You are on page 1of 340

ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ

Άλεφ
Βαλκυρίες
Ο Νικητής Είναι Μόνος
Μπρίντα
Η Μάγισσα του Πόρτο Μπέλο
Ζαχίρ
Έντεκα Λεπτά
Ο Διάβολος και η Δεσποινίδα Πριμ
Το Ημερολόγιο ενός Μάγου
Η Βερόνικα Αποφασίζει να Πεθάνει
Το Εγχειρίδιο του Πολεμιστή του Φωτός
Στις Όχθες του Ποταμού Πιέδρα
Κάθισα κι Έκλαψα

Το Πέμπτο Βουνό
Ο Αλχημιστής
Το Χειρόγραφο της Άκρα

ΠΑΟΥΛΟ ΚΟΕΛΟ

Μοιχεία

Μετάφραση από τα πορτογαλικά:
ΜΑΤΑ ΣΑΛΟΓΙΑΝΝΗ

ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΒΑΝΗ
ΑΘΗΝΑ

Σειρά: ΞΕΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
Tίτλος πρωτοτύπου: ADULTÉRIO
Συγγραφέας: PAULO COELHO
Γλωσσική επιμέλεια: ΑΝΤΑ ΚΑΣΑΠΑΚΗ
Εκδίδεται μετά από συμφωνία με τη Sant Jordi Asociados
Agencia Literaria S.L.U.,
Βαρκελώνη, Ισπανία.
www.santjordi-asociados.com
Copyright © Paulo Coelho, 2014
www.paulocoelhoblog.com
All rights reserved.
Copyright © 2014 για την ελληνική γλώσσα:
EKΔOTIKOΣ OPΓANIΣMOΣ ΛIBANH ABE
Σόλωνος 98 – 106 80 Aθήνα. Tηλ.: 210 3661200, Fax: 210
3617791
http://www.livanis.gr
Aπαγορεύεται η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική,
μερική ή περιληπτική, ή η απόδοση κατά παράφραση ή
διασκευή του περιεχομένου του βιβλίου με οποιονδήποτε
τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό, ηχογράφησης ή
άλλο, χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του εκδότη. Nόμος

2121/1993 και κανόνες του Διεθνούς Δικαίου που ισχύουν
στην Eλλάδα.
Παραγωγή: Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη
ISBN 978-960-14-2830-7

Ω Μαρία, που συνέλαβες χωρίς αμαρτία,
προσευχήσου για εμάς που προστρέχουμε σ’ Εσένα.
Αμήν.

Ἐπανάγαγε εἰς τό βάθος.
Το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο,
κεφάλαιο εʹ, στίχος 4

ΚΑΘΕ ΠΡΩΙ που ανοίγω τα μάτια μου για να αντικρίσω αυτό
που λέγεται «καινούρια μέρα» θέλω να τα ξανακλείσω και να
μη σηκωθώ από το κρεβάτι. Όμως πρέπει.
Έχω ένα θαυμάσιο σύζυγο, τρελά ερωτευμένο μαζί μου,
διευθυντή ενός οργανισμού επενδύσεων, ο οποίος κάθε
χρόνο –παρόλο που δεν του πολυαρέσει– φιγουράρει στον
κατάλογο των τριακοσίων πλουσιότερων ανθρώπων της
Ελβετίας σύμφωνα με το ελβετικό οικονομικό περιοδικό
Bilan.
Έχω δύο παιδιά που είναι «ο λόγος για να ζω» (όπως λένε
οι φίλες μου). Κάθε μέρα, νωρίς το πρωί, πρέπει να τους
ετοιμάσω πρωινό και να τα πάω στο σχολείο –που απέχει
πέντε λεπτά με τα πόδια από το σπίτι μας–, το οποίο είναι
ολοήμερο, πράγμα που σημαίνει ότι μπορώ έτσι και να
δουλεύω και να έχω ελεύθερο χρόνο. Όταν σχολάνε, μια
Φιλιππινέζα νταντά τα προσέχει μέχρι εγώ και ο σύζυγός μου
να γυρίσουμε στο σπίτι.
Μου αρέσει η δουλειά μου. Είμαι καταξιωμένη
δημοσιογράφος σε γνωστή εφημερίδα την οποία βρίσκει
κανείς σχεδόν σε κάθε γωνιά της Γενεύης, όπου μένουμε.
Μία φορά το χρόνο πηγαίνω διακοπές με την οικογένειά
μου, συνήθως σε παραδεισένιους προορισμούς, με
ονειρεμένες παραλίες, σε «εξωτικές» πόλεις, που οι φτωχοί
κάτοικοί τους μας κάνουν να νιώθουμε ακόμα πλουσιότεροι,

πιο προνομιούχοι και ευγνώμονες για τις ευλογίες της ζωής.
Δε συστήθηκα όμως ακόμα. Χαίρω πολύ, με λένε Λίντα.
Είμαι τριάντα ενός χρονών, το ύψος μου είναι 1,75, είμαι 68
κιλά και ντύνομαι με τα καλύτερα και ακριβότερα ρούχα (χάρη
στην απεριόριστη γενναιοδωρία του συζύγου μου). Οι άντρες
με ποθούν και οι γυναίκες με ζηλεύουν.
Ωστόσο, όταν ανοίγω τα μάτια μου το πρωί σ’ αυτό τον
ιδανικό κόσμο που τον ονειρεύονται όλοι και λίγοι
καταφέρνουν να τον κατακτήσουν, ξέρω ότι η μέρα μου θα
είναι μια καταστροφή. Μέχρι τις αρχές του έτους δεν
αμφισβητούσα τίποτα και ζούσα απλώς τη ζωή μου –
παρόλο που φορές φορές ένιωθα ενοχές που είχα
περισσότερα απ’ όσα αξίζω. Μια ωραία μέρα, εκεί που
έφτιαχνα πρωινό για όλους (θυμάμαι ότι είχε μπει η άνοιξη
και τα λουλούδια άρχιζαν να ανθίζουν στον κήπο),
αναρωτήθηκα: Αυτό είναι όλο λοιπόν;
Δεν έπρεπε να είχα κάνει αυτή την ερώτηση. Όμως για όλα
έφταιγε ένας συγγραφέας από τον οποίο είχα πάρει
συνέντευξη το προηγούμενο απόγευμα και που κάποια στιγμή
μου είχε πει:
«Δε με ενδιαφέρει στο παραμικρό να είμαι ευτυχισμένος.
Προτιμώ να ζω ερωτευμένος, κάτι που είναι επικίνδυνο, γιατί
ποτέ δεν ξέρει κανείς τι θα συναντήσει».
Θυμάμαι πως σκέφτηκα: Τον καημένο. Δεν τον ικανοποιεί
τίποτα. Θα πεθάνει δυστυχισμένος, μέσα στην πικρία.
Την επόμενη μέρα συνειδητοποίησα ότι εγώ δε διέτρεχα

κανένα κίνδυνο.
Ήξερα τι θα συναντήσω: ακόμα μια μέρα ίδια με την
προηγούμενη. Ερωτευμένη; Τι να πω, αγαπάω τον άντρα μου,
κάτι που μου εγγυάται ότι δε θα πάθω κατάθλιψη επειδή είμαι
αναγκασμένη να ζήσω με κάποιον μόνο και μόνο για
οικονομικούς λόγους, για τα παιδιά ή για να τηρήσω τα
προσχήματα.
Ζω στην ασφαλέστερη χώρα του κόσμου, τα πάντα στη
ζωή μου είναι σε τάξη, είμαι καλή μητέρα και σύζυγος. Έλαβα
αυστηρή προτεσταντική μόρφωση και σκοπεύω να την
περάσω και στα παιδιά μου. Δεν κάνω ποτέ λάθη, επειδή
ξέρω ότι μπορεί να τα χαλάσω όλα. Φροντίζω να ενεργώ
πάντα με τη μέγιστη αποτελεσματικότητα και την ελάχιστη
προσωπική ανάμειξη. Όταν ήμουν μικρότερη, πόνεσα από
έρωτες χωρίς ανταπόκριση, όπως όλοι οι κανονικοί
άνθρωποι.
Από τότε που παντρεύτηκα όμως σταμάτησε ο χρόνος.
Μέχρι που βρέθηκα μπροστά σ’ εκείνο τον καταραμένο
συγγραφέα και στην απάντησή του. Μα τι το κακό έχει η
ρουτίνα ή η ανία;
Για να είμαι ειλικρινής, απολύτως τίποτα. Μόνο...
...μόνο τον κρυφό τρόμο πως όλα αλλάζουν από ώρα σε
ώρα, πιάνοντάς με απροετοίμαστη.
Από τη στιγμή που έκανα τούτη την ολέθρια σκέψη ένα
ωραίο πρωί, τρόμαξα. Θα μπορούσα να αντιμετωπίσω τον
κόσμο μόνη μου αν πέθαινε ο άντρας μου; Ναι, απάντησα

στον εαυτό μου, γιατί η περιουσία του θα ήταν αρκετή για να
συντηρήσει πολλές γενιές. Κι αν πέθαινα εγώ, ποιος θα
φρόντιζε τα παιδιά; Ο αγαπημένος μου σύζυγος. Όμως τελικά
θα παντρευόταν κάποια άλλη, επειδή είναι πλούσιος,
γοητευτικός και έξυπνος. Θα έπεφταν τα παιδιά μου σε καλά
χέρια;
Το πρώτο μου βήμα ήταν να προσπαθήσω να απαντήσω
σε όλα μου τα ερωτήματα. Κι όσο περισσότερα απαντούσα,
τόσο περισσότερα ανέκυπταν. Κι αν βρει ερωμένη όταν
γεράσω; Κι αν έχει ήδη κάποια άλλη, αφού δεν κάνουμε πια
έρωτα τόσο συχνά όσο πρώτα; Κι αν νομίσει πως εγώ έχω
άλλον, επειδή δεν του έχω δείξει μεγάλο ενδιαφέρον τα
τελευταία τρία χρόνια;
Δεν τσακωνόμαστε ποτέ από ζήλια, και το θεωρούσα αυτό
πολύ καλό, όμως από εκείνο το ανοιξιάτικο πρωινό άρχισα
να υποπτεύομαι ότι αυτό δεν ήταν παρά παντελής έλλειψη
αγάπης κι από τις δύο πλευρές.
Έκανα ό,τι ήταν δυνατό για να μην το σκέφτομαι πια.
Για μία εβδομάδα, κάθε φορά που έφευγα για τη δουλειά,
πήγαινα να ψωνίσω κάτι στη Ρι ντι Ρον, τον εμπορικό δρόμο
της Γενεύης όπου βρίσκονται όλα τα καταστήματα
πολυτελείας. Τίποτα δε με πολυενδιέφερε, τουλάχιστον όμως
ένιωθα πως –ας πούμε– άλλαζα κάτι. Έχοντας ανάγκη ένα
αντικείμενο που δεν το χρειαζόμουν πρώτα. Ανακαλύπτοντας
μια ηλεκτρική συσκευή που δε γνώριζα ότι υπήρχε, παρόλο
που είναι πολύ δύσκολο να βρει κανείς κάτι πραγματικά

καινούριο στον κόσμο των ηλεκτρικών συσκευών. Απέφευγα
να μπω σε μαγαζιά με παιδικά, για να μην κακομάθω τα
παιδιά με υπερβολικά δώρα. Ούτε σε καταστήματα με αντρικά
είδη έμπαινα, για να μην αρχίσει ο άντρας μου να έχει υποψίες
από την υπερβολική μου γενναιοδωρία.
Όταν γυρνούσα στο σπίτι και έμπαινα στο μαγικό βασίλειο
του κόσμου μου, όλα έμοιαζαν θαυμάσια για τρεις τέσσερις
ώρες, μέχρι να πέσουν όλοι για ύπνο. Τότε, σιγά σιγά, άρχιζε
να γεννιέται ο εφιάλτης.
Σκέφτομαι πως το πάθος είναι για τους νέους και πως η
απουσία του είναι φυσιολογική για την ηλικία μου. Δεν είναι
αυτό που με τρομάζει.
Σήμερα, εδώ και μερικούς μήνες, είμαι μια γυναίκα
μοιρασμένη ανάμεσα στον τρόμο τού να αλλάξουν τα πάντα
και τον τρόμο τού να μείνουν τα πάντα ίδια για όλη μου τη
ζωή. Λένε ότι όσο πλησιάζει το καλοκαίρι αρχίζουμε να
έχουμε παράξενες ιδέες, νιώθουμε μικρότεροι επειδή περνάμε
περισσότερο χρόνο έξω και αυτό μας δίνει μια άλλη αίσθηση
για τις διαστάσεις του κόσμου. Ο ορίζοντας είναι πιο μακριά,
πέρα από τα σύννεφα και τους τοίχους του σπιτιού.
Ίσως. Δεν μπορώ όμως πια να κοιμηθώ καλά, και δε
φταίει η ζέστη. Όταν βραδιάζει και δε με βλέπει κανείς,
φοβάμαι τα πάντα: τη ζωή, το θάνατο, την αγάπη και την
έλλειψή της, το γεγονός πως όλα τα καινούρια πράγματα
γίνονται συνήθεια, το αίσθημα ότι χάνω τα καλύτερά μου
χρόνια σε μια ρουτίνα που θα επαναλαμβάνεται ώσπου να

πεθάνω και τον πανικό τού να αντιμετωπίσω το άγνωστο,
όσο συναρπαστικό και περιπετειώδες κι αν είναι.
Φυσικά, προσπαθώ να παρηγορηθώ με τον πόνο των
άλλων.
Ανοίγω την τηλεόραση, πέφτω σε μια εκπομπή.
Παρακολουθώ ατελείωτες ειδήσεις για ατυχήματα,
ανθρώπους που έχουν χάσει τα σπίτια τους εξαιτίας φυσικών
καταστροφών, πρόσφυγες. Πόσοι άνθρωποι άρρωστοι
υπάρχουν άραγε στον πλανήτη αυτή τη στιγμή; Πόσοι
υποφέρουν από αδικίες και προδοσίες, σιωπηλά ή
ουρλιάζοντας; Πόσοι είναι οι φτωχοί, οι άστεγοι και οι
φυλακισμένοι;
Αλλάζω κανάλι. Βλέπω μια σαπουνόπερα ή μια ταινία και
η προσοχή μου αποσπάται για λίγα λεπτά ή για μερικές ώρες.
Φοβάμαι μέχρι θανάτου μήπως ξυπνήσει ο άντρας μου και με
ρωτήσει «Τι συμβαίνει, αγάπη μου;». Γιατί τότε θα πρέπει να
του απαντήσω πως είναι όλα καλά. Το χειρότερο όμως θα
ήταν –όπως συνέβη δυο τρεις φορές τον περασμένο μήνα–
να θελήσει, μόλις ξαπλώσουμε, να απλώσει το χέρι του στο
μπούτι μου, να το ανεβάσει αργά προς τα πάνω και να αρχίσει
να με χαϊδεύει. Μπορώ να προσποιηθώ οργασμό –το έχω
ήδη κάνει πολλές φορές–, αλλά δεν μπορώ να αποφασίσω
έτσι απλά να είμαι υγρή.
Θα ήμουν αναγκασμένη να του πω ότι είμαι
εξουθενωμένη, κι εκείνος, χωρίς ποτέ να παραδεχτεί ότι
ενοχλείται, θα μου έδινε ένα φιλί, θα άλλαζε πλευρό, θα

διάβαζε τις τελευταίες ειδήσεις στο τάμπλετ του και θα
περίμενε την επόμενη μέρα. Και τότε θα παρακαλούσα να
ήταν κουρασμένος, πολύ κουρασμένος.
Δεν είναι πάντα έτσι όμως. Πότε πότε πρέπει να παίρνω κι
εγώ πρωτοβουλία. Δε γίνεται να τον απορρίπτω δύο νύχτες
στη σειρά, γιατί τότε θα βρει ερωμένη, και δε θέλω να τον
χάσω. Αυνανίζομαι λίγο πρώτα κι έτσι είμαι υγρή απ’ την
αρχή, οπότε όλα είναι και πάλι φυσιολογικά.
«Όλα είναι και πάλι φυσιολογικά» σημαίνει «τίποτα δε θα
είναι πάλι όπως πρώτα, όπως τότε που ήμασταν ακόμα ένα
μυστήριο ο ένας για τον άλλο».
Μου φαίνεται αφύσικο να διατηρείς την ίδια φλόγα μετά
από δέκα χρόνια γάμου. Και κάθε φορά που προσποιούμαι
ηδονή στο σεξ πεθαίνω λίγο μέσα μου. Λίγο; Νομίζω πως
αδειάζω γρηγορότερα απ’ όσο θεωρούσα.
Οι φίλες μου πιστεύουν πως είμαι τυχερή – γιατί τους λέω
ψέματα, πως κάνουμε έρωτα συχνά με τον άντρα μου, όπως
μου λένε ψέματα κι εκείνες, πως δεν ξέρουν πώς γίνεται και οι
δικοί τους άντρες διατηρούν ακόμα το ίδιο ενδιαφέρον γι’
αυτές. Λένε πως το σεξ στο γάμο είναι απολαυστικό μόνο τα
πέντε πρώτα χρόνια και πως μετά χρειάζεται λιγάκι
«φαντασία». Να κλείνεις τα μάτια και να φαντάζεσαι πως
από πάνω σου είναι ο γείτονάς σου, κάνοντάς σου πράγματα
που ο άντρας σου ποτέ δε θα τολμούσε. Να φαντάζεσαι ότι
σε παίρνει ταυτόχρονα με τον άντρα σου, όλες τις δυνατές
διαστροφές και όλα τα απαγορευμένα παιχνίδια.

ΣΗΜΕΡΑ, την ώρα που φεύγω για να πάω τα παιδιά στο
σχολείο, στέκομαι και κοιτάζω το γείτονα. Ποτέ δεν τον
φαντάστηκα από πάνω μου – προτιμώ να σκέφτομαι ένα
νεαρό ρεπόρτερ, συνάδελφό μου, που δείχνει μονίμως
πληγωμένος και μοναχικός. Ποτέ δεν τον είδα να προσπαθεί
να γοητεύσει κάποια, κι αυτή ακριβώς είναι η γοητεία
του. Όλες οι γυναίκες στη Σύνταξη έχουν πει κάποτε ότι
«θα ήθελαν να τον φροντίσουν τον καημενούλη». Πιστεύω
πως το καταλαβαίνει και πως τον ικανοποιεί απλώς να είναι
το αντικείμενο του πόθου, τίποτα περισσότερο. Ίσως να
αισθάνεται όπως κι εγώ: τρομερό φόβο να κάνει ένα βήμα
μπροστά και να τα χαλάσει όλα – τη δουλειά του, την
οικογένειά του, τη ζωή του, το παρελθόν και το μέλλον του.
Τέλος πάντων... Κοιτάζοντας το γείτονα σήμερα το πρωί,
ένιωσα μια ασυγκράτητη επιθυμία να βάλω τα κλάματα.
Έπλενε το αυτοκίνητό του κι εγώ σκεφτόμουν: Για δες, ένας
ακόμα άνθρωπος ίδιος με μένα και τον άντρα μου. Μια μέρα
θα κάνουμε το ίδιο πράγμα. Τα παιδιά μας θα έχουν
μεγαλώσει και θα έχουν εγκατασταθεί σε άλλη πόλη, ίσως
και σε άλλη χώρα, εμείς θα έχουμε πάρει σύνταξη και θα
πλένουμε τα αυτοκίνητά μας – παρόλο που θα μπορούμε
άνετα να πληρώσουμε κάποιον να τα πλύνει αντί για εμάς.
Ωστόσο, από μια ηλικία και μετά, πρέπει να καταπιανόμαστε
με μικροπράγματα για να περνάμε την ώρα μας, για να

δείχνουμε στους άλλους ότι το σώμα εξακολουθεί να
λειτουργεί καλά, ότι δεν έχουμε χάσει την αίσθηση του
χρήματος και ότι κάνουμε ακόμα τα ίδια πράγματα με
ταπεινότητα.
Ένα καθαρό αυτοκίνητο δεν έχει και μεγάλη διαφορά για
τον κόσμο. Σήμερα το πρωί όμως είναι το μόνο πράγμα που
έχει σημασία για το γείτονά μου. Μου ευχήθηκε να έχω μια
υπέροχη μέρα, μου χαμογέλασε και έστρεψε ξανά την
προσοχή του σ’ αυτό που έκανε, λες και συντηρούσε άγαλμα
του Ροντέν.

ΑΦΗΝΩ ΤΟ ΑΜΑΞΙ ΜΟΥ σε ένα πάρκινγκ –«Να
χρησιμοποιείτε τα μέσα μαζικής μεταφοράς για να πάτε στο
κέντρο! Μη μολύνετε το περιβάλλον!»–, παίρνω το
λεωφορείο που παίρνω πάντα και χαζεύω έξω τα ίδια
πράγματα στο δρόμο για τη δουλειά. Η Γενεύη μοιάζει να
μην έχει αλλάξει καθόλου από τότε που ήμουν παιδί: τα ίδια
αρχοντικά σπίτια παραμένουν πεισματικά δίπλα σε κτίρια
κατασκευασμένα από κάποιο τρελό τοπικό άρχοντα που
ανακάλυψε τη «νέα αρχιτεκτονική» τη δεκαετία του ’50.
Κάθε φορά που ταξιδεύω μου λείπει. Μου λείπει αυτή η
εκπληκτική κακογουστιά, η απουσία μεγάλων πύργων από
γυαλί και ατσάλι, η ανυπαρξία αυτοκινητόδρομων ταχείας
κυκλοφορίας, οι ρίζες των δέντρων που έχουν πετάξει το
τσιμέντο στα πεζοδρόμια με αποτέλεσμα να σκοντάφτουμε
συνέχεια, οι δημόσιοι κήποι με μυστηριώδεις ξύλινους
φράχτες όπου φυτρώνουν χορτάρια όλων των ειδών επειδή
«έτσι είναι η φύση»... Με δυο λόγια, μια πόλη διαφορετική
από τις άλλες, που έχουν γίνει μοντέρνες κι έχουν χάσει τη
μαγεία τους.
Εδώ λέμε ακόμα «Καλημέρα» όταν διασταυρωνόμαστε με
έναν άγνωστο στο δρόμο και «Τα λέμε» όταν βγαίνουμε από
το μαγαζί όπου αγοράσαμε ένα μπουκάλι μεταλλικό νερό κι
ας μη σκοπεύουμε να το ξαναεπισκεφτούμε ποτέ.
Εξακολουθούμε να μιλάμε με αγνώστους στο λεωφορείο,

παρόλο που ο υπόλοιπος κόσμος νομίζει πως οι Ελβετοί
είναι διακριτικοί και συγκρατημένοι.
Πόσο λάθος είναι αυτό!
Είναι καλό όμως που το πιστεύουν, καθώς έτσι θα
διατηρήσουμε τον τρόπο ζωής μας για πέντ’ έξι αιώνες
ακόμα, προτού διασχίσουν τις Άλπεις ορδές βαρβάρων με
τον αξιοθαύμαστο ηλεκτρονικό εξοπλισμό τους, με
διαμερίσματα με μικρά δωμάτια και μεγάλα σαλόνια για να
εντυπωσιάζουν τους γείτονες, γυναίκες βαμμένες υπερβολικά,
άντρες που μιλούν πολύ δυνατά και ενοχλούν τους
διπλανούς τους και εφήβους που ντύνονται μεν
αντιδραστικά, αλλά τρέμουν το τι μπορεί να σκέφτονται γι’
αυτούς οι γονείς τους.
Ας πιστεύουν όλοι πως το μόνο που κάνουμε είναι να
εκτρέφουμε αγελάδες και να φτιάχνουμε τυρί, σοκολάτες και
ρολόγια. Ας νομίζουν πως υπάρχει κι από μια τράπεζα σε
κάθε γωνιά της Γενεύης. Δε μας ενδιαφέρει καθόλου να
αλλάξει η άποψη αυτή.
Είμαστε ευτυχισμένοι χωρίς τις ορδές βαρβάρων. Είμαστε
όλοι οπλισμένοι μέχρι τα δόντια –καθώς η στρατιωτική
θητεία είναι υποχρεωτική και κάθε Ελβετός έχει κι από ένα
όπλο στο σπίτι του–, σπάνια όμως ακούς πως κάποιος
πυροβόλησε κάποιον άλλο.
Είμαστε ευτυχισμένοι που τίποτα δεν αλλάζει αιώνες τώρα.
Είμαστε περήφανοι που παραμείναμε ουδέτεροι όταν η
Ευρώπη έστελνε τα παιδιά της σε πολέμους χωρίς νόημα.

Χαιρόμαστε που δεν είμαστε υποχρεωμένοι να δίνουμε
εξηγήσεις σε κανέναν για την όχι και τόσο ελκυστική εικόνα
της Γενεύης, με τα καφέ της που χρονολογούνται από τα
τέλη του 19ου αιώνα και τις ηλικιωμένες κυρίες που κάνουν
περίπατο στην πόλη.
Ίσως το «είμαστε ευτυχισμένοι» να μην είναι και τόσο
ακριβές.
Όλοι είναι ευτυχισμένοι, αλλά όχι εγώ, που αυτή τη στιγμή
πηγαίνω στη δουλειά μου με τη σκέψη πως κάτι δεν πάει
καλά με μένα.

ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΜΕΡΑ , και η εφημερίδα για μία ακόμα φορά
καταβάλλει προσπάθειες να βρει ενδιαφέροντα θέματα πέρα
από τα συνηθισμένα τροχαία ατυχήματα, τις επιθέσεις (χωρίς
όπλο) και τις πυρκαγιές (που κινητοποιούν δεκάδες οχήματα
με πολύ εξειδικευμένο προσωπικό, το οποίο κατακλύζει ένα
παλιό διαμέρισμα επειδή ο καπνός από ένα ψητό που
ξεχάστηκε στο φούρνο τρομοκράτησε τους πάντες).
Ακόμα μια επιστροφή στο σπίτι, η χαρά του μαγειρέματος,
το στρωμένο τραπέζι και η οικογένεια που μαζεύεται γύρω του
προσευχόμενη στο Θεό για το φαγητό που τρώει. Ακόμα μια
νύχτα που, μετά το βραδινό, ο καθένας πηγαίνει στη γωνιά
του: ο πατέρας να βοηθήσει τα παιδιά στα μαθήματά τους, η
μητέρα να αφήσει την κουζίνα καθαρή, το σπίτι έτοιμο και τα
χρήματα για την οικιακή βοηθό που θα έρθει αύριο νωρίς
νωρίς.
Τους μήνες αυτούς υπήρξαν στιγμές που ένιωσα πολύ
καλά. Πίστεψα πως η ζωή μου έχει νόημα, πως αυτός είναι ο
ρόλος του ανθρώπου στη γη. Τα παιδιά αντιλαμβάνονται ότι
η μητέρα τους είναι ήρεμη, ο σύζυγος γίνεται πιο ευγενικός
και δείχνει μεγαλύτερη προσοχή, το σπίτι ολόκληρο μοιάζει
να έχει το δικό του φως. Είμαστε υπόδειγμα ευτυχίας για τη
γειτονιά, για την πόλη, για το κράτος –που εδώ το λέμε
καντόνι–, για τη χώρα.
Και ξαφνικά, χωρίς καμία λογική εξήγηση, μπαίνω στο

ντους και αρχίζω να κλαίω με αναφιλητά. Κλαίω στο μπάνιο
γιατί εδώ κανείς δεν μπορεί να ακούσει τους λυγμούς μου και
να μου κάνει την ερώτηση που σιχαίνομαι περισσότερο από
όλες: «Είσαι καλά;»
Ναι, γιατί να μην είμαι; Βλέπετε κάτι να μην πηγαίνει καλά
στη ζωή μου;
Τίποτα.
Μόνο τη νύχτα, που μου φέρνει τρόμο.
Τη μέρα, που δεν κρύβει κανένα ενθουσιασμό για μένα.
Τις ευτυχισμένες εικόνες του παρελθόντος και τα
πράγματα που θα μπορούσαν να έχουν γίνει και δεν έγιναν.
Την επιθυμία της περιπέτειας που δεν πραγματοποιήθηκε
ποτέ.
Τον τρόμο τού να μην ξέρω τι θα συμβεί στα παιδιά μου.
Και τότε η σκέψη μου αρχίζει να περιστρέφεται γύρω από
αρνητικά πράγματα, πάντα τα ίδια, λες και με παραμονεύει
κάποιος δαίμονας στη γωνία του δωματίου μου για να
πηδήξει πάνω μου και να μου πει πως αυτό που εγώ ονομάζω
«ευτυχία» είναι μονάχα μια περαστική κατάσταση, που δεν
μπορεί να κρατήσει πολύ. Και πάντα το ήξερα αυτό, έτσι δεν
είναι;
Θέλω να αλλάξω. Πρέπει να αλλάξω. Σήμερα στη δουλειά
έδειξα περισσότερο εκνευρισμό απ’ ό,τι συνήθως επειδή ένας
ασκούμενος άργησε να μου φέρει το υλικό που είχα ζητήσει.
Δεν είμαι έτσι, σιγά σιγά όμως χάνω την επαφή με τον εαυτό
μου.

Είναι βλακεία να κατηγορώ το συγγραφέα και τη
συνέντευξή του. Πάνε πια μήνες από τότε. Το μόνο που έκανε
ήταν να σηκώσει το καπάκι από τον κρατήρα ενός ηφαίστειου
που απειλεί να εκραγεί από στιγμή σε στιγμή σπέρνοντας
γύρω του τον όλεθρο και την καταστροφή. Αν δεν ήταν
εκείνος, θα ήταν κάποια ταινία, ένα βιβλίο, κάποιος με τον
οποίο θα έλεγα δυο τρεις κουβέντες. Πιστεύω πως μερικοί
άνθρωποι αφήνουν χρόνια ολόκληρα την πίεση να αυξάνεται
μέσα τους χωρίς να το αντιλαμβάνονται καν και μια ωραία
μέρα από μια τυχαία σαχλαμάρα χάνουν το μυαλό τους.
Και τότε λένε: «Φτάνει. Δε θέλω άλλο».
Κάποιοι αυτοκτονούν. Άλλοι παίρνουν διαζύγιο. Κάποιοι
άλλοι πηγαίνουν σε φτωχές περιοχές στην Αφρική για να
σώσουν τον κόσμο.
Όμως με ξέρω. Ξέρω πως η μόνη μου αντίδραση θα είναι
να πνίξω αυτό που νιώθω μέχρι ένας καρκίνος να μου φάει τα
σωθικά. Γιατί το πιστεύω πως πολλές αρρώστιες είναι
αποτέλεσμα καταπιεσμένων συναισθημάτων.

ΞΥΠΝΑΩ ΣΤΙΣ ΔΥΟ ΤΑ ΞΗΜΕΡΩΜΑΤΑ και κοιτάζω το
ταβάνι, παρόλο που ξέρω ότι πρέπει να σηκωθώ νωρίς το
πρωί – κάτι που σιχαίνομαι. Αντί να σκεφτώ κάτι
παραγωγικό, όπως τι μου συμβαίνει, πολύ απλά δεν μπορώ
να ελέγξω τις σκέψεις μου. Μερικές μέρες –λίγες, δόξα τω
Θεώ– αναρωτιέμαι αν πρέπει να απευθυνθώ σε κάποια
ψυχιατρική κλινική για να ζητήσω βοήθεια. Αυτό που με
εμποδίζει και τελικά δεν το κάνω δεν είναι η δουλειά μου,
ούτε ο άντρας μου, αλλά τα παιδιά. Δεν μπορούν να
καταλάβουν τι νιώθω, σε καμία περίπτωση.
Όλα είναι εντονότερα. Σκέφτομαι ξανά ένα γάμο –το δικό
μου– όπου η ζήλια δεν αποτελεί ποτέ το θέμα των
καβγάδων. Εμείς όμως, οι γυναίκες, έχουμε μια έκτη
αίσθηση. Ίσως ο άντρας μου να έχει βρει άλλη κι εγώ να το
αντιλαμβάνομαι υποσυνείδητα. Δεν υπάρχει ωστόσο κανένας
λόγος να τον υποψιάζομαι.
Δεν είναι αυτό παράλογο; Απ’ όλους τους άντρες του
κόσμου, έχω άραγε παντρευτεί τον μοναδικό που είναι
τέλειος; Δεν πίνει, δε βγαίνει τα βράδια, δεν έχει μέρες που τις
περνάει μόνο με τους φίλους του. Η ζωή του γυρίζει γύρω από
την οικογένειά του.
Θα ήταν όνειρο αν δεν ήταν εφιάλτης. Γιατί η ευθύνη μου
να ανταποκριθώ σε όλα αυτά είναι τεράστια.
Συνειδητοποιώ τότε ότι λέξεις όπως «αισιοδοξία» και

«ελπίδα», που τις διαβάζουμε σε όλα τα βιβλία που
προσπαθούν να μας εμφυσήσουν αυτοπεποίθηση και να μας
προετοιμάσουν για τη ζωή, είναι ακριβώς αυτό: λέξεις. Οι
σοφοί που τις αρθρώνουν ίσως να ψάχνουν νόημα για τον
εαυτό τους και να μας χρησιμοποιούν σαν πειραματόζωα, για
να δουν πώς αντιδρούμε στο ερέθισμα.
Στην πραγματικότητα, έχω κουραστεί να ζω μια
ευτυχισμένη και τέλεια ζωή. Κι αυτό δεν μπορεί να είναι παρά
σημάδι κάποιας ψυχικής νόσου.
Με παίρνει ο ύπνος με τούτη τη σκέψη. Ποιος ξέρει, μπορεί
να έχω κάποιο σοβαρό πρόβλημα.

ΠΗΓΑΙΝΩ ΓΙΑ ΜΕΣΗΜΕΡΙΑΝΟ ΜΕ ΜΙΑ ΦΙΛΗ.
Μου πρότεινε να συναντηθούμε σ’ ένα γιαπωνέζικο
εστιατόριο που δεν έχω ακουστά – πράγμα παράξενο, γιατί
λατρεύω τη γιαπωνέζικη κουζίνα. Μου εγγυήθηκε ότι το
μαγαζί είναι εξαιρετικό, αν και λίγο μακριά από τη δουλειά
μου.
Δυσκολεύομαι να φτάσω. Αναγκάστηκα να πάρω δύο
λεωφορεία και να βρω κάποιον να μου δείξει τη στοά όπου
βρίσκεται το «εξαιρετικό μαγαζί». Τα βρίσκω όλα φρικτά: τη
διακόσμηση, τα τραπέζια με τα χάρτινα τραπεζομάντιλα, την
απουσία θέας. Η φίλη μου όμως έχει δίκιο. Το φαγητό είναι
από τα καλύτερα που έχω δοκιμάσει στη Γενεύη.
«Πάντα έτρωγα στο ίδιο εστιατόριο, που το έβρισκα καλό,
αλλά τίποτα το ιδιαίτερο», μου λέει. «Μέχρι που ένας φίλος
μου που εργάζεται στη διπλωματική αποστολή της Ιαπωνίας
μου πρότεινε αυτό εδώ. Ο χώρος μού φάνηκε απαίσιος, όπως
σίγουρα σου φάνηκε κι εσένα. Όμως το μαγαζί το κρατάνε οι
ιδιοκτήτες του, κι αυτό κάνει τη διαφορά».
Πηγαίνω συνέχεια στα ίδια εστιατόρια και παραγγέλνω τα
ίδια πιάτα, σκέφτομαι. Ούτε καν εκεί δεν είμαι ικανή να
ρισκάρω.
Η φίλη μου παίρνει αντικαταθλιπτικά. Το τελευταίο που
θέλω είναι να μιλήσουμε γι’ αυτό, επειδή σήμερα κατέληξα
στο συμπέρασμα ότι απέχω ένα βήμα από την ίδια ασθένεια

και δε θέλω να το αποδεχτώ.
Και ακριβώς επειδή είπα στον εαυτό μου πως αυτό είναι το
τελευταίο πράγμα που θέλω, είναι το πρώτο που κάνω. Η
δυστυχία των άλλων πάντα βοηθάει στο να αμβλυνθούν τα
δικά μας προβλήματα.
Τη ρωτάω πώς αισθάνεται.
«Πολύ καλύτερα. Μπορεί τα φάρμακα να αργούν να έχουν
αποτέλεσμα, μόλις όμως αρχίσουν να ενεργούν,
ξαναβρίσκεις το ενδιαφέρον σου για τα πράγματα, που
αρχίζουν να έχουν ξανά χρώμα και γεύση».
Δηλαδή η θλίψη μετατρέπεται σε μία ακόμα πηγή κέρδους
για τις φαρμακευτικές εταιρείες. Νιώθεις δυστυχία; Πάρε αυτό
το χάπι και βάλε τέλος στα προβλήματά σου.
Τη ρωτάω διακριτικά αν την ενδιαφέρει να συνεργαστούμε
σε μια μεγάλη έρευνα για την εφημερίδα με θέμα την
κατάθλιψη.
«Δεν αξίζει τον κόπο. Οι άνθρωποι πλέον μοιράζονται
αυτό που νιώθουν στο διαδίκτυο. Και υπάρχουν και τα
φάρμακα».
Τι συζητιέται στο διαδίκτυο;
«Οι παρενέργειες των φαρμάκων. Κανείς δεν ενδιαφέρεται
για τα συμπτώματα των άλλων, επειδή μπορεί να είναι
κολλητικά. Μπορεί ξαφνικά ν’ αρχίσουμε να νιώθουμε
πράγματα που δε νιώθαμε πριν».
Τίποτ’ άλλο;
«Ασκήσεις διαλογισμού. Δεν πιστεύω πως έχουν και

ιδιαίτερο αποτέλεσμα ωστόσο. Τις έχω δοκιμάσει όλες, αλλά
είδα βελτίωση μόνο όταν αποφάσισα να αποδεχτώ πως είχα
πρόβλημα».
Μα δε βοηθάει σε τίποτα να ξέρεις πως δεν είσαι μόνη;
Δεν είναι καλό για όλους να συζητάει κανείς τι νιώθει εξαιτίας
της κατάθλιψης;
«Επ’ ουδενί. Κάποιον που έχει βγει από την κόλαση δεν
τον ενδιαφέρει στο παραμικρό να ξέρει πώς πάει η ζωή εκεί
μέσα».
Γιατί πέρασε τόσα χρόνια σ’ αυτή την κατάσταση;
«Επειδή δεν πίστευα ότι μπορεί να έχω κατάθλιψη. Και
επειδή, όταν το συζητούσα μαζί σου ή με άλλες φίλες, όλες
μού λέγατε ότι ήταν ανοησίες, ότι οι άνθρωποι που έχουν
πραγματικά προβλήματα δεν έχουν χρόνο για να νιώθουν
κατάθλιψη».
Είναι αλήθεια. Της το είχα πει πράγματι.
Επιμένω: ένα ρεπορτάζ ή μια ανάρτηση σε ιστολόγιο ίσως
βοηθήσει τους ανθρώπους να τα βγάλουν πέρα με την
ασθένεια και να ζητήσουν βοήθεια. Αφού εγώ δεν έχω
κατάθλιψη και δεν ξέρω πώς είναι –τονίζω–, δεν μπορεί
εκείνη να μου μιλήσει λίγο για το θέμα;
Διστάζει. Είναι φίλη μου όμως και ίσως να υποψιάζεται
κάτι.
«Είναι σαν να βρίσκεσαι σε παγίδα. Ξέρεις ότι έχεις
πιαστεί, αλλά δεν μπορείς...»
Ακριβώς αυτό που σκέφτηκα κι εγώ πριν από μερικές

μέρες.
Αρχίζει να απαριθμεί ένα σωρό ενδείξεις που θεωρούνται
κοινές για όλους όσοι έχουν ήδη περάσει από αυτό που
εκείνη αποκαλεί «κόλαση». Απροθυμία να σηκωθείς από το
κρεβάτι. Τα απλούστερα πράγματα φαίνεται να απαιτούν
ηράκλεια προσπάθεια. Το αίσθημα ενοχής επειδή δεν έχεις
κανένα λόγο να βρίσκεσαι σ’ αυτή την κατάσταση από τη
στιγμή που τόσοι άνθρωποι στον κόσμο υποφέρουν
πραγματικά.
Προσπαθώ να επικεντρωθώ στο πεντανόστιμο φαγητό,
που ήδη έχει αρχίσει να χάνει τη γεύση του. Η φίλη μου
συνεχίζει:
«Απάθεια. Προσποιείσαι χαρά, προσποιείσαι λύπη,
προσποιείσαι οργασμούς, προσποιείσαι πως διασκεδάζεις,
προσποιείσαι ότι κοιμήθηκες καλά, προσποιείσαι ότι ζεις.
Μέχρι που φτάνεις σε μια φανταστική κόκκινη γραμμή και
καταλαβαίνεις πως, αν την περάσεις, δεν υπάρχει επιστροφή.
Τότε παύεις να παραπονιέσαι, γιατί το να παραπονιέσαι
σημαίνει πως τουλάχιστον παλεύεις ενάντια σε κάτι.
Αποδέχεσαι αυτή την κατάσταση στην οποία φυτοζωείς και
προσπαθείς να το κρύψεις από όλο τον κόσμο. Πράγμα που
απαιτεί κόπο».
Και τι προκάλεσε την κατάθλιψή της;
«Τίποτα το ιδιαίτερο. Γιατί όμως τόσες ερωτήσεις;
Νιώθεις κάτι;»
Όχι βέβαια!

Ας αλλάξουμε θέμα καλύτερα.
Μιλάμε για τον πολιτικό από τον οποίο θα πάρω
συνέντευξη σε μερικές μέρες: ένα πρώην αγόρι μου από το
σχολείο που μάλλον δε θα θυμάται καν πως κάποτε
ανταλλάξαμε μερικά φιλιά και μου έπιασε το στήθος, που
τότε δεν είχε καλά καλά σχηματιστεί.
Η φίλη μου ενθουσιάζεται. Εγώ, αντίθετα, προσπαθώ να
μη σκέφτομαι τίποτα – αντιδρώ σαν να έχω βάλει τον
αυτόματο πιλότο.
Απάθεια. Ακόμα δεν έχω φτάσει σ’ αυτό το στάδιο,
παραπονιέμαι γι’ αυτό που μου συμβαίνει, όμως νομίζω πως
σύντομα –ίσως να είναι θέμα μηνών, ημερών ή ωρών– ίσως
κάνει την εμφάνισή της η παντελής έλλειψη ενδιαφέροντος
για τα πάντα, και τότε θα είναι πολύ δύσκολο να απαλλαγώ
από αυτή.
Φαίνεται πως η ψυχή μου αφήνει σιγά σιγά το σώμα μου
και πηγαίνει σε ένα μέρος που δε γνωρίζω, ένα μέρος
«σίγουρο», κάπου όπου δεν είναι υποχρεωμένη να ανέχεται
εμένα και τους νυχτερινούς τρόμους μου. Σαν να μη
βρίσκομαι σε ένα απαίσιο γιαπωνέζικο εστιατόριο με
εκπληκτικό φαγητό και όσα ζω δεν είναι παρά μια ταινία που
βλέπω χωρίς να θέλω –ή να μπορώ– να παρέμβω.

ΞΥΠΝΑΩ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΩ το ίδιο τελετουργικό
όπως πάντα: βουρτσίζω τα δόντια μου, ετοιμάζομαι για τη
δουλειά, πηγαίνω στο δωμάτιο των παιδιών να τα ξυπνήσω,
φτιάχνω πρωινό για όλους, χαμογελάω, λέω ότι η ζωή είναι
ωραία. Και κάθε λεπτό και με κάθε μου κίνηση νιώθω ένα
βάρος που δεν μπορώ να το ονομάσω, σαν το ζώο που δεν
πολυκαταλαβαίνει πώς πιάστηκε στην παγίδα.
Αυτό που τρώω είναι άνοστο, το χαμόγελο από την άλλη
μεγαλώνει, για να μην υποψιαστούν τίποτα, η διάθεση να
βάλω τα κλάματα καταπνίγεται, το φως φαντάζει γκρίζο.
Η χτεσινή συζήτηση δε μου έκανε καλό: αρχίζω να πιστεύω
ότι παύω να επαναστατώ κι ότι οδεύω ολοταχώς προς την
απάθεια.
Μα κανείς δεν το βλέπει;
Όχι βέβαια. Στο κάτω κάτω, θα ήμουν ο τελευταίος
άνθρωπος στον κόσμο που θα παραδεχόταν ότι χρειάζεται
βοήθεια.
Αυτό είναι το πρόβλημά μου: το ηφαίστειο εξερράγη και
δε γίνεται να ξαναχώσεις τη λάβα μέσα, να φυτέψεις δέντρα,
να κουρέψεις το χορτάρι και να βάλεις πρόβατα να βόσκουν.
Δε μου άξιζε αυτό. Πάντα προσπαθούσα να προλαβαίνω
τις προσδοκίες όλου του κόσμου. Συνέβη όμως, και δεν
μπορώ να κάνω τίποτα παρά να πάρω φάρμακα. Ίσως να
εφεύρω σήμερα κιόλας μια δικαιολογία για να γράψω κάτι

σχετικά με την ψυχιατρική και την κοινωνική ασφάλιση (το
λατρεύουν αυτό) και τελικά να γνωρίσω έναν καλό ψυχίατρο
από τον οποίο να ζητήσω βοήθεια, παρόλο που κάτι τέτοιο
δεν είναι δεοντολογικό. Αλλά δεν είναι όλα τα πράγματα
δεοντολογικά.
Δεν έχω καμία εμμονή που να κυριαρχεί στη σκέψη μου –
πώς να κάνω δίαιτα, για παράδειγμα. Ή μανία με την τάξη,
βρίσκοντας πάντα φταίξιμο στην οικιακή βοηθό, που έρχεται
στις οχτώ το πρωί και φεύγει στις πέντε το απόγευμα, αφού
πλύνει και σιδερώσει τα ρούχα, τακτοποιήσει το σπίτι και πότε
πότε κάνει και τα ψώνια. Δεν μπορώ να ξεφορτωθώ την
απελπισία μου προσπαθώντας να γίνω η σούπερ μαμά,
επειδή τα παιδιά θα κατηγορούν γι’ αυτό τον εαυτό τους για
όλη τους τη ζωή.
Φεύγω για τη δουλειά και ξαναβλέπω το γείτονα να πλένει
το αυτοκίνητό του. Μα δεν το έπλυνε χτες;
Χωρίς να προλάβω να συγκρατηθώ, τον πλησιάζω και τον
ρωτάω γιατί.
«Κάτι έλειπε», μου λέει αφού με καλημερίσει, με ρωτήσει
πώς είναι η οικογένειά μου και μου πει πως το φόρεμά μου
είναι όμορφο.
Κοιτάζω το αυτοκίνητο, ένα Audi (ένα από τα παρωνύμια
της Γενεύης είναι η «Πόλη των Audi»). Μου φαίνεται τέλειο.
Εκείνος μου δείχνει μια δυο μικρολεπτομέρειες που έχουν
ξεφύγει, εξαιτίας των οποίων το αυτοκίνητο δε λάμπει όπως
θα έπρεπε.

Τραβάω λίγο τη συζήτηση και τελικά τον ρωτάω τι
πιστεύει πως ζητούν οι άνθρωποι στη ζωή τους.
«Εύκολο: να πληρώνουν τους λογαριασμούς τους. Να
αγοράσουν ένα σπίτι σαν το δικό σας ή το δικό μου. Να
έχουν έναν κήπο με δέντρα, να κάνουν το τραπέζι στα παιδιά
και στα εγγόνια τους τις Κυριακές. Να ταξιδέψουν στον
κόσμο αφού πάρουν σύνταξη».
Αυτό λοιπόν ζητούν οι άνθρωποι από τη ζωή τους; Στ’
αλήθεια αυτό; Κάτι δεν πάει καλά στον κόσμο, και δεν είναι ο
πόλεμος στην Ασία ή στη Μέση Ανατολή.
Προτού πάω στην εφημερίδα, πρέπει να πάρω συνέντευξη
από τον Ζακόμπ, τον παλιό μου φίλο από το σχολείο. Ούτε
καν αυτό δε μου φτιάχνει τη διάθεση· όντως έχω αρχίσει να
χάνω το ενδιαφέρον μου για τα πράγματα.

ΠΑΙΡΝΩ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ που δε ζήτησα για κυβερνητικά
προγράμματα. Κάνω ερωτήσεις για να τον στριμώξω, αλλά
ξεγλιστράει με χάρη. Είναι ένα χρόνο μικρότερός μου, τριάντα
δηλαδή, αν και δείχνει τριάντα πέντε. Κρατάω τούτη την
παρατήρηση για τον εαυτό μου.
Φυσικά και χάρηκα που τον ξαναείδα, παρόλο που μέχρι
στιγμής δε με έχει ρωτήσει τίποτα για τη ζωή μου από τότε
που ο καθένας μας πήρε το δρόμο του μετά το σχολείο. Είναι
επικεντρωμένος στον εαυτό του, στην καριέρα του, στο
μέλλον του, ενώ εγώ πιάνω τον εαυτό μου να κολλάει σαν
χαζή στο παρελθόν, σαν να είμαι ακόμα εκείνη η έφηβη με τα
σιδεράκια στα δόντια που, παρ’ όλα αυτά, τη ζήλευαν τα
άλλα κορίτσια.
Μετά από λίγο παύω να τον ακούω και βάζω τον
αυτόματο πιλότο. Πάντα το ίδιο σενάριο, τα ίδια θέματα:
μείωση
της
φορολογίας,
καταπολέμηση
της
εγκληματικότητας, καλύτερος έλεγχος της εισόδου των
Γάλλων (τους «συνοριακούς», όπως τους λένε), που
παίρνουν τις θέσεις εργασίας των Ελβετών. Χρόνος μπαίνει,
χρόνος βγαίνει, τα θέματα μένουν ίδια και τα προβλήματα
παραμένουν χωρίς λύση, επειδή κανείς δεν ενδιαφέρεται στην
πραγματικότητα γι’ αυτά.
Είκοσι λεπτά συζήτησης αργότερα, αρχίζω να αναρωτιέμαι
αν η τόση έλλειψη ενδιαφέροντος από μεριάς μου οφείλεται

στην κατάσταση που βρίσκομαι αυτές τις μέρες. Όμως όχι.
Δεν υπάρχει τίποτα πιο ανιαρό από το να παίρνεις
συνεντεύξεις από πολιτικούς. Καλύτερα να με είχαν στείλει να
καλύψω κανένα έγκλημα. Οι δολοφονίες είναι πολύ πιο
πρωτότυπες.
Και, σε σύγκριση με τους εκπροσώπους του λαού σε
οποιοδήποτε άλλο μέρος του κόσμου, οι δικοί μας είναι οι
λιγότερο ενδιαφέροντες και οι πιο βαρετοί. Κανείς δε θέλει να
μάθει για την προσωπική τους ζωή. Μόνο δύο πράγματα
μπορούν να προκαλέσουν σκάνδαλο: η διαφθορά και τα
ναρκωτικά. Τότε το ζήτημα παίρνει γιγαντιαίες διαστάσεις και
έχει μεγαλύτερη απήχηση απ’ ό,τι θα έπρεπε, εξαιτίας της
παντελούς έλλειψης θεμάτων στις εφημερίδες.
Αλλά ποιος θέλει να ξέρει αν έχουν ερωμένες, αν
πηγαίνουν σε μπορντέλα ή αν έχουν αποφασίσει να
παραδεχτούν την ομοφυλοφιλία τους; Κανείς. Συνεχίζουν να
κάνουν εκείνο για το οποίο εξελέγησαν, δεν τινάζουν στον
αέρα το δημόσιο προϋπολογισμό και θα ζήσουμε όλοι στην
ησυχία μας.
Ο πρόεδρος της χώρας αλλάζει κάθε χρόνο (ακριβώς,
κάθε χρόνο) και δεν εκλέγεται απευθείας από το λαό, αλλά
από την Ομοσπονδιακή Συνέλευση ανάμεσα στα μέλη του
Ομοσπονδιακού Συμβουλίου, του οργάνου που αποτελεί
ουσιαστικά την ομοσπονδιακή κυβέρνηση της Ελβετίας και
απαρτίζεται από εφτά μέλη. Από την άλλη, κάθε φορά που
περνάω μπροστά από το Μουσείο Καλών Τεχνών, βλέπω

προκηρύξεις για καινούρια δημοψηφίσματα.
Αρέσει στον κόσμο να αποφασίζει για όλα: το χρώμα που
θα έχουν οι σακούλες σκουπιδιών (κέρδισε το μαύρο), τις
άδειες οπλοφορίας (τις ενέκρινε η πλειοψηφία και η Ελβετία
είναι από τις χώρες με τα περισσότερα κατά κεφαλήν όπλα
στον κόσμο), τη δυνατότητα ανέγερσης νέων μιναρέδων (δεν
έγινε δεκτή και μόνο τέσσερις υπάρχουν ως τώρα), την
παροχή ασύλου σε εκπατρισμένους (δεν το παρακολούθησα,
φαντάζομαι όμως ότι ο νόμος εγκρίθηκε και έχει τεθεί κιόλας
σε ισχύ).
«Κύριε Ζακόμπ Κενίγκ».
Μας έχουν ήδη διακόψει μία φορά. Ζητάει διακριτικά από
το βοηθό του να αναβάλει το επόμενο ραντεβού του. Η
εφημερίδα μου είναι η μεγαλύτερη της γαλλόφωνης Ελβετίας
και η συνέντευξη μπορεί να αποδειχτεί κρίσιμης σημασίας
στις επερχόμενες εκλογές.
Παριστάνει ότι με πείθει κι εγώ παριστάνω ότι τον πιστεύω.
Όμως είμαι ήδη ικανοποιημένη. Σηκώνομαι, τον
ευχαριστώ και του λέω ότι έχω όλο το υλικό που χρειάζομαι.
«Δε λείπει τίποτα;»
Φυσικά και λείπει. Όμως δεν είναι δική μου δουλειά να πω
τι.
«Τι θα έλεγες να συναντηθούμε όταν τελειώσεις από τη
δουλειά;»
Του απαντάω ότι πρέπει να πάω να πάρω τα παιδιά από το
σχολείο. Ελπίζω να παρατήρησε τη βέρα από μασίφ χρυσό

στο δάχτυλό μου. «Ό,τι έγινε έγινε», του λέω.
«Εντάξει. Τότε τι θα έλεγες να φάμε μαζί το μεσημέρι
κάποια μέρα;»
Συμφωνώ. Λέω ψέματα στον εαυτό μου με μεγάλη
ευκολία, καθώς σκέφτομαι: Ποιος ξέρει, ίσως να έχει κάτι
πολύ σημαντικό να μου πει, ένα μυστικό του κράτους, κάτι
που θα αλλάξει την πολιτική της χώρας και θα κάνει τον
αρχισυντάκτη μου να με δει με άλλο μάτι.
Πηγαίνει ως την πόρτα, την κλειδώνει, ξανάρχεται κοντά
μου και με φιλάει. Ανταποκρίνομαι, γιατί έχει περάσει πολύς
καιρός από τότε που κάναμε κάτι τέτοιο για τελευταία φορά.
Ο Ζακόμπ, τον οποίο ίσως κάποτε θα μπορούσα να είχα
αγαπήσει, τώρα είναι οικογενειάρχης, παντρεμένος με μια
καθηγήτρια. Το ίδιο κι εγώ, έχω οικογένεια, και είμαι
παντρεμένη με έναν πλούσιο κληρονόμο που παρ’ όλα αυτά
έχει την καριέρα του.
Μου περνάει η σκέψη να τον σπρώξω μακριά, να του πω
ότι δεν είμαστε πια παιδιά, αλλά μου αρέσει. Όχι μόνο
ανακάλυψα ένα καινούριο γιαπωνέζικο εστιατόριο, αλλά
κάνω και κάτι που δεν είναι σωστό. Κατάφερα να παραβώ
τους κανόνες και ο κόσμος δεν έπεσε στο κεφάλι μου! Πάει
καιρός που έχω να νιώσω τόσο ευτυχισμένη.
Κάθε στιγμή που κυλάει νιώθω όλο και καλύτερα, πιο
θαρραλέα, πιο ελεύθερη. Τότε κάνω κάτι που πάντα
ονειρευόμουν, ήδη από το σχολείο.
Γονατίζω στο πάτωμα, ανοίγω το φερμουάρ του

παντελονιού του και αρχίζω να γλείφω το πέος του.
«Μμμ, θαύμα!»
Δεν απαντάω. Η αλήθεια ωστόσο είναι ότι εγώ το
ευχαριστήθηκα πολύ περισσότερο από εκείνον, που
εκσπερμάτισε πρόωρα.

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΜΑΡΤΙΑ , ο φόβος μήπως αποκαλυφθεί το
έγκλημα.
Στο δρόμο του γυρισμού για την εφημερίδα αγοράζω
οδοντόβουρτσα και οδοντόκρεμα. Κάθε μισή ώρα πηγαίνω
στις τουαλέτες της Σύνταξης για να ελέγξω αν έχω κανένα
σημάδι στο πρόσωπο ή κανένα λεκέ στην μπλούζα μου, της
φίρμας Versace, καλυμμένη από λεπτοδουλεμένη δαντέλα,
ιδανική για να διατηρεί ίχνη. Παρακολουθώ τους
συναδέλφους μου με τη γωνία των ματιών μου, όμως κανείς
τους (ή καμιά τους – οι γυναίκες έχουν ειδικό ραντάρ για
τέτοιες λεπτομέρειες) δεν πρόσεξε τίποτα.
Γιατί συνέβη αυτό; Ήταν λες και με κυρίευσε κάποιος
άλλος και με έσπρωξε σ’ εκείνη τη μηχανική πράξη, που δεν
είχε τίποτα το ερωτικό. Ήθελα άραγε να αποδείξω στον
Ζακόμπ ότι είμαι μια γυναίκα ανεξάρτητη, ελεύθερη, που δε
δίνει λογαριασμό σε κανέναν; Το έκανα για να τον
εντυπωσιάσω ή σε μια προσπάθεια να ξεφύγω από αυτό
που η φίλη μου είχε ονομάσει «κόλαση»;
Όλα θα συνεχίσουν να είναι όπως πριν. Δε βρίσκομαι σε
σταυροδρόμι. Ξέρω πού πηγαίνω και ελπίζω πως με το
πέρασμα των χρόνων θα καταφέρω να αλλάξω την πορεία
της οικογένειάς μου ώστε να μην πιστεύουμε ότι το να
πλένεις το αυτοκίνητο είναι κάτι το εξαιρετικό. Οι μεγάλες
αλλαγές επέρχονται με το πέρασμα του χρόνου, κάτι που εγώ

έχω σε περίσσευμα.
Ή τουλάχιστον αυτό ελπίζω.
Φτάνω στο σπίτι προσπαθώντας να μη δείχνω ούτε
ευτυχισμένη ούτε δυστυχισμένη. Κάτι που τραβάει αμέσως
την προσοχή των παιδιών.
«Μαμά, είσαι παράξενη σήμερα».
Μου ’ρχεται να απαντήσω πως ναι, είμαι, επειδή έκανα
κάτι που δεν έπρεπε και παρ’ όλα αυτά δε νιώθω την
παραμικρή ενοχή, φοβάμαι μόνο μη με ανακαλύψουν.
Γυρίζει και ο άντρας μου, και όπως πάντα μου δίνει ένα
φιλί, με ρωτάει πώς ήταν η μέρα μου και τι θα φάμε για
βράδυ. Του δίνω τις απαντήσεις που έχει συνηθίσει. Αν δεν
παρατηρήσει κάτι διαφορετικό στη ρουτίνα, δε θα υποψιαστεί
ότι το απόγευμα έκανα στοματικό σεξ σε έναν πολιτικό.
Κάτι που, παρεμπιπτόντως, δε μου έδωσε την παραμικρή
σωματική ικανοποίηση. Και τώρα έχω τρελαθεί από τον
πόθο, έχω ανάγκη από έναν άντρα, από πολλά φιλιά, να
νιώσω τον πόνο και την ηδονή ενός σώματος πάνω από το
δικό μου.

Όταν ανεβαίνουμε στην κρεβατοκάμαρα, συνειδητοποιώ ότι
είμαι αναμμένη, θέλω σαν τρελή να κάνω έρωτα με τον άντρα
μου. Πρέπει όμως να κινηθώ ήρεμα, όχι υπερβολές, γιατί
μπορεί να με υποψιαστεί.
Κάνω μπάνιο, ξαπλώνω δίπλα του, του παίρνω το

τάμπλετ από το χέρι και το ακουμπάω στο κομοδίνο. Αρχίζω
να του χαϊδεύω το στήθος και ερεθίζεται αμέσως. Είχαμε
καιρό να το κάνουμε έτσι. Βογκάω λίγο πιο δυνατά και μου
λέει να προσέχω να μην ξυπνήσω τα παιδιά, όμως εγώ του
λέω ότι έχω κουραστεί με τέτοια σχόλια και θέλω να
εκφραστώ.
Έχω πολλαπλούς οργασμούς. Θεέ μου, πώς τον αγαπάω
αυτό τον άντρα που έχω δίπλα μου! Καταλήγουμε
εξουθενωμένοι και κάθιδροι, γι’ αυτό αποφασίζω να
ξανακάνω μπάνιο. Με ακολουθεί. Παίζει, βάζοντας το
τηλέφωνο του ντους στο αιδοίο μου. Τον παρακαλάω να
σταματήσει γιατί είμαι κουρασμένη, πρέπει να κοιμηθούμε και
έτσι όπως πάει θα με ερεθίσει ξανά.
Την ώρα που σκουπίζουμε ο ένας τον άλλο, σε μια
παρόρμηση να προσπαθήσω να αλλάξω πάση θυσία τον
τρόπο που αντιμετωπίζω τις μέρες μου, του ζητάω να με πάει
σ’ ένα μπαράκι. Νομίζω πως αυτή τη στιγμή υποψιάζεται πως
κάτι έχει αλλάξει.
«Αύριο;»
Αύριο δεν μπορώ, έχω γιόγκα.
«Μια και το ανέφερες, μπορώ να σου κάνω μια ερώτηση
και να μου απαντήσεις ειλικρινά;»
Η καρδιά μου σταματάει. Εκείνος συνεχίζει:
«Για ποιο ακριβώς λόγο κάνεις γιόγκα; Είσαι μια γυναίκα
τόσο ήρεμη, σε αρμονία με τον εαυτό σου, και ξέρεις πολύ
καλά τι θέλεις. Δε νομίζεις ότι χάνεις το χρόνο σου;»

Η καρδιά μου ξαναρχίζει να χτυπάει. Δεν του απαντάω.
Περιορίζομαι να χαμογελάσω και του χαϊδεύω το πρόσωπο.

Πέφτω στο κρεβάτι, κλείνω τα μάτια και προτού με πάρει ο
ύπνος σκέφτομαι ότι μάλλον περνάω μία από τις
συνηθισμένες κρίσεις κάποιου που είναι παντρεμένος τόσο
καιρό. Θα καταλαγιάσει.
Δε χρειάζονται όλοι να είναι ευτυχισμένοι συνέχεια.
Εξάλλου, κανένας δεν το καταφέρνει. Πρέπει να μάθει κανείς
να αντιμετωπίζει την πραγματικότητα της ζωής.
Αγαπητή κατάθλιψη, μη με πλησιάζεις. Μην είσαι
δυσάρεστη. Πήγαινε σε άλλους, που έχουν περισσότερους
λόγους από μένα να σε κοιτάξουν στον καθρέφτη και να
πουν «Μα τι άσκοπη ζωή!». Θέλεις δε θέλεις, ξέρω πώς να
σε νικήσω.
Κατάθλιψη, χάνεις το χρόνο σου μαζί μου.

Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ με τον Ζακόμπ Κενίγκ είναι ακριβώς όπως
την περίμενα. Πηγαίνουμε στο Λα Περλ ντι Λακ, ένα ακριβό
εστιατόριο δίπλα στη λίμνη, που κάποτε ήταν εξαιρετικό,
αλλά σήμερα πια το συντηρεί η πολιτεία. Παραμένει
πανάκριβο, παρόλο που το φαγητό του είναι χάλια. Θα
μπορούσα να τον εκπλήξω με το γιαπωνέζικο εστιατόριο που
επισκέφτηκα πρόσφατα, όμως ξέρω ότι θα θεωρούσε πως δεν
έχω γούστο. Για μερικούς ανθρώπους η διακόσμηση είναι πιο
σημαντική από το φαγητό.
Και βλέπω τώρα ότι πήρα τη σωστή απόφαση. Προσπαθεί
να μου δείξει ότι ξέρει πολύ καλά από κρασιά, αξιολογώντας
το «μπουκέτο», την «υφή», το «δάκρυ» του κρασιού, τα
παχύρρευστα σημάδια που εμφανίζονται στα τοιχώματα του
ποτηριού. Μου λέει δηλαδή ότι μεγάλωσε, ότι δεν είναι πια
το αγόρι που είχα γνωρίσει στο σχολείο, έμαθε, ανέβηκε ψηλά
και τώρα ξέρει τον κόσμο, ξέρει από κρασιά, από πολιτική,
από γυναίκες κι από πρώην φιλενάδες.
Μα τι σαχλαμάρες! Γεννιόμαστε και πεθαίνουμε πίνοντας
κρασί. Ξέρουμε να ξεχωρίσουμε πότε είναι καλής ή κακής
ποιότητας, τελεία και παύλα.
Μέχρι να γνωρίσω τον άντρα μου όμως, όλοι οι άντρες
που συναντούσα –και που πίστευαν πως ήταν
καλλιεργημένοι– θεωρούσαν την επιλογή κρασιού τη στιγμή
της μοναχικής τους δόξας. Τέτοιοι άντρες κάνουν όλοι το

ίδιο: με μια πολύ συνειδητοποιημένη έκφραση μυρίζουν το
φελλό, διαβάζουν την ετικέτα, αφήνουν το σερβιτόρο να
σερβίρει ένα δείγμα, στριφογυρίζουν το υγρό στο ποτήρι, το
σηκώνουν στο φως, το μυρίζουν, το δοκιμάζουν αργά,
καταπίνουν και, τελικά, νεύουν καταφατικά με το κεφάλι.
Έχοντας δει τη σκηνή αυτή αμέτρητες φορές, αποφάσισα
να αλλάξω παρέες και άρχισα να συναναστρέφομαι τους
σπασίκλες, τους κοινωνικά απόκληρους του πανεπιστημίου.
Σε αντίθεση με τους προβλέψιμους και ψεύτικους δοκιμαστές
κρασιού, οι σπασίκλες ήταν γνήσιοι και δεν έκαναν καμία
προσπάθεια να με εντυπωσιάσουν. Μιλούσαν για πράγματα
που δεν καταλάβαινα. Πίστευαν, για παράδειγμα, ότι ήμουν
υποχρεωμένη να ξέρω τουλάχιστον την ονομασία Intel,
«αφού είναι γραμμένη σε όλους τους υπολογιστές». Ποτέ
μου δεν το είχα προσέξει.
Οι σπασίκλες μ’ έκαναν να νιώθω ότι δεν ήξερα τίποτα, ότι
ήμουν μια γυναίκα χωρίς κανένα θέλγητρο και έδειχναν
μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τη διαδικτυακή πειρατεία παρά
για το στήθος και τα πόδια μου. Τελικά, επέστρεψα στη
σιγουριά των δοκιμαστών κρασιού. Μέχρι που γνώρισα έναν
άντρα που δεν προσπαθούσε να με
εντυπωσιάσει με το εκλεπτυσμένο γούστο του ούτε με έκανε
να αισθάνομαι ηλίθια με συζητήσεις για μυστηριώδεις
πλανήτες, Χόμπιτ και προγράμματα υπολογιστή που
σβήνουν τα ίχνη από σελίδες που έχεις επισκεφτεί. Μετά από
μερικούς μήνες σχέσης, κατά τη διάρκεια των οποίων πήγαμε

για πρώτη φορά σε τουλάχιστον εκατόν είκοσι χωριά στις
όχθες της Λίμνης της Γενεύης, μου έκανε πρόταση γάμου.
Δέχτηκα επί τόπου.
Ρωτάω τον Ζακόμπ αν ξέρει κανένα μπαράκι, γιατί πάνε
χρόνια που έχω χάσει επαφή με τη νυχτερινή ζωή της Γενεύης
(«νυχτερινή ζωή» τρόπος του λέγειν) και έχω αποφασίσει να
βγω για να πιω και να χορέψω. Τα μάτια του λάμπουν.
«Δεν έχω χρόνο για τέτοια. Με τιμά η πρόσκλησή σου,
όμως, όπως ξέρεις, όχι μόνο είμαι παντρεμένος, αλλά δε
γίνεται να με δουν σε τέτοιο μέρος με μια δημοσιογράφο. Θα
πουν ότι αυτά που γράφεις είναι...»
Προκατειλημμένα.
«...ναι, προκατειλημμένα».
Αποφασίζω να συνεχίσω αυτό το παιχνιδάκι της
αποπλάνησης, που πάντα με διασκέδαζε. Τι έχω να χάσω;
Στο κάτω κάτω, γνωρίζω ήδη όλους τους δρόμους, τις
παρακάμψεις, τις παγίδες και τις επιδιώξεις.
Του προτείνω να μου μιλήσει περισσότερο για τον εαυτό
του. Για την προσωπική του ζωή. Στην τελική, δε βρίσκομαι
εδώ ως δημοσιογράφος, αλλά ως γυναίκα και ως πρώην
κορίτσι του από τα εφηβικά μας χρόνια. Δίνω ιδιαίτερη
έμφαση στη λέξη γυναίκα.
«Δεν έχω προσωπική ζωή», μου απαντάει. «Δυστυχώς, δεν
μπορώ. Διάλεξα μια καριέρα που με έχει μεταμορφώσει σε
αυτόματο. Ό,τι λέω παρακολουθείται, αμφισβητείται,
δημοσιεύεται».

Δεν είναι ακριβώς έτσι τα πράγματα, ωστόσο η ειλικρίνειά
του με αφοπλίζει. Ξέρω ότι κάνει αναγνώριση εδάφους, θέλει
να μάθει πού πατάει και ως πού μπορεί να προχωρήσει μαζί
μου. Υπονοεί ότι είναι «δυστυχισμένος στο γάμο» του, όπως
κάνουν όλοι οι ώριμοι άντρες – αφού πρώτα δοκιμάσουν το
κρασί και εξηγήσουν σε εξαντλητικό βαθμό πόσο ισχυροί
είναι.
«Τα δύο τελευταία χρόνια σημαδεύτηκαν από μερικούς
μήνες χαράς, μερικούς άλλους με προκλήσεις, κατά τα λοιπά
όμως ήταν απλώς θέμα αφοσίωσης στο καθήκον και
προσπάθεια να τους ευχαριστήσεις όλους για να
επανεκλεγείς. Αναγκάστηκα να απαρνούμαι όλα όσα με
ευχαριστούν, όπως για παράδειγμα να βγω για χορό μαζί σου.
Ή να ακούω μουσική για ώρα, να καπνίζω ή να κάνω κάτι
που οι άλλοι δε βρίσκουν αρκετό».
Μα τι υπερβολές! Κανείς δεν ασχολείται με την
προσωπική του ζωή.
«Ίσως να φταίει η επιστροφή του Κρόνου. Κάθε είκοσι
εννιά περίπου χρόνια ο πλανήτης αυτός ξαναγυρίζει στο ίδιο
σημείο στο οποίο βρισκόταν την ημερομηνία που
γεννηθήκαμε».
Η επιστροφή του Κρόνου;
Συνειδητοποιεί ότι μίλησε περισσότερο απ’ όσο έπρεπε και
προτείνει να γυρίσουμε καλύτερα στη δουλειά.
Όχι. Η επιστροφή του Κρόνου για μένα συνέβη ήδη, πρέπει
να ξέρω ακριβώς τι σημαίνει αυτό. Μου κάνει μάθημα

αστρολογίας: κάθε είκοσι εννιά περίπου χρόνια ο Κρόνος
επιστρέφει στο σημείο στο οποίο βρισκόταν τη στιγμή που
γεννηθήκαμε. Μέχρι να γίνει αυτό πιστεύουμε ότι όλα είναι
δυνατά, ότι τα όνειρα θα πραγματοποιηθούν κι ότι είναι
ακόμα εφικτό να γκρεμιστούν τα τείχη που μας
περιστοιχίζουν. Όταν ο Κρόνος ολοκληρώνει τον κύκλο του,
εξαφανίζεται ο ρομαντισμός. Οι επιλογές είναι οριστικές και η
αλλαγή πορείας ουσιαστικά αδύνατη.
«Δεν είμαι βέβαια ειδικός. Όμως η επόμενη ευκαιρία μου
θα έρθει όταν θα είμαι πενήντα οχτώ χρονών, στη δεύτερη
επιστροφή του Κρόνου».
Και γιατί με κάλεσες να φάμε μαζί, αφού ο Κρόνος λέει ότι
δεν είναι πια δυνατό να διαλέξουμε άλλο δρόμο; Μιλάμε
εδώ και σχεδόν μία ώρα.
«Είσαι ευτυχισμένη;»
Τι;
«Πρόσεξα κάτι στα μάτια σου... μια ανεξήγητη θλίψη για
μια γυναίκα τόσο όμορφη, με καλό γάμο και με καλή
δουλειά. Ήταν σαν να βλέπω το είδωλο των δικών μου
ματιών. Επαναλαμβάνω την ερώτηση: Είσαι ευτυχισμένη;»
Στη χώρα που γεννήθηκα και που τώρα μεγαλώνω τα
παιδιά μου κανείς δεν κάνει τέτοιου είδους ερωτήσεις. Η
ευτυχία δεν είναι κάτι που μπορεί να μετρηθεί με ακρίβεια, να
συζητηθεί σε δημοψηφίσματα, να αναλυθεί από ειδικούς. Δε
ρωτάμε καν τι μάρκα αυτοκίνητο έχει ο άλλος, πόσω μάλλον
κάτι τόσο προσωπικό που είναι αδύνατο να το προσδιορίσεις.

«Μην απαντήσεις. Αρκεί η σιωπή σου».
Όχι, δεν αρκεί η σιωπή. Η σιωπή δεν είναι απάντηση.
Δείχνει απλώς έκπληξη, αμηχανία.
«Εγώ δεν είμαι ευτυχισμένος», λέει. «Έχω όλα όσα θα
ονειρευόταν ένας άντρας, αλλά δεν είμαι ευτυχισμένος».
Μα έβαλαν τίποτα στο νερό της πόλης; Θέλουν άραγε να
καταστρέψουν τη χώρα μου με κάποιο χημικό όπλο που
προκαλεί βαθιά απογοήτευση σε όλους; Δεν είναι δυνατό να
νιώθουν το ίδιο πράγμα όλοι εκείνοι με τους οποίους μιλάω.
Δεν έχω πει τίποτα ως τώρα. Όμως οι βασανισμένες ψυχές
έχουν αυτή την απίστευτη ικανότητα να αναγνωρίζουν και να
πλησιάζουν η μία την άλλη, πολλαπλασιάζοντας τον πόνο
τους.
Γιατί δεν το είχα καταλάβει; Γιατί είχα επικεντρωθεί στη
ρηχότητα με την οποία αναφερόταν σε πολιτικά θέματα ή
στην υπεροψία με την οποία δοκίμαζε το κρασί;
Επιστροφή του Κρόνου. Δυστυχία. Πράγματα που ποτέ δεν
περίμενα να ακούσω από τον Ζακόμπ Κενίγκ.
Τότε, εκείνη ακριβώς τη στιγμή –κοιτάζω το ρολόι, είναι
δύο παρά πέντε–, τον ερωτεύομαι ξανά. Κανείς, ούτε καν ο
υπέροχος άντρας μου, δε με ρώτησε ποτέ αν είμαι
ευτυχισμένη. Ίσως όταν ήμουν παιδί οι γονείς ή οι
παππούδες μου να με είχαν ρωτήσει κάποια στιγμή αν ήμουν
χαρούμενη, όμως τίποτ’ άλλο.
«Θα τα ξαναπούμε;»
Κοιτάζω μπροστά μου και δε βλέπω πια το παλιό μου

αγόρι από την εφηβεία μου, αλλά μια άβυσσο στην οποία
πλησιάζω με τη θέλησή μου, μια άβυσσο από την οποία δε
θέλω να φύγω για κανένα λόγο. Σε κλάσματα του
δευτερολέπτου φαντάζομαι ότι οι νύχτες της αϋπνίας θα
γίνουν πιο ανυπόφορες από ποτέ, μια και τώρα έχω ένα
χειροπιαστό πρόβλημα: μια ερωτευμένη καρδιά.
Όλα τα κόκκινα φωτάκια συναγερμού στο συνειδητό και
στο ασυνείδητό μου αρχίζουν να αναβοσβήνουν.
Όμως λέω στον εαυτό μου: Είσαι χαζή, το μόνο που θέλει
είναι να σε ρίξει στο κρεβάτι. Λίγο τον ενδιαφέρει η ευτυχία
σου.
Τότε, σε μια σχεδόν αυτοκτονική κίνηση, συμφωνώ. Ποιος
ξέρει, αν πέσω στο κρεβάτι με κάποιον που μονάχα μου
χάιδεψε το στήθος όταν ήμασταν έφηβοι, ίσως αποβεί καλό
για το γάμο μου, όπως συνέβη χτες, όταν του έκανα
στοματικό σεξ το πρωί και είχα πολλαπλούς οργασμούς το
βράδυ.
Προσπαθώ να επιστρέψω στο θέμα του Κρόνου, αλλά
εκείνος έχει ήδη ζητήσει το λογαριασμό και μιλάει στο
κινητό, ενημερώνοντας κάποιον ότι θα φτάσει με πέντε λεπτά
καθυστέρηση.
«Σέρβιρε καφέ και νερό, σε παρακαλώ».
Τον ρωτάω με ποιον μιλούσε και μου λέει με τη γυναίκα
του. Ο διευθυντής μιας μεγάλης φαρμακευτικής εταιρείας
θέλει να τον συναντήσει και, κατά πάσα πιθανότητα, να
επενδύσει χρήματα στην τελική φάση της εκστρατείας του για

το Συμβούλιο των Κρατιδίων (ή των Πολιτειών). Οι εκλογές
πλησιάζουν γοργά.
Θυμάμαι για μία ακόμα φορά πως είναι παντρεμένος. Πως
είναι δυστυχισμένος. Πως δεν μπορεί να κάνει τίποτα που να
του αρέσει. Πως κυκλοφορούν φήμες για εκείνον και τη
γυναίκα του – φαίνεται πως έχουν ανοιχτό γάμο. Πρέπει να
ξεχάσω τη σπίθα που με κεραυνοβόλησε στις δύο παρά πέντε
και να συνειδητοποιήσω πως το μόνο που θέλει είναι να με
χρησιμοποιήσει.
Δε με ενοχλεί αυτό, αρκεί να είναι τα πράγματα ξεκάθαρα.
Κι εγώ έχω την ανάγκη να ρίξω κάποιον στο κρεβάτι.

