διαδρομές

Ν ο ητ ι κ έ ς

διαδρομές

στόν

χῶρο

τῆς

πίστης

Μηνιαῖο φυλλάδιο τοῦ Ἱ.Ν. Ἁγίας Τριάδος Πετρουπόλεως | Σουλίου 167 - Τηλ.: 210 5013108 | Τεῦχος 8ο - Νοέμβριος 2014
ierosnaosagiastriadospetroupoleos.blogspot.gr - agiatriadapetroupoleos.gr - facebook: agiatriadapetroupolis

Δρόμος δέν ὑπάρχει...
τόν δρόμο
τόν ἀνοίγουμε...
προχωρώντας
καί συγχωρώντας...

Οἱ γεωργοί καί ἡ ἄμπελος.
Μικρογραφία εἰκονογραφημένου
χειρογράφου, 11ος αἰ. μ.Χ.,
Ἐθνική Βιβλιοθήκη Παρισίων.

Ἀρχὴ σοφίας ἡ τῶν ὀνομάτων ἐπίσκεψις
ἢ ἡ σημασία καὶ ἡ ἀξία τῶν λέξεων στὴν Θεολογία

Σ

πουδαῖες προσωπικότητες τῆς
Ἐκκλησίας, Μεγάλοι Πατέρες καὶ Ἅγιοι,
συνέβαλλαν στὴν διερμηνεία ἐννοιῶν μὲ τὴν
χρήση ὅρων καὶ λέξεων κατάλληλων γιὰ νὰ
ἀποδοθοῦν κατὰ πὼς πρέπει τὰ δόγματα.
Πρὶν προχωρήσουμε στὰ ἑπόμενα σημειώματά μας, θὰ πρέπει νὰ «ἐπισκεφθοῦμε» αὐτὲς
τὶς λέξεις – ἐργαλεῖα Θεολογικῆς ἀπόδοσης
τῆς ἀποκεκαλυμμένης Ἀλήθειας, οἱ ὁποῖες
δὲν ἀποτελοῦν ἐπινοήσεις ἀλλὰ ἐμπνεύσεις
μὲ τὴν Χάρη καὶ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ.
Ἡ λέξη οὐσία ταυτίζεται μὲ τὴν λέξη
φύση. Ὅπως γιὰ παράδειγμα λέμε: «ἡ
ἀνθρώπινη φύση» καὶ ἐννοοῦμε ὅτι ὅλοι
οἱ ἄνθρωποι μοιραζόμαστε τὴν ἴδια φύση,
εἴμαστε δηλαδὴ ἀπὸ τὴν ἴδια οὐσία πλασμένοι, ἔτσι τὰ πρόσωπα τῆς Θεότητας
εἶναι ἀπὸ τὴν ἴδια οὐσία ἢ φύση. Ἀκατάληπτη μὲν γιὰ μᾶς, ἀλλὰ ἴδια - ὅμοια.
Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ ἡ λέξη ὁμοούσιον. Πατέ-

Τό ὄφελος
τῆς βραδυνῆς
προσευχῆς Ε΄ (5ο) μέρος

δῶ ὅμως ἐλοχεύει ὁ κίνδυνος καὶ
χρειάζεται ἡ μεγάλη μας προσοχὴ
νὰ μὴν πέσουμε στὴν παγίδα καὶ
νομίσουμε ἢ περάσει ἔστω ἀπ' τὸ μυαλό
μας καὶ τὸ κάνουμε ἀποδεκτὸ ὅτι αὐτὸ εἶναι
δική μας ἐπιτυχία, ἀτομική. Γιατί τότε, αὐτοστιγμῆς, θὰ χαθεῖ ἡ πραγματικὴ χαρὰ ποὺ
πηγὴ της εἶναι ὁ Θεός. Διότι στὴ ζωὴ μας
μπαίνει τὸ ἐγὼ καὶ φεύγει ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ
καὶ κατ' ἐπέκτασιν καὶ ἡ χαρά Του. Ἐὰν
δὲν εἶμαι χαρούμενος καὶ εἰρηνικὸς τότε δὲν
εἶμαι τίποτα. Ἐὰν λοιπὸν φυγαδευτεῖ καὶ
δὲν ὑπάρχει αὐτὴ ἡ χαρὰ τότε δὲν μποροῦμε
νὰ ἑνωθοῦμε μὲ τὸν Ποθούμενο.
- Συγχωρέστε μὲ θὰ κάνω ἐδῶ μιὰ παρένθεση, πιστεύω ὄχι ἐντελῶς ἄστοχη,
ἀλλὰ στὶς μέρες μας χάσαμε τὴν ἀληθινὴ
χαρά, τὴν ἀντικαταστήσαμε ἀπὸ διάφορες
ἄλλες, ὁπότε χάσαμε τὸ Θεό. Χάνοντας
ὅμως τὸ Θεὸ ἔρχεται ἡ θλίψη, ἡ ἀπελπισία, ὁ θάνατος γι'αὐτὸ καὶ αὐτοκτονοῦμε

ρας καὶ Υἱὸς καὶ Ἅγιο Πνεῦμα ἀποτελοῦν τὴν Τριάδα ὁμοούσιον, δηλαδὴ εἶναι
ἀπὸ τὴν ἴδια οὐσία ἢ ἀπὸ τὴν ἴδια φύση.
Ἡ λέξη πρόσωπο, ταυτίζεται μὲ τὴν
λέξη ὑπόσταση. Λέμε γιὰ τὴν Ἁγία Τριάδα, τρία πρόσωπα ἢ τρεῖς ὑποστάσεις.
Δηλαδὴ οἱ δύο αὐτὲς λέξεις ταυτίζονται
μὲ τὴν ἔννοια τῆς ξεχωριστῆς ὀντότητας,
τῆς διαφορετικῆς δηλαδὴ ὕπαρξης. Κάτι
ποὺ εἶναι ἀνυπόστατο, δὲν ὑπάρχει. (Λέμε
γιὰ παράδειγμα «ἀνυπόστατες φῆμες».)
Ἀΐδιος εἶναι ὁ αἰώνιος, ὁ ἄναρχος, αὐτὸς
ποὺ δὲν ἔχει ἀρχὴ καὶ χρόνο ὕπαρξης καὶ συναΐδιος εἶναι αὐτὸς ποὺ μετέχει αὐτῶν τῶν
ἰδιοτήτων μαζὶ μὲ κάποιον ἄλλον, ὁ συνάναρχος. Καὶ οἱ δύο λέξεις χρησιμοποιοῦνται
γιὰ νὰ προσδιορίσουν τὰ πρόσωπα τῆς θεότητος τὰ ὁποῖα φυσικὰ δὲν ὑπόκεινται στὶς
μεταβολὲς οὔτε τοῦ χρόνου οὔτε τοῦ χώρου.
Κτιστὸ καὶ Ἄκτιστο, δύο λέξεις ποὺ
ὅπως λέει ὁ Ἅγιος Μάξιμος ἀνάμεσά τους
ὑπάρχει χάσμα. Διότι κτιστὸ (ἢ κτίση)

ὀνομάζεται ὁλόκληρη ἡ δημιουργία τοῦ
Θεοῦ, ὑλικὴ καὶ πνευματική, ἀπὸ τὸν κόσμο τὸν ἄνθρωπο καὶ τὴν ψυχή του, ὡς
τὸ σύμπαν καὶ τὸν κόσμο τῶν ἀγγέλων,
ἐνῶ ἄκτιστος εἶναι μόνον ὁ Θεός, ὁ δημιουργός, ἡ αἰτία τοῦ κτιστοῦ κόσμου. Τὸ
κτιστὸ εἶναι τρεπτό, δηλαδὴ ὑπόκειται
σὲ μεταβολὲς ἐνῶ τὸ ἄκτιστο εἶναι ἄτρεπτο καὶ δὲν ὑπόκειται σὲ καμία μεταβολή.
Ἄκτιστο φῶς, τὸ ἄκτιστο φῶς εἶναι ὡς
πρὸς τὴν φύση του θεία ἐνέργεια, κάτι τελείως διαφορετικὸ ἀπὸ τὸ φυσικὸ φῶς. Κατὰ
τὴ θέα του ἐπικρατεῖ προπαντὸς ἡ αἴσθηση τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀπορροφᾶ ὁλόκληρο τὸν ἄνθρωπο. Εἶναι ἡ ἄυλη αἴσθηση
τοῦ ἄυλου. Αἴσθηση νοερὴ καὶ ὄχι λογική, ὅπως ἀναφέρει ὁ Γέροντας Σωφρόνιος.
Ἐλπίζουμε αὐτὲς οἱ ἐλάχιστες ἐπεξηγήσεις
νὰ εἶναι ἐπιβοηθητικὲς στὴν εἰσαγωγή μας στὰ
πιὸ «δύσκολα» Θεολογικὰ θέματα ποὺ ἕπονται. Ὡς τότε, Χαρὰ Χριστοῦ σὲ ὅλους μας.
Ἑλένη Λιντζαροπούλου

στὶς μέρες μας, λόγω τῆς ἀπιστίας καὶ
τῆς ἀθεΐας μας. Γιαὶ ὅπως ἔλεγε καὶ ὁ
ἅγ. Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης ἀπὸ τὴν ἐμπειρία του στὴ νοερὰ προσευχή, κράτα τὴν
ψυχή σου στὸν ἅδη καὶ μὴν ἀπελπίζεσαι.
Ἄς ἐπανέλθω ὅμως στὸ θέμα μας. Πῶς
ξέρω ὅτι ἡ προσευχή μου εἶναι ἀληθινὴ
καὶ μὲ ἑνώνει μὲ τὸ Θεό; Αὐτὸ τὸ διαπιστώνω ἀπ' τὸ πόση χαρὰ νιώθω καὶ
ἔχω. Γιατί ἡ χαρὰ αὐτὴ εἶναι τὸ κριτήριο καὶ τὸ θερμόμετρο στὴν προσευχή μας καὶ στὴ σχέση μας μὲ ΕΚΕΙΝΟΝ.
Ἡ νυχτερινὴ προσευχή, μᾶς κρατάει σὲ
ἐγρήγορση πνευματικὴ, ἀλλὰ καὶ σὲ μία ὅσο
τὸ δυνατὸν ἐφικτή, γιὰ ἐμᾶς ἐδῶ στὸν κόσμο, ἀμεριμνησία. Γιὰ νὰ διαθέσω χρόνο στὴ
βραδινή μου προσευχὴ (καὶ τὸ ξέρουμε ὅλοι
πολὺ καλὰ ὅτι πολλὲς ἀπ' τὶς δουλειές μας
θὰ τὶς φροντίσουμε καὶ θὰ τὶς ὁλοκληρώσουμε τὸ βράδυ) ὁπότε εἶναι ἀπαραίτητη
μιὰ "ἀφροντισία" μερικῶν πραγμάτων καὶ
θεμάτων, ὄχι ἀπὸ ἀδιαφορία ἢ ἀναισθησία
ἀλλὰ ἀπὸ τὴ βεβαιότητα καὶ τὴ σιγουριὰ τῆς
πίστεως καὶ τῆς γνώσεως ἀπ' τὴ μέχρι τώρα
ἐμπειρία μας ὅτι ὁ Θεὸς ποὺ ἐγὼ πιστεύω
καὶ ἐντέλει ἐμπιστεύομαι θὰ τὰ τακτοποιήσει πολὺ καλύτερα ἀπὸ ἐμένα. Καὶ αὐτὸ

γίνεται πραγματικότητα ὅταν ἐμεῖς Τοῦ ἀφιερώνουμε μέσα ἀπ' τὴν καρδιὰ μας αὐτὸν τὸν
πολύτιμο χρόνο γιὰ ἐμᾶς, ποὺ ἀναλογιζόμαστε ὅτι δὲν μᾶς φτάνει νὰ κάνουμε αὐτὰ ποὺ
ὄχι πολλὲς φορὲς θέλουμε καὶ ἐπιθυμοῦμε
ἀλλὰ οὔτε τὰ ἀναγκαῖα καὶ αὐτὰ ποὺ εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ κάνουμε. Ὁ χρόνος νιώθουμε ὅλοι κατὰ κοινὴ ὁμολογία ὅτι τρέχει
τόσο πολὺ γρήγορα ποὺ δὲν προλαβαίνουμε
νὰ κάνουμε κάτι οὐσιαστικό, πότε ἐναλλάσσεται ἡ μέρα μὲ τὴ νύχτα, πότε διαδέχεται
ὁ ἕνας μήνας τὸν ἄλλον, πότε ἔρχεται καὶ
φεύγει ἡ κάθε χρονιὰ μᾶς εἶναι δύσκολο νὰ
τὸ συνειδητοποιήσουμε. Ἀντιλαμβανόμαστε
πλέον ὅτι οὔτε αὐτὸς ὁ χρόνος μᾶς ἀνήκει
ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ἀνήκει στὸν Πανάγαθο Θεὸ
καὶ θὰ μᾶς ζητηθεῖ λόγος γιὰ τὸ χρόνο ποὺ
μᾶς δίνεται, γὶ` αὐτὸ καὶ ἐμεῖς θὰ πρέπει
νὰ τὸν διαχειριστοῦμε λίγο διαφορετικὰ
ἀπ' ὅτι κάναμε μέχρι τώρα. (συνεχίζεται)
Πρώτ. π. Ἀντώνιος Μπαφαλοῦκος.

Συντακτική ὁμάδα

> Ὁμάδα Νεότητας
Ἁγίας Τριάδος Πετρουπόλεως
> π. Σπυρίδων Ἀργύρης

ἐπίκαιρα
Στὶς 21 Νοεμβρίου
γιορτάζουμε τὰ Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου. Πατέρας
τῆς Παναγιᾶς μας ἦταν ὁ Ἰωακεὶμ καὶ μητέρα
της ἡ Ἄννα. Μέχρι τὰ βαθιά τους γεράματα δὲν
εἶχαν ἀποκτήσει παιδί. Ὑποσχέθηκαν λοιπόν, στὸ
Θεό, πὼς ἂν τοὺς χαρίσει ἕνα παιδάκι, μόλις γίνει τριῶν ἐτῶν θὰ τὸ ἀφιερώσουν στὸ ναό Του.
Τὸ κοριτσάκι ποὺ ἀπέκτησαν οἱ εὐσεβεῖς αὐτοὶ
ἄνθρωποι τὸ ὀνόμασαν Μαρία. Ὅταν ἔγινε τριῶν
ἐτῶν, οἱ γονεῖς της τὴν ὁδήγησαν στὴν ἐκκλησία.
Αὐτὴ ἡ εἴσοδος τῆς Μαρίας στὸ ναὸ ὀνομάστηκε
«Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου». Τὴν ὑποδέχτηκε ὁ Ἀρχιερέας Ζαχαρίας, ὁ ὁποῖος τὴν ὁδήγησε στὸ ἱερό του
Ναοῦ, στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων. Δώδεκα χρόνια ἔμεινε
ἡ Παναγία μας στὸ ναό.

Ἀναλυτικὰ
ΤΑ ΕΙΣΟΔΙΑ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Στὶς 21 Νοεμβρίου ἡ Ὀρθόδοξος Χριστιανικὴ
Ἐκκλησία μας γιορτάζει τὰ Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου.
Ὅλοι γνωρίζομε τὸ συμπαθέστατο βιβλικὸ ζευγάρι
τοῦ Ἰωακεὶμ καὶ τῆς Ἄννας. Ζευγάρι πιστὸ στὸν ἕνα
καὶ ἀληθινὸ Θεὸ τῶν πατέρων τους. Ἦταν καὶ οἱ
δύο τους ἄνθρωποι καλόγνωμοι καί εἰρηνικοὶ καὶ
ἡ συμβίωσή τους κυλοῦσε ἤρεμα.
Ὡστόσο μιὰ μελαγχολία βάραινε τὶς ψυχές τους.
Καὶ στῶν δύο τὶς καρδιὲς φώλιαζε ἡ ἴδια λαχτάρα. Νὰ γίνουν γονεῖς, νὰ ἀποκτήσουν ἔστω καὶ
ἕνα παιδί”. Ἡ Ἄννα μὲ τὶς θερμὲς προσευχὲς ποὺ
καθημερινὰ ἔστελνε στὸν Θεό της, εἶχε τάξει νὰ
προσφέρει, νὰ ἀφιερώσει τὸ παιδὶ ποὺ θὰ της χάριζε
ὁ Κύριος στὴν ὑπηρεσία την δική του. Εἶχε διαβάσει ἢ Ἄννα στὰ ἱερὰ γράμματα (Παλ. Διαθήκη) γιὰ
μιὰ ἄλλη Ἄννα τὴν γυναίκα του Ἐλκανὰ ποὺ πριν
ἑκατοντάδες χρόνια εἶχε καὶ αὐτὴ τόν ἴδιο καημό,
νὰ ἀποκτήσει ἕνα παιδί. Ὁ Κύριος τῶν Δυνάμεων
εἶχε εἰσακούσει τότε τήν θερμὴ προσευχὴ τῆς Ἄννας
τοῦ Ἐλκανᾶ καὶ της χάρισε ἕνα ἀγοράκι. Ὅλοι ξέρουμε τόν μεγάλο προφήτη Σαμουήλ, τὸ εὐλογημένο
παιδὶ τῆς προσευχῆς. Αὐτὰ σκεφτόταν ἡ Ἄννα τοῦ
Ἰωακεὶμ μὲ τὴ μεγάλη πίστη της στὸν Θεὸ καὶ
ἤλπιζε. Μήπως λιγόστεψε ἡ δύναμις τοῦ Κυρίου
της; Μήπως ἐμίκρυνε τὸ παντοδύναμο χέρι του;
(Ἀρ.ια:23 Ἠσ:νθ:1). Καὶ ἔτσι μ’ ὅλο ποὺ τὰ χρόνια
κυλούσαν ἀφήνοντας πάνω στήν Ἄννα τ’ ἀχνάρια
τους, ἐκείνη δὲν ἔπαψε νὰ προσεύχεται θερμὰ καὶ
νὰ περιμένει τὸ θαῦμα.
Μὰ τὸ πότε θὰ γίνει τὸ θαῦμα, ποὺ ὁ καθένας μας
περιμένει, μόνον ὁ Θεὸς τὸ γνωρίζει, Ἐκεῖνος ξέρει
τὴν κατάλληλη στιγμὴ καὶ ὄχι ἐμείς οἱ ἀνυπόμονοι.
Ὁ κόσμος πλήγωνε τὸ ἀγαπημένο ζευγάρι καὶ

