του και έφερε τα χέρια της στους ώμους του για να τον κρατήσει με ολόκληρο το κορμί της πάνω της. πες μου: Σε κάνει να νιώθεις όπως σε κάνω εγώ. ρουφώντας τα δικά της δάκρυα από τα δικά του χείλη. Ηρώ. Ηρώ.

ο Γκρίφιν δεν την άφηνε. «Μ’ αγαπάς όπως σ’ αγαπώ εγώ. Όμως. Η Σάιλενς κοιτούσε μελαγχολικά μέσα από το βρόμικο παράθυρο της κουζίνας. Έσπρωξε μέσα της μία. σφιχτά κολλημένο πάνω της. Είχε ξεχάσει να φορέσει μια ποδιά πριν κατέβει για ένα καθυστερημένο πρωινό με τα παιδιά. τρεις ακόμα φορές και ύστερα άφησε τον εαυτό του εκεί. Κράτησε το βλέμμα της μέσα στα μισόκλειστα μάτια του καθώς το κορμί του σφάδαζε πάνω της. τον κοφτό ήχο της ανάσας του στο αφτί της. Άρχισε να τρέμει. Την τράβηξε κοντά του. ίσως σύντομα. Ηρώ. Η όρασή της θόλωσε. Ο Γκρίφιν σωριάστηκε πάνω της. παραδομένος στη δική του κορύφωση. να τη μαρκάρει λες και ήταν ιδιοκτησία του. ακούμπησε το στέρνο του στην πλάτη της και την άφησε να φωλιάσει μέσα στην αγκαλιά του. Τώρα. να την ξαναζήσει και να τη φυλάξει τρυφερά μέσα στην καρδιά της. Μέρι Ντάρλινγκ. «Με αγαπάς. *** Η μέρα ήταν γκρίζα. Και η Ηρώ υπάκουσε. η ανάσα του έβγαινε σαν πνιχτές κραυγές. Αλλά εκείνος δεν την άφηνε να κοιτάξει αλλού. «Κοιμήσου» της είπε.» Η Σάιλενς αναστέναξε. Κάποια μέρα. Δεν ήταν πια σίγουρη για τίποτα. και άπλωσε τα χέρια για να τον κρατήσει κι άλλο. το βάρος του κορμιού του πάνω της. Ιδρώτας έσταζε από το κορμί του. προσπαθώντας να αποτραβήξει το βλέμμα της από το δικό του καθώς το πάθος γινόταν έκρηξη μέσα της. τραβώντας ζωηρά το μπροστινό μέρος από το φόρεμα της Σάιλενς με τα λερωμένα χεράκια της. Χαμήλωσε το βλέμμα πάνω της. θα επιθυμούσε να ανασύρει αυτήν τη θύμηση. «Μάμα!» φώναξε η Μέρι Ντάρλινγκ. αλλά όλες οι μέρες έμοιαζαν γκρίζες τώρα πια. με τα κορμιά τους ενωμένα. Η Ηρώ κούνησε το κεφάλι της πάνω στο μαξιλάρι – σαν να ήθελε να αρνηθεί εκείνον. Η Ηρώ έκλεισε τα μάτια και άφησε τα χέρια της να γλιστρήσουν πάνω στους ιδρωμένους του ώμους. Τον ένιωσε να γλιστρά στο πλάι. .» Και ένιωσε το κορμί της. όμως εκείνος δεν είχε σκοπό να φύγει από το κρεβάτι της. «Μάμα!» «Ω. Τουλάχιστον όχι ακόμη. Ήθελε να εντυπώσει αυτή την ανάμνηση στο μυαλό της. το ακινητοποίησε και την ανάγκασε να τον κοιτάζει ενώ έμπαινε μέσα στο κορμί της. Έσπρωξε τα μαλλιά της από τον αυχένα της και απέθεσε ένα τρυφερό φιλί. τον έρωτά τους ή τις ανάγκες της.αφήσει τη σφραγίδα του μέσα της. Καθώς η καρδιά της διαλυόταν και ανασχηματιζόταν από την αρχή. και το κρεβάτι τρανταζόταν κάτω από την απελπισία του. την ύπαρξή της όλη να διαλύεται στα λόγια του καθώς ένας χείμαρρος υγρής φωτιάς ξεχύθηκε από τον πυρήνα της. Έπιασε το κεφάλι της ανάμεσα στα χέρια του. στο μαύρο κορσάζ της υπήρχαν δύο λιπαροί λεκέδες. Το άρωμα του έρωτά τους.» Τα ανοιχτοπράσινα μάτια του αντικατόπτριζαν το μαρτύριό του. δύο.

