You are on page 1of 44

ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ

(Από το βιβλίο Μύθος ρεμπέτικος- Μάρκος
Βαμβακάρης)
ΠΡΟΛΟΓΟΣ TOY ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Εγκολπιον για τον Μάρκο
Στο χωρίο, είχαμε στην Κατοχή!
δυο γραμμόφωνα.
Ένα με χωνί
και βαλιτσάκι τ 'άλλο.
Μαζί, δυο τρεις ντάνες δίσκους,
κυρίως δημοτικούς,
Κκρί μέσα είχαν ξεπέσει
δυο τρεις κλασικοί —
«Βαρκαρόλα απ' τα παραμύθια ίου Όφμαν»,
του Όφενμπαχ,
και βαλσάκια και ταγκουδάκια κι ένα δυο ρεμπέτικα,
Οκτώ χρονώ παιδάκι εκούρδιζα εκείνο με το χωνί
το 'βγαζα στο μπαλκόνι κι άκουγα;
«Κάθε βραδάκι μια φωτιά
το στήθος μου φουντώνει
κι αδιάκοπα με τυραννούν
πίκρες, καημοί και πόνοι»
Ήσανε τότε τα άγρια γυρίσματα του Εμφύλιου.
Στρατοδικεία, ανταρτοδικεία . Εκτελέσεις.
Φυλακές . Εξορίες.
Για το τίποτα έχανε το σκυλί τον αφέντη.
Για ένα στραβοκατούρημα, έχανες τη ζωή σου
Κι ελόγου μου, πoυ είχα λόγους να είμαι βασανισμένος
στην τρυφερή ηλικία των οκτώ χρονών,
ααν εγύριζε η βελόνα στο γραμμόφωνο,
προς το τέλος.,,
«Τέτοια ζωή με βάσανα
κανένας δεν την έχει
να τρέχουνε τα μάτια μου
σαν την βροχή που βρέχει»
...αμολυόντουσαν βρύσες και τα δάκρυά μου
Σαν οι μέρες κύλαγαν καμμάτι καλύτερες,
ακούγαμε «ΒαρκαρόλαΚι από μετά,
η εσωτερική μετανάστεψη
Τρένο. Λίγο ψωμάκι και τυράκι στην πετσέτα
Στο άστυ,
Πότε στις ταράτσες – πλυσταριά
Πότε σε αυλές θαυμάτων.
Εβρίσκαμε ένα δωμάτιο
στρατοπεδεύαμε την τύχη μας.
Δουλειά στο ταβερνείον «Ευντριβάνι»,
Φωκίωνος Νέγρη
νυχτερινό Γυμνάσιο,
συρμαγές τον ποδαριού.

Δεν θυμούμαι πια καλά.
Στον «Κήπο του Αλλάχ» τον
άκουσα.
προς Αιγάλεω μεριά
Στο ποτάμι δίπλα.
Κι αρχίζει το ψάξιμο των
δίσκων
και το σαράκι μου για τον
Συριανό
Κουράγιο και καρτέριο,
Σ’εκείνους τους δύσκολους
μετεμφυλιακούς καιρούς
Και πέρασμα στα μακάμια,
από τo μεράκι στον πολιτισμό,
που αφειδώλευτα εσκόρπισεν
ετούτος των Ελλήνων Μπροστάρης
Γιώργης Χριστοφιλάκης

Δικός του ο λόγος
Το 1909 µε βρέσκει
πέντε χρονώ παιδάκι.
Ήµουνα από τότες κιµπάρης.
Σφιχτοδεµένος.
Είχα πρώιµη ανάπτυξη.
Παρατήραγα δεξιά αριστερά.
Σφουγγάρι. Τα µάτια µου
αρπάχνανε. Εβύζαιναν παντού.
Έστηνα τ' αυτί κι άκουγα,
εκεί που μιλούσαν οι γέροι,
οι σοφότεροι. Να μασώ την γλώσσα.
Μου αρένανε ν' ακώ κουβέντες.
Όταν ιστορούσανε.
Άκουγα. Κι ό,τι λέγανε τα κράτηγα.
Μου αρένανε τα μυστήρια του ντουνιά.
Επάγαινα στις γκάιντες,
εκεί που τραγουδάγανε.
Το κάθε ξηµέρωµα µ' έβρισκε στο πόδι.
Από ρουχαλάκια, δεν είχαµε,
μπαλωµένα φορήγαµε.
Παπούτσια ούτε για δείγµα.
Διπλοβελονιά ντουσέκι το παλιοπαντελονάκι.
Και µονοφόρι.
Κι αν ξέπεφτε κανένα παλιοπάπουτσο,
το 'ραβα µε κερωµένο γκιούλι για να µη σπάει.
Εχανόµουνε στα χωράφια ξιπολησιάς.
Και τα κανιά µου γιοµάτα σηµάδια.
Έβρεχε και πιλάλαγα στη βροχή.
Έπεφτε µπόρα, δεν µ' απάνταγε.
Τα 'βαζα µε τα στοιχειά της φύσης.
Βούταγα µια βάρκα
και κοντραριζόµουνα µε τα κύµατα.
Την άνοιξη φούσκωνε η ψυχή µου.
Εκαθόµουνα µε τις ώρες στις πλευρές
κι άκουγα τα λουλούδια που έσκαζαν.
Είχα µονίµως µια φούντωση,.

Έτσι ενθυµούµαι.
Πέντε χρονώ, µ' έστειλε ο πατέρας σχολείο.
Από το υστέρηµα του µ' αγόρασε ποδιά.
Ετότες φορήγαµε ποδιές. Αλατζαδένιες.
Υπήρχαν και τα ντρίλια.
Κι ήµαστε όλα τα παιδιά µια κοψιά.
Λόγω στολής.
Τα γράµµατα τ' αγάπησα,
τα 'παιρνα στον αέρα.
Επήγα στο σχολείο. Ξύλινα θρανία. Κι ένας πίνακας.
Κιµωλίες µε το δελτίο,
πιο ακριβές κι απ' το γαρούφαλο.
Βιβλία δεν είχαµε.
Το µάθηµα τ' αρπάζαµε από το στόµα του δάσκαλου.
Μόλις τελείωνα µε την διδασκαλία,
ξαµολιόµουνα στα χωράφια
και έλεγα µεγαλοφώνως τι άκουσα.
Το 'λεγα πολλές φορές.
Αφού φχαριστιόµουνα, το ξανάρχιζα
κι έβαζα και δικά µου µέσα.
Ό,τι µου 'ρχότανε.
Το µεγάλωνα.
Άµα µου άρεσε µια λέξη, µια φράση,
την έλεγα και την ξανάλεγα.
Κι όταν µε σήκωνε στο µάθηµα,
του ξηγιόµουνα αβέρτα.
Εκεί όµως που πάθαινα µεγάλη ζηµιά
ήταν µε τον Πάρι και την ωραία Ελένη.
Τον Αγαµέµνονα. Ξέρξη. Δαρείο.
Τους Άθλους του Ηρακλέους.
Όπου εοτεκόµουνα, αυτούς τους πατριώτες
τους έβλεπα οµπρός µου.
Και τις ναυµαχίες.
Με πρώτη εκείνη που έλαβε χώρα στή Σαλαµίνα.
Ετούτοι οι πρόγονοι πολύ µε συγκίνησαν.
Ταίριαξαν µε την ψυχή µου.
Ο δάσκαλος καταλάβαινε τι αντάρα
γινόταν µέσα µου και µε είχε περί πολλού.
Ήµαστε ζόρικοι.
Αλλά σ' εµένα δεν σήκωσε ποτές χέρι.
Γιατί είχα έρωτα στα γράµµατα.
Τους άλλους τους µούρλαινε στις φάπες.
Τους διάταξε, ο καθένας να φέρνει τη βέργα του.
Και µε την βέργα του τον έδερνε.
Να και τούτη, να και κείνη.
Και του καρούλιαζε τα χέρια.
Όταν έµαθα την αλφαβήτα,
γιόµισαν τα µάτια µου δάκρυα.
Μου κονόµησε ο πατέρας ένα µολύβι.
Εβρήκα κι ένα χαρτί άσπρο
κι άρχισα να συνταιριάζω τις πρώτες λέξεις.
Τις έγραφα και µετά τις διάβαζα φωναχτά.
Τι δε θα 'δινα να θυµηθώ την πρώτη λέξη που 'γραψα.
Αλάφρωσε η ψυχή µου από την φούντωση.
Τα γράµµατα µου παίρναν την στενοχώρια.
Από µικρό παιδάκι στα βάσανα.
Έβλεπα τον πατέρα µου να δουλεύει,
να κουράζεται. Αλλά το ψωµί δεν έφτανε.

Πώς να θρέψει τρία παιδιά;
Κι η µάνα µου µαρτύρησε να µας αναστήσει.
Είχα κλίση στα γράµµατα.
Κι όταν φτάσαµε σ' εκείνους, Βυζάντιο και τα ρέστα,
ξανάπαθα ζηµιά.
Όλους εκείνους τους αυτοκρατόρους,
Κωνσταντινούπολη, Αγία Σοφιά.
Έπεφτα να πλαγιάσω, αλλά πού ύπνος.
Τα 'παιρνα απ' το δάσκαλο
και τα 'φερνα στον ύπνο. Συντροφία.
Ξαγρύπναγα και τα 'βλεπα.
Κοιµόµανε και 'ρχόσανε στα όνειρα.
Βυζάντιο. Η άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως.
Εσηκωνόµουνε ως υπνοβάτης
και ξέβγαινα όξω τες νύχτες,
µπας και τους συναντήσω.
Κι όλο ρώταγα το δάσκαλο
εκείνα που σκεφτόµουνα, να πάρω απαντήσεις.
Αλλά δεν κράτησα πολύ τα γράµµατα.
Πριν τελειώσω την τέταρτη τάξη, το 1912,
επήραν τον πατέρα µου στρατιώτη
και άφησα το σχολείο
για να πάµε µε τη µάνα µου σε δουλειά.
Τρία µωρά στο σβέρκο. Εµένα.
Τον Λεονάρδο.
Και τον Φραγκίσκο.
Ήµανε ο µεγαλύτερος. Κι ήπρεπε να κονοµάµε.
Από δουλειά σε δουλειά,
εγίνηκα κι εφηµεριδοπώλης.
Εξέκλεφτα χρόνο στις γωνιές
και κλεφτά εδιάβαζα τα µεγάλα γράµµατα.
Τους τίτλους.
Κι εµάθαινα τα γραµµατάκια.
Και τα καλλιεργούσα όπως όπως».

Το πάτηµα και η πενιά
Είκοσι χρονώ έπιασε το όργανο.
Στο άψε σβήσε έγινε ασυναγώνιστος.
Στα τριάντα του είχε φουλ σοδειά,
που την γραµµοφώνησε αργότερα.
Το µπουζούκι δεν το µακέλευε.
.εν του έκαµνε τσιριµόνιες.
Το σεβόταν.
Και το όργανο σεβότουνε τον Μάρκο.
Μιλάγανε τους ίδιους δρόµους.
Τους έδενε η γλώσσα της ανάγκης.
Στα ίσια και στα ζόρικα. Και σεµνά.
«Το µπουζούκι είναι αριστερό πόδι και δεξί χέρι.
Το πάτηµα και η πενιά».
Την σήµερον, το αριστερό χέρι
πάνω στο τάστο έχει εξευτελίσει
το ζεϊµπέκικο.
Όταν ο Μάρκος έκαµνε ταξίµι,
τ' αριστερό χέρι κράταγε τα µπεζεστένια
κι απ' το δεξί χέρι εξεπήδαγεν η µαγεία της πενιάς.
Τα όργανα του τα 'σιαχνε ο Ζοζέφ.

Όταν τέλειωνε ένα τραγούδι. Μετά ρεβότανε και σε τέσσερις µέρες γινότανε περδίκι ξανά. να τα πάρω µέσα µου. Και µετά τα πατήµατα. Τα µακάµια. Ήτο λουλουδάς. «Κοντραµπάσο» τον έλεγαν. Το αραµπιέν. Ο πρωτοχορευτής στην έξαρση του πάθους εκράδαινε µάχαιραν. Χατζαράτα.Και σ' αυτόν τα πάγαινε για ξεσκέβρωµα. Επάγαινε για γραµµοφώνηση και µια κι έξω το τραγούδι. Όσοι νοµίζουν ότι χορεύουν την σήµερον τον ζεϊµπέκικο χρωστούνε της Μιχαλούς.Γιάννης Παπαϊωάννου. Αλλά δεν µπόρεσα να τα µάθω. Αυτά τα γιουρούκικα τα εχορεύανε οι Γιουρούκοι. Της στενοχώριας.. Μετά το πέρας. Ελόγου του εχόρευε το ζεϊµπέκικο στο ποτήρι. Τους είδα να χορεύουν και τους δυο. Μια κι έξω. πριν το βγάλει στην πιάτσα. «Ωραίο τραγούδι αυτό.. ως σαρανταποδαρούσα. του 'λεγε. Στον καµηλιέρικο ήτο βέρτζινος ο µπάρµπα. Το καραντουζένι. Για µερεµέτια. Σιγά σιγά µου έµαθε τους δρόµους. Μέσα στα στιχάκια ανάσαινε η γλώσσα του ντουνιά. Ενίοτε χόρευε. Γιώργη. Ο ένας πίσω από τον άλλονα. Και τα τραγούδαγε. Και τα τελευταία χρόνια όπου έβρισκε. το 'παιζε στο πάλκο να το χορέψει ο Γαρίζας. «Πάει. να είναι ο ίδιος σένιος ήχος». Το «Μάνα µου µε σκοτώαανε» είναι άσος γιουρούκικο. Χαράκωνε την κοιλίαν του και έβγαζε τ' άντερα και τα κράτηγε στα χέρια. Τα ξέχασα. Τα τραγούδια τα 'γραφε σε τετράδια. Όλος ο βίος του. Σειόνταν τα βάσανα. Εκεί είναι το µυστήριο». Μου 'δείχνε και κουρδίσµατα. «Όταν πατάς στην κόρδα του Λα να βγάλεις το Ρε. µου 'λεγε και µου ξανάλεγε. .» Έγραφε τα τραγουδάκια και µετά τους πέρναγε τη µουσική µε το όργανο.» Αν τ' απάνταγε «πάει». Κι έτσι µπήκα στο χαβά. Τα γιουρούκικα . το Λα. Σε τεµέκ µέσα. «Το δυσκολότερο είναι να ταιριάξουν τη µεσαία χορδή. Έτσι τέλειωνε τον χορό. Χράπ.