δὲν τὸ ἄφηναν οὔτε θυσίες νὰ προσφέρει στον Θεό,
γιατί τότε ἐπικρατοῦσε ἡ γνώμη ὅτι οἱ ἀνθρωποι
ποὺ δὲν γεννοῦσαν παιδιὰ δεν εἴχανε τὸ δικαίωμα
τῆς προσφορᾶς θυσιῶν.
Μὰ νά, τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου φθάνει σὲ μιὰ
ἐποχὴ ποὺ οἰ ἀνθρώπινες ἐλπίδες ἔχουνε σβύσει.
Καὶ ἢ Ἄννα γέννησε τήν μονάκριβη στὸν κόσμο
θυγατέρα της, ὅταν τὸ κεφάλι της ἦταν ἄσπρο ἀπὸ
τὰ γερατειὰ καὶ τὰ ὄργανα της νεκρωμένα λόγω τῆς
ἡλικίας, γέννησε τὴν κόρη της, τήν μικρὴ Μαρία, τήν
ἐκλεκτὴ τοῦ Θεοῦ. Στὶς 8 Σεπτεμβρίου γιορτάζουμε
τὴν γέννηση τῆς μικρῆς Παναγίτσας μας.
Χαρὰ γέμισε τὸ σπιτικὸ καὶ τὶς ψυχές τοῦ πιστοῦ
ζευγαριοῦ. Στήν δύση τῆς ζωῆς τους ἀνέτειλε καὶ
γι’ αὐτούς ὁ ἥλιος τῆς χαρᾶς!!
Μὰ μέσα στὴ χαρὰ τους δὲν ξεχάσανε τὸ μεγάλο
τους τάμα, “νὰ ἀφιερώσουν τήν κόρη τους στὸν
Ναό, στὴν ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ”.
Τὰ πρῶτα χρόνια τῆς ζωῆς τῆς Μαρίας πέρασαν γρήγορα γιά τήν Ἄννα καὶ ἔφθασε ἡ ὥρα τῆς
ἐκπληρώσεως τοῦ τάματός της. Αὐτὴ τήν ὄμορφη
ἐπέτειο γιορτάζομε στίς 21 Νοεμβρίου. Χαρούμενο
καὶ βαθειὰ συγκινημένο τὸ γερασμένο ζευγάρι, περιτριγυρισμένο ἀπὸ φίλους, συγγενεῖς καὶ κοπέλες
γιορτινὰ ντυμένες μὲ ἄσπρες λαμπάδες στὰ χέρια,
προχωρεῖ τὸ δρόμο ποὺ φέρνει στὸν Ναό. Ἡ μικρὴ
Μαρία ντυμένη στὰ ἄσπρα, ἀνάμεσα στὸν πατέρα
καὶ τήν μητέρα της, προχωρεῖ χαρούμενη στὴν ἀφιέρωση. Προχωρεῖ σάν νὰ μαντεύει τόν εὐλογημένο
προορισμό της.
Ἡ ἐκκλησία μας μὲ ὡραιότατα τροπάρια λαμπρύνει τὴν γιορτὴ αὐτή:
Ἀπολυτίκιον: Σήμερον τῆς εὐδοκίας Θεοῦ τὸ προοίμιον καὶ τῆς τῶν ἀνθρώπων σωτηρίας ἡ προκήρυξις` ἐν ναῷ τοῦ Θεοῦ τρανῶς ἡ παρθένος δείκνυται
καὶ τὸν Χριστόν τοῖς πάσιν προκαταγγέλλεται. Αὐτὴ
καὶ ἡμεῖς μεγαλοφώνως βοήσωμεν χαῖρε τῆς οἰκονομίας τοῦ κτίστου ἡ ἐκπλήρωσις.
Κοντάκιον: Ὁ καθαρώτατος ναός τοῦ Σωτῆρος
ἡ πολυτίμητος παστὰς καὶ παρθένος τὸ ἱερὸν θησαύρισμα τῆς δόξης τοὺ Θεοῦ, σήμερον εἰσάγεται
ἐν τῷ οἴκω Κυρίου, τήν χάριν συνεισάγουσα τήν ἐν
πνεύματι θείῳ ἦν ἀνυμνοῦσιν ἄγγελοι Θεοῦ. Αὕτη
ὑπάρχει σκηνὴ ἐπουράνιος.
Ἔτσι ἡ Μαρία ταμένη ἀπὸ τὴν μητέρα της, ἀφιερώθηκε καί ἀφοσιώθηκε στὸν Θεό, ὁ ὁποῖος τήν
ἀντάμειψε ὅσο καμιὰ ἄλλη γυναίκα στόν κόσμο.
Μέσα στὰ ἁγνὰ σπλάχνα της ἐσκήνωσε ὁ Ἴδιος ὁ
Θεός. Ἔγινε μάνα Θεοῦ καί ἔμεινε ἡ ἀειπάρθενος
μητέρα εἰς τούς αἰώνας. Γιατὶ ὅταν ὁ ἄγγελος Γαβριὴλ τῆς ἔφερε τὸ θείον μήνυμα, ἔσκυψε τὸ κεφάλι
ταπεινὰ καὶ εἶπε: «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου γένοιτο μοὶ
κοιτᾶ τὸ ρῆμα σου». Τελεία ὑποταγή, Καὶ ἤξερε πώς
αὐτὸ ποὺ ζητοῦσε ἀπ’ αὐτήν ὁ Κύριος, δηλαδὴ τὸ
νὰ βρεθεῖ ἡ μνηστευμένη Μαρία ἔγκυος, τιμωρεῖτο
μὲ λιθοβολισμό. Τὸ ἤξερε καὶ ὅμως ἔσκυψε τὸ κε-

Ἡ Νηστεία τῶν Χριστουγέννων
καὶ τὸ Σαρανταλείτουργο
15 Νοεμβρίου ἀπὸ σήμερον ἄρχεται ἡ τεσσαρακονθήμερος νηστεία τῶν Χριστουγέννων...
Ἐπιτρέπεται ἐκτὸς Τετάρτης καὶ Παρασκευῆς,
μέχρι 17ης Δεκεμβρίου, ἀπὸ 18-24 κατάλυσις οἴνου
καὶ ἐλαίου (Ράλλη - Ποτλη, Σύνταγμα Ἱερῶν Κανόνων, Τόμος Δ' σέλ.488, πρβλ. Πηδάλιον, Ἀθῆναι 1841,
ὑποσ, εἷς ἑρμηνεία τοῦ ΞΘ' κανόνος Ἁγ. Ἀποστόλων).
Στὶς 15 Νοεμβρίου ἀρχίζει ἡ νηστεία τῶν Χριστουγέννων. Πρόκειται γιὰ μιὰ περίοδο ἔντονης πνευματικῆς ἐργασίας καὶ ψυχοσωματικῆς προετοιμασίας
γιὰ τὸν ἑορτασμὸ τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῆς Γεννήσεως
τοῦ Κυρίου.
Ἀπὸ τὶς 15 Νοεμβρίου ἕως τὶς 17 Δεκεμβρίου (κατ’
ἄλλη παράδοση ἕως τὶς 12 Δεκεμβρίου) νηστεύουμε
τὸ κρέας, τὰ γαλακτομικὰ καὶ τὰ αὐγὰ καὶ τρῶμε
ψάρι (ἐκτὸς βεβαίως Τετάρτης καὶ Παρασκευῆς, πού
νηστεύουμε αὐστηρά). Μετὰ τὶς 17 (ἢ 12) Δεκεμβρίου
νηστεύουμε καὶ τὸ ψάρι.
Ἡ νηστεία ὅμως κατὰ τὴν ὑπόδειξη τοῦ Κυρίου
μας ἔχει νόημα, ὅταν συνδυάζεται μὲ προσευχὴ καὶ

2

ἐλεημοσύνη. Γιὰ τὸ λόγο αὐτό, ἡ Ἐκκλησία μὲ τὴν
ἔναρξη τῆς νηστείας μᾶς προσκαλεῖ σὲ ἐντονότερη
λειτουργικὴ ζωὴ καὶ ἀγαθοεργία.
Ἔτσι, ἡ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση προβλέπει γιὰ
τὴν περίοδο αὐτὴ τὴν καθημερινὴ -ἂν οἱ συνθῆκες
τὸ ἐπιτρέπουν- τέλεση τῆς θείας λειτουργίας, τὴν
τέλεση δηλαδὴ σαρανταλείτουργου.
Ἡ τέλεση τοῦ σαρανταλείτουργου ἀποτελεῖ πολὺ
μεγάλη εὐλογία. Εἶναι μιὰ θαυμάσια εὐκαιρία γιὰ
βίωση τῆς μυστηριακῆς καὶ λατρευτικῆς ζωῆς, γιὰ
ἐπαφὴ μὲ τὸν πλοῦτο τῆς ὑμνολογίας καὶ τῆς
ἀκροάσεως τῶν θείων Γραφῶν, γιὰ συχνότερη θεία
κοινωνία, γιὰ συχνότερη συγκρότηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας.
Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος μᾶς λέει: «Σπουδάζετε πυκνότερον συνέρχεσθαι εἰς εὐχαριστίαν
θεοῦ καὶ εἰς δόξαν. Ὅταν γὰρ πυκνῶς ἐπὶ τὸ αὐτὸ
γίνεσθε, καθαιροῦνται οἱ δυνάμεις τοῦ σατανᾶ καὶ
λύεται ὁ ὄλεθρος αὐτοῦ», δηλαδὴ «Προσπαθεῖστε μὲ
σπουδὴ νὰ ἔρχεσθε ὅλοι μαζὶ στὴ Σύναξη τῆς Θείας

φάλι τῆς μπροστὰ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ μὲ πλήρη
ὑποταγὴ καὶ ἐμπιστοσύνη.
Ἐμείς ὅλοι ποὺ ἀγοραστήκαμε (Α΄ Κορ. στ: 20,
ζ:23, Γαλ. γ΄13, Ἑβρ, θ:12, Α΄ Πέτρ. α:18, 19, Ἀποκ.
ε:9) ἀπὸ τόν Χριστό, μὲ τίμημα τό ἅγιον αἷμα Του
τί κάνουμε; Τοῦ ἀνήκουμε στ’ ἀληθινά; Αὐτὸ θὰ
τὸ ψάξουμε μέσα μας. Θὰ τὸ ψάξουμε στὸν τρόπο
τῆς ζωής μας. Ἀφήσαμε τὸ τιμόνι τοῦ πλοίου μας,
πού εἶναι ἡ ἴδια ἡ ζωή μας, μὲ ἐμπιστοσύνη στὰ
χέρια τοῦ μεγάλου καί ἀλάθητου καραβοκύρη μας;
Δεχόμαστε τὶς φουρτούνες καὶ τὶς μπόρες (ἀρρώστιες, θάνατοι, ἀντιξοότητες) μὲ ὑποταγὴ λέγοντας:
“Γεννηθήτω τὸ θέλημά σου Κύριε”, ὅπως δεχόμαστε
τὶς μπουνάτσες καὶ τὸ πρίμο ἀγέρι (τὶς καθημερινές
εὐλογίες);
Ἂν τώρα μετὰ τὸ ψάξιμο ποὺ θὰ κάνουμε, βροῦμε
πὼς τίς χαρὲς καὶ τίς εὐλογίες τίς δεχόμαστε ὑμνούντες τὸν Κύριο, τίς δὲ δοκιμασίες ἀγανακτοῦντες καὶ
ζητοῦντες τὸν λόγον ἀπ’ αὐτόν, τότε δέν μποροῦμε
νὰ νοιώθουμε σὰν παιδιὰ δικά του, ἀφού δὲν τοῦ
δινόμαστε ὁλοκληρωτικά.
Εὔχομαι ἡ λαμπρὴ γιορτὴ τῶν Εἰσοδίων νὰ σταθεῖ
ἡ ἀφορμὴ καὶ ἡ εὐκαιρία γιὰ τήν αὐτοκριτικὴ καὶ
τόν αὐτοέλεγχό μας. Ἔτσι θα διαπιστώσουμε ἄν
ἔχουμε ἢ ὄχι ἀφιερωθεῖ ὁλοκληρωτικὰ στὸν Κύριο.
Ἀν “ναι” ἄς συνεχίσουμε τόν ὄμορφο ἀγώνα μακάριοι.
Ἄν “ὄχι”, ἄς ἀρχίσουμε αὐτὸν τόν ἀγώνα ὅσο
εἶναι ἀκόμα καιρός.
Εὐχαριστίας (Θεία Λειτουργία), γιὰ νὰ εὐχαριστεῖτε
τὸν Θεὸ καὶ νὰ Τὸν δοξολογεῖτε. Διότι ὅταν συχνὰ
ἔρχεσθε στὴ Σύναξη τῆς Θείας Εὐχαριστίας (Θεία
Λειτουργία), συντρίβονται οἱ δυνάμεις τοῦ σατανᾶ
καὶ λύεται κάθε ὀλέθρια ἐνέργειά του».
Ἡ δύναμη τῆς Θείας Λειτουργίας δὲν εἶναι μαγική. Εἶναι ἡ δύναμη τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἑνότητας
ἐν Χριστῷ. Ἡ Θεία Λειτουργία μᾶς μαθαίνει νὰ
συγχωροῦμε, νὰ ἀγαποῦμε καὶ νὰ εἴμαστε ἑνωμένοι
μὲ ὅλους τούς ἀνθρώπους.
Γι’ αὐτὸ ἄλλωστε προσφέρουμε τὰ Δῶρα μας στὸ
Θεό, τὸν Ἄρτο καὶ τὸν Οἶνο, προσευχόμενοι γιὰ
ζῶντες καὶ κεκοιμημένους ἀδελφούς μας. Ἡ μνημόνευση τῶν ὀνομάτων τῶν ζώντων καὶ κεκοιμημένων
προσώπων (ἀνάγνωση τῶν «Διπτύχων») εἶναι ἔργο
πολὺ σημαντικὸ καὶ ἱερό, ποῦ θεσμοθετήθηκε ἀπὸ
τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους καὶ ἐπιτελεῖται ἀδιάλειπτα
μέσα στοὺς αἰῶνες.
Τὸ Ἱερὸ Σαρανταλείτουργο
Τὸ Ἱερὸ Σαρανταλείτουργο, κατὰ τὴν διάρκεια τῆς
νηστείας τῶν Χριστουγέννων, ὑπὲρ ὑγείας ζώντων καὶ
ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῶν κεκοιμημένων ἀδελφῶν μας.
Στὸ ὑπέροχο βιβλίο «Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης»,
(ἔκδ. Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου), διαβάζουμε: «Στὴν
Θεία Λειτουργία τελεῖται τὸ μυστήριο τῆς ἀγάπης.