Σταματάμε στο πεζοδρόμιο έξω από το εστιατόριο. Κοιτάζει
γύρω του, σαν να είμαστε ύποπτο ζευγάρι. Αφού βεβαιώνεται
πως κανείς δε μας παρακολουθεί, ανάβει τσιγάρο.
Αυτό λοιπόν φοβόταν μήπως δουν, το τσιγάρο.
«Όπως θα θυμάσαι, με θεωρούσαν τον πιο πολλά
υποσχόμενο μαθητή της τάξης. Έπρεπε να αποδείξω σε
όλους ότι είχαν δίκιο – έχουμε τεράστια ανάγκη από αγάπη
και έγκριση. Θυσίαζα συναντήσεις με φίλους για να μελετήσω
και να ανταποκριθώ στις προσδοκίες των άλλων. Τελείωσα
το σχολείο με άριστους βαθμούς. Γιατί χωρίσαμε,
παρεμπιπτόντως;»
Αν εκείνος δε θυμάται μία, εγώ δε θυμάμαι δέκα. Νομίζω
πως εκείνη την εποχή όλοι τα έφτιαχναν με όλους και κανείς

δεν έμενε με κανέναν.
«Τελείωσα τη σχολή, εργάστηκα ως συνήγορος που οι
υπηρεσίες του διατίθενται στην υπεράσπιση ανθρώπων χωρίς
πόρους, άρχισα να συναναστρέφομαι κακοποιούς και
αθώους, καθάρματα και τίμιους πολίτες. Αυτό που για μένα
ήταν προσωρινή θέση έγινε απόφαση ζωής: μπορώ να
βοηθήσω. Ο αριθμός των πελατών μου άρχισε να αυξάνεται.
Η φήμη μου εξαπλώθηκε στην πόλη. Ο πατέρας μου επέμενε
πως ήταν πια καιρός να τα παρατήσω όλα αυτά και να
δουλέψω στο δικηγορικό γραφείο ενός φίλου του. Όμως εγώ
ενθουσιαζόμουν με κάθε υπόθεση που κέρδιζα. Και πότε πότε
σκόνταφτα σε ένα νόμο εντελώς απαρχαιωμένο, που δεν
μπορούσε να εφαρμοστεί στο παρόν. Έπρεπε να αλλάξουν
πολλά στη διοίκηση της πόλης».
Όλα αυτά που μου λέει υπάρχουν στο επίσημο βιογραφικό
του, είναι όμως διαφορετικό να τ’ ακούς από το στόμα του.
«Κάποια στιγμή θεώρησα πως μπορούσα να βάλω
υποψηφιότητα για το Εθνικό Συμβούλιο. Κάναμε μια
εκστρατεία σχεδόν χωρίς πόρους, επειδή ο πατέρας μου ήταν
εναντίον. Μόνο οι πελάτες μου ήταν υπέρ. Εκλέχτηκα με
πολύ μικρή διαφορά από τον επόμενο υποψήφιο, αλλά τα
κατάφερα».
Ρίχνει άλλη μια ματιά γύρω του. Έχει κρύψει το τσιγάρο
πίσω από την πλάτη του. Δεν τον βλέπει κανείς όμως, κι έτσι
τραβάει μία ακόμα ρουφηξιά. Τα μάτια του είναι απλανή,
εστιασμένα στο παρελθόν.

«Όταν άρχισα να ασχολούμαι με την πολιτική, κοιμόμουν
μόλις πέντε ώρες τη μέρα και ήμουν πάντα γεμάτος ενέργεια.
Τώρα θέλω να κοιμάμαι δεκαοχτώ ώρες. Τελείωσε ο
μήνας του μέλιτος με τη θέση μου στον κόσμο. Αυξήθηκε
απλώς η ανάγκη μου να τους ευχαριστώ όλους, ιδίως τη
γυναίκα μου, που αγωνίζεται σαν τρελή για να έχω εγώ
λαμπρό μέλλον. Η Μαριάν έχει θυσιάσει πολλά, γι’ αυτό και
δεν μπορώ να την απογοητεύσω».
Είναι πράγματι ο ίδιος άντρας με εκείνον που με κάλεσε να
ξαναβγούμε μόλις πριν από λίγο; Μήπως άραγε αυτό θέλει
μόνο, να βγει και να μιλήσει με κάποιον που μπορεί να τον
καταλάβει επειδή νιώθει το ίδιο μ’ αυτόν;
Έχω το χάρισμα να πλάθω εικόνες με τη φαντασία μου με
εντυπωσιακή ταχύτητα. Ήδη φαντάζομαι τον εαυτό μου
ανάμεσα σε μεταξωτά σεντόνια σε ένα σαλέ στις Άλπεις.
«Πότε λοιπόν θα τα ξαναπούμε; Διάλεξε εσύ».
Μου δίνει ραντεβού σε δύο μέρες. Του λέω ότι έχω
μάθημα γιόγκα. Μου λέει να το χάσω. Του εξηγώ ότι χάνω
συνέχεια μαθήματα κι ότι είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου να
δείξω μεγαλύτερη πειθαρχία.
Δείχνει να παραιτείται. Μπαίνω στον πειρασμό να δεχτώ,
αλλά δεν πρέπει να φανώ πολύ πρόθυμη ή διαθέσιμη.
Η ζωή άρχισε να είναι πάλι διασκεδαστική, επειδή η
απάθεια του πριν αντικαθίσταται από το φόβο. Τι χαρά, να
φοβάσαι μήπως χάσεις κάποια ευκαιρία!
Του απαντάω ότι είναι αδύνατο, καλύτερα να πούμε για

τρεις μέρες μετά. Δέχεται, τηλεφωνεί στο βοηθό του και τον
ενημερώνει να βάλει το ραντεβού μας στην ατζέντα του.
Τελειώνει το τσιγάρο του και αποχαιρετιζόμαστε. Δεν τον
ρωτάω γιατί μου μίλησε τόσο για την προσωπική του ζωή, κι
εκείνος δεν προσθέτει τίποτα το σημαντικό σε όσα είπε όταν
ήμασταν μέσα στο εστιατόριο.
Θα ήθελα να πιστεύω ότι κάτι άλλαξε στο γεύμα αυτό.
Ακόμα ένα από τα εκατοντάδες επαγγελματικά γεύματα που
είχα στο παρελθόν, με φαγητό που δε θα μπορούσε να είναι
λιγότερο υγιεινό και ποτά που προσποιηθήκαμε πως ήπιαμε,
αν και ήταν και τα δύο σχεδόν ανέγγιχτα όταν παραγγείλαμε
καφέ. Δεν μπορεί ποτέ να χαλαρώσει τις άμυνές του, παρ’
όλη τη σκηνοθετημένη προσπάθειά του.
Η ανάγκη να τους ικανοποιεί όλους. Η επιστροφή του
Κρόνου.
Δεν είμαι μόνη.

Η ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑ δεν έχει καμία σχέση με τη λάμψη που
φαντάζεται ο κόσμος: συνεντεύξεις από διασημότητες,
προσκλήσεις για εκπληκτικά ταξίδια, επαφές με την εξουσία,
με το χρήμα, με το συναρπαστικό κόσμο του περιθωρίου.
Στην πραγματικότητα, περνάμε τον περισσότερο χρόνο
μας σε σταθμούς εργασίας με χαμηλά χωρίσματα από κόντρα
πλακέ, κολλημένοι στο τηλέφωνο. Η απομόνωση
προορίζεται μονάχα για τους διευθυντές, με τα γραφεία τους
με διαφανές τζάμι που παραπέμπει σε ενυδρείο και στόρια
που κλείνουν πότε πότε. Ακόμα και τότε όμως,
εξακολουθούν να γνωρίζουν τι συμβαίνει έξω, ενώ εμείς δεν
μπορούμε πια να δούμε τα ψαρίσια χείλη τους να κινούνται.
Η δημοσιογραφία στη Γενεύη με τους 195.000 κατοίκους
της είναι το πιο βαρετό πράγμα στον κόσμο. Κοιτάζω στη
σημερινή έκδοση, παρόλο που ήδη ξέρω τι περιέχει: οι
συνεχείς συναντήσεις ξένων αξιωματούχων στην έδρα του
ΟΗΕ, οι συνηθισμένες διαμαρτυρίες ενάντια στην κατάργηση
του τραπεζικού απορρήτου και, επιπλέον, μερικά πράγματα
που αξίζουν την προβολή στην πρώτη σελίδα, όπως
«Άντρας αποκλείεται από αεροπλάνο λόγω παχυσαρκίας»,
«Λύκος αποδεκατίζει πρόβατα στα περίχωρα της πόλης»,
«Αρχαία απολιθώματα στην περιοχή Σεν Ζορζ», και, τέλος,
το κεντρικό θέμα: «Μετά την ανακαίνιση, το πλοίο Γενεύη
επιστρέφει στη λίμνη πιο όμορφο από ποτέ».

Με καλούν σε έναν από τους σταθμούς εργασίας. Με
ρωτάνε εάν εξασφάλισα καμιά αποκλειστική είδηση στο
γεύμα μου με τον πολιτικό. Μας είδαν μαζί, αναμενόμενο.
Όχι, απαντάω. Τίποτα που δεν υπάρχει στο επίσημο
βιογραφικό του. Το γεύμα είχε σκοπό να με φέρει πιο κοντά
σε μια «πηγή», όπως αποκαλούμε τους ανθρώπους που μας
δίνουν σημαντικές πληροφορίες (όσο μεγαλύτερο το δίκτυο
των πηγών του, τόσο περισσότερο σεβασμό απολαμβάνει ο
δημοσιογράφος).
Ο αρχισυντάκτης μου αναφέρει ότι μια άλλη πηγή
υποστηρίζει πως, αν και παντρεμένος, ο Ζακόμπ Κενίγκ έχει
σχέση με τη γυναίκα ενός άλλου πολιτικού. Νιώθω μια
μαχαιριά στη σκοτεινή γωνιά της ψυχής μου όπου έχει
χτυπήσει η κατάθλιψη και πιέζω τον εαυτό μου να μη δώσει
σημασία.
Με ρωτούν αν μπορώ να τον πλησιάσω περισσότερο. Δεν
ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για τη σεξουαλική του ζωή, όμως η
πηγή αυτή ισχυρίζεται ότι τον εκβιάζουν. Ένας
μεταλλουργικός όμιλος του εξωτερικού θέλει να απαλλαγεί
από κάποια φορολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει στη
χώρα του, αλλά δεν μπορεί να πλησιάσει τον υπουργό
Οικονομικών. Χρειάζονται ένα σπρωξιματάκι.
Ο διευθυντής λέει ότι στόχος μας δεν είναι ο πολιτικός
Ζακόμπ Κενίγκ, πρέπει να καταγγείλουμε εκείνους που
επιχειρούν να διαφθείρουν το πολιτικό μας σύστημα.
«Δε θα είναι δύσκολο. Αρκεί να πούμε ότι τον

υποστηρίζουμε».
Η Ελβετία είναι από τις λίγες χώρες στον κόσμο όπου
αρκεί ο λόγος. Στα περισσότερα μέρη απαιτούνται δικηγόροι,
μάρτυρες, υπογεγραμμένα χαρτιά και απειλές για αγωγές αν
δεν τηρηθεί το απόρρητο.
«Το μόνο που χρειαζόμαστε είναι επιβεβαίωση και
φωτογραφίες».
Τότε πρέπει να τον πλησιάσω.
«Ούτε κι αυτό θα είναι δύσκολο. Οι πηγές μας λένε ότι έχει
ήδη κλειστεί συνάντηση. Βρίσκεται στην ατζέντα του».
Ορίστε, η χώρα με το τραπεζικό απόρρητο! Οι πάντες
ξέρουν τα πάντα!
«Ακολούθησε την τακτική που ακολουθείς πάντα».
Η «τακτική που ακολουθώ πάντα» αποτελείται από
τέσσερα βήματα: 1. Αρχίζεις τις ερωτήσεις για οποιοδήποτε
θέμα ενδιαφέρεται ο συνεντευξιαζόμενος να δηλώσει στο
κοινό. 2. Τον αφήνεις να μιλάει όσο το δυνατό περισσότερο,
καθώς έτσι θα πιστέψει ότι η εφημερίδα θα του αφιερώσει
πολύ χώρο. 3. Στο τέλος της συνέντευξης, όταν θα έχει πια
πειστεί ότι μας έχει υπό τον έλεγχό του, κάνεις την ερώτηση,
τη μόνη που μας ενδιαφέρει, για να νιώσει ότι, αν δεν
απαντήσει, δε θα του δώσουμε το χώρο που ελπίζει κι έτσι θα
έχει χάσει το χρόνο του. 4. Αν απαντήσει με υπεκφυγές,
αναδιατυπώνεις την ερώτηση, αλλά επιμένεις. Θα πει ότι
αυτό δεν ενδιαφέρει κανέναν. Όμως σημασία έχει να
εξασφαλίσεις μία, τουλάχιστον μία, δήλωση. Στο 99% των

περιπτώσεων ο συνεντευξιαζόμενος πέφτει στην παγίδα.
Αυτό αρκεί. Πετάς την υπόλοιπη συνέντευξη και
χρησιμοποιείς στο δημοσίευμα τη δήλωση που δεν αφορά
τον συνεντευξιαζόμενο, αλλά κάποιο σημαντικό θέμα, που
περιέχει δημοσιογραφικές διασταυρώσεις, επίσημες και
ανεπίσημες πληροφορίες, ανώνυμες πηγές κ.λπ.
«Αν διστάσει να απαντήσει, πες του ξανά ότι τον
υποστηρίζουμε. Ξέρεις πώς λειτουργεί η δημοσιογραφία. Κι
αυτό θα υπολογιστεί...»
Ξέρω πώς λειτουργεί. Η καριέρα του δημοσιογράφου είναι
τόσο σύντομη όσο αυτή των αθλητών. Φτάνουμε νωρίς στη
δόξα και την εξουσία και παραχωρούμε αμέσως τη θέση μας
στην επόμενη γενιά. Λίγοι είναι αυτοί που συνεχίζουν και
εξελίσσονται.
Οι υπόλοιποι βλέπουν το
επίπεδο ζωής τους να πέφτει, γίνονται κριτικοί εφημερίδων,
φτιάχνουν ιστολόγια, δίνουν διαλέξεις και αφιερώνουν
περισσότερο χρόνο απ’ όσο χρειάζεται προσπαθώντας να
εντυπωσιάσουν τους φίλους τους. Δεν υπάρχει ενδιάμεσο
στάδιο.
Εγώ βρίσκομαι ακόμα στο στάδιο της «πολλά
υποσχόμενης επαγγελματία». Εάν κατορθώσω να πάρω τις
δηλώσεις αυτές, μάλλον δε θα μου πουν τον επόμενο χρόνο
«Πρέπει να κάνουμε περικοπές, εσύ, με το ταλέντο και το
όνομά σου, σίγουρα θα βρεις άλλη δουλειά».
Θα πάρω προαγωγή άραγε; Γιατί τότε θα μπορώ να
αποφασίζω τι να δημοσιευτεί στην πρώτη σελίδα: το

πρόβλημα με το λύκο που κατασπαράζει τα αρνιά, τη
μετανάστευση αλλοδαπών επιχειρηματιών προς το Ντουμπάι
και τη Σιγκαπούρη ή αυτή την παράλογη έλλειψη ακινήτων
προς μίσθωση. Τι συναρπαστικός τρόπος να περάσω τα
επόμενα πέντε χρόνια...
Γυρίζω στη θέση μου, ασχολούμαι με μερικά ακόμα
ασήμαντα τηλεφωνήματα και διαβάζω ό,τι ενδιαφέρον
βρίσκω σε διάφορες σελίδες στο διαδίκτυο. Δίπλα μου, οι
συνάδελφοί μου κάνουν το ίδιο, ψάχνοντας απελπισμένα
κάποιο τρόπο να σταματήσουν την πτώση της κυκλοφορίας
μας. Κάποιοι λένε ότι βρέθηκαν αγριογούρουνα στη μέση της
σιδηροδρομικής γραμμής που ενώνει τη Γενεύη με τη Ζυρίχη.
Βγάζει ρεπορτάζ αυτή η είδηση;
Φυσικά και βγάζει. Όπως βγάζει και το τηλεφώνημα που
μόλις έλαβα από μια γυναίκα ογδόντα χρονών που
διαμαρτύρεται για το νόμο απαγόρευσης του καπνίσματος σε
μπαρ. Λέει ότι το καλοκαίρι δεν υπάρχει πρόβλημα, το
χειμώνα όμως θα πεθαίνουν περισσότεροι άνθρωποι από
πνευμονία παρά από καρκίνο του πνεύμονα, αφού θα είναι
όλοι αναγκασμένοι να καπνίζουν έξω.
Μα τι κάνουμε εδώ, στη Σύνταξη μιας έντυπης
εφημερίδας;
Ξέρω: λατρεύουμε τη δουλειά μας και σκοπεύουμε να
σώσουμε τον κόσμο.

ΚΑΘΙΣΜΕΝΗ ΣΤΗ ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΛΩΤΟΥ , με το λιβάνι να
καίει και ακούγοντας ένα κομμάτι που μοιάζει ανυπόφορα μ’
αυτά που παίζουν συνήθως σε ασανσέρ, αρχίζω το
«διαλογισμό». Μου έχουν προτείνει εδώ και καιρό να
δοκιμάσω. Ήταν όταν νόμιζαν πως ήμουν
«στρεσαρισμένη» (ήμουν, πράγματι, όμως ήταν καλύτερα απ’
αυτή την παντελή αδιαφορία για τη ζωή που νιώθω τώρα).
«Οι ρύποι της λογικής θα σας ενοχλήσουν. Μην
ανησυχείτε. Δεχτείτε τις σκέψεις που έρχονται. Μην τις
αντιμάχεστε».
Τέλεια, αυτό κάνω. Απομακρύνω τα τοξικά συναισθήματα,
όπως περηφάνια, απογοήτευση, ζήλια, αγνωμοσύνη,
αίσθημα αχρηστίας. Γεμίζω το χώρο αυτό με ταπεινότητα,
ευγνωμοσύνη, κατανόηση, επίγνωση και χάρη.
Σκέφτομαι ότι τρώω περισσότερη ζάχαρη απ’ ό,τι θα
έπρεπε, κι αυτό κάνει κακό στην υγεία και στο πνευματικό
σώμα.
Αφήνω στην άκρη το σκοτάδι και την απόγνωση και
επικαλούμαι τις δυνάμεις του καλού και του φωτός.
Θυμάμαι κάθε λεπτομέρεια του γεύματος με τον Ζακόμπ.
Μουρμουρίζω ένα μάντρα μαζί με τους άλλους μαθητές.
Αναρωτιέμαι αν ο αρχισυντάκτης είπε την αλήθεια. Ήταν
πράγματι άπιστος ο Ζακόμπ προς τη γυναίκα του; Υπέκυψε
άραγε στον εκβιασμό;

Η δασκάλα μας μας ζητάει να φανταστούμε μια πανοπλία
φωτός γύρω μας.
«Πρέπει να ζούμε τα πάντα και την κάθε μέρα με τη
βεβαιότητα ότι η πανοπλία αυτή θα μας προστατέψει από
τους κινδύνους και δε θα είμαστε πια συνδεδεμένοι με τη
διττότητα της ύπαρξης. Να αναζητήσουμε τη μέση οδό, όπου
δεν υπάρχει ούτε χαρά ούτε πόνος, μονάχα μια βαθιά
γαλήνη».
Αρχίζω να καταλαβαίνω γιατί χάνω τόσο συχνά τα
μαθήματα της γιόγκα. Διττότητα της ύπαρξης; Μέση οδός;
Μου ακούγεται τόσο αφύσικο όσο το να κρατάς τη
χοληστερίνη σου στο 70, όπως απαιτεί ο γιατρός
μου.
Η εικόνα της πανοπλίας διατηρείται για μερικά μόνο
δευτερόλεπτα και στη συνέχεια γίνεται χίλια κομμάτια.
Αντικαθίσταται από την απόλυτη βεβαιότητα ότι του Ζακόμπ
του αρέσει κάθε όμορφη γυναίκα που εμφανίζεται στο διάβα
του. Και τι δουλειά έχω εγώ μ’ αυτό;
Οι ασκήσεις συνεχίζονται. Αλλάζουμε στάση και η
δασκάλα επιμένει, όπως σε κάθε μάθημα, να
προσπαθήσουμε, έστω και για λίγα δευτερόλεπτα, να
«αδειάσουμε το μυαλό» μας.
Το κενό είναι ακριβώς αυτό που φοβάμαι περισσότερο και
που με καταδιώκει περισσότερο. Αν ήξερε η δασκάλα μας τι
μας ζητάει... Τέλος πάντων, δεν είναι δική μου δουλειά να
κρίνω μια τεχνική που υπάρχει εδώ και αιώνες.

Μα τι κάνω εδώ;
Ξέρω: χαλαρώνω.

ΞΥΠΝΑΩ ΞΑΝΑ ΜΕΣ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ. Πηγαίνω στο δωμάτιο
των παιδιών να δω αν είναι όλα εντάξει – εμμονή, αλλά όλοι
οι γονείς το κάνουν πότε πότε.
Γυρίζω στο κρεβάτι και καρφώνω το βλέμμα μου στο
ταβάνι.
Δεν έχω κουράγιο να πω τι θέλω και τι δε θέλω να κάνω.
Γιατί δεν παρατάω τη γιόγκα μια και καλή; Γιατί δεν
αποφασίζω να πάω σε έναν ψυχίατρο και να αρχίσω να
παίρνω τα μαγικά χάπια; Γιατί δεν καταφέρνω να ελέγξω τον
εαυτό μου και να σταματήσω να σκέφτομαι τον Ζακόμπ;
Εξάλλου, ποτέ δεν υπονόησε κάτι περισσότερο από το να έχει
κάποιον να συζητάει για τον Κρόνο και τις απογοητεύσεις
που αντιμετωπίζουν οι ενήλικοι αργά ή γρήγορα.
Δεν αντέχω πια.
Η ζωή μου μοιάζει με ταινία της οποίας επαναλαμβάνεται
συνέχεια η ίδια σκηνή.
Έκανα μερικά μαθήματα ψυχολογίας όταν σπούδαζα
δημοσιογραφία. Σε ένα από αυτά ο καθηγητής (ένας άντρας
αρκετά ενδιαφέρων, τόσο στο μάθημα όσο και στο κρεβάτι)
είπε ότι υπάρχουν πέντε στάδια από τα οποία περνάει ο
συνεντευξιαζόμενος: άμυνα, περιαυτολογία, αυτοπεποίθηση,
εξομολόγηση και προσπάθεια να διορθώσει τα πράγματα.
Στη ζωή μου πέρασα απευθείας από το στάδιο της
αυτοπεποίθησης στο στάδιο της εξομολόγησης. Αρχίζω να

λέω στον εαυτό μου πράγματα που θα ήταν καλύτερο να
παραμείνουν κρυμμένα.
Για παράδειγμα: ο κόσμος σταμάτησε.
Όχι μόνο ο δικός μου, αλλά και ο κόσμος όλων όσοι
βρίσκονται γύρω μου.
Όταν ανταμώνουμε με φίλους, μιλάμε πάντα για τα ίδια
πράγματα και πρόσωπα. Οι συζητήσεις μοιάζουν καινούριες,
όμως όλα αυτά δεν είναι παρά σπατάλη χρόνου και
ενέργειας. Προσπαθούμε να δείξουμε ότι η ζωή είναι ακόμα
ενδιαφέρουσα.
Όλοι προσπαθούν να ελέγξουν τη δυστυχία τους. Όχι
μόνο ο Ζακόμπ κι εγώ, αλλά κατά πάσα πιθανότητα και ο
άντρας μου. Μόνο που εκείνος δε δείχνει τίποτα.
Στο επικίνδυνο στάδιο της εξομολόγησης στο οποίο
βρίσκομαι αυτά τα πράγματα αρχίζουν να ξεκαθαρίζουν. Δε
νιώθω μόνη. Με περιτριγυρίζουν άνθρωποι με τα ίδια
προβλήματα και όλοι τους προσποιούνται ότι η ζωή
παραμένει ίδια με πριν. Όπως κι εγώ. Όπως κι ο γείτονας.
Πιθανόν όπως και ο αρχισυντάκτης μου και ο άντρας που
κοιμάται πλάι μου.
Από μια ηλικία και μετά, αρχίζουμε να φοράμε τη μάσκα
της σιγουριάς και των βεβαιοτήτων. Με το χρόνο, η μάσκα
αυτή κολλάει στο πρόσωπό μας και δε βγαίνει πια.
Όταν είμαστε παιδιά, μαθαίνουμε ότι, αν κλάψουμε,
δεχόμαστε φροντίδα. Αν δείξουμε ότι είμαστε θλιμμένοι,
παίρνουμε παρηγοριά. Αν δεν καταφέρουμε να πείσουμε με

το χαμόγελό μας, σίγουρα πείθουμε με τα δάκρυά μας.
Πλέον, δεν κλαίμε όμως –παρά μόνο στο μπάνιο, όταν δε
μας ακούει κανείς–, ούτε χαμογελάμε – μόνο για τα παιδιά
μας. Δεν εκδηλώνουμε τα συναισθήματά μας, επειδή μπορεί
οι άλλοι να μας θεωρήσουν ευάλωτους και να το
εκμεταλλευτούν.
Ο ύπνος είναι το καλύτερο φάρμακο.

ΣΥΝΑΝΤΙΕΜΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΖΑΚΟΜΠ τη μέρα που
κανονίσαμε. Αυτή τη φορά διαλέγω εγώ το μέρος, και
καταλήγουμε στο πανέμορφο και αφρόντιστο Παρκ ντεζ Ο
Βιβ, το πάρκο των τρεχούμενων νερών, όπου υπάρχει ακόμα
ένα απαίσιο εστιατόριο που συντηρείται από την πολιτεία.
Μια φορά είχα έρθει εδώ για φαγητό με έναν ανταποκριτή
των Financial Times. Παραγγείλαμε Μαρτίνι και ο
σερβιτόρος μάς έφερε βερμούτ Τσιντσάνο.
Αυτή τη φορά δεν έχει γεύμα, μονάχα σάντουιτς στο
γρασίδι. Αυτή τη φορά μπορεί να καπνίσει με την άνεσή του,
επειδή καθόμαστε σε θέση από την οποία φαίνονται τα πάντα
γύρω μας, μπορούμε να δούμε ποιος έρχεται και ποιος φεύγει.
Φτάνω αποφασισμένη να είμαι ειλικρινής: μετά τις
συνηθισμένες τυπικότητες (καιρός, δουλειά, «Πώς ήταν το
μπαράκι;», «Θα πάω απόψε»), το πρώτο που ρωτάω είναι αν
τον εκβιάζει κανείς εξαιτίας, ας πούμε, κάποιας εξωσυζυγικής
σχέσης.
Δεν εκπλήσσεται. Θέλει να μάθει μονάχα αν τον ρωτάω ως
δημοσιογράφος ή ως φίλη.
Αυτή τη στιγμή ως δημοσιογράφος. Αν ομολογήσει, του
δίνω το λόγο μου ότι η εφημερίδα θα τον στηρίξει. Δε θα
δημοσιεύσουμε τίποτα για την προσωπική του ζωή, αλλά θα
επιτεθούμε στους εκβιαστές.
«Ναι, είχα μια περιπέτεια με τη γυναίκα ενός φίλου, που

φαντάζομαι ότι θα τη γνωρίζεις από τη δουλειά σου. Εκείνος
την παρακίνησε, επειδή βαριούνταν στο γάμο τους.
Καταλαβαίνεις;»
Ο άντρας της την παρακίνησε; Όχι, δεν καταλαβαίνω, παρ’
όλα αυτά γνέφω ναι με το κεφάλι και θυμάμαι αυτό που
συνέβη πριν από μερικά βράδια, όταν είχα πολλαπλούς
οργασμούς.
Και η περιπέτεια συνεχίζεται;
«Χάθηκε το ενδιαφέρον. Η γυναίκα μου το ξέρει. Μερικά
πράγματα δεν κρύβονται. Μας φωτογράφισαν μαζί στη
Νιγηρία και απειλούν να δημοσιεύσουν τις φωτογραφίες,
όμως αυτό δεν είναι είδηση για κανέναν».
Στη Νιγηρία βρίσκεται η μεταλλουργική εταιρεία. Η
γυναίκα του δεν απείλησε να ζητήσει διαζύγιο;
«Ήταν ενοχλημένη για δυο τρεις μέρες, αυτό είναι όλο.
Έχει μεγάλα σχέδια για το γάμο μας και φαντάζομαι πως η
πίστη δεν αποτελεί απαραιτήτως μέρος τους. Έδειξε λίγη
ζήλια, ίσα ίσα για να παραστήσει πως η υπόθεση ήταν
σημαντική, αλλά είναι πολύ κακή ηθοποιός. Λίγες ώρες
αφού της τα είχα ομολογήσει όλα είχε ήδη στρέψει την
προσοχή της σε κάτι άλλο».
Φαίνεται πως ο Ζακόμπ ζει σε έναν κόσμο πολύ
διαφορετικό από τον δικό μου. Οι γυναίκες δε ζηλεύουν, οι
άντρες παρακινούν τις συζύγους τους να έχουν εραστές.
Χάνω πολλά άραγε;
«Δεν υπάρχει κάτι που να μην το γιατρεύει ο χρόνος, δε

νομίζεις;»
Εξαρτάται. Συχνά, όσο περνάει ο καιρός, το πρόβλημα
χειροτερεύει. Αυτό συμβαίνει και σε μένα. Ωστόσο, ήρθα εδώ
για να πάρω συνέντευξη, όχι να μου πάρουν, κι έτσι δε λέω
τίποτα.
Συνεχίζει:
«Οι Νιγηριανοί δεν το ξέρουν. Έχω συμφωνήσει με το
υπουργείο Οικονομικών να τους στήσουμε παγίδα. Θα
ηχογραφηθούν τα πάντα, ακριβώς όπως έκαναν σε μένα».
Βλέπω το ρεπορτάζ μου, τη μεγάλη μου ευκαιρία να
αναρριχηθώ σε έναν κλάδο που συνεχώς φθίνει, να τινάζεται
στον αέρα. Δεν υπάρχει τίποτα το καινούριο να γράψω, ούτε
μοιχεία ούτε εκβιασμός ούτε διαφθορά. Όλα γίνονται
σύμφωνα με τα ελβετικά πρότυπα ποιότητας και υπεροχής.
«Ρώτησες όλα όσα ήθελες; Να αλλάξουμε θέμα;»
Ναι, τα ρώτησα όλα. Και, στην πραγματικότητα, δεν έχω
άλλο θέμα.
«Νομίζω ότι δε ρώτησες γιατί σου ζήτησα να
ξανασυναντηθούμε».
Επειδή άραγε ρώτησα αν είσαι ευτυχισμένη; Νομίζεις
μήπως ότι ενδιαφέρομαι για σένα ως γυναίκα; Δεν είμαστε
πια παιδιά. Ομολογώ ότι ένιωσα έκπληξη με τη στάση σου
στο γραφείο μου και μου άρεσε που τελείωσα στο στόμα σου,
όμως αυτό δεν είναι αρκετό για να είμαστε εδώ, πόσω
μάλλον αν λάβουμε υπόψη ότι δεν μπορεί να συμβεί σε
δημόσιο χώρο. Δε θέλεις λοιπόν να μάθεις γιατί ήθελα να σε

ξαναδώ;
Το κουτί με τις εκπλήξεις που με έπιασε απροετοίμαστη με
την ερώτηση για την ευτυχία μου συνεχίζει να φωτίζει κι
άλλες σκοτεινές γωνιές. Μα δεν καταλαβαίνει ότι δεν τα
ρωτάνε αυτά τα πράγματα;
Μόνο αν θέλεις να μου πεις, του απαντάω για να τον
προκαλέσω, σε μια απόπειρα να χαλάσω το δεσποτικό του
ύφος που μου δημιουργεί τόση ανασφάλεια.
Και προσθέτω: φυσικά θέλεις να με ρίξεις στο κρεβάτι. Δε
θα είσαι ο πρώτος που θα ακούσει όχι.
Κουνάει αρνητικά το κεφάλι. Παριστάνω πως έχω καλή
διάθεση και σχολιάζω τα κυματάκια στη λίμνη που
απλώνεται μπροστά μας και που συνήθως είναι τόσο ήρεμη.
Τα κοιτάζουμε σαν να είναι το πιο ενδιαφέρον πράγμα στον
κόσμο.
Τελικά καταφέρνει να βρει τα σωστά λόγια.
«Όπως θα έχεις ήδη παρατηρήσει, σε ρώτησα αν ήσουν
ευτυχισμένη επειδή αναγνώρισα τον εαυτό μου σε σένα. Τα
όμοια έλκονται. Ίσως να μην έχεις δει το ίδιο σε μένα, δεν
έχει σημασία όμως. Πιθανόν να είσαι ψυχικά εξουθενωμένη,
πεπεισμένη ότι τα ανύπαρκτα προβλήματά σου –γιατί το
ξέρεις ότι είναι ανύπαρκτα– σου ρουφούν την ενέργεια».
Είχα σκεφτεί κι εγώ το ίδιο πράγμα όταν φάγαμε μαζί: οι
βασανισμένες ψυχές αναγνωρίζουν και έλκουν η μία την
άλλη για να τρομάξουν τους ζωντανούς.
«Νιώθω κι εγώ το ίδιο», συνεχίζει. «Με τη μόνη διαφορά

ότι ίσως τα δικά μου προβλήματα είναι πιο συγκεκριμένα. Σε
κάθε περίπτωση, με πιάνω να μισώ τον εαυτό μου που δεν
έχω καταφέρει να δώσω λύση σε αυτό ή το άλλο πρόβλημα,
αφού εξαρτώμαι από την επιδοκιμασία τόσων άλλων. Κι
αυτό με κάνει να νιώθω άχρηστος. Σκέφτηκα να ζητήσω τη
βοήθεια
γιατρού,
αλλά
η
γυναίκα
μου
διαφώνησε. Είπε πως, αν το ανακάλυπταν, θα μπορούσε να
μου καταστρέψει την καριέρα. Συμφώνησα μαζί της».
Τότε λοιπόν μιλάει για τέτοια πράγματα με τη γυναίκα του.
Ίσως κάνω κι εγώ απόψε το ίδιο με τον άντρα μου. Αντί να
πάω σε μπαράκι, μπορώ να καθίσω απέναντί του και να του
τα πω όλα. Πώς θα αντιδράσει;
«Φυσικά και έχω κάνει πολλά λάθη. Τώρα προσπαθώ να
δω τον κόσμο με άλλο μάτι, αλλά δεν τα καταφέρνω. Όταν
συναντώ κάποιον σαν κι εσένα –κι έχω ήδη γνωρίσει
πολλούς ανθρώπους στην ίδια θέση–, προσπαθώ να τον
πλησιάσω και να κατανοήσω με ποιο τρόπο αντιμετωπίζει το
πρόβλημα. Χρειάζομαι βοήθεια, κι αυτός είναι ο μόνος
τρόπος να τη βρω. Καταλαβαίνεις;»
Αυτό είναι λοιπόν. Καμία σχέση με σεξ, με μια μεγάλη
ρομαντική περιπέτεια που θα γεμίσει με ήλιο τούτο το γκρίζο
απομεσήμερο της Γενεύης. Πρόκειται απλώς για μια
θεραπεία στήριξης, όπως μεταξύ αλκοολικών και
ναρκομανών.
Σηκώνομαι.

Τον κοιτάζω στα μάτια, του λέω ότι στην πραγματικότητα
είμαι πολύ ευτυχισμένη και ότι θα έπρεπε να δει ειδικό. Η
γυναίκα του δεν μπορεί να ελέγχει τα πάντα στη ζωή του.
Εξάλλου, κανείς δε θα το μάθει, λόγω του ιατρικού
απορρήτου. Έχω μια φίλη που θεραπεύτηκε όταν άρχισε να
παίρνει φάρμακα. Θέλει στ’ αλήθεια να περάσει την υπόλοιπη
ζωή του με το φάντασμα της κατάθλιψης μόνο και μόνο για
να επανεκλεγεί; Αυτό επιθυμεί για το μέλλον του;
Ρίχνει μια ματιά γύρω του για να δει αν με ακούει κανείς.
Έλεγξα όμως ήδη εγώ, ξέρω πως είμαστε μόνοι – αν
εξαιρέσουμε κάτι εμπόρους ναρκωτικών στην πάνω πλευρά
του πάρκου, πίσω από το εστιατόριο. Δε δείχνουν το
παραμικρό ενδιαφέρον να μας πλησιάσουν.
Δεν καταφέρνω να συγκρατηθώ. Όσο μιλάω,
συνειδητοποιώ ότι ακούω τον εαυτό μου και τον βοηθάω.
Λέω ότι η αρνητικότητα τρέφεται από τον εαυτό της. Ότι
πρέπει να αναζητήσει κάτι που να του δίνει τουλάχιστον λίγη
χαρά, όπως ιστιοπλοΐα, σινεμά, διάβασμα.
«Δεν είναι αυτό. Δε με καταλαβαίνεις».
Μοιάζει μπερδεμένος από την αντίδρασή μου.
Καταλαβαίνω, πώς δεν καταλαβαίνω. Κάθε μέρα
λαμβάνουμε
χιλιάδες
πληροφορίες:
αφίσες
με
μακιγιαρισμένες έφηβες που παριστάνουν τις γυναίκες και
προσφέρουν θαυματουργά προϊόντα αιώνιας ομορφιάς, η
είδηση ότι ένα ζευγάρι ηλικιωμένων ανέβηκε στο Έβερεστ για
να γιορτάσει την επέτειό του, διαφημίσεις καινούριων

συσκευών μασάζ, βιτρίνες φαρμακείων φορτωμένες με
προϊόντα αδυνατίσματος, ταινίες που προβάλλουν τη λάθος
ιδέα για τη ζωή, βιβλία που υπόσχονται φανταστικά
αποτελέσματα, ειδικοί στις συμβουλές για το πώς να
προχωρήσεις στην καριέρα σου ή να βρεις την εσωτερική
γαλήνη.
Και όλα αυτά μας κάνουν να
νιώθουμε γέροι, ζώντας μια ζωή χωρίς περιπέτεια, ενώ το
δέρμα μας χαλαρώνει, τα κιλά συσσωρεύονται ανεξέλεγκτα
και αναγκαζόμαστε να καταπιέσουμε τα συναισθήματα και τις
επιθυμίες μας επειδή δεν ταιριάζουν σε αυτό που ονομάζουμε
«ωριμότητα».
Επίλεξε τις πληροφορίες που φτάνουν ως εσένα. Βάλε ένα
φίλτρο στα μάτια και στα αφτιά σου και επίτρεψε να περνά
μονάχα εκείνο που δε θα σε ρίξει, επειδή αρκεί γι’ αυτό η
καθημερινότητα. Νομίζεις ότι εμένα δε με κρίνουν και δε με
κριτικάρουν στη δουλειά; Εννοείται πως ναι, και μάλιστα
πολύ! Μόνο που προτιμώ να δίνω προσοχή μονάχα σε ό,τι
με παρακινεί να βελτιωθώ, σε ό,τι με βοηθά να διορθώσω τα
λάθη μου. Τα υπόλοιπα απλώς παριστάνω πως δεν τα
ακούω ή τα απορρίπτω.
Ήρθα ως εδώ αναζητώντας μια περίπλοκη ιστορία
μοιχείας, εκβιασμού και διαφθοράς. Όμως τα αντιμετώπισες
όλα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Δεν το βλέπεις;
Χωρίς να το πολυσκεφτώ, ξανακάθομαι δίπλα του, πιάνω
το κεφάλι του για να μην μπορέσει να μου ξεφύγει και του
δίνω ένα μεγάλο φιλί. Διστάζει για κλάσματα του

δευτερολέπτου, όμως σύντομα μου το ανταποδίδει. Όλα μου
τα συναισθήματα ανικανότητας, ευθραυστότητας, αποτυχίας
και ανασφάλειας αντικαθίστανται από τεράστια ευφορία. Από
τη μία ώρα στην άλλη έγινα σοφή, ανέκτησα τον έλεγχο της
κατάστασης και δοκιμάζω να κάνω κάτι που πρώτα μονάχα
το φανταζόμουν. Τολμάω να περιπλανηθώ σε άγνωστη γη
και σ’ επικίνδυνες θάλασσες, καταστρέφοντας πυραμίδες
και χτίζοντας ιερά.
Ανέκτησα την κυριαρχία των σκέψεων και των πράξεών
μου. Κάτι που το πρωί έμοιαζε αδύνατο γίνεται δυνατό το
απόγευμα. Αρχίζω και πάλι να αισθάνομαι, μπορώ να
αγαπήσω κάτι που δεν κατέχω, ο άνεμος έπαψε να με ενοχλεί,
είναι τώρα ευλογία, το χάδι ενός θεού στο πρόσωπό μου. Το
πνεύμα μου επέστρεψε.
Θαρρείς και πέρασαν εκατοντάδες χρόνια από τότε που
τον φίλησα. Τα πρόσωπά μας απομακρύνονται αργά το ένα
από το άλλο, μου χαϊδεύει τρυφερά το κεφάλι, κοιταζόμαστε
βαθιά μέσα στα μάτια.
Και ξαναβρίσκουμε αυτό που υπήρχε εκεί λιγότερο από
ένα λεπτό πριν. Δυστυχία.
Στην οποία έχει τώρα προστεθεί η βλακεία και η
ανευθυνότητα μιας κίνησης που –στην περίπτωσή μου
τουλάχιστον– θα τα κάνει όλα χειρότερα.
Μένουμε μισή ώρα ακόμα μαζί, μιλώντας για την πόλη και
τους κατοίκους της, λες και τίποτα δεν έχει συμβεί. Μοιάζαμε
πολύ κοντά ο ένας στον άλλο όταν φτάσαμε στο πάρκο,

μεταμορφωθήκαμε σε ένα μόνο άνθρωπο τη στιγμή του
φιλιού και τώρα είμαστε δυο ξένοι, που προσπαθούν να
συντηρήσουν τη συζήτηση απλώς για όσο χρόνο χρειάζεται
ώστε να πάρει ο καθένας το δρόμο του χωρίς να νιώθουν
μεγάλη αμηχανία.
Κανείς δε μας είδε – δεν είμαστε σε εστιατόριο. Οι γάμοι
μας είναι ασφαλείς.
Σκέφτομαι να ζητήσω συγνώμη, ξέρω όμως ότι δεν είναι
απαραίτητο. Άλλωστε, το φιλί είναι φιλί, τίποτα περισσότερο.

ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΠΩ ότι νιώθω νικήτρια, τουλάχιστον όμως
ανέκτησα κάπως τον έλεγχο του εαυτού μου. Στο σπίτι είναι
όλα ίδια: πριν ήμουν χάλια, τώρα είμαι καλύτερα και κανείς
δε με ρώτησε τίποτα.
Θα κάνω ό,τι και ο Ζακόμπ Κενίγκ: θα μιλήσω με τον
άντρα μου για την παράξενη ψυχική κατάσταση στην οποία
βρίσκομαι. Θα του ανοίξω την καρδιά μου και σίγουρα θα με
βοηθήσει.
Ωστόσο, είναι όλα τόσο καλά σήμερα! Γιατί να τα χαλάσω
όλα εξομολογούμενη πράγματα που δεν πολυκαταλαβαίνω
τι είναι; Συνεχίζω να παλεύω. Δεν πιστεύω ότι αυτό που
περνάω έχει οποιαδήποτε σχέση με την έλλειψη ορισμένων
χημικών στοιχείων στο σώμα μου, όπως λέει σε κάποιες
σελίδες στο διαδίκτυο που μιλούν για «ψυχαναγκαστική
θλίψη».
Σήμερα δεν είμαι θλιμμένη. Όλα αυτά είναι φυσιολογικές
φάσεις της ζωής. Θυμάμαι όταν η τάξη μου στο σχολείο είχε
οργανώσει τον αποχαιρετιστήριο χορό της: γελούσαμε δύο
ώρες και στο τέλος κλάψαμε γοερά, επειδή ξέραμε ότι θα
χωρίζαμε για πάντα. Η θλίψη διήρκεσε μερικές μέρες ή
μερικές εβδομάδες, δεν καλοθυμάμαι. Όμως και μόνο το
γεγονός πως δε θυμάμαι λέει κάτι πολύ σημαντικό: έφυγε
τελείως. Είναι δύσκολο να περνάς τα τριάντα, ίσως να μην
ήμουν έτοιμη.

Ο άντρας μου ανεβαίνει για να ετοιμάσει τα παιδιά για
ύπνο. Βάζω ένα ποτήρι κρασί και βγαίνω στον κήπο.
Φυσάει ακόμα. Όλοι εδώ ξέρουμε αυτό τον άνεμο, που
κρατάει τρεις, έξι ή εννιά μέρες. Στη Γαλλία, χώρα πιο
ρομαντική από την Ελβετία, λέγεται μαΐστρος και φέρνει
πάντα μαζί του καθαρό καιρό και κρύο. Επιτέλους θα δούμε
τα σύννεφα να απομακρύνονται – αύριο θα έχει ήλιο.
Σκέφτομαι τη συζήτηση στο πάρκο, το φιλί. Κανένα
σημάδι μεταμέλειας. Έκανα κάτι που δεν είχα ξανακάνει κι
άρχισα έτσι να γκρεμίζω τα τείχη που με φυλακίζουν.
Μικρή σημασία έχει τι πιστεύει ο Ζακόμπ Κενίγκ. Δεν
μπορώ να προσπαθώ συνέχεια να ικανοποιώ τους άλλους.
Πίνω το κρασί μου, ξαναγεμίζω το ποτήρι μου και
απολαμβάνω τις πρώτες ώρες εδώ και πολλούς μήνες που
νιώθω κάτι άλλο από απάθεια και αίσθημα αχρηστίας.
Ο άντρας μου κατεβαίνει ντυμένος για έξω και με ρωτάει
σε πόση ώρα θα είμαι έτοιμη. Είχα ξεχάσει ότι είχαμε
κανονίσει να βγούμε απόψε.
Ανεβαίνω τρέχοντας να ετοιμαστώ.
Όταν κατεβαίνω, βλέπω ότι έχει κιόλας φτάσει η
Φιλιππινέζα νταντά, η οποία έχει απλώσει τα βιβλία της στο
τραπέζι του σαλονιού. Τα παιδιά έχουν ήδη πέσει για ύπνο
και δε θέλουν τίποτα, έτσι λοιπόν εκμεταλλεύεται το χρόνο
για να διαβάσει – μου δίνει την εντύπωση ότι τρέμει την
τηλεόραση.
Είμαστε έτοιμοι να φύγουμε. Έβαλα το πιο ωραίο μου

φόρεμα, κινδυνεύοντας να μοιάζω σαν λατέρνα στο χαλαρό
περιβάλλον που θα πάμε. Τι σημασία έχει όμως; Έχω ανάγκη
να διασκεδάσω.

ΞΥΠΝΑΩ ΜΕ ΤΟ ΘΟΡΥΒΟ ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ που τραντάζει
το παράθυρο. Σκέφτομαι ότι ο άντρας μου έπρεπε να το είχε
κλείσει καλύτερα. Τώρα πρέπει να σηκωθώ και να
ολοκληρώσω τη νυχτερινή μου τελετουργία: να πάω στο
δωμάτιο των παιδιών να δω αν είναι όλα
καλά.
Κάτι με εμποδίζει όμως. Μήπως το ποτό; Δίχως να το
θέλω, στο μυαλό μου έρχονται τα κυματάκια που είδα πριν
στη λίμνη, τα σύννεφα που ήδη έχουν διαλυθεί και ο
άνθρωπος που ήταν μαζί μου. Λίγα πράγματα θυμάμαι από
το μπαράκι: βρήκαμε και οι δύο τη μουσική φρικτή, το
περιβάλλον πολύ βαρετό και μισή ώρα αργότερα είχαμε
επιστρέψει στους υπολογιστές και στα τάμπλετ μας.
Και όλα αυτά που είπα στον Ζακόμπ νωρίτερα; Δεν πρέπει
άραγε να εκμεταλλευτώ τη στιγμή για να σκεφτώ λίγο τον
εαυτό μου;
Όμως το δωμάτιο αυτό με πνίγει. Ο τέλειος άντρας μου
κοιμάται πλάι μου. Δε φαίνεται να άκουσε τον ήχο του
ανέμου. Στο κεφάλι μου πλάθω την εικόνα του Ζακόμπ
ξαπλωμένου δίπλα στη γυναίκα του, να της μιλάει για τα
συναισθήματά του (είμαι σίγουρη πως δε θα πει τίποτα για
μένα), να αισθάνεται ανακούφιση που έχει κάποιον να τον
βοηθάει όταν νιώθει περισσότερη μοναξιά. Δεν πολυπιστεύω
τον τρόπο με τον οποίο την περιέγραψε: αν ήταν αλήθεια, θα

είχε ήδη χωρίσει. Στην τελική, δεν έχουν καν παιδιά!
Αναρωτιέμαι αν ο μαΐστρος ξύπνησε κι εκείνον και τι να
συζητάνε τώρα. Πού να μένουν άραγε; Δεν είναι δύσκολο να
το ανακαλύψω. Έχω όλες αυτές τις πληροφορίες στη
διάθεσή μου στην εφημερίδα. Έκαναν έρωτα απόψε; Μπήκε
μέσα της με πάθος; Βόγκηξε εκείνη από ηδονή;
Η συμπεριφορά μου μαζί του αποτελεί πάντα έκπληξη για
μένα. Στοματικό σεξ, λογικές συμβουλές, φιλί στο πάρκο.
Σαν να μην είμαι εγώ. Ποια είναι αυτή η γυναίκα που με
κυριεύει όταν βρίσκομαι με τον Ζακόμπ;
Η προκλητική έφηβη. Εκείνη που είχε σιγουριά βράχου και
τη δύναμη του ανέμου που σήμερα ανατάραζε τη λίμνη
Λεμάν. Είναι περίεργο που όταν συναντάμε τους παλιούς μας
συμμαθητές πάντα νομίζουμε πως έχουν μείνει ίδιοι, ακόμα κι
αν ο άτολμος έχει γίνει δυνατός, η πιο όμορφη έχει βρει το
χειρότερο σύζυγο που θα μπορούσε να βρει, εκείνοι που ήταν
κολλητοί έχουν χαθεί και δε βλέπονται χρόνια πια.
Με τον Ζακόμπ όμως, τουλάχιστον τώρα στην αρχή που
ξανασυναντηθήκαμε, μπορώ ακόμα να γυρίσω πίσω στο
χρόνο και να γίνω το κορίτσι που δε φοβάται τις συνέπειες,
επειδή είναι μόλις δεκαέξι χρονών και η επιστροφή του
Κρόνου, που θα φέρει μαζί του την ωριμότητα, αργεί.
Προσπαθώ να κοιμηθώ, αλλά δεν τα καταφέρνω. Για μία
ακόμα ώρα τον σκέφτομαι με εμμονή. Θυμάμαι το γείτονα
που έπλενε το αυτοκίνητο και ότι είχα θεωρήσει τη ζωή του
«χωρίς νόημα», αφιερωμένη σε άσκοπα πράγματα. Δεν ήταν

άσκοπο αυτό που έκανε: κατά πάσα πιθανότητα διασκέδαζε,
ασκούνταν, έπαιρνε τα απλά πράγματα στη ζωή ως ευλογία
και όχι ως κατάρα.
Αυτό μου λείπει: να χαλαρώσω λίγο και να απολαύσω
περισσότερο τη ζωή. Δεν μπορώ να σκέφτομαι συνέχεια τον
Ζακόμπ. Αντικαθιστώ την έλλειψη χαράς με κάτι πιο
συγκεκριμένο, έναν άντρα. Και δεν είναι αυτό το θέμα. Αν
ήμουν ψυχίατρος, θα άκουγα πως το πρόβλημά μου είναι
άλλο: έλλειψη λιθίου, χαμηλή παραγωγή σεροτονίνης,
τέτοια. Αυτό δεν άρχισε με την επανεμφάνιση του Ζακόμπ και
δε θα τελειώσει με την αναχώρησή του.
Δεν μπορώ να ξεχάσω όμως. Το μυαλό μου
επαναλαμβάνει δεκάδες, εκατοντάδες φορές τη στιγμή του
φιλιού.
Και καταλαβαίνω πως το ασυνείδητό μου μετατρέπει ένα
φανταστικό πρόβλημα σε πραγματικό. Πάντα έτσι είναι. Γι’
αυτό εμφανίζονται αρρώστιες.
Δε θέλω να ξαναδώ ποτέ στη ζωή μου αυτό τον άντρα.
Τον έστειλε ο διάβολος για να αποσταθεροποιήσει κάτι που
ήταν ήδη εύθραυστο. Πώς μπόρεσα να ερωτευτώ τόσο
γρήγορα κάποιον που καλά καλά δε γνωρίζω; Και ποιος είπε
πως είμαι ερωτευμένη; Έχω προβλήματα που ξεκίνησαν από
την άνοιξη, τίποτα περισσότερο. Αν τα πράγματα
λειτουργούσαν καλά ως τότε, δε βλέπω το λόγο γιατί να μην
ξαναρχίσουν να λειτουργούν καλά.
Επαναλαμβάνω αυτό που είπα και νωρίτερα στον εαυτό

μου: είναι μια φάση, τίποτα περισσότερο.
Δεν μπορώ να εστιάζω σε αυτή και να συνεχίσω να
προσελκύω πράγματα που δε μου κάνουν καλό. Αυτό δεν
είπα το απόγευμα;
Πρέπει να αντέξω και να περιμένω να περάσει η κρίση.
Όμως κινδυνεύω να ερωτευτώ στ’ αλήθεια, να νιώθω μόνιμα
αυτό που ένιωσα για κλάσματα του δευτερολέπτου την πρώτη
φορά που φάγαμε μαζί. Κι αν γίνει αυτό, τα πράγματα δε θα
συμβαίνουν πια μονάχα μέσα μου. Αντί γι’ αυτό, θα
απλωθούν παντού πόνος και λύπη.
Στριφογυρίζω στο κρεβάτι για διάστημα που μου φαίνεται
ατελείωτο, με παίρνει ο ύπνος και ο άντρας μου με ξυπνάει
μετά από ένα διάστημα που μου μοιάζει σαν μια στιγμή. Η
μέρα είναι καθαρή. Ο ουρανός γαλάζιος. Και ο μαΐστρος
συνεχίζει να φυσάει.

«ΩΡΑ ΓΙΑ ΠΡΩΙΝΟ. Κάτσε, θα αναλάβω εγώ τα παιδιά».
Τι λες να αλλάξουμε ρόλους τουλάχιστον μία φορά στη
ζωή μας; Πήγαινε εσύ στην κουζίνα και θα ετοιμάσω εγώ τα
παιδιά για το σχολείο.
«Μια πρόκληση, ε; Εντάξει, σήμερα θα σου σερβίρω το
καλύτερο πρωινό που έχεις δοκιμάσει εδώ και πολλά
χρόνια».
Δεν είναι πρόκληση, απλώς μια προσπάθεια για λίγη
αλλαγή. Και δε βρίσκεις το πρωινό που φτιάχνω αρκετά
καλό;
«Άκου, είναι πολύ νωρίς για να μαλώσουμε. Ξέρω πως
χτες ήπιαμε κι οι δύο παραπάνω απ’ όσο θα έπρεπε, τα
μπαράκια δεν είναι για την ηλικία μας πια. Ναι, ετοίμασε εσύ
τα παιδιά».
Φεύγει προτού προλάβω να του απαντήσω. Παίρνω το
κινητό για να δω τι έχω να κάνω σήμερα.
Συμβουλεύομαι τη λίστα με τις δουλειές που πρέπει να
γίνουν οπωσδήποτε. Όσο μεγαλύτερη η λίστα, τόσο πιο
παραγωγική θεωρώ πως είναι η μέρα μου. Συχνά αυτά που
έχω σημειώσει είναι πράγματα που είχα υποσχεθεί να κάνω
την προηγούμενη μέρα ή κατά τη διάρκεια της εβδομάδας και
δεν τα έχω κάνει. Έτσι, η λίστα μεγαλώνει, μέχρι που, πότε
πότε, μου δημιουργεί τόσο άγχος, που αποφασίζω να τα
διαγράψω όλα και να αρχίσω από την αρχή. Και τότε

συνειδητοποιώ ότι τίποτα δεν ήταν σημαντικό.
Υπάρχει όμως κάτι που δε βρίσκεται εκεί και που δε θα
ξεχάσω με τίποτα: να ανακαλύψω πού μένει ο Ζακόμπ Κενίγκ
και να βρω δυο λεπτά να περάσω με το αυτοκίνητο μπροστά
από το σπίτι του.
Όταν κατεβαίνω, το τραπέζι είναι έτοιμο και τέλειο:
φρουτοσαλάτα, ελαιόλαδο, τυριά, ψωμί ολικής άλεσης,
γιαούρτι, δαμάσκηνα. Υπάρχει μέχρι κι ένα αντίτυπο της
εφημερίδας όπου δουλεύω, τοποθετημένο διακριτικά στα
δεξιά μου. Ο άντρας μου έχει εγκαταλείψει τον έντυπο Τύπο
εδώ και καιρό και αυτή τη στιγμή κάτι διαβάζει στο iPad. Ο
μεγαλύτερος γιος μας ρωτάει τι σημαίνει «εκβιασμός». Δεν
καταλαβαίνω γιατί ρωτάει, μέχρι που το βλέμμα μου πέφτει
στο κεντρικό θέμα. Έχει μια μεγάλη φωτογραφία του
Ζακόμπ, μία από τις πολλές που θα έχει στείλει στα ΜΜΕ.
Έχει ύφος σκεφτικό, μοιάζει συλλογισμένος. Δίπλα στη
φωτογραφία, η λεζάντα: «Πολιτικός καταγγέλλει απόπειρα
εκβιασμού».
Δεν την έγραψα εγώ. Εξάλλου, όταν ήμουν ακόμα στο
δρόμο, μου τηλεφώνησε ο αρχισυντάκτης και μου είπε να
ακυρώσω το ραντεβού μου επειδή είχαν λάβει μια ενημέρωση
από το υπουργείο Οικονομικών και δούλευαν στην υπόθεση.
Τους είπα ότι το ραντεβού είχε ήδη γίνει, ότι ήταν πιο
γρήγορο απ’ ό,τι περίμενα και ότι δε χρειάστηκε να
χρησιμοποιήσω τις «συνηθισμένες διαδικασίες». Με
έστειλαν αμέσως σε μια γειτονική συνοικία (που θεωρείται

«πόλη» και έχει μέχρι και δημαρχείο) για να καλύψω τις
διαμαρτυρίες κατά του μπακάλικου που πουλούσε ληγμένα
τρόφιμα. Άκουσα τον ιδιοκτήτη του μπακάλικου, τους
γείτονες, τους φίλους των γειτόνων, και είμαι σίγουρη πως
αυτό το θέμα έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον για το κοινό από το
γεγονός ότι ένας πολιτικός κατήγγειλε οτιδήποτε. Το
ρεπορτάζ άλλωστε βρίσκεται κι αυτό στην πρώτη σελίδα,
όμως όχι με τόση έμφαση: «Πρόστιμο σε παντοπωλείο. Δεν
υπάρχουν αναφορές για δηλητηριάσεις».
Η φωτογραφία του Ζακόμπ στο τραπέζι μαζί με το πρωινό
με ενοχλεί βαθιά.
Λέω στον άντρα μου ότι πρέπει να μιλήσουμε απόψε.
«Θα αφήσουμε τα παιδιά στη μητέρα μου και θα βγούμε
για φαγητό», μου απαντάει. «Κι εγώ έχω ανάγκη να περάσω
λίγο χρόνο μαζί σου, μόνο μαζί σου. Και χωρίς το θόρυβο
αυτής της απαίσιας μουσικής που δεν καταλαβαίνουμε για
ποιο λόγο αρέσει».

ΗΤΑΝ ΕΝΑ ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΟ ΠΡΩΙΝΟ.
Ήμουν στη γωνιά του πάρκου, σε μια περιοχή που δεν
πλησίαζε κανείς. Κοιτούσα τον τούβλινο τοίχο του σχολείου.
Ήξερα πως κάτι δεν πήγαινε καλά με μένα.
Τα άλλα παιδιά νόμιζαν πως είμαι «ανώτερη» κι εγώ δεν
προσπαθούσα να το διαψεύσω. Το αντίθετο! Ζητούσα από τη
μαμά μου να συνεχίσει να μου αγοράζει ακριβά ρούχα και να
με πηγαίνει στο σχολείο με το εισαγόμενο αυτοκίνητό της.
Μέχρι εκείνη τη μέρα στο παρκάκι, που κατάλαβα ότι
ήμουν μόνη. Κι ότι ίσως θα έμενα μόνη σ’ όλη μου τη ζωή.
Παρόλο που ήμουν μόλις οχτώ ετών, μου φαινόταν ήδη
πολύ αργά για ν’ αλλάξω και να πω στους άλλους ότι ήμουν
σαν κι εκείνους.

Ήταν καλοκαίρι.
Πήγαινα στο λύκειο και τα αγόρια πάντα έβρισκαν
τρόπους να με φλερτάρουν, παρόλο που προσπαθούσα να
κρατήσω τις αποστάσεις μου. Τα άλλα κορίτσια πέθαιναν
από ζήλια, αλλά δεν το έδειχναν – απεναντίας,
προσπαθούσαν να είναι φίλες μου και να είναι συνέχεια μαζί
μου, για να παίρνουν τα περισσεύματα που απέρριπτα.
Και απέρριπτα σχεδόν τα πάντα, επειδή ήξερα πως, αν
κάποιος κατάφερνε να μπει στον κόσμο μου, δε θα έβρισκε

τίποτα το ενδιαφέρον. Ήταν καλύτερα να διατηρώ έναν αέρα
μυστηρίου και να αφήνω να εννοηθούν στους άλλους
πιθανότητες που εκείνοι δε θα είχαν ποτέ.
Στο δρόμο για το σπίτι είδα κάτι μανιτάρια που είχαν
φυτρώσει λόγω της βροχής. Ήταν εκεί, απείραχτα, καθώς
όλοι ήξεραν πως ήταν δηλητηριώδη. Σκέφτηκα για μια
στιγμή να τα φάω. Δεν ήμουν ιδιαίτερα δυστυχισμένη ή
χαρούμενη. Ήθελα μόνο να τραβήξω την προσοχή των
γονιών μου.
Δεν άγγιξα τα μανιτάρια.

Σήμερα είναι η πρώτη μέρα του φθινοπώρου, της πιο
όμορφης εποχής του χρόνου. Σύντομα τα φύλλα θα
αλλάξουν χρώμα και τα δέντρα θα γίνουν διαφορετικά το ένα
από το άλλο. Στο δρόμο για το πάρκινγκ αποφασίζω να
περάσω από ένα δρόμο που δεν παίρνω σχεδόν ποτέ.
Στέκομαι μπροστά στο παλιό μου σχολείο. Ο τούβλινος
τοίχος είναι ακόμα εκεί. Τίποτα δεν έχει αλλάξει, παρά μόνο
το γεγονός ότι δεν είμαι πια μόνη. Έχω στη σκέψη μου δύο
άντρες: έναν που δε θα αποκτήσω ποτέ και έναν άλλο με τον
οποίο θα βγω για φαγητό απόψε σε ένα μέρος όμορφο,
ιδιαίτερο, διαλεγμένο με προσοχή.
Ένα πουλί σκίζει τον ουρανό, παίζοντας με τον άνεμο.
Πηγαίνει από τη μια μεριά στην άλλη, ανεβαίνει και
κατεβαίνει. Σαν να έχουν οι κινήσεις του μια λογική που δεν

μπορώ να κατανοήσω. Ίσως η μόνη λογική να είναι η
διασκέδαση.

Δεν είμαι πουλί. Δε θα κατάφερνα ποτέ να περάσω τη ζωή
μου μονάχα παίζοντας συνέχεια, παρόλο που έχουμε φίλους
που βγάζουν λιγότερα από εμάς και πηγαίνουν από ταξίδι σε
ταξίδι, από εστιατόριο σε εστιατόριο. Προσπάθησα ήδη να
είμαι έτσι κι εγώ, είναι αδύνατο όμως. Χάρη στην επιρροή του
άντρα μου βρήκα τη δουλειά μου. Δουλεύω, περνάω το χρόνο
μου, αισθάνομαι χρήσιμη και δίνω περιεχόμενο στη ζωή μου.
Μια μέρα τα παιδιά μου θα είναι περήφανα για τη μαμά τους
και οι παιδικές μου φίλες θα νιώθουν μεγαλύτερη
απογοήτευση από ποτέ επειδή θα έχω καταφέρει να χτίσω
κάτι συγκεκριμένο, ενώ εκείνες αφοσιώθηκαν μόνο στη
φροντίδα του σπιτιού, των παιδιών και του συζύγου τους.
Δεν ξέρω αν όλοι νιώθουν την ίδια ανάγκη να
εντυπωσιάζουν τους άλλους. Εγώ τη νιώθω, και δεν το
αρνούμαι – γιατί μόνο αυτό έκανα καλά στη ζωή μου,
πιέζοντας τον εαυτό μου να προχωρήσει περισσότερο. Αρκεί
να μην παίρνω αχρείαστα ρίσκα βέβαια. Αρκεί να μπορώ να
διατηρώ τον κόσμο μου ακριβώς όπως είναι σήμερα.
Μόλις φτάνω στην εφημερίδα, αρχίζω να ψάχνω στα
ψηφιακά αρχεία της κυβέρνησης. Σε λιγότερο από ένα λεπτό
έχω τη διεύθυνση του Ζακόμπ Κενίγκ, όπως και πληροφορίες
για το πόσα χρήματα βγάζει, πού σπούδασε, το όνομα της

συζύγου του και τη διεύθυνση της δουλειάς της.

Ο ΑΝΤΡΑΣ ΜΟΥ ΔΙΑΛΕΞΕ ένα εστιατόριο ανάμεσα στη
δουλειά μου και στο σπίτι μας. Έχουμε ξαναπάει. Μου άρεσε
το φαγητό, το ποτό και το περιβάλλον, όμως νομίζω ότι το
σπιτικό φαγητό είναι πάντα καλύτερο. Τρώω έξω μόνο όποτε
το απαιτεί η «κοινωνική ζωή» μου και το αποφεύγω όσο
μπορώ. Λατρεύω τη μαγειρική. Λατρεύω να είμαι με την
οικογένειά μου, να νιώθω ότι τους προστατεύω και ότι
προστατεύομαι ταυτόχρονα.
Μεταξύ των πραγμάτων που δεν έκανα από τη λίστα μου
με τις πρωινές δουλειές ήταν «να περάσω με το αυτοκίνητο
μπροστά από το σπίτι του Ζακόμπ Κενίγκ». Κατάφερα να
αντισταθώ
στην
παρόρμηση. Αρκετά
φανταστικά
προβλήματα έχω ήδη για να προσθέσω σε αυτά και τα
πραγματικά προβλήματα του έρωτα χωρίς ανταπόκριση.
Αυτό που ένιωσα πάει, έφυγε πια. Δε θα ξανασυμβεί. Κι έτσι
κατευθυνόμαστε προς ένα μέλλον γεμάτο γαλήνη, ελπίδα και
ευημερία.
«Λένε ότι άλλαξε η διεύθυνση και το φαγητό δεν είναι πια
το ίδιο», λέει ο άντρας μου.
Δεν έχει σημασία. Το φαγητό του εστιατορίου είναι πάντα
ίδιο: πολύ βούτυρο, καλοδιακοσμημένα πιάτα και –επειδή
ζούμε σε μία από τις ακριβότερες πόλεις του κόσμου–
υπερβολική τιμή για κάτι που στην πραγματικότητα δεν την
αξίζει.

Όμως το φαγητό έξω είναι ιεροτελεστία. Μας χαιρετάει ο
μετρ, που μας οδηγεί στο συνηθισμένο μας τραπέζι (παρόλο
που πάει καιρός από τότε που έχουμε να έρθουμε), ρωτάει αν
θέλουμε το ίδιο κρασί (φυσικά και ναι) και μας δίνει το μενού.
Το διαβάζω από την αρχή ως το τέλος και επιλέγω το ίδιο
πιάτο που παίρνω πάντα. Ο άντρας μου διαλέγει κι εκείνος το
παραδοσιακό ψητό αρνάκι με φακές. Ο μετρ έρχεται να μας
ενημερώσει για τα πιάτα ημέρας.
Τον ακούμε ευγενικά, λέμε δυο τρία καλά λόγια και
παραγγέλνουμε τα συνηθισμένα μας πιάτα.

Το πρώτο ποτήρι κρασί –που δε χρειάστηκε να δοκιμαστεί και
να αναλυθεί με προσοχή, γιατί είμαστε παντρεμένοι δέκα
χρόνια τώρα– κατεβαίνει γρήγορα, ανάμεσα σε συζητήσεις
για τη δουλειά και παράπονα για τον τεχνικό που έπρεπε να
είχε έρθει να ελέγξει τη θέρμανση του σπιτιού και δεν ήρθε.
«Και πώς πάει το τρέξιμο για τις εκλογές της επόμενης
Κυριακής;» με ρωτάει ο άντρας μου.
Μου ανέθεσαν ένα θέμα το οποίο βρίσκω ιδιαίτερα
ενδιαφέρον: «Μπορούν οι ψηφοφόροι να εξετάζουν
εξονυχιστικά τη ζωή ενός πολιτικού;» Αποτελεί συνέχεια του
πρωτοσέλιδου από τις προάλλες, εκείνου που αφορούσε τον
πολιτικό που τον εκβίαζαν οι Νιγηριανοί. Η γενική γνώμη
όσων ρωτήθηκαν είναι πως «δε μας ενδιαφέρει». Δε ζούμε
στις ΗΠΑ και είμαστε περήφανοι γι’ αυτό.

Μιλάμε και για άλλα πρόσφατα θέματα: τα ποσοστά των
ψηφοφόρων αυξήθηκαν κατά περίπου 38% από τις τελευταίες
εκλογές για το Συμβούλιο των Κρατιδίων. Οι οδηγοί του TPG
(της εταιρείας μέσων μαζικής μεταφοράς της Γενεύης) είναι
κουρασμένοι αλλά ικανοποιημένοι από τη δουλειά τους. Μια
γυναίκα παρασύρθηκε από αυτοκίνητο στη διάβαση πεζών.
Ένα τρένο έπαθε βλάβη και έκλεισε την κυκλοφορία για
περισσότερες από δύο ώρες. Και άλλα θέματα της
καθημερινότητας.
Περνάω αμέσως στο δεύτερο ποτήρι, χωρίς να περιμένω το
ορεκτικό που προσφέρει το εστιατόριο και χωρίς να ρωτήσω
τον άντρα μου πώς ήταν η μέρα του. Εκείνος ακούει ευγενικά
όλα όσα λέω. Θα αναρωτιέται τι κάνουμε εδώ.
«Φαίνεσαι πιο χαρούμενη σήμερα», παρατηρεί, αφού έρθει
ο σερβιτόρος με το κυρίως πιάτο. Συνειδητοποιώ ότι μιλάω
ασταμάτητα εδώ και είκοσι λεπτά. «Συνέβη κάτι το
ιδιαίτερο;»
Αν μου είχε κάνει την ίδια ερώτηση τη μέρα που είχα πάει
στο Παρκ ντεζ Ο Βιβ, θα είχα κοκκινίσει και θα του είχα
απαριθμήσει μια σειρά από δικαιολογίες που είχα έτοιμες.
Όμως όχι, η μέρα μου ήταν το ίδιο βαρετή όπως πάντα,
παρόλο που προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου ότι είμαι πιο
σημαντική για τον κόσμο.
«Και τι ήθελες να πούμε;»
Ετοιμάζομαι να τα ομολογήσω όλα, έχοντας ήδη περάσει
στο τρίτο ποτήρι κρασί. Τότε καταφθάνει ο σερβιτόρος και με

πιάνει την ώρα που είμαι έτοιμη να πηδήξω στην άβυσσο.
Ανταλλάσσουμε μερικές ακόμα κουβέντες χωρίς νόημα,
πολύτιμα λεπτά της ζωής μου που χαραμίζονται σε αμοιβαίες
αβρότητες.
Ο άντρας μου παραγγέλνει κι άλλο μπουκάλι κρασί. Ο
μετρ μάς εύχεται καλή όρεξη και πηγαίνει να μας το φέρει.
Τότε αρχίζω.
Θα πεις ότι χρειάζομαι γιατρό. Όχι. Διεκπεραιώνω όλα μου
τα καθήκοντα στο σπίτι και στη δουλειά. Εδώ και μερικούς
μήνες όμως είμαι δυστυχισμένη.
«Δε μου έδωσες αυτή την εντύπωση. Μόλις σου είπα ότι
φαίνεσαι πιο χαρούμενη».
Βέβαια. Η δυστυχία μου έχει γίνει ρουτίνα, κανείς δεν την
καταλαβαίνει πια. Χαίρομαι που έχω κάποιον να μιλήσω.
Όμως εκείνο που θέλω να πω δεν έχει καμία σχέση με αυτή
τη φαινομενική χαρά. Δεν μπορώ πλέον να κοιμηθώ.
Αισθάνομαι εγωίστρια. Συνέχεια προσπαθώ να εντυπωσιάσω
τους άλλους, σαν να είμαι ακόμα παιδί. Κλαίω μόνη μου και
χωρίς λόγο στο μπάνιο. Έκανα έρωτα με όρεξη μόνο μία
φορά εδώ και πολλούς μήνες – και ξέρεις καλά για ποια μέρα
μιλάω. Σκέφτηκα πως όλα αυτά δεν είναι παρά μια τελετή
ενηλικίωσης, συνέπεια του ότι είμαι πάνω από τριάντα
χρονών, όμως η εξήγηση αυτή δεν είναι αρκετή. Νιώθω πως
χαραμίζω τη ζωή μου, πως μια μέρα θα κοιτάξω πίσω μου και
θα μετανιώσω για όλα όσα έκανα. Εκτός από το ότι σε
παντρεύτηκα και απέκτησα τα όμορφα παιδιά μας.