Άκουσε το όργανο κι ορκίστηκε αν δεν το µάθει να κόψει το χέρι του. αυτό έρχεται δεύτερο. Το 'ψαξε. Έδωκε ψυχή στον ήχο. Το σαράκι όµως ήτο αθεράπευτον. δεν είναι ζεϊµπέκικο. το ξαναµάζευε µέσα και το ξαναδούλευε ή το ξέχναγε και πάγαινε παρακάτου. Είχε πια ο Συριανός ξανοιχτεί στο πέλαγος της αιωνιότητας. «Ωραίο ζεϊµπέκικο αυτό» . Έκλεισε µέσα στο τρίχορδον τα όσα του έταξε η µοίρα. Στα 1925. . Ο πατέρας είχε φίλο τον Νίκο Αϊβαλιώτη. Αυτά που όλα µαζί και το καθένα µόνο του συναποτελούν την Μητρόπολη του Ρεµπέτικου. Αν δεν του πήγαινε στα πόδια του Γαρίζα. Έπαιζε µπουζούκι. πέντε χρόνια είχε γίνει ξεφτέρι. Στα τετράδια έφκιανε τα «στιχάκια». Και τα 'παιζε µε τον αυστηρό δωρικό του τρόπο. Κι ο Χαρίλαος: «Αυτό. Εκαθόµουνα πιτσιρής δίπλα στο λουλουδά κι ο Μάρκος έπαιζε το «Σκύλαµ' έκανες και λιώνω». Έβανε µετά την µουσική. τόλµησα. Όχι σε δεξιοτεχνία. παιδί µου. δώρον εκ Θεού και Ψυχής: — Έγραφε τα τραγούδια — Τους έβανε µουσική — Τα 'παιζε στο όργανο — Τα τραγούδαγε — Και τα χόρευε... χτυπάει τον πρώτο φωνογραφικό δίσκο.καλώς είχεν. Το ανακάλυψε. Του παραδόθηκε και το κατάχτησε. Είχε το πεντάπτυχον. Είναι ζεϊµπεκάρα». Το 1934. Έσκαψε βαθιά µέσα του και ήβρεν τα φιλόνια και τα ασίγαστα ρεύµατα του πάθους και της ποιήσεως. Η καρδιά του χτύπαγε µόνον για την πενιά. Το 'µαθε. στην Οντεόν. Ο Περαίας Είκοσι χρόνων παιδίον γνωρίζει τον Περαία. αυτά που έµελλε να καθορίσουν το ταξίδι.

Φιλίες. Είκοσι χρονώ παιδί. Και τα δύο τα χόρευε µοναδικά. Μίαν ηµέραν. ο χασαπάς του λέει: «Έχουµε έλλειψη κρέατος».Έκτοτες. Παίξιµο και φωνή. τι σεµνότητα! — καλή φωνή. Κι έτσι εξεκίνησεν να λέει τα «τραγουδάκια» του. Η πιο ζόρικη και ντρέτη φωνή είχε πάρει το δρόµο της. είκοσι χρονώ. Ερωτευµένος και σκλάβος πλέον στο όργανο. Και µεγαλώνανε µαζί. Το ζεϊµπέκικο. το γονάτιζε και το 'σφαζε. κάθε «τραγουδάκι» του από στόµα σε στόµα κάµνει τον γύρο της χώρας και τέρπει τους µυηµένους. . Κυνηγητό. Όπως ήταν άντρουλας. Ο Περιστέρης. τον βρίσκει σφάχτη και εκδορέα στα σφαγεία. Έρωτες. «Ε. αύριο δε θα 'χονµε». Ο χορός. Τον λάτρεψαν. Αλλά και δόξα. «Εγώ για σήµερα µιλάω». εµπνευσµένος περί τα µουσικά. Στιχάκια. Ο Μάρκος από τη µεριά του δεν ήθελεν. εκείνη η καηµένη ήτο έγκυος κι απάνου στη σφάξη εγέννησεν γελαδάκι. γνώρισε γι' αυτό κατατρεγµούς. Τι έµενε. Τότε τα ζώα τα έσφαζαν εκ του φυσικού. Στα Σφαγεία Το 1925. Και το µεγάλωνε στην αρχή µε µπιµπερό γαλατάκι. Όλα από µια ψυχή. εκεί που έσφαζε µία γελάδα. τσάκωνε το ζώο. διότι επίστευε ότι δεν είχε — ω. Και αγαπιόντουσαν. Κάµα δίκοπη στην καρωτίδα και τέζα. Άλλην ηµέρα. Ο Περιστέρης ήτο ανένδοτος. στα µαχαίρια και στα αίµατα. Η πιο αντρίκια. επιµένει — γνώριζε καλά το γιατί — να τραγουδήσει. Φτώχεια. Μετά φαγάκι κι έγινε κοτζάµ ζωάκι. Βάσανα. Το χασάπικο. Μουσική. Το θαύµα είχε συντελεστεί. Τούτο το µικρό το αγάπησεν ο Μάρκος σφόδρα.

Κεφαλάρια. «Εγώ είµαι ο Μάρκος». Εξεδίψασαν. Προτιµούσε το «Τι να κάνουµε. Ελόγου του δεν παρεξέκλινεν από το χρέος που του έταξεν η µοίρα. Δεν είπε ποτέ. Κάνε ό. Το θεϊκό βουνό. Ήτο από γεννησιµιού του σεµνός. Αλάργα αλάργα. Ούτε που µαταπέρασε από σφαγείο. Ήβγαλεν την χασαποποδιά. Τον εξέθρεψεν η στενοχώρια. Ήλεγε. Στο θεϊκό βουνό ανέβηκαν όλοι κι αράξανε. σ' αυτό που τον έταξεν η µοίρα.τι σου είπα». Βοσκήσανε. «Άσ' τα αύριο και τα µεθαύριο. αφού είµαι ο Μάρκος» Γνώριζε ποιος ήταν αλλά ποτέ δεν επάτησεν τη χαρακιά του χρέους. Με το µπόι του. . Σφάξε το γελαδόπουλο». τα βάσανα τον στήριξαν. γράφω κάπως καλύτερα». «Άει γαµήσου. Έµεινε άνθρωπος κι εµεγαλούργησεν..» «Δεν έχει "δεν". Τις χαράδρες. Σπάραξε ως άνθρωπος. Τα σπηλιαράκια..«Αύριο µέρα ξηµερώνει».. του την εφουρνισε στα µούτρα του κερατοχασαπά πέταξε τα µάχαιρα σιαπέρα. Δέντρα. Ο έρωτας και τα αγαπητιλίκια τον έµπασαν στον κήπο της Εδέµ και στην κόλαση. του είπεν και γύρισε στο κονάκι. Οι πίκρες κι ο πόνος τον ήκαµαν βέρο και ντρέτο.. «Δεν το σ. «Όταν είµαι λίγο στενοχωρηµένος. κουφάλα». Μετά κατέβηκαν στις πεδιάδες. τα βρόντησε χάµου. Τζούρα µαχαλάς κι αέρας πελεκούδια Είναι ο Όλυµπος. γιατί ενθυµούνταν το φιλαράκι του και πόναγε βαθιά στα φυλλοκάρδια. Για σήµερα µιλάµε. ως αρχιµάστορας. Αµέτρητα ζουδάκια. Αυτό το κάπως καθόρισε ολάκαιρη τη ζωή του.

Η νεότητα κρύβει το θαύµα µέσα της. Απου πήγαιναν να δουν το γέρο. Στο ίδιο µακάµι. Εξ ου και η ελπίδα του για την Άµερικα και τα εκείθεν ουνιβερσιτέτοια. Πανεπιστήµιο. στο θέατρο. Όπως τον στρατηγό Μακρυγιάννη. όχι όµως για τον γέροντα. Με ποτίζουν και σιωπώ. µε τα ίδια πατήµατα. µ' αναγερτό κεφάλι στις καλοσύνες. ταίριαξε και το: «Τρυπάει το παπούτσι σου και θες να βάλεις σόλα και ο τσαγγάρης σου ζητάει να σου τα πάρει όλα». Ας είναι ρέκβιεµ τούτα που µου 'ρχονται και σας τα κουβεντιάζω. Στητός στις θύελλες. παρέµεινε Όλυµπιος. Ο Παπαιωάννου έχει γράψει ένα τρυφερό ασµάτιον για ένα γέρο και το µπουζουκάκι του. Βιβλικός άγιος.Ολόρθος σε µπόρες και καταιγίδες. Και παρακάτου: «Στην αγορά όταν θα πας κράτα πουγγί µεγάλο κι αν είσαι ο δόλιος φουκαράς τράβ' από δρόµο άλλο». . έτσι και τον Συριανό τον έπιανε δέος στις λέξεις: Γράµµατα. Θα 'ρθει καιρός άραγε που θα διδάσκεται στο σχολείον. Αλλά πλαγιάζει όπως έστρωσε. µια τέτοια µύηση θα άλλαζε αφθορεί το ίρτζι των ψυχών και θ' αυγάταινε το νου σε ψαξίµατα όπου γεννούν το Θείον. «Οι φοιτητές εµένα µ' αγαπάνε». από φύτρα. το κύτταρο άπου 'πιανε τον παλµό του. ήλεγε και ξανάλεγε. Και στο άστυ. οµορφονιά της µάνας σου και συντροφιά δική µου». αλλά για το µπουζουκάκι του. Αγαπήθηκε ο Συριανός από εκείνους που είχαν. «Αγγελοκαµωµένη µου και λαµπαδοχυτή µου. Στο ταξίδι από την Σύρα στον Πειραιά κι από µετά στου άστεως τα γυρίσµατα. στα πανεπιστήµια. Τα ανωτέρω τρία τετράστιχα µιλούν από µόνα τους. την σήµερον. Μια τέτοια διδαχή.

Φόρτωσα τη µηχανούλα και τράβηξα για το Μάρκο. δεν γνώρισε προβλήµατα ανάγκης. µε στρωµένο τραπέζι. Μάγκας. «Είµαι καλά έτσι η να ξηγηθώ σακακιά. Πάτησα το σκάνδαλον της µηχανής. έκλεισε το µαχαίρι. Με την πρώτη .Στην εύκολη µέρα. Επάγαιναν κάτι λίγοι να τόνε γνωρίσουν για τη µουσική του. Είχα πιάσει αυτό που ήθελα. Ήτο ο εαυτός του. Τον ρώτησα αν ήθελε να τον φωτογραφήσω. Με συνόδευε η Έρση Βασιλικιώτη. Επέρασε ώρα πολλή. «Τι έχεις Μάρκο. Κι η ψυχή θέλει θροφή. «Για ποιους οµιλείς. «Η ανάγκη δε µ' άφησε να µάθω γράµµατα. Τον ήβρα µε την κιµπάρικη φανέλα.» Η έµφυτη σεµνότητα του δεν πήγε την κουβέντα παραπέρα. για το ψωµί. χράπ. Απεδείχθη µετά ότι ο Μάρκος είχε αποτυπωθεί στο φίλµ σε µία απ' τις µέγιστες στιγµές του. αλλά δεν το περίµενα. αλλά κι αυτοί που τα 'µαθαν τζούρα µαχαλάς κι αέρας πελεκούδια είναι».» «Να ξεκινήσουµε και βλέπουµε». Αθώος.» «Η τα γράµµατα τα µαθαίνουν ανάποδα ή αναποδιασµένοι είναι». Ζυµάρι στα χέρια µου έγινε. Έχει προβλήµατα ψυχής. Έτρεξα σ' ένα φωτογράφο και µου τη µοίρασε σε πέντε κασέτες. όπως ο αυγερινός δυο οργιές πάνω απ' το βουνό. Οι έγχρωµες φωτογραφίες Φιλαράκος γκαρδιακός. Μερακλής. µ' έδωκε µια µικρή ποµπίνα έχρωµο φιλµάκι. Εκαθότουνε και τον εθώρουν από τη µέση και πάνω. «Καλά 'µαι έτσι δα. Γλύκανε το πρόσωπο του και το θώρι του σηκώθη ολίγον αψηλά. Η µουσική του ήτο και θα 'ναι θροφή ψυχής. Το φως της µέρας ήτο µουντό. Κι Άρχοντας. Έτσι επιδερµικά. Άγιος.» Πίσω από τη µηχανή το µάτι µου εκόχευε το σκαρί του. Στυφό τον ήβρα µια µέρα.

φίνο µπουζουκάκι. Τα βέρτζινα χείλη του. Η πολυθρύλητος Πειραιώτικη Κοµπανία. χρυσό παιδί. το 'µαθα αρκετά χρόνια µετά. Ετελειώσαµε. Μπαγλαµαδάκι και τραγούδια φοβερά. Γραµµοφώνησαν αριστουργήµατα. Καλότατος ο Δελιάς. Ετραβήξαµε και τις υπόλοιπες. Γνωρίστηκαν. Το πήγα για εµφάνιση. Η Τετράς Στράτος Παγιουµτζής ή Τεµπέλης. Κόπιασε η κυρα-Βαγγελιώ και του φόρεσε ένα πουκάµισο. Στούκας. ο Στράτος. Κι ο πατριάρχης Μάρκος. Την άλλη µέρα πήρα τις πρώτες φωτογραφίες. δε µ' απάνταγε να µείνω άλλο. µε κάρβουνο µάτια και ψιλοκοµµένο µουστακάκι. παλιατζίδικο. Μας τράταρε η νοικοκυρά συριανό λουκουµάκι και δροσερό νερό. Περί κοµπανίας ολίγα: «Ήτο ένα παιδάκι ο Ανέστος. Έγραψε ωραία τραγούδια.είχα πιάσει το άπιαστο. «Ο Στράτος. να τον νοικοκυρέψει. Ψάχτηκαν και δέθηκαν. Κοµπανία — παγκόσµιον φαινόµενον. Ελόγου µου φορούσα ένα µαύρο σιθρού υποκάµισον — ω. Κρατούσα ως σπάνιο φυλαχτό τις φωτογραφίες ετούτες. Στον ύπνο του 'ριχνε κόκα. Ποιός να το φανταζόταν. Η κορυφαία φωνή. Για το ροδακινένιο πρόσωπο του. Δεν είχε ποτέ φωτογραφηθεί µε έγχρωµο. Φοβόταν µην την αµολύσει. Μαζί του η συµβία και η Έρση. Μπάτης ο Θυµόσοφος και Μάρκος. ιδιότυπη φωνή. Έχοντας το φιλµ στη µηχανή. Τον έφαγε η Σκουλαρικού. Όταν τραγούδαγε. Ανέστης Δελιάς η Αρτέµης. Τα 'παιξε και τα είπε έµορφα». Μαγκιόρος. σπάγαν τα µικρόφωνα. Αλλά — κυρίως— για το χρώµα των µατιών του. Τον αγαπούσε. Στο µακάµι µέσα.» «Ακακο Αρνί. Ο Μπάτης χοριδασκαλείον. . της κακογουστιάς! — χωρίς τα γυαλάκια µου.