3

3

Καὶ ἡ ἀγάπη στὴν οὐσία της εἶναι μεταδοτική. Ἡ
ἀγάπη, ἰδιαίτερα ἡ θεία, σπεύδει νὰ σκορπίσει τὸ
φῶς της, τὴν χαρὰ της ὅλους… Καὶ συμπληρώνει: ὢ
ἀγάπη τελειότατη! ὢ ἀγάπη, πού τὰ πάντα ἀγκαλιάζεις! Ὢ ἀγάπη ἰσχυρότατη! Τί νὰ προσφέρουμε
σὰν εὐγνωμοσύνη στὸν Θεὸ γιὰ τὴν ἀγάπη Του
πρὸς ἐμᾶς; Ἡ ἀγάπη αὐτὴ βρίσκεται στὴν θυσία τοῦ
Χριστοῦ, ποὺ προσφέρεται γιὰ τὴν ἀπελευθέρωσι
ὅλων ἀπὸ κάθε κακία…».
Καὶ ὁ μακαριστὸς π. Παΐσιος, σχετικὰ μὲ τὴν ἀνάγκη προσευχῆς γιὰ τοὺς κεκοιμημένους, ἔλεγε: «…νὰ
ἀφήνετε μέρος τῆς προσευχῆς σας γιὰ τοὺς κεκοιμημένους. Οἱ πεθαμένοι δὲν μποροῦν νὰ κάνουν τίποτα
(γιὰ τοὺς ἑαυτούς τους). Οἱ ζωντανοὶ μποροῦν… Νὰ
πηγαίνετε στὴν ἐκκλησία λειτουργία, δηλαδὴ πρόσφορο, καὶ νὰ δίνετε τὸ ὄνομα τοῦ κεκοιμημένου,
νὰ μνημονευθῆ ἀπὸ τὸν ἱερέα στὴν προσκομιδή.
Ἐπίσης, νὰ κάνετε μνημόσυνα καὶ τρισάγια. Σκέτο
τό τρισάγιο, χωρὶς Θεία Λειτουργία, εἶναι ἐλάχιστο.
Τὸ μέγιστο, πού μποροῦμε νὰ κάνουμε γιὰ κάποιον, εἶναι τὸ Σαράντα-Λείτουργο. Καλὸ θὰ εἶναι
νὰ συνοδευθῆ καὶ μὲ ἐλεημοσύνη. Ἂν ἔχεις ἕνα
νεκρό, ὁ ὁποῖος ἔχει παρρησία στὸν Θεό, καὶ τοῦ
ἀνάψεις ἕνα κερί, αὐτὸς ἔχει ὑποχρέωση νὰ προσευχηθεῖ γιὰ σένα στὸν Θεό.
Ἂν πάλι, ἔχεις ἕνα νεκρό, ὁ ὁποῖος νομίζεις ὅτι
δὲν ἔχει παρρησία στὸν Θεό, τότε, ὅταν τοῦ ἀνάβεις
ἕνα ἁγνὸ κερί, εἶναι σὰν νὰ δίνης ἕνα ἀναψυκτικὸ σὲ
κάποιον πού καίγεται (ἀπὸ δίψα). Οἱ ἅγιοι δέχονται
εὐχαρίστως τὴν προσφορὰ τοῦ κεριοῦ καὶ εἶναι
ὑποχρεωμένοι νὰ προσευχηθοῦν γι’ αὐτὸν πού τὸ
ἀνάβει. Ὁ Θεὸς εὐχαρίστως τὸ δέχεται…». (Μαρτυρίες
προσκυνητῶν, Ζουρνατζόγλου Νίκ.)
Γιὰ τὴν ὠφέλεια ἀπὸ τὰ Ἱερὰ Σαρανταλείτουργα
καὶ τὰ μνημόσυνα, ἀξιομνημόνευτο εἶναι καὶ τὸ περιστατικὸ πού ἀκολουθεῖ ἀπὸ τὸ βιβλίο «Θαύματα
καὶ ἀποκαλύψεις ἀπὸ τὴν Θεία Λειτουργία», (ἔκδ.
Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου).
«Κάποιος ἄρχοντας ἀπὸ τὴν Νικομήδεια ἀρρώστησε βαριὰ καί, βλέποντας πώς πλησιάζει στὸν
θάνατο, κάλεσε τὴν γυναίκα του γιὰ νὰ τῆς ἐκφράσει
τὶς τελευταῖες του ἐπιθυμίες: Τὴν περιουσία μου
νὰ τὴν μοιράσεις στοὺς φτωχοὺς καὶ τὰ ὀρφανά.
Τοὺς δούλους νὰ τοὺς ἐλευθερώσεις. Ἀλλὰ στοὺς
ἱερεῖς δὲν θέλω νὰ δώσεις χρήματα γιὰ λειτουργίες.
Σ’ αὐτὴ του τὴν μεγάλη θλίψη ὁ ἑτοιμοθάνατος
ἐπικαλέστηκε μὲ πίστη τὴν εὐχὴ τοῦ ἀββᾶ Ἠσαΐα,
ἑνὸς ἁγίου μοναχοῦ πού ἀσκήτευε κοντὰ στὴν Νικομήδεια, καὶ ἀμέσως -ὢ τοῦ θαύματος!- ἔγινε καλά.
Σηκώθηκε λοιπὸν καὶ πασίχαρος ἔτρεξε στὸν ὅσιο.
Ἐκεῖνος τὸν καλοδέχτηκε, δοξάζοντας τὸν Θεὸ γιὰ
τὸ μεγάλο θαῦμα.
-Θυμᾶσαι, παιδί μου, τὸν ρώτησε, ποιὰ ὥρα
συνῆλθες ἀπὸ τὴν ἀρρώστια;
-Τὴν ὥρα πού ἐπικαλέστηκα τὴν εὐχή σου, ἀπάντησε ἐκεῖνος. Ὁ ὅσιος, μὲ τὸν φωτισμένο του νοῦ,
γνώριζε τί εἶχε λεχθεῖ στὴν διάρκεια τῆς ἀρρώστιας
του καὶ ξαναρώτησε:
-Ἄφησες, παιδί μου, χρήματα στοὺς ἱερεῖς, νὰ
λειτουργοῦν γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς σου;
-Ὄχι, γέροντα. Τί θὰ εἶχα νὰ ὠφεληθῶ ἂν ἄφηνα
κάτι; Δὲν θὰ πήγαινε χαμένο;
-Μὴν τὸ λὲς αὐτό.
Ὁ ἀδελφόθεος Ἰάκωβος γράφει: «Ἀσθενεῖ τις
ἐν ὑμῖν; προσκαλεσάσθω τοὺς πρεσβυτέρους τῆς
ἐκκλησίας, καὶ προσευξάσθωσαν ἐπ’ αὐτὸν ἀλείψαντες αὐτὸν ἐλαίῳ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου καὶ
ἡ εὐχὴ τῆς πίστεως σώσει τὸν κάμνοντα, καὶ ἐγερεῖ
αὐτὸν ὁ Κύριος· κἄν ἁμαρτίας ἦ πεποιηκῶς, ἀφεθήσεται αὐτῳ». Νὰ λοιπὸν πού οἱ εὐχὲς τῶν ἱερέων
εἶναι ἀποτελεσματικές, γιὰ ὅποιον τὶς ζητάει μὲ πίστη. Δῶσε τώρα κι ἐσὺ ἕνα ποσό, γιὰ λειτουργίες, καὶ
θὰ λάβεις ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴν πρέπουσα πληροφορία.
Ἔτσι κι ἔκανε. Ἔδωσε χρήματα σ’ ἕναν ἱερέα
γιὰ νὰ τοῦ κάνει σαρανταλείτουργο, καὶ γύρισε στὸ
σπίτι του. Ὅταν συμπληρώθηκαν οἱ λειτουργίες,
μετὰ ἀπὸ σαράντα μέρες, κι ἐνῶ σηκωνόταν ἀπὸ
τὸν ὕπνο, βλέπει ξαφνικὰ ν’ ἀνοίγουν οἱ πόρτες
τοῦ σπιτιοῦ του καὶ νὰ μπαίνουν σαράντα ἄνδρες
ἔφιπποι, λαμπροὶ καὶ ἀγγελόμορφοι, εἴκοσι ἀπὸ
δεξιὰ καὶ εἴκοσι ἀπὸ ἀριστερά. -Κύριοί μου, φώναξε ἔκπληκτος ὁ ἄρχοντας, πῶς μπήκατε σὲ σπίτι
ἀνθρώπου ἁμαρτωλοῦ;

-Ἐμεῖς οἱ σαράντα, πού βλέπεις, τοῦ ἀπάντησαν
ἐκεῖνοι, ἀντιπροσωπεύουμε τὶς λειτουργίες πού ἔγιναν γιὰ σένα στὸν φιλάνθρωπο Θεό. Μᾶς ἔστειλε
Ἐκεῖνος, γιὰ νὰ σὲ συνοδεύσουμε μέχρι τὴν ἐκκλησία. Πήγαινε μέσα χαρούμενος, χωρὶς δισταγμό. Νά,
μὲ τὰ πρεσβυτικὰ χέρια συμπληρώθηκαν οἱ σαράντα
λειτουργίες, πού ἔγιναν γιὰ νὰ ἑνωθεῖ ὁ Χριστὸς μαζί
σου καὶ νὰ κατοικήσει στὴν καρδιά σου.
Ὕστερα ἀπὸ αὐτά, ὁ ἄρχοντας μοίρασε τὴν
περιουσία του σὲ εὐλαβεῖς ἱερεῖς, γιὰ νὰ γίνουν
λειτουργίες «ὑπὲρ ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν αὐτοῦ»,
διακηρύσσοντας πώς οἱ θεῖες λειτουργίες καὶ οἱ
ἀγαθοεργίες μποροῦν νὰ ἀνεβάσουν τὴν ψυχὴ τοῦ
ἀνθρώπου ἀπὸ τὰ καταχθόνια στὰ ἐπουράνια.
Εἶναι ἡ μέγιστη καὶ πιὸ ἰσχυρὴ προσευχὴ καθὼς
ἀποτελεῖ συμμετοχὴ στὴν προσευχὴ καὶ τὴ θυσία
τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων διδάσκει σχετικά: «Μέγιστη ὠφέλεια πιστεύουμε ὅτι
θὰ λάβουν αὐτοί, γιὰ τοὺς ὁποίους δεόμαστε κατὰ
τὴν ἁγία καὶ φοβερὴ θυσία τῆς Θείας Λειτουργίας, ἀκόμα κι ἂν εἶναι ἁμαρτωλοί, ἀφοῦ Χριστὸν
ἐσφαγιασμένον ὑπὲρ τῶν ἡμετέρων ἁμαρτημάτων
προσφέρομεν ἐξιλεούμενοι ὑπὲρ αὐτῶν τὲ καὶ ἡμῶν
τὸν φιλάνθρωπον Θεόν». Καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ
Χρυσόστομος: «Δὲν νομοθέτησαν τυχαία οἱ Ἀπόστολοι νὰ μνημονεύουμε κατὰ τὰ φρικτὰ μυστήρια
(Θεῖα Λειτουργία) τοὺς κεκοιμημενούς. Γνωρίζουν
ὅτι εἶναι πολὺ μεγάλη ἡ ὠφέλεια γι’ αὐτούς».
Ἡ ἐμπειρία μαρτυρεῖ γιὰ τὴ δύναμη αὐτῆς τῆς
προσευχῆς, πού δὲν εἶναι «ἀτομικὴ προσευχὴ» ἀλλὰ
ἡ προσευχὴ ὁλόκληρης τῆς Ἐκκλησίας.
Σαρανταλείτουργο «ὑπὲρ ἀναπαύσεως»
Ο ΓΕΡΟ-ΔΑΝΙΗΛ ὁ ἁγιορείτης (1929), ὁ σοφὸς
ἡσυχαστὴς τῶν Κατουνακίων, ἔχει καταχωρισμένο
στὰ χειρόγραφά του καὶ τὸ ἀκόλουθο περιστατικό,
πού συνέβη τὸ 1869 στὴν πατρίδα του, τὴ Σμύρνη.
Κάποιος ἐνάρετος χριστιανὸς κάλεσε στὰ τελευταῖα της ζωῆς του τὸν πνευματικό του πάπαΔημήτρη καὶ τοῦ εἶπε:
Ἐγὼ σήμερα πεθαίνω. Πές μου, σὲ παρακαλῶ, τί
πρέπει νὰ κάνω τὴν κρίσιμη τούτη ὥρα;
Ὁ ἱερέας, γνωρίζοντας τὴν ἀρετή του καὶ τὴ μυστηριακὴ προετοιμασία του, τοῦ πρότεινε τὸ ἑξῆς:
Δῶσε ἐντολὴ νὰ σοῦ κάνουν μετὰ τὸ θάνατό σου
τακτικὸ σαρανταλείτουργο σ' ἕνα ἐξωκκλήσι.
'Ἔτσι κι ἔγινε. Ὃ κὺρ-Δημήτρης - αὐτὸ ἦταν τὸ
ὄνομά του - ἄφησε ἐντολὴ στὸ γιό του νὰ κάνει
μετὰ τὴν κοίμησή του σαρανταλείτουργο.
Κι ἐκεῖνος, ὑπακούοντας στὴν τελευταία ἐπιθυμία
τοῦ καλοῦ του πατέρα, ἀνέθεσε χωρὶς καθυστέρηση
τὴν ἐκτέλεσή της στὸν πάπα-Δημήτρη.
Ὁ σεμνὸς λευίτης δέχτηκε νὰ κάνει τὸ σαρανταλείτουργο, πού ὁ ἴδιος εἶχε προτείνει στὸ μακαρίτη,
καὶ ἀποσύρθηκε γιὰ ὅλο αὐτὸ τὸ διάστημα στὸ
ἐξωκλήσι τῶν ἁγίων Ἀποστόλων.
Οἱ τριάντα ἐννέα λειτουργίες ἔγιναν ἀπρόσκοπτα.
Ἡ τελευταία ἔπρεπε νὰ γίνει ἡμέρα Κυριακή.
Τὸ βράδυ ὅμως τοῦ Σαββάτου πιάνει τὸν παπὰ
ἕνας δυνατὸς πονόδοντος καὶ τὸν ἀναγκάζει νὰ
ἐπιστρέψει στὸ σπίτι του.
Ἡ πρεσβυτέρα τοῦ πρότεινε νὰ βγάλει τὸ δόντι,
μὰ ἐκεῖνος ἀρνήθηκε, γιατί ἔπρεπε τὴν ἑπόμενη νὰ
τελέσει τὴν τελευταία λειτουργία. Τὰ μεσάνυχτα ὁ
πόνος κορυφώθηκε, καὶ τελικὰ ὁ παπὰς ἀναγκάστηκε νὰ βγάλει τὸ δόντι.
Ἐπειδὴ ὅμως παρουσιάστηκε αἱμορραγία, ἀνέβαλε
τὴν τελευταία λειτουργία γιὰ τὴ Δευτέρα.
Στὸ μεταξύ, τὸ ἀπόγευμα τοῦ Σαββάτου, ὁ Γεώργιος, ὁ γιὸς τοῦ μακαριστοῦ Δημητρίου, ἑτοίμασε
μερικὰ χρήματα γιὰ τὸν κόπο τοῦ ἱερέα, μὲ σκοπὸ
νὰ τοῦ τὰ δώσει τὴν ἑπόμενη μέρα.
Τὰ μεσάνυχτα ξύπνησε γιὰ νὰ προσευχηθεῖ. Ἀνακάθισε στὸ κρεβάτι κι ἄρχισε νὰ φέρνει στὸ νοῦ του
τὶς ἀρετές, τὰ χαρίσματα καὶ τὰ σοφὰ λόγια τοῦ
πατέρα του. Κάποια στιγμὴ πέρασε ἀπ' τὸ μυαλό
του ἡ ἀκόλουθη σκέψη: «Ἄραγε ὠφελοῦν τὰ σαρανταλείτουργα τὶς ψυχὲς τῶν κεκοιμημένων, ἢ τὰ
καθιέρωσε ἡ ἐκκλησία γιὰ παρηγοριὰ τῶν ζώντων;»
Τότε ἀκριβῶς τὸν πῆρε ἕνας ἐλαφρὸς ὕπνος, καὶ
εἶδε πῶς βρέθηκε σὲ μιὰ πεδιάδα μὲ ὀμορφιὰ ἀπερίγραπτη. «Ἔνιωθε ἀνάξιο τὸν ἑαυτό του νὰ βρίσκεται
σὲ τέτοιον ἱερὸ καὶ παραδεισένιο χῶρο. Μπροστά

ἐπίκαιρα

του ἁπλωνόταν ἕνα ἀπέραντο καὶ κατάφυτο περιβόλι, πού μοσχοβολοῦσε μὲ μίαν ἀνέκφραστη εὐωδία.
Αὐτὸς ὁπωσδήποτε θὰ εἶναι ὁ παράδεισος!», μονολόγησε. «Ὦ, τί μακαριότητα περιμένει ὅσους ζοῦν
ἐνάρετα στὴ γῆ!»
Ἐξετάζοντας ἔκπληκτος τά ὑπερκόσμια κάλλη,
εἶδε ἕνα λαμπρὸ ἀνάκτορο μὲ ἔξοχη ἀρχιτεκτονικὴ
χάρη, ἐνῶ οἱ τοῖχοι του ἔλαμπαν ἀπ' τὰ διαμάντια
καὶ τὸ χρυσάφι. Ἡ ἀμορφία του ἦταν ἀνέκφραστη.
Πλησιάζει πιὸ κοντά, καὶ τότε -τί χαρά!- βλέπει
στὴν πόρτα τοῦ παλατιοῦ τὸν πατέρα του ὁλοφώτεινο καὶ λαμπροφορεμένο.
Πῶς βρέθηκες ἐδῶ, παιδί μου; τὸν ρωτάει μὲ
πραότητα καὶ στοργή. Οὔτε κι ἐγὼ ξέρω, πατέρα.
Καταλαβαίνω πῶς δὲν εἶμαι ἄξιος γι' αὐτὸν τὸν
τόπο. Ἀλλὰ πές μου, πῶς τὰ περνᾶς ἐδῶ; πῶς
ἦρθες;
Τίνος εἶναι αὐτὸ τὸ παλάτι;
Ἡ φιλανθρωπία τοῦ ΣΩΤΗΡΟΣ Χριστοῦ μὲ τὶς
πρεσβεῖες τῆς Παναγίας, πού τῆς εἶχα ἰδιαίτερη
εὐλάβεια, μὲ ἀξίωσε νὰ καταταχθῶ σ' αὐτὸ τὸ μέρος.
Ἦταν μάλιστα νὰ μπῶ σήμερα μέσα στὸ παλάτι ὁ
οἰκοδόμος ὅμως, πού τὸ χτίζει, πέρασε μία ταλαιπωρία- ἔβγαλε ἀπόψε τὸ δόντι του- κι ἔτσι δὲν
τέλειωσαν οἱ σαράντα μέρες τῆς οἰκοδομῆς του. Γιὰ
τὸ λόγο αὐτὸ θὰ μπῶ αὔριο.
Ὕστερα ἀπ' αὐτὰ ὁ Γεώργιος ξύπνησε δακρυσμένος καὶ ἔκπληκτος, ἀλλὰ καὶ μὲ ἀπορίες.
Πέρασε τὴν ὑπόλοιπη νύχτα ἀναπέμποντας
αἴνους καὶ δοξολογίες στὸ Θεό. τὸ πρωί, μετὰ τὴ
θεία λειτουργία, πῆρε πρόσφορα, νάμα καὶ ἁγνὸ κερὶ
καὶ ξεκίνησε γιὰ τὸ ἐξωκκλήσι τῶν ἁγίων Ἀποστόλων. Ὁ παπά-Δημήτρης τὸν ὑποδέχθηκε μὲ χαρά:
Τώρα μόλις τελείωσα κι ἐγὼ τὴ θεία λειτουργία.
Ἔτσι ὁλοκληρώθηκε τὸ σαρανταλείτουργο. Αὐτὸ τὸ
εἶπε γιὰ νὰ Μὴν τὸν λυπήσει.
Ὁ ἐπισκέπτης τότε τοῦ διηγήθηκε τὸ νυχτερινό
του δράμα.
Ὅταν ἔφτασε στὸ σημεῖο πού ὁ πατέρας του
δὲν μπῆκε στὸ παλάτι, γιατί ὁ οἰκοδόμος ἔβγαλε
τὸ δόντι του, ὁ πάπα-Δημήτρης ἔνιωσε φρίκη, ἀλλὰ
καὶ θαυμασμό.
Ἐγὼ εἶμαι, ἀγαπητέ μου, ὁ οἰκοδόμος πού ἐργάστηκε στὴν οἰκοδομὴ τοῦ παλατιοῦ, εἶπε μὲ χαρά.
Σήμερα δὲν λειτούργησα, γιατί ἔβγαλα τὸ δόντι
μου. θὰ λειτουργήσω ὅμως τὴ Δευτέρα, κι ἔτσι θὰ
ὁλοκληρώσω τὸ πνευματικὸ παλάτι τοῦ πατέρα σου.
Θαύματα καὶ ἀποκαλύψεις
ἀπὸ τὴ Θεία Λειτουργία
Ἔκδοση Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου Ἀττικῆς