» Ο Γουίντερ ανασήκωσε τους ώμους.» «Αυτά που είναι αρκετά μεγάλα. . αδερφή. «Θα έπρεπε να είχα πάει μαζί της. ήταν επιρρεπής σε αυτό το παιχνίδι. χωρίς κανένα διακριτικό σημάδι ή κάποια ζωγραφιά.» «Τα παιδιά έφαγαν ήδη. μουρμουρίζοντας ευχαριστημένος. «Αυτό το βρήκα στο κατώφλι.» «Αλήθεια. Δεν ήταν μεγαλύτερο από το μέγεθος της παλάμης της. Πήρε μια γεμάτη κουταλιά από το πόριτζ του και την έφαγε. που δεν είχε την απαιτούμενη ενέργεια για να κάνει κάτι τέτοιο. ώστε να περπατάνε» είπε η Σάιλενς. Ακόμα και ο Γουίντερ. «Δώσε μου εμένα τη Μέρι. Πήρε τη Μέρι Ντάρλινγκ από τα χέρια της αδερφής του και την πέταξε στον αέρα. «Είναι πολύ νόστιμο. «Τα έστειλα στα σπίτια τους. γέμισε το πιάτο με χυλό βρώμης από το τσουκάλι που κρεμόταν πάνω από την εστία και το ακούμπησε στο τραπέζι μπροστά του.» Ο Γουίντερ μπήκε στην κουζίνα και κρέμασε το στρογγυλό μαύρο καπέλο του στην πόρτα. αλλά μου φαίνεται πιο λογικό να ανοίξεις το κουτί για να μάθουμε. Έπειτα ακούμπησε στο τραπέζι ένα τετράγωνο ξύλινο κουτί. Η Μέρι Ντάρλινγκ άπλωσε τα χέρια της προς το κουτί που την προκαλούσε. όμως αισθανόταν τόσο αδύναμη. «Όλα τα παιδιά.» «Εσύ δεν κάνεις.» Ο Γουίντερ κοίταξε πάνω από το μωρό. «Θα μπορούσα να κάνω μια υπόθεση.» Ο Γουίντερ κατάπιε και έδειξε το ξύλινο κουτί. να φορέσει μία ποδιά–.» «Δεν έχασα κάποιο αγαπημένο μου πρόσωπο πρόσφατα» απάντησε μαλακά. τουλάχιστον. ανασηκώνοντας τα φρύδια. ήταν ιδιαίτερα καλοδουλεμένο. «Λες να είναι ο θαυμαστής της Μέρι Ντάρλινγκ.» «Τα μισά αγόρια έλειπαν. «Δώσε σε μένα το παιδί.» «Αλλά δεν μου πέφτει ποτέ» της απάντησε. Έκανε ένα μορφασμό αμηχανίας. Η Σάιλενς έσφιξε για μια στιγμή τα χείλη. και μετά σηκώθηκε και πήρε το πιάτο από τα χέρια του αδερφού της. προκαλώντας της χαρούμενες φωνές και γέλια.» Η περιέργεια που ένιωσε την έκανε να κοιτάξει το κουτί με μια ζωντάνια που είχε μέρες να επιδείξει. «Πάντα φοβάμαι πως θα σου πέσει κάθε φορά που το κάνεις αυτό. Η Νελ τα έβγαλε για μια πρωινή βόλτα.» «Ευχαριστώ» είπε ο Γουίντερ. Καθώς το παρατηρούσε. Γιατί οι άντρες έχουν το συνήθειο να πετούν τα μωρά στον αέρα.» Η Σάιλενς έβγαλε τη γλώσσα στον αδερφό της και αναποδογύρισε το κουτί μέσα στα χέρια της. «Όλοι πρέπει να κάνουμε κάποιο διάλειμμα από τη δουλειά μας πότε-πότε. Πλησίασε το τζάκι. είδε πως αν και ήταν απολύτως σκέτο. Η δική της μαγειρική δεν είχε τόση επιτυχία. Έπρεπε να πάει και να πλυθεί –ή. «Α. ο πιο σοβαρός από τα αδέρφια της. επειδή παρουσίασαν πυρετό.» Ο Γουίντερ χαμογέλασε ήπια.νιώθοντας χαμένη και άδεια. «Τι δουλειά έχεις στο σπίτι πρωινιάτικα. νιώθοντας ενοχές. και τα άλλα μισά δεν μπορούσαν να συγκεντρωθούν. Στήριξε το μωρό στο πλευρό του και κατέβασε ένα πιάτο από το ντουλάπι. όχι» είπε βιαστικά ο Γουίντερ.» «Όχι. Πού πήγαν όλοι εδώ μέσα. Ήταν κερωμένο και γυάλιζε εντυπωσιακά. Θα αδειάσει το πιάτο πάνω σου πριν προλάβεις να το καταλάβεις.» «Η Νελ το έφτιαξε» είπε ξερά η Σάιλενς. Το κουτί έδειχνε πολύ πιο ακριβό από τα προηγούμενα δώρα της μικρής.

*** Όταν ξύπνησε η Ηρώ. που είπε ότι ξελόγιασες τη μνηστή του. Η μητέρα στεκόταν στο κατώφλι του.» Ο Γκρίφιν κοίταξε αυτήν τη μικροκαμωμένη αλλά δυνατή γυναίκα και πρόσεξε πως οι ώμοι της . γλυκιά μου» είπε η Σάιλενς. ήξερε πριν ακόμη ανοίξει τα μάτια της πως ο Γκρίφιν δεν βρισκόταν πια κοντά της.» «Αν έγινε κάτι. τυλιγμένη με τη βελούδινη κάπα της. Πήρε το χαρτάκι που βρισκόταν κάτω από τα μαργαριτάρια. «Τι είναι.«Όχι ακόμη. Θα πρέπει να είχε φύγει εδώ και ώρα. Εκείνος δεν μίλησε για μια στιγμή. Τώρα είναι χειρότερα από την προηγούμενη φορά που ήρθες από το Λονδίνο. Τι έχει συμβεί στην οικογένειά μας. άνοιξε το καπάκι και άφησε μια πνιχτή κραυγή. σαν να ήθελε να καθυστερήσει τη στιγμή που θα συνειδητοποιούσε ότι εκείνος είχε φύγει. Άνοιξε τα μάτια και έφερε το χέρι της κοντά στο πρόσωπό της. Έσφιξε τα δάχτυλά της σε γροθιές. Ύστερα άπλωσε το χέρι και σήκωσε με τα λεπτά δάχτυλά του το περιδέραιο. με τα μάτια κλειστά. Ένιωθε τα πόδια του ασήκωτα και το στήθος του βαρύ σαν μολύβι. κάτι έγινε – χτύπησες τον Τόμας. κοιτώντας προσεκτικά τα μαργαριτάρια που γυάλιζαν στο φως.» Σήκωσε το κεφάλι του στο άκουσμα της γνωστής φωνής. «Είναι πολύ ακριβό δώρο για ένα παιδί. και ξαφνιάστηκε όταν ένιωσε πως υπήρχε κάτι στο δεξί της χέρι. Το σκουλαρίκι που του είχε πετάξει πριν από πολύ καιρό. «Έγινε κάτι. Το κοίταξε και ένιωσε τα μάτια της να πλημμυρίζουν με δάκρυα. *** Ήταν αργά όταν ο Γκρίφιν ανέβηκε τα σκαλοπάτια του σπιτιού του. Αυτό που κρατούσε στο χέρι της ήταν το διαμαντένιο σκουλαρίκι της. Είχε δυο λέξεις γραμμένες πάνω του.» επανέλαβε εκείνη σαν να μην πίστευε στα αφτιά της. Το μήνυμά του ήταν ξεκάθαρο.» Ο Γουίντερ μισοσηκώθηκε για να κοιτάξει. «Ναι. κι έπειτα εξαφανιστήκατε και οι δυο σας! Θέλω να μάθω τι συμβαίνει και πώς σκοπεύετε να λύσετε τις φριχτές διαφορές σας. «Πού ήσουν. Το κρεβάτι της ήταν παγωμένο. «Τι κάνεις εδώ. Σάιλενς Χόλινμπρουκ. εντελώς ακίνητη. Ήταν αργά το πρωί. Έμεινε ξαπλωμένη.» «Δεν είναι για τη Μέρι Ντάρλινγκ» ψιθύρισε η Σάιλενς. Η Σάιλενς γύρισε. και ο ήλιος έλαμπε έξω από το παράθυρό της. «Πρέπει πρώτα να δούμε τι έχει μέσα.» Ακούμπησε το κουτί στο τραπέζι.» τη ρώτησε χαζά. Δεν θα γυρνούσε πίσω ξανά. ώστε να του δείξει το κολιέ με τα μαργαριτάρια που βρισκόταν τοποθετημένο μέσα.