τις εβάρηγε νταουζάκος γιατ' ήταν ο Μάρκος...» «Στο Πέραµα.» «Να παγαίνεις. να µε τυραννάς». Στο Μάρκο όµως δε χάλαγαν ποτέ κανένα χατίρι.. Έγραφε τραγούδια και τα 'παιζε ωραία».. Σε κάτι σπηλιαράκια. Και τον γουστάρανε. Αλλά και την µεγίστη τρυφερότητα του: «Πες µου. αφού είµαι ο Μάρκος. Και καµιά κλωστηρού».» Τον πείραζα. γιατί αποθένανε. καρδούλα µου. «Να παγαίνεις µε µοδίστες και τσαγκαροκόριτσα». θα σε µάθουν. Άµα έφκιανε αµανέ.Αν ξαναγίνει Αϊβαλί. Τελείωσε. αλλά κατεβαίνουν και στες σκοτεινές σπηλιές του πάθους. Ωστόσο στα τραγούδια του δείχνει και τα ζοριλίκια του: «Τι άλλο θέλεις να σου πω µασά τις καρπαζιές σου και πες του µάγκα σου να 'ρθεί να φάει και τις δικές του». Που παγαίνατε. εκείθεν όπου το µερακλίκι διαφεντεύει τα σύµπαντα.. «Ωραία γυναίκα. «Γιατί. Τίθενται στες κορφές της δηµοτικής ποιήσεως.. Δεν χρειαζόταν λιλιά και µε τις γυναίκες ποτέ δεν έκαµνε τσιριµόνιες. Θυµόσοφος.. Στην θάλασσα πλησίον.. Εκεί θα µάθεις..» «Ε. Ελόγου µου λέω. Ρίξε τσιγγάνα τα χαρτιά Όταν ήλεγε. «Να τολµήσω για το Μάρκο. πανάθεµά τες.» Το 'ξερε. Τα ερωτικά του σφάζουν µε το µπαµπάκι. Αλλά πόσο αθώα το 'λεγε. Χωρατατζής. Εκαθούµαστε δίπλα δίπλα. Σε δυο λέξεις τα 'βαζε όλα µέσα.. θα γεννηθεί άλλος Στράτος.. αγάπη µου. το αµάν έφτανε Σαλαµίνα.» «Μεγάλη καρδιά.» «Είχε άκρα ησυχία εκεί. Τώρα.. «Δεν έρχουνται αυτές. αποθένανε για πάρτη του.» Πάει. «Με τσιγγάνες. Σταµάταγαν τις µηχανότρατες οι ψαράδες να τον ακούσουν». Πάνε µε το συνάφι τους». Ας βρούνε άλλοι τα κρυφά µυστικά του.. τι έχεις και πονάς πάψε. «Ρίξε τσιγγάνα τα χαρτιά . «Μπάτης...

» «Ήξερε µουσική. γητειές. προικισµένος περί τα µουσικά — έπαιζε και πολλά όργανα — έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο ρεµπέτικο. Τις εξαίσιες ζεϊµπεκιές και τα χασάπικα. καταχρεωµένη η Μαρκετάκη ... αυτές οι λαβωµατιές. Τα 'φκιανε µε το ρύζι και παγαίναµε µε τα όργανα.» «Χαλάλι.. µας καλούσε στο µαγαζί του.. εµάζευε µε το ζόρι τους άξιους . Και του 'ριχναν στα πόδια καρδιές.απαλών κινήσεων σερνικό.» Και θυµήθηκα στον Άγιο Νείλο. Η πενιά του ήτο κανταδόρικια..» «Και περσεύει. «Με το ρύζι δένουν. «Δυο γυφτοπούλες στο βουνό µάνα και θυγατέρα δυο βοτάνια εµαζεύανε βρίσκουν 'να λαβωµένονε». ξανάµµατα. Άναψε τσιγάρο. Σε πολλά τραγούδια παίζει µπουζούκι ο Περικλής και τραγουδάει ο Συριανός. «Τι άνθρωπος ήταν ο Περιστέρης. Δεν επέµεινα. Μικρασιάτης την καταγωγή.. Μαντολινάτη.. Διευθυντής της Οντεόν.» Η Μαρκετάκη και η Ανατολή Συναχωµένη και στα ζοριλίκια της. Μάρκος και Περιστέρης Ο Σπύρος Περιστέρης.. Αχ. ένα θηλυκό µάγκα . «Φτάνει. Μάρκο». Με κοίταξε στα µάτια. Του παίζαµε Μάρκο κι ελόγου του µας τάιζε στο στόµα σα φασόπουλα. Την εδιάβαζε στις πάρτες». «Δεν ξαναπηδιέµαι. Ο Μάρκος τα τραγούδια τα ήλεγε µια κι έξω.. «Ο χρόνος σκεπάζει τα κουσούρια». για δίσκο. ήτο η απάντησις. Τελεία και παύλα». Εξ ου και το παρατσούκλι Κοντραµπάσο. Οι φοβερές αυτές γυναίκες τον λάτρεψαν... Το καλό να µένει. µου 'ρθε η Τόνια Μαρκετάκη.. µε ντόπιο σερνικό.και πες µου την αλήθεια θα γειάνει τάχα ο καηµός που έχω µες στα στήθια.. Και σαν 'ρχόταν µε το σακί γιοµάτο.ενίοτε µαστουρωµένους και τους έχουνε στο γραµµοφωνατζίδικο κι εκείθεν κατέγραψε την πάσαν τελετουργίαν. Εκείνο τον καιρό.. ρε. «Μας πνίξανε τα σέσκουλα». να ξηγιόµαστε που έστελνε το Θανάση τον παραγιό του να του βρει σέσκουλα στον Παρνασσό.

.. Ήβρες το χρήµα. Τα προσφυγικά. Αλλάζω βελόνα. ερωτισµούς µυθικούς.. χωµένους στα µεριά της. και µε τήραξε καρσί στα µάτια... καθιστικά. το κούρντισε. µε µια πεντακοσάρα. Και ρούφηξε. κυνηγητό κι από εδικούς. Στρατής .. Αϊβαλί.. «Μίλα µου για τον Συριανό.. Κούρνιασα κοντά του. Μπήκες. ακόµη. Μου ιστορούσε την Κυραλίνα σε µεταξωτές κρεβατοκάµαρες µέσα..» Ελόγου µου αρµένιζα προς Ανατολάς.» «Βάλε στο φωνόγραφο... Το κάψιµο... Θέατρα. Ξεσηκωµός.... Η ξενιτιά.» «Τ' άκουσες.. σουσούµια και τσακίσµατα. φτάσανε στη µητέρα πατρίδα . Περδικούλα η ψυχή µου».. Τέχνες.. Έσυρε φωνή: «Έκατσε στο σοφά. Κατατρεγµός κι από τους Τούρκους. Όσοι γλίτωσαν. Με τήραγε.... Σµύρνη.. Τον πάτησε.. Ο ξεριζωµός. Έπαιρνε από 'να βάζο µπινελίκι και µου το 'βαζε στο στόµα Μετά ξανάπιανε το σάζι. έσκουξα ελόγου µου... Κύλαε το ταξίµι του Μπεχίρ κι αλάφρωνε το µυαλό µου απ' τις έγνοιες. Διπλοπόδι στο σοφά έπαιξε το κοµπολόγι. Δερβίσηδες και Γιουρούκους αρχοντοπιασµένους.. πασούµια και κορδελίτσες.. Γλέντια...ούκας. Άναψε το ναργελέ..βαλιτσάκι. Η µηχανή του Μπεχίρ ήταν το σιάζι και τα µάτια του. σοφάδες.. Κουρντίζω... Κωνσταντινούπολη. Κι η Τόνια: «Άπλωσε το χέρι του κι ακούµπησε το δικό µου...» Είχα τσακώσει απ' το Μοναστηράκι ένα φωνόγραφο . Εστουδιαντίνες..... Ξανάπιασε το σάζι. Κάποτε σταµάτηγε. Στράτος Παγιουµτζής. Φορτώνω το δίσκο.. Σαντουρόβιολα. Έπαιξε κι αλάφρωνε η ψυχή του.. Έσφιξε µια φούµα.. Επήρε το σιάζι. Τον φύσηξε. να της τραγουδούνε αµανέδες. Κύλαε η ζωή..» «Τι θα κάµεις µε την Κυραλίνα... Γιοβάν Τσαούς. Σπύρος Περιστέρης. «Στο διάβολο οι τοκογλύφοι». Η ορφάνια.. «Πρέπει να ξέρεις µηχανή να κόψεις µαύρα µάτια. η Τόνια.» Ο δίσκος είχε τελειώσει και η βελόνα πηγαινορχόταν. µεθυστικά αρώµατα. Κι είχε ταξιδέψει προς τούτο από Ρουµανία µέχρι Αφιόν Καραχισάρ. Χάιδεψε το µανικό.. και τα µπαµπακερά του ρούχα. Να σε τηράει στα µάτια και να σου τα σβήνει. Ιωνία.έψαχνε κεφάλαια να φιλµογραφήσει την «Κυρα-Κυραλίνα» του Παναίτ Ιστράτι. Εµπόρια.

. την Ελλάδα. Και ξαλάφρωνες. Με σεβάστηκε και σταµάτησε. Μέριαζες το συρταρωτό παράθυρο. επληρωνες ένα τάλιρο και σου φερµάριζε τα πισινά της η κάθε στερηµένη προσφυγοπούλα κι έκανες τη δουλειά σου. Έβγαζε στην άλλη άκρια.. Και τα λέγανε τούτα τα µπορντέλα "Παραθυράτα' Επήγαινα καµιά φορά και φούµερνα.. Παντού. µέσα σ' ένα µήνα. Εκεί οτο διάδροµο.. Έχει νταλκά. είχαµε τρεις χιλιάδες διαζύγια. . στο ύφος των γεννητικών οργάνων των αντρώνε. Ξέρεις. στη σειρά. Ανέχεια. Ήταν από κείνες.κι έστησαν απ' αρχής ξανά την ελπίδα. Ήτονε καλοί άνθρωποι. Ήταν περήφανοι. . Σκόρπισαν δώθε . ήτονε τετράγωνα παράθυρα συρταρωτά. Φύλλο δεν πείραζαν. Σ' όλη. Αλλά ποτές.υστυχία. Τι τα θυµάµαι.. ένα δωµάτιο. Επήγαιναν οι χασικλήδες προς νερού τους. Εκεί στα Βούρλα. Ερχότουνε µια Αραπκιλί. όποιος µερακλής πήγαινε µε Σµυρνιά.ραπετσώνα. . Πουτάνες οι Σµυρνιές. . αλλά η ψυχή δεν το 'βαλε κάτω.εµ' αρένανε τ' άλλα. Συνέχισαν την παράδοση... Ε.. Ήλεγεν ο Κυριαζής: «Όταν έφτασαν οι Σµυρνιές εδώ.. Ο Στράτος.. Ένας νταλκάς. Έπαιζαν και τα σιάζια. Περάσανε πολλά βάσανα.. Βγαίνοντας από κει µέσα. Έσβηναν στους δρόµους απ' την πείνα. Είχαν καλούς αµανετζήδες. Και µ' έβρισκε. Στα Βούρλα. Ποτέ δε σου 'δειχνε το πρόσωπο της. Και µπορντέλα. ήταν απ' όξω µ' ένα µαχαλόµαγκα που την βάρηγε... από δω και κάτω: «Έπαιζαν τα σαντουρόβιολα εκείνοι.. Τους κυνηγήσανε. αυτή µου το χρώσταγε και 'ρχόταν. Οι γυναίκες τους εκπορνεύοντο για την ανάγκη. Συνέχισαν να παράγουν.κείθε. δεν ξαναζύγωνε τη δική του». Κι έπεσε φτώχεια. στη χέστρα. Για ένα κοµµάτι ψωµί. Και το 'λεγαν κάτι ρεµάλια που οι γυναίκες τους φοράγανε τα βρακοζώνια µέχρι τον αστράγαλο. Διότι. οτο Πέραµα. Του ξηγήθηκα δυο κουβέντες. Την πάστρα. Απ' τ' αρχοντολόι στην παράγκα. Ο λόγος στο Μάρκο. Εγνώριζαν τα µακάµια.. ποτές δεν έχασαν την αξιοπρέπεια τους. έτσι τη λέγανε. είχε τεκέδες. Έστησαν τα προσφυγικά τους παραπήγµατα. Η Σµύρνη τότες ήτο το Παρίσι της Ανατολής. Ήτο ο τεκές. Αλλά µέχρις εκεί. ένας διάδροµος.

. να πιάσει ξανά το τραγούδι. Και σαν έπιανε το φθινόπωρο. Καθότουνε µέρα νύχτα σε µια πολυθρόνα. Έξι µήνες το χρόνο έπεφτε σε βαθιά µελαγχολία. Κλαρίνο. φτάναν οι άλλοι έξι µήνες. τα χρυσά δαχτυλίδια. Το 'ξερε ο Μάρκος. Ούσα η Μεσόγειος µεσοστρατίς . έµενε σ' ένα ξύλινο παράπηγµα µια γρια. έµπαινε στο νερό.» Η φωνή της Τόνιας µε ξανάφερε πίσω. Να ξαναγεννηθεί. τούµπανο και µπουζούκι Εφίλιωσε το τούµπανο και το κλαρίνο µε το µπουζούκι. γιατί εκεί κρατιέται το µακάµι και η µουσική είναι αιώνων πέρασµα και λάκτισµα ψυχής. Και να ο χορός. πότιζε την ψυχή της να βγάλει πέρα το χειµώνα. Πρώτος έσµιξεν τον πρωτόγονο εσαεί ήχο της τουµπάνας µε το τρίχορδον και στα γυρίσµατα του άσµατος εταίριαξε το κλαρίνο.. «Κι ο Μάρκος. Και σαν έπαιζε τα ταξίµια του. Δίπλα στο σπίτι του Μάρκου. Κι άπονου που έλεγες πως θα ποθάνει. βραχιόλα και τα σκουλαρίκια. Έχανε το βάρος της.Η φωνή του είναι Αϊβαλί. Με νερό και ρεβύθια. που ηχεί σ' ασίγαστους ρυθµούς στην Άφρικα και αλλαχού. Μέχρι να 'ρθει η άνοιξη. Παραπέρα.. Έβγαζε απ' τα φορτσέρια τα δαντελένια φορέµατα. λουζόταν. ασάλευτη τα άκουγε.γιατί αυτή µας ενδιαφέρει. Αλλά το κλαρίνο απαντιέται σ' όλη την Ανατολή . Σµυρνιά. έκανε καιρό να ξαναπιάσει τ' όργανο στα χέρια». καθώς και το τούµπανο. ξανάβαζε στο φορτσέρι τα δαντελένια φορέµατα και ξαναγύριζε στην πολυθρόνα για έξι µήνες. «Λες να µπορέσω να γυρίσω την "Κυρα-Κυραλίνα" . Οµιλώ µόνον προς ανατολάς και προς νότια.. Σοφά δεµένα µέσα στον ασκό της παράδοσης. Και να το κοκκινάδι. Ζούσε σαν το σπουργίτι. Κι είχε µια φωνή.» «Σαν απόθανε η έρµη. στολιζόταν κι έπιανε το τραγούδι. » «Θα µπορέσεις». Έµενε µόνη µ' ένα καναρίνι. Πεταγόταν απάνου σαν πέρδικα. Και να τα πασουµάκια και τα βαµµένα νύχια. Ογδοήντα χρονώ.