«Μα αυτό δεν είναι το πιο σημαντικό;»
Για πολλούς ανθρώπους ναι. Για μένα όμως όχι. Και
γίνεται συνεχώς χειρότερο. Όταν τελικά ολοκληρώνω τις
δουλειές της κάθε μέρας, αρχίζει στο κεφάλι μου ένας
ατελείωτος καταιγισμός αμφισβήτησης. Φοβάμαι μήπως
αλλάξουν όλα, όμως ταυτόχρονα νιώθω την τεράστια
λαχτάρα να ζήσω κάτι διαφορετικό. Οι σκέψεις
επαναλαμβάνονται, δεν ελέγχω τίποτα πια. Εσύ δεν το
καταλαβαίνεις, επειδή κοιμάσαι. Κατάλαβες χτες το μαΐστρο
που τράνταζε το παράθυρο;
«Όχι. Τα παράθυρα όμως ήταν καλά κλεισμένα».
Αυτό ακριβώς εννοώ. Μέχρι κι ένας απλός αέρας, που έχει
φυσήξει χιλιάδες φορές από τότε που παντρευτήκαμε, μπορεί
να με ξυπνήσει. Το προσέχω όταν κουνιέσαι στο κρεβάτι κι
όταν παραμιλάς στον ύπνο σου. Μην το πάρεις προσωπικά,
σε παρακαλώ, αλλά έχω την αίσθηση ότι περιστοιχίζομαι από
πράγματα που δε βγάζουν κανένα απολύτως νήμα. Να
ξεκαθαρίσω όμως: αγαπάω τα παιδιά μας. Αγαπάω εσένα.
Λατρεύω τη δουλειά μου. Κι αυτό με κάνει να νιώθω ακόμα
χειρότερα, επειδή είμαι άδικη με το Θεό, με τη ζωή, μαζί σας.
Σχεδόν δεν αγγίζει το φαγητό του. Είναι λες κι έχει
μπροστά του μια ξένη. Όμως και το ότι λέω αυτά τα λόγια με
κάνει να νιώθω απέραντη γαλήνη. Το μυστικό μου
αποκαλύφθηκε. Το κρασί έχει αρχίσει να ενεργεί. Δεν είμαι πια
μόνη. Ευχαριστώ, Ζακόμπ Κενίγκ.
«Νομίζεις ότι χρειάζεσαι κάποιον ειδικό;»

Δεν ξέρω. Αλλά ακόμα κι αν χρειάζομαι, δε θέλω να το
κάνω αυτό επ’ ουδενί. Πρέπει να μάθω να λύνω τα
προβλήματά μου μόνη μου.
«Φαντάζομαι πως ήταν πολύ δύσκολο να κρατήσεις μέσα
σου όλα αυτά τα συναισθήματα τόσο καιρό. Σ’ ευχαριστώ
που μου τα εμπιστεύτηκες. Γιατί δε μου είχες πει τίποτα ως
τώρα;»
Επειδή μόλις τώρα έγιναν τα πράγματα ανυπόφορα.
Σήμερα θυμήθηκα την παιδική μου ηλικία και την εφηβεία
μου. Να ήταν άραγε πάντα εκεί τα σπέρματα; Νομίζω πως
όχι. Εκτός κι αν με απατούσε το μυαλό μου όλα αυτά τα
χρόνια, πράγμα το οποίο θεωρώ σχεδόν αδύνατο.
Προέρχομαι από φυσιολογική οικογένεια, είχα μια
φυσιολογική εκπαίδευση, ζω μια φυσιολογική ζωή. Τι πάει
στραβά με μένα;
Δε σου είπα τίποτα ως τώρα επειδή πίστευα πως θα μου
περνούσε σύντομα και δεν ήθελα να σε ανησυχήσω.
«Δεν είσαι τρελή. Δεν άφησες να φανεί κάτι τέτοιο ούτε
στιγμή. Δεν έγινες πιο ευερέθιστη ούτε έχασες βάρος. Αν
υπάρχει ο έλεγχος, υπάρχει διέξοδος».
Γιατί ανέφερε το χάσιμο βάρους;
«Μπορώ να ζητήσω από το γιατρό μας να μας γράψει
μερικά αγχολυτικά για να κοιμάσαι καλύτερα. Θα του πω ότι
είναι για μένα. Νομίζω πως, αν καταφέρεις να ξεκουραστείς,
σιγά σιγά θα μπορέσεις να επιβληθείς στις σκέψεις σου. Ίσως
πρέπει να ασκούμαστε περισσότερο. Τα παιδιά θα

ενθουσιαστούν. Είμαστε πολύ επικεντρωμένοι στη δουλειά
μας κι αυτό δεν είναι καλό».
Δεν είμαι πολύ επικεντρωμένη στη δουλειά μου. Σε
αντίθεση με ό,τι πιστεύει, αυτά τα ηλίθια ρεπορτάζ με
βοηθούν να απασχολώ το μυαλό μου με κάτι και να
αποφύγω την άγρια σκέψη που με κυριεύει μόλις μείνω χωρίς
να έχω κάτι να κάνω.
«Σε κάθε περίπτωση, χρειαζόμαστε άσκηση, καθαρό αέρα.
Να τρέξουμε μέχρι να μην αντέχουμε άλλο, μέχρι να
σωριαστούμε κάτω από την κούραση. Ίσως να καλούμε
συχνότερα φίλους στο σπίτι...»
Αυτό θα ήταν κανονικός εφιάλτης! Να πρέπει να
κουβεντιάζω, να διασκεδάζω τους άλλους, να αναγκάζω τον
εαυτό μου να χαμογελάει συνέχεια, να ακούω απόψεις για την
όπερα και την κίνηση στους δρόμους και στο τέλος να έχω
και να πλύνω τα πιάτα.
«Πάμε στο φυσικό πάρκο στον Ιούρα το Σαββατοκύριακο.
Έχουμε καιρό να πάμε».
Το Σαββατοκύριακο είναι οι εκλογές. Έχω βάρδια στην
εφημερίδα.
Τρώμε αμίλητοι. Ο σερβιτόρος έχει έρθει ήδη δύο φορές
να δει αν έχουμε τελειώσει και ούτε που είχαμε αγγίξει τα
πιάτα μας. Το δεύτερο μπουκάλι κρασί τελειώνει γρήγορα.
Φαντάζομαι τι θα σκέφτεται: Πώς να βοηθήσω τη γυναίκα
μου; Τι μπορώ να κάνω για να γίνει ευτυχισμένη; θα λέει
μέσα του. Τίποτα. Τίποτα περισσότερο απ’ όσα έκανε ήδη.

Οτιδήποτε άλλο, όπως το να έρθει με ένα κουτί σοκολατάκια
ή μια ανθοδέσμη, θα ήταν υπερβολικό σε βαθμό αηδίας.
Καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι δεν μπορούμε να
οδηγήσουμε για να γυρίσουμε στο σπίτι, θα αφήσουμε το
αυτοκίνητο στο εστιατόριο και θα έρθουμε να το πάρουμε
αύριο. Τηλεφωνώ στην πεθερά μου, της ζητάω να κρατήσει
τα παιδιά για το βράδυ. Θα έρθω το πρωί να τα πάω στο
σχολείο.
«Μα τι λείπει από τη ζωή σου;»
Μη μου κάνεις τέτοιες ερωτήσεις, σε παρακαλώ. Η
απάντηση είναι τίποτα. Τίποτα! Μακάρι να είχα σοβαρά
προβλήματα. Δεν ξέρω κανέναν απολύτως που να ζει στην
ίδια κατάσταση. Μέχρι μια φίλη μου, που πέρασε χρόνια με
κατάθλιψη, κάνει τώρα θεραπεία. Δε νομίζω ότι εγώ
χρειάζομαι κάτι τέτοιο, αφού δεν έχω όλα τα συμπτώματα
που ανέφερε, ούτε θέλω να πάρω τον επικίνδυνο δρόμο
παράνομων φαρμάκων. Όσο για τους άλλους, μπορεί να
εκνευρίζονται, να έχουν στρες ή να κλαίνε επειδή
πληγώθηκαν ερωτικά. Στην τελευταία αυτή περίπτωση,
μπορεί και να πιστεύουν ότι έχουν κατάθλιψη, ότι χρειάζονται
γιατρό και φάρμακα. Όμως δεν ισχύει κάτι τέτοιο: απλώς
πληγώθηκαν, κάτι που συμβαίνει από τις απαρχές του
κόσμου, από τότε που ο άνθρωπος ανακάλυψε αυτό το
μυστηριώδες πράγμα που λέγεται Έρωτας.
«Αν δε θέλεις να πας στο γιατρό, γιατί δεν προσπαθείς να
διαβάσεις για το θέμα;»

Το προσπάθησα ήδη φυσικά. Διάβασα διάφορες
ιστοσελίδες ψυχολογίας. Αφοσιώθηκα με περισσότερο
πείσμα στη γιόγκα. Δεν πρόσεξε ότι τα βιβλία που έχω φέρει
στο σπίτι μαρτυρούν αλλαγή λογοτεχνικών προτιμήσεων;
Πίστεψε πως απλώς στράφηκα στην πνευματικότητα;
Όχι! Μια απάντηση ψάχνω, που δε βρίσκω. Αφού διάβασα
καμιά δεκαριά βιβλία με σοφά λόγια, είδα ότι δε με οδηγούν
πουθενά. Είχαν άμεση επίδραση, όμως έπαυαν να έχουν
αποτέλεσμα αμέσως μόλις τα έκλεινα. Είναι φράσεις, λέξεις
που περιγράφουν έναν ιδανικό κόσμο που δεν υπάρχει παρά
μόνο για εκείνον που τις δημιούργησε.
«Και τώρα, που τρώμε, νιώθεις καλύτερα;»
Ναι, βέβαια. Αλλά δεν είναι εκεί το θέμα. Πρέπει να μάθω
τι έχω γίνει. Είμαι αυτό, δεν πρόκειται για κάτι έξω από μένα.
Βλέπω ότι προσπαθεί απεγνωσμένα να με βοηθήσει, όμως
είναι το ίδιο χαμένος με μένα. Επιμένει στα συμπτώματα και
του επισημαίνω ότι δεν είναι αυτό το πρόβλημα, ότι όλα είναι
ένα σύμπτωμα. Μπορεί να συλλάβει την ιδέα μιας μαύρης
τρύπας που ρουφάει τα πάντα σαν σφουγγάρι;
«Όχι».
Ε, έτσι είναι λοιπόν.
Μου εγγυάται ότι θα βγω από αυτή την κατάσταση. Δεν
πρέπει να είμαι σκληρή με τον εαυτό μου. Δεν πρέπει να μου
ρίχνω φταίξιμο για τίποτα απ’ όλα αυτά. Είναι εκείνος δίπλα
μου.
«Υπάρχει φως στην άκρη του τούνελ».

Θέλω να το πιστέψω, όμως τα πόδια μου είναι κολλημένα
στο τσιμέντο. Μην ανησυχείς ωστόσο, θα συνεχίσω να
παλεύω. Παλεύω τόσους μήνες τώρα. Έχω ζήσει κι άλλες
φορές παρόμοιες φάσεις, που τελικά πέρασαν. Μια μέρα θα
ξυπνήσω και όλα αυτά δε θα είναι παρά ένας εφιάλτης. Είμαι
σίγουρη γι’ αυτό.
Ζητάει το λογαριασμό, μου σφίγγει το χέρι, φωνάζουμε
ταξί. Κάτι βελτιώθηκε. Το να ανοίγεις την καρδιά σου σε
κάποιον που εμπιστεύεσαι πάντα έχει καλά αποτελέσματα.

ΖΑΚΟΜΠ ΚΕΝΙΓΚ, τι δουλειά έχεις στο δωμάτιό μου, στο
κρεβάτι μου, στους εφιάλτες μου; Θα έπρεπε να δουλεύεις
σκληρά, στο κάτω κάτω οι εκλογές είναι σε τρεις μέρες κι
έχεις χάσει πολύτιμες ώρες από την εκστρατεία σου μαζί μου,
σε γεύματα στο Λα Περλ ντι Λακ και σε συζητήσεις στο Παρκ
ντεζ Ο Βιβ.
Δεν αρκεί; Τι γυρεύεις στα όνειρα και στους εφιάλτες μου;
Έκανα ακριβώς αυτό που μου πρότεινες: μίλησα στον
άντρα μου, κατάλαβα την αγάπη που νιώθει για μένα. Κι
εκείνο το αίσθημα ότι κάτι είχε ρουφήξει την ευτυχία από τη
ζωή μου εξαφανίστηκε όταν κάναμε έρωτα όπως είχαμε καιρό
να κάνουμε.
Σε παρακαλώ, φύγε από το μυαλό μου. Αύριο θα είναι
δύσκολη μέρα. Πρέπει να ξυπνήσω νωρίς για να πάω τα
παιδιά στο σχολείο, να πάω μετά για ψώνια, να βρω να
παρκάρω, να κατεβάσω μια ιδέα για ένα πρωτότυπο ρεπορτάζ
σχετικά με κάτι καθόλου πρωτότυπο, όπως η πολιτική... Άσε
με ήσυχη, Ζακόμπ Κενίγκ.
Είμαι ευτυχισμένη στο γάμο μου. Κι εσύ ούτε ξέρεις ούτε
καν φαντάζεσαι ότι σε σκέφτομαι. Θα ήθελα να έχω κάποιον
εδώ απόψε να μου λέει ιστορίες με ευτυχισμένο τέλος, να μου
τραγουδήσει ένα τραγούδι να με αποκοιμίσει, αλλά όχι. Το
μόνο που καταφέρνω είναι να σκέφτομαι εσένα.
Χάνω τον έλεγχο. Πάει σχεδόν μία εβδομάδα που έχουμε

να ιδωθούμε, αλλά η παρουσία σου επιμένει.
Αν δεν εξαφανιστείς, θα αναγκαστώ να έρθω στο σπίτι
σου, να πιω ένα τσάι με σένα και με τη γυναίκα σου, να
ακούσω ότι είστε ευτυχισμένοι, ότι δεν έχω ελπίδα, ότι είπες
ψέματα πως είδες τον εαυτό σου να καθρεφτίζεται στα μάτια
μου, ότι επέτρεψες συνειδητά να κάνω κακό στον εαυτό μου
μ’ εκείνο το φιλί για το οποίο δε μου έδωσες καν αφορμή.
Ελπίζω ότι θα με καταλάβεις, προσεύχομαι γι’ αυτό,
επειδή ούτε εγώ η ίδια δεν καταλαβαίνω τι ζητάω.
Σηκώνομαι, πηγαίνω στον υπολογιστή να κάνω
αναζήτηση για το «πώς να κατακτήσεις τον άντρα σου». Αντί
γι’ αυτό, πληκτρολογώ τον όρο «κατάθλιψη». Πρέπει να είμαι
εντελώς σίγουρη για το τι μου συμβαίνει.
Κάνω κλικ σε μια σελίδα που παρέχει στους αναγνώστες
ένα τεστ αυτοδιάγνωσης: «Ανακαλύψτε αν έχετε ψυχολογικό
πρόβλημα». Υπάρχει ένας κατάλογος με ερωτήσεις και η
απάντησή μου στις περισσότερες από αυτές είναι «όχι».
Αποτέλεσμα: «Μπορεί να περνάτε μια δύσκολη περίοδο,
όμως η κατάστασή σας δεν πλησιάζει την κλινική κατάθλιψη.
Δεν υπάρχει ανάγκη να συμβουλευτείτε γιατρό».
Το είπα, δεν το είπα; Το ήξερα. Δεν είμαι άρρωστη. Απ’
ό,τι φαίνεται, τα εφευρίσκω όλα αυτά για να τραβήξω την
προσοχή. Ή για να εξαπατήσω τον εαυτό μου, να κάνω τη
ζωή μου λίγο πιο ενδιαφέρουσα, αφού έχω προβλήματα! Τα
προβλήματα απαιτούν πάντα λύσεις, και μπορώ να
αφιερώσω τις ώρες, τις μέρες, τις εβδομάδες μου

προσπαθώντας να τις βρω.
Ίσως είναι καλή ιδέα να ζητήσει ο άντρας μου από το
γιατρό μας κάτι για να με βοηθήσει να κοιμάμαι. Μπορεί να
φταίει το άγχος της δουλειάς, ιδίως τώρα, που είναι
προεκλογική περίοδος, γι’ αυτό και έχω τόση ένταση. Θέλω
να είμαι πάντα καλύτερη από τους άλλους, τόσο στα
επαγγελματικά όσο και στην προσωπική μου ζωή, και δεν
είναι εύκολο να βρεθεί ισορροπία ανάμεσα στα δύο.

ΣΗΜΕΡΑ ΕΙΝΑΙ ΣΑΒΒΑΤΟ , παραμονή των εκλογών. Έχω
ένα φίλο που λέει πως σιχαίνεται τα Σαββατοκύριακα επειδή
το χρηματιστήριο είναι κλειστό και δεν έχει τι να κάνει.
Ο άντρας μου με έπεισε να βγούμε. Το επιχείρημά του ήταν
ότι πρέπει να πάμε βόλτα τα παιδιά. Δε γίνεται να λείψουμε
δύο μέρες, αύριο έχω βάρδια στην εφημερίδα.
Μου λέει να φορέσω αθλητική φόρμα. Δε νιώθω άνετα να
βγω έτσι έξω, ιδίως για να πάω στη Νιόν, την πάλαι ποτέ
ένδοξη ρωμαϊκή πόλη, που τώρα έχει λιγότερους από 20.000
κατοίκους. Του απαντάω ότι οι φόρμες είναι για κοντά στο
σπίτι, όταν όλοι είναι σίγουροι πως κάνουμε γυμναστική,
εκείνος όμως επιμένει.
Δε θέλω να αλλάξουμε λόγια και κάνω αυτό που μου
ζητάει. Εδώ που τα λέμε, δε θέλω λόγια με κανέναν – έτσι
είμαι συνήθως. Όσο λιγότερα λέω, τόσο το καλύτερο.
Ενώ εγώ πηγαίνω για πικνίκ σε μια κωμόπολη που απέχει
λιγότερο από τριάντα λεπτά από εδώ με το αυτοκίνητο, ο
Ζακόμπ θα επισκέπτεται ψηφοφόρους, θα μιλάει με
συνεργάτες και φίλους, σε ένταση και ίσως λίγο
στρεσαρισμένος, ικανοποιημένος ωστόσο που κάτι συμβαίνει
στη ζωή του. Οι δημοσκοπήσεις στην Ελβετία δε μετράνε
πολύ, επειδή εδώ όλοι παίρνουν στα σοβαρά τη μυστικότητα
της ψήφου, όμως απ’ ό,τι φαίνεται θα επανεκλεγεί.
Η γυναίκα του δε θα έχει κοιμηθεί όλο το βράδυ, αλλά για

λόγους πολύ διαφορετικούς από τους δικούς μου. Σχεδιάζει
πώς θα υποδεχτεί τους φίλους τους μετά την επίσημη
ανακοίνωση των αποτελεσμάτων. Τώρα το πρωί θα είναι
μάλλον στην αγορά της Ρι ντι Ριβ, όπου όλη την εβδομάδα
στήνονται πάγκοι με λαχανικά, χορταρικά και κρέατα
μπροστά στην πόρτα της τράπεζας Julius Baer και στις
βιτρίνες της Prada, της Gucci, της Armani και άλλων οίκων
υψηλής ραπτικής. Θα διαλέγει τα καλύτερα, χωρίς να την
απασχολεί η τιμή. Στη συνέχεια ίσως πάρει το αυτοκίνητο
και πάει στο Σατινί, μια πόλη εδώ στο καντόνι της
Γενεύης, για να επισκεφτεί τους αμπελώνες που είναι το
καμάρι της περιοχής, να δοκιμάσει κρασιά από διαφορετικές
εσοδείες και να αποφασίσει να αγοράσει κάτι που θα
ευχαριστήσει εκείνους που ξέρουν στ’ αλήθεια από κρασιά –
στους οποίους, όπως φαίνεται, ανήκει και ο άντρας της.
Θα γυρίσει στο σπίτι της κουρασμένη αλλά χαρούμενη.
Επισήμως, ο Ζακόμπ βρίσκεται ακόμα στην προεκλογική
περίοδο, αλλά γιατί να μην τα ετοιμάσει όλα από την
προηγουμένη; Θεέ μου, μόλις συνειδητοποιεί ότι έχει
λιγότερο τυρί απ’ όσο νόμιζε! Παίρνει ξανά το αυτοκίνητο και
πίσω στην αγορά. Από τις δεκάδες ποικιλίες που βρίσκει εκεί
επιλέγει αυτές που είναι το καμάρι του γειτονικού καντονιού
Βο: Γκριγιέρ (σε τρεις εκδοχές: γλυκό, ελαφρώς αλατισμένο
και, το πιο ακριβό απ’ όλα, εκείνο που ωριμάζει από εννιά
έως δώδεκα μήνες μέχρι να είναι έτοιμο), Τομ Βοντουάζ
(μαλακό στο εσωτερικό, ενδείκνυται για φοντί ή τρώγεται

όπως είναι) και Λ’Ετιβάζ (σκληρό τυρί που φτιάχνεται από
γάλα αγελάδων των Άλπεων και παρασκευάζεται σε μεγάλα
καζάνια στην ύπαιθρο, πάνω σε καυσόξυλα).
Αξίζει τον κόπο να περάσει από κάποιο μαγαζί και να
αγοράσει κάτι να φορέσει; Ίσως να παραείναι επιδεικτικό.
Καλύτερα να βγάλει από την ντουλάπα το Moschino που
αγόρασε στο Μιλάνο, όταν συνόδευε το σύζυγό της σε ένα
συνέδριο για την εργατική νομοθεσία.
Και ο Ζακόμπ; Πώς να είναι;
Τηλεφωνεί στη γυναίκα του κάθε ώρα για να τη ρωτήσει
αν πρέπει να πει το ένα ή το άλλο, αν είναι καλύτερα να
επισκεφτεί την τάδε ή τη δείνα συνοικία, αν η εφημερίδα
Tribune de Genève δημοσίευσε κάτι καινούριο στον ιστότοπό
της. Βασίζεται πάνω της και στις συμβουλές της, του φεύγει
λίγο η ένταση από κάθε επίσκεψη που έχει προγραμματίσει
για σήμερα, ζητάει ενημέρωση για τη στρατηγική που
κατάρτισαν μαζί και για το πού να πάει μετά. Όπως άφησε να
εννοηθεί στη συζήτησή μας στο πάρκο, παραμένει στην
πολιτική για να μην την απογοητεύσει. Σιχαίνεται όλα όσα
κάνει, αλλά η αγάπη δίνει άλλη όψη στις προσπάθειές του.
Αν συνεχίσει τη λαμπρή καριέρα του, θα γίνει τελικά
πρόεδρος της Συνομοσπονδίας Πράγμα που, στην Ελβετία,
δε σημαίνει τίποτα, καθώς όλοι ξέρουμε ότι ο πρόεδρος
αλλάζει
κάθε χρόνο και εκλέγεται από την
Ομοσπονδιακή Συνέλευση. Σε ποια όμως δε θα άρεσε να
μπορεί να λέει «Ο άντρας μου ήταν πρόεδρος της Ελβετικής

Συνομοσπονδίας, που στον υπόλοιπο κόσμο είναι γνωστή
ως Ελβετία»;
Κάτι τέτοιο θα του ανοίξει πόρτες. Θα του φέρει
προσκλήσεις για ομιλίες σε μέρη μακρινά. Κάποια μεγάλη
εταιρεία θα τον κάνει μέλος του διοικητικού συμβουλίου της.
Το μέλλον του Ζακόμπ Κενίγκ είναι λαμπρό, ενώ εγώ, αυτή
τη στιγμή, έχω μπροστά μου το δρόμο και την προοπτική
ενός πικνίκ, ντυμένη με μια φρικτή φόρμα.

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΟΥ ΚΑΝΟΥΜΕ είναι να επισκεφτούμε το
ρωμαϊκό μουσείο, αμέσως μετά ανεβαίνουμε στο μικρό λόφο
για να δούμε τα αρχαία.
Οι γιοι μας παίζουν. Τώρα που ο άντρας μου τα ξέρει όλα,
νιώθω ανακουφισμένη: δεν είναι ανάγκη να υποκρίνομαι
συνέχεια.
«Πάμε να τρέξουμε λίγο στις όχθες της λίμνης».
Και τα παιδιά;
«Μην ανησυχείς. Έχουν μάθει να μας ακούν, θα τους
πούμε να μας περιμένουν ήσυχα».
Κατεβαίνουμε ως τις όχθες της λίμνης Λεμάν, που όλοι οι
ξένοι τη λένε Λίμνη της Γενεύης. Αγοράζει παγωτό για τα
παιδιά, τους λέει να καθίσουν σε ένα παγκάκι και να
περιμένουν όσο η μαμά και ο μπαμπάς θα πάνε να τρέξουν
λίγο για να κάνουν γυμναστική. Ο μεγάλος γκρινιάζει που δεν
έχει μαζί του το iPad. Ο άντρας μου πηγαίνει στο αυτοκίνητο
να φέρει την καταραμένη συσκευή. Από εκείνη τη στιγμή η
οθόνη γίνεται η καλύτερη νταντά: δε θα κουνηθούν μέχρι να
σκοτώσουν μερικούς τρομοκράτες σε παιχνίδια που μοιάζουν
να έχουν φτιαχτεί για μεγάλους.

Αρχίζουμε να τρέχουμε. Από τη μια οι κήποι, από την άλλοι
οι γλάροι και τα σκάφη που επωφελούνται από το μαΐστρο. Ο

άνεμος δε σταμάτησε την τρίτη μέρα, ούτε την έκτη, και
πρέπει πια να πλησιάζει την ένατη· τότε θα εξαφανιστεί για
λίγο, παίρνοντας μαζί του το γαλανό ουρανό και την
καλοκαιρία. Συνεχίζουμε για ένα τέταρτο ακόμα. Η Νιόν
έμεινε ήδη πίσω, καλύτερα να γυρίσουμε.
Πάει καιρός που δε γυμνάζομαι. Μόλις συμπληρώνουμε
είκοσι λεπτά τρεξίματος, σταματάω. Δεν αντέχω άλλο.
Μπορώ να διανύσω την υπόλοιπη διαδρομή περπατώντας.
«Φυσικά και αντέχεις!» με παρακινεί ο άντρας μου,
κάνοντας πηδηματάκια επί τόπου χωρίς να χάσει το ρυθμό
του. «Μην το κάνεις αυτό. Φτάσε ως το τέρμα».
Διπλώνω το σώμα μου μπροστά, με τα χέρια στα πόδια. Η
καρδιά μου χτυπάει σαν τρελή, μαρτυρώντας νύχτες αϋπνίας.
Εκείνος δε σταματά να τρέχει γύρω μου.
«Πάμε, θα τα καταφέρεις! Αυτό είναι το πρόβλημα, να
σταματάς. Κάν’ το για μένα, για τα παιδιά. Δεν είναι απλώς
τρέξιμο για άσκηση. Είναι να ξέρεις ότι υπάρχει γραμμή
τερματισμού, και δεν μπορείς να τα παρατήσεις στα μισά».
Μιλάει άραγε για την παθολογική μου θλίψη;
Με πλησιάζει. Μου πιάνει τα χέρια και με κουνάει απαλά.
Είμαι πολύ εξαντλημένη για να τρέξω, νιώθω όμως ακόμα
πιο κουρασμένη για να τα παρατήσω.
Κάνω αυτό που μου ζητάει. Συνεχίζουμε να τρέχουμε μαζί
τα δέκα λεπτά που απομένουν.
Προσπερνάω τις αφίσες των υποψηφίων για το Συμβούλιο
των Κρατιδίων, που δεν τις είχα προσέξει στον πηγαιμό.

Ανάμεσα στις πολλές φωτογραφίες, ο Ζακόμπ Κενίγκ
χαμογελάει κι εκείνος στο φακό.
Ανοίγω ταχύτητα. Ο άντρας μου εκπλήσσεται κι αρχίζει να
τρέχει κι εκείνος γρηγορότερα. Φτάνουμε σε εφτά λεπτά αντί
για δέκα όπως είχαμε προβλέψει. Τα παιδιά δεν έχουν
κουνηθεί. Παρά το όμορφο τοπίο τριγύρω, με τα βουνά, τους
γλάρους, τις Άλπεις στον ορίζοντα, το βλέμμα τους είναι
κολλημένο στην οθόνη εκείνης της συσκευής που
καταβροχθίζει ψυχές.
Ο άντρας μου τα πλησιάζει, αλλά εγώ προσπερνάω. Με
κοιτάζει έκπληκτος και ευτυχισμένος συνάμα. Φαντάζεται
μάλλον ότι τα λόγια του είχαν αποτέλεσμα, ότι γεμίζω το
σώμα μου με τις τόσο απαραίτητες ενδορφίνες που
απελευθερώνονται όταν βρισκόμαστε σε έντονη σωματική
δραστηριότητα, όπως να τρέχουμε ή να έχουμε οργασμό. Τα
κύρια χαρακτηριστικά των ορμονών αυτών είναι ότι
καλυτερεύουν τη διάθεση, ενισχύουν το ανοσοποιητικό
σύστημα, αποτρέπουν την πρόωρη γήρανση, μα, πάνω απ’
όλα, προκαλούν αίσθημα ευφορίας και ικανοποίησης.
Εμένα όμως δε μου κάνουν τίποτα τέτοιο. Μου έδωσαν
μόνο αρκετή δύναμη για να συνεχίσω, να τρέξω μέχρι να
χαθώ στον ορίζοντα, αφήνοντάς τα όλα πίσω μου. Γιατί
απέκτησα τόσο θαυμάσια παιδιά; Γιατί γνώρισα τον άντρα
μου και τον ερωτεύτηκα; Αν δεν είχαν διασταυρωθεί οι
δρόμοι μας, δε θα ήμουν τώρα ελεύθερη;
Είμαι τρελή. Θα έπρεπε να συνεχίσω να τρέχω ως το

κοντινότερο ψυχιατρείο, επειδή δεν τα σκέφτονται αυτά τα
πράγματα. Συνεχίζω όμως να συλλογίζομαι.
Τρέχω λίγο ακόμα και επιστρέφω. Στα μισά του δρόμου με
τρομοκράτησε το ενδεχόμενο να γίνει πραγματικότητα η
επιθυμία μου για ελευθερία και να μη βρω κανέναν
γυρίζοντας πίσω στο πάρκο της Νιόν.
Είναι όμως εκεί, χαμογελώντας στην άφιξη της
αγαπημένης μαμάς και συζύγου. Τους αγκαλιάζω. Είμαι
ιδρωμένη, νιώθω το σώμα μου και το μυαλό μου βρόμικα,
ακόμα κι έτσι όμως τους σφίγγω δυνατά στο στήθος μου.
Παρά τα όσα νιώθω. Ή, μάλλον, παρά τα όσα δε νιώθω.

ΔΕΝ ΕΠΙΛΕΓΕΙΣ ΤΗ ΖΩΗ ΣΟΥ, εκείνη σε επιλέγει. Κι αν
αυτό που σου επιφυλάσσει είναι χαρά ή λύπη, μιλάμε για κάτι
πέρα από την αντίληψή σου. Αποδέξου το και προχώρα.
Δε διαλέγουμε τη ζωή μας, αποφασίζουμε όμως τι να
κάνουμε τη χαρά και τη λύπη που δεχόμαστε.
Αυτό το κυριακάτικο απόγευμα βρίσκομαι στην έδρα του
κόμματος για επαγγελματικούς λόγους (κατάφερα να πείσω
τον αρχισυντάκτη μου γι’ αυτό και τώρα προσπαθώ να πείσω
και τον εαυτό μου). Είναι έξι παρά τέταρτο και οι άνθρωποι
εδώ πανηγυρίζουν. Σε αντίθεση με τα όσα φαντάστηκα με το
αρρωστημένο μου μυαλό, κανείς από τους εκλεγέντες δε θα
δώσει δεξίωση. Δε θα έχω λοιπόν αυτή τη φορά την ευκαιρία
να δω το σπίτι του Ζακόμπ και της Μαριάν Κενίγκ.
Μόλις έφτασα, έλαβα τις πρώτες πληροφορίες. Πάνω από
45% των ψηφοφόρων ψήφισαν, γεγονός που αποτελεί ρεκόρ.
Μια γυναίκα κατέλαβε την πρώτη θέση, και ο Ζακόμπ
κατέκτησε την αξιοπρεπή τρίτη, κάτι που του δίνει το
δικαίωμα να μπει στην κυβέρνηση αν το αποφασίσει το
κόμμα.
Η κεντρική αίθουσα είναι στολισμένη με κίτρινα και
πράσινα μπαλόνια, οι παρευρισκόμενοι έχουν ήδη αρχίσει να
πίνουν και κάποιοι μου κάνουν με το χέρι το σήμα της νίκης,
ίσως με την ελπίδα ότι αύριο θα δημοσιευτεί η φωτογραφία
τους στην εφημερίδα. Οι φωτογράφοι όμως δεν έχουν φτάσει

ακόμα, σήμερα είναι Κυριακή και η μέρα είναι ωραία.
Ο Ζακόμπ με βλέπει και αμέσως κοιτάζει δίπλα του
ψάχνοντας κάποιον να συζητήσει πράγματα που μόνο να
φανταστώ μπορώ πόσο λίγο ενδιαφέρον έχουν.
Πρέπει να δουλέψω, ή τουλάχιστον να το προσποιηθώ.
Βγάζω μαγνητοφωνάκι, σημειωματάριο και μαρκαδοράκι.
Πηγαίνω από τη μια μεριά στην άλλη, μαζεύοντας δηλώσεις
του τύπου «τώρα μπορούμε να εγκρίνουμε το διάταγμα για τη
μετανάστευση» ή «οι ψηφοφόροι κατάλαβαν ότι έκαναν
λάθος την προηγούμενη φορά και τώρα με έφεραν πίσω».
Η μεγάλη νικήτρια δηλώνει εμφατικά ότι «η γυναικεία
ψήφος είχε θεμελιώδη σημασία για μένα».
Το Léman Bleu, το τοπικό κανάλι, έχει στήσει κάμερες. Η
πολιτική του παρουσιάστρια, το κρυφό αντικείμενο του πόθου
των εννιά στους δέκα αντρών εδώ, κάνει έξυπνες ερωτήσεις,
όμως παίρνει ως απάντηση μόνο τις φράσεις που έχουν
ετοιμαστεί και εγκριθεί από τους συμβούλους.
Κάποια στιγμή καλούν στο βήμα τον Ζακόμπ Κενίγκ.
Προσπαθώ να πλησιάσω για να τον ακούσω, αλλά μου
κλείνουν το δρόμο.
«Γεια, είμαι η κυρία Κενίγκ. Ο Ζακόμπ μού έχει μιλήσει
πολύ για σένα».
Τι γυναίκα! Ξανθιά, με γαλανά μάτια, φοράει μια κομψή
μαύρη ζακέτα με ένα κόκκινο φουλάρι Hermès.
Παρεμπιπτόντως, είναι το μόνο επώνυμο κομμάτι που
φοράει. Τα άλλα μάλλον έχουν ραφτεί κατά παραγγελία από

το μεγαλύτερο σχεδιαστή του Παρισιού, το όνομα του οποίου
πρέπει να μείνει μυστικό για να μην αντιγράφονται τα ρούχα.
Τη χαιρετάω, προσπαθώντας να προσποιηθώ έκπληξη.
Ο Ζακόμπ τής μίλησε για μένα; Του πήρα συνέντευξη και,
μια δυο μέρες μετά, φάγαμε μαζί το μεσημέρι. Παρόλο που οι
δημοσιογράφοι δεν πρέπει να λένε τη γνώμη τους για τα
πρόσωπα από τα οποία παίρνουν συνέντευξη, θεωρώ τον
άντρα της θαρραλέο που αποκάλυψε την απόπειρα
εκβιασμού.
Η Μαριάν –ή κυρία Κενίγκ, όπως μου συστήθηκε–
παριστάνει πως ενδιαφέρεται για όσα λέω. Μάλλον ξέρει
περισσότερα απ’ όσα δείχνει το βλέμμα της. Της είπε άραγε ο
Ζακόμπ για τη συνάντησή μας στο Παρκ ντεζ Ο Βιβ; Να το
αναφέρω;
Η συνέντευξη στο κανάλι Léman Bleu άρχισε κιόλας,
εκείνη όμως δε φαίνεται να ενδιαφέρεται καθόλου να
παρακολουθήσει αυτά που λέει ο άντρας της, γιατί, χωρίς
αμφιβολία, τα ξέρει ήδη όλα απέξω. Μάλλον η ίδια του
διάλεξε το γαλάζιο πουκάμισο και την γκρι γραβάτα, το
βαμβακερό σακάκι με το άψογο κόψιμο, το ρολόι που φοράει
– ούτε πολύ ακριβό, για να μη θεωρηθεί πως κάνει επίδειξη,
αλλά ούτε τόσο φτηνό ώστε να δείχνει περιφρόνηση για μία
από τις μεγαλύτερες βιομηχανίες της χώρας.
Τη ρωτάω αν έχει να κάνει κάποια δήλωση. Λέει πως, αν
αναφέρομαι στη δουλειά της ως καθηγήτριας φιλοσοφίας
στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης, ευχαρίστως. Αλλά ως

σύζυγος πολιτικού θα ήταν παράλογο.
Νομίζω πως με προκαλεί και αποφασίζω να την πληρώσω
με το ίδιο νόμισμα.
Λέω πως θαυμάζω την αξιοπρέπειά της. Έμαθε πως ο
άντρας της είχε μια περιπέτεια με τη γυναίκα ενός φίλου και
παρ’ όλα αυτά δεν έκανε σκηνή. Ούτε ακόμα κι όταν όλα
αυτά βγήκαν στις εφημερίδες λίγο πριν από τις εκλογές.
«Το αντίθετο: όταν πρόκειται για συναινετικό σεξ στο
οποίο δε χωράει αγάπη, είμαι υπέρ της ελευθερίας των
σχέσεων».
Υπονοεί κάτι άραγε; Δεν μπορώ να κοιτάξω απευθείας
στους γαλάζιους φάρους των ματιών της. Κατάλαβα μόνο
ότι δεν είναι έντονα μακιγιαρισμένη. Δεν το χρειάζεται.
«Και κάτι ακόμα», προσθέτει. «Ήταν δική μου ιδέα να
ενημερώσουμε την εφημερίδα σου μέσω ανώνυμης πηγής και
να τα αποκαλύψουμε όλα την εβδομάδα των εκλογών. Οι
άνθρωποι σύντομα ξεχνούν την απιστία, θα θυμούνται όμως
για πάντα το θάρρος εκείνου που κατήγγειλε τη διαφθορά
παρόλο που διέτρεξε τον κίνδυνο να δημιουργήσει πρόβλημα
στην οικογένειά του».
Γελάει με την τελευταία της κουβέντα, τονίζει ότι οι
δηλώσεις της είναι ανεπίσημες, δηλαδή ότι δεν πρέπει να
δημοσιευτούν.
Της απαντάω ότι σύμφωνα με τους δημοσιογραφικούς
κανόνες πρέπει κανείς να αναφέρει ότι θα μιλήσει ανεπίσημα
προτού πει οτιδήποτε. Ο δημοσιογράφος μπορεί να

συμφωνήσει ή όχι. Το να το ζητάς μετά είναι σαν να
προσπαθείς να σταματήσεις ένα φύλλο που έπεσε στο ποτάμι
και ταξιδεύει ήδη εκεί που το πάνε τα νερά. Το φύλλο δεν έχει
πια δική του γνώμη.
«Θα δεχτείς όμως, έτσι δεν είναι; Δε θέλεις να κάνεις κακό
στο σύζυγό μου».
Σε λιγότερο από πέντε λεπτά συζήτησης υπάρχει ήδη
ανάμεσά μας ξεκάθαρη έχθρα. Δείχνοντας κάποια δυσφορία,
δέχομαι να θεωρήσω τις δηλώσεις της ανεπίσημες. Εκείνη
καταγράφει στη θαυματουργή της μνήμη ότι την επόμενη
φορά οφείλει να προειδοποιήσει πριν μιλήσει. Κάθε λεπτό
μαθαίνει και κάτι. Κάθε λεπτό πλησιάζει περισσότερο σε αυτό
που φιλοδοξεί. Ναι, σε αυτό που εκείνη φιλοδοξεί, καθώς ο
Ζακόμπ έδειξε πως είναι δυστυχισμένος από τη ζωή που ζει.
Δεν παίρνει τα μάτια της από πάνω μου. Αποφασίζω να
επιστρέψω στο δημοσιογραφικό μου ρόλο και τη ρωτάω αν
έχει κάτι άλλο να προσθέσει. Έχει μήπως ετοιμάσει κάποια
γιορτή στο σπίτι για τους στενούς φίλους;
«Όχι βέβαια! Φαντάσου πόση δουλειά θα απαιτούσε κάτι
τέτοιο. Εξάλλου, εξελέγη ήδη. Οι γιορτές και τα δείπνα είναι
για πριν, για να εξασφαλίσουν ψήφους».
Για μία ακόμα φορά, αισθάνομαι εντελώς ηλίθια, αλλά
πρέπει να θέσω μία ακόμα ερώτηση. Ο Ζακόμπ είναι
ευτυχισμένος;
Τότε βλέπω ότι πέτυχα διάνα. Η κυρία Κενίγκ παίρνει
συγκαταβατικό ύφος και απαντάει με παύσεις, σαν να κάνει

μάθημα:
« Μα φυσικά είναι ευτυχισμένος. Φαντάζεσαι ότι δε θα
ήταν;»
Αυτή η γυναίκα πρέπει να εκτελεστεί και να τεμαχιστεί.
Μας πλησιάζουν ταυτόχρονα: εμένα ένας βοηθός που μου
ζητάει να με συστήσει στη νικήτρια, εκείνη κάποιος που ήρθε
να τη συγχαρεί. Λέω πως χάρηκα που τη γνώρισα. Είμαι
έτοιμη να προσθέσω πως κάποια άλλη φορά θα ήθελα να
μιλήσουμε περισσότερο –ανεπίσημα ασφαλώς– για το τι
εννοούσε λέγοντας συναινετικό σεξ με τη γυναίκα ενός
φίλου, αλλά δεν προλαβαίνω. Της δίνω την κάρτα μου,
για την περίπτωση που χρειαστεί κάτι, και η χειρονομία
μου
δε βρίσκει ανταπόκριση. Προτού
απομακρυνθώ ωστόσο, μπροστά στο βοηθό της νικήτριας
και στον άνθρωπο που ήρθε να τη συγχαρεί για τη νίκη του
συζύγου της, με πιάνει από το μπράτσο και μου λέει:
«Βρέθηκα με τη φίλη μας που έφαγε με τον άντρα μου.
Μου γεννάει οίκτο. Κάνει τη δυνατή, όταν στην
πραγματικότητα είναι αδύναμη. Παριστάνει πως έχει
αυτοπεποίθηση, ενώ μάλλον αναρωτιέται συνεχώς τι
σκέφτονται οι άλλοι για εκείνη και τη δουλειά της. Πρέπει να
είναι πολύ μοναχικός άνθρωπος. Όπως ξέρεις, αγαπητή μου,
εμείς οι γυναίκες έχουμε οξύτατη έκτη αίσθηση όταν
πρόκειται να εντοπίσουμε κάποιον που σκοπεύει να απειλήσει
τη σχέση μας. Έτσι δεν είναι;»
Έτσι ακριβώς, της απαντάω χωρίς καμία συγκίνηση. Ο

βοηθός δείχνει ενοχλημένος. Η νικήτρια με περιμένει.
«Δεν έχει όμως την παραμικρή ελπίδα», συμπληρώνει η
Μαριάν.
Μου δίνει το χέρι, την αποχαιρετάω και την κοιτάζω να
απομακρύνεται χωρίς περισσότερες εξηγήσεις.

ΟΛΟ ΤΟ ΠΡΩΙ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ παίρνω και ξαναπαίρνω στο
προσωπικό κινητό του Ζακόμπ. Δεν απαντάει. Βάζω
απόκρυψη κλήσης, υποθέτοντας ότι έχει περάσει τον αριθμό
μου στις επαφές του. Προσπαθώ ξανά, αλλά και πάλι καμία
απάντηση.
Τηλεφωνώ στους βοηθούς του. Με ενημερώνουν ότι είναι
πάρα πολύ απασχολημένος σήμερα, είναι η επομένη των
εκλογών. Εντάξει λοιπόν, πρέπει να του μιλήσω πάση θυσία
και θα συνεχίσω να επιμένω.
Χρησιμοποιώ ένα κόλπο στο οποίο καταφεύγω αρκετά
συχνά: παίρνω από το κινητό κάποιου άλλου, που δεν τον
έχει στις επαφές του.
Το τηλέφωνο χτυπάει δύο φορές και ο Ζακόμπ το
σηκώνει.
Εγώ είμαι. Πρέπει να σε δω οπωσδήποτε.
Ο Ζακόμπ απαντάει ευγενικά, λέει πως σήμερα μάλλον
είναι αδύνατο, αλλά θα με πάρει εκείνος.
«Είναι ο καινούριος αριθμός σου;»
Όχι, δανείστηκα το κινητό κάποιου άλλου. Επειδή δε μου
απαντούσες.
Γελάει, σαν να του είπα το πιο αστείο πράγμα που έχει
ακούσει ποτέ. Φαντάζομαι ότι έχει κόσμο γύρω του και
καλύπτεται καλά.
Κάποιος μας έβγαλε φωτογραφία στο πάρκο και θέλει να

με εκβιάσει, του ξεφουρνίζω – ψέματα. Θα του πω ότι εκείνος
φταίει, ότι εκείνος με αγκάλιασε. Οι ψηφοφόροι που τον
επέλεξαν νομίζοντας πως αυτό είχε συμβεί μόνο μία φορά θα
απογοητευτούν. Παρόλο που εξελέγη στο Συμβούλιο των
Κρατιδίων, μπορεί να χάσει την ευκαιρία να γίνει υπουργός.
«Εσύ είσαι καλά;»
Του ζητάω να μου στείλει μήνυμα και να μου πει πού και τι
ώρα θα συναντηθούμε αύριο.
Είμαι μια χαρά, λέω, και το κλείνω.
Πώς να μην είμαι άλλωστε; Επιτέλους, κάτι να μου γεμίσει
την ώρα μου στη βαρετή μου ζωή. Και οι άγρυπνες νύχτες
μου δεν είναι πια γεμάτες χαμένες και ανεξέλεγκτες σκέψεις:
τώρα ξέρω τι θέλω.
Έχω μια εχθρό να συντρίψω κι ένα στόχο να φτάσω.
Έναν άντρα.
Δεν είναι έρωτας – ή, ίσως και να είναι, αλλά δεν έχει
σημασία. Ο έρωτάς μου μου ανήκει και είμαι ελεύθερη να τον
προσφέρω σε όποιον θέλω εγώ, ακόμα κι αν δε βρω
ανταπόκριση.
Θα ήταν σίγουρα ωραία αν
συνέβαινε κάτι τέτοιο, αν δε συμβεί όμως υπομονή. Δε θα
σταματήσω να σκάβω αυτό το πηγάδι στο οποίο βρίσκομαι,
γιατί ξέρω ότι στο βάθος του έχει νερό, τρεχούμενο νερό.
Η σκέψη που μόλις έκανα με χαροποιεί: είμαι ελεύθερη να
αγαπήσω οποιονδήποτε στον κόσμο. Μπορώ να το
αποφασίσω αυτό χωρίς να ζητήσω την άδεια από κανέναν.
Πόσοι άντρες δε με ερωτεύτηκαν μέχρι τώρα χωρίς

ανταπόκριση; Και παρ’ όλα αυτά μου έστειλαν δώρα, με
φλέρταραν, ρεζιλεύτηκαν στους φίλους τους. Και ποτέ δε
θύμωσαν μαζί μου.
Όταν με ξανάβλεπαν, υπήρχε ακόμα στο βλέμμα τους η
λάμψη του άπιαστου στόχου, αλλά και της επιθυμίας να
συνεχίσουν να προσπαθούν για την υπόλοιπη ζωή τους.
Αφού το έκαναν αυτό εκείνοι, γιατί όχι κι εγώ; Έχει
ενδιαφέρον να παλεύεις για έναν έρωτα χωρίς ανταπόκριση.
Μπορεί να μην είναι διασκεδαστικό. Μπορεί να αφήσει
βαθιά και ανεπανόρθωτα σημάδια. Είναι όμως ενδιαφέρον –
κυρίως για κάποια που εδώ και μερικά χρόνια άρχισε να
φοβάται να ρισκάρει και να ζει στιγμές τρόμου μπροστά στο
ενδεχόμενο να αλλάξουν τα πράγματα και εκείνη να μην
μπορεί να τα ελέγξει.
Δε θα συγκρατηθώ καθόλου στο εξής. Η πρόκληση αυτή
με σώζει.

Πριν από έξι μήνες αγοράσαμε καινούριο πλυντήριο ρούχων
και αναγκαστήκαμε να αλλάξουμε τις σωληνώσεις στο
πλυσταριό. Ξηλώσαμε το παλιό πάτωμα και ξαναβάψαμε τον
τοίχο. Τελικά ο χώρος έγινε πιο όμορφος από την κουζίνα.
Για να αποφύγουμε την αντίθεση, κάναμε ανακαίνιση στην
κουζίνα. Τότε προσέξαμε ότι το σαλόνι είχε παλιώσει.
Ξαναφτιάξαμε το σαλόνι, που έγινε πιο ζεστό από το
γραφείο, το οποίο είχε να δει αλλαγή σχεδόν δέκα χρόνια.

Φτιάξαμε και το γραφείο. Σιγά σιγά, η ανακαίνιση
εξαπλώθηκε σε όλο το σπίτι.
Ελπίζω να συμβεί το ίδιο και στη ζωή μου. Τα μικρά
πράγματα να φέρουν μεγάλες αλλαγές.

ΑΦΙΕΡΩΝΩ ΠΟΛΥ ΧΡΟΝΟ ερευνώντας τη ζωή της Μαριάν,
που επισήμως συστήνεται ως κυρία Κενίγκ. Γεννήθηκε σε
πλούσια οικογένεια, μετόχους μιας από τις μεγαλύτερες
φαρμακευτικές εταιρείες στον κόσμο. Στις φωτογραφίες της
στο διαδίκτυο είναι πάντα κομψή, είτε βρίσκεται σε κοινωνικές
είτε σε αθλητικές εκδηλώσεις. Ποτέ δεν είναι λιγότερο ή
περισσότερο καλοντυμένη απ’ ό,τι απαιτεί η περίσταση. Ποτέ
δε θα πήγαινε με τη φόρμα στη Νιόν ή με φόρεμα Versace σ’
ένα μπαράκι γεμάτο νέους, όπως έκανα εγώ.
Ίσως να είναι η πιο αξιοζήλευτη γυναίκα της Γενεύης και
περιχώρων. Αν και κληρονόμος μιας περιουσίας και
παντρεμένη με ένα φέρελπι πολιτικό, έχει τη δική της καριέρα,
ως καθηγήτρια φιλοσοφίας. Έχει γράψει δύο διατριβές, η μία
εκ των οποίων ήταν η διδακτορική της, Ευαισθησία και
Ψύχωση μετά τη Συνταξιοδότηση, που εκδόθηκε από τις
εκδόσεις του Πανεπιστήμιου της Γενεύης. Δύο εργασίες
της δημοσιεύτηκαν στον ετήσιο τόμο των Les Rencontres,
που
μεταξύ άλλων έχουν φιλοξενήσει, στο
παρελθόν, κείμενα από ομιλίες του Γερμανού κοινωνιολόγου
και φιλοσόφου Τέοντορ Αντόρνο και του Ελβετού
φιλοσόφου Ζαν Πιαζέ. Έχει δική της σελίδα στη γαλλική
Βικιπαίδεια, παρόλο που δεν ανανεώνεται και πολύ συχνά.
Εκεί περιγράφεται ως «ειδική στην επιθετικότητα, τη
σύγκρουση και την παρενόχληση στους οίκους ευγηρίας της

γαλλόφωνης Ελβετίας».
Μάλλον καταλαβαίνει την αγωνία και την ευφορία του
ανθρώπου – μια κατανόηση τόσο βαθιά ώστε το
«συναινετικό σεξ» του άντρα της δεν μπόρεσε να τη σοκάρει.
Είναι λαμπρή στη στρατηγική, δεδομένου ότι κατάφερε μια
παραδοσιακή εφημερίδα να πιστέψει ανώνυμες πληροφορίες
τις οποίες κανονικά κανείς δε θα έπαιρνε στα σοβαρά και που
δεν αφθονούν στην Ελβετία. Πολύ αμφιβάλλω αν
παρουσιάστηκε ως πηγή.
Χειραγωγός: κατόρθωσε να μετατρέψει κάτι που θα
μπορούσε να αποδειχτεί καταστροφικό σε μάθημα ανοχής
και συνεννόησης ανάμεσα στο ζευγάρι και σε μάχη ενάντια
στη διαφθορά.
Οραματίστρια: αρκετά έξυπνη για να περιμένει προτού
κάνει παιδιά. Έχει καιρό ακόμα. Μέχρι τότε μπορεί να χτίσει
ό,τι θέλει χωρίς να την αναστατώνουν κλάματα μες στη
νύχτα ή οι γείτονες, λέγοντάς της ότι θα έπρεπε να
σταματήσει να δουλεύει και να ασχοληθεί με τα παιδιά (γιατί
αυτό ακριβώς κάνουν οι δικοί μου γείτονες).
Εξαιρετικό ένστικτο: δε με βλέπει ως απειλή. Παρά τα
φαινόμενα, δεν αποτελώ κίνδυνο για κανέναν εκτός από τον
εαυτό μου.
Αυτή είναι η γυναίκα που θέλω να καταστρέψω χωρίς
οίκτο.
Γιατί δεν είναι η κακόμοιρη γυναίκα που ξυπνά στις πέντε
το πρωί για να πάει για δουλειά στο κέντρο, χωρίς άδεια

παραμονής, με το φόβο ότι μια μέρα θα ανακαλύψουν πως
βρίσκεται εδώ παράνομα. Δεν είναι η ξιπασμένη που έχει
παντρευτεί κάποιον ανώτερο αξιωματούχο του ΟΗΕ, που
γυρίζει από εκδήλωση σε εκδήλωση, κάνοντας ό,τι μπορεί για
να δείξει πόσο πλούσια και ευτυχισμένη είναι, παρόλο που
όλοι ξέρουν ότι ο άντρας της έχει ερωμένη είκοσι χρόνια
νεότερή της. Δεν είναι η ερωμένη του ίδιου αξιωματούχου του
ΟΗΕ, που δουλεύει στον οργανισμό, αλλά που όσο κι αν
δουλεύει κι αν κοπιάζει κανείς δε θα αναγνωρίσει ποτέ το
έργο της επειδή «τα είχε με το αφεντικό».
Δεν είναι το μοναχικό και πανίσχυρο στέλεχος
επιχειρήσεων που αποφάσισε να εγκατασταθεί στη Γενεύη
επειδή εδώ είναι η έδρα του Παγκόσμιου Οργανισμού
Εμπορίου, όπου όλοι παίρνουν πολύ σοβαρά τη σεξουαλική
παρενόχληση και δεν τολμούν να διασταυρώσουν το βλέμμα
τους με κανέναν. Και που τα βράδια καρφώνει το βλέμμα
στους τοίχους της τεράστιας έπαυλης που νοίκιασε και που,
πότε πότε, προσλαμβάνει κάποιον επαγγελματία συνοδό για
να τη διασκεδάσει και να τη βοηθήσει να ξεχάσει ότι θα
περάσει όλη της τη ζωή χωρίς σύζυγο, παιδιά και εραστές.
Όχι, η Μαριάν δεν εμπίπτει σε καμία από αυτές τις
κατηγορίες. Είναι μια γυναίκα πλήρης.

ΚΟΙΜΗΘΗΚΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ . Θα συναντηθώ με τον Ζακόμπ
πριν από το Σαββατοκύριακο. Έτσι μου υποσχέθηκε
τουλάχιστον, και δε νομίζω ότι θα έχει το θάρρος να αλλάξει
γνώμη. Ήταν ανήσυχος στο τηλέφωνο, τη μόνη φορά που
μιλήσαμε τη Δευτέρα.
Ο άντρας μου πιστεύει πως το Σάββατο στη Νιόν μού
έκανε καλό. Ούτε που υποψιάζεται ότι εκείνη ακριβώς τη μέρα
ανακάλυψα αυτό που πραγματικά μου δημιουργούσε τόση
ενόχληση: την έλλειψη πάθους, περιπέτειας.
Ένα από τα συμπτώματα που εντόπισα στον εαυτό μου
ήταν ένα είδος ψυχολογικού αυτισμού. Ο κόσμος μου, που
πριν ήταν απέραντος και γεμάτος πιθανότητες, άρχισε να
συρρικνώνεται όσο αυξανόταν η ανάγκη μου για σιγουριά.
Γιατί; Μάλλον είναι κληρονομικό, κάτι που κουβαλάμε από
τον καιρό των προγόνων μας που ζούσαν στις σπηλιές: οι
ομάδες προστατεύουν τα μέλη τους, οι μοναχικοί
αποδεκατίζονται.
Παρόλο που ξέρουμε ότι, ακόμα και σε ομάδες, είναι
αδύνατο να τα ελέγξουμε όλα, όπως για παράδειγμα την
τρίχα που πέφτει ή ένα κύτταρο που τρελαίνεται και γίνεται
όγκος.
Όμως η ψευδαίσθηση της ασφάλειας μας κάνει να τα
ξεχνάμε αυτά. Όσο περισσότερο βλέπουμε τους τοίχους της
ζωής μας, τόσο το καλύτερο. Ακόμα κι αν αυτό είναι απλώς

ένα ψυχολογικό όριο, ακόμα κι αν κατά βάθος ξέρουμε ότι
αργά ή γρήγορα θα έρθει ο θάνατος χωρίς να μας ζητήσει την
άδεια, είναι καλό να προσποιούμαστε πως τα έχουμε όλα υπό
έλεγχο.
Τελευταία, το πνεύμα μου είναι ανήσυχο και ταραγμένο,
σαν τη θάλασσα. Έκανα απολογισμό της διαδρομής μου ως
εδώ και έχω την αίσθηση πως επιχειρώ υπερατλαντικό ταξίδι
σε πρόχειρη σχεδία, στην καρδιά της εποχής των καταιγίδων.
Θα επιζήσω; αναρωτιέμαι, τώρα που δεν έχει πια επιστροφή.
Θα επιζήσω, εννοείται.
Έχω αντιμετωπίσει και στο παρελθόν καταιγίδες. Έκανα
μια λίστα με τα πράγματα στα οποία πρέπει να επικεντρωθώ
όταν νιώθω ότι κινδυνεύω να ξαναπέσω στη μαύρη τρύπα:
• Θα παίζω με τα παιδιά μου. Θα τους διαβάζω παραμύθια
που έχουν δίδαγμα τόσο για εκείνα όσο και για μένα – επειδή
οι ιστορίες δεν έχουν ηλικία.
• Θα κοιτάζω τον ουρανό.
• Θα πίνω παγωμένο μεταλλικό νερό. Γιατί μπορεί να είναι
εξαιρετικά απλό, αλλά νιώθω αναζωογονημένη κάθε φορά
που το κάνω.
• Θα μαγειρεύω. Αυτή είναι η ωραιότερη και η πιο
ολοκληρωμένη τέχνη. Αγγίζει και τις πέντε μας αισθήσεις, κι
ακόμα μία: την ανάγκη μας να δώσουμε τον καλύτερό μας
εαυτό. Είναι η αγαπημένη μου θεραπεία.
• Θα γράφω τον κατάλογο με τα παράπονά μου. Αυτό κι
αν ήταν ανακάλυψη, και κάτι παραπάνω! Κάθε φορά που

εκνευρίζομαι με κάτι, παραπονιέμαι και μετά το σημειώνω.
Στο τέλος της μέρας συνειδητοποιώ τι με εκνεύρισε χωρίς
λόγο.
• Θα χαμογελάω, ακόμα κι αν θέλω να κλάψω. Αυτό είναι
το δυσκολότερο σημείο της λίστας, αλλά συνηθίζουμε. Λένε
οι βουδιστές ότι ένα χαμόγελο στο πρόσωπο, όσο ψεύτικο κι
αν είναι, τελικά φωτίζει την ψυχή.
• Θα κάνω δύο φορές τη μέρα μπάνιο αντί για μία.
Ξηραίνει το δέρμα, εξαιτίας των υψηλών ποσοστών αλάτων
και χλωρίου στο νερό της πόλης. Όμως σε ανταμείβει, καθώς
ξεπλένει την ψυχή.
Όλα αυτά ωστόσο έχουν αποτέλεσμα μόνο επειδή τώρα
έχω στόχο: να κατακτήσω έναν άντρα. Είμαι μια τίγρη
στριμωγμένη, χωρίς διέξοδο. Το μόνο που μου μένει είναι να
επιτεθώ με λύσσα.

ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ, ΜΙΑ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: αύριο στις τρεις, στο
εστιατόριο της λέσχης του γκολφ στο Κολονί, λίγο έξω από
το κέντρο της Γενεύης. Θα μπορούσε να ήταν σε
οποιοδήποτε μπιστρό της πόλης ή σε κάποιο μπαρ σε
οποιαδήποτε από τις καθέτους που βγαίνουν στον κεντρικό
(τον μόνο, θα έλεγα) εμπορικό δρόμο της, όμως διάλεξε το
εστιατόριο της λέσχης του γκολφ. Μέσα στο μεσημέρι. Μέσα
στο απομεσήμερο.
Επειδή εκείνη την ώρα το εστιατόριο θα είναι άδειο και θα
έχουμε περισσότερη απομόνωση. Πρέπει να βρω μια καλή
δικαιολογία για τον αρχισυντάκτη μου, αυτό όμως δεν είναι
και μεγάλο πρόβλημα. Στο κάτω κάτω, έκανα ένα ρεπορτάζ
για τις εκλογές που αναδημοσιεύτηκε σε πολλές άλλες
εφημερίδες της πόλης.
Κάτι διακριτικό, αυτό θα έχει στο μυαλό του. Ένα μέρος
ρομαντικό, αυτό υποθέτω, με τη μανία μου να πιστεύω ό,τι
θέλω εγώ. Το φθινόπωρο έχει βάψει τα δέντρα σε διάφορες
αποχρώσεις του χρυσού και ίσως τον προσκαλέσω να πάμε
έναν περίπατο. Σκέφτομαι καλύτερα όταν βρίσκομαι σε
κίνηση. Κι ακόμα καλύτερα όταν τρέχω, όπως στη Νιόν,
αλλά δε νομίζω ότι θα είναι εφικτό κάτι τέτοιο.
Χε χε χε.
Απόψε στο σπίτι φάγαμε ρακλέτ, που είναι λιωμένο τυρί,
με φέτες παστού βίσωνα και τις παραδοσιακές πατάτες ροστί,

δηλαδή πατάτες κομμένες σε φέτες και ψημένες, με κρέμα
γάλακτος. Η οικογένειά μου ρώτησε αν γιορτάζουμε κάτι
ιδιαίτερο κι εγώ είπα πως ναι: το ότι είμαστε μαζί και
μπορούμε να απολαύσουμε ένα ήσυχο δείπνο. Στη συνέχεια
έκανα το δεύτερο μπάνιο της μέρας, αφήνοντας το νερό να
ξεπλύνει όλη μου την ανησυχία. Έβαλα διάφορες κρέμες και
πήγα στο δωμάτιο των παιδιών να τους διαβάσω ένα
παραμύθι. Τα βρήκα κολλημένα στα τάμπλετ τους. Θα
έπρεπε να απαγορευτούν για παιδιά κάτω των δεκαπέντε
ετών!
Τους είπα να τα κλείσουν –υπάκουσαν χωρίς να
πολυθέλουν–, πήρα ένα βιβλίο με παραδοσιακά παραμύθια,
το άνοιξα στην τύχη και διάβασα:
Την εποχή των παγετώνων, πολλά ζώα πέθαιναν από το
κρύο. Τότε οι σκαντζόχοιροι αποφάσισαν να μαζευτούν όλοι
μαζί, έτσι θα ζεσταίνονταν και θα προστάτευαν ο ένας τον
άλλο.
Όμως τα αγκάθια τους πλήγωναν τους συντρόφους τους
που βρίσκονταν πιο κοντά τους, δηλαδή εκείνους ακριβώς
που τους ζέσταιναν περισσότερο. Γι’ αυτό απομακρύνθηκαν
ξανά ο ένας από τον άλλο.
Και άρχισαν και πάλι να πεθαίνουν από το κρύο.
Έπρεπε λοιπόν να διαλέξουν: ή να εξαφανιστούν από
προσώπου γης ή να αποδεχτούν τα αγκάθια του διπλανού
τους.
Με σοφία, αποφάσισαν να ξαναμαζευτούν. Έμαθαν να

ζουν με τις μικρές πληγές που μπορεί να προκαλέσει μια στενή
σχέση, γιατί το πιο σημαντικό ήταν η ζεστασιά του άλλου. Κι
έτσι επέζησαν.
Τα παιδιά θέλουν να μάθουν πότε μπορούν να δουν
σκαντζόχοιρους από κοντά.
«Έχει στο ζωολογικό κήπο;»
Δεν ξέρω.
«Τι ήταν οι παγετώνες;»
Μια εποχή που έκανε πολύ κρύο.
«Όπως το χειμώνα;»
Ναι, αλλά ένα χειμώνα που δεν τελείωνε ποτέ.
«Και γιατί δεν έβγαζαν τα αγκάθια τους προτού
αγκαλιαστούν;»
Θεέ μου! Έπρεπε να είχα διαλέξει άλλη ιστορία. Σβήνω το
φως και αποφασίζω να τους τραγουδήσω ένα παραδοσιακό
τραγούδι από ένα χωριό των Άλπεων, ενώ τους χαϊδεύω και
τους δύο. Σε λίγο τους έχει πάρει ο ύπνος.
Ο άντρας μου μου έφερε Βάλιουμ. Πάντα αρνιόμουν να
πάρω φάρμακα, γιατί φοβάμαι μήπως εξαρτηθώ, όμως
πρέπει να είμαι σε φόρμα για την επόμενη μέρα.
Παίρνω ένα ηρεμιστικό των 10 χιλιοστόγραμμων και
πέφτω σε έναν ύπνο βαθύ, χωρίς όνειρα. Δεν ξυπνάω στη
μέση της νύχτας.

ΦΤΑΝΩ ΝΩΡΙΤΕΡΑ , διασχίζω την έπαυλη που στεγάζει τη
λέσχη του γκολφ και πηγαίνω στον κήπο. Περπατάω ως τα
δέντρα στην άκρη του, αποφασισμένη να απολαύσω στο
έπακρο το όμορφο αυτό απομεσήμερο.
Μελαγχολία. Η πρώτη λέξη που μου έρχεται στο μυαλό
όταν φθινοπωριάζει. Αφού το καλοκαίρι τελείωσε, οι μέρες
θα αρχίσουν να μικραίνουν ολοένα και περισσότερο, και δε
ζούμε στο μαγικό κόσμο των σκαντζόχοιρων την εποχή των
παγετώνων: κανείς δεν ανέχεται την παραμικρή πληγή από
τους άλλους.
Ναι, σε άλλες χώρες αρχίζουμε να βλέπουμε ανθρώπους
να πεθαίνουν από τη χαμηλή θερμοκρασία, κυκλοφοριακή
συμφόρηση, κλειστά αεροδρόμια. Τα τζάκια ανάβουν, οι
κουβέρτες βγαίνουν από τις ντουλάπες. Αυτό όμως
συμβαίνει μόνο στον κόσμο που έχουμε κατασώτευση.
Στη φύση, το τοπίο είναι εκπληκτικό: τα δέντρα, που
πρώτα έμοιαζαν τόσο το ένα με το άλλο, αποκτούν
προσωπικότητα και αποφασίζουν να βάψουν τα δάση με
χιλιάδες διαφορετικές αποχρώσεις. Ένα μέρος του κύκλου
της ζωής φτάνει στο τέλος του. Όλα θα ξεκουραστούν για
λίγο και θα ξυπνήσουν πάλι την άνοιξη, με τη μορφή των
λουλουδιών.
Δεν υπάρχει καλύτερη στιγμή από το φθινόπωρο για να
αρχίσουμε να ξεχνάμε τα πράγματα που μας ενοχλούν. Να τα

αφήσουμε να πέσουν από πάνω μας σαν ξερά φύλλα, να
σκεφτούμε να ξεκινήσουμε χορό, να απολαύσουμε κάθε
ψίχουλο ενός ήλιου που θερμαίνει ακόμα, να ζεστάνουμε το
σώμα και το πνεύμα μας με τις ακτίνες του, προτού πάει να
κοιμηθεί και μεταμορφωθεί απλώς σε ένα αχνό φως στον
ουρανό.

Βλέπω από μακριά πως έφτασε. Με ψάχνει στο εστιατόριο,
στη βεράντα, πηγαίνει ως τον μπάρμαν, που του δείχνει προς
το μέρος μου. Τώρα ο Ζακόμπ με εντόπισε και μου γνέφει.
Θέλω να θαυμάσει το φόρεμά μου, τα παπούτσια μου, το
σακάκι μου που είναι γι’ αυτή την εποχή, τον τρόπο που
περπατάω. Η καρδιά μου χτυπάει δυνατά, αλλά δεν πρέπει να
χάσω το ρυθμό.
Ψάχνω λόγια. Ποιος είναι ο μυστηριώδης λόγος που
ξανασυναντιόμαστε; Γιατί ελέγχουμε και οι δύο τον εαυτό
μας, αν και ξέρουμε πως κάτι υπάρχει μεταξύ μας;
Φοβόμαστε άραγε να σκοντάψουμε και να πέσουμε, όπως
έχει ήδη γίνει τόσες φορές;
Όσο περπατάω, φαίνεται πως μπαίνω σε ένα τούνελ το
οποίο δεν έχω διασχίσει ποτέ πριν: εκείνο που οδηγεί από τον
κυνισμό στο πάθος, από την ειρωνεία στην παράδοση.
Τι σκέφτεται ενώ με κοιτάζει να βαδίζω προς το μέρος του;
Πρέπει μήπως να εξηγήσω ότι δεν υπάρχει λόγος να
τρομάζουμε και ότι, «αν υπάρχει το Κακό, είναι κρυμμένο

στους φόβους μας»;
Μελαγχολία. Η λέξη που τώρα με μεταλλάσσει σε
ρομαντική γυναίκα και με ανανεώνει σε κάθε βήμα.
Αναζητώ ακόμα τα σωστά λόγια να του πω μόλις σταθώ
μπροστά του. Καλύτερα να μην τα ψάχνω, αλλά να τα αφήσω
να βγουν από τα χείλη μου φυσιολογικά. Βρίσκονται εδώ,
μαζί μου. Μπορεί να μην τα αναγνωρίζω, να μην τα
αποδέχομαι, εκείνα όμως είναι πιο ισχυρά από την ανάγκη
μου να ελέγχω τα πάντα.
Γιατί δε θέλω να ακούσω τα ίδια μου τα λόγια προτού τα
πω σ’ εκείνον;
Άραγε να φταίει ο φόβος; Τι μπορεί να είναι χειρότερο από
μια ζωή γκρίζα, δυστυχισμένη, όπου όλες μας οι μέρες είναι
ίδιες; Από πού πηγάζει ο φόβος πως όλα θα εξαφανιστούν,
μαζί και η ψυχή μου, και θα απομείνω εντελώς μόνη στον
κόσμο, από εκεί που είχα τα πάντα για να είμαι ευτυχισμένη;
Βλέπω στον ήλιο τις σκιές των φύλλων που πέφτουν. Το
ίδιο συμβαίνει και μέσα μου: με κάθε βήμα που κάνω, πέφτει
κι ένας φραγμός, καταστρέφεται μια άμυνα, γκρεμίζεται ένας
τοίχος, και η καρδιά μου, κρυμμένη πίσω από όλα αυτά,
αρχίζει να αντικρίζει το φως του φθινοπώρου και να χαίρεται
γι’ αυτό.
Τι θα πούμε σήμερα; Για το τραγούδι που άκουσα στο
αυτοκίνητο όταν ερχόμουν; Τον άνεμο στα δέντρα; Την
ανθρώπινη κατάσταση, με όλες τις αντιθέσεις, το σκοτάδι και
τη λύτρωσή της;

Θα μιλήσουμε για τη μελαγχολία κι εκείνος θα πει πως
είναι μια λυπητερή λέξη. Θα πω πως όχι, είναι νοσταλγική,
αφορά κάτι ξεχασμένο κι εύθραυστο, όπως είμαστε όλοι όταν
προσποιούμαστε πως δε βλέπουμε το δρόμο στον οποίο μας
έφερε η ζωή χωρίς την άδειά μας, όταν αρνούμαστε το
πεπρωμένο μας επειδή μας οδηγεί προς την ευτυχία και το
μόνο που θέλουμε είναι ασφάλεια.
Λίγα βήματα ακόμα. Κι άλλα φράγματα καταρρέουν. Κι
άλλο φως εισχωρεί στην καρδιά μου. Δε μου περνάει πια από
το μυαλό να ελέγξω οτιδήποτε, μόνο να ζήσω το
απομεσήμερο αυτό, που δε θα ξαναέρθει ποτέ. Δεν είναι
ανάγκη να τον πείσω για τίποτα. Αν δεν καταλάβει τώρα, θα
καταλάβει αργότερα. Είναι απλώς θέμα χρόνου.
Παρά το κρύο, θα καθίσουμε στη βεράντα. Έτσι θα μπορεί
να καπνίσει. Στην αρχή θα βρίσκεται σε άμυνα, ζητώντας να
μάθει για τη φωτογραφία που μας τράβηξαν στο πάρκο.
Θα κουβεντιάσουμε όμως για το ενδεχόμενο να υπάρχει
ζωή σε άλλους πλανήτες, την παρουσία του Θεού, που συχνά
ξεχνιέται λόγω του τρόπου με τον οποίο φερόμαστε. Θα
συζητήσουμε για πίστη, για θαύματα και για συναντήσεις
ορισμένες προτού καν γεννηθούμε.
Θα πούμε για την αιώνια μάχη ανάμεσα στην επιστήμη και
τη θρησκεία. Θα μιλήσουμε για την αγάπη, που πάντα την
αντιμετωπίζουμε ως επιθυμία και ως απειλή συγχρόνως.
Εκείνος θα επιμείνει ότι ο ορισμός της μελαγχολίας δεν είναι
σωστός, εγώ όμως θα αρκεστώ να πιω το τσάι μου αμίλητη,

κοιτάζοντας τον ήλιο να δύει στην οροσειρά του Ιούρα,
χαρούμενη που είμαι ζωντανή.
Α, ίσως πούμε και για τα λουλούδια, αν και τα μόνα
λουλούδια που φαίνονται ολόγυρα είναι αυτά που βρίσκονται
μέσα στο μπαρ κι έχουν προέλθει από κάποιο θερμοκήπιο
που τα παράγει μαζικά. Είναι καλό όμως να μιλάμε για
λουλούδια το φθινόπωρο. Μας δίνει ελπίδα για την άνοιξη.
Υπολείπονται μερικά μέτρα. Οι τοίχοι έχουν γκρεμιστεί
εντελώς. Μόλις ξαναγεννήθηκα.

Φτάνω κοντά του και τον χαιρετάω με τα συνηθισμένα τρία
φιλιά στο μάγουλο, σύμφωνα με το ελβετικό έθιμο (όποτε
ταξιδεύω και δίνω το τρίτο ο κόσμος τρομάζει).
Καταλαβαίνω πόσο ανήσυχος είναι και του προτείνω να
καθίσουμε στη βεράντα – θα είμαστε πιο ήσυχα και θα μπορεί
να καπνίσει. Ο σερβιτόρος τον γνωρίζει ήδη. Ο Ζακόμπ
παραγγέλνει Καμπάρι με τόνικ κι εγώ τσάι, όπως είχα
σχεδιάσει.
Για να τον βοηθήσω να χαλαρώσει, αρχίζω να μιλάω για
τη φύση, τα δέντρα και την ομορφιά τού να αντιλαμβάνεσαι
πως όλα είναι συνέχεια διαφορετικά. Γιατί προσπαθούμε να
επαναλάβουμε το ίδιο παράδειγμα; Είναι αδύνατο. Είναι
αφύσικο. Δε θα ήταν καλύτερα να δούμε τις προκλήσεις
αυτές ως πηγή γνώσης και όχι ως εχθρούς μας;
Εκείνος είναι ακόμα ανήσυχος. Απαντάει αυτόματα, σαν

να θέλει να τελειώνει η κουβέντα μια ώρα αρχύτερα, αλλά δε
θα το επιτρέψω. Η σημερινή μέρα είναι μοναδική στη ζωή μου
και αξίζει το δέοντα σεβασμό. Συνεχίζω να μιλάω για
πράγματα που σκέφτηκα όσο περπατούσα, τα λόγια αυτά
πάνω στα οποία δεν έχω έλεγχο. Εκπλήσσομαι που βγαίνουν
με τόση ακρίβεια.
Μιλάω για κατοικίδια. Τον ρωτάω αν ξέρει γιατί αρέσουν
τόσο πολύ στους ανθρώπους. Ο Ζακόμπ δίνει μια τυχαία
συμβατική απάντηση κι εγώ περνάω στο επόμενο θέμα: Γιατί
είναι τόσο δύσκολο να δεχτούμε ότι οι άνθρωποι είναι
διαφορετικοί; Γιατί τόσοι νόμοι σε μια προσπάθεια να
δημιουργηθούν νέες φυλές, αντί να αποδεχτούμε απλά ότι οι
πολιτισμικές διαφορές μπορούν να κάνουν τη ζωή μας
πλουσιότερη και πιο ενδιαφέρουσα; Εκείνος όμως λέει πως
έχει κουραστεί να μιλάει για πολιτική.
Ας μιλήσουμε λοιπόν για ένα ενυδρείο που είδα σήμερα
στο σχολείο των παιδιών, όταν τα άφησα. Είχε μέσα ένα ψάρι
που έκανε βόλτες κολλημένο στο τζάμι, κι εγώ σκέφτηκα πως
δε θυμάται πού άρχισε να γυρίζει, άρα δε θα φτάσει ποτέ στο
τέλος. Γι’ αυτό μας αρέσουν τα ψάρια στα ενυδρεία. Μας
θυμίζουν τη ζωή μας: καλοταϊσμένοι, αλλά χωρίς να
μπορούμε να υπερβούμε τους κρυστάλλινους τοίχους.
Ανάβει κι άλλο τσιγάρο. Βλέπω πως ήδη βρίσκονται στο
τασάκι δύο αποτσίγαρα. Τότε καταλαβαίνω ότι μιλάω πολλή
ώρα, σε μια έκσταση φωτός και γαλήνης, χωρίς να του
αφήσω περιθώριο να εκφράσει τα συναισθήματά του. Για τι

θα ήθελε να συζητήσουμε;
«Για τη φωτογραφία στην οποία αναφέρθηκες», απαντάει
προσεκτικά, επειδή πρόσεξε ότι βρίσκομαι σε πολύ ευαίσθητη
κατάσταση.
Α, η φωτογραφία.
Υπάρχει βέβαια! Είναι χαραγμένη με σίδερο και φωτιά
στην καρδιά μου και θα μπορέσω να τη σβήσω μόνο όταν το
επιτρέψει ο Θεός. Όμως μπες, δες τη με τα μάτια σου, όλα τα
εμπόδια που προστάτευαν την καρδιά μου κατέρρευσαν την
ώρα που σε πλησίαζα.
Όχι, μη μου λες ότι δεν ξέρεις το δρόμο, γιατί τον έχεις
ήδη πάρει πολλές φορές – τόσο παλιά όσο και σήμερα. Εγώ
ωστόσο να το αποδεχτώ, και καταλαβαίνω ότι κι εσύ
δίσταζες. Είμαστε ίδιοι. Μην ανησυχείς, θα σε καθοδηγήσω
εγώ.
Όταν τα λέω όλα αυτά, μου πιάνει απαλά το χέρι,
χαμογελάει και καρφώνει το μαχαίρι:
«Δεν είμαστε πια έφηβοι. Είσαι θαυμάσιος άνθρωπος και,
απ’ ό,τι ξέρω, έχεις μια όμορφη οικογένεια. Σκέφτηκες να
κάνετε θεραπεία για ζευγάρια;»
Σαστίζω για λίγο. Τελικά σηκώνομαι και πηγαίνω
κατευθείαν στο αυτοκίνητό μου. Χωρίς δάκρυα. Χωρίς να πω
αντίο. Χωρίς να κοιτάξω πίσω.