Αλλά και πάλι. Τα μισά δωμάτια ήταν σκεπασμένα με σεντόνια. Δεν φορούσε περούκα. δεν θα του άρεσε καθόλου αυτή η ιδέα. μητέρα. «Ή ό. «Τι τρέχει. όμως ο Τόμας δεν θα έμενε με τίποτα στην ίδια πόλη με τον Τόμας και την Ηρώ.» «Θα είναι μάλλον δύσκολο για τον Τόμας» είπε σαρκαστικά. και τώρα ήταν έτοιμη να καταρρεύσει εξαιτίας του. Και την απογοήτευση της μητέρας του για τα κρίματά του.» «Ψωμί.» Της χαμογέλασε κουρασμένα.» Εκείνη τον κοίταξε αβέβαια. λόρδε μου. «Θα σταματήσουμε να λέμε και το όνομά της τώρα. Πέρασε ένα ολόκληρο λεπτό πριν εμφανιστεί μια παχουλή καμαριέρα. «Γκρίφιν!» Η μητέρα του διέσχισε το δωμάτιο και του έπιασε τα χέρια. αγγίζοντας ανήσυχα το μπράτσο του.» Έκλεισε την πόρτα και στράφηκε προς τη μητέρα του. Να πάρει. επειδή ποτέ δεν τα χρησιμοποιούσε. φίλτατη. Είχε αντέξει το θάνατο του πατέρα. Την οδήγησε στη βιβλιοθήκη του. Από τη στιγμή που θα ξεμπέρδευε με τον Εφημέριο. «Δεν έχουμε γλυκίσματα. «Τίποτα» απάντησε και πήγε στην πόρτα για να φωνάξει κάποιον από το υπηρετικό προσωπικό.» τον ρώτησε εκείνη. θα ξενοίκιαζε το σπίτι και θα πήγαινε μαζί με τον Ντιντλ στο βορρά.» Ο Γκρίφιν μόρφασε. Βλαστήμησε μέσα από τα δόντια του.τι άλλο φαγώσιμο μπορείς να βρεις. Του μπάτλερ.» «Όμως. εννοείς. με τον Τόμας κι εκείνην. «Γκρίφιν. κι ο Γκρίφιν άνοιξε τα μάτια και είδε πως τον κοιτούσε με ανησυχία.» Σαν να γέλασε. Ειδικά το τελευταίο δεν είχε καμία σημασία. Τον κοίταξε δύσπιστα.» «Πάμε μέσα» επανέλαβε. είχε μέρες να ξυριστεί. Η μητέρα δεν θα ήθελε ποτέ να αποσυρθεί στην ύπαιθρο. «Γκρίφιν. «Φέρε μας ζεστό τσάι και γλυκίσματα.» είπε ήρεμα η μητέρα του. Τίποτα δεν θα ήταν όπως στο Λονδίνο. «Πάμε μέσα. Προγραμματίζω να φύγω από το Λονδίνο. «Δεν έχει σκοπό…» . Εκτός κι αν αποφάσιζε να εγκατασταθεί σε κάποια πόλη κοντά στα κτήματα των Μάντβιλ. Το πρωινό φως του ήλιου τόνιζε έντονα τις γραμμές γύρω από τα μάτια της.είχαν κρεμάσει. και συνειδητοποίησε το λάθος του αμέσως μόλις είδε το σημείο δίπλα από τον καναπέ που είχε κάνει έρωτα στην Ηρώ.» «Τη Λαίδη Ηρώ. Ένιωσε μια πικρή γεύση στα χείλη του. Έριξε μια ματιά γύρω του και συνειδητοποίησε πως βρίσκονταν έξω. Θα αναγκαζόταν να την αφήσει κι εκείνην πίσω του. είχε αντιμετωπίσει χρέη και σκάνδαλα. «Πρέπει να μου πεις τι σκέφτεσαι. «Δεν μπορώ να ζήσω εδώ. βέβαια. δεν θα ήταν όπως στο Λονδίνο. αλλά πού αλλού θα μπορούσε να την πάει. τότε. περνώντας τα χέρια πάνω από το κεφάλι του.» Εκείνη έκανε μια ελαφριά υπόκλιση. Ο Γκρίφιν έπιασε τη μητέρα του από το μπράτσο. Κάποιος γείτονάς του τους κρυφοκοίταζε επίμονα πίσω από τις κουρτίνες του σπιτιού του. «Δεν είναι και τίποτα το τρομερό. και το σπίτι του –μαζί με το προσωπικό– βρισκόταν σε αξιολύπητη κατάσταση. γιατί.» Έκλεισε τα μάτια.