«Λένε πως κάποιος σουλτάνος. ο ζεϊµπέκικος είναι αρχαίος χορός και η ετυµολογία του βγαίνει από το Ζεύς και Μπέκος. βέρος της Μεσόγειος. Γιάννη Εϊτζιρίδη τον ελέγανε. Από ψάρι. Τραγούδι και όργανο. Για τον Εϊτζιρίδη «Τον Γιοβάν Τσαούς τον γνώρισες.ύσεως κι από Βορρά. που πηγάζει από κει µέσα. τον τσαούση και τον αµανετζή Μπουχράµ τους πέρασε αµουνούχιγους στο χαρέµι επειδή τους γούσταρε.» «Πώς. Ο Μάρκος. Η υψηλή ποίηση που βγαίνει. Τα όργανα του τα 'φκιανε ο Λαζαρίδης. Πατάει στο δυο χιλιάδες χρόνια πριν. Χαλάλι σας οι γυναίκες µου ! Έτσι τους είπε». Ήτονε µοναχικός. Τ' απογέµατα έπιανε το όργανο κι έπαιζε. Ο Βελούδιος ήλεγεν. βυζαίνει εξ ανατολών το γάλα. χαρτάκια... Κι έµενε δίπλα στο σταθµό στον Πειραιά. Αλλά δεν είχα πολλές παρτίδες. «Το 'χω ακουσµένο». να τον ακούνε. Τα στιχάκια στα τραγούδια του τα 'γραφε η γυναίκα του. Τα 'λεγε και «τραγουδάκια». Αλλά του 'µεινε το τσαούσης γιατί επήγε ταχτικός στον στρατό». υπέστη φθοράς εκ . Εγύρισε στο ψαλτήρι.σ' Ανατολή και . Δεν εκαταδεχότουνε να τα πει στίχους. έστησε εδικό του µπαϊράκι.ύση. Φραγκοράφτης ήτονε. αλλά τον ζεϊµπέκικο τον τραγουδάει κατά τα πρότυπα µας. Έτσι τα 'λεγε. ιεροψάλτης από την Πέτρα. Ήρθε και τον µάζεψε η γυναίκα του. Επήγαιναν κι άραζαν οι πρεζάκηδες στα βαγόνια. το γένος Χουρµούζη. σε κουτιά τσιγάρα. Το βάσανο και το µεράκι Σε κάτι παλιά τετράδια. έφκιανε τα «στιχάκια» του. Απόθανε από δηλητηρίαση στην κατοχή. Τα περισσότερα τα τραγούδησε ο Αντώνης Καλυβόπουλος. Κάτι σαν τα σιάζια. Ούτε ο Μάρκος έχει ανάγκη . δεν χρειάζεται συστάσεις.

Είναι αριστούργηµα σύλληψης. Στίχους. Τα διάβαζαν και µετά του 'λεγαν να τα διορθώσει.. Σε µικρό δισκάκι. και τι δε γράψανε. Φαντάζεστε ένα γλύπτη να θέλει να διορθώσει την Ακρόπολη. φεγγάρι µου. ανθρώπους να γνωρίσεις γιατί τα βάσανα της γης κι εσύ θα τ' αποχτήσεις. που σπάει κόκαλα. Όπως το πάρεις. µουσική και το τραγουδάει. Γιατί ο δηµιουργός και οι φύτρες του είναι δύο οντότητες σε µία. Διότι την σήµερον.. θωρώ συνθέτες ή στιχουργούς ερµολούλουδους που καµώνονται σαν σκιάχτρα για τα κενά πονήµατα τους και κονοµάνε. Οι άνθρωποι είναι κακοί στη γήινη τη σφαίρα .. Γράψανε οι ποιητές για το φεγγάρι. το Μάρκο. Ούτε τα «στιχάκια» του. Ποτέ µη θες. Παρτίδες µε τους ανθρώπους σ' το λέγω µην ανοίξεις γιατί σκληρά θα πληγωθείς και θα µετανοήσεις. Χασαπιά νυχάτη. Γράφουνε οι στιχάκηδες για το φεγγάρι παρλαπίπες. Κάτσε στην ησυχία σου και µες στη µοναξιά σου όλοι της γης ζηλεύουνε να δούνε τα καλά σου.. Ή µία σε δύο. Επαγαίνανε κάτι τέτοιοι και του ζητούσανε τραγούδια. Δι ο και ο κατήφορος.τα «τραγουδάκια» του. Χάσαµε τον µπούσουλα. Ανθρώπου µάτι µη σε δει φεγγάρι µου να ζήσεις γιατί αν είσαι λαµπερό χωρίς να θες θα σβήσεις. «Χιλιάδες χρόνια στα ψηλά συντρόφους έχεις τ' άστρα απόφευγε τηνε τη γη γιατ' είναι ξελογιάστρα. τραβάει η ψυχή του µια τραγουδάρα για το φεγγάρι. Στα τελευταία του..

Κελαϊδούνε την νταλµίρα και την φυλακή. ρεµπετολόγων και άλλων τινών αλουβρέχηδων πλιατσικολόγων. Τον έρωτα και το θάνατο. Λεύτερα πουλιά είναι. µήτε κεντροµόλα. Δεν είναι περιθωριακά. Όσα µου στάλαξε ο βίος». Λεύτερα πουλιά Το ρεµπέτικο τραγούδι τα χωράει όλα µέσα. Έφκιασε χασάπικη παντελόνια. των ανθρώπων αυτής της µοίρας. την κιµπάρικη φανέλα. Το ταξίδι που δεν ήρθε Του 'χε ταγµένο η Αγγελική Κάιλ να τον ξελερώσει — σιγά το λέρωµα! — να του βγάλει διαβατήριον και να τον πάγει Αµερική µεριά. Ήτο η ψυχή του λαβωµένη. Ταξίδεψε και εταξίδεψε τον ντουνιά . Ή φορούσαν την εδικιά τους τραγιάσκα. Τα κρέµασε κι επερίµενε. Δεξιόφρονες και αριστερόφρονες το εκυνήγησαν. Μάρκος ο Συριανός. οι άνθρωποι δεν γνωρίζουνε ποτές τους καλοσύνη. Όπως το πουλί το χτυπηµένο στο φτερό. Στα γυρίσµατα στης µοίρας του ανθρώπου πετάνε. Και δεν του ταιριάζουν ρετσέτες διάφορων µουσικολόγων. Μοιρολογούνε. Πίκρες. Το τάµα το 'δεσε κόµπο.κι από την γη δεν πρόκειται να δεις µιαν άσπρη µέρα. Κι αν είσαι τόσο πλούσιο µην έχεις µπιστοσύνη. Είναι τούτα τα ασµάτια. Το 'πανε λούµπεν και διάφορα άλλα τέτοια. Τα σύµπαντα. καηµούς και βάσανα θα έχεις πρώτοι φίλοι ποτέ δεν θα γελάσουνε τα δυο γλυκά σου χείλη. Πρωτοπλάστης τούτων των αισθηµάτων. στους ορίζοντες µέσα της υψηλής ποιήσεως. Αλλά αυτοί που το 'φκιασαν και το 'ζησαν ήσαν λεύτεροι και ακαπέλωτοι. να διδάξει στα εκείθεν πανεπιστήµια. σακακιά και τραγιάσκα. «Θα πάω κατά πέρα να τους τα πω. Τη µάνα . Πλαταγίζουν ασίγαστα. της καρδιάς που κτυπά το βάσανο και το µεράκι. Φτερακίζουν.

Όταν ο Θέµελης έµπαινε στα µύχια του Σοπέν. Η µπέσα στους παλιούς εκείνους ήτο Τιµή. Μου το 'ταξε». Ό. Το παντοτινό. στις κουβέντες που φκιάναµε. Κι έµεινε στο περίµενε..» Εκείνες τις ατέλειωτες µέρες. ο ντουνιάς όµως εγύριζε ανεπαισθήτως ανακούρκουδα. Μέχρις να πάω κατά κάτω.. ήθελε να πάει σε µοναστήρι.τι να 'ναι. που δεν περνάγανε. Εκείνες τις µεγάλες νύχτες. Κι ο Γενάρχης στην απ' όξω.. Βλάµικη. Να συχάσω. Να πω αυτηνού του ηγούµενου. Δε θα 'µαι βάρος . που ήτονε µπατίρης και µερακλωµένος. που αργούσε να ξηµερώσει. Και περιµένω. Το επερίµενε το πέρασµα στην Αµέρικα.µε τα «τραγουδάκια» του.. επαγαίνανε και τον βλέπανε ο Κεροµύτης. το ξανάπα. «Έχω καηµούς αγιάτρευτους βαθιά στα φυλλοκάρδια και πάντα µελαγχολικό µε βρέσκουνε τα βράδια».. Ο Λόγος εκρατείτο. Τα γράµµατα αγράµµατους γεννούνε.. «Να πάω. Εκεί. Να περιµένει το ταξίδι. Δύο χρόνια πριν αποθάνει.. Όταν ο Εγγονόπουλος ξεκίναγε της ψυχής του την ανάσα µ' ένα «τραγουδάκι» του Μάρκου. . Από τα τραγούδια του κονόµαγαν στα κέντρα επίδοξοι λαρυγγόφωνοι πλιατσικοκούδουνοι. Κι η φορεσιά έµεινε αµανάτι για το άλλο ταξίδι. Ο Μπαχ της Ελλάδος Ενθυµούµαι συχνά τη φωνή του. Ένα πιάτο φαγάκι. Τι να τα κάµεις τα γράµµατα. «Εκεί έχω την φορεσιά. Το ταξίδι που επερίµενε και δεν ήρθε. Λογοτιµήτες και µερακλήδες εξεχάστηκαν από τον αδίστακτο ρέφουλα των παραδόπιστων καιρών. Σε µια γωνιά. ο Άκης Πάνου κι ελόγου µου. βάλε µε µέσα.

Ο Πρίγκιπας Γιάννης Κυριαζής ύπηρξεν ο Πρίγκιπας του ρεµπέτικου. Ήβρατε δίσκους.» «Που λέει ο λόγος. Το πάθος του για το όργανο. Ο Στράτος Παγιουµτζής τον ήλεγε Γιατρό κι ο Μάρκος.. Ο ερωτάς του και οι αναποδιές της ζωής. Είχε χρόνιο πνευµονικό οίδηµα κι απόθανε βασανισµένος. κατάκοπος στο σανατόριο: «Αυτό το τραγούδι αξίζει δυο χιλιάδες φόνους». Στα τελευταία του. «Να µου τα στέλνατε λίγα λίγα. Επίσης είχα δώκει δύο κασέτες ακόµα στον Εγγονόπουλο. για να µην στερέψουν.. του έδωκα καµιά κατοστή τραγούδια του Μάρκου.. Τότες δεν έβγαιναν λεφτά µε το όργανο και οι δίσκοι στην πιάτσα πολύ λίγοι. Όµως το «Έπρεπε ρε µάγκα µου να 'ρχόσονν στον τεκέ µας» .. Υπάρχουν κι άλλα.µε τα ασµάτια του πρωτίστως. είπεν. η λατρεία που του έδειχναν άλλες γυναίκες — στην κυριολεξία έπεφταν στα πόδια του — του στάλαξαν ζόρικα την µοναξιά.. Τους έπαιρναν οι φωνογραφιτζήδες και µε τον φωνόγραφο εγύριζαν τις γειτονιές για δεκάρες που έπεφταν µέσα στο καπέλο.» Η Πρώτη γυναίκα Ήτο µαγευτική.» Κι ο Κυριαζης άκουγε και ξανάκουγε το «Όλοι οι ρεµπέτες του ντουνιά». Τα ξενύχτια καθώς και τα εννοούµενα αποδέλοιπα τον τράβηξαν κατά κείθε. Γιαννάκη. ο Μπαχ της Ελλάδος. τα πάθια και τα βάσανα. Αλλά το µεροκάµατο. ψιθυρίζοντας.» «Υπάρχουν και θα τα λάβετε». Ήτο στο Διόνυσο. «Φόνους. Ο Κατράκης τον είχε µπάλσαµο κι όταν ο Ντασέν τον πρωτάκουσε. σ' ένα νοσοκοµείο για καθαρό αέρα και τα 'χε µόνη συντροφιά του. σας ευχαριστώ εκ βάθους καρδίας. Νταλκαδιασµένος σφόδρα. Μαυρή.. Έσπασε την χρόνια σιωπή του κι ένα πρωί µου τηλεφώνησε. «Ακριβέ. Και την αγαπούσε παθολογικά.

Κι ένας εκλεκτός επιστήθιος φίλος. Μαζί του ο Στέλιος. Επίδοξοι «συνθέτες» αρπάχνουν το ασµάτια και τα τραγουδάκια ξεπετιούνται ως τα µεγαρίτικα κλωσσόπουλα. µε την κοµπανία του σκάει µύτη και βγαίνει στη γύρα.ΟΟΟ δίσκους. Έλκει µικρασιάτικη ρίζα. και το πάθος του γι' αυτό. Επήγανε σ' ένα µαγαζάτορα. Είχε ταβερνείο. ο Μάρκος βρίσκεται ξανά στα ζόρια. Ξανά στα ζόρια Στην δεκαετία του '60. Ο Ντοµινίκος. Ο Μιχάλης Χατζηαντωνίου. τα µάθαιναν στους Σαλονικιούς. τότες που αν πουλιόντουσαν 3ΟΟ ήτο επιτυχία. Τα τραγούδια τ' άκουγαν οι φορτηγατζήδες σε Αθήνα και Περαία. Σεπτέµβρη 14. που του χάρισε τρία βλαστάρια για τα οποία καµάρωνε και τα µεγάλωσε µέσα στην στέρηση. κλείσανε συµφωνία. . Ταινίες κατακλύζουν τα σινεµά. Καταλάγιασε η ψυχή του µε τη δεύτερη γυναίκα του. Πότε παραπότε. Τους βρέσκει στην Πάρο. Το όργανο λοιπόν. Εκείνη. Στο περιθώριο και στην ανέχεια ο Συριανός. Τραγουδάει τους αµανέδες σέρτικα. Από νωρίς το µαγαζί φισκάρισε. "Φαγάκι και η χαρτούρα δική µας ". και το άλλο βράδυ τραγουδώντας τα. Πανηγύρι στους Σταυρούς. µε εκ των Ινδιών πονεµένες πρωταγωνίστριες. Κοντολογής. σπουδαία φωνή.πούλησε 7. Τραγουδιστές ξεπετιούνται ως µανιτάρια. στα κέντρα. που άδουν και πάει ο θρήνος σύννεφο. παγαίνοντας στη Θεσσαλονίκη. Στον Ντοµινίκο ο λόγος «Έχει πέσει µαζί µε την αφραγκία και το φθινόπωρο. τον απολάκτισε από πρώτη γυναίκα και τα σχετικά συµπαροµαρτούντα. Εχει πέσει ως ακρίδα ενταύθα η ινδοπρεπής µουσική. που αφαντάστως εκτίµησε και αγάπησε. Το '62. Τα µαγνητόφωνα στήνονται στις αίθουσες. Η «λαϊκή» µουσική τραβάει το δρόµο της και η παραχάραξη των αυθεντικών ακουσµάτων συνεχίζεται.