ΔΕ ΝΙΩΘΩ ΤΙΠΟΤΑ . Δε σκέφτομαι τίποτα. Προσπερνάω το
αυτοκίνητό μου και κατευθύνομαι στο δρόμο, χωρίς να ξέρω
πού ακριβώς πρέπει να πάω. Κανείς δε με περιμένει στο τέλος
του δρόμου. Η μελαγχολία έγινε απάθεια. Πρέπει να πιέσω
τον εαυτό μου να συνεχίσει.
Μέχρι που, πέντε λεπτά αργότερα, βρίσκομαι μπροστά σε
μια βίλα. Ξέρω τι συνέβη εκεί: κάποιος έδωσε ζωή σε ένα
τέρας γνωστό ως σήμερα, παρόλο που λίγοι γνωρίζουν το
όνομα της γυναίκας που το δημιούργησε.
Η πόρτα του κήπου είναι κλειστή. Και; Μπορώ να μπω
από τον πράσινο φράχτη. Μπορώ να καθίσω στο παγωμένο
παγκάκι και να φανταστώ αυτό που συνέβη το 1816. Έχω
ανάγκη κάτι να μου αποσπάσει την προσοχή, να ξεχάσω όλα
όσα με ενέπνεαν πριν και να επικεντρωθώ σε κάτι
διαφορετικό.
Φαντάζομαι μια οποιαδήποτε μέρα εκείνου του χρόνου
όταν ο κάτοικος της βίλας, ο Άγγλος ποιητής λόρδος
Βύρωνας, αποφάσισε να αυτοεξοριστεί εκεί. Ήταν μισητός
στην πατρίδα του, όπως και στη Γενεύη, όπου τον
κατηγορούσαν ότι έκανε όργια και μεθούσε δημοσίως.
Μάλλον θα πέθαινε από ανία. Ή από οργή.
Λίγη σημασία έχει. Σημαντικό είναι ότι εκείνη τη μέρα του
1816 έφτασαν δύο καλεσμένοι του από την πατρίδα του: ένας
ακόμα ποιητής, ο Πέρσι Μπις Σέλεϊ, και η δεκαεννιάχρονη

«γυναίκα» του, η Μαίρη.
Ένας τρίτος καλεσμένος ήταν μαζί τους, αλλά δε θυμάμαι
το όνομά του.
Θα μίλησαν για λογοτεχνία. Θα γκρίνιαξαν για τον καιρό,
τις βροχές, το κρύο, τους κατοίκους της Γενεύης, τους
συμπατριώτες τους τους Άγγλους, την έλλειψη τσαγιού και
ουίσκι. Θα διάβασαν και ποιήματα ο ένας στον άλλο και θα
απόλαυσαν τους αμοιβαίους επαίνους.
Και θεώρησαν τους εαυτούς τους τόσο ιδιαίτερους και
σημαντικούς, ώστε αποφάσισαν να βάλουν ένα στοίχημα: να
επιστρέψουν στον ίδιο τόπο σε ένα χρόνο, έχοντας μαζί τους
ο καθένας από ένα βιβλίο για την ανθρώπινη κατάσταση.
Είναι φανερό πως, όταν ξεθύμανε ο ενθουσιασμός για τα
σχέδιά τους και τα σχόλια για το πώς η ανθρώπινη
κατάσταση είναι εξαμβλωματική, ξέχασαν τι είχαν κανονίσει.
Η Μαίρη ήταν παρούσα στη συζήτηση. Προφανώς δεν την
κάλεσαν να πάρει μέρος στο στοίχημα. Πρώτον, επειδή ήταν
γυναίκα και, δεύτερον κι ακόμα χειρότερα, επειδή ήταν νέα.
Ωστόσο, την είχε σημαδέψει βαθιά. Γιατί να μη γράψει κάτι
για να περάσει το χρόνο της; Είχε το θέμα, έμενε απλώς να το
αναπτύξει – και να κρατήσει το βιβλίο για τον εαυτό της όταν
θα τελείωνε.
Εν τω μεταξύ, όταν γύρισαν στην Αγγλία, ο Σέλεϊ διάβασε
το χειρόγραφο και την ενθάρρυνε να το εκδώσει. Ακόμα
παραπάνω: καθώς ήταν διάσημος, αποφάσισε να τη
συστήσει σε έναν εκδότη και να γράψει τον πρόλογο. Η

Μαίρη δίστασε, αλλά τελικά δέχτηκε, με έναν όρο: το όνομά
της να μην εμφανιστεί στο εξώφυλλο.
Το αρχικό τιράζ των πεντακοσίων αντιτύπων εξαντλήθηκε
σύντομα. Η Μαίρη πίστεψε πως ήταν λόγω του προλόγου του
Σέλεϊ, πάντως συμφώνησε να μπει το όνομά της στη δεύτερη
έκδοση. Έκτοτε, το βιβλίο δεν έπαψε ποτέ να φιγουράρει στα
βιβλιοπωλεία όλου του κόσμου. Ενέπνευσε συγγραφείς,
θεατρικούς παραγωγούς, κινηματογραφικούς σκηνοθέτες,
γιορτές για το Χάλογουιν, πάρτι μασκέ. Πρόσφατα
χαρακτηρίστηκε από έναν σημαντικό κριτικό ως «το πιο
δημιουργικό έργο του ρομαντισμού ή ίσως των τελευταίων
διακοσίων ετών».
Κανείς δεν ξέρει γιατί. Οι περισσότεροι δεν το έχουν
διαβάσει, αλλά σχεδόν όλοι έχουν ακούσει γι’ αυτό.
Μιλάει για την ιστορία του Βίκτορ, ενός Ελβετού
επιστήμονα που μεγάλωσε στη Γενεύη και ανατράφηκε από
τους γονείς του για να καταλαβαίνει τον κόσμο μέσα από την
επιστήμη. Παιδί ακόμα, βλέπει έναν κεραυνό να πέφτει σε μια
βελανιδιά και αναρωτιέται: Από εκεί άραγε προέρχεται η ζωή;
Μπορεί ο άνθρωπος να δημιουργήσει την ανθρώπινη
κατάσταση;
Και σαν σύγχρονος Προμηθέας, που έκλεψε τη φωτιά από
τους θεούς για να βοηθήσει τον άνθρωπο –η συγγραφέας
χρησιμοποίησε τη φράση «ο σύγχρονος Προμηθέας» ως
υπότιτλο, ωστόσο κανείς δεν το θυμάται–, αρχίζει να
δουλεύει για να επαναλάβει το επίτευγμα του Θεού.

Προφανώς, παρά την αφοσίωσή του, το εγχείρημα ξεφεύγει
από τον έλεγχό του.
Ο τίτλος του βιβλίου: Φρανκενστάιν.

Θεέ μου, που λίγο σε σκέφτομαι κάθε μέρα, αλλά που σου
έχω τόση εμπιστοσύνη τις ώρες του μαρτυρίου, ήρθα άραγε
εδώ κατά τύχη; Ή ήταν το αόρατο και αμείλικτο χέρι σου που
με οδήγησε σε τούτη τη βίλα και μου θύμισε τη συγκεκριμένη
ιστορία;
Η Μαίρη γνώρισε τον Σέλεϊ όταν ήταν δεκαέξι χρονών, και
παρόλο που εκείνος ήταν παντρεμένος, δεν επέτρεψε στις
κοινωνικές συμβάσεις να την αποτρέψουν, παρά κυνήγησε
τον άντρα που θεωρούσε έρωτα της ζωής της.
Δεκαέξι χρονών! Και ήξερε από τότε τι ακριβώς ήθελε. Και
ήξερε και πώς να το πετύχει. Εγώ είμαι τριάντα ενός, θέλω
κάτι συνεχώς και είμαι ανίκανη να το κατακτήσω, παρόλο
που μπορώ να κάνω περιπάτους ένα απόγευμα του
φθινοπώρου γεμάτο μελαγχολία και ρομαντισμό, που με
ενέπνευσε για όσα θα έλεγα όταν θα ερχόταν η στιγμή.
Δεν είμαι η Μαίρη Σέλεϊ. Είμαι ο Βίκτορ Φρανκενστάιν και
το τέρας του.
Προσπάθησα να δώσω ζωή σε κάτι άψυχο και το
αποτέλεσμα θα είναι ίδιο με αυτό του βιβλίου: να σπείρω
τρόμο και καταστροφή.
Δεν έχει άλλα δάκρυα. Δεν υπάρχει πια απελπισία. Νιώθω

λες και η καρδιά μου έχει παραιτηθεί από τα πάντα, κι αυτό
αντανακλάται στο σώμα μου, γιατί δεν μπορώ να κουνηθώ.
Είναι φθινόπωρο, βραδιάζει γρήγορα, το όμορφο
ηλιοβασίλεμα αντικαθίσταται σύντομα από το δειλινό.
Νυχτώνει κι εγώ είμαι ακόμα καθισμένη εδώ, κοιτάζοντας τη
βίλα και βλέποντας τους ενοίκους της να σκανδαλίζουν την
αστική τάξη της Γενεύης των αρχών του 19ου αιώνα.
Πού είναι ο κεραυνός που έδωσε ζωή στο τέρας;
Ο κεραυνός δεν έρχεται. Η κίνηση, που στην περιοχή είναι
αραιή, αραιώνει κι άλλο. Τα παιδιά μου περιμένουν το
βραδινό και ο άντρας μου –που γνωρίζει για την κατάστασή
μου– σύντομα θα αρχίσει να ανησυχεί. Όμως είναι λες κι έχω
μια σιδερένια μπάλα δεμένη στα πόδια μου κι ακόμα δεν
μπορώ να κουνηθώ.
Είμαι αποτυχημένη.

ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΝΑ ΥΠΟΧΡΕΩΘΕΙ να ζητήσει συγνώμη
επειδή ξύπνησε μια ανέφικτη αγάπη; Όχι, επ’ ουδενί.
Επειδή και η αγάπη του Θεού για εμάς είναι ανέφικτη.
Ποτέ δε βρίσκει έγκαιρη ανταπόκριση, μα παρ’ όλα αυτά
εκείνος συνεχίζει να μας αγαπά. Και μας αγάπησε τόσο ώστε
έστειλε το μοναδικό του γιο να εξηγήσει ότι η αγάπη είναι η
δύναμη που κινεί τον ήλιο και τα αστέρια.
Σε μία από τις επιστολές του προς Κορινθίους (που στο
σχολείο μάς ανάγκαζαν να την ξέρουμε απέξω) λέει ο
Απόστολος Παύλος:
Ἐάν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καί τῶν ἀγγέλων,
ἀγάπην δέ μή ἔχω, γέγονα χαλκός ἠχῶν ἤ κύμβαλον
ἀλαλάζον.[1]
Και όλοι ξέρουμε γιατί. Συχνά ακούμε πράγματα που
μοιάζουν με σπουδαίες ιδέες για να αλλάξουμε τον κόσμο.
Όμως πρόκειται για λέξεις που λέγονται χωρίς συναίσθημα,
κενές από Αγάπη. Όσο λογικές και έξυπνες κι αν είναι, δε μας
αγγίζουν.
Ο Παύλος συγκρίνει την Αγάπη με την Προφητεία, με τα
Μυστήρια, με την Πίστη και με την Αγαθοεργία.
Γιατί είναι η Αγάπη σημαντικότερη από την Πίστη;
Επειδή η Πίστη είναι μονάχα ένας δρόμος που μας οδηγεί
στη Μεγάλη Αγάπη.
Γιατί η Αγάπη είναι σημαντικότερη από την Αγαθοεργία;

Επειδή η Αγαθοεργία αποτελεί απλώς μία από τις
εκδηλώσεις της Αγάπης. Και το σύνολο είναι πάντα
σημαντικότερο από το μέρος. Εξάλλου, η αγαθοεργία είναι
ένας από τους πολλούς δρόμους που χρησιμοποιεί η αγάπη
για να κάνει τον άνθρωπο να ενωθεί με τον πλησίον του.
Και όλοι ξέρουμε πως υπάρχει πολλή αγαθοεργία χωρίς
Αγάπη. Κάθε εβδομάδα γίνεται κι από ένα «φιλανθρωπικό»
γκαλά εδώ γύρω. Οι άνθρωποι πληρώνουν μια περιουσία για
να κλείσουν ένα τραπέζι, να συμμετάσχουν και να
διασκεδάσουν, με τα κοσμήματα και τα πανάκριβα ρούχα
τους. Φεύγουμε πιστεύοντας πως ο κόσμος είναι καλύτερος
λόγω των χρημάτων που συγκεντρώθηκαν την ίδια βραδιά
για τους αστέγους της Σομαλίας, τους κοινωνικά
αποκλεισμένους της Υεμένης, τους πεινασμένους της
Αιθιοπίας. Παύουμε να νιώθουμε ένοχοι για το σκληρό
θέαμα της δυστυχίας και δεν αναρωτιόμαστε ποτέ πού πάνε
αυτά τα λεφτά.
Όσοι δεν έχουν γνωριμίες για να πάνε στο γκαλά ή δεν
μπορούν να πληρώσουν για κάτι τόσο υπερβολικό
προσπερνούν ένα ζητιάνο και του αφήνουν ένα κέρμα. Ορίστε.
Είναι πολύ εύκολο να πετάξεις ένα κέρμα σε κάποιον που
ζητιανεύει στο δρόμο. Γενικώς, είναι πολύ πιο εύκολο από το
να μην το πετάξεις.
Τι ανακούφιση για ένα μόνο κέρμα! Είναι φτηνό για εμάς
και λύνει και το πρόβλημα του ζητιάνου.
Αν όμως τον αγαπούσαμε στ’ αλήθεια, θα κάναμε

περισσότερα για εκείνον.
Ή δε θα κάναμε τίποτα. Δε θα δίναμε το κέρμα και –ποιος
ξέρει;– ίσως η ενοχή μας για εκείνη τη δυστυχία ξυπνούσε
την πραγματική Αγάπη.
Ο Παύλος στη συνέχεια συγκρίνει την Αγάπη με τη θυσία
και το μαρτύριο.
Σήμερα καταλαβαίνω καλύτερα τα λόγια του. Ακόμα κι αν
ήμουν η πιο επιτυχημένη γυναίκα στον κόσμο, ακόμα κι αν με
θαύμαζαν και με επιθυμούσαν περισσότερο από τη Μαριάν
Κενίγκ, χωρίς αγάπη στην καρδιά μου τίποτα δεν ωφελεί.
Τίποτα.
Στις συνεντεύξεις με καλλιτέχνες και πολιτικούς, με
κοινωνικούς λειτουργούς και γιατρούς, με φοιτητές και
δημόσιους υπαλλήλους πάντα ρωτάω: «Ποιος είναι ο
σκοπός της δουλειάς σας;» Κάποιοι απαντούν να κάνω
οικογένεια. Άλλοι λένε να προχωρήσω στην καριέρα μου.
Όταν όμως επιμένω στην ερώτηση, η σχεδόν αυτόματη
απάντηση είναι να κάνω τον κόσμο καλύτερο.
Έτσι μου ’ρχεται να πάω στη γέφυρα Μον Μπλαν με ένα
φυλλάδιο τυπωμένο με χρυσά γράμματα και να το μοιράζω
σε όσα αυτοκίνητα ή πεζούς περνούν από εκεί. Πάνω του θα
γράφει:
Παρακαλώ όσους θέλουν μια μέρα να δουλέψουν για το
καλό της ανθρωπότητας: μην ξεχνάτε ποτέ πως, ακόμα κι αν
το σώμα σας καεί στο όνομα του Θεού, αν δεν έχετε αγάπη,
τίποτα δεν ωφελεί. Τίποτα!

Δεν υπάρχει τίποτα πιο σημαντικό να χαρίσουμε από την
αντανάκλαση της Αγάπης στη ζωή μας. Αυτή είναι η
πραγματική παγκόσμια γλώσσα, που μας επιτρέπει να μιλάμε
κινέζικα ή τις διαλέκτους της Ινδίας. Όταν ήμουν νέα, έκανα
πολλά ταξίδια – αποτελούσε μέρος της τελετής ενηλικίωσης
κάθε φοιτητή. Πήγα σε χώρες πλούσιες και φτωχές. Τις
περισσότερες φορές δε μιλούσα τη γλώσσα του τόπου. Όμως
σε όλα αυτά τα μέρη η σιωπηλή ευγλωττία της Αγάπης με
βοήθησε να γίνω κατανοητή.
Το μήνυμα της Αγάπης βρίσκεται στον τρόπο με τον
οποίο ζω τη ζωή μου και όχι στα λόγια ή στις πράξεις μου.
Στην επιστολή του προς Κορινθίους ο Παύλος μάς λέει,
σε τρεις μικρούς στίχους, πως η Αγάπη αποτελείται από
πολλά πράγματα ακόμα. Όπως και το φως. Μάθαμε στο
σχολείο πως, αν πάρουμε ένα πρίσμα και αφήσουμε μια
ακτίνα φωτός να το διαπεράσει, η ακτίνα αυτή διαιρείται στα
χρώματα του ουράνιου τόξου.
Ο Παύλος μάς δείχνει το ουράνιο τόξο της Αγάπης με τον
ίδιο τρόπο που το πρίσμα το οποίο διαπερνά μια ακτίνα μάς
δείχνει το ουράνιο τόξο του φωτός.
Και ποια είναι αυτά τα στοιχεία; Είναι αρετές για τις οποίες
ακούμε καθημερινά και που μπορούμε να κάνουμε πράξη
κάθε στιγμή.
Υπομονή: Ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ.
Καλοσύνη: χρηστεύεται.
Γενναιοδωρία: ἡ ἀγάπη οὐ ζηλοῖ.

Ταπεινοφροσύνη: ἡ ἀγάπη οὐ περπερεύεται, οὐ φυσιοῦται.
Λεπτότητα: οὐκ ἀσχημονεῖ.
Αυταπάρνηση: οὐ ζητεῖ τά ἑαυτῆς.
Ανεκτικότητα: οὐ παροξύνεται.
Αθωότητα: οὐ λογίζεται τό κακόν.
Ειλικρίνεια: οὐ χαίρει ἐπί τῇ ἀδικίᾳ, συγχαίρει δέ τῇ
ἀληθείᾳ.
Όλα αυτά τα χαρίσματα σχετίζονται με την
καθημερινότητά μας, με το σήμερα και με το αύριο, με την
Αιωνιότητα.
Το μεγάλο πρόβλημα είναι ότι οι άνθρωποι συνήθως τα
συσχετίζουν με την αγάπη για το Θεό. Πώς όμως
εκδηλώνεται η αγάπη για το Θεό; Με την αγάπη για τον
άνθρωπο.
Για να βρούμε τη γαλήνη στους ουρανούς, πρέπει να
βρούμε την αγάπη στη γη. Χωρίς αυτή δεν αξίζουμε τίποτα.
Αγαπάω, και κανείς δεν μπορεί να μου το στερήσει αυτό.
Αγαπάω τον άντρα μου, που πάντα με στήριζε. Πιστεύω
επίσης ότι αγαπάω κι έναν άντρα που γνώρισα στην εφηβεία
μου. Κι ενώ περπατούσα προς το μέρος του, ένα όμορφο
φθινοπωρινό απομεσήμερο, άφησα τις άμυνές μου να
καταρρεύσουν και τώρα δεν μπορώ να τις ξαναχτίσω. Είμαι
ευάλωτη, αλλά δε μετανιώνω.
Σήμερα το πρωί, την ώρα που έπινα μια κούπα καφέ,
κοίταξα το γλυκό φως έξω, θυμήθηκα ξανά εκείνη την πορεία
μου και αναρωτήθηκα για τελευταία φορά: Μήπως άραγε

προσπαθώ να δημιουργήσω ένα πραγματικό πρόβλημα για
να απομακρύνω τα φανταστικά; Είμαι όντως ερωτευμένη ή
απλώς μεταβίβασα όλα τα δυσάρεστα συναισθήματα των
τελευταίων μηνών σε ένα γέννημα της φαντασίας μου;
Όχι. Ο Θεός δεν είναι άδικος και δε θα μου επέτρεπε ποτέ
να ερωτευτώ με τέτοιο τρόπο αν δεν υπήρχε πιθανότητα να
βρω ανταπόκριση.
Ωστόσο, μερικές φορές η αγάπη απαιτεί να παλέψουμε γι’
αυτή. Αυτό θα κάνω. Επιδιώκοντας τη δικαιοσύνη, θα πρέπει
να διώξω το κακό χωρίς απελπισία ή ανυπομονησία. Όταν η
Μαριάν θα είναι πια μακριά κι εκείνος κοντά μου, ο Ζακόμπ
θα με ευχαριστεί για την υπόλοιπη ζωή του.
Είμαι άλλη γυναίκα. Πρόκειται να επιδιώξω κάτι που δε θα
έρθει σε μένα με τη δική του αυθόρμητη βούληση. Είναι
παντρεμένος και πιστεύει πως κάθε λάθος βήμα μπορεί να
θέσει σε κίνδυνο την καριέρα του.
Πού πρέπει να επικεντρωθώ λοιπόν; Στο να τον χωρίσω
χωρίς να το καταλάβει.

[1] Προς Κορινθίους Αʹ, κεφάλαιο ιγʹ, στίχος 1. Από τον
Ύμνο της Αγάπης, απ’ όπου και τα παρακάτω. (Σ.τ.Μ.)

ΘΑ ΕΧΩ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΜΟΥ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ με έναν έμπορο
ναρκωτικών!
Ζω σε μια χώρα που αποφάσισε να απομονωθεί από τον
κόσμο και που είναι πολύ ικανοποιημένη με αυτή της την
επιλογή. Όταν αποφασίζει κανείς να επισκεφτεί τα
χωριουδάκια στα περίχωρα της Γενεύης, ένα πράγμα είναι
εξαρχής ξεκάθαρο: δεν υπάρχει χώρος για παρκάρισμα, εκτός
κι αν χρησιμοποιήσεις το πάρκινγκ κάποιου γνωστού σου.
Το μήνυμα είναι το εξής: μην έρχεσαι εδώ, ξένε, επειδή η
θέα στη λίμνη εκεί κάτω, η επιβλητικότητα των Άλπεων στον
ορίζοντα, τα λουλούδια στο λιβάδι την άνοιξη και το χρυσό
χρώμα των αμπελιών το φθινόπωρο, όλα αυτά είναι
κληρονομιά των προγόνων μας, που ζούσαν εδώ
ανενόχλητοι. Θέλουμε να παραμείνουν έτσι τα πράγματα,
οπότε μην έρχεσαι, ξένε. Ακόμα κι αν έχεις γεννηθεί και
μεγαλώσει σε κάποια γειτονική πόλη, δε μας ενδιαφέρουν τα
όσα έχεις να πεις, αν θέλεις να παρκάρεις το αυτοκίνητό σου,
ψάξε να βρεις καμιά μεγάλη πόλη, που έχει χώρο γι’ αυτό.
Είμαστε τόσο απομονωμένοι από τον κόσμο, ώστε
πιστεύουμε ακόμα στην απειλή ενός μεγάλου πυρηνικού
πολέμου. Είναι υποχρεωτικό όλες οι οικοδομές στη χώρα να
έχουν πυρηνικά καταφύγια. Πρόσφατα, ένας βουλευτής
επιχείρησε να ακυρώσει αυτό το νόμο και το Κοινοβούλιο
εναντιώθηκε: ναι, μπορεί ποτέ να μην ξεσπάσει πυρηνικός

πόλεμος, αλλά τι θα γίνει με την απειλή των χημικών όπλων;
Πρέπει να προστατέψουμε τους πολίτες μας. Έτσι λοιπόν
συνεχίζουν να χτίζονται πανάκριβα πυρηνικά καταφύγια. Και
όσο δεν έρχεται η Αποκάλυψη, μετατρέπονται σε κελάρια και
αποθήκες.
Ωστόσο, παρά την προσπάθειά μας να παραμείνουμε ένα
γαλήνιο νησί, υπάρχουν πράγματα που δεν μπορούμε τα
εμποδίσουμε να περάσουν τα σύνορα.
Όπως τα ναρκωτικά, για παράδειγμα.
Οι διοικήσεις των καντονιών προσπαθούν να ελέγξουν τα
σημεία πώλησης και κάνουν τα στραβά μάτια για όσους
αγοράζουν. Μπορεί να ζούμε σε παράδεισο, αλλά μήπως δεν
είμαστε όλοι στρεσαρισμένοι από τη συνεχή κίνηση στους
δρόμους, από τις ευθύνες, από τις προθεσμίες κι από την
ανία; Τα ναρκωτικά αποτελούν ερέθισμα για την
παραγωγικότητα (η κοκαΐνη, λόγου χάρη) και ελαττώνουν
την ένταση (όπως το χασίς). Για να μη δίνουμε λοιπόν το
κακό παράδειγμα στον κόσμο, απαγορεύουμε και ανεχόμαστε
ταυτόχρονα.
Εν τω μεταξύ, κάθε φορά που το πρόβλημα αρχίζει να
παίρνει μεγαλύτερες διαστάσεις, εντελώς «συμπτωματικά»
κάποιος διάσημος ή κάποιο δημόσιο πρόσωπο
συλλαμβάνεται με «ναρκωτικές ουσίες», όπως λέμε στη
δημοσιογραφική γλώσσα. Η υπόθεση προβάλλεται στα
ΜΜΕ για παραδειγματισμό, για να αποθαρρύνει τους νέους,
να δηλώσει στον κόσμο ότι η κυβέρνηση τα έχει όλα υπό

έλεγχο και αλίμονο σε όποιον δεν τηρεί το νόμο!
Αυτό συμβαίνει το πολύ μία φορά το χρόνο. Και δεν
πιστεύω ότι μόνο μία φορά το χρόνο αποφασίζει κάποιος
σημαντικός να βγει από τη ρουτίνα του και να πάει μέχρι την
υπόγεια διάβαση στη γέφυρα Μον Μπλαν για να αγοράσει
κάτι από τους εμπόρους ναρκωτικών που χτυπούν κάρτα εκεί
καθημερινά.
Αν ήταν έτσι, θα είχαν πια
εξαφανιστεί λόγω έλλειψης πελατείας.
Φτάνω
στο
σημείο
συνάντησης.
Οικογένειες
πηγαινοέρχονται, οι ύποπτοι τύποι παραμένουν εκεί ατάραχοι
και χωρίς να ενοχλούν τους άλλους. Εκτός κι αν περνάει
κανένα νεαρό ζευγάρι που μιλάει κάποια ξένη γλώσσα ή όταν
κανένα κοστουμαρισμένο στέλεχος επιχειρήσεων διασχίζει το
υπόγειο πέρασμα και επιστρέφει αμέσως μετά, κοιτάζοντας
τους άντρες εκείνους ίσια στα μάτια.
Περνάω την πρώτη φορά, πηγαίνω ως την άλλη μεριά,
αγοράζω ένα μπουκαλάκι μεταλλικό νερό και παραπονιέμαι
για το κρύο σε κάποιον που πρώτη φορά τον βλέπω. Δε μου
απαντάει, βυθισμένος στον κόσμο του. Γυρίζω πίσω και οι
ίδιοι άντρες είναι ακόμα εκεί. Κάνω οπτική επαφή, αλλά
υπάρχει πολύς κόσμος τριγύρω, πράγμα σπάνιο. Είναι η ώρα
του μεσημεριανού φαγητού και οι άνθρωποι θα έπρεπε να
βρίσκονται στα πανάκριβα εστιατόρια που είναι διάσπαρτα
στην περιοχή, προσπαθώντας να κλείσουν κάποια σημαντική
δουλειά ή να γοητεύσουν την τουρίστρια που κατέφθασε στην
πόλη αναζητώντας εργασία.

Περιμένω λίγο και περνάω και τρίτη φορά. Κάνω ξανά
οπτική επαφή και ένας από αυτούς, με ένα απλό νεύμα του
κεφαλιού, μου ζητάει να τον ακολουθήσω. Ποτέ στη ζωή μου
δε φανταζόμουν ότι θα επιχειρούσα κάτι τέτοιο, όμως η
φετινή χρονιά ήταν τόσο διαφορετική που δε με παραξενεύει
πια η συμπεριφορά μου.
Παίρνω αμέριμνο ύφος και τον ακολουθώ.
Περπατάμε δυο τρία λεπτά μέχρι το πάρκο Ζαρντάν
Ανγκλέ, που σημαίνει Αγγλικός Κήπος. Προσπερνάμε τους
τουρίστες που τραβούν φωτογραφίες μπροστά στο ρολόι από
λουλούδια, ορόσημο της πόλης. Διασχίζουμε το μικρό
σταθμό του τρένου που κάνει το γύρο της λίμνης, σαν να
ζούμε στην Ντίσνεϊλαντ. Τελικά φτάνουμε στην κουπαστή και
αγναντεύουμε το νερό. Σαν ζευγάρι που ατενίζει το Ζετ ντ’ Ο,
το τεράστιο σιντριβάνι όπου το νερό μπορεί να φτάσει μέχρι
και τα εκατό μέτρα ύψος και που εδώ και πολύ καιρό έχει γίνει
το σύμβολο της Γενεύης.
Περιμένει να του πω κάτι. Δεν ξέρω όμως αν η φωνή μου
θα βγει σταθερή, παρά τη σιγουριά που προσπαθώ να δείξω.
Μένω αμίλητη και τον υποχρεώνω να σπάσει τη σιωπή:
«Μαύρο, ξυπνητήρια, χαρτί ή κοκό;»
Εντάξει. Είμαι χαμένη. Δεν ξέρω τι να πω και ο έμπορος
καταλαβαίνει ότι έχει μπροστά του μια πρωτάρα. Με
δοκίμασε και δεν πέρασα το τεστ. Γελάει. Τον ρωτάω αν
νομίζει πως είμαι αστυνομικός.
«Όχι βέβαια. Η Αστυνομία θα ήξερε τι εννοώ».

Του εξηγώ ότι πρώτη φορά κάνω κάτι τέτοιο.
«Φαίνεται. Μια γυναίκα ντυμένη σαν κι εσένα ποτέ δε θα
έμπαινε στον κόπο να έρθει ως εδώ. Θα ζητούσε από έναν
ανιψιό ή κάποιο συνάδελφο απ’ ό,τι του έχει μείνει από το
δικό του. Γι’ αυτό σε έφερα ως τη λίμνη. Θα μπορούσαμε να
είχαμε κάνει τη συναλλαγή περπατώντας και δε θα έχανα
τόσο χρόνο, αλλά θέλω να μάθω ακριβώς τι ψάχνεις ή αν θες
προτάσεις».
Δε χάνει το χρόνο του. Θα βαριόταν μέχρι θανάτου στην
υπόγεια διάβαση. Τις τρεις φορές που πέρασα μπροστά του
δεν είχε ούτε έναν πελάτη.
«Εντάξει, θα τα πω στη γλώσσα σου: χασίς, αμφεταμίνες,
LSD ή κοκαΐνη;»
Ρωτάω αν έχει κρακ ή ηρωίνη. Απαντάει ότι αυτά είναι
απαγορευμένα ναρκωτικά. Μου ’ρχεται να του πω ότι και τα
υπόλοιπα είναι απαγορευμένα, αλλά συγκρατούμαι.
Δεν είναι για μένα, του εξηγώ. Είναι για μια εχθρό.
«Εκδίκηση; Θες να σκοτώσεις κάποιον από υπερβολική
δόση; Σε παρακαλώ, κυρία μου, βρες κάναν άλλο».
Κάνει να φύγει, αλλά τον κρατάω και του λέω να με
ακούσει. Παρατηρώ ότι το ενδιαφέρον μου για το θέμα
μάλλον έχει ήδη διπλασιάσει την τιμή.
Απ’ όσο ξέρω, δεν παίρνει ναρκωτικά, του εξηγώ. Όμως
έχει βλάψει σοβαρά τη σχέση μου. Θέλω να της στήσω
παγίδα.
«Αυτό είναι ενάντια στην ηθική του Θεού».

Κοίτα να δεις, ένας έμπορος προϊόντων που προκαλούν
εξάρτηση και σκοτώνουν προσπαθεί να με φέρει στον ίσιο
δρόμο!
Του λέω την «ιστορία μου». Είμαι παντρεμένη δέκα
χρόνια. Έχω δύο υπέροχους γιους. Ο άντρας μου κι εγώ
έχουμε το ίδιο μοντέλο κινητού και πριν από δύο μήνες πήρα
το δικό του κατά λάθος.
«Δεν έχετε κωδικούς ασφαλείας;»
Όχι βέβαια. Έχουμε εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλο. Ή
μήπως το δικό του είχε, αλλά δεν τον είχε ενεργοποιήσει
εκείνη την ώρα; Τέλος πάντων, ανακάλυψα γύρω στα
τετρακόσια μηνύματα και πολλές φωτογραφίες μιας
γοητευτικής γυναίκας, ξανθιάς, απ’ ό,τι φαίνεται
ευκατάστατης. Έκανα εκείνο που δεν έπρεπε να κάνω: σκηνή.
Τον ρώτησα ποια ήταν αυτή και δεν αρνήθηκε τίποτα, μου
είπε πως ήταν η γυναίκα με την οποία είναι ερωτευμένος.
Χάρηκε που το ανακάλυψα πριν αναγκαστεί να μου το πει ο
ίδιος.
«Συμβαίνει συχνά αυτό».
Ο έμπορος έγινε από κήρυκας σύμβουλος γάμου!
Συνεχίζω όμως, επειδή ό,τι του λέω το επινοώ εκείνη την ώρα
και έχω ενθουσιαστεί με την ιστορία που διηγούμαι. Του είπα
να φύγει από το σπίτι. Συμφώνησε και την επόμενη μέρα με
άφησε με τα δυο μας παιδιά για να πάει να ζήσει με τον
έρωτα της ζωής του. Εκείνη όμως τον υποδέχτηκε πολύ
άσχημα, γιατί της ήταν πολύ πιο ενδιαφέρον να έχει σχέση με

παντρεμένο παρά να είναι αναγκασμένη να ζει με ένα σύζυγο
που δεν επέλεξε.
«Γυναίκες! Αδύνατο να σας καταλάβει κανείς».
Έτσι νομίζω κι εγώ. Συνεχίζω την ιστορία μου: του είπε ότι
δεν ήταν έτοιμη να συμβιώσουν και τον χώρισε. Όπως
υποθέτω ότι συμβαίνει στις περισσότερες περιπτώσεις,
εκείνος επέστρεψε στο σπίτι ζητώντας μου συγνώμη. Τον
συγχώρησα. Στην τελική, το μόνο που ήθελα ήταν να γυρίσει
πίσω. Είμαι ερωτευμένη και δε θα μπορούσα να ζήσω χωρίς
τον άνθρωπο που αγαπώ.
Μόνο που τώρα, μερικές εβδομάδες αργότερα,
παρατήρησα ότι άλλαξε ξανά. Δεν είναι πια τόσο ηλίθιος
ώστε να αφήνει το κινητό του από δω κι από κει, οπότε δεν
μπορώ να ξέρω αν έχουν ξαναρχίσει να συναντιούνται.
Υποψιάζομαι όμως πως ναι. Και η γυναίκα –η ξανθιά,
ανεξάρτητη καριερίστρια που του ’λεγα, γεμάτη γοητεία και
δύναμη– μου παίρνει το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή μου:
την αγάπη. Ξέρει τι θα πει αγάπη;
«Καταλαβαίνω τι θέλεις. Όμως είναι πολύ επικίνδυνο».
Μα πώς καταλαβαίνει, αφού ακόμα δεν του εξήγησα;
«Θέλεις να της στήσεις παγίδα. Δεν έχουμε το εμπόρευμα
που ζητάς. Για να πάει καλά το σχέδιό σου όμως χρειάζεσαι
τουλάχιστον 30 γραμμάρια κοκαΐνης».
Παίρνει το κινητό του, πληκτρολογεί κάτι και μου το
δείχνει. Είναι μια σελίδα από τον ιστότοπο CNN Money, με
τις τιμές των ναρκωτικών. Εκπλήσσομαι, ανακαλύπτω όμως

ότι πρόκειται για πρόσφατο ρεπορτάζ για τις δυσκολίες που
αντιμετωπίζουν τα μεγάλα καρτέλ.
«Όπως βλέπεις, θα ξοδέψεις 5.000 φράγκα. Αξίζει τον
κόπο; Δεν είναι πιο οικονομικό να πας στο σπίτι της και να
της κάνεις σκηνή; Εξάλλου, απ’ ό,τι κατάλαβα, ίσως εκείνη
να μη φταίει σε τίποτα».
Από κήρυκας σε σύμβουλο γάμου. Και από σύμβουλος
γάμου σε οικονομικό σύμβουλο, που προσπαθεί να με
αποτρέψει από το να χαλάσω τα χρήματά μου χωρίς λόγο.
Του λέω ότι αποδέχομαι το ρίσκο. Ξέρω ότι έχω δίκιο. Και
γιατί 30 γραμμάρια αντί για 10;
«Είναι η ελάχιστη ποσότητα για να θεωρηθεί κάποιος
έμπορος. Η ποινή είναι πολύ μεγαλύτερη απ’ ό,τι αυτή για
τους χρήστες. Είσαι σίγουρη ότι θες να το κάνεις; Επειδή στο
δρόμο για το σπίτι σου ή για το σπίτι της υπάρχει περίπτωση
να σε συλλάβουν και δε θα μπορείς να εξηγήσεις για ποιο
λόγο έχεις τα ναρκωτικά».
Μα όλοι οι έμποροι ναρκωτικών έτσι είναι ή μου έτυχε
εμένα η εξαίρεση; Θα ήθελα να μείνω ώρες να μιλάω μ’ αυτό
τον άνθρωπο, που έχει ζήσει κι έχει εμπειρίες. Όμως φαίνεται
πως είναι απασχολημένος.
Μου λέει να
γυρίσω σε μισή ώρα με τα λεφτά σε μετρητά. Πηγαίνω στο
αυτόματο μηχάνημα ανάληψης, έκπληκτη με την αφέλειά
μου. Προφανώς οι έμποροι ναρκωτικών δεν έχουν πάνω τους
μεγάλες ποσότητες. Αλλιώς θα τους θεωρούσαν εμπόρους
ναρκωτικών!

Επιστρέφω και τον βρίσκω εκεί. Του δίνω διακριτικά τα
χρήματα και μου δείχνει έναν κάδο απορριμμάτων που
βλέπουμε από εκεί που είμαστε.
«Μην αφήσεις το εμπόρευμα σε σημείο που μπορεί να το
βρει, ίσως το καταπιεί κατά λάθος. Θα ήταν καταστροφή».
Ο άντρας αυτός είναι μοναδικός, όλα τα σκέφτεται. Αν
ήταν διευθυντής πολυεθνικής, θα κέρδιζε μια περιουσία σε
μπόνους.
Όσο σκέφτομαι να συνεχίσω τη συζήτησή μας,
απομακρύνεται. Ξανακοιτάζω εκεί που μου έδειξε. Κι αν δεν
έχει τίποτα; Οι άνθρωποι αυτοί όμως έχουν τη φήμη ότι είναι
προσεκτικοί, δε θα έκαναν κάτι τέτοιο.
Πηγαίνω εκεί, ψάχνω δεξιά κι αριστερά, παίρνω ένα
φάκελο από σκούρο χαρτί, τον βάζω στην τσάντα μου και
σταματάω αμέσως ταξί για την εφημερίδα. Πάλι
καθυστερημένη θα φτάσω.

Έχω το σώμα του εγκλήματος. Πλήρωσα μια περιουσία για
κάτι που δε ζυγίζει σχεδόν τίποτα.
Πώς ξέρω όμως ότι δε με εξαπάτησε; Πρέπει να το
ανακαλύψω η ίδια.
Νοικιάζω δυο τρεις ταινίες στις οποίες οι ήρωες είναι
ναρκομανείς. Ο άντρας μου δείχνει έκπληξη για το καινούριο
μου ενδιαφέρον.
«Δε σκέφτεσαι να κάνεις κάτι τέτοιο, έτσι δεν είναι;»

Όχι βέβαια! Κάνω έρευνα για την εφημερίδα. Με την
ευκαιρία, αύριο θα αργήσω. Αποφάσισα να γράψω ένα θέμα
για τη βίλα του λόρδου Βύρωνα και πρέπει να περάσω μια
βόλτα από εκεί. Να μην ανησυχήσει.
«Δεν ανησυχώ. Νομίζω ότι τα πράγματα βελτιώθηκαν
πολύ από τότε που πήγαμε στη Νιόν. Πρέπει να κάνουμε
περισσότερες εκδρομές, την Πρωτοχρονιά ίσως. Την επόμενη
φορά θα αφήσουμε τα παιδιά στη μητέρα μου. Μίλησα με
ανθρώπους που καταλαβαίνουν αυτό το θέμα».
Το «θέμα» είναι μάλλον αυτό που πιστεύει πως είναι η
κατάθλιψη που ζω. Μα με ποιον μίλησε; Με κανένα φίλο του
που μπορεί να του λυθεί η γλώσσα μόλις πιει κάτι παραπάνω;
«Όχι, καμία σχέση. Ένα θεραπευτή ζευγαριών».
Τι φρίκη! Η συμβουλευτική ζευγαριών είναι το τελευταίο
πράγμα που άκουσα εκείνο το απαίσιο μεσημέρι στη λέσχη
του γκολφ. Να μιλούν άραγε οι δυο τους στα κρυφά;
«Ίσως το πρόβλημά σου να σ’ το προκάλεσα εγώ. Δε σου
δίνω την προσοχή που αξίζεις. Μιλάω συνέχεια για τη
δουλειά ή για τα πράγματα που πρέπει να κάνουμε. Έχουμε
χάσει το ρομαντισμό που χρειάζεται για να είναι μια
οικογένεια ευτυχισμένη. Δεν αρκεί να ασχολούμαστε μόνο με
τα παιδιά. Έχουμε ανάγκη περισσότερα πράγματα, όσο
είμαστε ακόμα νέοι. Γιατί να μην ξαναπάμε στο Ιντερλάκεν,
που ήταν το πρώτο ταξίδι που κάναμε μαζί όταν
γνωριστήκαμε; Μπορούμε να ανέβουμε στο Γιούνγκφραου,
στην κορυφή, και να απολαύσουμε το τοπίο από εκεί ψηλά».

Θεραπεία ζευγαριών! Αυτό μας έλειπε.

Η ΚΟΥΒΕΝΤΑ ΜΕ ΤΟΝ ΑΝΤΡΑ ΜΟΥ μου θυμίζει μια
παλιά ρήση: ο χειρότερος τυφλός είναι αυτός που δε θέλει να
δει.
Πώς μπορεί να σκέφτεται ότι με εγκατέλειψε; Από πού του
ήρθε αυτή η τρελή ιδέα, αφού εγώ είμαι συνήθως αυτή που
δεν τον υποδέχομαι στο κρεβάτι με τα χέρια και τα πόδια
ανοιχτά;
Πάει καιρός που δεν έχουμε έντονη ερωτική ζωή. Σε μια
υγιή σχέση αυτό είναι πολύ πιο απαραίτητο για τη
σταθερότητα του ζευγαριού από το να κάνεις σχέδια για το
μέλλον ή να μιλάς για τα παιδιά. Το Ιντερλάκεν μού θυμίζει
μια εποχή που πηγαίναμε βόλτες στην πόλη το απόγευμα –
επειδή τον περισσότερο καιρό ήμασταν κλεισμένοι στο
ξενοδοχείο, κάνοντας έρωτα και πίνοντας φτηνό κρασί.
Όταν αγαπάμε κάποιον, δεν περιοριζόμαστε μόνο στο να
γνωρίσουμε την ψυχή του, θέλουμε να γνωρίσουμε και το
σώμα του. Απαραίτητο; Δεν ξέρω, το ένστικτο όμως μας το
υπαγορεύει. Και δεν υπάρχει κατάλληλη ώρα για να συμβεί
αυτό, ούτε κανόνες για να σεβαστούμε. Τίποτα καλύτερο από
την ανακάλυψη, τη συστολή που παραχωρεί τη θέση της στην
τόλμη, τα χαμηλά βογκητά που μετατρέπονται σε κραυγές ή
βρισιές. Ναι, βρισιές – έχω τεράστια ανάγκη να ακούω
απαγορευμένα και «βρόμικα» πράγματα όταν έχω έναν άντρα
μέσα μου.

Τις στιγμές αυτές ανακύπτουν οι αιώνιες ερωτήσεις:
«Σφίγγω πολύ;», «Πιο γρήγορα ή πιο αργά;». Είναι άκαιρες
ερωτήσεις, που ενοχλούν, αλλά αποτελούν μέρος της
μύησης, της γνωριμίας και του αμοιβαίου σεβασμού. Είναι
πολύ σημαντικό να μιλάμε γι’ αυτή την οικοδόμηση της
απόλυτης οικειότητας. Το αντίθετο θα ήταν σιωπηρή
απογοήτευση, γεμάτη ψέματα.
Μετά έρχεται ο γάμος. Προσπαθούμε να μην αλλάξουμε
συμπεριφορά, και τα καταφέρνουμε. Στην περίπτωσή μου
κράτησε μέχρι την πρώτη φορά που έμεινα έγκυος, πράγμα
που συνέβη αμέσως. Και, ξαφνικά, συνειδητοποιήσαμε ότι τα
πράγματα είχαν αλλάξει.
• Σεξ τώρα πια κάνουμε μόνο το βράδυ, κατά προτίμηση
λίγο πριν κοιμηθούμε. Σαν υποχρέωση που την αποδέχονται
και οι δύο, χωρίς να ρωτούν αν ο άλλος έχει όρεξη. Αν λείπει
το σεξ, γεννιούνται υποψίες, οπότε καλύτερα να τηρεί κανείς
το τελετουργικό.
• Αν δεν είναι καλό, μη λες τίποτα, αύριο μπορεί να είναι
καλύτερο. Στο κάτω κάτω, είμαστε παντρεμένοι, έχουμε όλη
τη ζωή μπροστά μας.
• Δεν υπάρχει πια τίποτα να ανακαλύψουμε, και
προσπαθούμε να αποκομίσουμε τη μέγιστη δυνατή
ικανοποίηση από τα ίδια πράγματα. Κάτι που μοιάζει με το να
τρως σοκολάτα κάθε μέρα χωρίς να αλλάζεις μάρκα και
γεύση: δεν είναι και καμιά θυσία, αλλά δεν υπάρχει τίποτ’
άλλο εκτός από αυτό;

Φυσικά και υπάρχει: παιχνίδια που βρίσκει κανείς σε sex
shops, ανταλλαγή ερωτικών συντρόφων, συμμετοχή κάποιου
τρίτου, τολμηρές συναντήσεις στα σπίτια φίλων που είναι
λιγότερο συμβατικοί.
Για μένα όλα αυτά παραείναι ρίσκο. Δε γνωρίζουμε τις
συνέπειες, καλύτερα να αφήσουμε τα πράγματα όπως είναι.
Κι έτσι, περνούν οι μέρες. Μιλώντας με φίλους,
ανακαλύπτουμε ότι αυτή η ιστορία του ταυτόχρονου
οργασμού –η ταυτόχρονη κορύφωση, χαϊδεύοντας τα ίδια
σημεία του σώματος και βογκώντας παράλληλα– είναι
μύθος. Πώς να ικανοποιηθώ αν πρέπει να προσέχω τι κάνω;
Το πιο φυσικό θα ήταν να χαϊδέψεις το σώμα μου, να με
τρελάνεις και μετά να κάνω κι εγώ το ίδιο σε σένα.
Τις περισσότερες φορές όμως δεν είναι έτσι. Η ένωση
πρέπει να είναι «τέλεια». Δηλαδή ανύπαρκτη.
Και προσοχή με τα βογκητά, μην ξυπνήσουμε τα παιδιά.
Αχ, τι ωραία, τελείωσες, ήμουν ψόφιος (ψόφια) και δεν
ξέρω πώς τα κατάφερες. Μόνο εσύ θα μπορούσες!
Καληνύχτα.
Μέχρι που έρχεται μια μέρα που και οι δύο
συνειδητοποιούν ότι πρέπει να σπάσουν τη ρουτίνα. Όμως,
αντί να ψάξουμε για μέρη όπου κάνεις ανταλλαγή
συντρόφων, αντί να επισκεφτούμε sex shops γεμάτα
παιχνίδια που δεν πολυκαταλαβαίνουμε πώς λειτουργούν ή
το σπίτι των τρελών φίλων μας που συνεχώς ανακαλύπτουν
καινούρια πράγματα, αποφασίσαμε... να περάσουμε λίγο

χρόνο χωρίς τα παιδιά.
Να σχεδιάσουμε ένα ρομαντικό ταξίδι. Χωρίς καμία
έκπληξη. Στο οποίο όλα θα έχουν προβλεφθεί και όλα θα
είναι οργανωμένα στην εντέλεια.
Και το θεωρούμε αυτό εξαιρετική ιδέα.

ΕΦΤΙΑΞΑ ΕΝΑΝ ΨΕΥΤΙΚΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ηλεκτρονικής
αλληλογραφίας. Έχω τα ναρκωτικά, που τα δοκίμασα
δεόντως (πράγμα που ακολούθησε όρκος να μην το
ξανακάνω ποτέ, επειδή το συναίσθημα είναι υπέροχο).
Ξέρω πώς να μπω στο πανεπιστήμιο χωρίς να με δουν και
να φυτέψω τις αποδείξεις στο γραφείο της Μαριάν. Μένει
μόνο να ανακαλύψω ένα συρτάρι που δεν το ανοίγει συχνά,
πράγμα που μάλλον είναι το μεγαλύτερο ρίσκο στο σχέδιό
μου. Όμως αυτό μου πρότεινε ο έμπορος, και πρέπει να
ακούσω τη φωνή της πείρας.
Δεν μπορώ να ζητήσω βοήθεια από κανένα φοιτητή,
πρέπει να το αναλάβω όλο μόνη μου. Δεν έχω πια τίποτα να
κάνω εκτός από το να τρέφω το «ρομαντικό όνειρο» του
άντρα μου και να γεμίζω το τηλέφωνο του Ζακόμπ με τα
μηνύματά μου, τα φορτωμένα με αγάπη και ελπίδα.
Η συζήτηση με τον έμπορο ναρκωτικών μου έδωσε μια
ιδέα, την οποία και έκανα αμέσως πράξη: να στέλνω
μηνύματα κάθε μέρα, με φράσεις έρωτα και παρότρυνσης.
Αυτό μπορεί να λειτουργήσει με δύο τρόπους. Ο πρώτος είναι
να συνειδητοποιήσει ότι έχει τη στήριξή μου και ότι δε με
ενόχλησε καθόλου η συνάντησή μας στη λέσχη του γκολφ.
Ο δεύτερος να κάνει μια μέρα η κυρία Κενίγκ τον κόπο να
ψάξει το κινητό του συζύγου της.
Μπαίνω στο διαδίκτυο, αντιγράφω κάτι που μου φαίνεται

έξυπνο και πατάω «Αποστολή».
Από τις εκλογές έχει να συμβεί κάτι σημαντικό στη
Γενεύη. Ο Ζακόμπ δεν αναφέρεται πλέον στον Τύπο και δεν
έχω ιδέα τι γίνεται στη ζωή του. Ένα μόνο πράγμα έχει
συγκινήσει την κοινή γνώμη αυτές τις μέρες: αν πρέπει ή δεν
πρέπει η πόλη να ακυρώσει τις εκδηλώσεις για τον εορτασμό
της Πρωτοχρονιάς.
Κάποιοι πολιτικοί λένε ότι τα έξοδα είναι υπέρογκα.
Υπολόγισα τι ακριβώς σημαίνει «υπέρογκα». Πήγα στην
αρμόδια Αρχή και ανακάλυψα το ακριβές ποσό: 115.000
ελβετικά φράγκα, ποσό που δύο άνθρωποι –εγώ και η
συνάδελφός μου που δουλεύει δίπλα μου– πληρώνουμε σε
φόρους.
Δηλαδή με τους φόρους δύο πολιτών που βγάζουν ένα
λογικό αλλά όχι υπερβολικό μισθό θα μπορούσαν να κάνουν
χιλιάδες ανθρώπους χαρούμενους. Όμως όχι. Οικονομία,
επειδή κανείς δεν ξέρει τι μας επιφυλάσσει το μέλλον. Εν τω
μεταξύ, τα χρηματοκιβώτια της πόλης γεμίζουν. Μπορεί να
έχουμε ελλείψεις σε αλάτι το χειμώνα για να ρίξουμε στους
δρόμους ώστε να μη σχηματίζεται πάγος και σημειώνονται
ατυχήματα, τα πεζοδρόμια θέλουν συνεχώς επισκευή,
γίνονται παντού έργα που κανένας απολύτως δεν ξέρει σε τι
χρησιμεύουν.
Η χαρά μπορεί να περιμένει. Σημασία έχει να τηρούμε τα
προσχήματα. Και αυτό σημαίνει να μην αφήσουμε κανέναν
να καταλάβει ότι είμαστε πάμπλουτοι.

ΑΥΡΙΟ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΥΠΝΗΣΩ νωρίς για να δουλέψω. Το
ότι ο Ζακόμπ έχει αγνοήσει τα μηνύματά μου με έφερε πιο
κοντά στον άντρα μου. Παρ’ όλα αυτά, έχω μια εκδίκηση να
φέρω σε πέρας.
Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω πια και πολλή όρεξη, αλλά δε
μου αρέσει να αφήνω τις δουλειές μου στη μέση. Το να ζεις
σημαίνει να παίρνεις αποφάσεις και να υφίστασαι τις
συνέπειες. Εγώ δεν το κάνω αυτό καιρό τώρα, και ίσως να
είναι ένας από τους λόγους που είμαι πάλι εδώ ξημερώματα
να κοιτάζω το ταβάνι.
Αυτή η ιστορία τού να στέλνω μηνύματα σε έναν άντρα
που με απορρίπτει είναι χάσιμο χρόνου και χρήματος. Δε με
ενδιαφέρει πλέον η ευτυχία του. Στην πραγματικότητα, θέλω
να είναι δυστυχισμένος, γιατί του πρόσφερα τον καλύτερό
μου εαυτό κι εκείνος μου πρότεινε να κάνω θεραπεία
ζευγαριών.
Και για το λόγο αυτό πρέπει να κλείσω εκείνη τη στρίγκλα
στη φυλακή, ακόμα κι αν η ψυχή μου καίγεται στο
Καθαρτήριο για αιώνες.
Πρέπει; Μα από πού μου ήρθε αυτό; Είμαι κουρασμένη,
πολύ κουρασμένη και δεν μπορώ να κοιμηθώ.
«Οι παντρεμένες γυναίκες υποφέρουν περισσότερο από
κατάθλιψη από ό,τι οι ανύπαντρες», έλεγε ένα θέμα που
δημοσιεύτηκε σήμερα στην εφημερίδα.

Δεν το διάβασα. Η φετινή χρονιά όμως είναι πολύ πολύ
παράξενη.

Η ΖΩΗ ΜΟΥ ΠΗΓΑΙΝΕΙ ΠΟΛΥ ΚΑΛΑ , όλα πάνε όπως τα
σχεδίαζα όταν ήμουν έφηβη, είμαι ευτυχισμένη... ξαφνικά
όμως συμβαίνει κάτι.
Είναι λες και χτυπάει ιός τον υπολογιστή. Και τότε αρχίζει
η καταστροφή, σιγά σιγά αλλά αμείλικτα. Όλα δουλεύουν πιο
αργά. Κάποια σημαντικά προγράμματα απαιτούν πολλή
μνήμη για να μείνουν ανοιχτά. Κάποια αρχεία –φωτογραφίες,
κείμενα– εξαφανίζονται χωρίς ίχνος.
Ψάχνουμε την αιτία και δε βρίσκουμε τίποτα. Ρωτάμε
φίλους που ξέρουν περισσότερα, αλλά ούτε κι εκείνοι
καταφέρνουν να εντοπίσουν το πρόβλημα. Ο υπολογιστής
όμως αδειάζει, γίνεται ολοένα και πιο αργός και δεν είναι πια
δικός σου. Τον έχει κυριεύσει ο αόρατος ιός. Μπορούμε
φυσικά να αλλάξουμε μηχάνημα, αλλά τι θα γίνουν όλα αυτά
που είχαμε φυλάξει εκεί και που χρειάστηκαν τόσα χρόνια για
να μπουν σε μια τάξη;
Χάνονται για πάντα;
Δεν είναι σωστό.
Δεν έχω τον παραμικρό έλεγχο σε αυτό που συμβαίνει. Το
παράλογο πάθος για έναν άντρα που θα νομίζει πια ότι τον
παρενοχλώ. Ο γάμος με έναν άντρα που μοιάζει να είναι
κοντά μου, αλλά που ποτέ δε μου δείχνει τις αδυναμίες και τα
ευαίσθητα σημεία του. Η επιθυμία να καταστρέψω κάποια που
έχω δει μόνο μία φορά, με τη δικαιολογία ότι αυτό θα

εξοντώσει τα φαντάσματα που έχω μέσα μου.
Πολλοί λένε ότι ο χρόνος γιατρεύει τα πάντα. Δεν είναι
αλήθεια όμως. Καταπώς φαίνεται, ο χρόνος γιατρεύει μόνο
τα ωραία πράγματα που θα θέλαμε να φυλάξουμε για πάντα.
Μας λέει: «Μην αυταπατάσαι, αυτή είναι η πραγματικότητα».
Γι’ αυτό και τα όσα διαβάζω για να μου ανυψώσουν το ηθικό
δε μου μένουν για πολύ. Υπάρχει μια τρύπα στην ψυχή μου,
που ρουφάει όλη τη θετική ενέργεια, αφήνοντας μονάχα το
κενό. Τη γνωρίζω αυτή την τρύπα –ζω μαζί της εδώ και
μήνες–, αλλά δεν ξέρω πώς να βγω από την παγίδα.
Ο Ζακόμπ πιστεύει ότι χρειάζομαι θεραπεία για ζευγάρια. Ο
αρχισυντάκτης μου με θεωρεί εξαιρετική δημοσιογράφο. Τα
παιδιά μου έχουν προσέξει την αλλαγή στη συμπεριφορά
μου, αλλά δε ρωτούν τίποτα. Ο άντρας μου κατάλαβε τι
ένιωθα μόνο όταν πήγαμε μαζί σε ένα εστιατόριο και
προσπάθησα να του ανοίξω την ψυχή μου.
Παίρνω το iPad από το κομοδίνο μου. Πολλαπλασιάζω το
365 επί 70. Το αποτέλεσμα είναι 25.350. Τόσες μέρες ζει κατά
μέσο όρο ένας κανονικός άνθρωπος. Πόσες έχω χαραμίσει
ήδη;
Οι άνθρωποι γύρω μου διαμαρτύρονται για τα πάντα.
«Δουλεύω οχτώ ώρες τη μέρα, κι αν πάρω προαγωγή, θα
δουλεύω δώδεκα». «Από τότε που παντρεύτηκα, δεν έχω
χρόνο για τον εαυτό μου». «Αναζήτησα το Θεό και τώρα
πρέπει να πηγαίνω σε λειτουργίες και σε άλλες θρησκευτικές
τελετές».

Όλα αυτά που ψάχνουμε με ενθουσιασμό μόλις
ενηλικιωθούμε –αγάπη, δουλειά, πίστη– μετατρέπονται σε
φορτίο υπερβολικά βαρύ.
Μόνο ένας τρόπος υπάρχει να ξεφύγεις: η αγάπη. Να
αγαπάς είναι να μεταμορφώνεις τη σκλαβιά σε ελευθερία.
Αυτή τη στιγμή όμως δεν μπορώ να αγαπήσω. Νιώθω
μόνο μίσος.
Και όσο παράλογο κι αν φαίνεται, αυτό δίνει κάποιο
νόημα στις μέρες μου.

ΦΤΑΝΩ ΣΤΟ ΣΗΜΕΙΟ όπου η Μαριάν παραδίδει μαθήματα
φιλοσοφίας – μια πτέρυγα που, προς έκπληξή μου, βρίσκεται
στις εγκαταστάσεις του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου της
Γενεύης. Τότε αρχίζω να αναρωτιέμαι: Μήπως άραγε αυτό το
περίφημο μάθημα που φιγουράρει στο βιογραφικό της δεν
είναι παρά μάθημα που δε βρίσκεται στο πρόγραμμα
σπουδών, χωρίς την παραμικρή ακαδημαϊκή αξία;
Πάρκαρα το αυτοκίνητο σε ένα σούπερ μάρκετ και
περπάτησα γύρω στο ένα χιλιόμετρο για να έρθω εδώ, σε κάτι
χαμηλά κτίρια μέσα σ’ έναν όμορφο χώρο πρασίνου που στη
μέση του έχει μια μικρή λίμνη και βελάκια που δείχνουν σε
διάφορες κατευθύνσεις. Εδώ βρίσκονται οι εγκαταστάσεις
ιδρυμάτων που, αν το καλοσκεφτούμε, μπορεί να φαίνονται
άσχετα μεταξύ τους, αλλά παρ’ όλα αυτά συνδέονται: η
νοσοκομειακή πτέρυγα ηλικιωμένων και μια ψυχιατρική
κλινική. Αυτή η τελευταία είναι ένα ωραίο κτίριο των αρχών
του 20ού αιώνα, όπου εκπαιδεύονται ψυχίατροι, νοσηλευτές,
ψυχολόγοι και ψυχοθεραπευτές από ολόκληρη την Ευρώπη.
Προσπερνάω κάτι παράξενο, που μοιάζει με τη σήμανση
προσέγγισης που υπάρχει στους διαδρόμους προσγείωσης
στα αεροδρόμια. Για να μάθω σε τι χρησιμεύει, πρέπει να
διαβάσω την πλακέτα στο πλάι. Πρόκειται για ένα εικαστικό
δημιούργημα που ονομάζεται Πέρασμα 2000 και είναι
«οπτική μουσική», αποτελείται από μπάρες διάβασης

εξοπλισμένες με κόκκινα φωτάκια. Αναρωτιέμαι αν αυτός
που το έφτιαξε ήταν κάποιος τρόφιμος, αλλά συνεχίζω να
διαβάζω και ανακαλύπτω ότι είναι έργο κάποιας διάσημης
γλύπτριας.
Σεβόμαστε την τέχνη λοιπόν. Ας μην αρχίσουμε όμως μ’
αυτή την ιστορία πως όλοι είναι φυσιολογικοί.
Είναι η ώρα του μεσημεριανού – ο μόνος ελεύθερος
χρόνος που έχω κατά τη διάρκεια της μέρας. Τα πιο
ενδιαφέροντα πράγματα στη ζωή μου συμβαίνουν πάντα την
ώρα του μεσημεριανού: συναντήσεις με φίλες, πολιτικούς,
πηγές και εμπόρους ναρκωτικών.
Τα αμφιθέατρα θα είναι άδεια. Δεν μπορώ να πάω στη
λέσχη, όπου η Μαριάν –ή αλλιώς κυρία Κενίγκ– θα τινάζει
ανέμελα τα ξανθά μαλλιά της στο πλάι, ενώ οι νεαροί
φοιτητές θα σκέφτονται τι να κάνουν για να γοητεύσουν αυτή
την τόσο ενδιαφέρουσα γυναίκα και οι φοιτήτριες θα την
κοιτάζουν ως πρότυπο κομψότητας, εξυπνάδας και καλής
συμπεριφοράς.
Πηγαίνω στην υποδοχή και ρωτάω σε ποια αίθουσα
διδάσκει η κυρία Κενίγκ. Με ενημερώνουν ότι είναι η ώρα του
μεσημεριανού (δεν μπορεί να μην το ξέρω). Λέω ότι δε θέλω
να τη διακόψω στο διάλειμμά της, γι’ αυτό θα την περιμένω
στην είσοδο της αίθουσας.
Είμαι ντυμένη σαν κάποια εντελώς συνηθισμένη, που της
ρίχνεις μια ματιά μια φορά και την ξεχνάς το επόμενο λεπτό.
Το μόνο ύποπτο είναι ότι φοράω γυαλιά ηλίου ενώ σήμερα

έχει συννεφιά. Αφήνω την υπάλληλο της υποδοχής να
αντιληφθεί επιδέσμους πίσω από τους φακούς. Θα
συμπεράνει σίγουρα πως έχω κάνει πρόσφατα πλαστική.
Κατευθύνομαι προς την αίθουσα όπου διδάσκει η Μαριάν,
έκπληκτη με τον αυτοέλεγχό μου. Πίστεψα πως θα
φοβόμουν, πως θα τα παρατούσα στα μισά, αλλά όχι. Είμαι
εδώ και νιώθω πολύ άνετα. Αν κάποια μέρα χρειαστεί να
γράψω για τον εαυτό μου, θα κάνω ό,τι και η Μαίρη Σέλεϊ και
ο Βίκτορ Φρανκενστάιν της: ήθελα απλώς να βγω από τη
ρουτίνα, να βρω έναν καλύτερο σκοπό στην αδιάφορη και
χωρίς προκλήσεις ζωή μου. Το αποτέλεσμα ήταν ένα τέρας
ικανό να θέσει σε κίνδυνο αθώους και να σώσει ενόχους.
Όλοι έχουν μια σκοτεινή πλευρά. Όλοι θέλουν να γευτούν
την απόλυτη εξουσία. Διαβάζω ιστορίες βασανιστηρίων και
πολέμου και βλέπω ότι εκείνοι που σκορπούν τον πόνο, τη
στιγμή που μπορούν να ασκήσουν εξουσία, παρακινούνται
από ένα άγνωστο τέρας, αλλά όταν γυρνούν στο σπίτι,
μεταμορφώνονται σε ήρεμους οικογενειάρχες, πατριώτες και
εξαίρετους συζύγους.
Θυμάμαι μια φορά, όταν ήμουν ακόμα νέα, ότι ένα αγόρι
μου μου είχε ζητήσει να προσέχω το κανίς του. Τον
σιχαινόμουν αυτό το σκύλο. Ήμουν αναγκασμένη να
μοιράζομαι μαζί του την προσοχή ενός άντρα που αγαπούσα.
Ήθελα όλη του την προσοχή.
Εκείνη τη μέρα αποφάσισα να εκδικηθώ αυτό το
παράλογο ζώο, που σε τίποτα δε συνεισέφερε στην πρόοδο

της ανθρωπότητας και που η παθητικότητά του ξυπνούσε
αγάπη και στοργή. Άρχισα να του επιτίθεμαι με τρόπο που
δεν άφηνε σημάδια: το τρυπούσα με μια καρφίτσα
στερεωμένη στην άκρη ενός σκουπόξυλου. Ο σκύλος γρύλιζε,
γάβγιζε, αλλά εγώ δε σταμάτησα παρά μόνο όταν
κουράστηκα.
Όταν γύρισε ο φίλος μου, με αγκάλιασε και με φίλησε
όπως πάντα.
Με ευχαρίστησε που πρόσεχα το σκυλάκι του. Κάναμε
έρωτα και η ζωή συνεχίστηκε όπως πριν. Τα σκυλιά δε
μιλάνε.
Το σκέφτομαι αυτό την ώρα που κατευθύνομαι προς την
αίθουσα της Μαριάν. Πώς είναι δυνατό να είμαι ικανή για
κάτι τέτοιο; Επειδή όλοι είναι. Έχω δει άντρες τρελά
ερωτευμένους με τις γυναίκες τους να χάνουν το μυαλό τους
και να τις χτυπούν, για να τους ζητήσουν αμέσως μετά
συγνώμη κλαίγοντας.
Είμαστε ακατανόητα ζώα.
Γιατί όμως να το κάνω αυτό στη Μαριάν, όταν το μόνο
που έκανε εκείνη ήταν να με σνομπάρει σε μια εκδήλωση;
Γιατί να καταστρώσω ένα σχέδιο, να πάρω το ρίσκο να
αγοράσω ναρκωτικά και να προσπαθήσω να τα φυτέψω στο
γραφείο της;
Επειδή έχει ό,τι δεν κατάφερα να έχω εγώ: την προσοχή
και την αγάπη του Ζακόμπ.
Αρκεί αυτή η ερώτηση; Αν ήταν έτσι, τούτη τη στιγμή το

99,9% των ανθρώπων θα κατέστρωνε σχέδια για να
καταστρέψει ο ένας τον άλλο.
Επειδή έχω κουραστεί να παραπονιέμαι. Επειδή οι νύχτες
χωρίς ύπνο μ’ έχουν τρελάνει. Επειδή νιώθω καλά στην τρέλα
μου. Επειδή δε θα με ανακαλύψουν. Επειδή θέλω να
σταματήσω να το σκέφτομαι αυτό με τόση εμμονή. Επειδή
είμαι σοβαρά άρρωστη. Επειδή δεν είμαι η μόνη. Ο
Φρανκενστάιν δεν έπαψε ποτέ να κυκλοφορεί επειδή όλοι
αναγνωρίζουν τον εαυτό τους στον επιστήμονα και στο τέρας.
Σταματάω. «Είμαι σοβαρά άρρωστη». Υπάρχει αυτή η
πιθανότητα. Ίσως πρέπει να φύγω από εδώ τώρα αμέσως και
να ψάξω να βρω ένα γιατρό. Θα το κάνω, πρώτα όμως
οφείλω να ολοκληρώσω το έργο που ανέλαβα, ακόμα κι αν
στη συνέχεια ο γιατρός ειδοποιήσει την Αστυνομία –
προστατεύοντάς με λόγω του ιατρικού απορρήτου,
αποτρέποντας όμως συγχρόνως μια αδικία.
Φτάνω στην πόρτα της αίθουσας. Σκέφτομαι όλα τα
«γιατί» που αναρωτήθηκα στη διαδρομή προς τα εδώ.
Ακόμα κι έτσι, μπαίνω χωρίς δισταγμό.
Και βλέπω ένα φτηνό γραφείο, χωρίς συρτάρια. Μια
ξύλινη επιφάνεια πάνω σε στρογγυλά πόδια. Κάτι που
χρησιμεύει για να ακουμπήσεις μερικά βιβλία, την τσάντα σου
και τίποτα περισσότερο.
Θα ’πρεπε να το είχα φανταστεί. Νιώθω απογοήτευση και
ανακούφιση μαζί.
Οι διάδρομοι, που πριν ήταν ήσυχοι, αρχίζουν να

ξαναδίνουν σημάδια ζωής: ο κόσμος επιστρέφει στα
μαθήματα. Βγαίνω χωρίς να κοιτάξω πίσω μου, προς την
κατεύθυνση από την οποία έρχονται. Υπάρχει μια πόρτα στο
τέρμα του διαδρόμου. Την ανοίγω και βγαίνω μπροστά από
το νοσοκομείο ηλικιωμένων, πάνω σε ένα μικρό ύψωμα, με
χοντρούς τοίχους και –είμαι σίγουρη– θέρμανση που
λειτουργεί τέλεια. Πηγαίνω ως εκεί και ζητάω στην υποδοχή
κάποιον που δεν υπάρχει. Με ενημερώνουν ότι το πρόσωπο
αυτό μάλλον βρίσκεται αλλού, η Γενεύη πρέπει να είναι η
πόλη με τους περισσότερους οίκους ευγηρίας ανά
τετραγωνικό μέτρο. Η νοσηλεύτρια προσφέρεται να κάνει
αναζήτηση. Της λέω ότι δε χρειάζεται, εκείνη όμως επιμένει:
«Δε μου είναι κόπος».
Για να αποφύγω τις υποψίες, συμφωνώ. Την ώρα που είναι
απασχολημένη στον υπολογιστή της, παίρνω ένα βιβλίο από
το γκισέ και το ξεφυλλίζω.
«Ιστορίες για παιδιά», λέει η νοσηλεύτρια χωρίς να πάρει
το βλέμμα της από την οθόνη. «Οι ασθενείς τις λατρεύουν».
Λογικό είναι. Ανοίγω μια σελίδα στην τύχη.
Ένα ποντίκι ζούσε δυστυχισμένο επειδή φοβόταν τη γάτα.
Ένας μεγάλος μάγος το λυπήθηκε και το μεταμόρφωσε σε
γάτα. Τότε άρχισε να φοβάται το σκύλο και ο μάγος το
μεταμόρφωσε σε σκύλο.
Μετά άρχισε να φοβάται την τίγρη. Ο μάγος, πολύ
υπομονετικός, χρησιμοποίησε τις δυνάμεις του για να το
μεταμορφώσει σε τίγρη. Εκείνο όμως άρχισε να φοβάται τον

κυνηγό. Ο μάγος, τελικά, εγκατέλειψε την προσπάθεια και το
ξαναμεταμόρφωσε σε ποντίκι, λέγοντάς του:
«Ό,τι κι αν κάνω, δεν μπορεί να σε βοηθήσει, επειδή ποτέ
σου δε συνειδητοποίησες ότι μεγάλωσες. Καλύτερα να
ξαναγίνεις αυτός που πάντα ήσουν».
Η νοσηλεύτρια δεν καταφέρνει να βρει το φανταστικό
ασθενή. Μου ζητά συγνώμη. Την ευχαριστώ και ετοιμάζομαι
να φύγω, απ’ ό,τι φαίνεται όμως χαίρεται που έχει κάποιον να
μιλήσει.
«Νομίζετε ότι βοηθάει να κάνεις πλαστική;»
Να κάνω πλαστική; Α, ναι. Θυμάμαι τους μικρούς
αυτοκόλλητους επιδέσμους κάτω από τα γυαλιά ηλίου μου.
«Οι περισσότεροι ασθενείς εδώ έχουν κάνει πλαστικές. Αν
ήμουν στη θέση σας, θα το απέφευγα. Προκαλεί ανισορροπία
ανάμεσα στο σώμα και το πνεύμα». Δε ζήτησα τη γνώμη της,
ωστόσο φαίνεται να κυριαρχείται από μια αίσθηση
ανθρωπιστικού καθήκοντος και συνεχίζει: «Τα γηρατειά είναι
πιο τραυματική ηλικία για όσους νομίζουν ότι μπορούν να
ελέγξουν το πέρασμα του χρόνου».
Τη ρωτάω από πού είναι. Ουγγαρέζα. Φυσικά. Ένας
Ελβετός ποτέ δε θα έλεγε τη γνώμη του χωρίς να του τη
ζητήσουν.
Την ευχαριστώ για τον κόπο της και φεύγω, βγάζοντας τα
γυαλιά μου και τους επιδέσμους. Η μεταμφίεση έπιασε, όχι
όμως και το σχέδιο. Οι χώροι του πανεπιστημίου είναι και
πάλι άδειοι. Αυτή τη στιγμή είναι όλοι απασχολημένοι με το

να μαθαίνουν πώς να σκέφτονται, πώς να προσφέρουν
φροντίδα, πώς να βοηθούν τους άλλους να σκέφτονται.
Κάνω ένα μεγάλο περίπατο και επιστρέφω στο σημείο
όπου άφησα το αυτοκίνητο. Βλέπω σε απόσταση την
ψυχιατρική κλινική. Μήπως θα έπρεπε να είμαι μέσα;

ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΕΤΣΙ ; ρωτάω τον άντρα μου αφού πάρει τα
παιδιά ο ύπνος, την ώρα που ετοιμαζόμαστε να κοιμηθούμε.
«Πώς έτσι;»
Όπως εγώ, που τη μία νιώθω τέλεια και την άλλη χάλια.
«Νομίζω πως ναι. Συνέχεια ασκούμε αυτοέλεγχο για να μη
βγει το τέρας από την κρυψώνα του».
Είναι αλήθεια.
«Δεν είμαστε αυτό που θέλουμε να είμαστε. Είμαστε αυτό
που απαιτεί η κοινωνία. Είμαστε αυτό που επέλεξαν οι γονείς
μας. Δε θέλουμε να απογοητεύσουμε κανέναν, έχουμε
τεράστια ανάγκη να μας αγαπούν. Γι’ αυτό πνίγουμε τον
καλύτερό μας εαυτό. Σιγά σιγά, αυτό που ήταν το φως των
ονείρων μας μεταμορφώνεται στο τέρας από τους εφιάλτες
μας. Είναι τα πράγματα που δε γίνονται πραγματικότητα, οι
πιθανότητες που δε ζούμε».
Απ’ όσο ξέρω, στην ψυχιατρική αυτό λέγεται
μανιοκατάθλιψη, τώρα όμως, για να είναι πιο πολιτικά ορθός
ο όρος, άρχισε να λέγεται διπολική διαταραχή. Από πού
πήραν αυτό το όνομα; Να έχουν άραγε διαφορές ο βόρειος
και ο νότιος πόλος; Θα είναι μειονότητα...
«Φυσικά και είναι μειονότητα εκείνοι που εκφράζουν τις
δύο αυτές τάσεις. Βάζω στοίχημα όμως ότι σχεδόν όλοι οι
άνθρωποι έχουν αυτό το τέρας μέσα τους».
Από τη μια η κακιά που πάει ως το πανεπιστήμιο σε μια

προσπάθεια να παγιδέψει μια αθώα, χωρίς να μπορεί να
καλοεξηγήσει το λόγο του τόσου μίσους. Από την άλλη η
μητέρα που φροντίζει την οικογένειά της με αγάπη και
δουλεύει σκληρά για να μη λείψει τίποτα στους αγαπημένους
της, επίσης χωρίς να καταλαβαίνει πού βρίσκει τη δύναμη να
διατηρεί ακέραιο τούτο το συναίσθημα.
«Θυμάσαι τους Τζέκιλ και Χάιντ;»
Απ’ ό,τι φαίνεται, ο Φρανκενστάιν δεν είναι το μόνο
βιβλίο που επανεκδίδεται συνεχώς από την πρώτη φορά που
κυκλοφόρησε: το βιβλίο Δόκτωρ Τζέκιλ και Κύριος Χάιντ,
που ο Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον έγραψε σε τρεις μέρες,
ακολουθεί την ίδια πορεία. Η ιστορία εκτυλίσσεται στο
Λονδίνο το 19ο αιώνα. Ο γιατρός και ερευνητής Χένρι Τζέκιλ
πιστεύει ότι το καλό και το κακό συνυπάρχουν σε όλους τους
ανθρώπους. Είναι αποφασισμένος να αποδείξει τη θεωρία
του, την οποία λοιδορούν όσοι τον γνωρίζουν, ακόμα και
άτομα του πολύ στενού του κύκλου. Αφού δουλεύει
αδιάκοπα στο εργαστήριό του, καταφέρνει να φτιάξει ένα
φίλτρο. Μη θέλοντας να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή κανενός,
χρησιμοποιεί τον εαυτό του σαν πειραματόζωο.
Ως αποτέλεσμα, αποκαλύπτεται ο κακός εαυτός του – που
εκείνος τον αποκαλεί κύριο Χάιντ. Ο Τζέκιλ πιστεύει ότι
μπορεί να ελέγξει τις κινήσεις του Χάιντ, όμως σύντομα
συνειδητοποιεί ότι κάνει λάθος: όταν αφήνουμε ελεύθερη την
κακή μας πλευρά, καταλήγει να επισκιάσει εντελώς τις
καλύτερες πτυχές του εαυτού μας.