3

ἀπόψεις
Ἰατρεῖο
ἡ Ἐκκλησία

Τοῦ Μητροπολίτη Λεμεσοῦ Ἀθανασίου

Θὰ προσπαθήσουμε παιδιὰ νὰ ἔχουμε μιὰ σειρὰ
ὁμιλιῶν σάν μιὰ βάση γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ προχωρήσουμε στὴν ἀληθινὴ γνώση τῆς πνευματικῆς ζωῆς,
διότι οἱ πατέρες τῆς ἐκκλησίας μας, ἔδιδαν πολλὴν
βάσιν καὶ πολλὴ προσοχήν, ὥστε ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν
ἀρχὴ ποὺ θὰ ἀρχίσει νὰ ξεκινήσει τὴν πνευματικήν
του ζωὴ νὰ βάλει πολὺ σωστά τα πράγματα μέσα του.
Διότι ἡ πνευματικὴ ζωή, ἡ ἐν Χριστῷ ζωὴ ἔχει πολὺ
λεπτότητα, καὶ πολλὴν ἀκρίβεια. Εἶναι παραδείγματος
χάριν ὅπως μιὰ χημικὴ ἐξίσωση στὴν ὁποία τὰ στοιχεῖα
πρέπει νὰ μποῦν μὲ πολὺ σωστὸν τρόπο, διότι ἂν δὲν
τοποθετηθοῦν σωστὰ θὰ ἔχουμε λάθος ἀποτελέσματα
καὶ καμιὰ φορᾶ αὐτὰ τὰ ἀποτελέσματα εἶναι πολὺ
ὀδυνηρὰ κυρίως στὸν πνευματικὸ χῶρο, στὴν πνευματικὴ πορεία μας, καὶ ἔτσι ἔδιδαν πολὺ προσοχὴ ὥστε
ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ποὺ θὰ ἀρχίσει ὁ ἄνθρωπος νὰ λάβει
σωστὲς γνώσεις, τὴν σωστὴ γνώση.
Γὶ αὐτὸ καὶ ἐγὼ ἐθεώρησα καλὸ νὰ ἀρχίσουμε νὰ
μιλοῦμε ἀπὸ τὴν πρώτην βάση, ἀπὸ τὴν βάση αὐτὴν
τῆς γνώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἂν
καὶ ἤσαν ἄνθρωποι πνευματικοὶ καὶ θεολόγοι, ὄχι μὲ
τὴν ἔννοια τῶν σημερινῶν ποὺ σπουδάζουν σὲ πανεπιστήμια καὶ παίρνουν ἕνα χαρτὶ ποὺ λέει θεολόγοι,
ἀλλὰ ἦταν θεολόγοι ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ὁμιλοῦσαν
μὲ τὸν Θεόν.
Ὁμιλοῦσαν περὶ Θεοῦ ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τους, ἔγραψαν λόγους καὶ ἔργα περὶ τοῦ ἀνθρώπου. Ἀκόμα
ξέρετε ὅτι ἡ ἁγία γραφή, ἡ παλαιὰ διαθήκη ἀρχίζει τὸν
λόγο της πρὸς τοὺς ἀνθρώπους μὲ τὸ νὰ ὁμιλεῖ περὶ
τῆς κτήσεως τοῦ κόσμου καὶ τῆς κτίσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ἔτσι λοιπὸν καὶ ἐγὼ σήμερα θὰ προσπαθήσω
νὰ πῶ μερικὰ πράγματα γὶ αὐτὸ τὸ μεγάλο γεγονός,
γιὰ νὰ καταλάβουμε τὸ πόση σημασίαν ἔχει τό νὰ
εἶναι κανεὶς ἄνθρωπος καὶ τὸ ὅτι πόση σημασίαν ἔχει
τό ὅτι ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος καὶ ἔδωσε σὲ ἐμᾶς τὴν
δυνατότητα νὰ γίνομεν Θεοί.
Γι' αὐτὸ λοιπὸν θὰ πῶ μερικὰ πράγματα ποὺ
ἀσφαλῶς θὰ ξέρετε κι ἀπὸ τὰ σχολεῖα ἀπὸ τὰ παιδικὰ χρόνια ἀλλὰ εἶναι ἀπαραίτητα γιὰ νὰ μπορέσουμε
πάνω σε αὐτά, νὰ οἰκοδομήσουμε τὸ ὑπόλοιπο οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖο μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ θὰ προσπαθήσουμε νὰ ἐπιτύχομεν.
Εἶναι γνωστὸ σὲ ὅλους μας ὅτι λέμε στὴν ἐκκλησία,
ὅτι ὁ Θεὸς ἔγινεν ἄνθρωπος γιὰ νὰ θεώσει τὸν ἄνθρωπο. Ἐμεῖς οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι δηλαδὴ οἱ ἄνθρωποι
οἱ μετὰ τὴν πτώση τοῦ πρώτου Ἀδὰμ δηλαδὴ τοῦ
πρώτου ἀνθρώπου, δὲν γνωρίζουμε πῶς ὁ ἄνθρωπος
βγῆκε ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. Ξέρουμε βέβαια ἀπὸ
τὴν Ἁγία Γραφὴ ὅτι ὁ Θεὸς ἔκανε τὸν ἄνθρωπον κατ'
εἰκόνα Του καὶ καθ' ὁμοίωσή Του.
Ἡ Ἁγία Γραφὴ δὲν εἶναι ἕνα βιβλίο ἐπιστημονικὸν
οὔτε βιβλίο ἀνθρωπολογίας, οὔτε γεωγραφίας, οὔτε
ἀστρονομίας, οὔτε τίποτα ἀπὸ ὅλα αὐτά. Καὶ εἶναι
γελοῖοι φόβοι αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι παρουσιάζονται κατὰ
καιροὺς οἱ ὁποῖοι φοβοῦνται μήπως ἂν τυχὸν βρεθοῦν ἀπολιθώματα ἢ ἂν τυχὸν βρεθοῦν ἀστροναῦτες,
οἱ ὁποῖοι θὰ ἀνακαλύψουν ἄλλες ζωὲς σὲ ἄλλους
πλανῆτες, τότε τί θὰ πάθει ἡ ἐκκλησία δηλαδή, καὶ
τί θὰ πάθει ἡ Ἁγία Γραφή, τρόπον τινὰ κινδυνεύει
νὰ καταρρεύσει.
Δὲν ὑπάρχει κανένας τέτοιος κίνδυνος διότι ἡ Ἁγία

4

Γραφὴ ὁμίλησε περὶ ἄλλου γεγονότος. Τὸ γεγονὸς τὸ
ὁποῖο ἀφορᾶ ἐμᾶς τοὺς χριστιανοὺς εἶναι ὅτι ὁ Θεὸς
ἐκ τοῦ μὴ ὄντος ἐκ τοῦ μηδενὸς ἀπὸ ἄπειρην ἀγάπη
κινούμενος δημιούργησεν τὸν ἄνθρωπον. Δημιούργησε
τὸν ἄνθρωπον κατ' εἰκόνα δική Του καὶ καθ' ὁμοίωσίν Του.
Δηλαδὴ τοῦ ἔδωσε τὴν εἰκόναν του, ὅλα τά χαρίσματα πού ἔχει αὐτός, δηλαδὴ τρόπον τινὰ ἔκανε
ἕνα ἀντίτυπο τοῦ ἑαυτοῦ του, μίαν φωτογραφία τοῦ
ἑαυτοῦ του, αὐτὸ σημαίνει κατ' εἰκόνα. Ὅσα ἔχει ὁ
Θεὸς στὴν φύσην του τὰ ἔδωσε ὡς δῶρο, ὡς δωρεὰν
- χάρη, σὲ ἐμᾶς, καὶ ἔτσι δεικνύει τὴν μεγάλη ἀξία τοῦ
ἀνθρώπου, διότι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὁ βασιλιὰς ὅλης τῆς
κτήσεως, εἶναι τὸ κέντρο ὁλοκλήρου τῆς δημιουργίας.
Γνωρίζομεν ἀπὸ τὴν ἀποκάλυψη ὅτι ὁ πρῶτος
ἄνθρωπος ὁ Ἀδὰμ ὁ ὁποῖος εἶχε ὡς κύριον ἔργον εἰς
τὸν παράδεισον (εἰς αὐτὸν τὸν χῶρο ὅπου ὁ Θεὸς τὸν
ἔβαλε, λειτουργοῦσαν ὅλες οἱ δυνάμεις μέσα του φυσιολογικά). Κι ἔτσι ὁλόκληρη ἡ ἀγάπη του, ὁλόκληρη
ἡ ἐπιθυμία του, ὁλόκληρος ὁ νοῦς του, ὁλόκληρη ἡ
καρδιά του, ἡ ἰσχύς του ἡ δύναμίς του, ἐλειτουργοῦσαν
πρὸς τὸν Θεὸν καὶ διὰ τοῦ Θεοῦ εἰς τὴν κτίσιν. Ἀγκάλιαζε τὴν κτίσιν ὁλόκληρη μὲ φυσικὸν τρόπον ὁ Ἀδάμ,
διότι ὁλόκληρες οἱ δυνάμεις του ἤσαν ἑνοποιημένες
δὲν εἶχε ἀκόμα διασπασθεῖ ἡ προσωπικότητά του.
Ξέρομεν ὅτι μετὰ τὴν παράβασιν τῆς ἐντολῆς τοῦ
Θεοῦ ἀμέσως διακόπηκε ἡ κοινωνία μὲ τὸν Θεό, διασπάσθηκε ἡ προσωπικότητα καὶ ἔτσι ἔχουμε πλέον
τὴν εἰσβολὴ μέσα στὸν ἄνθρωπον τῶν παθῶν καὶ τῆς
ἁμαρτίας. Ἡ ἁμαρτία καὶ τὰ πάθη δὲν εἶναι τίποτε
ἄλλο παρὰ διαστροφὲς τῶν ἀνθρωπίνων κατὰ φύσιν
ἐνεργειῶν αὐτῶν δηλαδὴ τῶν δωρεῶν ποὺ ὁ Θεὸς
ἔδωσε στὸν ἄνθρωπο. Δηλαδὴ ὁ Θεὸς ἔδωσε στὸν
ἄνθρωπον τὴν ἀγάπη, ἀφοῦ αὐτὸς εἶναι ἀγάπη, καὶ
διεστράφη ἡ ἀγάπη καὶ ἔγινε μίσος. Ἀπὸ ἀνιδιοτελὴς
ἀγάπη ἔγινε ἰδιοτελὴς ἀγάπη.
Ὁ Θεὸς ἔδωσε στὸν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου ὡς ἔργον,
τὴν ἀδιάλειπτον προσευχή, ἡ ἀδιάλειπτος προσευχὴ
δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο πάρα ἡ συνεχὴς θεωρία τοῦ
Θεοῦ, κι ὅμως μὲ τὴν πτώση ἐσταμάτησε αὐτὸ τὸ
ἔργο καὶ ὁ νοῦς ἐστράφη εἰς τὴν ὕλην, ἐστράφηκεν εἰς
τὸν κόσμον, εἰς τὴν κτίσιν καὶ ἐλάτρευσε τὴν κτίσιν
ἀντὶ τὸν Κτίστην. Καὶ ἔτσι ἔχουμε τὰ γεννήματα τῆς
εἰδωλολατρίας; ἡ ὁποία βέβαια δὲν ἦταν μόνον πρὸ
Χριστοῦ ἀλλὰ συνεχίζει μέχρι σήμερα μὲ διαφορετικὲς
φάσεις καὶ μὲ διαφορετικὰ ἐνδύματα.
Ἔχουμε τὴν πορεία τοῦ ἀνθρώπου μέσα στοὺς
αἰῶνες, ἔχουμε τὴν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ εἰς τὸν
ἐκλεκτὸ λαὸ τοῦ Ἰσραήλ, καὶ ἐν συνεχεία τὴν εἰσβολὴ
τοῦ Θεοῦ εἰς τὸν κόσμο, τὴν σάρκωση τοῦ Θεοῦ Λόγου. Ὁ Χριστὸς ἦλθε στὸν κόσμο, ὄχι γιὰ νὰ μᾶς δώσει
τὸ εὐαγγέλιον ὡς σύνολο ἀληθειῶν. Τὸ εὐαγγέλιον δὲν
εἶναι ἕνα βιβλίο ὅπως τὸ κοράνι τὸ ὁποῖο ἔπεσε ἀπὸ
τὸν οὐρανὸν καὶ λέει μέσα φιλοσοφίες οἱ ὁποῖες εἶναι
ἔτσι ἀφ' ἑαυτοῦ τους στηριγμένες ἔτσι γιὰ νὰ ἀποτελοῦν ἕνα νόμο καὶ ἕναν κώδικα στοὺς ἀνθρώπους. Τὸ
εὐαγγέλιο δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ ἐμπειρία τῶν
Ἀποστόλων ποὺ ζοῦσαν μαζὶ μὲ τὸν Χριστό.
Ὁ Χριστὸς ἦλθε στὸν κόσμο ὄχι γιὰ νὰ μᾶς ἀποκαλύψει ἰδέες, ἢ γιὰ νὰ μᾶς δώσει μιὰ φιλοσοφία, ἢ
μερικὲς ἀρχές, ἀλλὰ ἦλθε στὸν κόσμο γιὰ νὰ μᾶς δώσει
τὸν Ἑαυτόν Του, ὁ ὁποῖος δίδεται στὸν κόσμο καθημερινῶς εἰς τὴν ἐκκλησίαν εἰς τὴν θείαν εὐχαριστίαν.
Αὐτὸ ἦταν τὸ νόημα τῆς σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου.
Καὶ δίδοντας τὸν Ἑαυτόν Του στὸν κόσμο, ταυτόχρονα ἀνέλαβε τὸν κόσμο ἐπάνω του, ἔγινε ἄνθρωπος,
ἐθέωσεν τὴν ἀνθρώπινην φύση τὴν δικήν Του, τὴν
ἀνέλαβεν εἰς τὸν οὐρανόν, τὴν ἐκάθισεν ἐκ δεξιῶν τοῦ
Θεοῦ Πατρὸς καὶ ἐν συνεχεία μᾶς ἔδειξεν ὅτι καὶ σὲ
ἐμᾶς πλέον ἀνήκει αὐτὸς ὁ δρόμος καὶ αὐτὴ ἡ θέσις
τῆς δόξας τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος, τοῦ ἀνθρώπου
στὸ σύνολό του. Ὁ ἄνθρωπος πλέον δὲν εἶναι μόνον
ψυχὴ ἢ μόνον μία ἠθικολογία, ἀλλὰ συνολικὰ ἄνθρωπος σὲ ὅλο του τὸ εἶναι.
Παραλαμβανόμενος ὁ Θεὸς εἰς τὸν οὐρανὸν ἄφησε στὸν κόσμο τὴν ἐκκλησίαν. Καὶ ἡ ἐκκλησία εἶναι
ἀκριβῶς ὁ πνευματικὸς χῶρος εἰς τὸν ὁποῖο παραδόθηκεν ἀπὸ γενεὰ σὲ γενεὰ ὡς ἐμπειρία πλέον ἡ γνῶσις
τοῦ Θεοῦ, τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, ἔτσι ἡ ἐκκλησία μας

ἀπὸ τότε ποὺ ἦλθε ὁ Χριστός, ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῆς
Πεντηκοστῆς, ἔλαβε σὰν παρακαταθήκη, σὰν θησαυρόν, σὰν δῶρον, σὰν κληρονομιὰ αὐτὴν τὴν χάριν τοῦ
Ἁγίου Πνεύματος.
Καὶ αὐτὴν τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δίδει ἀπὸ
γενεὰ σὲ γενεὰ εἰς τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἀκολουθοῦν αὐτὴ τὴν μέθοδο τῆς ἐκκλησίας, τὴν μέθοδο τῶν
Ἀποστόλων, καὶ ἔτσι ἔχουμε μέσα σὲ αὐτὴν τὴν πορεία
τὸ σύνολον τῶν Ἁγίων οἱ ὁποῖοι εἶναι ἡ ἐπαλήθευσις
τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, ἡ ἐπαλήθευσις τοῦ εὐαγγελίου.
Πολλὲς φορὲς διερωτώμεθα ὅλοι καὶ ἰδιαίτερα οἱ
νέοι ἄνθρωποι γιὰ τὸ γεγονὸς τῆς ὑπάρξεως τῆς ἁμαρτίας. Καὶ γιατί μιὰ πράξις εἶναι ἁμαρτία καὶ τί σημαίνει
ἁμαρτία. Αὐτὸ ἔχει μεγάλη σημασία γιὰ τὸ θέμα μας
γιὰ τὸν ἄνθρωπον. Διότι ὅπως εἴπαμε προηγουμένως
ἐμεῖς, δὲν γνωρίζουμε ποιὸς εἶναι ὁ κατὰ φύσιν ἄνθρωπος, δὲν εἴδαμε τὸν πρῶτον ἄνθρωπον. Ξέρουμε τὸν
σημερινὸν ἄνθρωπον τὸν ἑαυτὸ μας τοὺς γύρω μας, οἱ
ὁποῖοι μποροῦμε νὰ ποῦμε κανεὶς ἀπὸ ἐμᾶς δὲν εἶναι
ὁ φυσιολογικὸς ἄνθρωπος, ὁ κατὰ φύσιν ἄνθρωπος.
Ἔχουμε δηλαδὴ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἔπλασεν ὁ Θεὸς
τὸν Ἀδὰμ ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ κατὰ φύσιν ἄνθρωπος,
ἔχουμε μετὰ τὴν πτῶσιν τὸν ἄνθρωπον ποὺ εἴμαστε
ἐμεῖς, ποὺ γνωρίζουμε, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ παρὰ τὴν
φύσιν ἄνθρωπος, ὁ ὑπάνθρωπος ἃς τὸ ποῦμε καὶ ἔτσι
ἔχουμε μετὰ τὴν σάρκωση τοῦ Χριστοῦ τὸν νέον Ἀδὰμ
ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ θεάνθρωπος. Ἔχουμε τὸν ἄνθρωπον,
τὸν ὑπάνθρωπον, καὶ τὸν θεάνθρωπον.
Τώρα ἡ ἐκκλησία καλεῖ ὅλους μας ὁ Χριστὸς νὰ
προχωρήσουμε, νὰ ἀναλάβουμε, νὰ βροῦμε τὸν ἑαυτό
μας, νὰ βροῦμε τὸν πραγματικὸν ἑαυτό μας. Αὐτὴ ἡ
εὕρεσις τοῦ πραγματικοῦ ἐαυτοῦ, δὲν εἶναι τίποτα
ἄλλο παρὰ μιὰ πορεία ἐπιστροφῆς πρὸς τὰ πίσω.
Δηλαδὴ νὰ ἐπιστρέψουμε εἰς τὴν κατὰ φύσιν δημιουργίαν μας. Ἐκεῖ ὅπου, ὅπως ὁ Θεὸς μᾶς ἔπλασε, καὶ ἐν
συνεχεία ἀφοῦ ἐργασθοῦμεν αὐτὸν τὸν χῶρον, αὐτὴν
τὴν θέσιν, νὰ ὑπερβοῦμεν ἀκόμα καὶ αὐτὴν τὴν θέσιν
καὶ νὰ ἀνέβουμε εἰς τὴν ὑπερφυσικὴν κατάστασιν ἡ
ὁποία εἶναι ἡ θέωσις καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι ἠθικολογία
οὔτε φιλοσοφία, ἀλλὰ εἶναι ἐμπειρία. Καὶ δόξα τῷ
Θεῶ, εἰς τὴν ἐκκλησία μας μέχρι σήμερα ὑπάρχουν
ἄνθρωποι καὶ θὰ ὑπάρχουν ἄνθρωποι πάντοτε, οἱ
ὁποῖοι ἔφτασαν σὲ αὐτὴν τὴν κατάστασιν τῆς θεώσεως
καὶ σ' αὐτὴν τὴν κατάστασιν λειτουργοῦν πλέον ὅλες
οἱ ἐνέργειες τὶς ὁποῖες ἔδωσε ὁ Θεὸς σὲ ἐμᾶς, εἰς τὴν
ὥρα τῆς δημιουργίας μας καὶ ἀποδεικνύουν ἀνὰ πάσα
στιγμή, ὅτι αὐτὰ τὰ ὁποῖα ὁ Χριστὸς ἐφανέρωσε στὸν
κόσμο εἶναι πραγματικότητες καὶ ἀλήθεια.
Ἐὰν θέλαμε σήμερα νὰ κατατάξουμε τὴν θεολογία,
τὴν ἐκκλησία, στὸ Πανεπιστήμιο ἃς τὸ ποῦμε, στὸν
χῶρο τοῦ πανεπιστημίου, θὰ ἦταν μεγάλο λάθος ἐὰν
τὴν κατατάσσαμε ὅπως κατατάχθηκε δυστυχῶς εἰς τὸν
χῶρον τῆς φιλοσοφικῆς σχολῆς, ἢ τῆς νομικῆς σχολῆς,
ἢ τῆς ψυχολογικῆς σχολῆς, ἢ τῶν κοινωνιολογικῶν
ἐπιστημῶν κτλ.
Τὸ ὅτι εἰς τὸν Ἑλλαδικὸ χῶρον ἡ θεολογικὴ σχολὴ
κατετάχθηκεν στὶς θεωρητικὲς ἐπιστῆμες, εἶναι ἀποτέλεσμα ἀκριβῶς μιᾶς λανθασμένης νοοτροπίας, μιᾶς
δυτικῆς ἐπίδρασης κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ θεολογία, ἡ
ἐμπειρία τοῦ θεοῦ ἦταν θέμα γνωσιολογικό. Ὁπόταν
ἦταν φιλοσοφία καὶ ἦταν νοησιαρχία. Σήμερα ἕνας
ὀρθόδοξος, ἕνας ἅγιος, θὰ κατέτασσε ἄνετα τὴν ἐκκλησία εἰς τὴν ἰατρικὴ σχολή. Διότι ἡ ἐκκλησία δὲν εἶναι
τίποτε ἄλλο παρὰ ἕνας πνευματικὸς χῶρος, ὅπου θεραπεύεται ὁ πνευματικὰ ἄρρωστος ἄνθρωπος. Καὶ δὲν
τὸν θεραπεύει ὡς διὰ μαγείας οὔτε τὸν θεραπεύει μὲ
εὐχές, ἀλλὰ τὸν θεραπεύει μὲ συγκεκριμένη μέθοδο, ἡ
ὁποία μέθοδος ἔχει πειραματισθεῖ ἐπὶ τῶν ἁγίων, ἔχει
ἀποδείξει τὴν ἀλήθειαν τῆς μεθόδου ἔχει καταντήσει
σὲ ἀξίωμα, καὶ ἔχει ἀναχθεῖ πλέον σὲ ἐπιστημονικὴν
ὁδόν, διότι χιλιάδες ἑκατομμύρια ἄνθρωποι διὰ τῆς
μεθόδου αὐτῆς βρῆκαν τὴν πνευματικὴν ὑγείαν καὶ
τὴν πνευματικὴν ἰσορροπίαν. Ἡ ὁποία δὲν εἶναι τίποτε
ἄλλο παρὰ ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὸν χῶρον,
εἰς τὸν τρόπον, εἰς τὸ ἀξίωμα, τῆς πρώτης δημιουργίας
του ἀπὸ τὸν Θεόν, καὶ ἐν συνεχεία τῆς ἀναβάσεως
του εἰς τὴν κατάστασιν τῆς θεώσεως.
Εἴπαμε λοιπὸν ὅτι ἡ ἐκκλησία κατατάσσεται ἀπὸ
ὀρθόδοξον ἄποψη εἰς τὸν χῶρον τῆς ἰατρικῆς, διότι