«Μπορεί να γίνεται τόσο ανόητος μερικές φορές.» Έκανε μια ανυπόμονη χειρονομία. κι εκείνος ξεκάθαρα δεν με πίστεψε. Γκρίφιν.» «Μητέρα. Γκρίφιν. «Άλλωστε.» ρώτησε. Τέλος πάντων.» Ανασήκωσε τους ώμους. κι έπειτα απέστρεψε το βλέμμα της.» «Αυτό το κορίτσι ήταν πάντα ένα κουτορνίθι.» Έμεινε να τον κοιτάζει για λίγο στα μάτια. «Τι. ο Τόμας θα πάρει την εκδίκησή του για το ξελόγιασμα της Αν. «Θα παντρευτούν την Κυριακή.» Ξεφύσησε περιφρονητικά. τι.» Τον κοίταξε. «Έχει καμία σημασία.» «Εγώ είμαι η μητέρα σου.» «Δεν σε αφορά. Και μάλλον ευγνώμων. Ο Γκρίφιν την κοίταξε καχύποπτα με μισόκλειστα μάτια. Ίσως εξελισσόταν σε μπεκρούλιακα. «Δείξε μου λίγη εμπιστοσύνη. «Δεν μπορεί!» «Έτσι ισχυρίζεται εκείνος» της είπε. Άλλωστε…» Σταμάτησε απότομα. «Εσύ του είπες ξεκάθαρα πως δεν έκανες τίποτα τέτοιο.» «Αυτό είναι ένα εντελώς διαφορετικό θέμα» ισχυρίστηκε η μητέρα του. «Δεν είναι δικό μου μυστικό.» «Μην είσαι ανόητος.» . «Ποτέ δεν πίστεψα πως ξελόγιασες την Αν. «Όμως. «Όχι. ξαφνιασμένη. δαγκώνοντας το χείλι της. Η δεύτερη γουλιά τού φάνηκε πιο γλυκόπιοτη. ο Θεός να αναπαύει την ψυχή της» μουρμούρισε εκείνη. ελαφρώς ξαφνιασμένος. «Αμφιβάλλω αν είναι για τον Τόμας. μητέρα.» «Γιατί όχι. «Του το είπε η ίδια η Αν την ώρα που πέθαινε.» «Η Αν ήταν γυναίκα του.» «Ναι.» «Μη χρησιμοποιείς αυτό τον τόνο σε μένα.» Γύρισε να την κοιτάξει.» «Πες μου. Δεν έχω δικαίωμα να το αποκαλύψω.» «Ω.» Χαμογέλασε αδύναμα και ήπιε λίγο από το μπράντι του.» Έφερε τα χέρια στους γοφούς της και τον κοίταξε με δυσφορία.» Κατένευσε και ήπιε λίγο ακόμα μπράντι. Ίσως εξαιτίας της πρόσφατης συμπεριφοράς μου με τη Λαίδη Ηρώ.» Άφησε τα χέρια του να πέσουν στο πλάι και πήγε να βάλει σε ένα ποτήρι μια γενναία δόση μπράντι.» «Τα πιστεύει ο Τόμας. «Προφανώς όχι. «Κανείς πια δεν πιστεύει αυτά τα παλιά κουτσομπολιά. Η Λαίδη Ηρώ είναι απλώς αρραβωνιασμένη μαζί του. «Λες. σ’ αγαπάω τόσο πολύ.» ρώτησε. εγώ νόμιζα…» «Πως θα την παντρευόμουν εγώ.Κούνησε καταφατικά το κεφάλι. Όλοι οι άλλοι αυτό πιστεύουν. κάνοντας ένα μορφασμό καθώς ένιωσε το ποτό να του καίει το λαρύγγι. με την πλάτη του ακόμη γυρισμένη προς το μέρος της.

«Τον αγαπώ πολύ τον Τόμας –είναι ο πρωτότοκος γιος μου–. και μετά θα φύγω για το Λανκασάιρ.» Ο Γκρίφιν αποτελείωσε το μπράντι του.» Εκείνη συνοφρυώθηκε.» Ο Γκρίφιν κούνησε με απελπισία το κεφάλι. την κυρία Τέιτ. Αν της δώσεις λίγο χρόνο…» «Δεν μπορώ να μείνω και να τη βλέπω να παντρεύεται τον Τόμας!» είπε μέσα από τα δόντια του. «Απλώς δεν μπορώ.» Τη σταμάτησε με μια αποφασιστική κίνηση του χεριού του. φυσικά. Ο Γκρίφιν ένιωθε το θυμό του να φουντώνει.» «Απλώς. πιστεύω. δυστυχώς» της επιβεβαίωσε. όμως εγώ το κατάλαβα.» Αμέσως το πρόσωπό της μαλάκωσε. Τώρα πια δεν μπορούσε να συγκρατήσει άλλο τον πόνο του. το ήξερα! Την είχε ακολουθήσει στο Χαρτς Φόλι. «Είμαι βέβαιη πως θα ερχόταν στα λογικά της αν ο Τόμας περίμενε λίγο μέχρι να την παντρευτεί. Έχω κάποιες δουλειές να τελειώσω εδώ.» «Μακάρι να είχαμε λίγο περισσότερο χρόνο» ξέσπασε η μητέρα του. «Έχει διακόψει μαζί της. Να πάρει. «Δεν καταλαβαίνεις. «Δεν θα με παντρευτεί.» «Ο Γουέικφιλντ είναι αυτός που πιέζει για να γίνει ο γάμος.» «Έχει ο Τόμας ερωμένη. Νόμιζα πως είχε σταματήσει όταν έκανε πρόταση γάμου στη Λαίδη Ηρώ.» «Μα.» «Τι εννοείς. αλλά τώρα πιστεύω πως βλέπει πάλι την κυρία Τέιτ. Θα έπρεπε να αφήσει ελεύθερη τη Λαίδη Ηρώ.» «Χμ. αλλά ξέρω πως μπορεί να γίνει πάρα πολύ μπουμπουνοκέφαλος.» «Εκείνη δεν με αγαπάει. «Όχι. Θα τελειώσω .» «Για να τιμωρήσει την Ηρώ» είπε ο Γκρίφιν. Την αγαπώ.» «Αυτό είναι το θέμα. και μετά τράβηξε το βλέμμα μην μπορώντας να αντικρίζει τον οίκτο που έβλεπε στα μάτια της. Προσπάθησε να μου το κρύψει. «Αν με αγαπάει.» «Κάτι περισσότερο από ερωμένη. ξέρει να το κρύβει πολύ καλά.«Αν έχει σχέση με την Ηρώ. ο Τόμας δημιούργησε σχέση πέρσι με μια μάλλον τολμηρή γυναίκα. «Τώρα πες μου. Μια γυναίκα σαν τη Λαίδη Ηρώ δεν βάζει έναν άντρα στο κρεβάτι της αν δεν είναι παντρεμένη μαζί του εκτός κι αν είναι τρελά ερωτευμένη. «Ω.» Η μητέρα κούνησε λυπημένα το κεφάλι.» «Α. ειλικρινά δεν πιστεύω πως θα άλλαζε γνώμη. Πιστεύω πως τρέφει αισθήματα γι’ αυτήν τη γυναίκα. με αφορά. δεν μπορείς να φύγεις!» φώναξε η μητέρα του. όμως δεν πιστεύω ούτε στο ελάχιστο πως δεν σε αγαπάει.» Έκανε μια αποτυχημένη προσπάθεια να χαμογελάσει. αδυνατώντας να συναντήσει το βλέμμα της. «Μπορεί να είπε ότι δεν θέλει να σε παντρευτεί.» «Γκρίφιν…» «Όχι. αλήθεια. Κοίταξε τη μητέρα του. Ξαφνικά ένιωθε ανήμπορος να μιλήσει. «Και εν πάση περιπτώσει.» Ο Γκρίφιν κοίταξε το ποτήρι του. «Άκουσέ με. Δεν μπορούσε να τραβήξει το βλέμμα του από πάνω της όποτε τη συναντούσε σε κάποιο χορό ή σε άλλη κοινωνική εκδήλωση. «Μόνο που φοβάμαι πως αυτό δεν βοηθάει εμένα σε κάτι. παρόλο που ίσως να μην το έχει καταλάβει ούτε ο ίδιος» είπε εκείνη με ύφος μυστηριώδες. Πώς τολμούσε ο Τόμας να παντρεύεται την Ηρώ ενώ είχε ήδη ερωμένη.» «Ναι. δεν το νομίζω.