Αυτό ισχύει για όλους τους ανθρώπους. Το ίδιο συμβαίνει
και με τους τυράννους, που συνήθως στην αρχή έχουν τις
καλύτερες προθέσεις, αλλά σιγά σιγά, κάνοντας εκείνο που
αυτοί θεωρούν πως είναι το καλύτερο, χρησιμοποιούν το
χειρότερο στοιχείο της ανθρώπινης φύσης: τον τρόμο.
Είμαι μπερδεμένη και τρομαγμένη. Μπορεί αυτό να συμβεί
σε όλους μας;
«Όχι. Μόνο μια μικρή μειοψηφία ανθρώπων έχει καθαρή
εικόνα για το τι είναι σωστό και τι λάθος».
Δεν είμαι σίγουρη ότι είναι και τόσο μικρή: ήδη βίωσα μια
παρόμοια εμπειρία στο σχολείο. Είχα έναν καθηγητή που
μπορούσε να γίνει ο καλύτερος άνθρωπος του κόσμου, αλλά
ξαφνικά μεταμορφωνόταν και με άφηνε εντελώς
αποπροσανατολισμένη. Όλοι οι μαθητές τον φοβούνταν,
καθώς ήταν αδύνατο να προβλέψεις πώς θα ήταν κάθε μέρα.
Αλλά ποιος θα τολμούσε ποτέ να διαμαρτυρηθεί; Στην
τελική, οι καθηγητές έχουν πάντα δίκιο. Εξάλλου, όλοι
πίστευαν πως είχε προβλήματα στο σπίτι του που σύντομα θα
λύνονταν. Μέχρι που μια μέρα ο κύριος Χάιντ έχασε τον
έλεγχο και επιτέθηκε σ’ ένα συμμαθητή μου. Η υπόθεση
έφτασε στη διεύθυνση του σχολείου και ο καθηγητής
απολύθηκε.
Από τότε φοβάμαι τους ανθρώπους που μου δείχνουν
υπερβολική τρυφερότητα.
«Σαν τις Πλέκτριες».
Ναι, σαν τις εργάτριες που ζητούσαν δικαιοσύνη και ψωμί

για τους φτωχούς και πάλευαν για να απαλλάξουν τη Γαλλία
από
τις
υπερβολές
του Λουδοβίκου ΙΣΤʹ. Όταν
εγκαθιδρύθηκε η Τρομοκρατία, πήγαιναν από νωρίς στην
πλατεία όπου ήταν στημένη η γκιλοτίνα, έπαιρναν θέση στην
πρώτη σειρά και έπλεκαν, ενώ περίμεναν τους
καταδικασμένους σε θάνατο.
Κατά πάσα
πιθανότητα ήταν νοικοκυρές που την υπόλοιπη μέρα
φρόντιζαν τους άντρες τους και τα παιδιά τους.
Πλέκοντας για να περάσει η ώρα από τον έναν
αποκεφαλισμό στον άλλο.
«Είσαι πιο δυνατή από μένα. Πάντα το ζήλευα αυτό. Ίσως
να είναι ο λόγος που ποτέ δε δείχνω και τόσο τα
συναισθήματά μου: για να μη φανώ αδύναμος».
Δεν ξέρει τι λέει. Όμως η συζήτηση τελείωσε. Αλλάζει
πλευρό και κοιμάται.
Απομένω μόνη μου με τη «δύναμή» μου, να κοιτάζω το
ταβάνι.

ΣΕ ΜΙΑ ΕΒΔΟΜΑΔΑ κάνω αυτό που είχα υποσχεθεί στον
εαυτό μου πως δε θα έκανα ποτέ: επισκέπτομαι ψυχιάτρους.
Έκλεισα ραντεβού με τρεις διαφορετικούς γιατρούς. Το
πρόγραμμά τους ήταν γεμάτο, σημάδι πως υπάρχουν
περισσότεροι ανισόρροποι άνθρωποι στη Γενεύη απ’ ό,τι
νομίζουμε. Άρχισα λέγοντας πως είναι επείγον και οι
γραμματείς μού ανταπαντούσαν πως όλα είναι επείγοντα, με
ευχαριστούσαν για το ενδιαφέρον μου, αλλά λυπόντουσαν
πολύ, δεν μπορούσαν να ακυρώσουν ραντεβού άλλων
ασθενών.
Κατέληξα στον άσο στο μανίκι, που δίνει πάντα
αποτελέσματα: είπα πού δουλεύω. Η μαγική λέξη
«δημοσιογράφος», την οποία ακολουθεί το όνομα μιας
μεγάλης εφημερίδας, μπορεί τόσο να ανοίξει πόρτες όσο και
να τις κλείσει. Στην προκειμένη περίπτωση ήξερα ήδη ότι το
αποτέλεσμα θα ήταν ευνοϊκό. Τα ραντεβού κλείστηκαν.
Δεν το είπα σε κανέναν, ούτε στον άντρα μου ούτε στον
αρχισυντάκτη μου. Πήγα στον πρώτο γιατρό, έναν άντρα
κάπως παράξενο, με βρετανική προφορά, που ευθύς εξαρχής
μου δήλωσε ότι δεν είναι συμβεβλημένος με κανένα ταμείο.
Υποψιάστηκα ότι δουλεύει στην Ελβετία παράνομα.
Του εξήγησα με όλη την υπομονή του κόσμου τι μου
συνέβαινε.
Χρησιμοποίησα
τα
παραδείγματα
του
Φρανκενστάιν και του τέρατός του, του δόκτορος Τζέκιλ και

του κυρίου Χάιντ. Τον παρακάλεσα να με βοηθήσει να
ελέγξω το τέρας που έβγαινε στην επιφάνεια και απειλούσε
να ξεφύγει από τον έλεγχό μου. Με ρώτησε τι σήμαινε αυτό.
Δεν ήθελα να μπω σε λεπτομέρειες που θα μπορούσαν να με
θέσουν σε κίνδυνο, όπως η απόπειρα να στήσω παγίδα σε μια
γυναίκα ώστε να συλληφθεί για εμπόριο ναρκωτικών.
Αποφάσισα να πω ένα ψέμα: εξήγησα ότι είχα
δολοφονικές ιδέες, ότι σκεφτόμουν να σκοτώσω τον άντρα
μου στον ύπνο του. Με ρώτησε αν έχει κάποιος από τους δυο
μας εξωσυζυγική σχέση και του είπα όχι. Κατάλαβε απόλυτα
και το βρήκε εντελώς φυσιολογικό. Ένας χρόνος θεραπείας,
με τρία ραντεβού την εβδομάδα, θα μείωνε αυτή μου την
τάση στο 50%. Σοκαρίστηκα! Κι αν σκοτώσω τον άντρα μου
προτού συμβεί αυτό; Μου απάντησε ότι εκείνο που συνέβαινε
ήταν «μεταβίβαση», «φαντασίωση», και ότι οι πραγματικοί
δολοφόνοι δε ζητούν ποτέ βοήθεια.
Πριν φύγω, μου ζήτησε 250 φράγκα και ενημέρωσε τη
γραμματέα του ώστε να μου κλείσει τακτικά ραντεβού από
την επόμενη εβδομάδα. Τον ευχαρίστησα, του είπα ότι έπρεπε
να δω το πρόγραμμά μου και έκλεισα πίσω μου την πόρτα
σκοπεύοντας να μην ξαναγυρίσω ποτέ.
Το δεύτερο ραντεβού ήταν με μια γυναίκα. Ήταν
συμβεβλημένη με ταμεία και πιο ανοιχτή στο να ακούσει αυτά
που είχα να της πω. Επανέλαβα την ιστορία της επιθυμίας
μου να θέλω να σκοτώσω τον άντρα μου.
«Ε, μερικές φορές κι εγώ θέλω να σκοτώσω τον δικό μου»,

μου απάντησε χαμογελώντας. «Ξέρουμε όμως και οι δύο ότι,
αν όλες οι γυναίκες έκαναν πραγματικότητα τις μυστικές τους
επιθυμίες, σχεδόν όλα τα παιδιά θα ήταν ορφανά από
πατέρα. Είναι φυσιολογική αυτή η παρόρμηση».
Φυσιολογική;
Μετά από ένα διάστημα συζήτησης, κατά το οποίο μου
εξήγησε ότι ένιωθα «απειλή» από το γάμο, ότι χωρίς
αμφιβολία «δεν είχα χώρο να αναπτυχθώ» και ότι η
σεξουαλικότητά μου «προκαλούσε ορμονικές διαταραχές
καταγεγραμμένες στην ιατρική βιβλιογραφία», πήρε το
συνταγολόγιό της και μου έγραψε ένα γνωστό
αντικαταθλιπτικό. Πρόσθεσε ότι μέχρι να αρχίσει να έχει
επίδραση το φάρμακο θα περνούσα έναν ακόμα μήνα
κόλασης, αλλά σύντομα όλα αυτά δε θα ήταν παρά μια
δυσάρεστη ανάμνηση.
Αρκεί να συνέχιζα να παίρνω το φάρμακο φυσικά.
Για πόσο;
«Εξαρτάται. Πιστεύω όμως πως σε τρία χρόνια θα
μπορέσουμε να μειώσουμε τη δόση».
Το μεγάλο πρόβλημα με τη χρήση του ταμείου κοινωνικής
ασφάλισης είναι ότι ο λογαριασμός στέλνεται στο σπίτι του
ασθενούς. Πλήρωσα με μετρητά, έκλεισα πίσω μου την πόρτα
και για μία ακόμα φορά ορκίστηκα να μην ξαναγυρίσω.
Τέλος, πήγα στο τελευταίο ραντεβού. Ξανά ένας άντρας,
σ’ ένα γραφείο του οποίου η διακόσμηση θα κόστισε μια
περιουσία. Σε αντίθεση με τους δύο πρώτους, με άκουσε με

προσοχή και φάνηκε να μου δίνει δίκιο. Πράγματι κινδύνευα
να σκοτώσω τον άντρα μου. Ήμουν δυνάμει δολοφόνος.
Έχανα τον έλεγχο ενός τέρατος που δε θα κατάφερνα να
ξαναβάλω στο κλουβί του.
Τελικά, με μεγάλη προσοχή, με ρώτησε αν παίρνω
ναρκωτικά.
Μόνο μία φορά, του απάντησα.
Δε με πίστεψε. Άλλαξε θέμα. Μιλήσαμε λίγο για τις
συγκρούσεις που όλοι είμαστε υποχρεωμένοι να
αντιμετωπίσουμε στην καθημερινότητά μας και ξαναγύρισε
στο θέμα των ναρκωτικών.
«Χρειάζεται να με εμπιστευτείς. Κανείς δεν παίρνει
ναρκωτικά μόνο μία φορά. Να ξέρεις ότι μας εξασφαλίζει το
ιατρικό απόρρητο. Θα χάσω την άδειά μου αν πω οτιδήποτε
για όσα μου αποκαλύψεις. Είναι καλύτερα να μιλήσουμε
ανοιχτά πριν κλείσεις το επόμενο ραντεβού. Δεν είσαι μόνο
εσύ που πρέπει να με αποδεχτείς ως γιατρό. Πρέπει κι εγώ να
σε αποδεχτώ ως ασθενή. Έτσι λειτουργεί».
Όχι, επέμεινα. Δεν παίρνω ναρκωτικά. Ξέρω το νόμο και
δεν ήρθα εδώ για να πω ψέματα. Θέλω μονάχα να λύσω το
πρόβλημά μου γρήγορα, προτού βλάψω ανθρώπους που
αγαπώ ή που βρίσκονται κοντά μου.
Το σοβαρό του πρόσωπο είχε γενειάδα και ήταν όμορφο.
Κατένευσε και μου απάντησε:
«Συσσωρεύεις αυτές τις εντάσεις εδώ και χρόνια και τώρα
θέλεις να απαλλαγείς από τη μια μέρα στην άλλη. Αυτό δεν

υπάρχει στην ψυχιατρική ή στην ψυχανάλυση. Δεν είμαστε
σαμάνοι που διώχνουν το κακό πνεύμα με μια μαγική
κίνηση».
Φυσικά, με ειρωνευόταν, αλλά μόλις μου είχε δώσει μια
καταπληκτική ιδέα. Οι μέρες μου στην αναζήτηση βοήθειας
από ψυχιάτρους είχαν τελειώσει.

POST TENEBRAS LUX. Μετά το σκοτάδι, το φως.
Στέκομαι μπροστά στο αρχαίο τείχος της πόλης, ένα
μνημείο μήκους εκατό μέτρων, με επιβλητικά αγάλματα
τεσσάρων αντρών, δίπλα στα οποία βρίσκονται άλλα,
μικρότερα αγάλματα. Το ένα ξεχωρίζει από τα άλλα: έχει
καλυμμένο κεφάλι, μακριά γενειάδα και στα χέρια του κάτι
που στην εποχή του ήταν πολύ πιο ισχυρό από πολυβόλο: τη
Βίβλο.
Περιμένοντας, σκέφτομαι ότι, αν αυτός ο άντρας είχε
γεννηθεί σήμερα, όλοι –κυρίως οι Γάλλοι και οι καθολικοί
ανά τον κόσμο– θα τον αποκαλούσαν τρομοκράτη. Λόγω
των τακτικών που χρησιμοποιούσε για να κάνει πράξη αυτό
που πίστευε πως ήταν η υπέρτατη αλήθεια τον συνδέω με το
νοσηρό εγκέφαλο του Οσάμα μπιν Λάντεν. Και οι δύο είχαν
τον ίδιο στόχο: να δημιουργήσουν ένα θεοκρατικό κράτος,
στο οποίο όλοι όσοι δεν υπάκουαν σ’ εκείνο που αυτοί
θεωρούσαν νόμο του Θεού έπρεπε να τιμωρούνται.
Και κανείς από τους δύο δε δίστασε να εφαρμόσει τον
τρόμο για να πετύχει τους σκοπούς του.
Το όνομά του είναι Ιωάννης Καλβίνος, και η Γενεύη ο
τόπος που έδρασε. Εκατοντάδες άνθρωποι καταδικάστηκαν
σε θάνατο και εκτελέστηκαν εδώ κοντά. Όχι μόνο οι
καθολικοί που τολμούσαν να διατηρήσουν την πίστη τους,
αλλά και επιστήμονες που, αναζητώντας την αλήθεια και τη

θεραπεία για διάφορες αρρώστιες, αψηφούσαν την
κυριολεκτική ερμηνεία της Βίβλου. Η πιο διάσημη περίπτωση
είναι αυτή του Μιχαήλ Σερβέτου (ή Σερβέ), που περιέγραψε
πρώτος σωστά την πνευμονική κυκλοφορία και πέθανε στην
πυρά.
Δεν είναι λάθος να τιμωρούμε τους αιρετικούς και τους
βλάσφημους. Έτσι δε γινόμαστε συνένοχοι στα εγκλήματά
τους (...). Το θέμα εδώ δεν είναι η εξουσία του ανθρώπου·
μιλάει ο Θεός (...). Γιατί λοιπόν να μας ζητήσει κάτι τόσο
σοβαρό, αν όχι για να Του δείξουμε ότι Τον τιμούμε όπως
Του οφείλουμε βάζοντας την υπηρέτησή Του πάνω από κάθε
ανθρώπινο ζήτημα, ότι δε θα λυπηθούμε ούτε συγγενείς ούτε
και κανενός το αίμα και ότι θα ξεχάσουμε όλη την
ανθρωπότητα όταν πρόκειται να αγωνιστούμε για τη δόξα
Του;
Η καταστροφή και ο θάνατος δεν περιορίστηκαν στη
Γενεύη: απόστολοι του Καλβίνου, που μάλλον
αναπαρίστανται στα μικρότερα αγάλματα αυτού του
μνημείου, διέδωσαν το λόγο του και το δογματισμό του σε
όλη την Ευρώπη. Το 1566 πολλές εκκλησίες βανδαλίστηκαν
στην Ολλανδία και οι «επαναστάτες» –δηλαδή άνθρωποι με
διαφορετική πίστη– εκτελέστηκαν. Τεράστιος αριθμός έργων
τέχνης κάηκε στην πυρά, με την πρόφαση της
«ειδωλολατρίας». Μέρος της παγκόσμιας ιστορικής και
πολιτιστικής κληρονομιάς καταστράφηκε και χάθηκε για
πάντα.

Και σήμερα οι γιοι μου μαθαίνουν για τον Καλβίνο στο
σχολείο σαν να ήταν μέγας διαφωτιστής, άνθρωπος με
καινούριες ιδέες που μας «απελευθέρωσε» από τον καθολικό
ζυγό. Ένας επαναστάτης που οι επόμενες γενιές πρέπει να
τον τιμούν.
Μετά το σκοτάδι, το φως.
Τι να συνέβαινε στο μυαλό εκείνου του ανθρώπου;
αναρωτιέμαι. Να είχε άραγε άγρυπνες νύχτες επειδή ήξερε ότι
οικογένειες εξολοθρεύονταν, παιδιά χωρίζονταν από τους
γονείς τους και αίμα κυλούσε στους δρόμους; Ή ήταν
πεπεισμένος ότι στην αποστολή του δεν υπήρχε χώρος για
αμφιβολίες;
Πίστευε πως όσα έκανε μπορούσαν να δικαιολογηθούν
στο όνομα της αγάπης; Αυτή είναι και η δική μου απορία, ο
πυρήνας των προβλημάτων που αντιμετωπίζω σήμερα.
Ο δόκτωρ Τζέκιλ και ο κύριος Χάιντ. Μαρτυρίες
ανθρώπων που τον ήξεραν έλεγαν πως, κατά βάθος, ο
Καλβίνος ήταν καλός άνθρωπος, σεβόταν το λόγο του
Χριστού και ήταν ικανός για απροσδόκητες πράξεις
ταπεινοφροσύνης. Τον φοβούνταν, αλλά τον αγαπούσαν
κιόλας – και μπορούσε να ξεσηκώσει τα πλήθη με την αγάπη
του αυτή.
Η Ιστορία γράφεται από τους νικητές, κι έτσι κανείς δε
θυμάται πια τις φρικαλεότητές του. Σήμερα τον βλέπουν ως
το γιατρό των ψυχών, το μεγάλο μεταρρυθμιστή, εκείνον που
μας έσωσε από την καθολική αίρεση, με τους αγγέλους, τους

αγίους, τις παρθένες, το χρυσό, το ασήμι, την άφεση
αμαρτιών και τη διαφθορά της.

Το πρόσωπο που περιμένω καταφθάνει και διακόπτει τις
σκέψεις μου. Είναι ένας Κουβανός σαμάνος. Του εξηγώ ότι
έπεισα τον προϊστάμενό μου πως πρέπει να δημοσιεύσουμε
ένα θέμα για εναλλακτικές μορφές καταπολέμησης του
στρες. Ο επιχειρηματικός κόσμος είναι γεμάτος ανθρώπους
που τη μια συμπεριφέρονται με απόλυτη γενναιοδωρία και
την άλλη, αμέσως μετά, ξεσπούν τη λύσσα τους στους πιο
αδύναμους. Οι άνθρωποι είναι ολοένα και πιο απρόβλεπτοι.
Οι ψυχίατροι και οι ψυχαναλυτές έχουν πολύ βαρύ
πρόγραμμα και δεν προλαβαίνουν να ασχοληθούν με όλους
τους ασθενείς. Και κανείς δεν μπορεί να περιμένει μήνες ή
χρόνια για να αντιμετωπίσει την κατάθλιψη.
Ο Κουβανός ακούει αμίλητος. Τον ρωτάω αν μπορούμε
να συνεχίσουμε την κουβέντα μας σε μια καφετέρια, γιατί
είμαστε έξω και η θερμοκρασία έχει πέσει πολύ.
«Είναι το σύννεφο», λέει, και δέχεται την πρόσκλησή μου.
Το περίφημο σύννεφο μένει στον ουρανό της πόλης ως το
Φεβρουάριο ή το Μάρτιο. Απομακρύνεται πότε πότε από το
μαΐστρο, που καθαρίζει μεν τον ουρανό, αλλά ρίχνει τη
θερμοκρασία ακόμα περισσότερο.
«Πώς με βρήκες;»
Μου μίλησε για σένα ένας φύλακας στην εφημερίδα. Ο

αρχισυντάκτης μού ζήτησε να πάρω συνεντεύξεις από
ψυχολόγους, ψυχιάτρους και ψυχοθεραπευτές, αλλά αυτό έχει
ξαναγίνει εκατοντάδες φορές.
«Δεν μπορείς να δημοσιεύσεις το όνομά μου. Αυτό που
κάνω δεν καλύπτεται από τα ασφαλιστικά ταμεία».
Φαντάζομαι ότι στην πραγματικότητα θέλει να πει: «Αυτό
που κάνω είναι παράνομο».

Μιλάω για σχεδόν δώδεκα λεπτά, προσπαθώντας να τον
κάνω να νιώσει άνετα, όμως ο Κουβανός απλώς με ακούει.
Έχει σκούρο δέρμα, γκρίζα μαλλιά, είναι κοντός και φοράει
κοστούμι και γραβάτα. Ποτέ μου δεν είχα φανταστεί ότι ένας
σαμάνος θα ντυνόταν έτσι.
Του επισημαίνω πως ό,τι μου πει θα μείνει μυστικό. Μας
ενδιαφέρει μόνο να μάθουμε αν ζητούν πολλοί τις υπηρεσίες
του. Απ’ όσο άκουσα, θεραπεύει.
«Δεν είναι αλήθεια. Δε θεραπεύω. Μόνο ο Θεός μπορεί».
Εντάξει, σύμφωνοι. Κάθε μέρα όμως συναντάμε κάποιον
που, από τη μια στιγμή στην άλλη, εμφανίζει παράξενη
συμπεριφορά. Κι εμείς σκεφτόμαστε: Μα τι συνέβη σ’ εκείνο
τον άνθρωπο που πάντα πίστευα πως ήξερα τόσο καλά; Γιατί
φέρεται τόσο επιθετικά; Να φταίει άραγε η δουλειά;
Και την επόμενη μέρα ο άνθρωπος αυτός είναι ξανά
φυσιολογικός. Ανακουφίζεσαι, για να αισθανθείς αμέσως
μετά να σου τραβάνε το χαλί κάτω από τα πόδια τη στιγμή

που το περιμένεις λιγότερο. Και αυτή τη φορά, αντί να
ρωτήσεις τι δεν πάει καλά με τον άνθρωπο που έχεις απέναντί
σου, αναρωτιέσαι τι δεν έκανες καλά εσύ.
Ο Κουβανός δε λέει τίποτα. Δε με εμπιστεύεται ακόμα.
Υπάρχει θεραπεία;
«Θεραπεία υπάρχει, αλλά ανήκει στο Θεό».
Ναι, το ξέρω, αλλά πώς θεραπεύει ο Θεός;
«Εξαρτάται. Κοίταξέ με στα μάτια».
Υπακούω και νιώθω ότι πέφτω σε ένα είδος έκστασης,
χωρίς να μπορώ να ελέγξω πού πάω.
«Στο όνομα των δυνάμεων που καθοδηγούν τη δουλειά
μου, με τη δύναμη που μου έχει δοθεί, ζητώ από τα πνεύματα
που με προστατεύουν να καταστρέψουν τη ζωή σου και όσους
αγαπάς αν αποφασίσεις να με καταδώσεις στην Αστυνομία ή
να με καταγγείλεις στη μεταναστευτική υπηρεσία».
Κάνει μερικές κινήσεις με το χέρι γύρω από το κεφάλι μου.
Όλο αυτό φαίνεται σουρεαλιστικό και θέλω να σηκωθώ και
να φύγω. Όταν όμως το συνειδητοποιώ, έχει ήδη επιστρέψει
στην κανονική του κατάσταση – ούτε πολύ συμπαθητικός
ούτε πολύ ψυχρός.
«Μπορείς να ρωτήσεις. Τώρα σου έχω εμπιστοσύνη».
Είμαι λίγο τρομαγμένη. Ωστόσο, δεν είναι πρόθεσή μου να
βλάψω αυτό τον άνθρωπο. Παραγγέλνω άλλο ένα τσάι και
του εξηγώ τι ακριβώς θέλω: οι γιατροί από τους οποίους
«πήρα συνέντευξη» λένε ότι η θεραπεία αργεί πολύ. Ο
φύλακας στην εφημερίδα μού είπε –ζυγίζω καλά τις λέξεις–

ότι ο Θεός μπόρεσε να χρησιμοποιήσει τον Κουβανό ως
κανάλι για να βάλει τέλος σε ένα σοβαρό πρόβλημα
κατάθλιψης.
«Εμείς δημιουργούμε τη σύγχυση στο κεφάλι μας. Δεν
έρχεται απέξω. Αρκεί να ζητήσεις τη βοήθεια ενός
πνεύματος-προστάτη, που θα μπει στην ψυχή σου και θα σε
βοηθήσει να βάλεις τάξη στο σπίτι σου. Κανείς όμως δεν
πιστεύει πια σε πνεύματα-προστάτες. Μας παρατηρούν,
θέλοντας πολύ να βοηθήσουν, αλλά κανείς δεν τα
επικαλείται. Έργο μου είναι να τα φέρω κοντά σε όποιον τα
χρειάζεται και να περιμένω μέχρι να κάνουν τη δουλειά τους.
Αυτό μόνο».
Ας πούμε, υποθετικά, ότι σε μια στιγμή επιθετικότητας το
πρόσωπο που αναφέραμε παραπάνω συλλαμβάνει ένα
μακιαβελικό σχέδιο για να καταστρέψει κάποιον άλλο. Να
τον δυσφημήσει στη δουλειά του, για παράδειγμα.
«Συμβαίνει κάθε μέρα».
Το ξέρω, όταν όμως περάσει η επιθετικότητα, όταν το
πρόσωπο αυτό επιστρέψει στο φυσιολογικό, δε θα αναλωθεί
από τις τύψεις;
«Βέβαια. Κι αυτό, με το πέρασμα των χρόνων, το μόνο
που κάνει είναι να χειροτερεύει την κατάσταση».
Τότε η ρήση που υιοθετήθηκε από τον Καλβίνο είναι
λάθος: μετά το σκοτάδι, το φως.
«Τι;»
Τίποτα. Σκεφτόμουν το μνημείο στο πάρκο.

«Ναι, υπάρχει φως στην άκρη του τούνελ, αν αυτό θέλεις
να πεις. Μερικές φορές όμως, όταν κάποιος διασχίζει το
σκοτάδι και φτάσει στην άλλη μεριά, αφήνει πίσω του ένα
τεράστιο ίχνος καταστροφής».
Τέλεια, ας επιστρέψουμε στο θέμα: τη μέθοδό του.
«Δεν είναι δική μου η μέθοδος. Χρησιμοποιείται πολλά
χρόνια τώρα για το άγχος, την κατάθλιψη, τον εκνευρισμό, τις
απόπειρες αυτοκτονίας και τους πολλούς άλλους τρόπους
που έχει ανακαλύψει ο άνθρωπος για να κάνει κακό στον
εαυτό του».
Θεέ μου, είμαι μπροστά στο σωστό άνθρωπο. Πρέπει να
διατηρήσω την ψυχραιμία μου.
Θα το λέγαμε...
«...έκσταση, την οποία προκαλούμε οι ίδιοι στον εαυτό
μας. Αυτοΰπνωση. Διαλογισμό. Κάθε πολιτισμός έχει όνομα
γι’ αυτό. Θυμήσου όμως, ο Ελβετικός Ιατρικός Σύλλογος δε
βλέπει αυτά τα πράγματα με καλό μάτι».
Του εξηγώ ότι κάνω γιόγκα κι ότι ακόμα κι έτσι δεν μπορώ
να φτάσω σε αυτή την κατάσταση στην οποία τα
προβλήματα μπαίνουν σε μια σειρά και λύνονται.
«Μιλάμε για σένα ή για ρεπορτάζ για την εφημερίδα;»
Και για τα δύο. Αφήνω τις επιφυλάξεις μου κατά μέρος,
πλέον ξέρω ότι δεν έχω μυστικά απ’ αυτό τον άνθρωπο.
Σιγουρεύτηκα από τη στιγμή που μου ζήτησε να τον κοιτάξω
στα μάτια. Του εξηγώ ότι η ανησυχία του για τη διαφύλαξη
της ανωνυμίας του είναι ανόητη – πολλοί είναι εκείνοι που

ξέρουν ότι δέχεται στο σπίτι του στο Βεριέ. Κι ότι πολλοί,
ανάμεσά τους και αστυνομικοί που εργάζονται ως
δεσμοφύλακες στις φυλακές, καταφεύγουν στις υπηρεσίες
του. Αυτό μου είπε ο άνθρωπος στην εφημερίδα.
«Το πρόβλημά σου είναι η νύχτα», λέει.
Ναι, αυτό είναι το πρόβλημά μου. Γιατί;
«Η νύχτα, απλώς και μόνο επειδή είναι νύχτα, μπορεί να
ζωντανέψει όλους τους φόβους της παιδικής μας ηλικίας, το
φόβο της μοναξιάς, τον τρόμο του αγνώστου. Αν όμως
καταφέρουμε να νικήσουμε αυτά τα φαντάσματα, θα
νικήσουμε εύκολα και αυτά που κάνουν την εμφάνισή τους
κατά τη διάρκεια της μέρας. Αν δε φοβόμαστε τα σκοτάδια,
είναι επειδή είμαστε σύντροφοι του φωτός».
Νιώθω ότι έχω μπροστά μου δάσκαλο δημοτικού που μου
εξηγεί το προφανές. Μπορώ άραγε να πάω στο σπίτι του για
να κάνει...
«...τελετή εξορκισμού;»
Δεν το είχα σκεφτεί έτσι, αλλά ακριβώς αυτό χρειάζομαι.
«Δεν υπάρχει ανάγκη. Βλέπω μέσα σου πολλά σκοτάδια,
αλλά και πολύ φως. Και στην περίπτωση αυτή είμαι σίγουρος
ότι το φως θα νικήσει».
Σχεδόν κλαίω. Ο άνθρωπος αυτός μπαίνει στην καρδιά
μου χωρίς να μπορώ να εξηγήσω πώς ακριβώς το
καταφέρνει.
«Προσπάθησε να αφήσεις τη νύχτα να σε παρασύρει πότε
πότε, να κοιτάξεις τα αστέρια και να μεθύσεις με την αίσθηση

του απείρου. Η νύχτα, με όλες της τις γητειές, είναι κι εκείνη
δρόμος για τη φώτιση. Όπως το σκοτεινό πηγάδι έχει στο
βάθος του το νερό που σβήνει τη δίψα, η νύχτα, το μυστήριο
της οποίας μας φέρνει πιο κοντά στο Θεό, κρύβει στα
σκοτάδια της τη φλόγα που μπορεί να ανάψει τις καρδιές
μας».
Μιλάμε σχεδόν δύο ώρες. Επιμένει ότι δε χρειάζομαι
τίποτ’ άλλο παρά να αφήσω τον εαυτό μου να παρασυρθεί κι
ότι ακόμα και οι μεγαλύτεροι φόβοι μου είναι αβάσιμοι. Του
εξηγώ την ανάγκη που νιώθω για εκδίκηση. Ακούει χωρίς
σχόλια, χωρίς την παραμικρή λέξη. Όσο μιλάω, νιώθω
καλύτερα.
Προτείνει να φύγουμε και να περπατήσουμε στο πάρκο. Σε
μία από τις εισόδους του υπάρχουν σημεία με άσπρα και
μαύρα τετράγωνα ζωγραφισμένα κάτω στο δάπεδο και
τεράστια πλαστικά πιόνια σκακιού. Κάποιοι παίζουν, παρά το
κρύο.
Δε λέει σχεδόν τίποτα – εγώ είμαι εκείνη που συνεχίζει να
μιλάει ασταμάτητα, μερικές φορές ευχαριστώντας και άλλες
φορές βλαστημώντας τη ζωή που ζω. Στεκόμαστε μπροστά
σε μία από τις τεράστιες σκακιέρες. Φαίνεται να προσέχει
περισσότερο το παιχνίδι παρά αυτά που λέω. Σταματάω τα
παράπονα και αρχίζω κι εγώ να παρακολουθώ το παιχνίδι,
παρόλο που δε με ενδιαφέρει καθόλου.
«Πήγαινε ως το τέλος», λέει.
Πήγαινε ως το τέλος; Απατάω τον άντρα μου, βάζω

κοκαΐνη στην τσάντα της αντιζήλου μου και φωνάζω την
Αστυνομία;
Γελάει.
«Βλέπεις τους σκακιστές; Πρέπει πάντα να κάνουν μια
κίνηση. Δεν μπορούν να σταματήσουν, γιατί αυτό σημαίνει
πως αποδέχονται την ήττα. Έρχεται μια στιγμή που η ήττα
είναι αναπόφευκτη, τουλάχιστον όμως πάλεψαν ως το τέλος.
Έχουμε όλα όσα χρειαζόμαστε. Δεν υπάρχει κάτι για να το
βελτιώσουμε. Το να νομίζουμε ότι είμαστε καλοί ή κακοί,
δίκαιοι ή άδικοι, όλα αυτά είναι σαχλαμάρες. Ξέρουμε ότι
σήμερα τη Γενεύη σκεπάζει ένα σύννεφο που ίσως κάνει
μήνες για να φύγει, αλλά τελικά θα φύγει. Γι’ αυτό λοιπόν
προχώρα και αφέσου να παρασυρθείς».
Δε θα μου πει τίποτα για να με εμποδίσει να κάνω εκείνο
που δεν πρέπει;
«Τίποτα. Κάνοντας εκείνο που δεν πρέπει, θα το
συνειδητοποιήσεις μόνη σου. Όπως σου είπα πριν, το φως
στην ψυχή σου είναι περισσότερο από το σκοτάδι. Όμως γι’
αυτό πρέπει να φτάσεις ως το τέρμα του παιχνιδιού».
Νομίζω ότι ποτέ στη ζωή μου δεν έχω ξανακούσει μια
τόσο ανόητη συμβουλή. Τον ευχαριστώ για το χρόνο του, τον
ρωτάω αν του χρωστάω κάτι και μου λέει όχι.

Στην επιστροφή μου στην εφημερίδα, ο αρχισυντάκτης με
ρωτάει γιατί άργησα τόσο. Του λέω ότι, επειδή το θέμα δεν

είναι και πολύ ορθόδοξο, δυσκολεύτηκα να βρω την εξήγηση
που ήθελα.
«Αφού δεν είναι τόσο ορθόδοξο, μήπως ενθαρρύνουμε
μια αθέμιτη πρακτική;»
Ενθαρρύνουμε άραγε μια αθέμιτη πρακτική όταν
βομβαρδίζουμε
τους
νέους
με
κίνητρα
να
υπερκαταναλώνουν; Ενθαρρύνουμε μήπως τα ατυχήματα
όταν μιλάμε για καινούρια αυτοκίνητα που πιάνουν 250
χιλιόμετρα την ώρα; Ενθαρρύνουμε την κατάθλιψη και τις
τάσεις αυτοκτονίας όταν δημοσιεύουμε θέματα για
πετυχημένους ανθρώπους, χωρίς να εξηγούμε ξεκάθαρα πώς
έφτασαν εκεί που έφτασαν και κάνοντας όλους τους άλλους
να πείθουν τον εαυτό τους ότι δεν αξίζουν τίποτα;
Ο αρχισυντάκτης δε θέλει να το συζητήσει και πολύ. Ίσως
να είναι ενδιαφέρον για την εφημερίδα, που το κεντρικό της
θέμα σήμερα ήταν «Η Αλυσίδα της Ευτυχίας[1] καταφέρνει
να συγκεντρώσει 8 εκατομμύρια φράγκα για χώρα της
Ασίας».
Γράφω ένα κομμάτι εξακοσίων λέξεων –το μέγιστο που
μου δόθηκε–, όλο από έρευνα στο διαδίκτυο, επειδή δεν
κατάφερα να εκμεταλλευτώ τη συζήτησή μου με το σαμάνο,
καθώς μετατράπηκε σε προσωπική συνεδρία.

[1] Ελβετική φιλανθρωπική οργάνωση. (Σ.τ.Μ.)

Ο ΖΑΚΟΜΠ!
Αναστήθηκε και μου έστειλε μήνυμα να πάμε για καφέ,
λες και δεν υπάρχουν τόσα ενδιαφέροντα πράγματα να κάνει
κανείς σε αυτή τη ζωή. Πού είναι ο εκλεπτυσμένος
οινογνώστης; Πού είναι ο άντρας που τώρα έχει το
μεγαλύτερο αφροδισιακό του κόσμου, εξουσία;
Πάνω απ’ όλα, πού είναι ο εφηβικός μου έρωτας, που τον
γνώρισα την εποχή που όλα ήταν δυνατά και για τους δύο;
Παντρεύτηκε, άλλαξε και μου στέλνει μήνυμα να πάμε για
καφέ. Δεν μπορούσε να γίνει λίγο πιο πρωτότυπος, να με
καλέσει σε αγώνα δρόμου γυμνιστών στο Σαμονί; Ίσως έτσι
μου τραβούσε περισσότερο το ενδιαφέρον.
Δεν έχω την παραμικρή πρόθεση να απαντήσω. Με
σνόμπαρε, με ταπείνωσε με τη σιωπή του για εβδομάδες.
Νομίζει ότι θα πάω τρέχοντας μόνο και μόνο επειδή με
κάλεσε να κάνουμε κάτι μαζί;
Πέφτω στο κρεβάτι κι ακούω με τα ακουστικά μου μια
ηχογράφηση με τον Κουβανό. Στο σημείο όπου ακόμα
προσποιούμουν πως ήμουν απλώς μια δημοσιογράφος και
όχι μια γυναίκα τρομαγμένη με τον εαυτό της τον είχα
ρωτήσει αν η έκσταση που προκαλούμε εμείς στον εαυτό μας
(ή ο διαλογισμός, λέξη που προτιμάει) μπορεί να κάνει έναν
άνθρωπο να ξεχάσει κάποιον άλλο. Προσέγγισα το θέμα με
τρόπο ώστε να υπονοήσω «έρωτας» ή «τραύμα από

προφορική επίθεση», δηλαδή ακριβώς αυτό που
συζητούσαμε εκείνη τη στιγμή.
«Η περιοχή αυτή είναι κάπως βαλτώδης», απάντησε.
«Ναι, μπορούμε να προκαλέσουμε μια σχετική αμνησία,
όμως καθώς το πρόσωπο αυτό είναι συνδεδεμένο με άλλα
γεγονότα και συμβάντα, θα ήταν στην πράξη αδύνατο να το
εξαφανίσουμε τελείως. Εξάλλου, το να ξεχνάς είναι λάθος
προσέγγιση. Το σωστό είναι να αντιμετωπίζεις».
Ακούω ολόκληρη την ηχογράφηση, προσπαθώ να
ξεχαστώ, δίνω υποσχέσεις, σημειώνω κι άλλα πράγματα στην
ατζέντα μου, τίποτα όμως δεν έχει αποτέλεσμα. Πριν
κοιμηθώ, στέλνω μήνυμα στον Ζακόμπ ότι δέχομαι την
πρόσκλησή του.
Δεν έχω αυτοέλεγχο, αυτό είναι το πρόβλημα.

«ΔΕ ΘΑ ΠΩ ΟΤΙ ΜΟΥ ΕΛΕΙΨΕΣ , γιατί δε θα το πιστέψεις.
Δε θα πω ότι δεν απάντησα στα μηνύματά σου επειδή
φοβάμαι να ξαναερωτευτώ».
Πράγματι, δε θα πίστευα τίποτα απ’ όλα αυτά. Τον αφήνω
όμως να συνεχίσει, εξηγώντας τα ανεξήγητα. Καθόμαστε σε
ένα καφέ που δεν έχει τίποτα το ιδιαίτερο στο Κολόνζ σου
Σαλέβ, ένα γαλλικό χωριό στα σύνορα, που απέχει ένα
τέταρτο από τη δουλειά μου. Οι λιγοστοί άλλοι θαμώνες
είναι φορτηγατζήδες και εργάτες από το λατομείο που
βρίσκεται εδώ κοντά.
Είμαι η μόνη γυναίκα, με την εξαίρεση της υπαλλήλου στο
μπαρ, που πηγαίνει από τη μια μεριά στην άλλη, υπερβολικά
μακιγιαρισμένη και ανταλλάσσοντας αστεία με τους πελάτες.
«Ζω μια κόλαση από τότε που εμφανίστηκες στη ζωή μου.
Από εκείνη τη μέρα στο γραφείο μου, όταν συναντηθήκαμε
για να μου πάρεις συνέντευξη και ήρθαμε κοντά ο ένας στον
άλλο».
Το «ήρθαμε κοντά ο ένας στον άλλο» είναι τρόπος του
λέγειν. Του έκανα στοματικό σεξ. Εκείνος δεν έκανε τίποτα σε
μένα.
«Δεν μπορώ να πω ότι είμαι δυστυχισμένος, αλλά νιώθω
όλο και πιο μόνος, παρόλο που δεν το γνωρίζει κανείς.
Ακόμα κι όταν βρίσκομαι με φίλους, σε όμορφο περιβάλλον,
με ωραίο ποτό, η συζήτηση έχει ζωηρέψει και χαμογελάω, δεν

καταφέρνω με τίποτα να κρατήσω την προσοχή μου
στραμμένη στη συζήτηση. Λέω ότι έχω ένα σημαντικό
ραντεβού και φεύγω. Ξέρω τι μου λείπει: εσύ».
Ώρα να εκδικηθώ: δε νομίζεις ότι χρειάζεσαι θεραπεία για
ζευγάρια;
«Ναι, το νομίζω. Θα έπρεπε όμως να πάω με τη Μαριάν
και δεν μπορώ να την πείσω. Για εκείνη όλα εξηγούνται με τη
φιλοσοφία. Έχει προσέξει ότι είμαι διαφορετικός, αλλά το
αποδίδει στις εκλογές».
Ο Κουβανός είχε δίκιο λέγοντάς μου ότι πρέπει να
πηγαίνουμε ορισμένα πράγματα ως το τέρμα. Αυτή τη στιγμή
ο Ζακόμπ μόλις έσωσε τη γυναίκα του από μια σοβαρή
κατηγορία για εμπόριο ναρκωτικών.
«Τα καθήκοντά μου έχουν αυξηθεί υπερβολικά και δεν το
έχω συνηθίσει ακόμα. Πιστεύει ότι θα προσαρμοστώ
σύντομα. Εσύ;»
Εγώ τι; Τι ακριβώς θέλει να μάθει;
Οι αντιστάσεις μου έπεσαν τη στιγμή που τον είδα να
κάθεται μόνος σε ένα γωνιακό τραπέζι, με ένα Καμπάρι με
σόδα στο τραπέζι κι ένα χαμόγελο που πλάτυνε μόλις με
αντίκρισε να μπαίνω. Είμαστε ξανά έφηβοι, αυτή τη φορά με
δικαίωμα να πίνουμε αλκοόλ χωρίς να παραβιάζουμε το
νόμο. Σφίγγω τα παγωμένα χέρια του – δεν ξέρω αν είναι από
το κρύο ή από το φόβο.
Είναι όλα καλά, απαντάω. Προτείνω την επόμενη φορά να
συναντηθούμε νωρίτερα: η θερινή ώρα τελείωσε, τώρα

νυχτώνει νωρίς. Συμφωνεί και με φιλάει διακριτικά στα χείλη,
ανήσυχος μήπως τραβήξει την προσοχή των διπλανών μας.
«Ένα από τα χειρότερα πράγματα για μένα είναι οι
όμορφες, ηλιόλουστες μέρες αυτού του φθινοπώρου. Ανοίγω
τα στόρια στο γραφείο μου, βλέπω τον κόσμο έξω, κάποιους
να περπατούν πιασμένοι χέρι χέρι χωρίς να ανησυχούν για τις
συνέπειες. Κι εγώ δεν μπορώ να δείξω την αγάπη μου».
Αγάπη; Μήπως με λυπήθηκε ο Κουβανός σαμάνος και
ζήτησε βοήθεια από μυστηριώδη πνεύματα;
Όλα τα περίμενα από αυτή τη συνάντηση εκτός από έναν
άντρα ικανό να ανοίξει την ψυχή του, όπως κάνει τώρα αυτός.
Η καρδιά μου χτυπάει ολοένα και πιο δυνατά, από χαρά, από
έκπληξη. Δε θα ρωτήσω ούτε εκείνον ούτε τον εαυτό μου
γιατί συμβαίνει αυτό.
«Δεν είναι ζήλια για την ευτυχία των άλλων. Απλώς δεν
καταλαβαίνω γιατί οι άλλοι μπορούν να είναι ευτυχισμένοι κι
εγώ όχι».
Πληρώνει το λογαριασμό σε ευρώ, διασχίζουμε τα σύνορα
με τα πόδια και κατευθυνόμαστε προς τα αυτοκίνητά μας που
είναι παρκαρισμένα στην άλλη μεριά του δρόμου, δηλαδή
στην Ελβετία.
Δεν υπάρχει πια περιθώριο για επιδείξεις τρυφερότητας.
Αποχαιρετιζόμαστε με τα τρία φιλάκια στο μάγουλο και ο
καθένας παίρνει το δρόμο του.
Όπως συνέβη και στη λέσχη του γκολφ, δεν μπορώ να
οδηγήσω όταν φτάνω στο αυτοκίνητό μου. Φοράω κουκούλα

για να προστατευτώ από το κρύο και αρχίζω να περπατάω στο
χωριουδάκι χωρίς να ξέρω πού πηγαίνω. Προσπερνάω ένα
ταχυδρομείο κι ένα κομμωτήριο. Βλέπω ένα μπαρ ανοιχτό,
προτιμάω όμως να συνεχίσω να περπατάω για να πάρω αέρα.
Δε με ενδιαφέρει στο παραμικρό να καταλάβω τι συμβαίνει.
Θέλω μονάχα να συμβεί.
«Ανοίγω τα στόρια στο γραφείο μου, βλέπω τον κόσμο
έξω, κάποιους να περπατούν πιασμένοι χέρι χέρι χωρίς να
ανησυχούν για τις συνέπειες. Κι εγώ δεν μπορώ να δείξω την
αγάπη μου», είπε.
Κι όταν εγώ ένιωθα ότι κανείς, μα κανείς απολύτως, δεν
μπορούσε να καταλάβει τι συνέβαινε μέσα μου, ούτε σαμάνοι
ούτε ψυχαναλυτές ούτε ο άντρας μου, εμφανίστηκες εσύ για
να μου εξηγήσεις.
Είναι μοναξιά, παρά το γεγονός ότι είμαι συνεχώς
τριγυρισμένη από αγαπημένα πρόσωπα, που ασχολούνται
μαζί μου και θέλουν το καλύτερο για μένα, αλλά που ίσως
προσπαθούν να με βοηθήσουν μόνο και μόνο επειδή
νιώθουν το ίδιο πράγμα –μοναξιά– και επειδή, στην
αλληλεγγύη, είναι χαραγμένο με σίδερο και φωτιά το μήνυμα
«Είμαι χρήσιμος, παρόλο που είμαι μόνος».
Αν και ο εγκέφαλος λέει πως όλα πάνε καλά, η ψυχή είναι
χαμένη, μπερδεμένη, δεν καταλαβαίνει γιατί είναι άδικη με τη
ζωή. Ξυπνάμε όμως το πρωί και φροντίζουμε τα παιδιά μας,
τον άντρα μας, τον εραστή μας, το αφεντικό μας, τους
υπαλλήλους μας, τους μαθητές μας, τους δεκάδες

ανθρώπους που γεμίζουν με ζωή μια συνηθισμένη μέρα.
Κι έχουμε πάντα ένα χαμόγελο στο πρόσωπο και μια
ενθαρρυντική κουβέντα, γιατί κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει
στους άλλους τη μοναξιά, κυρίως όταν έχει συνέχεια καλή
συντροφιά. Όμως η μοναξιά αυτή υπάρχει και διαβρώνει ό,τι
ωραιότερο έχουμε μέσα μας, επειδή αναγκαζόμαστε να
χρησιμοποιήσουμε όλη μας την ενέργεια για να φαινόμαστε
ευτυχισμένοι, παρόλο που ποτέ δεν καταφέρνουμε να
ξεγελάσουμε τον εαυτό μας· επειδή επιμένουμε να δείχνουμε
μόνο το τριαντάφυλλο που ανοίγει κάθε πρωί και να
κρύβουμε μέσα μας το γεμάτο αγκάθια κοτσάνι που μας
πληγώνει και μας ματώνει.
Ακόμα κι αν ξέρουμε ότι όλοι, κάποια στιγμή, έχουν νιώσει
εντελώς και απόλυτα μόνοι, είναι ταπεινωτικό να πούμε
«Είμαι μόνος, έχω ανάγκη από παρέα, πρέπει να σκοτώσω
αυτό το τέρας που, όπως οι δράκοι στα παραμύθια, όλοι
νομίζουν πως είναι φανταστικό, αλλά δεν είναι». Περιμένω
έναν αγνό και ενάρετο ιππότη να έρθει με τη δόξα του να τον
νικήσει και να τον ρίξει για πάντα στην άβυσσο, μα ο ιππότης
δε φαίνεται.
Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορούμε να χάσουμε τις ελπίδες μας.
Αρχίζουμε να κάνουμε πράγματα που δε συνηθίζαμε, να
τολμούμε πέρα από όσο είναι σωστό και απαραίτητο. Τα
αγκάθια μέσα μας μεγαλώνουν και γίνονται πιο
καταστροφικά, αλλά δεν μπορούμε να τα παρατήσουμε στη
μέση. Σαν να είναι η ζωή ένα τεράστιο παιχνίδι σκάκι, όλοι

παρακολουθούν περιμένοντας το αποτέλεσμα. Παριστάνουμε
ότι δεν έχει σημασία αν χάσουμε ή κερδίσουμε, σημασία έχει
να παίξουμε, παρακαλάμε να είναι τα συναισθήματά μας
αδιαφανή και κρυμμένα, όμως τότε...
...αντί να αναζητήσουμε συντροφιά, απομονωνόμαστε
περισσότερο, για να μπορέσουμε να γλείψουμε τις πληγές μας
με ησυχία. Ή πηγαίνουμε σε δείπνα και γεύματα με
ανθρώπους που δεν έχουν καμία σχέση με τη ζωή μας και
μιλούν συνεχώς για πράγματα που δεν έχουν την παραμικρή
σημασία. Καταφέρνουμε μέχρι και να ξεχαστούμε για λίγο,
πίνουμε και γλεντάμε, ο δράκος όμως είναι ακόμα ζωντανός.
Μέχρι που οι στ’ αλήθεια κοντινοί μας άνθρωποι
παρατηρούν ότι κάτι δεν πάει καλά κι αρχίζουν να ρίχνουν
ευθύνες στον εαυτό τους που δεν μπορούν να μας φέρουν την
ευτυχία. Ρωτούν ποιο είναι το πρόβλημα. Απαντάμε πως είναι
όλα καλά, αλλά δεν είναι...
Όλα είναι χάλια. Σας παρακαλώ, αφήστε με ήσυχη, δεν
έχω πια δάκρυα να κλάψω ή καρδιά να υποφέρω, έχω μόνο
αϋπνίες, κενό, απάθεια, και νιώθετε κι εσείς το ίδιο,
αναρωτηθείτε το. Εκείνοι όμως επιμένουν, λένε πως πρόκειται
απλώς για μια δύσκολη φάση ή για κατάθλιψη, καθώς
φοβούνται να χρησιμοποιήσουν την αληθινή και καταραμένη
λέξη: μοναξιά.
Όσο διαρκεί αυτό, συνεχίζουμε να αναζητούμε αδιάκοπα
το μόνο που θα μας έφερνε ευτυχία: τον ιππότη με τη
λαμπερή πανοπλία που σκοτώνει το δράκο, κόβει το

τριαντάφυλλο και του ξεριζώνει τα αγκάθια.
Πολλοί λένε πως είμαστε άδικοι με τη ζωή. Άλλοι
χαίρονται, γιατί πιστεύουν πως μας αξίζει αυτό, η μοναξιά, η
δυστυχία, επειδή εμείς τα έχουμε όλα ενώ εκείνοι όχι.
Μια μέρα όμως όσοι είναι τυφλοί βλέπουν. Όσοι είναι
θλιμμένοι παρηγορούνται. Όσοι υποφέρουν λυτρώνονται.
Καταφθάνει ο ιππότης και μας σώζει και η ζωή αποκτά και
πάλι νόημα...
Ακόμα κι έτσι όμως, πρέπει να λες ψέματα και να
εξαπατάς, γιατί τώρα οι περιστάσεις έχουν αλλάξει. Ποιος
δεν ένιωσε ποτέ την ανάγκη να τα παρατήσει όλα και να
κυνηγήσει τα όνειρά του; Τα όνειρα έχουν πάντα ρίσκο,
τίμημα που πρέπει να πληρώσουμε, και το τίμημα αυτό είναι
καταδίκη σε λιθοβολισμό σε κάποιες χώρες, σε άλλες η
κοινωνική απομόνωση ή η αδιαφορία. Πάντα όμως υπάρχει
τίμημα που πρέπει να πληρώσεις. Ακόμα κι αν συνεχίσεις να
λες ψέματα και οι άλλοι παριστάνουν πως εξακολουθούν να
σε πιστεύουν, στα κρυφά νιώθουν ζήλια, σε σχολιάζουν πίσω
από την πλάτη σου, λέγοντας πως είσαι ό,τι χειρότερο, ό,τι
πιο απειλητικό. Δεν είσαι μοιχός, που τον ανέχονται και
πολλές φορές τον θαυμάζουν, αλλά μοιχαλίδα, εκείνη που
κοιμάται με άλλον, που απατά τον άντρα της, τον καημένο
τον άντρα της, που δείχνει πάντα τόση κατανόηση και
αγάπη...
Μόνο εσύ ξέρεις όμως πως ο άντρας αυτός δεν κατάφερε
να κρατήσει τη μοναξιά μακριά. Επειδή έλειπε κάτι που ούτε

εσύ η ίδια δεν μπορείς να εξηγήσεις, επειδή τον αγαπάς και
δε θέλεις να τον χάσεις. Ωστόσο, ένας αστραφτερός ιππότης
με την υπόσχεση περιπετειών σε μέρη μακρινά είναι πολύ πιο
δυνατός από την επιθυμία σου να παραμείνουν όλα όπως
έχουν, ακόμα κι αν στις γιορτές ο κόσμος σε κοιτάει και λέει
πίσω από την πλάτη σου ότι καλύτερα θα ήταν να δέσεις μια
πέτρα στο λαιμό σου και να πέσεις στη θάλασσα γιατί είσαι
χείριστο παράδειγμα.
Και για να γίνουν τα πράγματα χειρότερα, ο άντρας σου τα
υπομένει όλα σιωπηλά. Δεν παραπονιέται, ούτε κάνει σκηνές.
Καταλαβαίνει ότι όλα αυτά θα περάσουν. Κι εσύ το ξέρεις ότι
θα περάσουν, επειδή τώρα είναι πέρα από τις δυνάμεις σου.
Κι έτσι, τα πράγματα τραβάνε ένα μήνα, δύο, ένα χρόνο...
Όλοι υπομένουν σιωπηλά.
Όμως το θέμα δεν είναι να ζητήσεις την άδεια. Κοιτάζεις
πίσω σου και βλέπεις ότι κι εσύ κάποτε σκέφτηκες όπως αυτοί
που τώρα σε κατηγορούν. Κι εσύ κατέκρινες εκείνους που
ήξερες πως ήταν μοιχοί και σου πέρασε η σκέψη πως, αν
ζούσατε σε άλλο τόπο, η τιμωρία θα ήταν λιθοβολισμός.
Μέχρι τη μέρα που συμβαίνει και σε σένα. Τότε βρίσκεις
χιλιάδες δικαιολογίες για τη συμπεριφορά σου, λέγοντας πως
έχεις το δικαίωμα να είσαι ευτυχισμένη, ακόμα κι αν είναι για
λίγο, αφού οι ιππότες που σκοτώνουν δράκους υπάρχουν
μόνο στα παιδικά παραμύθια. Οι αληθινοί δράκοι δεν
πεθαίνουν ποτέ. Έστω κι έτσι όμως, έχεις το δικαίωμα και την
υποχρέωση να ζήσεις ένα παραμύθι για ενηλίκους

τουλάχιστον μία φορά στη ζωή σου.
Τότε φτάνει η στιγμή που προσπαθούσες να αποφύγεις
πάση θυσία, που αναβαλλόταν για τόσο καιρό: η στιγμή να
ληφθεί η απόφαση να μείνετε μαζί ή να χωρίσετε για πάντα.
Με τη στιγμή αυτή όμως έρχεται και ο φόβος του λάθους,
όποια απόφαση κι αν πάρεις. Και παρακαλάς να διαλέξει
κάποιος άλλος αντί για σένα, να σε διώξουν από το σπίτι ή
από το κρεβάτι, γιατί δεν μπορείς να συνεχίσεις έτσι. Στο
κάτω κάτω, δεν είμαστε πια ένας άνθρωπος, αλλά δύο ή
περισσότεροι, εντελώς διαφορετικοί ο ένας από τον άλλο.
Και επειδή δεν το έχεις ξαναπεράσει ποτέ αυτό, δεν ξέρεις
πού θα καταλήξει. Το γεγονός είναι ότι τώρα βρίσκεσαι
μπροστά σε μια κατάσταση που θα φέρει πόνο σε έναν
άνθρωπο, ή σε δύο, ή σε όλους...
...πάνω απ’ όλα όμως, θα σε καταστρέψει, όποια κι αν είναι
η επιλογή σου.

ΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ είναι εντελώς ακινητοποιημένα. Σήμερα
βρήκαν!
Η Γενεύη, μια πόλη με λιγότερους από 200.000 κατοίκους,
συμπεριφέρεται σαν να είναι το κέντρο του κόσμου. Υπάρχουν
άνθρωποι που το πιστεύουν αυτό και έρχονται με το
αεροπλάνο από τις χώρες τους μέχρι εδώ γι’ αυτό που
αποκαλούν «συνόδους κορυφής». Οι συναντήσεις αυτές
συνήθως γίνονται στα περίχωρα και σπάνια επηρεάζεται η
κίνηση στους δρόμους. Το πολύ πολύ να δούμε ελικόπτερα
να πετάνε πάνω από την πόλη.
Δεν ξέρω τι γίνεται σήμερα, πάντως έχουν κλείσει έναν από
τους κεντρικούς μας δρόμους. Διάβασα τις σημερινές
εφημερίδες, όχι όμως τις στήλες που αφορούν την πόλη και
έχουν μόνο τοπικές ειδήσεις. Ξέρω πως μεγάλες παγκόσμιες
δυνάμεις έχουν στείλει τους εκπροσώπους τους να
συζητήσουν «σε ουδέτερη περιοχή» για τη διάδοση των
πυρηνικών όπλων. Και σε τι επηρεάζει αυτό τη ζωή μου;
Σε πολλά. Υπάρχει περίπτωση να φτάσω καθυστερημένη.
Θα έπρεπε να είχα χρησιμοποιήσει τα μέσα μαζικής
μεταφοράς αντί να πάρω αυτό το ηλίθιο αυτοκίνητο.

Κάθε χρόνο δαπανώνται στην Ευρώπη σχεδόν 74
εκατομμύρια φράγκα (περίπου 60 εκατομμύρια ευρώ) σε

ιδιωτικούς
ντετέκτιβ
που
ειδικεύονται
στο
να
παρακολουθούν, να φωτογραφίζουν και να εξασφαλίζουν
αποδείξεις στους πελάτες τους ότι οι σύζυγοί τους τους
απατούν. Η υπόλοιπη ήπειρος βρίσκεται σε κρίση, εταιρείες
κλείνουν κι απολύουν υπαλλήλους, αλλά η αγορά της
απιστίας ζει μεγάλη άνθηση.
Και δεν κερδίζουν μόνο οι ντετέκτιβ. Τεχνικοί
πληροφορικής έχουν αναπτύξει εφαρμογές για τηλέφωνα,
όπως το «SOS Alibi», «Άλλοθι SOS» δηλαδή. Η λειτουργία
του είναι πολύ απλή: σε συγκεκριμένη ώρα, στέλνει στο
σύντροφό σου ένα μήνυμα αγάπης απευθείας από το γραφείο
σου. Έτσι, την ώρα που εσύ είσαι ανάμεσα στα σεντόνια
πίνοντας σαμπάνια, φτάνει στο κινητό του συντρόφου σου
ένα μήνυμα που τον ειδοποιεί ότι θα φύγεις πιο αργά από τη
δουλειά εξαιτίας μιας απρογραμμάτιστης συνάντησης. Μια
άλλη εφαρμογή, η «Excuse Machine», η «Μηχανή των
Δικαιολογιών», προσφέρει μια σειρά από δικαιολογίες στα
γαλλικά, τα γερμανικά και τα ιταλικά και μπορείς να επιλέξεις
ποια είναι πιο βολική για τη δεδομένη μέρα.
Εν τω μεταξύ, εκτός από τους ντετέκτιβ και τους τεχνικούς
πληροφορικής, κερδισμένα βγαίνουν και τα ξενοδοχεία.
Καθώς ένας στους εφτά Ελβετούς διατηρεί εξωσυζυγική
σχέση (σύμφωνα με τις επίσημες στατιστικές), και
λαμβάνοντας υπόψη τον αριθμό των ανθρώπων στη χώρα
που είναι παντρεμένοι, μιλάμε για 450.000 ανθρώπους σε
αναζήτηση ενός ήσυχου δωματίου όπου μπορούν να

συναντηθούν. Για να προσελκύσει πελατεία, ο διευθυντής
ενός πολυτελούς ξενοδοχείου δήλωσε μια μέρα:
«Διαθέτουμε ένα σύστημα που επιτρέπει στη χρέωση της
πιστωτικής κάρτας να εμφανιστεί σαν γεύμα στο εστιατόριό
μας». Το συγκεκριμένο ξενοδοχείο έγινε το αγαπημένο όσων
μπορούν να πληρώσουν 600 φράγκα για ένα απόγευμα. Και
ακριβώς εκεί κατευθύνομαι τώρα.
Μισή ώρα άγχους αργότερα, καταφέρνω να αφήσω το
αυτοκίνητο στον παρκαδόρο και ανεβαίνω τρέχοντας στο
δωμάτιο. Χάρη στην υπηρεσία ηλεκτρονικών μηνυμάτων,
ξέρω ακριβώς πού πρέπει να πάω χωρίς να χρειάζεται να
ρωτήσω τίποτα στη ρεσεψιόν.
Από το καφέ στα γαλλικά σύνορα μέχρι το μέρος όπου
βρίσκομαι τώρα δε χρειάστηκε τίποτα περισσότερο –
εξηγήσεις, όρκοι αγάπης, ούτε καν άλλη συνάντηση– για να
βεβαιωθούμε ότι αυτό ακριβώς θέλαμε. Και οι δύο
φοβηθήκαμε να το πολυσκεφτούμε μήπως αλλάξουμε
γνώμη, κι έτσι η απόφαση λήφθηκε χωρίς πολλές ερωτήσεις
κι απαντήσεις.

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΙΑ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ. Είναι ξανά άνοιξη, είμαι
ξανά δεκαέξι χρονών, εκείνος δεκαπέντε. Έχω μυστηριωδώς
ανακτήσει την παρθενία της ψυχής μου (γιατί του σώματος
έχει χαθεί για πάντα). Φιλιόμαστε. Θεέ μου, νομίζω πως είχα
ξεχάσει πώς ήταν. Απλώς αναζητούσα συνεχώς αυτό που
ήθελα –τι και πώς να το καταφέρω, πότε να σταματήσω– και
δεχόμουν την ίδια συμπεριφορά και από τον άντρα μου. Ήταν
όλα λάθος. Ο ένας δεν παραδινόταν ολοκληρωτικά στον
άλλο.
Ίσως εκείνος σταματήσει τώρα. Ποτέ δεν είχαμε
προχωρήσει τότε πέρα από τα φιλιά. Κρατούσαν πολλή ώρα
και ήταν γεμάτα γεύση, τα ανταλλάσσαμε σε μια κρυφή γωνιά
του σχολείου. Εγώ όμως ήθελα να με βλέπουν και να με
ζηλεύουν όλοι.
Δε σταματάει. Η γλώσσα του έχει πικρή γεύση, ανάμεικτη
από τσιγάρο και βότκα. Ντρέπομαι και έχω ένταση, πρέπει να
καπνίσω και να πιω μια βότκα για να είμαστε επί ίσοις όροις!
σκέφτομαι. Τον σπρώχνω απαλά, πηγαίνω στο μίνι μπαρ και
με μια γουλιά αδειάζω ένα μπουκαλάκι τζιν. Το αλκοόλ μού
καίει το λαιμό. Του ζητάω τσιγάρο.
Μου δίνει, όχι χωρίς να μου θυμίσει πρώτα ότι
απαγορεύεται το κάπνισμα μέσα στο δωμάτιο. Τι
ικανοποίηση, να παραβαίνεις όλους τους κανόνες, ακόμα και
τους τόσο ηλίθιους όσο ο συγκεκριμένος! Τραβάω μια

ρουφηξιά, πηγαίνω στο μπάνιο και πετάω το τσιγάρο στη
λεκάνη της τουαλέτας. Με ακολουθεί, με αγκαλιάζει από
πίσω, μου φιλάει τον αυχένα και τα αφτιά, κολλάει το σώμα
του στο δικό μου και νιώθω τη στύση του στους γλουτούς
μου.
Οι ηθικές αρχές μου πού είναι; Πώς θα είναι το κεφάλι μου
όταν φύγω από εδώ και επιστρέψω στην κανονική μου ζωή;
Με τραβάει πίσω στο δωμάτιο. Γυρίζω προς το μέρος του
να τον φιλήσω στο στόμα, να γευτώ τη γλώσσα του, το
μείγμα από καπνό, σάλιο και βότκα. Δαγκώνω τα χείλη του
και μου χαϊδεύει το στήθος για πρώτη φορά. Μου βγάζει το
φόρεμα και το πετάει σε μια άκρη. Για κλάσματα του
δευτερολέπτου ντρέπομαι για το σώμα μου – δεν είμαι πια
κοπέλα,
όπως
εκείνο
το
απόγευμα
στο
σχολείο. Στεκόμαστε εκεί, όρθιοι. Οι κουρτίνες είναι ανοιχτές
και η λίμνη Λεμάν χρησιμεύει σαν φυσικός φράχτης
ανάμεσα σε εμάς και στους ανθρώπους στα κτίρια της
απέναντι όχθης.
Στη φαντασία μου προτιμάω να πιστέψω ότι κάποιος μας
βλέπει, κι αυτό με ερεθίζει ακόμα περισσότερο, πιο πολύ κι
από τα φιλιά του στο στήθος. Είμαι η τσούλα, η πόρνη που
ένας επιχειρηματίας προσέλαβε για να πηδήξει σε ένα
ξενοδοχείο, ικανή να κάνει τα πάντα.
Το αίσθημα αυτό όμως δεν κρατάει για πάντα. Επιστρέφω
και πάλι στην ηλικία των δεκαπέντε ετών, όταν
αυτοϊκανοποιούμουν πολλές φορές τη μέρα με τη σκέψη του.

Τραβάω το κεφάλι του πάνω στο στήθος μου, του ζητάω
να μου δαγκώσει τη ρώγα και φωνάζω λίγο από πόνο κι από
ηδονή.
Είναι ακόμα ντυμένος κι εγώ εντελώς γυμνή. Σπρώχνω το
κεφάλι του χαμηλά και του ζητάω να με γλείψει εκεί κάτω.
Εκείνος όμως με πετάει στο κρεβάτι, βγάζει τα ρούχα του κι
ανεβαίνει πάνω μου. Τα χέρια του ψάχνουν κάτι στο
κομοδίνο. Χάνουμε την ισορροπία μας και πέφτουμε στο
πάτωμα. Λάθος πρωτάρη, ναι – είμαστε πρωτάρηδες και δεν
ντρεπόμαστε γι’ αυτό.
Βρίσκει αυτό που έψαχνε: ένα προφυλακτικό. Μου ζητάει
να του το φορέσω με το στόμα. Κάνω ό,τι μου ζητάει, αδέξια
και σχεδόν άχαρα. Δεν καταλαβαίνω ποιος ο λόγος. Δεν
πιστεύω ότι νομίζει πως έχω κάποια αρρώστια ή πως γυρίζω
δεξιά κι αριστερά και πηγαίνω με όλους. Σέβομαι ωστόσο την
επιθυμία του. Γεύομαι τη δυσάρεστη γεύση του λιπαντικού
που καλύπτει το λάτεξ, αλλά είμαι αποφασισμένη να μάθω
να το κάνω. Δεν αφήνω να φανεί ότι είναι πρώτη φορά στη
ζωή μου που χρησιμοποιώ προφυλακτικό.
Όταν τελειώνω με αυτό, με γυρίζει από την άλλη και μου
λέει να στηριχτώ στο κρεβάτι. Θεέ μου, συμβαίνει! Και είμαι
ευτυχισμένη γι’ αυτό, σκέφτομαι.
Εκείνος όμως, αντί να διεισδύσει στο αιδοίο μου, αρχίζει
να μπαίνει από πίσω. Τρομάζω. Τον ρωτάω τι κάνει, αλλά
δεν απαντάει, απλώς παίρνει κάτι άλλο από το κομοδίνο και
το απλώνει στον πρωκτό μου. Καταλαβαίνω ότι είναι

βαζελίνη ή κάτι τέτοιο. Στη συνέχεια μου ζητάει να αυνανιστώ
και, αργά, συνεχίζει να μπαίνει.
Ακολουθώ τις οδηγίες του και νιώθω ξανά έφηβη για την
οποία το σεξ είναι ταμπού και πονάει. Θεέ μου, πονάει πολύ.
Δεν καταφέρνω πια να αυνανιστώ, σφίγγω μόνο τα σεντόνια
και δαγκώνω τα χείλη για να μην ουρλιάξω από τον πόνο.
«Πες ότι πονάς. Πες ότι δεν το έχεις ξανακάνει.
Ούρλιαξε», με διατάζει.
Υπακούω για μία ακόμα φορά. Είναι και σχεδόν αλήθεια:
το έχω ξανακάνει τέσσερις πέντε φορές, και ποτέ δε μου
άρεσε.
Οι κινήσεις του γίνονται ολοένα και πιο έντονες. Βογκάει
από ηδονή. Εγώ από τον πόνο. Με αρπάζει από τα μαλλιά
σαν να είμαι ζώο, καμιά φοράδα, και η ταχύτητά του
αυξάνεται. Βγαίνει από μέσα μου μονομιάς, τραβάει το
προφυλακτικό, με γυρίζει ανάσκελα και κοιτάει το πρόσωπό
μου.
Προσπαθεί να συγκρατήσει τα βογκητά του, όμως είναι
πέρα από τον έλεγχό του. Σιγά σιγά, ξαπλώνει πάνω μου.
Είμαι τρομαγμένη και ταυτόχρονα συνεπαρμένη από όλα
αυτά. Πηγαίνει στο μπάνιο, πετάει το προφυλακτικό στα
σκουπίδια και γυρίζει.
Ξαπλώνει δίπλα μου, ανάβει κι άλλο τσιγάρο,
χρησιμοποιεί το ποτήρι της βότκας σαν σταχτοδοχείο, που το
στηρίζει στην κοιλιά μου. Περνάμε πολλή ώρα κοιτάζοντας
το ταβάνι, αμίλητοι. Με χαϊδεύει. Δεν είναι πια ο βίαιος

άντρας που ήταν πριν από λίγα λεπτά, αλλά ο ρομαντικός
νεαρός που στο σχολείο μού μιλούσε για γαλαξίες και για το
ενδιαφέρον του για την αστρολογία.
«Δεν πρέπει να αφήσουμε μυρωδιές».
Η φράση με επαναφέρει βίαια στην πραγματικότητα.
Προφανώς δεν είναι η πρώτη του φορά. Γι’ αυτό και το
προφυλακτικό και τα πρακτικά μέτρα ώστε να μείνουν όλα
όπως ήταν πριν μπούμε στο δωμάτιο. Τον βρίζω και τον μισώ
από μέσα μου, όμως το κρύβω με χαμόγελο και τον ρωτάω
αν έχει καμιά συμβουλή για να εξαφανίσουμε τις οσμές.
Λέει ότι αρκεί να κάνω μπάνιο μόλις φτάσω στο σπίτι, πριν
αγκαλιάσω τον άντρα μου. Με συμβουλεύει επίσης να
πετάξω το εσώρουχό μου, γιατί η βαζελίνη αφήνει σημάδια.
«Αν είναι στο σπίτι, μπες τρέχοντας και πες του ότι θέλεις
οπωσδήποτε να πας στην τουαλέτα».
Νιώθω αναγούλα. Περίμενα τόσο καιρό για να
συμπεριφερθώ σαν τίγρη και τελικά με χρησιμοποίησαν σαν
να ήμουν φοράδα. Όμως έτσι είναι η ζωή: η πραγματικότητα
ποτέ δεν πλησιάζει τις ρομαντικές εφηβικές μας
φαντασιώσεις.
Τέλεια, αυτό θα κάνω.
«Θα ήθελα να σε ξαναδώ».
Εντάξει λοιπόν. Ήταν αρκετή αυτή η απλή φράση για να
μετατρέψει ξανά σε παράδεισο αυτό που έμοιαζε με κόλαση,
με λάθος, με στραβοπάτημα. Ναι, κι εγώ θα ήθελα να σε
ξαναδώ. Ήμουν αμήχανη και ντροπαλή, την επόμενη φορά

όμως θα είναι καλύτερα.
«Για να πούμε την αλήθεια, ήταν εξαιρετικά».
Ναι, ήταν εξαιρετικά, αλλά μόλις τώρα το συνειδητοποιώ.
Ξέρουμε ότι αυτή η ιστορία είναι καταδικασμένη, μα δεν έχει
σημασία τώρα.
Δε θα μιλήσω άλλο. Θα απολαύσω μόνο αυτή τη στιγμή
στο πλευρό του, θα περιμένω να τελειώσει το τσιγάρο, θα
ντυθώ και θα κατέβω πριν από εκείνον.
Θα βγω από την ίδια πόρτα από την οποία μπήκα.
Θα πάρω το ίδιο αυτοκίνητο και θα κατευθυνθώ προς το
ίδιο μέρος στο οποίο επιστρέφω κάθε βράδυ. Θα μπω
τρέχοντας, λέγοντας πως έχω το στομάχι μου και πρέπει να
πάω στην τουαλέτα. Θα πλυθώ και θα εξαφανίσω και τα
ελάχιστα ίχνη του που έμειναν πάνω μου.
Μόνο τότε θα φιλήσω τον άντρα μου και τα παιδιά μου.