5

5

πρόκειται πράγματι περὶ ἰατρείας. Καὶ σὲ αὐτὸ τὸ
νοσοκομεῖον τὸ πνευματικόν, ὁ ἰατρὸς δὲν εἶναι ἄνθρωπος, ἀλλὰ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος λειτουργεῖ,
διακονεῖ τοὺς ἀσθενεῖς ἀνθρώπους, διὰ τῶν ἁγίων του
οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἐμπειρία αὐτῆς τῆς θεραπευτικῆς ὁδοῦ.
Ἀπὸ τὴν μικρή μου πείρα, τὴν προσωπική μου ὡς
ἀσθενὴς ἄνθρωπος, καὶ ἀπὸ τὴν πείρα μου ὡς ἱερέας,
μοναχός, μπορῶ νὰ πῶ ὅτι πράγματι εἶναι γεγονὸς ὅτι
συναντοῦμε καθημερινὰ ὁλόκληρην αὐτὴν τὴν τραγωδία
τῆς διασπάσεως τῆς ἀνθρώπινης προσωπικότητας. Καὶ
ἀνακαλύπτουμεν ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶναι ἡ μεγαλύτερη
ἀσθένεια τοῦ ἀνθρώπου.
Λέω καμιὰ φορᾶ καὶ στὸν ἑαυτό μου καὶ σὲ ἄλλους
ἀνθρώπους, ὅτι θὰ ἦταν εὐχῆς ἔργον ἡ ἁμαρτία νὰ
ἐθεράπευε τὸν ἄνθρωπον καὶ σήμερα οἱ πιὸ πολλοὶ
ἄνθρωποι θὰ ἦταν ὅλοι ὑγιεῖς ἢ τουλάχιστον εὐτυχισμένοι. Διότι σήμερα ἐκαταργήθηκε αὐτὴ ἡ ἔννοια καὶ
ἐθεοποιήθηκε ἡ ἁμαρτία, καὶ ἄραγε λοιπὸν ἂν κάνεις
πράγματα τὰ ὁποῖα εἶναι παραβάσεις τῆς κατὰ φύσιν
δημιουργίας σου, θεωροῦνται φυσιολογικά, ἐνῶ ἂν
ἀντιστρατευθεῖς, θεωρεῖται αὐτὸ ὅτι εἶναι παρὰ φύσιν
καὶ ὅτι πρέπει νὰ εἶσαι ἄρρωστος, γιὰ νὰ μὴν κάνεις
αὐτὰ ποὺ κάνουν ὅλοι.
Ὅμως τὸ παράδοξον εἶναι ὅτι, ὅσο ἀπελευθερώνεται
ὁ ἄνθρωπος, ὅσο ἐπιτελεῖ αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐθεωροῦντο
ἢ θεωροῦνται ἁμαρτίες, περισσότερο ἐμπλέκεται σὲ
μιὰ ἄρρωστην κατάστασιν, ὁ ὁποῖος δὲν μπορεῖ νὰ
βγεῖ ἀπὸ μέσα. Καὶ τελικὰ ἐὰν ἡ ψυχὴ του παραμείνει
ζωντανή, τότε θὰ γευθεῖ πολὺ πικρὰ αὐτὸν τὸν δρόμο
στὸν ὁποῖον μπῆκε μέσα καὶ μετὰ πολλῶν δακρύων
θὰ θελήσει νὰ βγεῖ.
Εἶδα ἑκατοντάδες ἀνθρώπους νὰ κλαίουν μὲ μαῦρα
δάκρυα γιὰ τοὺς καρποὺς τῆς ἁμαρτίας. Δὲν εἶδα
κανέναν ἄνθρωπον νὰ κλάψει γιατί ἀκολούθησε τὸν
δρόμο τῆς ἐμπειρίας τῶν ἁγίων. Ἀντίθετα ἐνῶ εἰς τὰ
μάτια τοῦ κόσμου ἐφαίνοντο δυστυχισμένοι, ὅμως αὐτοὶ
ἡ καρδία τους ἦτο γεμάτη μὲ οὐράνια χαρὰ καὶ ἀνέκφραστη μακαριότητα, τὴν ὁποίαν εὐχόμαστε πολλὲς
φορὲς ἔστω ψήγματα, νὰ εἶχαν οἱ ἄνθρωποι γιὰ νὰ
καταλάβουν ποὺ τελικὰ εὑρίσκεται αὐτὴ ἡ εὐτυχία
τὴν ὁποία ψάχνουν.
Ἐπειδὴ εἴπαμε γιὰ τὴ ἁμαρτία καὶ τὶς συνέπειές της,
θὰ ποῦμε καὶ λίγα λόγια γιὰ τὸ τί σημαίνει ἁμαρτία.
Ἀφοῦ λοιπὸν ξέρομεν ὅτι τελικὰ βρισκόμαστε στὴν
κατάσταση τῆς πτώσεως τοῦ ὑπανθρώπου, τοῦ διασπασμένου ἀνθρώπου, τοῦ διασκορπισμένου, τοῦ
ἀνθρώπου ὁ ὁποῖος παρουσιάζει μέσα του πολλοὺς
ἑαυτοὺς καὶ πολλὲς θελήσεις καὶ πολλὲς ἐνέργειες
καὶ ποικιλίαν νοοτροπίας.
Διερωτόμαστε γιατί λοιπὸν μιὰ πράξις νὰ εἶναι
ἁμαρτία, καὶ λένε πολλὰ παιδιά, γιατί πάτερ αὐτὸ τὸ
πράγμα πού εἶναι τόσον ὡραῖον, μᾶς εὐχαριστεῖ, εἶναι
στὰ μάτια μας τόσον λαμπερό, δηλαδὴ ὅπως τὰ ὡραῖα
ροῦχα μέσα στὶς βιτρίνες, ἡ ἐκκλησία νὰ ἔρχεται νὰ
μᾶς ἀπαγορεύει νὰ τὸ δοκιμάσουμε, μᾶς ἀπαγορεύει
νὰ τὸ χαροῦμε;
Δηλαδὴ ἡ ἐκκλησία εἶναι τόσο σκληρή; Ἐμφανίζεται
στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων σὰν μιὰ κακὴ μάγισσα, ἡ
ὁποία δὲν ἀφήνει τὰ μικρὰ παιδιά της νὰ γευθοῦν
καὶ νὰ χαροῦν τὴν ζωή τους; Γιατί ἔτσι τῆς κατέβηκε
τῆς ἐκκλησίας νὰ πεῖ, ἃς ποῦμε, ὅτι αὐτὲς οἱ πράξεις
εἶναι ἁμαρτία; Ἤ μήπως ὁ Θεὸς ἐκάθισε καὶ σκέφθηκε ἐκεῖ στὸν οὐρανὸ ποὺ εἶναι καὶ εἶπε: "νὰ βγάλω
μερικὲς πράξεις σὰν ἁμαρτίες, γιὰ νὰ τυραννῶ τοὺς
ἀνθρώπους";
Αὐτὲς οἱ ἀντιλήψεις ἐδόθησαν εἰς τὸν μεσαίωνα
εἰς τὴν δύσιν, καὶ ἐν μέρει εὑρίσκονται καὶ εἰς τὸν
μουσουλμανισμὸ καὶ ἔτσι ἃς ποῦμε εἰσχώρησαν καὶ
στὸν λαόν μας. Εἰς τὴν ὀρθόδοξόν μας παράδοσιν
οὐδέποτε ὑπῆρχε αὐτὴ ἡ ἀντίληψις. Ἡ ἁμαρτία εἶναι
ἁμαρτία ὡς συγκεκριμένες πράξεις, διότι δὲν εἶναι μὲς
τὴν φύσιν τοῦ ἀνθρώπου. Διότι ὁ πρῶτος ἄνθρωπος, ὁ
Ἀδάμ, εὑρισκόμενος εἰς τὸν παράδεισο, εὑρισκόμενος
εἰς τὴν κατὰ φύσιν δημιουργία του δὲν ἔπραττε αὐτὰ
τὰ πράγματα, δὲν λειτουργοῦσε κατ' αὐτὸν τὸν τρόπον.
Ὁπότε ἡ ἁμαρτία δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ τὰ
συμπτώματα καὶ ἡ ἴδια ἡ ἀρρώστια καὶ οἱ ἐντολὲς
τοῦ Θεοῦ, τὸ νὰ μὴν πεῖς ψέματα, νὰ μὴν κλέψεις,
νὰ μὴν σκοτώσεις, νὰ μὴν ἐπιθυμήσεις νὰ μὴν κάνεις
σαρκικὲς ἁμαρτίες, αὐτὰ δὲν εἶναι τίποτα ἄλλο παρὰ

τὰ ἀντίδοτα καὶ παρὰ ἡ θεραπευτικὴ ἀγωγὴ ἡ ὁποία
δίδεται ὥστε ὁ ἄνθρωπος νὰ ἀποβάλλει ἀπὸ μέσα του
αὐτὸ τὸ δηλητήριο τῆς ἀσθένειας καὶ νὰ μπορέσει νὰ
λειτουργήσει κατὰ φύσιν.
Καὶ ἔτσι μὲ πολλὴ φιλανθρωπία καὶ μὲ πολλὴ ἀγάπη ὁ Θεός, ἐντόπισε τὴν ἁμαρτία γιὰ νὰ μᾶς εὐκολύνει,
κατ' ἀκρίβεια ὁ Θεὸς δὲν ἔπρεπε νὰ μᾶς δώσει ἐντολές,
εἶναι προσβολὴ στὴν ἀνθρώπινη φύση οἱ ἐντολές. Γὶ
αὐτὸ καὶ ὅταν ὁ ἄνθρωπος ὑπερβεῖ, φύγει ἀπὸ τὴν
κατάσταση τοῦ δούλου, τότε καταργοῦνται καὶ οἱ
ἐντολές. Διότι ὅπως λέει καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος
“δικαίω νόμος οὐ κείται”, στὸν δίκαιο δὲν ὑπάρχει
νόμος. Διότι πλέον ὁ δίκαιος λειτουργεῖ φυσιολογικά.
Δὲ χρειάζεται νὰ τοῦ πεῖ ὁ Θεὸς δηλαδή, νὰ μὴ
κλέβει ἂν μὴ λέει ψέματα, νὰ μὴν ἁμαρτάνει. Διότι
ἡ φύσις του πλέον λειτουργεῖ ἁρμονικά, καὶ αὐτὴ
ἡ ἐνάρετος ζωὴ εἶναι πλέον φύσις γὶ αὐτόν, καὶ δὲν
χρειάζονται οἱ ἐντολές, μένει μόνον τρία πράγματα, ἡ
πίστις εἰς τὸν Θεόν, ἡ ὁποία πίστις δὲν εἶναι θεωρία,
δὲν εἶναι φιλοσοφία ἃς τὴν ποῦμε, γιατί εἶναι θεωρία
ἀπὸ τὸ ρῆμα θεωρῶ-βλέπω, εἶναι ὅρασις τοῦ Θεοῦ,
ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ.
Μένει ἡ ἐλπὶς εἰς τὴν ἔλευσιν τοῦ Χριστοῦ καὶ
εἰς τὴν εἴσοδον τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ
Θεοῦ, καὶ μεῖζον πάντων ἡ ἀγάπη, δηλαδὴ ἡ ἕνωσις,
αὐτὴ ἡ ἐρωτικὴ ἕνωσις τοῦ ἀνθρώπου μετὰ τοῦ Θεοῦ
καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἄνθρωπος θεοῦται καὶ ταυτόχρονα ἀγκαλιάζει κατὰ τρόπον ἀπόλυτον ὁλόκληρην
τὴν δημιουργίαν σὲ σχέσιν ἀγάπης, σὲ σωστὴν σχέσιν
ἀγάπης ὡς ἄνθρωπος ὑγιὴς καὶ θεραπευμένος ἀπὸ
τὴν ἁμαρτία.
Εἶναι γεγονὸς ὅτι ὁ ἄνθρωπος ζεῖ μία τραγωδία
μέσα του καὶ εἶναι τραγωδία τῆς διασπασμένης προσωπικότητάς του. Βλέπετε ὁ ἄνθρωπος (ὅπως εἴπαμε
προηγουμένως), ἀποφασίζει νὰ κάνει ἕνα ἔργον ἀγαθόν,
σὲ λίγον ὅμως πιεζόμενος ἀπὸ ἐξωτερικοὺς καὶ ἐσωτερικοὺς παράγοντες, κάνει ἄλλα πράγματα ἀπὸ ὅ,τι
θέλει, τὸν πιάνουν οἱ τύψεις, οἱ ἐνοχές, δημιουργεῖται
μέσα του τρόπον τινὰ μία διάσπασις, ἄλλα θέλει καὶ
ἄλλα κάνει. Εἶναι τὰ συμπτώματα τῆς ἀρρώστιας, τῆς
ἀσθενείας.
Ὅμως πρέπει νὰ μάθουμε ὅτι ἡ σχέσις μας μὲ τὸν
Θεὸν δὲν εἶναι σχέσις ἀναμαρτησίας, δηλαδὴ δὲν εἶναι
ὅτι ἐμεῖς θὰ καταστοῦμε ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ἀναμάρτητα ὄντα, καὶ ἠθικὲς προσωπικότητες τέλειες,
ὥστε ἀπὸ αὐτὰ νὰ βγαίνει μία χαρὰ ἡ ὁποία ἔχει ὡς
βάσιν τὸν ἐγωισμὸ καὶ τὴν οἴηση. Ἡ σχέσις μας μὲ τὸν
Θεὸ εἶναι σχέσις ἀγάπης, σχέσις παιδιῶν πρὸς τὸν πατέρα τους. Καὶ σχέσις (γιὰ νὰ ποῦμε τὴν ὁρολογία τῶν
πατέρων), σχέσις μετανοίας. Στὴν ὀρθόδοξη ἐκκλησία
δὲν ὑπάρχει ἀναμαρτησία, ὑπάρχει μετάνοια.
Ἡ μετάνοια εἶναι δηλαδὴ αὐτὴ ἡ αἴσθησις τοῦ
ἀνθρώπου ὅτι ὄντως παραβαίνει τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ,
ἡ ὁποία ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ θεραπεία του καὶ λειτουργεῖ διεστραμμένα. Ὅταν αἰσθανθεῖ τὴν διαστροφὴ
τῆς σχέσεώς του, τότε ἀρχίζει νὰ προσεύχεται. Αὐτὴ
ἡ προσευχὴ εἶναι ἡ ἐκζήτησις τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ,
τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ, διότι ὁ Θεὸς εἶναι πρόσωπο,
ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἰδέα.
Ὁ Θεὸς εἶναι πρόσωπο καὶ μάλιστα τὸ κατ' ἐξοχὴν
πρόσωπον βάσει τοῦ ὁποίου δημιουργηθήκαμε καὶ
ἐμεῖς. Καὶ ἐὰν ὁποιαδήποτε προσωπικὴ σχέσις στὸν
κόσμο αὐτὸν ἔχει δύναμιν, φανταστεῖτε πόση δύναμιν
ἔχει, καὶ πόσην ἔντασιν ἔχει ἡ προσωπικὴ σχέσις μετὰ
τοῦ Θεοῦ.
Ὅταν ὁ ἄνθρωπος μπεῖ σωστὰ μέσα σὲ αὐτὸν τὸν
χῶρον τῆς σχέσεώς του μὲ τὸν Θεό, ἀνατέλλει μέσα
του σιγὰ - σιγὰ αὐτὴ ἡ ἰσχυρὰ ἐλπίδα τῆς ἀγάπης
τοῦ Θεοῦ. Παραβλέπει τὸ γεγονὸς τῆς ἁμαρτίας του,
παραβλέπει τὸ γεγονὸς τῆς ἀποστασίας του, παραβλέπει τὸ γεγονὸς τῆς ἀρρώστιας του καὶ ἔχει τὴν
χαρὰν τῆς ἐλπίδας.
Ὅπως ἕνας ἄρρωστος ὁ ὁποῖος εἶναι μὲν στὸ νοσοκομεῖο ὑποφέρει, πονεῖ ἀπὸ τὰ τραύματά του, ἀλλὰ
ξέρει ὅτι εἶναι στὰ χέρια ἑνὸς πολὺ καλοῦ γιατροῦ.
Τὸ νοσοκομεῖο ἔχει πολὺ καλὰ μηχανήματα. Ὑπῆρξαν
κι ἄλλοι πολλοὶ τέτοιοι ἄρρωστοι κι ὅμως ὅλοι ἔγιναν
καλά. Κι ἔτσι μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ὅλα θὰ πᾶνε καλὰ
ἀρχίζει νὰ ἀνατέλλει σιγὰ - σιγὰ ἡ χαρὰ μέσα του.
Ἡ χαρὰ ποὺ δίνει ὁ κόσμος εἶναι χαρὰ ἐξωτερικὴ