Απάνου στα ροφήµατα. κόπιασε ο λιµενικός.Κι έγινε γλέντι µέγα. Εκεί κατά τις 2. Τράβα να δεις". Στο λιµάνι. "Ρε συ." "Πού είναι ο η Βόγια. Του Νικήτα. τελειώσανε. Πες της να 'ρθει να µε καθαρίσει". Ετελείωσε η δουλειά στις τρεις." "Μας κέρασες". τις περίλαβε ο Συριανός. "Ήπιαµε στην υγειά σου. "Τι έχεις. Τα καλαµάρια µπαγιάτικα και οι µελιτζάνες ήσανε ξεχασµένες στο ψυγείο βδοµάδα και βάλε." "Έχω κάτι καλαµάρια και µελιτζάνες µπαϊλντί". Αλλά για να τον ξεφορτωθεί: "Φέρε δυο µπίρες". Ο Μάρκος δεν έπινε. ξανακοπιάζει. Πάει ο Στυλιανός. "Πάνδροσο" το λέγαν. Με το που πήγαινε. Απόφαγαν και τράβηξαν για το ξενοδοχείο. Ψιλοτσίµπησαν τα καλαµάρια. Πλάγιασαν και το πρωί. Φωνάζει ο Μάρκος τον µαγαζάτορα. Ο Μάρκος άρχισε να ζορίζεται. Τις µελιτζάνες. µαζεύτηκε η κοµπανία για καφέ. φαγάκι. "Να ξανακεράσω". "Τι τη θες. Εχέστηκα. Πάνε τις µπίρες. άρχιζε: "Τι θέλετε να σας κεράσω. Στο Σαχλί Μπαχλί. "Δεν θέλουµε"." Ήτανε η τραγουδίστρια. "Πες της να 'ρθει". Ένας αξιωµατικός του Λιµενικού." "Δε θέλουµε τίποτα ". Μύκονος. Σε κάνα τέταρτο. Φτάνει". που 'ναι ο Μάρκος. "Τι θέλετε να να σας κεράσω. . "Επιθυµώ να σας κεράσω". «Φέρ' τα». την κοπάναγε και τράβαγε στο κέντρο όπου βάραγε τα τέλια η κοµπανία. που δεν τις καταδέχτηκε ουδείς άλλος. που εφύλαγε κάθε βράδυ ντεπόζιτα µε πετρέλαια. Έφευγε και ξαναγύρναγε δρυµύτερος.30. "Να σας κεράσω"." "Εκείνες οι µελιτζάνες µε ρηµάξανε. Γαλατάκι. Σαχλί Μπαχλί «Αύγουστος '62. "Μάρκο. "Κάτου είναι". Τράβηξαν για κει. Κλείσανε τα όργανα και τράβηξαν σ' ένα τραπέζι να φάνε. Απέναντι στο κέντρο είχε γαλατάδικο.

. καντουφέδες. Ο οποίος πήγε τα 'φερε και τα φάγανε. Ο πειρασµός δεν άφηνε το Μάρκο. Πιάνει ο Μάρκος και βάνει έξι κουταλιές ζάχαρη στο ποτήρι του. µπάµιες. "Τι να σας κεράσω. Βυσινάκι. Αφού θέλεις". µαρούλια. καµιά χιλιάδα µέτρα απ' του Μάρκου. φασουλιές."» Ο κήπος και η παλαµίδα Τότες. Ιδού το βαζάκι. Απ' τα χέρια της µανούλας µου". Σ' ένα δεκάλεπτο. "Θέλω να σας κεράσω". "Ε. η φαµίλια έµενε στ' Άσπρα Χώµατα. "Τι κέρασµα.. Είχε κήπο µε βραγιές φίσκα — κρεµµυδάκια. άιντε φέρε έξι γιαούρτια και µια ζαχαριέρα. κολοκυθάκια — στολισµένον µε ηλιοτρόπια. Αλλά ο Μάρκος µπαίνει ξαφνικά στο παιχνίδι. Και στο τέταρτο πάνω. "Να κεράσω πάστες. την ρίχνει όλη µέσα στο ποτήρι του και βουτώντας παπάρες. "Κερνά"." "Θέλω να σας κεράσω . άνηθο.. Ο λόγος στο Μάρκο τώρα: "Έτσι κληρονόµησα το ζάχαρο. όση ζάχαρη είχε µείνει. "Δε θέλουµε άλλο. µόσχο. Έξι γάλατα. Γεµάτη ζάχαρη. Εκέρασεν. "Ένα κερασµατάκι. κυρ-Μάρκο"."Τι θέλετε να σας κεράσω." Πάει µέσα και φέρνει. το πίνει. Ήρθαν και οι πάστες. χριστιανέ µου. ο λιµενικός τους περίµενε στην είσοδο. Πάρ' το. "Κέρασε το γάλα." "Σπιτικό. µαταγύρισε. ε. και την ζαχαριέρα κάργα ζάχαρη. "Αφού θέλεις να µας κεράσεις ξανά. ξανακόπιασε. Τι να µας κεράσεις. Έφυγε. Ευχαριστούµε"." Μπαφιασµένοι οι άλλοι εµπούκαραν στο ξενοδοχείο. Αυτά είναι υπεραρκετά. Και σαν πήγαιναν για ύπνο. Επιτόπου του 'δωκε και κατάλαβε. Βάνουν και οι άλλοι από µια-δυο και µετά." "Όχι! έγρουξαν οι άλλοι". κυρ-Μάρκο. Το κονάκι του Χατζηαντωνίου ήταν προς Πέτρου Ράλλη µεριά. Τις ξεπάστρεψε." Εφρίαξεν ο Χατζηαντωνίου. έδωκε παραγγελιά ο Συριανός. Έξι γιαούρτια. πάαινε απέναντι στο ζαχαροπλαστείο και πάρε έξι αµυγδαλωτά"." "Αφού πίνουµε γάλα.

έχετε ζάχαρο. βγάλε δυο κρεµµυδάκια να τα φάω µε την φάβα που έφκιασε η κυρα. Και πέρναγε κάθε µέρα ο Μάρκος για να πάνε µαζί στο κέντρο. ρωτούσε ο Χατζηαντωνίου την κυρα-Βαγγελιώ: «Σου 'φερε ο Μάρκος τα σύκα που του 'δωκα. Την άλλη µέρα: «Μου βγάζεις δυο-τρια κρεµµυδάκια και κάνα µαρουλάκι. Απέναντι στη . Και τον εµάλωνε. Η µέση µου.χέρσος ο κήπος! Αλλά ύπηρχεν και η συκιά. Έφαγε τη σουπίτσα. του ήλεγε: «Ρε Μιχαλάκη.» Ντοµινίκου Μνήµες . Στο σχολείο της Κλεάνθου. Στο δρόµο τα έτρωγε. Και επίσης επήρα µια παλαµίδα για τα παιδιά. Ο Μιχάλης δεν του χάλαγε χατίρι. Τα φρέσκα φκιάνουν καλή σαλάτα». Τι να κάνω. Τα έφαγε στο δρόµο. Εδουλεύανε στου Θωµά στην Καβάλας. Στο µήνα πάνω. Την παλαµίδα την 'τοίµασα. Μίαν ηµέραν κόπιασε στο σπίτι του Μάρκου. Αφού πεινάω. Εγύρισα."» «Την έφαγα». Η κυρα-Βαγγελιώ ήτο στα ντουζένια της. «Κάνει η παλαµίδα για το ζάχαρο. Πάντα ορεξάτος ο Μάρκος. προς Νίκαια. σε γειτονία µε τον Χατζηαντωνίου. γιατί έπρεπε να πάω στο γιατρό. Δεν κάνει». Είναι άρρωστος και δεν κάνει να τρώει οτιδήποτε. "Τι έγινε Μάρκο. κύριε Μάρκο.» «Επείναγα.βασιλικούς. Ψάχνω για παλαµίδα. Ν' αποθάνω της πείνας. να τα πάω στην κυρα-Βαγγελιώ»..Βαγγελιώ το µεσηµέρι». «Γιατί µου τον στενοχωράς..» Φύγανε από τ' Άσπρα Χώµατα και κονέψανε πιο πάνω. Του έκοβε. αλλά τα σύκα δεν φτάναν σπίτι. Την άλλη µέρα. γαρούφαλα και µια µελισσοσυκιά. φτερά η παλαµίδα.» «Μα. Γινότουνε καβγάς µέσα. Ξερίζωνε ο Μιχαλάκης.» «Άκου να δεις τι έκαµε. Επήγα στον ψαρά και του έκαµα σουπίτσα..» «Μπα..αιδάλου..ε µου κόβεις λίγα συκαρέλια. γιατί έκανε ζαβολιές. για να τηνε βρούνε τα παιδιά. πανάθεµά τη. Μιχάλη. Αφού εθαύµαζε στον κήπο καµπόσο. Πουλί. Επιφυλακή. «Κόψε πεντ-έξι. κάτω απ' το Περιβολάκι. «.

Μετά από δυο µέρες έπεσε σε κώµα. Έτρωγε πενήντα στην καθισιά. στην Καρδίτσα. τι τραβάει η όρεξη σου. Σαν τέλειωσαν. εκατέβηκε για να τσιµπήσει. Πήγαν σερί στο πάλκο. "Δεν ντρέπεσαι λιγάκι. Αυτά το 1970. Τρώω το µερίδιο µου. δίχως ανάσα. Αλλά και το ζάχαρο. Το πρώτο κώµα ήταν τότες που του 'χαν τάξει να πάει στην Αµερική. Τι θέλεις να φας. Πετάξον και φέρε µια µερίδα λουκουµάδες". κατά τις τρεις. Τους εγούσταρε. γιατί. Για ενάµιση µήνα. Εκεί που λαγοκοιµόµουνα. του λέει ένας από µια παρέα: . "Κύριε Μάρκο. Τινάχτηκε από το κρεβάτι. Θα πάθεις ζηµιά. δίκια του. κατέβασε το κεφάλι. Είχαν πάλι πάει µε την κοµπανία. Το τρίτο ήταν το τελευταίο. Είχε βάλει κάτω τους κιοφτέδες — έτσι τους έλεγε — και τους άλλαζε τον αδόξαστο. Σαν παιδάκι που είχε φάει το γλυκό από το βάζο της µάνας του. γιατί δούλευα σε µαγαζί τα βράδια. Μπόλικους. γιατί είχαµε ψυλλιαστεί ότι παγαίνει στη ζούλα και τρώει από τα απαγορευµένα.«Ήµουνα στρατιώτης. Ρε πατέρα. Φτάνω σπίτι στις τέσσερις. Αφήνω για τον Στέλιο και τους άλλους το δικό τους. Και τον βλέπω. "Άσ' τηνε αυτή να λέει ό. Άµα είχε. Ένα Σαββατόβραδο. τον βάλαµε στο νοσοκοµείο. 1971. Εκεί στον Πειραιά. ακούω θορύβους. Με τις δίαιτες είχε εξασθενήσει ο οργανισµός του. ζάχαρο. Έκανε παιχνίδι µε τους κεφτέδες. Συνεχίζει ο Ντοµινίκος »Μετά το κώµα. Στην αεροπορία. Σκάω µύτη στην κουζίνα. Πέφτω και πλαγιάζω. Ντοµινίκος αφηγείται Γενάρης του 1963." Δεν οµίλησε. το µαγαζί ήταν φίσκα. Απαγορεύεται"." Πετάχτηκε η κυρα-Βαγγελιώ: "Τίποτα. Έβγαινα κάθε µέρα. δεν πρέπει να φάει τίποτα. Στο Τατόι. Είχε φτιάξει κεφτέδες η µάνα µου. Σηκώνουµαι σιγά σιγά. Πήγε ο Χατζηαντωνίου να τόνε δει.τι θέλει. Τα δίκια του. Και εκεί που έτρωγε.

Έπρεπε να το ακούσεις από το Μάρκο. Ελόγου του συνέχισε τις παρακλήσεις. Συνέχισε τις παρακλήσεις. Ο Ντοµινίκος θυµάται «Μύκονος του 1962. Όταν τραγούδαγε. Οπότε σηκώνεται ο Μάρκος.εν ξανανεβαίνω στο πάλκο."Σε παρακαλώ. όπως ήτανε ψηλός και γεµάτος. "Κυρ-Μάρκο. τον τραγουδιστή του. Τελετουργία. Το άκουσα . Είχα άλλη αίσθηση για τον πατέρα µου πια. Πιο ώριµος. Μυσταγωγία. Μετά έπαψε αυτό και πήγα και τον άκουσα πρώτη φορά µεγάλος. Σε σήκωνε και χόρευες. το είχε πει και ο Καζαντζίδης µετά. Τον άκουσα για πρώτη φορά να παίζει σε µαγαζί και να τραγουδάει. Αυτός εξακολουθούσε να τον παρακαλάει. Το είχε πρωτολανσάρει. Τον είχα συνοδέψει παλιά σε πανηγύρια. Τραγουδούσαν όλοι. Πρέπει να ήταν το 1965. µακριά από την Καρδίτσα. Εσχόλασα. . Δεν είχα ξαναπάει. αλλά δεν το συζητάµε. να παίξεις πάλι το Ένας Μάγκας στο Βοτανικό". και του λέει: "Και να µε γαµήσεις. Ήµουν πιο µεγάλος. Του ζήτησε λοιπόν το Ένας µάγκας στο Βοτανικό. Δεν µπορώ να παίξω άλλο ". Όταν ήµουν εφτά-οχτώ χρονών. Αύριο πάλι". ήρθα από ένα χωριό. Ήµουν δεκατεσσάρων χρονών. Τα µάζεψε αυτός και πήγε κι έκατσε στην καρέκλα. είχε ένα περίεργο πράµα µε το ρυθµό. δεν ξανανεβαίνω να παίξω. Το είχε παίξει µε κείνο το φοβερό ταξίµι στην αρχή και το τραγούδαγε καταπληκτικά. ήταν άλλο πράµα. Του λέει: "Εγώ τελείωσα. Μα µόλις έβγαινε ο Μάρκος κι έπιανε το µπουζούκι και τραγούδαγε. Του ξαναλέει: "Τέλειωσα. για να σ' κούσουµε". Παρ' το χαµπάρι". Όταν κατέβαινε και καθότανε για να φάει. Ο Μάρκος είχε κατέβει να φάει τυρόψωµο.και δάκρυσα – πρώτη φορά τον πατέρα µου να το λέει στη «Φωλιά». Βέβαια. δεν µπορούσε άνθρωπος να τον κουνήσει. Παρεούλα. Στην ίδια περίοδο µε τα προηγούµενα συµβάντα Μαζί µε τον Χατζηαντωνίου. κυρ-Μάρκο. Με τον Τσαουσάκη. Του οποίου οι γονείς καταγόντανε από Μικρασία. .