σε μία ώρα θα είχε γίνει στουπί από το μεθύσι. Δεν μπορούσε να το αντέξει και αυτό.» Έμεινε να τον κοιτάζει σιωπηλή. έχοντας την πλάτη γυρισμένη προς το μέρος της. Θα πρέπει να το δεχτώ και να συνεχίσω τη ζωή μου. Ο Γκρίφιν το παρατήρησε και ένιωσε την καρδιά του να βουλιάζει. Δεν πρόκειται να γυρίσω πίσω. Εκεί σταμάτησε. Είτε θα μεταφέρω με κάποιον τρόπο τη βάση μου βόρεια είτε θα αναθέσω σε εντολοδόχους μου να με αντιπροσωπεύουν στο Λονδίνο. «Δεν με αγαπάει. και ύστερα θα μετακομίσω μόνιμα στο βορρά. «Με συγχωρείς» είπε. .» Πήρε την καράφα κι ένα ποτήρι.τις δουλειές μου. όμως τα μάτια της είχαν πλημμυρίσει με δάκρυα. Και βγήκε από το δωμάτιο. και κίνησε για την πόρτα. Αν ήταν τυχερός.

Βγήκε στο μπαλκόνι της και είδε ότι το μικρό πουλί είχε ήδη κουρνιάσει εκεί. θα έπρεπε να την πιάσει κι εκείνην υστερία. νιώθοντας την καρδιά της βαριά. Δεν μπορούσε να ξεπεράσει την αίσθηση πως έκανε ένα τρομερό. όμως η σκέψη αυτή τη γέμιζε θλίψη.Κεφάλαιο Δεκαεπτά Εκείνο το βράδυ η βασίλισσα αποσύρθηκε στα διαμερίσματά της. Είχε φύγει για να προσπαθήσει να λογικέψει τον Μάξιμους. νιώθοντας ενοχή. Και τότε κατάλαβε το μήνυμα: Εκείνη ήταν η καρδιά του βασιλείου της… -από το Η Βασίλισσα Μαυρομαλλούσα Αργά εκείνο το απόγευμα. Όχι πως είχε και κάποια ιδιαίτερη σημασία αυτό. Είχε αποσυρθεί στο σαλόνι με μια τσαγιέρα. Από τη στιγμή που ο Μάξιμους έβαζε στο μυαλό του κάτι. Έκανε ένα λάθος. Έλυσε το καθρεφτάκι και το κράτησε ψηλά – και φυσικά είδε τον εαυτό της να αντικατοπτρίζεται στην επιφάνειά του. η Ηρώ έπαιζε αφηρημένα στο χέρι της το διαμαντένιο της σκουλαρίκι. «Εδώ είσαι» φώναξε η Φοίβη από την πόρτα και μπήκε στο δωμάτιο. «Έφυγε σαν τρελή για να μιλήσει στον Μάξιμους. Οι υποψήφιοι μνηστήρες της είχαν δίκιο. γινόταν αμετακίνητος σαν βράχος. Η Βασίλισσα Μαυρομαλλούσα έπιασε το πουλί. Το ήξερε πως δεν ήταν φυσιολογική όλη αυτή η αδιαφορία. ανεπανόρθωτο λάθος. «Πού έχει πάει η Ξαδέρφη Μπατίλντα.» «Λυπάμαι. δεν κατάφερνε να πείσει τον εαυτό της να νοιαστεί. Είχαν ροζ χρώμα –το αγαπημένο της–. Αναστέναξε και άφησε το σκουλαρίκι να πέσει δίπλα από το φλιτζάνι της. Η Ξαδέρφη Μπατίλντα είχε πάθει απανωτές κρίσεις υστερίας μπροστά στην απαίτηση του Μάξιμους να παντρευτεί η Ηρώ την Κυριακή. αγάπη μου» της είπε η Ηρώ. Κι όμως. αλλά η Ηρώ είχε ελάχιστες ελπίδες πως η Ξαδέρφη θα κατόρθωνε να πείσει τον αδερφό της να αναβάλει το γάμο. είτε το έκανε αυτή την Κυριακή είτε κάποια άλλη πολύ αργότερα δεν είχε καμία διαφορά. Το δωμάτιο ήταν πλημμυρισμένο από το γλυκό άρωμα των ρόδων που στόλιζαν μέσα σε ένα τεράστιο βάζο το γωνιακό τραπέζι.» . Αν ήταν να παντρευτεί τον Τόμας. Ένα μικρό κομμάτι του μυαλού της ούρλιαζε πως θα έπρεπε να πανικοβληθεί. και πρόσεξε πως στο λαιμό του είχε περασμένο ένα λεπτό σχοινί που από την άκρη του κρεμόταν ένας μικροσκοπικός καθρέφτης. και τώρα το τσάι κρύωνε πάνω στο χαμηλό τραπεζάκι που βρισκόταν μπροστά της. όμως εκείνη τράβηξε γρήγορα το βλέμμα από πάνω τους. Δεν μπορώ να τη βρω πουθενά. Δεν την ένοιαζε ούτε το αναπόφευκτο σκάνδαλο που θα δημιουργείτο. Έπρεπε να πάρει μια απόφαση και να διαλέξει τον καλύτερο άντρα για να παντρευτεί.