διότι ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐξωτερικοὺς παράγοντες. Δηλαδὴ
ἐὰν ἄς ποῦμε ἡ οἰκογένειά μας εἶναι καλή, εὐτυχισμένη,
ἂν οἱ σπουδὲς μας πᾶνε καλά, ἐὰν ὅλες οἱ ἐργασίες
μας, ὅλες οἱ ἐνέργειές μας εἶναι καλὰ καὶ πᾶνε καλά,
αὐτὰ ὅλα τά ἐξωτερικὰ ἐπιδροῦν στὸ ἐσωτερικὸ "εἶναι"
μας συνήθως καὶ μᾶς δημιουργοῦν καὶ ἐμᾶς εὐχάριστες
καταστάσεις καὶ χαρὰ καὶ εὐτυχία.
Ἐὰν τὰ ἐξωτερικὰ γεγονότα δὲν πᾶνε καλά, συνήθως
καὶ ἡ ψυχὴ μας συμβαδίζει καὶ τότε καὶ ἐσωτερικὰ
δὲν πᾶμε καλά. Ὅμως στὸν χῶρο τὸν πνευματικό τῆς
ἐκκλησίας δὲν συμβαίνει ἔτσι. Ἀνεξαρτητοποιεῖται ὁ
ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν ἐπίδραση τοῦ περιβάλλοντός του,
εἶναι ἐλεύθερος ἀπὸ τὸ περιβάλλον του, ἔστω κι ἂν
ὅλα τά ἔξω πᾶνε κακὰ καὶ τὸν ἀπειλοῦν καὶ τὸν
συνθλίβουν. Κι ἂν ἀκόμα τὸν ἐξαφανίσουν ἀπὸ τὸ
πρόσωπο τῆς γῆς, τότε αὐτὴ ἡ χαρὰ καὶ ἡ εἰρήνη
παραμένουν μέσα του διότι πλέον ἀποτελοῦν ἐσωτερικὸ γεγονός.
Εἶναι δηλαδὴ ἐκ τῶν ἔνδον πρὸς τὰ ἔξω, ὄχι ἐκ τῶν
ἔξω πρὸς τὰ ἔνδω, διότι ἀκριβῶς ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ,
ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἔχει τὴν δύναμιν νὰ
εἰσχωρεῖ μέχρι τὸ βαθύτατο "εἶναι" τοῦ ἀνθρώπου. Κι
αὐτὸ ἀπέδειξαν οἱ ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι ἐνῶ ἤσαν καταδιωγμένοι, ἐνῶ ἤσαν φτωχοί, ἐνῶ ἤσαν μέσα στὶς ἐρήμους,
μέσα στὰ σπήλαια, (τοὺς μάρτυρες τοὺς ἔτρωγαν τὰ
λιοντάρια, τοὺς ἔσφαζαν οἱ δήμιοι). Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, ἤσαν ἄνθρωποι εἰρήνης, χαρᾶς καὶ ἄνθρωποι οἱ
ὁποῖοι μποροῦσαν νὰ ἀγκαλιάσουν μὲ ἀπόλυτη ἀγάπη
ἀκόμα καὶ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ τοὺς μισοῦσαν καὶ
τοὺς σκότωναν.
Ὅταν ὁ ἄνθρωπος μπεῖ σωστὰ στὴν πνευματικὴ
ζωή, τότε ἀπὸ τὴν πρώτη κιόλας ὥρα ἀρχίζει νὰ ἀνατέλλει μέσα του τὸ φῶς τῆς ἐλπίδος τοῦ Θεοῦ. Ὅμως
ὁπωσδήποτε ἔχουμε μιὰ πορεία καὶ αὐτὴ ἡ πορεία
θέλει καὶ ἀγώνα θέλει καὶ ὑπομονή, θέλει καρτερία
καὶ προπάντων θέλει τὴν πίστην ὅτι ὁ Θεὸς ὡς καλὸς
ἰατρὸς ἔχει στὰ χέρια του τὴν δική μας πορεία ἡ ὁποία
εἶναι μιὰ συνεργασία τῆς δικῆς μας ἐλευθερίας μὲ τὴν
χάρη καὶ τὴν συνεργασία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ἀπόδειξη εἶναι ὅτι ἐνῶ πολλὲς φορὲς ὅλοι μας λένε
ὅτι δὲν πᾶμε καλὰ καὶ ἀγωνιζόμαστε καὶ δὲν βλέπουμε
τίποτα, ἐν τούτοις δὲν βγαίνουμε ἔξω ἀπὸ τὴν ἐκκλησία, παρὰ τὰ χάλια μας δηλαδή, παραμένουμε στὸν
πνευματικὸ χῶρο τῆς ἐκκλησίας. Διότι ὑπάρχει μία
μυστικὴ ἕλξις, μία μυστικὴ δύναμις μᾶς συγκρατεῖ, παρ'
ὅλη τὴν ἀντίθεση ποὺ συναντοῦμε σὲ κάθε βῆμα μας.
Οἱ ἀντιρρήσεις ποὺ αἰσθανόμαστε μέσα μας, φανερώνουν ὅτι εἴμαστε ἄνθρωποι. Κι ἀλλοίμονο ἂν δὲν
εἴχαμε ἀντιρρήσεις. Θὰ ἤμασταν τοῦβλα δηλαδὴ ἃς
ποῦμε. Κι ἄρνηση τοῦ Θεοῦ, γιατί ὄχι; Κοιτάξτε νὰ
δεῖτε κάτι, ὁ Θεὸς μᾶς ἔδωσε τὸ δικαίωμα νὰ τὸν ἀρνηθοῦμε ἀλλὰ μὲ καλὸ τρόπο ὥστε νὰ τὸν ἀνακαλύψουμε
βέβαια, διότι κοιτάξετε, τίποτα δὲν εἶναι δεδομένο καὶ
δὲν δέχεται οὐδεμία ἀντίρρηση, βεβαίως, καὶ ἡ ἴδια ἡ
ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ.
Διότι πῶς νὰ ποῦμε, πῶς μπορεῖ κάποιος νὰ ἀξιώσει ἃς ποῦμε νὰ δεχθεῖς τὸν Θεὸ ἔτσι, χωρὶς νὰ τὸν
ἐρευνήσεις; Αὐτὸ τὸ ἔκαναν στὴν δύση, ὁ μεσαίωνας
τὸ ἔκανε αὐτό, καὶ γὶ αὐτὸ καὶ τοὺς ἔκαιγαν κιόλας.
Βλέπετε ἡ αἵρεσις ἡ ἀπόκλισις ἀπὸ τὴν ὀρθὴν δόξαν
περὶ τοῦ Θεοῦ δὲ σηκώνει ἀντίρρησιν. Ἐσηκώθη ὁ
Γαλιλαῖος νὰ πεῖ ὅτι ἡ γῆ δὲν εἶναι ἴσια ἀλλὰ εἶναι
στρογγυλὴ καὶ πῆγε νὰ τὸν κάψει ὁ πάπας γιατί; Διότι
πρίν, ἐξέπεσε ὁ ἴδιος ἀπὸ τὴν ἀντίληψιν, τὴν ὀρθὴν
δόξαν περὶ τοῦ Θεοῦ.
Εἰς τὴν ἐκκλησίαν ἔχουμε ἔρευνα, οἱ μεγαλύτεροι
ἐρευνητὲς ἦταν οἱ ἅγιοι, οἱ ἅγιοι ἔφτασαν , ἐδοκίμασαν ὅλα τά σημεῖα, ἐξεκίνησαν ἀκριβῶς ἀπὸ αὐτὴν
τὴν ἔννοιαν. Ἄραγε ὑπάρχει Θεός; Ἐὰν ὑπάρχει Θεός,
τότε νὰ τὸν δοκιμάσουμε, νὰ τὸν ἐρευνήσουμε, ἐὰν δὲν
ὑπάρχει τότε νὰ τὸν ἀπορρίψουμε. Θὰ εἴμαστε πολὺ
ἀνόητοι ἄνθρωποι καὶ πολὺ κακόμοιροι ἄνθρωποι, ἐὰν
ἃς ποῦμε κάνουμε ὅλον αὐτὸν τὸν ἀγώνα βασιζόμενοι
σὲ μιὰ πιθανότητα, ὅτι πιθανὸν νὰ ὑπάρχει Θεός.
Ἐὰν δὲν εἴμαστε ὄχι ἑκατὸ τοῖς ἑκατὸ ἀλλὰ ἕνα ἑκατομμύριο τοῖς ἑκατὸ σίγουροι τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ
ὡς ἐμπειρίας στὴν καρδία μας τότε ποιὸς τρελὸς θὰ
ἦταν αὐτὸς ποὺ θὰ ἀκολουθοῦσε τὸ εὐαγγέλιο καὶ τὸν
Χριστόν; Ἀλίμονο δηλαδὴ τότε πράγματι εἴμαστε τρελοὶ
οἱ ἄνθρωποι, νὰ ἀκολουθοῦμε τὸν Χριστὸ μὲ

5

ἀπόψεις
πιθανότητες, ὅτι πιθανὸν νὰ εἶναι ἔτσι.
Καὶ ἐὰν βέβαια ἡ εὐαγγελικὴ ζωή, ἡ ζωὴ τῆς ἐκκλησίας ἦταν: "ε, καλὰ ἐντάξει, δὲ χάσαμε καὶ τίποτα
ἐὰν εἴμαστε καὶ σὲ κανέναν σύλλογον ποὺ τρόπον
τινὰ δὲν εἶναι σωστός, ε, καὶ τί ἔγινε;" Δὲν εἶναι ἔτσι
τὰ πράγματα ὅμως. Ἡ ἐκκλησία δὲν εἶναι ἔτσι ἕνας
σύλλογος ποὺ ἀνήκομεν ἐν μέρει. Στὴν ἐκκλησία ζοῦμε
ὁλόκληροι ὡς ὑπάρξεις, οἱ ὁποῖοι δεχόμαστε κατ' ἀπόλυτον τρόπον τὸν Θεὸ μέσα μας.
Ὁπότε πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ δοκιμάσουμε ἐὰν
ὄντως ὑπάρχει ὁ Θεὸς καὶ ὑπάρχει ὁ τρόπος. Οἱ πατέρες μας, οἱ ἅγιοι τῆς ἐκκλησίας μας, μᾶς ἔδειξαν
ἀκόμα καὶ τὸ ὄργανον μὲ τὸ ὁποῖον θὰ ἀνακαλύψομεν
ἐὰν ὑπάρχει Θεός. Ποιὸν εἶναι; Εἶναι ἡ καρδία μας,
τὸ εἶπε ὁ Χριστός, “μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ
ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται”, τὸ ὀπτικὸν ὄργανον, τὸ
ὄργανον ἐκεῖνο μὲ τὸ ὁποῖο θὰ ἐντοπίσομε, θὰ δοῦμε
τὸν Θεό, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ καρδία μας
καὶ μέθοδος εἶναι ἡ κάθαρσις τῆς καρδίας.
Ὁπότε ἐὰν ἕνας ἄνθρωπος εἶναι ἄθεος, εἶναι πολὺ
καλὰ ἂν θέλει νὰ δεῖ τὸν Θεό, τότε νὰ μὴν ψάχνει νὰ
τὸν βρεῖ μὲ λογικὰ ἐπιχειρήματα, θὰ τοῦ ὑποδείξουμε
τὸν δρόμο μὲ τὸν ὁποῖο τὸν εἴδαμε ὅλοι. Κι αὐτὸς ὁ
τρόπος καὶ ὁ δρόμος, εἶναι ἡ κάθαρσις τῆς καρδίας
του. Ἐὰν καθαρίσει τὴν καρδία του καὶ δὲν δεῖ τὸν
Θεὸ τότε ἔχει κάθε δικαίωμα νὰ τὸν ἀπορρίψει. Διότι
ὁ Θεὸς δὲν ὑπάρχει βάσει τῆς λογικῆς. Ἕνας ἅγιος,
ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ νέος θεολόγος εἶπεν ὅτι ὁ Θεὸς
δὲν ὑπάρχει, καὶ δὲν ὑπάρχει διότι δὲν ὑπάρχει μὲ
κανέναν τρόπο ὑπάρξεως ποὺ γνωρίζομεν ἐμεῖς. Κι
εἶναι "ἀνύπαρκτος ὕπαρξις" ὁ Θεός. Ὑπάρχει, ἀλλὰ
δὲν ὑπάρχει μὲ τρόπον ὑπάρξεως ποὺ συγκρίνεται μὲ
αὐτὸν τὸν κόσμον. Ὁ Θεὸς δηλαδὴ δὲν καταλαμβάνεται διὰ τῆς λογικῆς, διὰ τῆς φιλοσοφίας, ἀλλὰ διὰ
τῆς ἐμπειρίας, ὅταν ἀποκτήσεις ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ
τότε ὁ νοῦς μπορεῖ νὰ ἐκφράσει αὐτὴ τὴν ἐμπειρίαν.
Κοίταξε παιδί μου νὰ σοῦ πῶ, δὲν εἶναι θέμα ἀνθρώπων, εἶναι ὅλοι καλοὶ ἄνθρωποι, εἶναι θέμα ἱστορικὸν
ξέρεις, αὐτὸ τὸ πρόβλημα. Νὰ σᾶς πῶ μὲ λίγα λόγια
γιατί εἶναι ἱστορικό, διότι ὅπως καὶ ἡ ἱστορία ποὺ
μαθαίνουμε στὰ σχολεῖα μας εἶναι λάθος κατὰ πολὺ

ἐνοριακά

«Χ

ριστὸν ἐπισκεψώμεθα, Χριστὸν θεραπεύσωμεν, Χριστὸν θρέψωμεν, Χριστὸν ἐνδύσωμεν, Χριστὸν συναγάγωμεν, Χριστὸν
τιμήσωμεν· μὴ τραπέζη μόνον, ὡς τινές· μήδε μύροις, ὡς
ἡ Μαρία· μηδὲ τάφω μόνον, ὡς Ἰωσὴφ ὁ Ἀριμαθαῖος·
μηδὲ τοῖς πρὸς ταφήν, ὡς Νικόδημος ὁ ἐξ ἠμισείας
φιλόχριστος μηδὲ χρυσῶ καὶ λιβάνω καὶ σμύρνη, ὡς
οἱ μάγοι πρὸ τῶν εἰρημένων· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔλεον θέλει
καὶ οὐ θυσίαν ὁ πάντων Δεσπότης, καὶ ὑπὲρ μυριάδας ἀρνῶν πιόνων ἡ εὐσπλαγχνία, ταύτην εἰσφέρωμεν
αὐτῶ διὰ τῶν δεομένων καὶ χαμαὶ σήμερον ἐρριμμένων,
ἴνα, ὅταν ἐνθένδε ἁπαλλαγῶμεν, δέξωνται ἡμᾶς εἰς
τὰς αἰωνίους σκηνᾶς...». Δῶσε κάτι στὸ Θεὸ ὡς δῶρο
εὐχαριστήριο, γιὰ τὸ ὅτι εἶσαι ἕνας ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ
μποροῦν νὰ εὐεργετοῦν καὶ ὄχι ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν
ἀνάγκη νὰ εὐεργετοῦνται, γιὰ τὸ ὅτι δὲν περιμένεις
ἐσὺ βοήθεια ἀπὸ τὰ χέρια ἄλλων, ἀλλ’ ἀπὸ τὰ δικά
σου χέρια περιμένουν ἄλλοι βοήθεια.
Πλούτισε ὄχι μόνο σὲ περιουσία, μὰ καὶ σὲ εὐσέβεια,
ὄχι μόνο σὲ χρυσάφι, μὰ καὶ σὲ ἀρετή, ἢ καλύτερα
μόνο σὲ ἀρετή.
Γίνε πιὸ τίμιος ἀπὸ τὸν πλησίον μὲ τὴν ἐπίδειξη περισσότερης καλοσύνης. Γίνε θεὸς γιὰ τὸν δυστυχισμένο
μὲ τὴ μίμηση τῆς εὐσπλαχνίας τοῦ Θεοῦ.
Δῶσε κάτι, ἔστω καὶ ἐλάχιστο, σ’ ἐκεῖνον ποὺ ἔχει
ἀνάγκη. Γιατί καὶ τὸ ἐλάχιστο δὲν εἶναι ἀσήμαντο γιὰ
τὸν ἄνθρωπο ποὺ ὅλα τά στερεῖται, μὰ οὔτε καὶ γιὰ
τὸ Θεό, ἐφόσον εἶναι ἀνάλογο μὲ τὶς δυνατότητές σου.
Ἀντὶ γιὰ μεγάλη προσφορά, δῶσε τὴν προθυμία σου.
Κι ἂν δὲν ἔχεις τίποτα, δάκρυσε. Ἡ ὁλόψυχη συμπάθεια εἶναι μεγάλο φάρμακο γι’ αὐτὸν ποὺ δυστυχεῖ. Ἡ
ἀληθινὴ συμπόνια ἀνακουφίζει πολὺ ἀπὸ τὴ συμφορά.