Εκείνη την εποχή ήταν «Το τελευταίο βράδυ µου». Ήταν ο τραγουδιστής του συγκροτήµατος του Μάρκου. Ύπνο βαθύ ο Μένιος. πήγε ο πελάτης και παραπονέθηκε. του Καζαντζίδη το τραγούδι. Έρχεται ένας πελάτης. Θα σου σιάξω την γραβάτα. τον Ζιρλανταµπά τον εξέχασες σήµερα". ο ξενοδόχος είχε ξεχάσει να βάλει κάτω απ' το κρεβάτι το δοχείο. "Καλά. εκείνο τον καιρό. Και λέει: "Μένιο. έχουµε µια παραγγελιά. Επιστάτης στους εργάτες. Ντοµινίκου συνέχεια »Ο Μιχάλης του είχε γράψει τη µισή αυτοβιογραφία. Ένα βράδυ που πήγε να πλαγιάσει." Ντοµινίκος στα ντουζένια «Γενάρης 1963. Άσ' τόνε". Αφού παίξανε τρία -τέσσερα τραγούδια και δεν παίξανε την παραγγελιά. Και είχε τραγουδήσει στην Νιου Μποξ ορισµένα τραγούδια µε µεγάλη επιτυχία. Ο πελάτης έχει πληρώσει". Στην Καρδίτσα. . "Αφού παίζουτε τόσα τραγούδια. Κι εκατούρησε µέσα στον νιπτήρα.ήµο Νικαίας. Του πήγε ένα δοχείο για την ανάγκη του.Αυτός γεννήθηκε εδώ. Είναι την ίδια εποχή µε το προηγούµενο περιστατικό. Στο πάλκο πάνω. Και του λέει του ξενοδόχου: "Εγώ υποφέρω µε τα νεφρά µου" — παραµύθι ήταν — ". Μένανε σ' ένα ξενοδοχείο µέσα στην πόλη και τουαλέτα δεν είχαν τα δωµάτια. στην Ηλιούπολη. Μετά διορίστηκε υπάλληλος στο . γιατί δεν παίζουτε και την παραγγελιά που σας έδωσα. "Κερατά. αλλά αυτός κοιµότανε. Δίπλα του είχε έναν νιπτήρα." Και ο Συριανός: "Ολόκληρος Μάρκος είµαι. Έδωκε µια χαρτούρα για να του παίξουν κάποιο τραγούδι του Καζαντζίδη. Ο Χατζηαντωνίου γυρίζει και του λέει: "Κύριε Μάρκο. Με µεγάλη επιτυχία.εν µπορώ να βγαίνω δυο τρεις φορές την νύχτα να κατουρήσω". Και το βάφτισε ο Μάρκος "Ζιρλανταµπάς". Καζαντζίδη θα σου παίξω. Και βγαίνει έξω ο Μάρκος να τον βρει για να του το φέρει. Για να µάθεις να µην ξεχνάς ". τα τελευταία χρόνια.

βρόµα.. γιοµάτη κλουβιά. Μια φορά την ειδοποιούν και πάει. Αρχίζει να φωνάζει: "Εµείς δεν έχουµε να φάµε. . Είχε κατέβει ο Τάκης Λαµπρόπουλος. Και πιστός φίλος. είχε έρωτα. θυµάµαι. Τότε δεν ήταν τίποτα. Και στα κλουβιά µέσα. φεύγανε. Και γλάστρες λουλούδια. Και κλουβιά µεγάλα. ντοµάτες και κάναµε την γύρα. που έπαιζε µπουζούκι. να δει το Μάρκο και είχε φέρει και τον Μπιθικώτση. Τότε που ήµουνα παι-δάκι. Ντοµινίκος αφηγείται Γία τα πουλιά. Ο πατέρας είχε πάει στη Σύρα. τον Γρηγόρη Μπιθικώτση µε τον Νίκο Καρανικόλα. και είχε στήσει χασάπικο και µανά-βικο στο υπόγειο. Εκατοντάδες πουλιά. Όπου έστελνε εµάς. Η κυρα-Βαγγελιώ άνοιγε τα κλουβιά. Τραγουδισταράς. τις πορτούλες. παιδάκι δώδεκα-δεκατριώ ετών. Έστελνε από κει εµπορεύµατα και µαναβική και πήγαινε η µάνα µου και τα 'παιρνε. για να ακούσει τα τραγούδια του. Έφερνε και κουνέλια. Πάντα Ντοµινίκος »Ο µόνος που έχει ερµηνεύσει καλά Μάρκο είναι ο Μπιθικώτσης. Μέχρι τα κρατικό νοσοκοµείο της Νίκαιας. Τα φέρνει. περίπου το 1960. Δεν ήθελε. στα κρυφά. Και βλέπει µια µοτοσικλέτα τρίκυκλη. είχε δυο γαϊδούρια. Θυµάµαι. αυτός πάει κι αγοράζει πουλιά. κάργα πουλιά. Φορτώναµε µε τον Βασίλη.. Για δουλειά. για να το τραγουδήσει και εκείνου δεν του άρεσε. Αυτά κοστίζουνε". Γνώστης των αµανέδων. Παρ' όλα αυτά. πες αυτό το τραγούδι και θα γίνεις πασίγνωστος".Πολύ καλός τραγουδιστής. Τα 'βαλε στο υπόγειο και τα καθάριζε κάθε µέρα. και ένα-ένα. Θυµάµαι ότι ο πατέρας είχε παίξει την "Άτακτη ". στις δύσκολες στιγµές του πατέρα. σιγά-σιγά. Πηγαίνανε και κάνανε πρόβα µε τον Μάρκο. πατάτες. Είχε πάθος. Και του λέει ο Μάρκος: "Γρηγόρη.

Παιδάκι πράµα. να στήσουµε αυτί. Ο Μπιθικώτσης τραγούδησε πολλά τραγούδια του. Επρόκειτο για τα "Τα δυο σου χέρια πήρανε". γλώσσα σπαθί µέσ' απ' τα φυλλοκάρδια. Μετά από εκεί." Και πάνω σ' αυτή την υπόθεση. Ο κορµός και οι άλλοι τα κλαριά του. Άφησε ιστορία κι είναι καλός τραγουδιστής. του λέει: "Να! ΙΙάρ' το. Δεν έχει βρεθεί άλλος κι ούτε πρόκειται να βρεθεί. Και τραγούδησε. είναι απ' τους καλύτερους εκφραστές των τραγουδιών του. Τον χαρακτήριζε σαν τον Σωκράτη.. Ρεµπέτης. Του το χάριζε. Τους άκουγα από πάνω. Άσ το. Ντρεπόµουνα. τον ετσίµπησε τον Γρηγόρη ο Ψηλός." "Μ' αυτό το τραγούδι θα γίνεις µεγάλος. . για να καταλάβουµε τι σηµαίνει: γλώσσα κεφαλάρι καθάριο. Ανθολόγιον Ας αναγνώσουµε τώρα ένα Ανθολόγιον από τα «στιχάκια» του. Αλλά κάτι έγινε µετά και ο Μάρκος άλλαξε γνώµη. Ο Θεοδωράκης. «Στην πιάτσα που µεγάλωσα . στην άψα της."Καλά.ικό σου".τι πυραχτώνει καρδιά και πόδια. Ό. Κατ' εµέ. Και συνέχισε την καριέρα του. Τον ρώταγε ο Γρηγόρης: "Θα γίνω κάποια µέρα κάτι. Ψύχα ψυχής. να µάθουµε. Μετά επανήλθε το τραγούδι στον Μάρκο. Και τα 'παιρνε τα ποσοστά. Κλεφτά. Φοβερός. αλλά το τραγούδι ήταν στ' όνοµα του Γρηγόρη. Έπαιρνε τα λεφτά. Τον Πλάτωνα της λαϊκής µουσικής. Πες την Φραγκοσυριανή". Πρέπει να θυµηθούµε µερικά. αφού γίνανε επιτυχίες: "Τα µατόκλαδά σου λάµπουν" "Όλοι οι ρεµπέτες του ντουνιά" "Φραγκοσυριανή " "Έρχονται κρυφά απ' την µάντρα" "Αντιλαλούν οι φυλακές" "Για σένα µαυροµάτα µου " "Τα δυο σου χέρια πήρανε " "Διαζύγιο" "Αλεξανδριανή " "Τι πάθος ατελείωτο". Με µένα που έχεις µπλέξει..

µπουζούκι µου σε τόσα µεγαλεία στο θέατρο το Κεντρικό να δώκεις συναυλία». «Δεν το 'λπιζα. «Μια µικροπαντρεµένη ξανθιά γαλανοµάτα όλο ζωή και νιάτα. οι πλούσιοι και οι φτωχοί θα µπουν στο ίδιο χώµα». η µόνη συντροφιά µου απ' το µεράκι το πολύ που νιώθω στην καρδιά µου». «Ακόµα και στο Χόλιγουντ θα βάλω το ποδάρι που 'ναι στρωµένο µάλαµα και µε µαργαριτάρι». µου πήρε την καρδιά. «Τέτοια µεγάλη εκδίκηση να την εξεµπουκάρω όπως τον Έκτορα ο Αχιλλεύς τον έσουρνε στο κάρο». «Ο ουρανός κι θάλασσα έχουν το ίδιο χρώµα. Κι αν µ' αγαπάς οτ' αλήθεια άσε µε να πεθάνω . «Στον κόσµο το συµφέρον πια τα κανονίζει όλα. «Βαρέθηκα τις γκόµενες κοντεύω να τα χάσω γι' αυτό και τ' αποφάσισα για να φορέσω ράσο». «Εγώ δεν είµαι ποιητής τραγούδια να ταιριάζω και µου τα φέρνει ο αργιλές και τα κατασκευάζω». «Να σ' έχω στο κονάκι µου λουλούδι στην αυλή µου στολίδι να 'σαι µοναχό στο δόλιο το τσαρδί µου». «Όσοι γενούν πρωθυπουργοί όλοι τους θα πεθάνουν τους κυνηγάει ο λαός απ' τα καλά που κάνουν». παντού τα πάντα κυβερνά αυτό κι η πορτοφολά». «Θα σπάσει το µπουζούκι µου.όλοι µ' έχουν θαυµάσει γιατ' είµαι µάγκας κι έξυπνος και σ' όλα µου εντάξει».

ηχείο Ρωµιοσύνης. (Μάρκος Βαµβακάρης. Ενώ δεν έπρεπε. Αυτοβιογραφία. Αφού έχουνε οικονοµήσει τόσα λεφτά και έχουν ιδεί τόσα και τόσα. πεσµένοι στα λεφτά. Γλώσσα . 1973) Τα πουλιά καθόµαστε αντίκρα. Είχε γυρίσει από µια γύρα στα νησιά. Αλλά άπλωσε όµως». κατάδικοι. Τα µπουζούκια σας είπα ότι τα 'χουνε πιάσει αθρώποι εγκληµατίες µε χρόνια. Ούτε λαχαίνει να σκεφτεί το τι κρατάει. βρε. Τώρα δεν σου συζητάω για όλους ότι κάνουν αυτή τη δουλειά. Να πει ότι εγώ κρατάω µπουζούκι και το µπουζούκι είναι ιερό πράµα. αλλά γενικά. Έχουνε τρελαθεί µε τα λεφτά και δεν τους ενδιαφέρει για τίποτες άλλο. Διότι έχει βγει από τέτοια νταραβέρια.ηλαδή εκφυλίστηκαν. µερακλήδες. Μέχρι που 'χουνε βάλει χέρι και γαµιόνται κιόλας για να δούνε κι αυτή τη γλύκα. Ήσυχοι. Εκδόσεις Παπαζήση. Και στον γραπτό λόγο. Δεν ηθέλανε ν' απλώσει το µπουζούκι. της φυλακής κι ύστερα στο κορµί µου χάραξα την καρδούλα σου — αµάν. Μεσηµεράκι. Ενώ όλοι αυτοί τώρα είναι. «Τη στρίγκλα τη µανούλα σου π' όταν µε δει µε βρίζει της εύχοµαι στα γηρατειά σα σκύλα να γαβγίζει».στο στήθος σου επάνω σαν πάρω δυο φιλιά» «Εγώ 'µαι µάγκας και νταής και θα 'ρθω να σε πάρω ξέρεις για σένα επάλεψα επτά φορές το Χάρο». Ιδού: «Πάντως οι µάγκες τότες. Σε δυο σκαµνάκια. ακόµη κι αυτοί που ήταν κλεφταράδες. Δεν ήταν παραδόπιστοι. θανατοποινίτες. πολλοί τέτοιοι αθρώποι και τα µπουζούκια και τους µπαγλαµάδες. Γι' αυτό και το κυνήγαγε κι η αστυνοµία είπαµε. . «Πατώ στα χιόνια καίγουµαι και στη φωτιά κρυώνω στα κρούσταλλα ζεσταίνουµαι και στη βροχή στεγνώνω». τούς άρεζε το χασίσι και το όργανο. «Στους τοίχους. θανατοφόροι. Γι' αυτό και µε κυνήγαγε και µένα η αστυνοµία. αµάν να την κοιτώ πουλί µου». εκτός απ' αυτούς που ήταν αιµοβόροι. ήταν άνθρωποι καλοί. «Σαν 'ρχότανε το φτινόπωρο . ανάσα Μακρυγιάννη κρατεί. τα νέα µπουζούκια και οι µεγάλοι και τρανοί ακόµα. Μεροδούλι ισχνό. Και τώρα βλέπεις και τα τσακώνει οποιοσδήποτε.

Έτριζε. της οικογενείας των αητοειδών. µετά τα πρωτοβρόχια. Οι τσιουπίτσες — από κει εβγήκε και η τσιούπα. Χτίζουν τις φωλιές σία ίδια µέρη. Από µέσα τα δάχτυλα γίνουνται όπως οι µπακούλες τους. 'Ετρεχα δω κει για κάνα πιάτο φαγάκι. Τα τουρλιά που φκιάνανε τη φωλιά τους καταγής. Αυτό λάλαγε πρώτο. Ο τσιώνης. Και τα δάχτυλα γίνονται πουλιά. Μεγαλώνουν τα ξεπεταρούδια. Εξέβγαιναν καταχείµωνο. Που είχε την χάρη αυτηνού του πουλιού. Κάτι µικρούλια που τρύπωναν κι έκαναν τ' αυγά τους σε τρύπες δέντρων. Σαν τα χελιδόνια.— για τότες µιλώ. έπαιζα. Μια σταλίτσα πράµα. µέσα στα σιτάρια. Με το λοφίο. Είχε απάνω τον όλα τα χρώµατα τ' ουράνιου τόζου. που ήµουνα παιδαρέλος — µε ξύπναγε. Δε λέω. Τα τρυγόνια κι οι πέρδικες. Πετροκοκόρια — οι τσαλαπετεινοί. Και µετά εξύπναγαν όλα τ' άλλα. που κάθουνταν απάνου στα σύρµατα τα χελιδόνια. Εµπήκα από µικρός στα βάσανα της ζωής. Περιµένουν και τα αργοπορηµένα. Ο συκολόγος ή συκοφάγος. Γιοµώζει η άνοιξη ζωή. Ή ξαναβρίσκει το ζευγάρι τη φωλιά που άφησε. που κάθουνται στις κόρδες. Τετετζιές. σπαθάτη ουρά. Κι οι καρδερίνες. 'ρχόνται τα πουλιά και κάθουνται στο τάστο. Όταν πιάνοτ το όργανο και παίζω ταξίµι. κόκκινο απουκάτου στο λαιµό. που είχε µια άσπρη τούφα πούπουλα στον κώλο. Γεννάνε. Ο τρυποφράχτης. Η κοπελιά. ένα πουλάκι µικρό. Μπεκατσόνια. Καληµάνες τα λέγανε. µου 'ρχόταν µελαγχολία. Επρόσεχα στις τηλεγραφοκολώνες. Έτσι είναι τα ταξίµια. Και σαν έρθει το φτινόπωρο. Η λιάριτζα κι ο αητοµάχος λιαριτζής. Αλλά στη ζούλα. Ο Αοπρόκωλας. Και κάτι πουλιά µεγάλα. µε το χάραµα. Και την µεγάλη. Και πατώ τα τάστα όπως εκείνα. µαζεύουνται όλα µαζί. Κι εγώ δεν τα χόρταινα. Κάθε εποχή είχε τα πουλιά της. Σαν παιδάκι δεν χόρτασα τα παιχνίδια. Τα πουλιά µε µάθανε µουσική. . κοµµάτι µεγαλύτερος από τον σπούργιτα. 'ρχόνται την άνοιξη. Στενοχωριόµουν για τον πατέρα µου. Στο µάνικο. Όχι λαλιά. Τα κοτσύφια. Τσίχλες. Σαν λάληγε ο Γκιώνης ή χτυπούσε καµπάνα. ε. Τα καλοκαίρια φουντώνουν για καλά. Για κάνα µονόφραγκο. Που έτρεχε από τα άγρια χαράµατα για να µας αναστήσει.