ΔΕΝ ΗΜΑΣΤΑΝ ΔΥΟ ΑΝΘΡΩΠΟΙ με τις ίδιες προθέσεις σ’
εκείνο το δωμάτιο του ξενοδοχείου.
Εγώ αναζητούσα ένα χαμένο ειδύλλιο. Εκείνος ήταν
παρακινημένος από το ένστικτο του κυνηγού.
Εγώ αναζητούσα τον νεαρό της εφηβικής μου ηλικίας.
Εκείνος ήθελε τη γοητευτική και τολμηρή γυναίκα που πήγε
να του πάρει συνέντευξη πριν από τις εκλογές.
Εγώ νόμιζα ότι η ζωή μου θα μπορούσε να αποκτήσει
άλλο νόημα. Εκείνος θεώρησε μονάχα ότι το απόγευμα θα
του έφερνε κάτι διαφορετικό από τις βαρετές και ατελείωτες
συζητήσεις στο Συμβούλιο των Κρατιδίων.
Για εκείνον ήταν ένας απλός περισπασμός, αν και
επικίνδυνος. Για μένα κάτι ασυγχώρητο, σκληρό, μια επίδειξη
ναρκισσισμού ανάμεικτου με εγωισμό.
Οι άντρες απατούν επειδή είναι στο σύστημά τους εκ
γενετής. Η γυναίκα το κάνει επειδή δεν έχει αρκετή
αξιοπρέπεια και, αντί να δώσει το κορμί της, καταλήγει τελικά
να δίνει λίγη από την καρδιά της. Έγκλημα πραγματικό.
Κλοπή. Χειρότερο κι ληστεία τράπεζας, καθώς, αν μια μέρα
την ανακαλύψουν (και την ανακαλύπτουν πάντα), κάτι τέτοιο
θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην οικογένειά της.
Για τους άντρες είναι απλώς ένα «ανόητο λάθος». Για τις
γυναίκες πνευματική δολοφονία όλων όσα την
περιστοιχίζουν με τρυφερότητα και τη στηρίζουν ως γυναίκα

και ως σύζυγο.
Ξαπλωμένη δίπλα στον άντρα μου, φαντάζομαι τον
Ζακόμπ ξαπλωμένο δίπλα στη Μαριάν. Έχει άλλα στο
μυαλό του: τις αυριανές πολιτικές συναντήσεις, πράγματα
που έχει να κάνει, την ατζέντα του που είναι γεμάτη ραντεβού.
Ενώ εγώ η ηλίθια κοιτάζω το ταβάνι και θυμάμαι κάθε
δευτερόλεπτο που πέρασα σ’ εκείνο το ξενοδοχείο,
ξαναβλέποντας ασταμάτητα την πορνοταινία στην οποία
πρωταγωνίστησα.
Θυμάμαι τη στιγμή που κοίταξα έξω από το παράθυρο κι
ευχήθηκα να μας παρακολουθεί κάποιος με κιάλια, ίσως
αυνανιζόμενος να με βλέπει υποταγμένη να με παίρνουν από
πίσω. Πόσο με ερέθισε αυτή η σκέψη! Με τρέλανε και μ’
έκανε να ανακαλύψω μια πτυχή του εαυτού μου που
αγνοούσα εντελώς.
Είμαι τριάντα ενός χρονών. Δεν είμαι παιδί και νόμιζα ότι
δεν υπήρχαν πια πράγματα να ανακαλύψω για μένα. Όμως
υπάρχουν. Είμαι μυστήριο για τον εαυτό μου, άνοιξα το
φράγμα και θέλω να προχωρήσω περισσότερο, να δοκιμάσω
όλα όσα ξέρω ότι υπάρχουν: μαζοχισμό, ομαδικό σεξ, φετίχ,
τα πάντα.
Και δεν καταφέρνω να πω δε θέλω άλλο, δεν τον αγαπάω,
ήταν όλα μια φαντασίωση δημιουργημένη από τη μοναξιά
μου.
Ίσως στ’ αλήθεια να μην τον αγαπάω. Αγαπάω όμως
αυτό που ξύπνησε μέσα μου. Μου φέρθηκε χωρίς κανένα

σεβασμό, με άφησε χωρίς αξιοπρέπεια, δε φοβήθηκε κι έκανε
ό,τι ήθελε, ενώ εγώ για μία ακόμα φορά προσπαθούσα να
ευχαριστήσω κάποιον.
Το μυαλό μου ταξιδεύει σε ένα μυστικό και άγνωστο
μέρος. Αυτή τη φορά εγώ είμαι η κυρία. Μπορώ να τον
ξαναδώ γυμνό, όμως αυτή τη φορά δίνω εγώ τις διαταγές,
δένω τα πόδια και τα χέρια του, κάθομαι στο πρόσωπό του
και τον αναγκάζω να μου φιλήσει το αιδοίο ώσπου να μην
αντέχω πια τους οργασμούς. Στη συνέχεια τον γυρίζω
μπρούμυτα και διεισδύω με τα δάχτυλά μου μέσα του, πρώτα
με το ένα, μετά με δύο, με τρία. Βογκάει από τον πόνο και την
ηδονή, ενώ τον ικανοποιώ με το ελεύθερο χέρι μου,
νιώθοντας το ζεστό υγρό να κυλάει στα δάχτυλά μου, που τα
φέρνω στο στόμα μου και τα γλείφω ένα ένα και μετά τα
σκουπίζω στο πρόσωπό του. Ζητάει κι άλλο. Του λέω πως
μέχρι εδώ αρκεί. Εγώ αποφασίζω!
Πριν κοιμηθώ, αυνανίζομαι και έχω δύο απανωτούς
οργασμούς.

Η ΙΔΙΑ ΣΚΗΝΗ, όπως πάντα: ο άντρας μου διαβάζει τις
ειδήσεις της μέρας στο iPad. Τα παιδιά είναι ήδη έτοιμα για
το σχολείο. Ο ήλιος μπαίνει από το τζάμι. Κι εγώ παριστάνω
πως καταπιάνομαι με κάτι, αλλά στην πραγματικότητα τρέμω
μήπως υποπτευτεί κανείς τίποτα.
«Φαίνεσαι πολύ ευτυχισμένη σήμερα».
Φαίνομαι και είμαι, αλλά δε θα έπρεπε. Αυτό που έζησα
χτες ήταν ρίσκο για όλους, ιδίως για μένα. Να υπάρχει άραγε
κάποια σιωπηρή υποψία στο σχόλιό του; Αμφιβάλλω.
Πιστεύει ό,τι του λέω. Όχι επειδή είναι βλάκας, κάθε άλλο,
αλλά επειδή μου έχει εμπιστοσύνη.
Κι αυτό με εκνευρίζει ακόμα περισσότερο. Δεν είμαι
αξιόπιστος άνθρωπος.
Ή μάλλον είμαι, ναι. Πήγα στο ξενοδοχείο για λόγους που
δε γνωρίζω. Είναι αυτό καλή δικαιολογία; Όχι. Είναι κάκιστη,
κανείς δε με ανάγκασε να πάω. Μπορώ βέβαια να ισχυριστώ
ότι ένιωθα μόνη, ότι δε λάμβανα την προσοχή που είχα
ανάγκη, μόνο κατανόηση και ανεκτικότητα. Μπορώ να πω
στον εαυτό μου ότι χρειάζομαι περισσότερες προκλήσεις,
αμφισβήτηση και αντίλογο σε αυτό που κάνω. Μπορώ να
προβάλω το επιχείρημα ότι αυτό συμβαίνει σε όλους, έστω
και στα όνειρά τους.
Κατά βάθος όμως αυτό που συνέβη ήταν πολύ απλό:
πήγα στο κρεβάτι με έναν άντρα επειδή ήθελα να το κάνω

σαν τρελή. Τίποτα περισσότερο. Καμία πνευματική ή
ψυχολογική δικαιολογία. Ήθελα να πηδηχτώ. Τελεία και
παύλα.
Ξέρω ανθρώπους που παντρεύτηκαν για την ασφάλεια, το
στάτους, το χρήμα. Η αγάπη ήταν τελευταία στη λίστα. Εγώ
όμως παντρεύτηκα από αγάπη.
Τότε γιατί έκανα ό,τι έκανα; Επειδή νιώθω μοναξιά. Και
γιατί αυτό;
«Είναι πολύ ωραίο να σε βλέπω ευτυχισμένη», μου λέει.
Του απαντάω πως ναι, είμαι ευτυχισμένη. Το φθινοπωρινό
πρωινό είναι όμορφο. Το σπίτι συγυρισμένο κι εγώ με τον
άντρα που αγαπώ.
Σηκώνεται και μου δίνει ένα φιλί. Τα παιδιά χαμογελούν,
ακόμα και χωρίς να πολυκαταλαβαίνουν την κουβέντα μας.
«Κι εγώ είμαι με τη γυναίκα που αγαπώ. Όμως γιατί αυτό
τώρα;»
Γιατί όχι;
«Είναι πρωί. Θέλω να μου το πεις ξανά απόψε, όταν θα
είμαστε μαζί στο κρεβάτι».
Μα ποια είμαι, Θεέ μου; Γιατί λέω τέτοια πράγματα; Για
να μην υποψιαστεί τίποτα; Γιατί δε συμπεριφέρομαι όπως
κάθε πρωί, σαν μια ικανή σύζυγος που φροντίζει την
οικογένειά της; Τι επιδείξεις τρυφερότητας είναι αυτές; Αν
αρχίσω να είμαι πολύ τρυφερή, θα κινήσω υποψίες.
«Δε θα μπορούσα να ζήσω χωρίς εσένα», λέει
επιστρέφοντας στη θέση του στο τραπέζι.

Είμαι χαμένη. Για κάποιο περίεργο λόγο όμως, δε νιώθω
την παραμικρή τύψη γι’ αυτό που συνέβη χτες.

ΟΤΑΝ ΦΤΑΝΩ ΣΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ , ο αρχισυντάκτης μού
πλέκει το εγκώμιο. Το θέμα που πρότεινα δημοσιεύτηκε
σήμερα.
«Έχουν φτάσει στη Σύνταξη πολλά μηνύματα
ηλεκτρονικής αλληλογραφίας που επικροτούν την ιστορία με
το μυστηριώδη Κουβανό. Ο κόσμος θέλει να μάθει ποιος
είναι. Αν μας επιτρέψει να αποκαλύψουμε τη διεύθυνσή του,
θα έχει δουλειά για καιρό».
Ο Κουβανός σαμάνος! Αν διαβάσει την εφημερίδα, θα
αντιληφθεί ότι δε μου είπε τίποτα απ’ όλα αυτά. Τα
ξεσήκωσα όλα από ιστολόγια για το σαμανισμό. Όπως
φαίνεται, η κρίση μου δεν περιορίζεται σε συζυγικά
προβλήματα: έχω αρχίσει να μην είμαι και τόσο καλή
επαγγελματίας.
Λέω στον αρχισυντάκτη ότι ο Κουβανός με κοίταξε στα
μάτια και με απείλησε εάν αποκαλύψω ποιος είναι. Μου
απαντάει ότι δεν πρέπει να πιστεύω τέτοια πράγματα και
ρωτάει αν μπορώ να δώσω τη διεύθυνσή του σε ένα μόνο
πρόσωπο: τη σύζυγό του.
«Είναι κάπως στρεσαρισμένη».
Όλοι είναι κάπως στρεσαρισμένοι, μαζί και ο σαμάνος. Δεν
υπόσχομαι τίποτα, αλλά θα του μιλήσω.
Μου ζητάει να του τηλεφωνήσω τώρα αμέσως. Κάνω
αυτό που μου ζητάει και εκπλήσσομαι με την αντίδραση του

Κουβανού. Με ευχαριστεί που ήμουν ειλικρινής και που
προστάτεψα την ταυτότητά του και επαινεί τις γνώσεις μου
για το θέμα. Τον ευχαριστώ, αναφέρομαι στην απήχηση που
έτυχε το δημοσίευμα και τον ρωτάω αν μπορούμε να
κλείσουμε ένα ακόμα ραντεβού.
«Μα μιλούσαμε σχεδόν δύο ώρες! Το υλικό που έχεις
πρέπει να είναι υπεραρκετό!»
Δε λειτουργεί έτσι η δημοσιογραφία, του εξηγώ. Απ’ όσα
δημοσιεύτηκαν λίγα πράγματα προήλθαν από τις δύο εκείνες
ώρες. Για τα περισσότερα χρειάστηκε να κάνω έρευνα. Τώρα
πρέπει να προσεγγίσω το θέμα με διαφορετικό τρόπο.
Ο αρχισυντάκτης στέκεται ακόμα δίπλα μου, ακούγοντας
τι λέω και κάνοντας νοήματα. Τελικά, εκεί που ο Κουβανός
είναι σχεδόν έτοιμος να το κλείσει, επιμένω ότι λείπουν
πολλά από το κομμάτι. Πρέπει να διερευνήσω περισσότερο το
ρόλο της γυναίκας σε αυτή την «πνευματική» αναζήτηση και
η σύζυγος του αφεντικού μου θα ήθελε να τον γνωρίσει.
Γελάει. Ποτέ δε θα παραβώ τη συμφωνία μας, επιμένω όμως
ότι όλοι ξέρουν πού μένει και ποιες μέρες δέχεται.
Σε παρακαλώ, δέξου ή αρνήσου. Αν δε θέλεις να
συνεχίσουμε τη συζήτησή μας, θα βρω κάποιον άλλο.
Αφθονούν οι άνθρωποι που ισχυρίζονται ότι είναι ειδικοί στο
να θεραπεύουν ασθενείς στα πρόθυρα νευρικής κρίσης. Η
μόνη διαφορά είναι η μέθοδός σου, αλλά δεν είσαι ο μόνος
θεραπευτής στην πόλη. Σήμερα το πρωί επικοινώνησαν
πολλοί άλλοι, οι περισσότεροι Αφρικανοί, θέλοντας να

προβάλουν τη δουλειά τους, να κερδίσουν χρήματα και να
γνωρίσουν σημαντικούς ανθρώπους που θα τους
προστατέψουν σε περίπτωση που κινηθούν διαδικασίες
απέλασης.
Ο Κουβανός διστάζει για λίγο, όμως η ματαιοδοξία του
και ο φόβος του ανταγωνισμού τελικά υπερισχύουν.
Κλείνουμε ραντεβού στο σπίτι του στο Βεριέ. Πεθαίνω από
την περιέργεια να δω πώς ζει – θα δώσει περισσότερο
ενδιαφέρον στο θέμα της εφημερίδας.

Βρισκόμαστε στο μικρό δωμάτιο που έχει μετατραπεί σε
γραφείο στο σπίτι του στο Βεριέ. Στον τοίχο έχει κάποια
σχεδιαγράμματα που μοιάζουν δανεικά από την ινδική
κουλτούρα: η θέση των ενεργειακών κέντρων, η πατούσα με
τους μεσημβρινούς της. Πάνω σε ένα έπιπλο υπάρχουν
μερικοί κρύσταλλοι.
Κάναμε ήδη μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση για το
ρόλο της γυναίκας στις τελετές των σαμάνων. Μου εξηγεί ότι
κατά τη γέννηση όλοι έχουμε στιγμές αποκάλυψης, και αυτό
είναι πολύ πιο συχνό στις γυναίκες. Όπως θα πρόσεχε ο κάθε
παρατηρητικός άνθρωπος, οι θεές της γεωργίας ήταν πάντα
γυναίκες και τα θεραπευτικά βότανα έγιναν γνωστά στις
φυλές που ζούσαν στις σπηλιές από τα χέρια των γυναικών.
Έχουν πολύ μεγαλύτερη ευαισθησία στον κόσμο του
πνεύματος και των συναισθημάτων, κι αυτό τις κάνει

επιρρεπείς σε κρίσεις που οι γιατροί στο παρελθόν
αποκαλούσαν «υστερία» και σήμερα είναι γνωστές ως
«διπολικότητα» – η τάση δηλαδή να περνάς από την
απόλυτη ευφορία σε βαθιά θλίψη πολλές φορές τη μέρα. Για
τον Κουβανό τα πνεύματα τείνουν πολύ περισσότερο να
μιλούν με γυναίκες επειδή εκείνες καταλαβαίνουν καλύτερα
μια γλώσσα που δεν εκφράζεται με λέξεις.
Προσπαθώ να χρησιμοποιήσω αυτό που νομίζω πως είναι
η γλώσσα του: μήπως άραγε, λόγω υπερβολικής
ευαισθησίας, υπάρχει περίπτωση ας πούμε ένα κακό πνεύμα
να μας υποβάλει να κάνουμε πράγματα που δε θέλουμε;
Δεν καταλαβαίνει την ερώτησή μου. Την αναδιατυπώνω.
Εάν οι γυναίκες είναι τόσο ασταθείς ώστε να περνούν από τη
χαρά στη θλίψη...
«Χρησιμοποίησα εγώ τη λέξη “ασταθείς”; Όχι. Το
αντίθετο μάλιστα. Παρά την πολλή ευαισθησία τους, είναι
πολύ πιο επίμονες από τους άντρες».
Όπως στην αγάπη, για παράδειγμα. Συμφωνεί. Του λέω
όλα όσα μου συνέβησαν και ξεσπάω σε λυγμούς. Εκείνος
παραμένει απαθής. Η καρδιά του όμως δεν είναι από πέτρα.
«Όταν πρόκειται για μοιχεία, ο διαλογισμός βοηθάει λίγο
ή καθόλου. Στην προκειμένη περίπτωση ο άνθρωπος είναι
ευτυχισμένος με αυτό που συμβαίνει. Διατηρεί τη σιγουριά
του, ενώ παράλληλα ζει την περιπέτεια. Πρόκειται για ιδανική
κατάσταση».
Τι ωθεί τους ανθρώπους στην απιστία;

«Δεν είναι ο τομέας μου αυτός. Έχω πολύ προσωπική
άποψη για το θέμα, αλλά δεν πρέπει να δημοσιευτεί».
Σε παρακαλώ, βοήθησέ με.
Ανάβει λιβάνι, μου ζητάει να καθίσω οκλαδόν απέναντί
του και βολεύεται κι αυτός στην ίδια θέση. Ο αυστηρός
άντρας μοιάζει τώρα με σπλαχνικό σοφό που προσπαθεί να
με βοηθήσει.
«Αν οι παντρεμένοι άνθρωποι αποφασίζουν, για
οποιονδήποτε λόγο, να αναζητήσουν ένα τρίτο πρόσωπο,
αυτό δε σημαίνει απαραίτητα ότι η σχέση του ζευγαριού πάει
άσχημα. Δεν πιστεύω επίσης ότι η κύρια αιτία είναι το σεξ.
Έχει περισσότερο να κάνει με την ανία, με την έλλειψη
πάθους, με τις προκλήσεις που σπανίζουν. Είναι ένας
συνδυασμός παραγόντων».
Και γιατί συμβαίνει αυτό;
«Επειδή, από τη στιγμή που απομακρυνόμαστε από το
Θεό, ζούμε μια ζωή κατακερματισμένη. Προσπαθούμε να
βρούμε την ενότητα, αλλά δε γνωρίζουμε το δρόμο της
επιστροφής, οπότε βρισκόμαστε σε μια κατάσταση συνεχούς
δυσαρέσκειας. Η κοινωνία το απαγορεύει και δημιουργεί
νόμους, αυτό όμως δε λύνει το πρόβλημα».
Νιώθω ανάλαφρη, σαν να απέκτησα ένα διαφορετικό
είδος αντίληψης. Βλέπω στα μάτια του: ξέρει τι λέει επειδή το
έχει ζήσει.
«Ήξερα έναν άντρα που κάθε φορά που συναντούσε την
ερωμένη του αντιμετώπιζε προβλήματα ανικανότητας. Παρ’

όλα αυτά, του άρεσε πάρα πολύ να είναι μαζί της κι εκείνη
ένιωθε καλά μαζί του».
Δεν μπορώ να κρατηθώ. Τον ρωτάω αν ο άντρας αυτός
είναι ο ίδιος.
«Ναι. Η γυναίκα μου με άφησε γι’ αυτό το λόγο. Που δε
δικαιολογεί μια τόσο ριζική απόφαση».
Και πώς αντέδρασε;
«Θα μπορούσα να είχα επικαλεστεί τη βοήθεια των
πνευμάτων, αλλά θα το πλήρωνα στην επόμενη ζωή μου.
Έπρεπε όμως να βρω το λόγο για τον οποίο είχε αντιδράσει
έτσι. Για να αντισταθώ στον πειρασμό να τη φέρω πίσω
χρησιμοποιώντας τις μαγικές μου γνώσεις, άρχισα να
μελετάω το θέμα».
Χωρίς να πολυθέλει, ο Κουβανός παίρνει επαγγελματικό
ύφος.
«Ερευνητές στο Πανεπιστήμιο του Τέξας στο Όστιν
επιχείρησαν να απαντήσουν στο ερώτημα που θέτουν πολλοί
στον εαυτό τους: Γιατί οι άντρες είναι πιο άπιστοι από τις
γυναίκες, παρόλο που ξέρουν πως η συμπεριφορά αυτή είναι
αυτοκαταστροφική και θα προκαλέσει πόνο στους
ανθρώπους που αγαπούν; Το συμπέρασμα ήταν πως οι
άντρες και οι γυναίκες νιώθουν την ίδια ακριβώς επιθυμία να
απατήσουν το σύντροφό τους. Η γυναίκα απλώς έχει
περισσότερο αυτοέλεγχο».
Κοιτάζει το ρολόι του. Τον παρακαλάω να συνεχίσει και
συνειδητοποιώ πως μάλλον χαίρεται που μπορεί να ανοίξει

την ψυχή του.
«Σύντομες συνευρέσεις, με μοναδικό στόχο την
ικανοποίηση του σεξουαλικού ενστίκτου και χωρίς καμία
συναισθηματική εμπλοκή από τον άντρα, κατέστησαν εφικτή
την επιβίωση και τη διαιώνιση του είδους. Οι έξυπνες
γυναίκες δε θα έπρεπε να κατακρίνουν τους άντρες γι’ αυτό.
Προσπαθούν να αντισταθούν, αλλά έχουν βιολογικά την
τάση να ενεργούν έτσι. Είναι πολύ τεχνικά αυτά που λέω;»
Όχι.
«Έχεις προσέξει ότι ο άνθρωπος φοβάται περισσότερο τις
αράχνες και τα φίδια απ’ ό,τι τα αυτοκίνητα, παρόλο που οι
θάνατοι από αυτοκινητικά δυστυχήματα είναι πολύ
συχνότεροι; Αυτό συμβαίνει επειδή το μυαλό μας βρίσκεται
ακόμα στην εποχή των σπηλαίων, όταν τα φίδια και οι
αράχνες ήταν θανατηφόρα. Το ίδιο συμβαίνει και με την
ανάγκη του άντρα να έχει πολλές γυναίκες. Τους καιρούς
εκείνους πήγαινε για κυνήγι και η φύση τον δίδαξε ότι η
επιβίωση του είδους αποτελεί προτεραιότητα: πρέπει να
αφήσεις όσο το δυνατό περισσότερες γυναίκες έγκυες».
Οι γυναίκες δε σκέφτονται κι εκείνες να διατηρήσουν το
είδος;
«Το σκέφτονται φυσικά. Όμως, ενώ για τον άντρα η
δέσμευση προς το είδος του διαρκεί το πολύ έντεκα λεπτά,
για τη γυναίκα κάθε παιδί σημαίνει τουλάχιστον εννιά μήνες
κύησης. Χώρια ότι πρέπει να το φροντίσει, να το θρέψει και να
το προστατέψει από τους κινδύνους, τις αράχνες και τα φίδια.

Έτσι λοιπόν το ένστικτό της αναπτύχθηκε με άλλο τρόπο. Η
στοργή και ο αυτοέλεγχος απέκτησαν μεγαλύτερη σημασία».
Μιλάει για τον εαυτό του. Προσπαθεί να δικαιολογήσει
όσα έχει κάνει. Κοιτάζω γύρω μου και βλέπω τα ινδικά
σχεδιαγράμματα, τους κρυστάλλους, τα λιβάνια. Κατά
βάθος, είμαστε όλοι ίδιοι. Κάνουμε τα ίδια λάθη και
συνεχίζουμε να έχουμε τα ίδια ερωτήματα χωρίς απάντηση.
Ο Κουβανός κοιτάζει το ρολόι του ακόμα μια φορά και
λέει πως ο χρόνος μας τελείωσε. Θα έρθει άλλος πελάτης,
και φροντίζει να αποφεύγει να συναντιούνται οι πελάτες του
στην αίθουσα αναμονής. Σηκώνεται και με συνοδεύει ως την
πόρτα.
«Δε θέλω να γίνω αγενής, αλλά μην ξαναεπικοινωνήσεις
μαζί μου, σε παρακαλώ. Σου είπα όλα όσα είχα να πω».

ΓΡΑΦΕΙ ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ:
Ένα βράδυ, ο Δαβίδ σηκώθηκε από το κρεβάτι του και
άρχισε να κάνει βόλτες στο βασιλικό δώμα. Είδε από εκεί μια
γυναίκα να λούζεται, η οποία ήταν πολύ όμορφη. Έστειλε να
ρωτήσουν ποια ήταν.
Του απάντησαν ότι ήταν η Βηρσαβεέ, σύζυγος του Ουρία.
Τότε ο Δαβίδ πρόσταξε τους ανθρώπους του να του τη
φέρουν. Κοιμήθηκαν μαζί και εκείνη επέστρεψε στο σπίτι της.
Στη συνέχεια η γυναίκα έστειλε στον Δαβίδ ένα μήνυμα: είμαι
έγκυος.
Τότε ο Δαβίδ διέταξε να στείλουν τον Ουρία στο μέτωπο,
σε μια επικίνδυνη αποστολή. Πέθανε, και η Βηρσαβεέ πήγε να
ζήσει με το βασιλιά στο παλάτι του.[1]
Δαβίδ, το τρανό παράδειγμα, είδωλο γενιών ολόκληρων,
ο ατρόμητος πολεμιστής, ο οποίος όχι μόνο διέπραξε
μοιχεία, αλλά έστειλε και τον αντίζηλό του στο θάνατο,
εκμεταλλευόμενος την αφοσίωση και την καλή του πρόθεση.
Δε χρειάζεται να χρησιμοποιήσω βιβλικές δικαιολογίες για
τη μοιχεία, ούτε για δολοφονίες. Θυμάμαι όμως την ιστορία
αυτή από το σχολείο, το ίδιο σχολείο στο οποίο εγώ και ο
Ζακόμπ φιληθήκαμε εκείνη την άνοιξη.
Τα φιλιά αυτά έπρεπε να περιμένουν δεκαπέντε χρόνια για
να επαναληφθούν, και όταν τελικά συνέβη, όλα έγιναν
ακριβώς όπως δεν είχα φανταστεί. Μου φάνηκε πρόστυχο,

εγωιστικό, δυσοίωνο. Παρ’ όλα αυτά, μου άρεσε πολύ και
θέλησα να ξανασυμβεί, το συντομότερο δυνατό. Σε
δεκαπέντε μέρες εγώ και ο Ζακόμπ συναντηθήκαμε ήδη
τέσσερις φορές. Σιγά σιγά έφυγε η αμηχανία. Είχαμε
συναντήσεις φυσιολογικές και άλλες όχι και τόσο
συμβατικές. Ακόμα δεν κατάφερα να κάνω πραγματικότητα
τη φαντασίωσή μου να τον δέσω και να τον υποχρεώσω να
φιλήσει το αιδοίο μου μέχρι να μην αντέχω άλλο από την
ηδονή, αλλά είμαι σε καλό δρόμο.

[1] Βλ. Βασιλειών Βʹ (ή Σαμουήλ Βʹ), κεφάλαιο ιαʹ. (Σ.τ.Μ.)

ΣΙΓΑ ΣΙΓΑ , η Μαριάν χάνει τη σπουδαιότητά της στην
ιστορία μου. Χτες ήμουν ξανά με τον άντρα της, κι αυτό
δείχνει πόσο ασήμαντη και απούσα είναι εκείνη από όλο
αυτό. Δε θέλω πια να το ανακαλύψει η κυρία Κενίγκ, ούτε να
σκεφτεί το διαζύγιο, γιατί έτσι θα χαίρομαι έναν εραστή χωρίς
να χρειάζεται να απαρνηθώ όλα όσα κατέκτησα με κόπο και
ελέγχοντας τα συναισθήματά μου: τα παιδιά μου, τον άντρα
μου, τη δουλειά μου και αυτό το σπίτι.
Τι θα κάνω με την κοκαΐνη που έχω κρύψει εδώ και που
μπορεί να ανακαλυφθεί από στιγμή σε στιγμή; Χάλασα
πολλά χρήματα. Δεν μπορώ να επιχειρήσω να την
ξαναπουλήσω, θα ήταν ένα βήμα προς τη φυλακή.
Ορκίστηκα να μην ξαναδοκιμάσω. Μπορώ να την προσφέρω
ως δώρο σε ανθρώπους που ξέρω ότι τους αρέσει, αλλά κάτι
τέτοιο θα ήταν πλήγμα στην υπόληψή μου ή, χειρότερο, ίσως
με ρωτήσουν αν γίνεται να βρω κι άλλη.
Η πραγματοποίηση του ονείρου μου να βρεθώ στο κρεβάτι
με τον Ζακόμπ με πήγε στον ουρανό και μετά με επανέφερε
πίσω στην πραγματικότητα. Ανακάλυψα ότι, παρόλο που
πίστευα πως ήταν αγάπη, αυτό που νιώθω δεν είναι παρά
πάθος, καταδικασμένο να τελειώσει ανά πάσα στιγμή, και δεν
έχω την παραμικρή πρόθεση να το συντηρήσω: κατάφερα
ήδη να ζήσω την περιπέτεια, την ικανοποίηση του
παρανόμου, τις νέες σεξουαλικές εμπειρίες, τη χαρά. Κι όλα

αυτά χωρίς ίχνος ενοχών. Δίνω στον εαυτό μου ένα δώρο που
του αξίζει έπειτα από τόσα χρόνια καλής συμπεριφοράς.
Είμαι σε ειρήνη με τον εαυτό μου. Ή, καλύτερα, ήμουν
μέχρι σήμερα.
Μετά από μέρες που κοιμόμουν καλά, νιώθω ότι ο δράκος
σκαρφάλωσε από την άβυσσο στην οποία είχε ριχτεί.

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ ή τα Χριστούγεννα που
πλησιάζουν; Είναι η εποχή του έτους που με καταθλίβει πιο
πολύ απ’ όλες – και δεν αναφέρομαι σε ορμονική διαταραχή
ή στην έλλειψη ορισμένων χημικών συστατικών από τον
οργανισμό μου. Χαίρομαι που στη Γενεύη το πράγμα δεν
είναι τόσο υπερβολικό όσο σε άλλες χώρες.
Μια χρονιά πέρασα την Πρωτοχρονιά στη Νέα Υόρκη. Είχε
παντού φώτα, στολισμούς, χορωδίες στο δρόμο,
διακοσμημένες βιτρίνες, τάρανδους, καμπανούλες, ψεύτικες
νιφάδες χιονιού, δέντρα με μπάλες κάθε χρώματος και
μεγέθους, χαμόγελα κολλημένα στα πρόσωπα... κι εγώ
ήμουν σίγουρη πως ήμουν ένα σφάλμα της φύσης, η μόνη
που ένιωθα εντελώς ξένη. Δεν έχω πάρει ποτέ μου LSD, αλλά
νομίζω πως θα χρειαζόταν τριπλή δόση για να δεις όλα αυτά
τα χρώματα.
Το περισσότερο που βλέπουμε εδώ είναι κάποιους
υπαινιγμούς στον κεντρικό δρόμο, ίσως για χάρη των
τουριστών (Αγοράστε! Πάρτε κάτι για τα παιδιά σας από την
Ελβετία!). Αλλά δεν έχω περάσει ακόμα από εκεί, οπότε δεν
μπορεί να φταίνε τα Χριστούγεννα γι’ αυτό το παράξενο
συναίσθημα. Δεν υπάρχει εδώ γύρω κανένας Άγιος Βασίλης
να κρέμεται από κάποια καμινάδα, θυμίζοντάς μας ότι πρέπει
να είμαστε ευτυχισμένοι από τώρα και όλο το Δεκέμβριο.
Στριφογυρίζω στο κρεβάτι, όπως πάντα. Ο άντρας μου

κοιμάται, όπως πάντα. Κάναμε έρωτα. Κάνουμε έρωτα
συχνότερα πλέον, αλλά δεν ξέρω αν είναι για να κρυφτώ ή
επειδή ξύπνησα τη λίμπιντό μου. Το γεγονός είναι ότι στο
σεξ είμαι πιο ενθουσιώδης μαζί του. Δεν έκανε ερωτήσεις
όταν καθυστέρησα να έρθω, ούτε δείχνει να ζηλεύει. Εκτός
από την πρώτη φορά, όταν έπρεπε να πάω κατευθείαν στην
τουαλέτα, σύμφωνα με τις οδηγίες, για να εξαφανίσω τα ίχνη
από μυρωδιές και τα λεκιασμένα ρούχα. Τώρα έχω πάντα
μαζί μου ένα έξτρα εσώρουχο, κάνω μπάνιο στο ξενοδοχείο
και μπαίνω στο ασανσέρ με άψογο μακιγιάζ. Δε φαίνομαι πια
αγχωμένη ούτε κινώ υποψίες. Δύο φορές που συνάντησα
γνωστούς φρόντισα να τους χαιρετήσω και ν’ αφήσω να
πλανιέται στον αέρα το ερώτημα: «Μήπως συναντάει
κάποιον;» Κάνει καλό στον εγωισμό και είναι απολύτως
σίγουρο. Στο κάτω κάτω, αφού και οι ίδιοι βρίσκονται στο
ασανσέρ ενός ξενοδοχείου ενώ μένουν στην πόλη, είναι τόσο
ένοχοι όσο εγώ.
Κοιμάμαι και ξαναξυπνάω σε λίγα λεπτά. Ο Βίκτορ
Φρανκενστάιν δημιούργησε το τέρας του, ο δόκτωρ Τζέκιλ
άφησε τον κύριο Χάιντ να έρθει στην επιφάνεια. Αυτό δε με
τρομάζει ακόμα, ίσως όμως πρέπει να φτιάξω πια κάποιους
κανόνες συμπεριφοράς.
Έχω μια πλευρά που είναι έντιμη, ευγενική, τρυφερή,
επαγγελματική, ικανή να αντιδρά ψύχραιμα σε δύσκολες
καταστάσεις, ιδίως κατά τη διάρκεια συνεντεύξεων, όταν
κάποιοι συνεντευξιαζόμενοι είναι επιθετικοί ή προσπαθούν να

ξεφύγουν από τις ερωτήσεις μου.
Ανακαλύπτω όμως και μια πλευρά πιο αυθόρμητη, άγρια,
ανυπόμονη, που δεν περιορίζεται στο δωμάτιο του
ξενοδοχείου όπου συναντιέμαι με τον Ζακόμπ και αρχίζει να
επηρεάζει την καθημερινότητά μου. Εκνευρίζομαι πιο εύκολα
όταν ο πωλητής πιάνει την κουβέντα με κάποιο πελάτη ενώ
υπάρχει ουρά στο μαγαζί. Πηγαίνω στο σούπερ μάρκετ από
υποχρέωση και έχω σταματήσει να ελέγχω τιμές και
ημερομηνίες λήξης. Όταν κάποιος μου λέει κάτι με το οποίο
δε συμφωνώ, φροντίζω να απαντήσω. Συζητάω για πολιτική.
Υπερασπίζομαι ταινίες που όλοι σιχαίνονται και κατακρίνω
αυτές που αρέσουν σε όλους. Τρελαίνομαι να εκπλήσσω τους
ανθρώπους με παράλογες και εκτός τόπου απόψεις. Με δυο
λόγια, έπαψα πλέον να είμαι η διακριτική γυναίκα που ήμουν
πάντα.
Οι άλλοι έχουν αρχίσει να το προσέχουν. «Είσαι
διαφορετική!» μου λένε. Αυτό είναι ένας τρόπος να πουν
«Κάτι κρύβεις», που σύντομα γίνεται «Αν πρέπει να το
κρύψεις, τότε κάνεις κάτι που δε θα έπρεπε».
Μπορεί να είμαι και παρανοϊκή βέβαια. Σήμερα όμως
νιώθω σαν να είμαι δύο διαφορετικοί άνθρωποι.
Το μόνο που έπρεπε να κάνει ο Δαβίδ ήταν να διατάξει
τους άντρες του να του φέρουν εκείνη τη γυναίκα. Δεν όφειλε
εξηγήσεις σε κανέναν. Όταν εμφανίστηκε το πρόβλημα,
έστειλε τον άντρα της στην πρώτη γραμμή της μάχης. Στην
περίπτωσή μου τα πράγματα είναι διαφορετικά. Όσο

διακριτικοί κι αν είναι οι Ελβετοί, υπάρχουν δύο στιγμές που
δεν τους αναγνωρίζει κανείς.
Η πρώτη είναι στην κίνηση στους δρόμους. Αν κάποιος
καθυστερήσει έστω και ένα κλάσμα του δευτερολέπτου να
ξεκινήσει αφού ανάψει το φανάρι, αρχίζουν αμέσως να
κορνάρουν. Αν αλλάξουμε λωρίδα, παρά το φλας που
αναβοσβήνει, βλέπουμε πάντα μια άσχημη γκριμάτσα από
τον καθρέφτη του αυτοκινήτου.
Η δεύτερη περίπτωση είναι το επικίνδυνο θέμα των
αλλαγών, είτε σπιτιού είτε δουλειάς είτε συμπεριφοράς. Εδώ
όλα είναι σταθερά, όλοι συμπεριφέρονται με τον
αναμενόμενο τρόπο. Μην προσπαθήσεις να είσαι
διαφορετικός και να επανεφεύρεις τον εαυτό σου από τη μια
στιγμή στην άλλη, κάτι τέτοιο απειλεί ολόκληρη την
κοινωνία. Η χώρα αυτή δυσκολεύτηκε πολύ να φτάσει στην
κατάσταση
στην
οποία
βρίσκεται
σήμερα,
του
«ολοκληρωμένου έργου», δε θέλουμε να επιστρέψουμε στο
«υπό κατασκευήν».

ΕΓΩ ΚΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΗ Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΜΟΥ βρισκόμαστε
στο σημείο όπου δολοφονήθηκε ο Γουίλιαμ, ο αδερφός του
Βίκτορ Φρανκενστάιν. Εδώ, για αιώνες, υπήρχε ένας βάλτος.
Αργότερα, με το αμείλικτο χέρι του Καλβίνου, η Γενεύη έγινε
αξιοσέβαστη πόλη, και έφερναν εδώ τους αρρώστους, όπου
συνήθως πέθαιναν από την πείνα και το κρύο, ώστε να μην
επηρεαστεί η πόλη από καμία επιδημία.
Το Πλενπαλέ είναι τεράστιο μέρος, το μόνο σημείο στο
κέντρο της πόλης όπου δεν υπάρχει σχεδόν καθόλου
βλάστηση. Το χειμώνα ο αέρας σού τρυπάει τα κόκαλα. Το
καλοκαίρι ο ήλιος σε κάνει να ιδρώνεις συνέχεια. Παράλογο.
Αλλά από πότε χρειάζονται τα πράγματα αιτία ύπαρξης;
Είναι Σάββατο, και έχουν στηθεί πάγκοι με αντίκες παντού.
Αυτή η υπαίθρια αγορά έχει γίνει τουριστική ατραξιόν και
υπάρχει μέχρι και σε τουριστικούς οδηγούς ή σε αφιερώματα
όπου προτείνεται στους τουρίστες. Κομμάτια του 16ου αιώνα
είναι ανακατεμένα με συσκευές βίντεο. Αρχαία μπρούντζινα
αγάλματα, από τη μακρινή Ασία, παρουσιάζονται δίπλα σε
φρικτά έπιπλα της δεκαετίας του ’80. Το μέρος είναι
πλημμυρισμένο από κόσμο. Οι γνώστες εξετάζουν
υπομονετικά κάποιο αντικείμενο και συζητούν για ώρα με
τους πωλητές. Οι περισσότεροι, τουρίστες και περίεργοι,
βρίσκουν πράγματα τα οποία δε θα χρειαστούν ποτέ, αλλά
είναι πολύ φτηνά και τα αγοράζουν ούτως ή άλλως.

Επιστρέφουν στο σπίτι, τα χρησιμοποιούν μία φορά και μετά
τα φυλάνε στο γκαράζ, ενώ σκέφτονται: Δε χρησιμεύει σε
τίποτα, αλλά ήταν πάμφθηνο.
Πρέπει να έχω συνεχώς το νου μου στα παιδιά, που θέλουν
να τα πιάνουν όλα, από πολύτιμα κρυστάλλινα βάζα μέχρι
πολύπλοκα παιχνίδια των αρχών του 19ου αιώνα.
Ανακαλύπτουν όμως τουλάχιστον ότι υπάρχει ευφυής ζωή
πέρα από τα ηλεκτρονικά παιχνίδια.
Το ένα με ρωτάει αν μπορούμε να αγοράσουμε ένα
μεταλλικό κλόουν, με αρθρωτό στόμα και μέλη. Ο άντρας
μου ξέρει ότι το ενδιαφέρον τους για το παιχνίδι θα κρατήσει
μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι. Τους λέει ότι είναι «παλιό» και
ότι μπορούμε να αγοράσουμε κάτι καινούριο στο δρόμο της
επιστροφής. Την ίδια κιόλας στιγμή την προσοχή τους
τραβάει ένα κουτί με βόλους, με τους οποίους έπαιζαν παλιά
τα παιδιά στις αυλές των σπιτιών.
Το βλέμμα μου καρφώνεται σε ένα μικρό κάδρο: μια γυμνή
γυναίκα, ξαπλωμένη στο κρεβάτι, και ένας άγγελος που
απομακρύνεται. Ρωτάω τον πωλητή πόσο κοστίζει. Προτού
μου πει την τιμή (ασήμαντη), μου εξηγεί ότι είναι αντίγραφο,
φτιαγμένο από κάποιο άγνωστο ζωγράφο της περιοχής. Ο
άντρας μου παρακολουθεί αμίλητος και, πριν προλάβω να
τον ευχαριστήσω και να προχωρήσω παρακάτω, πληρώνει για
τον πίνακα.
Γιατί το έκανες αυτό;
«Αναπαριστά έναν αρχαίο μύθο. Θα σου τον πω όταν

γυρίσουμε στο σπίτι».
Νιώθω την τεράστια ανάγκη να τον ξαναερωτευτώ. Ποτέ
δεν έπαψα να τον αγαπάω –τον αγαπούσα και πάντα θα τον
αγαπώ–, όμως η συνύπαρξή μας έχει εξελιχθεί σε κάτι πολύ
κοντινό στη μονοτονία. Η αγάπη μπορεί να αντέξει κάτι
τέτοιο, αλλά για το πάθος είναι μοιραίο.
Ζω κάτι πολύπλοκο. Ξέρω ότι η σχέση μου με τον Ζακόμπ
δεν έχει μέλλον και έχω απομακρυνθεί από τον άνθρωπο με
τον οποίο έχω χτίσει μια ζωή.
Όποιος λέει ότι «η αγάπη είναι αρκετή» λέει ψέματα. Δεν
είναι και δεν ήταν ποτέ. Το μεγάλο πρόβλημα είναι ότι οι
άνθρωποι πιστεύουν τα βιβλία και τις ταινίες – ένα ζευγάρι
που περπατάει στην παραλία χέρι χέρι, ατενίζει το
ηλιοβασίλεμα, κάνει φλογερό έρωτα κάθε μέρα σε όμορφα
ξενοδοχεία με θέα στις Άλπεις. Εγώ κι ο άντρας μου τα
κάναμε ήδη όλα αυτά, η μαγεία όμως κρατάει μόνο ένα δυο
χρόνια, το πολύ.
Στη συνέχεια ο γάμος. Η επιλογή και η διακόσμηση του
σπιτιού, τα σχέδια για το δωμάτιο των παιδιών που κάποια
στιγμή θα έρθουν, τα φιλιά, τα όνειρα, η πρόποση με τη
σαμπάνια στο άδειο σαλόνι που σύντομα θα γίνει όπως
φανταζόμαστε – το καθετί στη θέση του. Δύο χρόνια μετά,
έχει ήδη γεννηθεί ο πρώτος γιος, το σπίτι δεν έχει πια χώρο
για τίποτα, κι αν του προσθέσουμε κάτι ακόμα, θα φανεί ότι
προσπαθούμε συνεχώς να εντυπωσιάσουμε τους άλλους κι
ότι δεν κάνουμε τίποτ’ άλλο από το να αγοράζουμε και να

καθαρίζουμε αρχαιότητες (που αργότερα θα πουληθούν για
ψίχουλα από τους κληρονόμους μας και θα καταλήξουν στην
υπαίθρια αγορά στο Πλενπαλέ).
Τρία χρόνια γάμου αργότερα, ο ένας ξέρει τι θέλει και τι
σκέφτεται ο άλλος. Σε γιορτές και σε γεύματα είμαστε
αναγκασμένοι να ακούμε τις ίδιες ιστορίες που έχουμε
ακούσει ξανά και ξανά, παριστάνοντας πάντα τους
έκπληκτους και, πότε πότε, αναγκασμένοι να τις
επιβεβαιώσουμε. Το σεξ καταντά από πάθος υποχρέωση, γι’
αυτό και γίνεται ολοένα και λιγότερο συχνά. Σιγά σιγά, μόνο
μία φορά την εβδομάδα – κι αν. Οι γυναίκες συναντιούνται
και μιλούν για την άσβεστη φλόγα των αντρών τους, κάτι που
δεν είναι παρά ξεδιάντροπο ψέμα. Όλες το ξέρουν, αλλά
καμία δε θέλει να μείνει πίσω.
Τότε έρχεται η ώρα των εξωσυζυγικών σχέσεων. Οι
γυναίκες μιλούν –ναι, μιλούν!– για τους εραστές τους και την
άσβεστη φλόγα τους. Αυτό έχει ίχνη αλήθειας, γιατί τις
περισσότερες φορές συμβαίνει στο μαγικό κόσμο του
αυνανισμού – τον τόσο αληθινό όσο ο κόσμος εκείνων που
τολμούν να ρισκάρουν και αφήνουν να τις αποπλανήσει ο
πρώτος τυχών, έχει δεν έχει χαρίσματα. Αγοράζουν ακριβά
ρούχα και παριστάνουν τις σεμνές, παρόλο που αποπνέουν
περισσότερη σεξουαλικότητα από δεκαεξάχρονο κορίτσι – με
τη διαφορά ότι το κορίτσι γνωρίζει τη δύναμή του.
Τελικά έρχεται η στιγμή της παραίτησης. Ο άντρας περνάει
πολλές ώρες έξω από το σπίτι, απορροφημένος στη δουλειά

του, και η γυναίκα αφιερώνει περισσότερο χρόνο απ’ όσο
χρειάζεται στη φροντίδα των παιδιών. Σε αυτή τη φάση
βρισκόμαστε εμείς, και είμαι διατεθειμένη να κάνω τα πάντα
για να αλλάξω την κατάσταση.
Δεν είναι αρκετή μόνο η αγάπη. Πρέπει να ερωτευτώ τον
άντρα μου.
Η αγάπη δεν είναι μονάχα συναίσθημα: είναι τέχνη. Και
όπως κάθε τέχνη, δεν αρκεί η έμπνευση, χρειάζεται και πολλή
δουλειά.

Γιατί απομακρύνεται ο άγγελος κι αφήνει τη γυναίκα μόνη
στο κρεβάτι;
«Δεν είναι άγγελος. Είναι ο Έρωτας, ο θεός της αγάπης. Η
κοπέλα που είναι ξαπλωμένη μαζί του είναι η Ψυχή».
Ανοίγω ένα μπουκάλι κρασί και σερβίρω στα ποτήρια μας.
Βάζει τον πίνακα πάνω από το σβηστό τζάκι – διακοσμητικό
στοιχείο σε σπίτια που έχουν κεντρική θέρμανση. Αρχίζει:
«Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν μια όμορφη πριγκίπισσα,
που τη θαύμαζαν όλοι, αλλά κανείς δεν τολμούσε να τη
ζητήσει σε γάμο. Απελπισμένος, ο βασιλιάς συμβουλεύτηκε
το μαντείο του Απόλλωνα. Ο Απόλλωνας του είπε ότι έπρεπε
να αφήσει την Ψυχή μόνη, ντυμένη πένθιμα, στην κορυφή
ενός βουνού. Πριν χαράξει η μέρα, θα ερχόταν ένας δράκος
να την παντρευτεί. Ο βασιλιάς υπάκουσε. Η πριγκίπισσα
περίμενε όλη τη νύχτα την άφιξη του άντρα της, τρομαγμένη

και κρυώνοντας. Τελικά, την πήρε ο ύπνος. Όταν ξύπνησε,
βρισκόταν σε ένα όμορφο παλάτι, στεμμένη βασίλισσα. Κάθε
βράδυ ο άντρας της ερχόταν να τη βρει και έκαναν έρωτα.
Ωστόσο, της είχε επιβάλει έναν όρο: η Ψυχή θα είχε όλα όσα
ήθελε, όμως έπρεπε να του έχει απόλυτη εμπιστοσύνη και να
μη δει ποτέ το πρόσωπό του».
Τι απαίσιο, σκέφτομαι, αλλά δεν τολμάω να τον διακόψω.
«Η κοπέλα έζησε ευτυχισμένη για πολύ καιρό. Είχε άνεση,
φροντίδα, χαρά και ήταν ερωτευμένη με τον άντρα που την
επισκεπτόταν κάθε βράδυ. Πότε πότε όμως φοβόταν μήπως
ήταν παντρεμένη με έναν τρομερό δράκο. Μια μέρα, τα
ξημερώματα, ενώ ο άντρας της κοιμόταν, άναψε ένα λυχνάρι.
Κοίταξε τότε τον Έρωτα δίπλα της, έναν πανέμορφο άντρα.
Το φως τον ξύπνησε. Βλέποντας πως η γυναίκα που
αγαπούσε δεν ήταν ικανή να σεβαστεί τη μοναδική επιθυμία
του, ο Έρωτας εξαφανίστηκε. Η Ψυχή, απελπισμένη να τον
έχει ξανά πίσω, υποβλήθηκε σε μια σειρά από δοκιμασίες
από την Αφροδίτη, τη μητέρα του Έρωτα. Δε χρειάζεται να
πούμε ότι η πεθερά ζήλευε την ομορφιά της νύφης κι ότι
έκανε ό,τι μπορούσε για να φέρει εμπόδια στη συμφιλίωση
του ζευγαριού. Σε μία από αυτές τις δοκιμασίες η Ψυχή
άνοιξε ένα κουτί που την έκανε να πέσει σε βαθύ ύπνο».
Αρχίζω να αγωνιώ για το πώς θα τελειώσει η ιστορία.
«Ο Έρωτας ήταν κι εκείνος ερωτευμένος μαζί της και είχε
μετανιώσει που δεν ήταν λιγότερο αυστηρός με τη γυναίκα
του. Κατάφερε να μπει στο κάστρο και να την ξυπνήσει με την

αιχμή του βέλους του. “Παραλίγο να πεθάνεις εξαιτίας της
περιέργειάς σου”, της είπε. “Έψαχνες να βρεις τη σιγουριά
στη γνώση και κατέστρεψες τη σχέση μας”. Στην αγάπη όμως
τίποτα δεν καταστρέφεται για πάντα. Γεμάτοι σιγουριά γι’
αυτό, οι δυο τους κατέφυγαν στον Δία, το θεό των θεών,
παρακαλώντας τον να μη χαλάσει ποτέ η ένωσή τους. Ο Δίας
υπερασπίστηκε έντονα τους εραστές και χρησιμοποίησε καλά
επιχειρήματα και απειλές, μέχρι που κατάφερε την Αφροδίτη
να συμφωνήσει. Από τότε η Ψυχή (το υποσυνείδητο αλλά
λογικό κομμάτι μας) και ο Έρωτας έμειναν για πάντα μαζί».
Βάζω ένα ακόμα ποτήρι κρασί. Γέρνω το κεφάλι μου στον
ώμο του.
«Όποιος δεν το αποδέχεται αυτό και αναζητά συνεχώς μια
εξήγηση για τις μαγικές και μυστηριώδεις ανθρώπινες
σχέσεις θα χάσει ό,τι καλύτερο έχει η ζωή».
Σήμερα νιώθω σαν την Ψυχή στο χείλος του γκρεμού,
κρυώνω και φοβάμαι. Αν όμως καταφέρω να βγάλω τη
βραδιά και να παραδοθώ στο μυστήριο και στην πίστη στη
ζωή, θα ξυπνήσω σ’ ένα παλάτι. Το μόνο που χρειάζομαι
είναι χρόνος.

ΕΡΧΕΤΑΙ ΤΕΛΙΚΑ η μεγάλη μέρα που τα δύο ζευγάρια θα
βρεθούν μαζί σε μια εκδήλωση: μια δεξίωση που δίνει ένας
σημαντικός παρουσιαστής ενός τοπικού καναλιού. Μιλήσαμε
γι’ αυτό χτες στο κρεβάτι του ξενοδοχείου, ενώ ο Ζακόμπ
κάπνιζε το συνηθισμένο του τσιγάρο πριν ντυθεί για να φύγει.
Δεν μπορούσα να αρνηθώ την πρόσκληση, γιατί είχα ήδη
δηλώσει ότι θα πάω. Το ίδιο κι εκείνος, και το να αλλάξει
τώρα γνώμη θα ήταν «πολύ κακό για την καριέρα του».
Φτάνω με τον άντρα μου στο κτίριο του καναλιού και μας
ενημερώνουν ότι η δεξίωση γίνεται στον τελευταίο όροφο. Το
τηλέφωνό μου χτυπάει πριν μπούμε στο ασανσέρ, κάτι που με
αναγκάζει να βγω από την ουρά και να μείνω στο διάδρομο,
μιλώντας με τον αρχισυντάκτη μου, ενώ καταφθάνει κόσμος,
χαμογελάνε σε μένα και στον άντρα μου και γνέφουν
διακριτικά με το κεφάλι. Απ’ ό,τι φαίνεται, τους γνωρίζω
σχεδόν όλους.
Ο αρχισυντάκτης μού λέει ότι τα θέματα που έκανα με τον
Κουβανό –το δεύτερο δημοσιεύτηκε χτες, παρόλο που έχει
γραφτεί πάνω από ένα μήνα πριν– σημειώνουν μεγάλη
επιτυχία. Πρέπει να γράψω ακόμα ένα, για να ολοκληρώσω τη
σειρά. Του απαντάω ότι ο Κουβανός δε θέλει να μου
ξαναμιλήσει. Μου ζητάει να βρω κάποιον άλλο, αρκεί να
είναι του «χώρου», γιατί δεν υπάρχει τίποτα λιγότερο
ενδιαφέρον γι’ αυτό από τις συμβατικές γνώμες (ψυχολόγοι,

κοινωνιολόγοι κ.λπ.). Δε γνωρίζω κανέναν «του χώρου»,
αλλά πρέπει να κλείσω το τηλέφωνο, οπότε δεσμεύομαι να
το σκεφτώ.
Περνούν ο Ζακόμπ και η κυρία Κενίγκ και τους χαιρετάμε
με ένα νεύμα του κεφαλιού. Ο αρχισυντάκτης μου είναι
έτοιμος να κλείσει το τηλέφωνο, αλλά αποφασίζω να
συνεχίσω την κουβέντα. Ο Θεός να φυλάει να μην μπω στο
ασανσέρ μ’ εκείνους! Τι θα έλεγε να βάλουμε ένα βοσκό κι
έναν πάστορα μαζί; προτείνω. Δε θα ήταν ενδιαφέρον να
καταγράψουμε μια συζήτηση για το πώς διαχειρίζονται το
στρες ή την ανία; Ο αρχισυντάκτης βρίσκει την ιδέα
εξαιρετική, αλλά επιμένει ότι θα ήταν καλύτερα να βρω
κάποιον «του χώρου». Βεβαίως, θα προσπαθήσω. Οι πόρτες
έχουν κλείσει και το ασανσέρ ανεβαίνει. Μπορώ να κλείσω το
τηλέφωνο άφοβα.
Εξηγώ στον αρχισυντάκτη μου ότι δε θέλω να είμαι η
τελευταία που θα φτάσει στη δεξίωση. Έχω αργήσει δύο
λεπτά. Ζούμε στην Ελβετία, όπου τα ρολόγια δείχνουν πάντα
τη σωστή ώρα.
Ναι, φέρομαι παράξενα τους τελευταίους μήνες, όμως κάτι
δεν έχει αλλάξει: σιχαίνομαι τις γιορτές. Και δεν
καταλαβαίνω για ποιο λόγο αρέσουν στους ανθρώπους.
Ναι, αρέσουν στους ανθρώπους. Ακόμα κι όταν πρόκειται
για κάτι τόσο επαγγελματικό όσο το σημερινό κοκτέιλ πάρτι –
αυτό ακριβώς, κοκτέιλ πάρτι, ούτε καν γιορτή–, ντύνονται,
μακιγιάρονται, λένε στους φίλους τους, όχι χωρίς ένα κάπως

βαριεστημένο ύφος, ότι δυστυχώς την Τρίτη είναι κλεισμένοι,
λόγω της δεξίωσης για τον εορτασμό των δέκα χρόνων της
εκπομπής Pardonnez-moi, που την παρουσιάζει ο ωραίος,
έξυπνος και με φωτογένεια Ντάριους Ροσμπάν. Όλοι όσοι
είναι «σημαντικοί» θα κάνουν την εμφάνισή τους, οι
υπόλοιποι θα αναγκαστούν να συμβιβαστούν με τις
φωτογραφίες που θα δημοσιευτούν στο μοναδικό περιοδικό
διασημοτήτων που καλύπτει όλο το γαλλόφωνο πληθυσμό
της Ελβετίας.
Το να πηγαίνεις σε τέτοιες εκδηλώσεις δίνει στάτους και
τη δυνατότητα να προβληθείς. Πότε πότε, η εφημερίδα μας
καλύπτει τέτοιες συγκεντρώσεις, και την επόμενη μέρα μας
τηλεφωνούν οι βοηθοί σημαντικών προσώπων και μας
ρωτούν αν θα δημοσιευτούν οι φωτογραφίες, επισημαίνοντας
ότι θα ήταν εξαιρετικά ευγνώμονες σε μια τέτοια περίπτωση.
Το δεύτερο καλύτερο μετά το να σε καλέσουν είναι να δεις ότι
η παρουσία σου έλαβε την προβολή που της αξίζει. Και
τίποτα πιο κατάλληλο για να το αποδείξεις από το να
εμφανιστείς στην εφημερίδα δύο μέρες αργότερα, με ρούχα
ραμμένα ειδικά για την περίσταση (παρόλο που αυτό δεν το
ομολογεί ποτέ κανείς) και το ίδιο χαμόγελο με άλλες
εκδηλώσεις και δεξιώσεις. Πάλι καλά που δεν είμαι υπεύθυνη
για τη στήλη με τα κοινωνικά: στην κατάσταση που
βρίσκομαι, σαν το τέρας του Βίκτορ Φρανκενστάιν, θα με
είχαν προ πολλού απολύσει.
Οι πόρτες του ασανσέρ ανοίγουν. Στο διάδρομο υπάρχουν

δυο τρεις φωτογράφοι. Προχωράμε προς την κεντρική
αίθουσα, που έχει θέα 360 μοιρών στην πόλη. Φαίνεται πως
το αιώνιο σύννεφο αποφάσισε να συνεργαστεί με τον
Ντάριους και σήκωσε λίγο τον γκρίζο μανδύα του: βλέπουμε
τη θάλασσα από φώτα εκεί κάτω.
Δε θέλω να μείνουμε πολύ, λέω στον άντρα μου. Και
αρχίζω να μιλάω μανιωδώς για να διώξω την ένταση.
«Θα φύγουμε όποτε θέλεις», μου απαντάει, διακόπτοντάς
με.
Αυτή τη στιγμή είμαστε πολύ απασχολημένοι χαιρετώντας
αναρίθμητους ανθρώπους που με αντιμετωπίζουν σαν στενή
τους φίλη. Ανταποδίδω με τον ίδιο τρόπο, ακόμα κι αν δεν
ξέρω το όνομά τους. Αν η συζήτηση δείχνει να τραβάει σε
μάκρος, έχω ένα κόλπο που δεν αποτυγχάνει ποτέ: συστήνω
τον άντρα μου και δε λέω τίποτα. Εκείνος ρωτάει τον άλλο
πώς τον λένε. Ακούω την απάντηση και επαναλαμβάνω
ξεκάθαρα: «Γλυκέ μου, δε θυμάσαι τον Τάδε;»
Μα τι κυνικό!
Τελειώνω με τις χαιρετούρες, πηγαίνουμε σε μια γωνιά κι
αρχίζω να παραπονιέμαι. Γιατί έχουν οι άνθρωποι αυτή τη
μανία να ρωτάνε αν τους θυμόμαστε; Είναι τόσο
καταπιεστικό! Όλοι θεωρούν τον εαυτό τους αρκετά
σημαντικό ώστε να τους έχω χαράξει ανεξίτηλα στη μνήμη
μου, εγώ, που γνωρίζω ανθρώπους κάθε μέρα λόγω της
δουλειάς μου.
«Να είσαι πιο διαλλακτική. Ο κόσμος διασκεδάζει».

Ο άντρας μου δεν ξέρει τι λέει. Ο κόσμος κάνει πως
διασκεδάζει, αλλά αυτό που στ’ αλήθεια θέλει ο καθένας
τους είναι να τον δουν, να τον προσέξουν και, πότε πότε, να
συναντηθεί με κάποιον για να κλείσει μια δουλειά. Η μοίρα
αυτών των ανθρώπων που θεωρούν τους εαυτούς τους
πανέμορφους και ισχυρούς διασχίζοντας το κόκκινο χαλί
βρίσκεται στα χέρια του κακοπληρωμένου υπαλλήλου της
Σύνταξης. Του σελιδοποιού, εκείνου που παίρνει τις
φωτογραφίες με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και αποφασίζει
ποιος θα εμφανιστεί και ποιος όχι στο μικρό, παραδοσιακό
και συμβατικό κόσμο μας. Εκείνος βάζει τις φωτογραφίες
όποιου έχει ενδιαφέρον στην εφημερίδα, αφήνοντας λίγο
χώρο στο σημείο όπου θα μπει η περίφημη φωτογραφία με τη
γενική εικόνα της εκδήλωσης (ή του κοκτέιλ πάρτι ή του
γεύματος ή της δεξίωσης). Εκεί, ανάμεσα στα ανώνυμα
πρόσωπα ανθρώπων που θεωρούν τους εαυτούς τους πολύ
σημαντικούς, με λίγη τύχη, μπορεί να αναγνωριστεί κάποιο.
Ο Ντάριους ανεβαίνει στο βήμα και αρχίζει να αφηγείται
τις εμπειρίες του με όλα τα σημαντικά πρόσωπα από τα οποία
έχει πάρει συνέντευξη τα δέκα χρόνια που μετράει η εκπομπή
του. Καταφέρνω να χαλαρώσω λίγο και πηγαίνω σε ένα από
τα παράθυρα μαζί με τον άντρα μου. Το εσωτερικό μου
ραντάρ εντόπισε ήδη τον Ζακόμπ και την κυρία Κενίγκ. Θέλω
να κρατήσω τις αποστάσεις και φαντάζομαι πως το ίδιο θέλει
και ο Ζακόμπ.
«Έχεις κάτι;»

Το ’ξερα. Σήμερα είσαι ο δόκτωρ Τζέκιλ ή ο κύριος Χάιντ;
Ο Βίκτορ Φρανκενστάιν ή το τέρας του;
Όχι, αγάπη μου. Απλώς αποφεύγω τον άντρα με τον
οποίο κοιμήθηκα χτες. Υποπτεύομαι ότι όλοι εδώ μέσα
ξέρουν τα πάντα, ότι η λέξη «εραστές» είναι γραμμένη στο
μέτωπό μας.
Του χαμογελάω και αποκρίνομαι ότι, όπως του έχω ήδη
πει πολλές φορές μέχρι να γίνω κουραστική, δεν είμαι πια σε
ηλικία για να πηγαίνω σε πάρτι. Θα ήθελα πάρα πολύ να
μπορούσα αυτή τη στιγμή να βρίσκομαι στο σπίτι,
φροντίζοντας τα παιδιά μας αντί να τα έχω αφήσει στην
νταντά. Δεν είμαι για να πίνω, όλος αυτός ο κόσμος που με
χαιρετάει και μου πιάνει την κουβέντα με μπερδεύει,
προσπαθώ να υποκριθώ ότι ενδιαφέρομαι γι’ αυτά που λένε
και να απαντήσω με ερώτηση, για να μπορέσω, επιτέλους, να
βάλω το καναπεδάκι στο στόμα μου και να το μασήσω χωρίς
να δείξω ότι δεν έχω τρόπους.
Κατεβαίνει μια οθόνη προβολής κι αρχίζει να παίζει ένα
βίντεο με τους σημαντικότερους καλεσμένους που έχουν
περάσει από την εκπομπή του παρουσιαστή. Έχω γνωρίσει
μερικούς στη δουλειά, αλλά οι περισσότεροι είναι ξένοι που
ήταν περαστικοί από τη Γενεύη. Όπως ξέρουμε, πάντα
υπάρχει κάποιος σημαντικός στην πόλη, και είναι
υποχρεωτικό να πας στην εκπομπή.
«Πάμε να φύγουμε τότε. Το είδε ότι ήρθες. Εκτελέσαμε το
κοινωνικό μας καθήκον. Θα νοικιάσουμε μια ταινία και θα

περάσουμε το βράδυ μαζί».
Όχι. Θα μείνουμε λίγο ακόμα, επειδή ο Ζακόμπ και η κυρία
Κενίγκ είναι εδώ. Μπορεί να φανεί ύποπτο αν φύγουμε
προτού τελειώσουν οι επισημότητες.
Ο Ντάριους αρχίζει να φωνάζει στο βήμα κάποιους από
τους καλεσμένους στην εκπομπή του κι εκείνοι μιλούν λιγάκι
για την εμπειρία τους. Κοντεύω να πεθάνω από τη βαρεμάρα.
Οι άντρες που είναι ασυνόδευτοι στρέφουν τώρα το βλέμμα
γύρω τους, ψάχνοντας διακριτικά να εντοπίσουν τις γυναίκες
που είναι μόνες. Οι γυναίκες, από τη μεριά τους, κοιτάζουν η
μία την άλλη: τι φοράνε, πώς έχουν βαφτεί, αν έχουν μαζί
τους τους άντρες τους ή τους εραστές τους.
Εγώ κοιτάζω την πόλη εκεί έξω, χαμένη στην παντελή
απουσία σκέψης μου, περιμένοντας να περάσει η ώρα για να
μπορέσουμε να φύγουμε διακριτικά χωρίς να κινήσουμε
υποψίες.
«Εσένα!»
Εμένα;
«Αγάπη μου, σε φωνάζει!»
Ο Ντάριους μόλις με κάλεσε στο βήμα και δεν τον
άκουσα. Ναι, έχω πάει στην εκπομπή του, μαζί με μια πρώην
πρόεδρο της Ελβετίας, για να μιλήσουμε για τα ανθρώπινα
δικαιώματα. Όμως δεν είμαι και τόσο σημαντική. Ούτε που το
φανταζόμουν. Δεν είχε κανονιστεί από πριν και δεν έχω
ετοιμάσει τίποτα να πω.
Ο Ντάριους όμως μου κάνει νόημα. Όλοι με κοιτάζουν

χαμογελώντας. Κατευθύνομαι προς το μέρος του, ήδη
συγκροτημένη και κατά βάθος χαρούμενη, επειδή τη Μαριάν
δεν την κάλεσε και ούτε θα την καλέσει. Ούτε και τον
Ζακόμπ, καθώς η κεντρική ιδέα είναι να δημιουργηθεί μια
βραδιά διασκεδαστική και όχι γεμάτη με πολιτικούς λόγους.
Ανεβαίνω στο αυτοσχέδιο βήμα –στην πραγματικότητα,
πρόκειται για μια σκάλα που ενώνει τους δύο χώρους της
αίθουσας στο πάνω μέρος του τηλεοπτικού πύργου–, δίνω
ένα φιλί στον Ντάριους και αρχίζω να λέω κάτι αδιάφορο για
τότε που είχα πάει στην εκπομπή του. Οι άντρες συνεχίζουν
να κυνηγούν και οι γυναίκες να κοιτάζουν η μία την άλλη. Οι
πιο κοντινοί μου κάνουν πως ενδιαφέρονται γι’ αυτά που
ακούν από το στόμα μου. Κρατάω το βλέμμα μου στον άντρα
μου. Όλοι όσοι μιλούν στο κοινό επιλέγουν κάποιον να
τους χρησιμεύσει σαν στήριγμα.
Στα μισά του αυτοσχέδιου λόγου μου βλέπω κάτι που δε
θα μπορούσε να είχε συμβεί επ’ ουδενί: ο Ζακόμπ και η
Μαριάν Κενίγκ στέκονται δίπλα του. Όλο αυτό έγινε σε
λιγότερο από δύο λεπτά, το χρόνο που χρειάστηκα για να
φτάσω στο βήμα και να αρχίσω την ομιλία μου, η οποία,
πλέον, έχει κάνει τους σερβιτόρους να αρχίσουν να
κυκλοφορούν και τους περισσότερους καλεσμένους να
τραβούν το βλέμμα τους από το βήμα αναζητώντας κάτι πιο
ενδιαφέρον.
Ευχαριστώ όσο γρηγορότερα μπορώ. Οι καλεσμένοι
χειροκροτούν. Ο Ντάριους μού δίνει ένα φιλί. Προσπαθώ να

φτάσω εκεί που βρίσκεται ο άντρας μου και το ζεύγος Κενίγκ,
αλλά με εμποδίζουν άνθρωποι που με παινεύουν για
πράγματα που δεν είπα, που δηλώνουν με έμφαση ότι ήμουν
υπέροχη, είναι γοητευμένοι από τη σειρά των δημοσιευμάτων
για το σαμανισμό, προτείνουν θέματα, μου δίνουν
επαγγελματικές κάρτες και προσφέρονται διακριτικά ως
«πηγές» για κάτι που θα μπορούσε να είναι «πολύ
ενδιαφέρον» για μένα. Όλο αυτό μου παίρνει καμιά δεκαριά
λεπτά. Όταν βρίσκομαι κοντά στο να φέρω σε πέρας την
αποστολή μου και πλησιάζω στον προορισμό μου, το μέρος
όπου στεκόμουν προτού καταφθάσουν οι εισβολείς, τους
πετυχαίνω να χαμογελούν και οι τρεις. Με συγχαίρουν, λένε
πως είμαι άριστη ομιλήτρια και ακούω την ποινή:
«Τους εξήγησα ότι είσαι κουρασμένη κι ότι τα παιδιά είναι
με την νταντά τους, αλλά η κυρία Κενίγκ επιμένει να πάμε για
φαγητό».
«Ακριβώς. Φαντάζομαι πως κανείς μας δεν έχει φάει, έτσι
δεν είναι;» επιβεβαιώνει την πρότασή της η Μαριάν.
Ο Ζακόμπ έχει ένα ψεύτικο χαμόγελο στο πρόσωπο και
συμφωνεί, σαν πρόβατο που πηγαίνει για σφαγή.
Σε κλάσματα δευτερολέπτου, περνούν από το μυαλό μου
χιλιάδες δικαιολογίες. Γιατί όμως; Έχω μια καλή ποσότητα
κοκαΐνης έτοιμη προς χρήση οποτεδήποτε, και τίποτα
καλύτερο από την «ευκαιρία» αυτή για να μάθω αν θα
προχωρήσω με το σχέδιό μου ή όχι.
Εξάλλου, έχω μια νοσηρή περιέργεια να δω πώς θα

εξελιχθεί το δείπνο.
Πολύ ευχαρίστως, κυρία Κενίγκ.