6

καὶ εἶναι γραμμένη ἀπὸ τοὺς δυτικοὺς καὶ εἶναι γραμμένη ὅπως τοὺς συμφέρει καὶ ἐμεῖς πήγαμε καὶ τὴ
μεταφράσαμε καὶ τὴ διαβάζουμε τώρα.
Κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον καὶ ἡ θεολογία εἶναι ἐπηρεασμένη ἀπὸ τὴν δύσιν κατὰ ἕνα μεγάλο μέρος. Διότι
μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Ἑλλάδος, ὅταν ἀπελευθερώθηκε μὲν ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ἀλλὰ ὑποδουλώθηκε
στοὺς Βαβαρούς καὶ ἡ ὑποδούλωσις στοὺς δυτικοὺς
ἦταν χειρότερη ἀπὸ τὴν ὑποδούλωση στοὺς Τούρκους,
ἱδρύθηκε τὸ πανεπιστήμιο τῶν Ἀθηνῶν.
Τὸ πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν ἵδρυσε τὴν φιλοσοφικὴ
καὶ θεολογικὴ σχολή. Αὐτοὶ ποὺ τὸ ἵδρυσαν ἤσαν
Βαβαροί, ἄνθρωποι δηλαδὴ δυτικοί, μὲ δυτικὸ τρόπο
σκέψεως οἱ ὁποῖοι νόμιζαν ὅτι ἡ ὀρθοδοξία ἦταν γιὰ
τοὺς γύφτους. Ἔτσι νόμιζαν ὅτι ἡ ὀρθοδοξία ἦταν
γύφτικο πράγμα, ἐνῶ ἡ φιλοσοφία τοῦ ὀρθολογισμοῦ
καὶ ἡ θεολογία τοῦ ὀρθολογισμοῦ, ἀνῆκε δηλαδὴ στὰ
ἀριστοκρατικὰ πνεύματα.
Καὶ ἔτσι ὅλοι πήγαιναν καὶ σπούδαζαν στὰ δυτικὰ
πανεπιστήμια. Ἐμάθαιναν τὴν ἱστορία καὶ τὴν θεολογίαν καὶ τὴν φιλοσοφίαν ἀπὸ τοὺς δυτικούς, τὰ ἔφερναν
σὲ μᾶς καὶ ἄρχιζαν νὰ παράγονται ἀπὸ τὸ πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν οἱ καθηγητές μας, καὶ ὅλοι αὐτοὶ οἱ
ὁποῖοι τρόπον τινὰ ἀποτελοῦν τὰ φῶτα, ἃς τὸ ποῦμε.
Καὶ ἔτσι εἴχαμε πολλὰ ἄρρωστα συμπτώματα εἰς τὸν
χῶρο τῆς ἐκκλησίας καὶ γενικὰ εἰς τὴν νοοτροπία.
Βέβαια δὲν εἶναι εὔκολο οὔτε δυνατὸν ἀπὸ τὴν
μιὰ στιγμὴ στὴν ἄλλη νὰ γίνουν ἀλλαγές. Ὅμως εἶναι
μεγάλη ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ, ὅτι ἐδῶ καὶ ἀρκετὰ χρόνια
ἄρχισαν νὰ ἐκδίδονται τὰ ἔργα τῶν πατέρων, οἱ πηγὲς
δηλαδὴ τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως. Καὶ ταυτόχρονα
καὶ ἱστορικὲς πηγὲς καὶ τὰ ἔργα τῶν φιλοσόφων τῶν
ἀρχαίων, καὶ ἔτσι τώρα ἀρχίζει σιγὰ - σιγὰ πλέον ἡ
ἐπιστροφὴ εἰς τὴν αὐθεντικότητα.
Διότι μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι, (ἃς τὸ ποῦμε γιὰ τὴν
δύση, ἃς μὴ τὸ ποῦμε γιὰ ἐμᾶς), ἡ ἀθεΐα τῆς δύσεως ἦταν
τὸ ἀποτέλεσμα τῆς θεολογίας καὶ ἡ δυτικὴ ἐκκλησία
ἔφερε σὰν γνήσια παιδιὰ της τὸν ἀθεϊσμό. Διότι ὅταν
ζήσει κανείς, ὅταν μπεῖ κανεὶς μέσα στὸν δυτικὸ χῶρον
εὐσεβείας δὲν μπορεῖ νὰ γίνει τίποτε ἄλλον παρὰ ἕνας
ἄθεος ἢ ἕνας διεστραμμένος θρησκευτικὰ ἄνθρωπος.
Κι ἔτσι δημιούργησαν καὶ τὸν τύπον τοῦ θρησκευτικοῦ ἀνθρώπου, καὶ καταντήσαμε ἕνα διάστημα, νὰ

ἔχουμε τύπον θρησκευτικοῦ ἀνθρώπου. Δηλαδὴ γιὰ
νὰ εἶσαι ἄνθρωπος τῆς ἐκκλησίας πρέπει νὰ φορᾶς
αὐτὰ τὰ φουστάνια, αὐτὰ τὰ παντελόνια, αὐτὰ τὰ
μαλλιά, αὐτὰ τὰ γυαλιά, αὐτὲς τὶς κάλτσες καὶ αὐτὰ
τὰ παπούτσια. Ἐὰν δὲ φοροῦσες αὐτὲς τὶς κάλτσες
τότε δὲν ἐπήγαινες στὸν παράδεισον.
Εὐτυχῶς στὴν Κύπρον δὲν εἴχαμε πολλὰ τέτοια
συμπτώματα, εἴμαστε μακρυὰ ἀπὸ τὸν χῶρον ἐκεῖνον.
Ὅμως δὲν εἶναι θέμα ἀνθρώπων, δὲ φταῖνε οἱ ἄνθρωποι, εἶναι ἱστορικόν τό γεγονὸς τοῦτον. Εἶναι ἱστορικόν,
δηλαδὴ εἶναι ἡ ὑποδούλωσίς μας στὴν δύσιν. Γὶ αὐτὸ
ξέρετε ὅτι τελικὰ ὁ Θεὸς μέσα στὴν πρόνοιά του μᾶς
ὑπέταξε στοὺς Τούρκους, κι ὄχι στοὺς Φράγκους.
Διότι ἂν συνέχιζαν οἱ Φράγκοι νὰ κρατοῦν τὴν Κύπρο καὶ τὸν ἑλληνικὸ χῶρο τὴν ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία
τὸ Βυζάντιο, (τὸ λεγόμενο Βυζάντιο τὸ ὁποῖο δὲν ὀνομάσθηκε ποτὲ Βυζάντιο ἀλλὰ οἱ Δυτικοί τό ὀνόμασαν
Βυζάντιο καὶ τὸ λέμε καὶ ἐμεῖς), Δὲ θὰ ὑπῆρχε τίποτα.
Οἱ Τοῦρκοι βέβαια μᾶς ἔκοβαν τὰ κεφάλια μας, μᾶς
ταπείνωναν, ἀλλὰ δὲν ἔχασαν τὴν ὀρθόδοξον παράδοσίν μας καὶ τὴν ἱστορίαν μας, ἐνῶ οἱ Φράγκοι θὰ μᾶς
τὰ διέλυαν ὅλα δὲν θὰ ὑπήρχαμε κατ' οὐδένα λόγον.
Καὶ γι' αὐτὸν τὸν λόγον εἶναι μεγάλη ἡ εὐθύνη,
εὐθύνη σας σὲ σᾶς, ποὺ εἶστε νέα παιδιὰ καὶ σπουδάζετε ὥστε νὰ μάθετε νὰ ἐρευνᾶτε σωστά, τὶς ρίζες
τὴν παράδοσιν, τὸν τόπον αὐτόν. Διότι ἂν ἐρευνᾶτε
σωστὰ καὶ εἶστε καλοὶ ἐπιστήμονες, τότε ὁπωσδήποτε θὰ ἀνακαλύψετε αὐτὸν τὸν μεγάλον πλοῦτον
τῆς ὀρθοδοξίας, τὸν ὁποῖον ἀνακαλύπτουν σήμερα
εὐτυχῶς καὶ δυτικοί.
Καὶ σήμερα τὸ νὰ μιλεῖ κανεὶς περὶ τῆς ὀρθοδοξίας
εἰς τὴν δύσιν εἶναι τῆς μόδας καὶ ἕνας μοναχὸς ἕνας
ἀσκητὴς ἕνας ὀρθόδοξος ἄνθρωπος εἰς τὴν δύσιν εἶναι
ἕνα γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ δηλαδὴ ἀντικείμενον
πολλῶν παρατηρήσεων καὶ πολλῆς μεγάλης ἐρεύνης.
Διότι ἀνακάλυψαν ἐπιτέλους ὅτι ἡ ὀρθοδοξία εἶναι
ἐμπειρία, καὶ ἡ ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἐμπειρία.
Γιατί νομίζετε στὴν δύση ἔχει πέραση σήμερα τὸ
ἰσλάμ; Τὸ ἰσλὰμ εἶναι μιὰ κτηνωδία, τί εἶναι τὸ ἰσλάμ;
εἶναι μιὰ κτηνωδία ἀπέραντη. Ὅμως ἐπειδὴ δίδει ἐμπειρία ἔστω καὶ τῆς κτηνωδίας, γι' αὐτὸ πᾶνε ἐκεῖ, διότι οἱ
ἄνθρωποι σήμερα, θέλουν ἐμπειρία καὶ ὄχι φιλοσοφία,
δηλαδὴ στοχασμόν.

Δὲν ἔχει μικρότερη ἀξία, ἀδελφέ μου, ὁ ἄνθρωπος
ἀπὸ τὸ ζῶο, πού, ἂν χαθεῖ ἢ πέσει σὲ χαντάκι, σὲ προστάζει ὁ νόμος νὰ τὸ σηκώσεις καὶ νὰ τὸ περιμαζέψεις
(Δεύτ. 22:1-4). Πόση εὐσπλαχνία, ἑπομένως, ὀφείλουμε
νὰ δείχνουμε στοὺς συνανθρώπους μας, ὅταν ἀκόμα
καὶ μὲ τ’ ἄλογα ζῶα ἔχουμε χρέος νὰ εἴμαστε πονετικοί;
«Δανείζει τὸ Θεὸ ὅποιος ἐλεεῖ φτωχό», λέει ἡ Γραφὴ
(Παροιμ. 19:17). Ποιὸς δὲν δέχεται τέτοιον ὀφειλέτη,
πού, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ δάνειο, θὰ δώσει καὶ τόκους, ὅταν
ἔρθει ὁ καιρός; Καὶ ἀλλοῦ πάλι λέει: «Μὲ τὶς ἐλεημοσύνες καὶ μὲ τὴν τιμιότητα καθαρίζονται οἱ ἁμαρτίες»
(Παροιμ. 15:27α).
Ἃς καθαριστοῦμε, λοιπόν, μὲ τὴν ἐλεημοσύνη, ἃς
πλύνουμε μὲ τὸ καλὸ βοτάνι τὶς βρωμιὲς καὶ τοὺς
λεκέδες μας, ἃς γίνουμε ἄσπροι, ἄλλοι σὰν τὸ μαλλὶ
καὶ ἄλλοι σὰν τὸ χιόνι, ἀνάλογα μὲ τὴν εὐσπλαχνία
του ὁ καθένας. «Μακάριοι», λέει, «ὅσοι δείχνουν ἔλεος
στοὺς ἄλλους, γιατί σ’ αὐτοὺς θὰ δείξει ὁ Θεὸς τὸ
ἔλεός Του» (Ματθ. 5:7). Τὸ ἔλεος ὑπογραμμίζεται στοὺς
μακαρισμούς. Καὶ ἀλλοῦ: «Μακάριος εἲν’ ἐκεῖνος ποὺ
σπλαχνίζεται τὸν φτωχὸ καὶ τὸν στερημένο» (Ψάλμ.
40:2). Καί: «Ἀγαθὸς ἄνθρωπος εἲν’ ἐκεῖνος ποὺ συμπονάει τοὺς ἄλλους καὶ τοὺς δανείζει» (Ψάλμ. 111:5).
Καί: «Παντοτινὰ ἐλεεῖ καὶ δανείζει ὁ δίκαιος» (Ψάλμ.
36:26). Ἃς ἁρπάξουμε τὸ μακαρισμό, ἃς τὸν κατανοήσουμε, ἃς ἀνταποκριθοῦμε στὴν κλήση του, ἃς γίνουμε
ἀγαθοὶ ἄνθρωποι. Οὔτε ἡ νύχτα νὰ μὴ διακόψει τὴ
ἐλεημοσύνη σου. «Μὴν πεῖς. ‘’Φύγε τώρα καὶ ἔλα πάλι
αὔριο νὰ σοῦ δώσω βοήθεια’’» (Παροιμ. 3:28), γιατί
μπορεῖ ἀπὸ σήμερα ὡς αὔριο νὰ συμβεῖ κάτι, ποὺ
θὰ ματαιώσει τὴν εὐεργεσία. Ἡ φιλανθρωπία εἶναι
τὸ μόνο πράγμα ποὺ δὲν παίρνει ἀναβολή. «Μοίραζε
τὸ ψωμὶ σοὺ σ’ ἐκείνους ποὺ δὲν ἔχουν στέγη» (Ἡσ.
58:7). Καὶ αὐτὰ νὰ τὰ κάνεις μὲ προθυμία. «Ὅποιος

ἐλεεῖ», λέει ὁ ἀπόστολος, «ἃς τὸ κάνει μὲ εὐχαρίστηση καὶ γλυκύτητα» (Ρωμ. 12:8). Μὲ τὴν προθυμία, τὸ
καλό σου λογαριάζεται σὰν διπλό. Ἡ ἐλεημοσύνη ποὺ
γίνεται μὲ στενοχώρια ἢ ἐξαναγκασμό, εἶναι ἄχαρη καὶ
ἄνοστη. Νὰ πανηγυρίζουμε πρέπει, ὄχι νὰ θρηνοῦμε,
ὅταν κάνουμε καλοσύνες.
Μήπως νομίζεις πῶς ἡ φιλανθρωπία δὲν εἶναι ἀναγκαία, ἀλλὰ προαιρετική; Μήπως νομίζεις πὼς δὲν
ἀποτελεῖ νόμο, ἀλλὰ συμβουλὴ καὶ προτροπή; Πολὺ
θὰ τὸ ‘θελα κι ἐγὼ ἔτσι νὰ εἶναι. Καὶ ἔτσι τὸ νόμιζα.
Μὰ μὲ φοβίζουν ὅσα λέει ἡ Γραφὴ γιὰ ἐκείνους πού,
τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως, ὁ Δίκαιος Κριτὴς βάζει στ’ ἀριστερά Του, σὰν κατσίκια, καὶ τοὺς καταδικάζει (Ματθ.
25:31-46). Αὐτοὶ δὲν καταδικάζονται γιατί ἔκλεψαν ἢ
λήστεψαν ἢ ἀσέλγησαν ἢ ἔκαναν ὁτιδήποτε ἄλλο ἀπ’
ὅσα ἀπαγορεύει ὁ Θεός, ἀλλὰ γιατί δὲν ἔδειξαν φροντίδα γιὰ τὸ Χριστὸ μέσω τῶν δυστυχισμένων ἀνθρώπων.
Ὅσο εἶναι καιρός, λοιπόν, ἄς ἐπισκεφθοῦμε τὸ
Χριστό, ἄς Τὸν περιποιηθοῦμε, ἄς Τὸν θρέψουμε, ἄς
Τὸν ντύσουμε, ἄς Τὸν περιμαζέψουμε, ἄς Τὸν τιμήσουμε. Ὄχι μόνο μὲ τραπέζι, ὅπως μερικοί, ὄχι μόνο
μὲ μύρα, ὅπως ἡ Μαρία, ὄχι μόνο μὲ τάφο, ὅπως ὁ
Ἀριμαθαῖος Ἰωσήφ, ὄχι μόνο μὲ ἐνταφιασμό, ὅπως ὁ
φιλόχριστος Νικόδημος, ὄχι μόνο μὲ χρυσάφι, λιβάνι
καὶ σμύρνα, ὅπως οἱ μάγοι πρωτύτερα. Μὰ ἐπειδὴ ὁ
Κύριος τῶν ὅλων θέλει ἔλεος καὶ ὄχι θυσία καὶ ἐπειδὴ
ἡ εὐσπλαχνία εἶναι καλύτερη ἀπὸ τὴ θυσία μυριάδων
καλοθρεμμένων ἀρνιῶν, ἃς Τοῦ τὴν προσφέρουμε μέσου
ἐκείνων ποὺ ἔχουν ἀνάγκη, μέσω ἐκείνων ποὺ βρίσκονται σήμερα σὲ δεινὴ θέση, γιὰ νὰ μᾶς ὑποδεχθοῦν
στὴν οὐράνια βασιλεία, ὅταν φύγουμε ἀπὸ τὸν κόσμο
τοῦτο καὶ πᾶμε κοντὰ στὸν Κύριό μας, τὸ Χριστό,
στὸν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα στοὺς αἰῶνες.