είναι μάλλον βαρετά» συμφώνησε η Ηρώ ήρεμα. σωστά. Έπιασε το διαμαντένιο σκουλαρίκι και το στριφογύρισε μέσα στο χέρι της. άξιος σύζυγος για μένα. «Νόμιζα ότι δεν σου άρεσε πια. «Ο γάμος θεωρείται έτσι κι αλλιώς βαρετός. στα δεξιά από τον καναπέ που καθόταν η Ηρώ. Δεν πιστεύω πως πρέπει να τον παντρευτείς» της είπε η Φοίβη με απόλυτη σοβαρότητα. «Θα μου άρεσε να χορέψω μια φορά με έναν κύριο που δεν θα είναι συγγενής μου. «Αλλά έστειλε τη συγγνώμη του. η Ηρώ κατένευσε.» «Ναι.» «Ναι. «Σου μίλησε ο Μάξιμους. «Όλοι αυτοί οι χοροί και τα σχετικά. Τι σκέφτεται ο Μάξιμους.» ρώτησε. Θα πρέπει να είναι κουραστικά.» «Φαίνονται μάλλον βαρετοί λόγοι για να παντρευτείς κάποιον. Συνήθως είναι πολύ αξιόπιστος άνθρωπος.» «Δεν είναι τόσο απλό. «Ο Μάξιμους κάνει αυτό που θεωρεί καλύτερο για μένα.«Ω» έκανε η Φοίβη και κάθισε σε μία καρέκλα. ωστόσο εκείνη θα πρέπει να είχε καταλάβει την αναταραχή που επικρατούσε στο σπίτι τις τελευταίες δύο μέρες.» Ο τόνος της φωνής της ήταν διστακτικός. Αυτό το γνωρίζει πολύ καλά ο Μάξιμους και ξέρει πως θα γίνει ένας υπεύθυνος. Μόνο μία φορά.» .» Έδειξε προς το βάζο με τα τριαντάφυλλα. Ωστόσο.» Η πλάτη της ίσιωσε λιγάκι.» «Ναι. Οι ώμοι της κοπέλας ήταν σκυφτοί.» «Είναι πανάκριβα. «Ώστε από αυτόν είναι. σε χτύπησε. έτσι δεν είναι. και η Ηρώ αισθάνθηκε ακόμα πιο άσχημα. Είχε πάρει ένα έντονο μαβί χρώμα.» «Είναι μάλλον περίπλοκο το θέμα. έκανε τα προσόντα του να ακούγονται λιγότερο σημαντικά.» «Δεν καταλαβαίνω το πώς. Η Ηρώ δάγκωσε το χείλι της. «Έτσι έγινε η μελανιά στο μάγουλό σου.» Η Ηρώ αναστέναξε. Δεν είχαν πει στη Φοίβη τίποτα.» Η κοπέλα πήρε μια βαθιά αναπνοή και σήκωσε το βλέμμα. «Λυπάμαι πολύ. «Υπεύθυνος.» Δάγκωσε το χείλι της.» Η Ηρώ άγγιξε το μάγουλό της και μόρφασε.» «Ο Μάντβιλ αντέδρασε έτσι παρασυρμένος από θυμό. «Κάποια από τις υπηρέτριες κρυφάκουσε κάτι και μου το είπε. Έκανα κάτι που τον εξόργισε πάρα πολύ. Άξιος. «Μόνο που…» Η Φοίβη ζάρωσε τη μύτη της. «Η Ξαδέρφη Μπατίλντα πήγε να μιλήσει στον Μάξιμους για το γάμο σου. Το καταλαβαίνω αυτό.» Τα μάτια της Ηρώς βούρκωσαν. Και καλά θα κάνει να νιώθει έτσι. «Το ξέρεις πως ο Μάξιμους είπε ότι πρέπει να παντρευτώ αυτή την Κυριακή.» Το βλέμμα της χαμήλωσε και πάλι. «Είναι για καλό.» «Δεν πειράζει.» Τώρα η Φοίβη την κοίταξε με ανησυχία. Θα πρέπει να νιώθει πολλές ενοχές.» «Όμως.» Με τον άχρωμο τρόπο που επανέλαβε τις αρετές του Τόμας. φαντάζομαι. Δεν συμφωνείς.» Η Φοίβη κατένευσε με το βλέμμα καρφωμένο στο πάτωμα. «Ναι. Η Φοίβη τα κοίταξε προσεκτικά.» Η Φοίβη σούφρωσε τη μύτη της. «Όχι αφού σε χτύπησε.