Η Μαριάν διαλέγει το εστιατόριο στο Οτέλ λεζ Αρμίρ, που
δείχνει μια κάποια έλλειψη πρωτοτυπίας, γιατί σε αυτό το
ξενοδοχείο πηγαίνουν όλοι τους επισκέπτες τους από το
εξωτερικό. Το φοντί είναι εξαιρετικό, οι υπάλληλοι
καταβάλλουν προσπάθειες να μιλήσουν όλες τις γλώσσες
που μπορούν, βρίσκεται στην καρδιά της παλιάς πόλης...
όμως για κάποιον που μένει στη Γενεύη δεν είναι και τίποτα
πρωτότυπο.
Φτάνουμε μετά το ζεύγος Κενίγκ. Ο Ζακόμπ είναι έξω,
υπομένοντας το κρύο στο όνομα του τσιγάρου. Η Μαριάν έχει
ήδη μπει. Προτείνω στον άντρα μου να μπει μέσα και να της
κρατήσει συντροφιά, ενώ εγώ θα περιμένω τον κύριο Κενίγκ
να τελειώσει το τσιγάρο του. Λέει πως το αντίθετο θα ήταν
καλύτερο, εγώ όμως επιμένω – δε δείχνει καλούς τρόπους να
αφήσεις δύο γυναίκες μόνες στο τραπέζι, έστω για μερικά
λεπτά.
«Η πρόσκληση έπιασε και μένα απροετοίμαστο», λέει ο
Ζακόμπ μόλις μπαίνει ο άντρας μου στο εστιατόριο.
Προσπαθώ να συμπεριφερθώ σαν να μην υπάρχει κανένα
πρόβλημα. Νιώθεις ενοχές; Σε ανησυχεί ίσως το ενδεχόμενο
τέλος του δυστυχισμένου γάμου σου (με αυτή την ψυχρή
μέγαιρα, θα ήθελα να προσθέσω);

«Δεν είναι αυτό, απλώς...»
Μας διακόπτει η μέγαιρα. Με σατανικό χαμόγελο στα
χείλη με χαιρετάει (ξανά!) με τα συνηθισμένα τρία φιλιά στο
μάγουλο και διατάζει τον άντρα της να σβήσει το τσιγάρο για
να μπούμε μέσα. Διαβάζω ανάμεσα στις γραμμές: Σας
υποπτεύομαι. Κάτι θα κανονίζετε, δείτε όμως, είμαι πονηρή,
πολύ πιο πονηρή και έξυπνη απ’ ό,τι νομίζετε.
Παραγγέλνουμε τα συνηθισμένα: φοντί και ρακλέτ. Ο
άντρας μου λέει ότι έχει βαρεθεί να τρώει τυρί και διαλέγει
κάτι διαφορετικό: ένα λουκάνικο, που επίσης αποτελεί μέρος
του μενού που προτείνουμε στους επισκέπτες. Και κρασί, ο
Ζακόμπ όμως δεν το δοκιμάζει, ούτε το περιστρέφει στο
ποτήρι γνέφοντας καταφατικά στο σερβιτόρο. Αυτό ήταν
απλώς ένας ηλίθιος τρόπος να με εντυπωσιάσει την πρώτη
μέρα. Όσο περιμένουμε τα πιάτα μας και συζητάμε περί
ανέμων και υδάτων, τελειώνουμε το πρώτο μπουκάλι, που
αμέσως αντικαθίσταται από το δεύτερο. Ζητάω από τον
άντρα μου να μην πιει άλλο, αλλιώς θα πρέπει και πάλι να
αφήσουμε το αυτοκίνητο εδώ, κι αυτή τη φορά είμαστε πολύ
πιο μακριά από την προηγούμενη.
Καταφθάνουν τα πιάτα. Τελειώνουμε και τρίτο μπουκάλι
κρασί. Οι αβρότητες συνεχίζονται: πώς είναι η ρουτίνα στο
Συμβούλιο των Κρατιδίων, συγχαρητήρια για τα δύο θέματα
που έγραψα για το στρες («μια αρκετά ασυνήθιστη
προσέγγιση»), αν είναι αλήθεια ότι θα πέσουν οι τιμές των
ακινήτων τώρα που καταργείται το τραπεζικό απόρρητο και

μαζί του οι θέσεις χιλιάδων τραπεζιτών που πλέον
μετακομίζουν στη Σιγκαπούρη και στο Ντουμπάι, πού θα
περάσουμε τις γιορτές.
Περιμένω τον ταύρο να βγει στην αρένα. Όμως δε βγαίνει
και χαμηλώνω την άμυνά μου. Πίνω λίγο παραπάνω απ’ όσο
θα έπρεπε, αρχίζω να χαλαρώνω χαρούμενη και, εκείνη
ακριβώς τη στιγμή, ανοίγουν οι πόρτες του στάβλου.
«Τις προάλλες συζητούσα με κάτι φίλους γι’ αυτό το
ανόητο συναίσθημα που λέγεται ζήλια», λέει η Μαριάν
Κενίγκ. «Εσείς τι λέτε;»
Τι λέμε για ένα θέμα για το οποίο κανείς δε συζητάει σε
τέτοια δείπνα; Η μέγαιρα έθεσε έξυπνα τη φράση της. Θα το
σκεφτόταν όλη τη μέρα. Αποκάλεσε τη ζήλια «ανόητο
συναίσθημα» με σκοπό να με εκθέσει και να με κάνει όσο το
δυνατό πιο ευάλωτη.
«Μεγάλωσα με τρομερές σκηνές ζήλιας στο σπίτι», λέει ο
άντρας μου.
Ορίστε; Μιλάει για την ιδιωτική του ζωή; Σε μια ξένη;
«Οπότε υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι ποτέ στη ζωή μου
δε θα επέτρεπα να μου συμβεί αυτό αν κάποια στιγμή
παντρευόμουν. Ήταν δύσκολο στην αρχή, επειδή το ένστικτο
μας ωθεί να τα ελέγχουμε όλα, μέχρι και αυτά που δεν
ελέγχονται, όπως την αγάπη και τη συζυγική πίστη. Αλλά τα
κατάφερα. Και η γυναίκα μου, που κάθε μέρα συναντιέται με
διαφορετικούς ανθρώπους και μερικές φορές γυρίζει στο σπίτι
πιο αργά από το συνηθισμένο, δεν άκουσε ποτέ την

παραμικρή κατηγορία ή υπονοούμενο από μεριάς μου».
Ούτε κι εγώ τα έχω ξανακούσει όλα αυτά. Δεν ήξερα ότι
είχε μεγαλώσει με σκηνές ζήλιας στο σπίτι. Η μέγαιρα
καταφέρνει να υπακούν όλοι στις εντολές της: πάμε για
φαγητό, σβήσε το τσιγάρο, μιλήστε για το θέμα που διάλεξα.
Δύο λόγοι υπάρχουν για τα όσα μόλις αποκάλυψε ο
άντρας μου. Ο πρώτος είναι ότι η πρόσκληση του έχει
γεννήσει δυσπιστία και προσπαθεί να με προστατέψει. Ο
δεύτερος ότι μου δηλώνει μπροστά σε όλους πως είμαι
σημαντική για εκείνον. Απλώνω το χέρι μου και πιάνω το
δικό του. Ποτέ μου δεν το είχα φανταστεί. Νόμιζα απλώς ότι
δεν τον ενδιέφερε τι κάνω.
«Κι εσύ, Λίντα; Δε ζηλεύεις τον άντρα σου;»
Εγώ;
Όχι φυσικά. Του έχω απόλυτη εμπιστοσύνη. Θεωρώ πως η
ζήλια είναι για τους ανθρώπους που είναι άρρωστοι,
ανασφαλείς,
χωρίς
αυτοεκτίμηση,
που
νιώθουν
κατωτερότητα και πιστεύουν πως ο καθένας μπορεί να
απειλήσει τη σχέση τους. Κι εσύ;
Η Μαριάν πιάνεται στην ίδια της την παγίδα.
«Όπως είπα, έχω την άποψη ότι πρόκειται για ένα ανόητο
συναίσθημα».
Ναι, το είπε ήδη. Αν όμως ανακάλυπτε ότι ο άντρας της
την απατάει, τι θα έκανε;
Ο Ζακόμπ χλομιάζει. Συγκρατείται για να μην πιει
μονορούφι όλο το περιεχόμενο του ποτηριού του μετά την

ερώτησή μου.
«Πιστεύω ότι κάθε μέρα γνωρίζει ανθρώπους ανασφαλείς,
που θα πεθαίνουν από τη βαρεμάρα στους γάμους τους και
που προορίζονται να ζήσουν μια ζωή μέτρια και
επαναλαμβανόμενη. Φαντάζομαι πως και στη δουλειά σου
υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι, που θα περάσουν από το στάδιο
του δημοσιογράφου κατευθείαν στη συνταξιοδότηση...»
Πολλοί, απαντάω, χωρίς κανένα συναίσθημα στη φωνή
μου. Βάζω λίγο ακόμα φοντί στο πιάτο μου. Με κοιτάζει
κατευθείαν στα μάτια, ξέρω ότι μιλάει για μένα, αλλά δε θέλω
να υποψιαστεί τίποτα ο άντρας μου. Δε με ενδιαφέρει
καθόλου ούτε εκείνη ούτε ο Ζακόμπ, που μάλλον δε θα
άντεξε την πίεση και θα της τα ομολόγησε όλα.
Η ηρεμία μου με εκπλήσσει. Ίσως να φταίει το κρασί ή το
τέρας που ξύπνησε και διασκεδάζει με όλα αυτά. Ίσως να
είναι και η τεράστια ικανοποίηση του να μπορώ να
συγκρουστώ με αυτή τη γυναίκα που νομίζει ότι τα ξέρει όλα.
Συνέχισε, την παρακαλάω, ενώ ανακατεύω το κομμάτι του
ψωμιού με το λιωμένο τυρί.
«Όπως ξέρετε, τέτοιες γυναίκες που δεν έχουν καλή αγάπη
δεν είναι απειλή για μένα. Σε αντίθεση με εσάς τους δύο, εγώ
δεν έχω απόλυτη εμπιστοσύνη στον Ζακόμπ. Ξέρω ότι με έχει
απατήσει μερικές φορές, γιατί η σάρκα είναι ασθενής...»
Ο Ζακόμπ γελάει, ανήσυχος, πίνει άλλη μια γουλιά κρασί.
Το μπουκάλι άδειασε, η Μαριάν κάνει νόημα στο σερβιτόρο
να φέρει ακόμα ένα.

«...προσπαθώ όμως να το βλέπω ως μέρος μιας
φυσιολογικής σχέσης. Αν τον άντρα μου δεν τον επιθυμούν
και δεν τον κυνηγούν αυτές οι τσούλες, σημαίνει ότι είναι
εντελώς αδιάφορος. Αντί για ζήλια, ξέρεις τι νιώθω;
Διέγερση. Πολλές φορές βγάζω τα ρούχα μου, τον πλησιάζω
γυμνή, ανοίγω τα πόδια και του ζητάω να μου κάνει ακριβώς
ό,τι έκανε και σ’ εκείνες. Άλλοτε του ζητάω να μου πει πώς
ήταν, και αυτό με κάνει να έρθω σε οργασμό πολλές φορές
κατά τη διάρκεια του σεξ».
«Αυτά είναι φαντασίες της Μαριάν», παρεμβαίνει ο
Ζακόμπ, χωρίς να είναι πολύ πειστικός. «Τα κατεβάζει από το
μυαλό της. Τις προάλλες με ρώτησε αν θα μου άρεσε να
πάμε σε μια λέσχη ανταλλαγής συζύγων στη Λωζάνη».
Προφανώς δεν αστειεύεται, όμως όλοι γελούν, μαζί κι
αυτή.
Έντρομη ανακαλύπτω ότι στον Ζακόμπ αρέσει πάρα πολύ
να τον αποκαλούν «άπιστο μάτσο άντρα». Η απάντηση της
Μαριάν φαίνεται να ενδιαφέρει πολύ τον άντρα μου, που της
ζητάει να μιλήσει λίγο ακόμα για τη διέγερση που νιώθει όταν
μαθαίνει για τις εξωσυζυγικές σχέσεις. Ζητάει τη διεύθυνση
της λέσχης ανταλλαγής συζύγων και με κοιτάζει με τα μάτια
του να λάμπουν. Λέει ότι έχει έρθει η ώρα να δοκιμάσουμε
διαφορετικά πράγματα. Δεν ξέρω αν προσπαθεί να ελέγξει τη
σχεδόν ανυπόφορη ατμόσφαιρα στο τραπέζι ή αν επιθυμεί στ’
αλήθεια να δοκιμάσει.
Η Μαριάν απαντάει πως δε γνωρίζει τη διεύθυνση, αν

όμως της δώσει το τηλέφωνό του, θα του στείλει μήνυμα.
Ώρα για δράση. Υποστηρίζω πως γενικώς οι άνθρωποι
που ζηλεύουν προσπαθούν να δείξουν ακριβώς το αντίθετο
δημόσια. Τους αρέσει να πετούν υπονοούμενα για να δουν
μήπως πάρουν κάποια πληροφορία για τη συμπεριφορά του
συντρόφου τους, όμως είναι αφελείς αν νομίζουν πως θα τα
καταφέρουν. Εγώ, για παράδειγμα, θα μπορούσα να έχω
σχέση με τον άντρα της και ποτέ δε θα το μάθαινε, γιατί δεν
είμαι τόσο ηλίθια ώστε να πέσω στην παγίδα της.
Ο τόνος της φωνής μου αλλάζει λίγο. Ο άντρας μου με
κοιτάζει, έκπληκτος με την απάντησή μου.
«Αγάπη μου, δε νομίζεις ότι το παρατραβάς;»
Όχι, δεν το νομίζω. Δεν ξεκίνησα εγώ αυτή τη συζήτηση
και δεν ξέρω πού θέλει να το πάει η κυρία Κενίγκ. Από τη
στιγμή όμως που ήρθαμε, δεν έχει σταματήσει τα
υπονοούμενα κι έχω βαρεθεί. Παρεμπιπτόντως, δεν πρόσεξες
ότι με κοιτούσε συνέχεια όταν μας έβαλε να συζητήσουμε για
ένα θέμα που δεν ενδιαφέρει κανέναν στο τραπέζι εκτός από
εκείνη;
Η Μαριάν με κοιτάζει έκπληκτη. Νομίζω πως δεν περίμενε
κανενός είδους αντίδραση, γιατί έχει συνηθίσει να ελέγχει τα
πάντα.
Λέω ότι έχω γνωρίσει πολλούς ανθρώπους που πάσχουν
από εμμονική ζήλια, κι αυτό όχι επειδή πιστεύουν ότι ο
άντρας τους ή η γυναίκα τους τους απατά, αλλά επειδή οι
ίδιοι δεν είναι συνέχεια το κέντρο της προσοχής, όπως θα

ήθελαν. Ο Ζακόμπ φωνάζει το σερβιτόρο και ζητά το
λογαριασμό. Τέλεια. Στο κάτω κάτω, εκείνοι μας κάλεσαν και
πρέπει να αναλάβουν τα έξοδα.
Κοιτάζω το ρολόι και κάνω πως εκπλήσσομαι: πέρασε η
ώρα που είχαμε πει στην νταντά! Σηκώνομαι, ευχαριστώ για
το δείπνο και πηγαίνω στην γκαρνταρόμπα να πάρω το
παλτό μου. Η συζήτηση έχει τώρα στραφεί στα παιδιά και στις
ευθύνες τους.
«Μα νόμιζε στ’ αλήθεια ότι μιλούσα για εκείνη;» ακούω
να λέει η Μαριάν στον άντρα μου.
«Όχι βέβαια. Δεν έχει λόγο».
Βγαίνουμε στο κρύο χωρίς να πολυμιλάμε. Είμαι
εκνευρισμένη, ανήσυχη και εξηγώ μανιωδώς πως ναι, για
μένα μιλούσε, η γυναίκα αυτή είναι τόσο νευρωτική, που τη
μέρα των εκλογών είχε πετάξει πολλά υπονοούμενα. Θέλει να
φαίνεται συνεχώς, θα ζηλεύει σαν τρελή αυτό τον ηλίθιο, που
είναι αναγκασμένος να φέρεται σωστά και που εκείνη τον
ελέγχει αυστηρά για να έχει κάποιο μέλλον στην πολιτική,
παρόλο που στην πραγματικότητα η ίδια θα ήθελε να
στέκεται στις εξέδρες λέγοντας τι είναι σωστό και τι λάθος.
Ο άντρας μου μου λέει ότι ήπια πολύ κι ότι καλύτερα να
ηρεμήσω.
Προσπερνάμε τον καθεδρικό ναό. Μια ομίχλη καλύπτει
και πάλι την πόλη και όλα μοιάζουν με ταινία τρόμου.
Φαντάζομαι τη Μαριάν να με περιμένει σε καμιά γωνία με ένα
μαχαίρι στο χέρι, όπως την εποχή που η Γενεύη ήταν

μεσαιωνική πόλη, σε συνεχή πόλεμο με τους Γάλλους.
Ούτε το κρύο ούτε το περπάτημα με ηρεμούν. Παίρνουμε
το αυτοκίνητο και, όταν φτάνουμε στο σπίτι, πηγαίνω αμέσως
στην κρεβατοκάμαρα και κατεβάζω δύο Βάλιουμ, ενώ ο
άντρας μου πληρώνει την νταντά και βάζει τα παιδιά για
ύπνο.
Κοιμάμαι δέκα ώρες συνεχόμενες. Την άλλη μέρα, όταν
σηκώνομαι για την πρωινή ρουτίνα, μου φαίνεται πως ο
άντρας μου είναι λιγότερο τρυφερός. Πρόκειται για μια
αλλαγή σχεδόν ανεπαίσθητη, όμως κάτι τον ενόχλησε χτες.
Δεν ξέρω τι να κάνω, ποτέ μου δεν πήρα δύο ηρεμιστικά μαζί.
Βρίσκομαι σε κατάσταση λήθαργου, που δε μοιάζει καθόλου
με αυτόν που προκαλούν η μοναξιά και η δυστυχία.
Φεύγω για τη δουλειά και κοιτάζω αυτόματα το κινητό
μου. Έχω ένα μήνυμα από τον Ζακόμπ. Διστάζω να το
ανοίξω, αλλά η περιέργεια είναι ισχυρότερη από το μίσος.
Μου το έστειλε σήμερα το πρωί, νωρίς.
«Τα χάλασες όλα. Δεν της είχε καν περάσει από το μυαλό
ότι υπάρχει κάτι ανάμεσά μας, αλλά τώρα είναι σίγουρη.
Έπεσες σε μια παγίδα που δεν έστησε».

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΕΡΑΣΩ κι από το δαιμονισμένο το σούπερ
μάρκετ να κάνω ψώνια για το σπίτι, σαν γυναίκα που δεν την
αγαπούν και είναι απογοητευμένη. Η Μαριάν έχει δίκιο: δεν
είμαι τίποτα περισσότερο. Ούτε κάτι άλλο από τρόπος να
περνάει την ώρα του στο σεξ το ηλίθιο κάθαρμα που κοιμάται
στο κρεβάτι της. Οδηγώ επικίνδυνα επειδή κλαίω
ασταμάτητα και τα δάκρυα δε μου επιτρέπουν να δω καλά τα
άλλα οχήματα. Ακούω κορναρίσματα και διαμαρτυρίες.
Προσπαθώ να πάω πιο αργά και ακούω κι άλλα
κορναρίσματα κι άλλες διαμαρτυρίες.
Αν ήταν ηλίθιο να αφήσω τη Μαριάν να υποψιαστεί κάτι,
ήταν ακόμα πιο ηλίθιο να διακινδυνεύσω όλα όσα έχω: τον
άντρα μου, την οικογένειά μου, τη δουλειά μου.
Ενώ οδηγώ, υπό την καθυστερημένη επίδραση των δύο
ηρεμιστικών και με τα νεύρα τεταμένα, καταλαβαίνω ότι τώρα
βάζω σε κίνδυνο και τη ζωή μου. Παρκάρω σε έναν κάθετο
και κλαίω. Τα αναφιλητά μου είναι τόσο δυνατά, που
κάποιος με πλησιάζει και ρωτάει αν χρειάζομαι βοήθεια. Του
λέω πως όχι και φεύγει. Η αλήθεια όμως είναι ότι χρειάζομαι
βοήθεια, και πολλή μάλιστα. Βυθίζομαι στη λασπωμένη
θάλασσα που υπάρχει εκεί και δεν μπορώ να κολυμπήσω.
Είμαι γεμάτη μίσος. Φαντάζομαι ότι ο Ζακόμπ ήδη
συνήλθε από το χτεσινοβραδινό δείπνο και δε θέλει να με
ξαναδεί. Εγώ φταίω, που θέλησα να πάω πέρα από τα όριά

μου, νομίζοντας συνέχεια ότι είμαι ύποπτη, ότι όλοι έχουν
υποψίες για ό,τι κάνω. Ίσως είναι καλή ιδέα να τον πάρω
τηλέφωνο και να του ζητήσω συγνώμη, είμαι σίγουρη όμως
ότι δε θα το σηκώσει. Ίσως μάλλον είναι καλύτερα να πάρω
τον άντρα μου και να δω αν είναι όλα εντάξει. Τη διαβάζω τη
φωνή του, πότε είναι εκνευρισμένος και σε ένταση, παρόλο
που είναι άσος στον αυτοέλεγχο. Θέλω να ξέρω όμως.
Φοβάμαι πολύ. Το στομάχι μου είναι ανακατεμένο, τα χέρια
μου σφιγμένα στο τιμόνι. Αφήνω τον εαυτό μου να κλάψει
όσο πιο δυνατά μπορεί, να ουρλιάξει, να κάνει σκηνή στο
μόνο ασφαλές σημείο στον κόσμο: το αυτοκίνητό μου. Ο
άνθρωπος που με πλησίασε με κοιτάζει τώρα από μακριά,
από φόβο μήπως κάνω καμιά ανοησία. Όχι, δε θα κάνω
τίποτα. Θέλω μόνο να κλάψω. Δε ζητάω πολλά, έτσι δεν
είναι;
Νιώθω ότι κακοποίησα τον εαυτό μου. Θέλω να γυρίσω
πίσω, μόνο που αυτό είναι αδύνατο. Θέλω να φτιάξω ένα
σχέδιο για να ανακτήσω το χαμένο έδαφος, μα δεν μπορώ να
σκεφτώ σωστά. Το μόνο που κάνω είναι να κλαίω, να νιώθω
ντροπή και μίσος.
Πώς μπόρεσα να είμαι τόσο αφελής; Να νομίσω πως η
Μαριάν με κοιτούσε και μιλούσε για πράγματα που ήδη
ήξερε; Επειδή ένιωθα ένοχη, εγκληματίας. Ήθελα να την
ταπεινώσω, να την καταστρέψω μπροστά στον άντρα της, για
να μη με ξαναδεί απλώς σαν τρόπο να περνάει την ώρα του.
Ξέρω ότι δεν τον αγαπάω, αλλά μου έδινε σιγά σιγά πίσω τη

χαρά που είχα χάσει και με απομάκρυνε από το πηγάδι της
μοναξιάς στο οποίο πίστευα πως ήμουν βυθισμένη ως το
λαιμό. Και τώρα καταλαβαίνω πως οι μέρες αυτές χάθηκαν
για πάντα. Πρέπει να επιστρέψω στην πραγματικότητα, στο
σούπερ μάρκετ, στις μέρες που είναι όλες ίδιες, στην
ασφάλεια του σπιτιού μου, που πρώτα ήταν τόσο σημαντικό
για μένα, αλλά τώρα έγινε φυλακή. Πρέπει να κολλήσω τα
κομμάτια μου που έχουν απομείνει. Ίσως να τα πω όλα στον
άντρα μου.
Ξέρω ότι θα καταλάβει. Είναι καλός, έξυπνος άνθρωπος,
πάντα βάζει την οικογένεια πρώτη. Κι αν δεν καταλάβει
όμως; Αν αποφασίσει ότι αρκετά, ότι φτάσαμε στα όρια κι ότι
έχει κουραστεί να ζει με μια γυναίκα που πρώτα παραπονιόταν
ότι είχε κατάθλιψη και τώρα κλαίγεται που την εγκατέλειψε ο
εραστής της;
Οι λυγμοί μου ελαττώνονται κι αρχίζω να σκέφτομαι. Με
περιμένει η δουλειά, και δεν μπορώ να κάτσω όλη τη μέρα σ’
αυτό το δρομάκι, το γεμάτο από φωλιές ευτυχισμένων
ζευγαριών, με χριστουγεννιάτικες διακοσμήσεις στις πόρτες,
με ανθρώπους που πηγαινοέρχονται χωρίς να προσέχουν την
παρουσία μου, βλέποντας τον κόσμο μου να καταρρέει χωρίς
να μπορώ να κάνω τίποτα.
Πρέπει να σκεφτώ. Πρέπει να φτιάξω μια λίστα με
προτεραιότητες. Άραγε τις επόμενες μέρες, μήνες και χρόνια
θα καταφέρω να προσποιηθώ ότι είμαι μια αφοσιωμένη
γυναίκα και όχι ένα πληγωμένο ζώο; Ποτέ δεν ήταν το φόρτε

μου η πειθαρχία, δεν μπορώ όμως να συμπεριφέρομαι σαν
ανισόρροπη.
Σκουπίζω τα δάκρυά μου και κοιτάζω μπροστά. Ώρα να
ανάψω τη μηχανή του αυτοκινήτου; Όχι ακόμα. Περιμένω
λίγο. Αν υπάρχει ένας μόνο λόγος να χαίρομαι γι’ αυτό που
συνέβη, είναι ότι είχα κουραστεί να ζω ένα ψέμα. Πόσα
υποψιάζεται ο άντρας μου; Άραγε καταλαβαίνουν οι άντρες
πότε οι γυναίκες προσποιούνται οργασμό; Πιθανόν, αλλά δεν
μπορώ να ξέρω.
Βγαίνω από το αυτοκίνητο, πληρώνω για τη στάθμευση
περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται, έτσι μπορώ να περπατάω για
ώρα χωρίς να ξέρω πού πηγαίνω. Τηλεφωνώ στη δουλειά και
δίνω μια δικαιολογία που δεν πολυστέκει: το ένα μου παιδί
έχει διάρροια και πρέπει να το πάω στο γιατρό. Ο
αρχισυντάκτης το πιστεύει, στο κάτω κάτω οι Ελβετοί δε λένε
ψέματα.
Εγώ όμως λέω. Λέω ψέματα κάθε μέρα, εδώ και καιρό.
Έχω χάσει την αυτοεκτίμησή μου και δεν ξέρω πού πατάω και
πού βρίσκομαι. Οι Ελβετοί ζουν στον πραγματικό κόσμο. Εγώ
ζω σε έναν κόσμο φανταστικό. Οι Ελβετοί ξέρουν πώς να
λύνουν τα προβλήματά τους. Εγώ, μην μπορώντας να λύσω
τα δικά μου, δημιούργησα μια κατάσταση στην οποία είχα
την ιδανική οικογένεια και τον τέλειο εραστή.

Περπατάω σε τούτη την πόλη που αγαπώ, με τα καταστήματά

της που –με εξαίρεση όσα απευθύνονται στους τουρίστες–
μοιάζουν να έχουν σταματήσει στη δεκαετία του ’50 και δεν
έχουν την παραμικρή πρόθεση να εκσυγχρονιστούν. Κάνει
κρύο, δόξα τω Θεώ όμως δε φυσάει, γιατί αλλιώς η
θερμοκρασία θα ήταν ανυπόφορη. Προσπαθώ να ξεχαστώ
και να ηρεμήσω, σταματάω σε ένα βιβλιοπωλείο, σε ένα
κρεοπωλείο και σ’ ένα μαγαζί με ρούχα. Κάθε φορά που
ξαναβγαίνω στο δρόμο, νιώθω ότι η χαμηλή θερμοκρασία
βοηθάει να σβήσει η φωτιά στην οποία έχω μεταμορφωθεί.
Μπορεί κανείς άραγε να εκπαιδευτεί ώστε να αγαπάει το
σωστό άντρα; Φυσικά και ναι. Το πρόβλημα είναι να
καταφέρεις να ξεχάσεις το λάθος άντρα, που μπήκε χωρίς να
ρωτήσει επειδή περνούσε και είδε την πόρτα ανοιχτή.
Μα τι δουλειά ακριβώς είχα με τον Ζακόμπ; Ήξερα από
την αρχή ότι η σχέση μας ήταν καταδικασμένη, παρόλο που
δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα τελείωνε με τόσο
ταπεινωτικό τρόπο. Ίσως ήθελα μόνο αυτό που είχα:
περιπέτεια και χαρά. Ή ίσως να γύρευα περισσότερα: να μείνω
μαζί του, να τον βοηθήσω να προχωρήσει στην καριέρα του,
να του δώσω τη στήριξη που έμοιαζε να μην παίρνει πια από
τη γυναίκα του, την τρυφερότητα που παραπονέθηκε πως δεν
είχε κάποια από τις φορές που πρωτοσυναντηθήκαμε. Να τον
ξεριζώσω από το σπίτι, όπως ξεριζώνεις ένα λουλούδι από
έναν ξένο κήπο, και να τον φυτέψω στο δικό μου, παρόλο
που ξέρω ότι τα λουλούδια δεν αντέχουν τέτοια μεταχείριση.
Με κυριεύει ένα κύμα ζήλιας, αυτή τη φορά όμως δεν

υπάρχουν δάκρυα να χύσω, μόνο οργή. Σταματάω να
περπατάω και κάθομαι στο παγκάκι σε μια στάση
λεωφορείου. Κοιτάζω τους ανθρώπους που πηγαινοέρχονται,
όλοι πολύ απασχολημένοι στους τόσο μικρούς κόσμους τους
που χωράνε στην οθόνη ενός κινητού, από την οποία δεν
ξεκολλούν τα μάτια και τα αφτιά τους.
Τα λεωφορεία πάνε κι έρχονται. Ο κόσμος κατεβαίνει και
προχωράει βιαστικός, ίσως λόγω του κρύου. Άλλοι
ανεβαίνουν αργά, χωρίς όρεξη να πάνε στο σπίτι, στη
δουλειά, στο σχολείο. Όμως κανείς δε φαίνεται οργισμένος ή
ενθουσιασμένος, δεν είναι ευτυχισμένοι ούτε δυστυχισμένοι,
είναι μονάχα βασανισμένες ψυχές που εκπληρώνουν
μηχανικά την αποστολή που τους ανέθεσε το σύμπαν τη μέρα
που γεννήθηκαν.
Λίγη ώρα αργότερα, κατορθώνω να χαλαρώσω λίγο.
Εντόπισα κάποια κομμάτια από το εσωτερικό μου παζλ. Ένα
από αυτά είναι το κίνητρο του μίσους, που πάει κι έρχεται
όπως τα λεωφορεία σε τούτη τη στάση. Ίσως να έχω χάσει το
σημαντικότερο πράγμα στη ζωή μου: την οικογένειά μου.
Νικήθηκα στη μάχη για την αναζήτηση της ευτυχίας, κι αυτό
όχι μόνο με ταπεινώνει, αλλά και δε μου επιτρέπει να δω το
δρόμο μπροστά μου.
Και ο άντρας μου; Πρέπει να κάνω μια ειλικρινή συζήτηση
μαζί του απόψε, να του τα πω όλα. Έχω την αίσθηση ότι αυτό
θα με απελευθερώσει, ακόμα κι αν υποστώ τις συνέπειες. Έχω
κουραστεί να λέω ψέματα σε αυτόν, στον αρχισυντάκτη μου,

στον εαυτό μου.
Μόνο που δε θέλω να το σκεφτώ τώρα. Περισσότερο από
καθετί άλλο, η ζήλια καταβροχθίζει τις σκέψεις μου. Δεν
μπορώ να σηκωθώ από τη στάση, ανακάλυψα ότι το σώμα
μου είναι δεμένο με αλυσίδες. Είναι βαριές και δεν μπορώ να
τις βγάλω.
Σημαίνει ότι της αρέσει να ακούει ιστορίες απιστίας όταν
είναι στο κρεβάτι με τον άντρα της, κάνοντας τα ίδια
πράγματα που εκείνος έκανε μαζί μου; Όταν είχε πιάσει το
προφυλακτικό από το κομοδίνο, την πρώτη μας φορά, έπρεπε
να είχα καταλάβει ότι είχε κι άλλες γυναίκες. Από τον τρόπο
που με πήρε έπρεπε να είχα αντιληφθεί ότι ήμουν μόνο μία
από τις πολλές. Έφυγα πολλές φορές από εκείνο το
καταραμένο ξενοδοχείο με αυτή την αίσθηση, λέγοντας στον
εαυτό μου ότι δε θα τον ξανάβλεπα, συνειδητοποιώντας
παράλληλα ότι αυτό δεν ήταν παρά άλλο ένα μόνο από τα
ψέματά μου και ότι, αν μου τηλεφωνούσε, θα ήμουν πάντα
έτοιμη, τη μέρα και την ώρα που θα μου το ζητούσε.
Ναι, τα ήξερα όλα αυτά. Και προσπαθούσα να πείσω τον
εαυτό μου ότι αναζητούσα απλώς σεξ και περιπέτεια. Όμως
δεν ήταν αλήθεια. Σήμερα καταλαβαίνω ότι, παρόλο που το
αρνιόμουν αυτό όλες τις άγρυπνες νύχτες μου και τις άδειες
μέρες μου, ήμουν ερωτευμένη, ναι. Παράφορα ερωτευμένη.
Δεν ξέρω τι να κάνω. Φαντάζομαι –στην πραγματικότητα,
είμαι σίγουρη– ότι όλοι οι παντρεμένοι νιώθουν πάντα μια
μικρή έλξη για κάποιον. Είναι απαγορευμένο, και το να

φλερτάρεις με το απαγορευμένο δίνει χάρη στη ζωή. Είναι
όμως λίγοι οι άνθρωποι που προχωρούν: ένας στους εφτά,
όπως διάβασα στην εφημερίδα. Και πιστεύω ότι μόνο ένας
στους εκατό είναι ικανός να μπερδευτεί σε τέτοιο βαθμό ώστε
να αφήσει τη φαντασία να τον παρασύρει, όπως έκανα εγώ.
Για τους περισσότερους δεν είναι παρά μια περιπετειούλα,
κάτι που ξέρει κανείς ήδη από την αρχή ότι δε θα κρατήσει
πολύ. Λίγο αίσθημα για να γίνει το σεξ πιο ερωτικό και για να
ακούς φωναχτά «σ’ αγαπώ» την ώρα του οργασμού. Τίποτα
παραπάνω.
Κι αν ο άντρας μου είχε βρει ερωμένη, πώς θα αντιδρούσα;
Θα ήμουν ακραία. Θα έλεγα ότι η ζωή είναι άδικη μαζί μου,
ότι δεν αξίζω τίποτα, ότι γερνάω, θα έκανα σκηνή, θα έκλαιγα
ασταμάτητα από τη ζήλια, που στην πραγματικότητα θα ήταν
φθόνος: εκείνος μπορεί ενώ εγώ όχι. Θα έφευγα χτυπώντας
πίσω μου την πόρτα το επόμενο κιόλας λεπτό και θα πήγαινα
με τα παιδιά στους γονείς μου. Δυο τρεις μήνες αργότερα, θα
το είχα μετανιώσει, θα έψαχνα να βρω μια δικαιολογία για να
γυρίσω πίσω και θα φανταζόμουν ότι το ίδιο θα ήθελε κι
εκείνος. Σε τέσσερις μήνες θα ήμουν ήδη τρομοκρατημένη με
το ενδεχόμενο να είμαι αναγκασμένη να αρχίσω από την
αρχή. Σε πέντε μήνες θα έβρισκα έναν τρόπο να ζητήσω να
γυρίσω πίσω «για τα παιδιά», αλλά θα ήταν πολύ αργά: θα
συγκατοικούσε ήδη με την ερωμένη του, πολύ πιο νέα και
γεμάτη ενέργεια, όμορφη, που του δίνει σιγά σιγά πίσω τη
χαρά της ζωής.

Χτυπάει το τηλέφωνο. Ο αρχισυντάκτης μου ρωτάει πώς
είναι ο γιος μου. Του λέω ότι είμαι στη στάση του
λεωφορείου κι ότι δεν τον ακούω καλά, αλλά όλα είναι
εντάξει, θα πάω στην εφημερίδα σύντομα.
Ο τρομοκρατημένος άνθρωπος ποτέ δεν καταφέρνει να δει
την πραγματικότητα. Προτιμά να κρύβεται στις φαντασιώσεις
του. Δεν μπορώ να συνεχίσω έτσι περισσότερο από μία ώρα,
πρέπει να συνέλθω. Με περιμένει δουλειά, κι ίσως αυτό με
βοηθήσει.
Φεύγω από τη στάση κι αρχίζω να κατευθύνομαι προς το
αυτοκίνητο. Κοιτάζω τα πεσμένα φύλλα στο έδαφος.
Σκέφτομαι ότι στο Παρίσι θα τα είχαν μαζέψει ήδη.
Βρισκόμαστε όμως στη Γενεύη, μια πόλη πολύ πιο πλούσια,
και είναι ακόμα εδώ.
Μια μέρα τα φύλλα αυτά ήταν μέρος ενός δέντρου, που
τώρα αποσύρθηκε και ετοιμάζεται για μια εποχή ανάπαυσης.
Σεβάστηκε μήπως το δέντρο τον πράσινο μανδύα που το
κάλυπτε, το έτρεφε και το άφηνε να αναπνεύσει; Όχι.
Σκέφτηκε τα έντομα που ζούσαν εκεί και βοηθούσαν στη
γονιμοποίηση των λουλουδιών, κρατώντας τη φύση
ζωντανή; Όχι. Το δέντρο σκέφτεται μόνο τον εαυτό του.
Κάποια πράγματα, όπως φύλλα και έντομα, πετιούνται όταν
χρειάζεται.
Είμαι ένα από αυτά τα φύλλα στο έδαφος της πόλης, που
νόμιζε ότι ήταν αειθαλές και πέθανε χωρίς να ξέρει για ποιο
ακριβώς λόγο. Που αγάπησε τον ήλιο και το φεγγάρι και για

καιρό παρακολουθούσε τα λεωφορεία να περνούν, τα τραμ να
κάνουν θόρυβο και κανείς δεν είχε την ευγένεια να το
προειδοποιήσει ότι υπήρχε και ο χειμώνας. Επωφελήθηκε στο
μέγιστο δυνατό βαθμό, μέχρι που μια μέρα άρχισε να
κιτρινίζει και το δέντρο τού είπε αντίο.
Δεν είπε «εις το επανιδείν», αλλά «αντίο», γνωρίζοντας
ότι τα φύλλα δε θα γυρνούσαν πίσω ποτέ πια. Και ζήτησε τη
βοήθεια του ανέμου για να τα ρίξει από τα κλαδιά του όσο το
δυνατό γρηγορότερα και να τα διώξει όσο γινόταν πιο
μακριά. Το δέντρο ξέρει ότι θα μπορέσει να μεγαλώσει αν
καταφέρει να ξεκουραστεί. Κι αν μεγαλώσει, θα το σέβονται.
Και θα μπορεί να γεννά ακόμα πιο όμορφα λουλούδια.

Αρκεί. Η καλύτερη θεραπεία για μένα τώρα είναι η δουλειά,
έριξα όλα τα δάκρυα που είχα, σκέφτηκα όλα όσα έπρεπε να
σκεφτώ. Παρ’ όλα αυτά, δεν κατάφερα να ξεφύγω από
τίποτα.
Βάζω τον αυτόματο πιλότο, φτάνω στο δρόμο όπου έχω
παρκάρει και βρίσκω έναν αστυνομικό με κόκκινη και μπλε
στολή να σαρώνει την πινακίδα του αυτοκινήτου μου με μια
συσκευή.
«Δικό σας είναι το αυτοκίνητο;»
Ναι.
Συνεχίζει τη δουλειά του. Δε λέω τίποτα. Η σαρωμένη
πινακίδα ήδη μπήκε στο σύστημα, στάλθηκε στα κεντρικά, θα

περάσει από επεξεργασία και θα δημιουργήσει αλληλογραφία
με τη διακριτική σφραγίδα της Αστυνομίας στο διαφανές
παράθυρο των επίσημων φακέλων. Θα έχω τριάντα μέρες για
να πληρώσω τα 100 φράγκα, μπορώ όμως και να
αμφισβητήσω το πρόστιμο και να χαλάσω 500 φράγκα σε
δικηγόρους.
«Πέρασαν είκοσι λεπτά παραπάνω. Το μέγιστο
επιτρεπόμενο όριο στάθμευσης εδώ είναι μισή ώρα».
Γνέφω απλώς καταφατικά με το κεφάλι. Βλέπω ότι
εκπλήσσεται – δεν τον παρακαλώ να σταματήσει λέγοντας
ότι δε θα το ξανακάνω, ούτε έτρεξα να τον διακόψω όταν τον
είδα. Δεν είχα καμία από τις αντιδράσεις στις οποίες έχει
συνηθίσει.
Από τη συσκευή που σάρωσε την πινακίδα μου βγαίνει ένα
χαρτί, σαν να είμαστε στο σούπερ μάρκετ. Το βάζει σ’ έναν
πλαστικό φάκελο (για να το προφυλάξει από την κακοκαιρία)
και κατευθύνεται προς το παρμπρίζ για να το στερεώσει στον
υαλοκαθαριστήρα. Πατάω το κουμπί στο μπρελόκ μου και τα
φώτα του αυτοκινήτου αναβοσβήνουν, δείχνοντας ότι η
πόρτα έχει ανοίξει.
Συνειδητοποιεί την ανοησία που πήγαινε να κάνει, αλλά
όπως κι εγώ λειτουργεί με τον αυτόματο πιλότο. Ο ήχος από
τις πόρτες που ξεκλειδώνουν τον ξυπνάει, με πλησιάζει και
δίνει το πρόστιμο σε μένα.
Φεύγουμε και οι δύο ικανοποιημένοι. Εκείνος επειδή δεν
αναγκάστηκε να ακούσει διαμαρτυρίες κι εγώ επειδή πήρα ένα

μέρος από αυτό που μου αξίζει: μια τιμωρία.

ΔΕΝ ΞΕΡΩ –αλλά θα το ανακαλύψω πολύ σύντομα– αν ο
άντρας μου έχει εκπληκτικό αυτοέλεγχο ή αν στ’ αλήθεια δε
δίνει την παραμικρή σημασία σε ό,τι συνέβη.
Φτάνω στο σπίτι ακριβώς στην ώρα μου, μετά από μια
μέρα δουλειάς κατά τη διάρκεια της οποίας ασχολήθηκα με
τα πιο βαρετά πράγματα στον κόσμο: εκπαίδευση πιλότων,
υπερβολική προσφορά χριστουγεννιάτικων δέντρων στην
αγορά, εισαγωγή ηλεκτρονικών χειριστηρίων στις
διασταυρώσεις στους σιδηροδρόμους. Αυτό μου έδωσε
τεράστια χαρά, μια και ούτε σωματικά ούτε ψυχολογικά ήμουν
σε θέση να σκεφτώ πολύ.
Ετοιμάζω το δείπνο σαν να πρόκειται για άλλο ένα
συνηθισμένο βράδυ από τα χιλιάδες που έχουμε περάσει μαζί.
Βλέπουμε για λίγο τηλεόραση. Τα παιδιά ανεβαίνουν στο
δωμάτιό τους, με την έλξη που τους ασκούν τα τάμπλετς
τους και τα παιχνίδια στα οποία σκοτώνουν τρομοκράτες ή
στρατιώτες, ανάλογα με τη μέρα.
Τοποθετώ τα πιάτα στο πλυντήριο. Ο άντρας μου πάει να
προσπαθήσει να βάλει τα παιδιά για ύπνο. Μέχρι τώρα
μιλήσαμε μόνο για πράγματα που έχουμε να κάνουμε. Δεν
ξέρω αν ήταν πάντα έτσι και ποτέ δεν το πρόσεξα ή αν είναι
ιδιαίτερα παράξενος σήμερα. Θα το διαπιστώσω σε λίγο.
Την ώρα που είναι πάνω ανάβω το τζάκι πρώτη φορά
φέτος: με γαληνεύει να βλέπω τη φωτιά. Θα του αποκαλύψω

κάτι που πιστεύω πως ήδη γνωρίζει, αλλά χρειάζομαι όλους
τους συμμάχους που μπορώ να έχω. Γι’ αυτό ανοίγω κι ένα
μπουκάλι κρασί. Ετοιμάζω ένα πιάτο με διάφορα τυριά. Πίνω
την πρώτη γουλιά και καρφώνω το βλέμμα μου στις φλόγες.
Φτάνει πια αυτή η διπλή ζωή. Ό,τι κι αν συμβεί σήμερα, θα
είναι καλύτερα για μένα. Αν πρέπει να πάρει τέλος ο γάμος
μας, ας γίνει έτσι: μια ήρεμη μέρα πριν από την περίοδο των
γιορτών, κοιτάζοντας το τζάκι και μιλώντας σαν πολιτισμένοι
άνθρωποι.
Κατεβαίνει, βλέπει το σκηνικό που έχω ετοιμάσει και δε
ρωτάει τίποτα. Βολεύεται απλώς δίπλα μου στον καναπέ και
κοιτάζει κι εκείνος τη φωτιά. Πίνει το κρασί του και
ετοιμάζομαι να ξαναγεμίσω το ποτήρι του, αλλά μου κάνει
νόημα με το χέρι πως αρκεί.
Λέω κάτι ανόητο: η θερμοκρασία σήμερα είναι κάτω από
το μηδέν. Γνέφει καταφατικά με το κεφάλι.
Όπως φαίνεται, πρέπει να πάρω πρωτοβουλία.
Λυπάμαι πολύ για όσα συνέβησαν χτες το βράδυ...
«Δεν έφταιγες εσύ. Η γυναίκα αυτή είναι πολύ παράξενη.
Σε παρακαλώ, μη μου ξαναπείς να βγούμε μαζί τους».
Η φωνή του μοιάζει ήρεμη. Όμως όλοι μαθαίνουν από
παιδιά ότι πριν από τις χειρότερες καταιγίδες υπάρχει μια
φάση που ο άνεμος πέφτει και που όλα δίνουν την εντύπωση
ότι είναι απολύτως φυσιολογικά.
Επιμένω. Η Μαριάν έδειχνε ζήλια κρυμμένη πίσω από τη
μάσκα της προχωρημένης και της απελευθερωμένης.

«Πράγματι. Η ζήλια είναι αυτό που μας λέει “μπορεί να
χάσεις όλα όσα προσπάθησες τόσο να αποκτήσεις”. Μας
τυφλώνει σε όλα τα υπόλοιπα, σε όσα ζούμε με χαρά, στις
στιγμές της απόλαυσης και στους δεσμούς που
δημιουργήθηκαν σε αυτές τις περιπτώσεις. Πώς γίνεται το
μίσος να μπορεί να σβήσει όλη την ιστορία ενός ζευγαριού;»
Προετοιμάζει το έδαφος για να του πω όλα όσα έχω
ανάγκη να του πω. Συνεχίζει:
«Ο καθένας έχει μέρες που λέει “Η ζωή μου δεν
ανταποκρίνεται ακριβώς στις προσδοκίες μου”. Αν όμως η
ζωή τον ρωτούσε τι θα έκανε εκείνος γι’ αυτή, ποια θα ήταν η
απάντηση;»
Εμένα ρωτάς;
«Όχι. Τον εαυτό μου. Τίποτα δε συμβαίνει χωρίς
προσπάθεια. Πρέπει να έχεις πίστη. Γι’ αυτό και πρέπει να
ρίξουμε τα φράγματα των προκαταλήψεων, πράγμα που
απαιτεί θάρρος. Για να έχεις θάρρος πρέπει να κυριεύσεις το
φόβο. Και ούτω καθεξής. Ας κάνουμε ειρήνη με τις μέρες
μας. Δεν μπορούμε να ξεχάσουμε ότι η ζωή είναι δίπλα μας.
Κι εκείνη θέλει να βελτιωθεί. Ας τη βοηθήσουμε!»
Βάζω ένα ακόμα ποτήρι κρασί, εκείνος κι άλλα ξύλα στο
τζάκι. Πότε θα βρω το θάρρος να ομολογήσω;
Δε φαίνεται διατεθειμένος να με αφήσει να μιλήσω όμως.
«Το να ονειρεύεσαι δεν είναι τόσο απλό όσο φαίνεται. Το
αντίθετο. Μπορεί να αποβεί επικίνδυνο. Όταν ονειρευόμαστε,
βάζουμε σε κίνηση παντοδύναμες ενέργειες και δεν μπορούμε

πια να κρύψουμε από τον εαυτό μας το πραγματικό νόημα
της ζωής μας. Όταν ονειρευόμαστε, επιλέγουμε και το τίμημα
που θα πληρώσουμε».
Τώρα. Όσο καθυστερώ, τόσο περισσότερο πόνο θα
προκαλέσω και στους δύο.
Σηκώνω το ποτήρι μου, κάνω μια πρόποση και λέω ότι
κάτι βαραίνει πολύ την ψυχή μου. Μου απαντάει ότι το
συζητήσαμε ήδη εκείνη τη φορά που φάγαμε μαζί στο
εστιατόριο, που του άνοιξα την καρδιά μου και του μίλησα
για το φόβο μου ότι έχω κατάθλιψη. Του εξηγώ ότι δεν
εννοώ αυτό.
Με διακόπτει και συνεχίζει το συλλογισμό του:
«Το να κυνηγάς ένα όνειρο έχει το τίμημά του. Μπορεί να
μας αναγκάσει να εγκαταλείψουμε τις συνήθειές μας, μπορεί
να μας κάνει να περάσουμε δυσκολίες, να μας οδηγήσει σε
απογοητεύσεις και τα λοιπά. Όμως, όσο υψηλό κι αν είναι το
τίμημα, δεν είναι τόσο υψηλό όσο το τίμημα που πληρώνει
εκείνος που δεν έζησε. Γιατί μια μέρα ο άνθρωπος αυτός θα
κοιτάξει πίσω του και θα ακούσει την καρδιά του να του λέει
“Χαράμισα τη ζωή μου”».
Δε διευκολύνει τα πράγματα για μένα. Ας υποθέσουμε ότι
αυτό που έχω να του πω δεν είναι ανοησία, ότι είναι κάτι
χειροπιαστό, αληθινό, απειλητικό;
Γελάει.
«Έθεσα υπό έλεγχο τη ζήλια που νιώθω για σένα, και
χαίρομαι γι’ αυτό. Ξέρεις γιατί; Επειδή πρέπει πάντα να

αποδεικνύω ότι αξίζω την αγάπη σου. Πρέπει να αγωνίζομαι
για το γάμο μας, για τη σχέση μας, κι αυτό δεν έχει καθόλου
να κάνει με τα παιδιά μας. Σ’ αγαπάω. Θα ανεχόμουν τα
πάντα, τα πάντα απολύτως, για να σ’ έχω πάντα δίπλα μου.
Αλλά δεν μπορώ να σε εμποδίσω να φύγεις μια μέρα. Αν
έρθει λοιπόν αυτή η μέρα, θα είσαι ελεύθερη να φύγεις και να
ψάξεις να βρεις την ευτυχία σου. Η αγάπη μου για σένα είναι
πιο δυνατή απ’ όλα και ποτέ δε θα σε εμπόδιζα να
ευτυχήσεις».
Τα μάτια μου γεμίζουν δάκρυα. Μέχρι τώρα δεν είμαι
σίγουρη για τι πράγμα μιλάει. Αν η συζήτηση αφορά απλώς
τη ζήλια ή αν μου δίνει ένα μήνυμα.
«Δε φοβάμαι τη μοναξιά», συνεχίζει. «Φοβάμαι να ζήσω
με αυταπάτες, αντικρίζοντας την πραγματικότητα όπως θα
ήθελα να είναι και όχι όπως στ’ αλήθεια είναι».
Μου πιάνει το χέρι.
«Είσαι ευλογία στη ζωή μου. Μπορεί να μην είμαι ο
καλύτερος σύζυγος του κόσμου, αφού δε δείχνω σχεδόν ποτέ
τα συναισθήματά μου. Και ξέρω ότι σου λείπει αυτό. Ξέρω
επίσης ότι για το λόγο αυτό μπορεί να νομίζεις ότι δεν είσαι
σημαντική για μένα, μπορεί να νιώθεις ανασφάλεια, τέτοια
πράγματα. Δεν είναι έτσι όμως. Πρέπει να καθόμαστε πιο
συχνά μπροστά στο τζάκι και να μιλάμε για οτιδήποτε άλλο
εκτός από τη ζήλια. Επειδή αυτό δε με ενδιαφέρει. Δε θα ήταν
ίσως καλό να κάνουμε ένα ταξίδι, μόνο οι δυο μας; Να
περάσουμε την Πρωτοχρονιά σε μια πόλη διαφορετική ή και

κάπου που έχουμε ξαναπάει;»
Και τα παιδιά;
«Είμαι σίγουρος ότι οι παππούδες τους θα ήταν
καταχαρούμενοι να τα φροντίσουν εκείνοι».
Και ολοκληρώνει.
«Όταν κάποιος αγαπά, πρέπει να είναι έτοιμος για όλα. Η
αγάπη είναι σαν καλειδοσκόπιο, όπως αυτά με τα οποία
παίζαμε παιδιά. Βρίσκεται συνεχώς σε κίνηση και δεν
επαναλαμβάνεται ποτέ. Όποιος δεν το καταλαβαίνει αυτό
είναι καταδικασμένος να υποφέρει για κάτι που υπάρχει μόνο
για να μας κάνει ευτυχισμένους. Και ξέρεις τι είναι χειρότερο;
Άνθρωποι όπως εκείνη η γυναίκα, που τους ανησυχεί
συνεχώς τι νομίζουν οι άλλοι για το γάμο τους. Για μένα
αυτό δεν έχει σημασία. Μετράει μόνο αυτό που πιστεύεις
εσύ».
Ακουμπάω το κεφάλι μου στον ώμο του. Όλα όσα είχα να
του πω έχασαν τη σημασία τους. Ξέρει τι συμβαίνει και
προσπαθεί να αντιμετωπίσει την κατάσταση με έναν τρόπο
που εγώ δε θα μπορούσα ποτέ.

«ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΟ: από τη στιγμή που δεν κάνεις κάτι
παράνομο, το να κερδίζεις ή να χάνεις χρήματα στο
χρηματιστήριο επιτρέπεται».
Ο πρώην μεγιστάνας καταβάλλει προσπάθεια να
διατηρήσει την πόζα ενός από τους πλουσιότερους
ανθρώπους στον κόσμο. Όμως η περιουσία του εξατμίστηκε
σε λιγότερο από ένα χρόνο, όταν οι ειδικοί της αγοράς
ανακάλυψαν ότι πουλούσε όνειρα. Προσπαθώ να δείξω
ενδιαφέρον για όσα λέει. Στο κάτω κάτω, εγώ ζήτησα από
τον αρχισυντάκτη μου να αφήσει κατά μέρος επ’ αόριστον τη
σειρά θεμάτων σχετικά με τις λύσεις για το στρες.
Πάει μία εβδομάδα από τότε που έλαβα το μήνυμα του
Ζακόμπ στο οποίο μου έλεγε ότι τα είχα χαλάσει όλα. Μία
εβδομάδα από τότε που περιπλανιόμουν κλαίγοντας στο
δρόμο, μια στιγμή που σύντομα θα ξαναθυμηθώ εξαιτίας
μιας κλήσης της Τροχαίας. Μία εβδομάδα από τη συζήτηση
με τον άντρα μου.
«Πάντα πρέπει να ξέρουμε πώς να πουλάμε μια ιδέα. Εκεί
βρίσκεται η επιτυχία του κάθε ανθρώπου: να ξέρει να πουλάει
εκείνο που θέλει», συνεχίζει ο πρώην μεγιστάνας.
Αγαπητέ μου, παρά την έπαρσή σου, τον αέρα
σοβαρότητας και τη σουίτα αυτού του πολυτελούς
ξενοδοχείου, παρά την εκπληκτική θέα και τα άψογα ραμμένα
ρούχα από Λονδρέζο ράφτη, το χαμόγελο και τα μαλλιά τα

βαμμένα με εξαιρετική επιμέλεια, έτσι ώστε να φαίνονται
κάποιες άσπρες τρίχες για να δίνουν την εντύπωση της
«φυσικότητας», παρά την αυτοπεποίθηση με την οποία μιλάς
και με την οποία κινείσαι, ένα πράγμα καταλαβαίνω καλύτερα
από σένα: το να πουλάς μια ιδέα δεν είναι το παν. Πρέπει να
βρεις και αγοραστές. Αυτό ισχύει για τις επιχειρήσεις, για την
πολιτική και για τον έρωτα.
Φαντάζομαι, αγαπητέ πρώην εκατομμυριούχε μου, ότι
καταλαβαίνεις για ποιο πράγμα μιλάω: έχεις γραφικά,
βοηθούς, παρουσιάσεις... οι άνθρωποι όμως θέλουν
αποτελέσματα.
Και ο έρωτας θέλει αποτελέσματα, παρόλο που όλοι λένε
πως όχι, πως το να αγαπάς είναι αυτοσκοπός. Είναι όμως;
Θα μπορούσα να περπατάω στο Ζαρντάν Ανγκλέ, με το
δερμάτινο παλτό μου που μου πήρε ο άντρας μου από τη
Ρωσία, κοιτάζοντας το φθινόπωρο, χαμογελώντας στον
εαυτό μου και λέγοντας «Αγαπάω, κι αυτό αρκεί». Θα ήταν
αλήθεια;
Όχι βέβαια. Αγαπάω, αλλά σε αντάλλαγμα θέλω κάτι
συγκεκριμένο – να πιάνομαι χέρι χέρι, φιλιά, καυτό σεξ, ένα
όνειρο να μοιράζομαι, τη δυνατότητα δημιουργίας νέας
οικογένειας, να σπουδάσω τα παιδιά μου, να γεράσω δίπλα
στον άνθρωπο που αγαπώ.
«Πρέπει να έχουμε πολύ ξεκάθαρο στόχο για το καθετί
που κάνουμε», εξηγεί ο αξιολύπητος άνθρωπος που έχω
απέναντί
μου,
με
ένα
χαμόγελο
φαινομενικής

αυτοπεποίθησης.
Καταπώς φαίνεται, πλησιάζω ξανά την τρέλα. Συνδέω ό,τι
ακούω και ό,τι διαβάζω με τη συναισθηματική μου
κατάσταση, μέχρι και αυτή τη βαρετή συνέντευξη με τούτο
τον ανιαρό άνθρωπο. Σκέφτομαι το ζήτημα είκοσι τέσσερις
ώρες το εικοσιτετράωρο, όταν περπατάω στο δρόμο, όταν
μαγειρεύω, όταν σπαταλάω πολύτιμες στιγμές από τη ζωή
μου ακούγοντας πράγματα που αντί να με διασκεδάσουν με
σπρώχνουν περισσότερο στην άβυσσο στην οποία πέφτω.
«Η αισιοδοξία είναι μεταδοτική...»
Ο πρώην μεγιστάνας μιλά ασταμάτητα, σίγουρος ότι θα
καταφέρει να με πείσει, ότι θα τα γράψω αυτά στην εφημερίδα
και θα αρχίσει την πορεία προς τη λύτρωσή του. Είναι πολύ
ωραίο να παίρνεις συνέντευξη από τέτοιους ανθρώπους.
Μόνο μία ερώτηση κάνεις και μιλούν μία ώρα. Σε αντίθεση
με τις συζητήσεις μου με τον Κουβανό, αυτή τη φορά δε δίνω
σημασία ούτε σε μία λέξη. Το κασετοφωνάκι γράφει και
αργότερα θα μειώσω αυτό το μονόλογο σε εξακόσιες λέξεις,
που ισοδυναμούν με περίπου τέσσερα λεπτά συζήτησης.
Η αισιοδοξία είναι μεταδοτική, λέει.
Αν ήταν έτσι, θα ήταν αρκετό να πας στον άνθρωπο που
αγαπάς με ένα τεράστιο χαμόγελο, γεμάτη σχέδια και ιδέες
και να ξέρεις μόνο πώς να παρουσιάσεις το πακέτο.
Λειτουργεί; Όχι. Μεταδοτικός είναι ο φόβος, ο συνεχής
φόβος ότι δε θα βρούμε κανέναν να μας συντροφεύει μέχρι το
τέλος της ζωής μας. Και στο όνομα του φόβου αυτού είμαστε

ικανοί για τα πάντα, να δεχτούμε το λάθος πρόσωπο και να
πείσουμε τον εαυτό μας ότι είναι το σωστό, το μόνο, ότι ο
Θεός το έφερε στο δρόμο μας. Σύντομα η αναζήτηση της
σιγουριάς μετατρέπεται σε ειλικρινή αγάπη, τα πράγματα είναι
λιγότερο δυσάρεστα και δύσκολα και τα συναισθήματά μας
μπορούν να μπουν σ’ ένα κουτί και να καταχωνιαστούν σε μια
ντουλάπα στο κεφάλι μας, όπου θα μείνουν κρυμμένα και
αόρατα για πάντα.
«Κάποιοι λένε ότι είμαι ένας από τους ανθρώπους με τις
καλύτερες διασυνδέσεις στη χώρα μου. Γνωρίζω άλλους
επιχειρηματίες, πολιτικούς, βιομήχανους. Αυτό που
συμβαίνει με τις επιχειρήσεις μου είναι προσωρινό. Σύντομα
θα γίνετε μάρτυρας της επιστροφής μου».
Κι εγώ έχω διασυνδέσεις, γνωρίζω ανθρώπους από την
ίδια κατηγορία όπως κι εκείνος. Δε θέλω όμως να
προετοιμάσω την επιστροφή μου. Θέλω απλώς μια
πολιτισμένη έκβαση για μία από αυτές τις «διασυνδέσεις».
Επειδή τα πράγματα που δεν έχουν ξεκάθαρη κατάληξη
αφήνουν πάντα μια πόρτα ανοιχτή, μια ανεξερεύνητη
δυνατότητα, μια ευκαιρία ότι όλα μπορούν να γίνουν όπως
πρώτα. Όχι, δεν είμαι συνηθισμένη σε αυτό, παρόλο που ξέρω
πολλούς που λατρεύουν τέτοιες καταστάσεις.
Τι κάνω; Συγκρίνω την οικονομία με τον έρωτα;
Προσπαθώ να αποδείξω σχέσεις ανάμεσα στον κόσμο της
οικονομίας και στον κόσμο των συναισθημάτων;
Πάει μία εβδομάδα που δεν έχω νέα του Ζακόμπ. Πάει

επίσης μία εβδομάδα που η σχέση μου με τον άντρα μου
επέστρεψε στο φυσιολογικό, από εκείνη τη βραδιά μπροστά
στο τζάκι. Θα καταφέρουμε άραγε οι δυο μας να σώσουμε το
γάμο μας;
Μέχρι τη φετινή άνοιξη ήμουν ένας άνθρωπος
φυσιολογικός. Μια μέρα ανακάλυψα ότι όλα όσα είχα
μπορούσαν να εξαφανιστούν από τη μια στιγμή στην άλλη
και, αντί να συμπεριφερθώ σαν έξυπνος άνθρωπος,
πανικοβλήθηκα. Αυτό με οδήγησε στην αδράνεια. Την
απάθεια. Την ανικανότητα να αντιδράσω και να αλλάξω. Και
μετά από πολλές νύχτες αϋπνίας, πολλές μέρες που δεν
έβρισκα κανένα ενδιαφέρον στη ζωή μου, έκανα εκείνο
ακριβώς που φοβόμουν περισσότερο: πήρα την αντίθετη
κατεύθυνση, αψηφώντας τον κίνδυνο. Ξέρω ότι δεν είμαι η
μόνη, οι άνθρωποι έχουν αυτή την τάση αυτοκαταστροφής.
Επειδή έτυχε, ή επειδή η ζωή θέλησε να με δοκιμάσει, βρήκα
κάποιον που με έπιασε από τα μαλλιά –κυριολεκτικά όσο και
μεταφορικά–, με ταρακούνησε, έδιωξε τη σκόνη που είχε
αρχίσει να μαζεύεται και μ’ έκανε να αναπνεύσω και πάλι.
Ήταν όλα εντελώς λάθος. Το είδος της ευτυχίας που
μάλλον ζουν οι ναρκομανείς όταν παίρνουν ναρκωτικά. Αργά
ή γρήγορα, η επίδραση περνάει και η απελπισία γίνεται ακόμα
μεγαλύτερη.
Ο πρώην μεγιστάνας αρχίζει να μιλάει για χρήματα. Δεν
τον ρώτησα τίποτα σχετικό, αλλά παρ’ όλα αυτά εκείνος
μιλάει. Έχει την ακατανίκητη ανάγκη να δηλώσει ότι δεν είναι

φτωχός, ότι μπορεί να διατηρήσει τον τρόπο ζωής του για
πολλές δεκαετίες.
Δεν αντέχω να μείνω άλλο εδώ. Τον ευχαριστώ για τη
συνέντευξη, κλείνω το κασετοφωνάκι και πάω να πάρω το
παλτό μου.
«Είστε ελεύθερη απόψε; Θα μπορούσαμε να πιούμε ένα
ποτό και να ολοκληρώσουμε την κουβέντα μας», μου
προτείνει.
Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει αυτό. Στην
πραγματικότητα, είναι σχεδόν κανόνας για μένα. Είμαι
όμορφη και έξυπνη –παρόλο που δεν το παραδέχεται η κυρία
Κενίγκ– και στο παρελθόν έχω χρησιμοποιήσει τη γοητεία
μου για να καταφέρω ανθρώπους να πουν πράγματα που
συνήθως δε θα έλεγαν σε δημοσιογράφους, πάντοτε
προειδοποιώντας τους ότι μπορεί να τα δημοσιεύσω όλα. Οι
άντρες όμως... α, οι άντρες! Κάνουν τα αδύνατα δυνατά για
να κρύψουν τις αδυναμίες τους κι ακόμα και μια κοπελίτσα
δεκαοχτώ χρονών μπορεί να τους κάνει ό,τι θέλει χωρίς
μεγάλη προσπάθεια.
Τον ευχαριστώ για την πρόσκληση και του λέω ότι έχω
κανονίσει για το βράδυ. Μπαίνω στον πειρασμό να τον
ρωτήσω πώς αντέδρασε η πιο πρόσφατη φιλενάδα του στο
κύμα αρνητικών ειδήσεων για το πρόσωπό του και την
κατάρρευση της αυτοκρατορίας του. Μπορώ να υποθέσω
όμως, και κάτι τέτοιο δεν ενδιαφέρει την εφημερίδα.

Βγαίνω, διασχίζω το δρόμο και πηγαίνω ως το Ζαρντάν
Ανγκλέ, το πάρκο όπου φανταζόμουν πως έκανα βόλτα λίγα
λεπτά πριν. Σταματάω σ’ ένα παραδοσιακό παγωτατζίδικο
στη γωνία της οδού της 31ης Δεκεμβρίου. Μου αρέσει το
όνομα αυτού του δρόμου, επειδή μου θυμίζει πάντα ότι, αργά
ή γρήγορα, θα τελειώσει κι άλλος χρόνος και θα ξαναδώσω
μεγάλες υποσχέσεις για τον επόμενο.
Παίρνω ένα παγωτό φιστίκι με σοκολάτα. Περπατάω ως
την αποβάθρα, τρώω το παγωτό μου κοιτάζοντας το
σύμβολο της Γενεύης, το σιντριβάνι που τινάζεται ως τον
ουρανό δημιουργώντας μια κουρτίνα από σταγόνες μπροστά
μου. Οι τουρίστες πλησιάζουν και τραβούν φωτογραφίες που
θα βγουν κακοφωτισμένες. Δε θα ήταν ευκολότερο να
αγοράσουν μια καρτ ποστάλ;
Έχω πάει σε πολλά μνημεία στον κόσμο. Επιβλητικοί
άντρες που το όνομά τους έχει πια ξεχαστεί, αλλά που μένουν
για πάντα πάνω στα όμορφα άλογά τους. Γυναίκες που
σηκώνουν κορόνες ή σπαθιά στον ουρανό, συμβολίζοντας
νίκες που δε συμπεριλαμβάνονται πλέον ούτε στα σχολικά
βιβλία. Μοναχικά παιδιά χωρίς όνομα, χαραγμένα στην
πέτρα, με την αθωότητά τους χαμένη για πάντα στις ώρες και
στις μέρες που αναγκάστηκαν να ποζάρουν για κάποιο
καλλιτέχνη του οποίου το όνομα η Ιστορία έχει σβήσει.
Τελικά, με ελάχιστες εξαιρέσεις, δεν είναι τα αγάλματα
που χαρακτηρίζουν μια πόλη, αλλά τα απροσδόκητα
πράγματα. Όταν ο Άιφελ κατασκεύασε έναν ατσάλινο πύργο

για μια έκθεση, δε φανταζόταν ότι ο πύργος αυτός θα γινόταν
το σύμβολο του Παρισιού, παρά το Λούβρο, την Αψίδα του
Θριάμβου, τους μεγαλοπρεπείς κήπους. Ένα μήλο
αντιπροσωπεύει τη Νέα Υόρκη. Μια γέφυρα που δεν έχει
πολλή κυκλοφορία είναι το σύμβολο του Σαν Φρανσίσκο.
Μια άλλη, αυτή τη φορά πάνω από τον ποταμό Τάγο,
βρίσκεται στις καρτ ποστάλ της Λισαβόνας. Το πιο
εμβληματικό μνημείο της Βαρκελώνης είναι ένας
μισοτελειωμένος καθεδρικός ναός.
Το ίδιο συμβαίνει και με τη Γενεύη. Ακριβώς σε αυτό το
σημείο η λίμνη Λεμάν συναντιέται με τον ποταμό Ροδανό,
δημιουργώντας ένα πολύ δυνατό ρεύμα. Για την καλύτερη
εκμετάλλευση της υδραυλικής ισχύος (είμαστε αριστοτέχνες
στο να εκμεταλλευόμαστε πράγματα) κατασκευάστηκε ένα
δίκτυο υδροδότησης, όταν όμως οι εργάτες έκλειναν τις
βαλβίδες και γύριζαν στο σπίτι, η πίεση ήταν πολύ υψηλή και
οι γεννήτριες πάθαιναν βλάβες.
Μέχρι που ένας μηχανικός είχε την ιδέα να τοποθετήσει
στο σημείο ένα σιντριβάνι, δίνοντας μια οδό διαφυγής στο
πλεονάζον νερό.
Με τον καιρό, η μηχανική έλυσε το πρόβλημα και το
σιντριβάνι ήταν πλέον περιττό. Όμως οι κάτοικοι αποφάσισαν
να το κρατήσουν. Η πόλη είχε ήδη πολλά σιντριβάνια κι αυτό
βρισκόταν στη μέση της λίμνης. Τι μπορούσαν να κάνουν για
να το αναδείξουν;
Έτσι
γεννήθηκε
το
μεταβαλλόμενο
μνημείο.

Εγκαταστάθηκαν ισχυρές αντλίες και σήμερα είναι ένας πολύ
δυνατός πίδακας, που αναβλύζει 500 λίτρα νερού το
δευτερόλεπτο με ταχύτητα 200 χιλιομέτρων την ώρα. Λένε, το
έχω επιβεβαιώσει, ότι φαίνεται από το αεροπλάνο, από ύψος
10.000 μέτρων. Δεν έχει κανένα ιδιαίτερο όνομα: το σύμβολο
της πόλης λέγεται Ζετ ντ’Ο, πίδακας νερού, παρά τα τόσα
αγάλματα έφιππων αντρών, ηρωικών γυναικών, μοναχικών
παιδιών.
Κάποτε ρώτησα την Ντενίζ, μια Ελβετή επιστήμονα, τη
γνώμη της για το Ζετ ντ’ Ο.
«Το σώμα μας αποτελείται σχεδόν εξ ολοκλήρου από
νερό, μέσα από το οποίο περνούν ηλεκτρικές εκκενώσεις που
μεταφέρουν πληροφορίες. Μία από τις πληροφορίες αυτές
λέγεται αγάπη και μπορεί να παρεμβληθεί σε ολόκληρο τον
οργανισμό. Η αγάπη αλλάζει συνεχώς. Νομίζω ότι το
σύμβολο της Γενεύης είναι το ωραιότερο μνημείο στην
αγάπη που έχει συλλάβει ποτέ η ανθρώπινη τέχνη, επειδή
ούτε κι αυτό είναι ποτέ το ίδιο».

ΠΑΙΡΝΩ ΤΟ ΚΙΝΗΤΟ και τηλεφωνώ στο γραφείο του
Ζακόμπ. Ναι, θα μπορούσα να τηλεφωνήσω απευθείας στον
προσωπικό αριθμό του, αλλά δε θέλω. Μιλάω με το βοηθό
του και ενημερώνω ότι πηγαίνω να τον συναντήσω.
Ο βοηθός με ξέρει. Μου ζητάει να περιμένω λίγο και θα
επιβεβαιώσει αμέσως. Ένα λεπτό αργότερα, επανέρχεται και
ζητάει συγνώμη, αλλά η ατζέντα του Ζακόμπ είναι γεμάτη,
μήπως να γίνει η συνάντηση στις αρχές του νέου έτους; Λέω
πως όχι, πρέπει να τον δω αμέσως. Είναι επείγον.
Η φράση «είναι επείγον» δεν ανοίγει πάντα πολλές
πόρτες, αλλά στην προκειμένη περίπτωση είμαι σίγουρη ότι οι
πιθανότητες είναι καλές. Αυτή τη φορά ο βοηθός κάνει δύο
λεπτά. Ρωτάει αν μπορώ στην αρχή της επόμενης
εβδομάδας. Τον ενημερώνω ότι θα είμαι εκεί σε είκοσι λεπτά.
Τον ευχαριστώ και το κλείνω.

Ο ΖΑΚΟΜΠ ΜΟΥ ΖΗΤΑΕΙ να ντυθώ αμέσως – το γραφείο
του είναι δημόσιος χώρος, που πληρώνεται από τα χρήματα
του κράτους, και αν το ανακαλύψουν μπορεί να βρεθεί στη
φυλακή. Μελετάω προσεκτικά τους τοίχους, που είναι
καλυμμένοι με σκαλισμένο ξύλο, και τις ωραίες νωπογραφίες
στο ταβάνι. Παραμένω ξαπλωμένη, εντελώς γυμνή, στο
δερμάτινο καναπέ που έχει φθαρεί αρκετά από το χρόνο.
Εκείνος στρεσάρεται ολοένα και περισσότερο. Φοράει
σακάκι και γραβάτα και κοιτάζει το ρολόι του ανήσυχος. Η
ώρα του μεσημεριανού τελείωσε. Ο προσωπικός γραμματέας
του έχει κιόλας επιστρέψει. Χτύπησε διακριτικά την πόρτα,
άκουσε «Είμαι σε συνάντηση» και δεν επέμεινε. Από τότε
πέρασαν σαράντα λεπτά, και μαζί κάποια ραντεβού και
συναντήσεις που τώρα πρέπει να ακυρωθούν.
Όταν έφτασα, ο Ζακόμπ με χαιρέτησε με τρία φιλιά στο
μάγουλο και μου έδειξε με επισημότητα την καρέκλα
μπροστά από το γραφείο του. Δε χρειάστηκε η γυναίκεια μου
διαίσθηση για να αντιληφθώ πόσο τρομαγμένος ήταν. Ποιος
ο λόγος αυτής της συνάντησης; Δεν καταλαβαίνω ότι η
ατζέντα του είναι γεμάτη, καθώς σύντομα θα διακοπούν οι
εργασίες του Κοινοβουλίου λόγω των γιορτών και πρέπει να
ασχοληθεί με διάφορα σημαντικά ζητήματα; Μα δε διάβασα
το μήνυμα που μου έστειλε, στο οποίο μου έλεγε ότι η
γυναίκα του ήταν πλέον πεπεισμένη πως κάτι τρέχει μεταξύ

μας; Πρέπει να περιμένουμε λίγο, να αφήσουμε το πράγμα να
κρυώσει, πριν ξαναρχίσουμε να βλεπόμαστε.
«Τα αρνήθηκα όλα φυσικά. Έκανα πως σοκαρίστηκα
πολύ με τους υπαινιγμούς της. Της είπα ότι μου έθιγε την
αξιοπρέπεια. Ότι βαρέθηκα αυτή την καχυποψία κι ότι ήταν
ελεύθερη να ρωτήσει όποιον ήθελε για τη συμπεριφορά μου.
Η ίδια δεν είπε ότι η ζήλια είναι σημάδι κατωτερότητας;
Έκανα ό,τι μπορούσα, κι εκείνη το μόνο που απάντησε ήταν:
“Μην είσαι ανόητος. Δεν γκρινιάζω, λέω απλώς ότι
ανακάλυψα γιατί ήσουν τόσο ευγενικός και αβρός τελευταία.
Ήταν...”»
Δεν τον άφησα να ολοκληρώσει. Σηκώθηκα και τον
έπιασα από το γιακά. Νόμισε πως του έκανα επίθεση. Αντί γι’
αυτό όμως του έδωσα ένα φιλί, παρατεταμένο. Δεν
αντέδρασε καθόλου, γιατί νόμιζε ότι είχα πάει για να κάνω
σκηνή. Συνέχισα όμως να τον φιλάω στο στόμα, στο λαιμό,
ενώ του έλυνα τη γραβάτα.
Με έσπρωξε. Τον χαστούκισα.
«Πρέπει να κλειδώσω την πόρτα πρώτα. Κι εμένα μου
έλειψες».
Διέσχισε το καλόγουστα διακοσμημένο γραφείο, με έπιπλα
του 19ου αιώνα, κλείδωσε και, όταν επέστρεψε, ήμουν σχεδόν
γυμνή, μόνο με το εσώρουχο.
Την ώρα που του έβγαζα τα ρούχα, άρχισε να μου πιπιλάει
το στήθος. Βόγκηξα από ηδονή, μου έκλεισε το στόμα με το
χέρι, όμως κούνησα το κεφάλι και συνέχισα να βογκάω

χαμηλόφωνα.
Και η δική μου φήμη κινδυνεύει, όπως φαντάζεσαι. Μην
ανησυχείς.
Ήταν η μόνη στιγμή που σταματήσαμε και που είπα κάτι.
Στη συνέχεια γονάτισα κι άρχισα να του κάνω στοματικό σεξ.
Για μία ακόμα φορά, μου κρατούσε το κεφάλι υπαγορεύοντας
το ρυθμό: πιο γρήγορα, όλο και πιο γρήγορα. Δεν ήθελα
όμως να τελειώσει στο στόμα μου. Τον έσπρωξα και
κατευθύνθηκα στο δερμάτινο καναπέ, όπου ξάπλωσα με τα
πόδια ανοιχτά. Γονάτισε και άρχισε να με γλείφει. Όταν είχα
τον πρώτο οργασμό, δάγκωσα το χέρι μου για να μην
ουρλιάξω. Το κύμα της ηδονής έμοιαζε να μην τελειώνει και
δάγκωνα το χέρι μου συνεχώς.
Τότε τον φώναξα με το όνομά του, του είπα να μπει μέσα
μου και να κάνει ό,τι ήθελε. Έτσι κι έκανε, με έπιασε από τους
ώμους και με τράνταξε σαν άγριος. Μου σήκωσε τα πόδια
στους ώμους για να διεισδύσει πιο βαθιά. Άρχισε να κινείται
πιο γρήγορα, αλλά τον διέταξα να μην τελειώσει ακόμα.
Ήθελα κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο.
Με έβαλε στο πάτωμα στα τέσσερα, με χτύπησε και
ξαναμπήκε μέσα μου, ενώ εγώ κουνούσα τη μέση μου σαν
τρελή. Από τα πνιχτά βογκητά του πρόσεξα ότι ήταν έτοιμος
να τελειώσει, ότι δεν μπορούσε να ελέγξει τον εαυτό του
άλλο. Τον έβγαλα από μέσα μου, γύρισα και τον πρόσταξα
να ξαναμπεί, κοιτάζοντάς με στα μάτια και λέγοντας
βρομόλογα, σαν κι αυτά που μας άρεσε να λέμε ο ένας στον

άλλο κάθε φορά που κάναμε έρωτα. Είπα τα πιο χυδαία
πράγματα που θα μπορούσε να πει μια γυναίκα σε έναν
άντρα. Εκείνος ψιθύριζε χαμηλόφωνα το όνομά μου,
ζητώντας μου να του πω πως τον αγαπούσα. Εγώ όμως
έλεγα μόνο βρομόλογα και απαιτούσα να μου φερθεί σαν σε
πόρνη, μια τυχαία, να με χρησιμοποιήσει σαν σκλάβα, σαν
κάποια που δεν αξίζει σεβασμό.
Είχα ανατριχιάσει σε όλο μου το σώμα. Η ηδονή με
πλημμύριζε κατά κύματα. Ήρθα σε οργασμό ακόμα μια φορά
και μετά κι άλλη, ενώ εκείνος κρατιόταν για να παρατείνει τη
στιγμή όσο το δυνατό περισσότερο. Τα σώματά μας
χτυπούσαν μεταξύ τους βίαια, προκαλώντας πνιχτούς ήχους,
που εκείνον δεν τον απασχολούσε πια αν τους άκουγε κανείς
πίσω από την πόρτα.
Με τα μάτια μου πάνω του και ακούγοντάς τον να
προφέρει το όνομά μου με κάθε κίνηση, κατάλαβα ότι θα
τελείωνε, και δε φορούσε προφυλακτικό. Άλλαξα θέση άλλη
μια φορά, αναγκάζοντάς τον να βγει από μέσα μου, και του
ζήτησα να τελειώσει στο πρόσωπό μου, στο στόμα μου και να
πει ότι με αγαπούσε.
Έκανε ακριβώς ό,τι του ζήτησα, ενώ εγώ αυνανιζόμουν και
ερχόμουν σε οργασμό μαζί του. Στη συνέχεια με αγκάλιασε
και είπε ξανά πολλές φορές ότι με αγαπούσε και ότι του είχα
λείψει.
Τώρα όμως μου ζητάει να ντυθώ, κι εγώ δεν κουνιέμαι.
Έχει ξαναγίνει το καλό παιδί που θαυμάζουν οι ψηφοφόροι.