Στην Αφρική. Και πέφτει άπου λες ένα χιόνι κι αποκόβει τα πάντα. Όταν είµαι στεναχωρηµένος. Εδώ πιο πάνω. Τα βλέπεις πόσα έχω. Πάει το στόµα τους ροδάνι. Κι οι άνθρωποι. Το βουνό. επάγαινα και το τάιζα ζαχαρίτσα. πεθαµένες µια χούφτα µέλισσες. Κόσµος. Ανθισαν τα κλαριά. Ανθρώπινα χέρια είχαν βουλώσει την κουφάλα µέχρι πάνω µε λάσπη.. µεµιάς. Κάθισαν οι µέλισσες λεφούσι απάνου µου και δε µε 'φαγε καµία. Φτάνω. σκάει µύτη µια µελισσούλα. Τηράω µέσα στο σκότος. Που έχουν µεγάλα φτερά. πάνε. Προσπαθώ να µην το δείχνω. Ανεβαίνω στο βουνάκι. . Και κουραδόπλαση». Ξέρω τα χούγια τους. Πάω στο δέντρο. Την άλλη µέρα. Ξεβγήκε ο ήλιος. είδα ένα κουρµπάνι µέλισσες σαν σταφύλι. Βλέπεις εκείνο το δέντρο. Σαν κουράζουνται στις θάλασσες. Για ζεστές χώρες. βάσανα. φρρρρτ. Είχαν σκάσει. Κοσµάκης. Γι' αλλού. Ένα τοσοδούλι χελιδόνι και να πετάει από τον ένα κόσµο να πάει στον άλλονα.ε θα το ξεχάσω ποτέ. Αποθάνει από δίψα. το πιάνουν. κουρνιάζουν στα καράβια. Μια χαρά που πήρα. Ε. Μ' αγαπάνε.εν κάνω χωρίς πουλιά. Αλλά 'ναι χειρότερα. στις ράχες. Το χειµώνα. Σκίζεται η καρδιά τους. Αράδιζε το µελισσάκι. Αλλά µε τις γαλιάντρες είναι άλλο πράµα. λένε. Και κει που φεύγω. ξέρω γω τι. Ετοιµοθάνατη. Μία µέρα που τράβηξα κατά κει να ξεχλιάνω. Κάθουνται πάνου στα σύρµατα και περιµένουν. Μ' αρένουν τα χελιδόνια. . Πάω. Και να δεις πώς κάνουν. Ή στα φτερά πάνου άλλων πουλιών. Την ξεβουλώνω. είχαν κάνει την κουφάλα σπίτι τους και αράδιζαν. . Πουθενά µέλισσες. δε θα το πιστέψεις.. Τα πουλιά δώκανε στην ψυχή µου µουσική. Κι όλα µαζί. Τίποτας. Στις άκριες της κουφάλας. Περιµένω µέλισσες. που δεν υπάρχουν λουλούδια για να µασούν την θροφή τους. Είναι µελαγχολικό το φτινόπωρο. Τι να δω. Στενοχωριέµαι που τα 'χω στα κλουβιά.Δεν λαλάνε. Αδειαζω την ζαχαρίτσα µέσα. Μεριάζω το χιόνι. µόλις µαλάκωσε ο καιρός. Ξεκινάω .

» Επερπάτηγα προς Μάρκο και εθυµόµουν τους . Τρεις δίπλες ο χορός. ετάνυζε χέρια πόδια. εγύριζε τες φούρλες επιδέξια σε µερακλίδικο ίρτζι. Από πέρα ούλοι οι πουλητζήδες αφήκαν το βίος στο έλεος. Εχόρευε ο ντουνιάς. Πάνου σ' ένα λοφίσκο είχε σκαρώσει η νεροφαγιά ένα αλωνάκι.. να βολευτούν. . Το λαγούτο κρατούσε το ίσο. Έπαιζε κλαρίνο ο θρυλικός Μέργαρης. στο πανηγύρι του Αι -Γεράσιµου στο Λοντάρι. µωρέ αµούστακο. δεκαοχτάχρονο αµούστακο. που εχόρευε κάθε βράδυ στο τέλος της παράστασης του Καπετάν Μιχάλη. Βούτηξαν µέσα στους άλλους καθήµενους. αποµεσήµερο.. µε κράτηµα το κορµί του στο αγέρα. Γερµένοι στο χορτάρι οι πανηγυριώτες. Ρυτίδωνε κάτου από το κροσσωτό µαντίλι το µέτωπο του Κρητίκαρου και µαταδίπλωνε τον λόγο: «Πανάθεµα σε». Έπαιζε ο Μουντάκης τον πεντοζάλη στη λύρα. «Α. αυστηρά. έλαµνε το σώµα του ασίκηκα. κι αναγυριστά αυτοσχεδίαζε στα γυρίσµατα της λύρας. Εθυµόµουν έναν πρωτοχορευτή. Πεπονατζήδες και καρπουζάδες. Ακούστηκε σάλαγος. Ετίναζε σεµνά. «Οι Δηµητσανίτες. Χορευτές και ηθοποιοί µε πιασµένη την ανάσα αγριεύαµε κι ασίγαστη γλύκα απ' εντός µας εξέβγαινεν.ηµητσανίτες. προικέµποροι και τσιαµπάσηδες.Ο ζεϊµπέκικος κι ο ντερβίσης του Επερπάτηγα για το κονάκι του..... Κι από µετά βουβός θρήνος έσκαγε στον κόρφο του: «Παντέρµη Κρήτη.» ξεσπάθωνεν η κλουµπάτη φωνή του Κατράκη. που είχε ανεβάσει ο Κατράκης στο θέατρο του Πεδίου Άρεως.» Οι τρεις συργιές στο χορό σκόρπισαν.

πολύβουο κουβεντολόγι. Στο αµίαντο το φως αγρίευε και τους φώτιζε. Κιθαρολάουτο ο Μαδουρόκωστας. ψηλά σε κοντάρια. Μπρατσωµένοι..ηµητσανίτες φίλοι. Τσάµικο στον τόπο. κύκλο. ν' αρπάξει τους ασίγαστους ρυθµούς του χώµατος. Δω . αναδιπλούµενη σε σίγουρα σφιχτοδεµένα τσακίσµατα. Έπαιξε τρυφερά δυο φορές τα χείλη του στην πένα ταίριαξε τα µπαµπακερά δάχτυλα στα κλειδιά κι όπως το συνήθιζε. Ήτο ο «Σελίµπεης».κει κάνα χρεµέτισµα αλόγου κι απόµακρος ο της καµπάνας ήχος του εσπερινού. Και έπεσεν η φωνή του γερο-Λόθρα. που σε λίγο θα πατούσαν τα ντερβίσικα πόδια των έξι φίλων. Κρατούσε το κλαρίνο κάθετα στο σκαρί του. Ο Μέργαρης αναποδογύρισε το κλαρίνο κι έσταξε ένα ποτήρι κρασί στην ψυχή του. Όπως αχνάριζαν. Κι από µετά το σούρουπο και η σιωπή του... Ο πρώτος έγνεψε στον Μέργαρη. Έφτασαν στο αλώνι. Ανέβαιναν λες από τα έγκατα. Σπαθάτες περπατησιές ακούστηκαν ανάερα. Ο Μέργαρης εσηκώθη... Επήρε ο κλαριτζής τ' όργανο και το 'φερε στο στόµα.. Το χορευτάλωνο ερήµωσε κι έπεσε άκρα ησυχία. από ένα πανάρχαιο ρέµα. Κι από µετά. Στο ποτήρι απάνω. τα κορµιά ελύθηκαν. Ερίγησεν στα µέσα.παστελατζήδες και µεταπράτες ανέβαιναν τον λόφο. ανέβαιναν συντροφιά έξι άντρες. Στα χαµηλά. «Οι Δηµητσανίτες. «Πού κρέµασαν το µπόι σου το µαργαριταρένιο. Η πρώτη στροφή στην ψύχη κατευθείαν. ακούµπησε στο σαγόνι το υπολαίµιον της πένας κι εφύσηξεν. Ο τσάµικος εχύθηκεν.. Από µια πατουλιά κάτου. Σπόρο. Να πιάσει πυτιά. «Κλάψε µε µάνα µια και δυο . Ακίνητοι οι . Επερπάτηγαν. Λάµπες αµίαντου εφώτιζαν.» Κι ο Μέργαρης στον βυζαχτό ήχο. µακρυκανάτοι και πλατύστηθοι. Στο βιολί και σαντούρι οι Λοθραίοι. αχνάριζε και το φως στο πρόσωπο τους. Εµπήκαν σε σειρά. Ύστερις το ακούµπησε όρθιο στο χώµα.» «Σσσσς!» αντίσκοψαν άλλοι. Περπατησιά κλειδωτή. Σαν σούρσιµο φιδιού εξέσπασεν σιγανό. Μέριασε ο ντουνιάς για να περάσουν.

Δεν κρύωνε. Έπινε κανένα κρασάκι. Τρία υπό το µηδέν κι ήτο ξέστηθος. που κράτησε τρία ολάκαιρα λεπτά. Κι ήβγαµε παγανιά. Επερπάτηγα προς Βαµβακάρη κι οι θύµησες µ' έζωναν. Τα ρούχα υπηρεσίας γιοµάτα γράσα και λάδια απ' την συντήρηση των Ντόιτς. Ακολούθησαν καµπόσοι από την πόλη. Δεν περνούν οι Κυριακές στο στρατό. Ήτο Κυριακή πρωί. κούναγε κι αυτός τις πλάτες και την κεφάλα κι ανέκραζεν µε τους άλλους: «Μπρρρρ. Και τα καρντάσια έπιαναν τον κεµετζέ και χόρευαν. σώµα µια ανάσα. Στην αυλή έριχνε χιόνι κάργα. Εχαλεύαµε οληµερίς στο θάλαµο. Είχε πέσει χιονάκι.. Οι λύκοι είχαν κατέβει µέχρι τις άκριες της πόλης.δεν ξανακάνεις τέτοιο γιο. Όταν κατεβήκαµε στα µαγέρικα για συσσίτειο... κάτου από µια βελανιδιά. Πεταγόντουσαν καµιά δεκαριά παιδόπουλα. Δεν του χάλαγαν χατίρι οι Πόντιοι. Κι ο βαρδάρης ξερίζωνε δέντρα. έλειπε ο Μουτζούρης. Αν και από την Καλαµάτα. δυο µέτρα. εµέθυσκαν χορεύοντας. Επήγαινε σ' ένα ταβερνείο τα βράδια. είχαν λυσάξει από την πείνα. Αποκλεισµένοι δέκα µέρες στο λόχο Στρατηγείου. καταλιωµένα κόλλαγαν στο ξερακιανό κορµί του. Στρατιώτης στο Κιλκίς. Αγαλλίαζεν ο κροκάτος άνδρας. Αψηλά. «Τον πυρρίχειο. Όσο και το τσαλίµι. Ο Κεµετζής ακλουθώντας τους τους βάρηγε την Σέρρα. µπρε'».» Και πιάνει το τσαλιµάκι ο Μέργαρης στα µπάσα. Κι ο πρώτος. του άρεναν τα ποντιακά. µε το δεξί ποδάρι στο νύχι.σωφέρης του λοχαγού ετριγύρναγε πέρα δώθε στην αυλή. µεράκλωνε. τούτη η πανάρχαιη φυλή του τόπου. Μόνον ο Μουτζούρης . . βάναν το Μουτζούρη στη µέση και βουρ. Η φασολάδα πάγωσε στην καραβάνα.» Παγανιά στην παγανιά.. αργά αργά. Είχε φάει ένα χρόνο φυλακή συνολικά. Ο σκοπός της πύλης έδωκε το µαντάτο: «Έχει βγει απ' το πρωί όξω». τραβήξαµε για τον λόφο. πιανόντουσαν χέρα-χέρα. λελέβω σας». «Την Σέρρα. Εκοιτάζαµε όξω απ' τα παράθυρα των θαλάµων. ψυχή. φέρνει στροφή. Τον γνώριζαν.

Βήµατα µετρηµένα. Και χωρίς πενιά. . Ο Μάρκος. Εµπεριείχε κει µέσα ένα µακρύ αφήγηµα. Απ' εκεί εγεννήθη ο αµανές . Και βάρεσε ένα ταξίµι. Τ' άφησε. µοναστραπίς πισωγύριζαν και ξανά οµπρός.που επηγαίναµε στην άνοιξη. Ο Σπύρος Παπαϊωάννου µου είχε δώκει ένα βιβλίο µε διηγήµατα. Σώπασε για πολύ.. Γύρω απ' τ' άρβυλα και το σουγιά του έστησαν τον πυρρίχειο. Κι επήρε το µπουζούκι. σαν περιέγραφε τους τεκέδες. Χέρια. Ο ζεϊµπέκικος είχε βρει τον ντερβίση του. Άφησε το τρίχορδον. Στυλώθηκε όρθιος. Συνέχισε να χορεύει. που θάψαµε το χρόνο.ς αστραπή εδιαδόθη το µαντάτο. Αρχιτέκτονας. Κινήσεις σέρτικες.. Κείµενο ιερής λογοτεχνίας. εξεκίναγε πρωτίστως: «Ύπηρχεν άκρα ησυχία».» Με τήραξε. «Ο τεκές του Χατζηµηνά». Τα πόδια του τραγούδαγαν. κεφάλι έσγουφταν. «Μάρκο.. Κι ασίγαστον µεράκι. Και τα παιδόπουλα. Κωνσταντινουπολίτης. εφεύρισκαν το στιχάκι. Όπως και στα Καφέ Αµάν στις έρηµους. Τον είχαν φάει οι λύκοι. Μου άνοιξε η συµβία του και µε εκατέβασε στο υπόγειο. Τον ήβρα βαλαντωµένο. «Θέλω να πάω κατά κάτω». εξεκίναγαν τα ντέρτια τους µ ένα αµααααν.αν θυµάµαι καλά. Ο Τεκές Και τι δεν έχει ειπωθεί για τούτον. ήβραµε τ' άρβυλα και τον σουγιά του. Με τράταρε συριανό λουκουµάκι. µακρόσυρτο. ξεκίνησε το χορό.. Και πάνω στο µακάµι και στο µακρύ σύρσιµο της φωνής. τους κεµετζέδες επήραν κι έφτασαν στο λόφο. Το υπέγραφε. Το γιγάντιο γέρικο κορµί ακλούθαγε τα πατήµατα στη γύρα. όταν οι καµηλιέρηδες εκατέβαιναν να ξαποστάσουν. Μετά έπαιξε µια στροφή γιουρούκικο-ζεϊµπέκικο. µόλις το 'µαθαν. Για ν' ακούσουν. Ο χορός των χορών. Ξανάπιασε τ' όργανο..