και εξομάλυνε το πρόσωπό της. Όμως. «Αυτό δεν είναι το σκουλαρίκι που έχασες τη βραδιά των αρραβώνων σου.» «Πολύ συχνά. όπου ξάπλωσε με ένα βαθύ αναστεναγμό. «Δεν αλλάζει ημερομηνία. Ξαδέρφη Μπατίλντα» της απάντησε. φοβάμαι» παραδέχτηκε η Φοίβη. αυτό εδώ θα έχει παγώσει χωρίς αμφιβολία. και σηκώθηκε υπάκουα.» «Μάλιστα.» ρώτησε η αδερφή της. είτε αφορά στους τρόπους είτε όχι» είπε εύθυμα η Φοίβη.τι έπρεπε» είπε η Ξαδέρφη Μπατίλντα.» Έκλεισε τα δάχτυλά της προστατευτικά γύρω από το μικρό κόσμημα. Ξαδέρφη.» «Μάλλον τα πάντα» είπε η Ηρώ κουρασμένα. Κι εγώ σίγουρα δεν τον έκανα ποτέ να πιστέψει πως μια τέτοια συμπεριφορά προς τους μεγαλύτερούς του είναι αυτονόητη. «Όμως. ξέρεις. Η Ηρώ χάιδεψε τα απαλά αφτιά της Μινιόν.» «Δεν νομίζω πως θα μπορούσε κανείς να πείσει τον Μάξιμους να κάνει κάτι που δεν θέλει. χαμογελώντας.» «Καταραμένα κουτσομπολιά!» Η Ξαδέρφη έκανε μια περιφρονητική γκριμάτσα. Απλώς η Φοίβη ήταν πολύ μικρή για να καταλάβει. Η μητέρα σας ήταν η ενσάρκωση της ευγένειας. Έτσι ακριβώς ένιωθε όποτε έβλεπε τον Γκρίφιν. Η Μινιόν γάβγισε λες και ήθελε να δώσει έμφαση στη δήλωση της αφεντικίνας της. «Έπειτα. «Γιατί δεν μπορεί να είναι συναρπαστικός και… και σαν περιπέτεια. . κερδίζοντας ένα γρύλισμα διαμαρτυρίας από τη Μινιόν. «Οι υπηρέτες δεν μπόρεσαν να μην κρυφακούσουν. εκείνος ήταν εντελώς ακατάλληλος.» ρώτησε η Ηρώ.» Η Ξαδέρφη Μπατίλντα έστρωνε νευρικά το φόρεμά της. «Όχι μόνο δεν αλλάζει ημερομηνία. αγαπητές μου.» Η Ηρώ ανασήκωσε τα φρύδια.» «Λίγο τσάι τώρα θα ήταν ό. Πότε έγινε αυτός ο άνθρωπος τόσο αγενής. είχε το θράσος να μου πει πως είχε δουλειές να τελειώσει και πως η συνέντευξή μας είχε τελειώσει! Μπορείς να το φανταστείς. «Είναι σαν…» «Ο αδερφός σου είναι πεισματάρης σαν μουλάρι!» φώναξε η Ξαδέρφη Μπατίλντα καθώς έμπαινε στο σαλόνι. δεν το κατάλαβα.«Γιατί. Το μικρό σπάνιελ σηκώθηκε από τα γόνατά της και πήδηξε με λεπτότητα στην αγκαλιά της Ηρώς.» Η Ξαδέρφη Μπατίλντα σωριάστηκε στον καναπέ δίπλα από την Ηρώ. αλλά ούτε που ήθελε να συζητήσει το θέμα. Η Μπατίλντα έριξε μια ματιά στο κορίτσι που πήγαινε προς την πόρτα. και άρχισαν τα κουτσομπολιά. και οι επίμονες κινήσεις της προφανώς ενοχλούσαν τη Μινιόν. Είμαι σίγουρη πως αν έψαχνες λίγο ακόμα. Μια αληθινή κυρία. «Τι καλά που το ξαναβρήκες» της είπε.» «Ναι. «Πάντα πίστευα πως κάθε φορά που βρίσκουμε ένα χαμένο σκουλαρίκι είναι σαν να έχουμε αποκτήσει ένα ολοκαίνουριο σετ. έτσι.» Να κάνει την καρδιά της να σκιρτά. «Πόσο συχνά χάνεις τα σκουλαρίκια σου. Φοίβη. Η Ηρώ κούνησε δύσπιστα το κεφάλι και κοίταξε το σκουλαρίκι που κρατούσε στο χέρι της. Χαίρομαι να βλέπω πως έχω μάθει τρόπους τουλάχιστον σε εσάς τα κορίτσια. «Σ’ ευχαριστώ. αγαπητή μου. Η Φοίβη έσκυψε μπροστά για να κοιτάξει την παλάμη της. αλλά είδε τη Φοίβη να επιστρέφει. αυτός είναι ο δούκας. «Πόσα νομίζεις πως γνωρίζει για το θέμα. θα μπορούσες να ζητήσεις να μας φέρουν άλλο. θα μπορούσες να βρεις έναν άντρα που να κάνει την καρδιά σου να σκιρτά κάθε φορά που θα τον βλέπεις. «Στο κάτω-κάτω. «Θα ήθελες λίγο τσάι.

» «Απλώς… Απλώς αναρωτιόμουν πότε σχεδιάζει ο Μάξιμους να συλλάβει αυτό τον παρασκευαστή. ωστόσο κάποτε θα πρέπει να υπήρξε κι αυτός μωρό. «Α.» Έχωσε τα δάχτυλά της στο απαλό τρίχωμα της Μινιόν. θα ήθελες ένα φλιτζάνι. Απλώς την είχε ρωτήσει αν θα ήθελε να συλληφθεί ο Γκρίφιν.Μερικές φορές είναι δύσκολο να τον φανταστεί κανείς κάπως αλλιώς. ωστόσο σίγουρα –σίγουρα!– δεν θα έκανε καμία κίνηση εναντίον του Γκρίφιν τη στιγμή που εκείνη ετοιμαζόταν να παντρευτεί τον Τόμας.» Εκείνην τη στιγμή μπήκαν οι υπηρέτριες με καινούριο τσάι και συνοδευτικά. με κρέμα πασαλειμμένη στα μούτρα του. «Ω. δείχνοντας ξαφνικά αβέβαιη. «Ήταν. Η μητέρα σας γελούσε συχνά με το αυστηρό ύφος που είχε. «Έτσι είπε. Η Ξαδέρφη Μπατίλντα την κοίταξε. εισπνέοντας τον αρωματικό ατμό.» «Αλήθεια. έπειτα από τη συζήτησή τους. Και είχε δίκιο. «Συμβαίνει κάτι. αυτό είναι ό. Είχε αφήσει να εννοηθεί πως θα έβαζε να συλλάβουν τον Γκρίφιν αν εκείνη δεν παντρευόταν τον Τόμας. και το σκυλί άρχισε να της γλείφει το χέρι. «Αυτό εδώ φαίνεται ωραίο και ζεστό» είπε η Ξαδέρφη Μπατίλντα καθώς έσκυβε για να σερβιριστεί. «Ήταν ένα