7

7

ἐνοριακά
Τό φαινόμενο τοῦ γεροντισμοῦ
καί τῆς γεροντολαγνείας

Ο

ἱ ἔννοιες «Γεροντισμὸς» καὶ «Γεροντολαγνεία» ἀποτελοῦν τὴν παθογένεια
τῆς σχέσεως μεταξύ του γέροντα/πνευματικοῦ καὶ τοῦ ἐξομολογουμένου χριστιανοῦ.
Ὅταν ἡ παθογένεια ξεκινᾶ ἀπὸ τὸν πρῶτο,
τότε μιλᾶμε γιὰ «Γεροντισμό»· ὅταν χαρακτηρίζει τὸν δεύτερο, γιὰ «Γεροντολατρεία», χωρὶς νὰ
παραβλέπουμε καὶ τὴν περίπτωση τῆς ἀμφίδρομης ἐπίδρασης ἀπὸ τὸν «Γεροντισμὸ» στὴ
«Γεροντολαγνεία» καὶ τ’ ἀνάπαλιν.
Ὡς «Γεροντισμὸ» ἐννοοῦμε τὴν τάση τοῦ Γέροντα/ πνευματικοῦ νὰ πατρονάρει τοὺς χριστιανοὺς ποὺ ἐξομολογεῖ ἐπεμβαίνοντας σὲ
ὅλο το φάσμα τῆς προσωπικῆς, οἰκογενειακῆς,
ἐπαγγελματικῆς καὶ κοινωνικῆς τους ζωῆς, καὶ
μάλιστα μὲ ἰδιοτελῆ τρόπο. Δὲν πρόκειται γιὰ
τὸ θυσιαστικὸ ἀνιδιοτελὲς ἐνδιαφέρον τοῦ
πνευματικοῦ γιὰ τὶς ψυχὲς ποὺ ὁ Θεὸς τοῦ
ἐμπιστεύθηκε, καὶ ποὺ φυσικὰ θὰ ἐκτείνεται σ’
ὅλο το εὖρος τῆς ζωῆς, ἀφοῦ ἡ πνευματικὴ ζωὴ
δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
ΖΩΗ μας. Στὸν «Γεροντισμὸ» τὸ ἐνδιαφέρον
εἶναι προσχηματικὸ καὶ κίβδηλο, ἀφοῦ ζητούμενο εἶναι ἡ ἀνάπαυση τοῦ πνευματικοῦ καὶ
ὄχι ἡ σωτηρία τῶν πιστῶν. Δυστυχῶς μέσα
στὴν Ἐκκλησία μᾶς ὑπάρχουν «μικροκλίματα»
ὅπου στρατολογοῦνται ὀπαδοὶ ποὺ εὔκολα
μποροῦν νὰ καταλήξουν δοῦλοι καὶ ὑπηρέτες,
ἀντὶ νὰ εἶναι ἐλεύθεροι ἐν Χριστῷ.
Ὁ Γεροντισμὸς ἀποτελεῖ ΑΡΝΗΣΗ ΤΗΣ
ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΠΑΤΡΟΤΗΤΑΣ. Ἡ εὐθύνη
τοῦ πνευματικοῦ εἶναι ἕνας σταυρὸς, στὸν
«Γεροντισμὸ» ὅμως ὁ σταυρὸς μετατρέπεται
σὲ ἀναπαυτικὴ πολυθρόνα, ἀφοῦ χαρίζει στὸν
κληρικὸ/ πνευματικὸ ἄνεση, τιμὴ καὶ δόξα. Ὁ
πνευματικὸς ποὺ πάσχει ἀπὸ αὐτὸ τὸ σύνδρομο οὐσιαστικὰ δὲν ποιμαίνει τοὺς χριστιανούς
του, ἀλλὰ τόν ἑαυτό του.
Ψυχολογικὰ ὁ «Γεροντισμὸς» μπορεῖ νὰ νοηθεῖ ὡς μιὰ ἐναγώνια προσπάθεια τοῦ πνευματικοῦ νὰ εἶναι ΑΝΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΤΟΣ καὶ
ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟΣ στὰ πνευματικὰ τέκνα του,
ὥστε νὰ αἰσθάνεται ὁ ἴδιος ΧΡΗΣΙΜΟΣ καὶ νὰ
ἀποκτᾶ ταυτότητα, ὀντότητα καὶ ΑΥΤΟΕΚΤΙΜΗΣΗ μέσα ἀπὸ τὴν πνευματικὴ σχέση. Δὲν
εἶναι σπάνιες οἱ περιπτώσεις ἐκεῖνες κατὰ τὶς
ὁποῖες ὁ πνευματικὸς καταρρέει ὅταν ἀπολέσει
κάποιο πνευματικό του τέκνο ποὺ γιὰ τὸν α
ἢ β λόγο ἀναζητᾶ ἄλλον πνευματικὸ πατέρα. Ὑπάρχουν σίγουρα ἐκκλησιαστικὰ αἴτια
γιὰ τὴν ἐμφάνιση τοῦ «Γεροντισμοῦ», ὅμως σὲ
προσωπικὸ ἐπίπεδο αὐτὸς γεννᾶται ἀπὸ τὴ
χαμηλὴ αὐτοεκτίμηση τοῦ πνευματικοῦ καὶ
ἀπὸ τὴ ναρκισιστικὴ τοῦ ἀνάγκη νὰ παράγει
ἀντίγραφα τοῦ ἑαυτοῦ του. Ὁ «Γεροντισμὸς»
συνιστᾶ ἀκύρωση τῆς πνευματικῆς πατρότητας καὶ καθιστᾶ ΑΔΥΝΑΤΗ τὴν ἐν Χριστῷ
ἐλευθερία τῶν πιστῶν.
Ἡ «Γεροντολατρεία» κινεῖται μὲ ἀντίστροφη
φορὰ ἀπ’ ὅ,τι ὁ «Γεροντισμός». Ὁ ἴδιος ὁ ὅρος
μαρτυρᾶ ὅτι στὴν περίπτωση αὐτὴ ἀντικαθιστοῦμε τὴ λατρεία τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ μὲ
τὴ λατρεία τοῦ Γέροντα/ πνευματικοῦ. Αὐτό,
βέβαια, δὲν γίνεται μὲ τόσο προφανῆ τρόπο.

Ἐκδηλώνεται ὕπουλα καὶ ἐνῶ στὴν οὐσία πρόκειται γιὰ μέγιστη ἀσέβεια -κατ’ οὐσίαν γιὰ ἀθεΐα- λαμβάνει τὴ μορφὴ τῆς πλέον ἀκραιφνοῦς
εὐσέβειας. Δὲν θὰ πρέπει, καὶ στὴν περίπτωση
αὐτὴ νὰ συγχέουμε τὸν σεβασμὸ καὶ τὴν ἀγάπη ποὺ ἔχουμε στὸν πνευματικό μας πατέρα,
μὲ τὴν ἄμετρη ἐξάρτηση ἀπὸ τὸν πνευματικό,
ποὺ ὁδηγεῖ σὲ φαινόμενα προσωπολατρείας
ὁλοκληρωτικοῦ τύπου. Ἡ «Γεροντολατρεία»
ἀποτελεῖ κὰτ΄οὐσίαν ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ ἐκ
μέρους τοῦ ἐξομολογούμενου χριστιανοῦ, ἀφοῦ
τὴ θέση τοῦ Χριστοῦ ἔχει καταλάβει ὁ Γέροντας. Ὑπάρχουν ψυχολογικὰ καὶ κοινωνικὰ
αἴτια ποὺ ὁδηγοῦν σὲ μιὰ τέτοια στάση. Ἡ
ψυχικὴ ἀνωριμότητα, ἡ ἀνάγκη νὰ λαμβάνει
κανεὶς διαρκῶς ἐντολές, ποὺ προέρχεται ἀπὸ
μιὰ πατερναλιστικὴ διαπαιδαγώγηση μέσα στὴν
οἰκογένεια, ἡ ἀνικανότητα γιὰ λήψη ἀποφάσεων καὶ γιὰ ἀνάληψη πρωτοβουλιῶν, ἐπίσης
ἡ κοινωνικὴ ἀνάγκη γιὰ σιγουριὰ, ἀσφάλεια
καὶ ἀναφορὰ σὲ κάποιο πρότυπο, ἀλλὰ καὶ
ἡ ἀναζήτηση σημείου ἀναφορᾶς μέσα σὲ ἕναν
κόσμο ποὺ ἀλλάζει εἶναι κάποια ἀπὸ αὐτά.
Εἶναι παρατηρημένο ἐμπειρικὰ ὅτι ὁ ναρκισιστὴς πνευματικὸς ποὺ θέλει νὰ ἐπιβεβαιώνεται καὶ νὰ κατισχύει ἐπάνω στὰ πνευματικά
του τέκνα θὰ θέλξει περισσότερο προσωπικότητες μὲ ἀνίσχυρο χαρακτήρα ποὺ ἐπιθυμοῦν
τὴν ταύτιση μαζί του. Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι
στὸ «μικροκλίμα» ποὺ ἀναπτύσσεται γύρω ἀπὸ
τὸν Γέροντα παρατηροῦνται διαγκωνισμοὶ γιὰ
τὸ ποιὸς θὰ εἶναι ὁ πλησιέστερος, ποιὸς θὰ
τὸν ὑπηρετεῖ τακτικότερα κ.ο.κ., διαγκωνισμοὶ
ποὺ πολλὲς φορὲς ὁδηγοῦν ἀρκετοὺς μακριὰ
ἀπὸ τὸν Γέροντα, ἀλλὰ -φεῦ- καὶ μακριὰ ἀπὸ
τὴν Ἐκκλησία.
Σίγουρα ὅλοι οἱ κληρικοὶ ἔχουμε κατὰ καιροὺς δεχθεῖ, ἂν δὲν ἔχουμε ἀναζητήσει κι’ ὅλας,
τὴν κολακεία τοῦ κόσμου. Καὶ εἶναι βέβαιο ὅτι
ὅλοι οἱ πνευματικοὶ ζητοῦμε ἀπὸ τοὺς χριστιανούς μας νὰ λαμβάνουν ὑπ’ ὄψιν τοὺς τὶς
συμβουλὲς ποὺ κατὰ καιροὺς τούς δίδουμε,
ἰδιαίτερα κατὰ τὴν ποιμαντικὴ καθοδήγηση.
Θὰ πρέπει ὅμως πάντα κατὰ τὴν ἄσκηση τῆς
εὐθυνοφόρου διακονίας τοῦ μυστηρίου τῆς
ἐξομολογήσεως νὰ ἔχουμε πρὸ ὀφθαλμῶν μας
τὸ ρητό τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ «Οἱ τέλειοι δὲν
λέγουν τίποτε ἀφ’ ἑαυτῶν, ἀλλὰ ἀφήνουν νὰ
ὁμιλεῖ δι’ αὐτῶν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα».
Εἶναι θεμελιώδης ἀρχὴ τῆς πνευματικῆς
καθοδήγησης τό νὰ μικρύνει ὁ πνευματικὸς
τὸν ἑαυτό του γιὰ νὰ ἔρθει ὁ Θεὸς καὶ γιὰ νὰ
ἀναπαυθεῖ ὁ ταλαιπωρημένος ἀδελφός. Ὁ μακαριστὸς Γέροντας Σωφρόνιος Ζαχάρωφ ἔβαζε
τούς ἐξομολογούμενους νὰ κάθονται σὲ ὑψηλότερο κάθισμα ἀπ’ ὅτι ἐκεῖνος ἀκριβῶς γιὰ
νὰ δώσει συμβολικὰ νὰ καταλάβουν ὅτι εἶναι
ὁ ὑπηρέτης τῆς σωτηρίας τους καὶ ὄχι κύριος
τῆς ζωῆς τους. Κύριος εἶναι μόνον Ἕνας…
Ἀπὸ τὸ βιβλίο:
«Ἐκ Περιθωρίου. Ἄρθρα - Ὁμιλίες - Διαλέξεις»
Ἀρχιμανδρίτης Σωφρόνιος Ἄθ. Γκουτζίνης,
Ξάνθη 2006

νεότητα
ΔΕΚΑΛΟΓΟΣ
ΠΕΡΙ ΑΝΑΧΩΡΗΣΕΩΣ
ΑΠΟ ΑΥΤΗ ΤΗ ΖΩΗ
1. Ὥρα ἀναχωρήσεως: Κάθε λεπτὸ
καθ' ὅλο τό εἰκοσιτετράωρο.
2. Τὰ εἰσιτήρια ἐκδίδονται στὸν
οὐρανό, ἄλλα πληρώνονται στὴ γῆ.
3. Τιμὴ εἰσιτηρίου: Αὐτὸ πληρώνεται μὲ πολλὴ ἀγάπη, ὑπομονή,
ἀγῶνες καί, θυσίες.
4. Τὰ βρέφη δὲν πληρώνουν εἰσιτήριο γιατί ταξιδεύουν στὴν ἀγκαλιὰ
τῆς μητέρας Ἐκκλησίας.
5. Τὸ εἰσιτήριο εἶναι προσωπικὸ
καὶ δὲ μεταβιβάζεται σὲ ἄλλο ἄτομο.
6. Οἱ ἐπιβάτες ταξιδεύουν χωρὶς
ἀποσκευές. Οἱ ἄγγελοι τὶς ἔχουν μεταφέρει σὲ προηγούμενο δρομολόγιο
7. Εἰσιτήριο μὲ ἐπιστροφὴ δὲν
ἐκδίδεται.
8. Χρήματα δὲ μεταφέρονται. Οἱ
ἐπιβάτες τὰ ἔχουν καταθέσει στὴν
Τράπεζα τῶν Οὐρανῶν. Οἱ ἀποδείξεις βρίσκονται στὰ χέρια τῶν
φτωχῶν.
9. Δηλώσεις συμμετοχῆς δὲ χρειάζονται. Τὰ ὀνόματα τῶν ἐπιβατῶν
εἶναι γνωστὰ στὸν ὁδηγὸ τῆς ἁμαξοστοιχίας.
10. Εἰδοποιήσεις γιὰ τὴν ἡμέρα
τῆς ἀναχώρησης κάθε ἐπιβάτη δὲν
στέλλονται. Γι΄ Αὐτὸ πρέπει ὅλοι
νὰ εἴμαστε πάντοτε ἕτοιμοι μὲ μετάνοια, Ἐξομολόγηση καὶ θεία Κοινωνία γιὰ τὸ ταξίδι πρὸς τὴν αἰωνιότητα.

7

ΣΑΒΒΑΤΟ 29 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2014 ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΙΚΗ ΕΚΔΡΟΜΗ
Στόν Ἱερό Ναό Ἁγίου Ἀνδρέου Πολιούχου Πατρῶν καί παρακολούθηση τοῦ Πανηγυρικοῦ Ἑσπερινοῦ. Ἐπίσκεψη
στήν Ἱερά Μονή Ἁγίου Νικολάου Σπάτων Ἀχαΐας καί στήν Ἱερά Μονή Παναγίας Γηροκομίτισσας Πατρῶν.
Ἀναχώρηση στίς 7:00 π.μ.

Τιμή: 20 €

Πληροφορίες: 210 5013108 καί 6972787685 (κ. Βλαχοπούλου)

Ι. ΝΑΟΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑ∆ΟΣ ΠΕΤΡΟΥΠΟΛΕΩΣ

ΙΕΡΟΝ ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙΟΝ
ΑΓΙΟΥ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ
& ΑΓΙΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ

ΙΕΡΑ
ΠΑ Ν Η Γ Υ Ρ Ι Σ
ΑΓΙΟΥ
ΣΤ Υ Λ Ι Α Ν Ο Υ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΙΛΙΟΥ, ΑΧΑΡΝΩΝ & ΠΕΤΡΟΥΠΟΛΕΩΣ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑ∆ΟΣ ΠΕΤΡΟΥΠΟΛΕΩΣ
Τήν Κυριακή 21 Δεκεμβρίου καί ὥρα 5 μ.μ.
εἰς τό Πνευματικό Κέντρο τοῦ Ναοῦ θά πραγματοποιηθεῖ

Χριστιανική Φιλανθρωπική
Ἐκδήλωση - ΤΣΑΪ

Ἄς δημιουργήσουμε στή ψυχή μας τή φάτνη γιά τόν τεκθέντα Χριστό...

Ὑπέρ τοῦ Φιλοπτώχου τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ
γιά τούς 130 ἀπόρους συνανθρώπους τοῦ Συσσιτίου

Πρ ό γρ α μ μ α

ΤΡΙΤΗ 25 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2014
ὥρα 17.30 μ.μ. Μέγας Πανηγυρικός
Ἑσπερινός μετ' Ἀρτοκλασίας.

Ἑορταστικό χριστουγεννιάτικο πρόγραμμα τῆς Παιδικῆς Νεανικῆς Συμφωνικῆς Ὀρχήστρας (πρώην ΕΡΤ),
ὑπό τήν αἰγίδα τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν, ἡ
ὁποία ἀποτελεῖται ἀπό 50 μουσικούς καί θά ἐκτελέσει
ἔργα μεγάλων δημιουργῶν (Prokofiev, Mussorgsky,
Strauss, Schubert, Brahms, Χατζηδάκις, κ.ἄ.) ὑπό τήν
καλλιτεχνική δ/νση τῆς μαέστρου Νίνας Πατρικίδου.

ΤΕΤΑΡΤΗ 26 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2014
ὥρα 07.00 π.μ. Ὄρθρος καί Θεία
Λειτουργία.
ὥρα 17.30 μ.μ. Μεθέορτος Ἑσπερινός
ΜΕΤ' ΑΡΤΟΚΛΑΣΙΑΣ.
ὥρα 19.00 μ.μ. Ἱερά Παράκλησις
εἰς τόν Ἅγιο ΣΤΥΛΙΑΝΟ.

Ἑορταστικό πρόγραμμα ἀπό τή Μικτή Τετράφωνη
καί Παιδική Χορωδία τοῦ Δήμου Κορυδαλλοῦ, ὑπό
τήν καλλιτεχνική διεύθυνση τῆς μαέστρου Elena
Kasarova.
Ἡ θεατρική ὁμάδα Νέων τῆς Ἁγίας Τριάδος θά παρουσιάσει τό χριστουγεννιάτικο ἔργο «ΚΑΡΥΟΘΡΑΥΣΤΗΣ», ὑπό τήν καλλιτεχνική ἐποπτεία τοῦ ἠθοποιοῦ
παιδικῆς σκηνῆς Κων/νου Τζαφέρη.
Θά ψαλλοῦν χριστουγεννιάτικοι βυζαντινοί ὕμνοι ὑπό
τήν διεύθυνση τοῦ πρωτοψάλτου κ. Θωμά Κραβαρίτη.

Τιμή πρόσκλησης: 5 €

ΣΟΥΛΙΟΥ 167 - ΤΗΛ.: 210-5013108 - agiatriadapetroupolis@yahoo.gr

Φροντιστήριο Μέσης Εκπαίδευσης
(Ἁγίας Τριάδος 4, τηλ.: 210-5060700)