Μια φορά. Την εποµένη το πήγε στον Ζοζέφ. Σαν πήγε κατά κάτω ο Μάρκος. τριακόσια χρόνια µουριά ήτο. Κατάνυξη και τελετουργία Αµανέ στην Καρδίτσα. τούτο το µπουζούκι ο Ντοµινίκος και ο Στέλιος του το βάλανε κοντά. Ένα κράτησε ελόγου του και τα τρία στο Μάρκο.. υπάρχει το κύτταρον που εγέννησε τα πρωτοποριακά θέατρα. το 'φερε στο κονάκι. Η καρδιά του ξύλου της µουριάς είναι κόκκινη. στο Μεξικό ή στο Μπαλί. λοιπόν. σπάσει καµιά µέση.. στο φίλο µου Σπύρο Λάπα. όπου βουνό και κοτρώνα επαίρναµε τα πινέλα και εγράφαµε ΜΑΡΚΟΣ. Στο δρόµο σκόνταψε σ' ένα παλιόξυλο. ακόµα στα τεµένη των Γιουρούκων ή στη Νέα Ορλεάνη. Το σήκωσε. Εκεί στην Καρδίτσα µε πήρε κι ανεβήκαµε στην λίµνη Πλαστήρα. Ο Ζοζέφ έβγαλε τέσσερα όργανα. Ε. Καλά κάµανε. στο άκουσµα και στα όργανα. µετά το Μάρκο και σαν το Μάρκο. Με επίλεκτους. για να µην πάει σ' άλλο ρυθµό ο ζεϊµπέκης και στη φούρλα. Το περιεργάστηκε και στον ώµο. όπως ο διθύραµβος είναι η αρχή της τραγωδίας. Εκείνο το κόκκινο µπουζούκι από την ψύχα της µουριάς το 'πιανε στις χερούκλες του κι αναστέναζε. Τι καλό. στους χώρους των µπλουζ ή στην Άφρικα µε τις τουµπάνες. στα µικράτα µου. «Πού το 'βρες. λοιπόν. Ποιος θα το κρατούσε στα χέρια του για να το παίξει.. Η ψύχα. οι τεκέδες είναι οι παππούδες των θεάτρων τέχνης.» «Στο δρόµο». Καλό είναι». ο Μάρκος υπό βροχήν επέστρεφε από τον τεκέ στο σπιτικό του. στο ρυθµό της γκαµήλας. Ήτο εκεί ταβερνείον . Πόσα ταξίµια. Μ' αυτόν. Πόσα απογέµατα. Γιατί στους τεκέδες ύπηρχεν ο επίλεκτος χώρος.. Σούρουπα.και το καµηλιέρικο ζεϊµπέκικο. Στην ερυθρόλευκη φυλή των Ταραχουµάρας. «Άσ' το.

Κι ο ταβερνιάρης: «Να ξεκινήσουµε µε "Συνάχη"». «Τον Συριανό». Όση ώρα τα φρόντιζε. Γύρωθεν γιοµάτο γλάστρες βαµµένες κόκκινες µε λογής λουλούδια. Γενίκαµε όλοι µια παρέα.» Και σαν τ' άκουγε ώρα πολλή. Σχολάσαµε µε το χάραµα. Με το πρώτο πάτηµα και το σκάσιµο του ήχου απ' το καύκαλο του οργάνου..ζωσµένο από πυκνό δάσος. πρασιναδούλες και θροφή για τα πουλάκια.. Τους είπε ο Σπύρος πώς τον γνώρισα και δέθηκα µαζί του και µε ρώταγαν να µάθουν και ρούφαγαν τα όσα τους ξοµολογιόµουνα. Εµπήκαµε κι επαραγγείλαµε τα τσίπουρα. που τα µάτια της µας έκαψαν την καρδούλα. Τόνε γνωρίζανε όλοι. Εκείνοι οι νοµαταίοι ήτονε οι εµβαπτισµένοι του Συλλόγου «Μάρκος Βαµβακάρης». Μια στόφα µέσα ζέσταινε. αντιλάλησαν εν χορώ όλοι... Και ξετυλίγουνταν ο ένας Μάρκος µετά τον άλλο. Μετά από αυτά. σώπαιναν όλα. Εγύρναγε. Εξεφόρτωνε το ζωντανό και µε περίσσια φροντίδα καθάριζε τα κλουβάκια κι έβαζε καναβουράκι και πρασιναδούλες στα πουλάκια.. τα πουλάκια σώπαιναν. Τα πουλιά Είχεν ένα κουτσό γάιδαρο. Μια αδελφούλα. Ποδαράτο µε το φίλο επήραµε τον κατήφορο. Κι ογδοήντα πουλάκια σε κλουβιά. . Εσήκωσαν τα ποτήρια. τώρα. Κι άπου ξηµέρωνε είχαµε γενεί όλοι µία συντροφιά µε άρρηκτους δεσµούς δεµένοι. Έκαµνε κρύο όξω.» Και ξεκίναγαν και τα ογδόντα... στη φούµα πάνω µου έλεγε: «Άκου τα. «Ε. Σε καµιά ώρα µαζεύτηκαν τριάντα νοµαταίοι. Ακουγόταν µόνο το τσούγκρισµα στα ποτήρια. «Στο Μάρκο!» ανέκραξε ένας. Ήτο στην παρέα και µια σκερτσόζα. Έτρεχαν οι µνήµες. Κάθε Τετάρτη εξέβγαινε στην λαϊκή. Σε πλήρη κατάνυξη και τελετουργία. νταλκάδιαζε κι έπιανε το µπουζούκι. Τι να παίξω εγώ.. Έτρεχε η νύχτα.. Μόλις εκαθότουνε κι έστριβε τσιγάρο. Τσίµπαγαν φαγάκι. Έστηνε αυτί ο µέγιστος κι αναγάλιαζε η ψυχή του... Και του γιοµώνανε το σαµαράκι στο γαϊδαρέλο καλούδια. Ήτο θρύλος.

Τραγουδάει για να ξενταλκαδιάζει. Ενίοτε δακρύζει. Για τον Στέλιο και τον Ντοµινίκο. Κι ο ντουνιάς είναι σε νάρκη. στη γνωστή συναυλία. Ξαναγυρίζει µέσα και γίνεται βάσανο. Είναι στριµωγµένος. Αλλά το δάκρυ δε φεύγει κατά κάτω.Να τον ακούσουν. τον λεηλατούν. Ο γαλατάς «ξεχνάει» το γάλα στην πόρτα του κάθε πρωί. την κυρα-Βαγγελιώ που του µαλάκωσε την ψυχή. Κι έχει το θώρι του αµάλγαµα φωτός. Σπανίως υπάρχουν επισκέπτες. Στην αγορά. Περιστασάκηδες. ζαρζαβατικά και καναβούρια για τα πουλιά του.. Ως παιδίον ερωτούσε: . Αλλά όρθιος και αταλάντευτος. Πάνω στη ράχη του χτίζουν τις «καριέρες» τους. µε µόνη παρηγοριά το όργανο. Μεγάλες οι φτώχειες. Δύσκολα τα βγάζει πέρα. Κι έχει ευαγγελική γλύκα η φωνή του. Ξεχασµένος. πλουτίζοντας. Παίρνουν τα τραγούδια του και τα σακατεύουν δώθε κείθε. Αλλάζουν τους εξαίσιους στίχους του. Στην κυριολεξία. Το 1962 τόνε γνωρίζω από κοντά. κονοµάνε συνθέτες και τραγουδιστές που βοήθησε. Το στόµα του γιοµάτο φαρµακίλα. Ο Γέρατζης Το 1960 κατεβαίνει από το πάλκο. Μόνον οι συλλέκτες δίσκων και ολίγοι µυηµένοι τον ενθυµούνται. «Μπατίρης και µερακλωµένος». Στην λαϊκή οι µικρέµποροι τον βολεύουν καλούδια. Το 1966 εµφανίζεται στο Θέατρο Κεντρικόν. Αλλά η περηφάνια και η αξιοπρέπεια ολόρθες. λέει ο ίδιος. στο παζάρι των µουσικών συναλλαγών. εντέχνως τη θάβουν. πικραµένος παίζει να µην αναθυµάται. Μου µιλάει συνέχεια για την φαµίλια.. τους µατώνουν και µαραίνουν τον ανθό τους. Κακοφορµίζουν την γλώσσα του που είναι µνηµείον. Γράφει πάντοτε και βάνει µουσική στα ασµάτια. Ατέλειωτες ώρες κλεισµένος στο σπίτι του. Και τα διάφορα «κέντρα» ρεµουλαδόρων και καιροσκόπων.

Ήµουνα τρίτη σειρά µπροστά. ούτε τον φούρνο λογάριασε. Τα σούρουπα δεν επερνάγανε. που δεν έλαχε να γνωρίσω. Χιλιάδες πενιές. Τόσο ψυχοστάλαχτα. Ως θέλει η παράδοση.ε µ' αρέσει. « Άργησε φούρνε να καείς και συ ψωµί να γενείς για να περάσει ο Γέρατζης κι ο Μάρκος ν' αποµείνει». τον στρίµωχνε στη γωνία παίζοντας τα χουζάµ και τα κιουρντί του. τον Ντοµινίκο και τον Στέλιο. µου πέταξε. Και τον τρίτο γιο. µνήµες χαράκωναν το πρόσωπο του. " Για να ξαναγυρίσει στην µοναξιά του. τον επόµενο Φλεβάρη. τι µυστικά ανοµολόγητα. αφανέρωτα την έζωναν. εµφανίζεται σε µπουάτ στην πλάκα. Η τελευταία φορά που τον είδα Φορούσε την κιµπάρικη φανέλα . Αλλά ο Γέρατζης .» Πάλι στον ίδιο χρόνο. Ήτο ένα θερίο άρρωστο. Δεν θα ξεχάσω πόσα έλεγαν τα µάτια του πίσω απ' αυτό το ". Μόνο σε άλογο λαβωµένο έχω δει τέτοια µάτια. Τον πήγαν και στο Χίλτον.Χάροντας. µήτε το ψωµί. Με κόχεψε. Χίλιες µύριες σκέψεις. Ετότες επάγαινα και ανταµώναµε πιο συχνά. να µην βουτάει στα σπίτια και ν' αρπάζει τες ψυχές την ώρα που οι νοικοκυρές καίγουν το φουρνακι.«Τους άρεσα. εδιάβαιναν όπως τα σύννεφα και σκίαζαν την φωνή. Την µοναξιά. δεν ελογάριασε ο Χάροντας τες παραδόσεις των ανθρώπων και την επήρε. Δε λογάριαζε την πίκρα. το σπαθί της ψυχής. Ατέλειωτα ταξίµια. την έρµη. Ποιος ξέρει την ανταριασµένη του καρδιά.. Κλέφτης του χρόνου.. Τα κουράγια του εσκεφτότουνε. λες και καθόντουσαν µύρια περατάρικα πουλιά στο τάστο του. Καθώς και το 1971 στις «Χάντρες» και στην «Ταβέρνα του Σαµπάνη». Αλλά τον επερίµενε ο Γέρατζης. «Δε µ' αρέσει εδώ». Μεγαλώνανε τα µάτια του στα µάτια µου και γενόντουσαν δυο θεόρατες κούπες θυµαρίσιος πόνος.

Με το µέγα εργαλείον φωνή. Παρακατούλια. Έµεινα εκεί. Μάρκο.. το φυλαχτό. αειπάρθενη γλύκα. Σιωπούσαµε και πότε παραπότε επετούσαµε καµιά κουβέντα. Το 'κοψα µε τα πόδια. Με τα δυο του χέρια. είχε καρφιτσώσει το µατόχαντρο.. επιδέξια ψαλιδισµένο. Στο νεκροταφείο πιο πάνω. Μέτωπον ψιλοαυλακωµένο. Το απίθωσε στη φούχτα µου. Το σαγόνι του.µε τα τρία κουµπάκια. Να πηγαίνω σιγά σιγά». Δεν τόλµησα να χτυπήσω. Έτσι. «Νύχτωσε. Όχι µόνο. λοφάριον πουλιών.. Μάρτυρας η φωτογραφία. Αυτό το θεριό. στάχια και φρύγανα. Τα χείλη του αµόλυντα ως παιδίου. την έκλεισε τρυφερά. Ξεκαρφίτσωσε το φυλαχτάρι του και µου το έδωκε. Οι παρειές. Ματαγύρισα να του τα δώκω. Εκράτηγα στη δεξιά απαλάµη το πολύτιµο φυλαχτό — το φυλαχτό του. σκάλισµα σε τέµπλο. Φρύδια. Αλλά τώρα έτι περισσότερον γηρασµένος. «Καλό ξηµέρωµα». υπό βροχήν.. Μάτια. . το πριονάτο. Ένα απ' τα πουλιά του ψιλολάλησε στο κλουβί.. Ήτο η τελευταία φορά που τον είδα. Του τα αφήκα στην πόρτα. Με τη φούχτα ανοιχτή. Και µαλλί κουκούλι.. Τα χέρια .τι χέρια. χερούκλες κάλλιο διπλωµένα στα µεριά. ανατολικές πλαγιές χαϊδεµένες ήλιο. «Καληνύχτα». — Εχ.. Έτσι τον είχα φωτογραφήσει πριν χρόνια. Τόσες πίκρες. Έβρεχε όξω. εµπήκα µέσα. Ήτο άγιος και πανέµορφος. Πώς να τα ταιριάξεις σε λέξεις. Η µύτη του. Είχε το ίδιο µουστάκι όπως τότες. στο µέρος της καρδιάς πάνω. Αριστερά. Ιδέτε τα. Κι επέρασε ώρα πολύ . Ποδαρόδροµο για την Κυψέλη. Δεν είχα λεφτά για λεωφορείο. Τόσα βάσανα. Από εκείθεν είχαν ξεβγεί τόσα τραγούδια. Είχαν εκ Θεού τρυφερή. έκλεψα γαρούφαλα από πλούσιο τάφο. Εκαθόµουνε κοντά του. τα µάτια.

rempetika.www.com .rempetika.com Design by Κ.Χ Coryrighted© 2005 http://www.