Νιώθει πως κάτι δεν πάει καλά, αλλά δεν μπορεί να το
εντοπίσει. Αρχίζει να καταλαβαίνει ότι δε βρίσκομαι εδώ
μόνο και μόνο επειδή είναι καταπληκτικός εραστής.
«Τι θέλεις;»
Να βάλω μια τελεία. Να τελειώσουμε, όσο κι αν αυτό μου
μαχαιρώνει την καρδιά και συναισθηματικά με κάνει
κομμάτια. Να σε κοιτάξω στα μάτια και να σου πω ότι όλα
τελείωσαν. Ποτέ ξανά.
Η τελευταία εβδομάδα ήταν ένα μαρτύριο σχεδόν
ανυπόφορο. Έκλαψα με δάκρυα που δεν είχα και χάθηκα σε
σκέψεις στις οποίες έβλεπα να με πηγαίνουν στους χώρους
του πανεπιστημίου όπου δούλευε η γυναίκα του και να με
κλείνουν με το ζόρι στην ψυχιατρική κλινική που υπάρχει εκεί.
Νόμιζα πως είχα αποτύχει σε όλα, εκτός από τη δουλειά μου
και το ρόλο μου ως μητέρας. Βρισκόμουν ένα βήμα από τη
ζωή και το θάνατο συνεχώς, να ονειρεύομαι όλα όσα θα
μπορούσα να είχα ζήσει μαζί του αν ήμασταν ακόμα δύο
έφηβοι που ατένιζαν μαζί το μέλλον σαν να ήταν η πρώτη
φορά. Υπήρξε όμως μια στιγμή στην οποία κατάλαβα ότι είχα
φτάσει στα όρια της απελπισίας, ότι δεν μπορούσα να πάω
πιο κάτω και, όταν κοιτούσα πάνω, υπήρχε μόνο ένα χέρι
απλωμένο προς το μέρος μου: αυτό του άντρα μου.
Θα έχει υποψιαστεί κάτι, όμως η αγάπη του ήταν πιο
δυνατή. Προσπάθησα να του μιλήσω, να του τα πω όλα και
να βγάλω από τους ώμους μου το βάρος, αλλά δε
χρειάστηκε. Με έκανε να δω ότι, ανεξάρτητα από τις επιλογές

που θα έκανα στη ζωή μου, εκείνος θα ήταν πάντα δίπλα μου
και γι’ αυτό το βάρος μου ήταν ελαφρύ.
Κατάλαβα ότι κατηγορούσα τον εαυτό μου κι ότι πλήρωνα
για πράγματα για τα οποία εκείνος ούτε με καταδίκαζε ούτε
μου έριχνε φταίξιμο. Έλεγα στον εαυτό μου: «Δε μου αξίζει
αυτός ο άντρας, δεν ξέρει ποια είμαι».
Όμως ξέρει. Κι αυτό μου επιτρέπει να αποκτήσω ξανά την
αυτοεκτίμηση και τον αυτοσεβασμό μου. Γιατί, αν ένας
άντρας όπως εκείνος, που δε θα είχε καμία δυσκολία να βρει
σύντροφο την επομένη κιόλας του χωρισμού μας, θέλει να
μείνει μαζί μου παρ’ όλα αυτά, είναι επειδή αξίζω κάτι. Αξίζω
πολλά.
Ανακάλυψα ότι μπορούσα να αρχίσω να κοιμάμαι ξανά
δίπλα του χωρίς να νιώθω βρόμικη και χωρίς να νομίζω ότι
τον προδίδω. Ένιωσα να με αγαπούν και πίστεψα ότι την
αξίζω αυτή την αγάπη.
Σηκώνομαι, μαζεύω τα ρούχα μου και πηγαίνω στο
προσωπικό μπάνιο του. Ξέρει ότι είναι η τελευταία φορά που
με βλέπει γυμνή.
Μπροστά μου έχω μια μεγάλη διαδρομή θεραπείας,
συνεχίζω επιστρέφοντας στο γραφείο του. Φαντάζομαι ότι κι
εκείνος νιώθει το ίδιο, αλλά είμαι σίγουρη ότι το μόνο που
θέλει η Μαριάν είναι να τελειώσει η περιπέτειά μας για να
μπορεί να τον αγκαλιάζει ξανά με την ίδια αγάπη και με την
ίδια σιγουριά όπως πριν.
«Ναι, αλλά δε μου μιλάει. Κατάλαβε τι συνέβαινε και

κλείστηκε στον εαυτό της ακόμα περισσότερο. Ποτέ δεν ήταν
τρυφερή, και τώρα μοιάζει με αυτόματο, είναι επικεντρωμένη
στη δουλειά της περισσότερο από ποτέ. Είναι ο τρόπος της
να ξεφεύγει».
Φτιάχνω τη φούστα μου, φοράω τα παπούτσια μου, βγάζω
ένα πακέτο από την τσάντα μου και το αφήνω πάνω στο
γραφείο του.
«Τι είναι αυτό;»
Κοκαΐνη.
«Δεν ήξερα ότι εσύ...»
Δεν είναι ανάγκη να μάθεις τίποτα, σκέφτομαι. Δε
χρειάζεται να μάθεις ως πού ήμουν πρόθυμη να φτάσω για να
παλέψω για τον άντρα με τον οποίο ήμουν τρελά ερωτευμένη.
Το πάθος υπάρχει ακόμα, η φλόγα του όμως αδυνατίζει μέρα
με τη μέρα. Ξέρω ότι κάποια στιγμή θα σβήσει τελείως. Κάθε
χωρισμός πονάει, και νιώθω τον πόνο αυτό σε κάθε κύτταρο
του σώματός μου. Είναι η τελευταία φορά που τον βλέπω ενώ
είμαστε οι δυο μας. Θα ξανασυναντηθούμε σε εκδηλώσεις
και δεξιώσεις, σε εκλογές και συνεντεύξεις Τύπου, όμως ποτέ
δε θα είμαστε ξανά όπως είμαστε σήμερα. Ήταν υπέροχα που
κάναμε έρωτα έτσι και που τελειώσαμε όπως αρχίσαμε:
εντελώς παραδομένοι ο ένας στον άλλο. Εγώ ήξερα ότι ήταν
η τελευταία φορά, εκείνος όχι, μα δεν μπορούσα να του πω
τίποτα.
«Τι να την κάνω;»
Πέταξέ τη. Μου κόστισε μια μικρή περιουσία, αλλά πέταξέ

τη. Έτσι θα με απαλλάξεις από την κακιά συνήθεια.
Δεν του εξηγώ για ποια ακριβώς κακιά συνήθεια μιλάω.
Έχει όνομα: Ζακόμπ Κενίγκ.
Βλέπω την έκπληξη στο πρόσωπό του και χαμογελάω.
Τον αποχαιρετώ με τρία φιλιά στο μάγουλο και φεύγω. Στην
υποδοχή, στρέφομαι στο βοηθό του και του γνέφω με το
κεφάλι. Αποστρέφει το βλέμμα του, κάνει ότι είναι
επικεντρωμένος σε μια στοίβα χαρτιά και μουρμουρίζει κάτι σε
αποχαιρετισμό.
Όταν βγαίνω στο πεζοδρόμιο, τηλεφωνώ στον άντρα μου
και του λέω ότι προτιμώ να περάσουμε το ρεβεγιόν της
Πρωτοχρονιάς στο σπίτι με τα παιδιά. Αν θέλει να πάμε
ταξίδι, ας πάμε τα Χριστούγεννα.

«ΠΑΜΕ ΜΙΑ ΒΟΛΤΑ πριν από το φαγητό;»
Γνέφω καταφατικά με το κεφάλι, αλλά δεν κουνιέμαι. Έχω
το βλέμμα καρφωμένο στο πάρκο μπροστά στο ξενοδοχείο
και, πίσω από αυτό, στην κορυφή Γιούνγκφραου, που είναι
μονίμως καλυμμένη με χιόνι, φωτισμένη τώρα από τον
απογευματινό ήλιο.
Ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι εκπληκτικός. Ξεχνάμε μια
μυρωδιά μέχρι να την ξαναμυρίσουμε, σβήνουμε μια φωνή
από τη μνήμη μας μέχρι να την ξανακούσουμε και μέχρι τα
συναισθήματα που έμοιαζαν θαμμένα για πάντα να
ξυπνήσουν όταν επιστρέφουμε στο ίδιο μέρος.
Ταξιδεύω ξανά στο χρόνο, τότε που ήρθαμε στο
Ιντερλάκεν για πρώτη φορά. Τότε, μέναμε σε ένα φτηνό
ξενοδοχείο, γυρίζαμε τη μία λίμνη μετά την άλλη πολλές
φορές και κάθε φορά ήταν λες και ανακαλύπταμε έναν
καινούριο δρόμο. Ο άντρας μου πήγαινε να τρέξει αυτό τον
τρελό μαραθώνιο που μεγάλο μέρος του περνάει από τα
βουνά. Ήμουν περήφανη για το πνεύμα περιπέτειας που
έδειχνε, για τη θέλησή του να κατακτήσει το αδύνατο, να
απαιτεί συνεχώς περισσότερα από το σώμα του.
Δεν ήταν ο μόνος τρελός που το έκανε αυτό: έρχονταν
άνθρωποι από κάθε γωνιά του κόσμου, τα ξενοδοχεία ήταν
γεμάτα και ο κόσμος συγχρωτιζόταν στα πολλά μπαρ και
εστιατόρια στη μικρή πόλη των 5.000 κατοίκων. Δεν έχω ιδέα

πώς είναι το Ιντερλάκεν το φθινόπωρο, όμως από το
παράθυρό μου φαντάζει πιο άδειο, πιο απόμακρο.
Αυτή τη φορά μένουμε στο καλύτερο ξενοδοχείο. Έχουμε
μια ωραία σουίτα. Στο τραπεζάκι είναι ακουμπισμένη η κάρτα
του διευθυντή που μας καλωσορίζει και μας προσφέρει ένα
μπουκάλι σαμπάνια, το οποίο ήδη έχουμε αδειάσει.
Με φωνάζει. Επιστρέφω στην πραγματικότητα και
κατεβαίνουμε να κάνουμε μια βόλτα στην πόλη προτού πέσει
η νύχτα.

Αν με ρωτήσει αν όλα είναι καλά, θα πω ψέματα, γιατί δεν
μπορώ να του χαλάσω τη χαρά. Η αλήθεια όμως είναι ότι οι
πληγές στην καρδιά μου με δυσκολία επουλώνονται.
Θυμάται το παγκάκι που είχαμε καθίσει για καφέ ένα πρωί και
μας είχε πλησιάσει ένα ζευγάρι ξένων νεοχίπηδων, ζητώντας
μας λεφτά. Περνάμε μπροστά από μια εκκλησία, οι καμπάνες
χτυπάνε, με φιλάει και του ανταποδίδω το φιλί, κάνοντας ό,τι
μπορώ για να κρύψω αυτό που νιώθω.
Δεν περπατάμε χέρι με χέρι, λόγω του κρύου – τα γάντια με
ενοχλούν. Πηγαίνουμε στο σταθμό του τρένου. Αγοράζει το
ίδιο σουβενίρ που είχε αγοράσει και την άλλη φορά: έναν
αναπτήρα με το σύμβολο της πόλης. Εκείνη την εποχή
κάπνιζε και έτρεχε σε μαραθώνιους. Σήμερα δεν καπνίζει πια
και νομίζει ότι η ανάσα του λιγοστεύει κάθε μέρα. Πάντα
βαριανασαίνει όταν περπατάμε γρήγορα, και παρόλο που

προσπάθησε να το κρύψει, παρατήρησα ότι κουράστηκε
περισσότερο απ’ ό,τι συνήθως όταν τρέχαμε στις όχθες της
λίμνης στη Νιόν.
Σταματάμε για λίγο σε ένα συμπαθητικό μπαρ για να
πιούμε κάτι. Μερική ώρα μετά, το τηλέφωνό μου δονείται.
Κάνω έναν αιώνα να το βρω στην τσάντα μου. Όταν τα
καταφέρνω, όποιος με έπαιρνε έχει κλείσει. Στην οθόνη
φαίνεται ότι η χαμένη κλήση ήταν από τη φίλη μου, εκείνη
που είχε κατάθλιψη και χάρη στα φάρμακα είναι σήμερα και
πάλι ευτυχισμένη.
«Δε με πειράζει αν θέλεις να τηλεφωνήσεις».
Ρωτάω γιατί να το κάνω. Δε χαίρεται με την παρέα μου;
Θέλει να τον διακόπτουν άνθρωποι που δεν έχουν άλλη
δουλειά να κάνουν απ’ το να περνούν ώρες ολόκληρες στο
τηλέφωνο, σε συζητήσεις εντελώς ανούσιες;
Εκνευρίζεται κι εκείνος μαζί μου. Ίσως να φταίει το
μπουκάλι της σαμπάνιας στο οποίο προστέθηκαν τα δύο
ποτήρια αλκοόλ που μόλις ήπιαμε. Ο εκνευρισμός του με
ηρεμεί και με κάνει να νιώσω πιο άνετα: βρίσκομαι δίπλα σε
έναν άνθρωπο, με συναισθήματα.
Πόσο παράξενο είναι το Ιντερλάκεν χωρίς το μαραθώνιο,
λέω. Μοιάζει με πόλη-φάντασμα.
«Εδώ δεν έχει πίστες για σκι».
Κι ούτε θα μπορούσε. Βρισκόμαστε στη μέση μιας
κοιλάδας, με πανύψηλα βουνά δεξιά κι αριστερά και τις
λίμνες στις άκρες.

Παραγγέλνει δύο ακόμα ποτήρια τζιν. Του προτείνω να
πάμε σε άλλο μπαρ, αλλά είναι αποφασισμένος να
πολεμήσει το κρύο με ποτό. Πάει καιρός που δεν έχουμε κάνει
κάτι τέτοιο.
«Ξέρω ότι έχουν περάσει μόνο δέκα χρόνια, όμως την
πρώτη φορά που ήρθαμε εδώ ήμουν νέος. Είχα φιλοδοξίες,
μου άρεσαν οι ανοιχτοί χώροι και δεν άφηνα το άγνωστο να
με φοβίσει. Έχω αλλάξει πολύ άραγε;»
Είσαι μόλις τριάντα χρονών. Νομίζεις ότι γέρασες;
Δεν απαντάει. Αδειάζει το ποτήρι του μονορούφι και
κοιτάζει το κενό. Δεν είναι πια ο τέλειος σύζυγος, και όσο
απίστευτο κι αν ακούγεται, χαίρομαι γι’ αυτό.
Φεύγουμε από το μπαρ και αρχίζουμε να επιστρέφουμε στο
ξενοδοχείο. Στο δρόμο υπάρχει ένα όμορφο και χαριτωμένο
εστιατόριο, αλλά έχουμε κάνει κράτηση αλλού. Είναι πολύ
νωρίς ακόμα, γράφει σε μια ταμπέλα ότι το γεύμα αρχίζει να
σερβίρεται μόλις στις εφτά.
«Ας πιούμε άλλο ένα τζιν».
Ποιος είναι αυτός ο άντρας δίπλα μου; Μήπως το
Ιντερλάκεν του ξύπνησε χαμένες αναμνήσεις κι άνοιξε το
κουτί του τρόμου; Δε μιλάω. Και αρχίζω να φοβάμαι.
Τον ρωτάω αν θέλει να ακυρώσουμε την κράτηση που
έχουμε κάνει στο ιταλικό εστιατόριο και να φάμε εδώ.
«Το ίδιο μου κάνει».
Το ίδιο του κάνει; Άραγε νιώθει τώρα στο πετσί του όλα
όσα πέρασα όταν νόμιζα ότι είχα κατάθλιψη;

Για μένα δεν κάνει το ίδιο. Θέλω να πάμε στο εστιατόριο
που έχουμε κάνει κράτηση. Στο ίδιο που ανταλλάξαμε
όρκους αγάπης.
«Το ταξίδι αυτό ήταν πάρα πολύ κακή ιδέα. Προτιμώ να
γυρίσουμε αύριο κιόλας. Είχα τις καλύτερες προθέσεις: να
ξαναζήσουμε την αρχή του έρωτά μας. Γίνεται όμως; Όχι
φυσικά. Μεγαλώσαμε. Τώρα ζούμε μια πίεση που δεν υπήρχε
παλιά. Πρέπει να διατηρήσουμε βασικά επίπεδα εκπαίδευσης,
υγείας, διατροφής. Προσπαθούμε να διασκεδάσουμε τα
Σαββατοκύριακα γιατί αυτό κάνουν όλοι, κι αφού δεν έχουμε
όρεξη να βγούμε από το σπίτι, νομίζουμε ότι κάτι δεν πάει
καλά με μας».
Εγώ ποτέ δεν έχω όρεξη. Προτιμώ να μην κάνω τίποτα.
«Το ίδιο κι εγώ. Αλλά τα παιδιά; Εκείνα θέλουν άλλα
πράγματα. Δεν μπορούμε να τα αφήσουμε κλεισμένα μέσα με
τους υπολογιστές. Παραείναι μικρά για κάτι τέτοιο.
Πιεζόμαστε λοιπόν να τα πάμε κάπου, να κάνουμε τα ίδια
πράγματα που έκαναν και με μας οι γονείς μας και που
έκαναν και οι παππούδες μας με αυτούς. Μια κανονική ζωή.
Είμαστε μια οικογένεια με συναισθηματική συγκρότηση. Αν
κάποιος από εμάς χρειάζεται βοήθεια, ο άλλος είναι πάντα
έτοιμος να κάνει τα αδύνατα δυνατά για να τον βοηθήσει».
Καταλαβαίνω. Όπως να ταξιδέψει σε ένα μέρος γεμάτο
αναμνήσεις, για παράδειγμα.
Ακόμα ένα ποτήρι τζιν. Μένει αμίλητος για ώρα προτού
απαντήσει στο σχόλιό μου.

«Ακριβώς. Νομίζεις όμως πως μπορούν οι αναμνήσεις να
γεμίσουν το παρόν; Το αντίθετο, με πνίγουν. Ανακαλύπτω
ότι δεν είμαι πια ο ίδιος άνθρωπος. Μέχρι να έρθουμε εδώ
και να πιούμε εκείνο το μπουκάλι σαμπάνιας ήταν όλα καλά.
Τώρα συνειδητοποιώ ότι πολύ απέχω από το να ζω όπως
ονειρευόμουν την πρώτη φορά που επισκέφτηκα το
Ιντερλάκεν».
Και τι ονειρευόσουν;
«Μια χαζομάρα. Ήταν ωστόσο το όνειρό μου. Και θα
μπορούσα να το έχω κάνει πραγματικότητα».
Ναι, αλλά τι ήταν;
«Να πουλήσω ό,τι είχα τότε, να αγοράσω ένα σκάφος και
να γυρίσω μαζί σου τον κόσμο. Ο πατέρας μου θα έβγαινε
εκτός εαυτού που δε θα ακολουθούσα τα βήματά του, αλλά
αυτό δεν είχε καμιά σημασία. Θα σταματούσαμε σε λιμάνια,
θα κάναμε πρόχειρες δουλειές που θα μας έδιναν αρκετά για
να συνεχίσουμε και αμέσως μόλις μαζεύαμε τα λεφτά που
χρειαζόμασταν θα σηκώναμε και πάλι άγκυρα. Θα ήμασταν
με ανθρώπους που δε θα είχαμε ξαναδεί ποτέ και θα
ανακαλύπταμε μέρη που δεν υπάρχουν στους τουριστικούς
οδηγούς. Περιπέτεια. Η μόνη μου επιθυμία ήταν η πε-ρι-πέτει-α».
Παραγγέλνει άλλο ένα τζιν και το πίνει με μια ταχύτητα
που δεν έχω ξαναδεί. Εγώ σταματάω να πίνω, ήδη έχω
αρχίσει να ανακατεύομαι, καθώς δεν έχουμε φάει τίποτα ως
τώρα. Θα ήθελα να πω: Αν είχες κάνει πραγματικότητα το

όνειρό σου, θα ήμουν η πιο ευτυχισμένη γυναίκα του κόσμου.
Καλύτερα όμως να μη μιλήσω, γιατί θα νιώσει χειρότερα.
«Και τότε ήρθε το πρώτο παιδί».
Και λοιπόν; Θα υπάρχουν εκατομμύρια ζευγάρια με παιδιά
που κάνουν αυτό ακριβώς που πρότεινε.
Το σκέφτεται λίγο.
«Δε θα έλεγα εκατομμύρια. Χιλιάδες ίσως».
Τα μάτια του αλλάζουν. Δε φανερώνουν πλέον
επιθετικότητα, αλλά θλίψη.
«Υπάρχουν στιγμές που σταματάμε για να αναλύσουμε το
σύνολο: το παρελθόν και το μέλλον μας. Τι μάθαμε και πόσα
λάθη κάναμε. Πάντα φοβόμουν τούτες τις στιγμές.
Καταφέρνω να τις ξεγελάω λέγοντας στον εαυτό μου ότι
έκανα τις καλύτερες επιλογές, αλλά ότι αυτές απαιτούν
μικρές θυσίες από μεριάς μου. Τίποτα σημαντικό».
Ρίχνω την ιδέα να περπατήσουμε λίγο. Τα μάτια του έχουν
αρχίσει να γίνονται παράξενα, χωρίς λάμψη.
Δίνει μια γροθιά πάνω στο τραπέζι. Η ιδιοκτήτρια κοιτάζει
τρομαγμένη κι εγώ παραγγέλνω ένα ακόμα τζιν για μένα.
Εκείνη αρνείται. Είναι ώρα να κλείσει το μπαρ, σε λίγο θα
αρχίσει να σερβίρεται το δείπνο. Μας φέρνει το λογαριασμό.
Φαντάζομαι πώς θα αντιδράσει ο άντρας μου. Εκείνος
όμως βγάζει απλώς το πορτοφόλι του και πετάει ένα
χαρτονόμισμα πάνω στην μπάρα. Με πιάνει από το χέρι και
βγαίνουμε έξω στο κρύο.
«Φοβάμαι πως, αν πολυσκεφτώ όλα όσα θα μπορούσα να

είχα γίνει και δεν έγινα, θα μπω σε μια σκοτεινή τρύπα...»
Το γνωρίζω αυτό το συναίσθημα. Μιλήσαμε γι’ αυτό στο
εστιατόριο, τότε που του άνοιξα την ψυχή μου. Μοιάζει να μη
με ακούει.
«...που στο βάθος της θα βρω μια φωνή να μου λέει:
Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν είχε νόημα. Το σύμπαν υπήρχε εδώ
και εκατομμύρια χρόνια, θα συνεχίσει να υπάρχει και αφού
εσύ πεθάνεις. Ζούμε σε ένα μικροσκοπικό μόριο ενός
γιγάντιου μυστηρίου, ακόμα δεν έχουμε απαντήσεις για τις
απορίες που είχαμε παιδιά. Υπάρχει ζωή σε άλλους
πλανήτες; Αν ο Θεός είναι καλός, τότε γιατί επιτρέπει να
υποφέρουν και να πονούν οι άνθρωποι; Τέτοια. Και, το
χειρότερο, ο χρόνος εξακολουθεί να περνάει. Συχνά, χωρίς
κανένα εμφανή λόγο, νιώθω απέραντο τρόμο. Μερικές φορές
όταν είμαι στη δουλειά, στο αυτοκίνητο, όταν βάζω τα παιδιά
για ύπνο. Και τα κοιτάζω με στοργή και με φόβο. Τι θα τους
συμβεί; Ζουν σε μια χώρα που μας παρέχει σιγουριά και
ηρεμία, αλλά στο μέλλον;»
Ναι, καταλαβαίνω τι λες. Φαντάζομαι ότι δεν είμαστε οι
μόνοι που σκεφτόμαστε έτσι.
«Τότε σε βλέπω να φτιάχνεις πρωινό ή να μαγειρεύεις για
το βράδυ και πότε πότε σκέφτομαι ότι σε καμιά πενηνταριά
χρόνια, ή ίσως και λιγότερο, ο ένας από εμάς θα κοιμάται
μόνος του στο κρεβάτι, κλαίγοντας κάθε βράδυ, επειδή
κάποτε ήμασταν ευτυχισμένοι. Τα παιδιά θα έχουν φύγει
μακριά, θα έχουν μεγαλώσει. Εκείνος που θα έχει επιζήσει θα

είναι άρρωστος, θα χρειάζεται συνέχεια βοήθεια από ξένους».
Σταματάει να μιλάει και συνεχίζουμε να περπατάμε
αμίλητοι. Περνάμε μια επιγραφή που ανακοινώνει ένα
ρεβεγιόν. Την κλοτσάει δυνατά. Δυο τρεις περαστικοί μάς
κοιτάζουν.
«Συγνώμη. Δεν ήθελα να τα πω όλα αυτά. Σ’ έφερα εδώ
για να νιώσεις καλύτερα, χωρίς τις πιέσεις της κάθε μέρας. Το
ποτό φταίει».
Ξαφνιάζομαι.
Περνάμε μπροστά από μια παρέα αγοριών και κοριτσιών
που συζητούν ζωηρά ανάμεσα σε κουτάκια μπίρας σπαρμένα
δεξιά κι αριστερά. Ο άντρας μου, που γενικά είναι σοβαρός
και συγκρατημένος, πλησιάζει και τους προσκαλεί να πιουν
λίγο ακόμα.
Τον κοιτάζουν φοβισμένα. Τους ζητώ συγνώμη, τους δίνω
να καταλάβουν ότι είμαστε και οι δύο μεθυσμένοι και ότι και
η παραμικρή σταγόνα αλκοόλ παραπάνω θα μπορούσε να
φέρει την καταστροφή. Τον πιάνω από το μπράτσο και
συνεχίζουμε το δρόμο μας.
Είχα τόσο καιρό να το κάνω αυτό! Πάντα εκείνος ήταν ο
προστάτης, αυτός που βοηθούσε, που έλυνε τα προβλήματα.
Σήμερα εγώ πρέπει να φροντίσω να μην παραπατήσει και
πέσει. Η διάθεσή του άλλαξε και πάλι, τραγουδάει ένα
τραγούδι που δεν έχω ξανακούσει – ίσως ένα παραδοσιακό
της περιοχής.
Όταν πλησιάζουμε την εκκλησία, χτυπούν και πάλι οι

καμπάνες. Είναι καλό σημάδι, λέω.
«Τις ακούω τις καμπάνες, μιλούν για το Θεό. Ο Θεός
όμως μας ακούει άραγε; Δεν έχουμε καλά καλά περάσει τα
τριάντα κι ακόμα δεν έχουμε βρει ενδιαφέρον στη ζωή. Αν
δεν υπήρχαν τα παιδιά μας, ποιο θα ήταν το νόημα όλων
αυτών;»
Κάνω να του πω κάτι, αλλά δεν έχω απάντηση. Φτάνουμε
στο εστιατόριο όπου ανταλλάξαμε τους πρώτους όρκους
αγάπης και τρώμε σε καταθλιπτική ατμόσφαιρα, υπό το φως
των κεριών, σε μία από τις ομορφότερες και ακριβότερες
πόλεις της Ελβετίας.

ΟΤΑΝ ΑΝΟΙΓΩ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ , έχει ξημερώσει ώρα
πριν. Κοιμήθηκα έναν ύπνο χωρίς όνειρα και δεν ξύπνησα τη
νύχτα. Κοιτάζω το ρολόι: εννιά το πρωί.
Ο άντρας μου κοιμάται ακόμα. Μπαίνω στο μπάνιο,
βουρτσίζω τα δόντια μου, παραγγέλνω πρωινό και για τους
δύο. Φοράω τη ρόμπα μου και πηγαίνω στο παράθυρο να
περάσω την ώρα μέχρι να έρθει η υπηρεσία δωματίου.
Τότε προσέχω κάτι: ο ουρανός είναι γεμάτος παραπέντε,
αλεξίπτωτα πλαγιάς! Οι άνθρωποι προσγειώνονται στο
πάρκο μπροστά στο ξενοδοχείο. Αρχάριοι, οι περισσότεροι
δεν είναι μόνοι, αλλά έχουν πίσω τους το δάσκαλο που
κατευθύνει το αλεξίπτωτο.
Πώς μπορούν και κάνουν τέτοια τρέλα; Έχουμε άραγε
φτάσει στο σημείο όπου ο κίνδυνος είναι το μόνο πράγμα
που μας απαλλάσσει από την ανία;
Προσγειώνεται κι άλλο. Κι άλλο. Φίλοι τραβούν βίντεο,
χαμογελώντας χαρούμενοι. Φαντάζομαι πώς θα είναι η θέα
από εκεί πάνω, μια και τα βουνά που μας περιτριγυρίζουν
είναι πολύ πολύ ψηλά.
Νιώθω μεγάλη ζήλια για τον καθένα από εκείνους τους
ανθρώπους, εγώ ποτέ δε θα είχα το θάρρος να πηδήξω.
Χτυπάει το κουδούνι. Μπαίνει ο σερβιτόρος με έναν
ασημένιο δίσκο, ένα βάζο με ένα τριαντάφυλλο, καφέ (για
τον άντρα μου), τσάι (για μένα), κρουασάν, ζεστές φρυγανιές,

ψωμί σικάλεως, διάφορες μαρμελάδες, αβγά, χυμό
πορτοκάλι, την τοπική εφημερίδα και οτιδήποτε άλλο θα μας
ευχαριστούσε.
Ξυπνάω τον άντρα μου με ένα φιλί. Δε θυμάμαι πότε ήταν
η τελευταία φορά που το έκανα αυτό. Τρομάζει, αλλά αμέσως
μετά
χαμογελάει.
Καθόμαστε
στο
τραπέζι
και
απολαμβάνουμε τις λιχουδιές που έχουμε μπροστά μας.
Μιλάμε λίγο για το χτεσινοβραδινό μεθύσι.
«Νομίζω ότι το χρειαζόμουν. Αλλά μην πάρεις όσα είπα
και πολύ σοβαρά. Όταν σκάει ένα μπαλόνι, τρομάζει όλο τον
κόσμο, όμως δεν ήταν παρά ένα μπαλόνι που έσκασε.
Ακίνδυνο».
Θέλω να του πω ότι ένιωσα πολύ καλά που ανακάλυψα
όλες τις αδυναμίες του, ωστόσο χαμογελάω και συνεχίζω να
τρώω το κρουασάν μου.
Προσέχει κι εκείνος τα αλεξίπτωτα πλαγιάς. Τα μάτια του
λάμπουν. Ντυνόμαστε και κατεβαίνουμε να απολαύσουμε το
πρωινό.
Πηγαίνουμε κατευθείαν στη ρεσεψιόν. Λέει ότι θα φύγουμε
σήμερα, τους παρακαλεί να κατεβάσουν τις αποσκευές μας
και πληρώνει το λογαριασμό.
Είναι σίγουρος; Δεν μπορούμε να μείνουμε μέχρι αύριο το
πρωί;
«Είμαι σίγουρος. Το χτεσινό βράδυ στάθηκε αρκετό για να
καταλάβω ότι είναι αδύνατο να γυρίσεις το χρόνο πίσω».
Κατευθυνόμαστε προς την έξοδο διασχίζοντας το μακρύ

φουαγέ με τη γυάλινη οροφή. Διάβασα σε ένα φυλλάδιο ότι
κάποτε εκεί υπήρχε δρόμος. Τώρα έχουν ενώσει τα δύο κτίρια
που βρίσκονταν σε αντικριστά πεζοδρόμια. Όπως φαίνεται, ο
τουρισμός ανθεί εδώ, παρόλο που δεν έχει πίστες για σκι.
Αντί όμως να περάσει την πόρτα, ο άντρας μου στρίβει
αριστερά και κατευθύνεται στο θυρωρό.
«Πώς μπορούμε να πηδήξουμε κι εμείς με παραπέντε;»
Να πηδήξουμε; Εγώ δεν έχω την παραμικρή πρόθεση να
κάνω κάτι τέτοιο. Ο θυρωρός τού δίνει ένα φυλλάδιο. Είναι
όλα εκεί.
«Και πώς ανεβαίνουμε πάνω;»
Ο θυρωρός τού εξηγεί ότι δεν υπάρχει λόγος να πάμε ως
εκεί. Ο δρόμος είναι πολύ δύσκολος. Αρκεί να κλείσουμε
ραντεβού και θα έρθουν να μας πάρουν από το ξενοδοχείο.
Δεν είναι πολύ επικίνδυνο; Να πηδήξεις στο κενό,
ανάμεσα σε δύο οροσειρές, χωρίς να το έχεις ξανακάνει ποτέ;
Ποιοι είναι οι υπεύθυνοι; Υπάρχει έλεγχος από το κράτος για
τους εκπαιδευτές και για τον εξοπλισμό;
«Κυρία, δουλεύω εδώ πάνω από δέκα χρόνια. Πηδάω
τουλάχιστον μία φορά το χρόνο. Δεν έχω δει ποτέ μου ούτε
ένα ατύχημα».
Χαμογελάει. Μάλλον έχει ξαναπεί την ίδια φράση
χιλιάδες φορές αυτά τα δέκα χρόνια.
«Πάμε;»
Ορίστε; Γιατί δεν πάει μόνος του;
«Μπορώ να πάω μόνος μου, εντάξει. Θα με περιμένεις

κάτω με τη φωτογραφική μηχανή. Όμως έχω ανάγκη και
θέλω να ζήσω αυτή την εμπειρία. Πάντα με τρόμαζε. Μόλις
χτες μιλήσαμε για τη στιγμή που όλα μπαίνουν σε μια σειρά
και δε δοκιμάζουμε να πραγματοποιήσουμε πια τα όνειρά
μας. Ήταν πολύ στενάχωρο για μένα το χτεσινό βράδυ».
Το ξέρω. Ζητάει από το θυρωρό να κλείσει ραντεβού.
«Τώρα το πρωί ή το απόγευμα, όταν θα μπορείτε να δείτε
το ηλιοβασίλεμα να καθρεφτίζεται στο χιόνι γύρω σας;»
Τώρα, απαντάω.
«Για ένα άτομο ή για δύο;»
Για δύο, αν είναι για τώρα. Αν δεν έχω την ευκαιρία να
σκεφτώ τι κάνω. Αν δεν έχω το χρόνο να ανοίξω το κουτί απ’
όπου θα βγουν οι δαίμονες να με τρομάξουν: να φοβηθώ το
ύψος, το άγνωστο, το θάνατο, τη ζωή, τις περιοριστικές
αισθήσεις. Ή τώρα ή ποτέ.
«Έχουμε επιλογές πτήσης είκοσι λεπτών, μισής και μιας
ώρας».
Υπάρχουν πτήσεις των δέκα λεπτών;
Όχι.
«Θέλετε να πηδήξετε από τα 1.350 ή από τα 1.800 μέτρα;»
Ήδη έχω αρχίσει να παραιτούμαι. Δε χρειαζόμουν όλες
αυτές τις πληροφορίες. Φυσικά και θέλω να πηδήξω απ’ όσο
πιο χαμηλά γίνεται.
«Αγάπη μου, αυτό δεν έχει το παραμικρό νόημα. Είμαι
σίγουρος ότι δε θα συμβεί τίποτα, αλλά και να συμβεί, ο
κίνδυνος είναι ο ίδιος. Αν πέσεις από 21 μέτρα, που

αντιστοιχούν στον έβδομο όροφο ενός κτιρίου, θα έχεις και
πάλι το ίδιο αποτέλεσμα».
Ο θυρωρός γελάει. Γελάω κι εγώ, για να κρύψω αυτό που
αισθάνομαι. Πόσο αφελής ήμουν για να πιστέψω ότι μονάχα
πεντακόσια μέτρα θα έκαναν τη διαφορά. Ο θυρωρός
σηκώνει το τηλέφωνο και μιλάει με κάποιον.
«Έχει θέσεις μόνο στα άλματα από 1.350 μέτρα».
Ακόμα πιο παράλογη από το φόβο που ένιωσα πριν είναι
η ανακούφιση που νιώθω τώρα. Τι καλά!
Το αυτοκίνητο θα βρίσκεται στην πόρτα του ξενοδοχείου
σε δέκα λεπτά.

ΒΡΙΣΚΟΜΑΙ ΜΠΡΟΣΤΑ στην άβυσσο με τον άντρα μου και
πέντ’ έξι ανθρώπους ακόμα, περιμένοντας τη σειρά μου. Στη
διαδρομή προς τα εδώ σκεφτόμουν τα παιδιά μου και το
ενδεχόμενο να χάσουν τους γονείς τους... Τότε
συνειδητοποίησα ότι δε θα πηδήξουμε μαζί.
Έχουμε φορέσει ειδικά ισοθερμικά ρούχα και κράνη. Προς
τι το κράνος; Για να γλιστρήσω πάνω από χίλια μέτρα ως το
έδαφος με το κρανίο ανέπαφο, σε περίπτωση που πέσω σε
βράχο;
«Το κράνος είναι υποχρεωτικό».
Τέλεια. Φοράω το κράνος, και μοιάζω με τους ποδηλάτες
που κυκλοφορούν στους δρόμους της Γενεύης. Τίποτα πιο
ηλίθιο, αλλά δε σκοπεύω να το συζητήσω παραπάνω.
Κοιτάζω μπροστά. Ανάμεσα σε εμάς και στην άβυσσο
υπάρχει μια πλαγιά καλυμμένη με χιόνι. Μπορώ να διακόψω
την πτήση από το πρώτο κιόλας λεπτό, να κατέβουμε εκεί και
να ανέβουμε με τα πόδια. Δεν είμαι αναγκασμένη να φτάσω
ως το τέρμα.
Ποτέ μου δε φοβόμουν τα αεροπλάνα. Αποτελούσαν
πάντα κομμάτι της ζωής μου. Το θέμα όμως είναι ότι όταν
βρισκόμαστε μέσα στο αεροπλάνο δεν περνάει από το μυαλό
μας ότι είναι το ίδιο ακριβώς πράγμα με το να κάνουμε
παραπέντε. Με μόνη διαφορά ότι η μεταλλική άτρακτος
μοιάζει με ασπίδα και μας δίνει την αίσθηση ότι είμαστε

προστατευμένοι. Μόνο αυτό.
Μόνο αυτό; Τουλάχιστον, από τα λίγα που καταλαβαίνω
για τους νόμους της αεροδυναμικής, φαντάζομαι πως ναι.
Πρέπει να πείσω τον εαυτό μου. Χρειάζομαι καλύτερο
επιχείρημα.
Το καλύτερο επιχείρημα είναι αυτό: το αεροπλάνο είναι
φτιαγμένο από μέταλλο. Ζυγίζει πάρα πολύ. Και μεταφέρει
αποσκευές, ανθρώπους, εξοπλισμό, τόνους εύφλεκτων
καυσίμων. Το παραπέντε με τη σειρά του είναι ελαφρύ,
κατεβαίνει με τον άνεμο, υπακούει στους νόμους της φύσης,
όπως ένα φύλλο που πέφτει από το δέντρο. Πολύ πιο λογικό.
«Θέλεις να φύγεις πρώτη;»
Ναι, θέλω. Επειδή, αν μου συμβεί κάτι, θα το μάθεις και θα
φροντίσεις τα παιδιά μας. Εξάλλου, θα νιώθεις ενοχές για
όλη την υπόλοιπη ζωή σου που σου ήρθε αυτή η θεότρελη
ιδέα. Θα με θυμούνται ως τη σύντροφο της κάθε στιγμής,
εκείνη που ήταν πάντα μαζί με το σύζυγό της στον πόνο και
στη χαρά, στην περιπέτεια και στη ρουτίνα.
«Είμαστε έτοιμοι, κυρία».
Εσύ είσαι ο εκπαιδευτής; Δεν παραείσαι μικρός για κάτι
τέτοιο; Θα προτιμούσα να πάω με τον προϊστάμενό σας, στο
κάτω κάτω είναι η πρώτη μου φορά.
«Κάνω άλματα από τότε που έφτασα στην επιτρεπόμενη
ηλικία, από τα δεκαέξι μου δηλαδή. Έχω πηδήξει όχι μόνο
από εδώ, αλλά από διάφορα μέρη στον κόσμο τα τελευταία
πέντε χρόνια. Μην ανησυχείτε, κυρία».

Ο συγκαταβατικός τόνος του με εκνευρίζει. Θα έπρεπε να
υπάρχει σεβασμός για τους μεγαλύτερους και για τους
φόβους τους. Εξάλλου, τα ίδια θα λέει σε όλους.
«Να θυμάστε τις οδηγίες. Κι όταν αρχίσουμε να τρέχουμε,
μη σταματήσετε. Τα υπόλοιπα αφήστε τα σε μένα».
Οδηγίες. Φαίνεται πως έχουμε εξοικειωθεί με όλα αυτά,
όταν το περισσότερο που είχαν την υπομονή να κάνουν ήταν
να μας εξηγήσουν ότι ο κίνδυνος είναι ακριβώς το να θέλεις
να σταματήσεις στα μισά. Και ότι, όταν φτάσουμε στο
έδαφος, πρέπει να συνεχίσουμε να περπατάμε μέχρι να
νιώσουμε ότι τα πόδια μας έχουν σταθερή επαφή με τη γη.
Το όνειρό μου: πόδια στη γη. Πλησιάζω τον άντρα μου και
του ζητάω να πηδήξει τελευταίος, έτσι θα έχει χρόνο να δει τι
θα μου συμβεί.
«Θέλετε να πάρετε μαζί σας τη φωτογραφική μηχανή;»
ρωτάει ο εκπαιδευτής.
Η μηχανή συνδέεται στην άκρη μιας αλουμινένιας ράβδου
περίπου 60 εκατοστών. Όχι, δε θέλω. Καταρχάς, δεν το κάνω
αυτό για να το δείξω στους άλλους. Κι έπειτα, αν καταφέρω
να ξεπεράσω τον πανικό μου, θα έχω πιο πολύ το νου μου
στο να τραβάω φωτογραφίες απ’ ό,τι στο να θαυμάσω το
τοπίο. Το έμαθα αυτό από τον πατέρα μου, όταν ήμουν
ακόμα στην εφηβεία. Είχαμε πάει εκδρομή στο Μάτερχορν,
ένα βουνό των Άλπεων, κι εγώ σταματούσα συνέχεια για να
βγάλω φωτογραφίες, μέχρι που εκνευρίστηκε: «Νομίζεις ότι
όλη αυτή η ομορφιά και η μεγαλοπρέπεια χωράνε σε ένα

τετραγωνάκι φιλμ; Να χαράζεις τα πράγματα στην καρδιά
σου. Είναι πιο σημαντικό από το να προσπαθείς να δείχνεις
στους άλλους τι ζεις».
Ο σύντροφός μου στην πτήση, από το ύψος της γνώσης
του των είκοσι ενός ετών, αρχίζει να δένει ιμάντες στο σώμα
μου χρησιμοποιώντας μεγάλους αλουμινένιους κρίκους. Το
κάθισμα είναι στερεωμένο στο αλεξίπτωτο: εγώ θα καθίσω
μπροστά κι εκείνος πίσω. Έχω ακόμα χρόνο να αλλάξω
γνώμη, αλλά δεν είμαι πια ο εαυτός μου. Δεν αντιδρώ
καθόλου.
Παίρνουμε τις θέσεις μας, ενώ ο βετεράνος των είκοσι
ενός ετών και ο επικεφαλής της ομάδας ανταλλάσσουν
απόψεις για τον άνεμο.
Δένεται κι εκείνος στο κάθισμα. Νιώθω την ανάσα του στο
πίσω μέρος του κεφαλιού μου. Κοιτάζω πίσω μου και δε μου
αρέσει αυτό που βλέπω: στο λευκό χιόνι υπάρχει μια σειρά
από χρωματιστά υφάσματα στο έδαφος, με ανθρώπους
δεμένους πάνω τους. Τελευταίος είναι ο άντρας μου, που κι
αυτός φοράει κράνος. Φαντάζομαι ότι δεν είχε επιλογή και
πρέπει να πηδήξει δυο τρία λεπτά μετά από μένα.
«Είμαστε έτοιμοι. Αρχίστε να τρέχετε».
Δεν κουνιέμαι.
«Πάμε. Αρχίστε να τρέχετε».
Εξηγώ ότι δε θέλω να κάνω τούμπες στον αέρα. Ας
κατέβουμε μαλακά. Πέντε λεπτά πτήσης είναι καλά για μένα.
«Θα μου πείτε όταν θα είμαστε στον αέρα. Σας παρακαλώ

όμως, περιμένουν κι άλλοι. Πρέπει να πηδήξουμε τώρα».
Δεν έχω πια δική μου θέληση κι έτσι ακολουθώ τις
εντολές του. Αρχίζω να τρέχω με κατεύθυνση το κενό.
«Πιο γρήγορα».
Τρέχω πιο γρήγορα, οι ειδικές μπότες πετούν χιόνι παντού.
Στην πραγματικότητα, δεν τρέχω εγώ, αλλά ένα αυτόματο
που υπακούει σε προφορικές εντολές. Αρχίζω να ουρλιάζω,
όχι από φόβο ή από ενθουσιασμό, αλλά από ένστικτο. Έγινα
ξανά γυναίκα των σπηλαίων, όπως είπε ο Κουβανός.
Φοβόμαστε τις αράχνες, τα έντομα και ουρλιάζουμε σε
τέτοιες περιπτώσεις. Πάντα ουρλιάζουμε.
Ξαφνικά τα πόδια μου ξεκολλούν από το έδαφος,
σφίγγομαι με όλη μου τη δύναμη στους ιμάντες που με
κρατούν δεμένη στο κάθισμα και σταματάω να ουρλιάζω. Ο
εκπαιδευτής συνεχίζει να τρέχει για μερικά δευτερόλεπτα και
αμέσως μετά δεν κινούμαστε σε ευθεία γραμμή.
Ο άνεμος ελέγχει τη ζωή μας.

Το πρώτο λεπτό δεν ανοίγω τα μάτια. Έτσι, δε θα έχω
αίσθηση του ύψους, των βουνών, του κινδύνου. Προσπαθώ
να φανταστώ ότι βρίσκομαι στο σπίτι, στην κουζίνα, κι ότι
λέω στα παιδιά μια ιστορία από το ταξίδι μας, ίσως για την
πόλη, ίσως για το δωμάτιο του ξενοδοχείου. Δεν μπορώ να
τους πω ότι ο πατέρας τους ήπιε τόσο που παραλίγο να πέσει
κάτω όταν γυρίζαμε στο ξενοδοχείο για ύπνο. Δεν μπορώ να

τους πω ότι πήρα το ρίσκο να πετάξω, θα θέλουν να το
κάνουν κι αυτά. Ακόμα χειρότερα, μπορεί να επιχειρήσουν να
πετάξουν μόνα τους, να ριχτούν από τον πρώτο όροφο του
σπιτιού μας.
Τότε συνειδητοποιώ τη χαζομάρα μου. Γιατί να είμαι εκεί
με κλειστά τα μάτια; Κανείς δε με ανάγκασε να πηδήξω.
Είμαι εδώ πάνω από δέκα χρόνια και δεν έχω δει ποτέ μου
ούτε ένα ατύχημα, είπε ο θυρωρός.
Ανοίγω τα μάτια.
Κι αυτό που βλέπω, αυτό που νιώθω είναι κάτι που ποτέ δε
θα καταφέρω να περιγράψω με ακρίβεια. Εκεί κάτω βρίσκεται
η κοιλάδα που ενώνει τις δύο λίμνες, με την πόλη στη μέση.
Πετάω, ελεύθερη στο κενό, χωρίς κανένα θόρυβο, καθώς
ακολουθούμε τον άνεμο, κάνοντας κύκλους. Τα βουνά γύρω
μας δε μοιάζουν πια ψηλά ούτε επιβλητικά, αλλά φίλοι
ντυμένοι στα λευκά, με τον ήλιο να λάμπει παντού.
Τα χέρια μου χαλαρώνουν, αφήνω τους ιμάντες και
ανοίγω τα χέρια, σαν να είμαι πουλί. Ο άντρας πίσω μου
μάλλον κατάλαβε ότι είμαι άλλος άνθρωπος και, αντί να
συνεχίσει
την
κατάβαση,
αρχίζει
να
ανεβαίνει,
χρησιμοποιώντας τα αόρατα ρεύματα ζεστού αέρα που
υπάρχουν σε ένα χώρο που πρώτα έμοιαζε με ομοιογενή
ατμόσφαιρα.
Μπροστά μας είναι ένας αετός, που περιπλανιέται στον
ίδιο ωκεανό, χρησιμοποιώντας τα φτερά του χωρίς κόπο για
να ελέγξει αυτή τη μυστηριώδη πτήση. Πού θέλει να φτάσει;

Μήπως απλώς διασκεδάζει, απολαμβάνοντας τη ζωή και την
ομορφιά που υπάρχει γύρω μας;
Είναι λες και επικοινωνώ με τον αετό τηλεπαθητικά. Ο
εκπαιδευτής τον ακολουθεί, είναι ο οδηγός μας. Μας δείχνει
από πού πρέπει να περάσουμε για να ανέβουμε πιο ψηλά,
προς τον ουρανό, πετώντας για πάντα. Νιώθω το ίδιο όπως
εκείνη τη μέρα στη Νιόν, που φαντάστηκα τον εαυτό μου να
τρέχει μέχρι το σώμα μου να μην αντέχει άλλο.
Και ο αετός μού λέει: «Έλα. Είσαι ο ουρανός και η γη. Ο
άνεμος και τα σύννεφα. Το χιόνι και οι λίμνες».
Μου φαίνεται ότι βρίσκομαι στην κοιλιά της μάνας μου,
απόλυτα ασφαλής και προστατευμένη, ζώντας πράγματα για
πρώτη φορά. Σύντομα θα γεννηθώ, θα ξαναγίνω άνθρωπος
που περπατάει με τα δυο του πόδια στη γη. Αυτή τη στιγμή
ωστόσο το μόνο που κάνω είναι να βρίσκομαι στην κοιλιά
εκείνη χωρίς να αντιστέκομαι, αφήνοντας να με οδηγήσουν
οπουδήποτε.
Είμαι ελεύθερη.
Ναι, είμαι ελεύθερη. Και ο αετός έχει δίκιο, είμαι τα βουνά
και οι λίμνες. Δεν έχω παρελθόν, παρόν και μέλλον. Γνωρίζω
πρώτη φορά αυτό που οι άνθρωποι αποκαλούν
«αιωνιότητα».
Για κλάσματα του δευτερολέπτου σκέφτομαι: Άραγε όλοι
όσοι πηδάνε έχουν την ίδια αίσθηση; Αλλά τι σημασία έχει;
Δε θέλω να σκέφτομαι τους άλλους. Αιωρούμαι στην
αιωνιότητα. Η φύση μού μιλάει σαν να είμαι αγαπημένη της

κόρη. Το βουνό μού λέει «Έχεις τη δύναμή μου». Οι λίμνες
μού λένε «Έχεις τη γαλήνη και την ηρεμία μου». Ο ήλιος με
συμβουλεύει «Λάμψε όπως εγώ, αφέσου να πας πέρα από
τον εαυτό σου. Άκου».
Τότε αρχίζω να ακούω τις φωνές που τόσο καιρό μέσα μου
πνίγονταν από επαναλαμβανόμενες σκέψεις, από τη μοναξιά,
από τις νυχτερινές κρίσεις τρόμου, το φόβο της αλλαγής και
το φόβο να μείνουν όλα ίδια. Όσο ανεβαίνουμε, τόσο
απομακρύνομαι από τον εαυτό μου.
Βρίσκομαι σε άλλο κόσμο, εκεί που τα πράγματα
ταιριάζουν απόλυτα. Μακριά από εκείνη τη ζωή, τη γεμάτη
υποχρεώσεις, ανέφικτες επιθυμίες, πόνο και ικανοποίηση. Δεν
έχω τίποτα και είμαι τα πάντα.
Ο αετός αρχίζει να κατευθύνεται προς την κοιλάδα. Με τα
χέρια ανοιχτά, μιμούμαι την κίνηση των φτερών του. Αν με
έβλεπε κανείς αυτή τη στιγμή, δε θα ήξερε ποια είμαι, επειδή
είμαι φως, χώρος και χρόνος. Βρίσκομαι σε άλλο κόσμο.
Και ο αετός μού λέει: Αυτό είναι αιωνιότητα.
Στην αιωνιότητα δεν υπάρχουμε. Είμαστε μονάχα εργαλείο
του Χεριού που δημιούργησε τα βουνά, το χιόνι, τις λίμνες
και τον ήλιο. Επέστρεψα στο χρόνο και στο χώρο στη στιγμή
που δημιουργούνταν όλα και που τα αστέρια πορεύονταν
προς αντίθετες κατευθύνσεις. Θέλω να υπηρετήσω αυτό το
Χέρι.
Διάφορες ιδέες εμφανίζονται και εξαφανίζονται χωρίς να
αλλάζουν αυτό που αισθάνομαι. Το μυαλό μου άφησε το

σώμα μου και ανακατεύτηκε με τη φύση. Α, τι κρίμα που ο
αετός κι εγώ θα φτάσουμε στο πάρκο μπροστά από το
ξενοδοχείο εκεί κάτω. Αλλά τι σημασία έχει τι θα συμβεί στο
μέλλον; Βρίσκομαι εδώ, στην κοιλιά της μητέρας, που
αποτελείται από τίποτα κι από τα πάντα.
Η καρδιά μου γεμίζει κάθε γωνιά του σύμπαντος.
Προσπαθώ να τα εξηγήσω όλα αυτά με λόγια στον εαυτό
μου, προσπαθώ να θυμηθώ τι νιώθω τώρα, αλλά σύντομα οι
σκέψεις αυτές διαλύονται και το κενό τα γεμίζει πάλι όλα.
Η καρδιά μου!
Πρώτα έβλεπα ένα τεράστιο σύμπαν γύρω μου. Τώρα το
σύμπαν μοιάζει με μικρό σημείο μέσα στην καρδιά μου, που
διαστάλθηκε άπειρα, όπως το διάστημα. Ένα εργαλείο. Μια
ευλογία. Το μυαλό μου προσπαθεί να διατηρήσει τον έλεγχο
και να εξηγήσει τουλάχιστον κάτι από όλα αυτά που νιώθω,
όμως η δύναμη είναι ισχυρότερη.
Δύναμη. Το αίσθημα της Αιωνιότητας μου παρέχει το
μυστηριώδες αίσθημα της δύναμης. Μπορώ να κάνω τα
πάντα, μαζί και να βάλω τέλος στο μαρτύριο του κόσμου.
Πετάω και μιλάω με τους αγγέλους, ακούγοντας φωνές και
αποκαλύψεις που σύντομα θα ξεχαστούν, αλλά που αυτή τη
στιγμή είναι τόσο αληθινές όσο ο αετός μπροστά μου. Ποτέ
μου δε θα μπορέσω να εξηγήσω αυτό που νιώθω, ούτε καν
στον εαυτό μου, αλλά τι σημασία έχει; Είναι το μέλλον, και
ακόμα δεν έχω φτάσει εκεί, βρίσκομαι στο παρόν.
Ο λογικός νους εξαφανίζεται ξανά, και αισθάνομαι

ευγνωμοσύνη γι’ αυτό. Νιώθω σεβασμό για την τεράστια
καρδιά μου, τη γεμάτη φως και δύναμη, που μπορεί να
κλείσει μέσα της όλα όσα έχουν συμβεί και ό,τι θα συμβεί
από σήμερα ως το τέλος του χρόνου.
Για πρώτη φορά ακούω κάτι: γάβγισμα σκύλων.
Πλησιάζουμε στο έδαφος και η πραγματικότητα κάνει την
επανεμφάνισή της. Σε λίγο τα πόδια μου θα πατούν στην
επιφάνεια του πλανήτη στον οποίο ζω, όμως δοκίμασα
όλους τους πλανήτες και όλα τα εδάφη με την καρδιά μου,
που ήταν μεγαλύτερη απ’ όλα.
Θέλω να παραμείνω σ’ αυτή την κατάσταση, μα οι σκέψεις
επιστρέφουν. Βλέπω το ξενοδοχείο μας στα δεξιά μου. Οι
λίμνες κρύβονται ήδη από τα δάση και τους μικρούς λόφους.
Θεέ μου, δε γίνεται να μείνω έτσι για πάντα;
Όχι, λέει ο αετός που μας οδήγησε ως το πάρκο όπου θα
προσγειωθούμε σε λίγα δευτερόλεπτα και που τώρα μας
αποχαιρετά, επειδή βρήκε καινούριο ρεύμα ζεστού αέρα, και
ανεβαίνει και πάλι χωρίς την παραμικρή προσπάθεια, χωρίς
να χτυπάει τα φτερά του, χρησιμοποιώντας τα για να ελέγξει
απλώς τον άνεμο. Αν έμενες για πάντα έτσι, δε θα
μπορούσες να ζήσεις στον κόσμο, λέει.
Και λοιπόν; Μιλάω με τον αετό, βλέπω όμως ότι το κάνω
με τρόπο λογικό, προσπαθώντας να επιχειρηματολογήσω.
Πώς θα μπορέσω να ζήσω στον κόσμο έχοντας περάσει αυτό
που πέρασα στην Αιωνιότητα;
Βρες έναν τρόπο, απαντάει ο αετός, αλλά σχεδόν δεν

ακούγεται πια. Μετά απομακρύνεται –για πάντα– από τη ζωή
μου.
Ο εκπαιδευτής κάτι ψιθυρίζει – μου θυμίζει ότι πρέπει να
τρέξω λίγο όταν τα πόδια μου πατήσουν στο έδαφος.
Βλέπω το γρασίδι μπροστά μου. Εκείνο για το οποίο τόσο
ανησυχούσα πριν –να φτάσω σε στέρεο έδαφος– τώρα
σημαδεύει το τέλος κάποιου πράγματος. Ποιου ακριβώς;
Τα πόδια μου πατούν κάτω. Τρέχω λίγο και αμέσως μετά
ο εκπαιδευτής ελέγχει το αλεξίπτωτο. Στη συνέχεια έρχεται
κοντά μου και λύνει τους ιμάντες. Με κοιτάζει. Εγώ κοιτάζω
τον ουρανό. Το μόνο που βλέπω είναι τα άλλα χρωματιστά
αλεξίπτωτα να πλησιάζουν το σημείο στο οποίο βρίσκομαι.
Συνειδητοποιώ ότι κλαίω.
«Είστε καλά;»
Αντιλαμβάνομαι ότι, ακόμα κι αν επαναλάβω το άλμα, δε
θα ξανανιώσω το ίδιο πράγμα.
«Όλα καλά;»
Γνέφω καταφατικά με το κεφάλι. Δεν ξέρω αν
καταλαβαίνει τι έζησα.
Ναι, καταλαβαίνει. Μου λέει ότι μία φορά το χρόνο πετάει
με κάποιον που έχει την ίδια αντίδραση με μένα.
«Όταν ρωτάω τι συμβαίνει, δεν καταφέρνουν να μου
εξηγήσουν. Το ίδιο συμβαίνει και σε φίλους μου. Κάποιοι
άνθρωποι φαίνεται να παθαίνουν σοκ και συνέρχονται όταν
προσγειώνονται».
Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει. Αλλά δεν έχω όρεξη να

εξηγήσω τίποτα.
Τον ευχαριστώ για τα «καθησυχαστικά» λόγια του. Θα
ήθελα να του πω ότι δεν επιθυμώ να τελειώσει αυτό που
έζησα εκεί πάνω. Ανακαλύπτω όμως ότι τελείωσε ήδη, και
δεν είμαι υποχρεωμένη να το εξηγήσω σε κανέναν.
Απομακρύνομαι και πηγαίνω να καθίσω σε ένα από τα
παγκάκια του πάρκου, περιμένοντας τον άντρα μου.
Δεν μπορώ να σταματήσω να κλαίω. Ο άντρας μου
προσγειώνεται, με πλησιάζει με ένα τεράστιο χαμόγελο, λέει
ότι ήταν φανταστική εμπειρία. Εγώ συνεχίζω να κλαίω. Με
αγκαλιάζει, λέει ότι πάει, πέρασε, ότι δεν έπρεπε να με είχε
αναγκάσει να κάνω κάτι που δεν ήθελα.
Δεν είναι αυτό, του απαντάω. Άφησέ με λίγο, σε
παρακαλώ. Σε λίγο θα είμαι εντάξει.
Κάποιος από την ομάδα υποστήριξης έρχεται να πάρει τα
ισοθερμικά ρούχα και τα ειδικά παπούτσια και μας δίνει τα
παλτά μας. Τα κάνω όλα αυτόματα, όμως κάθε μου κίνηση
με γυρίζει πίσω σε ένα διαφορετικό κόσμο, στον κόσμο που
αποκαλούμε «αληθινό» και όπου δε θα ήθελα να είμαι με
καμία δύναμη.
Δεν έχω όμως επιλογή. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι
να ζητήσω από τον άντρα μου να με αφήσει λίγο μόνη. Με
ρωτάει αν θέλω να μπούμε στο ξενοδοχείο, κάνει κρύο. Όχι,
είμαι καλά εδώ.
Κάθομαι εκεί μισή ώρα, κλαίγοντας. Δάκρυα ευλογίας,
που ξεπλένουν την ψυχή μου. Τελικά συνειδητοποιώ ότι είναι

ώρα να ξαναγυρίσω στον κόσμο.
Σηκώνομαι, πηγαίνω στο ξενοδοχείο, παίρνουμε το
αυτοκίνητο και ο άντρας μου οδηγεί με κατεύθυνση πίσω στη
Γενεύη. Παίζει το ραδιόφωνο – έτσι, κανείς μας δεν είναι
αναγκασμένος να μιλάει. Σιγά σιγά αρχίζει να με πιάνει
φρικτός πονοκέφαλος, αλλά ξέρω τι είναι: το αίμα κυλάει
ξανά σε σημεία που είχαν μπλοκάρει από τα γεγονότα, που
βαθμιαία διαλύονται. Η στιγμή της απελευθέρωσης
συνοδεύτηκε από πόνο, μα πάντα έτσι ήταν.
Δε χρειάζεται να εξηγήσει τι είπε χτες. Δε χρειάζεται να
εξηγήσω τι ένιωσα σήμερα.
Ο κόσμος είναι τέλειος.

ΑΠΟΜΕΝΕΙ ΜΟΝΑΧΑ ΜΙΑ ΩΡΑ για το νέο έτος. Οι Αρχές
της Γενεύης αποφάσισαν σημαντική περικοπή των δαπανών
για τον παραδοσιακό εορτασμό της αλλαγής του χρόνου, κι
έτσι θα έχουμε λιγότερα πυροτεχνήματα. Καλύτερα: βλέπω
πυροτεχνήματα όλη μου τη ζωή και πλέον δε μου ξυπνούν
την ίδια συγκίνηση όπως όταν ήμουν μικρή.
Δεν μπορώ να πω ότι θα νοσταλγήσω αυτές τις 365 μέρες.
Είχε πολύ αέρα, έπεσαν αστραπές, η θάλασσα παραλίγο να
ανατρέψει το σκάφος μου, αλλά τελικά κατάφερα να
διασχίσω τον ωκεανό και να φτάσω σε στέρεο έδαφος.
Στέρεο έδαφος; Όχι, καμία σχέση δεν μπορεί να αναζητά
κάτι τέτοιο. Αυτό που σκοτώνει τη σχέση δύο ανθρώπων
είναι ακριβώς η έλλειψη προκλήσεων, η αίσθηση ότι τίποτα
πια δεν είναι καινούριο. Πρέπει να συνεχίσουμε να είμαστε
έκπληξη ο ένας για τον άλλο.
Όλα αρχίζουν με μια μεγάλη γιορτή. Έρχονται φίλοι, ο
ιερέας λέει μια σειρά από πράγματα που έχει ξαναπεί στους
εκατοντάδες γάμους τους οποίους έχει τελέσει, όπως εκείνη
την πρόταση να χτίσεις σπίτι στην πέτρα και όχι στην άμμο, οι
καλεσμένοι μάς πετούν ρύζι. Πετάμε το μπουκέτο, οι
ανύπαντρες κατά βάθος μας ζηλεύουν. Οι παντρεμένες
ξέρουν ότι βρισκόμαστε στην αρχή ενός δρόμου που δεν είναι
αυτό που διαβάζουμε στα παραμύθια.
Και τότε, σιγά σιγά, εγκαθίσταται η πραγματικότητα, εμείς

όμως δεν το δεχόμαστε. Θέλουμε ο σύντροφός μας να
παραμείνει ακριβώς εκείνος ο άνθρωπος που συναντήσαμε
στην εκκλησία και με τον οποίο αλλάξαμε βέρες. Σαν να
μπορούμε να σταματήσουμε το χρόνο.
Δεν μπορούμε. Δεν πρέπει. Η σοφία και η εμπειρία δε
μεταμορφώνουν τον άνθρωπο. Ο χρόνος δε μεταμορφώνει
τον άνθρωπο. Το μόνο που μας μεταμορφώνει είναι η αγάπη.
Όταν ήμουν στον αέρα, κατάλαβα ότι η αγάπη μου για τη
ζωή, για το σύμπαν ήταν πιο δυνατή απ’ όλα.

ΘΥΜΑΜΑΙ ΕΝΑ ΚΗΡΥΓΜΑ που ένας νεαρός άγνωστος
πάστορας έγραψε το 19ο αιώνα, αναλύοντας την πρώτη
επιστολή του Αποστόλου Παύλου προς τους Κορινθίους και
τις διάφορες μορφές που αποκαλύπτει η αγάπη όσο
μεγαλώνει. Μας λέει ότι πολλά από τα πνευματικά κείμενα
που βλέπουμε σήμερα απευθύνονται απλώς σε ένα κομμάτι
του ανθρώπου.
Να προσφέρετε Ειρήνη, αλλά μη μιλάτε για τη Ζωή.
Να μιλάτε για την Πίστη, ξεχάστε όμως την Αγάπη.
Πείτε για τη Δικαιοσύνη και μην αναφέρετε την
Αποκάλυψη, όπως εκείνη που είχα όταν πήδηξα στην
άβυσσο στο Ιντερλάκεν και με έκανε να βγω από τη μαύρη
τρύπα που η ίδια είχα σκάψει στην ψυχή μου.
Ας ξέρω πάντοτε ξεκάθαρα ότι μόνο η Αληθινή Αγάπη
μπορεί να αναμετρηθεί με οποιαδήποτε άλλη αγάπη σε τούτο
τον κόσμο. Όταν τα παραδίνουμε όλα, δεν έχουμε πια τίποτα
να χάσουμε. Και τότε εξαφανίζεται ο φόβος, η ζήλια, η ανία
και η ρουτίνα και μένει μονάχα το φως σε ένα κενό που δε
μας τρομάζει, αλλά μας φέρνει πιο κοντά τον ένα στον άλλο.
Ένα φως που αλλάζει πάντα, κι αυτό είναι που το κάνει
όμορφο, γεμάτο εκπλήξεις – όχι πάντοτε αυτές που
ελπίζουμε, αλλά αυτές με τις οποίες καταφέρνουμε να
συνυπάρξουμε.
Το να αγαπάς με αφθονία είναι να ζεις με αφθονία.

Το να αγαπάς για πάντα είναι να ζεις για πάντα. Η Αιώνια
Ζωή είναι συνδεδεμένη με την Αγάπη.
Γιατί θέλουμε να ζήσουμε για πάντα;
Επειδή θέλουμε να ζήσουμε ακόμα μία μέρα με τον
άνθρωπο που βρίσκεται πλάι μας.
Επειδή θέλουμε να παραμείνουμε με κάποιον που αξίζει
την αγάπη μας και ξέρει να μας αγαπά όπως πιστεύουμε ότι
αξίζουμε.
Επειδή το να ζεις είναι να αγαπάς.
Μέχρι και η αγάπη για ένα ζώο –ένα σκύλο, για
παράδειγμα– μπορεί να δικαιολογήσει τη ζωή ενός
ανθρώπου. Αν δεν έχει πλέον αυτό το δεσμό αγάπης με τη
ζωή, παύει να υφίσταται και κάθε λόγος για να συνεχίσει να
ζει.
Ας ψάξουμε πρώτα να βρούμε την αγάπη και θα έρθουν κι
όλα τ’ άλλα.
Αυτά τα δέκα χρόνια γάμου απόλαυσα ήδη σχεδόν όλες
τις χαρές που μπορεί να έχει μια γυναίκα και υπέφερα από
πράγματα που δεν άξιζα.
Παρ’ όλα αυτά, κοιτάζοντας το παρελθόν μου, έμειναν
μόνο λίγες στιγμές –γενικά πολύ σύντομες– οι οποίες
αποτελούσαν μια φτωχή απομίμηση εκείνου που φαντάζομαι
πως είναι η Αληθινή Αγάπη: όταν είδα τα παιδιά μου να
γεννιούνται, όταν κάθισα χέρι χέρι με τον άντρα μου
κοιτάζοντας τις Άλπεις ή το τεράστιο σιντριβάνι στη λίμνη
Λεμάν.

Όμως αυτές οι λίγες στιγμές μού δίνουν λόγο ύπαρξης,
επειδή με οπλίζουν με τη δύναμη να προχωρήσω και κάνουν
πιο χαρούμενες τις μέρες μου – όσο κι αν εγώ προσπάθησα
να τις γεμίσω με δυστυχία.
Πηγαίνω στο παράθυρο και κοιτάζω την πόλη εκεί έξω. Το
χιόνι που είχαν υποσχεθεί δεν έπεσε.
Παρ’ όλα αυτά, σκέφτομαι πως αυτό είναι ένα από τα πιο
ρομαντικά ρεβεγιόν που έχω ζήσει, επειδή πέθαινα και η
Αγάπη με επανέφερε στη ζωή. Η αγάπη, το μόνο πράγμα που
θα μείνει όταν το ίδιο το ανθρώπινο γένος εξαφανιστεί.
Η Αγάπη.
Τα μάτια μου πλημμυρίζουν από δάκρυα χαράς. Κανείς
δεν μπορεί να αναγκάσει τον εαυτό του να αγαπήσει, ούτε και
κανένα άλλο άνθρωπο. Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι
να κοιτάξεις την Αγάπη, να την ερωτευτείς και να τη
μιμηθείς.
Δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να καταφέρεις να
αγαπήσεις και δεν υπάρχει κανένα μυστήριο σ’ αυτό. Ας
αγαπήσουμε τους άλλους, τον εαυτό μας, τον εχθρό μας, κι
αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα να μη λείπει ποτέ τίποτα από τη
ζωή μας. Μπορώ να ανοίξω την τηλεόραση και να δω τι
συμβαίνει στον κόσμο, επειδή, εάν σε καθεμία από εκείνες τις
τραγωδίες υπάρχει έστω και λίγη αγάπη, τότε οδεύουμε προς
τη λύτρωση. Επειδή η Αγάπη γεννάει περισσότερη Αγάπη.
Εκείνος που ξέρει να αγαπάει αγαπάει την Αλήθεια,
χαίρεται με την Αλήθεια, δεν τη φοβάται, επειδή αργά ή

γρήγορα η Αλήθεια εξιλεώνει τα πάντα. Αναζητά την
Αλήθεια με μυαλό καθαρό, ταπεινό, χωρίς προκαταλήψεις ή
μισαλλοδοξία – και καταλήγει ικανοποιημένος με αυτό που
βρίσκει.
Ίσως η λέξη ειλικρίνεια να μην είναι η καταλληλότερη για
να περιγράψει αυτό το χαρακτηριστικό της Αγάπης, δεν
μπορώ όμως να βρω άλλη. Δε μιλάω για την ειλικρίνεια που
ταπεινώνει τον διπλανό μας. Αληθινή Αγάπη δε σημαίνει να
εκθέτεις στους άλλους την αδυναμία τους, αλλά να μη
φοβάσαι εσύ να τη δείξεις όταν χρειάζεσαι βοήθεια και να
χαίρεσαι όταν βλέπεις πως τα πράγματα είναι καλύτερα απ’
ό,τι έλεγαν οι άλλοι.
Σκέφτομαι με τρυφερότητα τον Ζακόμπ και τη Μαριάν.
Άθελά τους, με έφεραν πίσω στον άντρα μου και στην
οικογένειά μου.
Ελπίζω να είναι χαρούμενοι την αποψινή, τελευταία νύχτα
του έτους. Μακάρι όλο αυτό να έχει φέρει και εκείνους πιο
κοντά τον ένα στον άλλο.
Προσπαθώ άραγε να δικαιολογήσω τη μοιχεία μου; Όχι.
Αναζήτησα την Αλήθεια και τη βρήκα.
Ελπίζω ότι θα είναι έτσι για όλους όσοι είχαν παρόμοια
εμπειρία.
Να μάθεις να αγαπάς καλύτερα.
Αυτός θα έπρεπε να είναι ο στόχος μας στον κόσμο: να
μάθεις να αγαπάς.
Η ζωή μάς προσφέρει χιλιάδες ευκαιρίες για να μάθουμε.

Κάθε άντρας και κάθε γυναίκα, κάθε μέρα της ζωής τους,
έχουν πάντα μια καλή ευκαιρία να παραδοθούν στην Αγάπη.
Η ζωή δεν είναι μια μεγάλη αργία, αλλά συνεχής μαθητεία.
Και το σημαντικότερο μάθημα είναι να μάθεις να αγαπάς.
Να αγαπάς κάθε φορά και καλύτερα. Επειδή θα
εξαφανιστούν οι γλώσσες, οι προφητείες, η σταθερή
Ελβετική Συνομοσπονδία, η Γενεύη και ο δρόμος που μένω,
οι στύλοι φωτισμού, το σπίτι στο οποίο βρίσκομαι τώρα, τα
έπιπλα του σαλονιού... και το σώμα μου, κι αυτό θα
εξαφανιστεί.
Ωστόσο, ένα πράγμα θα μείνει για πάντα στην ψυχή του
κόσμου: η αγάπη μου. Παρά τα λάθη, τις αποφάσεις που
έκαναν τους άλλους να υποφέρουν, τις στιγμές που κι εγώ η
ίδια πίστεψα πως η αγάπη δεν υπήρχε.

ΦΕΥΓΩ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ , φωνάζω τα παιδιά μου και
τον άντρα μου. Λέω πως –όπως προστάζει η παράδοση–
πρέπει να ανέβουμε στον καναπέ μπροστά στο τζάκι και τα
μεσάνυχτα να πατήσουμε κάτω με το δεξί μας πόδι.
«Αγάπη μου, χιονίζει!»
Τρέχω πίσω στο παράθυρο, κοιτάζω στο φως που ρίχνει
ένας από τους στύλους φωτισμού. Ναι, χιονίζει! Μα πώς δεν
το πρόσεξα πριν;
«Να πάμε έξω;» ρωτάνε τα παιδιά.
Όχι ακόμα. Πρώτα θα ανέβουμε στον καναπέ, θα φάμε
δώδεκα ρώγες σταφύλι και θα φυλάξουμε τα κουκούτσια για
να έχουμε ευημερία όλο το χρόνο, θα κάνουμε όλα όσα
μάθαμε από τους προγόνους μας.
Μετά θα βγούμε να γιορτάσουμε τη ζωή. Είμαι σίγουρη ότι
ο καινούριος χρόνος θα είναι εξαιρετικός.

Γενεύη, 30 Νοεμβρίου 2013

ΚΥΚΛΟΦΟΡΟΥΝ ΕΠΙΣΗΣ