αξιολάτρευτο μωρό. Ο Μάξιμους κυνηγούσε κάποιον παρασκευαστή τζιν στο Σεντ Τζάιλς – σήμερα! Ο Γκρίφιν τής είχε πει μόλις χθες βράδυ πως είχε διαπληκτιστεί με τον αδερφό της.» Η Ηρώ κούνησε αρνητικά το κεφάλι. Ωστόσο. «Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί ο αδερφός σας έπρεπε να με παιδέψει τόσο. Δεν της το είχε υποσχεθεί. Ο Μάξιμους είναι ένας υπέροχος δούκας. αγαπητές μου. Η Ηρώ τις ευχαρίστησε. Ύστερα έγειρε πίσω με το φλιτζάνι της. αγαπητή μου. Υποστήριζε πως ένα τόσο σοβαρό αγόρι θα γινόταν ο τέλειος δούκας. ίσως θεωρούσε έξυπνη κίνηση να τον βγάλει από τη μέση. πίνοντας μια γουλιά από το τσάι της. Ηρώ. αν και πολύ σοβαρό ακόμα κι όταν έπαιζε. ναι» είπε η Ξαδέρφη Μπατίλντα «αν και ο πατέρας σας τη μάλωνε γι’ αυτό. «Φοίβη.» Η Φοίβη έσκυψε προς το μέρος της με ενδιαφέρον. παρόλο που είναι πεισματάρης σαν μουλάρι. δεν είχε διατυπώσει καμία συγκεκριμένη υπόσχεση.» «Ίσως οι δουλειές που είχε να ήταν πολύ σημαντικές» υπέθεσε η Φοίβη. έτσι δεν είναι.τι πρέπει για να με τονώσει» είπε.» Έσμιξε τα φρύδια. όμως εγώ δεν καταλαβαίνω πόσο σημαντικό μπορεί να είναι το να συλλάβει κάποιον παρασκευαστή τζιν στο χειρότερο σημείο του Σεντ Τζάιλς. και επικράτησε σιγή μέχρι να μαζέψουν τα παλιά σερβίτσια και να αφήσουν τα καινούρια. Η Ξαδέρφη Μπατίλντα ξεφύσησε αποδοκιμαστικά. Μήπως ο αδερφός της είχε αποφασίσει να αντιμετωπίσει δραστικά την αντίθεση του Γκρίφιν στο γάμο της με τον Τόμας. ο Γκρίφιν είχε καβγαδίσει με τον Μάξιμους. δεν μπορούσε να θυμηθεί τίποτα από εκείνους. Αν ο Μάξιμους έβλεπε τον Γκρίφιν σαν απειλή για το γάμο της με τον Τόμας. κι εκείνες έκαναν από μια υπόκλιση και έφυγαν από το δωμάτιο. ασχέτως με το τι ισχυρίζεται.» Η Μινιόν έσκουξε καθώς η Ηρώ έσφιξε ακούσια το αφτί της. Ένα έντονο αίσθημα φόβου εξαπλώθηκε μέσα της και έκανε το κορμί της να ριγήσει. και η Ξαδέρφη ετοίμασε ένα φλιτζάνι για τη Φοίβη και ένα δικό της. Αφού ήταν ακόμη μωρό όταν πέθαναν. Πάντα της άρεσε να συζητάει για τους γονείς τους. και ίσως έτσι να πίστευε. Ο αδερφός της μπορούσε να γίνει πολύ σκληρός. . Αλλά όχι.» «Φυσικά!» είπε η Μπατίλντα.

Στο διάβολο ο άντρας. αναγκάζοντας τη Μινιόν να πηδήξει στο πάτωμα. όμως όταν έφτασε στο δωμάτιό της. πηγαίνετε να βοηθήσετε τους υπηρέτες στα κάτω σαλόνια» είπε η Λαβίνια. Χτύπησε την πόρτα της συνοφρυωμένος. νυχτικιές και ένας σωρός γυναικεία κομμάτια ήταν απλωμένα σε κάθε διαθέσιμη επιφάνεια. καθώς με συνόδευε στην πόρτα. μεσοφόρια. Το στήθος του σφίχτηκε. τι συμβαίνει. Δεν είχε χρόνο ούτε για να βρει κάποια βοήθεια. «Άρα. Προσπέρασε τον άντρα. Για ποιο λόγο ρωτάς. είδε μια άμαξα σταματημένη απέξω. παπούτσια. Έλεγε. τελικά. Υπάρχει χρόνος. . *** Ο Τόμας ξαφνιάστηκε όταν. Μέιζι. Το σκυλί έσκουξε δυνατά και χώθηκε κάτω από τον καναπέ. κάλτσες. «Λαβίνια. φτάνοντας αργά εκείνο το απόγευμα στο σπίτι της Λαβίνια. Ανέβηκε τρέχοντας τις σκάλες χωρίς να πει άλλη κουβέντα. Φουστάνια.» Η Ηρώ έσκυψε ανυπόμονα προς το μέρος της. Δεν είχε χρόνο για να δώσει εξηγήσεις ούτε στην Ξαδέρφη ούτε στη Φοίβη.» «Δεν ξέρω» απάντησε η Ξαδέρφη. εν πάση περιπτώσει. πως θα έπαιρνε στρατιώτες και θα συναντούσε τον πληροφοριοδότη του. «Ηρώ. «Τι κάνεις.» «Θυμήθηκα… Θυμήθηκα ένα ραντεβού» απάντησε η Ηρώ και σηκώθηκε όρθια. ο οποίος σκυθρώπιασε φανερά μόλις τον είδε. «Σύντομα. «Είναι η άμαξα ακόμη έξω. υποθέτω πως ναι.» Αλλά εκείνη βρισκόταν ήδη στο χολ και πλησίαζε τις σκάλες.» «Η κυρία Τέιτ είναι στα διαμερίσματά της» του είπε ο μπάτλερ ξινισμένα. σας παρακαλώ. παραλείποντας –όπως πρόσεξε ο Τόμας– το «λόρδε μου». «Ναι.» Ο Ξαδέρφη Μπατίλντα χαμήλωσε αργά το φλιτζάνι της. Του άνοιξε ο επιβλητικός μπάτλερ. ενώ ένα ακαθόριστο αίσθημα ανησυχίας άρχισε να φουντώνει μέσα του. Εκείνη σήκωσε το βλέμμα στο άκουσμα της φωνής του. Δεν ήταν παρά ένας απλός υπηρέτης. «Πού είναι. δεν έχει κάνει ακόμη τίποτα. κοκάλωσε. Όλα τα συρτάρια της σιφονιέρας της ήταν ανοιχτά. Έπρεπε να πάει στο Σεντ Τζάιλς και να ειδοποιήσει τον Γκρίφιν πριν τον ρίξει ο αδερφός της στη φυλακή… Καταδικασμένο σε θάνατο δια απαγχονισμού. Ο Τόμας δεν μπήκε στον κόπο να ακολουθήσει τις συνηθισμένες τυπικότητες. και η έκφρασή της πάγωσε. και η καρδιά της Ηρώς